1898.03.18
2,565 rows · 20,036 words · 206 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
τῆς 18 Μαρτίου 1898.
(Τετάρτη)
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταθέτει δήλωσιν περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1898.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§4ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διενεμήθη;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 146). Ὁ Σύνδεσμος τῶν πνευματοποιῶν Χαλκίδος παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως λάβῃ μέτρα ἐνισχύοντα τὴν ἐγχώριον πνευματοποιΐαν. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον.
§6Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀνεξάντλητος, ὡς γνωστὸν, ἡ πηγὴ τοῦ πλούτου, ὡς ἐκ τῆς λατρείας, τὴν ὁποίαν οἱ Εὐρωπαϊκοὶ λαοὶ τρέφουσιν εἰς τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα. Ἐὰν οἱ νεώτεροι Ἕλληνες, εἴτε διὰ τῶν ἔργων αὑτῶν, εἴτε διὰ τῆς ἀγάπης των πρὸς τὴν ἀρχαιότητα, δὲν συνετέλεσαν ὅσον ἔπρεπεν, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον πρέπει κατεπειγόντως νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, εἶναι ἡ συντήρησις παντὸς μνημείου, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖται. Ἀνέγνων σήμερον εἰς ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν, τὸν «Νεολόγον», εἴδησιν, ἥτις μὲ ἐτάραξε, καὶ πιστεύω θὰ ταράξῃ τοὺς πάντας. Ἀναγινώσκω ἐν τῷ ἀρθριδίῳ, ὅτι παρὰ τὸ Ἀστεροσκοπεῖον ἀνεγείρεται οἰκοδομή, ἀκριβῶς ἢ περίπου ἀκριβῶς εἰς τὸν χῶρον, ὅπου ὑπάρχουσι τὰ Κιμώνεια μνήματα, ἐκεῖ δηλαδή, ὅπου κατὰ τοὺς ἱστορικοὺς ὑπάρχει ὁ τάφος τοῦ Κίμωνος καὶ τῆς ἀδελφῆς αὐτοῦ Ἐλπινίκης, τὰ ὀστᾶ τοῦ Θουκυδίδου καὶ τοῦ Ἡροδότου. Καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς ἀρχαίας πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, καθ’ ὅσον γινώσκω ἐκ τῶν μικρῶν μου ἀρχαιολογικῶν γνώσεων, ἴσως δὲν ὑπάρχει ἄλλο μέρος σπουδαιότερον, μετὰ τὴν Ἀκρόπολιν, τοῦ μέρους ἐκείνου, τοῦ παρὰ τὴν πόλιν τῶν Κραναῶν. Ἐζήτησα πληροφορίας, καὶ ἔμαθον, ὅτι εἰς τὸ μέρος τῆς ἀνεγειρομένης οἰκοδομῆς εὑρέθησαν δώδεκα ἐπιτύμβιοι στῆλαι καὶ ἄλλα τινὰ ἴχνη ἀρχαιότητος, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἐκεῖνα δὲν ἀνέστειλαν τὴν πρόοδον τοῦ ἔργου. Δὲν γνωρίζω τὴν ἱστορίαν τῆς οἰκοδομῆς. Δὲν ἔλαβον τὸν καιρὸν νὰ ἐξετάσω καὶ ἂν ἠδύνατο ἐκεῖ νὰ ἀνεγερθῇ οἰκοδομὴ κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους καὶ κατὰ τὸ ἐγκεκριμένον σχέδιον τῆς πόλεως. Καθ’ ἃς ὅμως ἐκ τοῦ προχείρου ἔλαβον πληροφορίας, ὁ χῶρος ἐκεῖνος ἐξῃρέθη, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἀρχαιοτήτων, πρὸ πολλοῦ. Ἐπίσης δὲ καὶ εἰς τὸ παρακείμενον λατομεῖον ἀπηγορεύθη ἡ λατόμησις. Καὶ ἐν τούτοις, κατὰ τὰς αὐτὰς πάντοτε πληροφορίας, λατομοῦνται ἐκεῖθεν λίθοι διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῆς οἰκοδομῆς. Δὲν θέλω νὰ υἱοθετήσω ἀνεξετάστως καὶ ἀβασανίστως οὔτε τὰ ἐν τῇ ἐφημερίδι ἀναγραφέντα, οὔτε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔλαβον. Θέλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐνδιαφέρονται ὅσον ἐγὼ καὶ ὅσον πάντες οἱ Ἕλληνες περὶ τῶν ἱστορικῶν ἐκείνων κειμηλίων. Ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ κατεπείγοντος, καίπερ ἀναγνωρίζων ὅτι κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν περὶ ἄλλα σπουδαιότατα πρέπει ν’ ἀσχολῆται ἡ Βουλή, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ ἀναβάλω νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις, ἐὰν εὐαρεστῆται, δύναται νὰ δώσῃ καὶ σήμερον τὴν πληροφορίαν. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἔχῃ προχείρους τὰς πληροφορίας, καταθέτω ἔγγραφον τὴν σημείωσίν μου, ἵνα ἀπαντήσῃ, ἔστω καὶ αὔριον (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ὁ μὲν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἐὰν ἡ παρὰ τὸ Ἀστεροσκοπεῖον τῆς πόλεως Ἀθηνῶν ἀνεγειρομένη οἰκοδομὴ κτίζεται κατὰ τὸ ἐγκεκριμένον τῆς πόλεως σχέδιον, ὁ δὲ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός: 1) ἐὰν ἡ οἰκοδομὴ αὕτη ἀνεγείρεται ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς πόλεως τῶν Κραναῶν, χαρακτηρισθέντος ὡς ἀρχαιολογικοῦ· 2) ἐὰν ἐκεῖ ἀνευρέθησαν ἀρχαιότητες, τίνες, καὶ ἂν συνετηρήθησαν· 3) ἐὰν, παρὰ ῥητὴν ἀπαγόρευσιν, λατομοῦνται ἐν τῷ αὐτῷ χώρῳ λίθοι χάριν τῆς αὐτῆς οἰκίας.»
§7Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δύναμαι νὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὸν κ. συνάδελφον. Δὲν εἶναι ἰδιωτικὴ οἰκοδομή. Εἶναι ἐκ τῶν οἰκοδομημάτων τῶν προωρισμένων νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ Ἀστεροσκοπείου. Ἐπληροφορήθην καὶ ἐγὼ τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ εἰδοποίησα τὸ τμῆμα τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, τὸ ὁποῖον συνεννοήθη μετὰ τοῦ κ. Διευθυντοῦ τοῦ Ἀστεροσκοπείου, μὲ ἐπληροφόρησεν δὲ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ λατομίας, ἀλλὰ πρόκειται ἁπλῶς περὶ οἰκοδομῆς τῶν κτιρίων. Θὰ ληφθῶσι δὲ πάντα τὰ μέτρα, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ καμμία βλάβη εἰς τὰς ἀρχαιότητας.
§8Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μόνον διὰ τοῦ δευτέρου μέρους δύναται νὰ μᾶς καθησυχάσῃ ἡ ἀπάντησις· διότι, εἴτε περὶ Ἀστεροσκοπείου, εἴτε περὶ Βουλευτηρίου, εἴτε περὶ Ἀκαδημίας νεωτέρας πρόκειται, τοῦτο δὲν θὰ μᾶς καθησυχάσῃ, ἐὰν πρόκειται νὰ καταστραφῇ ἡ ἀρχαιότης.
§9Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τὸ δεύτερον δύναται νὰ σᾶς καθησυχάσῃ.
§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ θὰ περιορίσω εἰς τὴν πρώτην ἐρώτησιν τὴν αἴτησίν μου. Καὶ τὰ δημόσια κτίρια δὲν δύνανται νὰ οἰκοδομῶνται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε. Γνωρίζετε, ὅτι καὶ αὐτὰ πρέπει νὰ ἐγκρίνωνται, συμφώνως πρὸς τὸ σχέδιον τῆς πόλεως. Ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διάταξις.
§11ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ληφθῶσι πάντα τὰ μέτρα, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ βλάβη, τῆς ὁποίας τὴν σπουδαιότητα αἰσθανόμεθα πάντες, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου καὶ αὐτὸς ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ἀστεροσκοπείου.
§12Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸν ὁποῖον καὶ ἐκτιμῶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν.
§13Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σχετικῶς καὶ ἐπὶ παραπλησίου ζητήματος ἐγείρεται τὸ ἐρώτημα, ἂν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ὁσάκις πρόκηται ν’ ἀπαλλοτριωθῶσιν ἀρχαιολογικὰ γήπεδα, ἔχοντα δηλαδὴ ἱστορικὴν σημασίαν, κέκτηται τοὺς ἀπαιτουμένους πόρους, ὅπως ἐξαγοράσῃ αὐτά. Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι οἱ πόροι τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, μετ’ ἀπορίας ἀνέγνωσα πρό τινος ἐν ἐφημερίσιν, ὅτι πρόκειται ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία νὰ οἰκοδομήσῃ μέγαρον, ὡς ὠνομάσθη, ἀρχαιολογικόν, δηλ. κτίριον, ἐν ᾧ νὰ ἐγκατασταθῇ καὶ ἐργάζηται ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἂν τοῦτο εἶναι ἀκριβές, καὶ ἂν νομίζει ὅτι τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως.
§14Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία εἶναι ἑταιρία ἰδιωτική, δι’ ὀργανισμοῦ ἐγκεκριμένου διὰ Β. Διατάγματος. Ἐν τῷ ὀργανισμῷ ὁρίζονται αἱ ἀνατεθειμέναι αὐτῇ ἐργασίαι. Μεταξὺ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς εἶναι καὶ ἡ ἵδρυσις Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς. Ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ ἐμποδίσω τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν νὰ ἐγείρῃ Ἀρχαιολογικὴν Σχολήν. Ἐπληροφορήθην ὅσα καὶ ὑμεῖς ἐκ τῶν γραφέντων καὶ ἐκ τῶν διαμειφθεισῶν συζητήσεων. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ἐπὶ τὸ ὑπερβολικώτερον παρεστάθησαν τὰ πράγματα, διότι ἐγράφη καὶ ἐλέχθη, ὅτι πρόκειται περὶ δαπάνης 500,000 δραχμῶν, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἡ δαπάνη, ἡ ἀπαιτηθησομένη διὰ τὴν ἀνέγερσιν Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς, δὲν θέλει ὑπερβῆ τὸ ποσὸν τῶν 200,000...
§15Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τῆς ἀξίας τοῦ οἰκοπέδου;
§16Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Δὲν θὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τοῦτο. Τουλάχιστον αὐτὸ μὲ ἐβεβαίωσαν... Ἐὰν δὲ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἑταιρία καταβάλλει εἰς ἐνοίκια ποσόν τι, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ τόκου τοῦ ἀντιστοιχοῦντος εἰς τὸ ποσὸν τῶν 200,000 δραχ. καὶ τοῦ ἐνοικίου δὲν εἶναι τόσον οὐσιώδης, οὐδὲ εἶναι ἡ δαπάνη τοιαύτη, ὥστε νὰ παρεμποδίσῃ τὰς λοιπὰς ἐργασίας αὐτῆς. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἐκ τοῦ νόμου οὐδὲν ἔχει νὰ ἐγκρίνῃ, διότι τ’ ἀφορῶντα τὴν διαχείρισιν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας δὲν ὑπόκεινται εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργείου. Ὑπάρχουσιν ἀρχαιολογικαὶ ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι γίνονται κοινῇ συνεννοήσει μετὰ τοῦ Ὑπουργείου. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας τῆς Ἑταιρίας, δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ τὸ Ὑπουργεῖον. Βεβαίως ἡ Ἑταιρία ἔχει ὑποχρέωσιν ἠθικήν, ὡς ἐκ τῆς παρεχομένης αὐτῇ συνδρομῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διὰ τοῦ λαχείου· ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν ἡ σύστασις τοῦ λαχείου, δὲν εὗρον ἐμπόδιόν τι, σχετικὸν ὡς πρὸς τὴν ἀνοικοδόμησιν Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς.
§17Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ κατ’ ἐμέ, φρονῶ ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ὡς ἰδιωτικὴ ἑταιρία, ὅπως αἱ ἐμπορικαὶ ἑταιρίαι, αἱ ὁποῖαι ἱδρύονται τῇ πρωτοβουλίᾳ τῶν ἰδιωτῶν, καὶ μόνον τὸ καταστατικὸν αὐτῶν ἐγκρίνεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ὡς ἐκ τοῦ ἀντικειμένου καὶ τοῦ σκοποῦ αὐτῆς, μετέχει δημοσίου χαρακτῆρος, καὶ εἶναι ἑπομένως ἐκ τῶν ἠθικῶν ἐκείνων προσώπων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπίβλεψιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπάγονται αἱ ἐμπορικαὶ ἑταιρίαι, διότι τὸ ἐμπόριον ἀνήκει εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ. Ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ ἐμπορικῶν ἑταιριῶν, πᾶσα ἄλλη ἑταιρία ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα ἐκείνου τοῦ Ὑπουργείου, εἰς ὃ ὑπάγεται τὸ ἀντικείμενον αὐτῆς. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ λοιπὸν Ἑταιρία ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διότι εἰς αὐτὸ ὑπάγεται ἡ ἀναζήτησις καὶ φύλαξις τῶν ἀρχαίων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἐκ τῆς φύσεως τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας λόγος, ὅπως τεθῇ ἡ ἑταιρία αὕτη ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐπειδὴ κατ’ ἐξαίρεσιν τὸ Κράτος ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν νὰ ἐκδίδῃ περιοδικῶς λαχεῖα καὶ νὰ προσπορίζηται, ὡς καὶ προσπορίζεται ἀπὸ μακροῦ χρόνου, τὸ ἀναγκαῖον χρῆμα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἀνατεθειμένου αὐτῇ ἔργου, ὑπεβλήθη αὕτη καὶ ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ χρήματος, αὐτοῦ εἰς τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Κράτους, ὅπερ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε τὰ λαχεῖα ταῦτα. Τὰ λαχεῖα προδήλως τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἀποκλειστικὸν σκοπὸν ἔχουσι τὴν εὕρεσιν χρήματος πρὸς ἀναζήτησιν ἀρχαιοτήτων, τὴν ἀνόρθωσιν ἀρχαίων κτιρίων καὶ τὰ παραπλήσια. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ βεβαιώσω αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι οὔτε τὰ κείμενα ἔχω ἐνώπιόν μου, οὔτε συνέπεσε νὰ τὸ γνωρίζω, ἂν μεταξὺ τῶν ἔργων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ τὸ τρίτον, ὅπως εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, εἶναι ἡ ἀνέγερσις Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς.
§18Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Αὐτὸ δύναμαι νὰ σᾶς τὸ βεβαιώσω.
§19Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Γνωρίζω μόνον, ὅτι εἶναι ἡ ἀναζήτησις καὶ διάσωσις τῶν ἀρχαίων, ἡ σύστασις Μουσείου,— ἀλλὰ τοῦτο ἐπραγματοποιήθη—ἔγερσις ὅμως Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς, δηλ. ἰδίου κτιρίου διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς Ἑταιρίας, δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀμφισβητήσω, βεβεβαιούμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἀλλὰ δὲν τὸ γινώσκω. Ἐὰν βεβαίως μεταξὺ τῶν ἐπιτραπέντων εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν ἔργων ἦναι καὶ ἡ ἀνέγερσις Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς, βεβαίως τότε ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Ἑταιρία νὰ τὸ ἐγείρῃ, ἀλλὰ καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα, ἂν τὸ ἐγκρίνῃ, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν νὰ ἐπέμβῃ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐδόθη τὸ δικαίωμα οἰκοδομῆς, νομίζω ὅτι ἔχων τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιβλέψεως ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἐκ τοῦ λαχείου χρημάτων, δύναται ὡς πρὸς αὐτὰ νὰ ἀσκήσῃ δικαίωμα ἐπιτηρήσεως, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι σήμερον κατάλληλος ὁ χρόνος πρὸς ἔγερσιν Σχολῆς πολυδαπάνου.
§20Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, τῆς ὁποίας τυγχάνω σύμβουλος, ἔχει ἐν τῷ καταστατικῷ αὐτῆς, τῷ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐγκεκριμένῳ, ἀναγεγραμμένον ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται, ὅτι θὰ γίνωνται ἑκάστοτε διαλέξεις ὑπὸ τῶν παρ’ ἡμῖν ἀρχαιολόγων. Αἱ διαλέξεις αὗται δὲν δύνανται νὰ λάβωσι χώραν εἰς τὸ κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπὸ ἐνοίκιον ἡ Ἑταιρία, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει οὔτε μεγάλη αἴθουσα, οὔτε ἐπαρκὴς χῶρος διὰ τὰ γραφεῖα. Εἰς τὴν τελευταίαν γενικὴν συνέλευσιν τῆς Ἑταιρίας ἐψηφίσθη ὑπὸ πάντων τῶν ἑταίρων αὐτῆς, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐγερθῇ κτίριον, τὸ ὁποῖον νὰ περιέχῃ μίαν μεγάλην αἴθουσαν διὰ διαλέξεις, ἄλλην αἴθουσαν διὰ βιβλιοθήκην, ἄλλας αἰθούσας τέλος διὰ τὰς λοιπὰς ἐργασίας τῆς Ἑταιρίας. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῶν ἑταίρων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἐνόμισε τὸ Συμβούλιον, ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον αὐτῷ νὰ φροντίσῃ ἄνευ ἀναβολῆς περὶ τῆς ἀνεγέρσεως κτιρίου. Ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀνεγράφη τῷ ὄντι, ὅτι ἡ δαπάνη τοῦ κτιρίου θὰ ἦναι 400 ἢ 500 χιλιάδες δραχμαί. Καθὼς ὅμως λίαν ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως πρὸ ὀλίγου, τοῦτο εἶναι ὑπερβολικόν. Ἡ δαπάνη αὕτη δὲν θὰ ἀνέλθῃ, εἰμή, συμπεριλαμβανομένης τῆς ἀξίας τοῦ γηπέδου, εἰς 200 ἢ 220 χιλιάδας δραχμῶν. Τὸ γήπεδον ἠγοράσθη ἀντὶ 130,000 περίπου δραχμῶν, μόνον ἐπὶ μέρους ὅμως τοῦ οἰκοπέδου θ’ ἀνεγερθῇ τὸ κτίριον, καὶ ὑπὲρ τοὺς 300 πήχεις θὰ μείνωσιν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἑταιρίας πρὸς πώλησιν ἢ ἄλλην χρῆσιν. Σχέδιον τοῦ κτιρίου ὑπεβλήθη εἰς τὴν Ἑταιρίαν ὑπὸ νέου καὶ διακεκριμένου ἀρχιτέκτονος, τοῦ κ. Ἀξελοῦ. Ὁ κ. Ἀξελὸς προσέφερε δωρεὰν τὸ σχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Ἑταιρίαν, καὶ ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα χωρὶς νὰ λάβῃ ἀντιμισθίαν ἐπιβλέπῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς γίνεται κατ’ αὐτάς, ἀλλὰ ῥητῶς ἀπεφασίσθη ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τῶν 95,000 δραχ. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐνοίκιον, τὸ ὁποῖον πληρόνει ἡ Ἑταιρία, θὰ ἴδητε ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ ἐνοικίου πρὸς τοὺς τόκους τοῦ δαπανηθησομένου κεφαλαίου δὲν εἶναι μεγάλη. Ἄλλως τε οἱ πόροι τῆς Ἑταιρίας εἶναι ἐπαρκεῖς δι’ ὅλας τὰς λοιπὰς ἐργασίας, διὰ τὰς ἀνασκαφάς, τὴν ἐπιτήρησιν τῶν μνημείων καὶ τὰ λοιπὰ ἔργα τῆς Ἑταιρίας. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας νομίζω ὅτι οὐδεὶς θέλει συμμερισθῆ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διαδίδουσιν, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἑταιρίας προβαίνει εἰς ἀσκόπους δαπάνας καὶ ἀνεγείρει μέγαρα πρὸς μωρὰν ἐπίδειξιν.
§21Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, νομίζω, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἄλλο· εἶναι, ἄν, ἀφοῦ τὸ Κράτος ἐπέτρεψε διὰ λαχείου εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν νὰ εἰσπράττῃ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ χρήματα, τὸ Κράτος πρέπει καὶ νὰ ἔχῃ ἢ μὴ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβλέπῃ ἐπὶ τῆς δαπάνης τῶν χρημάτων τούτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὡμολόγησεν, ὅτι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους οὐδὲν δικαίωμα ἔχει τὸ Κράτος ἐπιτηρήσεως ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι καὶ ἐπιζήμιον καὶ παράλογον. Ἀποκλειστικῶς καὶ ἐξαιρετικῶς εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν ἐδόθη ἓν μέγα δικαίωμα, τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως λαχείου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπὸ τοῦ θυλακίου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατ’ ἔτος ἀφαιρεῖται ἓν πολὺ σημαντικὸν ποσὸν χρημάτων χάριν ἀρχαιολογικῶν ἐρευνῶν. Τοῦτο τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων τοὐλάχιστον δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ γνωρίζῃ πῶς δαπανᾶται; κατὰ τίνα τρόπον διατίθεται; Ἡ καταφατικὴ ἀπάντησις εἰς τὸ ἐρώτημα εἶναι ἀφιλονείκητος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἐὰν τὸ Κράτος θέλῃ καὶ ἐννοῇ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ λαχείου τούτου, ὀφείλει εἴτε νὰ διορίσῃ ὑπάλληλόν τινα πρὸς ἐπίβλεψιν, εἴτε μᾶλλον νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Ἑταιρίαν διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς, ὅπως πάσας ἐν γένει τὰς δαπάνας αὐτῆς ἐπιβλέπῃ καὶ ἐπιτηρῇ καὶ ἐγκρίνῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
§22ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤκουσα μετ’ εὐχαριστήσεως παρὰ μέλους τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὅτι ἡ Ἑταιρία ἔχει ἀρκετὸν ποσὸν χρηματικὸν, ὥστε νὰ θεραπεύσῃ ὅλας αὐτῆς τὰς ἀνάγκας καὶ νὰ κτίσῃ καὶ Σχολὴν Ἀρχαιολογικήν. Κατ’ ἀρχὴν, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίῤῥησιν διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς. Ἔχω ὅμως καθῆκον νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, διατὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ἡ ἔχουσα τόσον ποσὸν εἰς τὴν διάθεσίν της, δὲν ἐφρόντισε τουλάχιστον ἓν ἐκ τῶν κυριωτέρων μερῶν τῶν ἀρχαιολογικῶν νὰ τὸ ἀποκτήσῃ συμφώνως μὲ τὸν νόμον, τὸν περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἀρχαιολογικῶν χώρων ἢ γαιῶν, ἐν αἷς ὑπάρχουσιν ἀρχαῖα. Τὸ μέρος τοῦτο, τὸ μεγάλης σπουδαιότητος, εἶναι τὸ Κεραμεικόν. Εἰς τὸ Κεραμεικὸν, ὅπου ἔγειναν ἤδη ἀνασκαφαὶ, εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα, ὑπάρχει ἀναμφισβητήτως τοιοῦτος ἀρχαιολογικὸς χῶρος. Συνεχὲς τοῦ ἀνασκαφέντος μέρος εἶναι ἡ πλατεῖα, ἡ ὀνομαζομένη Λαχανοπάζαρον. Τὸ Λαχανοπάζαρον τοῦτο καλύπτει βεβαίως τάφους πολυτίμους, καὶ ἀποτελεῖ τὴν συνέχειαν τῶν ἀνασκαφέντων τάφων. Ὡς ἤκουσα, τὸ Λαχανοπάζαρον τοῦτο κατέχεται ὡς ἰδιωτικὴ κτῆσις παρὰ διαφόρων προσώπων...
§23Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπεδικάσθη μάλιστα.
§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀδιάφορον ἕνεκα τίνος τίτλου κατέχεται τὸ μέρος τοῦτο, τὸ ὑπὸ ἀρχαιολογικὴν ἔποψιν πολύτιμον... Νομίζω ὅτι ἡ Ἑταιρία, διαθέτουσα ἀρκετοὺς πόρους, πρώτιστον καὶ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως καθῆκον ἔχει νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ γηπέδου τούτου, καταθέτουσα, ἐὰν ᾖναι ἀμφισβητήσιμος ἡ ἰδιοκτησία τοῦ κατόχου, τὸ ἀντίτιμον, συμφώνως μὲ τὸν νόμον, καὶ νὰ τὸ καταστήσῃ κτῆμα τοῦ Δημοσίου, νὰ προβῇ δὲ εἰς τὴν ἀνασκαφὴν καὶ τὴν τελειοποίησιν τῶν ἀνασκαφῶν τῶν γενομένων ἐκεῖ, διότι βεβαίως δὲν εἶναι διόλου τιμητικὴ δι’ ἡμᾶς ἡ ὄψις, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ μέρος ἐκεῖνο. Ἀνεσκάφη ἓν μέρος, ἀνεκαλύφθησαν πολύτιμοι τάφοι, μένουσι δ’ ἐκεῖ ὄχι ἀρκετὰ καλῶς προφυλαγμένοι. Μένει δὲ ἡ συνέχεια τῶν τάφων τούτων τῶν πολυτίμων καὶ χρησιμοποιεῖται ὡς Λαχανοπάζαρον. Νομίζω ὅτι πρωτίστως ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἑταιρίαν ἡ ἀπαλλοτρίωσις τοῦ μέρους τούτου καὶ ἡ ἐξακολούθησις καὶ ἡ συμπλήρωσις τῶν ἀνασκαφῶν τοῦ Κεραμεικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως εἶναι θησαυρὸς ἀρχαιολογικὸς μέγιστος, παρὰ πᾶν ἄλλο μέρος τῆς Ἑλλάδος.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ζητήματος.
