1897.11.07
3,225 rows · 25,660 words · 243 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6
τῆς 7 Νοεμβρίου 1897.
(Παρασκευή).
Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῇ σήμερον ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὅπως ἀναγγείλῃ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος. Ὁ Πρόεδρος προσεφώνησε τὸν Βασιλέα, ἡ δὲ Α. Μ. ἀντεφώνησε. Θ’ ἀναγνωσθῇ ἡ προσφώνησις καὶ ἡ ἀντιφώνησις.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Προσφώνησις. «Μεγαλειότατε. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ ἀναγγείλῃ πρὸς τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὰ βαθύτατα σέβη αὐτοῦ πρὸς τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα καὶ πρὸς τὴν Αὐτῆς Μεγαλειότητα τὴν Βασίλισσαν, εἰλικρινεῖς δ’ εὐχὰς ὑπὲρ τῆς εὐημερίας πάντων τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας. Δυσχερεῖς ὄντως καὶ δειναὶ αἱ περιπέτειαι, ἃς παρεσκεύασαν εἰς τὸ Κράτος πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι καὶ τοῦ κατ’ αὐτοῦ ἐπικηρυχθέντος πολέμου τὰ ἀτυχήματα. Εὐλόγως ὅμως προσδοκῶμεν, ὅτι ἡ διὰ τῆς εἰλικρινοῦς συμπράξεως τῶν Συνταγματικῶν ἐξουσιῶν ἐκδηλουμένη πολιτειακὴ μέριμνα καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ ἐγκράτεια καὶ ἡ φιλοπονία θέλουσιν εὐκολύνει τὸ Κράτος νὰ ὑπερβῇ τὰς δεινὰς καὶ ἀντιμετωπίσῃ τὰς δυσχερεῖς περιπετείας, ἃς διερχόμεθα. Ὁ Θεὸς σώζοι τὴν Πατρίδα καὶ τὸν Βασιλικὸν Θρόνον.» Ἀντιφώνησις. «Χαίρω βλέπων σήμερον ἐνώπιόν μου τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ σᾶς εὐχαριστῶ, Κύριοι, διὰ τὰς ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας εὐχάς σας. Πέπεισμαι ὅτι ἡ εἰλικρινὴς σύμπραξις τῶν Συνταγματικῶν ἐξουσιῶν καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ ἐγκράτεια καὶ φιλοπονία θέλουσι καταστήσει τὸ Κράτος ἱκανὸν, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὰς δυσχερεῖς περιπετείας, τὰς ὁποίας διερχόμεθα. Εὔχομαι ἵνα ὁ Ὕψιστος σκέπῃ ἐσαεὶ τὴν φίλην μας Πατρίδα.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκδότης τῆς βιογραφίας τοῦ Ρήγα Φεραίου δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπικαλεῖται τὴν συνδρομὴν αὐτῆς. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ εἰσαχθέντος νέου προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 11).
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἀσχολεῖσθε εἰς τὴν εἰσαγωγὴν ἐγγράφων, ἀνακοινώνω ὑμῖν, ὅτι μοὶ ἐδόθη ἀναφορὰ ὑπὸ διαφόρων ἐκ Θεσσαλίας προσφύγων, ἀνηκόντων εἰς τὰς τάξεις τῶν ἐμπόρων, κτηματιῶν, ἐμποροβιομηχάνων καὶ πρώην δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἀπευθύνονται πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, μοὶ ἀνετέθη δὲ νὰ ἐγχειρίσω αὐτὴν πρὸς ὑμᾶς καὶ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε γνῶσιν τοῦ περιεχομένου αὐτῆς, καὶ ἀπευθύνητε οἵας ἐγκρίνητε θερμὰς συστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ληφθῶσι μέτρα ὑπὲρ αὐτῶν.
§5Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔχω καθῆκον καὶ εὐθύνην ἀπέναντι ὑμῶν, διότι ἐκτὸς τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον φέρω, εἶμαι πολίτης ἐλεύθερος, εἶμαι συνταγματικὸς Βουλευτής, νὰ ἀναφέρω πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσι περὶ τὰ ναυτικά. Σήμερον αἴφνης παρουσιάζεται ἐφημερίς τις, τὸ «Σκρίπ», καὶ διαδίδει πράγματα φοβερὰ κατὰ ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων, τὰ ὁποῖα θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Κύριοι Βουλευταί, ἔχω καθῆκον νὰ ἀναφέρω καὶ τὸ ἑξῆς, σχετικῶς πρὸς τὰ συμβάντα κατὰ τὸν πόλεμον. Ἤμην εἰς τὸ κέντρον τοῦ πολέμου, καὶ εἶδον πολλὰ πράγματα, μοὶ κάμνει δ’ ἐντύπωσιν ὅτι καταδικάζομεν τὸν Ἄραχθον καὶ ἀθωοῦμεν τὸν Πηνειόν, ἐνῷ ὁ Ἄραχθος ὁμολογουμένως ἔκαμε τὸ καθῆκὸν του, ὡς πᾶς στρατιώτης ἔπρεπε νὰ τὸ κάμῃ, κατέλαβε θέσεις, ἐπολέμησε, χωρὶς νὰ χάσῃ οὐδὲ ἕνα κάλυκα ἀπὸ τὰ πυρομαχικά του. Πρὸ τοῦ πολέμου εἴκοσι πέντε στρατιωτικοὶ Βουλευταὶ ἐκ τῶν παρακαθημένων ἐνταῦθα παρουσιάσθημεν εἰς τὸν Βασιλέα καὶ εἴπομεν τὰ καθέκαστα εἰς αὐτόν, καὶ ἐζητήσαμεν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν θέλῃ πόλεμον, ναὶ ἢ ὄχι. Ἡ Α. Μ. μᾶς παρήγγειλε διὰ τοῦ ὑπασπιστοῦ του ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸν τότε Πρωθυπουργὸν κ. Δηλιγιάννην. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἦτο ὁ ἔσχατος πάντων, ὁ θέλων τὸν πόλεμον, καὶ ἀδίκως ἡ κοινωνία καταδικάζει αὐτὸν σήμερον. Μετέβημεν καὶ εἰς αὐτὸν καὶ τὸν ἠρωτήσαμεν περὶ τοῦ πρακτέου, πάντοτε δὲ ὁ Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως ἦτο ἐπιφυλακτικός. Ἐγὼ αὐτός, κ. Βουλευταί, παρουσιάσθην τότε εἰς τὸν κ. Δηλιγιάννην, προσφερόμενος μὲ χιλίους ἀνθρώπους νὰ θυσιασθῶ ὑπὲρ Πατρίδος. «Ἄπαγε! μοὶ λέγει, πρὸς Θεοῦ!» Ἔχομεν καθῆκον λοιπὸν νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, νὰ συστήσῃ μίαν ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν, συμπολιτευομένων καὶ ἀντιπολιτευομένων, καὶ ἐνώπιον αὐτῆς ἀξιωματικοὶ ἀνεξάρτητοι τοῦ Ναυτικοῦ, ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι, νὰ ἐκθέσωσι τὰ γενόμενα.
§6Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁμολογουμένως, κ. συνάδελφε, εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ «Σκρὶπ» σήμερον ἐκθέτει διάφορα πράγματα, καὶ μεταξὺ ἄλλων, πρὸς ἐπικύρωσιν τῶν διαδόσεων, λέγει, ὅτι ἔλαβε τὰς πληροφορίας του παρ’ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ νεαροῦ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐν τῷ «Σκρὶπ» γραφέντα, διότι ἡ ἐφημερὶς αὕτη ἀναφέρει ὡρισμένα πράγματα ὡς λεχθέντα παρ’ ἀξιωματικοῦ τοῦ Β. Ναυτικοῦ· λέγει μάλιστα μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι σερβίτσια τραπέζης τῆς «Μαλβίνας», πρώην «Μπουμπουλίνας», εὑρίσκονται εἰς τὸ σπῆτι ἀνωτέρω ἀξιωματικοῦ, φέροντα τὸ ὄνομα «Μαλβίνα» κάτωθι τοῦ Στέμματος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐπειδὴ ὑπάρχει καὶ προηγούμενον περὶ τούτου, νὰ ἀνεύρῃ τὸν γράψαντα καὶ πράξῃ ὅ,τι ὁ νόμος κελεύει.
§7Κ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Συνείθισα καθ’ ἑκάστην πρωΐαν ν’ ἀναγινώσκω ἢ νὰ μοῦ ἀναγινώσκωνται καταγγελλόμεναι τοιαῦται παρεκτροπαί. Εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀποκαλύψεις, εἶδον λύσεις στρατιωτικῶν ζητημάτων, ἀλλὰ δὲν ἤμην ὑπόχρεως νὰ δώσω σημασίαν, ἐνόσῳ δὲν προήρχοντο ἐκ προσώπων, πρὸς τὰ ὁποῖα ὀφείλω νὰ ἔχω σεβασμόν. Περιέμενον νὰ δώσω τὴν λύσιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἀποκαλύψεων, ὅλων τῶν συζητήσεων ἐν δέοντι καὶ διὰ προσώπων, πρὸς ἃ ἔχω σεβασμόν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ σημερινὸν «Σκρίπ», εἶδον πράγματι ὅτι περιεῖχε συγκεκριμένην καταγγελίαν, καὶ ἀπηυθύνθην πρὸς τὴν ἐφημερίδα ταύτην, ζητῶν, ἐὰν θέλῃ πράγματι νὰ καυτηριάσῃ τὰ κακῶς κείμενα, νὰ γνωρίσῃ ἡμῖν τὸ πρόσωπον, εἰ δ’ ἄλλως, ν’ ἀναλάβῃ ὑπ’ εὐθύνην του τὰ γραφόμενα.
§8ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἔλαβον χθὲς τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1897. Ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέλος σχεδὸν τοῦ 1897, διότι δὲν ὑπολείπεται εἰμὴ εἷς μόνον μὴν καί τινες ἡμέραι, ἵνα τὸ ἔτος 1897 ἐξαντληθῇ, μετ’ ἐπιφυλάξεως βεβαίως τῆς χρήσεως. Ἑπομένως πρόκειται περὶ προϋπολογισμοῦ, ὅστις παρουσιάζει θέματα πολιτικὰ πρὸς συζήτησιν καὶ πρὸς ἐξήγησιν ὡρισμένης πολιτικῆς πορείας. Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος εἶναι ὑποβεβλημένος ἐγκαίρως, ἔμεινε δὲ ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἕνεκα λόγων ἀνεξαρτήτων αὐτῆς καὶ τῶν Κυβερνήσεων, τῶν ἁρμοδίων ὅπως ζητήσωσι παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Ἐν τούτοις ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος δὲν ἔμεινε περὶ τοὺς ἀριθμοὺς οὔτε τῶν ἐσόδων οὔτε τῶν ἐξόδων ἄθικτος καὶ ἀμετάβλητος. Εὑρισκόμεθα σήμερον πρὸ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁλόκληρον τμῆμα Ἑλληνικῆς χώρας δὲν παρέσχε τὴν σύμπραξίν του εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, ὑπολογίζω δέ, ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ προϋπολογίσω τὸ γεγονὸς τοῦτο πρὸ τῆς ἐξαντλήσεως τῆς χρήσεως, ἐπὶ τῇ βάσει μελέτης συγκριτικῆς τῶν πορισμάτων ἐκείνων ἐκ τῶν τελευταίων ἐτῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσιν ἤδη ἀπολογισμοί, ὑπολογίζω εἰς δέκα περίπου ἑκατομμύρια τὴν μείωσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν προσόδων τῆς Θεσσαλίας. Παρὰ δὲ τὰς μειώσεις ταύτας, ὑποθέτω ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χρήσεως θέλει ἐνδείξει καὶ ἑτέρας, διότι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἄνευ ἀντικτύπου δι’ ὁλόκληρον τὸ Κράτος ἀπέμειναν τὰ συμβάντα κατὰ τὸ ἔτος 1897. Ταῦτα λέγω, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ ὅτι μηχανικῶς ὑπέβαλον προϋπολογισμὸν ἐνώπιον ὑμῶν, μὲ κεκλεισμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς περὶ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα διήλθομεν. Ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὰ ἔξοδα, ὑπῆρξεν αὔξησις κολοσσιαία δι’ ἀλληλοδιαδόχων, ῥαγδαίων, ἀναποφεύκτων, ἀπολύτως αἰτιολογουμένων πιστώσεων, εἰς τὰς ὁποίας συμμετέσχε καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς 23 Σεπτεμβρίου διὰ τῶν ἔκτοτε ὑποβεβλημένων καὶ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑποβαλλομένων πιστώσεων, εἰς τρόπον ὥστε ἀπὸ προϋπολογισμοῦ 95,000,000 περίπου ἀφικόμεθα εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἑκατὸν πεντήκοντα ὀκτὼ ἑκατομμυρίων καὶ πλέον. Ἐξ αὐτῶν τῶν 158,000,000, ὡς θέλετε παρατηρήσει, τυγχάνουσι προστεθειμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ποσὰ ἐξ 11,200,000. Ἐκ τούτων 200,000 ὑπολογίζω ὅτι θέλουσι χρησιμεύσει διὰ διοικητικὰς δαπάνας σχετιζομένας πρὸς τὴν παλινόστησιν τῶν προσφύγων Θεσσαλῶν. Ἐκτὸς ὅμως τῶν διὰ διοικητικὰς δαπάνας 200,000, ὑπολογίζω ὅτι εἰς 11,000,000, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνακοινωθέντων μοι, ὀφείλομεν νὰ ὑπολογίσωμεν πάσας τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἐξακολουθήσει γινόμεναι πρὸς συνδρομὴν καὶ ἀνακούφισιν τῶν τε παλινοστούντων καὶ ἐν γένει τῶν ἀπορούντων ἐκ τῶν κατοίκων τῆς Θεσσαλίας, ἰδίως τῶν γεωργῶν. Ἐν τῷ ποσῷ τῶν 11,000,000, τὸ ὁποῖον ἐσημείωσα ἐν συνόλῳ, ἐννοεῖται ὅτι περιλαμβάνονται δαπάναι γενησόμεναι βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον. Τὸ ὀγκῶδες αὐτὸ ποσὸν δὲν πρόκειται νὰ διατεθῇ σήμερον, δὲν πρόκειται νὰ διατεθῇ ἐν σπουδῇ· ὑπολογίζω ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τρία ἑκατομμύρια δρ. διὰ τὴν παλινόστησιν τῶν Θεσσαλῶν. Ὡς πρὸς τὰ ὑπόλοιπα 8,000,000, ἐπιφυλάσσεται ἡ Κυβέρνησις ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ὑποβάλῃ ἐν καιρῷ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον πρὸς κανονισμὸν τῆς διαθέσεως αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ. Παρακαλῶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν λεχθέντων νὰ ψηφίσητε τὸν προϋπολογισμόν, τόσον περὶ τὰ ἔσοδα, ὅσον καὶ περὶ τὰ ἔξοδα, μὲ τὸ ποσὸν τῶν 158,900,000 περίπου. Διότι, ὡς εἶπον, ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ὑποβάλλεται οἷος ἦτο ἐν ἀρχῇ, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθον ὅλως ἔκτακτοι περιστάσεις, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγνώριζεν ἡ ὑποβαλοῦσα αὐτὸν Κυβέρνησις τὰς μεταβολὰς ταύτας, αἵτινες ἐπῆλθον, καὶ αἵτινες καταντῶσι σήμερον ἱστορικὰ γεγονότα, χρῄζοντα μὲν τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ οὐχὶ γεγονότα χρῄζοντα συζητήσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συμμερίζομαι τὰς ἰδέας, ἃς ἐξέφρασεν ὁ κ. Ὑπουργός· ἤθελον μόνον νὰ παρατηρήσω, ὅτι κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ ποσὸν μὴ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἰμὴ διὰ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου, αἱ ὁποῖαι ἀναφαίνονται ἐντὸς τοῦ ἔτους, οὗτινος φέρει τὸ ὄνομα ἡ χρῆσις, δηλ. μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1897. Πέραν ταύτης πᾶσα ἀνάγκη καὶ πᾶσα δαπάνη, ἥτις ἤθελε παρουσιασθῆ, δὲν βαρύνει τὴν χρῆσιν τοῦ 1897, ἀλλὰ τὴν τοῦ ἑπομένου ἔτους. Θέλει διευκολύνει ἑπομένως πλειότερον τὸ ἔργον, ὅπερ ἐπιδιώκει, ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὸ ὁποῖον ἀσπαζόμεθα καὶ ἡμεῖς, ἂν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 ἀναγράψῃ ὡς πίστωσιν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προβλέπει ἤδη ὅτι θὰ δαπανηθῇ ἐντὸς τοῦ 1897, διὰ νόμου δὲ εἰδικοῦ, κανονίζοντος τὰς παρουσιασθησομένας ἀνάγκας ἐν Θεσσαλίᾳ, νὰ ὁρισθῶσιν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, αἱ ἀνάγκαι αὗται καὶ αἱ δι’ αὐτὰς δαπάναι, οὕτως ὥστε τὸ μὲν ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ δαπανηθῇ ἐντὸς τοῦ 1897, νὰ δαπανηθῇ διὰ τῶν πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ μείνῃ δὲ τὸ ἕτερον διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1898. Δὲν ἐννοῶ ὅτι ἡ δαπάνη τοῦ ποσοῦ τούτου θὰ ἐκτελεσθῇ ἀφεύκτως ἐντὸς τοῦ 1898 καὶ δὲν θ’ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς καὶ ἐντὸς τοῦ 1897 δυνάμει τῶν πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὃν θὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή. Εὔχομαι νὰ κανονισθῶσι πάντα ἐντὸς τοῦ 1897, καὶ συμφώνως πρὸς τὸν λογιστικὸν νόμον νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ διὰ τὰς ἐν Θεσσαλίᾳ ἀνάγκας δαπάναι διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, ἀλλὰ δὲν ἔχω περὶ τούτου βάσιμον ἐλπίδα. Ἐνδέχεται δὲ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1898 νὰ μὴ ψηφισθῇ ἐγκαίρως, καὶ αἱ μετὰ τὸ 1897 δαπάναι νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι δυνάμει τοῦ ψηφιζομένου προϋπολογισμοῦ. Ταῦτα λέγω, ὅπως ἔλθω εἰς ὑποστήριξιν τῶν ἰδεῶν, ἃς ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂς σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ θεραπεύσῃ τὴν τοιαύτην ἐνδεχομένην δυσκολίαν.
§10Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης εἶπεν ὅτι καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ διαιρεθῇ τὸ ποσὸν καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 ὅσον ὑποτίθεται ἀρκοῦν διὰ τὰς δαπάνας τοῦ ἔτους αὐτοῦ, τὸ ἕτερον δὲ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νόμου. Εἰς τοῦτο δὲν βιάζει ὁ λογιστικὸς νόμος. Οὗτος δὲν εἶναι τόσον αὐστηρὸς, ὥστε νὰ καταφύγωμεν ἕνεκα αὐτοῦ εἰς τοιοῦτον μέσον. Ἡ αἰτία, ἐξ ἧς προέκυψαν αἱ δαπάναι αὗται ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν καὶ Ἠπειρωτῶν, συνέβη τὸ 1897, διότι εἶναι ὁ πόλεμος. Ἀφοῦ ἡ αἰτία συνέβη τὸ 1897, καὶ ἡ διὰ τοὺς ἐκ τοῦ πολέμου παθόντας δαπάνη ἀνήκει εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1897 καὶ θέλει γείνῃ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897. Ὥστε συμφωνῶ μᾶλλον πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ περιληφθῇ ὅλον τὸ ποσὸν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὃν θὰ ψηφίσωμεν.
§11ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις πόσον θέλει δαπανήσει διὰ τὰς περὶ ὧν πρόκειται ἀνάγκας ἐκ τῶν 11,000,000. Ἐὰν ἐγνώριζε τοῦτο, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, νὰ θέσωμεν ὀλιγώτερον ποσὸν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897.
§12ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ν’ ἀποφασίσωμεν ἀπὸ τώρα διὰ νόμου.
§13ΣΤΡΕΙΤ. Θὰ πράξωμέν τι βεβιασμένον. Ἀτομικῶς λέγω τοῦτο δι’ ἐμέ, ἔχοντα ἀνάγκην χρόνου πρὸς σύνταξιν τοῦ νόμου καὶ σκέψεως ἐμβριθεστέρας, πρὸ παντὸς δὲ χρόνου, ὅσος μοὶ τυγχάνει διαθέσιμος πρὸς τὴν ἐργασίαν ταύτην. Ἑπομένως συμφωνῶν μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμόν, ὡς ὑπεβλήθη, μὲ τὰς δηλώσεις.
§14ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμόν· εἶπον ὅτι εἶναι καλὸν καὶ ὠφέλιμον νὰ ψηφισθῇ διὰ νόμου ἡ διάθεσις τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ δαπανηθῇ μετὰ τὸν Ἰανουάριον. Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ὅλαι αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ἐγέννησεν ὁ πόλεμος,—καὶ αὐτὰς μὲν γνωρίζομεν, ἄλλαι δὲ ἐνδέχεται νὰ ἀναφανῶσιν οὐ μόνον ἐντὸς τοῦ 1897, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τοῦ 1898,—βαρύνουσι τὴν χρῆσιν τοῦ 1897. Ὁ λογιστικὸς νόμος εἶναι καθαρός· κατ’ αὐτόν, τὸ δικαίωμα τῶν τρίτων καὶ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους εἰς δαπάνην τινὰ γεννᾶται κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη ἑκάστης δαπάνης. Ἑκάστη ἀνάγκη, ἥτις ἤθελε παρουπιασθῇ ἐν Θεσσαλίᾳ, εἴτε πρὸς σπορὰν εἴτε πρὸς οἴκησιν, θὰ γεννᾷ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πρὸς θεραπείαν αὐτῆς δαπάνης. Ὁ πόλεμος ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ καὶ ἐγέννησε πολλὰ δυστυχήματα· ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ὅλαι αἱ δαπάναι, αἵτινες θὰ γείνωσι κατὰ τὸ 1898, καὶ ἴσως καὶ κατὰ τὸ 1899, θὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897. Ἡ πίστωσις ἡ ἀναγεγραμμένη διὰ τὸ 1897 δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸ 1898. Ἑπομένως, οὐχὶ ὅπως φέρω ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς πιστώσεως, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ἀλλ’ ὅπως εὐκολύνω τὴν διάθεσιν τῆς πιστώσεως, νομίζω καλὸν, ὅσον μὲν ποσὸν ἀπαιτηθῇ διὰ τὸ 1897, νὰ ψηφισθῇ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους τούτου, τὸ ὑπόλοιπον δὲ νὰ διατεθῇ διὰ νόμου, συμφώνως μὲ τὰς παρουσιασθησομένας ἀνάγκας κατὰ τὸ 1898. Ἂν νομίζητε ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν θὰ φέρῃ δυσκολίαν νὰ ἐγκρίνῃ δαπάνην τοῦ 1898 ἐπὶ τῇ βάσει πιστώσεως τοῦ 1897, τότε δὲν ὑπάρχει ἀφορμή, ὅπως ὁ κύριος Ὑπουργὸς φέρῃ εἰδικὸν νόμον. Ἀλλὰ δὲν νομίζω τοῦτο. Δὲν ἐνόησα δέ, προτείνων τὸν καταρτισμὸν νομοσχεδίου, νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοιοῦτον, ὅπερ νὰ καθορίζῃ τὰς λεπτομερείας τῶν δαπανῶν, διότι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν, καὶ ἂν ἔτι εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς χρόνον διαθέσιμον. Ἀλλὰ δύναται διὰ γενικωτέρων ὁρισμῶν τῶν δαπανῶν νὰ λάβῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν τῆς διαθέσεως τῆς πιστώσεως καὶ ἐντὸς τοῦ 1898. Ἐπαναλαμβάνω δὲ τοῦτο, διότι ἔχω φόβους, ὅτι δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ πολὺ ταχέως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1898.
§15ΣΤΡΕΙΤ. Θὰ ἔλθῃ νόμος βραδύτερον, ὅστις θὰ κανονίσῃ τὰ τῶν ποσῶν τούτων.
§16ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιφύλαξις, ἣν ἐποιήσατο ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, δηλώσας εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι περὶ τῆς διαθέσεως τῶν 8 ἑκατομμυρίων θέλει ὑποβάλει νόμον εἰδικόν, αἴρει τὴν δυσκολίαν, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος συνάδελφος. Ὁμολογῶ, ὅτι αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ὁποίων διετέθησαν μέχρι τοῦδε μεγάλα ποσὰ ὑπὲρ τῶν προσφύγων συμπολιτῶν μας, καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ὁποίων διατελοῦντες εἰσέτι ὀφείλομεν νὰ διαθέσωμεν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι μείζονα ποσὰ, εἰσὶν ἐκτάκτως ἀνώμαλοι καὶ δικαιολογοῦσι τὴν ἀθρόαν προσαγωγὴν τῶν πιστώσεων. Ἀλλὰ ὑπάρχει δυσκολία τις ἐκ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἤθελε διαχειρισθῇ τὰς πιστώσεις τοῦ 1897, νὰ εὑρεθῇ πρὸ μιᾶς δυσκολίας, ἢ μᾶλλον πρὸ μιᾶς ἀμφιβολίας, ἂν δύναται νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν πιστώσεων τούτων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ 1898, διότι ὁ νόμος, ἐπιτρέπων τὴν χρῆσιν τῶν πιστώσεων ἑνὸς ἔτους καὶ ἐπὶ δέκα μῆνας τοῦ ἐπιόντος, ἐννοεῖ τὰς ἐκκαθαρισμένας καὶ ἀνεγνωρισμένας ἐντὸς τοῦ λήξαντος ἔτους δαπάνας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ περιστάσεις εἰσὶν, ὡς εἶπον, ἔκτακτοι, ἡ πρόνοια τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897 πᾶσαι αἱ πιστώσεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰς ὑπολογιζομένας ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας, καὶ ψηφισθῶσιν ἀπὸ τοῦδε ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μετὰ τῆς δηλωθείσης ὑπὸ τοῦ ἰδίου ἐπιφυλάξεως τῆς ὑποβολῆς εἰδικοῦ νόμου, δικαιολογοῦσι τὴν ἀποδοχὴν τῶν ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ αὐξήσεων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897, ὅστις δύναται νὰ θεωρηθῇ μᾶλλον ἀπολογισμὸς, ὡς ἐκ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ψηφίζεται.
§17ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιμένω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη εἰδικοῦ νόμου. Τὸ πνεῦμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ θεραπευθῶσι διὰ τῆς πιστώσεως τῶν 11,000,000 αἱ γεννηθεῖσαι ἀνάγκαι ἐν Θεσσαλίᾳ ἐκ τοῦ πολέμου. Τοιαῦται ἀνάγκαι ἐκ τοιαύτης αἰτίας ὀλίγαι θὰ ἐπέλθωσιν ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1898. Ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ νὰ θεραπεύσῃ σήμερον τοιαύτας ἀνάγκας γεννηθείσας καὶ γεννηθησομένας ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1897. Ἀλλ’ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἐπιμένω, καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς συναινῇ νὰ φέρῃ νόμον, δὲν θὰ ἐπιμείνω. Ἀλλὰ θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν του ἐπὶ ἑτέρου θέματος. Εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι φόροι ἐν Θεσσαλίᾳ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1897, ἐν ᾗ καταστάσει εὑρίσκεται νῦν; Νομίζω ὅτι ἐπὶ τούτου πρέπει νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ φέρῃ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον, ἀφοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῶν ἐσόδων διατάσσεται ἡ εἴσπραξις αὐτῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος.
§18ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περὶ τούτου ἐγένετο σκέψις, ἀλλὰ δὲν ἐθεώρησα τὴν ὥραν κατάλληλον, ὅπως προκαλέσω τὴν Βουλὴν εἰς τὴν τοιαύτην σκέψιν. Δὲν πιστεύω ὅτι δυνάμεθα νὰ φορολογήσωμεν τοὺς Θεσσαλοὺς καθ’ ὃν χρόνον ἡ χώρα των κατέχεται ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ.
§19Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου θέματος συνομολογῶ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι προώρως ἐγένετο ὑπαινιγμός. Κατὰ τοῦτο δὲ μόνον δύναται νὰ ἀποβῇ χρήσιμος, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ πρέπει ἐγκαίρως νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν οὐχὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας ὑπὸ τοῦ κατέχοντος ἤδη τὴν χώραν, δηλαδὴ ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτον δικαίωμα, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς μὴ ἐπιβολῆς φορολογίας μετὰ τὴν εἰρήνην, κατὰ τὰ διεθνῆ νόμιμα. Ἀρκοῦμαι εἰς ταύτην τὴν νύξιν, μὴ εὑρίσκων κατάλληλον τὴν στιγμήν, ἵνα ἐκτείνω τὸν λόγον. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑπ’ ὄψιν ὑπόμνημα Θεσσαλῶν περὶ τούτου’ ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ἐγκαίρως πρόνοια, διότι, ὡς ἡ πικρὰ πεῖρα ἐδίδαξεν ἡμᾶς, ἡ μεγάλη αἰσιοδοξία καὶ ἡ ἔλλειψις προνοίας ἔφεραν τ’ ἀποτελέσματα τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπάρχουσι τόσα τὰ χάσματα, τὰ συμπληροῦντα τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας, ὥστε φοβοῦμαι ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν λάβῃ πρόνοιαν ἐγκαίρως, θὰ ἦναι ἀργὰ ὅταν θὰ σκεφθῇ περὶ τούτου.
§20ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἐγένετο πανωλεθρία, ἀλλὰ καὶ αἱ ὅμοροι ἐπαρχίαι ὑπέστησαν καταστροφάς· κατ’ ἐξοχὴν ἡ Φθιῶτις καὶ ἡ Λοκρίς. Οἱ καρποὶ τούτων κατὰ μέγα μέρος κατεστράφησαν εἴτε ὑπὸ τοῦ στρατοῦ εἴτε ὑπὸ τῶν προσφύγων. Βεβαίως δὲν ἐγείρω φωνὴν ὑπὲρ αὐτῶν, ἵνα τύχωσι βοηθημάτων παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὰς ἐκεῖ οἰκονομικὰς ἀρχὰς νὰ μὴ ἐπιδεικνύωσι τόσην αὐστηρότητα περὶ τὴν εἴσπραξιν, καθ’ ὃν χρόνον οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος κάτοικοι στεροῦνται καὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου.
§21ΣΑΚΚΗΣ. Καίτοι τυγχάνω ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐν καιρῷ θέλουσι ζητήσει τὴν σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὰς παραλείψεις τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀκόμη ὥρα πρὸς τοῦτο. Ὀφείλω ὅμως νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ σπουδαίου ζητήματος τῶν λιποτακτῶν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἔλαβε πρόνοιάν τινα, ἀλλ’ ἡ πρόνοια αὕτη περιωρίσθη εἰς μίαν μόνον κατηγορίαν λιποτακτῶν, καὶ ἕνεκα τούτου τὸ μέτρον κατέστη ἄδικον, διότι ἐκ τῶν λιποτακτησάντων μετὰ τὴν ἀνακωχὴν οἱ μὲν ἐπανελθόντες εἰς τὰ σώματά των κρατοῦνται ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, οἱονεὶ ὑπὸ τιμωρίαν διατελοῦντες, καίτοι οἱ ἔφεδροι τῆς ἡλικίας αὐτῶν ἀπελύθησαν, οἱ δὲ μὴ ἐπανελθόντες μένουσιν ἐλεύθεροι. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ἓν μέτρον γενικὸν, ἀπολύων προσωρινῶς πάντας τοὺς μετὰ τὴν ἀνακωχὴν λιποτάκτας, κρατῶν δ’ ἐν ταῖς φυλακαῖς μόνον τοὺς ἐγκαταλείψαντας τὰς τάξεις των ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, οἱ ὁποῖοι βεβαίως αὐστηρῶς πρέπει νὰ τιμωρηθῶσι, καὶ φροντίζων συνάμα, ὅπως βαθμηδὸν εἰσαχθῶσιν ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων Στρατοδικείων αἱ ὑποθέσεις αὗται· διότι, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ κατὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν δύναταί τις ἢ νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην ὡς ἀληθῆ τραγέλαφον.
§22Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον οἱ λιποτάκται εἶναι πολυάριθμοι, ἐπρόκειτο ἑπομένως ἡ δικαιοσύνη νὰ λειτουργήσῃ μετ’ αὐστηρότητος ὅπως ἐν ἐνδεχομένῃ περιστάσει μὴ ἐπαναληφθῇ τὸ αὐτὸ ἄτοπον. Ἅμα οἱ ὁπλῖται διεγράφοντο τῶν ἐλέγχων τοῦ σώματος ὡς λιποτάκται, καὶ περιήρχετο ἡ μήνυσις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διετάσσετο ἡ ποινικὴ καταδίωξις, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ αἱ ποινικαὶ καταδιώξεις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαταχθῶσιν ἐντὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος. Διὰ τοῦτο οἱ κ. ἀνακριταὶ ἤρχισαν τὴν ἀνάκρισιν δι’ ἐκείνους, καθ’ ὧν διετάχθη ἡ ποινικὴ καταδίωξις· ἄλλοι ἔμενον εἰς τὰς φυλακὰς τῶν σωμάτων, καὶ ἄλλοι, ἕνεκα ἐλλείψεως φυλακῶν, ἐτηροῦντο μόνον ἐν τοῖς σώμασιν, ἀλλὰ δὲν ἦσαν προφυλακισμένοι. Κατὰ συνέπειαν παρουσιάσθησαν τρεῖς κατηγορίαι· οἱ λιποτάκται, κατὰ τῶν ὁποίων εἶχε διαταχθῆ ἡ ποινικὴ καταδίωξις, οἱ λιποτάκται οἱ προφυλακισμένοι, καὶ οἱ λιποτάκται οἱ μὴ προφυλακισμένοι ἕνεκα ἐλλείψεως χώρου ἐν ταῖς φυλακαῖς τῶν σωμάτων. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐπαρουσιάζετο αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκετο εἰς ἀπορίαν, δι’ αὐτὸ ἐπρότεινα τὰ ἑξῆς μέτρα. Δι’ ὅσους λιποτάκτας διετάχθη ἡ ποινικὴ καταδίωξις, ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη θὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον της· δι’ ἐκείνους δὲ, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν εἶχε διαταχθῆ εἰσέτι ἡ ποινικὴ καταδίωξις, ἐπρότεινα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, μαζὺ μὲ τὰς ἀπολυομένας ἡλικίας νὰ μεταβαίνουν καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς ἑστίας των, καὶ ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη, ἀντὶ νὰ τοὺς ἀναζητῇ εἰς τὰς φυλακὰς, νὰ τοὺς ἀναζητῇ εἰς τὰς ἑστίας των, ὥστε καὶ τὸ Δημόσιον νὰ οἰκονομῇ τὴν τροφοδοσίαν αὐτῶν καὶ οἱ ἄνδρες αὐτοὶ νὰ μὴ ὑποφέρωσι.
§23ΒΑΡΟΤΣΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§24Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μάλιστα.
§25ΒΑΡΟΤΣΗΣ. Ἀπελύθησαν στρατιῶται ἐγκαταλείψαντες τὰς θέσεις των ἐν ὥρᾳ πολέμου, διότι εἴτε ἐξ ἀνεπαρκείας τῆς ὑπηρεσίας, εἴτε ἐξ ὀλιγωρίας, δὲν κατεδιώχθησαν. Αὐτοὶ λοιπὸν θεωροῦνται ὡς εὐεργετούμενοι. Ἄλλοι δ’ ἕνεκεν ἀσθενείας λαβόντες ἀναῤῥωτικὴν ἄδειαν καὶ μὴ δυνηθέντες νὰ ἐπανέλθωσιν ἐγκαίρως, ἐκηρύχθησαν λιποτάκται, κατεδιώχθησαν καὶ κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακάς. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἄδικον, ὁ ἐγκαταλείψας τὴν θέσιν του ἐν καιρῷ πολέμου νὰ ἦναι εἰς τὸν οἶκόν του, ὁ δὲ ἀσθενήσας μετὰ τὸν πόλεμον καὶ ἕνεκα τούτου μὴ δυνηθεὶς νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ σῶμά του νὰ κρατῆται ἐν ταῖς φυλακαῖς ἢ ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ;
§26Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ μέτρον ἐλήφθη μόνον διὰ τοὺς λιποτάκτας, δὲν ἐλήφθη δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ὑπαίτιοι ἄλλων ἀξιοποίνων πράξεων. Δι’ ὅσους διετάχθη ἡ ποινικὴ καταδίωξις, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔχει πλέον δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν, διότι ἐπελήφθη αὐτῆς ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη. Οἱ ἐπίλοιποι εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ δι’ αὐτοὺς ἐλήφθη τὸ μέτρον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως τοὺς εὐκολύνῃ, διότι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἶναι μέγας, καὶ δὲν ἔχει τί νὰ τοὺς κάμῃ.
§27Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἀνωμολόγησεν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ὀφείλει αὐστηρῶς νὰ τιμωρήσῃ τοὺς λιποτάκτας, καὶ περὶ τούτου νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ ὄχι Βουλευτής, ἀλλ’ οὐδ’ ἁπλοῦς πολίτης Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ θέλῃ ἵνα ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος του λειτουργήσῃ κανονικώτατα καὶ μετ’ αὐστηρότητος, προκειμένου περὶ λιποταξίας. Ἀλλὰ μολονότι λίαν εὐγλώττως ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, δὲν μᾶς ἐξήγησε τὸ ζήτημα ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν. Διήρεσε τοὺς λιποτάκτας εἰς τρεῖς τάξεις· εἰς λιποτάκτας ἐναντίον τῶν ὁποίων ἀπηγγέλθη στρατιωτικὴ ποινικὴ καταδίωξις, εἰς δευτέραν κλάσιν λιποτακτῶν προφυλακισμένων εἰς τὰς ἐδῶ φυλακὰς τοῦ Φρουραρχείου, δυνάμει ἐντάλματος προφυλακίσεως, καὶ εἰς τρίτην τάξιν, εἰς λιποτάκτας διαμένοντας εἰς τὰ σώματά των, ἕνεκα ἐλλείψεως χώρου ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἔρχομαι, κύριοι Βουλευταί, νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν τελευταίων. Οἱ λιποτάκται οὗτοι ὑπερβαίνουσι τὰς δύο χιλιάδας· αἱ ἡλικίαι αὐτῶν ἔχουσιν ἀπολυθῆ πρὸ δύο καὶ πλέον μηνῶν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα κρατοῦνται εἰς τὰ σώματά των ἄνευ ἐντάλματος προφυλακίσεως, χωρὶς ν’ ἀπαγγελθῇ ἐναντίον των κατηγορία καὶ ἄνευ δικαιολογίας, διότι τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος ῥητῶς διατάσσει, ὅτι διὰ νὰ στερηθῇ τις τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας πρέπει νὰ ἐκδοθῇ ἔνταλμα. Τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν του προσέτι στερεῖταί τις εἴτε διὰ βουλεύματος, εἴτε δι’ ἀποφάσεως, εἴτε δι’ ἐντάλματος προφυλακίσεως. Ποῖον εἶναι τὸ ἔνταλμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη; Εἶναι ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου; εἶναι ἡ ποινικὴ καταδίωξις, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς εἶπεν; Ὄχι· διότι ἡ ποινικὴ καταδίωξις παρακολουθεῖται ἀπὸ τὴν διοικητικὴν προφυλάκισιν, καὶ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος δὲν προβλέπει περὶ διοικητικῆς προφυλακίσεως. Οἱ ἄνθρωποι ἐπὶ δύο ἤδη μῆνας στεροῦνται τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας, διότι ἐλιποτάκτησαν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐγὼ ἐλιποτάκτησα, δικάσατέ με· δὲν δύνασθε ὅμως νὰ μὲ κρατῆτε εἰς τὸ σῶμά μου, διότι ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐδημοσιεύθη τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀπέλυσε τὴν ἡλικίαν μου, ἐγὼ δὲν εἶμαι στρατιώτης, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὲ κρατῆτε εἰς τὸν στρατόν. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ἐπειδὴ δύο χιλιάδες καὶ πλέον εἶναι οἱ λιποτάκται, ἐξ ὧν ὅμως τινὲς δὲν εἶναι πράγματι λιποτάκται, ἐπειδὴ δὲ κρατοῦνται ἐπὶ μῆνας εἰς τὰς φυλακὰς καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ μένωσιν ὑπὸ διοικητικὴν προφυλάκισιν, παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ διαταχθῇ ἡ εἰς τὰς ἑστίας των μετάβασις αὐτῶν, καὶ ὁπόταν ἡ ὑπόθεσίς των ὡριμάσῃ, τότε νὰ δώσωσι λόγον καὶ νὰ τιμωρηθῶσιν αὐστηρῶς.
§28ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς μετὰ τὴν ἀνακωχὴν ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας μὴ κατορθώσαντας, διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος, νὰ λάβωσιν ἄδειαν καὶ λιποτακτήσαντας ὅπως σώσωσι τὰς οἰκογενείας των Θεσσαλούς.
§29ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλους.
§30ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὄχι ὅλους· μόνον τοὺς Θεσσαλούς.
§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ ἄλλοι δὲν εἶχον οἰκογενείας νὰ σώσουν;
§32ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ποῦ; ἐν Σπάρτῃ; ἐν Καλάμαις; ἐν Κορίνθῳ; (Θόρυβος). Αὐτὴν τὴν σύστασιν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἂν τὴν εὕρῃ δικαίαν, νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§33ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀληθῶς ἔλαβε τὸ μέτρον ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὰς ἑστίας των ἐκείνους, καθ’ ὧν δὲν εἶχε διαταχθῆ ποινικὴ καταδίωξις, καὶ τοῦτο τὸ δικαίωμα τὸ εἶχεν, οὐχὶ ὅμως δι’ ἐκείνους, καθ’ ὧν εἶχεν ἀπαγγελθῆ ποινικὴ καταδίωξις.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ εἶπεν αὐτό.
§35ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔλαβε μέτρον ἄδικον. Ἔπραξε δὲ ὅ,τι εἶχε δικαίωμα νὰ πράξῃ. Δὲν ἠδύνατο δὲ νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ δι’ ἄλλους, διὰ τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀπαγγελθῆ ποινικὴ καταδίωξις. Ὑπῆρχε δὲ καὶ εἷς ἄλλος λόγος, διότι πάντες οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν προφυλακισθῆ, καὶ τῶν ὁποίων ἡ προφυλάκισις προσμετρεῖται εἰς τὴν ποινήν των ἐν περιπτώσει καταδίκης, ἐὰν ἀπεφυλακίζοντο, θὰ ἠδικοῦντο, ἢ ἔπρεπε νὰ κρατηθῶσι κατάλογοι τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως, καὶ τοῦτο ἤθελε φέρει μεγάλην διατάραξιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Διὰ τοῦτο δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ὅτι πρέπει νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἑστίας των ἐκεῖνοι, καθ’ ὧν ἀπηγγέλθη ποινικὴ καταδίωξις, ἀλλὰ, εἰ δυνατὸν, νὰ ἐπισπευσθῶσιν αἱ ἀποφάσεις τῶν ἀνακριτῶν καὶ τῶν εἰσηγητῶν καὶ τῶν Β. ἐπιτρόπων κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διατελοῦσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς.
§36ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δυνάμει τίνος νόμου κρατοῦνται;
§37ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἔχει ἀπαγγελθῆ ποινικὴ καταδίωξις, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχουν φυλακαὶ, μένουν ἐν τοῖς σώμασι.
§38ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Μὰ πῶς μένουν;
§39ΜΑΝΕΣΗΣ. Οἱ λιποτάκται, καθ’ ὧν ἀπαγγέλλεται μήνυσις, προφυλακίζονται.
§40ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐκδίδεται ἔνταλμα προφυλακίσεως;
§41ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἀδιάφορον.
§42ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Πῶς ἀδιάφορον; Ἔχετε λάθος.
§43ΜΑΝΕΣΗΣ. Προφυλακίζονται καὶ διατάσσεται τακτικὴ ἀνάκρισις.
§44Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπηγγέλθη κατηγορία εἰδικῶς κατ’ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι κρατοῦνται.
§45ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν ἀπηγγέλθη μήνυσις ἐπὶ λιποταξίᾳ;
§46Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἔχει ὑποβληθῆ ἁπλῆ μήνυσις. Ἀπαγγελία κατηγορίας δὲν ἐγένετο.
§47ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν γνωρίζω τὴν μήνυσιν. Ἐγὼ ἐνόμιζον ὅτι διετάχθη ποινικὴ καταδίωξις.
§48Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· δὲν ἔχουσιν ἀπαγγελθῆ κατηγορίαι ἐπὶ λιποταξίᾳ. Μηνύσεις μόνον ἐγένοντο κατὰ πολλῶν, καὶ ἐκ τούτων ἄλλοι ἀπελύθησαν καὶ ἄλλοι κρατοῦνται.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζετε ὅτι θὰ καταλήξωμεν εἰς συμπέρασμα μὲ τὰς διακοπάς;
§50Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ὁ ἀγορεύων ἐπιτρέπει τὴν διακοπὴν, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ δώσω ἐξηγήσεις.
§51ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἂν ὁμολογουμένως ὑπάρχωσι τάξεις λιποτακτῶν, καθ’ ὧν ἐγένετο μήνυσις, χωρὶς ν’ ἀπαγγελθῇ καταδίωξις, τότε βεβαίως ἠδύναντο καὶ οὗτοι νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνην. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ γνωρίζω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἁρμόδιος. Ἂν ὅμως ὑπάρχωσι, πρέπει νὰ ληφθῇ μέτρον, ὡς τοῦτο ἐγένετο καὶ δι’ ἐκείνους, καθ’ ὧν δὲν ἀπηγγέλθη ποινικὴ καταδίωξις.
§52ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἤθελον πράγματι, Κύριοι, συστήσει καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅ,τι ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Τρικκάλων. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν ἐμὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε καὶ ὁ κύριος Χατζηπέτρος, θὰ διαιρέσω τοὺς λιποτάκτας εἰς τρεῖς τάξεις, καὶ τοῦτο πράττω διότι, ὡς μοὶ φαίνεται, ἡ διαίρεσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος καὶ ἀγαπητὸς φίλος μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν εἶναι ἡ δικαία καὶ ἡ μᾶλλον αὐστηρὰ τέλος πάντων. Διῄρεσε τοὺς λιποτάκτας εἰς τρεῖς κατηγορίας. Πρῶτον εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέφυγον νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ πρὸς τὴν πατρίδα χρέος των. Δι’ αὐτοὺς πρέπει νὰ ἤμεθα αὐστηρότατοι, ἀμείλικτοι...
§53ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι λιποτάκται αὐτοί· εἶναι ἀνυπότακτοι.
§54ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀνυπότακτοι Τούτους ἐννοῶ. Ἀλλὰ τοὺς ὀνομάζω καὶ αὐτοὺς λιποτάκτας, ὡς κοινῶς λέγονται... Δευτέρα κατηγορία εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρὸ τῆς ἀνακωχῆς ἔλαβον μέρος εἰς μάχας τινὰς, ἀλλ’ ἀναχωρήσαντες εἰς τὰς ἑστίας των, δὲν ἐπανῆλθον. Καὶ τρίτον εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, συμμεθέξαντες εἰς πάσας τὰς μάχας ἢ ἁψιμαχίας, καὶ μετὰ τὴν ἀνακωχὴν μὴ δυνάμενοι νὰ λάβωσιν ἄδειαν, ἀνεχώρουν διὰ δύο, τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας, ὅπως ἴδωσι τί ἀπέγειναν τὰ τέκνα των, ἡ σύζυγός των, οἱ συγγενεῖς των. Ἄν οἱ συνεπαρχιῶταί μου ἢ οἱ συμπολῖταί μου ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των, τοῦτο θὰ τὸ γνωρίσῃ ἡ ἱστορία, ἂν ὑπάρχῃ κἂν εἷς ἀνυπότακτος ἐξ αὐτῶν, ἢ εἷς, ὁ ὁποῖος δὲν ἔλαβε μέρος εἰς μάχην τινά. Τουναντίον πολλαχόθεν ἔλαβον συγχαρητήρια διὰ τὴν σταθερότητα, τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος τῶν συμπολιτῶν μου Εὐβοέων. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν θ’ ἀγνοεῖτε, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον τῶν ἀδειῶν συνέβησαν πράγματά τινα, τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει γνῶσιν. Κατὰ τὴν ἀνακωχὴν οἱ κύριοι ἀξιωματικοί, διδάσκοντες θεωρίαν εἰς τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς στρατιώτας, ἔλεγον εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἐν καιρῷ ἀνακωχῆς ὁ ἀπουσιάζων ἐκ τῶν τάξεών του κηρύσσεται λιποτάκτης μετὰ ἕξ ἡμέρας, ἐν καιρῷ δὲ πολέμου μετὰ τρεῖς. Διὰ τοῦτο πολλοὶ, μὴ δυνηθέντες νὰ λάβωσι κανονικὴν ἄδειαν, βέβαιοι δὲ ὄντες, συμφώνως πρὸς τὴν γενομένην πρὸς αὐτοὺς θεωρίαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ λείψωσιν ἐπὶ 3–6 ἡμέρας, χωρὶς νὰ κηρυχθῶσι λιποτάκται, ἐλάμβανον προφορικὴν εἰκοσιτετράωρον ἄδειαν, ἀπήρχοντο εἰς τὰς ἑστίας των καὶ ἐπανήρχοντο εἰς τὰς τάξεις των προτοῦ κηρυχθῶσι λιποτάκται, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ ὑποστῶσιν ἁπλῆν μόνον τιμωρίαν. Πράγματι δὲ ἐτιμωρήθησαν πολλοὶ τοιοῦτοι ὑπὸ τῶν σωματαρχῶν των, ἄλλοι μὲ δεκαπενθήμερον φυλάκισιν καὶ ἄλλοι μὲ εἰκοσαήμερον, καὶ ἀπέτισαν τὴν ποινήν των. Ἀλλὰ τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔρχεται διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου του καὶ ἀκυροῖ τὰς ἐπιβληθείσας ποινάς, καὶ διατάσσει τὴν ποινικὴν καταδίωξιν πάντων τῶν πλέον τῶν τριῶν ἡμερῶν ἀπουσιασάντων, παραγγέλλει δὲ εἰς τὰ διάφορα σώματα νὰ κηρύξωσιν αὐτοὺς λιποτάκτας. Ὑπὲρ τούτων ἦλθεν ἀρωγὸς ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἄριστα ποιῶν. Προέλαβε μίαν ἀδικίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς αὐτοὺς, καὶ διέταξε νὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των, ἀφηνόμενοι προσωρινῶς ἐλεύθεροι, ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ ἀνάκρισις ἀπαντᾷ κατηγορούμενον ὡς λιποτάκτην, νὰ καλῆται οὗτος καὶ νὰ παρουσιάζηται ἐνώπιον τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης. Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχουσι καὶ αἱ ἄλλαι δύο κατηγορίαι, αὗται δέον νὰ χωρισθῶσι τῆς πρώτης, καὶ τὰ Στρατοδικεῖα ἢ ἀνακριτικὰ συμβούλια νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὡς περίστασιν ἐλαφρυντικὴν, ὅτι αὐτοὶ οἱ κ. ἀξιωματικοὶ ἐδίδασκον εἰς τοὺς στρατιώτας, ὅτι οἱ ἀπουσιάζοντες ἐπὶ 3 ἕως 6 ἡμέρας δὲν θεωροῦνται λιποτάκται, καὶ τούτου ἕνεκα οἱ δυστυχεῖς χωρικοί, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐκπληρώσει τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, ἐτόλμησαν νὰ μεταβῶσι μετὰ τὴν ἀνακωχὴν παρὰ ταῖς οἰκογενείαις των, ἵνα ἴδωσι τὰ τέκνα των, τοὺς γονεῖς ἢ τὰς γυναῖκάς των, καὶ νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὰς τάξεις των ἐγκαίρως. Νομίζω μάλιστα, ὅτι οἱ τοιοῦτοι δὲν πρέπει οὔτε κἂν νὰ καταδιωχθῶσιν· ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ὑπέχῃ εὐθύνην τινὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς, πρέπει νὰ γείνῃ τοῦτο διὰ νόμου, καὶ ν’ ἀπαλλαχθῶσιν οἱ τῆς κατηγορίας ταύτης λιποτάκται.
§55ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§56ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ καταπαύσας πρὸ μικροῦ τὸν λόγον ἀνέφερεν ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐξέδωκε διαταγὴν περὶ λιποτακτῶν, δι’ ἧς ἠκύρου τὰς ποινὰς, ἃς ἐπέβαλον οἱ σωματάρχαι εἰς τοὺς λιποτάκτας, καὶ παρέπεμπε τούτους εἰς τὰ Στρατοδικεῖα. Ἐπειδὴ τοῦτο ἀποτελεῖ μομφήν...
§57ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι μομφήν. Δὲν ἀπέδωκα μομφήν.
§58ΤΣΑΜΑΔΟΣ. .. παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν ἐγκύκλιον ταύτην, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ προκαλέσω συζήτησιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶ τοιαύτην ἐσφαλμένην πληροφορίαν, ἣν ὁ προλαλήσας ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν· τότε δὲ, ὁμιλῶν περὶ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, θέλω ἀναπτύξει καὶ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ἐγεννήθη καὶ ἀτόπως συνεζητήθη, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ καθαρῶς δύναται νὰ συζητηθῇ, καὶ θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκδοὺς τὰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας ἐξέδωκε, καλῶς ἔπραξε.
§59Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταὶ, ἢ ἐγὼ δὲν ἐξηγήθην καλῶς, ἢ δὲν ἔγεινα καταληπτὸς εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελον νὰ σᾶς ἐξηγήσω. Ἐγὼ δὲν εἶπον ποσῶς, ὅτι διῄρεσα τοὺς λιποτάκτας εἰς κατηγορίας. Τοιοῦτον δικαίωμα δὲν εἶχον. Αἱ περιστάσεις διῄρεσαν τοὺς λιποτάκτας εἰς κατηγορίας, δηλ. ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ὁ μέγας καὶ ἡ ἔλλειψις τῶν φυλακῶν. Κατὰ τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν πᾶς ὁπλίτης, ὁ ὁποῖος ἔμεινεν ἀπὼν τῶν τάξεών του πλέον τῶν ἓξ ἡμερῶν, ὅταν διατελῇ ὑπὸ τὰς σημαίας, καὶ πλέον τῶν 15 ἡμερῶν ὅταν εὑρίσκηται ἐν ἀδείᾳ, καὶ πλέον τοῦ μηνὸς ὅταν ἦναι νεοσύλλεκτος, κηρύσσεται λιποτάκτης, διαγράφεται τῶν ἐλέγχων τοῦ σώματος, ὁ διοικητὴς τοῦ σώματος ὑποβάλλει τὴν νενομισμένην μήνυσιν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διατάσσει τὴν ποινικὴν καταδίωξιν, τότε δὲ οἱ εἰσηγηταὶ τῶν Στρατοδικείων ἐπιλαμβάνονται τῆς ἀνακρίσεως. Ἐν πολέμῳ δὲ τὰ χρονικὰ αὐτὰ διαστήματα ἐλαττοῦνται εἰς τὸ ἥμισυ. Ἀντὶ ἓξ ἡμερῶν εἶναι τρεῖς, ἀντὶ 15 εἶναι ἑπτὰ κτλ. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι οἱ λιποτάκται ἦσαν πολυάριθμοι. Ἦτο βάσανος ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, καὶ ἦτο καὶ πολυέξοδος ἡ διατήρησις αὐτῶν ὡς παρόντων εἰς τὴν δύναμιν τῶν σωμάτων. Κατὰ συνέπειαν ἐσκέφθην τὸ ἑξῆς. Τὸ νὰ μείνωσιν ἀκαταδίωκτοι, δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ διατάξω, διότι δὲν εἶχον τοιοῦτον δικαίωμα. Ἂν τὸ ἔπραττον, θὰ ἦτο παράνομον, καὶ θὰ ἤμην ἐγὼ ἄξιος ποινικῆς καταδιώξεως. Ἑπομένως ἀφῆκα τὴν δικαιοσύνην νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της, διὰ νὰ δώσῃ ἓν παράδειγμα, ὥστε εἰς ἐνδεχομένην περίστασιν νὰ μὴ παρουσιασθῇ αὐτὸ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον, μετὰ λύπης μου σᾶς λέγω, δὲν τιμᾷ τὸ Ἑλληνικὸν στράτευμα. Ἡ ποινικὴ καταδίωξις ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον της. Τὴν ἀφῆκα ἐντελῶς ἐλευθέραν νὰ τὸ ἐκτελέσῃ. Ἀλλὰ τὸ ἔργον τῆς ποινικῆς καταδιώξεως ἄρχεται μετὰ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ὁποία διατάσσει ταῦτα, δηλ. τὴν ποινικὴν καταδίωξιν. Ὁ στρατιώτης, ὅταν κηρυχθῇ λιποτάκτης, διαγράφεται τῆς δυνάμεως τοῦ σώματος, ὅταν δὲ συλληφθῇ ἢ προσαχθῇ ἢ ἔλθῃ ἑκουσίως, προφυλακίζεται κατὰ τὸν νόμον καὶ μένει προφυλακισμένος μέχρις ὅτου γείνῃ ἡ ποινικὴ αὐτοῦ καταδίωξις καὶ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἀνακρίσεως. Τὸ Σύνταγμα πραγματικῶς λέγει, ὅτι ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν πρέπει νὰ ἐκδοθῇ ἔνταλμα συλλήψεως ἢ ἀπολυτήριον· ἀλλὰ πότε; ὅταν φθάσῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸν εἰσηγητήν. Τότε ὁ εἰσηγητὴς πράγματι, ἅμα λάβῃ τὴν διαταγὴν πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν, ὀφείλει νὰ ἐνεργήσῃ τὴν προανάκρισιν καὶ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα συλλήψεως ἢ ἀπολυτήριον. Ἀλλὰ τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ ἐν ὁμαλαῖς ὁπωσδήποτε περιστάσεσι καὶ ὅταν ὑπάρχωσι δύο ἢ τρεῖς εἰσηγηταί, διότι ὁ νόμος λέγει, ὅτι εἰς ἕκαστον Στρατοδικεῖον ὑπάρχουσιν εἷς ἢ πλειότεροι εἰσηγηταί. Ὅταν ἦναι τρεῖς εἰσηγηταὶ λ. χ. καὶ 100 λιποτάκται, βεβαίως εἶναι ἐφικτὸν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα ἢ τὸ ἀπολυτήριον. Ἀλλ’ ὅταν ἦναι τρεῖς οἱ εἰσηγηταὶ ἢ τέσσαρες, καὶ 10,000 οἱ λιποτάκται, πῶς εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τῶν τριῶν ἡμερῶν νὰ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα ἢ τὸ ἀπολυτήριον, ἐὰν δὲν μείνωσιν αὐτοὶ προφυλακισμένοι; Αὐτὸ λοιπὸν συμβαίνει εἰς τὰς ἐξαιρετικὰς αὐτὰς περιστάσεις. Ἑπομένως ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐγὼ ἔμεινα ἐντὸς τοῦ γράμματος τοῦ νόμου. Δὲν ἀπήλλαξα κανένα τῆς ποινικῆς καταδιώξεως. Δι’ ὅσους διετάχθη ποινικὴ καταδίωξις, ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἐκτελεῖ τὸ ἔργον της· δι’ ὅσους δὲν διετάχθη εἰσέτι, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει χῶρος ἀρκετὸς διὰ τὴν προφυλάκισιν ὅλων αὐτῶν, καὶ ἐπειδὴ εὗρον πράγματι ἄδικον, τινὲς νὰ ἦναι προφυλακισμένοι καὶ ἕτεροι νὰ μὴ ἦναι, διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸ μέτρον νὰ τοὺς ἀποστείλω ὅλους εἰς τὰς ἑστίας των...
§60ΦΩΝΑΙ (δεξιόθεν). Πολὺ ὀρθά, πολὺ ὀρθά.
§61ΜΠΟΓΔΑΝΟΣ. Ὅλους;
§62Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Βεβαίως ὅλους... Ἄν δὲ ἦναι ἀληθὲς τὸ παρά τινων ἐκ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν λεχθέν, ὅτι κατακρατοῦνται εἰσέτι τινὲς, κακῶς κατακρατοῦνται, διότι ἐγὼ τοιοῦτόν τι δὲν διέταξα, καὶ ἂν πραγματικῶς ἀποδειχθῇ τὸ τοιοῦτον, θὰ καταδιωχθῶσιν οἱ ὑπαίτιοι τῆς παρανόμου ταύτης κατακρατήσεως (φωναὶ ἐπιδοκιμαστικαί).
§63Ε. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διῄρεσε τοὺς λιποτάκτας εἰς δύο κατηγορίας, εἰς λιποτάκτας ἐγκαταλείψαντας τὰς τάξεις αὐτῶν μετὰ τὴν ἀνακωχὴν ἢ ὑπερβάντας τὰς ἀδείας των, καὶ εἰς λιποτάκτας ἐγκαταλείψαντας τὰς θέσεις των ἐν ὥρᾳ πολέμου. Συνεπῶς διέταξε τὴν ἀπόλυσιν μὲν τῶν λιποτακτῶν ἐκείνων, δι’ οὓς δὲν διετάχθη ἔτι ἡ ποινικὴ καταδίωξις, τὴν κράτησιν δὲ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τῶν λιποτακτῶν, τῶν ὁποίων διετάχθη ἡ ποινικὴ καταδίωξις, καὶ τῶν ἐπὶ ἐγκαταλείψει θέσεως κατηγορουμένων. Ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς τῶν δύο τελευταίων κατηγοριῶν, ὡς καὶ ἄλλων ὑποθέσεων, εἶναι τοσοῦτος, ὥστε οὔτε οἱ ὑπάλληλοι τοῦ δικαστικοῦ τμήματος οὔτε οἱ τῶν Στρατοδικείων εἶναι ἐπαρκεῖς πρὸς διεκπεραίωσιν τῶν ὑποβληθεισῶν αὐτοῖς ὑποθέσεων. Συνεπῶς εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ τε δικαστικοῦ τμήματος καὶ τῶν Στρατοδικείων, ὅπως κατορθωθῇ ἡ διεκπεραίωσις τῶν ὑποθέσεων τῶν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ κρατηθέντων καὶ τῶν ἐν προφυλακίσει δυνάμει ἐντάλματος τῶν εἰσηγητῶν διατελούντων. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς, ὅτι οἱ ἕνεκα ἐγκαταλείψεως θέσεως κατηγορούμενοι, ὡς καὶ ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων δὲν διετάχθη ἔτι ἡ ποινικὴ καταδίωξις λιποτάκται, κρατούμενοι εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ σώματός των, διότι τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον εἶχε διατάξει νὰ μὴ προφυλακισθῶσιν, ἀλλὰ νὰ ἐκτελῶσι τὴν ὑπηρεσίαν των καὶ νὰ λαμβάνωσι πλήρεις τὰς ἀποδοχάς των, καθόσον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν σωμάτων καὶ τῶν οἰκονομικῶν κανονισμῶν οἱ ἐκ λιποταξίας ἐπανερχόμενοι τίθενται εἰς διοικητικὴν προφυλάκισιν, μέχρις οὗ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ ἁρμοδίου Στρατοδικείου μετὰ τὴν ἐξέτασίν των ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα φυλακίσεως. Ὥστε τὸ κύριον κώλυμα τῆς μὴ ταχείας διεκπεραιώσεως τῶν ὑποθέσεων εἶναι ἡ ἔλλειψις ὑπαλλήλων, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, ἵνα δυνηθῶσι νὰ ἐκδώσωσι τὰ Στρατοδικεῖα τὰς ἀποφάσεις των, καὶ ἴδωσι ταχύτερον τὴν τύχην των οἱ ἐν προφυλακίσει διατελοῦντες καὶ οἱ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ κρατούμενοι ἔτι ὁπλῖται ἐπὶ λιποταξίᾳ.
§64Γ. ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ἐὰν ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ σήμερον περὶ τῶν διαφόρων κατηγοριῶν τῶν λιποτακτῶν ἕνεκα παρεκβάσεως, ἃς μὴ νομίσῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι τοῦτο ἐγένετο πρὸς ἀμφισβήτησιν τῶν ὑψηλῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων, πρὸ παντὸς δὲ ἂς γνωρίσῃ, ὅτι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῷ ἔθνει ἡ πρὸς αὐτὸν πεποίθησις εἶναι πλήρης καὶ ἀκεραία. Καὶ ἀξιοῦμεν παρ’ αὐτοῦ, εἰς τὴν δεινοτάτην ταύτην τῶν περιστάσεων, τὸ γόητρον, τὸ ὁποῖον διὰ σειρᾶς πράξεων ἐντίμων ἐκτήσατο εἰς τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους, νὰ τηρήσῃ ἀμείωτον, καὶ ν’ ἀποδείξῃ διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι, ἐὰν τὸ ἔθνος τοῦτο συνετρίβη ἕνεκα διαφόρων λόγων, ὑπάρχουσιν οἱ ἄνδρες, οἱ δυνάμενοι νὰ ἀνεγείρωσιν αὐτὸ, τὰ δὲ διαπραττόμενα ἐγκλήματα κατὰ τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος τιμωροῦνται ὑπὸ τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους. Εἰς τοῦτο τὸ ἱερὸν καθῆκον προσκαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος, καὶ οὐ μόνον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ πάντας τοὺς λοιποὺς Ὑπουργοὺς, μέχρις ὅτου τὸ ἔθνος εἰς χρόνον λίαν προσεχῆ κρίνῃ καὶ τοὺς πολιτικῶς ὑπευθύνους διὰ τὴν βαρεῖαν καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη.
§65Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ χαίρω, κύριε Πρόεδρε, διότι μὲ προέλαβεν ὁ ἐκ Θηβῶν ἀξιότιμος συνάδελφος. Βεβαίως καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ τὴν τιμωρίαν τῶν λιποτακτῶν, ἥτις πρέπει νὰ ἦναι ἀμείλικτος, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως τὸ αὐτὸ μέτρον ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὸ Ναυτικὸν, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς λιποτάκτας, διότι εἰς τὸ Ναυτικὸν συμβαίνει ὅλως τὸ ἀντίθετον· οἱ λιποτάκται ἀποστέλλονται εἰς τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου, φυλακίζονται εἰς τὴν λεγομένην ναυτοφυλακὴν, καὶ ἐκεῖ ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, 4, 5, 6, μένουσι προφυλακισμένοι ἄνευ ἐντάλματος. Τελευταῖον μάλιστα παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτου, καὶ ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπανειλημμένως τὸ Ὑπουργεῖον ἔγραψε πρὸς τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου, ἀλλ’ ἐκεῖνο δὲν ἤκουσε ποσῶς· ἐπειδὴ δ’ ἐξακολουθοῦν νὰ συμβαίνουν τὰ αὐτὰ, θὰ παρακαλέσω νὰ ληφθῇ καὶ διὰ τοὺς ναύτας τὸ αὐτὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη διὰ τοὺς λιποτάκτας τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ.
