1897.11.08
4,690 rows · 36,962 words · 426 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7
Τῆς 8 Νοεμβρίου 1897.
(Σάββατον)
Ὥρα 4′ καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως δὲν ἐτυπώθησαν εἰσέτι. Διὸ ἀναβάλλεται ἡ ἀνάγνωσις αὐτῶν. Τυπωθεῖσαι διενεμήθησαν αἱ δύο προτάσεις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἤτοι ἡ πρότασις τῶν κ. κ. Πετιμεζᾶ καὶ Πετροπουλάκη καὶ ἡ τῶν κ. κ. Μπακοπούλου, Πέῤῥου, Βασιλείου καὶ Σάκκη. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν;
§2ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πρέπει νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ τὴν σειράν των. Ὁ Κανονισμὸς τὸ ὁρίζει.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει;
§4Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ὑποχρεωτικόν.
§5ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφασίσῃ καὶ τὸ κατεπεῖγον, ἀλλ’ ἡ τάξις εἶναι ν’ ἀναγραφῶσιν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Βουλὴ δὲν ἀποφασίζει τὸ κατεπεῖγον, θ’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§7ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἀπὸ τῆς 14 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. ἐδημοσιεύθη Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου περιωρίσθη ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου περὶ ἀναστολῆς τῶν παραγραφῶν καὶ τῶν προθεσμιῶν, ὅστις ἴσχυε καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, εἰς τοὺς νομοὺς Ἄρτης, Τρικκάλων καὶ Λαρίσσης καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Σκοπέλου· ἀλλὰ διὰ τοῦ διατάγματος τούτου καὶ διὰ τοῦ νόμου βεβαίως σκοπεῖται ἡ ἀναστολὴ τῶν παραγραφῶν καὶ τῶν προθεσμιῶν τῶν ἀναγομένων εἰς τὰς περιφερείας τῶν δικαστηρίων τῶν νομῶν καὶ τῆς ἐπαρχίας, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα. Βεβαίως οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ Θεσσαλία εἶχε καὶ ἔχει τὰς σχέσεις της τάς τε ἐμπορικὰς, ἀστικὰς καὶ τὰς παντὸς εἴδους νομίμους σχέσεις πρὸς διάφορα κέντρα, εἴτε ἐμπορικὰ εἴτε ἄλλα, καὶ ἐν γένει τὰς σχέσεις της πρὸς τὴν ὑπόλοιπον Ἑλλάδα, διὰ δὲ τοῦ νόμου καὶ τοῦ διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναστέλλονται αἱ προθεσμίαι, δὲν ἐξασφαλίζονται τὰ συμφέροντα τῶν Θεσσαλῶν, τὰ ὁποῖα τυχὸν εὑρίσκονται ἐκκρεμῆ εἰς τὸ ὑπόλοιπον Κράτος, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας εὑρίσκονται εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐν Πειραιεῖ π. χ. ἐν Σύρῳ, ἐν Πάτραις, οἵτινες τυχὸν ἔχουσι διαφόρους δοσοληψίας, καὶ ἑπομένως εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνοι νὰ ἐγείρωσιν ἀγωγὰς, καὶ νὰ ἐπέλθωσι ζημίαι ἕνεκα παραγραφῶν, ἕνεκα παρελεύσεως προθεσμιῶν καὶ ἐν γένει νὰ συμβῶσι πάνθ’ ὅσα δύνανται νὰ συμβῶσιν ἕνεκα ἐνεργειῶν δικαστικῶν ἢ ἄλλων ἐναντίον ἀνθρώπων ἀπόντων, ἀδυνατούντων νὰ παρίστανται ἐνώπιον τῶν ἐν τῇ μὴ κατεχομένῃ ὑπὸ τῶν Τούρκων Ἑλλάδι δικαστηρίων, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου, ὅπως εἶναι γνωστὸν, ἡ ἀναστολὴ τῶν προθεσμιῶν καὶ τῶν παραγραφῶν ὡς πρὸς τὸ ὑπόλοιπον Κράτος ἀνῃρέθη διὰ τοῦ διατάγματος καὶ περιωρίσθη μόνον εἰς τὴν ἀναστολὴν τῶν ἀναγκαστικῶν ἐκτελέσεων τῶν πολιτικῶν ἀποφάσεων, τῶν δικαστικῶν πράξεων καὶ παντὸς ἑτέρου εἴδους. Διορῶ διὰ τούτου, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὰ συμφέροντα τῶν Θεσσαλῶν διατρέχουσι κίνδυνον, διότι εἶναι ἀδύνατον εἰς αὐτοὺς τὸ μὲν νὰ συγκοινωνήσωσιν ἐλευθέρως πρὸς τὴν ὑπόλοιπον Ἑλλάδα, τὸ δὲ νὰ παρίστανται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, τὸ τρίτον νὰ συνεννοῶνται κἂν ὁπωσδήποτε δι’ ἄλλης τινὸς πράξεως, π. χ. διὰ συνεννοήσεως εἴτε πρὸς τοὺς πληρεξουσίους αὐτῶν, εἴτε καὶ πρὸς παντὸς εἴδους ἀντιπροσώπους αὐτῶν, εἴτε καὶ πρὸς τοὺς ἀντιδίκους, εἴτε καὶ πρὸς ἐκείνους, μεθ’ ὧν ἔχουν τὰς διαφοράς των. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται, χάριν τοῦ συμφέροντος τῶν Θεσσαλῶν, ἀλλὰ καὶ χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους καὶ τῆς δικαιοσύνης, νὰ ἐπεκταθῇ τὸ τῆς ἀναστολῆς δικαίωμα ἐφ’ ὅλων τῶν δικαστηρίων τοῦ Κράτους, καὶ κατὰ συνέπειαν καταλήγω εἰς πρότασιν νόμου, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ὅπως, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην τῆς προτάσεως ταύτης καὶ ὅτι αἱ συνεδριάσεις αὐτῆς ἐνδέχεται νὰ διακοπῶσι, στέρξῃ νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα ἡ πρότασίς μου καὶ νὰ διαταχθῇ ἡ προτίμησις τῆς συζητήσεως αὐτῆς πρὸ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένου. Τὴν πρότασίν μου ταύτην καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 14).
§9ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νομίζω ὅτι πρὸς τοῦτο δὲν εἶναι ἀνάγκη νομοθετήματος· τοῦτο εἶναι ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος θὰ συντάξῃ τὸ οἰκεῖον διάταγμα, καθόσον αἱ γενόμεναι παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ παρατηρήσεις εἶναι πολὺ ὀρθαί· διότι, ἀφοῦ πρόκειται νὰ διευκολύνωμεν τοὺς Θεσσαλοὺς, δικαίως πρέπει νὰ παράσχωμεν αὐτοῖς πάντα τὰ μέσα πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων των.
§10ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἀπαντῶ πρὸς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ἡ ἔλλειψις δὲν δύναται ν’ ἀναπληρωθῇ διὰ Β. Διατάγματος· διότι, ἐὰν τοῦτο ἦτο δυνατὸν, βεβαίως δὲν ἤθελον προβῆ εἰς ὅ,τι προέβην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ...
§11ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διατί;
§12ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Διότι δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος ἔχει μὲν τὸ δικαίωμα νὰ περιορίζῃ τὴν ἀναστολὴν τῶν προθεσμιῶν καὶ τῶν παραγραφῶν εἰς νομοὺς ἢ εἰς ἐπαρχίας, δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ περιορίζῃ ἢ διὰ μόνον τὰς ὑποθέσεις τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν δικαστηρίων τούτων, δὲν ἔχει δ’ ἐπίσης τὸ δικαίωμα, δυνάμει τοῦ νόμου τούτου, νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἀναστολὴν τῶν παραγραφῶν καὶ προθεσμιῶν, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ ἐπὶ τῶν περιφερειῶν τῶν ἄλλων δικαστηρίων τοῦ Κράτους· κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ψηφισθῇ νόμος εἰδικός.
§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ἀναγνώσωμεν, κύριε Πρόεδρε, πρῶτον τὴν πρότασιν καὶ ἔπειτα νὰ συζητήσωμεν.
§14Α. ΤΟΜΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ παρ’ ἑτέρων συναδέλφων ἐκ τῶν ἀτυχησάντων ἐκείνων μερῶν μοὶ ἐγένοντο παραστάσεις, ὅτι, ὡς διεκανονίσθησαν τὰ τοῦ δικαιοστασίου, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παραβλαβῶσι συμφέροντα Θεσσαλῶν δικαζομένων ἢ ἐχόντων δίκας καὶ συναλλαγὰς ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι· εἶχον μάλιστα μοὶ ὑποσχεθῆ, ὅτι ἤθελον μοὶ φέρει σημείωμά τι περὶ ληπτέων μέτρων πρὸς ἀποτροπὴν τῶν κινδύνων τούτων, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν μοὶ ἔφερον. Δὲν εἶναι, νομίζω, τῆς παρούσης ὥρας νὰ ἐξετάσω, ἐὰν διὰ νομοθετικῆς ἐργασίας, εἴτε δι’ ἄλλου τρόπου, δυνάμεθα νὰ προλάβωμεν τὰ ἀτοπήματα ταῦτα: ἓν μόνον λέγω εἰς τὸν προαγορεύσαντα, ὅτι, προκειμένου περὶ διαχωρισμοῦ, καθ’ ὃν τρόπον διεχωρίσθησαν διὰ τοῦ τελευταίου διατάγματος, τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἐνεργείας τῶν δικαστηρίων, μέγισται πάντως ἔδει ν’ ἀναφυῶσι δυσχέρειαι, καὶ δὲν ἠδυνάμεθα, ὅσην καὶ ἂν κατεβάλομεν προσοχὴν τόσον ἐγὼ, ὅσον καὶ οἱ λαβόντες μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς καταρτισμὸν τοῦ διατάγματος τούτου, νὰ μὴ περιπέσωμεν εἰς ἀτοπήματα. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχουν ἐλλείψεις, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης βέβαιον, ὅτι τὰ δικαστήρια, λαμβάνοντα ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦσιν οἱ διάδικοι, ἔχοντα δὲ ἐκ τῆς Δικονομίας μέσα πρὸς προστασίαν τῶν δικαιωμάτων αὑτῶν, θέλουσι καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως μὴ ἐπέλθωσιν ἀδικίαι. Ἐν τούτοις μετὰ τὴν τύπωσιν τῆς προτάσεως νόμου, τῆς παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὑποβαλλομένης, θὰ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν ἔχωμεν ἀνάγκην νομοθετήματος πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ κινδύνου τούτου, ἢ δυνάμεθα καὶ διὰ διατάγματος νὰ προλάβωμεν τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξεν ὁ κ. Βουλευτής.
§15ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἑτέραν σύστασιν θέλω ὑποβάλει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν πρέπει νὰ παρίδῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀφ’ ἧς εἰσέβαλον οἱ Ὀθωμανοὶ, σπουδαία ἐπῆλθε διατάραξις καὶ ἀνωμαλία εἰς τὰ διάφορα δημόσια γραφεῖα, καὶ ἰδίως εἰς τὰ γραφεῖα τῶν ὑποθηκοφυλακείων, εἰς τὰ γραφεῖα τῶν δικαστηρίων, ἕνεκα τοῦ τοῦ ὁποίου φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπρεπε ἤδη νὰ ἔχῃ λάβει μέριμναν, ὅπως προλάβῃ πολλὰ ἐνδεχόμενα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συμβῶσι μετὰ τὴν ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀπωλέσθησαν ἢ κατεστράφησαν βιβλία ὑποθηκῶν, εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατεστράφησαν ἀρχεῖα ὁλόκληρα δικαστικῶν γραφείων, ὅτι ἀπωλέσθησαν ἀποφάσεις καὶ βουλεύματα, καὶ ὅτι πλεῖστοι τῶν κατηγορουμένων εὑρίσκονται ἤδη ἐν Χαλκίδι ἢ ἐν Λαμίᾳ ἢ ἀλλαχοῦ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ περὶ αὐτῶν βεβαίωσις περὶ τοῦ ἕνεκα τίνος λόγου οἱ ἄνθρωποι ἐκρατοῦντο ἐν ταῖς φυλακαῖς, διότι ἀπωλέσθησαν καθ’ ὁλοκληρίαν τὰ βουλεύματα, δυνάμει τῶν ὁποίων εἶχον παραπεμφθῆ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν περίστασιν ταύτην καὶ τὴν ἐπικειμένην ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας, πρέπει νὰ λάβῃ μέριμναν, ὅπως κατασταθῶσι νομοθετήματα τοιαῦτα, συμπληρωτικὰ τῶν ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ περιλαμβανομένων, διότι ταῦτα ἴσως εἶναι ἀτελῆ, οὕτω πως, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῶσιν ἀπὸ τοῦδε τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον δικαιώματα, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ὑποθηκῶν, ὑποκείμενα εἰς μεγάλας βλάβας ἕνεκα τῆς ἀπωλείας τῶν βιβλίων τῶν ὑποθηκῶν καὶ τῶν προσημειώσεων.
§16Α. ΤΟΜΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ τὴν σύστασιν ταύτην ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, καὶ προσεκάλεσα τὸν ἁρμόδιον ἐκεῖ Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, ἐζήτησα δὲ παρ’ αὐτοῦ νὰ μοὶ ὑποβάλῃ τίνα κατὰ τὴν γνώμην του μέτρα νομοθετικὰ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ληφθῶσι πρὸς πρόληψιν ἐνδεχομένων κακῶν. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Προέδρου τούτου, εἰς τὴν πεῖραν καὶ τὰς γνώσεις τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν δέουσαν ὑπόληψιν, δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐπὶ τοῦ παρόντος οὐδενὸς, διότι φρονεῖ, ὅτι ἐκ τῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας δύνανται νὰ συμπληρωθῶσι τὰ κενά. Ἐν τούτοις θὰ ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν σας, καὶ θὰ καταγείνω εἰς τὸ νὰ ληφθῶσιν ἐν καιρῷ τὰ δέοντα μέτρα, ὅπως ἀντικρύσωμεν καὶ τὸν κίνδυνον τοῦτον, ὁ ὁποῖος εἶναι πραγματικῶς σπουδαῖος.
§17ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Τελευταίαν σύστασιν ἔχω νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τῶν ὅρων τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης πρόκειται νὰ περιληφθῇ ἐν τῇ ὁριστικῇ συνθήκῃ, περὶ τῆς ὁποίας ἤδη διεξάγονται διαπραγματεύσεις, ῥήτρα περὶ ἐλευθέρας μεταναστεύσεως τῶν κατοίκων τῶν ἀντιπαραχωρουμένων διαμερισμάτων. Δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω περὶ τίνων κατοίκων θέλει νὰ ὁμιλήσῃ ἡ συνθήκη, ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ τῶν κατοίκων τοῦ μόνου χωρίου, τὸ ὁποῖον κατὰ δυστυχίαν περιέρχεται, καθ’ ἃ προκύπτει ἐκ τοῦ χάρτου, εἰς τὸ Τουρκικὸν Κράτος, τοῦ χωρίου Κουτσούφλιανη, τότε ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος, ὥστε ὄχι μόνον περὶ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου τούτου, ἀλλὰ καὶ περὶ ὅλων τῶν κατοίκων, οἵτινες παρὰ τὴν μεθόριον κατοικοῦσι, νὰ λάβωσι φροντίδα, ἵνα ἀφήνηται εἰς αὐτοὺς, καθὼς καὶ εἰς τοὺς ἐκεῖθεν τῶν ὁρίων κατοικοῦντας, ἐλευθέρα ἡ μετάβασις ἰδίως εἰς τὰ κτήματα αὐτῶν, τὰ ὁποῖα διχοτομοῦνται διὰ τῆς γραμμῆς. Διότι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1881, ὅτε ἡ Θεσσαλία περιῆλθεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεφύη καὶ ἔμενεν ἐκκρεμὲς μέχρις ὅτου ἐπῆλθον τὰ γεγονότα, πρὸ τῶν ὁποίων εὑρίσκεται σήμερον τὸ Κράτος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων πολὺ ὑποφέρουσι. Στηριζομένη δὲ ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, τοῦ 4, εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος ὅτι θέλει κατορθώσει, ὥστε οἱ χωρικοὶ ἐλευθέρως νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ κτήματά των, νὰ μὴ παρεμβάλλωνται δὲ εἰς αὐτοὺς μεγάλα προσκόμματα, τὰ ὁποῖα παρεμβάλλονται μέχρι τοῦδε ἐκ μέρους τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν. Τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο θέλει ἀποβῆ πρὸς ὠφέλειαν μεγάλην τῶν κατοίκων ἐκείνων, διότι πλείστων χωρίων, ὡς τοῦ χωρίου Πάνιτσα τοῦ δήμου Φαρκαδῶνος, αἱ μὲν κτηματικαὶ περιφέρειαι μένουσι πρὸς τὸ Ὀθωμανικὸν, μόνον δὲ αἱ οἰκίαι καὶ τὰ χωρία αὐτῶν μένουσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν, ὅπως καὶ τἀνάπαλιν δύναται νὰ συμβαίνῃ διὰ τοὺς ἐκεῖθεν τῆς γραμμῆς, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης εἶναι Ἕλληνες καὶ δύνανται διὰ τοῦ μέτρου τούτου νὰ ὠφεληθῶσιν.
§18ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτῆς ἐκ Τρικκάλων, ἔχω δώσει ἤδη τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας πρὸς τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος, ἐλπίζω δὲ, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου θὰ ἦναι εὐχάριστον. Αἱ διαπραγματεύσεις αἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει προέβησαν ἤδη κατὰ πολὺ, εὐλόγως δὲ δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἐντὸς μικροῦ θέλει ὑπογραφῆ ἡ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ὁριστικὴ εἰρήνη. Ἀλλὰ καίτοι προέβησαν αἱ διαπραγματεύσεις, ὑπολείπεται ὅμως πολλὴ ἐργασία. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως εὐαρεστουμένη διακόψῃ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ τὴν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κατατεθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπερ εἶναι ἐγγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νὰ διακόψῃ, λέγω τὰς συνεδριάσεις της, συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς ἐκτάκτου συνόδου, συμφώνως δὲ μὲ αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ προσκληθῇ εἰς συνεδρίαν, εἰμὴ τῇ ὑποδείξει τῆς Κυβερνήσεως.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιθυμητὸν θὰ ἦτο νὰ ἀνεκοινοῦτο εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς ἡ πιθανὴ χρονικὴ διάρκεια, καθ’ ἣν ὑπάρχει ἔνδειξις, ὅτι πρέπει νὰ ἀργήσῃ ἡ Βουλὴ, διότι τοῦτο θέλει ὁδηγήσει τοὺς κ. Βουλευτὰς περὶ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὀφείλουσι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς Ἀθήνας, καὶ ἑπομένως ἤθελον οὗτοι εὐκολυνθῆ νὰ ῥυθμίσωσι τὰς ὑποθέσεις των, ὥστε νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς Ἀθήνας.
§20ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ ἀκριβῶς πόσος χρόνος θὰ ἦναι ἀναγκαῖος πρὸς ὑπογραφὴν τῆς ὁριστικῆς εἰρήνης. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ἐντὸς 10 ἡμερῶν θὰ δυνάμεθα νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰς συνεδριάσεις. Κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ὀκτὼ ἕως δέκα ἡμέραι θ’ ἀπαιτηθῶσιν εἰσέτι.
§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἂν ἦναι δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ οἱασδήποτε πληροφορίας περὶ τῆς προόδου τῶν ἄλλων ἐργασιῶν, αἵτινες συνδέονται μετὰ τῆς εἰρήνης καὶ αἱ ὁποῖαι σκοπὸν ἔχουσι νὰ κανονίσωσι διάφορα ἐκκρεμῆ συμφέροντα. Δὲν ἐννοῶ διὰ τούτου νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ ὅ,τι δὲν πρέπει νὰ εἴπῃ, ἀλλ’ ἤθελον αἰσθανθῆ εὐχαρίστησιν, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ δώσῃ πληροφορίας τινὰς πρὸς τὴν Βουλήν.
§22ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἐργασιῶν τῆς ὁροθετικῆς ἐπιτροπῆς, δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ ἐργασίαι αὐτῆς προὐχώρησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐκανονίσθη ἡ γραμμὴ μέχρι τοῦ σημείου Γριζάνου. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τῆς προόδου τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας σκοπὸς εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 2 τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι, καθ’ ἃς πληροφορίας ἠδυνήθην νὰ συλλέξω, τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποβάλῃ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 2 τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, θὰ ἦναι πιθανῶς ἕτοιμα περὶ τὴν 10 προσεχοῦς Δεκεμβρίου.
§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἐκ Τρικκάλων κ. συνάδελφος, τοῦ ζητήματος τῆς μετὰ τῆς γείτονος ἐπικρατείας ἐλευθέρας, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, συγκοινωνίας τῶν κατοικούντων τὰ μεθόρια ἡμῶν, καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τοῦτο διότι ἐκτὸς τῶν παραμεθορίων κατοίκων τῆς Θεσσαλίας ὑπάρχουσι καὶ εἰς τὰ Ἠπειρωτικὰ μεθόρια κάτοικοι, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν δυσχερῆ θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκοντο καὶ θὰ εὑρεθῶσιν οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας. Περὶ τούτου ἐγένετο ἤδη μνεία, καὶ ἀνεφέρθη καὶ ἡ ἐπαρχία Ἄρτης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν συμπεριελήφθη καὶ τὸ ζήτημα τῆς διευκολύνσεως τῆς συγκοινωνίας εἰς τὰ Ἠπειρωτικὰ μεθόρια ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσιν, αἱ ὁποῖαι διεξάγονται ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ εἰς τὰς ὁποίας, ὅπως ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, συμπεριελήφθη τὸ ζήτημα τῆς εὐκόλου συγκοινωνίας τῶν Θεσσαλῶν.
§24ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ περὶ τούτου τοῦ ζητήματος ἐδόθησαν ὁδηγίαι. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν γνωρίζω τ’ ἀποτελέσματα· γνωρίζω μόνον, ὅτι θέλει κανονισθῆ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο μετὰ τῆς ὁριστικῆς εἰρήνης.
§25ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Εἰς συμπλήρωσιν τῶν ὅσων ὁ κ. ἐκ Τρικκάλων Βουλευτὴς εἶπε, προσθέτω τὸ ἑξῆς. Μέγα μέρος, ἂν μὴ τὸ ὅλον ἴσως, τῆς ξυλείας, τῆς ὑλοτομουμένης εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαμπάκας, μεταφέρεται διὰ δύο μέσων, διὰ τοῦ Ἀχελῴου καὶ τοῦ Πηνειοῦ μέχρι τῶν ἐκβολῶν τῶν ποταμῶν τούτων. Κατὰ τὴν προκαταρκτικὴν συνθήκην, τμῆμά τι τοῦ Πηνειοῦ περιέρχεται ὑπὸ τὴν τουρκικὴν ἐξουσίαν. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τούτου, ὅπως ἐπιτρέπηται ἡ διὰ τῆς ποταμοπλοΐας μεταφορὰ τῶν ξύλων, παραμένουσα ἀφορολόγητος, διότι ἄλλως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐνεργῆται ὑλοτομία.
§26ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν ἀπαιτοῦνται ἰδιαίτεραι διαπραγματεύσεις. Αὐτὸ κανονίζεται ἀπὸ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις τοῦ διεθνοῦς δικαίου.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὶν ἢ καταλίπωμεν τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον, ἐξ ἐναντίας ἴσως ἤθελε κρατύνει κατά τι τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει καταβάλει, νὰ ἀπευθύνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἑξῆς σύστασιν. Τὸ μέτρον τῆς συμβουλῆς, ἥτις ἐδόθη εἰς τοὺς ἐν τῷ ἄλλῳ Κράτει πρόσφυγας Θεσσαλοὺς, νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των, δὲν σκοπῶ νὰ τὸ ἐπικρίνω, ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω ἐξ ἐπαρχιῶν Θεσσαλικῶν, εἶναι, ὅτι οἱ ἐπανερχόμενοι δὲν ἀπολαμβάνουσι πλήρους ἀσφαλείας, ἐκτίθενται δὲ, εἴτε τὰ πρόσωπα αὐτῶν, εἴτε τὰ πράγματα αὐτῶν, εἰς ἀδικήματα. Διὰ τοῦτο ἐγὼ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπετάθησαν πολλοὶ ἐκ τῶν γνωστῶν μοι καὶ μοὶ ἐζήτησαν τὴν γνώμην, ἂν πρέπῃ νὰ σπεύσωσι νὰ παλινοστήσωσιν, ἤμην ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ νὰ δώσω αὐτοῖς συμβουλήν. Συνιστῶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα προσφύγῃ εἰς τὰς ἀναγκαίας διπλωματικὰς ἐνεργείας, τὰς ὁποίας αὐτὴ ἤθελε κρίνει καταλλήλους, ὅπως δοθῶσιν ὁδηγίαι εἰς τοὺς προϊσταμένους τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, τοῦ διατελοῦντος ἔτι ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς ἐπαρχίαις, ἵνα ἐνασκήσωσιν αὐστηροτέραν ἐπιτήρησιν εἰς τὰ στρατεύματα αὐτῶν καὶ τοὺς λοιποὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦσιν αὐτὰ, ὅπως κατασταθῇ ἀσφαλεστέρα ἡ ἐπάνοδος τῶν ἐκεῖσε παλινοστούντων συμπολιτῶν ἡμῶν Θεσσαλῶν.
§28ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως κακώσεις τινὲς ἔλαβον χώραν ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τῶν κατοίκων, —δὲν γνωρίζω ἂν κατὰ τῶν παλινοστούντων ἢ ἄλλων.— Κατηγγέλθη ὅμως, ὅτι κατὰ τούτων ἐφηρμόσθη φορολογία, παράνομος, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τῆς ὁποίας διεμαρτυρήθημεν ἐνώπιον τῶν Κυβερνήσεων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ἔλαβον εἰδήσεις ἐξ ἑνὸς τῶν ἐπιτρόπων τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ κ. Μπουκλάκου, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔλεγεν, ὅτι, καὶ ἂν ἔλαβον χώραν κακώσεις, αὗται ἦσαν σπανιώταται. Ἐν τούτοις καὶ ἡμεῖς ᾐσθάνθημεν τὴν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν μέτρα τινὰ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν παλινοστούντων. Διὰ τοῦτο παρεκαλέσαμεν τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει πληρεξουσίους ἡμῶν ν’ ἀποταθῶσι πρὸς τοὺς πρεσβευτὰς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ νὰ παρακαλέσωσιν αὐτοὺς, ὅπως διατάξωσι τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν, τοὺς ἐπὶ τῆς παλινοστήσεως, οἵτινες τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι διαθέσιμοι, νὰ περιοδεύωσι τὴν Θεσσαλίαν, παρέχοντες κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν συνδρομὴν αὐτῶν εἰς τοὺς παλινοστοῦντας.
§29ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐν σχέσει πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῶν παλινοστούντων διὰ τοῦ λιμένος Βόλου προσφύγων, διότι αἱ ἐκεῖθεν πληροφορίαι καὶ περὶ τῆς ἐπιβιβάσεως ἐν γένει καὶ περὶ τῆς ἀποβιβάσεως αὐτῶν εἰς Βόλον πᾶν ἄλλο δύνανται νὰ ἦναι ἢ ἐνθαῤῥυντικαὶ διὰ τοὺς πρόσφυγας, οὔτε ἱκανοποιητικαὶ δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀντιπροσώπους ἐκείνων. Καὶ κατὰ τὴν ἐπιβίβασιν αὐτῶν τοῖς παρεμβάλλονται πλεῖστα προσκόμματα, διότι φαίνεται δὲν ἔφθασαν ἐκεῖ ἐγκαίρως αἱ ὁδηγίαι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατὰ τὴν ἀποβίβασιν αὐτῶν εἰς Βόλον ἐπικρατεῖ τόση ἀκαταστασία, ὥστε οἱ πρόσφυγες ὑποφέρουσι τὰ πάνδεινα, μέχρις ὅτου ἀναχωρήσωσι ἐκεῖθεν διὰ τὰς ἑστίας των. Φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει ἐγκαίρως νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως ἐκλείψωσι τὰ ἄτοπα ταῦτα, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ παλινόστησις θέλει συντελεσθῆ ταχέως. Ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς Τουρκίας, ὅπως εἰς τὰ στρατιωτικὰ κέντρα μὴ προσέρχωνται πρόσφυγες, βεβαίως καὶ μετὰ τὴν συντέλεσιν τῆς παλινοστήσεως θέλουσι μείνει ἀκόμη πολλοὶ πρόσφυγες, ἐμπεπιστευμένοι εἰς τὰς φροντίδας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τότε νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα δειχθῇ πρὸς αὐτοὺς φιλοστοργωτέρα. Δὲν λέγω τοῦτο, ἵνα ψέξω τινὰ τῶν Κυβερνήσεων, εἴτε τὴν παροῦσαν εἴτε τὴν παρελθοῦσαν, ἢ τὴν Θεσσαλικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν περίθαλψιν τῶν προσφύγων, διότι ἅπαντες ἐξετέλεσαν κατὰ τὸ δυνατὸν τὸ καθῆκον αὐτῶν, ἂν δὲ προέκυψαν καὶ ἐλλείψεις πολλαί, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ μέγεθος τοῦ ἐπιχειρήματος, ἕνεκα τῆς ἀθρόας προσελεύσεως τῶν προσφύγων. Νῦν ὅμως, ὅτε θὰ ἦναι ὀλιγώτεροι οἱ πρόσφυγες, νομίζω ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ συγκεντρώσῃ αὐτοὺς εἰς ὑγιεινοτέρους ἀποικισμούς, ὅπως ἀπαλλάξῃ τέλος αὐτοὺς τῶν νόσων καὶ τῶν θανάτων, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐδεκάτισαν. Προτείνω μάλιστα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἐπέλθῃ σημαντικὴ ἀραίωσις τῶν ἐν Ἀθήναις προσφύγων, ἡ συγκέντρωσις νὰ γείνῃ ἐνταῦθα, ἐν Ἀθήναις, ὅπου μὲ τὴν ἐποπτείαν καὶ μὲ τὸ μικρὸν χρηματικὸν χορήγημα, τὸ ὁποῖον δίδεται, θὰ ἦναι ὁ βίος αὐτῶν ὁπωσοῦν ἀνθρωπινώτερος. Καὶ περὶ τῶν ἄλλων ὅμως προσφύγων, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς ἀνωτέραν τάξιν, τὴν τάξιν τῶν ἐπιστημόνων, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ, ἐπεκτείνουσα τὴν μέριμνάν της ἐπὶ τῶν βιομηχάνων καὶ ἐμπόρων, οἵτινες ἕνεκα τῆς παραταθείσης καταστάσεως περιέπεσαν εἰς δυσχερεστάτην οἰκονομικὴν θέσιν.
§30Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οἱ εὑρεθέντες εἰς τὴν στενόχωρον θέσιν, τὴν ὁποίαν παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, αὐτοὶ εἶναι ὑπαίτιοι τῶν δεινῶν αὑτῶν, διότι ἡ Κυβέρνησις, συμφωνήσασα μετὰ ἑταιριῶν ἀτμοπλοϊκῶν πρὸς μεταφορὰν τῶν προσφύγων καὶ μετὰ τοῦ σιδηροδρόμου Θεσσαλίας, παρασκευάσασα μάλιστα, τῇ συνδρομῇ τοῦ Προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, καὶ οἰκονομικὸν συσσίτιον διὰ τὸ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀφίξεως πρόγευμα καὶ γεῦμα, δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἦτο κατάλληλος ἡ στιγμὴ νὰ συμβουλεύσῃ τὴν ἀναχώρησιν διὰ Θεσσαλίαν, διότι μόλις προχθὲς τὸ ἑσπέρας ἀνεχώρησαν οἱ ὑπάλληλοι οἱ διορισθέντες πρὸς διεύθυνσιν τῶν ἀποθηκῶν, μόλις προχθὲς τὸ ἑσπέρας ἀνεχώρησεν ὁ ἐπιθεωρητὴς, μόλις χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐδόθησαν χρήματα εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν τριῶν ἀποθηκῶν πρὸς προμήθειαν σιτηρῶν καὶ τροφῶν καὶ κατοικιῶν δι’ ὀκτὼ ἡμέρας. Ἐγὼ αὐτὸς εἶπον πρὸς πολλοὺς πρόσφυγας: «μὴ σπεύσετε ν’ ἀναχωρήσητε, διότι δὲν ἡτοιμάσθησαν ἀκόμη τὰ ἀπαιτούμενα διὰ νὰ εὕρητε περίθαλψιν, συσσίτιον, καὶ τεθῆτε ὑπὸ στέγην»· οὗτοι ἀπήντησαν καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτὰς, ὅτι ἐπιθυμοῦν νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ ὑπὸ ἰδίαν αὐτῶν εὐθύνην· «δόσατέ μας, ἔλεγον, μόνον εἰσιτήριον διὰ τὰ ἀτμόπλοια καὶ τὸν σιδηρόδρομον, τὰ λοιπὰ ἐνδιαφέρουσιν ἡμᾶς.»
§31ΤΟΠΑΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές.
§32ΚΟΡΠΑΣ. Ἐγὼ τοῖς ἔλεγον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύδωσιν εἰς τοὺς τόπους, ὅπου ἀπαγορεύεται ἡ παλινόστησις, αὐτοὶ ἀπήντων, ὅτι αὐτὸ εἶναι δουλειὰ ἰδική των. Δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀναμιχθῶ περισσότερον, τοῖς ἔδωσα μόνον εἰσιτήρια δωρεάν. Λοιπὸν ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἐπανόδῳ εἰς τὰς ἑστίας των αὐτοὶ εἶναι ὑπαίτιοι. Σήμερον μόλις ἴσως ἔχει δημοσιευθῆ εἰδοποίησις πρὸς πάντας τοὺς πρόσφυγας ἐκείνους, οἵτινες δύνανται νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἑστίας των, τῶν ὁποίων τουτέστιν οἱ τόποι δὲν εἶναι ἀπηγορευμένοι, σήμερον ἀπεστάλη εἰδοποίησις, ὅτι δύνανται νὰ μεταβῶσι, καθόσον ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς θὰ εὕρωσι πάντα τὰ ἀναγκαῖα. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς τάξεις ἐκείνας, περὶ ὧν ὁ συνάδελφος ἐποιήσατο λόγον, καὶ χθὲς ἐγένετο λόγος καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἀπήντησα, ὅτε ἐλήφθη τοιαύτη πρόνοια καὶ θὰ παρασχεθῶσι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ διαθέσῃ.
§33ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι θὰ διακοπῇ ἡ συγκοινωνία διὰ τοῦ Βόλου;
§34ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν εἶναι διόλου ἀληθές. Διὰ νὰ βεβαιωθῶ περὶ τούτου πλειότερον, μετέβην χθὲς περὶ τὴν 10ην ὥραν, ὅτε ἔληξεν ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἠρώτησα ἐὰν ἐλήφθη τηλεγράφημα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖθεν ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει εἴδησις. Τοσαῦτα μὲν περὶ τούτου. Κατόπιν τῶν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν λεχθέντων περὶ τῶν δημάρχων Θεσσαλίας, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου προκαταβολὴ εἰς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας πρόσφυγας δημάρχους τῶν μισθῶν αὐτῶν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου ἐ. ἔ. Ἐπειδὴ δὲ τὰ ἀρχεῖα τῶν νομαρχιῶν Τρικκάλων καὶ Λαρίσσης δὲν ὑπάρχουσι καὶ πιθανὸν νὰ μὴ εὑρίσκωνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀντίγραφα προϋπολογισμῶν δήμων τινῶν, καὶ ἑπομένως νὰ μὴ δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὡς βάσις τῆς μισθοδοσίας οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ 1897, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν πρώτῳ ἄρθρῳ περιλαμβάνει, ὅτι θὰ ληφθῶσιν ὡς τοιαύτη βάσις οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ 1897 διὰ τοὺς δήμους ἐκείνους, τῶν ὁποίων οἱ προϋπολογισμοὶ οὗτοι περιῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐπεκυρώθησαν ὑπ’ αὐτοῦ, διὰ δὲ τοὺς δήμους, τῶν ὁποίων οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ 1897 δὲν περιῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, θὰ ληφθῶσιν ὡς βάσις οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ 1896.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 15).
§36Γ. ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ἐδημοσιεύθη σήμερον πρακτικὸν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, δι’ οὗ αἱ μεταβολαὶ, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔφερον ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς, ἠκυρώθησαν. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρ’ ὑμῶν, κ. Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος εἶσθε πρὸ πάντων ἁρμόδιος, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τοιοῦτον πρακτικὸν ἐγένετο παρὰ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς;
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§38ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Δόσατέ μου τὸν λόγον.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ πρεσβύτερος τῶν παρόντων βουλευτῶν κ. Ε. Τσαρλαμπᾶς, κωλυομένων τοῦ Προέδρου καὶ τῶν ἀντιπροέδρων, ὡς ἐνδιαφερομένων προσωπικῶς εἰς τὸ ζήτημα).
§40ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ὑποχρεοῦμαι νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν σήμερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ὅταν ἐσχάτως συνεκλήθη ἡ Βουλὴ, ἵνα ἀναγγείλῃ τὸν σχηματισμόν της ἡ ὑπὸ τὸν κ. Ζαΐμην σχηματισθεῖσα Κυβέρνησις, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἂν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐκλογὴ Προέδρου τακτικοῦ τῆς Βουλῆς, ἢ ἂν ἠδύνατο νὰ προεδρεύσῃ ὁ ἀντιπρόεδρος, ὁ κατὰ σειρὰν ἐρχόμενος, καθόσον ὁ μὲν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐγένετο Πρωθυπουργὸς, ὁ δὲ πρῶτος ἀντιπρόεδρος Ὑπουργός. Καὶ ἐδόθη ἡ ἐξήγησις, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι, ὅταν ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ πρῶτος ἀντιπρόεδρος κωλύωνται, δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ αὐτοὺς ὁ δεύτερος ἀντιπρόεδρος, ὅστις ἤμην ἐγώ. Συνεπῶς ἀνέλαβον τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην, ἣν ἐξέφερεν ἡ Βουλή. Καὶ λαβὼν ὑπ’ ὄψιν μου τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ὁποίων διατελοῦμεν, προέβην εἰς μερικὰς μεταβολὰς ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς μὲ τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν νὰ φέρω οἰκονομίας τινὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§41ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπράξατε παρανομίας.
§42ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερον, καὶ ὅταν δώσω πέρας εἰς τὸν λόγον μου, δύναται νὰ ἔλθῃ νὰ ἀναιρέσῃ, ὅστις θέλῃ, τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ἐὰν ἀναιροῦνται τὰ πράγματα. Καὶ ἐνῷ ἐνόμιζον, ὅτι τοιαύτην πράττων πρᾶξιν ἐξετέλουν τὸ καθῆκόν μου, οἰκονομῶν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου 13 χιλιάδας δραχμῶν, ἐγένετο τόσος πάταγος αἴφνης περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὥστε ἐτόλμησαν νὰ γράψωσιν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι σκοπὸς τῶν μέτρων μου δὲν ἦτο ἡ οἰκονομία τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλ’ οἰκονομία προσώπων, διότι ἐγὼ ἐβολιδοσκόπουν δῆθεν τὸ ταμεῖον τῆς Βουλῆς, (ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτον ταμεῖον) διὰ νὰ μάθω, ἂν εἰς αὐτὸ ὑπῆρχον χιλιάδες τινὲς δραχμῶν, διὰ νὰ πληρώσω τὴν μισθοδοσίαν τοῦ γραμματέως τῆς ἐξεταστικῆς τῶν ναυτικῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι πρόεδρος. Καὶ ταῦτα πάντα ἐγράφοντο ὑπὸ ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτῶν. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ποίαν γνώμην ἔχει περὶ τῆς διαγωγῆς τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ ἐλέγξωσι τὰς πράξεις τοῦ Προέδρου τοῦ Κοινοβουλίου ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ. Καὶ ἐνῷ ἐπερίμενον τὴν σύγκλησιν ὑμῶν, ἵνα φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τοιαύτης τῶν ὑπαλλήλων διαγωγῆς, πληροφοροῦμαι ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς συνόδου ταύτης τῆς Βουλῆς, ἀνατρέξαν πρὸς τὴν ἄλλην σύνοδον, ἀνέλαβε νὰ ἐξετάσῃ τὰς πράξεις τοῦ Προεδρείου τῆς συνόδου ἐκείνης, ἀναλαμβάνον ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς νόμος τοῦ Κράτους ἔδωκεν εἰς αὐτὸ, καὶ συνέταξε πρακτικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
«ΤΟ ΠΡΟΕΔΡΕΙΟΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
«Ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψει τὰς ὑπ’ ἀριθ. 410, 411, 419, 420,421, 422, 423, 424, 425, 426, 427 καὶ 428 πράξεις τοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον ἀντιπροέδρου τῆς Βουλῆς κ. Γ. Πετούση, βουλευτοῦ ἐκ Θηβῶν, δι’ ὧν ἀπελύθησαν τῆς ὑπηρεσίας οἱ κ.κ. Μιχ. Μουκάκος, βοηθὸς τοῦ διευθυντοῦ τοῦ γραφείου, Γ. Ματθόπουλος, διορθωτὴς τῶν ἐντύπων, Κ. Σταυρόπουλος λογιστὴς, Γ. Μοῦχος ἀρχειοφύλαξ, Ἰω. Πάνου ἀρχικλητὴρ, Γ. Σπηλιόπουλος καὶ Χρ. Μουρίκης, κλητῆρες αʹ τάξεως, Α. Τζάλας καὶ Π. Πάτροκλος, κλητῆρες βʹ τάξεως, καὶ Σ. Σπηλιώτης θυρωρὸς, διωρίσθησαν δὲ οἱ κ.κ. Β. Κυρέλλος, βοηθὸς τοῦ διευθυντοῦ, καὶ Ἰωσὴφ Παπαγεωργίου, ἀρχικλητὴρ Ἐπειδὴ κατὰ τὰ ἄρθρα 75 καὶ 77 τοῦ Κανονισμοῦ τὸ ἐν αὐτοῖς ἀναγραφόμενον προσωπικὸν τῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν διορίζεται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸ 8 δὲ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον, τρεῖς ἀντιπροέδρους, ἕνα κοσμήτορα καὶ τέσσαρας γραμματεῖς. Ἐπειδὴ ἑπομένως ὁ κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν ἔκτακτον Σύνοδον ἀντιπρόεδρος κ. Γ. Πετούσης, βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν, δὲν εἶχε δικαίωμα οὐδὲ ἀπολύσεως οὐδὲ διορισμοῦ ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν, τῶν ἀνατεθειμένων εἰς τοὺς ἀντιπροέδρους ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Κανονισμοῦ δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων μὴ περιλαμβανόντων καὶ τὸ τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ὑπηρέτας τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ αἱ μνημονευθεῖσαι ὑπ’ ἀριθ. 410, 411, 419, 420,421, 422, 423, 424, 425, 426, 427 καὶ 428 πράξεις τοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον κ. ἀντιπροέδρου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι κῦρος, ἀφοῦ δὲν ἐξεδόθησαν ὑπὸ τῶν ἐχόντων τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδωσι τοιαύτας πράξεις. Διὰ ταῦτα Ἀκυροῦμεν τὰς μνημονευθείσας πράξεις τοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον ἀντιπροέδρου τῆς Βουλῆς κ. Πετούση καὶ ἀκυροῦμεν συγχρόνως τὰ δι’ αὐτῶν ἀποφασισθέντα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Νοεμβρίου 1897. Ὁ Πρόεδρος Ἀλέξ. Σ. Κ. Ρώμας. Οἱ Ἀντιπρόεδροι Ἰω. Μπακόπουλος Ἀθ. Μουτσόπουλος Θ. Βελλιανίτης. Οἱ Γραμματεῖς Π. Ἄννινος Καβαλλιεράτος Ι. Ν. Καναβὸς Δ. Καλογερόπουλος Ν. Ταρμπάζης. Ὁ Κοσμήτωρ Κ. Χατζηπέτρος. Ὁ Διεκπεραιωτὴς Ν. Α. Κοτσελόπουλος.» Ὡς ἠκούσατε, τὸ Προεδρεῖον, στηριζόμενον εἰς τὸ 11 ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, ἀποφαίνεται, ὅτι εἰς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τῶν ἀντιπροέδρων τῆς Βουλῆς δὲν συμπεριλαμβάνεται τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ὑπηρέτας τῆς Βουλῆς. Οἱ Κύριοι, μὴ δυνάμενοι νὰ πατήσωσιν ἐπὶ τῆς ἄμμου, διότι ᾐσθάνοντο τοὺς πόδας αὐτῶν τρέμοντας, ἐπεκαλέσθησαν τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ ἀντιπροέδρου τῆς Βουλῆς, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν ἤμην μόνον ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἤμην ὁ προεδρεύων αὐτῆς, ἕνεκα κωλύματος τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Αʹ ἀντιπροέδρου, καὶ δὲν ἦτο στιγμιαῖον τὸ κώλυμα, οὔτε φανταστικὸν, ἀλλὰ σταθερὸν καὶ πραγματικόν. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τῶν λόγων μου σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 65 τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ἄρθρον 65 ἀναγράφει, ὅτι «οὐδεὶς Βουλευτὴς, ὢν Ὑπουργὸς, δύναται νὰ ἦναι συγχρόνως Πρόεδρος, ἀντιπρόεδρος ἢ Γραμματεὺς τῆς Βουλῆς». Ὥστε ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ κ. Ζαΐμης καὶ ὁ κ. Τόμαν ἐγένοντο Ὑπουργοί, ἢ ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐκλογὴ Προέδρου καὶ ἀντιπροέδρου, ἢ ἔπρεπε νὰ προεδρεύσῃ ὁ κατὰ σειρὰν ἀντιπρόεδρος, ὅπερ καὶ ἐγένετο· ὡς προεδρεύων δὲ τῆς Βουλῆς, περιεβλήθην ὅλα τὰ καθήκοντα καὶ τὰ δικαιώματα τῆς θέσεως ταύτης, καὶ δυνάμει αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων ἐνήργησα τὰς πράξεις τὰς ἀφορώσας εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς. Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσητε σαφέστερον τὰ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ πηγάζοντα δικαιώματά μου, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ, διότι ὁ Κανονισμός, τὸν ὁποῖον ἔχομεν σήμερον, ἐγένετο τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ κ. Ζαΐμη κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, ὁ δὲ Κανονισμὸς ὁ παλαιὸς ἐγένετο κατὰ τὸ ἔτος 1878, ἔχει δὲ ταύτην τὴν διαφορὰν πρὸς τὸν σημερινόν. Ἄρθρον 75 τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ, τοῦ 1878 (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς διορίζονται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου: εἷς διευθυντὴς τοῦ γραφείου, εἷς συντάκτης τῶν πρακτικῶν, εἷς βοηθὸς αὐτοῦ, εἷς βοηθὸς ἐπὶ τῆς διεκπεραιώσεως, εἷς βοηθὸς ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ, εἷς βοηθὸς τῶν ἐντύπων, εἷς γραφεύς, εἷς ἐπιθεωρητὴς τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, τέσσαρες στενογράφοι πρώτης τάξεως, εἷς στενογράφος δευτέρας τάξεως καὶ εἷς δόκιμος στενογράφος, δύο βοηθοὶ καὶ ἓξ ἀντιγραφεῖς. «Τὸ Προεδρεῖον διορίζει ἐπίσης ἕνα εὐταξίαν, ἕνα ἀρχικλητῆρα καὶ δεκαπέντε κλητῆρας. «Πάντες οἱ ὑπάλληλοι τοῦ γραφείου δίδουσι τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενον ὅρκον ἐνώπιον τοῦ Προέδρου.» Ὁ δὲ νέος Κανονισμός, εἰς μὲν τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 75 λέγει τὰ ἑξῆς: «Εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς διορίζονται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου: εἷς διευθυντὴς τοῦ γραφείου, εἷς βοηθὸς αὐτοῦ, εἷς συντάκτης τῶν πρακτικῶν, εἷς διορθωτὴς τῶν ἐντύπων, εἷς διεκπεραιωτής, εἷς λογιστὴς κλπ.» Εἰς δὲ τὴν δευτέραν τὰ ἑξῆς: «Πάντες οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς διορίζονται δι’ ἐγγράφου ὑπογεγραμμένου ὑπὸ τοῦ Προέδρου, κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἀπολύονται...» Ἐνταῦθα παρατηρεῖται μία ἀντίφασις· τὸ δεύτερον ἐδάφιον ἀναιρεῖ τὸ πρῶτον, καὶ ἠθέλησαν νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς συγχύσεως (θόρυβος). Μὴ προτρέχετε τῶν πραγμάτων. Σᾶς κάμνω ἐξήγησιν, ἵνα πεισθῆτε, ὅτι ἡ ἐνέργειά μου ὑπῆρξεν ἀκριβὴς καὶ μεμελετημένη. Τὸ δὲ ἄρθρον 77 ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς δύνανται ν’ ἀπολυθῶσι καὶ ν’ ἀντικατασταθῶσι δι’ ἄλλων μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, προτάσει τοῦ ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης· οἱ δὲ ὑπάλληλοι καὶ οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτῆς». Ἤκουσά τινας τῶν κ. Βουλευτῶν λέγοντας «μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Βουλῆς.» Τοῦτο ἐγὼ δὲν τὸ ἐλησμόνησα, διότι ἀναγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τί ἐννοεῖ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς;
§43ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τῆς Βουλευτικῆς συνόδου.
