1899.05.26
3.064 στίχοι · 23.504 λέξεις · 259 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
Τῆς 26 Μαΐου 1899.
(Τετάρτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Κ. Ζώτου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρα 5 καὶ 35′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τινὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς ἀναφέρουσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅτι, καίτοι ἐπανειλημμένως προσῆλθον πρὸς συνεδρίασιν, δὲν κατωρθώθη ἀπαρτία, διότι τὰ ἄλλα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς δὲν προσέρχονται. Δηλοῦσι δὲ εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅτι δὲν θὰ προσέλθωσι πλέον, καὶ ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφασίσῃ, ἂν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐπεξεργασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ, δέον ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§2Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰ νομοσχέδια.
§3Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι καθιερωμένον, ὅτι τὸ Προεδρεῖον πρὸς τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα δὲν συνέρχονται, γράφει ἰδιαιτέρως καὶ τὰ προσκαλεῖ, ἐὰν δὲ δὲν συνέλθωσι πάλιν, προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ Ἄρτης, ἐγένετο ἐπανειλημμένως πρόσκλησις, ἀλλὰ δὲν συνῆλθον. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ ν’ ἀντικατασταθῶσιν.
§5Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰ νομοσχέδια.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ δέχεται νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν παραπεμφθέντα νομοσχέδια ἄνευ προεπεξεργασίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Αἰγίου ὑποβάλλει ὑπόμνημα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους καὶ περὶ προσόντων τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων.
§8Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Νὰ τυπωθῇ, παρακαλῶ, τὸ ὑπόμνημα αὐτὸ, διότι θὰ ἦναι συμβολὴ σπουδαιοτάτη εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐπεξεργάζεται αὐτὰ τὰ νομοσχέδια.
§10ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ἂν δὲν συνέλθῃ καὶ ἐκείνη;
§11Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐργάζεται, καὶ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον, ὅπως ἀποστείλῃ τὸ ὑπόμνημα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία μετ’ ὀλίγον θὰ συνέλθῃ πάλιν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι Καλυβίων τοῦ δήμου Τρικκαίων διὰ τηλεγραφήματός των καταγγέλλουσι τὸν δήμαρχον Τρικκαίων ἐπὶ ἐξαφανίσει τῶν γενομένων πρὸς αὐτὸν δηλώσεων ζώων, καὶ παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ προστατεύσῃ αὐτοὺς κατὰ τῶν ζητούντων παρ’ αὐτῶν διπλῆν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν ζώων.
§13ΡΑΔΙΝΟΣ. Συνιστῶ θερμῶς εἰς τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ, διὰ τοῦ ὁποίου καταγγέλλεται ὄχι μόνον παράνομος, ἀλλὰ καὶ κακοήθης πρᾶξις τοῦ δημάρχου Τρικκαίων, καὶ παρακαλῶ, ὅπως ἡ σεβαστὴ Κυβέρνησις λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν χωρικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, καίτοι ἔσπευσαν νὰ δηλώσωσιν ἐκ τῶν πρώτων τὰ ζῷά των, ἐν τούτοις σήμερον εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ πληρώσωσι διπλοῦν καὶ τριπλοῦν φόρον, διότι ἁπλούστατα εἶναι πολιτικοὶ ἀντίπαλοι τοῦ κυρίου δημάρχου Τρικκαίων.
§14Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ κύριος δήμαρχος ἀπέκρυψε τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμαν οἱ κάτοικοι, ἵνα ἐκδικηθῇ αὐτοὺς, διότι κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς δὲν τῷ ἔδωκαν ψῆφον. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀποστείλῃ τὸ τηλεγράφημα εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς, ἀντίγραφον δὲ αὐτοῦ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ προβῇ εἰς ποινικὴν καταδίωξιν τοῦ δημάρχου ἐπὶ καταπιέσει καὶ ἐξαφανίσει δημοσίων ἐγγράφων. Πάντες οἱ Βουλευταὶ Τρικκάλων ἐλάβομεν ὅμοιον τηλεγράφημα πρὸς τὸ ἀποσταλὲν εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀποσταλῇ εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς. Ὁ δήμαρχος Οἰχαλίας ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Οἰχαλίας, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλεῖ, ὅπως συσταθῇ ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ ἀποθήκη παρακρατήσεως, καὶ διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ἐν Πάτραις ἱδρύσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης. Οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ Ἄρτης διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσιν τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονά των διὰ τὴν φορολογίαν τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, διὰ τὴν ὁποίαν προτείνουσι τροποποιήσεις τινάς. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν. Ὁ Δημήτριος Φινόπουλος ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα περὶ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ Ἀθανάσιος Κούκουλας ἐκ Σοφάδων καταγγέλλει εἰς τὴν Βουλὴν τὸν αὐτόθι ἀστυνόμον ἐπὶ διαφόροις πράξεσι καὶ ἐπὶ καταπιέσει τῶν κατοίκων. Οἱ καλλιεργηταὶ (κολλῆγοι) τῶν ἐν Σοφίμπεῃ κτημάτων τοῦ Ὀθωμανοῦ Νουρῆ Χατζῆ Ἀχμὲτ δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ τὴν ἀστυνομίαν νὰ παύσῃ συντρέχουσα τὸν Τοῦρκον ἰδιοκτήτην, θέλοντα νὰ ἐμποδίσῃ αὐτοὺς νὰ θερίσωσι τὰ ἐνοικιασθέντα κτήματα. Οἱ ἀμπελοκτήμονες Χαλκίδος διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ παρακρατήσεως τῆς σταφίδος, καὶ νὰ λάβῃ μέτρα περὶ τῶν σταφιδοκτημόνων.
§16Γ. ΑΒΕΡΩΦ. Συνιστῶ θερμῶς τὴν αἴτησιν ταύτην.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐνταῦθα καὶ ἀλλαχοῦ διαμένοντες πρόσφυγες Ἠπειρῶται καὶ τέως κάτοικοι Καμαρίνης δι’ αἰτήσεώς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς μικρὰ περίθαλψις καὶ στέγη, μέχρις οὗ συνοικισθῶσιν εἰς τὴν κατὰ τὴν θέσιν Μερτάρι τῆς Βονίτσης παραχωρηθεῖσαν αὐτοῖς ἔκτασιν.
§18Ν. ΓΙΑΝΝΗΚΩΣΤΑΣ. Συνιστῶ θερμῶς τὴν αἴτησιν ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ συντόνως περὶ τῆς περιθάλψεως τῶν δυστυχῶν αὐτῶν Ἠπειρωτῶν, οἵτινες ἐξεπατρίσθησαν καὶ κατεστράφησαν χάριν τῆς πατρίδος. Παρακαλῶ δὲ ν’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρουσόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§21Μ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ μικροῦ, Κύριοι, ἔλαβον ἐπιστολὴν, διὰ τῆς ὁποίας πάντες σχεδὸν οἱ ἔμποροι καὶ βιομήχανοι τῆς πόλεως Σπάρτης μοὶ ἀναθέτουσι τὴν ἐντολὴν καὶ μὲ παρακαλοῦσι σύναμα νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἀνάγκην τῆς μεταφορᾶς ἢ μεταθέσεως παρὰ τὴν πόλιν τῆς Σπάρτης τῆς ἐν Μιστρᾷ τελουμένης ἐτησίως κατὰ μῆνα Αὔγουστον ἐμπορικῆς πανηγύρεως. Οἱ λόγοι, Κύριοι, ἐκ τῶν ὁποίων καταδεικνύεται ἀναπόδραστος, ὅσον καὶ ἐπείγουσα, ἡ ἀνάγκη αὕτη, εἶναι ἐκτεθειμένοι ἐν σχετικαῖς πράξεσι τοῦ τε Δημοτικοῦ Συμβουλίου Σπάρτης καὶ τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, αἱ ὁποῖαι καὶ ὑπεβλήθησαν πρὸ πολλοῦ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Θὰ περιέπιπτον δὲ βεβαίως εἰς περιττολογίαν ἄσκοπον πάντῃ, ὅσον καὶ ὀχληρὰν, ἐὰν ἀπεπειρώμην νὰ ἐπαναλάβω τοὺς λόγους τούτους, ἀφοῦ ἄλλως τε δὲν πρόκειται ἢ περὶ ἀντικειμένου καθαρῶς τοπικοῦ, ἥκιστα ἐνδιαφέροντος τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος. Ἐπιθυμῶν ἐν τούτοις καὶ ἐνδιαφερόμενος ν’ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν ἐμπιστευτικὴν ταύτην ἐντολὴν τόσων ἐγκρίτων συμπολιτῶν μου, ὡς οἷόν τε ἐμφανῶς καὶ ἐπὶ τὸ ἐπισημότερον, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω δημοσίᾳ ἐντεῦθεν εἰς τὴν ὑψηλὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, καὶ τὸν παρακαλέσω θερμῶς, ὅπως ἐπινεύσῃ εἰς τὴν ταχεῖαν καὶ προσήκουσαν περάτωσίν της.
§22Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπηυθύνθη ἐπερώτησις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἐπραγματοποιήθη ἡ αὔξησις, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ ἔτος 1898 εἶχεν ἀναγράψει ὁ προϋπολογισμός. Πληροφορῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τούτου, ὅτι κατὰ τοὺς νόμους τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης συνίσταται ἐκ τοῦ Γενικοῦ γραμματέως, δύο τμηματαρχῶν, τριῶν ὑπουργικῶν γραμματέων, ἐξ ὧν δύο δευτέρας τάξεως, τεσσάρων γραφέων αʹ τάξεως καὶ ἑνὸς δευτέρας τάξεως, τὸ ὅλον δέκα τριῶν. Τῷ ὄντι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀνέγραψεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1898 καὶ δαπάνην διὰ δύο τμηματάρχας δευτέρας τάξεως καὶ τρεῖς γραφεῖς ἀκόμη προσθέτους, σκοποῦσα, φαίνεται, νὰ εἰσαγάγῃ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ηὐξάνετο· ἡ αὔξησις δὲ αὕτη ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 7,000 καὶ πλέον. Ἀλλὰ χρῆσις τῆς δαπάνης αὐτῆς δὲν ἐγένετο, διότι ὁ νόμος οὗτος οὐδὲ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἐμισθοδοτήθη μόνον τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ὁρίζεται...
§23Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διωρίσθησαν;
§24ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ πιστώσεις αὗται δὲν ἐπραγματοποιήθησαν.
§25Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀληθῶς τὰ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἔχουσι κἄπως ἀνωμάλως, — καὶ ὀφείλω νὰ τὸ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν — διότι βεβαίως τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκές, ἡ ἀνεπάρκεια δὲ αὕτη συμπληροῦται, προσλαμβανομένων ἐκ τῶν γραφείων τῶν ἐνταῦθα δικαστηρίων ὑπογραμματέων καὶ γραφέων, οἵτινες ὑπηρετοῦσι καὶ συμπληροῦσι τὰς ἀνάγκας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἑπομένως συμπληροῦται ἡ ἀνάγκη, καὶ διὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ στατιστικὰς ἐργασίας, ἀποζημιοῦνται οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἐργαζόμενοι εἰς τὴν στατιστικήν. Ἐλπίζω δὲ νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα κανονισθῶσι τακτικῶς τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Παρίσταται δὲ ἡ ἀνάγκη αὕτη, καθόσον ὑπάρχει καὶ ὑπέρβασίς τις τῶν κειμένων νόμων, τὴν ὑπέρβασιν ὅμως δικαιολογεῖ ὁ νόμος περὶ Πταισματοδικείων. Ὡς γνωρίζετε, τὰ Πταισματοδικεῖα συγκροτοῦνται ἐκ τοῦ πταισματοδίκου, τοῦ γραμματέως καὶ ἑνὸς γραφέως, ἡ ὑπηρεσία ὅμως ἀπέδειξεν, ὅτι εἷς γραφεὺς εἶναι ἀνεπαρκής, ἰδίως εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον Ἀθηνῶν· κατ’ ἀκολουθίαν οἱ προκάτοχοί μου προέβησαν κατ’ ἀνάγκην εἰς τὸν διορισμὸν καὶ δευτέρου καὶ τρίτου γραφέως. Τοῦτο πρέπει νὰ νομιμοποιηθῇ καὶ, ὅπως εἶπον, ὑποβάλλων νομοσχέδιον περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου, θὰ προσθέσω διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται ἐκ τοῦ νόμου ὁ διορισμὸς καὶ ἄλλων γραφέων εἰς τὰ Πταισματοδικεῖα, ἵνα ὁ προϋπολογισμὸς στηρίζηται εἰς τοὺς κειμένους νόμους. Μοὶ ἀπηυθύνθη ἐπερώτησις ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Κορινθίας κ. Δημητριάδου, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε νὰ μάθῃ πόσαι εἶναι ἐκκρεμεῖς κατηγορίαι κατ’ ἀστυνόμων καὶ ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων. Καὶ πρὸ τούτου, ἅμα ἀναλαβὼν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, εἶχον ζητήσει πληροφορίας, καταθέτω δὲ τὸν σχετικὸν πίνακα. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, τὸ ὅλον τῶν ἐκκρεμῶν κατηγοριῶν κατ’ ἀστυνόμων εἶναι 1209...
§26ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἀκριβὴς ὁ πίναξ αὐτός.
§27ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας... Εἰς τὸν πίνακα σημειοῦται ἀκριβῶς εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκεται ἑκάστη κατηγορία, πόσαι κατηγορίαι εἶναι ἐνώπιον τῶν ἀνακριτῶν, πόσαι ἐνώπιον τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων καὶ πόσαι ἕτοιμοι πρὸς εἰσαγωγήν.
§28ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὑπολογίζονται καὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι εἰσάγονται δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως;
§29ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὅσαι εἶναι ἐκκρεμεῖς. Εἰς τὸν πίνακα βλέπετε ἀκριβῶς κατὰ Πρωτοδικεῖον πόσαι εἶναι ἐκκρεμεῖς εἰς ἕκαστον Πρωτοδικεῖον. Σημειώσατε ὅτι ἕτοιμοι πρὸς εἰσαγωγὴν εἶναι 446, καὶ παρήγγειλα, ἵνα ὅλαι αὐταὶ αἱ 446 συμφώνως πρὸς τὸν νόμον εἰσαχθῶσι καὶ δικασθῶσιν ἐντὸς τοῦ Ἰουνίου. Καταθέτω τὸν πίνακα εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐπίσης μοὶ ἀπηυθύνθη ἐρώτησις, πόσαι εἶναι αἱ ἐκκρεμεῖς ἀνακρίσεις καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, πόσοι οἱ κατηγορούμενοι, πόσοι οἱ φυγόδικοι κτλ. Ἐλήφθη σύντονος πρόνοια, διὰ νὰ εὐχαριστήσω τὴν Βουλὴν, καὶ καταθέτω πίνακα κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, καταγγελθέντα ἄτομα, κατὰ τῶν ὁποίων ἐνεργεῖται ἀνάκρισις σήμερον, εἶναι 125,241 (αἴσθησις). Ὑποδίκους ἔχομεν 1843, καταδίκους ἔχομεν 5,188. Ὁ ἀριθμὸς τῶν φυγοδίκων 8846, φυγοδίκων καταδιωκομένων εἴτε δυνάμει βουλευμάτων ὁριστικῶν, εἴτε δυνάμει ἐνταλμάτων συλλήψεως.
§30Μ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Εἶναι κατὰ περιφέρειαν, κύριε Ὑπουργέ;
§31ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἀκριβῶς ὅλων τῶν Πρωτοδικείων, ἑκάστου ἰδιαιτέρως.
§32Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ τυπωθῇ, κύριε Ὑπουργέ.
§33ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ, ἂς τυπωθῇ. Ἀριθμὸς ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων παρὰ τοῖς ἀνακριταῖς εἶναι 11,246, ἀριθμὸς ἀνακρίσεων παρὰ τοῖς ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις 76,854. Τὸ ὅλον τῶν ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων, τὰς ὁποίας ἔχομεν εἰς ὅλον τὸ Κράτος, εἶναι 88,100. Καὶ, ὅπως σᾶς εἶπον, αἱ ἀνακρίσεις αὗται ἀφορῶσιν εἰς 125,241 ἄτομα.
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ αὐτός, κύριε Πρόεδρε.
§35ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μοὶ ἀπηυθύνθη καὶ ἑτέρα ἐπερώτησις ὑπὸ τοῦ κ. Δούνη. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητεῖ, περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν μηνύσεων...
§36ΔΟΥΝΗΣ. Ὄχι· περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προφυλακισμένων καὶ τῆς ἐκβάσεως αὐτῶν.
§37ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὑπάρχει εἰς τὸν πίνακα.
§38ΔΟΥΝΗΣ. Πόσοι ἐκ τῶν προφυλακισμένων παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, καὶ πόσοι διὰ βουλεύματος ἀπηλλάχθησαν ὁριστικῶς. Θέλω τὴν πληροφορίαν ταύτην διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι γίνεται κακὴ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 208 τῆς Ποιν. Δικονομίας, καὶ ὑπάρχουσι περίπου 1000 πολῖται, στερούμενοι τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας ἄνευ νομίμου λόγου.
§39ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τοὺς πίνακας τούτους ἐζήτησα· θὰ λάβω δὲ τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω αὐτοὺς ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Μοὶ ἐζητήσατε ἀκόμη πληροφορίας περὶ τῶν φονέων τοῦ Ἀθανασίου Βρούχα. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξάγεται, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης ἀπολογούμενος ἀναφέρει, ὅτι οὐδέποτε προσῆλθον ἐνώπιόν του οἱ φονεῖς αὐτοὶ, καὶ συνεπῶς οὔτε τοὺς ἀπέλυσε.
§40ΔΟΥΝΗΣ. Ἡ ἀνάκρισις;
§41ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐδῶ εἶναι τὰ ἔγγραφα, καὶ δύνασθε νὰ τὰ ἴδητε. Ὁ ἐκ Ναυπλίας συνάδελφος μοὶ ἐζήτησε νὰ καταθέσω πίνακα τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα πληρώνει τὸ Δημόσιον διὰ τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους. Τὸν πίνακα αὐτὸν καταθέτω. Ὡς πρὸς τὰς ἄλλας δὲ πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν, ἐπιφυλάσσομαι νὰ καταθέσω αὐτὰς μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ὅτε θὰ δυνηθῶ νὰ συγκεντρώσω τὰ ἀποτελέσματα.
§42Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχει τὴν ἄθροισιν;
§43ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὄχι. Βλέπετε ὅμως ἀκριβῶς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα πληρώνομεν εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν καὶ δι’ ἕκαστον ἰδιοκτήτην.
§44ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶχον παρακαλέσει ὑμᾶς, εἰ δυνατὸν, νὰ ἐρωτήσητε τὰ συμβούλια τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετῶν, ποίαν γνώμην ἔχουσι περὶ τῆς συστάσεως πέντε ἀκόμη Πρωτοδικείων εἰς τὸ Κράτος. Ἐλπίζω ὅτι διεβιβάσατε τὴν σύστασίν μου εἰς τὰ Συμβούλια ταῦτα, καὶ ὅτι θὰ ἔχωμεν τὴν ἀπάντησιν.
§45ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε, προθύμως θὰ τὰς παράσχω, καὶ διέταξα ἤδη νὰ ἑτοιμασθῶσιν. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως εἰς τὸ αἴτημα ὑμῶν αὐτό, ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ μεγάλην ἢ τουλάχιστον ἀπαραίτητον βαρύτητα ἡ γνώμη τῶν δικαστικῶν Συμβουλίων, ἐὰν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ συσταθῶσι δικαστήρια, διότι λόγος δικαιολογῶν τὴν γνώμην τῶν δικαστηρίων δὲν ὑπάρχει. Ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ, ἐὰν ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, ἀναλόγως τῶν διαιρέσεων τῶν διοικητικῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ γείνωσιν, ἦναι ἀνάγκη τῆς συστάσεως δικαστηρίων. Ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἰς συζήτησιν, τότε θὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα αὐτό. Ἡ γνώμη τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ τῶν Ἐφετείων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν εἶναι ἀναγκαία, διότι δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῶν. Ἡ ἐξέτασις αὐτοῦ ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν.
§46Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως τῶν 120,000 δραχμῶν εἶχε ζητήσει τὴν κατάθεσιν πίνακος εἰδικοῦ, ἐμφαίνοντος τὸ ποσὸν τῶν 100,000 δραχμῶν, τὸ δαπανηθὲν εἰς συνδρομὴν τῶν ἐκ σεισμῶν κατὰ τὴν δυτικὴν Πελοπόννησον παθόντων, καὶ τὸ ποσὸν τῶν 20,000 δραχμῶν, τὸ δαπανηθὲν πρὸς ἀνεύρεσιν ὑδάτων ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀττικῆς. Τὸν πίνακα τοῦτον εἶχον ἕτοιμον, ἵνα καταθέσω κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐπειδὴ ὅμως ἔτυχε κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς νὰ μὴ ἦναι παρών, δὲν κατέθηκα αὐτόν· χθὲς ὅμως ἢ προχθὲς ἐζήτησε πάλιν τὴν κατάθεσιν. Ἐκ τοῦ πίνακος τούτου, ὃν καταθέτω, ἐξάγεται, ὅτι ἐπὶ τῆς πρώτης πιστώσεως τῶν 100,000 δραχμῶν ἐπληρώθησαν μέχρι τέλους Μαρτίου ἐ. ἔ. δραχμαὶ 51,934.70, ἐξ ὧν εἰς ἀγορὰν σκηνῶν δρ. 44,743.20, εἰς μεταφορὰν κλπ. 428.80, εἰς ἀγορὰν διπυρίτου δραχ. 1,575.65, εἰς μεταφορικά, ναύλους κτλ. δραχ. 309.70, εἰς ὁδοιπορικὰ ὑπαλλήλων καὶ μικρὰ ἔξοδα δραχ. 1,877.35· τὸ ὅλον δραχ. 51,934.70. Ὥστε μένει ὑπόλοιπον δραχ. 48,065.30. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν πίστωσιν τῶν 20,000 δραχμῶν, ἐπληρώθησαν μέχρι τέλους Μαρτίου ἐ. ἔ. εἰς ἡμερομίσθια ἐργατῶν δρ. 2,000, ἐξεδόθησαν δὲ ἐντάλματα ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπ’ ὀνόματι τῶν μηχανικῶν Τζουρᾶ, Σούτσου καὶ Στράτου ἐκ δραχ. 6,100, τὸ ὅλον δραχ. 8,100. Μένει ὑπόλοιπον δραχ. 11,900. Καταθέτω τὸν πίνακα αὐτόν.
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύναται νὰ τυπωθῇ;
§48Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 196 (α), ἐν τέλει τοῦ τεύχους). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τυρνάβου κ. Ροδόπουλος ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν μεταξὺ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ ἐργολάβου τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος Βόλου κατηρτίσθη νέα τις σύμβασις περὶ κατασκευῆς προσθέτων ἢ ἄλλων νέων ἔργων, καὶ νὰ καταθέσῃ τὴν νέαν ταύτην σύμβασιν.» Νέα σύμβασις δὲν ἐγένετο, ἀλλὰ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 17,171 τῆς 28 Νοεμβρίου 1898 διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνεκρίθη ἡ αὔξησις τοῦ βάθους τῆς ἐκσκαφῆς τοῦ λιμένος Βόλου καὶ ἡ ἐπέκτασις αὐτῆς, πρὸς δὲ καὶ ἡ θεμελίωσις μέρους τῶν κρηπιδωμάτων εἰς βάθος 5 μ. 40, ἀντὶ τοῦ ἀρχικῶς ἐγκεκριμένου τῶν 2 μ., καὶ δι’ ἑτέρας πάλιν διαταγῆς τῆς 11 Μαρτίου, ὑπ’ ἀριθ. 1846, ἐνεκρίθη ἡ κατασκευὴ λιμενίσκου μεταξὺ οἰκίας Γιουρούκου καὶ Τελωνείου. Τὰ ἔργα ταῦτα ἐνεκρίθησαν ὡς συμπληρωτικὰ τῆς ἐν ἐνεργείᾳ ἐργολαβίας τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος. Καταθέτω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς ἀξιότιμος κ. Παπαγιαννακόπουλος ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν περὶ δύο ὁδῶν. Ὑποβάλλω σημείωμα, ἐν τῷ ὁποίῳ εὑρίσκει τὴν ἀπάντησιν. Ἐκ ταύτης θὰ ἴδῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἡ κατασκευὴ τῆς περὶ ἧς πρόκειται ὁδοῦ, ἀποτελούσης τὸ ἀπὸ Κάτω Ἀχαΐας εἰς γέφυραν Μπάσια τμῆμα μήκους 38 χιλιομέτρων, ἐν ᾧ συμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ εἰς μικρὰν ἀπὸ τῆς Ἀχαΐας ἀπόστασιν ἀτελὲς τμῆμα, περὶ οὗ ἔκαμε λόγον, ἐδημοπρατήθη καὶ ἐνεκρίθη ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἐργολάβου Ἀχιλ. Γεωργιάδου ἀντὶ δαπάνης δραχ. 731,500. Διὰ τῆς ἐργολαβίας ταύτης συνετελέσθησαν μέχρι τοῦ ἔτους 1899, ὅτε διελύθη ἡ ἐργολαβία, ἔργα, ὧν ἡ ἀξία ἀνῆλθεν εἰς 500,000 δραχμάς. Ἔκτοτε ἐμελετήθη ἡ ἀποπεράτωσις τοῦ ἔργου καὶ ἰδίως τοῦ μέρους, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει κατ’ ἐξοχὴν τὸν κ. Βουλευτὴν, καὶ ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης, ὁ ὁποῖος ἀνέρχεται εἰς 31,000 δραχμάς, ἀλλὰ δὲν ἐνεκρίθη. Βλέπετε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μικρᾶς δαπάνης, ὡς νομίζετε, ἀλλὰ περὶ ἔργου, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ γείνῃ παρὰ κατόπιν ψηφίσεως νόμου ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι πᾶν ἔργον, ὑπερβαῖνον τὰς 10,000 δραχμὰς, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ πρὸς ἔγκρισιν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ δευτέραν ἐπερώτησιν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ κατασκευαζομένης διακλαδώσεως ὁδοῦ, ἥτις ὀνομάζεται ὁδὸς Ριόλου. Τῆς προκειμένης ὁδοῦ, ἡ ὁποία εἶναι δημοτικὴ, ἐξετελέσθησαν ἤδη τὰ τεχνικὰ ἔργα. Τὰ μὴ ἐκτελεσθέντα μέχρι τοῦδε ἔργα πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι κατὰ τὸν νόμον ὑπὸ τοῦ δήμου, διότι ταῦτα αὐτὸν βαρύνουσιν. Καταθέτω ἐπίσης τὴν αἰτηθεῖσαν διαθήκην τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα.
§49Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος προέβαλε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα δηλοῦντα, πόσαι ὀκάδες ἐγχωρίου ζύθου ἐφορολογήθησαν κατ’ ἔτος κατὰ τὰ ἔτη 1891–1898.» Καταθέτω τὸν πίνακα τοῦτον.
§50Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ἔχητε, πιστεύω, ἀντίρρησιν νὰ τυπωθῇ.
§51ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἀντίρρησιν, διότι θὰ καταστῇ ἀδύνατος ἡ τύπωσις τοσούτων ἐντύπων.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπαρκεῖ καὶ τὸ τυπογραφεῖον.
§53ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκόμη δὲν κατωρθώθη νὰ τυπωθῶσι πάντα τὰ νομοσχέδια, οὔτε αὐταὶ αἱ συμβάσεις. Κατὰ τὸ ἔτος 1836 συνεστάθη ἐν Κερκύρᾳ, δυνάμει νομοθετικῆς πράξεως, μία Τράπεζα, ὑπὸ τὸ ὄνομα «Ἐξοικονομικὴ», ἐπετράπη δὲ νὰ γίνωνται εἰς αὐτὴν καταθέσεις ἐκ μέρους τῶν τεχνιτῶν καὶ ἄλλων ἀπόρων εἰς ποσότητας ἑνὸς σελινίου μέχρι 50 λιρῶν, ἐπὶ τόκῳ 4%. Κατὰ τὸ 1864 ὁ τόκος, ὁ ὁποῖος πληρώνεται ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀπὸ 4% ἀνεβιβάσθη εἰς 6%. Τὸ ἵδρυμα τοῦτο ἐλειτούργησε μέχρι τοῦ 1867· ἐντεῦθεν ὅμως ἔπαυσε πᾶσα κατάθεσις, δὲν μένει δὲ παρὰ μόνον τὸ ποσὸν 24 χιλιάδων δραχμῶν, διὰ τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον πληρώνει τόκον 6%. Βεβαίως τὸ Δημόσιον δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ πληρῶνον τόκον τοιοῦτον ἄνευ ὑποχρεώσεως εἰδικῆς· πρέπει νὰ δοθῇ ἓν τέρμα, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλω νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐντείλῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ τούτου, νὰ προσκληθῶσι δὲ οἱ δικαιοῦχοι, ὅπως ἐντὸς 6 μηνῶν παραλάβωσι τὰς χρηματικὰς καταθέσεις των· ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν δὲν τὰς παραλάβωσι, δέον νὰ ἐκδοθῶσι γραμμάτια παρακαταθήκης.
§54Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν λειτουργεῖ ἡ Τράπεζα;
§55ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεχωνεύθη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· δὲν ὑπάρχει δὲ καὶ διοικοῦσα ἐπιτροπή, διότι ὅλα τὰ μέλη αὐτῆς ἀπεβίωσαν. Ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀνεγράφησαν αἱ πιστώσεις αἱ ἀναγκαῖαι διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν τῶν μεθοριακῶν σταθμῶν καὶ ἄλλων στρατιωτικῶν κτιρίων, διότι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1897, προκειμένου περὶ δαπάνης δύο χιλιάδων μέχρι δέκα χιλιάδων δραχμῶν, ἀπαιτεῖται νὰ ὑποβάλλωνται οἱ προϋπολογισμοὶ εἰς τὴν Βουλήν. Οἱ προϋπολογισμοὶ κατηρτίσθησαν μόλις τελευταῖον, καὶ μετὰ ἐκθέσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλλω δήλωσιν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 δρ. 160,000 διὰ τοὺς μεθοριακοὺς σταθμοὺς καὶ δι’ ἄλλα κτίρια στρατιωτικὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα. Παρακαλῶ δὲ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι τοῖς κ.κ. Βουλευταῖς.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον καὶ αἱ δηλώσεις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 197–198).
