1898.03.13
2.904 στίχοι · 23.203 λέξεις · 173 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
Τῆς 13 Μαρτίου 1898
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ μετά τινας παρατηρήσεις τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παρὰ τὸν Ἰλισσὸν ἰδιοκτῆται, οἱ παθόντες ἐκ τῆς πρὸ διετίας ἐπισυμβάσης πλημμύρας, δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως διανεμηθῇ τὸ δι’ αὐτοὺς ψηφισθὲν βοήθημα ἐκ δραχ. 15,000.
§2Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Πέῤῥος δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεώς του παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ: 1) τὰς ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων τῶν περιφερειῶν Τριπόλεως καὶ Σπάρτης περὶ τῶν ἐπιθεωρήσεων τῶν γραφείων Εἰρηνοδικείων καὶ Συμβολαιογραφείων κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος 1897, καὶ 2) τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα τῆς ἀπολύσεως τοῦ ἐνταῦθα συμβολαιογράφου Γρηγορίου Φουρτούνα. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑποβάλλει δήλωσιν περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 150). Ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Μερλόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθήκης δύο ἔτι συνεργείων πρὸς κατάρτισιν τῶν ἐκκαθαρίσεων κλπ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 151). Ὁ κ. Τσαρλαμπᾶς ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Κατὰ τὸ 1888 ἀπεβίωσεν ἐν Ὀδησσῷ εἷς συμπολίτης μου, ὁ Εὐστάθιος Ζάκας, ὅστις διὰ τῆς διαθήκης του ἀφῆκεν ἓν μέρος τῆς περιουσίας αὐτοῦ, ἵνα τοποθετηθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ σκοποὺς εὐεργετικούς. Ἀπὸ τοῦ 1895 εἶχον παρακαλέσει τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ φροντίδα περὶ τοῦ κληροδοτήματος τούτου, διότι ὁ συνάδελφος κ. Σχινᾶς πολλὰ μὲ ἐδίδαξε περὶ τῶν κληροδοτημάτων (ἱλαρότης). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνήργησε πράγματι, καὶ ὁ τότε πρόξενος κ. Βουτσινᾶς, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ ἐκτελεστὴς τῆς διαθήκης, ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ἔδιδε τὴν καταγραφὴν τῆς κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας τοῦ μακαρίτου Ζάκα καὶ τὴν λογοδοσίαν τῶν ἑαυτοῦ πράξεων. Ἐπειδὴ ἀπὸ τοῦ 1895, ὅτε ἐδόθη ἡ ἀπάντησις αὕτη, δὲν εἶδον πλέον τίποτε νὰ γείνῃ περὶ αὐτοῦ τοῦ κληροδοτήματος, καὶ ἐπειδὴ ἐνδιαφέρει πολὺ τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα, ἵνα μὴ καὶ τοῦτο τὸ κληροδότημα λάβῃ τὴν τύχην τόσων ἄλλων, περὶ τῶν ὁποίων ἀκούομεν νὰ γίνηται λόγος. Τὴν ἐπερώτησίν μου καταθέτω καὶ ἐγγράφως.
§5ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω ἔγγραφα, ζητηθέντα δι’ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, περὶ τοῦ ἐν Φιοῦμε προξένου τῆς Ἑλλάδος, σχετικῶς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τῶν ἐκ Χίου ἀδελφῶν Μαγγανᾶ.
§6Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸν νόμον ͵ΒΥΝΒʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1896 περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ᾼΛϚ’ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ δὲ ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησιν διότι, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως πρὸ τῆς 2 Ἀπριλίου, δὲν θὰ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν.
§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τεθῇ πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 152).
§9Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πάλλης βουλευτοῦ κ. Φορέστη, καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρακτικὸν τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ μαθητευόμενος ἐργοδηγός, ὅστις παρεπονέθη εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν, ὅτι παρελείφθη παρανόμως ἐκ τῶν προβιβασμῶν, δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ τῆς κατασκευῆς μονίμου δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ δαπάνῃ τοῦ δήμου Ἑρμουπόλεως.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 153).
§11ΡΑΖΕΛΟΣ. Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε, ἀπηύθυνα πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοὺς ἐπερώτησιν περὶ τῆς Ἑταιρίας τῶν Τροχιοδρόμων, εἰς τὴν ὁποίαν, ὡς ἐκ μὴ τῆς συγκεντρώσεως, φαίνεται, τῶν σχετικῶν πληροφοριῶν, δὲν εὐηρεστήθησαν ν’ ἀπαντήσωσιν εἰσέτι οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Σχετικῶς ὅμως πρὸς ταύτην θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ ζητήματος σοβαροῦ, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἀνάστατον ἀπό τινος τὴν πόλιν Πειραιῶς. Πρόκειται περὶ τῆς ἑνώσεως Φαλήρου καὶ Πειραιῶς διὰ γραμμῆς τῶν τροχιοδρόμων. Ἡ Ἑταιρία τῶν Τροχιοδρόμων, ἑνοῦσα ἐσχάτως τὸ Φάληρον μετὰ τοῦ Πειραιῶς, ἔθεσε γραμμὴν διερχομένην διὰ τῆς πλατείας τῆς Μουνυχίας· ἀλλ’ ἀντὶ αἱ σιδηραῖ ῥάβδοι νὰ τοποθετηθῶσι κύκλῳ τῆς πλατείας, χωρὶς νὰ παραβλάπτηται ἡ τετραγωνικότης αὐτῆς, κατώρθωσεν ὥστε νὰ τοποθετήσῃ αὐτὰς ὀλίγον διαγωνίως, καταστρέφουσα οὕτω τὴν τετραγωνικότητα τῆς πλατείας, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ὁ δῆμος Πειραιῶς ἐδαπάνησεν 100,000 δραχμὰς, ἐσχάτως δὲ διέθεσε καὶ ἑτέρας 60,000 δραχ. πρὸς κατεδάφισιν οἰκίας, ἡ ὁποία παρέβλαπτε τὴν τετραγωνικότητα ταύτην. Ὡς ἔμαθον, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐξηγέρθη κατὰ τῆς πράξεως ταύτης τῆς Ἑταιρίας τῶν Τροχιοδρόμων, καὶ ὁ κ. Δήμαρχος ὑπέβαλε καὶ διαμαρτύρησιν περὶ τούτου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἡ ἕνωσις αὐτῶν τῶν δύο σημείων στηρίζεται ἐπὶ νόμου, ἐπὶ τίνος νόμου στηρίζεται, καὶ διὰ τίνος σχεδίου ἐδόθη εἰς τὴν Ἑταιρίαν τὸ δικαίωμα νὰ διέλθῃ διαγωνίως διὰ τῆς πλατείας, ἐνῷ ἠδύνατο, ὑπαρχουσῶν δύο ὁδῶν, νὰ τοποθετήσῃ τὰς σιδηρᾶς ῥάβδους κύκλῳ τῆς πλατείας, χωρὶς νὰ πάθῃ ἡ τετραγωνικότης αὐτῆς. Ἀλλ’ ἴσως, ὡς ἐπληροφορήθην, ἔλαβε χώραν τοῦτο διότι διὰ τὴν τοιαύτην στροφὴν ἀπαιτοῦνται ῥάβδοι, τὰς ὁποίας θὰ ἠναγκάζετο νὰ προμηθευθῇ ἐξ Εὐρώπης ἡ Ἑταιρία, καὶ θὰ ὑπεβάλλετο ἑπομένως εἰς δαπάνην τινά· πρᾶγμα τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ δικαιολογοῦν τοιαύτην πρᾶξιν.
§12Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀληθῶς, Κύριοι, ἡ νέα διακλάδωσις τοῦ τροχιοδρόμου διέρχεται διὰ πλατείας τινὸς τοῦ Πειραιῶς, τὴν ὁποίαν διαχωρίζει κατὰ τὸ ἄκρον, καὶ ἀποκόπτει τρίγωνον. Τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται σήμερον, ἔχει ἐγκριθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἡ Ἑταιρία τῶν Τροχιοδρόμων ἤρξατο τοῦ ἔργου πρὶν ἢ ἡμεῖς παραλάβωμεν τὸ Ὑπουργεῖον, ἐξηκολούθησε δὲ ἐκτελοῦσα τὴν νέαν γραμμὴν συμφώνως πρὸς σχέδιον ἐγκεκριμένον. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Πειραιῶς προέβη εἰς διαμαρτυρίαν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου τούτου. Πληροφορηθεὶς τοῦτο, ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ διευθυντοῦ τῶν τροχιοδρόμων, ὁ ὁποῖος, μολονότι ἔδειξεν, ὅτι ἔχει πολλὴν προθυμίαν νὰ δεχθῇ τὴν μεταβολὴν τοῦ σχεδίου, ἐν τούτοις διατείνεται, ὅτι, ἐπειδὴ τὰ railles, τὰ ὁποῖα παρηγγέλθησαν, εἶναι καμπύλα ἀκτῖνος μικρᾶς, καὶ ἐὰν ἀναγκασθῇ νὰ μεταφέρῃ τὴν γραμμὴν πρὸς τὸν πλησιέστερον δρόμον, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔχῃ railles καμπύλα μεγαλειτέρας ἀκτῖνος, τὰ ὁποῖα εἶναι δύσκολον νὰ κατορθώσῃ νὰ εὕρῃ ἐνταῦθα, δὲν ἀποφασίζει νὰ δεχθῇ. Οὐχ ἧττον προέτρεψα αὐτὸν νὰ συγκατατεθῇ εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ σχεδίου, ἡ ὁποία, τῷ ὑπεσχέθην, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ, ἀφοῦ τοῦτο οὐ μόνον ὁ δῆμος Πειραιῶς ζητεῖ, ἀλλὰ καὶ οἱ κάτοικοι Πειραιῶς, παραπονούμενοι διὰ τὴν ἀποκοπὴν μέρους τῆς πλατείας.
§13Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι;
§14Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Βεβαίως.
§15Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Προβλέπων τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῶν τροχιοδρόμων, καὶ τῶν αὐθαιρεσιῶν, εἰς τὰς ὁποίας προβαίνει ἡ ἑταιρία αὕτη, παραβαίνουσα τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν, ἐζήτησα πληροφορίας κατὰ τὴν Ζʹ συνεδρίασιν τῆς ἐκτάκτου συνόδου, ἤτοι τὴν 16 Νοεμβρίου 1896, καὶ ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ὡς γνωστὸν ὑμῖν, διὰ νόμου παρεχωρήθη εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Τροχιοδρόμων Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ περιχώρων ἡ κατασκευὴ διαφόρων, ἀλλ’ ὡρισμένων γραμμῶν. Ἀλλ’ ἡ Ἑταιρία παραβαίνει ῥητὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου. Τονίζω τὰς λέξεις, Κύριοι, διότι ἐμάθομεν πάντοτε νὰ παραχωρῶμεν προνόμια εἰς τὰς ἑταιρίας, οὐδέποτε δὲ νὰ παρακολουθῶμεν ταύτας, καὶ νὰ ζητῶμεν τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεών των. Αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, παρορῶσαι τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον καθῆκον ἔχουσιν ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἐκτελῶσιν, ἀφήνουσι τὰς ἑταιρίας νὰ διαπράττωσιν ὅσα διαπράττουσι, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε σήμερον τὸν κ. συνάδελφον ἐξ Οἰτύλου ἐγειρόμενον καὶ ζητοῦντα πληροφορίας διὰ τὸ γινόμενον ἀδίκημα εἰς τὴν πόλιν τοῦ Πειραιῶς...
§16Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τοῦτο δὲν εἶναι ἀδίκημα. Γίνεται ἐπὶ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑταιρία ἔχει ἀνὰ χεῖρας.
§17Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν διακοπήν... Τὸ σχέδιον, ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐδόθη εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Τροχιοδρόμων ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἑπομένως ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς θὰ κάμῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ κάμῃ καὶ πρέπει νὰ κάμῃ. Ἀλλ’ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ Ἑταιρία τῶν Τροχιοδρόμων εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς ἑνώσεως, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ κάμῃ τὰς γραμμὰς ὅπως θέλει καὶ ὅπου θέλει, ἀλλὰ διὰ νόμου. Ὅτι δὲ διὰ νόμου ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ τὰς γραμμάς, δηλοῦται ἐξ αὐτῆς τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ἐψηφίσθη ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ὁρίζονται ἐπακριβῶς αἱ γραμμαί, τὰς ὁποίας εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐκτελέσῃ ἡ Ἑταιρία. Ἐνῷ δὲ ἡ ἑταιρία αὕτη εἶχε ῥητὴν ὑποχρέωσιν διὰ τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως νὰ κατασκευάσῃ π. χ. τὴν γραμμὴν Ἀθηνῶν–Κηφισσίας, τὴν παρέλειψεν, ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος, αἱ δὲ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἠμέλησαν νὰ ὑποχρεώσουν τὴν Ἑταιρίαν νὰ ἐκτελέσῃ τὴν γραμμήν, ὅπως παρημέλησαν νὰ κηρύξωσι καὶ τὸν ἀνάδοχον τῆς Τρύπας, τῆς λεγομένης «ὑπόγειος σιδηρόδρομος», ἔκπτωτον τοῦ δοθέντος προνομίου τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πεντέλης. Ἡ Ἑταιρία τῶν Τροχιοδρόμων ἔχει πλείστας ὅσας ὑποχρεώσεις παραλείψει· ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ὅταν καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὁποίας ὑποχρεώσεις ἔχει διὰ τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως, ὁποίας δὲν ἐξετέλεσε, καὶ ὁποίας ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μελετήσῃ τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν, καὶ θὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ Ἑταιρία τῶν Τροχιοδρόμων δὲν δικαιοῦται νὰ ἐκτελέσῃ καμμίαν γραμμὴν ἄνευ νόμου, ἄνευ παραχωρήσεως τῆς γραμμῆς ταύτης ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἐν τῇ ἀρχικῇ συμβάσει ὑπάρχει παράγραφος, ἐν τῇ ὁποία ῥητῶς ἀναφέρονται αἱ ὁδοὶ, τὰς ὁποίας ὑποχρεοῦται νὰ ἐκτελέσῃ· ὀφείλει δὲ νὰ ἐκτελέσῃ πρῶτον αὐτὰς, καὶ κατόπιν νὰ ἐκτελέσῃ καὶ ἄλλας, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις πρῶτον καὶ ἡ Βουλὴ δεύτερον ἀποφασίσωσι τὴν παράλειψιν τῆς μιᾶς καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἄλλης.
§18Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν ἀναφορὰν, ἥτις ὑπεβλήθη ὑπὸ ἰδιοκτητῶν κατοικούντων παρὰ τὸν Ἰλισσὸν, παθόντων δὲ πανωλεθρίαν ἐκ τῆς μεγάλης πλημμύρας, τῆς πρὸ δύο ἐτῶν γενομένης ἐν Ἀττικῇ, λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, κατὰ ποῖον τρόπον ἐγένετο ἡ διάθεσις τῶν 50,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ψηφίσῃ τότε πρὸς βοήθειαν τῶν παθόντων ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ.
§19ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Πρῶτον νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν ὑπέστησαν ζημίας.
§20Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ συστηθῇ μία ἐπιτροπή (ἱλαρότης).
§21Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ποσὸν τοῦτο διενεμήθη εἰς παλαιὰν ἐποχὴν, ἐπὶ ἄλλης Κυβερνήσεως, ἑπομένως ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐξετάσω.
§22Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§23Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω καλὸν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ ἑνὸς ἀτόπου, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς πολλὰ Εἰρηνοδικεῖα τοῦ Κράτους, ἰδίως δὲ εἰς ἓν Εἰρηνοδικεῖον τῆς ἐπαρχίας μου, τὸ τῆς Νωνάκριδος. Ἠξεύρετε ὅτι κατὰ τὸν νόμον, ὅπου ὑπάρχουσι πέντε δικηγόροι διωρισμένοι, εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον ἐκεῖνο οἱ δικολάβοι δὲν δύνανται νὰ ἐξασκήσωσι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικολάβου. Ἀλλὰ τῆς διατάξεως ταύτης γίνεται κατάχρησις...
§24Α. ΤΟΜΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ γνωρίζω, καὶ ἐλήφθησαν μέτρα.
§25ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ σᾶς εἴπω δύο λέξεις, ἵνα ὑποβοηθήσω, εἰ δυνατόν, τὴν ἐσπευσμένην ἐνέργειάν σας... Ὄταν συμβαίνῃ νὰ ἦναι δύο δικηγόροι εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον, προσπαθοῦσι νὰ εὕρωσι τρεῖς ἄλλους δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπαγγέλλονται τὸν δικηγόρον· καὶ τοὺς ἐκμισθοῦσιν, ἵνα τὸ ἔχωσι μονοπώλιον. Τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Νωνάκριδος. Ἐκεῖ εἶναι τρεῖς δικηγόροι· ἐξέθαψαν καὶ δύο ἄλλους δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι δὲν μετέρχονται τὸν δικηγόρον, καὶ τοιουτοτρόπως κατήρτισαν μονοπώλιον τοιοῦτον, ὥστε δὲν γίνεται ἀπονομὴ δικαιοσύνης, διότι ἀπαιτεῖται περισσοτέρα δαπάνη παρ’ ὅση ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐνώπιον τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων διαδικασίαν, καθόσον οἱ ὑπάρχοντες δικηγόροι ζητοῦσι χονδροειδεστάτας ἀμοιβὰς. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἀφοῦ κατωρθώθη νὰ μετατεθῇ εἷς ἐκ τῶν δικηγόρων ἐκείνων, τῶν μὴ ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ οἱ δικολάβοι ἤρχισαν πάλιν νὰ μετέρχωνται τὸ ἐπάγγελμά των, οἱ δικηγόροι εὗρον ἕνα ἄλλον δικηγόρον, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μετετέθη ἐκεῖ, χωρὶς νὰ κατοικῇ ποσῶς ἐκεῖ. Ἔχω ἀντίγραφον ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία ἐπεδόθη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὑπὸ τῶν κατοίκων, οἵτινες παραπονοῦνται διὰ τὸ κακὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον τοῖς προσγίνεται. Δὲν ἤθελον εἰς τοῦτο μόνον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀντιλαμβάνεται καλῶς, ὅτι ὁ νόμος ἀπαιτεῖ κατοικίαν τῶν δικηγόρων ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Εἰρηνοδικείου...
§26ΤΟΜΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Φυσικά.
§27ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Εἰρηνοδικείου.
§28ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. .. Ἀλλὰ ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του. Ὁ εἰρηνοδίκης, χαριζόμενος εἰς τοὺς τρεῖς τούτους δικηγόρους, ἀναβάλλει τὰς συνεδριάσεις τοῦ Εἰρηνοδικείου ἐπὶ τρεῖς μῆνας· καὶ δὲν ἀναβάλλει τοὐλάχιστον αὐτὰς ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, ἵνα γνωρίζωσιν οἱ διάδικοι καὶ μὴ προσέρχωνται, ἀλλὰ εἰς πᾶσαν συνεδρίασιν δηλοῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει συνεδρίασις...
§29Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς ποῖον Εἰρηνοδικεῖον.
§30ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον τῆς Νωνάκριδος, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγίστην περιφέρειαν, διότι περιέχει πέντε δήμους... Φαντασθῆτε, τί ὑποφέρουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐπὶ τρεῖς μῆνας! Προχθὲς δὲ, κύριε Ὑπουργὲ, διότι δὲν εἶχε φθάσει ἀκόμη ὁ διορισμὸς τοῦ πέμπτου δικηγόρου, τὸν ὁποῖον προεκάλεσαν διὰ τοῦ Ὑπουργείου, ὁ εἰρηνοδίκης ἐδίκασε μόνον ὀλιγίστας ὑποθέσεις, τὰς δὲ ἄλλας ἀνέβαλεν, ἐν συνεννοήσει βεβαίως μετὰ τῶν δικηγόρων, ὅπως μοὶ ἀνέφεραν ἐκεῖθεν, ἵνα οἱ δικηγόροι, ὅταν ἔλθῃ ὁ διορισμὸς τοῦ πέμπτου δικηγόρου, κατορθώσωσι νὰ φορολογήσωσι τοὺς διαδίκους, κατὰ τὸ σύνηθες. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα, ἵνα ἀπαιτήσῃ ὄχι μόνον νὰ μένωσιν οἱ δικηγόροι ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Εἰρηνοδικείου, καὶ τότε ν’ ἀποκλείωνται οἱ δικολάβοι, ἀλλὰ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του καὶ εἰς τὴν διαγωγὴν τοῦ εἰρηνοδίκου. Ἐὰν ὁ εἰρηνοδίκης πράγματι ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἀναβάλλῃ τὰς συνεδριάσεις ἐκ συνεννοήσεως μετὰ τῶν δικηγόρων, πρέπει νὰ τιμωρηθῇ· διότι βεβαίως ὑπέπεσεν εἰς βαρύτερον σφάλμα ἢ οἱ δικασταὶ, ὅτοι δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν ἀπελύθησαν.
§31ΤΟΜΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα, μάλιστα.
§32ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Συμβαίνει δὲ καὶ ἓν ἄλλο ἄτοπον, εἰς τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης...
§33ΤΟΜΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ τὰ ἀρχεῖα τῶν συμβολαιογράφων.
§34ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα... Μέχρι τοῦδε αἱ διατάξεις τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, εἶχον ἑρμηνευθῆ, ὅτι οἱ κληρονόμοι τοῦ συμβολαιογράφου μετὰ τὸν θάνατον αὐτοῦ ἠδύναντο νὰ μεταβιβάσωσι τὸ ἀρχεῖον εἰς οἷον δήποτε ἄλλον συμβολαιογράφον. Οὕτως ἐγίνετο ἕως τώρα, ἠγοράζοντο δὲ τὰ ἀρχεῖα ὑπὸ ἄλλων συμβολαιογράφων πάντοτε. Τώρα ὅμως πληροφοροῦμαι, ὅτι πρὸ δύο μηνῶν προεκλήθη ἡ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία ἄλλως ἔλυτε τὸ ζήτημα. Κατὰ τὴν γνωμοδότησιν αὐτήν, ὁ Ὑπουργὸς δύναται ἀμέσως μετὰ τὸν θάνατον τοῦ συμβολαιογράφου, ἢ ὁπότε δήποτε θέλῃ, νὰ παραδώσῃ τὸ ἀρχεῖον εἰς οἷον δήποτε συμβολαιογράφον αὐτὸς ἐγκρίνῃ. Παράπονα πολλὰ ἐγείρονται ὑπὸ συμβολαιογράφων, οἱ ὁποῖοι πράγματι ἠγόρασαν ἀντὶ χρημάτων τὰ ἀρχεῖα ἀποβιωσάντων συμβολαιογράφων. Δὲν ἐπεμβαίνω τώρα εἰς τὸ ζήτημα, ἐὰν ἦναι ὀρθὴ ἡ ἑρμηνεία αὕτη, ἢ ἡ ἄλλη. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ πρώτη ἑρμηνεία εἶναι ἡ ὀρθοτέρα, διότι ἐκ τοῦ νόμου πηγάζει. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὡς ὀρθὴν τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ οἵαν δήποτε ἑρμηνείαν ἐγκρίνῃ ὡς ὀρθὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς, νομίζω ὅτι ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία πρέπει νὰ ἰσχύσῃ εἰς τὸ μέλλον, καὶ ὄχι εἰς τὸ παρελθόν, διότι ἄλλως θέλουσι ζημιωθῆ συμβολαιογράφοι, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν ἀρχεῖα ἀπὸ τοὺς κληρονόμους ἀποβιωσάντων συμβολαιογράφων. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγὼ ἔλαβον ἀφορμήν, διότι ἔμαθον, ὅτι ἐστάλη διαταγὴ δι’ ὡρισμένον Συμβολαιογραφεῖον συμβολαιογράφου, ὅστις ἀπέθανε πρὸ 5 ἐτῶν, καὶ τοῦ ὁποίου τὸ ἀρχεῖον οἱ κληρονόμοι του εἶχον πωλήσει ἀντὶ 2,000 δραχμῶν εἰς ἄλλον συμβολαιογράφον. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τώρα ἐζήτησε τὸ ἀρχεῖον αὐτὸ ἀπὸ τὸν νέον συμβολαιογράφον, ἵνα τὸ δώσῃ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἄλλου διωρίσθη.
§35Α. ΤΟΜΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ὡς πρὸς τὸ ἔκτροπον τὸ λαμβάνον χώραν σχετικῶς πρὸς τὸν διορισμὸν δικηγόρων, καὶ ὡς πρὸς τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβόν τινες τῶν εἰρηνοδικῶν, διὰ διαγγελμάτων, οὕτως εἰπεῖν, κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς νὰ ἀναβάλλωσι τὰς ὑποθέσεις, ἐλήφθησαν τὰ δέοντα μέτρα, παρηγγέλθησαν δὲ οἱ ἁρμόδιοι Εἰσαγγελεῖς, ὅπως εἰσαγάγωσιν αὐτοὺς, ἵνα τιμωρηθῶσι πειθαρχικῶς· διότι καὶ ἐγὼ ἀνεγνώρισα, ὅτι εἶναι ἄδικον, ἄνευ οὐδενὸς κωλύματος νὰ ἀναβάλλωνται αἱ ὑποθέσεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ἀρχείων, ὡς ἐνθυμοῦμαι, οἱ προκάτοχοι ἐμοῦ ἐφρόνουν, ὅτι οἱ κληρονόμοι τῶν ἀποθνησκόντων συμβολαιογράφων δικαιοῦνται νὰ διαθέσωσι τὰ ἀρχεῖα. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι τὰ ἀρχεῖα εἶναι ἔγγραφα ἀνήκοντα εἰς διαφόρους πολίτας, τὴν ἐπιμέλειαν δ’ ἐπὶ τούτων ἐνασκεῖ τὸ Κράτος, λόγῳ τῶν ὑψίστων συμφερόντων, ἅτινα ἐν αὐτοῖς εὕρηται, δὲν ἐνόμισα δὲ, ὅτι ἦτο ὀρθὸν, οἱ κληρονόμοι τοῦ ἀποθνήσκοντος συμβολαιογράφου νὰ δύνανται, κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς, καὶ κατ’ ἀρέσκειαν, νὰ διαθέτωσι τὰ ἀρχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουσιν αὐτοῖς. Τὴν γνώμην ταύτην ἀνεκοίνωσα εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, καὶ εὐτυχῶς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον εἶπεν, ὅτι δὲν θεωρεῖ νόμιμον τὸ μέχρι τοῦδε γινόμενον, καὶ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δικαιοῦται νὰ ὁρίσῃ εἰς τίνα συμβολαιογράφον νὰ παραδοθῇ τὰ ἀρχεῖον τοῦ ἀποθνήσκοντος συμβολαιογράφου. Δὲν ἐπαρουσιάσθη εἰς ἐμὲ ζήτημα τοιοῦτον, ὡς τὸ διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας· ἐὰν ἤθελε παρουσιασθῇ, βεβαίως ἤθελον προτάξει, διότι ἴσως θὰ ἦτο ὀρθὸν, τὸ μέτρον τοῦτο νὰ λειτουργήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι μόνον.
§36Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δύναται νὰ ἦναι ὀρθοτέρα ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἠσπάσθητε σεῖς καὶ τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ δὲν ἔγκειται ἐδῶ τὸ ζήτημα, ἀλλ’ εἰς τὸ ἐὰν ἐκ τοῦ νόμου ἐξάγεται τοιαύτη ἔννοια.
§37Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς τοῦτο ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 204 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων.
§38Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, νομίζω, ὅτι ἡ ἐναντία ἑρμηνεία ὑποστηρίζεται· διότι λέγει τὸ ἄρθρον, ὅτι ἐντὸς τριῶν μηνῶν ὀφείλουν οἱ κληρονόμοι τοῦ ἀποβιώσαντος συμβολαιογράφου νὰ διαθέσουν τὸ ἀρχεῖον αὐτοῦ εἰς ἄλλον συμβολαιογράφον· δὲν λέγει «εἰς τὸν διορισθέντα ἀντὶ τοῦ ἀποβιώσαντος», ἀλλὰ «εἰς ἄλλον», καὶ μόνον μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν τριῶν μηνῶν, ἐὰν δὲν ἐκπληρώσουν αὐτὸ τὸ καθῆκον, τότε ὁ Εἰσαγγελεὺς δύναται αὐτεπαγγέλτως νὰ ὁρίσῃ συμβολαιογράφον, ὅπως παραλάβῃ τὸ ἀρχεῖον. Αὐταὶ αἱ φράσεις τοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι εὐκολύνουν μᾶλλον εἰς τὴν ἔννοιαν, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ἐπικρατεῖ, αὐταὶ ἔδωσαν χώραν εἰς τὴν ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἐξάγεται σαφῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οἱ νομικοὶ σύμβουλοι ὑποστηρίζουν, ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, καὶ ἐὰν ἦναι ὀρθὸν ὅ,τι ὑποστηρίζετε ὑμεῖς, πρέπει νὰ διορθωθῇ ὁ νόμος.
§39Α. ΤΟΜΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν τοιαύτην ἑρμηνείαν ἔδωσα ἐγὼ, ἔπραξα τοῦτο ἕνεκα τῆς ἐπιτηρήσεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ ἔχω ἐπὶ τῶν δημοσίων ἐγγράφων. Ἐν τούτοις πάλιν θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα αὐτό, συνεννοούμενος δὲ μετὰ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, θέλω προσπαθήσει νὰ δώσω τὴν ἐμπρέπουσαν ἑρμηνείαν εἰς τὸν νόμον, καίτοι φρονῶ, ὅτι τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων εἶναι σαφές.
