Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΔ · Session ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Sitting 68

1897.09.18

2,830 rows · 21,752 words · 1 table · 72 turns

Date
1897.09.18
Presidency
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗ
Period
ΙΔ
Session
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1897)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 68

Τῆς 18 Σεπτεμβρίου 1897.

(Πέμπτη).

Ὥρα 5 καὶ 45′ μ. μ.

(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη).

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπεδόθη μοι τὸ ἑξῆς ψήφισμα τοῦ λαοῦ, συνελθόντος εἰς πάνδημον συλλαλητήριον ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Πανεπιστημίου.

§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Ψήφισμα. «Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, συνελθὼν σήμερον εἰς πάνδημον συλλαλητήριον ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Πανεπιστημίου, ψηφίζει: 1) Σύνοιδε μὲν, ὅτι εἰς τὰς νομίμους τοῦ Κράτους ἐξουσίας πρέπει ν’ ἀφεθῇ πλήρης ἐλευθερία, ὅπως ἀντιμετωπίσωσι τὴν ἐπισκήψασαν ἐθνικὴν καταιγίδα, δὲν κρίνει ὅμως ἄκαιρον, οὐδὲ ἄσκοπον, νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, προκειμένου νὰ δώσῃ ψῆφον περὶ καταλύσεως τῶν κυριαρχικῶν τῆς χώρας δικαιωμάτων καὶ παραχωρήσεως ἐθνικοῦ ἐδάφους, πρέπει νὰ σκεφθῇ ἐν βαθείᾳ καὶ καλῶς ἐσταθμισμένῃ συναισθήσει τῆς εὐθύνης καὶ τῶν συνεπειῶν, ἂν ἔχῃ καὶ πόθεν ἀρύεται τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀφοῦ δὲν ἀποτελεῖ Συντακτικὴν τοῦ ἔθνους Συνέλευσιν, ἀλλ’ εἶναι ἁπλοῦν νομοθετικὸν Σῶμα μετὰ δικαιώματος ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. 2) Ἐντέλλεται τοῖς κ. κ. Λουκᾷ Μπέλλῳ καὶ Ἀνδρέᾳ Παπαγιαννακοπούλῳ νὰ διαβιβάσωσι τὸ ψήφισμα πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ κ. Προέδρου, παρακαλουμένου νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ ἅμα τῇ λήψει του.» «Ἐν Ἀθήναις, τῇ 18 Σεπτεμβρίου 1897.»

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ὑπάρχουσι ψηφίσματα συλλαλητηρίου ἐν Καλάμαις καὶ συλλαλητηρίου ἐν Κορίνθῳ, διὰ τῶν ὁποίων δηλοῦται, ὅτι οἱ κάτοικοι Καλαμῶν καὶ Κορίνθου ἀπεκδέχονται τὴν ἀπόφασιν τῶν νομίμων τοῦ Κράτους ἐξουσιῶν ἐπὶ τῶν ὅρων τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης. Ἐκ Ξηροχωρίου ἀπεστάλη τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς (ἀναγινώσκει): «Κατάστασις προσφύγων ἀπελπιστική. Νόσος εὐφλογία, τυφοειδεῖς πυρετοί, πνευμονίαι ποιοῦσι θραῦσιν. Συσσωρευθέντες ἐνταῦθα, ὅπως εἰς ἄκουσμα εἰρήνης σπεύσωσιν εἰς προσφιλεῖς ἑστίας, μένουσιν ἐλλείψει οἰκημάτων πλέον τῶν 6,000 προσφύγων ἐν ὑπαίθρῳ, κατάκοιτοι πλέον τοῦ ἡμίσεως ἀριθμοῦ. Καιρὸς ἄθλιος καταῤῥίψει βεβαίως πάντας, στερουμένους ἐνδυμάτων, οἰκημάτων καὶ σκεπασμάτων παντελῶς. Κυβέρνησις καὶ φιλάνθρωποι σπεύσωσιν, ὅπως σώσωσιν ὑπάρξεις ἀπειλουμένας ἐκ βεβαίου θανάτου.» «Ν. Σταμούλης.» Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Σωτ. Χατζηγάκης ἀπέστειλεν ἐκ Πραμάντων τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα.

