1899.04.06
1.783 στίχοι · 14.158 λέξεις · 90 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
Τῆς 6 Ἀπριλίου 1899.
(Τρίτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ.μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ρικάκης.
§2Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ μετὰ τὴν αὔριον ἐπέρχεται ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐθεώρησα αναγκαῖον νὰ παρακαλέσω, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ποιήσωμαι σύστασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ἀναγκαῖα καὶ κατεπείγοντα, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μέριμναν αὐτῆς. Ἀπό τινος καιροῦ ἀναγινώσκω καὶ ἀκούω, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀνύψωσις τῆς δικαιοσύνης διὰ λόγους ἀνάγκης ἐθνικῆς. Ὑπὸ διαφόρους τρόπους διατυποῦται ἡ γνώμη, ὅτι ἡ δικαιοσύνη δεῖται ἀνορθώσεως, καὶ μοὶ ἐπῆλθεν ἡ σκέψις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ἡ ὁποία βασιλεύεται ἀπὸ 70 ἐτῶν, ἡ Ἑλλὰς, ἡ ὁποία καυχᾶται, ὅτι ἀποτελεῖ τὸ πρότυπον Βασίλειον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἡ Ἑλλὰς, ἡ ὁποία ἐννοεῖ νὰ κατέχῃ θέσιν μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, στερεῖται τοῦ κυριωτέρου παράγοντος. Δὲν ἔχομεν νομοθεσίαν, ἐνῷ καὶ τὰ ἐλάχιστα Κράτη, τὰ νεώτερα, ἀπέκτησαν ἰδίαν νομοθεσίαν. Αἱ σχέσεις μας αἱ κοινωνικαὶ δὲν κανονίζονται κατὰ νόμους, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς συνωμολογήσαμεν συμφώνως μὲ τὰ ἔθιμα καὶ τὰ ἤθη μας. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι τὰς κοινωνικάς μας σχέσεις νὰ κανονίζωμεν μὲ τὸ δίκαιον τῶν Ρωμαίων καὶ τῶν Βυζαντινῶν, δίκαια τὰ ὁποῖα μόνον εἰς τὰ Πατριαρχεῖα σήμερον ἰσχύουσι. Σκέπτεσθε περὶ ἀνορθώσεως τῆς δικαιοσύνης, καὶ δὲν σκέπτεσθε ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἔχητε νομοθεσίαν ἀνάλογον μὲ τὴν ἐποχὴν, μὲ τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, μὲ τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας καὶ σχέσεις μας. Ἐπὶ τῆς πρώτης Βασιλείας ἐγένετο σκέψις καὶ ἐλήφθη τοιαύτη πρόνοια, μ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἠξιώθημεν εἰσέτι νὰ καταρτίσωμεν αὐτὸ τὸ κυριώτατον νομοθέτημα, τὸ τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ὑπάρχει ἀστικὸς κῶδιξ, πρὸ πολλοῦ καταρτισθεὶς καὶ ἀναθεωρηθείς· τὸ Δημόσιον ἐδαπάνησε πλέον τῶν 300,000 δραχμῶν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἔμεινε νεκρὸς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, διατὶ νομίζετε; διότι ἀπαιτεῖται πολὺς χρόνος διὰ νὰ ψηφισθῶσι τὰ ἄρθρα. Τέσσαρες ἢ πέντε ἐπιτροπαὶ συνεστήθησαν· ὁ κ. Δεληγεώργης νεώτατος ἦτο γραμματεὺς τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς.
§3ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Ἐπαμεινώνδας Δεληγεώργης ἦτο.
§4ΡΙΚΑΚΗΣ. Ναὶ, ὁ ἀείμνηστος Δεληγεώργης! ἀκόμη περισσότερον... Καὶ συνερχόμεθα κατ’ ἔτος, καὶ ὅμως δὲν ἀσχολούμεθα ἐπὶ τοῦ κυριωτέρου, δι’ οὗ θέλομεν κανονίζει τὰς σχέσεις μας καὶ θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω ταῦτα ὄχι μόνον διότι συναισθάνομαι τὴν ἀνάγκην πολιτικοῦ κώδικος, ὄχι μόνον διότι τὸ ἐνθυμοῦμαι, ὁσάκις ἀναγινώσκω καὶ ἀκούω τὴν ἀνάγκην ἀνορθώσεως τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον σπουδαιότερον. Ἡ Κρήτη θέλει νὰ ὀργανωθῇ κατὰ τὴν νομοθεσίαν μας, καὶ ἐπειδὴ δὲν εὗρεν Ἑλληνικὸν κώδικα, σκέπτεται νὰ καταφύγῃ εἰς τὸν Ἰταλικόν. Ἡ Κρήτη, ἡ ὁποία θέλει νὰ ἐξομοιώσῃ τὴν νομοθεσίαν της μὲ τὴν Ἑλληνικήν, ὥστε ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς ἑνώσεως νὰ ἐπέλθῃ ἀμέσως ἡ ἀφομοίωσις, ἀναγκάζεται νὰ καταφύγῃ εἰς ξένην νομοθεσίαν. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν σκέπτηται περὶ ἀνορθώσεως τῆς δικαιοσύνης διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα καθ’ ἡμέραν ἀκούω καὶ ἀναγινώσκω, νὰ ἐγκύψῃ οὐσιαστικῶς εἰς τὴν πρώτην καὶ μεγαλειτέραν ἀνάγκην, διὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλει καὶ μίαν ἔκτακτον Σύνοδον νὰ συγκαλέσῃ ἐν ἀνάγκῃ, διὰ νὰ ψηφίσῃ τὸν ἀστικὸν κώδικα. Ἕτερον ἀντικείμενον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἤκουσα καὶ ἀκούω, ὅτι νέος νόμος ἀστυνομικὸς πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Τὸ ὑπάρχον σύστημα ἀπέτυχεν οἰκτρῶς, τὸ ὑπάρχον σύστημα δὲν λειτουργεῖ εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου, οὔτε μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων οὔτε μεταξὺ τῶν βαρβάρων ἐθνῶν. Στρατιωτικὴ ἀστυνομία πρὸς ἐκπλήρωσιν τίνος σκοποῦ; Δὲν ἐννοοῦμεν ἀκόμη, ποία ἡ ἀποστολὴ τῆς ἀστυνομίας. Ἡ ἀστυνομία δὲν ἔρχεται νὰ καταδιώξῃ, νὰ τιμωρήσῃ, ἢ νὰ ἀγωνισθῇ, ὥστε νὰ ἀπαιτῇ στρατιωτικὴν δύναμιν. Ἡ ἀστυνομία ὀφείλει νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἐγκλήματα· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολή της, ἑπομένως ἀποτελεῖ κλάδον ἰδιαίτερον, συντεταγμένον κατὰ νόμους καὶ κανόνας, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουσιν εἰς τὸν κύριον σκοπόν, καὶ ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τούτῳ θὰ μορφωθῶσι καὶ θὰ ἐννοήσωσι τὸ καθῆκόν των, ὥστε κατὰ τὰς παραμονὰς ἐκλογῶν νὰ μὴ δίδηται ἡ εὐκαιρία νὰ γίνωνται γενικαὶ μεταβολαὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων, ἐνῷ οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὰς ἐκλογὰς ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἡ ἀστυνομία. Ὅλοι λοιπὸν καταδικάζομεν τὸ παρὸν σύστημα, ἀλλ’ ἐὰν θέλωμεν νὰ τὸ βελτιώσωμεν, ὅπως ἀκούω ὅτι γίνεται σκέψις, πρέπει ῥιζικῶς νὰ τὸ καταστρέψωμεν, καὶ νὰ οἰκοδομήσωμεν νέον σύστημα ἐπὶ τῶν ἀληθῶν βάσεων, αἵτινες διέπουσι τὰς ἀστυνομίας ὅλων τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, καὶ αἱ ὁποῖαι θ’ ἀνταποκρίνωνται, ὡς εἶπον, εἰς τὸν κύριον προορισμόν, ἤτοι νὰ τηρῇ ἡ ἀστυνομία τὴν τάξιν καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἐγκλήματα καὶ ὄχι νὰ τὰ καταδιώκῃ. Εἰς ἄλλην ἀρχὴν εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ καταδίωξις τῶν ἐγκλημάτων. Πρὸς τοῦτο λοιπὸν πρέπει νὰ ἀποβλέψωσιν οἱ κ. Ὑπουργοί, καταργοῦντες τὸ ὑπάρχον ἀκατάλληλον σύστημα! — Μίαν ἄλλην σύστασιν ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐνθυμοῦνται βεβαίως ὅσοι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακάθηνται κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν περίοδον ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅτι σπουδαῖος νόμος ὑπεβλήθη τότε, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάγκη ὡμολογήθη ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, ἡ κατάργησις τῶν διαπυλίων τελῶν. Τότε πάντες ἤμεθα σύμφωνοι εἰς τὴν κατάργησιν, ἀλλ’ ἡ ἀντικατάστασις ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον θ’ ἄφινεν ἡ κατάργησις τῶν διαπυλίων τελῶν, ἐματαίωσε τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο, νομίζω, δὲν εἶναι λόγος, ὅπως ἐγκαταλείψωμεν νομοθέτημα τόσον ἀναγκαῖον καὶ τόσον ὠφέλιμον. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ τότε εἶχον σχηματίσει. Ἐὰν ὅμως εὕρῃ ἡ Κυβέρνησις ἄλλον τρόπον καταλληλότερον, θὰ τὸ ἴδω μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως. Ἡ γνώμη μου εἶναι, τὰ δύο ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἀφήσῃ ἔλλειμμα ἡ κατάργησις τῶν τελῶν αὐτῶν, νὰ μὴ καλυφθοῦν διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τῶν σιτηρῶν, ἀλλὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἔκαμα τὸν ὑπολογισμόν, ὅτι, ἐὰν κατ’ ὀκᾶν αὐξήσωμεν τὸν φόρον κατὰ 6 λεπτὰ, θέλομεν ἔχει τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ μείνῃ ἔλλειμμα.
§5ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς κάμνετε τὸν ὑπολογισμὸν αὐτὸν μὲ 6 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν;
§6ΡΙΚΑΚΗΣ. 60 λεπτὰ. Ἔκαμα λάθος. Τελευταίαν παράκλησιν ἔχω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει καλῶς, ὅτι ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης ἐν Κρήτῃ καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ καταστροφῆς οἱ φοιτηταὶ τῶν μερῶν ἐκείνων δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν καταβολὴν τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ πληρώσωσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, ἀναγνωρίσασα τὸ δίκαιον, ἀλλὰ μὴ δυναμένη νὰ πράξῃ τι ἄνευ νομοθετήματος, παρέτεινε τὴν προθεσμίαν, μέχρις ὅτου ἐπιτρέψῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν φοιτητῶν αὐτῶν ἀπὸ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν περίστασιν ταύτην, τὴν ὁποίαν νομίζω λίαν δεδικαιολογημένην, καὶ νὰ εἰσαγάγῃ ἐκ τῶν πρώτων τὸ νομοθέτημα τοῦτο, διότι πολλοὶ φοιτηταὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσουν ἐξετάσεις καὶ δὲν δύνανται, ἄλλων δὲ ἡ ἐγγραφὴ μένει ἐκκρεμής.
§7Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Συμπληρῶν τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου, θὰ προσθέσω ὅτι ὑπάρχει ἐκ τῆς πιστώσεως τῆς διατεθείσης ἄλλοτε διὰ τοὺς Θεσσαλοὺς πρόσφυγας ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ἀρκεῖ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν τῶν Θεσσαλῶν φοιτητῶν. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει περίσσευμα 30 ἢ 32 χιλιάδων δραχμῶν, τὰ δὲ τέλη αὐτὰ δὲν ἀνέρχονται εἰς πλέον τῶν 26 ἕως 28 χιλιάδων δραχμῶν· ὥστε ὑπάρχει καὶ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον δύναται διὰ νόμου ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ, καὶ δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ τίποτε περιπλέον. Συνενῶν λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου μὲ τὴν παράκλησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου, συνιστῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεωνίδας ἔχει τὸν λόγον.
§9Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχω καὶ θεωρῶ ὁπωσδήποτε ἀσφαλεῖς, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου δὲν εὑρίσκεται εἰς εὐάρεστον σημεῖον· εἶναι δὲ λυπηρὸν ὄντως, Κύριοι, τὸ εὐεργετικὸν τοῦτο ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον συνεστήθη καὶ συντηρεῖται διὰ τῶν καταθέσεων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι καὶ τὴν ζωὴν αὐτῶν ῥιψοκινδυνεύουν, νὰ τὸ ἴδωμεν ἡμέραν τινὰ κλεῖον τὰς θύρας του καὶ ἀφῖνον ἔξω αὐτοῦ πολλὰς χιλιάδας οἰκογενειῶν, αἱ ὁποῖαι οὐδένα ἄλλον πόρον ζωῆς δύνανται νὰ ἔχουν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὴν οἰκονομικὴν θέσιν τοῦ Ταμείου τούτου, διὰ νὰ γνωρίσωμεν ἀκριβῶς ταύτην καὶ λάβωμεν τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἀνόρθωσιν αὐτοῦ.
§10Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ἔκθεσις τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, ἡ ὁποία συνέστη πρὸ ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν, ὅτε εἶχον συγκληθῆ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ναυτικῶν δήμων τοῦ Κράτους, καὶ παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ, διότι ἐκεῖ εἰκονίζεται ἀκριβέστερον ἡ κατάστασις τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου.
§11Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρακαλέσει νὰ μοὶ δοθῇ ὁ λόγος, ἵνα προσθέσω ὀλίγας λέξεις.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§13Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἀληθῶς, ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις σήμερον τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, εὔχομαι δὲ νὰ μὴ ἦναι οἵαν ἀνήγγειλεν αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς οἱ διευθύνοντες τὰ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου εἶχον πληροφορήσει τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου ἦτο κρίσιμος, διότι οἱ διαχειρισταὶ αὐτοῦ εἶχον ἀρχίσει νὰ θέτωσι τὰς χεῖρας καὶ ἐπὶ τῶν κεφαλαίων αὐτοῦ. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, συνεννοηθεὶς δὲ πρὸς τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπροικοδοτεῖτο τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον διὰ σπουδαίων χρηματικῶν παροχῶν, δι’ εἰσφορᾶς τινος π. χ. ἐπιβαλλομένης εἰς τοὺς δήμους τοὺς ναυτικούς, εἰς τὰ λιμενικὰ ταμεῖα κλπ. Τῷ ὄντι τ’ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν εὐάρεστα, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μετὰ 6 μῆνας πραγματικῶς τὰ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου εἶχον ἀρχίσει πλέον νὰ βελτιῶνται. Ἐὰν δὲ δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, γενόμενον μετὰ ταῦτα νόμος τοῦ Κράτους, εἶχε διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἔληγε μετὰ δύο ἔτη.
§14ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τρία.
§15ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἴτε μετὰ τρία εἴτε μετὰ δύο, νομίζω ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐμελέτα τὸ προκείμενον ζήτημα, καὶ ἐζήτει τὴν παράτασιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου· διότι, ἐὰν ὁ νόμος ὡς πρὸς τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ δὲν παραταθῇ, ὡς εἶναι ὠργανωμένα τὰ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, βεβαίως θέλει ἐπέλθει ἡμέρα, καθ’ ἣν τὸ ταμεῖον θέλει ἐντελῶς ἐξαντληθῆ. Παρακαλῶ ἄρα τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὸν νόμον, καὶ ἐὰν μὲν ἔχωμεν εἰσέτι χρονικὸν διάστημα ἑνὸς ἔτους, ἴσως ὁ κίνδυνος δὲν εἶναι τόσον ἄμεσος. Καλὸν ὅμως ἤθελεν εἶσθαι, καὶ ἐὰν πρόκειται ἀκόμη ἐπὶ ἓν ἔτος νὰ ἰσχύῃ ὁ νόμος, τόσον ὁ Ὑπουργός, ὅσον καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, νὰ λάβωσι τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς παράτασιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, ἢ καὶ πρὸς βελτίωσιν ἀκόμη αὐτοῦ.
§16Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἰσχύων νόμος περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων ἐνοικιαστῶν ἐψηφίσθη, ἐὰν ἐνθυμῆσθε, Κύριοι, διὰ βοῆς, διότι οἱ τότε ἰδιοκτῆται ἠναγκάζοντο νὰ μετέρχωνται τὴν αὐτοδικίαν, ἀφαιροῦντες τὰ παράθυρα καὶ τὰς κλίμακας τῶν οἰκιῶν των, ἵνα ἀναγκάζωσι τοὺς ἐνοίκους μισθωτὰς νὰ ἐγκαταλείπωσι τὰς οἰκίας των. Ἐπελθούσης λοιπὸν τῆς ἀνάγκης τότε νὰ ψηφισθῇ ὁ κρατῶν νόμος, ἐψηφίσθη οὗτος λίαν ἐσπευσμένως, καθόσον οὐ μόνον τὴν διαδικασίαν δὲν διέκρινεν, ἀλλ’ οὔτε τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι ἁρμόδιος καὶ δύναται ὁ Πρόεδρος ν’ ἀποφασίσῃ τοιαῦτα συντηρητικὰ μέτρα. Οἱ Πρόεδροι διατάσσουν ἀποδείξεις καὶ μετὰ τὰς ἀποδείξεις ἐκδίδουσιν ἄλλας ἀποφάσεις· εἶτα γίνονται ἐφέσεις, αἵτινες δὲν ἀπεφασίσθη ὡρισμένως ἀπὸ τὰ δικαστήρια ἂν ἀναστέλλωσι τὴν πρόοδον τῆς δίκης παρὰ τῷ Προέδρῳ, καὶ οὕτω πως οἱ ἰδιοκτῆται οἱ δυστυχεῖς οὔτε ἔχουσι ἰδιοκτησίας οὔτε θὰ ἔχωσιν μὲ αὐτὸν τὸν νόμον. Ἀλλὰ μόνον αὐτὴ ἡ διαδικασία καὶ ἡ ἀσάφεια τοῦ νόμου ὑπάρχει; Ἐπῆλθε καὶ ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου, ὁ ὁποῖος κατέστησε τοὺς δυστυχεῖς ἰδιοκτήτας φυγοδίκους, καὶ ἀδύνατον οἱ ἰδιοκτῆται νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν Δικαιοσύνην, διότι διὰ κάθε συζήτησιν θέλουσι 42 δραχμάς! Ὑποθέσατε ὅτι δέκα δραχμαὶ εἶναι τὸ μίσθωμα ἑνὸς δωματίου· διὰ νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ δικαστήριον ὁ ἰδιοκτήτης, θέλει τεσσαράκοντα δύο δραχμὰς διὰ τὴν πρώτην συζήτησιν! Ἀλλὰ διὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, ἢ ἐὰν γείνῃ ἔφεσις, πόσα ἀναγκαιοῦσιν; Ὁ νόμος λοιπὸν προδήλως εἶναι ἄδικος, καὶ πρέπει ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς εἰσαγωγῆς νομοθετημάτων, νὰ προτάξῃ ἴδιον νομοθέτημα, διορθοῦν τὸν νόμον αὐτὸν, διὰ νὰ δύνανται οἱ ἰδιοκτῆται νὰ ἔχωσιν ἰδιοκτησίας διὰ προστασίας τῆς δικαιοσύνης, καὶ νὰ δύνανται νὰ ἔχωσι πρόσοδον, δι’ ἧς νὰ δύνανται νὰ πληρώνωσι τοὺς πρὸς τὸ Δημόσιον φόρους των. Ἐλησμόνησα δὲ νὰ ἀναφέρω, ὅτι ἐκ τῆς ἀσαφείας τῆς διαδικασίας εἷς Πρόεδρος τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν ἀπέρριψε διὰ μιᾶς συνεδριάσεως ὅλας τὰς ἀγωγὰς, 40–50, μοὶ φαίνεται, ὅσαι δὲν ἐστηρίζοντο εἰς ἔγγραφον! Τοῦτο δὲ προῆλθε προδήλως ἐκ τῆς ἀσαφείας τοῦ νόμου. Διὸ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου.