§44ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἰσχυρίζονται, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ ἐννοεῖ λῆξιν τὴν λῆξιν τῆς συνόδου. Καὶ ἐγὼ τοῦτο ἐννοῶ. Ἀλλ’ ἐὰν νομίζουσιν ὅτι δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν διότι δὲν ἐκηρύχθη ἡ λῆξις τῆς συνόδου, καὶ διὰ τοῦτο ἠκύρωσαν τὰς πράξεις ταύτας, διατί δὲν ἠκύρωσαν ὡσαύτως τὰς πράξεις τοῦ κ. Ζαΐμη, ὅστις, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἔπαυσε τὸν βοηθὸν τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς κ. Νικ. Ἀντωνόπουλον καὶ διώρισε τὸν κ. Μιχ. Μουκάκον;
§45ΡΩΜΑΣ. Συνειργάζετο μὲ τὸ Προεδρεῖον.
§46ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι ἐγὼ ἤμην ἀντιπρόεδρος, καὶ δὲν ἠρωτήθην. Ταῦτα δὲν τὰ εἶπον διότι τὰ ἐφρόνουν, ἀλλὰ τὰ ἀνέφερον πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι εἰς τὰς πράξεις σας δὲν τηρεῖτε τὸ αὐτὸ μέτρον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φρονῶ, εἶναι, ὅτι ἡ σύνοδος εἶχε λήξει, ὅταν ἐνήργησα τὰς παύσεις καὶ τοὺς διορισμούς. Τὸ ἄρθρον 54 τοῦ Συντάγματος ἀναγράφει, ὅτι «ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως κατ’ ἔτος τὴν πρώτην Νοεμβρίου, ἡ δὲ διάρκεια ἑκάστης συνόδου δὲν δύναται νὰ ἦναι βραδυτέρα τῶν τριῶν μηνῶν, οὔτε μακροτέρα τῶν ἕξ» Ἡ Βουλὴ αὕτη συνῆλθε τὴν 15 Ὀκτωβρίου, καὶ τὴν 15 Ἀπριλίου ἔληξεν ἀκριβῶς (θόρυβος).
§47ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τότε λοιπὸν δὲν ἦσθε Πρόεδρος.
§48ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ἀπατᾶσθε πολύ· ἔληξεν ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Προέδρου, διότι ταῦτα παρατείνονται μέχρι τῆς ἑπομένης συνόδου, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. γραμματεὺς τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος μὲ διακόπτει, δὲν τὸ γνωρίζει.
§49ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, καὶ μὲ ἔγγραφα μάλιστα.
§50ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Βλέπετε, ὅτι εἶναι τὸ θάῤῥος τῶν ἀνθρώπων μέγα· συζητοῦν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος μὲ πολλὴν ἐλευθερίαν! Ὅταν ἔφεραν ἐκ τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς εἰς τὸν οἶκόν μου τὰς καταστάσεις τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ τῶν συνυπουργῶν του, εἶπον εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ γραφείου, ὅτι «οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔλαβον τὴν μισθοδοσίαν τῶν Ὑπουργῶν· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωσι καὶ τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν; Λυποῦμαι πολὺ (τῷ προσέθηκα) καὶ ἀπορῶ, πῶς τὸ ἔγγραφον τοῦτο δὲν τὸ ἔδωσες εἰς τὸν τακτικὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς πρὸ τόσου χρόνου, ἵνα τὸ ὑπογράφῃ. Ἐὰν ὑπογράψω ἐγὼ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, θὰ δείξω ὅτι δὲν ἠξεύρω τί κάμω, διότι νομίμως δὲν δύνανται νὰ πληρωθῶσιν· ἂν δὲν τὸ ὑπογράψω, θὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἔπραξα οὕτω ἕνεκα ἔχθρας, διὰ νὰ στερήσω τοῦ βουλευτικοῦ ἐπιδόματος τοὺς κ.κ. Δηλιγιάννην, Σκουζὲν, Μαυρομιχάλην καὶ λοιποὺς Ὑπουργούς.» Καὶ ἀμέσως ἔσπευσα νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ οὗτοι ἔλαβον τὴν προηγουμένην βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν τῶν 1800 δραχμῶν, ἔμαθον δὲ, ὅτι τὴν ἔλαβον ἀμέσως μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεώς των, δηλαδὴ ὅταν ἔληξεν ἡ σύνοδος τῆς Βουλῆς, ὡς προσδιορίζει τὸ ἄρθρον 75 τοῦ Συντάγματος. Εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς, ὅστις μοὶ εἶπεν, ὅτι «ὁ κ. ταμίας σᾶς παρακαλεῖ, κ. Πρόεδρε, νὰ ὑπογράψητε αὐτὰς τὰς καταστάσεις», εἶπον: «Εἴπετε εἰς τὸν κ. ταμίαν, ὅτι αὐτὰς τὰς καταστάσεις δὲν τὰς ὑπογράφω, καὶ ὅτι τοιαύτην εὐθύνην διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου δὲν ἀναλαμβάνω.» Διότι νομίζω, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ὑπηρετήσαντες ὡς τοιοῦτοι καθ’ ὅλην τὴν σύνοδον τῆς Βουλῆς, καὶ λαβόντες τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τῶν 6 μηνῶν, δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ λάβωσι βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν, ὡς μὴ λαβόντες μέρος εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι θὰ εὑρεθῇ τις νὰ εἴπῃ, ὅτι, διότι συνεκλήθη ἐκτάκτως ἡ Βουλὴ ἕνεκα μεγίστων ἀναγκῶν, ἕνεκα θλιβερῶν γεγονότων, διὰ νὰ ἀναγγείλῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν σχηματισμόν της καὶ νὰ λάβῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν συγκατάθεσιν νὰ ἐνεργήσῃ ὑπὲρ τῆς εἰρήνης, ὅτι διὰ ταύτην καὶ μόνην τὴν ἐργασίαν ἠδύνατο πρώην Ὑπουργὸς, Βουλευτὴς τῆς Βουλῆς τοῦ ἔθνους τοῦ καταπεπτωκότος, τοῦ συντριβέντος, εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐπείνων οἱ στρατιῶται, ὁ δὲ ἐχθρὸς κατελάμβανε τὴν χώραν ἡμῶν, ὅτι ἤθελε τείνει τὴν χεῖρα πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἰδοὺ ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ὑπέγραψα τὴν κατάστασιν ταύτην.
§51ΛΑΜΠΡΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπέγραψες διότι δὲν σοῦ ἐδώσαμεν 3,000 δραχμὰς διὰ τὸν Λογοθέτην.
§52ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ὡς ἐκ τῶν ἀπολύσεων, τὰς ὁποίας ἐνήργησα, παρεβλάπτοντο τὰ συμφέροντα τῶν φίλων τοῦ κόμματος, διότι γνωρίζετε κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι οἱ παυθέντες ἀνήκουσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν οἶκον τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ.
§53ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν παρανόμως τοὺς ἐπαύσατε.
§54ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Δὲν ἦλθον νὰ ὑπηρετήσω οὐδενὸς κόμματος τὰ συμφέροντα, ἀλλ’ ἀναχωρῶν ἀπὸ ἰδίας σκέψεις ἐνόμιζον, ὅτι ὑπηρετῶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀπαλλάσσων τῆς ὑπηρεσίας ἀνθρώπους εἰς οὐδὲν συντελοῦντας. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, οἵτινες γνωρίζετε τὰ τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχει ἀρχεῖον, καὶ ἐνῷ δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον, ἔχομεν ἀρχειοφύλακα τὸν ὑπάλληλον Μοῦχον. Τὸν δὲ διορθωτὴν τῶν ἐντύπων ἀπέλυσα, ἀναθέσας τὰ καθήκοντα αὐτοῦ εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, ὅστις καὶ ἄλλοτε ἐξετέλει προσθέτως καὶ τὰ καθήκοντα ταῦτα, ὁ δὲ λογιστὴς Σταυρόπουλος κατέστη ἄχρηστος ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ νέος Κανονισμὸς ἀνέθεσε τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἰς τὸν Κεντρικὸν ταμίαν, καὶ δὲν εἶναι χρήσιμος παρὰ μόνον διὰ τὰς καταστάσεις τὰς βουλευτικάς, δηλαδὴ διὰ μιᾶς ἡμέρας ἐργασίαν.
§55ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἶναι 16 ἐτῶν ὑπάλληλος, καὶ ἔχει πολλὴν ἐργασίαν.
§56ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Καὶ τὸ ἐξαγόμενον τῶν μέτρων μου αὐτῶν εἶναι, ὅτι ἐγένετο οἰκονομία εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, εἰς τοιαύτας στιγμὰς, δραχμῶν 13,000. Καὶ ἔρχονται σήμερον διὰ κραυγῆς καὶ ἀσχημοσύνης οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὑποστηρίζοντες τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων, καὶ ἐπιδεικνύοντες τὸ ἀνάστημά των λέγουσιν, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις Ράλλη νὰ δεχθῇ τὸ σύστημα τοῦ ἐλέγχου, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ εἴπωσι πρὸς τοὺς ξένους: «Ἔλθετε νὰ ἐλέγξητε καὶ τὰ τῆς Βουλῆς, διότι εἴμεθα ἀνίκανοι νὰ διαχειρισθῶμεν τὰ ἰδιά μας πράγματα, καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν οἰκονομίας ἐκεῖ, ὅπου ἀπαιτοῦνται» (θόρυβος).
§57ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διατὶ ἐσκέφθητε περὶ τούτου, μόνον ὅταν ὑμεῖς ἀνελάβετε τὸ Προεδρεῖον, καὶ δὲν ἐφροντίσατε ἀπὸ πρίν;
§58ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Καὶ ἐτόλμησαν νὰ σᾶς εἴπουν ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς,—καὶ ὑπάρχουν, ὡς βλέπω, καὶ Βουλευταί, ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, χωρὶς νὰ ἀκούσουν ἀπὸ τοῦ στόματός μου τοὺς λόγους, πειθόμενοι εἰς τὰ γραφόμενά των,— ὅτι ἐγὼ δῆθεν ἐβολιδοσκόπουν τὸ ταμεῖον τῆς Βουλῆς διὰ τὸν μισθὸν τοῦ γραμματέως τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τῶν πραγμάτων διὰ τὴν «Μπουμπουλίναν»! Ὅτε συνέστη ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ἐγενόμην ἀκουσίως μου πρόεδρος αὐτῆς, γραμματεὺς δὲ ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Μουτσόπουλος, ὅστις ἀμέσως ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο, καὶ μὲ παρεκάλεσε, καθὼς καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τὰ παρόντα, νὰ μεριμνήσω περὶ εἰδικοῦ γραμματέως...
§59ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν ἐμοῦ.
§60ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Μάλιστα, διότι ἦσθε ἀπών... Ἔλαβον λοιπὸν τὴν συγκατάθεσιν τῶν μελῶν, μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἦναι τὸ πρόσωπον ἀναμεμιγμένον εἰς τὰ κόμματα, διότι ἐπεθυμοῦμεν νὰ τηρήσωμεν ἄκραν ἀμεροληψίαν καὶ ἐχεμύθειαν. Προέβην εἰς τὸν διορισμὸν συμπολίτου μου, τοῦ κ. Λογοθέτου, πρώην διευθυντοῦ Νομαρχίας, ἀδελφοῦ τοῦ ἀξιοτίμου ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος ἐν Κετίγνῃ Ἀλεξ. Λογοθέτου, ἀνεψιοῦ τοῦ στρατηγοῦ Σπυρομήλιου, ἐντιμοτάτου ἀνθρώπου, κατὰ τοῦ ὁποίου οὐδέποτε ἠκούσθησαν παράπονα, ἐπὶ μακρὰ δὲ ἔτη ὑπηρετήσαντος ὡς δημοσίου ὑπαλλήλου. Τὸν διορισμὸν αὐτοῦ ἀνήγγειλα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ὅλα τὰ μέλη αὐτῆς συνειργάσθησαν μετὰ τοῦ γραμματέως αὐτοῦ, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἀνήγγειλα τὸν διορισμὸν αὐτοῦ, χάριν ἁβροφροσύνης, καὶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος συγκατένευσε.
§61ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ μάθωμεν, ἐὰν προσελάβετε τὸν Λογοθέτην, διότι εἶναι ἀνεψιὸς τοῦ Σπυρομήλιου, ἀλλ’ ἐὰν ἦτο τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης σας.
§62ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Βεβαίως. Καὶ συνειργάσθη μεθ’ ἡμῶν ὁ κ. Λογοθέτης, πάντοτε προθύμως, προθυμότατα, εἰς τὰ καθήκοντά του, ὡς δύνανται νὰ ὁμολογήσωσι πάντα τὰ μέλη τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ὅτε δὲ, μετὰ παρέλευσιν τεσσάρων μηνῶν, προσεκαλέσαμεν δι’ ἐγγράφου ἡμῶν τὸν πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἵνα ἀποστείλῃ εἰδικοὺς λογιστὰς εἰς μίαν ἰδιαιτέραν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἐξελέγξωσιν, ὡς ἁρμόδιοι, τὰ βιβλία τοῦ Ναυστάθμου, ἐνόμισα ὅτι ἦτο καιρὸς νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ζαΐμην, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μία τις πρόνοια ὑπὲρ μισθοῦ τοῦ γραμματέως τῆς ἐπιτροπῆς, καθόσον τὰ μέλη τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς εἴχομεν δηλώσει τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ζητήσῃ τίποτε διὰ τὰς δαπάνας τὰς ἰδικάς μας, τὰς ὁποίας ἐκάμομεν. Ὁ γραμματεὺς κ. Λογοθέτης ἐξηκολούθει νὰ πληρόνῃ ἐκ τῶν ἰδίων τὴν ἀνάβασιν καὶ τὴν κατάβασιν εἰς Πειραιᾶ καὶ τὰ παρομαρτοῦντα ἔξοδά του, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ἐπλήρωσε καὶ διὰ χρημάτων του τὴν μεταφορὰν βιβλίων, τὰ ὁποῖα ἐχρειάσθησαν ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ ἀπὸ τὸν Ναύσταθμον. Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι ἦτο καθῆκον τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Βουλῆς, τὸν ὑπάλληλον, τὸν ὁποῖον ἐπισήμως ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ προσέλαβεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν της, νὰ τὸν πληρώσωμεν.
§63Ι. ΚΑΝΑΡΗΣ. Καὶ τί ποσὸν ἐζητήσατε, κύριε Πετούση, σᾶς παρακαλῶ;
§64ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης μὲ ἠρώτησε: «τί νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὸν κ. Λογοθέτην;» Ἔκαμον ἓν ἔγγραφον εἰς τὸν κ. Ζαΐμην, διὰ τοῦ ὁποίου ἔγραφον πρὸς αὐτόν: «Ὁ κύριος Λογοθέτης ὡς τελευταίαν θέσιν εἶχε τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ Νομαρχίας, ἐλάμβανε τὸν μισθὸν δραχ. 320 κατὰ μῆνα, νομίζω ὅτι αὐτὴν τὴν μισθοδοσίαν πρέπει νὰ λάβῃ»· διότι ἐγὼ οὔτε ὡς ἄτομον, οὔτε ὡς Βουλευτὴς, οὔτε ὡς πρόεδρος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις προέκυψεν ἐκ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐξευτελίσω τὰ ἄτομα, ὅταν μάλιστα ἐγνώριζον, ὅτι εἰς πολλὰς ἐπιτροπὰς, αἵτινες ἐσχηματίσθησαν πολλάκις καὶ παρὰ τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη καὶ κατὰ τὰ Θεσσαλικὰ, ἐδόθησαν ἀρκοῦσαι ἀμοιβαὶ, χιλίων καὶ 1500 δραχμῶν, δι’ ὀλίγον χρόνον, καὶ ἐφρόνουν οὕτω, διότι τοῦτο ἀπῄτει ἡ ἀξιοπρέπεια ἡμῶν, ὅταν δίδῃ τις εἴς τινα ἄνθρωπον μίαν θέσιν, πρέπει νὰ τοῦ δώσῃ καὶ τὴν ἀνάλογον μισθοδοσίαν, ὁ δὲ Λογοθέτης βεβαίως θέσιν γραφέως δὲν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ. Δίδομεν ἐπιμίσθια μιᾶς λίρας καὶ δύο λιρῶν, ὅταν ἀποστέλλωμεν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ὑπαλλήλους, ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ των, καὶ ἠθέλατε ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία δι’ ἑαυτὴν δὲν ἐδέχθη τίποτε, νὰ καθυστερήσῃ τὸν μισθὸν ὑπαλλήλου, τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθη, καὶ νὰ μὴ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ εἷς καὶ μόνος ὑπάλληλος αὐτῆς πρέπει νὰ πληρωθῇ! Μετὰ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔστειλα εἰς τὸν κ. Ζαΐμην, ἐπανέλαβον καὶ πάλιν προφορικῶς, καὶ ὁ κ. Ζαΐμης μὲ παρεκάλεσε νὰ τῷ εἴπω, τί νομίζω ἐπὶ τέλους ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὸν Λογοθέτην. Τῷ εἶπον: νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν ἐφάπαξ διὰ τὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἔκαμε, δι’ ὅσας τυχὸν δυνατὸν νὰ κάμῃ καὶ δι’ ὅσα ἐδαπάνησε, δραχμὰς χιλίας. Καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ζαΐμη...
§65ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Τρεῖς χιλιάδας.
§66ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ζαΐμη, ὡς ἀνδρὸς ἐντίμου.
§67ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Νὰ ἐπικαλεσθῆτε καὶ τὴν ἰδικήν μου, εἰς τὸν ὁποῖον σᾶς παρέπεμψεν ὁ κ. Ζαΐμης. Τρεῖς χιλιάδας.
§68ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Καὶ δὲν ἔκαμα μόνον τοῦτο, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀπαλλάξω πάσης ὑπονοίας τοὺς Κυρίους τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, ὅτι τὰ ἀντιπολιτευόμενα μέλη τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἔχουσιν ἐναντίαν γνώμην, συνωμίλησα μετὰ τῶν ἀντιπολιτευομένων μελῶν καὶ παρεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον κ. Στάην νὰ μεταβῶμεν ἀπὸ κοινοῦ εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Βουλῆς, ὅπου μεταβάντες ἐκαλέσαμεν τὸν κ. Καλοστύπην καὶ τὸν διεβεβαίωσεν ὁ κ. Στάης, ὅτι πρέπει νὰ πληρωθῇ εἰς τὸν κ. Λογοθέτην τὸ ποσὸν τῶν χιλίων δραχμῶν ἐφάπαξ διὰ τὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας ἔκαμε, διαβεβαιώσας ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίῤῥησις παρ’ αὐτῶν, διότι καὶ εἰργάσθη καὶ ἐκοπίασεν ὁ γραμματεύς. Ἀλλ’ ἀντὶ πάσης πληρωμῆς ἤρχισεν ἡ καμαρίλλα, διότι ὁ Λογοθέτης δὲν ἦτο ὁ ἄνθρωπος ὁ ὑπηρετῶν τὴν καμαρίλλαν, καὶ διότι ὁ πρόεδρος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς δὲν προσέλαβε τὸν ὑποδειχθέντα εἰς αὐτὸν ὡς γραμματέα, διὰ νὰ μεταδίδῃ τὰ μυστήρια τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς!
§69ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὡραῖα μυστήρια!
§70Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσαν ἐννέα μέλη τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἐπιτροπήν!
§71ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Καὶ τοιουτοτρόπως ἡ καμαρίλλα ἐματαίωσε τὴν βούλησιν τοῦ κ. Ζαΐμη, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι ζήτημα ἀφορῶν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς ἡ πληρωμὴ τοῦ γραμματέως τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ εἶναι ἀνάξιον συζητήσεως τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπεκαλέσθην τὴν ἔντιμον συνδρομήν του, ἐὰν ἦναι ἐδῶ. Μία φωνή. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
§72ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ, ἀλλὰ τὰ μανθάνει, καὶ δύναται νὰ τὰ διαψεύσῃ, διότι λέγονται ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς· καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην του καὶ τὴν προσοχήν του. Ὅταν λοιπὸν καὶ ἐγὼ καὶ ὁ γραμματεὺς τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς παρετηρήσαμεν ὅτι μετήρχοντο πάντα τρόπον, πῶς νὰ μὴ ἐγκριθῇ τὸ κονδύλιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν νόμιμον μισθοδοσίαν του, τὴν ὁποίαν ἂν ζητήσῃ διὰ τοῦ δικαστηρίου δύναται νὰ λάβῃ, ὡς γνωρίζουσιν οἱ ὑπάρχοντες ἐδῶ καὶ ἐκ τῆς μιᾶς πλευρᾶς καὶ ἐκ τῆς ἄλλης νομικοί, διότι ὁ Λογοθέτης φέρει νόμιμον τίτλον, καθόσον ἐγὼ ὁ ἴδιος ὁμολογῶ, ὅτι ὡς πρόεδρος ὑπέγραψα τὸν διορισμόν του, πάντες δὲ οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς συνειργάσθησαν μετ’ αὐτοῦ ἐπὶ πολλὰς συνεδριάσεις — ὅταν, λέγω, εἴδομεν τὰς ἀντενεργείας καὶ ῥαδιουργίας τῶν ἀνθρώπων τῆς καμαρίλλας, ἐγὼ μὲν δὲν κατεδέχθην πλέον νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς νομίμου αὐτοῦ ἀποζημιώσεως, ὁ δὲ Λογοθέτης μοὶ εἶπεν: «εἶναι ἀνάξιον καὶ ἐμοῦ καὶ σοῦ τὸ ζήτημα αὐτό· δὲν θέλω οὔτε ὅσα ἐξ ἰδίων μου ἐπλήρωσα νὰ λάβω». Καὶ ἤρχετο καὶ παρήρχετο ἡ Βουλή, χωρὶς οὐδεὶς νὰ γείνῃ λόγος περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Λογοθέτου.
§73ΛΑΜΠΡΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ὡμιλήσατε εἰς ἡμᾶς πολλάκις.
§74ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Αὐτὰ τὰ χρήματα, Κύριοι, εἶναι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐβολιδοσκόπουν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Βουλῆς, ἐὰν ὑπάρχωσιν, ἵνα δώσω ἐγὼ εἰς τὸν Λογοθέτην! Καὶ τὰ λέγουσιν αὐτὰ οἱ τρεφόμενοι μέχρι γήρατος βαθυτάτου ἀπὸ τῶν δημοσίων χρημάτων, πρὸς ἐμὲ, ὅστις οὐδέποτε ἐπέτρεψα οὔτε εἰς ἐμαυτὸν οὔτε εἰς συγγενῆ μού τινα νὰ δεχθῇ ὑπηρεσίαν ἢ νὰ λάβῃ δημοτικὰ ἢ δημόσια χρήματα, διὰ νὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῶ ἐλευθέρως.
§75Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον διὰ πετσώματα τὰ παίρνετε σεῖς.
§76ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ὁμιλεῖ διὰ τὰ πετσώματα ὁ ἀνεψιὸς τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ!
§77Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, διότι καυχῶμαι ὅτι εἶμαι ἔντιμος ἄνθρωπος.
§78ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ὁ ἀνεψιὸς τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὁμιλεῖ διὰ τὰ πετσώματα, εἰς βάρος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἦτο ὁ Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης καὶ ὅστις ἐδημιούργησε τὰ πετσώματα! Καὶ λησμονεῖ ὅτι, ἂν ἔχῃ νὰ ἐπιδείξῃ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη σπουδαῖόν τι, ἔχει αὐτὰ τὰ πετσώματα. Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν θέσιν εἰς αὐτὰ τὰ πετσώματα, διότι ἐγὼ δὲν εἶχον καμμίαν πολιτικὴν σχέσιν μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν εἶχον καμμίαν πολιτικὴν φιλίαν μὲ τὸν ἀείμνηστον Πρωθυπουργὸν Κουμουνδοῦρον. Ἐγὼ ἐξῆλθον ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου χωρὶς νὰ ἴδω τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς αὐτοῦ, διότι δὲν εἶχον οὔτε προσωπικὴν οὔτε πολιτικὴν φιλίαν μετ’ αὐτῶν. Ἐξῆλθον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, βαδίσας μετὰ τοῦ ἱεροῦ λόχου πάντοτε ἐμπρὸς καὶ πάντοτε ἐντίμως, οὐδὲν λαβὼν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ ἴσως δαπανήσας κἄτι τι ἐκ τῶν ἐμῶν. Αὐτὰ εἶναι τὰ πετσώματα. Ἀλλ’ εἰς αὐτὰ τὰ πετσώματα ὁ μὲν ἱερὸς λόχος ἔκαμε τὸ καθῆκόν του ἐντίμως καὶ ἀνδρείως, οἱ δὲ ἀρχηγοὶ τῆς ἐπαναστάσεως εἶχον τὴν εὐγενῆ καλωσύνην νὰ ἀναθέσωσιν εἰς ἐμὲ τὴν ὑψηλὴν τιμὴν νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς ἐπαναστάσεως ἐνώπιον τῶν Ἄγγλων ἀντιπροσώπων. Τίνι δὲ τρόπῳ ὑπερήσπισα καὶ ἀντεπροσώπευσα τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, μαρτυροῦσι τρεῖς χιλιάδες ἐπαναστατῶν, εὑρισκομένων εἰς παράταξιν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, μαρτυροῦσιν ὁ Τερτίπης, ἡ σκιὰ τοῦ μακαρίτου συνταγματάρχου καὶ βουλευτοῦ Ἰσχομάχου, ὁ συνταγματάρχης καὶ βουλευτὴς Ρούκης, ὁ ἐσχάτως μεταστὰς ἀοίδιμος συνταγματάρχης Μήτσας, ὁ ἐπίσκοπος Κίτρους, ὁ ἀείμνηστος συνταγματάρχης καὶ βουλευτὴς Σιαφάκας καὶ πάντες οἱ ὁπλαρχηγοί, οἵτινες μοὶ ἔκαμον τὴν τιμὴν ταύτην, πεποιθότες ὅτι δύναμαι ν’ ἀντιπροσωπεύσω τὴν ἐπανάστασιν, ὁμιλῶν πρὸς τοὺς ξένους ἀντιπροσώπους.
§79Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Βουλευτά, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω, ὅτι διὰ τῶν πετσωμάτων ἐκείνων ἀπηλευθερώθη ἡ Θεσσαλία, τὴν ὁποίαν ὑπεδούλωσαν σήμερον.
§80ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Καὶ κατὰ τὰ πετσώματα ἐκεῖνα ἐγένετο μία πολιτικὴ σύμβασις μεταξὺ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τῶν Ἄγγλων ἀντιπροσώπων, τῆς ὁποίας ἐγὼ ὑπῆρξα ὁ διερμηνεὺς. Ἐκείνη ἡ πολιτικὴ σύμβασις, τῆς ὁποίας τὴν ἀξίαν ὁ ἀοίδιμος Κουμουνδοῦρος ἐγνώριζε, καὶ ἐνῷ δὲν εἶχον μετ’ αὐτοῦ καμμίαν πολιτικὴν φιλίαν, μὲ ἔλαβεν ἡμέραν τινὰ ἐκ τῆς χειρὸς καὶ μοῦ εἶπε: «Σοῦ χρεωστῶ μίαν μεγάλην χάριν.— Δὲν ἐνθυμοῦμαι καμμίαν περίστασιν τοιαύτην, τῷ ἀπήντησα. —Τὴν ἐλησμόνησας, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν τὴν λησμονῶ. Ἔκαμες μίαν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα ἐν Θεσσαλίᾳ· γνωρίζω τὴν ὁμιλίαν σου ὁλόκληρον. Ἦτο ἐκεῖ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Μανέτας, ὁ νομάρχης Φθιώτιδος κ. Παπαηλιόπουλος, καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ τύπου, οἵτινες μοῦ ἔδωσαν σαφεῖς πληροφορίας.» Τοιαύτην ὑπηρεσίαν προσέφερον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ οὐ μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, πρὸ εἴκοσι χρόνων, ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπανάστασιν ἐκείνην. Ἤλεγξα ἐπισήμως ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, ὅτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεχθῶ ὑφ’ ὁλοκλήρου ἐκείνης τῆς πλευρᾶς, τῆς ὁποίας προήδρευεν ὁ ἀοίδιμος καὶ κράτιστος ἀνὴρ Τρικούπης, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ἀρκετὰ ἀπεκόμισε μαθήματα ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς κ. Δηλιγιάννης, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς. Ἤδη μίαν μόνον ἀποστροφὴν κάμνω. Ἀγαπῶ νὰ τιμῶ καὶ νὰ ὑπολήπτωμαι πάντα τὰ ἄτομα, ἰδίᾳ δὲ τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἡμεῖς διὰ τῆς ψήφου καὶ τῆς ὑπολήψεως ἡμῶν δημιουργοῦμεν, καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, μετὰ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν γεννᾷ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀντιπροσώπου πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ προσέξῃ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἐγγράφου τούτου, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔστειλε πρὸς ὑπογραφὴν ὁ κ. διευθυντὴς τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς ὀλίγον πρὶν ἢ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν. (Διεύθυνσις δημοσίων ἔργων). «Γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι ἡ στέγη τοῦ Βουλευτηρίου, παθοῦσα βλάβην ἐκ τῶν τελευταίων βροχῶν, διαῤῥέει, καθίσταται δὲ ἀδύνατος ἡ ἐν καιρῷ βροχῆς διαμονὴ ἐν τῇ αἰθούσῃ. «Ὅθεν σᾶς παρακαλοῦμεν, ὅπως διατάξητε τὸν ἁρμόδιον μηχανικὸν, ἵνα ἐξετάσῃ τὴν στέγην, καὶ προβῇ ὡς τάχιστα εἰς τὰ δέοντα πρὸς ἐπιδιόρθωσιν. «Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς». Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἀπηύθυνεν ὁ διευθυντὴς τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς εἰς ἐμὲ, ὡς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, διὰ νὰ μεριμνήσω περὶ τῆς καταστάσεως τῆς στέγης τῆς Βουλῆς. Φυσικὰ, ἔπρεπε νὰ τὸ ὑπογράψω. Ἦτο ἔγγραφον πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου τῷ ἐδίδετο ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἡ πληροφορία, ὅτι πρέπει νὰ στείλῃ ἕνα μηχανικὸν νὰ ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν τῆς στέγης τῆς Βουλῆς, ἥτις εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγγραφον. Εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» ἐγράφη ὅτι πρόκειται νὰ γείνωσι δαπάναι δι’ ἐπισκευὴν τῆς Βουλῆς ἄνευ ἀνάγκης. Ὁ λογιστὴς τῆς Βουλῆς, αὐτὸς, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἔπαυσα, ἐδημοσίευσεν εἰς τὴν «Νέαν Ἐφημερίδα», ὅτι «οὐδεμίαν, οὔτε λαβὼν οὔτε δοὺς ἐντολὴν πρὸς τοιαύτας ἐπισκευὰς, φέρει εὐθύνην διὰ τὰς δαπάνας, ὅτι αἱ ἐργασίαι αὗται, «αἱ ὀλίγον σκανδαλώδεις» κατὰ τὴν «Ἀκρόπολιν», ἀποτελοῦσι συνέχειαν, εὐτυχῶς δὲ καὶ τέλος τῆς Προεδρικῆς δράσεως τοῦ κ. Πιτούση κλπ.» Ἀνάξιον κρίνω ἐμοῦ καὶ ὑμῶν νὰ ἐπιμείνω περιπλέον ἐπὶ τούτων, καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἀπευθύνω μίαν τελευταίαν τοῦ λόγου μου στροφὴν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον,—καὶ ἐννοῶ τὸν τακτικὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὸν κ. Ῥώμαν,—νὰ ἐξετάσῃ μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς καὶ μετὰ τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς τὸ Σῶμα τοῦτο, αὐτοὺς τοὺς τελευταίους μου λόγους, οἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὴν εὐπρέπειαν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν κοσμιότητα. Καὶ διὰ νὰ δώσω μίαν εἰκόνα πρὸς αὐτὸν τίνες ἄνδρες ἄλλοτε παρεκάθηντο μεθ’ ἡμῶν ἐπὶ τῶν ἑδρῶν τούτων καὶ ποῖα παραδείγματα ἔδωσαν πρὸς ἡμᾶς, ὑπενθυμίζω μίαν παλαιὰν ἱστορίαν τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν, ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας του, ἀγνοεῖ. Ἦτο ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν τότε ὁ ἀοίδιμος πατήρ του, ὁ σεβαστὸς ἀντιπρόσωπος τῆς Ζακύνθου, παρεκάθητο μεθ’ ἡμῶν. Συνέβη ὁ νομάρχης Χαλκίδος, ὁ Καλαμίδας, νὰ δώσῃ ὑπονοίας, ὅτι ἐγένετο ἔνοχος τῆς νοθείας τοῦ ἄρτου τοῦ διδομένου εἰς τοὺς φυλακισμένους τῆς πόλεως ἐκείνης. Τινὲς ἐκ τῶν καταδίκων συμπολιτῶν μου ἀπηύθυναν πρὸς ἐμὲ τὸ παράπονον. Τὸ παράπονον τοῦτο τὸ ἔκαμα γνωστὸν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Εἰς ὑποστήριξιν τῶν λόγων μου ἐπηκολούθησε μακρὰ συζήτησις, καὶ ἀνῆλθον οἱ ἔγκριτοι τῆς Βουλῆς ἀντιπρόσωποι ἐπὶ τὸ βῆμα, ὑποστηρίξαντες τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα ἐγώ. Ὁ κ. Καλαμίδας, ἀπὸ ἐλαφρότητα, ἔσπευσε διὰ τῆς δημοσιογραφίας νὰ χρωματίσῃ τὴν ὑπόθεσιν κατὰ τὴν κρίσιν του, νὰ πειράξῃ δὲ καὶ τοὺς λαβόντας τὸν λόγον Βουλευτὰς κατὰ σειράν, δίδων πρὸς αὐτοὺς ἀπὸ ἓν ἐπώνυμον αὐθαίρετον, ἀπὸ μίαν τινὰ ἰδιότητα. Ἀμέσως τὴν ἑπομένην ἡμέραν, κατὰ τὴν συνεδρίασιν, τὰ βλέμματα τῶν Βουλευτῶν ἐστράφησαν πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον, καὶ οἱονεὶ ἀπηύθυνεν ἡ Βουλὴ ἐρώτησιν σιωπηρὰν πρὸς αὐτὸν, ζητοῦσα νὰ μάθῃ ποίαν ἐντύπωσιν ἐπροξένησαν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τὰ γραφέντα εἰς τὰς ἐφημερίδας ὑπὸ τοῦ Καλαμίδα. Ἀλλ’ ὁ ἀοίδιμος ἀνὴρ, τοῦ ὁποίου ἡ διαυγὴς διάνοια ἀντελήφθη ὅτι τὰ ὑπὸ τοῦ νομάρχου γραφέντα ἔθιξαν τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀναβὰς τὸ βῆμα καὶ προλαβὼν πάντας ἡμᾶς, ἀνήγγειλεν, ὅτι ὁ νομάρχης ἐκεῖνος διὰ τὴν διαγωγὴν, ἣν ἐπεδείξατο πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας, τὸ δὲ διάταγμα ὑπεβλήθη καὶ ὑπεγράφη. Ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὴν παράκλησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅσα ἐντεῦθεν εἶπον περὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, νὰ μελετήσῃ ὅσα παρ’ αὐτῶν ἐγράφησαν ἐνυπογράφως εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ ἐλπίζω νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἀπευθύνω πρὸς αὐτὸν τὰ συγχαρητήριά μου, οὐχὶ μόνον ὡς Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ ὡς φίλος ἐκτιμῶν αὐτόν.
§81ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐπὶ πολὺ, Κύριοι, ὁ κατελθὼν τοῦ βήματος τούτου ἀξιότιμος ἐκ Θηβῶν Βουλευτὴς ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ κολακεύομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν πρὸς ὑμᾶς τῶν ἐγγράφων τούτων θέλετε πεισθῆ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν διέπραξε παρανομίαν, καὶ παρανομίαν μεγίστην, διότι ἐσφετερίσθη τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου καὶ διότι ἐζήτησε νὰ ἀκυρώσῃ ὡς παρανόμους πράξεις κοινοβουλευτικάς. Δὲν θ’ ἀκολουθήσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Θηβῶν εἰς τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του ἔθιξεν, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως προήδρευσε προσωρινῶς τῆς Βουλῆς, διότι συμφωνῶ πληρέστατα μετ’ αὐτοῦ, ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ νόμιμος Πρόεδρος, καὶ τοῦτο οὔτε ἐγὼ, οὔτε ἄλλος τῶν σήμερον τὸ Προεδρεῖον ἀποτελούντων τῷ διεφιλονείκησεν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τῷ διεφιλονεικήσαμεν καὶ διαφιλονεικοῦμεν, εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως, διότι ἀπέλυσεν ὑπαλλήλους διὰ καταργήσεως θέσεως, παρὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Καὶ ἂν νομίζῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θηβῶν Βουλευτὴς, ὅτι ἡ κατάργησις θέσεως ἐπετρέπετο εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐναντίον τοῦ ῥητοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον μόνον εἰς τὴν Βουλὴν δίδει τὸ δικαίωμα νὰ καταργῇ τὰς θέσεις καὶ οὐχὶ εἰς τὸν Πρόεδρον, πλανᾶται πλάνην οἰκτράν. Καὶ σᾶς ἀναγινώσκω, Κύριοι, μίαν τῶν πολλῶν ἀπολύσεων, —διότι scripta manent, verba volant,—ἐξ αὐτῆς δὲ θὰ πεισθῆτε, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ ἢ ἐγώ. «Πρὸς τὸν τέως Λογιστὴν τῆς Βουλῆς κ. Κ. Σταυρόπουλον. «Δυνάμει τῶν ἄρθρων 75 καὶ 77 τοῦ Κανονισμοῦ σᾶς ἀπαλλάσσομεν τῆς ὑπηρεσίας, ὡς καταργηθείσης τῆς θέσεως ταύτης.» Καὶ δὲν ἀναγινώσκω πάσας τὰς ἀπολύσεις, Κύριοι, αἱ ὁποῖαι φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τέως Προέδρου τῆς Βουλῆς κ. Πετούση καὶ πᾶσαι καταργοῦσι θέσεις. Διὰ δύο μόνον θέσεις ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν δὲν ἐμερίμνησεν, ὅπως καταργήσῃ καὶ ταύτας καὶ φέρῃ οἰκονομίαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· αἱ θέσεις αὗται εἶναι ἡ τοῦ βοηθοῦ τοῦ διευθυντοῦ καὶ ἡ τοῦ ἀρχικλητῆρος, τοὺς ὁποίους ἀπέλυσε, μεριμνήσας ὅμως νὰ διορίσῃ ἀντ’ αὐτῶν εἰς μὲν τὴν πρώτην θέσιν τὸν διδάσκαλον τοῦ τέκνου του, εἰς δὲ τὴν δευτέραν τὸν ἐπιστάτην τοῦ κτήματός του ἐν Τράχωναις (γέλως). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν ἐλησμόνησε νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὰ δύο ἢ τρία ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα διετέλει ὡς Βουλευτὴς καὶ μέλος τοῦ Προεδρείου, τὴν κατάργησιν τῶν θέσεων αὐτῶν, ὡς ἐντελῶς περιττῶν, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι, ἐὰν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὑπεστήριζε τὴν γνώμην του καὶ ἡ Βουλὴ ἐπείθετο, ὅτι αἱ θέσεις εἶναι πράγματι περιτταί, βεβαίως ἡ Βουλή, ἐν τῷ δικαιώματι τῷ ἀπεριορίστῳ, τὸ ὁποῖον ἔχει, θὰ κατήργει τὰς θέσεις, καὶ τότε τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, οὐχὶ βεβαίως μόνος ὁ κ. Πρόεδρος, θὰ τοὺς ἀπέλυε, καὶ θὰ ἐπήρχετο ἡ οἰκονομία, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ νῷ εἶχεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς Θηβῶν, ἐλησμόνησε νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς διὰ τὸν διορισθέντα ὑπ’ αὐτοῦ ὡς γραμματέα τῆς ἐπιτροπῆς τῆς «Μπουμπουλίνας» καὶ συμπολίτην του Λογοθέτην. Θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προτοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Θηβῶν, διὰ τῶν ὁποίων ζητεῖται νὰ πληρωθῶσι 300 δραχμαὶ κατὰ μῆνα, ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν διωρίσθη ὁ κ. Λογοθέτης, ἤτοι ἀπὸ τῆς 10 Ἀπριλίου 1896, μέχρι πέρατος τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐν λόγῳ ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀκόμη ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη. Ὁ κ. Πετούσης, ἅμα ἐξελέχθη μέλος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τῆς «Μπουμπουλίνας» καὶ πρόεδρος αὐτῆς, ἐκάλεσε, χωρὶς νὰ τῷ ὑποδειχθῇ τοῦτο ὑπό τινος, ὡς εἶπε, τὸν διεκπεραιωτὴν τῆς Βουλῆς κ. Κοτσελόπουλον, διακεκριμένον ὑπάλληλον, τὸν ὁποῖον παρεκάλεσε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἄμισθος γραμματεὺς τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Μουτσόπουλος, πολὺ δικαίως, δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ καὶ τὴν γραφικὴν ὑπηρεσίαν. Ὁ κ. Κοτσελόπουλος ἀπεδέχθη εὐχαρίστως τὴν θέσιν ταύτην καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ μεταβῇ μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς εἰς Ναύσταθμον, ὅτε ὁ κ. Πετούσης, διὰ νὰ οἰκονομίσῃ συμπολίτην καὶ ψηφοφόρον του, τὸν κ. Λογοθέτην, εἶπεν εἰς τὸν κ. Κοτσελόπουλον, ὅτι εἶναι ἐντελῶς περιττὴ ἡ ὑπηρεσία του, προσέλαβε δὲ ἀντὶ τοῦ κ. Κοτσελοπούλου τὸν συμπολίτην του, δικαιολογούμενος ὅτι δὲν ἤθελε νὰ ἔχῃ τὸν κ. Κοτσελόπουλον εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἵνα μὴ ἀνακοινώνῃ εἰς τὸ κόμμα τὰ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ γινόμενα! Ἐὰν δι’ αὐτὸ δὲν προσέλαβε τὸν κύριον Κοτσελόπουλον, τὸν πληροφορῶ ὅτι τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ὁ κύριος Πετούσης ἀνῆκε τότε, εἶχε πολλὰ μέλη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ μεταβιβάζωσι τὰ ἐν αὐτῇ γινόμενα, ἀφοῦ ἄλλως ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργήσῃ ἐν μυστικῷ καὶ παραβύστῳ. Τὰ ἔγγραφα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ κάμω γνωστὸν πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἡ ἐξεταστικὴ ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς «Μπουμπουλίνας» ἐπιτροπὴ προσέλαβεν ὡς εἰδικὸν γραμματέα αὐτῆς, ἀμέσως μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου, τὸν κ. Παναγιώτην Λογοθέτην, πρώην διευθυντὴν Νομαρχίας, ὅστις ἔκτοτε κρατεῖ τὰ βιβλία καὶ ἐνεργεῖ πᾶσαν τὴν γραφικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ἔχουσαν σχέσιν μὲ τὴν ἐντολήν της. «Ἐπειδὴ ὁ ἐν λόγῳ γραμματεὺς δὲν ἔλαβεν οὐδεμίαν ἀντιμισθίαν μέχρι σήμερον, σᾶς παρακαλῶ, ὅπως εὐαρεστούμενος διατάξητε νὰ πληρωθῶσι πρὸς αὐτὸν οἱ δεδουλευμένοι μισθοὶ Μαΐου καὶ Ἰουνίου ἐκ δραχμῶν 640, συμφώνως μὲ τὴν μισθοδοσίαν, ἣν ἐλάμβανεν ὡς διευθυντὴς Νομαρχίας, ὡς καὶ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ καταβληθέντα ἔξοδα διὰ δέκα μεταβάσεις του μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς εἰς Ναύσταθμον, δρ. 20, καὶ διὰ τὴν εἰς τὴν Βουλὴν μεταφορὰν τῶν λογιστικῶν βιβλίων ἐκ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τοῦ Ναυστάθμου, δραχ. 8. «Διατελῶ μεθ’ ὑπολήψεως. «Ὁ πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς «Μπουμπουλίνας» ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς «Γ. Πετούσης». Καὶ τὸ ἕτερον (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. «Εἰς τὸν ψηφισθέντα προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς παρετήρησα, ὅτι δὲν συμπεριελήφθη πίστωσις τῶν ἐξόδων τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς θαλαμηγοῦ «Μπουμπουλίνας», ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διατελῶ πρόεδρος, καίτοι διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 13 τῆς 10 Ἰουλίου ἐ. ἔ. ἐγγράφου μου ἐγνώρισα ὑμῖν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εὑρέθη εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ προσλάβῃ ὡς εἰδικὸν αὐτῆς γραμματέα τὸν κ. Π. Λογοθέτην, πρώην διευθυντὴν Νομαρχίας, ὅστις διατελεῖ μέχρι τοῦδε ὡς τοιοῦτος (καὶ προσέξατε παρακαλῶ εἰς τὸ ἔγγραφον· διατελεῖ, λέγει, μέχρι τοῦδε ὡς τοιοῦτος, δηλ. ἀπὸ τῆς 10 Ἀπριλίου 1896 μέχρι τῆς 27 Νοεμβρίου, ἤτοι ἐπὶ 8 μῆνας, διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ πληρωθῇ, πρὸς 320 δραχμὰς κατὰ μῆνα, δραχμὰς 2,260) καὶ ᾔτησα τὴν ἄμεσον καταβολὴν τῶν μισθοδοσιῶν του. «Λαμβάνω καὶ αὖθις τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, ὅπως εὐαρεστούμενος συστήσητε εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴν νὰ ἐγγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσιν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν μέχρι τοῦδε μισθοδοσιῶν τοῦ γραμματέως αὐτῆς, ὡς καὶ ἑτέραν πίστωσιν δι’ ἔξοδα παρουσιασθησομένων τυχὸν ἀναγκῶν αὐτῆς. «Ὁ Πρόεδρος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς «Βουλευτὴς Θηβῶν «Γ. Πετούσης». Καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶναι κατακεχωρημένα τὸ μὲν πρῶτον ὑπ’ ἀριθ. 233, τὸ δὲ ἕτερον ὑπ’ ἀριθ. 101 πρωτοκόλλου τῆς Βουλῆς. Ἐκπλήττεσθε, παρατηρῶ, κ. Βουλευταί, ἀλλὰ θὰ ἐκπλαγῆτε περισσότερον, ὅταν μάθητε, ὅτι ὁ γραμματεὺς οὗτος τοῦ κ. Πετούση ὑφίσταται μέχρι σήμερον. Ὥστε τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν κ. Πετούσην δικαιοῦται νὰ λάβῃ, ὑπολογιζομένης τῆς μισθοδοσίας του εἰς 320 δραχμὰς μηνιαίως, ἀνέρχεται μέχρι σήμερον εἰς δραχ. 6,400, καὶ ἕπεται συνέχεια, διότι ἡ ἐπιτροπή, ὡς προεῖπον, ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη. Ἀλλὰ διαψεύδω,—καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν λέξιν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν—ὡς μὴ ἀκριβῆ, τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ, ὅτι ὁ γραμματεὺς τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἐπληρώθη δι’ ἀγώγια καὶ ἄλλα ἔξοδά του, διότι διὰ πάντα ταῦτα ἐπληρώθη παρὰ τοῦ λογιστοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ ὑπάρχουσιν εἰς τὸ ταμεῖον αἱ ἀποδείξεις του. Ὥστε οὔτε δι’ αὐτὸ εἶπε τὴν ἀλήθειαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν. Καὶ ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν, τὸ ἀφορῶν τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, δὲν εἶπε τὴν ἀλήθειαν. Ἡ σύνοδος τῆς Βουλῆς τοῦ 1897 ἤρξατο τὴν 24ην Ὀκτωβρίου, καὶ συνεπληρώθη ἑξαμηνία τὴν 24ην Ἀπριλίου 1897, ἐὰν δὲ δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν ἀνέλαβε τὴν προεδρείαν τὴν 18ην Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ., ὥστε κατὰ τὴν γνώμην του ἦτο ἄκυρος Πρόεδρος συνόδου ἀκύρου! Καὶ τώρα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν φρονεῖ, ὅτι τινὲς τῶν πρώην Ὑπουργῶν, ὄντες εὔποροι, δὲν ἔπρεπε νὰ λάβωσι τὰ χρήματα ταῦτα. Τὸν διαβεβαιῶ ὅτι οὔτε ὁ κ. Σκουζὲς, οὔτε ὁ κ. Μαυρομιχάλης, οὔτε ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο ἐκ τῶν εὐπόρων, θὰ ἐλάμβανον τὴν ἀντιμισθίαν των...
§82ΛΑΠΠΑΣ. Εἶναι ἐντροπὴ ν’ ἀπαντᾶτε περὶ Δηλιγιάννη εἰς τὸν Πετούσην.
§83ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Βεβαίως τὸ ἐννοῶ καὶ ἐγὼ, ἀλλ’ ἐγένετο ὁ ὑπαινιγμὸς αὐτός, καὶ διὰ τοῦτο ἔπρεπε ν’ ἀπαντήσω.
§84ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὰς 1800 δραχμὰς τὰς ἔλαβε καὶ ὁ κ. Συγγρὸς, ὁ πλουσιώτερος ὅλων, καὶ δὲν εἶναι ἐντροπὴ νὰ λαμβάνωσι τὸν μισθόν των οἱ Βουλευταί· τὸ ἐναντίον εἶναι προσβολή, τὸ νὰ μὴ τὸν λαμβάνωσι.
