1899.05.29
3,482 rows · 26,851 words · 250 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
Τῆς 29 Μαΐου 1899.
(Σάββατον).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 25′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν διὰ τοῦ ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 χορηγηθεισῶν πιστώσεων διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Μαΐου καὶ Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1899». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 208). Ἡ Νορβηγικὴ Ἕνωσις, ἡ διοργανοῦσα γενικὸν συνέδριον Βουλευτῶν εἰς Χριστιανίαν, προσκαλεῖ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως μετάσχῃ τούτου. Οἱ κάτοικοι Βελεστίνου ὑποβάλλουσιν αἴτησιν περὶ ἐκδόσεως τοῦ περὶ ῥυμοτομίας τῆς κωμοπόλεως ταύτης βασιλικοῦ διατάγματος.
§2Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὰ περαιτέρω.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Λιόπεσι δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ περὶ στρεμματικῆς φορολογίας νομοσχέδιον. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Παρακαμπυλίων διὰ ψηφίσματός του παρακαλεῖ, ὅπως ὁ δῆμος οὗτος ὑπαχθῇ διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τριχωνίας. Ὁ τηλεγραφικὸς ὑπάλληλος Α. Παπαβασιλόπουλος ὑποβάλλει πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα, δι’ οὗ προτείνει νὰ ληφθῶσι μέτρα πρὸς βελτίωσιν τοῦ τηλεγραφικοῦ κλάδου.
§4Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ ληφθῇ ὁριστικὴ πρόνοια περὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ κλάδου τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων.
§5ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πρωτίστως νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς τῶν ὑπαλλήλων.
§6ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πάντων νὰ κανονισθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ κλάδου, διότι λαμβάνομεν τηλεγραφήματα ταχυδρομικῶς.
§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μπουφίδης, ὅστις διετέλεσεν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἠσχολήθη εἰς τὸ ζήτημα τῆς βελτιώσεως τοῦ τηλεγραφικοῦ κλάδου, θὰ ἦναι εἰς θέσιν πλειότερον ὅλων τῶν ἄλλων νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅπως ληφθῶσι μέτρα ὑπὲρ τοῦ ἀδικουμένου τηλεγραφικοῦ κλάδου, παρέχοντος ἀπείρους ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πολιτείαν διὰ τῆς ἐργασίας του, τῆς ἀφοσιώσεως καὶ τῆς προσκολλήσεως εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας, ἐν μέσῳ στερήσεων καὶ κακουχιῶν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεώργιος Ἀντωνόπουλος ὑποβάλλει ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀγωγῆς τῶν μαθητῶν τῶν Γυμνασίων.
§9Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις εἶναι μεγάλη.
§11ΜΠΑΣΙΑΣ. Τότε παρακαλοῦμεν νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.
§12ΔΟΥΝΗΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος ζωτικωτάτου ὡς πρὸς τὴν ἀγωγὴν τῆς νεολαίας, ἐφ’ οὗ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της. Παρακαλῶ καὶ ἐγώ, ὅπως ἡ ἀναφορὰ αὕτη τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ἴσως δὲ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ τροποποιήσῃ τὰς σχετικὰς διατάξεις, ὅπως συντελέσῃ πλειότερον εἰς τὴν γύμνασιν τῶν μαθητῶν.
§13ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ διαταχθῇ ἡ τύπωσις τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, διότι βλέπω τὸν κ. Ὑπουργὸν διστάζοντα.
§14ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ συντάξας τὴν ἔκθεσιν περὶ στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς γυμνασιακῆς νεολαίας ὑπῆρξεν ἀνώτερος ἐπόπτης τῶν ἀσκήσεων τῶν μαθητῶν καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἀλλαχοῦ, ἐξέδωκε δὲ καὶ βιβλία σχετικά, τὰ ὁποῖα διένειμεν εἰς τὰ διάφορα Γυμνάσια. Ἡ ἔκθεσίς του ἑπομένως εἶναι ἀξία προσοχῆς καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 209, ἐν τέλει τοῦ τεύχους).
§16Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον ἀναφορὰν μιᾶς κοινότητος τῆς ἐπαρχίας μου, ὀνομαζομένης Φλωριάδος. Εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον, ὅπως ἐννοήσητε τὴν αἴτησιν τῶν συμπατριωτῶν μου, νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὀλίγας λέξεις. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι οὐδέποτε κατεχράσθην τῆς ὥρας. Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Φλωριάδος εἶναι διεσπαρμένοι εἰς ἔκτασιν τριῶν ὡρῶν εἰς μίαν ἄκραν τοῦ Μακρυνόρους, ὅπου πράγματι φυτοζωοῦν, ζῶντες ὡς ἄγριοι. Αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν εἶναι σήμερον ὡς αἱ τῆς Κουτσούφλιανης, διότι ἀφῆκαν πρὸ χρόνων τὰς οἰκίας των, παρέλαβον τὰ ὀστᾶ τῶν πατέρων των καὶ ἦλθον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γῆν καὶ κατῴκησαν. Ὅτε κατὰ τὸ 1821 ἐπανεστάτησεν ὁ Βάλτος, οἱ κάτοικοι τῆς Φλωριάδος ἀπετέλουν μέρος τοῦ χωρίου Σκουληκαριᾶς. Ἐκ τῶν κατοίκων τούτων κατάγεται ὁ περίφημος Γῶγος Μπακόλας, ὁ ὁπλαρχηγὸς, ὁ ὁποῖος ἠδυνήθη νὰ κλείσῃ τὴν θύραν εἰς τὸν Ὀμὲρ–Βρυώνην, ὅτε ἐπήρχετο κατὰ τοῦ Μεσολογγίου· ἐκ τῶν νικῶν του δὲ τούτων διηυκολύνθη ἡ ἐπανάστασις τῆς Τριχωνίας καὶ τοῦ Μεσολογγίου. Ταῦτα εἶναι ἱστορικὰ, τὰ ὁποῖα οἱ πλεῖστοι τῶν κ. Βουλευτῶν ἀγνοοῦσι, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ τὰ ἀναφέρω, ἵνα ὑπομνήσω ἱερὰν ὑποχρέωσιν τοῦ ἔθνους πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς Φλωριάδος. Οἱ Φλωριαδῖται ἠναγκάσθησαν ν’ ἀποσπασθῶσιν ἀπὸ τὸν Μπακόλαν ἀκολούθως, προσκυνήσαντες εἰς τοὺς Τούρκους, καὶ νὰ παρακολουθήσωσι τὸν Καραϊσκάκην, Ἴσκον, Στραταίους καὶ ἄλλους. Τοῦτο μέχρι τοῦ 1829. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς μίαν περιοδείαν τοῦ ἀειμνήστου Καποδιστρίου παρουσιάσθησαν πρὸς αὐτὸν καὶ τὸν παρεκάλεσαν νὰ τοῖς χορηγηθῇ ἔκτασίς τις γαιῶν, ὅπως κατοικήσωσι καὶ μεταφέρωσι τὰ ὀστᾶ τῶν πατέρων των, ὡς σήμερον οἱ Κουτσουφλιανῖται· ὁ Κυβερνήτης, πατὴρ ἀληθὴς τοῦ ἔθνους, παρεχώρησεν ἔκτασιν εἰς τὴν ἄκραν τοῦ Μακρυνόρους κειμένην, εἰς τὸν σύνδεσμον τῶν ὀρέων Γαβρόβου καὶ Μακρυνόρους, ὅπου καὶ ἐγκατεστάθησαν περὶ τὰς 130 οἰκογένειαι. Ἡ Φλωριὰς ἦτο ἄλλοτε ἀρχαία πόλις, πρὸ 200 δὲ ἐτῶν κατῳκήθη ὑπὸ Βαλτινῶν καὶ Ἠπειρωτῶν, οἵτινες ἐγκατεστάθησαν ἐκεῖ, καὶ ἀπετέλεσαν ὡραίαν κωμόπολιν, ἣν ὠνόμασαν Φλωριάδα, διότι οἱ κάτοικοι ἦσαν πλούσιοι ἐκ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἐργασίας. Ἐν τούτοις ἡ ἀπληστία τοῦ Ἀλῆ–πασσᾶ δὲν ἀφῆκεν αὐτοῖς, εἰμὴ τὸ τομάρι των, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, καὶ ὁ τόπος ἠρημώθη. Ἡ Φλωριὰς κεῖται ἐπὶ τόπου δασώδους, 700 μέτρα ἄνωθεν τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης. Τὸ δάσος αὐτὸ εἶναι ἀκατέργαστον, μὴ δυνάμενον νὰ ἐκμεταλλευθῇ, διότι δὲν ὑπάρχει συγκοινωνία. Ἐκεῖ πλησίον ὑπῆρχε Μονὴ, καλουμένη Συγγενᾶ, τῆς ὁποίας οἱ μοναχοὶ, ὠφεληθέντες ἐκ τῆς ἀποχωρήσεως τῶν κατοίκων, κατέλαβον τὴν ἔκτασιν καὶ ἐγκατέστησαν εἰς αὐτὴν, ὡς εἰς κτῆμα τῆς Μονῆς. Ὅτε ὅμως ὁ Κυβερνήτης ἐπέτρεψε τὴν ἐγκατάστασιν τῶν Φλωριανῶν καὶ ἐσχημάτισαν οὗτοι τὴν κοινότητά των, ἡ ἔκτασις ἐκείνη περιελήφθη εἰς τὴν δικαιοδοσίαν των. Τοῦτο μέχρι τοῦ 1836, ὅτε ἡ Μονὴ διελύθη. Ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἂν καὶ δὲν ὑπῆρχε τίτλος ἱερατικὸς, ὅτι ἡ Μονὴ κατεῖχε τὸν Δρυμῶνα, οὐχ ἧττον βασιζομένη εἰς τὸν λόγον, ὅτι ἦτο κτῆμα ἐκκλησιαστικὸν, ἐπέβαλεν εἰς αὐτοὺς νὰ πληρώνωσι 200 δραχμὰς εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον. Τοῦτο ἐξηκολούθησε μέχρι τοῦ 1862. Ἡ κοινότης ἔβαινε καλῶς, εἶχε τὸ δάσος, καὶ ἀνεπτύσσετο διὰ τῆς φιλεργίας τῶν κατοίκων της. Κατὰ τὸ 1862–1863 ὅμως ἐπῆλθε δεινὴ περίστασις, ἡ ὁποία κατέστρεψεν αὐτούς. Μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1863 ὅλοι οἱ κακοῦργοι, οἱ ἐξελθόντες τῶν φυλακῶν, ἐσχημάτισαν συμμορίας, αἱ ὁποῖαι ἐλυμαίνοντο τὸν τόπον, οἱ δὲ Φλωριανοὶ, ὡς καλοὶ στρατιῶται, ὑπερήσπισαν διὰ τῶν ὅπλων τὰς ἰδιοκτησίας των, ἀλλὰ συμμορία τις ἐκ 40 ἢ 50 ληστῶν, εὑροῦσα εὐκαιρίαν, εἰσῆλθεν εἰς τὸ χωρίον καὶ τὸ κατέκαυσε, καὶ οὕτως ὑπέστησαν πλήρη καταστροφήν. Ἔκτοτε δὲ διεσκορπίσθησαν εἰς τὸ Δρυμωνέρι καὶ Συγγενᾶ, κατοικοῦντες εἰς καλύβας. Ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία Βάλτου, θέλουσα καὶ μόνον νὰ προσφέρῃ ὠφελείας μεγαλειτέρας εἰς τὸ Δημόσιον, ἐνῷ πρὶν ἐπλήρωνον 200 δραχμὰς κατ’ ἔτος, κατώρθωσε νὰ πείσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως φέρῃ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ κτήματος εἰς δημοπρασίαν· τοῦτο δ’ ἔφερε τὴν μεγαλειτέραν δυστυχίαν, διότι ἠναγκάζοντο οἱ κάτοικοι νὰ πληρώνωσι μεγαλείτερον ποσὸν, ἔφθασε δὲ τὸ ἐνοίκιον τοῦ κτήματος κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰς 700–800 δραχμάς. Ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ οἱ δυστυχεῖς εὑρίσκονται διεσκορπισμένοι καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς περιοχῆς ἐκείνης, περὶ τὰς 120 οἰκογένειαι, ζῶσαι ἐκ τῶν αἰγῶν των, στερούμεναι δὲ καὶ ἱερέως καὶ διδασκάλου, καὶ κατοικοῦσαι εἰς διαφόρους λόχμας τοῦ δάσους. Οἱ κάτοικοι ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν καθίστων γνωστὰ εἰς τὰς κατὰ καιρὸν Κυβερνήσεις τὰ τῆς καταστάσεώς των, ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδεμία Κυβέρνησις προὐνόησε περὶ αὐτῶν. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς των ὅθεν ταύτης, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἔχουσι πληρώσει ἀπὸ δάκρυα, δὲν ζητοῦσι νὰ ζημιώσωσι τὸ ἔθνος, οὐδὲ νὰ ἁρπάσωσι τὸν δημόσιον πλοῦτον, ἀλλὰ ζητοῦσι τὸ δίκαιόν των, διότι ἀπὸ τοῦ 1828 κατέχουσι τὸν τόπον αὐτὸν, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι, ἐνόσῳ ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ προσωρινὴ κατάστασις, δὲν ἠδύναντο οὔτε ἀμπέλους νὰ ἀποκτήσωσιν, οὔτε ἄλλα κτήματα νὰ καταρτίσωσι. Μετὰ τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, ὡς ἀξιωματικοὶ τῆς φάλαγγος, ἔλαβον γραμμάτια καὶ ἐπῆραν διαφόρους γαίας ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου. Ἐξαιτοῦνται λοιπὸν παρὰ τῆς Βουλῆς σήμερον, ἵνα παραχωρηθῇ αὐτοῖς ἡ ἔκτασις, νὰ μὴ πληρώνωσι δὲ κατ’ ἔτος παρὰ μόνον τὰς 200 δραχμάς. Ἐπίσης πλησίον τῆς κοινότητος τῆς Φλωριάνης εἶναι καὶ ἑτέρα κοινότης, τὸ Θεριακήσιον, ἐκ 50 οἰκογενειῶν, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ τὸν συνοικισμὸν μὲ τὰ αὐτὰ δικαιώματα. Ὁ Βάλτος ποτὲ δὲν ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον, πάντοτε δ’ ἐρριψοκινδύνευσεν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἔθνους. Ἐξαιτοῦμαι λοιπὸν μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Καραγιάννη, ὅπως ληφθῇ φροντὶς περὶ χορηγίας εἰς τὰς οἰκογενείας Φλωριάδος τῆς αἰτουμένης παρ’ αὐτῶν ἐκτάσεως Συγγενᾶ καὶ Δρυμωνέρι, καὶ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, ἡ ὁποία παρακαλῶ νὰ γείνῃ εὐπρόσδεκτος.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 210).
§18Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Χθὲς ἐξεφράσθη γνώμη, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι αἱ περιστάσεις καὶ ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐργαζόμεθα, εἶναι σπουδαῖαι, ὅτι ἐργασία πολλὴ ὑπάρχει, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι ἔχουσιν ἀξιώσεις παρ’ ἡμῶν, διότι ἐπὶ δύο ὁλόκληρα ἔτη ἡ Βουλὴ κατ’ ἀνάγκην ἔμεινεν ἀργοῦσα. Τοῦτο ὀφείλομεν νὰ συναισθανθῶμεν, καὶ ἑπομένως νὰ λάβωμεν ἔκτακτα μέτρα, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐργασθῶμεν, καὶ ἐὰν δὲν δυνηθῶμεν νὰ περατώσωμεν ὁλόκληρον τὸ ἔργον, τοὐλάχιστον νὰ τελειώσωμεν ἓν μέρος αὐτοῦ, ὥστε νὰ θεραπεύσωμεν μέρος τῶν μεγάλων ἀναγκῶν. Μέχρι τοῦδε οὐδὲν βῆμα ἐκάμαμεν πρὸς τὰ πρόσω, καὶ ὁ λόγος εἶναι, διότι δὲν ἐκανονίσθησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ἀναγνωρίζω, ὅτι πολλάκις εἰς ἄλλας περιστάσεις ἐγένοντο διάφοροι δοκιμαὶ καὶ ἀπέτυχον, αἱ περιστάσεις ὅμως ἐκεῖναι δὲν ὁμοιάζουσι μὲ τὰς παρούσας. Ἐκεῖναι ἦσαν κανονικαὶ, ἀλλὰ σήμερον εἶναι ἐπιβεβλημένα διάφορα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνάγκη νὰ τελειώσωμεν...
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς ἡ Βουλὴ ἐκανόνισε τὰς ἐργασίας της, ὅπως ἐργάζηται ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Δευτέρας καὶ μετὰ τὴν 8 ἑσπερινὴν ὥραν.
§20ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐκανονίσθη τίποτε. Ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν ἰδικήν μου γνώμην. Καὶ πρῶτον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ πρέπει νὰ ἐργάζωνται τὴν νύκτα, διότι 200 ἄνθρωποι δὲν συνέρχονται εὐκόλως, ἀλλὰ 7 δύνανται νὰ ἀσχολῶνται ἐν τοῖς Ὑπουργείοις των. Δεύτερον δὲ, νὰ κανονισθῇ, ὅπως αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἄρχωνται ἀπὸ τῆς 9 π. μ. μέχρι τῆς 12, καὶ ἀπὸ τῆς 5 μετὰ μεσημβρίαν μέχρι τῆς ἑσπέρας. Ἑπομένως, ἀντὶ νὰ χάνωμεν καιρὸν, παρακαλῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, νὰ ἐργαζώμεθα ἀπὸ τὰς 9 μέχρι τῶν 12 καὶ ἀπὸ τὰς 5 μέχρι τῶν 9.
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ ἀποδοχῆς τῆς ἐν Παρισίοις συνομολογηθείσης διεθνοῦς συμβάσεως διὰ τὴν προστασίαν τῶν ὠφελίμων τῇ γεωργίᾳ πτηνῶν. Συμφώνως δὲ πρὸς τὸ ἄρθρον 10 τῆς συμβάσεως ὑποβάλλω καὶ σχέδιον νόμου περὶ κυνηγεσίας. Ὑποβάλλω ὡσαύτως σχέδιον νόμου περὶ ἐκτελέσεως τῶν πρὸς ἀποξήρανσιν λιμνῶν καὶ ἑλῶν διατάξεων. Ὁ μακαρίτης Ζαμπέλιος ἐγκατέλειψε τὴν περιουσίαν αὐτοῦ πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν τῆς Κερκύρας, ἀλλ’ ἄνευ νόμου οὐδεμία ἀποξήρανσις δύναται νὰ γείνῃ. Ὅπως καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσις τῆς διαθήκης, ὑποβάλλω τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 211–213).
§23Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς κ. Δηλιγιάννης δι’ ἐπερωτήσεως ἐζήτησε πληροφορίας, τίνα καὶ πόσα τὰ ἔξοδα τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἠγγυημένου ὑπὸ τῶν τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων δανείου τοῦ 1898. Ὑποβάλλω τοὺς σχετικοὺς πίνακας. Ὁ αὐτὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου κατὰ τὰ ἔτη 1893–1899. Ὁ σχετικὸς πίναξ ὑποβάλλεται. Ὁ ἐκ Τυρνάβου βουλευτὴς κ. Ροδόπουλος ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσι πίνακες τῶν κατὰ τὰ ἔτη 1895 καὶ 1896 καὶ κατὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον τοῦ 1897 εἰσαχθέντων διὰ τοῦ τελωνείου Βόλου ἐμπορευμάτων κλπ. Οἱ πίνακες οὗτοι κατατίθενται. Ὁ δ’ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ράλλης ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσι καὶ αἱ ἀποφάσεις, αἱ ἐκδοθεῖσαι ὑπὸ τῆς ἐκ νομικῶν συμβούλων ἐπιτροπῆς κατὰ τῶν κατόχων τοιούτων ἐμπορευμάτων. Ὑποβάλλω τὰς ἀποφάσεις ταύτας· ἐπειδὴ δὲ εἶναι αἱ πρωτότυποι, παρακαλῶ νὰ φυλαχθῶσι καὶ ἐπιστραφῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Κριεμάδης ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐν ἔτει 1896 καταρτισθείσης καὶ ἀσχοληθείσης εἰς τὴν μελέτην τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Ἡ ἔκθεσις κατατίθεται. Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Μπασιᾶς ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν ἀφορῶσαν εἰς τὰ ἐφθαρμένα χαρτόσημα, τῶν ὁποίων ἀπαγορεύεται ἡ χρῆσις. Εἰς ἀπάντησιν ἀντιγράφεται τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον «δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνηται χρῆσις μηδενὸς χαρτοσήμου, ὅταν ἐπ’ αὐτοῦ ἐγένετο οἱαδήποτε χρῆσις.» Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς λέγει, ὅτι αὐτὸ γίνεται εἰς ἄλλα μέρη. Δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ὁ νόμος δὲν τὸ ἐπιτρέπει, καὶ ἔπρεπεν ἀντὶ ἐπερωτήσεως νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν περὶ τροπολογίας τοῦ νόμου.
§24ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν ὑπέβαλον πρότασιν, διότι δὲν θὰ ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν, καὶ σκοπός μου ἦτο νὰ προκαλέσω ὑμᾶς νὰ ὑποβάλητε σχέδιον νόμου.
§25ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἀναγομένης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ δρ. 109,000. Ἐπίσης ὑποβάλλω μετὰ τῶν συναδέλφων ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως πίνακας ἢ μᾶλλον δηλώσεις περὶ προσθήκης εἰς τὰς ἤδη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ὑποβληθέντι ἀναγραφομένας πιστώσεις. Ἐπειδὴ οἱ πίνακες αὐτοὶ πρέπει νὰ τυπωθῶσι, παρακαλῶ νὰ σταλῶσιν εἰς τὸ Τυπογραφεῖον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ὡς καὶ αἱ δηλώσεις μετὰ τοῦ πίνακος τῶν ἐξόδων ἐκδόσεως τοῦ ὑπὸ τῶν τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἠγγυημένου δανείου τοῦ 1898 θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 214–217).
§27ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ ἱδρύσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀρχιτεκτονικῆς ὑπηρεσίας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀνήγγειλα ἤδη, ὅτε ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ Διδασκαλείων τῶν ἀρρένων. Ἰδιαιτέρα αἰτιολογικὴ ἔκθεσις δὲν συνοδεύει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι ἱκανὰ ἀναφέρονται περὶ αὐτοῦ ἐν τῇ γενικῇ ἐκθέσει περὶ τῶν νομοσχεδίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρατηρῶ, ὅτι, καθ’ ἃ μ’ ἐπληροφόρησε τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπιτροπή, καίτοι ἐπανειλημμένως κληθεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ, δὲν συνῆλθε, παρῆλθον δὲ ἤδη ὑπὲρ τὰς 10 ἡμέραι. Διὰ τοῦτο θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναγράψωμεν τὰ νομοσχέδια, ὡς ἔχουσιν, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 218).
§29Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης συνῆλθε;
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκλήθη.
§31ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Παρακαλεῖται νὰ ἐργασθῇ.
§32Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθε τρὶς καὶ ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα παρεπέμφθησαν εἰς αὐτήν.
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι νόμος θεμελιώδης, ἐπιθυμητὸν ἦτο νὰ ἠκούομεν τὰς γνώμας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται κατὰ τὰ δύο τρίτα ἀπὸ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔχουσι πάντως ἐπιρροήν, καὶ θέλουσι βεβαίως προθύμως σπεύσει νὰ συνέλθωσι τῇ προτροπῇ τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν, ἐὰν οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ δηλώσωσι τοιαύτην ἐπιθυμίαν, διότι δὲν κρίνω, ὅτι θὰ ἦναι συντελεστικὸν πρὸς καταρτισμὸν ἀρτίου νόμου νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον ἄνευ ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς.
§34ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πρὸ ἡμερῶν, μαθὼν ὅτι δὲν συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπή, παρεκάλεσα τὸ Προεδρεῖον νὰ τὴν καλέσῃ, καὶ τὴν ἐκάλεσεν, ἀλλὰ καὶ οὕτω δὲν συνῆλθεν αὕτη. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1895 εἰσήχθη εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς ἀπ’ εὐθείας τὸ νομοσχέδιον περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, χωρὶς μάλιστα νὰ προταχθῇ αὐτοῦ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τῶν ἡμετέρων νομοσχεδίων θὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ἔχει γείνῃ ἤδη πᾶσα ἡ ἀπαιτουμένη προεπεξεργασία τῶν ἡμετέρων νομοσχεδίων. Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν αὐτῶν πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι τῷ ὄντι ἔχει τὸ νομοσχέδιον ἀνάγκην παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν, ἡμεῖς δὲν θὰ ἔχωμεν ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ἀφοῦ, μέχρι τοῦδε ἀπεδείχθη ἀδύνατον νὰ συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπή, εἶναι ἄσκοπον νὰ ἀναβάλωμεν ἀκόμη τὴν ἐγγραφὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§35Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσω, ὅτι μίαν καὶ μόνην πρόσκλησιν ἔλαβον πρὸ ἡμερῶν. Προσῆλθον, ἀλλὰ δὲν εὗρον παρὰ μόνον τὸν κ. Στάην, ὁ ὁποῖος ἀπετέλει μέρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Μοὶ εἶπεν, ἐὰν εὕρω καὶ ἄλλα μέλη, νὰ εἰδοποιήσω ὅτι εἶναι παρών, διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας. Ἀλλ’ οὐδὲν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς εὗρον, οὐδ’ ἔλαβον ἔκτοτε ἄλλην πρόσκλησιν.
§36Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρέπει νὰ ἀσκήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐπιρροὴν αὐτῆς πᾶσαν ἐπὶ τῶν ἐπιτροπῶν, καὶ τότε νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἐπέλθουν δυσκολίαι. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ καθιερῶμεν τὴν συνήθειαν, ὅτι, ἅμα μία ἐπιτροπὴ δὲν συνέλθῃ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν, πρέπει νὰ εἰσάγηται κατ’ εὐθεῖαν τὸ νομοσχέδιον.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις οὐδένα δύναται νὰ βιάσῃ. Ἡ ἐπιτροπή, ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον περὶ Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 219.) Ὁ κ. Συνοδινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§38ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, τὸν μὲν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δικογραφίαν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν καταδίκην τοῦ Γεωργίου Πρασίνου ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ, τὸν δὲ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ τὴν δικογραφίαν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸν ὑποτελώνην Σίφνου κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, διότι ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἡ μὲν Βουλὴ θὰ μάθῃ πολλά, οἱ δὲ κύριοι Ὑπουργοί, καὶ ἰδίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ μάθῃ, ὅτι ὁ μὲν Παπαδάκος κρατεῖται εἰς τὰς φυλακὰς, ὁ δὲ ὑποτελώνης Σίφνου, μεθ’ ὅλα, ὅσα διέπραξεν, ἀπελύθη μὲν τῆς ὑπηρεσίας ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐπανῆλθεν ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἰδίας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ μένῃ καὶ οὗτος εἰς τὰς φυλακὰς, ὅπως ὁ Παπαδάκος.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀδαμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§40ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος τῆς 21 Μαρτίου 1898 περὶ διαθέσεως πιστώσεως πρὸς τοὺς παλιννοστοῦντας καὶ ἄλλους ἀπόρους Θεσσαλοὺς ὥρισε ποσὸν 8 μέχρι 10 ἑκατομμυρίων δρ. πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Πῶς ἐξετελέσθη ὁ νόμος οὗτος καὶ πῶς κατωρθώθη νὰ μὴ διατεθῇ οὔτε τὸ ποσὸν τῶν 8 ἑκατομμυρίων, εἶναι ἀληθῶς ἄπορον. Ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἡ ψηφίσασα τὸν νόμον, ἐθεώρησε τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνάξιον λόγου, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς πολλὰς καὶ μεγάλας καταστροφάς, αἵτινες ἐπῆλθον εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἕνεκα τοῦ ἀπαισίου πολέμου τοῦ 1897, καὶ ἐν τούτοις οἱ ἐκτελεσταὶ τοῦ νόμου τούτου κατώρθωσαν νὰ περιορίσουν τὸ ποσὸν εἰς 7 μόνον ἑκατομμύρια καί τινας ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, θεωρήσαντες ἴσως, ὅτι ἡ Θεσσαλία δὲν εἶχεν ἀνάγκην μείζονος συνδρομῆς, ἀφοῦ ἐπήρκεσε νὰ διαθρέψῃ 140,000 τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ δεκάδας χιλιάδων ἐπιδρομέων. Ἐπειδὴ τὸ θέμα τοῦτο θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον διετέθη εἰς τοὺς κατοίκους τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης συμφώνως πρὸς τὸν ͵ΒΦΜʹ νόμον τοῦ 1898 περὶ διαθέσεως πιστώσεως 8–10 ἑκατομμυρίων πρὸς τοὺς παλιννοστοῦντας καὶ ἄλλους ἀπόρους Θεσσαλούς. Νὰ δηλώσῃ δὲ τοὺς λόγους, δι’ οὓς εἰς τοὺς ἐντελῶς καταστραφέντας ἐκ τοῦ πολέμου κατοίκους τῶν χωρίων Δρανίστας καὶ Καΐτσας τοῦ δήμου Ταμασίου δὲν διενεμήθη ἡ ἐκεῖ ἀποσταλεῖσα ξυλεία πρὸς κατασκευὴν παραπηγμάτων, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν ὁποίων κατὰ τὸν παρελθόντα χειμῶνα ὑπέστησαν τὰ πάνδεινα, ἀναγκασθέντες νὰ οἰκῶσιν εἰς χορτοποιήτους καλύβας. Ἐπίσης παρακαλῶ αὐτὸν νὰ γνωστοποιήσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἔτυχον οὐδεμιᾶς συνδρομῆς οἱ μετὰ ἔτους διαμονὴν εἰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους παλιννοστήσαντες κάτοικοι τοῦ δήμου Κιερίου, καὶ ἰδίως τῶν χωρίων Κουπρεντζὶ καὶ Παζαρακίου, ὡς καὶ οἱ τοῦ δήμου Ἰθώμης, καὶ ἰδίως τοῦ χωρίου Γράλιστα, οἵτινες μετὰ πόλεμον κατὰ τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς ἑστίας των καὶ ἅπασαν τὴν περιουσίαν των εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ κατακτητοῦ καὶ τῶν ἄλλων ἐπιδρομέων. Ἐπίσης ὁποία συνδρομὴ ἐχορηγήθη εἰς τοὺς κατοίκους τῶν λοιπῶν δήμων τῆς πεδιάδος, καθὼς καὶ τῶν δήμων τῶν Ἀγράφων τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, καὶ ἰδίως τῶν χωρίων τῆς σχηματισθείσης οὐδετέρας ζώνης, οἱ κάτοικοι τῶν ὁποίων ἐντελῶς κατεστράφησαν, ἀπειλούμενοι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑπὸ τῶν Ἀρβανιτῶν καὶ τῶν Γκέκιδων, ἀφ’ ἑτέρου παρὰ τῶν ἀνταρτῶν, τὴν ὕπαρξιν τῶν ὁποίων ἐπέτρεψεν ἡ ἀσύγγνωστος ἀμέλεια τῶν διοικητικῶν ἐν γένει ἀρχῶν, αἵτινες ἔκριναν καλὸν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸν τόπον εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ τυχόντος. Ἐπίσης, ὁποῖον ποσὸν διετέθη μέχρι σήμερον ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 10 ἑκατομμυρίων εἰς ἅπαντας τοὺς Θεσσαλοὺς, καὶ ἐὰν διετέθη μέρος ἐξ αὐτοῦ εἰς μὴ Θεσσαλούς. Ἐν τούτοις ὑποβάλλω ἀναφορὰν περὶ τοῦ θέματος τούτου τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Κιερίου τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ διαβιβάσητε αὐτὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ ἀρχείου τοῦ Ὑπουργείου καὶ τὰς ἄλλας ἀναφορὰς, αἵτινες ἔχουσιν ὑποβληθῆ παρ’ ἄλλων συμπολιτῶν μου καὶ περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία ἐγένετο ἐνέργεια, καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δίκαιον ὑπὲρ τῶν ἀτυχῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης. Πέπεισμαι ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θ’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς προσδοκίας τῶν Θεσσαλῶν.
§41Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰ παθήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέστημεν ἐκ τῶν τελευταίων γεγονότων, νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρῶτον καθῆκον τῆς Βουλῆς ἦτο ἡ μελέτη τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα παρήγαγον τὰ δυστυχῆ ἐκεῖνα γεγονότα. Δυστυχῶς μέχρι τοῦδε εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τῶν αἰτίων ἐκείνων, τῶν τε ἀμέσων καὶ τῶν ἐμμέσων, δὲν ἐγένετο...
§42Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γείνῃ.
§43ΚΡΙΤΣΑΣ. Καὶ πρέπει νὰ γείνῃ.
§44ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἐρρίφθησαν ὑπαινιγμοί, ἐλέχθησαν πολλὰ καὶ λέγονται ἐν τῇ Βουλῇ καὶ γράφονται ἐν τῷ τύπῳ γεγονότα, καὶ δημοσιεύονται ἐκθέσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μὲν συνείδησις τοῦ κόσμου συνταράσσεται, ἡ δὲ κοινὴ γνώμη, ἀντὶ νὰ διαφωτίζηται, σκοτίζεται ἐπὶ πλέον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρῶτον καθῆκον εἴχομεν νὰ καταγίνωμεν εἰς τὴν μελέτην τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν γεγονότων καὶ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα τὰ παρήγαγον, ἵνα ἐκ τῆς μελέτης αὐτῶν ἀρυσθῶμεν τὰ διδάγματα περὶ τοῦ τί πρέπει νὰ πράξωμεν, ἂν σοβαρῶς σκεπτώμεθα νὰ ἀνορθώσωμεν τὸ ἔθνος αὐτὸ, τὸ ὁποῖον τόσον κατέπεσε καὶ ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ ἐκτὸς, εἰς τὴν συνείδησιν ὅλου τοῦ κόσμου. Ἡ τοιαύτη σοβαρὰ καὶ περιεσκεμμένη μελέτη τῶν αἰτίων, ἐξ ὧν προῆλθον αἱ τελευταῖαι ἐθνικαὶ συμφοραὶ, θέλει ὁδηγήσει τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσιν, ὄχι ἁπλῶς πρὸς διόρθωσιν ἢ πρὸς ἀνόρθωσιν, ἀλλὰ πρὸς ῥιζικὴν ὀργάνωσιν τοῦ Κράτους, διότι, πρέπει νὰ λεχθῇ μετὰ παρρησίας, τὸ Κράτος εἶναι ἐκλελυμένον. Δὲν εἶναι ἡ ἐποχὴ πλέον τῶν ἐμβαλωμάτων. Τὰ ἔθνη κατόπιν τοιούτων συμφορῶν σκέπτονται, ὅτι ὀφείλουν νὰ δημιουργήσουν νέαν ἀρχὴν τῆς ὑπάρξεώς των, ὅτι ὀφείλουν νὰ διοργανωθῶσιν ἐκ νέου, διότι βεβαίως ἓν ἔθνος, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασεν ἡ Ἑλλὰς, πρέπει νὰ ἔχῃ πολλὴν σαπίλαν εἰς τὸν ὀργανισμόν του. Ἀλλὰ περὶ τῶν μέτρων τούτων, Κύριοι, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν νὰ μελετήσωμεν καὶ ἐξετάσωμεν μετὰ τὴν ἔρευναν, τὴν ὁποίαν προηγουμένως ὑπέδειξα, καὶ τὴν ὁποίαν ὑποθέτω, ὅτι πάντες θέλετε ἀσπασθῆ καὶ ἐπιθυμήσει, ἵνα προηγηθῇ τῆς ἄλλης ἐργασίας, περὶ τῶν μέτρων τῶν πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν τῆς Πολιτείας ἐνδεικνυομένων, βεβαίως ἔλαβε σκέψιν ἡ κληθεῖσα ἐπὶ τὴν ἀρχὴν Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὑπέβαλεν ἐνώπιόν σας ὅλα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νομίζει, ὅτι θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν ἐκ νέου ἀναδιοργάνωσιν τοῦ Κράτους. Περὶ τούτων προσεχῶς θέλομεν σκεφθῆ καὶ συζητήσει ἐκτενῶς ἐνταῦθα. Ἡμεῖς δὲ οἱ νεώτεροι, ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὴν πεῖραν καὶ τὰ φῶτα τῶν τε ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν καὶ τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐξόχων πολιτικῶν ἀνδρῶν, θέλομεν σχηματίσει γνώμην, ἂν πράγματι ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ ἔθνους. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐκ παραλλήλου μὲ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρὸς γενικὴν ἀναδιοργάνωσιν προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις, ἔπρεπε νὰ προταθῶσι καὶ μέτρα τινὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἐπούλωσιν τῶν πληγῶν τῆς μᾶλλον τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν ὑποστάσης τὰς ἐκ τοῦ πολέμου συνεπείας χώρας τῆς Θεσσαλίας. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἐξεγερθῆτε πάλιν, νομίζοντες ὅτι ὅσα λέγομεν περὶ τῆς Θεσσαλίας εἶναι περιττά. Μὴ νομίζετε ὅτι ἡ Θεσσαλία εὐηργετήθη, κατόπιν τῆς καταστάσεως, ἥτις ἐκ τοῦ πολέμου καὶ τῆς τουρκικῆς κατοχῆς ἐδημιουργήθη ἐν αὐτῇ, διὰ τῶν ληφθέντων ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως προχειροτάτων ὑπὲρ αὐτῆς μέτρων. (Διαμαρτυρίαι).
