1899.04.05
1.673 στίχοι · 12.975 λέξεις · 115 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
τῆς 5 Ἀπριλίου 1899.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἀκολούθως προσελθὼν ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Διον. Στεφάνου).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῇ σήμερον ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ ν’ ἀναγγείλῃ Αὐτῷ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος. Εἷς τῶν κ.κ. Γραμματέων θ’ ἀναγνώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν προσφώνησιν τοῦ Προέδρου καὶ τὴν ἀντιφώνησιν τοῦ Βασιλέως.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΙΣ
«Μεγαλειότατε. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ ἀναγγείλῃ πρὸς τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὰ βαθύτατα σεβάσματα αὐτοῦ πρὸς τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα καὶ πρὸς τὴν Αὐτῆς Μεγαλειότητα τὴν Βασίλισσαν, εἰλικρινεῖς δ’ εὐχὰς ὑπὲρ τῆς εὐημερίας πάντων τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας. Ὁ Θεὸς σώζοι τὴν Πατρίδα καὶ τὸν Βασιλικὸν Θρόνον.»
ΑΝΤΙΦΩΝΗΣΙΣ
«Χαίρω βλέπων σήμερον ἐνώπιόν Μου τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ σᾶς εὐχαριστῶ, Κύριοι, διὰ τὰς ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας εὐχάς σας. Πέπεισμαι ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θὰ ἀποβῶσι πρὸς εὐημερίαν τῆς ἀγαπητῆς ἡμῶν Πατρίδος.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ οἰνοπαραγωγοὶ Χαλκίδος δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ ἐλαττώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν οἴνων ἐν Ἰταλίᾳ. Ἔμποροι Σύρου δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι τὴν τροποποίησιν τῶν ἐν ἰσχύϊ περὶ φαρμακείων νόμων καὶ τὴν ἐλευθέραν πώλησιν ἀβλαβῶν φαρμάκων καὶ χημικῶν προϊόντων.
§4Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῆς ἀνακοινωθείσης ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ἐμπορίαν τῶν φαρμάκων καὶ εἶναι γενικοῦ ἐνδιαφέροντος. Οἱ ἔμποροι Σύρου παραπονοῦνται, ὅτι ἀδίκως εἶναι ἀποκεκλεισμένη ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν ἐμπορίαν ἡ συναλλαγὴ τῶν φαρμάκων τῶν ἀβλαβῶν, τῶν μὴ δηλητηρίων. Ἀληθῶς περὶ αὐτῶν ἰσχύει ἓν διάταγμα τοῦ 1835, ὑπὸ ἄλλας συνθήκας παρὰ τὰς σημερινὰς ἐκδεδομένον, ὑπὸ κοινωνικὴν καὶ ἐμπορικὴν ἔποψιν. Κατὰ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, ἐνῷ ἐπιτρέπεται ἡ ἐμπορία τῶν ἀβλαβῶν φαρμάκων μόνον εἰς τοὺς φαρμακεμπόρους, ἀπαγορεύεται εἰς αὐτοὺς ἡ λιανικὴ πώλησις, ἡ ὁποία ἐπιτρέπεται μόνον εἰς τοὺς φαρμακοποιούς. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν ὁ πολὺς κόσμος, ὁ ὁποῖος κάμνει χρῆσιν καθ’ ἡμέραν τῶν φαρμάκων αὐτῶν, ἀναγκάζεται νὰ προσέρχηται εἰς τοὺς φαρμακοποιούς, οἱ ὁποῖοι βεβαίως πωλοῦσιν ἐπὶ μεγάλῳ κέρδει, πρὸς βλάβην τῶν καταναλωτῶν. Τὸ ζήτημα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, καὶ νομίζω, ὅτι μία ἀναθεώρησις τοῦ διατάγματος τοῦ 1835, ἐπὶ τῷ τέλει καὶ τῷ σκοπῷ νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἀρχὴ τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας ἐπὶ τῶν μὴ δηλητηρίων φαρμάκων, θὰ ἦναι χρήσιμος πολυτρόπως.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥέπουλης ἔχει τὸν λόγον.
§6ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γείνῃ ἡ κλήρωσις τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο ἐγίνετο κατὰ τὸν παλαιὸν Κανονισμόν. Κατὰ τὸν νέον Κανονισμόν, τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἐκτελεῖ πάσας τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, τήν τε τῶν πρεσβεύσεων καὶ τὴν τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Βουλῆς.
§8Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Παπαγιαννακόπουλος κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 2 τρ. μηνὸς ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν, ἔχουσαν οὕτω: «Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ, εἰ δυνατόν, εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον τὰ ἔγγραφα, ὅσα σχετίζονται πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ ἧς οὗτος δὲν ἐνέκρινε τὴν γνώμην τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Πατρῶν περὶ κατασκευῆς τοῦ ἀρκτικοῦ βραχίονος τοῦ λιμένος, ἀλλὰ συνέστησε τὴν κατὰ προτίμησιν κατασκευὴν τῶν κρηπιδωμάτων μεταξὺ τοῦ μώλου Ἁγίου Νικολάου καὶ Καλαβρύτων.» Καταθέτω τὰ ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξάγεται, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων ἔκαμε παρατηρήσεις εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν Πατρῶν ἐπὶ τῇ ἀποφάσει, τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει. Ἐξήτασα τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ φρονῶ ὅτι ἐν τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων δὲν περιλαμβάνονται λόγοι ἀρκούντως πειστικοί, ὅπως μεταρρυθμισθῇ ἡ ἀπόφασις ἡ ληφθεῖσα παρὰ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς. Ἑπομένως ἐζήτησα, ὅπως ἐξετασθῇ ἐκ νέου τὸ ζήτημα καὶ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον οἱ λόγοι οἱ δικαιολογοῦντες τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων. Περιμένω τὴν νέαν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου, ὅπως λάβω ὁριστικὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἕτερος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἐποιήσατο σύστασιν σχετικῶς πρὸς τὴν ἵδρυσιν καταστήματος ἀεριόφωτος. Τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔχουσιν ὡς ἑξῆς. Κατὰ τὴν 29 Σεπτεμβρίου 1898 ἐγένετο σύμβασις μεταξὺ τοῦ δήμου Πατρῶν καὶ τοῦ κ. Νικολαΐδου, ἀντιπροσώπου τῆς ἑταιρείας «Houston», ἡ ὁποία ἑταιρεία ἀναλαμβάνει τὸν φωτισμὸν τῆς πόλεως Πατρῶν δι’ ἀεριόφωτος. Ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ ὑπῆρχεν ὅρος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὁ δῆμος ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα προκαλέσῃ Β. Διάταγμα ἀτελείας τῶν εἰδῶν τῶν ἀναγκαίων πρὸς ἀνέγερσιν τῶν καταστημάτων καὶ τοῦ ἐργοστασίου, δηλαδὴ ἀτελείας τῶν μηχανημάτων κλπ. Ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ πρὸ πολλοῦ ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αἴτησιν, ὅπως προκληθῇ τὸ διάταγμα τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἀπὸ 15 Μαΐου 1887, ἔκτοτε ὅμως ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς οὐδεμία ἐγένετο ἐνέργεια, ὅτε περὶ τὰ τέλη Φεβρουαρίου ἐπανέλαβε ταύτην ἡ δημοτικὴ ἀρχή, τοσούτῳ μᾶλλον, διότι ἐν τῇ συμβάσει ῥητῶς δηλοῦται, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ ἐργολάβου πρὸς ἐγκατάστασιν τοῦ ἐργοστασίου ἄρχεται μόνον ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος, ἑπομένως συμφέρον μέγα εἶχεν ἡ δημοτικὴ ἀρχή, ὅπως τὸ διάταγμα τοῦτο ἐκδοθῇ. Φαίνεται ὅτι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἀνευρέθησαν τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ ἑπομένως ἐζητήθη, ὅπως νέα αἴτησις ὑποβληθῇ ὑπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Ἡ αἴτησις αὕτη ὑπεβλήθη πράγματι, καὶ τὴν 19 Μαρτίου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν παρεσκεύασε διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς ὑπογραφὴν, διότι, ὡς γνωρίζετε, τὸ διάταγμα τοῦτο πρέπει νὰ φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἐπῆλθεν ἡ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἐκανονίσθη εἰσέτι. Ἐπειδὴ εὑρίσκω τὴν αἴτησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πατρέων σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον, προυκάλεσα τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος, καὶ ὑπεγράφη σήμερον παρ’ ἐμοῦ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀφοῦ ὑπογραφῇ ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐρωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ροῦφος, βουλευτὴς Πατρῶν.
§9Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς εὐηρεστήθη νὰ ζητήσῃ, ὅπως καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν διορισμὸν τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ πρὸς συνομολόγησιν συνθήκης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας καὶ τῶν συμβάσεων, αἵτινες εἶναι προωρισμέναι εἰς συμπλήρωσιν αὐτῆς, πρὸς δὲ καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς ἀποδοχὰς, τὰς ὁποίας λαμβάνουσιν οἱ ἐπίτροποι οὗτοι. Τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν.
§10ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐζήτησα καὶ ἐγὼ νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα.
§11ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν, ὅτι κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔλαβον ἅμα ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ τελευταία συνεδρίασις, ἥτις ἐγένετο μεταξὺ τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Πύλης, ἔλαβε χώραν τὴν 25 Μαρτίου. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην οἱ πληρεξούσιοι τῆς Πύλης ἐζήτησαν, ὅπως δοθῇ αὐτοῖς χρονικὸν διάστημα τριῶν περίπου ἑβδομάδων, ἵνα ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Πύλην δι’ ἐκθέσεως τὴν γνώμην αὐτῶν ὡς πρὸς τὰ διάφορα θέματα, τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν μέχρι τοῦδε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Παρετήρησαν οἱ κύριοι ἐπίτροποι τῆς Πύλης, ὅτι ἴσον χρονικὸν διάστημα τριῶν ἑβδομάδων θ’ ἀπαιτηθῇ, ἵνα προβῇ ἡ Ὑψηλὴ Πύλη εἰς ἀπόφασίν τινα ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ ἐφοδιάσῃ αὐτοὺς διὰ νέων ὁδηγιῶν. Ὡς ἐκ τούτου αἱ συνεδριάσεις διεκόπησαν δι’ ἕξ περίπου ἑβδομάδας. Εἰς ἄλλας ἀνακοινώσεις δὲν δύναμαι νὰ προβῶ, προκειμένου περὶ ἐκκρεμοῦς ὑποθέσεως.
§12ΡΙΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἑνὸς ἔτους καὶ πλέον δὲν ἀπέληξαν εἰς κανὲν ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα; —διότι πρόκειται περὶ διαφόρων ζητημάτων. —Δὲν ὑπάρχει σημεῖόν τι ὁριστικόν; Τοῦτο ἐπιθυμοῦμεν νὰ γνωρίζωμεν.
§13ΡΩΜΑΝΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω πλείονα.
§14Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πάλλης ὑπέβαλεν ἐπερωτήσεις τινὰς, εἰς ἃς λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀπαντήσω. Μὲ παρεκάλεσε νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ἂν τρεῖς τῶν ἐπιτυχόντων κατὰ τὸν τελευταῖον διαγωνισμὸν παρέδρων εἶχον ὑπερβῆ τὴν ἡλικίαν τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένην. Ἐκ τῶν ἐξετασθέντων παρέδρων καὶ διορισθέντων εἷς, ὁ κύριος Οἰκονόμου, ἐζήτησεν ἁρμοδίως ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον Ναυπλίας τὴν διόρθωσιν τῆς ληξιαρχικῆς πράξεως τῆς ἡλικίας του, τὸ δὲ Πρωτοδικεῖον νομίμως διώρθωσε ταύτην, καὶ συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεώς του ἐδόθη εἰς τὸν κ. Οἰκονόμου ἡ ἄδεια νὰ δώσῃ ἐξετάσεις, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τὸν διώρισεν. Ἐπηρώτησεν εἶτα, ἂν κατὰ τοῦ ἑνὸς τούτων ὑπῆρχε καταγγελία. Τῳόντι ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀναφορά τις, δι’ ἧς καταγγέλλεται ὁ τότε γραμματεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν κ. Καμάρας. Ἀλλ’ ἡ ἀναφορὰ δὲν ἀποδίδει αὐτῷ ἀξιόποινον πρᾶξιν, ἀποδίδει ἀξιόμεμπτον ἴσως τοιαύτην. Ἀναφέρει, ὅτι ὁ νέος αὐτὸς εἶχε μνηστευθῆ νέαν τινὰ καὶ δὲν ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποσχέσεις του. Τὸ τοιοῦτον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμποδίσῃ τὸν προκάτοχόν μου νὰ τὸν διορίσῃ. Ὁ ἐπερωτήσας ἠρώτησεν ἔτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἑτέρα κατηγορία. Ἐζήτησα πληροφορίας, καὶ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι ὑπάρχει μήνυσίς τις κατὰ τοῦ διορισθέντος Παπανδρέου ἐπὶ ἐκβιάσει· ἀλλὰ δὲν ἤρκει ἡ μήνυσις νὰ ἐμποδίσῃ τὸν προκάτοχόν μου εἰς τὸν διορισμόν, διότι ἀπαιτεῖται κατὰ τὸν νόμον δικαστικὴ ἀπόφασις τελεσίδικος ἤ βούλευμα. Ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ λέγω, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς μὲ ἐπληροφόρησεν ὅτι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε διεξαχθεισῶν ἀνακρίσεων δὲν δύναται νὰ σχηματίσῃ γνώμην ἀσφαλῆ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ὑποθέσεως, ἣν ἡ φαντασία τοῦ μηνυτοῦ κατέστησε λίαν τραγικήν. Ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, ἣν ἀπηύθυνεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς περὶ τοῦ ἀγαλματίου, ἐζήτησα νὰ μοὶ δοθῇ ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Προέδρου. Ὅταν μοὶ σταλῇ ἡ δικογραφία, θὰ τὴν παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Δούνη ἐζήτησα σχετικὰς πληροφορίας.
§15ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ περὶ τοῦ ἀγαλματίου, διότι ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης ἀπουσιάζει εἰς Κρήτην. Ἅμα τῇ ἐπανόδῳ αὐτοῦ θὰ ζητήσω τὰς δεούσας πληροφορίας.
§16ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν διὰ τὴν προθυμίαν, μεθ’ ἧς ἔσπευσε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου· ἀλλ’ ἐπιτραπήτω μοι νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ ἀπάντησις αὕτη δὲν εἶναι πληρέστατα ἱκανοποιητική. Γνωρίζω δυστυχῶς, ὅτι πάντα ταῦτα ἐγένοντο νομοτύπως, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, καὶ ὅτι ὀφείλουσιν οἱ ἁρμόδιοι νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν ἀληθῆ καὶ τὴν ἠθικὴν κατάστασιν τῶν ἐξεταζομένων. Πρέπει δὲ πάντως νὰ ληφθῇ παρ’ ἡμῖν μέτρον ῥιζικὸν περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἡλικίας τῶν παρέδρων, ἀφοῦ ὁμολογούμενον τυγχάνει, ὅτι οἱ νόμοι περὶ ἀστικῆς καταστάσεως δὲν λειτουργοῦσιν, οὗ ἕνεκα καθ’ ἑκάστην πλεῖσται ἐνστάσεις καὶ ἄτοπα λαμβάνουσι χώραν. Προκειμένου δὲ περὶ τῶν ἄλλων δύο δικαστῶν, καίτοι δὲν ἐπιθυμῶ κατ’ ἀρχὴν νὰ ἀναφέρω περὶ προσωπικῶν ζητημάτων, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω τῷ κ. Ὑπουργῷ, ὅτι ἴσως αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔχω, εἶναι σαφέστεραι, διότι καὶ παρ’ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων ἔμαθον, ὅτι ὁ τέως γραμματεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν δὲν κατηγγέλθη ὡς διαλύσας ἁπλῆν μνηστείαν, ἣν συνῆψε, ἀλλὰ διότι συνέζη μετ’ ἀδελφῆς ὑπογραμματέως τινὸς ἐκεῖ, ἣν καὶ ἐγκατέλιπεν, ἡ δὲ καταγγελία αὕτη συνωδεύθη πρὸ ὀλίγων ἐτῶν δι’ ἐκθέσεως ἀπολύσεως ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως. Ὁ δὲ ἕτερος, ὡς παρὰ τοῦ ἐνταῦθα Εἰσαγγελέως ἐπληροφορήθην, ἔχει ἐκκρεμῆ καταγγελίαν ἐπὶ ἐκβιάσει παρά τινος διδασκάλου, καὶ ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἐνέχεται πὼς καὶ πρόσωπον κατηγορούμενον νῦν ἐν τῇ ὑποθέσει τῶν πλαστῶν εἰσιτηρίων τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ, ἵνα οἱ παρ’ ἡμῖν δικασταὶ ὦσιν ἄμεμπτοι, ὡς οἱ ἀρχαιότατοι τούτων Αἰακός, Μίνως καὶ Ῥαδάμανθυς· δὲν ἀρκοῦμαι εἰς τὸ μὴ ἀξιόποινον, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὀχυρώμεθα πρὸ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, ἵνα καταστρέψωμεν τὸν πραγματικὸν αὐτοῦ σκοπόν· προτιμότερον εἶναι, αὐστηρῶς νὰ ἐξετάζωμεν τὰ προσόντα ταῦτα προκαταβολικῶς ἢ νὰ καταφεύγωμεν εἰς δικαστικὰς ἐκκαθαρίσεις ἐκ τῶν ὑστέρων διὰ τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου.