§4ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Γνωσθὲν περιεχόμενον πρωτοκόλλου Μεγάλων Δυνάμεων περὶ εἰρήνης ἐνταῦθα, ἔφερεν εἰς ἐντελῆ ἀπόγνωσιν λαὸν Ἀσπροποτάμου, κινδυνεύοντα ἕνεκα πλησιάζοντος χειμῶνος καὶ βραδύτητος ἐκκενώσεως Θεσσαλίας νὰ ἀπολέσῃ πᾶσαν περιουσίαν του, συνισταμένην εἰς κτηνοτροφίαν του, καὶ νὰ ἀποκλεισθῇ εἰς τὰ ὄρη, ἔνθα ἀπειλεῖ αὐτὸν δεινὴ πεῖνα. Μὴ δυνάμενος ἐγκαταλίπω συμπολίτας μου, εἰς ἣν περιῆλθον ἀπελπιστικὴν κατάστασιν, καὶ ἀναγκαζόμενος μὴ παρευρεθῶ εἰς συνεδριάσεις Βουλῆς, παρακαλῶ ὑποβάλητε Ἐθνικῇ Ἀντιπροσωπείᾳ σύστασιν: Πρῶτον, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ δυστυχοῦς τούτου λαοῦ, ἀδυνατοῦντος κατελθεῖν εἰς πεδινὴν Θεσσαλίαν πρὸς παραχείμασιν καὶ ἐκτεθῆναι εἰς τὴν ἐκδίκησιν τῶν Τούρκων, μένεα πνεόντων κατ’ αὐτοῦ. Δεύτερον, ὅπως ἐγκατασταθῶσιν ἀρχαὶ πρὸς ὑποστήριξιν κατοίκων, ἐκτεθειμένων εἰς διάθεσιν κακοποιῶν στοιχείων, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔδειξεν ὀλιγωρίαν. Τρίτον, ὅπως ἡ Κυβέρνησις μετὰ τυχὸν ληφθησόμενα μέτρα γνωστοποιήσῃ ταῦτα εἰς κατοίκους ἐνταῦθα καὶ συμβουλεύσῃ τὸ πρακτέον. Καὶ ἐν τέλει διαμαρτύρησίν μου ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας διὰ τὴν μέχρι τοῦδε ἀσύγγνωστον ὀλιγωρίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐγκαταλειψάσης 90,000 ψυχῶν εἰς τὴν τύχην των.»

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.

§6Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Φέρομεν ὑμῖν, Κύριοι, τοὺς ὅρους τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, ἐπαχθεστέρους ἀφ’ ὅσον τοὺς εἴχομεν προαναγγείλει πρό τινων ἡμερῶν, ἐπαχθεστέρους ἀφ’ ὅσον τοὺς ὑπεθέτομεν καὶ ἀφ’ ὅσον τοὺς ὑπεθέσατε. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι, μεθ’ ὅλην τὴν μυστικότητα, τὴν ὁποίαν ἐτήρησαν αἱ μεσολαβήσασαι Δυνάμεις ἀπέναντι ἡμῶν, τῶν ἐντολέων αὐτῶν, ἠδυνήθημεν νὰ πληροφορηθῶμεν, τίς ἦτο ἡ τύχη τῶν συνόρων ἡμῶν, ἠδυνήθημεν νὰ πληροφορηθῶμεν, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Ἑλλάδα πολεμικὴ ἀποζημίωσις τεσσάρων ἑκατομμυρίων λιρῶν τουρκικῶν, ὑπερτέρα κατὰ πολὺ τῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἀλλ’ ὑπερτέρα καὶ τῶν δαπανῶν τοῦ ἐχθροῦ· καὶ ἐγνωρίζομεν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῇ ἡμῖν ἐπίβλεψις ἐπὶ τῶν προσόδων ἐκείνων, αἵτινες ἤθελον καταστῆ ὑπέγγυοι, ἀρχικῶς μὲν πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ δανείου τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως, κατόπιν δὲ καὶ τελευταῖον καὶ τῶν παλαιῶν δανείων· ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι εἰς τοὺς ἐπαχθεῖς τούτους ὅρους ἤθελε προστεθῇ καὶ ἡ εἰρωνεία, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἤθελον περικοπῆ αἱ προνομίαι, αἵτινες ὑφίστανται ἐν Τουρκίᾳ ὑπὲρ παντὸς ἀλλοδαποῦ· δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι ἤθελον θέσει χεῖρα καὶ ἐπὶ τοὺς θεσμοὺς ἡμῶν, ἐπὶ τὰς προνομίας αὐτῆς τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τὰς προνομίας τοῦ Στέμματος, καὶ ὅτι αἱ μεσολαβήσασαι Δυνάμεις, τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν, ἐξομοιοῦσαι πρὸς διαιτητικήν, ἤθελον κηρύξει ἐκτελεστὴν, ἀνεξαρτήτως τῆς ψήφου ὑμῶν, ἀνεξαρτήτως τῆς κυρώσεως τοῦ Βασιλέως. Τὴν εὐθύνην τῆς μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων καὶ τῶν