1898.03.14
876 στίχοι · 6.552 λέξεις · 96 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
τῆς 14 Μαρτίου 1898.
(Σάββατον)
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πλεῖστοι ἔγκριτοι πολῖται τῆς Ζακύνθου διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ σοβαρὰ μέτρα πρὸς ἐπαναφορὰν τῆς ἀπό τινος αὐτόθι διασαλευθείσης δημοσίας ἀσφαλείας.
§2Δ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἀναφέρει, ὅτι προχθές, Πέμπτην, ὥραν 8 μ. μ., ἐν κεντρικῷ μέρει τῆς πόλεως Ζακύνθου διεπράχθη ληστεία. Περὶ τῆς ἀληθείας τῆς καταγγελλομένης πράξεως δὲν δύναμαι ν’ ἀμφιβάλλω, διότι πάντες οἱ ἔγκριτοι κάτοικοι τῆς Ζακύνθου, ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς ἀποχρώσεως, εἶναι ὑπογεγραμμένοι εἰς τὸ τηλεγράφημα. Δὲν συνέβη δὲ μόνον τὸ διὰ τοῦ τηλεγραφήματος καταγγελλόμενον ἐν Ζακύνθῳ, ἀλλὰ τρεῖς διεπράχθησαν ληστεῖαι ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος· ἡ πρώτη κατὰ τοῦ Καρούσου πρὸ καιροῦ, ἡ ὁποία καὶ ἐτιμωρήθη δεόντως, ἡ δευτέρα ἐγένετο ἐναντίον ἑνὸς Ἀντωνίου Καίσαρος, ὁ ὁποῖος καὶ ἐφονεύθη ἐν τῇ οἰκίᾳ του μετὰ τῆς συζύγου του, οἱ δὲ δρᾶσται τῆς πράξεως δὲν ἀνεκαλύφθησαν, καὶ τρίτη ἔρχεται ἤδη ἡ περὶ ἧς τὸ τηλεγράφημα ληστεία. Ἐκτὸς δὲ τούτων καθημερινῶς ἔχομεν διαφόρους ἐν Ζακύνθῳ νυκτοκλοπάς. Μὴ γινώσκων τὰ καθέκαστα τοῦ τελευταίου ἐγκλήματος, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλήν, τί περὶ τούτου ἡ ὑπηρεσία ἀνέφερεν εἰς αὐτόν, καὶ συγχρόνως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐν Ζακύνθῳ ἀπὸ πολλοῦ ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἔχει διασαλευθῆ, τοῦτο δὲ προέρχεται ἐκ τῆς μὴ ἐπαρκοῦς δυνάμεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον ἕνεκα τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ὑπηρετοῦσιν ἐκεῖ· διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, καὶ ὡς ἐν ταῖς ἐγχωρίοις ἐφημερίσιν ἀναφέρεται, πολλὰ τῶν ὀργάνων τῆς δημοσίας ἀσφαλείας δυστυχῶς λαμβάνουσι μέρος εἰς τὰς πράξεις τῶν κακοποιῶν στοιχείων τοῦ τόπου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀπομακρύνῃ τῆς ὑπηρεσίας τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συμπράττουσι μετὰ τῶν κακοποιῶν στοιχείων, καὶ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐν Ζακύνθῳ δύναμιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας.
§3Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δύο προγενεστέρας ληστείας, περὶ ὧν ἐποιήσατο λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτής, βεβαίως τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ παρελθόν, καὶ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ κρίνω οὔτε κατὰ τίνα τρόπον ἐγένετο, οὔτε διὰ τίνα λόγον. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν, τὴν λαβοῦσαν χώραν προχθές, ἀληθῶς ἐν τῇ Βουλῇ εὑρισκόμενος ἔλαβον γνῶσιν ἐξωδίκως, ὅτι ἀφίκετο ἐκ Ζακύνθου τηλεγράφημα, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς διαφόρους ἐφημερίδας, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀνεγράφετο, ὅτι ἔλαβε χώραν ληστεία τὴν 8ην ἑσπερινὴν ὥραν τῆς παρελθούσης Πέμπτης ἐν τῷ κεντρικωτέρῳ μέρει τῆς πόλεως. Ἀμέσως ἀπέστειλα ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κ. Διευθυντὴν τοῦ τηλεγραφείου, ζητῶν νὰ μοὶ ἀποστείλῃ ἀντίγραφον τοῦ τηλεγραφήματος, ἔλαβον δ’ εἰς ἀπάντησιν ἐκ τοῦ τηλεγραφείου σημείωσιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ εἶδον, ὅτι ἔλαβε χώραν ληστεία, ἀλλ’ ἄνευ λεπτομερειῶν, καὶ ὅτι τὸ τηλεγράφημα ἔφερε πολλὰς ὑπογραφάς. Ἐντεῦθεν ἀμέσως ἀπηύθυνα τηλεγράφημα πρὸς τὸν ἀστυνόμον Ζακύνθου, προσκαλῶν αὐτὸν νὰ ἀναφέρῃ αὐθωρεί, τί ἔλαβε χώραν αὐτόθι, καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν ἠμέλησε ν’ ἀναφέρῃ· συγχρόνως δὲ ἀπέστειλα ἕτερον τηλεγράφημα πρὸς τὸν ἀστυνόμον Πατρῶν, παραγγέλλων αὐτῷ νὰ ἀναχωρήσῃ ἀμέσως εἰς Ζάκυνθον, ὅπως ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις διά τε τὸ γενόμενον ἔγκλημα καὶ διὰ τὴν συμπεριφορὰν τοῦ ἀστυνόμου Ζακύνθου. Παρὰ τοῦ ἀστυνόμου Ζακύνθου, ἐκ τῶν καλλιτέρων ἀξιωματικῶν, ὑπολοχαγοῦ Πολυμενάκου ἔλαβον τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν (ἀναγινώσκει): «Χθὲς ἐννάτην ἑσπερινὴν ὥραν χρυσοχόος Ντόζης Σπυρίδων, μεταβαίνων εἰς οἰκίαν του καὶ φέρων κιβώτιον μὲ διάφορα κοσμήματα, ἀξίας 1000 δραχμῶν, ἐτραυματίσθη διὰ ῥοπάλου εἴς τινα σκοτεινὴν πάροδον ὑπὸ τριῶν ἀγνώστων, οἵτινες ἀφῄρεσαν καὶ κιβώτιον καὶ ἐτράπησαν εἰς φυγήν. Ἐνεργοῦνται δέοντα.» Ταῦτα εἶναι τὰ μέχρι τοῦδε γνωστά. Τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τῆς ἀνακρίσεως, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω νὰ ἔχω αὔριον, θέλω ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κατέθηκε τὰ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Βόλου κ. Ν. Σχινᾶ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ζητηθέντα ἔγγραφα περὶ τῆς ἐν τῇ περιφερείᾳ Ἀττικῆς ἀνθρακοποιΐας.