§17Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίαν τῆς Βουλῆς, ἥτις (συνεδρία) ἦτο καὶ ἡ πρώτη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔσχε τὴν τιμὴν νὰ ἐργασθῇ μετὰ τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις, ἐκωλύθην, ἕνεκα ἀσθενείας, νὰ παρευρεθῶ. Προεθέμην ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδρίας νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις τινὰς, ἀφορώσας εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν εὕρομεν διαχειριζομένας τὰς πιστώσεις τοῦ 1899 καὶ ἰδίως τοῦ τελευταίου μηνὸς, ἤτοι τοῦ Μαρτίου. Ἐκ καθήκοντος ὀφείλω νὰ παράσχω τὴν ἐξήγησιν ταύτην πρὸς τὴν Βουλὴν, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἡ Κυβέρνησις ἐμπνέεται ὑπὸ ἀμερίστου σεβασμοῦ πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Ἀρχομένου τοῦ ἔτους 1899 ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διὰ Β. Διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου 1897, ὅπερ, ὡς χρῇζον τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως, ἔχει νομοθετικὸν χαρακτῆρα, ἀπεφάσισε νὰ κανονίσῃ τὰ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τοῦ ἔτους 1899, μέχρις οὗ ἐπιψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰς τὴν προηγουμένην Βουλὴν ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898, ἐξαίρεσιν δὲ παρεδέχθη μόνον ὡς πρὸς τὰς πιστώσεις τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ εὐλόγως, διότι τὰ τοῦ δημοσίου χρέους ὑπέστησαν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους σπουδαίας μεταβολάς. Τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου 1899 ὑποκαταστήσαντος τὸν νόμον τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἵπετο νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ περὶ κατανομῆς τῶν πιστώσεων εἰς ἕκαστον τῶν μηνῶν. Πρὸς τοῦτο προηγήθησαν διατάγματα κατανέμοντα τὰς πιστώσεις τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου. Ὅτε ἀνελάβομεν τὴν ἀρχὴν, εὕρομεν τὰς πληρωμὰς τοῦ μηνὸς Μαρτίου κατὰ τὰ 9/10 συντετελεσμένας, ἐσκέφθημεν δὲ πρὸς στιγμὴν, ἂν δὲν ἦτο ἐπιβεβλημμένον εἰς ἡμᾶς νὰ ῥυθμίσωμεν τὰ τῶν πιστώσεων τοῦ μηνὸς Μαρτίου, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐγένετο ἤδη χρῆσις αὐτῶν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τὴν ἰδέαν ταύτην ἐγκατελείψαμεν, σκεφθέντες ὅτι οὕτως ἠθέλομεν γείνῃ πρόξενοι ἀταξίας τινὸς λογιστικῆς, διότι τὰ τοῦ μηνὸς Μαρτίου ἔξοδα ἤθελον ἔχει δύο πηγὰς, τὸ Β. Διάταγμα, τὸ προκληθὲν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ τὸν τῇ πρωτοβουλίᾳ ἡμῶν ψηφισθέντα νόμον περὶ χορηγίας δωδεκατημορίου. Ὑπελάβομεν δὲ ὡς ἀβλαβὲς ν’ ἀφήσωμεν τὰ τῶν πιστώσεων τοῦ μηνὸς Μαρτίου ὡς εἶχον κανονισθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, χωρὶς οὐδεμίαν ν’ ἀναλάβωμεν εὐθύνην, οὐδὲ νὰ προσδώσωμεν κῦρος εἰς τὰ ὑπ’ αὐτῆς πεπραγμένα. Ὀφείλομεν ὅμως, παρέχοντες τὴν ἐξήγησιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ βεβαιώσωμεν αὐτὴν, ὅτι προσεχῶς θὰ ὑποβάλωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, καὶ, ἂν δεήσῃ, θὰ προκαλέσωμεν νόμον περὶ παροχῆς πιστώσεως ἴσης τῷ δωδεκατημορίῳ διὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον, ὃν διανύομεν. Τὰς ἐξηγήσεις ταύτας ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν· φρονῶ δὲ, ὅτι οὕτω θέλει ἀρθῇ πᾶσα παρεξήγησις, ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν καὶ εἰς τὸν ὁποῖον διατηροῦμεν σεβασμὸν εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς.
§18Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐθεώρησε καθῆκόν του νὰ δώσῃ διασαφήσεις πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν πεπραγμένων παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 καὶ περὶ τῶν σκοπῶν, οὓς ἔχει ἡ νῦν Κυβέρνησις διὰ τὸν χρόνον, ὅστις θὰ παρέλθῃ μέχρι τῆς ὑποβολῆς καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899· ἀνέφερε δ’ ὑμῖν, ὅτι ἐξεδόθη τὴν 12 Ἰανουαρίου 1899 διάταγμα, ἐπέχον τόπον προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Κατόπιν ὅτι ἐξέδωκαν ἕτερα τοιαῦτα, δι’ ὧν κατένεμον τὰς πιστώσεις διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη, ἂν δὲν ὤφειλε διὰ τὰς δαπάνας τοῦ μηνὸς Μαρτίου, ὡς πρὸς ἃς ὑπέχει εὐθύνην, νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἑνὸς ἢ δύο δωδεκατημορίων, ἀλλὰ ἐθεώρησεν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τὰ 9/10 τῶν πληρωμῶν τοῦ μηνὸς Μαρτίου εἶχον κανονισθῆ ὑπὸ τοῦ προκατόχου του ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐκδοθέντος διατάγματος, ὅτι εἶναι ἠναγκασμένος ν’ ἀκολουθήσῃ κατὰ πόδα τὴν πορείαν αὐτοῦ, πορείαν δι’ ἣν οὗτος τόσον κατεκρίθη. Δὲν ἠθέλησα νὰ παρέλθῃ ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν χωρὶς νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν ἐκδοθέντων διαταγμάτων, διότι μοὶ ἐφάνη ὅτι καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις συναινεῖ εἰς τὴν παράτασιν τῆς ἐκνόμου καταστάσεως, ἣν εἰσήγαγεν ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν. Ἀναγκαίως αἱ ἐξηγήσεις, αἱ δοθεῖσαι παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐγείρουν τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἐὰν τὸ διάταγμα τῆς 12 Μαρτίου καὶ τὰ διατάγματα τὰ κατόπιν ἐκδοθέντα περὶ διανομῆς τῶν πιστώσεων τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου ἦναι συνταγματικῶς νόμιμα. Δεύτερον, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι εἶναι νόμιμα, ἐὰν δύναται νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ ἡ νῦν Κυβέρνησις, καὶ τρίτον ζήτημα, κατὰ πόσον τὸ διάταγμα τοῦ Μαρτίου τοῦ 1899 εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τῆς νῦν. Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῇ ἀφελείᾳ, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, προυκάλεσε τὴν 12 Ἰανουαρίου ἐ. ἔτους διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς δέον νὰ χαρακτηρισθῇ — ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, τὴν ἔκφρασιν, — ὡς ἔξω φρενῶν. Ἠξεύρετε τί ὁρίζει τὸ διάταγμα τοῦτο; Καθιστᾷ προϋπολογισμὸν φανταστικόν, ὅπως τοὐλάχιστον τὸν ἐφαντάσθη ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου· ὁρίζει ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κατατεθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898 θὰ δαπανήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖται εἰς τοῦτο. Τὸ διάταγμα περιλαμβάνει ἕτερον ἄρθρον, ὅπερ ὁρίζει, ὅτι διὰ τὰς ὑπηρεσίας, αἵτινες ἐπετράπησαν διὰ νόμων, ἢ ἐπιβάλλουσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, θὰ προκαλῶνται, συμφώνως μὲ τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἀναπληρωματικαὶ ἢ ἔκτακτοι πιστώσεις. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ φανταστικός των προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω ἐὰν ἀπεκόμισε μεθ’ ἑαυτοῦ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ἢ ἂν τὸν παρέδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις τὸν διεδέχθη. Τοῦτο ὅμως ἀποτελεῖ ζήτημα οἰκογενειακὸν, τὸ ὁποῖον, ὅταν θελήσουν, θὰ τὸ λύσωσι μεταξὺ των, ἀνακοινοῦντες ἡμῖν καὶ τὴν λύσιν του. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἑτέρα διάταξις, ἥτις μὲ ἠνάγκασε νὰ ὀνομάσω τὸ διάταγμα τῆς 12 Ἰανουαρίου ἔξω φρενῶν. Εἶναι τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι ὁ φανταστικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου θὰ ἰσχύσῃ μέχρις οὗ ἐπιψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ὁ ἀληθὴς προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1899. Τῇ ἀληθείᾳ ἀπορῶ, πῶς κατώρθωσαν νὰ πείσουν τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς, διότι βεβαίως δὲν εἶναι ἔργον τῶν χειρῶν του τὸ διάταγμα τῆς 12 Ἰανουαρίου, — τὸν γνωρίζω ἀρκετὰ σώφρονα καὶ συνετόν, ὅπως μὴ πράττῃ τοιαῦτα ἔξω φρενῶν, — πῶς, λέγω, κατώρθωσαν νὰ τὸν πείσωσι νὰ ὑπογράψῃ τοιοῦτον διάταγμα. Κύριοι, βεβαίως τὸ διάταγμα αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὑπὸ ἔννοιαν συνταγματικὴν, τὸ διάταγμα τοῦτο ἀποδεικνύει τελείαν ἄγνοιαν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ δύναται μὲν ν’ ἀποδεικνύῃ πολὺν ζῆλον ἐκ μέρους τοῦ συμπολίτου μου ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἤθελον τὸν συμβουλεύσει, καὶ χάριν ἑαυτοῦ καὶ χάριν αὐτῶν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων τοσοῦτον ἠγωνίσθη τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, ν’ ἀπέχῃ τοσούτου ζήλου, διότι ὁ πολὺς ζῆλος πάντοτε βλάπτει. Τάχα νομίζει ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου...
§19Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Παρακαλῶ, πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ ἀπευθύνησθε. Δὲν ἔχετε δικαίωμα ν’ ἀποτείνησθε πρὸς ἐμέ.
§20Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνωμαι πρὸς ὑμᾶς, διότι εἶσθε ὑπόλογος. Βεβαίως σὲ πονοῦν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σοὶ λέγω, καὶ δὲν δύνανται παρὰ νὰ σᾶς πονοῦν, ἀλλὰ ὠφείλετε νὰ σκεφθῆτε, ὅταν τόσον αὐτοβούλως διεχειρίζεσθε τὰ κοινὰ, ὅτι θὰ ἤρχετο ἡ ἡμέρα αὕτη, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἐζητεῖτο λόγος (εὖγε!). Ἔχομεν θεσμοὺς καὶ νόμους, ἐὰν δ’ ἐκλήθητε εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐκλήθητε δυνάμει αὐτῶν, καὶ εἴχετε ὑποχρέωσιν ἀπαράβατον νὰ ὑποταχθῆτε εἰς τοὺς νόμους.
§21ΝΕΓΡΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§22ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι, τὸ διάταγμα τῆς 12 Ἰανουαρίου βεβαίως δὲν ἔχει νόμιμον βάσιν, εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, διότι τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ὑπὲρ τοῦ κύρους τοῦ διατάγματος τούτου ὁ ὑπογράψας αὐτὸ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ἄρθρα τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι μὲ τὸν φανταστικὸν τοῦτον προϋπολογισμόν. Ἔχομεν διατάξεις ἐν τῷ νόμῳ ἀφορώσας εἰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ἔχομεν διατάξεις ἀφορώσας εἰς ἐκτάκτους πιστώσεις, καὶ αἵτινες πᾶσαι προκαλοῦνται κατὰ λόγον τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δύνασθε νὰ διέλθητε ἀπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου μέχρι τοῦ τελευταίου τὸν μακρὸν αὐτὸν νόμον, χωρὶς νὰ δυνηθῆτε νὰ εὕρητε μίαν κἄν διάταξιν, ἡ ὁποία κατ’ ἐλάχιστον νὰ δικαιολογῇ τὴν ἔκδοσιν προϋπολογισμοῦ φανταστικοῦ. Καθ’ ὅσον δὲ εἶναι ἀντισυνταγματικὸν τὸ ἐν λόγῳ διάταγμα, ἀφορᾷ εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ συμπολίτου μου καὶ ἐκείνων, οἵτινες συνέπραξαν μετ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἤθελεν ἐκτελεσθῇ τὸ διάταγμα τοῦτο παρὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, θ’ ἀφεώρα εἰς τὴν εὐθύνην οὐχὶ τοῦ συμπολίτου μου, ἀλλ’ αὐτῆς, διότι, ὡς θεωρῶ ὅτι ἡ ἐπίκλησις τοῦ Ἄνακτος δὲν θεραπεύει πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν, ἐπίσης θεωρῶ, ὅτι ἡ ἐπίκλησις τῶν πλειονοψηφιῶν δὲν ἀπαλλάσσει ἐκ τῆς παρανομίας. Ἀληθῶς ἐξεπλάγην, ὅταν ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν λέγοντος, ὅτι τὸ διάταγμα τῆς 28 Μαρτίου, τὸ περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τὸν μῆνα Μάρτιον ἴσης πρὸς ἕν δωδεκατημόριον τοῦ φανταστικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐξετελέσθη κατὰ τὰ 9/10. Καὶ διατί; Τὸ διάταγμα τοῦτο φέρει χρονολογίαν τῆς 28 Μαρτίου 1899, δηλ. ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἦτο παροῦσα καὶ ἐλειτούργει. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἐὰν εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου ἢ εἰς τὴν παραμονήν; ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἦτο παροῦσα, ἑπομένως τοιοῦτον διάταγμα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ, καὶ ἐπὶ τούτῳ φέρει εὐθύνην ὁ ἐκδοὺς αὐτὸ Ὑπουργός. Ἀλλὰ παρατηρῶ τι πλέον, παρατηρῶ ὅτι τὸ διάταγμα τοῦτο ἀδίκως ῥίπτεται εἰς βάρος τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου, διότι ἐδημοσιεύθη τὴν 2 Ἀπριλίου, σημειώσατε δὲ, ὅτι τὴν 2 Ἀπριλίου βλέπω δημοσιευόμενον εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἄλλο διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς εὐηρεστήθη νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Νέγρη, νὰ διορίσῃ δὲ ἀντ’ αὐτοῦ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸν κ. Ἀνάργυρον Σιμόπουλον.
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετὰ μεσημβρίαν.