ἐντεῦθεν συνεπειῶν ὑπέχει ἀκεραίαν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις προείλετο ν’ ἀποταθῇ πρὸς αὐτὰς μᾶλλον παρὰ πρὸς τὸν ἐχθρόν, ὅταν δ’ ἔλθῃ ἡ ὥρα ν’ ἀποτίσῃ τὰς εὐθύνας, μίαν μόνην θὰ προβάλῃ δικαιολόγησιν, ὅτι ἡ μεσολάβησις τῶν Δυνάμεων ὑπῆρξε δι’ ἡμᾶς ὑποχρεωτικὴ, ὑπῆρξεν ὅρος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξηρτήθη ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐχθροπραξιῶν. Καὶ περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει δυσκολία, ὅπως βεβαιωθῆτε· ἀρκεῖ νὰ ῥίψητε ἓν βλέμμα ἐπὶ τὰ πρῶτα ἔγγραφα τῆς Λευκῆς Βίβλου, τὰ ὁποῖα θέλω καταθέσει ἐνώπιον ὑμῶν, ὅπως βεβαιωθῆτε, ὅτι ἐπεβλήθη ὡς ὅρος προκαταρκτικὸς τῆς μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων τὸ ν’ ἀφήσωμεν εἰς χεῖρας αὐτῶν, νὰ ἐμπιστευθῶμεν αὐταῖς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Ὁ ὅρος οὗτος προκύπτει ἀναμφισβήτητος ἐξ ἐγγράφου κατακεχωρισμένου ἐν τῇ Κιτρίνῃ Βίβλῳ τῆς Γαλλίας, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Λευκῇ Βίβλῳ, τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 90, ἐν σελίδι 76, ἤτοι τοῦ ὑπομνήματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτὴς τῆς Αὐστρίας βαρὼν Κάλιτς ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Ὑψ. Πύλην τῇ 12/24 Μαΐου ἐ. ἔ. Ἐν αὐτῷ θέλετε ἀνεύρει τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους προσηνέχθη ἡμῖν ἡ μεσολάβησις: «Τῆς ἐν Ἀθήναις Κυβερνήσεως ζητησάσης τὴν συνδρομὴν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὅπως ἐπιτύχῃ ἀνακωχὴν, αἱ ἓξ Κυβερνήσεις προσήνεγκον αὐτῇ τὴν μεσολάβησίν των, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐμπιστευθῆ εἰς τὰς Δυνάμεις τὴν φροντίδα τῶν συμφερόντων της...» Ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ ὅρου προκαταρκτικοῦ, ἄνευ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ ὁποίου ἦτο ἀνέφικτον εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν. Καὶ πρὸς ἀκριβεστέραν ἀντίληψιν τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς διετυπώθη καὶ ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ μεσολάβησις τῶν Δυνάμεων, ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ ἀνατρέξω ὀλίγον πρότερον, καὶ ἀναπαραστήσω ὑμῖν ἀκριβέστερον τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθημεν. Ἐκ προηγουμένων δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Βουλὴν, γνωρίζετε, ὅτι ἅμα τῇ συγκροτήσει αὐτῆς τὴν 19 Ἀπριλίου ἔπεμψεν εἰς Φάρσαλα, ὅπου εὑρίσκετο ἤδη ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, δύο Ὑπουργοὺς, τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἀντιληφθῶσι τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ πληροφορήσωσιν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς καταστάσεως αὐτοῦ, διαφωτίσωσι δ’ αὐτὴν πρὸς τὴν ἀπόφασιν, ἥτις ἐπεβάλλετο. Οἱ Ὑπουργοὶ τὴν πρωΐαν τῆς 20 Ἀπριλίου, δηλ. τὴν ἐπιοῦσαν τῆς συγκροτήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἐτηλεγράφουν ἡμῖν ἐκ Βόλου, ὅπου εἶχον κατέλθει, ὅτι ἐπείγει ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ ἡ αἴτησις τῆς μεσολαβήσεως, ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐχθροπραξιῶν. Ἦτο δὲ τόσον ἐπείγουσα ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐχθροπραξιῶν, ὥστε ἀμέσως τὴν ἰδίαν ἡμέραν τῆς εἰκοστῆς Ἀπριλίου, μετὰ τὸ τηλεγράφημα τῶν συναδέλφων, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συναντήσεως τοῦ πρέσβεως τῆς Γαλλίας μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐμοῦ, δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ θίξωμεν τὸ ζήτημα τῆς μεσολαβήσεως. Καὶ ταῦτα μαρτυροῦνται ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων, κατακεχωρισμένων ἐπίσης ἐν τῇ Κιτρίνῃ Βίβλῳ: «Ἀριθ. 645. 