1899.05.25
1.855 στίχοι · 14.336 λέξεις · 95 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
Τῆς 25 Μαΐου 1899.
(Τρίτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 35′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμα τοῦ λαοῦ Πατρῶν, παρακαλοῦντος αʹ) ὅπως ἡ Βουλὴ λάβῃ νομοθετικὰ μέτρα πρὸς διαρρύθμισιν τῶν ἀναγκαστικῶν ἐκτελέσεων τῆς ἀκινήτου περιουσίας, καὶ βʹ) ὅπως ἡ Κυβέρνησις προβῇ εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἐν Πάτραις ἀστυνομίας. Ὡσαύτως τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου Ὄθρυος, παρακαλοῦντος ἐξ ὀνόματος τῶν συνδημοτῶν του, ὅπως ὑπαχθῇ ὁ δῆμος οὗτος εἰς τὴν διοικητικὴν περιφέρειαν Φθιώτιδος. Αἴτησιν τοῦ Γ. Κωνσταντίνου, συνιστῶντος, ὅπως ὡς τόπος ψηφοφορίας μὴ χρησιμοποιῶνται οἱ ναοί. Αἴτησιν τοῦ γέροντος ἀγωνιστοῦ Μιχ. Ἀντωνιάδου, ἐξαιτουμένου ὡς ἀμοιβὴν τῶν πρὸς τὴν πατρίδα ἐκδουλεύσεων καὶ θυσιῶν του μηνιαῖον χρηματικὸν βοήθημα.
§2Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀγωνιστὴς Ἀντωνιάδης εἶναι ἄξιος πάσης συστάσεως.
§3Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Συνιστῶ θερμότατα τὴν ἀναφορὰν ταύτην τοῦ ἀγωνιστοῦ Ἀντωνιάδου.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἀληθῶς ἀγωνιστὴς τοῦ 1821. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ ἡ αἴτησίς του μετὰ ἰδιαιτέρας συστάσεως εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Στυλιανὸς Ρήγας ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου τοῦ δήμου Μεγάρων δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλεῖ, ὅπως ἕνεκεν τῆς ἐπελθούσης καταστροφῆς τοῦ ἐλαιοκάρπου ἐπιστραφῇ αὐτῷ τὸ ἥμισυ τοῦ καταβληθέντος μισθώματος.
§6Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν τοῦ Στυλιανοῦ Ρήγα, ὅπως ἐρευνηθῶσιν ἐπισταμένως τὰ δίκαια τοῦ ἀναφερομένου, ὁ ὁποῖος τῷ ὄντι ἐζημιώθη ἐκ τῆς φοβερᾶς ἀνομβρίας.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κορωπὶ δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων.
§8Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ τυπωθῇ αὐτὴ ἡ ἀναφορά, καθὼς καὶ ὅλαι αἱ σχετικαὶ πρὸς τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εἶναι δυνατόν, ἕνεκα τῆς πληθώρας τῆς πρὸς τύπωσιν ὕλης ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ. Ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς παρακαλεῖ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1898 μέχρι τέλους Ἀπριλίου ἢ Μαρτίου.
§10Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποταθῇ πρὸς τὴν Βουλήν. Διατὶ δὲν ἀποτείνεται ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν Ὑπουργόν; Ὑπεβλήθησαν, κύριε Πρόεδρε, διάφοροι ἀναφοραί, σχετιζόμεναι μὲ νομοσχέδια, ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ λάβωμεν πάντες γνῶσιν τῶν ὑποβληθεισῶν τούτων ἀναφορῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τυπωθῶσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος· νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν τὴν σύνταξιν πίνακος, περιέχοντος σύντομον περίληψιν ἑκάστης τῶν ἀναφορῶν τούτων. Τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς εὐκόλως δύναται νὰ συντάξῃ τὴν περίληψιν ταύτην καὶ νὰ τὴν διανείμῃ τυπωμένην εἰς τοὺς Βουλευτάς.
§11Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀλυσιτελὲς τὸ μέτρον, διότι ἡ περίληψις θὰ ἐκπροσωπῇ τὴν γνώμην τοῦ συντάξαντος αὐτήν, ἐκ συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Δραγούμης κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα λεπτομερῆ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων δαπανῶν ἐπὶ τῆς ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1898 πιστώσεως (Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν) κεφαλαίου 16 ἄρθρου 1 «συντήρησις οἰκοδομῶν, ἤτοι ἐπισκευὴ καὶ τροποποίησις στρατιωτικῶν κτιρίων δραχ. 100,000.» Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Κ. Χατζηπέτρος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ὡσαύτως ὁ βουλευτὴς Τριχωνίας κ. Δ. Κατσάνος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν ζῴων. Ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Παπαμιχαλόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δασῶν νόμων. Αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 188–190). Ὁ βουλευτὴς Τριχωνίας κ. Κατσάνος κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Ἀναφερόμενος εἰς τὴν κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς 3 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. περὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λιβαδίου «Σαρακίνα» ἀναπτυχθεῖσαν καὶ ἐγγράφως κατατεθεῖσαν ἐπερώτησίν μου, παρακαλῶ καὶ αὖθις τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα διατάξῃ ἐπειγόντως τὴν δέουσαν ἐνέργειαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, σπουδαίως ἐνδιαφέροντος καὶ τὸ Δημόσιον καὶ τοὺς δημότας.»
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 1,374,394.35, χορηγηθεισῶν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897 διὰ Β. Διαταγμάτων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχ. 47,962,655.20, χορηγηθεισῶν διὰ Β. Διαταγμάτων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, καὶ 2) Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 99,795,060.14, χορηγηθεισῶν διὰ Β. Διαταγμάτων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ἐκτελεσθέντων καὶ παραληφθέντων ἔργων ἐν τῷ στρατιωτικῷ νοσοκομείῳ Ἀθηνῶν καὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 81,089.82 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898.
§15Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐδῶ, βλέπω, ἐξετελέσθη ἔργον, ἀφορῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι δὲ γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τμῆμα μηχανικοῦ, διευθυνόμενον ἀπὸ ἀνώτερον ἀξιωματικὸν, καὶ ἐν γένει ὑπηρεσίαν κατάλληλον καὶ ἁρμοδίαν, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἐποπτεύσῃ εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον, καθὼς βλέπομεν ἐκ τῆς ἐκθέσεως, ἐξετελέσθη τῇ διαταγῇ τῆς πριγκιπίσσης Σοφίας. Ἐρωτῶ, διατὶ τὸ ἔργον τοῦτο ἀνετέθη εἰς ἰδιώτην μηχανικὸν καὶ δὲν ἐξετελέσθη ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; ἤ, ἀφοῦ τὸ ἔργον τοῦτο ἐθεωρήθη ἐπάναγκες, ὅπως ἐκτελεσθῇ ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ, ὁ ὁποῖος προσελήφθη, διατὶ κατόπιν, κατὰ τὴν παραλαβὴν, δὲν παρελήφθη τὸ ἔργον ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἶναι τὸ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; Πληροφορίαν ἁπλῆν περὶ τούτου ζητῶ, διότι μοὶ φαίνεται παράδοξον, πῶς, ἐνῷ εἶναι τόσον πλουσία ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνέθηκεν ἡ Κυβέρνησις εἰς ἰδιώτην μηχανικὸν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου.
§16Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι ἐκ τῶν ἐν προγενεστέραις συνεδριάσεσι λεχθέντων οἱ κ.κ. Βουλευταὶ ἐπληροφορήθησαν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ προκειμένη δαπάνη. Ἡ πριγκίπισσα Σοφία ὑπέλαβεν, ὅτι δι’ οὗ ποσοῦ ἠδύνατο αὕτη νὰ διαθέσῃ, ἤτοι ποσοῦ ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν, ἠδύνατο νὰ ἐπισκευάσῃ καὶ ἀνακαινίσῃ τὸ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον· ἐπελήφθη τοῦ ἔργου, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ δὲν ἐπήρκεσε τὸ ποσὸν τῶν 100,000 δραχμῶν. Τότε ἦλθεν ἀρωγὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διατάξας νὰ καταβληθῇ τὸ ὑπόλοιπον ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου. Τὸ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον εἶναι δημόσιον ἵδρυμα, χρησιμώτατον καὶ ἀπαραίτητον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπισκευάσῃ καὶ ἀνακαινίσῃ τὸ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον, διότι, ὡς τοῦτο εἶχε, δὲν ἐξεπλήρου τὸν προορισμόν του, ὀφείλομεν δὲ χάριτας εἰς τὴν Α. Β. Ὑψ. τὴν πριγκίπισσαν Σοφίαν, διότι εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν εἰς ἔργον ὡμολογημένης ἀνάγκης καὶ κατέβαλε τὸ πλεῖστον τῆς δαπάνης.
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἴσως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ παρατηρηθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἶναι, ὅτι εὐκταῖον θὰ ἦτο, ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ δαπανηθῶσιν 100,000 δραχμαί, νὰ μετετίθετο ἐκεῖθεν τὸ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον, διότι ὁ κατὰ τὸ μέρος ἐκεῖνο συνοικισμὸς ἐπεξετάθη πολὺ πέριξ τοῦ Νοσοκομείου, οὕτως ὥστε τοῦτο εὑρίσκεται νῦν ἐν τῷ κέντρῳ πολυπληθοῦς συνοικισμοῦ, καὶ θέλει συμβῆ μετ’ ὀλίγον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη μὲ τὸ δημοτικὸν νοσοκομεῖον «ἡ Ἐλπίς». Ἂν δὲ μετετίθετο ἀλλαχοῦ, θὰ ᾠκοδομεῖτο καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον, τὸν ἁπανταχοῦ τῆς Εὐρώπης εἰσαχθέντα, ἤτοι ἐν παραρτήμασι (en pavillons). Τοιοῦτόν τι εἶχον ἐπιχειρήσει νὰ ἐκτελέσω κατὰ τὸ 1890, ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ εἶχον ἀρχίσει ἐργαζόμενος νὰ εὕρω οἰκόπεδον ὀλίγον κατωτέρω, ἐπὶ τῆς κλιτύος ἐκείνης, ἐφ’ ἧς συνέβη τὸ ἀπαίσιον τόλμημα κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἀλλὰ τὰ πράγματα ἔμειναν τότε, εὐκταῖον ὅμως ἦτο, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἤθελεν ἐργασθῆ περὶ τούτου.
§18Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος συντασσόμεθα πάντες, ἀλλὰ τὰ γενόμενα ὡς πρὸς τὸ Νοσοκομεῖον δὲν θέλουσι κωλύσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ ἑτέρου χώρου πρὸς ἀνίδρυσιν τοῦ Νοσοκομείου, καίτοι προβάλλεται ὑπό τινων τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ὑπάρχῃ ἓν Νοσοκομεῖον ἐντὸς τῆς πόλεως.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§21Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ μηχανικὸς, ὁ ἐκτελέσας τὸ ἔργον καὶ ὑπογράφων τὸν προϋπολογισμόν, ἐξετέλεσε πλῆρες τὸ καθῆκον αὑτοῦ. Ἀλλὰ διὰ τοῦ ἄρθρου 3 εἰσάγεται εἰς τὸ λογιστικὸν ἡμῶν σύστημα μία κακὴ ἀρχὴ, ἡ ἔλλειψις δηλ. δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, σχετιζομένων πρὸς τὰς λεπτομερείας ἑκάστης δαπάνης. Ἐὰν τοιαύτην ἀρχὴν παραδεχθῶμεν, θὰ ἦναι φόβος, μήπως καὶ ἐπὶ ἄλλων δαπανῶν ἀναγκασθῶμεν, στηριζόμενοι ἐπὶ τῆς παραδεχθείσης ἀρχῆς, νὰ παραδεχθῶμεν τὸ αὐτό. Νομίζω, ὅτι ὁ μηχανικός, ὁ ἐκτελέσας τὸ ἔργον, βεβαίως θὰ ἔχῃ τὰ δικαιολογητικὰ ἑκάστης πληρωμῆς, συμφώνως μὲ τὸν προϋπολογισμόν, ὅστις προσαρτᾶται εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ δυσκολία, ἵνα σὺν τῷ προϋπολογισμῷ προσαρτηθῶσι καὶ τὰ δικαιολογητικά. Τοσούτῳ μᾶλλον θεωρῶ τοῦτο ἀναγκαῖον, καθόσον ἐνταῦθα ψηφίζομεν οὐχὶ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ὅλης δαπάνης, ἥτις ἀνῆλθε κατὰ τὴν ἔκθεσιν εἰς 181,000 δραχμάς, ἀλλὰ πληρωμὴν ὡρισμένων τεχνικῶν ἔργων. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει σχέσις μεταξὺ τῶν πληρωμῶν τῆς Α. Ὑψ. τῆς πριγκιπίσσης Σοφίας καὶ τῶν ἀναγραφομένων. Θεωρῶ δὲ εὔκολον τὴν προσαγωγὴν τῶν δικαιολογητικῶν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ταῦτα δὲν προτείνω ὡς ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν μηχανικόν, ἀλλ’ ὡς ζήτημα τάξεως καὶ ὡς ζήτημα ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ εἰσαγάγωμεν.
§22Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἦτο ἐφικτὴ ἡ προσαγωγὴ τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ νομοθετήσωμεν εἰδικὴν διάταξιν. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει τις, ὁ ὁποῖος παραδέχεται τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὰ δικαιολογητικὰ δὲν πρέπει πάντοτε νὰ προσάγωνται: ὡς πρὸς τοῦτο ἐσμὲν σύμφωνοι μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος.
§23Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καλυφθῇ ὁ τύπος, ἂν παρηγγέλλετε μηχανικὸν ἄλλον, ὅστις νὰ παραλάβῃ τὸ ἔργον καὶ νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν, δι’ ἧς νὰ βεβαιοῖ ὅτι ἐξετελέσθη καὶ ὅτι παρέλαβεν ὅ,τι ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι, ὡς ἐγένετο τὸ πρᾶγμα, παρουσιάζεται τὸ ἄτοπον, νὰ βλέπωμεν, ὅτι ὁ συντάξας τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἐπιστατήσας τὰ ἔργα καὶ κανονίσας τὴν δαπάνην τῶν ἔργων, αὐτὸς βεβαιοῖ καὶ τὴν καλὴν καὶ ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν αὐτῶν, συμφώνως πρὸς τὸν προϋπολογισμόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ μεταξὺ Ἑλλάδος, Βελγίου, Γαλλίας, Ἰταλίας, καὶ Ἑλβετίας προσθέτου πρωτοκόλλου εἰς τὴν νομισματικὴν συμφωνίαν τῆς 15 Νοεμβρίου 1893. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§25Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἀδείας ἀπουσίας τριῶν ἐτῶν εἰς δύο μαχίμους ἀξιωματικοὺς τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Παρακαλῶ δὲ, ἀφοῦ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον, ὡς κατεπεῖγον.
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 191). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς ἐπὶ τοῦ οἴνου φορολογίας διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων.
§28Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ λάβῃ τὸν λόγον πρῶτος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ κάμῃ εἰσήγησιν αὐτοῦ;
§29Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τοσάκις ἀνεπτύχθη τὸ ζήτημα, ὥστε νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν πρέπει νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Τὸ σύστημα εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπειδὴ δὲν γνωρίζω ἐπὶ τίνος σημείου τοῦ νομοσχεδίου θὰ δώσω ἐξηγήσεις, περιμένω νὰ ἀκούσω πρῶτον τοὺς κυρίους Βουλευτάς.