§5ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἓν ἀδίκημα λαμβάνει χώραν, εἰς βάρος γονέων τινῶν στρατευσίμων τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1897. Κατὰ τὰς μάχας τοῦ τελευταίου ἀτυχοῦς πολέμου ἐφονεύθησαν πολλοὶ στρατιῶται, ἀλλ’ οἱ γονεῖς αὐτῶν, μὴ γνωρίζοντες ἐὰν πράγματι ἐφονεύθησαν ἢ ἠχμαλωτίσθησαν ἢ ἐλιποτάκτησαν, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ κάμωσι προσφυγὴν ἀπαλλαγῆς κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰουνίου, ὅτε γίνεται ἡ κλήρωσις, διὰ τοὺς κληρωθέντας υἱούς των. Κατὰ συνέπειαν κατετάχθησαν οὗτοι εἰς τὸν στρατόν. Μετὰ τὴν προσωρινὴν ὅμως ἀνακωχήν, ἥτις ἐγένετο τὴν 7 Μαΐου, καὶ τὴν ἐπάνοδον τῶν αἰχμαλώτων καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως, ὑπεβλήθη κατάλογος τῶν φονευθέντων καθὼς καὶ τῶν ἐν νοσοκομείοις ἀποβιωσάντων ἀνδρῶν. Ἔρχονται δὲ ἤδη οἱ γονεῖς νὰ ὑποβάλωσι τὴν σχετικὴν περὶ ἀπαλλαγῆς αἴτησιν, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία ζητεῖ, ἕνεκα τοῦ ἐκπροθέσμου, νὰ καταθέσωσι τὸ πρόστιμον τῶν 155 δραχμῶν, ὅπερ ὁ στρατολογικὸς νόμος ὁρίζει. Τοῦτο βεβαίως εἶναι ἄδικον, διότι οὔτε οἱ γονεῖς εἶχον καιρὸν νὰ λάβωσι πληροφορίας, οὔτε ἡ ὑπηρεσία ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζῃ ποῖοι ἐφονεύθησαν καὶ ποῖοι δὲν ἐφονεύθησαν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δεχθῇ, ὅπως ἀπαλλαχθῶσι τοῦ προστίμου αὐτοῦ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τοιούτου λόγου δὲν ἠδυνήθησαν ἐγκαίρως νὰ κάμωσι τὴν προσφυγήν των.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σάκκης καὶ Σάλμας ἀπευθύνουσι τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν πρὸς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ Οἰκονομικῶν. «Παρακαλοῦνται οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, τίνα μέτρα περὶ τῆς ἐν Καλάμαις Μονῆς τῶν καλογραιῶν, ἥτις χρησιμεύει ἅμα καὶ ὡς Μεταξοϋφαντικὴ Σχολή, ἔλαβον, μετὰ τὴν κατεδάφισιν τῶν ἐν Καλάμαις ἐργαστηρίων, καθόσον ἡ Μονὴ αὕτη δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἰδίας αὐτῆς ἀνάγκας, καὶ θέλει καταστραφῆ οὕτω κοινωφελέστατον ἵδρυμα, ἐξ οὗ ἀποζῶσιν ἑκατοντάδες οἰκογενειῶν.»
§7Π. ΡΑΖΕΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Νάξου συνάδελφος, θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ἀνάγκης μιᾶς διορθώσεως τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 60 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ποιεῖται ἔφεσιν τῶν ἀποφάσεων τῶν Στρατολογικῶν Συμβουλίων εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὁσάκις ἡ ἀπόφασις αὐτῶν δὲν ἦναι ὀρθή. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο περιορίζει τὴν δικαιοδοσίαν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, διότι χορηγεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως, μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρχῃ παρερμηνεία τοῦ νόμου, ἀφήνει δὲ τὸ ζήτημα, ὁσάκις ἐπὶ τῆς οὐσίας τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον ἀποφανθῇ οὐχὶ ὀρθῶς· καὶ γνωρίζω ὡρισμένας περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀποφάσεις τῶν Στρατολογικῶν Συμβουλίων, ἐκδοθεῖσαι παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ διορθωθῶσι, διότι ὑπῆρχεν ἡ ἀτέλεια αὕτη τοῦ νόμου. Μετὰ τοῦτο ἔρχομαι εἰς ἄλλο ζήτημα. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ ἐκ Βόλου ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Φιλαρέτου ὑπεβλήθη σχέδιον νόμου περὶ ἀσυμβιβάστου δημοσίων θέσεων καὶ ἄλλων ἀξιωμάτων, τὸ ὁποῖον ἦτο ὑπογεγραμμένον καὶ ὑπὸ τῶν κ. κ. Μαστραπᾶ, Παπαμιχαλοπούλου καὶ ἐμοῦ· τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τότε, ἀποβλέπει δὲ εἰς τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ ἀξιώματος τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος καὶ πρὸς διαφόρους θέσεις καὶ ἀξιώματα. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 47 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, νὰ ἀναγράψῃ αὐτὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ δημοσίων ὑπολόγων καὶ περὶ κανονισμοῦ τῶν σχετικῶν αὐτοῖς ὑπηρεσιῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ὡς ἔχει).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§10ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω,—διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι—ἐὰν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐκ τοῦ καταστατικοῦ του κέκτηται τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ προσωπικὴν κράτησιν.
§11ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραστάσεως ἐπὶ δικαστηρίων τῶν δήμων.
§13ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς θὰ ὁμιλήσητε;
§15ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐπὶ τοῦ σχεδίου δηλ. τῆς ἐπιτροπῆς.
§16Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις, διότι εἶναι ἄλλη ἀρχή. Εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν νέα ἀρχὴ δὲν δύναται νὰ ὑποκατασταθῇ.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ παλαιὸν νομοσχέδιον.
§18Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χωρισθῇ; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετεῤῥυθμίσθη ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ, δύναται νὰ συζητηθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, καίτοι περιέχει τροποποιήσεις. Ἀλλὰ νὰ εἰσαχθῶσι νέαι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν περιλαμβάνονται οὔτε εἰς τὸ κείμενον οὔτε εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, δὲν δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο.
§19Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ εἶναι ἀρκετὰ σοβαραί· διότι, ἀφοῦ ἡ ἀρχὴ ἐγένετο δεκτή, δὲν δύναται ἢ μόνον τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου νὰ γένωνται. Ἄλλως, ἐὰν ἐπὶ νέων βάσεων πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κύριος Βουλευτὴς, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν.
§20ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς ἑκάστου νομοθετήματος δύναται νὰ συζητηθῇ καὶ κατὰ τὰς τρεῖς ἀναγνώσεις· δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ νὰ συζητήσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς προτεινομένας τροποποιήσεις τοῦ νομοσχεδίου, αἵτινες ἐγένοντο παρ’ ἐπιτροπῆς, καὶ αὐταὶ δύνανται νὰ συζητηθῶσι, διότι τὸ νομοσχέδιον, ὡς τὸ παρεδέχθη εἰς τὰς δύο πρώτας ἀναγνώσεις ἡ Βουλή, παρεπέμφθη παρὰ τῆς Βουλῆς εἰς ἐπιτροπήν. Διατὶ παρεπέμφθη; δὲν παρεπέμφθη ὅπως ἐπανέλθῃ τοιοῦτον, οἷον εἶχε συζητηθῆ· παρεπέμφθη, ὅπως βελτιωθῇ, ἢ καὶ ἐπανέλθῃ, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε τὸ ἐγκρίνει. Ἐπανερχόμενον μὲ τροποποιήσεις, εἶναι βεβαίως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη, τροποποιημένον ἔστω καὶ ῥιζικῶς. Ἑπομένως καὶ τὴν ἀρχὴν καὶ τὰς λεπτομερείας δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐν τῇ τρίτῃ ἀναγνώσει, χωρὶς νὰ προδικασθῇ, ἐννοεῖται, ἡ γνώμη οὐδενὸς ἐξ ἡμῶν.
§21Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως δύναται ῥιζικὰς μεταῤῥυθμίσεις νὰ φέρῃ ἡ ἐπιτροπὴ, ἀλλὰ ῥιζικὰς μεταῤῥυθμίσεις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη καὶ τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ νὰ ἔρχηται ἡ ἐπιτροπὴ καὶ νὰ εἰσάγῃ νέους ὅλως θεσμοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὸν δημοτικὸν νόμον, νὰ δίδωνται ἀγωγαὶ εἰς δημότας, οἱ ὁποῖοι θὰ δικαιῶνται νὰ ἐνάγουν τὸν δῆμον, νὰ παρεμβαίνουν εἰς δίκας μεταξὺ τρίτων καὶ δήμων, νὰ προκαλοῦν ἀποφάσεις, δι’ ὧν νὰ ἐπιβάλλωνται ὑποχρεώσεις εἰς τοὺς δήμους, καὶ ὅλον αὐτὸ τὸ πλῆθος τῶν νέων διατάξεων εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, οὔτε ἔγεινε ποτέ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡμεῖς θὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, αἱ δὲ προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς θὰ συζητηθῶσιν ὡς τροπολογίαι, τὰς ὁποίας δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποῤῥίψῃ ἢ ν’ ἀποδεχθῇ.