§24ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο λύουν τὰ φύλλα τῆς «Ἐφημ. Κυβερνήσεως», τὰ ὁποῖα ἔχω ἐνταῦθα. Τὸ μὲν τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Νέγρη φέρει ἀριθμὸν 66, τὸ δὲ περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τὸν μῆνα Μάρτιον ἀριθμὸν 67. Ἀναμένω δὲ μετ’ ὀλίγον, ὅτε θὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, νὰ σᾶς κατηγορήσῃ ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, διότι βεβαίως τὸν παρέβητε, δημοσιεύσαντες τὸ διάταγμα τοῦτο. Παρέβητε δὲ καὶ ἄλλον νόμον, παρέβητε δὲ καὶ ἕτερον διάταγμα, ἐπέχον τόπον νόμου, τὸ διάταγμα τοῦ 1833 περὶ δημοσιεύσεως τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Ἐλησμονήσατε οὕτω μίαν παλαιὰν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἐφηρμόσατε ἄλλοτε εἰς βάρος μου, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται πρᾶξις πεπτωκότος Ὑπουργείου νὰ δημοσιεύηται παρὰ τοῦ διαδόχου. Ἐν τούτοις ἐπράξατε αὐτὸ τοῦτο ἐναντίον ἐκείνης τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν ἐξηνέγκατε κατὰ τὸ 1893 εἰς βάρος μου. Ἐδημοσιεύσατε εἰς βάρος τοῦ ἐντίμου συμπολίτου μου, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀρκετὰς ἁμαρτίας διὰ νὰ μὴ φορτώνηται καὶ τὰς τῶν ἄλλων, διάταγμα περὶ διανομῆς τῆς πιστώσεως διὰ τὸν μῆνα Μάρτιον, τὸ ὁποῖον φέρει χρονολογίαν τῆς 28 Μαρτίου, ἀλλὰ ἔχει δημοσιευθῇ εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 67 φύλλον τῆς 2 Ἀπριλίου δηλ. εἰς τὸ ἀμέσως ἑπόμενον φύλλον τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου καὶ τοῦ διορισμοῦ ὑμῶν. Οὕτω φαίνεσθε, ὅτι κατωρθώσατε νὰ κάμητε τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου, ἐν τῇ ἀφελείᾳ του καὶ ἐν τῷ ζήλῳ του ὑπὲρ τοῦ Κράτους, νὰ σύρῃ τὰ κάστανα ἐκ τῆς πυρᾶς, τὰ ὁποῖα φαίνεσθε ἕτοιμοι νὰ τὰ φάγητε σεῖς. Βεβαίως δὲν εἶχε κανένα λόγον οὗτος, ἀφοῦ εἶδε τὸν χάρον ἐμπρός του ἀπὸ τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων, δὲν εἶχε λόγον ν’ ἀποσύρῃ τὰ κάστανα ἐκ τῆς πυρᾶς καὶ νὰ κάψῃ τοὺς δακτύλους του, ἀλλ’ ἐν τῇ ἀφελείᾳ του ἔπραξε καὶ τοῦτο. Δὲν εἶναι ὅμως συνετὸν νὰ θελήσητε σεῖς νὰ τὰ φάγητε· προσέξατε μὴ καῆτε, διότι πάρα πολὺ καίουν. Δὲν βλέπω ὅτι δικαιοῦσθε ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτου διατάγματος νὰ προβῆτε εἰς πληρωμὰς καὶ ν’ ἀποκτήσητε δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις. Εἶπον ὅτι θαυμάζω δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δηλ. κατὰ τὸ πλεῖστον αἱ πληρωμαὶ τοῦ μηνὸς Μαρτίου ἔχουν ἐκτελεσθῆ, καὶ θαυμάζω, διότι τὸ σχετικὸν διάταγμα δὲν ἐδημοσιεύθη, παρὰ τὴν 2 Ἀπριλίου, δὲν ἦτο δὲ δυνατόν, μὴ δημοσιευθέντος τοῦ διατάγματος περὶ διανομῆς τῶν πιστώσεων τοῦ μηνὸς Μαρτίου, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ θεωρήσῃ τὰ σχετικὰ ἐντάλματα. Ἐὰν προέβη εἰς τὴν θεώρησιν αὐτῶν, δὲν γνωρίζω, ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἔπραξε, βεβαίως ἐκτὸς τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου πρέπει νὰ καλέσωμεν ἐνταῦθα καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διὰ νὰ μάθωμεν, πῶς θεωροῦνται ἐντάλματα ἐπὶ τῇ βάσει πιστώσεων μὴ διανεμηθεισῶν, διότι τὸ ἐπέχον ἰσχὺν νόμου διάταγμα τοῦ 1833 περὶ δημοσιεύσεως τῶν κυβερνητικῶν πράξεων εἶναι ῥητόν. Τὸ διάταγμα τῆς 1 Φεβρουαρίου 1833 ὁρίζει ῥητῶς ἐν ἄρθρῳ 2: «Ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως θέλει εἶναι τοῦ λοιποῦ τὸ μόνον ὄργανον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουν γνωστοποιεῖσθαι ὅλοι οἱ νόμοι, διατάγματα καὶ διακηρύξεις. Ταῦτα πάντα θέλουν ἔχει ὑποχρεωτικὴν δύναμιν δι’ ὅλους τοὺς κατοίκους μιᾶς ἐπαρχίας, ἀφ’ ἧς ἡμέρας γνωστοποιηθῶσιν εἰς αὐτοὺς διὰ τῆς εἰρημένης Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». Πῶς λοιπὸν τὸ διάταγμα τῆς 28 Μαρτίου ἐδημοσιεύθη, καὶ τοῦτο μόνον μετὰ τὴν εἴσοδόν σας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, κατ’ ἐντολὴν ὑμῶν ἢ κατ’ ἐντολὴν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Διότι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις, ἀναγκαίως ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ἐθν. Τυπογραφείου ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅλας τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπρόκειτο νὰ δημοσιευθῶσι.
§25ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ....
§26ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Διαμαρτύρεσθε, ἀλλ’ ὅτι τὸ τεκμήριον εἶναι καθ’ ὑμῶν, δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀμφισβητήσητε. Τὸ τεκμήριον εἶναι, ὅτι ἐλάβετε γνῶσιν τοῦ διατάγματος, ὅτι τὸ ἐπεράσατε εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ συμπολίτου μου, καὶ δὲν ἐλάβετε τοὐλάχιστον τὴν πρόνοιαν νὰ τὸ δημοσιεύσητε πρὸ τοῦ διατάγματος περὶ τοῦ διορισμοῦ ὑμῶν. Παρακαλῶ, ἐν ὅσῳ καίουν τὰ κάστανα, νὰ μὴ τὰ καθαρίσητε καὶ νὰ μὴ τὰ φάγητε.
§27Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον εἰς τὰς εὐφυολόγους ἐκδρομὰς αὐτοῦ ὡς πρὸς τὰ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως πεπραγμένα. Προτίθεμαι δὲ νὰ περιορισθῶ μόνον εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν. Ὀφείλω νὰ μὴ παραλείψω, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 25 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τὰ διατάγματα περὶ διανομῆς πιστώσεων προκαλοῦνται ἐντὸς τοῦ προηγουμένου μηνὸς καὶ δημοσιεύονται ἐντὸς τοῦ προηγουμένου μηνός, ἵνα κανονισθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν αἱ διὰ τὸν ἑπόμενον μῆνα πιστώσεις. Δυστυχῶς ἡ διάταξις αὕτη περιῆλθεν εἰς ἀργίαν, καθόσον ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τὰ διατάγματα ταῦτα ἐκδίδονται περὶ τὸ τέλος τοῦ μηνός, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ κατανομὴ τῶν πιστώσεων. Δυστυχῶς καὶ ἕτερον ἐπεκράτησεν ἐσφαλμένον σύστημα, νὰ ἐκδίδωνται πρὶν ἢ προκληθῇ τὸ διάταγμα τῆς διανομῆς τῶν πιστώσεων τὰ ἐντάλματα καὶ νὰ θεωρῶνται ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, χωρὶς νὰ ἐξετάζηται, ἐὰν ἐδημοσιεύθη τὸ διάταγμα περὶ κατανομῆς τῶν πιστώσεων. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν γνῶσιν τοῦ διατάγματος τῆς 28 Μαρτίου, ὅπερ ἐδημοσιεύθη εἰς φύλλον τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», φέρον χρονολογίαν τῆς 2 Ἀπριλίου, διότι τὴν ἡμέραν ταύτην, ὡς γινώσκει ἡ Βουλή, ὡρκίσθημεν, ἀπὸ τῶν Ἀνακτόρων δὲ ἤλθομεν εἰς τὸ Βουλευτήριον, ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου δὲ μετέβημεν δι’ ὀλίγας μόνον ὥρας εἰς τὰ Ὑπουργεῖα. Οὔτε ὁ διευθυντὴς τοῦ Τυπογραφείου, οὔτε ἄλλος τις ἀνήγγειλεν ἡμῖν, ὅτι ὑπάρχει φύλλον τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» ὑπὸ τύπωσιν ἐν τῷ Τυπογραφείῳ, περιλαμβάνον τὸ διάταγμα τῆς 28 Μαρτίου περὶ διανομῆς τῶν πιστώσεων τοῦ μηνὸς τούτου. Ὅτε πρότερον ἔδωκα τὴν ἐξήγησιν ταύτην πρὸς τὴν Βουλήν, οὐδὲν εἶπον, οὐδὲ ὑπηνίχθην, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἐπιδοκιμασίαν ἢ ἔγκρισιν τῶν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως πεπραγμένων. Ἄλλως τε, φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ λάβῃ ἀφορμὴν ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὸ θέμα τοῦτο προσεχῶς. Τὰ διατάγματα ταῦτα θὰ προσαγάγωμεν ἐκ καθήκοντος εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τότε θὰ ἦναι ὁ εὔθετος χρόνος, ἵνα ἡ συζήτησις, τῆς ὁποίας ἤρξατο ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, λάβῃ χώραν. Σήμερον δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου· ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῶν πιστώσεων τοῦ μηνὸς Μαρτίου· ἡμεῖς οὐδὲν ἔνταλμα ὑπεγράψαμεν, οὔτε οἱ συνάδελφοί μου, καθ’ ὅσον γινώσκω. Εἶναι ὅμως πιθανὸν, ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν ἴσως ἀκαθάριστοι ἐλάχισταί τινες τῶν πληρωμῶν τοῦ Μαρτίου, νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ὑπογραφὴν ἡμῶν τοιαῦτα ἐντάλματα, καί, διὰ νὰ μὴ προσκόψῃ ὁ μηχανισμὸς ὁ ὑπηρεσιακός, χωρὶς οὐδεμίαν ν’ ἀναλάβωμεν εὐθύνην, πρέπει νὰ ὑπογραφῶσι τὰ ἐντάλματα ἐκεῖνα. Ἀλλ’ ἂν ἡ ἐν τῇ Βουλῇ κρατοῦσα γνώμη ᾖναι, ὅτι διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοιούτων ἐνταλμάτων θὰ προσδώσωμεν κῦρος εἰς τὰ ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν πεπραγμένα, δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν θέλομεν ὑπογράψει ποτέ, θέλομεν ἐπιφυλαχθῆ, ὅτε προσεχῶς θὰ ἐργασθῶμεν μετὰ τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τὰς ὑπολειφθείσας δαπάνας τοῦ μηνὸς Μαρτίου νὰ προκαλέσωμεν νόμον, καθόσον ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἶναι τέκνον γνήσιον τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ δὲν δύναται, εἰμὴ νὰ τρέφῃ εὐλάβειαν ἀμείωτον εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου. (Εὖγε! εὖγε!).
§28Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν θὰ ὑπογράψῃ ἐντάλματα, ὑπολείπεται μία ἐρώτησις: Θὰ παύσουν τάχα αἱ πληρωμαί; δὲν θὰ λειτουργῇ πλέον τὸ ταμεῖον μέχρι τῆς ἐπανόδου ἡμῶν; Διὰ νὰ μὴ στερήσωμεν τοὺς δικαιούχους ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δικαιοῦνται νὰ λάβωσι, νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ προκληθῇ προσωρινὴ πίστωσις, ἀφορῶσα εἰς τὸν μῆνα Μάρτιον. Οὕτως ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις θὰ συνεκόμιζεν ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην διὰ τὰ ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν, αἱ δὲ πληρωμαὶ τοῦ Κράτους θὰ ἐξακολουθοῦν ὁμαλῶς, χωρὶς ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ νὰ ὑπέχῃ εὐθύνην τινὰ διὰ τὰς γενομένας ἤδη πληρωμάς.
§29Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἠρώτησα τὸν κεντρικὸν ταμίαν, ἂν αἱ δαπάναι τοῦ μηνὸς Μαρτίου ἐπληρώθησαν πᾶσαι, ἔλαβον δὲ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἐλάχισται, ὀλίγων ἴσως χιλιάδων δραχμῶν δαπάναι δὲν ἐπληρώθησαν. Αἱ ἐπιτροπικαὶ ἐστάλησαν πρὸ τῆς 20 Μαρτίου εἰς τοὺς δευτερεύοντας διατάκτας.
§30ΝΕΓΡΗΣ. Κακῶς σᾶς ἐπληροφόρησαν.
§31ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ παύσῃ λειτουργοῦν τὸ δημόσιον ταμεῖον, οὐδὲ πρόκειται νὰ ἀναιρεθῶσι δικαιώματα κεκτημένα ἐκ μέρους τῶν δικαιούχων. Ἡμεῖς ἐσκέφθημεν νὰ μὴ τάμωμεν τὰς πιστώσεις τοῦ μηνὸς Μαρτίου εἰς δύο κατηγορίας, ἤτοι κατὰ τὸ πλεῖστον μὲν κεκανονισμένας δυνάμει τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 28 Μαρτίου, κατὰ δὲ τὸ ὑπόλοιπον εἰς νόμον νῦν ψηφισθησόμενον. Ἀλλ’ ἂν τῆς Βουλῆς τὸ πνεῦμα ᾖναι, ὅτι πρέπει καὶ τοῦτο νὰ γείνῃ, ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει δυσκολίαν νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, νὰ παρακαλέσῃ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ παραμείνῃ ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἔτι ἡμέρας, ὅπως ψηφισθῇ τὸ δωδεκατημόριον διὰ τὰς μήπω πραγματοποιηθησομένας δαπάνας τοῦ Μαρτίου.
§32ΝΕΓΡΗΣ. Κατηγορήθημεν ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ὅτι ἐξεδώκαμεν διατάγματα μὴ προβλεπόμενα ἀπὸ τὸν λογιστικὸν νόμον· σᾶς εἶπεν ὅμως, ὅτι ὁ λογιστικὸς νόμος προβλέπει ἐκτάκτους πιστώσεις. Ἀλλὰ τί ζητεῖται διὰ τῶν διαταγμάτων ἡμῶν ἢ ἔκτακτοι πιστώσεις, διδόμεναι ἕνεκα ἐκτάκτων ἀναγκῶν, ὡς προβλέπει ὁ νόμος ὁ λογιστικός; Ἂν τὰ διατάγματα ἡμῶν παρουσιάζουν τύπον ἰδιαίτερον, τύπον δωδεκατημορίου, τοῦτο δὲν ἀποκλείει τὸν σκοπὸν αὐτῶν νὰ καλύψουν ἐκτάκτους ἀνάγκας. Ἐκδίδοντες ταῦτα ὑπὸ τὸν τύπον δωδεκατημορίου, ἠθελήσαμεν ἀκριβῶς ν’ ἀποφύγωμεν τὴν μομφήν, τὴν ὁποίαν ἀδίκως ἀπηύθυνε πρὸς ἡμᾶς ἐν τῇ τελευταίᾳ συνεδριάσει ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὅτι ἐδαπανῶμεν τὸν δημόσιον πλοῦτον ἀνεξελέγκτως. Ἠθελήσαμεν νὰ φαίνηται καθαρῶς, ὅτι οὐδὲν ἕτερον ἐδαπανῶμεν ἢ τὰ ποσὰ τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1898, τῷ κατατεθέντι ἐν τῇ Βουλῇ· οὐδεμία ἄλλη λύσις ἐπαρουσιάζετο ἐν ταῖς ἀνωμάλοις περιστάσεσιν, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα. Ὁ λογιστικὸς νόμος δὲν προβλέπει τί γίνεται, ὅταν ἡ Βουλὴ ἀπουσιάζῃ καὶ δὲν ὑπάρχῃ προϋπολογισμὸς ἐψηφισμένος ἢ κατατεθειμένος ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐπράξαμεν λοιπὸν κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ κατὰ τὸ βέλτιον. Αἱ ἐξηγήσεις, ἃς σᾶς ἐδώκαμεν εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ἔπρεπε νὰ σᾶς πείσωσι περὶ τούτου, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν εὐθύνην τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων. Σᾶς εἶπον ὅτι, ἐπειδὴ ἐπείσθη τὸ Στέμμα ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἔθνους, διελύθη ἡ Βουλή, ὅπως ἀποφανθῇ τὸ ἔθνος. Καὶ τὸ ἔθνος ἀπεφάνθη, ὅτι ὀρθῶς ἡ Βουλὴ διελύθη, διότι τὸ ἔθνος κατέρριψε τὴν τότε πλειονοψηφίαν. Ποῖον δὲ ἦτο τὸ ἡμέτερον καθῆκον κατὰ τὰς στιγμὰς ταύτας; Νὰ προσπαθήσωμεν, ὅπως ἡ ἀπόφασις τοῦ ἔθνους ἐκδηλωθῇ ἐλευθέρως, χωρὶς νὰ παραλύσῃ ὅλος ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Κράτους. Εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται νὰ κρίνητε, ἂν ἐπράξαμεν τοῦτο εὐόρκως.