§45ΠΟΛΛΟΙ. Κανεὶς δὲν τὸ εἶπεν αὐτό.
§46ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι ἐπειδὴ βλέπω μερικούς, οἱ ὁποῖοι, ὅταν γίνηται λόγος περὶ τῶν Θεσσαλικῶν πραγμάτων, δυσανασχετοῦσι... (νέαι διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος).
§47ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀπ’ ἐναντίας.
§48ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Καθ’ ἑκάστην ἡμέραν νὰ γίνηται λόγος περὶ τῶν αὐτῶν πραγμάτων, αὐτὸ ἀπεκρούσαμεν καὶ αὐτὸ μοὶ φαίνεται ἄτοπον.
§49ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν κ. Φίλιππαν). Ὁρίσατε ἡμέραν πρὸς συζήτησιν.
§50ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Φίλιππα, εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε συζήτησις εὐρεῖα τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἤκουσα τοιαύτην τινὰ συζήτησιν. Βεβαίως μεμονωμένα τινὰ παράπονα ὑποβάλλονται καὶ περὶ ἐπαρχιακῶν ζητημάτων τῆς Θεσσαλίας, ὅπως ὑποβάλλονται τοιαῦτα δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ δίδετε ἀφορμὰς εἰς διακοπάς.
§52ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πειράζει. Ἂς γίνωνται καὶ διακοπαί. Ἐπείγοντα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔχω νὰ προτείνω ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας σήμερον, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ θεωρήσῃ κατεπείγοντα καὶ προτιμήσῃ τὴν συζήτησιν αὐτῶν, εἶναι τὰ ἑξῆς. Ὅπως ὁ κ. ἐκ Καρδίτσης συνάδελφος πρὸ ὀλίγου εἶπεν, ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ διατεθέντος ὑπὲρ τῆς πρώτης ἐγκαταστάσεως τῶν Θεσσαλῶν περισσεύουσι δραχμαὶ 3,700,000 περίπου, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν.... διότι ὁ ἀρχικὸς νόμος ἔλεγεν, ὅτι διατίθεται 8,000,000 πίστωσις εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πρώτης αὐτῶν ἐγκαταστάσεως, κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ὥρισεν.
§53ΠΕΤΑΛΑΣ. Ὡραῖα διετέθη!
§54ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου αὐτοῦ ὁρίζει, ὅτι, ἐὰν τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν ἐξαρκέσῃ, ὑπάρχει ἔτι πίστωσις 2,000,000 δραχμῶν, ἥτις νὰ διατεθῇ διὰ τὸν αὐτὸν σκοπόν. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν γνώμην, —καί, ἂν θέλητε, καὶ τὴν ἀξίωσιν — ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 10,000,000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐνόμισε τότε, ὅτι ἔπρεπε νὰ χαρίσῃ πρὸς τὴν Θεσσαλίαν, νὰ δώσῃ πρὸς βοήθειαν, πρὸς πρώτην ἀρωγὴν τῶν πενήτων ἐκείνων, τῶν δυστυχῶν, τῶν ἀστέγων, οἱ ὁποῖοι ἐπανέστρεφον μετὰ ἑνὸς ἔτους καὶ δύο μηνῶν ἀπουσίαν εἰς τὰς ἑστίας των, χωρὶς νὰ εὕρωσιν, οὔτε στέγην, οὔτε ἐνδύματα, οὔτε μέσον τι πρὸς ἐργασίαν, οὔτε γεωργικὰ ἐργαλεῖα, οἱ ὁποῖοι ἐπέστρεφον μὲ τὴν ἀπελπισίαν εἰς τὴν καρδίαν καὶ ἀπόγνωσιν εἰς τὴν ψυχὴν, ἔχομεν τὴν γνώμην καὶ τὴν ἀξίωσιν, λέγω, ὅτι τὰ χρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οὕτω σκεπτομένη ἡ Βουλὴ ἐκείνη διέθετεν, ἀνῆκον καὶ ἀνήκουν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ πρέπει ἀκόμη νὰ διατεθῶσιν ἐξ ὁλοκλήρου ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας. Σπουδαία ἀνάγκη διαμερισμάτων τινῶν τῆς Θεσσαλίας, ἥτις δύναται νὰ θεραπευθῇ διατιθεμένου μέρους τινὸς τῶν χρημάτων τούτων, εἶναι, Κύριοι, ἡ ἑξῆς. Εἰς πλεῖστα χωρία οἱ ναοὶ κατὰ τὴν εἰσβολὴν τῶν Τούρκων ἐβεβηλώθησαν, ἠρειπώθησαν, ἀπετεφρώθησαν. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοί μου, καὶ ὑπεδείξαμεν, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν δέκα ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα, ὡς προεξέθηκα, διετέθησαν πρὸς ἐγκατάστασιν καὶ ἐνίσχυσιν τῶν Θεσσαλῶν, δίκαιον εἶναι νὰ δοθῇ καὶ εἰς τοὺς οἴκους τοῦ Θεοῦ μία βοήθεια, νὰ διατεθῇ ποσότης τις, ἵνα οἱ κάτοικοι τῶν στερουμένων ναῶν χωρίων ἐπανακτήσωσιν αὐτοὺς καὶ οὕτω δύνωνται ἐπὶ τέλους οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι νὰ ἐκπληρῶσι τὰ θρησκευτικά των καθήκοντα, ἵνα εἰς τὴν δυστυχῆ ταύτην δι’ αὐτοὺς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν τῶν πάντων στεροῦνται, τοὐλάχιστον μὴ στερῶνται τῆς ἐσχάτης παραμυθίας, νὰ προσεύχωνται εἰς τὸν Ὕψιστον καὶ ζητῶσιν ἀπὸ τὸν Θεὸν ἀντίληψιν εἰς τὰς συμφοράς των. Ἐκ τῶν τοιούτων, Κύριοι, σκέψεων ὁρμώμενος, προτείνω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς πρότασιν νόμου, ὅπως ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τούτου ποσοῦ διατεθῶσι 400,000 δραχμαὶ πρὸς ἀνοικοδόμησιν τῶν καταστραφεισῶν ἐκκλησιῶν εἰς ὅλα ἐκεῖνα τὰ χωρία, εἰς τὰ ὁποῖα διῆλθεν ὁ τουρκικὸς στρατὸς καὶ ἐπυρπόλησεν ἢ κατέστρεψεν ἢ ἔβλαψεν ἄλλως τὰς ἐκκλησίας ταύτας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἱερουργίαν. Ἀλλὰ συγχρόνως διὰ τῆς αὐτῆς προτάσεως νόμου προτείνω, ὅπως τὸ ὑπόλοιπον ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν δέκα ἑκατομμυρίων δραχμῶν ποσὸν ἐκ δραχμῶν 3,300,000 περίπου διατεθῇ κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ ͵ΒΦΝʹ νόμου περὶ χορηγήσεως πιστώσεως 8,000,000 δραχμῶν διὰ διαφόρους χορηγίας εἰς παλιννοστοῦντας κλπ. Θεσσαλοὺς, τὰ ὑπὸ τῆς Τραπέζης διατιθέμενα χρήματα εἰς δάνεια πρὸς τοὺς Θεσσαλοὺς, κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου τούτου, ἐφ’ ὅσον θὰ εἰσπράττωνται εἰς τὸ μέλλον παρὰ τῶν ὀφειλετῶν, θὰ κατατίθενται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὡς ἔντοκος παρακαταθήκη, ἡ δὲ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ διαθέτῃ τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς γεωργικὰ καὶ κτηματικὰ δάνεια πρὸς τοὺς Θεσσαλοὺς, ὑποχρεωμένη οὖσα καὶ αὐτὴ νὰ καταθέτῃ ἴσον ποσὸν μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράττῃ ἐκ τῶν ὀφειλετῶν, εἰς ὁμοίας ἐργασίας, ἤτοι εἰς δάνεια πρὸς γεωργοὺς, κτηματίας καὶ κτηνοτρόφους. Πολλάκις συνεζητήθη καὶ ὑπεδείχθη ἡ ἀνάγκη, ὅπως ἱδρυθῇ Γεωργικὴ Τράπεζα ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ Ἑλλάδι. Ἀντὶ νὰ ζητῶμεν ἀπὸ τὸ Κράτος νὰ ἱδρύσῃ Τράπεζαν Γεωργικὴν, ἡ ὁποία καὶ δύσκολον εἶναι νὰ ἱδρυθῇ, καὶ δυσκολώτερον νὰ διοικηθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἔχομεν διάταξιν ἐν τῷ νόμῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀμέσως ἱδρυμένην Γεωργικὴν Τράπεζαν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἔχομεν εὐκολίαν, ὅπως ἀμέσως λειτουργήσουν εἰς εὐρὺν κύκλον ἐργασίαι γεωργικῆς πίστεως. Τοῦ ποσοῦ τῶν 3,300,000 δραχμῶν κατατιθεμένου κατὰ τοὺς ὅρους τῶν ἄρθρων 9 καὶ 10 τοῦ ͵ΒΦΝʹ νόμου εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία, ἐρωτωμένη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, φρονῶ ὅτι θέλει συγκατατεθῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὅρου τούτου, ἡ Τράπεζα ὑποχρεοῦται τοιουτοτρόπως νὰ καταθέτῃ ἀμέσως ἴσον ποσὸν, ἤτοι 3,300,000 δραχμὰς, οὕτω δὲ θὰ ἔχωμεν ἀμέσως 6,600,000 δραχμὰς ὡς πυρῆνα, ὡς κεφάλαιον ἑνὸς τμήματος Γεωργικῆς Τραπέζης, διαχειριζόμενον ὑπὸ τῆς ἤδη ἱδρυσάσης ἐν Θεσσαλίᾳ ὑποκαταστήματα Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ τοὺς ὅρους τῶν καταστατικῶν αὐτῆς νόμων, τὸ ὁποῖον κεφάλαιον θέλει ἐπαρκέσει ν’ ἀνακουφίσῃ ἐν τῷ παρόντι τοὺς πάσχοντας γεωργοκτηματικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Θεσσαλίας. Δὲν πρόκειται σήμερον, ὅπως ὑπεστήριξάν τινες, νὰ ἐξαγοράσωμεν τὰ κτήματα τῶν μεγάλων ἰδιοκτημόνων, Τούρκων ἢ ὁμοθρήσκων, διὰ τῶν χρημάτων αὐτῶν. Σήμερον δὲν πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν νέους ἰδιοκτήτας· εὐτυχεῖς θὰ ἤμεθα, ἂν δυνηθῶμεν νὰ σώσωμεν τοὺς ὑπάρχοντας μικροὺς ἰδιοκτήτας, οἱ ὁποῖοι κινδυνεύουσι ν’ ἀπαλλοτριωθῶσι τῶν κτημάτων των, ἁρπαζομένων ὑπὸ τῶν δανειστῶν των καὶ τῶν τοκογλύφων, χάριν καὶ πρὸς ὠφέλειαν τῶν ὁποίων ἀποκλειστικῶς σήμερον ἐργάζονται. Ἐνίσχυσιν ἀληθῆ καὶ οὐσιαστικῶς σπουδαίαν θέλει δώσει εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἡ διάθεσις 6,000,000 δραχμῶν εἰς τοὺς γεωργοὺς, τοὺς κτηνοτρόφους καὶ τοὺς μικροκτηματίας κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου ΒΦΝʹ. Τὸ δὲ χρῆμα αὐτὸ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου ἐκείνου ἡ Τράπεζα ἀργότερον θέλει ἀποδώσει ὡς παρακαταθήκην εἰς τὸ Δημόσιον, ἵνα χρησιμοποιηθῇ διὰ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις κατόπιν ἤθελεν ἐγκρίνει, ἱδρυομένης μεγάλης Γεωργικῆς Τραπέζης, εἴτε Γεωργικοῦ Ταμείου, κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου ἐκείνου. Ὑποβάλλω λοιπὸν συμφώνως πρὸς τὰ ἐκτεθέντα πρότασιν νόμου, κανονίζουσαν τὴν διάθεσιν τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς τὸν σκοπὸν, ὃν ἐξέθηκα, μετὰ τῆς σχετικῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως. Ἐπίσης ἀνάγκην ἔχει ἡ Θεσσαλία, εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα κατεστράφησαν τὰ βιβλία τῶν μεταγραφῶν καὶ ὑποθηκῶν, νὰ καταρτισθῶσιν ἐκ νέου ταῦτα. Ἡ κτηματικὴ πίστις ἔχει ἀνάγκην νὰ ὑπάρχῃ φῶς. Ἡ κτηματικὴ πίστις τῶν κατοίκων τῶν δήμων ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἀπωλέσθησαν τὰ βιβλία μεταγραφῶν καὶ ὑποθηκῶν, εἶναι νεκρά. Τὰ κτήματά των δὲν ἔχουσι καμμίαν ἀξίαν. Δὲν δύνανται οὔτε νὰ πωλήσωσιν οὔτε νὰ ὑποθηκεύσωσιν αὐτά. Σήμερον λειτουργεῖ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία χορηγεῖ δάνεια ἐνυπόθηκα· ἀλλ’ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους δὲν δύναται νὰ χορηγήσῃ, διότε οὔτε πιστοποιητικὸν ὅτι εἶναι μεταγεγραμμένοι οἱ τίτλοι τῆς ἰδιοκτησίας των, οὔτε πιστοποιητικὸν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐγγεγραμμένη ἄλλη ὑποθήκη, δύνανται νὰ παρουσιάσωσιν. Ὑποβάλλω λοιπὸν σχέδιον νόμου, ὅμοιον σχεδὸν μὲ τὸ ψηφισθὲν ἄλλοτε, ὅτε ἀπωλέσθησαν τὰ βιβλία τοῦ Μαραθῶνος, τῶν Τρικκάλων τῆς Κορινθίας καὶ ἄλλων τινῶν σχετικῶν ὑποθηκοφυλακείων. Περιλαμβάνω δὲ καὶ διάταξιν περὶ τῆς μεταγραφῆς τῶν συμβολαίων, τὴν ὁποίαν ἁρμοδιώτερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει δυνηθῆ νὰ διορθώσῃ, διότι εἶναι κατὰ πολλὰ ἐλλιπής.
§55ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν τὴν συμπληρώνετε;
§56ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ἀφορμὴν, κύριε Ὑπουργὲ, διὰ τῆς ὑποβαλλομένης προτάσεως νόμου δίδω, ἵνα μελετηθῇ καλλίτερον τὸ ζήτημα καὶ ὑποβληθῇ ἐκ μέρους ὑμῶν πληρέστερον νομοσχέδιον. Ἄλλη ἀνωτέρα ἀνάγκη παρίσταται, χάριν τῆς ἐνισχύσεως τοῦ ἐμπορίου ἐν ταῖς παραμεθορίοις ἐπαρχίαις. Πολλαὶ γαῖαι τῶν χωρίων, τῶν κειμένων πλησίον τῶν συνόρων, συνεπείᾳ τῆς ἐσχάτως, μετὰ τὸν πόλεμον, γενομένης νέας διαρρυθμίσεως τῶν ὁρίων, ἔμειναν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην χάριν τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων νὰ διατάξῃ μέτρα τινὰ, ὥστε νὰ διευκολύνηται ἡ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐξαγωγὴ τῶν ζώων τῶν κατοίκων τῶν χωρίων τούτων, ἵνα βόσκωσι τὰ λιβάδια, τὰ ὁποῖα ἔμειναν, ὡς εἶπον, εἰς τὸ παραχωρηθὲν τῇ Τουρκίᾳ ἔδαφος, καὶ καλλιεργῶσι τοὺς ἀγροὺς, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν ἐκτὸς τῶν ὁρίων· ἀλλ’ οἱ γεωργοὶ καὶ κτηνοτρόφοι οὗτοι ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ μετακομίζωσιν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τὰ προϊόντα τῆς γεωργίας καὶ κτηνοτροφίας, διὰ τὰ ὁποῖα, θεωρούμενα ὅτι εἰσάγονται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν, ἀφοῦ παράγονται εἰς γαίας κειμένας εἰς τὸ ἔδαφος τῆς γείτονος ἐπικρατείας, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαντῶσι δυσχερείας οἱ κύριοι αὐτῶν. Ἐκτὸς ὅμως τῆς ἀνάγκης ταύτης, ἥτις ὑποδεικνύει, ὅτι πᾶσα δυσκολία αἴρεται διὰ τῆς καταργήσεως τῆς τελωνιακῆς ζώνης, καὶ ἄλλοι σοβαρώτεροι λόγοι συνηγοροῦν πρὸς τοῦτο. Ὅτε ἐγένετο ἡ προσάρτησις τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, πολλαὶ ἐπαρχίαι καὶ πολλὰ διαμερίσματα ἐπαρχιῶν προσαρτηθεισῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα, αἱ ὁποῖαι συνηλλάσσοντο μετὰ τῶν ἐπαρχιῶν Λαρίσης, Τυρνάβου καὶ Τρικκάλων, ἀπεκόπησαν καὶ ἔμειναν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐμειώθη ἓν σπουδαῖον μέρος τοῦ ἐμπορίου τῶν παραχωρηθέντων ἡμῖν διαμερισμάτων καὶ πάσχει τὸ ἐμπόριον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης εἶχεν εἰσαγάγει τὸν νόμον ΒΡΛΘʹ τοῦ 1894, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθη ἡ κατὰ ξηρὰν τελωνιακὴ ζώνη τῆς μεθοριακῆς γραμμῆς καὶ ἐπετράπη ἡ ἀτελὴς εἰσαγωγὴ ὅλων ἐκείνων τῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα παράγονται εἰς τὰς παραμεθορίους ἐπαρχίας, οὐχὶ βεβαίως, ἐννοεῖται, καὶ τῶν προϊόντων τῶν προερχομένων ἐξ ἄλλων μερῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀπηγορεύθη δὲ μόνον ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ οἴνου, τῶν οἰνοπνευμάτων, τοῦ καπνοῦ καὶ τῶν σιγάρων. Ὁ νόμος ἐκεῖνος κατόπιν κατηργήθη. Νομίζω, ὅτι σήμερον ἡ ἐπιβαλλομένη στοργὴ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, ὡς ἐκ τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν, καὶ ὡς ἐκ τῆς διευκολύνσεως, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γείνῃ εἰς τοὺς κεκτημένους κτήματα εἰς τὰ ὅρια, μᾶς ὑποχρεώνει νὰ ἐπιφέρωμεν εἰς ἰσχὺν τὸν νόμον ἐκεῖνον, περὶ τοῦ ὁποίου πρότασιν ὑπέβαλε καὶ ὁ ἐκ Λαρίσης συνάδελφός μου κ. Καραστέργιος. Ὑποβάλλω ὅμως κἀγὼ ἐκ νέου σχετικὴν πρότασι νόμου, διότι περιέλαβον ἐν αὐτῇ νέαν τινὰ διάταξιν περὶ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως τῆς προελεύσεως τῶν προϊόντων ἐκείνων, καθότι πρέπει νὰ κανονισθῇ διὰ διατάγματος ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως, ὅτι πράγματι προέρχονται ἐκ τῶν παραμεθορίων ἐπαρχιῶν τὰ εἰσαγόμενα ἐμπορεύματα, καὶ νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν τῆς προελεύσεως τῶν προϊόντων τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἀγρῶν καὶ τῶν λιβαδίων, τῶν κειμένων παρὰ τὰ σύνορα, διότι αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ μεταβαίνωσιν ἀπὸ τοὺς ἐγγύτατα τῶν ὁρίων κειμένους ἀγρούς των εἰς τὰ Προξενεῖα, τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ ἀπέχωσιν 8 ἕως 10 ὥρας μακρὰν, καὶ νὰ λαμβάνωσι πιστοποίησιν, ἀλλὰ νὰ γίνηται ἡ βεβαίωσις ἀπὸ τοὺς πλησιεστέρους τελωνιακοὺς ἢ στρατιωτικοὺς σταθμοὺς, οἱ ὁποῖοι δύνανται ν’ ἀντιλαμβάνωνται, ἂν παρήχθησαν ἐκ τῶν ἀγρῶν τῶν πλησίον τῆς γραμμῆς κειμένων τὰ εἰσαγόμενα γεωργικὰ προϊόντα, καθὼς καὶ ἂν ἐκ τῶν κτηνῶν τῶν διαιτωμένων εἰς παραμεθόρια λιβάδια παρήχθησαν τὰ εἰσαγόμενα κτηνοτροφικὰ προϊόντα. Τετάρτην φροντίδα θέλω συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπιτάσσει, ὅπως πολλάκις ἐλέχθη καὶ κατὰ τὰς συζητήσεις, τὰς ὁποίας προεκάλεσεν ὁ ἔντιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς, ὅτι τὰ ἐκπαιδευτήρια τὰ δημοτικὰ πρέπει ν’ ἀρχίσωσι νὰ οἰκοδομῶνται ἐκ τῶν δήμων γʹ τάξεως. Εἰς τὰ χωρία τῆς Θεσσαλίας, εἰς τὰ ὁποῖα εἰσέβαλον οἱ Τοῦρκοι, μαζὺ μὲ τοὺς ναοὺς κατεστράφησαν καὶ τὰ σχολεῖα, καὶ προτείνω, ὅπως ἐν Θεσσαλίᾳ ἐξαιρετικῶς ἐπιτραπῇ νὰ οἰκοδομηθῶσι δημοτικὰ σχολεῖα καὶ εἰς τοὺς δήμους αʹ καὶ βʹ τάξεως.
§57ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εὐθὺς ὡς ἀναγνώσητε τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἴδητε, ὅτι λαμβάνεται πρόνοια περὶ τούτου, νὰ ἐγερθῶσι κατὰ προτίμησιν τὰ καταστραφέντα ἐκ τοῦ πολέμου.
§58ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ μὴ ψηφισθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον...
§59ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παρόντος νόμου δὲν δύναται νὰ γείνῃ.
§60ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται νὰ γείνῃ ἐπὶ τῇ βάσει εἰδικοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου σχέδιον δύναται νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐν ἑνὶ καὶ μόνῳ ἄρθρῳ νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπιτρέπεται ν’ ἀρχίσῃ ἡ οἰκοδόμησις δημοτικῶν διδακτηρίων ἀπὸ τοὺς δήμους αʹ καὶ βʹ τάξεως. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως συνδέεται μὲ τὸ ὅλον πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ θέλει προκαλέσει μακρὰν συζήτησιν, καὶ ἠμπορεῖ νὰ μὴ ψηφισθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, ἓν μικρὸν νομοσχέδιον, μὲ ἓν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ, ὅτι ἐπιτρέπεται ἐν Θεσσαλίᾳ ν’ ἀρχίσῃ ἡ οἰκοδόμησις τῶν καταστραφέντων διδακτηρίων ἀπὸ τοὺς δήμους αʹ καὶ βʹ τάξεως, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ φέρῃ μεγάλην δυσχέρειαν. Ἐγὼ αὐτὴν τὴν σύστασιν εἶχον νὰ κάμω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἀπόκειται αὐτῷ νὰ τὴν ἐκτιμήσῃ καὶ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἢ ὄχι. Αὐτὰ τὰ μέτρα εἶχον, Κύριοι, νὰ προτείνω σχετικῶς πρὸς τὴν Θεσσαλίαν. Ὅταν γείνῃ εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τῆς ὅλης καταστάσεως τοῦ ἔθνους καὶ τῶν ἀτυχῶν τοῦ πολέμου γεγονότων...
§61ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἴπητε, αὐτὴ ἡ συζήτησις ἡ πολυθρύλητος πότε θὰ γείνῃ;
§62ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν διευθύνουσαν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, νὰ κανονίσῃ, ἢ εἰς ὑμᾶς νὰ φέρητε πρότασιν, ἵνα ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν... Ὅταν, λέγω, ἡ συζήτησις ἐκείνη διεξαχθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τότε θέλει πληρέστερον διαφωτισθῇ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος, τί ἐδοκίμασεν ἡ Θεσσαλία, ὑποστᾶσα τὰς συνεπείας τῶν γεγονότων ἐκείνων, καὶ ἂν ἦναι δεδικαιολογημένον νὰ ζητῶμεν ὑπὲρ αὐτῆς τὰ ἐλάχιστα αὐτὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προέβαλον, πρὸς ἀνακούφισιν συμφορῶν, ὧν τὸ μέτρον δὲν δύναται εὐκόλως νὰ ἐκτιμηθῇ.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τυρνάβου ὑποβληθεῖσαι προτάσεις νόμων θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 220–222).
§64Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα, σχετικῶς δηλαδὴ πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν πολεμικῶν πραγμάτων, θὰ εἴπω τινά. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν πολεμικῶν πραγμάτων εἶναι ἐπιτεταγμένη, καὶ βεβαίως προσεχῶς, προσεχέστατα ἡ Βουλὴ θέλει ἀσχοληθῆ. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἄρξηται τῆς συζητήσεως ταύτης, νομίζω ὅτι δέον νὰ προπαρασκευασθῇ, καὶ ἵνα προπαρασκευασθῇ, ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συμπληρώσῃ τὰς καταθέσεις τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ἡ Βουλὴ. Καὶ κατετέθη μὲν ἡ ἔκθεσις τοῦ Διαδόχου, ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ βραδύνει ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν στρατευμάτων τῆς Ἠπείρου. Παρατηρεῖται πρὸ ἡμερῶν, ὅτι θορυβωδῶς ἐδημοσιεύθη ἡ ἔκθεσις αὕτη ἐν τῇ ἐφημερίδι «Νεολόγῳ» ἐνταῦθα, ταυτοχρόνως δὲ ἡ «Ἀκρόπολις» ἤρξατο δημοσιεύουσα ἀντέκθεσιν. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ δημοσιογραφία, σφυγμομετροῦσα τὴν κοινὴν γνώμην, εὑρίσκει ταύτην σφόδρα ἐνδιαφερομένην, ἵνα πληροφορηθῇ περὶ τῶν πολεμικῶν γεγονότων τῶν ἀληθῶν, καὶ ἤρξατο τροφοδοτοῦσα τὸ κοινὸν διὰ τῶν ἱστορικῶν ἐκείνων γεγονότων ἀπὸ δύο ἀπόψεις, ἀντιθέτους. Ποῖον εἶναι τὸ ἐμπόδιον, ὅπερ κωλύει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν στρατευμάτων τῆς Ἠπείρου, ἵνα γνωσθῇ ἡ ἐπίσημος ἀλήθεια; Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει τι τὸ κωλῦον τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐκτὸς ἐὰν σκέπτηται ἔτι, ὅτι προσήκει σὺν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ νὰ ὑποβληθῇ καὶ ἡ ἑτέρα ἔκθεσις, ἡ τοῦ συνταγματάρχου τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν καὶ βουλευτοῦ κ. Στράτου. Ἐὰν πρόκειται περὶ ζητημάτων ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας, καὶ δὴ ἐὰν ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀρχηγοῦ ἐν Ἠπείρῳ κ. Μάνου ᾖναι διοικητικὴ, ἡ δὲ ἑτέρα, ἡ τοῦ κ. Στράτου, ἀνακριτική, βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν ἐπιμένει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν λεπτομέρειαν ταύτην καὶ ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν ὑποβολὴν δικαστικῆς ἀνακριτικῆς ἐκθέσεως· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἐπίσημον ἔκθεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ κ. Μάνου, νομίζω ὅτι δικαίωμα ἔχει νὰ ἀξιώσῃ ἡ Βουλή, ὅπως κατατεθῇ αὕτη ἐπὶ τέλους, ἵνα εὑρεθῇ ἑτοίμη, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἄρξηται τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν πολεμικῶν πραγμάτων. Ἐπιθυμῶ ν’ ἀκούσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὑποσχόμενον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει καταθέσει ἐπὶ τέλους τὴν ἔκθεσιν ταύτην τοῦ κ. Μάνου.
§65Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λυποῦμαι, ὅτι δὲν δύναμαι σήμερον νὰ ὑποσχεθῶ τίποτε εἰς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν δύναμαι ἀκόμη νὰ γνωρίζω, ἐὰν ἡ ἔκθεσις ἡ δημοσιευομένη ᾖναι ἐκείνη ἀκριβῶς, τὴν ὁποίαν ἔχει ὑποβάλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ. Δὲν ἐμελέτησα ἀκόμη τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ συνταγματάρχης τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν καὶ βουλευτὴς κ. Στράτος, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐπιτρέπηται νὰ καταθέσω τὰς ἐκθέσεις ταύτας, ἵνα δυνηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ ἄρξηται τῆς συζητήσεως τῶν πολεμικῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Ὅταν μελετήσω ἁπάσας τὰς ἐκθέσεις ταύτας, καὶ δυνηθῶ νὰ ἐξαγάγω πόρισμα, τὸ ὁποῖον νὰ μοὶ ἐπιτρέπῃ νὰ τὰς ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, τότε βεβαίως θέλω τὰς ὑποβάλει.
§66Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζομεν ὅτι εἰς ὅλα σας θὰ ἦσθε ταχὺς καὶ εἰς τὴν μελέτην τῶν ἐκθέσεων, ἵνα ἐγκαίρως κατατεθῶσι.
§67Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προσπαθῶ.
§68ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου αὐτῆς ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Κυπαρισσίας, συνοδευόμενον ὑπὸ ἀναφορᾶς τοῦ οἰκείου δημάρχου, ἔχον δὲ τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον εἶχον καὶ τὰ χθὲς ἀνακοινωθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου καὶ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποστηριχθέντα ψηφίσματα τοῦ λαοῦ Κυπαρισσίας καὶ τοῦ συνδέσμου τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ τεχνιτῶν, τουτέστι παρακαλεῖται ἡ Βουλή, ἀναπτυσσομένων καὶ τῶν λόγων τῶν κοινωνικῶν, ἐμπορικῶν καὶ λοιπῶν, ὅπως ἐμμείνῃ εἰς τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁριζομένην ἕδραν τῆς διοικητικῆς περιφερείας τῆς Τριφυλίας, καὶ μὴ ἀκούσῃ ἀξιώσεις παραλόγους ἄλλων πόλεων παρακειμένων, αἱ ὁποῖαι δὲν συνᾴδουν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου. Τὸ ψήφισμα τοῦτο ἐνετάλην νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§69ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Μοὶ γράφουσιν ἐκ Κορίνθου τι τὸ ἔκτροπον καὶ τὸ ἀπίστευτον· λέγω ἀπίστευτον καὶ ἔκτροπον, διότι ὁ κατηγορούμενος ὑπάλληλος εἶναι ἐκ τῶν χρηστοτέρων καὶ ἐντιμοτέρων. Πρόκειται περὶ τοῦ ἐκεῖ ταμίου. Πολλοὶ τῶν συμπολιτῶν μου ἔχουσι καταδικασθῆ πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς πρόστιμον, καί, ὅπως γνωρίζετε, τὸ πρόστιμον ὑπόκειται εἰς παραγραφήν...
§70ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διετῆ.
§71Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. .. Ἀλλὰ μετὰ τὴν παραγραφήν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μόνον διετής, ἀλλὰ ὀκταετὴς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐξεδόθησαν ἐναντίον αὐτῶν ἐντάλματα, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ περὶ τῆς παραγραφῆς διάταξις τοῦ νόμου κατηργήθη διὰ τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι τὰ πρόστιμα δὲν παρεγράφησαν, ἐξέδωκε τὰ ἐντάλματα ὁ ταμίας. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι τὰ περὶ παραγραφῆς διέπονται ἀπὸ τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Περὶ τούτου ἀνεφέρθησαν οἱ συμπολῖταί μου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφοράν των ταύτην, τὴν ὁποίαν θερμῶς συνιστῶ. Βεβαίως οἱ συμπολῖται μου ἠδύναντο νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, ἀλλὰ διὰ νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, πρέπει νὰ ὁδοιπορήσωσι περὶ τὰς 15 ὥρας...
§72ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι διὰ τὴν ἕδραν αὐτά.