§23ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀποδέχομαι τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον προτίθεται νὰ θεραπεύσῃ κατεπειγούσας ἀνάγκας, τὸ δὲ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς τὸ ἀποκρούω καθ’ ὁλοκληρίαν, δι’ οὓς λόγους θέλω ἐκθέσει ὑμῖν. Ἐὰν λάβητε κατὰ σειρὰν καὶ ἀναγνώσητε μετὰ προσοχῆς ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ σχεδίου τούτου τῆς ἐπιτροπῆς, θέλετε ἴδει, ὅτι εἰσάγεται εἰς τὴν νομοθεσίαν εἷς νέος κῶδιξ, μία νέα δικονομία, ἄγνωστος τέως εἰς τὸν νομικὸν κόσμον, ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς παραστάσεως τῶν δήμων. Καὶ πρῶτον τὸ 1ον ἄρθρον τί νομίζετε ὅτι καθιεροῖ; ὅτι ὅλαι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ τοῦ Κράτους ὀφείλουσι κατὰ τὴν πρώτην αὐτῶν σύνοδον νὰ συνέλθωσι καὶ διορίσωσιν ἁπανταχοῦ δικηγόρους πληρεξουσίους, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι πολὺ δαπανηρὸν καὶ πάντη περιττόν. Εἶναι δῆμοι, οἵτινες δὲν ἔχουσι καμμίαν δίκην· ποίαν ἀνάγκην ἔχουσι νὰ δαπανῶσι καὶ νὰ διορίζωσι πληρεξουσίους; Ἔρχεται εἶτα τὸ ἄρθρον 2. Τοῦτο δὲν ἀρκεῖται μόνον εἰς τὸ νὰ διορίζωσιν ὅλοι οἱ δῆμοι πληρεξουσίους δικηγόρους δι’ ὅλα τὰ δικαστήρια, ἀλλ’ ἐπιτάσσει νὰ διορίζουν καὶ τρεῖς ἐκ τῶν τῆς πρώτης τάξεως δικηγόρων παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ ἕκαστος τῶν δήμων. Αὐτὸ εἶναι μία πολυτέλεια δαπάνης, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι μόνον ἐν τῇ πόλει καὶ τῷ δήμῳ τῶν Παρισίων ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ, οὐχὶ δὲ ἐν τοῖς δήμοις τῆς Ἑλλάδος. Ἔρχεται ἐπίσης τὸ 3ον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον εἶναι πάντη περιττὸν, διότι περὶ τῶν διατάξεων αὐτοῦ προνοεῖ ἡ κειμένη νομοθεσία. Ἡ κειμένη νομοθεσία προνοεῖ, τί πρέπει νὰ κάμῃ ὁ δῆμος, προκειμένου νὰ παρασταθῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, εἴτε ὡς ἐνάγων, εἴτε ὡς ἐναγόμενος, καὶ διαλαμβάνει νὰ συνέρχηται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, νὰ κάμνῃ ψήφισμα, νὰ διορίζῃ δικηγόρους καὶ νὰ τοὺς ἐγκρίνῃ ὁ νομάρχης. Κατόπιν ἔρχονται τὸ 5ον ἄρθρον καὶ τὸ 6ον, τὰ ὁποῖα οὐ μόνον περιττὰ εἶναι, ἀλλ’ εἰσάγουν καὶ νέας ἀρχὰς, νέους θεσμούς. Ἐνεθυμήθη, φαίνεται, ἡ ἐπιτροπὴ τὰ παρὰ Ῥωμαίοις καὶ τοῖς ἀρχαίοις Ἕλλησι γινόμενα, ὅτε ἕκαστος πολίτης ἠδύνατο νὰ ἐνάγῃ πάντας καὶ τὰ πάντα ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἀλλ’ αὐτὰ σήμερον οὐδεμίαν ἔχουσι πρακτικὴν σημασίαν. Ἑπομένως ἡμεῖς πρέπει νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὸ νὰ προλάβωμεν τοὺς κινδύνους, οἵτινες δύνανται νὰ γεννηθῶσιν εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις κατὰ τῶν συμφερόντων τῶν δήμων, ἀπειλουμένων ἀπὸ ἐκτάκτους περιστάσεις. Αἱ περιστάσεις αὗται εἶναι λίαν στεναὶ καὶ ὡρισμέναι· ἢ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἢ ὅταν τὸ ὑπάρχον δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ συνέλθῃ, ἢ ὅταν ἐπίκηται κίνδυνος ἄμεσος ἐκ πάσης ἀναβολῆς, τότε νὰ δύναται ὁ δήμαρχος καὶ ἄνευ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ νομάρχου νὰ παρίσταται καὶ ὁ ἴδιος καὶ νὰ διορίζῃ πληρεξουσίους, διὰ νὰ προστατεύῃ τὰ δημοτικὰ συμφέροντα. Πᾶσα ἄλλη περίπτωσις εἶναι ἐντελῶς περιττὴ, διότι τότε καθιεροῦμεν μίαν νομοθεσίαν ἄγνωστον τέως, πολυδαίδαλον, πολυδάπανον καὶ καταστρεπτικὴν μᾶλλον διὰ τοὺς δήμους. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα κατήρτισεν ἡ ἐπιτροπὴ, δὲν εἶναι ἀναγκαῖον, παρὰ μόνον τὸ ἕβδομον ἄρθρον, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τροποποιημένον, ὅπως τοὐλάχιστον ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ τὸ τροποποιήσω, διότι διὰ τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν εἰσάγω, δι’ ἑνὸς μόνου ἄρθρου θεραπεύονται ὅλαι αἱ κατεπείγουσαι ἀνάγκαι πρὸς παράστασιν τῶν δήμων εἰς τὰς ἐξαιρετικὰς αὐτὰς περιπτώσεις· ἐὰν δὲ μοὶ ἐπιτρέπετε, δύναμαι ν’ ἀναγνώσω τὸ μόνον τοῦτο ἄρθρον.
§24ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§25ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον). Νομίζω ὅτι οὕτω ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐνδεχόμεναι ἐξαιρετικαὶ καὶ κατεπείγουσαι περιστάσεις προλαμβάνονται. Τὴν γνώμην μου ταύτην ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς.