§40ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε, κύριε Πρόεδρε, ἀνεκινήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρῶτον τῶν ζητημάτων, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιότιμος Βουλευτὴς, καὶ πολλὰ ἐλέχθησαν τότε ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ προεκλήθη, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς κανονισμὸν τοῦ ζητήματος τούτου. Δυστυχῶς ὅμως, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, τὰ τοῦ ἀντικειμένου, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, οὐδέποτε κατωρθώθη νὰ κανονισθῶσι συμφώνως πρὸς τὸν νόμον· καὶ τοῦτο, ὄχι διότι ἔλειπεν ἡ ἀγαθὴ προαίρεσις ἀπὸ τοὺς ἑκάστοτε διευθύνοντας τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ διότι δυστυχῶς, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὁ νόμος ὁ κανονίζων τὰ κατὰ τοῦτο εἶναι λίαν ἐλλιπής. Ἔλαβον δὲ τὸν λόγον, ἵνα συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ τὰ δέοντα μέτρα. Φρονῶ, ὅτι ὁ νόμος, ὁ κανονίζων τὰ περὶ τῆς παραστάσεως τῶν πολιτῶν διὰ πληρεξουσίων ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων εἶναι ἀτελὴς, καὶ εἶναι αὐτὸ τοῦτο ἀναχρονισμὸς, ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῶσι σήμερον αἱ κοινωνίαι. Αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, αἱ παμπάλαιαι, εἶναι σήμερον ἀναχρονισμὸς, μὲ τὰ μέσα, τὰ πολλαπλᾶ καὶ ποικίλα, τῆς συγκοινωνίας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐν τῷ τόπῳ. Ὁ Ὀργανισμὸς ἐπιτρέπει εἰς πάντα πολίτην νὰ παρασταθῇ ὡς πληρεξούσιος διαδίκου ἐν τοῖς Εἰρηνοδικείοις, δὲν δύνανται δὲ οἱ δικηγόροι νὰ παρασταθῶσιν, ἀποκλείοντες τοὺς δικολάβους, ἐὰν δὲν τύχωσι νὰ ὦσι πέντε τοιοῦτοι παρὰ τινι Εἰρηνοδικείῳ. Ἀλλὰ συμβαίνει πολλάκις, πλησίον τῆς ἕδρας τοῦ Πρωτοδικείου, ὅπου συνήθως εἶναι ἐγκατεστημένοι οἱ δικηγόροι, νὰ ὑπάρχωσιν Εἰρηνοδικεῖα, ἢ εἰς τὰ ὁποῖα μετάβασις τῶν δικηγόρων ἐκ τῆς ἕδρας τοῦ Πρωτοδικείου εἶναι εὐχερεστάτη καὶ δὲν ἀπαιτεῖ χρόνον· τοῦτο συμβαίνει σχετικῶς πρὸς τὸ Ναύπλιον, τὸ Ἄργος, τὴν Κόρινθον, τὰς Πάτρας, τὸ Αἴγιον, τὰς Καλάμας, τὴν Μεσσήνην, τὴν Οἰχαλίαν καὶ ἄλλα μέρη, διότι πλεῖστα ὅσα τοιαῦτα Εἰρηνοδικεῖα ἐν τῷ Κράτει ὑπάρχουσι, παρὰ τοῖς ὁποίοις δύνανται νὰ παρασταθῶσιν οἱ δικηγόροι οἱ ἑδρεύοντες εἰς γεῖτον Πρωτοδικεῖον, ἡ ἐκ τοῦ ὁποίου μετάβασις εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα εἶναι εὐχερεστάτη. Τί συμβαίνει ὅμως σήμερον, ὑπὸ τὰς κρατούσας διατάξεις τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων; Συμβαίνει νὰ ἐπιβάλληται ἡ θέλησις τῶν ἑκασταχοῦ εἰρηνοδικῶν, οἵτινες δύνανται νὰ κανονίζωσι τὴν παράστασιν τῶν δικολάβων ἢ τῶν δικηγόρων, ἀναλόγως τῆς ἑαυτῶν θελήσεως, καὶ ὅπου μὲν θέλει ὁ εἰρηνοδίκης, δύναται ν’ ἀποκλείσῃ τοὺς δικολάβους, ὅπου δ’ ἐπίσης θέλει, δύναται ν’ ἀποκλείσῃ τοὺς δικηγόρους, εὐνοῶν τοὺς δικολάβους· διότι κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων ἐπιτρέπεται εἰς πάντα πολίτην, καὶ παρὰ τῷ Εἰρηνοδικείῳ ἀκόμη, παρὰ τῷ ὁποίῳ τυγχάνουσι διωρισμένοι 5 δικηγόροι, (ὅτε συνεπῶς πᾶς δικολάβος ἀποκλείεται) νὰ παρίσταται ἐκπροσωπῶν τινα τῶν διαδίκων, προκειμένου περὶ ποινικῶν καὶ ἐμπορικῶν ὑποθέσεων. Ἐπέτρεψε δὲ τοῦτο ὁ νόμος, διότι ἐθεώρησεν, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν, ἁπλᾶς καὶ μὴ δεομένας τῆς ἐξιδιασμένης νομικῆς ἐρεύνης καὶ τῆς ἐπικουρίας ἐπιστημόνων τὰς τοιαύτας ὑποθέσεις, τὰς ἐμπορικὰς δηλονότι καὶ τὰς ποινικάς. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην ταύτην, φρονῶ δὲ, ὅτι αἱ ἐμπορικαὶ ὑποθέσεις πολλάκις παρουσιάζουσι ζητήματα νομικὰ δυσχερέστατα καὶ χρήζοντα τῆς ἐρεύνης καὶ τῆς μελέτης νομικῶν προσώπων, οἷοι εἶναι οἱ δικηγόροι. Ἐπειδὴ δὲ συμβαίνει, ἡ συγκοινωνία ἐν πολλαῖς τοῦ Κράτους ἐπαρχίαις νὰ ἔχῃ ἀναπτυχθῆ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ καθίσταται εὐκολωτάτη ἡ μετάβασις τῶν δικηγόρων ἀπὸ τῆς ἕδρας τῶν Πρωτοδικείων, ὅπου συνήθως ἑδρεύουν, εἰς τὰς ἕδρας τῶν Εἰρηνοδικείων, φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια, καὶ νὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὄχι διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς διοικήσεως, ἥτις ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀπεδείχθη ἀλυσιτελής, ἀλλὰ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἐπιτραπῇ διὰ νόμου, ὅπου εἶναι δυνατὴ ἡ τοιαύτη μετάβασις εἰς τοὺς δικηγόρους, νὰ παρίστανται ἐν τοῖς Εἰρηνοδικείοις, καίτοι μὴ ἑδρεύοντες παρ’ αὐτοῖς, ἀλλ’ ἑδρεύοντες ἐν ταῖς ἕδραις τῶν Πρωτοδικείων.
§41ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος συναδέλφου. Ὁ νόμος εἶναι σαφέστατος. Ἀπαιτεῖται ἀπαραβάτως, ὁ δικηγόρος νὰ μένῃ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δικαστηρίου, παρ’ ᾧ εἶναι διωρισμένος. Ἐὰν παραβῆτε τὴν διάταξιν αὐτὴν, θὰ ἔχητε πληθὺν ἀτοπημάτων εἰς βάρος τοῦ ἀντιδίκου, τοῦ πελάτου, τὸν ὁποῖον παριστᾷ ὁ δικηγόρος. Ἐὰν ἦναί τις, Κύριοι, κάτοικος Μεσσήνης, ὡς ὑπέμνησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ τὸν παριστᾷ ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου Μεσσήνης δικηγόρος κατοικῶν οὐχὶ ἐν Μεσσήνῃ, ἀλλ’ ἐν Καλάμαις, θὰ φθάσητε εἰς τὸ ἄτοπον νὰ ὑποχρεώσητε τὸν διάδικον, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κοινοποιῇ τὰ δικόγραφα καὶ εἰς τὸν πληρεξούσιον τοῦ ἀντιδίκου του, νὰ τρέχῃ νὰ ζητῇ τὸν δικηγόρον τοῦ ἀντιδίκου του εἰς τὰς Καλάμας, ἢ εἰς ἄλλο μέρος, ὅπου οὗτος κατοικεῖ. Ἡ διάταξις λοιπὸν τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀμετακλήτως ὀφείλει ὁ παριστάμενος δικηγόρος νὰ κατοικῇ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δικαστηρίου, παρὰ τῷ ὁποίῳ τυγχάνει διωρισμένος, εἶναι σοφωτάτη, καὶ πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ὅπως τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὡς πρὸς τὸ Εἰρηνοδικεῖον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐποιήσατο λόγον ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, τὰ ἐπεκτείνῃ ἐφ’ ὅλου τοῦ Κράτους, καὶ διατάξῃ μάλιστα τοὺς Εἰσαγγελεῖς νὰ ἐπιβλέπωσιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ταύτης.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φορέστης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ζητήματος.
§43ΣΠ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Κατὰ τὸ ἔτος 1895 συνωμολογήθη διεθνὴς σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος, Βελγίου, Ἰταλίας καὶ διαφόρων ἄλλων χωρῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν προστασίαν τῶν ὠφελίμων τῇ γεωργίᾳ πτηνῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ σύμβασις αὕτη δὲν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν δὲν ἔχῃ δυσκολίαν τινὰ, νὰ εἰσαγάγῃ τὴν σύμβασιν ταύτην πρὸς ἐπικύρωσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§44ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ ἐξετάσω περὶ τούτου.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
§46Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ, διότι εἶδον σήμερον ἐν ἐφημερίδι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διέταξε τηλεγραφικῶς...
§47ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Θὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ αὔριον.
§48Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, οὐδεμίαν θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν.
§49ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Αὔριον.
§50Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἓν τῶν σπουδαιοτέρων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν κατὰ τὸ παρὸν τμῆμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀναντιῤῥήτως καὶ τὸ περὶ τῆς ἐκ Θεσσαλίας μεταφορᾶς ἐμπορευμάτων καὶ τῶν ἐν ταύτῃ εὑρισκομένων εἰδῶν τῶν μονοπωλίων. Εἶναι γνωστόν, ὅτι συνέστη ἐπιτροπὴ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, ἵνα ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ γνωρίζω, ἐὰν συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, καὶ ἐὰν ἐργάζεται· διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ, ὅτι ἐκ τῆς φύσεως τῆς ὀρθῆς ἢ τῆς πλημμελοῦς τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἤρτηνται σπουδαιότατα συμφέροντα οὐ μόνον τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Ἐγὼ δὲν προτίθεμαι ἤδη νὰ ἐκφέρω γνώμην τινὰ περὶ τούτου. Τοῦτο μόνον λέγω, νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐργασία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ δὲ νὰ ἐπισπευσθῇ κατὰ τὸ δυνατόν, ὥστε νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν θέσιν νὰ τὸ συζητήσωμεν ἄνευ ἀναβολῆς· διότι, ἐὰν, ὡς ἐλπίζομεν, εὐτυχήσωμεν ν’ ἀκούσωμεν, ὅτι ἄρχεται ἡ προθεσμία πρὸς ἀπομάκρυνσιν τῶν Τούρκων ἐκ Θεσσαλίας, θέλει εὑρεθῆ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐφαρμόσῃ...
§51ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως κληθῇ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη καὶ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐργασίαν.
§52Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶσθε σύμφωνος, κύριε Ὑπουργέ;
§53ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ. Μάλιστα, καὶ παρακαλῶ νὰ κληθῇ ἡ ἐπιτροπή.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει κληθῆ δι’ αὔριον. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης τῆς συντηρήσεως τοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῆς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ ἔτους 1897 ὑπὸ κεφ. 7 ἄρθρ. 8 χορηγηθείσης πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 7,500,000 διὰ διαφόρους χορηγίας εἰς παλινοστοῦντας καὶ ἄλλους ἀπόρους Θεσσαλούς. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§56Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διπλοῦν χαρακτῆρα, ὅσον τοὐλάχιστον φαίνεται εἰς ἐμὲ, ἔχει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ διπλῆν διὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ἄποψιν ἐξετάσεως παρουσιάζει. Παρουσιάζει ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἄποψιν καθαρᾶς φιλανθρωπίας, προστασίας καὶ ἀρωγῆς τοῦ Κράτους πρὸς παθόντας συμπολίτας ἕνεκεν ἀντιξόων περιστάσεων καὶ θλιβερῶν περιπετειῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου παρίσταται ὡς νομοθετικὸν μέτρον προνοίας περὶ ἀγροτικῆς πίστεως. Ἀπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου μέχρι τοῦ ἑβδόμου συμπεριλαμβανομένου διαφαίνεται εὐκρινῶς ὁ πρῶτος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ὁ φιλανθρωπικός, ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 8 μέχρι τοῦ 11 καὶ τελευταίου ἀνακύπτει ἐπίσης εὐκρινῶς ὁ δεύτερος σκοπός, ὁ τῆς ἀγροτικῆς πίστεως. Φέρε λοιπὸν ἐξετάσωμεν τώρα,—ἐννοεῖται sine ira et studio, ἀλλ’ ἀπαθῶς καὶ ἠρέμα, ὡς ἄλλως ἐμπρέπει εἰς κοινοβουλευτικὴν συζήτησιν, καθ’ ἣν ἓν κυρίως καὶ ἀποκλειστικῶς σκοπεῖται, ἡ τῆς ἀληθείας εὕρεσις,—φέρε ἐξετάσωμεν, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον τὸ διφυὲς τοῦτο νομοσχέδιον καὶ ὑπὸ τὴν διπλῆν αὐτοῦ ἰδιότητα συμβιβάζεται ἐν πρώτοις πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, διότι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ὅσιον εἶναι νὰ ἵσταται ὑψοῦ καὶ ὕπερθεν, πολὺ ὕπερθεν πάντων, διότι εἰς τὸ Κράτος προσήκει πᾶς αἶνος καὶ πᾶσα τιμὴ καὶ πᾶσα προσκύνησις, καὶ δεύτερον, ἂν συμβιβάζεται πρὸς τὸ συμφέρον τῶν πολιτῶν, οὐ μόνον τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἄλλης ξυμπάσης Ἑλλάδος. Μὴ λησμονήσωμεν δὲ πρὸς τούτοις νὰ ἐρευνήσωμεν ἐν τῷ μεταξὺ, καὶ ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συναρμόζεται πρὸς τὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, αἵτινες ἐδημιουργήθησαν διὰ τοῦ ξένου ἐλέγχου, καὶ ὑπὸ τὸ καταθλιπτικὸν βάρος τῶν ὁποίων σήμερον διατελοῦμεν, καὶ ἂν εἶναι καὶ ἄλλως σύμφωνον καὶ πρὸς τὰς ὑπαγορεύσεις καὶ τὰ παραγγέλματα τῆς ἀληθοῦς καὶ τῆς ὑγιοῦς πολιτικῆς. Ἐὰν, κύριοι συνάδελφοι, σκοπὸν ἔχωμεν, ἐρχόμενοι ἐδῶ, νὰ νομοθετήσωμεν μέτρα πρὸς ἐκπλήρωσιν φιλανθρωπικῶν καθηκόντων, ἐὰν τείνωμεν νὰ μεταβάλωμεν τὸ Κράτος, παραγνωρίζοντες καὶ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ, εἰς κοινωνικόν τι σύστημα, εἰς εἶδος ἐξασφαλιστικῆς ἑταιρίας τῶν ἀτόμων, ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀνακηρύξωμεν τὸ Κράτος καθ’ ὑποχρέωσιν ἀντιλήπτορα καὶ μόνον ἀρωγὸν εἰς πᾶσαν δυστυχίαν καὶ συμφορὰν καὶ ἔνδειαν, εἴτε καὶ ἰδιαιτέραν εἴτε καὶ γενικωτέραν, τῶν πολιτῶν, τότε βεβαίως διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἄριστα θὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὸν σκοπὸν ἡμῶν τοῦτον, διανέμοντες καὶ τὰ ὀκτὼ καὶ τὰ δέκα ἑκατομμύρια, περὶ ὧν σήμερον πρόκειται, ἀλλὰ καὶ ἄλλα πολλαπλάσια, εἴτε εἰς τοὺς Θεσσαλικοὺς πληθυσμοὺς, εἴτε καὶ εἰς ἄλλους ἐνδεεῖς πληθυσμοὺς τοῦ προτύπου τούτου Βασιλείου. Προλέγω ὅμως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, προλέγω εἰς ὑμᾶς, μετὰ τοῦ θάῤῥους, τὸ ὁποῖον ἐμπνέει ἡ ἐνδόμυχός μου πεποίθησις, ἣν καὶ ἡ τῶν πραγμάτων ἐνάργεια ἐνισχύει, ὅτι, ἐὰν εἰς τοιούτων φιλανθρωπικῶν καθηκόντων τὴν ἐκπλήρωσιν ἀφοσιωθῶμεν, θὰ νεκρώσωμεν, θὰ θανατώσωμεν διὰ μιᾶς καὶ εἰς τὸ ἑξῆς πᾶσαν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν, πᾶσαν σκέψιν ἑνώσεως τῶν πολιτῶν, τῶν κοινωνικῶν τάξεων πρὸς ἀμοιβαίαν βοήθειαν εἰς τὰς δυστυχεῖς περιστάσεις τοῦ βίου, πᾶσαν ἰδέαν συναιτερισμοῦ, θὰ ἀμβλύνωμεν ἐπιφόβως εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ προκαλέσῃ ἐν τῷ μέλλοντι πολλὰς ἀνησυχίας καὶ μελεδώνας ἑκάστοτε εἰς τοὺς διοικοῦντας, θὰ ἀμβλύνωμεν, λέγω, τὴν φιλοπονίαν τῶν πολιτῶν, καὶ θὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ὀκνηρίαν καὶ τὴν φυγοπονίαν τῶν ἐργατικῶν καὶ αὐτῶν τῶν μεσαίων τάξεων. Ἀληθῶς παρετήρουν προσφάτως κατὰ τὴν συζήτησιν ἄλλου, ἐπίσης χαριστικὸν ἔχοντος χαρακτῆρα, νομοσχεδίου, συγκεκαλυμμένου μὲν ὁπωσοῦν καὶ μᾶλλον ἢ ὅσον εἶναι τὸ νῦν συζητούμενον, παρετήρουν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς φόρων, ὅτι πολὺ κακὸς καὶ πολὺ ὀλισθηρὸς εἶναι ὁ δρόμος, εἰς ὃν ἐξαπίνης εἰσῆλθεν ἡ Βουλὴ ἀπό τινος, καὶ ὅτι κίνδυνος εἶναι, μὲ τὸν ἄμετρον καὶ ἀκαταλόγιστον πόθον, ὅστις ἐγεννήθη διὰ μιᾶς εἰς αὐτὴν ῥαγδαίως, νὰ χαρίζῃ δεξιᾷ ἀφειδῶς, νὰ δωρῇ ἀριστερᾷ, νὰ σπεύδῃ πρὸς βοήθειαν καὶ χρηματικὴν ἀρωγὴν παντὸς παραπονουμένου, κίνδυνος εἶναι, λέγω, νὰ περιαγάγωμεν τὸ Κράτος τοῦτο εἰς τὸ ἀδιέξοδον, εἰς τὴν οἰκτροτέραν τῶν θέσεων. Κινδυνεύομεν ἀληθῶς νὰ μετασχηματίσωμεν οὕτω καὶ τὴν Βουλὴν εἰς πρόχειρον καταφύγιον καὶ ἄσυλον Ἁγίας Αἰκατερίνης παντὸς δυστυχοῦντος, καὶ τὸ Κράτος εἰς φιλανθρωπικὸν κατάστημα, ἀναπεπταμένας ἔχον τὰς θύρας εἰς πάντας καὶ εἰς πᾶσαν ὥραν διὰ πᾶσαν χρείαν καὶ πρὸς πᾶσαν περίθαλψιν καὶ χρηματικὴν παροχήν. Ἀλλὰ τοιοῦτος μετασχηματισμὸς, ποῖος ἐξ ὑμῶν δὲν ἐννοεῖ, Κύριοι, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ τὰς ὀλεθριωτέρας συνεπείας καὶ τὰ χείριστα ἐπακόλουθα καὶ διὰ τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὸ Κράτος; Παρουσιάσθη ποτὲ, Κύριοι, εἰς τὴν Ῥωμαϊκὴν Σύγκλητον εὐγενής τις, λίαν ἐνδεὴς, Ὅρταλος ὀνόματι, ὅστις, τοποθετήσας τὰ τέσσαρα ῥακένδυτα τέκνα του εἰς τὸ περιστύλιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ κινήσῃ εἰς οἶκτον τοὺς εἰσερχομένους Συγκλητικοὺς, ἐζήτησε παρὰ τῆς Συγκλήτου ἀρωγὴν καὶ βοήθειαν. Εὑρέθησάν τινες, καὶ εὐγλώττως συνηγόρησαν νὰ δοθῇ ἡ συνδρομὴ αὕτη. Ἀλλ’ ἠγέρθη ὁ αὐτοκράτωρ Τιβέριος, ὁ προεδρεύων τῆς Συγκλήτου, καὶ ὡμίλησε. Παρήλθον αἰῶνες ὅλοι ἀπὸ τῆς ὁμιλίας ἐκείνης, ἣν διέσωσε μέχρις ἡμῶν ὁ Τάκιτος, θὰ παρέλθωσι πολλαπλάσιοι ἄλλοι, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ σοφία τῶν λόγων του ἐκείνων θὰ διαλάμπῃ, ἐφ’ ὅσον λάμπει ὁ ἥλιος εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἡ ὁμιλία ἐκείνη θ’ ἀποτελῇ εἰς τὸ διηνεκὲς ἔξοχον καὶ διδακτικώτατον μάθημα ὑψίστης περινοίας πολιτικῆς. «Ἐὰν, εἶπεν ὁ Τιβέριος, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγίνετο τὸ ἐντευκτήριον ὅλων, ἐκείνων, ὅσοι δὲν διστάζουσι νὰ ζητῶσι βοηθήματα καὶ χορηγίας παρὰ τοῦ Κράτους, φανερὸν, ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἐξηντλεῖτο πολὺ πρὶν ἱκανοποιήσῃ τὴν βουλιμίαν ὅλων αὐτῶν. Τοιαῦται ἐπαιτεῖαι δὲν συντελοῦσιν εἰς ἄλλο, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ καθιστῶσι μισητὸν καὶ τὸν Ἡγεμόνα, μισητὴν καὶ τὴν Βουλὴν, εἴτε καὶ ὅταν δίδουν, εἴτε καὶ ὅταν ἀρνῶνται νὰ δώσουν. Λέγω ἐπαιτεῖαι, ἀλλ’ εἶναι κυρίως ἐκβίασις αὐτὴ κατὰ τῆς Βουλῆς, τὸ νὰ θέλωσι νὰ κινήσωσιν ὑμᾶς εἰς συμπάθειαν καὶ εἰς οἶκτον, εἶναι ἐκβίασις καὶ ἐναντίον μου, ὅταν ἔρχωνται ἐδῶ μὲ κλαυθμηρισμοὺς καὶ γόους νὰ ὁμιλήσωσι περὶ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς ἡλικίας τῶν τέκνων των καὶ περὶ τῆς ἐνδείας των· εἶναι ὡσὰν νὰ θέλουν νὰ σπάσουν διὰ τῆς βίας τὰς θύρας τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐὰν δὲ, πατέρες τοῦ Κράτους καὶ ὑμεῖς οἱ ἄλλοι συγγεγραμμένοι, αἱ μεγαλοδωρίαι ὑμῶν διασπαθήσωσι τὰ δημόσια ἔσοδα, τάχα δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι θὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ ἀναπληρώσωμεν ταῦτα διὰ καταθλίψεων καὶ ἀδικιῶν ἐναντίον τῶν ἄλλων;... Ὅρταλε, ἐὰν ὁ πατὴρ ὁ ἐμὸς, ὁ Αὔγουστος, εὐηργέτησέ ποτέ σε ἅπαξ, — εἶχε δόσει εἰς αὐτὸν ἓν ἑκατομμύριον σεσερστίων περίπου, ἀπαράλλακτα, ὅπως ἡμεῖς προχθὲς ἐδώκαμεν τρία ἑκατομμύρια φόρων ἀπαλλαγὴν, — ἂν σ’ εὐηργέτησεν ἅπαξ, μὴ νομίζῃς, ὅτι ἐκληροδότησεν εἰς ἡμᾶς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σ’ εὐεργετῶμεν ἀεννάως. Θάνατον ἐκ φθίσεως θὰ ἔθνησκεν ἡ βιομηχανία, — languescet industria — ἐνίσχυτις θὰ ἦτο τῆς ὀκνηρίας, ἐὰν ἡμεῖς ἐδῶ οὐδὲν πλέον ἀφήναμεν εἰς τοὺς πολίτας ἐξ ἑαυτῶν νὰ φοβῶνται καὶ ἐξ ἑαυτῶν νὰ ἐλπίζουν, ἀλλ’ ἐνεθαῤῥύνομεν ὅλους νὰ περιμένωσιν ἐκ τοῦ Κράτους ἐν ἀργίᾳ καὶ ὀκνηρίᾳ, ἄχρηστοι εἰς ἑαυτοὺς, βάρος καὶ εἰς τὸ Κράτος.» Ταῦτα εἶπεν ὁ Τιβέριος, καὶ ταῦτα ἀνεξαρτήτως πρὸς τὰ πρόσωπα καὶ ἀσχέτως πρὸς τὰς περιστάσεις, ἀλλ’ αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ κρινόμενα, ποῖος δὲν ἀντιλαμβάνεται, ὅτι εἶναι ἀπαύγασμα μεγίστης ἐμπειρίας πολιτικῆς, ὅτι σφραγίζονται μὲ ἀκλόνητον τὸ κῦρος αἰωνίου ἀληθείας; Ἀλλ’ εἴποι τις ἂν ἐξ ὑμῶν τῶν ἀκουόντων: «Περὶ τίνος δωρεᾶς, ὦ ἄνθρωπε, ὁμιλεῖς πρὸς ἡμᾶς, καὶ περὶ τίνων χαρίτων; Καὶ δὲν ἀνέγνωσας λοιπὸν τὸ 8ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἴδῃς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δωρεᾶς, ἀλλὰ μόνον περὶ δανείου, καὶ ἐντόκου μάλιστα; Καὶ πρὸς τί λοιπὸν ἀναφέρεις πρὸς ἡμᾶς τὸν Τιβέριον, παρὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἐζητεῖτο δάνειον ἐπὶ ἐπιστροφῇ, ἀλλ’ ἀνεπίστροφος δωρεά;» Ἡ παρατήρησις αὕτη σκιάν τινα ὀρθότητος δύναται νὰ ἔχῃ, ἀλλὰ βάσιν, ἀλλὰ οὐτίαν, οὐδεμίαν. Καὶ ὅτι μὲν τὸ δάνειον εἶναι τὸ πρόσχημα τοῦ νομοσχεδίου, ἁπλοῦν δηλ. περικάλυμμα εὐπρεπείας, χιτώνιον εὐτελὲς εὐσχημοσύνης, ἢ μᾶλλον φύλλον συκῆς, προσκολληθὲν ἐν τάχει, χάριν στοιχειώδους αἰδημοσύνης, εἰς τὰς ἀναιδῶς γυμνὰς σάρκας τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δὲ ἡ δωρεὰ εἶναι ἡ οὐσία, ἡ δωρεὰ εἶναι ἡ ἀληθὴς, ἡ πραγματικὴ ὑπόστασις αὐτοῦ, τοῦτο θὰ πειραθῶ διὰ βραχέων νὰ διεξηγήσω πρὸς ὑμᾶς. Τοιαῦται δανειστικαὶ ἀπόπειραι, κύριοι συνάδελφοι, πρὸς ἄτομα ἢ πρὸς σωματεῖα ὁλόκληρα ἢ ἐργατικοὺς συνεταιρισμοὺς ἐγένοντο ἤδη πολλαὶ καὶ ἐν ἄλλοις Κράτεσι, πᾶσαι δὲ οἰκτρῶς ἐναυάγησαν μέχρι τοῦδε, καὶ πᾶσαι ἓν καὶ μόνον ἀπέδειξαν, τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι καὶ ὁ δανείζων ἀπόλλυσι τὰ χρήματά του, καὶ ὁ δανειζόμενος οὐδὲν οὐδαμῶς ὠφελεῖται, διότι μόνον παροδικὴ καὶ ἐπιπόλαιος ἀνακούφισις χορηγεῖται εἰς αὐτὸν, ὑποτρέφουσα τὴν ὀκνηρίαν καὶ τὴν ῥαθυμίαν αὐτοῦ. Ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη διὰ τῶν ἐμβριθεστέρων αὐτῆς καὶ ἐπιφανεστέρων διδασκάλων κατεδίκασε τὰς δανειστικὰς καὶ φιλανθρωπικὰς ταύτας ἀποπείρας κατηγορηματικῶς καὶ ἀνεκκλήτως, δὲν παρέλιπε δὲ νὰ παρατηρήσῃ καὶ νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι αἱ δανειστικαὶ καὶ φιλανθρωπικαὶ αὗται τάσεις ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις τακτικῶς ἐπωάζονται καὶ ἀναπτύσσονται εἰς ἀνησυχαστικὸν βαθμὸν ἐν ταῖς Βουλαῖς κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον τῆς ἐντολῆς αὐτῶν, ἐν ταῖς παραμοναῖς νέων ἐκλογῶν, καὶ ὅτι ἕνα κυρίως προτίθενται εὐνόητον σκοπὸν, τὴν διευκόλυνσιν τῶν νέων ἐκλογῶν, τὴν ἐξυπηρέτησιν ψηφοθηρικῶν τάσεων τῶν πολιτευομένων, τὴν ἐξευμένισιν τῶν ἐκλογέων. Οἱ πολιτευόμενοι, λέγει ὁ Μπωλιὲ, ὃν πολλάκις θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς ὑμᾶς κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, ἐντρέπονται νὰ παρουσιασθῶσι πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς αὐτῶν μὲ κενὰς τὰς χεῖρας—ὁμιλεῖ, ἐννοεῖται, ὁμιλῶ δὲ καὶ ἐγὼ τῇ στιγμῇ ταύτῃ περὶ Γάλλων Βουλευτῶν, καθόσον ὁμολογουμένως ἐν Ἑλλάδι τὰ πράγματα διεξάγονται ἀξιοπρεπέστερον, μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον,—ἐντρέπονται, λέγω, νὰ παρουσιασθῶσι μὲ κενὰς τὰς χεῖρας, καὶ διὰ τοῦτο φροντίζουσι νὰ ἐπανέλθωσι μὲ δύο ἢ τρία ἑκατομμύρια εἰς τὴν διάθεσιν ἑκάστης ἐπαρχίας, μὲ τὸ πρόσχημα ἀγροτικῶν Τραπεζῶν ἢ ἄλλων δανειστικῶν δελεασμῶν, ὅπως ἐξασφαλίσωσι τὴν μέλλουσαν αὐτῶν ἐκλογήν. Ὁ Γάλλος σοφὸς, οὗ ἐμνημόνευσα, ἐδημοσίευσεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου διδακτικώτατον ἄρθρον, ἐν ᾧ ὁμιλεῖ περὶ τῶν τοιούτων πολιτευτικῶν τάσεων, καὶ περὶ τοῦ ναυαγίου, τὸ ὁποῖον ἐπηκολούθησεν εἰς τὰς δανειστικὰς ταύτας ἀποπείρας τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸ 1848, παρατηρεῖ, ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἔθετο 3 ἑκατομμύρια φράγκων εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐργατικῶν συνεταιρισμῶν. Ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα; Τὸ μέγιστον μέρος αὐτῶν ἀπωλέσθη, πᾶσαι δὲ αἱ ἐργατικαὶ ἑταιρίαι, αἵτινες ἐδανείσθησαν, ἐξηφανίσθησαν. Ἀλλ’ ὁ Paul Leroy Beaulieu ἀναφέρει ἄλλο, ἐπίσης διδακτικὸν καὶ μᾶλλον πρόσφατον, παράδειγμα. Κατὰ 1879 ἀπέθανε πλούσιός τις φιλάνθρωπος, Rampal καλούμενος, ἐν Παρισίοις. Οὗτος ζῶν ἐνησχολήθη πολὺ εἰς οἰκονομικὰς μελέτας καὶ ἰδίως εἰς τὰ περὶ συνεργατικῶν ἑταιριῶν. Μετέφρασεν εἰς τὴν Γαλλικὴν τὰ κυριώτερα ἔργα τοῦ Γερμανοῦ Schulze Delitzsch, τοῦ διασήμου ἱδρυτοῦ τῶν λαϊκῶν Τραπεζῶν’ ἠθέλησε καὶ μετὰ θάνατον νὰ συντελέσῃ ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν τούτων, ἐνόμισε δὲ, ὅτι συντελεῖ, ἀφήνων μέγα μέρος τῆς περιουσίας του εἰς τὸν δῆμον τῶν Παρισίων, ὅπως παρέχωνται ἐξ αὐτῆς δάνεια εἰς τὰς συνεργατικὰς ἑταιρίας, ὅσαι νομίμως ὑφίστανται, καὶ ὧν ἕδρα εἶναι οἱ Παρίσιοι. Κατὰ τὸ 1894 κατωρθώθη νὰ γείνῃ ἡ ὁριστικὴ ἐκκαθάρισις τῆς περιουσίας τοῦ Rampal, τὸ μέρος δὲ, τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν εἰς τὸν δῆμον τῶν Παρισίων, ἀνῆλθεν εἰς 1,411,000 φράγκα. Τὸ μερίδιον τοῦτο δὲν ἐλήφθη διὰ μιᾶς ὅλον, διότι τὸ ἥμισυ περίπου αὐτοῦ ἦν βεβαρυμένον διὰ δικαιωμάτων ἐπικαρπίας, τὰ ὁποῖα δὲν ἔληξαν εἰσέτι. Ἀλλὰ δι’ ὅσων εἰσέπραξεν ὁ δῆμος τῶν Παρισίων ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς παραγγελίας τοῦ διαθέτου, διότι ἐκεῖ ἔχουσιν ἄλλας ἀρχὰς περὶ διαθηκῶν· νομίζουσιν, ὅτι εἶναί τι ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον ἡ τελευταία θέλησις τῶν διαθετῶν, καὶ δὲν συζητοῦσι καθόλου, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐσκέφθη ὁ διαθέτης, καὶ ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ ἐκπληρωθῶσιν ὅσα ἠθέλησεν, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ χρησιμοποιηθῶσι τὰ χρήματα τοῦ ἀποθανόντος πρὸς ἄλλους σκοποὺς τῆς ἀρεσκείας τῶν ζώντων. Ἐν Ἑλλάδι, εἶναι ἀληθὲς, ἔχομεν πάντη διαφορετικὰς ἰδέας περὶ τούτου, του, ὡς μᾶλλον προωδευμένοι καὶ φιλελεύθεροι. Ἐν Παρισίοις λοιπὸν δὲν ἔγεινε καμμία συζήτησις, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἠθέλησεν ὁ Rampal νὰ δανείσῃ τὰ χρήματά του, καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τῶν Παρισίων, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης, ὡς ἐκτελεστὴς αὐτῶν, ἤρχισε νὰ δανείζῃ, ἐννοεῖται, συμφώνως πρὸς τὰς προτιμήσεις καὶ τὰς ἐκλογικὰς καὶ μικροπολιτικὰς ὑποχρεώσεις τῶν δημοτικῶν συμβούλων. Αἱ ἐκλογικαὶ σκέψεις καὶ αἱ φροντίδες ἐπηρέασαν πολὺ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐργατικῶν ἑταιριῶν, εἰς ὅσας ἐχορηγήθησαν δάνεια· καὶ τοῦτο οὐδόλως παράδοξον, ἀφοῦ οἱ προτιμῶντες καὶ δανείζοντες ἦσαν δημοτικοὶ σύμβουλοι, δηλαδὴ πρόσωπα τῆς πολιτικῆς. Εἰς τὰς χεῖρας τῶν μικροπολιτικῶν, παρατηρεῖ ὁ Μπωλιὲ, ὅλα στριφογυρίζουν πέριξ τῆς πολιτικῆς, καὶ οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν πολυμελῆ πολιτικὰ σώματα, Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ Κοινοβούλια, εἶναι ἀνίκανα ν’ ἀναλάβωσι τὴν ἐξουσίαν, νὰ διευθύνωσιν ἢ νὰ συμμετέχωσιν εἰς βιομηχανικὰς ἢ δανειστικὰς ἐπιχειρήσεις. Ὁ δῆμος τῶν Παρισίων ἔδωκε λοιπὸν δάνεια ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Rampal εἰς 80 ἑταιρίας μέχρι ποσοῦ 794,700 φράγκων, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον δάνειον εἰς ἑκάστην περὶ τὰς 10,000 φράγκα. Ποῖον προέκυψεν ἀποτέλεσμα ἐκ τῶν δανείων τούτων; Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομάρχου Σηκουάνα, ἐκ τοῦ δανεισθέντος τούτου ποσοῦ φράγκα 160,992 ἀπώλοντο ἀνεπιστρεπτεί, δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἐπιστραφῶσι, 42,005 εἶναι πολὺ ἑτοιμόῤῥοποι καὶ ἀμφίβολοι· ἤτοι ἐν συνόλῳ 203,000 οἴχονται διὰ παντός. Ὑπολογίζει δὲ ὁ Beaulien, ὅτι ἐν διαστήματι 50 ἐτῶν, κατὰ τοιοῦτον τρόπον δανειζόμενον τὸ κληροδότημα, θὰ ἐξαφανισθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν, συνεξαφανιζομένου καὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ κληροδότου. «Ἡ δοκιμὴ, κραυγάζει ὁ Μπωλιὲ, ἐγένετο, καί, ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, θὰ λέγω εἰς τοὺς φιλανθρώπους, ἐὰν θέλωσι νὰ ἱδρύσωσιν ἔργον διαρκείας τινὸς καὶ χρησιμότητος, θὰ λέγω εἰς αὐτούς: «Μὴ ἐμπιστεύεσθε εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, δυσπιστεῖτε εἰς τοὺς πολιτικίσκους τῶν Κοινοβουλίων. Εἶναι πάντοτε κακοὶ διαχειρισταί.» Ἡ ἐπιστήμη λοιπὸν ἡ οἰκονομικὴ διὰ τῶν περιφανεστέρων αὐτῆς διδασκάλων, βασιζομένη ἐπὶ τῶν διδαγμάτων τῆς πείρας, κατεδίκασε τὰ δάνεια ταῦτα, τὰ ὑπὸ τοῦ Κράτους χορηγούμενα, καὶ ὑπέδειξε διὰ τρανῶν παραδειγμάτων, ὅτι τοιαῦτα δάνεια δὲν εἶναι ἄλλο ἢ καθαραὶ δωρεαὶ, διότι κατὰ τὰ 9/10 ἀπόλλυνται, πρὸς ζημίαν τοῦ Κράτους καὶ πρὸς ζημίαν τῶν λαμβανόντων πολιτῶν, εἰς οὓς αἱ καταχρηστικαὶ ὀρέξεις μόνον ἀναπτύσσονται, οὐδὲν δὲ ἄλλο προσγίνεται ἀληθὲς καὶ πραγματικὸν κέρδος. Ὅ,τι παρετηρήθη, ὅ,τι λοιπὸν συνέβη ἀλλαχοῦ, τοῦτο συμβήσεται καὶ μὲ τὰ δέκα ταῦτα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ δανείσητε δῆθεν σήμερον εἰς τοὺς Θεσσαλούς. Ὅταν θὰ πλησιάσῃ ὁ καιρὸς τῆς ἐπιστροφῆς, ὅταν θὰ ἐξέλθῃ ὁ εἰσπράκτωρ τοῦ Δημοσίου πρὸς εἴσπραξιν τῶν δανεισθέντων, φωναὶ οὐρανομήκεις θὰ διαδράμωσι πᾶσαν τὴν Θεσσαλίδα γαῖαν, φωναὶ θ’ ἀκουσθῶσιν ἐν Ῥαμᾷ κλαυθμῶν καὶ ὀδυρμῶν, καὶ θὰ παρουσιασθῇ πάλιν ἡ Θεσσαλικὴ Ῥαχήλ, ἀποκλαιομένη ἐπὶ τῶν τέκνων αὑτῆς, ὅτι καὶ πάλιν δυστυχοῦσι καὶ πάλιν δὲν ἔχουσι! Καὶ τότε, Κύριοι, εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον, ἂν μὴ βέβαιον, νὰ ἴδητε πάλιν ἐκείνους, οὓς θέλετε νὰ δανείσητε σήμερον, σπεύδοντας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, οὐχὶ ἵνα πληρώσωσιν ὅσα ἔλαβον, ἀλλ’ ἵνα ζητήσωσι καὶ ἄλλα. Θὰ ὑπάρχωσι καὶ τότε Θεσσαλοὶ Βουλευταί, ἐνδέχεται μάλιστα μετὰ τὰ τρία ἢ τέσσαρα ἔτη, καθ’ ἃ θὰ διαρκῇ τὸ δάνειον, νὰ εὑρισκώμεθα καὶ πάλιν εἰς τὰς παραμονὰς ἐκλογῶν, καὶ τότε οἵα δήποτε Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν ν’ ἀντιστῇ. Ἡ ἐξαφάνισις τῶν 10 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα δῆθεν δανείζετε σήμερον, θὰ ἦναι πλήρης, καὶ ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα καὶ ἡ ἀγροτικὴ πίστις, περὶ ἧς δῆθεν προνοεῖτε, θὰ διαλυθῇ ἀφ’ ἑαυτῆς, ὡς ὄνειρον νυκτὸς θερινῆς, ὡς πομφόλυξ σάπωνος στιγμιαία, στιγμιαίως ἀντανακλῶσα τὰ χρώματα τῆς ἴριδος τὰ ὡραῖα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπιστραφῇ μέρος τι ἢ καὶ τὸ ὅλον τῶν δανειζομένων τούτων 10 ἑκατομμυρίων, τάχα θὰ κατορθώσωμεν νὰ συστήσωμεν Γεωργικὴν Τράπεζαν ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ νὰ δημιουργήσωμεν ἀγροτικὴν πίστιν; Περὶ τοῦ θέματος τούτου, Κύριοι, περὶ τῆς ἱδρύσεως καὶ τῆς προκοπῆς Γεωργικῶν Τραπεζῶν, τόμοι ὁλόκληροι ἐγράφησαν, καὶ πολλοὶ σοφοὶ κατηνάλωσαν τὸν βίον αὑτῶν ὁλόκληρον, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν εἰς ἀγόρευσιν βραχεῖαν ἐνταῦθα νὰ ὁμιλήσῃ τις, ὅσον ἁρμόζει, περὶ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὑπομνήσεις τινὲς εἶναι ἀναγκαῖαι, ὅπως τοὐλάχιστον ἀνακοινωθῶσιν εἰς τοὺς θέλοντας ἐν ἐπιγνώσει νὰ κρίνωσι, τί πρέπει νὰ πιστεύωσι περὶ Γεωργικῶν Τραπεζῶν, διδασκόμενοι ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ διὰ τῶν ξένων παραδειγμάτων καὶ διὰ τῶν ξένων παθημάτων. Διότι τῶν ἀνοήτων ἴδιον εἶναι νὰ διδάσκωνται ἀφοῦ πάθουν, τῶν φρονίμων δὲ καὶ προσεκτικῶν ἴδιον εἶναι νὰ διδάσκωνται χωρὶς νὰ πάθουν, ὁδηγούμενοι ἐκ τῶν παθημάτων τῶν ἄλλων. Ἡ ἀγροτικὴ πίστις εἶναι τῷ ὄντι, Κύριοι, θερμὸς καὶ διακαὴς πόθος πανταχοῦ. Πῶς νὰ εὑρίσκῃ ἄνευ πολλῶν δυσκολιῶν, προχείρως καὶ ἐπιτοπίως, ὁ ἀγρότης, ὁ κτηματίας, ὁ κτηνοτρόφος εὐθηνὰ κεφάλαια πρὸς ἀντίκρυσιν δυσμενῶν περιστάσεων, ἢ καὶ πρὸς ἐξάπλωσιν τῶν ἐργασιῶν του, τοῦτο ἀποτελεῖ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε καὶ ἀπασχολεῖ κόσμον ὁλόκληρον οἰκονομολόγων, φιλανθρώπων καὶ ἀληθῶς φιλολάων ἀνδρῶν, πολιτικῶν καὶ ὅσων ἄλλων. Ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη δὲν εἶπε βεβαίως τὴν τελευταίαν περὶ αὐτοῦ λέξιν, κατέληξεν ὅμως εἰς ἀνεπίδεκτα ἀντιῤῥήσεως πλέον συμπεράσματα, μετὰ τὴν κτηθεῖσαν πεῖραν καὶ μετὰ τὰς πολυαρίθμους ἐφαρμογὰς, αἵτινες ἐγένοντο, διαφόρων συστημάτων Γεωργικῶν Τραπεζῶν. Ἓν τῶν θεμελιωδῶν τούτων συμπερασμάτων εἶναι, ὅτι αἱ Γεωργικαὶ Τράπεζαι δὲν πρέπει νὰ συνιστῶνται ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ διὰ χρημάτων τοῦ Κράτους, διότι ἄφευκτον ναυάγιον ἀναμένει αὐτάς. Γράφων ἐσχάτως ὁ Georges Michel ἐν τῷ «Γάλλῳ Οἰκονομολόγῳ» περὶ Γεωργικῶν Τραπεζῶν, παρατηρεῖ, ὅτι ἡ ἀγροτικὴ πίστις πρέπει νὰ ὀργανίζηται οὐχὶ ἐκ τῶν ἄνω, παρὰ τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλ’ ἐκ τῶν κάτω, ἐκ τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων. Ἡ ἀγροτικὴ πίστις θὰ εὐδοκιμήσῃ μόνον διὰ τῶν ἰδιωτικῶν προσπαθειῶν, διὰ τῆς ἀτομικῆς πρωτοβουλίας. Ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη, προκειμένου περὶ ἀγροτικῆς πίστεως, περὶ Γεωργικῶν Τραπεζῶν, εἶναι ἤδη εἰς θέσιν νὰ προλέγῃ μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας, ποῖον θὰ ἦναι τὸ μέλλον, ποία ἡ τύχη Γεωργικῆς Τραπέζης, ἱδρυομένης ὑπὸ τοῦ Κράτους διὰ χρημάτων τοῦ Κράτους, ἢ ὑπὸ κεφαλαιούχων, ξένων πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς, παρ’ οἷς πρόκειται νὰ ἐργασθῇ. Πιστώσεις τοιούτων Γεωργικῶν Τραπεζῶν δὲν ἐπιστρέφονται κατὰ κανόνα, πᾶσαι δὲ αἱ τοιαῦται Τράπεζαι οἰκτρῶς ἐναυάγησαν ἢ διελύθησαν, ἢ μετεβλήθησαν εἰς ἁπλοῦς καὶ συνήθεις τοκιστάς. Δύναταί τις ν’ ἀναφέρῃ εἰς ὑμᾶς πληθὺν παραδειγμάτων, διὰ νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι τοῦτο, τὸ ὁποῖον προσπαθεῖτε νὰ ἐπιτύχητε διὰ τῶν δανειζομένων 10 ἑκατομμυρίων, δηλαδὴ νὰ ἱδρύσητε ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς Γεωργικὴν Τράπεζαν ἐν Θεσσαλίᾳ, εἶναι καθαρὰ χίμαιρα, διότι Γεωργικαὶ Τράπεζαι δὲν συνιστῶνται καὶ δὲν ἱδρύονται μὲ δύο ἢ τρία ἄρθρα νομοσχεδίου, συντασσομένου προχείρως καὶ εἰς τὸ γόνυ ὑπὸ τοῦ τυχόντος καὶ ἄνευ τινὸς θετικῆς γνώσεως τῶν περὶ αὐτῶν κρατούντων ἐπιστημονικῶν ἀξιωμάτων. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει λοιπὸν, ὅτι θὰ ἐπιστραφῶσι τὰ 10 ταῦτα ἑκατομμύρια, περὶ ὧν πρόκειται, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει δηλαδὴ, ὅτι θὰ τελεσθῇ τὸ ὄγδοον θαῦμα τοῦ κόσμου, πρέπει νὰ τελεσθῇ καὶ ἓν ἄλλο θαῦμα, τὸ ἔννατον θαῦμα τοῦ κόσμου, διὰ νὰ ἱδρυθῇ καὶ εὐδοκιμήσῃ ἐπὶ πολὺ Γεωργικὴ Τράπεζα, περὶ ἧς προνοεῖ τὸ ὄγδοον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ, ὡς εἴδομεν, ἵδρυσις Γεωργικῶν Τραπεζῶν ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ὡς οἱ τοῦ νομοσχεδίου, πανταχοῦ ἐναυάγησε, καταδικάζεται δὲ διαῤῥήδην καὶ ἀμειλίκτως ὑπὸ πάσης οἰκονομολογικῆς αὐθεντίας, ὑπὸ τῆς πείρας καὶ τῶν πολυαρίθμων, ὅσον καὶ διδακτικῶν, παραδειγμάτων. Προσθέτως ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ συνεζητήθη ἐσχάτως τὸ ζήτημα τῆς ἀνανεώσεως τῶν προνομίων τῆς Γαλλικῆς Τραπέζης, ἐζητήθη δὲ εἰς ἀντάλλαγμα τοῦ προνομίου τούτου τὸ ποσὸν 40 ἑκατομμυρίων φράγκων, καὶ ἐζητήθη, τὰ 40 ταῦτα ἑκατομμύρια νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἀγροτικῆς πίστεως. Ἐν Γαλλίᾳ, ὡς γνωστὸν, ἐπίκεινται γενικαὶ ἐκλογαὶ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὑπῆρξαν ὀλίγοι ἐν τῇ Βουλῇ, οἱ ὁποῖοι ἐκίνησαν πάντα λίθον, ὅπως τὰ 40 ταῦτα ἑκατομμύρια χρησιμεύσωσιν ὡς πιστώσεις γεωργικαὶ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς αὐτῶν, πιστώσεις ὅμως, ὧν ἐν Γαλλίᾳ γνωστὴ εἶναι ἐκ τῶν προτέρων ἡ τύχη. Ἡ Γαλλικὴ Βουλὴ συνησθάνθη τὸ ἄτοπον, νὰ ψηφίσῃ τοιοῦτόν τι, μετὰ τοσαύτας γενομένας δοκιμὰς, καὶ μετὰ τὰ διδάγματα τῆς πείρας καὶ τῆς ἐπιστήμης, καὶ ἀπέῤῥιψε τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τῶν 40 ἑκατομμυρίων τῆς Γαλλικῆς Τραπέζης εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις. Ὁ διάσημος Μπωλιὲ, σχολιάζων τὴν ἀπόῤῥιψιν ταύτην ἐν τῷ «Γάλλῳ Οἰκονομολόγῳ», γράφει: «Εἶναι ἄξια συγχαρητηρίων ἡ Βουλὴ, διότι ἀπέκρουσε τὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐσκοπεῖτο ἡ εὐρεῖα ἀνάμιξις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὴν ἀγροτικὴν πίστωσιν. Ἀγροτικὴ πίστις πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀφ’ ἑαυτῆς, καὶ ἐπιτοπίως, διὰ τῆς δημιουργίας μικρῶν αὐτονόμων Τραπεζῶν, ὡς εἶναι αἱ περίφημοι Τράπεζαι Raiffeisen ἐν Γερμανίᾳ καὶ αἱ Τράπεζαι Luzzati ἐν Ἰταλίᾳ. Αἱ Ἐθνικαὶ Τράπεζαι δὲν εἶναι πρέπον καὶ συμφέρον ν’ ἀναμιγνύωνται εἰς τοιαύτας μικρὰς ἐπιχειρήσεις» Δὲν θέλω, ἐνταῦθα γενόμενος τοῦ λόγου μου, νὰ θίξω τὸ ζήτημα, κατὰ πόσον αἱ Ἐθνικαὶ Τράπεζαι εἶναι ἱκαναὶ καὶ εἶναι καὶ πρέπον καὶ συμφέρον καὶ δι’ αὐτὰς καὶ διὰ τὸ Κράτος ν’ ἀναμιγνύωνται εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις. Ἤκουσά τινος, λέγοντος ἐνταῦθα χθὲς, ὅτι συμφέρει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἡ ἵδρυσις τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, περὶ ἧς πρόκειται, καὶ ὅτι αἱ ὠφέλειαι αὐτῆς ἐκ τούτου δὲν προμηνύονται καὶ ὀλίγαι. Ὅσον μὲ ἀφορᾷ, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, εὑρίσκω, ὅτι πανταχοῦ, ἔνθα τὸ Κράτος ὤθησε τὴν Τράπεζαν ν’ ἀναμιχθῇ εἰς ξένας πρὸς τὸν προορισμὸν αὐτῆς ἐπιχειρήσεις, πάντοτε πρὸς βλάβην τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Τραπέζης ἐγένετο τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ πρὸς βλάβην μεγίστην τοῦ Κράτους, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πρέπει νὰ ἦναι ἡ οἰκονομικὴ ἐφεδρεία τοῦ Κράτους, ἕτοιμος εἰς ὥραν ἀνάγκης μὲ ἄθικτα κεφάλαια καὶ ἄθικτον πίστιν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Κράτος πολὺ πρέπει νὰ προσέχῃ, ὅπως μὴ ἐκτροχιάζῃ αὐτὴν ἑκάστοτε, παρεκτρέπουσα τοῦ κυρίου καὶ ἀποκλειστικοῦ αὐτῆς σκοποῦ. Εὐτυχῶς σήμερον δὲν ὑπάρχει κίνδυνος μὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι καμμία ἐλπὶς δὲν ὑπάρχει νὰ συττηθῇ Γεωργικὴ Τράπεζα. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 8ον τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, διὰ νὰ παρατηρήσω καὶ πάλιν, ὅτι, διὰ νὰ τελεσφορήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πρέπει νὰ τελεσθῶσιν, ὡς εἶπον, δύο θαύματα, νὰ τελεσθῇ τὸ ὄγδοον θαῦμα, δηλ. τὸ θαῦμα τῆς ἐπιστροφῆς τῶν 10 ἑκατομμυρίων εἰς τὸ Κράτος, νὰ τελεσθῇ δὲ καὶ τὸ ἔννατον θαῦμα τοῦ κόσμου, νὰ δημιουργηθῇ δηλ. ἀγροτικὴ πίστις διὰ τοιούτου ἀσυναρτήτου καὶ ἀμαθοῦς τρόπου, τὸν ὁποῖον πᾶσα αὐθεντία κατεδίκασε πρὸ πολλοῦ, καὶ χάρις εἰς τὸν ὁποῖον ἀπὸ τοῦδε πᾶς τις δύναται νὰ προΐδῃ καὶ νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἀσφαλῶς εἶναι προωρισμένη νὰ ναυαγήσῃ. Ἐὰν ᾖναι πρέπον καὶ προσῆκον ἡμεῖς νὰ ψηφίζωμεν ἐνταῦθα τοιαῦτα νομοσχέδια καὶ ν’ ἀναμένωμεν κατόπιν θαύματα, ὅπως πραγματοποιηθῶσιν ὅσα ψηφίζομεν, τοῦτο νομίζω, ὅτι ἁρμόζον εἶναι εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ὀρθοφροσύνην αὐτῆς πολὺ νὰ συλλογισθῇ. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ νὰ τελεσθῶσι τὰ δύο ταῦτα θαύματα, περὶ ὧν ὡμίλησα, διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ χρήματα, ὅσα δῆθεν δανείζομεν, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἱδρυθῇ ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα, πρέπει πρὸ τῶν δύο τούτων, διὰ νὰ εὐδοκιμήσῃ τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἐξευρεθῶσι, νὰ οἰκονομηθῶσι τὰ 10 ταῦτα ἑκατομμύρια, νὰ τελεσθῇ δηλαδὴ καὶ ἄλλο θαῦμα εἰς τὸ θαυμάσιον τοῦτο νομοθέτημα. Πρέπει νὰ εὕρωμεν τὰ χρήματα, τὰ 10 ταῦτα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ δανείσητε. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ποῦ θὰ εὕρητε ταῦτα; Πόθεν, ἐκ ποίας πηγῆς, θ’ ἀντλήσητε 10 ὅλα ἑκατομμύρια; Εἶναι φανερὸν, ὅτι περισσεύματα δὲν ἔχετε, ἄρα ἐν τῷ ταμείῳ ἡμῶν δὲν θὰ εὕρητε τὰ χρήματα ταῦτα. Προφανῶς λοιπὸν θὰ δανεισθῆτε· ὡμολογήθη δὲ τοῦτο, νομίζω, καὶ παρ’ ἄλλων. Ἀλλὰ πῶς θὰ δανεισθῆτε καὶ πόθεν; Κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν προχθές, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον, παραδόξως βλέπω, ὅτι εὐθὺς ἀμέσως ἐλησμονήσαμεν, καὶ οὔτε λαμβάνομεν καθόλου ὑπ’ ὄψιν, τὰ ἐλλείμματα τοῦ ἔτους 1898 καὶ τῶν ἑπομένων ἐτῶν δύνανται νὰ καλυφθῶσι διὰ δανείων, ὧν ὁ ἀνώτατος ὅρος ὁρίζεται εἰς 20 ἑκατομμύρια φράγκων πραγματικῶν εἰς χρυσὸν, καὶ ἅτινα θέλουσιν ἐκδοθῇ βαθμιαίως, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν, τῇ συναινέσει τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς. Ἐρωτῶ λοιπὸν τώρα ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι θέλετε καὶ σπεύδετε νὰ μεταβάλωμεν, καὶ μάλιστα τοσοῦτον ταχέως, εἰς νόμον τὸ νομοσχέδιον, τότε ποῦ θὰ ἀντλήσητε τὰ 10,000,000 ταῦτα;
§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου...
§58ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§59Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δύναται ν’ ἀποδείξῃ εἰς ἡμᾶς, ὅτι ὑπάρχουν διαθέσιμα τὰ ποσὰ αὐτὰ, εἴτε ἐξ ὅσων χρημάτων θὰ δανείσουν εἰς ἡμᾶς, εἴτε ἐξ ὅσων περισσεύσουν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τότε βεβαίως θὰ μείνωσι μόνον αἱ δύο ἀντιῤῥήσεις. Πρόκειται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ τελεσθῶσι τότε μόνον δύο θαύματα, καὶ οὐχὶ τρία, χάριν τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἀλλ’ ὑπολείπεται νὰ διευκρινισθῇ τοῦτο· διότι, ἐὰν ἡ διεθνὴς ἐπιτροπὴ ὥρισεν ἤδη εἰς ἡμᾶς τὸ ἀνώτατον ὅριον τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν πρὸς κάλυψιν προβλεπομένων ἐλλειμμάτων, καὶ ἀνεβίβασε τὸ ὅριον τοῦτο εἰς τὸ ποσὸν τῶν 20,000,000 φρ. πραγματικῶν, τότε πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν τὰ εἰρημένα 10 ἑκατομμύρια, προστιθέμενα εἰς τὰ 5 ἢ 6, ἅτινα ἐχαρίσαμεν προχθὲς ἕνεκα τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν φόρων, προστιθέμενα ἔτι εἰς τὸ κολοσσιαῖον ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897 καὶ τοῦ 1898 μόνον,—δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν πιθανοτάτων ἐλλειμμάτων τοῦ 1899 καὶ 1900, περὶ ὧν προεῖδε καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ξένων ἐλεγκτῶν,—θ’ ἀποτελέσουν ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ καλυφθῇ διὰ τῶν 20 ἑκατομμυρίων, εἰμὴ δι’ ἑνὸς, διὰ νέου πάλιν, θαύματος! Ἀλλὰ καὶ ἂν δυνηθῇ ν’ ἀποδείξῃ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἄν δηλ. ἀποδείξῃ εἰς ἡμᾶς, ὅτι θὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον νὰ δανεισθῶμεν, πάλιν δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω, καὶ ἐρωτῶ αὐτόν: εἶναι φρόνιμον, εἶναι ὀρθὸν καὶ συμφέρον νὰ δανείζηται τὸ Κράτος χρήματα διὰ νὰ δανείζῃ εἰς ἄλλους, καὶ μάλιστα νὰ δωρῇ; Καὶ ὑποθέτετε, ὅτι θὰ ἤμεθα πάντοτε εἰς θέσιν νὰ δανειζώμεθα πρὸς 2½%, διὰ νὰ προβαίνωμεν εἰς τοιαύτας δανειστικὰς ἀποπείρας, αἱ ὁποῖαι εἰς ὅλον τὸν κόσμον κατεδικάσθησαν καὶ ἐναυάγησαν, καὶ αἱ ὁποῖαι καὶ ἂν δὲν ναυαγήσουν, πάλιν θὰ ἦναι συμφορὰ δι’ ἡμᾶς; Ἐκ τούτων λοιπὸν τῶν παρατηρήσεων ὁρμωμένη, δύναται νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή, ὅτι, ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ ψηφίσωμέν τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι λίαν βλαβερὸν καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τοὺς ἰδιώτας τοὺς εὐεργετουμένους, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ἰδιώτας, τοὺς μὴ εὐεργετουμένους. Διότι, ἐὰν τὰ χρήματα ταῦτα δὲν δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν, καὶ εἶναι βεβαιότατον, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν, τῇ συναινέσει τῆς ἐλεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, ἐξ ἀνάγκης τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα θὰ λείψωσιν ἐκ τοῦ ταμείου ἡμῶν, θὰ παραστῇ ἀνάγκη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀναπληρώσῃ διὰ καταθλίψεως φορολογικῆς εἰς τὴν ῥάχιν τῶν μὴ εὐεργετουμένων, ἢ δι’ ἄλλων περικοπῶν ἀπαραιτήτων δαπανῶν. Σκέψασθε δὲ καλῶς, ἐὰν ἦναι πρέπον καὶ ἂν ἔχωμεν καὶ δικαίωμα νὰ ἐπιβαρύνωμεν μίαν τάξιν πολιτῶν διὰ φόρων, ὅπως χαρίζωμεν φόρους, καὶ περιπλέον χαρίζωμεν καὶ μετρητά, εἰς ἄλλην τάξιν πολιτῶν. Ταύτας τὰς ὀλίγας παρατηρήσεις εἶχον ν’ ἀπευθύνω πρὸς ὑμᾶς, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἴσως κατορθώσω νὰ πείσω ὑμᾶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ οὐδένα λόγον πρέπει νὰ συντελέσητε ὑμεῖς νὰ μεταβληθῇ εἰς νόμον. Δὲν εἶμαι, εἰμὴ ἁπλοῦς Βουλευτής, μὴ διαθέτων παρὰ μόνον τὴν ψῆφόν μου καὶ μὴ ἐπηρεάζων ἀπολύτως κανένα· ἀλλά, καὶ ἐὰν ἤμην ἀρχηγὸς κόμματος, καὶ ἐὰν ἤμην Πρωθυπουργός, ἐὰν κατόπιν μου ἐσύρετο ὁλόκληρος ἡ βουλευτικὴ παμψηφία, ἐὰν ὅμως ἡ παμψηφία αὕτη ἤθελεν ἀξιώσει παρ’ ἐμοῦ νὰ εἰσαγάγω τοιοῦτον νομοσχέδιον, ὑπὸ τοιαύτας οἰκονομικὰς περιστάσεις καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους, εἰς τὴν Βουλήν, ἤθελον προτιμήσει νὰ ἐγκαταλειφθῶ μόνος, ἐντελῶς μόνος, παρὰ νὰ ἐγκαταλείψω τοσοῦτον ἀπροστάτευτον τὸ ἀληθὲς συμφέρον τοῦ Κράτους. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, καὶ ἀνατρέχω διὰ τῆς φαντασίας εἰς ἐποχὴν ὀπωσοῦν ἀφεστῶσαν, ὅτε κομιδῇ νεανίας παρηκολούθουν τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ θεωρείου ἐκείνου τῶν δημοσιογράφων, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ὅπου κάθηται νῦν ὁ ἐξ Ἄρτης ἀντιπρόσωπος, ἐκάθητο ἀνήρ, ὁ ὁποῖος, μεθ’ ὅλα του τὰ πολλὰ καὶ μεγάλα ἐλαττώματα, ἦτο ὅμως πολιτικὸς ἀνήρ. Δὲν ἦτο εἰς τὴν ἀρχὴν ἔτι τοῦ πρώτου σταδίου, ἀλλ’ ἦτο εἷς τῶν ἐνδεδειγμένων ἀρχηγῶν πλέον ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, ἐπάνω κάτω κατεῖχε τὴν θέσιν, ἣν κατέχει σήμερον ὁ νῦν Πρωθυπουργός. Εἰσήχθη νομοσχέδιον παρὰ τοῦ μακαρίτου Φιλήμονος περὶ συντάξεως τῶν Βουλευτῶν. Ὁ μακαρίτης Τρικούπης εἶχε φίλους πολιτικούς, καὶ εἰργάζετο νὰ συμπήξῃ κόμμα. Οἱ φίλοι του παρεκίνησαν ζωηρῶς αὐτόν, ὅπως ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μὴ ἀντιταχθῇ. Ἠρνήθη, καὶ προετίμησε νὰ μείνῃ μόνος εἰς τὴν πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν, νὰ μείνῃ μόνος, παρὰ νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ πεποίθησίς του ἀπέκρουεν. Ἄ! Ἐὰν τὴν τακτικὴν ἐκείνην, τὴν εὐσταθῆ καὶ ὄντως πολιτικήν, ἠκολούθει καὶ κατὰ τὸν μετέπειτα πολιτικόν του βίον, πόσαι ἀληθῶς συμφοραὶ δὲν ἤθελον ἀποσοβηθῆ, πόσα δεινὰ τὸ Κράτος δὲ, θ’ ἀπέφευγε, καὶ πόσον ἀλλοία ἠδύνατο νὰ ἦναι καὶ ἡ ὄψις τῆς ἀτυχοῦς ταύτης πατρίδος! Διότι φαίνεται, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὅτι κύριον δὲν εἶναι ἡ κατάληψις τῆς ἀρχῆς, οὔτε ἡ διὰ πάσης συγκαταβάσεως δημιουργία φίλων, ἀλλ’ εἶναι τοῦ Κράτους ἡ ἐξασφάλισις καὶ ἡ πρὸς τὸ Κράτος ἀφοσίωσις, ἐὰν δὲ, θυσιάζοντες οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τοῦ Κράτους τὰ συμφέροντα, ἀποβλέπωσι μόνον εἰς τὴν ἰδίαν ἑαυτῶν ὕψωσιν, πράττουσί τι, τὸ ὁποῖον, πολλοῦ γε καὶ δεῖ, δὲν εἶναι ἄξιον πολλῶν ἐπαίνων. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι καὶ ἡ κατάστασις τῆς Βουλῆς καὶ οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους σήμερον ὑπάρχει καὶ λειτουργεῖ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι, πολὺ συντέλεσαν καὶ πολὺ συντελοῦσιν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτων χαριστικῶν καὶ ἐπιζημίων νομοσχεδίων. Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποῤῥέουσιν ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, Κυβερνήσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι τὸ πρέπον κοινοβουλευτικὸν κῦρος, δὲν ἔχουσι καὶ τὸ ἀπαιτούμενον σθένος, δὲν δύνανται ν’ ἀντισταθῶσιν εἰς τοιαύτας εἰσηγήσεις καὶ πιέσεις τῶν ἐνδιαφερομένων, καὶ ἰδοὺ διατὶ, ὅσον μὲ ἀφορᾷ, εὐθὺς ἀμέσως, ἂν εἶχον τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἰσχὺν, ἤθελον ἀνατρέπει τοιαύτας Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐκφράζουσι τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας, τὴν πραγματικὴν γνώμην τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ αἱ ὁποῖαι ἑπομένως κλονούμεναι εἰς πᾶν αὐτῶν βῆμα, παρασύρονται πότε ἀριστερᾷ καὶ πότε δεξιᾷ, καὶ δεξιᾷ ἐπηρεαζόμεναι καὶ ἀριστερᾷ ἐνδίδουσαι. Τοιαύτη Κυβέρνησις φέρει πάντοτε περιπλοκὰς καὶ ζημίας, διότι ἐπ’ αὐτῆς αἱ πιέσεις εἶναι μεγαλείτεραι καὶ ἡ εὐθύνη μηδαμινὴ, ἀνύπαρκτος, καὶ, ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, πιστεύω ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχε κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, συναίσθησιν ἔχουσα τῆς ἰδίας εὐθύνης, βεβαίως δὲν θὰ εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ προβάλῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§60ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἄλλαι φωναὶ μὲ ἄλλο κῦρος πρέπει νὰ λέγωσιν αὐτά.
