1899.05.28
2.868 στίχοι · 23.360 λέξεις · 71 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
Τῆς 28 Μαΐου 1899.
(Παρασκευή).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 35′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἔμποροι Βόλου διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Ἀπριλίου 1898 Β. Διατάγματος νομοσχεδίου. Ὁ ἐν Λονδίνῳ Σύνδεσμος τῶν εἰσαγωγέων σταφίδος δι’ ὑπομνήματος διατυποῖ τὰς σκέψεις του ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ λαὸς Κυπαρισσίας διὰ ψηφίσματός του ἐξαιτεῖται, ὅπως ἡ πόλις Κυπαρισσία ὁρισθῇ ὡς ἕδρα τοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως οἰκείου νομοῦ. Ἕτερον ψήφισμα ὑπὲρ τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ ἀπέστειλεν ὁ ἐν Κυπαρισσίᾳ Σύνδεσμος τῶν τεχνιτῶν.
§2ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τό τε ψήφισμα τοῦ λαοῦ τῆς Κυπαρισσίας καὶ τὸ τοῦ Συνδέσμου τῶν τεχνιτῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι σύμφωνα πρὸς τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, καὶ φέρῃ ὅσον ἔνεστι τὴν διοίκησιν ἐγγύτερον. Ἡ Κυπαρισσία ἀποτελεῖ τὸ κέντρον τῆς ἐπαρχίας, καὶ πρέπει καὶ δι’ ἱστορικοὺς καὶ διὰ πάντας τοὺς ἄλλους λόγους ἐκεῖ νὰ ἐγκατασταθῇ ἡ διοίκησις. Παρακαλῶ λοιπὸν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησις τῶν κατοίκων Κυπαρισσίας ἐν δέοντι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ λαὸς Ζαγορᾶς διὰ τηλεγραφήματος παρακαλεῖ, ὅπως συντελεσθῇ ταχέως ἡ ἐπέκτασις τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Βόλου–Ζαγορᾶς. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Θελπούσης διὰ τηλεγραφήματος παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ἡ κωμόπολις τῶν Λαγκαδίων ὁρισθῇ ὡς ἕδρα τῆς διοικήσεως Γορτυνίας. Ὁ ἐν Ἀθήναις σύνδεσμος τῶν Λαγκαδινῶν δι’ αἰτήσεώς του συνηγορεῖ ὑπὲρ τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ. Ὁ Δ. Στραβολαίμης δι’ ἀναφορᾶς του καταγγέλλει καταχρήσεις ἐν τῷ δημοτικῷ ταμείῳ Οἰτύλου. Οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων δι’ αἰτήσεώς των παρακαλοῦσι νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἀποπεράτωσις τοῦ ἔργου τῆς διευθετήσεως τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Καραστέργιος ὑποβάλλει δύο προτάσεις νόμων: αʹ) Περὶ τῆς ὑπὸ περιορισμὸν καταργήσεως τῆς κατὰ τὴν μεθόριον γραμμὴν τελωνιακῆς κατὰ ξηρὰν ζώνης, καὶ βʹ) Περὶ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ τρόπου καὶ χρόνου τῆς πληρωμῆς τῶν παρὰ τῶν Θεσσαλῶν ὀφειλομένων τόκων καὶ κεφαλαίων, ὡς πρὸς τὰ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1898 συνομολογηθέντα δάνεια. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 205–206). Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς κατέθηκε τὴν ἑξῆς αἴτησιν: «Παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν Καρδίτσης καὶ Φαρσάλων ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴν τροπολογία, περὶ ἧς διαλαμβάνει ἡ § 3 τῆς ἀπὸ 20 Μαΐου 1899 ἐκθέσεως τῆς εἰρημένης ἐπιτροπῆς.» Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Α. Μπασιᾶς κατέθηκε σύστασιν, ἔχουσαν οὕτω: «Ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ Ληξουρίου ἀπὸ καιροῦ ἤδη ἐψηφίσατο ποσόν τι πρὸς καθαρισμὸν τῆς προκυμαίας ἐκ τῶν συσσωρευθέντων ἀθρόως φυκῶν καὶ λοιπῶν ἀκαθαρσιῶν, ὧν ἡ σῆψις οὐ μόνον δυσώδης τυγχάνει, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑγείαν τῆς πόλεως σπουδαίως ἐπαπειλεῖ διὰ τῶν ἐκ ταύτης γεννωμένων μιασμάτων· ἐπειδὴ δὲ οὐδεμία περὶ τούτου ἐλήφθη πρόνοια μέχρις ὥρας, τὸ δὲ κακὸν ἐπείγει, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως διατάξῃ τὰ δέοντα, ἐγκρίνων τὴν δαπάνην καὶ προνοῶν σύναμα, ὅπως διὰ καταλληλοτέρων λιμενικῶν ἔργων προληφθῇ τοῦτο ἐν τῷ μέλλοντι.» Κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς πρῶτον ἀντικείμενον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις περὶ τῆς πράξεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δι’ ἧς ἠλαττώθη ὁ τόκος τοῦ λαχειοφόρου δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ὁ κ. Ζέγγελης ἔχει τὸν λόγον.
§4ΗΛ. ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐὰν, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν προλαβοῦσαν συνεδρίαν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτὴς καὶ ὁ ἀγαπητὸς ἐκ Κυθήρων συνάδελφος κ. Στάης δὲν μὲ παρεκώλυον ν’ ἀναπτύξω τὰ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀπρόοπτως ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴς, προκειμένου περὶ πράξεως τόσον ἁπλῆς, τόσον νομίμου καὶ τόσον σκοπίμου, οἵα ἡ ὑπὸ τῆς Τραπέζης ἐπιχειρηθεῖσα μετατροπὴ, θὰ ἐπείθετο ἡ Βουλὴ, ὅτι καλῶς ἔχουσι τὰ κατ’ αὐτὴν, καὶ ἴσως θὰ εἶχε λήξει ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις, διότι πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν λῆξιν ταύτης ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καθότι θέμα χρηματιστικὸν δύναται εὐκόλως νὰ γείνῃ πρόξενον ζημιῶν ἀνυπολογίστων, ἂν ἐπιτηδείως ἐκμεταλλευθῇ τοῦτο ὑπὸ τῶν ἐχόντων συμφέρον. Διὰ τοῦτο ἐχάρην, ὅτι εὐθὺς ἀμέσως ἦλθε τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ θέλω προσπαθήσει ἐν ὀλιγίστοις νὰ πείσω τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ κατ’ αὐτὸ ἐγένοντο ἐν πάσῃ νομιμότητι καὶ ἐν πάσῃ σύναμα σκοπιμότητι. Εἶναι παγκοίνως γνωστὸν, ὅτι οἱ ὅροι, ἐφ’ οἷς συνεφωνήθη καὶ ἐξυπηρετεῖτο τὸ λαχειοφόρον κτηματικὸν δάνειον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡς ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἦσαν ἐπαχθέστατοι, καθῆκον δὲ εἶχε καὶ ἡ Διοίκησις καὶ τὸ Συμβούλιον αὐτῆς, εὐθὺς ὡς αἱ περιστάσεις ἐπέτρεπον οἱανδήποτε ἀνακούφισιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, νὰ ἐπελαμβάνοντο ταύτης. Τοῦτο δὲ καὶ ἔπραξεν, εὐθὺς ὡς ἡ εὔρωστος τῆς Τραπέζης οἰκονομικὴ κατάστασις ἐπέτρεψεν, ὥστε νὰ ἔχῃ εἰς τὴν διάθεσίν της ποσὸν 50 ὅλων ἑκατομμυρίων ἐν τῇ ξένῃ, διότι ἀμέσως ἐζήτησε νὰ ὠφεληθῇ ταύτης, ὅπως ἐλαττώσῃ τὰ βάρη τοῦ δανείου ἐκείνου διὰ μετατροπῆς, ἐλαττοῦσα τὸν τόκον, καὶ ἐπὶ σκοπῷ, ὅπως ἐκ τῆς μετατροπῆς ταύτης ἐπέλθῃ ἐπίκουρος τῆς κτηματικῆς τάξεως ἐν Ἑλλάδι. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα, ἀπὸ ἀπόψεως νομιμότητος ἐξεταζόμενον, δὲν ἔχει ἀνάγκην πολλῶν ἐπιχειρημάτων, ἵνα στηριχθῇ, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι καὶ κατὰ τὰς στοιχειώδεις ἀρχὰς τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου καὶ κατὰ τὴν ὁμόφωνον ἑρμηνείαν τῶν περὶ αὐτὸ ἀσχοληθέντων ἀπὸ παλαιοτάτης ἐποχῆς τῶν γλωσσογράφων μέχρι σήμερον αἱ προθεσμίαι τάσσονται πάντοτε ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου· συνεπῶς ὁ ὀφειλέτης, εὐθὺς ὡς δύναται νὰ προβῇ εἰς ἀποπληρωμὴν τοῦ χρέους ἢ ἄλλως νὰ διαθέσῃ τὰ κατ’ αὐτὸ ἄνευ ζημίας τῶν ἰδιωτῶν, δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο. Ὥστε τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀναμφισβητήτως εἶχεν, ἀπὸ τῶν γενικῶν ἀρχῶν ἡ Τράπεζα ἀφορμωμένη. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἔχει ἐπίσης καὶ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1897, δι’ οὗ ἐπετράπη εἰς αὐτήν, ἐν ἄρθρῳ 6 τῆς συμβάσεως, πᾶσα μετατροπὴ παντὸς συνομολογημένου δανείου της. Ἐν πάσῃ μετατροπῇ καὶ εἰς τὰ δημόσια χρέη καὶ εἰς τὰ τῶν Τραπεζῶν βεβαίως ἐπέρχεται ποιά τις ζημία εἰς τοὺς κατόχους· ἀλλ’ ἐρωτᾶται, ἡ ζημία αὕτη εἶναι τόση, ὥστε ν’ ἀποτρέψῃ ἀπὸ τὴν μετατροπήν, ἀπέναντι τῶν ὠφελειῶν, αἱ ὁποῖαι θέλουσι παρασχεθῆ κατὰ τὴν μὲν πρώτην περίπτωσιν εἰς τοὺς φορολογουμένους, ἐν δὲ τῇ ἄλλῃ εἰς τοὺς μετόχους; Ἐν συγκεκριμένῃ μάλιστα περιπτώσει, ἂν μὴ οὐδεμία, νομίζω, ὅτι ἀνεπαίσθητος εἶναι πάντως ἡ ζημία τῶν ἐχόντων λαχειοφόρους μετοχὰς, καθόσον ἀφαιρεῖται μὲν ἀπ’ αὐτῶν 1% ὡς τόκος, ἀλλὰ προσδίδεται ὡς ἀντάλλαγμα μία ἔτι κλήρωσις· εἶναι δὲ γνωστὸν ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ὁ μέσος ὅρος τοῦ ἀσφαλοῦς τόκου βεβαίως δὲν εἶναι 4%, ἀλλὰ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 6–7%, ὅτι οἱ ἔχοντες τὰ χρήματα αὐτῶν εἰς λαχειοφόρους μετοχὰς δὲν ἐνόησαν νὰ τοποθετήσουν αὐτὰ ἐκεῖ λόγῳ ὠφελείας, ἀλλ’ εἴτε λόγῳ ἀσφαλείας, εἴτε λόγῳ τοῦ ἐλπιζομένου ἐκ τοῦ λαχείου κέρδους. Συνεπῶς νομίζω, ὅτι οἱ μέτοχοι οὐδαμῶς θὰ θελήσουν ν’ ἀποδυσπετήσωσι πρὸ τῆς μειώσεως τοῦ τόκου κατὰ 1% ἀπέναντι τῆς παρεχομένης προσθέτου κληρώσεως. Περίεργον εἶναι, ὅτι μεταξὺ τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας ἠθέλησαν νὰ προσάψουν εἰς τὴν Τράπεζαν, εἶναι καὶ ἡ κατηγορία τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κορινθίας, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησε τὴν πρᾶξιν ὡς τοκογλυφικήν. Εἰς τὸ θέμα τῆς τοκογλυφίας, Κύριοι, ὁπωσδήποτε κατέγεινα καὶ ἔχω γράψει καὶ περὶ αὐτοῦ· εὗρον ταύτην κεκαλυμμένην πολλάκις ὑπὸ τὰς πτυχὰς διαφόρων ἀμφοτεροβαρῶν συμβάσεων, ἀλλ’ ὅταν ὁ ὀφειλέτης ζητῇ νὰ μειώσῃ τὸν τόκον αὐτοῦ, δὲν βλέπω εἰς αὐτὴν τὴν πρᾶξιν στοιχεῖα τοκογλυφίας. Ὥστε νομίζω, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως νομιμότητος τὸ ἔργον τῆς Τραπέζης ὑπάρχει ἐν πλήρει τάξει. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ τῆς σκοπιμότητος. Ὡς ἐν ἀρχῇ εἶπον πρὸς ὑμᾶς, εὐθὺς ὡς ἡ Τράπεζα κατώρθωσε ν’ ἀπαλλαγῇ μέρους τοῦ τόκου τοῦ δανείου αὐτοῦ, ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει διοχετεύσει εἰς τὴν κτηματικὴν πίστιν τὸ πόρισμα τῆς τοιαύτης ὠφελείας, παρέχουσα εἴς τε τοὺς ἀστοὺς καὶ ἀγρότας κτηματίας τὰ δάνειά της ἐπὶ τόκῳ κατὰ 1% μικροτέρῳ τοῦ νῦν, ἐπερχομένη οὕτως ἀρωγὸς εἰς ἀστοὺς καὶ ἀγρότας κτηματίας. Ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Τραπέζης, ἥτις, κατ’ ἐμέ, ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος ἐν τῇ Βουλῇ, διότι δυσκόλως πείθομαι, ὅτι ὑπάγεται εἰς τὴν ἐλεγκτικὴν αὐτῆς ἐξουσίαν, εἶναι σκοπιμωτάτη, καὶ ἔπρεπεν, ἀφοῦ ἅπαξ ἐμνημονεύθη ἐνταῦθα, ν’ ἀποσπάσῃ τὸν ἔπαινον τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, παρὰ νὰ ἐπισύρῃ, ἔστω καὶ ἐν μεμονωμέναις προσπαθείαις τινῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τὸν ψόγον, διότι ἡ Τράπεζα δι’ αὐτῆς ταύτης τῆς πράξεως δεικνύει σημεῖα μεγίστης οἰκονομικῆς εὐρωστίας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ διὰ τῆς ἐντιμότητος αὐτῆς περὶ τὰς συναλλαγὰς καὶ τοῦ συντηρητικοῦ πνεύματος, ὅπερ τὴν διέπει, ἀπέβη ἓν τῶν πρωτίστων πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, ἰδίᾳ ὑπὸ τὴν νῦν πεφωτισμένην διοίκησιν αὐτῆς, καὶ ἐν ᾧ χαίρει ἔν τε τῇ ξένῃ καὶ ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν μεγάλης φήμης, εἶναι λυπηρὸν νὰ ἀκούωνται ἀπὸ τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, ἡ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοιαῦτα παράπονα κατὰ τῆς Τραπέζης, διότι ἡ Τράπεζα εἰς ὅλας αὑτῆς τὰς ἐργασίας ἀπέδειξε καὶ ἀποδεικνύει, ὅτι ὄντως καλῶς φέρει παρὰ τὸ πλευρόν της τὸν τίτλον τῆς Ἐθνικῆς.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κροκιδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§6ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, Κύριοι, νὰ περιορίσω τὴν συζήτησιν εἰς τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα διέγραψα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν θὰ παρακολουθήσω ἑπομένως τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ἐνώπιον ἡμῶν, τὰς ἀφορώσας εἰς τὰς ὑπηρεσίας καὶ τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα παρέσχε καὶ παρέχει εἰς τὸν τόπον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἴσως μίαν ἡμέραν ἐνώπιον ὑμῶν ἐπέλθῃ ὁ καιρὸς νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ περὶ τούτου καὶ νὰ καταδείξωμεν καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς ἄλλους καὶ τὰς ὑπηρεσίας καὶ τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα παρέχει εἰς ἡμᾶς ἡ Τράπεζα, ἡ περιβεβλημένη διὰ τοιούτων προνομιῶν καὶ τόσων πλεονεκτημάτων. Θὰ περιορισθῶ λοιπὸν εἰς τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐν τῇ δεδομένῃ περιπτώσει, ἤτοι ἐν τῇ μετατροπῇ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, προέβη νομίμως, καὶ ἂν εἶχε δικαίωμα. Δύο τάξεις ἐπιχειρημάτων ἀνεπτύχθησαν ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς πρὸς ὑποστήριξιν τῆς πράξεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ μὲν εἶναι ἡ ἀναφερομένη εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ἡ δὲ εἶναι εἰδική, ἀναφερομένη εἰς τὸν γνωστὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται ἡ Ἐθν. Τράπεζα. Θὰ ἐξετάσω διὰ βραχέων ἀμφότερα τὰ ἐπιχειρήματα, διὰ νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὁποῖον χαρακτῆρα φέρει ἡ πρᾶξις αὐτῆς, ἂν καὶ γνωρίζω, ὅτι πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ὅπως ἄλλως μᾶς ἠπείλησαν, ἡ συζήτησις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ, διότι τὸ ζήτημα δὲν θὰ λυθῇ ἐδῶ, θὰ λυθῇ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἡ Βουλὴ εἶναι σῶμα νομοθετικὸν, δὲν εἶναι δικαστικόν· εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ καταδειχθῇ, πῶς γίνονται οἱ νόμοι, πῶς ἑρμηνεύονται καὶ πρὸ πάντων πῶς ἐκτελοῦνται. Μᾶς εἶπον: «τί εἶναι ἡ ὁμολογία; Εἶναι ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου πιστωτικόν τι κατάστημα, ὡς ἡ Τράπεζα ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὁμολογεῖ, ὅτι ὀφείλει εἰς τὸν κομιστὴν τοῦ ἐγγράφου ὡρισμένον χρηματικὸν ποσὸν ἐπὶ τόκῳ. Λοιπὸν ἡ Τράπεζα εἶναι ὀφειλέτης τοῦ ποσοῦ τούτου, καὶ δύναται ἐν παντὶ καιρῷ νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος αὐτό. Καὶ τοῦτο εἶναι τόσον ἀκριβές, ὥστε ἀγνοεῖ τις καὶ τὰ στοιχειωδέστερα τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, μᾶς εἶπον, ὑποστηρίζων τὸ ἐναντίον». Δὲν γνωρίζω ποίους Ρωμαϊστὰς ἀνίχνευσαν οἱ κύριοι ὑπερασπισταὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐκτιμῶ δὲ πολὺ τὰ φῶτα καὶ τὴν μόρφωσιν τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, καὶ ὑποθέτω ὅτι ἀστειεύεται βεβαίως, τοιαῦτα ὑποστηρίζων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπῆρξε συγγραφεὺς οὔτε ὑπάρχει, ὅστις νὰ μὴ θεωρῇ, ὅτι ἐπὶ τῶν ἐντόκων δανείων ἡ προθεσμία εἶναι πάντοτε ὑπὲρ τοῦ δανειστοῦ, ὅτι οὔτε ὁ ὀφειλέτης δύναται νὰ πληρώσῃ ὁπόταν θέλῃ τὸ κεφάλαιον μόνον, οὔτε ὁ δανειστὴς νὰ ζητήσῃ τὸ χρέος πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας. Μᾶς εἶπον ἀκόμη, ὅτι παρεσύρθημεν ἐκ τῶν ἐν Γαλλίᾳ διδασκομένων, ὅτι τὰ ἐν Γαλλίᾳ εἶναι ἐντελῶς διάφορα τῶν ἰσχυόντων κατὰ τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον. Δὲν εὗρον εἰσέτι συγγραφέα ὑποστηρίζοντα, ὅτι ἡ προθεσμία ἀπολύτως ἐπὶ ἐντόκων δανείων εἶναι ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου, ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν, ὅτι δύναται ἐν παντὶ χρόνῳ καὶ πάντοτε νὰ παραιτηθῇ καὶ νὰ προσφέρῃ τὸ ὀφειλόμενον ἄνευ τόκου. Θὰ ἀδικήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν θελήσω νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ κλείω τὴν συζήτησιν, ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο τῆς ὁμιλίας μου, ἀναφέρων τὰ δοκιμώτερα ὀνόματα τῶν Ρωμαϊστῶν καὶ τῶν ἑρμηνευτῶν τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου. Ἀρχίζω ἀπὸ τὸν μακαρίτην Καλλιγᾶν (ἀναγινώσκει): «Συνήθως ἡ προθεσμία τίθεται ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου, καὶ ἑπομένως ὁ ὀφειλέτης δύναται νὰ καταβάλῃ πρὸ τῆς προθεσμίας, παραιτούμενος τοῦ ἰδίου δικαιώματος. Ἂν ὅμως ἐξάγηται, ὅτι ἡ προθεσμία συνωμολογήθη ὑπὲρ τοῦ δανειστοῦ, οἷον διὰ τὴν ὠφέλειαν τόκου ἢ ἄλλην τινά, ἡ πρὸ τῆς προθεσμίας προσφορὰ δύναται ν’ ἀπορριφθῇ ἀκινδύνως.» Τὸ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνει καὶ ὁ μακαρίτης Παπαρηγόπουλος. Ὁ Van-Wetter, ἔγκριτος νομοδιδάσκαλος Βέλγος, ἰδοὺ πῶς ἀποφαίνεται περὶ τῆς προθεσμίας (ἀναγινώσκει): «Ἡ προθεσμία εἶναι ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου, ἀλλὰ δύναται νὰ ἦναι καὶ ὑπὲρ τοῦ δανειστοῦ. Ὅταν τις ἐδάνεισε χρήματα ἐπὶ τόκῳ καὶ προθεσμίᾳ 5 ἐτῶν λόγῳ τοῦ τόκου, ἡ προθεσμία ἐτέθη πρὸς ὠφέλειαν τοῦ ὀφειλέτου καὶ τοῦ δανειστοῦ. Συνεπῶς ὁ δανειστὴς δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν πληρωμὴν πρὸ τῆς παρελεύσεως τῶν 5 ἐτῶν, οὔτε ὁ ὀφειλέτης νὰ πληρώσῃ πρὸ αὐτῆς, ἐκτὸς ἂν πληρώσῃ τοὺς τόκους μέχρι τῆς λήξεως, ὅτε ὁ δανειστὴς δὲν ἔχει πλέον συμφέρον.» Ἀλλὰ μᾶς εἶπον ἐπίσης, ὅτι τὸ Γαλλικὸν Δίκαιον, ἀναγράφον τὸν αὐτὸν κανόνα, τὸν ἀναγράφει διαφοροτρόπως. Ἔχομεν τὴν μαρτυρίαν τοῦ Molitor, ὅστις, ὡς γνωστόν, ἔγραψε Ρωμαϊκὸν Δίκαιον ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ Γαλλικὸν (ἀναγινώσκει): «Κατὰ γενικὸν κανόνα, ἡ προθεσμία εἶναι ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου, δυναμένου νὰ παραιτηθῇ, ἐκτὸς ἐὰν ἐκ τῶν περιστάσεων προκύπτῃ, ὅτι ἐτέθη καὶ ὑπὲρ τοῦ δανειστοῦ.»
§7ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ Βελγικὸν οὕτω. Τὸ δὲ Γαλλικόν;
§8ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὸ Γαλλικὸν ὡσαύτως. Καὶ ἰδοὺ τί λέγει παρακατιὼν ὁ Molitor (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἀρχαὶ αὗται ἰσχύουσιν ὡσαύτως ἐν Γαλλίᾳ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1187 τοῦ Γ. Κώδικος». Παρακατιὼν δέ: «Μάλιστα δὲ προκειμένου περὶ διαπραγματευσίμων τίτλων, ἡ προθεσμία λογίζεται τεθεῖσα ὑπὲρ ὀφειλέτου καὶ δανειστοῦ». Τὸ ἐπιχείρημα λοιπόν, ὅτι τὰ ἐν Γαλλίᾳ ἰσχύοντα εἶναι ἐντελῶς διάφορα τῶν κατὰ τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον, δὲν ἔχει καμμίαν βασιμότητα, διότι, ὡς ἀπέδειξα, νομίζω, τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον εἶναι ἐντελῶς ὅμοιον πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Γαλλικοῦ Δικαίου. Οἱ Aubry et Rau, οἱ δοκιμώτεροι Γάλλοι συγγραφεῖς, λέγουσιν (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὰ ἔντοκα δάνεια πρέπει νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἡ προθεσμία εἶναι ὑπὲρ τοῦ δανειστοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου». Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ καταφύγωμεν εἰς ἑρμηνευτάς. Ἡ Γαλλία παρέχει ἡμῖν πολλὰ παραδείγματα ἐφαρμογῆς τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐφήρμοσεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτῆς ἀπόφασιν. Ἡ τελευταία ἀπόφασις τοῦ Ἀκυρωτικοῦ τῆς 23 Ἀπριλίου 1897 ἐπεκύρωσεν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου τῆς Τουλούζης, τὸ ὁποῖον κατεδίκασε τὴν πόλιν τῆς Τουλούζης νὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους τοὺς λήξαντας καὶ τοὺς λήξοντας, διότι ἠθέλησεν, ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, νὰ προβῇ εἰς τροπὴν καὶ δὴ εἰς πληρωμὴν πρὸ τῆς προθεσμίας τῶν ὁμολογιῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐκδώσει κατὰ τὸ 1867. Εἶνε πληθὺς ἀποφάσεων τῶν Γαλλικῶν Ἐφετείων καὶ τοῦ Ἀκυρωτικοῦ τῆς Γαλλίας, καθιερουσῶν τὴν νομολογίαν ταύτην. Ἡ τελευταία εἶναι αὕτη. Ἰδοὺ τὰ ἐπιχειρήματα τῆς ἀποφάσεως τῆς Τουλούζης, ἥτις ἐπεκυρώθη ὑπὸ τοῦ Ἀκυρωτικοῦ τῆς Γαλλίας (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν πρόκειται περὶ ἁπλοῦ δανείου ἐπὶ τόκῳ, ἀλλὰ περὶ εἰδικῆς συμβάσεως μικτῆς, ἐχούσης χαρακτῆρα τυχηρὸν, περιλαμβάνοντα τρόπον πληρωμῆς, ὅστις ἀποτελεῖ ὅρον οὐσιώδη τοῦ γενομένου δανείου. Ἐπειδὴ ἡ πόλις τῆς Τουλούζης, διακηρύξασα, ὅτι αἱ ὁμολογίαι αὐτῆς εἶναι πληρωτέαι εἰς 42 ἔτη διὰ κληρώσεως, ἔδωκεν εἰς τοὺς ὁμολογιούχους τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι ἀπηγορεύετο πᾶς ἄλλος τρόπος πληρωμῆς. Ἐπειδὴ οἱ ὁμολογιοῦχοι, ἀποδεχθέντες κατὰ τὸ 1867 καὶ 1868 τόκον 4½%, καθ’ ὃν χρόνον ἄλλαι ἀξίαι ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ ἀπέφερον ἀνώτερον τόκον, ἠθέλησαν βεβαίως ἕνεκα τῆς φερεγγυότητος τῆς πόλεως Τουλούζης νὰ ἐνεργήσωσι τοποθέτησιν τῶν χρημάτων αὑτῶν ἀπηλλαγμένων ἐπὶ μακρὸν χρόνον πάσης διακυμάνσεως, δὲν εἶναι δὲ διόλου ἐνδεχόμενον, ὅτι ἐνόησαν νὰ ἀναδεχθῶσιν ἄλλο τυχηρόν, πλὴν τῆς κληρώσεως, κατὰ μείζονα δὲ λόγον τὴν πρὸ τῆς προθεσμίας πληρωμήν. Διὰ ταῦτα ἀποφαίνεται, ὅτι ἡ προθεσμία αὕτη, ὅρος τοῦ συναλλάγματος, δὲν δύναται νὰ παροραθῇ, εἰμὴ τῇ κοινῇ τῶν συμβαλλομένων συναινέσει, καὶ ὅτι ἡ πόλις τῆς Τουλούζης δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς ὁμολογιούχους αὑτῆς τὴν πρὸ τῆς προθεσμίας πληρωμήν, συνεπῶς καταδικάζει αὐτὴν νὰ πληρώσῃ εἰς τοὺς ἐκκαλοῦντας τὰ τοκομερίδια τά τε λήξαντα καὶ λήξοντα κλπ.» Αὐτὴ εἶναι ἡ σταθερὰ καὶ τελευταία νομολογία τῶν Γαλλικῶν δικαστηρίων. Ἡ πόλις τῶν Βρυξελλῶν ἐπεχείρησε τὴν μετατροπὴν κατὰ τὸ 1891, νομίζω. Ἡ πόλις τοῦ Ἀννοβέρου ἐπεχείρησεν ἐπίσης τὴν τροπήν. Ἐπειδὴ δὲ αἱ ὁμολογίαι αὗται ἐκτὸς τοῦ τόκου εἶχον καὶ λαχεῖον, ἠναγκάσθησαν νὰ ἐνεργήσωσι τὴν κλήρωσιν καὶ νὰ κανονίσωσιν, ὥστε κατὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης νὰ πληρωθῇ τὸ ποσὸν τὸ ὁρισθέν. Τὸ αὐτὸ ἔπραξε καὶ ἡ πόλις τῶν Παρισίων.
§9ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Ἐνήργησαν προηγουμένως πάσας τὰς κληρώσεις.