§26Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ τὴν πρώτην φορὰν, καθ’ ἣν συνεζητεῖτο τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἶπον τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν· οἱ λόγοι δὲ οἱ σπουδαιότεροι κυρίως ἦσαν δύο. Ὁ πρῶτος, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι διόλου ἐκλελεγμένα Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ ὅπου ἡ περιουσία τῶν δήμων ἐκείνων διατρέχει τὸν κίνδυνον ν’ ἀπολεσθῇ, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διορισθῶσι πληρεξούσιοι, ἵνα παραστῶσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἡ δευτέρα περίστασις εἶναι διὰ τοὺς δήμους ἐκείνους, εἰς οὓς ὑπάρχουσι μὲν Δημοτικὰ Συμβούλια, ἀλλὰ τῶν ὁποίων οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι, εἴτε διότι συνέπεσε νὰ μὴ γείνωσι νέαι ἐκλογαὶ, ὅπως ἀναπληρωθῶσιν, εἴτε διότι συνέπεσε νὰ ᾖναι ναυτικοὶ δῆμοι, τῶν ὁποίων τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀπουσιάζουν, δὲν δύνανται νὰ συνέλθουν. Ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ μέτρου ἐντελῶς προσωρινοῦ ὅταν μάλιστα ὁ ἐξ Εὐρυτανίας ἀξιότιμος Βουλευτής, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν εὐγλωττίᾳ, ὡμίλησε διὰ μακρῶν περὶ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ δήμων νόμου, καὶ πρὸς αὐτὸν τότε ἀπήντησα, ὅτι τὸ μέτρον εἶναι ἐντελῶς προσωρινόν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐν γένει μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ δήμων νόμου, νομίζω ὅτι θ’ ἀπῃτεῖτο μελέτη μακροχρόνιος, βάσανος ἱκανή, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νέον νομοσχέδιον, περιλαμβάνον πάσας τὰς τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐπενεχθῶσιν ἐπὶ τοῦ περὶ δήμων νόμου. Σήμερον πρόκειται περὶ μέτρου προσωρινῆς ἀνάγκης, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἐλήφθη, ἵνα προλάβωμεν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ἀπώλειαν τῆς περιουσίας δήμων τινῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται διὰ τοὺς δύο προῤῥηθέντας λόγους νὰ ἔχωσι Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐν ἐνεργείᾳ. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν ἀρχῆθεν νομοσχέδιον πληροῖ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ μόνον μία διάταξις, διότι, ὡς εἶπον καὶ τότε, ὑπάρχουσι πλὴν τῶν δήμων καὶ ἀγαθοεργὰ καταττήματα, ὑπάρχουσι καὶ ναοί. Τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα, ὡς γνωστόν, διευθύνονται ὑπὸ Ἀδελφάτων, οἱ δὲ ναοὶ ὑπὸ Ἐκκλησιαστικῶν Συμβουλίων· τούτων δὲ τοὺς πληρεξουσίους, ὁσάκις ἔχουν ἀνάγκην, διορίζει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ἑπομένως νὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ μόνου ἄρθρου καὶ τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα καὶ τοὺς ναούς, ὥστε, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑπάρχουσι Δημοτικὰ Συμβούλια, ἵνα διορίσωσι τῇ προτάσει τοῦ Ἀδελφάτου ἢ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου πληρεξουσίους ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, νὰ διορίζωσιν ἐπίσης τοιούτους τὰ Ἀδελφάτα ἢ τὰ Ἐκκλησιαστικὰ Συμβούλια, ἐγκρίσει τοῦ νομάρχου. Ἡ τροπολογία μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν ἐν τῷ δήμῳ ἀγαθοεργῶν καταστημάτων καὶ τῶν ναῶν, ἡ δὲ ἔγκρισις τοῦ νομάρχου ζητεῖται μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ἀδελφάτου ἢ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου.» Προσωρινῶς πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τοῦτο, καὶ βραδύτερον δυνάμεθα νὰ προκαλέσωμεν νόμον ἐκτενέστερον, εἰς ὃν νὰ περιλάβωμεν πάσας τὰς διατάξεις.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε καμμίαν δυσκολίαν νὰ δεχθῆτε τὰς τροποποιήσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου;
§28ΚΟΡΠΑΣ. Οὐδεμίαν, ἂν νομίζητε, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς πληροῖ τὸν σκοπὸν πληρέστερον.
§29Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Βεβαίως τὸ νομοσχέδιον, ὡς κατηρτίσθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, μεταβάλλει καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου καὶ γεννᾷ περιπλοκὰς, αἵτινες θὰ φέρωσι δυσάρεστα ἀποτελέσματα, διότι παρεισάγει ὅλους τοὺς δημότας εἰς προστασίαν τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου. Ἐννοεῖτε δὲ, τί δύναται νὰ ἐπέλθῃ διὰ τούτου εἰς τὸν δυστυχῆ ἀντίδικον τοῦ δήμου, καὶ γνωρίζετε ποῖον εἶναι τὸ φιλόδικον τῶν Ἑλλήνων. Φαντασθῆτε δὲ, ποῖος κυκεὼν θὰ ἐπέλθῃ! Κατὰ συνέπειαν δὲν δύναται νὰ γείνῃ δεκτὴ τοιαύτη διάταξις. Ἀλλὰ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, τὸ μόνον, ὅπερ δύναται νὰ γείνῃ, εἶναι ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου διὰ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, διότι τοῦτο συμπληροῖ τὸ νομοσχέδιον. Ἤκουσα κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν, ὅτι ἐγένετο ἡ παρατήρησις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι πρόκειται νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ παρίσταται ὁ δήμαρχος καὶ ἄνευ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ταύτην τὴν ἔλλειψιν πληροῖ τὸ ἄρθρον 7 τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Ἑπομένως προτείνω νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ν’ ἀντικατασταθῇ τὸ μοναδικὸν ἄρθρον αὐτοῦ διὰ τοῦ ἄρθρου 7 τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς.
§30Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀποδέχομαι τοῦτο.
§31Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Συμφωνῶ πρὸς τοὺς προαγορεύσαντας, ἀλλὰ μέ τινας τροποποιήσεις· διότι εἰς τὸ ἄρθρον 7 ὑπάρχει ἀοριστία τις, ἣν δύναται νὰ διορθώσῃ ἡ προσθήκη τῆς προθεσμίας.
§32Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἂς τεθῇ «ἅπαξ κληθέντες».
§33Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διαταχθῇ καὶ δευτέρα ἀπόπειρα συγκροτήσεως τοῦ Συμβουλίου.
§34ΠΕΡΡΟΣ. Καὶ ἐν περιπτώσει κινδύνου;
§35Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 4.
§36Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ συζήτησις κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐγεννήθη ἐξ ἀπορίας, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅστις εἶπεν, ὅτι τοιαύτη διαδικασία, ἣν διαγράφει τὸ νομοσχέδιον, δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὸ ἑξῆς ἄτοπον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, νὰ γείνῃ ἀντίῤῥησις, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀληθῶς αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας τὸ ἄρθρον ἀναφέρει, δηλαδὴ ἀντίδικος δήμου νὰ διϊσχυρισθῇ, ὅτι δὲν ἐκλήθη τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἢ ὅτι δὲν ὑπάρχει κατεπείγουσα ἀνάγκη. Τοῦτο, ἐὰν πράγματι γείνῃ, δύναται νὰ παρατείνῃ τὰς δίκας, καὶ νὰ προκαλέσῃ ἀποφάσεις παρεμπιπτούσας, πρὸς βλάβην τῶν δήμων, καὶ καλὸν θὰ ἦτο, ἂν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινε τότε, προστεθῇ ὡς ἐδάφιον δεύτερον εἰς τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν, δηλαδὴ, ὅτι οὐδεμία ἐπιτρέπεται ἀνταπόδειξις κατὰ τῆς βεβαιώσεως τοῦ νομάρχου, ὅτι κληθὲν τὸ Συμβούλιον δὲν συνῆλθεν, ἢ ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη.
§37Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ὑπέβαλε τροπολογίαν, περιέχουσαν δύο ἰδέας· ἡ πρώτη εἶναι αὕτη, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἅπαξ κληθὲν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν συνῆλθε, καὶ ἡ δευτέρα, ἡ ἀπόφασις νὰ ἦναι ἀπρόσβλητος.
§38Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ θεμελιώδης ἰδέα τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας στηρίζεται εἰς τοῦτο· θέλει ν’ ἀποκρούσῃ τὴν στρεψοδικίαν, ὅταν ὑπάρχῃ βεβαίωσις τοῦ νομάρχου, ὅτι ἐγένετο ἡ ἀπόπειρα καὶ ἐματαιώθη ἡ συγκρότησις τοῦ Συμβουλίου. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀρκετόν· διότι, ἐὰν ὁ νομάρχης διεβεβαίωσε ψευδῆ, τότε ὑπάρχουσι νόμοι τιμωροῦντες αὐτόν. Ἡ λέξις «ἀπρόσβλητος» δὲν εἶναι ὀρθή, διότι δύναται νὰ προσβληθῇ ὡς πλαστή· δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν, ὅτι κατὰ τῆς πιστοποιήσεως τοῦ νομάρχου δὲν ἐπιτρέπεται ἀμφισβήτησις.