§66Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁμοίως, Κύριοι, ἄνευ ἐντάλματος γνωρίζω ὅτι κρατεῖται εἷς ἔφεδρος στρατιώτης ἀπὸ 6 ἤδη μηνῶν, ἐπὶ ἁπλῇ ἐξυβρίσει κατηγορούμενος. Αὐτὸς ὁ ἔφεδρος,—τὸ γνωρίζω, διότι εἶναι ἐκ Καλαβρύτων,—εἶχε πέντε ἀδελφοὺς εἰς τὸν στρατὸν, καὶ οὐδεὶς κατηγορεῖται οὔτε ἐπὶ λιποταξίᾳ, οὔτε ἐπὶ ἐγκαταλείψει θέσεως, ἀλλὰ πάντες ἐπολέμησαν καλῶς· ἀλλὰ διότι εἰς τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν, Διομήδην Τσενούκαν καλούμενον, συνέπεσε νὰ τῷ διαφύγῃ μία λέξις ὑβριστικὴ, κρατεῖται ἐπὶ 6 ἤδη μῆνας ἐν ταῖς φυλακαῖς τῆς Ἄρτης, ἄνευ ἐντάλματος φυλακίσεως. Τὸ ζήτημα λοιπὸν, περὶ τὸ ὁποῖον δέον νὰ περιστραφῇ ἡ ἀρξαμένη συζήτησις, εἶναι τοῦτο· δι’ ἐκείνους, τῶν ὁποίων αἱ ἡλικίαι ἀπελύθησαν, δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ καταδίωξις ἡ διοικητική; Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τοῦ κατὰ πόσον οἱ λιποτάκται εἶναι ἔνοχοι, ἵνα τοὺς διαιρέσωμεν εἰς κατηγορίας κατὰ βαθμὸν τῆς ἐνοχῆς των,—διότι οἱ λιποτάκται θὰ τιμωρηθῶσι, κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους, ἕκαστος κατὰ τὸν βαθμὸν τῆς ἐνοχῆς του,—πρόκειται τώρα περὶ προφυλακίσεως. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον τις διατελεῖ ὑπὸ τὰς σημαίας καὶ εἶναι στρατιώτης, οἱ νόμοι οἱ στρατιωτικοὶ δύνανται νὰ ἐπιτρέπωσιν, ὥστε νὰ προφυλακισθῇ διοικητικῶς ἐπὶ λιποταξίᾳ ἢ ἐπὶ οἱῳδήποτε ἄλλῳ ἐγκλήματι ἂν κατηγορεῖται, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν παύει ἅμα παύσῃ νὰ ἦναι στρατιώτης, νὰ ἦναι ὑπὸ τὰς σημαίας, καὶ ὑπὸ τὰς σημαίας μόνον οἱ νόμοι τῆς πατρίδος του δύνανται νὰ τὸν κρατῶσιν, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐπιστρατεία. Δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ κρατῇ πολίτην τινὰ ὑπὸ τὰς σημαίας ὡς στρατιώτην, κηρύττουσα τὴν ἐπιστράτευσιν, ἀλλ’ ἅμα ἡ ἡλικία του ἀπολυθῇ, δὲν δύναται πλέον ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸν θεωρῇ ὡς στρατιώτην καὶ νὰ τὸν κρατῇ ὑπὸ τὰς σημαίας, καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατ’ αὐτοῦ οἱ νόμοι οἱ διοικητικοὶ τῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τοῦτο νὰ ἐντείνῃ τὴν προσοχήν του· αὐτοὶ οἱ ἐπὶ οἱῳδήποτε παραπτώματι καταδιωκόμενοι καὶ οἱ ὁποῖοι διατελοῦσιν ἐν προφυλακίσει, χωρὶς νὰ ἐκδοθῇ ἔνταλμα κατ’ αὐτῶν, χωρὶς νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἀπολογίαν ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ, χωρὶς νὰ διαταχθῇ ὑπ’ αὐτοῦ ἡ κράτησίς των ἢ ἡ σύλληψίς των, πρέπει νὰ μένωσιν αἰωνίως εἰς τὰς φυλακάς; ἕως πότε θ’ ἀναμένωσι;
§67Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀφοῦ ἅπαξ ἐμηνύθη τις ἀπὸ τὸν σωματάρχην του δι’ ὡρισμένην τινὰ πρᾶξιν καὶ προεφυλακίσθη, δὲν δύναται ν’ ἀποφυλακισθῇ, πρὶν ἀποφανθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, κατόπιν τῆς ἀνακρίσεως, εἴτε ἀπαλλακτικῆς εἴτε παραπεμπτικῆς. Τοῦτο διατάσσει ὁ νόμος.
§68ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι συγχίζομεν δύο περιστατικὰ, τὴν προανακριτικὴν κράτησιν μὲ τὴν προφυλάκισιν, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς εἶπον πρότερον, ὅτι, ἐφ’ ὅσον εἶναί τις ὑπὸ τὰς σημαίας, δύναται νὰ κρατηθῇ διοικητικῶς, ἐὰν κατηγορεῖται δι’ οἱονδήποτε παράπτωμα, ἀλλ’ ὅταν δὲν ἦναι ὑπὸ τὰς σημαίας, τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται. Καὶ διὰ νὰ σᾶς εὐκολύνω, ὑποθέσατε ὅτι εἷς εἶναι πολίτης, ὅτι ἔχει ἀπολυθῆ ἐκ τοῦ στρατοῦ, ὅταν ἐγείρηται κατ’ αὐτοῦ ἡ κατηγορία· δύνασθε νὰ τὸν κρατήσητε ἄνευ ἐντάλματος τοῦ εἰσηγητοῦ.
§69Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Θὰ καταζητηθῇ.
§70ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δυνάμει ἐντάλματος τοῦ εἰσηγητοῦ θὰ καταζητηθῇ, ἐπειδὴ εἶναι πολίτης. Θὰ εὐκολυνθῆτε ἐκ τούτου, φρονῶ, νὰ δώσητε τὴν δέουσαν σημασίαν εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου.
§71Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Σᾶς ἐνόησα. Δὲν ἑρμηνεύω ἐγὼ σήμερον τὸν νόμον, εἶναι καὶ ὁ νομικὸς σύμβουλος, ὁ ὁποῖος ἔρχεται εἰς ἐπικουρίαν.
§72ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸς ἔχει ἰδίαν εὐθύνην, μόνον ὁ Ὑπουργὸς ἔχει εὐθύνην.
§73Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Καὶ τὴν ἀναλαμβάνω.
§74ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Συνιστῶ εἰς ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ἑρμηνευθῇ ὁ νόμος συμφώνως μὲ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ. Δύναται ὁ πολίτης νὰ κρατῆται ἄνευ ἐντάλματος; Τότε ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ἦναι εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπει τὴν προφυλάκισιν ἄνευ δικαστικοῦ ἐντάλματος.
§75Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἡ Βουλή, ἡ ὁποία εἶναι νομοθετικὸν σῶμα, ἂς ἑρμηνεύσῃ ὅπως θέλει τὸν νόμον.
§76ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν δίδει καὶ ἡ Βουλή. Ἄλλως ὁ νόμος εἶναι τόσον ἁπλοῦς, ὥστε δὲν ἔχει ἀνάγκην αὐθεντικῆς ἑρμηνείας. Ἄλλως τε αὐτὸς, ὁ ὁποῖος κρατεῖται ἐπὶ ἕξ μῆνας εἰς τὰς φυλακὰς, ἕως πότε θὰ κρατῆται; Πότε θὰ δυνηθῇ ὁ εἰσηγητὴς νὰ περατώσῃ ὅλας τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, ἵνα ἀποφανθῇ καὶ περὶ αὐτοῦ;
§77Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κατακρατεῖται ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν ὑποθέσεων, ἐπειδὴ δὲν ἐπαρκεῖ ὁ εἰσηγητής.
§78ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν, ἐπειδὴ οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου, ὅ,τι διετάξετε δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον κρατηθῆ, ἕνεκα ἐλλείψεως φυλακῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐγὼ τὸ εὑρίσκω νόμιμον, ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλα ἤδη, τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ διατάξητε καὶ δι’ ἐκείνους διὰ τοὺς ὁποίους ὑπῆρχον φυλακαὶ καὶ εἶχον προτιμηθῆ αὐτοὶ νὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὰς φυλακάς· ἢ πρέπει πάντας νὰ τοὺς κλείσητε εἰς τὰς φυλακάς, ἢ πρέπει πάντας νὰ τοὺς ἀπολύσητε.
§79ΠΕΡΡΟΣ. Ἡ συζήτησις, κύριοι συνάδελφοι, περιστρέφεται κυρίως εἰς τοὺς λιποτάκτας, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους. Ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέφερεν, ὑπάρχει μέγας ἀριθμὸς λιποτακτῶν, καὶ ἕνεκα τούτου, ἐπειδὴ αἱ φυλακαὶ δὲν χωροῦν, καὶ ἄλλοι λόγοι, λόγοι οἰκονομίας, δὲν ἐπιτρέπουν τὴν καταδίωξιν, τὴν σύλληψιν καὶ φυλάκισιν αὐτῶν, παρήγγειλεν ἵνα ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἔχουν συλληφθῆ ἤδη καὶ δὲν ἔχουν παραπεμφθῆ εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, ἢ εἰς τοὺς εἰσηγητὰς, ἀπολυθῶσιν, ἤτοι ἀπαλλαγῶσι τῆς προφυλακίσεως καὶ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἑστίας των. Διῄρεσεν, ὡς σᾶς εἶπε, τὴν κατηγορίαν τῶν λιποτακτῶν εἰς δύο, εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν παραπεμφθῆ εἰς τοὺς εἰσηγητὰς, καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀκόμη δὲν ἔχουν παραπεμφθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εὑρίσκονται τουτέστιν ὑπὸ τὴν προανάκρισιν. Ἀλλὰ συμβαίνει τὸ ἑξῆς ἄτοπον, τὸ ὁποῖον δὲν παρετήρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Λιποτάκται, οἱ ὁποῖοι ἐλιποτάκτησαν κατὰ τὸν Αὔγουστον ἢ Σεπτέμβριον, εὑρίσκονται ἐν ταῖς φυλακαῖς, διότι ἐπεσπεύσθη ἡ κατ’ αὐτῶν κατηγορία, λιποτάκται δὲ, οἱ ὁποῖοι ἀνάγονται εἰς τὸν χρόνον, τὸν ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνακωχὴν, τὸν Μάϊον καὶ Ἰούνιον, αὐτοὶ ἔχουν τὴν ἐλευθερίαν των, μετέβησαν εἰς τὰς ἑστίας των καὶ ἀπολαύουσιν ὅλων τῶν ἀγαθῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὑρίσκεται κατὰ τύπους ἐν τῷ δικαίῳ. Βεβαίως, ἀφοῦ ἐπελήφθη ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη, ἐξῆλθεν ἡ ὑπόθεσις ἐκ τῆς δικαιοδοσίας του, δὲν δύναται νὰ παραγγείλῃ τὸν εἰσηγητὴν νὰ ἀπολύσῃ τὸν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του ὑπάρχοντα στρατιώτην, ὁπλίτην ἢ ὑπαξιωματικὸν, δὲν ἔχει δικαίωμα βεβαίως κατὰ τύπους, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀδικίαν, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὴν ἀνισότητα, καὶ πρὸ πάντων τὴν εὔλογον κατακραυγὴν καὶ διαμαρτύρησιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς ἐκείνους, οἵτινες κρατοῦνται ἤδη ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἐνῷ ἐλιποτάκτησαν ἐσχάτως, βλέποντες ὅτι οἱ συνάδελφοι αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐλιποτάκτησαν πρὸ μηνῶν ὁλόκληρων πρότερον, δὲν κατακρατοῦνται ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ νὰ διατάξῃ καὶ τὴν ἀπόλυσιν τούτων, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης νὰ προκαλέσῃ τὴν νομοθετικὴν μέριμναν, καὶ δι’ αὐτὸ, διὰ νὰ ληφθῇ γενικὸν μέτρον, κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι πλὴν τοῦ ἀδίκου, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα, συμβαίνει καὶ δεύτερον ἄτοπον, νὰ κρατῶνται αὐτοὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐνῷ ἔχει ἤδη ἀπολυθῆ ἡ ἡλικία των.
§80Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀφοῦ τοὺς τρέφει ἡ Κυβέρνησις...
§81ΠΕΡΡΟΣ. Τοὺς τρέφει, ἀλλὰ δὲν ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετοῦν, ἀφοῦ ἤδη ἡ ἡλικία των ἀπελύθη, οὔτε ἦλθον διὰ νὰ τρέφωνται. Οἱ ἔφεδροι προσῆλθον νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα, καὶ ἔκαμαν τὸ καθῆκόν των. Ἄλλοι τοῖς ὑπέδειξαν τὸν τῆς λιποταξίας δρόμον, καὶ ἐκεῖ δέον νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ καὶ ἐνέργεια κυρίως. Ἀλλὰ καὶ ἓν ἄλλο συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Βεβαίως, ὅπως καὶ ἕτερος τῶν κυρίων συναδέλφων εἶπεν, ἀπηνὴς πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ καταδίωξις κατὰ τῶν ἐγκαταλειψάντων τὴν θέσιν των ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, ἀλλὰ ἀφ’ ἧς ἐπῆλθεν ἡ ἀνακωχὴ, καὶ πάντες εἶχον πεποίθησιν καὶ σχεδὸν βεβαιότητα, ὅτι ἐξέλιπε πλέον ὁ λόγος τοῦ πολέμου, τινὲς ἐξ αὐτῶν ἔλαβον ἀδείας, ἀλλ’ ἀδείας, ὅπως δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε, ἀνεπαρκεῖς...
§82Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Αὐτὸ ἐγένετο, διότι ἐπανήλθομεν εἰς τὰ χρονικὰ διαστήματα τῆς εἰρήνης.
§83ΠΕΡΡΟΣ. Ὄχι· εἶναι ἤδη εἰς τὰς φυλακὰς ὡς ἐγκαταλείψαντες τὰς τάξεις των μετὰ τὴν ἀνακωχὴν, διότι ἔλειψαν ἐπὶ ἓξ ἢ ἑπτὰ ἡμέρας... Μετὰ τὴν ἀνακωχὴν, λέγω, ὅλοι εἴχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἔπαυσεν ὁ πόλεμος· τί δὲ ἄτοπον συνέβη; ἔλαβον πολλοὶ ἄδειαν 10 ἢ 12 ἡμερῶν διὰ νὰ μεταβῶσιν ἀπὸ τὸ Καρπενῆσι λ. χ. εἰς τὴν Κυνουρίαν· σᾶς ἀναφέρω παραδείγματα· ἔχω 10 ἀδείας τοιαύτας 10 ἡμερῶν διὰ νὰ μεταβῶσιν οἱ ἔφεδροι ἀπὸ τὸ Καρπενῆσι εἰς τὴν Κυνουρίαν, ἔλαβον τὴν ἄδειαν, ἀλλὰ δὲν ἐπήρκει ὁ χρόνος, ὅπως μεταβῶσιν εἰς τὰς ἑστίας των καὶ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὰς τάξεις των, καὶ αὐτοὶ ἐκηρύχθησαν λιποτάκται, διότι ἔλειψαν 6 ἢ 8 ἡμέρας. Συλλογίσθητε εἰς ποῖον ἄτοπον περιέπεσεν ἡ ὑπηρεσία. Θὰ ἔχητε τοιούτους λιποτάκτας ὑπὸ κατηγορίαν περὶ τὰς 3 ἕως 4 ἢ 5 χιλιάδας· τί θὰ γείνῃ; Αὐτοὺς λέγετε ὅτι δὲν δύνασθε νὰ τοὺς κρατήσητε ὡς ὑποδίκους ἐν ταῖς φυλακαῖς πῶς θὰ τοὺς κρατήσητε ὡς καταδίκους; πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ τὸ μετὰ τὴν ἀνακωχὴν διάστημα ὡς ἐν εἰρήνῃ.
§84Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγένετο αὐτό.
§85ΠΕΡΡΟΣ. Λοιπὸν σᾶς λέγω, καὶ βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν ἐγένετο· κρατοῦνται ἤδη ἐν ταῖς φυλακαῖς ὡς ὑπόδικοι, ὡς λιποτάκται, διότι ἔλειψαν 8 ἡμέρας· δύναμαι νὰ ἀναφέρω καὶ ὀνόματα. Ἐπιμένετε ὅτι ἐθεωρήθη τὸ μετὰ τὴν ἀνακωχὴν διάστημα ὡς ἐν εἰρήνῃ;
§86Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἀπεφασίσθη αὐτὸ ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ ἐδημοσιεύθη.
§87ΠΕΡΡΟΣ. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, ἐὰν ἐλήφθη ἀπόφασις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοιαύτη, νὰ τὴν καταστήσητε γνωστὴν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον.
§88Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εἶναι γνωστή.
§89ΠΕΡΡΟΣ. Καὶ ἐν τούτοις οἱ τοιαύτης κατηγορίας λιποτάκται κρατοῦνται. Ἐπίσης συνιστῶ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στρατιωτικῶν εἰσηγητῶν. Ἐπεσκέφθην διαφόρους εἰσηγητὰς, εἰς τοὺς ὁποίους δι’ ὑποθέσεις τοιαύτης φύσεως ἀπετάθην, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι εἶναι ἀδύνατον οὔτε μετὰ ἕνα οὔτε μετὰ δύο οὔτε μετὰ πέντε μῆνας νὰ περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις, ἕνεκα ἐλλείψεως ἱκανοῦ ἀριθμοῦ καὶ ἀνακριτῶν καὶ ὑπαλλήλων.
§90Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅσα δωμάτια ὑπάρχουν εἰς τὸ κτίριον τοῦ Στρατοδικείου, ὅλα διετέθησαν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν.
§91ΠΕΡΡΟΣ. Νὰ ἐνοικιασθῇ καὶ ἕτερον κατάστημα. Προκειμένου περὶ ἀπονομῆς δικαιοσύνης, δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα φειδωλοί. Νὰ ἀσχοληθῶσι πολλοὶ εἰσηγηταὶ καὶ ὅλοι οἱ ὑπαξιωματικοὶ, ἵνα δοθῇ τέλος εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, νὰ ληφθῇ δὲ πρὸ παντὸς μέτρον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐν ταῖς φυλακαῖς.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μελισσηνός.
§93Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι κατόπιν τόσης εὐρείας συζητήσεως, ἡ ὁποία διεξήχθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὰ πράγματα διευκρινίσθησαν. Ὑπάρχει ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἑτέρων τινῶν συναδέλφων, οἵτινες νομίζουν ὅτι ἑρμηνεύουσι τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ὑποστηρίζοντες τὴν μὴ ἀπόλυσιν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ τῶν λιποτακτῶν ἐκείνων, ἐναντίον τῶν ὁποίων δὲν ἐξεδόθη ἔνταλμα φυλακίσεως· ὑπάρχει ἑτέρα ὁμὰς Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι παραδέχονται ὅτι γίνεται καθαρὰ παράβασις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς στρατιωτικοὺς τοὺς καταγγελθέντας ἐπὶ λιποταξίᾳ καὶ κρατουμένους ἤδη εἰς τὰ σώματά των, χωρὶς ν’ ἀπαγγελθῇ ἐναντίον αὐτῶν κατηγορία. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὴν γνώμην ὅτι δύναται νὰ τοὺς κρατήσῃ, καὶ ἀφοῦ ἡμεῖς οἱ ἕτεροι ἔχομεν ἀλλοίαν περὶ τούτου γνώμην, εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν ὅτι τὴν κατάστασιν τὴν ὑπάρχουσαν ὡς πρὸς τοὺς λιποτάκτας τὴν ἔφεραν δύο γεγονότα, ἡ σωρεία τῶν λιποτακτῶν καὶ ἡ ἔλλειψις εἰσηγητῶν, ἐξέφρασε δὲ καὶ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀπολυθῶσι προσωρινῶς ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ οἱ λιποτάκται, ἐναντίον τῶν ὁποίων δὲν ἐξεδόθη ἔνταλμα φυλακίσεως, εὐχῆς, λέγω, ἔργον θὰ ἦτο, ἂν διὰ νομοθετήματος προβλέψῃ τὴν ἀπόλυσιν τῶν λιποτακτῶν τούτων, ἤτοι τῶν λιποτακτῶν ἐναντίον τῶν ὁποίων δὲν ἀπηγγέλθη κατηγορία. Δηλαδὴ αὐτοὶ νὰ μὴ ἀθωωθῶσιν, ἀλλὰ ν’ ἀπολυθῶσιν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ προσωρινῶς, μέχρις οὗ ὡριμάσουν αἱ ὑποθέσεις των, καὶ τότε νὰ δικασθῶσι.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φορέστης.
§95ΣΠ. ΤΥΠ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῶν λιποτακτῶν, ὅτι διετάχθη ἡ ἀπόλυσις αὐτῶν πρὸ τῆς κατηγορίας, δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ πλέον συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχει σωρεία ὑποθέσεων ἐκκρεμῶν, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς λιποτάκτας προφυλακισμένους, νομίζω ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ συστήσῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πολλαπλασιάσῃ τὸ προσωπικὸν τῶν εἰσηγητῶν, ὁρίσῃ δὲ καὶ προθεσμίαν, ὅπως ὅσον ἔνεστι τάχιον περατωθῶσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ ὑποθέσεις, διὰ νὰ μὴ σήπωνται εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ πέντε καὶ ἕξ μῆνας οἱ ἄνθρωποι παρανόμως. Ἐπίσης θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὸ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν γραφεῖον τῶν πληροφοριῶν, τοῦ τμήματος τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἡ συμπεριφορὰ τῶν ἐν τῷ γραφείῳ τούτῳ εἶναι ἐνίοτε ἀνάρμοστος. Προχθὲς μετέβην, ἵνα ζητήσω πληροφορίαν τινὰ ἀπὸ τὸ γραφεῖον αὐτό. Εἷς τῶν ἀξιωματικῶν μοὶ λέγει «ἔλθετε τὸ ἀπόγευμα, εἰς τὰς 4, διότι τώρα δὲν εἶναι ὥρα ἀκροάσεως, οὔτε πληροφοριῶν.» Ἐπέστρεψα εἰς τὰς 4, τότε δὲ εἷς ἐνωμοτάρχης μοὶ λέγει νὰ ἐπιστρέψω εἰς τὰς 6. Τῷ λέγω ὅτι «μοῦ εἴπατε νὰ ἔλθω εἰς τὰς 4.» Μοῦ ἀπαντᾷ ὅτι δὲν ἔχει νὰ μοῦ δώσῃ λογαριασμόν· «κοπιάστε ἔξω!» Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συστήσῃ περισσότεραν εὐγένειαν εἰς τοὺς ὑπ’ αὐτόν.
§96Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι διατεταγμένοι νὰ ἔχωσι τὴν ἁρμόζουσαν συμπεριφοράν, καὶ ἰδίως ὅταν ὁ προσερχόμενος συμπεριφέρηται ἐκεῖνος πρῶτος ὅπως πρέπει. Ἀλλ’ ἡ εἴσοδος εἰς τὰ διάφορα τμήματα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη. Ὁ θέλων νὰ ζητήσῃ πληροφορίαν τινὰ, δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπουργοῦ· ἐγὼ δὲ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἀπὸ τὰς 9 ἕως τὰς 12 καὶ ἀπὸ τὰς 2½ μέχρι τῆς ὥρας, καθ’ ἣν ἄρχεται ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς, εἶμαι πάντοτε ἐκεῖ. Κατὰ συνέπειαν, ὅταν θέλητε πληροφορίαν τινὰ, ἔλθετε εἰς ἐμὲ, χωρὶς νὰ καταφύγητε εἰς τοὺς ἐνωμοτάρχας.
§97Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρεκάλουν ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἐκδώσητε διαταγὴν, ὁποία καὶ ἄλλοτε ἐξεδόθη παρ’ ἄλλου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς τοὺς διαφόρους τμηματάρχας ἢ ἀρχηγοὺς καὶ διοικητὰς, ὅτι ὀφείλουσι νὰ κανονίσωσι τὰ τῆς ὑπηρεσίας αὑτῶν οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἐνοχλῶνται διαρκούσης τῆς ἐργασίας των παρ’ οἱουδήποτε. Οὐδεὶς, νομίζω, δημόσιος ὑπάλληλος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ποιῆται διακρίσεις καὶ προτιμήσεις τινῶν ἀπὸ τοὺς ἄλλους πολίτας, καὶ νὰ ἀφήνῃ πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν, διὰ νὰ ἀκούσῃ περὶ τῆς ὑπηρεσίας του παρατηρήσεις καὶ ὁδηγίας αὐτῶν. Συμφωνῶ ὅμως μετὰ τοῦ προλαλήσαντος εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνεβούλευσεν ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας του, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρώτιστον καθῆκον εἶχε, καὶ διοικητικῶς, καὶ ἂν διοικητικῶς δὲν ἠδύνατο, διὰ νόμου, νὰ πολλαπλασιάσῃ τὰ ὄργανα τῶν ἀνακρίσεων καὶ τὰ Στρατοδικεῖα, ἂν ἦτο ἀνάγκη, ὅπως ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου διεξαγάγωσι τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις τῶν λιποτακτῶν. Ἡ ἀνακρίσεις ἢ Στρατοδικεῖα ἔπρεπε τὸ ταχύτερον καὶ ἄνευ διακρίσεων νὰ περάνωσιν οὕτως ἢ ἄλλως τὰς ἐπὶ λιποταξίᾳ καταγγελίας εἴτε κατὰ προφυλακισμένων, εἴτε κατὰ μὴ τοιούτων. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνῷ ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ τὸ δεχθῇ μετ’ εὐχαριστήσεως, διότι εἶναι εὐκολία συμβάλλουσα εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον προέθεντο οἱ τὸ ζήτημα προκαλέσαντες, ἐν τούτοις εὑρίσκουν ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετόν. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ τοὐναντίον, ὅτι οὔτε αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεψεν ὁ κ. Ὑπουργός, εἶναι ἀκριβῶς νόμιμον, καὶ ὅτι ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας του. Φρονῶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται διὰ τοὺς λιποτάκτας καὶ διαταγὴ τοῦ ἀνωτέρου, ὅπως συλληφθῇ, διότι ἡ λιποταξία εἶναι ἐκ τῶν ἐγκλημάτων τῶν διηνεκῶν καὶ ἐπ’ αὐτοφώρῳ γινομένων. Ἐὰν μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐν καιρῷ πολέμου ἢ ἓξ ἡμέρας ἐν καιρῷ εἰρήνης δὲν παρουσιασθῇ τις εἰς τὴν πρόσκλησιν ἐν τῷ σώματί του, κηρύσσεται λιποτάκτης. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συλληφθῇ εἰς τὸ χωρίον του ἢ ἀλλαχοῦ, ἀρκεῖ ὅτι ὢν ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ μητρῶον δὲν ἐμφανίζεται ἐμπροθέσμως. Ἀμέσως κηρύσσεται λιποτάκτης. Ἡ λιποταξία εἶναι ἐκ τῶν ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλημάτων. Λοιπὸν ὅταν περὶ τοιούτου πρόκειται, οὐδὲν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἐκ Ζακύνθου ἔντιμος Βουλευτὴς δύνανται νὰ συμβῇ, δηλ. νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἔνταλμα τῆς ἁρμοδίας στρατιωτικῆς ἀρχῆς ἐναντίον τινὸς λιποτάκτου, καὶ ἐπῆλθεν ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ἀπόλυσις τῆς ἡλικίας του, αὐτὸς θεωρεῖται πολίτης καὶ δὲν δύναται νὰ κρατῆται ἄνευ ἐντάλματος φυλακίσεως. Εἶναι, ὡς εἶπον καὶ πρίν, ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἔγκλημα. Ἅμα ἐβεβαιώθη ὁ Ὑπουργὸς ἀπὸ τὸν διοικητὴν τὸν προσκαλέσαντα τὸν ὁπλίτην, ὅτι δὲν προσῆλθεν οὗτος μετὰ τὰς τρεῖς ἢ ἓξ ἡμέρας ἀφ’ ἧς ἐκλήθη, κηρύσσεται λιποτάκτης καὶ συλλαμβάνεται παρ’ οἱασδήποτε ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, καὶ μὴ στρατιωτικῆς ἀκόμη.
§98Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον 70 τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας ἔχει ὡς ἀκολούθως (ἀναγινώσκει): «Ἐν περιπτώσει ἐπ’ αὐτοφώρῳ πλημμελήμματος ἢ κακουργήματος πᾶς στρατιωτικὸς ἢ μὴ στρατιωτικὸς ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος δύναται νὰ ἐνεργήσῃ τὴν σύλληψιν πάντων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Στρατοδικείων, συντάττων δ’ ἔκθεσιν περὶ τῆς συλλήψεως, περιέχουσαν καὶ τὴν σημείωσιν τοῦ ὀνόματος καὶ ἐπωνύμου, τοῦ βαθμοῦ καὶ τῶν χαρακτηριστικῶν τῶν συλληφθέντων, παραδίδει αὐτοὺς ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀρχήν.» Λοιπὸν καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα εἶναι σύμφωνον, διότι εἶναι ἐπ’ αὐτοφώρῳ τὸ ἔγκλημα. Ἡμεῖς κατεχόμεθα ὑπὸ τῆς ἰδέας τῆς ἐπί τινος πράξεως συλλήψεως τοῦ δράστου, ὡς ἐπὶ φόνων, ἀναιρέσεων ἢ κλοπῶν, καὶ νομίζομεν, ὅτι μόνον ὅταν τὸν φονέα ἢ τὸν κλέπτην τὸν συλλάβωμεν ἐπὶ τῆς πράξεως, τότε μόνον ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἔγκλημα· ἀλλὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἔγκλημα εἶναι πᾶν ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον βεβαιοῦται διὰ τρόπου τυπικοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ὥρισεν. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι ὁ τρεῖς ἢ ἓξ ἡμέρας ἀπουσιάσας ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ θεωρεῖται λιποτάκτης. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔπρεπε νὰ θεωρήσῃ τοὺς κηρυχθέντας ὡς λιποτάκτας καὶ διατηρουμένους εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ὡς εὑρισκομένους εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, εἰς ἣν εὑρίσκονται καὶ οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς, διότι, ὡς καὶ ὁ ἴδιος παρέστησε, λόγῳ μόνον ἐλλείψεως φυλακῶν ἐπετράπη νὰ μένωσιν οἱ ἄλλοι εἰς τὰ σώματά των, ἀλλ’ ὑπὸ κράτησιν. Πλὴν δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐμμείνῃ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν αὐστηρότητος, ἀλλ’ ἐν ἐπιεικείᾳ κρίνων νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀπέλθουν εἰς τὰς ἑστίας των καὶ μετὰ ταῦτα νὰ προσέλθουν. Ἀλλὰ νὰ ζητῶμεν νόμον περὶ τούτου, δὲν εἶναι ἀνάγκη, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δίδει κάκιστον παράδειγμα ἐν τοιαύταις ἐποχαῖς διὰ τοιούτων συζητήσεων καὶ συγκαταβάσεων. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ πολλαπλασιάσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν τὰ μέσα τῶν ἀνακρίσεων, διὰ νὰ ἐπιταχυνθῇ τὸ ἔργον τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ αὐτὸν τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ νὰ ζητήσωμεν διὰ νομοθετήματος νὰ ἐπιβάλωμέν τι ἐναντίον τοῦ νόμου.
§100Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅσον λογικαὶ καὶ εἰλικρινεῖς καὶ ἂν ὑπῆρξαν, ὅσον καὶ ἂν ἐβασίζοντο ἐπὶ τοῦ νόμου, καθὼς καὶ αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας προέβαλλον διάφοροι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι δὲν ὁδηγοῦσιν εἰς πρακτικήν τινα λύσιν τοῦ ζητήματος τοῦ μεγάλου, τὸ ὁποῖον πολὺ δικαίως ἐπέσυρε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο, εἶναι ἂν οἱ Ἕλληνες πολῖται, εἴτε ὡς ἰδιῶται εἴτε ὡς στρατιῶται, εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ἡ αὐτὴ παράβασις τοῦ στρατιωτικοῦ κώδικος ἦναι ἀνεκτὸν διὰ τοὺς μὲν νὰ τιμωρῆται αὐτηρῶς καὶ ἀμειλίκτως, διὰ τοὺς δὲ νὰ μένῃ σχεδὸν ἀτιμώρητος. Καὶ ἐξηγοῦμαι περισσότερον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέφρασε τὴν λύπην του, διότι ὑπῆρξαν πολλαὶ χιλιάδες λιποτακτῶν εἰς τὸ στράτευμα· ἆρά γε δὲν πρέπει καὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα νὰ ἐκφράσωμεν τὴν λύπην ἡμῶν, διότι ἡ ἀνισότης ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ ἐδημιούργησε τὰς χιλιάδας ταύτας τῶν λιποτακτῶν; Δὲν νομίζει τάχα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τὰ γενόμενα μετὰ τὴν ἀνακωχὴν, ἰδίως ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς διοικήσεως, αἱ ἄδειαι αἱ δοθεῖσαι μεροληπτικῶς εἰς τὸν στρατὸν ὑπῆρξαν ἡ γενεσιουργὸς αἰτία ὅλων αὐτῶν τῶν λιποταξιῶν; Ἡ ἀνισότης αὕτη παρήγαγε τὰς χιλιάδας τῶν λιποτακτῶν. Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κράτει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, ἡ τόσον μεροληπτικὴ, ἡ τόσον ἄνισος; Διὰ ποῖον λόγον ἡ αὐτὴ πρᾶξις τῆς λιποταξίας ὡς πρός τινας μὲν νὰ τιμωρῆται διὰ τῆς παρακρατήσεως αὐτῶν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ ἐπὶ πέντε ἢ ἕξ μῆνας, ἢ καὶ ἐπὶ ἔτος, ἐφ’ ὅσον δηλ. χρόνον θέλουσιν ἀναγκαίως κρατηθῆ, διὰ νὰ περατώσῃ ἡ Ἑλληνικὴ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη τὸ ἔργον αὐτῆς, ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους δὲ νὰ μὴ τιμωρῆται, ἀλλὰ ν’ ἀπέρχωνται οὗτοι εἰς τὰς ἑστίας αὐτῶν ἀνενόχλητοι;
§101Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐδήλωσα ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ κάμω τίποτε. Εἶναι εἰς τὰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης.