§26Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κατὰ τὸ ἔτος 1893 ἐψηφίσθη νόμος περὶ τελωνειακῶν ὑπελεγκτῶν. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐφηρμόσθη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ αὐτὸ ἔτος 1893. Διὰ τοῦ ἄρθρου 5 ὁ νόμος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀποσπᾷ ἀπὸ τὰ διάφορα τελωνεῖα ὑπελεγκτὰς, τοὺς ὁποίους νὰ τοποθετῇ εἰς διάφορα μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα γίνεται ἐξαγωγὴ σταφιδοκάρπου. Ἐψηφίσθη δὲ καὶ νόμος, ὁ ὁποῖος ὥριζε τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ὑπελεγκτῶν αὐτῶν, ἐκτὸς τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων. Οὐχ ἧττον ἔκτοτε, ἂν καὶ ἐπανειλημμένως ἀπεσπάσθησαν διάφοροι ὑπελεγκταὶ εἰς τὰ διάφορα ἐκεῖνα σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐξάγεται ὁ σταφιδόκαρπος, δὲν ἀπεζημιώθησαν, διότι οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου δυστροποῦσι καὶ παραπέμπουσι τοὺς δικαιούχους εἰς τὰ δικαστήρια. Εἷς ἐξ αὐτῶν κατέφυγεν εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ἐξεδόθη καὶ ἀπόφασις ὑπὲρ αὐτοῦ, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπεζημίωσεν αὐτὸν διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ οἰκείου χρηματικοῦ ἐντάλματος. Ἀλλὰ τοὺς ἄλλους ὄχι, διότι ἐξακολουθοῦσιν οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι νὰ δυστροπῶσι καὶ νὰ παραπέμπωσιν αὐτοὺς εἰς τὰ δικαστήρια καὶ πάλιν, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ δικαστήρια θὰ ἐκδώσουν ὁμοίας ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβαρύνουν τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ ὑπάρχει ἀπόφασις, ἡ ὁποία ὑποχρεώνει τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ, καὶ πρὸς τοῦτο ἐξεδόθη καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 77240 ἔνταλμα. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεριμνήσῃ διὰ τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς ὑπελεγκτὰς, διότι εἶναι οἰκογενειάρχαι καὶ ὑποφέρουν, ἀφοῦ μάλιστα ἀποσπῶνται ἀπὸ τὰς οἰκογενείας των εἰς διάφορα ἄλλα μέρη, καὶ ζῶσιν εἰς τὸ ὕπαιθρον.
§27Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶς ἀπηύθυνε πρό τινων ἡμερῶν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπερώτησιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτει νὰ μάθῃ, διατὶ ὁ δῆμος Λευκασίου δὲν ἔλαβε τὸ βοήθημα, τὸ ὁποῖον λαμβάνουν κατὰ νόμον πάντες οἱ ἄποροι δῆμοι. Πρὸ δύο ἡμερῶν ὑπέμνησε τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, καὶ ἐπειδὴ αὕτη κατέληξεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διαβιβασθεῖσα διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω. Τηλεγραφήσας πρὸς τὸν νομάρχην Ἀχαϊοήλιδος, ἔλαβον τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν: «Ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος Ὑπουργείου ἀναφέρω, ὅτι δῆμος Λευκασίου δὲν συνεμορφώθη πρὸς διατάξεις νόμου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ νομάρχης Ἀχαϊοήλιδος Ι. Ναούμ.» Κατὰ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἕκαστος δῆμος δύναται ν’ αὐξήσῃ κατὰ 1% τὸν δημοτικὸν δασμὸν ἢ τὸν δημοτικὸν φόρον. Ὁ δῆμος Λευκασίου εἶναι εἷς τῶν ὀρεινῶν δήμων τῶν Καλαβρύτων, ὁ ὁποῖος μέχρι τοῦδε δὲν ἐπέβαλε δημοτικὸν δασμὸν, ἀλλὰ ἐξακολουθεῖ ἐπιβάλλων δημοτικὸν φόρον ἔγγειον ἐπὶ τῶν ἀρωτριώντων κτηνῶν καὶ ζώων, τὴν ἀφετηρίαν λαμβάνων ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1845. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπε προχθὲς, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τὴν ψήφισιν ἐκ νέου τοῦ 1%, διότι ηὔξησεν ἐκ τοῦ παρελθόντος, καὶ ὅτι ἑπομένως ἐπὶ μίαν τετραετίαν ἡ αὔξησις θὰ παραταθῇ. Δυστυχῶς, κατὰ τὸν περὶ δημοτικοῦ φόρου νόμον, ἡ προθεσμία αὕτη ἀφορᾷ μόνον τοὺς δημοτικοὺς δασμοὺς, ἤτοι τὰ ὤνια καὶ τὰ ἐμπορεύματα, καὶ δι’ αὐτὰ ἰσχύει ἐπὶ τετραετίαν· ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἐγγείου φόρου, περὶ φόρου ἀρωτριώντων κτηνῶν καὶ ζώων, ὡς πρόκειται περὶ τοῦ εἰρημένου δήμου, ὁ νόμος ῥητῶς λέγει, ὅτι «ἡ δημοτικὴ εἰσφορὰ ψηφίζεται κατ’ ἔτος ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐγκρίνεται ὑπὸ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς». Τοιοῦτος φόρος δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Κατὰ συνέπειαν ὁ δῆμος Λευκασίου δὲν συνεμορφώθη πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ νόμου, καὶ δὲν θὰ λάβῃ τὸ βοήθημα τοῦτο διὰ τὸ 1897. Ὁ ἐκ Τρικκάλων βουλευτὴς κ. Κριεμάδης ἀπηύθυνε χθὲς τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἕνεκα τίνος λόγου δὲν ἐνεκρίθη μέχρι τοῦδε ἡ ἐνεργηθεῖσα δημοπρασία πρὸς κατασκευὴν δύο δεξαμενῶν ἐν τῷ ὅρμῳ Κανθάρου, ἀφοῦ αὕτη, ἐνεργηθεῖσα δι’ ἐνσφραγίστων προσφορῶν, δὲν ὑπόκειται εἰς ἐπανάληψιν, καὶ, εἰ δυνατὸν, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν σχετικὸν φάκελλον, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν δημοπρασίαν ταύτην.» Πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅτι ἡ κατασκευὴ τῆς ἐν Πειραιεῖ δεξαμενῆς ἐξετέθη, ὡς πάντα τὰ δημόσια ἔργα, εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν, καὶ ἡ δημοπρασία ἐγένετο δι’ ἐνσφραγίστων προσφορῶν, διότι τὸ ποσὸν ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς πλέον τῶν 40 χιλιάδων. Ἡ δημοπρασία ἀρχικῶς ἀπέτυχε, διότι οὐδεὶς ἐπαρουσιάσθη, οὐδεὶς ἐμειοδότησε. Διὰ τοῦτο ἐπανελήφθη τὴν 22 Φεβρουαρίου, καὶ τὴν δευτέραν ταύτην φορὰν ἐμειοδότησεν εἷς ἐργολάβος, ὀνόματι Ρεμοῦνδος, ἐλαττώσας κατὰ 6% τὴν προϋπολογισθεῖσαν δαπάνην τοῦ ἔργου. Μετά τινας ὅμως ἡμέρας, μόλις περιῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μειοδοτικῆς δημοπρασίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ πρὶν ὁ Ὑπουργὸς προβῇ εἰς ἔγκρισιν τῆς δημοπρασίας, ὑπεβλήθη ἀναφορὰ ἐκ μέρους τοῦ τελευταίου αὐτοῦ μειοδότου, ὁ ὁποῖος παρεκάλει νὰ παραχωρηθῇ αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκχωρήσῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου εἰς ἑτέραν ἑταιρίαν, τὴν τῶν Ἐργοληψιῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἑταιρία τῶν Ἐργοληψιῶν ὑπέβαλεν ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεδέχετο τὴν ἐκχώρησιν, ἐὰν ὁ κ. Ρεμοῦνδος δώσῃ τὴν ἐκχώρησιν ταύτην...
§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, πρὶν ἢ ἐγκριθῇ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ρεμούνδου;
§29Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Βεβαίως, πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου... Τὸ Ὑπουργεῖον, ἰδὸν ὅτι ὁ τελευταῖος μειοδότης, ὁ δοὺς ἀληθῶς μικρὰν ἐλάττωσιν, ἐδείκνυε διὰ τῆς ἀναφορᾶς του ἀδυναμίαν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ἐσταμάτησε, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ἐσταμάτησε, καθόσον ἡ Ἑταιρία τῶν Ἐργοληψιῶν ἠδύνατο, ἐὰν ἐπεθύμει ν’ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου, νὰ μειοδοτήσῃ περισσότερον. Ἐκτὸς δὲ τούτου, μετὰ ταῦτα δύο ἕτερα ἄτομα καὶ ἑταιρίαι ὑπέβαλον ἀναφορὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, προτείνουσαι ὅτι προσφέρουσι 10% ὀλιγώτερον. Ἀλλ’ αἱ ἀναφοραὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, καθόσον, προκειμένου περὶ ἐνσφραγίστων προσφορῶν, δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀναφοραί. Οὐχ ἧττον αὗται ἦσαν ἓν τεκμήριον, ὅτι, ἐπαναλαμβανομένης τῆς δημοπρασίας, καὶ αὐταὶ αἱ ἑταιρίαι, ἴσως καὶ ἄλλαι, θὰ ἐπαρουσιάζοντο, ἵνα ἐκπέσωσι περισσότερον τὴν δαπάνην. Τοιαύτας δὲ πληροφορίας εἶχον καὶ παρὰ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Πειραιῶς, ἡ ὁποία ἔχει τὸ ἄμεσον συμφέρον τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου. Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ προβῶ εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς δημοπρασίας, ἀφοῦ εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διάφοροι προσφέρονται νὰ ἐλαττώσωσι περισσότερον τὴν προϋπολογισθεῖσαν δαπάνην τοῦ ἔργου, καὶ ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἐπίσης μοὶ παρέχει τὴν πληροφορίαν, ὅτι θὰ παρουσιασθῶσι καὶ ἄλλοι. Ἐν τῷ δικαιώματι λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐκ τοῦ νόμου, καθ’ ὃν μετὰ παρέλευσιν εἴκοσιν ἡμερῶν ἡ δημοπρασία, ἐὰν δὲν ἐγκριθῇ, θεωρεῖται διαλελυμένη, ἀφῆκα καὶ παρῆλθον 20 ἡμέραι, ἑπομένως ἡ δημοπρασία διελύθη· Θὰ διατάξω δὲ τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς, καὶ ἐλπίζω ὅτι αὕτη θέλει παράσχει ὄφελος οὐ μικρὸν εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἦμαι περισσότερον πεπεισμένος περὶ τοῦ νομίμου τῆς ἐνεργείας μου, καίτοι τὸ τοιοῦτον ἐγένετο πολλάκις, προὐκάλεσα γνωμοδότησιν τῶν νομικῶν συμβούλων, οἱ ὁποῖοι εἶπον, ὅτι ὄχι μόνον δύναμαι νὰ τὸ πράξω, ἀλλὰ καὶ οὕτω πρέπει νὰ γίνηται, προκειμένου περὶ δημοσίου συμφέροντος. Ἄλλως τε, Κύριοι, ῥητῶς ἐν τῇ διακηρύξει ἀναγράφεται τοιοῦτος ὅρος, ὁ ἑξῆς: «Ὁ ἐργολάβος οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἀξίωσιν ἀποζημιώσεως, ἂν ἡ δημοπρασία δὲν ἐγκριθῇ... καὶ ἂν ἀκόμη εἶχε κηρυχθῇ ὡς τελευταία». Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους δὲν προέβην εἰς τὴν ἔγκρισιν, φρονῶν ἀδιστάκτως, — ἀδιαφορῶν δὲ ποῖος εἶναι ὁ τελευταῖος μειοδότης — ὅτι προσφέρω ὄφελος εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Πειραιῶς.
§30ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε θὰ γείνῃ ἡ νέα δημοπρασία; Θὰ βραδύνῃ;
§31Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Θὰ διατάξω ἀμέσως. Καὶ αὐθημερὸν δύναμαι νὰ διατάξω τὴν ἐπανάληψιν τῆς δημοπρασίας, ἄνευ οὐδενὸς κινδύνου.
§32ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ δανείου ἐξωτερικοῦ 170 ἑκατομμυρίων πραγματικοῦ κεφαλαίου εἰς χρυσὸν, ἠγγυημένου ὑπὸ τῶν τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων, Γαλλίας, Μεγάλης Βρεττανίας καὶ Ρωσσίας, μετὰ τῆς σχετικῆς πρὸς τὴν ἐγγύησιν ταύτην συμβάσεως, ὑπογεγραμμένης ἐν Παρισίοις ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως.
§33ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἅμα ἀνεκοινώθη εἰς αὐτὴν τὸ δεῖγμα τοῦτο τῆς εὐμενείας τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἔσπευσε νὰ εὐχαριστήσῃ αὐτὰς ἀμέσως. Ἐὰν δὲ ἤθελε προβληθῆ ἐν τῇ Βουλῇ πρότασις, ἐκφράζουσα τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους εἰς τὰς Δυνάμεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι εἶναι αὐταὶ ἐκεῖναι αἱ κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα συντελέσασαι εἰς τὴν ἵδρυσιν τοῦ Βασιλείου, ἐὰν τοιαύτη, λέγω, πρότασις προβληθῆ, ἠθέλομεν καὶ ἡμεῖς ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς, θεωροῦντες τοῦτο δίκαιον καὶ ὀρθόν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προέλαβε τὰς διαθέσεις τῆς Βουλῆς, ἥτις προθύμως ἦτο διατεθειμένη νὰ παρακαλέσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐκφράσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους εἰς τὰς τρεῖς Μεγάλας Δυνάμεις. Ἡ συνδρομὴ, τὴν ὁποίαν κατὰ τὰς ἐκτάκτους καὶ δυστυχεῖς ταύτας περιστάσεις ἐχορήγησαν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, ἐμείωσεν αἰσθητῶς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα αἱ ἀποφάσεις, αἱ κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων ἐκδοθεῖσαι, ἐπέβαλον εἰς τὴν Ἑλλάδα, παρέσχε δὲ προσέτι μεγίστην εὐκολίαν πρὸς πραγματοποίησιν τῆς περὶ ἀπαλλαγῆς τῆς Θεσσαλίας ἀπὸ τοῦ ἐχθροῦ ἑτέρας ῥήτρας τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων. Ἄνευ τῆς συνδρομῆς ταύτης τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἤθελεν εἶσθαι δύσκολον ν’ ἀποδεχθῇ τις, ὅτι ἤθελε κατασταθῆ δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ῥήτρα αὕτη, καὶ ὅτι ἔμελλε ταχέως ν’ ἀπελευθερωθῇ τὸ κατεχόμενον ὑπὸ τῶν πολεμίων ἔδαφος τῆς ἐπικρατείας, διότι θὰ ἦτο δύσκολον νὰ εὑρεθῇ δάνειον, ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ὁποίου ἔμελλε νὰ ἀρχίσῃ ἡ πρὸς ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας ταχθεῖσα προθεσμία. Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, συνειδυῖα τὴν εὐεργεσίαν ταύτην, προσδοκῶ ὅτι θέλει παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐκφράσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους εἰς τὰς τρεῖς Μεγάλας Δυνάμεις. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις εἰς τὴν γενομένην πρότασιν, καὶ δὲν ἤθελον ζητήσει τὸν λόγον, ἐὰν ἐγνώριζον ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἤθελε ζητήσει τοῦτον, ὅπως ἔλθῃ πρῶτος νὰ προτείνῃ τὴν ἔκφρασιν τῆς εὐγνωμοσύνης τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους διὰ τὴν νέαν ἔνδειξιν εὐνοίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα τῶν προστατίδων Δυνάμεων. Ἀναμφισβητήτως ὄχι μόνον δυσχερὴς ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Θεσσαλίας ἄνευ τῆς εὐεργετικῆς ταύτης πράξεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ ἦτο εὔκολος ἡ διοίκησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἐὰν συνωμολογεῖτο τὸ ἀναγκαῖον δάνειον ὑπὸ ὅρους ἄλλους, παρὰ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐπετύχομεν διὰ τῆς ἐγγυήσεως τῶν τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Διὰ τοῦτο, καὶ ἕνεκα τῆς ταχείας καὶ ἀσφαλοῦς ἐκκενώσεως τῆς Θεσσαλίας καὶ διὰ τὴν εὐκολίαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐγγύησις αὕτη παρέχει εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ὀφείλεται εὐγνωμοσύνη εἰς τὰς προστάτιδας Δυνάμεις. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἀκόμη ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θέλει φέρει ἀποτέλεσμα ἡ ἐγγύησις αὕτη. Θὰ δυνηθῶμεν, καλῶς πολιτευόμενοι καὶ παραδειγματιζόμενοι ἐκ τοῦ παρελθόντος, νὰ φέρωμεν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν καὶ εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, τοὺς συνδεομένους μὲ αὐτὰ, τοιαύτας βελτιώσεις καὶ μεταῤῥυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ὄχι μόνον ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ, ἔχουσα συναίσθησιν καθήκοντος ἐπιβαλλομένου, ἐν μέλλοντι ὅσον τὸ δυνατὸν βραχυτάτῳ καταστῇ ἱκανὴ, ὅπως μόνη της ἀνακτήσῃ τὴν πίστιν αὐτῆς καὶ ἀπαλλαγῇ τῆς οἰκονομικῆς κηδεμονίας, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη αὐτῇ ἕνεκα σφαλμάτων τοῦ παρελθόντος.
§36Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω ὅτι καὶ ἐγὼ ἔχω καθῆκον, ἐν ὀνόματι τῶν ὀλίγων ἐν τῇ Βουλῇ ἀντιπροσώπων τοῦ μεγάλου ἐν τῷ τόπῳ κόμματος, ἵνα ἑνώσω τὴν φωνήν μου πρὸς ἐκείνην τῶν προαγορευσάντων καὶ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὴν ἄπειρον εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὰς Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι, χορηγήσασαι τὴν ἐγγύησιν αὐτῶν ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, ἔσωσαν τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, συνετέλεσαν δὲ εἰς τὴν ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας, ἥτις ἄλλως, πολὺ πιθανὸν, δὲν θὰ κατωρθοῦτο. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων καθῆκον ἔχει νὰ ἐκδηλώσῃ τὰ αἰσθήματα τῆς εὐγνωμοσύνης, ἀλλ’ ὅτι καθῆκον ἐπίσης ἔχει, ἵνα, σκεπτομένη ὡρίμως, ἐπὶ τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας ἀτυχῆ γεγονότα ἐγέννησαν, ἐννοήσῃ, ὅτι ἔκφρασις εὐγνωμοσύνης ἀληθοῦς ἔσεται ἡ ἀπόδειξις, ὅτι τὰ πικρὰ παθήματα τοῦ παρελθόντος ἀποτελοῦσι διδάγματα διὰ τὴν μέλλουσαν ἐνέργειαν ἡμῶν, ἐπιβάλλοντα ἡμῖν, ἵνα κανονίσωμεν τὰ τῶν πραγμάτων ἡμῶν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θέλει δείξει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἄξιον τῆς εὐεργεσίας, ἣν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἐπεδαψίλευσαν εἰς αὐτόν.
§37Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἡ φωνή μου, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχει βεβαίως ἐν τῇ Βουλῇ οὔτε τὴν θέσιν οὔτε τὸ κῦρος τῶν προλαλησάντων... (Θόρυβος).
§38ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ἀφήσατε τὰς θεωρίας μὲ τὰ πράγματα ἂς φανῶμεν εὐγνώμονες.
§39ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. .. οὐδὲ ἀντιποιούμενος τὴν ἀρχηγίαν κόμματος μεγάλου ἢ μικροῦ, ἐτόλμησα νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐνοχλῶν τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ζακύνθου ἀλλ’ εἶμαι ἀντιπρόσωπος τῆς Θεσσαλίας, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ γενναία πρᾶξις τῶν τριῶν προστατίδων Δυνάμεων ἐξασφαλίζει καὶ ἐγγυᾶται τὴν ἀπελευθέρωσιν αὐτῆς, ἐγὼ ὑπὲρ πάντας τοὺς ὁμιλήσαντας ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην τῆς πατρίδος μου καὶ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης). Δὲν ἔχω λοιπὸν νὰ προσθέσω τι ἕτερον, παρὰ νὰ ἑνώσω τὴν ἀσθενῆ μου φωνὴν ἐν ὀνόματι τῆς Θεσσαλίας καὶ πάντων τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς, καταδηλῶν τὴν βαθυτάτην εὐγνωμοσύνην, ἣν αἰσθανόμεθα οἱ Θεσσαλοὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην.
§40ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος μὲ παρεξήγησε. Δὲν ἐπρόσεξα, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσῃ.
§41Φ. ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσητε ἐν ὀνόματι καὶ ἐκ μέρους τῆς Θεσσαλίας, καὶ οὐχὶ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς. Ἡ Θεσσαλία ὁλόκληρος εἶναι εὐγνώμων, καὶ ἐξέφρασε πολλάκις ὁποίαν τρέφει εὐγνωμοσύνην ἀπέναντι τῶν τριῶν Δυνάμεων.
§42ΣΠ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Νομίζω ὅτι ὄχι μόνον ἡ Θεσσαλία, ἀλλὰ σύμπας ὁ Ἑλληνισμός ...
§43ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σύμπας.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Ὁμόφωνος ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη.
§45Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, ὅτι ἡ Βουλή, ἐκδηλοῦσα τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους πρὸς τὰς τρεῖς προστάτιδας αὑτοῦ Δυνάμεις, διερμηνεύει πιστῶς τὰ αἰσθήματα παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ. Πρὸς ἔνδειξιν τοῦ αἰσθήματος τῆς χαρᾶς, ὑφ’ οὗ κατέχεται ἡ Βουλή, προτείνω, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφισθῇ σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει ἢ ὑποθέτω ὅτι δύναται νὰ προταθῇ ἀντίῤῥησις. Ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη ἀνήκει μᾶλλον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§47ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν συναισθάνομαι τὴν ἀνάγκην, πρὶν ἢ διανεμηθῇ τὸ σχέδιον τοῦ νόμου καὶ ἡ σχετικὴ σύμβασις πρὸς τοὺς κ. Βουλευτὰς, (διότι δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἕτοιμα τὰ ἔντυπα) νὰ ζητήσω τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν σήμερον.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ· διότι ἄλλως ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὸν Κανονισμὸν τοῦτο. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 147). Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
§49Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τρόπον πλέον ἢ ἐπαρκῆ παρεστάθη εἰς τὴν Βουλὴν πρό τινων ἡμερῶν ἡ ἀνάγκη, ἥτις ὑπηγόρευσε τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀναγεγραμμένου σήμερον ὑπ’ ἀριθ. 11 τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Τὴν ἀνάγκην ταύτην ἀνεγνώρισε καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐπείσθη δὲ καὶ τὸ Προεδρεῖον περὶ τοῦ εἰς ἄκρον ἐπείγοντος τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἡ δὲ Βουλή, προεξοφλοῦσα τρόπον τινὰ τὴν ἀπόφασιν αὑτῆς καθ’ ἣν ἡμέραν τὸ πρῶτον ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, πανηγυρικῶς, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀπεφάσισε τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐν τούτοις τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, μολονότι τὴν ἑπομένην τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ἀνεγράφη πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἡ δὲ Βουλὴ ἐπελήφθη τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, τὴν ἑπομένην ἀνεγράφη ἑνδέκατον, σήμερον δὲ πάλιν ἑνδέκατον. Οὕτως, ὡς ἐκ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, φρονῶ ὅτι ματαιοῦται ἢ κίνδυνος ἐπίκειται νὰ ματαιωθῇ τελείως ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰσήχθη. Τὸ νομοσχέδιον ἀποβλέπει εἰς κανονισμὸν ὑποθέσεως, ὅστις εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐντὸς ὀλίγων μόνον ἡμερῶν· ἐὰν δὲ φθάσωμεν εἰς τὴν 2 Ἀπριλίου καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἔχῃ μεταβληθῆ εἰς νόμον καὶ δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ὡς νόμος τοῦ Κράτους, ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ἔχῃ ματαιωθῆ ἐντελῶς. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν, ὅπως συναινέσῃ νὰ μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, εἰς τρόπον ὥστε τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11 νομοσχέδιον τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ προταχθῇ σήμερον ὡς πρῶτον.
§50ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§51ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, παρακαλῶ καὶ τὴν Βουλὴν, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον τὸ σήμερον ὡς πρῶτον ἀναγεγραμμένον, ὡς ἐπίσης τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατὰ πᾶσαν προσδοκίαν θ’ ἀναγραφῇ ὡς δεύτερον ἐν τῇ αὐριανῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νὰ μὴ μεταβάλωσι θέσιν, διότι εἶναι νομοσχέδια πολλῷ μείζονος ἐνδιαφέροντος διὰ τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὸν τόπον κατὰ τὴν στιγμὴν, ἐν ᾗ διατελοῦμεν, παρὰ οἱονδήποτε προσωπικὸν νομοσχέδιον. Ὑπάρχει χρόνος, ἐν ὥρᾳ ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τῆς 4 μ. μ. μέχρι τῆς 9, κατὰ τὴν ὁποίαν συνεδριάζομεν, ὅπως ψηφισθῶσι καὶ ἕτερα νομοσχέδια. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι μεταβολὴ ἡμερησίας διατάξεως διὰ προσωπικὰ νομοσχέδια, ἀπέναντι νομοσχεδίων τοιούτου ἐνδιαφέροντος, τοιαύτης ἐπὶ τέλους ἐπιβολῆς, ὅπως εἶναι τὸ νομοσχέδιον τὸ σήμερον σημειούμενον ὡς πρῶτον καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ σημειωθῇ κύριον ἐν ἀρχῇ τῆς ἡμερησίας διατάξεως μετὰ τὸ πρῶτον τοῦτο, νομίζω ὅτι τοιαύτη μεταβολὴ δὲν ἐνδείκνυται.
§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι σοβαρὰ, καὶ βεβαίως δὲν νομίζω ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις, ὅπως συζητηθῇ πρῶτον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἀλλὰ καὶ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσήνης Βουλευτοῦ εἶναι ὄχι ὀλιγώτερον σοβαρὰ, διότι κατ’ ἀπόφασιν ὁμόθυμον τῆς Βουλῆς ἐγένετο ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου, σκοποῦντος εἰς εὐεργετικὴν διάταξιν ὑπὲρ προσώπου δικαιουμένου εἰς αὐτὴν ἕνεκα τῶν ὑπηρεσιῶν του κατὰ τὸν πόλεμον καὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντός του. Ἐὰν δὲν ψηφισθῇ ἐντὸς βραχέως χρονικοῦ διαστήματος τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, βεβαίως ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἀποβαίνει ὅλως διόλου ματαία καὶ ἄνευ σκοποῦ καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος. Ἐὰν πραγματικῶς σπουδαίως συνιστᾶται ἡ ψήφισις τοιούτου νομοσχεδίου ὑπὲρ τοῦ συνταγματάρχου, τὸν ὁποῖον ἀδίκως καταλαμβάνει τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας εἰς κατάστασιν ἀκμαίαν, μετὰ ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας παρέσχεν εἰς τὴν πατρίδα, ἐὰν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς πρέπῃ νὰ ᾖναι σοβαρὰ καὶ νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα, τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ ταχέως. Πρέπει δὲ, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γεννήσῃ ἄλλας παρατηρήσεις καὶ δι’ ἄλλους σκοποὺς, νὰ περιορισθῶσιν αὗται οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἐγείρωσι συζητήσεις ἐπὶ θεμάτων εὐρυτέρων, αἵτινες βεβαίως δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι τὴν ματαίωσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, μὲ τὴν τροποποίησιν, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ἱκανοποιεῖ τὴν γνώμην καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς, καὶ ψηφιζόμενον δύναται νὰ φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκομεν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἔρχομαι εἰς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσήνης Βουλευτοῦ, ὅπως νομοσχέδιον περιωρισμένην ἔχον ἔννοιαν καὶ σημασίαν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἀμέσως μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ πρώτου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίου.
