1898.03.20
2.562 στίχοι · 20.691 λέξεις · 109 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
Τῆς 20 Μαρτίου 1898.
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατέθηκε τὰ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Σπετσῶν κ. Μπούμπουλη ζητηθέντα ἔγγραφα περὶ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν κτημάτων τῆς Μονῆς Προσσοῦ. Ὡσαύτως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κατέθηκε τὰς ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Κυνουρίας κ. Πέῤῥου ζητηθείσας ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων Τριπόλεως καὶ Σπάρτης περὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων τῆς περιφερείας των. Ὁ ἐνταῦθα φαρμακοποιὸς Ἰωάννης Μοσχοβίτης ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς του, ὅπως τῷ δοθῇ προνόμιον διὰ τὸ παρ’ αὐτοῦ ἐφευρεθὲν φάρμακον «Μοσχοβιτίνην». Ὁ δήμαρχος Φλεσιάδος ἐξ ὀνόματος τῶν συμπολιτῶν του ἐκφράζει τηλεγραφικῶς πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν εὐγνωμοσύνην του ἐπὶ τῇ ἐπιψηφίσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποπερατώσεως τοῦ ὑδραγωγείου Λιγουδίστης. Οἱ δήμαρχοι Φλεσιάδος, Ἰθώμης, Θουρίας καὶ Ἀριστομένους παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως διὰ τοῦ ψηφισθησομένου νόμου περὶ παρακρατήσεως ἀπαγορευθῇ ἡ ἐκ σταφίδος κατασκευὴ σιροπίου καὶ οἴνου πρὸς ἐξαγωγὴν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Σχινᾶς ἀπευθύνει ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἵνα εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τό τε ὑπ’ ἀριθ. 1409/259 ἔγγραφον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς 11 Μαρτίου 1896 μετὰ τῶν τούτῳ σχετικῶν, καθὼς καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 491 ἔγγραφον τοῦ Μητροπολίτου τῆς 13 Ὀκτωβρίου 1897 μεθ’ ὅλων τῶν συναπτομένων αὐτῷ, γνωρίσῃ δ’ ἅμα εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπὶ τῶν αἰτήσεων τούτων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐνεργείας του.»
§2Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία σας, κύριε Μυλωνᾶ, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρακρατήσεως δὲν ἐτυπώθη;
§3ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἐτυπώθη.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοζάκης Τυπάλδος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§5Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὁ τύπος καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἐπραγματεύθησαν περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγίστην σημασίαν διὰ τὸ ἔθνος μας. Ἐννοῶ περὶ τοῦ ἀρχαιολογικοῦ ζητήματος. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου, καθὸ μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, νὰ δώσω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐξηγήσεις τινάς. Βεβαίως οὐδεὶς ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν, ὅστις νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ, ὅτι τὸ Ἀρχαιολογικὸν ζήτημα ἔχει ὑψίστην σημασίαν δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας ἰδίως, διότι δὲν εἶναι ζήτημα μόνον ἀρχαιολογικὸν δι’ ἡμᾶς, εἶναι ἀκόμη ζήτημα ἐθνικόν. Τοῦτο ὁμολογουμένως κατενοήθη ἅμα τῇ συστάσει τοῦ Κράτους. Ἅμα καθιδρύθη τὸ Κράτος, δύο κέντρα ἀρχαιολογικῶν ἐργασιῶν ἱδρύθησαν παρ’ ἡμῖν. Εὐθὺς ἀπὸ τοῦ 1833, καὶ προηγουμένως ἀκόμη, ἐπὶ Καποδιστρίου, εἶχε γείνῃ ἐργασία τις. Τῷ 1837, ὡς γνωρίζετε, συνέστη ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία. Ἔκτοτε ἐκ παραλλήλου ἐνεργοῦσιν ἡ ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία. Ὁμολογουμένως τὰ ἀρχαιολογικὰ ταῦτα κέντρα τῆς ἐνεργείας προσέφεραν σπουδαίας ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἦτο τόσον μέγα, ὥστε, μὲ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν καὶ μὲ ὅλην τὴν δραστηριότητα, τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν ἀνέπτυξαν καὶ ἡ ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, τὸ ἔργον θὰ ἦτο ἐντελῶς ἀνώτερον τῶν δυνάμεων ἡμῶν, ἂν δὲν παρενέβαινον εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην καὶ οἱ ξένοι. Γνωστὸν δὲ πόσον μεγάλα εἶναι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα οἱ ξένοι ἐπετέλεσαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς τελευταίας πεντηκονταετίας ἐν Ἑλλάδι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀρχαιολογικὰ πράγματα. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἐνισχύθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ δεκαετίας περίπου διὰ τῆς παροχῆς ἑνὸς δημοσίου νομήματος, τοῦ λαχείου. Τὸ λαχεῖον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι δημόσιον νόμημα, παρεχωρήθη εἰς τὴν Ἑταιρίαν διὰ τὰ ἔργα αὐτῆς, καὶ βεβαίως τὸ εἰσόδημα τὸ ἐκ τοῦ λαχείου, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 300,000 δραχμὰς περίπου, εἶναι σπουδαῖον, διότι οὐδέποτε ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν της τοσοῦτον ποσὸν, ὅσον ἔχει ἀφ’ ὅτου λειτουργεῖ τὸ δημόσιον τοῦτο νόμημα. Οὐχ ἧττον δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι καὶ αὐτὸ εἶναι ἀνεπαρκές. Φρονῶ δὲ, ὅτι, ὅταν ἐκτεθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ πράγματα, ὅπως ἔχουσιν, ἀπέναντι τοῦ μεγέθους αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἴσως —δὲν λέγω τώρα, ἀλλ’ εἰς προσεχεῖς συνόδους,— ἀποφασίσῃ τὸ ἔθνος νὰ κάμῃ καὶ ἄλλας θυσίας ὑπὲρ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἕνα τῶν κυριωτάτων παραγόντων τῆς ἐθνικῆς ὑπάρξεως. Τὸ κοινὸν ἀνησύχησεν ἐκ τῆς διαδόσεως ἑνὸς γεγονότος, τὸ ὁποῖον ὁπωσοῦν ἐξωγκώθη, δηλ. τῆς οἰκοδομῆς μεγάρου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Δυστυχῶς δὲν παρευρέθην εἰς τὰς συνεδριάσεις τῶν συναδέλφων μου, καθὸ ἀσθενῶν, ὅτε ἐλήφθη αὐτὴ ἡ ἀπόφασις, καὶ ὁμολογῶ ὅτι, μολονότι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ ἔργον τῆς οἰκοδομῆς μεγάρου δὲν ἔχει τι τὸ ἐπιλήψιμον, δὲν ἔχει τι τὸ κακὸν, —ἀπεναντίας δύναται νὰ ἦναι χρήσιμον, —ὅμως τὸ θεωρῶ πρόωρον, καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ συζητήσω εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν, καθόσον ἕνεκα τῆς ὑγείας μου δὲν ἠδυνήθην, ὡς εἶπον, νὰ παρευρεθῶ εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Συμβουλίου. Οἱ κηδόμενοι τοῦ ἔργου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας παρενέβησαν καὶ προσεπάθησαν νὰ περιορισθῇ ἡ δαπάνη αὕτη, καί, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, κατωρθώθη τῷ ὄντι νὰ περιορισθῇ ἡ δαπάνη, καθὼς βεβαιοῦσιν αὐτὰ τὰ πρακτικὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, εἰς δραχμὰς 200,000, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἀξίας τοῦ οἰκοπέδου, τὸ ὁποῖον, ὡς γνωρίζετε, ἠγοράσθη ἀντὶ 134,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ μέρος τοῦ οἰκοπέδου τούτου πρόκειται νὰ πωληθῇ, καὶ δύναται νὰ πωληθῇ, ὡς ἐπληροφορήθην, τὸ οἰκόπεδον θὰ μείνῃ ἀντὶ ἀξίας 100,000 δρ. εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Τὸ δὲ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐξεπονήθη ὑπὸ τοῦ νεαροῦ ἀρχιτέκτονος κ. Ἀξελοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπεθεώρησαν καὶ δύο ξένοι ἀρχιτέκτονες, οἱ κ.κ. Δαῖρπφελδ καὶ Τρούμ, δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς ἄλλας 100,000. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι διὰ 200,000 δραχμῶν θὰ κατορθωθῇ τὸ ἔργον αὐτὸ, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε φόβος, ὅτι δύναται, κατὰ τὰ συνήθως συμβαίνοντα εἰς τὴν πρωτεύουσαν, νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 400 καὶ 500 χιλιάδων...
§6Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ δραχμῶν 100,000 μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ ἀξιοπρεπὲς μέγαρον διὰ προορισμὸν τοῦ καταστήματος; Φοβοῦμαι μὴ ἔχωμεν ἀντὶ μεγάρου ἄσυλον.
§7Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐγὼ τὴν ἀπορίαν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἔχετε, τὴν συμμερίζομαι πληρέστατα, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησα, ὅτι θὰ κινδυνεύσῃ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία νὰ δαπανήσῃ 400,000 δρ. διὰ τὸ μέγαρον αὐτό, καὶ ἑπομένως θὰ σᾶς ἐξηγήσω, τί θέλει συμβῆ, ἐὰν, ὃ μὴ γένοιτο, ἤθελε γείνῃ τοιαύτη δαπάνη πρὸς ζημίαν σπουδαιοτάτων ἐργασιῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἐκκρεμῶν... Ἀλλὰ, ὅπως σᾶς εἶπον, καὶ ἐὰν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν πίστιν εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τῶν προσώπων αὐτῶν, —ἐννοῶ δηλαδὴ ἐὰν δὲν πλανῶνται, —θὰ κατορθωθῇ ἡ δαπάνη αὕτη νὰ μὴ ὑπερβῇ κατὰ πολὺ τὰς ἑκατὸν χιλιάδας, διότι πρόκειται νὰ κάμουν ἓν οἴκημα, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ αἰθούσας τινὰς, ἄνευ οὐδεμιᾶς πολυτελείας, ἄνευ ἐξωτερικοῦ διακόσμου καὶ καθεξῆς. Αὐτὴ τοὐλάχιστον εἶναι ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία ὑπεγράφη ἐν προχθεσινῇ συνεδριάσει ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Εὔχομαι δὲ νὰ ἐπαληθεύσῃ αὐτὴ ἡ πρόθεσις.
§8Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζομεν δυστυχῶς, τί συμβαίνει συνήθως εἰς τὰ δημόσια οἰκοδομήματα· ὡς δημόσιον δὲ σχεδὸν θὰ θεωρηθῇ καὶ τὸ μέγαρον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἐν τῇ ἐκτελέσει. Θὰ ἐπακολουθήσωσιν αὐξήσεις καὶ προσαυξήσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§9Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Μάλιστα. Κάμνετε ἕνα προϋπολογισμὸν 100 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ βγαίνουν διακόσιαι χιλιάδες.
§10Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλὰ τὸ οἰκόπεδον κοστίζει 134,000 δραχμάς, καὶ ζητεῖτε νὰ κτίσητε οἴκημα ἀξίας 100,000.
§11Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Μάλιστα. Φαίνεται δὲ ὅτι ἔχουσι τὴν βεβαιότητα, ὅτι θ’ ἀνακτήσῃ 30,000 δραχμὰς ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἐκ τῆς πωλήσεως ἑνὸς μέρους τοῦ οἰκοπέδου. Καὶ τοῦτο εἶναι μία εὐχὴ καὶ μία ἀπόφασις, ἡ ὁποία εὔχομαι νὰ πραγματοποιηθῇ. Διὰ ταῦτα πάντα ἀκριβῶς, κύριοι συνάδελφοι ἐθεώρησα, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ὅτι ἡ ἀνέγερσις τοῦ μεγάρου αὐτοῦ εἶναι πρόωρος. Αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι κακὸν, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ περιμένῃ ἡ Ἑταιρία δέκα ἔτη ἀκόμη, διότι δι’ ἐνοικίου διπλασίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πληρόνομεν σήμερον, ἤτοι μὲ 800 δραχμὰς, —σήμερον πληρόνομεν 400 δρ. τὸν μῆνα —ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἓν κατάστημα, τὸ ὁποῖον νὰ ἀνταποκρίνηται εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας. Τὸ δὲ ζήτημα δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἷς τῶν συναδέλφων εἶπε τῆς προάλλαις ἐδῶ, ὅτι ἡ ἀξία αὕτη δὲν διαφέρει κατὰ πολὺ τοῦ τόκου τῶν χρημάτων· διότι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οἰκοκυραῖοι νὰ σκεπτώμεθα περὶ τόκων. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ μὴ βγάλωμεν ἀπὸ τὸ ταμεῖόν μας ἓν ποσὸν σπουδαῖον, — καὶ ἤδη ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸ ταμεῖόν μας ἓν ποσὸν 134 χιλιάδων δραχμῶν, — ὅταν ἔχωμεν τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας θὰ ἐκθέσω τώρα...
§12Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κτισθῇ καὶ μία αἴθουσα μεγάλη, πρὸς ὑποδοχὴν πολλοῦ κόσμου.
§13Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Βεβαίως... Ἀνέκαθεν δύο ὑπῆρξαν τὰ ἀντικείμενα τῆς ἐργασίας τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Τὸ ἓν εἶναι, δύναταί τις εἰπεῖν, καθαρῶς ἐπιστημονικόν· ἀφορᾷ εἰς τὰς ἀνασκαφὰς, εἰς τὰς ἀρχαιολογικὰς μελέτας καὶ ἐν γένει εἰς ὅλα τὰ συναφῆ ἐπιστημονικὰ ζητήματα. Τὸ ἕτερον, τὸ ὁποῖον θεωρῶ σπουδαιότατον διὰ τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἡ στερέωσις καὶ ἡ συντήρησις τῶν ἀρχαίων μνημείων. Τοῦτο ἐπὶ μακρὸν χρόνον δὲν εἶχε γείνῃ ἀντικείμενον σπουδαίας μερίμνης, ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως εἶναι τὸ μέγιστον ἔργον τῆς ἀρχαιολογικῆς ἐργασίας παρ’ ἡμῖν. Κατὰ τὴν πρώτην δεκαετίαν τῶν ἐργασιῶν τῶν ἀρχαιολογικῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐγένοντό τινα ἔργα ἄξια λόγου ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν. Διεκοσμήθη ἡ Ἀκρόπολις, ἀφῃρέθησαν μερικὰ ξένα κτίρια, Τουρκικὰ καὶ Βενετικά, τὰ ὁποῖα ἔφερον ἀσχημίαν, ἰδίως εἰς τὰ προπύλαια. Ἐγένετο τότε καὶ τὸ λαμπρότατον ἐκεῖνο ἔργον τοῦ ἀρχιτέκτονος Σάουπερτ, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωρίζετε, εὗρε τὰ τεμάχια, διὰ τῶν ὁποίων ἀνεστήλωσε τὸν ναὸν τῆς Ἀπτέρου Νίκης, τὸν ὁποῖον ὁ μακαρίτης Ραγκαβῆς ὠνόμαζε τὸν ἀδάμαντα τῆς Ἀκροπόλεως. Τὰ ἔργα τῆς συντηρήσεως σήμερον εἶναι τὰ ἑξῆς — καὶ ἐπὶ τούτων παρακαλῶ τοὺς συναδέλφους νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχήν των, διότι, ὡς εἶπον, τοῦτο ἀποτελεῖ ἕνα τῶν μεγίστων παραγόντων τοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἐμπνέει εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐν ὅσῳ ὑπάρχει πεπολιτισμένος κόσμος, ἴσως ἐξαλειφθῇ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἐμπνέει ἡ Ἁγία Γῆ, ἀλλὰ δὲν θέλει ἐξαλειφθῆ ποτὲ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἐμπνέουσιν αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαιότητες. Τοὺς ἐρχομένους ξένους, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ῥῖγος καταλαμβάνει, ὅταν τὸ πρῶτον πατῶσι τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος καὶ εὑρίσκωνται ἀπέναντι τῶν μνημείων αὐτῶν. Κατὰ τὸ καταστατικὸν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, οὐχὶ μόνον τὰ κλασικὰ, τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος δηλαδὴ, μνημεῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν μέριμναν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἀλλὰ καὶ τὰ Βυζαντινά. Τὰ μνημεῖα τῆς ἀρχαιότητος, τὰ ὁποῖα ἔχουσι μεγίστην ἀνάγκην προφυλάξεως καὶ στερεώσεως, εἶναι, τὰ κυριώτερα, τὰ ἑξῆς: Ὁ Παρθενὼν, τὸ Ἐρέχθειον, τὸ Θησεῖον, τὸ μνημεῖον τοῦ Φιλοπάππου, ἡ πύλη τῆς Ἀγορᾶς, ἡ πύλη τοῦ Ἀδριανοῦ, καὶ ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν, ὁ ναὸς τῆς Σουνιάδος Ἀθηνᾶς, ὁ ναὸς τοῦ Ἀπόλλωνος ἐν Φιγαλίᾳ, ὁ Λέων τῆς Χαιρωνείας καὶ ἄλλα τινά. Σᾶς εἶπον τὰ κυριώτερα. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ Βυζαντιακὰ, καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχουσιν ἄξια λόγου μνημεῖα, ἐξ ὧν σᾶς ἀναφέρω τρία μεγίστης σπουδαιότητος, ταῦτα δὲ εἶναι τὸ Δαφνὶ, ὁ Ὅσιος Λουκᾶς καὶ ὁ Μιστρᾶς. Κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἀρχιτέκτονος Δούρμ, ἡ στερέωσις τοῦ Παρθενῶνος καὶ ἡ τεχνικὴ ἀνανέωσίς τινων μαρμάρων, τὰ ὁποῖα εἶναι λίαν εὔθραυστα καὶ ἀπειλοῦσι κατάπτωσιν, θ’ ἀπαιτήσωσι δαπάνην 200,000 φράγκων χρυσῶν, ἤτοι περίπου 300,000 δραχμῶν. Ἐκ τούτου τοῦ ποσοῦ ἐδαπάνησεν ἤδη ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία σχεδὸν 100,000. Μένουσι λοιπὸν 200,000, τὰς ὁποίας ἡ Ἑταιρία πρέπει ἐντὸς δύο ἐτῶν τὸ πολὺ νὰ καταβάλῃ, διὰ νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον. Ὅσοι τῶν συναδέλφων μὲ τιμῶσι δι’ ἀναμνήσεως ἐνθυμοῦνται, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διεμαρτυρήθην διὰ τὴν πρὸ δεκαετίας ἐπικινδυνωδεστάτην κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ Θησεῖον...
§14Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετ’ ἀξιεπαίνου καὶ ἀξιοθαυμάστου ζήλου πάντοτε.
§15Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ... Ὑπάρχει σπόνδυλος, ὁ ὁποῖος εἶναι τεθραυσμένος εἰς τὸ Θησεῖον, καὶ γνωρίζω ἀκριβῶς, ὅτι ὁ σπόνδυλος αὐτὸς ὁλονὲν ἀνοίγει, καὶ διὰ νὰ ἐμποδίσουν τὸ ἄνοιγμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν κατάπτωσιν, ἔθεσαν μίαν στεφάνην σιδηρᾶν, καὶ ἐπειδὴ ἐπηρεάζεται ἡ στεφάνη αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἀτμόσφαιραν, παραθέτουν καὶ μερικὰ ξύλα, τὰ ὁποῖα ὅμως καὶ αὐτὰ εἶναι ὑγρομετρικὰ, διὰ νὰ βαστάσωσι τὸν σπόνδυλον! Αὐτὰ εἶναι γελοῖα!...
§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ βλάπτουσι.
§17Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Βεβαίως... Ἐν τούτοις ἡ στερέωσις τοῦ Θησείου ἀπαιτεῖ 100 χιλιάδας δραχμάς. Σημειώσατε, ὅτι καὶ εἰς ἄλλο μέρος ἀκόμη εἶναι εἷς σπόνδυλος, οὕτω πως τεθραυσμένος, ὥστε καὶ ἐκεῖθεν ὑπάρχει κίνδυνος. Ἀπαιτοῦνται λοιπὸν νὰ γείνωσιν αἱ ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὸν Παρθενῶνα,—ἐννοεῖται, εἰς μικροτέρας διαστάσεις,— διὰ νὰ γείνῃ μία στερέωσις, ὅπως αὐτὸ τὸ ὡραῖον ἰκρίωμα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς τὸν Παρθενῶνα, δι’ ἓξ ἔτη ἀποτρέψῃ πάντα κίνδυνον, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν θὰ γείνῃ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καμμία ἀνανέωσις. Τοιοῦτον ἰκρίωμα πρέπει νὰ τεθῇ καὶ εἰς τὸ Θησεῖον, διὰ νὰ ἀφαιρεθῶσιν οἱ τεθραυσμένοι σπόνδυλοι καὶ τεθῶσι νέα τεμάχια. Εἶναι λοιπὸν τοῦτο ἓν ἔργον 100 χιλιάδων δραχμῶν. Ἔχομεν ὕστερον τὸ Ἐρέχθειον. Τὸ Ἐρέχθειον εἶναί τι θαυμάσιον· ἀρκεῖ νὰ μάθητε, ὅτι ὅλον σχεδὸν τὸ ὑλικὸν μιᾶς λαμπρᾶς προστάσεως τοῦ Ἐρεχθείου εὑρέθη ὁλόκληρον κατὰ γῆς ἀπὸ τὸν Δοὺρμ, ὅστις ὑπελόγισε λεπτομερέστατα τὴν ἀναστήλωσιν τῆς προστάσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία θ’ ἀποτελέσῃ ἓν ἔργον ὡραιότερον ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἐκεῖνο τοῦ Σάουπερτ, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ὡμίλουν πρὸ ὀλίγου, δηλ. τῆς Ἀπτέρου Νίκης. Αὐτὴ ἡ πρόστασις εἶναι κἄτι τι ἐξαίσιον. Τοῦτο λοιπὸν τὸ ὑπολογίζει ὁ Δοὺρμ εἰς 100,000 δραχμὰς, κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Σᾶς ἀναφέρω τὰ κονδύλια ταῦτα, διὰ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀμέσως ἀπαιτοῦσι 400–500 χιλιάδας δραχμῶν. Μάλιστα περὶ τοῦ Θησείου θὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὸ Θησεῖον εἶναι ὁ μόνος εἰς τὸν κόσμον σωζόμενος ναὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν στέγην του. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος. Χάριν συντομίας παραλείπω πολλὰ τῶν ἄλλων μνημείων, τὰ ὁποῖα διατρέχουσι προφανῆ κίνδυνον, καὶ θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως μόνον μίαν περίπτωσιν. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἐξεδράμετε εἰς τὸ Σούνιον θὰ παρατηρήσατε, ὅτι τὸ κρηπίδωμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ὁ ναὸς, εὑρίσκεται ὁλόκληρον διασεσαλευμένον, καὶ θὰ ἴδωμεν δυστυχῶς καμμίαν ἡμέραν νὰ ἐπέλθῃ καταστροφή. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον περὶ τῶν ἀρχαίων μνημείων. Θὰ σᾶς εἴπω ὅμως ὀλίγας λέξεις καὶ περὶ τῶν βυζαντινῶν. Ὁ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης, πρὸς τὸν ὁποῖον ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν βαθυτάτην εὐγνωμοσύνην μου διὰ τὴν μεγίστην συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκε πάντοτε ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον διέγνωσα διακαῆ ἔρωτα ὑπὲρ τῶν ἀρχαιοτήτων, ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀπέστειλεν ἐπιτροπὴν εἰδικὴν εἰς τὸν Ὅσιον Λουκᾶν· ἐκεῖ ἐγένοντο ἔργα προκαταρκτικὰ σπουδαῖα, ἐκ τῶν ὁποίων ὑπελογίσθη, ὅτι περὶ τὰς 270,000 δραχμαὶ ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν στερέωσιν τοῦ ναοῦ, τὴν στερέωσιν τῆς Μονῆς καὶ τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῶν Μωσαϊκῶν, τὰ ὁποῖα ἐλπίζω νὰ διορθώσῃ ὁ ἱππότης Νόβο, ὁ ὁποῖος ἐστερέωσε καὶ τὰ μωσαϊκὰ τοῦ Δαφνίου. Ἀπεδείχθη δὲ, ὅτι τὰ μωσαϊκὰ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ εἶναι ὅμοια πρὸς τὰ τοῦ Δαφνίου, καὶ φαίνεται ὅτι κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν καὶ ὑπὸ τῶν αὐτῶν τεχνιτῶν κατεσκευάσθησαν. Μάλιστα ἡ εἰκὼν τοῦ Νιπτῆρος, ἡ ὁποία δὲν σώζεται ὁλόκληρος οὔτε εἰς τὸ Δαφνὶ, οὔτε εἰς τὸν Ὅσιον Λουκᾶν, συμπληροῦται διὰ σωζομένων μερῶν εἰς ἑκατέραν τῶν Ἐκκλησιῶν. Εἰς τὴν δαπάνην ταύτην τῶν 270,000 δραχμῶν προσθετέον καὶ ἓν ποσὸν πρὸς κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μετενεχθῶσι τὰ ὑλικά. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸν Μιστρᾶ. Σᾶς καταγγέλλω, ὅτι ἡ Μητρόπολις αὕτη ἡ Μεσαιωνικὴ, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ φίλου μου κ. Gabriel Millet, ὁ ὁποῖος ἔμεινεν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἐπὶ πολλοὺς μῆνας ἐκεῖ, εἶναι μουσεῖον ἀριστουργημάτων, κινδυνεύει νὰ καταστραφῇ. Καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ποίας ἀξίας εἶναι τὰ μνημεῖα ταῦτα, θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ἐπὶ τῇ ἀναφορᾷ τοῦ κ. Ὁμὼλ, ἔστειλεν εἰς Μιστρᾶν πρὸ διετίας ἰδιαίτερον τεχνίτην, τὸν κ. Ypperman, ὁ ὁποῖος ἔχει φήμην μεγάλην, ὡς ζωγράφος ἱστορικῶν μνημείων, ὅστις ἔκαμε 19 εἰκόνας, ὑδατογραφίας, ἄλλας εἰς φυσικὸν μέγεθος, ἄλλας εἰς τὸ ἥμισυ καὶ ἄλλας εἰς τὸ τρίτον, καὶ ἔμεινεν ἐκπεπληγμένος ἐκ τῆς ὡραιότητος, ἐκ τῆς ἁρμονίας τῶν χρωμάτων τῶν εἰκόνων ἐκείνων, τῶν ὁποίων ὅμοιαι ὑπάρχουσιν ἑκατοντάδες. Τὰς ὑδατογραφίας ἐκείνας ὁ κ. Ypperman ἐξέθηκεν ἐν Παρισίοις, εἰς τὸ Trocadero, ὅπου τὰς ἐπεσκέφθη ὅλος ὁ καλλιτεχνικὸς κόσμος τῶν Παρισίων καὶ τῶν ξένων, καὶ τοσοῦτον τὰς ἐθαύμασεν, ὥστε ἠγέρθη συζήτησις ἐν τῷ τύπῳ τῶν Παρισίων, ἐὰν εἶναι Ἑλληνικὰ ἔργα, δηλαδὴ ἔργα τῶν Βυζαντινῶν, ἢ ἂν ἐζωγράφησαν αὐτὰς ἐλθόντες ἐξ Ἰταλίας σύγχρονοι τῶν προραφαηλικῶν ζωγράφων. Ἐνοεῖτε ὅτι τοιαύτη ὑπόθεσις ἀπεκρούσθη γενικῶς, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἤτοι κατὰ τὸν δέκατον τρίτον καὶ δέκατον τέταρτον αἰῶνα, ὅτε ἐγράφησαν αὐταὶ αἱ εἰκόνες, οἱ Ἰταλοὶ ἦσαν ἀκόμη μαθηταὶ τῶν Βυζαντινῶν. Ἐν τούτοις αὐτὴ ἡ μεγάλη ἀρχαιολογικὴ περιουσία καταστρέφεται κατ’ ἔτος, διότι αἱ στέγαι εἶναι κατεστραμμέναι, καὶ τὰ ὕδατα, καταῤῥέοντα, καταστρέφουσι τὰς εἰκόνας. Ἐξήτασα ποία δαπάνη ἀπαιτεῖται διὰ νὰ σώσωμεν τὰ μνημεῖα ταῦτα, καὶ ἐπληροφορήθην παρὰ τῶν Γάλλων, ὅτι διὰ 50,000 δραχμῶν τὸ πολὺ, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς δαπάνης δι’ ἀρχιτέκτονα εἰδικὸν τῶν ἀρχαίων μνημείων, δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἐπισκευή. Τὰς λεπτομερείας ταύτας ἀνέφερα διὰ νὰ σᾶς καταστήσω γνωστὸν, ὅτι διὰ δαπάνης ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν δυνάμεθα νὰ σώσωμεν πλεῖστα κλασικὰ καὶ Βυζαντινὰ μνημεῖα, τὰ ὁποῖα ἀπειλοῦνται δι’ ἀμέσου καταστροφῆς ἢ μεγάλης βλάβης. Ἑπομένως, ὅταν τὸ εἰσόδημα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἀνέρχεται εἰς μόνον 300,000 δραχμῶν, νομίζω ὅτι ἐπὶ μακρὸν χρόνον οὐδεμία ἄλλη χρῆσις ἔπρεπε νὰ γείνῃ τοῦ εἰσοδήματος αὐτοῦ, ὅταν ἔχωμεν τόσας ἐπειγούσας ἀνάγκας νὰ ἐξοικονομήσωμεν. Ἐδῶ ἀκόμη, εἰς τὰς Ἀθήνας, πλὴν τῶν μνημείων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα, ἔχομεν τὴν Στοὰν τοῦ Ἀδριανοῦ, ἡ ὁποία, ἐὰν ἤθελε ποτὲ ἀποκαλυφθῆ ὁλόκληρος, ἤθελεν ἀποτελέσει ἓν τῶν καλλίστων μνημείων τῆς πρωτευούσης. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ὑπάρχει ἀνάγκη χρημάτων, ὅπως ἀποζημιωθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν πέριξ οἰκοπέδων. Ὁ κ. Καραπάνος ἀνέφερε προχθὲς τὸ ζήτημα τοῦ Λαχανοπαζάρου. Ἐκεῖ ὑπάρχουσι μνημεῖα ἀξιόλογα· διὰ ν’ ἀποκαλυφθῶσιν ὅμως ταῦτα, ἀπαιτεῖται ν’ ἀποζημιωθῶσι πολλὰ οἰκόπεδα. Σᾶς ἀναφέρω καὶ τὸ Δαφνί, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ ὡραιότερον Βυζαντινὸν Μουσεῖον τοῦ Κόσμου· διότι τίποτε δὲν ὑπάρχει ἐν Ἰταλίᾳ, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ ἐξισωθῇ πρὸς αὐτὸ διὰ τὴν ἀξίαν τῶν Μωσαϊκῶν· αἱ εἰκόνες μάλιστα, αἱ ὁποῖαι ἀπεκαλύφθησαν μετὰ τὴν κατεδάφισιν τοῦ τοίχου τοῦ φραγκικοῦ, ἡ εἰκὼν τοῦ «Ὁράματος τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης» καὶ ἡ ἄλλη ἐκείνη, ἡ τῆς «Προδοσίας τοῦ Ἰούδα», εἶναι ἔργα μοναδικά· μάλιστα ἡ «Προδοσία τοῦ Ἰούδα» σύγκειται ἀπὸ 18 πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην ἑνότητα ἐνεργείας, ὥστε ὁμολογεῖται, ὅτι οὐδὲν ἕτερον ἔργον βυζαντινὸν τοιαύτης ἀξίας ὑπάρχει. Ἐν τούτοις καὶ τὸ Δαφνὶ μένει ἐστερημένον ἔτι ὑελοπινάκων, ἡ ἔλλειψις τῶν ὁποίων βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὴν καταστροφὴν τῆς ἐκκλησίας, ἀλλὰ βεβαίως ἐπιφέρει βλάβην εἰς αὐτήν. Κατὰ τὸν ὑπολογισμόν, τὸν ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ὁ κ. Τρούμ, ἡ τοποθέτησις ὑελοπινάκων, οὐχὶ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἰδικῶς κατασκευάζονται, ἀλλ’ ἐκ τῶν κοινῶν, ἀπαιτεῖ δαπάνην 5,000 δραχμῶν. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἀδυνατεῖ νὰ καταβάλῃ τὸ ποσὸν αὐτό, καὶ μετὰ δυσκολίας κατώρθωσε νὰ ψηφίσῃ δρ. 4,000 διὰ τὰς ἀντηρίδας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαιόταται διὰ τὴν στερέωσιν τοῦ ναοῦ τοῦ Δαφνίου. Παύων ἐνταῦθα, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἑξῆς συμπερασμάτων. Δὲν ὑπάρχει, ἐκτὸς βεβαίως τῶν μεγάλων ζητημάτων τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἔθνους, τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς διοικήσεως καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἄλλων ἐθνικῶν ζητημάτων, δὲν ὑπάρχει ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ τὴν ὑψίστην σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Ἀρχαιολογικὸν ζήτημα διὰ τὴν Ἑλλάδα. Δι’ αὐτὸ φρονῶ, ὅτι τὸ Δημόσιον θ’ ἀναγκασθῇ νὰ προβῇ καὶ εἰς ἄλλας θυσίας. Διότι, ἐκτὸς τῶν 300,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας εἰσπράττει ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, καὶ τῶν ὁποίων ἐλπίζω νὰ γείνῃ εἰς τὸ μέλλον πλέον εὔστοχος χρῆσις, τὸ σωματεῖον δὲν ἔχει ἄλλους πόρους, ἀλλ’ οὔτε ἡ ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους. Καταλήγων ἐνταῦθα τὸν λόγον, ἐκφράζω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἁρμόζει εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν νὰ ἔχῃ πάντοτε ὑπ’ ὄψιν της τὸ μέγεθος τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ ζητήματος, καὶ νὰ μὴ θεωρῇ τοῦτο πάρεργον. (Εὖγε! εὖγε!).