§73ΚΡΟΚΙΔΑΣ. .. νὰ πληρώσωσι δὲ πενταπλάσιον ποσὸν τοῦ προστίμου, εἰς ὃ ἔχουν καταδικασθῆ, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπερβαίνει τὰς 10, 15 καὶ 20 δραχμάς. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς πενομένας οἰκογενείας τοῦ χωρίου Ἁγίων Θεοδώρων. Μεταξὺ τῶν Ἁγίων Θεοδώρων τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας καὶ τῆς Μεγαρίδος ὑπάρχει δάσος καλούμενον Κινέτα· παρὰ τὸ δάσος αὐτὸ ὑπάρχει ἄλλη ἔκτασις δάσους, ἐπίσης ἀνήκοντος εἰς τὴν ἐπαρχίαν Κορινθίας. Τὸ τμῆμα τῶν δασῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, συνεπείᾳ τοῦ νόμου τοῦ 1889 περὶ ἀποτερματίσεως τῶν δασῶν, προέβη εἰς τὴν ἀποτερμάτισιν τοῦ δάσους Κινέτας, συμμορφωθὲν πρὸς ὅλους τοὺς τύπους, τοὺς ὁποίους ἀναγράφει ὁ νόμος τοῦ 1899. Ἀλλὰ κατὰ τὴν σχεδιογράφησιν τοῦ δάσους, ἥτις σχεδιαγράφησις ἐπιβάλλεται ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου περὶ ἀποτερματίσεως, συνέβη τὸ λάθος νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ σχεδιογραφήματι καὶ τὸ μέρος τοῦ δάσους, τὸ ὑπαγόμενον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Κορινθίας καὶ μὴ ἀποτελοῦν μέρος τοῦ δάσους Κινέτας· συμβαίνει δὲ τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ ἡ Κινέτα εἶναι τῆς ἐπαρχίας Μεγαρίδος κατὰ τοὺς νόμους καὶ κατὰ τὰς διατυπώσεις περὶ ἀποτερματίσεως, ἐν τῷ σχεδιογραφήματι, τῷ συνεπείᾳ τοῦ νόμου καταστρωθέντι, περιλαμβάνεται τὸ μέρος τοῦ δάσους, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν Κορινθίαν, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἡ Κινέτα. Τί συμβαίνει ἐκ τούτου; Ἐμποδίζονται εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν δασῶν, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τοὺς συμπολίτας μου κατὰ πλήρη ἰδιοκτησίαν, διότι ἰδιόκτητον φόρον πληρώνουσι πρὸς τὸ Δημόσιον, συλλέγοντες ῥητίνην. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, ἐὰν αὐτοὶ ἔχωσι δικαίωμα ἢ μή· ἔχουσιν ὅμως ἓν δικαίωμα, καὶ ἐφιστῶ ἰδίως ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν: Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι τὸ μέρος τοῦ δάσους, τὸ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Κορινθίας ἀνῆκον, ἀποτελεῖ μέρος τοῦ δάσους τῆς Κινέτας, ὤφειλε τὸ τμῆμα τὸ δασονομικὸν πρὸ τῆς ἀποτερματίσεως νὰ καλέσῃ καὶ τούτους, ὅπως ἐκάλεσε τοὺς Μεγαρεῖς, ἵνα φέρωσι τὰς κατὰ νόμον ἀντιρρήσεις, ὅπως ἡ ἀποτερμάτισις γείνῃ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον· ἐνῷ δὲ ἡ ἀποτερμάτισις δὲν ἐγένετο συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ἐν τούτοις ἐφαρμόζονται τὰ περὶ ἀποτερματίσεως δασῶν καὶ εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἰδιοκτητῶν αὐτῶν, οἵτινες οὐδὲν ἄλλο εἰσόδημα ἔχουσιν, ἐκτὸς τῆς ῥητίνης.
§74Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἐγένετο;
§75ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κατὰ τὸ 1892.
§76Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1892 ἕως τώρα δὲν ἠκούσθη καμμία φωνή;
§77ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἠκούσθησαν πολλαί, ἐγένοντο παράπονα, ἀλλ’ αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, σιωπηρῶς ἀναγνωρίζουσαι τὸ δίκαιον τῶν συμπολιτῶν μου, ἐπέτρεπον εἰς αὐτοὺς τὴν καλλιέργειαν τοῦ μέρους τοῦ δάσους, τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν Κορινθίαν, ἐπιφυλασσόμεναι εἴτε νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ὁλικὴν ἀποτερμάτισιν τῆς Κινέτας καὶ τοῦ ἄλλου μέρους, εἴτε νὰ ἐξαιρέσωσι τοῦτο τῆς ἀποτερματίσεως.
§78ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς φορολογούμενοι δὲν φορολογοῦνται;
§79ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὄχι· πληρώνουσι φόρον ἰδιόκτητον· τοῦτο δὲ δύναται νὰ πληροφορηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας...
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποίας πράξεις ἐννοεῖτε καλλιέργειαν...
§81ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πρῶτον ὑπάρχουσιν ἀγροὶ ἐντὸς τοῦ δάσους· δευτέρα καλλιέργεια εἶναι ἡ συλλογὴ ῥητίνης, καὶ τοῦτο πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων.
§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι διαβὰς τελευταῖον διὰ τῶν δασῶν αὐτῶν τῆς Κινέτας καὶ τῶν Ἁγίων Θεοδώρων τὰ εὗρον ἐν καταστροφῇ κατὰ τὴν συλλογὴν τῆς ῥητίνης, ἥτις γίνεται κατὰ παράβασιν ὅλων τῶν κανόνων.
§83ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀληθοῦς Κινέτας, ὄχι περὶ τῶν πεύκων, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ ἐγὼ καὶ τὰ ὁποῖα σποραδικῶς κεῖνται εἰς ἀγρούς...Ὅπως δήποτε ἡ δασονομικὴ ἀρχὴ ἐμποδίζει τοὺς ἰδιοκτήτας ἐκείνους ἀπὸ τῆς καλλιεργείας τοῦ δάσους τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, καὶ εἶναι παράνομον, διότι ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ ἀποτερματίσεως τῶν δασῶν. Ἢ λοιπὸν πρέπει νὰ κληθῶσι καὶ αὐτοὶ νὰ φέρωσι τὰ παράπονά των, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ἢ πρέπει ν’ ἀφεθῶσιν ἐλεύθεροι. Ὅτι δὲ ἀληθῆ λέγω, προκύπτει, ἐξ αὐτῆς τῆς πράξεως τῆς ἀποτερματίσεως, ἡ ὁποία φαίνεται ἐκλαβοῦσα τὸ δάσος τῆς Κινέτας ὡς ἀνῆκον ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Μεγαρίδα, καὶ ἑπομένως αἱ ἀντιρρήσεις ἐγένοντο παρὰ μόνον τῶν Μεγαρέων, οἵτινες πρὸς τοῦτο ἐκλήθησαν. Θέλετε παρατηρήσει, ὅτι εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς ἀποταμιεύσεως τὸ τμῆμα τὸ δασονομικὸν ἐκλαμβάνει, ὅτι τὸ δάσος ἐκεῖνο τῆς Κινέτας ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Μεγαρίδα καὶ λέγει αὐτολεξεί: «τοῦ δάσους Κινέτας τῆς ἐπαρχίας Μεγαρίδος». Ἢ λοιπὸν ἡ ἀποτερμάτισις ἀφορᾷ μόνον εἰς τὸ δάσος τὸ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεγαρίδος ὑφιστάμενον, καὶ τότε κακῶς ἐμποδίζονται οἱ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κορινθίας καλλιεργοῦντες, ἢ οἱ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κορινθίας δὲν ἐκλήθησαν κατὰ τὴν ἀποτερμάτισιν, καὶ ἑπομένως παρανόμως ἐμποδίζονται. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ σχεδιογράφημα καὶ διατάξῃ καταμέτρησιν, θέλει ἴδει, ὅτι ἓν μέρος, τὸ ὁποῖον φαίνεται ἀποτελοῦν μέρος τοῦ δάσους τῆς Κινέτας, εἶναι τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας, ἥτις δὲν ἐκλήθη ν’ ἀπολογηθῇ εἰς τὰς ἀξιώσεις τοῦ Δημοσίου, καὶ περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Ἐπειδὴ δὲ ἡ συλλογὴ τῆς ῥητίνης ἐπείγει, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὅπως δήποτε σύντονα μέτρα, διότι πρόκειται περὶ 60 οἰκογενειῶν, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν ἄλλο, βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ἔχουσιν εἰσόδημα.
§84Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πῶς ὀνομάζεται τὸ χωρίον, τὸ ὁποῖον κατοικοῦσι;
§85ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἅγιοι Θεόδωροι.
§86Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μ’ ἐκπλήττει ἡ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κορινθίας, ἀνδρὸς νομικοῦ, ὑποβαλλομένη ἀναφορὰ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ λύσεως ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα πλέον τῶν δικαστηρίων...
§87ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὄχι! διόλου!
§88Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀποτερμάτισις, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὸ 1892 περὶ τοῦ δάσους «Κινέτας», ἐγένετο κατόπιν προσκλήσεως πάντων τῶν ἐνδιαφερομένων, ἵνα ὑποβάλωσιν ἐν ταῖς νομίμοις προθεσμίαις, αἵτινες ἦσαν τεταγμέναι, τὰς ἐνστάσεις των· προσῆλθον, ἐγένοντο αἱ ἐνστάσεις, καὶ μετὰ μεγάλην διαδικασίαν ἐγένετο ἡ ἀποτερμάτισις αὕτη. Ἐὰν τώρα ἡ ἀποτερμάτισις, ἥτις ἐγένετο μετὰ μακρὰν μελέτην καὶ διαδικασίαν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ τμήματος τῶν δασῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν συμφέρῃ εἴς τινας, τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ λύσωσι τὰ δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα μόνον δέον νὰ προσφύγωσιν οἱ τυχὸν δικαιοῦχοι, οἱ δῆθεν ἀδικηθέντες. Καὶ ἡ ὁμολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κορινθίας, ὅτι τὸ δάσος τῆς Κινέτας ἀνήκει εἰς τὴν Μεγαρίδα καὶ συνέχεται μετὰ ἑτέρου δάσους, ἀνήκοντος δῆθεν εἰς τὴν Κορινθίαν, ἀναιρεῖ τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει περὶ τῶν δασῶν, ὅτι τὸ συνεχόμενον δάσος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαιρεθῇ. Δικαιώματα δὲ ἀσκούμενα ἐξ ἰδιοκτησίας ὑπὸ δικαιούχων ἐκ Κορινθίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκλεισθῶσιν ἐκ τῆς ἀποτερματίσεως ταύτης, ἐὰν ὄντως πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ὑπάρχωσι τοιαῦτα. Λοιπόν, ἐὰν τοιαῦτα ὑπάρχωσι, τὴν λύσιν δὲν θὰ ζητήσωσιν οἱ δικαιοῦχοι ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τὴν λύσιν θὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὰ δικαστήρια. Αὐτὴ εἶναι ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ δώσῃ πᾶς τις γνωρίζων τὰ πράγματα, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καλῶς γνωρίζει καὶ τὰ πράγματα καὶ τοὺς νόμους, ὥστε νὰ μὴ θίξῃ ζήτημα ἐξελθὸν πλέον τῆς διοικητικῆς αὑτοῦ ἁρμοδιότητος.
§89ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὁ ἐκ Μεγαρίδος ἀξιότιμος συνάδελφος ἀγνοεῖ βεβαίως τὸν νόμον. Ἡ δασονομικὴ ἀρχὴ συλλαμβάνει τοὺς καλλιεργοῦντας τὸ δάσος, τὸ κείμενον εἰς τὴν Κορινθίαν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι εἶναι Κινέτα, κατὰ τὸ σχεδιογράφημα, τὸ ὁποῖον ἔχει. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἀφοῦ ταξιδεύσουν μέχρις Ἀθηνῶν, ἀφοῦ κρατηθῶσι δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, ἀπολύονται βεβαίως, τῇ παρεμβάσει τῶν δυναμένων νὰ προστατεύσωσι τὰ δίκαιά των, ἀλλ’ ἐν τούτοις ὑφίστανται αὐτὰς τὰς κακουχίας τῆς μεταφορᾶς καὶ τῆς κατακρατήσεώς των ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ, καὶ τοιοῦτόν τι συνέβη προχθές· εἶχον συλληφθῆ 15, ὅτι ἐκαλλιέργουν ἐν τῷ δάσει τῷ ἀπηγορευμένῳ, τοῦτο δὲ εἶναι τὸ τῆς Κορινθίας, ἐν τούτοις συνελήφθησαν, ἐτέθησαν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐκλήθησαν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου· καὶ ἠθῳώθησαν μέν, ἀλλ’ ὅμως ἔλειψαν ἀπὸ τὰς οἰκίας των 8 ἡμέρας, καθ’ ἃς κατεξωδεύθησαν καὶ ἐκακουχήθησαν. Καὶ μᾶς λέγουν σήμερον νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ δικαστήρια, διὰ νὰ εὕρωμεν τὸ δίκαιόν μας! Δὲν εἶναι πρακτικὸν τοῦτο. Ἀναφέρομαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι διότι φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ εὕρουν δίκαιον ἐν τῷ δικαστηρίῳ, καὶ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θέλῃ νὰ παραγγείλῃ εἰς τὰς ἐκεῖ δασονομικὰς ἀρχάς, δυνάμεθα νὰ δικαζώμεθα μετ’ αὐτῶν ὅσον ἂν θέλῃ, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἔχει τὰ μέσα προχειρότατα καὶ ἔχει συνοπτικὴν διαδικασίαν, ἐνῷ ὁ χωρικὸς δὲν ἔχει οὔτε τὸ χρῆμα, ἵνα πληρώσῃ τὸ ταξίδιον αὑτοῦ καὶ τῶν συνοδευόντων αὐτὸν στρατιωτῶν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ λυθῇ διὰ τῆς διοικητικῆς ὁδοῦ συμφώνως πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν πολιτῶν, νομίζω δέ, ὅτι δὲν εἶναι διόλου πρακτικὸν νὰ καταφεύγωμεν εἰς τὰ δικαστήρια, διὰ νὰ λύωμεν δικαστικῶς τὰς διαφοράς μας, ἐνῷ δυνάμεθα νὰ τὰς λύωμεν ὄχι δικαστικῶς. Ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω διόλου περὶ τοῦ δικαίου τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι ἀπάντησις εἰς τὸ ζήτημα ἡ σύστασις πρὸς καταφυγὴν εἰς τὰ δικαστήρια.
§90Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας ὡμολόγησεν ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι φύσεως ἐντελῶς δικαστικῆς, ἀλλὰ προκρίνει ἀντὶ τῆς βραδυτέρας λύσεως τῶν δικαστηρίων τὴν ταχυτέραν, ὡς εἴθισται μέχρι τοῦδε, νὰ φέρωμεν πάντα τὰ ζητήματα εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὁμολογία καὶ ἄλλη ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι 15 ἄνθρωποι Κορίνθιοι συνελήφθησαν καὶ ἤχθησαν ἐνταῦθα. Ἐὰν ἐν τῷ Κορινθιακῷ ἐδάφει συνελαμβάνοντο, θὰ ὡδηγοῦντο εἰς τὴν Κόρινθον, ὑπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ποινικῶν δικαστηρίων τῆς Κορινθίας...
§91ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δι’ αὐτὸ ἀπελύθησαν, καὶ πρόκειται...
§92Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ δάσους τῆς Κινέτας, τὸ ὁποῖον ὑπάγεται εἰς τὰ ὅρια τῆς Μεγαρίδος καὶ οὗτινος ἡ ἀποτερμάτισις ἐγένετο καλῶς καὶ νομίμως.
§93ΚΡΟΚΙΔΑΣ.....
§94ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ πλέον· ἐξηντλήθη τὸ θέμα.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§96Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω αὐτῇ πρότασιν νόμου, τὴν ὁποίαν σύμπασα ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως ἐδέχθη, καὶ μετετράπη ἡ πρότασις ἐκείνη εἰς νόμον τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ κατέστρεψε μία ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἐνῷ τὰ κατώτερα δικαστήρια ἅμα τῇ ψηφίσει αὐτοῦ τοῦ νόμου τὸν ἐφήρμοζον καὶ πολλοὶ τῶν δικαστῶν μὲ συνεχάρησαν, διότι εἶχον τὴν πρωτοβουλίαν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρότασιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἤδη ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἐφαρμόζει τὸν νόμον αὐτὸν, καὶ οὕτως ὁ σκοπὸς αὐτοῦ κατεστράφη. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων τῆς κυριότητος καὶ κατοχῆς τῶν μεγάλων ζώων. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867 ἡ κυριότης καὶ κατοχὴ τῶν μεγάλων ζώων δὲν ἀποδεικνύεται ἄλλως παρὰ διὰ δηλωτικοῦ μετὰ διατυπώσεις τινὰς καὶ διὰ σφραγίσεως· ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος εἰς οὐδένα δῆμον τοῦ Κράτους ἐφηρμόσθη· οἱ δανεισταὶ λοιπὸν ἀφερεγγύων τινῶν, οὐδεμίαν ἐχόντων περιουσίαν, κατέσχον ζῷα, εἰς ἄλλους καὶ ὄχι εἰς τοὺς ὀφειλέτας των ἀνήκοντα. Οἱ κύριοι τῶν κατασχεθέντων ζώων προσέτρεξαν εἰς τὰ δικαστήρια, ἅτινα διέτασσον τὰς νομίμους ἀποδείξεις ἐπὶ προσαγωγῇ τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων τοῦ τε δηλωτικοῦ καὶ τῆς ἐμπροθέσμου σφραγίσεως, ἀλλ’ οὔτε δηλωτικὰ ὑπάρχουσιν, οὔτε σφραγῖδες ἐν τοῖς διαφόροις δήμοις, καὶ κατὰ συνέπειαν οἱ πραγματικοὶ κύριοι τῶν ζώων ἐστεροῦντο αὐτῶν, ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν δανειστῶν τῶν ἀφερεγγύων ὀφειλετῶν, δι’ ἔλλειψιν ἀποδεικτικῶν μέσων. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν δὲ περίοδον τῆς Βουλῆς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ προτείνω τὴν ἑξῆς πρότασιν, ἡ ὁποία καὶ μετετράπη εἰς νόμον (ἀναγινώσκει): «Τὰ πρὸς ἀπόδειξιν τῆς κυριότητος καὶ κατοχῆς μεγάλων ζώων μέσα, τὰ ὁριζόμενα διὰ τῶν ἄρθρων 1 καὶ 4 τοῦ ΣΛʹ νόμου, δὲν ἀποκλείουσι τὰ πρὸς τοῦτο ἀποδεικτικὰ μέσα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, εἰσὶν ὅμως ἐπικρατέστερα.» Ἡ πρότασις αὕτη τῷ ὄντι ἐγένετο νόμος, ἀλλ’ ὁ Ἄρειος Πάγος διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 252 τοῦ 1896 ἀποφάσεώς του εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἔχει κανένα λόγον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων.
§97ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν ἔχει ὀπισθενεργὸν δύναμιν.
§98ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ὀρθότητα τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ὅμως ἐκθέσει, τῇ συνοδευούσῃ τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ νόμου καὶ ὑποβληθείσῃ ὑπ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Βοζίκη, ἐν τελευταίᾳ παραγράφῳ, λέγομεν (ἀναγινώσκει): «Ἡ πρότασις αὕτη, ἐὰν ἀξιωθῇ τῆς τιμῆς νὰ γείνῃ νόμος, θέλει ἐφαρμόζεσθαι καὶ ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων δικῶν, ὡς δικονομικὸς νόμος.» Καὶ αὕτη ἦτο ἡ ἔννοια τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἡ ἔννοια αὕτη δὲν ἀπετυπώθη ἀκριβῶς εἰς τὴν πρότασιν τοῦ νόμου. Ἡμεῖς τότε, οἱ προτείναντες τὴν πρότασιν ταύτην, ἐνομίζομεν, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ δικονομικοὶ νόμοι θεωροῦνται ὡς νόμοι δημοσίας τάξεως, ἤθελεν ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος οὗτος ὑπὸ τῶν δικαστηρίων καὶ ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν ἐνώπιον αὐτῶν ὑποθέσεων.
§99ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Πλὴν τῶν περὶ ἀποδείξεων νόμων.
§100ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε δίκαιον. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐμελέτησα καὶ ἐγὼ τὸ ζήτημα ἐπιμελέστερον καὶ εἶδον, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἔχει δίκαιον, διότι κατὰ τὸν νόμον τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα κανονίζονται κατὰ τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα, ὅτε διατάσσεται ἡ προσαγωγὴ αὐτῶν. Λοιπὸν τὰ δικαστήρια διέταξαν τὴν προσαγωγὴν τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων, τῶν ὁριζομένων ὑπὸ τῶν νόμων· ἀλλὰ τὰ ἀποδεικτικὰ ταῦτα μέσα εἶναι ἀδύνατον νὰ προσαχθῶσιν, ὡς ἀνύπαρκτα. Ἤδη λοιπόν, πρὸς διόρθωσιν τοῦ κακοῦ αὐτοῦ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ὁ νόμος ͵ΒΥΖʹ τῆς 9 Ἀπριλίου 1896 περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΣΛʹ τῆς 27 Ἀπριλίου 1867 νόμου περὶ ζωοκλοπῆς ἰσχύει καὶ ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν ἐν οἱῳδήποτε δικαστηρίῳ τοῦ Κράτους δικῶν.» Μοὶ φαίνεται ὅτι ὄχι μόνον ὠφέλιμος εἶναι ἡ μετατροπὴ τῆς προτάσεως ταύτης εἰς νόμον, ἀλλὰ καὶ λίαν ἐπείγουσα, διότι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ὑπάρχει ἤδη πληθὺς ὑποθέσεων πολὺ δικαίων, καὶ οἱ δικασταί, μολονότι ἀναγνωρίζουσι τὸ δίκαιον εἰς τοὺς προσφεύγοντας εἰς αὐτὰ, ἐν τούτοις μένουσι μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, καὶ δὲν δύνανται ν’ ἀπονείμωσι τὸ δίκαιον, δι’ ἀδυναμίαν πρὸς εὕρεσιν τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων. Κυρίως δὲ πάσχουσι πτωχοί τινες ἰδιοκτῆται ζώων, οἱ ὁποῖοι ἐδάνεισαν αὐτὰ εἰς ἄλλους, ὀφειλέτας, οἱ δανεισταὶ τῶν ὁποίων κατέσχον αὐτὰ, οἱ δὲ κύριοι δὲν δύνανται νὰ διεκδικήσωσι τὰ ζῷά των κατ’ οὐδένα τρόπον, διότι δὲν δύνανται ν’ ἀποδείξωσι τὴν ἐπὶ τῶν ζώων κυριότητά των. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ ἐπεῖγον τῆς προτάσεως ταύτης, τῆς ὁποίας τὴν ὀρθότητα δὲν θ’ ἀμφισβητήσῃ κανείς, καὶ ὑποθέτω δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις, ἵνα ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ψηφισθῇ ὡς οἷόν τε τάχιον.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 223). Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 224). Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Χαρίλαος Σπηλιώτης κατέθηκε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς ἐπὶ τοῦ οἴνου φορολογίας διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 225).
§102Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχω νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως πληροφορίας τινάς. Παρακαλῶ δὲ αὐτὸν νὰ καταθέσῃ αὐτὰς ὅσον οἷόν τε τάχιον, ἵνα τὰς ἔχωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητῶ, εἶναι αἱ ἑξῆς: 1) Πόσοι πρωτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι ὑπηρετοῦσι μὲ μισθὸν πρωτοβαθμίου, πόσοι μὲ μισθὸν κατώτερον καὶ πόσοι ἐκ τούτων ἐν κώμαις. 2) Νὰ κατατεθῶσι πίνακες τῆς δαπάνης, ἣν κατέβαλε τὸ Δημόσιον ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τὸ 1897 καὶ 1898. 3) Πόσα πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα λειτουργοῦσι. 4) Πόσοι πρωτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι, δευτεροβάθμιοι καὶ τριτοβάθμιοι ἔλαβον δευτέραν πενταετίαν. 5) Πόσαι μεταβολαὶ διδασκαλικαὶ ἐγένοντο καθ’ ἕκαστον ἔτος κατὰ τὰ τρία πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1895 ἔτη, καὶ πόσαι μετὰ τὸν νόμον. 6) Πόσοι δημοδιδάσκαλοι ὑπάρχουσι, καὶ πόσοι θὰ χρειασθῶσι πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ προτεινομένου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. 7) Πόσον θ’ αὐξήσῃ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου, ἂν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ. Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τοῦ σημείου, εἰς ὃ εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ὑπὸ τουρκικοῦ πολεμικοῦ πλοίου βυθισθέντος ἑλληνικοῦ ἱστιοφόρου τοῦ πλοιάρχου Μιχαὴλ Βλαχοπούλου ἐκ Παξῶν.
§103Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Μίαν σύστασιν, κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ἀπόντα μὲν ταύτῃ τῇ στιγμῇ, ἀλλὰ δυνάμενον ἐκ τῶν πρακτικῶν νὰ λάβῃ γνῶσιν. Εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἐν αἷς ὑπάρχουσι λῃσταὶ ἢ λῃστοφυγόδικοι, ἢ ἄλλως ἔχει διασαλευθῇ ἡ δημοσία τάξις, ἡ τοποθέτησις μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων βεβαίως ἔχει λόγον τινά. Ἀλλ’ εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἐν αἷς ἡ δημοσία τάξις εὑρίσκεται εἰς εὐάρεστον σημεῖον, διότι δὲν ὑπάρχουσιν οὔτε λῃσταὶ οὔτε λῃστοφυγόδικοι, οὐδὲ ὑπόνοιαι περὶ ὑπάρξεως τοιούτων, φρονῶ ὅτι ἡ ἐγκατάστασις μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων οὐδένα λόγον ἔχει· οὐδὲ ὑπάρχει λόγος, ἵνα εὑρισκώμεθα πρὸ τοῦ ἐλεεινοῦ θεάματος εὐζώνων καὶ σπαθοφόρων, περιφερομένων ἄνευ τινὸς ἀποστολῆς. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα μελετήσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ἄλλως καὶ σύστασιν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν Αἰτωλοακαρνανίας, ἤτοι τοῦ νομάρχου καὶ μοιράρχου, οἱ ὁποῖοι συνιστῶσιν, ὅτι τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλοακαρνανίας, ἀλλ’ ἰδίως εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τριχωνίας, οὐδένα λόγον ἔχουσι, καὶ διατάξῃ, ὅπως παύσῃ ἡ περιφορὰ αὐτῶν. Ἐγὼ αὐτὸς κατὰ τὴν ἑβδομάδα τῆς Διακαινησίμου εὑρέθην εἰς ἓν χωρίον τοῦ δήμου Θέρμου πρὸ κουστωδίας εὐζώνων, τοὺς ὁποίους ἠρώτησα τίνα ἀποστολὴν ἔχουσι, καὶ μοὶ ἀπήντησαν: «μᾶς ἔστειλεν ὁ ἀξιωματικός, ἵνα περάσωμεν τὰς ἡμέρας αὐτὰς ἐδῶ, καὶ σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ εἰπῆτε εἰς τὸν δήμαρχον νὰ μᾶς δώσῃ καταλύματα»· ὅπερ καὶ ἔπραξα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ νὰ παύσῃ ἡ περιφορὰ αὐτὴ τῶν ἀποσπασμάτων, διότι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τριχωνίας οὐδεὶς ὑπάρχει φυγόδικος, ἵνα μὴ ἐπέρχηται ἄλλως καὶ σύγχυσις ἐξουσιῶν μετὰ τῆς ἀστυνομίας, διότι οἱ ἀποσπασματάρχαι προβαίνουσι καὶ εἰς ἔκδοσιν ἀποφάσεων πολλάκις, ἀντιποιούμενοι καὶ δικαστικὰ καθήκοντα, ἐπὶ βλάβῃ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τῶν πολιτῶν. Ἄλλως δὲ δύναται νὰ ἐνισχυθῇ ἡ ἀστυνομία, — ἣν ἡ Πολιτεία ἔταξε πρὸς τοῦτο, — ἐὰν ἡ δύναμις αὐτῆς θεωρηθῇ ἀνεπαρκής.
§104ΑΧΙΛ. ΧΟΪΔΑΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα πρὸ καιροῦ, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ τὰς καταθέσῃ, διότι προσεχῶς θὰ ὑποβληθῇ καὶ συζητηθῇ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) Περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Βενετίᾳ τῇ 19 Μαρτίου 1897 συνομολογηθείσης διεθνοῦς συμβάσεως πρὸς πρόληψιν τῆς εἰσβολῆς καὶ διαδόσεως τῆς πανώλους. 2) Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς Νέας Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοίας συνομολογηθείσης τῇ 28 Δεκεμβρίου 1898 συμβάσεως. 3) Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῶν ἀδελφῶν Ἀλ. Γ. Μιχαλινοῦ καὶ Ζωρζῆ Δ. Μιχαλινοῦ, ἰδιοκτητῶν ἀτμοπλοίων, συνομολογηθείσης συμβάσεως. 4) Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῶν ἀδελφῶν Π. καὶ Ε. Μαρκίδου, ἰδιοκτητῶν τοῦ ἀτμοπλοίου «Φοίνικος», συνομολογηθείσης συμβάσεως).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Γενικοῦ διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ πληρεξουσίου τῆς ἐν Σμύρνῃ ἀτμοπλοίας «Π. Πανταλέων» συνομολογηθείσης τῇ 4 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. συμβάσεως.
§107Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, καθὼς καὶ τὰ τρία ἕτερα πρὸ αὐτοῦ ψηφισθέντα ὁμοίας φύσεως, διὰ τῶν ὁποίων ἐπικυροῦνται συμβάσεις, συντελεσθεῖσαι μεταξὺ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων, ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τῶν ἀντιπροσώπων διαφόρων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, ἢ ἰδιωτῶν, ἰδιοκτητῶν ἀτμοπλοίων, τὸ νομοσχέδιον, λέγω, τοῦτο δύναται νὰ παράσχῃ εἰς τὸν παρακολουθοῦντα τὰ καθ’ ἡμᾶς πράγματα ἀφορμὴν εἰς πολλὰς σκέψεις, σχετικῶς πρὸς τὴν ἡμετέραν ναυτιλίαν. Δηλῶ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν προτίθεμαι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ μέγα, τὸ λίαν σπουδαῖον, τὸ ζωτικώτατον διὰ τὸ ἔθνος ζήτημα τοῦτο. Θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς μικράς τινας παρατηρήσεις, σχετιζομένας πρὸς τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καὶ θὰ ζητήσω πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐλπίζω ὅτι θὰ εὐαρεστηθῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ προσαγάγωσι κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τούτων· δὲν εἶναι δὲ δύσκολος ἡ προσαγωγὴ τῶν αἰτουμένων πληροφοριῶν, διότι ζητῶ εὐκολώτατα πράγματα. Ἡ παροχὴ τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφουσιν αἱ διάφοροι συμβάσεις τοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων μετὰ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, ἐνθυμίζει πάντοτε, ὅτι πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεων καὶ περὶ παροχῆς ὠφελημάτων καὶ ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου πρὸς τὰς ἑταιρείας καὶ ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν ἀτμοπλοίων πρὸς τὸ Δημόσιον τῆς Ἑλλάδος καὶ πρὸς τὴν κοινωνίαν. Πρέπει δέ, κατ’ ἐμέ, νὰ μὴ παρέχηται μετὰ τοιαύτης εὐκολίας ἡ ἔγκρισις αὕτη, μεθ’ οἵας συνηθίζομεν νὰ παρέχωμεν αὐτήν, ἀλλὰ πάντοτε νὰ διακρίνηται ἡ χρησιμότης καὶ ἡ σκοπιμότης τῶν παρεχομένων προνομίων, σχετικῶς πρὸς τὴν βελτίωσιν τῆς ἀτμήρους ναυτιλίας, διότι μόνον πρὸς ἀτμόπλοια, φυσικῷ τῷ λόγῳ, παρέχονται αἱ εὐκολίαι αὗται. Εἰ καὶ θὰ ἠδύνατό τις δὲ καὶ περὶ τῆς ἱστιοφόρου ναυτιλίας, συνδέων τὸ ζήτημα τοῦτο πρὸς ἐκείνην, νὰ εἴπῃ ἐνταῦθα πολλά, ἐγὼ ὅμως τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ χωρίζω διὰ τὴν σήμερον. Μετὰ μεγάλης εὐκολίας παρέχονται αἱ προνομίαι αὗται, οὐδέποτε δὲ ἐν τῇ Βουλῇ, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι ἐπὶ πεντεκαίδεκα συνόδους, καθ’ ἃς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐνταῦθα διαρκῶς, οὐδέποτε ἐγένετο συζήτησίς τις ἐπὶ νομοσχεδίων τοιούτων, οἷα τὰ σήμερον συζητούμενα. Τὸ Κράτος, παρέχον τὰς προνομίας τὰς πολλὰς καὶ τὰς μεγάλας εὐκολίας, αἵτινες ἀναγράφονται εἰς τὰ 8 ἢ 10 ἄρθρα τῶν συμβάσεων τούτων, ζητεῖ παρὰ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν ἀνταλλάγματα, καὶ λαμβάνει πράγματι τοιαῦτα, πρὸς διευκόλυνσιν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, πρὸς διευκόλυνσιν ἐνίοτε ἐθνικῶν ἀναγκῶν, πρὸς διευκόλυνσιν δὲ καὶ προσώπων ἐν μέρει, τὸ ὁποῖον δὲν προτίθεμαι νὰ ψέξω. Ἀλλὰ τὰς εὐκολίας ταύτας, τὰς ἀτελείας καὶ ὠφελείας ταύτας ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπολαμβάνει εἰς ἴσον βαθμὸν παρ’ ὅλων τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν· δηλαδὴ ὑπάρχουσιν ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι, οἵα ἡ «Νέα Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα», ἡ συνήθως «παλαιὰ», ἢ καὶ ἀντιθέτως «νέα» καλουμένη ἑταιρεία τῆς Σύρου, ἡ ὁποία ἐκτελεῖ τοὺς ποικιλωτάτους πλοῦς ἐν τῷ Κράτει, παρέχουσα καθ’ ὅλους τοὺς πλοῦς αὐτῶν καὶ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσιν αἱ μετ’ αὐτῶν συμβάσεις, δηλαδὴ τὴν μεταφορὰν δημοσίων εἰδῶν, τὴν μεταφορὰν τῶν ταχυδρομείων, πρὸ πάντων τὴν διαπεραίωσιν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου, ταχυδρομικῶν ἢ τηλεγραφικῶν, ὅλως ἀτελῶς, πάντων δὲ τῶν λοιπῶν δημοσίων ὑπαλλήλων μετὰ ἐκπτώσεως σημαντικῆς τοῦ ναύλου των, τὴν ὁποίαν ὠφελεῖται τὸ Δημόσιον. Ἡ ἑταιρεία αὕτη, καθὼς καὶ αἱ ἄλλαι, αἱ ἔχουσαι πολλὰ ἀτμόπλοια, ὡς ἡ τοῦ μακαρίτου Δ. Γουδῆ, ἡ «Πανελλήνιος», ἡ τοῦ «Τζὼν Μὰκ–Δούαλ καὶ Βάρβουρ», καὶ αἱ ξέναι, ὡς ἡ τοῦ Fraissinet, ἡ τῶν Messageries Maritimes, ἡ Ἰταλικὴ, παρέχουσι πράγματι εἰς τὸ Δημόσιον ἐπαρκῆ τὰ ἀνταλλάγματα τῶν ἀτελειῶν, ὅσας παρέχει τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ὅταν τὰ αὐτὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα παρέχονται εἰς τὰς μεγάλας ταύτας ἑταιρίας, αἵτινες ἱδρύθησαν καὶ διατηροῦνται διὰ πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων φράγκων, αἵτινες συντηροῦνται ἐν τῇ καθημερινῇ κινήσει αὐτῶν δι’ ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, παρέχωνται καὶ εἰς ἀτμόπλοια, οἷον τὸ περὶ οὗ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 4 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει σύμβασις ἀτμόπλοιον «Φοῖνιξ» (δὲν ἔχω δὲ λόγον τινὰ ἰδιαίτερον, οὐδὲ καμμίαν εἰδικὴν περίστασιν, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ ὁμιλῶ περὶ αὐτοῦ, ὅπερ ἀναφέρω ὡς παράδειγμα μόνον), ἐλπίζω ὅτι θὰ θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀκούσῃ τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας, αἵτινες πιθανὸν νὰ χρησιμεύσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι εἰς ἀλλοῖόν τινα κανονισμὸν τῶν τοιούτων ἐνεργειῶν. Τὸ ἀτμόπλοιον «Φοῖνιξ» ὑπόσχεται, ὅτι θὰ τηρῇ «τακτικὴν συγκοινωνίαν ἅπαξ τοῦ μηνός». Βεβαίως οὔτε ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία, οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις δι’ ἄλλας τινὰς ἀνάγκας θὰ ὑπολογίσῃ ποτὲ, πότε συμπίπτει κἂν ὁ πλοῦς τοῦ ἀτμοπλοίου τούτου...