§53Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλὰ νὰ διανεμηθῇ ἐν τῷ μεταξὺ, διότι δὲν ἐλάβομεν γνῶσιν τῆς ὑπουργικῆς τροπολογίας, μὴ διανεμηθείσης.
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ διλήμματος· ἡ λύτις δὲ τοῦ διλήμματος δὲν συνδέεται πλέον μὲ συμφέροντα ἀτόμων, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος. Ἀφ’ ἧς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι ὀλίγαι μόνον ἡμέραι ὑπολείπονται, ἵνα ἀπέλθῃ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ὁ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, πᾶσα ἀναβολὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀπόῤῥιψις τῆς προτάσεως, διότι δὲν θὰ προφθάσῃ ὁ νόμος νὰ σώσῃ τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον ἀπὸ τῆς ἐπικειμένης ἀπομακρύνσεώς του ἀπὸ τοῦ στρατοῦ. Δὲν ἀμφισβητῶ, ἐξ ἐναντίας ἀναγνωρίζω καὶ ἀνομολογῶ, ὅτι τὸ ἀναγραφόμενον ὡς πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοθέτημα εἶναι χρησιμώτατον, εἶναι ἀναγκαιότατον, καὶ ἴσως καὶ τοῦτο συνδέεται μετὰ τῆς εὐπρεπείας τοῦ Κράτους. Δὲν ἐννοῶ ν’ ἀναβληθῇ τοῦτο, οὐδὲ ὑποθέτω ὅτι θ’ ἀναβληθῇ, ἀλλὰ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ προβαίνομεν ἀμέσως εἰς τὰ ἄλλα νομοσχέδια. Τότε δὲν θὰ ὑπολείπωνται ἢ δύο ἀναγνώσεις διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ εἶναι ἐλπὶς, ὅτι θὰ ψηφισθῇ ἐγκαίρως, ὅπως κυρωθῇ πρὸ τῆς 2 Ἀπριλίου, ὅτε λήγει ἡ προθεσμία τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ.
§55ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἐζήτησα ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιο τὸ σχετικὸν πρὸς τὴν μὴ ἀποστράτευσιν τοῦ συνταγματάρχου Γιαννηκώστα. Παρεκάλεσα μόνον νὰ μὴ προηγηθῇ τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀναγεγραμμένου πρώτου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§56Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ γνῶμαι τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομίζω ὅτι εὐκρινῶς διετυπώθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν, τὰς γνώμας δὲ ταύτας διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης καὶ κατέθηκεν εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως πιστεύω, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὴν τροπολογίαν ἐκείνην καὶ φρονῇ ὅτι αὕτη εἶναι ὀρθή, πιστεύω ὅτι οὐδεμία συζήτησις δύναται νὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου.
§57Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐδήλωσα ἤδη ποίαν τροπολογίαν παραδέχομαι. Παραδέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτοῦ κ. Χατζοπούλου.
§58ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον σᾶς παρακαλέσει, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν υἱοθέτησε τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ὅπως διατάξητε τὸ γραφεῖον νὰ διανείμῃ αὐτὴν εἰς τοὺς Βουλευτὰς, διότι ἡ ἔλλειψις τῆς διανομῆς τῆς τροπολογίας ταύτης εἶναι ἡ παρεμβάλλουσα προσκόμματα εἰς τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου.
§59Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μία ἁπλῆ ἀπάλειψις φράσεως.
§60ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δέχομαι νὰ συζητηθῇ σήμερον ὡς δεύτερον τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε θέλετε νὰ συζητηθῇ σήμερον τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11 νομοσχέδιον;
§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκδόσεως δανείου πρὸς ἑνοποίησιν τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δημοσίων δανείων καὶ πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δημοσίου χρέους ἐξ ἐντόκων ταμιακῶν γραμματίων.
§64Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μόνον μίαν ἐξήγησιν πρὸ τῆς συζητήσεως. Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν ἐμποδίζεται ἐκ τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου, ὅπως μὴ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς συζήτησιν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου; Διότι τὸ ἄρθρον 39 λέγει, ὅτι ὁ παρὼν νόμος δὲν θ’ ἀρχίσῃ ἰσχύων ἢ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῆς ἀποζημιώσεως καὶ τοῦ δανείου τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1897, δηλαδὴ τῶν 55 ἑκατομμυρίων. Τὰ δάνεια ταῦτα δὲν ἐξεδόθησαν. Ἑπόμενον ὅτι οὐδεμία διάταξις τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου θὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν. Ἐπεθύμουν, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν, νὰ δώσῃ ἐξήγησιν ἐπὶ τούτου, ἂν εὐαρεστῆται, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§65ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἄρθρον 18 τοῦ νομοσχεδίου, μετὰ τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, τὰς γενομένας καθ’ ἣν ἡμέραν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἄρθρον, λέγω, 18, τὸ ὁποῖον ἔκτοτε προσέθηκα εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἔχει ὡς ἑξῆς, κύριε Βουλευτά: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρξεται ἀπὸ τῆς χρονολογίας τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΒΦΙΘʹ περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου.» Ἑπομένως ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐκληφθῇ ὡς ἀποδοχὴ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὑποθέτω ὅτι εἶσθε καὶ ὑμεῖς σύμφωνος, ὅτι ἀποκλείεται. Ἐξ ἑτέρου ὅμως εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προβῶμεν εἰς διευθέτησιν τῶν ἐσωτερικῶν δανείων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ τῶν 3,900,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας τὸ ἄρθρον 28 τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου μᾶς ἀφήνει διαθεσίμους διὰ τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια, ἵνα ἀναγγείλωμεν εἰς τὰς Δυνάμεις τὴν τακτοποίησιν ταύτην. Λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονισθῇ ἡ διάθεσις τῶν 3,900,000 εἰς ὑπηρεσίαν τῶν ἐσωτερικῶν δανείων πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου. Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, περὶ δανείου ἐξωτερικοῦ 170,000,000 βασίζεται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὅρων τῶν περιεχομένων ἐν τῷ νόμῳ τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλὰ πότε θ’ ἀρχίσῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου, τοῦτο προβλέπεται ἐκ τοῦ ἄρθρου 39 τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ ὅλη ἡ διασκευὴ, ἡ προπαρασκευὴ, ἡ ἐνέργεια παντὸς τοῦ σχετικοῦ πρὸς τὸν νόμον τοῦ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἤδη, δέον νὰ συσχετισθῇ καὶ πρὸς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης. Ἑπομένως εἶναι ἀναπόφευκτον νὰ ψηφίσωμεν ἤδη τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ἣν ὥραν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ καὶ ὁ νόμος περὶ δανείου καὶ τεθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς θέσιν νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν ἐν Παρισίοις συνερχομένην αὐτὰς τὰς ἡμέρας διεθνῆ ἐπιτροπὴν, ὅπως ὁρίσῃ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκδοθῇ τὸ δάνειον· διότι ἀφ’ ἧς καταστήσῃ κοινὴν ἡ ἐν λόγῳ διεθνὴς ἐπιτροπὴ ἐν Παρισίοις, δημοσιεύσῃ τουτέστι (rendre publique) τὴν ἡμέραν τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, ἄρχεται ἡ μηνιαία προθεσμία τῆς ἐκκενώσεως τῆς Θεσσαλίας.
§66ΑΡ. ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Διὰ τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ὀλίγου ἐποιήσατο πρὸς τὴν Βουλὴν, φαίνεται ὅτι ἀποδέχεται τι, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι νέον· τουτέστιν, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ψηφίσωμεν, ὡς ἐψηφίσαμεν τὸ τοῦ ἐλέγχου καὶ τὸ τοῦ συμβιβασμοῦ, διότι ἄλλως κινδυνεύει ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου, καὶ ματαιοῦται ὅλη ἡ ἐργασία τῶν ξένων ἐπιτρόπων, τῶν ἐλθόντων ἐνταῦθα. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλέγχου καὶ συμβιβασμοῦ, εἶχε δηλώσει, ὅτι ὁ διακανονισμὸς τῶν ἐσωτερικῶν δανείων δὲν περιλαμβάνεται ἐν τῷ ἐλέγχῳ, ἐνομίζομεν ὅτι κατὰ τὴν περὶ τούτων συζήτησιν δὲν θὰ ἦτο ἀδύνατον, ἂν προέκυπτεν ἑτέρα γνώμη περὶ τοῦ τρόπου τοῦ διακανονισμοῦ τούτου, γνώμη, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν θὰ ἀντέκειτο εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, ὅπερ ἀναφέρεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ δυναμένη νὰ ἐπιφέρῃ μείζονα οἰκονομίαν, ἡ γνώμη αὕτη νὰ γείνῃ δεκτὴ καὶ ψηφισθῇ. Τώρα ὅμως ἐκ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ Βουλὴ θεωρεῖται δεσμευμένη καὶ ὑπόχρεως νὰ τὸ ψηφίσῃ, ὡς ὑποβάλλεται, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς βραχέως χρόνου νὰ καταρτισθῇ ἄλλος διακανονισμὸς καὶ νὰ ψηφισθῇ, ὅπως μὴ βραδύνῃ νὰ δημοσιευθῇ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου, τοῦ προωρισμένου διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως.
§67ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μόνον δύο λέξεις εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Θήρας, ἵνα παρατηρήσω, ὅτι ἐπείγει ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, ἐπείγει τουτέστιν ἡ ἀνάγκη, ὅπως τεθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς θέσιν νὰ γνωρίσῃ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνέπραξαν εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου, ὅτι ἐξετελέσθη τὸ ἄρθρον 28 αὐτοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῶν 3,900,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ὥρισαν ἐν τῷ σχεδίῳ νόμου περὶ ἐλέγχου, τῷ ἀποθάντι νόμῳ, οἱ ἐλεγκταὶ εἰς διάθεσιν ἠλαττωμένην ὑπὲρ τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, περὶ τούτου βεβαίως ἔχει ἐλευθερίαν ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ. Ὁ χρόνος ἐπείγει. Ἡ ἔγκαιρος κατάθεσις τοῦ νομοσχεδίου παρέσχεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν εὐκαιρίαν εὐρείας μελέτης καὶ εὐρυτάτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου· διότι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπεβλήθη πρὸ μηνός. Μοὶ ἐγένετο ἀντίῤῥησις, ὅτι δέον ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν μέχρι τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ πλησιάσῃ ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου. Ὑπεχώρησα ἁπλῶς εἰς τὴν εὐχὴν ταύτην, καὶ ἀνέβαλον μέχρι σήμερον. Νομίζω ὅτι εἶναι σαφὴς ἡ ἀπάντησίς μου.
§68ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐγὼ τουλάχιστον ἄλλως ἐνόησα τὸ πρᾶγμα· ὅτι πρέπει δηλ. πρῶτον νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, καὶ ὕστερον τὸ νομοσχέδιον. Ἄλλως θὰ ἐπεζητοῦμεν ἡμεῖς τὴν προτίμησιν αὐτοῦ καὶ τὴν συζήτησιν, ἵνα ἔχωμεν τὸν χρόνον τῆς βελτιώσεως τῶν ὅρων αὐτοῦ.
§69Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχει καί τι τὸ ὑποχρεωτικόν, ὑπάρχει ὅμως καί τι, τὸ ὁποῖον ἀφήνεται εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς. Ὑποχρεωτικὸν εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἑνοποιήσωμεν τὰ δάνεια τὰ ἐσωτερικὰ, τὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἴτε συνίστανται εἰς ὁμολογίας, εἴτε εἰς ἔντοκα γραμμάτια τοῦ Δημοσίου. Ὑποχρεωτικὸν εἶναι νὰ μεταποιήσωμεν τὰ δάνεια αὐτὰ εἰς δάνεια χρεωλυτικὰ, ἐκδιδόμενα εἰς ὁμολογίας. Τρίτος ὅρος εἶναι, ὅτι πρέπει τὸ νέον δάνειον νὰ ὑπηρετῆται ὡρισμένως διὰ 3,900,000, κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τῆς ὑπηρεσίας, θὰ ἦτο ἐλευθέρα, ἂν προτιμᾷ πρὸς τοῦτο ἄλλον τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπῄτει ὑπηρεσίαν μικροτέραν τῶν 3,900,000 δραχμῶν, νὰ πράξῃ τοῦτο. Ὥστε, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑποχρεωτικὸν μέρος, δηλ. ὅτι πρέπει τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια νὰ τὰ ἑνοποιήσωμεν καὶ μετατρέψωμεν εἰς χρεωλυτικὰ καὶ ὑπὸ ὑπηρεσίαν οὐχὶ ἀνωτέραν τῶν 3,900,000 δραχμῶν, εἴμεθα δεσμευμένοι, ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν ἐντὸς τῶν τριῶν αὐτῶν ὅρων ἐκτέλεσιν τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου, εἴμεθα ἐλεύθεροι.
§70ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου διετύπωσεν ἀκριβῶς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶχον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 αὐτοῦ, ὡς ἔχουσι).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σήμερον συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἔχομεν δὲ δύο ἔτι ἀναγνώσεις. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ζητήσω τι ἀδύνατον ἢ λίαν δύσκολον, ἐὰν παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ, ἵνα παρασκευασθῇ ὁ χρηματιστικὸς λογαριασμὸς ἑκάστου τῶν ἓξ δανείων, περὶ ὧν πρόκειται.
§73ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει.
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀκριβὴς, δὲν πιστεύω· εἶναι πολὺ περιληπτικός.
§75ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ. Θέλετε πλήρη ἀνάλυσιν;
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολλὰ τῶν δανείων τούτων πρόκειται νὰ ὑποβληθῶσιν ἤδη εἰς δευτέραν τροπὴν, διότι εἶχον ἤδη τραπῆ, τινὰ δὲ εἰς πρώτην τροπὴν, ἑπομένως καὶ διὰ τὰ ὑποβληθησόμενα εἰς δευτέραν τροπὴν καὶ διὰ τὰ εἰς πρώτην τροπὴν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν τὸ κάτοπτρον αὐτὸ τὸ ἐσωτερικόν. Τινὲς ἐξ ἡμῶν ἴσως δύνανται νὰ τὸ πορισθῶσιν ἐξ ἰδίας ἐρεύνης, ἀλλ’ εἶναι ἴσως καλὸν νὰ τὸ ἔχωσι πρόχειρον ὅλοι.
§77ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ. Θὰ φροντίσω νὰ προσαγάγω τὸ αἰτούμενον.
§78ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐπικροτῶ εἰς πᾶσαν προσπάθειαν, τείνουσαν νὰ ἐλαττώσῃ τὰ βάρη τοῦ ἀτυχοῦς δημοσίου ταμείου, τὸ ὁποῖον ἀρκετὰ ἐπεβαρύνθη καὶ ἐπιβαρύνεται μᾶλλον ἢ ἐλαφρύνεται· θὰ ἐπισύρω μόνον τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τὴν κατανομὴν τοῦ δανείου. Πιστεύω δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν, ὡς ἐλπίζω, εὕρῃ τὴν πρότασίν μου εὔλογον καὶ δικαίαν, δύναται ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ προβλεπομένου κανονισμοῦ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν μικρὰν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποδείξω. Ἡ οἰκονομία 375,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι προκύπτει μόνον ἐκ τοῦ χρεωλυσίου, διότι περὶ τοὺς τόκους μικραὶ εἶναι αἱ διαφοραί· περὶ τοὺς τόκους γίνεται μία ἐλάττωσις εἰς μὲν τὸ δάνειον τῶν 9 ἑκατομμυρίων ἐξ 22,250 δραχμῶν, εἰς δὲ τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον μένει 1,711,000 δραχ. σήμερον, ἐκ 4,278 δραχμῶν· ὥστε 26,528 δραχμαὶ καθ’ ἑξαμηνίαν φέρουν ἐλάττωσιν τόκων ἐτησίως 53,000· ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἐπέρχεται αὔξησις, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὸ δάνειον τῶν 16,500,000, τὸ κοινῶς λεγόμενον τοῦ Κωνσταντοπούλου, διότι συνωμολογήθη ἐπὶ τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἐκ Μαντινείας πρώην Βουλευτοῦ Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τὰ ἔντοκα γραμμάτια. Ὥστε ἡ αὔξησις εἶναι κατ’ ἔτος 90,000 δραχ. Ἀφαιρουμένης τῆς ἐλαττώσεως, προκύπτει αὔξησις τόκων μόνον 37,000 δραχ. Ἡ μεγάλη ἐλάττωσις τῶν 375,000 δραχ. λοιπὸν βαρύνει μόνον ἓν δάνειον, τὸ χρεωλύσιον τοῦ δανείου τῶν 16,500,000, κατὰ περίεργον δὲ σύμπτωσιν, δύο δάνεια εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται τὴν ἐλάττωσιν, τὸ δάνειον αὐτὸ τῶν 16,500,000 καὶ τὸ δάνειον τῶν 6,700,000, τὸ δι’ ἐντόκων γραμματίων πρὸς 6%, τὸ κατὰ τὰς τελευταίας ἐθνικὰς περιστάσεις συνομολογηθέν.
§79ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ περίεργον τῆς συμπτώσεως βεβαίως δὲν συμπίπτει πρὸς τὸ τίνες εἶναι οἱ δανεισταί, διότι ἄλλως θὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι τοῦ μὲν δανείου τῶν 16½ ἑκατομμυρίων κατὰ τὰ ¾ εἶναι δανειστὴς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τοῦ δὲ δανείου τῶν 6,700,000 εἶναι κατὰ τὰ 4 ἑκατομμύρια καὶ μερικὰς ἑκατοντάδας ἐπίσης ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα.
§80ΣΚΟΥΖΕΣ. Οὐδὲ κατὰ νοῦν εἶχον νὰ ποιήσωμαι τοιοῦτον ὑπαινιγμόν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι αὐτὰ τὰ δύο δάνεια ὑφίστανται ὅλην τὴν ἐλάττωσιν. Τὸ δάνειον τῶν 16,500,000 ἐγένετο εἰς τὰ 1892, κατ’ ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἦτο ἀναγκαιοτάτη ἡ προμήθεια αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, διὰ νὰ πληρωθῇ τὸ τοκομερίδιον τῶν ὅλων μας δανείων, διότι ἄλλως ἐτρέχομεν τὸν κίνδυνον ἐκείνην τὴν ἐποχὴν νὰ πάθωμεν τὸ ἀτυχὲς συμβὰν τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, τὰ δὲ ἔντοκα γραμμάτια πρὸς 6% ἐδάνεισε, νομίζω, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατὰ τὰ ¾, καὶ τῇ προσκλήσει τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἄλλα καταστήματα τραπεζιτικὰ, πότε; τὴν παραμονὴν τῶν ἡμερῶν, ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς πόλεμον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν θὰ ἦναι πρακτικὸν καὶ δίκαιον νὰ ὑποστῶσιν αὐτὰ τὰ δάνεια ὅλην τὴν ἐλάττωσιν. Ὡς ἐν παραδείγματι ἀναφέρω, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα δι’ ἐντόκων γραμματίων προηγουμένως κατεβλήθησαν εἰς τὸ Δημόσιον, ἐδόθησαν εἰς ἐποχὴν ὁμαλὴν, ὅτε πολλοί, καὶ καταστήματα τραπεζιτικὰ καὶ ἰδιῶται καὶ ἀγαθοεργὰ καταστήματα, ἦσαν λίαν εὐχαριστημένοι νὰ ἔχωσιν ἕνα τόκον 5%, ἑπομένως σήμερον ὄχι μόνον δὲν ὑφίστανται ἐλάττωσίν τινα, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἔχουσιν αὔξησιν, ἐνῷ τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα ἔδωσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν Φεβρουάριον ἢ τὸν Μάρτιον ἢ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1897, ὅτε ἤμεθα ἐν πολέμῳ, βεβαίως τὰ ἔδωσαν, καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατὰ τὰ ¾ καὶ οἱ λοιποί, μὲ τὴν πιθανότητα, ὅτι μετά τινος δυσκολίας ἤθελον ἀνακτήσει τὰ χρήματά των, ὁπόταν ἤθελον τὰ ζητήσει. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὰ ἔντοκα γραμμάτια τῶν 5% δὲν χάνουν τίποτε ἐκ τῶν τόκων, διότι 5% εἶχον τότε, 5% θὰ ἔχωσι καὶ τώρα, ἀλλὰ θὰ κερδίζωσι καὶ 9 μονάδας, διότι αἱ ὁμολογίαι αὗται τοῦ νέου δανείου τοῖς δίδονται εἰς 11%, δηλαδὴ εἰς τὴν αὐτὴν τιμὴν, εἰς τὴν ὁποίαν δίδονται καὶ εἰς κατόχους ἐντόκων γραμματίων φερόντων τόκον 6%, οἵτινες χάνουν ἐκ τοῦ τόκου 1%. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εὑρίσκων τὴν πρότασίν μου εὔλογον καὶ δικαίαν, εὐκόλως δύναται, ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἔχουν θέσει πρὸς διακανονισμὸν τῶν χρεῶν αὐτῶν, νὰ εὕρῃ τὸν τρόπον, ἵνα ἐπέλθῃ μία δικαιοτέρα κατανομή, ὥστε, ἄν ποτε εὑρεθῶμεν εἰς παρομοίας περιστάσεις, νὰ μὴ συμβῇ, ὥστε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον κληθῆ νὰ ἔλθωσιν ἀρωγοὶ τοῦ Δημοσίου, νὰ ὑποθέτωσιν ὅτι διὰ τὸν ζῆλον, τὸν ὁποῖον ἔδειξαν, ἐρχόμενοι ἀρωγοὶ εἰς τοιαύτας περιστάσεις, θὰ εὑρεθοῦν εἰς ἥττονα θέσιν, παρὰ οἱ δανείζοντες ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσι.