§18Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὐδὲν θὰ προσθέσω εἰς ὅσα ἐξέθηκεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας μετὰ πολλῆς γνώσεως τῶν πραγμάτων καὶ μετὰ πολλῶν λεπτομερειῶν. Ἐξ ὅσων εἶπε κατεφάνη, ὅτι ἡ ἀνέγερσις τοῦ μεγάρου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας οὐ μόνον δὲν εἶναι ἐπωφελής, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐπιζήμιος, ἐπιζήμιος οὐχὶ διότι θὰ δαπανηθῶσι περισσότερα παρ’ ὅσα εἶναι ἀνάγκη καὶ ἐπιτρέπουσιν οἱ πόροι τῆς Ἀρχαιολογικῆς ἑταιρίας νὰ δαπανηθῶσιν, ἀλλὰ διότι, ἀφοῦ κατὰ τὸν προλαλήσαντα ὑπάρχουσι τόσα ἔργα πρὸς ἐκτέλεσιν, ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ κύριον ἔργον τῆς Ἑταιρίας, καὶ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐσυστήθη καὶ δι’ ὃν ἐδόθη αὐτῇ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ τὸ λαχεῖον, θὰ ἦναι οὐ μόνον ἐπιζήμιον, ἀλλὰ καὶ ἥκιστα νόμιμον, θὰ ἦναι παρὰ τὸν σκοπὸν καὶ παρὰ τὸ συμφέρον τῆς Ἑταιρίας νὰ δαπανηθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα πρὸς ἀνέγερσιν μεγάρου. Παραλείπω ὅτι ἡ τάσις, ἡ ὁποία κατὰ πρῶτον ἐξεδηλώθη, ὑπῆρξε τάσις πρὸς σπατάλην, διότι, ὡς ἠκούσατε, ἐδαπάνησε μόνον διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ οἰκοπέδου 134,000 δραχμάς, καὶ τοῦτο ὄχι διότι ἠγόρασε μεγάλην ἔκτασιν, ἀλλὰ διότι ἠγόρασεν αὐτὴν ἐπὶ μιᾶς τῶν καλλιτέρων τῆς πρωτευούσης ὁδῶν, ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Πανεπιστημίου. Ἤδη, μετὰ τὴν ἐξέγερσιν τῆς κοινῆς γνώμης, ζητοῦσι νὰ πωλήσωσι μέρος τοῦ ἀγορασθέντος οἰκοπέδου, ὅπως ἀναλάβωσι μέρος τοῦ σπαταληθέντος ποσοῦ, ἀλλὰ τοῦτο θὰ φέρῃ τὸ ἕτερον ἄτοπον, νὰ καταντήσῃ ἴσως τὸ οἰκόπεδον ἀνεπαρκὲς, καθόσον τὸ κατάστημα πρέπει νὰ γείνῃ εὐρὺ, ἀφοῦ θὰ ἦναι κέντρον διαλέξεων. Ἐνῷ βλέπομεν, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις πλουσίων Κρατῶν ἐξέλεξαν οἰκόπεδα ἐκτὸς τοῦ κεντρικοῦ, τοῦ ἐμπορικοῦ μέρους τῆς πόλεως ἡμῶν, καὶ ᾠκοδόμησαν μέγαρα ἐπαρκῆ, ἡμεῖς κατεβάλομεν διὰ τὸ οἰκόπεδον τοσοῦτον ποσὸν, ὅσον θὰ ἐπήρκει, ἐὰν ἠγοράζετο οἰκόπεδον εἰς μὴ κεντρικὸν μέρος τῆς πόλεως καὶ νὰ οἰκοδομηθῇ ἡ Σχολή. Μάλιστα καὶ δωρεὰν οἰκόπεδον ἠδύνατο νὰ δοθῇ, π. χ. ὑπὸ τῆς Μονῆς Πετράκη, ἥτις τοσαύτας ἐκτάσεις παρεχώρησε τῷ Δημοσίῳ καὶ δι’ ἄλλους σκοποὺς καὶ πρὸς ἀνέγερσιν στρατώνων, καὶ τὸ οἰκοδόμημα θὰ ἐγίνετο ἔτι μᾶλλον εὐρύχωρον. Δὲν ἔλαβον ὅμως τὸν λόγον κυρίως διὰ νὰ εἴπω ταῦτα, ἀλλὰ διότι κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἀπαντῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν δικαιοῦται ν’ ἀναμιχθῇ, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἐξετασθῇ τοῦτο ἀκριβέστερον. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν εἶναι ἰδιωτικὸν ἵδρυμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν ἀσκεῖ ἐξουσίαν. Μὴ γνωρίζων ἀκριβῶς τὰ κατὰ τὴν σύστασιν καὶ τὰς διαφόρους τροποποιήσεις τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, δὲν ἐπέμεινα προχθὲς ἀντιτασσόμενος εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καίτοι ἠπόρουν, ἀκούων ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ἡ διαχειριζομένη ἐθνικὴν περιουσίαν καὶ δημόσια κυρίως χρήματα, δὲν εἶναι δημόσιον ἵδρυμα. Ἀλλ’ ἀναδραμὼν εἰς τὰ κατὰ τὴν σύστασιν αὐτῆς, ἐπείσθην ὅτι οὐδὲν ἐγένετο νόμιμον καὶ ἰσχυρὸν, ὅπερ νὰ μεταβάλῃ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν εἰς ἰδιωτικὴν ἑταιρίαν. Ἀφοῦ ἔργον καὶ σκοπὸν ἔχῃ τὴν ἀναζήτησιν, περισυλλογὴν καὶ συντήρησιν τῶν ἀρχαιοτήτων, τῶν ἀρχαίων μνημείων, δηλαδὴ ἐθνικῆς περιουσίας, πῶς εἶναι δυνατὸν τοιαύτη Ἑταιρία νὰ ἐξομοιοῦται πρὸς ἁπλῆν ἰδιωτικὴν ἑταιρίαν, διαφεύγουσαν πάντα ἔλεγχον καὶ πᾶσαν ἐπιτήρησιν τοῦ Κράτους; Δὲν εἶναι καθαρῶς ὑπηρεσία τοῦ Κράτους, ὡς αἱ ἄλλαι δημόσιαι ὑπηρεσίαι. Ἔχει ὀργανισμὸν συνεταιρισμοῦ, ἀλλ’ οὐδόλως εἶναι ἰδιωτικὸν ἵδρυμα, ὡς αἱ ἰδιωτικαὶ ἑταιρίαι. Λοιπὸν ἐκ τοῦ ἀντικειμένου δὲν δύναται ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία νὰ ἦναι ἢ δημόσιον ἵδρυμα ὑπὸ τύπον ἑταιρικόν. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε καὶ ἂν θεωρηθῇ, ἕνεκα τοῦ ἀντικειμένου αὐτῆς δὲν δύναται ἢ νὰ ἦναι ὑπὸ τὴν ἄμεσον καὶ διηνεκῆ ἐπίβλεψιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1833, ὅτε ἐδημοσιεύθησαν τὰ ὀργανικὰ τοῦ Ὑπουργείου τούτου διατάγματα, ἓν ἐκ τῶν δικαιωμάτων, ἓν ἐκ τῶν ἔργων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὡρίσθη καὶ ἡ ἐπίβλεψις καὶ συντήρησις τῶν ἀρχαιοτήτων. Ὅταν δὲ περὶ ἀνασκαφῶν ἀρχαιολογικῶν ἐπρόκειτο, ἐνόμισε τὸ Κράτος, πολὺ ὀρθῶς, ὅτι ἔπρεπε νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἵδρυσιν Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τῆς ὁποίας κυρία ἀποστολὴ καὶ κύριον ἔργον θὰ ἦσαν αἱ ἀνασκαφαὶ καὶ ἡ ἀναζήτησις καὶ φύλαξις τῶν ἀρχαίων. Διὰ τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τοῦ 1837 νομίζω, ὑπέβαλε διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἱδρύθη ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία. Ἔκτοτε βλέπομεν, ὅτι τὰς τροποποιήσεις τοῦ καταστατικοῦ πάντοτε ὑποβάλλει εἰς τὸν Βασιλέα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ προκαλεῖ τὴν κύρωσιν αὐτῶν, ἀφοῦ, ἐννοεῖται, ἐνεκρίθησαν ὑπὸ τῆς συνελεύσεως. Τοῦτο ἐγίνετο μέχρι τινός· ἀλλ’ ἀπό τινος χρόνου, ἀπὸ τοῦ 1894, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, κατὰ πρῶτον μὲν ἐμφανίζεται σὺν τῷ Ὑπουργῷ τῆς Παιδείας καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑποβάλλων διατάγματα περὶ ἐγκρίσεως τροποποιήσεων τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, κατὰ δὲ τὸ 1895, ὑπουργοῦντος τότε τοῦ κυρίου Ἀγγέλου Βλάχου, βλέπομεν ὅτι τὰ τῶν τροποποιήσεων τοῦ κανονισμοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ὑποβάλλει εἰς τὸν Βασιλέα μόνον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν γνωρίζω, πῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ πρῶτον μὲν ἐζήτησε καὶ ἐπέτυχε νὰ συμπράττῃ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, μετὰ ταῦτα δ’ ἐπεκράτησεν, ὅπως αὐτὸς μόνος ἐφορεύῃ ἐν τῇ διευθύνσει τῶν κατὰ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἐντελῶς ἀποσυρθέντος. Ταῦτα εἶναι παράδοξα καὶ ἀκατανόητα. Ἔμαθον ἀληθῶς, ὅτι ἠρνήθη ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ συμπράξῃ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, θεωρήσας ὅτι γίνεται ἐνέργεια, ὅπως ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία χαρακτηρισθῇ ὡς ἰδιωτικὴ ἑταιρία καὶ ἐκφύγῃ ἐντελῶς τῆς ἐπιτηρήσεως καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ὡς βλέπετε, ἔκτοτε ἐσκέφθησαν ν’ ἀποσπάσουν ἐντελῶς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν—Κύριος οἶδε πρὸς τίνα σκοπὸν—πάσης ἐπιβλέψεως τῆς νομίμου ἐξουσίας, χαρακτηρίζοντες αὐτὴν ὡς ἁπλῆν ἀνώνυμον ἑταιρίαν. Ἐπειδὴ δὲ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν τὰ καταστατικὰ ἐγκρίνει ὁ Βασιλεὺς τῇ προτάσει συνήθως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, περιωρίσθησαν εἰς μόνην τὴν ἐπίβλεψιν δῆθεν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν δὲ Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔθεσαν ἐντελῶς κατὰ μέρος. Ἔκτοτε δύο Ὑπουργοὶ τῆς Παιδείας, ὁ κύριος Βλάχος, νομίζω, καὶ ὁ μακαρίτης Πετρίδης, ἠρνήθησαν νὰ δεχθῶσι τοιοῦτον χαρακτηρισμὸν συνήθους ἀνωνύμου ἐμπορικῆς ἑταιρίας εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, καὶ νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ καταστήσωσι τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἁπλῶς τυπικὸν, ὁποῖον ἐνασκεῖ δηλονότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπιβλέπων τὴν τήρησιν τῶν καταστατικῶν, τὰ ὁποῖα τῇ προτάσει αὐτοῦ ἐνέκρινεν ὁ Βασιλεύς. Ἡ ἐπιχείρησις αὕτη φαίνεται ὅτι ἐπέτυχεν, ἂν κρίνωμεν ἐκ τῶν λόγων τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Λοιπὸν ἀπό τινος χρόνου, ἀπὸ τοῦ 1895, ἔχομεν τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν καθαρῶς ἰδιωτικὴν ἑταιρίαν, ὑπαγομένην ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, καὶ ὡς φέρουσα τὸν τύπον ἀνωνύμου ἑταιρίας, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὅλα ταῦτα εἶναι πεπλανημένα καὶ παράνομα. Παραλείπω ὅ,τι προηγουμένως εἶπον, ὅτι τὸ ἔργον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας δὲν εἶναι ἰδιωτικὸν ἔργον, καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἕνεκα τούτου ἰδιωτικὴ ἑταιρία. Ἀλλὰ τί θέλει ἐν αὐτῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Οὗτος ἐνασκεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἐγκρίσεως τῶν καταστατικῶν, προκειμένου περὶ ἐμπορικῶν ἑταιριῶν ἢ βιομηχανικῶν ἢ τῆς ἁρμοδιότητος λόγῳ τοῦ ἀντικειμένου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν ἀνήκουν εἰς αὐτὸν πᾶσαι αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι, ὡς πλανᾶται πιστεύων ὁ θεωρῶν νόμιμα τὰ γενόμενα. Ἀλλὰ θὰ θεωρηθῇ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ὅτι εἶναι ἐμπορικὴ ἑταιρία, ἐμπορικὰς πράξεις ἐνεργοῦσα, ἀφοῦ τοὐναντίον ῥητῶς ὑπὸ τοῦ νόμου αἱ ἀρχαιότητες ἀπηγορεύθη ν’ ἀποτελῶσιν ἀντικείμενον συναλλαγῆς καὶ εἶναι ἐκτὸς ἐμπορίας; Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν, ἑταιρία περὶ τοιοῦτον ἀντικείμενον ἀσχολουμένη νὰ θεωρῆται ὡς ἰδιωτικὴ ἑταιρία, καὶ δὴ ἐμπορικὴ, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλῃ ἑκάστοτε εἰς τὸν Βασιλέα τὴν ἔγκρισιν τῶν διαφόρων τροποποιήσεων τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς; Θεωρῶ τοιαύτην ἑρμηνείαν ὡς οὐ μόνον ἀντικειμένην εἰς τὸν νόμον, ἀλλὰ ὡς διακινδυνεύουσαν σπουδαιότατα συμφέροντα, ὡς πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς παρέστησε, τὸ νὰ ἀποσπασθῇ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἀπὸ πάσης σχέσεως καὶ παντὸς δεσμοῦ μετὰ τῆς Διοικήσεως, καὶ θεωρουμένη ὡς καθαρῶς ἰδιωτικὴ ἐπιχείρησις νὰ κανονίζηται κατὰ τρόπον ὅλως ἀνεξάρτητον. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἐὰν ἔχῃ ἐναντίαν ἰδέαν καὶ ἐμμένῃ εἰς τὰ ἐπὶ τῶν προκατόχων του γενόμενα, νὰ ἐξηγήσῃ, ποῦ στηριζόμενος ἐμμένει εἰς τοιαύτην ἑρμηνείαν, ἰσχυριζόμενος, ὡς ἐν τῇ προχθεσινῇ του ἀπαντήσει εἶπεν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει ἐξουσίαν, καὶ ἀπέχει πάσης ἀναμίξεως εἰς τὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας.
§19ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα εἶναι σπουδαιότατον, συνεζητήθη δὲ πολλάκις καὶ διὰ μακρῶν καὶ σπουδαίως ἐν τῇ Βουλῇ. Κατ’ ἐπανάληψιν τότε ἔσχον καὶ ἐγὼ τὴν εὐκαιρίαν νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ἐξετάσω τὰ καθ’ ἕκαστον καὶ τὰ καθ’ ὅλου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην. Ἔλαβον μόνον τὸν λόγον, ἵνα εἴπω, ὅτι ὀφείλομεν χάριτας εἰς τοὺς ἰθύνοντας τὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν τελευταίων αὐτῶν πράξεων ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία δὲν ἔχει πλέον λόγον ὑποστάσεως. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου θέματος δι’ ἕνα κυρίως λόγον, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν σήμερον νὰ ἐπιλάβηται τῆς ἐξετάσεως τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος, καὶ διὰ νομοθετικῆς ἐργασίας νὰ προλάβῃ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι χώραν κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἐκ τοῦ λαχείου εἰσοδημάτων. Ἐλπίζω ὅτι ταχέως θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ψηφίσωμεν νόμον, κανονίζοντα τὰ τῆς διαθέσεως τοῦ χρήματος ἐκείνου, πρὸς ἐκτέλεσιν ὅσων πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνέπτυξεν.
§20ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἤμην, κύριε Πρόεδρε, παρὼν, ὅτε τὸ πρῶτον ἀνεκινήθη τὸ Ἀρχαιολογικὸν ζήτημα· ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ὅτι ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶμαι συμφωνότατος πρὸς αὐτόν. Πρόκειται τῷ ὄντι περὶ ἰδιωτικῆς ἑταιρίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων, τῶν διαπεπιστευμένων εἰς αὐτὴν, δὲν δύναταί τις, ἀποβλέπων εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, εἰς τὴν ἀναζήτησιν δηλαδὴ, τὴν περισυλλογὴν καὶ τὴν διατήρησιν τῶν ἀντικειμένων τῆς ἀρχαίας καὶ μεσαιωνικῆς τέχνης, νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὴ εἶναι δημόσιον καθίδρυμα. Ἐγὼ θὰ ἐπεκαλούμην ἓν ἄλλο παράδειγμα. Ἡ Φιλεκπαιδευτικὴ Ἑταιρία ἱδρύθη τὸ πρῶτον διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, καὶ ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἐπίσης ἐθνικὸν ἔργον, ἡ ἀγωγὴ τοῦ γυναικείου φύλου. Ἀλλὰ διότι ἔχει τοιοῦτον σκοπὸν, δὲν παύει νὰ ἦναι αὐτὴ ἰδιωτικὴ ἑταιρία. Καὶ ἔχει μὲν τὴν ἐποπτείαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπὶ τοῦ ἱδρύματος τούτου, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐκπαιδευτικὸν σκοπὸν, ἀλλ’ οὐδέποτε ὑπεβλήθη εἰς αὐτὸ προϋπολογισμὸς, οὐδὲ ἀπολογισμός του, πρὸς ἔγκρισιν. Ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἐνασκεῖ ἐποπτείαν καὶ ἔλεγχον, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔργον αὐτῆς τὸ ἐπιστημονικὸν, ἀλλ’ ἐπὶ τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς μέρος οὐδέποτε ἐνήσκησε τοιαύτην ἐποπτείαν καὶ τοιοῦτον ἔλεγχον, διότι οὐδέποτε εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία νὰ ὑποβάλῃ προϋπολογισμὸν ἢ ἀπολογισμὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, Κύριοι, συνέστη καθ’ ὃν χρόνον τὸ Κράτος δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἔχῃ ἰδίαν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν, ἐλλείψει τῶν καταλλήλων πρὸς τοῦτο προσώπων. Τότε ὑπῆρχον ἐπιστήμονες καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἰδιῶται φιλάρχαιοι, οἵτινες ἦσαν πρόθυμοι ν’ ἀπαρτίσωσι σωματεῖον καὶ ν’ ἀναπληρώσωσι κατὰ τὸ ἐνὸν τὴν ἔλλειψιν ταύτην τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν χρόνον οἱ ἰδιῶται ἀνελάμβανον τὴν τοιαύτην ἐργασίαν, ὡς ἑταιρία, τὸ δὲ Κράτος δὲν εἶχεν ἰδίαν ὑπηρεσίαν, ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην ἡ Πολιτεία νὰ ἐπέλθῃ ἐπίκουρος εἰς τοιαύτην ἑταιρίαν. Καὶ ἐπῆλθε τὸ Κράτος ἐπίκουρον καὶ ἄλλως, κατ’ ἐξοχὴν δὲ διὰ τῆς ἐκχωρήσεως πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τοῦ λαχείου τῶν ἀρχαιοτήτων, τὸ ὁποῖον εἶναι δημόσιον νόμημα. Καὶ ἐφ’ ὅσον χρόνον τὸ μὲν Κράτος δὲν εἶχεν ἰδίαν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν κατηρτισμένην, ἡ δὲ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἀπηρτίζετο ἐξ ἐπιστημόνων καὶ ἀνδρῶν πράγματι φιλαρχαίων, ὁποῖοι ἦσαν οἱ πρῶτοι ἱδρυταὶ αὐτῆς, ὡς ὁ Κουμανούδης, ὁ Φίλιππος Ἰωάννου καὶ πολλοὶ ἄλλοι, οἵτινες ἐξ ἀληθοῦς ζήλου καὶ ἐνθουσιασμοῦ ὑπὲρ τῶν ἀρχαίων μνημείων ἐγίνοντο μέλη αὐτῆς καὶ ἀφιέρουν ὅλον τὸν βίον των εἰς αὐτὴν, οἱ ἴδιοι δὲ πολλάκις ἐπεστάτουν καὶ εἰς ἀνασκαφὰς καὶ εἰς ἄλλας ἀρχαιολογικὰς ἐργασίας, βεβαίως καλῶς, κάλλιστα ἔπραττε τὸ Κράτος, ἐπερχόμενον ἐπίκουρον εἰς αὐτήν, καὶ διαθέτον ὑπὲρ αὐτῆς τὸ λαχεῖον τῶν ἀρχαιοτήτων. Ἀλλὰ ἀφ’ οὗ χρόνου τὸ Κράτος κατήρτισεν ἰδίαν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν, εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ καταρτίσῃ αὐτὴν ἔτι τελειοτέραν, ἀφ’ οὗ χρόνου τὸ Κράτος ἔχει τοιαύτην ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία νὰ προσφεύγῃ κατὰ τὰς ἀνασκαφάς της εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, εἶναι, νομίζω, καθαρὸς ἀναχρονισμὸς νὰ ἐξακολουθῇ τὸ Κράτος παρέχον εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν τὸ δημόσιον τοῦτο νόμημα, ὅπερ ἀποφέρει εἰς αὐτὴν περὶ τὰς 300,000 δραχ. ἐτησίως. Ἐγώ, Κύριοι, καὶ ἄλλοτε ἐξέφρασα τὴν γνώμην καὶ νῦν ὑποστηρίζω αὐτήν, ὅτι εἶναι καιρὸς τὸ Κράτος ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς τοιαύτης κηδεμονίας, εἶναι καιρὸς τὸ Κράτος νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν αὐτὸ νὰ διαχειρισθῇ ὄχι μόνον τὰς 300,000 ταύτας δραχμάς, ἀλλὰ καὶ πλείονας τούτων, χάριν ἀρχαιολογικῶν σκοπῶν ἀναδιοργανοῦν ἐπὶ τὰ κρείττω τὴν ἀρχαιολογικήν του ὑπηρεσίαν, καὶ ἐν ἀνάγκῃ συνιστῶν ἓν Ἀρχαιολογικὸν Συμβούλιον ἐν αὐτῷ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐξ ἀνδρῶν εἰδικῶν καὶ πεπειραμένων περὶ τὰ τοιαῦτα ζητήματα, καὶ ἀναθέτον εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο τὴν διαχείρισιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος λαχείου καὶ πᾶσαν δαπάνην, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἐπικουρικῶς θ’ ἀπεφάσιζε νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν ἀρχαιολογικῶν σκοπῶν. Καὶ ἐστὲ βέβαιοι, Κύριοι, τότε, ὅτι καὶ ἀνασκαφαὶ θὰ διεξάγωνται καὶ τὰ διάφορα μνημεῖα θὰ συντηρῶνται καλλίτερον ἢ νῦν, καὶ δὲν θὰ συμβαίνωσι τὰ ἄτοπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ ἄλλοτε συνέθησαν καὶ νῦν τελευταῖον, ὅτε, καθ’ ὃν χρόνον τοσαῦτα ἔργα, ὡς πολὺ ὀρθῶς καὶ εὐγλώττως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος, τὰ μάλα ἐπείγοντα, μένουσιν ἐκρεμῆ καὶ πᾶσα ἡμέρα δι’ αὐτὰ δύναται νὰ στοιχίσῃ ἀνυπολόγιστον ζημίαν, ἔρχεται ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία καὶ διαθέτει περὶ τὰς 200,000 δραχμὰς πρὸς ἀνέγερσιν μεγάρου! Βεβαίως, Κύριοι, ὡς ἐφ’ ὅλων τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ ἴδωμεν ἀκολούθως τὰς 200,000 δρ. ἀνερχομένας εἰς 300,000 καὶ 400,000. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐξετάζω τοῦτο. Καὶ αὐταὶ αἱ 200,000 ἢ καὶ 100,000 δραχμαί, ἀφαιρούμεναι ἀπὸ τὸν κύριον προορισμόν των καὶ διατιθέμεναι, τό γε νῦν ἔχον τοὐλάχιστον, ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ, κακῶς δαπανῶνται. Ἀλλὰ τί πρέπει νὰ πράξωμεν ἐπὶ τούτου; Ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπέμβωμεν εἰς τὰ τῆς Ἑταιρίας, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπαγορεύσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀπόκτησιν τοῦ γηπέδου καὶ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ μεγάρου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ πράξωμεν καὶ τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ὄχι μόνον ὡς δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ὡς καθῆκον, εἶναι νὰ σπεύσωμεν ν’ ἀνακτήσωμεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τὸ λαχεῖον τῶν ἀρχαιοτήτων, νὰ συμπληρώσωμεν τὰς ἐλλείψεις, τὰς ἀπαντώσας ἔτι ἐν τῇ ἀρχαιολογικῇ ἡμῶν ὑπηρεσίᾳ, καὶ ν’ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος τὴν διαχείρισιν καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ λαχείου καὶ παντὸς ἄλλου ποσοῦ, ἀναγκαίου δι’ ἀρχαιολογικοὺς σκοποὺς, νὰ διατελῇ δὲ καὶ ἡ διαχείρισις αὕτη ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου. Βεβαίως, Κύριοι, ἐὰν ἡ διαχείρισις τοῦ λαχείου ἀνῆκεν εἰς τὸ Κράτος, δὲν θ’ ἀπετολμᾶτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπετολμήθη τελευταῖον· ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ τοιοῦτον μέγαρον, θὰ ἤρχετο τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ συνεζητεῖτο, καὶ ἐὰν εὑρίσκετο ὀρθὸν, τότε καὶ μόνον θὰ ἐξετελεῖτο. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ὑφ’ ἃς περιστάσεις διατελοῦμεν, οὐδέποτε ἡ Βουλὴ θὰ ἐψήφιζε τοιαύτην δαπάνην δι’ ἀνέγερσιν μεγάρου, ἐνῷ τοσαῦται ἐπείγουσαι ἀρχαιολογικαὶ ἀνάγκαι ὑπάρχουσι. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι, καὶ ἂν ὑπῆρχε μικρά τις ἀμφιβολία μέχρι τοῦδε, ὅτι πρέπει τέλος πάντων τὸ λαχεῖον τῶν ἀρχαιοτήτων, ὡς δημόσιον νόμημα, ν’ ἀνακτηθῇ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, διότι δὲν ὑπάρχει λόγος πλέον νὰ ἦναι ἐκκεχωρημένον εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, τὴν ἀμφιβολίαν ταύτην πρέπει νὰ διασκεδάσῃ τὸ τελευταῖον γεγονός. Ἐὰν οἱ Κύριοι, οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, ἔχωσι τῷ ὄντι ζῆλον ἁγνὸν καὶ ἐνθουσιασμὸν ὑπὲρ τῶν ἀρχαιοτήτων, δύνανται νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ ἔργον αὑτῶν, ἀλλ’ εἰσφέροντες ἐξ ἰδίων, καὶ τότε δύνανται νὰ οἰκοδομήσωσι καὶ μέγαρα οὐχὶ 200,000 δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ 1,000,000. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ! δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν αὐτὴν ἐπὶ πλέον νὰ διαχειρίζηται τοιουτοτρόπως τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, — διότι μεταξὺ αὐτῶν συνήθως διατίθενται τὰ λαχεῖα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. — Νομίζω ὅτι ἦλθε πλέον ὁ καιρὸς, ἵνα καὶ ἡ Βουλὴ σκεφθῇ ὡρίμως περὶ τούτου καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δηλ. πρέπει ὡς τάχιστα ν’ ἀνακτηθῇ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τὸ λαχεῖον τῶν ἀρχαιοτήτων, καὶ τὸ Δημόσιον νὰ ἔχῃ καὶ τὴν εὐθύνην καὶ τὴν ἐξουσίαν πᾶσαν, προκειμένου περὶ τῶν μνημείων τῆς ἀρχαιότητος.