§57ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, εἶχεν ἀπευθύνει ἐπερώτησιν, καθ’ ἣν ἐπεθύμει νὰ μάθῃ, ἐὰν ἐξετελέσθησαν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου τοῦ 1895 περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, προκειμένου νὰ ἱδρυθῶσι νέα σχολεῖα ἐν Γόρτυνι. Καταθέτω σήμερον τὸ σχετικὸν Β. Διάταγμα, ἐκδοθὲν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ψηφισμάτων τῶν οἰκείων δημοτικῶν συμβουλίων καὶ τῆς σχετικῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ νομάρχου Ἀρκαδίας. Κατὰ τὸν ἀρχικὸν νόμον, προκειμένου περὶ ὑποβιβασμοῦ ἢ προβιβασμοῦ ἢ συστάσεως ἢ καταργήσεως σχολείου, ἔπρεπε νὰ ἀποφανθῇ τὸ οἰκεῖον Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον. Ἐπειδὴ ὅμως ἀπεδείχθη ἐν τῇ πράξει, ὅτι εἶναι δύσκολον τοῦτο, καθόσον εἴτε δὲν εἶχον ἐκλεχθῆ τοιαῦτα, εἴτε ἐκλεχθέντα καὶ καλούμενα παρὰ τοῦ νομάρχου δὲν συνήρχοντο, ἐδέησε νὰ ψηφισθῇ εἰδικὸς νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον, ὅταν τοιοῦτόν τι συμβαίνῃ, ὁ νομάρχης προβαίνει εἰς τὴν κατ’ εὐθεῖαν γνωμάτευσιν περὶ τούτου. Εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ὑπάρχουσι πολλαὶ τοιαῦται περιπτώσεις, λαβοῦσαι χώραν ἐπὶ τῶν προκατόχων μου Ὑπουργῶν, ἰδίᾳ ἐπὶ τῶν ἐκ Κραναίας καὶ ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτῶν. Ἐπὶ τῆς ἐμῆς ὑπουργίας τοῦ 1897 καὶ ἐπὶ τῆς προκατόχου τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ δὲν εὗρον παρομοίαν περίπτωσιν. Ὑποβάλλω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ, διατὶ δὲν ἐπισκευάζονται τὰ διδακτήρια τῶν σχολείων Τριπόλεως καὶ τῶν ἄλλων δήμων τῆς Μαντινείας, τὰ ὁποῖα ἔπαθον ἐκ τοῦ σεισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον εὗρον σωρείαν ἐγγράφων, ἀνταλλαγέντων περὶ τοῦ θέματος τούτου μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς δὲ μεταξὺ τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας. Ἐξ ὅλων τῶν ἐγγράφων τούτων συνάγεται τὸ ἑξῆς· ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνόμιζεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν, κατὰ τὸ ἄρθρον 78 τοῦ νόμου τοῦ 1895 περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, νὰ ἐπισκευασθῶσι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος διδακτήρια δαπάναις τοῦ κεφαλαίου τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας κατατεθειμένον. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὅμως νομίζει, ὅτι ἀπαγορεύεται τοῦτο, καθόσον τηρεῖ σειρὰν ὡρισμένην, καθ’ ἣν πρέπει πρῶτον νὰ κατασκευασθῶσι τὰ σχολεῖα τῶν δήμων γʹ τάξεως, ἔπειτα τὰ τῶν βʹ καὶ τέλος τὰ τῶν αʹ, κατ’ ἀκολουθίαν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ αὐτὸ οὔτε εἰς ἐπισκευὴν οὔτε εἰς κατασκευὴν διδακτηρίων δήμων βʹ καὶ αʹ τάξεως, οἷοι οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος δῆμοι τῆς Μαντινείας. Ἐπὶ τῶν τοιούτων δήμων πᾶσα δαπάνη δι’ ἐπισκευὴν ἐπιβαρύνει αὐτοὺς τοὺς δήμους. Λοιπὸν παρεκάλεσα τὸν νομάρχην νὰ διατάξῃ τοὺς οἰκείους δημάρχους νὰ καταβάλωσι τὴν δαπάνην. Οἱ δήμαρχοι ὅμως, καὶ ἰδίᾳ ὁ τῆς Τριπόλεως, ἀπήντησαν, ὅτι δὲν ἔχουσι τὰ δημοτικά των ταμεῖα χρήματα, καὶ διὰ τοῦτο ἔμειναν τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος σχολεῖα ἄνευ ἐπισκευῆς. Ὁ νομάρχης, συνεννοούμενος πρὸς τὸν δήμαρχον Τριπόλεως, ἠθέλησε νὰ προβῇ εἰς ἐκμίσθωσιν ἰδιωτικῆς οἰκίας, ἣν μάλιστα προσεφέρθη εἷς ἰδιοκτήτης νὰ δώσῃ, ὅτε αἴφνης ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσωσι τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ Ὑπουργεῖον τότε παρέπεμψεν αὐτὸν εἰς τὴν σχετικὴν τοῦ νόμου διάταξιν, καθ’ ἣν ὁ δήμαρχος καὶ ὁ νομαρχιακὸς ἐπιθεωρητὴς ἀπὸ κοινοῦ δύνανται νὰ ἐνοικιάσωσιν ἰδιωτικὰς οἰκίας, ὅπως χρησιμεύσωσιν ὡς διδακτήρια. Ταῦτα ὡς πρὸς τὰ κτίρια τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰς τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν νόμον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν ἔχει νὰ ἀναμιχθῇ διόλου. Προκειμένου περὶ τῶν διδακτηρίων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ Διδασκαλείου, ἐπειδὴ δὲν ἀνεῦρον σχετικόν τι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἀπηύθυνα ἤδη διαταγήν, καθ’ ὅσον μὲν ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, νὰ γίνωσι τὰ σχετικὰ σχεδιογραφήματα, προκειμένου ὅμως περὶ ἰδιωτικῶν κτιρίων, ἐὰν ταῦτα δὲν θεωρῶνται κατάλληλα, καὶ ἐὰν οἱ ἰδιοκτῆται δὲν ἐννοῶσι νὰ προβῶσιν εἰς ἐπισκευὴν αὐτῶν, — διότι τὸ Δημόσιον δὲν ὑπέχει καμμίαν εὐθύνην, ἂν ἔπαθον τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος κτίρια συνεπείᾳ τοῦ σεισμοῦ, — νὰ προβῶσιν εἰς ἐκμίσθωσιν ἄλλων οἱ ἁρμόδιοι.
§58ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, καὶ ὡς εἶπε σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶχον ὑποβάλει αἴτησιν νὰ ἐρωτηθῶσι τὰ Συμβούλια τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁποίαν γνώμην ἔχουσι περὶ τῆς συστάσεως καὶ πέντε ἀκόμη Πρωτοδικείων εἰς τὸ Κράτος. Ἐδήλωσα δὲ ποῖον λόγον εἶχεν ἡ τοιαύτη αἴτησίς μου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπαντῶν εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνόμισε χρήσιμον νὰ ἐρωτήσῃ περὶ τούτου, διότι φρονεῖ, ὅτι ἥκιστα συντελεῖ πᾶσα οἱαδήποτε γνώμη τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν ἐν σχέσει πρὸς τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Βεβαίως ἡ παράκλησίς μου δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν κ. Ὑπουργόν, καὶ ἠδύνατο, ἐν τῷ δικαιώματί του, νὰ μὴ παραδεχθῇ ταύτην. Ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς περὶ τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ προκαλέσωμεν, διότι γνωρίζομεν, ὅτι αὕτη θὰ ἦναι καθ’ ἡμῶν. Κρατῶ ὅμως ὑπὸ σημείωσιν τὴν ἄρνησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι ἡ αἰτιολογία αὐτῆς, ὅτι ἡ γνώμη τῶν εἰρημένων δικαστικῶν Συμβουλίων δὲν εἶναι χρήσιμος, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένη.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶπεν αὐτό, κύριε Βουλευτά.
§60ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶπε. Καὶ ἀφοῦ μάλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν διετύπωσεν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ποιοῦμαι τὴν παρατήρησιν ἐπὶ τούτου, ὅτι ἡ ἄρνησις τοῦ νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τῶν εἰρημένων δικαστικῶν Συμβουλίων καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπὶ ζητήματος τοιούτου, μέλλοντος νὰ διαφωτίσῃ σπουδαῖα μέρη τοῦ νομοσχεδίου, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη. Πλειότερον δὲν δύναμαι νὰ κάμω ἢ νὰ κρατήσω σημείωσιν διὰ τὴν ἄρνησιν καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ αὐτήν.
§61Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐκ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατηγορουμένων καὶ τῶν καταδίκων τοῦ Κράτους, λείπει μία στήλη. Ἡ στήλη αὕτη εἶναι ἡ τῶν καταδίκων, οἱ ὁποῖοι ἀπηλευθερώθησαν κατὰ τὴν εἰσβολὴν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν, καὶ οἱ κατάδικοι οὗτοι εἶναι πολυάριθμοι, μὴ προσελθόντες εἰσέτι εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχάς. Τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, ἵνα καταστήσῃ εὐκολωτέραν τὴν προσέλευσιν τῶν καταδίκων τούτων, εἶχεν ἀποφασίσει νὰ χαρίσῃ τὸ τέταρτον τῆς ποινῆς εἰς τοὺς οἰκείᾳ βουλήσει προσερχομένους εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχάς. Δὲν γνωρίζω, ἂν συμμερίζηται τὸ μέτρον τοῦτο ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Θὰ τὴν παρεκάλουν ὅμως νὰ τὸ συμμερισθῇ, ὄχι διότι δὲν ἔχομεν πεποίθησιν εἰς τὰς ἐπὶ τούτῳ τεταγμένας ἀρχὰς, ὅτι δύνανται νὰ ἐπιτελέσωσι τὸ καθῆκόν των καὶ συλλάβωσι τοὺς καταδίκους τούτους. Ἂν καὶ πάντοτε γνωρίζω, ὅτι ἡ τοιαύτη ὑπόσχεσις θὰ συντείνῃ εἰς τὸν εὐκολώτερον καθαρισμὸν τοῦ τόπου ἀπὸ τῶν στοιχείων τούτων, κυρίως ὅμως νομίζω, ὅτι καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον ἐπιβάλλεται ἡ εὐκόλυνσις τῆς προσελεύσεως τῶν καταδίκων τούτων, διότι οὗτοι ὄχι οἰκείᾳ βουλήσει, ἀλλὰ τῇ βουλήσει καὶ τῇ ἐνεργείᾳ τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν περιέστησαν εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκονται σήμερον. Τὸ ἔτος δὲ, τὸ ὁποῖον διῆλθον ὑπὸ τὰς στερήσεις καὶ τὸν φόβον κατὰ τὴν τουρκοκρατίαν, νομίζω, ὅτι ἦτο σκληρότερον καὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ διήρχοντο εἰς τὰς ἀνηλίους φυλακὰς τοῦ Κράτους, ὅπερ ὀφείλει οὕτω νὰ λάβῃ ἐπιεικές τι μέτρον.
§62Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1899.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 199).
§64Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἀπαντῶ ἀμέσως. Τῷ ὄντι ἀναλαβὼν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, ἐξήτασα τὰ περὶ τούτου καὶ ἐβεβαιώθην, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, διὰ νὰ ἑλκύσῃ τοὺς ἀποδράντας καταδίκους νὰ ἐπανέλθωσι καὶ πάλιν εἰς τὰς φυλακὰς, εἶχεν ἀναγγείλει εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς καὶ τοὺς νομάρχας, ὅτι δύναται νὰ χαρίσῃ τὸ τέταρτον τῆς ποινῆς. Ἐννοεῖται ὅτι ἐπισήμως τοιαύτη ὑπόσχεσις δὲν εἶχε δοθῆ, ἀλλὰ τέλος πάντων ἦτο μία ἠθικὴ ὑποχρέωσις, ἡ ὁποία ἐβάρυνε τὴν Κυβέρνησιν, καὶ κατὰ συνέπειαν αὕτη εἶναι ὑποχρεωτικὴ ὁπωσδήποτε καὶ δι’ ἡμᾶς. Ἐξήτασα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ εὑρέθησαν δι’ ἑπτὰ μόνον καταδίκους πιστοποιήσεις τῶν ἀρχῶν, ὅτι προσῆλθον αὐθορμήτως. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἄλλους προσελθόντας, εἶχον δοθῆ χάριτες ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Διὰ τοὺς ἑπτὰ λοιπὸν αὐτοὺς καταδίκους ὑπέβαλον Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου πραγματοποιεῖται ἡ ὑπόσχεσις τῆς Κυβερνήσεως καὶ χαρίζεται τὸ τέταρτον τῆς ποινῆς.
§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὑπόσχεσις εἶχε δοθῆ γραπτῶς;
§66ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὄχι.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κ. Κ. Καραπάνος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, πῶς διετέθη τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν τῶν ἐσόδων τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ ἀκινήτου περιουσίας τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα κατὰ τὰ ἔτη 1893–1896 καὶ 1898, ἐκ τῶν ὁποίων ἔμεινε περίσσευμα τὴν 14 Μαΐου 1889 ποσὸν δραχ. 43,000.» Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Α. Μπασιᾶς κατέθηκε τὴν ἑπομένην σύστασιν; «Κατὰ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν, εὐθὺς ὡς γείνῃ χρῆσις σφραγιστοῦ χάρτου, οὗτος οὔτε ἐξαργυροῦται οὔτε ἀνταλλάσσεται πλέον ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου. Δυστυχῶς ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως ταύτης τυγχάνει ἀδικωτάτη, καθόσον βεβαίως ὁ νομοθέτης δὲν ἐσκόπει νὰ δώσῃ ἀξίαν τινὰ εἰς τὸ τεμάχιον ἐκεῖνο τοῦ ἐνσήμου χάρτου, ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ νὰ εἰσπράξῃ τὸ τέλος φορολογητέας πράξεως. Ἀλλ’ ἐν τῇ πράξει τί, ὡς μὴ ὤφελε, συμβαίνει; Ἀρκεῖ ἁπλῆ γραμμή, κηλὶς ἢ ἐλαχίστη οἱαδήποτε φθορὰ, ἐπελθοῦσα ἐκ τοῦ χρόνου ἢ τυχαίου τινὸς γεγονότος, χωρὶς κἂν ἰδέα δολίας προαιρέσεως ἢ φορολογητέας πράξεως νὰ ᾖ δυνατὸν ἐκ τούτων νὰ προκύψωσιν, ἵνα καταλογισθῇ τοῦτο ὡς ἄχρηστον, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ κομιστοῦ, πρὸς ἐπίμετρον δὲ, ἐάν τις ὠνήσατο σφραγιστὸν χάρτην, ἐπιστρέψῃ δ’ αὐτὸν ἡμίκλαστον ἢ καὶ ἄθικτον, δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐξαργύρωσιν αὐτοῦ καὶ παρὰ τοῦ οἰκείου ἔστω ταμείου. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι προφανῶς ἄδικος καὶ παράλογος, ἰδίᾳ παρ’ ἡμῖν, ὅπου χάριν εὐκολωτέρας καὶ βεβαιοτέρας εἰσπράξεως πλείστων τελῶν, ἅτινα ἐν ἄλλαις χώραις εἰσπράττονται διὰ διπλοτύπου ἀποδείξεως, καταφεύγομεν εἰς τὸ χαρτόσημον. Ἐρωτῶ, ἐάν τις καλῇ πίστει, νομίζων ἑαυτὸν κληρονόμον ἀποβιώσαντος συγγενοῦς ὀγδόου βαθμοῦ, καταβάλῃ διὰ χαρτοσήμου τὰ ἀνάλογα κληρονομικὰ τέλη, βραδύτερον δὲ προσέλθῃ κατιὼν, ὅστις εἰς οὐδὲν ὑποκείμενος τέλος καταλάβῃ τὴν περιουσίαν, τί συμβήσεται; ἢ ἐὰν φοιτητὴς κατέβαλε διὰ χαρτοσήμου τέλη ἀνώτερα ἐκείνων, ἃ ὤφειλε, δὲν πρέπει νὰ ἐπιστραφῶσι τοῖς ἀνωτέρω τὰ παρανόμως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰσπραχθέντα; καὶ κατ’ ἀναλογίαν δὲν πρέπει αὐτὸ τοῦτο νὰ ἐφαρμοσθῇ, ὁσάκις δὲν ἐγένετο χρῆσις τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου, ὅπως καὶ ὅταν ὁ νόμος ἑκάστοτε κελεύῃ; Φρονῶ, ὅτι ὁ οὕτως ἀλλοιωθεὶς οἱοσδήποτε σφραγιστὸς χάρτης δέον νὰ ἐξαργυρῶται, ἢ τοὐλάχιστον ἀνταλλάσσηται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ὅπερ ἴσως ἠδύνατο νὰ ἀπαιτήσῃ λεπτὰ τινα ὡς ἀντίτιμον τῆς πραγματικῆς τοῦ χάρτου ἀξίας, ἵνα μὴ ὑφίσταται τὸ Δημόσιον ἔστω τὴν ἐλαχίστην ταύτην ζημίαν καὶ ἵνα οἱ κομισταὶ ὦσι προσεκτικώτεροι. Ἡ Ρουμανία, τὸ Κράτος ὅπερ ὡς πρότυπον ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ ἐγκαιροτάτην εἴσπραξιν ἁπάντων τῶν φόρων, χάρις τῇ φορολογικῇ αὐτῆς νομοθεσίᾳ καὶ τῇ αὐστηροτάτῃ ἐφαρμογῇ αὐτῆς, ἐξαργυροῖ καὶ ἀνταλλάσσει πᾶν φύλλον χαρτοσήμου ἀλλοιωθὲν ὁπωςδήποτε, ἐφ’ οὗ οἱαδήποτε συνετάχθη πρᾶξις ἰδιωτικὴ ἢ δημοσία, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἐτέθη ἡ ὑπογραφὴ ἢ σχετικὴ σφραγὶς, προκειμένου περὶ κινητοῦ καὶ γραμματοσήμων, καὶ ἅτινα πάντα νὰ μὴ ἔφερον στοιχεῖα δολίας προαιρέσεως. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, τὸν περὶ τὰ οἰκονομικὰ εἰδημονέστατον, ὅπως, μεταξὺ τῶν λυσιτελῶν μεταρρυθμίσεων τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, ἃς ὑπέβαλε τῇ Βουλῇ, προνοήσῃ καὶ περὶ τῶν ἀνωτέρω καὶ περὶ εὐληπτοτέρας μεταρρυθμίσεως τῶν πολυπλόκων διατάξεων τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πλὴν τοῦ ταμιευτικοῦ σκοποῦ δέον πρωτίστως νὰ ἐπιδιώκηται ἡ εὐκολία τῶν συναλλασσομένων.»
§68Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπισήμως, Κύριοι, ἐβεβαιώθη διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ τὸ ἀκριβὲς τῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν πρὸ ἡμερῶν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ποιήσωμαι αὐτῷ, ἐβεβαιώθη δηλονότι ἐπισήμως, ὅτι τὰ διδακτήρια τῶν δημοτικῶν σχολείων Τριπόλεως εἶναι τελείως ἑτοιμόρροπα, καὶ ἐνῷ τρέχουσι τὸν κίνδυνον περὶ τοὺς χιλίους μαθηταὶ νὰ ταφῶσιν ὑπὸ τὰ ἐρείπια τῶν σχολείων τούτων, ἐν τούτοις δὲν εὑρίσκεται, τίς εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ καταβάλῃ τὴν δαπάνην πρὸς ἐπισκευὴν τῶν διδακτηρίων τούτων! Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀμφότερα τὰ διδακτήρια τῶν ἐν Τριπόλει δημοτικῶν σχολείων τῶν ἀρρένων εἶναι κτήματα τοῦ δήμου, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς καὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ὥρισε πόθεν καταβάλλονται αἱ δαπάναι πρὸς ἐπισκευὴν τῶν σχολείων τούτων. Μοὶ φαίνεται δέ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας σφάλλεται, νομίζον ὅτι τὴν δαπάνην πρὸς μετασκευὴν τῶν διδακτηρίων ἢ ἐπισκευὴν ὀφείλει νὰ καταβάλῃ ὁ δῆμος· διότι ἐν ἄρθρῳ ῥητῷ τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ὁρίζεται πόθεν αἱ δαπάναι αὗται καταβάλλονται. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι τὸ 67, τὸ ὁποῖον ἔχει οὕτω: «Τὰ ἔξοδα τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων κλπ. ὡς καὶ τὰ τῆς οἰκοδομῆς τῶν διδακτηρίων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως... ἢ τὰ τῆς μετασκευῆς τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν κτιρίων δὲν καταβάλλονται ὑπὸ τῶν δήμων, ἀλλὰ πληρώνονται ἐκ τοῦ ἐν τῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένου κλπ. εἰδικοῦ κεφαλαίου διὰ χρηματικῶν ἐνταλμάτων τοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου...»
§69ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ἀναγινώσκετε τὸ ἄρθρον 76;
§70ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸ τὸ ἄρθρον δὲν λέγει τι.
§71ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 76. Ἡ κατὰ τὸν ἐγκεκριμένον τύπον μετασκευὴ τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν κτιρίων, ἢ ἡ κατὰ τοιοῦτον τύπον οἰκοδομὴ νέων διδακτηρίων, γίγνεται τὸ πρῶτον ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων τρίτης τάξεως, μετὰ τὴν πλήρωσιν δὲ τῶν ἀναγκῶν τῶν διδακτηρίων ἐν αὐτοῖς γίγνεται ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων δευτέρας τάξεως, ὅταν δὲ πληρωθῶσι καὶ αἱ ἐν τοῖς δήμοις βʹ τάξεως ἀνάγκαι, γίγνεται ἡ μετασκευὴ τῶν ὑπαρχόντων διδακτηρίων ἢ ἡ οἰκοδομὴ νέων ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων αʹ τάξεως.»
§72ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι προηγεῖται ἡ κατασκευὴ τῶν διδακτηρίων τῶν σχολείων ἄλλων δήμων.
§73ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται ὅμως περὶ ἑνὸς κινδύνου ἐπικειμένου. Πρέπει τότε νὰ διατάξητε νὰ κλείσουν τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, μήπως παραστῶμεν θεαταὶ λυπηροῦ φαινομένου. Τρέχουσι κίνδυνον χίλιοι περίπου μαθηταί, καὶ δὲν εὑρίσκομεν τὸν ἁρμόδιον τῆς καταβολῆς τῆς δαπάνης πρὸς κατασκευὴν ἢ ἐπισκευὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων! Βεβαίως ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως προέβλεψε καὶ τῷ ὄντι ἀναφέρει, ὅτι ἡ ἐπισκευὴ τῶν σχολείων ἢ ἡ οἰκοδομὴ αὐτῶν πρέπει νὰ ἄρξηται ἀπὸ τὰς κώμας καὶ τὰ χωρία τῶν δήμων γʹ τάξεως, ἀλλὰ, προκειμένου περὶ τῆς ἐπισκευῆς τοιούτων σχολείων, καὶ ἄλλοτε τὸ Ὑπουργεῖον ἐχορήγησε τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν, ὅπως ἀνακαινισθῶσι δημοτικὰ σχολεῖα, τῶν ὁποίων ἡ κατάργησις ἐπέκειτο. Θέλω λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν νομίζῃ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ παραβῇ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 76 τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δυνάμει τοῦ ὁποίου δέον νὰ ἀναμένωμεν νὰ ἐπισκευασθῶσιν ὅλα τὰ σχολεῖα ὅλων τῶν τῆς γʹ τάξεως δήμων, καὶ κατόπιν νὰ ἐπισκευασθῶσι τὰ σχολεῖα τοῦ δήμου Τριπόλεως, θέλω παρακαλέσει, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργόν, ἢ νὰ σπεύσῃ νὰ εἰσαγάγῃ μεταρρυθμιστικὴν διάταξιν, ἢ νὰ διατάξῃ τὴν παῦσιν τῶν μαθημάτων· διότι βεβαιώθητε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι, ἐὰν ζητήσητε πληροφορίας εἴτε ἀπὸ τὸν νομάρχην, εἴτε ἀπὸ τὸν ἐπιθεωρητήν, θὰ μάθητε ὅτι τὸ πρῶτον δημοτικὸν σχολεῖον Τριπόλεως ἤρχισε νὰ καταρρέῃ. Ἐγὼ πλέον τι δὲν δύναμαι νὰ πράξω. Ἐπαναλαμβάνω ἐντονώτερον τὴν σύστασιν ταύτην, διότι ἄνευ ἀμέσου ἐπισκευῆς βεβαίως θέλει καταρρεύσει τὸ σχολεῖον ἐκεῖνο, βεβαίως θέλουσι ταφῆ οἱ μαθηταὶ ὅλοι ὑπὸ τὰ ἐρείπια τοῦ σχολείου ἐκείνου. Ἄλλως ὑπάρχει ἔνταλμα περὶ πληρωμῆς 20,000 εἰς τοὺς σεισμοπαθεῖς τοῦ δήμου Τριπόλεως. Τοῦτο ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Κόρπα. Τὸ κεφάλαιον τοῦτο δὲν διετέθη, δὲν κατηναλώθη εἰς τοὺς παθόντας ἐκ τοῦ σεισμοῦ Τριπολίτας, διότι ὑπὸ τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν ἐθεωρήθη ἐλάχιστον ἀπέναντι τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ Τριπολῖται. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δύναται νὰ διαθέσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπὲρ τῆς ἐπισκευῆς τῶν ἑτοιμορρόπων δημοτικῶν σχολείων Τριπόλεως, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μετατρέψῃ τὴν πίστωσιν ταύτην καὶ νὰ σπεύσῃ νὰ ἀνακαινίσῃ τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἄλλως ἀναντιρρήτως θὰ καταρρεύσουν.
§74ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ νόμος εἶναι σαφὴς, σαφέστατος. Ἔχει δικαίωμα ὁ ἐπιθεωρητὴς μετὰ τοῦ δημάρχου, ὅταν τὰ κτίρια αὐτὰ ἦναι ἑτοιμόρροπα, νὰ προβῶσιν εἰς μίσθωσιν ἄλλων κτιρίων. Εἶπον καὶ πρὶν, ὅτι παρουσιάσθη ἤδη κάτοχος κτιρίου, ὁ ὁποῖος ὑπέδειξε κατάλληλον οἰκίαν πρὸς τοῦτο· ὁ δήμαρχος καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς ὤφειλον νὰ μισθώσωσιν αὐτήν, χωρὶς νὰ ἀναμίξωσι διόλου τὸ Ὑπουργεῖον. Ὁ νόμος ῥητῶς λέγει, ὅτι μόνος ὁ ἐπιθεωρητὴς μὲ τὸν δήμαρχον ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐγὼ δὲν δύναμαι, ὡς Ὑπουργός, νὰ ἐνεργήσω οὔτε ἀπόλυσιν, οὔτε μετάθεσιν, οὔτε ἕτερόν τι ἀπ’ εὐθείας ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει. Προκειμένου περὶ ἐπισκευῆς ἢ κατασκευῆς διδακτηρίων, ἐφαρμόζεται ἡ ἄλλη διάταξις τοῦ νόμου, ἡ τοῦ ἄρθρου 76, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει προηγουμένως νὰ ἐπισκευασθῶσιν ἢ κατασκευασθῶσι τὰ σχολεῖα τῶν δήμων γʹ τάξεως, μετὰ ταῦτα, ἀφοῦ τελειώσωσιν ἐκεῖνα, τὰ τῶν δήμων βʹ τάξεως, καὶ τελευταῖον τὰ τῶν δήμων αʹ τάξεως. Ἡ διάταξις εἶναι σαφής, σαφεστάτη, οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ παραβῇ αὐτήν. Διὰ τοῦτο εἶπον ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ, ὅτι εὗρον ἐκκρεμεῖς δημοπρασίας διὰ διδακτήρια δήμων βʹ τάξεως, καὶ ἐνόμισα ὅτι δὲν ἐπεβάλλετο εἰς ἐμὲ νὰ τὰς ἐγκρίνω. Πολὺ ὀλιγώτερον θέλω προβῆ νῦν εἰς δημοπρασίας περὶ ἐπισκευῆς ἢ κατασκευῆς διδακτηρίων δήμων αʹ τάξεως. Τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ἁρμόδιος ἐπιθεωρητής; Τὸ λέγει ὁ νόμος. Νὰ ἐνοικιάσῃ ἐν ἀνάγκῃ ἄλλο κατάλληλον κτίριον. Ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ, τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τηλεγραφικῶς καὶ ταχυδρομικῶς ὑπέδειξε καὶ εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν καὶ εἰς τὸν νομάρχην τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, δηλαδή, ἅμα δὲν ἦναι κατάλληλον τὸ κτίριον, νὰ προβῶσιν εἰς ἐνοικίασιν ἄλλου. Πλέον τι τούτου δὲν δύναται αὐτὸ νὰ πράξῃ. Ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νέον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρεσκευάσαμεν, περὶ διδακτηρίων, τότε θὰ ἴδητε, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ κανονίζομεν οὕτω πως, ὥστε νὰ μὴ ἐγείρωνται ὅσα καὶ οἷα νῦν παράπονα.
§75Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἁρμοδιότητα νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπισκευὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων, καίτοι ἑτοιμορρόπων, τότε ἔρχεται ἡ σειρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος, ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους, ὀφείλει νὰ προλάβῃ πᾶν ἐπικείμενον κακόν. Βεβαιῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι χίλιοι μαθηταὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων Τριπόλεως τρέχουσιν ἄφευκτον κίνδυνον ταφῆς ὑπὸ τὰ ἐρείπια τῶν σχολείων τούτων. Πρέπει δὲ νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀδιαφορῶ ποία ἀρχὴ — ὁ ἐπιθεωρητὴς ἢ ὁ νομάρχης — εἶναι ἁρμοδία πρὸς τοῦτο. Ἐβεβαιώθη ἐπισήμως καὶ ἐκ τῆς ἀλληλογραφίας, τῆς ὁποίας ἐμνήσθη ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι τὰ κτίρια τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ δήμου Τριπόλεως καταρρέουσιν ὅσον οὔπω, καὶ ἐνῷ ὅσον οὔπω καταρρέουσιν αὐτά, ἡμεῖς ἐσταυρώσαμεν τὰς χεῖρας, θεώμενοι τὸ θέαμα, διότι δὲν ἔχομεν τὴν ἁρμοδιότητα!
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτε ἤκουσα τὴν διατύπωσιν τῆς ἐπερωτήσεώς σας, ὅτι ἐπὶ τὸ ὑπερβολικώτερον παρεστήσατε τὰ πράγματα, διότι ἐσκεπτόμην, ὅτι, ἐὰν πρόκειται πράγματι περὶ ἑτοιμορρόπων κτιρίων, ὁ νόμος λέγει, ὅτι αἱ ἀρχαὶ ὀφείλουσι νὰ λάβωσι μέτρα, ὅπως προβῶσιν εἰς τὴν κατεδάφισιν καὶ τοιαῦται ἀρχαὶ εἶναι ὁ νομάρχης, ὁ νομομηχανικὸς καὶ οἱ ἀστυνόμοι. Ἐνόμιζον δὲ, ὅτι ἤκουσα, ὅτι οὔτε νομομηχανικός, οὔτε ἀστυνόμος, οὔτε νομάρχης ἐζήτησε τὴν κατεδάφισιν ἑτοιμορρόπου κτιρίου, μάλιστα χρησιμεύοντος διὰ δημοτικὸν σχολεῖον, ὅπου τόσοι μαθηταὶ φοιτῶσιν, ἐνόμιζον, λέγω, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ὑπερβολῆς εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν ἰδεῶν σας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀκούω ἤδη ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι πρόκειται πράγματι περὶ ἑτοιμορρόπων κτιρίων, θέλω ἐρωτήσει τὰς ἀρχὰς αὐτάς, τὰς ὑπευθύνους πρὸς τοῦτο, πῶς δὲν προέβησαν εἰς τὴν κατεδάφισιν τῶν κτιρίων. Βεβαίως τὸ ζήτημα περὶ ἐνοικιάσεως ἄλλων δὲν ἀφορᾷ οὔτε τὸν νομάρχην, οὔτε τὸν ἀστυνόμον, ἀλλ’ ἡ κατεδάφισις ἑτοιμορρόπων εἶναι τῆς δικαιοδοσίας αὐτῶν, καὶ ἀπορῶ, πῶς μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο.