§81ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δύο ὑπέβαλε παρατηρήσεις· ἡ μία εἶναι, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 16,500,000 εἶναι τὸ πάσχον πλειότερον τῶν ἄλλων δανείων· παρετήρησεν ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὀλίγον πρὶν ἢ κάμῃ τὴν παρατήρησιν ταύτην, δι’ ἑτέρας παρατηρήσεως, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 16,500,000 αὐξάνει κατὰ ½% ἐπὶ τοῦ τόκου του. Δὲν ἔλαβε λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐγένετο προσπάθεια εἰς ἀποζημίωσίν τινα τοῦ δανείου τῶν 16,500,000 διὰ τοῦ μείζονος τόκου, τῆς ζημίας τῆς ἀληθοῦς, τὴν ὁποίαν τὸ δάνειον τοῦτο πάσχει, στερούμενον ὀγκωδεστάτου χρεωλύτρου; Τούτου, καθὼς γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτής, τὸ ⅓ εἶναι χρήματα, μὴ καταβεβλημένα ὑπὸ τῶν ἀναλαβόντων τὸ δάνειον. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ κατανομὴ τῆς ζημίας, ἡ ἐλάττωσις τῆς ὑπηρεσίας κατὰ 375,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας διὰ τῆς οἰκονομίας τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπάγει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, φαίνεται ἐκ τῶν ὑστέρων κἄτι τι λίαν ἁπλοῦν. Δὲν ἦτο λίαν ἁπλοῦν καθ’ ἑαυτό· εἴχομεν νὰ κάμωμεν μὲ τριῶν κατηγοριῶν δάνεια, ἐκτὸς τῶν ἐντόκων γραμματίων, περὶ ὧν θὰ εἴπω εἰς τὸ τέλος, εἴχομεν νὰ κάμωμεν μὲ δάνειον πρὸς 4%, εἴχομεν νὰ κάμωμεν μὲ δάνειον πρὸς 5%, εἴχομεν νὰ κάμωμεν μὲ δάνειον πρὸς 5½%· ἐπρόκειτο νὰ ζητήσωμεν τύπον πρὸς ἑνοποίησιν τῶν δανείων τούτων, ὁ τύπος δ’ οὗτος δὲν ἦτο πολὺ εὐχερής, ὡς ἐννοεῖτε, προκειμένου περὶ δανείων, τῶν ὁποίων ἡ parité εἶναι δυσεύρετος, ἕνεκα τῆς μεγάλης περὶ τοὺς τόκους καὶ τὰ τοῦ χρεωλυσίου διαφορᾶς. Λοιπὸν τί ἔκαμα; τοῦ μὲν δανείου πρὸς 5½% (καὶ δύο τοιαῦτα ὑπάρχουσιν εὐτυχῶς ἀποκλειστικῶς εἰς χεῖρας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης) ἔκοψα τὸ ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν καὶ συνεχώνευσα τὸ κοπὲν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 375,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ θυσιάσωσιν οἱ δανεισταί. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰ δάνεια τῶν 4 καὶ 5%, τί ἔκαμα; Ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶχον ἤδη τὸ δάνειον τῶν 9 ἑκατομμυρίων τῶν 5½% μεταβεβλημένον εἰς 5%, ὡς καὶ τὸ ἐλλιπὲς τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας μεταβεβλημένον εἰς 5%, εὗρον δ’ ὅτι ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Κράτους, ἀντὶ τὰ δάνεια ταῦτα καὶ ὅσα ἄλλα εἶναι πρὸς 5%, ἀντὶ πάντα ταῦτα νὰ ἀναγάγω εἰς τὸν τόκον τῶν ἑτέρων δανείων, τῶν τυχόντων πρὸς 4%, ἦτο συμφερώτερον ἀπὸ διττῆς ἀπόψεως διὰ τὸ Κράτος νὰ προτιμήσω τὸ ἀντίστροφον, νὰ μεταβάλω τὰ δάνεια τὰ πρὸς 4% εἰς δάνεια πρὸς πέντε τοῖς ἑκατόν. Διατὶ ἦτο προτιμότερον; ὑποθέτω ὅτι εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς εἶναι περιττὸν καὶ νὰ τὸ ἀναλύσω περισσότερον, διότι, ἐννοεῖται, δὲν ἐπρόκειτο ἡ ἀναγωγὴ εἰς 5% νὰ γείνῃ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν δανειστῶν τῶν ἐν λόγῳ δανείων, ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἐπὶ τῇ βάσει ἐκείνῃ, τὴν ὁποίαν οἱ χρηματισταὶ ὀνομάζουν parité, τουτέστιν ἐγένετο δάνειον 15 ἑκατομμυρίων· αὐτὸ τὸ δάνειον τῶν 15 ἑκατομμυρίων εἶναι πρὸς 4%. Τί λαμβάνουν οἱ δανεισταὶ τῶν 15 αὐτῶν ἑκατομμυρίων πρὸς 4%; Ἑξακοσίας χιλιάδας δραχμάς. Αὐτὸ τὸ δάνειον τῶν 15 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον σημειωτέον ὅτι ἦτο χρεωλυτικὸν καὶ καθίσταται ἐκ νέου χρεωλυτικὸν σήμερον συνεπείᾳ τοῦ ὅρου τοῦ ἄρθρου 28, τὸ μετέβαλεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς δάνειον 12 ἑκατομμυρίων, δηλαδὴ ἠλάττωσε τὸ κεφάλαιον ἀπὸ 15 εἰς 12 ἑκατομμύρια καὶ ἑπομένως τὴν χρεωλυτικὴν ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τούτου ἀπὸ χρεωλυτικῆς ἐξοφλήσεως 15 ἑκατομμυρίων εἰς χρεωλυτικὴν ἐξόφλησιν 12 ἑκατομμυρίων, καὶ οὕτως ἔδωκεν εἰς τοὺς δανειστὰς 5%. Πόσον ἀποφέρει τὸ 5% ἐπὶ 12 ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος; 600,000 δραχμὰς, ὅσας ἀποφέρει καὶ δάνειον 15 ἑκατομμυρίων πρὸς 4%. Τώρα τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὑπὸ τῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς, ὁμολογῶ ὅτι πρὸς μεγάλην του θλῖψιν ἐτέθη εἰς 375,000 δραχμῶν μείωσιν τουλάχιστον τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας. Διατὶ μὲ ἐλύπησεν; Ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπὸ τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, ὑπῆρξεν ἐν τῇ συνειδήσει πάσης Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἔκτοτε διοικησάσης, ὅτι τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια, μεθ’ ὅσα εἶχον ὑποστῆ ἱστορικῶς ἀλληλοδιαδόχως ἐπὶ τῶν συμφωνιῶν τῶν ἀρχικῶν τῆς ἐκδόσεώς των, δὲν ἦσαν ἄξια περαιτέρω ὑποβιβασμοῦ τῶν ἀπολαυῶν αὐτῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ διακανονισθῶσι περαιτέρω, καὶ ἐξ ἀνάγκης, διότι ὁ διακανονισμὸς οὗτος ἤθελε προσβάλει συμφέροντα οὐσιωδέστατα αὐτοῦ τοῦ Κράτους, αὐτοῦ τοῦ τόπου, καὶ διότι αὐτοὶ οἱ κάτοχοι τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἐν λόγῳ δανείων ἤθελον ἀδίκως ζημιωθῆ περαιτέρω. Ἔσχον ἀφορμὴν νὰ εἴπω εἴς τινα τῶν ὁμιλιῶν τῶν σχετικῶν πρὸς τὸν διακανονισμὸν τῶν δανείων, ὅτι λογιστικοὶ καλῶς λογαριάζοντες καὶ πολὺ λεπτομερῶς καὶ ἐπιμελῶς λαβόντες τὰς λεπτομερεῖς σημειώσεις τῆς ἀφετηρίας τῶν συμφωνιῶν τῶν ἐν λόγῳ δανείων τοῦ Κράτους πρὸς ἐκεῖνο τὸ ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχουν καταντήσει ὑπηρετούμενα σήμερον τὰ ἐν λόγῳ δάνεια, ἐπείσθησαν, ἀφοῦ κατεσυκοφαντήθημεν ἐπὶ ἔτη, ὅτι δῆθεν ἐμεροληπτήσαμεν ὑπὲρ τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, ἐξαιρέσαντες αὐτὰ, ἐπείσθησαν καὶ δι’ ἐπισήμου φύλλου τοῦ Βερολίνου, τῆς «Norddeutsche Allgemeine Zeitung», (διὰ τοὺς τυχὸν ἀναγινώσκοντας αὐτὴν προσθέτω, ἐπὶ τῆς πρώτης σελίδος, ἀραιοῖς γράμμασιν,— ἴσως γνωρίζουν τί ἐννοεῖ τοῦτο —) ὅτι ἀδίκως καταφέρονται οἱ ἀλλοδαποὶ δανεισταὶ κατὰ τῆς ἐξαιρέσεως ἀπὸ τῶν ἐλαττώσεων τῶν ἐσωτερικῶν ἑλληνικῶν δανείων. Ὑπελόγισαν λεπτομερῶς, ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ποῖα τῶν δανείων τούτων ἐξεδόθησαν ἀρχικῶς εἰς μεταλλικὸν, εἰς χρυσὸν, καὶ ποῖα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, πότε συνωμολογήθησαν τὰ ἐπὶ τραπεζικοῖς γραμματίοις δάνεια, (διότι τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν συνωμολογήθησαν μὴ ὑπαρχούσης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅτε τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἦτο ἰσότιμον τῷ χρυσῷ,) ὑπολογίσαντες τὰς ἀλληλοδιαδόχους ἐλαττώσεις ἐπὶ τῶν τόκων, ὑπολογίσαντες πάντα τέλος πάντων τὰ σχετικὰ, τὴν μεταβολὴν τῶν εἰς χρυσὸν δανείων εἰς δάνεια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος, ἐπενεγκοῦσαν ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου· εὗρον δὲ, κατ’ ἀκριβῆ λογαριασμὸν, ὅτι εἰς 52% ἀνέρχεται ὁ ἀρχικὸς τόκος, τὸν ὁποῖον ἀπολαμβάνουν τὰ ἐν λόγῳ δάνεια κατὰ μέσον ὅρον. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι εἰς 52% ὑπελόγισαν οἱ δανεισταί μας οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐν Βερολίνῳ, τῶν ὁποίων τινὲς ἦσαν καὶ ἐνταῦθα τελευταῖον, ὅτι ἐπῆλθεν ἡ ἐλάττωσις, ἤτοι κατὰ 48% ἐλάττωσις· οὕτω δὲ αὐτοὶ, ὄχι ἡμεῖς, ἔκριναν, ὅτι νομίζουσιν ἀναντιῤῥήτως ὅτι ἐπαρκεστάτη πλέον εἶναι ἡ ἐλάττωσις αὕτη, ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, κατὰ σύγκρισιν πρὸς τὰ μείζονα παθόντα ἐλάττωσιν ποσοστοῦ ἐξωτερικὰ δάνεια, ἐὰν, λέγω, ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, συγκρίνοντες τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν δάνεια πρὸς τὰ ἐξωτερικὰ, ὅτι τὰ μὲν ἐξωτερικὰ δάνεια ἀγορὰν ἔχουσι τὴν ὑφήλιον, τὰ δὲ δάνεια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δὲν ἔχουσιν ἀγορὰν, παρὰ τὸν μικρὸν κύκλον τοῦ στενοῦ δυστυχῶς ἀκόμη σήμερον Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, ὅτι πρὸς τούτοις αἱ ὁμολογίαι αὗται τυγχάνουν κατὰ τὰ ⅔ παρὰ τοῖς καταστήμασι τοῖς ἔχουσι τὸ προνόμιον τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων, ἀποτελοῦσι κατὰ συνέπειαν ἓν ἐνεργητικὸν τῶν καταστημάτων αὐτῶν, ἀνεξαρτήτως δὲ τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ ὑπάρξεως ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τ’ ἀποτελοῦντα τὸ ἐνεργητικὸν τῶν ἐν λόγῳ Τραπεζῶν ἀποτελοῦσι τὴν πίστιν, τὴν παρακολουθοῦσαν τὰ κυκλοφοροῦντα τραπεζικὰ γραμμάτια τῶν ἐν λόγῳ Τραπεζῶν. Μεθ’ ὅλα ταῦτα οἱ κύριοι ἐλεγκταὶ ἀπῄτησαν τὴν ἐλάττωσιν τῶν 375,000 δραχμῶν, καὶ ὤφειλον νὰ ὑποκύψω, καίτοι ἐγίνωσκον τίνες οἱ κάτοχοι τῶν ἐν λόγῳ γραμματίων, καὶ ὅτι βλάπτεται ἡ πίστις, καθόσον πρόκειται περὶ κατόχων Τραπεζῶν ἐκδοτικῶν, καίτοι ἐγίνωσκον, ὅτι μέγα μέρος τοῦ ὑπολοίπου ἀνήκει εἰς ἀγαθοεργὰ καταστήματα τοῦ τόπου μας, καὶ ὅτι ἀρκετὰ ἠλαττώθησαν αἱ πρόσοδοι τῶν καταστημάτων τούτων, ἵνα μὴ ζητήσωμεν νὰ ἐλαττώσωμεν καὶ περαιτέρω, διότι διὰ τῆς ἄλλης χειρὸς θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀρωγὴν αὐτῶν τῶν καταστημάτων. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ οὐχ ἧττον ἀναγκασθεὶς νὰ δεχθῶ τὴν διακανόνισιν, ἐσκέφθην ὅτι πρὸς παρηγορίαν τῶν κατόχων ἡ ἑνοποίησις καὶ ἡ ἐκ τῶν περισσευμάτων τῶν ὑπεγγύων προσόδων ἐπίδειξις ἀσφαλείας ὑπηρεσίας (λέγω ἐπίδειξις ἀσφαλείας, διότι τὰ δάνεια ταῦτα ὑπηρετήθησαν μέχρι τοῦδε πάντοτε τακτικώτατα) θὰ συντελέσῃ εἰς μερικὴν ἀποζημίωσιν τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν διὰ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἔπαθον ἐπὶ τῶν ἀξιῶν, τὰς ὁποίας κρατοῦσιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διεκανονίσθησαν τὰ τοῦ θέματος τούτου. Διατὶ ἐπροτιμήσαμεν τὸ 5% τοῦ 4%; Ἐκτὸς τοῦ λόγου, ὃν σᾶς ἔδωκα, ἐπιτυγχάνομεν οὕτω καὶ ἐλάττωσιν τῶν κεφαλαίων, ἤτοι τοῦ ἀποδοτέου τοῖς δανεισταῖς ποσοῦ, διὰ τῆς χρεωλυτικῆς ἐξοφλήσεως, εἴτε καὶ διὰ τροπῆς, καὶ τὴν διευκόλυνσιν μιᾶς μεταγενεστέρας τροπῆς διὰ δανείου μὲ τόκον μικρότερον. Πρόκειται περὶ διακανονισμοῦ, περὶ μέτρου ἀναλόγου πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν διὰ τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια· ἀλλὰ διὰ τὰ ἐσωτερικὰ ἐπιβάλλεται νὰ γείνῃ ὁ διακανονισμὸς ἐν μικροτέρῳ μέτρῳ, διότι τοῦ σημερινοῦ διακανονισμοῦ προηγήθησαν ἤδη πλεῖστα ἄλλα μέτρα ὑποτιμήσεων τῶν προσόδων τῶν δανείων τούτων, ἐνῷ εἰς τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια ἐγένετο μία μόνον ἐλάττωσις. Πρόκειται περὶ διακανονισμοῦ, ἀφοῦ μᾶς ἐπέβαλον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐλαττώσωμεν κατὰ 375,000 δραχμὰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐν λόγῳ δανείων. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑποτιμήσωμεν αὐτὰ καὶ περαιτέρω, νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ νεωτέρας ὑποχρεώσεις· ὡς πρὸς τοῦτο, φρονῶ τὸ ἐναντίον. Ἐνῷ ἐξ ἑνὸς ἐπετύχομεν οἰκονομίαν 375,000 δραχμῶν, ἐπετύχομεν καὶ νὰ μὴ ζημιωθῶσιν ἐπαισθητῶς οἱ δανεισταὶ οἱ ἐσωτερικοὶ, ὅπερ θεωρῶ οὐσιωδέστατον συμφέρον, ἵνα μὴ ἐλαττώσωμεν τὴν πίστιν τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων ἐκδόσεως, τὰ ὁποῖα εἶναι βεβαρυμένα, ἅτινα πρέπει νὰ καταστήσωμεν μᾶλλον χρήσιμα, καὶ ἐλαττώσωμεν τὴν πρὸς αὐτὰ ὀφειλὴν τοῦ Κράτους, δημιουργοῦντες ἀγορὰν διὰ τὰς ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῶν ὁμολογίας, ὅπως δυνηθῶσι νὰ διαθέσωσι τὰ κεφάλαιά των εἰς ὑπηρεσίαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου. Τὸ ἰδανικὸν δι’ ἐμὲ εἶναι, ἡ Τράπεζα νὰ ἦναι μικρὸς δανειστὴς τοῦ Κράτους, μέγας δὲ τοῦ τόπου. Δὲν εἶναι προορισμὸς τῶν Τραπεζῶν ἐκδόσεως νὰ ἦναι μεγάλοι δανεισταὶ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τοῦ τόπου. Ἡ δὲ Τράπεζα κατήντησε νὰ μὴ ἦναι ἐπαρκῶς δανειστὴς τοῦ τόπου, ὅπερ ἔβλαψεν αὐτήν. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ δημιουργήσω τοιαύτας ἀξίας, τῶν ὁποίων δὲν εἶναι εὐχερὴς ἡ διαπραγμάτευσις. Ἔλαβον τὸν τύπον τῶν 5% διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι διὰ συνετῆς διοικήσεως, τὴν ὁποίαν προσδοκῶ, θέλει φθάσει ἡ Ἑλληνικὴ πίστις εἰς σημεῖον, ὥστε νὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐνεργήσωμεν τροπὴν τοῦ δανείου εἰς 4%, χωρὶς νὰ ἐπιβάλωμεν τοῦτο διὰ μονομεροῦς ἐπιταγῆς. Ἂν εἶχον τύπον 4% ἔπρεπε πρὸς τοῦτο νὰ ἀνέλθῃ ἡ Ἑλληνικὴ πίστις εἰς τὸ 3%. Φρονῶ κατὰ συνέπειαν, ὅτι καὶ δίκαιον εἶναι καὶ συνετώτερον τὸ γενόμενον διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ὡς πρὸς τοὺς κατόχους τῶν ἐντόκων γραμματίων, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔκαμε παρατήρησιν, ἥτις παρουσιάζεται κατὰ πρῶτον ὡς πειστική, ἀλλὰ δὲν εἶναι, νομίζω, βάσιμος. Παρετήρησαν βεβαίως ὅσοι ἀνέγνωσαν τὸ νομοσχέδιον, ὅτι, ἐνῷ πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους ἐπιβάλλομεν τὸν διακανονισμὸν, ἐπὶ τῶν ἐντόκων γραμματίων δὲν ἐπιβάλλομεν τίποτε. Ἐὰν ἐλέγομεν εἰς αὐτούς: «ἔλθετε ὑποχρεωτικῶς νὰ συμψηφίσητε τὰς ἀπαιτήσεις σας δι’ ὁμολογιῶν ἐξοφλητέων ἐντὸς μακρᾶς προθεσμίας ἐτῶν πολλῶν», ἠθέλομεν χάσει εἰς τὸ μέλλον πηγὴν εἰσόδου προσωρινῆς χρημάτων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀναγκαίας εἰς πᾶν Κράτος, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὸ μικρὸν Ἑλληνικόν· διότι φέρει προχείρως χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον ἐν στιγμῇ ἀγόνων προσόδων. Ἂν εἴπητε εἰς τοὺς κατόχους ἐντόκων γραμματίων σήμερον «σᾶς δίδω ὁμολογίας», θὰ σᾶς εἴπωσιν «ἡμεῖς δὲν συνηλλάγημεν δι’ ὁμολογίας», καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θ’ ἀποφεύγωσι νὰ ἐνεργῶσι προσωρινὰ δάνεια εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Κατέστησα λοιπὸν τὸν εἰς ὁμολογίας συμψηφισμὸν ἑκούσιον δι’ αὐτούς. Εἰς τὴν περίπτωσιν δὲ τῆς πωλήσεως τῶν ὁμολογιῶν, ὅπως τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἐξοφληθῶσιν ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς πωλήσεως, ἀφῆκα ἀνοικτὸν τὸ στάδιον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φροντίσῃ νὰ κανονίσῃ τὰς τιμὰς τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἐν λόγῳ ὁμολογιῶν οὕτως, ὥστε νὰ μὴ πάθῃ ζημίαν τὸ Δημόσιον ἐπὶ τῆς τρεχούσης αὐτῶν τιμῆς. Νομίζω ἐμαυτὸν ὑποχρεωμένον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ἐκ μέρους τοῦ συνεχοῦς καὶ ἀδιαιρέτου νομικοῦ προσώπου τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέναντι τῶν εἰς ἔντοκα γραμμάτια δανειστῶν μας τοῦ ἔτους 1897, ὅτε ἡ φερεγγυότης ὑμῶν ἦτο προβληματικὴ λόγῳ ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, τὸ Κράτος νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς τὰ χρήματά των, ἐὰν δὲν νομίζωσιν ὅτι αἱ ὁμολογίαι, ὡς τοῖς προσφέρονται, συμφέρουσιν εἰς αὐτούς. Ἐγὼ ἐννοῶ νὰ πωλήσωμεν ὁμολογίας, ἵνα τοὺς πληρώσωμεν, διότι ἄλλως κινδυνεύομεν νὰ κλείσωμεν μίαν θύραν, τὴν θύραν τῶν ἐντόκων γραμματίων.
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ συζητήσω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ ἤμεθα ἐν γνώσει τῆς καταστάσεως τῶν δανείων, νὰ φέρῃ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν πίνακας δεικνύοντας τοὺς κατόχους τῶν δανείων· ἐννοῶ τῶν κυριωτέρων κατόχων, ὡς εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα καὶ ἄλλα καταστήματα.
§83Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐζήτησεν, ὅπως ἐν τῷ πίνακι σημειωθῇ καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους συνωμολογήθησαν τὰ διάφορα δάνεια, ἐπὶ πόσῳ τόκῳ, ποίας μεταβολὰς ὑπέστησαν, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4–15 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ κάμω μίαν ὑπόμνησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ νόμῳ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλουσιν οἱ παλαιοὶ τίτλοι τῶν διαφόρων δανείων νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὸ Δημόσιον. Πρέπει δὲ νὰ περιληφθῇ καὶ διάταξις, καθ’ ἣν οἱ μὴ παραδοθησόμενοι τίτλοι ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ κηρύσσωνται ἄκυροι...
§86ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐντὸς ἓξ μηνῶν.
§87ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ὀλίγον τὸ διάστημα. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προσδιορισθῇ προθεσμία, ἐπὶ ποινῇ ἀκυρώσεως τῶν ὁμολογιῶν. Θὰ εἴδετε δὲ εἰς ὅλα τὰ δάνεια καὶ εἰς ὅλας τὰς τροπὰς τῶν δανείων, ὅτι ὁμολογίαι μὴ παρουσιαζόμεναι ἐντὸς πενταετίας θεωροῦνται ἄκυροι.
§88Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τῶν λεχθέντων, νομίζω καλὸν νὰ μὴ περιλάβητε εἰς τὸ νομοσχέδιον διάταξιν, καθ’ ἣν αἱ κληρούμεναι ὁμολογίαι δὲν ἀποσβέννυνται μετὰ πενταετίαν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς κληρώσεως, ἀλλὰ μετὰ πενταετίαν ἀπὸ τῆς τελευταίας κληρώσεως, δηλ. ἀπὸ τῆς ἀποτίσεως τοῦ ὅλου χρέους· διότι οὕτω θὰ ἔχωμεν τὸ ἄτοπον νὰ μένουν ἐκκρεμεῖς ἀπαιτήσεις καὶ ἐξελέγξεις διαχειρίσεως, βαρύνουσαι τὸ Δημόσιον καὶ τὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους ἐπὶ 80 ἔτη.
§89ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μετὰ 30 ἔτη ἐξοφλεῖται.
§90ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μετὰ 30 ἔτη! Αὐτὸ θὰ ἦτο τερατῶδες!
§91ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι τερατῶδες, εἶναι ἀπὸ τὰ ζητήματα τὰ πολὺ συζητούμενα. Ὑπάρχουν ἐπιχειρήματα καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ βεβαίως.
§92ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἐν τούτοις παραγράφονται καὶ αἱ ἀπαιτήσεις αὗται μετὰ 5 ἔτη, ἀρχόμενα ἀπὸ τῆς κληρώσεως ἑκάστης ὁμολογίας, οὐχὶ ἀπὸ τῆς ἀποσβέσεως τοῦ ὅλου χρέους.
§93ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ. Εἰς τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον συνομολογοῦμεν, παραγράφονται αἱ ὁμολογίαι μετὰ 30 ἔτη. Ἀριστοκρατικώτερον δάνειον δὲν πιστεύω νὰ ὑπῆρξε ποτέ. Ἐν τούτοις θὰ μελετήσω καὶ πάλιν τὸ ζήτημα διὰ τὴν ἑπομένην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§95Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐλαχίστην ἔχω παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18· νὰ προστεθῇ ἡ χρονολογία τῆς δημοσιεύσεως τοῦ ἀναφερομένου νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου.
§96ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). 26 Φεβρουαρίου 1898. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα νόμιμος διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται.»
§98Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ προετίμων νὰ τεθῇ, ὅτι οἱ προηγούμενοι νόμοι καταργοῦνται.
§99ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρόκειται περὶ τῶν νόμων, δυνάμει τῶν ὁποίων ἐδημιουργήθησαν αὐτὰ τὰ δάνεια.
§100Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐδῶ εἶναι ἡ θέσις, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἔκφρασιν, νομίζω ὅτι πᾶσα νόμιμος διάταξις δὲν εἶναι πᾶσα διάταξις. (Διάλογοι).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀντὶ «πᾶσα νόμιμος διάταξις» θὰ τεθῇ «πᾶσα διάταξις νόμου». (Οὕτω τροποποιηθέν, γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 19, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθήκης διατάξεως ἐν τῷ νόμῳ ͵ΒΥΝΒʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1896 περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ᾼΛϚʹ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας ἀξιωματικῶν.
§103Ι. ΣΕΧΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα τροποποίησις τοῦ νόμου στηρίζεται εἰς τὰς αὐτὰς βάσεις, εἰς ἃς ἐστηρίζετο τὸ ἀρχικῶς ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Δηλ. καὶ ἐνταῦθα παρατηρῶ αὔξησιν ὁρίου ἡλικίας χάριν ἱκανοποιήσεως ἀτόμων τινῶν, τὰ ὁποῖα βεβαίως δικαιοῦνται, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι, ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, διεγείρει ἀντιζηλίας, διεγείρει, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὑπολανθάνοντα μίση. Διότι, ἐρωτῶ, δὲν ἔχει δίκαιον ὁ ἀντισυνταγματάρχης Δράκος, ὁ ἀτρόμητος Δράκος, νὰ εἴπῃ: «διατὶ δι’ ἐμὲ δὲν ἐγένετο αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐγένετο διὰ τὸν συνταγματάρχην Γιαννηκώσταν;» Καὶ δὲν βλάπτει, ἐὰν τὸ εἴπῃ μόνον ὁ Δράκος, ἀλλὰ θὰ τὸ εἴπουν ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοί, θὰ τὸ εἴπῃ ἡ κοινὴ γνώμη, ὅτι ἡ Βουλὴ κάμνει διακρίσεις. Περὶ τίνος πρόκειται, κύριοι συνάδελφοι; Πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθῇ ὁ συνταγματάρχης κ. Γιαννηκώστας, διότι ἀπειλεῖται ἀπὸ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι δικαιοτέραν καὶ λογικωτέραν ἐξήγησιν οὐδεὶς ἄλλος ἔκαμεν ὑμῖν ἢ ὁ ἐκ Πυλίας κύριος συνάδελφος, ἣν παρεδέχθη καὶ ὁ ἐκ Μεσσήνης κ. συνάδελφος καὶ διετύπωσε τροπολογίαν τοῦ νομοσχεδίου, δηλαδὴ ἡ Βουλὴ νὰ χορηγήσῃ χρονικὸν διάστημα διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, δι’ οὓς ὁ τελευταῖος νόμος ἠλάττωσε τὸ χρονικὸν διάστημα, ἵνα δηλώσουν, ἐὰν πράγματι ἔχουν παράπονα, ὅτι εἰς τὸ μητρῷον σημειώνονται μὲ ἡλικίαν μεγαλειτέραν παρ’ ὅσην πράγματι ἔχουσι. Τόσῳ δικαίαν εὑρίσκω τὴν πρότασιν ταύτην, ὥστε νομίζω, ὅτι καὶ ἔτι περισσότερον πρέπει νὰ γενικευθῇ ἐφ’ ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν, διότι, ὅτε ἐδόθη τὸ ἑξάμηνον χρονικὸν διάστημα, πολλοὶ ἀξιωματικοὶ ἦσαν εἰς καταδίωξιν τῆς ληστείας, μακρὰν δὲ τῶν πόλεων εὑρισκόμενοι διαρκῶς, δὲν ἐλάμβανον πληροφορίας καὶ συνεπῶς δὲν ἐδήλωσαν ἐγκαίρως. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη τις ἔλλειψις ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀξιωματικῶν· ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοί, οἵτινες εἶναι υἱοὶ στρατιωτικῶν, καὶ οἱ πατέρες των ἐδήλωσαν τὴν γέννησιν αὐτῶν ἐν τῷ μητρῴῳ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου. Εἶναι καὶ αὐτὸ ἓν ἔγγραφον ἐπίσημον, δεικνῦον τὴν ἀλήθειαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἓν χρονικὸν διάστημα, ὅσον θέλετε, ἐλάχιστον, ἵνα δηλώσωσιν ὅλοι οἱ ἀξιωματικοί, ἀνώτεροί τε καὶ κατώτεροι, ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀξιωματικῶν μὲ ἡλικίαν μεγαλειτέραν τῆς πραγματικῆς. Τοιαύτην τροποποίησιν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ, ἐπεκτείνουσα τὸ δικαίωμα τῆς δηλώσεως καὶ εἰς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς, δι’ οὓς λόγους προανέφερα. Μοὶ φαίνεται ὅτι πολλῶν κακῶν αἰτία θὰ γείνῃ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ἐὰν ψηφισθῇ ὡς ἔχει· διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχουσι δίκαιον καὶ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ εἴπωσιν, ὅτι διὰ τὸν ἀτρόμητον Δράκον δὲν ἐλήφθη πρόνοια, ἐλήφθη ὅμως διὰ τὸν Γιαννηκώσταν. Ἰδοὺ αἱ διακρίσεις, ἰδοὺ αἱ χάριν προσώπων λαμβανόμεναι πρόνοιαι, ὅσον δίκαιαι καὶ ἂν ὦσιν!
§104ΑΡ. ΜΑΝΕΣΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, εἶδε τὸ φῶς κατόπιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσσήνης κ. Μερλοπούλου, καταδείξαντος εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀδίκημα τὸ προσγινόμενον εἰς τὸν συνταγματάρχην Γιαννηκώσταν, οὗτινος ἡ ἡλικία ἐν τῷ μητρῴῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δηλοῦται μείζων τῆς πραγματικῆς. Ἐζήτει λοιπὸν τὴν διόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος, καὶ οὐδεμίαν ἄλλην ἀξίωσιν εἶχε· διότι ὅ,τι εἶπε κατερχόμενος τοῦ βήματος, ὅπως ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος λάβῃ ἀνώτερον βαθμὸν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, δι’ οὓς λόγους ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέπτυξε. Γίνεται, Κύριοι, ἀληθῶς ἀδίκημα εἰς τὸν συνταγματάρχην Γιαννηκώσταν· σᾶς προσθέτω δὲ, ὅτι εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγεται καὶ εἷς ἕτερος συνταγματάρχης, ὡς ἐβεβαίωσε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λίαν μεμορφωμένος καὶ ὡς ἄριστα ἐκτελέσας τὸ καθῆκόν του κατὰ τὴν ἐκστρατείαν ἐν Κρήτῃ, ὁ συνταγματάρχης Στάϊκος, τοῦ ὁποίου ἡ ἡλικία ἐν τῷ μητρώῳ φαίνεται 65 ἐτῶν, ἐνῷ αὐτὸς εἶναι ὁμήλικος, σύγχρονος κατὰ τὰς πανεπιστημιακὰς σπουδὰς μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος δὲν πιστεύω νὰ παραδέχεται ὅτι εἶναι 65 ἐτῶν. Λοιπὸν πρὸς τί σήμερον νὰ συζητῶμεν νομοσχέδιον ἀνατρέπον ἐκ βάθρων τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας, τὸν παταγωδῶς καὶ σχεδὸν μετὰ παμψηφίας ψηφισθέντα; Ἡμεῖς, Κύριοι, παρεδέχθημεν τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας, μιμηθέντας ἄλλα Κράτη, μεγάλα, ἰδίως δὲ τὴν Γαλλίαν. Ἐκεῖ ἀξιωματικοὶ ὄχι μόνον διακριθέντες ἐν πολέμῳ, ἀλλὰ φήμην παγκόσμιον ἔχοντες, ἥρωες τῆς ἐπιστήμης καὶ τῶν μαχῶν, ὁ Γκαλιφὲ, ὁ στρατηγὸς Leval, ὁ πρώτιστος τῶν στρατιωτικῶν συγγραφέων, τοῦ ὁποίου τὰ συγγράμματα κατέτρωγε τὸ Γερμανικὸν ἐπιτελεῖον, τὸ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Μόλτκε, ὁ Σωσιὲ καὶ ἄλλοι ὑπέροχοι στρατηγοὶ, καταληφθέντες ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ἐγκατέλιπον τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, χωρὶς νὰ σκεφθῇ ἡ Γαλλία νὰ καταργήσῃ τὸν νόμον, διὰ νὰ κρατήσῃ αὐτοὺς ἐν τῷ στρατεύματι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι φρονεῖ ὅπως καὶ ἐγώ, ἀλλὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς εὐχῆς τῆς Βουλῆς ἠθέλησε νὰ σεβασθῇ, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ ἀνατρέπωμεν νόμους, διότι δὲν πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν εἰς κανένα, ὅτι ἔπραξε τόσον μεγάλα ἀνδραγαθήματα, ὥστε νὰ καταργῶνται νόμοι ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἐγὼ συνδέομαι διὰ μακρᾶς γνωριμίας καὶ φιλίας μετὰ τοῦ συνταγματάρχου κ. Γιαννηκώστα, ἰδίᾳ δὲ μετὰ τοῦ ἄλλου, οὗ τὸ ὄνομα ἀνέφερα· καὶ ἀληθῶς ἀμφότεροι ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των. Ἀλλὰ ἰδοὺ ὁ τρόπος τῆς διορθώσεως τοῦ ἀδικήματος. Ὅτε ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὰς ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἐδόθη χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπετρέπετο εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ὑποβάλωσι τὰς τυχὸν ἐνστάσεις των περὶ διορθώσεως τοῦ μητρώου. Κατὰ τὴν τελευταίαν ἐλάττωσιν δὲν ἐδόθη χρονικὸν διάστημα. Δύνανται νὰ εἴπουν: «Ἡμεῖς δὲν ἐγνωρίζομεν, ὅτι ἐσκοπεῖτε νὰ ἐλαττώσητε τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, καὶ συνεπῶς δὲν ἐσκέφθημεν νὰ φέρωμεν ἔνστασιν περὶ τῆς ἡλικίας ἡμῶν, διότι δὲν κατελαμβανόμεθα κατὰ τὸν ἀρχικὸν νόμον ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας.» Δίκαιον λοιπὸν εἶναι νὰ ὁρίσωμεν οὐχὶ ἓξ μηνῶν, ἀλλὰ δύο μηνῶν χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ ὑποβάλωσι τὰς τυχὸν ἐνστάσεις των κατὰ τοῦ μητρώου, ὅσοι ἔχουσι τοιαύτας, διὰ πιστοποιητικῶν ἐπισήμων ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἐνστάσεις νὰ ἐξετάσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῶν, καὶ ἐγγράφως τὴν γνώμην του μετὰ πάντων τῶν σχετικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόφασις νὰ ᾖναι ὑποχρεωτική. Οὕτω, Κύριοι, λύεται τὸ ζήτημα, καὶ οὔτε οἱ ἀξιωματικοὶ ἀδικοῦνται, οὔτε οἱ νόμοι ἀνατρέπονται. Διότι, Κύριοι, ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Σήμερον ἡ Βουλὴ ἔχει πεποίθησιν, ὡς ἐκδηλοῖ, εἰς τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ τί δύναται αὔριον νὰ πράξῃ εἷς ἕτερος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Θὰ λάβῃ πάντας τοὺς μετασχόντας τοῦ πολέμου, καὶ θὰ εἴπῃ, ὅτι ὅλοι ἐπετέλεσαν ἐν πολέμῳ τὸ καθῆκόν των, καὶ συνεπῶς ὅλοι δέον νὰ παραμείνωσιν ἐν τῷ στρατεύματι. Τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας οὕτω καταργεῖται. Ἀλλὰ καὶ διὰ ποῖον λόγον δύνανται νὰ παραμένωσιν ἐν τῷ στρατεύματι μόνον οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, συνταγματάρχαι καὶ στρατηγοί, καὶ οὐχὶ καὶ οἱ κατώτεροι τούτων, ἐπιτελέσαντες ὡσαύτως τὸ καθῆκον αὐτῶν; Δὲν μένουσιν ἐν τῷ στρατῷ ὡς ἐκ τῶν διακεκριμένων αὐτῶν γνώσεων, ὅπερ ἤθελεν ὠφελήσει τὸν στρατόν, ἀλλὰ μόνον διότι ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκον αὐτῶν ἐν πολέμῳ. Ἀλλὰ τοιοῦτοι δὲν ὑπῆρχον ἐν τοῖς κατωτέροις βαθμοῖς; Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι μάλιστα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν εὐφήμως λαλήσαντα περὶ τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν, τῶν λοχαγῶν καὶ ἐν γένει τῶν κατωτέρων. Δυνατὸν λοιπὸν νὰ ὑπάρχωσι καὶ τοιοῦτοι, καὶ δυνατὸν νὰ καταλαμβάνωνται ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, καὶ ἑπομένως εὔλογα καί οὗτοι θὰ ἔχωσι παράπονα, ἐὰν δὲν συμπεριληφθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ, ὅπως παραμένωσιν ἐν τῷ στρατεύματι κατόπιν τῆς διαδικασίας, τὴν ὁποίαν περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, θὰ παρακαλέσω πρῶτον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συγκατατεθῇ, τὴν δὲ Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς ψήφισιν νομοσχεδίου ἀνατρέποντος τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας, καὶ νὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερα, τροποποιουμένην κἄπως, ἐλαττουμένου τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τῆς προθεσμίας ἀπὸ ἑξαμήνου εἰς δίμηνον, πρὸς διόρθωσιν τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες συμπεριλαμβάνονται εἰς τοὺς βαθμοὺς, τῶν ὁποίων ἠλαττώθη τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας κατὰ τὴν τελευταίαν μεταῤῥύθμισιν...
§105ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχὶ πάντων.
§106ΜΑΝΕΣΗΣ. Οὐχὶ πάντων. Φαίνεται, ὅτι δὲν ἐξηγήθην καλῶς... Δὲν παραδέχομαι τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Διὰ νὰ προλάβωμεν τὸ ἀδίκημα, τὸ γενόμενον οὐ μόνον εἰς τὸν κ. Γιαννηκώσταν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλον, ὁ ὁποῖος ἔπαθε πρὸ δύο ἐτῶν κατὰ τὴν γενομένην μεταῤῥύθμισιν, δὲν ἔχομεν ἢ νὰ προσθέσωμεν τὴν λέξιν «διμήνου» ἀντὶ «ἑξαμήνου» χρονικοῦ διαστήματος, καὶ τότε ἀπαλλασσόμεθα ἀπὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, ἐὰν γείνῃ νόμος, θὰ καταστρέψῃ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας.
§107Ι. ΣΕΧΟΣ. Δὲν παραδέχεσθε νὰ ἐπεκταθῇ αὐτὸ τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τοὺς κατωτέρους, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ καταληφθῶσιν ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας;
§108ΜΑΝΕΣΗΣ. Εἶπον περὶ τῶν βαθμῶν ἐκείνων, ὧν ἐσχάτως ἠλλατώθη τὸ ὅριον, ἐνῷ τῶν κατωτέρων ἔμεινεν ἀναλλοίωτον. Ἄν ὅμως ἡ Βουλὴ παραδόξως δὲν θελήσῃ νὰ ἀσπασθῇ τὴν γνώμην μου, καὶ ἀποδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον, τότε πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν παρατήρησίν μου, καὶ συμπεριλάβῃ ἐν τῷ νόμῳ πάντας τοὺς βαθμούς. Δεύτερον, ὁ νόμος νὰ μὴ καταστῇ ἐπὶ τέλους πάγιος, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ ἰσχὺν μόνον ἐπὶ δίμηνον ἢ τρίμηνον χρονικὸν διάστημα· διότι, ἂν ὁ νόμος ἐξακολουθήσῃ ἰσχύων ἐπ’ ἄπειρον, εἶναι περιττὸν νὰ ἔχητε τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας, καὶ τότε καλλίτερον νὰ τὸν καταργήσητε. Αὐτὰς τὰς ὀλίγας παρατηρήσεις, Κύριοι, εἶχον νὰ ὑποβάλω ἐξ ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ καὶ ἐξ ἐνδιαφέροντος ὅπως μὴ ἀδικηθῶσιν ἀληθῶς τὰ ἄτομα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι ἀδικοῦνται, ἀναγραφομένης τῆς ἡλικίας αὐτῶν ἐν τῷ μητρῴῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μείζονος τῆς πραγματικῆς.
§109Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, δὲν ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ εἴπω τι περὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπω περὶ αὐτοῦ, τὸ εἶπον ἤδη, καὶ εἰς αὐτὸ ἐμμένω. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἷς τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων ἀνέφερε τὸ ὄνομα τοῦ ἀτρομήτου, ὡς εἶπε, συνταγματάρχου κ. Δράκου, δι’ αὐτὸ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, διότι δὲν θέλω νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἀπέναντι τοιούτου ἀδικήματος—ἐὰν λ. χ. ἔλαβε χώραν ἀδίκημα, ὅπως τὸ παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς,—ἔμεινα ἀπαθὴς καὶ δὲν ἐμερίμνησα, ὅπως προλάβω αὐτό. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ μόνον εἰς ἐκείνους, οἵτινες εἶχον τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου κατὰ τὸν πόλεμον,—εἰς οὐδένα ἕτερον—διότι δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους ὑπάρχει μέσον διορθώσεως τοῦ ἀδικήματος, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτον, ἐνῷ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, διὰ τὴν ὁποίαν συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον, δὲν ὑπάρχει ἄλλο μέσον διορθώσεως, παρὰ τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενον. Πρὸ δύο μηνῶν, νομίζω, μοὶ ἐπαρουσιάσθη ἡ περίπτωσις τοῦ ταγματάρχου Ἀξελοῦ. Ὁ ταγματάρχης Ἀξελός, ὁ ὁποῖος εἶναι τῆς αὐτῆς ἱκανότητος, κατ’ ἐμέ,—ὡς πρὸς τὸ θάῤῥος δηλ. καὶ τὴν ἐνέργειαν—μὲ τὸν συνταγματάρχην Δράκον, χωρὶς νὰ ἀναφέρω λεπτομερείας τινὰς, αἵτινες πιθανὸν νὰ κάμωσι τοὺς δικαστὰς νὰ κλίνωσι πλειότερον πρὸς τὸν Ἀξελὸν παρὰ πρὸς τὸν συνταγματάρχην Δράκον, λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὴν ποιότητα τῶν ἀξιωματικῶν, τὰς ὁποίας φρονῶ ὅτι δέον νὰ ἀποφεύγω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι ἡ ποιότης δύναται νὰ ἦναι καὶ καλὴ, δύναται νὰ ἦναι καὶ κακή, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν θεωρῶ δίκαιον νὰ ἐκθέτω τὴν ὑπόληψιν τῶν ἀξιωματικῶν, συζητῶν περὶ ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου τινὸς, διότι ἐπιθυμῶ ν’ ἀποφεύγω ὅσον τὸ δυνατὸν τὰ προσωπικὰ,—ὁ ταγματάρχης, λέγω, Ἀξελὸς κατελαμβάνετο ἀπὸ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ὅπως κατελήφθη ὁ συνταγματάρχης Δράκος, καὶ ὅπως ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν καταλαμβάνεται καὶ ὁ συνταγματάρχης Γιαννηκώστας. Ὁ κ. Ἀξελὸς μοὶ ἔγραψε πρῶτον ἰδιαιτέρως, κατόπιν μοὶ ἔκαμεν ἐπίσημον ἀναφορὰν, ὅτι αἰσθάνεται δυνάμεις διὰ νὰ μείνῃ εἰς τὸ στράτευμα, καὶ ὅτι λυπεῖται καὶ θεωρεῖ καὶ ἄδικον ν’ ἀποστρατευθῇ, ἐνῷ δύναται ἀκόμη, κατὰ τὴν κρίσιν του, νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίας. Εὐτυχῶς ὑπὲρ τοῦ κ. Ἀξελοῦ ἦλθεν ἡ σύστασις τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ Θεσσαλίας, εἶχον δὲ συνεδριάζουσαν καὶ τὴν ἐλεγκτικὴν ἐπιτροπήν. Ἀμέσως ἔθεσα τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον, ὑπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς πρὸς φωτισμόν μου, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη, ὅτι πράγματι ὁ ταγματάρχης Ἀξελὸς δύναται ἀκόμη νὰ ὑπηρετήσῃ, καὶ καλὸν εἶναι, διὰ νὰ μὴ ἀποστρατευθῇ καὶ τὸν χάσῃ τὸ στράτευμα, νὰ τὸν προβιβάσω εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου—διότι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τὸν κατελάμβανεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ὄχι εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου. —Χωρὶς λοιπὸν νὰ διστάσω, ἀμέσως ὑπέβαλον διάταγμα εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα πρὸς προβιβασμὸν τοῦ ταγματάρχου Ἀξελοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου. Ἐν τῷ διατάγματι ὅμως ἔλεγον: «κατὰ σύστασιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ Θεσσαλίας καὶ κατὰ πρότασιν ὡσαύτως τῆς ἐλεγκτικῆς ἐπιτροπῆς.» Ἐδικαιολόγουν δηλ. τὸν προβιβασμὸν αὐτόν. Κατόπιν ἐπαρουσιάσθη ἡ ὑπόθεσις τοῦ ἀντισυνταγματάρχου κ. Δράκου, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἀλλὰ ὑπὲρ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου αὐτοῦ δὲν ἦλθε καμμία σύστασις ἀρχηγοῦ. Ἐν τούτοις, διὰ νὰ μὴ ἀδικηθῇ καὶ ὁ ἀντισυνταγματάρχης αὐτὸς, καίτοι μὴ ἔχων σύστασιν ἀρχηγοῦ, ἔστειλα τὴν αἴτησίν του εἰς τὴν ἐλεγκτικὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει διὰ νὰ τὸν προβιβάσω εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου. Κατὰ συνέπειαν, ἀφοῦ ἐννέα ψῆφοι ἀπεφάνθησαν περὶ τούτου,—δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, πιθανὸν νὰ ἦναι καὶ καμμία ψῆφος ὑπὲρ αὐτοῦ,—ἀφοῦ, λέγω, ἡ ἀπόφασις τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς δὲν μὲ παρώτρυνε νὰ ὑποβάλω τοιοῦτον διάταγμα ἐξαιρετικόν, νομίζω ὅτι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ τὸ ὑποβάλω, ἀφοῦ ἄλλως καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲν εἶχον πεισθῆ περὶ τούτου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν παρέμεινεν εἰς τὸ στράτευμα ὁ ἀντισυνταγματάρχης κ. Δράκος, ἀλλ’ ἀπεστρατεύθη μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν συνταγματάρχην κ. Γιαννηκώσταν, σᾶς εἶπον ὅτι ἠδύνατο νὰ σωθῇ ἄνευ τοῦ νόμου, ἐὰν τὸν ἐπροβίβαζον εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου. Ἀλλὰ σᾶς ἐδήλωσα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τὰς σκέψεις μου εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, τὰς ὁποίας κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν.
§110Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἴπετε τελευταῖον, ὅτι ἀπεστρατεύθη μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου ὁ κ. Δράκος. Ἀλλὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὡς πληροφοροῦμαι, δὲν ἀναγνωρίζει τοῦτο, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω, τὸ θέμα αὐτὸ νὰ καθαρισθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ζήτημα δηλ. τῆς διπλῆς ὑπηρεσίας.
§111Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τὸ παραδέχεται. Σωρηδὸν ἔρχονται αἱ συντάξεις, ἂν καὶ παρενέβαλε δυσκολίαν τινὰ εἰς τὴν ἐργατίαν. Παραδέχεται τὰς αἰτήσεις συντάξεων.
§112ΜΑΝΕΣΗΣ. Μετασχόντων καὶ μὴ μετασχόντων τοῦ πολέμου.
§113Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Βεβαίως.
§114Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀναμνησθῇ οὐχὶ μακρᾶς ἐποχῆς, τῆς ἐποχῆς τοῦ προπαρελθόντος ἔτους, ὅτε, εἰσηγουμένου τοῦ ἐξ Αἰγίνης ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ καὶ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐψηφίσαμεν ἐνταῦθα τὸν νόμον ἐκεῖνον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἡ ἡλικία τῶν 70 ἐτῶν, ὅτι ἡ ἡλικία ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὁ τότε νόμος ὥριζε, δὲν ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ παρέχῃ ἡμῖν τὰ ἐχέγγυα, ὅτι δύνανται οἱ ἐν τοιαύτῃ ἡλικίᾳ εὑρισκόμενοι ἀξιωματικοὶ νὰ μένωσιν εἰς τὸ στράτευμα. Μακραὶ συζητήσεις ἐγένοντο, διάφοροι γνῶμαι ἐξεφράσθησαν ἐπὶ τούτου, ἀλλὰ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν εἶχον τότε σχηματίσει, ἦτο, ὅτι τῆς Βουλῆς ἡ γνώμη καὶ πρὸ παντὸς ἐκείνων, οἵτινες δὲν μετεῖχον τοῦ ζητήματος ἰδιαιτέρως ὡς στρατιωτικοί, τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, οἵτινες οὐδὲν εἶχον συμφέρον, οὔτε πόῤῥωθεν οὔτε ἐγγύς, ἡ γνώμη αὐτῶν ἦτο ὑπὲρ τῆς μειώσεως τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, καὶ οὗτοι ἀπετέλουν τὴν μεγάλην πλειονότητα. Ἔναυλοι εἶναι ἀκόμη εἰς τὰς ἀκοάς μου αἱ λέξεις πάντων, καὶ αὐτοῦ τοῦ σεβαστοῦ μοι φίλου καὶ ἀρχηγοῦ τῆς μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ, τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Μετὰ τὴν τοιαύτην μικρὰν ἀναδρομὴν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ταῦτα ἐλέγοντο ἐντεῦθεν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω οἱονεὶ ἐρώτησιν, χωρὶς νὰ ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ λάβω ἀπάντησιν, τὴν ἐρώτησιν, ποῖον προσήγαγον ὑμῖν πίνακα τῶν ὑπερβάντων ἢ τῶν ἐγγιζόντων τὸ ἔτος 67, τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐχρησιμοποιήθησαν κατὰ τὸν πόλεμον καὶ οἵτινες ἀπέδειξαν, ὅτι ἐσφάλομεν τότε, οὕτω ψηφίζοντες; ποῖοι εἶναι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες, ἐγγὺς εὑρισκόμενοι τοῦ ὁρίου ἡλικίας, δὲν ἐστάλησαν εἰς ὑπηρεσίας ἀναπαυτικὰς, βοηθητικὰς, καὶ οὕτως ἀπηλλάξαμεν αὐτοὺς ἀπὸ τῶν κόπων ἐκείνων τῶν σωματικῶν, ἀπὸ τοὺς ὁποίους φιλανθρωπίας ἔργον καὶ φρονήσεως συνάμα μᾶς ἐπέβαλλε νὰ τοὺς ἀπομακρύνωμεν; Σήμερον ἐρχόμεθα — καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι δὲν ζητῶ ἀπάντησιν, διότι ἡ ἀπάντησις εἶναι γνωστή, — καὶ ἀνατρέπομεν, Κύριοι, ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τότε ἰσχυρίσθημεν, καὶ ἐρχόμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν τὰ πρεσβεῖα, θέλομεν τὰς λευκὰς τρίχας, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἦναι οἱ τοιοῦτοι ἱκανοὶ νὰ ἱππεύσωσιν, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἦναι ἱκανοὶ νὰ ὑπηρετήσωσιν, ἔστω καὶ ἂν ὁ νοῦς σὺν τῷ χρόνῳ ἐπίσης καὶ αὐτὸς δύναται νὰ ὑποστῇ τινα μείωσιν. Ἐνθυμοῦμαι ῥητόν τι, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθη ὁ Δημήτριος Βερναρδάκης, ὁ ἄλλοτε καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ πρὸ πολλοῦ μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν εὑρισκόμενος. Ὁ καθηγητὴς ἐκεῖνος, γράφων τοὺς «Κυψελίδας», δρᾶμα τὸ ὁποῖον πολλοὶ ἐξ ὑμῶν θὰ γνωρίζετε, λέγει που, ὅτι τῶν μὲν ὁ νοῦς εἶναι ὡς ὁ οἶνος, ὅστις γηράσκων ἰσχυρότερος γίνεται, ἄλλων εἶναι ὡς τὸ περιεχόμενον τοῦ ὠοῦ, ὅπερ γηράσκον γνωστὸν εἶναι τί ἀπογίνεται (ἱλαρότης). Εἰς τοὺς τελευταίους τούτους τὸ γῆρας φέρει πάντοτε καὶ μείωσιν τοῦ νοῦ. Διὰ ταῦτα, Κύριοι, νομίζω, ὅτι, ἐνῷ δὲν ἔχομεν κανένα λόγον νὰ ἀνατρέψωμεν τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον μετὰ πολλοῦ κόπου ἐψηφίσαμεν, εἶναι ἴσως κρεῖττον νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος, ὡς ἡμῖν ὑποβάλλεται, ἐν τῇ ἀληθείᾳ αὐτοῦ. Ὑποβάλλεται ἡμῖν ἡ πληροφορία, ὅτι ἡ ἡλικία τοῦ συνταγματάρχου Νικολάου Γιαννηκώστα δὲν εἶναι ἡ σημειουμένη ἐν τῷ μητρῴῳ. Πιθανῶς τοῦ συνταγματάρχου ἐπίσης κ. Στάϊκου, οὗτινος ἡ ἡλικία δὲν εἶναι ἡ σημειουμένη ἐν τῷ μητρῴῳ ...
§115ΜΑΝΕΣΗΣ. Βεβαίως.
§116Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἦλθε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δι’ αὐτὸν, θέτω τὸ ζήτημα ὡς ἀμφισβητήσιμον... Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ ζήτημα, ὅπερ προεκάλεσαν τὰ ὑποβαλλόμενα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐσφαλμένα μητρῷα, εἶναι ἡ ἔλλειψις νόμου, ἐπιτρέποντος, ἵνα ἡ ἡλικία τῶν ἀδικηθέντων κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν μητρῴων διορθωθῇ, γινομένης ἐρεύνης τινὸς αὐτῶν, διατὶ, Κύριοι, δὲν ἔρχεσθε νὰ δώτητε εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὰ μέσα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων θέλει δυνηθῆ νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα, ὅπερ ἐξακριβοῦται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἐγὼ, σᾶς βεβαιῶ, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ποῖος λογικὸς συνειρμὸς δύναται νὰ ἀγάγῃ ὑμᾶς εἰς τὰς ἀποφάσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν πρὸς τὰ αἰτιολογικὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἤγαγον εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο. Ἐπιθυμῶ νὰ ἤμεθα ἐν παντὶ συνεπεῖς, πρὸ παντὸς δὲ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος, κατὰ τὸ 1896, ἐψηφίσαμεν.
§117ΣΕΧΟΣ. Ἡμεῖς οἱ ἴδιοι!