§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν κέκληται νὰ ἀποφασίσῃ σήμερον ἐπὶ οὐδενὸς ζητήματος συναφοῦς πρὸς τὰ ἔργα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Αἱ παραστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπό τινων τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἐγένοντο μετὰ τοῦ σκοποῦ νὰ ἀκουσθῶσιν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα οὗτος μελετήσῃ τὰ θέματα. Ὡσαύτως οἱ τὰς παραστάσεις ταύτας ὑποβαλόντες κατέληξαν εἰς πορίσματα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, ὅπως ὁδηγήσωσι τὸν κύριον Ὑπουργὸν εἰς τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ καταλήξῃ μετὰ τὴν μελέτην τῶν ἀφορώντων τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Οὕτως ἐχόντων τῶν περὶ τούτου, μοὶ φαίνεται ὅτι προσήκει νὰ ἐκθέσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, ἀφοῦ συμβαίνει δυστυχῶς νὰ μὴ ἔχω ἐκείνην, τὴν ὁποίαν οἱ περὶ τούτου ἀγορεύσαντες ἐξέθηκαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία εἶναι ἵδρυμα ἰδιωτικόν, ἀποτελεῖται ἀπὸ ἰδιώτας, τοὺς ὁποίους δὲν διορίζει ἡ Κυβέρνησις ὡς δημοσίους λειτουργοὺς, καὶ οἱ ὁποῖοι συνῆλθον ἐπὶ τὸ αὐτὸ δι’ ἀμοιβαίας συνεννοήσεως καὶ ἔστερξαν, ἵνα ἀποτελέσωσι σωματεῖον, ἑταιρίαν. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία συνέστη νομίμως, δηλαδὴ ἐκτελεσθέντων πάντων τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐκανόνιζον κατὰ τὸν χρόνον τῆς συστάσεώς της τὰ τῆς συστάσεως τοιούτων σωματείων. Ἑπομένως ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἔχει δικαιώματα νὰ ἔχῃ περιουσίαν καὶ νὰ διαχειρίζηται περιουσίαν. Ἀλλ’ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία κατ’ οὐδὲν διαφέρει τῶν ἄλλων ἀνωνύμων ἑταιριῶν· ἕνεκα τούτου, ὡς ἀνώνυμος ἑταιρία, ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ, ἵνα μὴ ἐκτρέπηται τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος δικαιολογεῖ τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς. Ὑπάρχει μάλιστα νόμος τοῦ Κράτους, ἐκδοθεὶς κατὰ τὸ 1887 ἢ 1888, ὁ ὁποῖος καθιστᾷ καὶ ἔλεγχον πραγματικώτερον, διότι παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξελέγχῃ τὰ βιβλία καὶ τὰ ταμεῖα αὐτῆς, νὰ ἐπιτηρῇ αὐτὴν, καὶ νὰ ἐξετάζῃ τὴν διαχείρισιν αὐτῆς. Ἀλλὰ ποῖος ὁ σκοπὸς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας; Εἶναι τὸ κέρδος αὐτῆς πρὸς διανομὴν εἰς τοὺς ἑταίρους; Ὄχι. Εἶναι εἷς ἐκ τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ἔχει τὸ Κράτος. Τὸ Κράτος σκοπὸν ἔχει νὰ συντηρῇ τὰς ἀποκεκαλυμμένας ἀρχαιότητας, ν’ ἀποκαλύψῃ δὲ τὰς κεκρυμμένας, καὶ νὰ ὀργανώσῃ τὰ κατ’ αὐτὰς οὕτως, ὥστε αἱ ἀρχαιότητες νὰ ἦναι προσιταὶ εἰς πάντα, καὶ νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γίνωνται ἀντικείμενον ἐπιστημονικῶν μελετῶν. Καθ’ ὃν χρόνον συνέστη τὸ Κράτος, ἦτο εἰς πλήρη ἀνικανότητα πρὸς τοῦτο, καὶ αὐτὴν τὴν ἀνικανότητα τοῦ Κράτους ἐσκόπει ν’ ἀναπληρώσῃ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία. Ἑπομένως ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἔχει σκοπὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ σκοπὸς τοῦ Κράτους. Ζημιοῦται τὸ Κράτος, ἐὰν ἐξυπηρετῇ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία; Καὶ ζημιοῦται καὶ δὲν ζημιοῦται. Ζημιοῦται ὁ σκοπὸς τοῦ Κράτους, ἂν τὸ Κράτος ἀδιαφορῇ καὶ ἀφήνῃ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν νὰ δαπανᾷ τὴν περιουσίαν αὑτῆς εἰς ἀρχαιολογικὰς μελέτας καὶ ἐργασίας, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἤθελε κρίνει, ἂν αὐτὸ διεξῆγε τὰ περὶ τούτου, εἴτε μὴ ἐπειγούσας, εἴτε δευτερευούσης ἀξίας, ἢ δὲν ἤθελε κρίνει αὐτὰς ἀναγκαίας. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος, ἤτοι ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ τὸ πρόγραμμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, νὰ συζητῇ ἐπ’ αὐτοῦ μετὰ τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ νὰ πείθῃ αὐτὰ εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἂν ἡ γνώμη αὐτοῦ ἦναι διάφορος ἀπὸ τὸ πρόγραμμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἑταιρίας. Τούτου τεθέντος, εἶναι ἐνδεχόμενον κατὰ τὸ παρελθὸν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ν’ ἀπησχολεῖτο ἀπὸ ἄλλα ἔργα, τὰ ὁποῖα διευθύνει, καὶ νὰ μὴ ἔλαβε καιρὸν νὰ συνεννοῆται περὶ τούτου μετὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ἀλλ’ ἂν ἀποφασίσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἐξοδεύῃ καιρόν τινα καὶ εἰς μελέτην τινὰ ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, δύναται νὰ ἐπηρεάζῃ αὐτὴν, ὅπως αὕτη τρέπηται εἰς μελέτας, τὰς ὁποίας κρίνει ἀναγκαίας, καὶ οὕτω νὰ τρέπῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς πρὸς τοὺς σκοποὺς, πρὸς τοὺς ὁποίους συνέστη. Ἐγὼ δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἤκουσα, ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἀναλάβῃ τὴν μέριμναν ταύτην. Δυστυχῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔχει σπουδαιοτάτας ἐπίσης ἄλλας ἀσχολίας, μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ἐφάνη ὅτι ἐπήρκει εἰς τὴν πλήρωσιν ὅλων τῶν ἀναγκῶν, οἷαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν τριῶν βαθμῶν αὐτῆς, καὶ αἱ ἄλλαι ἀνάγκαι, αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὴν ῥύθμισιν τῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματίσῃ τοιαύτην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπηρεσίαν, ἀποτελοῦσαν μέρος τῆς δημοσίας λειτουργίας, ἔχουσαν τοὺς βαθμοὺς τῶν ἐν τοῖς Ὑπουργείοις ἐργαζομένων, ὑπηρεσίαν, ἥτις ἀπαιτεῖ ἐπιστημονικὴν μάθησιν καὶ ἀφοσίωσιν καὶ ἀγάπην πρὸς τὴν ἀρχαιολογίαν, ἐνῷ μεταξὺ τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν ὑποτίθεται ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἐπιστήμονες καὶ φιλάρχαιοι μετ’ ἀφοσιώσεως ἀρχαιολογοῦντες. Ἡ συγκέντρωσις μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἀπολήγει πάντοτε εἰς ὄφελος τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας συγκεντρώνει. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ Ἑταιρία δύναται νὰ ὑπάρχῃ, δύναται ὠφελίμως νὰ ἐξακολουθῇ ὡς βοηθὸς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἰς τὰς μελέτας καὶ τὰς ἐργασίας τὰς ἀρχαιολογικὰς, οὐδ’ ἐνδείκνυται ὡς πιθανὴ ζημία τις ἐκ τῆς ἐξακολουθήσεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, διὰ νὰ γένηται σκέψις περὶ τῆς καταργήσεως αὐτῆς καὶ τῆς συγκεντρώσεως τῆς ἐργασίας αὐτῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταθέτει δήλωσιν περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898, καὶ ἑτέραν δήλωσιν περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 159–160).
§23ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι σύμφωνος ἐν πρώτοις πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δύναται κάλλιστα νὰ ἐξετάσῃ καὶ μάθῃ εἰς τί διατίθενται τὰ χρήματα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ ὡς ἐκ περισσοῦ νὰ προέλθῃ καὶ εἰς μίαν ἀκαδημαϊκὴν συζήτησιν πρὸς αὐτήν. Ἀλλ’ ἂν ἐν τέλει εὑρεθῇ εἰς διαφωνίαν πρὸς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, ἂν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία θέλῃ νὰ διαθέσῃ 200,000 δρ. πρὸς ἀνίδρυσιν μεγάρου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὁ δὲ Ὑπουργὸς θέλῃ νὰ συντελεσθῶσι πρότερον ἄλλα ἔργα, ἀφορῶντα εἰς τὸν κύριον σκοπόν της, τότε τί θὰ συμβῇ; Ἐκ τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἑταιρίας ἢ ἐκ τῶν διαταγμάτων ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίσῃ τοιαύτην δαπάνην; Ὄχι. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως δύναται νὰ προέλθῃ εἰς τοιαύτας ἀκαδημαϊκὰς συζητήσεις μετὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὡς καὶ πᾶς ἐξ ἡμῶν. Ἀλλ’ ὅταν οἱ Κύριοι τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἔχωσι λάβει μίαν ἀπόφασιν, δύσκολον εἶναι νὰ τοὺς μεταπείσῃ τις, προκειμένου περὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχουσι. Νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος ἐν τῇ παρούσῃ περιστάσει περὶ συγκεντρώσεως καὶ ἀποκεντρώσεως, ὅταν λέγωμεν, ὅτι τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου πρέπει νὰ τὸ διαθέτῃ τὸ Δημόσιον. Βεβαίως, καθ’ ὃν χρόνον ἀπήρτιζον τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν μόνον εἰδικοὶ ἀρχαιολόγοι, τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν αὐτῶν, καὶ νὰ παρέχῃ εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα, ἵνα διεξάγωσι τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν· ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ Κράτος ἔχῃ σήμερον ἰδίαν ὑπηρεσίαν, καλλιτέραν ἐκείνης, ἣν ἔχει ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία,—ἀπόδειξις δὲ τούτου, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία προσφεύγει ἑκάστοτε εἰς τοὺς ἐφόρους τοῦ Κράτους,—τίς ὁ λόγος νὰ ἦναι τὸ Κράτος ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας; Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εὑρίσκω ἄλλην ἐξήγησιν τοῦ πράγματος ἢ ταύτην καὶ μόνην, καθ’ ἣν τὸ Κράτος, μὴ ἔχον ἐμπιστοσύνην εἰς ἑαυτὸ, τίθεται ὑπὸ τὴν διαχειριστικὴν κηδεμονίαν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Οἱ ἐπιστήμονες δ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐν τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρίᾳ, δύνανται κάλλιστα ν’ ἀπαρτίσουν μέρος τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην θὰ συνιστᾶτο ἐν τῷ τμήματι τῷ ἀρχαιολογικῷ, ἔχον τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἤδη τοῦτο, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ κάλλιον διωργανωμένη ἢ ἡ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ὅταν δὲ τὴν τοιαύτην ἐργασίαν βλέπωμεν πανταχοῦ συγκεντρωμένην ἢ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἢ εἰς τὰ τῶν Καλῶν Τεχνῶν καὶ μεταξὺ τῶν χωρῶν καὶ τῶν Κρατῶν ἐκείνων, ἐν οἷς ὑπάρχει πλήρης ἀποκέντρωσις καὶ αὐτοδιοίκησις, δὲν ἐννοῶ διὰ τίνα λόγον δὲν πρέπει νὰ πράξωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ αὐτό. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἂν ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰς θεωρίας, καὶ ἀποβλέψωμεν μόνον εἰς τὸ συμφέρον τῆς ἀρχαιολογικῆς ἐπιστήμης, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ συμφέρον τῆς Ἑλληνικῆς χώρας, διότι εἰς τὰς ἀρχαιότητας αὐτὰς πολλὰ ὀφείλει αὐτὸς ὁ τόπος, ὀφείλει καὶ ὑπὸ ἄλλας ἐπόψεις καὶ ὑπὸ ἔποψιν ὑλικήν, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰς ἀρχαιότητας αὐτὰς ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, νομίζω ὅτι, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν μέχρι τοῦδε, δὲν δύναται παρὰ τὸ ζήτημα νὰ ᾖναι ἐξηντλημένον, καὶ μία καὶ μόνη γνώμη νὰ ἐπικρατῇ ἐφεξῆς ἐν ἡμῖν, ἡ γνώμη, καθ’ ἣν εἶναι πλέον καθαρὸς ἀναχρονισμὸς, τὸ Κράτος νὰ διατελῇ ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὅτι δ’ ἐπέστη ἤδη ἡ ὥρα, ἵνα αὐτὸ ἀνακτήσῃ τὸ λαχεῖον τῶν Ἀρχαιοτήτων, καὶ διὰ τῆς ἰδίας του ὑπηρεσίας διεξάγῃ τὰς ἐργασίας τὰς ἀρχαιολογικὰς καὶ τὴν περισυλλογὴν καὶ συντήρησιν τῶν ἀρχαίων ἡμῶν μνημείων.
§24Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι σύγχυσίς τις ἐπικρατεῖ ἐν τῇ ἐκτιμήσει τοῦ ζητήματος, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντελήφθην. Ἐπικρατεῖ ἰδέα, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του ὅλας τὰς ἑταιρίας. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει ἐν Ἑλλάδι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του ὅλας τὰς ἑταιρίας, ὧν τὸ ἀντικείμενον εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου του. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὸ ἡμέτερον Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπάγεται καὶ τὸ ἐμπόριον, ἡ βιομηχανία, ἡ γεωργία, αἱ Τράπεζαι, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ὁ ἐγκρίνων τὰ καταστατικὰ ὅλων σχεδὸν τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ὧν τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἐκ τῶν τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἶναι ἐσφαλμένη ἡ γνώμη, ὅτι, καὶ ὅταν ἀνώνυμος ἑταιρία ἀντικείμενον ἔχῃ ὑπαγόμενον εἰς τὴν δικαιοδοσίαν ἄλλου Ὑπουργείου, καὶ τότε αὕτη πρέπει νὰ ἐγκριθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ ἐπιτηρῆται ὑπ’ αὐτοῦ. Τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἀποκλειστικῶς τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἑπομένως ἀνήκει νὰ ὑποβάλλῃ τῷ Βασιλεῖ τὴν ἔγκρισιν τῶν καταστατικῶν αὐτῆς, ἢ τῶν τροποποιήσεων αὐτοῦ, καὶ εἰς μόνον τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀνήκει ἡ ἐπίβλεψις τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Τοῦτο καὶ ἐγένετο κατὰ τὴν πρώτην σύστασιν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη μετὰ ταῦτα, ἄπορον δ’ εἶναι, πῶς ἡ ἀμαθεστέρα γνώμη κατίσχυσε μετὰ τόσων ἐτῶν πεῖραν καὶ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων ἐν Ἑλλάδι. Ἂν πάλιν σκοπὸς τῆς ἐκτροχιάσεως αὐτῆς ᾖναι ἄλλος, νομίζω ὅτι αὕτη πρέπει τὸ ταχύτερον ν’ ἀνασταλῇ. Τοσοῦτον σπουδαία ἑταιρία, καὶ λόγῳ τοῦ σκοποῦ καὶ τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς, καὶ λόγῳ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα δυνάμει ἐξαιρετικοῦ νόμου περὶ λαχείων διαχειρίζεται, πρέπει νὰ διατελῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Κράτους, καὶ δὴ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅστις εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Οὐδὲ δύναται νὰ θεωρηθῇ ἰδιωτικὴ ἑταιρία, διότι ἔχει καὶ διαχειρίζεται καὶ ὅλως ἰδιωτικὰ χρήματα, διότι ταῦτα εἶναι ἐλάχιστα καὶ ἀνάξια λόγου. Αἱ ἐργασίαι της γίνονται διὰ τοῦ χρήματος τῶν λαχείων, καὶ ἄνευ αὐτῶν δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ. Ἀλλὰ καὶ σπουδαίαν ἰδιωτικὴν περιουσίαν ἂν ἐκέκτητο ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, πάλιν, λόγῳ τοῦ ἀντικειμένου αὐτῆς, θὰ ἦτο δημόσιον ἵδρυμα, καὶ θὰ ὑπήγετο ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Τὸ ἔργον της εἶναι εἷς τῶν σκοπῶν τῆς συστάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἐν τούτοις ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὡς καὶ ὁ ἴδιος εἶπε προχθές, οὐδεμίαν ἐννοεῖ ὅτι ἔχει ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας.
§25Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἰς τὸ διαχειριστικὸν αὐτῆς μέρος, ὄχι εἰς τὸ ἐπιστημονικόν.
§26Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ εἰς τὸ διαχειριστικόν, διότι πᾶν ὅ,τι ἐγένετο, ἵνα ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὰς χεῖρας ὑμῶν ἡ διαχείρισις, ἐγένετο παρανόμως, ἐγένετο διὰ διαταγμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑμεῖς, ὡς Ὑπουργὸς, δὲν συμμετέσχετε, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα εἶναι παράνομα καὶ δὲν πρέπει νὰ σεβασθῆτε.
§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως ὑπάρχει σύγχυσίς τις εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος, καὶ αὕτη ὑπάρχει εἰς τὴν μὴ καθαρὰν διάκρισιν τῆς διπλῆς ἐνεργείας τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀνώνυμος ἑταιρία, διαχειριζομένη χρήματα, ἀλλὰ συνάμα εἶναι καὶ ἑταιρία ἐπιστημονικὴ, ἐργαζομένη πρὸς ἐξυπηρέτησιν ὡρισμένου ἐπιστημονικοῦ σκοποῦ, τῆς ἐξευρέσεως καὶ τῆς συντηρήσεως τῶν μνημείων τῆς ἀρχαιότητος διὰ λογαριασμὸν καὶ πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία νὰ θεωρῇ τὸν ἑαυτόν της ἀπηλλαγμένον ἐλέγχου, διότι δυνάμει τῆς γενικῆς διατάξεως τῆς νομοθεσίας ἡμῶν ἅπασαι αἱ ἑταιρίαι αἱ ἀνώνυμοι ὑπόκεινται εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισίν των, ἑπομένως καὶ ἡ ἀνώνυμος ἑταιρία ἡ Ἀρχαιολογικὴ δὲν δύναται νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς διατάξεως ταύτης. Ἂν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἐδαπάνησε χρήματα ἐκτὸς τοῦ σκοποῦ τῆς συστάσεώς της, βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίσῃ τὴν δαπάνην ταύτην. Ἀλλὰ ἐδαπάνησε ἐκτὸς τοῦ σκοποῦ αὑτῆς; Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ καταστατικοῦ της, νομίζω ὄχι. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ἐκτὸς τοῦ σκοποῦ τῆς συλλογῆς χρημάτων καὶ τῆς δαπάνης αὐτῶν εἰς ὡρισμένα ἔργα, ἔχει καὶ τὸν σκοπὸν τῆς καλλιεργείας τῆς ἀρχαιολογικῆς ἐπιστήμης, ἐν τῷ σκοπῷ δὲ τούτῳ περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἵδρυσις Σχολῆς Ἀρχαιολογικῆς...
§28Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ῥητῶς μάλιστα λέγεται τοῦτο.
§29Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἵδρυσις τῆς Σχολῆς εἶναι ἡ ἀνοικοδόμησις κτιρίου;
§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο εἶναι ζήτημα εἰδικὸν, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ ἐξετάσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ἐπιστημονικὴν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δαπάνης. Ἀλλὰ εἰδικῶς τοῦτο δύναται νὰ ἐξετασθῇ. Γενικῶς ὅμως, ἂν πρέπῃ ἡ ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὰς χεῖρας μιᾶς ἑταιρίας, ἐχούσης οἱονδήποτε ὀργανισμὸν ἐπιστημονικὸν, τὸ ζήτημα τοῦτο, νομίζω, δὲν ἔχει βάσιν, καὶ δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐξετασθῇ σήμερον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Δὲν εἶναι δυνατὸν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἰδέας τῆς συγκεντρώσεως ἢ τῆς ἀποκεντρώσεως, νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι δύναται Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως οἱουδήποτε Κράτους νὰ διαχειρισθῇ τὸ ἐπιστημονικὸν μέρος μιᾶς ἑταιρίας. Ὄχι παρ’ ἡμῖν, ὅπου τοσαῦται ὑπάρχουσιν ἀτέλειαι ἐν τῇ διοικήσει ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ παρ’ ἅπασι τοῖς Κράτεσι, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν, τὸ ἐπιστημονικὸν μέρος τῆς ὑπηρεσίας ταύτης διαχειρίζεται παρ’ ἑταιριῶν· καὶ περαιτέρω μάλιστα προβαίνουσι πολλὰ Κράτη, καὶ αὐτὸ τὸ διαχειριστικὸν μέρος τῶν ἀρχαιοτήτων ἀνατίθεται εἰς σωματεῖα ἄλλα ἐκτὸς τοῦ Κράτους. Ἔχομεν παράδειγμα τὴν Γαλλίαν. Ἐν Γαλλίᾳ ὁλόκληρον τὴν ἐπιστημονικὴν ἐργασίαν, τὴν ἀφορῶσαν τὰ ἀρχαιολογικὰ κειμήλια αὐτῆς τῆς Γαλλίας, διαχειρίζεται ἀρχαιολογικὴ ἑταιρία (La société des Antiquaires de France), ἡ ὁποία ἀπολαμβάνει τῆς προστασίας τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία ἔχει αἰθούσας ἰδιαιτέρας εἰς τὴν διάθεσίν της ἐντὸς τοῦ Λούβρου, καὶ ἥτις ἐν τῷ βαθμῷ τῶν ἀναγκῶν της καὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διαθέτει τὸ Κράτος, λαμβάνει παρὰ τοῦ Δημοσίου ἀρωγὰς καὶ βοηθείας πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ αὑτῆς. Ἡ διαχείρισις δὲ καὶ αὐτῶν τῶν Μουσείων τῆς Γαλλίας, ἡ ὁποία ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ὡραίων Τεχνῶν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, κυρίως ἐπιβλέπεται παρὰ τοῦ τμήματος τῆς Ἀκαδημίας, τοῦ ἀσχολουμένου εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν ἀρχαιολογίαν (Académie des Inscriptions et Belles-Lettres). Πᾶς διορισμὸς, σχετιζόμενος μὲ τὴν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν, γίνεται τῇ προτάσει ἢ τῇ παραδοχῇ τῆς Ἀκαδημίας ταύτης. Δὲν εἶναι ὀρθὸν ἑπομένως νὰ σκεφθῶμεν ὅτι πρέπει τὸ ἐπιστημονικὸν μέρος τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας νὰ τὸ ἀναθέσωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Τὸ ἐπιστημονικὸν τοῦτο μέρος ἄριστα θέλει ἐκτελεῖσθαι παρ’ ἰδιωτικῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τυγχάνῃ τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἴσως ἓν ζήτημα, ἐὰν ἡ ἑταιρία αὕτη ἐκτελῇ δεόντως καὶ ἀρκούντως τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεώς της. Τὸ ζήτημα τοῦτο βεβαίως δύναται νὰ ἐξετασθῇ οὐ μόνον παρὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ καὶ παρὰ τῆς νομοθετικῆς. Ἐὰν παραβιάζῃ τοὺς σκοποὺς αὐτῆς ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ἐὰν δὲν τοὺς ἐκτελῇ ἀρκούντως, ἢ ἐὰν τοὺς ἐκτελῇ κακῶς, ἔχομεν δικαίωμα καὶ ἡμεῖς, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ν’ ἀπευθύνωμεν παρατηρήσεις πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἐὰν μὲν πρόκηται περὶ τοῦ ἐπιστημονικοῦ μέρους, πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐὰν δὲ πρόκηται περὶ διαχειρίσεως χρημάτων, πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐγείρωμεν τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως μιᾶς ὑπηρεσίας τοσοῦτον χρησίμου καὶ ἐπωφελοῦς εἰς τὸν τόπον. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία εἶναι ἑταιρία ἰδιωτικὴ μὲν, ἀλλ’ ἐξυπηρετεῖ σκοπὸν δημόσιον, καὶ ὡς τοιαύτη ὑπάγεται πλειότερον εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν περιορίζει πολὺ τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργείου, νομίζων ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ, ὅταν ἴδῃ τι πραττόμενον ἐναντίον τοῦ σκοποῦ τῆς συστάσεώς της, ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἐν πλήρει συμφωνίᾳ μὲ τὸν νόμον, ἐὰν θέλῃ νὰ στερήσῃ ἑαυτὸν τῆς ἐπιβλέψεως, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἀναθέτει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πιστὴν καὶ καλὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα διαχειρίζεται ἡ ἑταιρία αὕτη, ὄχι μόνον ὡς ἀνώνυμος ἑταιρία, ἀλλὰ καὶ ὡς ἑταιρία ἔχουσα σπουδαῖον χορήγημα παρὰ τοῦ Κράτους.