§17Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ ἀσάφεια τοῦ νόμου· εἶναι ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει νὰ γίνεται ἐπίσημον συμβόλαιον.
§18Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο σύστασις μισθώσεως, κύριε συνάδελφε, καὶ ἄλλο ἀπόδειξις μισθώσεως. Ἠδύνατο τότε ἕκαστος ἐνάγων ἰδιοκτήτης νὰ ἐπάγῃ ὅρκον εἰς τὸν μισθωτὴν, ἐὰν δὲν συνεστήθη ἡ μίσθωσις. Ἀλλοίμονον ἐὰν διὰ κάθε μίσθωσιν ἐκάμνομεν συμβόλαιον! Ἑτέρα παράκλησις εἶναι ὁμοία τῇ προτάσει τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Ρικάκη. Ἀνέκαθεν, ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἤμην κατ’ αὐτοῦ, ὡς ἐκ προαισθήσεως, ὅτι ἤθελεν ἀποβῆ ὅπως ἀπέβη, ἀλλὰ καὶ τὸ τελευταῖον ἀτόπημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας κατὰ τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν μὲ ἐτάραξε καὶ μοῦ ἀνέμνησεν ὅλας τὰς παλαιὰς περιπτώσεις τῶν ἀσεβειῶν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἐμελέτησα μετὰ πολλῶν συναδέλφων τὸ ζήτημα, ἐὰν δύναται νὰ διορθωθῇ δι’ ἄλλου τρόπου λυσιτελοῦς, ὠφελίμου δὲ εἰς τὸ ἔθνος, ὠφελίμου εἰς τὸν στρατόν, ὠφελίμου καὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ μετὰ πολλῶν εὑρεθεὶς σύμφωνος ὑποβάλλομεν τὴν γνώμην μας εἰς τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὁ νόμος οὗτος ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας. Οἱ δικηγόροι νὰ διορίζωνται ἀστυνόμοι διὰ θητείας...
§19ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι ἐκλογὴ προσόντων.
§20ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. πρὸς δὲ νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς ἐκτὸς τῆς προληπτικῆς ἐξουσίας καὶ δικαστικὴ ἐπὶ τῶν μικρῶν πταισμάτων, τῶν ἀναφαινομένων ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων των, ἵνα δύνανται νὰ ἐπιβάλλωσι μίαν ποινὴν μικρὰν, καὶ οὕτω πως νὰ ἔχωμεν τὸν δημόσιον κατήγορον εἰσάγοντα πλείστους δι’ ἀσήμους παραβάσεις. Βλέπετε καθ’ ἡμέραν, κύριοι Βουλευταί, ὅλα τὰ χωρία ἐρχόμενα νὰ δικασθῶσι διὰ πταῖσμα, διὰ μικρὰν παράβασιν τοῦ νόμου, δι’ ἀγροζημίαν πέντε δραχμῶν, καὶ καταστρέφονται οἱ ἄνθρωποι, δαπανῶντες καὶ στερούμενοι τῶν ὠφελημάτων τῆς ἐργασίας των.
§21Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ συλληφθῶσι καὶ οἱ Ἀρεοπαγῖται, ὄχι μόνον οἱ Ἐφέται.
§22Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω. Νομίζω ὅτι δι’ αὐτοῦ τρόπου θὰ σώσωμεν τὸν τόπον μας καὶ θὰ ὁρίσωμεν πλέον τὴν ἀποστολὴν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἰδίως τῆς Νομικῆς Σχολῆς, ἐὰν κάμωμεν ἀστυνομίαν δικαστικὴν, πρὸς δὲ θὰ ὠφελήσωμεν τὸν τόπον, διότι θὰ ἀποδώσωμεν τοὺς στρατιωτικοὺς εἰς τὸν στρατόν, καὶ οὕτω πως διορθοῦται αὐτὸ τὸ ἀτόπημα. Ἀναμφιβόλως δὲ ἠμπορεῖ νὰ ἦναι κάλλιστοι πολλοὶ ἀξιωματικοί, εἶναι ὅμως ἀνίκανοι νὰ ἐκτελῶσιν αὐτὰ τὰ καθήκοντα τῆς πολιτικῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς δικανικῆς ἀστυνομίας. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην ἀνθρώπου πεπειραμένου, καὶ πιστεύω νὰ συντελέσῃ αὐτὴ ἡ γνώμη εἰς διόρθωσιν τοῦ ἀτόπου.
§23Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ἐν τῇ ἀπειρίᾳ, Κύριοι, τῶν πολλῶν νόμων, ἥτις ἐγείρεται ὡς πυραμὶς ἐν τῷ προτύπῳ Βασιλείῳ, ὑπάρχει καὶ ὁ νόμος ͵ΒΤΓ τῆς 12 Ἰουλίου 1895 περὶ διδακτικῶν βιβλίων τῆς δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως. Τὸν νόμον τοῦτον καταγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν ὡς λῃστρικόν, διότι καθίδρυσεν ἐπαχθεστάτην φορολογίαν εἰς βάρος τοῦ λαοῦ. Καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω τί γίνεται, διότι σεῖς πάντες τὸ γνωρίζετε. Λέγω μόνον, ὅτι, ἀντὶ νὰ συντελέσῃ εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως, συμβάλλεται εἰς παράλυσιν αὐτῆς, διότι πολλὰ πτωχὰ παιδία, μὴ ἔχοντα τὰ μέσα νὰ προμηθευθῶσι τὰ βιβλία τῶν ἐγκεκριμένων ψευδοφυλλάδων, δὲν φοιτῶσιν εἰς τὸ Σχολεῖον. Δὲν γνωρίζω ποίαν γνώμην ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀλλὰ βεβαίως θὰ αἰσθάνεται ἀγανάκτησιν διὰ τὴν τελουμένην βιβλιοκαπηλίαν. Ἐὰν οὕτως ἔχῃ, ἐλπίζω ὅτι κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς θέλει ὑποβάλει νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, ἐγκρινόμενον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, νὰ καταργήσῃ τὸν νόμον τοῦτον. Ἀλλὰ τοῦ λόγου συμπεσόντος περὶ νέου νομοθετήματος, πιστεύω ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἄσκοπον νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι τὰ βιβλία τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως πρέπει νὰ ἦναι ὀλίγα, νὰ χρησιμεύωσι δι’ ὅλας τὰς τάξεις, νὰ τυπώνωνται εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον καὶ νὰ πωλῶνται εἰς τιμὴν μικράν, μόλις καλύπτουσαν τὴν δαπάνην, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραχωρῶνται δωρεὰν ἕνεκα ἐκ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους περιστάσεων. Μόνον διὰ τοῦ τρόπου τούτου, Κύριοι, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ παύσῃ ἡ βιβλιοκαπηλία καὶ νὰ ἐκλείψῃ τὸ ἐμπόριον τῶν ψευτοφυλλάδων, διὰ τῶν ὁποίων ληστεύεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει συντελέσει εἰς τοῦτο, ἐπ’ ἀγαθῷ τῶν ἀπόρων τάξεων.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιαννακίτσας ἔχει τὸν λόγον.
§25ΙΩ. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Δύο λέξεις ἔχω, Κύριοι, νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἔλαβε διὰ τὰς διαφόρους ἀνάγκας αὑτῆς πλεῖστα ἰδιωτικὰ κτήνη. Τινὰ τῶν κτηνῶν τούτων ἐλήφθησαν ἐπὶ ἡμερησίῳ μισθώματι, ἕτερα δὲ, τὰ καὶ πλεῖστα, ἐλήφθησαν δυνάμει τοῦ νόμου περὶ εἰσφορᾶς. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰ κτήνη τὰ εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν ὑπαγόμενα δὲν ἔχω ἄλλο τι ἢ νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως εὐαρεστούμενος παραγγείλητε ἁρμοδίως εἰς τὸν κ. νομικὸν σύμβουλον παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ, τὸ ὁποῖον ἔχετε τὴν τιμὴν νὰ διευθύνητε, ἵνα περατώσῃ τὰς πολυαρίθμους ὑπαρχούσας ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ διαταχθῇ καὶ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἐὰν ἔχωσι νὰ λάβωσί τι. Ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ προέλθω εἰς τὴν παράκλησιν ταύτην, κύριε Ὑπουργέ, καθόσον ἐπὶ τῇ παρατηρουμένῃ βραδύτητι καὶ ἐκκρεμότητι τοιούτων ὑποθέσεων συμπολιτῶν μου ζητήσας πληροφορίας, μετὰ λύπης ἔμαθον, ὅτι ἡ ἐκκρεμότης ὀφείλεται εἰς τὸν νομικὸν σύμβουλον, ὁ ὁποῖος, δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους, ἀπέχει ἐπὶ πολὺ, κατὰ διμηνίαν καὶ τριμηνίαν, νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὴν προρρηθεῖσαν ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ, οὕτως εἰπεῖν, τὸ νομικὸν πρόσωπον. Ὡς πρὸς δὲ τὰ κτήνη τὰ εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν ὑπαγόμενα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Γνωρίζετε, Κύριοι, κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ὁ νόμος περὶ εἰσφορᾶς ἐν Θεσσαλίᾳ ἐφηρμόσθη κατὰ τρόπον ὅλως ἄτακτον, μὴ τηρηθεισῶν τῶν ὑπ’ αὐτοῦ προβλεπομένων διατυπώσεων. Τινὰ τῶν κτηνῶν τούτων ἀληθῶς ἐλήφθησαν δυνάμει ἀποδείξεων τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν, τῶν ἐπιταξασῶν τὴν εἰσφοράν, ἀλλὰ τὰ πλεῖστα τῶν κτηνῶν αὐτῶν ἐλήφθησαν ἄνευ ἀποδείξεως. Εἷς ἀστυφύλαξ ἢ χωροφύλαξ, εἷς ὑπαξιωματικὸς ἢ ἀξιωματικὸς ἀκόμη, μεταβαίνων εἰς τι χωρίον, ἢ συναντῶν καθ’ ὁδὸν τοιαῦτα κτήνη, ἐπέτασσεν εἰσφορὰν ἐπ’ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ὡδηγοῦντο εἰς Τύρναβον ἢ Λάρισαν, καὶ ἐκεῖθεν διενέμοντο ταῦτα εἰς τὰ διάφορα σώματα, κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἐπῆλθον γοργὰ καὶ ἀλλεπάλληλα, οὕτως εἰπεῖν, τὰ ἀτυχήματα τὰ πολεμικὰ, συνεπεία δὲ τούτων οἱ κύριοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ παρακολουθήσωσι τὰ τῶν κτηνῶν των καὶ ἀνεύρωσι τὰς ἀρχὰς, παρὰ ταῖς ὁποίαις ταῦτα προσεκολλήθησαν δι’ ὑπηρεσίαν, ὅπως ζητήσωσι καὶ λάβωσι τὰς ἀπαιτουμένας ἀποδείξεις. Μετὰ τὴν παῦσιν τῶν ἐχθροπραξιῶν, κύριε Ὑπουργὲ, τινὲς τῶν κατόχων τοιούτων ζώων, διολισθήσαντες, οὕτως εἰπεῖν, μέσῳ τῶν τουρκικῶν προφυλακῶν, κατώρθωσαν ἀληθῶς καὶ ἔφθασαν εἰς Φθιώτιδα, ἔνθα ἐστάθμευεν ὁ ἡμέτερος στρατὸς, καὶ ἐκεῖ ἀναγνωρίσαντες τὰ κτήνη των παρέλαβον ταῦτα, ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ τῶν ἀποδείξεων, τὰς ὁποίας εἶχον λάβει. Ἀλλὰ τὸ πλεῖστον τῶν κατόχων τοιούτων κτηνῶν δὲν κατώρθωσαν, λόγῳ τῆς τουρκικῆς καταλήψεως, νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν ἐλευθέραν, οὕτως εἰπεῖν, Ἑλλάδα, καὶ ἀναζητήσωσι τὰ ζῷα. Τὸ Δημόσιον δὲν ἠδύνατο νὰ διατρέφῃ ταῦτα, διότι ἄλλως τε δὲν εἶχε καὶ ἀνάγκην αὐτῶν, καὶ τοιουτοτρόπως ἄλλα μὲν ἐξεποιήθησαν, ἄλλα δὲ ἀπωλέσθησαν καὶ ἄλλα ἐξέλιπον δι’ ἕνα οἱονδήποτε λόγον. Ἤδη οἱ κάτοχοι τοιούτων κτηνῶν ὑπέβαλον αἰτήσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ζητοῦντες ν’ ἀποζημιωθῶσιν. Εἰς τὰς αἰτήσεις ταύτας ἐπισυνάπτουσι καὶ πιστοποιητικὰ τῶν οἰκείων δημοτικῶν ἀρχῶν. Ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, δυσπιστοῦσα — καλῶς ἢ κακῶς, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, — εἰς τὰς πιστοποιήσεις ταύτας τῶν ἁρμοδίων δημοτικῶν ἀρχῶν, καὶ μὴ ἀρκουμένη εἰς τὰς παρεχομένας πληροφορίας ἐκ τῶν πιστοποιήσεων τούτων, ἀπορρίπτει τὰς αἰτήσεις, ὑποδεικνύουσα, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τοὺς δικαιούχους τὴν ὁδὸν τὴν δικαστικήν. Βεβαίως εἶναι εὔκολον νὰ ὑποδεικνύηται ὡς συμβουλὴ καὶ νὰ συνιστᾶται ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν ὁδὸν τὴν δικαστικὴν, ἀλλὰ διὰ τοὺς ἀτυχεῖς Θεσσαλοὺς νομίζω, ὅτι ἡ σύστασις αὕτη μόνον ὡς συμβουλὴ πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ. Ἔργον ἑπομένως φιλανθρωπίας, καὶ δικαιοσύνης ἅμα, κύριε Ὑπουργὲ, ἠθέλετε ἐπιτελέσει ἐὰν διὰ συντόμου τινὸς διαδικασίας διατάξητε νὰ ἐξακριβῶται τὸ βάσιμον ἢ μὴ τῶν τοιούτων ἀπαιτήσεων τῶν κατόχων τοιούτων ζώων. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλω μετὰ τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ τὴν σύστασιν, ὅπως πρὸς ἄρσιν τῶν παραπόνων τῶν διαφόρων ἐν γένει Θεσσαλῶν προβῇ εἰς τὴν σύστασιν μιᾶς ἐπιτροπῆς τριμελοῦς ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ληφθησομένων ἐκ τῶν τοῦ Αʹ ἀρχηγείου στρατοῦ, πρὸς ἀποφυγὴν ἐξόδων. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, μεταβαίνουσα εἰς τὰ διάφορα κέντρα τῆς Θεσσαλίας, ὡς εἰς Λάρισαν, Ἁγυιὰν, Τύρναβον, Δομοκὸν, Φάρσαλα κλπ., νὰ καλῇ τοὺς ἔχοντας τοιαύτας ἀπαιτήσεις, οἱ ὁποῖοι νὰ ὑποβάλλωσι τὰς σχετικὰς ἀναφορὰς, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τούτων ἡ ἐπιτροπὴ, συμπαρισταμένων καὶ τῶν κατὰ τόπους εἰρηνοδικῶν, — τουτέστι νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἓν νομικὸν πρόσωπον, ἵνα ἐνεργῇ τὴν ἔνορκον ἐξέτασιν τῶν δημάρχων, παρέδρων, ἐφημερίων, — καὶ δύο ἢ τριῶν ἄλλων εὐυπολήπτων προσώπων, ἐν ᾗ περιπτώσει βεβαιοῦται τὸ βάσιμον τῶν ἀναφορῶν αὐτῶν νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν σύνταξιν ἑνὸς πρωτοκόλλου, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἀναγράφῃ καὶ τὴν κατὰ μέσον ὅρον ἀξίαν τοῦ ἐξαφανισθέντος ὁπωσδήποτε ζώου ἢ μεταφορικοῦ μέσου, ἡ δὲ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία τοιουτοτρόπως, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρωτοκόλλου τούτου, νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν διαταγὴν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν δυστυχῶν Θεσσαλῶν. Ταῦτα ἐσκόπουν νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω ὡς πρὸς τὰ ἐξαφανισθέντα ὁπωσδήποτε κτήνη. Εἶναι βέβαιον, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ αὔριον ἴσως διακόπτει τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Ὁ σκοπὸς τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀκριβῶς, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀσχοληθῇ εἰς τὴν σύνταξιν τῶν διαφόρων μεταρρυθμιστικῶν αὐτῆς νομοθετικῶν ἔργων, προκειμένου περὶ ἀνορθώσεως τῶν κοινῶν τῆς πατρίδος. Ἕν ἐκ τῶν μέτρων τούτων νομίζω ἔσται καὶ ὀφείλει νὰ ἦναι καὶ τὸ στρατιωτικόν. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ποσῶς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐσκέφθη σοβαρῶς περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, τοῦ στρατιωτικοῦ. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, διότι δυστυχῶς εἶμαι ἄμοιρος τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, καθὸ πρώτην φορὰν εἰσερχόμενος εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ ὥρα ἦναι κατάλληλος, ὅπως ἐπιληφθῶ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ στρατιωτικοῦ, οὕτως εἰπεῖν, ζητήματος καὶ ὑποβάλω μετὰ τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ τόσον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅσον καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὰς σκέψεις μου περὶ τοῦ στρατεύματος, χωρὶς νὰ ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ἵνα ἐν τοῖς πᾶσιν εἰσακουσθῶ...
§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμπρὸς, ἐμπρός!
§27ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, νὰ ἀκούσωμεν.
§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως θέλει ὁ ἀγορεύων.
§29ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Τῆς περὶ τὰ τοιαῦτα, Κύριοι, ἀνικανότητός μου βεβαιωθῆτε ὅτι ἔχω πλήρη συναίσθησιν. Ἡ συναίσθησις δὲ αὕτη, ὁμολογῶ, μὲ ἐβασάνισεν ἐπὶ πολὺ, ἂν ἔπρεπε νὰ παρέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἀπὸ τούτου ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, προκειμένου μάλιστα περὶ ζητήματος — τοῦ στρατιωτικοῦ δηλονότι — τόσον σπουδαίου, ἀλλὰ καὶ ἀτυχεστάτου, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀφοῦ ἡ ἀνάπτυξις αὐτοῦ ἔλαχεν εἰς ἐμὲ, τὸν ἀδέξιον νὰ χειρισθῶ, ὅπως εἶπον καὶ πρότερον, ἔστω καὶ μίαν πρότασιν ἢ σύστασιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Προέβην ὅμως, Κύριοι, διότι πρῶτον ἡ φωνὴ τοῦ καθήκοντος, ὡς ἀντιπροσώπῳ τοῦ ἔθνους, μοὶ ἐπέβαλε τοῦτο, δεύτερον δὲ — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις — ποιά τις δόσις ἐγωϊσμοῦ, ἴσως ἀδικαιολογήτου, ἀλλὰ συμφυοῦς πρὸς τὸ ἐπάγγελμά μου, καθὸ στρατιωτικοῦ, καὶ τρίτον, τὸ καὶ κυριώτερον, διότι ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ, οὖσα ἐκ τῶν εὐγενεστέρων καὶ ἱπποτικωτέρων στοιχείων τῆς χώρας, οὐχὶ μόνον παρακολουθεῖ μετ’ ἐνδιαφέροντος τὰ διαβήματα τῶν νέων Βουλευτῶν καὶ χειραγωγεῖ τούτους ἐν τῇ ἐπιτελέσει τοῦ ἑαυτῶν καθήκοντος, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον καὶ μετ’ ἐπιεικείας καὶ εὐμενείας θέλει κρίνει τὰ τυχὸν σφάλματα αὐτῶν...
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην ἐπιεικείας, ὅπως ἀπεδείξατε μέχρι τοῦδε.