§30ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσαγωγῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀνεπτερώθησαν καὶ ἐμοῦ αἱ ἐλπίδες, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ κρατοῦντος φορολογικοῦ συστήματος ἐπὶ τοῦ οἴνου, τοῦ τοσοῦτον ἐπαχθοῦς, κατὰ τοῦ ὁποίου σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τοῦ Κράτους ἐκηρύχθη. Φρονῶ δὲ, ὅτι ὁριστικῶς ἐπῆλθεν ὁ θάνατος τοῦ κρατοῦντος ἤδη συστήματος διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Πάντες γινώσκετε, ὅτι ὁ λαὸς ἐκηρύχθη κατὰ τοῦ κρατοῦντος συστήματος, ὄχι μόνον διὰ τὸ καταθλιπτικὸν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ἐπαχθὲς μέχρι δημεύσεως τοῦ φορολογητέου προϊόντος καὶ διὰ τὸ ἄνισον καὶ ἄδικον. Ὁ νόμος, ὅστις πρόκειται νὰ καταργήσῃ τὸ ὑφεστὼς σύστημα, πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ ἑξῆς προσόντα. Πρῶτον νὰ μὴ ἦναι καταθλιπτικὸς, ἢ νὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον καταθλιπτικὸς κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν, δεύτερον νὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ἐπαχθής, τρίτον νὰ ἦναι ἴσος δι’ ὅλα τὰ διαμερίσματα τοῦ Κράτους, τέταρτον νὰ βεβαιῶται διὰ τοῦ νέου νόμου ἐτήσιον ἔσοδον τοῦ Δημοσίου περὶ τὰ 2,000,000 δραχμῶν, καὶ πέμπτον νὰ ἦναι τόσον ἁπλοῦς, ὥστε νὰ ἀποβαίνῃ καταληπτὸς εἰς πάντα καὶ τοῖς πᾶσιν εὐπρόσιτος. Ὑπὸ τὰς ἐπόψεις ταύτας ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξετάσω τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὅπως καὶ ἐγὼ συμβάλω, ἐφ’ ὅσον μοὶ εἶναι δυνατόν, νὰ καταρτισθῇ τοῦτο ἐντελέστερον. Συμβαίνει δὲ νὰ ἦμαι ὁ πρῶτος, ὅστις ὕψωσα φωνὴν κατὰ τοῦ κρατοῦντος συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου καὶ ὁ ὁποῖος καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς δὲν ὤκνησα νὰ ἐργασθῶ πρὸς τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθην. Συμβαίνει δὲ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἁπλοῦς τότε Βουλευτὴς Παρνασσίδος, νὰ εἰσαγάγῃ κατὰ τὴν Βουλευτικὴν ἐκείνην περίοδον καὶ ἐν τῇ πρώτῃ συνόδῳ τῆς προκατόχου Βουλῆς πρότασιν νόμου, ἀφορῶσαν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Τὴν πρότασιν ἐκείνην τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπηκολούθησαν τότε ἄλλαι προτάσεις, παρ’ ἄλλων ὑποβληθεῖσαι συναδέλφων, ἄχρις οὗ, τῇ ἐμῇ προτάσει καὶ ἐπιμονῇ, ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐδέχθη ὁμοφώνως νὰ συστήσῃ εἰδικὴν ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην τῶν διαφόρων ὑποβληθεισῶν προτάσεων, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ συντάξῃ καὶ ἴδιον νομοσχέδιον, ἐὰν τοῦτο ἤθελεν ἐγκρίνει. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, συναισθανομένη τὴν σπουδαιότητα καὶ τὸ ἐπεῖγον τῆς ἐντολῆς της, νυχθημερὸν εἰργάσθη, καὶ κατώρθωσεν εἰς χρονικὸν διάστημα ὀλίγων ἡμερῶν νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον νέον, τὸ ὁποῖον, ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 23 Δεκεμβρίου 1896. Τὸ νομοσχέδιον δὲ ἐκεῖνο, τῇ ἀξιώσει τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ ἐγκρίτου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου κ. Καραπάνου, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω εὐρέως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 25 Ἰανουαρίου 1897. Μετ’ ἐμὲ τὸν λόγον ἔλαβεν ὁ ἀξιότιμος νῦν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἐψηφίσθησαν δὲ ἄρθρα τινὰ, 2 ἢ 3, τοῦ νομοσχεδίου, καὶ διεκόπη πᾶσα συζήτησις, καταγινομένης ἐφεξῆς τῆς Βουλῆς εἰς ἑτέρας ἐργασίας, μᾶλλον ἐπειγούσας, ἕνεκα τῶν ἀναφανεισῶν τότε ἐκτάκτων καὶ ἀτυχῶν περιστάσεων. Χαίρω δὲ ὑπερβαλλόντως, διότι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς περὶ τοῦ κρατοῦντος ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου συστήματος φρονεῖ καὶ ἤδη ὅσα ἐφρόνει ὡς ἁπλοῦς Βουλευτὴς, καὶ ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς προανήγγειλε τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἐκ τῶν πρώτων εἰσήγαγεν. Ἐλπίζω δὲ, ἢ μᾶλλον πέπεισμαι, ὅτι καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου καὶ σύμπασα ἡ Βουλὴ δὲν θέλει περιβάλει τὸ νομοσχέδιον διὰ κομματικοῦ χρωματισμοῦ, ἀλλὰ πάντες θέλομεν συντελέσει πρὸς καταρτισμὸν ἑνὸς νόμου, ὅσον τὸ δυνατὸν εὐεφαρμόστου. Τὴν ἀρχὴν, ἣν καθιεροῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ἀποδέχομαι καὶ ἀσπάζομαι, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς οὐδὲν ἄλλο σύστημα προετάθη. Διαφωνῶ μόνον ὡς πρὸς τὸ σύστημα τοῦ καθορισμοῦ τοῦ φόρου καὶ τῆς κατανομῆς αὐτοῦ, καὶ ὡς πρὸς ἄλλας τινὰς δικονομικὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ αἱ διαφωνίαι αὗται δὲν εἶναι οὐσιώδεις, ὅσον οὐσιώδεις εἶναι αἱ περὶ τὸν τρόπον τοῦ καθορισμοῦ τοῦ φόρου καὶ τῆς κατανομῆς αὐτοῦ. Ἐφρόνουν, ὅτι ἡ βεβαίωσις τοῦ ἐπὶ τῶν ἀμπέλων φόρου ἔπρεπε νὰ ἐνεργῆται διὰ τοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων, τῶν ἐνοικιάσεων καὶ τῆς καταμετρήσεως· ἀλλὰ τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως, ἕνεκα τῶν ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας ἔχομεν ὡς ἐκ τοῦ κρατοῦντος συστήματος, ἐπολέμησε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐγὼ δέ, σεβόμενος τὴν πεῖραν καὶ τὴν πρακτικότητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὑποχωρῶ εἰς τοῦτο, καίτοι ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἐνοικίασις τοῦ φόρου τῶν ἀδηλώτων ἢ ἐλλιπῶς δηλωθεισῶν ἀμπέλων, ὅπως χρησιμεύῃ ὡς φόβητρον τῶν ἀμπελοκτημόνων καὶ ἀναγκάζῃ αὐτοὺς εἰς ἀκριβεστέραν δήλωσιν τῶν ἀμπέλων, ἀφοῦ, ὡς ἡ ἐπιτροπὴ τῆς προκατόχου Βουλῆς ἐζήτει τὴν ἐνοικίασιν, οὐδὲν προνόμιον ἐχορηγεῖτο εἰς τοὺς ἐνοικιαστάς. Ἡ πασίγνωστος ὅμως ἐξοικείωσις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ πρὸς φορολογικὴν νομοθεσίαν μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐγκαταλίπω ἄνευ ἀμύνης τὸ σύστημα τοῦτο. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ὅμως νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς τὰς διαφωνίας μου, ἀρχόμενος οὐχὶ ἀπὸ τῶν οὐσιωδῶν μερῶν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἀκολουθῶν αὐτὸ ἄρθρον κατ’ ἄρθρον, ἵνα καταδείξω ποῦ διαφωνῶ, διότι οὕτω, φρονῶ, θέλω καταστῆ εὐληπτότερος καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν σύμπασαν. Ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ μνημονεύονται πάντες οἱ νόμοι, οἱ καταργούμενοι διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Φρονῶ ὅτι οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐκ τῶν καταγινομένων περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων δύναται νὰ βεβαιώσῃ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι μόνον οἱ νόμοι οὗτοι εἶναι οἱ ἀφορῶντες εἰς τὴν πολυποίκιλον φορολογίαν ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ἐγώ, καίτοι ἔχω καταγείνῃ πολὺ ὡς δικηγόρος, προστατεύων τοὺς ἀδικουμένους ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τοῦ Δημοσίου, βεβαιῶ ὅτι οὔτε τὸν ἀριθμὸν οὔτε τὰ στοιχεῖα τῶν νόμων, τῶν διεπόντων τὰ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, γνωρίζω, καὶ φοβοῦμαι μήπως, μὲ ὅλην τὴν πεῖραν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παραλειφθῇ νόμος τις, καὶ διὰ τοῦτο θέλω ζητήσει ἀλλοίαν διατύπωσιν τῆς διατάξεως ταύτης καὶ τὴν μετάθεσίν της εἰς τὸ τέλος τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον 1ον προτείνω νὰ διαγραφῇ καὶ νὰ τεθῇ εἰς τὸ τέλος, διατυπούμενον ὡς ἑξῆς: «Πάντες οἱ νόμοι οἱ ἀφορῶντες τὴν ἐπὶ τοῦ οἴνου φορολογίαν καὶ πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργοῦνται.» Καὶ οὕτω δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μνημονεύωμεν τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι καταργοῦνται, διότι πρέπει νὰ ἔχῃ τις εἰς τὴν διάθεσίν του τὴν βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ εὕρῃ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι καταργοῦνται, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα, ἅτινα μένουσιν ἐν ἰσχύϊ. Τὸ ἄρθρον 2ον προτείνω νὰ μεταβληθῇ εἰς ἄρθρον 1ον καὶ νὰ διατυπωθῇ οὕτω: «Ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν ἀμπέλων μετὰ τὸ πέμπτον ἀπὸ τῆς φυτεύσεώς των ἔτος ἔγγειος ἐτήσιος φόρος κατὰ στρέμμα καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου.» Ἡ οὐσιώδης διαφορὰ τῆς διατυπώσεώς μου πρὸς ἐκείνην τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἑξῆς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δέχεται νὰ ἐπιβάλληται φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ τρίτου ἔτους ἀπὸ τῆς φυτεύσεώς των. Οἱ ἔχοντες γνῶσιν τῆς ἀμπελοφυτίας γινώσκουσιν, ὅτι κατὰ τὸ τρίτον ἢ τὸ τέταρτον ἔτος αἱ ἄμπελοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραγάγωσιν εἰσόδημα, ὥστε νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς φορολογίαν· καὶ τοιαύτην γνώμην εἶχεν ἄλλοτε καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ γνωρίζω τοῦτο, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον, μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπὸ τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς συνταχθέντος νομοσχεδίου, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς σεβαστὸς Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος μοὶ ἐνεχείρισε νομοσχέδιον, συνταχθὲν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα μελετήσω αὐτὸ καὶ τῷ ὑποβάλω τὴν ἐπ’ ἐπ’ αὐτοῦ ἔκθεσίν μου· τὸ ἐμελέτησα συντόμως καὶ τῷ ὑπέβαλον τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἔκθεσίν μου, διὰ τῆς ὁποίας κατεδίκασα τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλετο φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων κατὰ σύστημα διαιωνίζον τό τε καταθλιπτικόν, τὸ ἐπαχθὲς καὶ τὸ ἄνισον, ὡς συμβαίνει καὶ εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Κατὰ τὴν πεῖραν λοιπόν, μόνον κατὰ τὸ πέμπτον ἔτος ἀπὸ τῆς φυτεύσεώς των αἱ ἄμπελοι δύνανται νὰ ὦσι προσοδοφόροι, καὶ ἔκτοτε δέον νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς φορολογίαν. Τὸ ἄρθρον 3 προτείνω νὰ γείνῃ ἄρθρον 2. Ἡ διατύπωσίς του ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν εἶναι ὀρθή. Εἰς τὰς προθεσμίας δὲν ἐπεμβαίνω, διότι δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεταβάλῃ αὐτὰς διὰ Β. Διατάγματος, καὶ τὴν διάταξιν ταύτην ἐγκρίνω, ζητῶ ὅμως νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «ἀμπελοκτημόνων», καὶ μετὰ τὰς λέξεις «εἰς τὸν δήμαρχον τοῦ δήμου» νὰ τεθῇ «τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον καὶ τὸν εἰρηνοδίκην», διότι, ὅταν μεταβαίνῃ ὁ ἀντίθετος εἰς τὸν δήμαρχον νὰ δηλώσῃ, ἐκεῖνος ἀρνεῖται, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι δὲν ἔχει καιρὸν, καὶ οὕτω τὸν καταπιέζει. Ἡ λέξις δὲ «τριετίας» γίνεται «πενταετίας». Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τὰς ἐπιδίκους ἀμπέλους ὑποχρεοῦται νὰ δηλώσῃ ὁ ἔχων τὴν κατοχήν». Ἀλλὰ τὰς προικῴας ἢ τὰς ἐξωπροίκους ποῖος θὰ τὰς δηλώσῃ; Δι’ ὃ προτείνω νὰ προστεθῇ: «τὰς δὲ προικῴας ἢ ἐξωπροίκους ὁ σύζυγος». Εἰς πολλὰς ἀμπέλους ὑπάρχουν πολλοὶ συγκύριοι. Ἡ ἀπὸ μέρους τοῦ ἑνὸς γινομένη δήλωσις πρέπει νὰ ἀπαλλάσσῃ τοὺς λοιπούς. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου τὰ ἑξῆς: «Δήλωσις γινομένη ὑφ’ ἑνὸς τῶν πρὸς φορολογίαν ὑποχρέων ἀπαλλάσσει τοὺς λοιπούς.» Τὸ ἄρθρον 4 προτείνω νὰ μεταβληθῇ εἰς 3, καὶ νὰ προστεθῇ καὶ ἐδῶ «ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος καὶ ὁ εἰρηνοδίκης». Εἰς τὸ τέλος δὲ τοῦ ἐδαφίου βʹ μετὰ τὰς λέξεις «εἰς τὸν δηλωτὴν» προστίθενται αἱ λέξεις «ἅμα τῇ συντάξει τῆς δηλώσεως», διότι, ὡς πάντες γνωρίζετε, προκειμένου περὶ δηλώσεως τῶν ζῴων, ὁ φορολογούμενος παρουσιάζεται εἰς τὸν δήμαρχον, ὁ δήμαρχος βεβαιοῖ, ὅτι θέλει πέμψει εἰς τοὺς δηλοῦντας τὰς δηλώσεις, ἀλλ’ οὐδέποτε πέμπει τοιαύτας, καὶ οὕτως οἱ ἀντίθετοι αὐτοῦ ὑφίστανται τὰς συνεπείας τῶν πρωτοκόλλων, χωρὶς νὰ ἀπειθήσωσι πρὸς τὸν νόμον. Ἐν τῷ γʹ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ προτείνω νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «ὑπογράφεται ἡ δήλωσις παρ’ ἑνὸς μάρτυρος, κατ’ ἐντολὴν τοῦ δηλωτοῦ, ἐνώπιον τοῦ δημάρχου», καὶ νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «βεβαιοῦται τοῦτο ὑπὸ τοῦ δεχομένου τὴν δήλωσιν». Διότι, προκειμένου νὰ μεταβῇ τις εἰς ἕνα δήμαρχον ἀγροτικοῦ δήμου, ὁ δήμαρχος, ἐὰν ἦναι φίλος, θὰ προσπαθήσῃ νὰ εὕρῃ μάρτυρας ἐγγραμμάτους, ἵνα ὑπογράψουν τὴν δήλωσιν, ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἀντίπαλος, θὰ δοθῇ εὐκαιρία εἰς τὸν δήμαρχον ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ἀρκεσθῇ ὁ νόμος εἰς τὴν βεβαίωσιν μόνον τοῦ φορολογουμένου καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ δημάρχου, τιθεμένων ἐκποδὼν τῶν μαρτύρων, πρὸς εὐκολίαν τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου. Τὸ τέταρτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 4 προτείνω ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ ἑξῆς: «Ὁσάκις τὴν δήλωσιν δέχεται ὁ εἰρηνοδίκης ἢ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, ὀφείλουσιν οὗτοι νὰ διαβιβάζωσι ταύτην ἐπὶ ἀποδείξει εἰς τὸν δήμαρχον τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ κεῖται ἡ δηλουμένη ἄμπελος, ὑποχρεούμενον νὰ μεταγράψῃ ταύτην εἰς τὸ βιβλίον μεταγραφῆς δηλώσεων.»
§31Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι εἶσθε λίαν μεμελετημένος· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο πρακτικώτερον, ἐὰν ὑπεβάλλετε τὸ νομοσχέδιόν σας, ἵνα τυπωθῇ, καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ ἀναγνώσει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, καὶ νὰ λάβωμεν μέρος καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ τὸ μελετήσωμεν.
§32ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ πολὺ διὰ τὰς συμβουλάς σας. Ἐὰν ἐπροσέχετε ὅμως εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, θὰ ἐβλέπετε ὅτι τροπολογίας ὑποβάλλω, καὶ ὄχι νομοσχέδιον. Αὐτὰς τὰς τροπολογίας θὰ τὰς καταθέσω καὶ θὰ τυπωθῶσι. Μεταβαίνω ἤδη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, τὸ ὁποῖον προτείνω νὰ μεταβληθῇ εἰς ἄρθρον 4. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον προτείνω νὰ τελειώνῃ εἰς τὴν λέξιν «δηλώσεων», ὡς ἑξῆς: «Τὴν ἑσπέραν τῆς 30 Ἰουνίου 1899 ὁ δήμαρχος κλείει διὰ τῆς ὑπογραφῆς του τὸ βιβλίον τῆς μεταγραφῆς τῶν δηλώσεων», νὰ διαγραφῶσι δὲ αἱ λοιπαὶ λέξεις. Ἐν ἀρχῇ δὲ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, ἀντὶ «Ἐντὸς τῆς ἐν τῷ ἀνωτέρω ἐδαφίῳ διορίας», νὰ τεθῇ «Ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐν τῷ ἀνωτέρω ἐδαφίῳ διορίας». Τὰ ἄρθρα 6, 7 καὶ 8 προτείνω νὰ διαγραφῶσι, διότι ἐγώ, ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸν καὶ τὴν διανομὴν τοῦ φόρου, θὰ ἀκολουθήσω ἄλλο σύστημα, εἶναι δὲ καὶ δυσεφάρμοστα τὰ ἄρθρα ταῦτα, διότι ζητεῖται νὰ ὑπαχθῇ ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου εἰς διατυπώσεις ἀνεφαρμόστους. Πρὸς τοῦτο μετέχει ὁ εἰδικὸς πάρεδρος καὶ ὁ ἐφημέριος τοῦ χωρίου, ἀλλ’ οὐδέτερος τούτων ἔχει γραφεῖον, ὥστε νὰ συμβάλλουν εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, οὔτε εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ νὰ γνωρίζουν πόσην ἔκτασιν ἀμπέλου ἔχει ἕκαστος ἀμπελοκτήμων, ὥστε νὰ βεβαιώσουν ταύτην, ἐπὶ τῇ ἀπειλῇ τῶν ποινῶν τῆς ψευδοῦς πιστοποιήσεως. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν διαγραφὴν τῶν τριῶν τούτων ἄρθρων. Μεταβαίνω εἰς τὸ ἄρθρον 9, τὸ ὁποῖον προτείνω νὰ γείνῃ ἄρθρον 5, εἰς δὲ τὸν γʹ στίχον αἱ λέξεις «καὶ τῶν ἐξελεγξασῶν τὰς δηλώσεις ἑκάστου χωρίου ἢ πρωτευούσης δήμου ἐπιτροπῶν» νὰ διαγραφῶσι, μετὰ δὲ τὰς λέξεις «ἐπιμελείᾳ τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας»· δηλαδὴ αἱ κοινοποιήσεις νὰ γίνωνται ὅπως τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὰς πολιτικὰς δίκας· πρέπει ὁ κλητὴρ νὰ ἐπιδίδῃ αὐτὰ εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον φορολογούμενον, τὸν ὁποῖον ἀφορῶσι τὰ ἔγγραφα, ἢ νὰ βεβαιῶται ἐν τῷ ἀποδεικτικῷ τῆς ἐπιδόσεως διὰ μαρτύρων, ὅτι τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο ἐπεδόθη εἰς τὸν φορολογούμενον, ἢ ἐτοιχοκολλήθη εἰς τὴν κατοικίαν του. Προτείνω δὲ προσέτι νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «εἴτε» καὶ «εἴτε τῆς ἐπιτροπῆς.» Εἰς τὸ ἄρθρον 10, τὸ ὁποῖον προτείνω νὰ γείνῃ ἄρθρον 6, νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «τὰς πράξεις τῶν ἐξελεγξασῶν τὰς δηλώσεις ἐπιτροπῶν.» Ἄρθρον 11, γινόμενον ἄρθρον 7. Ἐν τῷ αʹ ἐδαφίῳ, στίχῳ 6, μετὰ τὴν λέξιν «διπλοῦν» προτείνω νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἢ εἰς τόσα ἀντίτυπα, ὅσοι εἶναι οἱ συνυπόχρεοι εἰς τὴν πληρωμὴν φόρου»· διότι τὸ πρωτόκολλον πρέπει νὰ συντάσσηται εἰς διπλοῦν, ὅταν εἷς ᾖναι ὁ φορολογούμενος, ἀλλ’ ὅταν ᾖναι πολλοὶ συγκύριοι, πρέπει νὰ λάβωσιν ὅλοι γνῶσιν αὐτοῦ. Ἔχομεν, Κύριοι, ἄλλας δύο συζητήσεις ἀκόμη τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δυνάμεθα νὰ τροποποιήσωμεν καὶ τὰς τροπολογίας. Ἐγὼ δὲν ἐπαγγέλλομαι τὸν ἀλάθητον. Αὐτὰ ἠδυνήθην νὰ ταξινομήσω ἐν ταῖς τροπολογίαις, τὰς ὁποίας θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Ἕκαστος δ’ ἐξ ὑμῶν ἔχει καὶ τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ πᾶσαν ὑποτροπολογίαν ἢ τροπολογίαν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐν στίχῳ 5 μετὰ τὴν λέξιν «παρέδρου» προστίθεται «ἢ τοῦ ἀστυνόμου», διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι κατὰ τὸ νέον ἀστυνομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφισθῇ, καὶ κατὰ τὸ ἤδη κρατοῦν, ἐὰν παρευρίσκηται ὁ ἀστυνόμος μὲ ὅλας αὑτὰς τὰς ἀρχάς, εἶναι μία ἐγγύησις, διότι ὁ ἀστυνόμος ποτὲ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ὑποστῇ τὰς ποινάς, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ὁ νόμος.