§77ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νὰ ἐκδιασθῇ ὁ δήμαρχος.
§78ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἁρμοδιώτατον πρὸς τοῦτο ἦτο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Διαβεβαιῶ δὲ καὶ πάλιν, ὅτι ἐπετέλεσα τὸ ἐπιβαλλόμενόν μοι καθῆκον...
§79ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω.
§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Δηλαδὴ ἐκάλεσα τὰς ἀρχὰς νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸν νόμον. Τί δὲ λέγει ὁ νόμος; «Ὁ ἐπιθεωρητὴς εἶναι ὁ μόνος δικαιούμενος νὰ ἐξετάζῃ (ἀναγινώσκει) «τὰ ὑπάρχοντα διδακτήρια, ἐὰν ἦναι κατάλληλα, καὶ φροντίζει περὶ λύσεως ἢ ἀνανεώσεως τῶν μισθώσεων αὐτῶν, ἢ περὶ τῶν ἀναγκαίων ἐπισκευῶν καὶ βελτιώσεων, ἂν χρήζωσι τοιούτων». Ἄν δὲ ταῦτα ἦναι δημοτικὰ, (ἀναγινώσκει) «προκαλεῖ τὴν σύμπραξιν τοῦ ἁρμοδίου δημάρχου, καὶ μετ’ αὐτοῦ προβαίνει εἰς τὴν προκήρυξιν τῶν ἀπαιτουμένων μειοδοτικῶν δημοπρασιῶν κλπ.» (ἄρθρ. 40 τοῦ ΒΤΜΘʹ νόμου, ἐδάφ. ιʹ καὶ ιβʹ). Λοιπὸν εἶναι ἐλεύθερος καὶ κύριος νὰ κάμῃ ὅ,τι ἂν θέλῃ ὁ ἐπιθεωρητής. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ προκαλέσωμεν, εἶναι νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸν νόμον. Ἀλλ’ ὁ νόμος, ὡς παρατηρεῖται, εἶναι σαφὴς, σαφέστατος, καὶ δὲν ἔχομέν τι ἄλλο νὰ πράξωμεν ἡμεῖς ἢ νὰ συστήσωμεν τὴν ἐφαρμογήν του, γράφοντες μόνον, «ἐὰν διδακτήριόν τι ἦναι ἑτοιμόρροπον, σπεύσατε νὰ ἐνοικιάσητε ἄλλο».
§81ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ζητῶ εὐθύνας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διατὶ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα Τριπόλεως κατέστησαν ἑτοιμόρροπα, οὔτε διότι ἕως τώρα δὲν ἐμερίμνησεν. Εἶναι βέβαιον ὅμως, βεβαιότατον, ὅτι τὰ ἐκπαιδευτήρια εἶναι ἑτοιμόρροπα. Ὁ κ. δήμαρχος δὲν ἐνήργησε μέχρι τοῦδε τίποτε. Νὰ διαταχθῇ νὰ ἐνεργήσῃ.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Φθιώτιδος κ. κ. Τσιριμῶκος καὶ Πλατῆς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δασῶν νόμων. Ὡσαύτως ὁ βουλευτὴς Βονίτσης Ν. Γουλιμῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν ζῴων. Ἀμφότεραι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 200–201).
§83Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶχον τὴν παρήγορον ἐλπίδα, κύριοι Βουλευταί, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ταύτην ὄχι μόνος ἐγὼ εἶχον, ἀλλ’ ἴσως τὰ 9/10, ἴσως καὶ ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν, ὅτι ἅμα τῇ ἐπαναλήψει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς πρῶτον μέλημα τῆς Κυβερνήσεως ἤθελεν εἶναι νὰ δείξῃ, ὅτι μεριμνᾷ περὶ τῆς λύσεως τοῦ σοβαρωτάτου ζητήματος, τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν· ἐν τούτοις βλέπομεν τοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης καθ’ ἑκάστην ἀναγινώσκοντας σχέδια ἐπὶ σχεδίων, καθ’ ἑκάστην ἰδέας ποικίλας, παρηγόρους, ἀλλὰ δὲν βλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνᾷ πράγματι περὶ τούτου καὶ νὰ φαίνηται, ὅτι αἰσθάνεται τὴν ὑποχρέωσιν, ἥτις ἐπιβάλλεται αὐτῇ τὸ ταχύτερον νὰ μεριμνήσῃ. Δύο ζητήματα, κατ’ ἐμὴν γνώμην, παρίστανται ἐν τῇ ὑδρεύσει τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ πρῶτον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς μερίμνης διὰ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τὸ θέρος τοῦτο καὶ κατὰ τὰ ἔτη, ὅσα θέλουν παρέλθει μέχρις ὁριστικῆς μεταφορᾶς ὕδατος. Ἡ λειψυδρία εἶναι μεγίστη· ἵνα λάβητε ἰδέαν μικρὰν, ἐλαφρὰν, ἀσθενεστάτην, μέχρι τίνος βαθμοῦ πάσχουν οἱ κάτοικοι ἐκ τῆς λειψυδρίας, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ μεταβῆτε ἐν οἱᾳδήποτε ὥρᾳ τῆς ἡμέρας εἰς τὸ Δημαρχεῖον. Ἐκεῖ θὰ ἰδῆτε 100 καὶ 200 πολίτας συνωστιζομένους καὶ αἰτοῦντας γοερῶς ὕδωρ ἀπὸ τὸν δήμαρχον...
§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ δὲν φροντίζει ὁ δῆμος;
§85ΔΟΥΝΗΣ. Μὲ διακόπτει ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐρωτῶν διατὶ δὲν φροντίζει ὁ δῆμος. Διότι ὁ δῆμος Ἀθηναίων περιέστη εἰς πλήρη ἀνικανότητα, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐντεῦθεν γεννᾶται ἡ ὑποχρέωσις τῆς Πολιτείας νὰ μεριμνήσῃ.
§86ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἀφοῦ κατεσπαταλήθη τὸ δημοτικὸν χρῆμα!
§87ΔΟΥΝΗΣ. Καὶ περὶ τούτου πταίουσιν αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία δὲν ἐμερίμνησε νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ σπαταλήσαντες τὸ δημοτικὸν χρῆμα, ἐὰν ὄντως ἐσπαταλήθη· ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία δὲν ἐμερίμνησεν, — ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ χρῆμα τὸ ἀπαιτούμενον, ἵνα δώσῃ μέσα καὶ πόρους εἰς τὸν δῆμον τῶν Ἀθηναίων, — ὅπως ἐκτελέσῃ τὸ μέγα αὐτὸ καθῆκον πρὸς τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ πρῶτον ζήτημα καὶ τὸ ἐπιτακτικώτερον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐξευρέσεως ὕδατος διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως κατὰ τοὺς μῆνας τοῦ θέρους τούτου, διότι δεινὰ ἔχει νὰ πάθῃ ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, ἐὰν τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν λυθῇ. Θέλετε ἴδει τοὺς κατοίκους ἀραιουμένους, καὶ τοῦτο ἴσως δὲν θὰ ἦναι τὸ μέγα δεινὸν, ἀλλὰ θὰ ἦναι μέγιστον τὸ δεινόν, ἐὰν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ὕδατος ἐνσκήψῃ εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν νόσος τις θανατηφόρος.
§88ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ λύσσα! (γέλως).
§89ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν πιστεύω οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι γελῶσι, νὰ μὴ ἔλαβον μέτρα, ἵνα ἐξασφαλίσωσιν ἑαυτοὺς ἀπὸ τῆς λύσσης, καὶ τοῦτο ἴσως δίδει τὴν δύναμιν εἰς τὴν ψυχὴν αὐτῶν, ἵνα εὐφυολογῶσιν. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πλεῖστοι τῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς, διὰ νὰ ἦναι φαιδροὶ, καὶ δὲν τὴν ἔχουν, διότι βαρεῖα εἶναι ἡ σκέψις, ὅτι καθ’ ἑκάστην στεροῦνται ὕδατος. Ὑπάρχουσιν οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν ὕδωρ διὰ τὰς ἀπολύτους αὐτῶν ἀνάγκας, καὶ ὅμως καταβάλλουσι τὸν φόρον τοῦ ὕδατος, φόβος δὲ ὑπάρχει, ὅτι μικρὸν καὶ κατὰ μικρόν, ἐλαττουμένου καὶ τοῦ νῦν ὑπάρχοντος ὕδατος, θὰ φθάσωσιν οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν νὰ ἀμελῶσι καὶ τῆς στοιχειώδους ἐπιμελείας διὰ τὴν καθαριότητα αὐτῶν. Ἐντεῦθεν ὁ κίνδυνος τῶν νόσων. Λέγεται καὶ γράφεται εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ δῆμος ἐρευνᾷ πρὸς εὕρεσιν ὑδάτων, ὅτι ἐνοικιάζει ταῦτα καὶ ἐκεῖναι. Ἄς γνωρίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ δήμου· οἱ κάτοικοι τῆς πρωτευούσης ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νομίζουσιν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν υἱοθετήσῃ τὸ ζήτημα, ὡς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, οὐδὲν εἶναι δυνατὸν γενέσθαι, τὸ ὁπωσδήποτε ἱκανοποιητικόν· ἔχει μάλιστα τὴν γνώμην ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, ὅτι διαβουκολεῖται, ὅτι σκοπίμως παρεμβάλλεται δυσχέρεια εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἵνα οὕτω δίδηται ἀφορμὴ νὰ διασπαθᾶται τὸ χρῆμα τὸ δημοτικόν, καὶ ἵνα κατὰ καιροὺς ὑφίσταται φλεβοτομίας καὶ αὐτὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τῶν ἔργων τῆς δῆθεν ἀνακαλύψεως καὶ τῆς ἐρεύνης πρὸς ἀνακάλυψιν ὕδατος. Ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν φρονεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ, καὶ ὅτι μόνη αὐτὴ δύναται νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον περὶ τοῦ ὕδατος τοῦ ἀναγκαίου κατὰ τὸ θέρος τοῦτο, περὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ ὡς τάχιστα ἡ Κυβέρνησις· εἶναι ἀναγκαῖον, ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἔχει καθῆκον πρὸς τοῦτο, νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ μεταφορᾶς ὕδατος, ἐξασφαλιζούσης καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν ἀπὸ πάσης λειψυδρίας, ἔχει τὸ καθῆκον, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Κυβέρνησις, διότι, τὴν ἕδραν ἔχουσα ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, ἔχει καθῆκον, εἰς τὴν πρωτεύουσαν αὐτὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δύναταί τις εἰπεῖν, νὰ δώσῃ τὴν ζωήν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία διὰ τὴν πρόοδον· σὺν τῇ προόδῳ τῆς πρωτευούσης θέλει ἐπέλθει ἀναγκαία ἡ πρόοδος ἡ ἐθνική. Ἡ πρωτεύουσα, στερουμένη ὕδατος, μὴ δυναμένη νὰ ἀναπτυχθῇ, ἐμφαίνει ἀδυναμίαν τοῦ Κράτους, ἵνα μεριμνᾷ περὶ τῶν στοιχειωδεστάτων ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας. Καὶ ποία ἤθελεν εἶναι ἡ ἐντύπωσις ἐν τῇ ψυχῇ παντὸς Ἕλληνος, ὅταν τὸ Κράτος ἦναι ἀνίκανον νὰ μεριμνήσῃ περὶ τόσον στοιχειώδους ἀνάγκης; πῶς δύναται ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν, ἐν τῇ ψυχῇ παντὸς Ἕλληνος, νὰ ἐμπνευσθῇ ἡ πεποίθησις, ὅτι τὸ Κράτος καὶ περὶ ἄλλων σπουδαιοτέρων ζητημάτων θέλει φανῆ ἱκανόν, ὅταν δὲν δύναται περὶ τοῦ στοιχειωδεστέρου τῶν ζητημάτων, περὶ τῆς ὑδρεύσεως τῆς πρωτευούσης νὰ ἐπαρκέσῃ, μεριμνῶν; Νομίζω λοιπόν, ὅτι τὸ ζήτημα, ὑφ’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἐπόψει ἐξεταζόμενον, ἀποδεικνύει, ὅτι ἐπιτακτικὸν ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις σοβαρῶς νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ παύσῃ ἀκούουσα τῶν μὲν καὶ τῶν δέ, προτεινόντων σχέδια, καὶ νὰ μελετήσῃ ἡ ἰδία, νὰ καταρτίσῃ ἡ Κυβέρνησις σχέδιον ἴδιον μετὰ μελέτην, καὶ τότε δύναται νὰ προκαλέσῃ τοὺς κεφαλαιούχους, νὰ προκαλέσῃ τὰς Τραπέζας νὰ ἀναδεχθῶσι τὴν ἐκτέλεσιν. Νὰ λείψῃ καὶ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία παρουσίασε τὴν Ἑλλάδα οὐδέποτε σοβαρῶς σκεπτομένην, διότι δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ βλέπωμεν ὁμάδας ἐντεῦθεν καὶ ὁμάδας ἐκεῖθεν, μυρία ὅσα σχέδια προτεινούσας. Ἀφοῦ ὑπάρχει Κυβέρνησις, διατὶ ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἐπισημότητι αὑτῆς νὰ μὴ μελετήσῃ ἴδιον σχέδιον, νὰ μὴ καταρτίσῃ αὐτὸ καὶ αὐτὸ νὰ ὑποβάλῃ εἰς ἐκτέλεσιν; Εἶδον πρό τινων ἡμερῶν ξένον, ἐνταῦθα εὑρισκόμενον καὶ μελετῶντα τὸ ζήτημα, ὅστις μοὶ εἶπε· «Τί θέλετε νὰ προτείνωμεν; Οὐδεὶς γνωρίζει τί ζητεῖτε· ζητεῖτε ὕδωρ, ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωσιν οἱ κεφαλαιοῦχοι τὸ ὕδωρ ποῦ εὑρίσκεται; Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὰ μέσα, καὶ μόνη ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ γνωρίζῃ ποῦ εὑρίσκεται τὸ ὕδωρ τὸ ἀναγκαῖον, τὸ ἐπαρκὲς διὰ τὴν πρωτεύουσαν, καὶ ἐκείνη δύναται νὰ προτείνῃ εἰς ἡμᾶς τοὺς κεφαλαιούχους νὰ ἀναλάβωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων.» Νομίζω, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κύριος αὐτός. Ἀεροβατοῦμεν ἁπλῶς, δημοσιεύοντες καὶ συζητοῦντες τὰ συστήματα καὶ τὰ σχέδια τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις μὲ πρόθεσιν σοβαρὰν νὰ ἀναλάβῃ, ὡς ἔχει τὸ καθῆκον, τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου. Εὐθὺς δ’ ὡς αὕτη σοβαρῶς τὸ ἀναλάβῃ, ἔχω σχεδὸν πεποίθησιν, ὅτι θέλει τὸ ἀγάγει εἰς πέρας. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ Πρωθυπουργὸς, ἵνα πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν. αʹ) Ἐὰν καὶ ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν διοχέτευσιν ὑδάτων ἐν τῇ πόλει Ἀθηνῶν, ὅπως ἀποσοβηθῶσιν οἱ κίνδυνοι, ἐξ ὧν κατὰ τὸ θέρος τοῦτο ἀπειλεῖται ἡ πρωτεύουσα ἕνεκα τῆς λειψυδρίας. βʹ) Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἠσχολήθη εἰς τὸ ζήτημα τῆς μεταφορᾶς ὑδάτων εἰς τὴν πρωτεύουσαν καὶ ἐὰν ἔλαβεν ὁριστικὴν ἀπόφασιν περὶ τῶν πηγῶν, ἐξ ὧν κρίνει, ὅτι εἶναι συμφερώτερον νὰ ὑδρευθῶσιν αἱ πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. γʹ) Εἰς τίνα ἔργα πρὸς εὕρεσιν ὑδάτων προέβη ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἀπὸ τοῦ ἔτους 1895 ἕως σήμερον, ὁποῖα τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐρευνῶν αὐτῶν, καὶ πόσα δι’ αὐτὰς ἐδαπάνησεν. δʹ) Ἐὰν τὸ Δημόσιον κατὰ τὴν αὐτὴν, ὡς ἄνω, χρονικὴν περίοδον προέβη εἰς ἔργα πρὸς εὕρεσιν ὑδάτων διὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, τίνα εἰσὶ ταῦτα, ὁποῖα τ’ ἀποτελέσματα αὐτῶν, καὶ πόσα δι’ αὐτὰ ἐδαπάνησεν.» Ἀλλ’ εἶδον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα περὶ τῶν δαπανῶν τῆς δʹ παραγράφου· ἐπειδὴ ὅμως περιείχετο ἐν τῇ ἐπερωτήσει, τὸ ἀνέγνωσα. Ἀλλὰ τὸ δεινότερον εἶναι, ὅτι ὑπάρχει κοινὴ πεποίθησις, ὅτι ἐνταῦθα ὑπάρχει τάξις ἀνθρώπων, ἡ ὁποία, λαμβάνουσα τὸ πλεῖστον τοῦ ὕδατος, τὸ μεταχειρίζεται ἐν ἀνέσει εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς...
§90ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ναὶ, ναί.
§91ΔΟΥΝΗΣ. .. καὶ ὅλη ἡ ἄλλη τάξις τῶν πολιτῶν, ἡ πολυπληθεστάτη, στερεῖται τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς πόσιν ὕδατος.
§92ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§93ΔΟΥΝΗΣ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον περιέλαβον ἐν τῇ εʹ περιπτώσει καὶ τὴν ἐρώτησιν (ἀναγινώσκει): «εʹ) Πόσαι ὀκάδες ὕδατος διοχετεύονται νῦν εἰς τὰς δεξαμενὰς τῆς πρωτευούσης. Εἰς πόσα δημόσια καταστήματα καὶ κτήματα παρέχεται ὕδωρ, καὶ τί ποσὸν διατίθεται εἰς ἕκαστον τούτων. Εἰς πόσας οἰκίας ἐπίσης παρέχεται, καὶ ποῖον ποσόν. Πόσοι εἶναι οἱ ἐν Ἀθήναις καταβάλλοντες τὸν φόρον τοῦ ὕδατος. Τί δὲ ποσὸν εἰσπράττει ἐτησίως ὁ δῆμος Ἀθηναίων.» Ὑπάρχει ἐπίσης ἡ πεποίθησις, ὅτι πλεῖστοι ἐνταῦθα λαμβάνουσιν ὕδωρ περισσότερον ἐκείνων, οἵτινες καταβάλλουσι τὸν φόρον τοῦ ὕδατος, χωρὶς νὰ καταβάλωσι φόρον. Τοιουτοτρόπως, ἐνῷ στεροῦνται ὕδατος οἱ πληρώνοντες, ἔχουσιν ἄφθονον τὸ ὕδωρ οἱ μὴ πληρώνοντες. Περὶ τούτων πάντων δύναται καὶ ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ φέρῃ μίαν τάξιν, ἵνα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τῆς τακτοποιήσεως τῆς διανομῆς τῶν ὑδάτων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἄλλου ὕδατος ἐν ταῖς δεξαμεναῖς, δυνηθῇ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀπαραιτήτους ἀνάγκας τῆς πόλεως.
§94Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶναι ὄντως σοβαρόν, δὲν ἠξεύρω ὅμως, ἐὰν ἦτο σοβαρὸν καὶ τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον εὐηρεστήθη νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· διότι, τὸ νὰ παραπονῆται ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία πρὸ δύο μηνῶν μόλις ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, δὲν ἔφερεν ὕδωρ εἰς τὰς Ἀθήνας, δὲν ἔλαβε μέτρα, ὅπως ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, δὲν ἔλυσε τὸ ζήτημα τοῦ ὕδατος τῶν Ἀθηνῶν, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι πάρα πολὺ σοβαρόν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι, ἂν ἡ κατηγορία σοβαρῶς διετυπώθη, δὲν εἶχε δίκαιον ὁ κ. Βουλευτής. Δὲν πιστεύω νὰ ἀμφιβάλλῃ τις τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μεριμνᾷ περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος, ἀλλὰ πρέπει ὅλοι νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς διοχετεύσεως ὕδατος ἐν Ἀθήναις εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ μεγάλας δαπάνας, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τῆς πόλεως δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὅσον παρέστησεν αὐτὸ ὁ κ. Βουλευτής. Μᾶς ἐρωτᾷ εἰς ποῖα ἔργα προέβημεν, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔτους τούτου. Ὁμολογῶ, ὅτι εἰς οὐδὲν ἔργον προέβην, ἀπεναντίας διέκοψα πᾶσαν ἐργασίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο, διότι ἐνόμιζον, ὅτι αἱ ἐργασίαι αὗται οὐδὲν ἕτερον ἀποτέλεσμα ἔχουσιν ἢ σπατάλην χρήματος. Ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ἀπέδειξεν, ὅτι κατ’ ἔτος ἐπαναλαμβάνονται αἱ ἐργασίαι αὗται, χωρὶς νὰ καταλήγωσιν εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Δὲν λύονται τοιαῦτα ζητήματα διὰ τῆς χορηγίας 10 καὶ 20 χιλιάδων δραχμῶν· αἱ 10 καὶ 20 χιλιάδες δραχμαὶ δὲν ἔχουσιν ἄλλο ἀποτέλεσμα ἢ σπατάλην τοῦ χρήματος τοῦ δήμου, ἢ τοῦ Δημοσίου. Τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν εἶναι σοβαρόν, σοβαρώτατον. Ἀλλά, λέγει ὁ κ. Βουλευτής, διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβη εἰς διατύπωσιν σχεδίου, ὅπως ἐπιβάλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σχεδίου τούτου; Ὅσοι ἠσχολήθησαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος — καὶ ὑποθέτω ὅτι καὶ ὁ κ. Βουλευτής, πρὶν ἢ λάβῃ τὸν λόγον, ἠσχολήθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου — γινώσκουσιν, ὅτι δύο μέσα ὑπάρχουσι πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως, ἓν μὲν ῥιζικόν, τὸ ὁποῖον ὅμως ἀπαιτεῖ μεγίστην δαπάνην, καὶ ἓν ἕτερον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει πολλὰς ἀμφιβολίας, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀμέσους ἀνάγκας τῆς πόλεως. Περὶ τοῦ τελευταίου τούτου δὲν ἀσχολοῦμαι. Ὡς πρὸς τὴν ῥιζικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, γινώσκετε ὅτι πρὸ χρόνου πολλοῦ εἶχε γείνῃ διὰ ξένων μελέτη πρὸς τοιαύτην λύσιν, ἀλλ’ ἡ μελέτη αὕτη ἐκρίθη ἀτελής, γινώσκετε δέ, ὅτι ἐκ τῆς μελέτης ταύτης, καίτοι ἀτελοῦς, προκύπτει, ὅτι μέγα εἶναι τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ σχεδίου, περὶ οὗ ἡ μελέτη αὕτη πραγματεύεται. Ἐννοεῖτε κάλλιστα, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ὕδατος τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς εἶναι καὶ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συνέχεται μὲ ἕτερον ζήτημα μεγίστης σπουδαιότητος, μὲ τὸ ζήτημα τῶν ὑπονόμων, διότι καὶ ἐκεῖνο εἶναι ζήτημα ὑπάρξεως διὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν· εἶναι ἀδύνατον νὰ σκεφθῆτε περὶ τῆς λύσεως τοῦ ἑνὸς ζητήματος, χωρὶς μετ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος νὰ συνδυάσητε καὶ τὴν λύσιν τοῦ ἑτέρου. Διότι, ἐὰν πρόκειται περὶ τῆς ῥιζικῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, περὶ μεταφορᾶς ἀφθόνου ὕδατος ἐν Ἀθήναις, πρέπει νὰ σκεφθῆτε περὶ ὑπονόμων, ὅπου τὸ ὕδωρ τοῦτο θὰ χύνηται. Καὶ ὑπὸ ὑγιεινὴν ἔποψιν ἐὰν ἐξετάσητε τὸ ζήτημα, ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῶν ὑπονόμων ἐπιβάλλεται. Ἰδοὺ λοιπὸν δύο ζητήματα, ἀπαιτοῦντα μεγάλην δαπάνην καὶ λίαν σοβαρὰν ἐνέργειαν. Ἐννοεῖται, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα μελετῶνται, προτάσεις ὑπεβλήθησαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ κρίνῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν προτάσεων τούτων· πρέπει νὰ τὰς μελετήσῃ, πρέπει νὰ κάμῃ συγκριτικὴν μεταξὺ αὐτῶν μελέτην. Ἐλπίζω δέ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς θὰ πιστεύσῃ ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔδειξε διὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, τὸ αἰσθάνεται καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅτι μεριμνᾷ αὕτη περὶ τοῦ ζητήματος, ἐὰν δὲ δὲν προῆλθεν εἰσέτι εἰς διατυπώσεις προτάσεως πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος, τοῦτο σημαίνει, ὅτι αἱ προσπάθειαι ἡμῶν μέχρι σήμερον δὲν κατέληξαν εἰς ἀποτέλεσμα. Ἐλπίζω ὅτι αἱ προσπάθειαι αὗται θὰ καταλήξουν, καὶ τότε θέλει ἴδει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἀδίκως κατηγόρησε τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ παραλείψει καθήκοντος.
§95Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διετύπωσεν οἱονεὶ μομφὴν κατ’ ἐμοῦ, ὅτι κατηγόρησα τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πλανᾶται. Δὲν κατηγόρησα τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶπον διατί δὲν ἔφερεν ὕδωρ. Δὲν εἶπον διατί δὲν ἔλυσε τὸ μέγα ὄντως ἐκεῖνο ζήτημα. Εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν φαίνεται μεριμνῶσα, δὲν ἐξεδηλώθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐνέργειά τις, ἡ ὁποία νὰ ἐμπνέῃ παρηγορίαν τινὰ εἰς τὴν ὄντως τεταραγμένην συνείδησιν τῶν Ἀθηναίων, δὲν δεικνύει ἡ Κυβέρνησις δι’ ἔργων, ὅτι μέλλει ὅσον οὔπω νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῆς μεταφορᾶς ὕδατος. Καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἔκαμα διάκρισιν μεταξὺ τῆς προσκαίρου καὶ τῆς ῥιζικῆς λύσεως τοῦ ζητήματος. Ἔχω πλήρη συνείδησιν τῶν δυσχερειῶν, ἔχω πλήρη συνείδησιν καὶ τῶν μεγάλων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τοιαῦτα ἔργα, ἀλλὰ δὲν νομίζετε, Κύριοι, ὅτι Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐντὸς μιᾶς δεκαετίας διεσπάθησε 500 ἑκατομμύρια, δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι ὀδυνηρὸν νὰ φαίνηται ἀνίκανον νὰ διαθέτῃ ποσόν τι ἐτησίως πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ τόκου καὶ χρεωλυσίου 30 ἢ 40 ἑκατομμυρίων, ἵνα οὕτω διασωθῇ ἡ πρωτεύουσα τοῦ Κράτους;
§96Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν, ὅτι οὔτε αἱ μικραὶ δαπάναι τῶν 10 ἢ 20 χιλιάδων δραχμῶν δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ ὑφισταμένου κακοῦ, οὔτε ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ ἐσπευσμένως καὶ ἄνευ μελέτης σπουδαίας εἰς λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν δύο τούτων φάσεων τοῦ ζητήματος ὑπάρχει καὶ τρίτη· ἡ τρίτη αὕτη εἶναι, ὅτι διὰ τῶν ὑπαρχόντων σήμερον ὑδάτων, διὰ τῆς διορθώσεως τῶν ὑδραγωγείων, διὰ τῆς περισυλλογῆς διαφόρων ὑδάτων, τὰ ὁποῖα εἴτε καταχρῶνταί τινες εἴτε ἀπόλλυνται, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ προσωρινή τις λύσις διὰ τὰς ἀμέσους ἀνάγκας τῆς πόλεως. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὁριστικῶς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον τοιαύτη ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως προσωρινὴ, ἀλλ’ ὄχι διὰ ἐφέτος μόνον, ἀλλὰ καὶ δι’ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα, ἐπιτρέπον τὴν ῥιζικὴν μελέτην τοῦ ζητήματος, δὲν δύναμαι, λέγω, νὰ βεβαιώσω, ὁποῖον ἀκριβῶς εἶναι τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν, ἀλλὰ βεβαίως τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ὑπερβαίνει τὸ ἓν ἑκατομμύριον. Νομίζω, ὅτι διὰ δαπάνης μὴ ὑπερβαινούσης τὸ ἓν ἑκατομμύριον εἶναι δυνατὴ ἡ αὔξησις τοῦ σήμερον διανεμομένου εἰς τὴν πόλιν ὕδατος κατὰ τρόπον δυνάμενον ὄχι νὰ παράσχῃ θεραπείαν πλήρη τῶν ὑφισταμένων ἀναγκῶν, ἀλλὰ νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ὑφισταμένην πλήρη ἔλλειψιν ὕδατος. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει, νομίζω, μελέτας, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔτυχε νὰ ἴδω τοιαύτας μελέτας τῆς ἐνεργείας ταύτης τῆς δι’ ὀλίγα τινὰ ἔτη λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐκφέρω μομφὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι δὲν τὸ γνωρίζω, ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ τοιαύτη μέση λύσις τοῦ ζητήματος, ἔρχομαι νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καὶ πᾶς Ἕλλην, ἐνδιαφέρεται περὶ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ὅτι τὴν μέσην ταύτην λύσιν δι’ ἐνεργειῶν καὶ διὰ δαπανῶν τοῦ Κράτους, ἐν συνδυασμῷ ἴσως καὶ μὲ τὴν ἐνέργειαν τοῦ δήμου, δύναται νὰ τὴν ἐπιδιώξῃ πρὸς ἄμεσον θεραπείαν καὶ τῶν διὰ τὸ ἔτος τοῦτο καὶ τῶν δι’ ἐπί τινα ἀκόμη ἔτη ἀναγκῶν τῆς πρωτευούσης.