§85ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὡς τελευταῖον θέμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν ἔφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶναι νὰ ἀναφέρῃ τὸν λογιστὴν τῆς Βουλῆς, ὡς ἐνυπογράφως δημοσιεύσαντα διὰ τῶν ἐφημερίδων διατριβὴν κατὰ τοῦ κ. Πετούτη, ὄχι εὐχάριστον δι’ αὐτόν. Πληροφορῶ τὸν κ. Πετούσην, ὅτι, ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὁ κ. Πετούσης προεκάλεσε τὸ ἐπεισόδιον, λέγων ὅτι ὁ λογιστὴς ὑπέγραφεν ὑπόπτους καταστάσεις, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὁ λογιστὴς εὑρέθη ἠναγκασμένος νὰ δημοσιεύσῃ ὄχι διατριβήν, ἀλλὰ μήνυσιν κατὰ τοῦ κ. Πετούση ἐπὶ συκοφαντίᾳ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ ἐπεισόδιον ἔληξε, μετὰ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Θηβῶν, ὅτι κατήργησε θέσεις καὶ ἀπέλυσε παρανόμως ὑπαλλήλους, καὶ νομίζω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, τὸ σημερινὸν, κάλλιστα ἔπραξεν, ἀκυρῶσαν τὰς πράξεις τοῦ κ. Πετούση καὶ ἐπανάγαγον τὰ πράγματα εἰς τὴν προτέραν κατάστασιν.
§86ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως Κύριοι, δὲν ἤθελον σᾶς ἀπασχολήσει περὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐὰν δὲν εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέλος τοῦ Προεδρείου, τοῦ συντάξαντος τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐπεκρίθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Θηβῶν. Δὲν ἤθελον δὲ σᾶς ἐνοχλήσει, ὄχι διότι ὡς Βουλευτὴς δὲν πρέπει νὰ προσέχῃ τις εἰς τὰς τοιαύτας παραβάσεις τοῦ νόμου, ἐὰν ὑπῆρξε παράβασις, ἀλλὰ διότι μοὶ ἐφάνη, ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Θηβῶν ἀποτελοῦσι τὴν αὐστηρὰν καταδίκην αὐτοῦ τούτου τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Θηβῶν, μαρτυροῦσιν ἄρνησιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, διότι ἀπηρνήθη ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τὰς ἰδίας αὑτοῦ πράξεις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν ἔχει τὴν μονομανίαν ν’ ἀκολουθῇ τὴν δημοκοπικὴν μόδαν, τὴν ἐπικρατοῦσαν ἐν ταῖς ἀγυιαῖς τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ὅταν ἐν ταῖς ἀγυιαῖς τῶν Ἀθηνῶν συζητῶνται τάσεις πολεμικαὶ, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν λαμβάνει τὴν σημαίαν τοῦ πολέμου, καὶ ἔρχεται ἀπὸ τοῦ βήματος ἐδῶ, καὶ μᾶς παριστᾷ μὲ ὕφος Μιραμπὼ, ὅτι ὑπάρχει μία ἑταιρία, ἡ λεγομένη Ἐθνικὴ, διαθέτουσα μεγάλας δυνάμεις, εἶδος Φιλικῆς Ἑταιρίας, καὶ καταστρώνει τὰ στρατηγικὰ αὑτοῦ σχέδια. Μεγαλειτέραν βλασφημίαν βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἢ παραβάλλων τὴν ἐπάρατον αὐτὴν Ἑταιρίαν πρὸς τὴν μεγάλην Φιλικὴν Ἑταιρίαν, ἡ ὁποία ἀπηλευθέρωσε τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικόν. Ἀλλ’ ὅταν αἱ προσπάθειαι τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρίας ἀπέτυχον μὲ τὴν καταστροφὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ συνειθίζων νὰ ἀρνῆται ἑαυτὸν, ἀμέσως ἀνέρχεται ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ κατακρίνει τὴν Ἑταιρίαν, καὶ καταρᾶται πάντας τοὺς ὑπαιτίους τοῦ ἀπαισίου τούτου πολέμου, ὡς ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἦναι ξένος εἰς τοῦτο. Ἐνθυμεῖσθε πάντες τὸν κ. Βουλευτὴν Θηβῶν ὅταν ἐξύμνη τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρίαν καὶ ἔλεγεν ὅτι εἶναι μέλος τῆς Ἑταιρίας αὐτῆς, καὶ μίαν ἐπιθυμίαν εἶχε, νὰ ῥίψῃ ἓν ὅπλον πέραν τοῦ Ὀλύμπου. Σήμερον δὲ, ὅτε ὁ πολὺς κόσμος εἶναι ἐναντίος τῆς Ἑταιρίας τῆς Ἐθνικῆς, ἐναντίος εἶναι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν, διὰ νὰ γράψωσιν αὔριον αἱ ἐφημερίδες, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Θηβῶν ἐψήφισεν ἐναντίον τοῦ πολέμου, καὶ εἶναι ἐναντίος τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον μέχρι πρὸ μηνῶν ἠκολούθει ὁ κ. Βουλευτὴς, διότι μεγάλην ἀγάπην ἔχει εἰς τοὺς διαχειριζομένους τὴν ἐξουσίαν, καὶ μόλις ἀνέλαβε, Κύριοι, ἐκ συμπτώσεως ὅλως τυχαίας, τὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου, εἶχε τοιαύτην φιλοδοξίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν, νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν διάβασιν αὐτὴν ἐκ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Προέδρου ἄνευ ἴχνους, καὶ ἀμέσως κατεδίκασε διὰ πράξεώς του παρανόμου ἑαυτὸν ὁ κ. Πετούσης. Κατεδίκασεν ἑαυτὸν, διότι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος διέπει καὶ τοὺς διορισμοὺς τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς καὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν συνεδριάσεων, δὲν εἶναι τόσον γεγηρακὼς, ὅσον ὁ κ. Πετούσης, ὁ ὁποῖος ἀγαπᾷ πάντοτε νὰ ἐπικαλῆται τὰ γεγηρακότα καὶ τοὺς τεθνεῶτας πρὸς ἀπόδειξιν τῆς εὐσυνειδησίας του, ἐνῷ ὁ παλαιὸς Κανονισμὸς κατηργήθη διὰ τοῦ νεωτάτου Κανονισμοῦ, εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ὁποίου ἔλαβε μέρος καὶ ὁ κ. Πετούσης. Ὅταν ἐψηφίζετο ὁ Κανονισμὸς, καὶ τῇ προτάσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τότε Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐκανονίζετο τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς, τότε ὁ κ. Πετούσης ἠδύνατο νὰ ὑψώσῃ φωνὴν καὶ νὰ ζητήσῃ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας αὐθαιρέτως καὶ παρανόμως ἠθέλησε νὰ ἐπιφέρῃ ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς, ὄχι διὰ λόγους οἰκονομίας, ἀλλὰ διὰ νὰ γράψουν αἱ ἐφημερίδες ὑπὲρ τοῦ κ. Πετούση, ὅτι ἀγαπᾷ τὰς οἰκονομίας, καὶ ἵνα οἰκονομήσῃ χρηματικόν τι ποσὸν ἐκ τῆς καταργήσεως θέσεων νομοθετηθεισῶν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὅπως πληρώσῃ τὸν φίλον του, τὸν κ. Λογοθέτην, τὸν ὁποῖον μᾶς παρέστησεν ὡς τὸ ἀγλάϊσμα τοῦ κόσμου, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ μεγάλην ἀντιμισθίαν, τριακοσίας εἴκοσι δραχμὰς δηλ. κατὰ μῆνα, ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1896 μέχρις ὅτου περατωθῇ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπερ ἄγνωστον πότε θὰ τελειώσῃ, καὶ ὅπερ ποσὸν μέχρι τῆς σήμερον ἀνέρχεται εἰς δρ. 6,080, καὶ ὡς νὰ εἶχε δικαίωμα ὁ κ. Πετούσης νὰ προσλάβῃ γραμματέα του τὸν Μαυροκορδάτον καὶ νὰ τὸν πληρόνῃ μὲ μεγάλην ἀντιμισθίαν, προσέλαβε τὸν κ. Λογοθέτην γραμματέα τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δὲν ἐσεβάσθη τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι ἦτο πρόεδρος ὁ κ. Πετούσης, διότι τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν της ἀκόμη δὲν ἐπαρουσίασεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ προήδρευσεν ὁ κ. Πετούσης καὶ τῶν συνεδριάσεων ἀκόμη τῆς Βουλῆς καὶ διηύθυνε τὰς συνεδριάσεις, καὶ καταδικάζει τὰς συνεδριάσεις, λέγων ὅτι ἡ σύνοδος ἐκείνη τῆς Βουλῆς δὲν εἶχεν ὕπαρξιν, λησμονῶν ὅτι πρόκειται περὶ ἐκτάκτου συνόδου, μὴ περιοριζομένης ὑπὸ χρονικοῦ διαστήματος. Ἀλλ’ ὅταν προήδρευε καὶ ἐκτύπα τὸν κώδωνα καὶ ἐκόμπαζεν ἐπὶ τῇ προεδρικῇ του ἰδιότητι ὁ κ. Πετούσης, τότε ὑφίστατο κατ’ αὐτὸν ἡ σύνοδος τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἤδη ἔρχεται καὶ μᾶς λέγει, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν ὑπῆρχε σύνοδος τῆς Βουλῆς, διότι αἱ σύνοδοι τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ Σύνταγμα διαρκοῦσι τὸ πολὺ 6 μῆνας. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε σύνοδος τῆς Βουλῆς, σὺ, κύριε Πετούση, φιλελεύθερε καὶ οἰκονομολόγε, πῶς ἠνέχθης νὰ προεδρεύῃς τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς τῆς Βουλῆς; πῶς ἠνέχθης νὰ κάμῃς χρῆσιν τῆς ἁμάξης τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς; Ἐὰν ἦτο, Κύριοι, ὁ κ. Πετούσης ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν, τὸ πρώτιστον καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἦτο νὰ ἀποπέμψῃ τὴν ἅμαξαν τοῦ Προέδρου, διότι ἦτο δικαίωμά του νὰ μὴ ποιήσηται χρῆσιν τῆς ἁμάξης τοῦ Προέδρου, δὲν εἶχεν ὅμως κανὲν δικαίωμα οὔτε αὐτὸς οὔτε τὸ Προεδρεῖον ὁλόκληρον νὰ καταργήσῃ τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας κατήργησεν ὁ κ. Πετούσης, ἄνευ τῆς μετατροπῆς τοῦ Κανονισμοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§87Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι θὰ ἐπληρόνετο ὁ ἁμαξηλάτης, διότι εἶχε συμφωνητικόν.
§88ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διόλου δὲν θὰ ἐπληρόνετο, διότι δὲν ὑπῆρχε συμβόλαιον.
§89ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔλαβεν ἄλλην.
§90ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐνώπιον τοῦ Προεδρείου τὸ ζήτημα, ἐὰν πρέπει νὰ πληρωθῶσιν ἢ οὔ οἱ ὑπάλληλοι οἱ παυθέντες ὑπὸ τοῦ κ. Πετούση, συνεζητήσαμεν ἐπ’ ἀρκετόν, Κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ εὕρομεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναγκάσωμεν τοὺς πτωχοὺς ἐκείνους ἀνθρώπους νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἵνα πληρωθῶσι, διότι βεβαίως ἡ δικαιοσύνη ἤθελε τοὺς δικαιώσει· ἤθελε τοὺς δικαιώσει ἡ δικαιοσύνη, διότι κατέχοντες ἐκεῖνοι θέσεις νενομοθετημένας δὲν ἠδύναντο ἄλλως νὰ παυθῶσιν ἢ ὅπως ὁρίζει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι νόμος, δὲν ἦτο δυνατὸν αὐθαιρέτως ὁ κ. Πετούσης νὰ τοὺς παύσῃ, καταργῶν τὰς θέσεις αὐτάς. Τούτου ἕνεκεν ἐνόμισε τὸ Προεδρεῖον, ὅτι ἦσαν ἄκυροι αἱ πράξεις τοῦ κ. Πετούση, καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐνομίσαμεν καὶ συμφέρον πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ ἐκπλήρωσιν καθήκοντος τὴν ἀκύρωσιν τῆς πράξεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἠκυρώσαμεν. Εἰς δὲ τὰς συνταγματικὰς θεωρίας τοῦ κ. Πετούση δὲν θὰ τὸν παρακολουθήσω, ὄχι διότι αἰσθάνομαι τοὺς πόδας μου τρέμοντας, ὅπως αὐτὸς εἶπε, τοῦ ὁποίου καὶ ἡ χεὶρ καὶ ἡ κεφαλὴ φαίνεται τρέμουσα, ἀφοῦ λέγῃ ἄλλα τὴν μίαν ἡμέραν καὶ ἄλλα τὴν ἄλλην καὶ καταδικάζῃ τὰς ἰδίας αὐτοῦ πράξεις. Διὰ τοῦτο φρονῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ, ὁ δὲ κ. Πετούσης γνωρίζει τοῦτο, ἀλλ’ ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν καὶ ἐπροκάλεσε τὸ ζήτημα τοῦτο, ὄχι διὰ νὰ σᾶς πείσῃ ὅτι δικαίως καὶ νομίμως ἔπραξεν ὅ,τι ἔπραξεν, ἀλλὰ διὰ νὰ γράψουν αἱ ἐφημερίδες περὶ αὐτοῦ καὶ νὰ προκαλέσῃ τὰ εὖγε τοῦ κ. Ζούζουλα. Ὁ κ. Ζούζουλας ἤκουσεν ὅτι χιλιάδας δραχμῶν ἐγλύτωσεν ὁ κ. Πετούσης· «μπράβο!» τοῦ λέγει (γέλως), ὡς νὰ ἦτο δικαίωμα τοῦ κ. Πετούση νὰ καταργήσῃ πάσας τὰς νενομοθετημένας θέσεις, ὡς νὰ ἦτο δικαίωμα τῶν Βουλευτῶν νὰ παραιτηθῶσι τῆς ἀποζημιώσεώς των πρὸς ὠφέλειαν τοῦ Δημοσίου. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, Κύριοι, πρὸς δικαιολογίαν τοῦ Προεδρείου, καὶ ὄχι ὅπως ψέξω τὸν κ. Πετούσην.
§91ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σχινᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ζητήματος.
§93Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων, καὶ ἰδίᾳ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν, ἐπὶ ἀδικήματος προσγενομένου εἰς τοὺς πλείστους τῶν Θεσσαλῶν, ἕνεκεν τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ εἰσφορῶν νόμου. Ἕνεκεν τῶν ἐπελθόντων ἀπροσδοκήτων δυστυχημάτων δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ εἰσφορῶν, τούτου δ’ ἕνεκα πολλὰ κτήνη, ἤτοι ἡμίονοι καὶ ἵπποι, ὡς καὶ ἅμαξαι, ἐλήφθησαν παρὰ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας πρὸς χρῆσιν αὐτῆς, χωρὶς νὰ δοθῶσιν οὔτε κἂν προσωριναὶ ἀποδείξεις εἰς πολλοὺς τῶν ἰδιοκτητῶν. Ὁμολογουμένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καθὼς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσακούσαντες τὰς ἐμὰς παραστάσεις, ἐξέδωκαν ἐγκύκλιον, δυνάμει τῆς ὁποίας διετάσσοντο τὰ σώματα νὰ ἀποδώσουν εἰς τοὺς προσερχομένους καὶ ἀναγνωρίζοντας τὰ κτήνη των ἰδιοκτήτας τὰ ζῶα ταῦτα, ἀφοῦ προηγουμένως πεισθῶσιν, ὅτι ἡ ἀξία των δὲν ἐπληρώθη καὶ ὅτι ταῦτα ἀνήκουν πραγματικῶς εἰς αὐτούς. Καὶ ταῦτα μὲν δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ ζῶά των συνήντησάν που ἢ ἀνεῦρον αὐτά, ἀλλ’ εἶναι πλεῖστοι ἄλλοι ἐκ τῶν ἀτυχῶν Θεσσαλῶν, καὶ ἰδίᾳ ἐκ Θεσσαλομαγνησίας, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τὰ ζῶά των λίαν προθύμως, ἀλλ’ οὐδαμοῦ ἀνευρίσκουσι ταῦτα. Χθὲς ἔτι προσῆλθον πρός με ἑπτὰ ἐκ τῆς ἐμῆς ἐπαρχίας, οἱ ὁποῖοι, φέροντες ἐπίσημα πιστοποιητικὰ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ὅτι παρέδωκαν, δυνάμει τοῦ περὶ εἰσφορῶν νόμου, τὰ κτήνη των, διέτρεξαν ὅλας τὰς θέσεις τοῦ στρατοῦ καὶ ὅλους τοὺς σταύλους διῆλθον, καὶ ἔφθασαν μέχρις Ἀθηνῶν, ἀναζητοῦντες τὰ κτήνη αὑτῶν, τὰ ὁποῖα οὐδαμοῦ ἀνεῦρον. Ἤδη ἐρωτῶ, τί δέον γενέσθαι δι’ αὐτούς; Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, καὶ ἰδίως οἱ χωρικοί, πλειότερον δὲ οἱ ἐμοὶ συμπατριῶται, δὲν δύνανται νὰ διέλθωσι τὸν χειμῶνά των ἄνευ τῶν ζώου των· εἰς πάντα χωρικόν, πολὺ δὲ πλειότερον εἰς τοὺς κατοικοῦντας τὰ ὀρεινὰ μέρη, τὸ ζῶον εἶναι ἡ δεξιὰ χεὶρ τοῦ πτωχοῦ ἀνθρώπου. Τί λοιπὸν δέον γενέσθαι; Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐφιστῶ σπουδαίως τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων, ἵνα διὰ καταλλήλου ὁδοῦ, διὰ συστάσεως ἐπιτροπῆς τινος, διὰ περισυλλογῆς τῶν πιστοποιητικῶν αὐτῶν βεβαιωθῇ τίνες οἱ ἐπ’ ὀνόματι τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν λαβόντες τὰ ζῶα τῶν δυστυχῶν Θεσσαλῶν καὶ ποῦ τὰ διέθεσαν. Οἱ προσελθόντες πρός με ἑπτὰ τὸν ἀριθμὸν μοὶ ἀνέφεραν ὅτι τὰ ζῶά των, τὰ ὁποῖα ὡδήγησαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, παρέδωκαν διὰ τῶν δημάρχων των εἰς δύο ἀξιωματικούς, εἰς τὸν Παρνασσίδην καὶ τὸν Ξηροτύρην, ἐν τούτοις ἐπίσημον ἔγγραφον τῶν παραλαβόντων αὐτὰ ἀξιωματικῶν οὐδὲν ἔχουσιν εἰς χεῖράς των. Ἐρωτῶ, εἶναι δίκαιον, μετὰ τὰ δεινοπαθήματα, μετὰ τὰς στερήσεις, μετὰ τὴν φορολογίαν καὶ τόσα ἄλλα δυστυχήματα, οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, οἱ πτωχοὶ χωρικοί, οἱ διατρέχοντες τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀναζητοῦντες τὰ ζῶά των πανταχοῦ, εἶναι δίκαιον νὰ ἐξακολουθῶσι στερούμενοι τῶν ζώων των, ἢ τῆς ἀξίας αὐτῶν, ἐναντίον ῥητῶν καὶ σαφῶν τοῦ νόμου διατάξεων; Τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ εἰσφορῶν εἶναι ζήτημα σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον ἐν καταλλήλῳ ἄλλῃ ὥρᾳ πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν σπουδαίως, διότι ἡ κακὴ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐπήνεγκε πλεῖστα ἀδικήματα. Θὰ σᾶς ἀναφέρω δὲ δύο περιστατικά, διὰ νὰ ἐννοήσητε μέχρι τίνος σημείου ἔφθασε τὸ κακόν. Χωρικός τις ἐκ Θεσσαλίας, γέρων, μετὰ τῆς οἰκογενείας του ἐξ ἀδυνάτων μελῶν, διότι τὰ τέσσαρα ἄῤῥενα τέκνα αὐτοῦ ὑπηρέτουν ἐν τῷ στρατῷ, ἔφευγε, φέρων ἐπὶ τοῦ κατεσκληκότος ζώου του μικρά τινα σκεύη. Καθ’ ὁδὸν συνηντήθη μετά τινος εὐζώνου, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε βίᾳ, λόγῳ τῆς εἰσφορᾶς, νὰ λάβῃ τὸ ζῶον. Ὁ γέρων, φύσει ἀδύνατος καὶ μὴ δυνάμενος νὰ φέρῃ τὸ φορτίον, ἀντέστη εἰς αὐτὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἐκτυπήθη διὰ τοῦ κοπάνου τοῦ ὅπλου, ἀπολέσας ἐπὶ μακρὸν χρόνον τὴν χρῆσιν τῆς χειρός του. Γνωρίζω ἄλλον, πτωχὸν βαρελοποιὸν ἐν Βόλῳ, ὁ ὁποῖος μόνην περιουσίαν εἶχε μερικὰ βαρέλια, τὰ ὁποῖα εἶχε κατασκευάσει καὶ τὰ ὁποῖα προσέφεραν τὴν μεγαλειτέραν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν στρατὸν τοῦ Βελεστίνου, καθόσον ταῦτα ἐλήφθησαν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, ἤτοι διὰ τὴν μεταφορὰν ὕδατος πρὸς τοὺς μαχομένους. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐνώπιον ὅλων ἤνοιξε τὴν ἀποθήκην του καὶ εἶπε «πάρετέ τα καὶ δότε μοι ὀλιγώτερα τῶν συμφωνηθέντων»· ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς Κύριοι, μὲ ὅλους τοὺς κόπους, τοὺς ὁποίους ἔκαμα ἐγὼ αὐτὸς, ἀκόμη δὲν ἠδυνήθη νὰ λάβῃ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσε, καὶ σήμερον πεινᾷ, ὀνομάζεται δὲ Γεώργιος Σπυριδωνίδης. Ἔχω ἐπιστολὰς φίλων μου, οἱ ὁποῖοι μοὶ λέγουσιν, ὅτι αὐτός τε καὶ ἡ οἰκογένειά του πεινῶσι. Πρέπει λοιπὸν ἐν καταλλήλῳ ὥρᾳ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς σπουδαίως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐπιβληθῶσι ποιναὶ ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κακῶς ἐφήρμοζον τὸν νόμον αὐτὸν καὶ δὲν ἔδιδον τὰς δεούσας ἀποδείξεις, ὥστε ὁ προσενεγκὼν τὸ ζῶόν του ἢ ἄλλο τι νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν. Ἤδη φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἀρκετὰ ἀνεπτύχθη, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀπασχολήσω ἡμᾶς πλείστερον, μολονότι ἡ δυστυχία εἰς τοὺς ἀπολέσαντες τὰ ζῶά των ἢ ἄλλα εἴδη εἶναι μεγίστη. Χθὲς γενομένου λόγου περὶ λιποταξίας καὶ περὶ αὐτῆς πλέον τοῦ δέοντος γενομένης συζητήσεως, προὐτάθη παρά τινων συναδέλφων, πολὺ δικαίως, νὰ συνταχθῇ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν λιποτακτῶν καὶ νὰ δημοσιευθῶσι τὰ ὀνόματα αὐτῶν, ἵνα γείνωσι γνωστά...
§94ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι ὀνομαστικὸς κατάλογος.
§95ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ποσοτικός.
§96Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Φρονῶ ὅτι οὔτε ποσοτικὸς κατάλογος ἐπὶ τοῦ παρόντος πρέπει νὰ δημοσιευθῇ· λέγω δὲ τοῦτο, διότι πολλοὶ, μὴ ὄντες λιποτάκται, ἢ μὴ ὑπαρχόντων τῶν λόγων τῆς λιποταξίας, καταδιώκονται ὡς λιποτάκται διὰ πολλοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν θέλω νὰ θίξω· πᾶς στρατιωτικὸς δύναται νὰ τοὺς ἐννοήσῃ, καὶ τοὺς γνωρίζουν πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν, ἑπομένως δὲν εἶναι καλὸν νὰ παρουσιασθῇ αὐτὸς ὁ κατάλογος, ὅπως ζητεῖται. Αἱ καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις τῶν Στρατοδικείων δημοσιεύονται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως· νομίζω, ὅτι δι’ ἑνὸς Β. Διατάγματος δύναται νὰ διαταχθῇ, ἵνα ἐκδίδωνται ἀποσπάσματα τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν, ἅτινα ν’ ἀποστέλλωνται εἰς τοὺς διαφόρους δήμους καὶ νὰ τοιχοκολλῶνται εἰς τὰς θύρας τῶν Δημαρχείων.
§97ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρὸς τί;
§98Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Λησμονεῖτε, κύριε συνάδελφε, ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Ὁ νόμος περὶ στρατολογίας προὐνόησε μόνον περὶ τῶν ἀνυποτάκτων, ἐλησμόνησε δὲ νὰ ἀναφέρῃ περὶ τῶν λιποτακτῶν. Ἐν ἄρθρῳ 153 § βʹ ἀναφέρει περὶ ἀνυποτάκτων ῥητῶς ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἐν ὥρᾳ πολέμου τὰ ὀνόματα τῶν ἀνυποτάκτων δημοσιεύονται διὰ τοιχοκολλήσεως εἰς τὸν δῆμον τῆς ἐγκαταστάσεως αὐτῶν, καὶ μένουσι τοιχοκολλημένα καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου.» Ἐννοεῖτε πόσον σοφὴ διάταξις εἶναι αὕτη, προνοοῦσα ἵνα γνωρίζῃ ἕκαστος, ποῖος εἶναι ὁ φυγόστρατος, καὶ τίς ἐγκατέλιπε τὴν πατρίδα του εἰς τὰς κρισίμους περιστάσεις. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ὁ λιποτάκτης εἶναι ἔτι χειρότερος, διότι ἀνυπότακτος δύναταί τις νὰ ἦναι καὶ ἐκ λόγων ὑπερτέρας ἀνάγκης ἢ βίας, ἀλλ’ ὁ λιποτάκτης εἶναι ἄνθρωπος ἐγκαταλείψας, καὶ ἴσως ἐν λίᾳ κρισίμῳ περιστάσει, τὰς τάξεις του. Ἑπομένως, ἐπειδὴ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου δὲν ἐφαρμόσθη κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πολέμου, φρονῶ ὅτι εἶναι σήμερον καιρὸς νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ χρονικόν τι διάστημα διὰ τῆς δημοσιεύσεως ὅλων τῶν ὀνομάτων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν προσῆλθον εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ὡς πρὸς δὲ τοὺς λιποτάκτας, ἐπειδὴ ὁ νόμος δὲν προὐνόησε περὶ αὐτῶν, νὰ ἐπιτραπῇ, ὡς εἶπον, διὰ Β. Διατάγματος ἡ ἔκδοσις ἀποσπασμάτων τῶν ἀποφάσεων τῶν Στρατοδικείων καὶ ἡ ἀποστολὴ αὐτῶν εἰς τὰ οἰκεῖα Δημαρχεῖα πρὸς τοιχοκόλλησιν καὶ τοιούτῳ τρόπῳ δημοσίευσιν τῶν ὀνομάτων τῶν λιποτακτῶν. Διότι τότε μόνον, Κύριοι, δυνάμεθα νὰ καταρτίσωμεν ἀξίους πολίτας καὶ στρατιώτας, ὅταν καυτηριάζωμεν τοὺς φεύγοντας καὶ ἐπαινῶμεν τοὺς προσερχομένους ἐγκαίρως.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψητε μίαν στιγμὴν ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, τὰ ὁποῖα ἐτυπώθησαν πρὸ ὀλίγου. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸ λόγον.
§101Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν διὰ τῆς εἰλικρινοῦς συμπράξεως τῶν συνταγματικῶν ἐξουσιῶν, κατὰ τὸ νόημα τοῦ ἐναρκτηρίου λόγου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πολὺ ἡ περίοδος αὕτη, διότι πολλὰ ἀκούομεν καὶ πολλὰ ἀναγινώσκομεν, καὶ ἐπεδείχθη μὲν ἡ λεπὶς τῆς κομματικῆς ἰσχύος, κηλιδωμένης ὅμως ἐκ τοῦ χυθέντος αἵματος, ἀλλ’ ἄλλοι πάλιν ὑψοῦσι κατὰ τῆς κεφαλῆς ἡμῶν τὸ ξίφος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ τίς οἶδεν, ἐὰν ἡ τουρκικὴ κατοχὴ θὰ θεωρηθῇ, ὡς εἶναι, κώλυμα ἀνυπέρβλητον ἢ μόνον περὶ τῆς ἰδίας των σωτηρίας θὰ μεριμνήσωσιν οἱ ἁρμόδιοι. Λυποῦμαι δὲ, διότι εἰς τοιαύτας περιστάσεις εὑρισκόμενοι ἀπωλέσαμεν μίαν συνεδρίασιν εἰς ἄσκοπον, κατ’ ἐμὲ, συζήτησιν, διεκόπη δὲ ἡ συζήτησις ἐπὶ θέματος ἐξόχως σπουδαίου καὶ κατεπείγοντος, τοῦ Θεσσαλικοῦ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, ἵνα προσθέσω καὶ ἐγὼ λέξεις τινὰς, σχετιζομένας μὲ τὸ ζήτημα τῆς παλινοστήσεως. Παρῆλθεν ἔκτοτε πολλὴ ὥρα, καὶ ἤδη εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ συντομεύσω τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ φέρω. Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ σχετικοῦ, κ. Πρόεδρε, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι λαβὼν τὸν λόγον παρασπονδῶ, ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα τῶν εἰσφορῶν, τὸ ὁποῖον πολλοὶ ἀκούουσιν, ὀλίγοι δὲ, εὐτυχῶς διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, δυστυχῶς δὲ διὰ τὸν Θεσσαλικὸν, ἐννοοῦσι, διότι ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς ὑπέστη τὰς συνεπείας τοῦ νόμου τούτου. Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του... Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ἄν ἦναι δυνατὸν, νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν διὰ τῶν συνομιλιῶν δεσμευμένον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξ ἐναντίας παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀκούσῃ τί λέγετε (ἱλαρότης).
§103Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς εὐγνωμονῶ· ἴσως εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν συναγωνιζόμεθα... Οὐδεὶς, λέγω, στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Εἶναι καὶ αὐτὴ μία ἀπὸ τὰς ὡραίας ῥήτρας, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφησαν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καὶ αἱ ὁποῖαι ἐκτελοῦνται, ὡς ὅλοι γινώσκομεν, ἀρκεῖ νὰ γνωρίζωμεν πῶς ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ εἰσφορῶν. Ἐγένετο εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος διέγραψε διαδικασίαν πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ ταῦτα ἐγένοντο, φαίνεται, μόνον χάριν τοῦ τύπου. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς. Ἐκεῖ ἄρχεται ἡ Βαβυλωνία καὶ ἡ ἀνισότης· καὶ γνωρίζομεν πολλὰ ἐπεισόδια, σχετικὰ μὲ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐφηρμόσθη ἐν Ἀθήναις καὶ ἀλλαχοῦ· γνωρίζομεν ὅμως πολλῷ πλείονα ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀφῃρέθησαν, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ κτήνη τῶν Θεσσαλῶν, αἱ ἅμαξαι καὶ πᾶν ὅ,τι εἶναι χρήσιμον εἰς τὸν στρατὸν, οἱ δὲ Θεσσαλοὶ προσέφερον αὐτὰ εὐχαρίστως καὶ προθύμως καὶ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον πολλοὶ ἐξ αὐτῶν οὐδὲ ἀπόδειξιν παραλαβῆς, ὄχι προηγουμένην ἀποζημίωσιν, ἀλλ’ οὐδ’ ἀπόδειξιν! Βεβαίως αὐτὸ δὲν εὐθύνει τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, διότι εἶναι γνωστὸν πότε συνεκροτήθη αὕτη, οὐδὲ ἴσως τὴν Κυβέρνησιν τὴν τέως, διότι δὲν γνωρίζω ἂν ἔλαβε γνῶσιν τῶν παραπόνων· εὐθύνει ὅμως τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὰ ὁποῖα παρηνόμουν. Ἐτελείωσε τέλος πάντων αὐτὸς ὁ ψευτοπόλεμος, καὶ δὲν γνωρίζομεν ποία ἐνέργεια ἐγένετο ἐν τῷ μεταξὺ, ὅπως ἐπανορθωθῶσι τὰ ἐκ τῶν εἰσφορῶν γενόμενα ἀδικήματα· ἀλλ’ εἶναι πολὺ δικαιολογημένη ἡ ἀπαίτησις τῶν ἰδιοκτητῶν, ὅπως ἀνακτήσωσι τὴν ἀπολεσθεῖσαν περιουσίαν των. Ἤρξαντο λοιπὸν οὗτοι ἐκδρομὰς, διερχόμενοι τὰς ἐχθρικὰς φάλαγγας, ἵνα ἀνεύρωσι τὰ κτήνη των, καὶ ὑφίστανται δαπάνας, μόχθους καὶ κινδύνους, χάρις δὲ εἰς τὸν νῦν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὴν παρ’ αὐτοῦ ἐκδοθεῖσαν διαταγὴν, τινὲς τὰ ἀνεῦρον· ἀλλ’ ὅσοι δὲν τὰ ἀνεῦρον, τί νὰ λάβωσι; Περὶ αὐτῶν δὲν ἐλήφθη πρόνοια. Ὑπάρχουσι κτήνη, τὰ ὁποῖα ἐφονεύθησαν, ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἴσως ἔθανον. Τί θὰ γείνῃ περὶ τῶν ἰδιοκτητῶν αὐτῶν; Εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ εὐτυχῶς, ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ὁμοθύμως καὶ προθύμως προσπαθεῖ νὰ παράσχῃ τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα περιθάλψῃ κατὰ τὸ δυνατὸν τοὺς δεινῶς πάσχοντας Θεσσαλοὺς, δὲν εἶναι δίκαιον πρὸ τούτου νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νόμοι καὶ ἀποδοθῶσι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα στηρίζονται εἰς ἐψηφισμένους νόμους; Ἰδοὺ διατὶ οὐχὶ σήμερον, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 4 Σεπτεμβρίου εἶχον προσελκύσει τὴν προσοχὴν τῆς τότε Κυβερνήσεως, τῆς ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἰδοὺ διατὶ ἅμα ἐπαναληφθεισῶν τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν,—ἐγὼ δὲ ἠγνόουν ὅτι ἀπουσίαζε καὶ ἐξ Ἀθηνῶν—ὑπέμνησα καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὑπέθετον ὅτι οἱ συνάδελφοί του οἱ παρόντες ἤθελον εὐαρεστηθῆ ν’ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ζήτημα τόσον σπουδαῖον, ἀλλ’ οὐδὲν, φαίνεται, εἶπον αὐτῷ καὶ διατελεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν παρατηρήσεών μου. Διὰ τοῦτο μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα καὶ νὰ μὴ περιορισθῶ εἰς τοῦτο, ἀλλὰ νὰ ὑποβάλω καὶ παράκλησιν ἔγγραφον, ἔχουσαν ὡς ἀκολούθως (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν λιποτακτῶν ἀπὸ 5 Ἀπριλίου 1897 μέχρι τῆς ὑπογραφῆς τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, μετὰ σημειώσεως τῆς χρονολογίας τῆς ἀπομακρύνσεως αὐτῶν ἀπὸ τὰς τάξεις των καὶ προσέτι τῆς διαρκείας τῆς ἀπουσίας των καὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ χωρίου καὶ τῆς ἐπαρχίας των. Ἐπίσης πίνακα τῶν χορηγηθεισῶν ἀδειῶν, μετὰ χρονολογίας καὶ τῆς σημειώσεως τῆς πατρίδος των κατ’ ἐπαρχίας, κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα.» Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι κατανοεῖ καὶ τὸ μέγεθος καὶ τὴν σπουδαιότητα τῆς παρακλήσεώς μου, νὰ σπεύσῃ πρῶτον μὲν νὰ προβῇ εἰς τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι πλέον τὴν ἰδιοκτησίαν των, εἴτε ἡμίονος εἶναι, εἴτε ἅμαξα, εἴτε δὲ ν’ ἀποζημιώσῃ αὐτοὺς διὰ τὴν ἐργασίαν τῶν κτηνῶν των, ἐφ’ ὅσον χρόνον εὑρίσκοντο εἰς τὸν στρατὸν, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Αὕτη εἶναι ἡ παράκλησίς μου, ἡ σχετιζομένη μὲ τὸ ζήτημα τῶν εἰσφορῶν. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἄλλην παράκλησιν, σχετικὴν μὲ τὸ θέμα τῆς ἀρξαμένης συζητήσεως διὰ τὴν παλινόστησιν. Καὶ χθὲς ἐγένετο λόγος, ἀλλὰ δὲν εἶναι πολὺ, ἂν ἐπαναληφθῇ πάλιν μία σύστασις. Ἡ Κυβέρνησις καταγίνεται νὰ δώσῃ τὰ μέσα εἰς τοὺς παλινοστοῦντας. Βεβαίως εἶναι τόσοι οἱ δυστυχεῖς, τόσαι αἱ ἀνάγκαι, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι πολλάκις καταντᾷ σταγὼν ἐν ὠκεανῷ· εἰς τὰ ἀδύνατα ὅμως οὐδεὶς ὑποχρεοῦται. Οὐχ ἧττον πρέπει νὰ ληφθῇ ἐγκαίρως πρόνοια περὶ τῆς τάξεως ἐκείνης τῶν Θεσσαλῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πρόσθετον δυστυχίαν, νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν ἀκόμη εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ νὰ βλέπωσι τοὺς συμπατριώτας των ἐπανερχομένους, αὐτοὶ δὲ νὰ τρώγωσι τὸν ἄρτον τῆς ἐξορίας καὶ τοῦ διωγμοῦ μετὰ τὴν παράδοσιν τῆς Θεσσαλίας εἰς τὸν ἐχθρὸν, ὄχι μόνον διότι ἐξηρέθησαν ὑπὸ τῶν Τούρκων, ἕνεκα τῆς στρατιωτικῆς συγκεντρώσεως, τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὅσα εἶναι γνωστὰ, ἀλλὰ καὶ διότι εἴς τινα ἐξ αὐτῶν δὲν ὑπάρχουσι πλέον χωρία, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ὑπῆρχον, διότι κατεστράφησαν καθ’ ὁλοκληρίαν. Ὑπάρχουσι τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα γνωρίζουσιν οἱ ἀκούοντές με Θεσσαλοὶ συνάδελφοι. Εἶναι μεταξὺ αὐτῶν ὁ Βελεστῖνος, τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων νὰ ἀντιπροσωπεύω, ἡ πατρὶς τοῦ Ρήγα μας· οἱ συμπολῖται αὐτοῦ εἶναι διεσκορπισμένοι εἰς ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀπὸ Ὠρεῶν καὶ Χαλκίδος μέχρι Καλαβρύτων καὶ Αἰγίου,—καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὀφείλω δημοσίᾳ νὰ ἐκφράσω ἔπαινον εἰς πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω, εἰς τὸν δήμαρχον Κερπινῆς, ὁ ὁποῖος, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, παρέσχε πᾶσαν δυνατὴν συνδρομήν, ὡς καὶ εἰς τοὺς Αἰγιεῖς.—Περὶ τῶν Φεραίων καὶ τῶν ὁμοιοπαθῶν αὐτοῖς πρέπει νὰ ληφθῇ ἐγκαίρως πρόνοια· διότι δὲν ἀρκεῖ ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἔλθῃ εἰς βοήθειαν, πρέπει νὰ κανονισθῇ καὶ ὁ πρὸς τοῦτο τρόπος. Δὲν προβαίνω τώρα εἰς ὑπόδειξιν τῶν μέσων· ἀρκεῖ νὰ γείνῃ τὸ δυνατόν. Δὲν εἶναι, νομίζω, ξένον τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐκφράσω δὲ πρὸς αὐτὸν καὶ παράπονον, διότι, ἐνῷ εἶναι ἐκ τῶν μελῶν ἐκείνων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οἱ ὁποῖοι ἰδίως ὀφείλουσι νὰ μὴ ἀγνοῶσι τὰς ὑποχρεώσεις τῶν πρὸς τοὺς Βουλευτὰς, παρέλειψε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἐρώτησίν μου, ἱκανῶς σπουδαίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ ἰδιαιτέρως δὲ μετὰ τὴν συζήτησιν νὰ τῷ συστήσω· διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δὲν εὐηρεστήθη νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ δύο ζητημάτων σπουδαιοτάτων· τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι πρῶτον τὸ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Ἐννοεῖτε καλῶς τί σημαίνει τοῦτο· ὅτι διὰ τῆς ἀποτίσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ὁ ἰσχύων νόμος περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, πρόκειται ν’ ἀπολέσωσιν ὁλόκληρον ἔτος οἱ σπουδάζοντες. Εἶπον καὶ τότε, ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ δὲ, καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐπαναλαμβάνω, δὲν ζητῶ νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, δὲν ζητῶ τὴν ἀναστολὴν τοῦ νόμου, διότι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχω, ἀλλ’ ὑπέδειξα καὶ τότε καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ὑπάρχουσι τρόποι, κατὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀπολέσῃ καὶ ἄλλο ἔτος ἡ σπουδάζουσα νεολαία, ὅπερ θὰ ἦτο σκληρόν. Τὸ δεύτερον ζήτημα, ἀφορῶν καὶ τοῦτο εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν, εἶναι, διατὶ δὲν ἐπαναλαμβάνονται αἱ ἐργασίαι τῶν σχολείων ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει κώλυμα, ὡς π. χ. ἐν Πηλίῳ. Ἔχω ἐπιστολὰς ἐκεῖθεν διδασκάλων, οἱ ὁποῖοι διατελοῦσιν εἰς τοιαύτην δυσχέρειαν, ὥστε φοβοῦνται, ὅτι, καὶ ἂν ἀρχίσωσι τὰς ἐργασίας των, δύνανται νὰ τιμωρηθῶσιν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀκούω καὶ ἤδη λεγόμενον καὶ τὸ ἤκουσα καὶ ἄλλοτε, ὅτι δὲν ὑπάρχει τρόπος εἰδοποιήσεως...
§104Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ συμβαίνει, κ. συνάδελφε, καὶ ἐδῶ, εἰς τὰς Ἀθήνας.
§105Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ εἶπον καὶ αὐτὸ προχθές... Ἀπαντῶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λέγουσι «πῶς νὰ εἰδοποιηθῶσιν οἱ διδάσκαλοι;» Εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ ἀδυνάτου. Καὶ ἂν οὐδὲν ἄλλο ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ, ἂς ἐγένετο ὅ,τι καὶ πρὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας· διὰ τῶν ἀρχιεπισκόπων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἰδοποιηθῶσιν οἱ δημοδιδάσκαλοι. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἄλλο ἀσφαλέστερον μέσον, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς παλινοστήσεως. Ὁπωσδήποτε τέλος πάντων ἂς εἰδοποιηθῶσιν οἱ δημοδιδάσκαλοι καὶ οἱ ἄλλοι, ἂν πρέπῃ νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς ἐργασίας των. Ἀλλ’ ἐὰν πράγματι ὑπάρχῃ ἀδυναμία, ἂς λεχθῇ τοῦτο τοὐλάχιστον ἀπὸ τοῦ βήματος, ἵνα γνωρίζωμεν καὶ ἡμεῖς, τί νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τοὺς δυστυχεῖς γονεῖς, οἱ ὁποῖοι μετὰ τῶν ἄλλων δυστυχημάτων προσθέτως ἔχουσι καὶ τοῦτο.
§106ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν μετὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐμοῦ συναδέλφου σχέδιον νόμου, ἵνα δι’ αὐτοῦ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς φοιτητὰς τοὺς ἐκ τῶν μερῶν, τὰ ὁποῖα κατελήφθησαν ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, νὰ ἀνανεώσωσι τὴν ἐγγραφήν των ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, χωρὶς νὰ καταβάλωσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα τέλη. Δὲν ἀπήντησα δὲ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἰς τὸν φίλον συνάδελφον ἐκ Βόλου, ἀκριβῶς διότι ἤθελον ν’ ἀπαντήσω δι’ ἔργων, εὐχαριστοτέρων βεβαίως αὐτῷ πολύ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, οὗτινος ψηφιζομένου δύνανται νῦν οἱ φοιτηταί, ὅσον καὶ οἱ μαθηταὶ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων, νὰ ἀνανεώσωσι τὰς ἐγγραφάς των, χωρὶς νὰ καταβάλωσι τὰ νόμιμα τέλη.
§107Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ δοθῇ ὅμως καὶ τὸ δικαίωμα τῆς μεταγραφῆς.
§108Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπαινῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, διότι εὐηρεστήθη νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησε προτιμοτέραν τοῦ λόγου. Λυποῦμαι μόνον, διότι κατ’ οὐσίαν μόνον λόγους προβάλλει, καθόσον εἶναι πρότασις νόμου, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην τριῶν συζητήσεων, ἀφοῦ, ἐννοεῖται, ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει· ὁ κ. Πρόεδρος ὅμως τῆς Κυβερνήσεως πρὸ μικροῦ ἐδήλωσεν, ὅτι τοὐλάχιστον διὰ δέκα ἡμέρας, τίς οἶδε δὲ τὸ μέλλον, ἀνάγκη ν’ ἀναβληθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς.
§109Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ἀναβολὴ διά τινας ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς θὰ παρακωλύσῃ τοὺς φοιτητὰς νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰ μαθήματά των. Δύνανται νὰ ἐξακολουθήσωσι ταῦτα, γνωρίζοντες τὰς διαθέσεις τῆς Βουλῆς, ἵνα ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ εὐκολύνῃ τὴν ἐγγραφὴν αὐτῶν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ λάβωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀνανεώσωσι τὴν ἐγγραφήν αὐτῶν καὶ μετὰ τὴν προθεσμίαν τοῦ νόμου. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ παραλείψω νὰ φροντίσω περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι οἱ φοιτηταὶ οἱ Θεσσαλοὶ πρὸ μικροῦ μοὶ ὑπέβαλον τὰ παράπονά των. Ἐγνώριζον δὲ αὐτὸ καὶ ἐκ πληροφοριῶν τῶν ἄλλων ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν καλωσύνην νὰ ἔλθωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ποιήσωνται τὰς δεούσας παραστάσεις. Ὥστε δὲν ἔρχομαι ἐδῶ, κύριε Βουλευτά, νὰ ὑποβάλω λόγους, ἵνα εὐχαριστήσω τοὺς κυρίους φοιτητὰς ἐκ Θεσσαλίας· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ψηφιζομένου διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν, θὰ δύνανται νὰ θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἤδη περιωρίσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν μὴ ἐγγραφέντων, διότι ἔμειναν μόνον οἱ πράγματι μὴ δυνάμενοι νὰ καταβάλωσι τὰ τέλη· διότι αἱ δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι παρενεβλήθησαν, ἀκριβῶς τοῦτον τὸν σκοπὸν εἶχον, νὰ μείνωσιν οἱ πράγματι ἀδυνατοῦντες νὰ καταβάλωσι τὰ τέλη, καὶ νὰ μὴ ὠφεληθῶσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ᾐσθάνοντο δυσκολίαν ἵνα καταβάλωσιν αὐτά.
§110Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Χαίρω, διότι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας ἐμερίμνησε περὶ τῶν φοιτητῶν, ἀλλ’ ἤθελον χαρῆ περισσότερον, ἂν ἐμερίμνα καὶ περὶ τῶν μαθητῶν τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων.
§111ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶπε καὶ περὶ αὐτῶν.
§112Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὰ σχολεῖα, διὰ τὰ ὁποῖα ὁμιλῶ, εἶναι κατειλημμένα ἀπὸ τοὺς πρόσφυγας, ἀλλὰ πλὴν τούτων τὰ σχολεῖα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσι, διότι καὶ κρούσματα διφθερίτιδος καὶ κρούσματα κοιλιακοῦ τύφου ἐγένοντο ἐν αὐτοῖς. Ἐγὼ παρεκάλεσα πρὸ ἡμερῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα τῆς μεταγραφῆς, ἀλλὰ μοὶ εἶπεν, ὅτι τὸ ἀπαγορεύει ὁ νόμος. Ἀλλὰ τί θὰ γείνωσι, κύριε Ὑπουργὲ, οἱ μαθηταί, οἱ ὁποῖοι εἶναι προωρισμένοι διὰ τὰς στρατιωτικὰς Σχολάς; Ὅταν ἀπολέσωσι καὶ τὸ ἔτος τοῦτο, θ’ ἀποκλεισθῶσι; Σᾶς παρακαλῶ πολὺ λοιπὸν νὰ δώσητε τὸ δικαίωμα τῆς μεταγραφῆς.
§113ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖον δικαίωμα μεταγραφῆς;
§114Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τῆς μεταγραφῆς εἰς ἄλλα σχολεῖα, ἔστω ἰδιωτικά. Ἐπειδὴ ἔχουσιν ἐγγραφῆ εἰς σχολεῖα μὴ λειτουργοῦντα ἤδη ἕνεκα τῆς καταλήψεως αὐτῶν ὑπὸ τῶν προσφύγων, ζητοῦσι τὴν μεταγραφὴν εἰς σχολεῖα λειτουργοῦντα.
§115Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν λύει τὸ ζήτημα· διότι, ἐὰν ἐπιτρέψωμεν εἰς τοὺς μαθητὰς νὰ μεταγραφῶσιν εἰς τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἤδη λειτουργοῦσι, θὰ συσσωρευθῶσιν ὅλοι οἱ μαθηταὶ εἰς τρία ἢ τέσσαρα σχολεῖα, καὶ θὰ ἦναι πάλιν ἀδύνατος ἡ ἐξακολούθησις τῶν μαθημάτων, καὶ διὰ τοῦτο προσπαθοῦμεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ κενώσωμεν τὰ σχολεῖα. Εἰδικῶς δὲ διὰ τὸ σχολεῖον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σπετσῶν, ἐλήφθη μέτρον, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν θ’ ἀρχίσουν τὰ μαθήματα, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη μεταγραφῆς τῶν μαθητῶν.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 16).