§118Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εὐκταῖον θὰ ἦτο νὰ εἶχε λήξει ἡ περίοδος αὕτη, ἵνα μὴ ἴδωμεν τὴν αὐτὴν Βουλὴν σήμερον, ἤτοι τὰ αὐτὰ πρόσωπα, ἀνατρέποντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐψήφισαν. Αὐτὸ ἀντίκειται εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, σεβόμενος ἐμαυτὸν, δὲν θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον ἀκόμη ἄλλοι λόγοι, μόνον ἐκ σεβασμοῦ πρὸς ἐμαυτὸν δὲν ἤθελον δώσει ψῆφον ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλὰ περιέχει καὶ ἕτερον, «διαπρέψαντας». Δὲν ἔχω οὐδὲ τὴν ἀπόλυτον γνώμην τοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Βουλευτοῦ, οὐδὲ τὴν ἀπόλυτον γνώμην ἄλλων, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι ὁ στρατὸς ἔσχεν εὐκαιρίαν νὰ κάμῃ πράξεις δυναμένας νὰ προκαλέσωσι τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, ἐὰν ἠτύχησε, δὲν ἠτύχησεν ἕνεκα τῶν ἀτόμων τῶν ἀπαρτιζόντων αὐτόν. Τὰ ἄτομα ταῦτα εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον συνένοχα ἐπὶ τῇ παρούσῃ καταστάσει, ἐφ’ ὅσον εἴμεθα πάντες ἡμεῖς. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἀπετινάξαμεν τὸν Τουρκικὸν ζυγὸν, ἀντὶ νὰ μεριμνήσωμεν περὶ ἀληθοῦς συστάσεως τῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους, ἐφροντίσαμεν μόνον, πῶς νὰ οἰκονομήσωμεν πρόσωπα, καὶ πῶς νὰ οἰκονομήσωμεν ὑπηρεσίας ἀσχέτους πρὸς τὸ στράτευμα. Δὲν λέγω ὅτι ὑπῆρξε γενικὸς κανὼν ἡ προσωποληψία καὶ τὸ χαριστικόν, ἀλλὰ βεβαίως οὐδεὶς θέλει ἀρνηθῆ, ὅτι πολὺ συχνὰ ἐκράτησαν τοιαῦται ἰδέαι. Δὲν θέλω εἰσέλθει εἰς προσωπικὰ ζητήματα· διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἐποχῆς ἐπισκόπησιν, σχετιζομένην ὅμως πρὸς πρόσωπα, ἴσως οὕτω δυνηθῶ νὰ ἀπορύγω τὸ ὀλισθηρὸν τοῦ ἐδάφους τῶν προσωπικῶν ζητημάτων. Κατὰ τὸ 1885–1886 ἦτο ἐποχὴ, καθ’ ἣν εἶχον δρᾶσιν ἐκ τῶν μᾶλλον ἐνεργῶν, ἤμην ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ τοῦ ὑπὸ τὸν ἀντιστράτηγον Σαπουντζάκην. Αἱ συγκρούσεις ἐκεῖναι, αἱ διαρκέσασαι ἐπί τινας ἡμέρας, καθ’ ἃς ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ηὐτύχησε νὰ ἀποκρούσῃ τὸν ἐχθρὸν, καθ’ ἃς ἐτήρησεν ἀλώβητον τὸ ἔδαφος τὸ Ἑλληνικὸν, καθ’ ἃς τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα δὲν ἠτύχησαν, ἐκτὸς μιᾶς μερικῆς περιστάσεως, ἥτις δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπισκιάσῃ τὴν ὅλην ἐπιτυχίαν, αἱ συγκρούσεις ἐκεῖναι, λέγω, ἀπέδειξαν, ὅτι ὁ στρατὸς ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν του. Ἐκ ταύτης τῆς περιστάσεως ὁρμωμένη ἡ τότε Κυβέρνησις καὶ ἄλλαι κατόπιν, προέβησαν εἰς προαγωγὰς ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ. Ἐπιτρέψατέ μοι Κύριοι, νὰ μὴ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσητε ν’ ἀναζητήσητε τὴν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, θὰ ἴδητε ὅτι πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐθεωρήθησαν ὡς ἀνδραγαθήσαντες τότε, καὶ διὰ τοῦτο προήχθησαν, ἐτέθησαν σήμερον ὑπὸ ἔλεγχον ἐπὶ μὴ ἐκτελέσει καθήκοντος. Ἀποφεύγω νὰ ὁμιλήσω περὶ προσώπων, ἀλλὰ δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι αἱ ὀλίγαι ἡμέραι, καθ’ ἃς διήρκεσαν αἱ συγκρούσεις, εἶναι χρόνος πολὺ βραχὺς, δὲν εἶναι δὲ ἐπαρκὴς διὰ νὰ δώσῃ τὸν χαρακτηρισμὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἤθελε περιβάλει τὸ ἄτομον διὰ τοῦ δικαιώματος νὰ τύχῃ τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ ἔθνους. Ἔτυχον εὐγνωμοσύνης ἐθνικῆς καὶ θὰ τυγχάνωσιν αὐτῆς ἐσαεὶ οἱ ἥρωες τοῦ 1821, ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ὁ ἀγὼν ἐκεῖνος ἦτο ἀλλαχοῦ μὲν ἑπταετὴς, ἀλλαχοῦ δὲ ἐννεαετὴς, ἐκεῖνοι δὲ τῶν ἀγωνιστῶν, οἵτινες προὐκάλεσαν τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους, εἶχον τὸν καιρὸν νὰ συνεχίσωσι τὸ ἔργον αὐτῶν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι πέρατος τοῦ ἀγῶνος, ἐπὶ μακρὰν δὲ σειρὰν ἐτῶν ἐτίμησαν τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν ἐλεύθερον τὸ ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρισκόμεθα. Τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους θέλει τιμᾷ καὶ ἡ νῦν καὶ ἡ μέλλουσα Ἑλλὰς, καὶ ἄν ποτε ἐκλείψῃ ἡ Ἑλλὰς ἐκ τοῦ χάρτου, θὰ διατηρηθῇ πάντοτε ἡ μνήμη αὐτῶν ἐν τῇ ἱστορίᾳ. Ἀλλ’ εἰς τὸν σύντομον πόλεμον, τὸν ὁποῖον διεξηγάγομεν, τὸν ἀτυχῆ, πῶς δύνασθε νὰ δημιουργήσητε ἥρωας διαπρέψαντας; Ἔχετε κατ’ αὐτὸν μόνον ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, καὶ ἄλλους μὴ ἐπιτελέσαντας τὸ καθῆκον. Εἶναι σεβαστοὶ οἱ ἐπιτελέσαντες τὸ καθῆκον, διότι ἡ ἐπιτέλεσις τοῦ καθήκοντος δὲν εἶναί τι μικρόν. Θὰ μνημονεύσω καὶ πάλιν τοῦ Δημητρίου Βερναρδάκη. Αὐτὸς λέγει που, λαλῶν περὶ τοῦ ἀγῶνος τοῦ 1821: «Ἡ πίστις καὶ τὸ καθῆκον, ἰδοὺ ἡ δύναμις, ἥτις ἐκλόνισεν ἐκ βάθρων ὁλόκληρον τὴν χερσόνησον τοῦ Αἵμου, καὶ ἐσάλευσεν αὐτὰ τὰ θεμέλια μιᾶς Αὐτοκρατορίας. Ἡ πίστις καὶ τὸ καθῆκον, ἰδοὺ τὸ μυστήριον τῶν ὑπερανθρώπων ἀγώνων, τῶν ἡρωικῶν κατορθωμάτων τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἡ πίστις καὶ τὸ καθῆκον ἐδημιούργησαν τὴν Ἑλλάδα.» Μὴ ζητεῖτε λοιπὸν, Κύριοι, νὰ διαιρέσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν εἰς ἀνδραγαθήσαντας καὶ μὴ ἀνδραγαθήσαντας· ἀρκεσθῆτε εἰς ἐπιτελέσαντας καὶ μὴ ἐπιτελέσαντας τὸ ἑαυτῶν καθῆκον. Ἔχετε στάδιον, ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας σας, νὰ ἀμείψητε τοὺς ἐπιτελέσαντας τὸ καθῆκον, καὶ νὰ τιμωρήσητε τοὺς μὴ ἐπιτελέσαντας αὐτό. Ἐντὸς τῶν ὁρίων αὐτῶν περιορισθῆτε, μὴ ζητεῖτε δὲ νόμους, οἱ ὁποῖοι, σᾶς βεβαιῶ, θέλουσιν ἀγάγει ἡμᾶς εἰς νέας δυστυχίας, εἰς νέας ἀφορμὰς μεταμελείας· διότι δὲν θὰ ἐγείρῃ μόνον ἀντιζηλίας τὸ μέτρον τοῦτο, ἀλλὰ θὰ ἐμπνεύσῃ καὶ τὸ αἴσθημα τῆς ἀνατροπῆς καὶ τῆς ἀσεβείας πρὸς τοὺς νόμους, ἀφοῦ ἡμεῖς πρῶτοι δεικνύομεν τάσιν πρὸς ἀνατροπὴν καὶ ἀσέβειαν πρὸς αὐτὸν, τὸν ὁποῖον, ἐνῷ πρῶτον ψηφίζομεν ὡς ἀπαραίτητον διὰ τὸ ἔθνος, ἐρχόμενα ὕστερον νὰ τὸν ἀνατρέψωμεν, καὶ οὕτω διδάσκομεν τοὺς ἄλλους, ὅτι δὲν κυριαρχοῦν ἐδῶ παρὰ αἱ ἰδιοτροπίαι ἡμῶν. Ἐξ ὅσον εἶπον ὑμῖν, Κύριοι, ἐπιτρέπεται νὰ συμπεράνω, ὅτι τὸ ἀδίκημα, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀδίκημα,—διότι τὸ καταλαμβάνειν τινὰ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας δὲν εἶναι ἀδίκημα, εἶναι ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, ὀνομάζοντες δὲ ἀδίκημα τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, εἴμεθα ἀσεβεῖς πρὸς τὸν νόμον,—τὸ ἀδίκημα εἶναι ἐν τούτῳ, ὅτι δὲν ἐπετράπη ἐν καιρῷ νὰ διορθωθῇ ἡ ἡλικία ἐκείνου, ὅστις ὄντως ἔχει ἡλικίαν ἄλλην, κατωτέραν. Τοῦτο δὲ φαίνεται ὅτι ἔγεινε, διότι, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἐδίδετο μικρὰ προθεσμία· ἡ ἑξάμηνος προθεσμία ἦτο μικρά. Θὰ σᾶς φέρω παράδειγμα δύο ἀξιωματικῶν, ἀδελφῶν,—ἀναφέρω πρόσωπα, ἀλλὰ μόνον διότι ὁ εἷς ἀπεβίωσεν, ὁ δὲ ἕτερος ἀπεστρατεύθη,—Θὰ σᾶς ἀναφέρω τοὺς ἀδελφοὺς Γεώργιον καὶ Ἐπαμεινώνδαν Μαυροδῆμον. Ὁ νεώτερος ἦτο ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ μητρῴῳ μὲ ἡλικίαν μεγαλειτέραν τοῦ πρεσβυτέρου ἀδελφοῦ. Οὗτος ἐπολέμησεν εἰς τὸ Καραλῆ–Δερβὲν καὶ ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον,—ἐγὼ δὲ πάντοτε σέβομαι τοὺς ἐπιτελέσαντας τοῦτο—καὶ ἐν τούτοις δὲν ἠδυνήθημεν νὰ διορθώσωμεν μίαν τοιαύτην πασιφανῆ ἀδικίαν, πασιφανῆ, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις, ὅτι ὁ μικρότερος τὴν ἡλικίαν ἦτο ἐγγεγραμμένος μὲ ἡλικίαν μεγαλειτέραν τοῦ πρεσβυτέρου· ἐν τούτοις ὁ Ἐπαμεινώνδας Μαυροδῆμος ἀπεστρατεύθη· δὲν ἐπῆλθε διόρθωσις. Ὅταν ἠρώτησα τὸν Μαυροδῆμον, πῶς δὲν ἐφρόντισε κατὰ τὸ ἑξάμηνον ἐκεῖνο διάστημα, ὅπερ ἔτασσεν ὁ νόμος ὡς προθεσμίαν, νὰ διορθώσῃ τὸ γραφικὸν λάθος, μοὶ εἶπεν, ὅτι ἦτο εἰς μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν καὶ δὲν ἔμενεν αὐτῷ καιρός. Βεβαιωθῆτε, Κύριοι, ὅτι, ἂν ἦτο ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὁ Ἐπαμεινώνδας Μαυροδῆμος, δὲν θὰ ἔφερον τὸ παράδειγμα αὐτό· ἀλλ’ ὁ Ἐπαμεινώνδας ἐφησυχάζει εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα του. Λοιπὸν τὰ ἐκ παραδρομῆς ἐπελθόντα ἀδικήματα ἐπανορθώσατε διὰ παροχῆς δικαιώματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἀναθεώρησιν τῆς ἡλικίας. Τοῦτο δὲ, σᾶς παρακαλῶ, πράξατε γενικώτερον. Θὰ σᾶς παρακαλέσω μάλιστα, ἐὰν εἶχον τὴν τύχην νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη μου αὕτη, νὰ γείνῃ μελέτη τις σοβαρωτέρα, οὕτως ὥστε ὁ τρόπος τῆς ἀναθεωρήσεως νὰ ἦναι ἐπαρκὴς καὶ ἀσφαλὴς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν συγκρότησιν τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς μελλούσης νὰ ἐξετάσῃ τὸ τοιοῦτον ζήτημα. Αὐτὸ εἶναι τὸ συμπέρασμα τῶν ὀλίγων, τὰ ὁποῖα ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω.
§119Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§120Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ προλαλήσας νομίζω ὅτι ὑπέπεσεν εἰς πλάνην καὶ εἰς ἀντίφασιν, ἡ ὁποία ἐξηγεῖ τὴν πλάνην ὅλων ἐκείνων, οἵτινες ὑποστηρίζουν τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἑρμηνεύων τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἐν ἀρχῇ μὲν εἶπεν, ὅτι σκοπὸς τῶν διατάξεων περὶ ὁρίου ἡλικίας ἐν τῷ στρατῷ εἶναι, ὅπως ὁ στρατὸς καθ’ ἡμέραν ἀνανεοῦται διὰ νεαρωτέρων ἀξιωματικῶν, καὶ ἐπεδοκίμασε τοῦτο, καὶ πολὺ δικαίως παρέστησε τοὺς κόπους καὶ τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας φέρουσι σήμερον οἱ ἀξιωματικοί, καὶ τὰς ὁποίας μόνον οἱ δυνάμενοι νὰ ἀντέχωσι λόγῳ ἱκανότητος δύνανται νὰ ὑφίστανται. Ἐν τούτοις, ἐνῷ τοιαύτην ἔδωκεν ἑρμηνείαν εἰς τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας, εἶπεν ἔπειτα ἡμῖν, ὅτι ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας στηρίζεται ἐπὶ ἑνὸς πλάσματος, τῆς προλήψεως δηλαδή, ὅτι ἀξιωματικός τις, φθὰς εἰς ὡρισμένην ἡλικίαν, δὲν κρίνεται πλέον ἱκανός, ὅπως φέρῃ τὰ βάρη ὡρισμένου βαθμοῦ ἐν ἐνεργείᾳ, εἴτε πρόκειται ἐνέργεια ἐν πολέμῳ, εἴτε ἐν εἰρήνῃ. Ὅταν ἑπομένως ἀξιωματικός τις, τυχόντος πολέμου, ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι ἱκανὸς σωματικῶς νὰ φέρῃ, παρὰ τὴν πρόληψιν τοῦ νόμου, τὰ βάρη καὶ τὰς εὐθύνας τοῦ βαθμοῦ του, πῶς θέλετε νὰ μὴ δεχθῶμεν τὴν ἐξαίρεσιν καὶ νὰ μὴ φέρωμεν νόμον, ὅστις νὰ διατηρήσῃ αὐτὸν ἐν τῷ στρατῷ; Ἀλλ’ αὐτὴ ἴσα–ἴσα ἡ ἑρμηνεία τοῦ περὶ ὁρίου ἡλικίας νόμου εἶναι ἀνατροπὴ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑπεστήριζεν ἐν ἀρχῇ, καὶ παντὸς τοῦ μηχανισμοῦ, τοῦ συγκρατοῦντος τοὺς στρατούς. Σκοπὸς τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας δὲν εἶναι κυρίως νὰ ἀποβάλλῃ καθ’ ὡρισμένον ἡλικίας χρόνον πάντας τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ἡλικίας αὐτῆς, διότι εἶναι ἀνίκανοι νὰ παραμένωσιν ἐν τῷ στρατῷ. Σκοπὸς τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας κυρίως εἶναι, ὅπως εἰσάγῃ ἐν τῷ στρατῷ, ἀντὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν φθάντων εἰς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, νεωτέρους ἀξιωματικούς, ὁμολογουμένως ἱκανωτέρους σωματικῶς. Πολὺ δὲ ὀρθοτέρα καὶ βασιμωτέρα εἶναι ἡ πρόληψις, ὅτι νεώτερος ἀξιωματικὸς δύναται σωματικῶς νὰ ἐκπληρώσῃ εὐκολώτερον τὰ βάρη ἢ ἀξιωματικὸς μεγαλειτέρας ἡλικίας τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ, παρὰ ἡ πρόληψις, ὅτι ἀξιωματικός τις, φθάσας εἰς τὸ ὅριον αὐτὸ τῆς ἡλικίας, δύναται καὶ παρὰ τὴν πρόληψιν νὰ ἀντέχῃ καὶ νὰ φέρῃ ἐπίσης καλῶς τὰ βάρη αὐτά. Λοιπόν, ἐὰν ἡ ὀρθὴ βάσις τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας ἦναι νὰ εἰσάγωνται εἰς τοὺς διαφόρους βαθμοὺς τοῦ στρατεύματος ἀφ’ ὡρισμένου ὁρίου ἡλικίας νεώτεροι ἀξιωματικοί, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, στηριζόμενον εἰς διάψευσιν τῆς προλήψεως, γενομένην ἐν τῷ προσώπῳ δύο ἢ τριῶν ἀξιωματικῶν κατὰ τὸν πόλεμον, διότι δὲν ἐφάνησαν, ὡς ὁ νόμος ὑπέθετεν, ἀνίκανοι, μεταβάλλει τὸν νόμον, καὶ διατηρεῖ αὐτοὺς ἐν τῷ στρατῷ. Οἱ νεώτεροι αὐτῶν ἀξιωματικοί, οἵτινες θὰ τοὺς ἀντικαταστήσουν, βεβαίως εἶναι σωματικῶς καὶ αὐτῶν ἱκανώτεροι· ὅ,τι θέλει τὸ νομοσχέδιον, καὶ αὐθαίρετον εἶναι καὶ ἀντιστρατιωτικὸν καὶ ἀντιπειθαρχικόν, καὶ μόνη ἔρχεται ἵνα τὸ στηρίξῃ, ἡ ἐπιθυμία, ὅπως ἀμειφθῶσι δι’ αὐτοῦ τοῦ ἐξαιρετικοῦ νόμου εἷς ἢ δύο ἀξιωματικοί, ἐπιτελέσαντες τὸ καθῆκον αὐτῶν κατὰ τὸν πόλεμον. Νομίζω ὅμως, ὅπως καὶ οἱ προλαλήσαντες ὑπεστήριξαν, ὅτι δὲν εἶναι στρατιωτικὸν τὸ νὰ θέλωμεν τοιούτου βαθμοῦ ἀξιωματικούς, συνταγματάρχας, καὶ ἴσως ἀξιωματικοὺς αὔριον καὶ κατωτέρου βαθμοῦ, νὰ τοὺς διατηρῶμεν ἐν τῷ στρατῷ, διότι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των. Θὰ ἐνόουν ἐξαίρεσιν ὑπὲρ ἐκείνων τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες, διοικήσαντες σώματα στρατοῦ ἢ μονάδας στρατοῦ συνθέτους ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, ἀπέδειξαν ὄχι μόνον δι’ ἀντοχῆς σωματικῆς—τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο οὐχὶ ἔκτακτον προτέρημα ἐν καλῶς μεμορφωμένῳ στρατῷ—ἀλλὰ διὰ τοῦ στρατιωτικοῦ αὐτῶν χαρακτῆρος καὶ δι’ ἄλλων ἀρετῶν στρατιωτικῶν, ὅτι πράγματι ἀποτελοῦσιν ἐξαίρεσιν μεταξὺ τῶν ἐν τῷ στρατῷ ἀξιωματικῶν. Διότι ἐν τοῖς στρατοῖς, σήμερον, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἔχητε ἀξιωματικοὺς ἀνωτέρους ἀπὸ συνταγματάρχου καὶ ἄνω, δυναμένους σωματικῶς νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των, ὥστε νὰ ζητῆτε ὑπὲρ αὐτῶν ἐξαιρέσεις καὶ προνόμια. Τὸ δυσκολώτερον εἶναι νὰ εὕρητε ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι νὰ δύνανται εὐδοκίμως νὰ διοικήσουν σώματα ἢ συνθέτους μονάδας στρατοῦ ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ. Ἄλλη εἶναι ἡ ἱκανότης ἑνὸς ταγματάρχου ἢ συνταγματάρχου διοικοῦντος τάγμα ἢ σύνταγμα, καὶ ἄλλη ἡ ἑνὸς ὑποστρατήγου, καὶ πολὺ περισσότερον ἑνὸς συνταγματάρχου, ἐπιτυχῶς διοικοῦντος σῶμα συντεθειμένον ἐκ πεζικοῦ καὶ ἱππικοῦ καὶ ἐκ πυροβολικοῦ. Ὅταν τοιοῦτοι ἀνεδείχθησαν ἐν πολέμῳ, εἶναι ἄξιοι διακρίσεως καὶ προνομίου. Διὰ τοῦτο ἐν Γαλλίᾳ βλέπομεν μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1870 ἐν τῇ ἀναδιοργανώσει τοῦ στρατοῦ, ὅτι ἐγένετο ἐξαίρεσις ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διῴκησαν σῶμα στρατοῦ ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ. Διότι βεβαίως δὲν εἶναι σύνηθες προσὸν, συνήθης ἀρετὴ, τὸ νὰ δύναται καλῶς νὰ διοικήσῃ ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ σῶμα στρατοῦ, ἔστω καὶ ἀνώτερος ἀξιωματικός. Ἀλλὰ νὰ λέγωμεν, ὅτι συνταγματάρχης τις, ὡς παρεστάθη, ἢ ἀντισυνταγματάρχης ἢ ταγματάρχης, ἠδυνήθη ἐν τῷ πολέμῳ νὰ ἀντιστῇ εἰς τοὺς κόπους καὶ τὰς κακουχίας τοῦ πολέμου καὶ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, καὶ ὅτι πρέπει διὰ τοῦτο διὰ νόμου νὰ ποιήσωμεν ἐξαίρεσιν ὑπὲρ αὐτοῦ, τοῦτο θεωρῶ ἄτοπον. Τότε διατὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν καὶ ἐν εἰρήνῃ νὰ παρουσιάζηται εἷς ἀξιωματικὸς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τὸν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ λέγῃ: «ὁ νόμος, ἐπὶ τῇ προλήψει ὅτι ἀφιχθεὶς εἰς τὸ 68 ἔτος τῆς ἡλικίας δὲν δύναμαι πλέον νὰ ὑπηρετήσω, μοὶ ἐπιτάσσει νὰ ἐξέλθω τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς προκαλῶ νὰ μὲ ἐξετάσητε, ἄν...»
§121ΜΑΝΕΣΗΣ. Νὰ παλαίσουν!
§122ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πλεῖστοι ὑπάρχουν τοιοῦτοι ἀξιωματικοὶ, δυνάμενοι νὰ ὑποστῶσιν οἵαν δήποτε δοκιμασίαν καὶ πορειῶν καὶ μακρᾶς ἱππασίας καὶ σκληραγωγίας. Ἀλλ’ ὅταν δεχθῶμεν τοιαύτην ἀνταπόδειξιν κατὰ τῶν τοιούτων προλήψεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀξίαν, ὄχι διότι εἶναι ἀλάνθαστοι, ὄχι διότι εἶναι ἀκριβεῖς κατὰ πάντων, ἀλλὰ διότι καθιεροῦσι κανόνας, οἱ ὁποῖοι, καὶ ἂν ἐνίοτε ἀδικοῦσί τινας, φέρουσιν ὅμως πλείονα ἀγαθὰ, διότι εἰσάγουσι νεώτερα στοιχεῖα ἐν τῷ στρατῷ. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει τις νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ὀλίγας ἀδικίας, αἱ ὁποῖαι ἐνίοτε ἐπιγίγνονται, ἐξαγομένων ἱκανῶν σωματικῶς ἀξιωματικῶν ἐκ τοῦ στρατοῦ, διότι ἀντὶ τῶν ἐξαγομένων εἰσάγονται νεώτεροι καὶ ἱκανώτεροι σωματικῶς. Ἡμεῖς, λατρεύοντες δυστυχῶς μέχρις ἀποθεώσεως τὰς συνήθεις ἀρετὰς, ἐννοοῦμεν, ἅμα ἴδωμέν τινα ἐκτελέσαντα τὸ καθῆκόν του, νὰ ζητῶμεν ὅλας τὰς ἐξαιρετικὰς τιμὰς καὶ προνομιακοὺς νόμους ἀκόμη ὑπὲρ αὐτῶν. Τόσος θαυμασμὸς ἐμφαίνει πόσον ὀλίγον εἴμεθα διατεθειμένοι εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος. Τοῦτο εἶναι λυπηρὸν σύμπτωμα. Δὲν θὰ ἤμην ἐναντίος ἐξαιρετικοῦ νόμου ὑπὲρ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πράγματι ἀπέδειξαν ἐξαιρετικὰς ἀρετάς· μάλιστα περὶ τοῦ προσώπου, περὶ τοῦ ὁποίου σήμερον κυρίως πρόκειται, ἀνδρὸς φιλοτίμου, ἀπορῶ πῶς δὲν ἐδήλωσεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἀποδοθῶσι πρὸς αὐτὸν αἱ ἐξαιρετικαὶ αὗται τιμαί. Ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς, πολὺ δικαίως ἴσως, ἐνόμισεν ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ ζητήσῃ προαγωγήν. Τὴν προαγωγὴν αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λαλήσας εἰλικρινῶς, ἐδήλωσεν ὅτι δὲν εὑρίσκει δικαιολογουμένην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι ἰδὼν αὐτὸν ὑπηρετήσαντα καλῶς ὑπ’ αὐτὸν κατὰ τὸν πόλεμον, τὸν συνέστησεν εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα, ὅπως τὸν προβιβάσῃ εἰς τὸ παράσημον τοῦ Σωτῆρος, ἀλλὰ ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προτείνῃ αὐτὸν εἰς προβιβασμὸν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου. Γενομένη ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου του τοιαύτη ἐκτίμησις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς. Σήμερον ὅμως φρονῶ, ὅτι ἀδικοῦμεν τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν, θέλοντες, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ ἐξαιρετικοῦ νόμου νὰ τὸν διατηρήσωμεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου, παρὰ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἐμπνέοντες αὐτῷ τὴν ἀπελπισίαν, ὅτι δύναται ἐν τῷ μέλλοντι ἴσως νὰ προαχθῇ, ἐν ᾧ αὐτὸς ἔχει, δυνάμει ἄλλων λόγων, οἱ ὁποῖοι ὀλιγώτερον τὸν ἐκθέτουσι, τὸ δικαίωμα νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ στρατῷ. Καὶ ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι οὗτοι; Οἱ λόγοι εἶναι, ὅτι δύναται ν’ ἀποδείξῃ ὅτι δικαιωματικῶς καὶ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας δύναται νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ στρατῷ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου, ἂν τῷ ἐπιτραπῇ ἡ ἀπόδειξις τῆς ἡλικίας του. Διατὶ ζητοῦμεν, εἰς συνταγματάρχην, εἰς ὃν ἠρνήθημεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησε, διατὶ ζητοῦμεν δι’ ἐξαιρετικοῦ νόμου νὰ τῷ ἀποδώσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐζήτησεν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ λάβῃ, ἂν διὰ νόμου ἐπιτρέψωμεν, καίτοι ἐκπρόθεσμος, ν’ ἀποδείξῃ; Ἔχομεν δύο θέματα ἐνώπιον ἡμῶν, κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ θέμα νὰ παρατείνωμεν τὴν προθεσμίαν, ἡ ὁποία ἤδη ἔληξεν, ὅπως οἱ ἀξιωματικοί, περὶ ὧν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πρόκειται, ἐνασκήσωσι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχον ἄλλοτε, ἀλλὰ τὸ ἀπώλεσαν, μὴ ἐνασκήσαντες αὐτὸ ἐμπροθέσμως, ν’ ἀποδείξωσιν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας καὶ διὰ προσαγωγῆς ἀποδείξεως ἀναμφισβητήτου νομικοῦ κύρους τὴν ἡλικίαν αὐτῶν, τὴν μικροτέραν τῆς σημειουμένης, καὶ οὕτω νὰ παραμείνωσιν ἐν τῷ στρατῷ. Τί ἐξαιρετικὸν ἔχει τοῦτο; Ἐξαιρετικὸν εἶναι μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι διορθοῦται μία παράλειψις, μία ἀμέλεια τέλος πάντων συγγνωστὴ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐδικαιοῦντο ἄλλοτε νὰ θεραπεύσουν ἓν λάθος καὶ τὸ παρέλειψαν, τὸ παρέλειψαν δέ, ὅπως παρὰ πολλῶν ἐπανελήφθη, ἐξ εὐλογωτάτης αἰτίας, ὅτι ὑπῆρχε νόμος τότε, ὁ ὁποῖος ὥριζε πολὺ μεγαλύτερον ὅριον ἡλικίας ἀποστρατεύσεως τοῦ συνταγματάρχου, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐνόμιζον, ὅτι δὲν δὲν θὰ ἐβλάπτοντο. Ἐπῆλθε μετὰ ταῦτα νόμος, συντομεύσας τὸ ὅριον αὐτό. Μάλιστα ἐνθυμοῦμαι τότε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ἐξ Ἀττικῆς ἐζήτει ἀκόμη πολὺ συντομώτερον ὅριον. Λοιπὸν δὲν νομίζω ὅτι πράττομεν ἐξαιρετικόν τι, ὅτι σαλεύομεν τὰ στρατιωτικὰ θεμέλια, δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ διανέμοντες χάριτας καὶ εὐνοίας καὶ τιμάς. Ἐπανορθοῦμεν, ὅπως καθ’ ἡμέραν νομοθετοῦμεν ἐν ἄλλοις κλάδοις, ἐπανορθοῦμεν μίαν ἀδικίαν, μίαν ἔλλειψιν τυχαίαν. Οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει τοῦτο πρὸς τὴν ἀξίαν, πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀξιωματικῶν μὲ ἀμοιβάς, μὲ διακρίσεις, τὰς ὁποίας ὅμως τὸ νομοσχέδιον καθιεροῖ. Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι καὶ χάριν τοῦ ἐνδιαφερομένου προσώπου καὶ χάριν τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ βαδίσωμεν τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ὅλη ἡ Βουλὴ σχεδὸν ἀποδέχεται, καὶ ἡ ὁποία εἶναι σύμφωνος καὶ μὲ τὴν νομοθεσίαν, δηλ. νὰ ὁρισθῇ νέα προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας, ὑφ’ οὓς ὅρους καὶ παρ’ ἄλλων ἐλέχθη, νὰ ἐνασκήσωσι τὸ δικαίωμα τῆς διορθώσεως τῆς ἐγγραφῆς αὐτῶν ἐν τῷ μητρῴῳ οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικοί.