§108ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ποίαν γραμμὴν ἐκτελεῖ;
§109ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐκ τίνος ἀφετηρίας καὶ πρὸς τίνα κατεύθυνσιν πλέει· ἀλλ’ ἐκτελεῖ πλόας μεταξὺ τῶν λιμένων Σύρου, Κωνσταντινουπόλεως, τῶν λιμένων τοῦ Εὐβοϊκοῦ κόλπου, τοῦ Πειραιῶς, τῶν λιμένων τοῦ Κορινθιακοῦ κόλπου καὶ τοῦ Ἀμβρακικοῦ, τῆς Ἑπτανήσου, τῶν Πατρῶν, τὸν περίπλουν τῆς Πελοποννήσου!
§110ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἔχει ὡρισμένην γραμμήν.
§111ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φαντασθῆτε λοιπὸν ἓν μικρὸν ἀτμόπλοιον, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει νὰ τηρῇ τακτικὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ ὅλων τῶν λιμένων τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἁπαξαπάντων τῶν λιμένων Πελοποννήσου, Στερεᾶς, Κυκλάδων, καὶ δὲν ἠξεύρω μέχρι τίνος ἀποστάσεως πέραν τῶν δυτικῶν παραλίων τῆς Ἑλλάδος, φαντασθῆτε, λέγω, ποίας ἀρά γε δύναται νὰ παρέχῃ τὸ ἀτμόπλοιον τοῦτο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὑπηρεσίας ἀξίας σημειώσεως, ἢ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ὥστε νὰ τυγχάνῃ τῶν αὐτῶν ἀνταλλαγμάτων, τῶν ὁποίων τυγχάνουσι τὰ ἀτμόπλοια τῶν μεγάλων ἑταιρειῶν, τὰς ὁποίας ἤδη ἀπηρίθμησα. Ἀλλαχοῦ, ὅπου ἐπικρατεῖ τὸ αὐτὸ σύστημα τῆς ἀπονομῆς τῶν ἀτελειῶν, ὅσας καὶ ἡμεῖς παρέχομεν διὰ τῶν συμβάσεων τούτων, ἀπαιτεῖται ὡς κατώτερος ὅρος ἀριθμοῦ μὲν ἀτμοπλοίων τρία, προσεγγίσεων δὲ εἴτε εἰς ἕνα λιμένα τοῦ Κράτους, εἴτε εἰς περισσοτέρους, τοὐλάχιστον μιᾶς καθ’ ἑβδομάδα. Ἐν Τουρκίᾳ, φέρ’ εἰπεῖν, ὅπου ἡ εἴσπραξις τῶν φαρικῶν δικαιωμάτων ἔχει ἐκχωρηθῆ εἰς ἑταιρείαν, ἀναλαβοῦσαν αὐτὴν ἐργολαβικῶς, κρατεῖ τοῦτο· ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ ἡ ἑταιρεία τρία τοὐλάχιστον ἀτμόπλοια, νὰ ἐκτελῇ δὲ πλόας πυκνοὺς, δύο τοὐλάχιστον καθ’ ἑβδομάδα· ἀλλὰ καὶ τότε δὲν χορηγεῖται ἀμέσως ἡ ἀτέλεια, ἀλλὰ δοκιμάζεται ἐπὶ ἓξ μῆνας ἡ ἑταιρεία, ἐὰν ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀντίσχῃ, ἐὰν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἀναλαμβανομένας ὑπ’ αὐτῆς ὑποχρεώσεις, καὶ ἐὰν μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ἓξ μηνῶν ἐπιζήσῃ, τότε παρέχεται εἰς αὐτὴν τὸ προνόμιον τῶν ἀτελειῶν, περὶ τῶν ὁποίων φροντίζουσιν αἱ συμβάσεις αὗται, συγχρόνως δ’ ἐπιστρέφονται καὶ τὰ ἐπὶ ἓξ μῆνας εἰσπραχθέντα φαρικὰ καὶ ἄλλα δικαιώματα, διότι θεωρεῖται ἡ σύμβασις ὡς ἐξ ἀρχῆς συντελεσθεῖσα. Παρ’ ἡμῖν οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια. Ἀμέσως εἰς τὸν ἔχοντα ἓν ἀτμόπλοιον καὶ ἐκτελοῦντα ἔστω καὶ μηνιαίους πλόας καθ’ ἅπασαν αὐτὴν τὴν ἀπέραντον ἔκτασιν, χορηγοῦνται ὅλαι αἱ εὐκολίαι καὶ αἱ ἀτέλειαι. Ἔχομεν μέχρι τοῦδε ἀπείρους τοιαύτας συμβάσεις, τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἦναι δύσκολον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ νὰ προσαχθῇ ὁ κατάλογος εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν δύναμαι ἀκριβῶς νὰ ὁρίσω ἀπὸ τίνος χρόνου ν’ ἄρχηται ὁ κατάλογος οὗτος· διὰ τοῦτο ζητῶ τοιοῦτον πασῶν τῶν ὑπαρχουσῶν. Συγχρόνως δὲ παρακαλῶ νὰ προσαχθῇ (ὅπερ δὲν εἶναι ἐπίσης δύσκολον) ἡ ἀναγραφὴ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας εἶχον ἀναλάβει αἱ διάφοροι ἑταιρεῖαι πρὸς ἐκτέλεσιν πλόων, νὰ σημειωθῇ δὲ, ἐὰν ἐξετέλεσαν καὶ ἐκτελῶσι τὰς ἀναληφθείσας ὑποχρεώσεις. Σημειώσατε δὲ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡμεῖς, οἵτινες μετὰ τόσης εὐκολίας παρέχομεν τὰς προνομίας ταύτας, οὐδαμοῦ, εἰς καμμίαν χώραν τῆς Εὐρώπης εὕρομεν ὁμοίαν χάριν. Δὲν ἔχομεν συχνὰς προσεγγίσεις εἰς τοὺς εὐρωπαϊκοὺς λιμένας τῶν ἡμετέρων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, ἀλλ’ ἔσχομεν ἄλλοτε προσεγγίσεις εἰς Μασσαλίαν, ἔχομεν καὶ τώρα εἰς Βρενδήσιον καὶ εἰς Τεργέστην, ἀλλ’ οὐδεμία ξένη Κυβέρνησις, εἴτε ἡ Γαλλικὴ, εἴτε ἡ Ἰταλικὴ, εἴτε ἡ Αὐστριακὴ, ἔδωκε προνόμιόν τι εἰς τὰ ἡμέτερα ἀτμόπλοια, διότι αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναί εἰσι ζηλότυποι τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν προνομιῶν, τὰς ὁποίας δύνανται νὰ παράσχωσι, καὶ τὰς ὁποίας εἰς τοὺς ξένους μετὰ μεγάλης δυσκολίας παρέχουσι.
§112Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις ὑμῶν δὲν εἶναι ὀρθὴ, διότι τὰς ἀτελείας καὶ τὰς παραχωρήσεις κάμνομεν εἰς τὰς ξένας ἑταιρείας διὰ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας αὗται παρέχουσιν εἰς ἡμᾶς. Αἱ ξέναι Κυβερνήσεις δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῶν πλοίων τῶν ἰδικῶν μας. Ὅταν ἡμεῖς παραχωρῶμεν εἰς ξένας ἑταιρείας δικαιώματα, τὰ παραχωροῦμεν, ὅπως λάβωμεν ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον αἱ ξέναι Κυβερνήσεις δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ λάβωσι παρὰ τῶν Ἑλληνικῶν ἑταιρειῶν.
§113Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον σκοπὸν νὰ εἴπω τοῦτο, διὰ νὰ ἦμαι εἰλικρινὴς, ἀλλὰ μὲ προελάβετε· ὁπωσδήποτε ὅμως ἡ μὴ παροχὴ τῶν τοιούτων εὐκολιῶν πρέπει νὰ λογισθῇ ἄλλως. Δὲν ἀναφέρω τοῦτο οὔτε διὰ νὰ παραπονεθῶ, οὔτε διὰ νὰ μεμφθῶ, ἀλλὰ διὰ νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ ἤμεθα φειδωλότεροι εἰς τὴν παροχὴν τῶν προνομιῶν τούτων εἰς δύο ἀτμόπλοια, τὰ ὁποῖα σπανιώτατα προσεγγίζουσιν εἰς τοὺς ἡμετέρους λιμένας· διότι τῶν μεγάλων ἑταιρειῶν τὰ ἀτμόπλοια, τὰ πυκνότερον προσεγγίζοντα εἰς τοὺς ἡμετέρους λιμένας, παρέσχον πραγματικὰς ὑπηρεσίας εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ ἀτμόπλοιον Ἀγγλικῆς ἑταιρείας, τὸ ὁποῖον προσεγγίζει ἅπαξ τοῦ ἔτους, δὲν παρέχει οὔτε ταχυδρομικὴν, οὔτε ἄλλην ὑπηρεσίαν. Εἰς αὐτὰ τὰ ἀτμόπλοια δὲν πρέπει νὰ παρέχωμεν μετὰ τόσης εὐκολίας τὰς ἀτελείας, περὶ ὧν πρόκειται. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν νὰ ὁρισθῇ μία βάσις ἀριθμοῦ πλόων, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον πυκνῶν καθ’ ἑβδομάδα, ἢ κατὰ μῆνα, καὶ ὄχι εἰς τὰ ἀτμόπλοια, τὰ ὁποῖα ἅπαξ τοῦ μηνὸς ἢ καθ’ ἑξάμηνον προσεγγίζουν εἰς τοὺς ἡμετέρους λιμένας.
§114ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ Γερμανικὰ τὸ ἴδιον.
§115ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ Γερμανικὰ ἔχουν πολλὰς προσεγγίσεις· ἔχουν τέσσαρας τὴν ἑβδομάδα, τοὐλάχιστον τὰ τῆς «Deutsche Levante Linie.» Τόσα εἶχον νὰ εἴπω, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοῦτο. Παρακαλῶ δὲ τελικῶς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν εἰδικὴν ὑπηρεσίαν νὰ θέσῃ ἓν ὅριον εἰς τὰς ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρείας, εἰς τὰς ὁποίας θέλει νὰ παρέχῃ τὰς προνομίας, πρὸ πάντων τοῦ νόμου ΒΡΚʹ τοῦ 1892, τοῦ πραγματευομένου «περὶ φαρικῶν καὶ ἄλλων δικαιωμάτων.» Ἐπιλαμβάνομαι τῆς εὐκαιρίας, προκειμένου περὶ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν τούτων συμβάσεων, νὰ κάμω τὴν ἑξῆς σπουδαιοτάτην παρατήρησιν. Ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, συνάπτει τὰς συμβάσεις ταύτας, ἡμεῖς δὲ κυροῦμεν αὐτὰς, βεβαίως πρὸς ὑποστήριξιν τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας, αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ αὗται ἑταιρεῖαι καὶ οἱ ἰδιοκτῆται ἀτμοπλοίων ποιοῦνται μεγίστην κατάχρησιν τῶν εὐκολιῶν τούτων καὶ τῆς μεγάλης ἐλευθερίας περὶ τὴν κυκλοφορίαν καὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν, τὴν ὁποίαν παρέχομεν διὰ τῶν τοιούτων ἀτελειῶν, δηλ. κατέστησαν τὸν συναγωνισμὸν πρὸς ἀλλήλας ὡς πρὸς τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦ ναύλου εὐτελῆ μέχρι βαθμοῦ ἀξιοθρηνήτου! Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν διατελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ, ὑποθέτω, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀτμόπλοια, τὰ ὁποῖα μεταφέρουσιν ἐπιβάτας ἐκ Πόρου εἰς Ἀθήνας ἀντὶ 60 λεπτῶν. Συνέβη εἰς ἐμὲ αὐτὸν νὰ ἴδω ἀτμόπλοια, μεταφέροντα ἐπιβάτας ἐκ Μεθάνων εἰς Πειραιᾶ ἀντὶ 10 λεπτῶν. Συνέβη ἀπὸ Κερκύρας νὰ ταξιδεύσῃ ἐπιβάτης εἰς Πειραιᾶ ἀντὶ 50 λεπτῶν.
§116ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀδύνατον!
§117ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐβεβαίωσαν τοῦτο... Πέρυσιν εὑρισκόμην εἰς Ναύπλιον, καὶ συνέβη νὰ ἀκούσω κήρυκα, διαλαλοῦντα ὑπὸ τὰ παράθυρα τοῦ ξενοδοχείου μου τὸν ἐπικείμενον ἀπόπλουν ἀτμοπλοίου διὰ τὸ Ἄστρος, καὶ παρακαλοῦντα τοὺς θέλοντας, νὰ ταξιδεύσωσιν ἐκεῖσε δωρεάν «καὶ μὲ ἕνα ποτῆρι κονιάκ»! Καὶ τοῦτο διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁ εἷς τὸν ἄλλον, ἐνῷ ἡμεῖς νομοθετοῦμεν διὰ νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτοὺς συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξιν. Δὲν συλλογίζονται δὲ, ὅτι, καταρρίπτοντες ἀλλήλους, καταρρίπτουσι τὸ μέγιστον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, τὴν ναυτικὴν ἡμῶν δύναμιν. Νομίζουν, ὅτι ἡ ναυτικὴ δύναμις, ἡ ὁποία κατὰ σύμπτωσιν εὑρίσκεται σήμερον εἰς χεῖρας τοῦ Α ἢ τοῦ Β, εἶναι ἀτομικὴ περιουσία αὐτῶν, καὶ δὲν συλλογίζονται ὅτι, καταστρέφοντες τὰ ἀτμόπλοια αὑτῶν καὶ καταρρίπτοντες τὰ συμφέροντα τῆς ναυτιλίας, καταρρίπτουσι τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους.
§118Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι γεγονός, τὸ ὁποῖον πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι αἱ ἑταιρεῖαι, αἱ καλῶς διευθυνόμεναι καὶ διοικούμεναι, ἔχουσι κέρδη μεγάλα καὶ δύνανται ν’ αὐξήσουν διὰ τῶν κερδῶν τούτων τὸν ἀριθμὸν τῶν πλοίων των. Παράδειγμα φέρω τὰς ἑταιρείας Μάκ–Δουάλ καὶ Γουδῆ. Ἑπομένως αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλετε εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τὸ ὑπερβολικώτερον, δὲν ἀποδεικνύουν, ὅτι ὁ συναγωνισμὸς ἔβλαψε τὰς ἑταιρείας τὰς καλῶς διευθυνομένας.
§119ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τοῦδε ἔβαινεν οὕτω τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ κατὰ τὸν τελευταῖον καιρὸν ὁ συναγωνισμὸς κατέστη λίαν ἐπικίνδυνος καὶ πλεῖσται ἐξ αὐτῶν τῶν ἑταιρειῶν δὲν δύνανται πλέον νὰ ἀντίσχωσιν εἰς τὴν κατάπτωσιν· ἐὰν δὲ μέχρι τοῦδε, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε, καλῶς βαίνωσι, θὰ ἔβαινον βεβαίως πολὺ κάλλιον, ἐὰν οἱ ναῦλοι αὐτῶν δὲν ἦσαν οὐχὶ βεβαίως οἱ αὐστηροὶ, τοὺς ὁποίους ἐγνωρίσαμεν κατὰ τοὺς παλαιοτέρους χρόνους, ἀλλὰ μέτριοι, δυνάμενοι καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν νὰ ἐπιτρέπωσιν εὐκόλως νὰ ταξιδεύῃ καὶ εἰς αὐτοὺς νὰ κερδίζωσι πλείονα. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλω νὰ στραφῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ Δημοσίου, τοῦ ὁποίου ἐλαττοῦνται αἱ εἰσπράξεις ἐπαισθητῶς· διότι, ὡς γνωρίζετε, δὲν εἰσπράττει τὸ Δημόσιον φόρον κατὰ εἰσιτήριον, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν εἰσπράξεων ἑκάστης ἑταιρείας 5%. Ἐὰν λοιπὸν αἱ εἰσπράξεις τῶν ἑταιρειῶν ἦναι ἀνώτεραι, βεβαίως καὶ τὰ εἰσοδήματα τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν εἶναι μικρὰ, ὅταν πρόκειται περὶ 5%, θὰ ἦναι πολὺ ηὐξημένα. Καὶ τοῦτο εἶναι εἷς λόγος, τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ παρίδῃ ἡ Κυβέρνησις, λαμβάνουσα αὐτὸν ὑπ’ ὄψιν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ναυτιλίας μετ’ ἄλλων πολλῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο, ἀσκοῦσα τὴν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἐπὶ τῶν ἑταιρειῶν, νὰ καλέσῃ τὰς ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρείας (πρᾶγμα, ὅπερ ἐπεχειρήθη πολλάκις ἰδιωτικῶς, ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη νὰ ἀχθῇ εἰς πέρας), νὰ καλέσῃ τὰς ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρείας καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας ἀτμοπλοίων καὶ νὰ πείσῃ αὐτοὺς νὰ παραδεχθῶσι κοινὸν τιμολόγιον μέτριον, ὑποστηρίζον τὰ συμφέροντα τῶν ἑταιρειῶν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας, μὴ ἐπιβαρῦνον δὲ καὶ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν δι’ ὑπερόγκων ναύλων. Νομίζω ὅτι τοιοῦτον μέτρον δὲν εἶναι ἐκτὸς τῆς σφαίρας τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας· ἐὰν δὲ ἐλαμβάνετο γενικωτέρα τις πρόνοια περὶ τῆς ναυτιλίας, δὲν ἠξεύρω, ἐὰν δὲν ἔπρεπε καὶ νομοθετικῶς τοῦτο νὰ κανονισθῇ, ὥστε νὰ ἐκλίπῃ αὐτὸ τὸ οἰκτρὸν θέαμα, οὗτινος παριστάμεθα καθ’ ἡμέραν θεαταὶ, νὰ συγκρατηθῇ δὲ ἡ Ἑλληνικὴ ναυτιλία, μέχρις οὗ ληφθῶσι γενικώτεραι ἀποφάσεις καὶ γενικώτερα μέτρα πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἀτμήρους ναυτιλίας, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὑποβοήθησιν καὶ αὐτῆς τῆς ἱστιοφόρου, ἥτις δύναται ἀκόμη τελεσφόρως νὰ ἀντιπαλαίῃ ἐν ταῖς ἡμετέραις θαλάσσαις, διότι ἔγκειται ἐν τῇ φύσει τοῦ Ἕλληνος νὰ ἦναι ναύτης ἱκανός. Ἀλλ’ ἐπειδὴ, καταλήγων, ἔθιξα καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο περὶ τῶν μελλόντων ληφθῆναι μέτρων ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἢ μᾶλλον ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν ἀξιότιμοι συνάδελφοι ὑπέβαλον αὐτῷ, παρακαλέσαντες νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ὑποστήριξιν τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας, ὅσα προέτεινεν ἐπιτροπὴ ἑπταμελὴς, ὀνομασθεῖσα ὑπὸ τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, νομίζω τοῦ κ. Μιαούλη. Ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι ἤδη ἑτοίμη, διότι εἶχε συντελεσθῆ καὶ ὑπουργοῦντος ἀκόμη τοῦ κ. Μιαούλη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, εἶχεν ὑποβληθῆ δ’ εἰς αὐτόν. Ὡς μελέτη δύναται νὰ χρησιμεύσῃ σπουδαιότατα ἡ ἔκθεσις αὕτη, διότι εἰς αὐτὴν ἐξετέθησαν αἱ γνῶμαι καὶ τοῦ εἰδικοῦ περὶ τὰ τοιαῦτα κ. Χρυσανθοπούλου, τοῦ Διευθυντοῦ τῆς «Νέας Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας», καὶ ἑνὸς τῶν ἱκανωτάτων καὶ μᾶλλον πεφωτισμένων ἀξιωματικῶν τοῦ ἡμετέρου πολεμικοῦ ναυτικοῦ, τοῦ κ. Κοσμᾶ Ζώτου, καὶ ἄλλων ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους δὲν δύναμαι νὰ ὀνομάσω προχείρως. Ἡ ἔκθεσις αὕτη δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πολὺ εἰς διαφώτισιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ὁπωσδήποτε, καταλήγων ὁριστικῶς ἐκεῖ, ὅθεν ἤρχισα, συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τάξῃ ὅρον καὶ κανόνα ἐν τῷ μέλλοντι, κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ ἀπονέμωνται αἱ ἀτέλειαι εἰς τὰ ἀτμόπλοια καὶ νὰ μὴ γίνηται τόσον ἀφειδὴς χρῆσις αὐτῶν, ἄνευ ἀνταλλαγμάτων ἐπαρκῶν καὶ πραγματικῶν, ἀλλὰ τὸ κυριώτερον ἄνευ τινὸς ὠφελείας αὐτῆς τῆς ναυτιλίας, ὑπὲρ ἧς τόσα μέτρα λαμβάνομεν.
§120ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ὅριον, περὶ οὗ ἐκφράζει εὐχὴν ὁ κ. συνάδελφος, νομίζω ὅτι εἶναι τεθειμένον καὶ κατὰ κανόνα ἐτήρησαν αἱ Κυβερνήσεις διὰ τῶν συμβάσεων. Βεβαίως τὰ ζητήματα τὰ σπουδαῖα, ἅτινα ἔθιξε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτής, ἐξητάσθησαν ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων καὶ ἀπέληξαν εἰς ὡρισμένον τύπον ἐν ταῖς ἑκάστοτε συνομολογουμέναις συμβάσεσι. Δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. συναδέλφου εἰς ὅσα εἶπε περὶ περιορισμοῦ τοῦ συναγωνισμοῦ, καὶ συμμερίζομαι πληρέστατα τὴν ἀπάντησιν, ἣν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχων καὶ ἐγὼ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι, ἀφ’ ἧς κατηργήθη τὸ προνόμιον καὶ ἀφέθη ἐλευθερία εἰς τὰς ἑταιρείας καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ἀτμοπλοίων νὰ κινῶνται ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς θαλάσσαις καὶ πέραν αὐτῶν, αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι οὐδὲν ἀπώλεσαν. Ἐκεῖνο, ἐφ’ οὗ ἰδίως ἠθέλησα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ἐνταῦθα, εἶναι ἀκριβῶς ἡ διαφορά, ἣν παρετήρησα μεταξὺ μιᾶς συμβάσεως, τῆς τελευταίας, καὶ τῶν τριῶν πρώτων, διαφορά, ἧς τὴν ὕπαρξιν ἀποδίδω εἰς ἔλλειψιν προσοχῆς, εἰς παράλειψιν περὶ τὴν σύνταξιν. Τὸ ὅριον, ὑπὲρ οὗ ἠμύνθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὑπάρχει εἰς ὅλας τὰς συμφωνίας κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον συνομολογημένον. Αἱ συμφωνίαι συνομολογοῦνται δι’ ἓν ἔτος καὶ ἀνανεοῦνται ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, λήγουσι δὲ μετὰ τὴν καταγγελίαν ὑφ’ ἑνὸς τῶν μερῶν. Ἀλλὰ κατὰ πρόνοιαν, ἔχουσαν γένεσιν παλαιοτέραν, ἐν τῷ προτελευταίῳ ἄρθρῳ τῶν τοιούτων συμβάσεων ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διάταξις: «Ἡ παροῦσα σύμβασις κλπ. θέλει ἰσχύει ἐπὶ ἓν ἔτος, τούτου δὲ παρελθόντος, θέλει ἐξακολουθήσει ἰσχύουσα ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, μέχρις οὗ τὸ ἓν τῶν συμβαλλομένων μερῶν ἀναγγείλῃ εἰς τὸ ἕτερον ἓξ μῆνας πρότερον τὴν πρόθεσιν αὑτοῦ τοῦ νὰ παύσῃ ἡ ἰσχὺς τῆς συμβάσεως· ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον καταγγελθῆ αἱ μετὰ τῶν λοιπῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν συμβάσεις, θεωρεῖται αὐτοδικαίως παύσασα ἡ ἰσχὺς τῆς παρούσης συμβάσεως ἓξ μῆνας μετὰ τὴν καταγγελίαν καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ ἔτους.» Ἐνταῦθα παρατηρεῖτε, ὅτι ὑπάρχει τελευταία περίοδος, ἥτις λόγον ἔχει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, ὁσάκις ἐψηφίσθησαν τὰ τελευταῖα ἔτη τοιαῦται συμβάσεις, εἶχον κατὰ νοῦν, ὅτι ἔπρεπε πᾶσαι αὗται αἱ συμβάσεις νὰ λήγωσιν, εἰ δυνατόν, κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον, ὥστε, ἐάν ποτε τὸ Κράτος ἤθελε νὰ κανονίσῃ ἄλλως τὰ περὶ τούτου, νὰ μὴ ὑπάρχῃ σύμβασις, ἧς ἡ μὴ λῆξις νὰ φέρῃ κώλυμα. Καὶ ἰδοὺ πάλιν πῶς ἔχει ἡ περίοδος αὕτη (ἀναγινώσκει ἐκ νέου τὴν τελευταίαν περίοδον). Ἀκριβῶς τὴν τελευταίαν ταύτην περίοδον παραλείπει τὸ ἄρθρον 10 τῆς συμβάσεως τῆς ἤδη συζητουμένης, τῆς μετὰ τῆς ἑταιρείας Πανταλέοντος, διότι λέγει μόνον ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἡ παροῦσα σύμβασις κλπ. κλπ. θέλει ἰσχύει ἐπὶ ἓν ἔτος, καὶ τούτου παρελθόντος, θέλει ἐξακολουθήσει ἰσχύουσα ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, μέχρις οὗ τὸ ἓν τῶν συμβαλλομένων μερῶν ἀναγγείλῃ πρὸς τὸ ἕτερον ἓξ μῆνας πρότερον τὴν πρόθεσιν αὐτοῦ τοῦ νὰ παύσῃ ἡ ἰσχὺς τῆς παρούσης συμβάσεως.» Προκειμένου δὲ περὶ τοιαύτης παραλείψεως, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ ἑταιρεία αὕτη εἶναι ἀλλοδαπή, καὶ περὶ ἀλλοδαπῆς προκειμένου, δὲν πρέπει νὰ παρασχεθῇ εἰς αὐτὴν προνόμιον, μὴ παρεχόμενον εἰς τὰς ἄλλας.
§121Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε Βουλευτὰ, εἶναι ἑταιρεία Ἑλληνικὴ, ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν, μὴ θελήσασα μάλιστα μήτε κατὰ τὸν πόλεμον ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν σημαίαν της, ἀλλὰ διατηρήσασα τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιδεικτικῶς, καὶ σταματήσασα καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοὺς πλόας της, καὶ μεγάλως ζημιωθεῖσα, ἀκριβῶς ἵνα μὴ ὑποστείλῃ τὴν κυανόλευκον.
§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐγνώριζον ταῦτα· εἶδον ὅτι ἔχει ἕδραν ἐν Σμύρνῃ.
§123Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ διόρθωσις, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔχει τὴν σημασίαν της· δύναται δὲ ἄριστα νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τῷ κυροῦντι τὴν σύμβασιν, ἡ παραλειφθεῖσα περίοδος. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι καὶ τὸ ἕτερον τῶν συμβαλλομένων μερῶν θὰ τὸ ἀποδεχθῇ, βλέπον ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ὑπάρχει γενικῶς εἰς ὅλας τὰς συμβάσεις.
§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω κανονικώτερον νὰ ἐπέλθῃ προηγουμένως συνεννόησις περὶ τούτου μεταξὺ τῶν συμβαλλομένων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν διὰ τοῦ ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 χορηγηθεισῶν πιστώσεων διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Μαΐου καὶ Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1899.
§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον, ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ καινοτομίας τινὸς, ἥτις ἀνεγράφη ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ αὐτοῦ. Ἡ καινοτομία εἶναι ὄντως ὀρθὴ, διότι ἐξεταζομένη συνταγματικῶς ἐλαττώνει τὴν συνταγματικὴν ἀνωμαλίαν, τὴν ὁποίαν αἱ χορηγίαι δωδεκατημορίων περιέχουσιν, ἀναφερομένη εἰς πιστώσεις ἐψηφισμένας ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ τηρῆται ἀπόλυτος ἡ τακτικὴ αὕτη, καὶ ἰδίως ὁσάκις ὑπάρχωσι περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας προτιμότερον εἶναι νὰ στερηθῇ τις τῆς μειώσεως τῆς ἀνωμαλίας, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν κύρωσιν πιστώσεων ὑπερτέρων τῆς ἀνάγκης, ἤτοι τὴν ἄδειαν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν νὰ δαπανήσῃ ἐπί τινων ἀναγκῶν χρήματα περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἡ ἀνάγκη ἐνδεικνύει. Τοιαύτη περίστασις μοὶ φαίνεται, ὅτι πρόκειται νῦν, διότι κατὰ τὸ ἔτος 1898 ὑπεβλήθημεν εἰς ἀνωμαλίας μείζονας ἐκείνων, τὰς ὁποίας δεχόμεθα κατὰ τὸ ἔτος 1899· τότε ὑπῆρχον κινήσεις στρατιωτικῶν σωμάτων περισσότεραι, ὑπῆρχον δὲ καὶ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι εὐτυχῶς ἐξέλιπον, διότι ὁσημέραι ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν κανονικὴν τροχιὰν τῆς διοικήσεως. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φροντίσῃ, ὅπως κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου μὴ ἀπομακρυνθῇ καὶ ἀπὸ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899.
§127Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅτε ἐποιησάμην μνείαν τοῦ συστήματος, περὶ οὗ πρόκειται, δὲν κατέκρινα καὶ τὸ ἕτερον σύστημα, διότι τῷ ὄντι ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὑποβάλλουσαι ἕνα προϋπολογισμὸν, προτιμῶσι νὰ διαχειρίζωνται τὰς πιστώσεις, τὰς στηριζομένας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἐθεώρησα τοῦτο ἀναγκαῖον, ἀνηνέχθην δὲ ἁπλῶς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, καὶ οὐχὶ εἰς τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις τοῦ 1898, ὡς εἶναι δὲ γνωστὸν, αἱ πιστώσεις αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1898 δὲν ἀνέρχονται εἰμὴ εἰς 88,000,000. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν εἶναι ἀνώτεραι τῶν τοῦ 1899. Εὐχαρίστως ὅμως ἀποδέχομαι τὰς συστάσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–3, ὡς ἔχουσι).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§129Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ πέμπτῳ στίχῳ, κατὰ τυπογραφικὸν λάθος, σημειοῦται τὸ ἔτος 1899, ἀντὶ 1898. Παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς διωρθώθη).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§132Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀντὶ «ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεώς του» νὰ τεθῇ «ἀπὸ τῆς εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καταχωρίσεώς του». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1899» καὶ «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ»).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἁλικῶν Ζακύνθου εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους.
§134Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶχον ζητήσει πληροφορίας τινὰς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§135Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καίτοι δὲν ἐννοῶ ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν καὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, οὐδένα ἔχω λόγον νὰ μὴ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παξῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἠθέλησε νὰ ἐπιδείξῃ τὸ πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Κερκύρας ἐνδιαφέρον του.
§136Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω.
§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐνδιαφέρηταί τις ὅσον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν περὶ τῆς Κερκύρας, πρέπει νὰ ἔχῃ τὰς διὰ τὸ μέλλον βλέψεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην. Ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν καὶ καταθέσω ἔγγραφα περὶ δημοπρασίας, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ 1893. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα. Ἐξ αὐτῶν συνάγεται, ὅτι κατὰ τὸ 1893 πράγματι ἐγένετο δημοπρασία πρὸς καλλιέργειαν καὶ πώλησιν τοῦ ἅλατος τῶν ἁλικῶν τῆς Κερκύρας· ἡ δημοπρασία αὕτη ἔδωκε καλὰ ἀποτελέσματα διὰ τὴν πόλιν Κερκύρας, διότι ἡ προσφορὰ, ἡ ὁποία ἐδόθη ὑπὸ τοῦ πλειοδοτήσαντος, ἦτο ἀνωτέρα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον συνήθως ἡ διαχειριστικὴ ἐπιτροπὴ εἰσπράττει ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ ἅλατος, ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἡ τότε ἐσκέφθη, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκριθῇ ἡ δημοπρασία αὕτη. Ἂς μὴ λησμονήσῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἰσχύει τὸ σύστημα τοῦ μονοπωλίου, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν συμφερόντων ἐν γένει τοῦ Κράτους καὶ οὐχὶ μόνον μιᾶς ἐπαρχίας, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραβλέψῃ τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας Κερκύρας, μεριμνῶσα ὑπὲρ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους· διότι ἐνόμισεν, ὅτι, διδομένου τοῦ δικαιώματος τῆς καλλιεργείας καὶ διαχειρίσεως τῶν ἁλικῶν Κερκύρας εἰς ἐργολάβον, ὁ ἐργολάβος οὗτος δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποστείλῃ ἅλας εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ὑπεβάλλετο τὸ Κράτος εἰς δαπάνας, ὅπως ἐμποδίσῃ τὴν λαθραίαν ἐξαγωγὴν ἐκ Κερκύρας ἅλατος πρὸς βλάβην τοῦ μονοπωλίου. Ἡ Κυβέρνησις καὶ τότε, καίτοι φιλικῶς πρὸς τὴν Κέρκυραν διακειμένη, ἠναγκάσθη νὰ παραβλέψῃ τὸ συμφέρον τῆς Κερκύρας χάριν τοῦ γενικοῦ συμφέροντος. Καταθέτω τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς θὰ πεισθῇ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν παρ’ ἐμοῦ λεχθέντων.
§138Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀληθῆ εἶναι καὶ ὀρθά. Δὲν ἐζήτησα δὲ τὰς πληροφορίας ταύτας ἁπλῶς διὰ νὰ ἐπιδείξω ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς Κερκύρας, μολονότι δὲν γνωρίζω, διατὶ τοῦτο ξενίζει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι μεγαλείτερον βεβαίως ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος καὶ ὠφέλιμος δύναται νὰ φανῇ πρὸς αὐτήν. Ἐπειδὴ ὅμως ἐφαίνετο ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδοιν τοῦτο, ὅτι εὑρίσκετο εἰς τὸ στάδιον τῶν μελετῶν πρὸς σύνταξιν νομοσχεδίου καὶ διὰ τὰς ἁλικὰς Κερκύρας, τὸν παρεκάλεσα νὰ προσαγάγῃ τὰς πληροφορίας αὐτὰς, διότι εἶχον σκέψεις καὶ θέματα ἐπὶ τῶν μελετῶν αὐτοῦ, ἅτινα ἦσαν δυνατὸν νὰ χρησιμεύσωσιν αὐτῷ εἰς τὰς μελέτας του.
§139ΚΑΛΟΣΓΟΥΡΟΣ. Τί θέλετε νὰ εἴπητε;
§140Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς· ὅτι κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, διότι ἔχω ἐνταῦθα ἀνάλυσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, κατ’ αὐτὸν, ἐκ τῶν ἁλάτων τῆς Λευκίμμης ἡ πρόσοδος εἶχεν ὑπολογισθῆ εἰς δραχ. 99,360, τὸ ἐκ τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου περίσσευμα μετὰ τὴν προαφαίρεσιν ἐλαχίστων τινῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν δαπανῶν τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν, τὸ εἰς τοὺς δήμους Κερκύρας διανεμητέον ποσὸν ὑπολογίζεται εἰς δρ. 36,295, ἤτοι ἐκαθαρίσθη ὑπὸ τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα ἐκ τῶν 99,360 δρ. ποσὸν 36,295 δραχ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ὑπάρχει μία μεγάλη διαφορὰ 63 χιλιάδων δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι δαπανῶνται διὰ τὴν καλλιέργειαν καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἁλικῶν τῆς Κερκύρας. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, διότι, ὅταν τὰ ποσὰ ταῦτα συγκρίνῃ τις, εὑρίσκει τὴν διαφοράν. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δέον ν’ ἀφαιρέσωμεν...