§97Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως συντελέσῃ εἰς τὴν ἄρσιν ἐκκλησιαστικοῦ τινος σκανδάλου, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Καλαμπάκας καὶ Τρικκάλων. Κατὰ τὴν κατοχὴν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταύταις ἐχειροτονήθησαν δέκα περίπου ἱερεῖς, ἐκ τῶν ὁποίων τινὲς μὲν παρὰ ἀρχιερέων τῆς Τουρκίας, ἤτοι τῶν ἀρχιεπισκόπων Ἐλασσῶνος καὶ Γρεβενῶν, τινὲς δὲ παρ’ ἀναρμοδίων ἀρχιερέων τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου καὶ ἀντικανονικῶς, διότι οἱ χειροτονηθέντες δὲν ἀνῆκον εἰς τὴν ἐπισκοπικὴν περιφέρειαν, κατὰ τοὺς κανόνας, ἐκείνων, οἵτινες τοὺς ἐχειροτόνησαν. Ἤδη εἰς ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἱερεῖς ἀπηγορεύθη πᾶσα ἱεροπραξία, ἐν τούτοις δὲν ἐτιμωρήθησαν καὶ οἱ χειροτονήσαντες αὐτοὺς ἀρχιερεῖς τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου, οὔτε τῶν χειροτονηθέντων ἱερέων ἡ θέσις ἐκανονίσθη. Ἀπετάθημεν πλειστάκις πρὸς τοὺς ἁρμοδίους, ἵνα κανονίσωσι τὴν θέσιν τῶν οὕτω χειροτονηθέντων, ἀλλ’ οὐδεμία ἀπάντησις ἐδόθη. Φρονῶ, ὅτι πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ὅπως λύσῃ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ κανονισθῇ ἡ θέσις καὶ ἡ τύχη αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, διότι ἡ ἐκκρεμότης αὐτοῦ ἀποτελεῖ ἐκκλησιαστικὸν σκάνδαλον.
§98ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλαμπάκας νὰ ὑποβάλῃ καὶ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν του.
§99Τ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθη αἴτησις περὶ ἄρσεως τοῦ σκανδάλου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§100ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ αἴτησις ἀπεστάλη εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἀλλὰ δὲν ἐδόθη ἀπάντησις εἰσέτι.
§101Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, πολλάκις παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν καὶ προκαλέσῃ βασιλικὸν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δοθῶσι χάριτες εἰς καταδίκους, οἵτινες συνιστῶνται ἀπὸ ἐπιστήμονας ἰατροὺς, διότι ἡ ὑγεία των εὑρίσκεται εἰς κρίσιμον σημεῖον καὶ διατρέχουσι κίνδυνον ν’ ἀποθάνωσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς, πλεῖστοι δ’ ἐξ αὐτῶν πάσχουσιν ἐκ μεταδοτικῶν νοσημάτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπέφυγε νὰ εἴπῃ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον κωλύεται νὰ προβῇ εἰς ὑποβολὴν διατάγματος περὶ ἀπονομῆς χάριτος, ὁ λόγος ὅμως βεβαίως εἶναι, ἵνα μὴ ἀρχίσωμεν καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, αἰτιάσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Θεωρῶ λοιπὸν ἐπάναγκες, ὅπως διὰ νόμου ἐφάπαξ κανονισθῇ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ ὑποχρεῶται οὗτος, ἐντὸς ἑνὸς μηνός, ἀφ’ ἧς σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἔκθεσις ἰατροῦ, βεβαιοῦσα, ὅτι κατάδικός τις κινδυνεύει, πάσχων ἐξ ἀνιάτου νοσήματος, νὰ ὑποβάλλῃ διάταγμα ἀπονομῆς χάριτος, ὅπως ὁ πάσχων ἀποδίδηται εἰς τὴν οἰκογένειάν του καὶ ἀποθνήσκῃ εἰς τοὺς κόλπους αὐτῆς, καθαρίζωνται δὲ καὶ τὰ τῶν φυλακῶν δωμάτια ἀπὸ τὰ μεταδοτικὰ νοσήματα. Πρὸς τοῦτο δὲ ὑποβάλλω πρότασιν νόμου.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 202).
§103Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Διὰ νόμου, κύριε Πρόεδρε, δὲν δύνανται νὰ τακτοποιηθῶσι τοιαῦτα ζητήματα. Εἶναι ζητήματα καθαρῶς διοικητικὰ, ἀλλ’ ὑποτίθεται, ὅτι ἡ Διοίκησις ἔχει τὴν πρόνοιαν καὶ τὴν συναίσθησιν τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος καὶ τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας τῇ ἐπιβάλλουσι, νὰ μεριμνᾷ δεόντως ἐν τοιαύταις περιστάσεσι. Μοὶ δίδεται ὅμως ἀφορμὴ νὰ ἐκθέσω τι, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου καιροῦ ἔμαθον καὶ ἀντελήφθην, καὶ τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν πρὸς ἐκτίμησιν τῶν ὑποβαλλομένων τοιούτων παραπόνων, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὰς φυλακὰς Παλαμηδίου ἀπέθανον τρεῖς κατάδικοι ἐκ φθίσεως, περὶ τῶν ὁποίων αὐτὸς οὗτος ὁ ἁρμόδιος ἰατρὸς μοὶ διηγεῖτο, ὅτι ἀπὸ τριῶν μηνῶν ἐξηκολούθει νὰ γράφῃ καὶ νὰ παριστᾷ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἑτοιμοθάνατον τῶν καταδίκων αὐτῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων συνίστα νὰ δοθῇ χάρις, χάριν φιλανθρωπίας, ἵνα ἀποθάνωσι παρὰ ταῖς οἰκογενείαις των, ἀλλ’ οὐδεμία ἀπάντησις ἐδόθη εἰς αὐτόν· ἐν τῷ μεταξὺ δ’ ἐλάμβανεν ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητοῦντο πιστοποιήσεις δι’ ἑτέρους καταδίκους, ἵνα ἀπονεμηθῇ αὐτοῖς χάρις. Ἐν τούτοις οἱ τρεῖς ἐκεῖνοι δυστυχεῖς κατάδικοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ἑτέραν προστασίαν, εἰμὴ μόνον τὰς παραστάσεις τοῦ ἰατροῦ, οὐδόλως ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, καὶ οὐδεμία περὶ αὐτῶν ἐλήφθη πρόνοια· μόνον κατὰ τὰς τελευταίας στιγμάς των μετηνέχθησαν εἰς ἕτερον διαμέρισμα τῶν φυλακῶν, καὶ ἐκεῖ ἀπέθανον. Καθ’ ἃς ἡμέρας συνεστήθη ἑταιρεία ζωοφίλων καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ σκέψις, ἥτις ἴσως τὴν ἀπασχολεῖ, πῶς νὰ καταστῇ ἀνώδυνος ὁ θάνατος τῶν ζώων, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει τοιαῦται παραλείψεις νὰ μᾶς ἀπασχολῶσι. Παρακαλῶ δὲ ἤδη τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεριμνήσῃ σπουδαίως περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἰδίᾳ περὶ τῶν φυλακῶν Παλαμηδίου, ἔνθα φαίνεται, ὅτι διεδόθη τὸ μόλυσμα τῆς φθίσεως. Ὥστε εὑρίσκω πολὺ δεδικαιολογημένην τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου, οὐδεμίαν ὅμως ἔχουσαν νομικὴν ὑπόστασιν τὴν ὑποβαλλομένην πρότασίν του.
§104Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, τῶν ἀναδειχθέντων εἰς τὸν πόλεμον. Καίτοι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπαρασημοφορήθησαν καὶ ἐπροβιβάσθησαν κατ’ ἐκλογήν, περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια. Ὁ τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ συνταγματάρχης κ. Κόρπας, εἶχε λάβει τὸ μέτρον νὰ συστήσῃ, κατόπιν τῶν δικαίων παραπόνων τῶν ὑπαξιωματικῶν, μίαν ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ ἐξελέγξῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν σωματαρχῶν καὶ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν περὶ αὐτῶν. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθεν ὑπουργικὴ μεταβολή, εὐχαρίστως ὅμως ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς διέταξε τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον της, ἀλλὰ, καίτοι ἔκτοτε παρῆλθον μῆνες, οὐδὲν εἶδον νὰ γείνῃ, διότι ἴσως οἱ κύριοι ἀξιωματικοί, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, ἀπασχολοῦνται καὶ εἰς ἑτέρας ὑπηρεσίας. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σοβαρόν, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, ὅπως διατάξῃ τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, ἵνα ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς, ἀπαλλάττων ἅμα τὰ μέλη αὐτῆς πάσης ἄλλης ὑπηρεσίας. Εἶναι ἄδικον, Κύριοι, ὑπαξιωματικοί, τοὺς ὁποίους οἱ ξένοι ἀνταποκριταὶ φέρουσιν ὡς παράδειγμα, ὑπαξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν πόλεμον διῴκησαν οὐλαμοὺς δι’ ἔλλειψιν τῶν στελεχῶν, νὰ μένωσιν ἄνευ ἱκανοποιήσεως καὶ ἄνευ προαγωγῆς.
§105Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω πολύ, ὅτι ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Σύρου, ὁ κ. Βιτάλης, ἀξιωματικὸς ἐκ τῶν διακεκριμένων ἐν τῷ στρατεύματι, ἔφερε τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Εἶχον καὶ ἐγὼ ἑτοίμην «ἐπερώτησιν» μὲν οὐχὶ, ἀλλὰ «σύστασιν» πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλῶ αὐτὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ληφθείσης φροντίδος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς ληφθησομένης ὑπὲρ τῶν ἐν τῷ τελευταίῳ πολέμῳ διακριθέντων ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, περὶ ὧν πολλάκις ἤδη ἐγένετο λόγος, συνεστάθησαν δὲ καὶ ἐπιτροπαὶ πρὸς γνωμάτευσιν περὶ αὐτῶν, ὡς πολλάκις ἀνεγράφη ἐν ἐφημερίσιν. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, λαμβάνων ἀφορμὴν πρὸ πάντων ἐκ τῆς συστάσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου ἐκ Σύρου καὶ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἐγγράφως, τὸ μὲν θὰ ἐνεργήσῃ πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων, τὸ δὲ θὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ ἐνεργειῶν του, εἰ μὴ οὐχὶ καὶ περὶ τῶν σκέψεων αὐτοῦ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§106ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἡ τάξις ἡ ἐργαζομένη, ἡ τάξις ἡ ὑπηρετοῦσα καὶ ἀποταμιεύουσα εὑρίσκεται ἐν εὐλόγῳ συγκινήσει. Ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ δηλώσεώς της ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» ἐκάλεσε τοὺς κατόχους ὁμολογιῶν τοῦ λαχειοφόρου δανείου, ὅπως ἢ δεχθῶσι μείωσιν τοῦ τόκου ἀπὸ 4 εἰς 3%, ἢ προσέλθωσιν εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῆς, ἵνα πληρωθῶσιν. Ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Τραπέζης εἶναι τίποτε ὀλιγώτερον ἢ σφετερισμὸς τοσούτῳ μᾶλλον ἀξιόμεμπτος, καθόσον ἀπευθύνεται κατὰ τῆς τάξεως τῆς πενεστέρας.
§107ΚΥΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πολὺ ὀρθῶς.
§108ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἠθέλησεν ἡ Τράπεζα νὰ καλύψῃ τὴν παρανομίαν, νὰ καλύψῃ τὴν παρασπονδίαν αὐτῆς, ἐπικαλουμένη νόμον ἄχρηστον ἐντελῶς· αἰσθανομένη δ’ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεθῇ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὸν νόμον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου συνῆψε πρὸς τὸ κοινὸν τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, κατέφυγεν εἰς τὸν νόμον τοῦ 1897, ὅστις παρέχει εἰς αὐτὴν δικαιώματα, ὅπως πληρώσῃ τὰ δάνεια, τὰ στηριζόμενα εἰς τοὺς νόμους τοῦ 1859, 1861 καὶ 1864, καὶ ἐπωφελουμένη ἐκ τῆς ἀπροσεξίας τῆς τότε Βουλῆς, ἀπροσεξίας δεδικαιολογημένης, προέβη εἰς τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξα. Ἡ πρᾶξις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι ἐντελῶς παράνομος, δέον δὲ νὰ ἐπισύρῃ καὶ τὴν διοικητικὴν μέριμναν, οὐχ ἧττον ὅμως καὶ τὴν νομοθετικήν. Κατὰ τὸν νόμον, ὅστις ἐφηρμόσθη εἰς ἄλλα Κράτη, τὰ χρέη τὰ μακρᾶς προθεσμίας δὲν δύνανται νὰ πληρωθῶσιν ὑπὸ τοῦ ὀφειλέτου εἰς οἱανδήποτε οὗτος θέλει ἐποχήν, ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἡ προθεσμία, ἡ τεθειμένη εἰς τὰ χρέη τὰ συνομολογούμενα διὰ μακρὰν προθεσμίαν, λογίζεται ὄχι μόνον ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τοῦ δανειστοῦ. Δὲν δύναται ἑπομένως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ προσκαλέσῃ τοὺς ὁμολογιούχους, ὅπως συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς διαθέσεις αὐτῆς, δὲν δύναται δὲ ἐπὶ πλέον νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸν νόμον τοῦ 1897, διότι ὁ νόμος οὗτος δύναται νὰ διέπῃ σχέσεις μετὰ τὸν νόμον τούτων, οὐδέποτε ὅμως σχέσεις συναφθείσας πρὸ 17 ὁλοκλήρων ἐτῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχοντα δικαίωμα ἐπιβλέψεως ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ποῖα μέτρα ἔλαβε κατὰ τῆς πράξεως ταύτης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πράξεως ἥτις θὰ ἐκθέσῃ ταύτην εἰς δικαστικοὺς ἀγῶνας, εἰς βάρος τῶν μετόχων. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἥτις περιεβλήθη μὲ τόσα δικαιώματα καὶ τόσα προνόμια, νὰ ἔρχηται ὡς ὁ κοινότερος τοκογλύφος νὰ ἀφαιρῇ ἐκ τοῦ θυλακίου πτωχῶν καὶ ἄλλων ἐργατῶν 600 ὅλας χιλιάδας δραχμῶν.
§109ΚΥΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι δήμευσις αὐτή!
§110ΗΛ. ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει δεύτερος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, συμμεριζόμενος τὴν ἰδέαν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Κορινθίας.
§111ΚΥΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πλανᾶσθε· ὑπάρχουσι πολλοί.
§112ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐνόμιζον ὅτι μόνος ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κορινθίας θὰ ἦτο ὁ ὑψώσας φωνὴν κατὰ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὰς λεπτομερείας, ἀλλὰ κατ’ ἀπόλυτον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζεται πάντοτε, ἡ προθεσμία τρέχει ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου, κατὰ τὰς στοιχειώδεις ἀρχὰς τοῦ ἀστικοῦ δικαίου. Δυστυχῶς δὲν ἔχω τὰ στοιχεῖα πρόχειρα, ἵνα ἴδω, ποῦ ἐστηρίχθη ἡ Τράπεζα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ὁ νόμος τοῦ 1897, ὁ δοὺς αὐτῇ τὸ δικαίωμα τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων αὐτῆς, δύναται νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν, ὅπως δώσῃ αὐτῇ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον ἀνεξαρτήτως παντὸς ἄλλου ἀποβαίνει πρὸς ὄφελος τῶν μετόχων καὶ τῆς κοινωνίας, καθόσον ἐγένετο ἐπὶ τῷ ἀνταλλάγματι τῆς ἐλαττώσεως τοῦ κτηματικοῦ τόκου...
§113Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως, μέχρις οὗ δώσῃ πληροφορίας ἡ Κυβέρνησις;
§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ Σάββατον.
§115ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ θὰ εἴπω δύο λέξεις, σχετικὰς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον, καὶ δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν μακρὰν ἀναβολὴν, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ διατάραξις εἰς τὴν χρηματικὴν ἀγορὰν, διότι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἐκ τῆς συζητήσεως δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἀναγκαῖον νὰ ληφθῶσι μέτρα, τὰ ὁποῖα νὰ ἀνατρέπωσι τὰ ληφθέντα ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἅτινα πλεῖστοι ἀποκαλοῦσιν ἁρπακτικὰ καὶ παράνομα. Διότι, κατ’ ἐμὲ, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἀκυρώσῃ τὸν νόμον τοῦ 1897, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεκυρώθη ἡ σύμβασις ἡ μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Κυβερνήσεως, δι’ οὗ νόμου κατηργήθησαν κεκτημένα δικαιώματα τῶν μετόχων τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐξ ἧς θὰ καταπέσῃ τὸ ὑποτιθέμενον δικαίωμα τῆς Τραπέζης, τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου ἀπὸ 4 εἰς 3%. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι πρέπει, ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν σήμερον, νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις αὔριον, ἵνα μὴ διαταραχθῶσι τὰ τῆς ἀγορᾶς.
§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Παρασκευήν.
§117Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν τὸ ἔκαμεν ἀπὸ ἰδιοτέλειαν...
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἡ συζήτησις ἀνεβλήθη διὰ τὴν Παρασκευήν.
§119Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Πολλοὶ κατὰ διαφόρους ἐποχὰς καὶ μέχρι σήμερον ἀκόμη, δι’ ἐπιστολῶν των παραπονοῦνται, ὅτι, ἐνῷ καὶ αὐτοὶ διέμενον εἰς διάφορα τῆς Θεσσαλίας μέρη καὶ ὑπέστησαν κατὰ τὸν πόλεμον τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν πάντες οἱ ἐν Θεσσαλίᾳ τότε εὑρεθέντες, δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν διανομὴν τῶν ὀκτὼ ἐκείνων ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Τοιαῦτα παράπονα, ἐκτὸς τῶν πρός με ἀπευθυνομένων, ὑπέβαλον πρό τινων ἡμερῶν τρεῖς ἀπόστρατοι καὶ ἀρχηγοὶ πολυμελῶν οἰκογενειῶν ἀξιωματικοὶ, καταγγέλλοντες ἐν τῇ ἀναφορᾷ των ἐκείνῃ τὴν διαγωγὴν τῶν ἀτόμων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνετέθη ἐν Λαρίσσῃ ἡ ὑπηρεσία αὕτη, διαγωγὴν ἡ ὁποῖα ἥκιστα τιμᾷ καὶ αὐτοὺς καὶ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ καθῆκον νὰ ἐπιβλέπωσιν, ὅπως τὰ χρήματα ἐκεῖνα δοθῶσιν εἰς τοὺς πράγματι ζημιωθέντας. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην, κύριε Πρόεδρε, ἐνισχύω καὶ ἐγὼ, παρακαλῶν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν, ἵνα τὰ δίκαια ταῦτα παράπονα ἐκλίπωσι. Πληροφορῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ ἔτυχον δανείου ἄνθρωποι οὐδέποτε διαμείναντες ἐν Θεσσαλίᾳ, συμπολῖται πολλῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς Θεσσαλίαν νῦν τὸ πρῶτον, ὅπως λάβωσι χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν τοῖς ἀνῆκον. Ταῦτα πάντα ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐξετάσῃ, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ δικαιώσῃ τοὺς ἀδικηθέντας καὶ τιμωρήσῃ τοὺς ἀδικήσαντας αὐτοὺς ὑπαλλήλους της.
§120ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι ἀκριβής. Ἐλλείπουσιν ἐξ αὐτοῦ πρόσωπά τινα, τὰ ὁποῖα μετέσχον τῆς γενναιοδωρίας τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καθὼς καὶ τὰ ποσὰ τὰ δαπανηθέντα διὰ τηλεγραφικὰ τέλη. Παρακαλῶ νὰ προσκομίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὰς πληροφορίας ταύτας, ὡς καὶ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἐζήτησαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Ζακύνθου καὶ Καλαβρύτων· τότε δὲ θὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ θέλω λάβει τὸν λόγον.
§121Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ πίναξ, ὃν προσεκόμισα, εἶναι ἀκριβέστατος, καὶ ὅλα τὰ πρόσωπα, ἅτινα ἀπετέλουν τὴν ἐπιτροπήν, ἀναφέρονται ἐν αὐτῷ. Ὡς πρὸς τὰ τηλεγραφικὰ τέλη, ταῦτα δὲν ἀνεγράφησαν, καθόσον εἶναι ἐλάχιστα. Μόνον τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν συνθήκην περὶ εἰρήνης ἀναβιβάζονται εἰς σπουδαῖον ποσόν, νομίζω 7,000 φράγκων χρυσῶν. Ὡς πρὸς τὰ τέλη, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν προξενικὴν σύμβασιν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀκριβῆ σημείωσιν, ἐπειδὴ εἶναι δύσκολον νὰ διαιρέσωμεν τὰς δαπάνας ταύτας ἀπὸ τὰς δαπάνας τηλεγραφημάτων τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, ἀσχέτων πρὸς τὴν σύμβασιν· ἂν δὲν ἀπατῶμαι ὅμως, ἀνέρχονται αἱ δαπάναι τῶν τηλεγραφημάτων, τῶν ἐχόντων σχέσιν πρὸς τὴν προξενικὴν σύμβασιν, εἰς χίλια περίπου φράγκα.
§122Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, ἂν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔλαβε πρόνοιάν τινα περὶ τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν πρό τινων ἡμερῶν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων Ἀθηνῶν καὶ περιχώρων. Εἶναι γνωστὸν εἰς πολλοὺς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι ὁ διευθυντὴς τῶν τροχιοδρόμων κατὰ προτίμησιν δέχεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὑτοῦ τοὺς παρὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν συνιστωμένους αὐτῷ ὑπαλλήλους... (Θόρυβος).
§123ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζομεν τὸν ἄνθρωπον.
§124ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τὸν γνωρίζω ἐγώ.
§125ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸν γνωρίζω.
§126ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Οἱ ὑπάλληλοι τοῦ τροχιοδρόμου δὲν εἶναι κυρίως ὑπάλληλοι. Εἶναι ἡμερομίσθιοι, προσλαμβανόμενοι ὁσάκις ἡ ὑπηρεσία τῆς ἑταιρείας λαμβάνῃ ἀνάγκην αὐτῶν. Εἰς αὐτοὺς ἐπεβλήθη ἄδικος φόρος καὶ παράνομος κατόπιν γνωμοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν προὐκάλεσεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Νέγρης. Ἐλπίζω ὅτι, ἂν μέχρι τοῦδε ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων, θὰ φροντίσῃ περὶ αὐτῶν καὶ θ’ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον.
§127Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ἐδόθη ἀφορμὴ ἀπὸ προχθὲς ἔτι καὶ ἐγένετο συζήτησις, νομίζω, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν ἐργατῶν αὐτῶν ὁ φόρος ὁ διδόμενος παρὰ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι ὁ διευθυντὴς τῆς ἑταιρείας ὀφείλει νὰ δώσῃ κατάλογον τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ἔχει, καὶ ἐκ τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν νὰ κρατῇ ποσοστόν. Ἀλλ’ ἀφοῦ αὐτοὶ δὲν εἶναι τακτικοὶ ὑπάλληλοι, ἀλλ’ ἡμερομίσθιοι, ποίαν δήλωσιν θέλετε νὰ κάμῃ ὁ διευθυντής; Τοῦτο μαρτυρεῖ, ὅτι ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος.
§128Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀγορᾶς οἰκοπέδου ἐν Βουκουρεστίῳ, ἄνευ καταβολῆς χρημάτων, ἀλλὰ πρὸς οἰκονομίαν χρηματικοῦ ποσοῦ καταβλητέου ἄλλως διὰ χαρτόσημον, τὸ ὁποῖον θέλομεν ἀποφύγει διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐπιτρέπεται τυπικῶς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀγοράσῃ τὸ οἰκόπεδον τοῦτο.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 203). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχ. 47,962.655.20, χορηγηθεισῶν διὰ Β. Διαταγμάτων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχ. 99,795,060.14, χορηγηθεισῶν διὰ Β. Διαταγμάτων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ἐκτελεσθέντων καὶ παραληφθέντων ἔργων ἐν τῷ στρατιωτικῷ νοσοκομείῳ Ἀθηνῶν καὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 81,089.82 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898.
§131Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιγράφεται «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ἐκτελεσθέντων καὶ παραχωρηθέντων ἔργων». Ἐνταῦθα βλέπω προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος εἶναι μᾶλλον λεπτομερὴς λογαριασμὸς καὶ δὲν ἔχει καμμίαν πρόβλεψιν. Ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐξάγεται, ὅτι ἐγένετο δαπάνη ἐκ δραχμῶν 100,000, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμόν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένετο αὕτη, οὐδὲ ἔκθεσιν οἱασδήποτε παραλαβῆς τοῦ ἔργου. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀναγκαῖα δικαιολογητικὰ καὶ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν μέχρι τῆς προσκομίσεως αὐτῶν. Θὰ τὸν παρακαλέσω ἐπὶ πλέον νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν εἰς τὴν ἱεραρχίαν τῶν μηχανικῶν ἀνήκῃ ὁ ὑπογράφων τὸν προϋπολογισμὸν ἀρχιτέκτων τῶν Ἀνακτόρων, διότι φρονῶ, ὅτι οἱαδήποτε διαταγὴ δὲν δύναται νὰ ἀνατρέψῃ ἐκ βάθρων τοὺς νόμους, δυνάμει τῶν ὁποίων προϋπολογίζονται, ἐκτελοῦνται καὶ παραλαμβάνονται τὰ δημόσια ἔργα. Βεβαίως οἱοσδήποτε δύναται νὰ διαθέσῃ ἐξ ἰδίων ὑπὲρ οἱουδήποτε σκοποῦ, ἀλλὰ, ὅταν πρόκειται νὰ δαπανήσῃ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, θὰ ᾖναι κάκιστον προηγούμενον, ἂν ἡ Βουλὴ ἄνευ ἐξετάσεως ἐγκρίνῃ δαπάνην γενομένην κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἐὰν ὁ ὑπογράφων δὲν ἀνήκῃ εἰς τὴν ἱεραρχίαν μήτε τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν μήτε τῶν στρατιωτικῶν, δὲν θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοιούτων ἔργων, ὡς μὴ ὢν ὁ κατὰ τὸν νόμον τεταγμένος. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ εἴπω πλειότερα ἐν καιρῷ.
§132Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ ἐπισκευὴ ἢ μᾶλλον ἡ ἀνασκευὴ τοῦ στρατιωτικοῦ νοσοκομείου ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει ἐράνων. Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον αὐτοὺς, παρεκάλεσαν τὴν Α. Υ. τὴν πριγκίπισσαν Σοφίαν νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου ὑπὸ τὴν ὑψηλὴν Αὐτῆς προστασίαν. Καὶ ἀληθῶς τὸ κατάστημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα νὰ ἐπισκεφθῇ, ἐπεσκευάσθη καὶ ἐρρυθμίσθη καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς ὑγιεινῆς καὶ μετὰ τόσης ἐπιμελείας, ἡ ὁποία τιμᾷ τὸν ἀρχιτέκτονα καὶ τοὺς ἐπιβλέψαντας, εὐγνωμοσύνην δὲ ἐπισύρει ὑπὲρ τῆς Α. Ὑψ. τῆς πριγκιπίσσης Σοφίας. Αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐπισκευῆς ἦσαν τοιαῦται, ὥστε οἱ ἔρανοι δὲν ἐπήρκεσαν. Κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔχω, τινὰ τῶν χρημάτων κατέθηκεν ἡ ἰδία πριγκίπισσα, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατατεθῶσι πάντα ἐκ μέρους αὐτῆς, ὥστε νὰ συντελεσθῇ τὸ ἔργον πλῆρες. Ἀλλὰ τὰ ἔργα, ἐπαναλαμβάνω, ἐξετελέσθησαν καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας...
§133Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τίς τὸ βεβαιοῖ αὐτό;
§134Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ ἁρμόδιοι.
§135Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖοι ἁρμόδιοι, παρακαλῶ; Ἁρμόδιοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παραλαμβάνουσιν ἓν ἔργον. Ὑπάρχει τοιαύτη παραλαβή, εἴτε προσωρινή, εἴτε ὁριστική;
§136Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐγένετο ἁπλῆ παράδοσις παρὰ τῆς Α. Ὑψ. πρὸς ἐμὲ καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ὑποθέτω, ὅτι θὰ τελειώσῃ εἰς ὀλίγον διάστημα· θὰ προσκομισθῶσι δὲ πάντα τὰ αἰτηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν δύνανται νὰ κατατεθῶσι τὰ δικαιολογητικά.
§138Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι οὐδόλως μεταβάλλει τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος ἡ τήρησις τοῦ τύπου. Δηλαδή, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διατάξῃ τινὰ τῶν μηχανικῶν, ὅπως παραλάβῃ κανονικῶς τὸ ἔργον, εἶναι σχεδὸν βέβαιον, ὅτι οὐδεμίαν θὰ εὕρῃ διαφορὰν πρὸς τὴν παραλαβὴν τοῦ ἔργου, ἥτις ἐπισυνάπτεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ ἡ ὁποία εἶναι παραλαβὴ αὐτοῦ τοῦ κ. Μεταξᾶ, ὡς ἀρχιτέκτονος τῶν Ἀνακτόρων, τοῦ σχεδιάσαντος καὶ ἐπιβλέψαντος τὸ ἔργον. Ἑπομένως, ἐνῷ οὐδόλως τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν τὸ ἔργον αὐτὸ ἀπορριπτόμενον ἢ ἐκτιμώμενον κατώτερον τοῦ συμφωνηθέντος καὶ ἀξίας μικροτέρας τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον συνεφωνήθη, ἐν τούτοις τὰ πράγματα θὰ λάβωσι νόμιμον μορφήν. Ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο, νομίζω ὅτι καὶ τὸ γενόμενον ἤδη ἤθελεν ἐγκριθῆ καὶ ὁ τύπος τηρηθῆ. Λοιπὸν συνενώνω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου, τὴν ὁποίαν καὶ χθὲς ὑπέβαλον, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προσπαθήσῃ νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ οὐσιώδης αὐτὸς τύπος, διότι βεβαίως ἡ Βουλὴ κωλύεται ἐκ τοῦ λογιστικοῦ νόμου νὰ κυρώσῃ πίστωσιν 81,000 δραχμῶν ἐπὶ δαπάνης, ἡ ὁποία δὲν περιεβλήθη κανένα ἐκ τῶν τύπων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀπαιτοῦσιν οἱ νόμοι.
§139Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν περιεβλήθη κανένα ἐκ τῶν τύπων, τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, κύριε συνάδελφε, καὶ ἐξηγήθην περὶ τούτου, ὅτι μία τυπικὴ παράδοσις ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς Α. Ὑψηλότητος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναβολὴν, δέχομαι ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις σήμερον, διὰ νὰ γείνῃ τὴν Παρασκευήν.
§140Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν, ἔπραξα τοῦτο διὰ νὰ λάβῃ καιρὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσκομίσῃ τὰς πληροφορίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ στηριχθῇ ἡ Βουλὴ, ὅπως ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι, ὅπως σήμερον παρουσιάζεται τοῦτο, ἡ Βουλὴ ἤθελε παραλείψει καθῆκον ἐπιτακτικὸν, ἐὰν ἤθελε τὸ ἐπιψηφίσει. Εἴπετε, ὅτι ἐγένετο τυπικὴ παράδοσις ἐκ μέρους τῆς Πριγκιπίσσης πρὸς ὑμᾶς καὶ τὸν συνάδελφόν σας· ἀλλ’ ἐδῶ, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, βλέπω, ὅτι ἐγένετο παραλαβή.
§141Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκ μέρους ἡμῶν.