§31ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Εὐχαριστῶ πολύ... Ταῦτα μὲ ἐνεθάρρυναν καὶ μοὶ ἐνέπνευσαν τὴν ἀπόφασιν νὰ προβῶ καὶ ἀνακοινώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς περὶ στρατοῦ ἐν γένει σκέψεις μου, προσφέρων κἀγὼ τὸν ὀβολὸν τῆς χήρας, οὕτως εἰπεῖν. Πρὸ τῶν τελευταίων, Κύριοι, ἐθνικῶν συμφορῶν, ὡς τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, οὐδεὶς ἀπέδιδε τὴν προσήκουσαν σπουδαιότητα εἰς τὸ στράτευμα, καὶ τοῦτο, διότι οὐδεὶς ἐσκέφθη σοβαρῶς περὶ πολέμου. Ἡ πικρὰ ὅμως πεῖρα, Κύριοι, τὴν ὁποίαν ἀπεκτήσαμεν ἐκ τοῦ ἀτυχοῦς ἡμῶν πολέμου, νομίζω δὲ ὅτι δὲν ἐπιτρέπει τὴν εἰς τὴν αὐτὴν τακτικὴν τὴν εἰς τὰς αὐτὰς σφαλερὰς ἰδέας ἐμμονὴν ἡμῶν. Πρέπει πάντες νὰ ἐξυπνήσωμεν, πρέπει πάντες νὰ παρατηρήσωμεν τίνες ἐσμὲν, τί ἔχομεν, τί δὲν ἔχομεν, καὶ τίνων ἔχομεν ἀνάγκην. Πρέπει πρωτίστως, Κύριοι, νὰ γίνωμεν μᾶλλον θετικοὶ, μᾶλλον σώφρονες, ἀλλ’ ἧττον ἐνθουσιώδεις. Ἐὰν, Κύριοι, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν παραιτούμεθα τῆς κληροδοτηθείσης ἡμῖν μεγάλης ἰδέας, εἰς τὴν ὕπαρξιν τῆς ὁποίας πάντες ἡμεῖς ὀφείλομεν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἀποκατάστασιν, τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἑνότητα, ἡ ὑποχρέωσις τῆς συντηρήσεως στρατοῦ μονίμου καὶ ἀρτίου ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν προβάλλει πάντοτε ἐπιτακτική. Τὸ παρελθὸν τὸ χθὲς ἀπέδειξε, Κύριοι, ὅτι πάντες ἐπλανώμεθα, νομίζοντες ὅτι τὰ ἑκάστοτε λαμβανόμενα σπασμωδικὰ καὶ ἐπιπόλαια ἐκ μέρους ἡμῶν μέτρα ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ ἦσαν ἱκανὰ νὰ παρουσιάσωσιν αὐτὸν ἀντάξιον τῆς ἀποστολῆς του, ἀντάξιον τῶν προσδοκιῶν τοῦ ἔθνους. Τὸ Θάρρος, Κύριοι, ἡ ὑπομονή, ἡ καρτεροψυχία, ἡ ἀφοσίωσις, ἡ περιφρόνησις πρὸς τὸν θάνατον, ὅλαι αὐταὶ αἱ πατροπαράδοτοι καὶ ἐξακουσμέναι, οὕτως εἰπεῖν, ἀρεταὶ τοῦ Ἕλληνος, πάντες ἐνομίζομεν ὅτι ἤθελον ἐκδηλωθῆ ἐν ὅλῃ αὐτῶν τῇ μεγαλοπρεπείᾳ, ἐν ὅλῃ αὐτῶν τῇ αἴγλῃ κατὰ τὴν πρώτην σύγκρουσιν. Καὶ ἐξεδηλώθησαν μὲν αὗται, δυστυχῶς ὅμως οὐχὶ ἐν τῷ προσδοκωμένῳ μέτρῳ. Παρετηρήθη καθυστέρησις ἐν τῷ πολέμῳ τούτῳ τοῦ Ἕλληνος. Εἰς τί ὀφείλεται, τὸ ἀπροσδόκητον τοῦτο ἀποτέλεσμα; Ἐντεῦθεν θ’ ἀρχίσωμεν, ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς καθυστέρησε, τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκον τὰ θλιβερὰ ταῦτα ἀποτελέσματα, καθόσον μόνον ἐκ τῆς ἐξετάσεως θὰ ἀνεύρωμεν, τίνα εἰσὶν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι δεκτικὰ βελτιώσεως καὶ τίνα τὰ ἄξια ἀπορρίψεως ἢ συμπληρώσεως· οὕτω δὲ θὰ δυνηθῶμεν, Κύριοι, ἐν τῷ μέλλοντι νὰ φανῶμεν ἄξιοι ἀπόγονοι τῶν ἐνδόξων ἡμῶν προγόνων καὶ τῆς ἱστορίας ἡμῶν. Ἡ μακρὰ εἰρήνη, ἥτις διέρρευσεν ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παλιγγενεσίας, ἡ ἀτελὴς μόρφωσις τοῦ ἔθνους, ἡ προσκόλλησις ἡμῶν εἰς τὸν πολιτισμὸν τῆς Εὐρώπης, μὴ συμβιβαζόμενον ἐν πολλοῖς πρός τε τὸν χαρακτῆρα καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἕλληνος καὶ πρὸς τὸ κλῖμα τῆς χώρας ἡμῶν, ἀνεπαισθήτως ἀπεμάκρυναν ἡμᾶς τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν παραδόσεων, καὶ ἐδημιούργησαν παρ’ ἡμῖν ἀνερμάτιστόν τινα ἐνθουσιασμόν, ἤτοι ἐπιπόλαιόν τι αἴσθημα ἐφημέρου μόνον ἀξίας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασισθέντες προέβημεν δυστυχῶς ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔπρεπε νὰ προβῶμεν. Δικαίως τὸν ἐνθουσιασμόν τοῦτον ὅ τε Γερμανὸς Hohenloe καὶ ὁ διάσημος Γάλλος Leval προσομοιάζουσι πρὸς φλόγα ἀχύρων στιγμιαίως λάμπουσαν, ἀλλ’ εὐθὺς σβύνουσαν, ἅμα αἱ περιπέτειαι τοῦ πολέμου ἀναφανῶσι, περιπέτειαι αἵτινες φυσικῶς ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ ἐστερημένου ἠθικῆς ἰσχύος ἐξασκοῦσι τὴν ἀπογοήτευσιν, τὴν ἀποθάρρυνσιν καὶ ἐν τέλει τὸν γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς πανικόν. Ἀνέγνων που, Κύριοι, ὅτι Κράτος τι, τὸ ὁποῖον προέβη εἰς τὸν πολιτισμὸν μέχρι διαφθορᾶς, ὀφείλει νὰ τίθηται ἐνίοτε ἐν κινδύνῳ, καὶ τοῦτο, ὅπως τὸ δημόσιον φρόνημα ἐξεγείρηται, ἀφυπνίζηται. Νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ πόλεμος ἡμῶν ὀφείλεται εἰς τοιοῦτόν τινα σκοπόν; Ἠθελήσαμεν νὰ ἐξεγείρωμεν τῳόντι τὸ κοιμώμενον δημόσιον ἡμῶν φρόνημα; Δὲν πιστεύω. Καὶ ἐν τούτοις πάντες τὴν ἀνάγκην τοῦ πολέμου εἴχομεν χωνεύσει, καὶ διακαῶς ἐποθοῦμεν νὰ δοκιμασθῶμεν ἐν τοιούτῳ πολέμῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ καὶ μόνον διεβλέπομεν, Κύριοι, τὴν ἀναβάπτισιν, τὴν σωτηρίαν, τὴν ἐπαναφορὰν ἡμῶν εἰς τὴν εὐθεῖαν, ἐκ τῆς ὁποίας κατενοοῦμεν ὅτι εἴχομεν παρεκκλίνει, φερόμενοι ἀκαθέκτως ἐκεῖ, ὅπου τὸ μεγαθήριον, ὅπερ καλεῖται λαϊκὸν φρόνημα, ἔφερεν ἡμᾶς, ἐστερημένους τῆς δυνάμεως τῆς ἐπιβολῆς. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω τοὺς ὑπαιτίους τῆς ἐξωθήσεως τῶν πραγμάτων μέχρι τοῦ ἀναποφεύκτου καταστάντος ἐπονειδίστου πολέμου, οὐδὲ νὰ ψέξω κἂν τοὺς ἀφήσαντας νὰ δημιουργηθῇ ἡ πρὸ τοῦ πολέμου ἔκρυθμος κατάστασις, ἥτις μοιραίως ὡδήγησεν ἡμᾶς εἰς τὸν πόλεμον, μηδὲ τοὺς δυναμένους τότε ν’ ἀναχαιτίσωσι τὴν φορὰν τῶν πραγμάτων καὶ οὐδὲν πράξαντας· δὲν θέλω νὰ ἐλέγξω τοὺς ἐργάτας τοιούτου στρατοῦ, διαψεύσαντος τὰς ἐθνικὰς ἐλπίδας. Παραδέχομαι, ὅτι ὁ πόλεμος ἐπεβλήθη καὶ ἐγένετο· μάλιστα δύναμαι νὰ ἀναφωνήσω, ὡς ἄλλοτε ὁ Θεμιστοκλῆς: «ἀπωλόμεθ’ ἄν, εἰ μὴ ἀπολώλειμεν» ἴσως διὰ τοῦ πολέμου αὐτοῦ. Πάντα ταῦτα δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω· θέλω νὰ ἐξετάσω τὰ οἰκτρὰ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου τούτου, διότι μόνον διὰ τούτων θέλομεν ἀνεύρει τὰ αἴτια τῆς ἀποτυχίας ἡμῶν καὶ οὕτω θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐκτιμήσωμεν, τί τὸ ἀνεπαρκὲς καὶ τί τὸ δεόμενον ἀναπληρώσεως καὶ βελτιώσεως. Συνηθίσαμεν, Κύριοι, πάντες νὰ ἀποδίδωμεν τὴν μομφὴν μόνον εἰς τὸ στράτευμα, τὰ οἰκτρὰ ἀποτελέσματα τῆς ἥττης ἡμῶν νὰ ἐπιρρίπτωμεν μόνον εἰς τὸ στράτευμα. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναφέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τί ὁ διάσημος Γάλλος στρατηγὸς Jung λέγει περὶ τούτου: «Εἶναι πλάνη βαρεῖα, (λέγει) αἱ συνέπειαι ἥττης τινὸς νὰ ἀποδίδωνται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ στράτευμα καὶ τοὺς ἀρχηγοὺς αὐτοῦ· διότι ὁ στρατὸς δὲν δύναται ν’ ἀποδώσῃ ἢ ὅ,τι ἡ Πολιτεία κατέστησεν αὐτὸν ἱκανὸν νὰ ἀποδώσῃ.» Ἕτερος στρατιωτικὸς λέγει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν, ὅπως ὁ στρατὸς καθιστᾷ τὸ ἔθνος πειθαρχικόν. Τοὐναντίον ἀπὸ τοῦ ἔθνους δέον νὰ προέρχηται τὸ παράδειγμα τῆς πειθαρχίας· τὰ στοιχεῖα δηλονότι, τ’ ἀποτελοῦντα τὴν ἠθικὴν ἰσχὺν καὶ ὑπόστασιν τοῦ στρατεύματος, δέον νὰ ἀνευρίσκῃ τις ἐν αὐτῇ τῇ Πολιτείᾳ, ἐν αὐτῇ τῇ κοινωνίᾳ, ταῦτα δὲ εἰσερχόμενα ἐν τῷ στρατῷ καὶ προσκολλώμενα εἰς τοὺς ἰδιαιτέρους νόμους, τὰς ἕξεις καὶ ἔθιμα αὐτοῦ, ν’ ἀναπτύσσωνται μέχρι τοῦ προσήκοντος βαθμοῦ. Ἐντεῦθεν ἕπεται, ὅτι ὁ στρατὸς οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ πράξῃ ἢ νὰ τελειοποιήσῃ καὶ βελτιώσῃ ὅ,τι παραλαμβάνει ἐκ τῆς Πολιτείας, ἐκ τῆς κοινωνίας. Ἐντεῦθεν ἡ εὐθύνη τῆς Πολιτείας, ὅπως προάγῃ τὰς ἠθικὰς καὶ ὑλικὰς δυνάμεις τοῦ πολίτου. Ὅσον τελειότεροι οἱ νόμοι τῆς Πολιτείας, τόσον ἀφθονώτεραι αἱ κοινωνικαὶ ἀρεταί. Ὅσον ἡ Πολιτεία μεριμνᾷ πλειότερον περὶ τοῦ στρατοῦ, ἐπὶ τοσοῦτον καθιστᾷ αὐτὸν ἠθικῶς ἰσχυρότερον· ὥστε ὁ ὀργανισμὸς στρατοῦ τινος δὲν εἶναί τι αὐτοτελές· συνδέεται πρὸς τὸν καθόλου ὀργανισμὸν τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Von der Coltz λέγει, ὅτι τὸ βιώσιμον καὶ ἡ εὐδοκίμησις παντὸς ὀργανισμοῦ στηρίζεται ἐπὶ τῆς κοινωνικῆς καταστάσεως ἑκάστου ἔθνους. Αἱ ἐπιβοηθητικαὶ τοῦ στρατοῦ ὑπηρεσίαι, Κύριοι, εἶναι ἔργα τῆς Πολιτείας. Οἱ σιδηρόδρομοι, αἱ ὁδοί, τὰ μέσα τῆς ταχείας κινητοποιήσεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας καὶ τῆς συγκεντρώσεως αὐτῶν ὅπου δεῖ, εἶναι ἔργον τῆς Πολιτείας. Ἡ εὐρεῖα καλλιέργεια τῆς χώρας πρὸς παροχὴν τῶν μέσων τῆς συντηρήσεως τοῦ στρατοῦ διὰ τῆς χώρας εἶναι τῆς εὐθύνης τῆς Πολιτείας. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι τὰ δύο ταῦτα μόνον περιστατικὰ ἀσφαλῶς ἄγουσι τὸν στρατὸν εἰς τὴν νίκην. Ἀρνούμενοι, Κύριοι, εἰς τὸ μέλλον τὴν ὑποχρέωσιν τῆς συντηρήσεως μονίμου καὶ καλῶς ὠργανωμένου στρατοῦ, καταξεσχίζομεν τοὺς τίτλους τοῦ γένους ἡμῶν καὶ παραιτούμεθα τοῦ ἐθνικοῦ μέλλοντος. Ἡ τελευταία ἧττα ἂς μὴ μᾶς ἀπελπίζῃ· ἂς διανοίξῃ μόνον τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμῶν, ἵνα διακρίνωμεν τὰ σφάλματα ἡμῶν, καὶ ἂς στρέψωμεν τὴν προσοχὴν εἰς τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον δὲν φαίνεται ἄμοιρον νέων θλίψεων, νέων κινδύνων διὰ τὸν Ἑλληνισμόν. Λίαν προσφυῶς ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς τῇ 9 Νοεμβρίου 1897 ἔλεγεν, ὅτι «ἡ Ἑλλὰς ὄντως ἐδυστύχησεν, ἀλλὰ δὲν ἐχήρευσεν». Ἡ ἧττα ἡμῶν ἂς χρησιμεύσῃ ὡς σταθμὸς ἀναψυχῆς καὶ ἀναπτερώσεως τοῦ πατριωτικοῦ αἰσθήματος πρὸς πλήρη συναίσθησιν τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν τῶν ἐθνικῶν, διότι ἄλλως, ἐὰν τὸ μέλλον εὕρῃ ἡμᾶς ὅπως προχθὲς, κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν τὴν ὡραίαν πατρίδα ἡμῶν ἐξαλειφομένην ἀπὸ τὴν χορείαν τῶν ἀνεξαρτήτων Κρατῶν, καὶ φοβοῦμαι μήπως ταύτην ἐλευθέραν παραλαβόντες παρὰ τῶν ἐνδόξων ἡμῶν προγόνων, παραδώσωμεν δούλην εἰς τὰ τέκνα ἡμῶν. Βεβαίως τοιοῦτον ἔσται τὸ ἀποτέλεσμα, ἐὰν δὲν σωφρονήσωμεν καὶ ἐὰν δὲν ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ὁ μετὰ θάρρους προβαίνων πάντοτε στεφανοῦται, ὁ δὲ μετὰ δειλίας ἀποτολμῶν τι κολαφίζεται, ἀτιμάζεται, ἡττᾶται. Θέλησις λοιπὸν, Κύριοι, καὶ ἀπόφασις πρὸς λῆψιν γενναίων μέτρων ὑπὲρ πάντων μὲν τῶν κλάδων, ἰδίᾳ δὲ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, τοῦ καθρέπτου τούτου τῆς καθόλου καταστάσεως ἑνὸς ἔθνους· τοῦ στρατοῦ, εἰς ὃν καὶ μόνον ἐξ ὅλων τῶν ἐπαγγελμάτων βλέπει τις τὴν ἀδελφοποίησιν πασῶν τῶν κοινωνικῶν τάξεων, καὶ ὑπὸ τὴν σκιὰν τοῦ ὁποίου ὁ πολιτισμὸς ζῇ, αἱ τέχναι καὶ αἱ ἐπιστῆμαι ἀκμάζουσι καὶ ἐξασφαλίζεται ἡ ἔρρυθμος λειτουργία τοῦ πολιτεύματος πρὸς εὐημερίαν τοῦ πολίτου. Τὸ Κράτος, Κύριοι, ἀνέγραφεν εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς αὑτοῦ δαπάνας οὐχὶ εὐκαταφρονήτους διὰ τὸ δυστυχὲς στράτευμα, πλὴν τοῦτο κατὰ γενικὴν πεποίθησιν ἀπεδείχθη γυμνὸν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Πάντες ἐνομίσαμεν, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν ἦτο καλῶς κατηρτισμένος καὶ ἱκανὸς πρὸς πόλεμον, διὰ τῆς ὑπὸ τὰ ὅπλα προσκλήσεως τῶν κληρωτῶν, διὰ τῆς ἐπί τινα χρόνον ξηρᾶς διδασκαλίας αὐτῶν εἰς τὰ καθήκοντα τῶν σκοπῶν ἢ τῶν θαλαμοφυλάκων καὶ μαγείρων, ἢ διὰ τῶν τροποποιήσεων τὰς ὁποίας ἐκάμνομεν, ὁτὲ μὲν ἐπὶ τῶν γείσων τοῦ πιλικίου, ὁτὲ δὲ ἐπὶ τῶν στολῶν καὶ ἄλλοτε ἐπὶ τῶν λοφίων. Ἡ ἔννοια τῆς πειθαρχίας ἐν τῷ συνόλῳ, ἡ διάπλασις τοῦ στρατιωτικοῦ χαρακτῆρος, τοῦ κυριωτάτου τούτου στρατιωτικοῦ προσόντος, ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἀτομικῆς πρωτοβουλίας τῶν ἀνδρῶν καὶ ὁ σύνδεσμος αὐτῆς μετὰ τοῦ ἑνιαίου πνεύματος, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ διέπῃ τὸ στράτευμα ἐν ὄγκῳ, καὶ νὰ γεννᾷ τὴν καθ’ ὑποχρέωσιν ἀμοιβαιότητα μεταξὺ τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα νὰ παρουσιάζωνται ὡς ἕν τι ὁμοιομόρφως τέλειον εἴς τε τὰς ἠθικὰς ἀρχὰς καὶ τοὺς τυπικοὺς κανόνας τοὺς διέποντας τὸ στράτευμα, πάντα ταῦτα εἶχον παροραθῇ ἢ ἀτυχῶς ἐμφυσηθῇ, ἕνεκα τοῦ βεβιασμένου καὶ ἀνεπαρκοῦς τῆς διδασκαλίας, μεθ’ ὅλην τὴν προθυμίαν, τὴν θέλησιν καὶ τὸν ἐπαινετὸν ζῆλον πάντων τῶν βαθμοφόρων τοῦ στρατοῦ. Ἡ ἰδέα τῆς αἴγλης, ἥτις ἐφωσφόριζε περὶ τὴν σημαίαν, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ νεοσύλλεκτος ὑψῶν τοὺς τρεῖς αὑτοῦ δακτύλους ὡρκίζετο, τῷ ὄντι παρῆγεν αὐτῷ ῥῖγός τι καὶ τῷ ἐνέπνεε τὴν ἀπόφασιν τῶν μεγαλουργημάτων. Ἀλλ’ οὐδὲν πλέον. Μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων μόνον ἡμερῶν ὁ χθὲς ἀκόμη ὀργῶν πρὸς μεγάλας σκέψεις καὶ ἀποφάσεις καταλαμβάνεται ὑπὸ ἀνίας. Τὸ πνεῦμα αὐτοῦ δὲν ἐξικνεῖται πέραν τῶν μονοτόνων τύπων. Αἱ ἠθικαὶ αὑτοῦ ἰδιότητες, αἱ πρῶται αὑτοῦ ἐντυπώσεις, ἀντὶ νὰ καλλιεργῶνται συμφώνως πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ ὑψηλοῦ αὑτοῦ ἐπαγγέλματος, τίθενται κατὰ μέρος, τὴν δὲ θέσιν τούτων καταλαμβάνει ἡ ἐπιθυμία νὰ ἀπαλλαγῇ ἐπαγγέλματος, ὅπερ οὐδὲν τὸ ἐπαγωγὸν ἔχει δι’ αὐτόν. Εὐθὺς λοιπὸν ἐξ ἀρχῆς, πρὶν ἢ κατανοήσῃ τὰ βάρη τῆς στρατιωτικῆς αὑτοῦ στολῆς, ἀμέσως ἄρχεται ἡ ἰδέα τῆς ἀποσυνθέσεως, τῆς ἐκλύσεως, ἀναπτύσσεται τὸ ἀτομικὸν συμφέρον, ἐπακολουθεῖ ἡ χαλάρωσις τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὰς δοθείσας ὑποσχέσεις καὶ ἐν τέλει ἐπιζητοῦνται ὑπηρεσίαι ἧττον ἐπίπονοι, ἧττον ὀχληραί. Τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα, ὑφ’ οὗ κατείχετο κατατασσόμενος, ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ ἐμειώθη καὶ μετεβλήθη εἰς αἴσθημα ἀποφυγῆς ἐπαγγέλματος, ὅπερ ἐγκλείει ὅ,τι ἄχαρι καὶ ἄγευστον ὑψηλῶν φρονημάτων, κατ’ αὐτόν. Τοιουτοτρόπως τὸ στράτευμα ὀλίγους μῆνας μετὰ τὴν κατάταξιν τῶν κληρωτῶν δὲν παρουσιάζεται ὡς τι ἑνιαῖον, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διοικήσεως, τῆς ἐκπαιδεύσεως, τῆς πειθαρχίας, ἀλλ’ ὡς ἄθροισμα ὁπλοφόρων, ἀσχολουμένων εἰς ὑπηρεσίας ἀλλοτρίας τοῦ προορισμοῦ των. Ὅπου ἡ μεγαλειτέρα ἀνάπαυσις καὶ τὸ ῥαχάτι, ἐκεῖ καὶ τὸ μεῖζον μέρος τῶν ἀπαιτήσεων. Οὐδαμοῦ ἴχνος μορφώσεως τεινούσης πρὸς πολεμικὴν παρασκευὴν, οὐδαμοῦ ἡ ἰδέα ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος τοῦ στρατιώτου πρὸς τὴν πατρίδα, ὅπως δέον νὰ νοῆται τοῦτο, οὐδαμοῦ ὁ σύνδεσμος τῶν λέξεων «πίστις καὶ πατρίς», τῶν λέξεων εἰς τὰς ὁποίας ὁ κόσμος ὀφείλει τὴν ἐξημέρωσίν του, τὸν πολιτισμόν του, τῶν λέξεων αἵτινες περιλαμβάνουσιν ὅ,τι ὑψηλόν, ὅ,τι ἱερὸν ἡ συνείδησις τοῦ ἀνθρώπου συνέλαβε καὶ ἀναγνωρίζει. Πανταχοῦ τάσεις πρὸς καταστροφὴν τῆς συνεκτικότητος τοῦ στρατοῦ, πανταχοῦ ῥοπαί· ὅπως λησμονήσωσιν οἱ ἄνδρες τὰ ἠθικὰ αὑτῶν ἐφόδια· οὕτως ὁ ἀνήρ, ἀντὶ νὰ γείνῃ ὑπερήφανος; γίνεται ἐγωϊστής, ἀντὶ νὰ γείνῃ ἱππότης, γίνεται κενόδοξος. Ἀλλὰ μήπως ἡ Πολιτεία ἔρχεται νὰ συγκρατήσῃ τοὐλάχιστον τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα τῶν ἀνδρῶν; Δυστυχῶς ὄχι. Ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὸν πόλεμον, οἱ ἄνδρες, συναισθανόμενοι τὴν ἀνάγκην τῆς πρὸς τὸν Θεὸν προσευχῆς, ἔστρεφον τὴν πρωΐαν πρὸς ἀνατολὰς ἅπαντες, ποιοῦντες τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ καὶ ἐπικαλούμενοι τὴν θείαν ἀντίληψιν. Ἀλλὰ τίς στρατὸς ἐκστρατεύσας δὲν παρηκολουθεῖτο ἀπὸ μάντεις; ἀπὸ ἱερεῖς; Τίς στρατὸς ἤρξατό ποτε μάχης, πρὶν ἢ συμβουλευθῇ τὰ σημεῖα καὶ τοὺς χρησμούς, ἢ ἐπικαλεσθῇ τὴν θείαν δύναμιν; Οὐδεὶς στρατὸς, πλὴν τοῦ ἑλληνικοῦ. Οὐδεὶς λαὸς ἀπὸ τοῦ μᾶλλον μεμορφωμένου μέχρι τῶν ἀγρίων τοῦ Ρουζεμὼν ἐπαρουσίασε τὸ φαινόμενον τοῦ στρατοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, τοῦ ἔθνους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πρῶτον ἐδίδαξεν εἰς τὸν κόσμον τὸ «ἀπὸ Διὸς ἄρχεσθαι». Τὸν τουρκικὸν στρατὸν παρηκολούθουν παντοῖοι χοντζάδες, οὐλεμάδες, Σεΐχ–οὐλ–ἰσλάμηδες παροτρύνοντες, ἐνισχύοντες τὴν ὑπὲρ τοῦ Σουλτάνου ἀφοσίωσίν των, ὑπομιμνήσκοντες τὸ ὑπὲρ πατρίδος θνήσκειν· ἀλλὰ τὸν ἑλληνικὸν στρατόν; Ἄς ἀπαντήσουν οἱ ἁρμόδιοι. Ἐγὼ οὐδαμοῦ εἶδον ἱερέα. Ἡ πατρὶς ἐμάχετο, ἐσφαγιάζετο, ἀπέθνησκεν, ἐθάπτετο, ἡ δὲ Ἐκκλησία καθηῦδεν, ἐνόχῳ ἀμελείᾳ τῆς Πολιτείας! Πόσων ἐνδόξων τέκνων τὸ ἅγιον σῶμα ἐτάφη, ὦ μητρυιὰ πολιτεία, ἄνευ σαβάνου, ἄνευ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς θρησκείας, ἄνευ τῶν εὐχῶν τῆς ἐκκλησίας!! Ἄν, Κύριοι, εἰς τὴν γενικὴν ταύτην κατάστασιν καταλογίσωμεν τὴν ἔλλειψιν τῆς πρακτικῆς καὶ θετικῆς μορφώσεως τῶν ἀξιωματικῶν, — λέγω τῆς πρακτικῆς μόνον, διότι τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν δύναται σήμερον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν θεωρητικῶν γνώσεων νὰ παραβληθῇ πρὸς τοὺς καλλιτέρους στρατοὺς τῆς Εὐρώπης, καὶ τοῦτο λέγω πρὸς τιμὴν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, — ἄν, λέγω, εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην προστεθῇ καὶ ἡ ἔλλειψις αὕτη, ἔλλειψις ὀφειλομένη εἰς τὴν μὴ λῆψιν ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας μερίμνης τινός ποτε καὶ ὑπὲρ αὐτῶν πρὸς ἀνάπτυξιν εὐρυτέραν, τοὐναντίον δὲ διαχαραξάσης καὶ εἰς τούτους ὁδοὺς ξένας πρὸς τὸ ἐπάγγελμά των, τὴν ἔλλειψιν ἑπομένως τῆς πεποιθήσεως καὶ ἀποφάσεως πρὸς λῆψιν γενναίων μέτρων καὶ πρὸς ἐπιβολὴν διοικήσεως πρὸς ἐπιτυχίαν ὡρισμένου σκοποῦ, καὶ τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι δυσεξήγητον, ἀφοῦ ἐν εἰρήνῃ οὐδεμίαν πεῖραν ἔλαβον τῆς τέχνης τοῦ διοικεῖν μονάδας ἐν ὄγκῳ, καὶ τῆς ἐξοικειώσεως πρὸς τὰ ἀπρόοπτα τοῦ πολέμου, ὅπως μὴ συμπαρασύρωνται ἐν τῇ φορᾷ αὐτῶν, ἔχομεν πρὸ ἡμῶν ἀκριβῆ εἰκόνα τοῦ στρατεύματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐφρονοῦμεν ὅτι ἠδυνάμεθα ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν τουρκικὸν στρατόν, στρατὸν ἐμπειροπόλεμον καὶ διωργανωμένον καλῶς καὶ συμφώνως πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ σημερινοῦ πολέμου, ἔχομεν τὴν εἰκόνα, ἥτις ἐξετυλίχθη πρὸ τοῦ κόσμου ὅλου καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν βλέπομεν τὸν Ἕλληνα στρατιώτην θαυμάσιον μαχητὴν ὡς ἄτομον καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς προσωπικῆς ἀνδρείας, τὰ δὲ φυσικὰ αὐτοῦ προτερήματα ζηλοτύπως ἐκτιμηθέντα, ἀλλ’ ὡς στρατιώτην οὐδὲν τὸ συνδέον αὐτὸν πρὸς τὴν καλὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν τάξιν τῆς ὀργανώσεως παρουσιάσαντα. Καὶ εἰς τοῦτο ὀφείλεται ἡ φοβερὰ ὑπερευαισθησία τοῦ στρατεύματος ἡμῶν εἰς τὰ ἀπρόοπτα, καὶ ἡ μεμονωμένη αὐτοῦ αὐτοβουλία ἔν τε ταῖς μάχαις καὶ ταῖς ὑποχωρήσεσι, μεταβαλλομέναις ἐνίοτε ἄνευ προφανοῦς κινδύνου εἰς πανικούς.
§32Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐκτὸς μιᾶς περιστάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ νὺξ ἐπέφερε μικρὰν ταραχὴν εἰς τὸ στράτευμα, τὸ στράτευμα οὐδαμοῦ ἀλλοῦ ὑπέστη πανικόν.
§33ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργόν. Οὐ μόνον ὅμως, Κύριοι, ποιοτικῶς ἐδείχθημεν ἀνεπαρκεῖς, ἀλλὰ καὶ ποσοτικῶς. Λόγοι ἐμπολέμου καὶ πλέον δυνάμεως διῳκήθησαν ὑπὸ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ καὶ 2–3 ὑπαξιωματικῶν. Τάγματα ὁλόκληρα διῳκήθησαν ἀπὸ ἀποστράτους ἀξιωματικούς! Καὶ δὲν θέλω νὰ διαμφισβητήσω τὰς πολυτίμους ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσήνεγκον οὗτοι εἰς τὸ στράτευμα, οὐδὲ τὸν ἄκρον ἐνθουσιασμὸν καὶ τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα τούτων· ἀλλ’ ἐν τῷ πολέμῳ πλειότερον δέον νὰ ὑπολογίζῃ τις ἐπὶ τῶν ὑλικῶν μέσων, ἅτινα διαθέτει. Ἡ ἰδέα ὅθεν, ὅτι οἱ διοικοῦντες ἦσαν ἐκ τῶν μὴ μαχίμων, ἀνακληθέντες ἐξ ἀνάγκης καὶ διὰ τὰς σπουδαιοτέρας τῶν ἐθνικῶν περιστάσεων, ἀφοῦ ἐν εἰρήνῃ ἐκρίθησαν ἀνεπαρκεῖς, μόνον αὐτὴ ἡ ἰδέα ἤρκει νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν πρὸς αὐτοὺς ἐμπιστοσύνην τῶν διοικουμένων καὶ νὰ ἀπολέσῃ αἰσθητὸν βάρος ἡ ὑπόληψις αὐτῶν πρὸς τοὺς διοικοῦντας. Ἐὰν, Κύριοι, εἰς πάντα ταῦτα ἤδη καταλογίσωμεν ἢ μᾶλλον προσθέσωμεν τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς ἐπιμελητείας τοῦ στρατοῦ, τὴν μέχρις ἐγκληματικότητος ἀνεπάρκειαν, ἐὰν προσθέσωμεν τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία ἐν πολλοῖς διέψευσε τὰς προσδοκίας τοῦ ἔθνους καὶ τὴν εὐγενῆ περὶ αὐτῆς μέριμναν τῆς συνθήκης τῆς Γενεύης, ἔχομεν τὸ σύνολον τῶν αἰτίων τῆς οἰκτρᾶς ἡμῶν ἥττης, ἡ ὁποία ἠμαύρωσε τὸ ἔνδοξον ἡμῶν παρελθόν. Κύριοι, δὲν μετέρχομαι τὸν ἀναδιοργανωτὴν, ὀφείλω ὅμως ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου καὶ νὰ διακηρύξω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀναστηλώσωμεν τὴν πεσοῦσαν ἐθνικὴν σημαίαν. Τούτου ἕνεκα, καταλήγων ταύτην τὴν στιγμὴν, εἰσέρχομαι εἰς τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον παρῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, τουτέστιν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν σκέψεών μου, τὰς ὁποίας λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅπως, ἐὰν κρίνῃ αὐτὰς κατά τι ἀξίας, λάβῃ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν λῆψιν τῶν μεταρρυθμιστικῶν μέτρων αὐτοῦ ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος. Καὶ πρῶτον, Κύριοι, ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Εἰς ἅπαντα, Κύριοι, τὰ Κράτη, —ἐγὼ δυστυχῶς δὲν μετέβην εἰς τὴν Εὐρώπην, ἐξ ὅσων ὅμως γνωρίζω, εἰς τὰ περισσότερα εὐρωπαϊκὰ Κράτη, —τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀποτελεῖται ἐκ δύο μερῶν, ἐκ τοῦ κινητοῦ καὶ τοῦ μονίμου ἢ σταθεροῦ. Καὶ τὸ μὲν κινητὸν ἀποτελεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ τοῦ ἰδιαιτέρου αὑτοῦ οἴκου, τοῦτο δὲ τὸ κινητὸν μέρος ἀκολουθεῖ πάσας τὰς ἐκ τοῦ πολιτεύματος τῆς χώρας ἀπορρεούσας μεταβολὰς καὶ δὲν ἔχει ἢ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ὑποβολῆς εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς παντὸς νομοθετήματος σχετιζομένου πρὸς τὰς δαπάνας οἱασδήποτε φύσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ παντὸς ἄλλου μέτρου ἀπαιτοῦντος τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους. Τὸ δὲ μόνιμον ἢ σταθερὸν μέρος ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ γενικοῦ ἐπιτελείου τοῦ στρατεύματος καὶ τοῦ γενικοῦ ἀρχηγοῦ, τουτέστιν ἐκ τοῦ ἐπιτελείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν παρακολουθεῖ τὰς κυβερνητικὰς μεταβολὰς, ἀλλὰ μένει μόνιμον, σταθερὸν, καὶ παρακολουθεῖ πάντα τὰ ἀντικείμενα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν στρατόν. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ γενικοῦ ἐπιτελείου εἰς τὰ ἔθνη ταῦτα εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ὁ εἰσηγητὴς πάσης ἰδέας καὶ παντὸς συστήματος στρατιωτικοῦ, εἶναι ὁ ἄμεσος ὑπεύθυνος διὰ πάντα ὀργανισμόν, διὰ πᾶσαν πρόοδον τοῦ στρατεύματος, διὰ πᾶσαν καθυστέρησιν αὐτοῦ ἐν τῇ γενικῇ σταδιοδρομίᾳ τῶν ἐθνῶν, διὰ πᾶσαν βελτίωσιν τῶν πολεμικῶν μέσων τῆς χώρας. Ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις, ἡ ὀργάνωσις, ἡ κινητοποίησις, ἡ ὀχύρωσις κλπ. εἶναι ἔργα τοῦ γενικοῦ ἐπιτελείου. Ἡμεῖς, Κύριοι, τὰ πάντα περιμένομεν καὶ ἐξαρτῶμεν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ὁποίου, ὅσον ἰσχυρὰ καὶ ἂν ᾖναι ἡ θέλησις, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ναυαγήσῃ πρὸ τῆς φοβερᾶς γραφειοκρατίας, πρὸ τοῦ συγκεντρωτικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει. Ἐξαρτῶμεν τὰ πάντα ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἀπομένει οὔτε ὁ ἀπαιτούμενος ὑλικὸς χρόνος νὰ σκεφθῇ κἂν περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ διοργανωτικὸν καὶ διοικητικὸν μέρος τοῦ στρατοῦ. Ἀπὸ πρωΐας μέχρι ἑσπέρας δέχεται ἐπισκέπτας, συζητεῖ τὰ τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας μετὰ τῶν τμηματαρχῶν καὶ ὑπογράφει διαταγάς! Φαντασθῆτε δὲ, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπογράφῃ καὶ διαταγὴν, ἵνα διαγραφῇ ἀπὸ τοῦ βιβλίου ὑλικοῦ ἑνὸς σώματος εἰς πτερνιστήρ! Ἐνῷ, Κύριοι, τὸ γενικὸν ἐπιτελεῖον, ἐλεύθερον ὂν καὶ ἀνεξάρτητον τῶν ὑποχρεώσεων τούτων, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ μόνιμον, δύναται διαρκῶς ν’ ἀσχολῆται εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ, νὰ μελετᾷ, νὰ ἐφευρίσκῃ, νὰ ἐπινοῇ, νὰ ἐφαρμόζῃ τὰ πορίσματα τῶν ἐρευνῶν αὐτοῦ καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ νὰ κατέχῃ τὸν μίτον τοῦ τεχνικοῦ καὶ ἐπιστημονικοῦ μέρους τοῦ στρατεύματος. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἑτέρα σκέψις, ἥτις βασανίζει πάντας ἡμᾶς, εἶναι ἡ ἑξῆς: Τίνι τρόπῳ τὸ στράτευμα ν’ ἀπαλλάξωμεν τῶν ξένων αὐτῷ ὑπηρεσιῶν καὶ ν’ ἀποδώσωμεν τὸν στρατὸν εἰς τὸν στρατόν, καὶ τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας εἰς τὰ προσήκοντα αὐταῖς ὄργανα. Λέγω ὅτι ὁ στρατιώτης καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς θητείας αὐτοῦ δέον νὰ ἀσχολῆται εἰς τὰ τῆς στρατιωτικῆς αὐτοῦ μορφώσεως. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, Κύριοι, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἄλλης δυνάμεως, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀναθέσωμεν τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν, τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, τὴν ἀστυνομίαν, τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ τόσα ἄλλα. Σήμερον γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ὁ κληρωτὸς, κατατασσόμενος ἐν τῷ στρατεύματι, δὲν ἀσκεῖται κατὰ μέσον ὅρον ἐκ τῆς ὅλης διετοῦς αὐτοῦ θητείας, εἰμὴ μόνον ἕξ μῆνας, ἴσως καὶ ὀλιγώτερον, ἅτε ἀποσπώμενος εἰς τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν ἢ ἄλλας ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τοῦ σώματος ὑπηρεσίας, εὐθὺς ὡς ἐκτελέσῃ τὴν βολὴν τοῦ νεοσυλλέκτου. Γνωστὸν δὲ τυγχάνει ἐπίσης εἰς ὑμᾶς, ὅτι ὁ κληρωτὸς μετὰ τὴν ἐκ τοῦ στρατῶνος ἀπομάκρυνσίν του οὐ μόνον παύει νὰ διδάσκηται, ἀλλὰ καὶ πᾶν ὅ,τι ἔμαθε τὸ χάνει. Δὲν εἶναι λοιπὸν συμφορώτερον, ἐὰν διά τινος συνδυασμοῦ τὴν μὲν καθαρῶς στρατιωτικὴν μόρφωσιν τοῦ στρατιώτου καταστήσωμεν μεγαλειτέρας διαρκείας, τελειοτέραν, παγιωτέραν, ἀποκλείσωμεν δὲ πᾶσαν ἄλλην ὑπηρεσίαν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὁ στρατιώτης ἀποβάλλει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔμαθεν, ὡς προεῖπον;
§34ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια;
§35ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ περὶ αὐτῶν. Πρὸς τοῦτο, θὰ εἴπητε, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην εἰδικοῦ σώματος καὶ ὄχι τοιούτου, ὁποῖον σήμερον καταρτίζεται διὰ τῆς μεταθέσεως ἢ ἀποσπάσεως τῶν κληρωτῶν, ἀλλὰ νὰ ἀποτελῆται, νὰ λαμβάνῃ τὰ ἀναγκαῖα αὐτοῦ στοιχεῖα ἐξ ἄλλης πηγῆς, τουτέστιν ἐξ ἐθελουσίας κατατάξεως. Ἀλλὰ τότε ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων, καὶ τοιούτων στερούμεθα ἀτυχῶς, ἄνευ δὲ τούτων οὐδὲν ἔστι γενέσθαι. Ἀκριβῶς ἐπὶ τούτου θέλω ἐπασχολήσει ὀλίγον τὴν Βουλήν, πρὸς ἐξεύρεσιν δηλαδὴ τοῦ χρήματος τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς συγκρότησιν τοῦ σώματος τῆς ἀστυφυλακῆς, συγχωνευθησομένης εἰς τὴν χωροφυλακήν, ὡς θέλομεν ὁμιλήσει ἐν καιρῷ. Εἴπομεν, Κύριοι, ὅτι ἡ πραγματικὴ ἐκπαίδευσις τοῦ στρατιώτου, τοῦ ἐπὶ διετεῖ θητείᾳ κατατασσομένου, δὲν διαρκεῖ περισσότερον ἀπὸ τρεῖς ἕως ἕξ μῆνας· μόρφωσις ἀτελὴς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ἐὰν σήμερον τὴν ἑξάμηνον ταύτην ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ, ἔστω καὶ κατ’ ἀνάγκην, παραδεχώμεθα ὡς ἐπαρκῆ, δὲν νομίζετε, ὅτι θὰ ἦτο ἐπαρκεστάτη καὶ ἱκανοποιητικὴ ἐκπαίδευσις συνεχὴς ἐν στρατῶνι ἢ τοῖς στρατοπέδοις τοῦ ἀνδρὸς ἐπὶ 18 μῆνας, πάσης ἄλλης ὑπηρεσίας ἀποκλειομένης; Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἤθελον προβῆ εἰς τὴν πρωτοφανῆ, πρωτάκουστον πρότασιν, νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν σκέψιν, ὅπως ἡ διετὴς αὕτη θητεία, ἡ φαινομενικὴ τοῦ κληρωτοῦ, περιορισθῇ εἰς 18 μηνῶν, ἀλλὰ 18 μηνῶν θετικήν, πραγματικήν. Ἤδη, περιοριζομένης τῆς θητείας, περιοριζομένης καὶ τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀναγραφομένης πιστώσεως, θὰ μᾶς μείνῃ μία οἰκονομία δαπάνης, ἀντιστοιχοῦσα εἰς τοὺς κληρωτοὺς τῶν ἕξ μηνῶν, τὴν ὁποίαν δαπάνην δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν πρὸς κατάταξιν ἐθελοντῶν. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη σκέψις, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων προηγουμένως μὲ διέκοψεν, ἐρωτήσας με καὶ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν. Ὡς ἔχει σήμερον ὁ ὀργανισμὸς ὁ ἀστυνομικός, οὕτως εἰπεῖν, νομίζω ὅτι εἶναι πολυτελής. Δυνάμεθα ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀστυνομίας νὰ μειώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰς αὐτὴν ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν. Τοῦτο δὲ λέγω, καὶ ἐν καιρῷ ἐκτενῶς θὰ ὁμιλήσω, ὅπως καὶ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πορισθῶμεν ἱκανὰς οἰκονομίας μέχρι τελείας συγχωνεύσεως τῆς ἀστυφυλακῆς εἰς τὴν χωροφυλακήν.