§117Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀπαντῶ εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ εἰσφορᾶς ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἅμα ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ ἐλαττώσῃ τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἡλικιῶν τῶν ἐφέδρων, διέταξε τὰ διάφορα σώματα τοῦ στρατοῦ, ὅπως προσπαθήσωσι ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ διατρέφωσιν ὑπεράριθμα κτήνη. Τὰ κτήνη τοῦ στρατεύματος ὑποδιαιροῦνται εἰς τὰς ἑξῆς κατηγορίας· πρῶτον τὰ κτήνη, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς τὸ στράτευμα, δεύτερον τὰ κτήνη, τὰ ὁποῖα ἐμισθώθησαν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατεύματος, καὶ τρίτον τὰ κτήνη, ἅτινα ἐλήφθησαν δυνάμει τοῦ νόμου περὶ εἰσφορᾶς. Διὰ τὰ κτήνη τὰ ὁποῖα ἐμισθώθησαν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, καὶ τὰ κτήνη τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν δυνάμει τοῦ νόμου περὶ εἰσφορᾶς μετ’ ἀποζημιώσεως, δι’ αὐτὰ ἀπεζημιώθησαν οἱ ἰδιοκτῆται αὐτῶν. Ἐπίσης διὰ τὰ κτήνη, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν δυνάμει τοῦ νόμου περὶ εἰσφορᾶς ἄνευ ἀποζημιώσεως καὶ ἐτηροῦντο ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατεύματος, διέταξα ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι διέταξα νὰ παύσουν τὰ ἀγώγια, καὶ οἱ ἀγωγεῖς μετὰ τῶν κτηνῶν νὰ ἀναχωρήσωσι, καὶ τὸ τοιοῦτον ἔγεινε πρὸ καιροῦ, ὀλίγιστα δὲ κτήνη τοιαῦτα ὑπάρχουσιν ἀκόμη εἰς τὸ στράτευμα, καὶ ταῦτα διότι οἱ κύριοι αὐτῶν δὲν προσῆλθον νὰ τὰ λάβωσι. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ κτήνη, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν δυνάμει τοῦ νόμου περὶ εἰσφορᾶς καὶ οἱ ἰδιοκτῆται αὐτῶν δὲν ἀπεζημιώθησαν, ἐξεδόθη περὶ τούτου ἐγκύκλιος, ἵνα τὰ κτήνη ταῦτα παραδίδωνται εἰς τοὺς κυρίους αὐτῶν, ἅμα οὗτοι ἔρχωνται νὰ τὰ ζητήσωσι καὶ παρουσιάσωσι τὴν ἀπόδειξιν. Ἐννοεῖται ὅτι, ἅμα παρουσιάζετο ὁ ἰδιοκτήτης καὶ ἐζήτει τὸ κτῆνός του, ἀμέσως ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία τοῦ τὸ ἀπέδιδεν. Ἀλλὰ συνέβη καὶ τὸ ἑξῆς· πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἀπώλεσαν τὰς ἀποδείξεις των, ἄλλοι δὲν ἔλαβον τοιαύτας, καὶ πολλὰ σώματα ἔχασαν καὶ αὐτὰ τὰς ἀποδείξεις των, καθόσον εἶχον καὶ αὐτὰ τοιαύτας, διότι αἱ ἀποδείξεις ἐξεδίδοντο ἐν διπλοτύπω. Διετάχθη λοιπὸν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ σχετικὸς δήμαρχος δύναται νὰ πιστοποιῇ τὴν κυριότητα τοῦ κτήνους, καὶ ἕκαστον σῶμα, ἐπὶ τῇ παρουσιάσει τῆς πιστοποιήσεως ταύτης τοῦ δημάρχου, νὰ ἀποδίδῃ ἀμέσως τὸ ζητούμενον κτῆνος. Αὐτὸ ἐφαρμόζεται μέχρι τοῦδε, καὶ οὐδὲν παράπονον παρουσιάσθη.
§118Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἄν ὑπάρχῃ τὸ κτῆνος, μάλιστα.
§119Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εἶναι καί τινα, τὰ ὁποῖα ἐφονεύθησαν. Ὡς πρὸς αὐτά, διετάχθη ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία νὰ ἀποζημιοῖ τὴν ἀξίαν τοῦ φονευθέντος κτήνους, καὶ ἀπεζημιώσαμεν μέχρι τοῦδε πολλοὺς ἰδιοκτήτας.
§120Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀποζημιώνετε καὶ τὴν ἐργασίαν, ἣν παρέσχε τὸ κτῆνος; Ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως ὁ ἰδιοκτήτης.
§121Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὅσα ἐλήφθησαν ἐπὶ μισθώσει, ἀπεζημιώθησαν. Διὰ τὰ ἄλλα ἀποζημίωσις δὲν ἐδόθη· δὲν ἠξεύρω δέ, ἂν ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία εἶναι ὑποχρεωμένη εἰς τοῦτο.
§122Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως εἶναι ὑποχρεωμένη.
§123Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐξ αἰτίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Σχινᾶς ἔδωκε, σχετικῶς πρὸς τοὺς λιποτάκτας, καὶ τοῦτο, διότι εἶχον παρακαλέσει χθὲς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ κατάστασιν τῶν λιποτακτῶν, ἢ μᾶλλον τῶν ἐγκαταλιπόντων τὰς θέσεις των, καὶ τίνες εἶναι οἱ λιποτάκται καὶ ὁ ἀριθμὸς ἑκάστης κατηγορίας τοιαύτης, διότι ἐλέχθη ἐνταῦθα ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἔχομεν περὶ τὰς 10 χιλιάδας λιποτακτῶν.
§124Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι λιποτάκται καὶ ἀνυπότακτοι.
§125Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Λοιπὸν τὸ τοιοῦτον, λεγόμενον ἐπισήμως καὶ διαδιδόμενον, προϋποθέτει ὅτι τὸ ἓν τέταρτον τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ ἐγκατέλιπε τὰς τάξεις του, καὶ ἑπομένως προσβάλλεται ὅλος ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, ἐνῷ εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι περὶ τοὺς 400 ἴσως κατὰ τὰς ἀτυχεῖς ὑποχωρήσεις στρατιῶται ἐγκατέλιπον ἐξ ὅλων τῶν σωμάτων τὰς τάξεις των. Ἀλλὰ τοῦτο ἐνέχει καὶ ἄλλον σπουδαῖον λόγον, ὅτι πρέπει νὰ γνωσθῇ πόσοι ἐγκατέλιπον ὁριστικῶς τὰς τάξεις των, διότι, ἂν οἱ στρατιῶται τοῦ ὑποχωροῦντος σώματος ἐλοξοδρόμησαν καὶ μετὰ 2 ἢ 3 ὥρας ἐπανῆλθον εἰς τὰς τάξεις των, δὲν σημαίνει τοῦτο, ὅτι ἐλιποτάκτησαν. Εἶναι λοιπὸν ζήτημα ὑψίστης σημασίας, καὶ παρακαλῶ νὰ ὑποβληθῇ ἀκριβὴς κατάστασις τῶν λιποτακτῶν.
§126ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Μίαν σύστασιν ὑποβάλλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἵτινες ἀπελύθησαν τῆς ὑπηρεσίας, ὡς κληθέντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ λόγῳ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Οὗτοι πρέπει νὰ ἐπαναδιορισθῶσι, καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως εἶδον εἰς φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐπαναδιορισθέντα ἕνα τοιοῦτον ὑπάλληλον.
§127Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα. Ἐγὼ ἔλαβον ὡς μέτρον νὰ ἐπαναφέρω τοὺς τοιούτους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§128Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ καὶ χθὲς ἐγένετο πολὺς καὶ μακρὸς λόγος περὶ λιποτακτῶν, ἐπισήμως δ’ ἐξεφράσθη καὶ ἡ λύπη, ὅτι πληθὺς δυσανάλογος τοιούτων παρουσιάσθη εἰς τὸ Ἑλληνικὸν στράτευμα, κρίνω καλὸν νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πληροφορίας τινὰς, πολὺ ἀναγκαίας, κατὰ τὴν γνώμην μου τοὐλάχιστον, ὅπως μορφωθῇ ἀκριβὴς γνώμη περὶ τῶν συμβαινόντων ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἡ συγκριτικὴ μελέτη τῶν ἀριθμῶν ἐνδείκνυται ὡς ἀπαραίτητος πρὸς καταρτισμὸν γνώμης ὑγιοῦς καὶ πεφωτισμένης ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἐγειρομένων ζητημάτων καὶ ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν ὡς ἐκ τοῦ πολέμου. Ἡ μελέτη τῶν ἀριθμῶν δύναται πολὺ νὰ ὠφελήσῃ. Ἄνευ ἀριθμῶν ἡ συζήτησις γίνεται κατὰ τρόπον ἐντελῶς αὐθαίρετον, διότι ἁπλούστατα οἱ συζητοῦντες εὑρίσκονται εἰς λαβύρινθον, ἐκ τοῦ ὁποίου δὲν δύνανται νὰ ἐξέλθωσι, διότι δὲν κατέχομεν τὸν εὐεργετικὸν μίτον τῆς Ἀριάδνης. Οἱ ἀριθμοὶ δὲ δίδουν διέξοδον. Τοὺς ἀριθμοὺς τούτους ζητῶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ παρουσιάσῃ (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ χορηγήσῃ εὐαρεστούμενος εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀκολούθους πληροφορίας: 1) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφέδρων τῶν κληθέντων ὑπὸ τὰ ὅπλα καὶ μὴ προσελθόντων, καθ’ ἡλικίαν καὶ κατ’ ἐπαρχίαν. 2) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφέδρων καὶ στρατιωτῶν τῶν μηνυθέντων ἐπὶ λιποταξίᾳ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐπιστρατείας μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐχθροπραξιῶν, κατ’ ἐπαρχίαν, ἡλικίαν καὶ ταξιαρχίαν καὶ καθ’ ἕκαστον ὅπλον. 3) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφέδρων καὶ στρατιωτῶν τῶν μηνυθέντων ἐπὶ λιποταξίᾳ καὶ ἐγκαταλείψει θέσεως ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, καθ’ ἡλικίαν, ἐπαρχίαν, ὅπλον, ταξιαρχίαν, ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐχθροπραξιῶν μέχρι τῆς ἀνακωχῆς τῆς Ταράτσας. 4) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν μηνυθέντων ἐπὶ λιποταξίᾳ εἰς τὸ διάστημα τὸ ἀπὸ τῆς ἀνακωχῆς μέχρι τῆς ἀπολύσεως τῶν ἐφέδρων, καθ’ ἡλικίαν, ἐπαρχίαν, ταξιαρχίαν καὶ ὅπλον. 5) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀπαλλαγέντων, καθ’ ἡλικίαν καὶ ἐπαρχίαν. 6) Κατάστασιν τῶν καταταχθέντων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐθελοντῶν καὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ, καὶ τῶν λιποτακτησάντων ἐκ τούτων, ἢ μηνυθέντων ἐπὶ λιποταξίᾳ καὶ ἐγκαταλείψει θέσεως ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ. 7) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν συλλήβδην καθ’ ἡλικίαν τὸν ἀριθμὸν τῶν προσελθόντων ἐφέδρων. 8) Ἐπίσης κατάστασιν ἐμφαίνουσαν ὀνομαστὶ τοὺς ἀξιωματικούς, κατὰ βαθμὸν καὶ ὅπλον, τοὺς μηνυθέντας ὑπὸ τῶν προϊσταμένων κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου ἐπὶ ἐγκαταλείψει θέσεως ἢ ἄλλῳ στρατιωτικῷ παραπτώματι. 9) Ἐπίσης κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν δοθεισῶν ἀδειῶν εἰς στρατιώτας καὶ ὑπαξιωματικούς, κατ’ ἐπαρχίαν καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀνακωχῆς, ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐκ τῶν σωματαρχῶν κατ’ εὐθεῖαν, καθ’ ὅπλον καὶ ταξιαρχίαν. 10) Ἐπίσης κατάστασιν τῶν μὴ λαβόντων μέρος εἰς τὸν πόλεμον ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν, τῶν τοποθετημένων εἰς εἰδικὰς ὑπηρεσίας ἐν Ἀθήναις ἢ ἀλλαχοῦ. 11) Κατάστασιν ὀνομαστικὴν τῶν φονευθέντων ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν.» Θὰ σᾶς παρακαλέσω δέ, κατὰ τὸ διάστημα τὸ δεκαήμερον τῶν διακοπῶν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, νὰ διατάξητε τοὺς ἁρμοδίους νὰ ἑτοιμάσωσι τὰ αἰτούμενα.
§129Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Νὰ μοῦ δώσητε αὐτὴν τὴν σημείωσιν, παρακαλῶ.
§130Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ πίνακα τῶν φονευθέντων ἀξιωματικῶν καὶ λοιπῶν ὁπλιτῶν, ὡς καὶ πίνακα τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι διαρκοῦντος τοῦ πολέμου ὑπηρέτουν εἰς τὰ διάφορα γραφεῖα ἐν Ἀθήναις καὶ ἀλλαχοῦ· διότι πολλοὶ ἔλεγον τότε, ὅτι δὲν εἴχομεν στελέχη.
§131Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, ἀλλὰ δὲν ἐνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι κατεπεῖγον καὶ σοβαρόν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§133Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἤκουσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἐδήλωσεν ὅτι θὰ ζητήσῃ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν, καὶ ὅτι ἡ διακοπὴ αὕτη θὰ διαρκέσῃ τοὐλάχιστον 10 ἡμέρας, ἀλλὰ τὸ μέγιστον ὅριον δὲν ὥρισεν, ὥστε ἠμπορεῖ νὰ παραταθῇ ἐπὶ πολὺ ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν. Πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει τὴν σπουδαιότητα καὶ τὸ κατεπεῖγον τοῦ μέτρου, διότι τὸ μέτρον τὸ ὑπηγόρευσαν αἱ ὑπόνοιαι, ὅτι αἱ διάφοροι ὑπὸ τοῦ νόμου τεταγμέναι ἀρχαὶ δὲν ἐκπληροῦσιν, ὅπως τὸ ἔθνος ἐννοεῖ, τὸ καθῆκον τοῦτο τῆς ἀποκαλύψεως τῶν ἐνόχων. Ἔδωκε μάλιστα νύξιν ἐνισχύσεως τῶν ὑπονοιῶν τούτων χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰπὼν, ὅτι εἰς πολλὰ μέρη ὁ στρατὸς ἡττήθη, ἕνεκα τῶν διοικούντων αὐτόν. Νομίζω ὅτι ἐπείγει τὸ ζήτημα.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφάνθη ἡ Βουλή.
§135ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἔχω δικαίωμα νὰ ζητήσω τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ζητῶ λοιπὸν νὰ ἀναγραφῇ τὸ θέμα τοῦτο πρῶτον καὶ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει πρῶτον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§137ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πειράζει. Λοιπὸν ζητῶ καθαρῶς, ἕνεκα τοῦ κατεπείγοντος, ἡ Βουλὴ νὰ διατάξῃ νὰ ἀναγραφῇ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο καὶ νὰ συζητηθῇ ἀμέσως.
§138ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§139Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, ὁμιλῶν χθὲς περὶ τοῦ στρατοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑπηρετῶ καὶ νὰ τὸν διευθύνω ἐπὶ τοῦ παρόντος, εἶπον βεβαίως, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐτίμησε τὰς σημαίας τῆς πατρίδος παντοῦ, ὅπου ἔτυχε νὰ διοικῆται καλῶς· ἀλλὰ λέγων τοῦτο δὲν ἠθέλησα νὰ ῥίψω μομφὴν δεξιὰ ἢ ἀριστερά· τὸ ἐξέφρασα χωρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω πρόσωπόν τι οἱονδήποτε ἢ συνάδελφον οἱονδήποτε. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι σπουδαιότατον, καὶ διὰ νὰ ἐξετασθῇ συμφώνως μὲ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ συνεστήθη ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, ἥτις ἀπαρτίζεται ἐξ ἐννέα μελῶν, ἀπὸ τοὺς καλλιτέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ ἦναι ἐκ τῶν δρασάντων. Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἔχῃ πλήρη δικαιοδοσίαν καὶ ὅλα τὰ μέσα διὰ τὴν ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας. Τὰ μέλη αὐτῆς περιεβλήθησαν καὶ μὲ προανακριτικὴν δικαιοδοσίαν. Ἕκαστον μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅπου ἀμφιβάλλει, νὰ ὑπάγῃ ἐπιτοπίως καὶ νὰ ἀνακρίνῃ οἱονδήποτε, διὰ νὰ μάθῃ τί συνέβη εἰς τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα περίστασιν. Ὑπάρχουν βεβαίως καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὰ νόμιμα κωλύματα, τὰ τυχαῖα κωλύματα, ὡς ὑπάρχουν καὶ εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, ἀλλά, ὅπως εἰς τὰ Στρατοδικεῖα ἐκ τῶν κωλυμάτων τούτων δὲν σταματᾷ ἡ λειτουργία αὐτῶν, τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, δηλαδὴ ἐλήφθησαν ὅλα τὰ μέτρα, ὥστε ἡ λειτουργία καὶ αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς νὰ μὴ σταματήσῃ ἕνεκα τῶν τυχαίων ἢ τῶν νομίμων κωλυμάτων. Καὶ ἐξηγοῦμαι: Ἕν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς πιθανὸν νὰ ἔτυχε νὰ ἦναι ἐπὶ κεφαλῆς στρατεύματος, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐνήργησε καλῶς. Τὸ μέλος αὐτὸ, ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς ἀνακρίσεως τοῦ στρατεύματος αὐτοῦ, θ’ ἀντικατασταθῇ.
§140Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λησμονεῖτε τὴν ἀλληλεγγύην μεταξὺ τῶν διαφόρων σωματαρχῶν.
§141ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε.
§142Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Συμβαίνει ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἀσθενήσῃ. Βεβαίως θ’ ἀντικατασταθῇ. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν ἀπεφασίσθη, ὅσα μέλη κωλύονται νομίμως, ν’ ἀντικαθίστανται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δι’ ἄλλων. Ὅλα αὐτὰ ἀπεφασίσθησαν διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Ὅσα δὲ μέλη κωλύονται δι’ ἄλλους λόγους οἱουσδήποτε, εἴτε λόγῳ ἀνικανότητος περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος, εἴτε ἐξ ἄλλων περιστάσεων, θ’ ἀντικαθίστανται διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Κατ’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν τρόπον ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει ὅλην τὴν ἐλευθερίαν καὶ ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ κρίνῃ, ὄχι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἀπαρτιζομένη ἀπὸ τὸν Α καὶ τὸν Β, ἀλλ’ ἁπλῶς ἡ ἐπιτροπή, διότι τὰ μέλη θὰ μεταβάλλωνται ἀναλόγως τῶν παρουσιαζομένων περιστάσεων. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν αὕτη ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν της ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ σήμερον ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους.
§143ΜΑΝΕΣΗΣ. Εἶναι, Κύριοι, ἀληθὲς ὅτι χθές, ὅτε ὑπεβάλλετο ἡ πρότασις μεμονωμένη παρὰ τῶν ἀξιοτίμων φίλων μου κ.κ. Πετιμεζᾶ καὶ Πετροπουλάκη, εἶχον θεωρήσει ταύτην οὐ μόνον ὡς ἀντισυνταγματικήν, ἀλλὰ καὶ ὡς μὴ λυσιτελῆ καὶ οὐσιωδῶς ὡς ἄτοπον...
§144Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Συζητεῖτε τὴν οὐσίαν.
§145ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὄχι Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι τὸ μόνον κατάλληλον. Ὑμεῖς ἐθίξατε τὴν οὐσίαν, τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ὁμιλοῦντος, καὶ εἴπετε ὅτι ὑπάρχει ἀλληλεγγύη μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν. Τοῦτο ἔρχομαι νὰ πατάξω. Ἂν ὑπάρχῃ ὁ εὐγενὴς σκοπὸς τῆς ἀνευρέσεως τῶν αἰτίων τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου καὶ τῶν συνεπειῶν αὐτοῦ, τὸν πόθον τοῦτον ἔχομεν πάντες, ἴσως δὲ — ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω — πλειότερον ἡμεῖς οἱ στρατιωτικοί, καὶ χάριν τῆς πατρίδος καὶ χάριν τῶν συμφερόντων ἡμῶν. Τί νομίζετε ὅτι δύναται νὰ πράξῃ μία ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, συγκειμένη ἐκ πολιτῶν, ὡς ὑπηνίχθησάν τινες, προκειμένου νὰ κρίνῃ τίνες ἀξιωματικοὶ ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των καὶ τίνες ὄχι; Θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ κρίνῃ ὑπὸ πολεμικὴν ἔποψιν τὰς πράξεις τῶν ἀξιωματικῶν, ξένη οὖσα τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης; Δὲν ζητῶ νὰ κρύψω τὴν ἐνοχὴν οὐδενός, ἀλλὰ θέλω παρακαλέσει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπισπεύσῃ τὸ ἔργον, ἵνα μὴ διατελῶσιν ὑπὸ κατηγορίαν ἀξιωματικοὶ ἴσως ἀθῶοι. Ἀλλὰ πρέπει τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἦναι μύσται τῆς ἐπιστήμης, νὰ ἀνέγνωσαν τοὐλάχιστον ἓν στρατιωτικὸν σύγγραμμα, ἵνα δύνανται νὰ κρίνωσιν, ἂν ὁ Α ἢ ὁ Β ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των. Καὶ θέλετε νὰ παραπέμψητε τὰ ἄτομα τὰ ἀποτελοῦντα τὸν στρατὸν εἰς ἐπιτροπὴν συγκροτουμένην ἐξ ἀνθρώπων ἀγνοούντων τὴν στρατιωτικὴν ἐπιστήμην!...
§146ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνασθε καὶ ὑμεῖς νὰ λάβητε μέρος, ὡς στρατιωτικός.
§147ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν ἐνοήσατε τὴν ὁμιλίαν μου, καὶ διὰ τοῦτο διακόπτετε... Καὶ ἂν ἡ ἐπιτροπὴ σύγκειται ἐκ στρατιωτικῶν τῆς Βουλῆς, τὸ ζήτημα θὰ θεωρηθῇ μονομερές, διότι οὗτοι θὰ κρίνωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκακοπάθησαν καὶ ὑπέφερον μυρίας κακουχίας. Δύο, Κύριοι, μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον καὶ τὰς φοβερὰς συνεπείας αὐτοῦ ὑπάρχουσι μεγάλα καὶ σπουδαῖα θέματα, ἡ τιμωρία τῶν ἐνόχων, ἤτοι ἡ τιμωρία τῶν ὑπαιτίων πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν καὶ κυβερνητῶν, καὶ ἡ λῆψις σπουδαίων μέτρων πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ μέλλοντος. Ἂν λοιπὸν σκέπτεσθε ὁμολογουμένως νὰ λάβητε μέτρον, ἵνα συνετισθῶμεν εἰς τὸ μέλλον, ἵνα ἀντιμετωπίσωμεν τελεσφόρως τὰς ἐθνικὰς περιστάσεις ἐν τῷ μέλλοντι, τότε ἀντὶ ἀρῶν πρέπει νὰ ἀνεγείρωμεν ἀνδριάντα εἰς ἐκείνους, οἵτινες προεκάλεσαν τὸν πόλεμον τοῦτον, διότι τὸ μέγα κακὸν θὰ φέρῃ μέγα καλόν. Ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία ἄλλοτε εἰς ἀτυχῆ δι’ αὐτὴν πόλεμον ἐφάνη ἀνέτοιμος καὶ ἡττήθη, σήμερον εἶναι μεγάλη. Μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται ἐκ τῶν γνώσεων αὐτῶν νὰ κρίνωσι περὶ στρατιωτικῶν κινήσεων, εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐξακριβώσωσι τὴν ἀλήθειαν. Ταῦτα δ’ ἔχει συμφέρον ν’ ἀποκαλύψῃ μόνον ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία. Ἐὰν ἔχετε ὑπόληψιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπαιτήσατε παρ’ αὐτοῦ νὰ ἐπισπεύσῃ τὸ ἔργον, ἀλλ’ ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς δικαιοσύνης καὶ νομιμότητος, διότι πάντες ἔχομεν συμφέρον ν’ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀλήθεια, καὶ ἰδίως ἡμεῖς οἱ στρατιωτικοί, ὅπως γίνωμεν ἄξιοι τοῦ ὀνόματος, τὸ ὁποῖον φέρομεν. Δὲν καυχησιολογῶ, διότι ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου, πρῶτος μεταβὰς καὶ τελευταῖος ἐπανελθών. Ἐλυπήθην δ’ ὅταν ἐπισκεφθεὶς τοὺς πληγωμένους ἤκουσα αὐτῶν λεγόντων «δὲν σὲ ἤκουσαν, ὅταν ὡμίλεις περὶ πολεμικῶν παρασκευῶν». Καὶ ἀληθῶς εἰς μάτην προέλεγον πάντα ταῦτα· δὲν εἰσηκούσθην. Γνωρίζετε ὅλοι τὰ αἴτια. Δὲν ἐννοῶ διὰ τούτου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν, ἵνα τιμωρήσωμεν τοὺς ἐνόχους καὶ τοὺς ὑπαιτίους τῆς καταστάσεως ταύτης. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διώρισεν ἐπιτροπὴν ἐκ προσώπων εὐυπολήπτων ἐν τῷ στρατῷ, καθ’ ὧν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὑπόνοια, ὅτι θέλουσι καλύψει ἐγκλήματα, ἢ θέλουσι μεροληπτήσει. Ἀλλά, κατ’ ἐμὲ κριτὴν, ἡ τοιαύτη ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἢ μόνον τὸ κῦρος συμβουλευτικῆς ψήφου, ἣν δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ περιβληθῇ μὲ ἀνακριτικὰ δικαιώματα ἢ καθήκοντα, καί, κατ’ ἐμὲ κριτὴν, σύμφωνα πρὸς τοὺς διέποντας νόμους, κακῶς περιεβλήθη μὲ ἀνακριτικὰ καθήκοντα. Ἰδοὺ τί ἔπρεπε νὰ γείνῃ, ἵνα αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργοῦ κατόπιν ἔχωσι κῦρος, καὶ καθόσον εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς ὁμολογουμένως λίαν ἐπιτυχῶς ἐξέλεξαν ὡς μέλος καὶ ἕνα τῶν συναδέλφων ἡμῶν, τὸν κ. Τερτίπην, ὅστις εἶναι βουλευτὴς, μὴ ὑπηρετῶν ἐν τῷ στρατῷ. Ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ μελετήσῃ ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὑποβληθέντα εἰς αὐτὴν, ὅλας τὰς ἐκθέσεις τῶν σωματαρχῶν· ἂν δ’ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς ἐξετάσεις διοικητικὰς, δύναται ἓν ἕκαστον τῶν μελῶν αὐτῆς δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς νὰ μεταβαίνῃ πρὸς ἐξέτασιν. Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ χρησιμεύῃ πρὸς διαφώτισιν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ τότε δὲν προσκρούει εἰς τὰ νόμιμα καὶ ἡ πρόσληψις τοῦ κ. Τερτίπη ὡς βουλευτοῦ. Ἅμα δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον αὐτῆς καὶ ἐξετάσῃ ἓν ἕκαστον τῶν μελῶν τὴν ὑπόθεσιν, ἣν ἀνέθηκεν αὐτῷ τὸ σύνολον τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν γνώμην της ἐπὶ πάντων, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ δυνηθῇ νὰ προβῇ εἰς ὅ,τι οἱ νόμοι κελεύουσι· τουτέστι τοὺς ὑποπεσόντας εἰς ἔγκλημα θὰ παραπέμψῃ εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, τοὺς δὲ ὑποπεσόντας εἰς πράξεις προβλεπομένας ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, εἰς τὰ ἀνακριτικὰ συμβούλια, καὶ τότε αἱ ἀποφάσεις ἔχουσι κῦρος. Ἰδοὺ διατὶ δὲν συμφωνῶ πρὸς τὴν ἐξενεχθεῖσαν γνώμην ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ἐκτελέσαντας ἢ μὴ τὸ καθῆκόν των. Δὲν συμφωνῶ ἐπίσης καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τοῦ σχηματισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα, μὲ τὰ ὁποῖα περιβλήθη, οὐχὶ διότι δὲν κρίνω ταύτην ἀξίαν τοιούτων δικαιωμάτων, ἀλλὰ διότι δὲν τὴν θεωρῶ νόμιμον, καὶ αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς θὰ διαφιλονεικηθῶσι, καὶ θὰ ζητήσωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ τιμωρηθησόμενοι τὴν ἀκύρωσιν διὰ τῶν νομίμων δικαστηρίων. Βλέπετε δὲ περὶ τούτου καθ’ ἑκάστην τὴν διαστροφὴν καὶ τὰς αἰτήσεις θεραπείας, τὰς ὁποίας τὰ δικαστήρια λύουσι συνήθως ὑπὲρ τῶν ἀτόμων, καίπερ δικαίως τιμωρηθέντων, καὶ ἰδοὺ τ’ ἀποτελέσματα διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου μὴ ἐπὶ τῶν νόμων στηριζομένης. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἂν πρόκειται νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή, εἴτε ἀμέσως, εἴτε μετὰ ταῦτα, τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, νὰ λάβῃ πάνθ’ ὅσα εἶπον ὑπ’ ὄψιν, ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐξετάσῃ τὰς καταχρήσεις ἐν τῷ στρατῷ ξηρᾶς ἢ θαλάσσης. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς κινήσεις τοῦ στρατοῦ, δὲν κρίνω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς εἶναι ἁρμοδία νὰ κρίνῃ τοὺς πταίσαντας ἢ μὴ κατὰ τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν πόλεμον, διότι τοιαῦται κρίσεις σχετίζονται πρὸς τὴν ἐπιστήμην τὴν στρατιωτικήν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἐγκληματικῶν πράξεων ἐγκαταλείψεως θέσεως ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ καὶ παρομοίων, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ κρίνῃ περὶ τῶν προχωρητικῶν ἢ ὑποχωρητικῶν κινήσεων ἑνὸς στρατοῦ ἡ ἐπιτροπή, διότι ἀγνοεῖ τὴν στρατιωτικὴν ἐπιστήμην. Ἐν τέλει παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, ὥστε ἡ ἐπιτροπή, ἣν ἐσχημάτισεν, ὅπως φωτίσῃ αὐτὸν ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων, νὰ ἔχῃ ἁπλῶς γνώμην συμβουλευτικήν, νὰ καθαρίσῃ δὲ τὰ κατ’ αὐτὴν ὅπως οἱ νόμοι κελεύουσι.
§148Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριχωνίας Βουλευτὴς δὲν θεωρεῖ, ὅτι ὁ σχηματισμὸς τῆς ἐπιτροπῆς στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νόμου. Λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ἀποδείξω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ καὶ κατὰ τὸν νόμον ἐσχηματίσθη, καὶ κατὰ τοῦτον πρόκειται νὰ ἐνεργήσῃ. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς ἀληθείας ἡ ἐπιτροπὴ περιεβλήθη μὲ ἀνακριτικὴν δικαιοδοσίαν, ὅπερ μοὶ φαίνεται ὅτι ἀμφισβητεῖ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας· ἀλλὰ θὰ ἀποδείξω, ὅτι ἠπατήθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς περιβάλλονται μὲ ἀνακριτικὴν δικαιοδοσίαν.
§149Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ ἐπιβάλλῃ ὅρκον εἰς τοὺς ἐξεταζομένους;
§150Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εἶπον ὅτι, ἂν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἢ καὶ ὁλόκληρον τὸ σῶμα ἀμφιβάλλῃ ἐπί τινος ζητήματος, ἔχει δικαίωμα νὰ στείλῃ ἓν μέλος ὁπουδήποτε νὰ ἐνεργήσῃ προανακρίσεις, ὅπως διαφωτίσῃ τὴν ἐπιτροπήν. Τοῦτο δὲ στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νόμου· διότι τὸ ἄρθρον 67 τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας λέγει, ὅτι ὑπὸ τὴν ἀνωτέραν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐνεργοῦνται προανακρίσεις ὑπὸ φρουράρχων ἢ ἀρχηγῶν κλπ. Τοῦτο θέλει γείνῃ καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπερ ἔχει ἐκ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα τῆς προανακρίσεως, μεταβιβάζει τοῦτο εἰς οἱονδήποτε ἀξιωματικόν. Ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα συνετάχθη τὸ διάταγμα, καὶ τοιαύτην ἐξουσίαν δίδει εἰς τὴν καταρτισθεῖσαν ἐπιτροπὴν τῶν ἀξιωματικῶν. Τὸ κείμενον τοῦ νόμου εἶναι σαφές. Ἔρχεται ἕτερον ζήτημα, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν συμπεριελήφθη καὶ ἓν μέλος τῆς Βουλῆς. Δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ πρόσωπον αὐτὸ ὑπεδείχθη ὑπὸ τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος. Ὁ Βασιλεὺς μοὶ ἐπρότεινε τὸν κύριον Τερτίπην. Δὲν εἶχον λόγους νὰ εἴπω ὄχι, διότι ὁ κ. Τερτίπης εἶναι εἷς τῶν καλλίστων ἀξιωματικῶν. Δὲν ἀντίκειται δὲ ὁ διορισμός του εἰς κανένα νόμον· ὢν δὲ Βουλευτὴς καὶ διοριζόμενος εἰς τὴν ἐπιτροπήν, δὲν θὰ λάβῃ ἰδιαιτέραν ἀντιμισθίαν.
§151Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ἐπρότεινε τὸ μέτρον τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς;
§152Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγώ. Ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ἐξέφρασεν ἐπιθυμίαν συστάσεως ἐπιτροπῆς, ὅπως καθαρισθῶσιν οἱ ἐν τῷ στρατῷ ἀνίκανοι. Σᾶς τὸ βεβαιῶ ἐπὶ λόγῳ τιμῆς.
§153Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ περιττὴν τὴν συζήτησιν, ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτου ζητήματος, διότι χθὲς εἶπον, ὅτι ὅλα πρέπει ν’ ἀποκαλυφθῶσιν, ἀλλὰ τὴν τοιαύτην συζήτησιν θεωρῶ ἐπιβλαβῆ, καθ’ ὃν τρόπον γίνεται, ὡς ἐξαρτωμένην ἀπὸ στιγμιαίας ἐντυπώσεις. Συζητοῦμεν περὶ τοῦ διατάγματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, χωρὶς νὰ ἴδωμεν τὸ διάταγμα. Καὶ δὲν πταίει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἐξ ἁβρότητος πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν ἐπιλαμβάνεται τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ ἡμεῖς, οἱ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ εὑρισκόμενοι, ὀφείλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ σταματήσωμεν. Ὑποστηρίζω δ’ ὅτι, μετὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καὶ συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν δύναται νὰ γείνῃ πλέον συζήτησις ἐπὶ τῶν προτάσεων αὐτῶν, εἰμὴ 24 ὥρας μετὰ τὴν διανομὴν αὐτῶν, καὶ ἀφοῦ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Διὰ τοῦτο δὲν λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω πολλά, διότι πρὸ παντὸς ἡ πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος, καὶ ὅλη ἡ συζήτησις ματαία.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύναται ὅμως ἡ Βουλὴ νὰ κηρύξῃ κατεπείγουσαν πρότασίν τινα· καὶ τοῦτο ἰσχυρίζεται ὁ κ. Πετιμεζᾶς.
§155Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον: «Πᾶσα πρότασις παραδίδεται εἰς τὸ Προεδρεῖον, τυποῦται καὶ διανέμεται. Ἐγγραφομένη δὲ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μετὰ παρέλευσιν 24 τοὐλάχιστον ὡρῶν ἀπὸ τῆς διανομῆς, συζητεῖται κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της. Δύναται ὅμως ἡ Βουλὴ, κηρύττουσα κατεπείγουσαν πρότασίν τινα, νὰ διατάξῃ νὰ προταχθῇ τῶν ἄλλων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων προτάσεων...» Χθὲς ἐγένετο συζήτησις, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ τυπωθῶσιν αἱ προτάσεις. Ἤδη πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν κανονικὴν πορείαν, δηλαδὴ νὰ παρέλθωσιν 24 ὧραι, νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ τότε νὰ λάβωσι τὴν προτίμησιν, ἐὰν τοῦτο προταθῇ.
§156Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπειδὴ ἠγέρθησαν ἀμφιβολίαι τινὲς ἐπὶ τοῦ γράμματος τοῦ διατάγματος, ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, νὰ τὸ ἀναγνώσω: «Περὶ συστάσεως στρατιωτικῆς ἐλεγκτικῆς ἐπιτροπῆς.
«ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ
«ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
«Προτάσει τοῦ Ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν· «Συνιστῶμεν ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν ὑποστρατήγου Μαυρομιχάλη Γεωργίου, ὡς προέδρου, συνταγματαρχῶν Δημοπούλου Ἰωάννου καὶ Σταΐκου Δημοσθένους τοῦ πεζικοῦ, ἀντισυνταγματαρχῶν Γρίβα Κωνσταντίνου τοῦ ἱππικοῦ, Σοφιανοῦ Ἀλεξάνδρου τοῦ πυροβολικοῦ, ταγματαρχῶν Τερτίπη Δημητρίου τοῦ πεζικοῦ, Τσακάκη Θεοδώρου τοῦ πυροβολικοῦ, Χὸρς Μιχαὴλ τοῦ μηχανικοῦ καὶ ἐπιάτρου Τυπάλδου Ἰωάννου, εἰς ἣν θέλουσι παραδοθῆ ἅπασαι αἱ ἐκθέσεις περὶ τῶν πεπραγμένων κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, ἵνα αὕτη σταθμήσῃ μετὰ μεγίστης προσοχῆς καὶ ἄκρας δικαιοσύνης τὰς πράξεις τῶν διαφόρων βαθμοφόρων τῶν στρατευμάτων, ἅτινα ἔλαβον ἐνεργὸν μέρος κατὰ τὸν διεξαχθέντα πόλεμον, καὶ προτείνῃ ἁρμοδίως τοὺς ἀξίους ἀμοιβῶν καὶ τὸ εἶδος αὐτῶν, γνωμοδοτοῦσα συνάμα καὶ περὶ ἐκείνων, οἵτινες ὑπελείφθησαν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των, ἀποφαινομένη ὡρισμένως τίνες ἐκ τούτων δέον νὰ ἐλεγχθῶσι διοικητικῶς καὶ τίνες νὰ καταδιωχθῶσι ποινικῶς. Ἐκ δὲ τῶν ἐλεγχθησομένων διοικητικῶς θέλει προτείνει διακεκριμένως τίνες τιμωρηθήσονται δι’ ἐλαφρῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, τίνες τεθήσονται εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως καὶ τίνες παραπεμφθήσονται εἰς ἀνακριτικὰ Συμβούλια, ἵνα τεθῶσιν εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως, ἢ εἰς ἀπόταξιν, ἢ εἰς ἀποστρατείαν ἕνεκεν ἀνικανότητος, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν. «Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὁ Ἡμέτερος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς θέλει περιβάλει τὰ μέλη τῆς ἀνωτέρω ἐπιτροπῆς διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς προανακρίσεως, ὅπερ ταῦτα θέλουσιν ἐξασκεῖ, ἐν ἀνάγκῃ, διὰ τῆς μεταβάσεώς των εἰς τὸν τόπον τῶν ἀνακριθησομένων, ἢ θέλουσιν ἐνεργεῖ τὴν προανάκρισιν κατὰ παραγγελίαν, συμφώνως μὲ τὸν σχετικὸν νόμον, καὶ οὐχὶ διὰ κλήσεως τῶν ἀνακριθησομένων ἐνταῦθα, πρὸς ἀποφυγὴν προσκομμάτων εἰς τὴν ἐν γένει ὑπηρεσίαν τοῦ στρατεύματος. «Ἡ ῥηθεῖσα ἐπιτροπὴ θέλει ὑποβάλει ἐν καιρῷ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς προκειμένης ἐργασίας της μετὰ τῶν προτάσεων. «Εἰς τὸν αὐτὸν Ὑπουργὸν ἀνατίθεμεν τὴν δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος Διατάγματος. «Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Ὀκτωβρίου 1897.
«ΓΕΩΡΓΙΟΣ.
«Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν «Κ. Σμολένσκης».
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§158ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον ἀκριβῶς νὰ εἴπω αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Φιλάρετος. Ἀλλὰ προηγουμένως ὁ κ. Πρόεδρος ἐζήτησε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἐὰν πρέπῃ ν’ ἀρχίσῃ ἀμέσως ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως, καὶ ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως ἀπεφάσισεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐγγραφῇ ἡ πρότασις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὥστε εἶναι ματαιοπονία, ἐὰν ἐπανέλθωμεν. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπισπεύδουν τὴν συζήτησιν τῶν προτάσεων αὐτῶν, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεώς μου, θὰ ἴδωμεν, ἐὰν ὁ κ. Μάνεσης θὰ εἴπῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε σήμερον, διότι φρονεῖ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ δικάσῃ ἀξιωματικοὺς καὶ νὰ συλλέξῃ τὴν ὕλην. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη στρατιωτικῶν γνώσεων, διὰ νὰ συλλέξωμεν τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ἐὰν ὁ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς ὑπεχώρει ἢ διέτασσε στρατιωτικὰ γυμνάσια, ἐν ᾧ ἔπρεπε νὰ ἦναι εἰς τὴν πρώτην γραμμήν.
§159ΜΑΝΕΣΗΣ. Τότε τὸ διάταγμα τίνα σχέσιν ἔχει;
§160ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν συνενοήθη μετ’ ἐμοῦ, ὅταν ἐξέδιδε τὸ διάταγμα.
§161ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ περιορισθῶ ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ἂν καὶ παρατηρῶ, ὅτι κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον πάντες παρεξετράπησαν κατὰ τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως, καὶ δύναταί τις νὰ ἐκτείνῃ τὸν λόγον ὅσον θέλει. Φρονῶ ὅτι τουλάχιστον περὶ τὴν τήρησιν τοῦ θέματος πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀκρίβειά τις. Ὁ κ. Φιλάρετος εἶπεν, ὅτι εἴμεθα ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ περιστραφῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος αὐτοῦ, χωρὶς νὰ ἐπέμβωμεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς προτάσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος προτείνει τὸ ἀπαράδεκτον πάσης ἐπὶ τοῦ παρόντος συζητήσεως, διότι δὲν παρῆλθον 24 ὧραι ἀπὸ τῆς διανομῆς τῆς προτάσεως. Ἐγὼ παντάπασι δὲν προδικάζω τὸ ἄλλο ζήτημα, ἐὰν πρέπῃ ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως αὐτῆς, ἢ νὰ ἀναβάλῃ. Περὶ τούτου ἐπιφυλάσσομαι· περιοριζόμενος δὲ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. συναδέλφου, νομίζω, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ καὶ ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ Κανονισμοῦ.
§162ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν τὴν χθεσινὴν τῆς Βουλῆς δὲν ὑπάρχει πλέον ἀμφισβήτησις.
§163ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθω εἰς ἀπάντησιν. Ὁ νόμος, προκειμένου περὶ προτάσεων νόμου, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται ἐγκαίρως πρὸς ὥριμον μελέτην, ἢ περὶ προτάσεων μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ, ἀπαιτεῖ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἐπερωτήσεων, προκειμένου περὶ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἀορίστως δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν, δὲν δύναται νὰ τεθῇ περιορισμὸς εἰς τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἀλλὰ ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ ἰδιότης τῆς προτάσεως ὡς ἐπερωτήσεως δὲν συνεπάγεται τὴν παράλειψιν τῆς ἄλλης ἐγγυήσεως, τῆς τυπώσεως. Ἠθέλησε, λόγῳ τοῦ σοβαροῦ τῆς τοιαύτης προτάσεως, νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν πρὸ τῆς συζητήσεως τύπωσιν, διότι κανεὶς δὲν πιστεύω νὰ λησμονῇ ὁποίας σπουδαιότητος εἶναι τὰ σχετικὰ ζητήματα, καὶ ἀπήτησε τὴν τύπωσιν καὶ τὴν διανομήν. Ἀλλὰ ἐκ τοῦ ὅτι ἀπήτησε τὴν τύπωσιν καὶ τὴν διανομὴν ἕπεται ὅτι ἀπήτησε τὴν τήρησιν ὅλων τῶν διατυπώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλίζουσι τὴν προηγουμένην μελέτην τῶν νομοσχεδίων; Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν ἔχει δίκαιον, ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ὡς πρὸς τὸ ἐὰν πρέπῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως ἢ νὰ ἀναβάλῃ αὐτὴν, νὰ λάβω τὸν λόγον.
§164ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἔλαβον τὸν λόγον, ἐπειδὴ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἐν εἴδει ἐπερωτήσεως, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐφώτισε τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἀντίκειται εἰς κανένα νόμον τὸ διάταγμα. Ἐγὼ εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἀπέβλεψα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ ἀκόμη ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω ἐνδοιασμοὺς, καὶ εἶπον τὸν λόγον, οὐχὶ περὶ τῶν προσώπων, ἀλλὰ μόνον περὶ τοῦ κύρους, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, γνωματεύουσα εἴτε τὴν ἀποστράτευσιν εἴτε τὴν παραπομπὴν εἰς τὰ στρατοδικεῖα εἴτε εἰς τὰ ἀνακριτικὰ συμβούλια, διότι αὕτη ἐπέχει τόπον ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ ἐπεθύμουν ν’ ἀποδειχθῇ καὶ βεβαιωθῇ ὁ νόμιμος σχηματισμὸς αὐτῆς, ἵνα μὴ μάτην ἐργασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἵνα μὴ διαμφισβητηθῇ τὸ νόμιμον τῆς γνώμης αὐτῆς, καὶ τότε οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ ἔννοιαν ἡ γνώμη αὐτῆς καὶ οὐδὲν κῦρος. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ συζητηθῇ καὶ τῷ ὄντι νὰ μὴ διαμφισβητηθῇ τὸ κῦρος τῶν πράξεων αὐτῆς, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, βασιζόμενος ἐπὶ τῆς γνώμης αὐτῆς, νὰ δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον πάντες ποθοῦμεν καὶ ἐπιδιώκομεν. Ἐγὼ δὲ, ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα, ἐξήνεγκον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ἀπήντησα, διότι ἐξεδηλώθη ἐνδοιασμός τις, ὅτι ἐκ συναδελφότητος δῆθεν δύνανται νὰ καλύψωσι τὴν ἀλήθειαν οἱ στρατιωτικοὶ καὶ νὰ μὴ ἐξετάσωσιν ἐνδιαφερόντως τὰ πράγματα, ὡς ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς πατρίδος. Ὥστε ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκα εἰς τὴν πρότασίν μου, εἶναι, ὅτι ἐπιθυμῶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ μὴ θεωρηθῇ παράνομος, ἀλλὰ ἡ γνώμη αὐτῆς νὰ ἔχῃ κῦρος, καὶ διὰ τοῦτο ἐξεδήλωσα, ὅτι ἡ γνώμη αὐτῆς πρέπει νὰ ᾖναι συμβουλευτική. Ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δύναται νὰ περιβληθῇ μὲ διοικητικὰς ἐξετάσεις, καὶ ἓν ἕκαστον τῶν μελῶν αὐτῆς δι’ ἰδιαιτέρας διαταγῆς νὰ προβῇ εἰς ἐξέτασιν ἑκάστης ὑποθέσεως, ἐν συνόλῳ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ ἐξετάζῃ ταῦτα καὶ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ, ἀλλ’ ὅπως φωτίσῃ αὐτὸν, ἀσχολούμενον εἰς πλεῖστα ὅσα καὶ μὴ ἔχοντα τὸν χρόνον νὰ ἐξετάσῃ πάντα ταῦτα, εἰς ὀγκώδεις φακέλλους περιεχόμενα. Διὰ τοῦτο νὰ ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα, ἵνα μὴ ἐπὶ ματαίῳ ἐργασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ, διότι τοῦτο ἐγὼ ἤκουσα ἐκδηλούμενον παρὰ νομομαθῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας. (Διάλογοι).
§165Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔχομεν Κανονισμὸν, κύριε Πρόεδρε, ναὶ ἢ ὄχι; Ἄν ἔχωμεν Κανονισμὸν, νομίζω ὅτι τὸ Προεδρεῖον... (θόρυβος).
§166Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁμιλεῖτε ἑξήκοντα φορὰς εἰς ἕκαστον ζήτημα, καὶ ἡμεῖς σπανίως! Πρέπει νὰ μᾶς κλείσητε τὸ στόμα; (θόρυβος).
§167ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐπειδή τινες τῶν συναδέλφων ἐπικαλοῦνται ἑκάστοτε τὸν Κανονισμὸν, πρέπει ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ λεχθῇ τοῦτο καὶ νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἕκαστος Βουλευτὴς εἰς πᾶσαν ὥραν καὶ στιγμὴν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἡμερησίας διατάξεως δύναται ν’ ἀπευθύνῃ ἐπερωτήσεις καὶ ν’ ἀναπτύξῃ τὴν γνώμην του ἐπί τινος ζητήματος. Ἐγὼ γνωρίζω τὴν προαίρεσιν καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καθόσον μάλιστα εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ προείπῃ τοῦτο, τὸν ἀγαθὸν δὲ τοῦτον σκοπὸν δὲν θέλω νὰ ματαιώσῃ τὸ παράνομον τυχὸν μιᾶς ἐπιτροπῆς, σχηματισθείσης παρ’ αὐτοῦ,— διότι τοιαύτην ἔννοιαν ἤκουσα παρὰ νομομαθῶν, δυναμένων νὰ κρίνωσιν, καί, ἂν θέλητε, ἔχω ἀκόμη ἐνδοιασμὸν,—καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καλῶς πράξας, ἀνῆλθε τὸ βῆμα, ἵνα εἴπῃ, ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτοῦ στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, ὁ δὲ κ. Φιλάρετος, ὡς νομομαθής, εἶχε καθῆκον νὰ εἴπῃ ἂν ἡ πρᾶξις αὕτη στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, καὶ ἑπομένως ἂν αἱ πράξεις τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης θὰ ἦναι ἔγκυροι καὶ νόμιμοι.