§142ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶσθε ἁρμόδιοι νὰ παραλάβητε τεχνικὰ ἔργα.
§143Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ὄχι. Δὲν λέγει τὸ νομοσχέδιον περὶ παραλαβῆς ἔργων.
§144ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ εἶπε. Τὸ νομοσχέδιον δὲν λέγει τι περὶ παραλαβῆς ἔργων, ἀλλὰ λέγει περὶ ἔργων «τελεσθέντων καὶ παραληφθέντων», καὶ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι δυνάμει τοῦ τελευταίου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου θὰ διατεθῶσιν αἱ 81,000 δραχμαὶ πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων. Τὸ δὲ ἄρθρον τοῦτο περιλαμβάνει τὴν ἑξῆς διάταξιν. «Ὡς μόνον δικαιολογητικὸν ἔγγραφον τοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐκδοθησομένου πρὸς πληρωμὴν τῶν δραχ. 81,089.82 χρηματικοῦ ἐντάλματος ὁρίζεται ἐπίσημον ἀντίγραφον τοῦ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ νόμου τούτου μνημονευομένου προϋπολογισμοῦ τῶν ἐκτελεσθέντων καὶ παραληφθέντων ἔργων ἐν τῷ στρατιωτικῷ νοσοκομείῳ.» Παραλαβὴ δὲν ἐγένετο, οὐδὲ βεβαιοῦται τοιαύτη παραλαβή. Ἔρχεταί τις, ὅστις, δὲν ἠξεύρω διατί, παρεμβαίνει καὶ σᾶς βεβαιοῖ, ὅτι ἐξετελέσθησαν τὰ ἔργα μετὰ τελειότητος. Σεῖς τὸν πιστεύετε, ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν ἐνταῦθα νόμους, οἱ ὁποῖοι ὁρίζουσι τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ παραλαβὴ δημοσίων ἔργων, εἴτε ἐκτελοῦνται ταῦτα διὰ χρημάτων προελθόντων ἐξ ἐράνων, εἴτε, ὡς ἐγένετο ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τουλάχιστον κατὰ τὸ ἥμισυ, διὰ δαπάνης τοῦ Δημοσίου. Χωρὶς δὲ νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη παραλαβή, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε νὰ καλύψῃ τοὺς τύπους, ζητοῦμεν νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον, δυνάμει τοῦ ὁποίου, κυρουμένου, θὰ καταβληθῶσιν ἀμέσως αἱ 81,000 δραχμαί, ἄνευ ἑτέρας βεβαιώσεως περὶ τοῦ ὅτι ἐξετελέσθησαν τὰ ἔργα ἢ τῆς ἐκ μέρους ἰδιώτου, ἀφοῦ δὲν ἀνετέθη αὐτῷ ἐπίσημος ἐντολή, ὅστις εἶναι ἄλλως καὶ ὁ ὑπόλογος, διότι αὐτὸς ὁ ἀρχιτέκτων, ὅστις ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, σᾶς βεβαιοῖ περὶ τοῦ ὅτι ἐξετελέσθησαν ταῦτα κατὰ τρόπον ἐντελῶς τέλειον, δικαιολογοῦντα τὴν ἄμεσον καταβολὴν τῶν 81,000 δραχμῶν. Ζητεῖται οὕτως ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ ἄρθρου 3 αὐτοῦ, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀρκούμεθα, ὅτι ὁ κύριος αὐτὸς — διότι δὲν βλέπω πῶς ἄλλως βεβαιοῦται ὅτι ὑπῆρξε προϋπολογισμός — ἀπεφάνθη ὅτι ἐγένετο τοιοῦτος προϋπολογισμός, ὅπως διατάξωμεν νὰ καταβληθῶσιν ἀμέσως αἱ 81,000 δραχμαί. Νομίζετε, ὅτι ταῦτα συμβιβάζονται μὲ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ ὅλους τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὰ τῆς κατασκευῆς δημοσίων ἔργων; Ἐὰν ἔλαβον τὸν λόγον, τὸν ἔλαβον ἀκριβῶς διὰ ν’ ἀποστρέψω τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου, ἀνατρέποντος ἄρδην πᾶσαν ἐγγύησιν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίου ἔργου. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι καλῇ τῇ πίστει καὶ πρὸς σκοπὸν ἀγαθοεργὸν, πρὸς σκοπὸν φιλανθρωπικόν, συνελήφθη ἡ ἰδέα τῆς δαπάνης ταύτης, ἀλλ’ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξετελέσθη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφύγῃ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Πᾶς τις ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι οὐδὲ ἓν λεπτὸν δύναται νὰ δαπανηθῇ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, χωρὶς ἡ δαπάνη νὰ δικαιολογῆται διὰ τῶν δικαιολογητικῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφουσιν οἱ νόμοι. Εὐχαριστῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι εὐηρεστήθη νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἐλπίζων ὅτι θὰ προσκομίσῃ καὶ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, ἰδίᾳ τὸν προϋπολογισμὸν, βεβαιούμενον οὐχὶ παρ’ ἰδιώτου, ἀλλὰ παρὰ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς.
§145Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις δὲν φρονεῖ, ὅτι τὰ πράγματα διεξήχθησαν ὅπως ἔπρεπε νὰ διεξαχθῶσιν. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ὡμολόγησεν, ὅτι πρόκειται περὶ ὑποθέσεως διεξαχθείσης κατὰ τρόπον ἀνώμαλον. Οὐδεὶς ὁ δυνάμενος ν’ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο. Ἐξηγήθη διατὶ ἡ ὑπόθεσις διεξήχθη κατὰ τρόπον ἀνώμαλον, καὶ ἡ ἐξήγησις εἶναι ἁπλουστάτη· ἀνέλαβε τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπισκευῆς τοῦ νοσοκομείου τοῦ στρατιωτικοῦ ἡ Α. Ὑψ. ἡ πριγκίπισσα Σοφία διὰ χρημάτων ἐξ ἐράνων προερχομένων. Ὑπέθετεν, ὅτι τὰ χρήματα, τῶν ὁποίων εἶχε τὴν διάθεσιν, ἤθελον ἀρκέσει πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ στρατιωτικοῦ νοσοκομείου. Ὅ,τι συμβαίνει πάντοτε, προκειμένου μάλιστα περὶ παλαιῶν καὶ σεσαθρωμένων κτιρίων, συνέβη καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ἐν τῇ ἐκτελέσει αἱ δαπάναι ὑπερέβησαν ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὑπελόγιζον κατ’ ἀρχὰς, ἐξηκολούθησε δὲ καὶ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν ὅλων τῶν ποσῶν τῶν ἐξ ἐράνων ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων διὰ τοῦ αὐτοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀρχίσει τὸ ἔργον, ὅτε ἐξετελεῖτο δι’ ἐράνων, καὶ ἐνῷ τὸ πρῶτον μέρος ἦτο κανονικόν, τὸ δεύτερον ἔπαυσε νὰ ἦναι κανονικόν. Ὁμολογεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρόκειται περὶ ἀνωμάλου καταστάσεως. Τώρα λέγετε νὰ ὑποβληθῇ τοὐλάχιστον ἡ παραλαβὴ τῶν ἔργων. Συμφωνῶ μαζύ σας, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἡ παραλαβὴ τῶν ἔργων, καὶ ἑπομένως θὰ φροντίσῃ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ἵνα προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῶν ἐμπειροτεχνῶν τῆς παραλαβῆς τοῦ ἔργου. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι τὰ πράγματα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν τεχνικήν, διεξήχθησαν ὅπως ἔπρεπε νὰ διεξαχθῶσιν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι ὑπὸ τυπικὴν ἔποψιν διεξήχθησαν, ὅπως ἔπρεπε νὰ διεξαχθῶσι. Ταῦτα βαρύνουσι τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ οἱ ἀποτελέσαντες αὐτὴν δὲν δύνανται ν’ ἀμφισβητήσωσι τὸ ἀκριβὲς τῶν παρ’ ἐμοῦ σήμερον ὑποστηριζομένων. Ὡς πρὸς τὴν τυπικὴν ἔποψιν τοῦ ζητήματος, συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής.
§146ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἤμην ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συζητήσεως, οὐδὲ παρευρέθην εἰς τὴν χθεσινὴν συζήτησιν, ἵνα παραστήσω καὶ ἐγὼ ποίαν ἔχω γνώμην περὶ τῆς ὑποθέσεως...
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη, κύριε Βουλευτά.
§148ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω ἀνάγκην νὰ ζητήσω πληροφορίας. Πρῶτον ζητῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ προσαχθῶσιν αἱ πληροφορίαι, αἵτινες χθὲς ἐζητήθησαν δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεως, ἣν ἀπέστειλα πρὸς ὑμᾶς...
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἡ ὁποία εἶναι κατακεχωρισμένη εἰς τὰ πρακτικά.
§150ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Ἔπειτα θὰ παρακαλέσω τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς νὰ μὲ πληροφορήσωσιν, ὁποία ὑπάρχει σχέσις μεταξὺ τῆς πιστώσεως τῶν 81,000 δραχμῶν, περὶ ἧς πρόκειται ἐνταῦθα, καὶ τοῦ διατάγματος, περὶ τοῦ ὁποίου κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς διακοπῆς αὐτῶν, εἶχον ζητήσει πληροφορίας, ἃς τελευταῖον ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς προσήγαγε· διότι ἔχω ἐνταῦθα τὸ διάταγμα καὶ τὰ σχετικὰ τῷ διατάγματι, ὅπερ εἶναι δεδημοσιευμένον ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», λέγον τὰ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις καὶ πληρωμὴ χρηματικῶν ἐνταλμάτων εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898, διὰ τὴν τακτοποίησιν τῆς ἐκ δραχμῶν 38,000 γενομένης προπληρωμῆς διὰ δαπάνας πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ στρατιωτικοῦ νοσοκομείου Ἀθηνῶν, ἄνευ μὲν τῶν ὑπὸ τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων κεκανονισμένων δικαιολογητικῶν ἐγγράφων ἢ ἐγκριτικῶν διαταγῶν, πάντως δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσαχθησομένων διαφόρων λογαριασμῶν.» Ἤθελον νὰ γνωρίζω ποία εἶναι ἡ σχέσις μεταξὺ τοῦ διατάγματος, ὅπερ περιλαμβάνει τὴν διάταξιν ταύτην, ἣν ἀνέγνωσα, τὴν στηριζομένην ἐπὶ τῆς ἐνταῦθα ὑπαρχούσης πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ τῆς προκειμένης ὑπὸ συζήτησιν πιστώσεως. Ἔχω ἀμφιβολίαν, μὴ δὲν πρόκειται περὶ τῶν αὐτῶν· διότι βλέπω εἰς τὴν ἔκθεσιν πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦτο προεκλήθη διὰ τὰ ἑξῆς ἔργα (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐργασίαι αὗται εἶναι 1) ἡ ἐγκατάστασις σωλήνων διοχετεύσεως τοῦ ὕδατος εἰς τὸ νοσοκομεῖον καὶ τοὺς λουτῆρας αὐτοῦ...» Ἐνταῦθα δὲ πράγματι μὲν ἔχομεν δι’ ὑδραυλικὰ ἔργα ποσὰ σπουδαῖα, ἀναβαίνοντα μέχρις 21,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἡ ποσότης, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται ἐν τῷ βασιλικῷ διατάγματι, ἀνέρχεται εἰς 38,000 δραχμὰς (ἀναγινώσκει): «... 2) ἡ ἐγκατάστασις ἀεριόφωτος, 3) ἡ τοποθέτησις θερμαστρῶν καὶ ἕτεραι παρεμφερεῖς ἐργασίαι, αἵτινες ἀπῄτησαν δαπάνην δραχ. 38,000 περίπου. Ἡ δαπάνη ὅμως αὕτη ἐγένετο καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ παρ’ Αὐτῆς (τῆς Α. Ὑψ.) προορισθέντος ποσοῦ τῶν 100,000 δραχμῶν, ἑπομένως δέον, ὅπως αὕτη ἐπιβαρύνῃ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν.» Λοιπὸν ἤθελον νὰ γνωρίζω, ὑπάρχει διὰ τὸ στρατιωτικὸν νοσοκομεῖον καὶ ἄλλη πίστωσις, ἐκτὸς τῆς σήμερον συζητουμένης; Πρόκειται νὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλην αἴτησιν ὁμοίαν αὐτῇ; Ἐὰν τοιοῦτόν τι συμβαίνῃ, παρακαλῶ νὰ προσαχθῇ ἡ αἴτησις ἐν ταὐτῷ μετὰ τῆς προκειμένης πιστώσεως, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ συνεκτιμήσωμεν ἐν συνόλῳ πάντα τὰ γενόμενα, διότι οὕτω, προσαγομένης μόνον τῆς μιᾶς πιστώσεως, βεβαίως ἐκτιθέμεθα εἰς τὸν κίνδυνον νὰ ἐμπέσωμεν εἰς παγίδα, ἧς δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν σημασίαν. Τὰ ἔγγραφα, τὰ κατατεθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι ἐνταῦθα, καὶ εἶναι, νομίζω, ἀρκούντως διαφωτιστικά, διότι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀνομολογεῖ, ὅτι «παρέστη ἀνάγκη νὰ ἐκτελεσθῶσιν εἰς τὸ νοσοκομεῖον ἐργασίαι ἀναπόφευκτοι διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, ὧν ἡ ἐκτέλεσις ἔδει νὰ προηγηθῇ τῶν ἐκτελουμένων ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος ἐργασιῶν». Ὥστε βλέπετε, ὅτι, πρὶν ἢ ἀρχίσωσιν αἱ ἐργασίαι, αἱ διαταχθεῖσαι ὑπὸ τῆς πριγκιπίσσης Σοφίας, διαθεσάσης ἀξιεπαίνως ποσὸν σπουδαῖον ὑπὲρ τοῦ νοσοκομείου, δι’ ἀνωμάλου τρόπου ἤρχισε νὰ δαπανᾷ τὸ Δημόσιον ἐπὶ ἔργου δημοσίου, οὗ ἡ ἀξία ὑπερβαίνει τὰς 10 χιλιάδας δραχμῶν καὶ δι’ ὃ κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ὡς ἐτροποποιήθη τελευταῖον ὑπὸ τοῦ νόμου ΒΣΛΗʹ, ἀπῃτεῖτο νόμος.
§151Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος. Ἀλλὰ παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ ἀποστείλητε τὰς αἰτήσεις τῶν κ. Βουλευτῶν, ὥστε αὔριον νὰ δυνηθῶ νὰ φέρω τὰς ζητουμένας πληροφορίας.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ μεταξὺ Ἑλλάδος, Βελγίου, Γαλλίας, Ἰταλίας καὶ Ἑλβετίας προσθέτου πρωτοκόλλου εἰς τὴν νομισματικὴν συμφωνίαν τῆς 15 Νοεμβρίου 1893.
§153Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ Ἰταλία, κύριε Πρόεδρε, εὑρεθεῖσα κατὰ τὸ 1893 εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡμεῖς εὑρισκόμεθα, ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἐννοοῦσα, ὅτι δὲν ἦτο συμφέρον εἰς τὴν κοινωνίαν νὰ μένῃ μὲ μόνα τὰ χαρτονομίσματα, ἐστερημένη παντὸς μεταλλικοῦ, ἐσκέφθη φρονίμως νὰ ἐξαγοράσῃ τὰ κέρματα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν ἔξοδον εἰς τὸ μέλλον, τοιουτοτρόπως δὲ κατώρθωσεν ὄχι μόνον τὴν χρηματιστικὴν κυκλοφορίαν νὰ εὐκολύνῃ, ἀλλὰ καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον ν’ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Τὴν ἐξαγορὰν ταύτην, κύριε Πρόεδρε, ἔκαμε διὰ τρόπου τοιούτου, ὥστε νὰ μὴ αἰσθανθῇ τὸ βάρος τῆς δαπάνης. Ἐπειδὴ σχεδὸν τὸ πλεῖστον μέρος τῶν κερμάτων εὑρίσκετο ἐν Γαλλίᾳ, συνενοήθη μὲ τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπέσυρεν ὅλα αὐτῆς τὰ κέρματα, συνομολογήσασα χρέος πρὸς τὸ Γαλλικὸν Δημόσιον ἐπὶ τόκῳ 1%, καὶ ἔφερεν ὅλα τὰ κέρματα εἰς τὴν Ἰταλίαν, διευκολύνασα οὕτω τὴν κυκλοφορίαν καὶ τὰς συναλλαγάς. Συνιστῶ νὰ ληφθῇ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν, καὶ, ἐὰν ᾖναι δυνατόν, νὰ κατορθωθῇ, ὥστε ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις νὰ φανῇ καὶ πρὸς ἡμᾶς εὐμενὴς, ὅπως ἐφάνη εἰς τὴν Ἰταλίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἐν Ζακύνθῳ ἁλικῶν εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους.
§155Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχω νὰ ζητήσω πληροφορίας τινάς. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παράσχῃ ταύτας. Αἱ πληροφορίαι εἰσὶν αἱ ἀκόλουθοι (ἀναγινώσκει): «αʹ) Ποῖον εἶναι τὸ κατὰ μέσον ὅρον διατιθέμενον ποσὸν ὑπὲρ τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων τῆς νήσου Κερκύρας ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ ἅλατος»...
§156Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Περὶ Κερκύρας δὲν πρόκειται.
§157ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον μου (ἀναγινώσκει): «βʹ) Ποία εἶναι ἡ δαπάνη τῆς διαχειριζομένης τὴν πρόσοδον ταύτην ἐπιτροπῆς. «γʹ) Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς ἐνεργηθείσης πλειοδοτικῆς δημοπρασίας πρὸς ἐνοικίασιν τῶν ἁλικῶν Κερκύρας ἐν ἔτει 1898.» Ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐζήτησα τὰς πληροφορίας ταύτας, εἶναι ὁ ἀκόλουθος. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, ὡς ἐνεργεῖται ἡ καλλιέργεια τῶν ἁλικῶν, καὶ ὡς ἐνεργεῖται, πολὺ περιέργως, ἡ πώλησις τοῦ ἅλατος τῶν ἁλικῶν τῆς Ἑπτανήσου, μέγα μέρος τῶν εἰσπραττομένων χρημάτων νοσφίζονται οἱ ἐργολάβοι ἢ οἱ ἐνοικιασταί, ἢ σπαταλᾶται ἀδίκως καὶ παραλόγως, πρὸς ἀνυπολόγιστον ζημίαν τῶν δήμων καὶ τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, ὑπὲρ ὧν διατίθεται ἡ πρόσοδος αὕτη. Ἔχω δὲ ἓν παράδειγμα, βεβαιοῦν τοὺς ἰσχυρισμοὺς τούτους. Καθ’ ἣν ἐποχὴν διετέλει Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ράλλης, ἐν ἔτει 1893, νομάρχης δὲ ἦτο ὁ κ. Ἄγγελος Βλάχος, ἐν Κερκύρᾳ εἶχε διενεργηθῆ πλειοδοτικὴ δημοπρασία, ὅπως ἐνοικιασθῶσιν ἐπὶ δεκαετίαν αἱ ἁλικαὶ αὗται, ἐνῷ δὲ αἱ ἁλικαὶ Κερκύρας δὲν εἰσπράττουσι κατ’ ἔτος πλέον τῶν 20–25 χιλιάδων δραχμῶν, νομίζω δὲ, ὅτι οὐδέποτε ὑπερέβησαν τὸ ποσὸν τῶν 30,000, κατὰ τὴν πλειοδοτικὴν ἐκείνην δημοπρασίαν ἐγένετο πρώτη προσφορὰ 110,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος παρὰ τῶν ἀδελφῶν Σταθάτου. Δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους, ὅταν ἔπεσεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Σωτηροπούλου, ἧς μέλος ἦτο καὶ ὁ κ. Ράλλης, ἠκύρωσε τὴν πλειοδοτικὴν ἐκείνην δημοπρασίαν ὁ διαδεχθεὶς τὸν κ. Ράλλην Ὑπουργός. Ἐκ τῆς δημοπρασίας ταύτης ἤθελον κερδίζει τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα Κερκύρας πλέον τῶν 90,000 δραχ. κατ’ ἔτος. Ἐκ τούτων ὅλων δύναταί τις νὰ εἰκάσῃ, τί συμβαίνει καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἁλικὰς τῆς Ἑπτανήσου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ζητῶ τὰς πληροφορίας, διότι νομίζω, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ζάκυνθον, ναὶ μὲν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ πρόσοδοι αὐτῶν δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 15–28 χιλιάδας κατ’ ἔτος, εἶναι ἀκριβῆ, ἐν τούτοις, ἕνεκα τῆς κακῆς λειτουργίας τῶν ἁλικῶν καὶ ἕνεκα τοῦ ἀλλοκότου τρόπου τῆς πωλήσεως τοῦ ἅλατος, ἐπέρχεται νόσφισις τοῦ χρήματος τούτου, καὶ ἀδικοῦνται κατ’ ἀκολουθίαν τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα, περὶ ὧν ἐπρονόησαν αἱ διατάξεις τῆς Ἰονίου Γερουσίας. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀντίθετος τῆς ἰδέας, ἡ ὁποία διέπει τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω μάλιστα, ὅτι πᾶσαι αἱ ἁλικαὶ τῆς Ἑπτανήσου δέον νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους, νὰ παρέχῃ δὲ ἀνάλογον ποσὸν τοῦτο πρὸς τοὺς δήμους τῆς Ἑπτανήσου καὶ πρὸς τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα. Παρακαλῶ δὲ νὰ κατατεθῶσιν αἱ αἰτηθεῖσαι πληροφορίαι, διότι εἶναι πιθανὸν νὰ γνωρίσωμεν διὰ ποίους λόγους κατασπαταλᾶται τόσον χρῆμα διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν τῆς Ἑπτανήσου καὶ διὰ ποῖον λόγον τόσον συμφέροντες ὅροι ἀπερρίφθησαν, —διότι μέχρι τῆς σήμερον, ἕνεκεν τῆς ἀκυρώσεως τῆς δημοπρασίας ἐκείνης, ἐζημιώθησαν οἱ δῆμοι Κερκύρας ὑπὲρ τὰς 600,000 δρ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διαβιβάσητε τὰς αἰτήσεις μου ταύτας πρὸς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς, ὅπως κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἔχωμεν ταύτας ὑπ’ ὄψιν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἔχει τις τὸν λόγον;
§159ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ ἐπιτύχῃ, ὥστε τὸ ποσὸν, τὸ διδόμενον διὰ τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα τῆς Ζακύνθου, νὰ ἦναι μικρότερον, τὸ δὲ ποσὸν τοῦ καταναλισκομένου ἅλατος ἐν τῇ νήσῳ Ζακύνθῳ ὀλιγώτερον. Τὴν σύστασιν ταύτην ποιοῦμαι, διότι γνωρίζω, ὅτι διὰ τὴν ἁλικὴν τῆς Λευκάδος τὸ Κράτος ἄλλοτε ἔδωκε 25,000 δραχμάς, καίτοι ἐκ τῶν ἁλικῶν ἐκείνων ὑπηρετεῖτο ὁ πληθυσμὸς ὄχι μόνον τῆς Λευκάδος, ἀλλὰ καὶ τῆς Κεφαλληνίας καὶ τῆς Ἰθάκης. Ἐν τῇ συγκρίσει ταύτῃ θὰ ἴδῃ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις δικαιολογεῖται. Τὸ ποσὸν τῶν 1,100,000 ὀκάδων ἅλατος κατ’ ἀναλογίαν τῆς καταναλώσεως εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα εἶναι ποσὸν πολὺ ἀνώτερον τοῦ ἀπαιτουμένου ἀναλόγως πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς Ζακύνθου, διότι ἐν Ζακύνθῳ οὔτε κτηνοτροφίαν ἔχουσιν, οὔτε ἄλλην βιομηχανικὴν παραγωγὴν, ἀπαιτοῦσαν τόσῳ μεγάλην ποσότητα ἅλατος.
§160Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν Ζακύνθῳ πᾶσαι αἱ ἐλαῖαι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἁλατίζονται. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀδείας ἀπουσίας εἰς ἕνα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
§162ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡ ὑποβολὴ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου εἶναι πάντῃ ἀδικαιολόγητος, τολμῶ μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι ἔχει χαρακτῆρα καθαρῶς προσωπικὸν καὶ χαριστικόν. Ἠθέλησαν νὰ περιβάλωσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διὰ τοῦ αὐτοῦ τύπου, διὰ τοῦ ὁποίου εἶχον περιβάλει καὶ τὸ περὶ χορηγίας ἀδείας ἀπουσίας τριετοῦς εἰς ἕνα τῶν ἀρεοπαγιτῶν. Κατ’ ἐμὲ, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἦτο λίαν δεδικαιολογημένον. Ὁπωσδήποτε ὅμως ἡ ὑποβολή του ὑπηγορεύετο ὑπὸ τῆς ἀνάγκης νὰ διοργανωθῇ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία τῆς Κρήτης. Προκειμένου δὲ νὰ χορηγηθῇ ἄδεια εἰς ὑπάλληλον ἀπολαμβάνοντα τῆς ἰσοβιότητος, ἐδικαιολογεῖτό πως ἡ ὑποβολὴ νομοσχεδίου πρὸς τοῦτο. Ὁπωσδήποτε ὅμως διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐχορηγεῖτο ἄδεια τριετοῦς ἀπουσίας, χωρὶς νὰ συνοδεύηται ἡ ἄδεια ἐκείνη μὲ ἀποδοχὰς καὶ ἀποζημιώσεις. Ἀλλ’ ἐνταῦθα, Κύριοι, πρόκειται περὶ ὑπαλλήλου τῆς Α. Ὑψηλότητος τοῦ Ἁρμοστοῦ τῆς Κρήτης, ὑπαλλήλου ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ προσληφθῇ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἁρμοστοῦ τῆς Κρήτης καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο ἀναντικατάστατος, οὔτε θὰ ἠδύνατο νὰ ἀπολέσῃ τι ἡ Κρήτη, ἂν δὲν προσελαμβάνετο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ τούτου, ὡς ἔχει, πρῶτον στερεῖται ἡ Ἑλλὰς τῆς ὑπηρεσίας ἑνὸς γενικοῦ προξένου ἐπὶ τρία ἔτη, διότι ὑποθέτω, ὅτι ἡ θέσις αὐτοῦ θὰ μείνῃ κενὴ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, δεύτερον, χορηγεῖται αὐτῷ ὁ μισθὸς τοῦ βαθμοῦ του, 480 δραχμαί, καὶ τρίτον χορηγεῖται αὐτῷ πρὸς τούτοις καὶ μηνιαία ἐπιχορήγησις ἐκ φράγκων χρυσῶν χιλίων. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς δικαιολογεῖται ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅσον, ἐνῷ οἱ γενικοὶ πρόξενοι τῆς Ἑλλάδος, ὑφιστάμενοι ἀλλαχοῦ ἔξοδα παραστάσεως, ἀπολαμβάνουσι χιλίων δραχμῶν τὸ πολὺ κατὰ μῆνα, τὸ ἐν λόγῳ πρόσωπον ἐν Κρήτῃ, ἔνθα ὁ βίος εἶναι λίαν εὐθηνὸς καὶ οὔτε ἔκτακτα ἔξοδα οὔτε ἔξοδα παραστάσεως θὰ ὑφίσταται, θ’ ἀπολαμβάνῃ οὐχ ἧττον ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ του καὶ χίλια φράγκα χρυσὰ κατὰ μῆνα! Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι, ἐν αἷς μάλιστα περιστάσεσι διατελοῦμεν ἤδη, ἡ ὑποβολὴ τοιούτου νομοσχεδίου εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου τῆς Ἑλλάδος εἶναι πάντῃ ἀδικαιολόγητος.
§163Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐνεπνεύσθη ὑπὸ τῆς ἰδέας νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὸν Ὕπατον Ἁρμοστὴν Κρήτης τὴν συνδρομὴν τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς προσκολλήσεως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἑνὸς πεπειραμένου ὑπαλλήλου τῆς προξενικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Βονίτσης περὶ τοῦ ἀτόπου τῆς μὴ συμπληρώσεως τῆς θέσεως ἑνὸς γενικοῦ προξένου ἐπὶ τριετίαν, ἀναγνωρίζω ὀρθοτάτην τὴν παρατήρησιν. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ἔχει σχέσιν πρὸς τοῦτο καὶ ἐμπνέεται ὑπὸ τῆς αὐτῆς ἀρχῆς, αὐξάνει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀρεοπαγιτῶν. Ἐσκέφθημεν τίνι τρόπῳ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν γενικῶν προξένων, ὥστε καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ Κρήτης προσκολλήσεως γενικοῦ προξένου νὰ θεραπευθῇ καὶ ἡ ἔλλειψις γενικοῦ προξένου ἐκ τῆς θέσεώς του νὰ μὴ ᾖ ἐπιζήμιος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ὁ μόνος τρόπος, ὅπως διορθωθῇ τὸ πρᾶγμα, ἤθελεν εἶναι ἡ προσθήκη ἑνὸς Γενικοῦ Προξενείου εἰς τὰ ἤδη ὑπάρχοντα. Εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θέλω ὑποβάλει προσεχῶς εἰς τὴν Βουλήν, ἐλήφθη φροντίς, ὅπως ἓν τῶν Προξενείων, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν καὶ ὑπὸ ὑποπροξένου ἐπί τινα χρόνον τοὐλάχιστον νὰ διευθύνηται, προαχθῇ εἰς Γενικὸν Προξενεῖον, κατὰ τὰς ἀνάγκας δὲ τῆς ὑπηρεσίας θὰ διευθύνηται εἴτε τὸ προσεχῶς ἱδρυθησόμενον Γενικὸν Προξενεῖον, εἴτε ἄλλο Γενικὸν Προξενεῖον, ὑπὸ ὑποπροξένου, ἐφ’ ὅσον εἷς τῶν γενικῶν προξένων θὰ ὑπηρετῇ παρὰ τῇ Α. Β. Ὑψ. τῷ πρίγκιπι Γεωργίῳ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ μισθοῦ, βεβαίως ἡ ἀποζημίωσις, ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου χορηγουμένη, παραβαλλομένη πρὸς τοὺς μισθοὺς, οὓς λαμβάνουσιν οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι, εἶναι ἀνωτέρα, πρέπει ὅμως νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι οἱ μισθοί, οἵτινες δίδονται εἰς τοὺς ἡμετέρους προξένους, βεβαίως δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, ἐὰν λάβωμεν μάλιστα ὑπ’ ὄψιν τοὺς μισθοὺς, οὓς λαμβάνουσιν οἱ ἐν Κρήτῃ πρόξενοι τῶν λοιπῶν Δυνάμεων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι λίαν σπουδαία ἡ ἀντίρρησις, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής.