§102Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίζω ὅτι εἶναι λογικαὶ καὶ στηρίζονται ἐπὶ τοῦ νόμου αἱ ἐξηγήσεις αἱ παρ’ ὑμῶν δοθεῖσαι, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς περιωπῆς τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου. Εἶναι ἰσότης αὐτή; ἢ εἶναι τερατώδης ἀνισότης;
§103Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§104Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο λέγω, ὅτι ὀφείλετε νὰ φροντίσητε ὑμεῖς, ὥστε νομοθετικῶς νὰ λύσῃ ἡ Βουλὴ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἕνεκα τῶν κακῶν περιστάσεων, ἕνεκα τῆς κακῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἡ ὁποία ἐδημιούργησε τὰς χιλιάδας τῶν λιποτακῶν, ὑπερεπλεόνασε καὶ ἡ λιποταξία, ὑπερεπλεόνασαν καὶ πολλὰ ἄλλα ἐν Ἑλλάδι κακά. Καιρὸς, νομίζω, νὰ ἴδωσιν οἱ Ἕλληνες πολῖται, ὅτι τὸ αὐτὸ μέτρον ἐννοοῦμεν εἰς τὸ ἑξῆς νὰ τηρῆται διὰ πάντας, ὅτι δὲν θ’ ἀνέχηται πλέον ἡ Βουλή, τὸ αὐτὸ ἔγκλημα εἰς τοὺς μὲν νὰ τιμωρῆται κατὰ ἄγριον ἢ ἀπεχθῆ τρόπον, εἰς τοὺς δὲ νὰ μένῃ λίαν ἐπιεικῶς ἀτιμώρητον, τοὺς μὲν νὰ τηρῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἡ Πολιτεία πρὸς τιμωρίαν ἐπὶ μῆνας ἢ καὶ ἔτος, τοὺς δὲ νὰ στέλλῃ εἰς τὰς ἑστίας των. Περὶ τούτου λοιπὸν πρόκειται, καὶ περὶ τούτου νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς παραστάσεις τῆς Βουλῆς καὶ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημα τοιοῦτον, ὥστε νὰ τιμωρῶνται οἱ λιποτάκται πάντες κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, εἴτε ἐλαφρῶς, ὡς θέλουσί τινες, εἴτε αὐστηρῶς, ὅσον προτείνουσιν ἄλλοι, ἀλλὰ ἐπίσης, ἐπαναλαμβάνω, δι’ ὅλους· διότι μὴ λησμονῆτε, ὅτι αἱ ἀνισότητες παρεσκεύασαν τὰς μεγαλειτέρας συμφορὰς εἰς τὸ Κράτος, καὶ ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσωσι, θὰ παρασκευάσωσι πολὺ χείρονας εἰς τὸ μέλλον.
§105Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐγίνετο ἡ συζήτησις αὕτη, καὶ μάλιστα καθ’ ὃν τρόπον γίνεται· δὲν ἐπεθύμουν δὲ νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἀλλ’ αὕτη ἔλαβε τοιαύτας διαστάσεις, ἐλέχθησαν τοσαῦτα ἔκτροπα, καὶ ἀπειλούμεθα ὑπὸ τόσων δυσαρέστων ἀποτελεσμάτων, ὥστε μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ μὴ σιγήσω ἐπὶ πλέον. Ἤκουσα ἐπαναλαμβανόμενον μετ’ ἐπιτάσεως καὶ μετὰ πεποιθήσεως ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ σπεύσωμεν νὰ φέρωμεν πρότασιν νόμου διά; ... διὰ νὰ δικάσωμεν, ὅπως ἀποφυλακίσωμεν τοὺς λιποτάκτας!—διότι περὶ τούτου πρόκειται. Ἐν Πολιτείᾳ ἀνευθύνῳ γίνεται λόγος περὶ εὐθυνῶν! ἐν Πολιτείᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἐβασίλευσε τὸ δίκαιον, γίνεται λόγος περὶ ἀπονομῆς δικαιοσύνης! Καὶ δὲν παραξενεύομαι, ὅτι τοιαῦτα παράχορδα γίνονται καὶ τοιαῦτα λέγονται· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν τὴν ἐντολὴν ἡμῶν καὶ τὴν δικαιοδοσίαν ἡμῶν. Τίνες εἴμεθα ἡμεῖς; Εἴμεθα δικασταὶ, εἴμεθα νομοθέται, δυνάμενοι μὲν ἐντὸς ὡρισμένου μέτρου νὰ ἐλέγξωμεν τὰς τετελεσμένας πράξεις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ οὐχὶ βεβαίως καὶ νὰ ἐπιληφθῶμεν τὴν ἐξέτασιν ὡρισμένων πράξεων καθ’ ὡρισμένων προσώπων, ἵνα διὰ νόμου ἀποφυλακίσωμεν αὐτούς. Προκαλῶ τοὺς ἐπιστήμονας νὰ μ’ ἀντικρούσωσιν, ἐὰν δύνανται, διότι ἐπιτρέπεται μόνον εἰς τοὺς μὴ ἀσχολουμένους περὶ τὰ νομικὰ νὰ ἔχωσιν ἐξ ἀγνοίας γνώμην ἀλλοίαν τῆς ἰδικῆς μου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπετρέπετο τὸ ἐναντίον, ἐπιτρέπεται ἆρά γε κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, τὴν φοβεράν, νὰ σκεπτώμεθα περὶ τοιούτων; Ἀκόμη δὲν ὑπεγράφη ἡ ὁριστικὴ εἰρήνη, ἴσως δὲ θὰ ὑπετίθετο, ὅτι τοιαῦτα λέγονται, ὅπως εὐχαριστήσωμεν τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, καίτοι, ὡς ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι, ἐξ ἄλλων λόγων — ναί, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἐξ ἄλλων λόγων δεδικαιολογημένων καὶ ἕνεκα τερατώδους ἀνισότητος ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς δικαιοσύνης, προεκλήθη ἡ ἀγανάκτησις τῶν πασχόντων. Ἤκουσα σήμερον περὶ ὑποδίκων χιλιάδων λιποτακτῶν· ἀλλ’ ἤκουσα τοῦτο παρ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος σήμερον μὲν ἐβαπτίσθη εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν ἐχθρικὸν πῦρ, ἀπὸ τοῦ 1866 ὅμως εἶχε βαπτισθῆ εἰς τὸ ἐχθρικὸν πῦρ ἐν Κρήτῃ. Καὶ ἐνδέχεται οἱ ἁγνοὶ αὐτοῦ λόγοι νὰ παρεξηγηθῶσι παρ’ ἐκείνων, οἵτινες εὐχαριστοῦνται νὰ παριστῶσι τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν ὡς ἀνίκανον νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, ἐνῷ βεβαίως τοιαύτη πρόθεσις δὲν ὑπάρχει εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ διὰ τοῦτο οἱ λόγοι οὗτοι μοὶ ἐπέβαλον νὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην, ὅπως διατάξῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παρασκευασθῇ πίναξ, ἐμφαίνων τὸν ἀριθμὸν τῶν λιποτακτῶν — οὐχὶ κατ’ ὄνομα — ἀπὸ 5 Ἀπριλίου 1897 μέχρι τῆς ὑπογραφῆς τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, καὶ προσέτι τὰς χρονολογίας, κατὰ τὰς ὁποίας ἐγένετο ἡ λιποταξία, μετὰ τῆς σημειώσεως ἐπὶ πόσον χρόνον ἀπουσίασαν ἐκ τῶν τάξεών των οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, καί τι πλέον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δύσκολον, μετὰ σημειώσεως τῆς πατρίδος αὐτῶν. Ἐπίσης νὰ κατατεθῇ πίναξ τῶν χορηγηθεισῶν ἀδειῶν, μετὰ χρονολογίας αὐτῶν καὶ σημειώσεως τῆς πατρίδος τῶν λαβόντων τοιαύτας, κατ’ ἐπαρχίας, κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα. Τὸ κάτοπτρον τοῦτο θέλει χρησιμεύσει οὐ μόνον διὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ διὰ πολὺ ὑψηλότερον σκοπόν. Διατρέχομεν τὸ στάδιον τῶν εὐθυνῶν, πάντοτε δ’ ἐπιτρέπεται νὰ ζητῶνται εὐθῦναι ἐν κοινοβουλευτικῷ Κράτει, ἀλλὰ διερχόμεθα ἤδη κυρίως τὸ στάδιον τῆς ἀποκαλύψεως τῆς ἀληθείας καὶ τῆς συλλογῆς τῶν στοιχείων, ἵνα ἴδωμεν, τί ἐγένετο, διατὶ ἐγένετο καὶ πῶς. Τότε θέλομεν ἴδει, ἐὰν οἱ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι δι’ ᾀσμάτων καὶ ζητωκραυγῶν μετέβαινον ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ, ἵνα ἀντιταχθῶσι κατ’ αὐτοῦ, μὲ ἀπόφασιν νὰ μὴ ἐπιστρέψωσιν ἢ νικηταί, ἐὰν, λέγω, ἐκεῖνοι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των ἢ οὔ, καὶ διατί. Ἐκ τῶν χρονολογιῶν ἐκείνων θέλομεν μάθει, ἐὰν ἀνεχώρησαν ἀκολουθήσαντες κατ’ ἀνάγκην τοὺς φυγάδας ἀνωτέρους των, καὶ τίνας. Ἂς μὴ στραφῇ ὅλη ἡ ὀργὴ κατὰ τῶν στρατιωτῶν, ἂς ὑψώσῃ ἡ δικαιοσύνη τοὺς ὀφθαλμούς της καὶ ὑψηλότερον. Περὶ τῆς ἰσότητος ταύτης ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἰδίως τῆς Κυβερνήσεως. Ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θηβῶν Βουλευτὴς πρὸ μικροῦ καὶ ἐξεδήλωσε τὰς ἐλπίδας αὑτοῦ, τὰς ὁποίας ἔχει εἰς τὸν διευθύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Προσθέτω καὶ ἐγὼ τὴν ἐμήν· τοιαύτη δ’ ἐλπὶς ὑπάρχει εἰς ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον σκληρὰ μοῖρα ἐπέβαλε νὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Ὑπουργοῦ ἤδη, ὅτε διεξάγονται αἱ διαπραγματεύσεις ἀτιμωτικῆς εἰρήνης, ἐνῷ ἐκεῖνος οὐχὶ περὶ τοιαύτης ἠγωνίσθη. Ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον φεῦ! δὲν ἐδόθη σπουδαίως ἡ ἐντολὴ νὰ ἀνασυντάξῃ τὸν στρατὸν, ὡς ματαίως ἴσως ἐλπίζει,—διότι πράγματι πρόκειται περὶ διαλύσεως τοῦ στρατοῦ—ἓν μόνον ἔχει καθῆκον, ν’ ἀποκαλύψῃ τὴν ἀλήθειαν, νὰ καταδιώξῃ κατὰ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος του τοὺς φυγάδας, οἱουδήποτε ἀναστήματος καὶ βαθμοῦ, τοὺς λιποτακτήσαντας πρὸ τοῦ ἐχθροῦ, ἐξίσου καὶ ἀδιακρίτως, ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκωνται, ἀμειλίκτως, ἀλλὰ κατὰ τοὺς νόμους καὶ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων δικαστῶν, τοιοῦτοι δὲ δὲν εἴμεθα ἡμεῖς. Τοῦτο καὶ μόνον ζητῶ, καὶ ἀναμένω καὶ ἐλπίζω, καὶ τοῦτο μόνον κρατεῖ βεβαίως τὴν αἴγλην ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησε δικαίως εἰς τὰς κατὰ τοῦ ἐχθροῦ μάχας. Εἶναι καὶ τοῦτο μεγάλη ἐκπλήρωσις καθήκοντος, διότι αὐτὸ μόνον ἐναπέμεινεν ὡς παρηγορία εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν: ν’ ἀποκαλυφθῇ, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἀλήθεια, ἀλλὰ ν’ ἀποκαλυφθῇ γυμνή. Ἀτυχῶς ἐκτὸς τῶν στρατιωτικῶν ὑπευθύνων ὑπῆρξαν καὶ πολιτικοὶ μεγάλοι ὑπεύθυνοι, καὶ βαρύτατα ἔνοχοι, οἵτινες παρεσκεύασαν τὴν κατάστασιν ταύτην, ἥτις ἀπέληξεν εἰς τὸ φρικῶδες σημεῖον, εἰς ὃ εὑρισκόμεθα. Ἀλλὰ περὶ ἐκείνων μὴ περιμένετε εὐθύνας, διότι ἡ Πολιτεία ἡ Ἑλληνικὴ εἶναι Πολιτεία ἀνευθύνων. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1878 οὐδέποτε ἐδόθησαν εὐθῦναι· ὁ νόμος περὶ ὑπουργικῆς εὐθύνης ἐχρησίμευσε μόνον πρὸς κομματικὰς καταδιώξεις καὶ οὐδὲν πλέον. Ἐξέλιπε πλέον ἡ ἐλπὶς αὕτη, καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲν τερατωδέστερον τοῦ πολιτεύματος τοῦ Ἑλληνικοῦ, διότι οὐδεὶς ὁ ὑπεύθυνος. Ἐνῷ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα παραδέχεται ἀνεύθυνον μόνον ἕνα, καὶ τοῦτον μόνον συνταγματικῶς, οὐχὶ καὶ ἠθικῶς,—διότι πάντοτε ἔχει νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἱστορίας—ἐπεκτείνεται τὸ ἀνεύθυνον τοῦτο καὶ εἰς τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν καὶ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ εἰς τοὺς Πρωθυπουργοὺς καὶ εἰς πάντας. Καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ πολλάκις ἴσως ἐξερχόμενοι τῶν ὁρίων τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας ὁμιλοῦμεν ἀνευθύνως καὶ συμπεριφερόμεθα. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἡ ἐλπὶς αὕτη, νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς ὑπευθύνους, καὶ ὁ λαὸς δὲν δύναται θᾶττον ἢ βράδιον νὰ μὴ ὑψώσῃ στεντορείαν φωνὴν, ζητῶν τὴν σύγκλησιν Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἐκ τῆς ὁποίας καὶ μόνης, μὲ πρόγραμμα μεμελετημένον καὶ καλλιεργημένον, εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῶσι πραγματικαὶ εὐθῦναι, καὶ οὐχὶ ψευδεῖς πρὸς ἐξάτμισιν τῆς λαϊκῆς ἀγανακτήσεως καὶ πρὸς παραπλάνησιν τῆς κοινῆς γνώμης. Μόνον ἐνώπιον Συντακτικῆς Συνελεύσεως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει προβῆ εἰς τὴν λῆψιν ῥιζικῶν καὶ γενναίων μέτρων, διότι, ἐὰν τοῦτο δὲν ζητήσῃ, εἶναι ἀνάξιος νὰ ἀξιοῖ ἀνεξαρτησίαν Κράτους καὶ νὰ ἔχῃ ἐλπίδας περὶ ἐθνικοῦ μέλλοντος.
§106Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λυποῦμαι, ὅτι ὁ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτὴς μὲ ἠδίκησε, λέγων, ὅτι ἐγὼ ἀπέδωκα μομφὴν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν...
§107Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Ὑπουργὲ, δὲν ἐννοῶ νὰ σᾶς διακόψω, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι πολὺ θὰ μὲ ἀδικήσητε, ἐὰν δώσητε τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὴν ὁμιλίαν μου. Πολλοῦ γε καὶ δή. Ἐγὼ παρετήρησα, ὅτι ὁ λόγος σας δὲν ἐνεῖχε τοιαύτην ἰδέαν· οὐδέποτε ἐφαντάσθην, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐκ τοῦ στόματός σας τοιαῦτα νὰ λεχθῶσιν, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν ἐνδέχεται νὰ παρεξηγηθῶσι καὶ δώσωσι λαβὴν εἰς ἀνθρώπους κακῆς πίστεως, ἵνα ὁμιλήσωσι κατὰ τοῦ στρατοῦ.
§108Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ λιποτάκται ὑπῆρξαν ἀρκετοὶ, εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι ἀπαντῶν εἰς τὰς διαφόρους ἐπερωτήσεις εἶπον, ὅτι εἶναι τόσοι οἱ λιποτάκται, ὥστε τὸ τοιοῦτον δὲν τιμᾷ τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν ποτὲ ἀπὸ ἐμὲ, ὁ ὁποῖος ἐξέρχομαι ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ στρατοῦ καὶ ὁ ὁποῖος ὅλον μου τὸν βίον διήνυσα ἐργαζόμενος ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, νὰ ὑποτεθῇ ποτε, ὅτι θὰ ἤμην τόσον ἀγνώμων, ὥστε διὰ τῆς φράσεως ταύτης νὰ θελήσω ν’ ἀποδώσω μομφὴν εἰς τὸ στράτευμα, τὸ ὁποῖον μὲ ἐδόξασε. Βεβαιωθῆτε ὅτι, ὅταν τις πονῇ τὸ σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ, πρέπει νὰ ἦναι εἰλικρινής, ὅταν τῷ ζητῶνται οἱ λόγοι, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σᾶς ἀποκρύψω καὶ τὸ αἴσθημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον μοὶ παρήγαγεν ἡ πληθὺς τῶν λιποταξιῶν, ἀλλὰ βεβαίως μὲ αὐτὸ πᾶν ἄλλο διενοούμην, παρὰ νὰ ἀποδώσω μομφὴν εἰς στράτευμα, τὸ ὁποῖον, ὅπου καλῶς διῳκήθη, ἐτίμησε τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα. (Χειροκροτήματα ζωηρὰ ἔκ τε τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§109Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀρχικῶς ἡ ἐπὶ τοῦ θέματος συζήτησις ὑπῆρξεν ἀτυχὴς, καὶ λίαν δικαίως θέλει τὴν ἐπιοῦσαν διασπαρῆ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ὅτι ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ ἡ πρώτη συζήτησις, ἡ ἀφορῶσα τὴν τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ ὀνόματος, ὑπῆρξε προσωπικὴ, καὶ τοῦτο, διότι φαίνεται ὅτι προσεγγίζουσιν αἱ ἐκλογαί. Εὐτυχῶς ὁ κ. ἐκ Βόλου συνάδελφος ἀνύψωσε τὸ ζήτημα εἰς τὴν περιωπήν του, καὶ ἤδη τῳόντι γεννᾶται συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ καθαρῶς στρατιωτικοῦ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς εὑρέθη ὑπὸ περιστάσεις ὅλως διόλου ἐκτάκτους, καὶ ἴσως παρὰ τὸν νόμον ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ διαταγὰς, ὅπως ἀφεθῶσιν ἐλεύθεροι προσωρινῶς οἱ λιποτάκται, οἱ κρατούμενοι εἰς τὰ σώματά των· ἀλλὰ περὶ τούτου βεβαίως δὲν φέρει εὐθύνην οὔτε τυπικῶς οὔτε οὐσιαστικῶς, διότι ὅ,τι ἔπραξε τὸ ἔπραξεν ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος, ἐξαναγκασθεὶς ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Συζήτησις γίνεται περὶ ποινικῆς καταδιώξεως τῶν λιποτακτῶν στρατιωτῶν· ἀλλ’ ὅταν τις θέλῃ νὰ καθαρίσῃ μίαν κυπάρισσον καλῶς, πρέπει ν’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς κορυφῆς πρὸς τὰ κάτω, διότι ὅταν ἀρχίσῃ ἀπὸ τῶν κάτω πρὸς τὰ ἄνω, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ κατέλθῃ εὐκόλως. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν, ἐμφαίνουσαν τίνες ἀξιωματικοὶ ἔλαβον μέρος εἰς τὸν ἀτυχῆ καὶ ἀπαίσιον αὐτὸν πόλεμον, καὶ τίνες δὲν ἔλαβον, ἀλλ’ ἀνεπαύοντο εἰς τὰ διάφορα γραφεῖα, ὡς καὶ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἐζήτησε, πόσοι εἶναι οἱ λιποτάκται, ἀπὸ ποῦ κατάγονται, πότε ἐλιποτάκτησαν καὶ διὰ τίνα λόγον, διὰ νὰ γείνωσι γνωστοὶ παντοῦ, καὶ νὰ μὴ δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἀλλά, χωρὶς νὰ παρεξηγηθῶ οὔτε ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε ἀπὸ τοὺς λαβόντας ἢ μὴ λαβόντας μέρος εἰς τὸν πόλεμον, νομίζω ὅτι ἔχομεν τὸ καθῆκον, διὰ νὰ ἐπαναπαύσωμεν τὰς συνειδήσεις ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ συστήσωμεν ἐξεταστικὴν ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ ὑποβάλῃ λεπτομερῆ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν, οὐχὶ βεβαίως διὰ νὰ τιμωρήσῃ ἡ Βουλὴ τοὺς μὴ πράξαντας τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἐκ τῆς εἰλικρινοῦς ἐκείνης ἐκθέσεως, τίς ἔπραξε τὸ καθῆκόν του καὶ τίς δὲν τὸ ἔπραξε. Διότι, ἐὰν τοιαύτην ἔκθεσιν δὲν παρουσιάσωμεν σήμερον, μὴ ἐλπίζετε πλέον τίποτε ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον· πρέπει νὰ τραπῶμεν ὅλοι εἰς τὸ ἐμπόριον, ὡς οἱ Ἑβραῖοι, περὶ οὐδενὸς ἄλλου μεριμνῶντες.
§110Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Φρονῶ, ὅτι καλῶς ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Πετροπουλάκης νὰ ἐπαναφέρῃ ζήτημα, τὸ ὁποῖον παραδόξως ἐῤῥίφθη εἰς τὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ προκαλέσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς. Αἱ διάφοροι ἀντεγκλήσεις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, τῶν ὁποίων πρὸ ὀλίγου ἐγενόμεθα αὐτήκοοι, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γράφονται ἐν ταῖς ἐφημερίσι, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὰ ἀφορῶντα τοὺς διαφόρους ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τοῦ ναυτικοῦ, ἔχουσι κυρίως ἀφορμὴν τὴν ὑπόνοιαν, ἡ ὁποία κρατεῖ παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πιστῆς ἐφαρμογῆς τῶν στρατιωτικῶν νόμων. Ταῦτα δὲ πολλοὶ νομίζουσιν ὅτι προέρχονται ἐκ τῆς δικαίας ἀγανακτήσεως, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὡς ἐκ τῶν δεινῶν καὶ μεγάλων συμφορῶν, ἃς ὑπέστη. Δὲν πρέπει νὰ τὸ κρύπτωμεν, ὅτι κατὰ τὸν τελευταῖον Ἑλληνοτουρκικὸν πόλεμον αἱ ἐλπίδες καὶ τὰ ὄνειρα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, οἱ πόθοι, οὓς ἔτρεφεν εἰς τὰ στήθη αὐτοῦ κατὰ παράδοσιν τῶν πατέρων του, συνετρίβησαν τέλεον. Εἴχομεν, κύριοι Βουλευταί, στρατὸν κατάφορτον ἀπὸ τιμὰς καὶ παροχὰς, ἃς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς συνεπλήρου διὰ τῶν στερήσεων αὐτοῦ, εἴχομεν ναυτικὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐβασίζοντο πᾶσαι αἱ ἐλπίδες αἱ ἐθνικαὶ ἡμῶν· καὶ ὅμως κατὰ τὴν πρώτην σύῤῥαξιν μετὰ τοῦ ἐχθροῦ ἠκούσατε κανὲν ἀνδραγάθημα; ἠκούσατε κανένα μοναδικὸν ἡρωϊσμόν; μίαν αὐτοθυσίαν ἐπὶ τοῦ βωμοῦ τῆς πατρίδος; ἠκούσατε ἡρωϊσμόν τινα ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες ἐκλέϊσαν ἄλλοτε τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα; Λέγουν ὅσοι θέλουν νὰ δικαιολογήσωσι τὸ πρᾶγμα, ὅτι συνεκρούσθημεν ὀλίγοι πρὸς πολλούς. Ἀλλὰ τὸ ναυτικόν μας δὲν εἶχεν ἀντίπαλον. Πότε δὲ οἱ Ἕλληνες ἐπολέμησαν ἴσοι πρὸς ἴσους; Βρίθει ἡ Ἑλληνικὴ ἱστορία παραδειγμάτων, καθ’ ἃ, ἐλάχιστοι πρὸς πολλοὺς εὑρεθέντες, ἡρωϊκὰ κατώρθωσαν κατορθώματα. Ἐνθυμοῦμαι εἰς τὴν ἱστορίαν, ὅτι ἑκατὸν ἄνδρες εἰς τὸ Λεβίδι συναντηθέντες πρὸς στρατὸν πολυάριθμον τουρκικὸν, ἐντελῶς ἀπαίδευτοι στρατιωτικῶς, ὡπλισμένοι ἀτελέστατα, μὴ ἔχοντες ἔτι πατρίδα, οὐδὲ ἄλλο τι μέσον, δὲν ἐφοβήθησαν ὅτι θὰ ὑπερφαλαγγισθῶσι, δὲν ἐσκέφθησαν νὰ ὑποχωρήσωσι, δὲν κατελήφθησαν ὑπὸ πανικοῦ, διότι ἦσαν ἀποφασισμένοι νὰ θυσιασθῶσιν ὑπὲρ τῆς πατρίδος, ὡς πρέπει νὰ ἦναι ἀποφασισμένος πᾶς τις, εἰς ὃν ἀνετέθη ἡ φρούρησις καὶ ἡ ἄμυνα τῆς χώρας. Πλεῖστα παραδείγματα τῆς ἱστορίας δύναμαι νὰ ἀναφέρω· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ τελευταίου Ἑλληνοτουρκιτοῦ πολέμου ἠκούσατε κανὲν τοιοῦτον, ἔστω καὶ μοναδικὸν κατόρθωμα; ἠκούσατε καμμίαν αὐτοθυσίαν; Καὶ δὲν δύναται νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι ἡ γενεὰ ἡμῶν εὑρέθη τόσον ἐκπεφυλισμένη, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ἀνίκανος πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς πατρίδος, διότι καὶ πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε καὶ πολλάκις, ὅτι οἱ Ἕλληνες στρατιῶται, ὅπου ἀφέθησαν νὰ πολεμήσωσιν, ὅπου δὲν διετάχθησαν νὰ ὑποχωρήσωσιν, ὅπου δὲν ἐνεπνεύσθη αὐτοῖς ὁ πανικὸς καὶ ἡ δειλία, ἐπολέμησαν μετὰ γενναιότητος καὶ θαυμαστῆς αὐταπαρνήσεως. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, εἰς οὓς ἀνετέθη ἡ διοίκησις αὐτῶν,—πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν μετὰ παῤῥησίας—οἱ πλεῖστοι, ἂν οὐχὶ τὸ ὅλον, ἓν εἶχον γενικὸν σύνθημα, τὴν φυγὴν καὶ τὴν ὑποχώρησιν. Οὗτοι δὲ κυρίως εἶναι οἱ παραίτιοι τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν, οὗτοι εἶναι οἱ παραίτιοι τῶν συμφορῶν τῶν ἀνηκέστων, διότι αὗται δὲν συνίστανται μόνον εἰς τὴν ἧτταν καὶ τὰς συνεπείας αὐτῆς—πᾶν ἔθνος δύναται νὰ νικηθῇ, αἱ τύχαι τοῦ πολέμου δὲν δύνανται νὰ κατασχεθῶσιν,—ἀλλ’ ἡ συμφορὰ ἡμῶν συνίσταται κυρίως εἰς τὴν ἀμαύρωσιν τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κυρίου Πετροπουλάκη, ὅτι συμφέρον ἔχομεν νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν πιστὴν καὶ δικαίαν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ὡς πρὸς τὴν τιμωρίαν τῶν οὕτω κακῶς ἐκπληρωσάντων τὸ ἀνατεθὲν αὐτοῖς καθῆκον. Ἂν θέλωμεν νὰ ὑπάρξωμεν ὡς ἔθνος, πρέπει νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν νὰ συγκαλυφθῶσιν οἱ ἔνοχοι· ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τοῦτο ἐπιθυμεῖ, τὴν πιστὴν καὶ εἰλικρινῆ ἐφαρμογὴν τῶν στρατιωτικῶν νόμων. Εἴδομεν τὰς συστηθείσας στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς ἐπιτροπάς, εἴδομεν τὴν μέχρι τοῦδε λειτουργίαν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ἀλλ’ ἐπικρατεῖ ἡ ὑπόνοια παρὰ τῷ λαῷ, ὅτι μεγάλαι προσπάθειαι καταβάλλονται, διὰ μυρίων τρόπων, ὅπως ἡ λειτουργία αὐτῶν μὴ ἀποβῇ εἰς ἀποκάλυψιν πάντων τῶν ὁπωσδήποτε παραβάντων τὸ καθῆκον αὐτῶν, ἀλλὰ πρὸς συγκάλυψιν τῶν ἐνόχων. Τούτου ἕνεκα φρονῶ, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης ἔχουσι συμφέρον νὰ ἐξετασθῇ ἑκάστου ἡ ἐνέργεια. Διότι δὲν παρέβησαν πάντες τὸ καθῆκον των· εἶναι καὶ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι καὶ εὐόρκως ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκον των, καὶ ἐν τούτοις καὶ αὐτοὶ συμφύρονται ἐν τῇ γενικῶς ἐπικρατούσῃ ἰδέᾳ. Ἠκούσαμεν τί ἐγένετο ἐπὶ τοῦ σκανδάλου τῶν ἐμπυρίων τῶν τορπιλλῶν. Τάχα ὁ Ραυτόπουλος εἶναι ὁ μόνος ὑπεύθυνος, ἢ μήπως ἐξελέχθη οὗτος ὡς ὁ ἀποδιοπομπαῖος τράγος, ἐφ’ οὗ θέλομεν νὰ φορτώσωμεν ὅλας τὰς ἁμαρτίας; Ἠκούσαμεν ὅτι εἰσήχθη εἰς δίκην εἷς λοχαγὸς ἐπὶ ἐγκαταλείψει τῆς θέσεώς του ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, καὶ διετάχθη παρὰ τοῦ Στρατοδικείου κρείσσων ἀπόδειξις, διότι τὸ ἔγκλημα δὲν εἶχε διευκρινισθῆ. Ἀλλὰ τὰ δύο ταῦτα παραπτώματα εἶναι ἡ αἰτία ὅλης αὐτῆς τῆς συμφορᾶς ἡμῶν; Ἴσως μοὶ εἴπετε, ὅτι μὲ τὸν χρόνον ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της. Δὲν ἔχομεν κανένα λόγον, ἵνα μὴ τρέφωμεν ἀκέραιον σεβασμὸν πρὸς πάντα τὰ μέλη, τ’ ἀποτελοῦντα τὰς ἀνακριτικὰς ἐπιτροπάς, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι πλεῖστοι εἶναι οἱ παραβάται τῶν καθηκόντων των μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ὅτι μεταξὺ αὐτῶν πιθανὸν νὰ ἐκλεγῶσι καὶ μέλη ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ δικάσωσι· δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν καὶ ἕτερον, ὅτι πρόκειται νὰ δώσωσι ψῆφον περὶ συναδέλφων καὶ συμπολεμιστῶν καὶ περὶ συναιτίων ἴσως, καὶ τοῦτο ἔχομεν συμφέρον ν’ ἀποφύγωμεν. Δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ τις ἀντίῤῥησιν, ὅτι τὸ ἔθνος, ἐκεῖ ὅπου κατήντησεν, ἐὰν δὲν τιμωρηθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸ ἔφερον εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, δὲν ἔχει ἐλπίδα ζωῆς, δὲν ἔχει ὕπαρξιν, οὐδὲ ἐθνικὸν προορισμὸν, οὐδὲ πόῤῥωθεν δύναται νὰ ἐλπίζῃ πλέον ἐκπλήρωσιν ἐθνικοῦ προορισμοῦ. Εἶναι δὲ κύριοι Βουλευταί, τόσον σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον τὸ θέμα τοῦτο, τόσον καιρίως θίγει αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν ὑπόστασιν τῆς Ἑλλάδος ὡς Κράτους καὶ ὡς ἔθνους, ὥστε δὲν πρέπει οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ τὸ ἀφήσωσιν ἄνευ συντόνου προσοχῆς. Ἐπικρατεῖ ἡ ὑπόνοια παρὰ τῷ λαῷ, ὅτι δὲν θὰ τιμωρηθῶσιν οἱ πραγματικοὶ ἔνοχοι, καὶ ἑπομένως ἐπιβάλλεται, ἵνα τὸ θέμα τοῦτο ἀμέσως καὶ ἄνευ ἀναβολῆς προσελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Διότι τὰ ἀφορῶντα τὴν γενικὴν διεύθυνσιν τοῦ πολέμου καὶ τὴν γενικὴν παρασκευὴν τοῦ Κράτους πρὸς πόλεμον ἀποτελοῦσιν ἕτερον θέμα, ὑψηλότερον, τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τῆς παρούσης ὥρας, οὐχὶ διότι φρονῶ ὡς ἐκεῖνοι, οἵτινες ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτή, ὡς συνυπεύθυνος, δὲν εἶναι ἁρμοδία νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ,—διότι τὸ Κοινοβούλιον, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται, ἔχει πάντα τὰ δικαιώματα, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ περιέβαλε τὸ πολίτευμα, καὶ δύναται νὰ ἐνασκήσῃ ταῦτα ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν,—ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς σαφηνισμένον τὸ θέμα τοῦτο, ἵνα ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐξετάσεως ταύτης. Ὡς πρὸς τοὺς πλημμελήσαντας ὅμως κατὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ πολέμου, ἐκείνους εἰς οὓς ἀνετέθησαν αἱ κατὰ τὸν πόλεμον διάφοροι στρατιωτικαὶ πράξεις, καὶ οἵτινες παρέβησαν τὸ καθῆκόν των, εἴμεθα ἐν καιρῷ καὶ πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Συνεπῶς πρὸς ταῦτα, φρονῶν ὅτι διερμηνεύω πιστῶς τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, συνέταξα καὶ συνυπέγραψα μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Γυθείου πρότασιν, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἡ Βουλὴ ὁρίσῃ ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν πρὸς τοῦτον τὸν σκοπόν. Ἰδοὺ ἡ πρότασίς μου (ἀναγινώσκει): «Προτείνομεν ἵνα, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος, διορίσῃ ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν μελῶν αὑτῆς ἐννεαμελῆ ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐξακριβώσῃ, τίνες ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης παρέβησαν κατὰ τὸν τελευταῖον Ἑλληνοτουρκικὸν πόλεμον τὰ ἀνατεθειμένα αὐτοῖς καθήκοντα, εἴτε παραμελήσαντες τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, εἴτε πλημμελῶς ταύτην ἐνεργήσαντες, ἰδίως δὲ τίνες τούτων ἐγκατέλειψαν τὰς θέσεις των ἄνευ ἀνωτέρας διαταγῆς καὶ προφανοῦς ἀνάγκης, ἢ παρημέλησαν ὁπωσδήποτε τὰς ἀνατεθείσας αὐτοῖς πολεμικὰς ἐνεργείας, ὑποβάλῃ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ὅσον οἷόν τε ταχύτερον τὰ πορίσματα τῶν περὶ τούτου ἐρευνῶν της δι’ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως.» Ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης προκαλῶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἥτις νομίζω ὅτι θέλει ἀποδεχθῆ ταύτην, ἂν θέλετε νὰ ὑπάρξωμεν εἰς τὸ μέλλον ὡς ἔθνος, ἔχον προορισμὸν ἐθνικὸν, ὃν νομίζει ὅτι δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ.