§39Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύναται νὰ τεθῇ ὡς ἑξῆς: «Οὐδεμία ἐπιτρέπεται ἀνταπόδειξις κατὰ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ νομάρχου, βεβαιοῦντος, ὅτι κληθὲν δὲν συνῆλθε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἢ ὅτι ἐπίκειται κίνδυνος».
§40Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αἱ διάφοροι τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὑπὸ Βουλευτῶν καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προταθεῖσαι, ἀνέτρεψαν τὸ νομοσχέδιον. Μετὰ τὰς ὑποβληθείσας δὲ σήμερον δὲν δύναμαι νὰ ἔχω σαφῆ ἰδέαν, καὶ νομίζω ὅτι μία ἀναβολὴ θὰ μᾶς δώσῃ καιρὸν νὰ μελετήσωμεν καλλίτερον τὸ νομοσχέδιον καὶ ψηφίσωμεν αὐτὸ αὔριον. Παρατηρῶ, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸν 7ον ἄρθρον τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ἂν γείνῃ δεκτὸν, πολλὰς ἔχει τὰς ἀτελείας. Ἐκ τοῦ προχείρου δὲ παρατηρῶ, ὅτι ἀναφέρει ὅτι τὰς πράξεις ταύτας ὁ δήμαρχος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὰς ὑποβάλλῃ εἰς ἐπικύρωσιν, δὲν λαμβάνει δὲ πρόνοιαν διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν ἤθελεν ἐπικυρώσει τὰς πράξεις ταύτας. Ἐπίσης παρατηρῶ, ὅτι καὶ ἡ διαδικασία ἡ ἀναγραφομένη εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ χώραν εἰς στρεψοδικίαν. Διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν αὔριον.
§41Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς εἶπον καὶ προχθὲς, ἐνώπιον τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον διατρέχουσιν αἱ περιουσίαι τῶν δήμων τῶν μὴ ἐχόντων Δημοτικὰ Συμβούλια, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὸ προσωρινὸν αὐτὸ μέτρον, καὶ κατόπιν ὑποβάλωμεν ἕτερον νομοσχέδιον.
§42Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἀντίῤῥησις, ἡ ὁποία ἐγένετο, δὲν εἶναι σοβαρά. Ἐὰν ὁ δήμαρχος προβῇ ἄνευ ἐγκρίσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἰς τὸν διορισμὸν δικηγόρου, καὶ κατόπιν συνέλθῃ τὸ Συμβούλιον, ὁ νομάρχης δύναται νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δέκα, ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς; (Οὐδεὶς ἐγείρεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀντὶ τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου θ’ ἀναγνωσθῇ τὸ 7ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκεται).
§44Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διετύπωσα ὡς ἑξῆς τὴν τροπολογίαν, ὡς ἐδάφιον βʹ: «Ἀνταπόδειξις κατὰ τῶν βεβαιώσεων τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ νομάρχου περὶ τοῦ ἀδυνάτου τῆς συγκροτήσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ κινδύνου δὲν ἐπιτρέπεται.»
§45Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν ὁ κ. Δεληγεώργης συγχωνεύει εἰς ταύτην τὴν ἰδικήν του, παραδέχομαι.
§46Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τοῦ ἀναγνωσθέντος βʹ ἐδαφίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προτείνει προσθήκην καὶ τρίτου ἐδαφίου, ἔχοντος ὡς ἑξῆς: «Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν ἐν τῷ δήμῳ ἀγαθοεργῶν καταστημάτων καὶ τῶν ναῶν, ἡ δ’ ἔγκρισις τοῦ νομάρχου ζητεῖται μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ἀδελφάτου ἢ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀναγνωσθὲν τρίτον ἐδάφιον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτητις τῆς προτάσεως νόμου περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΒΥΚΕʹ.
§48ΜΥΛΩΝΑΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
§49ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον, κατὰ τὸν Κανονισμόν, διότι δὲν συνοδεύεται ὑπὸ ἐκθέσεως.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου ἐν ταῖς κωμοπόλεσιν Ἄστρους, Ἁγίου Ἰωάννου καὶ Παραλίᾳ Ἄστρους τοῦ δήμου Θυρέας.
§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· νομίζω ὅμως, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φέρῃ σχετικὰς πληροφορίας περὶ τῶν δαπανῶν καὶ ἔκθεσιν περὶ τοῦ ἔργου. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀναγνωσθεῖσα πρότασις νόμου, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἐφημερίδων εἰς τὸ ταχυδρομικὸν μονοπώλιον τοῦ Κράτους.
§53Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πάντες ἐκλείσαμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀπέναντι πολλῶν παραβάσεων τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ τοῦτο ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει, ἕνεκα ἀνωτέρας βίας. Εἶναι καιρὸς σιγὰ–σιγὰ νὰ ἐπανέλθωμεν ἐκ τοῦ ἐκτροχιασμοῦ τούτου εἰς τὴν ἐφαρμογήν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν. Ἐκλήθημεν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ μᾶλλον ἐπείγοντα νομοσχέδια. Δὲν γνωρίζω ποίους οἱ Κύριοι, οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἔχουσι λόγους κατεπειγότητος. Ἴσως εἴπωσιν, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ εἰσπράξωσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐὰν χάνωνται, θὰ τὸ μάθω ἐκ τῆς συζητήσεως· ἀλλὰ τοιαύτης ἐπειγότητος νομοσχέδια ἕκαστος ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ προτείνῃ περὶ τὰ 15 ἴσως καὶ ἀσυγκρίτῳ λόγῳ σπουδαιότερα. Δὲν ἐπικρίνω διόλου τὴν γνώμην τῶν κ.κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι τὸ ὑπέβαλον, διότι βεβαίως πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται προτάσεις, ἵνα μελετῶνται. Ἀλλὰ ἄλλο ὑποβολὴ καὶ ἄλλο κατεπεῖγον τῆς συζητήσεως. Νομίζω ὅτι συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμὸν, κ. Πρόεδρε, εἶναι καλὸν νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν· διότι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ κατεπεῖγον, πρόκειται ν’ ἀνατρέψωμεν τὸ κρατοῦν σύστημα ἀπὸ τοῦ ἔτους 1887. Ἂς ἀρχίσωμεν νὰ ἤμεθα προσεκτικώτεροι εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νόμων. Ταῦτα λέγων, δὲν λησμονῶ, ὅτι πρὸ μικροῦ ὑπέβαλον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραστάσεως τῶν δήμων τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀμέσως ἐδέχθη ἡ Βουλή· ἀλλὰ τότε εὑρισκόμεθα εἰς ἔκτακτον περίστασιν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς παρέστησε τὴν μεγάλην κατεπειγότητα, καθόσον κινδυνεύουσι σπουδαῖα συμφέροντα τῶν δήμων, καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ ὑποκύψωμεν· ἄλλως τε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο παρεπέμφθη εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ὑπέβαλε καὶ ἔκθεσιν· προσέτι συνεζητήθη. Συμφώνως λοιπὸν μὲ τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ ἄρθρον 36 ἐπιτρέπει τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς κατὰ πρῶτον, καὶ ἀκολούθως δύναται ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀποστολῆς ἢ μὴ εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ἀλλὰ καὶ πρὸ πάσης συζητήσεως ἐπιτρέπει τὸ αὐτό. Οὐδὲν ὑπάρχει τὸ κατεπεῖγον, καὶ ἂς σταλῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλαδὴ προτείνετε νὰ σταλῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν, διότι τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς, ἢ καὶ πρὸ αὐτῆς, δύναται, ἂν τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον, νὰ παραπέμψῃ τὴν πρότασιν νόμου εἰς τὰς κατὰ τὸ ἄρθρον 48 ἁρμοδίας ἐπιτροπὰς...»