§31ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὅσα ἠκούσατε, Κύριοι, μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύουσιν ἢ ὅτι πράγματι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος ἡ συζήτησις περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου θέματος· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐλέχθησάν τινα, τὰ ὁποῖα φρονῶ ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἀναιρέσω, λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἀναμφιβόλως ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, καὶ ὡς ἰδιωτικὸν ἵδρυμα καὶ ὡς διαχειριζομένη περιουσίαν τοῦ Δημοσίου, ὑπάγεται ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἑπομένως ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς, ὡς παντὸς ἰδιωτικοῦ Σωματείου. Διὰ τοῦτο δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τὴν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ πρὸ μικροῦ ἀναπτυχθεῖσαν, καθ’ ἣν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία διεκφεύγει τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου ὑπάγεται ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ὡς μαρτυροῦσι τὰ περὶ ἱδρύσεως καὶ διοικήσεως αὐτῆς Β. Διατάγματα. Μόνον ἀπό τινος χρόνου, ἀπὸ δύο, νομίζω, ἐτῶν διεξέφυγε τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἡ διαχείρισις τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ὁ παρὰ τοῦ νόμου τεταγμένος εἰς τὰ τῆς ἐποπτείας τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ τμηματάρχης τοῦ ἀρχαιολογικοῦ τμήματος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἶναι καὶ ὁ ἰδιαίτερος γραμματεὺς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὁ ὁποῖος λαμβάνει καὶ ἰδιαίτερον ἐπὶ τούτῳ μισθόν. Εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐπαναφέρωμεν τὰς συζητήσεις τοῦ 1892 καὶ τοῦ 1895, ἵνα πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη ἐπιβάλλει εἰς πάντας ἡμᾶς νὰ μεριμνήσωμεν διὰ νόμου περὶ τῆς διαθέσεως τῶν 400,000 δραχμῶν, ἃς κατ’ ἔτος εἰσπράττει καὶ δαπανᾷ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, καὶ περὶ τῆς διασώσεως τῶν ἀρχαίων κειμηλίων τοῦ Κράτους, κειμηλίων τὰ ὁποῖα δικαίως πάντες ἀνομολογοῦμεν ὅτι συντελοῦσι τὰ μέγιστα εἰς τὴν ὕπαρξιν καὶ τοῦ ἐλευθέρου Κράτους καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ καθόλου. Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, συζητοῦντες σήμερον τὰ τοιαῦτα, εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς σπουδαῖον ἀποτέλεσμα; Εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ ἡ παροῦσα Βουλὴ νόμον προλαμβάνοντα τὰ ἄτοπα, περὶ ὧν πρὸ μικροῦ ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ὡμίλησε μετὰ τοσαύτης εὐφραδείας ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου; Δὲν εἶναι δυνατόν, κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῶσι νομοθετικὰ μέτρα, ὅπως προληφθῇ ἡ διασπάθησις τοῦ ἱεροῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον, ὡς ἐῤῥέθη, προέρχεται κυρίως ἀπὸ ὀρφανὰ καὶ πτωχοὺς, οἱ ὁποῖοι πρὸ πάντων ἀγοράζουσι τὰ δίδραχμα λαχεῖα, ἐπειδή, λέγω, δὲν δυνάμεθα νῦν νὰ λάβωμεν νομοθετικὰ μέτρα, ὅπως διορθώσωμεν τὰ ἄτοπα ταῦτα, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ὁπόταν δ’ ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμή, θὰ δείξωμεν ἐὰν μέχρι τοῦδε ἡ Ἑταιρία ἐξεπλήρωσε τὸν προορισμόν της, καὶ ἂν καλῶς διεχειρίσθη τὰ τοῦ λαχείου. Καὶ ἐὰν δὲν ἐξεπλήρωσε τὸν προορισμόν της, ἰδίᾳ τελευταῖον,—τοῦτο δὲ φρονῶ ἐγὼ—τότε βεβαίως πρέπει νὰ σπεύσωμεν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν διαχείρισιν τοῦ λαχείου καὶ τῶν ἄλλων πόρων ἀπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρίας, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσῃ τὸν ὑψηλὸν αὑτοῦ προορισμόν. Ἄλλως τε, ὡς εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ ἐκ Λοκρίδος ἀξιότιμος συνάδελφος, διεξέφυγε πλέον τῶν χειρῶν τοῦ Σωματείου ἡ διαχείρισις τοῦ λαχείου, διότι τὰ τῆς Ἑταιρίας διευθύνουσιν ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐβεβαίωσε πρὸ μικροῦ τοὐναντίον· τὸν παρακαλῶ νὰ μελετήσῃ τὸ καταστατικὸν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἵνα πεισθῇ, ὅτι ἡ πλειοψηφία ἀπαρτίζεται ἀπὸ ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τοὺς ὁποίους μάλιστα ἄλλοτε ἐθεώρουν ὡς ὅλως ἀκαταλλήλους ἵνα διευθύνωσι τὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καίτοι ἦσαν οἱ μόνοι εἰδικοὶ ἀρχαιολόγοι, τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος ἀναγνωρίζει. Ἀλλὰ πρό τινος μετεβλήθησαν τὰ τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ μετεσκευάσθησαν οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσῃ τις τὰ κατὰ τὴν Ἑταιρίαν, χωρὶς νὰ προσκόψῃ εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρωνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Διεῤῥήξαμεν τότε τὰ ἱμάτιά μας ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, ἵνα μὴ οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπικυρώσωσι τὸ καταστατικὸν ἐκεῖνο τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τὸ ὁποῖον εἶχον ἁρπάσει διὰ πραξικοπήματος, ἀλλ’ εἰς μάτην ἠγωνίσθημεν. Εὔχομαι νὰ εὑρεθῇ ταχέως ἡ Βουλὴ εἰς θέσιν, νὰ ἐξετάσῃ σπουδαίως τὸ θέμα τοῦτο καὶ λάβῃ τὰ κατάλληλα νομοθετικὰ μέτρα, ἵνα διασώσῃ τὰ ἀθάνατα κειμήλια τοῦ Ἑλληνικοῦ Κόσμου, τὰ ὁποῖα εἶναι κτῆμα παντὸς πεπολιτισμένου λαοῦ.
§32Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ἀληθῶς ζητήσει τὸν λόγον συγχρόνως μετὰ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς σεβαστοῦ συναδέλφου, ἵνα ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καὶ ἐπισπάσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ ἄλλου ζητήματος· παρενέπεσε δὲ ἡ μακρὰ αὕτη συζήτησις, διὰ τὴν ὁποίαν ἀληθῶς ὀφείλομεν χάριτας πρὸς τὸν σεβαστὸν ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, τὸν μετὰ τοσούτου ζήλου καὶ μετὰ νεανικοῦ ἀληθῶς σφρίγους παρακολουθοῦντα τ’ ἀρχαιολογικὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπησχολήθημεν λίαν εὐχαρίστως ἐπὶ τόσην ὥραν. Παρατηρῶ ἀπό τινος χρόνου, ἀπὸ ἑβδομάδων καὶ μηνῶν, ὅτι πᾶσα ἐργασία γενομένη μέχρι τότε εἰς τὸ κτίριον τῆς Βαλλιανείου Βιβλιοθήκης ἔπαυσε. Δὲν γνωρίζω, ὁμολογῶ, πῶς ἀληθῶς ἔχουσι τὰ τῆς διαχειρίσεως καὶ τὰ τῆς ἐπιτηρήσεως τοῦ ἀνεγειρομένου οἰκοδομήματος· πάντως ὅμως ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὰ κατ’ αὐτὸ καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν. Παρηκολούθησα τὰ τῆς οἰκοδομῆς ταύτης καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ πᾶς ἕτερος ἐκ τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τὰ τοιαῦτα πράγματα ἐν τῷ τόπῳ καὶ ὡς πᾶς διερχόμενος πρὸ τοῦ οἰκοδομήματος ἐκείνου πολλάκις τῆς ἑβδομάδος. Συγχρόνως δὲ μοὶ ἐδόθη καὶ ἑτέρα τις, σχετική, εὐκαιρία πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τῆς Βιβλιοθήκης, καὶ διὰ τοῦτο ἀποφασίζω νὰ καταναλώσω ὀλίγας στιγμὰς ἐκ τοῦ ὑπολειπομένου ὀλίγου πολυτίμου χρόνου τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης. Ἐπεσκέφθην τὴν δημοσίαν Βιβλιοθήκην, ἵνα ζητήσω βιβλίον τι, ἐκεῖ δὲ παρετήρησα, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη κατέστη σχεδὸν ἄχρηστος. Ἀνέκαθεν τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἦτο ἀκατάλληλον πρὸς τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον προωρίσθη· ἀλλὰ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἡ ἐν αὐτῷ ὕπαρξις τῆς Βιβλιοθήκης, ἡ λειτουργία καὶ ὁ σκοπὸς αὐτῆς, ὁ μέγας ἀληθῶς σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον προορίζεται τοιοῦτον ἵδρυμα, εἶναι τοῦτ’ αὐτὸ ἀνεκτέλεστος. Εἷς ἁπλοῦς προθάλαμος, ἢ διάδρομος, χρησιμεύει ὡς ἀναγνωστήριον διὰ 3,600 φοιτητὰς, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ὅλοι θέλουν νὰ μελετῶσιν ἐκεῖ, ὡς καὶ διὰ πολὺν ἄλλον κόσμον, διότι ἐν τόπῳ ἀνεπτυγμένῳ, οἷος εἶναι ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἑλλάδος, καὶ πολλοὶ ἄλλοι πρέπει νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὰ φῶτα τῶν Βιβλιοθηκῶν· χιλιάδες ἐπὶ χιλιάδων βιβλία συνεσωρεύθησαν εἰς τὰ στενὰ διαμερίσματα τῆς Βιβλιοθήκης, οὕτως ὥστε καὶ ἡ κίνησις τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς καθίσταται δύσκολος, ἀφ’ ἧς μάλιστα προσετέθησαν ἐκεῖ 9,000 τόμοι βιβλίων, τὰ ὁποῖα ἐκληροδότησεν εἰς αὐτὴν ἀξιεπαίνως ὁ μακαρίτης Ρενιέρης. Τίποτε πλέον δὲν γίνεται ἐν αὐτῇ! Εἶναι δὲ λίαν λυπηρὸν, ὅτι, ἐνῷ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ ἡ Βιβλιοθήκη, δὲν βλέπομεν τοὐλάχιστον ἐν ἀμέσως προσεχεῖ μέλλοντι, ὅτι θὰ ἦναι ἕτοιμον τὸ μεγαλοπρεπὲς οἰκοδόμημα τῆς Βαλλιανείου Βιβλιοθήκης, ἵνα μὴ καταστρέφωνται γενεαὶ ἐπὶ γενεῶν φοιτητῶν, παρερχομένων ἐντεῦθεν μετὰ κεκλεισμένων ὀφθαλμῶν· διότι ἀληθῶς οὕτω περατοῦσι τὰς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ σπουδὰς αὐτῶν πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὰ μέσα ν’ ἀγοράσωσιν ὅλα τὰ συγγράμματα, ἀφοῦ δὲν ἔχουσι τὴν εὐκολίαν καὶ τὸν τρόπον νὰ μελετῶσιν ἐν τῇ Ἐθνικῇ Βιβλιοθήκῃ· ἀφήνω ὅτι ἡ Ἑλλὰς παρουσιάζει τὸ minimum τῶν δημοσίων Βιβλιοθηκῶν...
§33Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ τὸ minimum τῶν ἀναγνωστῶν.
§34ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐὰν παρουσιάζῃ τὸ minimum τῶν ἀναγνωστῶν, ὡς ἀκούω, τοῦτο συμβαίνει διότι ἔχει ἐλάχιστον ἀριθμὸν Βιβλιοθηκῶν. Ἔχομεν μίαν καὶ μόνην Βιβλιοθήκην δημοσίαν, ἐκείνην, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλῶ. Ἔχομεν τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐπὶ πολλοὺς μῆνας δὲν εἶναι προσιτὴ εἰς τὸν κόσμον, ὅταν συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ, ἢ ἐν ἐλαχίστῳ χώρῳ· ἔχομεν δ’ ἐσχάτως καὶ μίαν δανειακὴν λεγομένην Βιβλιοθήκην, ἥτις ἔχει λίαν περιωρισμένον προορισμὸν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, διότι δὲν παρέχει εἰς τὸ κοινὸν τὴν ὕλην, ἣν ἀπαιτεῖ ἡ ἀληθὴς ἀνάπτυξις λαοῦ μεμορφωμένου. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους πρῶτον μὲν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τυχὸν ἔχει περὶ τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ διατελεῖ τὸ ζήτημα τῆς ἀνεγέρσεως τῆς Βαλλιανείου Βιβλιοθήκης· δεύτερον παρακαλῶ αὐτὸν νὰ σκεφθῇ, ἐὰν δὲν δύναται νὰ ἐξεύρῃ τρόπον τινὰ, ἐὰν βλέπῃ ὅτι θὰ παρέλθωσι τοὐλάχιστον τρία ἢ τέσσαρα ἔτη, ὡς ἐκ τῆς ἁπλῆς θέας τοῦ ἀνεγειρομένου οἰκοδομήματος δύναταί τις νὰ εἰκάσῃ, μέχρις ὅτου ἐκεῖνο καταστῇ εἰς θέσιν νὰ δεχθῇ τὰ βιβλία τῆς ὑπαρχούσης Βιβλιοθήκης καὶ ἀναγνώστας, ἐὰν, λέγω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν δύναται νὰ εὕρῃ τρόπον τινὰ, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ διευκολυνθῇ ἡ μελέτη εἰς πολὺν κόσμον, καὶ νὰ μὴ ἀποξενωθῇ ἡ δημοσία Βιβλιοθήκη ἐντελῶς τοῦ προορισμοῦ αὑτῆς. Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δύναται νὰ προστεθῇ εἰς τὸν σημερινὸν χῶρον αὐτῆς καὶ ἄλλος τις ἐκ τῶν κενῶν τοῦ Πανεπιστημίου; Νομίζει ὅτι δύναται νὰ οἰκονομηθῇ τὸ πρᾶγμα διὰ τῆς ἐνοικιάσεως ὅπως δήποτε πλησιοχώρου τινὸς οἰκοδομήματος καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀλίγιστοι; — ἀφήνω δὲ, ὅτι εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπογοητευμένοι, διότι ἀπὸ δεκαετίας ὑπηρετεῖ ἕκαστος ἐν τῇ αὐτῇ θέσει, μὴ ἔχοντες ἐνώπιον αὐτῶν οὔτε προαγωγὴν, οὔτε ἐλπίδα βελτιώσεως τῆς θέσεώς των· τοῦτο δὲ εἶναι ἐπίσης σπουδαιότατον ζήτημα, διότι αὐτοὶ εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, οἱ κρατοῦντες τὸ φῶς εἰς τοὺς μελετῶντας καὶ θέλοντας ν’ ἀναπτυχθῶσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος ἐν πολλοῖς ζητήμασι μέχρι τοῦδε ἔδειξεν ὅτι κατανοεῖ τὴν ἀξίαν πολλῶν ζητημάτων προοδευτικῶν ἐν τῷ τόπῳ, καὶ ἔθιξεν αὐτὰ ἐπιτυχῶς, ἐλπίζω ὅτι καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιστήσῃ σπουδαίως τὴν προσοχὴν αὑτοῦ καὶ μελετήσῃ αὐτό· θὰ ἤμην δὲ λίαν εὐτυχὴς, ἐὰν ἔβλεπον αὐτὸν εὐαρεστούμενον καὶ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω.
§35Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὰ τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης χωλαίνουν ὁμολογουμένως, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἡ στενότης τοῦ χώρου καθιστᾷ δυσχερῆ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς· ὁ χῶρος ἐθεωρήθη ἀνεπαρκὴς ἀπὸ τοῦ 1884. Ὁ τότε ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης ῥητῶς ἀναφέρει εἰς τὴν Πρυτανείαν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀγορασθῇ οὔτε εἷς τόμος βιβλίων, διότι δὲν ὑπάρχει οὐδὲ δι’ ἕνα τόμον πλέον χῶρος. Ἔκτοτε κατωρθώθη νὰ τοποθετηθῶσιν ἐκεῖ 60–80 χιλιάδες τόμων. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι ἡ τοποθέτησις τοσούτων ἔτι βιβλίων εἰς Βιβλιοθήκην, τῆς ὁποίας τὸ ὅλον ἀνέρχεται εἰς 205,000 τόμων, ἐπέφερε στενοχωρίαν· διὰ τὴν λειτουργίαν δὲ τῶν κλιμάκων μέχρι τοῦ ὀρόφου — διότι ἕως ἐκεῖ συνεπυκνώθησαν βιβλία — μένει διάστημα μόνον 1–1½ μέτρου. Αὐτὴ εἶναι μία τῶν μεγαλειτέρων δυσκολιῶν, ἡ ὁποία ὅμως θεραπεύεται, ἂν ὄχι εὐθὺς, ἀλλὰ μετά τινα χρόνον, διὰ τῆς ἀποπερατώσεως ἑνὸς μέρους τῆς Βαλλιανείου Βιβλιοθήκης. Τὰ τῆς ἀνεγέρσεως τῆς Βιβλιοθήκης ταύτης διέπονται ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δαπανᾷ τὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον διδόμενα ποσὰ ὑπὸ τοῦ κυρίου Βαλλιάνου. Ἐννοεῖται ὅτι, οὕτως ἀνεγειρομένης τῆς Βιβλιοθήκης, δὲν εἶναι πρέπον νὰ δεικνύωμεν ἀνυπομονησίαν μεγάλην καὶ νὰ προβάλλωμεν ἀπαιτήσεις πρὸς τὸν δωρητήν.
§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διδόμενα ἢ δοθέντα;
§37ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μέρος δοθέντα καὶ μέρος διδόμενα. Νομίζω ὅτι μέχρι τοῦδε ἐδαπανήθησαν 200,000 δραχμαί. Ὑπάρχει διαθέσιμον μέρος περιουσίας ἀκινήτου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκποιηθῇ, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ διαθέτου, καὶ ἀφοῦ δαπανηθῇ τὸ ἀντίτιμον αὐτῆς, θὰ σκεφθῇ οὗτος, ἐὰν πρέπῃ νὰ συμπληρώσῃ τὴν δαπάνην. Ἡ περιουσία αὕτη ἀνέρχεται εἰς ποσὸν ἀνώτερον τῶν 200,000 δραχμῶν, νομίζω. Αἱ ἐπελθοῦσαι ἐθνικαὶ περιστάσεις ἠμπόδισαν τὴν ἐκποίησιν τῆς περιουσίας αὐτῆς, ἐπεβράδυναν δὲ καὶ τὰ ἔργα· οὐχ ἧττον ὁ δωρητὴς παρέσχεν ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τούτου ἐτησίως ἕτερον ποσὸν—νομίζω 2½ ἕως 3 χιλιάδας λιρῶν— πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ὅμως βαίνουν μετά τινος βραδύτητος. Συνετελέσθη ἤδη τὸ κεντρικὸν κτίριον, προὐχώρησεν ἡ κατασκευὴ καὶ μιᾶς τῶν πτερύγων, ἐτοποθετήθη ὁ σιδηροῦς σκελετὸς πλήρης εἰς τὰ δύο διαμερίσματα, ἀπαιτοῦνται δὲ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν δύο αὐτῶν μερῶν περὶ τὰς 200,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ τῆς ἑτέρας πτέρυγος καθυστερεῖ ἡ ἐργασία· ὁ σιδηροῦς σκελετὸς δὲν ἐτέθη, θ’ ἀπαιτηθῇ δὲ διὰ τὴν περάτωσιν τοῦ ἔργου δαπάνη περὶ τὸ ἥμισυ ἑκατομμύριον δραχμῶν, ἐξ οὗ μέρος εἶναι ἐξησφαλισμένον διὰ τῆς ἀκινήτου περιουσίας, ἥτις διετέθη πρὸς τοῦτο. Οὕτως ἔχουσι τὰ τῆς ἀνεγειρομένης Βιβλιοθήκης. Ἡ Βιβλιοθήκη περατουμένη θὰ δύναται νὰ περιλάβῃ ὅλον τὸ ποσὸν τῶν βιβλίων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν σήμερον, καὶ διπλοῦν ἀριθμόν, περὶ τὰς 400,000 τόμων. Ἑτέρα ἔλλειψις τῆς Βιβλιοθήκης εἶναι ἡ προμήθεια ἐπαρκῶν ἑκάστοτε βιβλίων. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν πλουτίζεται, δὲν εἶναι οὔτε μεθοδικός, οὔτε συστηματικός· διότι τὸ πλεῖστον κατηρτίσθη ἐκ δωρεῶν, μόλις δὲ παρέχει τὸ Δημόσιον χιλίων δραχμῶν συνδρομὴν διὰ προμήθειαν βιβλίων, καὶ ἓν μικρὸν ποσὸν διὰ τὴν βιβλιοδέτησιν αὐτῶν...
§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχει ἄλλους πόρους;
§39ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει 9,000 δραχμὰς ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου, ἐξ ὧν 3 ἢ 4 χιλιάδες δαπανῶνται διὰ τὰ περιοδικά, τὸ ὑπόλοιπον δὲ διατίθεται πρὸς ἀγορὰν βιβλίων, ἀλλὰ τοῦτο μεταβαλλόμενον εἰς φράγκα ἐλαττοῦται εἰς ποσὸν εὐτελές... Καίτοι ὅμως ἡ Βιβλιοθήκη ἡμῶν δὲν εἶναι ἐκ τῶν πρώτων, ὡς ἡ Ἀγγλική, ἢ τῶν Παρισίων καὶ ἡ τοῦ Μονάχου, εἶναι ἐκ τῶν δευτερευουσῶν. Ὑπάρχει ὅμως ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ παρασχεθῇ ποσὸν ἀνάλογον διὰ τὸν μεθοδικὸν πλουτισμὸν τῆς Βιβλιοθήκης· διότι δὲν συμβαίνουσι καθ’ ἑκάστην δωρεαὶ, ὡς ἡ τοῦ μακαρίτου Μάρκου Ρενιέρη, τῆς ὁποίας ἐτακτοποιήθη τὸ ἥμισυ· τέσσαρες χιλιάδες τόμοι ἐκ ταύτης δὲν ὑπῆρχον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Βιβλιοθήκην· ἂν παρουσιασθῇ δὲ ἡ αὐτὴ ἀναλογία καὶ ὡς πρὸς τὰ εἰσέτι ἀταξινόμητον μέρος τῆς δωρεᾶς, τὸ ἀπόκτημα εἶναι πολύτιμον. Καὶ παλαιοπωλικῶς ἔτι ἂν ὑπολογισθῇ ἡ ἀξία αὐτῆς, ἀνέρχεται εἰς 40–50 χιλιάδας δραχμῶν, εἶναι δὲ πολύτιμος διὰ τὴν Μεσαιωνικὴν ἱστορίαν καὶ τὴν Ἰταλικὴν φιλολογίαν, τμήματος τοῦ ὁποίου ἐστερεῖτο ἡ Βιβλιοθήκη. Ἑτέρα ἔλλειψις τῆς Βιβλιοθήκης εἶναι ἡ φθορὰ ἡ γενομένη εἰς τὰ δελτία, τὰ ὁποῖα, ἀπὸ 40 ἐτῶν ὑπάρχοντα, ἐφθάρησαν, ὡς ἐκ τῆς ἀδιακόπου χρήσεως, πολλὰ δ’ ἐξ αὐτῶν ἐξηφανίσθησαν· ἡ ἔλλειψις δὲ τοῦ δελτίου ἰσοδυναμεῖ πρὸς τὴν ἔλλειψιν αὐτοῦ τοῦ βιβλίου. Πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀνανεώσεως τῶν δελτίων ἀνεγράφη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους πίστωσις 3,000 δραχμῶν. Θὰ ἀνέλθῃ δὲ ἡ ὅλη δαπάνη τῆς ἀνανεώσεως τῶν δελτίων καὶ τῆς κατασκευῆς βιβλίων, δι’ ὧν συγκρατοῦνται τὰ δελτία κατὰ νέον τι σύστημα, εἰς 15,000 δραχμάς· θ’ ἀπαιτηθῇ δὲ καὶ χρόνος τριῶν ἐτῶν, ὅπως τὰ δύο ζητήματα, τὸ τοῦ καταλόγου καὶ τὸ τοῦ χώρου, θεραπευθῶσι. Τὸ τρίτον ἐναπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ θεραπεύσῃ, ὅταν εὑρεθῇ εἰς κατάστασιν νὰ ψηφίσῃ μεγαλειτέραν δαπάνην διὰ τὴν προμήθειαν βιβλίων.
§40ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον χρόνον θ’ ἀπαιτήσῃ ἡ ἀποπεράτωσις τῆς Βιβλιοθήκης;
§41Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο τὸ γνωρίζει μόνον ὁ δωρητής.
§42Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὴν 17 Μαρτίου μοὶ ἐγένετο ἐπερώτησις παρὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Μερλοπούλου, ἀφορῶσα εἴς τινα ἐπίστρατον, ὀνομαζόμενον Ἀγγελῆν Ἀγγελόπουλον, ὅτι δηλ. καταζητεῖται παρανόμως. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἀποδεικνύεται ὅτι οὗτος εἰσῆλθεν εἰς τὰς φυλακὰς κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1881, ἀλλ’ ἡ ἡλικία αὐτοῦ ἐκλήθη τὴν 8 Ἰουλίου 1880. Λοιπὸν ἀφοῦ κατὰ τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ ἁρμοδίου ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν ὁ εἰρημένος ἐπίστρατος εἰσῆλθεν εἰς τὰς φυλακὰς κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1881, ὤφειλε νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ πρὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης χρονικὸν διάστημα, ἀπὸ 8 Ἰουλίου 1880 μέχρι τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1881, ὁπότε ἐφυλακίσθη, καὶ δι’ αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα καταζητεῖται.
§43ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θ’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ σπουδαιοτάτου θέματος. Ἰδίοις ὄμμασιν ἀντελήφθην καταστροφὴν λαμβάνουσαν χώραν εἰς τὸ πλησίον κείμενον δάσος, ἐπὶ τοῦ ὄρους Σκαραμαγκᾶ, τοῦ ἀρχαίου Αἰγάλεω. Τὸ δάσος ἀνήκει εἰς τὴν Μονὴν τῶν Κλειστῶν, ἡ ὁποία τὸ ἐνοικιάζει εἰς ποιμένας, χάριν τῶν βοσκησίμων γαιῶν. Τὸ δάσος τοῦτο ηὔξησε καταπληκτικῶς, διότι εἶχε προστατευθῆ ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐνοικιάσει ὁλόκληρον τὴν περιφέρειαν τοῦ Σκαραμαγκᾶ, νομίζω ἐπὶ δεκαετίαν μόνον, πρὸς προστασίαν τοῦ δάσους’ ἀλλὰ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς μισθώσεως ταύτης ἡ Μονὴ τῶν Κλειστῶν ἐνῳκίασε τὴν ὅλην περιφέρειαν εἰς ἰδιώτας, οἱ ὁποῖοι, ὅπως καλλιεργήσωσι δῆθεν τὸ δάσος, καταστρέφουσιν αὐτὸ τελείως. Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν σᾶς ὁμιλῶ, γίνεται τελεία ἐκκοπὴ τῶν δένδρων καὶ ἐκρίζωσις καὶ αὐτῶν τῶν θάμνων’ ὁλόκληρος ὁ Πειραιεὺς ξυλεύεται καὶ ἀνθρακεύεται ἐκ τοῦ δάσους τούτου! Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὸν ἀστυνόμον Πειραιῶς νὰ μεταβῇ ἐπιτοπίως, ἵνα ἴδῃ πλοιάρια λαμβάνοντα ὁλόκληρα φορτία θάμνων καὶ δένδρων πρὸς μεταφορὰν εἰς Πειραιᾶ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον καὶ ἐπεῖγον’ ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς πρόληψιν τοῦ κακοῦ.