§61Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ καὶ ὡμολόγησα ἤδη, ὅτι ὁμιλῶ ἰδίῳ ὀνόματι, διότι δὲν ἀντιπροσωπεύω, εἰμὴ μόνον τὴν ἐμὴν γνώμην. Βεβαίως ἄλλαι φωναὶ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλο κῦρος σεβαστὸν καὶ μέγα δὲν λείπει ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ κύρους τῇ στιγμῇ ταύτῃ. Πρόκειται περὶ ἁπλῆς ἀτομικῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐκφράζω, ἀνεξαρτήτως πάσης ἀντιπαθείας ἢ συμπαθείας πολιτικῆς, οὐδὲ ἔχω κανένα ἰδιαίτερον λόγον νὰ ἀντιφέρωμαι ὡρισμένως κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, διὰ νὰ λέγω ὅσα εἶπον. Ἀλλ’ οὐδ’ ἐπιθυμῶ τῇ στιγμῇ ταύτῃ κυβερνητικὴν ἀνατροπὴν, καίτοι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν λείπουσι πολλοὶ, οἵτινες ἀποδίδουσιν εἰς ἐμὲ τοιαύτην ἐπιθυμίαν καὶ ἀνυπομονησίαν. Δὲν φροντίζω, ὄχι, οὔτε τυρβάζω περὶ τούτου, λέγω ὅμως, καὶ θὰ λέγω πάντοτε, ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὸ πολίτευμα τοῦτο κρίνεται ἄξιον διὰ νὰ κυβερνᾶται ὁ τόπος, πᾶσα παρέκβασις, πᾶσα παρέκκλισις ἀπὸ τῶν νομίμων τύπων, πᾶσα Κυβέρνησις μὴ ἀποῤῥέουσα ἐκ τῆς Βουλῆς, κατ’ ἀνοχὴν ζῶσα καὶ ἐκ δανεικῆς δυνάμεως κινουμένη, ζημίαν θὰ φέρῃ, καὶ θὰ ὁδηγῇ εἰς πολλὰ μὲν καὶ ἄλλα ἄτοπα, ἀλλὰ καὶ εἰς ψήφισιν νομοσχεδίων, ὁμοίων καὶ πρὸς τὸ προκείμενον καὶ πρός τινα ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἀπεδέχθητε ἤδη. Εἶπον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅσα ἐνόμιζον ὅτι δύνανται νὰ πείσωσιν ὑμᾶς, ὅτι ἐπιβλαβὲς εἶναι καὶ ἀπρεπὲς νὰ μεταβάλωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς νόμον. Ἐὰν κατώρθωσα νὰ πείσω ὑμᾶς, τοῦτο ἀληθῶς ἐπεθύμουν καὶ τοῦτο ἐπεδίωξα· ἐὰν δὲν κατώρθωσα, τοσοῦτον μόνον ἐδυνάμην δυστυχῶς. Ὑμεῖς δὲ καὶ ἐκ τῶν παρ’ ἐμοῦ καὶ παρ’ ἄλλων λεχθέντων, καὶ ἐξ ὅσων θὰ λεχθῶσιν ἔτι κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην συζήτησιν, σωφρόνως καὶ ἀπαθῶς κρίνοντες, ψηφίσατε ὅ,τι ἂν ὑπαγορεύῃ ἡ συνείδησις ὑμῶν, ὅ,τι ἂν ὁ πόνος καὶ ἡ ἀφοσίωσις πρὸς τὴν πτωχὴν ταύτην καὶ δύσμοιρον, ἀλλὰ πάντοτε γλυκεῖαν πατρίδα ἐπιτακτικῶς ἐπιβάλλῃ.
§62ΜΙΛΤ. ΔΑΛΛΑΣ. Ἤθελε προτιμήσει, εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἐὰν συνέπιπτε νὰ διαχειρίζηται τὰ πράγματα τοῦ Κράτους καὶ ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, νὰ μείνῃ μόνος, παρὰ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν θέλησιν ἐκείνων, οἵτινες ἐπιβάλλουσιν αὐτῷ τοιαύτην πρότασιν. Βεβαιῶ αὐτὸν, ὅτι καὶ ἐν τοιαύτῃ θέσει καὶ ἐν τῇ θέσει, ἀφ’ ἧς ὁμιλεῖ σήμερον, εἶναι πάντοτε μόνος, καὶ ὄχι μόνον εἶναι μόνος, ἀλλὰ καὶ αἱ θεωρίαι, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε, περιβαλλόμενος ἐνταῦθα τὴν τήβεννον τοῦ γερουσιαστοῦ καὶ μετὰ τῆς αὐστηρότητος, ἥτις τὸν τιμᾷ ὄντως, εἶναι θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἐξέρχονται ἀπὸ δισχιλίων ἐτῶν, θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι μᾶς παριστῶσι τὸ Κράτος ὡς ἕνα καὶ μόνον ἔχον προορισμὸν, τὸν προορισμὸν ν’ ἀποῤῥοφᾷ τοὺς πολίτας, εἶναι θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι κατεδικάσθησαν ἰδίως ἀπὸ τῆς ἀναγεννήσεως τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως. Λυποῦμαι, διότι ἐγὼ, μὴ ἀσχολούμενος εἰς τὰ δημοσιολογικὰ, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, νὰ διδάξω τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς. Τιμῶ ὄντως τὸ σθένος αὐτοῦ, διότι ἦλθεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι, διδαχθέντες ἐκ τῶν παθημάτων τοῦ πολέμου, δὲν πρέπει ν’ ἀφήνεσθε εἰς τὰς ὁρμὰς τῆς καρδίας ὑμῶν, διανέμοντες δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ παροχάς. Εἶναι ὄντως ἀρίστη ἡ συμβουλὴ αὕτη. Ἀλλ’ ὅταν ἔρχηται πρὸς ὑμᾶς καὶ λέγῃ, ὅτι πολῖται παθόντες ἐκ τοῦ πολέμου, χώρα ὁλόκληρος καταστραφεῖσα, πολῖται ζῶντες μεταξὺ ἡμῶν, ἀπολαύοντες τὰ δικαιώματα τῆς ἰσότητος, ἀνήκοντες εἰς πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦται νὰ προστατεύῃ αὐτοὺς, ἀνήκοντες εἰς πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τὴν ἰσότητα τῶν βαρῶν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων μεταξὺ τῶν πολιτῶν, πολῖται οἱ ὁποῖοι ὑπέκυψαν εἰς πόλεμον, οὐχὶ διότι ἠθέλησε τοῦτο ἡ θέλησις ἑνὸς αὐτοκράτορος ἢ μιᾶς Συγκλήτου αὐταρχικῆς, ἀλλὰ πολῖται, οἱ ὁποῖοι ὑπέκυψαν εἰς πόλεμον διότι ἦτο ἡ βούλησις ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, πολῖται τῶν ὁποίων ἡ ζωὴ δὲν εἶναι πωλημένη, ἀλλ’ εἶναι συνέταιροι ἡμῶν, ἀδελφοὶ ἡμῶν, ἔχοντες τὰ αὐτὰ δικαιώματα καὶ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις, ὅταν ἔρχηται καὶ σᾶς λέγῃ, ὅτι οἱ πολῖται οὗτοι εἶναι ἐπαῖται, βεβαίως τοιαῦται θεωρίαι γεννῶσι τὴν φρίκην καὶ τὴν ἀγανάκτησιν πάντων ἡμῶν. Καὶ ἐνῷ δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀποζημιώσεως, διότι οὐδεὶς ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρότασιν περὶ ἀποζημιώσεως, ἐν τῇ στενοχωρίᾳ αὐτοῦ, τοῦ νὰ περιπλέξῃ τὰ ζητήματα, σᾶς ἔφερε πρότασιν περὶ ἀποζημιώσεως. Ὅταν δ’ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως, τότε βεβαίως θὰ διδαχθῇ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα αὐτοῦ πρὸς τὸ Κράτος, καὶ ποῖαι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πολίτας. Ἀλλὰ καίτοι, εἶπον, δὲν πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ βοηθείας, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἐν τῇ ἐπισημότητι αὐτοῦ ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, κρῖναν ἀναγκαῖον νὰ συνδράμῃ τοὺς πολίτας...
§63Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ ἐψήφισε.
§64ΔΑΛΛΑΣ. Ἐννοεῖται. Παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε... Καίτοι, λέγω, τὸ Κράτος ἀνέλαβεν ἐπίσημον ὑποχρέωσιν, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔρχεται καὶ σᾶς λέγει: «μετανοήσατε, διαγράψατε αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν, ἀποῤῥίψατε τοὺς ἐπαίτας τούτους, οἱ ὁποῖοι εἶναι τὰ θύματα τοῦ πολέμου καὶ ὀνομάζονται ἐπαῖται!» Ἀλλὰ δέχομαι, ὅτι πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως. Ἡ Τουρκία ἐπέβαλεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς παθόντας Ὀθωμανοὺς ὑπηκόους. Καὶ ἔρχεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ σᾶς λέγει, ὅτι οἱ γείτονες αὐτῶν, οἱ παθόντες ἐκ τοῦ πολέμου συνεπείᾳ τοῦ πολέμου, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ λάβωσιν 100 δραχμάς! Ποία εἶναι ἡ ἰσότης καὶ ποία εἶναι ἐνθάῤῥυνσις καὶ ποία ἡ ἰδέα τῆς ἑνότητος τοῦ Κράτους, τῆς ἀλληλεγγύης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰ Κράτη, ὅταν βλέπητε τοὺς προσκόπους ἐκείνους τοῦ Ἑλληνισμοῦ νὰ εὑρίσκωνται μεταξὺ τοιαύτης διαφόρου καταστάσεως, μεταξὺ τοῦ Ὀθωμανοῦ ὑπηκόου ἀποζημιουμένου, εἰς τούτους δὲ νὰ ἀρνῆσθε τὸν ἄρτον, τὸν ὁποῖον τοῖς ὀφείλετε; Καὶ ποία εἶναι ἡ θέσις μεταξὺ τῶν Θεσσαλῶν, οἵτινες εὑρίσκονται ἐντὸς τῆς αὐτῆς ἐπικρατείας, ὅταν βλέπητε, ὅτι ὁ μὲν πολίτης, ὁ παθὼν ἐκ τοῦ πολέμου ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀποζημιοῦται καθ’ ἑκάστην, καὶ φέρετε καθ’ ἑκάστην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προτάσεις περὶ ἀποζημιώσεως καὶ ἐπερωτήσεις, καὶ ἐξ ἄλλου ἔρχεσθε καὶ λέγετε εἰς αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ τοῖς δώσητε 100 δραχμὰς διὰ νὰ συντηρηθῶσι; Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὰ τοιαῦτα ἐπὶ οὐδεμιᾶς βάσεως στηρίζονται, καὶ ἴσως δὲν ἔπρεπε ν’ ἀγανακτήσω, διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἔδωκεν ἡ Βουλὴ προσοχήν τινα εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλὰ θὰ μὲ συγχωρήσητε διὰ τὴν ἀγανάκτησιν ταύτην, διότι δὲν θέλω διαπράξει μὲν τὸ ἀδίκημα νὰ ἀρνηθῶ εἰς οὐδένα τῶν παρακαθημένων ἐνταῦθα τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον τρέφει περὶ τῆς χώρας ἡμῶν, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι, ἂν καὶ ὑμεῖς κατήγεσθε ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα καὶ ἐγνωρίζετε τὰ ψυχικὰ καὶ ἠθικὰ βασανιστήρια, τὰ ὁποῖα ὑφίσταται ὁ λαὸς ἐκεῖνος, βεβαίως ἠθέλετε ἀγανακτήσει, ὅταν ἐβλέπετε αὐτὸν τὸν γερουσιαστὴν, τὸν πρὸ δύο λεπτῶν ὁμιλοῦντα περὶ τῶν παθημάτων τοῦ Ἰλισσοῦ, νὰ ἀναβαίνῃ ἐνταῦθα μὲ αὐστηρότητα Κάτωνος καὶ νὰ σᾶς φέρῃ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Τιβερίου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου προσῆλθεν ἰδιώτης, καὶ νὰ σᾶς λέγῃ: «καταδικάσατε τὴν Θεσσαλίαν εἰς τὴν πεῖναν καὶ τὸν ὄλεθρον!» (ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τε τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων). Καὶ εἶναι τοῦτο οἰκονομικόν; Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς παρουσιάσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τὸν Beaulieu, ἢ ἄλλον, ἵνα σᾶς διδάξῃ τί; Ὅτι πρέπει τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους νὰ τοὺς ἀφήσητε ν’ ἀποθάνωσιν ἀπὸ τὴν πεῖναν, χάριν 7½ ἑκατομμυρίων δραχμῶν! Καὶ ποῖον θὰ ἦναι τὸ συμφέρον σας, ὅταν ἀρνηθῆτε νὰ ἐπιτελέσητε ἀναγκαίαν δαπάνην διὰ νὰ σώσητε τὸ ὅλον; Ὅταν ἀρνηθῆτε εἰς αὐτοὺς τοὺς συμπολίτας σας τὸν ἄρτον, ποῦ θὰ εὕρητε αὐτοὺς, ἵνα τοὺς φορολογήσητε; Πῶς θ’ ἀξιώσητε παρὰ τῆς Θεσσαλίας, περὶ τῆς ὁποίας ἑκάστοτε λέγετε, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην νὰ τὴν ἐνισχύσητε, πῶς θ’ ἀξιώσητε νὰ σᾶς δώσῃ χρυσὸν, εἰσπράξεις καὶ φόρους; Ἐδῶ εὑρίσκω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς οὐ μόνον μὴ ἐπιτυγχάνοντα εἰς τὰς δημοσιολογικὰς αὐτοῦ θεωρίας, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἰουδαϊκοὺς αὐτοῦ ὑπολογισμοὺς σφάλλοντα. Ἀλλὰ οἱ Θεσσαλοὶ δὲν ἔχουσι μόνον τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ζητήσωσι παρὰ τοῦ Κράτους τὴν συνδρομήν του δι’ ὅσα ὑπέστησαν πρὸ τοῦ πολέμου. Οἱ Θεσσαλοὶ ὑπέστησαν καὶ φορολογίας βαρείας, οἱ Θεσσαλοὶ ὑπεβλήθησαν καὶ εἰς στρατιωτικὴν εἰσφορὰν, διὰ τὴν ὁποίαν ἀνεγνωρίσθη παρὰ τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν, ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ τὴν εἰσφέρῃ. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ διὰ τοῦτο τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Δέχομαι καὶ ἀναγνωρίζω, ὅτι ὑπῆρχον γενικώτεροι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλλον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὸ μέτρον τοῦτο. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο θὰ ἀρνηθῆτε τὴν ὑποχρέωσιν ὑμῶν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν τὰ θύματα τῆς ἀδυναμίας ὑμῶν, νὰ τοῖς δώσητε τὸν ἄρτον; Καὶ ἐνῷ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μᾶς ἀνέφερε περὶ παραδειγμάτων καὶ περὶ θεωριῶν, αἱ ὁποῖαι, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω, ἂν ἔχωσι σχέσιν τινὰ πρὸς τὸ προκείμενον θέμα, ἐλησμόνησεν, ὅτι τὸ ἔθνος τὸ Γαλλικὸν, εὑρεθὲν ἐν παρομοίᾳ περιστάσει, οὐ μόνον προσῆλθεν ἀρωγὸν, ἀλλὰ καὶ ἐψήφισε νόμον, τὸν νόμον τοῦ 1871, τὸν ὁποῖον ἐτιτλοφόρησεν ὡς ἑξῆς: «Νόμος ὅστις ὑποχρεώνει ὅλον τὸ Γαλλικὸν ἔθνος νὰ ὑποφέρῃ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν μερικαὶ ἐπαρχίαι ἕνεκα τοῦ πολέμου». Νομίζω, ὅτι τοιοῦτος περίπου εἶναι ὁ τίτλος. Καὶ ἐδαπάνησε, νομίζω, ἡ Γαλλία, καὶ ἴσως τὸ λέγει ὁ Beaulieu, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἔχω ἀφορμὰς ν’ ἀναδιφῶ συνεχῶς, περὶ τὰ 860 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ περὶ τούτου εἶπον. Ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τοὺς χαρακτηρισμοὺς τῆς Ραχὴλ τῆς Θεσσαλικῆς, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ἐκλογικούς, διότι δὲν δύναμαι νὰ φθάσω τὸ ὕφος τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς. Αὐτὸς ὄντως, ἐπὶ θυσίᾳ τῆς δημοτικότητος αὐτοῦ καὶ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ ἀκόμη, ἔρχεται καὶ σᾶς λέγει: «προστατεύσατε τὸ Κράτος!» Βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι λόγοι, οἵους ἐξήνεγκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, περὶ ἐκλογικῶν σκοπῶν καὶ τεχνασμάτων, ἀποτελοῦσιν ὕβριν οὐχὶ μόνον εἰς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας ἀντιπροσώπους, ἀλλὰ καὶ εἰς ὁλόκληρον τὸ Κοινοβούλιον, ὅσον δήποτε καὶ ἂν σκιάζῃ αὐτοὺς τὸ κῦρος τῆς ἐπιστήμης καὶ τὸ ἠθικὸν παράστημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ...
§65Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡμίλησα περὶ τῶν...
§66ΔΑΛΛΑΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπήν.
§67Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν.
§68ΔΑΛΛΑΣ. Δὲν δέχομαι ἐξηγήσεις ... Λέγω δὲ ἀποτελοῦσιν ὕβριν ἐνώπιον ὁλοκλήρου τοῦ Κοινοβουλίου, διότι εἶπε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἔρχονται οἱ Βουλευταί, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν δυστυχίαν τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν, καὶ ζητοῦσι διὰ τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ τοῦ παρέδρου νὰ ψηφοθηρήσωσιν ἐπὶ τῆς δυστυχίας τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν, συνεργούντων τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου!
§69Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ προσέξητε αὐτὰ διόλου.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§71ΔΑΛΛΑΣ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον ν’ ἀσχοληθῇ τις περὶ τῶν λόγων τοῦ κυρίου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ περισσότερον. Μοὶ εἶναι ὅμως ἐπιβεβλημένον νὰ μνησθῶ τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος καὶ ἡ αὐθεντία περὶ τὰ τοιαῦτα ζητήματα ὄντως εἶναι ἄξια προσοχῆς παρὰ τῆς Βουλῆς. Ὁ κύριος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, ὁμιλῶν χθὲς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἶπε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι δὲν εἶναι ἐπίκαιρον τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐνῷ εἶπε πρὸς ὑμᾶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἐπίκαιρον, ἐπρότεινεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἐπίκαιρον θὰ ἦτο νὰ μεριμνήσωμεν περὶ Τραπέζης γεωργικῆς πίστεως. Εἶπε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι δὲν ἦτο ἐπίκαιρον νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν δεομένων βοηθείας, ἀλλ’ ὅτι ὅμως ἡ κατάστασις τῆς Θεσσαλίας εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐπιτρέπει εἰς ἡμᾶς νὰ ποιήσωμεν μελέτας περὶ Τραπέζης Γεωργικῆς. Καὶ ποῖος θὰ ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς Τραπέζης τῆς Γεωργικῆς πίστεως; Νὰ εὕρῃ τοὺς ἀξιοχρέους μεταξὺ τῶν Θεσσαλῶν, νὰ τοὺς συνδράμῃ, διὰ νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς ἐργασίας αὐτῶν. Ἐγώ, Κύριοι, ἀπορῶ, ἂν μετὰ τὰ παθήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέστη ὁ Θεσσαλικὸς λαός, θὰ εὑρίσκετο πιστωτικὸν ἵδρυμα, ἔχον τὴν ἀνιχνευτικὴν αὐτὴν ἱκανότητα, ν’ ἀνακαλύψῃ τοὺς ἀξιοχρέους, τοὺς ὁποίους θὰ συνδράμῃ. Καὶ ἐπρότεινεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἀνάγκη νὰ σκεφθῶμεν ἀμέσως περὶ ἱδρύσεως Γεωργικῆς Τραπέζης· καὶ λέγων Γεωργικὴν Τράπεζαν, ἐνόει ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμωμεν παράρτημά τι τῆς Θεσσαλικῆς Τραπέζης.— Ἐγὼ δὲν γνωρίζω οἰκονομολογικά, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν λέγεται τοῦτο Τράπεζα Γεωργικῆς πίστεως. —Καὶ εἶπεν εἰς ἡμᾶς ὁ κύριος συνάδελφος, ὅτι ἠδικήσαμεν ἓν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ εἰς τὸν τόπον. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅσον καὶ ἄν συνδέωσιν ἡμᾶς δεσμοὶ συγγενείας μετὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, τὴν ὁποίαν συγγένειαν ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, ὅτι εὑρέθημεν εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ συνδράμωμεν τὸ ἵδρυμα τοῦτο τὸ Τραπεζικόν. Ἡμεῖς ἐπροτείναμεν εἰς Θεσσαλικὴν Τράπεζαν, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν νὰ διανείμωμεν τὸ ποσὸν τῶν 7½ ἑκατομμυρίων. Εἴπομεν εἰς αὐτὴν, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς διανομῆς τοῦ ποσοῦ τούτου εἶναι νὰ ἐπέλθῃ τὸ Κράτος ἀρωγὸν κατὰ τὸ δυνατὸν εἰς τὰς πρώτας ἀνάγκας τῶν παθόντων Θεσσαλῶν, ὅτι ἡ συνδρομὴ αὕτη εἶναι ἀνάγκη, ὅσον τὸ δυνατόν, νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ μείζονος ἀριθμοῦ συμπολιτῶν ἡμῶν. Ἀλλὰ καίτοι ἐλάβομεν παρὰ τοῦ Κράτους τὴν δωρεὰν ταύτην, ἡμεῖς, οὓς δημοκόλακας χαρακτηρίζει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἀπεφασίσαμεν νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν: «Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος σᾶς ἐδώρησε, σᾶς τὸ δωροῦμεν μὲν διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς, ἀλλὰ διὰ τῆς ἄλλης θέλομεν νὰ τὸ ἀναλάβωμεν» Καὶ τὸ λέγομεν τοῦτο ἐπὶ θυσίᾳ τῆς δημοτικότητος ἡμῶν διὰ τὸ μέλλον τοῦ τόπου. Ἐπρότεινεν ὁ κύριος Συγγρὸς, ὅτι ἐνόει νὰ ἱδρύσῃ ἀμέσως κατάστημα Γεωργικῆς πίστεως, παράρτημα τῆς Θεσσαλικῆς Τραπέζης, λαμβάνων τὰ χρήματα αὐτὰ καὶ ἐπέκτασιν προνομίου ἐπὶ εἰκοσαετίαν, προσθέτων καὶ ἄλλα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα νὰ δανείσῃ πρὸς τοὺς πολίτας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἤθελε κρίνει ἀξιόχρεους. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο ὁ κύριος Συγγρός. Ὁ κύριος Συγγρὸς ἐζήτησε νὰ ἀπαιτήσωμεν παρὰ τοῦ Κράτους νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως γραμματίων 3,800,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας, λέγει, ἀπώλεσεν ἕνεκα τοῦ πολέμου.
§72ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἀφιλοκερδὴς ὁ ἄνθρωπος!
§73ΔΑΛΛΑΣ. Ἡμεῖς, οἱ μὴ ἐντριβεῖς εἰς τὰ οἰκονομικὰ, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ ἐλέγχου, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν εἶχε καταρτισθῆ ἀκόμη ὁ ἔλεγχος, — ἦσαν ἐδῶ πάντες οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων — βεβαίως ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἦτο πρέπον νὰ προτείνωμεν τοιαύτην πρότασιν. Ἀλλὰ καὶ τί ἐζήτει ὁ κ. Συγγρός; Ἐζήτει νὰ δώσωμεν τὰ 3,800,000 διὰ ν’ ἀποζημιωθῇ ἡ Θεσσαλικὴ Τράπεζα! Βεβαίως τὸ Κράτος ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντρέχῃ τὰς Τραπέζας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρὸ παντὸς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντρέχῃ τοὺς πολίτας, καὶ ἐν ὅσῳ τὸ Κράτος δὲν ἀποζημιώσῃ τοὺς παθόντας ἐκ τοῦ πολέμου συμπολίτας ἡμῶν, νομίζω ὅτι δὲν τῷ ἐπιβάλλεται πρῶτον νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἀποζημιώσεως τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, καὶ οὕτω, ἐνῷ λέγει εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἀπεκρούσαμεν τὴν Τράπεζαν τὴν Θεσσαλικὴν, τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ Θεσσαλικὴ Τράπεζα ἀπέκρουσεν ἡμᾶς. Ἡμεῖς εἴπομεν εἰς τὴν Θεσσαλικὴν Τράπεζαν, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς κατάστασιν νὰ συμβληθῶμεν μετ’ αὐτῆς ἐπὶ ἴσοις ὅροις. «Ἡ χώρα ἡμῶν εἶναι κατεστραμμένη, οἱ κεφαλαιοῦχοι δὲν δύνανται νὰ σκεφθῶσι περὶ ἱδρύσεως Γεωργικῆς Τραπέζης. Τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα διαθέτομεν, εἶναι ποσὰ προωρισμένα νὰ διανεμηθῶσιν ἐπὶ μικροῖς ποσοῖς εἰς πάσας τὰς τάξεις τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν. Ὁμιλεῖτε περὶ γεωργικῆς πίστεως. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ». Καὶ εἶπε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἀπεξενώσαμεν τὴν Θεσσαλικὴν Τράπεζαν, ἐνῷ ἡ Τράπεζα αὕτη ἀπέκρουσεν ἡμᾶς, καὶ ἀπέστειλεν ἡμᾶς εἰς τὴν Ἐθνικήν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ἔχων τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διορισθείσης παρὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐκ Θεσσαλίας πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου, μετέβην παρὰ τῷ κ. Στρέϊτ, καὶ ἐξελιπάρησα αὐτὸν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ τρόπος τις διὰ τὴν διάθεσιν τοῦ ποσοῦ τούτου διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ὁ κ. Στρέϊτ τοσοῦτον ἠγανάκτησεν ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὥστε δὲν δυσκολεύομαι νὰ εἴπω, ὅτι, ὅταν ἀσθενῶν κατόπιν ἔμαθον ὅτι ὑπέκυψεν εἰς τὴν πίεσιν τῶν Θεσσαλῶν, ἐξέφρασα τὸ παράπονον, διατὶ τοσοῦτον ἀποτόμως προσεφέρθη ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς προτάσεως ἐναντίον μου. Διατὶ παραπονεῖται ἡ Θεσσαλικὴ Τράπεζα, ὅτι ἐπροτιμήσαμεν τὴν Ἐθνικήν; Τίνα προτίμησιν ἐκάμαμεν; Μήπως ἡ Ἐθνικὴ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἱδρύσῃ ὑποκαταστήματα ἐν Θεσσαλίᾳ; Μήπως ἀνεθέσαμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὁριστικῶς τὴν λειτουργίαν, τὴν φροντίδα, τὴν διεύθυνσιν Τραπέζης Γεωργικῆς πίστεως; Ἐδῶ ὑπάρχει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει διάταξιν, καθ’ ἣν, εἰς πᾶσαν στιγμὴν καὶ πᾶσαν ἐποχὴν, εἰς ἐκεῖνον ὅστις προσφέρεται ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἵδρυσιν Γεωργικῆς Τραπέζης, ὑποχρεοῦται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ παραδώσῃ πᾶν ὅ,τι ἀνήκει εἰς αὐτὴν, καὶ ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς φροντίδος καὶ τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον τῇ ἀναθέσαμεν. Ἀλλ’ εἶπον πρὸς ἡμᾶς, ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμος ἡ διάθεσις τῶν ἑκατομμυρίων τούτων, ὅτι ἔπρεπε νὰ διαθέσωμεν τὸ ποσὸν 4 ἑκατομμυρίων χάριν τῶν γεωργικῶν οἰκογενειῶν ἰδίως, αἵτινες ἔπαθον τὰ μέγιστα, ὅτι δὲ τὸ ἄλλο ποσὸν τῶν 6 ἑκατομμυρίων διπλασιαζόμενον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς δάνεια πρὸς τοὺς ἀξιοχρέους. Περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι προηγουμένως εἶπον, ὅτι τὸ δῶρον τοῦτο, ἐκτὸς τῶν ὑποχρεώσεων καὶ τῶν δεσμῶν, τοὺς ὁποίους συνεπήγετο διὰ τὴν Θεσσαλίαν, εἶναι δῶρον ἄδωρον διὰ τοὺς πληθυσμοὺς τῆς Θεσσαλίας, τῶν ὁποίων ἡ ἐξακρίβωσις τῆς πίστεως ἀδύνατος ἐν τῷ παρόντι. Καὶ εἶπον ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον διὰ νὰ καταρτίσωμεν, διὰ νὰ μελετήσωμεν. Τί νὰ μελετήσωμεν; Νὰ μεταβῶσιν ἀρχαί, ἵνα μελετήσωσι τὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἐντεῦθεν νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλή, πόσον πρέπει νὰ συνδράμῃ τοὺς Θεσσαλούς. Εἶναι λυπηρὸν τῇ ἀληθείᾳ, ὅτι εὑρίσκονται ἄνδρες, ἀγνοοῦντες εἰς ποίαν κατάστασιν περιῆλθεν ἡ χώρα, καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν κατάστασιν ταύτην. Τί θέλετε νὰ μάθητε διὰ τῆς μελέτης αὐτῆς; Δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι τὸ Κράτος διατρέφει 83 χιλιάδας προσφύγων; Δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι διὰ τοὺς πρόσφυγας αὐτοὺς ἔχετε ὑποχρέωσιν, ὄχι μόνον νὰ τοῖς δώσητε μικρόν τι χρηματικὸν ποσὸν, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐκτελέσωσιν οἱανδήποτε ἐργασίαν, ἀλλὰ καὶ ὅτι εἶσθε ὑποχρεωμένοι — καὶ νομίζω ὅτι πρὸς τοῦτο ἔπρεπε νὰ ληφθῇ καὶ ἕτερον μέτρον — νὰ τοὺς διατρέφητε μέχρις ὅτου δυνηθῶσι ν’ ἀποκατασταθῶσι; Καὶ ὅταν ἔχητε 83 χιλιάδας προσφύγων, τί θέλετε νὰ ἐξακριβώσητε ἐκ τῆς μελέτης ταύτης; Νὰ μάθητε ὅτι ὑπάρχει πληθυσμὸς ἐκεῖ, ἔχων ἀνάγκην μείζονος κεφαλαίου; Πιστεύω ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ προτείνῃ τοιοῦτόν τι, διότι ἐγὼ ἀμφιβάλλω, ἐὰν τὸ Κράτος, ἐν ᾗ καταστάσει εὑρίσκεται σήμερον, θὰ δυνηθῇ νὰ φανῇ γενναιότερον ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον χορηγεῖ. Ἀλλὰ νὰ μάθητε ὅτι πρέπει νὰ διαθέσητε ὀλιγώτερον ποσόν; Μοὶ φαίνεται ὅτι αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ τῶν προσφύγων ἀρκοῦν νὰ σᾶς πείσωσι περὶ τοῦ ἀνεπαρκοῦς καὶ γλίσχρου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον διατίθεται. Ἀλλὰ εἶπόν τινες, λησμονοῦντες ὅτι πρόκειται περὶ ποσοῦ, τοῦ ὁποίου προορισμὸς εἶναι ἄλλος, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου πᾶν ὅ,τι σώσωμεν τὸ θεωροῦμεν κέρδος, ἐκ τῆς μεγάλης προνοίας, τὴν ὁποίαν καταβάλλομεν περὶ τοῦ γεωργικοῦ μέλλοντος τῆς χώρας ταύτης, εἶπον ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα, ἅτινα σεῖς ἀπεφασίσατε διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897 νὰ δοθῶσι, δὲν θὰ τὰ εἰσπράξωμεν. Βεβαίως. Καὶ τίς ὑποστηρίζει ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν ὅλα τὰ ποσὰ αὐτά; Ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ δηλώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πρὸς τιμὴν τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω, ὅτι ἐν ταῖς πληρωμαῖς τῶν φόρων καὶ τῶν χρεῶν αὑτοῦ εἶναι πάντοτε συνεπής. Βεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν, ὅτι οὐδέποτε ἐπαρουσιάσθη Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, οὔτε ἐπαρουσιάσθη ποτὲ πολίτης παραπονούμενος διὰ καταδίωξιν ἕνεκα φόρων Καίτοι πληρεστάτην ἔχω πεποίθησιν, ὅτι μόλις τὸ ⅓ τοῦ διατιθεμένου ποσοῦ, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἐντείνωμεν τοὺς φόρους ἡμῶν, δύναται νὰ διακινδυνεύσῃ, τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν θέλει ἐπανέλθει εἰς τὸ ταμεῖον διὰ τὸν σκοπόν, πρὸς ὃν προορίζεται. Ἀλλὰ μᾶς ὡμίλησαν καὶ περὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εἶπον εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἡ σύστασις αὕτη τῶν ἐπιτροπῶν, τῶν ἀποτελουμένων ἀπὸ ἱερεῖς, δημάρχους καὶ παρέδρους, δὲν ἐγγυᾶται τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡμεῖς βεβαίως δὲν ἀξιοῦμεν, ὅτι ἐπετελέσαμεν ἔργον τέλειον, καὶ εὐγνωμόνως δεχόμεθα γνώμας περὶ βελτιώσεως τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐξελέγχουσιν ἡμᾶς, ὅτι ἀτελῶς τὰ περὶ τούτου διωργανώθησαν, οὐδεμίαν ἡμῖν προβάλλουσι γνώμην, πῶς δύνανται ἐντελέστερον νὰ διοργανωθῶσι καὶ διὰ μέσων ἀγόντων ταχύτερον καὶ ἀσφαλέστερον πρὸς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ μας. Ἐὰν ἡμεῖς μετεχειρίσθημεν τὰς ἐπιτροπὰς τῶν παρέδρων καὶ τῶν ἱερέων, ἐδιδάχθημεν τοῦτο παρὰ τῆς κειμένης νομοθεσίας, ἡ ὁποία εἰς πλεῖστα ζητήματα, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων ἡμῶν, μεταχειρίζεται τὰ ὄργανα ταῦτα. Ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται περὶ διαθέσεως ποσῶν μικρῶν, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐπηρεάσουν σπουδαίως τὴν διαχείρισιν τοῦ κεφαλαίου τούτου ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα ταῦτα. Ἔπειτα ἡ διαδικασία, αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ἀνώτεραι ἐπιτροπαί, ἐφρονοῦμεν ὅτι ἐξασφαλίζουσιν ἐπαρκῶς τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐπρότεινεν εἰς ἡμᾶς καὶ ἄλλο σύστημα, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμέ, ἀποτελεῖ κηδεμονίαν τῆς Πολιτείας ἐπὶ τῶν ἀτόμων, κατὰ τρόπον, ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, κοινωνιστικόν· διότι ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ ἐπὶ τοσοῦτον εἰς τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα καὶ τὰς σχέσεις, καὶ νὰ μεριμνᾷ μέχρι τοιούτου σημείου περὶ τοῦ πολίτου, ὥστε νὰ λέγῃ πρὸς αὐτόν: «τὰς 100 δραχμάς, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ σοὶ δανείσω καὶ τὰς ὁποίας θὰ ἐπιστρέψῃς, δὲν σοὶ τὰς ἐμπιστεύομαι εἰς χρήματα, ἀλλὰ θὰ σοὶ τὰς δώσω εἰς σῖτον, ἄλευρα, ἢ ἄλλο τι.» Δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν τὸ μέτρον τοῦτο τῶν ἐπιτροπῶν καὶ τῶν ἄλλων δαπανῶν, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, θὰ ἦναι οἰκονομικώτερον. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀληθές, ὅτι πολὺ ἐτόλμησα, ἀναμιχθεὶς εἰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ξέναι πρὸς τὰς μελέτας μου· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ θέμα εἶναι τόσον ἁπλοῦν, καὶ τὸ δίκαιον τόσον μέγα καὶ ἀκαταγώνιστον, ὥστε οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ περὶ τοῦ ἐπείγοντος τοῦ νομοσχεδίου καὶ περὶ τῆς χρησιμότητος καὶ τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ.