§10ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Βέβαια. Τὰ αὐτὰ δύναταί τις νὰ ἀναγνώσῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου Νανσὺ, ἥτις ἐπεκυρώθη ὑπὸ τοῦ Ἀκυρωτικοῦ τῆς 18 Ἀπριλίου 1887. Εἶναι λοιπὸν ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατὰ τοὺς κειμένους νόμους καὶ τὴν ἑρμηνείαν τὴν καθολικὴν αὐτῶν δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὴν τροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη, ὅτι προβᾶσα παρέβη τὸν νόμον, θὰ ὑποστῇ δὲ, ὡς πᾶς ὀφειλέτης παραβαίνων τὸν νόμον, τὰς συνεπείας τῆς παραβάσεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπέφερε καὶ ἄλλο. Ἔχω νόμον, ἰσχυρίζεται, κατὰ τὸν ὁποῖον μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ πράξω ὅ,τι ἔπραξα. Ἐξετάσωμεν, ἂν κατὰ τὸν νόμον τοῦτον παρέχηται εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὴν τροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη. Προέχει ὅμως ἄλλο ζήτημα. Διότι ἤκουσά τινα τῶν συναδέλφων εἰπόντα «αὐτὸ εἶναι». Δὲν εἶναι διόλου αὐτό. Διότι ἐρωτᾶται: εἶναι δυνατὸν νόμος νὰ ἀλλοιώσῃ ἢ νὰ καταστρέψῃ δικαιώματα κτηθέντα ὑπὸ τὸ κράτος ἄλλων νόμων; εἶναι δυνατὸν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησα δυνάμει τῶν γενικῶν νόμων τοῦ Κράτους νὰ ἔλθῃ ἄλλος νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ τὰ ἀλλοιώσῃ, νὰ τὰ καταστρέψῃ; Καὶ ἐὰν ἦναι δυνατὸν τοῦτο, τότε ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος περὶ μὴ ἀφαιρέσεως τῆς ἰδιοκτησίας ἄνευ ἀποζημιώσεως τί ἆρά γε γίνεται; Ἐνοικιάσατε τὴν οἰκίαν τοῦ Α καὶ ἔρχεται νόμος μετὰ δέκα ἔτη καὶ σᾶς λέγει «κηρύσσω ἄκυρον τὴν σύμβασιν». Ἐδανείσατε τὸν Β ἐπὶ τόκῳ 10%. «Ὄχι, Κύριε. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τοῦ πάρητε τόκον.» Ἐπιτρέπεται, ὥστε ὁ νόμος νὰ κανονίσῃ σχέσεις κατ’ ἄλλον τρόπον, ἀφ’ ὅ,τι ἐκανονίσθησαν αὗται κατὰ τὸν χρόνον τῆς συστάσεως αὐτῶν; Ἐὰν δεχθῶμεν τοῦτο, τίποτε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ εἰς τὴν θέσιν του. Εἶναι ἀδύνατον λοιπὸν νὰ δεχθῶμεν νόμον ἔχοντα τὴν ἔννοιαν τῆς ἀλλοιώσεως ἢ τῆς καταργήσεως δικαιωμάτων κεκτημένων ὑπὸ τὸ κράτος ἄλλου νόμου, γενικοῦ καὶ καθολικοῦ, ἐπὶ τοῦ Συντάγματος στηριζομένου. Ἀλλὰ τέλος πάντων τὸ πρᾶγμα ἔγεινεν. Ὁ νόμος ἐγένετο, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, δυνάμει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται, ἠδύνατο νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεται, ὅτι δυνάμει τοῦ νόμου τούτου ἔχει. Κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1896 ἡ τότε Κυβέρνησις, ἐπιθυμοῦσα νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὴν πενομένην ἀληθῶς γεωργίαν, συνῆψε μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἡ τελευταία αὕτη ἀνελάμβανεν ὡρισμένας ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τοῦ Κράτους, τὸ Κράτος δὲ ἀπέδιδεν εἰς αὐτὴν ὡρισμένα δικαιώματα. Καὶ πᾶσαι μὲν αἱ ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις τῆς Τραπέζης δὲν ἐξεπληρώθησαν. Οὐχὶ μόνον δὲ δὲν ἐξεπληρώθησαν, ἀλλ’ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθῶσι, διότι ἡ προθεσμία, κατὰ τὴν ὁποίαν συνωμολογήθησαν, ἐξέπνευσεν ἤδη. Τὸ ἄρθρον 1 τῆς συμβάσεως τῆς 2 Δεκεμβρίου 1896 ἀναφέρει τάδε: «Ἡ περὶ συνομολογήσεως τῆς ἐν λόγῳ συμβάσεως ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης ἰσχύει ἐπὶ διετίαν ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς παρούσης.» Ἡ κύρωσις ἐγένετο κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1897, εὑρισκόμεθα δὲ εἰς τὸν Μάϊον τοῦ 1899, ἐκτὸς ἐὰν μᾶς σώσῃ τὸ δικαιοστάσιον. Καὶ συνομολογοῦνται μὲν διάφορα σχετικὰ πρὸς τὴν εὐκολίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέσχετο, ὅτι ἤθελε παράσχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τοὺς πενομένους πληθυσμοὺς, μεταξὺ δὲ τῶν διατάξεων ὑπάρχει καὶ ἡ διάταξις, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὀφείλει νὰ προμηθευθῇ διὰ δανείου ποσὸν 6,000,000, τὸ ὁποῖον ἤθελε χορηγήσει διὰ τὰς ἀνάγκας τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ νόμῳ. Ἀναγινώσκων τις τὴν σειρὰν τοῦ νόμου καὶ φθάνων εἰς τὴν τοῦ ἄρθρου 6, ὑποθέτει, ὅτι τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνα τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα ὤφειλε νὰ συνομολογήσῃ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν. Ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, κατὰ μεταλλαγὴν ἑνὸς γράμματος ε ἀντὶ ι, ἰσχυρίζεται: «καὶ πῶς; Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνω διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, θὰ ἔλεγεν ὁ νόμος ἐκδιδομένων· δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ἐκδεδομένων· δὲν ἠδύνατο νὰ ὁμιλῇ εἰς παρῳχημένον, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἐνεστῶτος.» Ἐὰν εἴχετε τὸ κείμενον ἀνὰ χεῖρας, ἠθέλετε πεισθῆ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 6 ἀναφέρεται εἰς ἐκείνας τὰς ὑποχρεώσεις καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα πρόκειται νὰ συνομολογήσῃ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε διὰ τῆς συμβάσεως.
§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, τὸ ἄρθρον.
§12ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Τὸ ποσὸν ὅπερ δύναται νὰ δανεισθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δι’ ἐκδόσεως ὁμολογιῶν κατὰ τοὺς ἀπὸ 11 Ἀπριλίου 1859, 16 Δεκεμβρίου 1861 καὶ 13 Αὐγούστου 1864 νόμους πρὸς τὸν σκοπὸν χορηγήσεως δανείων ἀφορώντων εἰς τὴν κτηματικὴν καὶ γεωργικὴν πίστιν, ἐπεκτείνεται μέχρι τοῦ ὀκταπλασίου τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου.» Μέχρι τοῦ νόμου τούτου τὸ κεφάλαιον ἦτο πενταπλάσιον. Ἐπετράπη ἤδη νὰ δανεισθῇ ὀκτάκις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτῆς. Παράγραφος δευτέρα (ἀναγινώσκει): «Αἱ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκδιδόμεναι δυνάμει τῶν αὐτῶν νόμων ὁμολογίαι δύνανται νὰ ὦσι καὶ κατώτεραι τῶν 300 δραχμῶν, ἡ δὲ προθεσμία ἀποδόσεως τοῦ κεφαλαίου καὶ ἐλάσσων τοῦ ἑνὸς ἔτους.» Τρίτη παράγραφος (ἀναγινώσκει): «Ὁσάκις τὸ Γενικὸν Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἤθελε κρίνει ἀναγκαίαν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ τόκου ἐπὶ τῶν δυνάμει τῶν εἰρημένων νόμων ἐκδεδομένων παρ’ αὐτῆς ὁμολογιῶν, οἱ μὴ στέργοντες τὴν ἐλάττωσιν δανεισταὶ δικαιοῦνται νὰ ἀναλάβωσι τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον ἐντὸς προθεσμίας κτλ.» Λοιπόν, λέγει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα: «βλέπετε; δὲν λέγει τὸ κείμενον ἐκδιδομένων, ἀλλὰ λέγει ἐκδεδομένων. Ἀλλὰ ἐκδεδομέναι εἶναι καὶ ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἐξέδωκα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων τοῦ 1859, τοῦ 1861 καὶ τοῦ 1864, ἤτοι τοῦ λαχειοφόρου δανείου.» Ἀπαντῶμεν: Εἶναι ἀδύνατον ἡ παράγραφος αὕτη νὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὰ δάνεια ταῦτα, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξεφράζετο ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἐκφράσῃ ἡ παράγραφος ἡ τελευταία ἄλλως ἢ ὡς ἐξεφράσθη. Πότε πραγματικῶς ἐπέρχεται ἡ τροπή; Βεβαίως δὲν ἐπέρχεται πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῶν ὁμολογιῶν. Ἐπέρχεται μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ὁμολογιῶν. Τί λέγει ἡ δευτέρα ἀνωτέρω παράγραφος; Ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ προμηθευθῇ αὐτὰ τὰ κεφάλαια διὰ τῆς ἐκδόσεως ὁμολογιῶν, ὅτι αἱ ὁμολογίαι δύνανται νὰ ἦναι πληρωτέαι εἰς χρονικὸν διάστημα ἔτους, ὅτι αἱ ὁμολογίαι δύνανται νὰ ἦναι 300 δραχμῶν, καὶ ἔρχεται κατόπιν ἡ τρίτη παράγραφος, ὅτι αἱ ὁμολογίαι αὗται εἶναι αἱ ἐκδεδομέναι, δηλαδὴ αἱ δυνάμει τῶν δύο παραγράφων. Εἶναι ἀναμφίβολον, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν σπουδαιολογεῖ βεβαίως, προσκολλωμένη εἰς διάταξιν, ἥτις δὲν ἠδύνατο νὰ τεθῇ ἄλλως ἢ ὡς ἐτέθη. Ἐὰν εἶχε τὴν ἔννοιαν ἡ παράγραφος νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὰς ὁμολογίας ἐκείνας, αἵτινες ἐξεδόθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων τοῦ 1859, τοῦ 1861 καὶ τοῦ 1864, καὶ εἰδικῶς εἰς τὰς λαχειοφόρους, τότε ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῇ τὴν φράσιν «εἶχον ἐκδοθῇ». Παρηκολούθησα τὴν συζήτησιν κατὰ τὴν Βουλήν, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος, καὶ ὑπῆρξεν ὁ εἰπὼν, ὅτι ἡ παράγραφος αὕτη ἀναφέρεται καὶ εἰς τὸ δάνειον τῶν λαχειοφόρων, ὑπῆρξε δὲ ἄλλος Βουλευτὴς, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη εἶναι ἐπίσης σεβαστὴ, ἀντικρούσας τὸν Βουλευτὴν ἐκεῖνον. Ὁ προτείνας δὲν ἐπέμεινε, καὶ οὕτω παρῆλθεν ἐν σιγῇ...
§13ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου αὐτοῦ;
§14ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἦτο ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅστις ἠρώτησε: «τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀναφέρεται ὡς ἔχει ἐν τῇ γενικότητί του, ἢ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφερθῇ καὶ εἰς τὰ λαχειοφόρα δάνεια;» ὁ δὲ κ. Σκουλούδης ἀπαντᾷ: «Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν». Καὶ οὕτως ἡ συζήτησις κλείει. Ὁ κ. Δεληγεώργης κατ’ ἐπανάληψιν ἐρωτᾷ τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως: «Τί ἐννοεῖ αὐτὸ τὸ ἄρθρον; — ὄχι εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον, ἀλλ’ εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ἡ Τράπεζα νὰ ἐκδώσῃ. — Τί ἐννοεῖτε κεφάλαιον καὶ ὀκταπλάσιον τοῦ κεφαλαίου; ποία εἶναι ἡ βάσις, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὸ ὀκταπλάσιον;» Ἡ ἀπάντησις ὁμολογουμένως δὲν φαίνεται σαφῶς διατετυπωμένη ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν κατώρθωσα τίποτε νὰ ἐννοήσω. Εἶναι τὸ κεφάλαιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Τράπεζα ἠδύνατο νὰ ἐκδώσῃ τὸ ὀκταπλάσιον δι’ ὁμολογιῶν. Καὶ τοῦτο μὲν εἶναι τὸ ἱστορικὸν τοῦ νόμου.
§15ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ......
§16ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκεν ἀπάντησιν, ὅτι καὶ τὸ ἀποθεματικὸν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ὅτι ὑπῆρχε μία διαφορὰ: ἐν τούτοις φαίνεται κἄτι, πλὴν δὲν ὑπάρχει σαφήνεια. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι εἰς τὰ πρακτικὰ δὲν ἐτέθη ἡ γνώμη τοῦ τότε λέγοντος σαφῶς, διότι γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης ὁμιλεῖ καὶ σαφῶς καὶ καθαρῶς. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν πρὸ μιᾶς παραγράφου, καθιερωσάσης μίαν παρανομίαν, στηριζομένης δὲ ἐπὶ ἑνὸς ε καὶ ἐπὶ μιᾶς φράσεως, ἥτις ἔχει διφορουμένην τὴν ἔννοιαν. Πρέπει νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐπιλήσμων τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων αὑτῆς, ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἥτις συνέκειτο ἐξ ἀνθρώπων ἐπίσης ἀξιοτίμων, ὡς ἡμεῖς, ἠθέλησε νὰ ἀλλοιώσῃ θεμελιώδη νόμον τοῦ Κράτους, ἠθέλησε νὰ ἀλλοιώσῃ τὸ ἀστικὸν ἡμῶν δίκαιον καὶ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος διὰ δημεύσεως τῆς περιουσίας τῶν δανειστῶν τῆς Τραπέζης; Ἐγὼ δὲν θέλω ποτὲ νὰ πιστεύσω τοῦτο, οὔτε ἡ Βουλή, ἐλπίζω, θὰ φθάσῃ εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀμφιβολία τις, ἡ ἀμφιβολία πρέπει νὰ τεθῇ πάντοτε ὑπὲρ τοῦ νομίμου· δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν ἐν ἀμφιβολίᾳ, ὅτι τὴν παρανομίαν ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ ἡ Βουλὴ ἐκείνη, καὶ παρανομία εἶναι νὰ λαμβάνητε ἐκ τοῦ θυλακίου τοῦ ἑνὸς, διὰ νὰ τὸ θέτητε εἰς τὸ θυλάκιον τοῦ ἄλλου, διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ποῦ στηρίζονται τὰ ἐπιχειρήματα τῆς Τραπέζης; Ἐπὶ τοῦ ε τοῦ ἐκδεδομένων· καὶ διατὶ τάχα ἐκείνη ἡ παράγραφος δὲν ἀναφέρεται εἰς τὰ δύο προηγούμενα, ἀλλ’ ἀναφέρεται εἰς τὰ δάνεια τὰ συνομολογηθέντα πρὸ τοῦ λαχειοφόρου; Εἶδον ὅτι δὲν περιωρίσθησαν ἀναγράφοντες μὲ γράμματα ὀλίγον στρογγύλα τὸ ἐκδεδομένων καὶ ἐκδιδομένων, ἀλλ’ ἐπιχείρησαν νὰ μᾶς εἴπουν, ὅτι τοιοῦτόν τι ἐγένετο καὶ διὰ τὸ Crédit-Foncier, ὅτι καὶ ἐκεῖ, ἐν Γαλλίᾳ, ἐπῆλθε μετατροπὴ τῶν ὁμολογιῶν, καὶ μάλιστα κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, ἐλάβετε ἀφορμὴν νὰ γνωρίσητε τὰ τοῦ Crédit-Foncier ἐν Γαλλίᾳ, βεβαίως θὰ ἐπείσθητε ὅτι τὰ παρ’ ἡμῖν ἐνυπόθηκα δάνεια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εὑρίσκονται εἰς πολὺ καλλιτέραν κατάστασιν. Ἐλησμόνησαν ἢ θέλουν νὰ λησμονοῦν ἐντελῶς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Crédit-Foncier, καὶ βεβαίως δὲν εἶναι ὁ τόπος ἐδῶ, ὅπως ἀναπτύξω τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ· θὰ περιορισθῶ μόνον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ Crédit-Foncier ἐδάνειζε καὶ εἰς ὁμολογίας. Ὁ θέλων νὰ δανεισθῇ συνέτασσε συμβόλαιον, προσφέρων τὸ κτῆμά του εἰς ὑποθήκην, ἀντὶ δὲ τούτου ἐλάμβανε παρὰ τοῦ Crédit-Foncier ὁτὲ μὲν χρῆμα, ὁτὲ δὲ καὶ μίαν ὁμολογίαν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε κατόπιν νὰ διαπραγματευθῇ, ἵνα λάβῃ χρῆμα. Ἡ πληρωμὴ δὲ αὕτη, ἡ πρὸ τῆς προθεσμίας πληρωμὴ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ Crédit-Foncier, ὄχι μόνον ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ διατάγματος τοῦ 1852, τὸ ὁποῖον ἵδρυσεν ἐν Γαλλίᾳ τὰ Crédits-Fonciers, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς φύσεως τῆς ὁμολογίας· διότι, ἀφοῦ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὀφειλέτην νὰ πληρώσῃ ἐν οἱᾳδήποτε στιγμῇ κατὰ τὰ καταστατικὰ καὶ κατὰ τὸν νόμον τὸν διέποντα τὰ Crédits-Fonciers ἐν Γαλλίᾳ, ἐπιβάλλεται φυσικῶς ν’ ἀποσύρῃ τὴν ὁμολογίαν, διότι ἐν τῇ ὁμολογίᾳ τὸ Crédit-Foncier παίζει πρόσωπον ὀφειλέτου, παίζει καὶ πρόσωπον ἐγγυητοῦ· ὁ δανειζόμενος εἰς τὸ Crédit-Foncier εἶναι ὀφειλέτης τοῦ Crédit-Foncier, καὶ τὸ Crédit-Foncier εἶναι ὀφειλέτης τοῦ κατόχου τῆς ὁμολογίας· δὲν δύναται δὲ ἡ ὁμολογία νὰ ᾖναι οὔτε ἀνωτέρα τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος τοῦ εἰς ὑποθήκην διδομένου, οὔτε κατωτέρα τῶν 100 φράγκων, δὲν δύναται δὲ ἡ ὁμολογία νὰ ἐκδοθῇ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, πρέπει νὰ θεωρηθῇ καὶ νὰ ἐγγραφῇ μετὰ τοῦ συμβολαίου αὐτοῦ τῆς ὑποθήκης. Εἶναι μηχανισμὸς ἐντελῶς ἰδιαίτερος, ἐντελῶς διάφορος, ὁ ὁποῖος μόνον ἐπιχειρήματα ἐναντίον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης παρέχει. Τὸ διάταγμα τοῦ 1852, τὸ ὁποῖον ἐκανόνισε τὰ τοῦ Crédit-Foncier, τὸ ὁποῖον ἐθεωρεῖτο τότε ὡς πανάκεια, ἀναγράφει ῥητῶς, ὅτι ὁ ὀφειλέτης ἐν πάσῃ στιγμῇ δύναται νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος του, ἐὰν δὲ δύναται ὁ ὀφειλέτης, τότε δύναται καὶ τὸ Crédit-Foncier, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης ὀφειλέτης. Σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ, Κύριοι, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης δὲν ἀναμένω βέβαια οὔτε ἀπόφασιν οὔτε κατάργησιν τοῦ νόμου τοῦ 1897. Δὲν εἴμεθα πλέον κύριοι ἡμεῖς τῶν νόμων· ὅταν οἱ νόμοι συντάσσωνται καὶ δημοσιεύωνται, ἔρχονται τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἐφαρμόσουν αὐτούς. Τὸ ζήτημα λοιπὸν θὰ συζητηθῇ εὐρύτερον ἐν ἄλλῃ αἰθούσῃ. Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ καταδειχθῇ κατὰ τίνα τρόπον ἀποδίδονται τὰ προνόμια καὶ κατὰ ποῖον τρόπον ἐκτελοῦνται, διότι δὲν διέφυγε τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ὅτι ἐντὸς 20 ἡμερῶν ὀφείλει ὁ κάτοχος τῆς ὁμολογίας ἢ νὰ δεχθῇ τὸν νόμον τῆς Τραπέζης ἢ νὰ δεχθῇ τὸν νόμον πάλιν τῆς Τραπέζης, καὶ ἐντὸς 20 ἡμερῶν τίποτε δὲν δύναται νὰ γείνῃ. Ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐπὶ τούτου, ὅτι ἐγένετο παρατήρησίς τις ἐκ μέρους Βουλευτοῦ κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ τροποποίησις. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον λοιπὸν περιεβλήθη τὰ προνόμια ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν Τράπεζα, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξασκεῖ ταῦτα. Δὲν προτείνω βεβαίως εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀκυρώσῃ τὸν νόμον τοῦτον· οἱανδήποτε γνώμην καὶ ἂν ἔχῃ περὶ αὐτοῦ, ἡ ἀκύρωσις τοῦ νόμου θὰ γείνῃ παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν. Δυστυχῶς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι μεγάλη καὶ ἰσχυρὰ, ὀλίγοι δὲ ἢ οὐδεὶς θέλει προστρέξει εἰς τὰ δικαστήρια, ἀλλ’ ἐὰν προστρέξῃ, βεβαίως θὰ εὕρῃ τὸ δίκαιον αὐτοῦ. Δὲν προτείνω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προβῶμεν εἰς μέτρον τι, προτείνω ὅμως, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου τοῦ 1897, ἀφοῦ οὐδόλως ὁ νόμος οὗτος ἐλειτούργησεν ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους ἢ τῶν Θεσσαλῶν, πρέπει νὰ καταργηθῇ, διότι αὔριον θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ μιᾶς ἄλλης ἐκπλήξεως. Δυνάμει τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου καὶ δυνάμει τῶν αὐτῶν συλλογισμῶν, τί κωλύει τὴν Τράπεζαν, μετὰ δύο μῆνας, μετὰ τρεῖς μῆνας, μετὰ τέσσαρας μῆνας, νὰ σᾶς εἴπῃ: «Κύριοι, 2% ἔχετε»; Δὲν εἶναι δὲ, ὅπως νομίζουν τινὲς, ἀκίνδυνον τοῦτο, δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὅσον φαίνεται. Οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν ἐχόντων τὰ ἀποταμιεύματα αὐτῶν εἰς ὁμολογίας λαχειοφόρους, δὲν ἠγόρασαν ταύτας εἰς τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως, δὲν ὠφελήθησαν κἂν τὴν prime· ἠγόρασαν ἐν ὑπερτιμήσει, σήμερον δ’ εὑρίσκονται εἰς τὸ δίλημμα, ἢ νὰ δεχθῶσι τὸν νόμον τῆς Τραπέζης, ἢ νὰ δεχθῶσιν 600 δραχμὰς δι’ ἑκάστην ὁμολογίαν, ἀντὶ τῶν 670 ἢ 650 ἢ 680, εἰς τὰς ὁποίας τὴν ἠγόρασαν. Ἐννοεῖται πόσον δυσχερὴς εἶναι ἡ θέσις ἐκείνου, ὅστις ἀποταμιεύει, ὅστις ἐργαζόμενος νυχθημερὸν, ὅστις στερούμενος καὶ κακουχούμενος ἐτοποθέτησε τὸ χρῆμα αὐτοῦ εἰς τοιαύτας ὁμολογίας. Συμπεραίνων λέγω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τοῦ 1897. Ἐὰν δὲ δὲν θέλῃ νὰ καταργήσῃ τοῦτον, ἂς καταργήσῃ τὸ ἄρθρον 6 μόνον, ἀφίνουσα τὸ ζήτημα τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου ἐντελῶς ἀνέπαφον, ὅπως τῆς ἑρμηνείας τούτου ἐπιληφθῶσι τὰ δικαστήρια. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ φέρω τὸ ζήτημα καὶ νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα καταδειχθῇ κατὰ ποῖον τρόπον ἀνώτατον πιστωτικὸν ἵδρυμα ἐννοεῖ νὰ συμπεριφέρηται πρὸς τὸ ἔθνος· ἔπρεπε νὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐδῶ, διότι θὰ λάβω ἀφορμὴν καὶ ἄλλοτε νὰ παραστήσω κατὰ ποῖον τρόπον διατάξεις ἐντελῶς ἄσχετοι περιλαμβάνονται εἰς διαφόρους συμβάσεις. Παρατηρήσατε τὸ ἄρθρον 3 τῆς συμβάσεως, ἥτις μᾶς ἀπασχολεῖ, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ Δικονομία ἐξηφανίσθη. Θέλω νὰ καταστήσω προσεκτικὴν τὴν Βουλὴν, ὅπως, ὁσάκις τοιαῦται συμβάσεις παρουσιάζωνται, ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι ἀπέναντι αὐτῆς ὑπάρχει ἀντίπαλος ἰσχυρὸς, ἐνίοτε δὲ καὶ ἐπικίνδυνος, καὶ νὰ μὴ ψηφίζῃ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε τὰς συμβάσεις, ὅσον καὶ ἂν φαίνωνται ἐκ πρώτης ὄψεως εὐεργετικαὶ καὶ ἀφιλοκερδεῖς.
§17Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ οὐδόλως ἔδει νὰ παρασυρθῇ εἰς συζητήσεις ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον διαφεύγει τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῆς, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις μόνον ἀνωμαλίας ἐν τῇ κοινωνίᾳ δύναται νὰ φέρῃ καὶ νὰ ἀποδείξῃ συγχρόνως πόσον ὀλίγον κήδεται ἡ Βουλὴ περὶ τῆς πίστεως τοῦ μόνου ἡμῶν πιστωτικοῦ καταστήματος, τὸ ὁποῖον παρέσχεν ὑψίστας καὶ ποικίλας ὑπηρεσίας καὶ εἰς τὴν ἡμετέραν πατρίδα καὶ εἰς τὰς Κυβερνήσεις. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ματαία καὶ ἐπιζήμιος ἡ συζήτησις αὕτη, ἡ ὁποία ἠγέρθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ. Ἐν Ἀγγλίᾳ, Κύριοι, ἀπαγορεύεται ῥητῶς εἰς τὰς Βουλὰς ἡ συζήτησις τοιούτων θεμάτων, καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ ἐθνικῶν δανείων. Καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἐγένοντο πολλαὶ καὶ μεγάλαι conversions εἰς τὰ ἐθνικὰ δάνεια, ἀλλ’ οἱ πρακτικοὶ Ἄγγλοι ἀποφεύγουσι τοιαύτας συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι βλάβην μόνον δύνανται νὰ ἐπιφέρωσιν. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ τῆς νομιμότητος, ἀπαγορεύεται ἡ ἀνάμιξις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, νομίζετε, ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν ἡμεῖς νὰ ἐπιληφθῶμεν τοιαύτης συζητήσεως καὶ νὰ μειώσωμεν οὕτω τὸ γόητρον τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Τραπέζης; Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ θέσῃ πέρας εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, πρὸς ὄφελος καὶ τῆς Τραπέζης καὶ τῆς κοινωνίας καὶ πρὸς τιμὴν αὐτῆς τῆς Βουλῆς.
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἀνώνυμος ἑταιρεία, διατελοῦσα ὑπὸ τὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους, τὴν ἀστυνομίαν δὲ ταύτην ἐνασκεῖ τὸ Κράτος διὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν· μάλιστα εἰς τὰ Συμβούλια τῆς Τραπέζης παρίσταται Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ τηρητὴς τοῦ νόμου, καὶ ὁ ὁποῖος χειραγωγεῖ τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἵνα αὗται ὦσι σύμφωνοι μὲ τοὺς νόμους. Ἐπειδὴ δὲ νῦν ἐλέγχεται ἀπόφασίς τις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς ἀντιβαίνουσα εἰς τοὺς νόμους, ἐλέγχεται ἐμμέσως καὶ ἡ ἐνασκουμένη ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀστυνομία ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς μὴ παρακωλύσασα τὴν τελεσθεῖσαν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης παράβασιν τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι ἁρμόζει εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς νὰ λάβωσι τὸν λόγον, ἵνα δώσωσι τὰς προσηκούσας διασαφήσεις.
§19Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς νομικόν· τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή, εἶναι, ἡ Τράπεζα προβᾶσα εἰς τὸ μέτρον, εἰς ὃ προέβη, ἔπραξε συμφώνως μὲ τὸν νόμον ἢ οὔ; Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως τοῦ 1897 καὶ τὰς συζητήσεις τὰς μακράς, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἡ Τράπεζα ἐδικαιοῦτο νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, διότι ῥητὴ διάταξις τοῦ νόμου δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν, ὁπόταν αὕτη νομίσῃ, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου τῶν ἐκδεδομένων, καὶ ὄχι ὅτι ἐτέθη ἐκ παραδρομῆς, ὡς ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὁ προαγορεύσας, ἡ λέξις «ἐκδεδομένων». Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ὑπάρχει ἕτερος νόμος, ὑπάρχει ὁ νόμος τοῦ 1859, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ δέχηται ἐκ τῶν ὀφειλετῶν της πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας τὰ εἰς αὐτοὺς χορηγηθέντα δάνεια. Ὥστε διὰ τῶν δύο νόμων κανονίζονται αἱ σχέσεις αἱ ἀφορῶσαι τοὺς ὀφειλέτας πρὸς τὴν Τράπεζαν καὶ τὴν Τράπεζαν πρὸς τοὺς δανειστάς. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν διὰ ποῖον λόγον ἐγένετο ὅλη αὐτὴ ἡ μακρὰ συζήτησις, χωρὶς ὁμολογουμένως νὰ ὑπάρχῃ σπουδαῖος λόγος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐνασκήσῃ ἐπιρροὴν εἰς τὰς σχέσεις τῆς Τραπέζης καὶ τῶν ἰδιωτῶν· ὅλα δὲ αὐτά, ὅσα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἀπὸ τοῦ βήματος, ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ἐπιρροὴν, ἐὰν ἤρχιζε συζήτησις δευτέρα περὶ τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ· τότε ὁμολογουμένως ὅλα αὐτὰ ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ἐπιρροὴν, ἀλλὰ σήμερον, ὅτε ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις, νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι ἄτοπος καὶ ἄδικος, καὶ ἀδίκως παρασύρεται τὸ ὄνομα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, προκειμένου μάλιστα περὶ σχέσεων ἰδιωτῶν καὶ Τραπέζης.
§20Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Προεκλήθημεν παρὰ τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὅπως ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν θέλω παρακολουθήσει τὸν ἐκ Κορινθίας ἀξιότιμον Βουλευτὴν εἰς τὰς θεωρητικὰς ἀναπτύξεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐνόμισε πρέπον, ἵνα προβῇ· ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο δὲν εἶναι Πανεπιστημιακὴ ἕδρα, χρησιμεύουσα ὅπως συζητηθῶσι θεωρητικῶς νομικὰ ζητήματα, ὅπως ὑποδειχθῶσι γνῶμαι συγγραφέων καὶ ὅπως διὰ τῶν γνωμῶν τούτων λύσωμεν νομικὰ ζητήματα. Ἐγὼ δὲν ἔχω διόλου σκοπὸν νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἀνεξαρτήτως τοῦ νόμου τοῦ 1897 ἡ Τράπεζα εἶχε δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ διέποντος ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τροπὴν τοῦ λαχειοφόρου δανείου. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ νὰ ἐξετάσω, εἶναι τὸ ἑξῆς· δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1897 δικαιοῦται ἢ ὄχι ἡ Τράπεζα νὰ προβῇ εἰς τὴν τροπὴν τοῦ λαχειοφόρου δανείου; Δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ νὰ ἐξετάσω, εἶναι, ἠδύνατο νὰ πράξῃ τι ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐμποδίσῃ τὸ παρὰ τῆς Τραπέζης πραχθέν; Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα, κατ’ ἐμὲ, δύνανται ν’ ἀποτελέσωσιν ἀντικείμενον συζητήσεως. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα, παρατηρητέον ὅτι πρόκειται περὶ συμβάσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Τραπέζης ἀφ’ ἑτέρου, συμβάσεως κυρωθείσης διὰ τοῦ νόμου τῆς 8 Ἰανουαρίου 1897. Ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ, περιλαμβάνεται ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον ῥητῶς λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁσάκις τὸ Γενικὸν Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἤθελε κρίνει ἀναγκαίαν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ τόκου ἐπὶ τῶν δυνάμει τῶν εἰρημένων νόμων ἐκδεδομένων παρ’ αὐτῆς ὁμολογιῶν, οἱ μὴ στέργοντες τὴν ἐλάττωσιν δανεισταὶ δικαιοῦνται ν’ ἀναλάβωσι τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον μετὰ παντὸς δεδουλευμένου τόκου ἐντὸς προθεσμίας εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς περὶ ἐλαττώσεως τοῦ τόκου διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» καὶ τριῶν ἑτέρων ἐφημερίδων τῶν Ἀθηνῶν εἰδοποιήσεως». Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι ἐὰν ἀντὶ τοῦ ε ὑπῆρχεν ι, ἐὰν ἀντὶ ἐκδεδομένων ἐγράφετο ἐκδιδομένων, τὸ ζήτημα δὲν ἤθελε γεννηθῆ. Ἀλλὰ παρατηρῶ αὐτῷ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ διαφορὰ αὐτὴ τῆς λέξεως νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ἄλλως, διότι ἔπρεπε νὰ μὴ ὑπάρχουν ἐν τῷ ἐδαφίῳ ἐκείνῳ καὶ αἱ λέξεις «δυνάμει τῶν εἰρημένων νόμων», διότι ἐν τῷ ἐδαφίῳ αʹ τοῦ ἄρθρου 6 λέγεται: «Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δανεισθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δι’ ἐκδόσεως ὁμολογιῶν κατὰ τοὺς ἀπὸ 11 Ἀπριλίου 1859, 16 Δεκεμβρίου 1861 καὶ 13 Αὐγούστου 1864 νόμους, πρὸς τὸν σκοπὸν χορηγήσεως δανείων ἀφορώντων εἰς τὴν κτηματικὴν καὶ γεωργικὴν πίστιν, ἐπεκτείνεται μέχρι τοῦ ὀκταπλασίου τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου». Ἐὰν λοιπὸν ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου αʹ ἀνεφέρετο μόνον εἰς ἐπέκτασιν μέχρι τοῦ ὀκταπλασίου τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου, ἡ ὁποία χορηγεῖται διὰ τῆς συμβάσεως, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναφέρωνται οἱ νόμοι τοῦ 1859 καὶ 1861, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ λέγηται ῥητῶς, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς συμβάσεως ἐπιτρέπεται νὰ ἐκδώσῃ, τοῦτο δύναται καὶ νὰ τρέψῃ. Ἀπ’ ἐναντίας ἀναφέρονται ὅλοι αὐτοὶ οἱ νόμοι. Ἀπέναντι ῥητῆς τῆς συμβάσεως διατάξεως, μὴ δεκτικῆς, κατ’ ἐμὲ, ἀμφισβητήσεως, τὸ δικαίωμα τῆς Τραπέζης, ὅπως προβῇ εἰς τὴν τροπὴν τοῦ λαχειοφόρου, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ Τράπεζα καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος. Δὲν ἔχω νὰ ἀσχοληθῶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἡ Τράπεζα, ἐξασκοῦσα δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου ἀπορρέον, ἐξήσκησε τοῦτο ὑπ’ εὐθύνην της. Εἰς αὐτὴν ἀπέκειτο, ἵνα ἐξετάσῃ, ἐὰν τὸ συμφέρον αὐτῆς, ἐὰν τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας ἐπέτρεπον νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς διατάξεως τοῦ νόμου. Δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς Τραπέζης; Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6, «ἡ Τράπεζα, θέλουσα νὰ ἐξασκήσῃ τὸ εἰς αὐτὴν χορηγούμενον ὑπὸ τοῦ ἄρθρου τούτου δικαίωμα, προβαίνει εἰς τὴν διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» καὶ τριῶν ἑτέρων ἐφημερίδων εἰδοποίησιν». Τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις; νὰ ἐμποδίσῃ τὴν καταχώρισιν τῆς εἰδοποιήσεως τῆς Τραπέζης ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως»; Τοῦτο ἦτο ἀδύνατον· διότι, ἐὰν ἡ Τράπεζα ἐξήσκει δικαίωμα χορηγούμενον αὐτῇ ὑπὸ τοῦ νόμου, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἀνελάμβανε μεγάλην εὐθύνην, παρακωλύουσα τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου, ὅτε ἡ Τράπεζα εὗρεν ὀρθὸν νὰ τὸ ἐξασκήσῃ. Σημειώσατε δέ, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1897, τῷ κανονίζοντι τὸ θέμα, οὐδεμία διάταξις ὑπάρχει, χορηγοῦσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ἵνα διὰ τῆς γνώμης αὐτῆς ἐπηρεάσῃ τὴν Τράπεζαν ἐν τῇ ἐνεργείᾳ της. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐξήτασα τὰ δύο μόνον ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετασθῶσιν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ τελευταῖον ζήτημα, τὸ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἀνακινηθὲν, τὸ ζήτημα τουτέστιν, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, παρατηρῶ αὐτῷ, ὅτι ὁ νόμος, περὶ οὗ πρόκειται, κυροῖ σύμβασιν μεταξὺ Δημοσίου καὶ Τραπέζης, καὶ ὅτι ἡ ἀκύρωσις νόμου κυροῦντος σύμβασιν δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἢ διὰ νέας συμβάσεως μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνεβλήθησαν.