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἀμφιβάλλομεν, ὅτι ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶχε τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ μᾶς περιέγραψεν ὅτι εἶχε, διότι αἱ πράξεις αὐτοῦ μαρτυροῦσι τῷ ὄντι ὅτι εἶχε τὸ θάρρος τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ θάρρος τοῦτο εἶναι τὸ θάρρος τῆς ἀγνοίας, τὸ ὁποῖον ὀνομάζουσιν οἱ Γάλλοι «courage de l’ ignorance» (ἱλαρότης), τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τοσοῦτον πρὸς παράβασιν τῶν νόμων θάρρος. Καὶ θέλετε ἀπόδειξιν τῆς ἀγνοίας τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ μείζονα ἐκείνης, ἣν παρέχουσιν οἱ ἰσχυρισμοὶ, τοὺς ὁποίους οὗτος προέβαλε περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ προχθὲς καὶ σήμερον; Εἶπεν ὅτι οἱ παραιτηθέντες Ὑπουργοὶ, διαλύσαντες τὴν Βουλήν, ἐξετέλεσαν ἐντολήν τοῦ Στέμματος. Ἀλλὰ τὸ Στέμμα, ἂν εἶχε γνώμην νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὴν, ἂν αὐτοὶ δὲν προσεφέροντο ὄργανα τῆς ἐκτελέσεως τῆς γνώμης ταύτης. Δὲν ἐπικρίνω τὴν διάλυσιν, ἔκρινα μάλιστα αὐτὴν ἀναγκαιοτάτην καὶ ἐπείγουσαν· ἐγὼ ἠπόρουν, διατὶ αὕτη δὲν ἐγένετο ἀπὸ τὸν Μάρτιον ἢ ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον ἢ ἀπὸ τὸν Μάϊον, διατὶ ἐκυβέρνων οἱ παραιτηθέντες ἐπὶ δέκα μῆνας ἄνευ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἔθνους. Ταῦτα ἀποτελοῦσι τὸν ἀντικοινοβουλευτικὸν χαρακτῆρα τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ταῦτα μαρτυροῦσι τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον εἶχον, νὰ ἐκδώσωσι τὴν 12 Ἰανουαρίου 1899 διάταγμα, διὰ τὸ ὁποῖον, ὅταν ἀνεγίνωσκον αὐτὸ ἐν τῷ γραφείῳ μου μόνος, εἶπον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ἐνταῦθα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ὁ συντάξας αὐτὸ ἦτο ἔξω φρενῶν. Ἀλλὰ θέλετε ἄλλην ἀπόδειξιν περὶ τῆς ἀγνοίας τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἐδικαιολογεῖτο πρὸ μικροῦ, λέγων ὅτι πρόκειται περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως. Ἀλλ’ ἀνάγνωτε τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, διὰ νὰ μάθητε ποῖαί εἰσι κατ’ αὐτὸν αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις. Πιστώσεις ἔκτακτοί εἰσιν ἐκεῖναι, αἵτινες δὲν προεβλέφθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι αἱ ἀνάγκαι, δι’ ἃς ἐχορηγήθησαν, ἐπεφάνησαν μετὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ. Νομίζετε ὅτι εἶναι ἔκτακτοι πιστώσεις αἱ χορηγηθεῖσαι, μὴ ὑπάρχοντος προϋπολογισμοῦ, διὰ διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀντικαταστήσωσι τὸν προϋπολογισμόν; Ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὶς ἐπανέλαβεν, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ μεταβῇ εἰς τὸ δεσμωτήριον, προχθὲς καὶ σήμερον. Ἐπεθύμουν, ἐπειδὴ δὲν ἠσχολήθη εἰς τὴν ὕλην ταύτην, ἐπεθύμουν νὰ διαφωτίσω αὐτὸν, ὅτι οὐδένα τρέχει κίνδυνον νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὸ δεσμωτήριον. Τὰ Κοινοβούλια ἐλέγχουσι τὰς παρανομίας, ἀλλὰ δὲν προβαίνουσι πάντοτε εἰς τὴν τιμωρίαν τῶν παρανομούντων, καὶ ἂν αἱ παρανομίαι αὐτῶν ἐβεβαιώθησαν· προβαίνουσι δὲ μόνον ὅταν οἱ παραβάντες τοὺς νόμους ἀπεδείχθησαν ἀδιόρθωτοι ἢ τυγχάνωσιν ἐπικίνδυνοι εἰς τὴν Πολιτείαν· ἀλλὰ τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ Κοινοβούλιον καὶ ὅλη ἡ Ἑλλὰς δὲν θεωροῦσιν ἐπικίνδυνον εἰς τὴν Πολιτείαν (ἱλαρότης). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διέγνω τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἡ Ἑλλὰς, εἶναι, ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι πρόθυμος νὰ πράττῃ ὅ,τι λέγουσιν αὐτῷ νὰ πράττῃ, χωρὶς νὰ ἐννοῇ τί πράττει.
§34Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ πλεονέκτημα ἔχει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα· διδασκόμεθα καὶ διδάσκομεν. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ, ὅταν λαμβάνῃ τις τὴν ἀπόφασιν ν’ ἀφήσῃ ἀπολαυὴν 45 χιλιάδων δραχμῶν τὸ ἔτος διὰ νὰ γείνῃ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὀφείλει τοὐλάχιστον ν’ ἀναγνώσῃ τὸν λογιστικὸν νόμον, διότι ἄλλως παθαίνει ὅσα ἔπαθεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Πρέπει δὲ νὰ ἐννοήσωμεν πάντες, ὅτι ἡ Πολιτεία ἡμῶν δύναται νὰ ὀρθοποδήσῃ διὰ τῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διδασκαλίας, καὶ πρὸς τοῦτο, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, θὰ κληθῇ ἕκαστος ν’ ἀποτίσῃ τὰς ἰδίας εὐθύνας.
§35Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι πρέπον, νομίζω, μετὰ τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἀφορμὴν, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ σιωπήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸ πρακτέον ὑφ’ ἡμῶν, ὡς Ὑπουργῶν, ὡς πρὸς τὰς πιστώσεις τοῦ μηνὸς Μαρτίου. Ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεώς της ν’ ἀρκεσθῇ εἰς τὰς δοθείσας παρ’ ἐμοῦ ἐξηγήσεις ὡς πρὸς τὴν πίστωσιν τοῦ μηνὸς Μαρτίου καὶ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δι’ ὃ προβάλλομεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλή, κρίνουσα ἐπαρκεῖς τὰς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δοθείσας ἐξηγήσεις, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
§36ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τίνα λόγον;
§37ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ μὴ κωλυθῶμεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων, δηλοῦντες πάντοτε, ὅτι διὰ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐνταλμάτων δὲν ἀναγνωρίζομεν τὰ γενόμενα ὑπὸ τῶν προκατόχων μας ὡς νομίμως καὶ ἐγκύρως γενόμενα.
§38ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ αἴτησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχει σκοπόν. Διότι, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Βουλή, ἔστω καὶ παμψηφεί, ἀπεφάνθη ὅτι ἀρκεῖται εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦτο ἀπ’ αὐτοῦ οὐδεμίαν αἴρει διὰ τὰ πραχθησόμενα εὐθύνην. Τοῦτο καλύπτει τὰ μέχρι σήμερον γενόμενα, ἐφ’ ὅσον καὶ πάλιν δὲν παρήχθησαν εὐθῦναι ἐκ θετικῶν πράξεων. Καλύπτει πολιτικῶς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀποδεικνύει ἔνδειξιν ἐμπιστοσύνης μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει μίαν ὥραν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς. Αἱ πράξεις αἱ μετέπειτα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐὰν συνεπάγωνται εὐθύνας, συνεπάγονται αὐτὰς ἀκεραίας, ὅ,τι καὶ ἂν εἴπωμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα πρὸ μιᾶς ὥρας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις κατὰ τοῦτο εἶναι ἀτυχής. Θέλομεν ψηφίσει ἄνευ ἀνάγκης· θέλομεν ἀπολέσει ὥραν, χωρὶς οὐδὲν νὰ κερδήσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§39Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠδυνήθην, Κύριοι, νὰ ἐννοήσω διατὶ μετέγνω ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· διότι πάντες ἠκούσατε, μετὰ τὰς παρατηρήσεις, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τῶν διασαφήσεων, ἃς εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἦν πρόθυμος νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ ὑμῖν ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ εἰς τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου περὶ προσωρινῆς πιστώσεως.
§40ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἐπρόκειτο νὰ τὸ φέρῃ.
§41ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἡ Βουλὴ τοιαύτην ἔχῃ γνώμην, ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει ἀντίρρησιν.
§42Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. «Ἐὰν ἡ Βουλὴ τοιαύτην ἔχῃ γνώμην»! Ἀλλὰ προκαλεῖτε τὴν Βουλὴν εἰς ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἐνῷ σεῖς ἔπρεπε νὰ ἔχητε ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ μέτρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὠφείλετε νὰ διατυπώσητε! Νομίζετε ὅτι ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης καὶ κατ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ καλύψῃ τὴν παρανομίαν τὴν ἐκ τῆς ἐκτελέσεως διατάγματος, πρόρριζα ἀκύρου, ὡς συνταγματικοῦ; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῆτε ἄλλως, καὶ ἐπὶ μίαν καὶ μόνην στιγμήν, καὶ ἂν προτίθησθε νὰ εὐκολύνητε τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους σας, καὶ ἂν ἀποβλέπητε εἰς τὸ νὰ ἔχητε τὴν ἄνεσιν διὰ νὰ ἐργασθῆτε; Τοῦτο εἶναι λίαν εὐνόητον. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ θυσιάσητε ὀλίγον ἔτι χρόνον, καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ μᾶς ἐξαναγκάσητε εἰς ἐργασίαν ὀλίγον ἔτι χρόνον, φρονῶ ὅτι ὀφείλετε νὰ σπεύσητε, νὰ δείξητε ὅτι σπεύδετε, ὅτι σπεύδομεν πάντες νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν νομιμότητα. Ἀλλὰ μὲ μίαν πρότασιν ἐμπιστοσύνης τί θέλετε κερδήσει καὶ τί θέλετε ἀποδείξει; Ἴσως ἀναπολήσητε εἰς τὴν μνήμην παντὸς τὸν μῦθον τοῦ λύκου καὶ τῶν ποιμένων. Ὁ λύκος, βλέπων μακρόθεν τὸν ἀμνὸν ὑπὸ τῶν ποιμένων κατασφαζόμενον καὶ ψηνόμενον, ἔλεγε καθ’ ἑαυτόν: «ἐὰν τοιαῦτα ἐγὼ ἔπραττον, τίνα δὲν ἤθελόν μοι καταμαρτυρήσει;» Τοῦτο ἠθέλετε ὑπομνήσει. Εἶσθε Κυβέρνησις πλειονοψηφίας! Ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως ἀπαλλάττει ὑμᾶς τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ μείνητε ἐν τῇ νομιμότητι, ἔχετε δὲ καθῆκον σεῖς, κατακρίναντες τοσοῦτον τὰς ἐκθέσμους ἐνεργείας τῶν προκατόχων ὑμῶν, νὰ σπεύσητε ὅπως εἰσαγάγητε τὴν πολιτείαν εἰς τὴν νομιμότητα. Ἐν τούτοις τὴν τοιαύτην σπουδὴν δὲν ἀποδεικνύετε, ἀλλὰ προβάλλετε, ὅτι, ἀφοῦ κατὰ τὰ 9/10 ἔφαγε τὸ βόϊδι ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, δὲν βλάπτει ἂν φάγητε καὶ σεῖς τὴν οὐρὰν, οὐδὲ βλάπτει, ἂν στάξῃ αὐτὴ ἡ οὐρά. Ὄχι, Κύριοι! Ὄχι! πρὸς Θεοῦ! Μὴ φεισθῆτε ὀλίγου χρόνου, διότι φειδόμενοι ἐλαχίστου χρόνου, καθιστᾶτε κακὸν προηγούμενον, καὶ ἀκριβῶς εἰς τὸ νὰ μὴ ὑπάρξῃ τοιοῦτο κακὸν προηγούμενον ἐσκόπουν, ὅταν προεκάλουν τὴν συζήτησιν ταύτην.
§43Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί προτείνετε, κύριε Βουλευτά;
§44ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδέχθη, νομίζω, ἡ Κυβέρνησις.
§45Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἐννοεῖτε νὰ μείνωσιν ὅπως ἔχουσι τὰ ἄλλα;
§46ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως. Δὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν τὰ ἄλλα.
§47Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐννοῶ τὸ διάταγμα τοῦ Ἰανουαρίου.
§48Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· τὸ διάταγμα τοῦ Ἰανουαρίου, τὸ διάταγμα τοῦ Φεβρουαρίου, ἔχουσι πλέον καταναλωθῆ, ὑπολείπεται δὲ μόνη ἡ ἐξ αὐτῶν εὐθύνη ἀκεραία. Δὲν δύναται πλέον νὰ κάμῃ τίποτε ἡ Βουλή, παρὰ μόνον νὰ τὰ ἐξετάσῃ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν συνεπάγονται. Ἀλλὰ τὸ διάταγμα τοῦ Μαρτίου, καθ’ ὅσον ἐξετελέσθη ἤδη, ἐξετελέσθη παρανόμως παρὰ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ κατὰ τὸ ὑπόλοιπον παρὰ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐκτελούμενον συνεπάγεται καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν τὰς εὐθύνας, ἃς συνεπάγεται ὡς πρὸς ἐκείνους, οἵτινες τὸ προεκάλεσαν, καὶ οἵτινες προεκάλεσαν καὶ ἐξετέλεσαν τὰ προηγούμενα διατάγματα. Εἶναι ἁπλουστάτη ἡ ἔννοια αὕτη. Ἁπλούστατον δὲ εἶναι νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς νομιμότητος. Δὲν πρόκειται δὲ, Κύριοι, περὶ ἁπλῶν λόγων. Πρόκειται ν’ ἀναγνωρισθῇ καὶ πάλιν τὸ δικαίωμά σας ἐκεῖνο, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου τὰ Κοινοβούλια ἐπὶ αἰῶνας ἐπάλαισαν πρὸς τὴν ἀπολυταρχίαν. Πρόκειται ν’ ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμά σας, ὅτι δὲν δύναται νὰ εἰσπραχθῇ φόρος, δὲν δύναται νὰ γείνῃ οἱαδήποτε δαπάνη ἢ διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν, καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν. Εἶναι εὔκολον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουσι τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, νὰ ζητήσωσιν ἕνα κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὅστις περιλαμβάνει καὶ τὸ Σύνταγμα, καὶ νὰ ἀναγνώσωσι τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 59 καὶ 60.
§49Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐζήτησα νὰ διασαφηνισθῇ τὸ ἑξῆς. Εἴπετε καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι τὸ ἀντισυνταγματικὸν διάταγμα εἶναι τὸ διάταγμα τῆς 12 Ἰανουαρίου, τὸ ὁποῖον ἀνεπλήρωσε προσωρινῶς τὸν προϋπολογισμόν, διότι καθαρῶς λέγει, ὅτι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898 ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἐπιτρέπει τὴν δαπάνην.
§50ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι ἐπὶ τρεῖς μῆνας· ἐπ’ ἄπειρον.
§51ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἆ! τότε ἀλλάσσει. Ἐγὼ οὕτως ἐξέλαβον.
§52ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπ’ ἄπειρον.
§53Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὅσα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἐδήλουν σαφῶς, ποίαν ἔχει γνώμην περὶ τῶν διαταγμάτων, τῶν ἐκδοθέντων ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Περὶ τούτου οὐδεμία ἀμφιβολία ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι μετὰ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου καταδικάζομεν τὰ διατάγματα ταῦτα. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέδειξεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δυσκολίαν, ἐνώπιον τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, καίτοι τὸ διάταγμα ἐδημοσιεύθη τὴν 28 Μαρτίου, εἶχεν ἤδη ἐκτελεσθῆ κατὰ τὰ 9/10 πρὸ τῆς 28 Μαρτίου. Ἐσκέφθημεν εὐθὺς ἀμέσως, μόλις ἀνελάβομεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἓν δωδεκατημόριον, καὶ τοῦτο, ὅπως ἀποφύγωμεν νὰ φανῶμεν ἐκτελεσταὶ διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα καταδικάζομεν. Ἀλλὰ ὅτε ἐπρόκειτο ν’ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δωδεκατημορίου, εὑρέθημεν πρὸ τῆς δυσκολίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς ἀνέφερε, δηλαδὴ πρὸ δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξετελέσθησαν κατὰ τὰ 9/10, ἐφάνη δ’ ἡμῖν, ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολον, ἵνα διὰ διατάγματος περὶ δωδεκατημορίου κανονισθῶσι μικραί τινες δαπάναι, ἐνῷ τὸ πλεῖστον ἐξ αὐτῶν εἶχεν ἐκτελεσθῆ τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ δημοσιευθέντος διατάγματος. Θὰ ἐπαρουσιάζετο τοῦτο τὸ ἔκτακτον, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ Μαρτίου θὰ ἐκανονίζοντο κατὰ τὸ πλεῖστον διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 28 Μαρτίου, κατὰ μικρόν, ἐλάχιστον δὲ μέρος διὰ τῆς πιστώσεως τοῦ δωδεκατημορίου, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θέλει χορηγήσει. Εἰλικρινῶς τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέδειξε τὰς δυσκολίας ταύτας, καὶ ὑποδεικνύων τὰς δυσκολίας ταύτας, βεβαίως δὲν εἶχε παρὰ ἕνα μόνον σκοπόν, νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅπως προβῇ εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν μικρῶν αὐτῶν δαπανῶν, ὑποδεικνύων σύναμα πόσον ὁ κανονισμὸς οὗτος εἶναι δύσκολος. Μεγάλην ἔλαβεν ἀνάπτυξιν ἡ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συζήτησις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐθεώρησεν, ὅτι κατὰ ταύτην ἐπεκρίθη ἡ διαγωγὴ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑπέβαλε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσεν. Ἐὰν ὅμως οἱ προαγορεύσαντες δὲν προέθεντο ἵνα τὴν Κυβέρνησιν ἐπικρίνωσι, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθεῖσαν πρότασιν, καὶ δὲν θὰ διστάσῃ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ δωδεκατημορίων, καίτοι ὑπάρχει κίνδυνος, ὅτι ἐκ τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐκ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ θὰ γεννηθῶσι βεβαίως δυσκολίαι, διότι εἶναι κάτι τι ἐντελῶς παράξενον, πληρωμαὶ ἑνὸς μηνὸς νὰ γίνωνται ἐκ δύο διαφόρων πηγῶν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδεμίαν ἔχει δυσκολίαν νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ δωδεκατημορίων, ἡ δὲ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀρκουμένη εἰς τὰ λεχθέντα μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἄλλον σκοπὸν δὲν εἶχεν ἢ νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐκφράσῃ γνώμην ἀπέναντι τῶν ἐπικρίσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέθεσεν ὅτι ἐξηνέχθησαν.