§74Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν ἤμην κατὰ δυστυχίαν παρὼν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ ὀλίγον αὐτῆς μέρος, ὅπερ ηὐτύχησα ν’ ἀκούσω, ἤρκεσεν, ὅπως καταπλαγῶ ἀληθῶς, ἀκούων τὴν οἰκτρὰν παραφωνίαν, ἣν ἐν μέσῳ τῆς ἁρμονικῆς ἐκδηλώσεως τῶν αἰσθημάτων ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς ἀπετέλεσε, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ χθὲς ἔτι ὀδυρόμενος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐν ὀνόματι τῆς βιομηχανίας τῶν σαπωνοποιῶν, καὶ αὐστηρῶς ἐπιτιμῶν τὸ Κράτος, διότι, μεριμνῶν ὑπὲρ τῆς σωτηρίας αὐτοῦ, ἀπηγόρευσε τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἐλαιοπυρήνων ἐκ τοῦ φόβου τῆς φυλλοξήρας. Εὕρισκε, βλέπετε, ὁ δίκαιος συνάδελφος, ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ἐκείνῃ τὸ Κράτος καὶ ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ διακυβεύσῃ αὐτὴν τὴν σωτηρίαν του, χάριν τῆς ἐνισχύσεως μιᾶς βιομηχανίας· ἀλλὰ θὰ ἔπραττεν ἔγκλημα, διακυβεῦον ὀλίγα ἑκατομμύρια πρὸς σωτηρίαν καὶ ἀνακούφισιν μυριάδων λαοῦ, τῆς καταστροφῆς τοῦ ὁποίου αἴτιον ἐγένετο αὐτὸ τὸ Κράτος. Καὶ κατῆλθεν ὁρμητικὸς εἰς τὸν δεινὸν ἀγῶνα τῆς διασώσεως τῶν ἑκατομμυρίων τούτων ὁ φιλόπατρις συνάδελφος, μὲ τὴν φαρέτραν πλήρη βελῶν, κεχρισμένων μὲ τὸ δηλητήριον τῆς εἰρωνείας καὶ τῆς ὕβρεως κατὰ τῆς ἀτυχοῦς Θεσσαλίας, ἥτις παρ’ αὐτοῦ, καὶ ὡς Βουλευτοῦ καὶ ὡς δημοσιογράφου, ἠξίου φωνὴν συμπαθείας.
§75Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἔχω φωνὴν συμπαθείας, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§76Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ νόμος, κατὰ τοῦ ὁποίου τοσοῦτον ἀκάθεκτος ἐπέπεσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι ὄντως ἄξιος τῶν βιαίων αὐτοῦ ἐπιθέσεων; Ποῖον ἐπιδιώκει ὁ νόμος οὗτος σκοπόν; Τὴν ἀποζημίωσιν τῶν Θεσσαλῶν διὰ τὰς καταστροφὰς τοῦ πολέμου, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής; Ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος εἶναι τοσοῦτον ἀβάσιμος, τοσοῦτον καταφώρως διαψεύδεται ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ γράμματος τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε ἀποβαίνει ἀνάξιος ἀναιρέσεως. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ὁριζόμενον ποσὸν τῶν ὀκτὼ ἑκατομμυρίων δὲν εἶναι ἀποζημίωσις, χορηγουμένη εἰς τοὺς καταστραφέντας Θεσσαλοὺς, μήπως εἶναι δάνειον παρεχόμενον αὐτοῖς ὑπὸ τοῦ Κράτους, καὶ ὁ συνάδελφος, ἐν τῇ ἐπαινετῇ μερίμνῃ του ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἅπερ δύνανται νὰ διακυβευθῶσι διὰ τῆς παροχῆς δανείου εἰς ἀφερεγγύους ἐπαίτας, ὡς ὑβριστικῶς ἐχαρακτήρισε τοὺς ταλαιπώρους Θεσσαλοὺς, ἦλθεν ἀπὸ τοῦ βήματος, κρούων τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου, καὶ φιλοτίμως ἀγωνιζόμενος νὰ προλάβῃ τὴν ζημίαν τοῦ Κράτους; Δυστυχῶς διὰ τὸν ἐνθουσιώδη συνήγορον τῶν δημοσίων συμφερόντων, καὶ ὁ ἰσχυρισμός του οὗτος δὲν ἔχει βάσιν, καταπίπτων ἀφ’ ἑαυτοῦ, ὑπὲρ πάντας δὲ κατανοεῖτε τοῦτο ὑμεῖς, οἱ πρὸ τοσούτου χρόνου ψηφίσαντες τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος πίστωσιν, καὶ ἐπιφυλαχθέντες νὰ κανονίσητε δι’ εἰδικοῦ νόμου τὴν διάθεσιν αὐτῆς. Ἀλλὰ τί εἶναι λοιπὸν τὰ ὀκτὼ αὐτὰ ἑκατομμύρια, πρὸς διάσωσιν τῶν ὁποίων τόσον ἐγείρει θόρυβον ἡ πατριωτικὴ τοῦ συναδέλφου ἀνησυχία; Εἶναι, Κύριοι, ἁπλῆ δωρεὰ, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς, ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους, ἐχορηγήσατε ἐν ὀνόματι αὐτοῦ πρὸς τὴν ἀτυχήσασαν Θεσσαλίαν, ἐν τῇ βαθυτάτῃ συναισθήσει τοῦ ἱεροῦ καθήκοντος, ὅπερ ἐπέβαλλεν εἰς τὸ Κράτος νὰ σπεύσῃ εἰς ἀνακούφισιν τῶν συμφορῶν αὐτῆς. Καὶ εἶναι ἀληθῶς ἄνανδρον, ἐρχόμενοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου τόσοι καθ’ ἑκάστην ἀντηχοῦσι γόοι διὰ τὰς δοκιμασίας, ἃς ἔτι καὶ νῦν ὑφίσταται ἡ δύσμοιρος χώρα, νὰ ἀξιῶμεν τὴν ἀνάκλησιν τῆς μικρᾶς δωρεᾶς, τῆς μόλις ἐπαρκούσης εἰς ἀσθενεστάτην ἀνακούφισιν τῶν θυμάτων τῆς ἐθνικῆς ἀβουλίας! Ἀπὸ οἵας δήποτε λοιπὸν καὶ ἂν ἐξετασθῇ ἀπόψεως, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ ἐπίμονος καὶ ἀνεξήγητος ἀληθῶς κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀντίδρασις τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, ἀδιάσειστον ἔχω πεποίθησιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ εὕρῃ θέσιν εἰς τὴν συνείδησιν ὑμῶν, ἐλέγχεται δὲ οὐ μόνον ἄγονος, ἀλλὰ καὶ ἄστοργος ὁ κόπος, ὃν κατέβαλεν, ὅπως στερήσῃ εἰς ἀτυχήσαντας ἀδελφοὺς τὴν μικρὰν, ἀλλὰ βαρύτιμον διὰ τὴν δυστυχίαν αὐτῶν περίθαλψιν, ἣν ἡ φιλόστοργος τοῦ Κράτους μέριμνα προώρισε δι’ αὐτούς. Καὶ ἦτο περιττὸν νὰ ἀναδράμῃ εἰς τοὺς οἰκονομολόγους, οὓς ἐμνημόνευσεν, ἀναδιφῶν τὰ πολύτιμα αὐτῶν συγγράμματα, καὶ ἐπικαλούμενος τὰς σοφὰς αὐτῶν γνώμας, ὅπως ἀποδείξῃ ἀποτυγχάνοντα σκοπὸν, ὃν τὸ νομοσχέδιον βεβαίως δὲν ἐπιδιώκει, τὴν διὰ τῆς θυσίας τοῦ Κράτους ἐπίῤῥωσιν τῆς γεωργικῆς πίστεως. Τὸ Κράτος, εἰσφέρον ὑπὲρ τῆς πασχούσης Θεσσαλίας τὰ ὀκτὼ ἑκατομμύρια, δὲν ἀπέβλεψεν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν οὔτε τῆς παραγωγῆς, οὔτε τῆς πίστεως τῆς γεωργικῆς· ἠθέλησεν ἁπλῶς καὶ καθαρῶς ν’ ἀνακουφίσῃ τὴν συμφορὰν καὶ τὰς δοκιμασίας τῶν παθόντων. Ὁ ἀπώτερος οὗτος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ πιθανὸν τοῦτο ἀποτέλεσμα αὐτοῦ, προέκυψεν ἐκ τῆς οἰκονομίας, ὑφ’ ἣν διέπραξαν τὸ νομοσχέδιον οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταί, θεωρήσαντες, ὅτι, ἐὰν ἡ δωρεὰ αὕτη τοῦ Κράτους, παρεχομένη πρὸς τοὺς παθόντας ὡς ἀνακουφιστικὸν δάνειον, ἐχρησιμοποιεῖτο, ἀναλαμβανομένη μικρὸν κατὰ μικρὸν, ὑπὲρ τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς, τὸ ἀπόκτημα θὰ ἦτο διπλοῦν. Καὶ δὲν ἐδίστασαν πρὸ τοῦ κινδύνου τῆς ἀντιδημοτικότητος νὰ σκεφθῶσιν οὕτως οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταί, οἱ ὑπὸ τοῦ ἁβροῦ αὑτῶν συναδέλφου κατηγορηθέντες ἐπὶ δημαγωγίᾳ! (εὖγε!). Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς τὰ ἀπὸ τῶν σοφῶν οἰκονομολόγων ἐπιχειρήματα αὑτοῦ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἀνεμνήσθη τοῦ πρὸ μικροῦ ψηφισθέντος ὑφ’ ὑμῶν νόμου, δι’ οὗ ἡ Θεσσαλία ἀπηλλάσσετο τῶν ἀμέσων φόρων διὰ τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898, καὶ διὰ γοερᾶς φωνῆς, μαρτυρούσης τὸν πατριωτικὸν αὐτοῦ πόνον ἐπὶ τῇ προσθέτῳ ταύτῃ θυσίᾳ τοῦ Κράτους, ἐξώρκισεν ὑμᾶς ν’ ἀναχαιτίσητε τὴν ὁρμητικὴν ὑμῶν φορὰν ἐν τῇ σπατάλῃ καὶ ταῖς δωρεαῖς! Ἀλλὰ δύναται νὰ κληθῇ δωρεὰ ἡ ἀπαλλαγὴ τῆς κατεστραμμένης Θεσσαλίας ἀπὸ τῶν ἀμέσων φόρων τῶν ἐτῶν 1897 καὶ 1898, περὶ ἃ καὶ μόνα ἐστράφη ἡ πρόνοια τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, τῆς Θεσσαλίας, ἥτις πενταπλάσια κατέβαλε κατὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη πρὸς τὸν κατακτητήν, φορολογηθεῖσα ἀπηνῶς μέχρι τοῦ ἀκροτάτου ὁρίου τῆς τουρκικῆς ἀπληστίας, ἣν πάντες γνωρίζετε; Θέλω, Κύριοι, νὰ ἦμαι βραχὺς, καὶ διότι θεωρῶ τὸ ζήτημα ἐξηντλημένον, καὶ διότι δὲν θέλω νὰ κουράσω ὑμᾶς. Διὰ τοῦτο δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οἰκονομίας τοῦ νομοσχεδίου, ἀρκούντως ἄλλως τε συζητηθεῖσαν καὶ διαλευκανθεῖσαν. Δύο μόνον λέξεις παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῶσιν ἀκόμη ὡς πρὸς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν καὶ τὴν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, τὰ δύο ταῦτα πιστωτικὰ καταστήματα, ἅπερ κατ’ ἀγαθὴν συγκυρίαν ἀμφότερα ἔρχονται σήμερον ἐπίκουρα τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς. Ἡ Ἠπειροθεσσαλικὴ Τράπεζα, Κύριοι, ὁμολογουμένως δὲν ἀνταπεκρίθη καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὸν προορισμὸν αὑτῆς, οὐδ’ ἐδικαίωσε πλήρως τὰς εὐοιώνους προσδοκίας, ἃς ἡ σύστασις αὑτῆς εἶχεν ἐμπνεύσει. Ἀλλὰ δὲν πρέπει ν’ ἀρνηθῶμεν, ὅτι καὶ ἐν τῷ στενῷ κύκλῳ, ἐν τῷ περιωρισμένῳ σταδίῳ τῆς δράσεως αὑτῆς, συνετέλεσεν οὐσιωδῶς ὑπὲρ τῶν Θεσσαλικῶν ἀναγκῶν καὶ εἰς ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς. Ἀλλ’ ὁ ἀληθὴς χείμαῤῥος τῆς ἐνισχύσεως ταύτης ἔρχεται σήμερον διὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς, λυποῦμαι δὲ, διότι φωνὴ, ἔχουσα τὸ κῦρος τῆς φωνῆς τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, ἠμφισβήτησε τὴν δοξασίαν ταύτην, κατενεχθεῖσα κατὰ τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ οἰκονομίας, δι’ ἧς παρέχεται εἰς τὴν Θεσσαλικὴν παραγωγὴν νέα βαρύτιμος συνδρομὴ καὶ ἐπίῤῥωσις, ἡ διὰ τῶν κεφαλαίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, ἐπαναλαμβάνων ὅσα ὁ φίλος ἐξ Ἁγυιᾶς συνάδελφος παρετήρησεν ὀρθὰ κατὰ τῶν ἀδίκων παραπόνων τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, θεωρήσαντος τὴν οἰκονομίαν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἀδικοῦσαν τὴν Ἠπειροθεσσαλικὴν Τράπεζαν, ἥτις ἀληθῶς οὐ μόνον προκληθεῖσα, ἀλλὰ καὶ παρακληθεῖσα, ἀπηξίωσε, διὰ τῶν βαρυτάτων ὅρων, οὓς ἀντέταξε, νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος εἰς τὴν δυστυχίαν καὶ τὰς ἀπὸ ταύτης ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας. Ταῦτα, Κύριοι, τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ παρατηρήσω ὡς πρὸς τὰ λεχθέντα ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, βραχύτατα, ἐπαναλέγω, διότι αἰσθάνομαι ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει ἁπάσης τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ καταλίπω ἀπαρατήρητον τὴν ἀπόπειραν, δι’ ἧς ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, μετ’ εὐστροφίας μὲν ἀληθῶς, ἀλλ’ οὐχὶ μετὰ τοῦ προσήκοντος εἰς τοιαῦτα ζητήματα κύρους, ἐδοκίμασε νὰ περιπλέξῃ τὴν συζήτησιν, φέρων εἰς τὸ μέσον ζητήματα πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας, καὶ προσπαθῶν νὰ προσδώσῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον χαρακτῆρα πολιτικόν, δυνάμενον νὰ σκανδαλίσῃ, κατὰ τρόπον προσκτῶντα ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ, ὑπὲρ οὗ ἠγωνίζετο, τοὺς κλήρους τῆς πλειονοψηφίας. Καὶ ἐκάκισεν ὁ συνάδελφος τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου, ἐνῷ, γνωρίζουσα ὅτι δὲν ἀπέῤῥεεν ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, ἦτο ἐκ τῶν προτέρων βεβαία, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ διὰ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ψήφων της.
§77Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§78ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Εἴπετε καθαρῶς αὐτό. Ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τῆς Βουλῆς.
§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§80Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Δὲν μὲ ἐνοήσατε.
§81ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν εἶμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως· ἀνήκω εἰς τὸ πολιτικὸν κόμμα, οὗτινος ἡγεῖται ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δύναμαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἑρμηνεύων τὴν γνώμην ἁπάντων ὑμῶν, νὰ διακηρύξω, ὅτι εἰς τοιαῦτα ζητήματα ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὄπισθεν αὐτῆς τὴν παμψηφίαν τῆς Βουλῆς (χειροκροτήματα).
§82Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς θὰ ἦσαν ὕβρις κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου, ἐὰν καὶ κατ’ ἐλάχιστον ἦσαν ἀληθῆ. Θ’ ἀπεδείκνυον, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον ἀπεφάσισεν ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει νὰ δωρήσῃ 10,000,000 δραχμὰς, χωρὶς νὰ τὰς ἔχῃ, εἰς τὸν Θεσσαλικὸν λαὸν, μὴ ἔχοντα δικαίωμα νὰ λάβῃ τοσοῦτον ποσὸν, καὶ ὅτι ἐπηρεαζόμενον μόνον ἐκ συμφέροντος πολιτικοῦ Βουλευτῶν τινων τῆς Θεσσαλίας ἤχθη εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν, τὴν ἄδικον καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ὅπως ὑποστηρίξῃ ταῦτα ὁ κύριος Βουλευτὴς, ἀνῆλθεν εἰς ἐποχὴν ἀπέχουσαν ἡμῶν πλέον τῶν 2000 ἐτῶν, ἐνῷ ἠδύνατο, στρεφόμενος πέριξ ἡμῶν, νὰ εὕρῃ εἰς σύγχρονα γεγονότα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν θὰ κατέλειπον αὐτῷ, ἐὰν ἐδίσταζεν, ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ δικαίου καὶ τοῦ προσήκοντος τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ σήμερον πρόκειται εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ λάβῃ. Βρίθει παραδειγμάτων ἡ νεωτέρα ἱστορία, ἀπαραλλάκτων ὡς τὸ ἡμέτερον, καταλειπόντων μάλιστα ἐνίων πολὺ ὀπίσω τοῦτο. Ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1816 ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ, ὅπως διαθέσῃ 100,000.000 φρ. εἰς τοὺς νομοὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εἶχον καταλάβει τὰ συμμαχικὰ στρατεύματα, καὶ τὰ 100,000,000 ταῦτα ἐδόθησαν εἰς τοὺς κατοίκους ὡς δωρεά. Μετὰ τὸν μεταξὺ Πρωσσίας καὶ Αὐστρίας ὀλιγοήμερον πόλεμον τοῦ 1866 ἡ Αὐστρία κατήρτισεν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἀποστολὴν ἔλαβε νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς ζημίας καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πίνακα αὐτῶν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πίνακος τούτου ἀποζημιωθῶσιν οἱ παθόντες· ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἡ Σαξωνία κατὰ κατὰ τὸ 1867 ἐπίσης ὥρισεν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία, περιελθοῦσα τὰ διάφορα μέρη, τὰ παθόντα ἐκ τοῦ πολέμου, ἐβεβαίωσεν ὁποῖαι ἦσαν αἱ ζημίαι τῶν κατοίκων καὶ ποῖοι οἱ ζημιωθέντες, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συνταχθέντων καταλόγων ἡ Σαξωνικὴ Κυβέρνησις ἀπεζημίωσε τοὺς ζημιωθέντας. Μετὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον, ὡς πολλάκις ἐλέχθη, ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐψήφισε τὴν δωρεὰν μεγάλων ποσῶν εἰς τοὺς ἐκ τοῦ πολέμου παθόντας, πρῶτον μὲν ἐν προκαταβολαῖς, μετὰ δὲ τὴν ἐξέλεγξιν, ἡ ὁποία ἐνηργήθη ἐνῷ ἀκόμη οἱ Γερμανοὶ κατεῖχον τὴν Γαλλίαν, καὶ περιέλαβε καὶ τὰς ἐκ τῆς κατοχῆς τυχὸν ζημίας, ἀπέδωκε πάσας τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι ἐβεβαιώθησαν, καὶ αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὰς πληροφορίας, αἵτινες ἐκ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐδόθησαν πρὸ ὀλίγου, ἀνῆλθον εἰς 600,000,000 φρ. Εἰς τοὺς Παρισινοὺς ἡ Γαλ. Κυβέρνησις ἔδωκεν ἰδιαιτέρως 100,000,000, λόγῳ τῆς πολιορκίας καὶ τῶν ἄλλων ζημιῶν, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κοινότητος ὑπέστησαν. Αἱ ἀποζημιώσεις δ’ αὗται, ἢ αἱ βοήθειαι,—ὅπως θέλετε ἐκλάβετε αὐτὰς—ἐδόθησαν ἐνῷ ἐν πλήρει τάξει καὶ ἀσφαλείᾳ κατεῖχον τὰ γερμανικὰ στρατεύματα τὴν Γαλλίαν, καὶ ἐνῷ, ὡς εἶναι γνωστὸν, ἡ Γαλλία δὲν εἶχεν ὑποστῆ τὴν μετανάστευσιν καὶ τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν ἀγρῶν καὶ τῶν οἰκιῶν καὶ τῶν ἐργασιῶν καὶ ἐπαγγελμάτων, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν μέγιστον μέρος τῶν Θεσσαλῶν. Διότι καὶ μετὰ τὴν εἰσβολὴν τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ εἰς Γαλλίαν πάντες σχεδὸν οἱ νομοὶ, οἱ καταληφθέντες ὑπὸ τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ, ἐξηκολούθησαν ἀσχολούμενοι ἀνενόχλητοι εἰς τὰ ἔργα των, καὶ ὅταν ὁ γερμανικὸς στρατὸς κατεῖχε πόλιν ἢ χωρίον ἐν μεγάλῳ ἀριθμῷ. Αἱ ζημίαι κυρίως συνέβησαν διαρκοῦντος τοῦ πολέμου καὶ λόγῳ τῶν πολεμικῶν ἐργασιῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἀπέναντι τίνος καταστάσεως τῆς Θεσσαλίας εὑρισκόμεθα; Εὑρισκόμεθα πρὸ δύο νομῶν ἐγκαταλειφθέντων κατὰ μέγα μέρος ὑπὸ τῶν κατοίκων, καταληφθέντων δὲ ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐπειδὴ δὲν προεῖδον αἱ συνθῆκαι, καὶ ἡ προκαταρκτικὴ καὶ ἡ ὁριστικὴ, πῶς θὰ συντηρηθῇ, ἐνόμισεν ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ φόρους εἰς χρήματα καὶ εἰς εἴδη καὶ διὰ καταναγκαστικῆς εἰσφορᾶς ἐπὶ τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ τῶν κατεχομένων νομῶν, ἵνα συντηρήσῃ ἑαυτὸν καὶ τὰ κτήνη, τὰ ὁποῖα ἦτο ἠναγκασμένος νὰ συντηρῇ. Ἐν Γαλλίᾳ τὸ 1870 τὸν γερμανικὸν στρατὸν συνετήρει τὸ Γαλλικὸν Κράτος. Τί δ’ ἔπραξαν ἐν Γαλλίᾳ διὰ τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους τὰ γερμανικὰ στρατεύματα ἐνίοτε ἄνευ δικαιώματος εἰσέπραξαν; Τοὺς ἀπέδωκαν εἰς τοὺς παρανόμως φορολογηθέντας, ἐνῷ ἀκόμη οἱ Γερμανοὶ δὲν εἶχον ἀπέλθει ἐκ Γαλλίας· διότι ἐθεώρουν, ὅτι, ἀφοῦ ἀνέλαβε τὸ Κράτος νὰ συντηρῇ τὸν γερμανικὸν στρατὸν, τὸν κατέχοντα τοὺς 19 νομοὺς, τοὺς ἐκκενουμένους βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ γερμανικὸς στρατὸς νὰ εἰσπράττῃ φόρους παρὰ τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ, ἢ νὰ ἐπιβάλλῃ εἰσφορὰς, καὶ ὅτι ὤφειλε τὸ Κράτος ν’ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς πολίτας τὰ παρανόμως εἰσπραχθέντα. Ἡ τάσις λοιπὸν τῶν διαφόρων ἐθνῶν πάντοτε ὑπῆρξεν, ὅπως τοὺς πολίτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι οὐχὶ ἐκ τῶν τυχηρῶν τοῦ πολέμου ἐβλάβησαν, ἀλλ’ ἐκ τῆς τοποθετήσεως τῶν ἐπαρχιῶν, ἃς κατῴκουν, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέστησαν ζημίας καὶ ἀπωλείας, ὅταν ἰδίως κατελήφθησαν ὑπὸ τῶν ἐχθρικῶν στρατευμάτων καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν ἢ εἰς καταναγκαστικὰς εἰσφορὰς, ἡ ὁλομέλεια τοῦ ἔθνους, συνδεομένη διὰ τῆς ἀλληλεγγύης, ἡ ὁποία ἰδίως ἐν ἐθνικοῖς πολέμοις δέον νὰ ἐπικρατῇ, ἀποζημιοῖ αὐτούς. Ἐὰν ἠθέλομεν καθιερώσει ὡς ἀρχὴν, ὅτι καὶ ὅμοροι ἐπαρχίαι, πρῶται ὑποστᾶσαι τὴν εἰσβολὴν τοῦ ἐχθροῦ καὶ τὰς συμφορὰς τοῦ πολέμου, καταληφθεῖσαι μετὰ ταῦτα ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ καὶ φορολογηθεῖσαι ἐπὶ πολὺν χρόνον καὶ ὑποβληθεῖσαι εἰς τακτικὴν καὶ ἔκτακτον ἐνίοτε τουρκικὴν φορολογίαν, εἰς οὐδεμίαν βοήθειαν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους δικαιοῦνται, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐξομοιῶνται καὶ αὐταὶ πρὸς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, διότι ὅλαι δῆθεν ἕνεκα τοῦ πολέμου ἔπαθον, δὲν νομίζετε ὅτι παρασκευάζομεν μεγαλειτέρας δυσχερείας καὶ κινδύνους ἐν μελλούσαις ὁμοίαις περιστάσεσι; Πρέπει ν’ ἀποφεύγωμεν πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ χαλαρώσῃ τὸ αἴσθημα τοῦ ἔθνους πρὸς θυσίας διὰ τῆς χαλαρώσεως τοῦ καθήκοντος τῆς ἀλληλεγγύης. Βεβαίως δὲν θὰ ὑποστηρίξω, ὅτι θὰ εὑρεθῶσί ποτε ἐν τῷ μέλλοντι Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ, οἵτινες, ἐὰν ἤθελον ἴδει σήμερον τοὺς συμπολίτας των ἀποπεμπομένους μὲ κενὰς τὰς χεῖρας ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, θὰ ἀντιστῶσι μίαν ἡμέραν δι’ ὅλων τῶν μέσων, ὅπως κηρυχθῇ πόλεμος, μέλλων καὶ πάλιν ν’ ἀποβῇ καταστρεπτικὸς εἰς αὐτούς, ἢ ὅπως ἀποῤῥιφθῶσι βαρεῖς ὅροι εἰρήνης, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει ἡ ὅμορος Δύναμις, καὶ μὴ ὑποστῇ ἡ πατρὶς αὐτῶν τὰς ζημίας καὶ καταστροφὰς, τὰς ὁποίας ὑποστᾶσα σήμερον, ἀπεπέμφθη ἀβοήθητος. Ἀλλὰ δὲν φοβεῖσθε, ὅτι, ἀδιαφοροῦντες σήμερον, παρασκευάζομεν ἐν ταῖς ὁμόροις ἐπαρχίαις, ἐν ταῖς ὁποίαις καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ διεξαχθῇ ὁ πόλεμος, ἀναμνήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐμπνέωσι τὴν φρίκην εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ πολέμου; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη ἡ ἔποψις τῶν ἠθικῶν ἀποτελεσμάτων, ἥτις ἐπιβάλλει ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν πρότασιν περὶ ἐγκαταλείψεως τῆς Θεσσαλίας ἀβοηθήτου, δὲν εἶναι μόνη ἡ ἔποψις τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀλληλεγγύης πάντων τῶν πολιτῶν ὑπὲρ τῶν παθόντων συμπολιτῶν των ἐκ τοῦ πολέμου, ἥτις ἐπιβάλλει ἡμῖν τὴν ὑποχρέωσιν, οὐχὶ βεβαίως ν’ ἀποζημιώσωμεν, ἀλλὰ νὰ βοηθήσωμεν αὐτούς. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι λόγοι, λόγοι οἰκονομικοί, οἵτινες ἐπιβάλλουν εἰς τὸ Κράτος θυσίας χρηματικάς. Τοὺς λόγους τούτους πρέπει νὰ λάβουν ἰδίως ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων τῆς χώρας συμβουλεύουν οὐδὲν νὰ δαπανήσωμεν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας. Διότι πῶς θέλετε οἱ Θεσσαλοὶ μετὰ τὴν ἐκκένωσιν νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς πρώτας αὐτῶν γεωργικὰς ἐργασίας καὶ γείνωσιν ὄργανα παραγωγῆς καὶ συντηρήσεως ἑαυτῶν καὶ τοῦ Κράτους ἄνευ μέσων καὶ ὀργάνων; Πῶς θέλετε νὰ συντηρηθῶσιν ἐν τῷ μεταξύ, ἀφοῦ αἱ γεωργικαὶ αὐτῶν ἐργασίαι πολὺ βραδύτερον θ’ ἀποδώσωσιν αὐτοῖς ὅ,τι θ’ ἀποδώσωσι; Διότι τί θὰ πράξῃ εἷς γεωργὸς, ἐπανερχόμενος εἰς τὴν πατρίδα του; Θὰ ἀροτριάσῃ, θὰ παρασκευάσῃ καὶ θὰ σπείρῃ, ἐὰν ἔχῃ, τὸν ἀγρὸν αὐτοῦ. Δὲν θ’ ἀπολαύσῃ ὅμως ἐξ αὐτοῦ τίποτε ἢ μετὰ μῆνας. Πῶς θὰ συντηρηθῇ, μὴ δυνάμενος παρ’ οὐδενὸς νὰ δανεισθῇ τὰ πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ; Πῶς καὶ παρὰ τίνος θὰ δανεισθῇ, μηδεμίαν ἐμπνέων ἐμπιστοσύνην, μηδεμίαν πολλάκις ἔχων περιουσίαν; Ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἁγυιᾶς Βουλευτής, σήμερον ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι 83,000 πρόσφυγας Θεσσαλοὺς περίπου. Δὲν διατρέφομεν αὐτούς; Οὗτοι, ἐπανερχόμενοι αὔριον εἰς τὰς κατεστραμμένας ἢ μὴ οἰκίας των, νομίζετε ὅτι θὰ εὕρωσιν ἐν ταῖς πόλεσι καὶ τοῖς χωρίοις αὐτῶν τὰς ἀποθήκας αὐτῶν ἢ τῶν ἄλλων πλήρεις σίτου καὶ τῶν ἄλλων ἀναγκαίων τοῦ βίου, καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν ἢ ν’ ἀναγγείλωμεν, ὅτι οἱ Τοῦρκοι, ἀπῆλθον ἔκ τινος ἐπαρχίας Θεσσαλικῆς, ὅπως ἐπανέλθωσιν οἱ πρόσφυγες ἐν αὐτῇ, καὶ παύσῃ πᾶσα μέριμνα ἡμῶν καὶ χορήγησις πρὸς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν τούτους τῶν πρὸς συντήρησίν των; Τὸ πλεῖστον τῶν προσφύγων τούτων, ἐπανερχόμενοι εἰς τὰς ἑστίας των, οὐδὲν θὰ εὕρωσι τῶν ἀναγκαίων αὐτοῖς. Δὲν νομίζετε ὅτι κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἐπανόδου αὐτῶν ἡ συνδρομὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία σήμερον προσφέρεται εἰς αὐτοὺς, πρέπει νὰ παρακολουθήσῃ αὐτοὺς μέχρις οὗ τοὐλάχιστον ἐγκατασταθῶσι, καὶ χορηγηθῶσιν αὐτοῖς τὰ μέσα, ἵνα ἐργαθῶσι; Διότι πῶς θὰ δυνηθῇ νὰ συντηρηθῇ μέχρι τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο ἐκ τῆς ἐργασίας του νὰ ζήσῃ, ἐὰν δὲν τῷ χορηγηθῶσι τὰ πρὸς συντήρησιν, ὅταν δὲν τὰ ἔχῃ; Σᾶς θέτω αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ λύσητε, πρὶν ἢ ἐκφέρητε γνώμην καταδικαστικὴν τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον προτείνει. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι καὶ ἀκριβὲς, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι τ’ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν χορήγησιν τοῖς Θεσσαλοῖς τῶν 8,000,000 ἢ 10,000,000, δραχμῶν, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται. Διότι τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου τὸ ἄρθρον 10, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀνέγνωσεν, ἀλλὰ δὲν ἀνέγνωσεν ἐν τῷ μέρει, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀναγνώσῃ, ἀκριβῶς ἔλυτε τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἀκριβῶς ἐπρομήθευσε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ σήμερον διαθέτει ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις, συζητήσας μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ξένων Δυνάμεων τὰ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1897, προεῖδε περὶ τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ ποσῶν, περιέλαβεν εἰς τὸ ἔλλειμμα καὶ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔκρινεν ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἐπάνοδον, τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν καὶ τὴν συντήρησιν τῶν Θεσσαλῶν προσφύγων· ῥητῶς δὲ λέγεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 10, ὅτι τὸ δάνειον θὰ περιλαμβάνῃ καὶ 25,000,000 φράγκα, ὅπως πληρωθῇ τὸ ἔλλειμμα.