§111ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ὅπως λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ ἀποφασίσῃ, οὖσα παρεσκευασμένη.
§112ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω πολὺ, Κύριοι, διότι ἡ φωνὴ, ἣν ὕψωσα κατὰ τὸ τέλος τῆς παρελθούσης συνόδου καὶ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, εὗρεν ἠχὼ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὑποστηριχθεῖσα ἐῤῥωμένως ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ καὶ συγγενοῦς μου. Ὑπεστήριξα, Κύριοι, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ὅτι ἡ Βουλὴ πρώτιστον καθῆκον ἔχει νὰ διορίσῃ ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, ἵνα ἐξετάσῃ τίνες οἱ ὑπαίτιοι, οἱ ὁδηγήσαντες τὸν στρατὸν ἀπὸ τοῦ Ὀλύμπου εἰς τὰς Θερμοπύλας· ἀλλὰ τότε πάντες οἱ λεγόμενοι ἐπιφανεῖς ἐξηγέρθησαν, λέγοντες ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς τοιούτων συζητήσεων, ἐνῷ δὲν ἐπρόκειτο νὰ προκαλέσω συζητήσεις, ἀλλ’ ἐπρόκειτο μόνον περὶ προπαρασκευῆς πρὸς ἔναρξιν τῆς συζητήσεως ταύτης. Οὐδεμία συζήτησις θέλει προκληθῇ περὶ τῶν εὐθυνῶν, ἂν ἡ Βουλὴ διορίσῃ ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ παρασκευάσῃ τὴν ὕλην, τὴν ἔκθεσίν της, καὶ τότε θέλει ἀρχίσει ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν εὐθυνῶν. Πρὸς τοῦτο ἔχω συντεταγμένην ἔκτοτε πρότασιν, ἣν σᾶς ἀναγινώσκω, διότι εὑρίσκω αὐτὴν γενικωτέραν τῆς προτάσεως τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐκ Καλαβρύτων καὶ Γυθείου. Τὴν πρότασιν ταύτην μοὶ ἔκαμαν τὴν τιμὴν νὰ συνυπογράψωσι καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι Βασιλείου, Πέῤῥος καὶ Σάκκης, ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
ΠΡΟΤΑΣΙΣ
Περὶ συστάσεως καὶ διορισμοῦ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. «Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος διορίσῃ ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς ἐννεαμελῆ ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν, μὲ τὴν ἐντολὴν ἵνα ἐξετάσῃ καὶ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἑξῆς. 1) Τίνες οἱ ὑπαίτιοι τῆς προκλήσεως τοῦ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας πολέμου. 2) Τίνες οἱ ὑπαίτιοι, ὧν ἕνεκα ὁ πόλεμος μετεβλήθη εἰς ψευδοπόλεμον. 3) Τίνες οἱ ὑπαίτιοι τῶν διαρκῶν ὑποχωρήσεων τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἀδρανείας τοῦ Ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος. 4) Κατὰ πόσον ἕκαστος ἔκ τε τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν πολιτικῶν καὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἔκ τε τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν ἀξιωματικῶν, ἐξετέλεσεν ἢ παρέλειψε τὸ καθῆκόν του. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1897. Οἱ προτείνοντες Βουλευταὶ Ι. Μπακόπουλος, Α. Βασιλείου, Θ. Πέῤῥος, Π. Μ. Σάκκης». Τὰ θέματα ταῦτα ζητῶ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἀναθέσῃ εἰς ἐννεαμελῆ ἐπιτροπὴν, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, ὅτε δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀρχίσῃ τὰς ἐπὶ τούτου συζητήσεις.
§113Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διὰ νὰ γείνῃ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, πρέπει νὰ προηγηθῇ ἕτερον. Εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος, ὅπως ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐδημοσίευσε τὴν Λευκὴν Βίβλον, τὴν περιέχουσαν τὴν ἐπίσημον ἀλληλογραφίαν αὐτῆς ἀπὸ τῆς ἀναῤῥήσεώς της εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα νὰ δημοσιεύσῃ τὴν ἐπίσημον ἀλληλογραφίαν ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ζητήματος μεταξὺ τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ τότε θὰ φωτισθῶμεν ἀκριβῶς.
§114ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μήπως ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ὅλα τὰ ἔγγραφα; ἢ δὲν γνωρίζετε ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, ὁσάκις ἀπευθύνωνται παρὰ Βουλευτοῦ αἰτήσεις περὶ ζητήματός τινος σοβαροῦ, μετέχοντος σημασίας, ἕνεκα τοῦ ὁποίου φέρει τὴν εὐθύνην ἀκεραίαν ὅλη ἡ Βουλὴ, αἱ Κυβερνήσεις πάντοτε ἠρνήθησαν νὰ δώσωσι τοιαύτας πληροφορίας, ὀχυρούμεναι ὄπισθεν τῶν κυβερνητικῶν ἐθίμων, ὅτι βλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ ἀείποτε διατελεῖ ἐν τῷ σκότει; Λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ πάντα τὰ ἔγγραφα ὅλων τῶν γραφείων καὶ τῶν ἀρχείων, καὶ νὰ κρίνῃ ἐπ’ αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων τούτων νὰ συντάξῃ ἔκθεσιν ἀμερόληπτον, χάριν τῆς τιμῆς καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ αὐτῆς τῆς Βουλῆς.
§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἀνέγνω ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, περιέχει πρώτην παράγραφον, τὴν ὁποίαν δὲν ἤκουσα περιεχομένην ἐν τῇ προτάσει, ἣν προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων. Κατὰ τὴν πρώτην παράγραφον, ἡ προτεινομένη νὰ συστηθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ θέλει ἐξετάσει, τίνες αἱ αἰτίαι, αἱ ἐπενεγκοῦσαι τὸν ἐπικηρυχθέντα ὑπὸ τῆς Τουρκίας κατὰ τῆς Ἑλλάδος πόλεμον, τίνες εὐθύνονται ἐπὶ ταῖς αἰτίαις ταύταις καὶ τίνες παρέλιπον κατὰ τὴν κυβερνητικὴν αὑτῶν ἐνέργειαν τὰ καθήκοντα αὑτῶν καὶ τίνες παρέβησαν ταῦτα. Ἐγὼ εἶμαι πιστότατος ὀπαδὸς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐγγύησις περὶ τῆς ἀκριβοῦς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἡ ἐγγύησις ἔγκειται ἐν τῷ δικαιώματι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ ἐνασκῇ ἀδιάλειπτον ἐπιτήρησιν ἐπὶ τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως, καὶ νὰ ἐξελέγχῃ καὶ ἐξετάζῃ τὰς πράξεις τῶν κυβερνητῶν, νὰ ἐξετάζῃ τὰς ἐνεργείας τῶν διοικούντων. Ἐὰν τὸ δικαίωμα τοῦτο ἤθελε μείνῃ ἀργὸν, ἐὰν τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ἤθελεν ἀναγραφῆ ἐν τοῖς θεσμοῖς, οἱ κοινοβουλευτικοὶ οὗτοι θεσμοὶ ἤθελον ἀποτελεῖ εἰρωνείαν, ἥτις ἤθελε χρησιμεύει μόνον πρὸς ἐμπαιγμὸν τῶν λαῶν, καὶ προσέτι πρὸς αὔξησιν τῶν δαπανῶν τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἤθελον διοικεῖσθαι εὐθηνότερον, ἐὰν δὲν εἶχον τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Δὲν ἀνέβην λοιπὸν τὸ βῆμα, ἵνα ἐκφέρω γνώμην ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, διότι πρὸ παντὸς νομίζω, ὅτι καλοῦνται ἵνα φέρωσι γνώμην ἐπ’ αὐτῆς ἄλλοι, ἔχοντες ἐπισημότερον χαρακτῆρα ἢ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον φέρω ἐγώ, ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἢ ὡς ἡγέτης τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, μετὰ τοῦ ὁποίου συνεργάζομαι. Ἀλλὰ ἠναγκάσθην νὰ φέρω τὸν λόγον, ἕνεκα τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, τῆς ὁποίας ἡ πρώτη διάταξις ἑρμηνευομένη δύναται νὰ κριθῇ ὅτι ἐκτείνεται καὶ ἐπ’ ἐμὲ καὶ ἐπὶ τοὺς ἐμοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν μέρος τοῦ κατὰ τὸ 1897 Ὑπουργείου. Δηλῶ λοιπὸν ἐν ὀνόματι ἐμοῦ καὶ τῶν συναδέλφων μου, ὅτι οὐδαμῶς θέλομεν ἀντείπει εἰς πᾶσαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν Βουλευτὴς ἤθελε προβάλει περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐρευνήσῃ τὴν πολιτείαν ἡμῶν, ὅπως ἐξετάσῃ τὴν κυβερνητικὴν διεύθυνσιν τῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους, ὅπως ἐρευνήσῃ τὰς πράξεις τῆς διοικήσεως. Ἐπομένως κηρύσσομαι πρόθυμος νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοιαύτης προτάσεως, ἐὰν τυχὸν ἤθελε προταθῆ, οὐδὲ θέλω ἀντιπράξει τὸ παράπαν εἰς αὐτήν.
§116Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὐδεμίαν εἶχον ἀμφιβολίαν, ὅτι αἱ προτάσεις περὶ ἐκλογῆς ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς ἤθελον φέρει εἰς τὸ βῆμα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, διότι ἀκριβῶς διὰ τῆς μεθόδου ταύτης καὶ μόνης οὐδέποτε δύνανται νὰ δοθῶσιν εὐθῦναι. Ἐξετάσατε τὴν ἱστορίαν τοῦ νόμου περὶ ὑπουργικῆς εὐθύνης, καὶ τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος, καὶ δὲν θὰ σᾶς μείνῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι ὁ μόνος τρόπος, ὅπως μὴ δοθῇ οὐδέποτε εὐθύνη, εἶναι ἡ ἐκλογὴ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις τῆς ἐνεστώσης Βουλῆς. Δὲν θέλω μίαν πρὸς μίαν νὰ ἀναφέρω τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐλειτούργησεν ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ὅλοι τὰς γνωρίζετε. Καὶ ἐρωτῶ, ἐὰν οὐχὶ δι’ ἄλλας ἐξεταστικὰς ἐπιτροπὰς, τοὐλάχιστον διὰ τὴν τελευταίαν, τί γίνεται ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς «Μπουμπουλίνας»; Ἢ μήπως τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο εἶναι τόσον ἐπουσιῶδες, ὥστε δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ἀποτέλεσμα; Μολονότι πολλοὶ παρῆλθον μῆνες ἔκτοτε, οὐδὲν ἔχομεν ἀκόμη ἀποτέλεσμα, καὶ οὔτε δοθήσεται ἡμῖν μέχρι τῆς λήξεως ἢ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Πρὸς τί λοιπὸν ἡ νέα ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή; Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος νομίζει ἁρμόδιον τὸν καιρὸν, διότι ὑποθέτει ὅτι πνέει οὔριος ἄνεμος, τῇ βοηθείᾳ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἐξοφληθῇ ὁ μέγας, ὁ μέγιστος αὐτοῦ λογαριασμός. Οὐδέποτε πιστεύω, ὅτι σήμερον ἡ Βουλὴ θὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως κατ’ οὐσίαν· διότι ἡ ταπεινή μου γνώμη εἶναι νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν γενομένην ὑποβολήν· ἀλλ’ ἀνάγκη νὰ διαταχθῇ ἡ τύπωσις καὶ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα τῆς συζητήσεως. Ναὶ μὲν ἡ Βουλὴ κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἔχει τὸ δικαίωμα, ὡς ὀρθῶς παρετηρήσατε, κύριε Πρόεδρε, νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν προτάσεων τούτων, ἀλλὰ δὲν εἶναι βεβαίως πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, προτάσεις τοσοῦτον σπουδαῖαι νὰ ἔρχωνται αἰφνιδίως εἰς συζήτησιν καὶ ἀποφασίζωνται. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, θὰ εἴπω πλείονα, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ὁ λαὸς πικρὰ ἔλαβε διδάγματα, καὶ ὅτι αἱ περιστάσεις αὗται δὲν ὁμοιάζουσι μὲ τὰς προηγουμένας, καὶ ὅτι οἷος δήποτε ἑλιγμὸς δὲν δύναται ν’ ἀπαλλάξῃ τῆς εὐθύνης ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸν τόπον εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἀποφεύγω νὰ χαρακτηρίσω, διότι οἷος δήποτε χαρακτηρισμὸς, ὅσον δήποτε βαρὺς, δὲν ἤθελεν ἐπαρκέσει, ὅπως παραστήσῃ τὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς.
§117ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ἀνέγνωσα, κύριοι Βουλευταὶ, πρὸ χρόνων περιγραφὴν τοῦ Ἐδουάρδου Φούσκου περὶ τῆς ἐν Σφακτηρίᾳ μάχης. Ὁ φιλέλλην συγγραφεὺς, ὁμιλῶν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἔπεσαν θνήσκοντες οἱ πρόμαχοι τῆς ἑλληνικῆς παλλιγενεσίας Ἀναγνωσταρᾶς, Τσαμαδὸς, Σαχίνης, καὶ ἐξυμνῶν ἐν τῇ συγγραφῇ του τὸν διάλογον τοῦ Ἀλεξάνδρου Μαυροκορδάτου καὶ τοῦ φιλέλληνος Σανταρόζα, διηγεῖται ὅτι κατὰ τὴν ὁρμὴν τῆς μάχης καὶ κατὰ τὴν τροπὴν, ἣν ἔλαβεν αὕτη, δόσαντες πρὸς ἀλλήλους τὰς χεῖρας, παρώτρυναν τοὺς ἑταίρους, λέγοντες: «ἐμπρός! μᾶς ἔμεινεν ἀνὰ ἓν ὅπλον, ὥστε ν’ ἀποθάνωμεν ἀνδρείως, πρὶν ἢ ὑποκύψωμεν ἀνάνδρως». Καὶ ἐπιλέγει εἰς μίαν θαυμασίαν στροφὴν τοῦ λόγου αὐτοῦ ὁ φιλέλλην ποιητής: «ἐπικατάρατος ἔστω ὁ ἀλαλάζων κατὰ τὴν ταπείνωσιν τῆς πατρίδος αὐτοῦ!» Καὶ ἀλαλάζομεν σήμερον ἡμεῖς ἐδῶ, εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν ἡ Πατρὶς εὑρίσκεται τεταπεινωμένη ἐνώπιον τῶν ἐχθρῶν, φέροντες προτάσεις τοιαύτας! Δὲν ἐπερίμενον ἀπὸ τὸν ἡγέτην τῆς πλευρᾶς ταύτης, ὅτι ἠδύνατο μετὰ τοσαύτης εὐκολίας ν’ ἁρπάσῃ μίαν πρότασιν, ἥτις τόσον ἀπροόπτως ἔπεσεν ἐν τῷ μέσῳ τῆς Βουλῆς, καὶ ἥτις ὁμοιάζει μὲ τὸν κεραυνὸν, ὅστις κατέπεσε κατὰ τῆς κεφαλῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔρχεται μετὰ τῆς αὐτῆς ταχύτητος νὰ παρασύρῃ ὅ,τι ἄφησεν ὁ ἐχθρὸς, καὶ ὁμοῦ μὲ τὴν κατάπτωσιν τῆς στρατιωτικῆς δόξης τῆς Ἑλλάδος νὰ καταπέσῃ ὅ,τι ἐναπέμεινεν ὡς ἐσχάτη βακτηρία. Ὁ πολιὸς γέρων, εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν προσερχόμεθα διὰ νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ λήξαντος ἔτους καὶ ν’ ἀπομακρυνθῶμεν εἰς τὰς ἑστίας ἡμῶν μέχρις ὅτου συντελεσθῶσιν αἱ ἐργασίαι αἱ ἐπιβαλλόμεναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ λόγων μεγίστης ἀνάγκης, ἀναλαμβάνει τὴν ὑποστήριξιν προτάσεως, σκοπούσης τὴν συγγνώμην τῆς ὑπ’ αὐτὸν Κυβερνήσεως. Καὶ ἔδωκε τὴν προσοχὴν αὐτοῦ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Μαντινείας συναδέλφου, διότι εἰς ἐκείνην τὴν πρότασιν εὗρεν ἀναγεγραμμένον, ὅτι πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ παρελθὸν τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ. Ἐὰν ἐνόμισεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη εἶναι ἁρμοδία ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοιούτου ζητήματος, ἀπατᾶται. Ἀπὸ τῆς Βουλῆς αὐτῆς ἀφῄρεσε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸ ὑψηλὸν τοῦτο δικαίωμα αὐτὸς οὗτος. Ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο εἰς τὸ στάδιον τοῦ πολέμου, τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν, κακῶς ἢ καλῶς, ἡνώθη εἰς μίαν γνώμην, νὰ διεξαγάγῃ τὸν πόλεμον, καὶ μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον ἦτο ὑπεύθυνον. Ἀφ’ ἧς ὅμως στιγμῆς ὁ πόλεμος κατέπαυσεν, ἡ εὐθύνη τοῦ πολέμου ἐπιβαρύνει τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀναλαβοῦσαν αὐτόν. Γνωρίζομεν ἐκ τῆς ἱστορίας, ὅτι τὸ σεπτὸν σῶμα τοῦ Θεμιστοκλέους κατέχει ἡ γῆ τῆς Μαγνησίας, ὁ δὲ Ἐπαμεινώνδας, ὁ μέγας τῶν Θηβῶν στρατηγὸς, κατεδικάσθη νὰ καθαρίσῃ τὰς ὁδοὺς τῆς πόλεως, μετὰ πολλῆς δυσκολίας ἀποφυγὼν τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν. Ἡ εὐθύνη δὲν δύναται νὰ μετατοπισθῇ· μένει πάντοτε ἐκεῖ, ὅπου ἐτέθη ὑπὸ τῶν νόμων. Θέματα πολλὰ διαπραγματεύονται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας καὶ οἱ πολῖται καὶ οἱ δημοσιογράφοι περὶ μονομερῶν γεγονότων καὶ περὶ τῆς προσωπικῆς εὐθύνης ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἀρχηγῶν καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ τῆς χώρας, ἀλλὰ τὸ θέμα τῆς πολιτικῆς εὐθύνης εἶναι ἀνεπίδεκτον συζητήσεως. Τὴν εὐθύνην τῶν πραγμάτων τὴν φέρει ἡ Κυβέρνησις ἡ πεσοῦσα, ἡ προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ Θεοδώρου Π. Δηλιγιάννη! Ἡ δὲ Βουλὴ αὕτη, μετὰ τὴν κατάπτωσιν, ἣν ὑπέστη ἡ Ἑλλὰς, ψηφίζουσα τὴν γνώμην τοῦ Θεοδώρου Π. Δηλιγιάννη, δὲν δύναται νὰ σχηματίσῃ ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν, μέλλουσαν νὰ κρίνῃ τὰς πράξεις αὐτοῦ.
§118ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διατὶ παρακαλῶ;
§119ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Δὲν δύναται, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν σταθερῶς συνετάχθη μετὰ τὸν πόλεμον κατὰ τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς ἡ πλειονοψηφία πρὸς τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν καὶ ἐδέχθη τὰ κελεύσματά του, εἶναι συνυπεύθυνος μετ’ αὐτοῦ.
§120ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Σεῖς εἶσθε! Καὶ διατὶ δύνασθε σεῖς;
§121ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἔπεισα, ἀλλὰ σᾶς συνεβούλευσα συγχρόνως, καὶ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἶπον καὶ συνεβούλευσα, οὐδὲν ἐξετελέσατε σεῖς (θόρυβος).
§122Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἀνεκοινώσατε ἐγκαίρως εἰς τὴν Βουλήν! (θόρυβος καὶ διακοπαὶ ἐξ ἀριστερῶν).
§123ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Μὴ νομίσητε ὅτι μετὰ τοσαύτης εὐκολίας θὰ ἀφαιρέσητε ὅ,τι ἔμεινεν εἰς τὸν δυστυχῆ αὐτὸν τόπον. Καὶ ἔμεινε μία μόνη ἐλπὶς, ὅτι ἡ Βουλὴ σέβεται ἑαυτήν.
§124ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§125ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Διότι, ἂν καὶ ταύτην τὴν ἐλπίδα ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸ ἔθνος, οὐδὲν ἐναπέμεινεν εἰς αὐτό. Σεῖς ἐδῶ ἐκ τύχης εὑρεθέντες, δύνασθε νὰ ἔχητε διαφόρους γνώμας. Ἀλλὰ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον ἔχει μίαν (διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν καὶ φωναί).
§126ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἂν σεῖς ἦσθε ἐδῶ ἐκ τύχης, ἡμεῖς ἐδῶ εὑρισκόμεθα δικαιώματι τοῦ λαοῦ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ διατάξητε τὸν ἀγορεύοντα νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Δότε μίαν ἐξήγησιν, κύριε Βουλευτά.
§128ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν θὰ δώσω ἐγώ, ἐκείνην τὴν ὁποίαν δὲν δίδετε σεῖς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ διατάξητε, ὅπως νομίζει ὁ κ. Ἀλεξάκης.
§129ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν ἐξηγήσεις ἀπὸ σᾶς. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν νὰ ἐξηγήσητε, τί ἐννοεῖτε διὰ τῆς φράσεως, ὅτι ἐκ τύχης εὑρισκόμεθα ἡμεῖς ἐνταῦθα.
§130ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Εὑρίσκεσθε καὶ σεῖς καὶ ἐγὼ καὶ πάντες οἱ ἐκλεγέντες ὡς Βουλευταί. Κατὰ συνέπειαν ἦτο εἰς τὴν τύχην ἡμῶν νὰ παρακαθήμεθα κατὰ τὴν ὥραν ταύτην μεθ’ ὑμῶν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ (γέλωτες). Ζητεῖτε νὰ ἐκβιάσητε τόσον ἀπροόπτως καὶ τόσον ἀποτόμως τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς εἰς ζήτημα ὑψίστης σημασίας, διὰ τὸ ὁποῖον πολλοί, καὶ ξένοι καὶ Ἕλληνες, συζητοῦσι καὶ γράφουσι, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει μυστήρια ἀνεξερεύνητα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, τὰ ὁποῖα ζητεῖτε νὰ ἐρευνήσητε σεῖς διὰ ψηφοδελτίου, τὸ ὁποῖον θὰ γραφῇ διὰ τῆς χειρὸς τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ! Ζητεῖτε νὰ λάβητε τὸ δικαίωμα, ἵνα ἐξετάσητε, τίνες εἶναι οἱ αἴτιοι τοῦ πολέμου αὐτοῦ, καὶ ἐὰν οὗτοι ἔλαβον τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς τοιοῦτον πόλεμον, ἢ ἂν ὠλιγώρησαν τῶν ὑψηλῶν αὐτῶν καθηκόντων, καὶ μετὰ τὴν ἔρευναν ταύτην θὰ φέρητε βεβαίως ὡς ἐξαγόμενον, ὅτι ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ ἔσχατοι τῶν στρατιωτῶν καὶ ὁ λαὸς, διότι εἰς τὸν τόπον τοῦτον οὐδέποτε κρίνονται οἱ διευθύνοντες τὰ κοινὰ, οἱ ἀληθῶς ὑπεύθυνοι. Εἰς τὴν παγίδα ταύτην δὲν θὰ ῥίψητε ἡμᾶς. Ἐλπίζω ὅτι εἰς τὴν πλευρὰν αὐτὴν ὑπάρχουσιν οἱ ἄνδρες, οἱ δυνάμενοι νὰ ἀγωνισθῶσι τὸν ἱερὸν αὐτὸν ἀγῶνα. Ἐὰν ἐκ τῶν προαπελθόντων ἐξόχων ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρχέ τις ἐδῶ, δὲν ἠθέλετε τολμήσει νὰ φέρητε τοιαύτην πρότασιν· ἀλλὰ καὶ οἱ ἐναπομείναντες εἶναι ἀρκετοὶ, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ὑπερασπισθῶσι τὰ ὕψιστα συμφέροντα τῆς πατρίδος, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν σωτηρίαν καὶ εἰς τὴν τιμὴν αὐτῆς.
§131ΔΑΛΛΑΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον πρὸ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, καὶ ὑπεχώρησα, νομίσας ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσω, διότι ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του εἶχε καθῆκον νὰ κάμῃ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε. Περιττὸν νὰ εἴπω ἐν παρόδῳ, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀποδίδω εἰς τὴν δήλωσιν ἐκείνην τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἡ σειρά μου. Εἶπον δι’ ὀλίγων λέξεων, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 34 τὸ Προεδρεῖον ὀφείλει νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν, (διότι εἰς τὴν διακριτικὴν αὐτῆς ἐξουσίαν κεῖται) ἂν πρέπῃ νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις αὕτη κατὰ προτίμησιν, καὶ βλέπετε ὅτι ἔλαβον πολλοὶ τὸν λόγον, συζητοῦντες, πλὴν τοῦ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ, περὶ τῆς οὐσίας τῆς προτάσεως. Μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ προηγούμενον ζήτημα εἶναι νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν δέχηται νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις ὡς κατεπείγουσα.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις.
§133ΔΑΛΛΑΣ. Εἶπον ὅτι τὸ Προεδρεῖον δὲν συμμορφοῦται μὲ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζετε καλῶς, ὅτι ὑπάρχει ἐλευθερία τοῦ λόγου, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ. Δύνασθε π. χ. νὰ ζητήσητε τὸν λόγον καὶ νὰ ὁμιλήσητε περὶ ἄλλων θεμάτων. Ὁ Πρόεδρος δὲν δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τοῦτο.
§135ΔΑΛΛΑΣ. Ὄχι, δὲν ἐννοῶ νὰ ἀποτείνω μομφήν.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις. Περὶ αὐτῆς βεβαίως θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§137Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς συζητεῖται, κύριε Πρόεδρε.
§138ΔΑΛΛΑΣ. Λοιπὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν δέχηται τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως, ὡς κατεπειγούσης.
§139ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι κατὰ τῆς κατατεθείσης προτάσεως τοῦ ἐντίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Κηρύσσομαι ἐπίσης κατὰ τῆς δευτέρας προτάσεως, τοῦ νὰ συστηθῇ ἄλλη τοιαύτη ἐπιτροπὴ, τοῦ ἐντίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, κατ’ ἀμφοτέρων τῶν προτάσεων δηλαδή. Κηρύσσομαι κατὰ τῶν προτάσεων τούτων, λόγῳ πείρας, καθόσον αἱ τοιαῦται προτάσεις οὐδέποτε ἔσχον πρακτικὸν ἀποτέλεσμα· διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ὁπωσδήποτε μετέχουσι συμπαθειῶν καὶ ἀντιπαθειῶν καὶ τῆς εὐθύνης τοῦ πολέμου, θὰ δυνηθῶσι νὰ πράξωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει μόνον ἡ δικαιοσύνη τοῦ τόπου νὰ πράξῃ. Ἄλλοτε εἶχε συστηθῆ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν περιέβαλε τὸ Σῶμα τοῦτο μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ, ἐλπίζον ὅτι ἤθελε φέρει τέλειον καὶ πραγματικὸν ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, κατ’ ἐμὴν γνώμην, οὐδὲν ἔπραξε...