§141Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπολογίζετε τὰς ὑποχρεώσεις τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς.
§142Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἔχει νομίμους ὑποχρεώσεις ἡ διαχειριστικὴ ἐπιτροπὴ, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 15 χιλιάδας δραχμάς. Ἀφαιρουμένου τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, μένει πλέον τοῦ ἡμίσεος, πλέον τῶν 44,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπορροφοῦνται ἐκ τῆς καλλιεργείας καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἡ τότε γενομένη προσφορὰ, κατὰ τὴν 22 Σεπτεμβρίου, ὅτε ἐγένετο ἡ δημοπρασία, ἀνῆλθεν εἰς 110,000 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦσαν καθαρὰ πρόσοδος τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἑπομένως τὰ εἰσοδήματα αὐτὰ θὰ ἀνήρχοντο εἰς ἀσυγκρίτως μεγαλείτερον ποσὸν ἐκείνου, ὅπερ κατ’ ἔτος εἰσπράττεται. Γνωρίζει δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος κατάγεται ἐκ Κερκύρας καὶ ἐχρημάτισε καὶ δήμαρχος Κερκυραίων, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων τῶν δήμων δὲν εἶναι ἀνθηρά. Ἰδοὺ διὰ τίνα λόγον ἐζήτησα τὰς πληροφορίας αὐτάς. Δὲν εἶχον δὲ καμμίαν ἰδέαν πρὸς ἐπίκρισιν ἢ πρὸς ἔλεγχον σήμερον. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μεριμνᾷ, καὶ ὀρθῶς, ὅπως ὑπαγάγῃ εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους τὰς ἁλικὰς Κερκύρας, ὅπως διὰ τοῦ τρόπου τούτου τουλάχιστον περιορίσῃ τὴν ὑπέρογκον δαπάνην τῆς καλλιεργείας καὶ ἐκμεταλλεύσεως αὐτῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα. Ὥστε βλέπει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε νὰ ταραχθῇ, οὐδὲ νὰ μὲ κακίσῃ δι’ ὅσα ἐζήτησα, — διότι τοιοῦτόν τι ὑπεφαίνετο ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἠγόρευσεν ἐπὶ θέματος τοσοῦτον ἁπλοῦ.
§143Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς Παξῶν, θελήσας νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, δὲν ἔλαβε καὶ τὸν κόπον νὰ τὸ μελετήσῃ. Εὑρίσκω, ὅτι τὰ ζητήματα τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐπαρχίαν του μελετᾷ μετὰ περισσοτέρας προσοχῆς, νομίζω ὅμως, ὅτι, προκειμένου ν’ ἀσχοληθῇ περὶ ζητήματος ἀφορῶντος εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν, ἔπρεπε νὰ τὸ μελετήσῃ καὶ νὰ ἦναι ἀκριβέστερος ὡς πρὸς τοὺς ἀριθμούς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέφερεν, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ ἅλατος προελθόν, ἀνῆλθεν εἰς 99,000 δραχμὰς, καὶ ὅτι ἐκ τούτων 33,000 μόνον ἐπρόκειτο νὰ διανεμηθῶσι μεταξὺ τῶν δήμων, καὶ ὅτι ἑπομένως 66 χιλιάδες ἀπερροφήθησαν ἀπὸ τὴν καλλιέργειαν. Ἀλλὰ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς του, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 66,000 δρ. πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς πλήρωσιν τῶν νομίμων ὑποχρεώσεων, αἱ ὁποῖαι βαρύνουσι τὴν διαχειριστικὴν ἐπιτροπὴν καὶ αἱ ὁποῖαι πληρώνονται ἐκ τῆς προσόδου τοῦ ἅλατος. Αἱ δαπάναι τῆς καλλιεργείας τοῦ ἅλατος ἐν Κερκύρᾳ εἶναι πολὺ ὀλίγαι, ἀλλ’ ἡ διαχειριστικὴ ἐπιτροπὴ ἔχει νομίμους ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ πληρωθῶσι διὰ τοῦ ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ ἅλατος προκύπτοντος ποσοῦ. Ἔπρεπεν, ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε ν’ ἀσχοληθῇ περὶ τοῦ δαπανωμένου ποσοῦ πρὸς καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς ἀναγραφόμενον ποσὸν διὰ τὴν καλλιέργειαν τούτων, καὶ τοῦτο ν’ ἀναφέρῃ. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅταν πρόκειται περὶ ἀριθμῶν, νὰ εὐαρεστῆται νὰ ἦναι ἀκριβής· ἀνακρίβεια περὶ τοὺς ἀριθμοὺς δὲν ἐπιτρέπεται, ὅταν μάλιστα οὗτοι ἀναγράφωνται ἐν προϋπολογισμοῖς τακτικῶς δημοσιευομένοις.
§144Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχω ἀνάλυσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§145Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ ἀναβάλητε τὴν συζήτησιν, μέχρις οὗ μελετήσητε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἠθέλετε οὕτως ἀποφύγει ἀνακρίβειαν, ἥτις προκαλεῖ τὸν γέλωτα τῶν ἀκροατῶν. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς θέλῃ νὰ προκαλῇ τὸν γέλωτα, ὅταν ὁμιλῇ περὶ ἀριθμῶν, ἄλλο ζήτημα. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἠδύνατο, μὴ ἔχων πρὸ ἑαυτοῦ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ θέλων νὰ μὴ συζητηθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς ἁλικὰς τῆς Ζακύνθου, διότι ἐσκέπτετο ἐξ ἀφορμῆς αὐτοῦ νὰ συζητήσῃ περὶ τῶν ἁλικῶν Κερκύρας καὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν, φρονῶ, λέγω, ὅτι ὤφειλε νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως καὶ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἔτους 1893, καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναφέρῃ τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερε καὶ διὰ τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων.
§146Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἀνέμενον τὰ συγχαρητήρια τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἐνδιαφέρομαι ποσῶς περὶ αὐτῶν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει, εἶναι, ἂν τὰ πράγματα ἦναι ἀληθῆ ἢ ὄχι, ἂν οἱ ἀριθμοὶ, οὓς ἀνέφερα, ἦναι ἢ μὴ ἀκριβεῖς. Ἐγὼ ἐζήτησα πληροφορίας, ὅπως ἔχω ταύτας κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, ἀλλ’ οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς, οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλον τοιαύτας. Ἤδη ἔρχεται εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ θέμα, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρουσιάζει ἔγγραφά τινα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχον ὑπ’ ὄψιν, καὶ τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀπολύτου ἀκριβείας, εἶναι ἡ δημοσιευθεῖσα ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῶν Συζητήσεων» ἀνάλυσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς Κερκύρας. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἀνάλυσις αὕτη: «Κατὰ τὸν τελευταῖον προϋπολογισμὸν τῆς ἐγχωρίου διαχειρίσεως τῆς νήσου Κερκύρας τοῦ ἔτους 1893, ἡ ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν ἁλάτων Λευκίμμης πρόσοδος εἶχεν ὑπολογισθῆ εἰς δρ. 99,360, τὸ ἐκ τούτων δὲ περίσσευμα μετὰ τὴν προαφαίρεσιν τῶν δαπανῶν καὶ νομίμων ὑποχρεώσεων τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ εἰς τοὺς δήμους Κερκύρας κατὰ νόμον διανεμητέον, ὑπολογίζεται εἰς δρ. 36,295.60. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν προϋπολογισμένον ποσὸν τῶν 30,000 δρ. δὲν ἐπήρκεσεν, ἕνεκα σπατάλης καὶ καταχρήσεων τοῦ ἐπιστάτου περὶ τὸν διορισμὸν τῶν ἐργατῶν καὶ τεχνιτῶν, ἀνάγκη παρέστη νὰ ἐγκρίνῃ ἡ διαχειριστικὴ ἐπιτροπὴ συμπληρωτικὴν πίστωσιν 4,000 δραχ., ληφθεισῶν ἐκ τοῦ ὡς εἴρηται περισσεύματος...
§147ΚΑΛΟΣΓΟΥΡΟΣ. Μὰ ἐφημερίδας θὰ μᾶς διαβάσητε;
§148Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τί περισσότερον εἶπον ἐγὼ ἀφ’ ὅ,τι ἀναφέρει τὸ δημοσίευμα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα;
§149Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὰς ὑποχρεώσεις τῆς ἐπιτροπῆς.
§150Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐξακολουθῶ (ἀναγινώσκει): «Ἂν εἰς ταύτας προστεθῶσι δρ. 15,458.45 εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν νομίμων ὑποχρεώσεων τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς, ἀποτελεῖται ποσὸν 48,000, ἤτοι τὸ ἥμισυ τῶν μέχρι τοῦδε εἰσοδημάτων τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ἄλλο ἥμισυ ἀπορροφεῖ κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος ἡ καλλιέργεια καὶ ἐκμετάλλευσις τῶν ἁλικῶν.» Ὅταν θὰ φέρητε τὸν προϋπολογισμὸν, τότε θὰ ἴδωμεν, ἂν γελᾷ ὁ κόσμος μὲ αὐτὰ, ἢ ἐλεεινολογῇ τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν ἀκύρωσιν δημοπρασίας, ἥτις θ’ ἀπέδιδεν 60,000 δραχ. εἰσόδημα κατ’ ἔτος εἰς τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα Κερκύρας.
§151Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐννοῶ ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἁλικῶν Κερκύρας καὶ τῶν ἁλικῶν Ζακύνθου. Ἐὰν ἠθέλετε νὰ συζητήσητε σπουδαίως τὰ τῶν ἁλικῶν Κερκύρας ἐν ἔτει 1893, ἔπρεπε νὰ ἀναβάλητε τὴν συζήτησιν μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ εἴχετε ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893. Ἄλλως τε δὲν ἐννοῶ καὶ τὴν ἀναδρομικὴν ταύτην συζήτησιν. Ποῖον σκοπὸν ἔχει ἡ ἐξέτασις τῶν κατὰ τὰ 1893 γενομένων; Ἐζητήσατε νὰ εἴπω διατὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἐνέκρινε τὴν γενομένην δημοπρασίαν, καὶ σᾶς ἐξήγησα τὸν λόγον. Εἶπον ὅτι οἱ Βουλευταὶ Κερκύρας ἐζήτησαν τὴν ἔγκρισιν τῆς δημοπρασίας, εἴχομεν συμφέρον, ὑπὸ ἔποψιν Κερκυραϊκὴν, νὰ ἐγκριθῇ ἡ δημοπρασία, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ὀρθῶς πράττουσα, δὲν ἐνέκρινε ταύτην. Καὶ σήμερον ἀκόμη ἐὰν ἤθελε γείνῃ ἡ δημοπρασία διὰ τὴν καλλιέργειαν καὶ πώλησιν τοῦ ἅλατος ἐν Κερκύρᾳ, δὲν ἤθελον ἐγκρίνει ταύτην, ἔστω καὶ ἂν ἡ δημοπρασία ἔδιδεν ἀποτελέσματα συμφέροντα διὰ τὴν Κέρκυραν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐγκρίνῃ δημοπρασίαν, τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα ἦτο ἡ ἐκ μέρους τοῦ ἐργολάβου προσπάθεια, ὅπως πορισθῇ κέρδος διὰ τοῦ λαθρεμπορίου, ἐπὶ ζημία τοῦ μονοπωλίου τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ὅλως ἄσχετον πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς του ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἀσχολεῖται περὶ τὰ Κερκυραϊκὰ, τὸν διαβεβαιοῦμεν ὅμως, ὅτι εἴμεθα ὀκτὼ Βουλευταὶ Κερκύρας καθῆκον ἔχοντες ν’ ἀσχοληθῶμεν πρὸς περιφρούρησιν τῶν συμφερόντων τῆς Κερκύρας, καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ εἰς τ’ ἀφορῶντα τὴν Κέρκυραν ζητήματα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι σκέπτεται, ὅπως κανονίσῃ τὰ τοῦ ζητήματος τῶν ἁλικῶν Κερκύρας· ὁ κ. Βουλευτὴς ἔπρεπε νὰ περιμένῃ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἔπειτα νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐὰν ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπικρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1899, ἔπρεπε δι’ ἐπερωτήσεως νὰ φέρῃ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ συζητήσῃ τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων ἐγγράφων καὶ ὄχι διὰ τὴν ἀναγνώσεως ἐφημερίδων... Γινώσκω ὅτι εἶσθε ἐφημεριδογράφος, ἀλλ’ ἐνταῦθα εἶσθε Βουλευτής. Δύνασθε ν’ ἀκολουθήσητε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς τὸ σύστημα τῶν ἐπιθέσεων, δι’ οὗ μέχρι τοῦδε ἀνεδείχθητε· ἐγὼ δὲν ἐνδιαφέρομαι δι’ ὅσα γράφετε· ἐξακολουθεῖτε τὸ ἔργον σας, ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν εἶσθε ἐφημεριδογράφος, ἀλλὰ Βουλευτής.
§152Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν περιμένω ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ μὲ διδάξῃ, τί θὰ κάμω καὶ τί δὲν θὰ κάμω... (θόρυβος καὶ διακοπαί).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, ὡμιλήσατε δὶς ἐπὶ τοῦ θέματος (θόρυβος).
§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου· ἑπομένως παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ συμβουλεύσητε τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ μὴ διακόπτουν τὸν ἀγορεύοντα. Ἐὰν ὁ ἀγορεύων δὲν ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἀγορεύσῃ, ὁ κ. Πρόεδρος δύναται νὰ κάμῃ τὴν παρατήρησίν του.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφαρμόζων τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Κανονισμοῦ ἀπηγόρευσα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ὁμιλήσῃ τρὶς ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐκτὸς ἐὰν συγκατατίθηται ἡ Βουλή· ἀλλ’ ὡς βλέπετε, ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχεται.
§156Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ἠγόρευον, καθ’ ἣν στιγμὴν μὲ διέκοψεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς (θόρυβος).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηντλήσατε τὸ δικαίωμά σας τὸ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ (θόρυβος).
§158ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχομεν Κανονισμόν, εἰς τὸν ὁποῖον πάντες πρέπει νὰ ὑπακούωμεν (θόρυβος).
§159ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος.
§160Γ. ΡΩΜΑΣ. Δὲν εἶναι ἡ αἴθουσα αὕτη κατάλληλος διὰ νὰ λύωνται προσωπικὰ ζητήματα. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νομίζῃ ἑαυτὸν προσβεβλημένον προσωπικῶς, ἂς ζητήσῃ ἀλλοῦ νὰ ἱκανοποιηθῇ.
§161Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει προσωπικὸν ζήτημα, διότι εἴχετε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ καταστρατηγήσητε τὸν Κανονισμόν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου αἱ ἁλικαὶ τῆς Ζακύνθου θέλουσιν ὑπαχθῆ εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τὸ Δημόσιον ἀναλαμβάνει ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῆς νήσου Ζακύνθου· αἱ ὑποχρεώσεις αὗται εἶναι νὰ παρέχῃ κατ’ ἔτος 1,100,000 ὀκάδας ἅλατος εἰς τὴν κοινὴν χρῆσιν τῆς νήσου. Διὰ νὰ δύναται δὲ τὸ Δημόσιον νὰ δίδῃ τὸ ἅλας τοῦτο, ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καλλιεργῇ τὰς ἁλικὰς Ζακύνθου διὰ δαπάνης ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ νὰ ἀποδίδῃ εἰς τὴν Ζάκυνθον 32,000 δραχμάς. Ἄν πρόκειται περὶ χορηγίας χρημάτων εἰς τὴν νῆσον Ζάκυνθον ὡς ἀντίτιμον τοῦ περισσεύματος ἅλατος, οὐδόλως ἀντιλέγω· ἂν πρόκειται νὰ δοθῶσιν οὐχὶ ὡς ἀντίτιμον περισσεύματος ἅλατος, ἀλλ’ ὡς ἐπικουρία εἰς τὸν δῆμον Ζακύνθου διὰ τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα, οὐδόλως ἐπίσης ἀντιλέγω. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ διακριθῇ ἡ αἰτία, διατὶ δίδονται τὰ χρήματα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ σημείωσις τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐτησίως παραγομένου ἐκ τῆς Ζακύνθου ἅλατος, διὰ νὰ κρίνωμεν, ἂν ἦναι περίσσεια προϊόντος ἀντιτίμου, τὸ ὁποῖον δίδομεν εἰς τὴν Ζάκυνθον, ἢ παροχὴ συνδρομῆς εἰς τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα. Ἄν πρόκειται περὶ παροχῆς συνδρομῆς εἰς τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα, εὐθὺς ὡς τεθῇ ἐν ἰδίᾳ διατάξει, ἡμεῖς θέλομεν ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς.
§164Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐν τῇ συζητήσει, νομίζω, τῇ δευτέρᾳ τοῦ νομοσχεδίου τούτου παρεκλήθην νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ποία εἶναι ἡ παραγωγὴ τῶν ἁλικῶν Ζακύνθου. Ἡ παραγωγὴ αὕτη, ἀναλόγως τῶν καιρικῶν περιστάσεων, παραλλάσσει μεταξὺ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου ὀκάδων. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ συνδρομῆς ὑπὲρ ἀγαθοεργῶν καταστημάτων. Τό γε νῦν ἔχον, τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα Ζακύνθου ἐκ τῆς προσόδου τῶν ἁλικῶν εἶχον εἰσόδημα κυμαινόμενον μεταξὺ 15 καὶ 30 χιλιάδων δραχμῶν. Εἰς ἓν ἔτος ἐξίκετο μέχρι 40,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ τὸ ἅλας εἰς τὴν Ζάκυνθον ἐπωλεῖτο μέχρι μὲν πρό τινων ἐτῶν πρὸς 3½ λεπτὰ, κατὰ τὰ τελευταῖα δὲ ἔτη πρὸς 3 λεπτὰ καὶ ¾ τοῦ λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν. Ἐπειδὴ ἤδη ἀπεδέχθησαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ὅπως ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος ὑψωθῇ εἰς πέντε λεπτὰ, ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ ἑνὸς λεπτοῦ ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὀκάδων, ὁρίζομεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει ἀναπληρώσει τὴν ἐπὶ ἔλαττον διαφοράν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει οἱ ὑπολογισμοὶ ἔχουν μίαν βάσιν, νὰ ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν Ζακύνθου, νὰ τὰς ὑπαγάγῃ εἰς τὰς διατάξεις περὶ μονοπωλίου, νὰ ἔχῃ δὲ τὸ κέρδος ἐκ τῆς ἄρσεως τῶν καταχρήσεων, καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλλῃ εἰς τὰ καταστήματα 32,000 δραχμάς· διότι, ἂν παραδεχθῶμεν κατανάλωσιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὀκάδων ἐπὶ τιμῇ πέντε λεπτῶν, ἔχομεν 50 χιλιάδας. Ἐξ αὐτῶν ἐκχωρεῖ τὰς 32 χιλιάδας εἰς τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα, τὰ δὲ ὑπόλοιπα κρατεῖ ὡς ἔξοδα, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναλάβῃ ἄλλως τὰ ἔξοδα.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὥστε θέλουν ἀποδίδοσθαι ἐκ τοῦ εἰσπραττομένου ἀντιτίμου;
§166ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Φυσικὰ, ἄνευ ἐπιβαρύνσεώς τινος τοῦ Δημοσίου.
§167Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ σήμερον τὸ Κράτος οὐδὲν ἀπολαμβάνει, διότι αἱ ἁλικαὶ ἀνῆκον εἰς τοπικὸν μονοπώλιον. Δὲν πρόκειται οὔτε περὶ παροχῆς λόγῳ φιλανθρωπίας εἰς τὴν Ζάκυνθον, οὔτε περὶ παροχῆς ἀντιτίμου τοῦ περισσεύματος. Τὸ πληρωνόμενον ποσὸν πληρώνεται ὡς ἀντίτιμον τοῦ καταναλισκομένου ἐν τῷ τόπῳ ἅλατος. Ἀποδίδεται τὸ καθαρὸν προϊὸν αὐτοῦ, ὑπολογισθὲν εἰς δραχμὰς 32,000, εἰς τὰ ἀγαθοεργὰ τῆς νήσου καταστήματα, διότι εἰς αὐτὰ ἀνήκει καὶ εἰς αὐτὰ ἀνέκαθεν ἔχει ἐκχωρηθῇ ἡ ἐκ τῶν ἁλικῶν πρόσοδος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει).
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§169Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς δεύτερον ἐδάφιον παρακαλῶ νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς: «Εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου μεταβιβάζονται καὶ τὰ ἐν τῇ ἁλικῇ Ζακύνθου ὑπάρχοντα κτίρια, φυλακεῖα καὶ μηχανήματα ἢ ἐργαλεῖα καλλιεργείας.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης).
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§171Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου τούτου προτείνω μίαν τροποποίησιν· ἀντὶ 500,000 νὰ σημειωθῇ ποσὸν 800 χιλιάδων, διότι, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐκ Ζακύνθου, τὸ ἔτος, τὸ ὁποῖον διανύομεν, εἶναι ἐλαιοφόρον, καὶ τὸ ποσὸν τῶν 500,000 εἶναι ἀνεπαρκές. Ἀλλὰ πλὴν τῆς τροποποιήσεως τῆς παραγράφου ταύτης παρακαλῶ νὰ προστεθῇ καὶ ἕτερον ἐδάφιον, ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων, δι’ ἧς θέλει πωλεῖσθαι ἐν Ζακύνθῳ τὸ ἅλας, χορηγεῖται ἀμοιβὴ ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν.» Τοῦτο ὑπάρχει ἀνεγνωρισμένον καὶ ὡς πρὸς τὰς ἁλικὰς Λευκάδος, εἰς τὰς ὁποίας ἐφηρμόσθη τὸ αὐτὸ σύστημα.
§172Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ πρᾶξις αὕτη ἐνδέχεται νὰ φέρῃ καὶ ζημίαν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐνδέχεται ἡ πώλησις τοῦ ἅλατος ἐν Ζακύνθῳ νὰ μὴ καλύψῃ τὰς δαπάνας τῆς παραγωγῆς αὐτοῦ. Τὸ χορήγημα, τὸ ὁποῖον ὁρίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι πάγιον· ἀλλ’ ἡ ζημία αὕτη θέλει βαρύνει τὸν ἰδιαίτερον προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἢ θέλει ἀνήκει καὶ αὐτὴ εἰς τὸ ὅλον τῶν δαπανῶν τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος καὶ ἑπομένως εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ὑπεγγύων προσόδων;
§173Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περὶ τούτου ἐδόθησαν ἐξηγήσεις ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει. Μέχρι τοῦδε αἱ ἁλικαὶ τῆς Ζακύνθου, Κερκύρας καὶ Κυθήρων δὲν ὑπήγοντο εἰς ἣν κατηγορίαν ὑπάγονται αἱ λοιπαὶ ἁλικαί· ὥστε δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνδεχομένην αὔξησιν ἢ μείωσιν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, καθ’ οὓς ἔχομεν ὑπολογισμούς, στηριζομένους εἰς σειρὰν ἐτῶν, τὸν κίνδυνον τοῦτον δὲν διατρέχομεν, διότι τὸ Δημόσιον μεταφέρει τὸ ἅλας εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, εἰς τὰ παράλια τῆς Πελοποννήσου, καὶ θέλει κερδίζει ἐκ τούτου, ὅτι δὲν μεταφέρει ἅλας ἐκ μεγάλων ἀποστάσεων, καὶ ἐὰν τυχὸν κατ’ ἔτος τι ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον, κατὰ τὸ ἄλλο ἔτος θ’ ἀποζημιωθῇ· ὥστε ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν θὰ ζημιωθῇ.
§174Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα παρουσιάζεται εἰς ἐμὲ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως. Ἡ διαχείρισις τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος ἐν Ζακύνθῳ θέλει γείνῃ παρὰ τῆς Ἑταιρείας τῆς διαχειρίσεως. Πῶς λοιπὸν θὰ διαχειρισθῇ αὐτὴ ἐργασίαν μὴ ἀνήκουσαν εἰς τὰ ἀληθῆ δικαιώματά της καὶ τὰ καθήκοντά της, τὰ ὁποῖα ὁρίζονται παρὰ τοῦ καταστατικοῦ της καὶ τοῦ νόμου περὶ Ἐλέγχου; Ἡ Ἑταιρεία τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων διαχειρίζεται ἀποκλειστικῶς προσόδους ὑπεγγύους διὰ τὰ δάνεια τὰ γνωστὰ σήμερον διὰ τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας τοῦ νομοσχεδίου τῇ ἀναθέτομεν διαχείρισιν, ἡ ὁποία δὲν ἀνήκει εἰς αὐτὴν, ἡ ὁποία ἴσως εἶναι καὶ ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεώς της. Ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ὁ σκοπὸς τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρείας ταύτης εἶναι λίαν περιωρισμένος, ὁ σκοπός της εἶναι νὰ διαχειρίζηται τὰς ὑπεγγύους προσόδους· οὐδεμίαν ἄλλην ἐπιχείρησιν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν νὰ ἀναλάβῃ. Ἂν ἑπομένως τῇ ἀναθέσωμεν τὴν διαχείρισιν τοῦ ἅλατος τοῦ καταναλισκομένου ἐν Ζακύνθῳ, φοβοῦμαι μήπως ὑποτάξωμεν εἰς τὸν σκοπὸν τὸν κύριον τῆς ἑταιρείας, δηλ. εἰς τὸν ἔλεγχον, καὶ τὴν ἐργασίαν ταύτην. Εἰς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀνεξαρτήτως τοῦ οὐσιαστικοῦ μέρους τοῦ ζητήματος, βεβαίως λογιστικὴ περιπλοκὴ θέλει παρουσιασθῆ καὶ εἰς τὴν ἐγκατάστασιν καὶ τὴν διεύθυνσιν μιᾶς ἰδιαιτέρας μερίδος ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐσόδων καὶ ἐξόδων διὰ τὰς ἁλικὰς ταύτας.
§175Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀκριβῶς ἡ Ἑταιρεία τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων ἔχει αὐτὸν τὸν προορισμὸν, ἀλλὰ δὲν ἀποκλείεται ἐκ τούτου καὶ πᾶσα ἄλλη ἐργασία. Ἐπὶ παραδείγματι ἡ Ἑταιρεία τῶν Μονοπωλείων ἔχει προτάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναλάβῃ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἐνδεχόμενον νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν μετ’ αὐτῆς. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη εἶναι ἄσχετος. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι πρό τινος χρόνου διεπραγματεύετο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναλάβῃ ἡ Ἑταιρεία τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ· δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ ὑπαχθῇ καὶ αὐτὴ ἡ διαχείρισις ὑπὸ τὸν ἔλεγχον. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀναλάβῃ ἄλλην τινὰ ἐργασίαν, εἰς τὴν ὁποίαν φυσικὰ θὰ προηγηθῇ μία συνεννόησις, ἐπιτρέπουσα τοῦτο. Ὡς πρὸς τὸν προκείμενον νόμον, θὰ ὑπάρχῃ ἓν γραφεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ κρατῇ τοὺς λογαριασμοὺς, ἀνεξάρτητον.
§176Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ διαχείρισις τοῦ ἅλατος τῆς Ζακύνθου δὲν θὰ εἰσάγῃ χρῆμα εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Μονοπωλίου; Θὰ εἰσάγῃ βεβαίως, ἐὰν ὑπάρχῃ περίσσευμα, ἀφοῦ δηλαδὴ πληρωθῶσιν ὅλαι αἱ ὑποχρεώσεις. Ἐὰν σήμερον καταναλίσκωνται 16 ἑκατομμύρια ὀκάδες ἅλατος διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, αὔριον θὰ προστεθῇ ποσὸν 500 χιλιάδων ἢ καὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἅλατος ἐκ τῶν ἁλικῶν Ζακύνθου· αὐτὸ τὸ ποσὸν θὰ ἀποδώσῃ ἀντίτιμον πρὸς 15 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Ἑταιρείας τῶν Μονοπωλίων μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων. Μία φωνή. Διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως.
§177ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀδύνατον τοιοῦτόν τι νὰ γείνῃ βεβαίως. Πρέπει νὰ λάβῃ ἔγγραφον συγκατάθεσιν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου, ὅτι ἀνεγνώρισε τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Μονοπωλίων νὰ ἐπιχειρῇ καὶ ἄλλας ἐργασίας τοῦ ἅλατος, καὶ ὅτι τὸ ἔσοδον τὸ ἐξ αὐτῶν δὲν ἀνήκει εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Ἐλέγχου, ἀλλ’ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους. Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐδέχθη ἤδη ὁ ξενικὸς Ἔλεγχος. Ἑπομένως δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ πιστεύῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐσοδεύῃ περισσότερα ἀπὸ ὅ,τι σήμερον ἐσοδεύει ἡ Ἑταιρία, τῶν Μονοπωλίων, καὶ ταῦτα νὰ μὴ ἀνήκουν εἰς τὸν Ἔλεγχον, ἀλλ’ εἰς τὸ Κράτος.
§178Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰς ἁλικὰς τῆς Ζακύνθου δὲν τὰς ἐκαλλιέργει τὸ Κράτος μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ἡ ἐγχώριος διαχείρισις τῆς Ζακύνθου. Πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, πρὸς πρόληψιν τῶν καταχρήσεων, ἐλήφθη τὸ μέτρον νὰ συνεννοηθῶμεν μετὰ τῶν ἁρμοδίων, ὅπως ἀναλάβῃ τὸ Κράτος τὴν καλλιέργειαν, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει μία ἑταιρεία, ἡ ὁποία πωλεῖ τὸ ἅλας εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ πωλῇ καὶ τὸ ἅλας τὸ ἐκ τῶν ἁλικῶν Ζακύνθου προερχόμενον. Ὁ Διεθνὴς Ἔλεγχος τί κερδίζει; κερδίζει τοῦτο, ὅτι ἀπαλλασσόμεθα ἐκ τοῦ λαθρεμπορίου, ἐκ τοῦ ὁποίου μειοῦνται αἱ πρόσοδοι αἱ ἐκ τοῦ ἅλατος.
§179Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς περιωρίσθη εἰς τὸ λογιστικὸν ζήτημα. Δὲν πρόκειται ὅμως μόνον περὶ τούτου. Ἡ ἑταιρεία τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων εἶναι ἀνώνυμος ἑταιρεία, ἔχουσα ὡρισμένον σκοπὸν, ὁ σκοπὸς δὲ τῆς ἑταιρείας δὲν ὁρίζεται μόνον ὑπὸ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, ἀπ’ ἐναντίας καθιεροῦται καὶ ὑπὸ νόμου, ἔχοντος ἀλληλεθνῆ χαρακτῆρα. Ἡ Ἑταιρία τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων σήμερον, ὅ,τι διαχειρίζεται καὶ εἰσπράττει, τὸ διαχειρίζεται καὶ τὸ εἰσπράττει διὰ λογαριασμὸν τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς. Ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑταιρεία ὑφίσταται καὶ λειτουργεῖ διὰ τοῦ σημερινοῦ αὑτῆς καταστατικοῦ, οὐδεμίαν πρᾶξιν δύναται νὰ πράξῃ, οὔτε τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος τῆς Ζακύνθου οὔτε τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ, οὔτε ἄλλο τι, ὡς ἔχουσα ὡρισμένον σκοπὸν, νὰ κρατῇ τὰς εἰσπράξεις ὑπὸ τὸν Ἔλεγχον καὶ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ἐλέγχου, διότι δὲν ἔχει ἄλλον σκοπόν· δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ ἐπιχειρήσῃ ἄλλο τι ἐν Ἑλλάδι, παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος περὶ Ἐλέγχου τῇ ἀνέθηκε. Καὶ ἡ δήλωσις δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς πάσης οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει ἀπέναντι τοῦ ἀλληλεθνοῦς νόμου, ὁ ὁποῖος διέπει τὰ τῆς Ἑταιρείας τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἀποφασίσωμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα, θεωρεῖται ἀνίσχυρον ἀπέναντι τοῦ ἀλληλεθνοῦς ἐκείνου νόμου. Λοιπὸν κατὰ τὸν νόμον ἡ ἑταιρεία αὕτη ἕνα μόνον ἔχει σκοπὸν, τὸ νὰ ὑπηρετῇ τὸν ἔλεγχον. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ παραδεχθῶμεν κατ’ ἀρχὴν, ὅτι θὰ ἀναθέτωμεν καὶ ἄλλας ἐπιχειρήσεις καὶ ἄλλας ὑπηρεσίας εἰς τὴν ἑταιρείαν ταύτην, δὲν πράττομεν τίποτε ἄλλο ἢ νὰ ἐκτείνωμεν τὸν ἔλεγχον καὶ ἐπὶ ἄλλων προσόντων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑφίσταται σήμερον. Τοῦτο εἶναι δυστυχῶς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπέρχεται εἰς τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν δίδουσι προσοχὴν καὶ τὰ ὁποῖα ἐξ ἀτυχημάτων ὑποβάλλονται εἰς ἐξωτερικήν τινα δέσμευσιν. Εἰς ταῦτα τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι ὁ ἔλεγχος, ὁ περιωρισμένος κατ’ ἀρχὴν, ἐπεκτείνεται ὡς ἡ κηλὶς ἐλαίου καὶ καταλαμβάνει ὁλόκληρον τὸ Κράτος. Ἐὰν δὲν προσέξωμεν καὶ θελήσωμεν νὰ ἐπισωρεύσωμεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων δικαιοδοσίαν ἐπὶ νέων προσόδων τοῦ Κράτους, ὅσον δήποτε μικρῶν, ἐὰν δὲν προσέξωμεν εἰς τοῦτο καὶ ἀφήσωμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ καταλήξωμεν εἰς αὐτὸ, δὲν ἠξεύρω μετά τινα ἔτη, ἕως ποῦ δύναται νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ἐξουσία τοῦ ἐλέγχου. Ἐπεκτείνω τὸ ζήτημα τῶν ἁλάτων τῆς Ζακύνθου εἰς βαθμὸν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπερβολικὸς, διὰ νὰ δώσω τὴν ἔννοιαν τῆς παρατηρήσεώς μου, ἡ ὁποία εἶναι, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ἔχουσα ὡρισμένον καὶ περιωρισμένον σκοπὸν, δὲν δύναται καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀναμιχθῇ εἰς ἄλλας πράξεις. Δυνάμεθα νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὴν ἑταιρείαν ταύτην ἄλλας ἐπιχειρήσεις, ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν μεταβολὴν τοῦ σκοποῦ αὐτῆς, νὰ ζητήσωμεν, ὅπως τεθῇ εἰς τὸ καταστατικὸν αὐτῆς, ὅτι, ἐκτὸς τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων, δύναται ἡ ἑταιρεία αὕτη νὰ ἐπιχειρήσῃ καὶ ἄλλας πράξεις· ὅταν δὲ αἱ ἕξ Μεγάλαι Δυνάμεις, αἵτινες ἔλαβον ὑπὸ σημείωσιν τὸ καταστατικὸν τῆς ἑταιρείας ταύτης, παραδεχθῶσι τὴν τροποποίησιν ταύτην τοῦ καταστατικοῦ, τότε οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν.