§168Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος νὰ μὴ συμφωνήσω μετ’ αὐτοῦ, διότι, ὅταν ὁ νόμος περιβάλλῃ ἕκαστον ἀξιωματικὸν μὲ ἀνακριτικὴν ἀποστολὴν, ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ὀνομάζεται, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἔκτακτος εἰσηγητής. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν θὰ ἔχῃ βεβαίως ἄλλον σκοπὸν, εἰμὴ νὰ ἐξελέγξῃ ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλῃ κατόπιν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἂν νομίζῃ ὅτι τινὲς τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικῶν δέον νὰ διέλθωσι διὰ Συμβουλίων, θὰ παραπέμψῃ αὐτοὺς εἰς τὰ Συμβούλια, ἐὰν φρονῇ ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῶσιν ἄλλοι εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, θὰ παραπέμψῃ αὐτοὺς εἰς αὐτά. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Μάνεσης. Ὁ νόμος εἶναι ῥητός.
§169Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐκεῖνοι, κύριοι Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, προτείναντες ἐμμέσως τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεώς μου, καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες τὴν ἐχαρακτήρισαν ἀντισυνταγματικὴν, δὲν ἐννοοῦσιν ὅτι ἀντιστρατεύονται οὕτω κατὰ τῶν σπουδαιοτέρων δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου.
§170ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Περὶ τίνος ὁμιλεῖτε;
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§172Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως. Τὸ σπουδαιότερον τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου, κύριοι Βουλευταί, εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου Ἄνευ τοῦ δικαιώματος τούτου ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν ὡς Σῶμα πολιτικὸν, ὡς Σῶμα προωρισμένον νὰ κανονίζῃ τὴν πολιτικὴν τοῦ τόπου· τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο πάλιν τοῦ ἐλέγχου θά ἐστερεῖτο πάσης ἀξίας ἄνευ τοῦ ἄλλου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλή, τοῦ νὰ διορίζῃ ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὰς. Τί θὰ ἐσήμαινε, Κύριοι, ὁ ἔλεγχος ἄνευ τούτου; Ὑποθέσατε ὅτι, ἐλέγχοντες οἱανδήποτε κυβερνητικὴν πρᾶξιν, ζητοῦμεν πληροφορίας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ αὕτη δὲν τὰς δίδει, ἢ τὰς δίδει πλημμελεῖς. Ποίαν ἀξίαν θὰ ἔχῃ τότε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου; Οὐδεμίαν. Διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 58 ῥητῶς ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, σχετικῶς μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Τί ὁμιλοῦσι λοιπὸν περὶ Κανονισμοῦ, ἀφοῦ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου δύναται ἡ Βουλὴ εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ τὸ ἐνασκήσῃ; Ἀλλὰ λησμονοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κόπτονται περὶ τῆς τηρήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου ἐδήλωσεν, ὅτι ἔχομεν τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν· ἐὰν δὲ νομίζωσιν, ὅτι ἡ πρότασίς μου δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, ἐὰν νομίζωσιν ὅτι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται ἡ πρότασίς μου, εἶναι ἀνάξιον νὰ τὸ πραγματευθῇ τις, ὅτι δὲν ἀφορᾷ εἰς σπουδαῖα συμφέροντα τῆς χώρας, ὅτι δὲν ἀφορᾷ εἰς αὐτὸ τὸ μέλλον, ὅπως καὶ χθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, τοῦ Ἑλληνισμοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλει πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριχωνίας Βουλευτής, τότε βεβαίως, εἴτε διὰ τῆς μεθόδου τῆς τηρήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, εἴτε διὰ τῆς γνώμης τῶν ἄλλων, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὴ καὶ ἀπαράδεκτος ἡ πρότασίς μου, δι’ οἱονδήποτε λόγον θέλετε, ἀποῤῥίψατέ την. Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι Βουλευταί, ἡ πρότασίς μου ἀφορᾷ εἰς θέμα σοβαρόν, θέμα θίγον αὐτὰ τὰ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ τόπου, δὲν ἐννοῶ διατὶ κόπτονται, ἐπιμένοντες νὰ μὴ συζητηθῇ. Ἢ νομίζουσιν, ὅτι δὲν ἐννοεῖτε σεῖς, ὅτι δὲν ἐννοεῖ πᾶς τις, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προτείνουσι τὴν ἀναβολὴν, δὲν ἐπιζητοῦσιν εἰμὴ νὰ ματαιώσωσι τὴν συζήτησιν...
§173ΔΑΛΛΑΣ. Ἐπιτρέπετε διακοπήν;
§174ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν ἦναι σχετική.
§175ΔΑΛΛΑΣ. Ἐπειδὴ ἀποτείνεσθε πρὸς τοὺς κοπτομένους.
§176Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀπετάθην εἰς ὑμᾶς.
§177ΔΑΛΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐκ τῶν κοπτομένων ὑπὲρ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀκριβῶς δὲ διότι τὸ θέμα εἶναι τόσον σπουδαῖον, διὰ τοῦτο κοπτόμεθα ὑπὲρ τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ νὰ συζητηθῇ πρεπόντως καὶ ἐν δέοντι. Νομίζομεν ὅτι χάνεται ἡ οὐσία καὶ ἡ σπουδαιότης τοῦ θέματος, ὅταν συζητηθῇ ἀπόψε. Οἱ κανονισμοὶ ἐτέθησαν ὡς φραγμοὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν σωμάτων...
§178Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχετε σκοπὸν νὰ κάμητε ἀγόρευσιν;
§179ΔΑΛΛΑΣ. Δύο λέξεις. Γνωρίζετε ὅτι εἶμαι ὀλιγόλογος... Καὶ βεβαίως τὸ Σῶμα ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἰς πᾶσαν στιγμήν, καὶ δὲν δύναται τὸ δικαίωμα αὐτὸ ν’ ἀμφισβητηθῇ. Ἀλλὰ διότι τὸ Σῶμα καὶ ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, δὲν ἕπεται ὅτι δὲν περιορίζεται ὑπὸ ἄλλων νόμων, ἐκτὸς τῶν γραπτῶν, τοῦ νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου τὴν προσήκουσαν.
§180ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπὸ ἀγράφων!
§181ΔΑΛΛΑΣ. Εἶχον ζητήσει νὰ λάβω τὸν λόγον διὰ νὰ σᾶς εἴπω αὐτὰ, καὶ ὅτι ἀτόπως χαρακτηρίζετε τοὺς κοπτομένους ὑπὲρ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἀποδίδετε εἰς αὐτοὺς γνώμην, τὴν ὁποίαν οὔτε ἐδήλωσαν οὔτε ἐπιτρέπεται εἰς ὑμᾶς—ἐπιτρέψατέ μοι τὴν παρατήρησιν—ἀρχαῖον κοινοβουλευτικὸν ἄνδρα, νὰ ἀπονέμητε τοιαύτην, διότι καὶ ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα, ὅπως καὶ σεῖς, ἂν ὄχι περισσότερον, ὑπὲρ τῆς προτάσεως.
§182Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ νὰ μὴ κοπῆτε περισσότερον, πρέπει νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας εἰς τοῦτο, ὅτι ἂν ἔχῃ σπουδαιότητα τὸ μέτρον τοῦτο, τὴν ἔχει ὡς ἐκ τοῦ κατεπείγοντος. Ἐὰν δὲν ληφθῇ τὸ μέτρον τοῦτο ἐγκαίρως, δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν, καμμίαν σπουδαιότητα. Εἴδετε, κύριε συνάδελφε, τὸ ἑξῆς. Ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦ θέματος τούτου, καὶ τὸ διάταγμα τοῦτο ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ἀπὸ σήμερον. Θέλετε λοιπὸν, μετὰ τὴν περάτωσιν τῆς ἐργασίας αὐτῆς, τότε ν’ ἀνοίξωμεν ἡμεῖς τὰ μάτια μας καὶ νὰ ἴδωμεν ἂν καλῶς λειτουργῶσιν οἱ νόμοι;
§183Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νὰ ἔλθωμεν νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§184Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ἦναι ἀργὰ δυστυχῶς. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἔλθωμεν σήμερον, θὰ εἶχε καλῶς· ἀλλὰ βλέπετε ὅτι ἡ Βουλὴ μόνον τὴν ἑσπέραν ταύτην ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσῃ.
§185ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν βλέπετε τὰς διαθέσεις τῆς Βουλῆς; Συζητεῖτε ὕψιστον ζήτημα, καὶ δὲν ῥίπτετε βλέμμα ἐπὶ τῶν ἑδωλίων, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξέφρασεν ἤδη τὴν γνώμην της, ὅτι θεωρεῖ ἄκαιρον αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν συζήτησιν; Ἐπισημοτέρα ἀπόδειξις ταύτης δὲν δύναται νὰ δοθῇ.
§186ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐξεφράσθη ἡ ἰδέα ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς τὴν διατυπώσῃ καθαρῶς.
§188ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐπαρκῶς παροῦσα, ἀλλ’ ἐν τῇ φυσιογνωμίᾳ αὐτῆς καταδηλοῦται ὁμοθύμως ἡ γνώμη, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη σήμερον εἶναι ἄκαιρος. Τοῦτο δὲ, κύριε Πετιμεζᾶ, πολὺ ἀδικεῖτε τοὺς συναδέλφους σας, νὰ τὸ ἀποδίδητε εἰς ἔλλειψιν ἀντιλήψεως τοῦ θέματος.
§189Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν καταλαμβάνω διατὶ εἶναι ἄκαιρος ἡ συζήτησις· πείσατέ με.
§190ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὸ διατί, εἶναι κατάδηλον ὑπὸ πλείστας, λίαν εὐνοήτους, ἐπόψεις. Διὰ τῆς ἐρωτήσεώς σας μὲ προκαλεῖτε νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῶ ὡς διακόπτων ὑμᾶς ὁμιλοῦντας, ὅπερ ἤθελεν εἶσθαι ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ. Λυποῦμαι, κ. συνάδελφε, καὶ ἀλγῶ, διότι βλέπω ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων, ὅσα ποτὲ παρουσιάσθησαν εἰς τὴν Βουλήν, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει πολίτευμα συνταγματικὸν ἐν Ἑλλάδι, ζήτημα σκοποῦν εἰς τὴν μελέτην, τὸν ἔλεγχον, τὴν ἐξέλεγξιν τῶν τελευταίων ἀπαισίων συμβάντων, τῶν συντριψάντων καὶ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς τὸν τόπον, τῶν περιαγαγόντων ἡμᾶς εἰς τὴν φρικώδη καὶ ὀδυνηρὰν ἀνάγκην τοῦ νὰ παραδώσωμεν εἰς τοὺς μεθ’ ἡμᾶς τὴν Ἑλλάδα ἐλάσσονα καὶ πολυειδῶς ἥττονα, ζήτημα, λέγω, τοιοῦτον καὶ τηλικοῦτον βλέπω νὰ φέρηται παρ’ ἑνὸς μόνου Βουλευτοῦ διὰ μιᾶς ἁπλῆς καὶ κοινῆς ἐπερωτήσεως παρεμπιπτόντως πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ νὰ ζητῆται ἐσπευσμένως ἢ αὐθωρεὶ ὁριστικὴ αὐτοῦ λύσις διὰ παραδοχῆς προτάσεως ἀτελεστάτης καὶ στενωτάτων ὁρίων, ἧς ἡ διατύπωσις πᾶν ἄλλο δεικνύει, ὄχι ὅμως τὸν πόθον τὸν εἰλικρινῆ πρὸς μελέτην καὶ ἐξέλεγξιν τοῦ φοβεροῦ δράματος, τοῦ ὁποίου ἀκόμη δὲν κατέπεσεν ἡ αὐλαία, εὑρισκόμεθα δὲ ἐντὸς τῆς τελευταίας αὐτοῦ πράξεως. Ἀλγῶ βλέπων, ὅτι τὸ μέγιστον αὐτὸ ζήτημα, ἂν δὲν ἐπιβουλεύηται ἀμέσως, ὑποτιμᾶται ὅμως καὶ ὑπονομεύεται λεληθότως, φερόμενον οὕτω, ἄνευ προμελέτης καὶ προσυνεννοήσεως, ἐπεισοδιακῶς καὶ παρεπιμπτόντως, μετ’ ἐπιμονῆς δὲ ἀκατανοήτου καὶ χθὲς καὶ σήμερον ἐπιδιώκεται ἡ ἐσπευσμένη ἄμεσος αὐτοῦ λύσις. Τοιαύτη εἰσαγωγὴ καὶ τοιαύτη διεξαγωγὴ θέλει ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐξαρθρώσῃ, νὰ στραγγαλίσῃ τὸ ζήτημα, χωρὶς νὰ θέσῃ αὐτὸ εἰς τὴν ἀξίαν αὐτοῦ περιωπὴν, τὴν δυναμένην νὰ ἐπισπάσῃ ἐπ’ αὐτὸ σύντονον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου καὶ τῆς κοινωνίας. Τοιοῦτον θεωροῦμεν ἡμεῖς τὸ ζήτημα, ἀλλοίαν δ’ ἐπιθυμοῦμεν τὴν εἰσαγωγὴν, βαρυτέραν δὲ καὶ εὐρυτέραν τὴν συζήτησιν καὶ διεξαγωγὴν αὐτοῦ.
§191Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ συζητῆται.
§192ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι πρέπει νὰ τύχῃ συζητήσεως ἀξίας αὐτοῦ, ἐμπρεπούσης εἰς αὐτό.
§193Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς τὸ εἴπῃ ἡ Βουλή. Ἂς ὁρίσῃ ἡμέραν συζητήσεως.
§194ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα ἡ παροῦσα, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσα νὰ σᾶς ἐξηγήσω ἐν ὀλιγίσταις λέξεσι τὰς σκέψεις τῶν δυσφορούντων ἡμῶν, καὶ νὰ συστήσω ὑμῖν νὰ ἀφήσητε νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, νὰ ἔλθῃ δὲ τὸ ζήτημα κανονικῶς, ἵνα τύχῃ τῆς δεούσης προσοχῆς καὶ διεξαγωγῆς.
§195Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πότε;
§196ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Μὲ ἐρωτᾶτε πότε; Σᾶς λέγω ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ἐξηγοῦσα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει λόγους ἐπιβάλλοντας εἰς αὐτὴν νὰ μὴ καταναλίσκηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπί τινας ἡμέρας, ὀκτὼ ἢ δέκα, θὰ σᾶς ἔλεγον «αὔριον». Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην νὰ διακόψῃ ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της ἐπὶ δέκα τὸ πολὺ ἡμέρας, δὲν εὑρίσκω δὲ τὸν λόγον τῆς πυρετώδους ὑμῶν σπουδῆς καὶ τῆς ἀνενδότου ἐπιμονῆς πρὸς ἄμεσον συζήτησιν καὶ λύσιν, ἐπὶ προτάσει μάλιστα τοσοῦτον ἀτελεῖ, μεθ’ ὅσην ἀποδίδω σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα, καὶ ἀποδίδω μεγίστην, ὑπάτην, καὶ ἀλγῶ, διότι βλέπω αὐτὸ ἀδικούμενον καὶ ὑποτιμώμενον ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ συζήτησις.
§197Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὴ δὲν εἶναι διακοπή, τὴν ὁποίαν μοὶ κάμνετε.
§198ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Λησμονεῖτε ὅτι μὲ προεκαλέσατε καὶ μοὶ ἐδώσατε τὴν ἄδειαν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι δὲν εὑρίσκω εὔλογον ἐξήγησιν καὶ δικαιολογίαν τῆς σπουδῆς ὑμῶν, οὔτε πρόκειται κίνδυνός τις νὰ προληφθῇ, κύριε Πετιμεζᾶ, οὔτε πρόκειται νὰ ἀπολεσθῶσιν ἀποδείξεις.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος ἀγορεύων δὲν ἐπιτρέπει διακοπάς.
§200ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν Βουλπιώτην). Διακόψαντες ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν ὑπὲρ τοῦ Κανονισμοῦ, ὡμιλήσατε ὑπὲρ τῆς σοβαρότητος τοῦ θέματος, προσπαθοῦντες νὰ ματαιωθῇ πᾶσα συζήτησις, ἀφοῦ γινώσκετε ὅτι μόνον τὴν ἑσπέραν ταύτην ἔχομεν συνεδρίασιν. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ συνήθως, ἀλλ’ ἀπόψε ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω ταῦτα, διότι λυποῦμαι, ἀκούων ὑμᾶς ὁμιλοῦντας οὕτω.
§201ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καὶ μετὰ δέκα ἡμέρας ἔχομεν συνεδριάσεις. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἀντελήφθητε. Τί εἶναι τὸ κατεπεῖγον τοῦ ζητήματος; Οὔτε ἀποδείξεις πρόκειται νὰ ἐξαφανισθῶσιν, οὔτε συμβάντα.
§202ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐξ ἀντιθέτου πεποιθήσεως ἀντετάχθητε (θόρυβος).
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Γεροκωστόπουλε, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πετιμεζᾶς!
§204Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἤκουσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἐζήτησε νὰ διακόψῃ ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της, δὲν ἤκουσα ὅμως καὶ τὸν λόγον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶπεν ὅτι ἕνεκα κωλύματος τῆς Κυβερνήσεως, ἕνεκα μεγάλων ἀσχολιῶν αὐτῆς, ζητεῖ τὴν διακοπήν, ἀλλ’ ἴσως ἐζήτησε τὴν διακοπὴν ἕνεκα ἐλλείψεως ἐργασίας.
§205ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶπον, ὅτι καὶ αἱ διαπραγματεύσεις δὲν ἐπερατώθησαν, αἱ δὲ ἐργασίαι τῶν διαπραγματεύσεων ἀπαιτοῦσι πολλὴν ἀσχολίαν ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ἰδίως τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν δὲ συγχρόνως ἐργάζηται καὶ ἡ Βουλή, ἡμεῖς χάνομεν χρόνον πολύν.
§206Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως, ἐὰν ἐργάζηται διαρκῶς, ἐὰν ὅμως ἐργασθῇ μόνον τὴν προσεχῆ Δευτέραν, δὲν χάνεται πολὺς χρόνος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ κάμνει νὰ ἐπιμένω εἰς τὴν συζήτησιν, εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος μάλιστα εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς ἀναγνώσῃ καὶ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι στηρίζεται εἰς τὸν νόμον. Ἐδόθη διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τούτου εἰς τὴν διορισθεῖσαν ἐπιτροπὴν τοιαύτη δικαιοδοσία, ὥστε μόνη ἡ γνώμη αὐτῆς θὰ κρίνῃ περὶ πάντων. Ἐὰν ἐπεστήσατε τὴν προσοχήν σας, ὅταν ἀνεγίνωσκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, θὰ εἴδατε ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θὰ σταθμίσῃ τὰς πράξεις τῶν διαφόρων βαθμοφόρων τῶν στρατευμάτων, ἅτινα ἔλαβον ἐνεργὸν μέρος κατὰ τὸν διεξαχθέντα πόλεμον, καὶ θὰ προτείνῃ ἁρμοδίως τοὺς ἀξίους ἀμοιβῶν καὶ τὸ εἶδος αὐτῶν, ὡς καὶ τοὺς ἀξίους τιμωρίας καὶ τὸ εἶδος αὐτῆς.
§207Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ, γνωμοδοτικὴν γνώμην θὰ δώσῃ.
§208Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ τὴν γνώμην αὐτῆς, νομίζω, κύριε Ὑπουργὲ, θὰ τὴν θεωρήσητε ὑποχρεωτικήν.
§209Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὄχι δά! Διατὶ θὰ δεσμευθῶ;
§210Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε δὲν ἔχει σκοπὸν ἡ ἐπιτροπή. Ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἔλθῃ μετὰ τὴν προανάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὴν ὁ Ὑπουργὸς, καὶ τῷ ὑποβάλῃ μίαν γνώμην, δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν θὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην ἐκείνην;
§211Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωκῶν). Ὑποθέσατε ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη μοὶ προτείνει, ὅτι ὁ δεῖνα ἀξιωματικὸς εἶναι ἄξιος φυλακίσεως μηνιαίας· ἐγὼ κάλλιστα δύναμαι νὰ τῷ ἐπιβάλω εἰκοσαήμερον φυλάκισιν.
§212Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (ἀναγινώσκει). «... Ἐκ δὲ τῶν ἐλεγχθησομένων διοικητικῶς θέλει προτείνει διακεκριμένως, τίνες τιμωρηθήσονται δι’ ἐλαφρῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, τίνες τεθήσονται εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως καὶ τίνες παραπεμφθήσονται εἰς ἀνακριτικὰ Συμβούλια, ἵνα τεθῶσιν εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως, ἢ εἰς ἀπόταξιν, ἢ εἰς ἀποστρατείαν ἕνεκεν ἀνικανότητος....» Ὥστε ἔχει δικτατορικὸν δικαίωμα ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη. Νομίζω δὲ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔπρεπεν οὕτω πως νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἐξακρίβωσις τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ οὔτε στηρίζεται εἰς τὸν νόμον ὁ διορισμὸς τοιαύτης ἐπιτροπῆς, καὶ πλανᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς, νομίζων ὅτι στηρίζεται εἰς τὸ ἄρθρον 77 τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, διότι τὸ ἄρθρον 77 ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ μεταβιβάσῃ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει αὐτὸς, εἰς οἱονδήποτε ἀξιωματικὸν, ἀλλὰ δι’ ὡρισμένας πράξεις καὶ εἰς ἕνα μόνον, διότι ἡ ἀνάκρισις εἶναι μυστική· δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διορισθῶσιν 7 καὶ 8 ἀνακριταί.
§213Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε, ἀνὰ εἷς θὰ ἐνεργήσῃ τὴν προανάκρισιν, «συμφώνως πρὸς τὸν νόμον», λέγει τὸ διάταγμα.
§214Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφοῦ ἕκαστος ἐνεργήσῃ τὴν ἀνάκρισιν, θὰ ὑποβάλῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρίσεως εἰς τοὺς συναδέλφους του, καὶ ὅλοι ὁμοῦ ἐκ συμφώνου θὰ συντάξωσι τὴν ἔκθεσιν, τὴν γνωμοδοτοῦσαν ἐπὶ τῶν ποινῶν ἢ τῶν ἀμοιβῶν. Τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ ἡ στρατιωτικὴ νομοθεσία εἰς τὸν Ὑπουργόν. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου, Κύριοι, διὰ τῆς μεθόδου ταύτης, θὰ ἔχωμεν ἀνάκρισιν δεδιχασμένην, γνωρίζετε δὲ, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐγὼ νὰ σᾶς ὑποδείξω, διότι τοὐλάχιστον παρὰ τῷ λαῷ ἐκυκλοφόρησαν ταῦτα, ὅτι ὑπάρχουσι συμπάθειαι ὑπὲρ προσώπων. Ἴσως τὰ ψιθυρίσματα ταῦτα δὲν ἔχουσιν ὑπόστασιν· ὑπάρχει ὅμως ὑπόνοια, ὅτι αἱ συμπάθειαι αὗται θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Ἐὰν, Κύριοι, ἦναι ἀπαράδεκτος κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τῶν ἄλλων ἡ πρότασις περὶ διορισμοῦ ἐπιτροπῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τί θέλει ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη; Διατὶ δὲν ἀφήνουσι τοὐλάχιστον νὰ ἐνεργήσωσι κανονικῶς αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαί, εἰς τὰς ὁποίας ἀνέθεσεν ὁ νόμος τὴν ἀνάκρισιν καὶ τιμωρίαν τῶν στρατιωτικῶν ἀδικημάτων;
§215Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑπάρχουσι καὶ παραπτώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιφέρουσι ποινικὴν καταδίωξιν.
§216Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπάρχουσι καὶ περὶ τῶν περιστάσεων τούτων αἱ καθεστηκυῖαι ἀρχαί. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἦναι δυνατὸν ν’ ἀποφασίσῃ ὥστε νὰ ἔλθωμεν εἰς μίαν προσεχῆ συνεδρίασιν, ἵνα συζητήσωμεν περὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος, τότε ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ παραιτηθῶ τοῦ λόγου. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δὲν ἦναι δυνατὸν, ἐπιμένω νὰ προκαλέσω τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐὰν πρέπῃ αὐτὴν ἑσπέραν νὰ συζητήσωμεν, διότι ὑποθέτω ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ ὑπεκφυγὴ τῆς συζητήσεως, καὶ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν τοιαύτην ὑπεκφυγήν.
§217Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἴσως δὲν θὰ ἦναι πολὺ ἀναγκαία ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν θὰ κάμω, ἀλλὰ θέλω νὰ κάμω μίαν σύστασιν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Τὰ ἀτυχῆ γεγονότα τοῦ πολέμου πολλὰ ἀνέτρεψαν, καὶ μεταξὺ τῶν ἀνατραπέντων εἶναι βεβαίως καὶ αἱ ἐκθέσεις αἱ ὑπάρχουσαι εἰς τὰ χαρτοφυλάκια τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, αἱ συνταχθεῖσαι ὑπὸ τῶν ἐπιθεωρητῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐγνωμοδότησαν πέρυσι περὶ τῶν ἀξίων νὰ προβιβασθῶσιν εἴτε κατὰ σειρὰν εἴτε κατ’ ἐκλογήν. Εἰς τὴν συνείδησιν τίνος Ἕλληνος αἱ ἐκθέσεις αὗται δὲν εἶναι ἄκυροι;
§218ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος φόβος.
§219Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τοιοῦτον φόβον, ἢ μᾶλλον φόβον δὲν ἔχω, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ κάμω τὴν σύστασιν. Νομίζω ὅτι ὑπέρτατος ἐπιθεωρητὴς ὑπῆρξεν ὁ πόλεμος, σκληρὸς καὶ ἀπηνής, ἀλλὰ δίκαιος. Θὰ ἴδωμεν ἐκείνους, οἵτινες ὑπέμειναν τὸν ἔλεγχον, θὰ ἴδωμεν ἐκείνους, οἵτινες κατέπεσαν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον, θύματα τῆς ἀνικανότητος, θὰ ἴδωμέν τινας διασωθέντας, ἴσως τινὰς δικαιωθέντας. Ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, τὸ διάταγμα, ὅπερ ἐδημοσίευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, πάντα ταῦτα συντρέχουσιν ἴσως εἰς τὸ νὰ διαφωτισθῶσι τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα, ἵνα οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν προβῶσιν εἰς τιμωρίας, πιθανὸν καὶ εἰς ἀμοιβάς. Δὲν θέλω νὰ προδικάσω, ἐὰν ὑπάρχωσι σήμερον πρόσωπα ἄξια ἀμοιβῆς· πιθανὸν ἐκ τοῦ ἐλέγχου, ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως ταύτης, ὡς τὴν ὠνόμασα, ν’ ἀναφανῶσι τοιαῦτα. Θὰ παρακαλέσω ὅμως, ἐπειδὴ πολλὰ κενὰ μένουσιν ἕνεκα τοῦ πολέμου, πολλοὶ θ’ ἀποσυρθῶσι πρὶν εὕρῃ αὐτοὺς ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον ἑτοιμάζει ἡ Βουλὴ καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ παρακαλέσω, ἵνα μὴ ἔχωμεν ἀποτελέσματα ὀδυνηρά, τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ πάντων καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ μὴ προβῶσιν εἰς προαγωγάς, νὰ μὴ προβῶσιν εἰς προβιβασμούς, ἀλλὰ νὰ περιμένωσι νὰ κρίνῃ ἡ ὑπηρεσία, ν’ ἀποφανθῇ αὕτη, νὰ κρίνῃ καὶ αὐτὴ ἡ κοινωνία, καὶ εἶτα νὰ προβῶσιν εἰς προβιβασμούς· διότι, ἐὰν ἤθελον προβῆ ἀπὸ τοῦδε εἰς προβιβασμούς, ἤθελον δώσει τὸ τελευταῖον κτύπημα, ὡς λέγουσιν οἱ Γάλλοι, τοῦ θανάτου καὶ τῆς καταστροφῆς.
§220Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἄν καὶ ἀπέδειξα, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ διάταγμα βασίζεται ἐπὶ τῶν κειμένων νόμων τοῦ Κράτους, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς ἐπιμένει ἀμφισβητῶν τὸ νόμιμον αὐτοῦ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐξακολουθήσω ἀποδεικνύων τὸ νόμιμον τοῦ διατάγματος. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἄκυρον διὰ τὸν λόγον, ὅτι εἶναι πολλοὶ ἀνακριταί, ἐνῷ τὴν προανάκρισιν πρέπει νὰ τὴν ἐνεργῇ μυστικῶς εἷς. Ἀλλὰ τίς ἰσχυρίσθη, ὅτι ὁλόκληρος ἡ ἐπιτροπὴ, σύσσωμος, θέλει ἐνεργήσει τὴν προανάκρισιν; Ὡρισμένως τὸ διάταγμα λέγει, ὅτι ἡ προανάκρισις θὰ ἐκτελῆται συμφώνως μὲ τοὺς κειμένους νόμους περὶ προανακρίσεως, κατὰ συνέπειαν οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ἔγεινε συμφώνως μὲ τὸν νόμον. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι πάλιν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς προανακρίσεως θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἐκεῖ θὰ τὸ μάθωσι πολλοί· ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὅτι καὶ εἰς τὸ Στρατοδικεῖον ἐνεργεῖ ὁ εἰσηγητὴς μυστικωτάτην τὴν προανάκρισιν, ἀλλ’ ἀφοῦ τὴν ἀποπερατώσῃ, τὴν ὑποβάλλει εἰς τὸν Β. Ἐπίτροπον, ὅστις οὕτω λαμβάνει γνῶσιν αὐτῆς, κατόπιν ὁ Β. Ἐπίτροπος τὴν ὑποβάλλει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τοῦ ὑπασπιστοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπασπιστὴς θὰ λάβῃ γνῶσιν ἐπίσης, ὁ ὑπασπιστὴς θὰ στείλῃ αὐτὴν εἰς τὸ πρωτόκολλον, ὅπου θὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῆς 15 ὑπαξιωματικοὶ, ἀπὸ τὸ πρωτόκολλον θὰ σταλῇ εἰς τὸ τμῆμα, ὅπου ἐργάζονται εἷς τμηματάρχης καὶ πέντε εἰσηγηταὶ, οἱ ὁποῖοι, ἅπαντες θὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῆς, καὶ ἐπὶ τέλους θὰ ἔλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του. Τὸ αὐτὸ θὰ γείνῃ καὶ διὰ τοῦ διατάγματος. Κατὰ συνέπειαν ἀπορῶ, πῶς ἐξακολουθεῖτε νὰ ἐπιμένητε, ὅτι εἶναι παράνομον τὸ διάταγμα.
§221Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπορεῖτε, διότι δὲν γνωρίζετε, ὅτι ἐκεῖνο, ὅπερ γίνεται ἤδη, γίνεται καταχρηστικῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐπισήμως διὰ διατάγματος. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχετε νόμον ἐπιτρέποντα εἰς τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουσι τὴν ἐπιτροπὴν, νὰ μάθωσι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρίσεως, παρανομεῖτε (Θόρυβος).
§222Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξακολουθεῖ ἐπίσης ὑποστηρίζων, ὅτι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ἦναι ἐπιβλητική. Διὰ ποῖον λόγον θὰ ἦναι ἐπιβλητική, ἀφοῦ καὶ αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων δὲν εἶναι ἐπιβλητικαὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλλῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου; Κατὰ συνέπειαν καὶ ἐδῶ δὲν ὑπάρχει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα, ὅπερ ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου, ὅστις ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν νὰ μὴ γείνουν ἀμοιβαὶ εἰς τὸ στράτευμα...
§223ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶπον αὐτό.
§224Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Νὰ μὴ γείνουν ἀμέσως ἀμοιβαί.
§225ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μάλιστα.
§226Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐπὶ τούτου θὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι, ἐὰν ὁ στρατὸς ἡττήθη, δὲν εἶναι τὸ λάθος εἰς αὐτὸν, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὁ στρατὸς αὐτὸς ἀπαράσκευος παρουσιάσθη ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ, ἐσπευσμένως ἐκλήθησαν οἱ ἔφεδροι συνεκεντρώθησαν ἀνένδυτοι, συνεκεντρώθησαν χωρὶς νὰ ἔχουν τὰ μέσα τὰ ἀπαιτούμενα, διὰ νὰ κάμουν ζωὴν τέλος πάντων τοιαύτην, ὥστε νὰ ἐκτελοῦν καὶ τὰς ἀσκήσεις των καὶ νὰ ἔχουν καὶ τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ὥστε εὑρισκόμενοι ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ νὰ γνωρίζουν ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται νὰ γνωρίζωσι τὰ στρατεύματα, ὅταν πρόκειται ν’ ἀντιμετωπίσουν τὸν ἐχθρόν. Ὁ πόλεμος, Κύριοι, προκατέλαβεν ἡμᾶς· σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅταν συνεκεντρώθη τὸ στράτευμα, δὲν ὑπῆρχεν ἰδέα ὅτι ὁ στρατὸς αὐτὸς θὰ πολεμήσῃ, ἐπεκράτει ἡ ἰδέα, ὅτι μοιραίως πιθανὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸν πόλεμον, ἀλλ’ ὄχι ὅτι συνεκεντρούμεθα ἐν Θεσσαλίᾳ, ἵνα πολεμήσωμεν. Ὁ στρατὸς αὐτὸς, Κύριοι, οὔτε ἐπιτελεῖα συγκεκροτημένα εἶχεν, οὔτε ἐπιμελητείαν ὅπως ἔπρεπεν εἶχεν, οὔτε μεταγωγικὴν ὑπηρεσίαν, οὔτε ἐν γένει, ἵνα μὴ σᾶς ἀπασχολῶ, τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ ἓν στράτευμα ἐν ἐπιστρατείᾳ, διὰ νὰ ἦναι εὐκίνητον καὶ νὰ δύναται ν’ ἀντιμετωπίσῃ ὅλας τὰς περιστάσεις. Οἱ ταξίαρχοι διωρίσθησαν τὴν τελευταίαν στιγμήν· οὔτε αὐτοὶ ἐγνώριζον τὸ στράτευμα, οὔτε τὸ στράτευμα ἐγνώριζεν αὐτούς· οἱ μέραρχοι ἐπίσης· ἐν τούτοις μοιραίως ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος. Τὸ στράτευμα κατὰ τὰς πρώτας συγκρούσεις ἔδειξε διαγωγὴν λαμπράν, ἠμύνθη μετὰ μεγίστης γενναιότητος. Ἀλλὰ, ὡς σᾶς εἶπον, οὔτε οἱ διοικοῦντες ἐγνώριζον τὰ στρατεύματα, οὔτε τὰ στρατεύματα τοὺς διοικοῦντας, ἀλλ’ ἡ ἐμπιστοσύνη ἐκείνη, ἡ ὁποία συνδέει τὰ στρατεύματα μὲ τοὺς ἀρχηγούς, ἐγεννήθη κατὰ τὸ διάστημα τῆς δράσεως, καὶ ἀλλοῦ μὲν ἑδραιώθη ἡ ἐμπιστοσύνη, ἀλλοῦ δὲν ἑδραιώθη, δι’ αὐτὸ βλέπετε, ὅτι ἀλλοῦ εἴχομεν ἐπιτυχίας τινὰς καὶ ἀλλοῦ εἴχομεν ἀποτυχίας· ἐν τούτοις σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἐξαιρέσει τοῦ ἀνωτέρου προσωπικοῦ τὸ ἐπίλοιπον ὑλικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἶναι ἄριστον, οἱ στρατιῶται εἶναι λαμπροί, ἔχουν πειθαρχίαν, ἔχουν γενναιότητα, ἀντοχὴν εἰς τὰς κακουχίας, ἔχουν δὲ ἀντοχήν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουν οἱ εὐρωπαῖοι στρατιῶται. Ἐπὶ ἡμέρας πολλάς, πλέον τῶν 40 ἡμερῶν, ἐβρέχετο ὁ στρατὸς καὶ ἐκοιμᾶτο εἰς τὴν λάσπην, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἐγόγγυσεν, οὔτε ἀποσυνετέθη! Λιποταξίαι τινὲς ἔλαβον χώραν, ἀλλ’ αὗται προῆλθον, διότι ὁ στρατὸς δὲν εἶχε λάβει τὴν ἀνατροφὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχων δύναται ν’ ἀντιμετωπίζῃ ὅλας τὰς περιστάσεις καὶ νὰ ἐμμένῃ εἰς τὰς κακουχίας καὶ τὰς στερήσεις· δι’ αὐτὸ σποραδικῶς λιποταξίαι ἔλαβον χώραν, αἱ ὁποῖαι βεβαίως εἶναι ἀρκεταί· ἐν τούτοις κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος, ὡς εἶπον, τὸ ὑλικὸν τοῦ στρατοῦ εἶναι ἄριστον εἰς στρατιώτας, εἰς ὑπαξιωματικούς, εἰς νέους ἀξιωματικούς· οἱ λοχαγοὶ κατὰ τὰ ⅔ εἶναι καλοί, οἱ ἀνώτεροι κατὰ τὸ ⅓, ἢ κατὰ τὸ ἥμισυ, εἶναι καλοί. Τοιοῦτος λοιπὸν ἦτο ὁ στρατός, ὅταν ἐπαρουσιάσθη ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ· δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον καὶ χθὲς, ὅτι, καίτοι εὑρέθη ἀπέναντι ἐχθροῦ πεπειραμένου καὶ πολυαριθμοτέρου, ἐν τούτοις ὅπου διῳκήθη καλῶς, ἐκεῖ ἐδόξασε τὰς σημαίας τῆς πατρίδος, διότι ἠμύνθη, ὅπως ἔπρεπεν· ἀλλοῦ ἐφέρθη μετριώτερον, καὶ εἰς ἄλλα μέρη ὑπῆρξεν ἡ ἀποτυχία πλήρης, τὸ γενικὸν δὲ ἦτο, ὅτι ἡττήθη ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, διότι καὶ ὁ ἐχθρὸς ἦτο τετραπλάσιος, ἢ τριπλάσιος τοὐλάχιστον, καὶ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διέθετεν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, δὲν ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἔχῃ, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐκστρατείαν, διότι ὁ πόλεμος τὸν προκατέλαβεν ἀπαράσκευον. Μεθ’ ὅλα ταῦτα κατὰ τὸν πόλεμον αὐτὸν ἔλαβον χώραν πράξεις λαμπραὶ στρατιωτικαὶ εἰς πολλὰ μέρη. Διατὶ λοιπὸν νὰ μὴ ἀμειφθῇ ὁ λοχίας ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐν ὥρᾳ λ. χ. κλονισμοῦ συνεκράτησε τὸ τμῆμά του εἰς τὸ νὰ μὴ τραπῇ εἰς φυγήν; αὐτὸς πρέπει νὰ ἀμειφθῇ· διατὶ νὰ μὴ ἀμειφθῇ ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐδίσταζον οἱ στρατιῶται, κατώρθωσε νὰ τοῖς ἐμπνεύσῃ τὸ θάῤῥος καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐ μόνον νὰ τηρήσῃ τὰς θέσεις του, ἀλλὰ καὶ νὰ τρέψῃ τὸν ἐχθρὸν εἰς φυγήν; Ἐννοεῖται ὅτι, ἵνα ὑπάρξῃ στράτευμα, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ παραδειγματισμὸς, δηλ. ὅπως πρέπει νὰ καυτηριάζωνται αἱ κακαὶ πράξεις, οὕτω πως πρέπει νὰ ἀμείβωνται αἱ καλαὶ, ὥστε νὰ βλέπῃ καὶ ὁ βαθμοφόρος καὶ ὁ στρατιώτης, ὅτι, ὅταν ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν του, ἡ πρᾶξίς του αὕτη θὰ ἐκτιμηθῇ, καὶ θὰ ὑπάρξῃ διάκρισις μεταξὺ καλοῦ καὶ κακοῦ, θὰ ὑπάρξῃ διάκρισις μεταξὺ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔπραξε τὸ καθῆκόν του, καὶ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δὲν τὸ ἔπραξε. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν φρονῶ, ὅτι, ὅταν ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ ἐξακριβώσῃ τὰ πράγματα μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ δικαιοσύνης καὶ περιέλθωσι ταῦτα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, οἷος δήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ Ὑπουργὸς, ὀφείλει, σύμφωνα μὲ τοὺς κειμένους νόμους, ὅπως θὰ προβῇ εἰς τὴν τιμωρίαν τῶν ἀξίων τιμωρίας, νὰ προβῇ καὶ εἰς τὰς ἀμοιβὰς τῶν ἀξίων ἀμοιβῆς.
§227Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ἀγορεύσεις τῶν διαφόρων ῥητόρων συμβαίνει νὰ παράγωσι ζητήματα παρεμπίπτοντα, ὅταν δὲ μάλιστα οἱ ἀγορεύοντες φέρωσιν ἐπίσημον χαρακτῆρα, πρέπει ἡ προσοχὴ τῶν ἀκουόντων νὰ ἦναι ἀτενὴς καὶ ἀδιάλειπτος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνῆκεν εἰς τὸν στρατὸν τῆς Θεσσαλίας, ἀγορεύων δὲ σήμερον περὶ τοῦ στρατοῦ, ἔδωκε τὴν πληροφορίαν, ὅτι οἱ στρατιῶται δὲν ἦσαν ἐνδεδυμένοι. Ἐπειδὴ καθ’ ὃν χρόνον διετέλουν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ ἔδιδε καθ’ ἑβδομάδα καταστάσεις δηλούσας τὴν πρόοδον τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἱματισμοῦ καὶ τῆς ἐξαρτήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐγὼ μὲν δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ποιήσωμαι χρῆσιν τῶν καταστάσεων τούτων, παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀναζητήσῃ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ὄχι κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἐπερχομένην μετὰ τὴν δεκαήμερον διακοπὴν περίοδον, κατάστασιν δηλοῦσαν πόσοι κατὰ τὴν 1ην Ἀπριλίου στρατιῶται ἐν τῷ στρατῷ τῆς Θεσσαλίας δὲν ἦσαν ἐνδεδυμένοι.
§228Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι τὸν Ἰούλιον ἐπεθεώρησα τὴν πρώτην μεραρχίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διοικῶ· εἶχον δώσει διαταγὰς κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν ἕκαστος λοχαγὸς νὰ μοὶ δώσῃ κατάστασιν τῶν ἐλλείψεων εἰς ἱματισμὸν, εἰς πυρομαχικὰ, εἰς ἐξάρτισιν καὶ εἰς διάφορα ἄλλα εἴδη τῆς στολῆς. Αἱ καταστάσεις αὗται μοὶ ἐδόθησαν, ὑπέβαλον δ’ αὐτὰς εἰς τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν, τὴν ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κ. Ῥάλλη. Αἱ ἐλλείψεις ἦσαν ἄπειροι, τὸ τοιοῦτον δὲ εἶχον δηλώσει καὶ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εὐηρεστήθη νὰ μὲ καλέσῃ ἑσπέραν τινά. Βεβαίως πολλαὶ ἐλλείψεις πιθανὸν νὰ προῆλθον ὡς ἐκ τῆς χρήσεως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐπιστρατείας μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς ἀνακωχῆς, ἐν τοσούτῳ ὁ στρατιώτης, ὁ ὁποῖος ἐπαρουσιάζετο ἐκεῖ μὲ ῥαπούμπλικαν ἢ μὲ σκιάδιον, δὲν εἶχε χάσει τὸ πιλίκιόν του εἰς τὸν πόλεμον, ἀλλὰ δὲν εἶχε λάβει τοιοῦτον. Σᾶς διαβεβαιῶ λοιπὸν μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον, ὅτι κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα...
§229Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν Αὔγουστον;
§230Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τὸν Αὔγουστον ἀκόμη εἰς τὴν μεραρχίαν ἦσαν στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον πιλίκια.
§231Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε πληροφορίαν, ἐὰν μεταξὺ τῶν φονευθέντων ἢ αἰχμαλωτισθέντων στρατιωτῶν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, εἴτε τοῦ τακτικοῦ, εἴτε τῶν ἐλαφρῶν σωμάτων, ὑπῆρχον ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἔφερον στολὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ; Δὲν ἔχετε τὴν πληροφορίαν, ὅτι αἱ ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ ἕν τε τῇ Λαρίσσῃ καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσι διηρπάγησαν ἢ ἐγκατελείφθησαν εἰς τοὺς Τούρκους;
§232Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὰς 18 Ἀπριλίου, ὅτε ἐγένετο ἡ μάχη τοῦ Βελεστίνου, μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπεισοδίων τῆς μάχης ἐκείνης, καθ’ ἣν μᾶς ἐπετέθη τὸ τουρκικὸν ἱππικὸν, τὸ ὁποῖον ἀπεκρούσαμεν μὲ πολλὰς ζημίας αὐτοῦ, συνέβη καὶ τὸ ἑξῆς· τὰ στρατεύματα, ἐννοεῖται, μετὰ τὴν παῦσιν τῆς μάχης συνέλεξαν ἐκ τοῦ πεδίου τῆς μάχης ὅ,τι ἠδύναντο νὰ συλλέξουν, τὰ λεγόμενα λάφυρα, ἅτινα συνεκεντρώθησαν εἰς ἓν μέρος, ὅπου ἔτυχον καὶ ἐγὼ, καὶ εἶπον νὰ διανεμηθοῦν ἀμέσως εἰς τοὺς στρατιώτας, χωρὶς νὰ θελήσω νὰ τηρηθῇ ὁ κανονισμὸς, δηλ. νὰ λάβω τὴν μερίδα μου· ἄφησα τὰ πάντα νὰ τὰ πάρουν οἱ στρατιῶται. Εἰς τὰς σέλας τῶν φονευθέντων ἐχθρικῶν ἵππων, αἱ ὁποῖαι εἶχον συσσωρευθῆ ἐκεῖ, ἠρεύνησαν καὶ εὗρον ἐντὸς τῶν μαρσιπίων διάφορα πράγματα, εὑρέθησαν δὲ καὶ ἓν τόπι βελούδου, γυναικεῖα ἐνδύματα καὶ στολαὶ Ἑλληνικαί. Βεβαίως τὰς στολὰς τὰς Ἑλληνικὰς οἱ Τοῦρκοι τὰς ἐπῆραν ἀπὸ τὴν Λάρισσαν. Δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι αἱ ἀποθῆκαι πιθανὸν νὰ εἶχον τοιαύτας,—δὲν τὸ ἀμφισβητῶ,—ἀλλὰ λέγω ὅτι ἡ διανομὴ δὲν ἐγένετο οὕτω πως, ὥστε ὅλοι οἱ στρατιῶται νὰ ἦναι ἐνδεδυμένοι· διότι καὶ εἰς τὰ στρατεύματα, τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διοικῶ, εὗρον πολλοὺς ἄνδρας ἔχοντας ἐλλείψεις ὑποδήσεως καὶ ἐνδυμασίας, καὶ, ὡς σᾶς εἶπον, πολλοὶ ἦσαν μὲ πολιτικὰ καπέλλα.
§233Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ταξίαρχος κατὰ τὴν ἕναρξιν τῶν ἐχθοπραξιῶν εἴχετε ὑπὸ τὰς διαταγὰς ὑμῶν τοιούτους ἄνδρας, φέροντας σκιάδια;
§234Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Βεβαίως· καὶ ὄχι μόνον κατὰ τὴν ἔναρξιν, ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ Ἰουλίου ὡς μέραρχος εὗρον ἄνδρας φέροντας ψιάθινα καπέλλα καὶ ῥεπούμπλικας.
§235Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Συνηντήθημεν, ἐὰν ἐνθυμεῖσθε, ἐν τῷ χωρίῳ Τσότι ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐχθροπραξιῶν, ὅπου ἤλθατε, ὅπως ἐπιθεωρήσητε τὸν ἐκεῖ στρατὸν, καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ στρατοῦ δὲν ἦτο ἐνδεδυμένον· γνωρίζω δὲ καλῶς, μεταβὰς κατόπιν εἰς Λάρισσαν, ὅτι αἱ ἀποθῆκαι ἦσαν πλήρεις.
§236Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι πιθανὸν αἱ ἀποθῆκαι νὰ ἦσαν πλήρεις. Ἐπαναλαμβάνω καὶ τοῦτο, ὅτι ἐζήτησα κλινοσκεπάσματα, διότι ἐκρύοναν οἱ ἄνδρες τὸ ἑσπέρας, καὶ δὲν ἐδόθησαν, καὶ ἐν τούτοις ἀπεδείχθη κατόπιν, ὅτι χιλιάδες τινὲς ἦσαν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς Λαρίσσης.