§140ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποία;
§141ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον συστηθεῖσα ἐπιτροπή, ἡ γνωστή, ἥτις καὶ μετέβη εἰς Ναύσταθμον... Γνωρίζω μόνον, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης διώρισε πρόσωπά τινα ὡς γραφεῖς παρ’ αὐτῇ, τὰ ὁποῖα εἰργάσθησαν, ἀλλὰ δὲν ἐπληρώθησαν. Ποῦ εἶναι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης; Ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν της; Ἄλλως τε ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ πραγμάτων καὶ ἐλέγχου, ἐνῷ σήμερον πρόκειται περὶ προσώπων, ἅτινα κατηγοροῦνται ὡς προδόσαντα τὴν ἐθνικὴν τιμήν. Τί κοινὸν λοιπὸν μὲ τὴν Βουλήν; Ἀδύνατον, Κύριοι, ἡ συστηθησομένη ἐπιτροπὴ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ εἰς πέρας ἓν τοιοῦτον μέγα ἀποτέλεσμα, νὰ κατορθώσῃ δηλαδὴ νὰ ἀνεύρῃ τίνες ἦσαν οἱ ὑπεύθυνοι ἢ τίνες παρέλειψαν τὸ καθῆκόν των. Ἐγὼ παραδέχομαι πρὸς χάριν σας, ὅτι κατώρθωσε τοῦτο· τίς νόμος θέλει παράσχει τὸ δικαίωμα νὰ τιμωρήσῃ τούτους ἡ ἐπιτροπή; Ποῦ ἐγκαταλείπετε, Κύριοι, τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν; Πῶς ἀναμιγνύεσθε εἰς τῆς ποινικῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης τὰ δικαιώματα; Πῶς θὰ δικάσητε τὰς ἰδίας ὑμῶν πράξεις, ἀφοῦ εἴχετε κηρυχθῆ ὑπὲρ τοῦ πολέμου καὶ ὑπεστηρίξατε τὴν Κυβέρνησιν; Συνείθισα πάντοτε νὰ ὁμιλῶ εἰλικρινῶς, ἔστω καὶ μετὰ τραχύτητος. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶχον μέρος εἰς τὴν λεγομένην Ἐθνικὴν Ἑταιρίαν. Πῶς οἱ στρατιωτικοὶ Βουλευταὶ, οἵτινες ἔλαβον μέρος εἰς τὸν πόλεμον, θὰ ἐγκρίνωσι τὰς ἑαυτῶν πράξεις; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ἐνθουσιασμὸς, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἦτο τεχνητὸς, δὲν ἦτο αἰσθηματικός· οὗτος παρεσκευάσθη παρὰ τῶν ὀργάνων ἢ μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρίας. Ἐγὼ, Κύριοι, εἶχον κηρυχθῆ κατὰ τοῦ πολέμου, ὡς γνωρίζετε, διὰ τοῦτο εἶχον παρακαλέσει μάλιστα τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἰδιαιτέρως, καὶ δι’ ὅλων τῶν μέσων μου προσεπάθησα νὰ πείσω τοῦτον νὰ παραιτηθῇ τῆς ἐξουσίας, διὰ νὰ ὑπάρχῃ τοὐλάχιστον μία ἄγκυρα εἰς τὸ μέλλον, ἀφοῦ ἐγνώριζον ὅτι ἦτο κατὰ τοῦ πολέμου, ὡς μὴ προπαρασκευασθέντος τοῦ ἔθνους ἀρκούντως. Ὅτε ἀπηλπίσθην ὅτι θὰ παρητεῖτο ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐγκρίτου Βουλευτοῦ Γόρτυνος, ἠθέλησα νὰ ζητήσω τὸν λόγον καὶ νὰ εἴπω ὑμῖν «στῆτε!», ἀλλὰ φίλοι συνάδελφοι, μεθ’ ὧν συνέπραττον, ὅπως μὲ ἐμποδίσωσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ταύτην, μὲ ἠπείλησαν ἰδιαιτέρως, ὅτι θὰ μὲ κατεβάσουν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅπως μὲ προφυλάξωσιν ἀπὸ τῆς ὀργῆς τοῦ λαοῦ, ὅστις ἠδύνατο νὰ ἐκλάβῃ ὡς προδοσίαν τὰς ἐναντίον τῆς ἰδέας τοῦ πολέμου διακηρύξεις καὶ ἐνεργείας μου. Διὰ τοῦτο ἔχω τὸ δικαίωμα σήμερον νὰ ὁμιλῶ οὕτω. Πολλοὶ μάλιστα τῶν συνεπαρχιωτῶν καὶ συνδημοτῶν μου, εὑρεθέντες τότε ἐνταῦθα, μὲ παρεκάλουν νὰ παύσω ἀπὸ τοῦ νὰ φωνάζω κατὰ τοῦ πολέμου, καὶ προσεπάθουν νὰ μὲ πείσωσι νὰ ἐνεργῶ παρὰ τοῖς φίλοις μου, ὅπως πείσω αὐτοὺς νὰ ἐνθουσιῶσιν ὑπὲρ τοῦ πολέμου. Ἔχων ὑπ’ ὄψιν τότε τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ ψυχρῶς κρίνων αὐτὰ, πολλάκις συνεβούλευσα καὶ παρεκάλεσα ἰδιαιτέρως τὸν τότε Πρωθυπουργὸν νὰ παραιτηθῇ τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην. Διὰ τοῦτο ἀπελπισθεὶς παρῃτήθην πάσης ἀναμίξεως. Ὁ κόσμος ὅλος πράγματι ἐμαίνετο ὑπὲρ τοῦ πολέμου, συρόμενος εἰς αὐτὸν ὡς ἐπὶ σφαγήν. Δὲν ’λησμονῶ ὅτι, ὅτε εἶπον εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς πλειοψηφίας νὰ παραιτηθῇ τῆς ἀρχῆς, ἵνα μείνῃ ὡς μόνη ἄγκυρα, πρὸς ἣν μετὰ μῆνα ἤθελε προστρέξει ἅπαν τὸ ἔθνος, οὗτος μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι, ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ, ἡ ὁποία θὰ ζήσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ῥίπτει τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον, καθῆκον εἶχε νὰ ἀκολουθήσῃ καὶ νὰ συντρέξῃ τὸν Βασιλέα, καὶ ἐνόμιζεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τὸν ἀφήσῃ εἰς τὸ μέσον καὶ νὰ μὴ τὸν βοηθήσῃ. «Τὴν παραίτησίν μου προσέθηκε, νομίζω προδοσίαν· δὲν τὸ κάμνω». Ὄταν, Κύριοι, ἀπηλπίσθην ὅτι δύναμαι μόνος νὰ κατορθώσω τι, μετέβην παρὰ τινι τῶν τότε Ὑπουργῶν, τὸν ὁποῖον σέβομαι καὶ ἀγαπῶ ἰδιαιτέρως, διότι καὶ ἀξίαν ἔχει καὶ πλεονεκτήματα πολλά, ὥστε νὰ ἔχῃ μέλλον πολιτικὸν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ καὶ νὰ τὸν ὠφελήσῃ· τὸν παρακάλεσα ὅπως οὗτος ἀναλάβῃ νὰ πείσῃ τὸν ἡγέτην τῆς τότε συμπολιτεύσεως νὰ παραιτηθῇ. Μετέβην μάλιστα μετὰ τοῦ ἐξ Ὀλυμπίας συναδέλφου κ. Χρηστοπούλου. Ὁ Ὑπουργός, ὃν ὑπαινίσσομαι, ἀφοῦ μὲ ἤκουσεν, ὑπεσχέθη νὰ μεταδώσῃ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ὅσα εἶπον αὐτῷ, προσθέσας ὅτι γνωρίζει καὶ οὗτος καὶ δὲν λησμονεῖ, ὅτι κατὰ τὸν τελευταῖον Ρωσσοτουρκικὸν πόλεμον ἠναγκάσθη ἡ Ρωσσία νὰ κάμῃ τὴν συνθήκην μετὰ τῆς Ρωμουνίας, διότι ἐφοβεῖτο, μὴ τὴν ῥίψῃ ἡ Τουρκία εἰς τὸν Δούναβιν, ὑπέγραψε δὲ ἡ Ρωσσία τὴν συνθήκην διὰ νὰ ἐπωφεληθῇ τοῦ ἀναγκαίου χρονικοῦ διαστήματος, ὅπως σχηματίσῃ νέον στράτευμα. Παρέστησα αὐτῷ συγχρόνως, ὅτι δὲν βλέπω τὴν χεῖρα καὶ τὴν στρατιωτικὴν κεφαλήν, ἡ ὁποία θὰ ὁδηγήσῃ τὰ στρατεύματα, ὅτι δὲν εἴμεθα παρεσκευασμένοι ἀρκούντως, ὅτι δὲν εἴμεθα τέλος πάντων διὰ πόλεμον. Ταῦτα ὤφειλε νὰ ἐπαναλάβῃ τῷ τότε Πρωθυπουργῷ, ὅστις παραιτούμενος ἤθελε σώσει τὸν τόπον καὶ ἑαυτὸν καὶ ἡμᾶς, οὓς ἀδίκως παρέσυρεν εἰς τὴν ἐθνικὴν καταδίκην μετὰ τοῦ πολέμου τὴν ἀποτυχίαν. Μετά τινας ἡμέρας ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραιτηθῇ ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν νομίζει ὅτι ὀφείλει εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ν’ ἀφήσῃ τὴν Βασιλείαν μόνην, μὴ παρέχουσα τὴν συνδρομήν της. Ἐγὼ ἐνόμιζον, Κύριοι, ὅτι εὐθὺς ὡς ἐδημοσιεύθη τὸ διάγγελμα τοῦ Βασιλέως περὶ στρατοῦ, κατὰ μῆνα Νοέμβριον παρελθόντος ἔτους, ὤφειλεν ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ παραιτηθῇ, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ δημοσίευσις τοῦ διαγγέλματος ἦτο ἀρχὴ ὠδίνων. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὅλος ὁ ἐνθουσιασμὸς τοῦ Ἔθνους ἦτο παρασκευασμένος παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρίας, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, ὡς ἐκ τῆς ἀνατροφῆς καὶ τοῦ κλίματος, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης ἰδέας, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε, ἐκηρύσσοντο ὑπὲρ τοῦ πολέμου, ἀλλ’ ἦτο μᾶλλον τεχνητὸς ὁ πόλεμος ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς ἐκείνης Ἑταιρίας, ἥτις παρεσκεύαζε δῆθεν τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου. Προσεκλήθην ἄλλοτε παρ’ ἑνὸς φιλτάτου πατριώτου μου, Ἠπειρώτου, νὰ συνδράμω τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρίαν καὶ νὰ γείνω μέλος αὐτῆς, ἀλλ’ ἀπέκρουσα τὴν πρότασιν, ὄχι διότι δὲν θέλω νὰ ἐλευθερωθῇ ἡ Ἤπειρος, ἡ ἰδιαιτέρα πατρίς μου. Ἤξευρεν ὁ φίλος μου ἐκεῖνος πολὺ καλά, ὅτι ἠδυνάμην νὰ κάμω πᾶσαν θυσίαν καὶ ἤμην πρόθυμος νὰ ἐκπληρώσω τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν μου, ἀποστέλλων τὰ τέκνα μου ὅλα, ἵνα πολεμήσωσι καὶ θυσιασθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου Ἠπείρου. Ἀλλ’ εἶπον αὐτῷ ὅτι δύναμαι νὰ συντρέξω ὡς Ἠπειρώτης, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ λάβω μέρος ὡς μέλος ἑταιρίας μυστικῆς· ἡ ἑταιρία πρέπει νὰ ἱδρυθῇ καὶ νὰ ἐγκριθῇ συμφώνως μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, νὰ ἔχῃ καταστατικὸν δυνάμει βασιλικοῦ διατάγματος. Σᾶς λέγω ταῦτα διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ἐγνώριζον τί ἔτρεχεν. Ἀκολούθως, ἐπειδὴ ἐπῆλθον γεγονότα τινά, τὰ ὁποῖα μὲ ἀπεμάκρυναν ἐκ τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους, δὲν ἐγνώριζον ἂν ἡ ἑταιρία αὕτη ἐξηκολούθει τὸν δρόμον της. Ἐπανελθὼν εἰς Ἀθήνας ἐκλήθην καὶ πάλιν παρὰ τοῦ ἰδίου προσώπου, τὸ ὁποῖον μοὶ εἶπε τὰ αὐτὰ καὶ προσεπάθησε τρόπον τινὰ νὰ μὲ ἐξαναγκάσῃ νὰ γείνω τακτικὸν μέλος. Διὰ νὰ γλυτώσω τότε, Κύριοι, εἶπον αὐτῷ: «πῶς εἶναι δυνατόν, χωρὶς νὰ γνωρίζω ποῖος εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἑταιρίας, νὰ γείνω μέλος αὐτῆς;»—Δὲν καταλαμβάνεις, μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀρχηγός, δίδομεν μεγαλειτέραν ἀξίαν εἰς τὴν Ἑταιρίαν; Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος. «Ὁ ἀρχηγὸς, μοὶ προσέθηκεν, εἶναι ἡ δύναμις τῆς Ἑταιρίας· ἐφ’ ὅσον ὁ ἀρχηγὸς εἶναι ἀόρατος, ἐπὶ τοσοῦτον ἰσχυρότερος». Τὸ βέβαιον εἶναι, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ Ἑταιρία αὕτη, ὅτε συνεστήθη τὸ πρῶτον, συνεστήθη ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐφλέγοντο ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας ἀφ’ ἑνὸς νὰ κατορθώσωσί τι εἰς τὸν ὑπόδουλον τόπον, εἰς τὴν χώραν ἐκείνην, ἣν ἐμάστιζε καὶ μαστίζει ὁ Τοῦρκος, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐμποδίσωσι τὴν κατάκτησιν αὐτῆς παρὰ τῶν Ἰταλῶν ἢ ἄλλων, καὶ τὸν συναγωνισμὸν τῶν λοιπῶν ἀνατολικῶν ἐθνῶν, Ῥωμούνων, Σέρβων καὶ Βουλγάρων. Ἀλλ’ ὅτε ἐν τῇ Ἑταιρίᾳ τῇ Ἐθνικῇ εἰσῆλθεν διάφοροι πολιτικοὶ ἄνδρες πρὸς ἐπιδίωξιν διαφόρων πολιτικῶν συμφερόντων, ὁ προορισμὸς τῆς Ἑταιρίας μετετράπη, καὶ κατέστη κέντρον διεκδικήσεως κερδοσκοπικῶν ἐγχειρημάτων, καὶ ἄλλοι μὲν διὰ τῆς ἑταιρίας ἐζήτουν νὰ ἐκδικηθῶσι τὴν πτῶσιν τοῦ ἀρχηγοῦ των Τρικούπη, ἄλλοι δὲ ἐπεδίωκον τὴν προεδρείαν τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ σκοποὶ οὗτοι συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ διαφθείρωσι τὴν Ἑταιρίαν αὐτὴν καὶ νὰ τὴν κάμουν ὄργανον, διότι πάντοτε οἱ ἔχοντες συμφέρον ἐπρόβαλλον τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν, τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Μακεδονίας, διὰ τῆς συλλογῆς δὲ χρημάτων ἐπολέμουν δῆθεν τοὺς ἀντιθέτους σκοπούς. Γνωρίζων πάντα ταῦτα καὶ τὴν μὴ παρασκευὴν τοῦ ἔθνους, γνωρίζων τὴν πραγματικὴν στρατιωτικὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους μας, ἐνόμιζον καθῆκόν μου νὰ κηρυχθῶ κατὰ τοῦ πολέμου, κατὰ τῆς ἐθνικῆς δράσεως, ὅπως σήμερον κηρύσσομαι κατὰ τῶν προτάσεων πρὸς σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, διότι δὲν βλέπω τίνα πρακτικὰ ἀποτελέσματα δύνανται νὰ ἔχωσιν αὗται. Τὸ μόνον, ἐξ οὗ δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, εἶναι νὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ ν’ ἀποφασίσῃ τὸ ἔθνος μόνον διὰ τῶν νομίμων ἀρχῶν καὶ ἐξουσιῶν καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ ἀνεύρῃ ποῖοί εἰσιν οἱ ὑπαίτιοι, οἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὴν κήρυξιν τοιούτου πολέμου. Μόνον διὰ τῶν νομίμων ἀρχῶν, διὰ τῆς ποινικῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, μόνον διὰ τῆς ἀνακριτικῆς ταύτης ἐξουσίας δύνανται ν’ ἀνευρεθῶσιν οἱ ὑπαίτιοι. Ἐν τῷ στρατεύματι ἔλαβον χώραν πολλαὶ παρεκτροπαὶ καὶ σφάλματα ἀναγόμενα μέχρι προδοσίας. Τίνες ἐγκατέλιπον πρὸ τοῦ ἐχθροῦ τὴν θέσιν των καὶ οὕτω ἐπρόδωσαν τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος διὰ τῆς ἀνανδρίας των, ταῦτα πάντα ὀφείλει ἡ νόμιμος ἀρχὴ νὰ ἐξελέγξῃ, καὶ νὰ ἀνεύρῃ ποῖοι εἶναι οὗτοι. Εἰς τί δύναται νὰ ὠφελήσῃ ἢ νὰ συντελέσῃ ἡ συστηθησομένη ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς; Οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα βλέπω, Κύριοι. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ κυβερνητικοῦ ἐλέγχου· ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ μόνον, ὅπερ δυνάμεθα ν’ ἀπαιτήσωμεν καὶ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, εἶναι, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ φανῶσιν αὐστηροί, παραπέμποντες εἰς τὰ ἁρμόδια Συμβούλια ἢ Στρατοδικεῖα πάντας τοὺς παραβάντας τὸ καθῆκόν των πρὸς τὴν πατρίδα, ἵνα δώσωσι λόγον τῶν πράξεών των καὶ τιμωρηθῶσιν. Ἐὰν δὲ οἱ Ὑπουργοὶ δὲν πράξωσι τοῦτο, ἐὰν δὲν ἐκτελέσωσιν ἢ ἀμελήσωσι τὸ ἐπιβεβλημένον αὐτοῖς καθῆκον, ἡ Βουλὴ νὰ ἐλέγξῃ αὐτοὺς καὶ νὰ ζητήσῃ λόγον. Ἄλλως τε, Κύριοι, δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ ἔχωμεν καὶ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἵνα ἀνεύρωμεν διὰ τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ὅλα ὅσα ζητοῦμεν διὰ τῶν σχετικῶν προτάσεων, καὶ φόβος ὑπάρχει, μήπως τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ἀναγκασθῶσι νὰ καταλήξωσιν εἰς ἓν μηδενικόν, ὡς κατέληξε καὶ ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν πραγμάτων ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ συσταθεῖσα κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν σύνοδον.
§142ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θέσατε τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε· διότι ναὶ μὲν, ὡς λέγετε, δὲν πταίετε ὅτι ὁ ὁμιλῶν ἐξέρχεται τοῦ θέματος, ἀλλ’ ὅταν ἀπευθύνητε τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὁ συζητῶν οὐσιαστικῶς ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐξέρχεται τοῦ θέματος, διότι πρέπει νὰ συζητηθῇ μόνον τὸ προκαταρκτικὸν ζήτημα, ἐὰν πρέπῃ νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις ἀμέσως ἢ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, δὲν ὑποθέτω, ὅτι τις ἐκ τῶν κ. Βουλευτῶν θέλει παρακούσει πρὸς μίαν τοιαύτην σύστασιν, ὄχι βεβαίως διαταγὴν,—διότι διαταγὰς δὲν δύνασθε ν’ ἀπευθύνητε—ἀλλὰ σύστασιν τοσοῦτον λογικήν. Λοιπὸν πρωτίστως πρέπει νὰ ἐπαναφέρητε τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν του, νὰ ὑπομνήσητε εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς, ὅτι ὑπεβλήθη ἡ πρότασις, ὅπως ἡ γενομένη πρότασις τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, καὶ πάντες θέλουσιν ἀκούσει τῆς ὑπομνήσεως ταύτης, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχῃ τις ὁ θέλων νὰ ἐξευτελισθῇ πρότασις σχετιζομένη μὲ τὴν τύχην αὐτήν, μὲ τὴν ὕπαρξιν αὐτὴν τῆς Ἑλλάδος, μὲ τὰς συμφορὰς, τὰς ὁποίας ὑπέστη, καὶ νὰ συνοδεύηται ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως καὶ μὲ γέλωτας καὶ μειδιάματα ἐξ ἀνάγκης, διότι ἐξερχόμεθα τῆς σπουδαιότητος, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ συναισθανώμεθα, ὅταν τοιαῦται προτάσεις ῥίπτωνται εἰς τὸ μέσον. Ἐὰν ὑπάρχῃ λοιπὸν περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν πρωτίστως δύνασθε νὰ ἐμμείνητε εἰς τὸν Κανονισμόν, καὶ νὰ ὑπομνήσητε εἰς τοὺς ὁμιλοῦντας, ὅτι πρωτίστως πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ ἐὰν θὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις αὕτη, οὕτως εἰπεῖν, ἐσπευσμένως καὶ ἐκ συναρπαγῆς, ἢ θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ἐὰν ἀπευθύνητε τὴν τοιαύτην σύστασιν, βεβαίως δὲν θὰ παριστάμεθα ἀκροαταὶ συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἄνευ τῆς σπουδαιότητος ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ αἰσθανώμεθα, ὅταν τοιαῦτα συζητῶνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι μὴ λησμονῶμεν ὅτι ἴσως ἡ σπουδαιότης τῆς τοιαύτης περὶ ἐλέγχου προτάσεως θέλει περιστραφῆ μόνον καὶ μόνον εἰς τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν συζήτησιν τὴν οὐσιαστικὴν, ἐκ τῆς ὁποίας δύναται σπουδαιότερον ἢ ὅσον καὶ ἐκ τῆς δημοσιογραφίας νὰ φωτισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περὶ τῶν αἰτίων καὶ τῶν συμφορῶν καὶ τῆς καταστροφῆς τῶν μεγίστων ἐθνικῶν συμφερόντων. Εἰς ταῦτα πρέπει νὰ ἀποδίδῃ τις ἴσως τὴν μεγάλην σημασίαν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ πρότασις, καὶ ὄχι εἰς τὴν τιμωρίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Κοινοβούλιον ὑποτίθεται ὅτι θέλει ἐπιφέρει κατὰ τῶν ἐνόχων· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐλέγχου εὐρυτάτου, ἴσως θὰ ἔλεγέ τις ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι σήμερον οἱ δικασταὶ οἱ ἁρμόδιοι, οἱ ὁποῖοι τὸν εὐρύτατον ἔλεγχον δύνανται νὰ ἐνασκήσωσι καὶ τὴν εὐρυτάτην δικαιοσύνην νὰ ἀποδώσουν. Συστήσατε λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, εἰς τοὺς ὁμιλοῦντας, ὅτι ἡ συζήτησις θέλει περιστραφῆ μόνον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος, ἐὰν θὰ συζητηθῇ τοιαύτη πρότασις τὴν ἑσπέραν ταύτην, χωρὶς νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ προηγουμένως καὶ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
§143ΣΤΑΗΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τόσῳ παρακαίρως ἐγεννήθη ζήτημα τοσαύτης σπουδαιότητος, ζήτημα συνδεόμενον μὲ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς χώρας, ζήτημα συνδεόμενον μὲ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δηλῶν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι εἶμαι κατὰ τῆς συζητουμένης προτάσεως, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν τῶν πραγμάτων, διὸ καὶ ἄλλοτε ὑπεστήριξα τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲ ἐκείνη, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰργάσθη ἀποτελεσματικῶς, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐκ Βόλου καὶ ἐκ Ξηροχωρίου, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν, ὅτι αἱ ἐξεταστικαὶ ἐπιτροπαὶ πάντοτε ἐπὶ μάτην συνέστησαν. Δὲν εἶμαι, ἐπαναλέγω, κατὰ τῆς συστάσεως τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἐπίκαιρος ἡ στιγμή, ἵνα ζητηθῶσιν εὐθῦναι. Φρονῶ ὅτι εἶναι λίαν ἀκατάλληλος ἡ στιγμή, ἵνα ζητηθῶσιν εὐθῦναι παρ’ οἱουδήποτε περὶ τῶν πεπραγμένων, φρονῶ ὅτι αἱ εὐθύναι αἱ ζητούμεναι τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι δυνατὸν νὰ προξενήσωσι μεγάλην βλάβην εἰς τὰ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι σήμερον ἔτι κρίνεται ἡ αὐθυπαρξία τοῦ Κράτους, ὅτι σήμερον κρίνεται ἡ τύχη τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ὕπαρξις τοῦ Κράτους δὲν ἐξησφαλίσθη, μὴ λησμονῆτε, ὅτι τὸ ἥμισυ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους διατελεῖ ὑπόδουλον, μὴ λησμονῆτε, ὅτι τὸ συνταγματικὸν ἡμῶν πολίτευμα ἴσως δὲν θὰ ἦναι τοιοῦτον μετά τινας ἑβδομάδας ἢ μετά τινας μῆνας. Πρὸ τοιαύτης δὲ καταστάσεως δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται ἡμῖν νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας. Βεβαίως πάντες μίαν ἔχομεν ἐπιθυμίαν, νὰ δώσωσιν εὐθύνας οἱ πράγματι ὑπεύθυνοι, ἀλλὰ οἱ οὕτως ὑπεύθυνοι, λογοδοτοῦντες σήμερον, εἶναι δυνατὸν νὰ προξενήσωσι βλάβην ἀντὶ ὠφελείας. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μακρηγορήσω, ἵνα καταδείξω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ὑμεῖς πάντες γινώσκετε καὶ σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς τὰ περὶ «Μπουμπουλίνας», περὶ ὧν τόσον εἰρωνικῶς οἱ προλαλήσαντες ὡμίλησαν, ἐνέχονται πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατόν, δυστυχῶς, σήμερον νὰ δώσωσιν εὐθύνας· διότι, ἐὰν ζητήσητε εὐθύνας, θὰ τὰς ζητήσητε μόνον παρὰ τοῦ ὑπευθύνου πρίγκηπος Γεωργίου, διότι μόνον ὁ πρίγκηψ Γεώργιος εἶναι ὑπαίτιος τῆς καταστάσεως ταύτης, εἶναι ὑπαίτιος τῆς δαπάνης ἑκατομμυρίων, ῥιφθέντων εἰς τὴν θάλασσαν. Ἐὰν ἄλλοτε ἐγὼ ἠγωνιζόμην ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητοῦντο ἑκατομμύρια πρὸς κατασκευὴν καὶ ἐπισκευὴν λεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν, ἠγωνιζόμην ἀκριβῶς διότι ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ ἡ διαχείρισις ἑκατομμυρίων εἰς ἀνευθύνους. Ἐὰν σήμερον ζητήσητε εὐθύνας ὁπουδήποτε, θὰ φθάσητε εἰς ἄτομα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ δώσωσιν εὐθύνας, ζητοῦντες δὲ εὐθύνας παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι μὲν ἀνεύθυνοι, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ δώσωσιν εὐθύνας, οὐδὲν ἄλλο πράττετε ἢ βλάπτετε τὸ μέλλον τῆς χώρας. Μελετήσατε καλῶς τὰ ἔγγραφα τὰ δημοσιευθέντα ἐν τῇ Λευκῇ Βίβλῳ τοῦ ἡμετέρου ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου, καὶ θὰ ἴδητε ὁποίαν κρίσιν διέρχεται σήμερον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, μελετήσατέ τα, ἵνα ἴδητε ὅτι δὲν ἔληξεν ἡ κρίσις, μελετήσατέ τα καὶ θὰ ἴδητε ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς σήμερον νὰ ὁμιλῶμεν περὶ εὐθυνῶν, περὶ ὑπαιτίων, περὶ τοῦ τίς ἤθελεν ἢ δὲν ἤθελε τὸν πόλεμον, περὶ τοῦ τίς ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν του. Ἀναμείνατε. Ζητοῦντες δὲ σήμερον τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς παρὰ τῆς Βουλῆς, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ ζητοῦμεν νὰ καλύψωμεν τὴν εὐθύνην ἡμῶν.
§144ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Καὶ νὰ κρατήσωμεν τὸν Ἐτὲμ πασσᾶν καθηλωμένον εἰς τὴν Θεσσαλίαν.
§145ΣΤΑΗΣ. Ζητοῦμεν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν ἡμεῖς πάντες, οἱ ὁπωσδήποτε ὑπεύθυνοι, διότι οὔτε ἐγώ, ὁ πάντη ἀνεύθυνος, δὲν λέγω ὅτι δὲν ὑπέχω εὐθύνην τοὐλάχιστον ἠθικήν, διότι εὐθύνην εἴτε ἠθικὴν εἴτε νομικήν, ὑπέχουσι πάντες οἱ ὁπωσδήποτε εἰς τὰ τῆς Πολιτείας ἀναμιγνυόμενοι, ἀλλὰ δὲν εἶναι σήμερον, ἐπαναλαμβάνω, δυνατὸν νὰ ζητήσητε εὐθύνας, ἠπόρησα δὲ πρὸ μικροῦ, ἀκούσας τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, τοῦ κατ’ ἐξοχὴν, ὡς εἶπε, κοινοβουλευτικοῦ ἀνδρὸς, εἰπόντος ὅτι σπεύδει νὰ ζητήσῃ τὸν ἔλεγχον τῶν ἑαυτοῦ πράξεων, παρὰ τίνων; παρὰ τῶν 83 ἡμετέρων, ἤτοι παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου.
§146ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§147ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν τοῦτο δὲν εἶπεν ἀκριβῶς, βεβαίως διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως τοῦ ἐκ Μαντινείας συναδέλφου τοῦτο ἐδήλου.
§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠκούσατε καλῶς.
§149ΣΤΑΗΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ οὐδὲν ἄλλο ἐσήμαινεν ἢ τοῦτο ἀκριβῶς· ἡ ἔντεχνος καὶ μεμαρτυρημένη κοινοβουλευτικὴ εὐκαμψία τοῦ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτοῦ δὲν κατώρθωσε νὰ μᾶς ἀπατήσῃ. Αἱ ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπαὶ πάντοτε ὑπῆρξαν ὠφέλιμοι, ὡς ἡ κοινοβουλευτικὴ ἡμῶν ἱστορία μαρτυρεῖ, καὶ ὁπόταν δὲν εἶχον φθάσει εἰς συμπεράσματα, ἢ ὁπόταν δὲν εἶχον κατορθώσει νὰ προσκομίσωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ἐργασίαν αὐτῶν. Ἡ ἐξεταστικὴ ἐπὶ τῶν ναυτικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ, ἡ συστηθεῖσα κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, ἔχει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ ὑποβάλῃ σπουδαῖα συμπεράσματα· λυποῦμαι δὲ, ὅτι δὲν ἐπέτρεψαν αἱ περιστάσεις κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος νὰ ὑποβάλῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὰς ἐρεύνας αὐτῆς ἐνώπιον ὑμῶν· διότι, ἐὰν τοῦτο εἶχε λάβει χώραν, βεβαίως ἤθελον ἀποκαλυφθῆ πράγματα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπεδείκνυον τὴν μέλλουσαν ἐν τῷ πολέμῳ ἐνέργειαν τοῦ στόλου καὶ τὰ σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα συνταράσσουν οὐ μόνον τὸ Πανελλήνιον, ἀλλὰ σύμπαντα τὸν κόσμον, τὰ σκάνδανα ἐκεῖνα, δι’ ὧν ἠμαυρώθη ἡ φήμη τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν, ἡ ὁποία κατετρόμαζεν ἄλλοτε καὶ τοὺς ἀτρομήτους ναύτας τῆς Ἀλβιῶνος· ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ ἐθνικαὶ περιστάσεις δὲν ἐπέτρεπον τότε τὴν ἐκτύλιξιν ἐνώπιον ὑμῶν τοιούτων θεμάτων. Ἡ κατάστασις τῶν ναυτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, Κύριοι, ἦτο οἰκτρὰ, καὶ οἰκτρὰ οὖσα δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἀπολήξῃ ἐκεῖ, ὅπου ἀπέληξε. Κατάστασις ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἄριστοι τῶν ἐλεγκτῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νὰ ἐξελέγξωσιν ὁποία ἐγένετο δαπάνη πρὸς ἐπισκευὴν καὶ μετασκευὴν τῆς «Μπουμπουλίνας», τί ἄλλο δηλοῖ ἢ τὸ χάος; Διότι ἡ ἐπὶ τῶν ναυτικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἐξεταστικὴ ἐπιτροπεία ἐπεκαλέσατο τοὺς ἀρίστους ἐκ τῶν ἐλεγκτῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτῶν νὰ μελετήσωσιν ἐπισταμένως τὰ βιβλία τοῦ Ναυστάθμου, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ ἐνώπιον τῶν ἐλεγκτῶν προσήγαγε, καὶ καταδείξωσιν ὁποῖα πράγματι ἐγένετο δαπάνη πρὸς ἐπισκευὴν καὶ μετασκευὴν τῆς «Μπουμπουλίνας». Ἀλλ’ οἱ ἐλεγκταὶ ἐκεῖνοι ἐδήλωσαν δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου, ὅτι εἰς τοιοῦτον χάος εὑρίσκοντο τὰ σχετικὰ βιβλία, ὥστε ἦτο ἀδύνατον νὰ φέρωσιν εἰς πέρας τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτοῖς ἐργασίαν. Ἀλλ’ ἐνώπιον ὑμῶν ἐγὼ, ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ, ἔρχομαι νὰ εἴπω νῦν ἐν συντόμῳ, ἐν τῷ μέλλοντι δὲ διὰ μακρῶν, ὅτι ἦσαν γνωσταὶ ἐκ τῶν προτέρων εἰς τοὺς ἁρμοδίους αἱ παραβάσεις τῶν νόμων, αἱ ὁποῖαι ἐπρόκειτο νὰ λάβωσι χώραν πρὸς ἐπισκευὴν καὶ μετασκευὴν τῆς «Μπουμπουλίνας», ὅτι ἐν γνώσει ὑπέβαλλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ψευδεῖς προϋπολογισμοὺς, ψευδεῖς πίνακας, ἵνα αἱ μέλλουσαι κολοσσιαῖαι δαπάναι φαίνωνται ὅσον τὸ δυνατὸν μικραὶ καὶ ἀσήμαντοι. Ὡς μόνην δὲ δικαιολογίαν ἔφερον, ὅτι ἔπρεπε νὰ μορφωθῶσιν ἐργάται καὶ τεχνῖται ἐν Ναυστάθμῳ! Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ἐλέχθησαν πρὸς ἐμὲ παρὰ τοῦ κυρίως, κατ’ ἐμὲ, ὑπευθύνου, πρίγκηπος Γεωργίου, τῆς καταστάσεως τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν. Οὕτω δ’ ἐχόντων τῶν πραγμάτων, εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας, χωρὶς νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ, ὅπου, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ τὰς λάβωμεν; Ζητοῦντες δὲ νῦν καὶ οὕτω τὰς εὐθύνας, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ ἐπιδεινοῦμεν τὴν θέσιν τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους. Δι’ ὃ ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τῶν ὑποβληθεισῶν προτάσεων ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ.
§150Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμὸς, κύριε Πρόεδρε. Ὅταν δύο Βουλευταὶ προτείνωσιν ὅτι δὲν τηρεῖται ὁ Κανονισμὸς, ἀποφαίνεται ἡ Βουλή. Ὑπέβαλον πρότασιν περὶ τυπώσεως καὶ διανομῆς καὶ περὶ ὁρισμοῦ ἡμέρας πρὸς συζήτησιν τῶν προτάσεων περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς, ἡ πρότασίς μου ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὸν κ. Χατζόπουλον, πρέπει λοιπὸν νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν, ὅταν ὁμιλῆτε καὶ δὲν ἦσθε ἐντὸς τοῦ θέματος, νὰ σᾶς κάμω παρατήρησιν· θὰ ὁμιλήσετε, ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος.
§152Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐννοῶ καὶ σέβομαι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, καὶ καλλίτερον νὰ γίνεται κατάχρησις παρὰ περιορισμὸς τοῦ λόγου, ἀλλ’ ὑποστηρίζω ὅτι ὑπεβλήθη πρότασις ῥητὴ καὶ σαφὴς, ὅτι ἀμφότεραι αἱ προτάσεις πρέπει νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι καὶ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν αὐτῶν.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ συζητεῖται.
§154Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν συζητεῖται αὐτό.