§33Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐκτελεῖ καὶ καθῆκον.
§34ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα. Θὰ λάβῃ καὶ ἀφορμὴν νὰ κάμῃ καὶ μίαν περιπολίαν ἐν τῇ περιφερείᾳ του. Ἐν τῷ στίχῳ 8 μετὰ τὰς λέξεις «Τὸ ἕτερον» προστίθενται αἱ λέξεις «ἢ τόσα ἀντίτυπα, ὅσοι εἶναι οἱ συνυπόχρεοι εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου». Ἐν στίχῳ 10 ἀπὸ τῶν λέξεων «δημοτικὸν ἢ εἰδικὸν πάρεδρον» μέχρι τέλους τοῦ ἐδαφίου νὰ διαγραφῇ, νὰ τεθῶσι δὲ ἀντ’ αὐτῶν αἱ λέξεις: «ἢ ἐν ἀπουσίᾳ αὐτοῦ εἰς τὴν κατοικίαν του καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ἡ δὲ κοινοποίησις γίνεται ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς συντάξεώς του». Προτείνω δὲ τὴν τροπολογίαν ταύτην, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, παρίσταται κατὰ τὴν καταμέτρησιν τῶν ἀμπέλων ὁ δήμαρχος, ὁ δημαρχικὸς ἢ ὁ εἰδικὸς πάρεδρος, ἢ καὶ ὁ ἀμπελοκτήμων. Καὶ ἐὰν μὲν ἦναι παρὼν ὁ ἀμπελοκτήμων, τὸ συντασσόμενον πρωτόκολλον κοινοποιεῖται εἰς αὐτὸν, ἄλλως κοινοποιεῖται εἰς τὸν δημαρχικὸν πάρεδρον ἢ τὸν εἰδικὸν πάρεδρον, ὁ δὲ δήμαρχος ὑποχρεοῦται νὰ κοινοποιήσῃ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος πρὸς τὸν φορολογούμενον. Δὲν βλέπω εἰς τί χρησιμεύει ἡ κοινοποίησις πρὸς τὸν δήμαρχον ἢ τὸν πάρεδρον, καὶ ὄχι ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν φορολογούμενον καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Διότι ἄλλως εἶναι ἀδύνατον ὁ δήμαρχος νὰ ἦναι τόσον ἐπιμελὴς, ὥστε νὰ κοινοποιῇ εἰς ὅλους τοὺς φορολογουμένους τὰ πρωτόκολλα, δεύτερον οὔτε καιρὸς ἀνάλογος ἀφίεται εἰς τὸν δήμαρχον διὰ τῆς πενθημέρου προθεσμίας, οὔτε τὰ μέσα ἔχει, διότι, διὰ νὰ ἐντείληται ὁ δήμαρχος τὴν κοινοποίησιν ἀπειραρίθμων πρωτοκόλλων, ἔχει ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ τὸν δικαστικὸν κλητῆρα. Πόθεν; Θὰ βεβαιώσῃ διὰ πινάκων τὰ δικαιώματα τοῦ κλητῆρος καὶ ἐγκρινόμενα ταῦτα θὰ πληρωθῶσιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου; Ἀλλὰ τότε ἀλλοίμονον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι τότε οἱ δήμαρχοι θέλουσιν ἔλθει εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν κλητήρων καὶ θέλουσιν ὑποβάλλει ὀγκώδεις καταλόγους καὶ θέλουσιν ἐκμυζᾷ τὸ δημόσιον ταμεῖον! Διὰ τοῦτο νομίζω καλλίτερον νὰ κοινοποιῶνται τὰ πρωτόκολλα ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν ἀμπελοκτήμονα. Τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν τροπολογίαν μου γίνεται ἄρθρον 8, ἔχει οὕτω: «Τὰ ὅρια τῶν ἀμπέλων ὑποδεικνύουσιν οἱ ἀμπελοκτήμονες, τούτων δὲ προσκαλουμένων καὶ μὴ ἐμφανιζομένων, διορίζεται εἰς βάρος αὐτῶν ὁριοδείκτης ὑπὸ τοῦ παρισταμένου κατὰ τὴν καταμέτρησιν δημοτικοῦ ἢ εἰδικοῦ παρέδρου, ἐν περιπτώσει δὲ ἀπουσίας καὶ τούτων, προσλαμβάνεται ὁριοδείκτης ὑπὸ τοῦ ἐνεργοῦντος τὴν καταμέτρησιν ὑπαλλήλου, ἐπὶ ἡμερησίᾳ ἀποζημιώσει δραχμῶν τριῶν, προκαταβαλλομένῃ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, καταλογιζομένῃ εἰς βάρος τῶν ἀμπελοκτημόνων, κατ’ ἀναλογίαν, καὶ εἰσπραττομένῃ διοικητικῶς.» Διατὶ εἰς βάρος τῶν ἀμπελοκτημόνων; Μεταξὺ τῶν ἀμπελοκτημόνων θὰ ὑπάρχωσι καί τινες, οἱ ὁποῖοι θὰ παρίστανται κατὰ τὴν καταμέτρησιν. Λοιπὸν ὁ ὁριοδείκτης νὰ παρίσταται εἰς βάρος τῶν ἀμελῶν, καὶ οὐχὶ τῶν ἐπιμελῶν καὶ παρισταμένων.
§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ λέγει τὸ ἄρθρον.
§36ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ μεταβληθῇ ἡ διάταξις οὕτω: «εἰς βάρος τῶν κληθέντων καὶ μὴ ἐμφανισθέντων καὶ τῶν ἐλλιπῶς ἢ οὐδόλως δηλωσάντων, καὶ κατ’ ἀναλογίαν τῆς ἐκτάσεως τῆς ἀμπέλου ἑκάστου.» Τὴν διάταξιν ταύτην ἔχει τὸ αὐτὸ ἄρθρον ἐν τῷ τρίτῳ στίχῳ, ἀλλ’ ἐκεῖ παρέλκει ἡ λέξις «αὐτῶν», καὶ πρέπει νὰ διαγραφῇ, διότι πρῶτον ὑπάρχει ἀντινομία μεταξὺ τῶν διατάξεων τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, καθόσον ἀφ’ ἑνὸς μὲν λέγει, ὅτι «οἱ ὁριοδεῖκται διορίζονται εἰς βάρος αὐτῶν», δηλαδὴ ὅλων τῶν ἀμπελοκτημόνων...
§37ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§38ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ ὅρια τῶν ἀμπέλων ὑποδεικνύουσιν οἱ ἀμπελοκτήμονες, τούτων δὲ προσκαλουμένων καὶ μὴ ἐμφανιζομένων, διορίζεται εἰς βάρος αὐτῶν ὁριοδείκτης...»
§39Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ λέγει.
§40ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ζητῶ σαφεστέραν διατύπωσιν τοῦ νόμου. Ἐν στίχῳ 4 μετὰ τὴν λέξιν «παρέδρου» τίθενται αἱ λέξεις «ἢ τοῦ ἀστυνόμου.» Τὰ ἄρθρα 13 καὶ 14 συγχωνεύονται εἰς ἓν μόνον, εἰς ἄρθρον 9. Ζητῶ δὲ τὴν συγχώνευσιν τῶν ἄρθρων τούτων, διότι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἔχει, κατὰ τῶν πρωτοκόλλων τούτων γίνεται προσφυγὴ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ὡρισμένους λόγους, οἱ ὁποῖοι κανονίζονται εἰς τὸ ἄρθρον 13. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι ἰσχύει σήμερον ὁ νόμος αὐτὸς καὶ συντάσσονται πρωτόκολλα, καὶ κατὰ τῶν πρωτοκόλλων αὐτῶν, διὰ τοὺς λόγους τοῦ νομοσχεδίου, γίνεται προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δέχομαι νὰ ἦμαι Ὑπουργός. Φαντασθῆτε τὰς ἐφόδους, τὰς ὁποίας θὰ ὑφιστάμεθα ἡμεῖς ἀπὸ τοὺς ἀμελῶς δηλώσαντας τὰς ἀμπέλους των, καὶ τὰς ἐφόδους, τὰς ὁποίας θὰ ὑφίσταται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ μέρους ἡμῶν διὰ λογαριασμὸν τῶν ἐντολέων μας. Διὰ τοῦτο λοιπὸν φρονῶ, ὅτι πρέπει καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ Ὑπουργὸς ν’ ἀπαλλαγῶμεν τῶν ἐνοχλήσεων τούτων, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω τὴν διατύπωσιν τῶν δύο αὐτῶν ἄρθρων 13 καὶ 14 ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πᾶς, πρὸς ὃν ἐκοινοποιήθη πρωτόκολλον, δύναται ἐντὸς 20 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς εἰς αὐτὸν κοινοποιήσεως τοῦ πρωτοκόλλου δι’ ἀνακοπῆς κατὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου κεῖται ἡ ἄμπελος, κοινοποιουμένης πρὸς αὐτόν, ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ Δημοσίου, καὶ ἄνευ κοινοποιήσεως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀκύρωσιν ἁπάντων τῶν κατ’ αὐτοῦ συνταχθέντων πρωτοκόλλων διά τε τυπικοὺς καὶ οὐσιαστικοὺς λόγους. Αἱ ἀνακοπαὶ αὗται εἰσάγονται ἀνεξαρτήτως τοῦ ποσοῦ ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου τῆς ἕδρας τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, δικάζονται δὲ τὴν πρώτην τοῦ Εἰρηνοδικείου δικάσιμον μετὰ 8 ἡμέρας ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεώς των καὶ κατὰ προτίμησιν πάσης ἄλλης δίκης. Αἱ ὁριστικαὶ μόνον ἀποφάσεις ὑπόκεινται εἰς ἔφεσιν, ἐὰν τὸ ἀντικείμενον τῆς διαφορᾶς ὑπερβαίνῃ τὰς 60 δραχμάς. Ἡ ἔφεσις κοινοποιεῖται εἰς τὸν αὐτὸν οἰκονομικὸν ἔφορον καὶ δικάζεται ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου ὡς προτετιμημένη εἰς τὴν πρώτην αὐτοῦ δικάσιμον μετὰ 8 ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως ἡμέρας. Αἱ προθεσμίαι τοῦ παρόντος ἄρθρου δὲν παρατείνονται λόγῳ τῆς κατοικίας τῶν διαδίκων. Οἱ πρὸς ἀπόδειξιν ἢ ἀνταπόδειξιν τῆς ἀνακοπῆς μάρτυρες καλοῦνται πρὸ τριῶν ἡμερῶν τῆς ἡμέρας τῆς ἐξετάσεώς των.» Προέβην δὲ οὕτω πως εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, πρῶτον διὰ νὰ ἀπαλλαγῶμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν ἐνοχλήσεων, ἀλλὰ καὶ διότι νομίζω ἐγγύησιν μεγαλειτέραν, νὰ προστρέχῃ ὁ φορολογούμενος εἰς τὴν δικαιοσύνην πρὸς ἀληθῆ ἐξεύρεσιν τοῦ φόρου καὶ νὰ μὴ γίνηται ὅ,τι γίνεται ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων συνέρχεται μία ἐπιτροπή, κανονίζει τὸν κατάλογον, ἐνίστανται κατὰ τοῦ καταλόγου ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ὁμοιομόρφως 100 ἐκ τῶν ἐγγραφέντων εἰς τὸν κατάλογον, καὶ συντάσσουσιν 100 ἐνστάσεις, τὰς 50 ἐξ αὐτῶν τῶν ἐνστάσεων δέχεται ἡ ἐπιτροπή· τὰς 50 ἀπορρίπτει, καίτοι τὰ αὐτὰ γράμματα καὶ τὰ αὐτὰ στοιχεῖα ἐμπεριέχονται εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς ἐνστάσεις. Προσφεύγετε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἑκατὸν προσφυγῶν, μὲ τὰ αὐτὰ γράμματα καὶ τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα· τὸ Ὑπουργεῖον τρεῖς ἐξ αὐτῶν δέχεται, δέκα ἀπορρίπτει χωρὶς δικαιολογίαν. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι καὶ οἱ ἀμφισβητοῦντες τὸ δίκαιον τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς αὐτοὺς φόρου πρέπει νὰ προστρέχωσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην. Κανονίζω δὲ καὶ τὰς προθεσμίας πρὸς κλήτευσιν τῶν μαρτύρων, διότι κατὰ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις, ὅπως ἐν ἀπειθείᾳ ὁ μάρτυς τιμωρηθῇ, πρέπει νὰ καλῆται πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ὑποχρεοῦται νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου πρὸς μαρτυρίαν. Εἶναι νέα διάταξις, τροποποιοῦσα τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν. Ἀλλὰ διὰ νὰ καλῆτε τοὺς μάρτυρας πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν, πρέπει πρὸ ἑνὸς μηνὸς τοὐλάχιστον νὰ σᾶς κοινοποιῆται ἡ ἀπόφασις. Τοιαύτη δὲ προθεσμία καὶ δὲν δύναται καὶ δὲν πρέπει νὰ δοθῇ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, αἱ ἀποφάσεις τοῦ εἰρηνοδίκου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου προστρέχει ὁ ἔφορος καὶ οὐχὶ ὁ φορολογούμενος, — καὶ προστρέχει κατὰ περίεργον τρόπον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ ἀνεφάρμοστον, — δὲν ὑπόκεινται οὔτε εἰς ἀνακοπὴν οὔτε εἰς ἔφεσιν. Διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τούτου, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι τεθειμένη ἐν τῷ νόμῳ, πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπὶ τῶν ζώων. Καὶ ἐὰν δὲν ἐσπεύδετε νὰ προτείνητε μεταβολὴν ὁλοκλήρου τοῦ συστήματος ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων, εἶχον πρότασιν νόμου πρὸς μετατροπὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Διότι κατ’ αὐτὸ δύναται πᾶς χωροφύλαξ καὶ πᾶς ἰδιώτης νὰ καταγγέλλῃ πάντα τὸν παραλείψαντα νὰ δηλώσῃ ἢ ἀτελῶς δηλώσαντα τὰ ζῷά του. Ὁ οὕτως ἀμελήσας τὴν δήλωσιν τῶν ζώων του, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ φόρου τῶν ζώων, ὑφίσταται ὡς ποινὴν τὸ τριπλάσιον τοῦ φόρου. Ὁ δημόσιος κατήγορος ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ ἀμέσως τὸν παραβάντα τὸν νόμον πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν ζώων, καὶ τὸν καλεῖ κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Ποιν. Δικονομίας. Τὰ κλητήρια ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου καὶ Πλημμελειοδικείου κοινοποιοῦνται ἢ παρὰ δικαστικοῦ κλητῆρος ἢ παρὰ χωροφύλακος. Οἱ αὐτοὶ λοιπὸν χωροφύλακες λαμβάνουσι τὴν κλῆσιν καὶ κοινοποιοῦσι εἰς τοὺς κατηγορουμένους. Οἱ κατηγορούμενοι δὲν λαμβάνουσι γνῶσιν τούτου, καὶ δικάζονται καὶ καταδικάζονται ἐρήμην. Ἔχουσιν ἄπειροι καταδικασθῆ εἰς 500 καὶ χιλίων δραχμῶν πρόστιμον, χωρὶς νὰ λάβωσιν εἴδησιν, καὶ δὲν εὑρίσκουσι θεραπείαν διὰ τὴν τόσον ἄδικον καταδίκην, διότι εἰς αὐτοὺς, κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε ἀνακοπή, οὔτε ἔφεσις· οὕτω πως δ’ ἔχουσι τελεσιδικίαν ἐναντίον των. Λοιπὸν φοβοῦμαι ὅτι, ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη ἐπαναληφθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ νόμου τοῦ ψηφιζομένου, θὰ γείνῃ πρόξενος τῶν αὐτῶν κακῶν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ὑπόκεινται καὶ εἰς ἀνακοπὴν καὶ εἰς ἔφεσιν αἱ ἀποφάσεις αὗται τοῦ εἰρηνοδίκου, ἀλλὰ εἰς ἔφεσιν, μόνον ὅταν τὸ ἀντικείμενον τούτων ᾖναι ἑξήκοντα δραχμαὶ καὶ ἄνω. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι πολὺ σπανίως θέλει συμβαίνει τοῦτο. Ἤδη εἰσερχόμεθα, Κύριοι, εἰς τὸ κεφάλαιον Γʹ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὰ ἄρθρα 15, 16 καὶ 17, τὰ πραγματευόμενα περὶ τοῦ καθορισμοῦ τῆς φορολογίας καὶ τῆς κατανομῆς ταύτης, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐσιωδῶς διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως διεφώνησα ἄλλοτε καὶ πρὸς τὸν σεβαστὸν ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴν, Ὑπουργὸν τότε τῶν Οἰκονομικῶν...
§41ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ βάσις εἶναι ἡ αὐτή.