§237ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν παρενόει τελείως τοὺς λόγους μου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἴσως διότι ἐγὼ συντόμως ἐξεφράσθην, δὲν ἔσχε πλήρη τῆς ἰδέας μου ἀντίληψιν· εἶμαι ἠναγκασμένος ἑπομένως νὰ τὴν ἀναπτύξω περισσότερον. Εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι ἁπλῆν σύστασιν ποιοῦμαι, ποιοῦμαι δὲ ταύτην, ὅπως προλάβω προβιβασμοὺς ἐπὶ τῇ βάσει ἐκθέσεων, αἵτινες κατέστησαν νεκραὶ ὡς ἐκ τοῦ παρεμπεσόντος πολέμου. Εἶπον ὅτι αἱ ἐκθέσεις αὗται, αἱ νεκραὶ, δὲν πρέπει νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις διὰ τοὺς προβιβασμοὺς καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διαφωτισθῶσι τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πολέμου, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ φωτὸς, τὸ ὁποῖον θέλει διαχύσει ἡ ἔρευνα αὕτη, ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ καὶ μόνῃ γείνωσιν αἱ προαγωγαί. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ῥίψω λίθον κατὰ τοῦ στρατοῦ, διότι ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναμνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐγὼ ἀπετέλεσα μέρος μερίδος τοῦ στρατοῦ, ἥτις ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας μέχρι τῆς ἐσχάτης ἦτο πάντοτε νικηφόρος, οὐδαμοῦ ὑπεχώρησε, παντοῦ ἐξεδίωξε τὸν ἐχθρὸν καὶ παντοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ἐγκαταλείψῃ καὶ τὰ σκεύη του καὶ τοὺς ἵππους του καὶ τὰ πυρομαχικά του. Ἐγὼ λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι ὁ στρατὸς δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ τύχῃ καὶ ἀμοιβῶν; Ὁ Θεὸς νὰ μὲ φυλάξῃ ἀπὸ τοιαύτης προτάσεως! Ἀλλὰ βεβαίως μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ σπεύσῃ εἰς προαγωγὰς, καὶ ἰδίως προαγωγὰς ἀνωτέρων βαθμοφόρων. Καὶ ἂς ὁμιλήσωμεν πλέον ἀπροκαλύπτως. Περὶ ὑπαξιωματικῶν οὔτε προτάσεις χρειάζονται, οὔτε ἐκθέσεις· ἐκεῖ ὅπου χρειάζονται προτάσεις καὶ ἐκθέσεις, εἶναι διὰ ἀνωτέρους βαθμοφόρους. Μᾶς εἶπε δὲ πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι μόλις τὸ ἥμισυ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν ἐφάνη ἱκανόν. Δὲν μοὶ εἶναι λοιπὸν ἐπιβεβλημένον νὰ συστήσω, ὅπως, αἱ προαγωγαὶ γείνωσι μετὰ πλείονος περισκέψεως, ὅπως μὴ γείνωσιν ἐσπευσμένως, μὴ τυχὸν προαγάγωμεν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους αὔριον ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἔχει διορίσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ὁποίαν θὰ διορίσει ἡ Βουλὴ, ἀποδείξῃ ἀξίους τιμωρίας, ἀξίους ἐλέγχου; Ἡ σύστασίς μου δὲν ἐκτείνεται πέραν τοῦ σημείου τούτου· νὰ προηγηθῇ ἑπομένως ὁ ἔλεγχος, νὰ διαχυθῇ φῶς, καὶ νὰ δειχθῇ ποῖοι εἶναι ἄξιοι προβιβασμοῦ, ἵνα μὴ περιπέσωμεν εἰς λάθη.
§238Χ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ Σπάρτη ὑπῆρξε μεγάλη διὰ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους, ὑπῆρξεν ὅμως στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ Σπάρτη εἶπεν «οἱ νόμοι ἃς κοιμηθῶσιν». Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀφήσῃ ὄχι τοὺς νόμους νὰ κοιμηθῶσιν, ἀλλὰ τὰς μικρὰς διατυπώσεις, καὶ ν’ ἀφήτῃ ἐλεύθερον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι προϊὸν τοῦ πολέμου, νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, συστήσας τὴν ἐπιτροπὴν, ἔπραξε πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας τὸ στράτευμα θὰ διορθωθῇ καὶ ἡ πατρὶς θὰ εὐημερήσῃ, διότι μὲ τὴν διόρθωσιν τοῦ στρατεύματος εἶναι στενῶς συνδεδεμένη ἡ εὐημερία τῆς πατρίδος. Ἤλπιζον ὅτι τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου θὰ μᾶς συνετίσωσι, καὶ ἐνῷ ἤλπιζον ὅτι θὰ μᾶς συνετίσωσι, σήμερον παρουσιάζεται τὸ ἐναντίον· τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου προσπαθοῦμεν νὰ τὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὸν ἕνα ἢ εἰς τὸν ἄλλον. Τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου εἶναι συνέπεια μιᾶς κακῆς διοικήσεως 36 ἐτῶν. Οὐδεὶς περὶ τοῦ στρατοῦ ἐμερίμνησεν, οὐδεὶς περὶ τοῦ στρατοῦ ἐφρόντισεν. Ἡ μέριμνα, τὴν ὁποίαν νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, εἶναι νὰ δίδωμεν τὸ χρῆμα, ἵνα μισθοδοτῶμεν μόνον πρόσωπα. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνέπλεξαν τὸ ἔθνος εἰς τὸν πόλεμον, οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι σήμερον δὲν ὁμιλοῦσι περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ ζητοῦσι τὴν εὐθύνην τῶν ἀτυχημάτων νὰ ἀποδώσωσιν εἰς τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον. Καὶ ἐν ὅσῳ ζητοῦμεν νὰ δικαιολογήσωμεν τὰ ἀτυχήματα, δὲν θὰ συνετισθῶμεν, ὁ στρατὸς δὲν θὰ τακτοποιηθῇ, ἡ πατρὶς θὰ πάσχῃ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸν πόλεμον ἢ τὸν ἐπιβάλλει ἡ Κυβέρνησις, ἢ τὸν ἐπιβάλλουσιν οἱ λαοί. Ὅταν τὸν πόλεμον τὸν ἐπιβάλλῃ ἡ Κυβέρνησις, ὑπάρχουσι λόγοι ἐπιτυχίας, ὅταν δὲ οἱ λαοὶ, ὑπάρχουσι τὰ ἀτυχήματα.
§239Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβῆ αὐτὰ, ἱστορικῶς τοὐλάχιστον.
§240Χ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἀπόδειξις ὁ Γαλλογερμανικὸς πόλεμος· ἡ Γερμανία ἐπέβαλε τὸν πόλεμον διὰ τῆς Κυβερνήσεως, διέλυσε τρεῖς Βουλὰς, εἶχε μελετήσει τὸν πόλεμον καὶ ἐζήτει τὸν πόλεμον, ἐνῷ ἡ Γαλλία ἐκήρυξε τὸν πόλεμον διὰ τοῦ λαοῦ. Ἡ Γερμανία ἐνίκησεν, ἡ Γαλλία ἀπέτυχεν.
§241ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡμεῖς ἐμελετῶμεν τὸν πόλεμον ἀπὸ τὰ 1821.
§242Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐκήρυξε τὸν πόλεμον, ὄχι ὁ λαός.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, παρακαλῶ, τὰς διακοπάς.
§244Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ δυναστικοὺς λόγους ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως.
§245Χ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὁ ἀναμάρτητος, κύριε Ἀγγελόπουλε, διὰ τὸν πόλεμον τῆς Ἑλλάδος ἃς βάλῃ πρῶτος τὸν λίθον.
§246Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς εἶπον τίποτε περὶ αὐτοῦ.
§247Χ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἂς μὴ λησμονήσῃ ἡ Βουλὴ τοὺς ἐνθουσιώδεις λόγους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Βόλου, ἃς μὴ λησμονήσῃ ἡ Βουλή, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Βόλου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔλεγεν, ὅτι προτιμοτέρα μία ἧττα παρὰ ἡ ὑποχώρησις.
§248Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ νὰ γείνῃ ἀληθὴς πόλεμος.
§249Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ.
§250Χ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἂς μὴ λησμονήσῃ ἡ Βουλὴ τοὺς ὡραίους λόγους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Θηβῶν· ἃς μὴ λησμονήσῃ ἡ Βουλὴ τοὺς λόγους τοῦ Βουλευτοῦ Ἄρτης, τοῦ συνταγματάρχου Βότσαρη, ὅταν κατερχόμενος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπηυθύνετο πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην καὶ τῷ ἔλεγε: «κολακεύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ θέσῃς σήμερον στίγμα εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς οἰκογενείας σου, μὴ κηρύσσων τὸν πόλεμον.» Εἴμεθα ὅλοι ὑπεύθυνοι διὰ τὸν πόλεμον αὐτόν.
§251Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι δά!
§252Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι διὰ τὴν διεξαγωγήν.
§253Χ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Θὰ ἔλθω εἰς τὴν διεξαγωγήν.
§254ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Διὰ τὸν πόλεμον εἴμεθα ὅλοι ὑπεύθυνοι, διὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ πολέμου δὲν εἴμεθα ὅλοι.
§255Χ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Καὶ ἐνῷ ἀπετύχομεν εἰς πόλεμον, τὸν ὁποῖον ἐπεβάλομεν, ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἀποτυχίαν καὶ δὲν δεχόμεθα τὰ ἀληθῆ αἴτια· δὲν δεχόμεθα ὅτι ἐπολεμήσαμεν πρὸς στρατὸν πολλαπλάσιον, ὅτι ἐπολεμήσαμεν πρὸς στρατιώτας ποιοῦ μὲν ἥσσονος τοῦ ἰδικοῦ μας, ἀλλὰ ποσοῦ καὶ διοικητικοῦ ἀνωτέρου, ἐκτὸς ὀλιγίστων ἐξαιρέσεων. Καὶ ὁ στρατὸς αὐτὸς, ὁ κατώτερος κατὰ τὸ ποσὸν, ὁ κατώτερος κατὰ τὴν ἀνωτέραν διοίκησιν, μὲ ἀριθμὸν 2½ μεραρχιῶν ἀντιμετώπισεν ἐχθρὸν 10 μεραρχιῶν.
§256Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσας ὥρας;
§257Σ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἀμέσως θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω. Ἂν θέλετε ὁ στρατὸς νὰ διορθωθῇ, ἀφήσατε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐλεύθερον νὰ ἐνεργήσῃ διὰ τὸν στρατὸν, ἀφήσατε τοὺς ἀνυποτάκτους, ἀφήσατε τοὺς λιποτάκτας, ἀφήσατε τὰς ἐπιτροπὰς, καὶ ἀφήσατε τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ ὅπως αὐτὸς γνωρίζει· νὰ ἦσθε δὲ βέβαιοι, ὅτι ὁ στρατὸς θὰ διορθωθῇ, καὶ θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ διεκδικήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διεκδικήσῃ. Θέλετε ἐπιτροπὴν ἐκ τῆς Βουλῆς, διότι τοῦτο εἶναι σύμφωνον μὲ τὸ Σύνταγμα. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι σύμφωνον μὲ τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ μὲ κρίνῃ ὁ Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος τὴν ὑποχώρησιν τὴν νομίζει ἀποτυχίαν; Πῶς θέλετε νὰ μὲ κρίνῃ ὁ Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος δὲν ἠξεύρει ὅτι ἡ ὑποχώρησις εἶναι ἐπιχείρησις;...
§258Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μέχρις Ἀθηνῶν μάλιστα ἂν ὑπεχωροῦμεν, θὰ ἦτο ἀκόμη μεγαλειτέρα ἡ ἐπιχείρησις.
§259Χ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Καὶ μεγαλειτέρα διόρθωσις τοῦ ἔθνους, ἂν ὁ Ἐτὲμ ἔφθανεν εἰς τὰς Ἀθήνας.
§260Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐπιχειρήσαμεν ἐπὶ τέλους τὸν πόλεμον διὰ νὰ φέρωμεν τοὺς Τούρκους εἰς τὰς Ἀθήνας. Καὶ καυχᾶσθε ὑμεῖς, ὁ Βότσαρης ὁ συνταγματάρχης, ὁ ταξίαρχος τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ, ἐνῷ ἀκόμη δὲν διερωτίσατε τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, διατὶ δὲν εἰσήλθατε εἰς τὰ Ἰωάννινα! (θόρυβος).
§261Α. ΜΑΝΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδῶ ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν δύο προτάσεις. Ἔχω μίαν παράκλησιν. Δὲν πιστεύω νὰ μᾶς φθάσῃ ὁ χρόνος διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ λύσωμεν τὰ ζητήματα αὐτά...
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δυστυχῶς δὲν δύναμαι νὰ περιορίσω τὴν εὐρύτητα τοῦ λόγου.
§263Α. ΜΑΝΕΣΗΣ. .. Θὰ παρακαλέσω, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ συντομεύσωμεν, νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ὁρίσωμεν τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν συνεδριάσεων διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἐπιτροπῶν. Αὐτὴ εἶναι μία παράκλησις, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνω καὶ πρὸς τὸν ἀγορεύοντα καὶ πρὸς τοὺς μέλλοντας νὰ λάβωσι τὸν λόγον.
§264Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ζητήσητε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου. Νομίζω μάλιστα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις...
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πετιμεζᾶ, ὁ κ. Βότσαρης θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του. Ἄν θέλῃ νὰ παραιτηθῇ τοῦ λόγου, εἶναι ἐλεύθερος.
§266Χ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Ὀφείλομεν νὰ ἐξοφλήσωμεν πλέον τὰς πράξεις τῶν προγόνων μας καὶ νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν ἀτομικῶν. Εἶναι πάντη περιττὸν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς νὰ μοὶ λέγῃ ὅτι ὀνομάζομαι Βότσαρης. Μάλιστα, ὀνομάζομαι Βότσαρης, καὶ κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἔπραξα πολὺ μεγαλείτερα καὶ ἀνώτερα ἀπὸ τοὺς προγόνους μου· διότι ἐγὼ, ὅστις ὁμιλῶ μὲ τοιοῦτον πάθος ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἔχων ὑπὸ τὰς διαταγάς μου 3,000 μόνον ἄνδρας, ἀντιμετώπισα 18 τάγματα καὶ 36 κανόνια, καὶ μετὰ τρεῖς ἡμέρας οἱ ἐχθροὶ ἐτράπησαν εἰς φυγήν. Ἐὰν δὲ ἐπανῆλθον εἰς τὴν Ἄρταν μετὰ παρέλευσιν 10 ἡμερῶν, ἐπανῆλθον δυνάμει διαταγῆς, χωρὶς νὰ ἐξετάσω, ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως, ἐὰν ἔπρεπεν ἢ δὲν ἔπρεπεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν σᾶς δίδω. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν πόλεμον, μὴ ἀποδίδετε τὴν ἀποτυχίαν τοῦ πολέμου, παρὰ εἰς τὸν κακὸν καταρτισμὸν τοῦ στρατοῦ. Φροντίσατε ὅσον δύνασθε διὰ τὸν στρατὸν, διότι ἡ καλὴ κατάστασις τοῦ στρατοῦ συνεπιφέρει τὴν εὐημερίαν τῆς χώρας. Τρία τινὰ ἔχετε νὰ ἐξετάσητε ὡς πρὸς τὸν στρατόν· τὴν ἀπειρίαν, τὴν ὁποίαν θὰ κρίνητε ἐπιεικῶς, τὴν ἀμάθειαν, τὴν ὁποίαν θὰ τιμωρήσητε αὐστηρῶς, καὶ τὴν λιποψυχίαν, τὴν ὁποίαν θὰ τιμωρήσητε ἀμειλίκτως. Ὀφείλετε τὴν ἀπειρίαν νὰ τὴν κρίνητε ἐπιεικῶς, διότι οὐδέποτε τὸ ἔθνος ἐφρόντισε νὰ ἔχῃ στρατηγούς. Φαντασθῆτε ὅτι τὸ ἔθνος μόλις κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ πολέμου ἐσχημάτισε ταξιαρχίας, καὶ ἐδόθη ἡ διοίκησις αὐτῶν εἰς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον διοικήσει πρὶν οὐδὲ χιλίους ἄνδρας. Ἐὰν δὲ ὁ σήμερον Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπέτυχε, τοῦτο ἰδίως συνέβη διότι ἐκτὸς τῆς ἱκανότητός του διῴκησε καὶ ἄλλοτε ταξιαρχίαν. Νὰ κρίνητε μὲ τὸν αὐστηρότερον τρόπον τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πράγματι διῴκησαν καὶ οἱ ὁποῖοι ἐφάνησαν ἀνίκανοι...
§267ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Δὲν θὰ τοὺς κρίνωμεν ἡμεῖς.
§268Χ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἡ ἐπιτροπή... Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ, ὅπως ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ στρατοῦ τὸ ταχύτερον περατώσῃ τὰς ἐργασίας της.
§269ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως, κύριε Βότσαρη, ὅτι ἐντελῶς διάφορον γλῶσσαν ἐτηρεῖτε κατὰ τὴν προσυνεδρίασιν τὴν περὶ μυστικῆς συνεδρίας. Ἡμεῖς δὲ οἱ Βουλευταὶ, τοὺς ὁποίους θεωρεῖτε ἀνικάνους νὰ σκεφθῶσι κἂν περὶ στρατιωτικῶν πραγμάτων, ἀνεμένομεν παρ’ ὑμῶν νὰ ἀκούσωμεν καὶ νὰ μορφώσωμεν πεποίθησιν περὶ τῆς δυνάμεως καὶ ἱκανότητος τοῦ στρατοῦ. Τότε μετ’ ἐνθουσιασμοῦ δέκα Βοτσαραίων ὡμιλεῖτε ἐντεῦθεν, καὶ τὴν μὲν Τουρκίαν διεγράφετε ἐκ τοῦ χάρτου, ἡμᾶς δὲ ὡδηγεῖτε νικηφόρους μέχρι Κωνσταντινουπόλεως. Λυποῦμαι ὅτι ἐκ τῶν ὑστέρων ἔρχεσθε νὰ λέγητε πράγματα γνωστὰ, ἀντίθετα ὅμως τῶν ὅσων ἐλέγετε τότε, ἐξηγμένα δὲ ἐκ τοῦ πρώτου στρατιωτικοῦ συγγράμματος.
§270Χ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Δεληγεώργην. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης θὰ ἐνθυμῆται ὅτι, ὅταν ὡμίλητα περὶ στρατοῦ, εἶπον ὅτι ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐλαττωμάτων τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἄλλων αἰτίων, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει στρατὸς, ἦλθεν εἰς ἐπίμετρον τῆς καταστροφῆς τοῦ στρατοῦ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία.
§271ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ δὲν ὑπῆρξαν ἀστυνόμοι.
§272Χ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Καταλήγων παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀφήσῃ ἐντελῶς ἐλεύθερον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§273Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν ἠμπόδισε κανείς.
§274Χ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. .. νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ τῶν ἀτυχιῶν τοῦ πολέμου καὶ ἀνεύρῃ τοὺς ἐνόχους, τοὺς ἀνικάνους, τοὺς ἀμαθεῖς καὶ τοὺς ἀπείρους.
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§276Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ βλέπω ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἐπιμένει εἰς τὸ νὰ ἀναβάλῃ τὴν συνεδρίασιν...
§277ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ὁλόκληρος.
§278Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Λέγω τοῦτο, διότι πρὸ μικροῦ τὰ ἑδώλια ἦσαν κενά. Ἐλέχθη ὅτι ἡ Βουλὴ τέλος πάντων δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἀκούσῃ τοιαύτην συζήτησιν, καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν νομίζω ὅτι ἡ ἀναβολὴ καὶ ὁ καθορισμὸς ἡμέρας συζητήσεως βεβαίως δὲν ἔχῃ νὰ παραβλάψῃ τὸ ζήτημα προκειμένου περὶ 8 ἢ 10 ἡμερῶν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργαζόμενος ἐν ἡσυχίᾳ. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀγορεύσω τότε, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁρισθῇ ἡμέρα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἵνα βεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κύριον ἐκ Τριχωνίας Βουλευτὴν, ὅτι οἱ μὴ στρατιωτικοὶ Βουλευταὶ, ἐκλεγόμενοι μέλη τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἀτυχῶς δὲν θὰ ἔχωσι πολλὰ ζητήματα στρατιωτικὰ νὰ ἐξετάσωσι, διότι τοιαῦτα ἴσως δὲν θὰ ἀνεύρωσι, καὶ ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, δίδουσα ἐλευθερίαν εἰς τοὺς ὑποδεεστέρους, ἵνα εἴπωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνώπιον τοῦ ταξιάρχου, τὸν ὁποῖον εἶχον χθὲς, βεβαίως δὲν θὰ δύνανται αὔριον νὰ εἴπωσι, φοβούμενοι τὸν πέλεκυν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ λόγος αὐτός· εἶναι καὶ ἕτερος λόγος. Νομίζω ὅτι ἡ ἐξεταστικὴ ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν ἔχει καὶ ἓν ἄλλο ὕψιστον καθῆκον, νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἄλλα σπουδαιότερα ζητήματα, νὰ μορφώσῃ γνώμην, ἣν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἐκφέρῃ ἐν δέοντι χρόνῳ. Δὲν θέλω δὲ διὰ τούτου νὰ ἀπειλήσω κανένα περὶ καταδίκης, διότι νομίζω, ὅτι οὐδενὸς τὸ σαρκίον ἀπέναντι μιᾶς καταστροφῆς, ἣν ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς ὑπέστη, ἔχει ἀξίαν, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ καταδικασθῇ.
§279Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἐπεφυλάχθη νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν μετὰ δέκα ἡμέρας. Ἀλλ’ ἐγὼ ὑπέβαλον πρότασιν ῥητὴν, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀπὸ ταύτης τῆς ἑσπέρας ἀποφασίσῃ, ἂν θὰ ἀναβληθῇ ἢ θὰ συζητηθῇ ἀπόψε. Λοιπὸν, παρακαλῶ, ὑποβάλετε τὴν πρότασιν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἵνα τελειώσῃ ἡ συζήτησις, ἂν ἦναι κατεπεῖγον τὸ ζήτημα καὶ ἂν πρέπῃ νὰ ψηφισθῇ. Ἐφρόνουν δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι θὰ ἐδίδετο πέρας εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀνελάμβανε τὴν διεύθυνσιν τοῦ ζητήματος καὶ ἐξέφραζε γνώμην περὶ τοῦ ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου ἢ πρέπῃ νὰ ἀναβληθῇ. Ἀλλὰ βλέπω σιγὴν ἄκραν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ δὲν γνωρίζω πῶς νὰ κανονίσω τὰ κατὰ τὴν πρότασίν μου.
§280Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πετιμεζᾶ, ὑποβάλετε μίαν πρότασιν.
§281Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπέβαλον.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβάλατε μίαν πρότασιν. Ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς ὁ κ. Γεροκωστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§283ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις λεληθότως, βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, διωλίσθησεν ἐκ τοῦ κυρίου αὐτῆς ἐδάφους, ἐκτραπεῖσα εἰς σφαίρας ἐντελῶς ἀλλοτρίας τῶν ἐννοιῶν, ἃς περιέχει ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Ἐκτραπεῖσα δὲ οὕτως ἡ συζήτησις, περιεστράφη εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ Β. Διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου συνεστάθη ἤδη στρατιωτικὴ ἐπιτροπὴ πρὸς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, περὶ ὧν καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ ἀποβλέπει· ἐντεῦθεν δὲ μακρὸς ἐγένετο λόγος, ἂν νομίμως κατηρτίσθη ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἢ ἄν ἔχῃ ἄλλα ἐλαττώματα νομικὰ, τὰ ὁποῖα θέλουσι προσβάλει ἐν καιρῷ τὸ κῦρος τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Περὶ τῆς νομιμότητος τοῦ διατάγματος τούτου πολὺς ἐγένετο λόγος, καὶ ἐξηνέχθησαν διάφοροι γνῶμαι· νομίζω ὅμως, Κύριοι, ὅτι ἐν τούτῳ κεῖται τὸ σφαλερὸν τῆς συζητήσεως, καθόσον οὐδαμῶς πρόκειται περὶ τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ συστήσαντος τὴν ἐπιτροπὴν, οὐδ’ ἂν αὕτη καλῶς καὶ νομίμως κατηρτίσθη· οὐδὲ εἶναι προσῆκον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐπίκρισιν τῶν προσώπων τῶν ἀπατελούντων τὴν ἐπιτροπὴν, οὐ μόνον διότι τοῦτο εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος, ἀλλ’ οὐδὲ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ καταστήσωμεν τὴν συζήτησιν προσωπικήν· ἐπιθυμῶ μάλιστα νὰ φρονῶ, ὅτι ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἄνευ τῶν ἐνδείξεων τῆς Α. Μεγαλειότητος, θὰ προέβλεψε νὰ καταρτίσῃ τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἐκ προσώπων περικλειόντων πάσας τὰς ἐγγυήσεις περὶ ἐκπληρώσεως τῶν ὑψηλῶν αὑτῶν καθηκόντων. Ὅπως ὅμως ποτ’ ἂν ᾖ, ἡ συζήτησις περὶ τοῦ διατάγματος εἶναι πρόωρος, δικαίωμα δὲ μόνον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ἐλέγξῃ τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅταν εἰς τοιαύτας οὗτος προέλθῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνωμῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἃς εἶναι ἐλεύθερος ν’ ἀκολουθήσῃ ἢ μὴ, διότι αὐτὸς μόνον καὶ οὐχὶ ἡ ἐπιτροπὴ θέλει εἶσθαι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ, ἡ προτεινομένη ὑπὸ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, δὲν ἔχει τὸν αὐτὸν σκοπὸν, ὥστε ἡ μία νὰ ἀποκλείῃ τὴν ἄλλην. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ συσταθεῖσα διὰ τοῦ διατάγματος, ἔχει σκοπὸν καθαρῶς ὑπηρεσιακὸν, νὰ διαφωτίσῃ τουτέστι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ παράσχῃ αὐτῇ στοιχεῖα, ὑφ’ ὧν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διαφωτιζόμενος καὶ βοηθούμενος, νὰ δυνηθῇ νὰ καταρτίσῃ τὴν γνώμην καὶ ἀπόφασίν του περὶ πράξεων καὶ παραλείψεων τῶν ἀξιωματικῶν, αἵτινες φέρουσι ποινικὸν ἢ πειθαρχικὸν χαρακτῆρα. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, καθ’ ἃ λίαν ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, θέλει συλλέξει τὴν ὕλην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς κατόπιν θέλει ἐκτιμήσει, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς θέλει προβῆ εἰς τὰς ἀποφάσεις του. Εἶναι δὲ ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀκολουθήσῃ ἢ μὴ τὰς γνώμας τῆς ἐπιτροπῆς, διότι αὐτὸς, ἐπαναλαμβάνω, θέλει φέρει ἐν καιρῷ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τῶν παρ’ αὐτοῦ πραχθησομένων. Ἀλλ’ ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ, ἣν προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, δὲν ἔχει οὔτε τοῦτον τὸν σκοπὸν, οὔτε ταύτην τὴν ἔννοιαν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη προτίθεται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ, αἱ δὲ ἐπιτροπαὶ αἱ συνιστώμεναι παρὰ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τῶν Ὑπουργείων, δὲν δύνανται ποτὲ νὰ ἀποκλείσωσι τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ἥτις ἀπὸ ἄλλης περιωπῆς ἐπισκοπεῖ τὰ πράγματα. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι κλάδος ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὥστε νὰ εἴπωμεν ὅτι περιττεύει ἡ προτεινομένη ἐπιτροπὴ, ἀφοῦ ὑπάρχῃ ἤδη συνεστημένη τοιαύτη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ ὑπάρχουσα ἐπιτροπὴ, τὸ λέγω καὶ πάλιν, ἔχει ἄλλον σκοπὸν, ἄλλην ἔννοιαν, καὶ πρόκειται νὰ διαφωτίσῃ μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἀποκλείεται τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς—δικαίωμα ὕψιστον, ὅπερ αὕτη ἔχει, τὸ τοῦ ἐλέγχου, προκειμένου μάλιστα περὶ τῶν ὑψίστων ζητημάτων καὶ ἐθνικῶν συμφερόντων τρισμεγίστης σημασίας. Ὅσοι παρηκολούθησαν τὴν ἱστορίαν τὴν κοινοβουλευτικήν, ἀνέγνωσαν, ὅτι καὶ ἄλλοτε συνεστάθησαν ἐξεταστικαὶ ἐπιτροπαὶ ἐπὶ θεμάτων κατὰ πολὺ ἥσσονος σημασίας· ἂν λοιπὸν ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, ὅπως ἐξυπηρετηθῇ ὁ ἔλεγχος, ὅπως ἐνασκηθῇ οὗτος τελειότερον, ἐπετράπη ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ συσταθῶσιν ἐπιτροπαὶ ἐξεταστικαί, τίς ἤθελεν ἔχει τὴν τόλμην νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι προκειμένου περὶ τῶν ὑψίστων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους, ἀποκλείεται τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ συστήσῃ ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἔν τισι συναντᾶται μὲ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καταρτισθεῖσαν; Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ σοβαρὰ ἀμφισβήτησις οὔτε περὶ τοῦ νομίμου οὔτε περὶ τοῦ λυσιτελοῦς τῆς συστάσεως τῆς ζητουμένης ἐπιτροπῆς, τοιοῦτον σκοπὸν προτιθεμένης, καὶ τοιαύτην ἔννοιαν ὑψίστην ἐχούσης. Δὲν φαντάζομαι ἄρα, ὅτι θὰ εὑρεθῇ τις ἱκανὸς νὰ ἀντιταχθῇ κατ’ ἀρχὴν κατὰ τῆς συζητουμένης προτάσεως, καθόσον τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ὅπερ ἔχει ἡ Βουλή, ἤθελεν εἶσθαι εἰκονικὸν καὶ ἄοπλον ἄνευ τοῦ συναφοῦς δικαιώματος τῆς συστάσεως ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, δι’ ὧν ἐξυπηρετεῖται καὶ λειτουργεῖ, οὕτως εἰπεῖν, ὁ ἔλεγχος. Ἀλλ’ εἶπόν τινες, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀμφισβητήσεως κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ οὐσίαν τοῦ δικαιώματος τούτου, ἀλλὰ μόνον περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐξασκήσεως αὐτοῦ, διὰ τοὺς λόγους οἵτινες πρὸς τοῦτο προεβλήθησαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς παρέστησεν, ὅτι σπουδαιόταται ἀσχολίαι τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ παρίστανται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς· ὁ λόγος οὗτος εἶναι σοβαρότατος, οὐδεὶς δὲ, πιστεύω, θὰ προβάλῃ ἀντίῤῥησιν ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην τὴν ἐπιτακτικὴν, ἥτις ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συγκεντρώσῃ τὴν προσοχήν της εἰς τὰ θέματα, εἰς ἃ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἀσχολεῖται. Ἀλλ’ ἐδῶ δαπανῶμεν, Κύριοι, τρεῖς ἤδη καὶ τέσσαρας ὥρας, ἤρκει δὲ τὸ τρίτον, τὸ δέκατον τοῦ χρόνου τούτου, ὅπως ἀπόψε προβῶμεν εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι δὲν ἐπρόκειτο παρὰ μόνον περὶ τοῦ καθορισμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς, μεθ’ ὃ ἀμέσως θὰ ἐπήρχετο ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ αἰτουμένη προσωρινὴ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν μας. Ποίαν δὲ ἀξίαν ἔχουσι καὶ οἱ λόγοι, οὓς ὁ ἔντιμος ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς προέβαλεν, ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ ὑψίστου τῶν ζητημάτων θέλομεν ἐκ συναρπαγῆς νὰ συζητήσωμεν αὐτό; Μὴ ἄρά γε ἀπόψε πρόκειται νὰ ληφθῶσι τὰ πορίσματα τῆς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ γένηται ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις; Τὸ δικαίωμα τῆς συζητήσεως ἐν πάσῃ εὐρύτητι θέλῃ ἐνασκηθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ συλλέξῃ τὴν ὕλην καὶ προσκομίσῃ αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μετὰ πορισμάτων ἠτιολογημένων. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ ἐργασία αὐτή. Εἶναι ἆρά γε χρεία χρόνου πολλοῦ, ὥστε ν’ ἀποφασισθῇ κατ’ ἀρχὴν, ὅτι εἶναι ἀναγκαία τοιαύτη ἐπιτροπή, καὶ νὰ ὀνομασθῶσι τὰ μέλη αὐτῆς, κατὰ τὸν καιρὸν δὲ τῆς ἀργίας τῆς Βουλῆς ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐκ παραλλήλου νὰ καταγίνηται εἰς τὰ ἴδια αὐτῆς ἔργα, ὥστε κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν νὰ ἦναι προχωρημένη ἡ συλλογὴ τοῦ ὑλικοῦ καὶ τὰ πορίσματα τῆς ἐπιτροπῆς, ἐφ’ ὧν θὰ στηριχθῇ ἡ εὐρεῖα συζήτησις τῆς Βουλῆς; Ἐγώ, Κύριοι, οὐδένα ἔχω λόγον νὰ ποθῶ τὴν ἄμεσον συζήτησιν τῆς προτάσεως ἀπόψε· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον συνιστῶ, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εἰσακουσθῇ ἡ φωνή μου, εἶναι νὰ μὴ προβληθῇ οὐδεμία ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς τὴν ἑσπέραν ταύτην. Δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς, καὶ ὁ πέραν τῶν ὁρίων τοῦ Βασιλείου, συνταράσσεται ἐπὶ παντοίαις φήμαις. Διάφοροι ὑπόνοιαι κατατρώγουσι τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὡς πρός τινα γεγονότα, τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἐξέλιξιν. Αἱ ταυτόχρονοι καὶ μυστηριώδεις ὑποχωρήσεις τοῦ στρατοῦ ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ, ἡ ἀδράνεια τοῦ στόλου, περικαλύπτονται διὰ τοιούτου πυκνοῦ νέφους, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ σαλεύεται ὁ νοῦς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μὴ γνωρίζοντος τί νὰ πιστεύσῃ καὶ πῶς νὰ ἐξηγήσῃ ἀκατανόητα φαινόμενα, ἡ δὲ ἐκκρεμότης τῆς ἐρεύνης τῶν γεγονότων τούτων, ἀντὶ νὰ διαλύῃ τὰς ὑπονοίας, ἔτι περισσότερον ἐξογκώνει αὐτὰς, καὶ συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ἐπωάζωνται σκέψεις ἀπαίσιαι περὶ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα προὐκάλεσαν τὰς ἐθνικὰς συμφοράς. Εἶναι ἄρα ὕψιστον ἐθνικὸν συμφέρον, ἄνευ ἀναβολῆς νὰ συστηθῇ ἡ ζητουμένη ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ περισυλλέξῃ δι’ ὅλων τῶν νομίμων μέσων τὴν ὕλην, καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πορίσματα αὐτῆς, ὅπως ὁ Ἑλληνισμὸς δυνηθῇ νὰ σχηματίσῃ ἐκ τῶν κατόπιν εὐρυτάτων συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ ἀσφαλῆ πεποίθησιν περὶ τῶν γενομένων, ν’ ἀποβάλῃ δὲ τὰς τυχὸν ὑπερβολὰς, αἱ ὁποῖαι κατασπαράττουν, ὡς εἶπον, τὴν καρδίαν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
§284ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! εὖγε!
§285Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Συμμερίζομαι πληρέστατα τὸν ἐπίλογον τοῦ προαγορεύσαντος· ἀνεγνώρισα πάντοτε τὴν σπουδαιότητα τῆς προτάσεως, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν πρότασίν του, διότι δὲν θὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν, θὰ ἐπέλθῃ δὲ τὸ ἀντίθετον. Ἀναγνωρίζω ὅτι πρέπει νὰ χυθῇ φῶς ἄπλετον, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐδεὶς Ἕλλην ἀμφιβάλλων περὶ τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ διότι ἐνδιαφέρομαι περὶ τούτου, ἀντιτίθεμαι εἰς αὐτήν, διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον προτείνεται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ τοιοῦτος σκοπός. Εἶχον ἀπόφασιν, κύριε Πρόεδρε, ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἶδον ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται ὁ Κανονισμὸς, νὰ μὴ ζητήσω τὸν λόγον, ἀλλὰ προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης, αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσω αὐτὸν ἄνευ ἀπαντήσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης ὑπέμνησεν ὅτι εἶπον ἐγὼ, ὅτι προτιμοτέρα ἦτο ἡ ἧττα παρὰ ἡ ἐθνικὴ καταστροφή. Τὸ λέγω, τὸ ὑποστηρίζω καὶ νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἀντιλέγων· ὡμίλουν περὶ πολέμου, δὲν ὡμίλουν περὶ ψευτοπολέμου, δὲν ὡμίλουν περὶ προδοσίας, δὲν ὡμίλουν περὶ ἐθνικῆς δολοφονίας, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ προΐδω τὴν περίστασιν ταύτην. Ὅταν δὲ λέγω τοιαύτας λέξεις, ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην τῶν λόγων μου, καὶ εἶμαι ὑπόχρεως νὰ ἀποδείξω αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζω. Ἀκριβῶς ὅμως διὰ τοῦτο ζητῶ οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ μίαν προειδοποίησιν περὶ τῆς ἡμέρας καὶ τῆς ὥρας, καθ’ ἣν θὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, καὶ ὑπῆρχε πρὸς τοῦτο τρόπος, τὸν ὁποῖον δὲν δεικνύει ὅτι ἀσπάζεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ν’ ἀποφασίσῃ δηλαδὴ ἡ Βουλὴ νὰ γείνῃ αὔριον συζήτησις ἐπὶ τῶν προτάσεων αὐτῶν, ἢ τουλάχιστον τὴν Δευτέραν· τότε τὸ ἐννοῶ, ὅτι δύναται ἕκαστος νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του...
§286ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Προδοσία!
§287Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Προδοσία βεβαίως ἦτο, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀληθοῦς πολέμου· ἦτο προδοσία ὁ ψευτοπόλεμος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατ’ ἐπανάληψιν φέρονται αἱ προτάσεις καὶ ὑποστηρίζονται παρὰ ῥητόρων, οἷος ὁ κ. Γεροκωστόπουλος, εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθωμεν τὴν ἱστορίαν αὐτῶν τῶν προτάσεων, καὶ νὰ ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι χθὲς ὑπεβλήθη μία ἐξ αὐτῶν, ὅτι μετ’ ὀλίγας στιγμὰς διεδέχθη τὴν πρότασιν αὐτὴν ἄλλη, καὶ ὑπεστηρίζετο χθὲς ἡ δευτέρα, καὶ ἐπεδεικνύετο σπουδὴ, ἵνα ἡ Βουλὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῆς, καὶ ἡ Βουλὴ ἠναγκάσθη νὰ συζητήσῃ ἐπὶ μακρὸν καὶ ν’ ἀποφασίσῃ ὅτι δὲν συμφέρει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν προτάσεων κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον· καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τὴν χθεσινὴν ἐπανέρχεται τὸ ζήτημα ὑπὸ διαφόρους μορφὰς, πάντοτε ὅμως τὸ αὐτὸ, καὶ σήμερον βλέπω περισσοτέραν στοργὴν εἰς τὴν πρώτην πρότασιν, καὶ πρέπει νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι ἔχει ἐγκαταλειφθῆ εἰς τὴν τύχην αὐτῆς ἡ δευτέρα. Ἂς ἐξετάσωμεν αὐτὴν τὴν πολυθρύλητον πρώτην πρότασιν, πρὸς τὴν ὁποίαν τρέφουσι τόσην στοργὴν (ἀναγινώσκει): «Προτείνομεν ἵνα, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος, διορίσῃ ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς ἐννεαμελῆ ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐξακριβώσῃ, τίνες ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης παρέβησαν κατὰ τὸν τελευταῖον Ἑλληνοτουρκικὸν πόλεμον τὰ ἀνατεθειμένα αὐτοῖς καθήκοντα, εἴτε παραμελήσαντες τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, εἴτε πλημμελῶς ταύτην ἐνεργήσαντες, ἰδίως δὲ τίνες τούτων ἐγκατέλειψαν τὰς θέσεις των ἄνευ ἀνωτέρας διαταγῆς καὶ προφανοῦς ἀνάγκης, ἢ παρημέλησαν ὁπωσδήποτε τὰς ἀνατεθείσας αὐτοῖς πολεμικὰς ἐνεργείας, ὑποβάλῃ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ὅσον οἷον τε ταχύτερον τὰ πορίσματα τῶν περὶ τούτου ἐρευνῶν της δι’ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως.» Τί λέγει, Κύριοι, ἡ πρότασις αὐτή; Τὴν ἐμελετήσατε παρακαλῶ;—καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν προαγορεύσαντα ἀξιότιμον συνάδελφον, καὶ λειτουργὸν τῆς Θέμιδος διακεκριμένον, νὰ σπεύσῃ νὰ ἀπαντήσῃ καὶ φωτίσῃ τοὺς μὴ νομικούς. — Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς θὰ γείνῃ δικαστικὴ ἐπιτροπὴ, ἐναντίον τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, τῆς ῥητῆς καὶ σαφεστάτης, ἡ ὁποία ἀπαγορεύει τὰς δικαστικὰς ἐπιτροπὰς ἐν ἄρθρ. 91 καὶ τὰ ἔκτακτα δικαστήρια; Διότι αἱ πράξεις αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὴν πρότασιν εἶναι παραβάσεις τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου, τιμωρούμεναι διὰ βαρυτάτων ποινῶν, εἶναι πράξεις τιμωρούμεναι κατὰ τὰς διατάξεις τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς δικονομίας καὶ ἄλλων νόμων. Καὶ λησμονεῖ ὁ ἐκ Πατρῶν κ. συνάδελφος, καὶ ὅσοι ὑποστηρίζουσι τὴν πρότασιν, τὴν ἀποστολὴν καὶ τὴν ἱστορίαν τῶν ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῶν; καὶ δὲν ἐνθυμοῦνται, ὅτι πολλάκις συνεζητήσαμεν περὶ τούτων, καὶ ἰδίως εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως «Μπουμπουλίνας», καὶ ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ περίοδος ἡ βουλευτικὴ ἐξελέξατο καὶ ἄλλην ἐπιτροπὴν διὰ τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια; Καὶ ἐνόσῳ μὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς διὰ τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, οὐδὲν ὑπῆρχε τὸ κώλυμα· ἀλλ’ ἤδη πρόκειται περὶ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις θὰ φροντίσῃ περὶ εὐθυνῶν ποινικῶν, περὶ ὕλης, ἥτις θέλει χρησιμεύσει εἰς σύνταξιν κατηγορητηρίου, ὅπερ ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην Ὑπουργῶν.
§288ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοιαύτη πρότασις ἐπροτάθη.
§289Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἤδη προτείνεται ἐπιτροπή, ἥτις θὰ ἐξετάσῃ τίνες τῶν ἀξιωματικῶν ἐξετέλεσαν τὰ καθήκοντά των. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, πόθεν θὰ ἀντλήσῃ τὴν δικαιοδοσίαν αὑτῆς; Αὐτὴ εἶναι πρότασις, εἰς ἣν ζητοῦσι νὰ μᾶς παρασύρωσι ν’ ἀποφασίσωμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Διότι ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, θέλομεν σφετερισθῆ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οὐδαμῶς ἔχομεν· διότι κατ’ ἄλλο ἄρθρον τοῦ Συντάγματος οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένου εἰς αὐτὸν δικαστοῦ. Τὸ ζήτημα τῶν εὐθυνῶν εἶναι ζήτημα ὕψιστον, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα, νὰ μὴ συγκινήσῃ τὴν καρδίαν πάντων ἡμῶν· διότι δὲν τολμῶ νὰ ἀρνηθῶ εἰς κανένα τὸ ἐνδιαφέρον, ἔστω καὶ εἰς τοὺς τὰ πάντα ὑπολογίζοντας κατὰ τὰ κομματικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἂς σκεφθῶμεν, κύριοι Βουλευταί, ποῦ κατηντήσαμεν. Εἷς τῶν λόγων, δι’ ὃν ἐφθάσαμεν ὅπου ἐφθάσαμεν, εἶναι διότι προβαίνομεν εἰς τὰς ἀποφάσεις ἀμελέτητοι, ἐν στιγμῇ βρασμοῦ ψυχικῆς ὁρμῆς καὶ ὑπὸ ἐντυπώσεις στιγμιαίας· διότι ζητήματα ὑψίστων ἐθνικῶν συμφερόντων στραγγαλίζονται, καθ’ ὃν τρόπον ἐστραγγαλίσθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Ὁμιλοῦσι περὶ παρασκευῶν στρατιωτικῶν, περὶ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ σχεδιάζουσιν ἄλλοι, ἀλλ’ ὅλα εἶναι ἐλπίδες καὶ αἰσιοδοξίαι καὶ ὄνειρα λαμπρὰ τοῦ μέλλοντος περὶ ἀνασυντάξεως τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου. Ρίπτουσι ζητήματα, καὶ ἓν αὐτῶν ἀρκεῖ νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ ὥρας ὁλοκλήρους. Καὶ ἂς λέγῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι εὐκολώτατον, ὅτι εἰς ἓν τέταρτον ἀποφασίζομεν περὶ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὴν ἐκλέγομεν. Ἐὰν, Κύριοι, ὑπῆρχε σχέδιον παρεσκευασμένον, ὅπως μὴ ὑπάρξῃ στόλος καὶ στρατὸς, θέλομεν νὰ ἴδωμεν, ἂν τὸ σχέδιον τοῦτο θὰ ἐξακολουθήσῃ μέχρις ὅτου διαλυθῇ ὁ στρατὸς καὶ ὁ στόλος· καὶ εὔχομαι νὰ διαψευθῶ, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ διαψευσθῶ. Ἐὰν τὸ παρεσκευασμένον ἐκεῖνο σχέδιον ἔφερε τὰ πράγματα εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκονται, αὐτὸ τὸ σχέδιον ἐπιζητεῖ τὴν τελείαν ἀποσύνθεσιν, ὥστε ὁ τόπος νὰ μὴ ἔχῃ τὰ μέσα, ἵνα ζητήσῃ εὐθύνας ἀνταξίας τοιούτων παρεκτροπῶν καὶ παρεκβάσεων καὶ ἐγκλημάτων. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας εἶπον, ὅτι, ἂν σπουδαιολογοῦμεν καὶ ἂν εἰλικρινῶς ζητοῦμεν τὴν τιμωρίαν τῶν ἐνόχων,—διότι περὶ μέλλοντος στρατιωτικοῦ δὲν ἐλπίζω τίποτε—πρέπει νὰ διαιρέσωμεν τὸ στάδιον τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀποκαλύψεως τῆς ἀληθείας καὶ εἰς τὸ στάδιον τῆς τιμωρίας. Τὸ πῶς γενήσονται ταῦτα, ἀποδειχθήσεται ἐν συζητήσει ἀνέτῳ. Βλέπων ὅμως τὴν Βουλὴν ἐπιμένουσαν νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῶν προτάσεων, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ τροποποιήσῃ τὴν δήλωσίν του καὶ νὰ δεχθῇ, ὅπως ὁρισθῇ ἡμέρα, ἢ αὔριον ἢ μεθαύριον, πρὸς συζήτησιν τῆς προτάσεως ταύτης, ἐὰν θέλωμεν νὰ σπουδαιολογῶμεν.
§290ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ ὁμιλία τοῦ ἐκ Βόλου κ. Βουλευτοῦ κατέστησε περιττὴν τὴν παρ’ ἐμοῦ ἀπάντησιν. Τοῦτο μόνον ἔχω καθῆκον νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἐκ Πατρῶν κ. συνάδελφον, ὅτι ματαίως καὶ ἄνευ λόγου ἐσπατάλησε πολλὴν εὐγλωττίαν, ἵνα πολεμήσῃ θεωρίαν παρ’ οὐδενὸς ὑποστηριχθεῖσαν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα τῆς συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἢ ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ διατάγματος τοῦ διορισμοῦ στρατιωτικῆς ἐπιτροπῆς ἀπαγορεύει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὸν σχηματισμὸν οἱασδήποτε ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Τοιοῦτόν τι οὐδεὶς εἶπε, καὶ δὲν ἤξιζε τὸν κόπον νὰ καταναλωθῇ τόσος χρόνος εἰς ἀναίρεσιν γνώμης παρ’ οὐδενὸς ἐξενεχθείσης.
§291Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§292ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξήγησεν ὅτι νομίμως ἐξέδωκε τὸ διάταγμα, δὲν εἶπε δὲ, ὅτι τοῦτο περιλαμβάνει καὶ ἐξαντλεῖ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ ἐνασκήσῃ. Ἐπίσης μάτην ἠγωνίσθη ὁ κ. συνάδελφος νὰ δώσῃ ἐξήγησιν αὐθαίρετον, ἢ μᾶλλον νὰ παρεξηγήσῃ τὴν γνώμην, ἣν ἐξήνεγκον, περὶ τῆς ἐλλείψεως λόγου ἢ ἀνάγκης τοῦ νὰ ἐπισπευσθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐνῷ ὅλως ἀντιθέτως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ἐγὼ ἀληθῶς μετὰ λύπης, προερχομένης ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι τὸ ζήτημα ἐμειώθη κατ’ ἀξίαν καὶ ὑπέστη ἐξάρθρωσιν διὰ τοῦ τοιούτου συστήματος τῶν συζητήσεων, ἐνῷ ἦτο ἄξιον σπουδαιοτέρας ἑνιαίας μελέτης, ὑπεστήριξα τὴν ἀναβολὴν αὐτοῦ, οὐχὶ δι’ οὓς λόγους εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλὰ διότι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ ζήτημα δὲν τὸ ἐθεώρησα οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ζήτημα στηγμιαίας ἐργασίας πρὸς μόρφωσιν γνώμης, ἀλλὰ ἄξιον σοβαρωτάτης μελέτης καὶ σκέψεως ὑπὸ ἔποψιν διάφορον ἐκείνης, εἰς ἣν κατέφυγεν ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, διότι θεωρῶ σπουδαίως συζητητέον οὐχὶ τὸ νόμιμον ἢ τὸ συνταγματικὸν τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τὸ ἐπίκαιρον, τὸ συμφέρον, ἂν δηλαδὴ πρέπῃ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τοῦτο. Εἶναι πιθανὸν συνάδελφοι νὰ ἔχωσι γνώμην, ὅτι ἀναβολή τις οὐ μόνον οὐδένα δημιουργεῖ κίνδυνον, ἀλλὰ τοὐναντίον ἴσως συντελέσει εἰς πληρέστερον φωτισμόν. Δεύτερον θεωρῶ ὅτι εἶναι ζήτημα ἀρκετὰ εὐρείας καὶ σοβαρᾶς συζητήσεως ἡ διατύπωσις τοῦ σκοποῦ καὶ τῶν ἔργων, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἀσχοληθῇ. Ἠκούσατε τὴν πρότασιν, καὶ πιστεύω ὅτι εἰς οὐδένα ἔμεινε δισταγμὸς ὅτι τὸ δικαίωμα ἡμῶν νὰ ψηφίσωμεν τοιαύτην πρότασιν εἶναι πολυειδῶς ἀμφισβητήσιμον. Ὅπως διατυποῦται, δὲν ζητεῖται ἔλεγχος πραγματικὸς τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, ἀλλ’ ἔλεγχος προσωπικὸς ὡρισμένων πράξεων ἀξιωματικῶν ἢ ὑπαλλήλων, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀναμφισβητήτων δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Θεωρῶ ἔτι ζήτημα σοβαρᾶς συζητήσεως καὶ τὸ ζήτημα τοῦ ἐπικαίρου καὶ τὸ ζήτημα τῆς διατυπώσεως τῆς προτάσεως ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἔκτασιν, οὐχὶ ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν λόγῳ δικαιοδοσίας, ἀλλὰ λόγῳ ὕλης. Ταῦτα πάντα ἀστραπηδὸν καὶ ἐσπευσμένως δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ συζητηθῶσιν, οὔτε νὰ λυθῶσιν. Ὑψίστην δ’ ἀποδίδω σημασίαν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς ἔρευναν τοσοῦτον σπουδαίων συμβεβηκότων, καὶ πρέπει ἐν ἀνέσει νὰ προβῶμεν καὶ μετὰ μελέτην νὰ διατυπώσωμεν πρότασιν καὶ ψηφίσωμεν αὐτήν.