§164ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀποδεικνύουσι πραγματικῶς, ὅτι τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἱδρύθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τῆς κυβερνητικῆς προνοίας, εἶναι ἔδαφος αὐξήσεως τῶν δαπανῶν καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Διαφωνῶ ῥιζικῶς πρὸς τὴν τοιαύτην ἰδέαν, φρονῶν ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει οὔτε ἐνταῦθα, οὔτε ἀλλαχοῦ, νὰ γίνηται τι τὸ προβιβάζον τὰς δαπάνας τὰς πρὸς ἀμοιβὴν τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Οἱ μισθοί, οἱ ἀπονεμόμενοι εἰς τοὺς προξένους, εἶναι βεβαίως ἐπαρκεῖς, καὶ ἂν δὲν παρενέπιπτεν ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος, ἡ ἐπικαταλλαγή, βεβαίως οἱ Ἕλληνες πρόξενοι ἤθελον θεωρηθῆ μεταξὺ τῶν κάλλιον πληρωνομένων. Ἡ ἐπικαταλλαγὴ ἔφθασεν ἄλλοτε μέχρι τῶν 1,80, καὶ ἡ διεξαγωγὴ τῶν ὑποθέσεων τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας μετά τινος ζημίας βεβαίως τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων δὲν ἔπαθε σπουδαίως· δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον σήμερον, ὅτε ἀνεκτήθη μέρος τῆς ἐπικαταλλαγῆς, τῆς ἄλλοτε ἐπὶ ζημίᾳ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων ὑψωθείσης, διὰ ποῖον λόγον νὰ αὐξήσωμεν τὸν μισθὸν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι, ὅπως διορθώσῃ τὸ ἄτοπον τοῦ ὅτι θέλει μείνει μία θέσις σπουδαία γενικοῦ προξένου κενὴ ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ἐσκέφθη νὰ εὕρῃ Προξενεῖον, ὅπερ νὰ προβιβάσῃ εἰς Γενικὸν Προξενεῖον, καὶ τὸ Προξενεῖον τοῦτο, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ προαγάγῃ εἰς Γενικὸν Προξενεῖον, νὰ ἦναι τόσῳ σπουδαῖον, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται νὰ διοικηθῇ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ ὑπὸ ὑποπροξένου. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν καταλαμβάνω τὸν τρόπον τοῦτον τοῦ σκέπτεσθαι. Ἂν ὑπάρχῃ Προξενεῖον, ὅπερ προβιβαζόμενον εἰς Γενικὸν Προξενεῖον δύναται νὰ διοικηθῇ ὑπὸ ὑποπροξένου, ἐγὼ ἤθελον προτείνει, τὸ Προξενεῖον τοῦτο νὰ ὑποβιβασθῇ εἰς ὑποπροξενεῖον. Ἐφιστῶ δὲ σπουδαιότατα τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτου, διότι αἱ τοιαῦται προαγωγαί, ὁσάκις δὲν ὑπαγορεύονται ὑπὸ τῆς σπουδαιότητος τῶν Προξενείων, εἶναι ἐπιζήμιοι εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, λόγῳ τοῦ ὅτι εἰσάγονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Γενικῶν Προξενείων ἔξωθεν λαμβανόμενοι ὑπάλληλοι, οὐχὶ δὲ οἱ ἐκ τοῦ σταδίου τῆς ὑπηρεσίας, γνωρίζομεν δὲ ποῖοι εἶναι οἱ πειρασμοί, οἵτινες πιέζουσι τὰς Κυβερνήσεις, ὁσάκις τόσον ὑψηλαὶ θέσεις πρόκειται νὰ πληρωθῶσι. Λοιπὸν ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἰδίως δὲ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως φροντίσῃ νὰ κρατήσῃ ἑαυτῆς, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ τοιαῦτα νομοσχέδια, πάντως ὕποπτα. Ἐπὶ δὲ τοῦ θέματος εἰδικῶς παρατηρῶ, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὡς εἶπε κάλλιστα πρὸ ἐμοῦ ὁ προαγορεύσας κ. Βουλευτὴς Βονίτσης, ὅτι οὐδεὶς, λέγω, ὑπάρχει λόγος, προκειμένου περὶ γενικοῦ προξένου, ὅστις πρόκειται νὰ μείνῃ ὡς ἁπλοῦς ὑπάλληλος ἐν τῇ ἀκολουθίᾳ τοῦ Ἁρμοστοῦ, καὶ δὲν θὰ ἔχῃ ὡς ἐκ τούτου ἀνάγκην ἐξόδων παραστάσεως, οἷα ὁ γενικὸς πρόξενος, ὁ ἔχων ἀπέναντι αὐτοῦ συναδέλφους δαπανῶντας καὶ ὑποχρεώσεις ἀμοιβαιότητος, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως ὁ πρόξενος ὁ γενικός, ὁ οὕτω προσκολληθεὶς εἰς τὴν ἀκολουθίαν τοῦ Πρίγκιπος, λαμβάνῃ ἔξοδα παραστάσεως μείζονα ἐκείνων, ἅτινα λαμβάνει ὑπηρετῶν ἐν τῇ θέσει γενικοῦ προξένου. Ὁ γενικὸς πρόξενος Χανίων, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, μισθοδοτεῖται ἀντὶ χιλίων δραχμῶν, ὁ γενικὸς πρόξενος Θεσσαλονίκης, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, λαμβάνει μισθὸν χιλίων δραχμῶν. Διὰ τίνα λόγον μετακινούμενος ὁ γενικὸς πρόξενος ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς πόλεως ἀπὸ τῆς θέσεως αὑτοῦ εἰς Κρήτην,—ὅπου, σημειώσατε, καὶ τὰ ἔξοδα εἶναι πολὺ μικρότερα,—πρέπει νὰ ἴδῃ βελτιουμένην τὴν θέσιν αὑτοῦ κατὰ διττὸν τρόπον, πρῶτον διότι θέλει λαμβάνει τὸν μισθὸν τοῦ βαθμοῦ τοῦ Γενικοῦ γραμματέως, καὶ ἐπὶ τούτῳ πλήρη τὸν μισθὸν τοῦ Γενικοῦ προξένου μετὰ προσθήκης μάλιστα τῆς ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς διαφορᾶς, ἧς ἀπαλλάσσεται; Οὕτω διπλασιάζεται ἀφεύκτως ὁ μισθός του,—ἂν δὲ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὑψοῦται πάλιν τὸ συνάλλαγμα, καὶ ὑπερδιπλασιάζηται,—λέγω ὅτι τουλάχιστον διπλασιάζεται ὁ μισθὸς ὑπαλλήλου, ὅστις δὲν ἔχει ἔξοδα προξενικῆς παραστάσεως, ἀλλὰ μόνον ἔξοδά τινα αὐλικῆς παραστάσεως, ἅτινα δὲν εἶναι σπουδαῖα. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχουσι βεβαίως καθῆκον νὰ ἀποσπάσωσιν εἰς Κρήτην τοὺς ἀναγκαίους ὑπαλλήλους οἱουδήποτε βαθμοῦ, διότι βεβαίως πρέπει νὰ συνεργασθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὰ τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης τῆς Κρήτης, ἀλλὰ νὰ συνεργασθῇ εἰς τοῦτο, μὴ ὑπερβαίνουσα τὸ μέτρον τῶν δυνάμεων αὑτῆς, τὸ τεταγμένον εἰς αὐτὴν καὶ ἀνέκαθεν μέν, ἰδίως ὅμως ἀφ’ ἧς εὑρισκόμεθα ὑπὸ οἰκονομικὸν ἔλεγχον. Οἰκονομίας βεβαίως πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν. Ἐὰν δὲ περισσεύωσι χρήματα, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸν νοῦν, ἐκεῖ μόνον νὰ δαπανῶμεν αὐτὰ, ὅπου ἐλπίζομεν, ὅτι δαπανώμενα θέλουσιν ἐπιταχύνει τὴν λύσιν τῶν δεσμῶν ἡμῶν, θέλουσιν ἐπιταχύνει τὴν ἄρσιν τῆς κηδεμονίας.
§165Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤλπιζον, Κύριοι, ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, δὲν ἤθελεν ἡ συζήτησις ἐκταθῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ σκεπτώμεθα, ἂν πρόκειται νὰ διαθέσωμεν 5 ἢ 6 χιλιάδας δραχμῶν περισσοτέρας ἢ ὀλιγωτέρας κατ’ ἔτος· ἤλπιζον ὅτι οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ, ἰδίως ὁ ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἤθελε κατανοήσει τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς καὶ τὰ ἕτερα νομοσχέδια, τὰ ὑπὸ τῆς αὐτῆς ἰδέας ἐμπνεόμενα, ἔχουσιν, ἤθελε κατανοήσει, ὅτι συμφέρον μέγιστον τῆς Ἑλλάδος εἶναι, ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα ψηφισθῶσιν, ὅπως οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ, περὶ τῶν ὁποίων τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀσχολοῦνται, ἀποσπασθῶσιν. Ὑπὸ τῆς ἰδέας αὐτῆς ἐνεπνεύσθημεν, ὅτε ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον. Ἐνομίζομεν δὲ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι παρεκίνησαν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ἐννοοῦσα τοὺς λόγους αὐτοὺς, ἀλλ’ ἐννοοῦσα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῶν, ἤθελε δι’ ἀναστάσεως ψηφίσει τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβαλλόμενα. (Χειροκροτήματα).
§166ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπὲρ τὸ δέον ἠθέλησε νὰ ὑψώσῃ ζήτημα πάντη ἀνάξιον τοιούτου ὕψους. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ὑπαλλήλου ζητηθέντος ὑπὸ τῆς Κρήτης ἢ ἀναποφεύκτου εἰς τὴν εὐτυχίαν αὐτῆς. Πρόκειται ἁπλῶς περὶ ὑπαλλήλου, ἀνήκοντος εἰς τὴν ἀκολουθίαν καὶ τὴν ἰδιαιτέραν ὑπηρεσίαν τοῦ Πρίγκιπος, ὅστις μάλιστα ὑπάλληλος ἀγνοῶ καὶ κατὰ πόσον εἶναι ἀναπόφευκτος καὶ δι’ αὐτὸν τὸν Πρίγκιπα καὶ τὴν ὑπηρεσίαν του. Οὕτω δὲ βλέπομεν ἐξακολουθοῦσαν καὶ ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως τὴν τάσιν ἐκείνην τῆς γενναιοδωρίας, τῆς χαριστικότητος, ἡ ὁποία ἤρξατο ἐπὶ τῆς προκατόχου. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὡς βλέπομεν ἐν τοῖς προσαχθεῖσι πίναξιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, χωρὶς κανένα λόγον· διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρόκειται περὶ ἐξόδων παραστάσεως, ἀλλ’ ἁπλῶς περὶ ὑπαλλήλου ἀνήκοντος εἰς τὴν ἀκολουθίαν τοῦ Πρίγκιπος — εἶχε χορηγήσει τῷ ἐν λόγῳ ὑπαλλήλῳ τὸν μισθόν του, ὡς γενικοῦ προξένου, πρὸς δὲ καὶ 50 φράγκα χρυσᾶ καθ’ ἡμέραν, ἤτοι καὶ 1500 φράγκα χρυσᾶ κατὰ μῆνα, πρὸς δὲ καὶ δι’ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως — ἐγκαταστάσεως ἀδικαιολογήτου — 2,000 χρυσᾶ φράγκα, ἐνῷ οὔτε εἰς τοὺς πρεσβευτὰς, ὅταν πρόκειται νὰ ἐγκατασταθῶσι, δίδονται τοσαῦτα ποσά. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τοσούτῳ ταπεινὸν καὶ προσωπικὸν νομοσχέδιον ἦτο ἀνάξιον τοῦ ὕψους καὶ τῆς σοβαρότητος, εἰς ἣν ἠθέλησε νὰ ἀναγάγῃ αὐτὸ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§167ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὅτε τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη ἕτερον νομοσχέδιον σχετικὸν, τὸ ὁποῖον σήμερον εἶναι νόμος, τὸ περὶ χορηγίας ἀδείας ἀπουσίας τριῶν ἐτῶν εἰς ἕνα τῶν ἀρεοπαγιτῶν, ὑπέβαλον τροπολογίαν τινὰ, τὴν ὁποίαν κατόπιν ἀπέσυρα, ὑποθέσας ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποβάλῃ αὐτὴ εἰδικὸν νόμον, δι’ οὗ νὰ χορηγῶνται ἄδειαι διὰ Β. Διατάγματος εἰς ὑπαλλήλους εἴτε πρὸς ἐκπαίδευσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, εἴτε δι’ ἄλλον σκοπὸν, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ματαιοπονῶμεν ἑκάστοτε, ψηφίζοντες εἰδικοὺς νόμους δι’ ὡρισμένον χρόνον καὶ ὡρισμένα πρόσωπα. Δυνατὸν νὰ μᾶς ζητηθῶσι καὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι ἐν τῷ μέλλοντι ὑπό τινων Κρατῶν, διότι θὰ εὑρεθῶμεν αὖθις ἐνώπιον τῶν αὐτῶν δυσχερειῶν, ἐὰν δὲ αἱ ξέναι Βουλαὶ ἐπρόκειτο ἑκάστοτε νὰ ψηφίζωσιν εἰδικοὺς νόμους διὰ τὰς ἀποστολάς των, θὰ εἶχον σωρείαν τοιούτων νόμων. Μήπως ὅταν ἐστάλησαν παρ’ ἡμῖν αἱ Γαλλικαὶ ἀποστολαὶ, ἐψηφίσθη εἰδικὸς νόμος ἐν Γαλλίᾳ; Διὰ ταῦτα φρονῶ, ὅτι δέον νὰ ψηφισθῇ γενικὸς νόμος, ἐφαρμοστέος ἐν πάσῃ περιπτώσει.
§168Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ γίνωνται καταχρήσεις τότε.
§169ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἀπάντησις, ἣν ἔδωκεν εἰς ὅσα εἶπον πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ηὐτύχησα νὰ ἐξηγηθῶ ἀρκετὰ σαφῶς, ὥστε νὰ δυνηθῶ νὰ προκαλέσω ἀπόκρισιν εἰς ὅσα ἐγὼ εἶπον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξῆρε τὴν σημασίαν τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ Κρήτη ἔχει ἀνάγκην ἀποσπάσεως ὑπαλλήλου Ἕλληνος, ὅπως ὑπηρετήσῃ παρὰ τῷ ἀνωτάτῳ Ἁρμοστῇ, καὶ ἐξέφρασεν ἀπορίαν, πῶς, παραβλέποντες τὴν ἀνάγκην ταύτην, μάλιστα ὅσοι ἔτυχον ἄλλοτε νὰ κατέχωσι θέσιν ὑψηλὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὡμίλησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ βεβαίως οἱ Βουλευταὶ ἐνθυμοῦνται, ὅτι ἀκριβῶς ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ὁσάκις ζητῆται παρ’ αὐτῆς ἡ ἀποστολὴ ὑπαλλήλου πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν Κρητικῶν συμφερόντων, συμφερόντων αὐτόχρημα Ἑλληνικῶν, ὀφείλει νὰ ἀποστέλλῃ αὐτὸν, καὶ ν’ ἀποστέλλῃ αὐτὸν ἀντὶ πάσης θυσίας· παρετήρησα ὅμως, ὅτι ἡ θυσία, ἣν ὀφείλει νὰ ὑποστῇ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἐν Κρήτῃ καὶ ἀλλαχοῦ, πρέπει νὰ ἦναι ἀνάλογος τῶν δυνάμεων αὐτῆς. Οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει λόγος, καθ’ ὅσον γνωρίζω, οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν ὅρων τοῦ βίου ἐν Κρήτῃ καὶ τῶν ὅρων τοῦ βίου ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, τῇ τελείως ἐλευθέρᾳ, οὐδεμία διαφορὰ, ἐπιβάλλουσα αὔξησιν δαπανῶν, προκειμένου περὶ εἰδικῆς τινος ὑπηρεσίας ἐν Κρήτῃ, ἐνῷ ἡ αὐτὴ ὑπηρεσία ἐν Ἑλλάδι τελεῖται εὐθηνότερον. Ἐὰν ὑπάρχῃ διαφορὰ, θὰ ὑπάρχῃ βεβαίως ἀντίστροφος, δηλαδὴ ὅτι ἐν Κρήτῃ τὰ πάντα εἶναι εὐκολώτερα, ἐν δὲ τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι τὰ πάντα ἐξαγοράζονται διὰ μείζονος ἀνταλλάγματος. Τί προέτεινα πρὸ ὀλίγου ὁμιλήσας ἐπὶ τοῦ θέματος; Δὲν προέτεινα κἄν νὰ ἐξομοιωθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν ἀποστελλομένων ἐκεῖ πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν ἐνταῦθα εἰς ἀνάλογον ὑπηρεσίαν ὑπηρετούντων. Προέτεινα, οἱ μισθοὶ τῶν ἀποστελλομένων εἰς Κρήτην, ὅπως ὑπηρετήσωσιν ἐκεῖ, ὅπου ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποστείλῃ αὐτοὺς εἰς ὑπηρεσίαν, νὰ ἦναι ὅμοιοι πρὸς τοὺς μισθοὺς τοὺς ἀπονεμομένους εἰς τοὺς γενικοὺς προξένους, τοὺς ὑπηρετοῦντας ἁπανταχοῦ τῆς Εὐρώπης. Δὲν ἔχομεν δὲ εἰς κανὲν σημεῖον τῆς Εὐρώπης, εἴτε ἐν Τουρκίᾳ εἴτε ἀλλαχοῦ, γενικὸν πρόξενον ἀπολαύοντα ὁμοίου μισθοῦ ἐκείνου, ὃν ἀπονέμομεν σήμερον εἰς τὸν ἀποσπασθέντα γενικὸν πρόξενον ἢ οἱονδήποτε ἄλλον, διότι τὸ πρόσωπον οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ ζήτημα.
§170Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Οὔτε πρίγκιπα Ἕλληνα εἰς κανὲν ἄλλο μέρος ἔχομεν. Ἑπομένως εἶναι ἐξαίρεσις, διότι μόνον εἰς τὴν Κρήτην ἔχομεν Ἕλληνα πρίγκιπα, ἑπομένως πρέπει νὰ δοθῶσι.
§171ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μόνον εἰς τὴν Κρήτην ἔχομεν Ἕλληνα πρίγκιπα, καὶ ἀντὶ προξένου εἰς τὴν Κρήτην σήμερον ἐν ὑπηρεσίᾳ προξενικῇ, ἐστείλαμεν πρόξενον δι’ ὑπηρεσίαν γραφειακήν. Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν γραφειακὴν οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει ἢ Ἑλλὰς ἡ πτωχὴ νὰ προσθέσῃ μισθὸν, ὃν δὲν δίδει εἰς τοὺς διπλωματικοὺς αὐτῆς ὑπαλλήλους, τοὺς καλλίτερον πληρωνομένους. Ἀπορῶ πῶς τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι καταληπτὸν, καίτοι τόσον σαφές. Μετ’ ὀλίγον, κύριε Πρόεδρε, θέλομεν συζητήσει ἕτερον νομοσχέδιον, ἐν ᾧ πρόκειται περὶ ὁμοίων ἀμοιβῶν, ἀπονεμομένων εἰς ἀξιωματικοὺς τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Β. Ναυτικοῦ ἔπρεπε βεβαίως νὰ συνοδεύσωσι τὸν ἀνώτατον Ἁρμοστὴν εἰς τὴν Κρήτην. Συμφέρει καὶ οὗτοι καὶ ἄλλοι νὰ ἀποσπασθῶσι. Καὶ ἐν τούτῳ δὲν πρέπει νὰ ζητηθῇ οἰκονομία. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γείνῃ οἰκονομία ἐκεῖ, ὅπου εἶναι δυνατόν. Εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ γείνῃ κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῶν μισθῶν. Δὲν εἶναι ἡ Ἑλλὰς τόπος πλούσιος, οὔτε μέγα Κράτος, δυνάμενον νὰ δαπανᾷ εἰς τοιούτους μισθοὺς, ὅσον ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία, ἡ Ρωσσία ἢ ἡ Γερμανία. Εἶναι καὶ ἐκ τῶν μικρῶν ἐκείνων Κρατῶν, παρ’ οἷς τὰ περισσεύματα δὲν πλεονάζουσι, διάκειται δὲ ἡ Ἑλλὰς καὶ ὑπὸ δυσμενεστάτους οἰκονομικοὺς ὅρους, καὶ ὀφείλομεν νὰ σκεπτώμεθα, ὅτι δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀνακύψωμεν ἀπὸ τῆς πτώσεως, εἰς ἣν περιήλθομεν, ἐὰν δὲν ἀποφασίσωμεν γενναίως νὰ περιστείλωμεν τὸ κατωφερὲς ἡμῶν πρὸς δαπάνας καὶ νὰ οἰκονομήσωμεν πολλὰ, παρέχοντες μόνον ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα ἡμῶν.
§172Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἀληθῶς, Κύριοι, δύναταί τις περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς νὰ ἀναφωνήσῃ: «la donna é mobile»· διότι, ἐνῷ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐσυζητοῦμεν συντάξεις καὶ ἀπεδίδομεν τοιαύτας, ὀπισθοδρομικὰς μάλιστα, καὶ μετὰ τῆς μεγαλειτέρας εὐκολίας, — ὅπερ δικαιότατον ἴσως, καὶ ἔπρεπε νὰ γείνῃ, — σήμερον τοὐναντίον, ὅτε πρόκειται περὶ τῆς ἀποστολῆς εἰς Κρήτην ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ Ἁρμοστοῦ, ὅτε πρόκειται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐκτελέσῃ τὸ μητρικὸν καθῆκον πρὸς τὴν Κρήτην, ἡ ὁποία ἀναμένει ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα τοιαύτην ὑπηρεσίαν, καθήμεθα καὶ συζητοῦμεν, ἐὰν πρέπῃ 3 ἢ 5 χιλιάδας δραχμὰς ἔλαττον νὰ δαπανήσωμεν, καὶ μόνον δὲν παρεκαλέσαμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μᾶς φέρῃ ἐδῶ πίνακα τῆς τιμῆς τῶν τροφίμων ἐν Κρήτῃ, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ κανονίσωμεν καὶ τὴν ἀπολαυὴν τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀποστέλλονται ἐκεῖ, χωρὶς νὰ ἠξεύρωμεν, ὅτι τὸ ἐπιτελεῖον ἐκεῖνο ἐκπροσωπεῖ τὴν Ἑλλάδα, ἐκπροσωπεῖ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἔχει διὰ τὴν Κρήτην· ὅπως δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε, δὲν ἔπρεπεν οὔτε κἂν νὰ γείνῃ λόγος, ἐὰν ᾐσθανόμεθα ὁποῖον καθῆκον ἔχομεν, οὔτε νὰ συζητῶμεν περὶ τῆς δαπάνης 10 ἢ 15 χιλιάδων δραχμῶν, προκειμένου περὶ Κρήτης.
§173ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν πρόκειται περὶ Κρήτης.
§174ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ βαλαντίου ἑνὸς προσώπου.
§175Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Πρόκειται περὶ ὑπαλλήλου, ἀποτελοῦντος μέρος τοῦ ἐπιτελείου τοῦ Ἁρμοστοῦ ἐν Κρήτῃ. Διότι πρόκειται περὶ τοῦ γραμματέως τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Ἁρμοστοῦ, ὅστις θ’ ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ ἐπιτελείου τοῦ Ἁρμοστοῦ ἐκεῖ. Εἶναι λοιπὸν ἀνάξιον τῆς Βουλῆς νὰ συζητῇ περὶ ποσοῦ ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν.
§176Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὅταν ἡ Ἰταλία, ἡ ὁποία εἶναι ξένον πρὸς τὴν Κρήτην ἔθνος, ἡ ὁποία εὑρίσκεται καὶ αὐτὴ ἐν οἰκονομικῇ κρίσει, στέλλῃ λεγεῶνα ἀξιωματικῶν μὲ πλήρεις ἀποδοχάς, ὅπως βοηθήσωσι τὸν ὕπατον Ἁρμοστὴν εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς Κρητικῆς χωροφυλακῆς, δὲν ἐπιτρέπεται, φρονῶ, νὰ ἀκουσθῇ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ λέξις δι’ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐζήτησεν ὁ ὕπατος Ἁρμοστής, ὅπως τὸν βοηθήσωσιν εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπεχείρησεν ἐν Κρήτῃ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀδείας ἀπουσίας τριῶν ἐτῶν εἰς δύο μαχίμους ἀξιωματικοὺς τοῦ Β. Ναυτικοῦ).
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς ἐπὶ τοῦ οἴνου φορολογίας διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§178Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχουσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι σοβαρώτατα. Τὸ νομοσχέδιον περιέχει ἕνα μηχανισμόν, ὁ ὁποῖος εἶναι σχεδὸν πρωτοφανὴς διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ θίγει πλείστας ὅσας ἐξουσίας, θέλει φέρει δὲ σύγχυσιν τοιαύτην, ἐὰν ἤθελε ψηφισθῇ, ὡς ἔχει, ὥστε δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις, ἡ ὑποβαλοῦσα τὸ νομοσχέδιον, θέλει ἀναγκασθῆ ἐν τῇ προσεχεῖ ἴσως συνόδῳ τῆς Βουλῆς νὰ φέρῃ τροποποιήσεις αὐτοῦ. Νομίζω λοιπόν, ὅτι καλὸν εἶναι ν’ ἀναβληθῇ, ἵνα μελετηθῇ καλλίτερον, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν καὶ καλλίτερον ν’ ἀντιληφθῶμεν τὸν μηχανισμὸν τοῦ νομοσχεδίου.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε τὴν ἀναβολήν;
§180ΔΟΥΝΗΣ. Μάλιστα, διὰ τὸ Σάββατον.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει ἡ ἀναβολὴ νὰ ὑποστηρίζηται παρὰ 10 Βουλευτῶν, κατὰ τὸν Κανονισμόν, καὶ δὲν εἶσθε 10.
§182ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὅλα τὰ ζητήματα λύονται διὰ συζητήσεων, ὄχι δι’ ἀναβολῶν.
§183Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, εἰς ἑκάστην πρότασιν νόμου, τὴν ὁποίαν φέρει ἡ Κυβέρνησις, νὰ ζητῆται ἡ ἀναβολή, χωρὶς νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὴν συζήτησιν. Νομίζω, ὅτι προτιμότερον εἶναι νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν παρουσιασθῶσιν ἀντιρρήσεις τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ πείσωσι τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι λυσσιτελὲς καὶ ὅτι εἶναι ἀνεφάρμοστον, τότε ν’ ἀπορριφθῇ, ὄχι ὅμως ν’ ἀναβάλλωμεν εἰς ἕκαστον νομοσχέδιον τὴν συζήτησιν· διότι αὐτὸ δὲν εἶναι πλέον τρόπος κοινοβουλευτικός, οὔτε τρόπος συζητήσεως.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζέγγελης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§185ΗΛ. ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Διπλοῦν, κύριοι συνάδελφοι, καθῆκον μὲ φέρει ἐπὶ τὸ βῆμα. Πρῶτον ὡς ἀντιπρόσωπος ἐπαρχίας κατ’ ἐξοχὴν οἰνοφόρου ἔχω καθῆκον νὰ ἐκφράσω ἐντεῦθεν τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀξιότιμον Ὑπουργόν, ὅστις ἐκ τῶν πρώτων ἔσπευσε νὰ φέρῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ἐπίσης δὲ ὑπολαμβάνω καθῆκόν μου νὰ φέρω τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου κρίσεις μου, καθ’ ὅσον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεχθῶ μέλος τῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς σχηματισθείσης εἰδικῆς προελεγκτικῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ὑπῆρξε θνητογενής, ἐπειδή, ὡς ἐνθυμεῖσθε, τινὰ ἐκ τῶν ἐντίμων αὐτῆς μελῶν δὲν προσῆλθον, ἐκ συμπτωματικῶν αἰτίων, καὶ δὲν ἀπετελέσθη ἀπαρτία, καὶ ἡ Βουλὴ ἀφῄρεσε τὴν ἐντολὴν ταύτην ἀπὸ τῆς ἐπιτροπείας, καὶ πάνυ δικαίως, κατ’ ἐμέ, διότι τὸ ζήτημα καὶ ἐπείγει καὶ ἔχει ὡριμάσει ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν καὶ συνεπῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξελεγχθῶσιν αἱ κρίσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, αἱ ἀποβλέπουσαι εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐὰν, Κύριοι, παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ ἡ κατάλυσις τοῦ περὶ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου ἰσχύοντος νόμου θεωρῆται χρήσιμος, διότι πρόκειται περὶ νόμου αὐτόχρημα καταθλιπτικοῦ καὶ ἀνίσου, διὰ τὸν λαὸν τῆς Μαντινείας ἡ κατάλυσις αὕτη ἦτο ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη, καθόσον εἰδεχθέστερον προβάλλει τὸ ἄνισον τῆς φορολογίας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ, ἐπειδή, ὄντος τοῦ φόρου 4 καὶ 10 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἀνεξαρτήτως τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ οἶνος ἔν τινι τόπῳ, ἐκεῖ εἶναι ἐπαχθεστάτη ἡ φορολογία, διότι ἡ ἀξία τοῦ γλεύκους ἐκεῖ εἶναι πολὺ μικροτέρα σχετικῶς πρὸς ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲ προσθέσωμεν καὶ τὰς καταπιέσεις, τὰς ὁποίας ὑφίστανται ἐκ μέρους τῶν ἐνοικιαστῶν οἱ πολῖται, θέλομεν συμπεράνει, ὅτι εὐεργεσίαν ἀληθῆ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μαντινείας ἰδίως προσφέρει ἡ πρότασις περὶ τῆς νέας φορολογίας τοῦ οἴνου ἀπὸ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ δύο ἰδέαι πρέπει νὰ ἐπικρατήσωσιν, ἐξ ἑνὸς μὲν νὰ ἐξασφαλισθῶσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὰ ἔσοδα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἤδη ἐκ τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, καθόσον τὸ Δημόσιον ἀτυχῶς δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἰσπράττῃ ἐκ τῶν φόρων ὀλιγώτερα διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, ἐξ ἑτέρου δὲ νὰ συνδυάσῃ τὸν φόρον τοῦτον πρὸς τὴν δικαίαν καὶ τὴν ἀνάλογον ἐπιβάρυνσιν τῶν φορολογουμένων. Φρονῶ δέ, ὅτι καὶ τοὺς δύο τούτους ὅρους ἐκπληροῖ τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον. Χθές, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ μακρὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου καὶ ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας κ. Μπακόπουλος ὡμίλησεν ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τοῦτον δὲ πᾶσα ἡ Βουλὴ καὶ ἐγὼ ἐν ἀδιαπτώτῳ προσοχῇ ἠκολουθήσαμεν, καθόσον ἐν τῇ ἀγορεύσει του κατέδειξεν, ὅτι κατέχει τὸ ζήτημα ἐν ἐπιζήλῳ βαθμῷ· ἐν τοῖς κυριωτάτοις ὅμως διαφωνῶ πρὸς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καίτοι ἐν πλείσταις τῶν λεπτομερειῶν μετὰ τούτου συμφωνῶ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἠθέλησεν, ὥστε ὁ καθορισμὸς τοῦ φόρου νὰ γίνεται κατὰ τρόπον ὅλως διάφορον τοῦ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προτεινομένου· ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἠθέλησε νὰ διαιρεθῶσιν αἱ ἀμπελόφυτοι γαῖαι εἰς τρεῖς κατηγορίας, πρώτην, δευτέραν καὶ τρίτην, ἑκάστη δὲ τούτων νὰ φορολογηθῇ πρὸς δρ. 3, 2 καὶ 1 κατὰ στρέμμα· καθ’ ὑπολογισμὸν δέ, τὸν ὁποῖον αὐτὸς προχείρως ἔκαμεν, εὗρεν, ὅτι τὸ Δημόσιον θέλει εἰσπράττει, ἂν ὄχι περισσότερον, τοὐλάχιστον ἴσον ποσὸν τοῦ εἰσπραττομένου σήμερον. Μὴ θέλων νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομέρειάν τινα περὶ τοῦ τρόπου τοῦ καθορισμοῦ τοῦ φόρου, ὅπως ἐννοεῖ τοῦτον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νομίζω, ὅτι ὁ πρόχειρος ὑπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ἔκαμε, δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰ πράγματα. Εἶπεν ὅτι ἡ ἔκτασις τῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἀμπελοφύτων γαιῶν ἀνέρχεται εἰς 1,600,000 στρέμματα... Δὲν εἴπετε, νομίζω, τόσον;
§186ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο πρόχειρος ὑπολογισμός· εἶναι ὑπολογισμὸς τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, τῆς συσταθείσης κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς.