§42ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ βάσις εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ τοῦ ὑμετέρου νομοσχεδίου, τοῦ ὑποβληθέντος τῷ 1895, καὶ τοῦ ἄλλου, τοῦ συνταχθέντος τότε ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Μὲ ἄλλας λέξεις, τὸ αὐτὸ σύστημα εἶναι... Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατὰ τὸ 1895, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσήγαγε παρόμοιον τοῦ συζητουμένου νομοσχέδιον, καὶ ἤδη μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι δὲν κατενόησα τὸν μηχανισμόν, ὁ ὁποῖος κανονίζεται διὰ τῶν τριῶν αὐτῶν ἄρθρων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Τοῦτο δὲ ἀναγκάζομαι νὰ τὸ ὁμολογήσω, διότι καὶ μόνος κατέγεινα καὶ μετὰ τῶν μελῶν τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς πρὸς σύνταξιν ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου καὶ μετ’ ἄλλων, ἵνα κατανοήσω τὸν μηχανισμὸν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον. Καὶ τοῦτο ἔσχον τὴν εἰλικρίνειαν νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὁμολογήσω καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Φαντασθῆτε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν νόμον, τὸν ὁποῖον δὲν δύνανται νὰ κατανοήσωσιν οἱ δικηγοροῦντες ἐπὶ εἰκοσαετίαν καὶ καταγινόμενοι περὶ τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων. Ἀφοῦ λοιπὸν οἱ δικηγοροῦντες ἐπὶ εἰκοσαετίαν δὲν δύνανται νὰ κατανοήσωσι τὸν μηχανισμὸν τοῦ νόμου τούτου, πῶς θέλουσι κατανοήσει αὐτὸν οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ τοιούτου νόμου καὶ οἱ φορολογούμενοι, εἰς βάρος τῶν ὁποίων καθ’ ἑκάστην βλέπομεν παρερμηνείας νόμων; Ὅσον σοφοὶ καὶ ἂν ᾖναι οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου, βεβαίως θὰ ὑστερῶσι τῶν ἐξ ἐπαγγέλματος καὶ ἐπιστημόνων νομικῶν. Πλὴν δὲ τοῦ ἀκαταλήπτου τοῦ μηχανισμοῦ τούτου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐὰν γείνῃ δεκτὸν ὅπως ἔχει, ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων καθίσταται καὶ καταθλιπτικώτερος, ἕνεκα τῶν πολλαπλῶν διατυπώσεων, καὶ ἐπαχθέστερος καὶ ἀνισώτερος καὶ ἀδικώτερος τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος. Καὶ καθίσταται καταθλιπτικώτερος ἕνεκα, ὡς εἶπον, τῶν πολλῶν διατυπώσεων, ἐπαχθέστερος δὲ, διότι τὸ κακὸν, κατὰ τοῦ ὁποίου παραπονεῖται ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι ὁ φόρος, ὁ ἤδη ὑφιστάμενος, εἶναι λίαν ἐπαχθὴς καὶ πλειστάκις ἀφαιρεῖται οὐχὶ μόνον ὁλόκληρον τὸ ἐτήσιον ἔσοδον τῆς ἀμπέλου, ἀλλ’ ὅταν ἀνοίξῃ λογαριασμοὺς ὁ ἀμπελοκτήμων πρὸς τοὺς ἐνοικιαστὰς ἢ τοὺς ἐφόρους, ἴσως δὲν ἐπαρκεῖ καὶ ἡ ἀξία αὐτῆς τῆς ἀμπέλου, ὅπως ἐξομαλύνωσι τοὺς λογαριασμούς των. Τοῦτο λοιπὸν τὸ κακὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως ἔχει, διαιωνίζεται. Καὶ εἶναι μὲν ἐπαχθέστερος, διότι ὡς βάσις πρὸς διακανονισμὸν τοῦ φόρου λαμβάνεται τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου, — προσέξατε, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ὑποθέτω, ὅτι καὶ σεῖς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλετε συμφωνήσει μαζύ μου — (ἀναγινώσκει): «...καὶ βεβαιοῦσι διὰ πρωτοκόλλου, αʹ) τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου, ὅστις κατὰ δῆμον, εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων, εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δι’ ἐνοικιαστῶν γενομένης ἐξακριβώσεως, ἐβεβαιώθη καὶ ὑπεβλήθη δυνάμει τοῦ νόμου ᾼΤΝʹ τῆς 21 Ἰανουαρίου 1886 εἰς τὴν πληρωμὴν ἐγγείου φόρου...» Ἀλλ’ ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ποσότης τοῦ παραγομένου οἴνου, τοῦ βεβαιουμένου διὰ δηλώσεων καὶ διὰ πρωτοκόλλων, ἐκ τῶν ὁποίων μέγας ἀριθμὸς ἀκυροῦται ὑπὸ τῶν εἰρηνοδικῶν, καὶ τῆς ἀκυρώσεως ταύτης δὲν λαμβάνει γνῶσιν ὁ ἔφορος, διότι οὔτε ὁ ἐνοικιαστής, οὔτε ὁ φορολογούμενος ὁ προστρέχων εἰς τὴν δικαιοσύνην πρὸς ἀκύρωσιν τοῦ πρωτοκόλλου τούτου, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνακοινοῖ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ εἰρημένου πρωτοκόλλου πρὸς τὸν ἔφορον καὶ ἀναλόγως τῆς ποσότητος τοῦ οὕτω πως βεβαιωθέντος οἴνου κατὰ τὰ παρελθόντα δύο ἔτη 1897 καὶ 1898 προκειμένου περὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, κατὰ τὰ ἔτη δὲ 1895 καὶ 1896 προκειμένου περὶ τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Θεσσαλίας, σὺν τῇ ἀξίᾳ αὐτοῦ, λαμβανομένου ὡς βάσεως τοῦ κανονιζομένου φόρου ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, κανονίζεται ὁ φόρος τῶν ἐν ἑκάστῳ δήμῳ ἀμπέλων, δὲν νομίζετε, ὅτι, ὅταν ταῦτα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ὁ νέος φόρος θὰ ᾖναι ἐπαχθέστερος τοῦ κρατοῦντος συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον μόνον ὁ ὑπάρχων οἶνος βεβαιοῦται, καὶ οὐχὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διὰ ψευδῶν πρωτοκόλλων πιστοποιεῖται ὡς ὑπαρκτός, ἐνῷ εἶναι ἀνύπαρκτος; Διὰ τοῦτο λοιπὸν φρονῶ, ὅτι διαιωνίζεται τὸ ἐπαχθὲς τοῦ φόρου αὐτοῦ, κατὰ πολὺ αὐξανομένου διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, δι’ οὗ ζητεῖται καὶ φόρος ἐπὶ ἀνυπάρκτου οἴνου. Εἶναι ὅμως καὶ ἄδικος ὁ φόρος αὐτός, Κύριοι, διότι γνωρίζετε ὅλοι ἐκ πείρας, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι δῆμοι, ἐν τοῖς ὁποίοις ὑπάρχουσιν ἄμπελοι μεγάλων ἐκτάσεων καὶ λίαν προσοδοφόροι, διότι καὶ ἡ παραγωγικότης των εἶναι μεγάλη καὶ ἡ ἀξία τοῦ παραγομένου γλεύκους οὐχὶ εὐκαταφρόνητος, ἐν τούτοις εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους δὲν θέλει δυνηθῇ ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου συνιστωμένη, νὰ ἐξεύρῃ τὴν ποσότητα τοῦ ἄχρι τοῦδε παραγομένου οἴνου, διότι ἐν τοῖς δήμοις ἐκείνοις οἱ ἀμπελοκτήμονες δὲν συμβαίνει νὰ ᾖναι καὶ οἰνοπαραγωγοὶ καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἀποταμιεύουσιν οὔτε σταγόνα οἴνου, μὴ ἀποταμιεύοντες δὲ, δὲν δηλοῦσι, μὴ δηλοῦντες δὲ, δὲν πληρώνουσι φόρον, καὶ μὴ πληρώνοντες δὲν εὑρίσκονται εἰς τοὺς καταλόγους τῆς Ἐφορίας ἐγγεγραμμένοι. Λοιπὸν αἱ ἄμπελοι ἐκεῖναι θέλουσι μείνῃ ἀδήλωτοι. Διατί; Διότι κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη οὐδὲ μίαν ὀκᾶν οἴνου ἀπεταμίευσαν. Καὶ λαμβάνω ὡς παράδειγμα τοὺς δήμους τοὺς πέριξ τῶν Ἀθηνῶν. Οἱ δῆμοι οἱ πέριξ τῶν Ἀθηνῶν ἅπαν τὸ γλεῦκος, τὸ παραγόμενον εἰς τὰς ἀμπέλους αὐτῶν, πωλοῦσιν εἰς τοὺς οἰνοποιούς, τοὺς ἐν Ἀθήναις μένοντας. Ἐν τοῖς δήμοις ἐκείνοις οὐδέποτε ἐβεβαιώθη φόρος οἴνου, οὐδέποτε ἐβεβαιώθη ποσότης οἴνου, εἴτε διὰ δηλώσεων εἴτε διὰ πρωτοκόλλων, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἔχετε τὸν δῆμον Ἀθηναίων, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου, ἀναλόγως τοῦ ἀποταμιευομένου ἐν Ἀθήναις οἴνου, ὑπάρχουσιν ἄμπελοι ἐλάχισται· μὴ κανονιζομένων δὲ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τοῦ μείζονος καὶ τοῦ ἐλάσσονος ὅρου τοῦ φόρου, θέλομεν παραστῆ πολὺ ταχέως μάρτυρες θεάματος, καθ’ ὃ ὁ ἀμπελοκτήμων τοῦ δήμου Ἀθηναίων ἢ τῆς πόλεως Ἀθηνῶν ὄχι μόνον τὴν ἄμπελόν του καὶ ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν του θὰ πωλήσῃ, ἀλλὰ καὶ τὴν προσωπικήν του ἐλευθερίαν θὰ χάσῃ, ὅπως πληρώσῃ τὸν φόρον τὸν ἀναλογοῦντα εἰς τὰς ἀμπέλους του, τὰς κειμένας ἐντὸς τοῦ δήμου Ἀθηναίων, καὶ πάλιν ὀφειλέτης θὰ ᾖναι εἰς τὸ Δημόσιον· διατί; Διότι, ἐνῷ βεβαιοῦνται ἑκατομμύρια ὀκάδων οἴνου ἐν Ἀθήναις, ἐν τούτοις αἱ ἄμπελοι εἶναι πολὺ δυσανάλογοι πρὸς τὴν ποσότητα τοῦ ἐναποταμιευομένου οἴνου. Καὶ μὴ νομίζετε ὅτι εἶναι παράδοξον νὰ συμβῇ ὅ,τι ὑποβάλλω πρὸς ὑμᾶς, διότι τοῦτο συνέβη ἐπὶ τοῦ δημοτικοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἄλλοτε, ὅτε τὰ ἀροτριῶντα κτήνη ἐπεβαρύνθησαν διὰ τοῦ δημοτικοῦ φόρου, τοῦ εἰσπραττομένου ἐκ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, καὶ ἔπρεπε κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον νὰ κανονισθῇ ὁ φόρος ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τῆς σχετικῆς περιφερείας, εἰς μίαν νῆσον εὑρέθη ἓν μόνον ἀροτριῶν κτῆνος, καὶ ὅλος ὁ φόρος τοῦ δήμου κατελογίσθη εἰς βάρος τοῦ κτήνους ἐκείνου, ὁ δὲ τοιοῦτος φόρος ἀνῆλθεν εἰς χιλιάδας δραχμῶν, καὶ ἠναγκάσθη τότε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ διορθώσῃ τὸν νόμον. Τοῦτο θέλει συμβῆ ἀναντιρρήτως καὶ ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηναίων, Πειραιῶς καὶ Πατρῶν καὶ ἐν γένει ἐν τοῖς δήμοις ἐκείνοις, ὅπου οἱ πληθυσμοὶ εἶναι μεγάλοι, ὅπου ἡ συγκέντρωσις ξένων εἶναι μεγάλη καὶ κατὰ συνέπειαν καταναλίσκεται οἶνος πολὺ περισσότερος τοῦ παραγομένου ἐκ τῶν ἀμπέλων τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῶν κειμένων. Ὑπάρχουσι λοιπὸν δῆμοι, οἱ ὁποῖοι, καίτοι παράγοντες μεγάλην ποσότητα γλεύκους, ἐν τούτοις δὲν παράγουσιν οὔτε ὀκᾶν οἴνου, καὶ ἐκεῖνοι θέλουσι μείνῃ ἀσύδοτοι, ὑπάρχουσι τοὐναντίον ἄλλοι δῆμοι, οἱ ὁποῖοι, μὴ παράγοντες γλεῦκος, παράγουσι μεγάλην ποσότητα οἴνου, καὶ ἐκεῖνοι θέλουσιν ἐπιβαρυνθῆ κατὰ πολὺ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι δῆμοι, ἐν τοῖς ὁποίοις ὅσον γλεῦκος παράγεται, τόσος καὶ οἶνος βεβαιοῦται, καὶ ἰδίως οἱ μεσόγειοι τῆς Ἑλλάδος δῆμοι, τῶν ὁποίων τὸ γλεῦκος καὶ εἰς εὐτελεῖς τιμὰς πάντοτε πωλεῖται καὶ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας πρὸς μεταφορὰν εἶναι δύσκολα καὶ ὁ οἶνος αὐτὸς εἶναι ἀνεπιτήδειος πρὸς μεταφοράν. Ἐκεῖνοι λοιπόν, οἱ ὁποῖοι ἀποταμιεύουσι τὸ γλεῦκος εἰς οἶνον, καίτοι οὐδεμίαν πρόσοδον ἔχουσιν ἐκ τῶν ἀμπέλων, διότι οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει τὸ γλεῦκος, ἐν τούτοις θέλουσιν ἐξακολουθεῖ, κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, νὰ πληρώνωσι τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον πληρώνουσι καὶ οἱ ἄλλοι δῆμοι. Καὶ ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν ἀνέκδοτον, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐν τῇ ἰδίᾳ μου ἐπαρχίᾳ καὶ τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω πρὸς τὴν Βουλήν. Τὸ ἀνέκδοτον τοῦτο προὐκάλεσε τὴν ἔκπληξιν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐν Λειψίᾳ καθηγητοῦ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου καὶ νομοδιδασκάλου κ. Windscheid, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ κ. Τριανταφυλλάκος, ὡς μαθητὴς αὐτοῦ, ἔσχε τὴν τιμὴν νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου συνεφωνήθη μεταξὺ ἀμπελοκτήμονος καὶ οἰνοποιοῦ νὰ πωλήσῃ ὁ ἀμπελοκτήμων πρὸς τὸν οἰνοποιὸν τὸν γλεῦκός του εἰς τιμὴν τριῶν λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ὀλιγώτερον τῆς τιμῆς, ἣν ἤθελε πωληθῆ τὸ γλεῦκος τῶν παρακειμένων ἀμπέλων. Ἀλλὰ τὸ γλεῦκος τῶν παρακειμένων ἀμπέλων κατὰ τὸν τρυγητὸν ἐπωλήθη πρὸς δύο λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, καὶ ὁ ἀγοραστὴς τοῦ γλεύκους, καίτοι ἔλαβε τοῦτο δωρεάν, ἐζήτει ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὸν ἀμπελοκτήμονα διὰ τὴν εὐγένειαν, τὴν ὁποίαν εἶχε, νὰ τὸν ἐλαφρώσῃ ἀπὸ τὸ εἰσόδημα αὐτοῦ. Καὶ τὸ ἀνέκδοτον αὐτὸ εἶναι βεβαιωμένον δι’ ἀποφάσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου βορείου πλευρᾶς Τριπόλεως. Καὶ ἐν τούτοις ὁ Τριπολίτης ἐξακολουθεῖ νὰ πληρώνῃ τόσον φόρον, ὅσον καὶ ὁ Ἀθηναῖος, ὁ ὁποῖος εἰς μεγάλας τιμὰς πάντοτε πωλεῖ τὸν οἶνον· πλειστάκις δὲ ἐν Τριπόλει ὁ φόρος ὑπερέβη τὴν ἀξίαν τοῦ γλεύκους. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου νὰ μεταρρυθμισθῇ, ὡς θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ καταδείξω. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἐγώ, Κύριοι, κατακρίνων τὸ σύστημα τοῦ καθορισμοῦ τοῦ φόρου καὶ τῆς κατανομῆς αὐτοῦ, ὅπως κανονίζεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐμμένω εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐδέχθη ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας συνέβη νὰ ἦμαι εἰσηγητής, ἐκ δὲ τῶν τότε συναδέλφων μου μόνον ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος παρίσταται, οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουν τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶσι μέρος τῆς Βουλῆς ταύτης, καὶ μετὰ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου ἐπὶ πενθήμερον νυχθήμερον εἰργάσθημεν διὰ νὰ καταρτίσωμεν τὸ νομοσχέδιον.
§43Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐβοήθουν ὑμᾶς, ἐργαζόμενον ἐπιμελέστερον καὶ μετ’ ἀφοσιώσεως.