§55ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀμέσου συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἀποῤῥιφθῇ κατ’ ἀρχὴν, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμή, ἵνα συζητήσωμεν τὰ περὶ τύπου, —διότι βεβαίως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ μεγάλου ζητήματος περὶ τύπου.
§56Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδόλως... Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§57ΣΤΑΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κ. Πρόεδρε, σχετίζεται μὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 23, διότι ὁ ἀπόκρυφος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ὁ περιορισμὸς τοῦ τύπου.
§58Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου πρόκειται.
§59ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν συμφέροντα ἰδιωτικὰ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἀντιπροσωπεύουσι τὰ συμφέροντα τοῦ τύπου. Ἀλλὰ πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν τοιαύτην συζήτησιν, κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἢ τὸν καταρτίζοντα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ποία εἶναι ἡ κατεπείγουσα αἰτία, ἡ ἐξαναγκάσασα νὰ μετενεχθῇ τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ 30οῦ εἰς 3ον, σήμερον δὲ 4ον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐνῷ ὑπάρχουσιν ἄλλα σπουδαιότατα νομοσχέδια ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς ὑποχρεώσεις ἀναληφθείσας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος 1897. Ἔχομεν νομοσχέδια περὶ πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι εἴτε δὲν ἐξεπληρώθησαν, εἴτε ἐξεπληρώθησαν κατὰ τὸ ἥμισυ, καὶ ἀντὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐρχόμεθα σήμερον νὰ συζητήσωμεν περὶ ζητημάτων ἀφορώντων εἰς ἓν ἄτομον ἢ εἰς μίαν ἐφημερίδα! Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι σπουδαῖον, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου, πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν κἄν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε εἶσθε κατὰ τῆς ἀναβολῆς.
§61Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἐκηρύχθην, ὡς γνωρίζει ἡ Βουλή, κατὰ τῆς ἀκολασίας ἐφημερίδων τινῶν, ἀλλ’ εἶμαι πάντοτε ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς ἀπολύτου τοῦ τύπου, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου εἶναι ἡ κρηπὶς τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἔχει καμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου. Πρόκειται ἁπλῶς περὶ νομοσχεδίου ταμιευτικοῦ, δύναμαι νὰ εἴπω, πρόκειται νὰ ὑπαχθῇ ἡ ἀποστολὴ τῶν ἐφημερίδων εἰς τὸ μονοπώλιον τῶν ταχυδρομείων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δι’ ἄλλον λόγον εἶναι ἀποῤῥιπτέον τὸ νομοσχέδιον...
§62ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§63ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. .. Διότι εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ πᾶν πρᾶγμα ἀποστελλόμενον ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, παρὰ μόνον ἐπιστολαὶ ἢ καὶ ἐφημερίδες ἀπευθυνόμεναι εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, τουτέστι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐπιγραφὴ ἀποστολῆς ἀπὸ τόπου εἰς ἄλλον τόπον πρὸς ὡρισμένον πρόσωπον. Ἀλλ’ ἐδῶ, ὅπως γνωρίζετε, αἱ ἐφημερίδες ἀποστέλλονται ἄνευ διευθύνσεως ἀπὸ ἑνὸς τόπου εἰς ἄλλον, ἵνα πωληθῶσιν· ἐὰν δὲ δὲν ἀγορασθῶσιν, ἐπιστρέφονται...
§64Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχουσι παραλήπτας;
§65ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποσῶς... Εἶναι ἀπαράλλακτα, κ. Πρόεδρε, ὡς νὰ θέλῃ τις νὰ ἀγοράσῃ ἀπ’ ἐδῶ βιβλία καὶ νὰ τὰ μεταφέρῃ εἰς τὰς ἐπαρχίας. Καὶ αἱ ἐφημερίδες, ἀποστελλόμεναι ἀπαράλλακτα δι’ ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον ἕκαστος ἐκδότης ἐφημερίδος δύναται νὰ ἐκλέξῃ, ἵνα πωληθῶσιν, ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν, δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ μονοπώλια τοῦ Κράτους. Νομίζω λοιπὸν, ὅ,τι δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν αἱ ἐφημερίδες μὲ τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὰ μονοπώλια τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον τὸ νομοσχέδιον, καὶ δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ. Ἑπομένως ἡ ἀναβολή του εἶναι περιττὴ, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποπέσῃ εἰς τοιοῦτον σφάλμα, ὥστε νὰ ψηφίσῃ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαχθῶσι.
§66Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι διότι βλέπω τὰς ὑπογραφὰς τεσσάρων Βουλευτῶν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐκ τούτων ὁ εἷς, ὁ κ. Ἀγγελόπουλος, ὁ ὁποῖος βεβαίως εἶναι καὶ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἀποβλέπει, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἰς τὸν ὑψηλὸν σκοπὸν τῆς περιφρουρήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου ἢ τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἀκολασίας τοῦ τύπου, ἀλλὰ εἰς προσωπικὴν μᾶλλον ἐκδίκησιν. Τὸ ζήτημα τοῦ τύπου ἀληθῶς δέον νὰ μελετηθῇ ἐμβριθῶς, καὶ ὅπου εἶναι ἀνάγκη, νὰ ἐπιβληθῶσι περιορισμοὶ εἰς τὸν τύπον διὰ νομοθετημάτων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, σεβομένης πάντοτε τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νόμου νὰ ζημιοῖ συμφέροντα ἰδιωτικὰ πρὸς ἐκδίκησιν ἑνὸς ἀτόμου, ἔστω καὶ μέλους τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἵσταται ὑψηλότερον, καὶ διὰ τοῦτο κατ’ ἀρχὴν κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀποῤῥίψεως τοῦ νομοσχεδίου.
§67ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀρχὴ, κ. Πρόεδρε, συζητεῖται; Ὑπάρχει πρότασις ἀναβολῆς.
§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω καλὸν νὰ διακρίνωμεν τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς ἀπὸ τῆς συζητήσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν.
§70Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κ. Πρόεδρε, συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§71ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον συζητεῖται, κύριε Πρόεδρε, πρότασις περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχω ἄλλο τίποτε νὰ προσθέσω ἢ νὰ συμφωνήσω πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου. Μετὰ τοῦτο θὰ λάβω τὸν λόγον, ἐὰν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Προτείνω λοιπὸν τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§72Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καίτοι τινὲς τῶν κυρίων συναδέλφων εἶχον τὴν καλωσύνην καὶ τὴν προθυμίαν νὰ ὁμιλήσωσι περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, βεβαίως ἐγὼ δὲν θὰ παρακολουθήσω αὐτοὺς τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τοιαύτην συζήτησιν, ἄκαιρον καὶ ἄτοπον, ἀφοῦ δὲν πρόκειται νῦν περὶ τῆς ἀρχῆς. Πρόκειται νῦν μόνον περὶ τῆς παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ μελετηθῇ καλλίτερον. Νομίζω ὅτι Κανονισμὸς δίδει εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ἄνευ τῆς παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πρὸ ἑβδομάδων ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, εἶχον δὲ καιρὸν οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ μελετήσωσιν αὐτὸ καὶ νὰ φέρωσιν ὅσας παρατηρήσεις κρίνωσιν ἀναγκαίας.
§73Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀφοῦ ἀνεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ παρακρατήσεως διὰ τὸν γελοῖον λόγον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔκθεσις! ...
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, δὲν εἶναι γελοῖος ὁ λόγος τῆς ἀναβολῆς του· τὸ λέγει ῥητῶς ὁ Κανονισμός.