§293ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεφυλάχθην προηγουμένως νὰ ὁμιλήσω κατόπιν περὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς, διότι ἀκριβῶς ἕνεκα τοῦ ζητήματος ἐπεθύμουν νὰ τηρῆται πᾶσα εὐλάβεια πρὸς τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως, καθόσον καὶ πᾶν παρεμπῖπτον ἐπὶ τοιούτου ζητήματος μεταλαμβάνει τοῦ ὕψους τοῦ θέματος. Ἐπροτάθη ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐν τῷ Κανονισμῷ, προβαίνοντες εἰς τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν· ἀλλὰ εἶδον ὅτι προβαίνομεν εἰς συζήτησιν προκαταβολικὴν, καὶ προβαίνοντες ἀκούομεν διαμαρτυρίας, μὴ τυχὸν ὑποτιμηθῇ τὸ ζήτημα, καθ’ ὃν τρόπον συζητεῖται. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι πλάνη νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα ὑπάγονται εἰς τὸν κίνδυνον τοῦτον τῆς ὑποτιμήσεως. Ὑπάρχουσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα συζητούμενα κατὰ σφαλερὸν τρόπον κινδυνεύουσι νὰ ὑποβιβασθῶσιν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς σημερινῆς ἐθνικῆς συμφορᾶς δὲν διατρέχει τὸν κίνδυνον τῆς ὑποτιμήσεως, ὁποτεδήποτε καὶ ἂν συζητηθῇ, οὐδ’ ἔχει ἀνάγκην ἀναγραφῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Βουλῆς, ὅπως κανονικῶς συζητηθῇ. Τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικῆς συμφορᾶς, τῆς ἐκ τοῦ τελευταίου πολέμου, εἶναι ἀναγεγραμμένον πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως, οὐδὲ δύναται ζήτημα ἄλλο νὰ τὸ παραμερήσῃ πρὸς στιγμήν, ἀλλὰ μόνη ἡ σκέψις, μὴ τυχόν, σπεύδοντες εἰς τὴν συζήτησιν, βλάψωμεν ἕτερα ἐθνικὰ συμφέροντα, ὑφιστάμενα ἔτι ἐκκρεμῆ. Ἀλλὰ καὶ ὅταν συζητῶμεν περὶ τῶν προτάσεων τῶν ὑποβληθεισῶν καὶ περὶ τῆς ἀνακρίσεως, ἥτις θὰ λάβῃ χώραν, καὶ περὶ τῆς δίκης τῶν ὑποθέσεων, ἥτις τυχὸν θέλει ἐπέλθει, ἂς μὴ λησμονῶμεν τὸ μέγεθος τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἂν ὑπάρχῃ καὶ ποινικῶς τιμωρούμενον ἔγκλημα, δὲν ἠξεύρω ποῦ θὰ εὑρεθῶσιν οἱ δικασταὶ, οἱ μέλλοντες νὰ δικάσωσι. Καὶ μὴ πλανώμεθα! Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ πρακτικόν τι ὄφελος ἐν τῷ ἀνακινουμένῳ ζητήματι, τοῦτο θέλει περικλεισθῆ ἐν μόνῃ τῇ συζητήσει, ἥτις δημοσίᾳ θέλει γείνῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις θὰ συγκροτηθῇ, ἵνα συλλέξῃ τὰς πληροφορίας, εἶναι μηδὲν ἀπέναντι τῶν συζητήσεων, αἵτινες θὰ γείνωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τῆς ὄντως ἁρμοδίας νὰ συζητήσῃ τὸ θέμα τοῦτο. Αὐτὴ θὰ ῥίψῃ τὸ φῶς, καὶ δικαστὴς θὰ ἦναι ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία καὶ ἡ ἱστορία. Ἡ ἱστορία θὰ δικάσῃ, διότι δικασταὶ ἀναστήματος τοιούτου, οἱ ὁποῖοι νὰ δικάσωσι πάντας τοὺς πράγματι ὑπευθύνους, δὲν ὑπάρχουσι σήμερον ἐν τῇ Ἑλλάδι, τῇ καταπεπονημένῃ καὶ συγχρόνως νοσούσῃ νόσους χρονίας πολιτικάς. Λοιπὸν τὸ πᾶν θὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ συζητήσει, ἥτις θὰ διεξαχθῇ, καὶ πᾶσα συζήτησις θὰ ἐξαντληθῇ ἴσως προκαταβολικῶς ἐν αὐτῷ τῷ θέματι τῆς συγκροτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ θὰ ἐξαντληθῇ δικαίως καὶ λογικῶς, διότι βεβαίως θὰ συζητηθῇ τὸ εἰς τί ἄρά γε πρόκειται νὰ περιστραφῶσιν αἱ ἐπιτροπαὶ, καὶ πρὸς τί τέλος θὰ γείνωσιν αἱ ἔρευναι, καὶ πρὸς τί ἡ Βουλὴ θὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὁριστικῆς ἐκδικάσεως τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου; Μὴ ἆρά γε πρόκειται ἀληθῶς νὰ ἐλέγξῃ ἡ Βουλὴ τὰ στρατιωτικὰ ἐγκλήματα; — διότι ἡ μία τῶν προτάσεων ἀναφέρει, ὅτι πρόκειται νὰ συστηθῇ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ, ἵνα ἐξετάσῃ, τίνες ἀξιωματικοὶ ἐγκατέλιπον τὰς θέσεις των, τίνες τυχὸν ἐθριάμβευσαν καὶ τίνες ἐλιποτάκτησαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, χρειάζεται ἆρά γε πολὺς λόγος, ἵνα ἐννοήσῃ τις, ὅτι οὐχὶ σοβαρῶς πλέον ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀσχοληθῆ εἰς τοιοῦτον θέμα, μεταβάλλουσα ἑαυτὴν εἰς στρατιωτικὸν δικαστήριον;
§294ΜΑΝΕΣΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§295ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ναὶ, εἴμεθα σύμφωνοι, καὶ διαφωνοῦμεν μόνον ἴσως εἰς τοῦτο, ὅτι ἐγὼ ἰδίως διεφώνησα ὡς πρὸς τὴν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν ἐδεικνύετε, ὅταν ἠγορεύετε κατὰ τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης. Ἠγόρευεν ἀληθῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ καὶ στρατιωτικὸς, κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς κοινοβουλευτικῆς καὶ ὑπὲρ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς στρατιωτικῆς, ἀλλὰ τὴν ἀγανάκτησιν αὐτοῦ δὲν ἐφαίνετο χαρακτηρίζων ὁ φόβος, μήπως ἡ ἀνακριτικὴ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ δείξῃ μεγάλην ἐπιείκειαν, ἐνῷ μὰ τὴν ἀλήθειαν αὐτὸν τὸν φόβον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὡς στρατιωτικὸς μάλιστα, καὶ αὐτὸν τὸν φόβον ἠδύνατο νὰ τὸν ἐκφράσῃ μετριώτερον καὶ ἄνευ τόσης ὀργῆς καὶ ἀγανακτήσεως...
§296ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν ἠγανάκτησα διόλου.
§297ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. .. Διότι ἀκριβῶς ἐν τούτῳ θὰ ἐνέκειτο οὐσιαστικώτερον ἡ ἀναρμοδιότης τῆς Βουλῆς πρὸ πάντων, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ μετέχῃ τοῦ στρατιωτικοῦ ἐκείνου πνεύματος, τὸ ὁποῖον ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς αὐστηρότητος, τῆς ἀντιλήψεως τῆς κοινῆς καὶ μάλιστα τῆς κοινοβουλευτικῆς. Λοιπὸν ἡ ἀγανάκτησίς σας βεβαίως θὰ ἐνόει τοῦτο, ὅτι θὰ ἐλέγετε εἰς τὴν Βουλήν: «μὴ, πρὸς Θεοῦ, διότι φοβοῦμαι, μήπως διὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν συγκαταβάσεων παραλύσητε τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατεύματος!»
§298ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν εἶπον τίποτε ἀπὸ αὐτά.
§299ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Στρατιωτικὸς Βουλευτὴς τῳόντι ἠδύνατο νὰ διαμαρτύρηται κατὰ τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς, μόνον διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐπιλαμβανομένη τῆς ἐξελέγξεως τῆς διαγωγῆς στρατιωτικῶν, δὲν ἤθελε κατέχεσθαι ὑπὸ τοῦ πνεύματος ἐκείνου τῆς ἐκτάκτου καὶ ἀμειλίκτου αὐστηρότητος, τὴν ὁποίαν μόνον οἱ στρατιωτικοὶ ἐννοοῦν. Εἴπατε ὅτι λείπουν ἀπὸ τῆς Βουλῆς αἱ εἰδικαὶ στρατιωτικαὶ γνώσεις, ἀλλὰ δυστυχῶς, ἀξιότιμε συνάδελφε, εἰς τὰ θέματα, περὶ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἐξετάσει ἡ Βουλὴ, δὲν θὰ χρειάζωνται γνώσεις στρατιωτικαί, οὐδ’ ἐπίστευον βεβαίως, οὐδ’ εἰς τὴν διάνοιαν τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν ὑπῆρξε τοῦτο, ὅτι ἡ Βουλὴ ὡς στρατιωτικὸν σῶμα, ἤθελεν ἐξελέγχει τὰς πράξεις αὐτὰς τῶν στρατιωτικῶν.
§300ΜΑΝΕΣΗΣ. Αὐτὸ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή.
§301ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελεν ἐννοεῖ λ. χ.— διὰ νὰ ἐξηγήσω τὴν ἰδέαν μου σαφέστερον—πῶς δύνανται νὰ δικάζωνται ἄνθρωποι, ἁπλοῖ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι, οἱ δυστυχεῖς, ὅταν ἐδόθη τὸ παράδειγμα τῆς φυγῆς καὶ τῶν ὑποχωρήσεων, μὴ ἔχοντες καὶ αὐτοὶ τί νὰ πράξουν, θλιβόμενοι ὅτι δὲν δύνανται πλέον νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἀνδραγαθοῦντες, μετέβησαν εἰς τὸν οἶκόν των. Δὲν ταράττεσθε λοιπὸν, πιστεύω, ἀξιότιμε συνάδελφε, ὅτι ἄνευ τοῦ ἐφοδίου τῶν στρατιωτικῶν γνώσεων ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐπέμβει εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς εὐθύνης τῶν στρατιωτικῶν πρὸς ἐπιβάρυνσιν. Ἐὰν ἤθελεν ἐπέμβει, ἤθελεν ἐπέμβει ἔχουσα ὡς βάσιν τῶν σκέψεών της τὴν ἐπιείκειαν αὐτῆς πρὸς τοὺς στρατιωτικοὺς ἐκείνους, καὶ τὴν ἐπιείκειαν τὴν κατ’ ἀντίστροφον λόγον τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον οὗτοι ἤθελον φέρει. Τὸν ἔλεγχον ἡ Βουλὴ ἤθελε τὸν ἀρχίσει ἐκ τῶν ἄνω πρὸς τὰ κάτω. Καὶ δυστυχῶς, ὅσον ἤθελεν εὑρίσκεσθαι πρὸς τὰ ἄνω, τοσοῦτον πρὸς τὰς ἐκτιμήσεις αὐτῆς δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην τῶν στρατιωτικῶν γνώσεων, τὰς ὁποίας ζητεῖτε. Περιεστράφην κατ’ ἀνάγκην εἰς τὰς προκαταρκτικὰς ταύτας ἐξηγήσεις καὶ παρατηρήσεις, διότι ἐπὶ τοῦ μεγάλου θέματος τῶν εὐθυνῶν ἐπὶ τῇ διεξαγωγῇ τοῦ ὀλεθρίου πολέμου βλέπομεν ἐκ προοιμίων ἀπειλουμένην σύγχυσιν εὐθυνῶν, δικαιοδοσιῶν, σύγχυσιν ἐν γένει τῶν ζητημάτων, ἐφ’ ὧν ἡ Βουλὴ καλεῖται ν’ ἀσχοληθῇ. Τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐν τῷ πολέμῳ διαγωγῆς στρατιωτικῶν δὲν θέλομεν βεβαίως ἐπιχειρήσει, ἵνα μεταβληθῶμεν εἰς Στρατοδικεῖον. Τὴν ἐξέτασιν ταύτην δυνάμεθα νὰ ἐπιχειρήσωμεν, ἀλλὰ ὡς ὕλην, ὅπως καὶ ἐπ’ αὐτῆς στηριζόμενοι ἐξετάσωμεν τὰς ἄλλας εὐθύνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Κοινοβουλίου, τὰς εὐθύνας Ὑπουργῶν ὑπευθύνων. Ἐλέχθη ὅτι ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς προτεινομένης συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ὁ ἔλεγχος· ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται ν’ ἀκριβολογήσωμεν, οὔτε ὁ ἔλεγχος ὁ κοινοβουλευτικὸς εἶναι τὸ ἀντικείμενον καὶ ὁ τελικὸς σκοπὸς τῶν προτάσεων· διότι ὁ ἔλεγχος ὁ κοινοβουλευτικὸς εἶναι ὅρος κοινοβουλευτικὸς, ἔχων ὡρισμένην ἔννοιαν. Ἀπευθύνεται κατὰ Κυβερνήσεως ὑφισταμένης, καὶ σκοπὸν δὲν ἔχει κυριώτερον ἄλλον τινὰ ἢ τὴν μεταβολὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει ἡ σύστασις τῶν ἐπιτροπῶν; τὸν ἔλεγχον τὸν κοινοβουλευτικὸν πρὸς ἀνατροπὴν τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως; Ἔλεγχος κοινοβουλευτικὸς, κατ’ ἀκρίβειαν αὐστηρὰν, κατὰ Κυβερνήσεως παρελθούσης θὰ ἦτό τι ἀκατανόητον. Ὁ ἔλεγχος ὁ κοινοβουλευτικὸς πηγάζει οὐχὶ μόνον ἐκ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, ἀλλ’ ἐκ τῆς πραγματικῆς ἀνάγκης, ὅπως ἐμμέσως ἐπιδρᾷ ἐπὶ τὸν σχηματισμὸν τῶν Κυβερνήσεων, καὶ τοιουτοτρόπως διὰ τοῦ ἐλέγχου ἡ Βουλὴ ἄγεται ἀμέσως εἰς τὸ συμπέρασμα, ἐὰν σκοπῇ νὰ ὑποστηρίξῃ μίαν Κυβέρνησιν ὑφισταμένην, ἢ προειδοποιεῖ ταύτην, ὅτι δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ, καὶ ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἀποσύρεται. Οὕτω, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἔπρεπε νὰ θεωρήσῃ τις, ὅτι ὁ ἀξιότιμος σήμερον Πρωθυπουργὸς, μόνον ὡς κληρονόμος τοῦ προηγουμένου Πρωθυπουργοῦ, τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, δύναται νὰ ὑφίσταται τὴν εὐθύνην αὐτοῦ. Ἐν τούτοις δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ἰδέαν τῶν προτεινόντων σήμερον τὸν ἔλεγχον τὸ νὰ εὐθύνηται ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, ὡς κληρονόμος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἀπεπειρώμεθα ἀμέσως, βεβαίως ὁ σημερινὸς Πρωθυπουργὸς ἤθελε σπεύσει νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπογραφῆς, διότι βεβαίως δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ὑπόκειται εἰς τὰ χρέη τοῦ ἀξιοτίμου θείου του, πρώην Πρωθυπουργοῦ.
§302Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι ζητῶν τις ἔλεγχον, ἀπευθύνεται ἐμμέσως κατὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, θέμα τὸ ὁποῖον ἐπεχείρησε καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, διότι διώρισεν ἐπιτροπὴν στρατιωτικὴν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν;
§303ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἤκουσα, ὅτι δύο εἶναι τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ συζητήσῃ, καὶ αἱ εὐθῦναι, αἵτινες ζητοῦνται. Ἤκουσα εὐθύνην διὰ τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου, καὶ βλέπω καὶ πρότασιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐρευνήσῃ ἡ Βουλὴ δι’ ἀνιχνεύσεως καὶ δι’ ἐπιτροπῶν, τίνες οἱ ὑπαίτιοι τοῦ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας πολέμου.
§304Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§305ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐν τῷ πρώτῳ τούτῳ τουλάχιστον θέματι εἶναι, νομίζω, ἐνδεδειγμένον, ὅτι ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ Τοῦρκοι· τοῦτο τουλάχιστον ἰσχυρίζεται ἡ Ἑλλὰς πρὸς τὴν Εὐρώπην. Μὴ ἆρά γε σκοπεῖτε νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας παρὰ τῶν Τούρκων; Ἀλλ’ ἀκούω παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ὑποβαλόντος τὴν ἄλλην πρότασιν κ. Βουλευτοῦ Καλαβρύτων καὶ ἐξομολόγησιν, ὅτι εἶναι πρότασις μομφῆς ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως τῆς παρούσης. Τοῦτο πρώτην φορὰν τὸ ἀκούω, διότι ἡ εὐθύνη, ἡ ὁποία σήμερον ζητεῖται, εἶναι εὐθύνη ἐπὶ τῇ διεξαγωγῇ τοῦ πολέμου, εἶναι εὐθύνη, τὴν ὁποίαν δικαιοῦται καὶ καθῆκον ἔχει νὰ ἐπιζητήσῃ ἡ Βουλὴ αὐτή, καὶ πλήρη ἔχει τὴν πρὸς τοῦτο ἁρμοδιότητα, καὶ πρέπει νὰ ἐνασκήσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο, ἵνα μὴ παρασταθῇ, ὡς ἀξιοῦσί τινες, ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, —διότι ἀκούεται καὶ τοῦτο, καὶ δὲν εἶναι βεβαίως τυχαῖον· τὸ τοιοῦτον βεβαίως εἶναι σκόπιμον, διότι πρόκειται περὶ συγχύσεως εὐθυνῶν, διότι τὸ λέγειν ὑπεύθυνον τὴν Βουλὴν ἰσοδυναμεῖ, ὅτι τὸ ἔθνος εἶναι ὑπεύθυνον ἐπὶ τῇ κηρύξει τοῦ πολέμου. Ταῦτα πάντα ἴσως ἀποτελοῦσι τεχνάσματα καὶ τερτίπια, ἀλλ’ ἡ ἐνεστῶσα Βουλὴ δὲν πρόκειται νὰ παίξῃ τὸ πρόσωπον τῶν νευροσπάστων, τὰ ὁποῖα κινοῦσι νήματα ἀφανῆ, ἀγνοῶ ἐκ τίνος ὕψους ἀνηρτημένα. Ἡ Βουλὴ ἡ ἐνεστῶσα εἶναι ὄχι μόνον νομικῶς, ἀλλὰ καὶ ἠθικῶς ἀνεύθυνος, ἀρκεῖ νὰ πράξῃ ὅ,τι τὸ ἀνεύθυνον τοῦτο ἐπιτρέπει εἰς αὐτήν. Ἡ Βουλὴ αὕτη οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν, εἰμὴ νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῆς, προκαλοῦσαν τὴν συνδρομὴν τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς. Καὶ ποία θὰ ὑφίστατο Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος, ἥτις θὰ ἔλεγε πρὸς τὸ Στέμμα καὶ τὴν Κυβέρνησίν του: «σοῦ ἀρνοῦμαι τὴν συνδρομήν μου τὴν ὁμόφωνον, ὅπως διεξαγάγῃς, ὡς ζητεῖς, τὸν πόλεμον»; Μὴ ἆρά γε ἐπρόκειτο περὶ πολέμου, τὸν ὁποῖον ἠθέλομεν ἐπιχειρήσει ἕνεκα λόγων δυναστικῶν ἢ διὰ μίαν ἰδιοτροπίαν πρέσβεώς τινος; Οὐδαμῶς, ἀλλὰ περὶ πολέμου, ὃν πράγματι τὸ ἔθνος ἀπεδέχετο. Καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι οὐδὲν ταπεινωτικώτερον ἢ τὸ νὰ λέγωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς λέγεται, ὅτι ζητοῦμεν τίνες εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι ὄχι διὰ τὴν διεξαγωγήν, ἀλλὰ διὰ τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν οἱ ὑπεύθυνοι, ὡς παρορμήσαντες εἰς τὸ τοιοῦτον, δὲν ἔπρεπε νὰ λέγηται, διότι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ λέγηται, καὶ ὡς τιμὴν ἑαυτοῦ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐῤῥίφθη εἰς πόλεμον παρακεκινδυνευμένον, προκειμένου οὐχὶ περὶ τῶν δικαίων μόνον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ περὶ τῶν σφαγιαζομένων δικαίων τῆς ἀνθρωπότητος. Καὶ τί ἄλλο εἶναι συμφωνότερον καὶ πρὸς τὴν ἱστορίαν καὶ πρὸς τὸν προορισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, εἰμὴ νὰ ῥίπτηται ἐν ἀνάγκῃ καὶ εἰς παρακεκινδυνευομένους ἀγῶνας ὑπὲρ τοιούτων ἰδεῶν; Καὶ τί θαυμασιώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἀποκτήσει τὴν στιγμὴν τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου, ὅτι, ἐνῷ ἤμεθα καταπεπτωκότες, αἴφνης ἀνεγείραμεν τὸν φιλελληνισμὸν ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου; Ἐὰν κατόπιν ἀμέσως ἐχάσαμεν τὸ μέγα τοῦτο ἀπόκτημα, βεβαίως πρέπει ἔτι μᾶλλον νὰ εὕρωμεν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐχάσαμεν τοῦτο, καὶ ὁ λόγος δὲν ὑπάρχει βεβαίως εἰς τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀφρόνως λέγομεν, ὅτι ἐπεχειρήσαμεν ἄφρονα πόλεμον. Ἄφρων πόλεμος δὲν ὀνομάζεται ὁ ἱερώτερος τῶν πολέμων, καὶ ἐὰν δὲν ἐστάθημεν περιεσκεμμένοι περὶ τὴν ὥραν τῆς ἐπιχειρήσεως ἢ ἀποδοχῆς τοῦ πολέμου, δὲν ἔπρεπε νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐπεχειρήσαμεν ἄφρονα πόλεμον. Ἄφρων πόλεμος δὲν εἶναι ποτὲ ὁ ὑπὲρ σφαγιαζομένων ἀδελφῶν, δὲν εἶναι ὁ ὑπὲρ τῶν δικαίων τῆς ἡρωϊκῆς ἐκείνης μεγαλονήσου, ἡ ὁποία δὲν καταδικάζεται ὡς ἄφρων, αἱματοκυλιομένη ἐπὶ αἰῶνα ὁλόκληρον χάριν τῆς ἑνώσεώς της μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Ἐὰν ἐχάσαμεν τὴν εὐμένειαν καὶ τὸν φιλελληνισμὸν τῶν λαῶν, ἐχάσαμεν ἐκ τῆς διεξαγωγῆς βεβαίως τοῦ πολέμου, ἀλλὰ τὸν χάνομεν περισσότερον ἀκόμη, αὐτοκαταδικαζόμενοι ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, καὶ ὀνομάζοντες τὸν πόλεμον ἄφρονα, καὶ λέγοντες πρὸς τοὺς Φιλέλληνας, οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα ἑνώσωσι τὸ αἷμα αὐτῶν μὲ τὸ αἷμα τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ὅτι συνέπραξαν αὐτοὶ ἀφρονέστερον εἰς ἄφρονα ἡμῶν πόλεμον. Οὐδὲ θὰ ὑπῆρχε συμφορὰ τῆς Ἑλλάδος ἄλλη τόσον μεγάλη σήμερον ἢ ὅσον εἶναι ἡ μείωσις τοῦ γοήτρου, ἵνα μὴ εἴπω ἡ ἄδικος καταισχύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ ὀνόματος. Καὶ τί ἄλλο ὀδυνηρότερον παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξάγεται ἐκ τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ νῦν, τοῦ τοσοῦτον ἐπαξίως καὶ ἁρμοδίως δυναμένου νὰ κρίνῃ περὶ τῶν τοιούτων; Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἔχομεν ὑλικὸν ἄριστον πολέμου, στρατιώτας λαμπροὺς, πρὸς τοὺς ὁποίους δὲν δύνανται νὰ ἁμιλλῶνται οἱ στρατοὶ ἄλλων εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, ἀξιωματικοὺς κατωτέρους ἀρίστους. Καὶ ὁ πόλεμος αὐτὸς ὁ ἄφρων τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος ἀποδεικνύει, ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν Ὀθωμανικὴν αὐτοκρατορίαν, ἔδειξεν, ὅτι οἱ στρατιῶται ἡμῶν καὶ ἀντεῖχον καὶ μονονουχὶ ἐθριάμβευσαν. Καὶ τίς ἐλησμόνησε τὴν πρόοδον τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας καὶ τὰ κατορθώματα αὐτοῦ τὰ καταπληκτικὰ ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ; Διατὶ λοιπὸν ἐχάσαμεν αἴφνης πάντα ταῦτα; Τί ἐχρεώστουν οἱ στρατιῶται οἱ φονευθέντες, οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ φονευθέντες, νὰ χαρακτηρισθῶσι σήμερον ὡς ἄνθρωποι θυσιασθέντες εἰς μίαν ἁπλῆν ἀφροσύνην; Ὄταν τοῦτο, Κύριοι, ἀναλογίζηταί τις, δὲν δύναται νὰ ἐκφράσῃ τὸ μέγεθος τοῦ ζητήματος. Σταματᾷ καὶ ἰλιγγιᾷ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὅπως δὲν δύναταί τις τοιοῦτον θέμα νὰ ἀνυψώσῃ, οὕτως οὐδεμία συζήτησις, ὁσονδήποτε σφαλερῶς διεξαγομένη, δύναται νὰ μειώσῃ τὴν ἀξίαν τοιούτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν περιστρέφεται εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ εἰς τὴν ὀδυνηροτέραν τῶν ἀδικιῶν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἔθνος τοιούτου ὀνόματος, τοιαύτης ἱστορίας, τοιούτου προορισμοῦ, οἷον τὸ Ἑλληνικόν. Ἡ Βουλὴ βεβαίως ἐπέδειξεν ἤδη τὴν ἑαυτῆς ἁρμοδιότητα, ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς ἐρεύνης τῶν εὐθυνῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐπελήφθη ἤδη τοῦ ζητήματος τούτου ἡ Βουλὴ αὕτη καὶ θὰ ῥίψῃ τὸ φῶς διὰ τῶν συζητήσεων εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· ἀλλ’ εὑρίσκεται δυστυχῶς ἤδη εἰς τὸ δεύτερον στάδιον, τὸ ὀδυνηρὸν, τῆς ὄντως πατριωτικῆς αὐτῆς πορείας, τὴν ὁποίαν εἶχε χαράξει ἐξ ἀρχῆς, ὑποστηρίξασα τὰς Κυβερνήσεις, ζητούσας τὴν συνδρομὴν αὐτῆς. Σήμερον, ἀνεύθυνος αὐτὴ, ἐλευθέρως πρόκειται νὰ ἐλέγξῃ τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα διὰ τῶν συζητήσεων περὶ τῆς εὐθύνης, ἣν ἄλλοι ὑπέχουσιν ἐπὶ τῇ διεξαγωγῇ τοῦ πολέμου, καὶ οὐδεμία δύναμις δύναται νὰ σταματήσῃ τὴν Βουλὴν ταύτην, τὴν ἐξόχως ἁρμοδίαν, τὴν παρακολουθήσασαν τὰ πράγματα ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ ἔργου αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἐπέπρωτο νὰ ᾖναι τὸ δυστυχὲς συμπλήρωμα τοῦ ἀτυχοῦς καὶ ὀλεθρίου ἐκείνου πολέμου. Μόνον ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων δύναται νὰ ὑπάρξῃ στάδιον, ἵνα οἱαδήποτε ἄλλη ἐξουσία ἐξελέγξῃ τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐνεστῶσα ὑποβάλῃ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὴν σωτηρίαν τοῦ μέλλοντος, τότε ἂς κρίνῃ πᾶσα ἐξουσία περὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς. Σήμερον ὅμως ἐπελήφθη ἤδη ἡ Βουλὴ τοῦ ζητήματος ἐν συναισθήσει πληρεστάτῃ τοῦ καθήκοντος αὐτῆς, καὶ συζητοῦσα αὕτη, θέλει ἀφήσει πρὸ πάντων εἰς τὴν κρίσιν τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ κρίνῃ περὶ τῶν αἰτίων καὶ ὑπευθύνων τῆς ἐθνικῆς συμφορᾶς.
§306ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω παρὰ μίαν ἐρώτησιν νὰ κάμω. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Βόλου εἶπεν, ὅτι ἐννοεῖ τὸν πόλεμον, ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖ ψευτοπόλεμον. Θὰ τὸν παρακαλέσω, ἐπειδὴ μεταξὺ τῶν ἄλλων παρουσιάζεται ἡ προδοσία, νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ εἴπῃ εἰς τὸ ἔθνος, τίς ὁ προδώσας κατὰ τὸν πόλεμον.
§307Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐτὸ ἐζήτησα. Ἐζήτησα νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα διὰ νὰ γείνῃ συζήτησις.
§308ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Διότι, ἐὰν πεισθῶμεν ὅτι ὑπάρχει προδοσία, βεβαίως ἡ προδοσία θὰ ἀνήκῃ εἰς τοὺς μεράρχους, εἰς τοὺς ταξιάρχους καὶ εἰς τοὺς ἀρχηγούς, καὶ ὅταν πρόκειται οἱ μέραρχοι τοῦ στρατοῦ, οἱ ταξίαρχοι τοῦ στρατοῦ, οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ στρατοῦ νὰ ᾖναι προδόται...
§309Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§310ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. .. τότε ἔπρεπε νὰ εἴχετε ἀποθάνει ἀπὸ μαρασμόν.
§311Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Ἐνοήσατε τί εἶπον.
§312ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Προδοσίαν εἴπετε.
§313Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶπον ὅτι, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀληθὴς πόλεμος, πᾶν ὅ,τι ἐγένετο δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἄλλως, εἰμὴ ὡς μία προδοσία. Δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐγὼ νὰ εἴπω, τίς ἔπραξε ταύτην, οὔτε συμπέρασμα συνάγεται αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σεῖς θέλετε νὰ φέρητε. Ἐζήτησα νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τακτικὴν, ἵνα ἔλθω καὶ ἐγὼ μὲ τὰ ἐφόδια, ἵνα ἴδω καὶ τὸν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι γράφεται θλιβερὰ κωμῳδία μὲ αἷμα Ἑλληνικόν, ἵνα ἴδω καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, τὸν πρώην, ὁ ὁποῖος γράφει αὐτὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἶπον, ἵνα παραστῶσιν ἐκεῖνοι ἐνταῦθα, οἱ ὁποῖοι ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εὑρεθῶσιν ἐν τῷ σταδίῳ τῆς δόξης, ἵνα ἀκούσω τὸν Τερτίπην, νὰ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἐμὲ καὶ ἐκείνους, νὰ ἴδω τὸν Βουλευτὴν Ζακύνθου, ὁ ὁποῖος παρευρέθη ἐκεῖ, νὰ ἤμεθα ἐν πλήρει ἀπαρτίᾳ, νὰ ᾖναι παρόντες καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν καὶ οἱ ὁποῖοι τυχὸν δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, ὡς ἐμπρέπει εἰς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος τούτου.
§314ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἀξιότιμε κύριε Βουλευτὰ Βόλου, ἐὰν ὑπάρχῃ προδοσία, ὑπάρχει ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας, ὑπάρχει ἀπὸ τὸν μέραρχον Μαυρομιχάλην, ὑπάρχει ἀπὸ τὸν μέραρχον Μακρῆν, ἀπὸ τὸν ταξίαρχον Μαστραπᾶν, ἀπὸ τὸν ταξίαρχον Σμολένσκην... (κίνησις).
§315Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὴ φέρετε ὀνόματα, διότι τὰ φέρετε ὑπ’ εὐθύνην σας.
§316ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Βεβαίως οἱ ἀνθυπολοχαγοὶ δὲν ἐπρόδωσαν.
§317Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς ὅ,τι ἐβεβαίωσεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§318ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἀρκεῖ ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀπεπλάνησαν τὸν λαὸν καὶ οἱ ὁποῖοι ἀρκετὰ ἐξεμεταλλεύθησαν τὸν ἔξω Ἑλληνισμὸν, τεθωρακισμένοι μὲ τὸν δῆθεν πατριωτισμόν. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐνέπλεξαν τὸ ἔθνος εἰς πόλεμον. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν κ. Χατζόπουλον, ὅτι ὁ πόλεμος ἔπρεπε νὰ γείνῃ. Ἀλλ’ ἐνέπλεξαν τὸ ἔθνος εἰς πόλεμον, καὶ ἀφοῦ τὸ ἐνέπλεξαν καὶ ἀπέτυχε, ζητοῦσι νὰ ἐπιῤῥίψωσι τὴν μομφὴν καὶ τὴν ἀφορμὴν εἰς ἄλλους, καὶ ἰδοὺ προδόται, καὶ ἰδοὺ δειλοί, ἰδοὺ ἀνίκανοι!...
§319Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Φιλάρετος.
§320ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε... Καὶ ἀμέσως διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν ὀργάνων ἐκηρύξατε παληοσακαράκαν τὸν στρατηγὸν Μακρῆν! (Θόρυβος).
§321ΦΩΝΑΙ. Δὲν πρόκειται περὶ προσωπικῶν τώρα.
§322ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Μὴ κρύπτεσθε. Νὰ εἴπωμεν καθαρὰ τὴν ἀλήθειαν, διὰ νὰ μάθῃ ἕκαστος τὴν ἀλήθειαν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν λίαν εἰλικρινῶς σᾶς εἶπε τὴν ἀλήθειαν. Ἐκαλέσατε τὸν στρατηγὸν Μακρῆν, ἀφοῦ ἀπετύχομεν, παληοσακαράκαν!
§323Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποῖος τὸν εἶπεν;
§324ΦΩΝΑΙ. Οὐδείς.
§325ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Λάβετε τὰς ἐφημερίδας καὶ ἀναγνώσατε. Ἐδώκατε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν τύπον ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τὸ ἔθνος.
§326Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν ὅτι μόλις τὸ ἥμισυ ἢ τὸ ⅓ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ ἐκτελέσωσι τὰ καθήκοντά των. Ἡ Βουλὴ θέλει νὰ μάθῃ ποῖα εἶναι τὰ ἄλλα ⅔, ἵνα ἀπέλθωσιν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ.
§327ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εἶμαι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος θέλω ἡ ὑπόθεσις τοῦ πολέμου διὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς στρατιωτικῆς νὰ φερθῇ εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, καὶ ἐκεῖ νὰ φανῶσιν οἱ ἔνοχοι. Πρὶν ἢ γείνῃ ὅμως ἓν τοιοῦτον διάβημα, δὲν πρέπει ν’ ἀποφασίζωμεν, οὐδὲ ν’ ἀποδίδωμεν μομφὴν, καὶ μάλιστα ἐκεῖ ὅπου δὲν πρέπει.
§328ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὐδαμοῦ οὐδαμόθεν ἀπεδόθη μομφή.
§329ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἄν ὑπάρχῃ προδοσία, βεβαίως δὲν εἶναι ἀπὸ τοὺς στρατιωτικούς.
§330ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ δειλοὶ νὰ τιμωρηθῶσι.
§331ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Πρὸ πάσης ἐπιχειρήσεως εἶναι ἡ καλὴ πίστις. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρατηρῶ, εἶναι, ὅτι φοβεῖσθε μήπως οἱ στρατιωτικοὶ καλύψωσι τοὺς ἐνόχους τοὺς στρατιωτικούς.
§332ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ πάντα φοβούμεθα, διότι ἐνόμισαν ὅτι τὰ γαλόνια τὰ ἔχουν διὰ νὰ περιφρουροῦν τὸ σῶμά των. Ὁ στρατιώτης, ὁ ὁποῖος διατάσσεται νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ ἔδαφος τῆς πατρίδος, ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἐκεῖ, ὄχι νὰ λάβῃ ὡς θώρακα τὰ γαλόνια του καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας. Δι’ αὐτὸ ἔχομεν τὸν στρατὸν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου πολλὰ ἐθυσίασε τὸ Κράτος. Αὐτὸ τὸ ἁγνὸν αἴσθημα μὲ παρεκίνησε νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασίν μου, διὰ τὴν παραδοχὴν τῆς ὁποίας θὰ ἐπιμείνω καὶ μέχρι παραιτήσεως ἀκόμη, διότι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ὑψωθῇ εἰς τὸ ὕψος τοῦ προορισμοῦ της. (Εὖγε! εὖγε!)
§333ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Λοιπὸν ἐγώ, ὁ ὁποῖος σᾶς ὁμιλῶ οὕτω, εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατήγγειλα (καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὸ γνωρίζει) ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκα τὴν ἀκόλουθον διαταγήν: «Σήμερον τὴν 3 ὥραν μ. μ. ἀξιωματικοί, ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται, ἄρχονται αἱ ἐχθροπραξίαι. Ἡ πατρὶς καὶ ὁ ἀρχηγὸς ἐνεπιστεύθη τὴν φρούρησιν τῆς πόλεως Ἄρτης εἰς ἡμᾶς, μὲ τὴν ἀπαίτησιν νὰ ταφῶμεν ἐντὸς αὐτῆς, παρὰ νὰ τὴν ἐγκαταλείψωμεν. Πιστὸς εἰς τὴν εὐγενῆ αὐτὴν ἀπαίτησιν τῆς πατρίδος καὶ εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ ἀρχηγοῦ, διατάσσω: ὑποχώρησις δὲν ὑπάρχει, ἕκαστος δὲ ἀξιωματικὸς ἢ στρατιώτης νὰ θεωρήσῃ τὴν θέσιν του ὡς τάφον. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι, ἂν ἡ διαταγή μου αὕτη ἐκτελεσθῇ κατ’ οὐσίαν, ὅπερ δὲν ἀμφιβάλλω, ὁ ἐχθρὸς θὰ συντριβῇ ἐπὶ τῶν ὀχυρωμάτων σας καὶ θὰ ὑποχωρήσῃ.»
§334ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιχείρησις ἦτο διὰ νὰ φυλάξωμεν τὴν Ἄρταν, ἢ διὰ νὰ πάρωμεν τὰ Ἰωάννινα;
§335ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Χαίρω πολὺ, διότι μοῦ ἐδώσατε ἀφορμὴν, διὰ νὰ μάθῃ τὸ ἔθνος τί συμβαίνει. «Ἅμα τῷ πρώτῳ κανονιοβολισμῷ, ἔλεγον ἐν τέλει τῆς διαταγῆς, θὰ ζητωκραυγάσωμεν ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς πατρίδος.» Οἱ στρατιῶται ἤκουσαν τὴν διαταγήν. Μετὰ τρεῖς ἡμέρας ὁ ἐχθρὸς συνετρίβη καὶ ἐτράπη εἰς φυγήν. Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐρωτήσεών σας, κύριε Παπαμιχαλόπουλε. Ὁ μικρὸς ἐκεῖνος στρατὸς κατεδίωξε τὸν ἐχθρὸν εἰς ἀπόστασιν 2½ ὡρῶν ἀπὸ τῶν Ἰωαννίνων. Πρὸς τιμὴν ἰδικήν μου σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἡ ταξιαρχία, τὴν ὁποίαν διῴκουν, ἔφθασε 2½ ὥρας ἔξω ἀπὸ τὰ Ἰωάννινα, ὅτε λιπόψυχος ἀξιωματικὸς ἐκ τῆς μιᾶς πλευρᾶς εἰδοποιεῖ ὅτι μυρμηκιὰ τουρκικοῦ στρατοῦ τὸν καταδιώκει. Δεύτερος ἀξιωματικὸς ἀριστερᾷ, ἄτιμος, εἰδοποιεῖ ἐπίσης, ὅτι μυρμηκιὰ ἐχθρῶν ἐφάνη ἐνώπιόν του. Ὁ ἀρχηγὸς, μὲ τὸν ὁποῖον δὲν διάκειμαι καθόλου φιλικῶς, λαμβάνει μίαν εἰδοποίησιν ἐκ τῆς δεξιᾶς τοῦ στρατοῦ, ὅτι μυρμηκιὰ ἐχθρῶν καταδιώκει αὐτόν. Ἐκ τῆς ἀριστερᾶς ἐπίσης ὑπολογίζει τὰς δυνάμεις του καὶ εὑρίσκει ὅτι ἔχει τὸν Βότσαρην μὲ 4,070 ἄνδρας μόνον ἀπέναντι τῶν Ἰωαννίνων. Ὁ ἀρχηγὸς ἐσκέφθη ὅτι ἔχει εὐθύνην διὰ τοὺς 4,070 αὐτοὺς ἄνδρας, καὶ διατάσσει τὴν ὑποχώρησιν. Ἔχετε δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι μὲ 4,070 ἄνδρας ὁ ἀρχηγὸς ἐκεῖνος διέταξε νὰ κυριεύσωμεν τὰ Ἰωάννινα, διότι τὰ Ἰωάννινα ἦταν ἐλεύθερα! Ἡ ὑπηρεσία τοῦ στρατεύματος ἐκείνου εἶχε τὰς πληροφορίας της θετικάς. Ἡ ὑπηρεσία τῶν πληροφοριῶν καὶ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων πηγῶν καὶ ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας εἶχε τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐντὸς τῶν Ἰωαννίνων κατέφυγον 21 τάγματα καὶ 26 κανόνια. Ἐπρόκειτο λοιπὸν ὁ ἀρχηγὸς ἐκεῖνος μὲ 4,070 ἄνδρας νὰ διατρέξῃ τὴν ὁδὸν τῶν Ἰωαννίνων καὶ νὰ κυριεύσῃ τὰ Ἰωάννινα! Ἐὰν ὑπάρχῃ Ἕλλην, ὅστις νὰ πιστεύῃ, ὅτι στρατὸς ἀπόλεμος δύναται νὰ διατρέξῃ τὸ διάστημα αὐτὸ τῶν 2½ ὡρῶν εἰς ἀνοικτὸν πεδίον ἐνώπιον 30,000 Τούρκων!...
§336ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ποῦ εὑρέθησαν; Τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ Κουμουνδοῦρος ἔφθασεν εἰς τὰ Πέντε Πηγάδια, δὲν ἦσαν οὔτε 3,000 εἰς Ἰωάννινα.
§337ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. 18 μόνον ἄνθρωποι!
§338ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἀπατᾶσθε. Ἐγὼ παρεκάλεσα χωρικόν τινα νὰ μεταβῇ εἰς Ἰωάννινα καὶ νὰ μοῦ φέρῃ πληροφορίας, ἠναγκάσθην δὲ εἰς τὸ ὑποκάμισόν του νὰ γράψω «δύναμις;» ὁ ἄνθρωπος δὲ μοὶ ἀπαντᾷ «εἰκοσιένα», δηλαδὴ τάγματα. Ἐνώπιον τῶν Ἰωαννίνων εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην οἱ πρόξενοι ἠνάγκασαν τὸν τουρκικὸν στρατὸν νὰ ὀχυρωθῇ. Λοιπὸν, ἂν ἔχετε τὴν ἀπαίτησιν ὁ ἀρχηγὸς ἐκεῖνος, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦτο, νὰ προχωρήσῃ πρὸς τὰ Ἰωάννινα μὲ 4,070 ἄνδρας, νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι καὶ ἐναντίον τῆς λογικῆς καὶ ἐναντίον τῆς πολεμικῆς τέχνης. Ἰδοὺ ὁ λόγος, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπεχώρησα. Ἀλλὰ σᾶς προσθέτω καὶ ἓν ἄλλο. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔκαμον τὸν ἀρχηγὸν νὰ ὑποχωρήσῃ, δίδοντες ψευδεῖς πληροφορίας, —καὶ τὰς ἔδιδον ἐκ τῆς λιποψυχίας των—οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι...
§339ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐβραβεύθησαν.
§340ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐὰν δὲν ἐβραβεύθησαν, θὰ βραβευθῶσι, διότι οὐδεὶς τολμᾷ νὰ τοὺς καταγγείλῃ.
§341ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δι’ αὐτὸ ζητοῦμεν τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς.
§342ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τοὺς καταγγείλω ἐγώ.
§343ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐρωτήσατέ με διατὶ δὲν τολμᾷ νὰ τοὺς καταγγείλῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει ἤδη τὴν καταγγελίαν τὴν ἰδικήν μου, διότι ἔχω τὸ θάῤῥος τῶν ἰδεῶν μου καὶ τοὺς κατήγγειλα.
§344ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν;
§345ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν τολμῶσι νὰ τοὺς καταγγείλωσι, διότι ἐκεῖνοι ἐφρόντισαν διὰ τοῦ τύπου νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ἐντροπήν των. Ὅστις ἐξ ἡμῶν ἤθελε τολμήσει νὰ τοὺς καταγγείλῃ, θὰ θεωρηθῇ ἢ ὅτι εἶναι μοχθηρὸς ἢ ὅτι φθονεῖ τὴν δόξαν των.
§346ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ δίδετε τώρα τὴν ἄδειαν; Ἐγὼ — ἐπειδὴ ἀπετάθητε ἐπανειλημμένως πρὸς ἐμὲ — δὲν αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἴπετε περὶ τῶν στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων πρὸ τῶν Ἰωαννίνων, οὔτε ἔχω τὰ στοιχεῖα, οὔτε εἶναι καιρὸς ἀκόμη νὰ γείνωσι γνωστὰ τὰ πράγματα, ὥστε νὰ δύναμαι ν’ ἀπαντήσω ὑμῖν. Ἐπειδὴ ὅμως ἀναφέρεσθε συχνὰ εἰς ἐφημερίδας καὶ νομίζετε ὅτι ἡ ἱστορία ἐγράφη ἤδη ὁριστικῶς δι’ ὅσων ἀνέγραψαν αἱ ἐφημερίδες, δηλῶ ὑμῖν, ὅτι ἀνέγνωσα καὶ ἐγὼ εἴς τινα ἐφημερίδα ὅμοιόν τι, ὅτι δηλαδὴ ὁ κ. Νοταρᾶς ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου, ἐνώπιον ἐπισήμου ἀρχῆς, καὶ δὴ δικαστικῆς, εἶπεν ὅτι δὲν ἔδωκε καμμίαν διαταγὴν, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ ἐπιτελείου τοῦ Ἀρχηγείου Ἄρτης, νὰ ὑποχωρήσῃ κανείς. Ἐπίσης ἀνέγνωσα, ὅτι ἐπεφορτίσθη ὁ συνταγματάρχης κ. Στράτος νὰ διεξαγάγῃ ἀνακρίσεις διὰ τὰ γενόμενα ἐν τῷ στρατῷ τῆς Ἠπείρου, ἀπεφήνατο δὲ νὰ τεθῶσιν εἰς ἀπόταξιν καὶ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἄλλας τιμωρίας 52 ἀξιωματικοὶ, κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνώτεροι. Ἐπειδὴ ἀναφέρετε τὰς ἐφημερίδας, ἠναγκάσθην νὰ ἀναφέρω τοῦτο. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὔτε ἡ στιγμὴ οὔτε ὁ τόπος εἶναι κατάλληλος νὰ συζητῶνται ταῦτα.
§347ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Καὶ ἡ στιγμὴ κατάλληλος καὶ ὁ τόπος λαμπρός. Μὲ ἐξυπηρετήσατε ὡς ἄν ἦσθε ἀδελφός μου, καὶ διὰ τοῦτο θὰ σᾶς εἴπω καὶ διὰ τὰ ἄλλα.
§348ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξυπηρέτησα μόνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φρονῶ, οὐχὶ δὲ ὑμᾶς. Τοιαύτη ἦτο ἡ πρόθεσίς μου.
§349ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι πρέπον αὐτό.
§350ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐδικάζετο εἰς τὸ Στρατοδικεῖον Ὀθωμανός τις ὡς κατάσκοπος. Ἐκτὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν εἶχον εἰς τὴν Ἤπειρον, εἶχον καὶ πολιτικὴν ἀποστολὴν, —καὶ μάρτυς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως, —εἶχον τὴν ἐντολὴν νὰ περιποιηθῶ τοὺς Ἀλβανούς, διότι εἶναι μεγαλειτέρα δύναμις ἀπὸ τὸν στρατὸν τὸν τουρκικὸν εἰς τὴν Ἤπειρον. Ἔγραψα πρὸς αὐτοὺς νὰ μείνωσιν οὐδέτεροι καὶ νὰ ἑνωθῶσιν. Ὁ πρῶτος Ὀθωμανὸς, ὁ ὁποῖος μὲ ὑπηρέτησεν, ἦτο ὁ δικαζόμενος ἐπὶ κατασκοπείᾳ. Ὁ Ὀθωμανὸς ἐκεῖνος ἀπέστειλεν ἄνθρωπον καὶ μᾶς εἰδοποίησεν, ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἑτοιμάζονται... (διαμαρτυρίαι ἐκ πλείστων ἑδρῶν).