§44ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ πολύ, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πολὺ συνετελέσατε εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν Βουλήν, ἀντὶ τῶν ἄρθρων 15, 16 καὶ 17 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νὰ δεχθῇ τὰ ἑξῆς. Πρῶτον νὰ προστεθῇ ὡς ἄρθρον 10 τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Αἱ φορολογητέαι ἄμπελοι κατατάσσονται εἰς τρεῖς φορολογικὰς τάξεις, καὶ διὰ μὲν τὰς τῆς πρώτης τάξεως ἀμπέλους ἐπιβάλλεται ἐτήσιος ἔγγειος φόρος δραχ. τριῶν κατὰ στρέμμα, διὰ τὰς τῆς δευτέρας δραχ. δύο, καὶ διὰ τὰς τῆς τρίτης δραχ. μιᾶς κατὰ στρέμμα.» Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐπιβάλλεται ὄχι μόνον πρὸς κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἀποφυγὴν πολλῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι συμβαίνουσιν ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιτετραμμένοι τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων. Ἐὰν ἀφήσωμεν, Κύριοι, νὰ κανονίζηται ὁ φόρος ὑπὸ τῶν προσώπων ἐκείνων τῶν πολλαπλῶν ἐπιτροπῶν, τὰς ὁποίας θεσπίζει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, θέλομεν παρίστασθαι συχνότατα μάρτυρες τῶν φαινομένων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὅλοι οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις βιοῦντες γινώσκουσιν. Οἱ κάτοικοι τοῦ ἑνὸς χωρίου θὰ ἔρχωνται εἰς συνεννόησιν εἴτε μὲ τὸν εἰρηνοδίκην, εἴτε μὲ τὸν ἔφορον, εἴτε μὲ τὰς ἄλλας ἐπιτροπάς, καὶ ἐνῷ τοὺς ἀμπελοκτήμονας τοῦ ἑνὸς χωρίου, τοῦ ἔχοντος ἀμπέλους εἰς θέσιν πρώτης τάξεως, θὰ τοὺς βλέπητε κατατασσομένους εἰς τὴν τελευταίαν τάξιν, οἱ ἀμπελοκτήμονες τοῦ ἄλλου χωρίου, τὸ ὁποῖον ἔχει πτωχὰς ἀμπέλους, καὶ τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι εἶναι πτωχοὶ καὶ δὲν δύνανται ἐκ τῆς πτωχείας των νὰ ἔλθουν εἰς συνεννόησιν μὲ τὸν εἰρηνοδίκην ἢ τὸν ἔφορον ἢ τὰς ἄλλας ἐπιτροπάς, θὰ κατατάσσωνται εἰς τὴν πρώτην τάξιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῶσιν ἐλεύθεραι αἱ ἐπιτροπαὶ ἐκεῖναι, ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου νὰ κανονισθῶσιν αἱ τάξεις τῶν ἀμπέλων· ὁ δὲ κανονισμὸς τῶν τάξεων ἐκείνων γίνεται διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὡς ἑξῆς, μεταβαλλομένου τοῦ ἄρθρου 15 εἰς ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκει): «Πρὸς κανονισμὸν τῶν φορολογικῶν τάξεων τῶν ἀμπέλων ἐντὸς τοῦ μηνὸς Αὐγούστου 1899 ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, ἢ ὅπου δὲν ἑδρεύει τοιαύτη, ὁ εἰρηνοδίκης τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, ὁ ταμίας, ὁ δήμαρχος καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἑκάστου δήμου, συνερχόμενοι, λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν πάντα τὰ σχετικὰ στοιχεῖα καὶ πάσας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, καὶ βεβαιοῦσι διὰ πρωτοκόλλου, ποῖον εἶναι τὸ σύνηθες ἀνεκκαθάριστον ἐτήσιον ἔσοδον ἑκάστου στρέμματος ἀμπέλου ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, ὡς καὶ τὰς ἐτησίας δαπάνας καλλιεργείας.» Τὰ ἐδάφια αʹ, βʹ καὶ γʹ διαγράφονται. Τὸ δʹ ἐδάφιον μένει ὡς ἔχει. Ἐν ἐδαφίῳ εʹ μένουσιν οἱ ἓξ πρῶτοι στίχοι καὶ ὁ ἕβδομος ἄχρι τοῦ «αʹ)»· διαγράφονται ἀπὸ τοῦ ἑβδόμου στίχου «αʹ) τὸ ποσὸν κλπ.» ἄχρι τέλους, καὶ προστίθενται: «τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ συγκεντρωθέντα διάφορα πρωτόκολλα, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καθαροῦ ἐτησίου ἐσόδου τῶν ἀμπέλων ἑκάστου δήμου κατατάσσει τὰς ἀμπέλους εἰς τρεῖς φορολογικὰς κατηγορίας, κατ’ ἀναλογίαν τῆς ποιότητος τῆς ἐτησίας προσόδου. Ἑκάστη τῶν φορολογικῶν κατηγοριῶν τῶν ἀμπέλων δὲν δύναται νὰ περιλαμβάνῃ πλέον τοῦ ἑνὸς τρίτου τῶν καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος ἀμπέλων. Αἱ ἄμπελοι ἑκάστου δήμου κατατάσσονται εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν φορολογικὴν τάξιν.» Τὴν διάταξιν ταύτην ἐμπεριεῖχε καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς συνταχθὲν, καὶ ἡ διάταξις αὕτη ἐπολεμήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐπολεμήθη διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Πρῶτον ἐθεωρήθη πολὺ δύσκολον νὰ εὑρεθῇ τὸ ἐτήσιον ἔσοδον τῆς ἀμπέλου ἐν ἑκάστῳ δήμῳ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς συνισταμένης ὑπὸ τοῦ ἐφόρου τοῦ εἰρηνοδίκου, τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τοῦ ταμίου, τοῦ δημάρχου, τοῦ προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι δύσκολος ἡ ἐξεύρεσις τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματος τῆς ἀμπέλου, ἡ ὁποία παραλλάσσει ἀπὸ σπιθαμῆς εἰς σπιθαμὴν, δὲν εἶναι, νομίζετε, πολὺ δυσκολωτέρα ἡ ἐξεύρεσις τῆς ἀξίας τοῦ οἴνου ἐν ἑκάστῳ δήμῳ; Δὲν νομίζετε ὅτι ἕκαστος οἰνοποιὸς ἔχει οἶνον διαφορετικῆς ἀξίας τοῦ οἴνου τοῦ ἄλλου οἰνοποιοῦ; Δυσκολωτέρα λοιπὸν εἶναι, ἡ ἐξεύρεσις καὶ τῆς ποσότητος καὶ τῆς ἀξίας τοῦ οἴνου, παρὰ ἡ ἐξεύρεσις κατὰ προσέγγισιν τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματος τῆς ἀμπέλου, τὸ ὁποῖον εἶναι κοινῶς γνωστόν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀμπελοκτήμων, ἐν τούτοις, ἐὰν μὲ ἐρωτήσητε ποῖον ἔσοδον ἔχουσιν αἱ ἄμπελοι τῆς Τριπόλεως, τῆς Μαντινείας, τῆς Τεγέας, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς τὸ βεβαιώσω· περὶ τούτου δὲ πολὺ περισσότερον θὰ ᾖναι εἰς θέσιν ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ συνισταμένη ἀπὸ τὸν ἔφορον, τὸν εἰρηνοδίκην, τὸν δήμαρχον καὶ τοὺς λοιπούς. Τὰ πρωτόκολλα αὐτὰ λοιπὸν τὰ ἀποστέλλουν οἱ κατὰ τόπους ἔφοροι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ἑδρεύουσαν ἐν Ἀθήναις, ἡ ὁποία καὶ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὁρίζεται, ἀλλ’ ὁρίζεται δι’ ἄλλον λόγον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη δὲν ἔχει νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ λάβῃ τὰ πρωτόκολλα ὑπ’ ὄψιν, νὰ κανονίσῃ τὸν μέσον ὅρον τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἀμπέλων ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, καὶ κατὰ δῆμον νὰ κανονίσῃ τὰς φορολογικὰς τάξεις. Καὶ ἐδῶ διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐνῷ ἐγὼ καὶ ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον εἰσαχθέντος, φρονοῦμεν, ὅτι ἡ κατάταξις τῶν ἀμπέλων εἰς φορολογικὰς τάξεις πρέπει νὰ γίνεται κατὰ δῆμον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ γίνηται κατὰ τοποθεσίαν. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, κατὰ τοποθεσίαν εἶναι προτιμότερον, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον, διότι ἡ ποιότης τῶν ἀμπέλων διαφέρει ὄχι ἀπὸ τοποθεσίας εἰς τοποθεσίαν, ὄχι ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον, ἀλλ’ ἀπὸ σπιθαμῆς εἰς σπιθαμήν.
§45ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν θὰ γίνεται καὶ τότε κατάχρησις ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐγκληματῇ;
§46ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν νομοθετῶμεν, πρέπει τὰ ἐγκλήματα νὰ τὰ προλαμβάνωμεν, παρὰ νὰ δίδωμεν τὰ μέσα εἰς τὰς ἀρχὰς νὰ ἐγκληματῶσι. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, ἡ διαφορὰ τῆς ποιότητος τῶν ἀμπέλων δήμου τινὸς παραλλάσσει κατὰ τόπους, ἀλλ’ οἱ ἔχοντες πρώτης τάξεως ἀμπέλους δύνανται νὰ ὠφεληθῶσι κατά τι, διότι θὰ πληρώνουν φόρον ἴσον πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει εὐτελέστεραν ποιότητος ἄμπελον, ἀλλ’ ὁ ἔχων ἄμπελον εὐτελοῦς ποιότητος οὐδὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ.
§47ΖΩΤΟΣ. Πῶς;
§48ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ τίποτε, διότι, ἐὰν εἰς δῆμόν τινα αἱ ἄμπελοι τῆς εὐτελοῦς ἀξίας ᾖναι περισσότεραι, ὁ δῆμος θὰ καταταχθῇ εἰς τὴν τελευταίαν τάξιν, καὶ οἱ κάτοικοι δὲν ἔχουν νὰ πληρώσουν παρὰ μίαν δραχμὴν κατὰ στρέμμα. Φρονῶ δὲ, Κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον προτείνω, θέλει ἐξασφαλισθῆ καὶ τὸ ἔσοδον τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 13 Δεκεμβρίου 1896 ἐβεβαίωσεν, ἀνέρχεται (ὄχι τὸ βεβαιούμενον, ἀλλὰ τὸ εἰσπραττόμενον) εἰς 1,900,000. Φρονῶ δὲ, ὅτι διὰ τῆς ποσότητος τῶν στρεμμάτων τῶν ὑπαρχουσῶν καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος ἀμπέλων δυνάμεθα ὄχι μόνον νὰ ἐξασφαλίσωμεν, ἀλλὰ καὶ κατὰ πολὺ νὰ ὑπερβῶμεν τὸ ἔσοδον τοῦτο· διότι, καθ’ ὑπολογισμὸν τὸν ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ποιήσωμαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἐγὼ μὲν ἀνήγαγον τὰ στρέμματα τῶν ἀμπέλων τῶν ὑπαρχουσῶν καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα εἰς 1,694,253, οἱ ἀξιότιμοι ὅμως Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, οἱ ὁποῖοι καταγίνονται εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἐπιμελῶς, ἀνήγαγον κατὰ προσέγγισιν τὰ ὑπάρχοντα στρέμματα καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος εἰς 1,200,000.
§49ΕΥΤΑΞΙΑΣ. 1,000,000.
§50ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ 1,000,000 ἐὰν ὑπάρχωσι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος κατὰ μέσον ὅρον, κατὰ τὸν κανόνα, καθ’ ὃν ζητῶ νὰ κανονισθῇ διὰ τοῦ νόμου, θὰ ἔχωμεν ἀσφαλῶς ἔσοδον τοῦ Δημοσίου 2 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράττηται μέχρι τελευταίου ὀβολοῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, κατὰ τὴν προθεσμίαν, τὴν ὁποίαν ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φόρου τούτου, μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου θέλει εἶναι γνωστὴ ἡ ποσότης τῶν ἀμπέλων καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, καὶ ἐὰν ἡ ποσότης αὕτη τῶν ἀμπέλων δὲν ἀνταποκρίνηται πρὸς τὸ ἔσοδον τοῦ Δημοσίου, ἡ Βουλὴ ἀμέσως τότε θέλει συνέλθει αὐτοδικαίως τῇ 1 Νοεμβρίου, διότι πρέπει νὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ ἐπαυξήσῃ τὴν φορολογικὴν κλίμακα τοῦ φόρου αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἐμμένω εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐνδειχθὲν, ὅπως ἡ φορολογία αὕτη ὁρισθῇ εἰς τάξεις φορολογητέων ἀμπέλων κατὰ δήμους, ἡ δὲ ποσότης τοῦ φόρου νὰ κανονισθῇ ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ νὰ μὴ μείνῃ εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἑδρευούσης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ κατὰ σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν κατανοῶ. Διότι ἰδοὺ τί λέγει τὸ νομοσχέδιον—ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἔχει νόημα πλῆρες, ἀλλὰ τὸ νόημά του δὲν ἐκτίθεται σαφῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ—(ἀναγινώσκει): «Ἐντὸς τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου ἐπιτροπή, ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον, τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τὸν προϊστάμενον τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τμήματος τῶν ἀμέσων φόρων, συνερχομένη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν αʹ) τὸ ποσὸν, εἰς ὃ ἀνέρχεται ἡ ἀξία τῶν οἴνων κατὰ δῆμον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου τῆς τιμῆς ὅρου, τοῦ καθορισθέντος διὰ τῶν κατ’ ἐπαρχίαν πρωτοκόλλων· βʹ) τὸ ποσὸν τῶν ἐτησίων βεβαιώσεων τοῦ Κράτους ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν κατὰ τὰ παρελθόντα δύο ἔτη 1897 καὶ 1898 διὰ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας καὶ 1895 καὶ 1896 διὰ τὰς Θεσσαλικὰς, καὶ γʹ) τὸ ποσὸν τῶν ἐτησίων βεβαιώσεων δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν ἄνω δύο ἐτῶν, καὶ ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ τοῦ κατὰ δῆμον ὁλικοῦ ποσοῦ ἀξίας τοῦ βεβαιωθέντος οἴνου πρὸς τὸν μέσον ὅρον τῶν βεβαιώσεων τοῦ Δημοσίου τῶν δύο ἐτῶν ἐγγείου φόρου καὶ δικαιώματος ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου καθορίζει τὸ ἀναλογοῦν ἑκάστῳ ποσὸν φόρου.» Λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ὅλα αὐτὰ καὶ κανονίζει τὸ ποσὸν τοῦ φόρου· ἀλλὰ διὰ τίνος τρόπου; Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πολὺ κατέγεινα νὰ ἐννοήσω τὸν μηχανισμὸν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον· καὶ μετὰ τὸν κανονισμὸν αὐτὸν ἄρχεται ἡ ἐργασία ἐφόρων, ταμιῶν, δημάρχων καὶ τῶν ἄλλων. Ἐὰν νομίζητε λοιπὸν, ὅτι οἱ Κύριοι ἐκεῖνοι εἶναι τόσον εὐσυνείδητοι, τόσον ἀνεξαρτήτου θελήσεως, ὥστε εὐσυνειδήτως νὰ ἐκτελῶσι τὰ ἀνατιθέμενα αὐτοῖς φορολογικὰ καθήκοντα, δεχθῆτέ το. Ἀλλ’ ἔχομεν τὸ παρελθὸν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐμποδίζει νὰ δεχθῶμεν, ὅτι οἱ Κύριοι ἐκεῖνοι εὐσυνειδήτως θὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντά των. Πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ κρατοῦντος συστήματος εἴχομεν τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν, καὶ τότε ἐλάμβανον μέρος πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φόρου οἱ καλλίτεροι ἀμπελοκτήμονες τῶν χωρίων, διότι τότε ἐκεῖνοι διωρίζοντο τῇ συστάσει τῶν Βουλευτῶν, καὶ διὰ νὰ διορίζωνται τῇ συστάσει τῶν Βουλευτῶν, ἐνήσκουν ἐπιρροήν τινα ἐν τῷ χωρίῳ των, καὶ διὰ νὰ ἐνασκῶσιν ἐπιρροὴν, βεβαίως ἤθελον καταλέγεσθαι μεταξὺ τῶν καλλιτέρων οἰκοκυραίων. Καὶ ἐνθυμεῖσθε τότε, ποῖα χάλια ἐπεκράτουν εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου αὐτοῦ! Οἱ μεγάλοι ἀμπελοκτήμονες οὐδὲ ἐφαίνοντο κἆν εἰς τὰ βιβλία τῆς φορολογίας ἐν τῇ Ἐφορίᾳ, τοὐναντίον ἀνεγράφοντο ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι οὐδὲ τὴν γεῦσιν τῆς σταφυλῆς ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἀμπέλων ἐγνώριζον, διότι δὲν εἶχον ἀμπέλους. Ἐὰν λοιπὸν νομίζητε, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, τῶν ἀνυπάρκτων παρ’ ἅπασι τοῖς δήμοις τοῦ Κράτους, καὶ τῶν κυρίων δημάρχων, οἱ ὁποῖοι ἤδη ἀρνοῦνται νὰ δεχθῶσι τὰς δηλώσεις τῶν ζῴων, καὶ τῶν ἐφόρων, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰδικώτατοι πρὸς τὰς τοιούτου εἴδους ἐργασίας, δεχθῆτέ το· ἐγὼ ὅμως θέλω ν’ ἀποκλείσω αὐτοὺς τοὺς Κυρίους τῆς τοιαύτης ἐργασίας, καὶ ἀναθέτω εἰς αὐτοὺς μόνον τὴν ἐντολὴν τῆς ἐξακριβώσεως τοῦ ἐσόδου τοῦ φόρου ἑκάστου δήμου, τὴν δὲ κατανομὴν ἀναθέτω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἀποτελούμενον ἐκ προσώπων ἀνωτέρων πάσης ὑπονοίας. Τὸ ἔργον εἶναι ὀλίγον κοπιῶδες, διότι πρόκειται νὰ κατατάξωσιν εἰς τρεῖς τάξεις τὰ πρωτόκολλα τῶν ἐφόρων, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ ἔσοδον τῆς ἀμπέλου ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, καὶ νὰ ἐξευρίσκωσι πῶς θὰ κανονισθῶσιν αἱ φορολογικαὶ τάξεις ἀναλόγως τοῦ εἰσοδήματος· εἶναι ὀλίγον κοπιῶδες, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἀδύνατον, ὀλιγώτερον ὅμως κοπιῶδες τῆς ἐργασίας, ἥτις ἀνατίθεται εἰς αὐτοὺς κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Ἄλλοτε ἐμέμφθη τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ πολὺ δικαίως, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα φορολογικὴ τάξις τῶν ἀμπέλων δὲν ἠδύναντο νὰ περιλαμβάνωσι πλέον τοῦ ⅛ τῶν ὑπαρχουσῶν ἀμπέλων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἡ τρίτη ὅμως ἠδύνατο νὰ περιλάβῃ ὅλας τὰς ἀμπέλους. Τοῦτο διορθοῦται διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν προτείνω, διότι διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης ἑκάστη τῶν φορολογικῶν τάξεων τῶν ἀμπέλων δὲν δύναται νὰ περιλαμβάνῃ πλέον τοῦ ⅛, ἄρα αἱ ἄμπελοι διαιροῦνται εἰς τρεῖς ἴσας πρὸς ἀλλήλας φορολογικὰς τάξεις. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας, τὰς ὁποίας ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς πρὸς τὴν διαφωνίαν μου πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τὸν καθορισμὸν τοῦ φόρου καὶ τὴν κατανομὴν αὐτοῦ, μεταβαίνω εἰς τὰ ἄλλα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. Ἄρθρον 16, γινόμενον 12. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον μένει ὡς ἔχει. Τοῦ δευτέρου ἐδαφίου μένουσιν οἱ δύο πρῶτοι στίχοι, καὶ ἐκ τοῦ τρίτου αἱ δύο πρῶται λέξεις «Δημοτικὸν Συμβούλιον»· μετὰ τὰς λέξεις ταύτας προστίθενται αἱ λέξεις «πρὸς ὃ ἀνακοινοῖ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἐπιτροπῆς». Οἱ λοιποὶ στίχοι διαγράφονται. Τὸ ἄρθρον 17 διαγράφεται ὁλόκληρον. Εἰς τὸ ἄρθρον 18, γινόμενον ἄρθρον 13, ὀλίγας παρατηρήσεις ἔχω νὰ κάμω. Μόνον τὴν «ποιότητα» μεταβάλλω εἰς «φορολογικὴν τάξιν». Τὸ ἄρθρον 19, γινόμενον ἄρθρον 14, μένει ὡς ἔχει. Ἄρθρον 20, γινόμενον 15. Ἐν ἐδαφίῳ βʹ, στίχῳ 5, μετὰ τὴν λέξιν «ἐτῶν» προστίθενται αἱ λέξεις «δὲν ἐδηλώθησαν ἤ». Ἐν στίχῳ 6 ἡ λέξις «τριετία» ἀντικαθίσταται διὰ τῆς λέξεως «πενταετία». Διατὶ τοῦτο, ἐξέθηκα προηγουμένως. Ἐν δὲ τῷ προτελευταίῳ στίχῳ αἱ λέξεις «τῆς αὐτῆς θέσεως καὶ» διαγράφονται· εἰς τὸ τέλος δὲ τοῦ ἄρθρου προστίθενται αἱ λέξεις «καὶ δήμου, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου κεῖνται». Τὸ ἄρθρον 21 λέγει, ὅτι, «ἐὰν ἀμπελός τις καταστραφῇ, ἀπαλλάσσεται τῆς φορολογίας, ὡς καὶ ἡ ἐγκαταλειφθεῖσα ἀκαλλιέργητος». Ἐγὼ προτείνω, ὄχι μόνον ἡ ἀκαλλιέργητος, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀτρύγητος νὰ ἀπαλλάσσηται τῆς φορολογίας, διότι πολλαὶ ἄμπελοι, αἱ ὁποῖαι ἐξ ἀμελείας τοῦ ἀμπελοκτήμονος δὲν καλλιεργοῦνται, δὲν παράγουσι μὲν ὅσον ἠδύναντο εἰσόδημα, ἀλλὰ παράγουσιν ὀλίγον εἰσόδημα. Πρέπει λοιπὸν ἡ ἄμπελος, διὰ νὰ μένῃ ἀφορολόγητος, νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἀτρύγητος. Ἐν ἐδαφίῳ βʹ, μετὰ τὴν λέξιν «ἐργοδηγοῦ», προστίθενται αἱ λέξεις «καὶ τοῦ ἀστυνόμου τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ κεῖται ἡ ἄμπελος». Ἐν στίχῳ 5 μετὰ τὴν λέξιν «γεωμέτρου» προστίθεται ἡ λέξις «ἀστυνόμου» Ἐν στίχῳ 8 μετὰ τὴν λέξιν «πάρεδρος» τίθεται ἡ λέξις «ἀστυνόμος». Ἐν στίχῳ 13 μετὰ τὴν λέξιν «μητρῴου» προστίθενται αἱ λέξεις «ἐν περιπτώσει καταστροφῆς τοῦ εἰσοδήματος καὶ ἐγκαταλείψεως τῆς ἀμπέλου ἀτρυγήτου, διαγράφει τὸν φορολογούμενον τοῦ χρηματικοῦ καταλόγου διὰ μόνον τὸ ἔτος τῆς καταστροφῆς τοῦ εἰσοδήματος». Ἐκ τοῦ φορολογικοῦ μητρῴου διαγράφεται ὁ ἀμπελοκτήμων, ὅταν πιστοποιηθῇ ἡ καταστροφὴ τῆς ἀμπέλου, εἴτε ἡ ἐκρίζωσις. Ἐὰν ὅμως βεβαιωθῇ ἡ ἐγκατάλειψις τῆς ἀμπέλου ὡς ἀτρυγήτου, τότε νὰ διαγράφηται ἐκ τοῦ χρηματικοῦ καταλόγου τοῦ ἔτους ἐκείνου καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ μητρῴου. Μεταβαίνω εἰς τὸ ἄρθρον 22, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσέξῃ, διότι ἐδῶ προτείνω νὰ ἐπέλθωσιν οὐσιώδεις μεταβολαί. Κατὰ τὸ ἄρθρον 22, ὡς ἔχει διατυπωθῆ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, «ἐὰν ὁ ἀμπελοκτήμων μετεβίβασε τὴν ἄμπελον ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει εἰς ἕτερον, ὀφείλει μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Αὐγούστου νὰ ὑποβάλῃ πρὸς τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον δήλωσιν ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου μετ’ ἀντιγράφου τῆς συμβολαιογραφικῆς πράξεως, ἧς δυνάμει ἐγένετο ἡ μεταβίβασις. Τὴν δήλωσιν ταύτην ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ καὶ ὁ γενόμενος ἰδιοκτήτης ἢ καλλιεργητὴς τῆς ἀμπέλου, δυνάμει οἱουδήποτε νομίμου τίτλου...» Φαντασθῆτε ὅμως τὸν ἔφορον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος λαμβάνει πληθὺν τοιούτων αἰτήσεων περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ἐκ διαφόρων. Θὰ ἔλθῃ εἰς σύγχυσιν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν προτείνω διὰ τῆς τροπολογίας, ὁ συμβολαιογράφος ἢ ὁ ἐπὶ τοῦ πλειστηριασμοῦ ὑπάλληλος ἐν τῷ τίτλῳ τῷ μεταβιβαστικῷ τῆς κυριότητος νὰ ἀναφέρῃ τὸν ἀριθμὸν τοῦ φορολογικοῦ μητρῴου τῆς Ἐφορίας, ἐν τῷ ὁποίῳ εἶναι κατατεταγμένη ἡ ἄμπελος· τὴν πληροφορίαν δὲ ταύτην εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ χορηγῇ ὁ ἔφορος ἐγγράφως καὶ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Τοῦτο δὲ μὴ τὸ νομίζετε δύσκολον, διότι συνήθως παρὰ τοῖς συμβολαιογραφείοις ἑδρεύουσιν αἱ Ἐφορίαι· ἄλλως εἶναι καὶ εἷς λόγος, ὅστις θὰ παροτρύνῃ τοὺς ἀμπελοκτήμονας πρὸς δήλωσιν τῶν ἀμπέλων των καὶ κατάταξιν αὐτῶν ἐν τῷ μητρῴῳ, ἵνα καθίσταται μᾶλλον εὔκολος ἡ πώλησις καὶ μεταβίβασις τῶν ἀμπέλων των. Ὅταν λοιπὸν ὁ συμβολαιογράφος ἐν τῷ μεταβιβαστικῷ τίτλῳ ἀναφέρῃ τὸν ἀριθμὸν τοῦ μητρῴου, μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει μόνον ὁ μεταγραφοφύλαξ νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ μεταβιβάζῃ ἀντίγραφον τοῦ μεταβιβαστικοῦ τίτλου πρὸς τὸν ἔφορον, καὶ νὰ λείψῃ ἡ αἴτησις τοῦ ἰδιοκτήτου, ἡ αἴτησις τοῦ πωλητοῦ καὶ ἡ αἴτησις τοῦ ἀγοραστοῦ, διότι καὶ δαπάνη θὰ ἐπέρχηται καὶ σύγχυσις εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ἐφόρου.