§36ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πρέπει νὰ φύγωσιν ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν οἱ ἀξιωματικοί.
§37ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Τόσῳ τὸ καλλίτερον τότε.
§38ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε πρὸ ὀλίγου, νὰ ἀφεθῇ ὁ στρατὸς εἰς τὸν στρατόν. Ἐὰν δὲν φύγωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν, δὲν θὰ ἀποδοθῇ ὁ στρατὸς εἰς τὸν στρατόν, οὔτε θὰ ἀπαλλαχθῶσιν οἱ πολῖται ἀπὸ τοὺς τυραννίσκους αὐτοὺς, τοὺς στρατιωτικοὺς ἀστυνόμους.
§39ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἴσως εἶναι—καὶ εἶναι—βαρεῖα ἡ λέξις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς μετεχειρίσθη πρὸ ὀλίγου, ἀποκαλέσας τυραννίσκους τοὺς διευθύνοντας τὰ τῶν ἀστυνομιῶν τῶν μικρῶν περιφερειῶν. Ἐγὼ δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ χαρακτηρίσω τοσούτῳ βαρέως τοὺς ἐπιτετραμμένους τὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Καὶ ἐγὼ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἀναμιγνύομαι εἰς τὴν πολιτικήν, καὶ πολλάκις ἔλαβον ἀφορμὴν ν’ ἀποταθῶ πρὸς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, δὲν μοὶ ἐγεννήθησαν δὲ ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν παράπονα.
§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σᾶς ἔκαμαν χάριν, διότι εἶσθε στρατιωτικός.
§41ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἴσως, ὡς λέγει ὁ ἔντιμος διακόπτων με κ. συνάδελφος, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω, ὑπῆρχεν αὐτὸς ὁ λόγος, ἀλλὰ θὰ εὑρίσκοντο πάντοτε καὶ οἱ παραπονούμενοι, ἐὰν ἐκράτει ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν τινὲς τῶν κ.κ. συναδέλφων θέλουσι νὰ παραστήσωσι.
§42ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐπιτρέπετε, κ. συνάδελφε, μίαν διακοπήν; Ἐπεθεώρησα τὰς ἀστυνομίας 8 νομῶν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, διῆλθον ἑπομένως τὰ ⅔ τῆς Ἑλλάδος, ἔλαβον πλήρη ἀντίληψιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων τῶν ἀξιωματικῶν· οὐδαμοῦ εὗρον παράπονα, πλὴν ὀλίγων ἐξαιρέσεων, καὶ παρὰ τῷ λαῷ καὶ παρὰ τοῖς πολιτευομένοις ἐναντίον τῶν ἀξιωματικῶν· τοὐναντίον ἤκουσα τὰς εὐλογίας πολλῶν χωρίων, πολλῶν κατοίκων διὰ τὴν δρᾶσιν τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνόμων· ἐκλόνισεν ὅμως τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν πεποίθησιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ἡ κατάργησις τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, ἡ ὁποία ἴσως ἐπέφερε καὶ τὰς ἀφορμὰς, διὰ τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς παραπονεῖται.
§43Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία διετάραξε τὴν πειθαρχίαν εἰς τὸ στράτευμα, ἀποτέλεσμα δὲ τούτου ὑπῆρξε τὸ αἶσχος, διὰ τὸ ὁποῖον ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής.
§44ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἔλεγον λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ ἀστυνομικὸς ὀργανισμὸς εἶναι πολυτελής. Ἐὰν λοιπὸν διά τινος συνδυασμοῦ κατορθώσωμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, τότε δὲν θὰ ἦναι πολὺ ἐπιβλαβὴς ἡ ἀπουσία ἀπὸ τοῦ στρατεύματος τῶν ὀλίγων. Περὶ τούτου, ὡς προεῖπον, ἐν καιρῷ θέλω ἀναπτύξει εὐρύτατα τὰς σκέψεις μου. Ἕτερον μέτρον, τὸ ὁποῖον θεωρῶ συντελεστικὸν εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ, εἶναι ἡ διαμονὴ, ἡ στάθμευσις αὐτοῦ ἡ διαρκὴς εἰς ὡρισμένα σημεῖα, διότι δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω ταῦτα ὡς στρατόπεδα, καθόσον σήμερον, ὡς γνωρίζετε, τὰ στρατόπεδα καταδικάζονται ἐκ μέρους τῶν περισσοτέρων στρατιωτικῶν συγγραφέων. Ἐὰν λοιπὸν ψηφισθῇ ἀνάλογος πίστωσις, ὥστε νὰ καλῶνται κατ’ ἔτος δύο ἡλικίαι ἐφέδρων καὶ νὰ ἀσκῶνται κατὰ τὸν Ἀπρίλιον, θεωρῶ τὸ μέτρον λίαν συντελεστικὸν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ. Ἐπίσης θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου περὶ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τῶν ἐν ἀποστρατείᾳ εὑρισκομένων. Πρέπει νὰ ψηφισθῇ νόμος, καθ’ ὃν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, ἐπανερχόμενοι ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται νὰ ἀναλαμβάνωσιν ὑπηρεσίαν μάχιμον, διοίκησιν οἱασδήποτε μονάδος, διότι περὶ τούτων, ὡς εἶπον πρότερον, τὰ ἐλάχιστα περιστατικὰ παρέχουσιν εἰς τοὺς διοικουμένους τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι, καθὸ διακείμενοι οἰκειότερον πρὸς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, δὲν σκέπτονται νὰ μεγαλουργήσωσιν, οὐδὲ νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς σοβαροὺς κινδύνους καὶ ἑπομένως νὰ ἐμπνεύσωσιν ἱκανῶς τοὺς ὑπ’ αὐτούς· γνωρίζετε δὲ κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι τὸ διοικούμενον ἀγαπᾷ νὰ μιμῆται τὸ διοικοῦν. Ὁ στρατὸς δέον νὰ διαιρεθῇ εἰς μεγάλας μονάδας διοικήσεως, ταξιαρχίας καὶ μεραρχίας, ἡ δὲ χώρα εἰς στρατιωτικὰς περιφερείας, περὶ ὧν ἄλλοτε θὰ ὁμιλήσω. Ἕτερον μέτρον, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἐπίσης ἀπαραίτητον διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ, εἶναι τὸ μέτρον τῶν προβιβασμῶν. Ἴσως τινὲς ἐξ ὑμῶν θὰ παραξενευθῆτε, πῶς ὁμιλῶ ὑπὲρ τῶν προβιβασμῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ τοὺς προβιβασμοὺς δὲν τοὺς ἐξετάζω ὑπὸ τὴν χρηματικήν, ὑπὸ τὴν συμφεροντολογικὴν αὐτῶν ἔποψιν, τοὺς ἐξετάζω ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τοῦ στρατεύματος. Ὅταν τις, Κύριοι, βαθμοφόρος ἔχῃ βαθμὸν μὴ ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν διοικουμένην ὑπ’ αὐτοῦ μονάδα, τὸ φαινόμενον τοῦτο ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς συνεκτικότητος τοῦ στρατεύματος, ἐπὶ τῆς πειθαρχίας. Ὑποθέσατε ὅτι σήμερον διοικεῖ ἓν τάγμα ὁ Α ταγματάρχης· ἐὰν αὐτὸ τὸ τάγμα διοικήσῃ αὔριον εἷς λοχαγὸς, τὸ γεγονὸς τοῦτο, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ κλονίσῃ κατὰ τὸ ἓν ὄγδοον, κατὰ τὸ ἓν δέκατον τὴν πειθαρχίαν. Ὁσάκις ὅμως ἀκούηται, ὅτι πρόκειται νὰ γίνωσι προβιβασμοὶ, ἀμέσως παράπονα καὶ διαμαρτυρίαι πανταχόθεν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, οἱ νόμοι τοῦ Κράτους λειτουργοῦν καὶ διοικούμεθα διὰ τῆς ἰσχύος αὐτῶν, πᾶν ὅ,τι ἀπορρέει ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων τούτων δὲν ὑπόκειται, νομίζω, εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου; Μὴ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ δὲν ἐπέχῃ τόπον νόμου; Πᾶς προβιβασμός, ὁ ὁποῖος ἀπορρέει ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ, ἐπιτρέπεται νὰ γεννᾷ τοιοῦτον πάταγον; Ὁ προβιβασμὸς ἀποτελεῖ πρᾶξιν, δι’ ἧς ἡ Πολιτεία ἀμείβει τὴν εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν ἢ τὴν ἀρχαιότητα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἀτόμου. Ἐφ’ ὅσον ἡ Πολιτεία ἐπιβάλλει εὐθύνας πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῆς, ὀφείλει ν’ ἀναγνωρίζῃ τὰς πρὸς τούτους ὑποχρεώσεις της. Ἀλλ’ οὐδὲν λέγεται, Κύριοι, περὶ τῶν προβιβασμῶν τῶν γινομένων εἰς ἄλλους κλάδους, εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἐκεῖ, Κύριοι, γνωρίζετε ὅτι οὐδεὶς νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας ἀπειλεῖ τὴν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀπομάκρυνσιν τῶν ὑπαλλήλων, ἐνῷ, εὐθὺς ὡς ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας κρούσῃ τὴν θύραν τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἀπομακρύνεται, ἀποπέμπεται τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν εἶναι ἄδικον, Κύριοι, τὸν μὲν πρὸς ὄφελος τῆς ὑπηρεσίας νόμον ἀμέσως νὰ ἐφαρμόζωμεν καὶ ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸν δὲ πρὸς ὄφελος τοῦ ἀξιωματικοῦ νὰ μὴ ἐφαρμόζωμεν, καὶ ἐνίοτε νὰ ἐξαρτῶμεν τὸν προβιβασμὸν αὐτοῦ ἐξ ἀφορμῶν ὅλως ἀσχέτων πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν; Δυνάμεθα, Κύριοι, ν’ ἀπαιτήσωμεν εὐθύνας, προσόντα, γνώσεις διὰ τὸν προβιβασμὸν τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ νὰ ἀδικῶμεν τὸν ἀξιωματικόν, εἶναι πρωτοφανές. Ἀδικοῦμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἀδικοῦμεν τὴν Πολιτείαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ μετέρχηται τὰ αὐτὰ μέτρα, τὰ αὐτὰ σταθμά. Ἂς κανονισθῇ λοιπόν, ὅπως οἱ προβιβασμοὶ κοινοποιῶνται συγχρόνως πρὸς τὰς μηνιαίας μεταβολὰς τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Πάντοτε παρατηρεῖται μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων ὅπλων ἔρις τις καὶ ἀντιζηλία, ἐπιδρῶσα κακῶς ἐπὶ τοῦ στρατεύματος. Ἡ ἔρις αὕτη, Κύριοι, δημιουργεῖται πάντοτε ἐκ τῶν καλουμένων γενικῶν θέσεων. Ἂς ψηφισθῇ λοιπὸν ἐφάπαξ νόμος, ἂς γείνῃ τέλος πάντων μία ἀναλογία τῶν γενικῶν αὐτῶν θέσεων μεταξὺ τῶν διαφόρων σωμάτων, ἵνα παύσῃ ἡ ἔρις αὕτη μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, νὰ παύσωσιν αἱ διακρίσεις καὶ προτιμήσεις, αἵτινες διασαλεύουσι τὴν μεταξὺ τῶν ὅπλων ἁρμονίαν καὶ κλονίζουσι τὴν ἀμοιβαίαν ἐκτίμησιν τῶν ἀξιωματικῶν. Τελευταίαν, Κύριοι, σύστασιν ἔχω ὡς πρὸς τοὺς ὑπαξιωματικούς, τὴν ψυχὴν ταύτην τοῦ στρατεύματος, τοὺς ἀληθεῖς τούτους ἐργάτας τῶν καλῶν πολιτῶν εἰς ἀρίστους στρατιώτας. Εἰς τοὺς ὑπαξιωματικούς, φρονῶ, πρέπει νὰ παρασχεθῶσι πληρέστατα μέσα, ἐξασφαλίζοντα τὴν καλὴν καὶ ἀξιοπρεπῆ συντήρησιν αὐτῶν τε καὶ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ὁ νόμος προενόησε καὶ ἐκανόνισεν, ὅπως οἱ ὑπαξιωματικοὶ λαμβάνωσι σύνταξιν ἀνθυπολοχαγοῦ· ἀλλ’ ἐρωτῶ, σύνταξις ἐκ 50 δραχμῶν εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τοὺς ἀτυχεῖς ὑπαξιωματικούς, ὅταν μετὰ εἰκοσιπενταετῆ ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν δὲν δύνανται νὰ ἀναλάβωσιν ἐργασίαν τινὰ, ὅπως προσπορισθῶσιν ἐκεῖθεν κἄτι τι πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως ταύτης, οἱ δὲ περὶ αὐτῶν, ἀποστρατευομένων, νόμοι μένωσι νεκροί; Ἀνάγκη λοιπὸν πᾶσα, ὅπως ἡ Πολιτεία λάβῃ μέτρα καὶ περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων. Μόνον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι, ὅπως καὶ οὗτοι καταστῶσι μέτοχοι τοῦ μερίσματος τῶν ἀξιωματικῶν. Ἂς ὑποχρεωθῶσιν οἱ ὑπαξιωματικοί, ὅπως ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχίου ἢ τοῦ δεκανέως καταβάλλωσι μηνιαίως τὴν κράτησιν τὴν ἀντιστοιχοῦσαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, καὶ τοιουτοτρόπως καθιστῶντες, Κύριοι, τὸν ὑπαξιωματικὸν μέτοχον τοῦ μερίσματος, αὐτόχρημα εὐεργετοῦμεν αὐτόν. Τοῦτο ῥητέον καὶ περὶ τῶν ἀνθυπασπιστῶν. Ἡ ἐπιμελητεία τοῦ στρατοῦ, Κύριοι, ἐπίσης δὲν ἀνταπεκρίθη ποσῶς εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ ἔθνους. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ μάλιστα νὰ εἴπω καὶ τὸ ἑξῆς παρατηρηθὲν φαινόμενον: Ὅπου ἡ διαχείρισις καὶ ἡ προμήθεια εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς ἀξιωματικοὺς κατωτέρου βαθμοῦ, αὕτη καὶ κανονικώτερον ἐνηργεῖτο καὶ πληρεστέρα καὶ ταχυτέρα ἦτο· τοὐναντίον δὲ, ὅπου ἡ διαχείρισις καὶ προμήθεια εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς ἀξιωματικοὺς ἀνωτέρου βαθμοῦ, ἐκεῖ αἱ δυσχέρειαι, ἐκεῖ αἱ δυσκολίαι, ἐκεῖ οἱ τύποι, οἱ αἰώνιοι τύποι, οἱ καταστρέφοντες καὶ κατατρώγοντες πάντοτε τὴν οὐσίαν. Λέγων ταῦτα, Κύριοι, δὲν θέλω νὰ ψέξω προσωπικῶς κανένα. Ὀφείλω νὰ εἴπω μόνον ὅ,τι ἀντελήφθην, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς ἁρμοδίους, ὅπως σκεφθῶσι σοβαρῶς περὶ τοῦ σώματος τούτου, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνατεθῆ ἡ σπουδαιοτέρα τῶν ὑπηρεσιῶν.
§45Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον δίκαιον καὶ ἂν ἔχῃ ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ἀναφερόμενα, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλος διὰ νὰ κάμῃ ὁλόκληρον ἀγόρευσιν περὶ μέτρων στρατιωτικῶν. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς φέρῃ τὰ σχετικὰ νομοσχέδια, τότε θὰ ἦναι καιρός.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχὰς ἐκφράζει ὁ κ. Βουλευτής.