§155Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ περιστραφῶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, εἰς τὸ ἐὰν ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, πρέπει νὰ συζητηθῇ ἀμέσως, ἢ πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ πρὸς μελέτην. Ὀφείλω δὲ, Κύριοι, νὰ ποιήσωμαι ἐξηγήσεις τινὰς, ἵνα ἐπανέλθῃ τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου τὸ ἀφῆκα. Τὸ ζήτημα τὸ περιέπλεξεν ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτοῦ, ἡ ὁποία εἶναι γενικωτέρα. Διότι, ἂν πρόκειται περὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπέβαλον, νομίζω ὅτι οὐδεὶς σπουδαίως δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἀπαιτεῖ ἡ πρότασις αὕτη μελέτην, ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ εὑρισκόμενος ἐν τῷ ὀρθῷ καὶ τῷ δικαίῳ ὁ ἰσχυριζόμενος, ὅτι δὲν εἶναι ἐπίκαιρος ἡ στιγμὴ πρὸς ὑποβολὴν τοιαύτης προτάσεως. Τῷ ὄντι ἐγὼ ἐποιησάμην ῥητὴν ἐξαίρεσιν τοῦ γενικωτέρου θέματος, τῆς εὐθύνης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπεδέχθησαν τὸν πόλεμον καὶ δὲν παρεσκεύασαν καλῶς τὸ ἔθνος ἢ δὲν διηύθυναν καλῶς τὸν πόλεμον. Τοῦτο δὲν εἶναι καιρὸς ἤδη νὰ ἐξετασθῇ, καὶ ἐπιφυλάττομαι περὶ τούτου. Ἐζήτησα μόνον τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐρευνήσῃ τίνες τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης παρέβησαν τὸ καθῆκόν των. Τί νὰ μελετήσωμεν περὶ τούτου; Ἄλλο τὸ ζήτημα, ἂν ὑποβάλλεται πρότασις ἀπαραδέκτου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει πάντα τὰ δικαιώματα ἐκ τοῦ ἄρθρου 68 τοῦ Συντάγματος, δὲν συμφωνῶ ὅμως μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἔχουσα τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, δύναται νὰ ἐλέγξῃ τὰ πάντα κατὰ πᾶσαν ἐποχὴν, διότι, ἂν ἐπέλθῃ τὸ δεδικασμένον ὡς πρὸς τοὺς πραγματικοὺς ἐνόχους, τότε ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ; Διότι πιθανὸν νὰ ἐμφιλοχωρήσουν τοιοῦτοι λόγοι, ὥστε νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρέβησαν τὸ καθῆκόν των. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲ τῆς Βουλῆς δὲν θ’ ἀφαιρέσῃ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὰς νομίμους ἀρχὰς, ἀλλὰ θὰ τὰς ὑποβοηθήσῃ, θὰ τὰς καταστήσῃ προσεκτικὰς εἰς τὸ νὰ ἐκτελέσωσιν εὐόρκως τὸ καθῆκόν των. Τοῦτο νομίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀποκρούσῃ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ὅλα, ὅσα ἐλέχθησαν, ἠδύναντο νὰ ἔχωσι βασιμότητά τινα, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐμὴν πρότασιν, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναβληθῇ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας διὰ τῆς ἀποστολῆς πρὸς τύπωσιν καὶ τῆς διανομῆς. Ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ, παρακαλῶ αὐτὴν ν’ ἀποφασίσῃ ἐπίσης, ὅτι αὔριον πρέπει νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§156ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ σειρά της νὰ συζητηθῇ.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Φιλαρέτου, ἡ ὁποία εἶναι νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν αἱ δύο προτάσεις, ἡ τῶν κ.κ. Πετιμεζᾶ καὶ Πετροπουλάκη καὶ ἡ τῶν κ.κ. Μπακοπούλου, Βασιλείου κλπ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§158Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ χωρισθῶσιν αἱ δύο προτάσεις.
§159Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως ἡ πρότασίς μου εἶναι σύνθετος, νομίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίου ἔχει δίκαιον, καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ κεχωρισμένως. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔχει ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ὁ κ. Φαρμακόπουλος.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τῶν κ.κ. Πετιμεζᾶ καὶ Πετροπουλάκη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§161ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν παρεδέχθη.
§162ΕΤΕΡΟΙ. Ἐρωτήσατε τὸ ἀντίθετον, κύριε Πρόεδρε.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τῶν κ. κ. Πετιμεζᾶ καὶ Πετροπουλάκη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι)...
§164ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ μᾶς καταστήσητε σαφὲς τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέτου εἶναι νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ πρότασις τῶν κ. κ. Πετιμεζᾶ καὶ Πετροπουλάκη. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ· πᾶσα πρότασις κατατιθεμένη τυποῦται καὶ διανέμεται. Ἀλλὰ ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέτου ἐγένετο πρὸς ἀντίκρουσιν ἄλλης προτάσεως, τῆς προτάσεως τοῦ νὰ μὴ τηρηθῇ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ νὰ ἀρχίσῃ ἀμέσως ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως τῶν κ.κ. Πετιμεζᾶ καὶ Πετροπουλάκη.
§167Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ προτάσεων ὅμως, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι προτάσεις νόμων, δύναται νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, πρὶν τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν. Ἐπὶ τοιούτων προτάσεων δύναται ν’ ἀποφαίνηται ἀμέσως ἡ Βουλή.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ αὐτῆς τῆς προτάσεως ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Νὰ συζητηθῶσιν ἀπόψε ἢ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν; Ἐζητήθη νὰ γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
§169ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ καθορίζει τίνες προτάσεις ἀναγκαίως ὀφείλουν νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν, ἀλλὰ καθορίζει καὶ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ συζητηθῶσιν ἀνεξαρτήτως τῆς τυπώσεως καὶ διανομῆς αὐτῶν. Μία τῶν προτάσεων αὐτῶν, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 34, εἶναι καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ ὑποβληθεῖσα, καὶ ζητεῖται παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βόλου, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμὸς, δηλ. ὅπως καὶ αὐτὴ ἡ πρότασις ὑποβληθῇ εἰς τύπωσιν καὶ διανομήν. Λοιπὸν τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βόλου θὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν, καὶ οὕτω ἀναγκαίως θὰ τεθῇ τὸ ζήτημα ὡς ἑξῆς: Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βόλου λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι, καὶ δεχόμενοι ἑπομένως τὴν ἄμεσον συζήτησιν, λέγουσιν Ὄχι.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 34 λέγει, ὅτι «πᾶσαι αἱ προτάσεις, ὅσαι δὲν εἶναι προτάσεις νόμου ἢ τροπολογίαι ἢ ὑποτροπολογίαι τοιούτων, ὡς ἐπίσης αἱ προτάσεις αἱ πηγάζουσαι ἐκ τῆς διατάξεως τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 42, δύνανται νὰ συζητηθῶσιν ἅμα τῇ ὑποβολῇ αὐτῶν καὶ ἀφοῦ ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἢ τοῦ γραμματέως. Ἐπὶ τοιούτων προτάσεων δύναται ν’ ἀποφήνηται ἀμέσως ἡ Βουλή.»
§171ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως· διότι, ἐὰν δὲν ἠδύνατο, θὰ εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων.
§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορά. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι, τὸ κατ’ ἐμέ, εἶμαι διατεθειμένος νὰ ψηφίσω ὁποιονδήποτε τῶν δύο θεμάτων ἤθελε τεθῆ. Λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορά, διότι, ἂν τεθῇ ὑπὸ ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς συζήτησιν τῆς προτάσεως, καὶ ἂν ἡ πρότασις αὕτη ἀποῤῥιφθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀποτέλεσμα θέλει εἶσθαι, ὅτι ἡ πρότασις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, καὶ αὔριον θέλομεν προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἐπ’ αὐτῆς ψηφοφορίαν. Ἀλλ’ ἐὰν ἀποδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου, ἤτοι νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν ἐγκρίνῃ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ πρότασις, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ὄχι, πάλιν θέλομεν ἔλθει εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποῤῥίψῃ νῦν τὴν πρότασιν. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφασίσει, ἐὰν ἔχῃ δικαίωμα νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς συζήτησιν, ἢ ἐὰν θέλῃ νὰ τυπωθῇ σήμερον ἡ πρότασις καὶ ἀποφασίσῃ αὔριον ἐπ’ αὐτῆς. Σήμερον εἶναι συζήτησις προκαταρκτική, προβάτανος, πρὸς ὁδηγίαν, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς δικονομίας, ἡ ὁποία θέλει καταλήξει εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας τῆς προτάσεως.
§173ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος δὲν ἔχει δίκαιον. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου εἶναι πρότασις περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως μετὰ τὴν ἐκτύπωσιν καὶ διανομήν, καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος εἶσθε τεθειμένος φύλαξ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ποίαν πρότασιν ὀφείλετε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν; Θέλετε θέσει τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου, διότι εἶναι πρότασις περὶ ἀναβολῆς.
§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἄνευ ἀποτελέσματος καὶ οὐσίας, ἡμεῖς ψηφοφοροῦμεν πᾶσαν πρότασιν.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Φιλαρέτου, ὅπως ἡ πρότασις τῶν κ.κ. Πετιμεζᾶ καὶ Πετροπουλάκη τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Θὰ ἐρωτήσω ἤδη καὶ διὰ τὴν ἑτέραν. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ ἡ πρότασις τῶν κ.κ. Μπακοπούλου κλπ. παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λοιπὸν θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ ἀμφότεραι αἱ προτάσεις.
§176ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον λοιπόν, κύριε Πρόεδρε.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις;
§178ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, κύριε Πρόεδρε. Ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται εἰς διαπραγματεύσεις, εἴμεθα δὲ ἠναγκασμένοι νὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὰ γραφεῖα σχεδὸν ὅλας τὰς ὥρας, δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ προσερχώμεθα καὶ παριστάμεθα τόσας ὥρας ἐνταῦθα, χωρὶς νὰ ἀσχολώμεθα παντάπασιν εἰς τὸ κύριον ἔργον μας.
§179Σ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι μεγάλας χάριτας θὰ ὀφείλω εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν δεχθῇ νὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν σήμερον.
§180ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Καίτοι πρόκειται περὶ πολλῶν θεμάτων σχετικῶν πρὸς σπουδαιότατα συμφέροντα τῆς Θεσσαλίας, ἐν τούτοις ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἐξηντλήθη, ἀσχολουμένη εἰς θέματα, εἰς τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀσχοληθῇ, ὡς εἶναι τὸ τῶν λιποτακτῶν, δὲν παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, ἀλλὰ δηλῶ, ὅτι ἀναβάλλω, ἵνα ὁμιλήσω εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν.
§181Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ παραιτοῦμαι τοῦ λόγου μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§182ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Παραιτοῦμαι καὶ ἐγὼ τοῦ λόγου κατόπιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤκουσα τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἧς ἐποιήσατο γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκ τῶν ἕνδεκα προστιθεμένων εἰς τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῇ δηλώσει πίστωσιν ἑκατομμυρίων δὲν θέλει ποιήσηται χρῆσιν διὰ τὰς δαπάνας τῶν διαφόρων χορηγιῶν διὰ τὴν παλινόστησιν τῶν Θεσσαλῶν, εἰμὴ μόνον τριῶν ἑκατομμυρίων ἄνευ νόμου, τὰ δὲ ὑπόλοιπα ὀκτὼ ἑκατομμύρια δὲν θέλει προβῆ νὰ διαθέσῃ, εἰμὴ ἀφοῦ διὰ νόμου κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως. Παρακαλῶ ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ σημειωθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Ζητῶ δὲ τοῦτο, οὐχὶ διότι ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θέλει τηρήσει πιστότατα τοῦτο, ὅπερ εἶπεν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ διότι, γνωρίζων τὸ εὐμετάβολον τῶν πραγμάτων, ἐπιθυμῶ νὰ δεσμεύσω πάντα διάδοχον Ὑπουργὸν ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν ὀκτὼ τούτων ἑκατομμυρίων. Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀποδεχθῇ μίαν οὐχὶ ἰδιότροπον, ἀλλ’ εὔλογον ἀξίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς εἰδικεύσεως τῶν πιστώσεων, νομίζων ὅτι ἡ εἰδίκευσις τῶν πιστώσεων εἶναι ἡ πρωτίστη ἐγγύησις τῆς σκοπίμου καὶ κατὰ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου διαχειρίσεως αὐτῶν. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δι’ ἀποζημιώσεις ἐπιτροπῶν κρίνει ἀρκοῦσαν πίστωσιν τὰς διακοσίας χιλιάδας δραχμῶν, μένουσι δύο ἄλλαι ἀνάγκαι, διὰ τὰς ὁποίας προορίζονται τὰ ὑπόλοιπα ἕνδεκα ἑκατομμύρια, ἡ ἀνάγκη τῶν ἐξόδων παλινοστήσεως καὶ ἡ ἀνάγκη τῶν διαφόρων χορηγιῶν. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ χωρίσῃ, ὅπως ἂν βούληται, εἰδικῶς τὴν πίστωσιν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς παλινοστήσεως, καὶ χωρίσῃ ὡσαύτως ἀπὸ ταῦτα τὰς διαφόρους χορηγίας.
§184ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐζήτησα ἕνδεκα ἑκατομμύρια, ὑποθέτων ὅτι ἐκ τῶν ἕνδεκα αὐτῶν ἑκατομμυρίων τὰ τρία ἑκατομμύρια ἤθελον ἀρκέσει διὰ τὰς δαπάνας τῆς παλινοστήσεως, τὰ δ’ ἕτερα ὀκτὼ ἑκατομμύρια ἐπίσης ἤθελον ἀρκέσει εἰς χορηγίαν μέσων καλλιεργείας ἢ συντηρήσεως ἀγροτικοῦ βίου, ἀγροτικῶν ἀσχολιῶν, εἰδικώτερον διὰ τοὺς εἰς Θεσσαλίαν παλινοστοῦντας, ἢ ἐκεῖ εὑρεθέντας καὶ ἀπόρους καταστάντας Θεσσαλούς. Παρετήρησα ὅμως, ὅτι σήμερον, ἤδη, παρὰ τὰ τρία ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὑπολογίζω ἀναγκαῖα διὰ τὴν παλινόστησιν, θὰ δεήσῃ νὰ γείνῃ καὶ χορηγία τις σπορᾶς εἰς τοὺς παλινοστήσαντας ἤδη, τῶν ὁποίων οἱ ἀγροὶ εἶναι δεκτικοὶ ἀκόμη καλλιεργείας, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι πολλοί, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἐπακριβῶς νὰ ὁρίσω τὴν ἔκτασιν αὐτῶν, νομίζω δὲ, ὅτι οὔτε ὁ κ. συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ ὁρίσῃ ἀκριβῶς. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἰς τρία ἑκατομμύρια ὑπολογίζω τὴν δαπάνην, εἰς τὴν ὁποίαν θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ προβῶμεν διὰ τοὺς παλινοστήσοντας, καὶ εἰς ὀκτὼ ἑκατομμύρια τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν θὰ χρειασθῶμεν εἰς χορήγησιν εἴτε σπορᾶς εἴτε γεωργικῶν ἐργαλείων ὑπὲρ αὐτῶν· ἀλλὰ παρὰ τὰ τρία ταῦτα ἑκατομμύρια θὰ χρειασθῶμεν καὶ δαπάνην τινὰ διὰ χορήγησιν σπορᾶς πρὸς τοὺς ἤδη παλινοστήσαντας.
§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν θέλετε εὑρεθῆ εἰς δυσκολίαν, ἀφοῦ ἐδηλώσατε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τρία ἑκατομμύρια ἀρκοῦσι διὰ τὰ ἔξοδα τῆς παλινοστήσεως.
§186ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐφανταζόμην ὅτι ἠθέλετε μοὶ ζητήσει διανομὴν μεταξὺ τῶν ἕνδεκα ἑκατομμυρίων. Νομίζω ὅτι δαπανῶντες τὰ τρία ἑκατομμύρια διὰ τὴν παλινόστησιν, καὶ ἐκ τῶν ὑπολειπομένων ὀκτὼ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν τὰς 500,000 πρὸς χορηγίαν σπορᾶς εἰς τοὺς ἤδη παλινοστήσαντας καὶ δυναμένους νὰ χρησιμοποιήσωσιν αὐτήν.
§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύνασθε νὰ κάμητε τὴν ἑξῆς διανομήν: Ἄρθρον 6ον. Δρ. 200,000 δι’ ἔξοδα ἐπιτροπῶν. Ἄρθρον 7ον. Δρ. 3,000,000 δι’ ἔξοδα παλινοστήσεως Θεσσαλῶν προσφύγων. Ἄρθρον 8ον. Δρ. 8,000,000 εἰς διαφόρους χορηγίας πρὸς περίθαλψιν τῶν παλινοστούντων, ὅπως δυνηθῶσι νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς τὰ ἔργα των.
§188ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λοιπὸν δόσατέ μοι ἥμισυ ἑκατομμύριον ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, ὅπως χρησιμεύσωσι διὰ σπορὰν ἤδη.
§189Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, ἂς προσδιορισθῶσι 3,500,000. Ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ γένηται ἡ κατανομὴ ὄχι διότι σκεπτόμεθα κάλλιον ὑμῶν,—διότι ὑμεῖς διοικοῦντες εἶσθε ἤδη εἰς θέσιν νὰ σκέπτησθε—ἀλλὰ διότι τοῦτο πρὸς τοῖς ἄλλοις θέλει ἀπαλλάξει ὑμᾶς καὶ ἀπὸ πολλὰς ἐνοχλήσεις, παρέχει δὲ καὶ τὴν ἐγγύησιν τῆς ἀκριβείας τῆς διαχειρίσεως.
§190ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶμαι ὀπαδὸς τῶν εἰδικεύσεων, εἶμαι πρόθυμος ν’ ἀκολουθήσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχετε, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παράσχῃ τρία ἥμισυ ἑκατομμύρια διὰ τὴν παλινόστησιν, καὶ ἑπτὰ ἥμισυ ἑκατομμύρια διὰ τὰς ἄλλας ἀνάγκας.
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑμεῖς παρακαλοῦμεν νὰ γράψητε τὰς ἐπιγραφὰς τῶν ἄρθρων καὶ τὴν εἰδίκευσιν τῶν πιστώσεων.
§192Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὀλίγα ἔχω νὰ προσθέσω· ὁπωσδήποτε ὅμως, ἐπειδὴ ἐδόθη ἐπεξήγησις περὶ τῆς χρήσεως τῶν 500,000 δραχμῶν, εἶμαι ὑπόχρεως νὰ ποιήσωμαι ὑμῖν σύστασίν τινα. Εἶπεν ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέπεται εἴς τινα μέρη ὑπὸ τῶν περιστάσεων καὶ τῆς ἐποχῆς ἡ σπορὰ εἰσέτι, θέλει χορηγηθῆ τὸ πρὸς ἀπόκτησιν τῆς σπορᾶς χρηματικὸν ποσόν. Τοῦτο εἶναι ζήτημα πραγματικόν, ζήτημα τὸ ὁποῖον πολὺ δυσκόλως θέλει λυθῆ ἐν μέσαις Ἀθήναις, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ λυθῇ ὑπ’ ἀνθρώπων εἰδικῶν, εἰδικῶς γινωσκόντων τὰ τῆς Θεσσαλίας, ὑπάρχει δὲ κίνδυνος, ἐὰν οἱ κύριοι, οἱ διορισθέντες ὡς ἐπόπται, περιπέσωσιν εἰς πλάνας ἐξ ἀγνοίας τῶν πραγμάτων. Ἡ μείωσις τοῦ ποσοῦ εἰς 500,000 μόνον, μὲ ἐνθαῤῥύνει νὰ μὴ ἐπιμείνω πολὺ εἰς τὰς συστάσεις, τὰς ὁποίας ἐσκόπουν νὰ ποιήσωμαι, θεωρῶ δὲ, ὅτι εἶναι ἀρκοῦσα ἐγγύησις, ἐὰν ὁ κανονισμὸς τῆς διανομῆς τοῦ ποσοῦ τούτου γείνῃ διὰ Β. Διατάγματος. Τοῦτο δὲ ἠναγκάσθην νὰ εἴπω, διότι ἀρχόμενοι ἀπὸ μικρῶν ποσῶν ἐφθάσαμεν εἰς μεγάλα ποσά, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἀνεξελέγκτως ἐδαπανήθησαν, δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ θέσωμεν ἔλεγχον ἐπ’ αὐτῶν τῶν ποσῶν. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως διὰ Β. Διατάγματος κανονίσῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλει γείνῃ ἡ διανομὴ τῶν 500 χιλιάδων δραχμῶν.
§193ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν πληροφορίαν νομίζω ἀναγκαίαν ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς κατανομῆς τῶν πιστώσεων, δηλ. τῆς λέξεως παλινοστήσεως. Νομίζω, ὅτι δίδομεν πολὺ στενὴν σημασίαν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς πιστώσεως. Παλινόστησις σημαίνει ἁπλῶς ἐπάνοδον τῶν προσφύγων εἰς Θεσσαλίαν· δὲν ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐννοεῖ, ὅτι μόνον ἡ ἐπάνοδος θέλει ἀποῤῥοφήσει τὰ 3,500,000· πιστεύω, ὅτι πρόκειται νὰ δοθῶσι βοηθήματα καὶ πρὸς συντήρησιν τῶν παλινοστούντων. Λοιπὸν πρέπει νὰ ὁρισθῇ τίνα βοηθήματα θέλει δώσει. Δὲν πρόκειται περὶ γεωργικῶν βοηθημάτων. Περὶ τίνων λοιπὸν πρόκειται; Βεβαίως διὰ τῆς λέξεως παλινόστησις δὲν δύνασθε νὰ ἐννοήσητε ὅτι θὰ δοθῶσι χρηματικὰ ποσὰ πρὸς ἀγορὰν τῶν καταστραφέντων ἐπίπλων τῆς οἰκίας τοῦ παλινοστοῦντος. Ἡ δὲ πίστωσις τῶν 500,000 νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διακριθῇ, πρέπει νὰ μείνῃ ἐντὸς τῶν 8,000,000. Ἀλλ’ ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ κανονίσῃ, ὅτι ἐξ αὐτῶν τῶν 8,000,000 δραχμῶν, μέχρις οὗ γείνῃ ὁ νόμος, θὰ δαπανηθῶσι μόνον 500,000. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι τυπικόν· τὸ οὐσιαστικὸν εἶναι ὁ ὁρισμὸς τῆς λέξεως παλινοστήσεως.
§194ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ ἐνόουν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 3,000,000 θέλομεν μεταχειρισθῆ διὰ τὴν παλινόστησιν, δηλ. διὰ συνδρομὴν ἀνθρώπων ἀστέγων, πενήτων, γυμνῶν, ὅπως μετακομισθῶσιν ἐκεῖ ἐντεῦθεν, ὅπου κατέφυγον ἐξ ἀνωτέρας βίας. Ἐνόμισα ὅτι εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἔπρεπε νὰ παράσχω πᾶν ἀναγκαῖον πρὸς συντήρησίν των ἐπὶ χρονικόν τι διάστημα· πάντα δὲ ταῦτα περιλαμβάνω εἰς τὴν λέξιν παλινόστασις. Θέλουσι δὲ κανονισθῆ τὰ περαιτέρω διὰ Β. Διατάγματος.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897.
§196ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἔκθεσίν του, ἣν πρὸ ὀλίγου ἐλάβομεν· διότι εἶναι οὕτω συντεταγμένη, ὥστε νὰ μὴ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμόν. Καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τῆς βʹ παραγράφου, διότι ἐν αὐτῇ ἀναγράφεται, ὅτι «ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων, δι’ ὧν προσετέθησαν νέαι πιστώσεις εἰς τὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀρχικῶς ἀναγραφείσας, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ὑποβάλλει γνώμην, διότι δὲν προεκλήθη.» Ἀλλ’ ἂν δὲν εἶχε προκληθῆ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ δὲν ἀπεφήνατο αὕτη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὴν τρίτην παράγραφον (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ τόσον τὸ περιεχόμενον τοῦ γεν. προϋπολογισμοῦ, περὶ οὗ πρόκειται, καθὼς καὶ αἱ διὰ τῶν δηλώσεων προστεθεῖσαι πιστώσεις, εἰσὶν ἤδη ἐψηφισμέναι ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καθόσον ἐπετράπη δι’ εἰδικῶν νόμων ἥ τε εἴσπραξις τῶν ἐσόδων καὶ ἡ πραγματοποίησις τῶν ἐξόδων κατὰ τὰ δέκα δεκατημόρια νὰ γείνῃ συμφώνως πρὸς τὰς ἀναγραφὰς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν δηλώσεων.» Ταῦτα ἀφορῶσιν ἀκριβῶς εἰς τὰ 10 δωδεκατημόρια, τὰ ψηφισθέντα ἤδη, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ εἰς τὰ δύο, ἅτινα συμπληροῦσι τὸν προϋπολογισμόν. Καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐννοεῖ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, ὅπως ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, ἐπὶ τῶν δύο τούτων δωδεκατημορίων, τὰ ὁποῖα πρόκειται ἤδη νὰ ψηφισθῶσι, διότι ἄλλως εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς συνταγματικῆς δυσχερείας. Ὁ προϋπολογισμὸς συνίσταται ἐκ τῶν τακτικῶν πιστώσεων καὶ ἀπὸ τὰς ἑκάστοτε γενομένας δηλώσεις τῶν Κυβερνήσεων. Ὡς πρὸς τὰς πιστώσεις ἐκείνας, ἐφ’ ὧν ἐπῆλθε δήλωσις, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει ν’ ἀποφανθῇ, διότι ἐψηφίσθησαν ἤδη, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς ζητουμένας παρὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως ἢ τὰς ζητηθείσας παρὰ τῆς προκατόχου μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν τελευταίων δωδεκατημορίων, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τοῦτο ἐπιθυμοῦμεν νὰ διασαφηνισθῇ.
§197ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ἀπόντος τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὀφείλω νὰ παράσχω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἐξήγησιν τῶν σκέψεων, αἵτινες ἐκράτησαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ὧν πόρισμα εἶναι ἡ ὑποβληθεῖσα ἔκθεσις. Δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ἐγκαίρως ἀπεστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐμελετήθη καὶ προεξηλέγχθη ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1897. Τὰ δυστυχῆ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον, ἐπέφεραν τὴν ματαίωσιν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τὸ μεσολαβῆσαν δὲ διάστημα ἐψηφίσθησαν δέκα δωδεκατημόρια οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ πιστώσεις νέαι διὰ δηλώσεων. Ἡ δήλωσις, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε χθές, εἶναι ἡ συγκεφαλαίωσις, ἡ ἄθροισις τῶν δηλώσεων, ἐφ’ ὧν ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἤδη. Ἀκριβῶς σήμερον δὲν ἔχομεν νέαν πίστωσιν ἢ τὴν προφορικὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ χορηγίας εἰς πρόσφυγας καὶ παλινοστοῦντας 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν.
§198ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγένοντο δηλώσεις καὶ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν 10 δωδεκατημορίων.
§199ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Περὶ τῶν ὁποίων ὅμως δὲν προεκλήθη ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτε ὤφειλε νὰ προκληθῇ· ἀπεναντίας εἴς τινα δήλωσιν ἀνεγράφετο, ὅτι ἐγκρίνεται αὕτη καὶ πᾶσα ἄλλη τυχὸν ὑποβληθησομένη. Ἡ Βουλὴ προεξώφλησεν οὕτω τὴν γνώμην αὐτῆς, δηλώσασα ἕνεκα τῶν γνωστῶν τοῖς πᾶσι περιστάσεων πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οἱαδήποτ’ ἂν ἦτο αὕτη. Βεβαίως δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον τῶν 97 ἑκατομμυρίων, ἀφοῦ οὐδεὶς φόρος ἢ δασμὸς εἰσεπράχθη, καὶ ἡ φορολογικὴ νομοθεσία ἀργεῖ ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐπέμεινεν εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν ἀριθμῶν, ἡ δὲ ἔκθεσις συνετάχθη οὕτως, ὥστε νὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ μὴ ἐπέλθωσι χρονοτριβαί, τῆς ἐπιτροπῆς ζητούσης ἐξηγήσεις, ὀφειλομένας ἄλλως· διότι πάντες ὡμολογοῦμεν ὅτι ἐπισπεύδει ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της, ὑπ’ ὄψιν ἔχουσα τὰς περὶ ἡμᾶς περιστάσεις καὶ διευκολύνουσα τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς παροχῆς πρὸς αὐτὴν τῶν μέσων τοῦ νὰ ζήσῃ.
§200ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν προετιθέμην νὰ καλύψω τὴν εὐθύνην τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, διότι, ὡς ψηφίζεται ὁ προϋπολογισμός, δὲν καλύπτεται αὕτη· ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ καταστῇ κατάδηλον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πράγματι ἐπελήφθη οὐ μόνον τῆς ἐξετάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν πιστώσεων, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας δὲν ἐπῆλθεν ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς. Αἱ πιστώσεις δὲ αἱ ζητηθεῖσαι παρὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, εἶναι ἀναγεγραμμέναι παρὰ ταῖς ἄλλαις, αἵτινες προεξηλέγχθησαν ἤδη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἄν προεξηλέγχθησαν καὶ αἱ ἤδη ζητούμεναι, τότε δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο δὲ ζητῶ νὰ βεβαιωθῇ παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ.
§201ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1897 ἐμελετήθη, καὶ ὑπεβλήθη περὶ αὐτοῦ λεπτομερὴς ἔκθεσις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος δύναται νὰ μαρτυρήσῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ προεξώφλησεν ἐπὶ τῶν δηλώσεων τὴν γνώμην αὐτῆς διὰ τῆς ἐγκρίσεως τῶν ζητηθέντων ποσῶν καὶ τῶν τυχὸν ζητηθησομένων. Τί ἠθέλετε περιπλέον νὰ εἴπῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§202ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ εἶπεν ἡ Βουλὴ διὰ τῶν εἰδικῶν νόμων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν τὰ δέκα δωδεκατημόρια, ὄχι διὰ τὰ λοιπὰ καὶ τὰς πιστώσεις, ἃς πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν σήμερον. Σήμερον δὲν δύναται νὰ χορηγηθῇ ἡ ἄδεια, ἥτις ἐχορηγήθη εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν.
§203ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς θὰ περιώριζε τὴν συζήτησιν μόνον εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα, ὅτι δηλαδὴ περὶ τούτων ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐμελέτησε προσηκόντως καὶ δὲν ἐπέμεινε ζητοῦσα πληροφορίας, ὅπως ὑπολογίσῃ αὐτά. Δηλώσεις δὲ νέας ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε μόνον τὴν τῶν 10,000,000 διὰ τὰ χορηγητέα βοηθήματα εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς, ἀλλὰ ταύτην ἔκαμε προφορικῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ὥστε ἐπὶ τῆς δηλώσεως ταύτης δὲν ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ σκεφθῇ.
§204ΣΤΑΗΣ. Ὁ τύπος, ὃν ἀπαιτεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐπληρώθη, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπελάβετο τῆς ἐξετάσεως τοῦ θέματος. Ἂν εἰσῆλθεν ἢ δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὰ καθέκαστα, ἄλλο ζήτημα, ἀφοῦ ἄλλως ἡ ἐπιτροπὴ, στερουμένη τῶν ἀπαραιτήτων στοιχείων, ἀδύνατον ἦτο νὰ ἐπιληφθῇ τῶν καθέκαστα. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της, ἡ δὲ Βουλὴ δύναται νὰ δεχθῇ ἢ νὰ μὴ δεχθῇ αὐτήν· ὁ τύπος ἐξεπληρώθη.
§205ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως ἡ σύνταξις τῆς ἐκθέσεως ἔχει τι, ὅπερ ἐκ πρώτης ὄψεως δύναται νὰ φαίνηται ἀντιφατικὸν, καὶ τοιοῦτον εἶναι τὸ περιεχόμενον τῆς δευτέρας παραγράφου σχετικῶς πρὸς τὸ τέλος τῆς τρίτης, διότι ἐν τῇ δευτέρᾳ λέγει, ὅτι ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων δὲν ὑποβάλλει γνώμην, καὶ ἀφήνει εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ, εἰς τὸ τέλος ὅμως τῆς τρίτης παραγράφου λέγει, ὅτι ἥ τε εἴσπραξις τῶν ἐσόδων καὶ ἡ πραγματοποίησις τῶν ἐξόδων θὰ γείνῃ συμφώνως πρὸς τὰς ἀναγραφὰς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν δηλώσεων. Ἑπομένως, προτείνουσα τοῦτο, προτείνει τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἂν καὶ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τις, ὅτι ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τῶν δύο ἐδαφίων τῆς ἐκθέσεως. Πρότασις ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπάρχει. Ὑπάρχουσιν αἱ νέαι δηλώσεις· εἶναι μία ἀναγραφομένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον ἔχομεν, ἀνερχομένη εἰς 1,200,000 καὶ ἀφορῶσα τὰς δαπάνας τῆς παλινοστήσεως, ὑπάρχουσι δὲ 10,000,000, τὰ ὁποῖα θὰ προστεθῶσιν ἤδη εἰς τὸν πίνακα τοῦτον. Ἔχομεν ὅμως καὶ προηγούμενα παραδείγματα, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐγένοντο κατὰ τὴν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ προσθαφαιρέσεις, χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. Τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ καὶ σήμερον. Παραλείποντες ἑπομένως τὴν ἀντίφασιν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰς γενομένας δηλώσεις.
§206ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, ὅτι ἡ διατύπωσις, ἡ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐπιβαλλομένη, ὡς πρὸς τὴν ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς προεπεξεργασίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐξεπληρώθη, διότι, ὅτε ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια περὶ ἐγκρίσεως δωδεκατημορίων, ἐγένετο ἡ προεξέλεγξις ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς πρὸ τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων. Κατὰ τοὺς ψηφισθέντας νόμους τῶν δωδεκατημορίων, πᾶσαι αἱ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ γενόμεναι δηλώσεις μετεβλήθησαν εἰς πιστώσεις κανονικάς. Ἑπομένως ὀρθῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἰσχυρίζεται διὰ τῆς ἐκθέσεώς της, ὅτι δὲν καλεῖται νὰ δώσῃ γνώμην ἐπὶ τούτων. Ἀπομένουσι νῦν τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου καὶ ἡ τελευταία τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δήλωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ αὐξήσωσιν αἱ πιστώσεις κατὰ 10,000,000. Ἐπὶ τούτων ἀποφαίνεται ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τῆς ὑποβληθείσης ἐκθέσεως. Ὡς πρὸς τὰς προσθήκας δὲ τῶν 10,000,000, ὡς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τοῦτο δὲν γίνεται τὸ πρῶτον ἤδη· πολλάκις ἐν τῇ ψηφίσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῇ προτάσει τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, οἱ προϋπολογισμοὶ ὑπέστησαν αὐξομειώσεις. Οὐδὲν λοιπὸν εὑρίσκω τὸ ἀντισυνταγματικὸν, δυνάμεθα δὲ νὰ προβῶμεν νομίμως εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. (Γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1897, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἐκ δραχμῶν ἐν ὅλῳ 97,157,689.55. Μετὰ τοῦτο ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ).