§21ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἠκυρώθη ἤδη, ἐκπνευσάσης τῆς προθεσμίας.
§22Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐξέπνευσεν ἡ προθεσμία.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐγγράψητε καὶ ἐμέ.
§25Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κορινθίας καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πολὺ κατέγειναν περὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως, τῆς κυρωθείσης διὰ τοῦ νόμου τῆς 8 Ἰανουαρίου 1897. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φρονῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν: διότι ἡ σύμβασις αὕτη, ἡ συνομολογηθεῖσα μεταξὺ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δὲν δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ δικαιωμάτων κτηθέντων παρὰ τρίτων. Ἐὰν θέλετε νὰ σᾶς ὁμιλήσω νομικὰ, θὰ σᾶς εἴπω μὲ δύο λέξεις, ὅτι πρόκειται περὶ πράξεως inter alios acta. Θαυμάζω δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερσήσεως ἀμέσως ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς δὲν ἀντελήφθη ὅτι κακῶς ἠθέλησαν νὰ στηριχθῶσιν ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 6· διότι αὐτὸς εἶναι ἀριστοῦχος τῆς νομικῆς, διδάκτωρ τῶν Παρισίων, καὶ ἑπομένως ἠδύνατο κάλλιστα νὰ ἀντιληφθῇ τὸ ἐλάττωμα τοῦ ἐπιχειρήματος, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς παραδόξως ἠθέλησε νὰ ἀντλήσῃ ἐκ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως καὶ αὐτὴ ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀκριβῶς δὲ διότι περιελήφθη τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐν τῇ συμβάσει τῇ κυρωθείσῃ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1897, δὲν ἠδύνατό τις ἐκ τῶν προτέρων νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἀσκήσῃ ἢ τὸ ὁποῖον ἤσκησεν ἤδη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, δὲν τὸ ἐκέκτητο. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐξέδωκε τὸ λαχειοφόρον δάνειον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, συνεβλήθη πρὸς τὸ Δημόσιον τὸ Ἑλληνικὸν, πρὸς τὴν Πολιτείαν τὴν Ἑλληνικήν; Βεβαίως ὄχι. Πρὸς τίνα συνεβλήθη; Συνεβλήθη πρὸς τὸ κοινὸν, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου διέθηκε τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου. Εἷς δὲ ἕκαστος ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον ὅ,τι ἐζητεῖτο παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔγεινε συμβαλλόμενον μέρος πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Πῶς τὰς σχέσεις ταύτας, τὰς κανονισθείσας διὰ τῆς ἐκκλήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὴν δημοσίαν πίστιν καὶ διὰ τῆς προσφορᾶς ὑφ’ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ὁμολογιούχων τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐζητεῖτο παρ’ αὐτοῦ, πῶς, λέγω, τὰς σχέσεις ταύτας εἶναι δυνατὸν μία νομοθετικὴ πρᾶξις νὰ τὰς τροποποιήσῃ; Καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, Κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ νόμου, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ τὸν χαρακτηρίσωμεν ὡς συνταγματικὸν ἢ ἀντισυνταγματικόν. Δὲν πρόκειται περὶ διατάξεως συμπεριλαμβανομένης ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ περὶ νόμου κυροῦντος σύμβασιν. Ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ ἀρχή τις, ἥτις δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀλάθητος, ὡς ἀναμφισβήτητος ἐν τῷ δικαίῳ, εἶναι ἡ ἀρχὴ ἐκείνη, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου καὶ καθ’ ἣν τὰ διαπραττόμενα μεταξὺ συμβαλλομένων μήτε ζημιοῦσι μήτε ὠφελοῦσι τὸ Κράτος. Οἱαδήποτε καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἡ ἔννοια τῆς συμβάσεως τῆς διαπραχθείσης μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ σύμβασις αὕτη δὲν δύναται νὰ ἀλλοιώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπέναντι ἑνὸς ἑκάστου τῶν ὁμολογιούχων....
§26ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Τὸν λόγον, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§27Δ. ΡΑΛΛΗΣ. .. καὶ διὰ τοῦτο κατ’ ἐμὲ ὁ νόμος τοῦ 1897, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκυρώθη ἡ σύμβασις, ἡ μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Δημοσίου, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, ὅπως ἀνεύρωμεν, ἐὰν ἐν τῷ δικαίῳ της ἡ Τράπεζα προέβη εἰς τὴν δήλωσιν περὶ τροπῆς τοῦ λαχειοφόρου δανείου. Κατ’ ἐμὲ, τὸ δικαίωμα τοῦτο θὰ τὸ ἀναζητήσητε εἰς τὰς διατάξεις τὰς παγκοσμίως παραδεδεγμένας διὰ τὰ τοιαῦτα δάνεια. Τὸ δικαίωμα αὐτὸ κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὁ δὲ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κορινθίας ἔσφαλε, προσφυγὼν εἰς τοὺς Ρωμαϊστὰς, ἀντὶ νὰ προσφύγῃ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι πραγματεύονται τοιαῦτα ζητήματα. Βεβαίως ὁ Οὐλπιανὸς καὶ ὁ Γάϊος οὐδὲν ἐγνώριζον περὶ δημοσίων δανείων ὑπὸ τοὺς νεωτέρους ὅρους πραγματοποιουμένων. Ἀλλὰ ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κορινθίας μὲ τὴν συνήθη του ἐπιμέλειαν συνεβουλεύετο τὸν Leroy-Beaulieu, θὰ εὕρισκε τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Καὶ τί θὰ εὕρισκε; Θὰ εὕρισκεν, ὅτι σήμερον, κατὰ γενικῶς παραδεδεγμένην ἀρχὴν, ἡ τροπὴ τῶν δανείων θεωρεῖται ὡς νόμιμος, ἥ τε τροπὴ τῶν δανείων τῶν Κρατῶν καθὼς καὶ ἡ τροπὴ τῶν δανείων τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν καὶ τῶν Τραπεζῶν. Καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν νόμον, (παράγραφον 3 Πανδεκτῶν 27. 3), τὸν ὁποῖον συνεβουλεύθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κορινθίας, διὰ νὰ πεισθῶμεν ὅτι ἔχει δικαίωμα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τροπὴν τοῦ δανείου της; Βεβαίως ὄχι. Ὁ Leroy-Beaulieu καὶ πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πραγματεύονται εἴτε περὶ τῶν δημοσίων δανείων εἴτε περὶ τῶν δανείων ἀνωνύμων ἑταιρειῶν καὶ Τραπεζῶν, ἀναγράφουσιν ὡς ἀρχὴν θεμελιώδη τὸ δικαίωμα τῆς τροπῆς, τὴν δὲ ἀρχὴν ταύτην τὴν θεμελιώδη τὴν στηρίζουσιν ἐπὶ τῆς θεωρίας ὅτι πρόκειται περὶ ἐνεργείας ἐντελῶς καλῆς πίστεως καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς διαχειρίσεως ἀγαθοῦ οἰκογενειάρχου. Λοιπὸν τὸ δικαίωμα τῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ ἀντλήσῃ ἐκ τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν τοῦ 1896, εἶναι ἀναμφισβήτητον κατ’ ἐμέ. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐδανείζετο, εἶχεν ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα τῆς τροπῆς τοῦ δανείου της, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ καταβάλλων τὴν καταβολήν του ἐλάμβανε μίαν ὁμολογίαν, ἐγνώριζεν ὅτι ἐξήρτητο ἐκ τῆς θελήσεως καὶ ἐκ τῶν μέσων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἐκ τῆς προκοπῆς αὐτῆς νὰ ζητήσῃ νὰ τρέψῃ τὸ δάνειον. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ τροπὴ οἱουδήποτε δανείου, ἀναγκαίως πρέπει νὰ μὴ προσβληθῶσι κεκτημένα δικαιώματα. Καὶ κατὰ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κορινθίας ἔχει δίκαιον. Ὅτε συνωμολόγει τὸ λαχειοφόρον δάνειον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὅτε προσεκάλει τὴν δημοσίαν πίστιν, ὅτε προσεκάλει τὸ κοινόν, ὅπως εἰσφέρῃ αὐτῇ τὸ χρῆμά του, τί ὑπεσχέθη εἰς αὐτό; ὑπεσχέθη ἀναμφισβητήτως τόκον 4% Ὁ τόκος οὗτος δύναται νὰ παύσῃ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ εἴπῃ εἰς τὸν δανειστήν της ἡ ὀφειλέτις Τράπεζα: «λάβε τὸ κεφάλαιόν σου, διότι ὁ τόκος εἶναι τὸ ἀντίτιμον τῆς χρήσεως τοῦ κεφαλαίου». Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ τόκου συνωμολογήθη ὑπὲρ τοῦ δανειστοῦ καὶ εἰς βάρος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἕτερόν τι, συνωμολογήθη ἡ ἐλπίς, συνωμολογήθη τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ μετέχῃ πᾶς ὁμολογιοῦχος εἰς τὰς κληρώσεις, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἡ ἐλπὶς αὕτη, ἐκπροσωπεῖ μίαν ἀξίαν, ἓν ποσόν. Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι εἰς τὰ δάνεια τὰ συνομολογούμενα ὑπὸ τοιούτους ὅρους, τὰ δάνεια τὰ περιλαμβάνοντα τὴν ἐλπίδα ταύτην τῶν κληρώσεων, κατὰ λόγον τῶν κληρώσεων μειοῦται ὁ τόκος. Ἑπομένως ἐκπροσωπεῖ ἡ ἐλπὶς αὕτη ἓν πραγματικὸν ποσόν, διότι ἐκπροσωπεῖ ἓν μέρος τόκου. Ἀλλὰ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἡ Τράπεζα εἰς τὸ νὰ κάμῃ ὥστε νὰ μετέχῃ ἕκαστος ὁμολογιοῦχος εἰς τόσας κληρώσεις, δύναται νὰ τὴν ἐκπληρώσῃ καὶ τὴν ἐξεπλήρωσε διὰ τῆς δηλώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Τράπεζα προέβη; Ἐδῶ τίθεται τὸ ζήτημα τοῦ νομίμου τῆς ἐνεργείας τῆς Τραπέζης, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀκριβῶς ἐξήτασεν ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου τῆς Τουλούζης τοῦ 1897, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ἀπόφασις ἐπικυρωθεῖσα παρὰ τοῦ Ἀκυρωτικοῦ τῆς Γαλλίας. Ἡ ἀπόφασις ἐκείνη εἶπεν, ὅτι ἀποδοῦσα τὸ κεφάλαιον ἡ Τράπεζα, περὶ τῆς ὁποίας ἐπρόκειτο, δὲν ἐξεπλήρωσε πάσας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν.
§28ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὄχι δυστυχῶς· δὲν εἶχε λαχεῖον.
§29Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι πρόκειται περὶ δανείου, τὸ ὁποῖον συνεπάγεται καὶ ἐλπίδα. Ἀντελήφθην ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε. Αὐτὸ ἀκριβῶς παρέτρεξε καὶ ἡ Γενικὴ Συνέλευσις τῶν μετόχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, αὐτὸ παρέτρεξε καὶ ἡ Διοίκησις αὐτῆς κατὰ τὴν ἐπίκλησιν, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσε συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τοῦ κυρώσαντος τὴν σύμβασιν τοῦ 1896. Καὶ τότε γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἐὰν πράγματι διὰ τῆς πράξεως ταύτης, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ νομιμοποιήσῃ ὁ νόμος ὁ κυρώσας τὴν σύμβασιν τοῦ 1896, δὲν προσεβλήθησαν δικαιώματα κεκτημένα, ἐὰν δὲν ὑπάρχει κίνδυνός τις διὰ τὴν πίστιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τοσοῦτον στενῶς συνδεδεμένης μὲ τὴν πίστιν ἄλλης χώρας, καὶ ἐὰν δὲν ἔχῃ ἐντεῦθεν ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον, ἡ Πολιτεία διὰ τῶν νομίμων αὐτῆς ἐξουσιῶν νὰ ἔλθῃ νὰ προστατεύσῃ κατὰ πράξεως, ἥτις τυχὸν ἤθελε χαρακτηρισθῇ ὡς αὐθαίρετος, νὰ προστατεύσῃ τὴν πίστιν τῆς χώρας, προσβαλλομένην καθ’ ὅσον ἤθελε προσβληθῇ καὶ ἡ πίστις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Εἶναι ἀκριβῶς τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐξήτασεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον αὐτὸ ζήτημα ἐντελῶς διαφωνῶ πρὸς αὐτόν, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν θὰ κριθῇ πάλιν κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἄσχετος πρὸς αὐτό· ἄλλως, ὡς ἀνέπτυξα ἤδη, θὰ ἦτο ἀνίσχυρος, καθόσον θὰ ἐπρόκειτο ἐν αὐτῷ περὶ διακανονίσεως συμφερόντων ἀλλοτρίων πρὸς τὸ δημόσιον, συμφερόντων τρίτων. Παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ὡς πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὑπάρχει Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, καὶ ὁπωσδήποτε καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ χαρακτηρίσωμεν αὐτὸν, ὡς ξύλινον, ὡς homme de bois, βεβαίως ἡ ὕπαρξις αὐτοῦ συνεπάγεται τὴν ἰδέαν τῆς ἐποπτείας, συνεπάγεται τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας εἰς τὸ νὰ ἐπιβλέπῃ δι’ αὐτοῦ πᾶσαν μὲν ἀνώνυμον ἑταιρείαν, ἀλλ’ ἰδίως τὴν ἐνέργειαν μιᾶς Τραπέζης, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται καὶ εἶναι ἐθνικὴ, καὶ ἐκ τῆς πίστεως τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται καὶ ἡ πίστις τῆς χώρας. Ἐὰν δ’ εὑρισκόμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ στιγμὴν ἤθελον διστάσει, ὅπως ὑπομνήσω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ εἰς τὴν Διοίκησιν αὐτῆς καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἀπέναντι τοῦ δημοσίου, ἀπέναντι τοῦ κοινοῦ, καὶ τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ καθήκοντα τὰ ὁποῖα ἔχει ἀπέναντι τῆς χώρας, ἡ ὁποία ἀληθῶς ἐτροφοδότησεν αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἀπέναντι ἑαυτῆς καὶ ἀπέναντι τῶν μετόχων αὐτῆς, καὶ τοὺς κινδύνους, οὓς ἕν μέτρον τοιοῦτον, τοσοῦτο βεβιασμένον, ἐπάγεται. Βεβαίως κατάλληλος ὥρα πρὸς τοιαύτην τροπὴν δὲν ἦτο ἡ ἐπιοῦσα τῶν καταστρεπτικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα τοσοῦτον διετάραξαν τὴν δημοσίαν καὶ τὴν ἰδιωτικὴν πίστιν. Ἀλλὰ μήτε ἡ θέσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ἐπέτρεπε τὴν τοιαύτην τροπήν· ὅτι δὲ ἡ θέσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ἐπέτρεπε τὴν τοιαύτην τροπήν, γνωρίζομεν ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ Διοικητοῦ αὐτῆς πρὸς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν καὶ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον. Μὴ τάχα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχεν εἰς χεῖράς της τὰ χρήματα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο νὰ καταβάλῃ τὸ ὀφειλόμενον, τὸ τρεπόμενον δάνειον; Διότι ὅρος, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ τροπὴ οἱουδήποτε δανείου, εἶναι τὸ νὰ ἔχῃ εἰς χεῖράς του ὁ ὀφειλέτης τὸ χρῆμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ πληρώσῃ τοὺς ὁμολογιούχους, τοὺς μὴ στέργοντας εἰς τὴν τροπήν. Ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ Διοικητοῦ της ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Τράπεζα εἶχεν εἰς χεῖράς της, εἰς τὸ χρηματοκιβώτιόν της, τὸ ἀναγκαῖον χρῆμα; Ὄχι· διότι ὁ Διοικητὴς ἐδήλωσεν, ὅτι ἐπρόκειτο διὰ συνεννοήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ συνωμολόγει πρὸς τὸν οἶκον Ἐρλάγγερ, νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ χρῆμα, δι’ οὗ ἤθελον πληρωθῇ οἱ μὴ στέργοντες εἰς τὴν τροπὴν κάτοχοι ὁμολογιῶν τοῦ τρεπομένου δανείου. Ἀνέλαβε λοιπὸν ὁ οἶκος Ἐρλάγγερ ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ πληρώσῃ πάσας τὰς ὁμολογίας τοῦ λαχειοφόρου δανείου της, αἱ ὁποῖαι ἤθελον προσκομισθῆ πρὸς ἐξόφλησιν μέχρι τῶν τριῶν τετάρτων, τῆς Τραπέζης μετεχούσης εἰς τὰ ¾ διὰ 12 ἑκατομμυρίων. Τοῦτο λοιπὸν εἶναι τὸ ποσόν, τὰ 12 ἑκατομμύρια, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τὰ χρηματοκιβώτιά της ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν εὑρίσκετο εἰς θέσιν νὰ σκεφθῇ καὶ προβῇ εἰς τὴν τροπὴν, εἰς ἣν προέβη. Πρόκειται περὶ πράξεως βεβιασμένης, στενοχωρημένης, καὶ ἣν ἐπλήρωσεν ἀκριβὰ ἡ Τράπεζα, διότι, ὅπως ἀναλάβῃ ὁ οἶκος ἐκεῖνος, πρὸς τὸν ὁποῖον συνεβλήθησαν, τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐξοφλήσεως, ἠσφάλισεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ προμήθειαν 1,500,000 φράγκων, εἴτε μία ὁμολογία ἐμφανισθῇ πρὸς ἐξόφλησιν, εἴτε χιλιάδες, εἴτε ἑκατοντάδες χιλιάδων, τὸ δὲ ποσὸν τῶν 1,500,000 φράγκων χρυσῶν, τὸ ὁποῖον ὁ ξένος αὐτὸς οἶκος θέλει δωρεὰν κερδίσει, θ’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν χήραν καὶ τὸ ὀρφανόν, ἀπὸ πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπέβλεψαν πρὸς τὴν ἑδραίαν πίστιν, πρὸς τὴν ἀγαθοπιστίαν τῆς Τραπέζης, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐνεπιστεύθησαν τὸ χρῆμά των, ἀποβλέψαντες εἰς τόκον μὲν ἐλάχιστον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν χρυσῆν ἐλπίδα τὴν ἐκ τοῦ λαχείου. Νομίζω ὅτι εἴμεθα εἰς καιρὸν νὰ διορθώσωμεν τὰ πάντα· νομίζω, ὅτι ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης διὰ τοῦ παρ’ αὐτῇ Βασ. Ἐπιτρόπου πρὸς τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους συνεπάγεται διὰ τὴν πίστιν αὐτῆς τῆς ἰδίας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν πίστιν τῆς χώρας, ἡ τροπὴ αὕτη, νὰ τῇ ὑποδείξῃ δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τῶν ὁμολογιούχων 1,500,000 φράγκα, διὰ νὰ δοθῶσιν εἰς τὸν ξένον οἶκον.
§30Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑποστηρίξας ἄλλοτε, δηλαδὴ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ ξενικοῦ ἐλέγχου καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ ἑνοποιήσεως τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, ὅτι ἡ Τράπεζα, λόγῳ τῶν μεγάλων κερδῶν, τὰ ὁποῖα ἐπραγματοποίει δυνάμει τῶν νόμων αὐτῶν, ὤφειλε νὰ καταστήσῃ μέτοχον μέρους τῶν κερδῶν αὐτῶν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὃν ἐπιβαρύνουν τὰ δάνεια αὐτὰ, συνέστησα, ὅπως ἡ Τράπεζα ἐλαττώσῃ τὸν τόκον τῶν παρεχομένων ὑπ’ αὐτῆς δανείων. Τὰ πράγματα ἔκτοτε ἐδικαίωσαν τὰς προβλέψεις μου, ὅσον ἀφορᾷ τὰ κέρδη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐὰν μόνον ἓν δάνειον λάβητε ὑπ’ ὄψιν, τὸ δάνειον τὸ ἑνοποιηθὲν, οὗτινος τὸ μεγαλείτερον μέρος κατέχει ἡ Τράπεζα, καὶ παραβάλητε τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ πρὸς τὴν τρέχουσαν σήμερον, θὰ ἴδητε ὅτι πραγματοποιεῖ κέρδος ἐφ’ ἑκάστης μετοχῆς 12 ἢ 13 δραχμῶν. Ἐὰν ἐντὸς ὀλίγου χρόνου παραδεχθῶμεν, ὅτι ἀνέρχεται ἔτι μᾶλλον ἡ ὑπερτίμησις αὕτη καὶ ὅτι 15 μόνον δραχ. θὰ πραγματοποιήσῃ κέρδος ἐπὶ ποσοῦ 40,000,000, ὅσας κατέχει, ἰδοὺ ὅτι ἐξ αὐτῆς μόνον τῆς περιουσίας αὐτῆς θὰ πραγματοποιήσῃ κέρδος 6 ἢ 7 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἀλλ’ οὐ μόνον αὐτὸ τὸ κέρδος, ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἡ Τράπεζα ἐπραγματοποίησεν ἐξ ἄλλων τίτλων καὶ ἐργασιῶν· νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ μόνον αὐτὸ ὑποχρεοῖ αὐτὴν ἤδη νὰ προβῇ εἰς ἐλάττωσιν τοῦ τόκου τῶν παρεχομένων ὑπ’ αὐτῆς δανείων. Ἀλλ’ ἂν μόνον αὐτὰ τὰ κέρδη ἐπραγματοποίει ἡ Τράπεζα, ὁμολογῶ ὅτι αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντελέσω τὸ κατ’ ἐμὲ πρὸς πραγματοποίησιν αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἤδη ζητεῖ, ὅπως ἀνακουφισθῇ ἀπὸ τὰ πολλὰ βάρη, διὰ τῶν ὁποίων βαρύνεται ἐκ τοῦ λαχειοφόρου αὐτῆς δανείου. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι καὶ τότε δὲν θ’ ἀνελάμβανον νὰ ὑπερασπίσω ἄδικον καὶ παράνομον ὑπόθεσιν, ὅσον καὶ ἂν ἐπρόκειτο αὕτη ν’ ἀποβῇ ὠφέλιμος εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου διὰ τοῦ ὑποβιβασμοῦ τοῦ τόκου, ἐὰν εἶχον ἀμφιβολίαν, ὅτι εἶναι ἀκριβῆ ὅσα ἐρρήθησαν ἐναντίον τοῦ μέτρου, ὅπερ προτείνεται ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὅπως ἐκθέσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἤδη συζητεῖ ἡ Βουλή, θὰ χωρίσω τὴν ἰδιαιτέραν θέσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπὸ τὴν γενικὴν θέσιν παντὸς ὀφειλέτου ἐντόκου μετὰ βραβείων δανείου, ὅπως, πρὶν φθάσω εἰς τὰ τῆς Τραπέζης, τὰ εἴτε ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας συμβάσεως αὐτῆς προκύπτοντα, εἴτε ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1897, ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μόνην κατ’ ἐμὲ ἀληθῆ γνώμην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ τις, ἀνεξαρτήτως τῆς θέσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Συνεζητήθη ὑπὸ τῶν προλαλησάντων, ποία λύσις πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὸ ζήτημα περὶ τοῦ δικαιώματος προεξοφλήσεως ἐκ μέρους ὀφειλέτου ἐντόκου δανείου, τὸ ὁποῖον ἔντοκον δάνειον συνοδεύεται καὶ μετὰ βραβείων πληρωμῆς, τῶν λεγομένων primes de remboursement, ἤτοι διαφορᾶς μεταξὺ τοῦ κεφαλαίου ἐκδόσεως αὐτῶν καὶ τοῦ κεφαλαίου τοῦ οὐσιαστικοῦ. Ὡς γνωρίζετε, εἰς ἄλλην τιμὴν ἐξεδόθη ἑκάστη ὁμολογία τοῦ λαχειοφόρου δανείου, ἣν καὶ κατέβαλον οἱ λαβόντες αὐτὰς, καὶ εἰς ἄλλην τιμὴν ὡρίσθη ἡ ὀνομαστικὴ ἀξία, εἰς ἣν οἱ τίτλοι αὐτοῦ ἐξοφλοῦνται διὰ κληρώσεων. Οἱ τίτλοι ἐξοφλοῦνται εἰς τιμὴν 400 φράγκων· ἡ ἔκδοσις δ’ αὐτῶν ἐγένετο εἰς τὰ 362½ φράγκα, τὰ ὁποῖα μόνα κατεβλήθησαν ἀρχικῶς. Προσέτι τὸ δάνειον τοῦτο περιέχει καὶ λαχνοὺς, καθὸ λαχειοφόρον, οἱ ὁποῖοι δίδουσιν εἰς τοὺς εὐνοηθέντας ὑπὸ τῆς τύχης καὶ τυχόντας τῶν πρώτων ἀριθμῶν τὸ ποσὸν τῶν 300,000 φράγκων κατ’ ἔτος. Ἤδη ἐξεταστέον, ἂν κατὰ τοὺς κοινοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ὁσάκις αἱ συμβάσεις δὲν ἐκανόνισαν εἰδικῶς τὰ περὶ τούτου, ὁ ὀφειλέτης τοιούτου δανείου ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ πληρώσῃ πρὸ τῆς ἐλεύσεως τῆς ὡρισμένης προθεσμίας τὸ ὀφειλόμενον εἰς τοὺς κομιστὰς τῶν ὁμολογιῶν ποσὸν, χωρὶς νὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς αὐτοὺς νὰ ζητήσωσιν ἀποζημίωσιν λόγῳ τῆς πρὸ τῆς προθεσμίας πληρωμῆς τοῦ χρέους. Αἱ ἀμφισβητήσεις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπερ συχνάκις ἐγεννήθη ἀλλαχοῦ, εἰσὶ πολλαὶ καὶ μεγάλαι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλή, χωρὶς νὰ προστρέξῃ οὔτε εἰς συγγραφεῖς, οὔτε εἰς νομολογίας, δύναται νὰ σχηματίσῃ ἀκριβῆ ἰδέαν περὶ τοῦ θέματος, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον τοῦ Γαλλικοῦ Κώδικος, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴς, εἶναι ἀπαράλλακτον πρὸς τὸν Ῥωμαϊκὸν Νόμον, ὅστις θὰ ἐφαρμοσθῇ παρ’ ἡμῖν.
§31ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Οὐδεμία σχέσις.