§44Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ σπουδαιότης τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων νομοσχεδίων δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ φέρω τὸν λόγον, ἐὰν πρόκειται νὰ προκαλέσω συζήτησιν. Μόνον πρόκειται νὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ δώσωσιν αὔριον πληροφορίας περὶ τοῦ ἑξῆς. Ἐμάθομεν ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ὅτι ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τῆς Ρουμανίας, καθ’ ἣν ἀπωλέσθη ἡ δίκη τοῦ Ζάππα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἂν δὲν ὑπάρχῃ τι τὸ κωλῦον, τί ἔλαβε χώραν.
§45ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὔριον θὰ φέρω πληροφορίας.
§46Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία πρὸ ὀλίγου ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν, φαρμακοποιοῦ τινος,—τοῦ κ. Ἰωάννου Μοσχοβίτου, νομίζω,—ζητοῦντος νὰ προστατευθῇ φάρμακόν του, τὸ ὁποῖον ἐφεῦρε κατὰ τῶν ῥευματισμῶν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς προνομίου εὑρεσιτεχνίας, ὡς γίνεται πανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου· διότι καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις ἐχρειάσθη νομοσχέδιον τοιοῦτον, καθ’ ἃς πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι κατέληξαν εἰς ἐφεύρεσίν τινα, δὲν ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιήσωσιν αὐτὴν, μὴ ὑπάρχοντος προστατευτικοῦ εἰδικοῦ νόμου.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§48Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν εὐρυτάτη συζήτησις ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐν μέσῳ χειροκροτημάτων ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Βουλῆς ἡ χρησιμότης ἑνὸς νομοσχεδίου, ἀφορῶντος τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐμελετήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀναγεγραμμένον ὑπ’ ἀριθ. 12 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ὡς ἐκ τῆς παρελεύσεως τῆς ὥρας καὶ τῶν προκαταρκτικῶν νομοσχεδίων φρονῶ ὅτι θὰ κατασταθῇ ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε· ἐὰν δὲ δὲν ψηφισθῇ, ἡ αἴθουσα αὕτη θὰ μείνῃ μόνον μὲ τὸν ἦχον τῶν χειροκροτημάτων. Πρόκειται δὲ περὶ ἀξιωματικοῦ, οὗτινος ἡ ἱκανότης εἶναι ἀνεγνωρισμένη καὶ ὁ ὁποῖος προσέφερεν ὑπηρεσίας. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ προταχθῇ.
§49ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριον.
§50ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι τὴν 2 Ἀπριλίου ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος καταλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§51ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι σύμφωνος νὰ μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ 5. Ἀπὸ τοῦ 6 καὶ κατωτέρω, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ μεταβάλῃ τὴν τάξιν, δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν.
§52ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, δὲν θὰ προκαλέσῃ καμμίαν συζήτησιν.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ σήμερον ψηφίζεται εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκδόσεως δανείου πρὸς ἑνοποίησιν τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια κλπ. δανείων, αὔριον δὲν θὰ ὑπάρχῃ θέμα. Θὰ προταχθῇ λοιπὸν αὔριον τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, κατόπιν δὲ δύναται νὰ ἐγγραφῇ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας.
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§55Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Τὰ προσωπικὰ νομοσχέδια δὲν πρέπει νὰ προηγηθῶσι τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων.
§56Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ προκαλέσω συζήτησιν ἄκαιρον καὶ ἄσκοπον ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐν πάσῃ ὥρᾳ δικαιοῦμαι ν’ ἀξιώσω τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησίν μου, εὐηρεστήθη νὰ προσαγάγῃ σημείωμα εἰς τὴν Βουλήν...
§57Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν προσήγαγον σημείωμα· πληροφορίας ἔδωκα.
§58ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ διακόπτετε!... Ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνω γνῶσιν, ὡς Βουλευτὴς, τῶν κατατιθεμένων ἐγγράφων ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προσήγαγε σημείωμα, καὶ τὸ σημείωμα ἐκεῖνο δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ὁ Ὑπουργὸς ἠρνήθη νὰ τὸ παραδώσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδὲν σημείωμα κατετέθη.
§60Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Οὐδὲν ἔγγραφον ἔφερα, ἵνα τὸ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, διότι τοιοῦτον δὲν μοὶ ἐζητήθη, οὔτε ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν σημείωμα. Πληροφορίας ἐζήτητε, καὶ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς του ἀπήντησα. Παρακαλῶ δὲ, κύριε Πρόεδρε, νὰ τοῦ κάμητε τὰς δεούσας παρατηρήσεις, νὰ μὴ ὁμιλῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα. Ἐὰν ἐζήτει ἔγγραφα ὑπηρεσίας, ἤθελον τὰ καταθέσει, σεβόμενος τὴν Βουλήν.
§61Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ παρατήρησίν τινα· διότι ἑδρεύων ἐν τῇ Βουλῇ ἀπὸ δύο περιόδων, γνωρίζω καλῶς καὶ τὸν τρόπον τοῦ συζητεῖν καὶ τὸν τρόπον τοῦ φέρεσθαι πρὸς τοὺς Βουλευτὰς, πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τοὺς Ὑπουργούς. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς φρονῇ, ὅτι δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσῃ τὸ σημείωμα εἰς τὸ Προεδρεῖον, εἶναι ἠπατημένος· ἀρκεῖ δὲ νὰ ἀναγνώσῃ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἵνα πεισθῇ περὶ τούτου.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι δὲν ἔφερε σημείωμα.
§63ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔδωσε πληροφορίας, ἐπειδὴ δὲ δὲν ἤκουσα τί εἶπε, διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔφερε (θόρυβος), ἢ τουλάχιστον, διὰ νὰ μὴ ἐπαναλάβῃ τὸν κόπον τοῦτον, νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τὸ σημείωμά του, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν αὐτοῦ.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκδόσεως δανείου πρὸς ἑνοποίησιν τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δημοσίων δανείων καὶ πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δημοσίου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέους ἐξ ἐντόκων γραμματίων. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§65ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου μία τροπολογία, ἐπὶ τῷ τέλει, ἀντὶ νὰ ὁρισθῇ ἡ ἐξόφλησις ἐντὸς 80 ἐτῶν, οἷα σημειοῦται ἐν τῷ εἰρημένῳ ἄρθρῳ, νὰ γείνῃ ἡ χρεωλυτικὴ ἐξόφλησις ἐν βραχυτέρῳ χρονικῷ διαστήματι, κατὰ τὸ ὁποῖον θέλει ἐξοφληθῆ, συμφώνως μὲ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ ἐξωτερικὸν δάνειον, τὸ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῶν τριῶν Δυνάμεων, τὸ δὲ μέσον, ὅπως πορισθῶμεν τὸ ἀναγκαῖον χρεωλύσιον, ζητήσωμεν ἐν μέρει διὰ μεταβολῆς τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως ἐκείνου τοῦ μέρους τῶν ὁμολογιῶν, αἱ ὁποῖαί εἰσι προωρισμέναι εἰς πραγματοποίησιν πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ὀφειλομένων ἐξ ἐντόκων γραμματίων. Ἐπειδὴ δὲ καὶ πάλιν, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτοῦ, τὸ ποσὸν δὲν ἤθελεν ἀρκέσει, νὰ προσθέσωμεν καὶ ἕτερον χρεωλύτιον, μέχρις ἐπαρκείας. Λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, οὔτε περὶ τοῦ ἐνδεδειγμένου τῆς ἐν λόγῳ τροποποιήσεως ἀπὸ ἀπόψεως πρακτικῆς, οὔτε κατ’ ἀρχήν, οὔτε ὅτι αὕτη εἶναι ἐπίκαιρος, οὔτε ὅτι ἡ οἰκονομία τοῦ δανείου δὲν ἤθελε πάθει διὰ τῆς τοιαύτης τροποποιήσεως. Κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὰ μεγάλα χρεωλύσια. Φρονῶ ὅτι δάνειον, οἷον τὸ προκείμενον, ἠδύνατο νὰ ἐκδοθῇ λυσιτελῶς καὶ ὑπὸ τὸν τύπον δανείου παγίου· ἀλλὰ τὸ δάνειον ἐκδίδεται χρεωλυτικόν, ἐπὶ τῇ βάσει εὐχῆς ἐκφρασθείσης μοι ὑπὸ τῶν κ. κ. ἐλεγκτῶν· εἶναι δὲ πάντως προτιμότερον τὸ μικρὸν τιθέμενον χρεωλύσιον μεγάλου χρεωλυσίου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον μετὰ μίαν σειρὰν ἐτῶν προσεχῶν (λάβετε ὅσα θέλετε, διότι δὲν εἶμαι μάντις, ἵνα προΐδω ἐν τίνι χρονικῷ διαστήματι καὶ ἐπὶ πόσον θὰ βελτιωθῶσι τὰ Ἑλληνικὰ οἰκονομικὰ καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ Ἑλληνικὴ πίστις,) συμφέρει ὁ ἡμέτερος προϋπολογισμὸς νὰ ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν μικρότερος· δυνάμεθα δὲ νὰ ἐλπίσωμεν, δεχόμενοι σήμερον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ καιρὸς, μετὰ πέντε ἢ δέκα ἔτη, (δὲν εἶμαι μάντις, ἐπαναλαμβάνω,) θὰ ἐπέλθῃ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐπαγάγωμεν τοῦ προκειμένου δανείου τροπὴν ἐπὶ τῇ ἐλαττώσει τοῦ τόκου, τότε δ’ ἔσεται ἡ εὐκαιρία, ἵνα ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ τότε Βουλὴ πράξωσιν ὅ,τι νομίσωσι κατάλληλον περὶ ἐλαττώσεως ἢ περὶ αὐξήσεως τοῦ χρεωλυσίου. Δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσι δύο ῥεύματα διὰ τὰ δάνεια τοῦ Κράτους· τὸ ἓν ἀποκλίνει εἰς τὰ πάγια, τὸ ἕτερον ῥεῦμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐξωτερικὸν τύπον οἰκοκυρευτικὸν,— ἐν τῇ οὐσίᾳ του ἴσως δὲν εἶναι τοιοῦτον—προσπαθεῖ ν’ αὐξήσῃ τὸ χρεωλύσιον. Ἐπαναλαμβάνω, τὸ νὰ λύσω τὸ ζήτημα, δὲν ἤρτηται ἀπ’ ἐμοῦ, διότι μοὶ ἐξεφράσθη ἡ εὐχὴ καὶ περιελήφθη ἐν τῷ σχετικῷ ἄρθρῳ περὶ ἐλέγχου τὸ χρεωλύσιον, τὸ νὰ αὐξήσῃ ὅμως τὸ χρεωλύσιον σήμερον, δὲν συμφωνῶ, καὶ θέλω νὰ τὸ ἀφήσω εἰς τὴν κρίσιν μεταγενεστέρων Ὑπουργῶν (βεβαίως οὐχὶ ἐμοῦ) καὶ καθ’ ὃν χρόνον θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν βελτίωσιν τῆς πίστεως, ἵνα προβῶμεν εἰς ἐλάττωσιν τοῦ τόκου. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ἕτερος λόγος ἐπιβάλλει ν’ ἀφήσωμεν τὸ χρεωλύσιον, οἷον ἐτέθη. Ἡ ἐνιαύσιος ὑπηρεσία τοῦ δανείου δὲν θὰ ὑπερβαίνῃ τὸ ποσὸν τῶν 3,900,000 δραχμῶν, περιλαμβανουσῶν καὶ χρεωλύσιον. Τοῦτο ἐτέθη ἐν τῷ νόμῳ κατὰ τὴν κρίσιν τῶν κ. κ. ἐλεγκτῶν, χωρὶς τοῦτο νὰ σᾶς δεσμεύσῃ ποσῶς ἐν ἀπωτέρῳ μέλλοντι εἰς ἐπαγωγὴν μεταβολῶν τεινουσῶν εἰς κατάργησιν τοῦ χρεωλυσίου, ἢ εἰς αὔξησιν αὐτοῦ, μεταβολῶν, ἃς ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποφασίσει, ἀρκεῖ νὰ μὴ αὐξηθῇ τὸ εἰρημένον ποσὸν ἐνιαυσίου ὑπηρεσίας. Εἶπον ὅτι δὲν συμφέρει, ὡς ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ περὶ ἐλέγχου νόμου, ν’ αὐξήσωμεν τὸ χρεώλυτρον πέραν τοῦ ποσοῦ τῶν 3,900,000 δραχ., διότι οὐ μόνον δὲν συμφέρει τοῦτο ἠθικῶς, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ῥητὸν γράμμα τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι 3,900,000 δραχμὰς θέλομεν διαθέσει διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην. Βραδύτερον, ἐὰν μεταγενεστέρα σκέψις ἤθελεν ὑπαγορεύσει αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τοῦ χρεωλυσίου ἐπὶ ἐλαττώσει τοῦ τόκου, αὐτὸ δύναται νὰ γείνῃ. Ἀλλὰ πάντοτε μέχρι συμπληρώσεως τοῦ ποσοῦ τῶν 3,900,000 δραχμῶν. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης δὲν ἤθελεν εὕρει τοῦτο ὡς βελτίωσιν, ἐὰν προσέθετον ποσόν τι εἰς τὸ χρεωλύσιον, ἀφαιρούμενον ἐκ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως τοῦ μέρους τοῦ δανείου τοῦ ἀφορῶντος τὰ ἔντοκα γραμμάτια, καὶ χωρὶς ἐν ὅλῳ νὰ ὑπερβῶμεν τὴν ὁρισθεῖσαν ὑπηρεσίαν διὰ δραχ. 3,900,000. Νομίζω ἐν τούτοις, ὅτι ἐπαρκῶς κατέδειξα καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, τὸν ὁποῖον δὲν βλέπω παρόντα, ὅτι ἐπὶ τῶν ἐντόκων γραμματίων ἡ ἀρχὴ ἡ κρατήσασα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶναι, ὅπως οὐχὶ ἐπαγάγωμεν κανονισμὸν τῶν χρεῶν ἐξ ἐντόκων γραμματίων, ἀλλὰ προμηθευθῶμεν χρήματα ἐξ ἐκποιήσεως ἀντιστοίχων ὁμολογιῶν τοῦ προκειμένου δανείου, ἵνα ἐξοφλήσωμεν τοὺς κυρίους κατόχους τῶν ἐντόκων γραμματίων, ν’ ἀφήσωμεν τουτέστι τὴν ἐκλογὴν εἰς τὴν ἐλευθέραν αὐτῶν προαίρεσιν. Τοῦτο ὄντως πρέπει νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν, καὶ πρὸς τοῦτο νὰ κρίνωμεν ψυχολογικῶς, ποία πιθανότης εἶναι τῆς συγκαταθέσεως τῶν κ.κ. δανειστῶν, ὅπως μὴ ζητήσωσι τὴν εἰς μετρητὰ πληρωμήν. Ποῦ θὰ ζητήσωμεν τὴν κρίσιν αὐτὴν τὴν ψυχολογικήν; Εἰς τὴν ἀξίαν ἐσόδου ὁμολογιῶν ἀναλόγου πρὸς τὴν σημερινὴν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ τιμὴν τῶν χρεωγράφων. Γνωρίζετε ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ Χρηματιστήριον ἐν τῷ κόσμῳ, τὸ ὁποῖον προεξοφλεῖ τὰ μέλλοντα ὀφελήματα πρὸ ἐτῶν, εἶναι τὸ Χρηματιστήριον Ἀθηνῶν· προεξοφλεῖ τὰ ὀφελήματα τοῦ μέλλοντος μετὰ γενναιότητος, ἡ ὁποία εἰς τὸν ἄνθρωπον τὸν ἔχοντα πεῖραν ἐμποιεῖ φρίκην, μεγάλην δὲ μελαγχολίαν ἐκ τῶν ὑστέρων εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κερδοσκοποῦσι διὰ προεξοφλήσεως κερδῶν πραγματοποιητέων ἴσως μετὰ 100 ἔτη, καὶ προεξοφλοῦσιν αὐτὰ ἐν τῷ ἐνεστῶτι! Λοιπὸν σήμερον ἡ τιμὴ τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ πάγιον δάνειον, ἡ σημερινὴ τιμή του εἶναι 455 δραχμαί, ἀντὶ 500 τῆς τιμῆς αὐτοῦ, ἐφ’ ἧς ἀπολαμβάνει 5% ἐν ἄλλαις λέξεσι, δάνειον δημόσιον 5% τιμᾶται εἰς τὰ 91 περίπου! Νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ συμφέρον νὰ ἐξοφλήσωμεν τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἐν προσεχεῖ μέλλοντι, ἅμα ἐπιτύχωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου καὶ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ, διότι νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τοῦ βάρους τῶν ἐντόκων γραμματίων, ἵνα καταστήσωμεν προσιτὴν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον νέαν ἔκδοσιν ἐντόκων γραμματίων διὰ τὰς κυμαινούσας προσωρινὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Μὴ ἀποκοιμιζόμεθα ἐπὶ τῇ ἀποκτήσει τοῦ μεγάλου ἐξωτερικοῦ δανείου ἐπὶ τόκῳ 2½% μὴ νομίσωμεν, ὅτι θὰ ῥεύσῃ ὁ χρυσὸς ἐκ τοῦ δανείου τούτου ἐν Ἑλλάδι. Ὑπάρχουσι πολλαὶ πληγαί, καὶ πληγαὶ χαίνουσαι. Ἐνόμισα λοιπόν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εὐκολύνω τὴν ἐξόφλησιν τῶν ἐντόκων γραμματίων, εἴτε συναινούντων τῶν κατόχων αὐτῶν, ὅπως πληρωθῶσι δι’ ὁμολογιῶν τοῦ νέου δανείου, εἴτε πληρονομένων παρὰ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτύχω, ἔπρεπε νὰ σταθμίσω ποία ἐνδείκνυται σήμερον ἡ πίστις τοῦ Κράτους. Ἡ πίστις τοῦ Κράτους λοιπόν, μετὰ προεξοφλήσεις τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς οἰκονομικῆς διευθετήσεως, δεικνύει, ὅτι αἱ ὁμολογίαι τῶν 500 δραχμῶν τιμῶνται 460 δραχμάς. Διὰ νόμου δὲν ἠδυνάμην νὰ μεταβάλω τὴν δημοσίαν πίστιν, καθιστῶν ἀκριβοτέρας τὰς ὁμολογίας αὐτάς, ἐφ’ ὅσον προορίζονται εἰς ἐξόφλησιν ἐντόκων γραμματίων. Παρακαλῶ κατὰ συνέπειαν τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, νὰ μὴ θίξῃ τὸ ἄρθρον 1 ἐν τῇ διατυπώσει του, καὶ ν’ ἀφήσῃ τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον, πιστεύσατε, εἶναι προϊὸν μελέτης μακρᾶς καὶ εὐσυνειδήτου.
§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εὑρίσκομαι, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου ὄχι πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐπιφέρω ἐλάττωσιν ὠφελειῶν εἰς τοὺς κατόχους τῶν ἐντόκων γραμματίων ἢ εἰς τοὺς κατόχους τῶν δανείων, διότι, ὡς καὶ χθὲς ἐδήλωσα, οἱ κάτοχοι αὐτῶν χρῄζουσι πάσης δυνατῆς ὑποστηρίξεως παρὰ τοῦ Κράτους. Ἀναχωρῶ ὅμως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ὅτι πρέπει, εἰ δυνατὸν, τὸ ἐσωτερικὸν δάνειον νὰ τὸ καταστήσωμεν πληρωτέον ἐντὸς ὅσον τὸ δυνατὸν βραχυτέρου χρονικοῦ διαστήματος. Ὑπάρχει ἀμφισβήτησις μεταξὺ τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὰ δημόσια οἰκονομικὰ, ἐὰν ᾖναι συμφερώτερον εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐκδίδῃ πάγια δάνεια, ἢ ἐὰν συμφέρῃ εἰς αὐτὸ νὰ ἔχῃ χρεωλυτικὰ τὰ δάνειά του, ἐξοφλούμενα δι’ ὑπηρεσίας εἰδικῆς χρεωλυτικῆς ἐξοφλήσεως αὐτῶν. Τὸ ζήτημα συζητεῖται· σήμερον ὅμως γενικωτέρα εἶναι ἡ γνώμη τοῦ ἐπωφελοῦς τῆς ὑπάρξεως κανονικῆς ὑπηρεσίας ἐξοφλήσεως τῶν δημοσίων δανείων, καὶ τὴν γνώμην ταύτην εὑρίσκομεν ὑποστηριζομένην εἰς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἀνέπτυξε πλειότερον παντὸς ἄλλου οἰκονομικὴν ἐμπειρίαν, εἰς τὴν Ῥωσσίαν. Ἡ Ῥωσσία, χωρὶς ν’ ἀποκρούῃ τὴν ἰδέαν τῶν παγίων δανείων, τῶν rentes, χάριν τοῦ σκοποῦ μελλουσῶν τροπῶν, εἶναι μᾶλλον ὑπὲρ τῆς ἰδέας τοῦ χρεωλυσίου διὰ τὰ δάνεια, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν προβλέπει πλέον τροπὴν ἐπωφελῆ διὰ τὸ Δημόσιον. Ἡμεῖς βεβαίως, ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀμφιβολίαν μὲ ποίαν ἰδέαν νὰ ταχθῶμεν. Ἀλλὰ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς τὸν ἔλεγχον. Ἡ ἐπιθυμία καὶ ὁ σκοπὸς ἑπομένως ἡμῶν πρέπει νὰ ᾖναι, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον κατορθώσωμεν νὰ ἐξοφλήσωμεν τὰ δάνειά μας ταῦτα. Ἡ τοιαύτη δὲ πορεία ἡμῶν ἔσεται ἀναμφισβητήτως ἡ μᾶλλον ἐπωφελὴς καὶ εὐχάριστος ὄχι μόνον εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν καὶ εἰς τὰς Δυνάμεις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι τοσαύτας μᾶς παρέχουν σήμερον εὐεργεσίας. Βεβαίως πᾶς ὁ ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν οἰκονομικῶν θὰ ἦναι λίαν εὐχαριστημένος, βλέπων τὴν Ἑλλάδα τείνουσαν εἰς ἐξόφλησιν τῶν δανείων της. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τῆς χρεωλυτικῆς ἐξοφλήσεως τῶν δανείων μας ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς τὸν ἐξωτερικὸν ἔλεγχον. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν λεπτομερειῶν, τῶν σχετιζομένων μὲ τὴν πρότασίν μου. Ἐβασίσθην καὶ ἐγὼ ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς τρεχούσης τιμῆς τῶν ὁμολογιῶν, αἱ ὁποῖαι πρόκειται ν’ ἀνταλλαχθῶσι, καὶ ἔλαβον ὡς βάσιν, ὅτι ἡ ἀξία αὐτῶν εἶναι περίπου 460 δραχμῶν δηλ. 92%. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ αἱ ὁμολογίαι φέρουσι τόκον κατά τι ὀλιγώτερον τοῦ 5½%. Ἡ πρότασίς μου δὲ ἀφεώρα ἀκριβῶς εἰς τὸ νὰ δώσωμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σήμερον λαμβάνουσιν 6% ἐξ ἐντόκων γραμματίων, εἰς τοὺς κατόχους τῶν ἐντόκων γραμματίων τῶν ἀποφερόντων 6% τόκον, κἄτι τι πλειότερον τῶν 5%, νὰ τοῖς δώσωμεν 5½%, νὰ τρέψωμεν δὲ εἰς τὸ ἄρτιον τὰ γραμμάτια τῶν 5%. Ἐπειδὴ δὲ τὰ πλεῖστα τῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα κατέχουσι τὰ δάνεια ταῦτα, εἶναι τὰ καταστήματα ἐκεῖνα, πρὸς τὰ ὁποῖα ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἤμεθα εὐεργετικοί, καὶ ἐπειδὴ δίδομεν εἰς αὐτὰ τὰ καταστήματα τὴν εὐεργετικὴν ταύτην τροπήν,—διότι βεβαίως ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ σήμερον εἰς χεῖρας αὐτῶν δανείου, εἴτε τῶν 26,000,000, εἴτε τῶν 9,000,000, εἴτε καὶ ἄλλων, καὶ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον σήμερον ἐκδίδομεν,—μετ’ εὐχαριστήσεως πράττομεν τοῦτο. Νομίζω δέ, ὅτι δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἄδικον, ἐὰν ζητήσωμεν, ἄνευ ζημίας τῶν καταστημάτων αὐτῶν, μετ’ ὠφελείας των μάλιστα, ἕνεκα τῆς ἀσφαλείας τοῦ νέου δανείου, νὰ παραδεχθῶσι τὴν τροπὴν τῶν εἰς χεῖράς των γραμματίων. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην, ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ κατάστασις τῶν ἐσωτερικῶν ἀγορῶν ἡμῶν, μετὰ τὰ συμβάντα ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν,—ἐννοῶ τὸ μέρος τὸ εὐτυχὲς τῶν συμβάντων τῶν οἰκονομικῶν— δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι αὐτὸς ὁ κάτοχος θέλει εὐχαριστηθῆ, ἔχων καθ’ ὁλοκληρίαν ἐξησφαλισμένον δάνειον πρὸς 5%, διότι ἔχομεν σήμερον παραδείγματα ἄλλων ὁμολογιῶν, ὁμολογιῶν διαφόρων ἑταιριῶν,—καὶ ἀναφέρω τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς;—αἵτινες κεφαλαιοῦνται ὀλίγον ἄνω τῶν 4%. Ὑποθέτω ἑπομένως καὶ ἐλπίζω, ὅτι αὐτὰ τὰ ἐσωτερικὰ κεφάλαια, τὰ διατεθειμένα εἰς χρεώγραφα, μετά τινα καιρὸν θέλουσι δώσει τὴν τιμὴν τὴν δέουσαν εἰς τὰς ὁμολογίας τοῦ συζητουμένου δανείου, αἱ ὁποῖαι ἀναμφισβητήτως εἶναι ἀσφαλέστεραι τῶν ὁμολογιῶν πολλῶν ἰδιωτικῶν ἑταιριῶν. Ἀνέπτυξα ταῦτα χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐπιμείνω καὶ χωρὶς νὰ νομίζω ὅτι ὑπάρχει δυσκολία τις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγκαίου χρεωλυσίου, διότι, καθὼς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε καὶ ἐγὼ ἀνέπτυξα χθές, τὸ ποσὸν τῶν 3,900,000 δρ. δὲν ἀποτελεῖ δόγμα ἀμετάβλητον...
§67ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δόγμα τῶν ἄνωθεν.