§123Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶχον τὴν εὐτυχίαν, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀκούσω τὴν ἐπικρότησιν τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐξέφερα, πρῶτος λαλήσας περὶ τοῦ νομοσχεδίου, παρὰ τῶν πλείστων συναδέλφων. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ καὶ ἐν τέλει τῆς συζητήσεως νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις. Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες προὐκάλεσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου; Οἱ λόγοι οὗτοι, κατ’ αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι δύο· ὁ πρῶτος, ὅτι ὁ συνταγματάρχης Γιαννηκώστας, ἢ καὶ ἄλλος τις, δύναται, καίτοι συμπληρώσας τὸν χρόνον τῆς ἀποστρατείας, νὰ παραμείνῃ ἀκόμη ἐν τῷ στρατῷ· ὁ δεύτερος καὶ κυριώτατος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ὅτι ὁ συνταγματάρχης Γιαννηκώστας, κατὰ προφανὲς λάθος, σημειοῦται ἐν τῷ μητρῴῳ τῷ κρατουμένῳ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς ἡλικίαν ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχει. Δὲν εἶναι λοιπὸν μόνον ὁ λόγος τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας προσέφερεν ὁ συνταγματάρχης Γιαννηκώστας, ὁ προκαλῶν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, αἱ διαπρεπεῖς ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας προσέφερε κατὰ τὸν πόλεμον, ἀλλ’ ὁ πρόσθετος λόγος, ὅτι ἀδίκως πρόκειται ν’ ἀποστρατευθῇ. Ἠπόρησα δὲ μὲ τοὺς ἀγορεύσαντας πρὸ μικροῦ, οἵτινες ὑπέθεσαν, ὅτι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου διακρίσεως. Ἴσα–ἴσα τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν περιέχει τὸν ὅρον τῶν διακεκριμένων ὑπηρεσιῶν, τὸ νομοσχέδιον δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλήν, δι’ ὅλους τοὺς ὑπηρετήσαντας κατὰ τὸν πόλεμον καὶ ἐκπληρώσαντας τὸ καθῆκόν των νὰ δύναται νὰ παραταθῇ ὁ χρόνος τῆς ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίας. Κατὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τῇ ἐγκρίσει τῆς Βουλῆς ἠδύνατο νὰ παραταθῇ ὁ χρόνος τῆς ἀποστρατείας δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των κατὰ τὸν πόλεμον. Οὐδεμία διάκρισις. Ὁ Γιαννηκώστας ἐτίθετο εἰς τὴν θέσιν καὶ τοῦ τελευταίου ἐκπληρώσαντος τὸ καθῆκόν του. Ὅπως καὶ ὁ τελευταῖος ἐκπληρώσας τὸ καθῆκόν του εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸν νόμον, τὸ ἴδιον δικαίωμα εἶχε καὶ ὁ Γιαννηκώστας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ διακρίσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ ἐνόησε πόσον κακὴ ἦτο ἡ ἀνάμιξις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐκτελεστικῆς, καὶ ὅτι ἦτο ἀδύνατον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νὰ τεθῇ καὶ ἡ παράτασις τοῦ χρόνου τῆς παραμονῆς ἐν τῷ στρατῷ, ἐδέχθη τροπολογίαν, καὶ ἀντὶ τῆς Βουλῆς ὥρισεν, ὅτι δύναται αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ παρατείνῃ τὸν χρόνον. Τοῦτο εἶναι ἀτοπώτερον. Καὶ εἶναι ἀτοπώτερον συνεπείᾳ τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπε. Τί σᾶς εἶπε, δικαιολογῶν τὴν ἀνάμιξιν τῆς Βουλῆς; «Δὲν θέλω, εἶπε, νὰ καθιερώσω ἀντιζηλίας ἐν τῷ στρατῷ, πηγαζούσας ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν»,—καὶ ὀρθῶς τὸ ἔλεγε—«δὲν θέλω ἐγὼ νὰ δώσω τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν θέλῃ, νὰ παρατείνῃ τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας διὰ τὸν ἕνα ἀξιωματικὸν καὶ οὐχὶ διὰ τὸν ἄλλον. Ἐν τούτοις σήμερον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ τροποποιηθὲν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δύναται νὰ δεχθῇ, ὅτι διὰ τὸν Α ἀξιωματικὸν πρέπει νὰ παραταθῇ ὁ χρόνος τῆς ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίας, καὶ διὰ τὸν Β ἀξιωματικὸν νὰ μὴ παραταθῇ.
§124Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε;
§125ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§126Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δὲν λέγω «τῇ ἐγκρίσει», λέγω «κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου», καὶ κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἕπεται ἡ ἀπόφασις τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος τοῦ στρατοῦ.
§127ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι βεβαίως, ὅταν λέγωμεν περὶ προβιβασμοῦ ἀξιωματικῶν, ἐννοοῦμεν Β. Διάταγμα· ἀλλὰ τὴν εὐθύνην τῶν διαταγμάτων ὑπέχει ὁ προκαλῶν αὐτὰ ἁρμόδιος Ὑπουργός. Λοιπὸν κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἔγκειται εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δι’ ὡρισμένον ἀξιωματικὸν νὰ παρατείνῃ τὴν ἐν τῷ στρατῷ διαμονήν του, καὶ δι’ ἄλλον ἀξιωματικὸν νὰ μὴ τὴν παρατείνῃ.
§128Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον διὰ συνταγματάρχην πολεμήσαντα.
§129ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Δι’ ὅλους λοιπὸν τοὺς συνταγματάρχας τοὺς πολεμήσαντας ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν θέλῃ νὰ παρατείνῃ, καὶ ἂν δὲν θέλῃ, νὰ μὴ παρατείνῃ τὸ ὅριον· καὶ θὰ ἔχητε οὕτω τὸ φοβερώτερον τῶν ἀτοπημάτων, Κύριοι, μετ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὴν διαίρεσιν ἐν τῷ στρατῷ! Φαντασθῆτε δύο συνταγματάρχας, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν 65 ἐτῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀποστρατεύει τὸν ἕνα, τὸν ἄλλον δὲ δὲν ἀποστρατεύει, ἀλλὰ τῷ παρατείνει τὸν χρόνον τῆς ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίας. Τὸ ἄτοπον εἶναι προφανέστατον.
§130Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Βουλευτά;
§131ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§132Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εἶπον καὶ ἐπανέλαβον καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον διὰ δύο ἄτομα μόνον δύναται νὰ λειτουργήσῃ, δι’ οὐδένα ἄλλον.
§133ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι νόμος γενικός.
§134Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Λέγει δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐν ὥρᾳ πολέμου ἦσαν συνταγματάρχαι.
§135ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν τὸ λέγει· δὲν λέγει «ἦταν συνταγματάρχαι».
§136Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τὸ λέγει: τὸ θέτω: δι’ ὅτους ἦσαν συνταγματάρχαι ἐν ὥρᾳ πολέμου. Αὐτὸ εἶναι.
§137ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐγὼ δέχομαι ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν λέγει, καὶ ἀκριβῶς τὸ λέγει καὶ ὀρθῶς τὸ λέγει, ὅτι μόνον τοὺς συνταγματάρχας τοὺς ὑπηρετήσαντας ἐν τῷ πολέμῳ θ’ ἀφορᾷ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, ὡς νομίζει, περὶ δύο συνταγματαρχῶν, ὄχι· τὸ νομοσχέδιον εἶναι νόμος τοῦ Κράτους· οὔτε τοὐλάχιστον ἔδειξε πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς εἶπον προχθές, νὰ θέσῃ προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ ἰσχύῃ. Ἐὰν τοὐλάχιστον ἔθετε προθεσμίαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἔλεγεν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι προσωρινὸς καὶ ἰσχύει ἐπὶ ἓν ἔτος, ἐπὶ ἕνα μῆνα, τότε θὰ ἦτο ἡ περίπτωσις αὕτη, τότε θὰ περιωρίζετο εἰς τοὺς δύο συνταγματάρχας.
§138Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Θὰ ἰσχύσῃ ὅταν θὰ γείνῃ πάλιν πόλεμος.
§139ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μοὶ λέγει, ὅτι θὰ ἰσχύσῃ, ὅταν θὰ γείνῃ πάλιν πόλεμος. Δὲν ἔχει οὕτω; Τὸν ἐρωτῶ, πόσοι εἶναι οἱ συνταγματάρχαι οἱ ὑπηρετήσαντες ἐν καιρῷ τοῦ πολέμου; Βεβαίως δὲν εἶναι δύο, θὰ εἶναι 5, ἢ 10 ἢ 15. Πόσον χρόνον ἔχουν αὐτοὶ ὑπηρετήσει ἐν τῷ στρατῷ; Ἂν αὔριον συνταγματάρχης ὑπηρετήσας ἐν τῷ πολέμῳ συμπληρώσῃ τὴν ἡλικίαν τῶν 67 ἐτῶν ἐν τῷ στρατῷ μετὰ παρέλευσιν δύο ἐτῶν, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ συνταγματάρχης αὐτὸς νὰ ζητήσῃ, δυνάμει τούτου τοῦ νόμου, νὰ παραταθῇ ὁ χρόνος τῆς ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίας του; Πῶς λοιπὸν μοὶ ἀντιτάσσει, ὅτι πρόκειται μόνον περὶ δύο συνταγματαρχῶν;
§140Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους, οὗτοι ἔχουν ἐνώπιόν των τὴν ὀκταετίαν, ἵνα γείνουν ὑποστράτηγοι καὶ ἀποστρατευθῶσι.
§141ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὑποθέσατε συνταγματάρχην, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει ν’ ἀποστρατευθῇ, θέλει νὰ μείνῃ ἐν τῷ στρατῷ, ἵνα ὑπηρετήσῃ. Λοιπὸν ἐρωτῶ, δὲν ἐφαρμόζεται αὐτὸς ὁ νόμος δι’ αὐτόν; Ὅσον καὶ ἂν θέλητε νὰ τὸ δικαιολογήσητε, εἶναί τι ἄτοπον, φρονῶ. Ἀφοῦ λοιπὸν οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, τὸν ἐρωτῶ, διατὶ νὰ ἐπιμένῃ καὶ νὰ μὴ δεχθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι μόνον δεδικαιολογημένον, νὰ σταθῶμεν εἰς αὐτὸν τὸν νόμον περὶ ἀποστρατείας, δι’ ὅσους λόγους εἶπεν ὁ κ. Λυμπρίτης, νὰ μὴ μεταβληθῇ ὁ νόμος περὶ ἀποστρατείας, ἀλλὰ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ διόρθωσις τοῦ μητρῴου συνεπῶς πρὸς τὸν νόμον, ἐντὸς ἐλαχίστης προθεσμίας, ἐντὸς μηνός, ὅταν ἡ διόρθωσις στηρίζηται ἐπὶ προφανοῦς λάθους, ἀποδεικνυομένου ἐκ δύο λόγων, ἐκ τοῦ μητρώου τοῦ σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ ἀξιωματικός...
§142Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Αὐτὸ θὰ ἦναι καταστροφὴ διὰ τὸ στράτευμα.
§143ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μοὶ λέγετε ὅτι θὰ ἦναι καταστροφὴ διὰ τὸ στράτευμα. Δὲν τὸ ἐννοῶ, πῶς θὰ ἦναι καταστροφή. Πρῶτον θέτομεν προθεσμίαν 15 μόνον ἡμερῶν· δεύτερον, πόσοι θὰ ἦναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ δύνανται διὰ τοῦ μητρώου τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων, ἢ διὰ τοῦ μητρώου τοῦ σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουσι, νὰ ζητήσωσι τὴν μεταβολήν; Αὐτὸ θὰ ἦναι ἡ καταστροφή; Καὶ ὅμως παραδεχόμενοι τοῦτο εἴμεθα ἐντὸς τοῦ νόμου, δὲν κάμνομεν διακρίσεις. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, νὰ τροποποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐγὼ ὑποβάλλω ἄλλην πρότασιν, νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἥτις νὰ διατυπώσῃ τὸ νομοσχέδιον, τροποποιούμενον, καὶ τότε νὰ ἔλθῃ τοῦτο εἰς συζήτησιν καὶ ψήφισιν.
§144ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ.....
§145ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐντὸς τῆς αὔριον νὰ τὸ διατυπώσῃ ἡ ἐπιτροπή, διότι προβλέπω ἄλλως, ὅτι δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ψηφισθῇ ἀπόψε εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§147ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν πληροφορίαν θὰ ζητήσω. Ὁ ἐκ Πυλίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπέβαλε πρότασιν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν...
§148ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι! Νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ μίαν ἡμέραν θὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, μεθαύριον δὲ θὰ ἔλθῃ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§150ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἂς ψηφισθῇ ἀπόψε εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν καὶ τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ χορηγουμένου μηνιαίου βοηθήματος εἰς τὴν Μαρίαν ἄγαμον θυγατέρα τῶν ἀποβιωσάντων Ἰωάννου καὶ Σμαράγδας Φιλήμονος.
§152Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλοῦμεν νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ παρακρατήσεως.
§153ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§154ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὅλο προσωπικὰ νομοσχέδια θὰ ψηφίζωμεν; Ἂς ψηφήσωμεν καὶ τὸν νόμον περὶ παρακρατήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι γενικός.
§155ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ, ζητῶν τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ παρακρατήσεως.
§156ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ αἴτησις τὴν ὁποίαν προέβαλον, εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Δευτέρας. Ἡ Βουλὴ τότε ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθῶσιν ἄνευ ἀναβολῆς δύο νομοσχέδια, τὸ περὶ δεξαμενῆς τῆς Σύρου καὶ τὸ περὶ τῆς παρακρατήσεως τῆς σταφίδος, καὶ ἀπεφάσισε νὰ ἀναγράφωνται ἀπὸ τῆς ἐπιούσης πρῶτα αὐτὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἀρχὴ τούτου ἐγένετο εἰς τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, καὶ ἐψηφίσθη τὸ ἓν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ τὸ ἄλλο εἰς πρώτην...
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε χθὲς, ὅτι θὰ φέρῃ τροποποίησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρακρατήσεως· δὲν εἶναι δὲ παρὼν ἤδη.
§158ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. Σήμερον δὲ, κατ’ αἴτησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἐγένετο ἡ μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ προετάχθησαν δύο ἄλλα νομοσχέδια. Παρακαλοῦμεν λοιπὸν, μετὰ τὰ δύο ταῦτα νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ παρακρατήσεως.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε θ’ ἀναγνωσθῇ, ἀλλ’ ἄνευ συζητήσεως.
§160ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτητις τῆς προτάσεως νόμου περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΒΥΚΕʹ.
§162ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς δευτέραν συζήτησιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συστηθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως φέρῃ τὸ ταχύτερον τὴν συμπλήρωσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ ὡς ἀναγκαίαν.
§163Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, χωρὶς νὰ γείνῃ συζήτησις· ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεσχέθη κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὅτι θὰ φέρῃ τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ νῦν ἰσχύοντος νόμου, κατ’ ἀνάγκην αἱ τροποποιήσεις αὗται θὰ μελετηθῶσι καὶ θὰ ψηφισθῶσιν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν...
§164ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θ’ ἀποτελέσουν αὐτοτελὲς νομοσχέδιον.
§165ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· θὰ ἦναι τροπολογία τοῦ νομοσχεδίου... Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτας τροποποιήσεις συζητήσωμεν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, πῶς δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς σκέψεις ὡρίμους, καὶ νὰ καταρτίσωμεν νόμον ἄρτιον καὶ δυνάμενον νὰ ἐκτελεσθῇ; Εἴδομεν, μετὰ διετῆ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου, ποῦ κατελήξαμεν, εἰς τὸ νὰ ἐκτελῶμεν νόμον, ὅστις πλείστας ὅσας ἀτελείας παρουσιάζει κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Καὶ τὰς ἀτελείας ταύτας ὑπεσχέθη ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ διορθώσῃ, καὶ τὰς τροπολογίας ταύτας εἴμεθα πρόθυμοι, ψηφίζοντες ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, νὰ τὰς συζητήσωμεν εἰς τὴν τρίτην. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν, συζητοῦντες καὶ ψηφίζοντες, ὡς συζητοῦμεν καὶ ψηφίζομεν, μετὰ τόσης σπουδῆς, θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ νὰ παραγάγωμεν νόμον ἀτελέστατον, καὶ θὰ καταλήξωμεν εἰς ὁμοίας ἀτελείας πρὸς ἐκείνας, ἃς ἐπαρουσίαζεν ὁ ἰσχύων νόμος.
§166Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ἀντιλέγει, ὥστε πρὶν ἔλθῃ ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρουσιάσῃ τὰς τροπολογίας, ἐὰν δὲ αὗται ἦναι τοιαύτης φύσεως καὶ τόσον πολλαὶ, ὥστε ν’ ἀπαιτῆται δι’ αὐτὰς ἰδιαιτέρα μελέτη, τότε δύναται νὰ γείνῃ ἀναβολή. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προτείνῃ τροπολογίας, τὰς ὁποίας προχείρως δύναται ν’ ἀντιληφθῇ πᾶς Βουλευτὴς, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ γείνῃ ἀναβολή... Ἀλλ’ ἰδοὺ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔρχεται, καὶ δύναται νὰ καταθέσῃ ἀπὸ τοῦδε τὰς τροπολογίας αὐτάς.
§167ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπεσχέθην εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προσαγάγω τροπολογίας ...
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἄνευ συζητήσεως.
§169ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ παντὸς δὲν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ, ἐὰν θὰ μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις (διάλογοι).
§170ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅτε χθὲς, ἐλθούσης τῆς σειρᾶς τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρακρατήσεως, τοῦ ὑποβεβλημένου ὑπὸ δύο Βουλευτῶν, ἀντελήφθην τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς πρόθυμον νὰ τὸ ψηφίσῃ, εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδένα ἔχει ἐναντίον λόγον. Ἡ δὲ πλειοψηφία τῶν σταφιδοκτημόνων φαίνεται ὅτι θεωρεῖ ὅτι ἐπέτυχεν ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον καὶ οἴκοθεν καὶ ἐκ παρατηρήσεών τινων τῶν κ.κ. Βουλευτῶν προὐκάλεσε τὴν προσοχήν μου, εἶναι ὅτι, οἷος τυγχάνει ὁ νόμος, χρήζει ἴσως τροποποιήσεώς τινος, τεινούσης εἰς δύο θέματα. Τὸ ἓν τῶν θεμάτων τούτων εἶναι, πῶς νὰ κατορθώσωμεν νὰ μειώσωμεν τοὺς κινδύνους τῶν καταχρήσεων τῶν ἐπερχομένων ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς σταφίδος. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὁμολογῶ ὅτι, καὶ πρὶν ἢ λάβω ἀφορμὴν νὰ ἐμφανισθῶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ συζητήσω περὶ αὐτοῦ, εἶχον ἐνασχοληθῆ, εὑρίσκω δέ τι ἀδιέξοδον σχεδὸν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἡ φύσις τοῦ ἀποθηκαρίου τῆς σταφιδοποθήκης καθιστᾷ πολὺ δυσχερέστερον τὸν ἔλεγχον, ἐὰν ἐν τῇ ἀποθήκῃ ἔχῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐναποταμιεύσει, ἐὰν τιμίως διεχειρίσθη τὰ καθήκοντά του, διότι μία ἀποθήκη σταφίδος περιέχει ποσὸν ἑκατομμυρίων ἑνετικῶν λιτρῶν· βεβαίως δὲ, ἵνα ἐξελεγχθῇ τὸ περιεχόμενον ἐν τῇ ἀποθήκῃ, χρήζει καὶ δαπάνης μεγάλης καὶ χρόνου μακροῦ, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ἡ τοιαύτη ἐξέλεγξις νὰ ἐπαναλαμβάνηται κάθε τόσον καὶ λιγάκι, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, ἵνα βεβαιώμεθα μὴ κατεχράσθη ὁ ἀποθηκάριος. Ἡ στιγμή, καθ’ ἣν συνεπείᾳ πωλήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου ἐν τῇ ἀποθήκῃ ἐξέλθῃ ὁ σταφιδόκαρπος, εἶναι ἡ μόνη πρόχειρος διὰ νὰ ἐνεργηθῇ ὁ ἔλεγχος· ἀλλὰ τότε ἴσως εἶναι ἀργὰ πρὸς ἐνέργειαν τοῦ ἐλέγχου. Τί θέλετε ἑπομένως ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ ἀδιεξόδου, ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ impasse, ὡς λέγουν οἱ Γάλλοι, νὰ κάμωμεν; Τὰ γεγονότα τοῦ παρελθόντος δὲν μὲ ἀποθαῤῥύνουν. Ἐν τῇ μνήμῃ μου ἔχω, ὅτι περίπου τὸ ποσὸν τὸ παρακρατηθὲν ἐν τῷ διαστήματι τῆς τριετίας πλησιάζει πρὸς τὰ 100 ἑκατομμύρια ἑνετικῶν λιτρῶν, εἶναι κἄτι ἔλασσον τῶν 100 ἑκατομμυρίων· ἐκ τούτων ποσὸν πλησιάζον εἰς τὰ 50 ἑκατομμύρια εὑρέθημεν εἰς θέσιν νὰ ἐλέγξωμεν, ἐὰν τιμίως ἢ μὴ τιμίως διεχειρίσθη, διότι μέχρι ποσοῦ 50 ἑκατομμυρίων λιτρῶν ἐκενώθησαν αἱ ἀποθῆκαι ἐν τῷ μεταξύ, τί δὲ εὑρέθη ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ ἐλέγχου; Ὅτι ἔλειψαν ἐξ αὐτῶν τῶν 50 ἑκατομμυρίων περὶ τὰ 2 ἑκατομμύρια καὶ κἄτι κλάσμα. Ἐὰν ἐξ αὐτῶν τῶν 2 ἑκατομμυρίων ἀφαιρέσητε τὸ 1% τῆς φύρας, ἀπολείπεται ἓν ποσὸν 1,600,000 λιτρῶν, τοῦ ὁποίου ἐγένετο κατάχρησις· ἀνάγεται δὲ ἡ κατάχρησις αὕτη εἰς ὡρισμένους τρεῖς διαχειριστάς, οἱ ὁποῖοι καθ’ ὡρισμένον ποσὸν ἑνετικῶν λιτρῶν εὑρέθησαν ἐλλειμματίαι, ἐν Πύργῳ καὶ ἀλλαχοῦ. Ἡ κατάχρησις λοιπὸν τοσούτου ποσοῦ 1,600,000 ἐπὶ ποσοῦ 50 ἑκατομμυρίων λιτρῶν σταφίδος δὲν λέγω ὅτι εἶναι εὐχάριστόν τι, ἀλλὰ θέλετε συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐπὶ τοιαύτης διαχειρίσεως εἶναι καὶ αὐτὴ ὡς τόσαι ἄλλαι. Καὶ τὸ κάλλιστα διοικούμενον Κράτος δὲν δύναται ν’ ἀποφύγῃ νὰ ἔχῃ τοιαῦτα ἀτυχήματα μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων του, νὰ καταχρῶνται ὑπάλληλοί τινες. Ἐλέχθη, Κύριοι, ὅτι δυνάμεθα νὰ συνδυάσωμεν τὰς ἀποθήκας μὲ τοὺς τελώνας. Ἀλλὰ διατὶ θὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ τελώνης εἶναι τιμιώτερος τοῦ ἀποθηκαρίου; Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι παρ’ ἡμῖν οἱ τελῶναι καταχρῶνται· τοὐναντίον· ἀλλὰ διατὶ νὰ δεχθῶ, ὅτι θὰ ἔχωμεν μεγαλειτέραν εἰς αὐτοὺς ἐμπιστοσύνην; Ἄλλως, πῶς νὰ συνδυάσωμεν τὰ τελωνεῖα μὲ τὰς ἀποθήκας, ἀφοῦ αἱ πλεῖσται τῶν ἀποθηκῶν κεῖνται εἰς μέρη, ὅπου δὲν ὑπάρχουν τελωνεῖα; Ἐσκέφθην λοιπὸν νὰ ὑποβάλω προσθήκην εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβεβλημένον, διὰ τῆς ὁποίας νὰ προστεθῇ εἰς τοὺς ἀποθηκαρίους, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται σήμερον δι’ ἑνὸς ὑπαλλήλου λογιστοῦ, εἷς δεύτερος ὑπάλληλος μὲ βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως, ὁ ὁποῖος νὰ συμπράττῃ εἰς πᾶσαν πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας εἰσάγεται ἢ ἐξάγεται ἐκ τῆς ἀποθήκης σταφιδόκαρπος, καὶ διὰ τῆς προσυπογραφῆς του εἰς τὰς ἀποδείξεις, τὰς διδομένας ἐπὶ παραδόσεως πράγματος, ἢ εἰς τὰ διπλότυπα ἐπὶ πωλήσεως πράγματος, νὰ καθίσταται ἀλληλεγγύως συνυπεύθυνος μετὰ τοῦ ἀποθηκαρίου. Δὲν βλέπω τί ἄλλο νὰ πράξω...