20 Ἀπριλίου/2 Μαΐου. «Ὁ πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας κ. Βουρὲ τῷ κ. Ἀνοτὼ Ὑπουργῷ τῶν Ἐξωτερικῶν. «.... Οὐδεμίαν ἔσχον δυσκολίαν νὰ βεβαιώσω, ὅτι οὐδὲν ἠδύνατό τις νὰ προσδοκᾷ ἐκ τῆς ἐξακολουθήσεως τοῦ πολέμου. Ἐνόησα ὅτι ὁ κ. Σκουλούδης πράγματι δὲν πλανᾶται, ἀλλ’ εἶναι φανερὸν, ὅτι δὲν θὰ ἐτόλμα ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὰς Δυνάμεις. Ἡ νέα Κυβέρνησις φοβεῖται τὴν ἔκρηξιν τῆς ὀργῆς, ἥτις δυνατὸν νὰ προκύψῃ εἰς ὡρισμένους πληθυσμούς. Δὲν θὰ ἤθελον τελικῶς νὰ ἐπιτύχωσι τὴν παῦσιν τοῦ πολέμου ἐπὶ τῷ κινδύνῳ μιᾶς ἐπαναστάσεως, ἥτις θὰ κατέῤῥιπτε τὸν Θρόνον καὶ τὴν Δυναστείαν.» Τὴν δὲ 21 Ἀπριλίου, δηλ. τὴν δευτέραν ἡμέραν ἀπὸ τῆς συγκροτήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἐν Πετρουπόλει πρεσθευτὴς τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας ἐτηλεγράφει πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν αὐτῆς: «Ὁ κ. Βουρὲ θὰ σᾶς ἀνήγγειλεν ἤδη, ὅτι ὁ κ. Ράλλης ἐπιθυμεῖ, ὅπως ἡ πρωτοβουλία τῆς μεσολαβήσεως προέλθῃ ἐκ τῶν Δυνάμεων» (ἀριθ. 648 Κιτρίνης Βίβλου). Αὐτὰ καὶ μόνα ἀποδεικνύουσι, Κύριοι, ὅτι ἅμα ὡς ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἀρχὴν, μετ’ ὀδύνης ἀληθοῦς ἐβεβαιώθημεν περὶ τοῦ ὅτι ἡ περαιτέρω διεξαγωγὴ τοῦ πολέμου ἦν ἄνευ ἐλπίδος, καὶ ὅτι πρὸς μόνην καταστροφὴν ἠθέλομεν τὸν ἐξακολουθήσει, ὅτι ἐπεβάλλετο δ’ ἡ αἴτησις μεσολαβήσεως τῶν Μ. Δυνάμεων. Καὶ τὴν αὐτὴν γνώμην μεθ’ ἡμῶν εἶχε καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, τοὐλάχιστον ὁ Πρόεδρος αὐτῆς, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, καὶ ὁ συμπολίτης μου ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὰ ἔγγραφα τὰ δημοσιευθέντα ἐπισήμως παρὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως οὐδένα ἀφήνουσι καὶ περὶ τούτου δισταγμόν: «Ἀριθ. 613. «Ἐν Ἀθήναις τῇ 15|27 Ἀπριλίου: «Ὁ κ. Βουρὲ τῷ κ. Ἀνοτὼ. «Ὁ κ. Σκουζὲς, ἐξ ὀνόματός του καὶ ἐξ ὀνόματος τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀπετάθη πρὸς τοὺς συναδέλφους μου τῆς Ρωσσίας καὶ τῆς Ἀγγλίας καὶ πρὸς ἐμὲ, ὅπως ὑποβάλῃ ἡμῖν τὴν σκέψιν τῆς ἐσπευσμένης ἐπεμβάσεως τῶν Δυνάμεων παρὰ τῇ Ὑψηλῇ Πύλῃ, ἵνα τὴν πείσωσι νὰ ἀνακόψῃ τὰς ἐχθροπραξίας διά τινας ἡμέρας. Ἡ ἀνάπαυλα αὕτη θὰ ἐχρησιμοποιεῖτο, ὅπως τρέψωσιν εὐνοϊκῶς τοὺς συναδέλφους των καὶ τὴν κοινὴν γνώμην πρὸς τὴν αἴτησιν ἐπεμβάσεως, ἥτις τότε ἤθελεν ἐπισήμως διατυπωθῆ πρὸ τῆς ἐκπνεύσεως τῆς ἀναστολῆς τῆς οὕτω συνομολογηθείσης.» Καὶ ἵνα μὴ βαρύνω ὑμᾶς, ἀναγινώσκων πᾶσαν τὴν σειρὰν τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, ἐν οἷς βεβαιοῦται ἡ αἴτησις ἀληθῶς οὐχὶ περὶ ἀνακωχῆς, ἀλλὰ περὶ ἀναστολῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν, σημειῶ μόνον ὅτι ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου προκύπτει ἤδη, ὅτι ὁμοίαν γνώμην ἔχουσα καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς μεσολαβήσεως, προδιέγραφε