§51Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν δώσῃ ἐσφαλμένον ἀριθμόν;
§52ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τιμωρεῖται καὶ ὁ ἔφορος καὶ ὁ συμβολαιογράφος.
§53ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα πρέπει νὰ προηγηθῇ τοῦ ἐφόρου ἡ πληροφορία.
§54ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγω αὐτό. Ὁ ἔφορος ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν πληροφορίαν ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Ἰδοὺ πῶς διατυπώνω τὸ ἄρθρον 22, γινόμενον 17: «Ἐὰν ἀμπελοκτήμων τις μετεβίβασε τὴν ἄμπελον ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει εἰς ἕτερον, ὀφείλει ὁ μὲν συμβολαιογράφος ἢ ὁ ἐπὶ τοῦ πλειστηριασμοῦ ὑπάλληλος ν’ ἀναφέρῃ ἐν τῷ τίτλῳ, δι’ οὗ αὕτη μεταβιβάζεται, καὶ τὸν αὔξοντα ἀριθμὸν, ὑφ’ ὃν εἶναι ἐγγεγραμμένη ἡ ἄμπελος ἐν τῷ φορολογικῷ μητρῴῳ, τῆς Ἐφορίας χορηγούσης τὴν πληροφορίαν ταύτην ἐγγράφως καὶ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Ὁ δὲ μεταγραφοφύλαξ ὀφείλει ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς μεταγραφῆς ἑκάστου μεταβιβαστικοῦ τίτλου νὰ ἀποστείλῃ ἀντίγραφον τούτου ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ κεῖται ἡ ἄμπελος. Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, συμφώνως πρὸς τὰς ἀνωτέρω δηλώσεις καὶ ἀνακοινώσεις, ἐνεργεῖ τὰς ἀναγκαίας μεταβολὰς εἰς τὸ φορολογικὸν μητρῷον.»
§55ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν γείνῃ διὰ πλειστηριασμοῦ ἡ μεταβίβασις τῆς κυριότητος;
§56ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐπὶ τοῦ πλειστηριασμοῦ ὑπάλληλος.
§57ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε θὰ τὸ ζητήσητε;
§58ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συντάσσει τὴν κατακυρωτικὴν ἔκθεσιν καὶ τὸ πρόγραμμα τοῦ πλειστηριασμοῦ ὁ κλητὴρ, ἐὰν ἐν αὐτῷ δὲν ἀναφέρηται ὁ ἀριθμὸς τοῦ φορολογικοῦ μητρῴου. Τὸ ἄρθρον 23 κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ προτείνω, εἶναι περιττόν. Τὸ ἄρθρον 24, γινόμενον ἄρθρον 18, μένει ὅπως ἔχει. Τὸ ἄρθρον 25 τοῦ νομοσχεδίου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐπιτρέπεται προσφυγὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν περὶ μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ μητρῴου δι’ ἐγγεγραμμένην ἐν αὐτῷ ἀνύπαρκτον ἄμπελον, ἢ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ αὐτοῦ ἀμπελοκτήμονος δὶς ἐγγεγραμμένην, ἢ εἰς ἄλλον παρὰ τὸν ἐγγεγραμμένον ἀνήκουσαν, ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ ἀχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου. Ὁ Ὑπουργὸς ἀποφαίνεται ἀνεκκλήτως.» Ἐγὼ προτείνω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου προστίθενται αἱ λέξεις: «διοικητικῶς, δύναται ὅμως ὁ φορολογούμενος ἐντὸς τριῶν ἑτέρων μηνῶν ἀπὸ τῆς εἰς αὐτὸν κοινοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἐγείρῃ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀγωγὴν περὶ ἀναλήψεως τοῦ ἀχρεωστήτως καταβληθέντος.» Διότι, ἐὰν δώσωμεν τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἀποφαίνηται ἀνεκκλήτως ἐπὶ τῶν τοιούτων προσφυγῶν, καὶ πολλὰς ἐνοχλήσεις θὰ ὑφίσταται ὁ Ὑπουργὸς, καὶ τέλος πάντων ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ἤδη ὑπάρχων, δύναται νὰ ᾖναι ζηλωτὴς τῶν καθηκόντων του, καὶ νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ ἐξετάζῃ τὸ βάσιμον τῶν προσφυγῶν, νὰ δέχηται τὰς βασίμους καὶ νὰ ἀπορρίπτῃ τὰς ἀβασίμους, ἀλλὰ ἐὰν ἄλλος τὸν ἀντικαταστήσῃ, μὴ δυνάμενος νὰ διακρίνῃ ἐπακριβῶς τὰς βασίμους προσφυγὰς ἀπὸ τῶν μὴ τοιούτων; Διὰ τοῦτο δέχομαι ν’ ἀποφαίνηται ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀνεκκλήτως, διοικητικῶς μόνον. Ὁ φορολογούμενος ὅμως ἐντὸς ἑτέρων τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως εἰς αὐτὸν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ δύναται νὰ ζητήσῃ δικαστικῶς τὸ ἀχρεωστήτως πρὸς τὸ Δημόσιον καταβληθέν. Τὸ ἄρθρον 26 ὑπολαμβάνω, ὅτι πραγματεύεται μόνον περὶ τῶν δηλώσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν ἀνυπάρκτους ἀμπέλους ἢ ἀνύπαρκτα πρόσωπα. Τὸ ἄρθρον 27, εἰς τὸ δʹ ἐδάφιον, λέγει: «Οἱ πρόσθετοι φόροι ἐπιβάλλονται ἐφάπαξ...» Ἀλλὰ πρέπει νὰ κανονισθῇ καὶ ἐπὶ πόσον διαρκεῖ ἡ φορολογία αὕτη· δι’ ὃ προτείνω νὰ προστεθῇ: «καὶ ἰσχύουσι μόνον ἐπὶ ἓν ἔτος», κατὰ τὸ ὁποῖον δηλαδὴ ἡ ἄμπελος θέλει ἀνακαλυφθῇ ὡς ἀδήλωτος. Κατὰ τὸ ἄρθρον 28, σεῖς ἐπιβάλλετε ποινὰς εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· ἀλλ’ ἐγὼ κανονίζω τὸ ἄρθρον αὐτὸ κατὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι χρήσιμα. Ἀποκρούω τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 255 τοῦ ποινικοῦ νόμου, διότι αἱ μεγάλαι ποιναὶ δυσκόλως ἐπιβάλλονται. Ἐὰν φέρηται ἕνα δήμαρχον ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, διότι παρέλειψε νὰ ἐκτελέσῃ πιστῶς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου αὐτοῦ, θὰ δυσκολευθῇ ὁ πλημμελειοδίκης νὰ τὸν στείλῃ εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον. Καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ Κακουργιοδικεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ κηρύξῃ ἔνοχον δήμαρχον διὰ μίαν ψευδῆ δήλωσιν. Διὰ τοῦτο τὰς ἐλαφρὰς ποινὰς θὰ τὰς συλλογίζωνται περισσότερον οἱ κύριοι δήμαρχοι. Διὰ τοῦτο ἀποκρούω τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 255 καὶ ζητῶ νὰ τιμωρῆται μὲ φυλάκισιν μέχρις ἑνὸς μηνὸς (ἀναγινώσκει): «Πᾶς οἰκονομικὸς ἔφορος, εἰρηνοδίκης, ἀστυνόμος, δήμαρχος ἢ πάρεδρος, ἐφημέριος, δικαστικὸς κλητὴρ, μάρτυς ἐπὶ τῆς μεταξὺ φορολογουμένου καὶ Δημοσίου δίκης, καταμετρητὴς, τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν μέχρις ἑνὸς μηνὸς, εὐθυνόμενος καὶ εἰς πολιτικὰς ἀποζημιώσεις, διὰ πᾶσαν παράβασιν ἢ μὴ πιστὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου καὶ διὰ πᾶσαν ψευδῆ πιστοποίησιν ἢ μαρτυρίαν.» Καὶ τοὺς μάρτυρας ἀκόμη δὲν πρέπει νὰ τοὺς ὑπαγάγωμεν εἰς τὴν ποινὴν τῆς ψευδορκίας, διότι καθ’ ἑκάστην γινόμεθα θεαταὶ ψευδομαρτυριῶν, αἱ ὁποῖαι μένουσιν ἀκαταδίωκτοι ἐξ ἀδυναμίας τοῦ δικαστηρίου νὰ ἐπιβάλῃ τόσον μεγάλην ποινὴν, οἵα ἡ τῆς ψευδορκίας. Ποῖος εἶναι ὁ μάρτυς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ψευδομαρτυρήσῃ, ὅταν τρέχῃ τὸν ἀναπόφευκτον κίνδυνον νὰ ὑποστῇ φυλάκισιν ἑνὸς μηνός; Ποῖος δήμαρχος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει σπεύσει νὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον πιστῶς, ὅταν ἀπειλῆται κατ’ αὐτοῦ μηνιαία φυλάκισις; Ἡ δὲ φυλάκισις ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου πολὺ εὐκολώτερον, ὅταν ᾖναι ἐλαφρὰ, παρὰ ἡ ποινὴ τῆς εἱρκτῆς ἢ τῶν προσκαίρων δεσμῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 255 τοῦ ποινικοῦ νόμου.
§59ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Αἱ βαρύτεραι ποιναὶ ποτὲ δὲν ἐφαρμόζονται.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ μηνιαία φυλάκισις συνεπιφέρει καὶ τὴν ἔκπτωσιν.
§61ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Αἱ παραβάσεις αὗται, ἀποτελοῦσαι πλημμέλημα, ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Πλημμελειοδικείου, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου κεῖται ἡ ἄμπελος. Καταδιώκονται δὲ καὶ τιμωροῦνται ἐξ ἐπαγγέλματος καὶ δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως.» Ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα παράγραφος διαγράφονται. Ἡ τρίτη παράγραφος μένει ὡς ἔχει. Ἐν τῇ τετάρτῃ παραγράφῳ, μετὰ τὴν λέξιν «φυλάκισιν» προστίθενται αἱ λέξεις «ἀπὸ ἑνὸς μηνός». Προσδιορίζω ἐγὼ τὰς ποινὰς τῆς ὑποτροπῆς ἀπὸ ἑνὸς μηνός· διότι σεῖς κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἔχετε μέχρις ἑνὸς ἔτους, δηλ. ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν μέχρις ἑνὸς ἔτους, ἐνῷ ἐγὼ προτείνω, ὅτι ἐν ὑποτροπῇ ἐπιβάλλεται φυλάκισις ἀπὸ ἑνὸς μηνὸς μέχρις ἑνὸς ἔτους· διότι ὑποτίθεται ὅτι δὲν συνετίσθησαν οἱ ὑποστάντες ἤδη τὴν πρώτην ποινήν. Λοιπὸν προτείνω, ἵνα ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς ποινῆς ἐν ὑποτροπῇ ἄρχηται ἀπὸ τοῦ ἀνωτέρου ὅρου τῆς πρώτης παραβάσεως μέχρις ἑνὸς ἔτους.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου.
§63ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀναγράφω παραπομπὴν, διὰ νὰ μὴ ἀναγκάζωνται οἱ δικασταὶ νὰ ἀνατρέχωσι καὶ ζητῶσι τὰ βιβλία τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν νόμων· διότι ἐγὼ, ὡς δικηγόρος, γνωρίζω, ὅτι ἀναβάλλονται πολλάκις αἱ δημοσιεύσεις ποινικῶν ἀποφάσεων δι’ ἔλλειψιν νόμου· διότι συμβαίνει εἰς τὰ ἀρχεῖα τῶν δικαστηρίων νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὁ νόμος ὁ ἐφαρμοστέος ἐπὶ τῶν δικαζομένων ὑποθέσεων.
§64ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Διότι δὲν εἶναι ποτὲ καλαὶ αἱ παραπομπαὶ εἰς τὰ ἄρθρα ἄλλων νόμων.