§75Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς ἐπιτακτικῶς ἐπιβάλλει νὰ συνοδεύηται τὸ νομοσχέδιον μὲ ἔκθεσιν αἰτιολογικὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεβλήθη τὸ περὶ παρακρατήσεως διὰ τὴν ἐπαύριον· δὲν παρεπέμφθη ἄλλως εἰς καμμίαν ἐπιτροπήν. Τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι μεγάλη ζημία. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, πρὸ ἑβδομάδων ὅλων ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ συνωδεύθη μετ’ ἀναλυτικῆς καὶ σαφεστάτης ἐκθέσεως, καὶ ἀφοῦ, ὡς ἄλλως εἶναι γνωστόν, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν συνετάχθη, ὡς πολὺ κακῶς καὶ πολὺ μικροπρεπῶς εἶπόν τινες ἐνταῦθα, καὶ ὡς θ’ ἀποδειχθῇ καὶ ἐν τῇ συζητήσει, ὅπως προστατεύσῃ συμφέροντα ἑνὸς ἢ δύο ἀτόμων, ἀφοῦ εἶναι γνωστόν, ὅτι πέρυσιν ἤδη αὐτὴ ἡ Ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους συνέταξε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ὑπέβαλεν αὐτὸ εἰς τὸν τότε κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔμελλε δὲ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπαράλλακτον ἀκριβῶς, ὅπως ἔχει νῦν, ἀφοῦ ταῦτα εἶναι γνωστὰ εἰς τὴν Βουλήν, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ πράξῃ καλῶς, ἐὰν παραπέμψῃ εἰς ἐπιτροπὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ λόγοι δημοσίου συμφέροντος καὶ λόγοι ὑπάρξεως αὐτοῦ τοῦ τύπου ἐν Ἑλλάδι καὶ λόγοι ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης συνηγοροῦσιν, ὅπως μεταβληθῇ τὸ ταχύτερον εἰς νόμον τοῦ Κράτους.
§76Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι λίαν μικροπρεπῶς ἔθιξάν τινες τὸ ζήτημα. Βεβαίως μικροπρέπεια καὶ ἀτιμία εἶναι νὰ ἔρχηταί τις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ ἴδια συμφέροντα...
§77Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποδείξατέ το, διότι τὸ νὰ λέγητε αὐτά, αὐτὸ εἶναι ἀτιμία! (Θόρυβος).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ ἐκ Γυθείου, ἡ ἔκφρασίς σας ἦτο πολὺ βαρεῖα, καὶ σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν.
§79Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἐξαίρεσις, κύριε Πρόεδρε, ἡ ὁποία παρετηρήθη εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τοιαύτας ὑπονοίας· διότι θὰ ἴδητε, ἐὰν παρατηρήσητε, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μίαν ἐξαίρεσιν διὰ τὰς μεταμεσημβρινὰς ἐφημερίδας.
§80ΣΤΑΗΣ. Δὲν τηρεῖται ὅμως ἰσότης ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, κύριε Πρόεδρε. Ἔπρεπε ν’ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν καὶ ὁ κ. Ἀγγελόπουλος.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ὁ κ. Ἀγγελόπουλος, δὲν μοὶ ἐφάνη βαρεῖα.
§82Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ οὐδένα λόγον ἔχω, ἵνα μὴ ἀνακαλέσω τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἶπον, διότι δὲν ἐσκόπουν νὰ προσβάλω κανένα. Δὲν πρόκειται περὶ προσωπικῆς συζητήσεως.
§83Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀδιαφορῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν θὰ τὴν ἀνακαλέσῃ ἢ ὄχι.
§84Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι εἰλικρινῶς διὰ τὸ παρεμπεσὸν ἐπεισόδιον μεταξὺ τῶν κυρίων συναδέλφων· τοσούτῳ δὲ μᾶλλον λυποῦμαι, καθόσον οὐδεμία εὔλογος ἀφορμὴ ὑπῆρξεν, ὅπως λάβῃ χώραν τοιοῦτον ἐπεισόδιον. Καὶ δὲν θὰ ἐλάμβανε χώραν βεβαίως, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἐπειρᾶτο ν’ ἀποκρούσῃ τὴν μομφὴν δῆθεν, τὴν ὁποίαν τινὲς τῶν κ. συναδέλφων ἠθέλησαν ν’ ἀποδώσωσιν αὐτῷ, ὅτι δῆθεν καταχρώμενος τῆς θέσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἵνα ἐξυπηρετήσῃ ἴδια συμφέροντα. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου, πολὺ προθύμως θὰ ἐπανελάμβανον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπεδόθη αὐτῷ ὡς μομφή, καὶ πολὺ προθύμως θὰ ὡμολόγουν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου σκοπῶν νὰ ἐξυπηρετήσω τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀνεγνώριζον ὅτι ἐξυπηρέτουν ἀφ’ ἑτέρου καὶ τὰ συμφέροντα τῆς ἐφημερίδος μου...
§85Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω κανὲν προσωπικὸν συμφέρον, κύριε Βουλευτά.
§86ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι ἔχετε συμφέρον, ὡς διευθυντὴς μιᾶς ἐφημερίδος, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ συμφέρον νόμιμον, συμφέρον ἐπιτρεπόμενον ὑπὸ τῆς ἠθικῆς. Διότι τί ἄλλο συμβαίνει, κύριοι Βουλευταί, σήμερον, ὑπὸ τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ὡς πρὸς τὴν ἀποστολὴν τῶν ἐφημερίδων εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἢ ὅτι ἐγκατεστήσαμεν ἢ ἐπετρέψαμεν νὰ ἐγκατασταθῇ ἐν τῷ Κράτει μία ἀρχὴ ἀληθῶς, τὸ λεγόμενον Πρακτορεῖον, τὸ ὁποῖον κατήργησε τὴν ἰσότητα καὶ ἐλευθερίαν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ἐννοουμένη ὡς ἐμπορικὴν ἐπιχείρησιν; Διὰ τοῦτο δηλῶ, ὅτι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, μολονότι ἀκαίρως τινὲς τῶν κυρίων συναδέλφων ἐπελήφθησαν τῆς συζητήσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ὑποβεβλημένον πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, ἀφοῦ ἀπὸ ἐτῶν ἤδη γνωρίζομεν, πῶς ἐργάζονται αἱ ἐφημερίδες, κατὰ τίνα τρόπον ἀποστέλλονται τὰ φύλλα των εἰς τὰς ἐπαρχίας, καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας βιοῖ ἡ δημοσιογραφία ἐν Ἑλλάδι, ὑπάρχοντος τοῦ λεγομένου Πρακτορείου, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν, κατὰ τίνα τρόπον καὶ ὑπὸ ποίους βαρεῖς ὅρους δύνανται οἱ δημοσιογράφοι νὰ μετέλωσι τὸ ἔργον αὐτῶν, ἀφοῦ ἔχομεν ἐνώπιόν μας τὰ πράγματα αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ ἀπὸ ἐτῶν εἰς ἡμᾶς, νομίζω ὅτι ἄσκοπον ἤθελεν εἶσθαι ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅπως τὸ νομοσχέδιον συζητηθῇ.
§87Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τῇ ἀληθείᾳ, ὅσον καὶ ἂν προσεπάθησα, δὲν κατώρθωσα νὰ εὕρω λόγους πείθοντάς με περὶ τῆς κατεπειγότητος τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ ὑπέβαλε πρὸ ἑβδομάδων. Δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ παρατηρήσω τὴν χρονολογίαν τῆς ὑποβολῆς, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἡμέραι μόνον παρῆλθον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἀνέπτυξε τὸν λόγον τῆς κατεπειγότητος, ἐνῷ κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον ὑπεβλήθησαν ἑκατοντάδες νομοσχεδίων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καί τινα σπουδαιότατα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐτολμήσαμεν κἂν νὰ ζητήσωμεν ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει· μεταξὺ αὐτῶν θὰ εὕρητε περὶ τὰ 8 ἢ 10, ὑποβληθέντα παρ’ ἄλλων συναδέλφων καὶ ἐμοῦ, ἑνὸς τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου. Διατὶ τάχα ἡ τόση σπουδή; Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐπιῤῥίψω δι’ ὑπαινιγμοῦ μομφὴν κατὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς...