§187ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἀλλὰ, μεθ’ ὅλας τὰς ἀτελείας τῆς παρ’ ἡμῖν στατιστικῆς, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἐπὶ ἀκριβῶν ἀριθμῶν δὲν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν, συζητοῦντες στατιστικῶς ἐντεῦθεν, ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῶν ἐπισήμων καὶ τῶν ἄλλων τῶν εἰδικῶς περὶ τὸ θέμα ἀσχοληθέντων ἀγόμεθα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι αἱ ἀμπελόφυτοι γαῖαι μόλις ἀνέρχονται εἰς 900,000 στρέμματα. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι πρὸ τοῦ νόμου τῆς 27 Ἀπριλίου 1882 ἴσχυεν ἀπὸ τοῦ 1845 μέχρι τότε ἡ στρεμματικὴ φορολογία, ἡ ὁποία ἔκτοτε ὑπέστη διαφόρους φάσεις διὰ νόμων ἐκ περιτροπῆς καθορισάντων τὰ κατ’ αὐτὴν συμφώνως πρὸς τὰς ἑκάστοτε περιστάσεις, ἐκ τῶν δημοσίων δὲ βιβλίων προκύπτει, ὅτι τότε ἀμπελόφυτοι γαῖαι ἐφορολογήθησαν 570,000 στρέμματα. Ἐκτὸς ὅμως τοῦ ποσοῦ τούτου ἤθελέ τις εἴπει, ὅτι αἱ ἔκτοτε φυτευθεῖσαι γαῖαι προσετέθησαν εἰς τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν, ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἐπελθοῦσα αὔξησις τῶν ἀμπελοφύτων γαιῶν δὲν ἤθελεν ἀναβιβάσει τὸν ἀριθμὸν εἰς τὸ ποσὸν τοῦ 1,600,000 στρεμμάτων, διότι, ἐὰν τοῦτο συνέβαινε, βεβαιώθητε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἠθέλομεν ἔχει κρίσιν οἰνολογικὴν πρὸ τῆς σταφιδικῆς. Ὅτι δὲ τοσαύτη αὔξησις δὲν ἐπῆλθε, καταδεικνύεται ἐκ τοῦ ἑξῆς γεγονότος. Ὁ μέσος ὅρος τοῦ φορολογητέου ποσοῦ οἴνου ἀνῆλθεν εἰς 105,000,000 ὀκάδας, ἐὰν δὲ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἄμπελος δύναται νὰ παραγάγῃ 200 ὀκάδας γλεύκους κατὰ στρέμμα, φθάνομεν εἰς συμπέρασμα, ὅτι μόλις διὰ τοῦ εἰσπραχθέντος ποσοῦ ἐφορολογήθησαν ἀμπελόφυτοι γαῖαι ἐκτάσεως 520,000 στρεμμάτων· ὁσονδήποτε δὲ καὶ ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἀπεκρύβη φορολογήσιμον ποσὸν οἴνου, δὲν δυνάμεθά ποτε νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι αἱ ἀμπελόφυτοι γαῖαι ἀνέρχονται εἰς 1,600,000 στρεμμάτων. Καὶ στατιστικοὶ εἰδικοὶ, ἀσχοληθέντες περὶ τὸ θέμα, ὅπως ὁ κ. Λόου, λέγουσιν ὅτι αἱ ἀμπελόφυτοι γαῖαι πλησιάζουσι τὰς 336,000 Acres (Morgen), ἑκάστου ἑκταρίου ἰσοδυναμοῦντος πρὸς τρία στρέμματα, ἤτοι περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον...
§188ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὸς 4 στρέμματα.
§189ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Πρὸς 3 καὶ κἄτι· περὶ τὸ 1 ἑκατομμύριον λοιπόν... Ἄλλοι ὅμως στατιστικοὶ τὰς ὑποβιβάζουσιν εἰς 670,000, ὁ δὲ κ. Σκιαδᾶς, ὁ μόνος ἀσχοληθεὶς εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ παρ’ ἡμῖν, εἶπεν ὅτι ὅλαι αἱ ἐν Ἑλλάδι ἀμπελόφυτοι γαῖαι καὶ αἱ σταφιδόφυτοι ἀνέρχονται εἰς 1,425,000 στρέμματα. («Ἡ Ἑλλὰς ἐν Εὐρώπῃ»). Ἐὰν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιρέσωμεν 675,000 στρέμματα σταφιδοφυτείας, ἔχομεν ἄλλην τόσην ἔκτασιν διὰ τὴν ἀμπελοφυτείαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ φόρου καὶ ἐκ τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν ἀγόμεθα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι αἱ ἀμπελόφυτοι γαῖαι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος δὲν ὑπερβαίνουν τὰς 900,000 στρεμμάτων. Ἐὰν λοιπὸν ὑποθέσωμεν, ὅτι παραδεχόμεθα τὸν τρόπον τῆς φορολογίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου διὰ τῆς κατατάξεως τῶν ἀμπέλων εἰς αʹ, βʹ καὶ γʹ κατηγορίαν, δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν οὔτε εἰς 2 ἑκατομμυρίων δρ. εἴσπραξιν, καὶ ἐὰν λάβωμεν τὸν μέσον ὅρον τοῦ φόρου τῶν 2 δραχ. κατὰ στρέμμα, καὶ τοῦτο δυσκολώτατον, διότι δὲν θέτει κανόνας διακρίσεως γῆς. Ὥστε ἐν τῇ βάσει αὑτῆς ἔχει τοῦτο τὸ ἐλάττωμα ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι δὲν πληροῦται δι’ αὐτῆς ὁ πρῶτος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ τοὐναντίον, Κύριοι, διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, φρονῶ, ὅτι ἀσφαλῶς δυνάμεθα ν’ ἀναμένωμεν, ὅτι τὸ Δημόσιον θέλει εἰσπράξει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε εἰσέπραττεν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐὰν μὴ καί τι πλέον. Εἰς τοὺς περὶ τὰ οἰκονομικὰ καταγινομένους εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐν τῇ ἐπιβολῇ ἀμέσου φορολογίας δύο τινὰ συστήματα ἐπικρατοῦσιν, εἴτε τὸ ποσωτικὸν σύστημα, εἴτε τὸ διανεμητικὸν, εἶναι τὰ λεγόμενα système de quotité et de repartition, ἐν πάσῃ δὲ πεπολιτισμένῃ χώρᾳ τὸ σύστημα τὸ διανεμητικὸν ἰσχύει ἐπὶ τῆς ἐγγείου φορολογίας, καὶ εἶναι ἄξιος παντὸς ἐπαίνου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις πρώτην φορὰν ἤδη ἐπὶ φορολογίας εἰσάγει τοιοῦτον σύστημα παρ’ ἡμῖν· διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τὸ διανεμητικὸν σύστημα ἁρμόζει εἰς λαοὺς ἀνεπτυγμένους ἐν πολιτικοῖς καὶ κοινωνικοῖς ἤθεσιν, ὁ δὲ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει τὰ στοιχεῖα, ὅπως τεκμαιρώμεθα παρ’ αὐτῷ τοιαύτην ἀνάπτυξιν. Κατὰ τὸ ποσωτικὸν σύστημα προσδιορίζεται ἡ μονὰς τοῦ φόρου καὶ καθ’ ὑπολογισμὸν ἐξευρίσκεται τὸ σύνολον τῆς φορολογητέας ποσότητος, μὴ δυναμένου ἐκ τῶν προτέρων νὰ καθορισθῇ τοῦ ὅλου φόρου· ἐξ ἀντιθέτου κατὰ τὸ διανεμητικὸν σύστημα καθορίζεται ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἰσπραχθῇ, τοῦτο δὲ κατανέμεται κατὰ ποσωτικὴν διαίρεσιν νομῶν, ἐπαρχιῶν, δήμων, κοινοτήτων μέχρι τοῦ ἀτόμου. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀποδεκτὸν ἐν παντὶ πεπολιτισμένῳ κόσμῳ ἐπὶ τῆς ἀμέσου φορολογίας, ὁ φορολογούμενος δὲν εὑρίσκεται ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ Δημόσιον, διότι γνωρίζων ὅτι θὰ πληρώσῃ ὡρισμένον ποσὸν, ἀναλογοῦν εἰς αὐτὸν, θέλει σπεύσει διὰ τῆς δηλώσεως νὰ καθορίσῃ ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσῃ, ἐὰν δὲ εἰς τοῦτο προστεθῶσιν αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἀναγράφει ὁ νόμος, αἱ σχετιζόμεναι πρὸς τὴν κανονικὴν καὶ εἰλικρινῆ δήλωσιν, δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ ἀναμένωμεν τοιαύτην δήλωσιν, καὶ ἐὰν μὴ ὁ ἴδιος πράξῃ τοῦτο, ὁ γείτων αὐτοῦ, ἔχων συμφέρον νὰ γένηται εἰλικρινὴς ἡ δήλωσις, καθόσον ἄλλως θὰ ἐπιπέσῃ ἐπ’ αὐτοῦ τὸ ἐλλεῖπον, θέλει συντείνει, ὥστε ἡ δήλωσις νὰ γένηται εἰλικρινής...
§190ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου σας εἴπετε, ὅτι ὁ ἤδη πληρωνόμενος φόρος ἐν Μαντινείᾳ εἶναι δημευτικὸς καὶ ἐπαχθής. Ἀλλὰ διὰ τοῦ συστήματος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὸ ὁποῖον ἀσπάζεσθε, διαιωνίζεται τὸ κακὸν τοῦτο ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μαντινείας.
§191ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Διατί;
§192ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι λαμβάνεται ὡς βάσις ὁ βεβαιούμενος ἄχρι τοῦδε οἶνος διὰ τῶν πρωτοκόλλων καὶ τῶν δηλώσεων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ βεβαιουμένου φόρου κανονίζεται ὁ φόρος ἐν ἑκάστῳ δήμῳ. Ἐν ἑκάστῳ λοιπὸν δήμῳ βεβαιοῦται ἤδη ὁ φόρος ὁ δηλούμενος καὶ κατὰ τὰ πρωτόκολλα καὶ κατὰ τὰς δηλώσεις, ἄρα ὁ φόρος οὗτος, ὅστις κανονίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, αὐτὸς θὰ κατανέμηται αἰωνίως ἐπὶ τῶν παραγωγῶν ἑκάστου δήμου, καὶ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον καταδικάζετε, θὰ διαιωνισθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον.
§193ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Δὲν ἔχει οὕτω. Δύναται νὰ μὴ κανονίζηται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς βεβαιώσεως.
§194ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ....
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
§196ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν νομίζητε αὐτὸν τὸν φόρον, τὸν ὑφεστῶτα ἤδη, ὡς ἐπαχθῆ, ἐπαχθέστερος εἶναι ὁ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπιβαλλόμενος.
§197ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κατὰ τῆς ἐν γένει ἀποδοχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἀντιρρήσεις ἔφερε καὶ ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κ. Καραπάνος, εἰπὼν ὅτι ἀναγκαία προϋπόθεσις εἶναι ἡ ὕπαρξις τοῦ κτηματολογίου καὶ ἡ ἑνότης τῆς ἐγγείου φορολογίας. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι ἡ ὕπαρξις τοῦ κτηματολογίου τακτοποιεῖ τήν τε ποσοτικὴν καὶ ποιοτικὴν ἔκτασιν τῶν γαιῶν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι λόγος νὰ μὴ ὑπερπηδήσωμεν τὴν δυσχέρειαν ταύτην διὰ τῶν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προβαλλομένων μέτρων, ἀφοῦ εἶναι δυνατὸν διὰ τούτων νὰ γένηται πλήρης ἡ δήλωσις τῆς ἀμπελοφυτείας ἐν Ἑλλάδι καὶ ἄνευ τῆς συνδρομῆς τοῦ κτηματολογίου. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὰ κατὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἄρτης ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ λεχθέντα δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν, ἅτε δυνάμενοι νὰ παραγκωνίσωμεν τὴν ἔλλειψιν τοῦ κτηματολογίου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, καθόσον αἱ ἀμπελοφυτεῖαι, ὡς εἶπον, κατέχουσαι πολλοστημόριον τῆς ὅλης ἐγγείου φύσεως ἐν Ἑλλάδι, εὐκόλως δηλούμεναι ἐξευρίσκονται. Ἐπίσης κατακρίνεται τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ ἀνισότητι φορολογικῇ, καὶ διὰ τοῦτο κατέκρινε κυρίως αὐτὸ ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος συνάδελφός μου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ δυνατόν, διότι ἡ ἀπόλυτος καὶ ἀκριβοδικαία κατανομὴ τῶν φόρων ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύναται νὰ ἐξασφαλισθῇ, ἡ ἀνισότης αὕτη περιστέλλεται κατὰ πολύ. Καθόσον κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁ φόρος διανέμεται, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν τοπικῶν σχέσεων μιᾶς περιφερείας, καὶ δεύτερον λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς τιμῆς τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν· συνεπῶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δύο τούτων κατανεμόμενος ὁ φόρος δὲν δύναται νὰ ᾖναι, ὡς ἐφαντάσθησαν, ἐπαχθής. Τοιαῦται, νομίζω, εἶναι αἱ διαπνέουσαι τὸ νομοσχέδιον γενικαὶ ἀρχαί. Βεβαίως δὲν θέλω κατέλθει εἰς πολλὰς λεπτομερείας, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι παρατηρήσεις τινὲς ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου ἤθελον συντείνει εἰς τὴν ὡς οἷόν τε ἀρτιωτέραν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον τοῦτο εἶναι ἡ ἐπιθυμία καὶ παντὸς παρακαθημένου ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἰδίως δὲ τῶν ἐξ οἰνοφόρων ἐπαρχιῶν καταγομένων. Διὰ τοῦτο γοργή τις ἐξέτασις τῶν λεπτομερειῶν μοὶ ἐπιβάλλεται. Ἐν πρώτοις ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἠθέλησε νὰ διαγραφῇ ἐξ ὁλοκλήρου τὸ 1ον ἄρθρον καὶ νὰ τεθῇ ἐν τῷ τέλει. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐντελῶς τυπικῆς καλαισθησίας, τὸ ὁποῖον εὐκόλως δύναται νὰ λύσῃ μετὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι κατ’ οὐσίαν οὐδαμῶς παραβλάπτει τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν τεθῇ ἐν τῷ τέλει· νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καλῶς τὸ ἔθηκεν ἐν ἀρχῇ, διότι ψυχολογικῶς ἐσκέφθη· καθόσον ὁ φορολογούμενος, βλέπων εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν κατάργησιν τοιούτου ἐπαχθοῦς φόρου, εὐαρέστως θέλει διατεθῆ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἀλλὰ, ὡς εἶπον, δὲν ἔχει καμμίαν οὐσιαστικὴν σημασίαν, ὅπου καὶ ἂν τεθῇ. Ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου δεδικαιολογημένως ἐπρότεινεν, ὅπως ἡ φορολογία ἄρξηται ἀπὸ τοῦ πέμπτου ἔτους τῆς ἀμπελοφυτεύσεως· καὶ τοῦτο εὑρίσκω ὀρθόν· διότι, ὅσον γόνιμος καὶ ἂν ᾖναι ἡ γῆ, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐρριζώθη ἡ ἄμπελος, κατὰ τὸ τρίτον ἔτος δὲν δύναται νὰ δώσῃ εἰσόδημα, ὑπερβαῖνον τὰ παραγωγικὰ ἔξοδα. Ἐὰν ὅμως ἐξευρίσκετο μέση τις λύσις καὶ ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἤθελεν ἀποδεχθῇ τὸ πέμπτον ἔτος, ὑποθέτω ὅτι συμβιβασμὸς τις διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ τετάρτου ἔτους ἤθελεν ἐπιτευχθῆ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνταξιν τοῦ τρίτου ἄρθρου, νομίζω, ὅτι ἡ λέξις «ἀμπελοκτημόνων» παρέλκει. Τώρα εἰς τὰς λεπτομερείας τὰς ἄλλας, αἱ ὁποῖαι θίγουσι τὸ ζήτημα τῆς ἐξασφαλίσεως ἀφ’ ἑνὸς τοῦ φορολογουμένου, ἀφ’ ἑτέρου τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου, συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὰς προτάσεις αὐτοῦ· πάσας ὅμως τὰς ἄλλας, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὸν καθορισμὸν τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου, ἐπειδὴ διεφώνησα πρὸς τὸν κ. Μπακόπουλον, δὲν δύναμαι νὰ συμβουλεύσω νὰ τὰς ἀποδεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργός. Τοιοῦτον, κύριοι συνάδελφοι, ἐν συντόμῳ εἶναι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον προσφυῶς συνδυάζει, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, τὴν ἀπόληψιν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου ἴσου ποσοῦ πρὸς τὸ ἤδη εἰσπραττόμενον, καὶ δεύτερον τὴν κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἀκριβοδικαίαν κατανομὴν τοῦ τέλους. Εἶναι δὲ ἄξιος συγχαρητηρίων ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος τὴν δυσμένειαν αὑτοῦ, ἣν ἔχει κατὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ φόρου, δὲν ἠρκέσθη ἀκαδημαϊκῶς νὰ ἐκφράσῃ, ἀλλὰ καὶ ἐμπράκτως ἐξέφρασεν, ἀποτυπώσας αὐτὴν εἰς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον βεβαίως θέλει ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ δεχθῇ τὰς τροπολογίας, ὑπὲρ τῶν ὁποίων συνηγόρησα· ἀλλ’ εἴτε δεχθῇ, εἴτε δὲν δεχθῇ ταύτας, ἐγὼ δηλῶ, ὅτι θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἀνατρέποντος ὑφεστῶτα νόμον καθόλου καταθλιπτικόν, ἰδίᾳ δὲ διὰ τοὺς συμπολίτας μου Μαντινεῖς.
§198Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἰς ἓν πρᾶγμα, Κύριοι, εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, εἰς τὸ νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος ὁ ἰσχύων ἐπὶ τοῦ οἴνου, εὐχῆς δ’ ἔργον ἤθελεν εἶναι, νὰ συμφωνήσωμεν ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων διατάξεων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Θέλω ἐργασθῆ καὶ ἐγὼ εἰς τοῦτο, καὶ πρῶτον θέλω προσπαθήσει νὰ συμβιβάσω τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ μὲ τὰς σκέψεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας. Ὁμολογουμένως ὅλοι μίαν ἔχομεν σκέψιν, νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μας καὶ τὰ τοῦ Δημοσίου. Βεβαίως σήμερον ἀπαλλάττομεν τῆς φορολογίας ἓν μέρος τῶν συμπολιτῶν μας, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνωμεν ἄλλους· Θὰ ἔχωμεν τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν μὲν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ προκαλέσωμεν τὰς ἀρὰς τῶν ἄλλων. Νομίζω, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ συνδυάσωμεν τὰ δύο ταῦτα, ἐὰν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐθέτομεν, μετὰ τοὺς ὅρους ὑπὸ στοιχεῖα αʹ, βʹ, γʹ, ἕτερον ὅρον, δʹ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἀπαρτιζομένη ἐκ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου καὶ τοῦ προϊσταμένου τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τμήματος τῶν ἀμέσων φόρων, θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς δηλώσεις περὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν ἀμπέλων. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἔκτασιν τὴν στρεμματικὴν τῶν ἀμπέλων, δύναται νὰ καθορίσῃ τὸ ποσόν, μὲ τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνεται ἕκαστος δῆμος, τοιουτοτρόπως, ὥστε ποτὲ νὰ μὴ ὑπερβῇ ποσὸν ἀναλογοῦν τὸ πολὺ εἰς 3 δραχμὰς κατὰ στρέμμα, οὐδὲ νὰ ᾖναι κατώτερον ποσοῦ ἀναλογοῦντος εἰς μίαν δραχμὴν τὸ στρέμμα. Μετὰ ταῦτα τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον θὰ διαιρέσῃ τὰς ἀμπέλους εἰς τρεῖς κατηγορίας. Ἐὰν ὁ μέσος ὅρος τοῦ φόρου, ὁ ὁρισθεὶς ὑπὸ τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς, ᾖναι 3 δραχμαί, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὁρίζον τρεῖς κατηγορίας, δύναται νὰ διανείμῃ τὸ διανεμητέον ποσὸν οὕτως, ὥστε ἡ πρώτη κατηγορία νὰ πληρώνῃ δραχμὰς 4 ἢ 5, ἡ μέση κατηγορία δραχμὰς 3 καὶ ἡ τελευταία κατηγορία δραχμὰς 2 ἢ 1. Ἡ μόνη ἀντίρρησις, τὴν ὁποίαν βλέπω εἰς τὴν πρότασίν μου ταύτην, εἶναι ὅτι, ἐὰν ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος ᾖναι ἀληθῆ, δηλαδὴ ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι αἱ ἄμπελοι αἱ φορολογούμεναι δὲν ἀνέρχονται εἰς 1,000,000 στρεμμάτων, ὁ φόρος ὁ στρεμματικὸς θὰ φέρῃ ἔλαττον τῶν 2,000,000 δραχμῶν, ἃς ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, λίαν δικαίως. Ἀλλὰ, καθ’ ἃς πρὶν ἢ ἀποχωρήσω τοῦ Ὑπουργείου ἔλαβον πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, αἱ ἄμπελοι ἀνέρχονται εἰς 1,000,000 στρεμμάτων. Ἐὰν τοῦτο παραδεχθῶμεν, βεβαίως διὰ τοῦ μέσου ὅρου 2 τῶν δραχ. καλύπτομεν τὸ ποσὸν τῶν 2,000,000. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ ὁ φόβος, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, οὐδὲν ἐμποδίζει, ἂν αἱ δηλώσεις ἀποδείξωσιν, ὅτι τὰ στρέμματα δὲν ἀνέρχονται εἰς 1,000,000, ν’ ἀναβιβάσωμεν τὰς 3 δραχμὰς τῆς τροπολογίας μου εἰς 4. Τὴν τροπολογίαν μου θεωρῶ ἀπαραίτητον, διότι, καθ’ ἃς σημειώσεις εἶχον κρατήσει ἀπερχόμενος τοῦ Ὑπουργείου, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πρὸς ἐπιβάρυνσιν ἑκάστου δήμου τὰ εἰσπραττόμενα σήμερον ἔκ τε τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ φόρου καταναλώσεως ἐντὸς τοῦ δήμου, θέλει φορολογηθῆ ἕκαστον στρέμμα εἰς μὲν τὰς Ἀθήνας μὲ 12 δραχμὰς, εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας μὲ 1,60, εἰς δὲ τὸ Λαύριον μὲ 900 δραχ. Ὡς πρὸς τὸν δῆμον Πειραιῶς, οὗτος ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν παρουσιάζει οὐδὲ ἓν στρέμμα ἀμπέλου. Ἀλλ’ ἂν ἀνακαλυφθῇ ἓν τοιοῦτον στρέμμα, θέλει πληρώνει 78,130 δραχμάς! Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐπιτακτικὸν νὰ τροποποιήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπουργικόν. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, εἶναι εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 15, καὶ τὴν ὑποβάλλω μετὰ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι παρὰ πάντων θέλει γείνῃ ἀποδεκτή. Ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς. Διαγράφεται ἡ τελευταία γραμμὴ τοῦ ἄρθρου 15 καὶ προστίθενται τὰ ἑξῆς: «δʹ) Τὴν εἰς στρέμματα ἔκτασιν τῶν ἀμπέλων, τὴν διὰ τῶν δηλώσεων καὶ τῶν τυχὸν γενομένων καταμετρήσεων καθορισθεῖσαν, καὶ καθορίζει τὸ ἀναλογοῦν ἑκάστῳ δήμῳ ποσὸν φόρου. Τοῦτο ὅμως δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ ποσὸν ἀναλογοῦν τὸ πολὺ εἰς 3 δραχμὰς κατὰ στρέμμα, οὐδὲ νὰ ἦναι κατώτερον ποσοῦ ἀναλογοῦντος εἰς μίαν δραχμὴν κατὰ στρέμμα.»
§199ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε διατὶ δὲν δέχεσθε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀνέπτυξα;
§200ΝΕΓΡΗΣ. Διὰ νὰ συμβιβάσω ἀμφότερα.
§201ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δεχθῆτε τὴν προσθήκην τοῦ μέρους αὐτοῦ καὶ τὸν κανονισμὸν τοῦ φόρου τοῦ οἴνου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν στρεμμάτων, πρέπει νὰ τροποποιήσητε ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον.
§202Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Περὶ αὐτοῦ ἤθελον νὰ ὁμιλήσω πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος. Ἤθελον νὰ ὁμιλήσω περὶ δύο εἰσέτι θεμάτων. Τὸ πρῶτον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ προλαλήσας καὶ ἀφορᾷ εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ φόρου εἰς μόνας τὰς ἀμπέλους τὰς ἀριθμούσας πενταετῆ ἡλικίαν. Τὸ δεύτερον εἶναι τὸ ἑξῆς· ἀφοῦ σήμερον εἶναι ἀνεγνωρισμένον, ὅτι εἶναι ἀδύνατον μέχρι τέλους Ἰουνίου νὰ γείνωσιν αἱ δηλώσεις, διατὶ νὰ μὴ ὁρίσωμεν ἀπὸ τοῦδε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἑτέραν προθεσμίαν, βραδυτέραν κατὰ δύο μῆνας τοὐλάχιστον;
§203Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διατελῶ εὐγνώμων πρὸς τὸν πρὸ ὀλίγου κατελθόντα τοῦ βήματος κ. Βουλευτὴν, διότι προσηνέχθη αὐθόρμητος διαιτητὴς μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτοῦ. Δυστυχῶς δὲν ἐπέτυχεν εἰς τὴν ἐκδοθεῖσαν ὑπ’ αὐτοῦ διαιτητικὴν ἀπόφασιν, διότι δὲν λύεται δι’ αὐτῆς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη. Ὤφειλον πρωτίστως νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφον, ὁ ὁποῖος, καίτοι ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, κατέληξεν εἰς συμπέρασμα ἀνατρεπτικὸν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐλπίζων ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, περιορίζομαι μόνον ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς κ. Μπακόπουλος. Ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐν τῷ θέματι τούτῳ καὶ ἐν παντὶ θέματι σχετιζομένῳ πρὸς τοὺς φορολογικοὺς νόμους ἐθαύμασα τὴν φιλοπονίαν, τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν φορολογουμένων ἀφοσίωσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου· ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ βουλευτικῇ περιόδῳ μόνος ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων, ὁ ὁποῖος σὺν ἐμοὶ ὑπεστήριξε τὴν μεταβολὴν τοῦ ὑφεστῶτος ἐπὶ τοῦ οἴνου φορολογικοῦ συστήματος, ἦτο ὁ κ. Μπακόπουλος· ἀλλὰ χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἀφαιρέσω ἐξ αὐτοῦ τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι, ὡς ἔλεγε χθές, ἦτο ὁ πρῶτος, ὅστις ὑπεστήριξε τὴν φορολογικὴν ταύτην μεταβολὴν, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τῷ ὑπενθυμίσω, ὅτι μόνον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον εἰσῆλθεν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνῷ ἐγὼ συμπληρῶ ἤδη εἰκοσιπενταετίαν ὡς Βουλευτὴς, καὶ πάντοτε ὑπεστήριξα τὴν μεταβολὴν τοῦ σημερινοῦ ἐπὶ τοῦ οἴνου φορολογικοῦ συστήματος.
§204ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόουν, ὅτι ἔξω τῆς Βουλῆς ὑπεστήριξα τὴν ἰδέαν.