§65ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 29, κατὰ τὴν τροπολογίαν μου, διαγράφεται. Τὸ δὲ ἄρθρον 30 γίνεται ἄρθρον 22. Εἰς τὸ ἄρθρον 31, γινόμενον ἄρθρον 23, ἐν τέλει προστίθενται διὰ τῆς τροπολογίας μου τὰ ἑξῆς: «Ἡ χρονικὴ διάρκεια πρὸς καταμέτρησιν τῶν ἀμπέλων ἑκάστου δήμου ὁρίζεται διὰ πράξεως τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ ταμίου...» Τοῦτο εἶναι χρησιμώτατον, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐπιτρέπεται νὰ γίνηται ἡ καταμέτρησις διὰ τῶν γεωμετρῶν καὶ τῶν ἀστυνόμων, συμπαραλαμβανόντων καὶ ἄλλους. Ἠξεύρετε εἰς ποῖα ἄτοπα μᾶς ὁδηγεῖ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐὰν μείνῃ ὅπως ἔχει; Ὁ γεωμέτρης, ὅπως καταμετρήσῃ τὰς ἀμπέλους, θὰ συμπαραλαμβάνῃ ἕνα οἱονδήποτε ὁριοδείκτην καὶ θὰ γυρίζῃ ὅλον τὸ ἔτος μετ’ αὐτοῦ, ἐπὶ τῇ προφάσει καταμετρήσεως, ἀλλὰ πράγματι, ὅπως δικαιολογῶσιν ὁδοιπορικὰ καὶ τρεῖς δραχμὰς τὴν ἡμέραν. Διὰ τοῦτο διὰ τῆς τροπολογίας μου προτείνω μίαν ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ ὁρίζῃ καὶ τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐν ἑκάστῳ δήμῳ ὀφείλουσιν οἱ ἁρμόδιοι νὰ περατῶσι τὴν καταμέτρησιν τῶν ἀμπέλων. Τὴν προθεσμίαν δ’ αὐτὴν δύνανται νὰ παρατείνωσι τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργοῦ (ἀναγινώσκει): «...Δύναται δ’ αὕτη νὰ παραταθῇ ὑπὸ τῶν αὐτῶν, τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.» Ταῦτα προτείνω διὰ νὰ γνωρίζῃ καὶ τὸ Δημόσιον, τί θὰ πληρώσῃ δι’ ὁδοιπορικὰ καὶ ἀντιμισθίας· διότι δι’ ἕνα χωρικὸν εἶναι μεγάλη μία ἀντιμισθία τριῶν δραχμῶν καθ’ ἑκάστην. Θὰ τὴν μοιράζῃ, ἐννοεῖται, μὲ τὸν γεωμέτρην, καὶ θὰ τρέχωσιν ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον, καὶ θὰ ὑποβάλλωσι καταστάσεις, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ πληρώνῃ ὅ,τι εἰσπράττει ἀπὸ τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων. Τὸ ἄρθρον 33 μένει ὅπως ἔχει· τὸ ἄρθρον 34 ἐπίσης· τὸ ἄρθρον 35 ἐπίσης, τὸ ἄρθρον 36 ἐπίσης. Εἰς τὸ ἄρθρον 37, τὸ ὁποῖον γίνεται ἄρθρον 29, ἐν στίχ. γʹ καὶ εʹ ἡ λέξις «εἰρηνοδίκου» ἀντικαθίσταται διὰ τῆς λέξεως «δικαστηρίου», καὶ τοῦτο, διότι σεῖς δὲν δέχεσθε ἔφεσιν κατὰ τῶν ἀποφάσεων, ἐγὼ δέχομαι ἔφεσιν, καὶ διὰ τοῦτο ἐξαιτοῦμαι νὰ μετατραπῇ τοῦτο, ὅτι τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, τὰ ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου, οὐχὶ δὲ ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου, ἐπιβαλλόμενα, συνεισπράττονται μετὰ τοῦ φόρου. Τὰ ἄρθρα 38, 39 καὶ 40 γίνονται 30, 31 καὶ 32. Ἐν τέλει διὰ τῆς τροπολογίας μου προστίθεται ἄρθρον 33, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Πάντες οἱ νόμοι, οἱ ἀφορῶντες τὴν ἐπὶ τοῦ οἴνου φορολογίαν, καὶ πᾶσα διάταξις, ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον, καταργοῦνται.» Τὸ δὲ ἄρθρον 41 τοῦ νομοσχεδίου, γινόμενον ἄρθρον 34, μένει ὡς ἔχει. Ταῦτα εἶχον, Κύριοι, νὰ ἐκθέσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, παρακαλῶ δὲ ἅπαντα τὰ μέλη τῆς Βουλῆς, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἑνὸς φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἦναι εὐάρεστον ὄχι μόνον εἰς τοὺς φορολογουμένους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, νὰ συντελέσωμεν ὅλοι, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν εἰς ἕκαστον, νὰ γείνῃ εἷς νόμος καὶ ἀγαπητὸς ἀπὸ μέρους τῶν φορολογουμένων καὶ ἀνεκτὸς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὥστε νὰ ἐφαρμοσθῇ πιστῶς καὶ νὰ μᾶς εὐλογῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Τὰς τροπολογίας μου ταύτας λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐγγράφως, καὶ μετὰ τὴν τύπωσιν αὐτῶν εὐχαρίστως θὰ δεχθῶ πᾶσαν συζήτησιν καὶ μεταβολὴν ἐπ’ αὐτῶν.
§66ΦΩΝΑΙ (ἑκατέρωθεν). Πολὺ καλά. Εὖγε! εὖγε!
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 192).
§68Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον, ὅπως ἀποστείλῃ ἀμέσως τὰς τροπολογίας ταύτας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ εἰς τὸ Τυπογραφεῖον, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν πρὸ μεσημβρίας τῆς αὔριον νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τὰ μέλη τῆς Βουλῆς, ἵνα κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἔχωμεν αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§70Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδεὶς ὑπάρχει, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ μὴ καταδικάζων τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὡς λειτουργεῖ σήμερον. Ὀλίγοι δὲ εἰσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες πιστεύουσιν, ὅτι δύναται τελειότερον ν’ ἀντικατασταθῇ ὁ φόρος οὗτος δι’ ἄλλου φόρου ἢ διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Ἀλλ’ ὅπως ἡ ἀντικατάστασις ᾖ ἐπωφελὴς καὶ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τοὺς φορολογουμένους, ἀνάγκη ὁ νέος νόμος νὰ παρουσιάζῃ τὰ στοιχεῖα παντὸς φορολογικοῦ νόμου, νὰ ἦναι δηλ. δίκαιος, νὰ μὴ ἦναι ἐπαχθὴς καὶ νὰ ἦναι ἐφαρμόσιμος. Λυποῦμαι δὲ, διότι, ὢν ὑπὲρ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω τὸ νομοσχέδιον, ὅπως εἶναι συντεταγμένον. Τὸ εὑρίσκω ἄλλως μὴ σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ στηρίζηται πᾶς φορολογικὸς νόμος. Δὲν μοὶ φαίνεται ἐκτελέσιμον, θεωρῶ δ’ αὐτὸ ἄδικον καὶ ἐπαχθές. Ἐὰν εἴχομεν κτηματολόγιον, βεβαίως ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἤθελεν εἶναι ἁπλῆ καὶ εὔκολος. Μὴ ἔχοντες ὅμως κτηματολόγιον, ὀφείλομεν νὰ θεραπεύσωμεν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὴν ἔλλειψιν ταύτην διὰ καταλλήλου συντάξεως τοῦ νομοθετήματος, ὅπερ συζητοῦμεν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἐπὶ τῶν ἀμπέλων στρεμματικὴ φορολογία ἐπὶ τῇ ἁπλῇ βάσει τῶν δηλώσεων καὶ τῶν μετ’ αὐτῶν σχετιζομένων διαφόρων διατυπώσεων, τὰς ὁποίας περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, πολὺ ὀλιγώτερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὁ νῦν καὶ ὁ ἑκάστοτε, θὰ δύναται νὰ βασισθῇ εἰς τὰς δηλώσεις τῶν ἀμπελοκτημόνων καὶ εἰς τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἱερέων, τῶν διδασκάλων ἢ τῶν κυριωτέρων ἀμπελοκτημόνων, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὰς διαφόρους ἐπιτροπὰς καὶ δίδουσι τὰς πρώτας βάσεις τῆς ἐξευρέσεως τῆς φορολογικῆς ὕλης. Τὸ Δημόσιον πρέπει δι’ ἀμέσου αὑτοῦ ἐνεργείας κατὰ τὸ πλεῖστον νὰ ἐξελέγξῃ καὶ βεβαιώσῃ τὴν ὕπαρξιν, τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν ποιότητα ἐν ἀνάγκῃ τῶν φορολογηθησομένων ἀμπέλων. Μόνον διὰ τοιαύτης ἐργασίας τοῦ Δημοσίου θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ φορολογία καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τε Δημοσίου καὶ τῶν φορολογουμένων. Θὰ προληφθῶσιν οὕτως αἱ πιέσεις καὶ αἱ καταχρήσεις, αἵτινες πηγάζουσι πανταχοῦ ἐκ τῶν δηλώσεων καὶ τῶν πολυειδῶν ἐξελέγξεων αὐτῶν. Ἀλλὰ, διὰ ν’ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τοῦ Δημοσίου, ἀπαιτεῖται ὑπηρεσία πολὺ σπουδαιοτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν μόνος ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐπιτρέπει εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἐγκαταστήσῃ. Ἀπαιτεῖται γεωμετρικὴ ὑπηρεσία ἐκ προσώπων πολλῶν καὶ καταλλήλων, ἥτις θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξελέγξῃ, ἂν ὄχι ὅλας, τὸ πλεῖστον ὅμως τῶν δηλώσεων. Διὰ νὰ σχηματισθῇ δὲ τοιαύτη ὑπηρεσία, πρέπει, παραδεχόμενοι τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν, νὰ συμπεριλάβωμεν ἐν αὐτῇ ὅλους ἐκείνους τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι, πιεστικοὶ καὶ ἄνισοι ὄντες σήμερον, δὲν δύνανται ν’ ἀντικατασταθῶσιν, εἰμὴ διὰ τῆς τοιαύτης φορολογίας. Τοιοῦτοι φόροι εἰσὶν ὁ ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὁ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ὁ ἐπὶ τῶν ζώων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντὶ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος τούτου ἐν τῇ εὐρυτέρᾳ, ἀλλὰ συγχρόνως δικαιοτέρᾳ καὶ εὐκολωτέρᾳ αὐτοῦ ἐμφανίσει, ἐπελήφθη αὐτοῦ ὑπὸ τὴν στενωτέραν αὐτοῦ ἔννοιαν, καὶ προτείνει διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὴν εἰσαγωγὴν διὰ μόνας τὰς ἀμπέλους τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, καθιστῶν οὕτω, κατ’ ἐμὲ, δυσχερῆ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς. Θὰ κινδυνεύσωμεν οὕτω νὰ ἐπανέλθωμεν, εἰς ἣν κατάστασιν εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς καταργήσεως τοῦ κρατήσαντος ἐπὶ πολλὰ ἔτη συστήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Πολλὰς ἐκ τῶν δυσκολιῶν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου, ὡς προτείνεται, ἀνέπτυξε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος, θεωρῶ δὲ περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτῶν. Θὰ ἦτο πολὺ εὐκολώτερον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὸ θέμα ὑπὸ τὴν εὐρυτέραν αὐτοῦ ἔποψιν, καθόσον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ θὰ ἠδύνατο νὰ εὕρῃ μελέτας ἐπὶ τούτου. Τοιαύτην μελέτην ἐποιησάμην καὶ ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, συνέταξα δὲ καὶ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, καθὼς καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἶχον παρασκευάσει, δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἕνεκα διαφωνίας πρὸς τοὺς τότε συναδέλφους μου παρῃτήθην τοῦ Ὑπουργείου. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ συνταχθέντος τότε νομοσχεδίου συνέταξε τοιοῦτο καὶ ὁ μακαρίτης Σωτηρόπουλος, τροποποιήσας τινὰς ἐκ τῶν διατάξεων αὐτοῦ.
§71Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐργασίας ταύτης.
§72Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴτε ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, εἴτε μὴ, τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὸ θέμα ὑφίσταται. Δὲν χρῄζει δὲ μεγάλης μελέτης ἐπιπροσθέτως ἐκείνης, ἥτις ἐγένετο ἤδη, ὁ καταρτισμὸς τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, τοῦ οἴνου, τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῶν ζώων. Φοβοῦμαι μήπως τὸ μὴ ἐκτελέσιμον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου συντελέσῃ ἐπὶ πολὺ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θετικοῦ καὶ ὑγιοῦς συστήματος τῆς ἐγγείου φορολογίας παρ’ ἡμῖν. Ἐὰν ἀποτύχῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοθέτημα, εὐκολώτερον θὰ δυνηθῇ ἐν τῷ μέλλοντι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ ὑγιεστέρων καὶ θετικωτέρων βάσεων εἰς τὸ ζήτημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἥτις ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις εἶναι τὸ ὑγιέστερον καὶ μόνον ἀληθὲς σύστημα τῆς ἐγγείου φορολογίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἐλαττώματος τούτου, τὸ νομοσχέδιον παρουσιάζει σπουδαίαν ἀδικίαν εἰς τὰς βάσεις τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου. Ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συγχέει δύο φόρους, καθ’ ὁλοκληρίαν ἀσχέτους καὶ διαφόρους ἀλλήλων, τὸν ἄμεσον ἔγγειον φόρον, τὸν ἐπιβαλλόμενον ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ οἴνου, καὶ τὸν ἔμμεσον, τὸν ἐπιβαλλόμενον ἐπὶ τῶν καταναλισκόντων τὸν οἶνον...
§73Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδεμία ὑπάρχει σύγχυσις, ἀφοῦ ἀναγράφεται ἄρτιον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παραδέχομαι καὶ τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὴν κατάργησιν τῶν δύο φόρων. Ἡ σύγχυσις, ὡς ὑποθέτω, ὑπάρχει ἐν ταῖς ἰδέαις, ὑπὲρ ὧν συνηγορεῖτε. Ἴσως ἠθέλετε νὰ εἴπητε συγχώνευσις.
§74Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει σύγχυσις μεταξὺ τῶν δύο φόρων· ἐνομίσατε, ὅτι δύνασθε ἐπωφελῶς καὶ καταλλήλως ν’ ἀντικαταστήσητε διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τὸν ἔμμεσον φόρον, τὸν ἐπιβαλλόμενον ἐπὶ τῶν καταναλισκομένων οἴνων. Οὕτω δ’ ἐσυγχύσατε τὸν ἔμμεσον φόρον μὲ τὸν ἄμεσον. Ὁ ἄμεσος φόρος, ὡς εἶπον, εἶναι ὅλως διάφορος καὶ ἀλλοῖος τοῦ ἐμμέσου φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Ὁ ἄμεσος φόρος ἐπιπίπτει ἀδυσώπητος ἐπὶ τοῦ παράγοντος τὸ φορολογούμενον ἀντικείμενον, χωρὶς νὰ ἀφίνῃ εἰς τὴν θέλησιν αὐτοῦ νὰ πληρώσῃ ἢ μὴ αὐτόν. Ὁ ἔμμεσος δὲ φόρος ἐπιβάλλεται ἐπὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ καταναλώσωσι. Διάφορος δὲ εἶναι ἡ ἔκπτωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν καταναλισκόντων οἶνον ὡς ὑγιεινὸν ποτὸν, ἥτις εἶναι ἁπλῶς δικαία, καὶ ἐπὶ τῶν καταναλισκόντων πρὸς μέθην, ἥτις οὐ μόνον δικαία εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἠθικοποιός. Τὸ ἐλάττωμα δὲ τῆς συγχύσεως τῶν δύο φόρων, τοῦ ἀμέσου καὶ τοῦ ἐμμέσου, εἶναι ἓν τῶν μεγαλειτέρων τοῦ νομοσχεδίου. Φέρει δὲ καὶ ἄμεσα καὶ ἁπτὰ ἀποτελέσματα, διὰ τῆς ἀδίκου καὶ παραλόγου ἐπιβαρύνσεως πολλῶν δήμων. Δῆμοι, μὴ παράγοντες οἶνον καὶ ἐλαχίστας ἔχοντες ἀμπέλους, καταναλίσκουσι μέγα ποσὸν οἴνου. Οἱ δῆμοι οὗτοι θὰ πληρώνωσιν, ὡς ἔγγειον δῆθεν φόρον, ποσοστὸν κατ’ ἀναλογίαν ἀσυγκρίτως ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώνωσιν οἱ παράγοντες οἶνον, μὴ καταναλίσκοντες ὅμως τὸ ὅλον τοῦ ὑπ’ αὐτῶν παραγομένου. Ἐὰν λάβωμεν ὡς παράδειγμα τὸν δῆμον Ἀθηναίων, θέλομεν ἴδει, ὅτι καταναλίσκει οὗτος πολὺ πλειότερον οἶνον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον παράγει. Κατὰ τὸ σύστημα δὲ τοῦ νομοσχεδίου, πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου, ὅστις θὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὰς ἀμπέλους τοῦ δήμου Ἀθηναίων, συνυπολογίζεται πλὴν τοῦ ἐν αὐτῷ παραγομένου οἴνου καὶ ὁ ἐν αὐτῷ καταναλισκόμενος. Θέλομεν φθάσει οὕτως εἰς τὸ σημεῖον νὰ φορολογήσωμεν τὰς ἀμπέλους τοῦ δήμου Ἀθηναίων μὲ φόρον δεκαπλάσιον, ἢ καὶ πλείονα, τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς Κορίνθου λ. χ. ἢ τῶν Πατρῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι πολὺ καλλίτεραι. Ἐὰν θελήσωμεν δὲ νὰ λάβωμεν παράδειγμα τὴν Σῦρον, ἥτις ἔχει ἴσως ἐλάχιστα στρέμματα ἀμπέλων, θὰ φθάσωμεν ἴσως εἰς φόρον ἑκάστης ἀμπέλου ἀνώτερον τῆς ἀξίας αὐτῆς. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς πλειοτέρας λεπτομερείας πρὸς ἀπόδειξιν τῶν δύο θεμελιωδῶν ἐλαττωμάτων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Δὲν παρέχει τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν βάσιν ἀρκούντως εὐρεῖαν πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ, συγχέει δὲ δύο διαφόρους καὶ ἐπὶ ἀλλοίων στηριζομένων βάσεων φόρους, καὶ καταλήγει εἰς ἀναμφισβητήτους ἀδικίας. Ἀλλὰ καταδικάζοντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς συνετάχθη, δὲν πρέπει βεβαίως ν’ ἀφήσωμεν τὸν ἔγγειον φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου νὰ λειτουργῇ ὡς ἔχει. Εἴμεθα εἰς καιρὸν νὰ διορθώσωμεν τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐλαττώματα, καὶ πρέπει νὰ πράξωμεν τοῦτο, διότι δὲν νομίζω, ὅτι νομοθετοῦντες μεμονωμένον καὶ ἐλαττωματικὸν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοθέτημα πράττομεν τι σπουδαῖον καὶ ἐπωφελές. Δυνάμεθα ἐπωφελῶς καὶ ἀποτελεσματικῶς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους πρέπει ν’ ἀντικαταστήσωμεν διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Οὗτοι δὲ, ὡς εἶπον ἤδη, εἰσὶν οἱ ἔγγειοι φόροι ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπὶ τῶν ζώων. Πράττοντες τοῦτο, θὰ δυνηθῶμεν νὰ στηρίξωμεν τὴν ἄμεσον φορολογίαν ἡμῶν ἐπὶ στερεῶν καὶ δικαίων βάσεων, καὶ ν’ ἀποφύγωμεν τὰς πιέσεις καὶ τὰς καταχρήσεις, τὰς ὁποίας πάντες ἀναγνωρίζομεν καὶ τὰς ὁποίας δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ θεραπεύσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀτελὲς νομοθέτημα. Θὰ δυνηθῶμεν δὲ σύναμα νὰ διευκολύνωμεν καὶ τὴν σύνταξιν τοῦ κτηματολογίου, διότι ἡ θετικὴ ἐργασία, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκτελέσῃ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἥτις θ’ ἀντικαταστήσῃ τοὺς τρεῖς ἐγγείους φόρους, ἔχει πολλὴν σχέσιν μὲ τὴν γιγνομένην σήμερον διὰ τὸ κτηματολόγιον, καὶ θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ταχυτέραν αὐτοῦ περάτωσιν. Διὰ τοῦτο, καίτοι ἐπιδοκιμάζω τὴν ἰδέαν, ἐξ ἧς ἀπέρρευσιν ἡ σύνταξις τοῦ νομοσχεδίου, συμμεριζόμενος καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν γνώμην τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ σήμερον ἰσχύοντος ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἔλαβον οὐχ ἧττον τὸν λόγον, ὅπως συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὰς θετικὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν παρ’ ἡμῖν τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν, ἂν θέλωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν θετικὴν καὶ ἐπωφελῆ ἀντικατάστασιν ἀτελοῦς καὶ πιεστικῆς φορολογίας δι’ ἑτέρας ἀναμφισβητήτως καλλιτέρας καὶ συμφωνοτέρας μὲ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν φορολογουμένων.