τὴν αἴτησιν τῆς ἐπεμβάσεως τῶν τριῶν προστατίδων Δυνάμεων. Καὶ δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι μόνον παράφρων ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀλλοίαν γνώμην ἐκείνης, ἣν καὶ ἡμεῖς ἐσχηματίσαμεν. Ἀληθῶς παράφρων ἤθελεν ἀποταθῆ πρὸς τὸν νικηφόρον τουρκικὸν στρατὸν καὶ τὸν ἀρχηγὸν αὐτοῦ καὶ ἤθελε ζητήσει νὰ ἔλθῃ εἰς ἀπ’ εὐθεῖαν μετ’ αὐτοῦ συνεννόησιν. Τὸ σφάλμα τοῦτο διέπραξε τῷ 1871 ἡ Γαλλία, τὸ διέπραξε δὲ διότι δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως, διότι ἐπικαλεσθεῖσα τὴν μεσολάβησιν Μεγάλων Δυνάμεων, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιτύχῃ αὐτήν. Τὸ σφάλμα ἐκεῖνο τὸ ἐπλήρωσεν ἀκριβά· διότι πρῶτος ὅρος τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν ὑπῆρξεν ἡ παράδοσις τῶν φρουρίων τῶν Παρισίων. Ὅταν αἱ διαπραγματεύσεις περὶ ἀναστολῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν διεξάγωνται ἀπ’ εὐθείας μεταξὺ τοῦ νικητοῦ καὶ τοῦ ἡττηθέντος, ὁ νικητής, κύριος τοῦ πεδίου, εἰς ἓν θ’ ἀποβλέψῃ, πῶς, ἄν ποτε λήξῃ τὸ στάδιον τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν, νὰ καταστήσῃ τὴν ἄμυναν ὡς πρὸς τὸν ἡττηθέντα ἀδύνατον. Ἀλλὰ μόνον τὸν κίνδυνον αὐτὸν ἐτρέχομεν, ἀπευθυνόμενοι ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ; Τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας, τὸ περιλαμβάνον τὴν ἀπάντησιν τῆς Ὑψηλῆς Πύλης εἰς τὴν κοινὴν διακοίνωσιν τῶν Δυνάμεων, κατακεχωρισμένον καὶ αὐτὸ ὑπ’ ἀριθ. 90 ἐν τῇ Λευκῇ Βίβλῳ, ἀποδεικνύει ἡμῖν, τίνας ὅρους θὰ εἴχομεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν, ἀπευθυνόμενοι ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν νικητήν. Ἰδοὺ οὗτοι: «αʹ) Ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐχθροπραξιῶν θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς συνομολογήσεως ἀνακωχῆς καὶ ἐκ τῆς ἐλευθέρας εἰσόδου εἰς τοὺς λιμένας τῆς Πρεβέζης καὶ τοῦ Βόλου πάσης διὰ θαλάσσης ἀποστολῆς διὰ τὸν αὐτοκρατορικὸν στρατόν. βʹ) Νέος καθορισμὸς τῶν συνόρων κατὰ τὸ ἀρχαῖον σχεδιάγραμμα. (Εὔφημος διατύπωσις τῆς παραχωρήσεως τῆς Θεσσαλίας). γʹ) Ἡ πληρωμὴ πολεμικῆς ἀποζημιώσεως δέκα ἑκατομμυρίων λιρῶν. δʹ) Τῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συμβάσεων καταργηθεισῶν διὰ τοῦ πολέμου, ἡ ἀνανέωσις θὰ γείνῃ κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ διεθνοῦς δικαίου. [Ὅπερ σημαίνει κατάργησιν τῶν ἀτελειῶν καὶ προνομίων (capitulations)]. εʹ) Συνομολόγησις συμβάσεως περὶ ἐκδόσεως τῶν ἐγκληματιῶν τοῦ κοινοῦ δικαίου.» Ἐντεῦθεν οὐδόλως ἐδιστάσαμεν ν’ ἀποδεχθῶμεν μετ’ εὐγνωμοσύνης τὴν μεσολάβησιν τῶν Δυνάμεων, καθόσον αὕτη προσεφέρετο ἡμῖν. Τοῦτο βεβαιοῖ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 649 ἔγγραφον τῆς 21 Ἀπριλίου/3 Μαΐου τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γαλλίας κ. Ἁνοτὼ πρὸς τὸν κόμητα τοῦ Μοντεβέλλο: «Ἡ ἐν Ἀθήναις Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει τὸ ἐπεῖγον ἀνακωχῆς, ἧς ἡ προσφορὰ θὰ ἐγίνετο δεκτὴ εὐγνωμόνως, ἀλλὰ ἐπιθυμεῖ ἡ πρωτοβουλία νὰ προέλθῃ ἐκ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων». Καὶ βεβαίως θὰ ἐρωτήσητε, Κύριοι, ἀφοῦ τοσοῦτον ἐπείγουσαν ἐθεωροῦμεν τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν, πῶς ἐσταματήσαμεν ἀπέναντι ἑνὸς τύπου; διατὶ δὲν ἐζητοῦμεν ἀμέσως τὴν μεσολάβησιν, ἀλλ’ ἐχάναμεν χρόνον πολύτιμον, ἐνᾧ ἀπέναντι ἡμῶν ἦτο ὁ ἐχθρός, ἐπιδιώκοντες νὰ προσφερθῇ ἡμῖν αὕτη; Τὸ ἀναγνωσθὲν ὑμῖν ἔγγραφον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἰδίᾳ ἐν Ἀθήναις, περιλαμβάνει ἓν τῶν σπουδαιοτάτων ἐπιχειρημάτων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει ὅτι δὲν ἔπρεπεν αὐτὴ πρώτη νὰ σπεύσῃ νὰ ζητήσῃ τὴν μεσολάβησιν τῶν Δυνάμεων. Ἡ διασάλευσις τῆς δημοσίας τάξεως συνεπήγετο τελείαν τὴν καταστροφήν. Ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ἕτερος λόγος, ἐπίσης σπουδαῖος. Προδιεγράφετο ἤδη ὁ ὅρος περὶ ἀνακλήσεως τοῦ ἐν Κρήτῃ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καὶ δὲν ἐπεθυμοῦμεν, ὑποβάλλοντες ἡμεῖς τὴν αἴτησιν περὶ μεσολαβήσεως, νὰ εὑρεθῶμεν ἀπέναντι τοῦ νέου τούτου προκαταρκτικοῦ ὅρου (condition préalable). Καὶ ἀκριβῶς, ὅπως ἀποφύγωμεν τοῦτον, τὴν 21 Ἀπριλίου τηλεγραφικῶς ἀνεκαλοῦμεν τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐν Κρήτῃ ἀποστολῆς, τὸν ἀξιότιμον συνταγματάρχην Βάσσον, κατὰ τοῦ ὁποίου ἰδίᾳ ἐμήνιον αἱ Δυνάμεις, καὶ μετ’ αὐτοῦ ὡρισμένον ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν, διότι ὑπεδεικνύετο ἡμῖν, ὅτι καὶ μόνη ἡ ἀνάκλησις τοῦ Βάσσου ἤθελε θεωρηθῆ ἐπαρκὴς ἱκανοποίησις διὰ τοὺς μηνίοντας. Ἀλλ’ ὅπως ἐπέλθῃ ἡ περὶ μεσολαβήσεως πρότασις ἐκ μέρους τῶν Δυνάμεων, ἀπῃτεῖτο χρόνος, ἀπῃτεῖτο συνεννόησις μεταξὺ τῶν πέντε ἀνακτοβουλίων καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, ἀπῃτεῖτο ἴσως νὰ βολιδοσκοπηθῇ καὶ αὐτὴ ἡ Ὑψηλὴ Πύλη κατὰ πόσον καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὴν μεσολάβησιν ταύτην· καὶ παρῆλθον οὕτω δύο ἔτι ἡμέραι, μέχρι τῆς 23 Ἀπριλίου, ὅτε ὁ ἐχθρὸς, συγκεντρώσας πάσας τὰς δυνάμεις αὐτοῦ, ἐπετέθη κατὰ τοῦ στρατοῦ τῶν Φαρσάλων καὶ τοῦ στρατοῦ τοῦ Βελεστίνου συγχρόνως. Ὁ στρατὸς τῶν Φαρσάλων ὑπεχώρησεν, ὁ στρατὸς τοῦ Βελεστίνου ἐπολέμησεν ἡρωϊκῶς τὴν 23 καὶ 24, καὶ ἀπέκρουσε τὸν ἐχθρόν. Ἐσώθη ἡ τιμὴ τοῦ στρατοῦ, καὶ μετ’ αὐτῆς ἐσώθη καὶ ἡ τιμὴ τῆς χώρας. Καὶ τότε δὲν ἐδιστάσαμεν, ὅπως ἀπ’ εὐθείας ζητήσωμεν ἡμεῖς τὴν μεσολάβησιν τῶν Δυνάμεων, μὴ θέλοντες ἐκ τῶν ἀργοποριῶν, τὰς ὁποίας συνεπήγετο ἡ συνεννόησις τῶν Δυνάμεων, ν’ ἀπολέσωμεν τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον εἴχομεν προσκτήσει διὰ τῶν μαχῶν τοῦ Βελεστίνου. Τοῦτο μαρτυρεῖ τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτοῦ τῆς Γαλλίας κ. Campon πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ἀνοτὼ τῆς 24 Ἀπριλίου/6 Μαΐου: «Ἀριθ. 665. «Κατὰ τηλεγράφημα ληφθὲν παρὰ τοῦ κ. Νελίδωφ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Σκουλούδης ἐζήτησεν ἐπιμόνως παρὰ τοῦ κ. Ὀνοὺ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Ρωσσίας διὰ τὴν συνομολόγησιν ἀνακωχῆς, ἥτις ἤθελεν ἐπιτρέψει τὴν διατύπωσιν τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης.» Οὕτω τὴν 24 Ἀπριλίου ἤδη μετὰ τὰς μάχας τῶν Φαρσάλων καὶ Βελεστίνου, ἡμεῖς αὐτοὶ ἐζητήσαμεν τὴν ἐπέμβασιν τῶν Δυνάμεων. Ἀλλὰ καὶ πάλιν χρονοτριβαὶ πρὸς τὴν μεταξὺ τῶν Δυνάμεων συνεννόησιν. Προεβλήθη τότε παρὰ τῆς Γερμανίας, ζητηθείσης ὅπως συμπράξῃ μὲ τὰς λοιπὰς Δυνάμεις, ὁ ὅρος ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ὅπως ἡ Ἑλλὰς ὑποταχθῇ εἰς τὰ κελεύσματα τῆς Εὐρώπης καὶ ἀναθέσῃ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων αὑτῆς ἄνευ ἐπιφυλάξεως εἰς χεῖρας τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἀποσύρῃ τὸν ἐν Κρήτῃ στρατόν. Αἱ ἀργοπορίαι αἱ πρώην μᾶς ἔπεισαν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα, αἱ χρονοτριβαὶ ἤθελον καὶ πάλιν φέρει· γνωρίζοντες δὲ τὴν θυσίαν, ἣν ὤφειλε νὰ ὑποστῇ ἡ χώρα, ὅπως ἀνακτήσῃ τὸ ὑπέρτατον ἀγαθὸν τῆς εἰρήνης, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἡμῶν τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἱκανῶς ἐξετίμησεν, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐδιστάσαμεν νὰ ὑποσχεθῶμεν τὴν ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου ἀνάκλησιν τοῦ ἐν Κρήτῃ στρατοῦ. Τοῦτο βεβαιοῖ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 15 τῆς 26 Ἀπριλίου ἔγγραφον τοῦ ἡμετέρου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τοὺς ἐν Ἀθήναις ἀντιπροσώπους τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἤρκεσε, προέκυψε δ’ ἕτερος προκαταρκτικὸς ὅρος, ὁ ὅρος τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς αὐτονομίας τῆς Κρήτης παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὁ ὅρος οὗτος προεβλήθη πάλιν παρὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Ἐντεῦθεν νέαι χρονοτριβαὶ, ὄχι ἐκ διαπραγματεύσεων πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐκ διαπραγματεύσεων τῶν Δυνάμεων πρὸς ἀλλήλας. Διότι αἱ πλεῖσται τῶν Δυνάμεων ἐθεώρουν, ὅτι ἀντὶ νὰ ἦναι ὠφέλιμος ὑπὲρ τῶν σχεδίων αὐτῶν ἡ παρ’ ἡμῶν ἀναγνώρισις τῆς αὐτονομίας τῆς Κρήτης, ἤθελεν ἀπεναντίας προσδώσει δικαίωμα εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀναμίξεως εἰς τὰ τοῦ διακανονισμοῦ τῆς αὐτονομίας τῆς νήσου, καὶ τοῦτο ὅτε διὰ παντὸς τρόπου προσεπάθουν νὰ τὴν ἐκτοπίσωσιν ἐκ Κρήτης. Καὶ ἐνῷ αἱ ἄλλαι Δυνάμεις μᾶς ἐβεβαίουν, ὅτι ὁ ὅρος οὗτος οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ποτὲ ἀποδεκτὸς, ἡμεῖς εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς στερεοτύπου ἀπαντήσεως, ὅτι ὁ πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας δὲν εἶχε λάβει ἑτέρας ὁδηγίας, ὅστις δ’ ἐννοεῖ τὴν διπλωματικὴν γλῶσσαν, ἐννοεῖ τί σημαίνει τοῦτο. Διὰ τοῦτο τὴν 28 Ἀπριλίου μεταβάντες μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν παρὰ τῷ πρεσβευτῇ τῆς Γερμανίας, ἐδηλώσαμεν ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι ἀποφασίσασα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ν’ ἀνακαλέσῃ τὸν ἐν Κρήτῃ στρατὸν, ἀνεγνώριζε τὸ πολίτευμα τῆς πραγματικῆς αὐτονομίας, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεσχέθησαν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις νὰ προικίσωσι τὴν Κρήτην, λαμβάνουσα ὑπὸ σημείωσιν τὴν σύμφωνον δήλωσιν τῶν Μ. Δυνάμεων τῆς 18 Φεβρουαρίου (Λευκῆς Βίβλου ἀριθ. 17 τῆς 28 Ἀπριλίου). Καὶ ἠλπίζομεν ὅτι οὕτως ἐφθάσαμεν τέλος εἰς τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν. Διετυπώθη δ’ ἀληθῶς τὴν ἐπιοῦσαν καὶ ἐγένετο πρὸς ἡμᾶς ἡ κοινοποίησις τῆς μεσολαβήσεως, ἣν ἀπεδέχθημεν αὐθωρεὶ, (Λευκῆς Βίβλου ἀριθ. 18 καὶ 19 τῆς 29 Ἀπριλίου) τὴν δὲ μετεπιοῦσαν, τὴν 30 Ἀπριλίου, ὑπεβλήθησαν καὶ πρὸς τὴν Ὑψ. Πύλην διὰ τῶν πρεσβευτῶν καὶ πρὸς τὸν Σουλτάνον προσωπικῶς τὰ ὑπομνήματα τῶν πρεσβευτῶν περὶ ἀμέσου ἀναστολῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συνομολογήσεως τῆς ὁριστικῆς εἰρήνης. Τὰ ὑπομνήματα ταῦτα εὕρηνται ὑπὸ σελίδα 76 τῆς Λευκῆς Βίβλου, ἔχουσι δὲ, ὡς ἤδη γνωρίζετε, ὡς