§54ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔγεινεν ἐπίκρισις.
§55Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν ἐσκόπουν ἐπίκρισιν. Ἠθέλησα ἁπλῶς νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ ζητήματος κεφαλαιώδους, καὶ ὅπως προτρέψω, ἵνα μὴ φεισθῇ ὀλίγου χρόνου, τὸν ὁποῖον ἤθελε καταναλώσει καὶ αὐτὸς καὶ ἡ Βουλὴ χάριν τῆς νομιμότητος· ἀλλ’ οὔτε ὑπῆρχε λόγος νὰ κατακριθῇ ἡ Κυβέρνησις διὰ πράξεις, ἃς δὲν ἐνήργησε. Μόνον ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐνεργήσει ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος τῆς 28 Μαρτίου, θὰ ἦν δυνατὴ ἡ ἐπίκρισις. Ἴσως μόνος ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου θὰ ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, διότι κατ’ ἐκείνου ἐγένετο ἡ κατάκρισις· παραξενεύομαι δ’ ἀληθῶς, διότι ὑπέλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπικριθῇ αὐτὴ διὰ πράξεις, ἃς δὲν ἐνήργησε.
§56Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας παρέσχεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, οὐδένα λόγον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος πρόκλησιν τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς.
§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ μὴ διακόψωμεν τὰς συνεδριάσεις, καὶ νὰ συζητήσωμεν σήμερον τὸ νομοσχέδιον περὶ δωδεκατημορίων.
§58Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ μᾶλλον προσῆκον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δηλαδὴ νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ὑποβάλῃ αἰτήσεις περὶ δωδεκατημορίων. Ἐφάνη εἰς αὐτὸν ἄτοπον, καὶ εὐλόγως, νὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτου ἀντισυνταγματικοῦ διατάγματος, οἷον τὸ τῆς 12 Ἰανουαρίου, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιτρέψῃ τὴν δαπάνην τοῦ μηνὸς Μαρτίου. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἠγέρθη ἀφ’ ἑτέρου ἐκ μέρους τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἡ ἀντίρρησις, ὅτι λόγῳ τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις εὐθύνην, νομίζω ὅτι δύναται εὐθὺς ἀπὸ σήμερον νὰ ὑποβάλῃ τὸ διάταγμα αὐτό. Δὲν εἶναι δὲ κατεπείγουσα ἀνάγκη καὶ νὰ ψηφισθῇ αὔριον ἢ μεθαύριον. Δύναται νὰ ἀφεθῇ, ὅπως μετὰ τῶν ἄλλων ψηφισθῇ, ὅταν ἔλθῃ καὶ ἡ συζήτησις τῶν ἄλλων. Νομίζω ὅτι εἰς τοῦτο δὲν ἀντίκειται οὔτε ὁ λογιστικὸς νόμος, οὔτε ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ μείνῃ καὶ ψηφίσῃ αὐτό, διότι ἤκουσα, ὅτι ὑπάρχει ἰδέα ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν. Δὲν νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ὑποβληθῇ, εἶναι ἀνάγκη ἀμέσως ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ψηφίσῃ.
§59ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δύναμαι νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον μετ’ ὀλίγας στιγμάς. Ἂν ὅμως αὐτὸ δὲν ψηφισθῇ εἰς τρεῖς συνεδριάσεις, ἀποβαίνει ἄχρηστον. Μόνον ὑπὸ ἕνα ὅρον θὰ ὑποβληθῇ, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ δύο ἀκόμη συνεδριάσεις καὶ ἐπιψηφίσῃ αὐτό.
§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§61ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι καθῆκον τῆς Βουλῆς.
§62ΜΠΑΣΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω μόνον, ἂν ἦναι δυνατόν, ὁ ἰδανικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 νὰ μᾶς διανεμηθῇ.
§63ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς ἐφημερίδας ὄντως εἶχε δημοσιευθῆ, ὅτι εἶχε παρασκευασθῆ παρὰ τῆς προκατόχου ἡμῶν Κυβερνήσεως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899. Συνέβη μάλιστα καὶ ἕτερόν τι. Εἴς τινα ἐφημερίδα ἐδημοσιεύθησαν ἀριθμοί, εἰλημμένοι ἐκ τοῦ συνταχθέντος προϋπολογισμοῦ· ἠκούσαμεν δὲ, ὅτι διετάχθη ἀνάκρισις ἐν τῷ Τυπογραφείῳ πρὸς ἀνεύρεσιν ἐκείνου, ὅστις παρέδωκε τοὺς ἀριθμοὺς τούτους εἰς τὴν δημοσιότητα. Ἡμεῖς οὐδὲν ἐγινώσκομεν μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνήλθομεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Ὅτε ἤλθομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐκάλεσα τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου καὶ ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας, ἂν ὄντως παρεσκευάσθη ὁ προϋπολογισμὸς παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Οὗτος μοὶ εἶπεν, ὅτι ὄντως παρεσκευάσθη, καὶ ἐτυπώθη μάλιστα, φέρων τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀξιοτίμου προκατόχου μου, τυπωθέντων τευχῶν τετρακοσίων. Ὅλως ἐπὶ ποδὸς καὶ ἐπιτροχάδην διέτρεξα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, καὶ εὗρον ὅτι ἡμεῖς, δυστυχῶς, πρὶν ἢ τὸν ἐπεξεργασθῶμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ προβάλωμεν τοιοῦτον προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς ἦτο συντεταγμένος κατὰ τὰς ἰδέας ἡμῶν, ἠδυνάμεθα, ἀφαιροῦντες μόνον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ προκατόχου καὶ τιθέμενοι τὴν ἐμήν, νὰ τὸν ὑποβάλωμεν· ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς δεῖται ῥιζικῆς μεταρρυθμίσεως. Ἕνεκα τούτου, καθ’ ἡμᾶς, θεωρεῖται ἄχρηστος, καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ μὴ γείνῃ περαιτέρω λόγος περὶ αὐτοῦ.
§64ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγον θέλετε ὑποβάλει, ποίαν βάσιν θὰ ἔχῃ;
§65ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἑτέρα τις βάσις ἢ ἡ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898, τοῦ ὑποβληθέντος μόνον, ἀλλὰ μὴ ψηφισθέντος.
§66ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ τὸ διάταγμα αὐτὸ θὰ ζητήσητε νὰ κυρωθῇ;
§67ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς συζήτησιν τῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ἡ προκάτοχος ἡμῶν Κυβέρνησις καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουσι νομοθετικὸν χαρακτῆρα. Ἡμεῖς μόνον, θέλοντες νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν καὶ συνταγματικὴν τάξιν, νομίζομεν ἀναγκαῖον νὰ προκαλέσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν, ὅπως, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχωσιν ἀκόμη ἀπλήρωτοι δαπάναι τοῦ μηνὸς Μαρτίου, δυνηθῶμεν νὰ ἐντείλωμεν τὴν πληρωμὴν αὐτῶν.
§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσα εἴπετε περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις εἶχε παρασκευασθῆ ὑπὸ τοῦ ὑμετέρου προκατόχου, εἶναι ὀρθά. Οὐδὲν ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἀξία προσοχῆς ἡ ἐπιθυμία, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ ἐκ Πάλλης κ. Βουλευτής, καὶ ἤθελον καὶ ἐγὼ ἐκφράσει αὐτήν, ἐὰν ὑμεῖς νομίζητε, ὅτι δύνασθε νὰ ἐπιτρέψητε, ἵνα διανεμηθῇ ὁ παρασκευασθεὶς οὗτος προϋπολογισμὸς ὡς βοήθημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε μᾶς χρησιμεύσει.
§69ΜΠΑΣΙΑΣ. Αὐτὸς ἀκριβῶς ἦτο ὁ σκοπός μου. Μόνον ὡς ἐπιστημονικὸν ἔργον νὰ τὸν ἴδω.
§70ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ συνταχθεὶς οὗτος προϋπολογισμὸς εἶναι ἀξία χάρτου τετυπωμένου, ἑπομένως οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ ἀπὸ αὔριον νὰ διανεμηθῶσι τὰ τεύχη εἰς τοὺς συναδέλφους.
§71ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐκφράζω τὰς εὐχαριστίας μου.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρέπουλης ἔχει τὸν λόγον.
§73ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Πολλαὶ ἀληθῶς καὶ περὶ μεγάλων ἐθνικῶν συμφερόντων εἰσὶν αἱ φροντίδες, ἐν αἷς εὑρέθη, ἅμα ἀναλαβὼν τὸ Ὑπουργεῖον, ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός. Ἤθελον ἀπόσχει διὰ τοῦτο νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ἄλλης φροντίδος αἰτίαν, ἐὰν μὴ ἐθεώρουν, ὅτι θὰ εἴπω τι ἄξιον τῆς μερίμνης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐκ τῆς δραστηριότητος ἄλλως τε τοῦ ὁποίου δικαιοῦμαι ν’ ἀπεκδέχωμαι ταχεῖαν καὶ ἀποτελεσματικὴν τὴν ἐνέργειαν. Πρόκειται περὶ τῆς φορολογίας, εἰς ἣν ὑπόκεινται τὰ σπογγαλιευτικὰ πλοῖα ἐν Ἀφρικῇ. Εἶναι περίεργον, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ Γαλλικῇ Ἀφρικῇ, ἐν Τυνησίᾳ τουτέστι, τὰ σπογγαλιευτικὰ πλοῖα ὑποβάλλονται εἰς μεγαλείτερον φόρον ἐκείνου, ὃν πληρώνουσιν ἐν τῇ Τουρκικῇ Ἀφρικῇ. Μέχρι τοῦ 1893, ἂν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, ὁ φόρος ἦτο πράγματι ἐπαχθέστατος ἐν Τυνησίᾳ. Κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, τῇ ἐνεργείᾳ προξένου ἱκανοῦ ὄντως καὶ δραστηρίου, τοῦ κ. Σβορώνου, ἐπετεύχθη διὰ διαπραγματεύσεων πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν ἐλάττωσις τοῦ φόρου, τῇ προθύμῳ συναινέσει τῆς ἐπιτοπίου Γαλλικῆς Διοικήσεως, ἔκτοτε δὲ πληρώνουσι τὰ κοινὰ μὲν πλοῖα φρ. 450 ἕκαστον, τὰ δὲ πλοῖα τὰ ἁλιεύοντα διὰ σκαφάνδρων 1500 φράγκα, τὰ δ’ ἄλλα μικρότερα πλοιάρια περὶ τὰ 100. Ἀλλ’ ὁ τότε Γάλλος Διοικητὴς ὑπεσχέθη εἰς τὸν Ἕλληνα πρόξενον, ὅτι θὰ ἔστεργεν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις καὶ εἰς μείζονα ἐλάττωσιν τοῦ φόρου, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις θὰ προσείλκυε περισσότερα πλοῖα ...
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ἐνέδειξεν ὁ Γάλλος πρεσβευτής;
§75ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα ... Ὡρίσθη μάλιστα τότε καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἠξίου ἡ Γαλλικὴ ἀρχὴ νὰ προσορμίζωνται, διὰ νὰ συναινέσῃ εἰς μείζονα ἐλάττωσιν τοῦ φόρου, καὶ ὑπεδείχθη εἰς ἀριθμὸς 70 ἕως 80 κοινῶν πλοίων, 10 μέχρι 15 σκαφανδρικῶν, — ἵνα οὕτω τὰ χαρακτηρίσω — διὰ δὲ τὰ ἄλλα πλοῖα δὲν ἐζητήθη μείζων ἀριθμός. Ἀλλ’ ἔκτοτε ὁ ἀριθμὸς τῶν πλοίων ηὐξήθη πολὺ περισσότερον. Τὰ κοινὰ πλοῖα, τὰ ἐκεῖ σήμερον προσορμιζόμενα, αἱ σακολέβαι κοινῶς λεγόμεναι, ὑπερβαίνουσι τὸν ἀριθμὸν τῶν 300, τὰ δὲ διὰ σκαφάνδρων ἁλιεύοντα προσεγγίζουν εἰς τὰ 100. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ ἐπανάληψις τῶν διαπραγματεύσεων δύναται νὰ ἐπιτύχῃ, ἂν μὴ μεγαλειτέραν, τόσην τοὐλάχιστον ἐλάττωσιν, ὥστε τὰ πλοῖα τὰ ἁλιεύοντα εἰς τὰ παράλια τῆς Τύνιδος νὰ πληρώνωσιν ὅσον καὶ τὰ εἰς τὰ τουρκικὰ παράλια: 150 φράγκα, ὡς εἶπον, πληρώνουσι τὰ κοινὰ πλοῖα εἰς τὴν Γαλλικὴν Ἀφρικὴν, 250 δὲ μόνον περίπου εἰς τὰ τουρκικὰ παράλια, ἐνῷ τὰ μετὰ σκαφάνδρων πληρώνουσι 1500 φράγκα, δυνατὸν δὲ νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ εἰς αὐτὰ ἐλάττωσιν μέχρι 1000 φράγκων. Ὁ νῦν ἐν Τύνιδι Γάλλος διοικητής, ὁ κ. Μιγιὲ, φαίνεται ἀληθῶς ἐμφορούμενος αἰσθημάτων λίαν φιλελληνικῶν, παρέσχε δὲ πολλὰς ἐνδείξεις, ἵνα πιστευθῇ ὅτι θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησίς του τὴν ἐλάττωσιν ταύτην. Δὲν ἠξεύρω ἂν τόπος ἁρμόδιος πρὸς διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων ἦναι ὁ φυσικῶς ἐνδεικνυόμενος, ἡ Τύνις τουτέστι, διότι δὲν γνωρίζω ἂν ἔχῃ ἐπαρκῆ γνῶσιν τοῦ θέματος ὁ ἐκεῖ Ἕλλην πρόξενος.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος εἶναι ἐκεῖ πρόξενος;
§77ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ὄνομα τοῦ προξένου δὲν γνωρίζω. Νομίζω ὅτι ὁ σήμερον διευθύνων τὸ προξενεῖον ὀνομάζεται Σταυρόπουλος. Διὰ τὸν δισταγμόν μου δὲ τοῦτον περὶ τῆς ἐπαρκείας τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἄλλως δὲν θέλω ν’ ἀδικήσω, θεωρῶ προτιμότερον νὰ διεξαχθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις ἐν Ἀθήναις ἢ ἐν Παρισίοις. Ὡς σᾶς εἶπον δὲ, ἐλπίζω πολὺ καὶ ἐπὶ τὰ φιλελεύθερα καὶ εἰλικρινῶς φιλελληνικὰ αἰσθήματα τοῦ ἐκεῖ Γάλλου διοικητοῦ, τοῦ κ. Μιγιὲ, ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ ὁποίου ἀπολαύουσιν ὄντως πλήρους προστασίας οἱ Ἕλληνες. Καὶ δευτέραν σύστασιν, ἀφορῶσαν ὡσαύτως εἰς τὸν ναυτικὸν ἐκεῖνον κόσμον, ἔχω νὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ποία εἶναι ἡ ἐπίδρασις τῆς προξενικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας ἐπὶ τὴν τύχην τῆς ναυτιλίας καὶ κατὰ πόσον καὶ αὐτὴ συνετέλεσεν εἰς τὴν ὀπισθοδρόμησιν τῆς ναυτιλίας, εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸν, θὰ ἐκτεθῇ δὲ, ἐλπίζω, ἄλλοτε καὶ διὰ μακρῶν, ἐὰν, ὡς πιστεύω, ἴδωμεν ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ἀναμενόμενα μέτρα πρὸς ἀνόρωσιν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἔχω νὰ ἐπιστήσω μόνον τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὴν ἔλλειψιν πάσης προξενικῆς ἀρχῆς ἐν Τζέρμπα, ἀπεχούσῃ ὀλίγον τοῦ Σφάξ. Ἄλλοτε εἶχεν ἐκεῖ ἱδρυθῇ προξενικὸν πρακτορεῖον, εἶχε δὲ ἀνατεθῇ ἡ διεύθυνσις αὐτοῦ εἴς τινα Ἰάκωβον Παριέντην. Ἀληθῶς, Κύριοι, ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος δὲν παρέχει μόνον ἠθικὴν συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξιν εἰς τὸ ἐκεῖ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον, ἀλλὰ καὶ ὑλικήν, ἀφιλοκερδέστατα καὶ πατριώτατα. Ἀπολαύει δὲ καὶ πολλῆς ὑπολήψεως παρὰ τῇ τοπικῇ διοικήσει ἐκεῖ, καὶ διὰ τοῦτο οἱ ἐκεῖ Ἕλληνες, ὑπὲρ τοὺς διακοσίους,—διότι συνήθως οἱ Ἕλληνες οἱ ταξειδεύοντες εἰς Τυνησίαν προσορμίζονται καὶ εἰς Τζέρμπαν,—εἶχον ὑποβάλει ἄλλοτε ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ τῆς ὁποίας παρεκάλουν νὰ διορισθῇ πάλιν πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ὁ κ. Παριέντης.