§180Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι συζητοῦμεν ἄνευ λόγου. Ὁ νόμος περὶ ἐλέγχου προβλέπει πάντα ταῦτα. Ὑπάρχει διάταξις ἐν ἄρθρῳ, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἁλικὰς Ζακύνθου, δύναται ἡ Κυβέρνησις, ὅταν θελήσῃ, νὰ ἀναθέσῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἅλατος αὐτῶν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων.
§181Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἄρθρον, τότε ἔχει καλῶς.
§182Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἄλλως κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, βλέπετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταφέρῃ τὸ ἅλας εἰς τὰ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ μὴ ἀναμιχθῇ ἡ Ἑταιρεία τῶν ὑπεγγύων προσόδων εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ἅλατος Ζακύνθου, ἀφοῦ αὕτη ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ μεταφερομένου ἐκεῖθεν εἰς τὰ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος;
§183Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν ἁλικῶν Ζακύνθου δὲν ὑποβάλλεται εἰς τὸν ἔλεγχον, ἀλλὰ γίνεται ἡ διαχείρισις ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἦναι ὅπως ἐγὼ τὴν ἀντελήφθην, ἐπεθύμουν νὰ ἐδίδοντο πληρέστεραι ἐξηγήσεις, διότι φοβοῦμαι, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ ἐλέγχου.
§184Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶπον ἐξ ὑπαρχῆς, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν Μονοπωλίων διατελεῖ τῷ ὄντι ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι οὐδεμίαν δύναται νὰ ἐπιχειρήσῃ πρᾶξιν ἡ Ἑταιρεία ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως αὐτῆς. Ἑπομένως καὶ αὕτη ἐν τῷ καταστατικῷ αὐτῆς δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτην ἐργασίαν ἢ μετὰ προηγουμένην συγκατάθεσιν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν ὑπέβαλε προτάσεις, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν τοῦ Κράτους, προηγήθη μετὰ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς συνεννόησις. Εἶπον σύναμα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς αὐξήσεως ἢ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου, δι’ ἕνα λόγον ἁπλούστατον, διότι δὲν πρόκειται νὰ αὐξήσωσιν αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους ἐκ τῆς εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Μονοπωλίων τοῦ Κράτους ὑπαγωγῆς τῶν ἁλικῶν Ζακύνθου. Μόνον κατὰ τοῦτο αὐξάνουσιν αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι τοῦ Κράτους, ὅτι προλαμβάνονται αἱ γινόμεναι καταχρήσεις.
§185ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται ζήτημα, ἐφ’ οὗ πρέπει νὰ ἔχωμεν σαφῆ ἰδέαν· διότι βεβαίως οὐδεὶς Βουλευτὴς θέλει δώσει οὐδὲ κατὰ λεπτὸν ἐπέκτασιν εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Ἡμεῖς πάντες ἐνταῦθα ὑπετάχθημεν εἰς τὸν ἔλεγχον ἐξ ὑπερτάτης ἀνάγκης, ἀλλὰ πάντες καὶ δημοσίᾳ καὶ ἐν ἡμῖν αὐτοῖς διεμαρτυρήθημεν καὶ θὰ ἐξακολουθῶμεν διαμαρτυρόμενοι μέχρι τῆς ὥρας τῆς εὐτυχοῦς, ἣν εἴθε τὸ ταχύτερον νὰ ἴδωμεν, τῆς λύσεως τῶν χειρῶν ἡμῶν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ ἐλέγχου. Ὁ ἔλεγχος δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα ἐπὶ τῶν ἁλικῶν· ὁ ἔλεγχος ἔχει δικαίωμα ἐπὶ τῆς προσόδου τῆς ἐκ τῶν ἁλικῶν. Ἡ προσθήκη ἄρα ἁλικῆς εἰς τὰς ἄλλας τοῦ Κράτους ἁλικὰς, παρεχούσης πρόσοδον ἐπιπρόσθετον εἰς τὴν ἄλλην πρόσοδον τῶν ἄλλων ἁλικῶν, κατ’ οὐδὲν μεταβάλλει τὰ δικαιώματα τοῦ ἐλέγχου· αὐξάνει μόνον τὴν πρόσοδον τὴν ἐκ τοῦ ἅλατος, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ κατανάλωσις τοῦ ἅλατος εἶναι μείζων, — πρᾶγμα ὅπερ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ ἐκ τῶν ἄλλων ἁλικῶν καὶ ἐκ τῆς ἁλικῆς Ζακύνθου, — αὐξάνουσι καὶ αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους, αὐξάνουσιν ἀναλόγως καὶ τὰ δικαιώματα τῶν δανειστῶν ὡς ἐκ τῆς προσαυξήσεως τῶν προσόδων. Οὐδὲν νέον δικαίωμα ἀποκτᾷ ἐντεῦθεν ὁ ἔλεγχος· ἀποκτᾷ τὸ Κράτος ἁλικὴν, ἥτις μετὰ μικροτέρας δαπάνης θέλει παρέχει πρόσοδον μεγαλειτέραν. Οὐδεμία ζημία ἐπέρχεται εἰς τὸ Κράτος, ἐὰν ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης ὠφεληθῶσι καὶ οἱ ξένοι δανεισταὶ, αὐξανομένης τῆς προσόδου, διότι τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς ἔσονται ἐκ Ζακύνθου ὀλιγώτερα, καὶ ἡ ὠφέλεια αὕτη στρέφεται ὑπὲρ τοῦ Κράτους.
§186Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μόνον αὐτὸ παρατηρῶ, ὅτι ἡ διάκρισις μεταξὺ ἁλικῶν καὶ ἅλατος δὲν ἔχει καμμίαν πρακτικὴν σημασίαν. Ἂν αὐτὸ ἦτο ἀληθὲς, ὅτι ὁ Ἔλεγχος δὲν ἔχει τὰς ἁλικὰς, ἀλλὰ μόνον τὸ ἅλας, θὰ ἦτο εὐκολώτατον εἰς ἡμᾶς, δημιουργοῦντες πανταχοῦ τοῦ Κράτους ἁλικὰς, ὅπερ εὐκολώτατον, νὰ εἴπωμεν, ὅτι αὐτὰς δὲν δύναται νὰ τὰς διαθέτῃ ἡ Ἑταιρεία τῶν Μονοπωλίων καὶ ὁ Ἔλεγχος. Δὲν εἶναι αὐτὸ ἀληθές· συμπίπτουσι καὶ τὰ δύο. Ὅταν λέγωμεν, ὅτι θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς Ἑταιρείας τῶν Μονοπωλίων τὸ ἅλας τῆς Ζακύνθου, ἐννοοῦμεν καὶ τὴν ἁλικὴν τῆς Ζακύνθου. Λοιπὸν ἡ λεπτὴ αὕτη διαφορὰ δὲν ἔχει καμμίαν πρακτικὴν σημασίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§188Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας, ἐλέχθησαν ἤδη ἀρκετά. Καὶ ἐὰν τὸ Δημόσιον πρόκειται ἤδη νὰ δώσῃ πλειότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον λαμβάνουσι τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα τῆς Ζακύνθου, πρόκειται περὶ ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, καὶ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ θὰ ἀντείπῃ. Δὲν ἐννοῶ ὅμως τὸν λόγον τῆς πληρωμῆς ἐν εἴδει δωρεᾶς τοῦ ἔτους 1899. Τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα Ζακύνθου δὲν εἰσέπραξαν τὸ ἔσοδον αὐτὸ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν;
§189Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι.
§190Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ δὲν τὸ εἰσέπραξαν; Δὲν ἐπωλήθη ἅλας;
§191Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἀκριβῶς ἡ πρόσοδος ἀνάγεται εἰς τὸ ἅλας, τὸ ὁποῖον παράγεται κατὰ τὸ ἔτος 1899 καὶ θὰ διατεθῇ κατὰ τὸ ἔτος 1899. Τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα ἐφέτος οὐδὲ λεπτὸν εἰσέπραξαν, ἑπομένως τὸ Δημόσιον, ἀναλαμβάνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὰς ἁλικὰς, θὰ προσθέσῃ ὅσον χρειάζεται ἀκόμη διὰ τὴν κατανάλωσιν. Ὥστε ὀφείλει ν’ ἀποδώσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, οὐδὲ λεπτὸν εἰσέπραξαν τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα τῷ 1899· εἰσέπραξαν κατὰ τὸ 1898 ἀπὸ τὴν παραγωγὴν τῶν ἁλικῶν τοῦ 1898.
§192Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ 1899 κατηναλώθη ἅλας· τίς ὠφελήθη ἐκ τοῦ πωληθέντος ἅλατος κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν; ὁ ἐργολάβος;
§193Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐργολάβος ἀναλαμβάνει νὰ πληρώσῃ, ἀφοῦ ἀφαιρέσῃ τὰ ἔξοδα τοῦ ὁριζομένου ποσοῦ διὰ τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα. Τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὸ 1898. Τὸ ἴδιον θὰ γείνῃ καὶ κατὰ τὸ 1899.
§194Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπωλήθη ἅλας τὸ πρῶτον ἑξάμηνον;
§195Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπωλήθη εἰς λογαριασμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1898.
§196Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα Ζακύνθου οὐδὲ λεπτὸν εἰσέπραξαν κατὰ τὸ ἔτος 1899, διότι δὲν ἔχει γείνῃ εἰσέτι διὰ τὸ ἔτος τοῦτο καλλιέργεια τῶν ἁλικῶν, ματαιωθείσης ἐπανειλημμένως τῆς δημοπρασίας. Κατὰ τὸ διαρρεῦσαν δὲ χρονικὸν διάστημα ἐχορηγήθη παρὰ τοῦ τέως ἐργολάβου τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν τοπικὴν κατανάλωσιν ἅλας ἐκ τοῦ εἰς χεῖρας αὐτοῦ εἰσοδήματος τῆς παλαιᾶς ἐσοδείας, τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ὁποίου πρόκειται κατὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ παραλάβῃ τὸ Δημόσιον. Δικαιοτάτη ἑπομένως εἶναι ἡ εἰς τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα πληρωμὴ καὶ διὰ τὸ τρέχον ἔτος ὁλοκλήρου τοῦ ὁρισθέντος ἐνιαυσίου ἐπιδόματος, ἀφοῦ ὁλόκληρον τὸ ἅλας τῆς ἐφετινῆς ἐσοδείας θέλει εἰσαχθῇ εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται κοὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§198Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν πρώτην παράγραφον ἀναγράφεται «ἐν τῷ δήμῳ Ζακύνθου». Παρακαλῶ ἀντὶ τούτου νὰ γραφῇ «ἐν τῇ πόλει Ζακύνθου». Καὶ ὅπου λέγει «ἐν τοῖς λοιποῖς δήμοις» νὰ γραφῇ «ἐν τῇ λοιπῇ νήσῳ», διότι μόνον διὰ τὴν πόλιν Ζακύνθου ἀπαιτοῦνται ὀλιγώτερα, τὰ δὲ χωρία ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν καὶ τὰ χωρία τῶν ἄλλων δήμων. Καὶ εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον ὑπάρχει ἓν τυπογραφικὸν λάθος. Ἐν τῷ προτελευταίῳ στίχῳ, ἀντὶ «ΑΦΔʹ», νὰ τεθῇ «ΑΦΒʹ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 8 καὶ 9).
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§200Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὅπως δυνηθῶσιν οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀμφιβολίας περὶ τοῦ ἂν καλῶς ἀνετέθη ἡ διαχείρισις τοῦ ἅλατος ἐν Ζακύνθῳ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν ὑπεγγύων προσόδων, σᾶς ἀναγινώσκω ἤδη τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν, ὅπως διαχειρίζηται τὸ ἐν Ζακύνθῳ ἅλας. Εἶναι τὸ ἄρθρον 12 τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῶν νομῶν Κερκύρας καὶ Ζακύνθου... δὲν θέλουσι συσταθῆ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἁλαταποθῆκαι. Ὀφείλει ὅμως ἡ Ἑταιρεία νὰ ἱδρύσῃ ἐν αὐταῖς τοιαύτας, ὅταν προσκληθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.» Ὥστε, βλέπετε, τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πλῆρες. Τὸ νομοσχέδιον δὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ὁμολογουμένως ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι, ὅτε κατεῖχον τὴν ἕδραν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχον ἀντιληφθῆ, ὅτι ἐγίνετο κατάχρησις, ὅτι ἅλας ἐξήρχετο τῶν ἁλικῶν Ζακύνθου καὶ ἐχρησίμευεν ὡς λαθρεμπόριον εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Πελοποννήσου· ἂν δὲ δὲν ἔγεινε δημοπρασία ἐφέτος ἐν Ζακύνθῳ περὶ διαθέσεως τοῦ ἅλατος, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι τοῦτο ἐν μέρει ὀφείλεται εἰς τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχον κάμει, ὅπως μὴ γείνῃ δημοπρασία πρὶν ἢ ἐπέλθῃ συνεννόησις μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἴδωμεν, τί ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ λαθρεμπορίου. Ὡς ἐκ τούτου εὐχαρίστως εἶδον σήμερον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Ἀπριλίου 1898 Β. Διατάγματος περὶ τῶν εἰς Θεσσαλίαν εἰσαχθέντων ἐμπορευμάτων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ καταλήψεως αὐτῆς.
§202ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ, κατά τινα τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, πρὸ τῆς τελευταίας ἀναγνώσεως, νὰ προσκομίσῃ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα χθὲς δι’ ἐρωτήσεως, ὑποβληθείσης εἰς τὸ Προεδρεῖον, καθότι αἱ πληροφορίαι αὗται δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς μόρφωσιν πεποιθήσεως πρὸς τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐρώτησις ἀπετείνετο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀφορᾷ εἰς διαπραγματεύσεις λαβούσας χώραν μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τῆς πρώην καὶ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἢ καὶ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, κατ’ ἀναφορὰν πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ φορολογεῖν. Περὶ τοῦ θέματος τούτου ἐγένετο λόγος εἰς τὴν προηγουμένην Βουλὴν καὶ ἔχομεν δήλωσιν τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ὅμως δήλωσις εἶναι ἀνεπαρκὴς σήμερον· διότι εἶπε τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐνήργησε μὲν διαμαρτυρίας, δὲν εἶχεν ὅμως λάβει ἀπάντησιν τῶν Δυνάμεων. Ἐρωτῶ, ἂν ἔκτοτε ἐδόθη ἀπάντησις, καὶ ἐρωτῶ προσέτι καὶ ἄλλα τινὰ σχετικά· διότι, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐκανονίσθη διὰ τινὸς συνεννοήσεως οἱασδήποτε, ἢ ἀμέσου ἢ ἐμμέσου, τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας ἐν Θεσσαλίᾳ μετὰ τὴν κατάρτισιν τῆς προκαταρκτικῆς συμβάσεως, ἂν δηλαδὴ ἀφέθη εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ φόρους ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τοῦ στρατοῦ αὐτῆς, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχουσι δίκαιον οἱ Θεσσαλοὶ, οἱ ἰσχυριζόμενοι ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται φορολογία ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων αὐτῶν, διότι ἡ φορολογία, ἡ ἐπιβληθεῖσα ὑπὸ τῆς Τουρκίας, ἐπεβλήθη τῇ συναινέσει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς διατροφὴν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, πρᾶγμα, ὅπερ ἐγὼ μὲν ἀγνοῶ ἂν συνέβη, ἀλλὰ παρέχεται ἀφορμὴ ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τις, ὅπως ἐν γνώσει προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§203Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἐπιρροὴν εἰς τὸ ζήτημα τὰ τῆς ἀναζητήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπερώτησις, ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ἐπιδιώκει, διότι νομίζω, ὅτι οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐξέδωκε τὸ διάταγμα τῆς 19 Ἀπριλίου, οὐδὲ ἡ νῦν Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως αὐτοῦ, ἀρνεῖται ὅτι οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι εἰσεπράχθησαν διαρκούσης τῆς κατοχῆς ἐπὶ τῶν εἰσαχθέντων εἰς Θεσσαλίαν ἐμπορευμάτων, εἰσεπράχθησαν νομίμως. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει διαφωνία οὔτε μεταξὺ ἡμῶν. Διαφωνία ὑπάρχει μόνον, ἂν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νομίμως εἰσήχθησαν καὶ ἐφορολογήθησαν, κατὰ τὴν ὁμολογίαν πάντων, διαρκούσης τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, ἀπαλλάσσωνται μετὰ τὴν κατοχὴν τῆς πληρωμῆς τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ διάταγμα τῆς 19 Ἀπριλίου ἐπέβαλε. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἂν νομίμως ἢ μὴ νομίμως εἰσεπράχθησαν ὑπὸ τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν οἱ τουρκικοὶ φόροι, δὲν ἔχει ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον κυρίως γεννᾷ τὸ διάταγμα τῆς 19 Ἀπριλίου, καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δηλαδὴ ἂν δικαιούμεθα νὰ ὑποβάλωμεν αὐτὰ εἰς τοὺς φόρους, εἰς οὓς τὰ ὑποβάλλει τὸ διάταγμα αὐτό.
§204ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, εὑρίσκω, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει μεγίστην ἐπιρροήν· διότι, ἐὰν δεχθῶμεν ὡς δεδομένον ὅτι ἐγένετο συνεννόησίς τις μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων, ἀπαλλάττουσα τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ δαπάνης πρὸς συντήρησιν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ παρέχουσα εἰς τὴν ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν τὴν κάρπωσιν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ φόρων, εἰσπραττομένων καθ’ ὃν τρόπον οἱ Τοῦρκοι γινώσκουσι νὰ εἰσπράττωσι τοὺς φόρους, πάντως κακῶς εἰσεπράχθησαν ἔπειτα ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς ἀρχῆς ὅσα εἰσεπράχθησαν ἐν Βόλῳ εἰς βάρος τῶν ἤδη φορολογηθέντων ἐμπόρων. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις εἰσέπραξεν ἐν νομίμῳ δικαιώματι, τῇ ἐγκρίσει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τοὺς φόρους, καὶ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἔλθωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ φορολογήσωμεν ἐκ νέου, ἀφοῦ ἐξεχωρήσαμεν εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν τότε τὸ δικαίωμα ἡμῶν διὰ τῆς τοιαύτης συναινέσεως. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν γνωρίζω, ἂν ταῦτα συνέβησαν· ἀλλ’ ὑπῆρξαν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἀνακοινώσεις δημοσιογραφικαὶ, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἀόριστοι, ὑπῆρξαν δὲ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ δηλώσεις κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον παρέχουσαι πιθανότητα εἰς τὰ περιᾳδόμενα, αἵτινες μοὶ γεννῶσι τὴν ὑπόνοιαν, μήπως ὑπῆρξε τοιαύτη συνεννόησις, ἄδηλον ἄμεσος ἢ ἔμμεσος. Πιθανὸν νὰ μὴ ὑπῆρξε καὶ παντελῶς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τότε ἐγίνετο λόγος περὶ φορολογίας τῶν ζώων, μικρῶν καὶ μεγάλων, κατὰ κεφαλήν, καὶ ἐγένετο συζήτησις περὶ ταύτης εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ταῦτα πιστεύω, ὅτι καὶ οἱ ἐντὸς τῆς Βουλῆς τότε παρετήρησαν· ἐγὼ ἤμην τότε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ παρηκολούθουν αὐτὰ εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἰδοὺ τί εἶπεν ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 5 Δεκεμβρίου 1897, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Φιλαρέτου, τότε βουλευτοῦ Βόλου (ἀναγινώσκει)· «Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης (Πρωθυπουργός). Ἀμέσως ἅμα ἀνελάβομεν τὴν ἀρχήν, τὸ ζήτημα τῆς παρανόμου φορολογίας, τῆς ἐνασκουμένης ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπὸ τῶν Τούρκων, ἐφείλκυσε τὴν προσοχήν μας, ἐκρίναμεν δὲ, ὅτι καθῆκον εἴχομεν ν’ ἀποτείνωμεν διακοίνωσιν πρὸς τὰς Δυνάμεις, καὶ νὰ παρακαλέσωμεν αὐτὰς, ὅπως, ἀναγνωρίζουσαι τὰ δίκαια τῶν ἡμετέρων παραστάσεων, προτρέψωσι τὴν Πύλην νὰ παύσῃ ἐφαρμόζουσα μέτρα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀναγνωρίζει τὸ Διεθνὲς Δίκαιον· Ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδὲν ἔχομεν ἀτυχῶς εὐάρεστον ἀποτέλεσμα ν’ ἀναγγείλωμεν, διότι αἱ Δυνάμεις δὲν ἀπήντησαν εἰς τὴν διακοίνωσιν ἡμῶν ἐκείνην. «Γ. Φιλάρετος. Κύριε Πρωθυπουργέ, αἱ παραστάσεις μου ἀφεώρων εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τὴν ὁριστικῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης. «Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Πρόκειται περὶ τοῦ μέλλοντος; Γ. Φιλάρετος. Περὶ τοῦ μέλλοντος. «Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης. Περὶ τοῦ μέλλοντος θὰ ληφθῶσι μέτρα. Ἐνόμιζον ὅτι ὁμιλεῖτε μόνον περὶ τοῦ παρελθόντος.» Ταῦτα νομίζω ὅτι εἶναι ἄξια προσοχῆς, διότι δὲν πιστεύω, ὅτι ἐλέχθησαν τυχαίως ὑπὸ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, καὶ δικαιολογοῦσι τὴν ἐπιμονήν μου, ὅπως προσαχθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι, ἂν τυχὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δύναται νὰ δώσῃ αὐτάς.
§205ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὅταν Βουλευτής τις ζητῇ τὴν προσαγωγὴν ἐγγράφων, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ λόγος δημοσίου συμφέροντος, κωλύων τὴν κατάθεσιν, βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς θὰ καταθέσῃ αὐτά. Τότε δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, καὶ νὰ ἴδωμεν, τί ἐπρότεινεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ τίνα ὑποχρέωσιν ἀνέλαβεν ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, ἐὰν τοιαύτην ἀνέλαβε.
§206Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ κατὰ τὰς δύο ὑποθέσεις, δηλαδὴ καὶ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε δικαίωμα ἡ τουρκικὴ διοίκησις νὰ εἰσπράττῃ ἐν Θεσσαλίᾳ φόρους, καὶ κατὰ τὴν ἄλλην, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα, νομίζω ὅτι οὐδετέρα αὐτῶν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, ὅπερ γεννᾷ τὸ διάταγμα τῆς 19 Ἀπριλίου. Διότι ἡ Κυβέρνησις τί ἐδικαιοῦτο νὰ εἴπῃ καὶ τί εἶπε διὰ τοῦ διατάγματος κατὰ τὴν 19 Ἀπριλίου καὶ τί λέγει καὶ σήμερον, ζητοῦσα τὴν κύρωσιν; Ἰδοὺ τί νομίζω, ὅτι ἐννοεῖ νὰ εἴπῃ. Καὶ ἂν ἐφορολογήθησαν νομίμως τὰ ἐμπορεύματα τὰ διὰ τοῦ Βόλου εἰσαχθέντα κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τῶν Τούρκων, θεωρῶ ὅμως, ὅτι τὸ ποσὸν ἐκ τῶν εἰσαχθέντων τότε, τὸ ὁποῖον δὲν κατηναλώθη μέχρι τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ἤδη εἰς τὴν φορολογίαν τῶν ἑλληνικῶν νόμων, ἐκπιπτομένου μόνον τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἐπλήρωσαν εἰς τὰς τουρκικὰς ἀρχάς. Αὐτὴ νομίζω, ὅτι εἶναι καὶ πρέπει νὰ ᾖναι ἡ δικαιολογικὴ βάσις τοῦ διατάγματος, συμβιβάζουσα καὶ τὰ προσωρινὰ δικαιώματα τῆς τουρκικῆς κατοχῆς καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μετὰ τὴν παῦσιν τῶν δικαιωμάτων τῆς τουρκικῆς κατοχῆς. Ὅταν τοιαύτη ἦναι ἡ βάσις καὶ τοῦ διατάγματος τῆς 19 Ἀπριλίου καὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ συζητοῦμεν, δὲν ἐννοῶ, πῶς θέλει ἐπηρεασθῆ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὴν λύσιν τοῦ ἄλλου ζητήματος, ἂν δηλονότι νομίμως εἰσέπραξεν ἡ τουρκικὴ διοίκησις, ἢ ἄνευ δικαιώματος, τοὺς φόρους. Τοῦτο μόνον ἔχει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ: Δύναται νὰ γείνῃ δεκτὸν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ὅ,τι εἶπον, ὅτι θεωρεῖ ὡς βάσιν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐκδοῦσα τὸ διάταγμα τῆς 19 Ἀπριλίου καὶ ἡ σημερινή; Εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῶν ἑλληνικῶν δασμῶν ἐκεῖνα μόνα ἐκ τῶν εἰσαχθέντων ἐπὶ τῆς κατοχῆς ἐμπορευμάτων, ὅσα κατηναλώθησαν, οὐχὶ δὲ καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν ἐπάνοδον τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν ἔμελλον νὰ καταναλωθῶσιν; Ἐὰν τοῦτο μόνον ἔχῃ νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή, ἐὰν αὐτὴ ἦναι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ τοῦ ἄλλου ζητήματος, κατὰ πόσον δηλονότι νομίμως ἢ μὴ εἰσέπραξαν αἱ τουρκικαὶ ἀρχαὶ ὅσα εἰσέπραξαν τελωνιακὰ δικαιώματα ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων τούτων. Ταῦτα πρέπει νὰ ἐκπεσθῶσιν, εἴτε νομίμως εἰσεπράχθησαν παρ’ αὐτῶν, εἴτε μὴ νομίμως. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν νομίμως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ζητῇ νὰ φορολογήσῃ τὰ μετὰ τὸ διάταγμα καταναλωτέα ἐξ αὐτῶν, ἐκπίπτουσα, ἐννοεῖται τὰ πληρωθέντα τέλη.
§207ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρὸς, κύριε Πρόεδρε.
§208ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον.
§209Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§210ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§211Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Καραστέργιε, ἀφήσατε εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν (θόρυβος).
§212ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ μᾶς κανονίσητε τὴν συζήτησιν (θόρυβος).
§213Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ.
§214ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ἡ οὐσία τοῦ θέματος κεῖται εἰς τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ. Δὲν κεῖται καθόλου εἰς τὰς λεπτομερείας, οὔτε εἰς τὰ ἄρθρα.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἀμφισβητεῖ κανεὶς τὸ δικαίωμα.
§216ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, διὰ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε συνάδελφος, ἐλυπήθην, — καὶ μάλιστα ἐκ Θεσσαλίας, — ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐὰν οὕτω συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, τότε θὰ τύχῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς Βουλῆς.
§217Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μὲ παρεξηγήσατε ἐντελῶς. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλος, ὅτι εἴμεθα εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ ὅτι εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ἔχετε καιρὸν νὰ ὑποβάλητε τὰς τροπολογίας σας.
§218ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ἔθιξα, Κύριοι, εἰς προηγουμένην τῆς Βουλῆς συνεδρίασιν τὸ θέμα, περὶ οὗ πρόκειται σήμερον ἡ συζήτησις. Ἀνέφερα ὑμῖν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐξέδοτο βασιλικὸν διάταγμα ἀπὸ 19 Ἀπριλίου 1898, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτησε νὰ ὑποβάλῃ καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν κατὰ τοὺς ἑλληνικοὺς νόμους κειμένην τελωνιακὴν φορολογίαν ἅπαντα τὰ ἐπὶ τῆς τουρκικῆς κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας εἰσαχθέντα ἐν αὐτῇ ἐμπορεύματα. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἐχαρακτήρισα ὡς ἀντισυνταγματικὸν τὸ παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ληφθὲν μέτρον. Ὑπεστήριξα, ὅτι ἀντίκειται προφανῶς εἰς τὰς διατάξεις τῶν παρ’ ἡμῖν κειμένων τελωνιακῶν νόμων, ἰσχυρισθεὶς ὅτι κατὰ τοὺς ἐκ τῶν διεθνῶν νομίμων ἀπορρέοντας κανόνας, τοὺς ῥυθμίζοντας τὸ θέμα τοῦτο, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀξιώσῃ δικαιώματα φορολογικὰ ἐπὶ πράξεων, (αἵτινες ἔλαβον χώραν ἐν Θεσσαλίᾳ διαρκούσης τῆς κατοχῆς αὐτῆς ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ. Εἰς τὴν γνώμην μου, Κύριοι, ὅτι τὸ βασιλικὸν διάταγμα δὲν στηρίζεται εἰς τοὺς ἑλληνικοὺς νόμους, ἀλλ’ ὅτι ἀντίκειται εἰς τούτους, εἰς τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θέση χεῖρα φορολογικὴν ἐπὶ τῶν θεσσαλικῶν ἐμπορευμάτων, ἔχω σύμφωνον τὴν γνώμην καὶ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὑπογράψαντος καὶ ἐκδόντος τὸ διάταγμα, περὶ οὗ συζητοῦμεν. Ἡ γνώμη ἡ ἀνεπηρέαστος, τὸ πόρισμα τῆς ἐπιστημονικῆς μελέτης τοῦ θέματος ἐκ μέρους τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ εἶναι, ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα φορολογίας ἡ Ἑλλάς. Εἶχεν ἀνακινηθῆ, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐμπορευμάτων παρὰ τῆς δημοσιογραφίας. Ἐπεβλήθη εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ τὸ ἐμελέτησε. Καὶ τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν αὐτοῦ ἦτο, ὅπερ ἀνωτέρω ἐμνημόνευσα. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἦτο ὁ κ. Στρέϊτ, καθηγητὴς ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ ἐπὶ εἰκοσαετίαν καὶ πλέον τοῦ Συνταγματικοῦ καὶ Διεθνοῦς Δικαίου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προτείνῃ μέτρον ἀντικείμενον εἰς τοὺς δύο τούτους κλάδους τῆς νομικῆς ἐπιστήμης. Τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν του διετυπώθη ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν 19 Φεβρουαρίου 1898. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ φορολογίαν ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν ἐμπορευμάτων. Ἐθεώρησε τὴν Θεσσαλίαν, καθὸ διατελοῦσαν ὑπὸ τὴν τουρκικὴν κατοχὴν, ὡς ξένην, οὕτως εἰπεῖν, χώραν, καὶ διὰ τοῦ νομοθετικοῦ μέτρου, ὅπερ ἐζήτει νὰ ψηφίσῃ ἡ τότε Βουλή, παρεδέχετο ὅτι πάντα τὰ ἐμπορεύματα, ὅσα εὑρίσκοντο εἰσηγμένα ἐν Θεσσαλίᾳ, πάντα τὰ ἐμπορεύματα, ὅσα ἔμελλον νὰ καταναλωθῶσιν ἐν αὐτῇ, δὲν ἔχουσι νὰ ὑποστῶσι καμμίαν φορολογίαν, πλὴν ἐκείνης, ἣν ὑπέστησαν ἐπὶ τῆς τουρκικῆς κατοχῆς κατὰ τοὺς τουρκικοὺς τελωνιακοὺς νόμους. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὅμως τὰ ἐμπορεύματα ἤθελον ἐξέλθει τῆς Θεσσαλίας, ἵνα μεταφερθῶσιν εἰς ἄλλας ἐν Ἑλλάδι ἀγορὰς, τότε ἐπεβάλλετο ἐπ’ αὐτῶν φόρος, ὡσεὶ προήρχοντο ταῦτα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Τοιοῦτον, Κύριοι, ἦτο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον ὑμῖν προηγουμένως, ὑπέβαλε κατὰ τὴν 19 Φεβρουαρίου 1898 ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς προηγουμένης Βουλῆς ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόφθασε νὰ ἀναγνωσθῇ κἄν τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἀμέσως τὸν ἐκ τῆς δημοσιογραφίας προξενούμενον θόρυβον ἐπηκολούθησαν φωναὶ διαμαρτυρίας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, προερχόμεναι ἀπὸ ὑπέροχα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ πρόσωπα, διαμαρτυρίας βασιζομένης εἰς τόσον ἐξωγκωμένας πληροφορίας, ὥστε φαίνεται, ὅτι αἱ τοιαῦται διαμαρτυρίαι ἐπηρέασαν πολὺ τὰς σκέψεις καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ. Ὁ ἤδη ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς, Βουλευτὴς Λοκρίδος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον, ἐν τῇ ἰδίᾳ συνεδριάσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ κ. Στρέϊτ, μετὰ τῆς συνήθους αὐτῷ σφοδρότητος ἐπετέθη ἐπὶ τοσοῦτον κατὰ τῶν διατάξεων καὶ τοῦ περιεχομένου αὐτοῦ, ὥστε φαίνεται ζαλισθεὶς ἐκ τῶν σφοδρῶν τούτων παρατηρήσεων ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εὐθὺς ἀμέσως ἐζήτησε νὰ μεταβάλῃ τακτικήν. Ἰδοὺ τί ἀνήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λοκρίδος (ἀναγινώσκει): «Ἔχουσι συγκεντρωθῇ ἐκεῖ, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, περὶ τὰς 50 ἕως 60 χιλιάδες σάκκοι ζακχάρεως, ἀνάλογοι σάκκοι καφὲ, ἀνάλογα ἄλλα ἐμπορεύματα. Ἔχουσι κάμει ἀποθήκας, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ἅμα τῇ ἐκκενώσει τῆς Θεσσαλίας θὰ ἠδύναντο μὲ αὐτὰ νὰ καταπλημμυρήσωσι τὴν ἄλλην Ἑλλάδα ἄνευ δασμοῦ. Διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως ἐπὶ τριετίαν μὴ ἐπιτρέπηται ἡ ἐξαγωγὴ τῶν ἐμπορευμάτων τούτων ἐκ Θεσσαλίας εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα. Ἐπιτρέπεται μόνον διὰ Βόλου, καὶ τότε τὰ ἐκεῖθεν διερχόμενα ἐμπορεύματα ὑποβάλλονται εἰς δασμὸν, ὡς εἰ προήρχοντο ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐδεμία καταπολέμησις γίνεται οὕτω πως τῆς αἰσχρᾶς ταύτης κερδοσκοπίας. Χάριν τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον μόνον ἐκ τῆς ζακχάρεως δύναται νὰ στερηθῇ δασμὸν 4,000,000 δραχμῶν, ἐκτὸς τῆς ἄλλης ζημίας, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῇ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ τοῦ καφὲ καὶ ἄλλων ἐμπορευμάτων, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ῥιζικώτερον, ὅπως ἐξασφαλισθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἐξασφαλισθῇ δὲ καὶ ὁ συναγωνισμὸς πρὸς τὴν κακοήθη αὐτὴν κερδοσκοπίαν εἰς τὸ ἔντιμον ἐμπόριον.» Ἀνεβιβάζετο, Κύριοι, τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ὅπερ ἤθελεν ἀπολέσει τὸ Δημόσιον ἄνω τῶν δέκα ἑκατομμυρίων δραχμῶν.
§219ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Αὐτὰ εἶναι ἰδικά σας.
§220ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Εἴπετε ὅτι μόνον ἐκ τῆς ζακχάρεως ἤθελε ζημιωθῆ τὸ Δημόσιον ἄνω τῶν 4,000,000 δραχμῶν, ἀφοῦ ὑπελογίσατε, ὅτι εἶχον ἐναποθηκευθῆ 50–60 χιλιάδες σάκκοι· ἀνάλογα εἴπετε διὰ τὸν καφὲν, ἀνάλογα διὰ τὰ ἄλλα ἐμπορεύματα.
§221ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀνάλογα εἶναι ὀκτὼ, ἀνάλογα εἶναι δώδεκα καὶ ἀνάλογα εἶναι...