§83Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. 20,000,000 μόνον.
§84ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 25,000,000.
§85Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. 20,000,000 εἶναι μόνον, καὶ δι’ αὐτῶν ἀκόμη θ’ αὐξήσῃ τὸ ἔλλειμμα· διότι, ἐνῷ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἐλέγχου ὑπελόγισεν, ὅτι θὰ χρειασθῶσι πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος 25,000,000, τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἐλέγχου, τὸ ἤδη μεταβληθὲν εἰς νόμον, ὅπως θὰ ἴδητε ἐν τῇ ἐκθέσει, προνοεῖ μόνον περὶ 20,000,000. Θὰ λείψωσι λοιπὸν 5,000,000.
§86ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶσθε εἰς πλάνην, καὶ θὰ τὸ ἴδητε.
§87Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι. 20 ἑκατομμύρια εἶναι.
§88ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι 20. Σεῖς ὁ ἴδιος ἐδημοσιεύσατε ἐν τῇ ἐφημερίδι σας, καὶ ἐξ ἐκείνων ἀκριβῶς ἔλαβον τὰ στοιχεῖα καὶ ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι 25,000,000 φράγκα (διακοπαί).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπὰς εἰς κανένα.
§90ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ πλάνη, κατ’ ἐμὲ, προέρχεται ἐκ τούτου· ὅτι, ἐπειδὴ βλέπουν 31,375,000 διὰ τὸ εἰς χρυσὸν κυμαινόμενον χρέος, καὶ ποσόν τι διὰ τοὺς κατόχους τῶν δανείων, ὑποθέτουν ὅτι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τὰ 55 ἑκατομμύρια τοῦ δανείου τῶν ἀνωτέρω ποσῶν δὲν μένουν παρὰ 20 ἑκατομμύρια.
§91Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ....
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακοπὰς δὲν ἐπιτρέπω.
§93ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι διαφοραί. Τὰ 4,000,000 λιρῶν τουρκικῶν καὶ 100.000 λιρῶν προσέτι, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως πρὸς τοὺς παθόντας Τούρκους, ὑπολογιζόμενα ἐπὶ τῇ βάσει τιμῆς τῆς τουρκικῆς λίρας ἐκ φρ. 22 καὶ 767 χιλιοστῶν, δίδουν ποσὸν ὁλικὸν μικρότερον ἐκείνου, ὅπερ κοινῶς ὑπολογίζεται. Συνήθως ὑπολογίζεται ἀνωτέρα ἡ τουρκικὴ λίρα, εἰς 23 φράγκα. Ὅθεν τὸ ποσὸν τῶν 4,100,000 τουρκικῶν λιρῶν ἰσοδυναμεῖ ἀκριβῶς πρὸς 93.344,700 φρ. καὶ οὐχὶ πρὸς 94,300,000, ὡς ὑπολογίζει καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτής. Ἐὰν καὶ αὐτὸ τὸ περίσσευμα ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου περίπου προσθέσητε εἰς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ ἐλέγχου ἐπιτρέπονται, θέλετε φθάσει βεβαίως εἰς ποσὸν 25 ἑκατομμυρίων, ὅπως καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα, περὶ οὗ ὁμιλοῦμεν. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο αἱ εἰσπράξεις ἀπέδειξαν μικρότερον τοῦ προϋπολογισθέντος, καὶ τὰ 25 ἑκατομμύρια φρ. Θὰ τὸ καλύψουν. Ἀλλὰ παρερχόμενος τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, θεωρῶ ἄλλην τινὰ ἰδέαν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτοῦ λίαν ἀπόλυτον, τὴν καταδικαστικὴν δηλονότι ἀπόφασιν αὐτοῦ κατὰ πάσης ἐπιχειρίσεως πρὸς ἵδρυσιν γεωργικῆς πίστεως ἐν Ἑλλάδι—διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ Θεσσαλίας, ἀλλὰ καὶ περὶ ὅλης τῆς Ἑλλάδος.—Ὀφείλω ν’ ἀντείπω κατὰ τοιαύτης ἀπελπιστικῆς γνώμης, ἡ ὁποία ὄχι μόνον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καθιστᾷ γελοῖον, ἀλλὰ καὶ πάσας τὰς ἀποπείρας οὐ μόνον τῶν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅπως μίαν ἡμέραν ἴδωσιν ἀγροτικὴν πίστιν, ἱδρυομένην ἐν Ἑλλάδι, καταγγέλλει ὡς χιμαίρας. Ἀλλοίμονον, ἂν αὕτη ἦναι ἀληθῶς ἀπραγματοποίητος γνώμη! Κατὰ τὸ σύνηθες, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου μετεχειρίσθημεν τὸν Beaulieu, παραστήσαντες, ὅτι αὐτὸς καταδικάζει τὴν ἀγροτικὴν πίστιν, θεωρῶν αὐτὴν ὥς τι pium desiderium, τὸ ὁποῖον οὔτε ἐπραγματοποιήθη, οὔτε θὰ πραγματοποιηθῇ ποτε.
§94Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ διὰ τῆς Κυβερνήσεως’ αὐτὸ δὲν εἴπετε;
§96Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§97ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦτο εἶναι Γαλλικὴ ἰδέα, προελθοῦσα ἐκ τῆς ἀποτυχίας, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἐν Γαλλίᾳ ἀπόπειρα ἱδρύσεως τῆς γεωργικῆς πίστεως διὰ κεντρικοῦ τινος καταστήματος, ἑδρεύοντος ἐν Παρισίοις. Ἀτυχεστέρα ἰδέα ταύτης, τὴν ὁποίαν ἡ Γαλλία ἐκ τῶν ὑστέρων μόνον ἐνόησεν ὅτι ἦτο ἀτυχὴς, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ. Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν, προκειμένου περὶ γεωργικῆς πιστώσεως, δηλ. πίστεως προσωπικῆς πρὸς γεωργοὺς, καὶ οὐχὶ πίστεως πρὸς κτηματίας, πίστεως ἑπομένως παρεχομένης ἐπὶ τῇ ἀσφαλείᾳ ἀκινήτων τοῦ γεωργοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸν, λέγω, νὰ ἐνεργῆτε διὰ Τραπέζης κειμένης ἐν Παρισίοις; Προκειμένου περὶ κτηματικῆς πίστεως, εἴτε ἀστικῆς, εἴτε ἀγροτικῆς, ἔχετε βάσιν ἀσφαλῆ τὰ κτήματα, καὶ δύνασθε καὶ μακρόθεν ἀσφαλῶς νὰ ἐργάζησθε. Ὅταν ὅμως πρόκειται νὰ δανείσητε γεωργὸν ἐπὶ τῇ προσωπικῇ ἐμπιστοσύνῃ, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει εἰς τὴν Τράπεζαν, εἴπετέ μοι, εἶναι δυνατὸν, κεντρικὸν κατάστημα, ἐργαζόμενον ἐν Παρισίοις ἢ ἐν Ἀθήναις, νὰ δανείζῃ τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν, τὸν διεσπαρμένον εἰς ὅλον τὸ Βασίλειον, χωρὶς νὰ τρέχῃ τὸν κίνδυνον νὰ πλανᾶται ὡς πρὸς τὸ ἀξιόχρεων τῶν γεωργῶν καὶ νὰ ζημιοῦται; Ἀπολύτως ἀδύνατον. Ὅλαι λοιπὸν αἱ κεντρικαὶ Γεωργικαὶ Τράπεζαι, ὅπου δήποτε καὶ ἂν ἐσχηματίσθησαν, πανταχοῦ ἀπέτυχον καὶ πάντοτε θ’ ἀποτυγχάνουν. Ἐκ φύσεως αἱ δανείζουσαι τοὺς γεωργοὺς Τράπεζαι πρέπει νὰ ᾖναι τοπικαί. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ. Οἱ γεωργοὶ δὲν ἔχουν ἑτοίμην καὶ ἐπαρκῆ πάντοτε πίστιν. Πρέπει αὕτη νὰ παρασκευασθῇ πρὶν ἡ Τράπεζα μεταβῇ κατὰ τόπους. Τί ἀπαιτεῖται διὰ τὴν γεωργικὴν πίστιν; Διὰ τὴν γεωργικὴν πίστιν ἀπαιτεῖται νὰ πλασθῇ ἡ πίστις τῶν γεωργῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ δανείζωνται, καὶ αὐτὴ νὰ προσέρχηται εἰς τὰ τραπεζικὰ ταμεῖα, εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε διὰ διαμέσων προσώπων, καὶ νὰ εὑρίσκῃ χρήματα. Πῶς δὲ τοῦτο κατορθοῦται; Κατορθοῦται διὰ τῆς ἱδρύσεως κατὰ τόπους, κατὰ χωρία, συνεταιρισμῶν τῶν γεωργῶν, οἱ ὁποῖοι συνεταιρισμοὶ, παρουσιαζόμενοι ὡς ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνοι δι’ ἕκαστον τῶν μελῶν, δανείζονται ἀπὸ τὰς Γεωργικὰς Τραπέζας, ἢ τὰ Γεωργικὰ ταμεῖα, τ’ ἀναγκαιοῦντα ποσά. Ταῦτα τὰ χρήματα δανείζουν ἔπειτα οἱ συνεταιρισμοὶ εἰς τὰ μέλη, ἐπὶ τῇ ἰδίᾳ αὑτῶν εὐθύνῃ καὶ ἐπὶ ταῖς ἀσφαλείαις τῶν δανειζομένων, ἃς τὸ καταστατικὸν ὁρίζει. Ἐπὶ αὐτῇ τῇ βάσει ἱδρύθη ἐν Γερμανίᾳ πρὸ ἐτῶν καὶ ηὐδοκίμησεν εἰς τελειότατον βαθμὸν τὸ σύστημα τῶν Γεωργικῶν Τραπεζῶν, ὑπ’ αὐτὸν τὸν τύπον ἐσχηματίσθη ἐν Ἰταλίᾳ, ὑπὸ τὸν αὐτὸν τύπον ἐσχηματίσθη ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Βελγίῳ, μὲ μικρὰς παραλλαγὰς εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας. Μήπως εἶναι ἀδύνατον νὰ πράξωμεν τοῦτο καὶ ἡμεῖς, ἔχοντες ὡς στήριγμα τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικήν; Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ ἐπιτύχωμεν τὸν θεσμὸν τῶν τοπικῶν συνεταιρισμῶν διὰ τῶν εἰσφορῶν τῶν συνεταίρων, ἢ διὰ τῶν χρημάτων τῶν ταμιευτηρίων, ὡς ἀλλαχοῦ, ἅτινα διαθέτουν ἑκατομμύρια ἐπὶ μικρῷ τόκῳ. Ἔχομεν ἀνάγκην τῶν κεφαλαίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ εὐλόγως καὶ ὀρθῶς μέχρι τοῦδε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπέφυγε νὰ ἐμπιστευθῇ, ἐνόσῳ δὲν ὑπάρχουσι τοπικὰ ταμεῖα, καὶ ταῦτα ἀδύνατα, ἐνόσῳ δὲν ὑπάρχουν τῶν γεωργῶν οἱ συνεταιρισμοί. Ὅταν ὅμως ὀργανίσητε αὐτοὺς, θὰ δυνηθῆτε νὰ προσφύγετε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἡμεῖς λοιπὸν ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῆς διὰ τὴν γεωργικὴν πίστιν. Διατί; Διότι ἀλλαχοῦ ὑπάρχουν τὰ κεφάλαια τὰ ἐκτὸς π. χ. τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας κυκλοφοροῦντα, ὑπάρχουσι πρὸ πάντων τὰ ταμιευτήρια, τὰ ὁποῖα εἰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων ἐπὶ μικρῷ τόκῳ προσφέρουν τὰ κεφάλαια, εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις αὐτάς. Ἐν Γερμανίᾳ ἐπίσης τὰ ταμιευτήρια διαθέτουν ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων ὑπὲρ τῆς γεωργικῆς πίστεως, αὐτὰ δὲ τὰ μεγάλα ποσὰ προσέρχονται εἰς τὰς Τραπεζικὰς ἑταιρίας, εἴτε πρόκειται περὶ τῶν λαϊκῶν, τῶν ἐργατικῶν ἐντὸς τῶν πόλεων Τραπεζῶν, εἴτε πρόκειται περὶ ἄλλων συνεταιρισμῶν, καθαρῶς γεωργικῶν. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι εἶναι δυνατόν ποτε νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι θὰ προμηθευθῶμεν ἐκ τῶν ταμιευτηρίων τ’ ἀναγκαιοῦντα κεφάλαια διὰ τὰς Γεωργικὰς Τραπέζας, ἀφοῦ τὰ ταμιευτήρια ἀκόμη δὲν ἤρχισαν νὰ λειτουργῶσιν; Ἐξ ἀνάγκης λοιπὸν παρ’ ἡμῖν τὰ κεφάλαια τῆς γεωργικῆς πίστεως θὰ δώσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία εἶναι ἐθνικὸν κατάστημα, καὶ ἡ ὁποία ἀπέδειξε μέχρι τοῦδε, ὅτι ὑπὲρ τῆς γεωργικῆς πίστεως ἐπιθυμεῖ νὰ ἐργασθῇ. Ἀφοῦ βλέπομεν ἤδη τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Γαλλίας χορηγοῦσαν κεφάλαια πρὸς ἵδρυσιν τῶν γεωργικῶν ταμείων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, πολὺ περισσότερον εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀπαιτῶμεν τοῦτο παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ὅπως ἀπαιτῶμεν παρ’ αὐτῆς δανεισμὸν κεφαλαίων εἰς τοὺς γεωργοὺς τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῇ προσωπικῇ ἀσφαλείᾳ αὐτῶν, πρέπει νὰ τῇ παράσχωμεν ἀσφαλείας, ἀσφαλείας ἄλλας παρ’ ἐκείνας τὰς ὁποίας προσωπικῶς προσφέρει εἷς ἕκαστος αὐτῶν. Πρέπει πρὸς τοῦτο νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἔπραξαν ἀλλαχοῦ. Πρέπει νὰ προσφέρωμεν τὰς ἐγγυήσεις τῶν συνεταιρισμῶν. Ἡ Τράπεζα πρέπει νὰ χορηγῇ τὰ δάνεια πρὸς συνεταιρισμοὺς ἀλληλεγγύως ὑπευθύνους ἀπέναντι αὐτῆς, οἱ δὲ συνεταιρισμοὶ ἂς δανείζουν πρὸς τοὺς συνεταίρους, ἐπὶ ταῖς ἀσφαλείαις, ἃς ἐγκρίνουν, τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐγκρίνουν. Οἱ γεωργοὶ εἶναι εἰς ἀρίστην θέσιν ἀσφαλῶς νὰ πράττουν τοῦτο, διότι γνωρίζουν ἀλλήλους καὶ τὴν ἀσφάλειαν, ἣν ἕκαστος αὐτῶν δανειζόμενος προσφέρει. Ἡ Τράπεζα μακρόθεν δὲν δύναται νὰ γινώσκῃ τοῦτο, οὐδὲ δύναται ἀκριβῶς νὰ τὸ μάθῃ, διότι δὲν πρόκειται περὶ κτηματικῶν δανείων, ἀλλὰ περὶ προσωπικῶν, ὁποῖα τὰ γεωργικά. Οἱ συνεταιρισμοὶ ἑνὸς ἢ πλειοτέρων χωρίων, οἱ συνεταιρισμοὶ γεωργῶν συνδεδεμένων δι’ ἀλληλεγγύης — ποίας, ἀλληλεγγύης; ὅτι, ὅ,τι δήποτε ποτὸν ἤθελον δανεισθῆ, εἴτε ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπ’ εὐθείας, εἴτε δι’ ἄλλων διαμέσων προσώπων μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς Τραπέζης, εἶναι ὑπεύθυνοι ὅλοι διὰ τὴν πληρωμὴν τόκων καὶ κεφαλαίου, — οἱ συνεταιρισμοί, λέγω, δύνανται νὰ τὸ πράξουν. Αὐτὸς εἶναι ὁ μηχανισμός, ὁ ὁποῖος περισσότερον παντὸς ἄλλου ἐμπνέει τὴν πεποίθησιν εἰς τὰ κεφάλαια, καὶ παντοῦ ἤρχισεν ἑλκύων αὐτὰ καὶ ὑπὲρ τῶν μικρῶν γεωργῶν καὶ εἰς τὰ ἀπώτατα χωρία. Νομίζετε ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ κατορθωθῇ τοῦτο ἐν Ἑλλάδι; Φρονῶ, ὄχι. Ὅταν διὰ νόμου αὔριον εἴπητε εἰς τοὺς χωρικοὺς τῶν διαφόρων μερῶν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι χρήματα εὐκόλως καὶ ἐπὶ μικρῷ τόκῳ, εἰμὴ ἐὰν συγκροτηθῶσιν εἰς συνεταιρισμὸν καὶ ὑποβληθῶσιν εἰς τοὺς ὅρους ἑνὸς καταστατικοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι τὸ γενικὸν καταστατικὸν ὅλων αὐτῶν τῶν συνεταιρισμῶν ὡς πρὸς τὰς γενικάς του βάσεις καὶ τὸ ὁποῖον θὰ παρέχῃ διὰ τῆς ἀλληλεγγύης τὴν ἀναγκαίαν ἀσφάλειαν εἰς τοὺς δανειστάς, ὅταν εἴπητε εἰς τοὺς Ἕλληνας γεωργούς, ὅτι δὲν θὰ ἔχωσι δικαίωμα νὰ λαμβάνωσι χρήματα ἐκ τῶν προωρισμένων διὰ τὴν γεωργίαν, εἰμὴ ἐὰν συνεταιρισθέντες ἀναλάβωσιν αὐτοὶ ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ νὰ δανείζωνται μεταξὺ των καὶ ἀναλόγως τῆς πίστεως, ἣν ἐμπνέουν πρὸς ἀλλήλους, τὰ χρήματα, ἅπερ τοῖς ἐχορήγησεν ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ ἢ ἄλλη, τότε θὰ τοὺς ἀναγκάσητε νὰ δεχθῶσι. Τί μέγα προσὸν ἔχει ἡ μέθοδος αὕτη; Ἔχει τὸ προσὸν, ὅτι ἐκείνους μόνον θὰ δανείζωσιν οἱ συνεταιρισμοὶ αὐτοὶ, οἱ ἐπὶ ἀλληλεγγύῃ ἐργαζόμενοι, οἱ γνωρίζοντες καλῶς ὅλα τὰ μέλη, τὴν πίστιν ἑνὸς ἑκάστου, τὴν περιουσίαν, τὴν φιλοπονίαν, τὴν τιμιότητα, τὰς ἕξεις, ἐκείνους μόνον, τοὺς ὁποίους κρίνουν ὡς παρέχοντας ὅλα τὰ ἐχέγγυα, καὶ κατὰ τοῦτο οὐδέποτε θὰ σφάλλωνται. Ὅταν τοιοῦτόν τι ἐν Ἑλλάδι ὀργανισθῇ σύστημα, βεβαίως δὲν θὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ εὐδοκιμήσῃ ἐν Ἑλλάδι ἡ ἀγροτικὴ πίστις. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν πρόκειται σήμερον νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀγροτικῆς πίστεως· τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 8 ἢ 10 ἑκατομμυρίων θέλει δοθῆ ἐπὶ τόκῳ καὶ προθεσμίᾳ ὡρισμένῃ, καὶ θ’ ἄρξηται ἀποσβεννύμενον ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἔτους, ὅταν δὲ αὐτὸ τὸ κεφάλαιον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θὰ ἐπανέρχηται, ἡ Τράπεζα θὰ δύναται νὰ τὸ παρέχῃ ὑφ’ οὓς ὅρους δανείζει τοὺς γεωργούς. Ἀλλὰ ἐμποδίζει τοῦτο τὴν Βουλήν, ἢ ἄλλην Κυβέρνησιν, μετὰ πάροδον χρόνου, ὅπως συνεννοούμενοι μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μεταβάλωσι τοὺς ὅρους καὶ κανονίσωσιν αὐτοὺς ἄλλως; Διατὶ φοβούμεθα σήμερον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν; Ἐὰν ἡμεῖς δὲν τὸ εὑρίσκετε σήμερον ὅτι εἶναι κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἐπαρκῆ συντεταγμένον, δύνασθε νὰ ζητήσητε νὰ μεταβληθῇ αὔριον. Δὲν νομίζω ὅτι ὁριστικῶς καὶ ἀχωρίστως συνεπλέχθη ἐν τῇ δωρεᾷ ἢ τῇ χορηγήσει αὐτῇ πρὸς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, καὶ ὅτι καθιστᾷ ἡ ἀνάμιξις αὐτὴ τὸ νομοσχέδιον ἀποῤῥιπτέον, ὥστε ἡ Βουλὴ πρέπει μετὰ περιφρονήσεως, ὡς συνεπέρανεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτής, νὰ τὸ ἀποῤῥίψῃ. Κατὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν ἔχει τὸ ὁριστικόν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, καὶ δικαιολογημένον εἶναι, καὶ ἐκπλήρωσιν ἱεροῦ καθήκοντος πρὸς τὴν Θεσσαλίαν ἀποτελεῖ, καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ ἀκόμη δὲν ἔχει οὕτω πλημμελῶς, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ μὴ δύναται νὰ τὸ ψηφίσῃ.
§98Φ. ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εἶμαι ἐκπεπληγμένος, ὅτι εὑρέθη ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ Βουλευτὴς, ἵνα ἀντιστρατευθῇ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοῦ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ τῶν 7,500,000 δραχμῶν, ἤμην μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν· ἐπανελθὼν δὲ ἔμαθον τοῦτο, καὶ ᾐσθάνθην χαρὰν μεγάλην, ἰδὼν ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους συνησθάνθησαν τὸ πλῆγμα τῆς Θεσσαλίας. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος συνάδελφος φαίνεται...
§99Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. (μειδιᾷ).
§100ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Μάλιστα, μειδιᾶτε! Μειδιῶ καὶ ἐγώ. Δύνασθε νὰ μειδιᾶτε ἕως αὔριον τὸ πρωΐ.
§101Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ παρεξηγεῖτε.
§102ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Λοιπὸν, ἀξιότιμε κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, ἐὰν ἐγνωρίζετε ὁποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν καταστροφῶν, αἱ ὁποῖαι συνέβησαν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ τῶν παθημάτων, τὰ ὁποῖα ἔπαθε τὸ ἐπίλοιπον μέρος τοῦ Κράτους, βεβαίως δὲν ἠθέλετε τολμήσει νὰ εἴπητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅσα εἴπετε. Ἀξιότιμε ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφε, ἀναγνωρίζω ὅτι εἶσθε λίαν μεμορφωμένος (ἱλαρότης) —μάλιστα, ἔχω τὸ θάῤῥος τῶν ἰδεῶν μου!—ἐλησμονήσατε ὅμως ἓν πρᾶγμα σοβαρώτατον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἑξῆς. Θέλετε νὰ μᾶς γεννήσητε κοινωνικὴν ἐπανάστασιν! Μάλιστα, κύριε Ἀγγελόπουλε (ἱλαρότης) διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι, ἐὰν ἀφήσετε τοὺς πρόσφυγας Θεσσαλοὺς ἄνευ βοηθήματος, ὅπως ἐγκατασταθῶσι...
§103ΧΑΤΖΗΓΑΚΗΣ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν κύριον Ἀγγελόπουλον;
§104ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριε Χατζηγάκη (ἱλαρότης)... Ἐὰν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν λάβωσι μικρὸν βοήθημα, ὅπως ἐπανερχόμενοι εἴτε εἰς τὰς γεωργικὰς καλύβας των, εἴτε εἰς τοὺς μικροὺς οἴκους των ἐν ταῖς πόλεσι, δυνηθῶσι ν’ ἀποκτήσωσι κλίνην, τράπεζαν, καθίσματα κλπ., βεβαιώθητε, ὅτι θὰ ἦναι δεινὴ ἡ θέσις αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων· ὅταν δὲ εἷς ἄνθρωπος ἀπελπισθῇ, ἠξεύρετε ὅτι προβαίνει καὶ εἰς τὰ ἔσχατα! Πρὸ ὀλίγου ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὡμίλησε πολὺ περὶ Γαλλίας. Ἐγὼ, Κύριοι, καὶ ἄλλοτε λαβὼν τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, σᾶς εἶπον, ὅτι ὑπηρέτησα ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον, εὑρισκόμην δὲ ἐν Παρισίοις κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Δήμου (Commune). Ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος Βουλευτὴς σᾶς ἐξιστόρησε τὰ λαβόντα χώραν καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν τῇ πόλει τῶν Παρισίων, ἐσκόπουν δὲ καὶ ἐγὼ νὰ φέρω τὸν λόγον περὶ αὐτῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ μὲ προέλαβεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν θὰ ἐπανέλθω. Ἐν Παρισίοις λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἦλθεν ἀρωγὸς εἰς τοὺς παθόντας ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης. Ἡ Θεσσαλία εἶναι εἰς φρικώδη κατάστασιν σήμερον. Ἅμα ἐγκατασταθῶσιν ἐκεῖ αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαὶ, θὰ παύσῃ τὸ βοήθημα, τὸ ὁποῖον δίδεται καὶ εἰς τοὺς παλινοστήσαντας ἤδη καὶ εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ παλινοστήσωσι· κατὰ συνέπειαν πρέπει ἀμέσως νὰ τοῖς δοθῇ ἓν βοήθημα, διὰ τὸ ὁποῖον οἱ συνάδελφοί μου ἐνήργησαν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ νὰ δοθῇ εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ προνοίᾳ της ἐδέχθη καὶ διετύπωσε τὴν χορήγησιν ταύτην ἐν νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Οὐδέποτε ἐπίστευον, Κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἤθελε λάβει τοιαύτας διαστάσεις, διὰ τοῦτο καὶ δὲν εἶχον προετοιμασθῆ, ὅπως λάβω τὸν λόγον (διακοπαί)... Μάλιστα, Κύριοι... Σᾶς λέγω δὲ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἀδικεῖτε τὸν ἑαυτόν σας, ἀξιότιμε ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὰ, ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος εἶσθε εἰς τὰ πρῶτα βήματα τοῦ πολιτικοῦ σας σταδίου, ἀναλαμβάνοντες τὴν κατάκρισιν μιᾶς ὑποθέσεως ἱερᾶς μὲ βάσιν τόσῳ σαθράν. Αἱ Τράπεζαι, ὡς καὶ προχθὲς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, εἶναι εὐεργετικὰ καταστήματα. Δὲν ἔχομεν παράπονον κατὰ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης. Εἴμεθα ὅμως εὐτυχεῖς, ὅτι καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπεφάσισε νὰ ἐγκαταστήσῃ ὑποκαταστήματα ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἡ ἅμιλλα θὰ δώσῃ τὸ καλὸν παράδειγμα. Δὲν ἐπιμένω, Κύριοι, περισσότερον, διότι πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θ’ ἀκούσῃ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, καὶ θ’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Ἡ Θεσσαλία ἐπετέλεσε ὅλα τὰ καθήκοντά της, τά τε στρατιωτικὰ καὶ τὰ πολιτικά...
§105Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ τὰ χριστιανικά;
§106ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Σεῖς ἔχετε ἀνάγκην ἐπιτελέσεως τῶν χριστιανικῶν καθηκόντων (ἱλαρότης)... Ὑπέστη ἡ Θεσσαλία πάσας τὰς δοκιμασίας, καὶ ἐνεκαρτέρησεν ἀγογγύστως, ὥστε εἶναι ἀνταξία τῶν εὐγενῶν αἰσθημάτων, ἅτινα ἡ Βουλὴ καὶ ἅπαν τὸ ἔθνος αἰσθάνεται πρὸς αὐτήν.