§351ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν λέγονται αὐτά. Οὔτε νὰ ἐπιτρέπητε, κύριε Πρόεδρε, νὰ λέγωνται (ἐπιδοκιμασίαι).
§352ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀπολογηθῶ, Κύριοι, νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον.
§353ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Βότσαρη, θ’ ἀπολογηθῆτε ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου!
§354ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Μὲ πολλήν μου εὐχαρίστησιν... Ἤδη θὰ σᾶς ἀπαντήσω μόνον ὡς πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὡς λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. ταγματάρχου, ὅτι διαταγὴ ὑποχωρήσεως δὲν ἐδόθη. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὸ δὲν τὸ εἶπεν ὁ κ. ταγματάρχης.
§355ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κατακρίνητε πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκτὸς τῆς Βουλῆς.
§356ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν κατέκρινα κανένα. Ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, εἰπόντα ὅτι ὁ κ. ταγματάρχης εἶπεν ὅτι δὲν διέταξεν ὑποχώρησιν (διακοπαί).
§357ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ Γιαννηκώστας διέπρεψεν εἰς τὸν πόλεμον (θόρυβος).
§358ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπολογηθῶ. Ἀξιότιμοι Βουλευταί, ἀπέδωσαν προδοσίαν· ἀλλὰ ἡ προδοσία δὲν θὰ ἐγίνετο ἀπὸ ἄλλον, παρὰ ἢ ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας, ἢ ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ ἐν Ἠπείρῳ. Εἰς αὐτὴν τὴν προδοσίαν ἐνεχόμεθα ὅλοι, ὅσοι διῳκήσαμεν μεγάλα σώματα. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸν τύπον, ὁ τύπος ὑπηρέτησε καὶ ὑπηρετεῖ συμφέροντα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι— ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω—ὑπηρετοῦσι τὰ συμφέροντα ἐκείνων, οἵτινες ἀντιστρατεύονται εἰς τὸ καλὸν τῆς πατρίδος.
§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάνεσης ἔχει τὸν λόγον.
§360ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ζητῶ τὸν λόγον. Ἐὰν πρόκειται ὅμως νὰ παραταθῇ, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, ἵνα τεθῇ τέρμα εἰς αὐτήν.
§361Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ μετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης, δὲν ὑπέθετον δ’ ὅτι ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ μετάσχω αὐτῆς, προσεδόκων μάλιστα, ὅτι ἡ συζήτησις ἤθελε περιορισθῆ ἐπὶ τὸ κύριον θέμα, τὸ ὁποῖον ὑπέθετον ὅτι ἔμελλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ θέσῃ εἰς ψηφοφορίαν, κατὰ τὴν ἐμὴν δὲ γνώμην, τὸ μόνον θέμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, εἶναι τὸ θέμα, ἐὰν ἡ Βουλὴ κρίνῃ κατεπείγουσαν ἢ μὴ κατεπείγουσαν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Λ. Πετιμεζᾶ. Καὶ βεβαίως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἤμην διατεθειμένος νὰ δώσω ψῆφον καταφατικὴν, καὶ νὰ ἀποφήνωμαι, ὅτι κρίνω τὴν πρότασιν κατεπείγουσαν, πάντες δ’ ἐννοεῖτε, ὅτι τὴν ψῆφόν μου ταύτην δικαιολογεῖ αὐτὴ αὕτη ἡ κατάστασις τῆς Βουλῆς, αὐτὴ ἡ ἐκτροπὴ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἔφθασεν εἰς τοσοῦτον, ὥστε νὰ μεταβάλῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν. Τοῦτο τί ἄλλο δηλοῖ, εἰμὴ τὴν ἐπιθυμίαν πάντων νὰ μάθωσι, ν’ ἀκούσωσι; Καὶ ἀφοῦ μετὰ δίψης σπεύδουσι νὰ ἀναγινώσκωσι τὰς διαφόρους ἀποκαλύψεις, τὰς ὁποίας πονηραὶ προαιρέσεις διασπείρουσιν εἰς τὰ πέρατα τῆς ἐπικρατείας καὶ ἐκτὸς τοῦ Κράτους, τί φυσικώτερον ἢ πάντες ἡμεῖς νὰ ἐπιθυμῆτε νὰ μάθητε τί ἐγένετο; Ἀλλ’ εἰς ἐμὲ, καὶ ἂν εἶχον ἐπιθυμίαν τοιαύτην, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον οὐδὲ νὰ τὴν ἐκδηλώσω, ὡς δὲν μοὶ ἐπετρέπετο καὶ νὰ ἀποτρέψω τινὰ ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκφέρῃ αὐτήν. Εἶπον «καὶ ἂν εἶχον ἐπιθυμίαν τοιαύτην», διότι, ἂν ἡ ἀνθρωπίνη ὑπομονὴ ἔχῃ ὅρια, ἡ ἐμὴ ὑπομονὴ ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ἔχει πλέον ὅρια. Ὅταν σύστασις τῶν πονηροτέρων στοιχείων τῆς κοινωνίας, ὅταν ἰδιοτέλεια ὑπερβαίνουσα τὴν ἔκτασιν τῆς ἀχρειότητος ἐξικνῆται μέχρι τοῦ βαθμοῦ νὰ ἀποδίδῃ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου προϊστάμην, καὶ εἰς τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου ἡγοῦμαι, τὰ μεγαλείτερα ἐγκλήματα, πῶς ἠθέλετε νὰ μὴ ἐπιθυμῶ ἐγκαρδίως, ἵνα τέλος πάντων ἀποκαλυφθῶσι τὰ πάντα, ἀφοῦ μάλιστα τὴν ἐπιθυμίαν μου ταύτην περιορίζῃ τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τυγχάνουσιν ἐπιβεβλημένα εἰς τοὺς χρηστοὺς πολίτας, τὰ καθήκοντα νὰ μὴ λέγωσιν ὅ,τι δὲν πρέπει νὰ λέγωσι, καὶ νὰ μὴ ἀποκαλύπτωσιν αὐτοὶ ὅ,τι δὲν ἔχουσι δικαίωμα ἢ δὲν πρέπει ν’ ἀποκαλύπτωσι; Νομίζετε ὅτι δὲν ἔχω ἀρχεῖον πλῆρες, ὅτι ἐν αὐτῷ δὲν ὑπάρχουσιν ἀποδείξεις, ἔγγραφα, σημειώσεις ἀριθμῶν, καταστάσεις, διὰ νὰ διαψεύσω πάντα, ὅσα λέγονται; Ἀλλὰ ἐγνώριζον ὅτι δὲν χρεωστῶ ν’ ἀπολογηθῶ εἰς ἐφημερίδας, ἐφημερίδας μάλιστα, αἵτινες γράφονται ὑπ’ ἀνθρώπων, οἵτινες δὲν ἀντιπροσωπεύουσιν ἐν Ἑλλάδι, εἰμὴ μόνον ἑαυτούς. Ἐὰν ἦσαν ἐφημερίδες κομμάτων, αἱ ὁποῖαι διηρμήνευον γνώμας πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἠδυνάμην νὰ ἀποδεχθῶ ὅτι προσῆκε νὰ δώσω πλείονα προσοχήν· ἀλλ’ ἐγώ, Ὑπουργὸς δοσίλογος ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, ὑπεύθυνος ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ὀφείλων λόγον μόνον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἤθελον ἀποδώσει μεγάλην τιμὴν εἰς τὰ κνώδαλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐζήτουν νὰ μὲ ὑποβάλωσιν εἰς ἀπολογίαν (εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν)· οὐδ’ ἔχω δικαίωμα νὰ ἀποδίδω τιμὴν εἰς ἐκείνους, οἵτινές εἰσιν ἄξιοι μόνον καταφρονήσεως. Λοιπὸν ὅταν ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ προεβλήθη ἐν τῷ μέσῳ, ὑπέλαβον, ὁδηγούμενος ἐκ τοῦ γράμματος αὐτῆς, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐξετάσεως τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, καὶ μολονότι δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουσι τὸν πόλεμον ψευτοπόλεμον, χαρακτηρίζω δὲ τὸν γενόμενον πόλεμον ὡς ἀληθῆ πόλεμον, μ’ ὅλα ταῦτα καὶ εἰς ἐμὲ τὰ πεπραγμένα παρέχουσι πολλὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἐγώ, μὴ μεμυημένος τῶν κανόνων τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης, ἐπεθύμουν νὰ ἴδω λυόμενα, ἤ, ἂν δὲν ἔβλεπον λυόμενα, ἐπεθύμουν νὰ παρασχεθῶσι πληροφορίαι περὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν γενομένων, ὅπως ἐν τῷ μέτρῳ τῶν ἐμῶν δυνάμεων δυνηθῶ νὰ κρίνω, πῶς συνέβησαν ὅσα μὲ ἐξέπληξαν. Ἐπεθύμουν λοιπὸν, ὅταν προετάθη ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, νὰ προέβαινε τέλος πάντων ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐρεύνης τῶν πραγμάτων, νὰ ἐξεδήλου τέλος πάντων τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μάθῃ τὰ γενόμενα, ἀλλὰ καὶ ἐπεθύμουν νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις αὕτη· δὲν ἐσκόπουν νὰ δώσω ψῆφον ἐπ’ αὐτῆς, ἀλλ’ ἐσκόπουν νὰ ἀρνηθῶ ψῆφον, αὐτὸ δὲ, τὸ ὁποῖον ἐσκόπουν νὰ πράξω τότε, προαγγέλλω καὶ σήμερον ὅτι θέλω τὸ πράξει, διότι δὲν ἁρμόζει εἰς ἐμὲ νὰ δηλώσω ἐπιθυμίαν περὶ ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως, ὅπως ἄρξηται ὁ ἔλεγχος. Εἶχον καθῆκον νὰ μὴ τὸν ἀποκρούσω· ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο παρέλειψα, οὐδὲ ἐδήλωσα ὅτι τοιοῦτον εἶχον καθῆκον. Ἀλλ’ ὅταν προεβλήθη αἴφνης ἄλλη πρότασις Βουλευτοῦ φίλου μου, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν μὲ ἠρώτησεν, ὅταν ἔγραφε τὴν πρότασιν αὐτοῦ, καὶ ὁ ὁποῖος διὰ τῆς προτάσεως αὐτοῦ ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἔχει οὐδὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔχω περὶ τοῦ πολέμου, διότι ἐγὼ δὲν κρίνω ψευτοπόλεμον τὸν γενόμενον πόλεμον, καὶ ὅταν εἶδον, ὅτι διὰ τῆς προτάσεως αὐτοῦ προεκαλεῖτο καὶ ἕτερος ἔλεγχος τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, ὅπερ δὲν ἀνεγράφετο ἐν τῇ προτάσει τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, εἶχον καθῆκον νὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ δηλώσω, ὅτι ἐγὼ δὲν προτίθεμαι νὰ ἀντιστῶ εἰς οὐδεμίαν πρότασιν, καὶ ἰδίως εἰς πρότασιν σκοποῦσαν τὴν ἀποκάλυψιν τῶν κατὰ τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ὁ πόθος καὶ ἡ δίψα τῆς Βουλῆς νὰ μάθῃ τὰ γενόμενα καὶ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν παρέτρεψε τὴν συζήτησιν, καὶ, ὡς εἶπον ὑμῖν, μετέβαλε σχεδὸν τὴν Βουλὴν εἰς ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν. Ὁ ἔντιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ ἕτερος συνάδελφος, ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, προέβησαν αὐτοὶ οὗτοι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, καθ’ ὃν χρόνον συνεζητοῦμεν, ἐὰν πρέπῃ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων ἢ νὰ ἀναβάλωμεν αὐτήν. Καὶ τῳόντι δὲν ἐσυγχίσθη μόνον ἡ ἔννοια τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς πρὸς τὰ καθήκοντα τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς,—διότι πολλοὶ ὑπέλαβον ὅτι ἡ ἐπιτροπή, ἥτις θέλει συστηθῆ, οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θέλει προτείνει τὴν ποινικὴν καταδίωξιν τούτου ἢ ἐκείνου, καὶ ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς ἡ Βουλὴ θέλει μεταβληθῆ αὔριον εἰς κριτήριον, ἀθωοῦσα ἢ καταδικάζουσα τούτους ἢ ἐκείνους,—ἀλλὰ προέβησαν καὶ περαιτέρω καὶ ἐπελάβοντο αὐτοὶ τῆς ἐρεύνης τῶν πρὸ τοῦ πολέμου, τῶν κατὰ τὸν πόλεμον καὶ ἑπομένως καὶ τῶν μετὰ τὸν πόλεμον. Ἡ τοιαύτη ἐκτροπὴ ἐξετελεῖτο διὰ τρόπου λίαν σοβαροῦ, ἐν τῷ μέσῳ δὲ τῆς σοβαρᾶς ταύτης μελέτης ἡ εὐφυΐα καὶ τὸ ἐπίχαρι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας μᾶς ἀνεκούφισε δι’ ἱλαρῶν παραβολῶν, εἰς τὰς ὁποίας μοὶ φαίνεται ὅτι ὀφείλω νὰ δώσω ἀπάντησιν. Δὲν ἐλησμονήσατε, διότι πρὸ μικροῦ ἠκούσατε τὸν κ. Βουλευτὴν χαρακτηρίζοντα τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κληρονόμον μου, ἐνῷ εὐτυχῶς εἶμι ἀκόμη ἐν τῷ βίῳ, οὐδ’ ἐπῆλθεν ἔτι ἡ ὥρα, ἵνα προκληθῇ τις νὰ μὲ κληρονομήσῃ. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐπέλθῃ ἡ πεπρωμένη ἐκείνη ὥρα, ἢ ὅταν ἐγὼ, κύπτων ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἡλικίας, ἀποχωρήσω τοῦ ἐνεργοῦ βίου, φρονῶ ὅτι μεγάλη θέλει εἶσθαι τιμὴ εἰς πάντα πολίτην, ὅστις ἤθελε λάβει τὴν εὐτυχίαν νὰ μὲ κληρονομήσῃ. Δημόσιος βίος ἐπὶ πεντήκοντα τέσσαρα ἔτη, καθ’ ὃν προσηνέχθησαν ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας μετριοφροσύνη δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ ἀναφέρω, ἠδύνατο ὄντως νὰ φέρῃ σύγχυσιν εἰς τοὺς ἐγκεφάλους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ μὴ εὐλαβῶνται τοιαῦτα πολιτειακὰ δικαιώματα. Μέχρι πρὸ μικροῦ ἔγραφον ἄρθρα ἐφημερίδων, καὶ δι’ αὐτῶν ἀπηρίθμουν δεκάδας εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας ἔλεγον ὅτι ὤφειλον νὰ δώσω· σήμερον καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπελάβοντο τῆς ἐρεύνης τῶν κατὰ τὸν πόλεμον καὶ ἠγόρευσαν περὶ τῶν εὐθυνῶν οὐ μόνον τῶν τότε Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς Βουλῆς. Ὅσην καὶ ἂν ἔχω ὑπόληψιν καὶ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Βουλὴν τῆς πατρίδος μου, δὲν ἐμπνέει αὐτὴν εἰς ἐμὲ αἴσθημα ἰδιοτελείας, ἀλλὰ τὸ καθῆκον νὰ διατηρῶ ἀμείωτον τὴν ὑπόληψιν τοῦ μόνου σώματος, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει τὸ ἔθνος. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ὑβριζόντων τὴν πατρίδα, οὐδ’ ἐκ τῶν ὑβριστῶν τοῦ πολιτεύματος, ἐξ ἐναντίας ἐβεβαίωσα πάντας καὶ εἶπον πανταχοῦ, ὅτι μόνον ὑπὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὡς τὰ πράγματα, ἔχουσι, ποθῶ καὶ εὔχομαι νὰ κυβερνᾶται ἡ πατρίς μου. Ὅταν δὲ ὁμιλῶ περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, δὲν ὁμιλῶ οὕτω διότι συμβαίνει ἡ πλειονοψηφία νὰ μὲ ἐμπιστεύηται σήμερον· ἄλλοτε ἡ πλειονοψηφία οὐ μόνον δὲν μὲ ἐνηπιστεύετο, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀπηχθάνετο, ἐσεβόμην δὲ καὶ τότε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, καὶ ἤμην εἷς τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν κηρύκων ὑπὲρ αὐτοῦ. Δὲν εἶναι ἀφελείας ἕνεκα, ἀλλ’ εἶναι μικροὶ, μὴ ἔχοντες πολιτικὴν ἀνατροφὴν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑποτάσσουσι τοὺς πόθους των εἰς τὴν εὐλάβειαν, ἣν ὀφείλουσιν εἰς τοὺς θεσμοὺς τῆς πατρίδος των, ἀπολύουσι δὲ τὴν γλῶσσαν αὐτῶν εἰς τὴν φλόγα τῶν πόθων ἢ εἰς τὴν ὁρμὴν τῶν ἐπιθυμιῶν των. Ἂν ἔχω πόθον νὰ ἔχω τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἔθνους, ὁ πόθος οὗτος δὲν ῥυθμίζει τὰς περὶ τοῦ προσήκοντος εἰς τὴν χώραν πολιτεύματος γνώμας μου, οὐδὲ μὲ διαθέτει ὑπὲρ τῆς ἐξουσίας τούτου ἢ ἐκείνου. Προεβλήθη καὶ ἄλλη γνώμη, τὴν ὁποίαν ἄνευ ἐνδοιασμοῦ, ἄνευ δισταγμοῦ, ἐτόλμησαν νὰ ἐκστομίσωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἡ γνώμη ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιλάβηται τῆς ἐρεύνης τῶν γεγονότων, διότι ἡ Βουλὴ αὕτη ἀποτελεῖται ἀπὸ πλειονοψηφίαν, ἥτις μοὶ ἔδωκε δείγματα τῆς ἐμπιστοσύνης της. Ἡ Βουλὴ αὕτη, ἔλεγον, ὅτι ἐμὲ, ἔνοχον ὄντα, θέλει μὲ ἀθωώσει. Οὕτως ἐξελάμβανον τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, παριστῶντες ὅτι οὕτω δι’ αὐτῆς ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς θέλει μεταβληθῆ εἰς δικαστήριον. Ἀλλὰ τίς προτείνει νὰ μεταβληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς δικαστήριον; Καὶ τίνα θέλει ἐνασκήσει ἐπιῤῥοὴν ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν πράξεων καὶ τῶν ἐρευνῶν τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς; Καὶ μήπως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ταύτῃ δὲν θέλει ἀντιπροσωπεύεσθαι καὶ ἡ μειονοψηφία; καὶ μήπως, ἄν οἱ πλειονοψηφοῦντες δὲν προβαίνωσιν εἰς τὰς ἐρεύνας, ὅσαι ἐνδείκνυνται ὡς ἀναγκαῖαι, ἢ δὲν συλλέγωσι τὰς πληροφορίας, ὅσαι παρέχονται, οἱ μειονοψηφοῦντες θέλουσιν ἐμποδίζεσθαι νὰ προβαίνωσιν εἰς τὰς ἐρεύνας, ἢ νὰ συλλέγωσι τὰς πληροφορίας, ὅσας κρίνουσιν ἀναγκαίας; Οἱ πλειονοψηφοῦντες καὶ οἱ μειονοψηφοῦντες τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἤθελον πορίσει κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐξετάσεών των πάσας τὰς πληροφορίας, αἱ πληροφορίαι ἤθελον διαδοθῆ εἰς τὸ κοινὸν, ἡ κοινὴ γνώμη ἤθελε κρίνει, ἡ κοινὴ συνείδησις ἤθελε φωτισθῆ, καὶ ἡ κοινωνία βεβαίως ἤθελε καταδείξει διὰ τοῦ δείκτου αὑτῆς τοὺς ἐνόχους, ἂν ὑπάρχωσιν, ἢ, ἂν τοιοῦτοι δὲν ὑπάρχωσι, τοὺς παραλείψαντας τὸ καθῆκόν των, ἢ τοὺς παραβάντας αὐτό. Ἀλλὰ καταγγέλλουσι καὶ ἁμαρτίας τῆς Βουλῆς αὐτοὶ οἱ ἀσεβεῖς διαστροφεῖς τῆς ἀληθείας! Ποίαν φέρει ἡ Βουλὴ εὐθύνην; Οὐδεμίαν ὑπέχει εὐθύνην, κατὰ τὴν γνώμην ἐμοῦ. Ἐὰν εὐθύνεται ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεις, ἃς ἐξήνεγκε, τὴν εὐθύνην τῶν ἀποφάσεων τούτων φέρομεν ἡμεῖς, οἵτινες προεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς προτάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ ἔδωκε τὴν ψῆφόν της. Ποῖαι εἶναι αἱ ἀφορμαὶ τοῦ πολέμου; Πῶς ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος; Δὲν γνωρίζω τί εἶχον κατὰ νοῦν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνεβούλευον, ἢ ἐκεῖνοι οἵτινες προέτρεπον εἰς αὐτὸν, ἢ ἐκεῖνοι οἵτινες προσεπάθουν νὰ ἐμπνεύσωσι τὸν πόθον εἰς τὸν πόλεμον, ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποχθονίως ἐνήργουν καὶ παρεσκεύαζον τὸν πόλεμον. Ἡμεῖς οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἐπεθυμοῦμεν τὸν πόλεμον, καὶ διὰ τρίτην ἐπαναλαμβάνω τοῦτο φορὰν, ἀφοῦ τοσάκις τὸ εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπειράκις δ’ ἐν συνεντεύξεσι, τὰς ὁποίας ἔλαβον μετὰ φίλων καὶ μὴ φίλων. Ἀλλὰ ἐνῷ δὲν ἐπεθυμοῦμεν τὸν πόλεμον, μᾶς ἠνάγκασαν νὰ πολεμήσωμεν. Διατὶ μᾶς ἠνάγκασαν νὰ πολεμήσωμεν; Ἐὰν μᾶς ἠνάγκασαν νὰ πολεμήσωμεν διὰ πράξεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐὰν αὐταί εἰσιν ἡ αἰτία τοῦ πολέμου, τὸν ὁποῖον ἡ Τουρκία ἐπεκήρυξε καθ’ ἡμῶν, δὲν εὐθύνεται ἡ Βουλὴ, εὐθυνόμεθα ἡμεῖς. Ἐὰν θέλωσι νὰ ὑπονομεύσωσι τὸν βίον τῆς Βουλῆς, ἐὰν θέλωσι σπουδάζοντες νὰ διαλύσωσι τὴν Βουλὴν, ἡ πρᾶξίς των αὕτη, κατὰ τοὺς χρόνους τούτους γινομένη, θέλει ἀναιρέσει τὸ πολίτευμα τῆς πατρίδος, θέλει ἀποτελέσει εἰρωνείαν καὶ θέλει παρασταθῆ ὡς σάτυρα εἰς συμφορὰν τῶν δυστυχησάντων συμπολιτῶν, προσέτι δὲ θέλει εἶναι καὶ πρᾶξις ἄδικος καὶ μὴ ἀναγκαία. Αὐτοὺς τοὺς ὁμιλοῦντας περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἢ τοὺς συμβουλεύοντας αὐτὴν, ἢ τοὺς ἀπειλοῦντας διὰ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, αὐτοὺς τούτους θέλει ἐρωτήσει ἡ Βουλὴ, θέλουσιν ἐρωτήσει οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὴν Βουλευταὶ, διατὶ προβαίνουσιν εἰς τὴν διάλυσιν; Θέλουσιν εἰπεῖ: «Διότι ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ δὲν ἀπεδοκιμάσαμεν τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅταν ἔστελλον τὰ πλοῖα εἰς τὴν Κρήτην, δι’ αὐτὸ μᾶς διαλύετε;» Ἢ διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεδοκίμασεν αὐτοὺς, ὅταν ἔστελλον ἐκεῖσε τὸ ὑπὸ τὸν συνταγματάρχην Βάσσον στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα; Μόνον αὐτὰς τὰς δύο πράξεις ἐπράξαμεν, ἀλλ’ αὐτὰς δὲν τὰς ἀπεδοκίμασεν ἡ Βουλὴ, τὰς ἐνέκρινε, δὲν εὐθύνεται ὅμως ἡ Βουλὴ δι’ αὐτὰς, εὐθυνόμεθα ἡμεῖς, ἂς παραστῇ δὲ πᾶς, οἱοσδήποτ’ ἂν ἦναι οὗτος, εἴτε ἰδιώτης, εἴτε ἐπίσημος ἀνὴρ, εἴτε πολιτευόμενος, εἴτε μέλος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τοῦ ἐργαζομένου καὶ διὰ τοῦ ἱδρῶτος ποριζομένου τὸν ἄρτον του, ἂς παραστῇ νὰ ἐρωτήσῃ, διατὶ εἰσηγησάμην εἰς τοὺς συναδέλφους μου, διατὶ προεβάλομεν ἡμεῖς πρότασιν, διατὶ διετάξαμεν τὰ πλοῖα νὰ καταπλεύσωσιν εἰς τὴν Κρήτην ἢ τὸ μνημονευθὲν στρατιωτικὸν σῶμα νὰ μεταβῇ ἐκεῖσε; Καὶ ὅταν δείξω εἰς αὐτοὺς τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἐξιστόρουν τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκετο ὁ λαὸς τῆς μεγαλονήσου, ἰσχυρίζομαι ὅτι, καὶ ἐὰν οὗτος ἦτο ὁ δειλότερος τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἐὰν οὗτος κατὰ λάθος φέρῃ ἱμάτια ἀνδρός, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ φέρῃ ἱμάτια γυναικός, θέλει πάντως ἀναγκασθῆ καὶ καὶ αὐτὸς νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἡ αἴγλη τοῦ Ἑλληνικοῦ ὀνόματος, ὅτι αἱ ἐλπίδες τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ συντηρῶμεν, μᾶς ἐπέβαλλον τὸ καθῆκον νὰ προβῶμεν εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα διετάξαμεν. Ἐὰν δὲν ἤθελον πεισθῆ, ἂς ἔλθωσι νὰ καταδικάσωσιν ἡμᾶς, ἂς καταδικάσωσιν ἐπὶ ἐγκλήματι, ἐπὶ προδοσίᾳ. Ἐὰν Πρωθυπουργὸς μεγάλου Κράτους, τοῦ ὁποίου τὸν πλοῦτον ζηλεύουσι καὶ φθονοῦσιν ἐν πάσαις ταῖς χώραις, ἡ ἰσχὺς δὲ καὶ ἡ δύναμις καταπλήσσει ἡμᾶς, ἐὰν οὗτος εἶπεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀξία ζουρλομανδύου καὶ ὅτι ὁ πόλεμος, εἰς τὸν ὁποῖον ἠναγκάσθη νὰ παρασυρθῇ μετὰ τὴν ἐπικήρυξιν αὐτοῦ ὑπὸ τῶν Τούρκων, ἦτο ἐπιχείρησις ἄφρων, ἐπιτρέπεται αὐτῷ νὰ δώσῃ τοιούτους χαρακτηρισμούς. Εἶναι ὅμως ἀνάξιοι τοῦ ἑλληνικοῦ ὀνόματος, ἢ ἔπρεπε ν’ ἀποσταλῶσιν ἀλλαχοῦ καὶ περιβληθῶσι τὸν ζουρλομανδύαν, οἱ Ἕλληνες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπαναλαμβάνουσι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας περὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὅταν ἐκεῖνος ὁμιλῶν πρὸς τοὺς συμπολίτας του ἐπέκρινε τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν μετήλθομεν, ἐσκόπει νὰ καταστήσῃ αὐτοῖς κατάδηλον τὴν φιλανθρωπίαν ἢ τὴν πρὸς τὸν πολιτισμὸν ἀφοσίωσιν αὐτοῦ, ἣν ὑπηρέτει διὰ τῆς πολιτείας, ἣν μετῆλθεν. Ὁμολογῶ ὅτι λέγων ταῦτα περὶ τῆς ὕβρεως ταύτης, τῆς ἐκτοξευθείσης καθ’ ἡμῶν, περὶ τῆς ὕβρεως ὅτι εἴμεθα ἄξιοι ζουρλομανδύου, δὲ παύω ἀπὸ τοῦ νὰ αἰσθάνωμαι ζωηρὰν εὐγνωμοσύνην καὶ πρὸς τὸν Ἀγγλικὸν λαόν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ μαρκησίου Σώλσβαρυ, πάντες δ’ ὅσοι θέλουσιν ἀναφυλλίσει τὰς σελίδας τῆς Λευκῆς Βίβλου, ὅσοι ἀνατρέξωσιν εἰς τὴν Κιτρίνην Βίβλον, θέλουσι πληροφορηθῆ ὅτι κατὰ τὰς κρισίμους ἐκείνας περιστάσεις, κατὰ τὴν δυστυχῆ ἐκείνην περίοδον, ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας δὲν ὤκνησε ποτέ, ἵνα καταδηλώσῃ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ μεγάλου ἐκείνου Κράτους ὑπὲρ τῆς προκινδυνευσάσης πατρίδος ἡμῶν. Τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε οὐδεὶς δύναται ἄνευ ἐκπλήξεως νὰ προσβλέψῃ εἰς αὐτά, καὶ αὐτοὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους δὲν ἐλάνθανεν ὅτι ἡ μονομαχία αὕτη ἦτο ἄνισος, καὶ ἑπομένως ὅτι πιθανὴ ἦτο ἡ ἀποτυχία κατ’ αὐτήν, αἱ οὗτοι ἐξετάζοντες κατὰ μέρος τὰ συμβεβηκότα θέλουσι προσκόψει πρὸ ἀποριῶν, τὰς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ λύσωσιν. Ἐὰν ἡ ἀποδοχὴ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων μᾶς παρέχει ἔστω καὶ ἀσθενῆ πιθανότητα, ὅτι ἠθέλομεν πορισθῆ κἄποιον φῶς, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ λύσωμεν τὰ προβλήματα, ἢ νὰ προσεγγίσωμεν κἂν εἰς τὴν λύσιν αὐτῶν, διατὶ νὰ ἀναστείλω ἐγὼ διὰ τῆς ψήφου μου τὴν πραγματοποίησιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων; Ἐγὼ τοιαύτην ἀποδίδω πολιτικὴν ἔννοιαν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, νομίζω δέ, ὅτι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θίγει, δὲν εἶναι ζητήματα κομματικά, συναφῆ πρὸς τὴν πολιτικὴν κατανομὴν τῆς Βουλῆς, οὐδ’ εἶναι ζητήματα κυβερνητικὰ, ἀλλ’ εἶναι ζητήματα θίγοντα τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, πάντες δὲ πρὸ αὐτῶν ἐσμὲν ἴσοι. Διὰ τοῦτο, ὅταν τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ οὐσία τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, θέλω δηλώσει δημοσίᾳ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδένα ἐκ τῶν ἐμῶν φίλων σκοπῶ νὰ ἐπηρεάσω, ἵνα δώσῃ οἵαν ἐγὼ θέλω δώσει ψῆφον, λευκὴν ἢ μέλαιναν· ὀφείλω ὄντως ν’ ἀφήσω ἐλευθέρους πάντας νὰ δώσωσιν οἵαν ἐγκρίνωσι ψῆφον. Λυποῦμαι, διότι ἐγώ, ἐν οἷαις εὑρίσκομαι περιστάσεσι, δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ δώσω λευκὴν ψῆφον, ἀλλὰ δὲν θέλω δώσει οὔτε μέλαιναν καὶ θέλω ἀρνηθῆ ψῆφον ἐπὶ τῆς οὐσίας αὐτῆς, ὅταν πρόκειται νὰ ψηφοφορήσῃ ἡ Βουλή, ἐὰν δέχεται ἢ δὲν δέχεται τὴν πρότασιν. Καὶ εἶμαι ὑπόχρεως νὰ μὴ δώσω μέλαιναν ψῆφον, διότι σᾶς ἐξέθηκα πόσον θεωρῶ κρίσιμον τὴν ἐκτέλεσιν τῆς προτάσεως, ἀλλ’ εἶμαι ὑπόχρεως νὰ δείξω ὅτι δὲν μετέχω παντάπασι τῆς ὠθήσεως ταύτης, διότι θέλει ὑποτεθῆ, ὅτι πράττω τοῦτο ἐκ συμφέροντος ἰδίου, ὅπως κατασιγάσω τὸν πάταγον, ὁ ὁποῖος γίνεται περὶ τὸ ὄνομά μου, καὶ καταπνίξω τὴν ἐχθρότητα, ἡ ὁποία πανταχόθεν ἐκδηλοῦται κατὰ τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγοῦμαι. Ὅσα εἶπον περὶ τοῦ πολέμου καὶ περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι μικρά τις προκαταβολὴ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἔχω ἐπὶ τῶν γενομένων, διότι τῷ ὄντι μικρὸν ἀπέσυρον τὸν πέπλον καὶ μόλις ἔδειξα ἄκραν τινὰ τῶν πραγμάτων. Εὔχομαι αἱ ἔρευναι, αἵτινες θέλουσι γενῆ, ν’ ἀποδείξωσι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἄξιον τοῦ ὀνόματος, τὸ ὁποῖον φέρει. Εὔχομαι καὶ ἐλπίζω τὰ ἀτυχήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθημεν, νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς διδασκαλία, ἵνα ἀνορθώσωσι τὰ ἤθη τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν ἡμῶν, ἵνα συμπληρώσωσι τὴν μόρφωσιν αὐτῶν, ἵνα καταστήσωσιν ἡμᾶς κατὰ τὸν ἀναγνωρισμὸν τῶν κομμάτων ἐγκρατεστέρους, καὶ μηδέποτε λησμονοῦντας τὰ κοινὰ συμφέροντα, ἵνα φωτίσωσιν ἡμᾶς νὰ ἴδωμεν τὰς ἀτελείας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, νὰ συμπληρώσωμεν αὐτὰς, νὰ βελτιώσωμεν τὰς τάξεις αὐτοῦ, καὶ νὰ πράξωμεν πᾶν ὅ,τι ἀπὸ ἡμᾶς ἐξαρτᾶται, ἵνα καταστήσωμεν αὐτὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματος τῆς πατρίδος, τῆς ὁποίας εἶναι στρατός. Δὲν εἶμαι δὲ προσέτι καὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ὡς χῆραι γυναῖκες, περιβάλλουσι τὴν κεφαλήν των διὰ μέλανος πέπλου καὶ θρηνοῦσι καὶ ὀλολύζουσι, διότι ἀπώλεσαν τοὺς προστάτας αὐτῶν. Ἡ Ἑλλὰς ἐδυστύχησεν, ἀλλὰ δὲν ἐχήρευσεν, ἀρκεῖ οἱ πολῖται αὐτῆς νὰ ἔχωσι τὸ σθένος τῆς ψυχῆς, ἵνα ἀντιμετωπίσωσι τὰς δυστυχεῖς περιστάσεις. Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι δὲν ζῶσιν ἐν Κράτει, τὸ ὁποῖον μίαν ἔχει ἀποστολὴν, νὰ κατασκευάζῃ τὴν εὐημερίαν τῶν κατοικούντων ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ, οἱ ὁποῖοι ἐπιδεικνύουσιν ὅτι γνωρίζουσιν ὅτι ἔχουσι καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἡ πατρίς των ἐκληροδότησεν εἰς αὐτοὺς καὶ ἡ ἐθνικὴ ἱστορία ἀναγράφει, αὐτοὶ εἶναι ὑποδεέστεροι τῶν καθηκόντων των, ἐὰν δὲν παύωνται θρηνοῦντες καὶ ὀδυρόμενοι, παριστῶντες εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν τὴν Ἑλλάδα ὡς καταγώγιον κακούργων, ὡς λαὸν πλήρη ἐλαττωμάτων καὶ ἐγκλημάτων, ὑβρίζοντες πᾶν ὅ,τι ἔχει ὁ τόπος οὗτος, καὶ ἀσεβοῦντες καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν σεπτὴν ἱστορίαν της. Ἐγὼ ἐλπίζω, ὅτι θέλει ἔλθει ἡμέρα, καθ’ ἣν τὰ πράγματα θέλουσιν ἀποδείξει, ὅτι ἠνωρθώθη τέλος πάντων ἡ τιμὴ τοῦ Κράτους. Εὔχομαι ἡ ἡμέρα αὕτη νὰ ἀνατείλῃ ἐνόσῳ ἀκόμη εἶμαι ἐπὶ τῆς γῆς, διότι θέλει εἶσθαι παραμυθία ἀντὶ πολλῶν πικριῶν, τὰς ὁποίας γευόμεθα ὁσημέραι, ἡ δὲ παραμυθία αὕτη θέλει πληρώσει τὴν ψυχήν μου εὐφροσύνης, καθ’ ἣν ὥραν ἀποχωρίζομαι τοῦ κόσμου τούτου. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς αἰθούσης, χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§362ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ θέμα εἶναι ἐξηντλημένον, Κύριοι. Θὰ τεθῇ συνεπῶς εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ περὶ τῆς προτάξεως τῆς προτάσεώς του ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§363ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις αὕτη;
§364ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐγειρόμενοι). Μάλιστα.
§365ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν δέχηται νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρόταξιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)... (διάλογοι).
§366ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἐὰν τὴν δέχεται ἡ Βουλή.
§367ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας;
§368ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν θὰ γείνῃ.
§369ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἔχω τὸν λόγον.
§370ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι χωριστὴ ἡ πρότασίς σας.
§371ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν γένηται δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἡ ἰδική μου παρέλκει. Πρόκειται περὶ διορισμοῦ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ γινομένης δεκτῆς τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, θὰ διορισθῇ τοιαύτη διὰ τὰ θέματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῇ προτάσει τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐμῇ προτάσει πλὴν τῶν θεμάτων τούτων ἀναγράφονται καὶ ἄλλα θέματα· θὰ ἔχωμεν καὶ δευτέραν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς;
§372ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως (διάλογοι).
§373ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Θέσατε τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε.
§374ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅταν ἦναι δύο προτάσεις, δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ δύναται νὰ προταθῇ ἡ συγχώνευσις. Ἐπειδὴ δὲ ἡ πρότασις τοῦ κ. Μπακοπούλου...
§375ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐχωρίσθησαν χθὲς αἱ προτάσεις δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως προταχθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§376ΚΑΙΡΗΣ. Τί παρεδέχθη;
§377ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρόταξις τῆς προτάσεως.
§378ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τώρα νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις.
§379Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως ταύτης, ὡς ἀντισυνταγματικῆς.
§380ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο δεκτή.
§381Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρόταξις μόνον.
§382ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ πρόταξις καὶ ἡ πρότασις.
§383Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τί νομίζει τὸ Προεδρεῖον;
§384ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρόταξις ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Περὶ τούτου ἀπεφάνθη ἡ Βουλή.
§385Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἤδη ἔρχεται ἡ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, ὡς ἐγὼ τὸ ἀντιλαμβάνομαι καὶ ὡς ἐγὼ ἑρμηνεύω τὴν πρότασιν.
§386ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε πρότασιν ἀπαραδέκτου;
§387Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀπαραδέκτου τῆς προτάσεως ὡς ἀντισυνταγματικῆς, ἕνεκα τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα καὶ τοὺς ὁποίους θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ἐν οὕτω προκεχωρηκυίᾳ ὥρᾳ. Στηρίζομαι δὲ εἰς τὰ ἄρθρα 8 καὶ 91 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 8 λέγει, ὅτι «οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένου εἰς αὐτὸν δικαστοῦ».
§388Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ δικαστῶν.
§389Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ δὲ ἄρθρον 91 λέγει: «Δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα δικαστήρια, ὑφ’ ὁποιονδήποτε ὄνομα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συστηθῶσι.» Ἡ πρότασις λέγει, ὅτι «ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ θὰ βεβαιώσῃ τίνες ἀξιωματικοὶ παρέβησαν κατὰ τὸν πόλεμον τὰ ἀνατεθειμένα αὐτοῖς καθήκοντα, εἴτε παραμελήσαντες τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, εἴτε πλημμελῶς ταύτην ἐνεργήσαντες, ἰδίως δὲ τίνες τούτων ἐγκατέλειψαν τὰς θέσεις των ἄνευ ἀνωτέρας διαταγῆς καὶ προφανοῦς ἀνάγκης, ἢ παρημέλησαν ὅπως δήποτε τὰς ἀνατεθείσας αὐτοῖς πολεμικὰς ἐνεργείας» καὶ ἑπομένως ὑπόκεινται εἰς ποινικὴν καταδίωξιν.
§390Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν.
§391Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ βεβαιωθῇ ὅμως ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν μεταβάλλεται εἰς Εἰσηγητήν, εἰς Βασιλικὸν Ἐπίτροπον, εἰς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἄν θέλετε, εἰς Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, εἰς Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, ὅπως θέλετε. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασίν μου εἰς τὴν Βουλήν.
§392ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται ἤδη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Φιλαρέτου πρότασις περὶ ἀπαραδέκτου τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ὡς ἀντισυνταγματικῆς. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἄν θεωρῇ τὴν πρότασιν ταύτην ἀντισυνταγματικήν. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ εἶναι ἀντισυνταγματική, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι)...
§393Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§394Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐρωτήσατε ἀντιστρόφως, κύριε Πρόεδρε.
§395ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἤδη προεκαλέσατε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἄν ἀποδέχεται τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, καὶ ἡ Βουλὴ εἶπε Ναί...
§396ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη μόνον περὶ τῆς προτάξεως. Ἤδη θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἀντιστρόφως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Φιλαρέτου. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου περὶ ἀπαραδέκτου τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ὡς ἀντισυνταγματικῆς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὸ ἀπαράδεκτον.
§397ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
§398ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἠρωτήθη δὶς ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε.
§399ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι 15 οἱ ζητοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν;
§400ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν τὴν ὥραν.
§401ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου. Τίθεται ἤδη εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Ἡ πρότασις ἔχει ὡς ἀκολούθως: «Προτείνομεν ἵνα δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος διορίσῃ ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν μελῶν αὑτῆς ἐννεαμελῆ ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐξακριβώσῃ τίνες ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης παρέβησαν κατὰ τὸν τελευταῖον Ἑλληνοτουρκικὸν πόλεμον τὰ ἀνατεθειμένα αὐτοῖς καθήκοντα, εἴτε παραμελήσαντες τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, εἴτε πλημμελῶς ταύτην ἐνεργήσαντες, ἰδίως δὲ τίνες τούτων ἐγκατέλειψαν τὰς θέσεις των ἄνευ ἀνωτέρας διαταγῆς καὶ προφανοῦς ἀνάγκης, ἢ παρημέλησαν ὁπωσδήποτε τὰς ἀνατεθείσας αὐτοῖς πολεμικὰς ἐνεργείας, ὑποβάλῃ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ὅσον οἷόν τε ταχύτερον τὰ πορίσματα τῶν περὶ τούτου ἐρευνῶν της διὰ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως.»
§402ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἔχει κατὰ τὸ γράμμα αὐτῆς καὶ ὅπως συνεπῶς ἀπηγγέλθη ὑπὸ τοῦ Προεδρείου ἡ πρότασις ἡ ὑποβαλλομένη εἰς τὴν Βουλὴν, νομίζω ὅτι θὰ ἐκπλήξῃ πᾶσαν Πολιτείαν κοινοβουλευτικὴν διὰ τὴν ἔστω κατὰ παρεξήγησιν ἐξυπακουομένην ἰδέαν, ὅτι ὑπάρχει Βουλὴ μὴ ἐννοοῦσα τὰ στοιχειώδη αὑτῆς καθήκοντα καὶ τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας αὑτῆς...
§403ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, περὶ ἀπαραδέκτου ὁμιλεῖτε; Ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§404ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἐπὶ τῆς οὐσίας... Νομίζω ὅτι θαλασσοπλοοῦντες εἰς ὠκεανὸν ζητημάτων πολλῶν καὶ ποικίλων, θέλομεν θεωρηθῆ ἀπολέσαντες τὴν πυξίδα, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ καθοδηγῇ ἡμᾶς ἐπὶ τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας καὶ τῶν καθηκόντων ἡμῶν. Ποῦ ἠκούσθη, Κύριοι, (ἐὰν ἐπιμελῶς ἐξετασθῇ ἡ πρότασις) ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ διορίσῃ ἐπιτροπήν, ὅπως ἁπλῶς ἐξετάσῃ τὴν ἐνέργειαν τὴν στρατιωτικὴν ἀξιωματικῶν κατὰ τὸν πόλεμον, ὡσεὶ δικάζουσα ἀξιωματικούς;
§405Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑποστηρίζει ἀπαράδεκτον! (Θόρυβος).
§406ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ νομικός, φρονεῖ ὅτι αὐτὸ εἶναί τι τυπικῶς ἀπαράδεκτον καὶ οὐχὶ οὐσιαστικῶς ἀπαράδεκτον, δηλαδὴ αὐτὴ ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος. Τὸ οὐσιαστικῶς ἀπαράδεκτον εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος. Καὶ ποῦ ἠκούσθη, Κύριοι, νὰ λέγηται ὅτι ἀπεφασίσθη, ὅτι οὐδεμία παρατήρησις δύναται νὰ γείνῃ ἐπὶ συζητουμένης προτάσεως; Ἀλλ’ ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἶπε προηγουμένως, ὅτι τὴν πρότασιν ταύτην δὲν τὴν ὑποβάλλει διὰ τὴν ἐν αὐτῇ περιεχομένην οὐσίαν, ἀλλ’ ὡς πρότασιν δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐδήλωσεν ὑπὸ τίνα ἔννοιαν ὑποβάλλει τὴν πρότασιν. Καὶ τῷ ὄντι ὑπὸ μόνην ταύτην τὴν ἔννοιαν δύναται νὰ νοηθῇ ἡ πρότασις, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν σοβαρωτάτην ταύτην δήλωσιν τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ, τοῦ ὑποβαλόντος τὴν πρότασιν καὶ ἁρμοδιωτάτου ὅπως ἑρμηνεύσῃ αὐτήν. Ἀλλὰ μήπως εἶναι ἀνάγκη τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἵνα ἑρμηνευθῇ ἡ πρότασις αὕτη ὡς πρότασις δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Τί περιέχει ἡ πρότασις αὕτη; Ἐνῷ ὑπάρχει διάταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον συνεστήθη ἐπιτροπὴ πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς διαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ Βουλὴ παρίσταται λέγουσα, ὅτι δυσπιστοῦσα πρὸς τὴν ἐξέλεγξιν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ στρατιωτικῶν ζητημάτων θὰ ἐπιφέρωσιν αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαί, παρεμβαίνει αὐτὴ καὶ διορίζει ἐπιτροπήν, ὅπως ἐξελέγξῃ τὴν διαγωγὴν τῶν στρατιωτικῶν. Τοῦτο προφανῶς ἐννοεῖ ἡ τοιαύτη πρότασις. Ἐθεωρεῖτο κατ’ ἀρχὰς ὡς μία πρότασις, σκοποῦσα εἰς τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς, ὅπως ζητήσῃ εὐθύνας παρὰ τῶν ὑπευθύνων. Ἀλλὰ δὲν γίνεται ἡ ἐξήγησις αὕτη. Ἀπ’ ἐναντίας ἤδη ὡς μόνη ἐξήγησις αὐτῆς γίνεται, ὅτι εἶναι πρότασις δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκφραζομένης καὶ ἐν τῇ προτάσει αὐτῇ, ἡ ὁποία ἀληθῶς μόνην λογικὴν ἔννοιαν ἔχει, ὅτι ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰ καθήκοντα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ δὴ τῆς στρατιωτικῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἅτε δυσπιστοῦσα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Αὕτη εἶναι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς προτάσεως. Ἐννοῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μπακοπούλου, ὡς σκοποῦσαν ἔλεγχον ὑπευθύνων πρώην Ὑπουργῶν, ἀλλὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ὅπως εἶναι διατετυπωμένη, ἄνευ ἐξηγήσεως καὶ ἄνευ ἑρμηνείας, δὲν τὴν ἐννοῶ, εἰμὴ ὡς πρότασιν δυσπιστίας πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν.
§407ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν, κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ ἡσυχάσωμεν.
§408ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἤδη, ἂν κατ’ οὐσίαν δέχεται τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§409ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§410ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρεται ἔνστασις ἀπαρτίας.
§411Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μετὰ τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως.
§412Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κ. Πρόεδρε, πῶς ὑπάρχει παραδοχή; Ἀφοῦ φέρεται ἔνστασις ἀπαρτίας, ἂν μὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, τότε ὑπάρχει παραδοχή, ἂν δὲν ᾖναι ἀπαρτία, δὲν ὑπάρχει παραδοχή.
§413ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Σχινᾶ, ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἑπομένως δὲν ἐπιτρέπεται καμμία συζήτησις. Κατόπιν δύνασθε νὰ λάβητε τὸν λόγον.
§414Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, κατόπιν.
§415ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ καθήσωσιν εἰς τὰς θέσεις των. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§416Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θεωρεῖτε ὡς παραδεκτὴν γενομένην τὴν πρότασιν;
§417ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἐλέχθη ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ· πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος καὶ κατόπιν ὁμιλεῖτε.
§418ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ἔκαμε τὴν ἔνστασιν;
§419ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Μεντζελόπουλος καὶ ὁ κ. Σχινᾶς.
§420Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγὼ ὄχι, κύριε Πρόεδρε.
§421ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Καὶ ὁ κ. Φιλάρετος.
§422Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὐδέποτε ἔφερον ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας κατὰ τὰ 15 ἢ 16 ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα πολιτεύομαι.
§423Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ὁ ἐνιστάμενος.
§424ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν ἔνστασιν.
§425ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἂς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ζέγγελη. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§426ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 12 μ. μ.