§47ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, εἶπον ὅτι παρακαλῶ τὴν Βουλήν, καὶ ἰδίᾳ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως σοβαρῶς σκεφθῇ περὶ τοῦ σώματος τούτου, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνατεθῆ ἡ σπουδαιοτέρα τῶν ὑπηρεσιῶν, ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ ὁποίου κατεδείχθη κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, κατὰ τὸν ὁποῖον, βεβαιωθῆτε, Κύριοι, ὅτι, ἂν ὁ κ. Ἀγαθοκλῆς δὲν ἤρχετο ἐπίκουρος τροφοδότης, τὸ στράτευμα θὰ παρέλυεν, ἐλλείψει τίνος, Κύριοι; ἐλλείψει ἄρτου! Κύριοι, καταστρέφω τὸν λόγον, διότι βλέπω ὅτι σᾶς ἐνεποίησα τὸν κάματον...
§48ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§49ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. .. Ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν πατριωτισμόν σας, Κύριοι. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ Ἕλλην, ὅπου οἰκεῖ καὶ ἐργάζεται, κατισχύει ὅλων τῶν ἀνταγωνιζομένων λαῶν. Ἀληθῶς, Κύριοι, ὁ Ἕλλην ἡττήθη ἐν τῷ πολεμικῷ ἀγῶνι, ἀλλὰ δὲν εἶναι οὔτε ὁ πρῶτος, οὔτε ὁ ἔσχατος τῶν λαῶν, ὁ ὁποῖος ὑπέστη τοιαύτην δοκιμασίαν!
§50Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἡττήθη!
§51ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἡ ἧττα, Κύριοι, προερχομένη ἔστω καὶ ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ ἡττωμένου, δὲν εἶναι ἀνεπανόρθωτος. Ὅταν θέλῃ ὁ ἡττηθεὶς, δύναται ἐν βραχεῖ χρονικῷ διαστήματι νὰ ἀναλάβῃ τὸ χαλαρωθὲν πρὸς στιγμὴν ἠθικὸν σφρῖγος, ἀρκεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ πάντα τὰ ἐνδεικνυόμενα ὑπὸ τῶν περιστάσεων μέτρα. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν τὸν σφυγμὸν ἡμῶν ἀπαθῶς καὶ ἀμερολήπτως, ἂς λάβωμεν οἱονδήποτε φάρμακον, τοῦ ὁποίου ἡ λῆψις θεωρεῖται ἀπαραίτητος, ὅσον καὶ ἂν τοῦτο ἤθελε κλονίσει τὸν ὀργανισμὸν ἡμῶν. Θὰ σωθῶμεν, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἀναλάβωμεν τὴν ἀμεληθεῖσαν εὐρωστίαν καὶ ὑγείαν ἡμῶν, ἐὰν παύσωμεν πολυπραγμονοῦντες ἄνευ σκοποῦ, ἐὰν παύσωμεν ἐξαντλούμενοι περὶ ἄλλα πολιτικὰ καὶ ἄσχετα ζητήματα. Ἂς στρέψωμεν, Κύριοι, τὸ βλέμμα ἡμῶν τὸ ψυχρὸν εἰς τὰς δύο ἑστίας τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς ἐξημερώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν Ἀμερικὴν, καὶ ἐκεῖ θὰ ἴδωμεν, Κύριοι, ὅτι ἡ τέχνη καὶ ἡ ἐπιστήμη συντρέχουσι τὸν Ἥφαιστον, ὅστις διαρκῶς κατεργάζεται παντοῖα ὄργανα πρὸς πολεμικὴν ἐνίσχυσιν τῶν λαῶν. Ἂς ἐνθυμηθῶμεν, Κύριοι, τί ἄλλοτε ὁ Βίσμαρκ ἐν τῷ Γερμανικῷ Κοινοβουλίῳ ἐβροντοφώνει, ὅτι «τὰ μεγάλα ζητήματα δὲν λύονται διὰ τῶν λόγων, οὔτε διὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν πλειονοψηφιῶν, ἀλλὰ μόνον διὰ τοῦ αἵματος καὶ τοῦ σιδήρου». Ἰδοὺ τὸ παγκόσμιον σύνθημα, Κύριοι, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλεται ἡ λύσις καὶ τοῦ Γερμανικοῦ καὶ τοῦ Ἰταλικοῦ καὶ τοῦ ἡμετέρου ζητήματος κατὰ τὸν αἰῶνα τοῦτον. Ἀλλὰ διατί, Κύριοι, νὰ στρέψωμεν τὰ βλέμματα ἡμῶν μακράν, ἐνῷ εἰς τὰ ἄκρα τῶν ποδῶν ἡμῶν ὑψούμενοι καὶ στρέφοντες πρὸς βορρᾶν θὰ ἴδωμεν τοὺς γείτονας ἡμῶν, τὰ Βαλκανικὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ κατενόησαν, ὅτι μόνον διὰ τοῦ σιδήρου καὶ τῆς στρατιωτικῆς ἰσχύος θὰ κατορθώσωσι νὰ ἐπιβάλωσι τὸν σεβασμὸν καὶ νὰ προκαλέσωσι τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἰσχυρῶν; Οὕτω δὲ κατήρτισαν στρατὸν οὐχὶ προωρισμένον διὰ παρατάξεις καὶ παρελάσεις, οὐχὶ παρέχοντα στάδιον ῥαστώνης καὶ ἀναπαύσεως, ἀλλὰ στρατὸν ὑπηρετοῦντα ἐθνικὸν πρόγραμμα, πρόγραμμα ἀξιώσεων δημιουργηθεισῶν πάλιν διὰ τῆς ἰσχύος τῆς στρατιωτικῆς. Κύριοι, ἂς μὴ δειλιάσωμεν πρὸ πάσης ἀποφάσεως, πρὸ πάσης δυσκολίας, ἡ ὁποία ἤθελε τυχὸν παρουσιασθῆ. Ἂς ἤμεθα παρεσκευασμένοι, διότι οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν μετέρχονται παντοῖα μέσα, ὅπως ἐκμηδενίσωσιν ἡμᾶς, ὅπως ταπεινώσωσι καὶ ἀποξενώσωσιν ἡμᾶς πάσης συμπαθείας. Ἂς σκεφθῶμεν, Κύριοι, ὅτι, ἐάν ποτε ἠθέλομεν ἀποδυθῆ αὖθις εἰς νέον ἀγῶνα, δὲν πρέπει νὰ παρουσιάσωμεν τὸ μέγα ὄνειδος —ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις— τῶν ἡττωμένων, τῶν ὑποχωρούντων, τῶν λιποτακτῶν. Ἂς ἀναλογισθῶμεν, Κύριοι, πόσον φοβερὰ θὰ ᾖναι ἡ ἡμέρα ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν θὰ μείνῃ πλέον ἢ ματαία καὶ σκιώδης ἀνάμνησις, προκαλοῦσα μόνον τὴν ῥέμβην τῶν ὀνειροπόλων καὶ ποιητῶν ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν ἐρειπίων, τὰ ὁποῖα τριάκοντα ὅλοι αἰῶνες ἐσεβάσθησαν, ἡμεῖς δὲ, ἀνάξιοι ἀπόγονοι ἐνδόξων προγόνων, δὲν εἴχομεν τὴν ἱκανότητα, τὴν φιλοτιμίαν νὰ ταφῶμεν ὑπ’ αὐτά. (Χειροκροτήματα).
§52ΜΠΑΣΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν εὔγλωττον ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος βεβαίως εἶπε πολλὰ πράγματα ὀρθά, τὰ ὁποῖα ἀσπάζομαι, ἐπεθύμουν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἀφοῦ ἐπεσκόπησεν ἐν γένει τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, καὶ τί φρονεῖ περὶ τῶν στρατιωτικῶν Βουλευτῶν (Θόρυβος).
§53Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, θὰ εἴπω δύο λέξεις σχετικῶς πρὸς τὴν πρώτην ἐπερώτησιν τοῦ κ. Γιαννακίτσα. Ὁ ἐκ Λαρίσης ἀξιότιμος συνάδελφος παρέστησεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ περατωθῶσι ταχέως αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ὅλων ἐκείνων τῶν κατοίκων τῆς Θεσσαλίας, τῶν ὁποίων ἀφῃρέθησαν τὰ ζῷα. Ἰδιαιτέρως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, ὅπως ταχέως περατώσῃ τὰς ὑποθέσεις τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Νεζεροῦ. Τὸ χωρίον Νεζερὸς εἶναι εἰς τὸν δῆμον Ὀλύμπου καὶ παρὰ τὴν ἐπὶ τοῦ ὁμωνύμου ὄρους ὁροθετικὴν γραμμήν. Οἱ κάτοικοι αὐτοῦ εἶναι οἱ δυστυχέστεροι τῶν κατοίκων ὅλων τῶν παραμεθορίων χωρίων, διότι κατὰ τὴν χάραξιν τῶν νέων ὁρίων, ἐπειδὴ εἰς τὴν προκαταρκτικὴν συνθήκην ὑπῆρχεν ὁ ὅρος νὰ μὴ παραχωρηθῶσιν εἰς τὴν Τουρκίαν κατῳκημένα μέρη, ἦσαν δὲ σύμφωνοι οἱ χαράξαντες τὴν γραμμὴν νὰ τὴν χαράξωσιν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν εἰς ἀπόστασιν τεσσάρων ὡρῶν περίπου ἀπὸ τὰ παλαιὰ ὅρια, ἐντὸς τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ἐχαράχθη μὲν ἡ γραμμὴ εἰς ἀπόστασιν τεσσάρων ὡρῶν, τὸ δὲ χωρίον Νεζερὸς ἔμεινε πλησίον τῶν παλαιῶν ὁρίων, ἐντὸς μιᾶς στενῆς λωρίδος γῆς, ἔχασε δὲ οὕτω τὰς γαίας του, ἔχασε τὰ λιβάδιά του, ἔχασε τὰ δάση του, καὶ οἱ ἄνθρωποι μένουσιν ἄνευ οὐδενὸς πόρου καὶ οὐδενὸς ἔργου. Τὸ χωρίον των εἶναι πυρπολημένον ἀπὸ τὴν εἰσβολὴν τῶν Τούρκων. Μόνος πόρος θὰ ἔμενεν εἰς αὐτοὺς νὰ ἐργάζωνται ὡς ἀγωγεῖς μὲ τὰ ζῷά των. Ἀλλὰ τὰ ζῷά των τὰ εἶχεν ἀφαιρέσει ὁ στρατὸς, καὶ ἡ ὑπηρεσία μέχρι τοῦδε ἀρνεῖται νὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, μὴ ἀποβλέποντα πλέον εἰς τύπους γραφειοκρατικοὺς, καὶ ἰδίως εἰς τὴν συνδρομὴν τοῦ ἀποτελοῦντος μέρος τῆς πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν τοιούτων ἀπαιτήσεων ἐπιτροπῆς νομικοῦ συμβούλου, περὶ τοῦ ὁποίου ἤκουσα ἐδῶ νὰ λέγηται ὅτι δὲν ἐργάζεται συνήθως, νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ταχεῖαν περάτωσιν τῶν ὑποθέσεων τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι οὐδένα πόρον ζωῆς ἔχουσι καὶ κινδυνεύουσι νὰ λιμοκτονήθωσι.
§54Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, τὸν κατελθόντα πρὸ μικροῦ τοῦ βήματος, δὲν ἔχω νὰ ἀπευθύνω κανὲν παράπονον, διότι εἶναι ξένος τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, δὲν παρέστη κατὰ τὴν ἐκστρατείαν, καὶ δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ τὰ συμβάντα κατὰ τὸν πόλεμον, διὰ νὰ δύναται νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ τοιαύτην ἐπερώτησιν. Ἀλλ’ εἰς τὸν ἐκ Λαρίσης συνάδελφον ἔχω νὰ ἀπευθύνω παράπονον, διότι ἐκεῖνος ἠκολούθησε τὴν ἐκστρατείαν, καὶ τὴν ἠκολούθησε κατὰ τρόπον τιμῶντα αὐτόν. Δὲν γνωρίζω πόσα κτήνη περιῆλθον εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἂν περιῆλθον πολλὰ τῶν κτηνῶν, τῶν ὁποίων πολλοὶ παρουσιάζονται ὡς ἰδιοκτῆται. Ἓν μόνον γνωρίζω, ὡς διοικητὴς σώματος, ὅτι πολλάκις παρουσιάσθησαν τρεῖς καὶ τέσσαρες ὡς ἰδιοκτῆται τοιούτων κτηνῶν καὶ δὲν ἦσαν τοιοῦτοι. Πολλοὶ ἔφεραν πιστοποιητικὰ δημογερόντων ἀληθῆ μὲν, ἀλλὰ ψευδῶς ἀναφέροντα, ὅτι τὰ κτήνη, τὰ μὲν ἢ τὰ δὲ, ἀνῆκον εἰς αὐτούς. Ἐκτὸς τῆς περιστάσεως ταύτης, ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ ἀποζημιώσῃ ἄνευ αἰτιολογικοῦ ἐγγράφου ἀπολεσθὲν κτῆνος, οὐδὲ νὰ ὑπολογίσῃ τὴν ἀξίαν κτηνῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν της. Τὸ ζήτημα, ὡς βλέπετε, δὲν εἶναι ἁπλοῦν, δὲν δύναται νὰ λυθῇ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ὁ Ὑπουργὸς οὐδὲ πίστωσιν περὶ τούτου ἔχει, οὐδὲ τὰ αἰτιολογικὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ στηρίξῃ μίαν ἀπόφασιν. Κατὰ συνέπειαν δικαιοῦμαι ν’ ἀπευθύνω τὸ παράπονόν μου πρὸς τὸν ἐκ Λαρίσης ἔντιμον συνάδελφον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα, ὀφείλω νὰ εἴπω μερικὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατεύματος, περὶ τῆς ὁποίας ἔφερε τὸν λόγον ὁ ἔντιμος συνάδελφος. Συγχαίρω αὐτῷ διὰ τὴν φιλότιμον φιλοπονίαν του, δύναμαι ὅμως νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ὀργάνωσις στρατεύματος δὲν πραγματοποιεῖται διὰ μιᾶς ἀγορεύσεως. Δὲν δύνανται διὰ μιᾶς ἀγορεύσεως νὰ καταδειχθῶσι τ’ ἀναγκαῖα μέτρα διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ μεγάλου τούτου ἔργου. Ἄνευ στοιχείων δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ ὀργανισμός. Διὰ τοῦτο τὰ Κράτη τὰ μεγάλα δὲν ἐπεχείρησάν ποτε ἄνευ στοιχείων, καὶ πρὸ πολέμου, νὰ σκεφθῶσι περὶ ὀργανισμῶν, οὐδὲ ὑπῆρξάν ποτε οἱ ὀργανισμοὶ τὸ ἀποκύημα τῆς μελέτης ἑνὸς ἀτόμου, ἔστω καὶ Ὑπουργοῦ. Οἱ ὀργανισμοὶ ὑπῆρξαν ἀείποτε τὸ ἔργον πολλῶν στρατιωτικῶν, διϋλισάντων τὰ ἐκ τῆς πείρας καὶ τῶν πολέμων παρασχεθέντα πάμπολλα στοιχεῖα. Κατὰ συνέπειαν δὲν θὰ παρακολουθήσω τὰ λεχθέντα ἐκ μέρους τοῦ κ. συναδέλφου περὶ ὀργανώσεως, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐπίκαιρα. Ὅταν θὰ δυνηθῶ νὰ φέρω τὰ στοιχεῖα, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. συνάδελφον νὰ μοὶ εἴπῃ τὰς γνώμας του, διότι δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἡ φιλοπονία του πολλὰς βεβαίως θὰ ἔχῃ ἀποταμιεύσει. Μοὶ ἐπιβάλλεται ὅμως νὰ διαμαρτυρηθῶ, ἐν ὀνόματι τοῦ στρατοῦ, διὰ τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν συνάδελφος πολεμήσας ἀπηύθυνε κατ’ αὐτοῦ. Περιεβλήθη, εἶπε, τὸ ὄνειδος τῆς ἥττης ὁ Ἑλληνικὸς στρατός. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτὸν, εἰς ποῖον σημεῖον ἡττήθη ὁ Ἑλληνικὸς στρατός; εἰς ποῖον σημεῖον ὁ ἐχθρὸς ἐξετόπισεν αὐτόν; ἀπὸ ποίας θέσεως, ἣν κατεῖχεν ὁ ἡμέτερος στρατός, ἐξετόπισεν αὐτὸν διὰ τῆς λόγχης ὁ τουρκικὸς στρατός; Ἀλλ’ ἐὰν δὲν τὸν ἐξετόπισε διὰ τῆς λόγχης, ποῦ ἀπέδειξεν ὁ τουρκικὸς στρατός, ὅτι διὰ στρατηγικοῦ τινος κινήματος ἠνάγκασε τὸν ἡμέτερον στρατὸν πρὸς ὑποχώρησιν; Οὐδὲν τούτων συνέβη καθ’ ὅλον τὸν πόλεμον τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου. Ἐρωτῶ λοιπόν, πῶς δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἡττήθη;
§55Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεχώρησε.
§56Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοὺς λόγους τοὺς προκαλέσαντας τὴν ὑποχώρησιν δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν σήμερον· θέλομεν ὅμως παραδώσει αὐτοὺς εἰς τὴν ἱστορίαν, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου συζήτησις.
§57ΓΙΔΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Ὑπουργέ, οἱ λόγοι τῶν ὑποχωρήσεων εἶναι στρατιωτικοὶ, καὶ ἑπομένως δύνανται νὰ ἐξετασθῶσι.
§58Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸν νεαρὸν συνάδελφον συγχωρῶ τὴν διακοπήν. Ἡ ἀπειρία του ἐπιτρέπει αὐτήν.
§59Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν ἐννοεῖτε ἐμέ.
§60Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς δὲν μὲ διεκόψατε. Ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς δὲν ἐξετέλεσε τὴν ὑποχώρησιν κατὰ τοὺς κανόνας, τοῦτο δὲν βαρύνει αὐτόν, οὔτε τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοῦ. Βαρύνει τὴν Πολιτείαν, ἥτις ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἀπεμάκρυνε τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν οἰκείων ἔργων. Οἱ ἀξιωματικοί, ὡς ἄτομα, κατήρτισαν ἑαυτοὺς, ἵνα ὦσιν ἕτοιμοι ἐν δοθείσῃ περιστάσει. Ἐὰν ὑστέρησαν κατὰ τὴν ἐφαρμογήν, ἡ Πολιτεία εἶναι ὁ ἔνοχος, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιρρίψωμεν εἰς τὸν στρατὸν τὴν εὐθύνην τῆς τοιαύτης ὑποχωρήσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη ἡ ἐξ ἀρχῆς ἀμέλεια περὶ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατεύματος, οὐδὲ ἡ διάθεσις αὐτοῦ ἐκτὸς τῆς ἀποστολῆς του κατὰ τὰς κρινομένας τότε τῆς χώρας ἀνάγκας. Εἶναι πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ ὁ κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τρόπος, καθ’ ὃν ἐγένετο ὁ καθορισμὸς τῆς δυνάμεως τῶν λόχων, σφάλμα μέγα, ὅπερ σπουδαίως συνετέλεσεν εἰς τὴν μὴ εὐχερῆ διοίκησιν αὐτοῦ. Εἶναι γνωστὸν ποίαν δύναμιν ἐν εἰρήνῃ ἔχει ὁ λόχος καὶ εἰς ποῖον ὅριον δέον νὰ φθάσῃ ἐν ὥρᾳ πολέμου, κατὰ τοὺς τῶν μεγάλων στρατῶν ὀργανωτὰς, ὥστε νὰ παρέχηται εἰς τὰ στελέχη ἡ εὐχέρεια τῆς διοικήσεως. Τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἐτέθη εἰς ἐφαρμογήν, καὶ ἡ παράβασις αὐτοῦ κατὰ πολὺ συνετέλεσεν εἰς τὴν τοιαύτην ὑποχώρησιν τοῦ στρατεύματος. Ἀληθῶς τὸ στράτευμα δὲν ἐπαρουσίασεν, ἐν πολλοῖς ἴσως, στρατιωτικὴν ὄψιν κατὰ τὴν ὑποχώρησιν. Ἀλλ’ οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ, κατὰ τοὺς κανόνας τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης, νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν εὐθύνην τῆς ὑποχωρήσεως εἰς τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ὁ στρατὸς τῆς Πατρίδος, μεθ’ ὅλην τὴν πρὸς αὐτὸν καταστρεπτικὴν τῆς πολιτείας συμπεριφοράν, θὰ ἠδύνατο καλλίτερον νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον, καὶ τακτικώτερον νὰ ὑποχωρήσῃ ἐν ἀνάγκῃ, ἐὰν κατὰ τὴν κλῆσιν τῆς ἐπιστρατεύσεως ἡ ὀργάνωσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἡ πραγματική, ἡ ἐπιβαλλομένη. Ὅταν δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο τεθῇ ἐπὶ τοῦ τάπητος, θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐν λεπτομερείαις, ἵνα δικαιώσω τὸν ἀδικηθέντα μέχρι τοῦδε στρατὸν, ἵνα, κατὰ δύναμιν, ἀναζωπυρώσω τὰς ἐλπίδας τῆς πατρίδος ἐπὶ τὸ μέγα αὐτῆς στήριγμα. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§61Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν, ζητήσας τὸν λόγον, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤδη ἐγένετο συζήτησις σχεδόν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διεμαρτυρήθη ἐν ὀνόματι τοῦ στρατοῦ, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἑνώσω τὴν φωνήν μου, ὡς ἀξιωματικός, καὶ ἐγὼ εἰς τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην. Ἐπανελήφθη παρὰ τοῦ συναδέλφου κ. Βουλευτοῦ Λαρίσης,—ἐπανελήφθη, λέγω, δὲν ἐξεστομίσθη ἡ φράσις—ὅτι εἴμεθα δυστυχεῖς διὰ τὰς ἥττας τοῦ στρατοῦ, ὅτι τὸ ἔθνος συνῃσθάνθη τὴν κατάπτωσιν καὶ τὸν ἐξευτελισμὸν ἐκ τῆς τοιαύτης ἥττης.