§78ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πράκτωρ.
§79ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶπον πρόξενος, καὶ θὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον. Ζητεῖται νῦν ἡ σύστασις ἀμίσθου Ὑποπροξενείου, διότι οὕτω πιστεύεται ὅτι θὰ δεχθῇ προθυμότερον ὁ κ. Παριέντης, καθόσον κατέχει ὑπέροχον θέσιν κοινωνικήν, καὶ ἡ ἀντιπροσωπεία δὲ τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦναι οὕτως ἐπιβλητικωτέρα. Ἀλλ’ ἡ ἀναφορὰ ἐκείνη ἔλαβε τὴν τύχην, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς λαμβάνουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ αἱ ἀναφοραὶ αἱ στελλόμεναι εἰς τὰ Ὑπουργεῖα. Βραδύτερον ἐγένετο καὶ πρότασις ὑπὸ τοῦ ἐν Τύνιδι Ἕλληνος προξένου εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν τὴν ἐν Παρισίοις, νομίζω δέ, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἔστερξεν εἰς τὴν ἀνασύστασιν τοῦ Προξενείου τοῦ καταργηθέντος, διότι δὲν ἠξεύρω ποία ἰδέα ἐνεπνεύσθη ἄλλοτε εἴς τινα ἐπιθεωρητὴν Ἕλληνα, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ μόνον ὀφείλεται ἡ κατάργησις, νομίζοντα ὅτι θὰ εὐηρέστει οὕτως εἰς τὴν Γαλλικὴν Διοίκησιν περισσότερον! Δὲν εἶχε, βλέπετε, νὰ προτείνῃ ἄλλο τι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων, τῶν ὁποίων μετέβη νὰ μελετήσῃ τὴν κατάστασιν, παρὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Προξενείου! Ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἀρυσθῇ πληροφορίας περὶ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον προτείνεται. Ἐγὼ δὲν ἔχω παρὰ τὴν πάγκοινον καὶ ὁμόφωνον γνώμην ὅλου τοῦ ναυτιλλομένου κόσμου, τοῦ ἐργαζομένου καὶ ἐν Σφάξ, μάλιστα δὲ ἐν Τζέρμπα. Πάντες, καὶ οἱ Ὑδραῖοι, ὡς καὶ οἱ ὀλίγοι ἐκ Σπετσῶν, καὶ οἱ Αἰγινῆται καὶ οἱ ἐκ Κρανιδίου καὶ Ἑρμιόνης, ὅσοι ἔχουσιν ἀφορμὴν νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Τζέρμπαν, — καὶ μεταβαίνουσι σχεδὸν πάντες οἱ ἐν Σφὰξ προσορμιζόμενοι — πάντες μιᾷ φωνῇ ὑποδεικνύουσιν, ὅπως ἀνατεθῇ ἡ προστασία αὐτῶν ἡ προξενικὴ εἰς τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον θὰ προστατεύσῃ αὐτοὺς ἀποτελεσματικῶς, ἀλλὰ θὰ τιμᾷ καὶ τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς Ἑλλάδος.
§80Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν δημοπρασίαν, τὴν ἐνεργηθεῖσαν πρό τινων ἡμερῶν ἐπὶ τῆς ἐρέας τοῦ στρατοῦ. Ἀνέγνων τὴν ἡμέραν ταύτην πολλά, ὡς λαβόντα χώραν κατὰ τὴν δημοπρασίαν ταύτην, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι μοὶ ἔκαμον ζωηρὰν ἐντύπωσιν, καθόσον οἱ ὅροι τῆς διακηρύξεως τῆς δημοπρασίας ἀλληλοδιαδόχως μετεβάλλοντο, εἰς τρόπον ὥστε ἀπεκλείοντο οἱ διάφοροι ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προτιθέμενοι νὰ συναγωνισθῶσι μετὰ τῶν ἐγχωρίων καταστημάτων διὰ τὴν χορηγίαν τῆς ἐρέας. Δὲν ἐννοῶ, οὔτε προτίθεμαι νὰ ἐλέγξω τινά, καθόσον οὐδὲ γνωρίζω τὰ ἔγγραφα, οὐδ’ ἔχω ἄλλα στοιχεῖα, ἵνα ὑποβάλω μομφήν τινα. Ἐν τούτοις θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα, καὶ ἐὰν ἔχῃ τὴν καλωσύνην ὁ τέως ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἀξιότιμος κ. Κόρπας, νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἡ ὁποία κρατεῖ τὴν κοινωνίαν ὀλίγον ἐν ταραχῇ, καθόσον ὁ ὅρος, ὁ ὁποῖος ἀφῃρέθη ἐκ τῆς τελευταῖον ἐνεργηθείσης δημοπρασίας, ἔχει σπουδαιότητα καὶ διὰ τὰς εἰς τὸ μέλλον γενησομένας δημοπρασίας. Ἐννοῶ τὸν ἑξῆς ὅρον. «Ἄλλοτε εἶχεν ἐπιτραπῆ εἰς τὰ ξένα καταστήματα νὰ συναγωνίζωνται, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ἀτελείᾳ τῶν εἰσαχθησομένων εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἤθελον χρησιμεύσει διὰ τὸν στρατόν. Ἐν τῇ τελευταίᾳ δημοπρασίᾳ παραδόξως ἀφῃρέθη ὁ ὅρος αὐτός, ἐνῷ ἐν ταῖς προηγουμέναις πάντοτε ὑπῆρχε, καὶ προέκυπτεν ὠφέλεια εἰς τὸ Δημόσιον.
§81ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Πόθεν τὸ γνωρίζετε, κ. Βουλευτά;
§82ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω τίποτε ἐγώ, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα. Ἐξ ὅσων ἀνέγνων εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἀντελήφθην αὐτά. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἵνα χυθῇ ὀλίγον φῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, καθόσον ἐκ τῆς γενομένης πράξεως ἐζημιώθη, ὡς λέγεται, τὸ Δημόσιον 200,000 δραχμάς.
§83Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐπερωτήσαντος, λαμβάνω τὴν τιμὴν ἐν συνόψει νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, τί ἀκριβῶς συνέβη ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Πολλαί, ὡς γνωστόν, διεξάγονται δημοπρασίαι διὰ προμήθειαν εἰδῶν ἀναγκαιούντων εἰς τὸ στράτευμα. Μεταξὺ τῶν εἰδῶν τούτων βεβαίως πρωτίστης ἀνάγκης εἶναι ἡ ἐρέα διά τε τὰς στολὰς καὶ διὰ τὰ λοιπὰ χρησιμεύοντα εἰς τὸ στράτευμα. Δύο ἐγένοντο ἐσχάτως δημοπρασίαι· ἡ μία ἀφεώρα εἰς τὴν ἐρέαν τὴν χρησιμεύουσαν διὰ τοὺς χιτῶνας τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν λοιπῶν σωμάτων, ἡ ἑτέρα ἀφεώρα εἰς τὰς κεχρωματισμένας ἐρέας, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουσι διὰ τὰς περισκελίδας, διὰ τὰ περιλαίμια τῶν ἀνδρῶν κτλ. Καὶ ἡ μὲν πρώτη ἀνεβλήθη, διότι ἐγένετο σκέψις περὶ ἀλλαγῆς τῆς στολῆς, ἡ δευτέρα ὅμως ἔλαβε χώραν καὶ ἤρξατο ἐνεργουμένη ἀπὸ τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου. Τῷ ὄντι οἱ ὅροι τῆς δημοπρασίας ἐκείνης ἐξηκολούθουν ἰσχύοντες ἐπὶ δύο σχεδὸν μῆνας, ἑνὸς μόνου μειοδότου παρουσιαζομένου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀνταποκριτής, ὡς μοὶ εἶπον τότε, ξένου καταστήματος ἐν Εὐρώπῃ. Συναγωνισμὸς δὲν ἐγίνετο, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ τὰ ἐν Πειραιεῖ καταστήματα τῶν ἀδελφῶν Ρετσίνα ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δείγματα τῆς ἐρέας τῆς χρησιμευούσης, ὡς εἶπον προηγουμένως, διὰ τὸν πρόσθετον, οὕτως εἰπεῖν, ἱματισμὸν τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ. Τὰ δείγματα ταῦτα ἀπεστάλησαν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, ἐξητάσθησαν ἐπισταμένως ὑπ’ αὐτῆς καὶ ἀπεστάλησαν μετὰ τοῦτο εἰς τὸν χημικὸν τὸν ἁρμόδιον, τὸν ἐξετάζοντα πάντα τὰ δείγματα τῶν ἐρεῶν. Ὁ χημικὸς ἀπεφήνατο, ὅτι οὐ μόνον εἶναι κατὰ ποιότητα καλλίτερα τῶν ἐξ Εὐρώπης ἐλθόντων, ἀλλὰ καὶ ἀντοχὴν ἔχουσι μεγαλειτέραν. Μετὰ τὴν γνωμοδότησιν ταύτην ἐπεβάλλετο εἰς ἐμὲ νὰ ἀποστείλω καὶ τὰ δείγματα ταῦτα εἰς τὴν δημοπρασίαν. Ἐγένετο τῷ ὄντι ἑτέρα δημοπρασία· ἀλλ’ ἐπειδὴ συναγωνισμὸς δὲν ἐγίνετο, διότι, ὡς εἶπον, μόνον εἷς ἐπαρουσιάζετο ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, τὰ δὲ ἡμέτερα καταστήματα δὲν ἠδύναντο νὰ λάβωσι μέρος, καθόσον τὰ καταστήματα τῆς ἀλλοδαπῆς δὲν ἐπλήρωνον τελωνεῖον, ζημιουμένου τοῦ Δημοσίου, τὰ καταστήματα τὰ ἑλληνικὰ παρεπονέθησαν, καὶ πολὺ εὐλόγως. Εἶπον πρὸς ἡμᾶς: «Ἡμεῖς πληρώνομεν διὰ τὰς πρώτας ὕλας φόρους ἁδροτάτους, πληρώνομεν φόρον ἐπιτηδεύματος, ἔχομεν χιλιάδας ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ἐργαζομένων εἰς τὰ ἐργοστάσια ἡμῶν· διατὶ ν’ ἀποκλειώμεθα;» Τότε τοῖς εἴπομεν, ἀφοῦ παρουσιάσθησαν καὶ τὰ δείγματα ταῦτα καὶ πράγματι εὑρέθησαν καλλίτερα τῶν ἄλλων: «ἰδοὺ ἡ δημοπρασία· παρουσιασθῆτε καὶ συναγωνισθῆτε». Συνηγωνίσθησαν τῷ ὄντι εἰς τὴν τελευταίαν δημοπρασίαν, καὶ τὸ κατάστημα τῶν Ἀδελφῶν Ῥετσίνα ἐμειοδότησεν ὅλων τῶν λοιπῶν. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δημοπρασίας ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Μὴ λαβὸν ἑτέραν προσφορὰν δι’ ἀναφορᾶς, ὡς εἴθισται,—τοὐλάχιστον μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐγὼ ἀπεχώρησα τοῦ Ὑπουργείου,—ἔστω καὶ κατὰ ἓν λεπτὸν ἐλάσσονα, τί ἄλλο ἠθέλετε νὰ πράξῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἢ νὰ ἐγκρίνῃ τὴν δημοπρασίαν τὴν νομίμως γενομένην; Ἐπεθύμουν λοιπὸν καὶ ἐγὼ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ οὐ μόνον τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας ταύτης, ἀλλὰ καὶ πάντα τὰ πρακτικὰ ὅλων τῶν δημοπρασιῶν τῶν γενομένων ἀφ’ ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναλάβω τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς παραιτήσεως ἡμῶν, καὶ τότε ἓν ἁπλοῦν βλέμμα, ῥιπτόμενον ἐπ’ αὐτῶν, θέλει πείσει τὴν Βουλὴν, ἂν ἐπροστατεύθησαν ἢ ἐβλάβησαν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.
§84Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μολονότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας δὲν ἀπηύθυνε κατηγορίαν ἢ μομφὴν κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐξήγησε τὰ πράγματα ἐν πολλῇ σαφηνείᾳ· οὐχ ἧττον δὲν θὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὰς ἐξηγήσεις τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ θὰ ὑποβάλω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§85Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Προστίθημι μόνον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐγένοντο δημοπρασίαι καὶ ἄλλοτε, καὶ ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων τῶν προεδρευομένων ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη καὶ ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων τῶν προεδρευομένων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Φραγκίδης).
§86Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει νομοσχέδιον διὰ παροχὴν πιστώσεως τῶν μηνῶν Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου, ἴσης πρὸς δύο δωδεκατημόρια τοῦ κατατεθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898. Ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ δύναται νὰ χορηγηθῇ πίστωσις ἴση πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια, οὕτω δὲ θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἄμεσον αἴτησιν πρὸς ψήφισιν δωδεκατημορίων ἅμα τῇ ὑποβολῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899. Καταθέτω τὸ νομοσχέδιον.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 74).
§88Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τὸ δημόσιον χρέος ἤκουσα, ὅτι ἔχει ὑποβληθῆ ἰδιαίτερος προϋπολογισμός.
§89Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν χρόνον τοῦτον, ἐσκέφθην, ὅτι δὲν θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ποιησώμεθα χρῆσιν τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ παρακληθῶσι τὰ μέλη, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ συνέλθωσι καὶ συντάξωσι τὴν ἔκθεσίν των ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν σήμερον εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ νὰ συνέλθωσιν ἀμέσως πρὸς σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως.
§91ΦΩΤ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸν ἁρμόδιον νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, ἣν ὑποβάλλω· νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ διαβοήτου κλέπτου Παπαδάκου, τοῦ ἀπογυμνώσαντος τὰς σταφιδαποθήκας Πύργου καὶ συναποκομίσαντος μεθ’ ἑαυτοῦ ἱκανὰς χιλιάδας ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀκόπως δὲ δραπετεύσαντος εἰς τὸ ἐξωτερικόν· ἐὰν δηλ. ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι καταφυγὼν εἰς Ἰταλίαν συνελήφθη, — διότι ἀντιφατικαὶ περὶ τούτου κυκλοφοροῦσι φῆμαι — καὶ ἐὰν συλληφθεὶς ἐξεδόθη εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἀρχὰς ἢ πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὸν πίνακα τῶν κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν θεωρηθέντων παρὰ τῆς Ἀνωτάτης τοῦ στρατοῦ Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ κριθέντων παρ’ αὐτῆς ἀνικάνων. Ἐπίσης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὸν πίνακα τῶν στρατευσίμων τῶν μετὰ τὸν πόλεμον θεωρηθέντων παρὰ τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ κριθέντων παρ’ αὐτῆς ἀνικάνων λόγῳ τραύματος, ὅπερ ἔλαβον κατὰ τὸν πόλεμον, συγχρόνως δὲ πίνακα τῶν διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους κριθέντων παρ’ αὐτῆς ἱκανῶν διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας. Δὲν προτρέχω εἰς κρίσεις, φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι, ὅταν κατατεθῶσιν οἱ πίνακες καὶ προκληθῇ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις, θ’ ἀποδειχθῇ ὅτι κατὰ τὴν ἀτυχῆ ἐκείνην περίοδον, ἣν διήνυε τὸ ἔθνος, πολλὰ τὰ ἔκτροπα ἔλαβον χώραν, καὶ ἐνῷ ἄλλοι προσεφέροντο ὁλοκαύτωμα εἰς τὸν βωμὸν τῆς Πατρίδος, ἄλλοι ὠργίαζον ἐπὶ τοῦ σώματος αὐτῆς.