§222Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τοιαύτην κλίμακα ὑπολογίζοντες, θὰ τὰ ἀναβιβάσητε εἰς 400 ἑκατομμύρια.
§223ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ἐγὼ, βεβαίως ὄχι. Διότι ἐγὼ δὲν κάμνω τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπαναλαμβάνω σήμερον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη πέρυσιν.
§224ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λάβετε τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ καὶ τὰ βλέπετε.
§225ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην Βουλευτὴς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως πᾶν ὅ,τι εἶπον τὸ ἀνέγνωσα εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς (σελ. 214 τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς τελευταίας Συνόδου τῆς παρελθούσης Περιόδου), ἐν οἷς εὑρίσκεται κατὰ γράμμα πᾶν ὅ,τι εἶπον.
§226ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. 4,000,000 τὰ λέγει;
§227ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Μόνον διὰ τὴν ζάκχαριν, ὡς εἶπον, ὑπελόγιζε δασμὸν 4,000,000, καὶ ἀνάλογα ποσὰ διὰ τὸν καφὲν καὶ τὰ ἄλλα ἐμπορεύματα.
§228ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μόνον εἰς τὸν νοῦν σας ἠμπορεῖ νὰ σχηματισθῇ.
§229ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω ξηρῶς ὅ,τι ἐλέχθη παρ’ ὑμῶν. Τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην ἐπηκολούθησεν ἑτέρα διαμαρτυρία ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Καὶ οὗτος ἐβεβαίωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι, καθ’ ἃς εἶχε πληροφορίας, ὁ τελωνιακὸς δασμὸς ἤθελε φθάσει τὸ ποσὸν τῶν 10,000,000. Τὸ ὀλιγώτερον 8,000,000. Συνεπείᾳ τῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ γενομένων σφοδρῶν παραστάσεων, συνεπείᾳ τῶν ἀπειλῶν τῆς δημοσιογραφίας, ἡ ὁποία, λαβοῦσα περισσότερον θάρρος ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ γενομένων συζητήσεων, ἠπείλει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ἂν δὲν σπεύσῃ νὰ λάβῃ μέτρα πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἦτο ἔνοχος σπουδαίας ζημίας τούτων, ἐκθετούσης αὐτὸν εἰς τὸν κίνδυνον τῆς ἐνώπιον εἰδικοῦ δικαστηρίου παραπομπῆς διὰ τοιαύτην πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου παράλειψιν, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν λίαν στενοχώρῳ θέσει εὑρεθεὶς, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν αἱ ἀπειλαὶ εἶχον πολλὴν πέρασιν, ἐθεώρησεν ἑαυτὸν ὑπόχρεον νὰ μεταβάλῃ ἀπόφασιν καὶ ἀποσύρῃ τὸ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, καὶ ὑπεσχέθη νὰ λάβῃ μέτρα, οἷα τὰ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποδειχθέντα. Καὶ οὕτω κατέληξεν εἰς τὸ διάταγμα τῆς 19 Ἀπριλίου 1898. Ἀλλὰ δὲν ἦτο καὶ τόσον εὔκολος ἡ μεταβολὴ τῆς σκέψεως καὶ ἡ λῆψις μέτρων ἐντελῶς διαφόρων πρὸς τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἄνευ τῆς εὑρέσεως δικαιολογητικῆς βάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ στηρίξῃ τὴν ἀπόφασίν του ταύτην ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐσκέφθη ἐπ’ ἀρκετὸν, καὶ μετὰ τὴν μακρὰν ταύτην σκέψιν ἐνόμισεν, ὅτι εὗρε νομικὴν βάσιν, δικαιολογοῦσαν τὰ διὰ τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος λαμβανόμενα μέτρα. Ἐν τῇ ὑπουργικῇ ἐγκυκλίῳ, ἡ ὁποία συνώδευε τὸ ἐκδοθὲν βασιλικὸν διάταγμα, ἀνέφερεν, ὅτι, ἐπειδὴ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ τουρκικῆς κατοχῆς ἡ ἑλληνικὴ κυριαρχία ὑφίστατο ἐν αὐτῇ ἐνεργὸς, καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὸν χρόνον τῆς αὐτῆς κατοχῆς ἐλειτούργουν ἐν Θεσσαλίᾳ οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι, οἱ κάτοχοι ἐμπορευμάτων εἶναι παραβάται τῶν δυνάμει τῆς ἰσχύος καὶ ἐνεργείας τῆς ἑλληνικῆς κυριαρχίας ἰσχυόντων καὶ λειτουργούντων ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἑλληνικῶν νόμων, ὅτι ὤφειλον νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς αὐτοὺς, καὶ ἐπειδὴ δὲν συνεμορφώθησαν, δέον νὰ ὑποβληθῶσι σήμερον εἰς τὴν φορολογίαν, ἣν κανονίζει τὸ βασιλικὸν διάταγμα, ἀπαγγελλομένων τῶν ποινῶν τοῦ λαθρεμπορίου κατ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἤθελον συμμορφωθῆ πρὸς τοῦτο! Ἀλλὰ, Κύριοι, οἱ ὁμιλοῦντες περὶ ἰσχύος καὶ ἐνεργείας τῆς ἑλληνικῆς κυριαρχίας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐν Θεσσαλίᾳ, οἱ ὁμιλοῦντες περὶ τῆς λειτουργίας τῶν ἑλληνικῶν νόμων, ἢ ἀγνοοῦσι τὴν κατάστασιν, τὴν δημιουργηθεῖσαν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐκ τῆς εἰσβολῆς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἢ λησμονοῦσι ταύτην. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχωσιν οἱ λησμονοῦντες αὐτὴν, ἡμεῖς οὐδέποτε θέλομεν τὴν λησμονήσει. Ἀφῆκε τοιαῦτα ἴχνη εἰς τὴν ψυχὴν πάντων ἡμῶν τῶν κατοικούντων ἐν Θεσσαλίᾳ, ὥστε θὰ παρέλθωσι γενεαὶ γενεῶν, διὰ νὰ λησμονήσωμεν τὰς φρικαλέας δι’ ἡμᾶς συνεπείας τῆς εἰσβολῆς τοῦ ἐχθροῦ καὶ τῆς ἐπὶ δεκαπεντάμηνον διαμονῆς αὐτοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ. Μᾶς ὁμιλοῦσι, Κύριοι, περὶ ἰσχύος καὶ ἐνεργείας τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας τῆς Ἑλλάδος ἐν Θεσσαλίᾳ εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδ’ ἴχνος κἂν, ἐνδεικνύον τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας ἐν Θεσσαλίᾳ, εἶχεν ἀπομείνει ἐν αὐτῇ. Στρατὸς ἑλληνικὸς ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπως γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, δὲν ὑπῆρχεν, ἐκδιωχθεὶς ὑπὸ τοῦ νικηφόρου τουρκικοῦ στρατοῦ πολὺ ἐκεῖθεν τῆς παλαιᾶς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἡ σημαία ἡ ἑλληνικὴ, τὸ σύμβολον τὸ ἐκδηλοῦν τὴν ἐπὶ τῆς χώρας ὕπαρξιν τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους, καταρρακωθεῖσα ὑπὸ τοὺς πόδας τοῦ νικητοῦ, εἶχεν ἀντικατασταθῆ ὑπὸ τῆς τουρκικῆς, καὶ ἡ ἡμισέληνος ἐκυμάτιζεν ὑπερήφανος εἰς τὰ ἐν Λαρίσῃ ἀνάκτορα τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων Γεωργίου τοῦ Αʹ. Τὰ ἐθνικὰ βασιλικὰ σήματα θρυμματισθέντα ἐρρίφθησαν εἰς τὰς ὁδοὺς, καὶ ἐκεῖ, ὅπου μέχρι τῆς πρωΐας τοῦ Μ. Σαββάτου κατῴκει ὁ υἱὸς τοῦ Βασιλέως ἡμῶν, ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου καὶ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ, εἶχεν ἐγκαταστῆ ὁ ἀρχιστράτηγος τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ μετὰ τοῦ νικηφόρου ἐπιτελείου του. Ὁμιλοῦσι περὶ ἐθνικῆς κυριαρχίας ἐν Θεσσαλίᾳ εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε καταργηθῆ ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα, εἶχεν ἀνακηρυχθῆ ὡς ἐπίσημος τοιαύτη ἡ τουρκική, καὶ διὰ νὰ δύνανται οἱ πολῖται νὰ ἐπικοινωνήσωσι πρὸς τὰς ἐν Θεσσαλίᾳ ἐγκαθιδρυθείσας τουρκικὰς ἀρχὰς, ἔπρεπε νὰ προστρέχωσιν εἰς τοὺς ἐκ τῶν διαφόρων μερῶν τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Ἀσίας κατακλύσαντας τὴν Θεσσαλίαν ἀρτζοχαλτζῆδες, διὰ νὰ συντάττωσιν ἀρτζοχάλια, ἀφοῦ ἐπλήρωνον ἕνα καὶ δύο ἀργυροῦς μετζιτιέδες δι’ ἕκαστον αὐτῶν, ὅπως δυνάμει τούτων κατορθῶσι νὰ ἐμφανισθῶσι, γονυκλινεῖς καὶ περίτρομοι, ἐνώπιον οἱασδήποτε τουρκικῆς ἀρχῆς! Ὁμιλοῦσι, Κύριοι, περὶ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅταν ἦναι γνωστὸν, ὅτι ὁλόκληρον τὸ ἐν Ἑλλάδι ἰσχῦον φορολογικὸν σύστημα εἶχεν ἄρδην ἀνατραπῆ ὑπὸ τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν, ὅταν εἶχον συσταθῆ δικαστήρια τουρκικὰ, ὑπὸ Τούρκων, κατὰ τὸ πλεῖστον, δικαστῶν ἀπαρτισθέντα καὶ ἐκδίδοντα ἀποφάσεις εἰς τὴν τουρκικὴν γλῶσσαν! Εἶπον, Κύριοι, ὅτι εἶχεν ἀνατραπῆ σύρριζα ὁλόκληρον τὸ φορολογικὸν καθεστὼς, τὸ κατὰ τοὺς ἑλληνικοὺς νόμους ἰσχῦον. Ἐπληρώσαμεν φόρους ἀγνώστους εἰς τὴν ἑλληνικὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν, ἐπληρώσαμεν φόρους δεκαπλασίους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωμεν κατὰ τοὺς ἑλληνικοὺς νόμους καὶ κατὰ τὰ διεθνῆ νόμιμα. Ἐπληρώσαμεν, Κύριοι, φόρον κεφαλικὸν, ἐπληρώσαμεν τεμετοὺ, ἐπληρώσαμεν βεργκιοῦ. Γνωρίζετέ που τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας ὑπάρχοντας καὶ ἀναγεγραμμένους τοιούτους φόρους; Ἐπληρώσαμεν, Κύριοι, τὸν φόρον τῆς δεκάτης, φόρον κατηργημένον ἐν Ἑλλάδι πρὸ εἰκοσαετίας. Ἐπληρώσαμεν φόρον ποιμνιακὸν πέντε γρόσια κατὰ κεφαλὴν, ἤτοι ποσὸν πενταπλάσιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κατὰ τοὺς ἑλληνικοὺς νόμους ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωμεν. Ἐπληρώσαμεν φόρον ἐξαγωγικὸν ἐπὶ παντὸς ἐμπορεύματος, τὸ ὁποῖον ἐξήχθη ἐκ τοῦ λιμένος Βόλου, ἐνῷ, ὡς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, τοιοῦτος ἐξαγωγικὸς δασμὸς μόνον κατ’ ἐξαίρεσιν τίθεται ἐν Ἑλλάδι. Ὑπεβλήθημεν, Κύριοι, εἰς φορολογίαν οὕτω φοβερὰν καὶ ἀνυπόφορον, ὥστε ἐξηντλήθησαν καὶ αἱ ἀστικαὶ καὶ αἱ ἀγροτικαὶ τάξεις, καὶ ἂν ὀλίγιστον ἀκόμη χρόνον ἐξηκολούθει ἐν Θεσσαλίᾳ ἡ τουρκικὴ κατοχὴ, ἠθέλομεν περιέλθει εἰς πλήρη καὶ ἀνεπανόρθωτον καταστροφήν. Ποῦ εὑρίσκετο, Κύριοι, τότε ἡ ἑλληνικὴ κυριαρχία διὰ νὰ μᾶς προστατεύσῃ κατὰ τῆς ἀδίκου, τῆς παρανόμου ταύτης φορολογίας, τῆς τελουμένης κατὰ προφανῆ παραβίασιν τῶν κανόνων τοῦ διεθνοῦς δικαίου; Ποῦ ἡ φωνὴ τῆς διαμαρτυρίας, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τοὺς διεθνεῖς νόμους νὰ φορολογήσῃ ὁ καταλαβὼν χώραν τινὰ ἐπὶ πλέον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡ τέως ἐξουσία ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ; Ἐκοιμᾶτο, Κύριοι, ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία, διὰ νὰ ἐξυπνήσῃ τὴν 25 Μαΐου 1898 καὶ ζητήσῃ οὐχὶ νὰ θεραπεύσῃ τὰς χαινούσας καὶ αἱμασσούσας πληγὰς τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιβάλῃ νέαν φορολογίαν ἐπὶ σχέσεων λαβουσῶν χώραν διαρκούσης τῆς τουρκικῆς κατοχῆς. Δὲν ἤρκουν, βλέπετε, ὅσα ὑπέστημεν κατὰ τὸν χρόνον αὐτῆς, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, διὰ νὰ ἐπιβαρύνῃ ἡμᾶς ἔτι περισσότερον, μὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς καταστροφὰς, ἃς ὑπέστημεν διὰ τῆς διαρπαγῆς ἁπάσης τῆς κινητῆς περιουσίας τῶν τε ἀστῶν καὶ τῶν χωρικῶν, διὰ τῶν φοβερῶν ζημιῶν, αἵτινες ἐπηνέχθησαν ἐπὶ τῆς ἀκινήτου ἡμῶν περιουσίας διὰ τῶν καθ’ ἑκάστην ἐπιβαλλομένων ἀγγαρειῶν, εἰσφορῶν ἀναγκαστικῶν καὶ ἄλλων πολυωνύμων καὶ πολυειδῶν βαρῶν. Ὁμιλοῦσι, Κύριοι, περὶ ἑλληνικῆς κυριαρχίας ἐν Θεσσαλίᾳ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν, ὡς εἶπον ὑμῖν προηγουμένως, τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια εἶχον ἐντελῶς ἐξαφανισθῆ ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς Θεσσαλικῆς χώρας, Τοῦρκοι δὲ δικασταὶ, τὴν Commission ἀποτελοῦντες, ἐξέδιδον ἀποφάσεις τουρκιστὶ γεγραμμένας καὶ στηριζομένας ἐπὶ τῶν τουρκικῶν νόμων. Ὁμιλοῦσι περὶ ἑλληνικῆς κυριαρχίας, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων Γεωργίου τοῦ Αʹ «ἐντέλλεται κλπ.» εἶχεν ἀντικατασταθῆ διὰ τοῦ μουντζεπίντζε «ἐν ὀνόματι τοῦ Σουλτάνου Χαμὶτ Χάν!» Εἶνε δυνατὸν, Κύριοι, ὕστερον ἀπὸ τὰ γεγονότα ταῦτα, νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ γνώμη, ὅτι ὑπῆρχεν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐν ἰσχύϊ καὶ ἐνεργείᾳ ἡ ἑλληνικὴ κυριαρχία, καὶ ὅτι δικαιοῦται τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον νὰ ἀσκήσῃ τὰ ἐκ τῆς κυριαρχίας πηγάζοντα φορολογικὰ δικαιώματά του, καὶ ὅτι οἱ κατὰ τὸν χρόνον τῆς τουρκικῆς κατοχῆς εἰσαγαγόντες ἐν Θεσσαλίᾳ ἐμπορεύματα δέον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες δὲν ὑπῆρχον κατὰ τοὺς νόμους καὶ κατὰ τὰ διεθνῆ νόμιμα ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην; Ἡ ἑτέρα βάσις τῆς ἐγκυκλίου, τῆς συνοδευούσης τὸ βασιλικὸν διάταγμα, εἶναι, ὅτι ἐλειτούργουν ἐν Θεσσαλίᾳ οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι, καὶ ὤφειλον οἱ Θεσσαλοὶ νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τούτους. Ἀπορῶ, σᾶς βεβαιῶ, μὲ τοὺς παραδεχομένους καὶ ὑποστηρίζοντας τὴν ἰδέαν ταύτην. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, Κύριοι, ἰσχὺν καὶ λειτουργίαν νόμων ἄνευ τῆς ὑπάρξεως τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν εἶναι τεταγμένα διὰ τὴν λειτουργίαν καὶ ἐφαρμογὴν αὐτῶν; Ποῦ ὑπῆρχον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἱ Ἕλληνες ὑπάλληλοι, ἵνα δι’ αὐτῶν λειτουργήσωσι καὶ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι; Πάντες παντὸς κλάδου οἱ ὑπάλληλοι εἶχον φύγει ἐκ Θεσσαλίας πολὺν πρὸ τῶν πολιτῶν χρόνον, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἷς μόνος εἶχεν ἀπομείνει τὴν πρωΐαν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὁ ὁποῖος ἠσχολεῖτο νὰ προμηθευθῇ πετρέλαιον, διὰ νὰ καύσῃ τὴν Λάρισαν! Ὅταν, Κύριοι, τὰ πράγματα ἔχωσιν οὕτως, εἶναι δεδικαιολογημένη, εἶναι νόμιμος ἡ βάσις τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος, ἀξιοῦντος ὅτι οἱ Θεσσαλοὶ ἔπρεπε νὰ συμμορφωθῶμεν μὲ διατάξεις νόμων, οἱ ὁποῖοι λόγῳ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ δημιουργηθείσης καταστάσεως ἦτο ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ λειτουργήσωσι καὶ νὰ ἐφαρμοσθῶσι; Συζητῶ, Κύριοι, τὸ ἐπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δικαίου, ὅπερ ἔχουσιν οἱ Θεσσαλοὶ κάτοχοι ἐμπορευμάτων, ἀποκρούοντες ὡς παράνομον καὶ ἀντισυνταγματικὴν τὴν διὰ τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος ἐπιβαλλομένην φορολογίαν, συζητῶ αὐτὸ οὐχὶ μόνον ἐκ τοῦ λόγου ὅτι ὀλεθρίαν θέλει ἀσκήσει ἐπὶ τοῦ θεσσαλικοῦ ἐμπορίου ἐπίδρασιν ἡ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ζητουμένη πρόσθετος φορολογία, ἥτις θέλει φέρει μεγίστας ζημίας εἰς τὸ εὐπαθέστατον καταστὰν ἐκ τῶν συμφορῶν τοῦ πολέμου Θεσσαλικὸν ἐμπόριον, συζητῶ αὐτὸ καὶ ἐξ ἄλλου ἐπιτακτικωτέρου λόγου, τὸν ὁποῖον ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλήν. Μετὰ θλίψεως βλέπω, Κύριοι, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν ἐκ τοῦ πολέμου δημιουργηθεῖσαν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐλεεινὴν κατάστασιν, καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ ἡ προκάτοχος αὐτῆς ἐνόμισαν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μόνον δικαιώματα ἔχει νὰ ἐνασκήσῃ ἀπέναντι τῆς Θεσσαλίας, καὶ ὅτι αὐτὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν προστασίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους πρὸς θεραπείαν τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων ἀναγκῶν αὐτῆς. Ὅταν γίνηται λόγος περὶ ὑποχρεώσεων τῶν λοιπῶν τμημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους πρὸς τὴν Θεσσαλίαν, περὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἵνα ἐπέλθῃ ἀρωγὸν εἰς τὰς πολυειδεῖς ἀνάγκας αὐτῆς, παρατηρῶ ὅτι πᾶσα τοιαύτη σύστασις οὐ μόνον δὲν εἰσακούεται, ἀλλὰ καὶ ἐπιζητεῖται ἡ διὰ παντὸς τρόπου ἀπόκρουσις καὶ ἀπόρριψις αὐτῆς. Ὅταν γίνηται πρότασίς τις ἐκ μέρους ἡμῶν, εἰς τοιοῦτον ἀποβλέπουσα σκοπὸν, τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καταλαμβάνονται ὑπὸ σφοδρᾶς ἀγανακτήσεως, ὡσὰν νὰ εἶχεν ἐξενεχθῇ δεινὴ ὕβρις κατ’ αὐτῶν! Ὁ τρόπος, Κύριοι, καθ’ ὃν προσηνέχθησαν ἐν συναυλίᾳ γνώμης οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τρικκάλων βουλευτὴν κ. Κριεμάδην κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν Θεσσαλῶν φοιτητῶν ἀπὸ τῆς καταβολῆς τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, μὲ πείθει, ὅτι πᾶσα ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας σύστασις θέλει ὡρισμένως ναυαγήσει. Ὁ ἐκ Τρικκάλων συνάδελφος εἶχε συστήσει νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ ἐκ Θεσσαλίας φοιτηταὶ τοῦ ὅλου τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ οὐχὶ τοῦ ἡμίσεος, ὡς εἶχε τὸ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἀπήντησαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εἰς τὴν σύστασιν ταύτην τοῦ Βουλευτοῦ Τρικκάλων, ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν μεγάλην εἰς ὅλην τὴν Βουλήν. Ἡ εἰς ἐμὲ γεννηθεῖσα ἐντύπωσις ὑπῆρξε, σᾶς τὸ ὁμολογῶ, ὀδυνηρὰ, καὶ ὑπὸ τῆς θλίψεως ταύτης κατεχόμενος, ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἂν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀξιοῖ δικαιώματα ἀπέναντι τῆς Θεσσαλίας, ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἔχει καὶ ἱερὰς ἀπέναντι αὐτῆς ὑποχρεώσεις, καὶ ὅτι ὀφείλει, ἀκολουθοῦν τὰ ἱστορικὰ παραδείγματα τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, νὰ ἐκτελέσῃ πρότερον τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, καὶ κατόπιν νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ἐνασκήσεως δικαιωμάτων. Εὑρέθησαν, Κύριοι, καὶ ἄλλα Κράτη ἀπέναντι τμημάτων τῆς χώρας αὐτῶν εἰς ἣν θέσιν εὑρέθη ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τῆς Θεσσαλίας. Ἡ Γαλλία κατὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον τοῦ 1870 εὑρέθη ἀπέναντι τῶν ἐπαρχιῶν, ἃς κατέλαβεν ὁ γερμανικὸς στρατὸς, εἰς ἣν θέσιν εὑρέθη ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλ’ ὁποία διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡμῶν! Ἐμερίμνησε τότε τὸ Γαλλικὸν Κράτος νὰ μὴ εἰσπράξῃ ὁ γερμανικὸς στρατὸς οὔτε λεπτὸν ἐκ τῶν παρὰ τῶν Γάλλων πολιτῶν ὀφειλομένων φόρων, τὴν εἴσπραξιν τῶν ὁποίων ἐπεφυλάξατο ἑαυτῷ τὸ Γαλλικὸν Κράτος, καὶ κατώρθωσεν, ὥστε οἱ Γάλλοι πολῖται δὲν ἐπλήρωσαν οὔτε ὀβολὸν πλειότερον τῶν φόρων ἐκείνων, οὓς ὤφειλον πρὸς τὸ Γαλλικὸν Κράτος ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν. Ἂν δέ ποτε ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ κατάχρησίς τις καὶ εἰσέπραξεν οὗτος αὐθαιρέτως φόρους παρὰ τῶν Γάλλων πολιτῶν, ἔσπευσεν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ εἰς τοὺς Γάλλους πολίτας μέχρι λεπτοῦ πᾶν ὅ,τι οὗτοι ἐξηναγκάσθησαν νὰ πληρώσωσιν εἰς τὸν γερμανικὸν στρατὸν, ἐνῷ ἡμεῖς ἠναγκάσθημεν νὰ πληρώσωμεν εἰς τὸν τουρκικὸν στρατὸν δεκάδας ἑκατομμυρίων δρ. φόρους πολὺ ἀνωτέρους ἐκείνων, οὓς ὠφείλομεν πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, χωρὶς οὐδαμόθεν νὰ ἀκουσθῇ ὑπὲρ ἡμῶν φωνὴ διαμαρτυρίας διὰ τὴν καθ’ ἡμῶν γενομένην καταπίεσιν ταύτην, χωρὶς νὰ παρασχεθῇ εἰς ἡμᾶς καμμία βοήθεια πρὸς ἀνακούφισιν ἡμῶν ἀπὸ τῶν παρανόμων καὶ καταθλιπτικωτάτων φόρων, οὓς ἐπέβαλεν ἡμῖν ἡ πλεονεξία καὶ ἁρπακτικότης τῶν ἀρχῶν τῆς τουρκικῆς κατοχῆς. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον νομίζει, ὅτι ἐν ὀνόματι τῆς ἰσχύος καὶ ἐνεργείας τῆς κυριαρχίας αὐτοῦ δικαιοῦται νὰ εἰσπράξῃ παρ’ ἡμῶν φόρους ἀναγομένους εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς ξενικῆς κατοχῆς, δὲν φρονεῖτε, ὅτι ἔχει ἐκ τῶν αὐτῶν λόγων ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς πληρωμῆς πρὸς ἡμᾶς ὅλων τῶν προξενηθεισῶν ἡμῖν ζημιῶν ἐκ τῶν παρανόμων καὶ τυραννικῶν καταπιέσεων καὶ ἐκβιάσεων, ἃς ἤσκησαν καθ’ ἡμῶν ἐπὶ δεκαπεντάμηνον αἱ τουρκικαὶ ἀρχαί; Ἀλλὰ περὶ τοιαύτης τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ὑποχρεώσεως, ὑποχρεώσεως ἀπορρεούσης καὶ ἐκ νομικῶν λόγων καὶ ἐκ λόγων ἠθικῶν, τοῦ ἱεροῦ συνδέσμου τῆς στενῆς ἀλληλεγγύης, ἥτις δέον νὰ ὑφίσταται μεταξὺ ὅλων τῶν τμημάτων τοῦ ἔθνους ἡμῶν, οὔτε λέξιν ἐννοοῦν νὰ ἀκούσωσιν οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Ὑπουργοί! Ἐν Γαλλίᾳ, Κύριοι, τὴν διατροφὴν τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐν Γαλλίᾳ διαμονῆς αὐτοῦ εἶχεν ἀναλάβει τὸ Γαλλικὸν Κράτος. Οὔτε ὀβολὸν εἰς χρήματα ἢ εἰς εἶδος ὑπεχρεώθη νὰ καταβάλῃ ὁ Γάλλος πολίτης πρὸς συντήρησιν καὶ διατροφὴν τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοῦ. Καὶ ἡμεῖς, ἀφοῦ διεθρέψαμεν ἐπὶ δεκαπεντάμηνον ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδας τουρκικοῦ στρατοῦ, χωρὶς νὰ μᾶς ἐρωτήσῃ κανείς, ἐὰν, ποῦ καὶ πῶς ἠδυνάμεθα νὰ οἰκονομῶμεν τὰ πρὸς διατροφὴν αὐτοῦ ἀπαιτούμενα, ἀφοῦ πρὸς ἐξοικονόμησιν τούτων ἐστερήθημεν πάσης τῆς κινητῆς ἡμῶν περιουσίας, ἀφοῦ οἱ χωρικοὶ πληθυσμοὶ ἀφῃρέθησαν ὅλων τῶν κτηνῶν των καὶ παντὸς οἱουδήποτε ἐφοδίου, ὅπερ εἶχον διαφυλάξει πρὸς διατροφὴν ἑαυτῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν των, ἀναγκασθέντες νὰ παραδώσωσι ταῦτα πάντα εἰς τὸν τουρκικὸν στρατὸν, ζητούμεθα νὰ πληρώσωμεν καὶ φόρους ἀναγομένους εἰς τὴν ἀπαισίαν ἐκείνην ἐποχήν! Καὶ περὶ ὑποχρεώσεως τοῦ Δημοσίου ν’ ἀποζημιώσῃ ἡμᾶς, διότι ἐπεβλήθησαν ἡμῖν βάρη, ἅτινα ἀποκλειστικῶς ἐβάρυνον καὶ βαρύνουν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, οὔτε λέξις ἠκούσθη ἀκόμη! Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσητε, Κύριοι, ὁποία εἶναι καὶ ἡ ἠθικὴ συνδρομὴ, ἣν παρέχει τὸ Κράτος εἰς τοὺς τοσαῦτα παθόντας Θεσσαλοὺς, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ ἑξῆς. Τινὲς ἐκ τῶν παρασχόντων εἰς τὸν τουρκικὸν στρατὸν εἴδη διατροφῆς ἔλαβον εἰς χεῖρας αὐτῶν ἀποδείξεις, μπασματάδες, ἵνα δυνάμει αὐτῶν πληρωθῶσι παρὰ τοῦ τουρκικοῦ ταμείου. Βλέπομεν τούτους, Κύριοι, ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος μεταβαίνοντας ἀπὸ Λαρίσης εἰς Ἀθήνας καὶ ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Κωνσταντινούπολιν, προσπαθοῦντας μόνους δι’ ἰδίων αὐτῶν χρημάτων καὶ διὰ τῶν ἀτομικῶν ἐνεργειῶν των νὰ ἐπιτύχωσι τὴν παρὰ τοῦ τουρκικοῦ ταμείου πληρωμήν. Οὐδεμίαν βοήθειαν παρέσχεν αὐτοῖς μέχρι σήμερον οὔτε ἡ σημερινὴ οὔτε ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Μίαν διακοίνωσιν δὲν ἐπείσθη ἀκόμη νὰ κάμῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Τουρκίαν διὰ τὴν ἐκ μέρους ταύτης ἀθέτησιν ὑποχρεώσεως ἀπορρεούσης καὶ ἀποδεικνυομένης ἐκ δημοσίων ἐγγράφων, ἐκδεδομένων καὶ ὑπογεγραμμένων παρὰ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ τουρκικῶν ἀρχῶν! Κατωρθώθη ὅμως, Κύριοι, κατόπιν πολλῶν παρακλήσεων καὶ ἐνεργειῶν, νὰ πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δώσῃ εἰς τοὺς καὶ πάλιν τελευταῖον εἰς Κωνσταντινούπολιν μεταβάντας κατόχους μπασματάδων μίαν συστατικὴν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Γραμματέα τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας ἡμῶν! Βλέπετε ὅτι καὶ ἐκεῖ, ὅπου δὲν πρόκειται περὶ χρηματικῶν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως θυσιῶν, εἰς ὑπόθεσιν ἀπαιτοῦσαν διπλωματικὴν μόνον ἐνέργειαν, ἀπελπιστικὴν ἀδράνειαν ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως! Καὶ κατόπιν τούτων πάντων, σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, ἂν δὲν πρέπῃ νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν ἐπιδεικνυμένην πρὸς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὰ συμφέροντα τῶν Θεσσαλῶν ἀδιαφορίαν! Τελευτῶν τὸν λόγον, ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει ψηφίσει μέτρον, τὸ ὁποῖον καὶ παράνομον εἶναι καὶ εἰς τοὺς κανόνας τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου προσκρούει, τὴν ἀπόκρουσιν τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλει ἡ εἰς βάρος τῆς Θεσσαλίας ἐπὶ δέκα πέντε ὅλους μῆνας ἀσκηθεῖσα ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ ἀπηνὴς φορολογία, καὶ τὸ δεινὸν μαρτυρολόγιον, ὅπερ ὑπὸ πάσας τὰς ἐπόψεις ὑπέστη κατὰ τὸ μακρὸν τοῦτο χρονικὸν διάστημα ἡ ἀτυχὴς Θεσσαλία. (Εὖγε! εὖγε!).