§75ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ πάντων ὁμολογεῖται καὶ ἀναμφισβήτητος, Κύριοι, κατέστη ἡ ἀνάγκη τῆς καταργήσεως τοῦ ἰσχύοντος ἐπὶ τοῦ οἴνου φόρου, καὶ πανταχόθεν κραυγαὶ ἀκούονται κατ’ αὐτοῦ. Ἴσως τὸ ἐλαττωματικὸν τοῦ φόρου τούτου δὲν ἔγκειται εἰς τὸ ἐπαχθὲς αὐτοῦ, διότι ὄντως εἶναι φόρος ἐπὶ τοῦ προϊόντος, ὅστις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ καὶ ἐκ τῶν ἀπολύτως ἀδίκων φόρων, ἀλλ’ ἔγκειται μᾶλλον εἰς τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως, ἡ ὁποία τὸν ἔχει καταστήσει καταθλιπτικώτατον· ἰδίως δὲ τὸ πολυδαίδαλον ἐκεῖνο σύστημα τῶν ἀνακοπῶν καὶ τῶν διαφόρων ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπέρχονται εἰς τὰς ἐργατικὰς ἰδίως τάξεις ἐκ τῶν δικῶν, τῶν προκαλουμένων καθ’ ἡμέραν ἕνεκα τῶν καταχρήσεων τῶν ἐνοικιαστῶν. Δὲν ἐπαγγέλλομαι τὸν οἰκονομολόγον καὶ δὲν ἀξιῶ, ὅτι δύναμαι νὰ ὑποδείξω σύστημα ἴδιον. Λαμβάνω ὅμως τὴν τιμὴν νὰ ἐξηγήσω σκέψεις τινὰς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου παρεσκεύασεν ὁ ἀξιότιμος καὶ διακρινόμενος διὰ τὰς οἰκονομικὰς αὑτοῦ γνώσεις κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον μέγιστον τρέφω σεβασμὸν, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὅπερ πληροῖ τὸν σκοπόν του. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχω, τὸ μὲν ὡς νομικὸς, τὸ δὲ ὡς ἀμπελοκτήμων, παρετήρησα, ὅτι τινὰ τῶν ἄρθρων τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου χρήζουσι τροποποιήσεων, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ταύτας. Ἀτυχῶς δὲν δύναμαι νὰ συνταχθῶ καθ’ ὁλοκληρίαν πρὸς τὰς γνώμας τοῦ ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτοῦ, αἵτινες ἀνατρέπουσιν ἄρδην τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τύπον ἴδιον τροπολογίας ὡς πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νομίζω χρήζοντα ἀντικαταστάσεως. Καὶ δὴ πρῶτον φρονῶ, συντασσόμενος τῇ γνώμῃ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τριετὴς ἄμπελος ἐν Ἑλλάδι νὰ ἀποφέρῃ καρπὸν, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω τὴν τροποποίησιν τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ νόμου, μεταβάλλων τὴν τριετίαν εἰς πενταετίαν. Προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου 11, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει πᾶσαι αἱ ἀντιρρήσεις τοῦ φορολογουμένου, καὶ αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκτάσεως τῆς ἀμπέλου, νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, ἵνα μὴ πολλαπλασιάζωνται οὕτως αἱ δίκαι. Μόνον αἱ ἀντιρρήσεις ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον περιέχει, εἴτε ὑπὸ τύπον προσφυγῆς, εἴτε ὑπὸ τύπον ἀνακοπῆς, ὡς ἐλέχθη, δέον νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ εἰρηνοδίκου, ἀλλ’ ἐγὼ ἐμμένω εἰς τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὃ καὶ διὰ προσφυγῆς δύνανται νὰ εἰσαχθῶσιν αἱ ἀντιρρήσεις, αἱ περιστρεφόμεναι περὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀμπελοκτήμονος. Ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν τῆς ἀμπέλου, καὶ ἐκεῖναι αἱ ἀντιρρήσεις πρέπει νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, καὶ ἐν τούτῳ ὑποβάλλω τροπολογίαν, διότι εὐχερῶς καὶ ἀσφαλῶς θὰ ἀποδειχθῇ ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου ἡ ἡλικία τῆς ἀμπέλου διὰ τῶν συνήθων ἀποδεικτικῶν μέσων, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς μόνην τὴν ἀντίληψιν τοῦ γεωμέτρου ἢ ἑτέρου ὑπαλλήλου. Συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ προλαλήσαντος ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐπιδόσεως, καὶ τούτου προτείνω τὴν τροποποίησιν. Τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 14 προτείνω ἀκριβῶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προλεχθέντων, καὶ ὡς συνακόλουθον νὰ ἔχῃ ἡ τροποποίησις αὕτη τὴν τῆς βʹ παραγράφου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, προστιθεμένης μετὰ τὰς λέξεις «ἡ ἀπόφασις τοῦ εἰρηνοδίκου ἀπορρίπτουσα αὐτὴν κηρύσσει αὐτὸ ἔγκυρον κλπ.» τῆς φράσεως «ἢ ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς φυτεύσεως». Αὐταὶ εἶναι αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας λαμβάνω τὴν τιμὴν καὶ τὸ θάρρος νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
§76Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ τυπωθῶσιν αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Πονηροπούλου, ὥστε νὰ τὰς ἔχωμεν ἐγκαίρως ὑπ’ ὄψιν.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 193). Ὁ κ. Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
§78Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον. Ἐπιφυλάσσομαι μετὰ τὴν μελέτην τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν νὰ ἐξενέγκω γνώμην. Ὑποβάλλω μόνον μίαν τροπολογίαν, ἀφορῶσαν εἰς τοὺς οἴνους τῆς Κύμης, οἵτινες ὅλοι ἀποστέλλονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ χρησιμεύουσι μόνον πρὸς βαφὴν καὶ ὄχι πρὸς κατασκευὴν οἴνων. Διὰ τοὺς οἴνους αὐτοὺς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον οὐδὲν εἰδικὸν μέτρον λαμβάνει, ἐνῷ λαμβάνει τοιοῦτον διὰ τοὺς τῆς Ἑπτανήσου, τοὺς Θηραϊκοὺς καὶ τοὺς τῆς Πάρου. Τί θὰ ἐφαρμόσητε ὡς πρὸς τοὺς Κυμαϊκοὺς οἴνους; Ἐὰν ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, αἱ ἀμπελοφυτεῖαι τῆς Κύμης ἐντελῶς καταστρέφονται. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον εἰδικόν· ὑποβάλλω δὲ τροπολογίαν, ἡ ὁποία παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 194).
§80Ν. ΚΡΙΣΠΗΣ. Εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν διάταξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγεται ἡ Πάρος, πρέπει νὰ ὑπαχθῇ καὶ ἡ Ἀντίπαρος, καθότι ἀποτελεῖ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν δῆμον, καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν ἓν τμῆμα τοῦ δήμου νὰ ὑπάγηται εἰς ἓν εἶδος φορολογίας καὶ ἕτερον τμῆμα νὰ ὑπάγηται εἰς ἄλλο.
§81Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας κατέβαλον, ὁμολογῶ ὅτι δὲν κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον· καὶ ἐνῷ τοῦτο δὲν κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω ἐγὼ, ὁ ὁποῖος, ἂν ἦμαι ὁ ἔσχατος τῶν Βουλευτῶν, δὲν εἶμαι βεβαίως ὑπὸ ἔποψιν νοημοσύνης καὶ ἀντιλήψεως ὁ ἔσχατος καὶ τῶν ἀμπελοκτημόνων, φαντάζομαι τὰς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι θὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους ἀμπελοκτήμονας, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς λαβυρινθώδεις διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὰς προωρισμένας, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ὑποβάλωσιν ἐκείνους εἰς πολλὰς ζημίας καὶ εἰς δίκας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριοι Βουλευταὶ, ἀφορᾷ ἰδίως εἰς τὸν γεωργικὸν κόσμον, καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου οἱ εἰς τὴν τάξιν ταύτην ἀποβλέποντες νόμοι πρέπει νὰ ὦσι σαφεῖς καὶ εὔληπτοι. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅμως πρὸς στιγμὴν, ὅτι καὶ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου εἶναι σαφεῖς, καὶ ὅτι ταύτας καλῶς θὰ ἐννοήσωσι καὶ καλῶς θὰ ἐφαρμόσωσιν οἱ διάφοροι ὑπάλληλοι, φροντίζοντες ὅπως τοῦτον ἑρμηνεύσωσι καλῶς καὶ τὸν ἐφαρμόσωσιν εἰς τρόπον, ὥστε οἱ ἀμπελοκτήμονες νὰ μὴ σκοτισθῶσι καὶ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς ζημίας. Ὑπόσχεταί τι ὁ νόμος οὗτος ὡρισμένον; Ἐξασφαλίζει εἰς τὸ Δημόσιον εἴσπραξιν ποσοῦ ἐλάχιστα διαφέροντος τοῦ μέχρι τοῦδε εἰσπραττομένου, ὡς ἐπαγγέλλεται ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ του ἐκθέσει; Καταργοῦμεν, λέγει, τὸν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως καὶ τὸν ἔγγειον φόρον, καὶ καθιστῶμεν ἀντ’ αὐτοῦ στρεμματικὸν τοιοῦτον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων. Ἔχει καλῶς· ἀλλὰ τί μέχρι τοῦδε εἰσπράττομεν; ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν στρεμμάτων τῶν ἀμπέλων, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τούτου καὶ τοῦ μέχρι τοῦδε εἰσπραττομένου ποσοῦ κανονίσωμεν τὸν ἐπιβλητέον φόρον, ἀντὶ ν’ ἀναθέσωμεν τὴν διακανόνισιν αὐτοῦ εἰς τοὺς δημάρχους, τοὺς ἐφόρους καὶ εἰρηνοδίκας; Φόροι κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐπιβαλλόμενοι, δὲν δύνανται, νομίζω, νὰ πληρωθῶσι· καὶ ἂν κατορθωθῇ νὰ πληρωθῶσι, βεβαίως τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν θὰ συνοδεύωσι καὶ ζημίαι καὶ ἀδικίαι. Δηλῶ, Κύριοι, ὅτι ῥητὴν ἔχω ἐντολὴν ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μου νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, φορολογίας ὅμως, διὰ τῆς ὁποίας οἱ φορολογούμενοι θ’ ἀπαλλαγῶσιν ἐντελῶς ἀπὸ τῶν καταπιέσεων τῶν αὐτοχειροτονήτων καταμετρητῶν τοῦ κυβισμοῦ, καὶ οὐχὶ τοιαύτης, ἡ ὁποία θὰ περιπλέξῃ αὐτοὺς περισσότερον. Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ὑπέβαλον τροπολογίας, αἵτινες πρέπει νὰ μελετηθῶσι καὶ ὑπὸ τῶν ἄλλων Βουλευτῶν. Ἂς τυπωθῶσι καὶ αὗται καὶ ἄλλαι, τὰς ὁποίας προτίθενται ἄλλοι συνάδελφοι νὰ ὑποβάλωσι, καὶ ἃς μελετήσῃ ὕστερον τὸ ζήτημα συστηματικώτερον ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν, δυναμένων νὰ ἔχωσιν ἀσφαλῆ ὁπωσδήποτε ἐπὶ τοιούτου ζητήματος γνώμην. Ἂν δὲ πάλιν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅπερ δὲν πιστεύω, ὅτι τὸ ζήτημα ἐπείγει, ἂς προσκομίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰς ὑπ’ ἐμοῦ ἐγγράφως ζητουμένας πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι πολὺ θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν εὐρυτέραν συζήτησιν, καὶ τότε ἐν γνώσει ὅλων τῶν σταχείων ἂς συζητήσῃ ἡ Βουλὴ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἔχει μεγίστην σπουδαιότητα.
§82Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Οἱονδήποτε καὶ ἂν ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας καλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ ὑπάρχον σύστημα τῆς φορολογίας. Τὸ μόνον ὑποδεικνυόμενον, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἶναι τὸ στρεμματικόν. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου ἔχω διάφορον γνώμην, φρονῶν ὅτι ὅσῳ τὸ δυνατὸν πρέπει νὰ συνταχθῇ ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον, διότι, ὅπως καὶ ὁ ἐκ Μαντινείας κ. συνάδελφος εἶπε, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατυποῦται, εἶναι λίαν πολύπλοκον. Νομίζω, ὅτι μεγάλως ἤθελεν ἐξασφαλίσει τὴν ἀκρίβειαν τῶν δηλώσεων, ἐὰν εἰς τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἤθελον δώσει οἱ ἰδιοκτήμονες, δώσωμεν διὰ τοῦ νόμου ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν, δηλαδὴ ἐὰν ἐν τῷ νόμῳ θέσωμεν, ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ ἰδιοκτήτου ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν κατ’ αὐτῶν, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπικαλουμένῃ εἴτε παρ’ ἰδιωτῶν, εἴτε ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου καὶ διὰ τῆς ἁπλοποιήσεως τοῦ νομοθετήματος νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀσφαλίσωμεν τὸ μέτρον τοῦτο, χωρὶς νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ τῆς καταναλώσεως. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι τὸ ἑξῆς. Παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὰ νομοθετήματά του τὰ οἰκονομικὰ ἔλαβε τὴν ἀρχὴν νὰ ἀναμιγνύῃ τὸν εἰρηνοδίκην, ὡς ἀρχὴν συμπράττουσαν μὲ τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον θεωρῶ λίαν ἐπικίνδυνον. Θὰ ἴδητε, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἀναθέτει εἰς τὸν εἰρηνοδίκην νὰ δικάζῃ τὰς προβλεπομένας παραβάσεις, ὥστε ἀντίκειται εἰς τὸ δικαστικὸν αὐτὸ καθῆκόν του ἡ σύμπραξις αὐτοῦ μετὰ τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν. Ἀφήσατε τοὺς εἰρηνοδίκας νὰ ἐκπληρῶσι τὰ δικαστικά των καθήκοντα, πολὺ περισσότερον τώρα, καθ’ ἣν στιγμὴν σκεπτόμεθα περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου καὶ νὰ ἀπαιτήσωμεν ἐπιστημονικὰ προσόντα παρ’ αὐτῶν, κατ’ ἐμὴν δὲ γνώμην, δέον νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν δικαιοδοσίαν τῶν εἰρηνοδικῶν. Εἰς τὸν εἰρηνοδίκην πρέπει νὰ δώσωμεν μεγαλειτέραν ἁρμοδιότητα καὶ δικαιοδοσίαν. Παραπονούμεθα, ὅτι αἱ ποινικαὶ ἀνακρίσεις καθυστεροῦσι. Πῶς θέλετε νὰ μὴ καθυστερῶσιν, ὅταν ὁ εἰρηνοδίκης ἦναι ἠναγκασμένος νὰ εὑρίσκηται εἰς διαρκῆ κίνησιν, μετατιθέμενος ἄνευ λόγου; Δὲν νομίζετε, ὅτι καθίσταται ἡ θέσις του ἐπισφαλεστέρα, ἐὰν τὸν ἀναμίξητε καὶ εἰς οἰκονομικὰ καθήκοντα; Τότε θὰ ἐκτίθεται εἰς πιέσεις ἕνεκεν συμφερόντων ἰδιωτικῶν, καὶ ἐὰν δὲν τὰ ἱκανοποιήσῃ, θὰ μεταφέρηται ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἄλλο. Ἐνῷ λοιπὸν ἐρχόμεθα νὰ λάβωμεν μέτρα προφυλακτικὰ πρὸς ἀπονομὴν πλήρους δικαιοσύνης, δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου καταστρέφομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ οἰκοδομήσωμεν. Ἀντὶ τοῦ εἰρηνοδίκου θέσατε οἱονδήποτε ἄλλον ὑπάλληλον, ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ σύμπραξις καὶ ἄλλης ἀρχῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησίν μου, διότι παρετήρησα, ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα ἐτήρησε καὶ εἰς τὸν νόμον τῶν δασῶν καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ζῴων καὶ εἰς ὅλα τὰ νομοσχέδια.
§83Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει ἤδη εἰς ὅλα τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια καὶ τοὺς νόμους.
§84ΡΙΚΑΚΗΣ. Κακῶς. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον πρέπει νὰ τὸν ἀπομακρύνωμεν. Εἶναι τόσαι ἄλλαι ἀρχαί. Νομίζω καθῆκόν μου νὰ συστήσω τὴν γνώμην ταύτην, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ τὴν ἀναγνωρίσῃ ὡς ὀρθήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν ζῴων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–13).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§87Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔπρεπε νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ διὰ τοὺς ἵππους πολυτελείας.
§88ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Εἶναι τόσον ὀλίγοι, ὥστε δὲν ἀξίζει τὸν κόπον.
§89ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἶναι ἵππος, ὅστις ἀξίζει χιλιάδας δραχμῶν, ὑμεῖς δὲ φορολογεῖτε τὸν ἵππον τοῦ χωρικοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον χρησιμεύει ὡς ὑποζύγιον. Ἐπίσης πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ διὰ τὰς ἁμάξας τὰς ἰδιωτικὰς, ὧν τινες ἔχουσιν ἵππους πολυτελείας καὶ τῶν ὁποίων οἱ κύριοι δὲν θέλουσιν αἰσθανθῆ τὸν φόρον, ὅσον μέγας καὶ ἂν ᾖναι. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν νὰ ἐπιβαρύνωσιν οἱ φόροι μόνον τὰς λαϊκὰς τάξεις. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὁ ἔχων ἰδιωτικὴν ἅμαξαν μὲ ἁμαξηλάτην μὲ οἰκοστολὴν πληρώνει μέγα ποσὸν, μεγαλείτερον δὲ καὶ ὁ ἔχων ἴδιον ὑπηρέτην ἐπίσης μὲ οἰκοστολὴν, διὰ νὰ τῷ ἀνοίγῃ τὴν θύραν. Διατί δὲν εἰσάγετε τοιοῦτον σύστημα καὶ παρ’ ἡμῖν; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν ζώων ὑπέβαλε τροπολογίαν ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Μπασιᾶς, καὶ ἑτέραν ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Λεώπουλος· Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 195–196).
§91Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅπως τὰ ὑπ’ ἀριθ. 26, 27 καὶ 29 ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδια, ὡς καὶ τὸ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ συνέλθῃ καὶ ἐργασθῇ.
§92ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐκλήθημεν νὰ συνέλθωμεν αὔριον.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Ἀλέξ. Ρώμας ζητεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ ἄδεια διμήνου ἀπουσίας διὰ τὴν ἀλλοδαπήν. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§94ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 καὶ 45′ μετὰ μεσημβρίαν).