§32Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τέλος πάντων ἐν τοῖς συγγράμμασι τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου φέρεται ὁμοία λύσις. Τὸ ἄρθρον τοῦ Γαλλικοῦ Κώδικος, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εὑρίσκεται ἀπαράλλακτον ἐν τῷ Ρωμαϊκῷ Νόμῳ, λέγει, ὅτι ἡ προθεσμία ἐν τοῖς δανείοις θεωρεῖται συνωμολογημένη κατὰ πρόληψιν ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου, ἐκτὸς ἐὰν προκύπτῃ ἐκ τῆς συμβάσεως, δηλ. ἐκ ῥητῆς συμφωνίας, ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ συμβολαίῳ, ἢ ἐκ περιστάσεων, ὅτι συνωμολογήθη ἐπίσης πρὸς ὄφελος τοῦ δανειστοῦ. Ὅθεν ὁ γενικὸς κανὼν εἶναι, ὅτι ἡ προθεσμία εἶναι ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου. Ἐξαίρεσις δ’ εἶναι, ὅταν αἱ περιστάσεις ἐνδεικνύουν, ὅτι ἡ προθεσμία ἐτέθη ὑπὲρ τοῦ δανειστοῦ, ἢ ὅταν, ἐννοεῖται, ῥητῶς συνεφωνήθη ὑπὲρ τοῦ δανειστοῦ ἡ προθεσμία μεταξὺ τῶν μερῶν. Πότε ὑπάρχει ῥητὴ συμφωνία περὶ τούτου, δὲν δύναται νὰ γεννήσῃ ἀπορίαν, ἀλλὰ πότε ὑπάρχουν περιστάσεις καὶ ποῖαι αὗται; Δὲν λέγω γνώμην ἰδικήν μου, ἀλλὰ λέγω γνώμην ἑνὸς ἐκ τῶν γνωστοτέρων Γάλλων ὑπομνηματιστῶν τοῦ Κώδικος, τοῦ κ. Demolombe, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ἐν τῷ συμβολαίῳ πρέπει ῥητῶς νὰ συνομολογῆται ἡ προθεσμία καὶ ὁ τόκος καὶ αἱ ἄλλαι συμφωνίαι καὶ οἱ λαχνοὶ καὶ τὸ βραβεῖον, καὶ ἢ ῥητῶς νὰ λέγηται, ὅτι ἡ προθεσμία τίθεται ὑπὲρ τοῦ δανειστοῦ, ἢ ἐκ τῶν περιστάσεων νὰ προκύπτῃ τοῦτο. Περιστάσεις δὲ λέγει ὅτι δὲν εἶναι ὅσα εὑρίσκονται ἀναγεγραμμένα ἐν αὐτῷ τῷ συμβολαίῳ, δηλ. τὸ ὅτι συνομολογεῖται τόκος, λαχνοί, βραβεῖον λόγῳ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως τῶν ὁμολογιῶν καὶ τῆς τιμῆς τῆς πληρωμῆς, διότι, λέγει ὅτι, ἐὰν αὐτὰ, τὰ ἀναγραφόμενα δηλαδὴ ἐν τῷ συμβολαίῳ, ἐννοηθῶσιν ὅτι εἶναι αἱ περιστάσεις τοῦ νόμου, τότε δὲν συμβιβάζεται, πῶς ὁ νόμος νὰ λέγῃ ἀφ’ ἑνὸς, ὅτι ῥητῶς πρέπει ν’ ἀναφέρηται ἐν τῷ συμβολαίῳ, ὅτι ἡ προθεσμία τίθεται ὑπὲρ τοῦ δανειστοῦ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὡς ἄλλην περίπτωσιν νὰ θεωρῇ αὐτὰ τὰ ἐν τῷ συμβολαίῳ ἀναγραφόμενα· ἄρα συνάγει, ὅτι αἱ περιστάσεις τοῦ ἄρθρου δὲν εἶναι τὰ ἐν τῷ συμβολαίῳ συνομολογούμενα, ἀλλ’ ἐξωτερικαί, δηλαδὴ ἐκτὸς τοῦ συμβολαίου περιστάσεις. Ἐξωτερικαὶ δὲ περιστάσεις ποῖαι εἶναι; τοῦτο δὲν εἶναι δύσκολον νὰ προσδιορισθῇ ἑκάστοτε, πρό τινος δὲ ἐκύρωσεν ἡ Γαλλικὴ Βουλὴ δι’ ὁμοίας συζητήσεως, γενομένης, νομίζω, κατὰ τὸ 1890, προκειμένου περί τινος δανείου τοῦ Κράτους. Αἱ περιστάσεις αὗται ὑπάρχουν, ὅταν βεβαιοῦται π. χ. ὅτι ὁ ὀφειλέτης συνωμολόγησε τὸ δάνειον ὑπὸ περιστάσεις τόσον προφανῶς καινὰς δι’ αὐτὸν καὶ ἐν γνώσει τοῦ δανείζοντος, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ δανείζων ἦτο πεπεισμένος, ὅτι ὁπωσδήποτε ὁ ὀφειλέτης θὰ ἤθελε καὶ συμφέρον εἶχε τὸ ταχύτερον νὰ τὸ ἐξοφλήσῃ πρὸ τῆς προθεσμίας. Καὶ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα ἐξ αὐτῶν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν τῆς Γαλλίας. Μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1870 συνωμολόγησεν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις δάνειον μὲ τριακονταετεῖς ὁμολογίας, πρὸ τῆς λήξεως ὅμως τῆς τριακονταετοῦς προθεσμίας ἐζήτησε, βελτιωθείσης τῆς πίστεως αὐτῆς, νὰ τὸ πληρώσῃ. Ἠγέρθη τότε ἀμφισβήτησις, ἂν ἐδικαιοῦτο νὰ τὰς ἐξοφλήσῃ πρὸ τῆς λήξεως τῆς τριακονταετίας, ἡ αὐτή, ἡ ὁποία ἐγείρεται καὶ σήμερον παρ’ ἡμῖν, προκειμένου περὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ λαχειοφόρου δανείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁ τόκος τῶν δανείων βαθμηδὸν ἐλαττοῦται, ὅταν δὲ καταβάλῃ τις ἓν δάνειον πρὸ τῆς προθεσμίας, ἀναγκάζει τὸν δανειστὴν νὰ λαμβάνῃ ἐφεξῆς μικρότερον τόκον. Ἡ Γαλλικὴ ἐν τούτοις Βουλὴ, χωρὶς νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν, κυρώσασα τὸ νομοσχέδιον, ἐδέχθη ὅτι, ὅταν τὸ δάνειον συνομολογηθῇ ὑπὸ περιστάσεις ἐξαιρετικῶς δυσμενεῖς διὰ τὸν ὀφειλέτην καὶ γνωστὰς τῷ δανειστῇ, πρέπει ν’ ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὀφειλέτην νὰ προεξοφλήσῃ αὐτὸ, ὁπόταν θέλῃ, πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας. Ἤδη ἡ Τράπεζα ὑπὸ περιστάσεις ὄχι βεβαίως ἐκτάκτους ἀναγκῶν, ἀλλὰ διότι δὲν ἠδύνατο νὰ δανεισθῇ ἄλλοθεν ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς ὑποσχέσεις, ὡς εἶχεν ἀναλάβει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, συνωμολόγησε τὸ δάνειον τοῦτο, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀναλογεῖ πρὸς τόκον 9,70%. Ἐπίσης ἕτερον δάνειον τοῦ Morgan· καὶ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις ἡ Γαλλικὴ καὶ ἡ Βουλὴ ἡ Γαλλικὴ ἐδέχθησαν νὰ ἐξοφληθῇ πρὸ τῆς προθεσμίας, διότι συνωμολογήθη διαρκοῦντος τοῦ Γαλλογερμανικοῦ πολέμου, ὑπὸ περιστάσεις κακὰς, καὶ ἦτο ἐπαχθὲς ἕνεκα τῆς βελτιώσεως τῶν περιστάσεων. Ἀλλὰ δέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι τὰ δάνεια, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ῥητὴ ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου ἐπιφύλαξις προεξοφλήσεως πρὸ τῆς προθεσμίας, δὲν δύνανται νὰ προεξοφληθῶσι· παραδέχομαι ὅτι, ὅταν ταῦτα περιλαμβάνωσι παραχώρησιν ὑπὲρ τῶν δανειστῶν μεγάλων ὠφελειῶν, αἱ ὁποῖαι συνωμολογήθησαν ἐν ἀνάγκῃ ἢ ἄνευ ἀνάγκης τοῦ ὀφειλέτου, δὲν ἐπιτρέπεται, ὅπως μονομερῶς ὁ ὀφειλέτης προβῇ εἰς τὴν προπληρωμὴν αὐτῶν, στερῶν τὸν δανειστὴν καὶ τοῦ τόκου, ἴσως δυσευρέτου πλέον, διότι σήμερον βλέπομεν ἐν ταῖς ἀγοραῖς τάσιν πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ τόκου τῶν χρημάτων, καὶ στερῶν προσέτι αὐτὸν τοῦ λαχείου. Μολονότι ὁ ἐν μέσῳ ἀναγκῶν συνομολογῶν ἐπαχθὲς δάνειον δὲν δύναται νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ συμβολαίῳ ῥήτραν, καθιστῶσαν τὴν προθεσμίαν ἀζήμιον εἰς αὐτὸν, ἐν τούτοις δέχομαι, ὅτι τοῦτο δὲν δίδει αὐτῷ δικαίωμα προεξοφλήσεως τοιούτου δανείου. Παραδέχομαι ὅ,τι καὶ ἡ νομολογία καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν γραψάντων περὶ τοῦ θέματος δέχονται, ὅτι δὲν δύναται ὁ ὀφειλέτης ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ δανειστοῦ νὰ ποιήσηται τοῦ δανείου μετατροπὴν, εἴτε πληρώνων τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον, εἴτε ἐκδίδων ἄλλας ὁμολογίας ἐπὶ μικροτέρῳ τόκῳ. Δέχομαι πάντα ταῦτα, ἁπλῶς καὶ μόνον, ἵνα μὴ εἰσέλθω εἰς συζητήσεις μακρὰς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, αἱ ὁποῖαι θὰ σᾶς ἐβάρυνον. Ἐν τούτοις φρονῶ, ὅτι, προκειμένου ἤδη περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν ὅ,τι καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου δυσμενεστέρα μᾶλλον ὑπάρχει ἡ γενικὴ διάταξις, ἢ τοῦ ἄρθρου 1187 τοῦ Κώδικος, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Αἱ περιστάσεις εἶναι αἱ αὐταὶ τῆς ἐφαρμογῆς. Ἐν Γαλλίᾳ τὸ ἐφήρμοσαν, προκειμένου περὶ τῆς Τραπέζης τῆς κτηματικῆς πίστεως. Καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ ἐκ τῶν νόμων καὶ τῶν συμβάσεων καὶ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς εἶναι κυρίως κτηματικῆς πίστεως Τράπεζα. Σᾶς εἶπον πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦ Γαλλικοῦ νόμου· αἱ προθεσμίαι εἶναι ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου, ἐκτὸς ἐὰν ἐκ τῶν περιστάσεων ἐξάγηται, ὅτι συνωμολογήθη τὸ δάνειον ὑπὲρ τοῦ δανειστοῦ. Λοιπὸν ἐξ αὐτοῦ συνάγεται, ὅτι, ὁσάκις ὑπάρχουν περιστάσεις, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει, ὅτι ὁ ὀφειλέτης κεφάλαιόν τι τὸ ἐδανείσθη εἰς περιστάσεις γνωστὰς εἰς τὸν δανειστὴν, περιστάσεις αἵτινες δικαιολογοῦσιν αὐτὸν, ὅπως ζητήσῃ καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας τὴν ἀπότισιν τοῦ χρέους αὐτοῦ, δίκαιον εἶναι τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ τῷ χορηγηθῇ. Διὰ τίνος ἤδη συλλογισμοῦ ἐν Γαλλίᾳ ὑπεστήριξαν, ὅτι δικαιοῦται ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα τῆς Γαλλίας νὰ πληρώνῃ τὰ δάνεια αὐτῆς καὶ πρὸ τῆς προθεσμίας ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑποχρεώσεως ἀποζημιώσεως; Εἶπον ὅτι κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὀργανώσαντα τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν τῆς Γαλλίας, αὕτη ὀφείλει νὰ διατηρῇ σχεδὸν ἀπόλυτον ἰσότητα μεταξὺ τοῦ τόκου, ὑφ’ ὃν δανείζεται αὐτὴ, πρὸς τὸν τόκον, ὑφ’ ὃν δανείζει. Τοῦτο λέγεται ἀληθῶς ἐν τῷ καταστατικῷ αὐτῆς, ἀναφέρεται δὲ καὶ ἐν τοῖς ἄρθροις τοῦ διατάγματος τοῦ 1853. Δὲν τὸ ἐτήρησεν ἡ Τράπεζα Κτηματικῆς Πίστεως ἐν Γαλλίᾳ ἀκριβῶς. Τῇ παρεχωρήθη νὰ δανείζῃ ἐπὶ τόκῳ κατ’ ὀλίγα ἑκατοστημόρια τοῦ φράγκου ἀνωτέρω τοῦ τόκου, ὑφ’ ὃν δανείζεται, ὅπως καλύπτῃ οὕτω τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, πλὴν ὑπερέβη κατά τι καὶ αὐτὰ, καὶ δανείζει ἡ Τράπεζα αὕτη μὲ τόκον ὀλίγον ἀνώτερον τοῦ τόκου, ὑφ’ ὃν δανείζεται. Ἐν τούτοις ἀνεγνωρίσθη εἰς τὴν Τράπεζαν Κτηματικῆς Πίστεως, ὅτι, ἐπειδὴ ὑποβάλλεται ἐκ τοῦ νόμου εἰς αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις, δικαιοῦται νὰ ζητῇ νὰ προπληρώνῃ ἐκεῖνα τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ, ὅτι τὴν βαρύνουν, ἂν δύναται νὰ δανεισθῇ ὑπὸ εὐθηνοτέρους ὅρους ἐφεξῆς, καὶ νὰ μὴ ὑφίσταται ζημίας, νὰ δανείζῃ δὲ ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους. Νομίζω ὅτι ἀπαραλλάκτως τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ αὐτὴ εἶναι Τράπεζα κτηματικῆς πίστεως· οὕτως ἀπ’ ἀρχῆς ὠργανίσθη, ἐξακολουθεῖ δὲ ὁ αὐτὸς ὀργανισμὸς μέχρι σήμερον. Τί δὲ φέρεται ἐν τοῖς νόμοις πᾶσιν, οἱ ὁποῖοι ἐπέτρεψαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως προμηθεύηται δι’ ὁμολογιῶν κεφάλαια; Τῇ ἐπεβλήθη δι’ αὐτῶν τῶν νόμων, ὅπως ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον τὰ δανείζῃ εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ νὰ τὰ δανείζῃ ἐπὶ τόκῳ οὐχὶ ἀνωτέρῳ τῶν 7%. Ἐν τούτοις βλέπομεν σήμερον, ὅτι ἡ Τράπεζα καταβάλλει διὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθη διὰ τῶν ὁμολογιῶν, τόκον 9 καὶ 60% καὶ αὐτὴ δανείζῃ αὐτὰ πρὸς 7% μόνον, ἕνεκα τῆς ἀπαγορεύσεως, ἣν τῇ ἐπέβαλε τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἡμεῖς ζητοῦμεν οὐχὶ ν’ αὐξήσῃ, ἀλλὰ νὰ ἐλαττώσῃ τὸν τόκον, ὑφ’ ὃν δανείζει ἡ Τράπεζα, διότι τὸ 7% εἶναι σήμερον ὑπέρμετρος τόκος, λαμβανόμενος ὑπὸ προνομιούχου Τραπέζης, ἐξαιρέσει τῆς Βουλγαρίας ἐν Εὐρώπῃ. Μόνον ἡ Βουλγαρία δανείζει ἐπὶ τόκῳ ἀνωτέρῳ τοῦ τόκου, ὑφ’ ὃν δανείζει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἡ Βουλγαρία εἶναι χθεσινὸν Κράτος, δὲν ἀνέπτυξεν εἰσέτι τοὺς πόρους αὐτῆς, δὲν ἐξεμεταλλεύθη αὐτοὺς καὶ ἑπομένως τῇ ἐπιτρέπεται τοῦτο. Ἀλλ’ ἡμεῖς μετὰ ἑβδομηκονταετῆ ἀνεξάρτητον βίον εἶναι ἄτοπον νὰ βιῶμεν ὑπὸ τόκον 7%, ζητούμενον ἀπὸ κατάστημα ἐθνικὸν καὶ προνομιοῦχον, προωρισμένον, δυνάμει τῶν προνομίων καὶ λόγῳ τῆς συνδρομῆς τῶν κεφαλαίων τῶν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς Ἑλλήνων, νὰ συντελῇ εἰς τὴν ὑλικὴν πρόοδον τῆς χώρας, ἰδίως διὰ τῶν εὐθηνῶν δανείων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, λόγῳ τῶν νόμων τῶν ἰσχυόντων καὶ ὑποχρεούντων τὴν Τράπεζαν νὰ δανείζῃ πρὸς 7%, ἐνῷ αὐτὴ καταβάλλει ἀνώτερον τόκον, καὶ λόγῳ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ ἐπιβληθῇ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ἵνα ἐλαττώσῃ τὸν τόκον διὰ μιᾶς ἢ βαθμηδὸν, ὥστε οὗτος ὄχι μόνον εἰς τὸ 6% νὰ κατέλθῃ, ἀλλὰ καὶ κάτω τοῦ 6%, πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐξόφλησις τοῦ λαχειοφόρου. Αὐτὸς ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον θεωρῶ δίκαιον, μὲ παρασύρει, ὅπως ὑποστηρίξω τὸ δίκαιον καὶ ὀρθὸν τοῦ μέτρου, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα προέβη. Ἐγεννήθη προσέτι ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ νόμου τοῦ 1897, τοῦ ἄρθρου 6, ἂν ἐννοεῖ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν διάταξιν περὶ μετατροπῆς καὶ ἐπὶ τῶν δανείων τῶν συνωμολογημένων καθ’ ἣν ἡμέραν ἐκυρώθη ἡ σύμβασις. Νομίζω, ὅτι οὐδεμία δύναται περὶ τούτου νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία. Σκοπὸς τοῦ ἄρθρου 6 ἦτο νὰ ἀναδράμῃ καὶ ἐπὶ τὰ πρὸ τῆς συμβάσεως συνωμολογημένα δάνεια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς ἰδιώτας, καὶ τοῦτο ἐκτὸς ἄλλων ὀφείλει τις νὰ συναγάγῃ ἀναμφισβητήτως ἐκ τῆς σκέψεως, ὅτι, ἂν ἡ Τράπεζα δὲν ἐνόει καὶ τῶν πρὸ τῆς συμβάσεως συνωμολογημένων δανείων νὰ ἐπιτύχῃ τὴν μετατροπὴν, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ τὴν ζητήσῃ διὰ τὰ μετὰ τὴν σύμβασιν δάνεια, διότι διὰ ταῦτα ἠδύνατο καὶ μόνη νὰ θέσῃ ἐν ταῖς συμφωνίαις τὸν ὅρον τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἤθελε συνομολογήσει, οὐδ’ εἶχεν ἀνάγκην τῆς Βουλῆς πρὸς τοῦτο. Ἡ Τράπεζα ἔχει δικαίωμα νὰ συνομολογῇ δανειζομένη, ὅτι τὸ δάνειον, ὀψέποτε θελήσῃ, δύναται νὰ τὸ πληρώσῃ καὶ πρὸ τῆς προθεσμίας, ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑποχρεώσεως ἀποζημιώσεως διὰ τοῦτο, ὡς σήμερον πράττει ἡ πόλις τῶν Παρισίων εἰς τὰ δάνεια αὐτῆς. Ἡ πόλις τῶν Παρισίων, δανειζομένη νῦν, ὁρίζει ὅτι, ὁποτεδήποτε θελήσῃ, δύναται νὰ πληρώσῃ τὸ δάνειόν της, ἀπὸ τῆς στιγμῆς δ’ ἐκείνης παύει καὶ οἱονδήποτε δικαίωμα ἐπὶ τῶν λαχνῶν. Ὥστε ὄχι μόνον τοῦτο, ὅπερ βλέπομεν ἐν τῷ δανείῳ τῆς Ἐθν. Τραπέζης, πράττει ἡ πόλις τῶν Παρισίων, ἀλλὰ καί τι, τὸ ὁποῖον, ἂν ἐγίνετο ἐνταῦθα, θὰ ἐθεωρεῖτο φοβερὰ αὐθαιρεσία. Ἀλλ’ ἐκεῖ θεωροῦν, ὅτι ἐπιτρέπεται τοῦτο, ὁσάκις τὸ συμφέρον τοῦ ὀφειλέτου τὸ ἐπιβάλλῃ, προκειμένου μάλιστα περὶ μεγάλων ποσῶν, ὡς συμβαίνει ἐπὶ ἑταιρειῶν μεγάλων διὰ σιδηροδρόμους ἢ ἄλλα μεγάλα δημόσια ἔργα, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ τόκου προσπορίζονται κέρδη ἢ ἀποφεύγουν ζημίας σπουδαίας, καὶ οὐδόλως θεωροῦν τοῦτο αὐθαιρεσίαν. Τοῦτο λέγω, ἵνα δείξω πόσον ἐννοεῖται ἀπόλυτος ἡ ἐλευθερία τοῦ ὀφειλέτου, ὅταν θέλῃ καὶ δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ὅρους εἰς τοὺς κεφαλαιούχους, παρ’ ὧν ἐδανείσθη. Δύναται νὰ τοὺς ἐπιβάλῃ, καὶ οὐδεμίαν ἐκ τῶν νόμων ἔχει εἰς τοῦτο δυσκολίαν. Ἀλλ’ ὅταν δὲν δύναται νὰ τοὺς ἐπιβάλῃ, οἱ νόμοι πρέπει νὰ ᾖναι εὐμενεῖς. Φρονῶ συνεπῶς, ὅτι τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου τοῦ 1897 δὲν ἐννοεῖ, οὔτε ἠδύνατο νὰ ἐννοῇ τὰ μετὰ τὴν σύμβασιν συνομολογηθησόμενα δάνεια, ἀλλὰ τὰ δάνεια τὰ ὑφιστάμενα τότε. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμον τοῦ 1897, φρονῶ ὅτι εἶχεν ἡ Ἐθν. Τράπεζα ἀνάγκην νὰ τὸν λάβῃ. Τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6 ἀνέμιξεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μετ’ ἄλλων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἐπωφελεῖς εἰς τὸ Κράτος, καὶ ἕνεκα τούτου ἡ Βουλὴ δὲν ἐδείχθη πολὺ δύσκολος εἰς τὴν ἄδειαν μετατροπῆς τοῦ λαχειοφόρου, ἣν περιέχει τὸ ἄρθρον 6. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἀνεξαρτήτως ἄλλων αἰτίων, τὰ ὁποῖα πιθανὸν νὰ παρενέπεσαν, μία Τράπεζα, εὑρισκομένη εἰς τὴν θέσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δηλ. φέρουσα ἐπὶ τῆς ῥάχεώς της ὀγκῶδες δάνειον, τὸ ὁποῖον καὶ διὰ τοῦ τόκου, ὃν καταβάλλει, καὶ διὰ τῶν λαχνῶν καὶ διὰ τῆς μεγάλης διαφορᾶς μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως καὶ τῆς ὀνομαστικῆς τῶν ὁμολογιῶν καὶ διὰ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, ἣν διὰ τόκους καὶ λαχνοὺς καταβάλλει, βαρύνει αὐτήν, δικαίωμα καὶ συμφέρον ἔχει νὰ ἀνακουφισθῇ ἐξ αὐτοῦ. Πρὸς τοῦτο ὅλοι, ὄχι βεβαίως ἐπὶ βλάβῃ ἀδίκῳ τῶν κομιστῶν αὐτοῦ, πρέπει νὰ συντελέσωμεν, ὅπως τοιαύτη ἀπόφασις μὴ ἀπαντήσῃ ἐν τῇ Βουλῇ, πολὺ δὲ περισσότερον ἐν τοῖς δικαστηρίοις, ἀντίδρασιν καὶ γείνῃ ἐπὶ μακρὸν ἔτι χρόνον πηγὴ ζημιῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῆς μετατροπῆς αὐτῆς δὲν ἐφάνησαν καὶ εἰς ἐμὲ ἐπιτυχῆ, οὐδ’ ἐπικερδῆ διὰ τὴν Τράπεζαν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ Τράπεζα δι’ ὅσων ἀπεφάσισε, δὲν κατέστησε τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τόσον εἰς αὐτὴν ὠφέλιμον, ὅσον ἠδύνατο ἴσως νὰ τὴν καταστήσῃ. Πιστεύω, ὅτι ἡ Τράπεζα πλανᾶται, ὅσον ἀφορᾷ τὸ κέρδος τὸ ἐκ τῆς μετατροπῆς, ὡς τὴν ἐπιχειρεῖ. Ἀπορίαν μοὶ ἐπροξένησεν, ὅταν ἀνέγνωσα πρό τινων ἡμερῶν δημοσιευθὲν ἐν ἐφημερίσιν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐλαττοῖ μὲν τὸν τόκον ἀπὸ 4 εἰς 3%, ἀλλ’ ὅτι διατηρεῖ τὸ αὐτὸ χρεώλυτρον διὰ τὸν ὑπόλοιπον τοῦ δανείου χρόνον, ἵνα ἐντὸς αὐτοῦ ἀποσβεσθῇ τὸ χρέος καὶ μετὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου ἀπὸ 4 εἰς 3%. Ἠπόρησα, πῶς τοῦτο ἐλέχθη ἐπισήμως ὑπὸ τῆς Διοικήσεως, χωρὶς νὰ σημειωθῇ, ὅτι τοῦτο θέλει τῇ ἐπιβάλει νέον βάρος ἐπὶ 29 ἔτη, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὑπολείπονται ἀκόμη 29 ἔτη, ὅπως ἀποσβεσθῇ τὸ λαχειοφόρον δάνειον τῆς Τραπέζης. Τὸ ποσὸν αὐτοῦ ἀνέρχεται εἰς 61,500,000 φράγκα. Θὰ ἀπεσβέννυτο δὲ μὲ τόκον 4% καὶ μὲ ὡρισμένον χρεώλυτρον ἐντὸς 29 ἐτῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ αὐτὸ ποσὸν νὰ ἀποσβεσθῇ ἐντὸς 29 ἐτῶν μὲ τόκον 3%. Ἐπὶ συνθέτου χρεωλυσίας ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου αὐξάνει τὸν χρόνον τῆς ἀποσβέσεως τοῦ χρέους, ἐκτὸς ἂν αὐξήσητε ἀναλόγως τὸ χρεώλυτρον. Ὑπελόγισα, ὅτι, διὰ νὰ ἀποσβεσθῇ ἐντὸς 29 ἐτῶν τὸ αὐτὸ ποσὸν μὲ τόκον 3% ἀντὶ 4%, ὅσος ἦτο πρὶν ὁ τόκος, πρέπει νὰ προσθέσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὸ χρεώλυτρον, ὅπερ θὰ ἔδιδε, 370,000 φράγκα προσέτι. Ἂν ἤθελε νὰ μὴ προσθέσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 370,000 φράγκων, ἔπρεπεν ἡ Τράπεζα νὰ προτείνῃ παράτασιν τοῦ χρόνου τῆς ἐξοφλήσεως. Ἠπόρησα, πῶς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, ὁ ὁ διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν κατέστησε τοῦτο γνωστόν, ἀφήσας νὰ πιστεύηται, ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ ἐξακολουθήσῃ πληρώνουσα τὸ αὐτὸ, ὡς μέχρι τοῦδε, χρεώλυτρον. Ἐκτὸς τούτου ἤκουσα μετὰ λύπης, ὅτι ἡ Ἐθν. Τράπεζα παρεχώρησε μέγα κατ’ ἐμὲ ποσόν, ἀνερχόμενον εἰς 1,500,000 φράγκα, εἰς τὸν προσφερόμενον νὰ χορηγήσῃ τὸ ποσὸν, ὅπως πληρωθῶσιν οἱ ζητήσαντες τὴν ἐξόφλησιν τῶν ὁμολογιῶν των. Ἀλλὰ τοσοῦτον εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐλάχιστον ποσὸν τῶν ὁμολογιῶν θὰ ἐζητοῦντο νὰ ἐξοφληθῶσιν, ὥστε ἀπορῶ, πῶς ἡ Τράπεζα δὲν ἐξεῦρεν ἄλλον τρόπον λύσεως τῆς δυσκολίας, ἵν’ ἀποφύγῃ τὴν πληρωμὴν τοσοῦτον μεγάλου ποσοῦ, ὅπερ, προστιθέμενον εἰς τὰς 370,000 φράγκων, τὰς ὁποίας θὰ πληρώνῃ ἐτησίως ὡς περιπλέον χρεώλυτρον, καὶ εἰς τὰς 95,000 φράγκων, τὰς ὁποίας θὰ προσθέσῃ κατ’ ἔτος διὰ τοὺς νέους λαχνοὺς, ἐλαττώνει σπουδαίως τὴν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου ὠφέλειαν αὐτῆς. Ὁ φόβος παρέσυρε τὴν Τράπεζαν εἰς μεγαλειτέρας τοῦ πρέποντος θυσίας. Ἐγὼ ἤθελον προβῆ μέχρι τοῦ νὰ συστήσω, πρὸς ἀντικατάστασιν, ἔκδοσιν δανείου ἄλλου ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης, μακροτέρας προθεσμίας καὶ μικροτέρου χρεωλύτρου, ὥστε καὶ χρήματα νὰ μὴ ἐξέλθουν, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐλάμβανον τοὺς νέους τίτλους, νὰ ὠφεληθοῦν, λόγῳ τῆς ἀποστάσεως, ἡ ὁποία θὰ ὑπῆρχε μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐκδόσεως καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ὀνομαστικοῦ τῶν ὁμολογιῶν. Ἀλλὰ, μεθ’ ὅλα ταῦτα, εἰς ἓν ἀποβλέπω, εἰς τὴν ὑπόσχεσιν τῆς Τραπέζης, τὴν ὁποίαν δὲν ἔδωκε μὲν ἐπισήμως, ἀλλ’ ἔδωκε δημοσίᾳ, διότι ἐγνώσθη διὰ τῶν ἐφημερίδων ὡς γενομένη ἐνώπιον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης. Κατ’ αὐτὴν, σκοπὸς τοῦ ἐπιδιωκομένου μέτρου τῆς μετατροπῆς εἶναι νὰ διευκολυνθῇ ἡ Τράπεζα εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου τῶν δανείων της, ἣν ἀπεφάσισε. Θεωρῶ τοσοῦτον μέγα εὐεργέτημα τοῦτο διὰ τὸν τόπον, τοσοῦτον ἀναγκαίαν καὶ γόνιμον καλῶν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου καὶ τὴν εὐθηνίαν τοῦ κεφαλαίου, ὥστε νομίζω, ὅτι ἄφθονα κεφάλαια, μὲ εὐθηνότερον τόκον δανειζόμενα ἐφεξῆς, θέλουσι συντελέσει ὑπὲρ πᾶν ἄλλο εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ παρίδωμεν καὶ ἀνωμαλίας, αἵτινες τυχὸν ἤθελον ὑπάρχει, εἴτε καὶ ζημίας ἐκ τῆς μετατροπῆς, αἱ ὁποῖαι, προκειμένου περὶ τοῦ δανείου αὐτοῦ, δὲν εἶναι, ὅσον φαίνονται, μεγάλαι, διότι οἱ μὴ ἔχοντες τὰ κεφάλαια καὶ λόγῳ τοποθετήσεως κεφαλαίων θεωροῦντες ὡς ἐπικερδῆ τὴν τοποθέτησιν αὐτῶν παρὰ τῇ Τραπέζῃ, δὲν θὰ αἰσθανθῶσιν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου ἀπὸ 4 εἰς 3% μεγάλην ζημίαν, ἀφοῦ σήμερον ὁ τόκος τῶν μεγάλων κεφαλαίων ἐν Εὐρώπῃ δὲν ὑπερβαίνει τὰ 2½%, οἱ δὲ ἔχοντες ὀλίγας οἰκονομίας καὶ ἀγοράσαντες ὁμολογίας τοῦ λαχειοφόρου, αὐτοὶ μᾶλλον ἔδωκαν τὰ χρήματά των, ἵνα ὠφεληθῶσιν ἐκ τοῦ λαχείου. Τὸ λαχεῖον ὅμως μένει καὶ ἐπὶ δέκα ἔτη αὐξάνει διὰ μιᾶς προσέτι κληρώσεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν δικαιολογοῦνται, ἂν παρεμβῶσιν, ὅπως ἀναστείλωσι τὸ ἔργον τῆς μετατροπῆς τοῦ λαχειοφόρου, διότι οὐδένα θὰ βλάψῃ, καὶ πολλοὺς θὰ ὠφελήσῃ, ἂν ἡ Τράπεζα τηρήσῃ τὴν ὑπόσχεσιν αὐτῆς καὶ ἐλαττώσῃ τὸν τόκον τῶν δανείων αὐτῆς.