§230Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου, μετὰ τοῦ ὁποίου δὲν εἶμαι ἐν ὁμοφωνίᾳ ἐν τῷ προκειμένῳ ζητήματι. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Θεσσαλία ὑπέστη τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπεβλήθη εἰς τὰς φορολογίας, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν, ἀλλὰ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν τοὺς φόρους ἐκείνους, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιέσθησαν μὲ τὰ βάρη, τῶν ὁποίων ὁ συνάδελφος ἐμνημόνευσε, δὲν εἶναι οἱ αὐτοὶ μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἔρχονται νὰ καρπωθῶσιν ἐξ ὀνόματος τῶν θυσιῶν τῶν ἄλλων τὰ ὠφελήματα, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου παρέχει τὸ Κράτος· οὗτοι ἀποτελοῦσι μίαν ὡρισμένην τάξιν ἐμπόρων, πολὺ περιωρισμένου ἀριθμοῦ, οἵτινες διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει ἡ Κυβέρνησις, πρόκειται νὰ κερδοσκοπήσουν, πρόκειται εἰς βάρος τοῦ ἀτυχοῦς Ἑλληνικοῦ ταμείου νὰ κερδήσουν ἑκατοντάδας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν, ἢ καὶ ἑκατομμύριον ὁλόκληρον, ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Λαρίσης ἐντίμου συναδέλφου· διότι ὁ ἐκ Λαρίσης συνάδελφός μου ἀξιοῖ νὰ ἀκυρωθῇ τὸ διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν τὰ εἰσαχθέντα ἐμπορεύματα κατὰ τὴν κατοχὴν τῆς Θεσσαλίας, καὶ τοιουτοτρόπως 1,700,000 δραχμὰς ὑποθέτω ὅτι πρόκειται νὰ χαρίσωμεν εἰς τοὺς ἐκ Βόλου ἐμπόρους, διότι οἱ ἄλλοι ἔμποροι τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τῆς Θεσσαλίας οὐδὲν ἔχουσι νὰ ὠφεληθῶσιν. Ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν ἔθηκεν ὁ ἐκ Λαρίσης συνάδελφος, προβαλὼν, ὅτι εἶχε καταργηθῆ ἡ κυριαρχία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἕνεκα τούτου δὲν δικαιοῦται τοῦτο νὰ φορολογήσῃ τὰ ἐμπορεύματα, τὰ εἰσαχθέντα κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο, δὲν εἶναι ἀληθής. Πάντες γνωρίζομεν ὅσοι ἠψάμεθα τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, ὅτι ἡ κυριαρχία δὲν καταργεῖται διὰ τῆς εἰσβολῆς ἑνὸς στρατεύματος καὶ διὰ τῆς προσωρινῆς κατοχῆς τμήματος χώρας τινός· τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει ὁ ἔντιμος συνάδελφος, οὐδεὶς συγγραρεὺς τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου ἀποδέχεται. Ἡ κυριαρχία Κράτους τινὸς καταργεῖται, ὅταν εἰσβάλῃ ξένος στρατὸς, εἴτε διὰ τῆς συγχωνεύσεως, ὅταν δηλαδὴ καταλυθῇ τελείως ἡ ἀρχὴ τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ὑπέστη τὴν εἰσβολὴν, καὶ δὲν ὑπάρχῃ πλέον Πολιτεία τοῦ Κράτους ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἡ εἰσβολή· τότε συγχωνεύεται, ἀπορροφεῖται τὸ Κράτος ἐκεῖνο, καὶ δὲν ὑφίσταται πλέον· ἢ ἐὰν τμῆμα χώρας τινὸς καταληφθῇ, εἴτε διὰ τῆς μακροχρονίου κατοχῆς καὶ τῆς ἀφομοιώσεως ἄνευ συνθήκης, ὅτε ἐπέρχεται ἡ προσάρτησις εἰς τὸ ἄλλο Κράτος, ἀναγνωριζομένη διεθνῶς, καὶ τότε βεβαίως καταργεῖται ἡ κυριαρχία, εἴτε διὰ τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης, διὰ τῆς ὁποίας ἀποφασίζεται, ὅπως τὸ τμῆμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέστη τὴν εἰσβολὴν, παραχωρηθῇ εἰς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον εἰσέβαλεν. Ἔχομεν περίστασίν τινα τοιαύτην ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὥστε νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἡ Θεσσαλία ἀπετέλεσε μέρος τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν διέμενεν ὁ τουρκικὸς στρατὸς ἐκεῖ; ἀπ’ ἐναντίας ἔχομεν τὴν προκαταρκτικὴν περὶ εἰρήνης συνθήκην, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεγνωρίσθησαν τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπὶ τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἐβεβαιώθη τὸ κῦρος τῆς Συνθήκης τοῦ 1881 περὶ προσαρτήσεως αὐτῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ τῆς ὁποίας ὑπεχρεώθη ἡ Τουρκία νὰ ἐκκενώσῃ τὴν Θεσσαλίαν, ἅμα τῇ καταβολῇ τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐθεσπίσθη, ὅτι ἁπλῶς ὡς ἐνέχυρον πρὸς ἀπότισιν τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως ἐπετρέπετο ἡ κατοχὴ αὐτῆς ὑπὸ τῶν Τούρκων. Δὲν ἐξέλιπε λοιπὸν ποτὲ ἡ κυριαρχία ἐκ τῆς Θεσσαλίας, οὔτε ἡ ἰσχὺς τῶν ἑλληνικῶν νόμων. Ἐὰν ὁ κατακτητὴς δὲν ἐσεβάσθη τὰ διεθνῆ νόμιμα, ἢ ἐὰν εὑρὼν κατάστασιν ἀναρχίας, ἕνεκα τῆς ἀθρόας ἀποχωρήσεως τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν, ἐγκαθίδρυσεν ἰδικάς του ἀρχάς, — διότι δὲν γνωρίζομεν τί θὰ ἔπραττεν, ἐὰν εὕρισκε τὰς ἀρχὰς τὰς Ἑλληνικάς, τὰς ἀρχὰς τὰς διοικητικὰς καὶ δημοτικάς, πιθανὸν νὰ τὰς διετήρει, ὡς διετήρησε καὶ τὸν δήμαρχον Βόλου, — δὲν ἕπεται ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐστερήθη τῆς ἐπὶ τῆς χώρας ἐκείνης κυριαρχίας της. Ἀλλὰ δὲν εὗρε τὰς ἀρχὰς τὰς ἰδικάς μας ἐκεῖ, διότι αἱ ἀρχαί μας, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ᾤχοντο ἀπιοῦσαι, πρὶν ἢ ἀκόμη οἱ κάτοικοι εἰδοποιηθοῦν καὶ φύγουν· ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὰς εὕρισκε καὶ τὰς ἐξέβαλλε, καὶ ἐγκαθίδρυεν αὐτὸς ἰδικάς του ἀρχάς, ἆρα θὰ ἔπαυεν ἰσχύουσα ἡ κυριαρχία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐν Θεσσαλίᾳ; Ἂς ἐπικαλεσθῶσιν ἕνα συγγραφέα, ὑποστηρίζοντα τὴν τοιαύτην γνώμην, ἂς ἐπικαλεσθῶσι τὸ κῦρος αὐτὸ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ὑπαρχόντων νομομαθῶν, τῶν κατόχων τοῦ κλάδου τούτου τοῦ Δικαίου, ἵνα μᾶς πείσουν, ὅτι εἶχε περιέλθει εἰς τὴν κυριαρχίαν τῆς Τουρκίας ἡ Θεσσαλία κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς αὐτῆς ὑπὸ τῶν Τούρκων, ὅτι ἴσχυον ἐν αὐτῇ οἱ ὀθωμανικοὶ νόμοι. Ἀφοῦ λοιπὸν ἴσχυον οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀφοῦ ἡ κυριαρχία ὑπῆρχεν ὁλόκληρος, καὶ μόνον ἡ ἐνάσκησίς της ἠμποδίζετο ὑπὸ τῆς δυναστείας τοῦ ἐχθροῦ, μόνον ἡ ἐνάσκησίς της προσωρινῶς περιωρίζετο, ἡ ἐξωτερίκευσις δηλαδὴ τῆς ἐνασκήσεως ἕνεκα τῆς ὑπερτέρας βίας τῶν καταλαβόντων αὐτὴν, δὲν ἕπεται ὅτι τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐκ τῶν νόμων τῶν ἑλληνικῶν, ἐσβέσθησαν, ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶχον ἐκλείψει, καὶ ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐπωφελούμενοι ἐκ τῆς καταστάσεως ἐκείνης, εἰσήγαγον ἀπειρίαν ἀποικιακῶν ἐμπορευμάτων, εἰσήγαγον ποσὰ, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο ἡ Θεσσαλία νὰ πίνῃ καφὲν ἐπὶ 12 ἔτη...
§231ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Λαθραίως τὰ εἰσῆγον;
§232ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καὶ κερδοσκόποι ἐκ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος.
§233ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα... Δὲν ἕπεται, λέγω, ὅτι ἐκεῖνοι δύνανται ν’ ἀποφύγωσι τὰς πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὑποχρεώσεις των, δὲν ἕπεται ποσῶς, ὅτι δύνανται ν’ ἀποφύγωσι τὴν πληρωμὴν τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, εἰς οὓς ὑπέκειντο τὰ εἰσαχθέντα ἐμπορεύματα, διότι δὲν συνήντησαν τὰς τελωνιακὰς ἀρχὰς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπεβίβαζον τὰ ἐμπορεύματά των, ἵνα ἐκπληρώσωσι τὰς νομίμους διατυπώσεις καὶ καταβάλωσι τὰ τέλη. Ἀκριβῶς δὲ διότι δὲν συνήντησαν τὰς τελωνιακὰς ἀρχὰς, διότι εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τοὺς τελωνιακοὺς νόμους, ἀκριβῶς διὰ τὴν ἐξ ἀνωτέρας βίας ἀδυναμίαν αὐτὴν, τοῦ νὰ εὕρωσι τὰς τελωνιακὰς ἀρχὰς τὰς Ἑλληνικὰς κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἐμπορευμάτων καὶ συμμορφωθῶσι μὲ τὰς διατάξεις τῶν ἑλληνικῶν τελωνιακῶν νόμων, διὰ τοῦτο καὶ μόνον τοῖς ἐπετράπη νὰ πληρώσουν τὸ ἁπλοῦν τέλος, ἀφαιρουμένου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξαν οἱ Τοῦρκοι, καὶ νὰ μὴ κατηγορηθῶσιν ὡς λαθρέμποροι. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὸν Βασιλέα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τότε, νὰ τελωνίσῃ τὰ ἐμπορεύματα, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἦτο νομιμώτατον τὸ μέτρον, καὶ δὲν ἐπετρέπετο καμμία ἀμφισβήτησις περὶ τε τῆς νομιμότητος καὶ τῆς χρησιμότητος αὐτοῦ πρὸς προστασίαν τῶν τε συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων αὐτοῦ τοῦ ἐμπορίου. Ἀλλὰ δὲν ἀρκοῦμαι μόνον εἰς τὸ νὰ πολεμήσω τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνεται, τῆς καταργήσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 19 Ἀπριλίου 1898. Προβαίνω καὶ εἰς τὸ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς δι’ αὐτοῦ γινομένας δωρεὰς εἰς τοὺς ἐμπόρους τοῦ Βόλου, διότι γίνεται μεγάλη θυσία ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου ταμείου, ὄχι πρὸς γενικὴν ὠφέλειαν τῆς Θεσσαλίας, ὡς παρεστάθη, ἀλλὰ πρὸς ὠφέλειαν μερικῶν ὡρισμένων προσώπων. Ἐὰν μικροί τινες ἔμποροι ἠδικήθησαν, ἐὰν αἱ τελωνιακαὶ ἀρχαί, καὶ ἰδίως οἱ τελῶναι Λαρίσης καὶ Τρικκάλων, ἐξέδωκαν ἀποφάσεις κατ’ ἐμπόρων τινῶν, ἀληθῶς ἐντίμων, ἀληθῶς μὴ κερδοσκόπων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὀλίγα ἐμπορεύματα, καὶ αἱ τελωνιακαὶ ἀρχαὶ ἀμφέβαλλον, ἐὰν εἶχον εἰσαχθῆ ταῦτα πρὸ τῆς εἰσβολῆς τῶν Τούρκων ἢ κατόπιν, καὶ ἐξέδωκαν ἀποφάσεις ἐναντίον των, περὶ ἐκείνων τῶν πτωχῶν ἐμπόρων ἔχει τὸ μέσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ παρ’ αὐτῷ Νομικὸν Συμβούλιον νὰ τοὺς ἀνακουφίσῃ, διότι δύναται νὰ ἀναμορφώσῃ τὰς ἀποφάσεις τὰς ἐκδοθείσας κατὰ τῶν ἀξίων πάσης ἐπιεικείας καὶ πάσης βοηθείας ἀνθρώπων αὐτῶν, καὶ νὰ σώσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ἀδίκου φορολογίας. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν μεγάλων ἐκείνων ἐπιχειρηματιῶν, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἣν ἐποχὴν ὅλη ἡ Ἑλλὰς ἔκλαιε διὰ τὰ ἐθνικὰ ἀτυχήματα, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἦτο ἐν ἀπογνώσει καὶ ἀπελπισίᾳ περὶ τοῦ ἐὰν ἡ Θεσσαλία ἦναι ἰδική μας ἢ περιῆλθε καὶ πάλιν εἰς τοὺς Τούρκους, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν μυριάδες Θεσσαλῶν δεινὰς ἡμέρας σκληροτάτης δοκιμασίας διήρχοντο εἰς τὰς Ἀθήνας, περιθαλπόμενοι μὲν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὰ ἀνεπαρκῆ μέσα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ διαθέσῃ, ἀλλ’ ἀναλόγως τῆς πρώην καταστάσεώς των ἀνεπαρκῶς συντηρούμενοι, καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ζήσωσιν, ὅπως ἔπρεπε νὰ ζήσουν, προκειμένου, λέγω, περὶ τοιούτων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ἐπηρεάζοντο ἀπὸ τὰ παθήματα τοῦ ἔθνους, οἱ ὁποῖοι εἰς οὐδὲν ἐλογίζοντο τὰς ἐθνικὰς συμφορὰς, ἀλλ’ ἐπωφελοῦντο ἐκ τῆς καταστάσεως, ἵνα κερδοσκοπήσωσιν εἰς βάρος τῆς ἀτυχοῦς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας ἡ τιμὴ εὑρίσκετο τότε κατασυντετριμμένη, πρέπει νὰ δείξωμεν γενναιότητα καὶ νὰ χαρίσωμεν εἰς αὐτοὺς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, ὡς βράβευσιν τῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον συμμετοχῆς των εἰς τὰς δυστυχεῖς περιπετείας τοῦ ἔθνους των; Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐξανίσταται ἡ συνείδησίς μου ἀπέναντι τοῦ μέτρου τούτου. Δὲν ἀποβλέπω εἰς ἐκείνους τοὺς λόγους, εἰς τοὺς ὁποίους δύναται ν’ ἀποβλέψῃ πολιτευόμενός τις, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἐσκέπτετο, ὅπως ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ σκέπτωνται οἱ πολιτευόμενοι, καὶ διὰ τοῦτο, ἔχων ἀκέραιον τὸ θάρρος τῶν πεποιθήσεών μου, ἔρχομαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι θυσιάζονται χρήματα τοῦ Δημοσίου πολύτιμα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ διατεθῶσιν εἰς ἄλλας ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας, ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀληθῶς ἔπαθον, ὑπὲρ τῶν ἄλλων πληθυσμῶν τῆς Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἀληθῶς πάσχουν, καὶ ὄχι νὰ διατεθῶσι πρὸς ὠφέλειαν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ κερδοσκοπήσουν εἰς βάρος τοῦ ἔθνους κατὰ τὰς στιγμὰς τῆς ἐθνικῆς συμφορᾶς. (Εὖγε! εὖγε!).
§234Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Μὲ ἠνάγκασεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ πρὸ μικροῦ κατελθὼν τοῦ βήματος, νὰ λάβω τὸν λόγον, καίτοι εἶχον σκοπὸν νὰ ἐπιφυλαχθῶ νὰ κανονίσω τὴν ἀνάμιξίν μου εἰς τὴν συζήτησιν ἐκ τοῦ συνόλου τῶν ἐπιχειρημάτων καὶ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἤθελον ἀκούσει, μὲ ἐξηνάγκασε, λέγω, ἕνεκα τοῦ τρόπου καὶ ἕνεκα τῆς βάσεως, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν εἰς τὴν ὁμιλίαν του, καθ’ ἣν τίποτε ἄλλο δὲν ἐζήτησεν ἢ ὄχι μόνον νὰ μὴ γείνωσιν ὅσα διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν ἐμπόρων, ἀλλ’ ἐὰν ἦτο δυνατόν, καὶ πλειότερα ἔτι σήμερον νὰ πληρώσουν ἐκεῖνοι, διότι νομίζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἄλλου τινος διὰ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται διατάγματος ἢ πῶς νὰ προληφθῶσι σοβαραὶ καταχρήσεις, τὰς ὁποίας συνέλαβον ἐν τῷ νῷ αὐτῶν καὶ ἐπραγματοποίησαν ἐν τῇ εἰσαγωγῇ τῶν ἐμπορευμάτων ἔμποροι Θεσσαλοί, ἐκμεταλλευόμενοι τὰ ἀτυχήματα τῆς πατρίδος καὶ εἰς οὐδὲν ἀναλογιζόμενοι ταῦτα ἀπέναντι τῶν αἰσχροκερδῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους εἶχον. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον μεγάλα ἀποταμιεύματα ἐν Βόλῳ, δὲν εἶναι Ἕλληνες πολῖται καὶ Θεσσαλοί, καὶ ὤφειλε νὰ μὴ τὸ λησμονήσῃ· διότι, ἐὰν δὲν ἐλησμόνει τοῦτο, βεβαίως μετὰ περισσοτέρας τιμῆς καὶ περισσοτέρου σεβασμοῦ ἤθελεν ὁμιλήσει περὶ τῶν συμπολιτῶν αὐτοῦ, τοὺς ὁποίους τόσον ἐβάρυνε δι’ ὅσων εἶπε πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ τώρα, κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑπόχρεως νὰ ἀναδράμω ὀλίγον ἱστορικῶς εἰς ἄλλην ἐποχήν, διότι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, καθ’ ἣν τὰ ἔκτακτα ταῦτα ἐλαμβάνοντο μέτρα ὡς πρὸς τὴν Θεσσαλίαν. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἀμφισβήτησίς τις, οὔτε, ὑποθέτω, ὑπάρχει καὶ δευτέρα γνώμη, ὅτι εἴτε διάταγμα εἴτε νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο νὰ ἐπιβληθῇ ἡ φορολογία ἐπὶ ἐμπορευμάτων, εἰσαχθέντων εἰς χώραν καταληφθεῖσαν ὑπὸ ἐχθροῦ, δὲν εἶχον νομικῶς ὑπόστασίν τινα. Δὲν ὁμιλῶ μόνον περὶ τοῦ διατάγματος, ὁμιλῶ ὅτι οὔτε νόμος ἠδύνατο νὰ ψηφισθῇ, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῆς ἡττηθείσης χώρας φόρος οἱοσδήποτε, πληρωτέος ὑπὸ τῶν κατοίκων τῆς καταληφθείσης ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ χώρας. Περὶ τούτου ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ συζητήσωμεν διὰ μακρῶν, καὶ οὔτε πρέπει νὰ καταγίνωμεν εἰς ἀποδείξεις, οὔτε πρέπει νὰ φέρωμεν ἐπιχειρήματα μακρὰ καὶ πολλά, ὅπως πείσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς περὶ πράγματος, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχομεν κἂν ἀμφιβολίαν. Ἀλλὰ τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠνάγκασεν ἄνδρας, εἰς οὓς δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἔχωσι ποτὲ ἐναντίαν γνώμην, νὰ λάβωσι τοιαῦτα ἔκτακτα καὶ ἔκτροπα μέτρα, οἷα τὰ διὰ τοῦ διατάγματος καὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν τῆς παρελθούσης περιόδου Βουλήν; Ἰδέαι ὅμοιαι πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἠκούσατε πρὸ μικροῦ ἐκφραζομένας ὑπὸ τοῦ ἐκ Τυρνάβου ἀξιοτίμου συναδέλφου. Διεσαλπίζετο τότε ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα πᾶσαν, ὅτι ποσότητες ἄπειροι ἐμπορευμάτων διαφόρων, ἀπὸ ζακχάρεως καὶ καφὲ μέχρι μεταξωτῶν καὶ πολυτελεστάτων ἀντικειμένων, εἰσήγοντο νυχθημερὸν εἰς Θεσσαλίαν, καὶ ὅτι διὰ τῆς συσσωρεύσεως τῶν ἐμπορευμάτων ἐκείνων ἐπρόκειτο ὄχι μόνον νὰ κερδοσκοπήσωσιν ἐκεῖ, ἐπὶ μειώσει τῶν δημοσίων προσόδων, ἀλλὰ νὰ ἐπέλθῃ καὶ διατάραξις εἰς τὰς λοιπὰς ἀγορὰς τοῦ Κράτους, ἕνεκα τῆς ἀδυναμίας τοῦ συναγωνισμοῦ, ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς ἀξίας, καὶ ὅτι ὑφίσταντο δύο κίνδυνοι, κίνδυνος μὲν εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ κίνδυνος εἰς τὰς ἀγορὰς τὰς μεγάλας τοῦ Πειραιῶς, τῶν Πατρῶν, τῆς Σύρου καὶ ἄλλων πόλεων, ἀπέναντι δὲ τῶν κινδύνων τούτων τῶν σοβαρῶν ἔπρεπε βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ λάβῃ μέτρα τοιαῦτα, ὥστε καὶ τὸν δημόσιον πλοῦτον νὰ ἐξασφαλίσῃ, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐμπόριον ἐπίσης νὰ περιφρουρήσῃ ἀπὸ τῶν κινδύνων, οἵτινες κατὰ τὰ λεγόμενα τότε ἠπειλοῦντο κατ’ αὐτοῦ. Εἰσήχθησαν λοιπὸν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκείνης, καὶ τὸ μὲν ἓν νομοσχέδιον, δηλαδὴ τὸ τῆς τελωνιακῆς ζώνης, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξαχθῶσι τὰ ἐμπορεύματα ἐκ τῆς Θεσσαλίας, ἐκεῖνο, ἀποσταλὲν εἰς ἐπιτροπὴν, ἐτροποποιήθη, κατόπιν δὲ τῆς τροποποιήσεως ἐκείνης τῆς ἐπιτροπῆς εἰσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον ἄλλο, διὰ τοῦ ὁποίου καθωρίζοντο τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα ὑπήγοντο εἰς φορολογίαν, ἦσαν δὲ ταῦτα ζάκχαρις, καφὲς καὶ ἄλλα τινὰ εἴδη· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ, καθόσον ἐπῆλθεν ἡ λῆξις τῆς Συνόδου κατὰ τὴν 23 Μαρτίου 1898. Ἕνεκα τούτου ἐνόμισεν ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ μέριμνα περὶ τούτου, ἠδύνατο δι’ ἁπλοῦ διατάγματος νὰ ἐπιβάλῃ τελωνιακὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων ἐκείνων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχε πολλὴν ἀμφιβολίαν ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι δὲν ἠδύνατο, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ σκέπτηται ὡς ἐσκέπτετο ὡς καθηγητὴς τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἐκδόσεως τοιούτου διατάγματος καὶ προσέτι περὶ τοῦ βασίμου τῆς σωρεύσεως τοσούτων ἐμπορευμάτων ἐν Βόλῳ, κατήρτισεν ἐπιτροπὴν, ἀποτελουμένην ἀπὸ ἀνωτάτους ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀπὸ Βουλευτὰς, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλέγωμαι καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ ὁ ἐκ Βόλου ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Τοπάλης καὶ οἱ τότε βουλευταὶ κ. κ. Σχινᾶς, Φιλάρετος καὶ Βελλίνης, καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκείνῃ διὰ μακρῶν συνεζητήθη τὸ ζήτημα, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ τοιοῦτον διάταγμα, καὶ ἐὰν ἦτο δυνατὸν διὰ διατάγματος νὰ ἐπιβληθῇ ἡ πληρωμὴ φόρου, μὴ προβλεπομένου ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ χαρακτηρισθῇ, ὅτι τὰ ἐμπορεύματα ἐκεῖνα εἰσήχθησαν λαθραίως ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ὡς ἐκ λαθρεμπορίας προερχόμενα νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου περὶ κλοπῆς, ἢ ὡς παράβασις τῶν περὶ τελωνιακῶν δασμῶν διατάξεων. Ἐπὶ μακρὸν, λέγω, συνεζητήθη τὸ ζήτημα, ἐὰν ἠδύνατο τοιοῦτον διάταγμα νὰ ἐκδοθῇ, καὶ ἐπὶ τέλους, ἀνεγνωρίζετο ὁμοφώνως, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν διὰ διατάγματος νὰ ἐπιβληθῇ τοιαύτη φορολογία. Ἐπειδὴ ὅμως ἐφαίνετο, ὅτι ὑπὲρ πάσας τὰς ὑπερβάσεις ταύτας ἔκειτο τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ πρὸ πάντων τὸ συμφέρον τοῦ ἐμπορίου, τὸ ὁποῖον διέτρεχε κίνδυνον, ὡς προεῖπον, ἐξεδόθη τὸ διάταγμα τοῦτο, ἔστω καὶ ἐπὶ εὐθύνῃ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἐπὶ κινδύνῳ νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς κατόχους ἐμπορευμάτων διπλαῖ φορολογίαι. Ἀλλὰ κυρίως τοῦ διατάγματος τούτου ὁ σκοπὸς ἦτο προληπτικός, διότι δι’ αὐτοῦ ἐσκοπεῖτο μᾶλλον νὰ ἐξαναγκασθῶσιν οἱ εἰσάγοντες τὰ πολλὰ ἐμπορεύματα ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐπὶ τῷ φόβῳ ὅτι ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς τελωνιακοὺς δασμοὺς, νὰ ἐξαγάγωσι ταῦτα καὶ τὰ μεταφέρωσιν εἰς Θεσσαλονίκην. Καὶ ἀκριβῶς ὁ σκοπὸς τοῦ διατάγματος καὶ τῆς κυβερνητικῆς μερίμνης ἐπέτυχεν ἐξ ὁλοκλήρου, διότι οἱ Ἑβραῖοι ἔμποροι τῆς Θεσσαλίας, (καὶ οὐχὶ οἱ Θεσσαλοὶ) οἱ εὑρόντες τὴν περίστασιν νὰ εἰσαγάγωσιν ἐμπορεύματα εἰς Βόλον, μόλις ἐνόησαν ὅτι ἅμα τῇ ἐκκενώσει τῆς Θεσσαλίας θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώσωσι τέλος δι’ αὐτὰ, ἐξήγαγον ταῦτα εἰς Θεσσαλονίκην, καὶ δὲν ἀπέμεινεν ἐν Βόλῳ ἢ ἡ ποσότης τῶν ἐμπορευμάτων ἐκείνων, ἡ ὁποία ἤρκει μόνον εἰς τὴν κατανάλωσιν τοῦ τόπου. Ἀπόδειξις εἶναι ἡ στατιστικὴ τοῦ τελωνείου Βόλου, ἐκ τῆς ὁποίας, ὑποθέτω, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐν Βόλῳ εὑρέθησαν μετὰ τὴν ἐκκένωσιν τόσα ἐμπορεύματα, ὅσα εὑρίσκοντο κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, πρὸ τοῦ πολέμου. Ὥστε τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἐχρησίμευσεν ὡς ἀπειλὴ, ἕνεκα τῆς ὁποίας προελήφθησαν οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἐξεδόθη. Ὥστε δὲν ὑπῆρχε πλέον λόγος νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ἐξεδόθη, εἶχεν ἐκλείψει μετὰ τὴν ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δύο ἢ τρεῖς εἶναι οἱ προμηθευθέντες καὶ ἀποταμιεύσαντες μεγάλας ποσότητας ἐμπορευμάτων ἐν Βόλῳ, τί ὀφείλουσιν οἱ ὑπόλοιποι Θεσσαλοὶ, οἱ Θεσσαλοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον προμηθευθῆ ἢ μόνον τὸ ποσὸν τῶν ἐμπορευμάτων τῶν χρησίμων διὰ τὴν ἐτησίαν κατανάλωσιν αὐτῶν, τί ὀφείλουσι νὰ ὑπόκεινται εἰς τὰς συνεπείας διαταγμάτων καὶ νόμων, τοὺς ὁποίους οὐδέποτε παρέβησαν; Ἐγὼ καὶ τότε ὑπεστήριζον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω καὶ νῦν, καὶ διὰ τῶν ἀντιρρήσεών μου ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τοῦ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τροποποιηθέντος, εἶχον διαιρέσει τὰς τάξεις τῶν Θεσσαλῶν ἐμπόρων, εἰς τὴν τάξιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τυχὸν εἶχον κάμει μεγάλα ἀποταμιεύματα ἐμπορευμάτων ἐν Βόλῳ, καὶ εἰς τὴν τάξιν τῶν ἄλλων ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι ἐπρομηθεύοντο μὲν ἐκ Βόλου, ἀλλ’ οὐχὶ πρὸς αἰσχροκέρδειαν, ἀλλὰ ἁπλῶς πρὸς ἐνέργειαν τοῦ συνήθους ἐμπορίου αὐτῶν. Ἕνεκα τίνος λοιπὸν λόγου οἱ ἔμποροι ἐκεῖνοι δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς λαθρέμποροι; Αὐτοὶ ἠγόραζον ἐν Βόλῳ ἄνευ τοῦ σκοποῦ νὰ ἐλαττώσωσι τὰς προσόδους τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ χάριν τοῦ ἐμπορίου των καὶ τῆς τοπικῆς καταναλώσεως. Ὄχι δὲ μόνον περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν καταναλωτῶν πολιτῶν διελάμβανε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, διότι ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς ὅλας τὰς ἀρχὰς νὰ ἀνερευνῶσιν, ἵνα, ὅπου ἤθελον εὑρίσκει ἐμπορεύματα μὴ δηλωθέντα, κατάσχωσιν αὐτὰ καὶ τὰ ἐκποιῶσιν εἰς βάρος τοῦ κατόχου, προσέτι δὲ νὰ καταδιώκωσι τὸν κάτοχον ὡς λαθρέμπορον. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἀνέκαθεν ἤμην ἐναντίος ὅλων τῶν νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἶχον ὑποβληθῆ πρὸς φορολογίαν τῶν ἐμπόρων. Λέγω δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἤμην ἐναντίος, διότι ἦτο ἀναμφισβήτητον, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔμποροι, ὅτε εἰσῆγον τὰ ἐμπορεύματα αὐτῶν εἰς Θεσσαλίαν, τὰ εἰσῆγον ὑπὸ τὰς ὄψεις τῶν τουρκικῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν, τὰ εἰσῆγον πληρώνοντες τοὺς τελωνιακοὺς δασμοὺς, τοὺς ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ Κράτους ἐπιβεβλημένους, ἡ δὲ Τουρκικὴ Κυβέρνησις εἰσέπραττεν ὡς ὑποκατάστατος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν Θεσσαλίᾳ, ἑπομένως ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις εἰσέπραττε τοὺς φόρους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εἶχε δικαίωμα ἡ Ἑλληνικὴ νὰ εἰσπράξῃ, οὕτω δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶχε δικαίωμα ἐκ δευτέρου νὰ εἰσπράξῃ τοὺς αὐτοὺς φόρους. Πῶς λοιπὸν σήμερον ἔρχεται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ θέλει ἐκ νέου νὰ εἰσπράξῃ τοὺς αὐτοὺς φόρους, καὶ πῶς ἔρχεται ὁ κ. συνάδελφος νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι δικαίως πρέπει νὰ πληρώσουν ἐκ νέου τοὺς φόρους οἱ Θεσσαλοὶ ἔμποροι, ἀφοῦ μάλιστα ἀναγνωρίζει, ὅτι δὲν ὑπῆρχε πράγματι ἡ Ἑλληνικὴ κυριαρχία, ἀλλὰ δικαίῳ μόνον; Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἐνόμιζον, ὅτι τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑποβληθὲν, εἶναι τὸ μᾶλλον εὐνοϊκὸν καὶ τὸ μᾶλλον δυνάμενον νὰ κανονίσῃ ὅπως δήποτε τὰς διαφόρους ἀπαιτήσεις καὶ νὰ φέρῃ καὶ τὴν ἁρμοδιωτέραν λύσιν, ἐξακολουθῶ δὲ νὰ νομίζω τοῦτο. Βεβαίως ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας δὲν πρέπει, ἐρχόμενοι ἐνταῦθα, νὰ ζητήσωμεν, ὥστε τὸ Κράτος νὰ ὑποστῇ μεγάλας θυσίας χάριν ἡμῶν, ὡς ὑποστάντων τὰ περισσότερα δυστυχήματα ἕνεκα τοῦ πολέμου, καλὸν δὲ ἤθελεν εἶναι, νὰ ἦτο εἰς θέσιν τὸ Κράτος νὰ ἀνορθώσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς ζημίας ἡμῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην θέσιν. Νομίζω λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἔχει, δύναται νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς· τὸ ζήτημα δὲ, ἐὰν τὸ διάταγμα τὸ βασιλικὸν ἦτο ἔγκυρον ἢ ἄκυρον, οὐδεμίαν πρακτικὴν ἔχει πλέον σημασίαν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι τὴν γνώμην μου ταύτην θέλουσιν ἀποδεχθῆ καὶ οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι, διότι, ὡς εἶπον, ὡς ἔχει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἶναι τὸ εὐνοϊκώτερον διὰ τὴν Θεσσαλίαν, τὸ δὲ δι’ αὐτοῦ παρεχόμενον εἶναι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ παράσχῃ ὑπὲρ ἡμῶν. Τὸ νὰ ζητήσωμεν νὰ ἀκυρωθῇ τὸ διάταγμα καὶ ἐπιστραφῇ εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς ἐμπόρους πᾶν ὅ,τι ἐπλήρωσαν διὰ τὰ παρ’ αὐτῶν δηλωθέντα ἐμπορεύματα, θεωρῶ, ὅτι δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὴν συνείδησιν τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπέστη πράγματι πολλά, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμεῖ βεβαίως νὰ ἀνακουφισθῇ ἐπὶ δυσφορίᾳ τοῦ Κράτους. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι, ὅπως ἔχουσι τὰ τῆς πατρίδος πράγματα σήμερον, ἐὰν ἀπαλλαγῶσιν οἱ ἔμποροι τοῦ τέλους, τὸ ὁποῖον ἐπεβλήθη εἰς αὐτοὺς δι’ ἀποφάσεων, ψηφισθῇ δὲ καὶ κατὰ τὰ λοιπὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, ἐπέρχεται λύσις καὶ δικαία καὶ σύμφωνος πρὸς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον τὸ Κράτος, καὶ πρὸς πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ πράξῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις χάριν τῆς Θεσσαλίας. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§235Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Μετὰ τὰς εὐγλώττους ἀγορεύσεις τῶν προαγορευσάντων, φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ θεωρεῖ τὸ ζήτημα ἐξηντλημένον, καὶ προτείνω τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν.
§236ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ζητεῖται ὑπὸ 15 ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις.
§238ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε Πρόεδρε, εἶναι μία εὐπρόσωπος ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§239Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως, διότι ὅσοι ὡμίλησαν καὶ ὅσοι ὁμιλοῦσιν εἶναι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§240Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§241Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Σεῖς, δηλ. ὁ εἰσηγητὴς τοῦ διατάγματος καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Θεσσαλίαν πολλῷ πλείονα βάρη ἀπὸ ὅσα ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν θέλητε νὰ φέρητε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, φέρετε αὐτὴν εἰλικρινῶς.
§242ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Θὰ μᾶς ὑποχρεώσητε νὰ πιστεύσητε, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ φέρωμεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§243Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς αἰτιάσεως, ὅτι ζητοῦμεν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, διὰ νὰ φέρωμεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ζητεῖται ὑπὸ 15 ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
§245Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ καὶ ἐγώ, ὅτι, ὅπως ἐτέθη τὸ ζήτημα, εἶναι ἄτοπον νὰ μὴ προβῶμεν εἰς ὀνομαστικὴν κλῆσιν, διότι ἀκριβῶς διὰ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐτέθη ἐν ἀμφιβολίᾳ, ἐὰν ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§246Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ἡ ἐνέργεια ἡμῶν πρέπει νὰ ᾖναι σύμφωνος πρὸς τὸν Κανονισμόν. Βουλευταί τινες ἐζήτησαν, ὅπως ψηφισθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ Προεδρεῖον εὗρεν, ὅτι δὲν ἦσαν 15 οἱ αἰτοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἑπομένως ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ. Μένει τὸ ἕτερον ζήτημα: ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία; Ἡ ἀμφιβολία περὶ τὴν ἀπαρτίαν δὲν εἶναι λόγος, ὅπως παραλύωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς· τὸ δικαίωμα τοῦ ἀμφιβάλλοντος εἶναι νὰ φέρῃ ἔνστασιν, μέχρις οὗ γείνῃ δὲ ἡ ἔνστασις αὕτη, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἐργασίας ἡμῶν.
§247Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα δὲν εἶναι ἄξιον λόγου. Δὲν πρόκειται περὶ ἀμφισβητήσεως τῆς ἀπαρτίας, δὲν πρόκειται καὶ περὶ τῆς ἀμφιβολίας, ἥτις τυχὸν προκύπτει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν θέλει ψηφισθῆ. Οἱ Κύριοι, ὑποθέτω, ὅτι ἔχουσιν ἄλλον σκοπὸν, ἐπιθυμοῦσι νὰ γένηται γνωστὴ ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἤθελον δώσει, εἶναι δὲ Βουλευταὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας ἀνάγεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ γένηται ἡ χάρις αὕτη πρὸς αὐτοὺς, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι πλείονες τῶν δέκα καὶ πέντε. Μόνος κίνδυνος ἦτο νὰ μὴ εὑρεθῶμεν ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἂν ἀπεδεικνύετο, ἠδύνατο νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν Δευτέραν, ὅτε θέλομεν εἶσθαι πάντες ἐνταῦθα, καὶ θέλομεν πάντες συνδράμει, ἵνα περατωθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§248Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὸν κόπον μιᾶς ὀνομαστικῆς κλήσεως, μόνον διὰ τὸν λόγον νὰ φανῇ ποῖοι εἶναι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ Κύριοι ὡμίλησαν, καὶ ἐκ τῶν ἀγορεύσεών των ἐφάνη ποῖοι εἶναι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§249Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Βεβαίως, ἐὰν ἐπιμένητε, θὰ ὑποκύψωμεν, ἀλλὰ θὰ ὑποκύψωμεν διαμαρτυρόμενοι καὶ ἐπιφυλαττόμενοι εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ ζητήσωμεν τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια 1) περὶ χορηγίας ἀδείας ἀπουσίας εἰς ἕνα τῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπαγομένων ὑπαλλήλων καὶ 2) περὶ χορηγίας ἀδείας ἀπουσίας τριῶν ἐτῶν εἰς δύο μαχίμους ἀξιωματικοὺς τοῦ Β. Ναυτικοῦ).
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10 καὶ 10′ μετὰ μεσημβρίαν)