§92Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Προκειμένου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς πρότασιν νόμου, δι’ ἧς νὰ ὑποχρεῶνται εἰς τὴν πληρωμὴν φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ πετρελαίου καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ποιοῦνται χρῆσιν πετρελαίου, ἀλλ’ ἄλλου φωτισμοῦ, ἕνεκα τοῦ ὁποίου μειοῦται μεγάλως ἡ πρόσοδος, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἔχει ἀπὸ τὸ πετρέλαιον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ δώσῃ τὴν πληροφορίαν, πόσαι οἰκίαι καὶ πόσα καταστήματα ποιοῦνται χρῆσιν φωτισμοῦ ἄλλου ἢ πετρελαίου.
§93ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Τότε, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ καὶ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ὅσοι δὲν καπνίζουν νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ πληρώνωσι φόρον καπνοῦ.
§94Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῶν παρανομιῶν, τὰς ὁποίας διαπράττει ἀστυνόμος τις, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω τίνα κύματα κακοτυχιῶν ἐξέβρασαν εἰς τὴν ἰδικήν μου ἐπαρχίαν, καὶ ὁ ὁποῖος ἀπὸ τεσσάρων ἤδη μηνῶν ἔχει ἐνεργήσει πράξεις παρανόμους, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχή. Ἐγὼ καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἀπηύθυνα τηλεγραφήματα καὶ κατήγγειλα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὰς πράξεις του ταύτας, ἐνόμισα δὲ, ὅτι ἤθελε λάβει μέτρον τι, ὅπως περιστείλῃ τὰς παρανομίας αὐτοῦ. Δυστυχῶς μέτρα δὲν ἐλήφθησαν, ὁ δὲ ἀστυνόμος οὗτος ἐξακολουθεῖ εἰσέτι παρανομῶν. Σήμερον πάλιν ἔλαβον τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνεται καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἀκολούθως: «Τὴν ἑσπέραν τοῦ Σαββάτου ὁ ἀστυνόμος Βασίλειος Τζούρας εἰδοποιήθη ὅτι ὁ Ἰωάννης Μπόϊκος καὶ ὁ Γεώργιος Μπόϊκος, προτροπῇ τοῦ ἱερέως Πέτρου Μποΐκου, ἀδελφοῦ τοῦ Ἰωάννου, ἀπεφάσισαν νὰ διαρρήξωσι τὰς θύρας τοῦ ναοῦ τῆς Ἀναλήψεως ἐπὶ τῷ τέλει νὰ ἱερουργήσῃ ὁ ἱερεὺς Μπόϊκος, παρὰ τὴν θέλησιν τῶν κτητόρων, ἐπιτρόπων καὶ διαχειριστῶν τοῦ ναοῦ τούτου· καίτοι δ’ ὁ ἀστυνόμος διετέλει ἐν γνώσει τῆς ἀπειλῆς ταύτης ἀπὸ τῆς προηγουμένης, ἀφῆκεν ὅμως νὰ τὴν ἐκτελέσωσιν οἱ δύο οὗτοι κακοποιοί. Σήμερον τὴν πρωΐαν μεταβὰς παρ’ ἀστυνόμῳ Τζούρᾳ ἐζήτησα προστασίαν, προτρέπων αὐτὸν, ὅπως συλλάβῃ τοὺς δράστας, καθόσον ἡ διαγωγή των ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ ῥῆξιν. Ὁ ἀστυνόμος ἀντὶ πάσης ἄλλης ἐνεργείας μὲ ἀπήγαγεν εἰς τὸ κρατητήριον, Καταγγέλλων τοὺς δράστας καὶ ἀστυνόμον ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει, παρακαλῶ νὰ διαταχθῶσι τὰ δέοντα.» Ὁ τηλεγραφῶν ὀνομάζεται Ἀθ. Βελλιανίτης, εἶναι κτήτωρ τοῦ ναοῦ καὶ ἐκ τῶν ἐγκριτωτέρων πολιτῶν τῆς νήσου. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως δώσῃ διαταγὰς τοιαύτας, ὥστε νὰ περισταλῇ ἡ αὐθαιρεσία τοῦ ἀνθρώπου τούτου. Γνωρίζω τὸν ἄνθρωπον, εὑρίσκεται πράγματι εἰς ἀνώμαλον διανοητικὴν κατάστασιν, πιστεύει εἰς τὴν μετεμψύχωσιν καὶ ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔζη πρὸ τετρακοσίων ἐτῶν εἰς τὴν Σικελίαν, καταδιώκων τοὺς Χριστιανούς, μετὰ τετρακόσια δὲ ἔτη ἀνεφάνη πάλιν δυστυχῶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου καὶ καταδιώκει τοὺς ἀτυχεῖς συμπολίτας μου, θεωρεῖ δὲ ὡς ἱερὸν τοῦ βίου του καθῆκον νὰ παρενοχλῇ πάντα ὁπωσδήποτε συνδεόμενον μετ’ ἐμοῦ. Διὰ τοῦτο ἔχω καθῆκον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα ἀπαλλάξῃ τὴν ἐπαρχίαν μου ἀπὸ τὸν φρενόπληκτον τοῦτον ἀστυνόμον.
§95Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτής, καὶ ἀμέσως ἐζήτησα τηλεγραφικῶς τὴν ἀπολογίαν τοῦ ἀστυνόμου τούτου· θέλω δὲ διατάξει καὶ ἀνακρίσεις.
§96Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δυνάμει τοῦ περὶ εἰσφορᾶς νόμου ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ κατὰ τὸ ἔτος 1897 ἔλαβε τὰ ζῶα διαφόρων συμπολιτῶν μου διὰ τὰς τότε ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, ἅτινα ἐπεστράφησαν μὲν εἴς τινας τούτων, ἀλλὰ εἰς πλείστους καθυστεροῦνται. Προσήγαγον ἀναφοράς, ἐπέδοσαν αἰτήσεις θεραπείας, ἀλλ’ οὐδεμιᾶς ἔτυχον ἀπαντήσεως. Ἐπειδὴ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν περὶ εἰσφορᾶς νόμον, εἶναι ἄδικον καὶ ἀναξιοπρεπὲς διὰ τὴν Κυβέρνησιν νὰ θέλῃ νὰ ὑποβάλῃ τοὺς δικαιούχους εἰς δικαστικὰς διενέξεις καὶ εἰς δαπάνας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ διατάξητε, ἵνα δοθῇ ὅσον τάχιστα ὁριστικὸν πέρας εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Μεταξὺ τῶν δικαιούχων ὑπάρχουσι καὶ δύο πτωχοὶ ἁλιεῖς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀφῃρέθησαν τὰ πλοιάρια, δι’ ὧν ἐργαζόμενοι συνετήρουν τὰς πτωχάς των οἰκογενείας. Καὶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν παράκλησιν. Κατὰ τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἁγίου Ἠλία τοῦ δήμου Εὐγήρου τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος, ἕνεκεν ἐνσκηψάσης χαλάζης, ἐξ ὁλοκλήρου ἀπώλεσαν τοὺς δημητριακούς των καρποὺς καὶ τὸ εἰσόδημα τῶν ἀμπέλων των, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ μόνον συνετήρουν τὰς πτωχάς των οἰκογενείας. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου αὐτοῦ, συναισθανόμενον ὅτι καθῆκον εἶχε νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν εἰς τοὺς ἀτυχήσαντας συνδημότας του, συνάμα δὲ νὰ θεραπεύσῃ καὶ ἑτέραν ἀνάγκην αὐτῶν, διὰ τῆς ἀπὸ 18 Ὀκτωβρίου 1898 ἀποφάσεώς του παρεδέχθη τὴν δι’ ἡμερομισθίων κατασκευὴν τῆς δημοτικῆς ὁδοῦ ἀπὸ τοῦ εἰρημένου χωρίου εἰς τὴν ἐθνικὴν ὁδὸν, καὶ διὰ τῆς ὁποίας μεταφέρουσι τὰ πρὸς ἐξαγωγὴν προϊόντα των, ἐγκρῖναν δαπάνην ἐκ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου δραχμῶν 700, ὥρισαν δ’ ἔτι καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ἡμερομισθίου εἰς δραχ. 2 καὶ 1. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην μετὰ τοῦ σχετικοῦ διαγράμματος καὶ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε πρὸς ἔγκρισιν εἰς τὸν κ. νομάρχην Κερκύρας. Δυστυχῶς ὅμως ὁ κ. νομάρχης, μὴ ἐκλαβὼν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ φιλανθρωπικοῦ σκοποῦ, διὰ τυπικοὺς λόγους ἀπέρριψεν αὐτὴν, καὶ οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι ἔμειναν ἐν ἀπελπισίᾳ. Ἐπώλησαν τὰ ζῶά των, τὰ σκεύη των, ἔφαγον τὰς ὄρνιθάς των, καὶ νῦν διὰ χόρτων μόνον προσπαθοῦν νὰ συντηρήσωσι τὴν ζωήν των! Περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης τῶν κατοίκων, κύριε Ὑπουργὲ, δύνασθε νὰ βεβαιωθῆτε, ἐὰν λάβητε γνῶσιν τῆς ἀπὸ 20 Μαρτίου καὶ ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τοῦ Ὑπουργείου ὑπ’ ἀριθ. 17180 κατακεχωρισμένης ἐκθέσεως τοῦ δημάρχου καὶ εἰρηνοδίκου, οἵτινες, διαταγῇ τοῦ Ὑπουργείου, ἐπεσκέφθησαν τοὺς κατοίκους τοῦ ἐν λόγῳ χωρίου. Εἶναι ἀνάγκη ἐπείγουσα νὰ ληφθῇ πρόνοια, καὶ ἐπιτυγχάνεται τοῦτο, ἐὰν ὁ κ. νομάρχης μεταβῇ καὶ προσωπικῶς ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν τῶν κατοίκων. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ὁ δήμαρχος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον θέλουσι τῷ παράσχει τὴν συνδρομήν των εἰς πᾶν ὅ,τι ἀποφασίσει, καὶ ἐκ τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ δήμου ὁρισθεισῶν δραχ. 1000 διὰ δημοτικὰ ἔργα ὄχι μόνον τὰς ψηφισθείσας 700 δραχμὰς δύναται νὰ χορηγήσῃ, ἀλλὰ καὶ πλειοτέρας. Ἐλπίζω δ’ ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις, δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος περὶ δημοτικῶν ἔργων νόμου, θέλει χορηγήσει ἐκ τῶν δημοτικῶν κεφαλαίων τῆς ἐπαρχίας ἀνάλογον διὰ τὸ ἔργον ποσόν. Ταῦτα ἔκρινα καθῆκον νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ταχεῖαν πρόνοιαν.
§97ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἕνδεκα περίπου μηνῶν ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐκάλεσε πρὸς ἐκγύμνασιν τοὺς διαθεσίμους τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1897, ἐν δὲ τῇ διαταγῇ του ὥριζε τρίμηνον χρονικὸν διάστημα, συμφώνως τῷ νόμῳ· ἀλλὰ καίτοι τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διάστημα παρῆλθεν, οἱ δυστυχεῖς οὗτοι ἄνθρωποι, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι εἶναι οἰκογενειάρχαι, εὑρίσκονται εἰσέτι εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐκγυμναζόμενοι. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀναγνωρίσῃ ἐν τῇ καλοκαγαθίᾳ του, ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του, τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπολύσεως τῆς τάξεως ταύτης, ἀφοῦ οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ κρατῶνται ἀκόμη ἐν αὐταῖς. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξετάσῃ, διὰ τίνα λόγον εἰσέτι δὲν ἔληξεν ἡ ἰσχὺς τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀφοῦ οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ἐξακολουθήσεως αὐτοῦ. Φαίνεται ὅτι αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις, διὰ νὰ παρέχωσι τὴν παράτασιν τοῦ δικαιοστασίου, ἀφῆκαν τὸ διάταγμα αὐτὸ ἐν ἰσχύϊ, παραβλάπτουσαι οὕτω τόσα ἐθνικὰ ζητήματα καὶ κρατοῦσαι τοὺς δυστυχεῖς δικαιούχους εἰς θέσιν ἀπελπιστικήν, διότι δὲν δύνανται νὰ ἐκτελέσωσι τοὺς τίτλους των, τοὺς ὁποίους ἀπέκτησαν μετὰ τοσούτους δικαστικοὺς ἀγῶνας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ λύσιν τῆς καταστάσεως αὐτῆς διὰ τῆς λήξεως τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὅτε θὰ παύσῃ καὶ τὸ δικαιοστάσιον. Ἐὰν δὲ εὕρῃ, ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι ἄδικος, εἶναι βάρβαρος, νὰ σκεφθῇ περὶ τούτου βραδύτερον, ἀλλὰ νὰ μὴ καταδολιεύηται ὁ εἷς νόμος διὰ τοῦ ἑτέρου. Βεβαιωθῆτε, Κύριοι, ὅτι ἔπαυσαν αἱ συναλλαγαί, ὅτι οἱ μικροὶ ὀφειλέται δὲν δύνανται νὰ εὕρωσι δάνεια, ἔπαυσαν αἱ πιστώσεις πρὸς τοὺς πτωχοὺς ὑπαλλήλους, τῶν ὁποίων δὲν δέχονται πλέον οἱ ἔχοντες λαμβάνειν παρ’ αὐτῶν τὰς συνήθως πρὸς ἐξασφάλισιν παρεχομένας μικρὰς συναλλαγματικάς, ὡς διατελοῦντες ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ φόβου τῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως.
§98Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω εἰς τὴν σύντονον μέριμναν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ζήτημα σπουδαιότατον, ὅπερ ἐνέχει καὶ μεγάλην ἐθνικὴν σημασίαν. Ἐκ τῶν παθόντων κατοίκων τῆς Θεσσαλίας, ὡς γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ἐκεῖνοι οἵτινες ἔπαθον τὰ πάνδεινα καὶ ἐθυσίασαν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς σύμπασαν τὴν περιουσίαν των καὶ τὴν ὕπαρξιν, εἶναι οἱ κάτοικοι τῆς ἡρωϊκῆς Κουτσούφλιανης. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξάρωμεν βεβαίως τὸ πατριωτικὸν αὐτῶν αἴσθημα, διότι ὄχι μόνον ἡ ἑλληνικὴ δημοσιογραφία, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ ἐν Εὐρώπῃ δημοσιογράφοι ἐξύμνησαν τὸν ἡρωϊσμὸν αὐτῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες πολλάκις ἐτίμησαν τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα εἰς κρισίμους τοῦ ἔθνους περιστάσεις.
§99ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα. Τιμὴ εἰς τὴν Κουτσούφλιανην!
§100Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Οἱ κάτοικοι αὐτοί, κύριοι Βουλευταί, καὶ σήμερον ἔτι μένουσιν ὄχι συνῳκισμένοι εἰς χωρίον, ἀλλ’ ἁπλῶς ὑπὸ παραπήγματα. Ἔχει δὲ τὸ ζήτημα σπουδαιοτάτην σημασίαν, διότι, ὡς γνωρίζετε, αὐτοὶ εἶναι οἱ πρόμαχοι τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δικαιωμάτων εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο. Πρέπει λοιπὸν νὰ ληφθῶσι σύντονα μέτρα, ὅπως συνοικισθῶσιν εἰς χωρίον· εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ γείνῃ τὸ τοιοῦτον εἴτε διὰ νόμου, εἴτε, ἐὰν ἐπιτρέπεται, διὰ Β. Διατάγματος, διότι συμβαίνουν καὶ μύρια ἄλλα ἄτοπα. Αὐτοὶ προσωρινῶς συνῳκίσθησαν ἐν περιφερείᾳ τινὶ πλησίον μιᾶς Μονῆς τοῦ Λιμποχόβου, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμπάκας, ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ δήμου Μαλακασίου, ἐκεῖ δὲ κατ’ ἀνάγκην γίνονται καὶ βάρος εἰς τοὺς περιοίκους, μάλιστα δὲ νῦν, ὁπότε ἦλθεν ἡ ἄνοιξις καὶ θὰ ἐπιστρέψουν οὗτοι μὲ τὰ ποίμνιά των εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο· ἐκεῖ δὲ τότε θὰ γείνῃ τὸ «ἀνάστα ὁ Θεός!» διότι οἱ περίοικοι θὰ τοὺς ἐκδιώκουν, αὐτοὶ θὰ πηγαίνουν νὰ βόσκουν τὰ ζῷά των, καὶ ἑπομένως ὄχι μόνον ἡ συντήρησίς των θὰ ἦναι προβληματική, ἀλλὰ καὶ ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἀκόμη δύναται νὰ διαταραχθῇ ἕνεκα τῆς καταστάσεως αὐτῶν ταύτης. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν καὶ πάλιν νὰ συστήσω καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ληφθῶσι σύντονα μέτρα ἐπὶ σπουδαιοτάτου καὶ ἐθνικωτάτου ζητήματος, ὁποῖον εἶναι τὸ προκείμενον. Ἄλλως, Κύριοι, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ περιέλθῃ εἰς δυσχερείας, διότι ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἐγερθῶσιν ἀγωγαὶ ἐκ μέρους τῶν περιοίκων, ἴσως δὲ καὶ νὰ ἐκοινοποιήθησαν ἤδη τοιαῦται, περὶ ἀποζημιώσεως, διότι εὑρίσκεται πάντοτε βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἠναγκασμένη διὰ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν βόσκησιν εἰς τὰς πλησιοχώρους βοσκάς. Δι’ ὅλους λοιπὸν τοὺς λόγους αὐτοὺς, ἀλλὰ πρὸ πάντων διὰ τὸ μέγεθος τῆς ἐθνικῆς σημασίας, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ζήτημα, πρέπει ὡς τάχιστα νὰ λυθῇ, λαμβανομένου εἴτε διὰ νόμου εἴτε διὰ διατάγματος τοῦ μέτρου, ὅπως συνοικισθῶσιν ἐν χωρίῳ οἱ ἄξιοι τῆς ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης καὶ συνδρομῆς Κουτσουφλιανῖται. Ὑπάρχουσιν ἐκεῖ κτήματα, ἡ ἀγορὰ τῶν ὁποίων, ἐὰν δὲν στέργωσιν οἱ ἰδιοκτῆται αὐτῶν, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς δημοσία ἀνάγκη· ὁπωσδήποτε ὅμως πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ἐξευρεθῇ μία λύσις προσήκουσα καὶ ταχεῖα.