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῶν ἄνωθεν, φυσικά’ εἶναι καὶ ἡ φράσις: «μέχρι τοῦ 5,900,000»...Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ γείνῃ τοῦτο χάριν ὠφελείας τοῦ Κράτους οὐσιαστικῆς, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντείπῃ, καὶ τὴν πεποίθησιν ταύτην, ἀλλ’ ἐν πολὺ μικροτέρῳ βαθμῷ, ἔχει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εἰς τὴν τροπήν, τὴν ὁποίαν πράττει, ὑπερέβη τὸ ποσὸν τῶν 3,900,000, κατὰ μικρότερον μὲν ποσόν,—κατὰ 2½ ἕως 3 χιλιάδας—ἀλλ’ ἀπέδειξεν, ὑπερβὰς τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι δόγμα τὰ 3,900,000. Βεβαίως εὐκολωτέρα εἶναι ἡ ἀποδοχὴ κατὰ 3,000 ἢ κατὰ 150,000, ἀλλὰ ἀποδεικνύει τὸ τοιοῦτον ὅτι δὲν εἶναι δόγμα. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νὰ μὴ μεταῤῥυθμίσῃ τὸ σχέδιον τὸ συζητούμενον σήμερον, καὶ ἡ Βουλὴ παραδέχηται νὰ μὴ ἐπέλθῃ μεταῤῥύθμισίς τις, θὰ παρακαλέσω τότε νὰ γείνῃ ἄλλο τι, χάριν ἀκριβῶς τῆς ὑποστηρίξεως τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἀρχικῶς ἀνέπτυξα, δηλ. ὅτι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα σήμερον ἡμεῖς πράττομεν καὶ τὰ ὁποῖα σήμερον κυκλοφοροῦσι, τὰ ὑπαγόμενα ὑπὸ τὸν ἔλεγχον, πρέπει ἀναμφισβητήτως νὰ ἔχωσι πάσας τὰς εὐκολίας τῆς ἐξοφλήσεώς των· διότι βεβαίως μία ἐκ τῶν τάσεων τῆς χώρας πρέπει νὰ ᾖ αὕτη. Ἡ χώρα δὲν θὰ ἦναι ἀξία τῆς εὐνοίας, τὴν ὁποίαν δεικνύουσιν αἱ εὐεργέτιδες Δυνάμεις, δὲν θὰ ἦναι ἀξία τῆς νέας καλῆς διαθέσεως, ἡ ὁποία παρουσιάζεται εἰς τὸν Εὐρωπαϊκὸν κόσμον, καὶ τὸν τραπεζιτικὸν καὶ τὸν πολιτικόν, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν φιλοτιμίαν αὐτήν, ὅπως ἐντίμως καὶ διὰ τῆς ἐργασίας της καταλήξῃ εἰς τὴν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχυτέραν ἐξόφλησιν τῶν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον δανείων. Χάριν τοῦ σκοποῦ τούτου προτείνω νὰ τεθῇ ἰδιαιτέρα διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐπιτρέπουσα ἐν πάσῃ περιστάσει τὴν τροπὴν δι’ ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου τούτου. Εἶναι δὲ ἀπολύτως ἀναγκαία ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι σήμερον ἀμφισβητεῖται τὸ ζήτημα, ἂν Κράτος τι ἔχῃ δικαίωμα νὰ τρέψῃ χρεωλυτικὸν δάνειον. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἀποφάσεις δικαστηρίων—δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἂν ὑπάρχωσιν ἐν Γερμανίᾳ, ἀλλὰ βεβαίως ὑπάρχουσιν ἐν Γαλλίᾳ...
§69ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ. Ἐν Γερμανίᾳ ἐσχάτως ἐγένετο τροπή.
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν Γαλλίᾳ ὅμως ἠξεύρω, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις ἀπαγορεύουσαι τὴν τροπὴν τῶν χρεωλυτικῶν δανείων. Δὲν δύναται ἓν Κράτος νὰ προσκαλέσῃ τοὺς κατόχους ὁμολογιῶν χρεωλυτικοῦ δανείου, ὅπως ἔλθωσι καὶ λάβωσι τὰ χρήματά των καὶ ἐπιστρέψωσι τὰς ὁμολογίας ταύτας, διότι ἀποκτῶσι τὸ δικαίωμα νὰ νέμωνται τὸν τόκον, ὁ ὁποῖος προσδιορίζεται κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐκδόσεως, μέχρι τῆς ἐποχῆς, ἥτις ὁρίζεται πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τούτου, διὰ τῆς λειτουργίας τοῦ χρεωλυσίου. Τὰ Γαλλικὰ δικαστήρια παρεδέχθησαν, ὅτι ὁ κάτοχος ὁμολογιῶν χρεωλυτικοῦ δανείου ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ νέμηται τὸν τόκον τὸν ὡρισμένον ἐπὶ τῆς ὁμολογίας ταύτης, μέχρις οὗ ἡ τύχη τὸν ὑποχρεώσῃ διὰ τῆς κληρώσεως νὰ ἐξοφλήσῃ αὐτάς. Ὑπάρχουσι διατάξεις ἄλλαι, ἐπιτρέπουσαι τοῦτο δι’ ἀγορῶν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ. Ἀλλ’ αἱ ἀγοραὶ αὗται ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ καταντῶσιν ἐπιζήμιοι εἰς τὰ Κράτη ἐνίοτε, ὅταν αἱ ὁμολογίαι αἱ ἔχουσαι μέγαν τόκον, σχετικῶς μὲ τὸν σήμερον ὑφιστάμενον, τιμῶνται πολὺ ἄνω τοῦ ἀρτίου. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁμολογίας Γαλλικοῦ Σιδηροδρόμου, ὄχι Κράτους, καὶ συνομολογηθείσας πρὸς 5 ἢ 4%, νομίζω, ἐπεδίωξεν ὁ Σιδηρόδρομος οὗτος νὰ τὰς τρέψῃ δι’ ὁμολογιῶν φερουσῶν τόκον 3%, ἢ καὶ ὀλιγώτερον, ἀναλόγως τοῦ σήμερον ἰσχύοντος τόκου ἐν Εὐρώπῃ· ἀλλ’ ἐνήχθη εἰς τὰ δικαστήρια, κατεδικάσθη, καὶ σήμερον δὲν δύναται νὰ τρέψῃ τὰς ὁμολογίας του ταύτας. Ἐνδέχεται ἡ νομολογία αὕτη νὰ ἐπικρατήσῃ πανταχοῦ, καὶ νὰ μὴ δυνάμεθα ἡμεῖς, τὸ δάνειον τοῦτο, τὸ ὁποῖον φέρει 5% καὶ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξοφληθῇ διὰ χρεωλυσίου ἐλαχίστου καὶ ἀσημάντου ἐντὸς 80 ἐτῶν, νὰ τὸ τρέψωμεν, νὰ μὴ ἔχωμεν δικαίωμα νὰ τὸ τρέψωμεν, διότι ἐνδέχεται οἱ ὁμολογιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι καθόλου δύσκολον νὰ ἦναι καὶ ξένοι— διότι ὅταν ἡ πίστις ἡμῶν λάβῃ τὴν βελτίωσιν, τὴν ὁποίαν πάντες προσδοκῶμεν, πολλὰ δάνεια θ’ ἀγορασθῶσι παρὰ ξένων —ἐνδέχεται, λέγω, νὰ ἀρυσθῶσιν ἐπιχειρήματα ἐντεῦθεν, καὶ νὰ ἀρνηθῶσι τὴν ἐξόφλησιν. Πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται δι’ ἐξοφλήσεως ἡ τροπὴ τῶν δανείων τούτων.
§71ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δι’ ἐξοφλήσεως.
§72ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅπως θέλετε. Δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν φράσιν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ τεθῇ τοῦτο, ἐὰν νομίζητε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἐπρότεινα.
§73Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θὰ ἤμην ἐναντίος νὰ τεθῇ τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐπιτρέπουσα καὶ πρὸ τῆς χρεωλυσίας τὴν ἐξόφλησιν τοῦ χρέους. Πλὴν νομίζω, ὅτι τοῦτο δύναται ν’ ἀποβῇ καὶ ἐπιβλαβὲς, διότι οὕτως ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ὡρίσθη διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου προθεσμία ἐξοφλήσεως διὰ χρεωλυσίου, αὕτη δὲν δύναται νὰ γείνῃ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς προθεσμίας αὐτῆς. Τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ἀναγνωρίζομεν, ὅταν κρίνωμεν ἀναγκαῖον νὰ περιλάβωμεν ἐν τῷ νόμῳ διάταξιν δίδουσαν τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἔχομεν δὲ τοιαῦτα χρεωλυτικὰ δάνεια. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι σπουδαίως δὲν δύναται νὰ φιλονεικηθῇ, ὅτι δάνειον χρεωλυτικὸν δύναται ὁ ὀφειλέτης νὰ τὸ ἐξοφλήσῃ ἐν ὁποιαδήποτε ἐποχῇ θέλει εἰς τὸ ἄρτιον, διότι τὸ δικαίωμα, ὅπως ὁ συνομολογήσας ἐπὶ ὡρισμένῳ χρεωλυσίῳ καὶ τόκῳ τὴν ἐξόφλησιν δανείου ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ἀπαιτῇ ἀπὸ τὸν κάτοχον μέχρι τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας νὰ κατέχῃ τὸ χρεώγραφον καὶ λαμβάνῃ τὸν τόκον, δὲν εἶναι, ὑπὸ ἔποψιν δικαίου καὶ νόμου, ἀναμφισβήτητον καὶ ἀνεγνωρισμένον...
§74ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔγεινεν ἐν Ἑλλάδι.
§75Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως ἔγεινε... Καὶ πάντοτε ὑπεστηρίχθη τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους ἐν τῇ Βουλῇ. Καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, πάντες πάντοτε ὑπεστήριξαν, ὅτι τὰ χρεωλυτικὰ δάνεια δύναται ὁποτεδήποτε, καὶ πρὸ τῆς προθεσμίας, νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ Κράτος. Τόσον δὲ εἶναι βέβαιον τοῦτο, ὥστε αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην οἱ δανείζοντες νὰ συνομολογῶσιν ἐν τοῖς δανείοις ἀπό τινος, ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς τὸν ὀφειλέτην νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ χρεωλυτικὸν δάνειον πρὸ τῆς παρελεύσεως ὡρισμένης προθεσμίας...
§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ χρεωλυτικὸν δάνειον;
§77Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. .. καὶ δι’ αὐτὸ βλέπομεν, ὅτι καὶ εἰς τὸ νέον δάνειον ἡμῶν τῶν 170,000,000 τίθεται ὅριον μέχρι τοῦ 1918, πρὸ τοῦ ὁποίου δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ μετατρέψωμεν. Τὰ πλεῖστα τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα νῦν ἐκδίδονται, τῶν χρεωλυτικῶν, περιλαμβάνουσιν ἐπίσης τοιοῦτον ὅρον. Ἐπίσης δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ ὑπερβῶμεν τὸ ποσὸν τῶν 3,900,000, ἅτινα ἡ διεθνὴς ἐπιτροπὴ ἔταξεν ὡς ἀνώτατον ὅριον ὑπηρεσίας τοῦ ἐσωτερικοῦ δανείου, ὅπως συνομολογήσωμεν μεγαλείτερον χρεώλυτρον καὶ ἐξοφλήσωμεν αὐτὸ ταχύτερον. Τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι ἐντὸς τοῦ ποσοῦ τῶν 3,900,000 ἔπρεπε πολὺ μεγαλείτερον νὰ ἦναι τὸ χρεώλυτρον, ἀφοῦ δὲν ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν, ὅπως ἐλαττώσῃ ὡς πρὸς τὸ ὅλον ποσὸν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, δὲν θ’ ἀποκρύψω, ὅτι θεωρῶ πᾶν ἄλλο ἢ ἐπωφελὲς διὰ τὸ Κράτος. Ὅταν δὲ λέγω, ὅτι δὲν θεωρῶ αὐτὸ ἐπωφελὲς κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν, βεβαιῶ ὅτι τὸ θεωρῶ ἐπιζήμιον· διότι ἐξερχόμεθα ἐκ πτωχεύσεως. Σκοπὸς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους δὲν πρέπει νὰ ἦναι ὠφέλεια αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐξ ἀνάγκης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπέλθῃ ὠφέλεια ἐξ αὐτῆς. Μετ’ αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρόνωμεν ὅσα καὶ πρίν. Κατὰ τὴν πτώχευσιν ἡμῶν περιωρίσαμεν τὰ δικαιώματα τῶν κατόχων τῶν εἰς χρυσὸν δανείων. Ἐπὶ τέλους, μετ’ ἀτυχῆ πόλεμον, ἐφθάσαμεν εἰς κανονισμὸν, ὁ ὁποῖος, λόγῳ τοῦ ἐλέγχου, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἐπωφελὴς διὰ τοὺς δανειστὰς, δὲν εἶναι ὅμως ἀναγνώρισις ἀκεραία τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον πρὸ τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, ὅτε ἐκηρύξαμεν τὴν πτώχευσιν. Βεβαίως καὶ αὐτοὶ διετήρησαν ἓν μέγα δικαίωμα, τὸ τοῦ ἀμειώτου κεφαλαίου, κεφαλαίου 551 ἑκατομμυρίων ὀνομαστικῶν, ἐνῷ τὸ πραγματικὸν δὲν ἀνέρχεται, ὡς γνωρίζετε, πέραν τῶν 388,000,000. Ἀναγνωρίζομεν ὅτι ὀφείλομεν αὐτὸ ἀκέραιον, μετὰ πτώχευσιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθε μετὰ μεγάλα ἐλλείμματα καὶ φορολογικὴν ἐξάντλησιν τῆς χώρας, καὶ μετὰ συμβιβασμὸν, ὅστις ἐγένετο μετὰ ἐρεύνας, αἵτινες ἀπέδειξαν τὴν μεγάλην ἀνεπάρκειαν τοῦ Κράτους, ἐνῷ, ὡς γνωρίζομεν, ἄλλα Κράτη, εἰς ὁμοίας περιστάσεις εὑρεθέντα, περιώρισαν τὸ χρέος των μετὰ τὸν συμβιβασμὸν εἰς μόνον τὸ πραγματικὸν κεφάλαιον. Καὶ ἡ Τουρκία περιώρισεν αὐτὸ εἰς μόνον τὸ πραγματικῶς καταβληθὲν, καὶ ἡ Αἴγυπτος κατὰ πολὺ ἐπίσης. Ἐν τούτοις ἡμεῖς ὁλόκληρον τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον ἐξακολουθοῦμεν νὰ τὸ ὀφείλωμεν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀναγνωρίζομεν ὁλόκληρον τὸ εἰς χρυσὸν ὀνομαστικὸν κεφάλαιον, ὡρίσαμεν ὅμως τοιούτους περιορισμοὺς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλύτρου, ὥστε δὲν εἶναι πιθανὸν ὅτι θέλει ὑπερβῆ οὗτος τὰ 2½%. Ὅταν δὲ φθάσῃ τὰ 2½%, θὰ κεφαλαιοποιῆται εἰς τὸ ἄρτιον τὸ κεφάλαιον, καὶ, ἂν δυνηθῶμεν, θὰ κατορθώσωμεν νὰ πληρώνωμεν διὰ τῆς αὐτῆς ἐτησίου ὑπηρεσίας μεγαλείτερον χρεώλυτρον, καὶ ν’ ἀποσβέσωμεν ταχύτερον τὸ χρέος. Ἀλλ’ ὅλως διάφορον συμβαίνει μὲ τὰ δάνεια τὰ ἐσωτερικὰ, τὰ εἰς ὁμολογίας καὶ τραπεζικὰ γραμμάτια, περὶ ὧν ἤδη πρόκειται. Εἰς αὐτὰ, ὡς γνωστὸν, ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 οὐδεμίαν, εἴτε ὡς πρὸς τοὺς τόκους εἴτε ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον, μείωσιν ἔφερε. Μόνον τὸ δάνειον τῶν 16½ ἑκατομμυρίων μετέτρεψεν ἀπὸ χρυσοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ὅλα τὰ ἄλλα δάνεια ἀφῆκεν ἀκέραια, τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν ἀκεραίαν, καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ χρεώλυτρα. Ἐὰν δ’ ἔπαυσε τὸ χρεώλυτρον ἑνὸς δανείου, τοῦ τῶν 15 ἑκατομμυρίων, κατὰ τὸ 1895, ἔπαυσεν ἄνευ λόγου καὶ ἀνάγκης διότι ἦτο ἐλάχιστον. Λοιπὸν ἔμειναν ἀμείωτα καὶ κατὰ τοὺς τόκους καὶ κατὰ τὸ κεφάλαιον καὶ κατὰ τὸ χρεώλυτρον τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια ἡμῶν, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρους πολὺ βαρυτέρους ἢ τὰ ἐξωτερικά. Ἐνῷ δ’ ἔμειναν ἀμείωτα, ἐρχόμεθα νῦν νὰ ὑποβάλωμεν αὐτὰ εἰς ἑνοποίησιν καὶ μετατροπὴν, χωρὶς κατ’ οὐδὲν, ἀπολύτως κατ’ οὐδὲν, νὰ περιορίσωμεν τὰ κέρδη, τὰς ἀπολαυὰς τῶν κατόχων. Ὁ τόκος ὄχι μόνον δὲν ἠλαττώθη, ἀλλὰ καὶ κατά τι ηὐξήθη. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ τόκου ἐπὶ τοῦ νέου κεφαλαίου, δηλαδὴ τοῦ ἐκ τῆς μετατροπῆς, θὰ ἦναι κατὰ 16,000 δραχ. καὶ πλέον ἀνωτέρα κατ’ ἔτος τοῦ τόκου τοῦ μετατρεπομένου κεφαλαίου. Πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ διαφορά τις, ἡ διαφορὰ ὅμως εἶναι μικρὰ, διότι οἱ ἀριθμοὶ πότε δίδονται τοιοῦτοι καὶ πότε τοιοῦτοι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἄλλα ποσὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψει, ὅταν συνέταξε τὸν πίνακα, καὶ ἄλλα ὅταν συνέταξε τὸ νομοσχέδιον. Ὅπως δήποτε ὁ τόκος τῶν εἰς ὁμολογίας χρεῶν θὰ ἦναι ἐφεξῆς κατά τι μεγαλύτερος.
§78ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔντοκα γραμμάτια;
§79Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ ἦναι κατά τι μικρότερος ὡς πρὸς τὰ ἔντοκα γραμμάτια. Ἀλλ’ ἂν ὡς πρὸς τὰς ὁμολογίας φαίνεται ἡ νέα ὑπηρεσία μικροτέρα, τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ χρεωλύτρου τοῦ δανείου τῶν 16½ ἑκατομμυρίων, ὅπερ ἦτο μέγα. Τὸ τοκοχρεώλυτρον ἑπομένως θὰ ἦναι ἐφεξῆς μικρότερον, ἀλλ’ ὁ τόκος θὰ ἦναι μεγαλείτερος ἢ πρίν. Τὸ δὲ κέρδος τῶν κατόχων δὲν θὰ ἦναι μόνον ὁ μείζων τόκος, ἀλλὰ καὶ τὸ μικρότερον χρεώλυτρον, ἐπιτρέπον ἐπὶ μακρότερον χρόνον τὴν ἀπολαυὴν τοῦ μεγάλου τόκου, ἂν τὸ δάνειον μὴ ἐξοφληθῇ ἐνωρίτερον. Ἐνῷ ὁ αὐτὸς διατηρεῖται τόκος ἐπὶ τοῦ συνόλου,—διότι διαφοραὶ βεβαίως εἰς τὰ κατὰ μέρος δάνεια παρουσιάζονται—καὶ οὐ μόνον ἐπὶ τοῦ συνόλου διατηρεῖται ὁ αὐτὸς, ἀλλὰ γίνεται καὶ κατά τι ἀνώτερος, ἐν τούτοις τὸ χρεώλυτρον ὁρίζεται ἐλάχιστον, τοσοῦτον μικρὸν, ὥστε μόνον μετὰ 80 ἔτη, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ οὐδεμία συμβαίνει μετατροπὴ, θέλει ἐξοφληθῆ. Γνωρίζετε πόσον θὰ ᾖναι τὸ ποσὸν τῶν τόκων, ὅπερ ἐπὶ τῶν 76 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, εἰς τὰ ὁποῖα μετατρέπομεν τὸ δάνειον, θέλομεν πληρώσει, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν θὰ ἐξοφλήσωμεν αὐτὰ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῶν ὀγδοήκοντα ἐτῶν; Θὰ ᾖναι 312,000,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ θὰ εἴπητε, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρὶν φθάσωμεν εἰς τὴν χρεωλυτικὴν ἐξόφλησιν τοῦ χρέους αὐτοῦ θέλει παρουσιασθῆ ἡ εὐκαιρία, ὅπως τὸ μετατρέψωμεν ἢ τὸ ἐξοφλήσωμεν, ἑπομένως δὲν θὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τοσαύτην δαπάνην. Βεβαίως τὸ χρέος τοῦτο ταχέως θὰ ὑπερβῇ τὸ ἄρτιον. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω τότε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν Βουλὴν, διατὶ, ἀφοῦ σήμερον αὐτοὶ οἱ τίτλοι τῆς Τραπέζης, ἀφοῦ ἄλλοι τίτλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀλιγώτερον καὶ τῶν τῆς Τραπέζης καὶ τῶν ὑπὸ ἔλεγχον ὑποβαλλομένων χρεῶν ἀσφαλεῖς, κεφαλαιοῦνται ἐπὶ μικροτέρῳ τῶν 5% τόκῳ, ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ πληρώσαμεν τὰ χρέη τοῦ Κράτους διὰ τίτλων, οἱ ὁποῖοι κεφαλαιοῦνται ἕνεκα τοῦ ἐλέγχου ἀκόμη ἐπὶ εὐθηνοτέρῳ τόκῳ; Καὶ σημειωτέον, ὅτι πληρόνομεν 5% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τῶν ἐσωτερικῶν δανείων ἐν συνόλῳ. Ἀλλ’ ὁ ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ εἶναι μεγαλείτερος. Ἐὰν εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, θ’ ἀποδείξω, ὅτι οὗτος ὑπερβαίνει τὰ 5,60 καὶ φθάνει τὰ 5,70%. Ἀλλὰ περιττόν. Σήμερον, Κύριοι, παντοῦ, ὅπου λειτουργεῖ ἔλεγχος διεθνὴς, ὡς ὁ παρ’ ἡμῖν, ἀρτιοῦνται οἱ τίτλοι τῶν ὑπὸ ἔλεγχον δανείων ἐπὶ τόκῳ οὐχὶ ἄνω τῶν 4%. Παντοῦ ἡ πίστις ὑψώθη ἕνεκα αὐτοῦ. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ μὴ συμβῇ τὸ αὐτὸ καὶ μὲ τὸ ἑνοποιούμενον δάνειον, ἀφοῦ εἶναι ὑπὸ ἔλεγχον. Καὶ ὑπὸ ἔλεγχον βεβαίως εἶναι καὶ τὰ νῦν ἑνοποιούμενα καὶ μετατρεπόμενα δάνεια, ἀφοῦ τὰ πρὸς ὑπηρεσίαν αὐτῶν ἔσοδα ἐπίσης ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων θὰ εἰσπράττῃ, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ ἐλέγχου, ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων, καὶ θὰ καταθέτῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐλεγκτῶν, αὕτη δὲ, ἀφοῦ πληρώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἄλλων χρεῶν, τῶν εἰς χρυσὸν, θὰ παραδίδῃ τὸ ὑπόλοιπον πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως αὐτὴ ἡ ἰδία ἐκτελῇ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Οὐ μόνον τακτικὴ θὰ γίνηται ἡ εἴσπραξις τῶν ὑπεγγύων προσόδων καὶ δι’ αὐτὰ τὰ δάνεια, ἀλλὰ βέβαιον εἶναι, ὅτι αἱ εἰσπράξεις θὰ ᾖναι ὑπεραρκεῖς δι’ ἅπαντα τὰ δάνεια. Ἐν παρόδῳ προσθέτω, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων εἰς χρυσὸν, μετὰ τὴν τιμὴν τόκου, εἰς ἣν θ’ ἀποκτήσωμεν τὰ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων φράγκων τῇ ἐγγυήσει τῶν τριῶν Δυνάμεων, μόλις θὰ ὑπερβαίνῃ τὰ 25,000,000 δραχμῶν, ἐπὶ τιμῇ φράγκου 145 λεπτῶν, καὶ μόλις θὰ ὑπερβαίνῃ τὰ 24,000,000, ἐπὶ τιμῇ φράγκου 140 λεπτῶν. Λοιπὸν θὰ ὑπολείπωνται ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 40,000,000 δρ., εἰς ἃς τοὐλάχιστον θ’ ἀνέρχωνται αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι, 15 ἢ 16 ἑκατομμύρια δρ. κατ’ ἔτος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, ἥτις εἶναι σχετικῶς μικρά. Ἐννοεῖτε λοιπὸν τίνας ἐγγυήσεις καὶ ἀσφαλείας θὰ ἔχωσι τὰ δάνεια ταῦτα! Ὑπὸ τοιαύτας ἐγγυήσεις θὰ ἀρτιῶνται μίαν ἡμέραν καὶ εἰς μικρότερον τόκον τῶν 4%. Διότι, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, καὶ ὡς καὶ ἐγὼ ἄλλοτε ἀνέφερα, ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι τίτλους, τοὺς τίτλους τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, οἱ ὁποῖοι ἀρτιοῦνται εἰς 4½%, ἔχομεν δ’ ἄλλους τίτλους, πολὺ κατωτέρας φερεγγυότητος, ὡς τοὺς τοῦ σιδηροδρόμου τῆς προεκτάσεως, ὅστις ἀρτιοῦται ἐπὶ τόκῳ 5%. Ἔχομεν τὸν σιδηρόδρομον τῆς Θεσσαλίας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπιχείρησις ἥκιστα προοδευτική, ἕνεκα τοῦ ἀτυχοῦς τρόπου, καθ’ ὃν ἐμπορικῶς διευθύνεται ἀπ’ ἀρχῆς, καὶ ὅμως καὶ αὐτοῦ οἱ τίτλοι κεφαλαιοῦνται ἐπὶ τούτῳ 5%. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατόν, δάνεια, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς τὸν διεθνῆ ἔλεγχον καὶ τῶν ὁποίων τὴν ὑπηρεσίαν θὰ ἐκτελῇ ἡ ἰδία Τράπεζα ἡ Ἐθνική, νὰ μὴ ἀρτιῶνται ἐπὶ τόκῳ 4% καὶ νὰ μὴ ὑπερβῶσιν ἐν βραχεῖ καὶ τὸ ἄρτιον; Πλὴν τούτου ἔχομεν τίτλους αὐτῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ δάνειον τὸ λαχειοφόρον, τοῦ ὁποίου οἱ τίτλοι χθὲς ἐτιμῶντο 616 δραχμάς, καὶ τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἀφαιρέσητε τὴν λόγῳ τῆς κληρώσεως ἀνατίμησιν, καὶ ὑπολογίσητε τὴν σημερινὴν τιμὴν τοῦ φράγκου, θὰ εὕρητε ὅτι ἀρτιοῦται καὶ κάτω τοῦ 4%. Ἀφοῦ λοιπὸν τὰ παραδείγματα ταῦτα ἔχομεν, διατὶ ἠθελήσαμεν, τὸ ἐσωτερικὸν αὐτὸ δάνειον νὰ ἐκδώσωμεν εἰς τόσον ἐπιζήμιον τιμήν, εἰς τιμήν, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως ἀπειλεῖ νὰ ἀνέλθῃ ἄνω τοῦ ἀρτίου; Ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τίποτε δὲν ἐμποδίζει μετ’ ὀλίγον νὰ μετατρέψωμεν πάλιν τὸ δάνειον αὐτὸ, διότι θὰ ὑψωθῇ, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς λόγος, ὅπως μᾶς ἐνθαῤῥύνῃ νὰ δεχθῶμεν τοσοῦτον βαρὺ δάνειον σήμερον. Δάνεια τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἀπειλοῦνται μὲ ἐξόφλησιν, δὲν ζητοῦνται, καὶ ἑπομένως δὲν ὑψοῦνται, ὅσον τὰ κάτω τοῦ ἀρτίου. Αἱ μετατροπαὶ δὲν εἶναι πάντοτε εὔκολοι, οὔτε πάντοτε ἀζήμιοι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ παρασκευὴ πρὸς μετατροπὰς ὅ,τι πράττομεν. Τῶν μετατροπῶν πρῶτος εἰσηγητὴς παρ’ ἡμῖν ἐγενόμην ἐγὼ κατὰ τὸ 1886, συμβουλεύσας αὐτὰς πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ὁ μακαρίτης Τρικούπης ἀπεφάσισε νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὰς μετά τινα χρόνον· ἐνθυμεῖσθε δὲ πάντες μετὰ τίνος σπουδῆς ἐζήτησε νὰ ἐπιτύχῃ καὶ ἐπέτυχεν αὐτάς. Γνωστὸν ὅμως ὁποία ζημία ἐκ τῆς κακῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἐπῆλθε, καὶ πῶς ηὔξησαν τὰ βάρη τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῶσι. Δὲν λέγω ὅτι αἱ αὐταὶ περιστάσεις θὰ ἐπαναληφθῶσι καὶ πάλιν σήμερον,—τοῦτο εἶναι δύσκολον—ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τοσοῦτον εὐχερὴς ἡ μετατροπή, ὥστε χάριν αὐτῆς νὰ ἀμελῶμεν σήμερον τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Ὅταν μάλιστα ἐκδώσωμεν τὰ δάνεια εἰς τιμὴν μικρὰν τῶν 100 δραχμῶν, ὁποία ἡ τοῦ δανείου, ὅπερ συζητοῦμεν σήμερον, ἡ ὁποία θὰ θέσῃ ταῦτα εἰς τὰς χεῖρας τῆς κατωτάτης τάξεως τοῦ λαοῦ, πολλοὶ λόγοι θὰ συνηγοροῦν κατὰ τῆς μετατροπῆς ταχέως. Ὥστε ἡ παρηγορία τῆς μετατροπῆς δὲν ἐλαττώνει τὸ κακόν. Ἀλλὰ δὲν ἀκούει τις ἄλλο, Κύριοι, ἐπαναλαμβανόμενον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀφ’ ἧς περὶ τῶν ἐσωτερικῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δανείων γίνεται λόγος, ἢ ὅτι πρέπει, χάριν τῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα κατέχουσι τοὺς τίτλους αὐτῶν, καταστημάτων τραπεζικῶν καὶ φιλανθρωπικῶν, νὰ δειχθῇ ἡ Πολιτεία, νὰ δειχθῇ ἡ Βουλὴ ἐνδοτική, χαριστικὴ εὐεργετικὴ εἰς αὐτά. Δὲν ἐννοῶ πρὸς τίνα λόγον οὐδεὶς σκέπτεται καὶ ὑπὲρ τοῦ Κράτους, οὐδὲ συνηγορεῖ ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἄπορον νὰ θέλωμεν εἰς τοιαύτας περιστάσεις παντοειδῶν ἀτυχιῶν καὶ ζημιῶν διὰ τὸ Κράτος νὰ φαινώμεθα ἐπιεικεῖς πρὸς καταστήματα, τῶν ὁποίων βεβαίως ἡ ἐργασία καὶ ὁ σκοπὸς συνδέονται στενῶς πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, ἀλλὰ τῶν ὁποίων ἡ συνδρομὴ ἀποτυγχάνει τοῦ σκοποῦ, ὅταν γίνηται ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου. Καὶ τὸ Κράτος σήμερον ἔχει ἀνάγκην συνδρομῆς καὶ θυσιῶν ἐκ μέρους τῶν ἄλλων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμιλῶν χθὲς ἢ προχθές, μᾶς εἶπεν, ὅτι τὰ παθήματα τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα πρόκειται σήμερον νὰ ἑνοποιήσωμεν καὶ μετατρέψωμεν, εἶναι πολλά. Ἀνέφερε δὲ, διὰ νὰ παραστήσῃ τὰ παθήματα ταῦτα, ὅτι οἱ ἀρχικοὶ τόκοι αὐτῶν περιωρίσθησαν κατὰ 48% μέχρι σήμερον διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἐλαττώσεων, καὶ ἀρκετὰ πλέον ἔπαθον. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀκριβές,—καὶ οὐδένα ἔχω λόγον ν’ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς ἀκριβείας, ἀφοῦ ἀνέφερεν αὐτὸ ὁ ἴδιος Ὑπουργός,—ἐὰν δηλαδὴ ὁ σημερινὸς αὐτῶν τόκος ἦναι περίπου τὸ ἥμισυ τοῦ ἄλλοτε καταβαλλομένου, καὶ ἀφοῦ σήμερον εἶναι 5% ἕπεται ὅτι τὰ δάνεια ταῦτα ἐγένοντο τὸ πρῶτον πρὸς τὸ Κράτος μὲ τόκον 10%...