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπέμνησα εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι πρωτίστως ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον, εἴτε δι’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἴτε διά τινος τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν, νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἑαυτῆς γνώμην ἐπὶ τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ ἐπερωτήσαντος, καὶ ἐκθέσῃ τὰς μελέτας αὐτῆς ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅπερ ἔφερε πρὸς συζήτησιν ὅ τε κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας καὶ οἱ ἄλλοι συνηγορήσαντες ὑπὲρ τοῦ ἰσχυρισμοῦ αὐτοῦ. Τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα προετάθησαν, εἰσί, κατ’ ἐμὲ, σπουδαιότατα καὶ ἄξια τῆς μελέτης καὶ προσοχῆς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς ἰδιαιτέρας μελέτης τῆς Κυβερνήσεως. Ἄν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχεν ἢ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσηται τὴν μετατροπήν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωμεν ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι διέπραξε, τοῦ δανείου τοῦ λαχειοφόρου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἂν διέπραξε τὴν μετατροπὴν ταύτην ἐκ δίψης κέρδους, ἐκ φιλοκερδείας ἀσυμβιβάστου πρὸς τὰ γενικὰ συμφέροντα, ἢ ἂν διέπραξεν αὐτὴν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν γενικῶν συμφερόντων, τοῦτο τυγχάνει σοβαρώτατον ζήτημα· ἀφοῦ δ’ ἀνηγγέλθησαν δισταγμοὶ ὑπό τινων τῶν κυρίων Βουλευτῶν, δισταγμοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐνδέχεται νὰ ἐπηρεάσωσι καὶ τὴν ἐμπορίαν ἐν γένει τῶν ὁμολογιῶν τοῦ εἰρημένου δανείου καὶ τὴν ὑπόληψιν μεγάλου καταστήματος, οἷον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, εἴχομεν δικαίωμα νὰ ἐπιθυμῶμεν νὰ μάθωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ποίαν ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων ἔχει γνώμην. Ἀληθῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας κατηνάλωσε τὴν εὐγλωττίαν του ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον εἶναι εὐπαθέστατον, διότι εὐπαθέστατον θέμα εἶναι, ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα προβαίνῃ εἰς πράξεις, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι δὲν ἐπιτρέπουσιν, ἂν αἱ πράξεις αὐτῆς δὲν ὑπηγορεύθησαν ὑπὸ γενικοῦ συμφέροντος, ἂν ἀντιβαίνωσιν εἰς τὰ κοινὰ συμφέροντα, ἀλλ’ ὑπὸ ἀπληστίας, ἥτις παρασύρει τὸν κοινὸν τοκογλύφον, τὸν διαχειριζόμενον τὰ χρήματα αὐτοῦ. Ὡς ἐπίσης εὐπαθέστατον θέμα εἶναι, ἂν νόμος ἐψηφίσθη ἢ σύμβασις διεπράχθη διὰ λαθροχειρίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὑποκλεψάσης τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου, ἢ τοῦ Ὑπουργείου ὑποκλέπτοντος τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἢ ἂν καὶ ἡ Βουλὴ (βαρεῖα εἶναι ἡ φράσις) τοσαύτην εἶχεν ἀβελτερίαν, ὥστε νὰ μὴ ἐννοήσῃ, ὅτι ὑποκλέπτουσι τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς. Ὁμολογῶ, ὅτι οὐδεὶς σκοπὸς ἀντιπολιτεύσεως ἢ ἐλέγχου ὑπηγόρευσε τὴν πρόκλησιν, ἣν πρὸ μικροῦ ἀπηύθυνα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ζητήσας νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην του· ἀλλ’ ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παρέβη ἢ δὲν παρέβη τοὺς νόμους διὰ τῆς μετατροπῆς τοῦ δανείου, περὶ οὗ πρόκειται. Ἡ περὶ τούτου ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κορινθίας ἦτο ἐπερώτησις πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ὅστις ἐνασκεῖ τὴν ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν ἀστυνομίαν, καὶ ὅστις παρίσταται κατὰ τὰς διασκέψεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου· ἂν δ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχεν οὕτω παραβῆ τοὺς νόμους, πῶς δὲν κατέδειξεν εἰς αὐτὴν ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, ὅτι παρέβαινε τοὺς νόμους, τοιαῦτα ἀποφασίζουσα; πῶς δὲν παρεκώλυσεν αὐτὴν ἀπὸ τούτου; Ὑπεύθυνος λοιπὸν εἶναι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς διὰ τὴν τοιαύτην πρᾶξιν αὐτῆς, καὶ τὴν εὐθύνην ταύτην αὐτοῦ ἐπεκαλεῖτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας καὶ πρὸς τοὺς ἰσχυρισμοὺς τούτους αὐτοῦ ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ. Ἐγὼ δὲν ἀνήκω βεβαίως εἰς τὰς τάξεις τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ δὲν κρίνω, ὅτι θέμα τοιοῦτον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀντιπολίτευσιν. Ὁμολογῶ μάλιστα, ὅτι δὲν ἔχω ἀφορμήν, ἵνα μὴ τιμῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὐδ’ ἦτο πιθανὸν νὰ ἐπιθυμήσω νὰ ὠθήσω αὐτὸν εἰς ἀνάμιξιν πρὸς τὴν συζήτησιν, ὅπως περιπλέξω αὐτὸν ἢ παρασκευάσω αὐτῷ δυσχερείας. Τὸ ζήτημα, ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχεν ἢ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὴν μετατροπὴν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται δανείου, εἶναι σπουδαῖον, διότι τὸ θέμα, ὅπερ θίγει, εἶναι σημαντικώτατον· ἐπειδὴ δὲ μετέσχον κατά τινα τρόπον τῆς ὑποθέσεως, ὡς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν συνωμολογήθη καὶ διεπράχθη ἡ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σύμβασις, τὴν ὁποίαν ἐκύρωσεν ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς προετείναμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὀφείλω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας μου, ἀλλ’ ἔκρινα, ὅτι δὲν προσῆκε νὰ σπεύσω νὰ πράξω τοῦτο, ἐνῷ οἱ Ὑπουργοί εἰσι παρόντες, καὶ ἀφοῦ γνωστὸν ἦτο, ὅτι ὁ Β. Ἐπίτροπος δὲν ἀπέτρεψε τὴν Τράπεζαν ἀπὸ τῆς πράξεως ταύτης, ὄχι μόνον ἂν αὕτη ἀντέβαινεν εἰς τοὺς νόμους, ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπετρέπετο ὑπὸ τῶν νόμων, ἀντέβαινεν ὅμως εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἔχει ἀναλάβει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν ἐργασιῶν της, τῶν συναφῶν μετὰ τῆς κτηματικῆς πίστεως, διότι τὸ περὶ οὗ πρόκειται λαχειοφόρον δάνειον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν εἶναι σύνηθες δάνειον, εἶναι δάνειον κτηματικῆς πίστεως, ἀνήκει δηλαδὴ εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὴν κτηματικὴν πίστιν. Τὰ δάνεια τῆς κτηματικῆς πίστεως δὲν ἐξυπηρετοῦσι τὸ ἀτομικὸν συμφέρον τῶν δανειστῶν καὶ δανειζομένων, ὡς τὰ συνήθη δάνεια, ἐξυπηρετοῦσι συμφέρον γενικόν, τὸ συμφέρον δὲ τοῦτο τυγχάνει μέγιστον ἐν Ἑλλάδι, ἔνθα ἡ κτηματικὴ πίστις καθυστερεῖ, ἔνθα οὐ μόνον οἱ τόκοι τῶν τοιούτων δανείων εἰσὶ βαρεῖς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι καὶ αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπὶ τούτου τοῦ τμήματος δὲν ἦσαν ἐπαρκεῖς πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Ἀνεγίνωσκον σήμερον, ἕνεκα τοῦ θέματος, γνωστὸν συγγραφέα, οὐχὶ ἐν ἰδίῳ συγγράμματι αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐν κειμένῳ ἀναγεγραμμένῳ ἐν τῷ «Répertoire» τοῦ Dalloz, πραγματευομένῳ δὲ περὶ κτηματικῆς πίστεως. Ἐν τῷ κειμένῳ τούτῳ παριστᾶται ἡ μεγίστη σημαντικότης αὐτῆς, καὶ ἡ μεγάλη σημασία τῆς προνοίας τοῦ Κράτους πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς γεωπονίας, τῆς καλλιεργείας τῆς γῆς. Ἂν ἀκούσητε ἀναγινωσκόμενον τὸ κείμενον τοῦτο, θέλετε ὑποθέσει, ὅτι ἐγράφη διὰ τὴν Ἑλλάδα (ὅρα Dalloz τόμον 6, σελ. 137 εἰς τὴν λέξιν Banque, ἐν Τμήματι Βʹ ἄρθρ. 1): «Ἡ βελτίωσις ἢ ἡ πληρεστέρα ὀργάνωσις τῆς κτηματικῆς πίστεως ἐπηρεάζει τὰ μάλιστα τὰς τύχας τῆς χώρας, καὶ διὰ τοῦτο ἀπαιτεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀσχοληθῇ μετὰ σπουδαιότητος περὶ τούτου. Ἡ ἀνάπτυξις καὶ ἡ ἐνίσχυσις τῆς γεωπονίας θέλει ἐπιφέρει τὴν αὔξησιν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ζωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἥτις καὶ κατὰ τὸ ἔδαφος εἶναι δημοκρατική, διότι τοῦτο τυγχάνει κατανενεμημένον εἰς πάντας. Ἐπὶ τῆς γεωργίας καὶ ἐπὶ τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν ἐνυπάρχει ἡ κυριωτάτη δύναμις τῆς Πολιτείας, ἡ ἀληθὴς ἀσφάλεια περὶ τῆς διατηρήσεως καὶ τῆς διαρκείας αὐτῆς. Ὁ ἐμπλουτισμὸς καὶ ἡ καλλιέργεια τοῦ ἐδάφους θέλει παραγάγει τὴν ἐπάρκειαν τῶν κατοίκων καὶ θέλει ἐνισχύσει πᾶσαν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἀνθρώπου ἐργασίαν, καὶ τὴν ἀνύψωσιν αὐτοῦ ἐν τῇ κλίμακι τῶν ὄντων, ἤτοι πρὸς τὴν ἐλευθερίαν, πρὸς τὴν ἀνατροφὴν αὐτοῦ, πρὸς τὴν τάσιν εἰς τὴν πρόοδον, πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τέλος τῆς βελτιώσεως καὶ τῆς συμπληρώσεως αὐτοῦ.» Αἱ παρατηρήσεις αὗται ἐφαρμόζονται ἰδίως ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ ἂν κλίνω νὰ ἐκφράσω ἐμμέσως παράπονον κατὰ τῶν ἐργασιῶν τοῦ τμήματος τῆς κτηματικῆς πίστεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὀφείλω ὅμως νὰ μὴ παραλίπω νὰ ἀνατρέξω εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ νὰ βεβαιώσω, ὅτι εἰς τοῦτο ἐνέχονται πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις τῆς χώρας, οὐχὶ διότι παρέλειψαν νὰ συμβουλεύσωσι, νὰ προτρέψωσι, νὰ ἐνθαρρύνωσι, νὰ ὠθήσωσιν ὑπὲρ τῆς κτηματικῆς πίστεως τὰς ἐργασίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ διότι, ἕνεκα τῶν ποικίλων οἰκονομικῶν δυσχερειῶν τοῦ Κράτους, ἀπερρόφησαν κατὰ διαφόρους ἐποχὰς πάντα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ εἰς τὰς ἐργασίας ταύτας. Αὐτὸ τὸ δάνειον τὸ λαχειοφόρον, τὸ ἐνθυμοῦμαι, πόσον κατὰ τὰ 1880 προσεπάθησα διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐμποδίσω, ἐπειδὴ δὲ δὲν εἰσήχθη ζήτημα περὶ αὐτοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα ὡς Βουλευτὴς παρεμβάλω κωλύματα, ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους ἠναγκαζόμην νὰ δημοσιογραφῶ, ἵνα παραστήσω εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν μεγάλην ζημίαν, τὴν ὁποίαν παρεσκεύαζε τὸ δάνειον τοῦτο εἰς τὰ συμφέροντα αὐτῆς, τὰ ὁποῖα ἦσαν καὶ συμφέροντα τῆς χώρας, καὶ τὴν ἐπελευσομένην στείρευσιν τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ Τράπεζα, ἵνα ἐνισχύσῃ τὴν κτηματικὴν πίστιν τῆς χώρας καὶ βοηθήσῃ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν καλλιέργειαν ἐν γένει. Κατὰ τὸ 1893, οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ τῆς Πελοποννήσου ἠγείροντο καὶ διὰ συλλαλητηρίων καὶ συναθροίσεων, διὰ ψηφισμάτων καὶ ἐπιτροπῶν, παρεπονοῦντο καὶ ἀνήγγελλον τὴν ἀπειλοῦσαν αὐτοὺς καταστροφήν. Τότε πολλαχόθεν προεβάλλετο ὡς φάρμακον, ὡς πανάκεια, τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως, τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ, ὅτι οὐδόλως ἐγὼ εὕρισκον ὡς ἐνδεικνύμενον ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης. Τότε ἀπετάθην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ἐζήτησα παρ’ αὐτῆς νὰ προτρέψῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ παράσχῃ βοήθειαν εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, χορηγοῦσα εἰς αὐτοὺς βραχυπρόθεσμα δάνεια, οὐ μόνον ὅπως διευκολύνῃ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων, ἀλλὰ καὶ ὅπως δυνηθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς ἀνάγκης, ἧς ἕνεκα σπεύδουσιν εἰς τὴν πώλησιν τοῦ προϊόντος των, γινόμενοι θύματα τῆς ὑπερβαλλούσης κερδοσκοπίας τοῦ μικροῦ ἐμπορίου. Ἀλλ’ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἀνέγνω εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον τοῦ τότε Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης, ἀποβιώσαντος ἤδη, δι’ οὗ οὗτος παρίστα, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ χορηγήσῃ οὐδ’ ἐλάχιστον ποσὸν εἰς βραχυπρόθεσμα πρὸς καλλιεργητὰς δάνεια, προβάλλων, ὅτι πολλὰς ὑπέστη ἡ Τράπεζα ζημίας ἀπὸ τὰ τοιαῦτα προσωρινὰ δάνεια. Ἐν τούτοις ἐφρόνουν ἐγώ, ὅτι ἡ ἄρνησις δὲν ἦτο δεδικαιολογημένη, διότι αἱ ζημίαι τῆς Τραπέζης ἦσαν ἐλάχισται, καὶ τόσαι, ὅσαι καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἐργασιῶν αὐτῆς συμβαίνουσιν· ἐπεθύμουν δὲ, τὰ κωλύματα, τὰ ὁποῖα ἀπέτρεπον τὴν Τράπεζαν ἀπὸ τοῦ νὰ δώσῃ δάνεια τοιούτου εἴδους εἰς καλλιεργείας, νὰ ἐγίγνετο προσπάθεια, ἵνα ἀρθῶσι. Διὰ τοῦτο, ὅταν ἐκλήθην εἰς τὴν ἀρχὴν, προσεπάθησα νὰ συντελέσω νὰ ἀνοίξῃ τὰ ταμεῖα αὐτῆς ἡ Τράπεζα καὶ προσπορίζῃ εἰς τοὺς καλλιεργητὰς βραχυπρόθεσμα δάνεια· ὠφελήθην δὲ ἐκ περιστάσεώς τινος, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ συνομολογηθῇ σύμβασις, καὶ ἠδυνήθην νὰ πείσω τὴν Τράπεζαν νὰ ἀναλάβῃ οὐχὶ μίαν, ἀλλὰ περισσοτέρας ὑποχρεώσεις. Οὕτως, ἐπειδὴ τότε ἦτο ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχον προτείνει, περὶ ἱδρύσεως Ταμείου εἰδικοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας ἐκείνης, ἀφοῦ, ὡς ἐλέγετο, καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ οἱ τόκοι ὑπερέβαινον πᾶν ὅριον τοκογλυφίας...
§34Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Καὶ εἶναι τοιοῦτοι.
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, κύριε συνάδελφε, ἐλέγετο, ὅτι πρὸς τοιαῦτα καὶ τηλικαῦτα κωλύματα ἔχει νὰ παλαίσῃ ἡ ἐργασία ἐν Θεσσαλίᾳ· ἀφοῦ δ’ ἐγὼ ἐφρόνουν, ὅτι τὸ μέγιστον τῶν ζητημάτων τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἦτο ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἐφρόνουν, ὅτι ἤθελον πράξει μεγίστην παράλειψιν, ἀνάρμοστον εἰς τὸν διαχειριζόμενον τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, νὰ μὴ προνοήσω, ὅπως συντελέσω εἰς τὴν μείωσιν τῶν τοιούτων κωλυμάτων. Ἐπρότεινα λοιπὸν τότε νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ταμείου εἰδικοῦ ἔκ τινων ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἀνέγραφον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ σχηματισμὸς κεφαλαίου ἐν τῷ ταμείῳ ἤθελε βραδύνει, καὶ ἂν ὁ νόμος ἤθελε τότε ἐπιψηφισθῆ, ἀπῄτησα παρὰ τῆς Τραπέζης νὰ καταθέσῃ 6,000,000 ἐν τῷ Ταμείῳ, ὅπως τοῦτο δυνηθῇ καλούμενον νὰ βοηθήσῃ τὴν γεωργίαν καὶ τοὺς ἑτέρους κλάδους τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ παραγωγῆς. Ἐζήτησα προσέτι νὰ προκαταβάλῃ ὑπὸ τὰς συνήθεις ἀσφαλείας δέκα ἑκατομμύρια εἰς βραχυπρόθεσμα δάνεια πρὸς τοὺς ἐν τῷ ἄλλῳ Κράτει καλλιεργητὰς τῆς γῆς. Τότε ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ λαχειοφόρου δανείου. Ὀφείλω ὅμως νὰ ἐξετάσω βαρεῖαν αἰτίασιν κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἣν πρὸ μικροῦ κατήγγειλέ τις ὡς ἀπρόσεκτον διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Καὶ ἐγὼ ᾐτιάθην αὐτῆς κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπὶ τούτῳ, ἀλλ’ ἡ αἰτίασις πρέπει πρὸ παντὸς νὰ στραφῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ χρόνου ἐκείνου, ὡς ἐνδείκνυται εἰς πάντα ἐκ τῆς ἱστορίας. Ἀληθῶς εἶχεν ἐπιβληθῆ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων κατὰ τὸ 1877, διότι, ἐπικηρυχθέντος τοῦ Ρωσοτουρκικοῦ πολέμου, δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀνεύρῃ δάνειον ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, τὰ δ’ ἐσωτερικὰ κεφάλαια δὲν ἐπήρκουν πρὸς παροχὴν δανείου. Ὑπῆρχε δὲ ἀνάγκη δανείου, ὅπως τὸ Κράτος προβῇ εἰς στρατιωτικὰς τινας παρασκευὰς, τὰς ὁποίας ἡ ἀνωμαλία τῶν περιστάσεων ἐπέβαλλεν ὡς ἀναποφεύκτους. Ἀλλ’ ὅτε παρῆλθεν ὁ πόλεμος, τὸ δὲ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου ἐκανόνισε πάντα τὰ πολιτικὰ ζητήματα, τὰ προκύψαντα καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὸν πόλεμον, ὅτε ἐφθάσαμεν εἰς τὰ 1879, — ἦτο τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, ἐγὼ δὲ ἐτύγχανον Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, — ἐσπεύσαμεν τότε νὰ προβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐζητοῦμεν τὴν ἄδειαν νὰ δανεισθῶμεν, ὅπως ἄρωμεν διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Καὶ συνωμολογήσαμεν ὄντως δάνειον 60 ἑκατομμυρίων φράγκων, διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ὁποίου ἐπραγματοποιήθησαν ἐκ τῶν 120 χιλιάδων ὁμολογιῶν αὐτοῦ, πρὸς φράγκα 500 κεφαλαίου ὀνομαστικοῦ ἑκάστη, αἱ 96 χιλιάδες, ἤτοι ἐπραγματοποιήθη κεφάλαιον ὀνομαστικὸν τοῦ δανείου 48 ἑκατομμυρίων, ὑπελείφθησαν δὲ 24 χιλιάδες ὁμολογιῶν, ἀντιπροσωπεύουσαι κεφάλαιον 12,000,000 φράγκων ὀνομαστικῶν. Τὰ δώδεκα ταῦτα ἑκατομμύρια καὶ ἐγὼ καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ φυλάξωμεν εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν, διότι ὑπῆρχεν ἐκκρεμὲς ζήτημα ἐξωτερικὸν τῆς ἑρμηνείας τοῦ πρωτοκόλλου 13 τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου. Τὸ πρωτόκολλον ἐκεῖνο δὲν προσδιώριζε γραμμὴν ὁροθετικὴν, ἀλλὰ διὰ γενικῶν ὅρων ἐνεδείκνυεν ὡς ἀναγκαίαν τὴν μεταρρύθμισιν τῶν πρὸς βορρᾶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἔμελλε δὲ νὰ προσδιορισθῇ ἡ ὑπὸ τῶν γενικῶν ὅρων τοῦ πρωτοκόλλου ἐνδειχθεῖσα ὁροθετικὴ γραμμὴ διὰ τῆς συνεννοήσεως τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Τουρκίας. Αἱ συνεννοήσεις τῶν Κυβερνήσεων τῶν δύο Κρατῶν δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ καταλήξωσιν εἰς ἀποτέλεσμα, ἐπειδὴ ὅμως διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου προεβλέπετο περὶ τοιαύτης ἐνδεχομένης περιπτώσεως, τὴν ὁποίαν τὰ μέλη τοῦ Συνεδρίου προέβλεψαν, διότι ἔκριναν λίαν πιθανόν, ὅτι δὲν ἤθελε συμφωνήσει ἡ Κυβέρνησις τῆς γείτονος αὐτοκρατορίας μὲ ἡμᾶς, ἀνέγραψαν ἐν τῇ Συνθήκῃ ὑπὲρ τῶν συνυπογραψασῶν τὴν Συνθήκην Δυνάμεων, τὸ δικαίωμα τῆς Médiation, τῆς μεσολαβήσεως. Τὴν μεσολάβησιν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων λοιπὸν εἴχομεν τότε ζητήσει καὶ ἡμεῖς πρὸς προσδιορισμὸν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, καὶ ταύτην περιεμένομεν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν, ὅπως μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων σπεύσωμεν νὰ καταλάβωμεν τὰς χώρας, αἵτινες δι’ αὐτῆς ἤθελον παραχωρηθῆ εἰς ἡμᾶς. Κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ὑπῆρχεν ἐν Ἀγγλίᾳ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο διατεθειμένον νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομήν του πρὸς ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Μεσολαβήσεως, εἴχομεν ὅμως δυνηθῆ νὰ λάβωμεν ὑπόσχεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐν Ἀγγλίᾳ ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι, ἐὰν οὗτος ἐκαλεῖτο εἰς τὴν ἀρχήν, ἤθελε παράσχει πλήρη τὴν συνδρομήν του πρὸς τὸν εὔλογον κανονισμὸν τῆς ἐκκρεμοῦς ταύτης ὑποθέσεως. Διὰ τοῦτο, ἀφοῦ ἐβεβαιώσαμεν τὴν εἴσπραξιν 35 ἑκατομμυρίων, 190 χιλιάδων καὶ 499 φράγκων καὶ 98 ἑκατοστῶν ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν 48 ἑκατομμυρίων φράγκων ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ἤτοι ἐκ τῶν ἐκποιηθεισῶν 96,000 ὁμολογιῶν, πρὸς φράγκα 374.79 ἑκάστην, κατὰ τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ συμπεφωνημένου δικαιώματος προμηθείας καὶ τοῦ κατὰ τὴν σύμβασιν ἀποδοτέου ἑνὸς τετάρτου τῆς διαφορᾶς, μετὰ τὴν προσθήκην δὲ τοῦ ἐπιστραφέντος τόκου διὰ τῆς μεταξὺ τοῦ χρόνου τῆς ἐκδόσεως εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν καὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐνάρξεως τῆς τοκοφορίας μεσολαβησάσης ἡμέρας, εἴχομεν δ’ εἰσπράξει μέχρι τῆς 1 Νοεμβρίου 1879 ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ χαρτοσήμου καὶ τῶν ἐξόδων τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου καὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν χρημάτων φρ. 35,502,728.81, ἐπραγματοποιήσαμεν δ’ ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ χρυσοῦ τούτου εἰς διαφόρους τιμὰς δραχ. 38,251,944.31, ἠδυνήθημεν νὰ ἀποδώσωμεν μέχρι Φεβρουαρίου 1880, ὅτε ἀνετράπημεν τῆς ἀρχῆς, εἰς μὲν τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν φράγκα χρυσᾶ 1,377,264.20, ὀφειλόμενα ἐκ κεφαλαίου καὶ τόκων ἐπὶ τῇ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δραχμὰς 1,465,604.80, εἰς δὲ τὴν Ἐθνικὴν φράγκα χρυσᾶ 6,772,746.18 καὶ εἰς τραπεζικὰ δραχμὰς 21,041,535.62, εἴχομεν δὲ μείνει ὀφείλοντες εἰς τὴν Ἐθνικὴν εἰς τραπεζικὰ δραχ. 10,657,543.09, ἀπέναντι τῶν ὁποίων εἴχομεν νὰ εἰσπράξωμεν ἔτι φράγκα χρυσᾶ 1,336,786.57, εἴχομεν δὲ καὶ τὰς 24,000 ὁμολογίας, ὅπως εὐχερῶς ἐξοφλήσωμεν πάντα τὰ πρὸς Τραπέζας ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέη μας καὶ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἀλλὰ τὸ διαδεχθὲν ἡμᾶς κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1880 Ὑπουργεῖον, μετὰ τὴν παραίτησιν ἡμῶν, δὲν ἐπίστευεν ὅτι ὑπῆρχεν ἐξωτερικὸν ζήτημα ἐκκρεμές, τοῦ Ὑπουργείου δὲ ἐκείνου ὁ προϊστάμενος ῥητῶς ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν περὶ τούτου καὶ προέτρεπεν αὐτὴν νὰ τραπῇ εἰς ἄλλας μερίμνας ἐσωτερικῆς βελτιώσεως. Ἑπομένως ἅμα ἀναλαβὼν τὴν ἀρχὴν ὁ διαδεξάμενος ἡμᾶς προεκάλεσε τὸν ἀπὸ 18 Ἀπριλίου 1880 νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη αὐτῷ νὰ ἀναλάβῃ ἀπὸ τὰς Τραπέζας τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν καταθέσει εἰς αὐτὰς πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἀνέλαβεν αὐτὰ καὶ διέθεσεν αὐτὰ πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ ἐντόκων γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἀνέβαινον τότε εἰς δώδεκα ἑκατομμύρια, τὰ δὲ ὑπόλοιπα χρήματα εἰς πληρωμὴν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους· δυνάμει δὲ τοῦ αὐτοῦ νόμου συνομολόγησε μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δάνειον ἐξ 21 ἑκατομμυρίων φράγκων ὀνομαστικῶν, πρὸς 425 φράγκα ἑκάστην 500 φράγκων ὁμολογίαν, ἤτοι δραχ. 23,520,000, ἐπὶ τόκῳ 6% καὶ χρεωλυσίῳ ½%, ἤτοι ἐπὶ τόκῳ ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ 7 καί τινα ἑκατοστὰ τοῖς ἑκατὸν, καὶ ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1881. Ἀλλ’ ἡ ἔκβασις τῶν κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1880 γενομένων ἐν Ἀγγλίᾳ ἐκλογῶν ἐπήνεγκεν ἀνατροπὴν τοῦ Ἀγγλικοῦ Ὑπουργείου, ἀνήγαγε δ’ εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἧς ὁ περιφανὴς Ἡγέτης, ὁ ἀοίδιμος Γλάδστων, προεκάλεσεν ἀμέσως τὴν σύγκλησιν Συνόδου ἐν Βερολίνῳ, αὕτη δ’ ἐξήτασε τὴν ἡμετέραν αἴτησιν τῆς μεσολαβήσεως, καὶ ἀπεδέχθη τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὡς Κυβέρνησις εἴχομεν δώσει εἰς ἀσαφῆ χωρία τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ Συνεδρίου, ἐξέδοτο δ’ ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας προσδιώριζεν ὡς ὅρια τοῦ Κράτους πρὸς βορρᾶν αὐτὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐζητοῦμεν διὰ τῆς αἰτήσεως ἡμῶν τῆς μεσολαβήσεως. Τὸ ἄγγελμα ἐξέπληξε τοὺς τότε κυβερνῶντας ἡμᾶς, οἵτινες εἶχον ἤδη ἀπολύσει τὰ ὑπὸ τὰς σημαίας πρὸς τοῦτο διατηρούμενα παρ’ ἡμῶν στρατιωτικὰ σώματα, παραλύσει δὲ ὡσαύτως καὶ τὰ διατηρούμενα τότε στελέχη. Ἔσπευσαν διὰ τοῦτο μετὰ σπασμωδικῆς σπουδῆς νὰ διατάξωσιν ἐπιστράτευσιν· ἐπειδὴ δ’ εἶχον ἀνάγκην χρημάτων, προεκάλεσαν κατόπιν, κατὰ τὴν 2 Δεκεμβρίου 1880, τὸν ΩΞΖʹ νόμον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐπέβαλον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ δώσῃ αὐτοῖς δάνειον, πλὴν τῶν ὀφειλομένων αὐτῇ 25 ἑκατομμυρίων παλαιῶν δραχμῶν εἰς μεταλλικὸν, καὶ 27 ἑκατομμυρίων εἰς τραπεζικὰ, ἐπὶ τόκῳ 1%, νὰ ὑποσχεθῇ δ’ ὅτι κατὰ τὴν 1 Αὐγούστου 1881 θέλει χορηγήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἕτερον δάνειον 10 ἑκατομμυρίων παλαιῶν δραχμῶν εἰς μεταλλικὸν, ἐπὶ τόκῳ 7% καὶ ½% προμήθειαν, ὅπως ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διαταχθείσης ἐπιστρατεύσεως καὶ παρασκευάσωσι στρατὸν, ἵνα καταλάβωσι τὰς παραχωρηθείσας χώρας. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὅ,τι ἦτο εὐχερὲς νὰ ἐκτελεσθῇ κατὰ Μάϊον τοῦ 1880, ὅτε ἐξηκολούθει ἡ ὑφισταμένη ὁμοφωνία τῶν Δυνάμεων, ἀπέβη δυσχερέστατον νὰ ἐκτελεσθῇ κατόπιν, ὅτε ἡ ὁμοφωνία τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐξέλιπεν. Ἐπειδὴ ὅμως διὰ τῶν μνημονευθέντων νόμων περὶ δανείων περιέλαβον καὶ διάταξιν, καθ’ ἣν θέλουσι θεωρεῖσθαι ὡς δάνεια κτηματικῆς πίστεως καὶ πάντα τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα συνομολογεῖ πρὸς τὸ Κράτος, ἐπὶ τῇ ἐκχωρήσει δημοσίων προσόδων, καὶ προσέτι πάντα τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα χορηγεῖ εἰς δήμους, εἰς λιμενικὰ ταμεῖα, εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ εἰς ἄλλα νομικὰ πρόσωπα, διὰ τοῦτο αἱ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Τμήματος τῆς κτηματικῆς πίστεως τῆς Τραπέζης προωρισμέναι πιστώσεις ἀπερροφήθησαν ἐκ τῶν δανείων τούτων, ὑπελείποντο δὲ πρὸς ἐκτέλεσιν δύο μεγάλαι ὑποχρεώσεις, ἡ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἵνα καταβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ διὰ τῶν νόμων κυρωθέντα δάνεια εἰς χρυσὸν, καὶ ἡ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἄρῃ προσεχῶς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Αἱ δύο αὗται ὑποχρεώσεις ἐπεβάρυνον ὡς μεγάλοι καὶ βαρεῖς κύλινδροι τὴν ῥάχιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως πορισθῇ χρυσὸν διὰ νὰ δώσῃ τὰ 25 ἑκατομμύρια τοῦ δανείου τοῦ νόμου τῆς 2 Δεκεμβρίου 1880 καὶ τὰ ἄλλα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δάνεια τοῦ εἰρημένου νόμου καὶ τοῦ πρὸ αὐτοῦ ἐκδεδομένου, καὶ τὴν ῥάχιν τῆς Κυβερνήσεως, ὑποχρεωθείσης νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἀλλὰ, ἀφοῦ τὰ χρήματα τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων εἶχεν αὕτη διαθέσει εἰς ἄλλας ἀνάγκας, ἀναλαβοῦσα αὐτὰ ἀπὸ τὰς Τραπέζας, εἰς τὰς ὁποίας εἶχον πληρωθῆ παρ’ ἡμῶν, ἠναγκάσθη νὰ συνομολογήσῃ ἀπαίσιον δάνειον, τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν, τὸ ὁποῖον περιεῖχεν ἀληθῶς ἀπαισίους καὶ ἀπροκαλύπτως τοκογλυφικοὺς ὅρους, ὅπως δυνηθῇ κατὰ τὸ 1884 νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἡ δ’ Ἐθνικὴ Τράπεζα, διὰ νὰ πορισθῇ τὸν χρυσὸν, τὸν ὁποῖον ὑπεχρεώθη νὰ δανείσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἠναγκάσθη νὰ συνομολογήσῃ τὸ λαχειοφόρον δάνειον, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν μετατροπὴν προέβη νῦν, ὑποβληθεῖσα εἰς βαρὺ ἄχθος καὶ ὑποστᾶσα μεγάλας ἐξ αὐτοῦ ζημίας. Καὶ συνωμολόγησε τὸ δάνειον τοῦτο, λόγῳ ὅτι ἔμελλε δι’ αὐτοῦ νὰ ἐντείνῃ τὰς ἐργασίας τῆς κτηματικῆς πίστεως, ἀλλὰ, ἀφοῦ τὸ εἰσπραχθὲν ἐξ αὐτοῦ κεφάλαιον διετέθη εἰς δάνεια πρὸς τὸ Κράτος, δὲν ἐνέτεινε τὰς ἐργασίας τῆς κτηματικῆς πίστεως, ἀλλ’ ἐστερήθη διὰ τοῦ δανείου τούτου τὰ μέσα νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Καὶ δὲν κατεστάθη μόνον ἕνεκα τούτου ἀνίκανος νὰ παράσχῃ τὴν ὀφειλομένην συνδρομὴν εἰς τὴν κτηματικὴν πίστιν, ἀλλ’ ὑπεβλήθη καὶ εἰς χονδροειδεστάτας ζημίας, διότι, κατά τινα σημείωσιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἔγραψα, ἐμνήσθη δ’ αὐτῆς καί τις τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πληρώνει κατ’ ἔτος εἰς τόκους καὶ εἰς λαχνοὺς τοῦ περὶ οὗ πρόκειται λαχειοφόρου δανείου φράγκα χρυσᾶ 2,970,000· ἐὰν δ’ ὑπολογίσητε καὶ τὰ διὰ τὴν ἐπικαταλλαγὴν πληρωνόμενα ὑπ’ αὐτῆς, ἔστω καὶ πρὸς 150 λεπτὰ τὸ φράγκον, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πληρώνει κατ’ ἔτος δραχ. 4,890,000 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν λαχειοφόρων ὁμολογιῶν· ἀνέρχεται δ’ ὁ τόκος τοῦ δανείου τούτου εἰς 9% καὶ πλέον, ἐνῷ, καὶ ἂν ἤθελε διαθέσει τὸ ἐξ αὐτοῦ εἰσπραχθὲν κεφάλαιον ὑπὲρ τῆς κτηματικῆς πίστεως, δὲν ἤθελεν εἰσπράττει εἰμὴ τόκον 7%. Ἀλλὰ μόνον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχε συμφέρον νὰ μειώσῃ τὰ βάρη τοῦ δανείου τούτου; μόνη αὐτὴ εἶχε συμφέρον νὰ ἐλαφρυνθῇ ἀπὸ αὐτά; Τὸ Κράτος δὲν εἶχε συμφέρον νὰ ἀνακτήσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὴν ἱκανότητα αὐτῆς, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὰς πρὸς τὴν κτηματικὴν πίστιν ὑποχρεώσεις της; Μέγιστον εἶχε συμφέρον τὸ Κράτος νὰ συνδράμῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως μετατρέψῃ τὸ δάνειον, διὰ ν’ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ἀπερρόφει τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα εἶχε διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν κτηματικὴν πίστιν. Καὶ δὲν εἶχε μόνον μέγιστον συμφέρον, εἶχε καὶ μέγιστον καθῆκον νὰ τὸ πράξῃ, διότι αὐτὸ συνετέλεσεν, ἵνα μειωθῇ ἡ πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν τοιούτων ὑποχρεώσεων ἱκανότης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Διὰ τοῦτο, ὅτε μοὶ ἐγένετο λόγος ὑπὸ τοῦ νῦν Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης περὶ τῆς μετατροπῆς τοῦ δανείου, ἔσπευσα προθύμως νὰ συντελέσω πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν περιέλαβεν ἡ σύμβασις, ἣν μετὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης συνωμολόγησα κατὰ τὴν 2 Δεκεμβρίου 1896, ἔχει νόμιμον κῦρος; Δύναται αὕτη καὶ μόνη νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ μεταβάλῃ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς εἶχεν ἀναλάβει διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῶν λαχειοφόρων ὁμολογιῶν: Δὲν γνωρίζω πῶς κρίνουσιν οἱ κατ’ ἐπάγγελμα νομικοὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος· ἐγὼ κατὰ τὸ 1896 ἔλαβον συνέντευξιν μετὰ δύο ἐπιφανῶν μελῶν τοῦ δικηγορικοῦ σώματος, διότι ἔκρινα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶ εἰς μόνας τὰς νομικὰς γνώσεις μου, ἐζήτησα δὲ νὰ συμπληρώσω αὐτάς. Κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν, οἱ περὶ τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου γράψαντες, καὶ ἰδίως οἱ Γερμανοὶ, ἰσχυρίζονται, ὅτι αἱ προθεσμίαι λειτουργοῦσι μόνον ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν, καὶ ὅτι αὗται τάσσονται διὰ νὰ προφυλάξωσι τούτους ἀπὸ τὴν ἀπληστίαν ἢ τὴν μὴ ἀγαθοπιστίαν τῶν δανειστῶν των, καὶ καθιστῶσιν αἱ προθεσμίαι τοὺς δανειστὰς ἀνικάνους νὰ πιέσωσιν αὐτοὺς πρὸ τοῦ ὡρισμένου χρόνου, ἀλλὰ δὲν ἀφαιροῦσιν ἀπὸ αὐτοὺς τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἀποτίνωσι τὰ χρέη των καὶ πρὸ τοῦ συμπεφωνημένου χρόνου, ὅταν δύνωνται, ἀλλ’ ἐξοφλοῦντες αὐτὰ εἰς τὸ ἄρτιον. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας οἱ νομικοὶ οὗτοι μοὶ ἔδωκαν, αἱ διατάξεις τοῦ πολιτικοῦ νόμου τῆς Γαλλίας δὲν εἶναι τοσοῦτον ἀπόλυτοι, ἂν καὶ ἐνδεικνύουν τὴν αὐτὴν ἔννοιαν. Καὶ ἀνεζήτησα ἐν τῷ Dalloz τὰ περὶ τῆς κτηματικῆς πίστεως, εὗρον δὲ καὶ τὰ ἐν Ὁλλανδίᾳ καὶ τὰ ἐν Πρωσσίᾳ καὶ τὰ ἐν Σουηδίᾳ καὶ τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ τὰ ἐν Σκωτίᾳ ἰσχύοντα ἀπὸ τῶν πρὸ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1789 χρόνων, καὶ ὅτι ἐν Γαλλίᾳ, διὰ νὰ ἄρωσι τοὺς δισταγμοὺς, οἵτινες εἶχον καὶ ἐκεῖ προκύψει ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς μετατροπῆς τῶν χρεῶν, προεκάλεσαν εἰδικὰς διατάξεις ὑπὲρ τοῦ Crédit Foncier, αἱ ὁποῖαι ἀπέδωκαν αὐτῷ πλήρη ἐλευθερίαν πρὸς μετατροπὴν τῶν χρεῶν, ὡς ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὰς περὶ αὐτοῦ στατιστικὰς πληροφορίας, καθ’ ἃς, ποιούμενον χρῆσιν τῆς ἐλευθερίας ταύτης, ἠδυνήθη νὰ πολλαπλασιάσῃ τὸ κεφάλαιόν του εἴκοσι καὶ τρεῖς φορὰς, καὶ νὰ πραγματοποιήσῃ ἀξιοθαύμαστον ἐπίδοσιν τῶν ἐργασιῶν του. Εὗρον δὲ εἰδικῶς, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Wolowski (Mémoire αὐτοῦ, ἀναγνωσθὲν ἐν τῇ Ἀκαδημίᾳ τῶν ἠθικῶν καὶ πολιτικῶν ἐπιστημῶν, «Revue de la Législation et de jurisprudence», τόμος 19, σελ. 281): «Κατὰ πάντα χρόνον ὁ ὀφειλέτης δύναται νὰ ἀπαλλαγῇ τοῦ ὅλου ἢ μέρους τοῦ κτηματικοῦ χρέους του, τοῦ μὴ ἀποσβεσθέντος, πληρώνων εἰς τὸ ταμεῖον ποσότητα ἴσην πρὸς τὰς κτηματικὰς ὁμολογίας, αἵτινες τότε θέλουσιν ἀκυροῦσθαι.» Ἐχαρακτήρισα ὡς σπατάλην τῆς εὐφυΐας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κορίνθου πάντας τοὺς λεπτολόγους ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ περὶ τῆς ἐρεύνης τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 τῆς Συμβάσεως λέξεως ἐκδεδομένων καὶ περὶ τῆς ἐννοίας τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ εἰρημένου ἄρθρου. Ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ, ὅτι εἴτε ὁ στοιχειοθέτης τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, εἴτε ὁ διορθωτὴς τῶν δοκιμίων τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», εἴτε ἡ ὀλιγωρία τοῦ ἐπιστατοῦντος εἰς τὴν ἔκδοσιν αὐτῆς, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ κατορθώσωσι νὰ μὴ συμβῇ τὸ λάθος νὰ γραφῇ ἡ λέξις ἐκδεδομένων, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ γραφῇ ἐκδιδομένων, καὶ ἂν πράγματι τὸ ἐπίσημον κείμενον εἶχε τὴν λέξιν ἐκδιδομένων, καὶ ὄχι ἐκδεδομένων, ἠδύνατό τις νὰ θέσῃ βραβεῖον διαγωνισμοῦ πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἐννοίας τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως. Ἐγὼ ἐδυσκολεύθην πολὺ νὰ ἀνεύρω τὴν ἔννοιαν πάσης ἐκείνης τῆς περιόδου, ἀναγκαίως δὲ πρέπει τις νὰ πεισθῇ, ὅτι οὐδὲν ὑπῆρξε κατὰ τὴν ἐκτύπωσιν λάθος. Ἐφρόνουν δὲ πεποιθότως, ὅτι ἡ Τράπεζα εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μετατρέψῃ τὸ δάνειον· ἐὰν δὲ περιελήφθη ἡ διάταξις ἐν τῇ συμβάσει, ἐξεπληροῦτο καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους ἐνήσκει ὁ Ὑπουργὸς, τὸ καθῆκον τῆς ἐπιτηρήσεως ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τμήματος τῆς κτηματικῆς πίστεως, καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Κράτους, ὅπως ἀπαλλαγῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπὸ τῶν βαρῶν τῶν λαχειοφόρων ὁμολογιῶν, ὅπως κατασταθῇ ἱκανωτέρα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῆς πρὸς τὴν χώραν. Καὶ νομίζω, ὅτι τὰ καθήκοντα ταῦτα αὐτῆς εἰσι περισσότερα τῶν πρὸ μικροῦ μνημονευθέντων ἐνταῦθα ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους μου· διότι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δὲν πρέπει νὰ προσδοκᾶται μόνη ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου τῶν ἐνυποθήκων δανείων. Βεβαίως τόκος 7% δι’ ἐνυπόθηκον δάνειον εἶναι τόκος ὑπέρογκος. Ὅτε διετέλουν ἐν τῇ ἀρχῇ, δῆμοι καὶ λιμενικὰ ταμεῖα συνωμολόγησαν δάνεια πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν νόμων τὰ τοιαῦτα δάνεια ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν δανείων τῆς κτηματικῆς πίστεως, παρέστησα ἐπανειλημμένως πρὸς τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅτι πρέπει νὰ στέρξῃ τόκον ἥσσονα τῶν 7%. Βεβαίως ἀνεγνώρισα, ὅτι εἶχε δικαίωμα ἡ Διοίκησις νὰ ζητῇ τόκον 7%, ἀλλ’ ἐσύστησα αὐτῇ νὰ μειώσῃ τὸν τόκον τῶν 7%, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι πάντοτε ἡ Τράπεζα ἔστερξεν εἰς τόκον ἥσσονα τῶν 7% κατὰ ½%, ἢ κατὰ 30 ἢ καὶ 40 ἑκατοστὰ ὀλιγώτερον τῶν 7%. Ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς ἔπαυσεν ἡμᾶς, καὶ ἐτύγχανον ἰδιώτης κατὰ τὸ 1898, ἀκούσας ὅτι τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον τῶν Καλαμῶν εἶχε διαπραγματευθῆ καὶ συνομολογήσει δάνειον μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἑκατοντάδων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν πρὸς 7%, ἂν καὶ δὲν ἀντεπροσώπευον τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον τῶν Καλαμῶν, οὐδ’ εἶχον ἐντολήν τινα, ἔκρινα, ὅτι ἔπρεπεν ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Τραπέζης νὰ μεταβῶ ἐγὼ αὐτὸς εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν διοίκησιν αὐτῆς νὰ στέρξῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου, ὁμολογῶ δ’ ὅτι, ἂν καὶ ὁ τόκος ἦτο συμπεφωνημένος, ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης ἠλάττωσε τὸν τόκον κατά τινα ἑκατοστὰ ὀλιγώτερον τῶν 7%. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ ἐπιτύχωμεν μόνον τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου τῶν ἐνυποθήκων δανείων ἢ τῶν ἄλλων ἐργασιῶν τῆς κτηματικῆς πίστεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· πρέπει νὰ ἐπιθυμήσωμεν καὶ ἄλλο τι, νὰ προορισθῶσι καὶ ὅλα τὰ κεφάλαια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπησχολοῦντο μέχρι τοῦδε εἰς δάνεια τοῦ Κράτους καὶ ἐλογίζοντο εἰς βάρος τῆς κτηματικῆς πίστεως, νὰ προορισθῶσι, λέγω, καὶ ταῦτα εἰς τὰ ἐργασίας τῆς κτηματικῆς πίστεως· διότι ἀνάγκην ἔχομεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, — ἡ δὲ ἐθνικὴ παραγωγὴ δὲν θέλει ἐνισχυθῆ ἄνευ τῆς προστασίας τοῦ Κράτους, — καὶ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν κτηνοτροφίαν καὶ τὴν γεωπονίαν καὶ πάντα τέλος ἕτερον κλάδον τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἡ δὲ προστασία τῆς γεωπονίας καὶ δι’ ἄλλων μέσων δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, τὰ ὁποῖα ἐξήρτηνται ἀπὸ τὴν κυβερνητικὴν πρόνοιαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς εὐκολίας πρὸς εὕρεσιν τῶν κεφαλαίων, ὧν ἔχει ἀνάγκην, καὶ πρὸς ἐπέκτασιν τῶν ἐργασιῶν τῆς καὶ πρὸς βελτίωσιν καὶ ἐπιστημονικωτέραν διαρρύθμισιν αὐτῶν. Μοὶ φαίνεται μάλιστα, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιθυμήσωμεν νὰ φθάσωμεν, εἰ δυνατόν, ἐντὸς βραχέος χρόνου, ἐντὸς ἑνὸς ἢ τὸ πολὺ δύο ἐτῶν, εἰς περιορισμὸν τοῦ τόκου εἰς 5½%, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι, ἐὰν ἀφαιρέσητε ὀλίγα τινὰ προϊόντα ἐκ τῶν παραγομένων διὰ τῆς καλλιεργείας τῆς γῆς, τὰ ὁποῖα εἶναι πλούσια, καὶ δύναται ἡ πρόσοδος αὐτῶν νὰ ἀνταμείβῃ ἀφθόνως καὶ πλουσίως τὸν καλλιεργητὴν, τὰ ὁποῖα ὅμως εἰσὶν ὑπερβαλλόντως εὐπαθῆ, ἡ δ’ ἐμπορία αὐτῶν τυγχάνει ἐκτεθειμένη εἰς μεγάλας διακυμάνσεις καὶ ποικίλας μεταβολὰς, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ καλλιεργητὴς καταντᾷ μᾶλλον παίκτης τυχηρῶν παιγνιδίων ἢ γεωπόνος, τὰ ἄλλα συνήθη προϊόντα, οἷον οἱ δημητριακοὶ καρποὶ καὶ ἄλλα παραπλήσια, ἐλαχίστην παράγουσι πρόσοδον, τόκος δὲ τῶν 7% δὲν βοηθεῖ, ἀλλὰ καταστρέφει τὸν καλλιεργητὴν, ἀπορροφῶν οὐ μόνον τὴν πρόσοδον, ἀλλὰ καὶ τὸ κεφάλαιον. Διὰ τοῦτο ἤθελον εὐχηθῆ νὰ φθάσωμεν ἐντὸς βραχέος χρόνου εἰς τοιοῦτον περιορισμὸν τοῦ τόκου, νὰ πολλαπλασιασθῶσι δὲ τὰ εἰς δάνεια τῆς κτηματικῆς πίστεως διατιθέμενα κεφάλαια. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας, ὁ ὁποῖος διακρίνεται διὰ τὴν νοημοσύνην του, θέλει κατανοήσει, ὅτι βαρεῖαν ἐξήνεγκε φράσιν περὶ τοῦ μόνου πιστωτικοῦ καταστήματος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ τὸ ὁποῖον καὶ τὴν πίστιν τῆς χώρας ἐκπροσωπεῖ καὶ τὴν παραγωγικὴν δύναμιν αὐτῆς παριστᾷ, καὶ τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς ἄνεσιν καὶ εὐπορίαν προώρισται νὰ ἐξυπηρετήσῃ. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συνεισφέρῃ, ὅπως μὴ τὰ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ λεγόμενα ἐπιφέρωσι διατάραξιν τῆς ἐμπορίας τῶν ἀξιῶν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, παραγάγωσι δ’ ἀποτόμους διακυμάνσεις, διότι αἱ τοιαῦται μεταβολαὶ καὶ πᾶσα ἡ ἕνεκα αὐτῶν ἀστάθεια τῆς τιμῆς τῶν ἀξιῶν δὲν ὠφελεῖ, ἀλλὰ πάντοτε καταλήγει εἰς ζημίαν οἰκονομικὴν τῆς χώρας.
§36Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, ἐξηναγκάσθη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ προβῇ εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ὅπως προηγουμένως ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτής...
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξηναγκάσθη ἀπὸ ἐμέ;
§38ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐξηναγκάσθη ὑπὸ τῶν περιστάσεων. Πάντες ἐνθυμοῦνται, ὅτι κατὰ τὸ 1877 εἶχεν ἐπιβληθῆ εἰς τὴν χώραν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Εἰς τὸ 1880 εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὁρμωμένη καὶ ἐκ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, τὰ ὁποῖα πάντοτε ἐθεώρησε μετὰ τῶν ἰδίων αὑτῆς συμφερόντων συνδεόμενα, νὰ προβῇ εἰς τὴν σύναψιν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ἕνεκα δὲ τῆς οἰκονομικῆς ἀνωμαλίας τῆς τότε βεβαίως τὸ δάνειον συνήφθη ὑπὸ ὅρους λίαν ἐπαχθεῖς, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι συνωμολογήθη ὑπὸ τόκον τοιοῦτον, συνωμολογήθη καὶ ὑπὸ prime, συνωμολογήθη καὶ μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ λαχνοῦ. Κατὰ τὴν στιγμὴν ὅμως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Τράπεζα ἐξηναγκάζετο νὰ συνάψῃ τὸ δάνειον τοῦτο, εἶχε πάντοτε κατὰ νοῦν, εὐθὺς ὡς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Τραπέζης καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ἤθελον ἐπιτρέψει, νὰ προβῇ εἰς τὴν τροπὴν τοῦ δανείου τούτου, διότι εἶναι τόσον βαρὺ καὶ τόσον ἐπαχθές. Βεβαίως, ἐὰν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν ἐπεβάλλετο ἐκ νέου κατὰ τὸ 1885 μετὰ τὴν ἄρσιν αὐτῆς κατὰ τὸ 1884, πολὺ πρότερον θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν εὐτυχῆ περίστασιν τῆς μετατροπῆς τοῦ δανείου τούτου ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Τραπέζης. Αἱ οἰκονομικαὶ ὅμως ἀνωμαλίαι ἐκώλυσαν νὰ ἐπέλθῃ ἡ στιγμὴ αὕτη, ἡ ὁποία μόλις σήμερον ἐπῆλθε, διότι ὁμολογουμένως, μόλις τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ὁπωσδήποτε ἐξωμαλύνθησαν καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Τραπέζης ἐπίσης, διότι ἡ πίστις αὐτῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀνέθαλε, κατωρθώθη ὥστε νὰ δύναται σήμερον νὰ ποιήσηται τὴν τροπὴν αὐτοῦ τοῦ δανείου. Λέγω δὲ κατωρθώθη, διότι ἕνεκα τῶν περιστάσεων τούτων ἠδυνήθη νὰ ἐξοικονομήσῃ τὸ ποσὸν τῶν 50 ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ δύνηται νὰ ᾖναι ἐνήμερος εἰς τὴν πληρωμὴν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον τυχὸν δεχθῆ τὴν τροπὴν τοῦ δανείου. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, ἐὰν ἡ Τράπεζα εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας ἐλαττοῦσα τὸν τόκον τῶν κτηματικῶν δανείων, ἕνεκα τῆς διαφορᾶς αὐτῆς, νὰ προβῇ; τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν εἶχε τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ προβῇ εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας συνάδελφος συνέχυσεν ἴσως τὰς διατάξεις τὰς κρατούσας ἐν Γαλλίᾳ, διότι, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν κρατεῖ τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ χρέος τὸ ὑπὸ προθεσμίαν θεωρεῖται ἀπαιτητόν, καὶ ἑπομένως ὅτι ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου εἶναι συνωμολογημένη ἡ προθεσμία, ἐν Γαλλίᾳ ἰσχύει τὸ ἐναντίον, διότι ἐκεῖ τεκμαίρεται ἡ συμφωνία. Ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης ἀνέφερε, τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου εἶναι πράγματι, ὅτι ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ ὀφειλέτου ἐτέθη ἡ προθεσμία· «le terme est toujours présumé, stipulé en faveur du débiteur»· ἀναφέρει ὅμως ῥητῶς, ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις τινὲς, φέρουσαί τινα εἰς θέσιν νὰ διερμηνεύῃ τὴν ἔννοιαν τῶν διαφερομένων μερῶν, τὰ ὁποῖα συνεβλήθησαν. Οἱ συγγραφεῖς ἐν Γαλλίᾳ, ἐξετάζοντες τί ἐννοεῖ ὁ νόμος, ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις τοιαῦται διὰ νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς τὴν διάνοιαν τῶν συμβαλλομένων, ἀναφέρουσιν, ὅτι εἰς τὰς περιστάσεις αὐτὰς πρέπει νὰ καταλογίσωμεν κατ’ ἄλλους τὸ ὅταν ὑπάρχῃ τόκος, κατ’ ἄλλους καὶ ὅταν ἀκόμη ὑπάρχῃ δάνειον μὲ μακρὰν προθεσμίαν, ἢ ὅταν ὑπάρχῃ δάνειον χρεωλυτικόν, ἢ ὅταν ὑπάρχῃ μὲ λαχνὸν κλπ. Ταῦτα θεωροῦν ἀναγόμενα εἰς τὰς περιστάσεις (circonstances) καὶ ἑπομένως, ὅτι τότε ἡ προθεσμία θεωρεῖται τεθεῖσα ὑπὲρ ἑκατέρου τῶν συμβαλλομένων. Ὁ Demolombe ὅμως ἔχει ἐναντίαν ἰδέαν, διότι λέγει, ὅτι τότε μόνον δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν διάνοιαν τῶν συμβαλλομένων, ὅταν δὲν πρόκειται περὶ τόκου, ἢ μακρᾶς προθεσμίας, ἢ χρεωλυτικοῦ δανείου, ἢ δανείου μετὰ λαχνοῦ, διότι αὐτὰ ἠδύναντο νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῇ συμβάσει. Ἐκτὸς τούτου, διὰ νὰ εἰσέλθωμεν ἀκριβῶς εἰς τὴν διάγνωσιν τοῦ πνεύματος τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας, ὡς ἰσχύει σήμερον, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν νεώτερον συγγραφέα, ὁ ὁποῖος ἐξετάζει τὸν Γαλλικὸν Κώδικα. Ὁ νεώτερος συγγραφεὺς εἶναι ὁ Baudry-Lacantinerie, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ «Traité du Droit Civile» (Ν⁰ 776), ἑρμηνεύων τὸ ἄρθρον 1187 τοῦ Γαλλικοῦ Κώδικος, τὸ ὁποῖον ἀνεφέραμεν προηγουμένως, λέγει ῥητῶς, ὅτι τάσσεται καὶ ἐκεῖνος μετὰ τῶν φρονούντων, ὅτι τὸ ἔντοκον δάνειον περιλαμβάνεται μεταξὺ τῶν περιστάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας κάμνει ἐξαίρεσιν ὁ Γαλλικὸς Κῶδιξ τοῦ γενικοῦ κανόνος, ὅτι ἡ προθεσμία εἶναι ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου, προσθέτει ὅμως ἐν τούτοις, ὅτι τοῦτο δὲν ἰσχύει διὰ τὸ πρὸ τοῦ Γαλλικοῦ Κώδικος καθεστώς, ὅτε ἴσχυε τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον, ἄγραφον μὲν εἴς τινας ἐπαρχίας, γραπτὸν δὲ εἰς ἄλλας, παραπέμπει δὲ καὶ εἰς τὸν Pothier «Traité des Obligations» (Ν⁰ 336). Ἑπομένως, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν νεώτερον ἑρμηνευτὴν τοῦ Γαλλικοῦ Κώδικος, προκειμένου περὶ τῶν χωρῶν, ὅπου ἰσχύει τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον, ἡ προθεσμία πάντοτε θεωρεῖται, ὅτι ἐτάχθη ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου. Ἐνῷ δὲ ἐξ ἄλλου εἰς τὴν Γαλλίαν θεωρεῖται ὡς ζήτημα ἐκτιμήσεως ἐπὶ συνομολογήσεως τόκου, ἐὰν ἡ προθεσμία ἦναι ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου ἢ ὑπὲρ ἑκατέρου τῶν συμβαλλομένων, πάντες οἱ συγγραφεῖς ἀποφαίνονται, ὅτι μία περίστασις ἐξαιρετικὴ ὑπάρχει, ὅταν ὑπάρχῃ συνωμολογημένον τὸ δάνειον ὑπὸ prime, ὅτε θεωρεῖται πάντοτε καὶ ὑπὸ πάντων, ὅτι ἡ προθεσμία ἔχει ταχθῆ ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου καὶ οὐχὶ ὑπὲρ ἀμφοτέρων τῶν συμβαλλομένων, ὡς συμβαίνει καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν, καὶ σᾶς λέγουσιν ὅτι ἡ prime, ὅταν συνομολογῆται δηλαδὴ δάνειον μὲ ὀνομαστικὴν ἀξίαν διάφορον τῆς πραγματικῆς, ἀποτελεῖ μίαν ποινὴν διὰ τὸν δανειστήν. Ἀνέφερα προηγουμένως, ὅτι συνέβησαν τροπαὶ καὶ εἰς τὰς Βρυξέλλας, συνέβησαν καὶ εἰς τὴν Ἀμβέρσαν καὶ εἰς τὴν Νεάπολιν τῆς Ἰταλίας. Προκειμένου δὲ περὶ τροπῶν δανείου μετὰ λαχνῶν, ἐτέθη ὡς βάσις, κατ’ ἄλλους μὲν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῶσιν ἀποζημιώσεις, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ὁρίσωσιν αἱ Τράπεζαι, μαντεύουσαι μέχρι τίνος σημείου ἠδύνατο νὰ ἀρκεσθῇ ὁ συμβαλλόμενος ἀπέναντι τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον ὑπελόγιζεν ἐκ τοῦ λαχνοῦ, ὅτε συνεβάλλετο, κατ’ ἄλλους δὲ, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνωσιν αἱ κληρώσεις ὅλαι διὰ μιᾶς καὶ νὰ ἐξαργυρωθῇ ἀμέσως τὸ δάνειον, καὶ κατ’ ἄλλους, ὅτι ἔπρεπε μὲν νὰ γείνουν αἱ κληρώσεις, ἀλλὰ νὰ λαμβάνῃ ἕκαστος τὸ ἀνῆκον εἰς αὐτὸν κατὰ τὴν προθεσμίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συνέπιπτεν ἡ κλήρωσις, ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ νὰ λάβῃ προηγουμένως τοῦτο, ὅτε θὰ ἐγίνετο προεξόφλησις. Ἡ Τράπεζα ἡμῶν εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν παρεδέχθη ἄλλον τρόπον, διότι ἔρχεται χωρὶς νὰ ἔχῃ καμμίαν ὑποχρέωσιν καὶ δίδει μίαν κλήρωσιν περιπλέον ἐπὶ δέκα ἔτη ὡς ἀντιστάθμισμα τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον παρουσιάζει σήμερον ἠλαττωμένον ἀπέναντι τῶν πιστωτῶν. Ἐλέχθη, ὅτι ἡ σύμβασις τῆς 2 Δεκεμβρίου 1896 θεωρεῖται ὡς res inter alios acta, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ σύμβασις συνήφθη μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τραπέζης, ἑπομένως ὅτι δὲν ἀφορᾷ εἰς τοὺς τρίτους. Ἀλλ’ ἡ σύμβασις αὕτη στηρίζεται ἀκριβῶς (καὶ ἀναφέρει περὶ τούτου) εἰς τὰ ἄρθρα τῶν νόμων τοῦ 1859, τοῦ 1861 καὶ τοῦ 1864, εἰς τὰ ὁποῖα, μάλιστα εἰς τὸν νόμον τοῦ 1859, ἀναφέρεται ῥητῶς καὶ περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Τραπέζης μετ’ ἀμοιβῶν ἢ τυχαίων κερδῶν διὰ λαχνοῦ. Ἑπομένως ἴσχυεν ὁ νόμος αὐτὸς καὶ τὸν εἶχον ὑπ’ ὄψιν οἱ συμβαλλόμενοι, ὥστε νὰ μὴ θεωρῶνται ἀπατηθέντες ἐκ τοῦ νεωτέρου νόμου τοῦ 1897. Ὁ κ. ἐκ Κορινθίας συνάδελφος εἶπε προηγουμένως, ὅτι ὁ νόμος ἀντὶ τοῦ «ἐκδεδομένων» εἶχεν «ἐκδιδομένων», πρᾶγμα βεβαίως, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀληθές· διότι εἶναι ἀτυχὲς συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας. Ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅπως καὶ σήμερον, ὡμολόγησε καὶ τότε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου καὶ ἀνέφερε ῥητῶς, ὅτι «ἐλέχθη μάλιστα καὶ τοῦτο, ὅτι βεβαίως περιλαμβάνεται καὶ τὸ λαχειοφόρον, διότι τοῦτο ἐξέδωκεν ἡ Τράπεζα δυνάμει γενικοῦ νόμου τοῦ 1864....», προσθέτει δὲ, ὅτι «καὶ τὸ λαχειοφόρον ἀκόμη δυνάμεθα νὰ ἴδωμεν μετατρεπόμενον»· καὶ αὐτὸς δὲ ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὁμιλῶν τότε, ἠθέλησε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ συζητουμένη διάταξις παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὰ παρελθόντα δάνεια. Προδήλως λοιπὸν τὸ «ἐκδεδομένων» εἶναι ὅπως ἔχει, καὶ οὐχὶ ὅπως ὁ κ. Κροκιδᾶς ἠθέλησε νὰ εἴπῃ. Ἀλλ’ ἐρχόμενος ὁ ἴδιος, ὁ ὁποῖος κατηνέχθη κατὰ τῆς Τραπέζης, νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ τὸ «ἐκδεδομένων» ὅτι εἶναι «ἐκδιδομένων», καταφέρει καίριον κτύπημα κατὰ τῶν ἰδίων αὑτοῦ ἐπιχειρημάτων, διότι τοῦτο σημαίνει, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ «ἐκδεδομένων» ἔχει, ὅπως ἐμφαίνεται ἐν τῷ νόμῳ καὶ ὅπως πράγματι ἐψηφίσθη, ἡ Τράπεζα εἶχε δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὴν μετατροπὴν τοῦ δανείου· καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι κατέληξε τὸν λόγον συνιστῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως καταργήσῃ τὸν νόμον τοῦτον, διότι θεωρεῖ, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ προβῇ εἰς τὴν μετατροπὴν τοῦ δανείου αὐτοῦ. Διὰ τὸ δικαίωμα ὅμως τοῦ λαχνοῦ συνεζητήθη, ἐὰν ἠδύνατο μεθ’ ὅλον τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Τράπεζα, ὅπως φέρῃ τὴν μετατροπὴν τοῦ δανείου αὐτοῦ, ἐὰν ἠδύνατο ν’ ἀποστερήσῃ τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον εἶχε κατὰ νοῦν ὁ γενόμενος πιστωτὴς τῆς Τραπέζης, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐλάμβανε τὴν μετοχὴν αὐτοῦ, διότι, ἐὰν σήμερον δεχθῇ νὰ ἐξαργυρώσῃ τὸ δάνειον, βεβαίως δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι χάνει τὴν προσδοκίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκ τοῦ δανείου, τὴν πρόσθετον, διότι τὸ δάνειον εἶναι λαχειοφόρον. Πρέπει ὅμως νὰ κατανοηθῇ, ὅτι ὁ λαχνός, ὅπως καὶ ὁ τόκος, ἀποτελεῖ τὸ ἀντάλλαγμα τῆς χρήσεως τοῦ κεφαλαίου· ἑπομένως, ὅταν τὸ κεφάλαιον πλέον παρέχηται, δὲν ὑπάρχει λόγος διὰ νὰ ζητῆται πλέον οὐδὲ ὁ τόκος, οὐδὲ ὁ λαχνός, ὅπως ἀποφαίνονται καὶ τὰ Γαλλικὰ δικαστήρια. Ἄρα καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἀκόμη πρέπει νὰ δικαιώσωμεν τὴν πρᾶξιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ἡ Τράπεζα, καὶ νὰ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὴν τὸ δίκαιον, καθόσον, ἐκτὸς τοῦ ὅτι βεβαίως ἀπόλυτον ἔχει συμφέρον ὁ τόπος, ὅπως ἐνισχυθῇ ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ, καὶ θὰ ἐνισχυθῇ βεβαίως, ἐὰν ἡ Τράπεζα εὐημερῇ, ὅτε θὰ εὐημερήσῃ ἀκόμη καὶ τὸ κοινὸν διὰ τῆς μετατροπῆς τοῦ δανείου, ἐπειδὴ θὰ παρέχωνται τὰ κεφάλαια εἰς ὀλιγώτερον τόκον, ἐκτὸς ὅλων τούτων πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ νομίμως ἐνήργησεν ἡ Τράπεζα καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ τόπου, ὅτι δὲ ἀπέδειξε καὶ διὰ τῆς τελευταίας αὐτῆς πράξεώς της ἡ Τράπεζα, ὅτι δικαίως κατέχει τὸν τίτλον τῆς «Ἐθνικῆς».