§101Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ προκειμένη σύστασις δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Τὸ γεγονὸς, ὡς γνωρίζετε, εἶναι μέγα καὶ ἔκτακτον· ἡ Εὐρώπη καὶ ὁ πεπολιτισμένος κόσμος ἐθαύμασαν τὴν διαγωγὴν ἐκείνου τοῦ μικροῦ χωρίου, μόνον δὲ ἡ Ἑλλὰς ἐσιώπησε καὶ τὸ ἀφῆκε νὰ παρέλθῃ σχεδὸν ἀπαρατήρητον καὶ νὰ ὑποστῇ τὴν ταπείνωσιν τῆς ἐλεημοσύνης, ἐνῷ τὸ Κράτος εἶχε τὸ καθῆκον νὰ ἀνυψώσῃ τὸ ζήτημα εἰς ἐθνικὸν καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς ἄμεσον ἀποκατάστασιν τῆς μικρᾶς ἐκείνης περιφερείας, ἡ ὁποία ἔδειξε τοιοῦτον πατριωτισμὸν καὶ ἐτίμησε κατὰ τὰς δυστυχεῖς ἐκείνας περιστάσεις τὸ ἑλληνικὸν ὄνομα. Ἀφοῦ τὸ ζήτημα ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, ζητῶ καὶ προτείνω, ὅπως ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄμεσον ἐνέργειαν πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ χωρίου ἐκείνου καὶ πρὸς δικαίαν ἀποζημίωσιν τῶν καταστραφέντων διὰ μόνον τὸ εὐγενὲς αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ.
§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§103Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Τὴν ἔκτακτον σπουδαιότητα τῆς ἀποστολῆς τῆς Βουλῆς οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ. Ὁλόκληρον τὸ ἔθνος ἐναγωνίως ἀτενίζει πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, πολλὰ παρ’ αὐτοῦ ἀναμένον. Καὶ ἀληθῶς καὶ σπουδαῖα καὶ ἐπείγοντά εἰσι τὰ ἀπασχολήσοντα Βουλὴν καὶ Κυβέρνησιν κατὰ τὴν ἀρξαμένην ταύτην σύνοδον ζητήματα. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ἐπείγωσι τὰ διάφορα μεταρρυθμιστικὰ νομοσχέδια, ὧν τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ψήφισιν ἀναμένει παρ’ ἡμῶν ὁ λαὸς, ὅσον καὶ ἂν ἐπείγῃ ἡ ἀναζήτησις τῶν ὑπευθύνων διὰ τὰς τελευταίας τοῦ πολέμου συμφορὰς, οὐδὲν ὑπερβάλλει κατὰ τὸ ἐπεῖγον ἀπὸ τὴν λῆψιν τῶν ἀναποφεύκτων διὰ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα μέτρων. Ἡ σταφιδικὴ κρίσις κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἐπετάθη, ἡ δὲ κατάστασις τοῦ πληθυσμοῦ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἐπεδεινώθη. Μὴ λησμονῶμεν δὲ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὀλίγοι μῆνες μᾶς χωρίζουσιν ἀπὸ τῆς νέας ἐσοδείας, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν τὰς τελευταίας ἡμέρας, ὅτε θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ λάβωμεν ἐσπευσμένα καὶ σπασμωδικά τινα προσωρινὰ μέτρα, ὅπως συνέβη ἐν τῷ παρελθόντι. Τῶν οὕτω λαμβανομένων μέτρων αἱ ἀτέλειαι εἶναι τοσαῦται, ὥστε καθιστῶσι προβληματικὴν αὐτὴν ταύτην τὴν βάσιν των, ὡς ἐκ τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα γεννῶσιν αἱ διάφοροι λεπτομέρειαι. Τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, Κύριοι, ἐπὶ τοσοῦτον συνεζητήθη, ἐπὶ τοσοῦτον διωνυχίσθη, ὥστε δύναταί τις ἀσφαλῶς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐμελετήθη ὑφ’ ὅλας του τὰς ἐπόψεις, καίτοι ἀναγκάζομαι νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὴν γνώμην μου ταύτην διαψεύδουσιν αἱ περὶ σταφίδος ἐπαγγελίαι τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἥτις ὡς πρόνοιαν ὑπὲρ τῆς σταφίδος ἐνόμισε τὴν σύνταξιν κτηματολογίου, μετὰ δεκαετίαν καὶ πλέον δυναμένην νὰ ἐπιτελεσθῇ. Εὐτυχῶς ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀπαρτίζεται ἀπὸ πρόσωπα ὑπὲρ πάντα ἄλλον μελετήσαντα τὸ μέγα δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος τοῦτο ζήτημα, καὶ ἑπομένως μετὰ πεποιθήσεως παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως ἅμα τῇ ἐπαναλήψει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μετὰ τὸ Πάσχα εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ὑπὲρ τῆς σταφίδος κατάλληλα μέτρα, ἵνα ταῦτα καὶ ἐγκαίρως καὶ μεμελετημένως ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὁποίαν ἐγὼ ἔχω γνώμην ἐπὶ τῆς σταφιδικῆς κρίσεως, καὶ τί νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συνοδεύσῃ τὰ ὑπὲρ τῆς σταφίδος μέτρα, ἵνα ταῦτα ἀποδῶσι τελεσφόρα, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω, ὅταν ἐπέλθῃ ἡ πρὸς τοῦτο κατάλληλος στιγμή. Καὶ ἤδη σὺν τῷ ἐξ Ὀλυμπίας συναδέλφῳ κ. Μοσχούλᾳ παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ποῖοι οἱ λόγοι οἱ ἐπὶ τοσοῦτον ἐπιβραδύναντες τὴν ἔκδοσιν τοῦ καταχραστοῦ Παπαδάκου· διότι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου φῆμαί τινες, βεβαίως ἀνυπόστατοι, ἐκ τῆς βραδύτητος ὑποθαλπόμεναι, ἐγέννησαν ποιάς τινας ἀνησυχίας. Ἐλπίζω ὅτι αἱ πληροφορίαι τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ θὰ ἐξαλείψωσι πᾶσαν φήμην καὶ πᾶσαν ἀνησυχίαν.
§104Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἠλείας, ὅτι πρὸ τριῶν ἑβδομάδων περίπου ἐζητήθη παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ ἔκδοσις τοῦ ὑποδίκου Παπαδάκου καὶ τῶν δύο ἄλλων ὑποδίκων, τῶν συλληφθέντων ἐν Βρεντησίῳ. Ἡ Πρεσβεία Ρώμης ἐπληροφόρησε τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἐλπίζει μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ ἐκδοθῶσι παρὰ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως οἱ συλληφθέντες ὑπόδικοι καὶ νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὸ ἀπόσπασμα τῶν χωροφυλάκων, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τούτῳ εὑρίσκεται ἀπὸ 20 ἡμερῶν ἐν Βρεντησίῳ.
§105Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ Κυβέρνησις σύνοιδε τὴν ἔκτακτον σπουδαιότητα τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Τὸ σταφιδικὸν ζήτημα κρίνει ὡς ἐξόχως ἐθνικόν, διότι δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, συνδέεται στενῶς καὶ πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ πρὸς τὴν ἐν γένει οἰκονομίαν τῆς χώρας. Ἐν τῷ χρόνῳ, ὅστις θὰ μεσολαβήσῃ μέχρι τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις θὰ μελετήσῃ τὰ κατὰ τὸ θέμα τοῦτο, καὶ θὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προσῆκον νομοσχέδιον.
§106Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Πάντες ἠθέλομεν σπεύσει νὰ ὑποβάλωμεν ἔντονον σύστασιν περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, ἐὰν ἐνομίζομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀνάγκην τῆς παραμικρᾶς παρακλήσεως ἢ ὑπομνήσεως, ὅπως λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα. Εὐτυχῶς ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιβεβαιοῖ τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν περὶ τούτου ἰδέαν ἡμῶν. Ἀπεκδεχόμεθα μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· διότι, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, ἡ σπουδαιότης τοῦ ζητήματος τούτου δὲν ἀφορᾷ μόνον τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἔχει γενικὸν σπουδαιότατον χαρακτῆρα. Νομίζω λοιπόν, ὅτι πᾶσα περαιτέρω παρότρυνσις ἐκ μέρους οἱουδήποτε Βουλευτοῦ ἀδικεῖ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ θεωρῶ περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν.
§107Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν πρέπει νὰ προκαλῶσι τὴν δυσφορίαν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους προτάσεις ἢ συστάσεις σχετιζόμεναι μὲ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα. Τὸ σταφιδικὸν ζήτημα δὲν εἶναι ζήτημα τοπικόν, ἀλλ’ ἐθνικόν. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς δεινῆς κρίσεως, εἰς ἣν διατελοῦσιν ἀπὸ πολλοῦ οἱ σταφιδοφόροι πληθυσμοί, ἀλλὰ πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς οἰκονομικῆς ὑποστάσεως τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἀμέσως καὶ ἀπολύτως ἐπηρεάζει ἡ σταφιδικὴ κρίσις. Διὰ τοῦτο ὡς ἀντιπρόσωπος σταφιδοφόρου ἐπαρχίας ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν διὰ τὰς σαφεῖς καὶ κατηγορηματικὰς δηλώσεις, ἃς ἐπισήμως ἐποιήσατο περὶ τῶν μέτρων, ἅτινα λίαν προσεχῶς σκοπεῖ νὰ λάβῃ περὶ τοῦ φλέγοντος τούτου ζητήματος.
§108ΔΗΜ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀπασχολήσω καὶ ἐγὼ δι’ ὀλίγων ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶ ἰδίᾳ τὴν προσοχὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ὑπουργοῦ, ἐκ τῆς ἐγνωσμένης πείρας καὶ ἀντιλήψεως τοῦ ὁποίου πολλὰ ἀπεκδέχομαι, ὄχι ἐξ ἀκαίρου ζήλου ὑπὲρ τῶν ἐπερωτήσεων, ἀλλ’ ἐκ καθήκοντος πρὸς διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων καὶ τῆς διοικητικῆς ἐκλύσεως, ἐν ᾗ εὑρίσκεται ἡ ἐπαρχία Τριχωνίας, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν, ὑπαγομένην ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Ἐὰν ἠδυνάμην νὰ παραστήσω τὰ λαβόντα χώραν ὄργια τῆς δασονομικῆς ὑπηρεσίας ἐν Τριχωνίᾳ κατὰ τὸ πρὸ τῶν ἐκλογῶν χρονικὸν διάστημα, ἤθελον προκαλέσει τὴν ἀγανάκτησιν ὅλων ὑμῶν, διότι ἠθέλετε εὑρεθῆ ἀπέναντι διωργανωμένης ἐπιστρατεύσεως ὅλων τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν χωροφυλάκων, κατὰ τοῦ συνδυασμοῦ ἡμῶν καὶ τοῦ κ. Σκαλτσοδήμου. Ἀλλὰ τὸ θέαμα τοῦτο παρέστη ζωηρότερον ἐν ἑνὶ τῶν δήμων τῆς Τριχωνίας, τῷ καὶ μεγαλειτέρῳ, ἐν τῷ δήμῳ Παμφίας, ἔνθα ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν χωροφύλαξ δὲν περιωρίσθη εἰς ἀπειλὰς, δὲν περιωρίσθη εἰς σύνταξιν ἁπλῶν πρωτοκόλλων καὶ μόνον, ἀλλ’ ἵνα φανῇ ἀποτελεσματικωτέρα ἡ ἐνέργειά του, δημοσίᾳ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἰς ἐπήκοον πάντων, προὐκάλει στοιχήματα, θέτων ὡς ἐγγύησιν τὰ ὅπλα του, καὶ βεβαίως ὄχι τὰ ὅπλα τῆς ὑπηρεσίας, διότι δὲν εἶχε κανένα σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους, ἵνα φέρῃ τὸ ὅπλον τὸ κεκανονισμένον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ δίκανον κυνηγετικόν. Εὐτυχῶς δὲν ἠκούσθη ἡ φωνή του ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἐναντία ἐμοῦ καὶ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου κ. Σκαλτσοδήμου, ἀλλὰ κατὰ τοῦ ἀντιθέτου συνδυασμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ὁ εἰρημένος χωροφύλαξ εἶχε νὰ ἐκπληρώσῃ ἔτι περισσότερα καθήκοντα ἐκδικήσεως καὶ φατριασμοῦ μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν, καὶ τὸ ἔργον δὲ τοῦτο ἐξακολουθεῖ.
§109Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ ἔπρεπε νὰ καταγγελθοῦν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν.
§110ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἀπευθύνομαι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι μέχρις ὅτου περατωθοῦν αἱ διὰ τὰς καταγγελλομένας πράξεις ἀνακρίσεις κλπ. θὰ παρέλθῃ τόσος χρόνος, ὥστε δύναται ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἐπισωρευθῇ σωρεία ἄλλη ἐγκλημάτων κατὰ τῶν πολιτῶν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα λάβῃ διοικητικὰ μέτρα μέχρι περατώσεως τῶν μηνύσεων, αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἐδόθησαν καὶ θὰ δοθῶσι. Περὶ τούτου δὲ καταθέτω καὶ ἔγγραφον ἐπερώτησιν. Ἕτερον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι τὸ ἑξῆς. Κατὰ τὴν θεομηνίαν τοῦ 1892 πρὸς ταῖς ἄλλαις καταστροφαῖς, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον, ἐπῆλθε καὶ τοιαύτη εἰς τὰ ἑσπεριδοειδῆ τῆς περιφερείας τοῦ χωρίου Γουρίτζης τοῦ δήμου Παμφίας, τὰ ὁποῖα τελείως κατεστράφησαν. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου τούτου δι’ αἰτήσεώς των ἀνηνέχθησαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον συνέστησεν ἐπιτροπὴν ἀπὸ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, ἀπὸ τὸν γεωμέτρην καὶ ἀπό τινα ἄλλα μέλη, τὰ ὁποῖα δὲν ἐνθυμοῦμαι, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη διὰ πρωτοκόλλου ἐβεβαίωσε τὴν τελείαν καταστροφὴν καὶ ἐγνωμοδότησεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρώσουν ἐπί τινα ἔτη φόρον οἱ ζημιωθέντες πολῖται, καὶ πραγματικῶς δὲν ἐζητήθησαν εἰς πληρωμὴν φόρου ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον. Ἤδη ὅμως παραδόξως καταζητοῦνται εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων ἐκείνων, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ Ὑπουργεῖον ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρωθῶσι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου λάβῃ τὴν δέουσαν μέριμναν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταλόγων τῶν ἐνόρκων διὰ τὸ ἔτος 1899 διὰ τὰ Κακουργιοδικεῖα Λαρίσης, Τρικκάλων, Βόλου καὶ Καρδίτσης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως δύο δωδεκατημορίων τῶν μηνῶν Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου 1899. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 75).
§113ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην συζήτησιν.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν διὰ τοῦ προταθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τῶν εἰσαχθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δηλώσεων περὶ ἐπενεκτέων ἐν αὐτῷ μεταβολῶν, χορηγηθεισῶν πιστώσεων διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου τοῦ 1899. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερον ἀντικείμενον δὲν ὑπάρχει. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 καὶ 15′ μ. μ.)