§80ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πῶς λέγετε ταῦτα, κύριε Βουλευτά; Ἡ διαφορὰ εἶναι τοιαύτη, διότι πολλὰ τῶν δανείων αὐτῶν ἦσαν εἰς χρυσόν.
§81Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν λέγει, ὅτι πολλὰ τῶν δανείων αὐτῶν ἐξεδόθησαν εἰς χρυσόν. Πλὴν ἄλλο τοῦτο. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν ἂν τοῦτο εἶναι ἀκριβές. Ποῖα ἐξεδόθησαν εἰς χρυσόν; Ἐξεδόθη τὸ δάνειον τῶν 26 ἑκατομμυρίων;
§82ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Εἶναι δάνειον εἰς μεταλλικόν.
§83Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι εἰς χρυσὸν, ἐξεδόθη εἰς νέας δραχμὰς, ὅπερ ὅλως διάφορον. Ὁ νόμος περὶ τοῦ δανείου τούτου καθαρῶς λέγει, ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ ἐκδίδεται εἰς φράγκα, δηλ. εἰς νέας δραχμάς. Ἀπόδειξις, ὅτι δὲν ἐξεδόθη εἰς φράγκα χρυσᾶ, εἶναι, ὅτι μετετράπη κατὰ τὸ 1888 εἰς δραχμὰς ἴσου ποσοῦ!
§84ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος τὰ ἐνθυμεῖται καλῶς τὰ τοῦ δανείου τούτου, καὶ δύναται νὰ μᾶς φωτίσῃ, διότι τότε μὲ ἀντέκρουσεν, ὁμιλήσαντα ἐπ’ αὐτοῦ.
§85Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ εἰς δραχμὰς ἐν τῷ νόμῳ ἀναγωγὴ τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου ἀνάγεται εἰς τὸ κατὰ τὰ 1867 ἐκδοθὲν δάνειον τῶν φράγκων 25,000,000 ἢ δραχμῶν 28,000,000· ἀλλ’ εἰς τὸ δάνειον τῶν 26 ἑκατομμυρίων φράγκων, τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1874, δὲν ἀναγράφεται τοιαύτη εἰς δραχμὰς ἀναγωγὴ, ἐξ οὗ ἐννοεῖ τις, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο ἐξεδόθη εἰς μεταλλικὸν, ἡ ὑπηρεσία δ’ αὐτοῦ ἐγίνετο διὰ τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κατόχους ὁμολογιῶν εἰς χρυσόν.
§86Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἔχω σημειωμένον, ὅτι συνωμολογήθη εἰς νέας δραχμάς. Ὅτε συνωμολογήθη, δὲν εἶχεν ἔτι ἐφαρμοσθῆ τὸ σύστημα τῆς νέας νομισματικῆς μονάδος. Διὰ τοῦτο ἀναφέρεται ἐν τῷ νόμῳ τῷ κυρώσαντι τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Τραπέζης καὶ τὸ ἀντίστοιχον ποσὸν εἰς παλαιὰς δραχμάς. Λοιπὸν τὸ δάνειον τῶν 26,000,000 δὲν συνωμολογήθη εἰς χρυσόν. Τὸ δάνειον τῶν 10,000,000 δὲν συνωμολογήθη ἐπίσης εἰς χρυσόν, ἀλλ’ εἰς νέας δραχμάς. Ἀφοῦ τὰ δύο ταῦτα δάνεια, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡς ἐκδοθέντα εἰς χρυσόν, δὲν ἐξεδόθησαν εἰς χρυσόν, πολὺ ὀλιγώτερον τὰ ἄλλα, περὶ ὧν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ἐκτὸς τοῦ τῶν 16,500,000. Τὸ δάνειον τῶν 16,500,000 συνωμολογήθη καὶ κατεβλήθη εἰς χρυσόν· ἐνθυμεῖσθε δ’ ὅτι, ὅταν ἐγένετο διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 προσωρινῶς νέος κανονισμὸς τῆς ὑπηρεσίας τῶν εἰς χρυσὸν χρεῶν, τὸ δάνειον τοῦτο δὲν περιελήφθη εἰς αὐτὸν, συνεφωνήθη δὲ μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν κατόχων νὰ μετατραπῇ καὶ μετετράπη εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια εἰς τὸ ἄρτιον. Δὲν ἐξετάζω ποία θὰ ἦτο ἡ τύχη τοῦ δανείου αὐτοῦ, ἐὰν περιελαμβάνετο εἰς τὰ εἰς χρυσὸν δάνεια, ὧν οἱ τόκοι περιεκόπησαν κατὰ 70%, καὶ ἂν θὰ ὠφελεῖτο περισσότερον, περιλαμβανόμενον εἰς τὸν διακκανονισμὸν, ὅστις ἐγένετο διὰ τὰ εἰς χρυσὸν ἐξωτερικὰ δάνεια, ἢ περιλαμβανόμενον νῦν εἰς τὰ ἑνοποιούμενα καὶ μετατρεπόμενα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δάνεια πρὸς 5%. Οἱ ὅροι τῶν δύο διακανονισμῶν εἶναι γνωστοί. Ἀλλ’ ἡ ἐξέτασις καὶ ἡ σύγκρισις θὰ ἦτο ἐργασία εὔκολος, ἀλλ’ ἀφήνω ταύτην. Καὶ ἂν ὅμως ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ ὑπέστη ζημίαν τινὰ ἐκ τῆς ἐξαιρέσεως αὐτῆς καὶ μετατροπῆς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἔλαβεν ὅμως ὠφελείας ἄλλας οὐ μικράς. Πρῶτον ἐπὶ τέσσαρας ἑξαμηνίας ἔλαβε τέσσαρα μεγάλα χρεώλυτρα, τὰ ὁποῖα μὲ τὴν μεγάλην ὑπερτίμησιν τοῦ φράγκου ἀφῆκαν εἰς τοὺς κατόχους σπουδαίαν ὠφέλειαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὸ δάνειον αὐτὸ ἔλαβεν ἐξ ἀρχῆς 450,000 φράγκα διὰ προμήθειαν καὶ ἔξοδα ἐκδόσεως, ἀλλ’ ἔκδοσις οὐδέποτε ἐγένετο, τὰ δὲ γενόμενα ἄλλα ἔξοδα εἶναι ἐλάχιστα. Προσθέσατε καὶ δι’ αὐτὰ τὸ κέρδος ἐκ τοῦ χρυσοῦ, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι τὰ κέρδη τῶν συνομολογησάντων τὸ δάνειον αὐτὸ δὲν ὑπῆρξαν μικρά. Ὁμολογουμένως ὅμως, Κύριοι, πάντα τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα κατά τι ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὅτι ὑπέστησαν ζημίαν τινὰ ἕνεκα μετατροπῶν καὶ ἐκπτώσεως τῆς τιμῆς τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἦσαν συνωμολογημένα ἐπὶ μεγάλοις τόκοις, ἐπληρώθησαν δὲ τοὺς τόκους αὐτοὺς ἐπὶ μακρὸν χρόνον. Τίς ὅμως διὰ τῶν μεγάλων αὐτῶν τόκων ἐπεβαρύνετο ἢ τὸ δημόσιον ταμεῖον; Εὐλόγως διὰ τοῦτο ὁ μακαρίτης Τρικούπης, διὰ ν’ ἀπαλλάξῃ τὸ Κράτος αὐτῶν, ἀπεφάσισε νὰ μετατρέψῃ τὰ δάνεια αὐτὰ, καὶ ἠνάγκασε πάντας τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν τῶν δανείων ἐκείνων, καὶ πρώτην τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἥτις ἦτο ὁ κάτοχος τοῦ μεγαλειτέρου ποσοῦ, νὰ ἔλθωσιν εἰς συνεννόησιν. Ἀλλ’ ὁ κανονισμὸς αὐτὸς τῶν διαφόρων δανειστῶν, δι’ ἐλευθέρας συνεννοήσεως μετὰ τοῦ Κράτους καὶ ἀντὶ ἐξοφλήσεως εἰς τὸ ἄρτιον γενόμενος, εἶναι θεμιτὸς, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται δανειστής τις ἐκ τοιαύτης μετατροπῆς νὰ ἀντλῇ ἐπιχειρήματα, καὶ νὰ παραπονῆται, ὅτι ὑπεβλήθη εἰς ζημίαν. Αὐτὸ τὸ δάνειον, περὶ τοῦ ὁποίου σήμερον πρόκειται, ὡς πᾶν δάνειον, ὑπονοεῖ μετὰ χρόνον τὴν μετατροπήν. Ἀλλὰ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ μετατραπῇ; Τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον, ἀρκεῖ ὁ ὀφειλέτης νὰ προσφέρηται νὰ ἐξοφλήσῃ αὐτὸ εἰς τὸ ἄρτιον. Δὲν δύναταί τις νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐξακολουθῇ ἓν Κράτος νὰ πληρόνῃ μεγάλους τόκους, οὓς συνεφώνησεν ἄλλοτε, ἐνῷ σήμερον εὑρίσκει νὰ δανεισθῇ μὲ μικρότερον τόκον. Βεβαίως οἱ κάτοχοι τῶν δανείων, περὶ ὧν συζητοῦμεν, δὲν ὑπέστησαν ζημίας ἐκ τῶν μετατροπῶν, διότι πολλὰ δάνεια ἐξ αὐτῶν εἶχον ἐκδοθῆ ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου μὲ μικρότερον τόκον, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ μὲ πολὺ μεγαλείτερον, διότι ἐξεδόθησαν εἰς τιμὴν κατωτάτην, ὡς τὰ δάνεια τῶν 15,000,000 καὶ 16,500,000, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν πρὸς 66%. Εἶναι δυνατὸν τοιαῦτα δάνεια νὰ μὴ ἐπιβάλωσιν εἰς ἓν Κράτος, ὅπως σπεύσῃ νὰ εὕρῃ χρήματα καὶ ἐξοφλήσῃ αὐτά; Αὐτὸ συνέβη. Οἱ δανεισταὶ ἠναγκάσθησαν νὰ δεχθῶσι τὸν περιορισμὸν τῶν μεγάλων τόκων. Ἐκ τούτου περιωρίσθησαν αἱ ὠφέλειαί των, ἀλλὰ δὲν ἐζημιώθησαν. Αὐτοὶ, Κύριοι, εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους φρονῶ, ὅτι ἔπρεπεν ἐπιεικεστέρους ὅρους νὰ περιέχῃ τὸ νομοσχέδιον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν μετατροπὴν τοῦ κεφαλαίου τῶν δανείων, περὶ ὧν πρόκειται, βεβαίως ἔχετε μικρὰν ἐλάττωσιν, ἐνῷ τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια εἰς χρυσὸν ἔμειναν ἐντελῶς τὰ αὐτά. Ἀλλὰ ἡ ἐλάττωσις αὕτη εἶναι ἀνεπαίσθητος καὶ ἀναξία λόγου, ἀνακτᾶται δὲ ὑπὸ τῶν κατόχων διὰ τοῦ μικροῦ χρεωλύτρου, παρατείνοντος τὴν διάρκειαν τῶν μεγάλων χρεωλυτικῶν τόκων ἐπὶ 80 ἔτη. Τῶν ἑνοποιουμένων δανείων τὸ χρεώλυτρον ἦτο μεγαλείτερον τοῦ νῦν διδομένου, ἂν καὶ μόνον ἓν ἐξ αὐτῶν ἐλάμβανε χρεώλυτρον. Τὸ νέον λοιπὸν χρεωλυτικὸν δάνειον, ὅπερ ἐπέβαλεν ὁ ἔλεγχος, ἐξετελέσθη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιζημίως διὰ τὸ Δημόσιον. Δι’ αὐτὸ ἠπόρησα, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ἐπροτάθη ὑπὸ τοῦ ἐντίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης αὔξησις, κατ’ ἐμὲ ὅλως ἀνεπαρκὴς, τοῦ χρεωλύτρου πρὸς ταχυτέραν ἐξόφλησιν, ἐθεώρησεν αὐτὸ ὡς ἀντιβαῖνον καὶ εἰς τὸ συμφέρον καὶ εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου του. Προσέθηκε μάλιστα, ὅτι μετὰ ἐλεγκτῶν συνεζήτησε τὸν τύπον τῶν 5%, καὶ ὁ τύπος ἐνεκρίθη καὶ παρ’ αὐτῶν ὡς ὁ κατάλληλος. Ἀπορῶ, πῶς παρὰ τῶν ἐλεγκτῶν ἐνεκρίθη ὡς κατάλληλος ὁ τοιοῦτος τύπος, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι τὸ Κράτος, λόγῳ τοῦ ἐλέγχου, ὅστις ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, θὰ δύναται νὰ δανείζηται τὸ πολὺ πρὸς 4%. Ἂν δὲν βλέπωμεν τοῦτο ἀπὸ τοῦδε, ἠδυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν τὴν μετατροπὴν δι’ ἐποχὴν μετὰ τὸν ἔλεγχον. Ἀλλ’ εἶναι ἄτοπον νὰ ἐκδίδωμεν δάνειον εἰς 5%, ἐνῷ τοῦτο τιμᾶται 4%. Οὐχὶ δὲ μόνον λόγῳ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τοῦ δικαίου καὶ λόγῳ τῆς ἰσότητος, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῆς διατιμήσεως τῶν ἐσωτερικῶν καὶ τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, ὑπὸ τὰς αὐτὰς ἐγγυήσεις εὑρισκομένων, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὅρους βελτίονας. Ἐγὼ δὲν θὰ ἠπόρουν, ἐὰν ἐδέχετο ἄλλον δανείου τύπον ἡ Κυβέρνησις, εἴτε τὸν τοῦ λαχειοφόρου, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀνώτερον τοῦ ὑπὸ ἔλεγχον σήμερον ψηφιζομένου καὶ τὸ ὁποῖον σήμερον ἐτοποθετήθη καὶ λειτουργεῖ, καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἀξίαν δυνάμεθα νὰ ἐκτιμήσωμεν, εἴτε ἄλλον τύπον, φέροντα μὲν τόκον 4%, ἀλλὰ σύνολον τοκοχρεωλυσίου 5%, ἀφοῦ θέλει ἡ Κυβέρνησις μεγάλην ὑπηρεσίαν διὰ τὰ ἐσωτερικά της χρέη καὶ ἀφοῦ ἅπαξ ὡρίσθη, ἂν καὶ ὡρίσθη ὡς ἀνώτατον ὅριον ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου, τὸ ποσὸν τῶν 3,900,000 δραχμῶν. Ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ποσὸν τῶν 3,900,000, ἃς μεταβάλωμεν τοὐλάχιστον τὰς ἀναλογίας, ἐλαττοῦντες τὸν τόκον καὶ αὐξάνοντες τὸ χρεώλυτρον, ἐνῷ τὸ ὅλον ποσὸν μένει τὸ αὐτό. Ἀκολουθοῦντες τὴν μέθοδον τῶν μεγαλειτέρων χρεωλύτρων, θὰ φθάσωμεν εἰς ἀπόσβεσιν ταχύτερον. Ἂν ἐπιβάλλωμεν εἰς τὸ Κράτος τὸ αὐτὸ βάρος κατ’ ἔτος, τὸ ἐπιβάλλομεν διὰ πολὺ συντομώτερον διάστημα χρόνου. Ἂν μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἑνοποιουμένων δανείων, ὡς γίνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ φθάσωμεν ταχέως εἰς τὸ ἄρτιον καὶ θὰ δυνάμεθα νὰ φέρωμεν καὶ μετατροπήν, διὰ ὑπηρεσίας 5% ἐπίσης, ἀλλὰ 4% τόκου καὶ 1% χρεωλύτρου, δὲν θὰ φθάσωμεν βραδύτερον εἰς τὸ ἄρτιον καὶ τὴν νέαν μετατροπήν. Ἐπειδὴ δὲ συμβαίνει κυρίως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ θέλωμεν νὰ φανῶμεν εὐεργετικοί, διότι αὐτῆς τὰ συμφέροντα συνδέονται ὁμολογουμένως περισσότερον παντὸς ἄλλου ἱδρύματος τραπεζικοῦ μετὰ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς κοινωνίας καὶ μετὰ πάσης ὑλικῆς προόδου τοῦ τόπου, νομίζω ὅτι τελοῦντες αὐτῇ τὴν αὐτὴν ἐτησίαν ὑπηρεσίαν διὰ τὰ δάνειά της αὐτὰ, ἔστω ἐπὶ καταβολῇ μικροτέρου ποσοῦ διὰ τόκον καὶ μεγαλειτέρου ποσοῦ διὰ χρεώλυτρον, θὰ τῇ ἀποδίδωμεν κατ’ ἔτος σχεδὸν τὸ αὐτὸ ποσὸν, διότι συμβαίνει νὰ κατέχῃ περίπου τὰ δύο τρίτα τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἑνοποιοῦμεν. Τῳόντι ἐπὶ τῶν 76,294,234 τὰ 48,617,560 ἀνήκουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἂν ἐδεχόμεθα λοιπὸν νὰ ἦναι ὁ τόκος 4% καὶ 1% τὸ χρεώλυτρον, θὰ ἀπεσβέννυτο τὸ χρέος αὐτὸ ἐντὸς 38 ἐτῶν, ἐνῷ ἐτησίως ἡ Τράπεζα θ’ ἀπελάμβανε κατὰ μέσον ὅρον τὸ αὐτὸ εἰσόδημα, ἀλλ’ ἐπὶ 38 ἀντὶ 80 ἐτῶν. Ἐπὶ νέας μετατροπῆς τὸ Κράτος θὰ εἶχε νὰ ἐξοφλήσῃ ἢ μετατρέψῃ μικρότερον κεφάλαιον τότε, ἡ δὲ Τράπεζα δὲν θὰ ἠδικεῖτο, διότι οὕτως ἢ ἄλλως θ’ ἀνελάμβανε τὸ κεφάλαιόν της. Ἡ Τράπεζα ἀποστολὴν ἔχει οὐχὶ χρηματικὴν, ἀλλὰ ἐθνικὴν, οὐχὶ δὲ μόνον δημοσίαν, ἀλλὰ κοινωνικὴν κυρίως. Ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμιλῶν πρό τινος, ἐβεβαίου περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ζωηρῶς εἰκόνισεν, εἰπὼν ὅτι ἡ ἐπιθυμία αὐτῆς εἶναι νὰ ἦναι ἐφεξῆς ὀλιγώτερον δανειστὴς τοῦ Κράτους καὶ περισσότερον δανειστὴς τῆς κοινωνίας, τῆς γεωργίας δηλ. καὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας, τοῦτο ἐν τῷ μέλλοντι πρέπει νὰ καταστῇ τὸ ἔργον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Πρὸς τοῦτο πρέπει τὰ δημόσια δάνεια ταῦτα νὰ τ’ ἀποξενωθῇ, καὶ πρέπει νὰ τ’ ἀποξενωθῇ, διότι θὰ ἦτο ἄρνησις τῆς ἀποστολῆς αὑτῆς νὰ διατηρῇ περίπου 50,000,000 δραχ. τοιούτων δανείων ἀκίνητα ἐντὸς τῶν ταμείων αὐτῆς. Πρέπει νὰ ἐκποιήσῃ αὐτὰ βαθμηδὸν καὶ εὕρῃ χρήματα, ἢ ἄλλως νὰ τὰ κινητοποιήσῃ. Βεβαίως δύναται καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ δανείζηται, ἂν μεγάλαι Τράπεζαι ἤθελον δέχεσθαι αὐτά. Τὰ δάνεια ταῦτα ναὶ μὲν εἶναι εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀλλ’ ἐξασφαλίζονται διὰ τοῦ ἐλέγχου, βαίνουν δὲ μὲ τὴν βελτίωσιν τῆς τιμῆς τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου εἰς ἐξίσωσιν πρὸς τὰ εἰς χρυσόν. Πέποιθα διὰ τοῦτο, ὅτι καὶ ἐπὶ τοιούτων τίτλων δύναται εὐθηνότατα ἡ Τράπεζα νὰ δανείζηται. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν πρέπει νὰ διατηρῇ εἰς τὰ ταμεῖα αὑτῆς ἀκίνητα τὰ κεφάλαιά της, ἀφοῦ καὶ τὸ συμφέρον αὐτῆς εἶναι νὰ μὴ τὰ συγκεντρώνῃ καὶ τὰ διακινδυνεύῃ εἰς χεῖρας ὀλίγων, καὶ ἂν αὐτοὶ εἶναι τὸ Δημόσιον καὶ δῆμοι καὶ λιμενικὰ ταμεῖα. Ἡ κοινωνία ἔχει ἀνάγκην κεφαλαίων, παρέχει δὲ πᾶσαν ἀσφάλειαν. Μόνον ἂν ἡ Τράπεζα ἐφαρμόσῃ ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐργασθῇ μᾶλλον διὰ τῶν κεφαλαίων αὑτῆς ὑπὲρ τῆς κοινωνίας, θ’ ἀποβῇ εὐεργετικωτάτη, δὲν νομίζω δ’ ὅτι διακανονισμὸς, οἷον ἐπρότεινα, θὰ ἦτο ἐπιζήμιος εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐλαχίστας ἐλπίδας πρέπει νὰ ἔχω ἀποδοχῆς αὐτοῦ, δὲν ὑπολείπεται ἢ νὰ ἐπαναλάβω θερμότερον τὴν ὁποίαν καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξέφερα εὐχὴν, ὅπως ἡ Τράπεζα, ἡ ὁποία ἐκ τοῦ ἐλέγχου καὶ τοῦ διακανονισμοῦ τῶν δανείων εἰς χρυσὸν ἀπολαμβάνει μεγάλας ὠφελείας, καὶ δικαίως ἀπολαμβάνει τοιαύτας, μετὰ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη, ὅπως, λέγω, ἡ Τράπεζα ἀφοσιωθῇ περισσότερον εἰς τὴν ὑποστήριξιν καὶ τὴν προαγωγὴν τῶν ὑλικῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας. Πρὸς τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ κυριώτερον μέσον εἶναι ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου. Σήμερον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τοκίζει ἐπὶ προεξοφλήσει πρὸς 6½%. Τοιοῦτος τόκος, Κύριοι, ἐξαιρέσει τῆς Βουλγαρίας, δὲν ἀπαντᾷ σήμερον ἀλλαχοῦ. Ὁ προεξοφλητικὸς τόκος εἰς ὅλα τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης εἶναι ἤδη μικρότερος τῶν 6½%. Ἐπειδὴ δὲ ἡ διαφορὰ εἶναι μεγάλη, πρὸς ἐξεικόνισιν τοῦ πράγματος ζωηροτέραν θέλω ἀναφέρει ὑμῖν τοὺς μέσους ὅρους τοῦ προεξοφλητικοῦ τόκου τῆς τελευταίας δεκαετίας τῶν κυριωτέρων Τραπεζῶν ἐκδόσεως ἐν Εὐρώπῃ. Τοῦτο δὲ πράττω τόσον μᾶλλον εὐχαρίστως, ὅσον βλέπω ἐν τῇ συμβάσει περὶ τοῦ νέου δανείου τῶν 170,000,000, ὅτι οἱ τίτλοι αὐτοῦ, οἵτινες θέλουσι δοθῆ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καὶ ταῖς προνομιούχοις ἄλλαις Τραπέζαις τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τοῦ εἰς χρυσὸν κυμαίνοντος χρέους εἴτε τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἴτε εἰς ἔντοκα γραμμάτια, θέλουσι μένει κατατεθειμένοι παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῆς Γαλλίας, καὶ δὲν θέλουσιν ἀναλαμβάνεσθαι ἢ τῇ συγκαταθέσει τῆς Διεθνοῦς ἐπιτροπῆς τοῦ ἐλέγχου. Τοιαύτη μέριμνα — διότι ὑπὲρ τῶν Τραπεζῶν αὐτῶν μέριμναν ἐγὼ θεωρῶ τὴν διάταξιν — βεβαίως θέλει ἐξασφαλίσει ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἀνοικτὸν λογαριασμὸν, ὅστις ἔσται συμφερώτερος ἢ παρ’ οἱᾳδήποτε ἄλλῃ Τραπέζῃ ἐν Εὐρώπῃ. Ἀληθῶς ἰδοὺ ποῖος ὁ μέσος ὅρος τοῦ προεξοφλητικοῦ τόκου κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν. Εἰς τὸ Ἀμστερδὰμ τῆς Ὁλλανδίας — σημειωτέον δὲ, ὅτι ἡ Ὁλλανδία εἶναι ἐκ τῶν Κρατῶν, ἅτινα πρὸ χρόνων ἔχουν μεγίστην πίστιν, καὶ δανείζεται ὑπὸ εὐθηνοτάτους ὅρους, — εἰς τὸ Ἀμστερδὰμ λοιπὸν 2,80%, εἰς τὰς Βρυξέλλας 2,98%. Ἐν Γαλλίᾳ ὅμως εἶναι ὁ εὐθηνότερος ὅλων τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, διότι ὁ τῆς Γαλλίας εἶναι 2 καὶ 66%. Τοῦ Λονδίνου δὲ, καίτοι ἡ Ἀγγλία θεωρεῖται καὶ εἶναι ὁμολογουμένως τὸ πλουσιώτερον ἔθνος τοῦ κόσμου, δι’ ἰδιαιτέρους λόγους, οὓς παραλείπω, εἶναι 3,02%. Κατὰ σειρὰν ἔρχονται ἔπειτα τὸ Βερολῖνον μὲ 3,57%, ἡ Ῥώμη μὲ 4,92%, ἡ Πετρούπολις μὲ 4,82%, καὶ ἡ Βιέννη μὲ 4,18%. Ἀλλὰ καὶ μικρότερα ἄλλα Κράτη, ὡς ἡ Ῥουμανία καὶ ἡ Σερβία, δανείζουν μὲ μικρότερον ἡμῶν προεξοφλητικὸν τόκον. Οὕτω ἡ Ῥουμανία ἔχει ἐλάχιστον ὅρον 3%, καὶ ἡ Σερβία 6% κατὰ τὸ 1897. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα κατὰ πόσον εἶναι δυνατὴ ἐλάττωσις τοῦ τόκου τῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ σήμερον, ὡς ἐκανονίσθησαν τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, δύσκολον ἡ πίστις αὐτῆς νὰ μὴ ἀνέλθῃ ἀκμήν τινα μετὰ τὴν κατάπτωσιν, καὶ νὰ μὴ παύσῃ ὑποκειμένη εἰς ὀλιγωτέρας αὐξήσεις καὶ μειώσεις ἢ πρίν. Ὑποθέτω διὰ τοῦτο, ὅτι δὲν θὰ λείψουν τὰ μέσα εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅπως πραγματοποιήσῃ εὐρέως τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν πάντες ἀπεκδεχόμεθα ἐξ αὐτῆς ὑπὲρ τῆς ἐργαζομένης κοινωνίας. Διότι σήμερον, Κύριοι, τόκος ἑπτὰ τοῖς ἑκατὸν εἶναι ἀδύνατον νὰ φέρῃ εἰς ἐπωφελῆ ἀποτελέσματα διὰ τὸν ἐργαζόμενον, μὴ φέρων δὲ διὰ τὸν ἐργαζόμενον, βεβαίως δὲν θὰ φέρῃ καὶ διὰ τὴν Τράπεζαν. Ζημίαι καὶ δι’ αὐτὴν ἐκ τούτου. Ὄσον μεγαλείτερος ὁ τόκος εἰς τὰς σημερινὰς μικρὰς τιμὰς τῶν πραγμάτων καὶ ἐν τῇ βιομηχανίᾳ καὶ ἐν τῇ γεωργίᾳ, μὲ τὸν σημερινὸν διαγωνισμὸν καὶ τὴν εὐθηνίαν τῆς συγκοινωνίας καὶ τοῦ τόκου ἐν ἄλλοις τόποις, τόσον δυσκολώτερον ὁ ὀφειλέτης νὰ ἦναι ἀκριβής. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἐν Ἑλλάδι νὰ ἐργαζώμεθα μὲ ἀκριβότερον τόκον, ἐνῷ οἱ ἄλλοι λαοὶ ἐργάζονται μὲ εὐθηνότερον. Εἶναι δὲ καὶ ἀναγκαῖον τοῦτο, διότι θὰ παραλάβωμεν, μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν, ἣν τελοῦμεν ἤδη, εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν τὸν κτηματικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος. Ἐξαιρέσει ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μετὰ τῆς Τραπέζης ἔχουν ἀπευθείας δοσοληψίας, πάντες σχεδὸν οἱ ἄλλοι τὰς δοσοληψίας αὐτῶν ἔχουν μετὰ τῶν τοκογλύφων. Οὗτοι, εὑρόντες ἐποχὰς ἰδίως ἐν ταῖς σταφιδοφόροις ἐπαρχίαις, κατὰ τὰς ὁποίας μετὰ πολλῆς ἐμπιστοσύνης ἐδανείζοντο οἱ σταφιδοκτήμονες ἐπὶ μεγάλοις τόκοις, συνῆψαν δάνεια πρὸς 10 καὶ 12%, οἵτινες κατέστησαν ἀδύνατον τὴν προτοδοφόρον καλλιέργειαν καὶ ἀδύνατον τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν βαρῶν τοῦ χρέους. Ὑπὸ τὸ βάρος τῶν τόκων τοσοῦτον δυτελευθέρωτα ἐγένοντο, ὥστε δὲν εἶναι ἀδύνατον, ἂν μικρά τις κρίσις ἤθελε παρουσιασθῆ, εἴτε ἐκ τῆς σταφίδος εἴτε ἐξ ἄλλης αἰτίας, νὰ ἔχωμεν πάλιν τὸ αὐτὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἴχομεν καὶ πρό τινος χρόνου, τὰ τῆς σεισαχθείας. Μόνον ἡ χορήγησις ἀφθόνων κεφαλαίων καὶ ἐπὶ εὐθηνῷ τόκῳ δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς θεραπείαν. Ἀλλὰ καὶ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ἐργασίαν ὁ εὐθηνὸς τόκος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ζωογονήσῃ καὶ τὴν γεωργίαν καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν, ἐξ ὧν καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ πορισθῇ ἀσφαλῆ καὶ βέβαια κέρδη.