§171ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ διορίζωνται τίμιοι ὑπάλληλοι.
§172ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ. Νὰ ἐκλέγωμεν τιμίους ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ πάντοτε προσεπάθησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκλέξῃ τοιούτους τιμίους, ἀλλ’ εὑρέθησαν ἐξ αὐτῶν καὶ καταχρασταί. Νομίζω λοιπόν, ὅτι οὕτω δύναται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτό. Τουλάχιστον θὰ ἤμην πολὺ εὐτυχής, ἐὰν εὑρίσκετο ἄλλη καλλιτέρα λύσις. Σχετικῶς λοιπὸν πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω τροπολογίαν.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 148). Ὁ κ. Σάκκης ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 149).
§174Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν παρατήρησιν, ὅπως προκαλέσω τὴν σκέψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐὰν τὴν εὕρῃ σκόπιμον, παρακαλῶ αὐτόν, ὅπως αὔριον μεταβάλῃ τὴν πρότασίν του περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ παρακρατήσεως. Ὁ ὑπὸ παρακράτησιν σταφιδόκαρπος ἕνα ἔχει σκοπόν, νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸ παντὸς εἰς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος· εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα, ἅτινα ποιοῦνται χρῆσιν τοῦ σταφιδοκάρπου, λειτουργοῦσιν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, ἐλάχιστα δὲ ἐν Πάτραις. Οἱ ἀγοράζοντες τὸν σταφιδόκαρπον παρὰ τῶν σταφιδαποθηκῶν, αἵτινες κεῖνται μακρὰν τῶν κέντρων τούτων, ὑποβάλλονται εἰς τὴν δαπάνην τῆς μεταφορᾶς ἐκ τῶν ἀποθηκῶν, ἐν αἷς εἶναι ἐναποτεταμιευμένος ὁ σταφιδόκαρπος, μέχρι τῶν ἐργοστασίων των· ἑπομένως εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῆς τιμῆς, ἐφ’ ᾗ ἀγοράζουν τὸν σταφιδόκαρπον, ὑπολογίζουσι καὶ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς. Ἐὰν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν δοθῇ ἡ ἄδεια διὰ νόμου, —κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι ὁ νόμος ἀπαραίτητος, ἀρκεῖ νὰ ἐξηγηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, —ὅπως τὸν σταφιδόκαρπον τὸν ἀποτεταμιευμένον εἰς ἀποθήκας κειμένας ἀλλαχοῦ, παρὰ εἰς τὰ κέντρα, ὅπου γίνεται χρῆσις αὐτοῦ δι’ οἰνοπνευματοποιΐαν, συγκεντρώνῃ εἰς τὰ κέντρα ταῦτα, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ προληφθῶσι, κατὰ τὸ πλεῖστον τουλάχιστον, αἱ καταχρήσεις.
§175ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποθηκῶν δὲν ὁρίζεται διὰ νόμου, ἀλλὰ διὰ Β. Διατάγματος.
§176ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δὲν δύναται ἄλλως νὰ γένηται, διότι δὲν δύνασθε νὰ ὑποχρεῶτε τοὺς σταφιδοκτηματίας ν’ ἀποταμιεύωσι τὸν καρπόν των εἰς ἄλλα μέρη, παρὰ ὅπου κεῖνται τὰ κτήματά των. Ὅταν ἔχητε ἀποθήκας μόνον ἐν Ἀθήναις, ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Πάτραις, δύνασθε νὰ λάβητε καὶ μέτρα ἐγγυώμενα τὴν πρόληψιν τῶν καταχρήσεων. Τότε δύνασθε νὰ ἐκλέξητε ὡς διαχειριστὰς ἀνωτέρους οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους, καὶ δύνασθε νὰ ἀσκῆτε ἐπ’ αὐτῶν ἐποπτείαν σκοπιμωτέραν. Ἡ δαπάνη τῆς μεταφορᾶς λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν ἀγοραζόντων τὸν σταφιδόκαρπον· ἐὰν ἐπὶ παραδείγματι ὑποχρεώσητε τὸν ἐργοστασιάρχην Ἀθηνῶν ν’ ἀγοράσῃ σταφιδόκαρπον ἐκ τῆς ἀποθήκης τῆς Κορώνης ἢ τοῦ Γυθείου, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι εἰς τὸ ποσὸν τῆς ἀγορᾶς θὰ ὑπολογίσῃ οὗτος καὶ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς. Κατ’ ἐμὴν δὲ γνώμην, τὸ μέτρον τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἀποθηκῶν εἰς μόνον τὰ μεγάλα κέντρα, εἶναι δυνατὸν καὶ διοικητικῶς νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ διὰ Β. Διατάγματος νὰ συνιστᾷ ἀποθήκας, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πωλῇ κατὰ τὰς τιμὰς τὰς ὁριζομένας εἰς τὸ διάταγμα ἢ τὴν προκήρυξιν αὐτοῦ. Ἑπομένως δύναται καὶ διοικητικῶς νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ μέτρον τοῦτο.
§177ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἰδέα σας μοὶ φαίνεται ἀρκετὰ εὔστοχος· νομίζω δὲ, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην κἄν διατάξεως νόμου, ἵνα ἐκτελεσθῇ, διότι δὲν κωλύεται ὁ Ὑπουργὸς νὰ μεταγάγῃ τὸν καρπὸν ἀπὸ ἀποθήκας διαφόρους τοῦ Κράτους εἰς ἀποθήκας ἄλλας κεντρικωτέρας, ἡ δὲ δαπάνη δύναται νὰ ὑπολογίζηται ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς ἀγορᾶς, διότι ὁ ἔμπορος βεβαίως δὲν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν νὰ πληρώσῃ ποσοστόν τι ἐπὶ τῆς τιμῆς, χάριν τῆς μεταφορᾶς αὐτῆς.
§178Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας τινὰς παρατηρήσεις θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα λάβῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν τὰς εὕρῃ εὐλόγους, καὶ συμπληρώσῃ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ἐπενεκτέας ἐπὶ τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε μίαν καὶ μόνην τροπολογίαν, ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν ἐξασφάλισιν κατὰ τῶν καταχρήσεων ἐκ μέρους τῶν ἀποθηκαρίων. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν, ἀλλ’ ὅπως ἐξήγησεν αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς, νομίζω ὅτι αὕτη δὲν μᾶς ἐξασφαλίζει ἐπαρκῶς, ὅπως ἀποφύγωμεν τὰς καταχρήσεις. Σκοπιμώτερον ἴσως ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἀπεφασίζετο διὰ τοῦ νόμου νὰ ἱδρυθῶσιν ἀποθῆκαι, ἔχουσαι ὡρισμένην χωρητικότητα, εἰς τρόπον ὥστε ἑκάστη ἀποθήκη νὰ μὴ δύναται νὰ περιλάβῃ, εἰμὴ ὡρισμένην ποσότητα σταφίδος. Οὕτως ὁ ἔλεγχος θὰ ἦναι εὔκολος. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἑτέρου σημείου ἐπεθύμουν νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Αἱ καταχρήσεις, αἱ μέχρι τοῦδε γενόμεναι ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ σταφιδοκάρπου, δὲν ἐγένοντο καθ’ ὃν τρόπον δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ· τουτέστι δὲν ἐπωλήθη παρὰ τοῦ ἀποθηκαρίου ἐπὶ σκοπῷ ἰδίου κέρδους ὁ καρπὸς ὁ εἰσαχθεὶς ἐν ταῖς ἀποθήκαις, ἀλλ’ ἐξεδόθησαν ἀποδείξεις ἀποθηκεύσεως ἀπὸ τοὺς ἀποθηκαρίους εἰκονικαὶ, χωρὶς νὰ ἐναποταμιευθῇ καρπὸς ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου. Ἑπομένως κατὰ τὴν διεύθυνσιν ταύτην πρέπει νὰ εὕρωμεν μέσον ἐξασφαλίζον ἡμᾶς ἀπὸ καταχρήσεων ἐνδεχομένων. Ἐπίσης, κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ καὶ ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς μεταποιήσεως τοῦ καρποῦ τοῦ ἀφαιρουμένου ἐκ τῆς παραγωγῆς, τοῦ ποσοστοῦ τοῦ 15%. Ὡς ἔχει σήμερον ὁ νόμος, φαίνεται συγχωρῶν πᾶσαν χρῆσιν τοῦ καρποῦ τούτου, τοῦ ἀφαιρουμένου ἀπὸ τῆς παραγωγῆς, ἀρκεῖ ἡ χρῆσις αὕτη ν’ ἀποτελῇ βιομηχανικὴν κατεργασίαν. Ἀλλ’ ἐν τῇ βιομηχανικῇ κατεργασίᾳ περιλαμβάνεται καὶ ἡ οἰνοποιΐα. Ἐσχάτως τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω δ’ ὅτι ἐλύθη ἐκ περιτροπῆς κατὰ δύο διαφόρους τρόπους...
§179ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου πάντοτε κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐλύθη. Δὲν ἐπετράπη νὰ χρησιμοποιηθῇ ὁ σταφιδόκαρπος τῆς παρακρατήσεως πρὸς κατασκευὴν οἴνου.
§180ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται ν’ ἀμφισβητήσω τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ἀλλ’ ἔμαθον ἐσχάτως, ὅτι, ἐπὶ τῇ ἀναφορᾷ ἐμπόρων ἐκ Καλαμῶν, ὅτι καρπὸς ἐξαχθεὶς ἀπὸ τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως ἐχρησιμοποιήθη εἰς οἰνοποιΐαν, τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε νὰ ἐμποδισθῇ τὸ τοιοῦτον. Κατόπιν ἔμαθον, ὅτι ἡ διαταγὴ ἀνῃρέθη δι’ ἑτέρας διαταγῆς, καὶ ὅτι παρηγγέλθη ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Καλαμῶν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς παρακρατήσεως πρὸς οἰνοποιΐαν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, τῷ δεδικαιολογημένῳ ἄλλως, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἀπαγορεύει τὴν τοιαύτην χρησιμοποίησιν, καὶ οἱ ἀγορασταὶ τοιούτου καρποῦ τῶν Καλαμῶν ἰσχυρίζοντο, ὅτι οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἡ οἰνοποίησις τῆς σταφίδος παρὰ βιομηχανικὴ κατεργασία. Λοιπὸν καὶ κατὰ τοῦτο νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ἔχει ἀνάγκην βελτιώσεως ὁ νόμος, καθ’ ὃν τρόπον ἡ Βουλὴ ἤθελε κρίνει εὔλογον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ οἰνοποίησις τῆς σταφίδος, νὰ περιορισθῇ δὲ ἀποκλειστικῶς ἡ χρησιμοποίησις τῆς σταφίδος εἰς τὴν κατασκευὴν οἰνοπνεύματος ἢ καὶ ἄλλων εἰδῶν, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται, ἐξαγόμενα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, νὰ μεταβληθῶσιν εἰς οἶνον καὶ συναγωνιζόμενα πρὸς τὴν σταφίδα τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου νὰ ματαιώσωσιν οὕτω τὸν μόνον σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ νόμος περὶ τῆς παρακρατήσεως ἐψηφίσθη. Ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ εἴπω, ὅπως, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κρίνῃ εὐλόγους τὰς παρατηρήσεις ταύτας, τὰς μελετήσῃ, καὶ, ἐὰν νομίσῃ ἀναγκαῖον, ὡς ἁρμοδιώτερος πάντων ἡμῶν, διότι κατέχει τὰ στοιχεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων θέλει φωτισθῆ, εἰσαγάγῃ αὐτὸς τὰς ἀναγκαίας μεταῤῥυθμίσεις καὶ βελτιώσεις, ἵνα ὁ νόμος λειτουργήσῃ εἰς τὸ μέλλον ἄνευ τῶν ἀτελειῶν, αἱ ὁποῖαι ἤδη κατεδείχθησαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ.
§181Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν μόνον λέξιν θὰ εἴπω, ὅπως φέρω εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἓν ἄλλο εἶδος καταχρήσεως, γινομένης εἰς τὸν σταφιδόκαρπον τῆς παρακρατήσεως. Ἀγοράζει τις ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῆς παρακρατήσεως σταφιδόκαρπον, ἵνα τὸν μεταφέρῃ ἀλλαχοῦ πρὸς βιομηχανικὴν κατεργασίαν. Φορτώνει τὸ πλοῖον λ. χ. ἐν Καλάμαις, μεταφέρει αὐτὸ εἰς τὸν λιμένα τῶν Πατρῶν, ἐκεῖ ἀποβιβάζει αὐτὸν, καὶ θέτει ἀμέσως εἰς τὴν κυκλοφορίαν τοῦ μεγάλου ἐμπορίου, ὅπως καὶ τὴν ἄλλην σταφίδα. Μεγάλα ποσὰ σταφιδοκάρπου τῆς παρακρατήσεως ἐτράπησαν εἰς τοῦτο, διότι παρέχουσι καὶ ὠφελείας, ὡς εἶναι εὐνόητον, σημαντικάς. Ἀγοράζονται πρὸς 75 δραχμὰς τὴν χιλιάδα, καὶ πωλοῦνται πρὸς 150 καὶ 200!
§182Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὀλίγα θέλω ἀρκεσθῆ νὰ προσθέσω. Ἐν πρώτοις ὑπενθυμίζω, ὅτι εἰς παρελθοῦσαν ἐποχὴν ἐζήτησαν οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ τοῦ Πειραιῶς νὰ παραλαμβάνωσι ποσότητάς τινας τῆς παρακρατουμένης σταφίδος, νὰ μεταφέρωσι ταύτην δι’ ἰδίων ἐξόδων καὶ ἀποθηκεύωσιν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Δημοσίου ἐν Πειραιεῖ ἢ ἐν Ἀθήναις καὶ εἰς ἰδίας ἀποθήκας, τηρούντων διπλᾶς κλεῖδας τῶν τε οἰνοπνευματοποιῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου. Τοιαύτη τις ἐνέργεια παρέχει ὠφέλειαν, διότι ἐν Πειραιεῖ τὸ Δημόσιον ἔχει ἀφ’ ἑνὸς τελωνειακὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ τηρῶσι τὴν μίαν κλεῖδα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸν ἔφορον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκράτει τὴν ἑτέραν, καὶ τοιουτοτρόπως οὔτε μὲ ἔξοδα ἀποθηκῶν καὶ μισθὸν ὑπαλλήλων θὰ ἐπεβαρύνετο τὸ Δημόσιον, οὔτε μὲ ζημίαν φύρας, οὔτε καταχρήσεις θὰ συνέβαινον. Ἀλλὰ ἡ πρότασις ἐκείνη δὲν ἐγένετο δεκτή.
§183Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον, ὑπεβλήθη πρότασις ἐμπόρου, ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλ’ ὄχι ὡρισμένη. Ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν ἐζήτει νὰ ἐπιτρέψω νὰ παραλάβῃ σταφιδόκαρπον ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῆς παρακρατήσεως, καὶ νὰ μεταφέρῃ αὐτὸν ἐνταῦθα, ἀλλὰ χωρὶς νὰ καταβάλῃ τὸ τίμημα, νὰ καταβάλῃ δὲ αὐτὸ, ὅταν καὶ ἐφ’ ὅσον χρησιμοποιῇ τὸν καρπόν. Ἐγὼ ἀπήντησα, ὅτι κατὰ τὸν νόμον δὲν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ παραδώσω σταφίδα ἄνευ καταβολῆς τοῦ τιμήματος. Ἑπομένως ἡ μὴ ἀποδοχὴ τῆς προτάσεως προήρχετο ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου.
§184Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνόουν νὰ θίξω τὴν ἐνέργειαν οὐδενὸς τῶν κυρίων συναδέλφων ἤκουσα τὴν γενομένην πρότασιν τῶν ἐμπόρων, καὶ ἀνέφερα αὐτήν, διότι βεβαίως, ὅταν παραλαμβάνῃ τις ἓν ἑκατομμύριον λιτρῶν σταφίδος ἢ δύο ἢ τρία, αὐξάνει μεγάλως τὴν κατανάλωσιν, καὶ εὐκολύνει τὴν ἐκποίησιν, ἀναλαμβάνων δι’ ἐξόδων του νὰ μεταφέρῃ ὅλον αὐτὸ τὸ ποτὸν καὶ τὸ ἀποθηκεύσῃ εἰς Πειραιᾶ. Ἀλλὰ βεβαίως δυσκόλως θὰ εὑρίσκεται οἱοσδήποτε ἔμπορος εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ ὁλόκληρον τὸ τίμημα τοῦ ἀποθηκευμένου καρποῦ. Μετὰ τὰ λεχθέντα θέλω ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Εἰς ὅλας τὰς πόλεις τῆς παραγωγῆς ὑπάρχουσιν ἀποθῆκαι κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξηντλημέναι, καὶ δι’ ὅλας αὐτὰς πληρόνει τὸ Δημόσιον ἐνοίκιον, ὅπερ ζημιοῖ μεγάλως τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τὸ ἄτοπον τοῦτο ἠδύνατο νὰ προληφθῇ, ἐὰν ἐδίδετο διαταγὴ νὰ μὴ ἐξάγηται καρπὸς ἐκ πολλῶν συγχρόνως ἀποθηκῶν, ἀλλὰ νὰ κενοῦται ἡ μία ἀποθήκη μετὰ τὴν ἄλλην καθ’ ὁλοκληρίαν.
§185ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ τὸ σύστημα ἐδέξατο, καὶ διέταξε νὰ μὴ πωλῆται καρπὸς, ἀδιαφόρως ἀπὸ μίαν ἢ ἄλλην ἀποθήκην, ἀλλὰ νὰ κενοῦται πρῶτον ἡ μία ἀποθήκη, καὶ εἶτα νὰ ἄρχηται ἡ πώλησις ἐξ ἑτέρας.
§186Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον, πολλῶν ἀποθηκῶν τὸ προϊὸν εὑρέθη βεβλαμμένον, δὲν προσήρχοντο κατ’ ἀκολουθίαν ἀγορασταὶ ν’ ἀγοράζωσιν ἐξ αὐτοῦ, πάντες δὲ προσεφέροντο ν’ ἀγοράσωσι καρπὸν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν, αἵτινες ἐθεωροῦντο ὡς περιλαμβάνουσαι καρπὸν κρείσσονος ποιότητος καὶ ἐξ ὧν δὲν ἐγένετο ἀρχὴ πωλήσεως. Ἐγὼ τότε, ἵνα ἐπιτύχω τὴν πώλησιν καὶ τοῦ βεβλαμμένου, ὑπεχρέωσα πάντας τοὺς ἀγοραστὰς νὰ λαμβάνωσι, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀγοραζομένης ποσότητος, καὶ μέρος τοῦ βεβλαμμένου. Ἐκ τούτου ἡ διάθεσις ἐγίνετο συγχρόνως ἐκ διαφόρων ἀποθηκῶν.
§187Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὑποβληθέντας ἄλλοτε καταλόγους τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος, οἱ ὁποῖοι συνετάχθησαν ὑπὸ τοῦ ἐπισημοτάτου οἴκου Μπάρφ, σημειοῦντας τὴν τιμὴν ταύτην ἀπὸ τοῦ 1830 μέχρι τοῦ 1894, θὰ εὕρητε ἐκεῖ τὰς τιμὰς, ὑπὸ τὰς ὁποίας εἰσήχθη εἰς Γαλλίαν ὁ σταφιδόκαρπος κατὰ διαφόρους ἐποχάς. Ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος ὅταν ἐπῆλθε εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ μεγαλειτέρα καταστροφή...
§188ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ παρατηρήσεις.
§189ΣΧΙΝΑΣ. Ἐὰν, Κύριοι, ἀνατρέξητε εἰς τὸν πίνακα τῶν διαφόρων τιμῶν τῆς σταφίδος εἰς τοὺς τόπους τῆς καταναλώσεως, περὶ ὧν φροντίζουσιν οἱ σταφιδοκτήμονες, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι κατὰ τὸ 1891 ἐπωλήθη ἐν Γαλλίᾳ ἡ σταφὶς πρὸς 180, εἰς τὰ 1892 ζήτησις μικρὰ πρὸς 150, εἰς τὰ 1893, ἕνεκα τῆς μὴ ζητήσεως, αἱ τιμαὶ ἐξέπεσαν. Ἡ Γαλλία ἠγόραζε σταφίδα, ἣν μετεχειρίζετο πρὸς κατασκευὴν οἴνου,— καὶ μετεχειρίζετο σταφίδα κατωτέρας ποιότητος, οἵα ἡ τοῦ Πύργου, ἡ τῶν Καλαμῶν, ἡ τῆς Τριφυλίας.—Ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἡ Γαλλία ἀνεπλήρωσε τὴν κατασκευὴν οἴνου διὰ νέας καλλιεργείας ἀμπελώνων, ἔπαυσε πᾶσα ἀγορά... (Θορυβώδεις διάλογοι μεταξὺ Βουλευτῶν). Οἱ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν συνάδελφοι εὑρίσκονται εἰς σύγκρουσιν μεταξὺ των, ἕνεκα τῶν συμφερόντων, ἅτινα ἔχουσι (Θόρυβος).
§190ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τὰ λέγετε.
§191Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὑπείκων εἰς τὴν παράκλησιν τῶν συναδέλφων, διακόπτω τὴν ἀγόρευσίν μου, καὶ θὰ ἐπαναλάβω ταύτην κατὰ τὴν ἑπομένην συζήτησιν.
§192ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἡ τροπολογία ἡ προταθεῖσα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ἐπαρκής, ὅπως παρακωλύσῃ τὰς καταχρήσεις. Ἑπομένως κρίνω ὀρθὸν νὰ συστηθῇ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐξεύρῃ τὰ μέσα, δι’ ὧν εἶναι δυνατὸν νὰ προληφθῶσιν αἱ καταχρήσεις.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς;
§194ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§195Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου,—καίτοι, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσήχθη, τὸ κατεπολέμησα,— οὐχὶ ἐκ πεποιθήσεως ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ ἔφερε τ’ ἀποτελέσματα, ἅτινα εἴδομεν, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων λόγων, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι, ἂν καταργηθῇ ὁ νόμος τῆς παρακρατήσεως, δύναται νὰ φέρῃ μεγίστην βλάβην. Δὲν ἀντιλέγω εἰς τὴν συζήτησιν, πρέπει ὅμως νὰ ἐπέλθωσι προηγουμένως αἱ ἀπαιτούμεναι τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως κατασταθῇ συντελεστικὸν πρὸς τὸν σκοπόν, δι’ ὃν ψηφίζεται. Ἐφιστῶ δὲ τὴν προσοχὴν τῶν κ. κ. συναδέλφων ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 8 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καὶ διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μελισσηνοῦ, ἵνα ἐξετασθῇ τὸ νομοσχέδιον παρ’ εἰδικῆς ἐκ Βουλευτῶν ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ ἄλλως δὲν ὑφίσταται καὶ λόγος σπουδῆς.
§196Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιτροπή, ἣν ζητοῦσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ συστηθῇ καὶ φέρῃ γνώμην ἐντὸς τῆς αὔριον, πάλιν θὰ φέρῃ μεγάλην συζήτησιν, καὶ δὲν θὰ φθάσωμεν ποτὲ εἰς πέρας. Τὸ ὀρθότερον εἶναι νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην συζήτησιν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συζητήσῃ κατόπιν μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι τὴν διακανόνισιν τῶν θεμάτων πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ παρακρατουμένου καρποῦ, καὶ φέρῃ ἴδιον περὶ τούτου νομοσχέδιον.
§197ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§198ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἀφοῦ ψηφισθῇ ὁ νόμος τῆς παρακρατήσεως, καίτοι ἔχω πολλὴν ὑπόληψιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω ὅτι τὰ φῶτα αὐτοῦ δὲν θὰ ἦναι ἀρκετὰ, ἵνα προλάβωσι τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουσι χώραν... (θόρυβος).
§199Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν θὰ φθάσωμεν ἄλλως εἰς συμπέρασμα ἐπὶ τούτου. Ἄλλως τε δὲν θὰ ἐργασθῇ μόνος ὁ Ὑπουργός.
§200ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. .. Ἐπιμένω διὰ τοῦτο ζητῶν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἂν συναινῇ δηλ. νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν.
§201ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι τόσον κατεπεῖγον τὸ ζήτημα, ὥστε οἵαι δήποτε καταχρήσεις καὶ ἂν γίνωνται, πρέπει νὰ τὰς παραβλέψωμεν· διότι, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, αἱ ζημίαι θὰ ἦναι μεγαλείτεραι.
§202ΔΑΓΡΕΣ. Κατ’ ἐπανάληψιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπεστηρίχθη ἡ γνώμη, ὅτι οἷον δήποτε νομοσχέδιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προλάβῃ τὰς καταχρήσεις. Ζητοῦμεν τὴν παράτασιν τοῦ νόμου ἐπὶ ἓν ἔτος, ἐνῷ ἀπεδείχθησαν μεγάλαι ἐλλείψεις καὶ ἀτέλειαι τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος καὶ ἰσχύοντος (θόρυβος).
§203ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν. (Θόρυβος).
§204ΔΑΓΡΕΣ. Οἱ ὑποβαλόντες τὸ νομοσχέδιον πάντοτε ἐστενοχώρησαν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ νόμον περὶ παρακρατήσεως, (θόρυβος), ἀλλ’ ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ταχύτης, μεθ’ ἧς ἐζήτουν τὴν ψήφισιν, δὲν ὠφέλησε (θόρυβος).
§205ΜΥΛΩΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, ἀλλὰ πρὸ τοῦ πέρατος αὐτῆς, προφανοῦς οὔσης τῆς ἐλλείψεως ἀπαρτίας, ὁ Πρόεδρος λύει τὴν συνεδρίασιν). Ὥρα 9 μ. μ.