§39Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μολονότι τὸ ζήτημα εἶναι σχεδὸν ἐξηντλημένον, οὐχ ἧττον δὲν θέλω νὰ φανῶ ῥίψασπις, ἀφοῦ ἐζήτησα τὸν λόγον, χωρὶς νὰ γνωρίζω πόσοι πρὸ ἐμοῦ εἶχον ζητήσει τοῦτον. Δὲν θὰ κουράσω ἑπομένως τὴν Βουλήν, ὁμιλῶν διὰ μακρῶν. Ὀλίγας θὰ εἴπω λέξεις, διότι νομίζω αὐτὰς ἀναγκαίας, χάριν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος· ἐξηγήσεις τινὰς πληρεστέρας ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι τὰς συμβάσεις τρίτων δὲν δύναται ἕτερος νὰ τὰς μετατρέψῃ. Ἐὰν εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τοῦ κανόνος τούτου ἄνευ ἐξαιρέσεώς τινος, ἠδυνάμεθα νὰ καταδικάσωμεν τὴν πρᾶξιν τῆς Τραπέζης· ἀλλὰ εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἐξαιρέσεως. Ἀναμφισβητήτως δὲ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην δὲν ἐφαρμόζεται ὁ γενικὸς κανών. Ἡ ἐξαίρεσις αὕτη βασίζεται ἐπὶ τῶν γενικῶς παραδεδεγμένων πανταχοῦ τῆς Εὐρώπης καὶ ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν. Ὁ εἰδικὸς νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, εἶχεν ἀναμφισβητήτως ὑπ’ ὄψιν του τὸ δάνειον τὸ λαχειοφόρον, διότι ὁ νόμος τοῦ 1861 δὲν ἔδιδεν ἄλλο δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν ἢ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως 60 ἑκατομμυρίων εἰς δάνειον λαχειοφόρον. Ἑπομένως ὁ νόμος τοῦ 1897 λύει τὸ ζήτημα καθαρῶς, ἀναφερόμενος εἰς τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1861 ἢ τοῦ 1864 ἢ τοῦ 1859, — δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, ἀλλ’ ἑνὸς ἐκ τῶν τριῶν τούτων νόμων, ἐκείνου, ὅστις ἔδιδεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως δανείου 60 ἑκατομμυρίων ὡρισμένως μετὰ λαχείου. — Δὲν δύναται ἡ Τράπεζα νὰ ἐκδώσῃ οὐδὲ ἓν φράγκον περισσότερον τῶν 60 ἑκατομμυρίων δυνάμει ἑνὸς ἐκ τῶν τριῶν τούτων νόμων. Ὁ νόμος δὲ οὗτος ἦτο ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, ὅτε ἐψήφιζε τὸν νόμον τοῦ 1897, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπέτρεψε τὴν τροπὴν τοῦ δανείου. Ἀλλά, ὡς ἀνεπτύχθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ δικαίωμα παντὸς ἐκδίδοντος ὁμολογίας, εἴτε Κράτους, εἴτε ἑταιρείας, τῆς τροπῆς τῶν ὁμολογιῶν τούτων ὑπὸ ὅρους ὡρισμένους εἶναι σήμερον ἁπανταχοῦ ἀνεγνωρισμένον. Μόνον ἓν ἐπιβάλλεται, ὅτι πρέπει νὰ πληρώσῃ τὸ κεφάλαιον ἡ Τράπεζα, καὶ ὅτι δὲν δύνανται νὰ βλαφθῶσι δικαιώματα ἄλλα, παραχωρούμενα ἐκ τῶν ὁμολογιῶν τούτων, οἷα εἶναι τὰ δικαιώματα τὰ ἐκ τῶν λαχείων. Βλέπομεν σήμερον πανταχοῦ, ὅτι μόνον ἐν περιπτώσει ῥητῆς ἀπαγορεύσεως τροπῆς δὲν ἐπιτρέπεται αὕτη. Καὶ ἔχομεν καὶ ἡμεῖς συνομολογήσει τὸ τελευταῖον δάνειον, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ ἐπιτρέπηται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον νὰ τρέψῃ τὸ δάνειον τῶν 150 ἑκατομμυρίων τῶν 2½ τοῖς ἑκατὸν, μέχρις ὡρισμένης προθεσμίας. Μόνον δὲ εἰς μίαν περίπτωσιν ἐπιβάλλεται ἡ ἐκ τῶν προτέρων συμφωνία τῆς τροπῆς, ὅταν πρόκειται εἴτε Τράπεζα εἴτε Κράτος διὰ τῆς τροπῆς δανείου τινὸς νὰ καταργήσῃ τὸ λαχεῖον. Καὶ τοῦτο βλέπομεν εἰς τὴν πόλιν τῶν Παρισίων. Εἰς οὐδὲν ἄλλο δάνειον, δι’ ἐκδόσεως πρὸς τὸ κοινὸν γενόμενον, ἀπαγορεύεται τοῦτο. Ἔχομεν λοιπὸν ἀναμφισβητήτως, κατ’ ἐμέ, ὑπὸ τὴν νομικὴν ἔποψιν ὑπάρχον τὸ δικαίωμα τῆς Τραπέζης, ὅπως τρέψῃ τὸ δάνειόν της. Δὲν νομίζω δέ, ὅτι καὶ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ Τράπεζα ἔπραξέ τι ἄτακτον, τρέπουσα τοῦτο, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὰ κεφάλαια ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῆς πρὸς πληρωμὴν τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν, εἶναι βάσιμος. Διότι ἡ Τράπεζα, πληρώσασα τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον εἰς τὸν τραπεζίτην, τὸν συμβληθέντα μετ’ αὐτῆς, δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο, εἰμὴ νὰ συνομολογήσῃ μετ’ αὐτοῦ δάνειον ὑπὸ ὅρον. Ὁ τραπεζίτης, ἢ ὁ οἶκος Ἐρλάγκερ, ὑπεσχέθη εἰς τὴν Τράπεζαν τὰ τρία τέταρτα τοῦ ὅλου κεφαλαίου τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ λαχειοφόρων νὰ τὰ κρατήσῃ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς. Ἐὰν παρουσιασθῇ τὸ ἥμισυ ἢ τὰ ¾ τῶν ὁμολογιούχων καὶ ζητήσουν τὴν πληρωμὴν τῶν ὁμολογιῶν των, θὰ λάβῃ αὐτὸ παρὰ τοῦ τραπεζίτου, μεθ’ οὗ συνεβλήθη. Ἐὰν δὲ παρουσιασθῇ τὸ ὅλον, μετέχει καὶ αὐτὴ εἰς τὸ τέταρτον, διότι τὸ ποσὸν τοῦτο, νομίζω, ὅτι ἐκράτησε διὰ λογαριασμόν της. Νομίζω ὅτι, ἐπιλαμβανομένη ἡ Βουλὴ τοῦ θέματος τούτου, πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ μετ’ ἐπιδοκιμασίας. Δὲν λέγω τοῦτο θέλων νὰ ἐπαινέσω ἢ νὰ ἐπιδοκιμάσω τὴν πρᾶξιν τῆς Τραπέζης. Ἡ πρᾶξις τῆς Τραπέζης εἶναι ἀναμφισβητήτως ἐπωφελὴς καὶ δι’ αὐτὴν καὶ διὰ τὸν τόπον ἐν γένει, ὡς τοῦτο ἀνεπτύχθη ἀρκούντως, καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ κουράσω τὴν Βουλήν, εἰσερχόμενος εἰς λεπτομερείας, ἀλλὰ λέγω, ὅτι μετ’ ἐπιδοκιμασίας πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἴδῃ τὴν πρᾶξιν ταύτην, διότι εἶναι ἴσως τὸ πρῶτον, κατὰ τὸ ὁποῖον τροπὴ ἐπωφελὴς Ἑλληνικοῦ δανείου, ἔστω καὶ τραπεζιτικοῦ καὶ ὄχι τοῦ Κράτους, παρουσιάζεται ἐν Ἑλλάδι. Εἰς τὴν κατάστασιν δέ, εἰς τὴν ὁποίαν ἡμεῖς εὑρισκόμεθα, μὲ ἠλαττωμένην τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν κυριαρχίαν, μὲ οἰκονομικὰ οὐχὶ πολὺ εὐχάριστα, εἰς τὴν ἰδέαν τῆς τροπῆς τῶν δανείων πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν, ὅπως, ἂν ὄχι ἡμεῖς, τοὐλάχιστον οἱ ἀπόγονοι ἡμῶν δυνηθῶσι νὰ μεταρρυθμίσωσι τὸ δημόσιον τῆς Ἑλλάδος χρέος, οὕτως ὥστε ν’ ἀνακτήσωμεν τὸ μέρος τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς αὐτοτελείας ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ἀπωλέσαμεν, κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐξάντλησις τοῦ θέματος καὶ ἡ ἐν γένει κούρασις τῆς Βουλῆς καθιστᾷ περιττὴν τὴν περαιτέρω ἐπέκτασιν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ.
§40Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπεθύμουν νὰ κουράσω τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐζήτησα τὸν λόγον, παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψητε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἀπησχόλησεν αὐτήν. Ἐὰν ἐπρόκειτο, κύριοι συνάδελφοι, μόνον ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκινήθη ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ, ἀνεξαρτήτως δ’ ὅλως τῆς συμβάσεως τοῦ 1897, βεβαίως ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασε καὶ ἐκεῖνος. Εἶναι ὁ μόνος τῷ ὄντι, ὅστις, κατ’ ἐμὲ, μετεχειρίσθη καὶ ἐχειρίσθη καλῶς τοὺς νόμους, ὀρθῶς δὲ ἐπεκαλέσθη τὸν Ῥωμαϊκὸν Νόμον πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἠπόρησα ὅμως, ὅταν ἤκουσα τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἀποφαινομένου ὅτι ὁ Λερουὰ Μπωλιὲ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ ἡμῖν τὴν κλεῖδα τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον εἶναι τὸ παρέχον τοὺς πρὸς τοῦτο κανόνας. Ὑπάρχει γενικὸς κανὼν, ὅτι ἐν ἐπιτηδείῳ χρόνῳ δέον νὰ γίνηται ἡ καταβολὴ τοῦ χρέους. Ἐγεννήθη ἐντεῦθεν τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ ὀφειλέτης δύναται νὰ καταβάλῃ προώρως τὸ χρέος, καὶ δὴ αὐθαιρέτως. Καὶ ὑπῆρχε μὲν γενικὸς κανὼν, ὅτι αἱ προθεσμίαι τάσσονται ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου, ἀλλ’ οὐχὶ ἀπολύτως, διότι τὸ ζήτημα λύεται ἀναλόγως τῶν περιστάσεων. Εἴτε ἐκ τοῦ νόμου, εἴτε ἐκ τοῦ συναλλάγματος, δύναται νὰ ἐξαχθῇ ἑκάστοτε, ἂν πράγματι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ὀφειλέτου ἢ τοῦ πιστωτοῦ τίθεται ἡ προθεσμία. Ἐὰν μὲν ἦναι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ὀφειλέτου, τότε ἀναμφιβόλως ἡ καταβολὴ δύναται νὰ γείνῃ καὶ προώρως. Ἐὰν δὲ ἦναι καὶ ὑπὲρ τοῦ πιστωτοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου συγχρόνως, τότε πάλιν ὁ ὀφειλέτης δύναται νὰ καταβάλῃ τὸ χρέος κατὰ βούλησιν. Ἀλλ’ ὅταν ἦναι μόνον ὑπὲρ τοῦ πιστωτοῦ, τότε ἀναμφιβόλως δὲν δύναται ὁ ὀφειλέτης νὰ καταβάλῃ πρὸ τῆς προθεσμίας τὸ χρέος, παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ πιστωτοῦ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄρα ἠδύνατο νὰ ἐξετασθῇ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν τὸ ζήτημα, ἐὰν ἠδύνατο δηλαδὴ ἡ Τράπεζα διὰ δάνειον ἔντοκον, τὸ ὁποῖον συνωδεύετο ὑπὸ λαχείου, νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν πιστωτὴν αὐτῆς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου. Νομίζω, ὅτι ἴσως τὸ ζήτημα ἐλύετο κατὰ τῆς Τραπέζης, ἐὰν ἐφηρμόζετο ὁ Ρωμαϊκὸς Νόμος, διότι οἱ ἀγοράσαντες τὰς λαχειοφόρους ὁμολογίας τῆς Τραπέζης δὲν ἠγόρασαν αὐτὰς μόνον ἐπὶ τῷ μικρῷ τόκῳ, ὅστις καθωρίζετο, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως ἀπέβλεψαν καὶ εἰς τὸ λαχεῖον καὶ τὰς χρονικὰς περιόδους αὐτοῦ. Δὲν ἠδύνατο λοιπὸν ἡ Τράπεζα νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου, δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ἀλλοιώσῃ τὴν σύμβασιν, ὅταν ἡ σύμβασις αὕτη ἦναι σύνθετος καὶ ἐκ τόκου καὶ ἐκ λαχείου. Ἀμφιβάλλετε ὅμως, ὅτι ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν ἐξήτασαν βεβαίως τὸ ζήτημα καὶ οἱ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ; Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι παρὰ τῇ Τραπέζῃ ταύτῃ ὑπάρχουσι σύμβουλοι πρώτης δυνάμεως νομικοί. Δύναταί τις μάλιστα νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ ὑποδιοικητὴς αὐτῆς κ. Ἰωάννης Εὐταξίας εἶναι Ρωμαϊστὴς πρώτης δυνάμεως καὶ δὲν ἠδύνατο βεβαίως νὰ περιπέσῃ εἰς νομικὸν λάθος, οὕτως ὥστε ἐπὶ τῇ βάσει μόνον τῶν Ρωμαϊκῶν νόμων ἢ καὶ τῶν Γαλλικῶν νὰ προέλθῃ εἰς πλημμελῆ λύσιν, προκειμένου περὶ θέματος τοσοῦτον σοβαροῦ. Ἀλλ’ ἡ Τράπεζα δὲν ἐστηρίχθη βεβαίως ἐπὶ τῶν νόμων τῶν Ρωμαϊκῶν, οὔτε τῶν Γαλλικῶν, οὔτε ἐπὶ τοῦ Λερουὰ Μπωλιέ· ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς συμβάσεως τοῦ 1897. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐκ τυπογραφικοῦ λάθους ἢ ἐξ οἱουδήποτε ἄλλου λόγου, τὸ ἐκδιδομένων μετεβλήθη εἰς ἐκδεδομένων, ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὅστις ἀναγινώσκει τὴν δημοσιευθεῖσαν περικοπὴν τῆς συμβάσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ κατὰ φαντασίαν νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἡ Τράπεζα πραγματικῶς εὑρίσκεται ἐν τῷ νομίμῳ, ὅτι ἐνήργησε κανονικῶς. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως). Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμβάσεως λοιπὸν, οὕτω σαφῶς καὶ ὡρισμένως διατυπουμένης, ἡ Τράπεζα ἐδικαιοῦτο ἄριστα νὰ προβῇ εἰς τὴν δήλωσιν, εἰς ἣν προέβη, ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου. Ἀλλ’ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, — καὶ τὸ ἐγέννησεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς πάλιν — πῶς εἶναι δυνατὸν, αὐτὴ ἡ σύμβασις, ἡ μεταξὺ τῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Δημοσίου συναφθεῖσα, νὰ ἀνατρέψῃ σύμβασιν προγενεστέραν τῆς Τραπέζης πρὸς τοὺς πιστωτάς; πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ προσβληθῶσι κεκτημένα δικαιώματα τρίτων; Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐπὶ τῇ γνώμῃ ταύτῃ ἐξεπλάγην, διότι προήρχετο οὐ μόνον παρὰ διακεκριμένου πολιτευτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐγκρίτου νομομαθοῦς. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι, ὅταν διὰ νόμου ἐπιβάλληται ἡ ἀλλοίωσις συμβάσεως, ὑποχρεοῦνται καὶ οἱ τρίτοι. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει σήμερον δευτέρα γνώμη. Καὶ ὅταν νόμος ἐπιβάλλῃ τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τρίτους, καὶ μὴ ἔτι συμβαλλομένους εἰς τὴν ἀλλοίωσιν τῶν ὑποχρεώσεων καὶ δικαιωμάτων αὐτῶν, ὀφείλουσιν οὗτοι νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὴν θέλησιν τοῦ νομοθέτου, ὅταν ὁ νομοθέτης θελήσῃ νὰ προσβάλῃ ἔστω καὶ κεκτημένα δικαιώματα, διότι ὁ νομοθέτης εἶναι παντοδύναμος. Πλεῖστα παραδείγματα δυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἐκ τῶν πραγμάτων πρὸς ἀπόδειξιν τῆς τοιαύτης ἀρχῆς. Ἐὰν ὑποθέσητε π.χ., ὅτι παραχωρεῖται προνόμιον εἰς σιδηροδρομικήν τινα ἑταιρείαν καὶ ἡ Βουλὴ διὰ νόμου, παραβιάζουσα τὴν σύμβασιν, παράσχῃ τὸ προνόμιον καὶ εἰς ἄλλην ἑταιρείαν, νομίζετε, ὅτι ἡ πρώτη δύναται νὰ ἀναχαιτίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προνομίου τούτου; Εἰς τὴν σύμβασιν τῆς προεκτάσεως τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν θέλετε παρατηρήσει, ὅτι περιέχονται διατάξεις, θίγουσαι δικαιώματα τρίτων, οἱ ὁποῖοι οὐδὲ συμβάλλονται κἄν, διατάξεις, καθ’ ἃς δὲν ὑποχρεοῦται ἡ ἑταιρεία ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας, τῶν ὁποίων παραβλάπτονται τὰ κτήματα ἐκ τῶν ἔργων τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς. Ἐν τούτοις ὁ νόμος αὐτὸς ἐφηρμόσθη, καὶ ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν ἐθεωρήθη, ὅτι οἱ τρίτοι ἀναγκάζονται νὰ ὑποκύψωσι. Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι ὁ νόμος, ὃν ἡ Βουλὴ τῷ 1897 ἐψήφισεν, εἶναι ὑποχρεωτικὸς ἀναμφισβητήτως διὰ τοὺς ὁμολογιούχους τῆς Τραπέζης, καὶ ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Τραπέζης εἶναι νόμιμος. Δὲν θέλω περισσότερον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, οὐδὲ συντελεῖ εἰς τὴν κοινωνικὴν ὠφέλειαν καὶ τὴν οἰκονομικὴν πίστιν, ἕνεκα τοιούτων ζητημάτων, τόσον σαφῶν, τόσον δικαίων, νὰ διασύρηται ἡ ὑπόληψις τοῦ πρώτου πιστωτικοῦ καταστήματος τῆς Ἑλλάδος.
§41Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς μήτε ἑαυτὸν μήτε τὴν Βουλὴν ἔπεισε, θεωρῶ δ’ ἐντελῶς μάταιον καὶ ἄσκοπον ν’ ἀνασκευάσω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀνεσκεύασε διὰ τῶν παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔφερεν. Ἐγὼ ἰσχυρίσθην, ὅτι ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου προσεβλήθη τὸ δικαίωμα διὰ τῆς πράξεως τῆς Τραπέζης, ἔχει δικαίωμα εἰς ἀποζημίωσιν, αὐτὸ δ’ ὡμολόγησε καὶ ὁ κ. Βουλευτής. Ἑπομένως δὲν προτίθεμαι, ἀνερχόμενος τὸ βῆμα, νὰ τὸν ἀνασκευάσω, ἀλλὰ νὰ ἐξαγάγω καὶ τὴν Βουλὴν καὶ πάντας τοὺς προλαλήσαντας ἐκ πλάνης, εἰς ἣν περιέπεσαν, εἰς ἣν περιέπεσε καὶ ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου. Πάντες ὑπέθεσαν, ὅτι τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως, τῆς κυρωθείσης διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1897, εἶχεν ὡς σκοπὸν νὰ χορηγήσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ τρέπῃ τὰ δάνειά της. Ἀλλὰ τοιοῦτον σκοπὸν οὐδέποτε ἔσχε τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τῆς συμβάσεως. Ἡ Τράπεζα, ὡς ἤδη ἀνέπτυξα, εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτῆς κεκτημένον τὸ δικαίωμα τῆς τροπῆς τῶν δανείων, ἐπῆλθε δὲ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τῆς συμβάσεως, ὅπως κανονίσῃ τὴν δικονομίαν, τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ τροπὴ αὕτη θέλει λάβει χώραν. Ὅτι τοιοῦτος ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως ἐκείνης τῆς συμβάσεως, προκύπτει ἐξ ἁπλῆς ἀναγνώσεως αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης προσεπάθησε τὸ δικαίωμα τῆς τροπῆς νὰ τὸ στηρίξῃ καὶ εἰς τὴν λέξιν «ἐκδεδομένων», ἄλλος ἔτρεψε τὸ «ἐκδεδομένων» εἰς «ἐκδιδομένων», ἐντεῦθεν δ’ ἡ Βουλὴ παρεπλανήθη εἰς ἑρμηνείας, αἵτινες κατ’ ἐμὲ οὐδεμίαν ἔχουσιν ἔννοιαν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλω κἂν νὰ εἰσέλθω εἰς αὐτάς. Ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν αὐτὸ τὸ ἄρθρον 6, καὶ θὰ ἴδητε περὶ τίνος πραγματεύεται. Πραγματεύεται ἐν τῇ πρώτῃ αὑτοῦ παραγράφῳ περὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον χορηγεῖται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, λόγῳ τοῦ σκοποῦ, ὅστις ἐπιδιώκεται ὑπὸ τῆς συμβάσεως τῆς κτηματικῆς πίστεως, νὰ ἐπεκτείνῃ τὰ δάνειά της μέχρι τοῦ ποσοῦ τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου. Οὗτος ὁ σκοπὸς τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως. Δευτέρα παράγραφος (ἀναγινώσκει): «Αἱ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκδιδόμεναι δυνάμει τῶν αὐτῶν νόμων ὁμολογίαι δύνανται νὰ ὦσι καὶ κατώτεραι τῶν 300 δραχμῶν, ἡ δὲ προθεσμία ἀποδόσεως τοῦ κεφαλαίου καὶ ἐλάσσων τοῦ ἑνὸς ἔτους.» — Ἄλλο δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐχορηγήθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τὸ ὁποῖον δὲν περιελαμβάνετο εἰς τὸ ἀρχικὸν καταστατικὸν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὴν τρίτην παράγραφον, ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ὅλα ἐκεῖνα τὰ σχόλια καὶ τὰς ποικίλας ἑρμηνείας. Τί λέγει αὕτη; (ἀναγινώσκει): «Ὁσάκις τὸ Γενικὸν Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἤθελε κρίνει ἀναγκαίαν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ τόκου ἐπὶ τῶν δυνάμει τῶν εἰρημένων νόμων ἐκδεδομένων παρ’ αὐτῆς ὁμολογιῶν, οἱ μὴ στέργοντες τὴν ἐλάττωσιν δανεισταὶ δικαιοῦνται νὰ ἀναλάβωσι τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον μετὰ παντὸς δεδουλευμένου τόκου ἐντὸς προθεσμίας εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς περὶ ἐλαττώσεως τοῦ τόκου διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τριῶν ἑτέρων ἐφημερίδων εἰδοποιήσεως κλπ.» Νομίζετε ὅτι ἡ παράγραφος αὕτη τοῦ ἄρθρου 6 ἀπέβλεψέ ποτε εἰς τὸ νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δικαίωμα ἤδη κεκτημένον ὑπὲρ ἑαυτῆς;
§42ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει, κύριε Ράλλη, «οἱ δηλώσαντες ἐντὸς τῆς ἀνωτέρω προθεσμίας».
§43Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἀφήσατε. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μετέλθωμεν ἐδῶ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον μετέρχεσθε εἰς τὰ δικαστήρια. Ἡμεῖς ἄλλως ἐδῶ συζητοῦμεν.
§44ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐπειδὴ εἴπετε, ὅτι ὁ Leroy-Beaulieu λύει τὰ ζητήματα αὐτά.
§45Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κατ’ ἐμέ, ὁ Leroy-Beaulieu εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ σᾶς ἐξηγήσῃ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει πιστωτικὸν κατάστημα ἀπέναντι οἱουδήποτε καὶ ἀπέναντι τῶν ὁμολογιούχων. Καθ’ ὑμᾶς, εἶναι ὁ Γάϊος ἢ ὁ Οὐλπιανός, τὸν ὁποῖον τόσον καλὰ ἡρμηνεύσατε, ὥστε δὲν ἠδυνήθητε ν’ ἀποφύγητε τὴν παγίδα, εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσαν οἱ ἄλλοι. Λοιπὸν μὴ διακόπτετε. Ἡ διάταξις λοιπὸν αὕτη δὲν καθιεροῖ τὸ δικαίωμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τροπὴν τῶν δανείων της, διότι τὸ δικαίωμα ἐνυπῆρχεν ἐν τῇ πράξει ταύτῃ τῆς Τραπέζης. Ὁ δὲ Leroy-Beaulieu ἔρχεται νὰ βεβαιώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ καθιερώσῃ ἐπὶ παντὸς ἄλλου ζητήματος ἡ πρακτικὴ οἱουδήποτε δικαστηρίου ἢ καὶ ἡ κοινὴ ἀποδοχὴ τῆς κοινωνίας καὶ τῶν πολιτῶν, τὸ ἔθιμον, ἔρχεται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἐπὶ τοιούτων ἐπιχειρήσεων τραπεζιτικῶν, ἐπὶ τῆς ἐκδόσεως δανείων, κατ’ ἔθιμον ἀναμφισβήτητον, ἰσχῦον καθ’ ὅλην τὴν ὑφήλιον, ἀνεγνωρίσθη καὶ εἰς τὰ Κράτη, ἀνεγνωρίσθη καὶ εἰς τὰ πιστωτικὰ καταστήματα τὸ δικαίωμα τῆς τροπῆς τῶν δανείων αὐτῶν. Ὑποθέτω δέ, ὅτι καὶ ὁ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς γνωρίζει, ὅτι τοῦ Οὐλπιανοῦ τὰ διδάγματα τροποποιοῦνται διὰ τῶν ἐθίμων. Λοιπὸν ἡ παράγραφος τρίτη τοῦ ἄρθρου 6 ἔρχεται νὰ καθορίσῃ τὴν δικονομίαν, ἥτις θέλει τηρηθῆ εἰς ἣν περίπτωσιν ἡ Τράπεζα ἤθελε κρίνει, ὅτι ἔχει συμφέρον νὰ τρέψῃ ἓν οἱονδήποτε δάνειον, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς λέγει: «Ὁσάκις τὸ Γενικὸν Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης...» Ἐκεῖνο θέλει κρίνει περὶ τοῦ συμφέροντος, τὸ Γενικὸν Συμβούλιον. Ἐπὶ τίνος; ἐπὶ δικαιώματος κεκτημένου (ἀναγινώσκει): «Ὁσάκις τὸ Γενικὸν Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἤθελε κρίνει ἀναγκαίαν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ τόκου ἐπὶ τῶν δυνάμει τῶν εἰρημένων νόμων ἐκδεδομένων παρ’ αὐτῆς ὁμολογιῶν, οἱ μὴ στέργοντες τὴν ἐλάττωσιν δανεισταὶ δικαιοῦνται νὰ ἀναλάβωσι τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον μετὰ παντὸς δεδουλευμένου τόκου κλπ.» Αὐτὸς ἦν ὁ σκοπὸς τῆς παραγράφου ταύτης, καὶ τὸν σκοπὸν αὐτὸν τὸν διεῖδε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν, ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Καὶ ἠρωτήθη τότε παρά τινος, ἂν δύναται ἡ Τράπεζα νὰ τρέπῃ πᾶν δάνειόν της, καὶ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἀπήντησεν, ὅτι δύναται βεβαίως, ὄχι δυνάμει τῆς παραγράφου ταύτης, ἀλλὰ δυνάμει τοῦ κεκτημένου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Τράπεζα. Ἦλθε δὲ κατόπιν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ κυρώσαντος τὴν σύμβασιν, ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτής, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐβεβαίωσεν αὐτὰ ταῦτα. Λοιπὸν τὸ δικαίωμα τῆς Τραπέζης εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῆς Τραπέζης δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως, τὸ δὲ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως οὐδὲν ἐκαινοτόμησεν, οὐδ’ εἶχεν ἀνάγκην ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τοῦ ἄρθρου 6, ἵνα κτήσηται δικαίωμα, κεκτημένον ἤδη ὑπὲρ ἑαυτῆς· τὸ ἄρθρον 6 καὶ ἡ παράγραφος τρίτη ἰδίᾳ τοῦ ἄρθρου 6 ἦλθε νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν τὸ δικαίωμα αὐτὸ τὸ κεκτημένον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῆς τροπῆς τῶν δανείων, ἤθελεν ἐνασκηθῆ, τὴν δικονομίαν, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε πρῶτον ἔλαβον τὸν λόγον, ἐθεώρησα μάταιον νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Σᾶς εἶπον, μὴ ἀσχολεῖσθε περὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 6· εἴτε ἐκδεδομένων εἴτε ἐκδιδομένων γράφει τοῦτο, οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει, διότι τὸ δικαίωμα τῆς τροπῆς κέκτηται ἤδη ἡ Τράπεζα· τὸ μόνον δὲ, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐρευνηθῇ ἐνταῦθα, εἶναι κατὰ πόσον ἡ Τράπεζα διὰ τῆς τροπῆς αὐτῆς προσβάλλει κεκτημένα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὤφειλε νὰ προσβάλῃ, διότι ὁ Συνταγματικὸς ἡμῶν νόμος ἀπηγορεύει τὴν δήμευσιν, ἀπαγορεύει τὴν στέρησιν τῆς ἰδιοκτησίας, πᾶσα δὲ προσβολὴ κεκτημένου δικαιώματος ἀποτελεῖ δήμευσιν καὶ πᾶσα ἀπαλλοτρίωσις ἀναγκαστικὴ προϋποτίθησιν ἀποζημίωσιν. Καὶ ἄλλη θεωρία ἀνεπτύχθη· κατ’ αὐτὴν, σύμβασις μεταξὺ Δημοσίου καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναιρέσῃ κεκτημένα δικαιώματα ἰδιωτῶν. Εἶναι καὶ ἡ θεωρία αὕτη ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἀναπτύσονται εἰς δίκας τῶν Εἰρηνοδικείων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἠθέλησα ἁπλῶς νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑφίστατο πρὸ τῆς συμβάσεως τοῦ 1896, καὶ πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1897, τοῦ κυρώσαντος τὴν σύμβασιν, ἐκεῖνο δὲ, περὶ τοῦ ὁποίου ἠθέλησα ν’ ἀσχοληθῶ, λαμβάνων ἐκ νέου τὸν λόγον καὶ καταπονῶν ὑμᾶς, εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν δημοσίαν πίστιν. Ἤκουσα πάντων τῶν προαγορευσάντων ἀγορευόντων ὑπὲρ τῶν ἐλαφρυντικῶν περιστάσεων, διότι ἀληθῶς τοιοῦτοι ἦσαν οἱ λόγοι, οὓς πάντες οἱ ἀντιφρονοῦντες Βουλευταὶ προέβαλον ὑπὲρ τοῦ μέτρου τῆς Τραπέζης, καὶ μετὰ θαυμασμοῦ ἤκουσα πάντων ἐξαιρόντων τὴν τάσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὴν μείωσιν τοῦ τόκου, καὶ ἐντεῦθεν προοιωνιζομένων μέλλον εὐρύτατον ὑποβιβασμοῦ τοῦ τόκου μέχρι τοῦ μηδενός. Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ θεωρήσω τὰς τοιαύτας θεωρίας ὡς ἀλλοτρίας πρὸς τὰς βάσεις αὐτὰς, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ δημοσία πίστις καὶ ἡ πίστις τοῦ Κράτους. Ὁ τόκος δὲν ὑποβιβάζεται διὰ τεχνητῶν μέσων, ὁ τόκος δὲν ὑποβιβάζεται διὰ τῆς καταβολῆς πρὸς τὸν οἶκον Herlanger 1,500,000 φράγκων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβητε ἐκ τῶν θυλακίων τῶν Ἑλλήνων, ὁ τόκος ὑποβιβάζεται μόνον διὰ τῆς ἑδραιώσεως τῆς πίστεως, ἡ ὁποία συνεπάγεται τὴν εἰσροὴν τῶν κεφαλαίων. Ἡ δὲ τροπὴ, περὶ τῆς ὁποίας ἀσχολεῖται σήμερον ἡ Βουλὴ, ἀντὶ νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἑδραίωσιν τῆς πίστεως, ἀντὶ νὰ ὠθῇ εἰς τὴν εἰσροὴν τῶν κεφαλαίων, ἀπωθεῖ αὐτὰ ἐκ τῆς χώρας, διότι προσβάλλει τὴν δημοσίαν πίστιν. Εἶναι αὕτη ἀλήθεια ἀναμφισβήτητος, καὶ ἡ ἀλήθεια αὕτη ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ ἐνταῦθα εἰς ἀντίκρουσιν ἐκείνων, οἵτινες ἐνόμισαν, ὅτι ἦτο περίστασις, ὅπως ἀγορεύσωσιν, ἐπικαλούμενοι τὰς ἐλαφρυντικὰς περιστάσεις ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτων ζητημάτων, μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἐὰν θὰ προσβληθῶσι συμφέροντα ἀτομικά· τὸ συμφέρον τῆς χώρας εἶναι τὸ ὑπέρτατον συμφέρον πάντων ἡμῶν, καὶ τῶν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ τῶν ἐκτός· δὲν θὰ πτοηθῶ δὲ ἀπὸ τὰ συμφέροντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φαίνονται προσβαλλόμενα, δημιουργηθέντα ὅμως ἐκ τῆς καταχρήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, τοῦ πρὸς τροπὴν δικαιώματος, διότι ἡ κατάχρησις αὕτη τοῦ πρὸς τροπὴν δικαιώματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἐξασθένησιν τῆς πίστεως αὐτῆς, ἡ δὲ συγκάλυψις πράξεων, αἵτινες προσβάλλουν τὴν πίστιν αὐτῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν κλονισμὸν τῆς πίστεως τῆς χώρας, τοσοῦτον στενῶς συνδεδεμένης πρὸς τὴν τῆς Τραπέζης. Θέλετε δὲ νὰ ἐξετάσητε καὶ ὑπὸ τὴν εἰδικωτέραν ταύτην ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο; θέλετε νὰ ἐξετάσητε κατὰ πόσον ἡ τροπὴ αὕτη θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν εἰσροὴν κεφαλαίων ἢ εἰς τὴν ἐκροὴν τοιούτων ἐντεῦθεν; Πρὸς τοῦτο δὲν ἔχετε παρὰ νὰ παραβάλητε τὰς νέας ὁμολογίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὰς ὁμολογίας τοῦ Crédit-Foncier τῆς Γαλλίας. Τὸ Crédit-Foncier δίδει καὶ αὐτὸ 3% τόκον, ὅπως θὰ δίδουν αἱ νέαι ὁμολογίαι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἔχει ἓξ κληρώσεις ἐτησίως. Αἱ νέαι ὁμολογίαι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔχουν τρεῖς κληρώσεις καὶ ἓν τέταρτον διὰ τῆς προστιθεμένης τετάρτης κληρώσεως ἐπὶ δεκαετίαν. Καὶ ἀποτείνομαι, Κύριοι, ὄχι πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, διότι οὗτος δὲν ἀσχολεῖται εἰς τοιαύτας πράξεις, ἀλλὰ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης (ἱλαρότης)...