§87ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζετε ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου εἶναι δυνατὸν νὰ θεσπίσωμεν καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε, ἤτοι τὴν καταβίβασιν τοῦ τόκου;
§88Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῇ τοιαύτη διάταξις. Ἐγὼ καὶ ἤδη εἶπον ὅ,τι καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ὡς ἁπλῆν εὐχὴν, διότι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὅσα εἶπον, τὰ εἶπον ὄχι διὰ νὰ μεμφθῶ τὰ ὑπὲρ τῆς Τραπέζης προτεινόμενα, ἀλλὰ διὰ νὰ δικαιολογήσω τὸ συμπέρασμα, εἰς ὃ κατέληξα. Ἀπέδειξα ὅτι ἔχομεν καὶ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωμεν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς τραπέζης, ἡ ὁποία στενῶς συνδέεται μετὰ τοῦ Κράτους, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἐθνικὸν ἵδρυμα, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἀποκομίζει μεγάλα ὠφελήματα ἐκ τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν δανείων, ὅπως ἐργασθῇ ἐφεξῆς περισσότερον ὑπὲρ τοῦ τόπου, ἐλαττοῦσα τὸν τόκον τῶν χρημάτων της καὶ φέρουσα αὐτὰ διὰ τῶν καταλλήλων μέτρων παντοῦ, εἰς τὰ ἀπώτατα ἄκρα, ὅπου ἐργάζεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§89Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ προκεχωρηκὸς τῆς ὥρας, ὁ κάματος τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἀνάγκη, ὅπως σπεύσωμεν εἰς ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων λίαν ἐπειγόντων, δὲν ἐπέτρεψε νὰ συζητηθῶσι διεξοδικῶς καὶ ὅσον ἔπρεπε πάντα τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ προλαλήσας ἠσχολήθη. Ὡς ἐκ τούτου θέλω περιορισθῆ εἰς ὀλίγας μόνον παρατηρήσεις, ἀφορώσας εἰς τὰ κυριώτερα, ἰδίᾳ δὲ εἰς τὰ μᾶλλον σχετικὰ πρὸς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου συναδέλφου. Οὐδεὶς βεβαίως, οὔτε ἐγώ, οὔτε ἄλλος συνάδελφος, δύναται νὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῆς γνώμης, ἣν ὑπεστήριξεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος, ὅτι ἡ μείωσις τοῦ τόκου εἴτε τῆς προεξοφλήσεως, εἴτε τῶν ἐνυποθήκων δανείων, εἴτε τῶν γεωργοκτηματικῶν χορηγήσεων, θέλει συμβάλει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας. Ἀλλὰ ὁ προλαλήσας ἐλησμόνησέ τι, ὅπερ καὶ ἡ οἰκονομολογικὴ ἐπιστήμη καὶ ἡ ἐμπορικὴ ἀνεγνώρισαν ὡς ἀναντίῤῥητον, ὅτι ὁ τόκος ἀποτελεῖται ἐκ δύο στοιχείων, ἐκ τῆς προσόδου τοῦ χρήματος καὶ ἐκ τῶν ἀσφαλίστρων, καὶ ὅτι ἡ μὲν πρόσοδος τοῦ χρήματος, εἶναι ἁπανταχοῦ ἡ αὐτή, τὸ ἀσφάλιστρον ὅμως παραλλάσσει, καὶ παραλλάσσει κατ’ ἀναλογίαν τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους διατρέχει. Π. χ. ἂν ὁ τόκος ἐν Ἀθήναις τῶν ἰδιωτικῶν κεφαλαίων προσφέρεται πρὸς 7%, ἐν Εὐρυτανίᾳ προσφέρεται πρὸς 40%, διότι ἐκεῖ τὸ κεφάλαιον διατρέχει κινδύνους μεγαλειτέρους. Ἂν λοιπὸν κατορθώσωμεν καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ ἐμπεδώσωμεν τοιαύτην κατάστασιν, ἰδίως τοιαύτην ἀπονομὴν δικαιοσύνης, τοιαύτην κατάστασιν φορολογικήν, πολιτικὴν καὶ διοικητικήν, ὥστε ν’ ἀνορθωθῇ πλήρης ἡ παρ’ ἡμῖν κτηματική, ἐμπορικὴ καὶ βιομηχανικὴ πίστις, βεβαίως ἡ κατάπτωσις τοῦ τόκου θὰ ἐπέλθῃ ἀφ’ ἑαυτῆς. Δὲν δύναται ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου νὰ ἐπέλθῃ διὰ νόμου· τοῦ τόκου ἡ μείωσις ἐπέρχεται ὑπὸ τῆς δυνάμεως αὐτῆς τῶν πραγμάτων. Πῶς θέλετε νὰ μειωθῇ ὁ τόκος τῶν πρὸς ἀγρότας χορηγήσεων, ὅταν ἦναι γνωστόν, ὅτι αἱ Τράπεζαι, αἱ ὁποῖαι ἐχορήγησαν ποτὰ ὄχι εὐκαταφρόνητα εἰς ἀγρότας, ἀπώλεσαν τὸ ἥμισυ τῶν χορηγήσεων, καὶ τὸ ἀπώλεσαν διότι τὰ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης καὶ τὰ τῆς προστασίας τῶν κεφαλαίων παρ’ ἡμῖν ἔχουσιν οὕτως ἐλαττωματικῶς, ὥστε νὰ ἐπιτρέπωνται μυρίαι στρεψοδικίαι καὶ περιγραφαὶ τῶν νόμων, ἐκ τῶν ὁποίων πολλάκις καθίσταται ἀνέφικτος ἡ εἴσπραξις τοῦ δανεισθέντος χρήματος; Ὅταν παρ’ ἡμῖν λειτουργήσωσιν αἱ περὶ τὴν ἐκτέλεσιν διατάξεις, οἷαι λειτουργοῦσιν ἀλλαχοῦ, ὅταν κατορθώσωμεν ν’ ἀπονέμηται καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ δικαιοσύνη ὡς ἀπονέμεται ἀλλαχοῦ, ὅταν τέλος ἐμπνεύσωμεν εἰς τὰ κεφάλαια τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τὴν ἀσφάλειαν, ἣν εὑρίσκουν εἰς τὰς εὐνομουμένας Πολιτείας, τότε δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τόκους μικρούς, οἵους ἀπαντᾷ τις ἀλλαχοῦ. Λοιπὸν πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ ἀσφάλιστρον δὲν ἐξαρτᾶται οὔτε ἐκ τῆς νομοθεσίας, οὔτε ἐκ τῶν ἀγορεύσεων ἡμῶν, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀνορθώσεως τῶν παρ’ ἡμῖν, ἐκ τῆς ἄρσεως τόσων ἐλλείψεων, αἵτινες καὶ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ καὶ ἐν τῇ διοικητικῇ λειτουργίᾳ ὑφίστανται. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου νὰ συζητήσω, διότι ἕτερον εἶναι τὸ προβαλλόμενον σήμερον ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Ὅτε ἤκουον ἀγορεύοντα τὸν κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, ὑπέθετον, ὅτι συζητεῖ ἐπὶ νομοσχεδίου περὶ ἐκδόσεως δανείου σκοποῦντος τὴν μετατροπὴν προγενεστέρων δανείων, καὶ ὄχι τὴν ἑνοποίησιν αὐτῶν. Ὅταν πρόκηται περὶ δανείου μετατροπῆς (conversion d’ emprunts), εἶναι προσῆκον νὰ συζητῶνται ἐν τῇ Βουλῇ τὰ θέματα, εἰς ἃ ἠσχολήθη ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος, δηλ. ἐπὶ τίνι τόκῳ δύναται τὸ Κράτος νὰ προμηθευθῇ τὸ νέον δάνειον πρὸς μετατροπὴν τῶν ὑφισταμένων δανείων. Ἐνταῦθα ὅμως συζητοῦμεν νομοσχέδιον περὶ ἑνοποιήσεως τῶν ὑπαρχόντων ἐσωτερικῶν δανείων, δηλ. πρόκειται οὐσιαστικῶς νὰ ἀνταλλάξωμεν τίτλους. Διατὶ δὲ πρὸς τοῦτο προέβη ἡ Κυβέρνησις εἰς συνεννόησιν καὶ μετὰ τῶν ἐκπροσωπούντων τὰς ἓξ Δυνάμεις, καὶ διατὶ ὑπέδειξε τὸ μέτρον τοῦτο, προέβαλε δὲ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς; Τὸ μὲν διὰ νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος βαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ δὲ διὰ νὰ ῥευστοποιηθῇ αὐτὸ τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε παρὰ ταῖς Τραπέζαις καὶ τοῦ ὁποίου αἱ Τράπεζαι δὲν ἠδύναντο νὰ ποιῶνται χρῆσιν πρὸς προστασίαν τῶν διαφόρων κοινωνικῶν τάξεων, τουτέστι πρὸς ὃν ἔχει ἡ Τράπεζα, καὶ μάλιστα ἡ ἀποκτήσασα τὸ δικαίωμα ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων, προορισμόν. Λίαν δὲ προσφυὴς ἦτο ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ Τράπεζα ὀφείλει νὰ ἦναι περισσότερον δανειστὴς τῆς κοινωνίας καὶ ὀλιγώτερον δανειστὴς τοῦ Κράτους. Ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὸ ἐσωτερικὸν ἡμῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δημόσιον χρέος 76 ἑκατομμυρίων τὰ 50 ἑκατομμύρια περίπου εἶναι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἐξεταστέον, τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τῶν 50,000,000 δύναται, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τῶν ἐκπροσωπούντων αὐτὰ τίτλων, νὰ χρησιμοποιήσῃ ἡ Τράπεζα ὑπὲρ τῆς κοινωνίας; Βεβαίως ὄχι· τὸ μὲν διότι εἶναι εἰς πολλὰ δάνεια ἐκδεδομένον, τὸ δὲ διότι, ἂν ἐπρόκειτο τοὺς τίτλους τοῦ δανείου τούτου νὰ καταθέσῃ εἰς μίαν Εὐρωπαϊκὴν Τράπεζαν, ἵνα ἀνοίξῃ παρ’ αὐτῇ πίστωσιν, χρησιμοποιουμένην ὑπὲρ τῆς κοινωνίας ἡμῶν, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ τὴν πίστωσιν ταύτην, διότι ἀπέβαλον δυστυχῶς τὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πίστιν τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν δάνεια. Ἡ ἑνοποίησις πάντων τούτων τῶν δανείων καὶ ἡ ἔκδοσις ἑνὸς ὁμοιομόρφου τίτλου, ἰδίᾳ δὲ ἡ ὑπαγωγὴ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων τούτων εἰς τὸν ἔλεγχον, ἐπάγεται τὸ ἀποτέλεσμα, νὰ καθίσταται τοῦ λοιποῦ δυνατὸν καὶ εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ εἰς πάντα κάτοχον τοιούτων τίτλων, νὰ μεταβάλλῃ αὐτοὺς εἰς χρῆμα, νὰ ἐνεχυριάζῃ αὐτοὺς πρὸς λῆψιν δανείου, καὶ ἐν γένει νὰ θέτῃ εἰς κυκλοφορίαν τοὺς τίτλους τούτους ἄνευ οὐδεμιᾶς δυσκολίας ἢ ὑποτιμήσεως. Ἀλλ’ ἐν τῇ τοιαύτῃ ἑνοποιήσει τῶν δανείων τούτων ἐπιτρέπεται ἡμῖν νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν τόκον; ἐπιτρέπεται ἡμῖν νὰ συνεχίσωμεν τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, καὶ νὰ εἴπωμεν πρὸς τοὺς κατέχοντας τὰς τοιαύτας ὁμολογίας, ὅτι «νῦν, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, ἡ ὁ ὁποία παρουσιάζεται, ἐπιβάλλομεν ὑμῖν μίαν νέαν ζημίαν»; Ἐὰν ἐκαλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν νόμον περὶ μετατροπῆς, ἤτοι νόμον ἐπιτρέποντα τὴν συνομολόγησιν πρὸς μετατροπὴν προγενεστέραν, ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν κάτοχον τίτλων παλαιοῦ δανείου, ὅτι, «ἂν δὲν δέχεσαι τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου, λάβε τὸ χρῆμα, ὅπερ ἐκπροσωπεῖ ὁ τίτλος.» Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ἁπλῆς ἀνταλλαγῆς τίτλων, συζήτησις περὶ μειώσεως τόκου δὲν ἐπιτρέπεται.» Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος ἐπανέλαβεν ἰδέας τινὰς, τὰς ὁποίας ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξήνεγκε πρὸς τὴν Βουλὴν, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικὴν, διατὶ ἐξῄρεσεν ἐκ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια, ἐπανέλαβε, λέγω, αὐτὰς ταύτας τὰς ἰδέας, καὶ προσεπάθησε νὰ τὰς ἀναιρέσῃ διὰ τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι δὲν ἐπῆλθον εἰς τοὺς κατόχους τῶν ἐσωτερικῶν δανείων τοιαῦται ζημίαι, οἵας παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι πρέπον ν’ ἀσχοληθῶμεν σήμερον εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος τούτου. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὅτι τὰ ἐσωτερικὰ ταῦτα δάνεια ὑπέστησαν μειώσεις, ὑπέστησαν τροπὰς, αἱ ὁποῖαι ἐζημίωσαν τοὺς κατόχους αὐτῶν...
§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ ὑπέστησαν ζημίας;
§91ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι δὲν θεωρῶ τοῦτο ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν τῇ σημερινῇ συνεδριάσει· ἀλλ’ ὅταν ἔχητε ἀμφιβολίας, παρακαλῶ ν’ ἀναπτύξητε αὐτὰς, ἵνα ἀπαντήσω. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος, ἢ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, ὁ ὁποῖος πρὸ μικροῦ μὲ διέκοψεν, εἶχον τὴν ἰδέαν αὐτὴν, ἔπρεπεν, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, νὰ προβάλωσιν αὐτάς. Τότε ἀνεπτύχθησαν διαδοχικῶς οἱ λόγοι, ὧν ἕνεκεν ἐγένετο ἐξαίρεσις τῶν ἐσωτερικῶν δανείων. Ἐγένετο ἐξαίρεσις τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, ὄχι μόνον διὰ τὸν λόγον ὅτι τὰ δάνεια ταῦτα εἶχον ὑποστῆ μειώσεις καὶ τροπὰς, ἀλλὰ καὶ διότι τὰ δάνεια ταῦτα ἦσαν πάντα διατεθειμένα εἴτε παρὰ τοῖς πιστωτικοῖς ἡμῶν ἱδρύμασιν, εἴτε παρὰ τοῖς φιλανθρωπικοῖς, καὶ πᾶσα μείωσις τῆς ἀξίας αὐτῶν πέραν τῆς ἐπελθούσης ὡς ἐκ τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους ἤθελεν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν πλήρη ἀνατροπὴν καὶ καταστροφὴν τῶν κοινωνικῶν ἡμῶν συναλλαγῶν.
§92Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς χρυσὸν δὲν ἦσαν τὰ περισσότερα;
§93ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν λεπτομεροῦς σημειώματος. Ὁ σπουδαιότερος λόγος, οὗ ἕνεκεν δὲν ἐπῆλθε μείωσις τοῦ τόκου τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, ἀνάγεται εἰς τοῦτο, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, περὶ τῶν ἀπομαχικῶν ταμείων, καὶ ἐν γένει περὶ πάντων σχεδὸν τῶν ἀγαθοεργῶν ἱδρυμάτων, τὰ ὁποῖα συντηροῦνται καὶ ὑφίστανται ἀπὸ τοὺς τόκους τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, εἰς ἃ ἐτοποθετήθησαν πάντα τὰ κεφάλαιά των. Δύναταί τις νὰ φαντασθῇ τὰς συνεπείας τῆς καταστροφῆς ταύτης ἐπὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς καταστάσεως τῆς χώρας. Ὅμοιαι ἀντιῤῥήσεις ὑπεβλήθησαν ὡς πρὸς τὸν τόκον τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, ἀλλ’ ὑπεβλήθησαν ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ὁμολογιούχων ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ, αἱ δὲ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἠσχολήθησαν, ἵνα ἀποδείξωσιν, ὅτι ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ ἐξαίρεσις ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου τῶν δανείων τῶν ἐσωτερικῶν, καὶ κατωρθώθη ἐπὶ τέλους νὰ πεισθῶσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὁμολογιούχων, ἐκτιμήσαντες τοὺς προβληθέντας λόγους ὡς ἀποχρῶντας, καὶ μὴ ἐπιμείναντες εἰς τὴν μείωσιν τοῦ τόκου τῶν ἐσωτερικῶν δανείων. Εἰς τίνα δ’ ἐξ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, πῶς συνάδελφος κατέχων διακεκριμένην ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ θέσιν ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα νῦν, ὅτε συζητεῖται νομοσχέδιον περὶ ἑνοποιήσεως τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, καὶ ἐπρότεινε τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου τῶν δανείων τούτων, ἐπρότεινε τουτέστιν ἐν τοιαύτῃ ψυχολογικῇ στιγμῇ μίαν νέαν χρεωκοπίαν!! Ἐὰν ὁ τόκος τῶν 5%, λειτουργοῦντος τοῦ ἐλέγχου, ἤθελε θεωρηθῆ ὑπέρογκος, καὶ ἐὰν ἦναι εὐχερὴς ἡ εὕρεσις δανείου ἐπὶ τόκῳ ἐλάσσονι, οὐδὲν κωλύει τὴν Κυβέρνησιν, μετ’ ὀλίγους μῆνας, ἢ μετὰ ἓν ἔτος, νὰ προκαλέσῃ τὴν ἔκδοσιν νέου δανείου πρὸς μετατροπὴν τῶν ὑφισταμένων. Διὰ τοιούτου δανείου, ἂν ἐπιτύχῃ, δύνασθε νὰ πραγματοποιήσητε αὐτὰς τὰς ὠφελείας, ὑπὲρ τῶν ὁποίων συνηγορεῖτε. Ἀλλ’ εἰς δάνειον ἀφορῶν εἰς τὴν ἑνοποίησιν, νὰ προβάλλητε ἐλάττωσιν τόκου, δηλαδὴ μείωσιν τοῦ κεφαλαίου, προβάλλετε πρότασιν τόσῳ ἄκαιρον καὶ ἄσκοπον, ὥστε νὰ ἐγείρῃ παρὰ τοῖς ὁπωσδήποτε εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἀσχολομένοις ἀληθῆ ἔκπληξιν! Ἐξ ὅσων ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος εἶπε περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἐλέγχου, περὶ τῶν πλεονεσμάτων τῶν ὑπεγγύων προσόδων μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς τὸν διεθνῆ ἔλεγχον, οὐδὲν εἶναι σχετικὸν πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν· διότι, ἐὰν ὄντως ἡ πίστις τοῦ Κράτους ὑπὸ τὴν λειτουργίαν τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου ἤθελον οὕτως ἀνυψωθῆ καὶ ἐμπεδωθῆ, ὥστε νὰ δύνηται τὸ Κράτος μετὰ ἓν ἔτος νὰ δανεισθῇ πρὸς 4%, οὐδεὶς ἤθελε κωλύσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προκαλέσῃ τὴν ἔκδοσιν ἑνὸς δανείου πρὸς μετατροπὴν τῶν ὑφισταμένων, καὶ δι’ αὐτοῦ νὰ μειώσῃ τὰ βάρη τοῦ Κράτους. Δὲν νομίζω, ὡς ἐκ τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας, ἀναγκαῖον ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλὴν, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ διότι θὰ παρουσιασθῇ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ εὐκαιρία, ἵνα συζητηθῶσιν εὐρύτερον τὰ θέματα.
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω. Πρῶτον ὀφείλω μίαν ἐξήγησιν τῆς διακοπῆς, τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Παρνασσίδος. Διέκοψα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον διὰ νὰ ἐκφράσω τὴν εὐχαρίστησίν μου, διότι σήμερον εὑρισκόμεθα ἐν συμφωνίᾳ ἐπὶ ἑνὸς θέματος, τὸ ὁποῖον διὰ μακρῶν συνεζητήθη κατὰ τὸ 1888, ὅτε οὗτος εἶχεν ἐναντίαν ἰδέαν, ὅτι τὰ δάνεια ἀκριβῶς, τὰ ὁποῖα τρέπονται σήμερον καὶ τὰ ὁποῖα ἐτράπησαν καὶ τότε, εἶναι δάνεια εἰς μεταλλικὸν πληρονόμενα, καὶ ὅτι τρεπόμενα τότε περιεῖχον καὶ στέρησίν τινα τῶν ὁμολογιούχων, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλλε τὸ Κράτος. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς μακρὰν συζήτησιν. Ἐὰν ἄλλοτε παρουσιασθῇ τὸ ζήτημα ἐν ἀνετωτέρᾳ ὥρᾳ, θ’ ἀναπτύξω αὐτό· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἐκφράσω ἤδη τὴν ἀπορίαν μου, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς τροπῆς ἐξεδηλώθη ἀμφιβολία παρά τινων περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς διατάξεως, ἣν ἐπρότεινα. Δὲν θέλω νὰ μηκύνω τὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ ἡ διάταξις αὕτη περιέχεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν μετ’ ὀλίγον. Οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τῆς μετ’ αὐτοῦ ψηφιζομένης συμβάσεως, διὰ νὰ καταστήσωσι δυνατὴν τὴν τροπὴν, ἐνόμισαν ἀναγκαῖον νὰ θέσωσι διάταξιν, ῥητῶς ἐπιτρέπουσαν ταύτην μετὰ παρέλευσιν ὡρισμένου χρόνου. Τοῦτο ἀρκεῖ, ἵνα πείσῃ πάντας, καὶ ἐκείνους ἀκόμη, οἵτινες δὲν ἀσχολοῦνται περὶ τὰ οἰκονομικὰ, περὶ τῆς ἀνάγκης, ἵνα προστεθῇ εἰς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον διάταξις, ἐπιτρέπουσα τὴν ἐξόφλησιν καὶ τροπὴν τοῦ ἐκδιδομένου δανείου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–15, ὡς ἔχουσι).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται):
§96ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου παρακαλῶ νὰ προστεθῇ: «καθ’ ἑξαμηνίαν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17, ὡς ἔχει).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§98ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς ἄρθρον 18 παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἑξῆς: «Ἐν παντὶ χρόνῳ ἐπιτρέπεται ἡ εἰς τὸ ἄρτιον ἐξόφλησις τοῦ διὰ τοῦ παρόντος νόμου ἐκδιδομένου δανείου.»
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον 18 τότε θὰ γείνῃ ἄρθρον 19.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νέον ἄρθρον 18. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ δύο ἄρθρα, λαβόντα τὴν τάξιν ἄρθρων 19 καὶ 20, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως ἐκδόσεως δανείου ἐκ φράγκων χρυσῶν 170,000,000, ἐπὶ ἀλληλεγγύῳ ἐγγυήσει τῆς Γαλλίας, τῆς Μεγάλης Βρετανίας καὶ τῆς Ρωσσίας. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4, ὡς ἔχουσι).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§103ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ ἀντιτύπῳ τῆς ὑποβληθείσης συμβάσεως, ἐν τῇ Ἑλληνικῇ αὐτῆς μεταφράσει, ἐν ἄρθρῳ 5, κατὰ παραδρομὴν τυπογραφικήν, ἡ λέξις «Octobre», ἀντὶ νὰ μεταφρασθῇ Ὀκτώβριος, μετεφράσθη Αὔγουστος. Παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς διωρθώθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ χορηγουμένου μηνιαίου βοηθήματος εἰς τὴν Μαρίαν ἄγαμον θυγατέρα τῶν ἀποβιωσάντων Ἰωάννου καὶ Σμαράγδας Φιλήμονος.
§105ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ πρῶτον τὸ περὶ παρακρατήσεως (διάλογοι).
§106ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂς ἀναγνωσθοῦν τὰ δύο νομοσχέδια, τὸ περὶ παρακρατήσεως καὶ τὸ περὶ ἀτελείας τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν συζήτησιν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ θέλετε νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἀφήσατε νὰ ψηφισθῇ τὸ ἐκφωνηθὲν νομοσχέδιον. Χάνομεν τὸν καιρόν μας (διάλογοι).
§108ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία, κύριε Πρόεδρε. (Παρατεθεισῶν δύο καλπῶν, γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ἄνω νομοσχεδίου, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Γ. Μελισσηνοῦ καὶ Κ. Χατζηπέτρου, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Λύεται ἡ συνεδρίασις Ὥρα 8 καὶ 45′ μ. μ.