§62ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Δὲν τὸ εἶπον.
§63ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δύνασθε νὰ μὴ τὸ εἴπητε, ἡ ἰδέα σας ὅμως ἦτο τοιαύτη, δηλαδὴ καὶ σεῖς ἁπλῶς ἐπανελάβετε τὰς ἰδέας αὐτάς, τὰς λεγομένας.
§64ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Τὸ τί διανοεῖταί τις δὲν κρίνεται, τὸ τί λέγει κρίνεται.
§65ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν σᾶς ἀποδίδω μομφήν. Ἐγὼ ἦλθον, ἵνα ὑπερασπίσω τὸν στρατόν.
§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδεὶς τὸν κατηγόρησε.
§67ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν ἐννοῶ σᾶς, ἀλλ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε ἐξηυτέλισαν τὸν στρατὸν, λέγοντες καθ’ ἑκάστην, ὅτι δὲν ἐφάνη ὁ στρατὸς ἀντάξιος τῶν ἀξιώσεων τῆς πατρίδος. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του ὁ στρατός, ἂν καὶ τὸ ἐξετέλεσεν ἀνθρωπίνως, μὲ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα εἶχε, καὶ ἀναλόγως τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους διέθεσε τὸ ἔθνος μέχρι τοῦδε ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἑλβετὸς συνταγματάρχης τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, παρακολουθήσας τὴν ἐκστρατείαν, ἔγραψε περὶ τοῦ διεξαχθέντος πολέμου, καὶ ἀφοῦ ἀφηγήθη τὰς λεπτομερείας τῆς ἐκστρατείας, ἐν τέλει κατέληξε γράφων, ὅτι εἴθε ὁ ἑλβετικὸς στρατὸς νὰ δείξῃ τὴν αὐτὴν γενναιότητα καὶ τὴν αὐτὴν καρτεροψυχίαν, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, διότι ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος ὁ μορφωμένος καὶ ὁ ἰδὼν τὰ πράγματα ἐκ τοῦ σύνεγγυς, ὁ ὁποῖος οὔτε ἐπλανήθη οὔτε παρεσύρθη ἀπὸ ἐντυπώσεις εὐφαντάστους, ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, κρατίδιον 2½ ἑκατομμυρίων, πολεμήσασα κατὰ κραταιᾶς αὐτοκρατορίας 27 ἑκατομμυρίων, πρὸς τὴν ὁποίαν πρὸ 20 ἐτῶν ἡ κραταιὰ Ἄρκτος μετὰ τεσσάρων ἄλλων ἐθνῶν συμμάχων ἠγωνίσθη, ἵνα τὴν γονατίσῃ, ὅτι τὸ ἐθνάριον αὐτὸ ἐπὶ ἕνα μῆνα διετήρησε τὴν ἀντοχήν, ὅτι ἐπὶ ἕνα μῆνα κατώρθωσε νὰ σταματᾷ τὸν ἀντίπαλον ἀπὸ θέσεως εἰς θέσιν.
§68Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ζήτημα σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον, προκειμένου δὲ νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐν λεπτολογίᾳ τοιαύτῃ, ἵνα καταδειχθῶσι καὶ τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ στρατεύματος τὰ λάθη, διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὰ λάθη εἶναι κοινά. Θὰ σᾶς παρεκάλουν λοιπόν, εἰ δυνατόν, νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας.
§69ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν ἐπιμένω, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμή, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἕν ἄλλο ζήτημα ἀκόμη θὰ θίξω, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ εἶναι ἔργον πολυμελοῦς ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ποτὲ αἱ πολυμελεῖς ἐπιτροπαὶ δὲν κατέληξαν εἰς ἀποτελέσματα, ὁποῖα προσεδοκῶντο, ὅτι πάντοτε, τοὐλάχιστον ἐν Ἑλλάδι, ἐπιτροπαὶ συνίστανται, αἱ ὁποῖαι δὲν καταλήγουν εἰς ἀποτελέσματα. Οἱ στρατοὶ εἰς ὅλα τὰ ἔθνη ὠργανώθησαν ἀπὸ ὀργανωτάς, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ δαιμόνιον τῆς ὀργανώσεως· εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸν ὀργανωτὴν τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ, τὸν Ρόον· εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸν ὀργανωτὴν τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ καὶ ἄλλων, οἵτινες ἀπετέλεσαν τοὺς ὀργανισμούς, οἱ ὁποῖοι διέπουσι σήμερον τοὺς εὐρωπαϊκοὺς στρατούς. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέψῃ εἰς πολυμελεῖς ἐπιτροπὰς, ἵνα περιμένῃ ἀπὸ αὐτὰς ν’ ἀποτελέσωσι τὴν ὀργάνωσιν τὴν κατάλληλον τοῦ στρατοῦ μας. Ἐὰν ἡ παροῦσα στιγμὴ ἦτο κατάλληλος διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἠδυνάμην εὐθὺς ἀμέσως μόνος νὰ φέρω τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἀναπτύξω πῶς ἔπρεπε καὶ πῶς πρέπει νὰ ὀργανωθῇ ὁ στρατὸς, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας, ἐπιφυλάσσομαι. Ἐγὼ ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἑξῆς περιστάσεως, ἀφορώσης εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Ἔλαβον τηλεγράφημα παρὰ ἐμπόρου ἐξ Ἀστακοῦ, ὅστις μοὶ τηλεγραφεῖ τὰ ἑξῆς: «Ἀποσπασματάρχης λοχίας Ἀλ. Πρίφτης χθὲς δωδεκάτην μετέβη καλύβην Ζυγουράκη, ἀφαιρέσας ὅπλα κλπ., ξυλοκοπήσας Ὀδυσσέα ἀνηλεῶς, ὅστις εὑρίσκεται ἤδη κατάκοιτος. Διαγωγὴ λοχίου ἀφόρητος. Εὑρισκόμεθα ὑπὸ ζυγὸν βαρβάρου. Δικαιοσύνη ἐξέλιπε!» Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διαταγὰς πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς τοιαύτης ἀξιοποίνου πράξεως. Ἀλλὰ θὰ λάβω ἀφορμὴν ἐξ αὐτῆς τῆς περιστάσεως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ξηρομέρου. Ἡ τάξις ἀπὸ δύο ἐτῶν διεσαλεύθη ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ταύτῃ πολύ, καθημερινῶς συμβαίνουν φόνοι, ἀπαγωγαί, ζωοκλοπαί, αἱ ὁποῖαι διεσάλευσαν ἐντελῶς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν τῆς ἐπαρχίας. Ὅταν ἤμην μετὰ τῶν συναδέλφων μου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ὁ λαὸς μᾶς ἔκαμε πολλὰ παράπονα καὶ πολλὰς παραστάσεις διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Δὲν γνωρίζω τίνας ἰδέας ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατήρησιν τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων. Τὰ Ἀρχηγεῖα Αʹ καὶ Γʹ κατήργησαν τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, καὶ ἐνόμισαν ὅτι συντελεστικωτέρα εἶναι ἡ καταδίωξις τῶν ἐγκλημάτων, ἐὰν ἐνισχυθῇ ἡ ἀστυνομία δι’ ἐπαρκοῦς δυνάμεως, καὶ εἰς αὐτὴν ἀνατεθῇ ἡ καταδίωξις τῶν ἐγκληματιῶν. Ἐὰν λοιπὸν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ εἰς τὸ Βʹ Ἀρχηγεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάγεται ἡ ἐπαρχία Ξηρομέρου, τότε θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀναθέσῃ εἰς ἀξιωματικὸν γνώστην τῶν τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης καὶ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, αἱ ὁποῖαι συνορεύουσιν· εἶναι ἐπάναγκες νὰ τεθῇ ὑπὸ ἑνιαίαν διοίκησιν ἡ ἐποπτεία τῆς μεταβατικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ν’ ἀνατεθῇ ἡ ἐποπτεία αὕτη εἰς ἀξιωματικὸν δεδοκιμασμένης ἱκανότητος, ἵνα ἐπανέλθῃ ἡ διασαλευθεῖσα ἀσφάλεια. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ προτιμήσῃ τὸ σύστημα τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἀστυνομίας, ἵνα παύσουν τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, τὰ ὁποῖα περιέρχονται ἀπὸ κώμης εἰς κώμην, ὅπως μόνον ἴσως διαιτῶνται καλλίτερον καὶ ἄνευ δαπάνης, διότι ἡ τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων ὑπηρεσία ἐν τόπῳ, ὅπου δὲν ὑπάρχει πραγματικὴ λῃστεία, ἀλλὰ μόνον κοινὰ ἐγκλήματα, εἶναι ὅλως περιττή. Ἑπομένως θέλω νὰ γνωρίζω τί σκέπτεται ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς διατηρήσεως τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων ἐν τῷ Βʹ Ἀρχηγείῳ, ἵνα ληφθῇ ἓν μέτρον ἐπὶ τέλους πρὸς ἐπάνοδον τῆς διασαλευθείσης τάξεως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ξηρομέρου.
§70Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζει ὁ κ. Γουλιμῆς, ὅτι, ἐὰν διαταχθῇ ἀνάκρισις ἐπὶ τῶν παραπόνων, τὰ ὁποῖα τῷ ὑπεβλήθησαν, θὰ βεβαιωθοῦν; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ βεβαιωθοῦν· καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος· — οὐδεὶς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον ἀπὸ τοὺς στρατιωτικοὺς ἀποσπασματάρχας, θὰ τολμήσῃ νὰ καταθέσῃ ἐναντίον των, διότι θὰ πάθῃ χειρότερα.
§71Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἐπειδὴ λίαν προσεχῶς θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν σοβαρῶς τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, καὶ ἐπειδὴ ἴσως κατὰ τὴν διεξαχθησομένην συζήτησιν, ἐφ’ ὅσον αἱ δυνάμεις μου τὸ ἐπιτρέπουν, λάβω μέρος, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὴν κατάστασιν κατὰ βαθμὸν καὶ καθ’ ὅπλον πάντων τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες διὰ τοῦτον ἢ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον συνέβη νὰ μὴ λάβωσι μέρος εἰς οὐδεμίαν τῶν ἐκστρατειῶν κατὰ τὸν πόλεμον, νὰ προστεθῇ δὲ καὶ τίνες ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων ἐζήτησαν νὰ λάβωσι μέρος καὶ δὲν τοῖς ἐπετράπη.
§72Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς νὰ ἀπευθύνωσιν ἐγγράφως τὰς ἐρωτήσεις των, διὰ νὰ γνωρίζω ἀσφαλῶς ἐπὶ τίνος ἐρωτῶμαι, ἵνα δύναμαι ν’ ἀπαντῶ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Γουλιμῆ, λέγω ὅτι, ἀφωσιωμένος ὢν εἰς τὰς ἰδέας περὶ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ, δὲν ἐξηκολούθησα τὴν ὁμιλίαν μου ἀπὸ τοῦ βήματος, ἵνα ἴδῃ ὅτι δὲν εἴμεθα μακράν.
§73Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Πολλὰ ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἐπικειμένης τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι τοῦ παρόντος, ἵνα προτείνωνται τοιαῦτα μέτρα. Καὶ ἔρχομαι ἁπλῶς νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ μιᾶς καταχρήσεως, ἡ ὁποία τελεῖται ὑπὸ τῶν ἀρχῶν τῶν ἀνακριτικῶν. Αἱ ἀνακριτικαὶ ἀρχαί, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 208 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ ἑρμηνεύουσαι τὸ ἄρθρον τοῦτο κακῶς, ἑρμηνεύουσαι αὐτὸ κατὰ τρόπον ἴδιον, καὶ διὰ τὰ ἐλάχιστα, διὰ τὰ ἐλαφρότατα τῶν πλημμελημάτων συσσωρεύουσιν εἰς τὰς φυλακὰς δι’ ἐντάλματος προφυλακίσεως τοὺς πολίτας· γίνεται δὲ τοιαύτη κατάχρησις, ὥστε ἐπέρχονται δυστυχήματα κοινωνικά. Καὶ εἶδον ἐγὼ ὁ ἴδιος οἰκογενειάρχας, οἵτινες δι’ ἀδικήματα ἐλαφρότατα διέμειναν προφυλακισμένοι ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας. Διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπαρκέσουν εἰς τὰς δικαστικὰς δαπάνας, προέβησαν εἰς ὑποθήκευσιν τῶν κτημάτων των, καὶ ὅταν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ τοῖς ἀπέδωκε δικαιοσύνην, τότε εὑρέθησαν ἐκτεθειμένοι ἀπέναντι τῶν δανειστῶν των. Νομίζω, ὅτι δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ σχετικόν τι σχέδιον νόμου, δι’ ἐγκυκλίου νὰ λάβῃ μέτρα αὐστηρὰ κατὰ τῆς καταχρήσεως ταύτης, τῆς γιγνομένης ὑπὸ τῶν ἀνακριτικῶν ἀρχῶν, διότι δὲν ὑπάρχει μεγαλείτερον ἀδίκημα ἀπὸ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον τελεῖται ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου πρὸς ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία καταλήγει νὰ ἦναι ἀπανθρωπία. Δι’ ὃ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ προσαγάγῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα: 1) πόσοι κατὰ τὰ ἔτη 1895, 1896 καὶ 1898 προφυλακίσθησαν δυνάμει ἐνταλμάτων τῶν ἀνακριτικῶν ἀρχῶν· 2) πόσοι παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον καὶ πόσοι εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον· 3) πόσοι ἐκ τῶν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον παραπεμφθέντων κατεδικάσθησαν, καὶ τίς ἡ ἐπιβληθεῖσα ἑκάστῳ ποινή, καὶ πόσοι ἠθωώθησαν· 4) πόσοι ἐκ τῶν προφυλακισθέντων ἀπελύθησαν δυνάμει βουλεύματος, καὶ 5) πόσοι ἐκ τῶν τελευταίων παρεπέμφθησαν ἄνευ διαρκείας προφυλακίσεως, καὶ πόσοι ἀπηλλάγησαν τῆς κατηγορίας.»
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν διὰ τοῦ προταθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τῶν εἰσαχθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δηλώσεων περὶ ἐπενεκτέων ἐν αὐτῷ μεταβολῶν, χορηγηθεισῶν πιστώσεων διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1899. Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§75Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐν τῇ προηγουμένῃ συνεδριάσει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ, ὅπως τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Μαρτίου ἐντέλλωνται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 28 Μαρτίου, καὶ τοῦτο, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ ἀταξία εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ἥτις εἶχεν ἤδη κανονίσει μέρος τῶν πληρωμῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος τούτου. Ἐπειδὴ ἐπροτάθη παρὰ τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ ἑτέρων Βουλευτῶν, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦτο, ἀπορρέον ἐκ τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου, τὸ ὁποῖον ἐθεώρουν ὡς ἄκυρον, εἶναι συνεπῶς καὶ αὐτὸ ἄκυρον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐπέμενε, καὶ ἐζήτησε καὶ διὰ τὸν μῆνα Μάρτιον δωδεκατημόριον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898. Προσεπάθησα νὰ πείσω χθὲς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν, ὅτι οὐδὲν εἶχε τὸ διάταγμα τῆς 12 Ἰανουαρίου τὸ παράνομον, ἀλλὰ ματαίως· ἰδοὺ ὅμως σήμερον, ὅτι ἔρχεται ὁ ἴδιος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μὲ τὴν ὑπογραφήν του νὰ ἀναγνωρίσῃ τοὺς ἰσχυρισμούς μου. Ἰδού, κύριοι Βουλευταί, διάταγμα τῆς 2 Μαΐου 1875, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ράλλη, ἐκδοθὲν εἰς ἐντελῶς ὁμοίας περιστάσεις, καὶ ἔχον τὸν αὐτὸν ἀκριβῶς χαρακτῆρα τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου. Ἂν ἔξω φρενῶν ἦναι τὸ διάταγμα τῆς 12 Ἰανουαρίου 1899, ἔξω φρενῶν εἶναι καὶ τὸ διάταγμα τῆς 2 Μαΐου 1875. Ἀλλ’ ὄχι, Κύριοι, δὲν εἶναι ἔξω φρενῶν οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο. Τὸ διάταγμα τῆς 2 Μαΐου 1875 ἔχει προσυπογράψει ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης. Τίς θέλει διαμφισβητήσει τὸ κῦρος τοιαύτης ὑπογραφῆς; Οὐδεὶς βεβαίως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅπου τὸ ὄνομα ἐκείνου εἶναι σεβαστὸν εἰς πάντας. Ἀπορῶ μόνον, πῶς διέφυγε τὴν μνήμην τοῦ πεπειραμένου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος τὸ διάταγμα τοῦτο, ὅτε καὶ αὐτὸς ὠνόμαζε ἔξω φρενῶν τὸ διάταγμα τῆς 12 Ἰανουαρίου 1899. Ἀπεκάλεσαν, Κύριοι, χθὲς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἁπλοῦν τὸν τέως Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἁπλούστεροι εἶναι οἱ σκώψαντες.