§88Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον.
§89Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως σᾶς εἶναι ἀδιάφορον, διότι, ὅ,τι καὶ ἂν εἴπῃ τις καθ’ ὑμῶν, εἶναι κατώτερον τῆς ἀληθείας... Βλέπετε ὅτι ἠθέλησα νὰ τῷ ὁμιλήσω καθ’ ὃν τρόπον πρέπει νὰ ὁμιλῶμεν κοινοβουλευτικῶς· ἀλλὰ πάσχει ὁ συνάδελφος ἐκ τῆς μανίας τῆς διακοπῆς, καὶ διὰ τῆς διακοπῆς ταύτης πιστεύω ὅτι δὲν ὠφελήθη. Λέγω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σπουδαιότατα νομοσχέδια, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα, περὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἕτοιμοι αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν, καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐσκέφθη οὐδὲ σκέπτεται νὰ ταράξῃ τὰς ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα φέρῃ εἰς τὸ μέσον ζητήματα σημαντικὰ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ἀλλὰ τῶν ὁποίων ὅλοι εὕρομεν ἄκαιρον τὴν συζήτησιν κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμήν. Διατὶ τόση σπουδὴ καὶ τόση προθυμία καὶ τόση προτίμησις καὶ τόση ὑποστήριξις τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Περιοριζόμενος εἰς τὸ θέμα, δὲν θὰ ὑποπέσω εἰς τὸ ἄτοπον, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἄλλοτε, οὐχὶ σήμερον, ὁμιλῶν ἐπὶ προτάσεως ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, εἰσῆλθε διὰ μακρῶν εἰς τὴν οὐσίαν· ἀλλ’ ἀρκοῦμαι νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ ζῆλος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ μὴ παρεξηγηθῇ. Δὲν συμπεριλαμβάνω πάντας τοὺς ὑπογράψαντας τὴν πρότασιν· ὄχι διότι δὲν εἶχον πλήρη γνῶσιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπέγραψαν, ἀλλὰ διότι δὲν ἦσαν τόσον ἐνήμεροι, ὅσον ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἂν ἡ Βουλή, ὑπὸ τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, καὶ μεθ’ ὅσα ἐξεδηλώθησαν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως κατὰ τοῦ τύπου, ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον βεβαίως προσκρούει εἰς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, νομίζω ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν ἐν πλήρῃ ἐλευθερίᾳ, καὶ ἠθέλομεν εὐλόγως παρεξηγηθῆ, ὅτι συνετελέσαμεν, ὅπως δοθῇ τὸ πρῶτον κτύπημα κατὰ τοῦ τύπου, φοβοῦμαι δ’ ὅτι τὸ πρῶτον κτύπημα θέλει παρακολουθήσει καὶ δεύτερον, διότι ἔχομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ περὶ τηλεγραφικῶν τελῶν, καθόσον οἱ προτείνοντες τοῦτο εὗρον ὅτι οἱ ἐφημεριδογράφοι πλουτίζουσι διὰ τῶν μικροτέρων τηλεγραφικῶν τελῶν, ἀμφότερα δὲ τὰ νομοσχέδια ὑπεβλήθησαν παρὰ τοῦ αὐτοῦ εἰσηγητοῦ. Δὲν ἀμφιβάλλω ποσῶς, ὅτι τὰ δύο ταῦτα θέλουν παρακολουθήσει καὶ ἄλλα, ἴσως ὅπως προφυλακίζωνται οἱ δημοσιογράφοι καὶ πρὶν ἢ διατυπώσωσι τὰς ἰδέας των ἐπὶ τοῦ χάρτου.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἐφημερίδων εἰς τὸ ταχυδρομικὸν μονοπώλιον τοῦ Κράτους» εἰς τὴν ἐπιτροπὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§91Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πῶς! Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε δέκα πέντε; (Ἐγείρονται πολλοί). Παρακαλῶ, κύριε Στάη, νὰ ἔλθητε ὡς ψηφολέκτης. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ι. Γ. Λάππα καὶ Σπ. Ε. Στάη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 115. Ἐκ τούτων 56 εἶπον Ναί, 53 Ὄχι, καὶ 6 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτος πλειονοψηφία, καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Κανονισμοῦ ἐπαναλαμβάνεται ἡ ψηφοφορία.
§94ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὸ τῆς ἐπαναλήψεως παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον. Νομίζω καθῆκον, Κύριοι, — καὶ τὸ Ὑπουργεῖον συμμερίζεται τὴν γνώμην μου — νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς εἴδησιν αὐθεντικωτέραν τῶν εἰδήσεων τῶν ἰδιωτικῶν τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα κυκλοφοροῦσιν ἀπὸ χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐν ταῖς ἐφημερίσι περὶ τοῦ γεγονότος τῆς ὑποβολῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον τοῦ ζητήματος, καθ’ ἃ ἐκφράζεται πρὸς ἡμᾶς τὸ τηλεγράφημα, τῆς ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἀλληλεγγύου ἐγγυήσεως τῶν τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἀγγλίας ἀνεκοίνωσε λοιπὸν εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὸ Ἀγγλικόν, ὅτι κατηρτίσθη ἀλληλεγγύη ὑπὲρ δανείου Ἑλληνικοῦ 6,800,000 λιρῶν στερλινῶν, τοῦ ὁποίου τὰ 5,000,000 λιρῶν θέλουσιν ἐκδοθῆ προσεχῶς, ὅτι οἱ ὅροι τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου εἰσὶ 2½ τοῖς ἑκατὸν τόκος ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, τιμὴν δὲ ἐκδόσεως δὲν ὀνομάζει ὁ Ὑπουργὸς, προσθεὶς ὅτι ἡ τιμὴ αὕτη θὰ ἦναι ὡς ἔνεστιν ὑψηλή, δηλαδὴ εὐνοϊκὴ εἰς τὸν δανειζόμενον· προσέθηκε δὲ ἀκόμη, κατὰ τὸν ἡμέτερον ἐπιτετραμμένον, ἡ Α. Ἐξοχότης, ὅτι χρεώλυτρον δὲν θὰ πληρωθῇ ἐπὶ πενταετίαν, ἵνα δοθῇ καιρὸς εἰς τὰ Ἑλληνικὰ οἰκονομικά, ὅπως ἀναῤῥώσωσιν, ὅτι δὲ ὕστερον τὸ χρεώλυτρον θέλει ὁμοῦ μὲ τὸν τόκον ἀποτελέσει ποσὸν 3⅗ τοῖς ἑκατόν. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, κατὰ πρόχειρον ὑπολογισμὸν, 51 ἢ 52 ἔτη εἶναι ὁ χρόνος τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς. (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτήματα).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ παρὰ τοῦ Προέδρου ὁρισθεῖσα εἰδικὴ ἐπιτροπὴ πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἐκ Θεσσαλίας μεταφορᾶς ἐμπορευμάτων καὶ τῶν ἐν ταύτῃ εὑρισκομένων εἰδῶν τῶν μονοπωλίων» ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της καὶ τὸ νομοσχέδιον, ὡς μετεῤῥύθμισεν αὐτό. Ἡ τε ἔκθεσις καὶ τὸ νομοσχέδιον θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 154). Ὡσαύτως ὑπεβλήθη ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΒΥΚΕʹ περὶ παρακρατήσεως τοῦ πλεονάσματος τῆς σταφίδος». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 81). Ἐπαναλαμβάνεται ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Φιλαρέτου περὶ παραπομπῆς εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπὴν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἐφημερίδων εἰς τὸ ταχυδρομικὸν μονοπώλιον τοῦ Κράτους». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς παραπομπῆς λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 95. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 μ. μ.