§205ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ ἀσχοληθῶ εἰς τὴν συζήτησιν πασῶν τῶν τροποποιήσεων τῶν ὑποβληθεισῶν, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι πολὺ ἐκοπίασεν εἰς τὸ νὰ ἐξονυχίσῃ τὰς λέξεις ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅστις, ὅπου ἐπεχείρησε νὰ διορθώσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ διώρθωσεν ἐπὶ τὰ χείρω. Πρωτίστως θέλω ἀσχοληθῆ ἐπὶ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ πολλὴν ἔδωκα προσοχὴν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐπὶ πολὺ ἠγόρευσε καὶ πάντες ὑμεῖς ἐδώκατε προσοχὴν, ἐπὶ τοῦ μέρους τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ φόρου. Διαφωνοῦμεν κατὰ τοῦτο μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας συναδέλφου, ὅτι ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν σύστημα ἀναλογικόν, καὶ θεραπεύοντες μίαν ἀνισότητα, προκύπτουσαν ἐκ τῆς μεγάλης διαφορᾶς, ἥτις παρατηρεῖται εἰς τὰς τιμὰς τοῦ οἴνου μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν, νὰ ἔχωμεν ὡς παράγοντα ἐν τῇ ἐπιβολῇ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τὴν ἀξίαν τοῦ οἴνου· εἶχον μάλιστα τὴν ἰδέαν, ὅτι ἤθελον εὕρει σύμφωνον εἰς τοῦτο τὸν ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτήν· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν κατενοήθην καὶ ἀκριβῶς εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς οἰνοφόρους ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας ἡ τιμὴ τοῦ γλεύκους εἶναι πολὺ μικρὰ, εὗρον τὸν κ. Μπακόπουλον, ἐκπροσωποῦντα ἐπαρχίαν τοιαύτην, δεινὸν πολέμιον. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ παρεδέχθην σύστημα βασιζόμενον εἰς τὴν κατὰ τόπους τιμὴν τοῦ γλεύκους ἢ οἴνου, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι ἐπιτροπὴ κατὰ τόπους συγκειμένη θὰ παρασκευάσῃ πάντα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ τόπου προέρχονται. Καὶ ὅτε τὸ πρῶτον ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἤτοι κατὰ τὸ 1895, καὶ νῦν, ὅτε ὡς Ὑπουργὸς ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλω αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν, πάντοτε ἀπησχολούμην ἐκ μιᾶς ἰδέας, τῆς ἰδέας ὅτι ἓν ἀσφαλὲς τεκμήριον πρὸς καθορισμὸν τοῦ ἐπιβλητέου κατὰ στρέμμα φόρου εἶναι ἡ παραγομένη κατὰ δῆμον ποσότης γλεύκους· ἐὰν συμβαίνῃ ὅλον τὸ γλεῦκος τὸ παραγόμενον εἰς ἕνα δῆμον νὰ καταναλίσκηται εἰς τὸν αὐτὸν δῆμον, τὸ τεκμήριον τοῦτο εἶναι ἀσφαλὲς, διότι οὕτως αἱ ἐπαρχίαι, εἰς τὰς ὁποίας τὸ γλεῦκος τιμᾶται περισσότερον, θὰ πληρώνωσι σχετικῶς φόρον ὀλιγώτερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον θὰ ἐπλήρωνον αἱ ἐπαρχίαι, εἰς τὰς ὁποίας τὸ γλεῦκος τιμᾶται ὀλιγώτερον· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνέβαλεν εἰς πολλὰς σκέψεις, εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι τὸ παραγόμενον εἰς πολλοὺς τοῦ Κράτους δήμους καὶ ἐπαρχίας γλεῦκος μεταφέρεται καὶ καταναλίσκεται εἰς ἑτέρους δήμους ἢ ἐπαρχίας· οὕτω δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐκ τῆς ἐν τῷ παρελθόντι φορολογίας ἀσφαλὲς ὡς πρὸς τοῦτο τεκμήριον. Μετὰ πολλὰς σκέψεις εὗρον, ὅτι ὡς στοιχεῖον πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ φόρου κατὰ δήμους δὲν πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ δημόσια βιβλία φαίνεται παραγόμενον, καὶ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἐπιτροπὴ ἐργαζομένη διὰ καταλλήλων ὀργάνων νὰ ἐξεύρῃ, ὁπόσον μέρος τοῦ γλεύκους τοῦ καταναλισκομένου ἐν ἑκάστῳ δήμῳ παράγεται ἐν τῷ αὐτῷ δήμῳ καὶ ὁπόσον προέρχεται ἐξ ἑτέρων δήμων. Ἐπὶ παραδείγματι, ἔχομεν πρὸ παντὸς ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀγορὰν τῆς καταναλώσεως τῆς πρωτευούσης, καὶ γινώσκομεν, ὅτι ἐνταῦθα γίνεται μεγίστη κατανάλωσις. Ἀλλ’ ὁ οἶνος οὗτος παράγεται ἐκ τοῦ δήμου Ἀθηναίων; Βεβαίως ὄχι. Παράγεται πρὸ παντὸς ἐκ τοῦ δήμου Κρωπίας· μεταφέρεται ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Μεγαρίδος, Αἰγίνης, τέλος δὲ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Χαλκίδος μετηνέχθη ἐνταῦθα γλεῦκος. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν γενομένην μεταφορὰν ἐκ Χαλκίδος καὶ Αἰγίνης, ἐπειδὴ ὑπάρχουσι τελωνιακαὶ ἀποδείξεις, ἦτο εὔκολον νὰ ἐξευρεθῇ τὸ ποσὸν τούτο· ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ μεταφερόμενον εἴτε ἐκ Κρωπίας, εἴτε ἐκ Μεγαρίδος, δύσκολος εἶναι ἡ ἐξεύρεσις τοῦ ποσοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Πρέπει πρὸ πάντων νὰ προσδιορίσωμεν καὶ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον παράγει ἕκαστος δῆμος, ἵνα ὦμεν ἀκριβεῖς εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ τοιούτου φόρου. Δι’ αὐτό, ἵνα μὴ περισσότερον ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, τροποποιῶ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴν καὶ πάντας ὑμᾶς θέλει πείσει, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τοῦ διανεμητικοῦ, τοῦ στηριζομένου ἐν μέρει καὶ εἰς τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους, θέλει γείνῃ ἀποδεκτή. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον 15 τροποποιημένον (ἀναγινώσκει): «Ἐντὸς τοῦ μηνὸς Αὐγούστου τοῦ 1899 ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἤ, ὅπου δὲν ἑδρεύει τοιαύτη, ὁ εἰρηνοδίκης τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος καὶ ὁ ταμίας, συνερχόμενοι, λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς ὑποβληθείσας δηλώσεις καὶ πάσας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ βεβαιοῦσι διὰ πρωτοκόλλου· αʹ) τὸ ποσὸν τῶν δηλωθέντων κατὰ δῆμον στρεμμάτων· βʹ) τὴν μέσην κατὰ στρέμμα παραγωγὴν εἰς ὀκάδας γλεύκους ἐν ἑκάστῳ δήμῳ· γʹ) τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς, ἐφ’ ᾗ ἐπωλήθη τὸ γλεῦκος κατὰ δῆμον κατὰ τὰ δύο παρελθόντα ἔτη 1897 καὶ 1898, προκειμένου περὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, κατὰ τὰ ἔτη δὲ 1895 καὶ 1896, προκειμένου περὶ τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Θεσσαλίας. Τὸ ἐπὶ τούτῳ συντασσόμενον καὶ ὑπογραφόμενον πρωτόκολλον ὑποβάλλει ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ Σεπτεμβρίου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἔνθα μεταγράφεται εἰς τὸ ἐπὶ τούτῳ τηρούμενον βιβλίων. Ἐντὸς τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἐκ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου, τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ προϊσταμένου τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τμήματος τῶν ἀμέσων φόρων, συνερχομένη ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν: αʹ) Τὸν μέσον ὅρον τοῦ κατὰ τὰ τέσσαρα προηγούμενα ἔτη 1895, 1896, 1897 καὶ 1898 διὰ τὰς ἄλλας τοῦ Κράτους ἐπαρχίας, κατὰ τὰ ἔτη δὲ 1895 καὶ 1896 διὰ τὰς Θεσσαλικὰς, βεβαιωθέντος ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. βʹ) Τὸν μέσον ὅρον τοῦ κατὰ τὰ αὐτὰ ὡς ἄνω ἔτη βεβαιωθέντος καθ’ ὅλον τὸ Κράτος δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου. Τὸ ἄθροισμα τῶν δύο ἀνωτέρω μέσων ὅρων ἡ ἐπιτροπὴ κατανέμει εἰς τοὺς δήμους τοῦ Κράτους, ἐκτὸς τῶν ἐξαιρουμένων ὑπὸ τῶν ἄρθρων 32 καὶ 33 τοῦ παρόντος νόμου, ἀναλόγως αʹ) Τῶν δηλωθέντων στρεμμάτων ἑκάστου δήμου. βʹ) Τοῦ μέσου ὅρου τῆς κατὰ στρέμμα παραγωγῆς ἑκάστου δήμου καὶ γʹ) Τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς, ἐφ’ ᾗ ἐπωλήθη καθ’ ἕκαστον δῆμον τὸ γλεῦκος κατὰ τὰ δύο ἔτη, τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῇ § 1 τοῦ παρόντος ἄρθρου. Ὁ ἐλάχιστος κατὰ στρέμμα φόρος δὲν δύναται νὰ ἦναι κατώτερος τῆς δραχμῆς.»
§206ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ μέγιστος κατὰ στρέμμα φόρος πόσος θὰ ἦναι;
§207ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ἐκ τῶν προτέρων, διότι, ὅταν παραδεχώμεθα σύστημα διανεμητικόν, πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ ἐπιτροπή. Βεβαίως κατὰ τοὺς ἡμετέρους ὑπολογισμοὺς δὲν θέλει ὑπερβῆ ἡ κατὰ στρέμμα φορολογία τὰς 4 δραχμάς. Ἀλλ’ εἶναι πιθανὸν νὰ φορολογηθῶσιν ἄμπελοί τινες καὶ μέχρι 5 δραχμῶν, ὅπου ὑπάρχουσι κτήματα παραγωγικά, καὶ οὐχὶ μόνον παραγωγικά, ἀλλ’ ὅπου αἱ ἄμπελοι καὶ παραγωγικαὶ εἶναι καὶ παράγουσι γλεῦκος, τὸ ὁποῖον τιμᾶται περισσότερον. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ὑπέδειξε, νὰ προσδιορισθῇ αὐθαιρέτως ἢ μᾶλλον νὰ διαιρεθῇ ἡ ποιότης τῶν ἀμπέλων εἰς τρεῖς κατηγορίας καὶ νὰ ἀφεθῇ εἰς ἐπιτροπὴν ἡ κατάταξις τῶν ἀμπέλων εἰς μίαν τῶν κατηγοριῶν τούτων, δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸ θεωρήσω πρακτικόν, διότι ἐδοκιμάσθη ἐν τῷ παρελθόντι. Γινώσκομεν πάντες, ὅτι τὸ σύστημα τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τῶν ἀμπέλων ἦτο ἐν ἰσχύϊ ἀπὸ τοῦ 1845 μέχρι τοῦ 1882. Κατὰ τὸν νόμον, ὅστις τὸ πρῶτον τὴν τοιαύτην κατὰ στρέμμα φορολογίαν τῶν ἀμπέλων εἰσήγαγεν, εἶχον καθιερωθῆ πέντε ποιότητες ἢ πέντε τάξεις — πέντε ποιότητες εἶχον ὀνομασθῆ ὑπὸ τοῦ νομοθέτου· — μετὰ παρέλευσιν 40 σχεδὸν ἐτῶν κατηργήθη, ἰδίως διότι αἱ ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι ἐδίκαζον τὰς ἐνστάσεις, κατώρθωσαν, ὥστε πᾶσαι αἱ ἄμπελοι τῆς Ἑλλάδος νὰ ἦναι πέμπτης τάξεως! Τοῦτο θέλει συμβῆ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἐὰν δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ. Ἐνῷ, ἐὰν στηριχθῶμεν εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἔχωμεν τὰ ἑξῆς πλεονεκτήματα. Πρῶτον, ἀσφαλίζομεν τὴν πρόσοδον τοῦ Δημοσίου. Δεύτερον, καθιστῶμεν ἐνδιαφερομένους πάντας τοὺς ἀμπελοκτήμονας, καὶ τῶν χωρίων αὐτῶν ἀκόμη, ὅπως μὴ ἀφήσωσιν ἄλλους ἀμπελοκτήμονας νὰ ἔχωσι τὰς ἀμπέλους των ἀδηλώτους ἢ ἐλλιπῶς δεδηλωμένας, διότι, ἐφ’ ὅσον παροραθῇ ἡ ἐλαττωματικὴ δήλωσις ἀμπέλων συγχωρίων των, ἐπὶ τοσοῦτον αὐτοὶ ἐπιβαρύνονται. Τρίτον, ὅπου ὁ οἶνος τιμᾶται περισσότερον, ἐκεῖ ὁ φόρος θὰ ἦναι ἀνώτερος. Καὶ εἶναι καὶ δίκαιον. Διότι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὡς δίκαιον, ὅτι ὁ ἀμπελοκτήμων τῆς Τριπόλεως, ὁ ὁποῖος πωλεῖ, ὡς εἶπε χθὲς εὐφυολογῶν ἐπὶ ἑνὸς ἐπεισοδίου παρελθόντος ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτής, μέχρι τριῶν λεπτῶν, πρέπει νὰ πληρώσῃ τὸν αὐτὸν φόρον, τὸν ὁποῖον πληρώνει ὁ ἀμπελοκτήμων ἐν Ἀθήναις, ὅστις πωλεῖ τὸ γλεῦκός του ἄνω πάντοτε τῶν 20 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Ἐπὶ τοῦ θέματος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, δὲν περιωρίσθην μόνον εἰς τὴν ἐμὴν γνώμην. Συνεβουλεύθην ἀμπελοκτήμονας καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπῶ, καὶ ἐν Πάτραις, καὶ πάντας εὗρον συμφώνους εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ συστήματος τοῦ διανεμητικοῦ, ἔχοντος καὶ τὴν βάσιν τῶν τιμῶν, τὰς ὁποίας ὁ οἶνος ἔχει. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀναβάλῃ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ ψήφισιν. Ἀναλαμβάνω δὲ ἀπέναντι αὐτῆς τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον, ὁμοῦ μὲ τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν εἰσάγω νῦν, καὶ μὲ τὰς ἄλλας τροποποιήσεις, τῶν ὁποίων θὰ ποιήσωμαι μνείαν, τὸ ἀνατυπώσω καὶ ἑπομένως εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§208ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ἔχωμεν καιρόν.
§209ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ λάβητε αὔριον, διότι εὐτυχῶς αὔριον δὲν ἔχομεν ἐργασίαν ἕνεκα τῆς ἑορτῆς· ἐξεδηλώθη ἐπιθυμία, ὅπως μὴ συνεδριάσωμεν.
§210ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν Παρασκευὴν ἑπομένως θὰ συζητηθῇ.
§211ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ἐπί τινων ἄλλων παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Πρῶτον, τινὰς τούτων δὲν θεωρῶ ἀξίας νὰ συζητῶνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὅταν βλέπητε πρότασιν, ὅπως τὸ πρῶτον ἄρθρον γείνῃ τελευταῖον, βεβαίως δὲν θὰ κρίνητε αὐτὴν ἀξίαν ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, διότι εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον δύναταί τις νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι καὶ εἰς τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἐν ἀδίκῳ, διότι δὲν ἐσυλλογίσθη, ὅτι ἔχει ἔμπροσθέν του ἓν οἰκοδόμημα ὑφιστάμενον πρὸ πολλοῦ, ὡς ὁ ἴδιος ἔλεγε· θέλει νὰ καταρρίψῃ τὸ παλαιόν, χωρὶς ν’ ἀνοικοδομήσῃ νέον. Λοιπὸν προκειμένου νὰ καταργήσητε ἕνα λειτουργοῦντα νόμον, πρέπει ἀντ’ αὐτοῦ νὰ φέρητε ἕνα ἄλλον.
§212ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιμένω.
§213ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ὡς πρὸς μίαν ἄλλην παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἔχει σπουδαιότητά τινα. Εἶναι διὰ τὴν ἡλικίαν τῆς ἀμπέλου. Ὁμολογῶ, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο νομίζω ὅτι δύναμαι, ὅπως πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Νέγρης πρὸ ὀλίγου ἔλεγε, νὰ μὴ συμφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Μπακοπούλου, δεχομένου τὸ τέταρτον καὶ οὐχὶ τὸ τρίτον, διότι πάντες γινώσκομεν, ὅτι μία ἄμπελος, ὅταν συμπληρώσῃ τὸ τρίτον ἔτος, δίδει εἰσόδημα.
§214ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς δαπάνας τὸ εἰσόδημα.
§215ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι πάντες γνωρίζουσιν, ὅτι ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν θέλομεν ἐπιβάλει, δὲν εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ καταστραφῶσιν ἐπί τινα χρόνον. Μάλιστα ἔχω κατάλογον τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, γινώσκω δὲ τοὐλάχιστον εἴκοσιν ἐπαρχίας, καὶ ἀπὸ καμμίαν δὲν ἤκουσα, ὅτι ἡ ἄμπελος δὲν δίδει κατὰ τὸ τέταρτον ἔτος εἰσόδημα.
§216ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δίδει, ἀλλὰ δὲν ἀνταποδίδει τὰ ἔξοδα. Εἶναι τόσον ὀλίγον τὸ εἰσόδημα!
§217ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι θὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος καλῶς.
§218ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ποῖον παρεδέχθητε;
§219ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὸ τέταρτον ἔτος.
§220ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπεπληρωμένον;
§221ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Φυσικώτατα. (Διάλογοι).
§222ΝΕΓΡΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Λαύριον, ὡς σᾶς εἶπον, τὸ στρέμμα θὰ φορολογηθῇ σήμερον 900 δραχμάς! Κανένα περιορισμὸν δὲν θὰ ἔχῃ ἡ ἐπιτροπή; Θὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα;
§223ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως δὲν ἐξηγοῦμαι ἐπαρκῶς. Μετὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, δὲν πρόκειται πλέον νὰ χρησιμοποιηθῇ ἡ παραγωγὴ τοῦ οἴνου, ἵνα λάβωμεν τὸ καταναλωθὲν ἐν τῷ τόπῳ ποσὸν οἴνου ὡς βάσιν τῆς φορολογίας. Αὐτὸ πλέον ὡς στοιχεῖον πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ φόρου ἐλλείπει, καὶ ἔχετε μόνον τὴν ἔκτασιν, τὴν τιμὴν καὶ ὅλως διόλου τὴν κατὰ μέσον ὅρον παραγωγήν.
§224ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὰ ἀναγνώσωμεν κατόπιν.
§225ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ πεισθῆτε περὶ τούτου.
§226ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ χαρῶ, ἐὰν πεισθῶ.
§227ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι εἶχεν ἀσχοληθῆ νὰ λάβῃ πληροφορίας περὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν ἀμπέλων. Ἐγώ, ὅτε ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐζήτησα πληροφορίας, ἠναγκάσθην δι’ ἐγκυκλίων νὰ ἐπαναλάβω, καὶ πολλάκις τηλεγραφικῶς, τὴν ἐντολήν, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ συγκεντρώσω μερικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μόλις κατώρθωσα νὰ ἔχω! Τέλος πάντων περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, ὁ μέσος ὅρος ἀνέρχεται εἰς ἓν ἑκατομμύριον στρέμματα. Ἐὰν εἶχον πεποίθησιν, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι ἀκριβεῖς, ἤθελον ἴσως εἶμαι γενναιότερος εἰς παραχωρήσεις.
§228ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἓν ἑκατομμύριον περίπου στρέμματα, κατ’ ἄλλας πληροφορίας, ἀνέρχονται αἱ σταφιδάμπελοι, αἱ δὲ ἄμπελοι τοὐλάχιστον εἰς τριπλάσιον ἀριθμόν.
§229ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρετε ὅτι, ὅτε πρὸ πέντε ἐτῶν, νομίζω, εἶχον ὑποβάλει τὸ νομοσχέδιον αὐτό, εἶχον παρακαλέσῃ νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι παρὰ τῶν διαφόρων ἀρχῶν; Ἐζητήθησαν τότε αἱ πληροφορίαι· κατ’ αὐτὰς δέ, ποίαν ἔκτασιν παρουσιάζοντο ἔχουσαι αἱ ἄμπελοι; 600 χιλιάδων στρεμμάτων.
§230ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσαν ἀτελεῖς, ἀτελέσταται αἱ πληροφορίαι αὗται.
§231ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ἔχῃ θετικὰς πληροφορίας ἐν Ἑλλάδι. Ἡ στατιστικὴ ἐν Ἑλλάδι εἶναι εἰς νηπιώδη κατάστασιν.
§232ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν τοιαύτην.
§233ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἔκτασις αὕτη τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου στρεμμάτων ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν δηλώσεων, βεβαίως ὁ φόρος αὐτὸς θέλει ἀποβῆ ἐντελῶς ἀνεπαίσθητος. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν ἐπ’ αὐτῶν, καὶ ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ ἀναμένωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, καί, ὅταν διὰ τῶν δηλώσεων ἔχωμεν μίαν ἐξηκριβωμένην ἔκτασιν, θέλομεν σκεφθῆ τότε καλλίτερον.
§234ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἅπαξ τεθῇ εἷς φόρος, δὲν καταργεῖται εὐκόλως ἐν Ἑλλάδι.
§235ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν ζῴων δὲν ἐνεπνεύσθην ἀπὸ πνεῦμα ταμιευτικόν.
§236ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὁμολογοῦμεν ὅλοι.
§237ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον εὑρεθῆ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, σᾶς ὑπόσχομαι, ὅτι ἔσομαι πολὺ ἐνδοτικὸς εἰς παραχωρήσεις πρὸς τοὺς φορολογουμένους. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι σήμερον ὀφείλω, ἐπειδὴ δὲν ἔχω ἔδαφος ἀσφαλές, νὰ προνοήσω περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ γένηται δεκτὸν τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀσφαλίζει τὸ εἰσόδημα τοῦ Δημοσίου.
§238ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περιττὴ πᾶσα συζήτησις!
§239ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὰς ἄλλας τροπολογίας, πολλὰς ἐξ αὐτῶν τῷ ὄντι τὰς ἔχω σημειώσει ἐνταῦθα, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι θέλει ἀπασχοληθῆ ἡ Βουλή. Πρὸ πάντων, ὅταν πρόκειται περὶ ἐπιδόσεως κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ὅταν πρόκειται περὶ τῆς συμπράξεως τοῦ ἀστυνόμου, ὅλα αὐτὰ τὰ ἐδέχθην. Ἐδέχθην ἀκόμη καὶ τὸ ἄλλο, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 255 τοῦ Ποιν. Νόμου, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι καὶ ἐγὼ εὗρον, ὅτι, ὅταν παρὰ πολὺ αὐστηραὶ ἦναι αἱ ποιναὶ, δυσκόλως ἐφαρμόζονται. Τὰς πλείστας λοιπὸν τῶν τροπολογιῶν ἀπεδέχθην, ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ ἴδητε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀνατυπωθησομένῳ αὔριον καὶ διανεμηθησομένῳ. Ὡς πρὸς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρυστίας συνάδελφος, καὶ τὴν ὁποίαν καὶ ἕτερος μοὶ ὑπέμνησεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὁμολογῶ, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς δύσκολον θέσιν. Ἀδυνατῶ ν’ ἀποδεχθῶ ἀσυδοσίαν, δι’ οἱονδήποτε λόγον, προκειμένου περὶ ὡρισμένων ἐπαρχιῶν, διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν διὰ τὴν Καρυστίαν τὴν ἀπαλλαγὴν ἐκ παντὸς φόρου, δὲν ἠξεύρω ἂν καὶ οἱ κάτοικοι ἄλλων ἐπαρχιῶν δὲν ἤθελον προβάλει τὴν αὐτὴν ἀξίωσιν.
§240ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μάλιστα ὅπου ὁ οἶνος δὲν ἔχει τιμήν.
§241ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἡ τιμὴ, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ κάτοικοι Καρυστίας πωλοῦσι τὸ γλεῦκος, εἶναι λίαν ἐξηυτελισμένη, ὥστε, ὡς τοὐλάχιστον ἐπληροφορήθην, μόλις ἀπολαμβάνουσι τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι μόνιμος κατάστασις. Προκειμένου δὲ περὶ ἀμπέλων, οἷαι αἱ ἐν Καρυστίᾳ, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ ἦναι εἰς τὴν τελευταίαν κατηγορίαν, δηλονότι εἰς τὴν μίαν δραχμὴν κατὰ στρέμμα. Ἠρώτησα τὸν συνάδελφον, πόσα δαπανῶσιν οἱ κάτοικοι Καρυστίας διὰ τὴν καλλιέργειαν, καὶ μοὶ εἶπεν 70 δραχμὰς κατὰ στρέμμα.
§242ΠΟΛΛΟΙ. Λάθος! λάθος!
§243ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ἦναι· δὲν ἐνδιαφέρομαι δι’ αὐτό.
§244ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 20 δραχμαὶ εἶναι εἰς ἡμᾶς.
§245ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον μίαν παρατήρησιν ἀπηύθυνα εἰς αὐτὸν, ἐὰν δαπανῶσιν 70 δραχμὰς, θὰ προσθέσωμεν μίαν δραχμὴν ἀκόμη—ἑβδομήκοντα μίαν—καὶ δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ καταστραφῶσιν. Ἐκτὸς δὲ τούτου τὰ ἡμερομίσθια παραλλάσσουσιν. Λοιπὸν ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι εἰς τὰ ἡμερομίσθια ὑπάρχει διαφορὰ πέντε ἕως δέκα λεπτῶν, ἰδοὺ ἡ διαφορά. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασίν του, τὴν ὁποίαν μετὰ πολλῆς λύπης ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ.
§246Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ὅσα εἶπεν, ἀλλ’ ἡ τροπολογία δὲν ἀποβλέπει τὸν παραγόμενον οἶνον τῆς Καρυστίας, ἀποβλέπει μόνον τὸν μέλανα τῆς Κύμης, οὗτινος χρῆσις δὲν γίνεται ἐν Ἑλλάδι· οὗτος πωλεῖται εἰς τὴν Γαλλίαν πρὸς χρωματισμὸν τῶν γαλλικῶν οἴνων, καὶ ἀγοράζεται εἰς εὐτελεστάτην τιμήν· εὐθὺς δ’ ὡς ὑψωθῇ ἡ τιμή του, θὰ παύσῃ ἐξαγόμενος καὶ οὕτω θέλει καταστῆ ἄχρηστος σχεδόν. Αὐτὸς ὁ οἶνος πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν οἴνων τῆς Ἑπτανήσου, τῆς Θήρας καὶ τῆς Πάρου, οἵτινες μένουσιν ἀφορολόγητοι.
§247ΚΡΙΣΠΗΣ. Ἐν Θήρᾳ πληρώνουσι φόρον ἐξαγωγικόν.
§248ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ὁ κ. συνάδελφος πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἀπαλλάσσεται τῆς φορολογίας ὁ ἐξαγόμενος οἶνος εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀλλ’ ὁ καταναλισκόμενος ἐν τῷ τόπῳ ὑποβάλλεται εἰς αὐτήν. Ἂν δὲ παραβάλῃ τὸν φόρον, ὃν πληρώνει σήμερον ἡ Καρυστία διὰ τὸν οἶνον, πρὸς ἐκεῖνον, ὃν θὰ πληρώσῃ κατὰ τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, θὰ εὕρῃ, ὅτι εἶναι οὗτος μικρότερος. Δὲν ἐννοῶ δὲ, διατί ζητεῖ νὰ ἀπαλλαγῇ ἡ Καρυστία παντὸς φόρου. Δὲν πρέπει δὲ νὰ συγχέῃ τὰ γενόμενα ἐν Θήρᾳ, Πάρῳ καὶ Ἑπτανήσῳ, διότι εἰς τὰ μέρη ταῦτα ὑποβάλλεται εἰς φορολογίαν τὸ γλεῦκος κατὰ τὴν ἐξαγωγήν. Τὸν διαβεβαιῶ δὲ, ὅτι ἡ Καρυστία δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ, ἀλλὰ μᾶλλον θ’ ἀνακουφισθῇ, καὶ τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψιν, πρέπει νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον.
§249Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἤθελε φανῆ παράδοξον, πῶς ἐγὼ, καταγόμενος ἐξ ἐπαρχίας μὴ οἰνοφόρου, λαμβάνω τὸν λόγον εἰς συζήτησιν νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου. Ἀλλὰ μὲ δικαιολογεῖ ἡ ἀνυπαρξία ἀμπέλων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου ἀφ’ ἑνὸς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ σκέψις, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἴσως ἐπιβαρυνθῇ αὕτη διὰ φορολογίας. Ἐξηγοῦμαι. Εἰς τὴν Εὐρυτανίαν καὶ Ναυπακτίαν, κυρίως εἰπεῖν, ἄμπελοι δὲν ὑπάρχουσιν, οὔτε ἐκτάσεις ἀμπελόφυτοι, ὑπάρχουσιν ὅμως πρανῆ λόφων ἢ ὀρέων, τὰ ὁποῖα ἡ φιλοπονία τῶν κατοίκων μετέβαλεν εἰς ἀγροὺς, πενιχροὺς ἄλλως, ἐξ ὧν πορίζονται τὸν ἄρτον αὑτῶν, σπείροντες ἀραβόσιτον· ἀλλ’ ἵνα συγκρατῶσι τὸ χῶμα οἱ δυστυχεῖς γεωργοί, ὅπως μὴ παρασύρηται ὑπὸ τῶν ὀμβρίων ὑδάτων, ἀναγκάζονται νὰ κατασκευάζωσι τὰ λεγόμενα πεζούλια, εἰς τὰ ὁποῖα, πρὸς πλειοτέραν συνοχὴν τοῦ χώματος, ἐμφυτεύουσι κλήματα. Ἀλλὰ ταῦτα θὰ θεωρηθῶσιν ἀμπελῶνες;
§250Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν πρόκειται περὶ κλημάτων σποραδικῶς πεφυτευμένων πρὸς συγκράτησιν τοῦ χώματος, αὐτὰ δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἄμπελοι.
§251ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, διότι, ὑφισταμένης ἄλλοτε στρεμματικῆς φορολογίας ὑπὸ ἀλλοίαν μορφὴν, κατὰ πρότασιν τοῦ μακαρίτου Ροντήρη ἐν ἔτει 1868 ἢ 1869 ἐξῃρέθησαν τῆς φορολογίας αὐτὰ τὰ κλήματα διὰ ῥητῆς διατάξεως ὡς πρὸς τὰς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας καὶ Ναυπακτίας, καὶ φοβοῦμαι, μὴ διὰ τοῦ εἰσαγομένου νέου συστήματος ὑποβληθῶσι καὶ ταῦτα εἰς τὴν φορολογίαν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἥτις παρακαλῶ νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω.
§252ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ γείνῃ σήμερον ψηφοφορία ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, ἀλλὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, διότι δὲν εἶναι παρόντες πάντες οἱ Βουλευταί, ἡ δὲ ὥρα εἶναι προκεχωρηκυῖα. Παρακαλῶ δὲ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς ἀμέσως ἑπομένης συνεδριάσεως πρῶτον.
§253Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλει ἐγγραφῆ πρῶτον, ἀλλ’ ἂν δι’ ἐπερωτήσεων ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλή, πάλιν θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν περὶ τὴν ὀγδόην ὥραν.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–31, ὡς ἔχουσι).
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 32 (ἀναγινώσκεται).
§256ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Τὸ ἄρθρον 32 διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς: «Ὁ παρὼν νόμος δὲν ἐφαρμόζεται ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Γυθείου καὶ Οἰτύλου». Ἀνάγκη νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ ἐν τῷ δήμῳ Ἐπιδαυρίων», διότι κατὰ τὸ ψήφισμα τῆς ἐν Ἐπιδαύρῳ Συνελεύσεως οἱ Ἐπιδαύριοι εἶναι ἀπηλλαγμένοι παντὸς φόρου. Πρέπει δὲ ν’ ἀναγραφῇ τοῦτο ἐν τῷ νόμῳ· διότι, ἂν δὲν ἀναγραφῇ, θέλουσι γεννηθῆ δίκαι καὶ καταπιέσεις τῶν χωρικῶν, ὡς ἐγεννήθησαν κατὰ παρελθόντα ἔτη, τὰ δὲ δικαστήρια ἀνεγνώρισαν τὴν ἰσχὺν τοῦ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως τῆς Ἐπιδαύρου.
§257Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ τοῦ θέματος τούτου εἶναι γνωστὰ, καὶ ὁσάκις συνεζητεῖτο φορολογικὸς νόμος, ἐτίθετο ἡ ἐξαίρεσις. Γινώσκω δὲ, ὅτι τὰ δικαστήρια, ὁσάκις ἦλθεν ἡ ὑπόθεσις εἰς αὐτὰ, ἀνεγνώρισαν τὴν ἰσχὺν τοῦ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως τῆς Ἐπιδαύρου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐνταῦθα δὲν πρέπει νὰ γείνῃ μνεία, διότι περιττεύει.
§258ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀρκεῖ. Παρακαλοῦμεν δὲ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 32, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 204). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10 μ. μ.)