§76Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου γηράσκων μανθάνει, καὶ ἀκριβῶς ὅπως τὸν ὑποβοηθήσω εἰς τοῦτο, ἔρχομαι νὰ τῷ ὑπενθυμίσω τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς ἐξεδόθη τὸ διάταγμα ἐκεῖνο τοῦ 1875. Τὸ διάταγμα, ὅπερ ἐμνημόνευσεν ὁ συμπολίτης μου, ἐξεδόθη μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιλεγομένου στηλιτικοῦ. Ὑπῆρξε καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ 1874 προδιάθεσις πρὸς τὴν ἀπολυταρχίαν, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔσχον τὴν τοιαύτην προδιάθεσιν, ὑπῆρξαν αὐθαδέστεροι ὑμῶν, εἰσέβαλον καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἠθέλησαν ν’ ἀντιποιηθῶσι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν δι’ εἰκονικῆς ἀπαρτίας. Ἀλλ’ ἐπῆλθε μετ’ ὀλίγον ἡ ὥρα τῆς ἀνατροπῆς τῶν ἐκθέσμων ἐνεργειῶν των, ὡς ἐπῆλθεν ἤδη τῶν ἰδικῶν σας, ἡ δὲ διάδοχος Κυβέρνησις, ἧς ἀπετέλουν μέρος, —εἶμαι δ’ ὁ μόνος ἐπιζῶν ἐκ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης—εὑρέθη πρὸ τοῦ ἑξῆς διλήμματος· ὤφειλε νὰ προβῇ ἀναγκαίως ἀμέσως εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ὡς καὶ προέβη, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους μέχρι τῆς συγκλήσεως τῆς νέας Βουλῆς. Ἡ ἐκτέλεσις τοῦ στηλιτικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874, τοῦ ψηφισθέντος παρὰ τῆς παρανόμου Βουλῆς, δὲν ἦτο δυνατή, ἐντεῦθεν προὐκάλεσε τὸ διάταγμα τοῦ 1875, ἀλλὰ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο δὲν ἦτο ἔξω φρενῶν, δὲν περιελάμβανε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου 1899, οὔτε ἐσκέφθη ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἀείμνηστος Ἀθανάσιος Πετιμεζᾶς, ὡς ἐσκέφθητε σεῖς, οὐδὲ προεκάλεσε παρούσης καὶ δρώσης τῆς Βουλῆς διάταγμα ὅμοιον πρὸς τὸ τῆς 28 Μαρτίου ἐ. ἔ., ὅπερ ἐξεδώκατε ὑμεῖς παρούσης καὶ συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ ἐξομοιώσητε οὐδὲ τὰς περιστάσεις ἐκείνας μὲ τὰς ἰδικάς σας, ἀλλ’ οὐδὲ τὸ διάταγμα τοῦ 1875 πρὸς τὰ ὑμέτερα. Ἐὰν δὲ καὶ οὕτως ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1875, Κυβέρνησις ἡ ὁποία δὲν ἀπέβλεψεν εἰς τὸν σχηματισμὸν κόμματος διὰ τῶν μέσων, ἅτινα μετεχειρίσθητε σεῖς, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἦλθε πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐμπεδώσῃ τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη κατεκρίθη οὐχ ἧττον πικρῶς, καίτοι τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ἐξέδωκεν ἕνεκεν ἀναποδράστου ἀνάγκης.
§77ΝΕΓΡΗΣ. Ἀναπόδραστος ἀνάγκη παρουσιάσθη καὶ εἰς ἡμᾶς.
§78ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναπόδραστος ἀνάγκη ἦτο, ὅταν σεῖς ἀνεβάλλετε ἅπαξ καὶ δὶς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ὅτε κατόπιν ἤλθετε καὶ ἐζητήσατε νέαν ἀναβολήν, ὅτε ἡ Βουλὴ ἦτο παροῦσα καὶ ἐψήφισε τὰ τρία δωδεκατημόρια τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1898, ὅτε διεκόπτετε δι’ ἐπανειλημμένων διαταγμάτων τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν κατὰ τὸ Σύνταγμα ἔπρεπε νὰ ἦναι παροῦσα καὶ νὰ λειτουργῇ; Εὑρέθητε ὑπὸ τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην τῆς ἀρχομανίας, ἡ ὁποία σᾶς ἐτύφλωσε μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε δὲν ἐβλέπετε τὸ βάραθρον, πρὸς ὃ ἐβαίνετε, παρασύροντες ἐν αὐτῷ ἀσυνειδήτως καὶ τὴν Πολιτείαν. Διότι, ἐὰν ἐπραγματοποιοῦντο οἱ πόθοι σας καὶ αἱ ἐκδηλωθεῖσαι προθέσεις σας, τὸ καθεστὼς δὲν θὰ ὑφίστατο. Εὐτυχῶς ὁ λαὸς σᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ τὰς τοιαύτας ἐκθέσμους προθέσεις σας, καὶ ἐδίδαξεν ὑμᾶς νὰ ἦσθε εὐλαβέστεροι πρὸς τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα δὲν εἶσθε ἱκανοὶ καὶ κατ’ ἐλάχιστον νὰ θίξητε.
§79Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα εἶπον περὶ τοῦ κύρους τῶν διαταγμάτων ἡμῶν, καὶ ἀνέτρεξεν εἰς τὸ παρελθόν. Περὶ τοῦ παρελθόντος ἔχομεν τόσα νὰ εἴπωμεν, ὥστε νομίζω ὅτι ἤδη πρέπει νὰ ὁμιλῶμεν μὲ χαμηλοτέραν φωνὴν ἐκείνης, μεθ’ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής.
§80Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Χθὲς, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγνωσε τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν δωδεκατημορίων Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου, ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ νὰ προσθέσῃ διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ὡς πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τοῦ δημοσίου χρέους νὰ μὴ στηριχθῇ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, ὡς πρὸς τὸ δημόσιον χρέος, ὃν ἐδημοσίευσεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις μετὰ τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου, ἐφ’ οὗ ἐγένετο χθὲς ἡ συζήτησις. Τοῦτο ἐζήτησα, διότι ἐθεώρουν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτός, ὁ ὑποβληθεὶς εἰδικῶς διὰ τὸ ἔτος 1899 ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο πληρέστερος ὡς πρὸς τὰ τοῦ δημοσίου χρέους, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ ἔτος 1898 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι καὶ δὲν ὑπῆρξαν πλήρη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ἐσυλλογίσθη μὲν αὐτὸ καὶ αὐτὸς, ἀλλὰ εὕρισκεν ὅτι κατὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον δὲν ὑπάρχουσι πληρωμαὶ τοῦ δημοσίου χρέους καὶ δὲν ἐνόμιζεν ἑπομένως ἀναγκαῖον νὰ ληφθῇ πρόνοια. Ἐκείνην τὴν στιγμήν, μὴ ἔχων πρόχειρα τὰ μέσα, δὲν ἠδυνάμην νὰ παραστήσω τὰς διαφοράς, αἵτινες ὑπάρχουσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ δημοσίου χρέους, ὃν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις παρεσκεύασε διὰ τὸ 1899, καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ 1898. Ἐξετάσας ὅμως ἤδη τοὺς δύο προϋπολογισμούς, εὗρον ὅτι ὑπάρχουσι σπουδαῖαι διαφοραί, δικαιολογοῦσαι τὴν πρότασίν μου τοῦ νὰ μνημονευθῇ ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ δημόσιον χρέος. Ὑπάρχουσιν ἐν αὐτῷ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1898 καὶ ἐν ταῖς δηλώσεσι τοῦ 1898 δὲν σημειοῦνται, ἀλλὰ τῶν ὁποίων ἡ πληρωμὴ ἐπιβάλλεται διὰ τοὺς μῆνας Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον τοῦ 1899. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ Μάρτιος παρῆλθεν, αἱ δὲ πληρωμαὶ ἐγένοντο. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν εἶναι νομοσχέδιον κυροῦν τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος προεκάλεσε καὶ δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐγένοντο αἱ δαπάναι, ἀλλὰ νομοσχέδιον, ὅπερ ἀπ’ εὐθείας παρὰ τῆς Βουλῆς ζητεῖ καὶ πιστώσεις διὰ τὸν μῆνα Μάρτιον, πρέπει νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος ἀληθῶς τὰς δαπάνας ταύτας ἀναγράφει, καὶ οὐχὶ εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος δὲν τὰς ἀναγράφει. Τοιαῦται δαπάναι εἶναι ἐν ἄρθρῳ 3 τοῦ Ζʹ κεφαλαίου, ἤτοι «τὰ 8% τοῦ ἀρχικοῦ τόκου τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως (1893), προστιθέμενα εἰς τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ κεφ. Βʹ τοῦ παρόντος προϋπολογισμοῦ ἐτησίαν δόσιν αὐτοῦ, συμφώνως πρὸς τὸ ἀπὸ 18 Ἀπριλίου 1898 Β. Διάταγμα, καταβληθησόμενα δὲ ἐκ τῶν παρὰ τοῖς ἐν Λονδίνῳ κ. κ. Hambro and Son εὑρισκομένων χρημάτων, ἐξ ὧν ἴσον ποσόν, ἤτοι δρ. 38,956 σημειοῦνται ἐπὶ τούτῳ καὶ εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 ἐν κεφ. ΙΓʹ ἄρθρῳ 4». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου θέλω ἐπιστήσει καὶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, οὐ μόνον χάριν τῶν πιστώσεων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον λόγον. Ἀνάγκη εἶναι ἤδη, ὅπως σπεύσῃ νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν κύρωσιν τοῦ διατάγματος τούτου τῆς 18 Ἀπριλίου 1898. Τὸ διάταγμα τοῦτο προεκλήθη ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως μετὰ τὸν συμβιβασμόν, ὅστις ἐκανόνισε καὶ τὰ τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων τῶν ὑπολειφθέντων εἰς χεῖρας τῶν Hambro κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως τοῦ Φαΐντιγκ. Διὰ τοῦ διατάγματος αὐτοῦ διετέθη τὸ ποσὸν ἐκεῖνο ἄλλως, ἢ ὡς διετίθετο διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Κατὰ τὸ διάταγμα ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, συναινέσει καὶ τῶν ἄλλων Κυβερνήσεων, ἐζήτησε παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς, ὅπως τὸ ἐκ 10,000 λιρῶν, νομίζω, ποσὸν αὐτὸ διατεθῇ οὐχὶ εἰς καταβολὴν 2 σελλινίων κατὰ λίραν πρὸς τοὺς κατόχους τοῦ Φαΐντιγκ καὶ ἀπόσβεσιν μέρους τῶν ὁμολογιῶν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀποκλειστικῶς πρὸς βελτίωσιν τοῦ τόκου αὐτῶν ἀπὸ 20 Μαρτίου 1898. Τὸ διάταγμα τῆς 18 Ἀπριλίου 1898 ἐγένετο ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, νομίζω δὲ καὶ ὅτι ἡ πληρωμὴ ἐγένετο. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐγένετο, πρέπει νὰ σπεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Τοιοῦτον ἄρθρον δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1898. Ἑπομένως ἰδοὺ εἷς λόγος, δι’ ὃν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πρέπει ἢ νὰ μνημονευθῇ ὁ εἰδικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ δημοσίου χρέους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, ἢ νὰ μνημονευθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1899, ὃν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις παρεσκεύασε καὶ ἡ νῦν ὑπέβαλε.
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν διενεμήθη μόνον ὡς βοήθημα διὰ τὰς συζητήσεις.
§82ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ γνωρίζω· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν χθὲς ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θέλει μεταρρυθμίσει τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν καὶ ὑποβάλει νέον, δύναται...
§83Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μόνον ἐκεῖνος, ὅστις θὰ κατατεθῇ, θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§84ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται σήμερον νὰ ἀναθεωρήσεως διὰ δηλώσεων βραδύτερον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δυνάμεθα νὰ μνημονεύσωμεν τοῦτον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§85ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι ματαιοπονοῦμεν, ἀφοῦ ὑπάρχει τὸ 3ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὸ ὁποῖον «ὑπέρβασις τῆς ἀναλογίας τῶν κατὰ τὰ προηγούμενα ἄρθρα δύο δωδεκατημορίων ἐπιτρέπεται διὰ μόνας τὰς δαπάνας, ὧν ἡ ἐντὸς τῶν μηνῶν Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου 1899 πληρωμὴ εἶναι ὑποχρεωτικὴ δυνάμει νόμων ἢ ἰδιαιτέρων συμβάσεων καὶ συμφωνιῶν».
§86ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀναφέρεται, κύριε συνάδελφε, εἰς τοιαύτην περίπτωσιν τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε. Ἐννοεῖ ὅτι δύνανται νὰ γείνωσι καὶ πέραν τῶν δωδεκατημορίων, δηλ. τοῦ ἀναλογοῦντος καθ’ ἕκαστον τῶν μηνῶν Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου ποσῶν, πληρωμαὶ στηριζόμεναι ἐπὶ συμβάσεων καὶ νόμων ὡς πρὸς τοὺς μῆνας αὐτούς. Ἐνταῦθα ὅμως πρόκειται περὶ δαπανῶν, αἵτινες δὲν εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, οὗτινος λαμβάνομεν τὰ δωδεκατημόρια. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον ἢ πρέπει ν’ ἀποτείνηται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸν εἰδικὸν τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ 1899, τὸν ὁποῖον συνέταξεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἢ τοὐλάχιστον δέον νὰ περιλάβῃ διατάξεις περὶ πιστώσεων εἰδικὰς, αἱ ὁποῖαι νὰ ψηφισθῶσι σήμερον. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη πίστωσις ἀναγραπτέα. Γνωρίζετε, ὅτι μετὰ τὸν ἔλεγχον καὶ τὸν συμβιβασμὸν, οἱ ὁποῖοι ἐκανόνισαν τὰ τῶν πληρωμῶν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, παρουσιάζεται ἡ περίστασις τῶν πλεονασμάτων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ἃς διαχειρίζεται ὁ Ἔλεγχος. Δύνανται αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι νὰ παρουσιάζωσι πλεονάσματα, τὰ πλεονάσματα δὲ ταῦτα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 18% δι’ ἔξοδα διανέμονται, καὶ μέρος μὲν αὐτῶν, ἤτοι 60%, ἀποδίδεται εἰς τὰ παλαιὰ εἰς χρυσὸν χρέη, μέρος δὲ, ἤτοι 40%, εἰς τὸ Κράτος. Τοιαῦτα περισσεύματα κατέλιπε τὸ 1898, καὶ τὰ περισσεύματα ταῦτα κατὰ τὰ κεκανονισμένα μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ Ἐλέγχου θέλουσι διανεμηθῆ κατὰ τὰς πρώτας λήξεις τοῦ ἑπομένου ἔτους καὶ κατὰ τὴν ὡρισμένην σειράν. Ὥστε κατὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον ἢ τὸν μῆνα Μάρτιον ἔπρεπεν ἴσως νὰ γείνῃ τοιαύτη πληρωμή. Ὥστε ἰδοὺ καὶ ἄλλη πληρωμὴ ἐπιβεβλημμένη ἐκ τοῦ νόμου, μὴ γενομένη τὸ 1898 καὶ ὀφείλουσα νὰ γείνῃ τὸ 1899, ἥτις δὲν ἔχει ἀναγεγραμμένην τὴν πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1898 καὶ ἥτις θὰ μείνῃ ἄνευ πιστώσεως. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ γενησομένης δαπάνης, ἀλλὰ περὶ γενομένης ἤδη, οἵα ἡ τοῦ μηνὸς Μαρτίου. Πλὴν καὶ κατὰ τὸν Ἀπρίλιον δυνατὸν νὰ γείνωσι τοιαῦται δαπάναι, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχουν πιστώσεις.
§87Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τίνα χρῆσιν ἀνήκουσι τὰ περισσεύματα;
§88ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρόκειται περὶ δαπανῶν. Αὐταὶ εἶναι περισσεύματα, τὰ ὁποῖα θὰ πληρωθοῦν κατὰ τοὺς πρώτους τοῦ ἑπομένου ἔτους μῆνας, ἀλλὰ δι’ ἃς ἀνάγκη πιστώσεων πάντοτε. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 ἀναγράφει ποσὸν 500,000 δραχ., τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1898. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει καὶ ἄλλο σπουδαῖον ποσὸν ἐν αὐτῷ. Δὲν ὑπάρχει ποσὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ διὰ τὰ ἔντοκα γραμμάτια χρέους. Γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐλέγχου καὶ μετὰ τὴν ἑνοποίησιν τῶν ὑπαρχόντων ἐντόκων γραμματίων τοῦ δημοσίου ταμείου ἐπετράπη εἰς αὐτὸ νὰ ἐκδίδῃ ἐφεξῆς τοιαῦτα ποσοῦ μέχρι 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὰ ὁποῖα πρὸς 5% ἀπαιτοῦν ὑπηρεσίαν καὶ ἐγγραφὴν πιστώσεως τοὐλάχιστον 500,000 δρ. Αὐτὰ δὲν ὑπάρχουν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1898, καὶ πρέπει ν’ ἀναγραφοῦν εἰδικῶς τοὐλάχιστον ἐν τῷ Περιττὸν νὰ ἀναφέρω ἄλλα. Ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, νομίζω, ὅτι ἐπείσθη ἡ Βουλή, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ μνεία ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἰδικῶς τῶν πιστώσεων τούτων, ἢ νὰ ἀναφέρηται τὸ νομοσχέδιον εἰς προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1899, περιλαμβάνοντα πάντα ταῦτα. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ τοῦ δημοσίου χρέους, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι μόνον τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρὸ μικροῦ εἶπον, τὸ μέλλον δηλαδὴ νὰ κυρώσῃ τὸ διάταγμα τῆς 18 Ἀπριλίου 1898, νὰ ὑποβάλῃ, ἀλλὰ καὶ ἄλλο πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον δηλαδὴ κανονίζον τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐκανόνισε τὰ κατ’ αὐτό, θεωρεῖται ἠκρωτηριασμένος μετὰ τὸν νόμον τοῦ ἐλέγχου. Ὁ νόμος τοῦ ἐλέγχου κατήργησε τὰ δύο πρῶτα μέρη τοῦ νόμου, τὸ περὶ παραλαβῆς καὶ τὸ περὶ διαχειρίσεως τῶν προσόδων τῶν ὑπεγγύων, τὰ ἄλλα ὅμως μέρη αὐτοῦ, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἀπόσβεσιν καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἀποσβέσεως τῶν προηγουμένων δανείων καὶ τὴν λογοδοσίαν τῶν Τραπεζῶν, αἱ ὁποῖαι διεχειρίσθησαν τὰ χρήματα τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων δανείων, αὐτὰ ὑφίστανται, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη διὰ νέου νόμου ἡ Βουλὴ νὰ καταργήσῃ ῥητῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται πλέον νὰ ὑφίστανται, ἐκεῖνα δὲ, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται,—καὶ τοιαῦτα εἶναι ὁ ἔλεγχος τῆς μέχρι τοῦδε διαχειρίσεως τῶν δανείων καὶ ἡ λογοδοσία τῶν Τραπεζῶν, — αὐτὰ διὰ νέου νόμου πρέπει νὰ κανονισθῶσιν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλα δέον διὰ νόμου νὰ κανονισθῶσι. Σήμερον παρουσιάζεται ἐλεεινὸν φαινόμενον, ὅτι διεξάγεται ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ Κράτους ἄνευ οὐδεμιᾶς αὐτῆς ἐπικοινωνίας μετὰ τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, αἱ ὁποῖαι εἶναι τεταγμέναι, ὅπως ἐξετάζουν καὶ ἐλέγχουν τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν αὐτοῦ. Διότι γνωρίζετε, ὅτι τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον εἶχε διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1895 ὁρισθῆ, ἵνα βεβαιοῖ τὰς δαπάνας τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἐπιτρέπῃ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, αὐτὸ δὲν λειτουργεῖ, ἀφ’ ἧς ἤρξατο ἐφαρμοζόμενος ὁ ἔλεγχος καὶ πρίν. Λοιπὸν οὐδεμία ὑπηρεσία ὑπάρχει σήμερον ἐν τῷ Κράτει, ἡ ὁποία βεβαίως ἐντὸς τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ἔθεσεν ὁ νόμος περὶ τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου, νὰ παρακολουθῇ τὰς ἐργασίας αὐτοῦ καὶ νὰ προετοιμάζῃ τὴν ἐξέλεγξιν πάσης εἰσπράξεως καὶ πάσης πληρωμῆς, ἀφορώσης τὸ δημόσιον χρέος, ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι κατεπεῖγον, ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ περὶ τούτου νὰ μελετήσῃ καὶ διὰ νόμου καὶ τὸν διεθνῆ ἔλεγχον νὰ θέσῃ εἰς ἐπαφὴν μετὰ τῶν δημοσίων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν μὴ καταργηθεισῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ 1895 περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους νὰ καταστήσῃ ἐνεργόν.
§89Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τὸν προλαλήσαντα νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ν’ ἀπαντήσω κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐπιφυλάσσομαι δὲ αὔριον, διότι ὑπάρχει λόγος νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν αἴθουσαν ταύτην ἐντὸς ὀλίγου. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ προχωρήσῃ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον εἰς τὰς 4. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 καὶ 20′ μ. μ.)