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὰ ἔξοδα.
§209Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκτελῶ ἐπαρκῶς τὰς προτροπὰς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ ταχείας ψηφίσεως τοῦ δῆθεν προϋπολογισμοῦ πλέον· καὶ βεβαίως δὲν εἶναι ἡ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, ὅπως ἐμπρέπει εἰς τὸ θέμα. Ἀλλ’ ἀφοῦ σήμερον ἐψηφίσαμεν τὰ ἔσοδα, νομίζω καλὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῶν ἐξόδων διὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν, διότι ὄχι μόνον ἡ ὥρα παρῆλθεν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν παρασκευάζεται καὶ συζητεῖται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1898, γνωμοδοτούντων, ὡς μανθάνομεν, καὶ τῶν ξένων ἐλεγκτῶν, εἶναι, νομίζω, συμφέρον εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀκούσῃ τὰς παρατηρήσεις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας τοὐλάχιστον ἐπὶ τῶν ἐξόδων, αἱ ὁποῖαι παρατηρήσεις θὰ ἐπενεργήσωσιν ἐπὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω καλὸν νὰ ἀρκεσθῶμεν σήμερον εἰς τὰ ἔσοδα, καὶ αὔριον ψηφίζομεν τὰ ἔξοδα.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
§211ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δύναται νὰ ἀξιώσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἐργασθῇ, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἤθελε δεχθῆ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου· οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι πολύτιμος ὁ χρόνος δι’ αὐτὸν, καὶ διὰ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον τῷ ἀνετέθη, διότι βεβαιωθῆτε, ὅτι τὰ φῶτα τοῦ κ. Βουλευτοῦ βεβαίως θὰ τὰ λάβῃ εὐγνωμόνως ὑπ’ ὄψιν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου προϋπολογισμοῦ, ἀπολογισμοῦ μᾶλλον ὄντος· ἀλλὰ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ, τοῦ ὁποίου τὰ 10/12 ἐξηντλήθησαν, τοῦ ὁποίου ἡ μείωσις τῶν ἐξόδων καὶ ἐὰν προκύψῃ ἐπὶ οἱουδήποτε ἄρθρου, θὰ ἦναι μηδαμινὴ, ὁμολογῶ ὅτι παρ’ ἐμοῦ ἀτομικῶς, μετὰ παντὸς σεβασμοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν, δὲν δύναται νὰ κριθῇ χρήσιμος· καθ’ ὅσον δὲ πρόκειται περὶ ἰδεῶν ἀφορωσῶν εἰς μέλλοντα προϋπολογισμὸν, δύναται ἡ περὶ τοιούτων ἀνταλλαγὴ νὰ λάβῃ χώραν καὶ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων. (Γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ δραχμῶν ἐν ὅλῳ 23,862,657.28. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἐκ δραχ. ἐν ὅλῳ 21,750,895.40 Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἐκ δρ. ἐν ὅλῳ 2,526,140.17. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου, ἐκ δρ. ἐν ὅλῳ 5,494,589.45. Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ κεφάλαια 1–6 καὶ ἐκ τοῦ κεφαλαίου 7 τὰ ἄρθρα 1–5).
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7. Διὰ διάφορα ἔξοδα παλινοστήσεως Θεσσαλῶν 3,000,000.
§214ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, τὰ τρία αὐτὰ ἑκατομμύρια πρόκειται νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ τῶν παλινοστούντων Θεσσαλῶν πρὸ τῆς ἐκκενώσεως ἢ μετὰ τὴν ἐκκένωσιν;
§215ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ πρὸ καὶ μετά, καθ’ ὅσον θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη.
§216ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι σήμερον διενεργεῖται ἐν Θεσσαλίᾳ φορολογία μέχρι μυελοῦ ὀστέων. Οἱ Τοῦρκοι φορολογοῦσι καὶ τὸν σπόρον τῶν γεωργῶν. Δὲν ἔμεινε δὲ τίποτε εἰς αὐτούς. Ὥστε φοβοῦμαι πολύ, μήπως, ἂν δὲν φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ διδόμενα εἰς τοὺς παλινοστοῦντας Θεσσαλούς, ἂν μείνωσιν ἐν Θεσσαλίᾳ, φοβοῦμαι, λέγω, μήπως πλουτίσῃ μᾶλλον τὰ θυλάκια τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ Ὀθωμανῶν. Περὶ τούτου παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν χορηγίαν αὐτῶν τῶν ποσῶν. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ πῶς θὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ ποσὰ αὐτά. Ἐπὶ τούτου δὲ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν συντόνως νὰ μεριμνήσῃ.
§217ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ φροντίσωμεν νὰ μὴ δώσωμεν λεπτὸν, ἂν ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη ὑποψία ὅτι θέλουσι γείνῃ καταχρήσεις.
§218ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐπίσης βλέπω καὶ ἄρθρον «διὰ διαφόρους χορηγίας εἰς παλινοστοῦντας καὶ ἄλλους ἀπόρους Θεσσαλοὺς καὶ Ἠπειρώτας». Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὲ φωτίσῃ περὶ τίνος εἴδους Ἠπειρωτῶν πρόκειται; Περὶ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων τῶν ἐκ τοῦ νομοῦ Ἄρτης λ. χ. πρόκειται; ἢ πρόκειται περὶ τῶν Ἠπειρωτῶν ὑπηκόων Ὀθωμανῶν; Διότι, ἐὰν πρόκειται περὶ ἐκείνων, τότε νομίζω ὅτι πρέπει νὰ χωρισθῶσι τὰ ποσά, τὰ ὁποῖά εἰσι προωρισμένα νὰ δοθῶσιν εἰς αὐτοὺς, διότι ἡ Κυβέρνησις ἀναμφισβητήτως θὰ εὑρεθῇ πρὸ μεγάλης δυσχερείας εἰς τὴν διανομὴν αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, προκειμένου νὰ δοθῶσιν εἰς Ἠπειρώτας ἢ Θεσσαλούς· ὑπάρχει δὲ μία σπουδαιοτάτη διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο τάξεων, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς Θεσσαλοὺς, οὗτοι εἶναι Ἕλληνες ὑπήκοοι, περὶ τῶν ὁποίων τὸ Κράτος, ὡς ὑπόχρεων, προσέρχεται εἰς συνδρομὴν αὐτῶν, ὅσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς Ἠπειρώτας, περὶ τούτων, ὡς ὑποδούλων ἀδελφῶν, καθ’ ὑποχρέωσιν καθιερωθεῖσαν ἀφ’ ἧς συνέστη τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν, τοῦτο πάντοτε συνέδραμε τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει βεβαίως νὰ χωρισθῶσιν οἱ Ἠπειρῶται ἀπὸ τοὺς Θεσσαλούς· ἡ δὲ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ πόσοι εἶναι οἱ Ἠπειρῶται οὗτοι καὶ πόσα ποσὰ χρειάζονται δι’ αὐτοὺς νὰ διατεθῶσι.
§219ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ζήτημα ἐκτελέσεως.
§220ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἀλλὰ πρὸς τούτοις ἔχω καὶ μίαν ἄλλην σύστασιν νὰ κάμω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Πρόκειται περὶ χορηγίας ὄχι μόνον εἰς παλινοστοῦντας, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλους ἀπόρους Θεσσαλούς. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω δύο λέξεις. Καὶ χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠρωτήθη περὶ τοῦ ἂν θὰ δοθῶσι ποσά τινα εἰς τάξεις τινὰς ἀνθρώπων ἐν Θεσσαλίᾳ, αἵτινες ἀτυχῶς ἀγωνίζονται ἀγῶνα μέγαν μεταξὺ τοῦ ἐγωϊσμοῦ ἢ τῆς φιλοτιμίας αὐτῶν καὶ τῆς ἀνάγκης, τῆς ἰσχυροτάτης, τῆς συντηρήσεως αὐτῶν, ἀλλ’ ἡ φιλοτιμία αὐτῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀπαγορεύεται εἰς ἐκείνους νὰ κατέλθωσι μέχρι τοῦ βαθμοῦ, ὥστε νὰ ἵστανται ἔξω τῶν ἀστυνομικῶν καταστημάτων καὶ νὰ ζητῶσι τὸ τεσσαρακοντάλεπτον ἐπίδομα καθ’ ἑκάστην ἡμέραν. Δὲν γνωρίζω δ’ ἕνεκα τίνος λόγου, ἐνῷ τὸ Κράτος ἀναγνωρίζει ὁπωσδήποτε αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ χορηγῇ ἐπίδομά τι εἰς ἄλλας τάξεις, ὡς εἶναι αἱ τάξεις τῶν γεωργῶν, τῶν ἐργατῶν, τῶν χειρωνακτῶν κλπ., διατὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ὑποχρέωσιν δὲν ἀνεγνώρισεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀφ’ ἧς ἀτυχῶς ἡ Θεσσαλία εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν κατοχὴν τῶν Τούρκων, καὶ ὡς πρὸς ἐκείνας τὰς τάξεις, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι οἱ πάντες ἐφύγομεν ἐκ Θεσσαλίας ἐν μιᾷ στιγμῇ, ἀνάρπαστοι γενόμενοι ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι τὸν ἔσχατον διατρέχομεν κίνδυνον, ὅτι ἡ Θεσσαλία, ἕνεκα κακῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων καὶ ἰδίως τῶν νόμων περὶ εἰσφορᾶς, ὑπέστη τελείαν στέρησιν καὶ ζώων καὶ ἄλλων μέσων μεταγωγικῶν, καὶ ἑπομένως ὅτι ἦτο ἀδύνατον εἰς πάντας τοὺς κατοίκους, ἀνεξαιρέτως τάξεων, δι’ ἔλλειψιν μέσων, νὰ μεταφέρωσι μήτε μίαν βελόνην, καὶ πάντες ἀνεχώρησαν ἐκεῖθεν γυμνοὶ (κίνησις ἀνυπομονησίας). Παρακαλῶ. Βλέπω ὅτι στενοχωρεῖσθε. Ἀλλὰ δότε τέλος πάντων καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, εἶναι δικαίωμά του νὰ ὁμιλήσῃ. Ὁρίστε, κύριε Κριεμάδη.
§222ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ὑπῆρχε διάκρισις ἐλλείψεως εἰς πάσας τὰς τάξεις τῶν Θεσσαλῶν. Ἐὰν ὁ χωρικὸς Θεσσαλὸς ἦλθε γυμνὸς εἰς Ἀθήνας, ἦλθεν ἐπίσης γυμνὸς καὶ ὁ ἐπιστήμων καὶ ὁ ἔμπορος καὶ ὁ βιομήχανος. Πάντες λοιπὸν εἶναι ἴσοι ἐν Ἀθήναις, πάντες εἶναι ἴσοι ἐν Ὠρεοῖς, ἐν Ξηροχωρίῳ, ἐν Φθιώτιδι, ἐν Χαλκίδι. Δὲν γνωρίζω λοιπὸν ἕνεκα τίνος λόγου μετὰ πεισμονῆς ἀκατανοήτου αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, αἱ μέχρι σήμερον ἀπὸ τῆς κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τῶν Τούρκων, ἠρνήθησαν νὰ ἔλθωσιν ἀρωγοὶ εἰς τὰς τάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι νομίζω, ὅτι ἔπρεπεν ὁπωσδήποτε νὰ τύχωσι μερίμνης, ἂν ὄχι ἀνωτέρας, τοὐλάχιστον ἴσης πρὸς τὴν μέριμναν, ἡ ὁποία ἐδείχθη δι’ ὅλας τὰς ἄλλας τάξεις. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ καθῆκον τοῦτο—διότι φρονῶ ὅτι εἶναι καθῆκον—παρέλειψαν αἱ μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις, δὲν πρέπει ὅμως νὰ λησμονηθῇ νῦν· ἂς δοθῇ δὲ εἰς αὐτοὺς τὸ ποσὸν, ὅπερ τοῖς ἀναλογεῖ καὶ ὅπερ ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσιν, ὡς οἱ λοιποὶ πρόσφυγες, ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου, καθ’ ὃν χρόνον ἦλθον εἰς Ἀθήνας μέχρι σήμερον. Διότι νομίζω ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο συμποσούμενον θέλει εἶσθαι ἐπαρκὲς, ὅπως ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς μεγίστας καὶ σοβαρωτάτας ἀνάγκας, εἰς τὰς ὁποίας αἱ τάξεις αὗται εὑρίσκονται. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν,—καὶ παρακαλῶ νὰ πιστεύσῃ ὅτι διερμηνεύω θερμὴν παράκλησιν τῶν τάξεων τούτων—ὅπως, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει τὴν θέσιν τούτων, ὁρίσῃ δι’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τὴν χορηγίαν τῶν βοηθημάτων τούτων πρὸς ταύτας. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει διαπράξει ἔργον, διὰ τοῦ ὁποίου, δὲν θὰ ἦμαι ὑπερβολικὸς ἐὰν εἴπω, ὅτι πρόκειται νὰ ἔλθῃ λίαν ἐπικαίρως σήμερον πλέον σώτειρα, ἵνα σώσῃ τὴν φιλοτιμίαν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ τέλος πάντων ἵνα ἀποδείξῃ ὅτι τὸ Κράτος, ὡς Κράτος, συναισθάνεται τὰς ἀνάγκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκονται σήμερον οἱ Θεσσαλικοὶ πληθυσμοὶ καὶ ἰδίως αἱ τάξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀφεθῶσιν ὑπὸ τοῦ Κράτους, ὅπως τείνωσι χεῖρας ἐπαίτου. Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ, ὅπως οὐχὶ διὰ τῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ δι’ ὑπαλλήλων ἀνωτέρων τῶν Ὑπουργείων, φροντίσῃ νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς, συνεννοουμένη μετὰ τῶν ἐπιστημόνων Θεσσαλῶν, ὡς καὶ τῶν ἄλλων τάξεων, εἰς ἃς οὐδὲν μέχρι σήμερον ἐχορηγήθη ὑπὸ τοῦ Κράτους.
§223ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀκριβῶς ὅ,τι πρὸ μικροῦ ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων, πρὸ πολλοῦ ἐγένετο σκέψις νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀπεφασίσθη δὲ, πάντες ἐκεῖνοι, εἴτε ἐπιστήμονες, εἴτε κτηματίαι, εἴτε ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι δὲν μετέσχον τῶν βοηθημάτων τῶν διδομένων πρὸς πάντας τοὺς πρόσφυγας Θεσσαλοὺς, ἀπεφασίσθη, λέγω, νὰ λάβωσιν οὗτοι ὅ,τι καὶ οἱ λοιποὶ ἀπ’ ἀρχῆς ἔλαβον ἐν συνόλῳ. Ἐὰν π. χ. μία οἰκογένεια ἀποτελεῖται ἐκ πέντε μελῶν, ὅ,τι ἄλλη οἰκογένεια ἐκ πέντε μελῶν ἀποτελουμένη ἔλαβε μέχρι τοῦδε ὡς βοήθημα, νὰ τὸ λάβῃ καὶ ἐκείνη διὰ μιᾶς, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς εἴτε ἦλθεν ἐν Ἀθήναις, εἴτε ἐν Θεσσαλίᾳ ἔμεινε, μέχρι τῆς ἡμέρας ταύτης. Ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ βοήθημα τοῦτο θὰ ἐδίδετο εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστημόνων Θεσσαλῶν καὶ λοιπῶν ὁμοίων τάξεων, βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἦναι διάφορος καὶ δὲν ἔπρεπεν οὗτοι νὰ προσέρχωνται ἐνώπιον τοῦ ὑπαλλήλου τῆς ἀστυνομίας, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐγένετο ἡ δέουσα σκέψις περὶ τούτου, ἀλλ’ ἀνεμένετο τὸ σχετικὸν περὶ πιστώσεως νομοθέτημα, ἵνα δοθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς τὸ ἀνάλογον βοήθημα.
§224Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι ὑπάρχει μία ἄλλη τάξις ἀνθρώπων ἐδῶ προσφύγων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι οὔτε ἐπιστήμονες, οὔτε ἔμποροι, οὔτε μεγάλοι καλλιεργηταί. Εἶναι οἱ δήμαρχοι, οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐνῷ οἱ δημοδιδάσκαλοι ἔλαβον τὸν μισθόν των καθ’ ὅλον τὸ διάστημα αὐτὸ, οἱ δήμαρχοι, οἱ ὁποῖοι θὰ δυνηθῶσι ν’ ἀποδώσωσι κατόπιν τὸν μισθόν των, μένουσιν ἄνευ προστασίας. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δύναται καὶ εἰς τοὺς δημάρχους νὰ χορηγήσῃ τοὺς μισθούς των, οἵτινες βραδύτερον ν’ ἀποδοθῶσιν ὑπ’ αὐτῶν εἰς τὸ Δημόσιον.
§225ΚΟΡΠΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα, διότι δὲν πρόκειται περὶ περιθάλψεως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ πληρωμῆς ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου διὰ λογαριασμὸν τῶν δήμων.
§226Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω. Ἀκριβῶς ἡ συζήτησις αὕτη ἀφορᾷ τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. Καὶ τότε εἶπον, ὅτι θέλω ὁμιλήσει, ἐπιφυλαχθείς, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θεωρῶ περιττὸν νὰ προσθέσω τι.
§227Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις, διότι οἱ δήμαρχοι, ἐξ ὅσων καὶ ἐγὼ ἐπληροφορήθην, δὲν ζητοῦσι βοήθημά τι, ζητοῦσι προκαταβολὴν τῶν μισθῶν των. Τώρα τὸ βοήθημα, τὸ ὁποῖον θὰ δοθῇ εἰς τοὺς δημάρχους, κατὰ τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν ἔθηκεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν θὰ ἦναι ἀνάλογον καὶ ἴσον πρὸς τὰς μισθοδοσίας, τῶν ὁποίων αὐτοὶ αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην. Θὰ ἦναι πολὺ μικρότερον. Θὰ ἦτο καλὸν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ληφθῇ παρὰ διὰ νόμου, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὸ Δημόσιον νὰ προκαταβάλῃ τοὺς μισθοὺς τῶν δημάρχων τούτων, τοὺς ὁποίους ἀργότερα θὰ κανονισθῇ πῶς θέλει λάβῃ (ἢ καὶ ἂν δὲν ἤθελε λάβει, τότε θὰ ἦτο ζήτημα τοῦτο τῆς Βουλῆς) παρὰ τῶν δήμων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνήκουσιν αὐτοί. Ὥστε διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ ἀνάγκη καὶ ἡ αἴτησις τῶν δημάρχων, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὅπως, ἐκτὸς τοῦ βοηθήματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς, ὡς καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, τοὺς ἐπιστήμονας καὶ λοιποὺς, ἐπιτραπῇ εἰς τὸ Δημόσιον νὰ προκαταβάλῃ τὴν μισθοδοσίαν των.
§228ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐνεθυμήθη ὅτι μέρος τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος κατελήφθη ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, ὅτι χωρία τινὰ τῆς παλαιᾶς μεθορίου γραμμῆς εἶναι εἰσέτι κατειλημμένα ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τούτων, πρόσφυγες, ὑφίστανται μυρίας στερήσεις, τὰ δὲ χωρία κατεστράφησαν ἐκ θεμελίων, δύναμαι εἰπεῖν, ὡς τὸ χωρίον Δερβένι–Δίβρη καὶ ἄλλα τινά. Οὗτοι λοιπὸν δὲν εἶναι πρόσφυγες; Δὲν γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι παρὰ τὴν μεθόριον γραμμὴν κατελήφθησαν τὰ χωρία ταῦτα ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οἱ κάτοικοι αὐτῶν σήμερον λιμώττουσι, λαμβάνοντες ἐλαχίστην τροφὴν ἐξ ἐπιτροπῶν, τὰς ὁποίας δι’ ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας καὶ διὰ πολλῶν προσπαθειῶν μας συνεστήσαμεν; Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ συμπεριλάβητε καὶ αὐτοὺς εἰς τὴν πίστωσιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τοὺς Θεσσαλούς;
§229ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Περιλαμβάνονται. Ἐγὼ ἀπήντησα εἰς τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου, ἀλλὰ δὲν ἀπέκλεισα καὶ τοὺς ἄλλους.
§230ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὤφειλον νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ταύτην, διότι καὶ ἐγὼ ἀποτελῶ μέρος ἐπαρχίας παθούσης, ἣν δὲν εἶδον ὀνομαστὶ συμπεριλαμβανομένην εἰς τὴν ἐν λόγῳ πίστωσιν. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι ἐπ’ ὀλίγον νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς. Βεβαίως μετὰ τὴν δήλωσιν τῶν κυρίων ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν, δὲν ἔχω τι νὰ προσθέσω ὡς πρὸς τοῦτο. Ἀλλὰ γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἐκτὸς τῶν χωρίων τούτων, ἅπασα ἡ παλαιὰ μεθόριος γραμμὴ, ἰδίως οἱ ἀνατολικοὶ δῆμοι τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, μετὰ τὸν πανικὸν ἐγκατέλιπον τὰ χωρία αὐτῶν καὶ μετὰ καιρὸν ἐπανῆλθον ἐκεῖ, ἀλλὰ σήμερον δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν οἱ πλεῖστοι οὔτε τοὺς ἀγροὺς αὐτῶν νὰ καλλιεργήσωσιν, οὔτε εἰς τοὺς λειμῶνας τὰ ζῶά των νὰ ὁδηγήσωσιν. Ἐπὶ τούτων δὲν ἔρχομαι νὰ ζητήσω, ὅπως τὸ Κράτος δαπανήσῃ, ἀλλ’ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν σύστασιν, ἥτις, νομίζω, εἶναι δικαία, τοὐλάχιστον νὰ χορηγήσῃ σπόρον εἰς ὅσους ἐξ αὐτῶν στεροῦνται τοιούτου, ὅπως δυνηθῶσι νὰ καλλιεργήσωσι τοὺς ἀγροὺς των, καὶ εἰς τὴν προσεχῆ ἐσοδείαν ἀποδώσωσιν αὐτὸν τῷ Δημοσίῳ. Ἐπίσης νὰ χορηγήσῃ προθεσμίαν εἰς τοὺς κτηνοτρόφους καὶ καλλιεργητὰς, ὅπως μὴ πληρώσωσι σήμερον τὸν φόρον τῶν ζώων, τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Διότι Κύριοι, ἐξεδόθησαν ἐντάλματα φυλακίσεως κατ’ ἀνθρώπων, οἵτινες δὲν ἐκαλλιέργησαν ἢ, ἄν ἐκαλλιέργησαν, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ θερίσωσιν ἢ ἐλάχιστον. Ἐπίσης καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν λειβαδίων, διότι τὰ λειβάδια αὐτῶν εὑρίσκονται εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε δὲν ἐπαρκοῦσι νὰ διαθρέψωσιν τὰ ζῶά των, εἶναι δ’ ἠναγκασμένοι νὰ δέχωνται εἰς αὐτὰ καὶ τὰ ἐκ Θεσσαλίας κατελθόντα ζῶα, ὡς γνωρίζουσιν ἅπαντες οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταί. Δίκαιον εἶναι λοιπὸν νὰ μὴ ζητηθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος ὁ φόρος καὶ τῶν λειβαδίων, ἀλλὰ νὰ δοθῇ ἀνάλογος προθεσμία, ὅπως βραδύτερον πληρώσωσιν αὐτὸν καὶ ἀπαλλαχθῶσι τοῦ προσθέτου φόρου. Νομίζω ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου αὗταί εἰσιν ὀρθαὶ, καὶ ἔχω πεποίθησιν ὅτι θὰ τὰς ἀποδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα ὡς γνώμονα τῆς πολιτείας αὐτῆς τὴν δικαιοσύνην, ἥτις πρέπει ἐν παντὶ νὰ πρυτανεύῃ.
§231ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Φθιώτιδος εἶναι ὀρθαὶ, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ παρίδῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ τοὺς Φθιώτας τοὺς παθόντας. Ἑπομένως περὶ αὐτῶν οὐδεὶς λόγος. Ἀλλ’ ὁ ἕτερος τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων, ἐφάνη κατακρίνων τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἐμερίμνησεν ὑπὲρ τῶν ἐπιστημόνων καὶ ἄλλων, ὡς ἐμερίμνησε διὰ τοὺς ἄλλους πρόσφυγας. Ἀλλὰ καθ’ ἡμᾶς ἔπρεπε νὰ χορηγηθῶσι βοηθήματα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως. Αὐτὰ εἶναι τὰ βοηθήματα, τὰ ὁποῖα ἐχορήγησεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ αὐτὰ θὰ ἐξακολουθῇ, ὑποθέτω, χορηγοῦσα καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Ἐάν τινες ἐκ τῶν ἐπιστημόνων ἐθεώρουν ὅτι εἶχον ἀνάγκην τοιούτων, ὅπως συντηρηθῶσι, θὰ τοῖς ἐχορηγοῦντο τὰ βοηθήματα, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καθορίσωμεν βοηθήματα ἀναλόγως τῶν τάξεων, εἰς τὰς ὁποίας ἀνῆκον οἱ πρόσφυγες, διότι μήτε τὰ μέσα εἴχομεν, ἀλλὰ μήτε τοιοῦτον δικαίωμα διακρίσεως τάξεων, καὶ διὰ τοῦτο, μολονότι ἐπεθυμοῦμεν νὰ τὸ πράξωμεν, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εἰσακούσωμεν τὴν σύστασιν τὴν γενομένην ὑπὲρ τῶν ἐπιστημόνων. Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῶν δημάρχων. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν δημάρχων εὑρέθημεν πάλιν πρὸ ῥητῆς διατάξεως ἢ ῥητῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ νόμου. Ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει προκαταβολὴν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ἐσόδων, εἰμὴ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Τί ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν; Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν, ἦτο νὰ χορηγήσωμεν ἓν πρόσκαιρον βοήθημα, αὐτὸ δὲ τὸ ἐχορηγήσαμεν, βοήθημα 50 δραχμῶν. Σήμερον δὲν ἦλθεν ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τῶν ἀποζημιώσεων, αἱ ὁποῖαι, κατ’ ἐμὲ, ὀφείλονται εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔπαθον ἐκ τῆς εἰσβολῆς τοῦ ἐχθροῦ. Σήμερον πρόκειται περὶ πιστώσεως, δι’ ἧς θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των οἱ ἐκτοπισθέντες καὶ δι’ ἧς θὰ δυνηθῶσι νὰ συντηρηθῶσι προσκαίρως. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῶν γενικῶν ἀποζημιώσεων, βεβαίως θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ καταστροφαὶ, ἃς ὑπέστησαν οἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, αἵτινες ὑπέστησαν τὴν ἐχθρικὴν ἐπιδρομὴν, κατὰ λόγον δὲ τῶν μέσων καὶ τῶν πόρων τοῦ Κράτους, ἔχουσιν οὗτοι δικαίωμα ἀποζημιώσεως, ὡς ἀνεγνωρίσθη καὶ ἀπὸ ἄλλα Κράτη, ὑπὸ τὰς αὐτὰς εὑρεθέντας περιστάσεις.
§232ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς παρετήρησεν ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει νὰ προκαταβληθῶσιν εἰς τοὺς δημάρχους οἱ μισθοί των’ δι’ αὐτὸν δὲ τὸν λόγον καὶ ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθη νὰ λάβῃ. Ἀλλὰ πρωτόκολλόν τι, δημοσιευθὲν εἰς τὰς ἐφημερίδας,—δὲν γνωρίζω ἂν ἦναι ἀκριβὲς—ἀποκλείει μέγαν πληθυσμὸν διαφόρων πόλεων ἀπὸ τῆς παλινοστήσεως. Ἡ θέσις λοιπὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ παλινοστήσωσιν, ἐπιβάλλει νὰ λάβωμεν μέτρα καὶ περὶ αὐτῶν, αὐξάνοντες τὸ χορήγημα.
§233Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν σύστασιν ταύτην ἐπρόκειτο ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Νὰ συστήσω εἰς τὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως τοὺς πληθυσμοὺς τῶν Θεσσαλικῶν χωρῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως θέλουσιν ἐξακολουθεῖ ν’ ἀπομένωσιν ἐνταῦθα πρόσφυγες ἴσως ἐπὶ χρόνον ἀκόμη. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει πρόνοιαν περὶ τούτων, καὶ ἰδίως δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι μνείαν εὔφημον, ὡς εἶναι δίκαιον, διὰ τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν ὡς διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔδειξεν, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ δοθῶσιν ἀντὶ δανείου βοηθήματα εἰς τάξεις τινὰς Θεσσαλῶν μετερχομένων ἐλεύθερα ἐπιτηδεύματα, οἷον δικηγόρων, ἰατρῶν κτλ. Ἐπειδὴ δὲ αἱ τάξεις αὗται τὸ μικρὸν ἐκεῖνο ποσὸν, τὸ ὁποῖον τότε ἔλαβον ἀντὶ δανείου, ἐξήντλησαν, εὑρίσκονται δὲ ἤδη ἐν μεγίστῃ ἀπορίᾳ, ἤκουσα μετ’ εὐχαριστήσεως, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θέλει λάβει νέαν πρόνοιαν περὶ αὐτῶν. Συνιστῶ ὡσαύτως πρόνοιαν ὀφειλομένην ὑπὲρ τῶν δημάρχων, ἰδίως πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου περὶ προκαταβολῆς τῶν ὑπὸ τῶν δημοτικῶν ταμείων πληρωτέων μισθῶν των. Προσέτι συνιστῶ ἰδίως τὴν σύστασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τρικκάλων, τὴν προκαλοῦσαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ, μήπως αἱ συνδρομαὶ καὶ αἱ χορηγίαι δὲν χρησιμεύουσι διὰ τοὺς ὑπὲρ ὧν ἐδόθησαν, ἀλλὰ διὰ τῶν καταχρήσεων, αἵτινες καθ’ ἡμέραν καταγγέλλονται, διατίθενται ὑπὲρ ἄλλων.
§234ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποθέτω ὅτι δὲν προσδοκᾷ ἀπάντησιν ὁ σεβαστός μοι κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, διότι εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος περὶ ὅλων τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπραγματεύθη.
§235ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μὴ θεωρηθῇ ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι δὲν ἔλαβε μέριμναν ἡ ὑπὸ τὴν προεδρείαν αὐτοῦ Κυβέρνησις περὶ τῶν ἐπιστημόνων, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἔπρεπεν οὔτε ἠδύνατο νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἐπιστημόνων εὐπορούντων. Ἐπιθυμῶ δ’ ἐπίσης νὰ μὴ μείνῃ τοιαύτη ἐντύπωσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἐπιστημόνων εὐπόρων, καθότι ὄχι μόνον οἱ ἐπιστήμονες, ἀλλὰ καὶ ἄνθρωποι ἀνωτέρας τάξεως τῆς Θεσσαλίας, σήμερον εἶναι ἄποροι, ὡς εἶναι ὅλοι οἱ Θεσσαλοὶ πρόσφυγες, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, μὴ θελήσασα νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτῶν, ἐκ πλάνης ἴσως, ἠδίκησεν αὐτούς. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν θέλει πιστεύσει ὅτι πρόκειται περὶ εὐπόρων πράγματι, ἀλλὰ κατὰ πρόληψιν μόνον, καθόσον ἀναμφισβητήτως καὶ οὗτοι εἶναι ἄποροι. Διὰ τοῦτο θερμῶς παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ αὐτῶν.
§236ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς παροχὴ πρὸς τοὺς ἐπιστήμονας ἐκ Θεσσαλίας ἡ χορηγία τοῦ τεσσαρακονταλέπτου χορηγήματος.
§237Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ἐκανονίσθη ἤδη, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν δὲν σφάλλωμαι, εἶπεν, ὅτι ἔλαβε πρόνοιαν ἰδίαν.
§238ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῇ ἰδία πρόνοια, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ἓν ἄτομον νὰ συντηρηθῇ διὰ 40 λεπτῶν τὴν ἡμέραν;
§239Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνετε μίαν βάσιν, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἦναι ἡ ὀρθοτέρα, λαμβάνετε μεμονωμένα ἄτομα, ἐνῷ, ἐὰν λάβητε οἰκογένειαν ἀπὸ 5 ἄτομα, θέλετε ἴδει, ὅτι τὸ ποσὸν αὐξάνει πολύ. Περὶ τῶν ἀτόμων, ἐὰν τὰ μέσα ἐπαρκέσωσι, βεβαίως θὰ ληφθῇ καὶ ἑτέρα πρόνοια. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, εἶτα δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 8 «διὰ διαφόρους χορηγίας εἰς παλινοστοῦντας καὶ ἄλλους ἀπόρους Θεσσαλοὺς καὶ Ἠπειρώτας δραχ. 8,000,000.» Μεθ’ ὃ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων, ἐκ δρ. 30,078,871.55. Μετὰ ταῦτα γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων, ἐκ δρ. ἐν ὅλῳ 5,175,517.82. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων, ἐκ δρ. ἐν ὅλῳ 57,085,584.85. Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων, ἐκ δραχ. ἐν ὅλῳ 13,027,182.65.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1897 δραχμαὶ 158,978,439.13. (Γίνεται εἶτα δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1897 ἐκ δραχ. 550,000. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν τὸ παράρτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1897 διὰ σιδηροδρομικὰ ἔργα τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἀναγράφον ὁλικὸν ποσὸν ἐσόδων δρ. 5,500,000, ὁλικὸν δὲ ποσὸν ἐξόδων δρ. 800,000. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897).
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἔρχεται ἤδη εἰς συζήτησιν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης συνόδου.
§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς δυνάμεθα νὰ τὸν ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε αὔριον τὴν 4ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 10 μ. μ.