§46Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§47ΡΑΛΛΗΣ. .. καὶ τὸν ἐρωτῶ, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ τοποθετήσῃ τὰ κεφάλαιά του, θὰ τὰ ἐτοποθέτει εἰς τὰς νέας ὁμολογίας, τὰς τρεπομένας τοιαύτας, τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἢ εἰς τὸ Crédit-Foncier; Καὶ ἡ ἀπάντησις, ὑποθέτω, μετ’ ὀλίγον, ὅτε θὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, θὰ ἦναι σύμφωνος πρὸς τὰς σκέψεις μου, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι τὸ Crédit-Foncier παρέχει μεγαλειτέρας ἀσφαλείας εἰς ἐκεῖνον, ὅστις θέλει νὰ τοποθετήσῃ τὰ κεφάλαιά του, παρέχει αὐτῷ καὶ μεγαλειτέρας ὠφελείας, διότι τῷ δίδει ἐλπίδας 6 ἀπέναντι 3¼. Λοιπὸν εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ ἡ τροπὴ αὕτη; Εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς πίστεως τῆς Τραπέζης καὶ εἰς τὴν εἰσροὴν τῶν κεφαλαίων; Βεβαίως ὄχι. Θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ νὰ θεωρηθῇ καὶ αὐτὸ τὸ ἐθνικὸν ἵδρυμα, αὐτὴ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς ὑπόπτως πολιτευομένη, θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ νὰ ἀναγκάσῃ τὸν κεφαλαιοῦχον νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον δὲν εἶναι συμφέρον αὐτῷ, τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἔχει καταθέσει παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ἀγοράσας μίαν ὁμολογίαν λαχειοφόρον, νὰ τὸ τοποθετήσῃ εἰς ὁμολογίας λαχειοφόρους τοῦ Crédit-Foncier. Οὕτως ἐξετάζονται, Κύριοι, τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, ὄχι διὰ τῆς ἐπικλήσεως τῶν ἐλαφρυντικῶν περιστάσεων — διότι αὐτὸ ἐπράξατε μέχρι τοῦδε. — Βεβαίως ἡ ἐνίσχυσις τῆς κτηματικῆς πίστεως θὰ ἦναι ὠφέλιμος, ἀλλὰ θὰ ἦναι ὠφέλιμος εἰς ὡρισμένα ἄτομα, θὰ ἦναι εἰς ἐμὲ αὐτὸν τὸν ὀφειλέτην τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦναι ὠφέλιμος εἰς τὴν γενικὴν πίστιν τῆς χώρας. Δὲν ὑποβιβάζεται διὰ τοιούτων τεχνητῶν μέσων ὁ τόκος, δὲν ὑποβιβάζεται διὰ μιᾶς οἱασδήποτε πράξεως, ἔτι δ’ ὀλιγώτερον διὰ τῆς δωρεὰν πληρωμῆς 1,500,000, καὶ ὄχι λόγῳ τόκου δανείου, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, — διότι ὡς τοιοῦτον ἐχαρακτήρισε τὴν καταβολὴν 1,500,000, — ἀλλὰ λόγῳ ἀσφαλείας, διότι τὸ 1,500,000 δὲν καταβάλλεται ὡς τόκος, ἀλλ’ ὡς ἀσφάλιστρον. Πρόκειται περὶ τυχηροῦ συναλλάγματος, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ ξένου οἴκου, καὶ τὸ τυχηρὸν αὐτὸ συνάλλαγμα ἀναμφισβητήτως θὰ τραπῇ ὑπὲρ τοῦ ξένου οἴκου καὶ κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν τῆς Τραπέζης, διότι, ὡς ἐλέχθη κάλλιστα, ὑπολογίζοντες τὰς δυσχερείας, πρὸ τῶν ὁποίων θέλουσιν εὑρεθῆ, οἱ κάτοχοι τῶν ὁμολογιῶν τῆς Τραπέζης θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ ὑποκύψουν εἰς τὸ ἔκθεσμον μέτρον, εἰς τὸ βεβιασμένον τοὐλάχιστον μέτρον τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης, θὰ ὑποστῶσι τὴν θυσίαν τῆς διαφορᾶς τοῦ τόκου μεταξὺ τῶν 4 καὶ 3%, θὰ ἀρκεσθῶσιν ἴσως εἰς τὸ μέγα κέρδος τοῦ ὅτι προστίθεται ¼ ἐλπίδος εἰς τὰς τρεῖς, τὰς ὁποίας ἔχουν κατ’ ἐνιαυτόν, ὁ δὲ ξένος οἶκος εἰς τὸ παιγνίδι αὐτὸ βεβαίως θὰ ἐξέλθῃ κερδισμένος, διότι θ’ ἀποκομίσῃ τὸ 1,500,000, καὶ θὰ μᾶς ἀφήσῃ μὲ μόνους τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἠκούσατε (ἱλαρότης).
§48Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ εἴπω πολλά, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μὲ προκαλεῖ· ἵνα ἦμαι δὲ πιστευτότερος εἰς τὴν Βουλήν, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ εἴπω πρὸς αὐτήν, ὅτι δὲν ἔχω οὔτε ὁμολογίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὔτε ὁμολογίας τοῦ Crédit-Foncier, οὔτε μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης...
§49ΡΑΛΛΗΣ.....
§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. δυναμένας νὰ ἐπηρεασθῶσιν ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης. Νομίζω ὅτι εἶχε λάθος ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὑποθέτων ὅτι ἐλαφρυντικὰς περιστάσεις ἠθελήσαμεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν, ἢ ὅτι χαριζόμενοι πρὸς πρόσωπα ἢ πρὸς καταστήματα ἠθελήσαμεν νὰ εἴπωμεν ὅσα εἴπομεν. Τὸν βεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε ἐχαρίσθην, καὶ ἴσως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πράξεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνηθέστερον ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἐπέκρινεν, εἶμαι ἐγώ. Ἀλλὰ διαφωνῶ πρὸς τὸν ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς πίστεως, καὶ ἀκριβῶς θὰ μείνω εἰς τὸ παράδειγμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος ἔφερε, τοῦ Crédit-Foncier, τῆς Κτηματικῆς Πίστεως τῆς Γαλλίας. Ἡ Κτηματικὴ Πίστις τῆς Γαλλίας εἶχε τὰς ὁμολογίας της τὰς λαχειοφόρους, ἀποφερούσας τόκον 3%, ἀλλ’ ἀπό τινων ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου ὁ τόκος ἐξέπεσεν ἐν Γαλλίᾳ, ἀφ’ ὅτου ἡ ἔκπτωσις αὕτη τοῦ τόκου ἐπέφερε ζημίαν εἰς τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν, τί ἔκαμε; Τὰς ὁμολογίας της τὰς ἔτρεψεν εἰς ὁμολογίας 2½% καὶ εἰς λαχειοφόρους ἄνευ τόκου, καὶ καθ’ ἡμέραν δὲν κάμνει ἄλλο ἢ νὰ τοποθετῇ νέας ὁμολογίας ὑπὸ ὅρους ἐλαφροτέρους καὶ ν’ ἀγοράζῃ τὰς παλαιάς της ὁμολογίας, εἴτε ἀγοράζουσα αὐτὰς ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ, εἴτε ἐπιβάλλουσα τὴν τροπὴν αὐτῶν, τὴν πληρωμήν των δηλαδή, διὰ τῆς προσκλήσεως πρὸς ἐξόφλησιν ἐν τῷ ἀρτίῳ τοῦ κεφαλαίου ὁμολογιῶν, αἱ ὁποῖαι πρὸ ἐτῶν πολλῶν ἐξεδόθησαν κάτω τοῦ ἀρτίου, διότι πρὸ ἐτῶν τὸ 3% ἦτο μικρὸς τόκος καὶ ἐν Γαλλίᾳ. Τί συνέβη δὲ μετὰ τὴν τροπὴν ταύτην τῶν ὁμολογιῶν τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας; ἐπῆλθε σπουδαία ἐνίσχυσις τῆς πίστεώς της, τὴν πίστιν δὲ μιᾶς Τραπέζης τὴν βλέπει τις ἐν τῇ ἀξίᾳ τῶν μετοχῶν της, διότι αὕτη ἀκριβῶς στηρίζεται εἰς τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης. Αἱ μετοχαὶ δὲ τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας, αἱ ὁποῖαι πρὶν αὕτη ἐφαρμόσῃ τὸ σύστημα τῶν τροπῶν τῶν λαχειοφόρων ὁμολογιῶν της εἶχον κατέλθῃ μέχρι 550 ἢ 580, νομίζω, φράγκων κατὰ μετοχήν, σήμερον ἔχουσιν ἀξίαν 720 ἕως 730, καὶ τὴν ἀξίαν ταύτην ἀπέκτησαν ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς ἐπωφελοῦς ταύτης τροπῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Τράπεζα μετεχειρίσθη ἐν Γαλλίᾳ. Ἐὰν ἡ θεωρία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἦτο ἀληθής, ἠθέλομεν ἴδει τὴν πίστιν ὅλων τῶν Κρατῶν καταπίπτουσαν, ἠθέλομεν ἴδει τὴν πίστιν τῆς Ἀγγλίας, ἡ ὁποία πρό τινων ἐτῶν τὸ 3% τὸ ἔτρεψεν εἰς 2 καὶ ¾ καὶ ἥτις θὰ τὸ τρέψῃ μετά τινα ἔτη πρὸς 2½%, ἠθέλομεν, λέγω, ἴδει αὐτὴν ἐλαττουμένην· ἀλλὰ τί βλέπομεν; ἀφ’ ὅτου ἔτρεψε τὰ δάνειά της τοῦ 3%, τὰ ὁποῖα πρὸ τῆς τροπῆς ἤξιζαν 100, μετὰ τὴν τροπήν των εἰς 2 καὶ ¾% ἀνῆλθον εἰς 110. Ἠθέλομεν ἴδει τὰ δάνεια τὰ Ρωσσικὰ, τὰ ὁποῖα ὅλα ἀπὸ 15 ἐτῶν τρέπονται διαρκῶς κατ’ ἔτος, ἠθέλομεν τὰ ἴδει καταπίπτοντα καὶ τὴν πίστιν τῆς Ρωσσίας ἐλαττουμένην. Βεβαίως δὲν εἶναι μόνον ἡ τροπὴ τῶν δανείων τῆς Ρωσσίας, ἡ ὁποία ἐπέφερε τὴν ὑπερτίμησιν τῶν δανείων αὐτῆς, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις, ἡ ὁποία ἐχορήγησε τὰ μέσα τῆς βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ρωσσίας, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ὁ ἔξοχος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ρωσσίας, ὁ Βίττε, καὶ ἐνῷ ἡ Ρωσσία πρὸ 15 ἐτῶν ἐπλήρωνε κατὰ μέσον ὅρον 5%, σήμερον πληρώνει κάτω τοῦ 4%. Ἡ Ρωσσία ἀνέπτυξε τὴν πίστιν της διὰ τῶν τροπῶν. Καὶ ἡ Γαλλία ἔτρεψεν ὅλα της τὰ δάνεια εἰς 3½%, καὶ πρόκειται μετ’ ὀλίγα ἔτη καὶ τὸ 3½ νὰ τὸ τρέψῃ εἰς 3, δὲν τὸ τρέπει δὲ ἀμέσως, διότι ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις ἕνεκα λόγων ἐσωτερικῶν. Καὶ ὅλα τὰ Κράτη σήμερον, μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τοῦ τόκου, ἕνεκα οἰκονομικῶν λόγων παγκοσμίων, δὲν κάμνουσιν ἄλλο, παρὰ νὰ τρέπωσι τὰ δάνειά των, καὶ διὰ τῆς τροπῆς νὰ βελτιώνωσι τὰ οἰκονομικά των. Διὰ τοῦτο, χωρὶς νὰ ἐπηρεάζωμαι ἀπὸ τίποτε ἄλλο, εἰμὴ ἐκ τῆς ἐπιθυμίας νὰ ἴδω καὶ ἐγὼ καὶ ὅλοι, ὅσοι ζήσωμεν, ἐφαρμόσιμον τὸ μέτρον τῆς τροπῆς, νὰ ἴδωμεν καὶ ἡμεῖς τὸν τόπον ἡμῶν ἀνερχόμενον εἰς περιωπὴν, ἐπιτρέπουσαν νὰ τρέψῃ τὰ δάνεια αὐτοῦ, εἶπον ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς τροπῆς τῶν ὁμολογιῶν τῆς Τραπέζης, ἐλθὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε τοῦτο τὸ εὐχάριστον αἴσθημα νὰ καταλίπῃ κυρίως, ἀφοῦ τὸ ζήτημα τὸ νομικὸν εἶναι λελυμένον, ὅπως καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς πολὺ ὀρθῶς ἀνέπτυξεν, ὅτι ἡ τροπὴ τοῦ λαχειοφόρου δανείου τῆς Τραπέζης ἦτο δυνατὴ καὶ ἐπιτετραμμένη ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτοῦ, διότι τοιοῦτον εἶναι τὸ καθιερωθὲν ἔθιμον πανταχοῦ, καὶ πάντες οἱ ἀγοράζοντες ἐκ τῶν ὁμολογιῶν τούτων ἤξευρον, ὅτι ὤφειλον νὰ ὑποχρεωθῶσι μίαν ἡμέραν εἰς τὴν τροπὴν ταύτην, ἐὰν αἱ περιστάσεις τῆς Τραπέζης καὶ τοῦ τόπου ἐπέτρεπον τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου. Ἀφοῦ, λέγω, τὸ νομικὸν ζήτημα ἦτο λελυμένον, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παρεβίασε μήτε σύμβασιν ὡρισμένην, μήτε νόμον τινά, ἤρχετο τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα, τὸ κυρίως οἰκονομικὸν, καὶ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω πάλιν, εὐχάριστον αἴσθημα ἔπρεπε νὰ γεννήσῃ εἰς ἡμᾶς, ὡς ἀφετηρία, ὡς ἀπαρχὴ ἑνὸς γεγονότος, τὸ ὁποῖον πάντες πρέπει νὰ εὐχώμεθα, διότι μόνον διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης καὶ ἐὰν σωφρονήσωμεν, ἐὰν θελήσωμεν σπουδαιότερον καὶ ὄχι βεβιασμένως νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, μόνον διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης, ἡμεῖς ἴσως ὄχι, ἀλλὰ τὰ τέκνα μας θὰ δυνηθῶσι νὰ ἴδωσι τὴν Ἑλλάδα ἀπαλλαττομένην τῆς ἐλαττώσεως τῆς αὐτοτελείας αὐτῆς, εἰς ἣν σήμερον εὑρίσκεται.
§51ΜΠΑΣΙΑΣ. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν τὸ θέμα ἔχει πλέον ἢ ἐξαντληθῆ, καὶ τούτου ἕνεκα δὲν θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῶν λεχθέντων. Θὰ παρατηρήσω μόνον, ὅτι τὸ εἰκοσαήμερον διάστημα, τὸ χορηγούμενον ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς ἐξαργύρωσιν τῶν λαχειοφόρων ὁμολογιῶν, εἶναι βραχὺ καὶ δὲν θέλει ἐξαρκέσει ὄχι μόνον διὰ τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εὑρισκομένους κατόχους ὁμολογιῶν, ἀλλ’ οὔτε καὶ διὰ τοὺς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει, ὅπως συστηθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ παρατείνῃ τὸ διάστημα τοῦτο, ἂν καὶ δι’ ἐλπίδος ἔχω, ὅτι καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ βραχυπροθέσμου τούτου διαστήματος αὐτὴ ἡ ἰδία Τράπεζα οἴκοθεν θὰ προβαίνῃ εἰς ἐξαργύρωσιν τῶν τυχὸν παρουσιαζομένων ὁμολογιῶν.
§52Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Κανεὶς δὲν θὰ παρουσιασθῇ νὰ ἐξαργυρώσῃ τοιαύτην ὁμολογίαν. Σήμερον τὰ διάφορα τραπεζιτικὰ γραφεῖα προεκήρυξαν, ὅτι ἐξαργυρώνουσι τὰς ὁμολογίας ταύτας πρὸς 610 δραχμάς, ἀντὶ τῶν 600, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ πληρώσῃ ἡ Τράπεζα, καὶ κανεὶς δὲν προσῆλθεν, οὔτε θὰ προσέλθῃ.
§53ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξηντλήθη πλέον τὸ θέμα.
§54ΕΤΕΡΟΙ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§55Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§56Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω πάσας τὰς πληροφορίας, τὰς αἰτηθείσας παρὰ τῶν ἐξ Ἀττικῆς βουλευτῶν κ. κ. Δραγούμη καὶ Ράλλη, σχετικῶς πρὸς τὴν πίστωσιν διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ στρατιωτικοῦ νοσοκομείου.
§57Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εὑρισκόμεθα, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνὸς Μαΐου, ὡς δὲ ἔχουσιν ἢ μᾶλλον ὡς ἐβάδισαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ προϋπολογισμός, ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ διατελῶν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, θὰ ψηφισθῇ ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰουνίου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἔχωμεν νόμον περὶ χορηγίας δύο δωδεκατημορίων, ἵνα μὴ ἡ πληρωμὴ τῶν δαπανῶν καὶ ἡ εἴσπραξις τῶν ἐσόδων προσκόψῃ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ἀφορᾷ εἰς τὴν διὰ νόμου χορηγίαν δύο δωδεκατημορίων διὰ τοὺς μῆνας Μάϊον καὶ Ἰούνιον. Τὸ προβαλλόμενον νομοσχέδιον κατὰ τοῦτο νεωτερίζει πρὸς τὰ γενόμενα ἐν τῷ παρελθόντι, ὅτι ταῦτα ζητοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφισθέντος ἤδη προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898· διότι, ὅταν ἔχωμεν προϋπολογισμὸν προσφάτως ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως κεκυρωμένον, εἶναι προτιμότερον νὰ στηριζώμεθα ἐπ’ αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν πίστωσιν τῶν δωδεκατημορίων. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως αὔριον, ἀφοῦ ἐπεξεργασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§58ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 207).
§60Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔλαβον τηλεγράφημα ἐξ Ἄρτης, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐξιστορεῖ ἀταξίας, ἐξακολουθούσας ἐν τῷ δημοτικῷ ταμείῳ τῆς πόλεως ἐκείνης. Καὶ πρὸ ἡμερῶν ἀνέφερα περὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ ἀταξία καὶ ἡ σπατάλη ἐν τῷ ταμείῳ τοῦ δήμου Ἄρτης. Καὶ κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον, νομίζω, ἐγένετο ἐξέλεγξις τοῦ δημοτικοῦ ταμείου καὶ ἀπεδείχθησαν ἀταξίαι, καὶ ἤδη ἐξακολουθοῦσιν αὗται. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μὴ δώσῃ πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς ὅσα ἐκεῖθεν ἴσως διαβιβάζονται παρά τινος τῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ δι’ ἄλλου τρόπου, διά τινος ἐπιθεωρητοῦ π. χ., νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἐκεῖ συμβαίνοντα, ὅπως προληφθῇ πᾶν κακόν,
§61Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἀφ’ ἑνὸς λαμβάνει τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα παριστῶσι τὴν κατάστασιν τοῦ δημοτικοῦ ταμείου Ἄρτης ὡς ἐν ἀταξίᾳ διατελοῦσαν, τὸ Ὑπουργεῖον ἀφ’ ἑτέρου λαμβάνει τηλεγραφήματα, διὰ τῶν ὁποίων πιστοποιεῖται, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου ἐκείνου εἶναι καλή. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς μὲ παρακαλεῖ νὰ μὴ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνω ἐγὼ, ἀλλ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς λαμβάνει. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἔλαβεν, ἀλλὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ τηλεγράφημα τοῦ νομάρχου Ἄρτης, καθ’ ὅ, γενομένης ἐξελέγξεως, εὑρέθη ἐν πλήρει τάξει τὸ ταμεῖον τοῦ εἰσπράκτορος, ὑποβληθέντων τῶν δικαιολογητικῶν, τὰ ὁποῖα φαίνεται, ὅτι ἐκρατοῦντο ὑπὸ τοῦ πρώην δημάρχου, ἀπουσιάζοντος ἐξ Ἄρτης, καὶ τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ἅμα τῇ ἐπανόδῳ τοῦ δημάρχου κ. Γαρουφαλιᾶ. Δὲν ἠξεύρω διατὶ ὁ κ. Βουλευτὴς δίδει πίστιν εἰς τὰ πρὸς αὐτὸν τηλεγραφήματα, καὶ δυσπιστεῖ εἰς τὰ τηλεγραφήματα τὰ ἐπίσημα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει τὸ Ὑπουργεῖον.
§62Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εὐτυχῶς δὲν τηλεγραφοῦσι μόνον εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ τηλεγραφῶν δὲ δὲν εἶναι ἁπλοῦς ἰδιώτης, ἀλλὰ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος μετὰ τοῦ δημαρχεύοντος διαμαρτύρεται ἐναντίον τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐπανειλημμένων, τὰς ὁποίας ὁ νομάρχης, ὁτὲ μὲν διὰ τῶν γραμματέων του, ὁτὲ δὲ διὰ τοῦ γραμματέως τοῦ ταμείου ἐνεργεῖ, καὶ ἐνῷ ἀνεγνώρισε πρὸ 20 ἡμερῶν, ὅτι ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ εἶναι ἐλλειμματίας 27,000 δραχμῶν, ἀντὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, παραδέχεται δευτέραν ἐπιθεώρησιν. Ἐν τῇ δευτέρᾳ ἐπιθεωρήσει φαίνεται ἐλλειμματίας ὀλιγωτέρου ποσοῦ, διότι περισυνέλεξε δικαιολογητικά τινα, ἀλλὰ καὶ πάλιν ὁ νομάρχης παραδέχεται, ὅπως συμβολαιογραφικῶς ὑποσχεθῶσι δύο, ὅτι, ὅταν ἐπανέλθῃ ὁ πρώην δήμαρχος, θὰ κατατεθῶσι τὰ δικαιολογητικά· ὅταν δ’ ἐπανῆλθεν ὁ πρώην δήμαρχος, ἠμπόδισε νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν καὶ οἱ ἄλλοι. Ὅταν ταῦτα γίνωνται, ἀπορῶ διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν μόνον τὰς ἐκθέσεις τοῦ νομάρχου. Ἐννοῶ ὅτι θέλει νὰ δώσῃ πίστιν εἰς τὸν νομάρχην, ἀλλὰ καλὸν νὰ μὴ δώσῃ ἀπόλυτον πίστιν οὔτε εἰς τὸν μὲν, οὔτε εἰς τὸν δὲ, ἀλλὰ δι’ ἄλλου μέσου, ἐμπνέοντος πλείονα ἐμπιστοσύνην, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Ἡ Βουλὴ γνωρίζει, ὅτι ἴσως εἶναι ἡ πρώτη ἢ ἡ δευτέρα φορὰ, καθ’ ἣν λαμβάνω τὸν λόγον περὶ τοπικῶν ζητημάτων· ἠναγκάσθην δὲ νὰ πράξω τοῦτο, διότι πρόκειται περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον μένει ἐν ἐκκρεμότητι ἀπὸ δύο ἐτῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον ἀπέδειξε τὴν γενομένην σπατάλην τοῦ δημοτικοῦ χρήματος, ἀλλὰ σύναμα κατήντησε νὰ ἐμπνεύσῃ καὶ τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν ἀτυχῆ ἐκεῖνον τόπον, ὅτι σπατάλη πρέπει νὰ γίνηται, καὶ ὅστις δήποτε σπαταλᾷ, δὲν ἔχει φόβον οὔτε νὰ τιμωρηθῇ, οὔτε νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἐπιστρέψῃ τὰ σπαταληθέντα. Ἕνεκα τῆς γενικωτέρας ἐντυπώσεως, ἥτις προσγίνεται εἰς ὁλόκληρον τὸν νομὸν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀποστείλῃ ἐπιθεωρητὴν, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ γινόμενα.
§63Ν. ΤΣΟΓΚΑΣ. Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Βονίτσης, ὅπερ εὔχεται, ὅπως ἡ Ἀκαρνανία καὶ ὁ Βάλτος ἀποτελέσωσιν ἴδιον νομόν. Ἑνώνων τὴν εὐχήν μου μετὰ τῆς τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πραγματοποιηθῇ ἡ εὐχὴ αὕτη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
§64Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. ἀνακριτὴν Πύργου, τὸν ἐνεργοῦντα τὰς ἀνακρίσεις ἐπὶ τῶν καταχρήσεων τοῦ Παπαδάκου, νὰ μὴ προβαίνῃ ἀβασανίστως εἰς ἔκδοσιν ἐνταλμάτων καὶ φυλάκισιν ἐντίμων προσώπων, ἐπὶ τῇ ἁπλῇ ὁμολογίᾳ ἑνὸς Παπαδάκου, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἐλήστευσε τοσοῦτον τὸ Δημόσιον, ἤδη κατορθώνει διὰ διαφόρων ψευδῶν καταθέσεών του νὰ φυλακίζωνται ἐκεῖνοι, ἐκ τῶν ὁποίων δὲν ἔχει λόγους νὰ ἦναι εὐχαριστημένος.
§65Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ἔχῃ ἀφορμὰς, ὥστε νὰ δυσπιστῇ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐν Πύργῳ ἀνακρίσεως, ὤφειλε ν’ ἀνακοινώσῃ ταύτας εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς μεριμνήσῃ καὶ προληφθῶσι τυχὸν ἀδικήματα κατὰ πολιτῶν. Ἐὰν ὅμως οὐδὲν ἔχῃ δικαιολογοῦν τὴν πρὸς τὴν ἀνάκρισιν δυσπιστίαν του, δὲν πρέπει νὰ παρέχῃ ἀφορμὴν νὰ διασύρηται τὸ ὄνομα τοῦ ἐνεργοῦντος τὴν ἀνάκρισιν, ἀφοῦ οὐδαμοῦ στηρίζει τὴν αἰτίασιν ταύτην.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς τρίτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δρ. 47,962,655.20, χορηγηθεισῶν διὰ Β. Διαταγμάτων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. 2) Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 99,795,060.14, χορηγηθεισῶν διὰ Β. Διαταγμάτων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. 3) Περὶ κυρώσεως τοῦ μεταξὺ Ἑλλάδος, Βελγίου, Γαλλίας, Ἰταλίας καὶ Ἑλβετίας προσθέτου πρωτοκόλλου εἰς τὴν νομισματικὴν συμφωνίαν τῆς 15 Νοεμβρίου 1893).
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ κανονίσωμεν τὴν τάξιν τῆς ἐργασίας μας, διότι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀπερχώμεθα τοῦ Βουλευτηρίου διὰ τὸ γεῦμα. Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον θέλῃ, δυνάμεθα νὰ ἐρχώμεθα βραδύτερον καὶ νὰ ἐξακολουθῶμεν συνεχίζοντες τὰς ἐργασίας ἡμῶν. Πάντως ὅμως πρέπει εἰς ὡρισμένην ὥραν νὰ διακόπτωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ μεταβαίνωμεν εἰς τὰς οἰκίας ἡμῶν χάριν τοῦ γεύματος.
§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ὅπως ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Δευτέρας διακόπτωμεν τὴν συνεδρίασιν κατὰ τὴν ἐνάτην ὥραν καὶ ἐπανερχώμεθα τὴν δεκάτην. Διὰ σήμερον ὅμως νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναγνωσθῶσι νομοσχέδιά τινα, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγνωσις δὲν θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, ὅταν δὲ φθάσωμεν εἰς νομοσχέδια, δίδοντα χώραν εἰς συζήτησιν, ν’ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς ποῖα νομοσχέδια;
§70Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Βενετίᾳ τῇ 19 Μαρτίου 1897 συνομολογηθείσης διεθνοῦς συμβάσεως πρὸς πρόληψιν τῆς εἰσβολῆς καὶ διαδόσεως τῆς πανώλους. 2) Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς Νέας Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας συνομολογηθείσης τῇ 28 Δεκεμβρίου 1898 συμβάσεως. 3) Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῶν ἀδελφῶν Ἀλ. Γ. Μιχαλινοῦ καὶ Ζωρζῆ Δ. Μιχαλινοῦ, ἰδιοκτητῶν ἀτμοπλοίων, συνομολογηθείσης συμβάσεως. 4) Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῶν ἀδελφῶν Π. καὶ Ε. Μαρκίδου, ἰδιοκτητῶν τοῦ ἀτμοπλοίου «Φοίνικος», συνομολογηθείσης ταχυδρομικῆς συμβάσεως. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἐν Ζακύνθῳ ἁλικῶν εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 40′ μετὰ μεσημβρίαν).