§107ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, δὲν φοβεῖσθε ὅτι θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολύ. Ἐφρόντισα, εἰς τὸ βραχὺ τοῦτο διάστημα, καθ’ ὃ περιοδικῶς ἀποτείνομαι εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ μὴ ἐμπνεύσω εἰς αὐτὴν τὸν φόβον μακρῶν ἀγορεύσεων. Ἐρχόμενος εἰς τὸ βῆμα ἤδη, ὀλίγους λόγους θὰ εἴπω. Τὰ θέματα, ἅτινα ἀνεπτύχθησαν χθὲς καὶ σήμερον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνδρομῆς εἰς τὴν ἀναξιοπαθοῦσαν Θεσσαλίαν, εἶναι, καθόλου εἰπεῖν, σπουδαιότατα καὶ λίαν ἐνδιαφέροντα· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν σχετίζονται πρὸς τὸ ἔργον, ὅπερ καλεῖσθε νὰ ἐπιτελέσητε, ἀποφαινόμενοι περὶ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Διότι περὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, δηλαδὴ περὶ χορηγήσεως εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς 8 ἕως 10 ἑκατομμυρίων, ὅπως ἔλθωμεν εἰς ἀρωγὴν τῶν ἀναξιοπαθούντων Θεσσαλῶν, ἀπεφήνατο ἤδη ἡ Βουλὴ πρὸ μηνῶν, ἐγκρίνασα τὴν πίστωσιν, ἧς τὴν διάθεσιν κανονίζει μόνον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἀλλὰ, Κύριοι, οὐδεὶς τῶν λαλησάντων μέχρι τοῦδε ὑπέβαλε πρότασιν περὶ ἀνακλήσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς περὶ χορηγίας τοιαύτης συνδρομῆς εἰς τοὺς Θεσσαλούς. Ὅτε ἡ Βουλὴ ἐλάμβανε τὴν ἀπόφασίν της, ἦτο ἡ ὥρα νὰ φέρωσι τὰς ἐνστάσεις των οἱ ὁμιλήσαντες, καὶ νὰ ἀντλήσωσιν ἐπιχειρήματα εἴτε ἐκ τῆς βιογραφίας τοῦ Τιβερίου, εἴτε τοῦ Καλιγούλα, εἴτε τοῦ Νέρωνος ἢ ἄλλων ἡγεμόνων, ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι πλήρης δυστυχῶς ἡ ἱστορία. Τότε ἦτο ἡ ὥρα νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ προαγορεύσας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις πρὸς συνδρομὴν τῶν Θεσσαλῶν, εἴτε διότι δὲν ὑπάρχουσι παθόντες, εἴτε καὶ διότι, ἂν ἔπαθον, δὲν τοῖς χρεωστοῦμεν τίποτε, ἀντλοῦντες, ὡς εἶπον, ἐπιχειρήματα ἀπὸ τὰ χρονικὰ τοῦ Τακίτου, ἢ ἐκ τῆς βιογραφίας ἡγεμόνων εἴτε ἐκ τῶν Εὐρωπαίων εἴτε ἐκ τῶν ἀλλοφύλων Τούρκων καὶ τῶν Ἀράβων. Ὁ προαγορεύσας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εὗρε παράδειγμα ἐκ τῆς βιογραφίας τοῦ μακαρίτου ἐκείνου Τιβερίου, καὶ ἀνέγνωσε τὴν ἐν τῇ Συγκλήτῳ ἀγόρευσιν τούτου, ἐν θέματι, κατὰ τὸ ὁποῖον πρόκειται τὸ συναίσθημα τῶν Ἑλλήνων ὑπὲρ πασχόντων ἀδελφῶν νὰ δράσῃ, καὶ προκειμένου περὶ τοῦ καθήκοντος τοῦ Κράτους νὰ ἔλθῃ εἰς συνδρομὴν τῶν ἰδίων ὑπηκόων. Καὶ ἂν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐνισχύσῃ τὰ ἐπιχειρήματά του, ἠδύνατο νὰ εὕρῃ συμπαθέστερον διατεθειμένον ἡγεμόνα πρὸς τοὺς ὑπηκόους του. Ἀλλ’ οὔτε αἱ ἁβροφροσύναι, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶχον τὴν θέσιν των. Σήμερον ἡ Κυβέρνησις, ἰδίως ὁ ὑποφαινόμενος δοῦλός σας, φέρει, εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, τὸ νομοσχέδιον πρὸς δημοκοπικοὺς σκοποὺς, διὰ νὰ καλλιεργήσῃ πολιτικὰς σχέσεις, διὰ νὰ καταστήσῃ τοὺς κ. Βουλευτὰς, τοὺς ἐκ Θεσσαλίας, πολιτικοὺς φίλους! Λοιπὸν ἂς ἀφήσωμεν τὰ περὶ τῆς ἀρχῆς, διότι τὰ περὶ τῆς ἀρχῆς συνεζητήθησαν πέρυσι· πρότασις δὲ περὶ ἀνακλήσεως τῆς ἀποφάσεως οὐδεμία ἦλθε. Πρόκειται περὶ τῆς οἰκονομίας τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχω νὰ παρατηρήσω καὶ εἰς τὸν προαγορεύσαντα κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ εἰς τὸν χθὲς ἀγορεύσαντα κ. ἐξ Ἀμφίσσης, ὅτι ἓν τῶν μεγάλων ἐπιχειρημάτων αὐτῶν ἦτο, ὅτι οἱ ἱερεῖς τῶν χωρίων ἐν Ἑλλάδι, οἱ εἰρηνοδίκαι, οἱ δήμαρχοι, ὡς ἐπιτροπαὶ, εἶναι ἀκατάλληλα ὄργανα, ἵνα πληροφορήσωσι τίνες ἐκ τῶν χωρικῶν εἶναι ἄξιοι συνδρομῆς Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι πολὺ βάσιμον, δὲν ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι οἱ ἱερεῖς ἐν Ἑλλάδι καὶ οἱ δήμαρχοι πλάττονται ἐκ τῆς αὐτῆς ζύμης, ἐκ τῆς ὁποίας καὶ ἡμεῖς. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς ἱερεῖς, εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας, εἰς τοὺς δημάρχους, διατὶ νὰ ἔχωμεν τοιαύτην εἰς τοὺς ἀνωτέρους ὑπαλλήλους; Ὑπάρχουσι βεβαίως μεταξὺ καὶ τούτων καὶ ἐκείνων καὶ μὴ χρηστοὶ, καὶ τούτους ἡ Πολιτεία καταδιώκει· ἀλλὰ διατὶ νὰ δυσπιστῶμεν πρὸς τὸν δήμαρχον, τὸν ὁποῖον ἐκλέγουσιν αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐκλέγουσι καὶ τὸ κυρίαρχον σῶμα; Τότε δὲν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν ἄνθρωπος, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν διανομὴν 100 δραχμῶν! Ἐλέχθη ὅτι τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη ἐντὸς 24 ὡρῶν. Τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη ὑπὸ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἐκ Θεσσαλίας, μεταξὺ δὲ αὐτῶν ὑπάρχουσι καὶ νοημονέστατοι καὶ λίαν πεπειραμένοι· ἐπεξειργάσθη καὶ παρ’ ἐμοῦ, καὶ νομίζω ὅτι καλλίτερον ἀφ’ ὅ,τι ἐγένετο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ. Μᾶς ἀνέφεραν τὸν Leroy Beaulieu· ἀλλ’ οὗτος ὁμιλεῖ ἐν γένει κατὰ τῶν ἀρχῶν, τῶν προερχομένων ἐξ ἐκλογῆς, ὡς ἀκαταλλήλων εἰς διοίκησιν ἀγροτικῶν Τραπεζῶν, ἀλλὰ δὲν ὁμιλεῖ περὶ διανομῆς βοηθημάτων. Ἀποδεικνύει ἄλλως τε ὁ κ. Βουλευτής, ὅστις ἐμνημόνευσε τοῦ συγγραφέως τούτου, ὅτι ἐμελέτησεν αὐτὸν ὡς οἰκονομολόγος καὶ ὄχι ὡς πολιτικός· διότι ὁ Μπωλιὲ καταδικάζει τοὺς δημάρχους, διότι, ὡς γνωστόν, δὲν συμπαθεῖ ἐν γένει πρὸς τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἂν ὁ προλαλήσας συμφωνῇ μετ’ αὐτοῦ, ἀνάγκη νὰ μὴ προσπαθῇ νὰ κόπτῃ μικροὺς κλώνους, πρέπει νὰ φέρῃ τὴν ἀξίνην του πλησιέστερον εἰς τὴν ῥίζαν. Ἑτέρα ἰδέα, ἐν σχέσει πρὸς τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἡ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀμφίσσης, ὅτι θὰ ἤρκουν μόνον 4 ἑκατομμύρια, ἕτερα δὲ τέσσαρα ἐκ τῶν διατιθεμένων διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἔδει νὰ φυλαχθῶσιν, ἵνα χρησιμεύσωσι διὰ Γεωργικὴν Τράπεζαν. Εἰς τοῦτο δὲν συμφωνῶ. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι διὰ τὰς πληγὰς τῆς Θεσσαλίας τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον διαθέτομεν, δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, ἀλλ’ ὅτι δίδομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα, καὶ δανειζόμεθα ἵνα τὸ δώσωμεν. Ὑπελογίσαμεν ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα θὰ χρησιμεύσωσι διὰ σπορὰν, δι’ ἀγορὰν βοῶν, διὰ κατασκευὴν στέγης. Τοιαῦται ἐξηγήσεις ἐδόθησαν ἐξ ἀρχῆς. Ὑπελόγισεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς 2,000 στέγας κατεστραμμένας ἐν Θεσσαλίᾳ, ἂν ἀντελήφθην καλῶς,—διότι ἔδωκα πολλὴν προσοχὴν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, γνωρίζων τὴν ἐμβρίθειαν αὐτοῦ καὶ τὴν πεῖραν,— ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι εἴχομεν 100,000 πρόσφυγας καὶ πλέον, καὶ πολλοί, ἐκτὸς τούτων, δὲν εἶχον τὰ μέσα νὰ φθάσωσι μέχρις ἡμῶν. Ἂν μᾶς ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἀρκεῖ τὸ ποσὸν τῶν 10 ἑκατομμυρίων εἰς ἐντελῆ τῶν ἀναγκῶν θεραπείαν, θὰ ἦτό τι πραγματικόν· ἀλλὰ νὰ νομίζωμεν, ὅτι μὲ 4,000,000 δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν ἀρωγοί, εἶναί τι ἀκατάληπτον. Πρακτικώτερόν τι ἐπράξαμεν σήμερον, ἀπονέμοντες ὑπὸ τὸν τύπον δανείου ἓν ποσὸν ὅπως δήποτε μεγαλείτερον. Ἐθέσαμεν τὸν ὅρον, ὅτι θ’ ἀποδοθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα. Ὁ γνωρίζων ὅτι θ’ ἀποδώσῃ τὰ λαμβανόμενα, θὰ τὰ διαθέσῃ προσεκτικώτερον. Τοῦτο ἄλλως ἦτο πρότασις αὐτῶν τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες διέγραψαν τὸ νομοσχέδιον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα τὰ ῥίπτομεν εἰς τὴν θάλασσαν. Βεβαίως εἶναι ἀντίληψις πολλῶν, ὅτι πᾶν ὅ,τι δίδεται εἰς ἄπορον, τὸ ῥίπτομεν εἰς τὴν θάλασσαν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ θάλασσα θὰ τὸ ἀναβρύσῃ, διότι οἱ λαμβάνοντες τὸ χρῆμα τοῦτο καὶ δι’ αὐτοῦ βοηθούμενοι εἰς τὰ τῆς ἐργασίας των θὰ ὠφελήσωσι καὶ τὸ Κράτος, ἂν ἐργασθῶσι.
§108ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι καὶ ζήτημα δημοσίας τάξεως.
§109ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ. Σᾶς ὑπεσχέθην νὰ εἴπω ὀλίγα, καὶ βλέπω ὅτι εἶπον πολλά.
§110Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀνέλαβεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφήν του, καὶ ν’ ἀναιρέσῃ συγχρόνως τὰς ἀντιῤῥήσεις, ὅσαι προεβλήθησαν κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ κατὰ ποῖον τρόπον ἐπεχείρησε τοῦτο; Ἀντέταξεν ἐν πρώτοις τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς, ὡς πράττει πᾶς καλὸς νομικὸς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. «Πῶς, ἠρώτα θριαμβευτικῶς, πῶς συζητεῖτε νῦν περὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ ἤδη πρὸ μηνῶν ἐψηφίσατε πίστωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 8–10 ἑκατομμυρίων πρὸς ἀρωγὴν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ παθόντων; Δὲν ἐννοεῖτε λοιπὸν, ὅτι παρεγράφη ἤδη τὸ δικαίωμα ὑμῶν, καὶ ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε πλέον νὰ συζητήσητε, ἂν καλὸν ἢ κακὸν εἶναι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω;» Ἀλλὰ τοιαύτη ἔνστασις παραγραφῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα. Ἀληθῶς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐψηφίσαμεν πίστωσιν ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν, ἀλλὰ ῥητὸς ἐγένετο τότε λόγος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπιφυλάσσει εἰς ἑαυτὴν πλῆρες, πληρέστατον τὸ δικαίωμα, νὰ ἐρευνήσῃ, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα, καὶ νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἤθελον χρησιμοποιηθῆ τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν. Ὁ καιρὸς οὗτος ἐπέστη νῦν, καὶ ἀσκοῦμεν δικαίωμα ἀναντίῤῥητον σήμερον, κρίνοντες καὶ ἐπικρίνοντες τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ ἐξοδευθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα. Ψηφίζειν ἁπλῶς πίστωσιν ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν, ὡς ἐπράξαμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν σημαίνει, πολλοῦ γε καὶ δεῖ, χαρίζειν εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον δὲν σημαίνει ῥίπτειν τὰ ἑκατομμύρια τοῦ Δημοσίου ἀσκόπως εἰς τὴν θάλασσαν. Ἡ Βουλὴ σήμερον κέκτηται πᾶσαν ἐξουσίαν, καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν θετικὴν νὰ σταματήσῃ ἐγκαίρως ὑμᾶς εἰς τὸ σκόρπισμα τοῦτο, καὶ ἀπορῶ, πῶς Ὑπουργὸς τοσοῦτον νοήμων καὶ θετικὸς, ὅσον ὁ κ. Στρέϊτ, ἔρχεται, ἀντὶ πάσης ἄλλης ἀπολογίας ὑπὲρ τοιούτου νομοσχεδίου, νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι δὲν ἔχομεν πλέον δικαίωμα νὰ συζητῶμεν! Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀρέσκεται—πρᾶγμα πολὺ εὐχάριστον—νὰ εὐφυολογῇ, καὶ εἶπεν, ὡς ἠκούσατε, ὅτι ὑποβάλλων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν προσέτρεξεν οὔτε εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Τακίτου, οὔτε εἰς τὸν Τιβέριον ἢ τὸν Νέρωνα, οὔτε εἰς κανένα ἄλλον τοιοῦτον βάρβαρον, πολὺ βάρβαρον ἡγεμόνα. Ἡ ὁμολογία αὕτη εἶναι πολὺ εὐχάριστος, διότι παραδείγματα βαρβάρων λαῶν, ὅσον ἦτο ὁ λαὸς τῆς Ρώμης, δὲν εἶναι βεβαίως ἄξια ἀπομιμήσεως. Ἀλλ’ εὑρίσκω ὅτι καὶ δι’ ἄλλον ἔτι λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ καταφύγῃ εἰς τοσοῦτον μακρυνὰς ἐκδρομάς. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶχε πρόχειρον τὸν κ. Δάλλαν καὶ τὸν κ. Βελλίνην, οἵτινες συνέταξαν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφήν του. Διὰ ποῖον λόγον νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν Νέρωνα ἢ εἰς κανένα Τοῦρκον ἢ Ἄραβα ἡγεμόνα, καὶ νὰ μὴ ζητήσῃ τὰ φῶτα τῶν Θεσσαλῶν συναδέλφων; Καλῶς λοιπὸν ἔπραξεν ὡς πρὸς τοῦτο, καὶ ἄξιος εἶναι πολλῶν ἐπαίνων. Ἀλλὰ θὰ παραδεχθῇ, ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶμαι δὰ καὶ ἐγὼ ἄξιος πολλῆς κατακρίσεως, ὅταν λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις,—οὐχὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν—ὡς ἐκ τῆς ἀδυναμίας, εἰς ἣν εὑρίσκεται, δὲν ἔχει τὸ ἀναγκαῖον θάῤῥος νὰ ἀρνηθῇ εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους Βουλευτὰς τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτων νομοσχεδίων, ἀλλ’ ἐγκολποῦται ταῦτα προθύμως, θέτει κάτωθεν τὴν ὑπογραφὴν ἑνὸς Ὑπουργοῦ, καὶ παρουσιάζει ὡς ἴδια, ἐνῷ φανερῶς εἶναι ἔργα βουλευτικῆς φιλοπονίας. Κυβερνήσεις, αἵτινες δὲν ἔχουσι κοινοβουλευτικὰς δυνάμεις διὰ νὰ σταθῶσιν εἰς τοὺς πόδας των, ὡς ἡ σημερινὴ, μοιραίως, ἀλλὰ καὶ ἀσυγγνώστως, καταφεύγουν εἰς τοιαύτας, πάντοτε ἐπιβλαβεῖς διὰ τὸ Κράτος, συγκαταβάσεις. Τοῦτο εἶπον. Δὲν ἐνόουν, οὔτε ἐφαντάσθην ποτὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σκέπτεται νὰ σχηματίσῃ ὁ ἴδιος κόμμα. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι δευτερεύοντα ὅλως καὶ ἐπουσιώδη. Τὸ κύριον, τὸ πρώτιστον εἶναι νὰ ἐννοήσωμεν, πόθεν καὶ πῶς θὰ πραγματοποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται. Τοῦτο δὲ ἰδίως, ἰδιαίτατα, καθῆκον εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταδείξῃ πρῶτον εἰς ἡμᾶς, καὶ ὕστερον, ἂν ἤθελε, νὰ εὐφυολογήσῃ. Διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προκειμένου περὶ τοσοῦτον σοβαροῦ νομοσχεδίου, νομοσχεδίου ἀξίας 10 ἑκατομμυρίων, τοῦτο ὤφειλε πρὸ πάντων νὰ ἐξετάσῃ, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐκ τίνων πόρων θὰ ληφθῶσι τὰ 10 ταῦτα ἑκατομμύρια, καὶ ἂν τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1897 καὶ 1898 ἐπιτρέπουσι τοιαύτην δαπάνην. Ἐγὼ ῥητῶς εἶπον, ὅτι ὁ ἔλεγχος, ὃν ἐψηφίσαμεν, δὲν παρέχει, δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς, πλέον—ἀδιάφορον— δὲν παρέχει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ δανεισθῇ ἄνευ ἐγκρίσεως τῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς. Ὁ ἔλεγχος ὥρισεν εἰς 20 ἑκατομμύρια τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν διὰ δανείου πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος. Ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, καὶ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς τολμηρῶς πως εἶπεν, ὅτι δὲν ἀνέγνωσα τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ἐλέγχου καὶ τὴν ἔκθεσιν τῶν ξένων ἐπιτρόπων. Νομίζω ὅτι τοὐναντίον συμβαίνει, ὅτι δηλαδὴ καλῶς δὲν ἀνέγνωσεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, διότι, κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ἐλέγχου, πρὸς ἐξόφλησιν ἢ μετρίασιν τοῦ εἰς χρυσὸν κυμαινομένου χρέους θ’ ἀπαιτηθῶσι 35 ἑκατομμύρια ἐν ὅλῳ. Ὑπολείπεται λοιπὸν πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τῆς χρήσεως τοῦ 1897 ποσὸν μόνον 20 ἑκατομμυρίων, οὐχὶ δὲ 25, ὡς πιστεύει ὁ κ. Δεληγεώργης. Τοῦτο δ’ ἐγένετο διότι κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν ἐπιτρόπων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεσχέθη εἰς αὐτοὺς, ὅτι αὐτὸς θὰ ἐξεύρῃ καὶ θὰ ἐφεύρῃ ἕνα τρόπον, ἕνα τινὰ εὐφυᾶ συνδυασμὸν οἰκονομικὸν, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ κυμαινόμενον εἰς χρυσὸν χρέος, ἀνερχόμενον εἰς 31 ἑκατομμύρια, θὰ ἐξωφλεῖτο διὰ μόνον 25,500,000 δραχ. Ἀλλ’ ὁ συνδυασμὸς οὗτος, ἢ μᾶλλον ἡ οἰκονομικὴ αὕτη ἐφεύρεσις, δυστυχῶς δὲν ἐπέτυχε· πρᾶγμα δυσάρεστον βεβαίως, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς πολλοὺς ἐφευρέτας. Ἀλλὰ τῆς ἀποτυχίας ταύτης δὲν ἐκράτησαν σημείωσιν οἱ συντάξαντες τὸν νόμον περὶ ἐλέγχου, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ἐλέγχου συνάπτεται δάνειον 55,000,000 πρὸς ἐκκαθάρισιν τῆς καταστάσεως, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια, συμφώνως πρὸς τοὺς ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ μνημονευομένους σκοποὺς, περὶ δανείου 60 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε σήμερον πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1897 ἡμεῖς δικαιοίμεθα νὰ δανεισθῶμεν μόνον 20 ἑκατομμύρια. Περὶ τούτου λοιπὸν εἶχεν ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν σοβαρῶς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κ. Στρέϊτ, ἂν τὰ 20 ταῦτα ἑκατομμύρια ἀρκοῦσι διὰ νὰ χαρίσωμεν καὶ τὰ 10, περὶ ὧν πρόκειται, εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς, καὶ διὰ νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα. Ποῖον εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1897, ποῖον δύναται νὰ ἦναι τὸ τοῦ 1898, ποία ἦτο ἐν μέρει ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους μετὰ τὸν πόλεμον καὶ τὸν ἔλεγχον, ταῦτα ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐξηγήσῃ σαφῶς καὶ εὐκρινῶς εἰς ἡμᾶς, διὰ νὰ ἐννοήσωμεν, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ ψηφίσωμεν. Ἀλλὰ περὶ τούτων ἀκριβῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδὲν εἶπεν, ὡσεὶ τὸ κύριον τοῦτο νὰ ἦτο δι’ αὐτὸν τὸ μᾶλλον ἀδιάφορον, τὸ μᾶλλον πάρεργον πρᾶγμα τοῦ κόσμου, περιορισθεὶς ν’ ἀντιτάξῃ τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς εἰς ὅσα λογικὰ καὶ πραγματικὰ ἐπιχειρήματα ἐξηνέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀσυνάρτητον καὶ ἀμελέτητον προσάγεται εἰς ἡμᾶς, καὶ τὸ ὁποῖον κανεὶς δὲν βλέπει πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ μὲ τοιαύτην οἰκονομικὴν ἀκαταστασίαν. Ἀλλ’ ἐάν τις ἐξ ὑμῶν νομίζει, ὅτι μὲ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, οἷα τὰ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προσκομισθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, δύναται νὰ ψηφίζῃ δαπάνας ἑκατομμυρίων εἰς προϋπολογισμὸν χρεωκοπήσαντος καὶ ὑπὸ ἔλεγχον διατελοῦντος Κράτους, χωρὶς νὰ ἠξεύρῃ, χωρὶς νὰ βλέπῃ, ποῦ καὶ πῶς θὰ οἰκονομηθῶσι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, ἐλεύθερος βέβαια εἶναι καὶ δύναται νὰ ψηφίζῃ, ἀλλὰ οὐδεὶς βεβαίως θὰ εὑρεθῇ, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπαινέσῃ ἢ νὰ συγχωρήσῃ κἂν αὐτὸν διὰ τοῦτο.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ φίλου μου κυρίου Ἀγγελοπούλου εἶναι, ὅτι τὰ Κράτη δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ προσέρχωνται ἐπίκουρα ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν πολῖται κατοικοῦντες ἔν τινι περιφερείᾳ τῆς ἐπικρατείας ἤθελον περιπέσει εἰς δυστυχήματα ἢ συμφοράς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προσεπάθησε μετ’ εὐφυοῦς εὐστροφίας νὰ δικαιολογήσῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ ταύτην, λυποῦμαι δὲ, ὅτι δὲν μὲ ἔπεισεν. Ἐξ ἐναντίας ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἷς ἐκ τῶν σκοπῶν τῶν Κρατῶν εἶναι νὰ προσέρχωνται, οὐχὶ μόνον ἕνεκα τοῦ σκοποῦ, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὑποχρέωσιν, ἐπίκουρα εἰς τὰς συμφορὰς ἢ τὰς περιπετείας τῶν πολιτῶν, οἵτινες κατοικοῦσιν ἔν τινι περιφερείᾳ τοῦ Κράτους; τοῦτο δὲ οὐδὲ ἀναιρεῖ οὐδὲ περιστέλλει τοὺς γενικωτέρους ἢ κυριωτέρους σκοποὺς τοῦ Κράτους. Εὐτυχῶς ἡ πρὸς τὸν φίλον μου διαφωνία αὕτη συμβαίνει ἐπὶ θεωρίας ἀφῃρημένης, καὶ μοὶ παρέχεται ἡ εὐκαιρία νὰ ἐπαινέσω δημοσίᾳ τὸ σθένος τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, ἐπιμένοντος νὰ ὑποστηρίζῃ γνώμην, περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς ὁποίας φαίνεται πεπεισμένος, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην ταύτην, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ ἡ ὀρθότης καὶ ἡ ἀλήθεια τῆς ἀντιθέτου. Ἀληθῶς ἡ ἱστορία πάντων τῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης καταγγέλλει τοῦτο, καὶ αὐτὴ ἡ ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐπικυροῖ τὴν γνώμην, διότι πάντοτε τὸ Κράτος ἔκρινεν ἑαυτὸ ὑπόχρεων νὰ ἔρχηται ἐπίκουρον εἰς τὰς συμφορὰς καὶ ἀτυχίας τῶν πολιτῶν. Ὅταν τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπέρχηται ἐπίκουρον εἰς τοὺς παθόντας ἐκ κατακλυσμοῦ ὑδάτων, ἢ ἐκ πυρκαϊᾶς, ἢ ἐκ σεισμῶν, ὅταν τὸ δημόσιον ταμεῖον σπεύδῃ εἰς δαπάνας, ἵνα εὐκολύνῃ τὴν μεταξὺ χωρίων συγκοινωνίαν, τὴν ὁποίαν ἀπέκλεισαν χιόνες ἢ ἄλλαι μεταβολαὶ τοῦ ἐδάφους, τί ἄλλο πράττει ἢ ἔρχεται ἐπίκουρον εἰς πολίτας; Καὶ πράττει τοῦτο ἐκ καθήκοντος εὐποιΐας, ἀγαθοεργίας, διότι ἡ ἀγαθοεργία καταλέγεται μεταξὺ τῶν καθηκόντων τῶν Κρατῶν. Ἀλλ’ ἐν τῇ περιπτώσει τῇ παρούσῃ ἡ συμφορὰ, ἡ ὁποία ἐπέσκηψεν ἐν Θεσσαλίᾳ, διαφέρει ἀπὸ τὰς συμφορὰς, τὰς ὁποίας ἀπηρίθμησα πρὸ μικροῦ. Ἡ συμφορὰ ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἠκολούθησε· διότι, ἐὰν τὸ Κράτος δὲν ἀπεδέχετο οἵαν ἠκολούθησε πολιτικὴν, δὲν ἤθελεν ἐπικηρυχθῆ ὁ πόλεμος, οὐδὲ ἤθελον καταστραφῆ οἱ κατοικοῦντες τὴν Θεσσαλίαν· ἑπομένως ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους εἶναι μείζων. Καὶ ἂν δὲν εἶμαι ἔτι βέβαιος ἐὰν πρέπῃ νὰ δώσω ψῆφον ἐγὼ λευκὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἐπιγενομένων ἐν Θεσσαλίᾳ καταστροφῶν, διότι δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, δύναμαι ὅμως νὰ δώσω ψῆφον λευκὴν περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους, ὅπως ἔλθῃ ἐπίκουρον κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους, εἶναι καὶ συμφέρον αὐτοῦ· διότι, ἂν δὲν ἔλθῃ ἐπίκουρον, θὰ στερηθῇ τῆς οἰκονομικῆς ἐπικουρίας, τὴν ὁποίαν προσδοκᾷ ἰδίως εἰς τὸ μέλλον παρὰ τῶν Θεσσαλικῶν ἐπαρχιῶν, αἵτινές εἰσιν ὄντως πλούσιαι καὶ θαυμαζόμεναι διὰ τὴν γονιμότητα. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὰ Κράτη ὑποχρεοῦνται νὰ προσέρχωνται ἐπίκουρα εἰς πολίτας περιπεσόντας εἰς ἀτυχήματα, κατὰ πλείονα δὲ νῦν λόγον εἰς τοὺς κατοικοῦντας ἐν Θεσσαλίᾳ, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον καὶ ἐζημιώθησαν ἕνεκα τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους. Ἀληθῶς δὲν στερεῖται βάσεως ἡ ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν, ὅταν πρὸ μικροῦ ἀνῆλθε τὸ βῆμα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι, ὅταν ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ζητηθεῖσαν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴ προώριζε πρὸς τοιοῦτόν τινα σκοπὸν, ἀπεδέχετο τὴν ἀρχὴν τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους, ἵνα ἔρχηται ἐπίκουρον εἰς τὰς συμφορὰς τῶν πολιτῶν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τότε ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα τὴν πίστωσιν ταύτην διαιρέσῃ εἰς δύο μέρη, καὶ μὴ προβῇ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ μεγαλειτέρου ποσοῦ τῶν 7,500,000 ἄνευ νομοθετικοῦ τινος κανονισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔστερξε τὴν γνώμην ταύτην, καὶ ἐπρότεινε τὴν διαίρεσιν, ἡ δὲ Βουλὴ ἀπεδέχθη αὐτήν. Τὸν νομοθετικὸν τοῦτον κανονισμὸν πρόκειται ἤδη νὰ ψηφίσωμεν· ἀλλὰ πρὶν ἢ ἄρξωνται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἐνεθυμήθην ἣν τὸ Ὑπουργεῖον ὑποχρέωσιν ἔχει, νὰ προβάλῃ τὸν νομοθετικὸν τοῦτον κανονισμόν, ἀλλὰ ὑπέλαβον ὅτι πρὸς καταρτισμὸν αὐτοῦ ὑπάρχει πρὸ παντὸς ἀνάγκη πληροφοριῶν περὶ τῶν περιστάσεων τοῦ τόπου, πρὸς τοῦτο δὲ συνῆλθον κατὰ παράκλησίν μου οἱ φίλοι ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ ἐν συσκέψει, καθ’ ἣν ὑπέδειξα τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη τὸ νομοσχέδιον· ἀλλ’ ὑπέδειξα αὐτὸ πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς μετὰ δισταγμοῦ, φοβούμενος μήπως οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐπροτίμων, ἐκ πόθου νὰ μὴ ἐμβάλωσι τοὺς συμπολίτας αὐτῶν εἰς ἐνοχλήσεις, ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ διανομὴ τῶν χρημάτων τῆς πιστώσεως δωρεὰν πρὸς βοήθειαν τῶν Θεσσαλῶν. Ἀλλ’ οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐκ Θεσσαλίας, ὑπὸ εὐγενοῦς τῷ ὄντι προαιρέσεως ἐλαυνόμενοι, παρητήθησαν τῆς τοιαύτης γνώμης, στέρξαντες ἵνα συνδεθῇ μετὰ τοῦ σκοποῦ τῆς ἐπικουρίας καὶ σκοπὸς ἄλλος πρακτικώτερος. Οὕτω συνῆλθον εἶτα πάντες οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον ὑπ’ αὐτῶν. Ἐὰν μὲ ἐρωτήσῃ τις, ἐὰν εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλουσιν ἐπιτευχθῇ ἀμφότεροι οἱ σκοποὶ, βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ δώσω πλήρη βεβαίωσιν. Ἀνέγνων ὄντως πολλάκις καὶ ἐμελέτησα τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ μὲ κατέλαβον δισταγμοὶ, μήπως δὲν ἐπιτευχθῇ οὐδέτερος τῶν σκοπῶν τοῦ νομοσχεδίου, ἢ ἐπιτευχθῇ ἀτελῶς ὁ εἷς ἢ ὁ ἕτερος. Διότι, ἂν δὲν ἀποδοθῇ εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Τραπέζης ὅλον τὸ διατεθησόμενον εἰς Θεσσαλοὺς ποσὸν, ἡ ποσότης δὲν θέλει ἀρκέσει, ἵνα ἐπιτύχῃ ὁ δεύτερος σκοπός. Ἀλλὰ τὰς ἀτελείας ταύτας ἤθελεν ἀποκαλύψει ἡ συζήτησις, καὶ προσεδόκων ὅτι κατ’ αὐτὴν δυνατὸν ἦτο νὰ συμπληρωθῶσιν. Εἰς τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀσχοληθῇ, μελετῶσα τὰς κατὰ μέρος διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ προσπαθοῦσα ἵνα καταστήσῃ πιθανωτέραν τὴν ἐπιτυχίαν ἑκατέρου τῶν δύο σκοπῶν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§114Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ τάσσονται προθεσμίαι ἀνατρεπτικαί, ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω, τί θὰ γείνῃ περὶ τῶν ἀπουσιαζόντων ἐκ τῶν χωρίων κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς. Θὰ ἦτο ἄδικον, διότι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι θὰ τύχῃ νὰ μὴ εὑρίσκωνται ἐν τῷ χωρίῳ των καθ’ ἣν ἡμέραν ἤθελεν ἐπισκεφθῆ τὸ χωρίον ἡ ἐπιτροπὴ, ν’ ἀδικηθῶσι. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν, ὅπως εἰς τὰς ὁδηγίας, αἱ ὁποῖαι θὰ συνοδεύσωσι τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ληφθῇ πρόνοια περὶ τούτου.
§115ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Προτιμῶ τὸ δεύτερον ὑποδεικνυόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Ἡ προθεσμία, ἡ ὁποία τυγχάνει ἐν τῷ νόμῳ, παρίσταται ὄντως ἀνατρεπτική, ἡ δὲ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἔχει ὑπόστασιν· δὲν θὰ μείνωσι πολλοὶ ἀπόντες, ὅταν θὰ μάθωσιν, ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ ἐπίσκεψις τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ θὰ ὑπάρχωσι πάντως οἱ ἀπόντες. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ ἀνοίγομεν τὴν θύραν, θὰ ἔχωμεν ἄλλα ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀποφεύγω νὰ ἀναφέρω, διότι τὰ ἐννοοῦμεν ὅλοι. Ἤθελον προτιμήσει λοιπὸν, ἐν τοῖς πρακτικοῖς νὰ τεθῇ ἑρμηνευτική τις διάταξις, ὅτι πρόκειται περὶ προθεσμίας, ἡ ὁποία, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ παραταθῇ διὰ τοὺς ἀπόντας.
§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§117ΤΟΠΑΛΗΣ. Προὐτάθη κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν, ὅπως ὁρισθῇ τὸ ἀνώτατον καὶ κατώτατον ὅριον.
§118ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχω διατυπώσει ἄρθρον ἰδιαίτερον περὶ τούτου. Εἶναι ὅμως ἴσως προτιμότερον, ἀντὶ τῆς διατυπώσεως ἄρθρου ὁλοκλήρου, νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2: «ἐντὸς τῶν ὁρίων δραχμῶν ἑκατὸν κατὰ κατώτατον καὶ δραχμῶν ὀκτακοσίων κατ’ ἀνώτατον ὅρον». Παρακαλῶ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, μετὰ τοιαύτης προσθήκης νὰ ὑποβάλητε τὸ ἄρθρον εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§121ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐλησμόνησεν ἐνταῦθα μίαν διόρθωσιν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι σημειωμένη εἰς τὰ πρακτικά: «Ἐπιφέρει δὲ ὅσας ἤθελε κρίνει ἀναγκαίας τροποποιήσεις».
§123Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγινώσκων τις τὸ ἄρθρον 4, ἤθελε νομίσει, ὅτι ἔχει τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς· ἀλλὰ θὰ εὑρεθῇ εἰς πλάνην. Διότι, ὅταν ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον 7, θέλει ἴδει, ὅτι οἱ διευθυνταὶ τῶν δύο ὑποκαταστημάτων τῆς Ἐθν. Τραπέζης μετέχουν τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 ἐπιτροπῆς. Ὥστε ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι συγκεκροτημένη κατὰ τὸ ἄρθρον 4.
§124ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι συγκεκροτημένη. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀφορᾷ εἰς συντακτικὸν ζήτημα. Δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν θὰ μετέχωσιν οἱ ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 μνημονευόμενοι.
§125ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετέχουσιν ὡς μέλη μὲ ψῆφον;
§126ΣΤΡΕΙΤ. Μάλιστα.
§127ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναπληροῦται ἡ ἔλλειψις, ἐὰν ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 προστεθῶσι καὶ οἱ διευθυνταί. Ἀλλ’ ἔχω γενικωτέραν παρατήρησιν, διότι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ θὰ ἴδωμεν τὸ κακὸν, ν’ ἀδικηθοῦν ὁλόκληροι περιφέρειαι. Εἶπον ὅτι, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἔπρεπε νὰ τεθῶσιν αἱ γενικαὶ βάσεις ἐν τῷ νόμῳ, ν’ ἀφεθῇ δὲ διὰ διατάγματος κανονιστικοῦ ὁ κανονισμὸς τῶν λεπτομερειῶν. Διότι τότε θὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν εὐκολίαν νὰ φέρῃ καὶ μίαν μεταβολὴν, ἐνῷ, ὅταν ὅλα κανονίζωνται διὰ τοῦ νόμου, δύνανται ν’ ἀναφυῶσι δυσυπέρβλητοι δυσκολίαι. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διαθέσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ ποσὰ αὐτὰ κατὰ βούλησιν, ἐγὼ πρῶτος ἤθελον εἴπει ὄχι. Ἀλλ’ ὅταν ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ κανονιστικοῦ διατάγματος, δύνασθε εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ τροποποιήσητε ἢ ἀνακαλέσητε τὸν κανονισμόν, καὶ θὰ ἦσθε ἐν καιρῷ νὰ μελετήσητε τὰς λεπτομερείας καὶ ἀφήσητε ἐλαστικότητά τινα.
§128ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν προβάλλει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὠθουμένη εἰς τὸ ἄκρον, ἤθελε καταστήσει ἰδανικὸν πάσης Κυβερνήσεως τὴν δεσποτείαν· διότι ἐκεῖ εἶναι πάντοτε εὐκαιρία εἰς πρόχειρον μεταβολήν· ἐκεῖ δύναται ὁ πατρικῶς κυβερνῶν δεσπότης πατρικῶς νὰ ἐπάγῃ νέας καθ’ ἡμέραν διαταγάς. Νομίζω συντελεστικώτερον πρὸς καταμερισμὸν τῆς εὐθύνης ὅπου δεῖ, ὁ νόμος νὰ κανονίζῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προέβλεψε τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι βεβαίως ἀνθρώπινον ἔργον καὶ κατὰ συνέπειαν ἔργον ἀτελές· πάσχει ὅ,τι πάσχουν ὅλοι οἱ νόμοι. Καὶ οἱ ἐμβριθέστεροι τῶν νόμων περιέχουν διατάξεις, διὰ τὰς ὁποίας λυπούμεθα ἔπειτα· αὐτὸ δὲ τὸ νομοθέτημα δὲν εἶναι ἀφ’ ἑτέρου ἔργον τόσον αὐτοσχέδιον, ὡς ἤθελε νὰ παραστήσῃ ἄλλος Βουλευτής. Εἶναι ἔργον μεμελετημένον, καὶ ἐὰν ἔχῃ ἀτελείας, ἔχει ἀτελείας ὡς πᾶν ἀνθρώπινον. Μὴ ἀφήνωμεν εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἶναι ἀναπόφευκτον ν’ ἀφήσωμεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν διὰ τὴν ἐπιτροπὴν, τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς συντακτικὸν, καὶ, σᾶς βεβαιῶ, ἐπὶ τῶν συντακτικῶν ζητημάτων εἶμαι—μεταχειρίζομαι τὴν γαλλικὴν φράσιν διότι δὲν εὑρίσκω προχείρως τὴν ἀνάλογον ἑλληνικὴν — très coulant. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι πρέπει ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, ἢ ἐν ἄλλῳ, νὰ τεθῇ, ὅτι μετέχουσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν οἱ ἐν τῷ ἄρθρῳ δεῖνα ἀναφερόμενοι, εἶναι εὐκολώτατον· νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι περιττόν.
§129ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Μετὰ τὴν λέξιν «οἰκονομικὸν ἔφορον» νὰ τεθῇ «ἑκάστης ἐπαρχίας».
§130ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἐπροτίμων νὰ μὴ τὸ δεχθῶ αὐτό. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§132ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἀνεπτύχθησαν διάφοροι ἰδέαι. Ἐπειδὴ δ’ ἐγὼ ἀνέκαθεν ἤμην ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἤμην τῆς γνώμης, ὅτι τὰς λεπτομερείας ἔπρεπε νὰ βελτιώσωμεν, δὲν ἠθέλησα νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Οὐχ ἧττον ἐπρόσεξα εἰς ὅλα τὰ λεχθέντα, καθόσον ἐσχετίζοντο μὲ τὰς λεπτομερείας. Τὸ νομοσχέδιον μόνον σκοπὸν ἔχει τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τοῦ ὡρισμένου ποσοῦ. Ἐκ τῶν προταθεισῶν ἰδεῶν μίαν ἰδέαν, διαφωνοῦσαν ῥιζικώτερον πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, ἤκουσα· τὴν γνώμην, ἣν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ἀνέπτυξεν. Ἡ γνώμη αὕτη ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς συμπράξεως ἐν τῇ διανομῇ τοῦ ποσοῦ τούτου τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὰς λεπτομερείας, οὔτε θέλω νὰ ἐκφέρω γνώμην ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπρόσεξα εἰς τὸ λεχθὲν καὶ διεῖδον, ὅτι ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας παρουσιάζεται ὡς ἔχουσα γνώμην τινὰ ἰδίαν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς, συνάμα δὲ, ἐξ ὅσων ἀντελήφθην, παρουσιάζεται καὶ ὡς εὑρισκομένη εἰς στενοχωρίας καὶ εἰς ἀνάγκας. Ἡ συζήτησις, ἥτις ἔλαβε χώραν χθὲς, μοὶ ὑπέμνησε πληροφορίαν, ἣν εἶχον πρὸ ἡμερῶν, ὅτι ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπόμνημα, δι’ οὗ, ἐκθέτουσα τὴν ἰδίαν ἑαυτῆς θέσιν, ἔθιγε καὶ τὸ ζήτημα τῆς διανομῆς τῶν 7,500,000 δραχμῶν. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα δὲν λύεται ὁριστικῶς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλ’ ἐν ἀπωτέρῳ χρόνῳ δύναται νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ τῶν βάσεων τῆς λειτουργίας τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐπειδὴ εἰς αὐτὸ βεβαίως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ ᾖναι πρόθυμος νὰ παρέξῃ τὴν συνδρομήν της, θὰ ἤθελον νὰ ἴδω τὸ ὑπόμνημα ἐκεῖνο, διὰ νὰ ἴδω, ἐὰν ἐκεῖ φέρεται λύσις λυσιτελεστέρα, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, νὰ καταθέσῃ τὸ ὑπόμνημα.
§133ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, δὲν θίγει ποσῶς τὸ ζήτημα τῆς συμπράξεως τῆς Τραπέζης εἰς τὴν διανομὴν τῶν βοηθημάτων τοῦ Κράτους ἀφορᾷ εἰς ἑαυτὴν καὶ τὰς ζημίας, ἃς ὑπέστη. Ἀγνοῶ ἐὰν ἦναι πολὺ κοινοβουλευτικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης νὰ δεχθῇ, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐκθέσεως ἀφορώσης τὰ συμφέροντα Τραπεζικοῦ καταστήματος προνομιούχου, ἐπειδὴ δὲν εἶναι μὲν τὸ ὑπόμνημα πειθαρχικὴ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, περὶ ἧς ὀρθότατα ἐλέχθη, ὅτι δὲν προσάγεται εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι δὲ μόνον ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντα τῆς Τραπέζης, θὰ σπεύσω μὲν νὰ ὑποβάλω τὸ ὑπόμνημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ μόνον, ἐὰν λάβω τὴν συγκατάθεσιν τῆς εἰρημένης Τραπέζης.
§134ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ βεβαίως νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν αἴτησίν μου, ἐὰν ἔχῃ ἀντίῤῥησιν ὁ κ. Ὑπουργός.
§135ΣΤΡΕΙΤ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν ἄλλην, παρὰ τὴν ἐκ λεπτότητος ὀφειλομένης εἰς τὴν προνομιοῦχον Τράπεζαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§137ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐδῶ ἤθελον προσθέσει, συνεπείᾳ τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ, ἡ ὁποία δι’ ὅλους μας εἶναι συμπαθής,—διότι ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς συμπαθεῖ πολὺ εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν,—ἐκεῖ, ὅπου λέγει τὸ ἄρθρον «ὅτε καὶ ἐκβιασθήσονται, ἐν περιπτώσει ὑπερημερίας, εἰς τὴν πληρωμὴν ὑπὸ τοῦ οἰκείου ἐπαρχιακοῦ ταμείου κατὰ τὸν περὶ καθυστερούντων δημοσίων ἐσόδων νόμον», νὰ προστεθῇ: «ἀποκλειομένης τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως διὰ προσωπικῆς κρατήσεως διὰ ποσὰ κατώτερα τῶν δραχμῶν 100».
§138ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τροπολογίαν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως· νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «καταργουμένης τῆς προσωπικῆς κρατήσεως», διότι θὰ ἦναι σκληρὸν καὶ ἀπάνθρωπον, ἐνῷ δίδεται τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς ἀνθρώπους πτωχοὺς διὰ νὰ ἠμπορέσουν ν’ ἀναλάβουν τὰς ἐργασίας των, νὰ ῥίπτωνται εἰς τὰς φυλακὰς, ἐὰν μετὰ ἓν ἔτος δὲν ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσουν.
§139ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴμεθα ὅλοι ἀντιπαθεῖς πρὸς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, τὴν διατηροῦμεν ἐν τούτοις ἐν τῇ νομοθεσίᾳ μας, προκειμένου περὶ δημοσίων ἐσόδων, ἀλλὰ καὶ λόγῳ πρακτικῷ, ὅτι ἀκόμη δὲν ἐφθάσαμεν κοινωνικῶς εἰς τὸ σημεῖον, ὅπως δυνηθῶμεν ν’ ἀπαλλαγῶμεν τοῦ ἐφιάλτου αὐτοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἡ προσωπικὴ κράτησις βεβαίως, κατ’ ἐμὲ, δὲν πρέπει νὰ ἦναι τὸ σύνηθες μέσον τῆς ἐκβιάσεως. Βεβαίως ἔχει τι τὸ ἀπεχθές. Γνωρίζομεν ἄλλως τε ὅλοι πολὺ καλὰ καὶ τὰς θεωρίας κατὰ τοῦ ἐκβιαστικοῦ τούτου μέσου. Καὶ ἐγώ, ὡς διοικητὴς τῆς Τραπέζης, ὅταν φυλακίζωνται ἄνθρωποι δι’ ὀφειλὴν πρὸς τὴν Τράπεζαν, διατάσσω τὴν ἀποφυλάκισίν των· τὴν κατάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως δὲν ἔχω ἐν τούτοις τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς ὑποδείξω, οὔτε φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ διαγράψητε ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἐὰν ἐπιθυμῆτε νὰ διασώσητε ἄξιον λόγου ποσὸν ἐκ τοῦ διατεθησομένου.
§140Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ῥιζικῶς ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἀλλ’ ἀρκοῦμαι σήμερον εἰς τὴν μίαν παραχώρησιν. Εἶναι τὸ πρῶτον κτύπημα, καὶ βλέπομεν.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§142Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, κατόπιν συζητήσεως, εἶχον προτείνει, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδέχθη, ἀλλ’ ἕνεκα θορύβου, ὁ ὁποῖος ἐγένετο, δὲν εἶχεν ἀναγραφῆ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑπομνήσω, ἵνα ἀναγραφῇ σήμερον· δηλαδὴ ἐγεννήθησαν ἀμφιβολίαι, μὴ τυχὸν ὁ νόμος τῆς 8 Ἰανουαρίου 1897 τροποποιεῖται.
§143ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι.
§144Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ. Τὸ ἐνθυμοῦμαι. Δὲν ἐσημειώθη εἰς τὰ πρακτικά. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δεχθῇ,—ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη—νὰ σημειωθῇ, ὅτι προτάσει τοῦ Βουλευτοῦ δεῖνα ἡ Βουλὴ ἐρωτηθεῖσα ἐδέχθη, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου τηροῦνται ἐν ἰσχύϊ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τῆς 8 Ἰανουαρίου 1897. Δὲν ἠξεύρω, ἂν δὲν ἀρέσκῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§145ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι προὐτάθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν καὶ ἐγένετο δεκτὸν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἐδέχθη δὲ καὶ ἡ Βουλή, καὶ νὰ σημειωθῇ.
§146ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ σημειωθῇ, παρακαλῶ.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9, προτάσει τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ἡ δὲ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅτι «καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου τηροῦνται ἐν ἰσχύϊ ἀμείωτοι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΒΥΞΑʹ τῆς 8 Ἰανουαρίου 1897».
§148ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§150ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶχον ὑποβάλει τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 10, διὰ τὴν ὁποίαν, νομίζω, εἶχον σύμφωνον καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§151ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μὲ τὴν εἰλικρίνειαν, τὴν ὁποίαν νομίζω καθῆκον παντὸς ἀνθρώπου, περιλαμβανομένων καὶ τῶν πολιτευομένων, παρατηρῶ ὅτι ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν συνέταξεν ὁ κ. Καραπάνος, εἶναι καλλιτέρα τῆς διατυπώσεως, ἡ ὁποία εἶχε δοθῆ ἀπὸ ἐμὲ μετὰ τῶν συνεργασθέντων μετ’ ἐμοῦ κυρίων Βουλευτῶν, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὴν δεχθῶ.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἀντὶ τοῦ ἄρθρου 10 νὰ τεθῇ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καραπάνου.
§153ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§154ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
§155ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 10. Ἡ ἐν λόγῳ παρὰ τῇ Τραπέζῃ ἔντοκος κατάθεσις, ἰδιοκτησία οὖσα τοῦ Κράτους, προορίζεται ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργίας καὶ κτηνοτροφίας. «Διὰ νόμου δύναται νὰ ὁρισθῇ ἡ ἀπόδοσις τῆς ἐντόκου καταθέσεως εἰς ἑτέραν ἑταιρίαν, κτηματικὴν ἢ γεωργικήν, πρὸς διάθεσιν αὐτῆς εἰς δάνεια γεωργικὰ ἢ κτηματικά, εἴτε κατὰ τὴν λῆξιν τῆς δεκαετοῦς προθεσμίας, εἴτε καὶ πρὸ αὐτῆς. Κατὰ τὴν τελευταίαν δὲ ταύτην περίπτωσιν ὁ ἀπ’ ἀρχῆς ὑπὸ τῆς Τραπέζης καταβλητέος τόκος θέλει περιορισθῆ ἀναλόγως τῆς διαρκείας τῆς καταθέσεως, συμφώνως πάντοτε πρὸς τὴν περὶ τούτου κλίμακα τῶν παρὰ τῇ αὐτῇ Τραπέζῃ ἐντόκων καταθέσεων. «Ἐν περιπτώσει ἀποδόσεως ὑπὸ τῆς Τραπέζης κατὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ ἀνωτέρω ἐδαφίου τῶν ἐν χερσὶν αὐτῆς κεφαλαίων, θέλουσι συμψηφισθῆ πάντα τὰ ὑπ’ αὐτῆς διατεθειμένα, συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρ. 9, εἰς χορηγήσεις πρὸς γεωργοὺς, κτηματίας καὶ κτηνοτρόφους ποσὰ, ἐφ’ ὅσον δὲν ἤθελον κριθῆ ἐπισφαλῆ ὑπὸ διαιτητικῆς ἐπιτροπῆς, ἧς τὸ ἓν μέλος διορίζει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ ἕτερον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὑπὸ τὴν ἐπιδιαιτησίαν τοῦ προέδρου τῶν ἐφετῶν Λαρίσης».
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν τοῦ κ. Καραπάνου, ὡς ἄρθρον 10, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Τράκας ἔχει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
§157ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχει, νομίζω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προτείνῃ ἄλλο ἄρθρον.
§158ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἄρθρον τὸ ἀναγνωσθὲν χρήζει τροποποιήσεως, μετὰ μίαν εὔστοχον παρατήρησιν τοῦ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ. Τὸ ἄρθρον νομίζω ὅτι εὐστοχώτερον ἀποβαίνει, τροποποιούμενον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἅπασαι αἱ πράξεις καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ προβλεπόμενα ἐν τοῖς ἄρθροις 2, 3, 4 καὶ 5 τοῦ παρόντος νόμου...» Νὰ παρεντεθῇ δηλαδὴ ἐκεῖ «καὶ 5», διότι καὶ ἐκεῖ γίνεται λόγος περὶ πράξεων. Μετὰ δὲ τὸ «τοῦ παρόντος νόμου» νὰ τεθῇ «καὶ ἡ ἐξόφλησις τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 ἀναφερομένων ἐνταλμάτων» (διότι δὲν εἶναι λογικὸν νὰ βαρύνωμεν αὐτὰ τὰ χρήματα μὲ δαπάνας χαρτοσήμου, δηλαδὴ τὰ ἐντάλματα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ εἰσπράξῃ ἡ Τράπεζα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπράξῃ,) «καὶ τῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν κατὰ τὸ ἄρθρον 8 ἀποδόσεων ἀπαλλάσσονται τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου». Νὰ μὴ ἀπαιτῆται φόρος χαρτοσήμου διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναλαμβάνῃ ἡ Τράπεζα παρὰ τῶν ταμιῶν ἐξ εἰσπράξεων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἤθελε νὰ κάμῃ γενικωτέραν διάταξιν, ἤθελε ν’ ἀπαλλάξῃ τουτέστι τοῦ φόρου χαρτοσήμου καὶ τὰς ἀποδείξεις ἐντόκου καταθέσεως, τὰς ὁποίας θὰ ἐκδίδῃ ἡ Τράπεζα, καὶ τὰ συμβόλαια ἢ τὰ γραμμάτια, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Τράπεζα ἤθελε δανείσει αὐτὰ τὰ ποσὰ, καὶ τὰς ἐξοφλήσεις καὶ τὰ λοιπά. Αὐτὰ δὲν τὰ νομίζω εὔστοχα. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ καταστήσωμεν πολὺ γενικὴν τὴν ἀτέλειαν. Ἔχω, σᾶς ὁμολογῶ, προσωπικῶς ἀντιπάθειάν τινα κατὰ τῶν ἀπαλλαγῶν καὶ ἐξαιρέσεων ἀπὸ τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου, καὶ ἐν γένει κατὰ τῶν φορολογικῶν προνομίων, ὀφείλομεν δὲ σήμερον ἄλλως τε νὰ ἤμεθα ἁβρόφρονες, καίτοι προστίθεται μία νεωτέρα ἐργασία, τέως μὴ ὑπάρχουσα, χρήζουσα χαρτοσημάνσεως. Ἐπιθυμῶ νὰ ἦμαι εἰς θέσιν ἀπέναντι τῶν ἐλεγκτῶν νὰ εἴπω, ὅτι τὸ μέτρον ἐλήφθη ἐν στενωτάτῳ μέτρῳ, περὶ εὐποιΐας προκειμένου.
§159ΤΡΑΚΑΣ. Ὡς ἄρθρον 11 νὰ ἔλθῃ ἡ ἰδική μου τροπολογία.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὕτη θὰ ψηφοφορηθῇ ὡς ἄρθρον 12. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τώρα ἔρχεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τράκα, ὡς ἄρθρον 12.
§161ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς πιστώσεως ταύτης δραχμαὶ διακόσιαι χιλιάδες διατίθενται, ὅπως διανεμηθῶσι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος καὶ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ἐν Λαμίᾳ ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων τῶν παραμεθορίων δήμων Πτελεατῶν, Κρεμαστῆς Λαρίσης, Φαλάρων καὶ Παραχελωϊτῶν τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, τοὺς ὡς ἐκ τοῦ πολέμου καὶ ἐκ τῆς εἰσβολῆς ἐν αὐτοῖς τουρκικοῦ στρατοῦ παθόντας ζημίας καὶ καταστάντας ἀνικάνους οἰκονομικῶς εἰς ἐπανάληψιν τῶν πρὸ τοῦ πολέμου ἐργασιῶν των εἰς συντήρησιν τῶν οἰκογενειῶν των.»
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§163ΤΡΑΚΑΣ. Πῶς δὲν παρεδέχθη; (θόρυβος). Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ, ἂν παραδέχεται τὴν τροπολογίαν μου, καὶ κατὰ πόσον. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἑτοίμη νὰ παραδεχθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν πρότασιν (θόρυβος).
§164ΦΩΝΑΙ. Παρακάτω, κύριε Πρόεδρε.
§165ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν ἐτελείωσε ἡ συζήτησις, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ λύσωμεν ἐκ συναρπαγῆς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον χρήζει προσοχῆς. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐμμένει πάντοτε εἰς τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῶσι, σχετικῶς πρὸς τὴν ἀπονομὴν βοηθημάτων εἰς τοὺς παθόντας ἐκ τῆς καταλήψεως τῶν Τούρκων, καὶ οἱ δῆμοι τῆς Φθιώτιδος, ὅτοι ἔπαθον ἐκ πανικοῦ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σταθῶμεν εἰς τὴν πρώτην γραμμήν, καὶ τὰ 4 ἢ 5 χωρία, ὅσα εἶναι τὰ χωρία τῆς Φθιώτιδος, τὰ ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ καταληφθέντα καὶ ἐν μέρει καταστραφέντα, ταῦτα μόνα νὰ μετάσχωσι τῶν εὐεργετημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀπονέμομεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, κατὰ μέτρον ἀνάλογον. Ὑποθέτω ὅτι ὑπὲρ τῶν χωρίων αὐτῶν ἡ διάθεσις ποσοῦ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, καθ’ ὃν γίνεται ἡ διάθεσις ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν, 40,000 δραχμῶν περίπου, ἢ καὶ 50,000, ἔστω, τίθησι τὸ δίκαιον εἰς τὴν θέσιν του.
§166ΤΡΑΚΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ... (θόρυβος). Παρακαλῶ· Θὰ προσθέσω τι νέον. Τὸ ζήτημα παρέστησα κατ’ ἐπανάληψιν πολλάκις, καὶ ἡ Βουλὴ ἐδέχθη... (θόρυβος καὶ νέαι διακοπαί).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος.
§168ΤΡΑΚΑΣ. Περίεργον πρᾶγμα! Ἀπέδειξα ὅτι ὅλοι οἱ δῆμοι τῆς Φθιώτιδος, οἱ παραμεθόριοι, ἔπαθον, ὅπως ἡ Θεσσαλία. Λοιπὸν εἶναι δίκαιον, εἰς τοὺς παθόντας ζημίας κατοίκους νὰ δώσωμεν τὰ μέσα, ὅπως δυνηθῶσι νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς ἐργασίας των καὶ δώσωσιν ἄρτον εἰς τὰς οἰκογενείας των. Βλέπετε ὅτι, ἐνῷ ἐδικαιοῦτο ἡ Φθιῶτις ἐκ τῶν δέκα ἑκατομμυρίων νὰ λάβῃ τὰ δύο, ἡμεῖς δὲν ἐζητήσαμεν τὰ δύο, ἠρκέσθημεν εἰς 200,000 δρ. μόνον. Θὰ πεθάνουν τῆς πείνης! (διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος). Κύριοι, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν. Δὲν ἐπάθομεν; Πῶς μᾶς ἐγκαταλείπετε; Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς τὸ τελευταῖον αὐτὸ μέτρον· 40 καὶ 50 χιλιάδες εἶναι ὅλως περιτταί. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ δώσῃ οὔτε λεπτόν! Εἶναι προτιμότερον. Ἡ Φθιῶτις δυστυχῶς εἶναι διαγεγραμμένη, φαίνεται, ἀπὸ τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικόν! Παρακαλῶ λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κύριε Πρωθυπουργὲ, νὰ δεχθῆτε τὴν πρότασίν μου, ὅπως ἔχει· ἄλλως εἶναι περιττὸν ὅλως διόλου, ὅταν πρόκηται νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ μικρὸν αὐτὸ ποσὸν καὶ εἰς τὰ ὀλίγα αὐτὰ χωρία! Ἀφοῦ δὲν ἐκαλλιέργησαν τὰ κάτω χωρία, ἀφοῦ ἡ ζώνη εἶναι ἐντὸς τῶν χωρίων τῶν μενόντων ἔξω, πῶς τὰ ἐγκαταλείπετε; Ὅλη ἡ καταστροφὴ ἔγεινεν ἐκεῖ. Ἐδῶ δὲν πρόκειται νὰ τοῖς δώτητε χάρισμα· ἁπλῆ διευκόλυνσις θὰ γείνῃ, διότι θὰ τὰς ἐπιστρέψῃ καὶ τὰς 200,000 δραχ. ἡ Φθιῶτις. Πιθανὸν ἀπὸ τοὺς Θεσσαλοὺς νὰ μὴ ἐπιστραφῶσιν, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς Φθιώτας θὰ ἐπιστραφῶσι. Νομίζω ὅτι εἶναι ἄδικον μέγα, ν’ ἀποκρουσθῇ ἡ πρότασίς μου. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ λύσιν δικαίαν καὶ ἐμπρέπουσαν. Δὲν πιστεύω νὰ ἦναί τις ἐξ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, ὅστις δὲν θὰ δεχθῇ νὰ δοθῇ αὐτὸ τὸ ποσόν. Εἰς πόσους κατοίκους νομίζετε ὅτι θὰ δοθῇ; Εἰς χιλίους τοὐλάχιστον. Ὥστε ἀπὸ 300 μέχρις 100 δραχμῶν θὰ γείνῃ ἡ ἀναλογία. Δὲν ἐδώσαμεν εἰς αὐτοὺς οὔτε ψωμί, οὔτε τοὺς φόρους ἐχαρίσαμεν, ἐνῷ ἀνεξαιρέτως εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς ἐχαρίσαμεν τοὺς φόρους, ἐχορηγήσαμεν βοηθείας καὶ ἄρτον καὶ τόσα ἄλλα, καὶ ἀναμφιβόλως πλείστας ἀκόμη παροχὰς χρηματικὰς θὰ κάμωμεν εἰς αὐτούς. Εἰς τοὺς Φθιώτας ὅμως δὲν θὰ δώσωμεν ἢ δάνειον ἐλάχιστον. Ἐὰν δὲ καὶ τοῦτο ἀρνηθῶμεν, ἢ δώσωμεν εἰς ὀλίγους, καὶ οὐχὶ εἰς πάντας τοὺς ζημιωθέντας, τότε ἐγκαταλείψατέ τους ὅλως διόλου, ἵνα τιμωρηθῶσι, διότι καὶ κατὰ τὸ 1854 καὶ κατὰ τὸ 1867 καὶ κατὰ τὸ 1878 μέχρι τῆς ἑνώσεως τῆς Θεσσαλίας μετὰ τῆς Ἑλλάδος πρωτηγωνίστησεν ἡ Φθιῶτις, καὶ ἐχορήγησεν ἄσυλον καὶ ἄρτον εἰς τὰς προσφυγούσας τότε ἐκεῖ Θεσσαλικὰς οἰκογενείας.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τράκα ὑπετροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς ἑξῆς: «Ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ παρόντος νόμου δρ. 50,000 θέλουσι διατεθῆ ὑπὲρ τῶν δεομένων συνδρομῆς κατοίκων τῶν χωρίων τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, τῶν ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ καταληφθέντων. «Εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ καταλόγου θέλουσι συμπράξει αἱ δημόσιαι ἀρχαὶ τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος, καὶ εἰς τὴν ἀπονομὴν καὶ ἀνάληψιν τὸ ἐν Λαμίᾳ ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.»
§170ΤΡΑΚΑΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι δῶρον ἄδωρον, καὶ προτιμότερον νὰ μὴ δοθῇ (Θόρυβος).
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν ὑποτροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἄρθρον 12, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, εἰς τρίτην συζήτησιν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Θέλετε νὰ ἐξακολουθήσωμεν;
§172ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 40′ μ. μ.