ἑξῆς: «Τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως αἰτησαμένης τὴν συνδρομὴν τῶν Δυνάμεων, ὅπως τύχῃ ἀνακωχῆς, αἱ ἓξ Κυβερνήσεις προσήνεγκον τὴν μεσολάβησίν των, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐμπιστευθῆ εἰς τὰς Δυνάμεις τὴν φροντίδα τῶν συμφερόντων της, ἤθελεν ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ προβῇ εἰς τὴν ἐκκένωσιν τῆς Κρήτης καὶ ἤθελεν ἀναγνωρίσει τὸ αὐτόνομον πολίτευμα τῆς νήσου.» «Αἱ ἓξ Κυβερνήσεις προσήνεγκον τὴν μεσολάβησίν των». (Μᾶς ἔκαμαν τὴν περιποίησιν ταύτην, ἀλλ’ ὑπέστημεν τρεῖς μάχας ἔκτοτε.) «Τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως προσχωρησάσης εἰς τοὺς ὅρους τούτους, οἵτινες ἔσχον ἀρχὴν ἐκτελέσεως, αἱ Δυνάμεις συνεφώνησαν νὰ παρακαλέσωσι τὴν Αὐτοκρατορικὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀνακόψῃ τὰς ἐχθροπραξίας πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καθορισθῶσιν αἱ βάσεις ἀνακωχῆς καὶ ν’ ἄρξωνται ἐν βραχεῖ αἱ διαπραγματεύσεις διὰ τὴν ὁριστικὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης.» Μνημονεύουσι, Κύριοι, ἐνταῦθα, ἐν τῷ ὑπομνήματι πρὸς τὴν Ὑψ. Πύλην, τὴν ἐκκένωσιν τῆς Κρήτης, διότι ἤδη ἀπὸ τῆς 8/20 Φεβρουαρίου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας Τεφὴκ πασσᾶς προέβαλε πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ἐξαναγκασμοῦ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ν’ ἀποσύρῃ τὸν στρατὸν ἐκ Κρήτης, τὴν κατάληψιν μέρους τῆς Θεσσαλίας. Περιλαμβάνουσαι δ’ ἐν τῷ ὑπομνήματι αἱ Δυνάμεις τὴν βεβαίωσιν τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ὅρου τούτου, ἤλπιζον ὅτι ἤθελον ἱκανοποιήσει τὴν τότε καὶ κατόπιν προβληθεῖσαν αἴτησιν τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἣν καὶ πάλιν ὑπεστήριξεν ἡ Γερμανία, διότι ἀπὸ τῆς 8/20 Φεβρουαρίου ἔλεγεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν αὐτῆς κ. Marschall πρὸς τὸν ἐν Βερολίνῳ πρεσβευτὴν τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας: «Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελεν ἀναγνωρίσει τὸ σφάλμα της ἡ Ἑλλάς, τίς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Τουρκίαν νὰ τῆς κηρύξῃ τὸν πόλεμον;» (Ὅρα ὑπ’ ἀριθ. 164 καὶ 167 ἔγγραφα Κιτρίνης Βίβλου). Οὕτως ἠλπίζετο, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει ἄμεσος ἀπάντησις καὶ ἄμεσος ἀποδοχὴ τῆς μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων καὶ τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν παρὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, καθόσον ἐν τῇ note collective, ἐν τῇ κοινῇ ταύτῃ διακοινώσει, προσετίθετο: «Οἱ πρέσβεις τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων παρακαλοῦσιν ἐντεῦθεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας νὰ ὑποβάλῃ τῇ Αὐτοκρατορικῇ Κυβερνήσει τὴν αἴτησιν περὶ ἀμέσου ἀναστολῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν.» Καὶ ἐν τῷ ἑτέρῳ ὑπομνήματι, τῷ πρὸς τὸν Σουλτάνον, πάλιν ἐγίνετο ἔκκλησις εἰς τὰ γενναῖα αἰσθήματα αὐτοῦ ἐκ μέρους τῶν Μεγάλων Δυνάμεων πρὸς τὴν ἄμεσον ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν, καὶ προσετίθετο: «Τῶν προσεχῶν ἑορτῶν τοῦ Κουρμπὰν Μπαϊραμίου καθιστωσῶν ἰδιαιτέρως ἐπιθυμητὴν καὶ ἐπείγουσαν τὴν λῆξιν τοῦ ἀγῶνος, οἱ πρεσβευταί, πεπεισμένοι περὶ τῶν εἰρηνικῶν διαθέσεων τοῦ Σουλτάνου, ποιοῦσιν ἔκκλησιν εἰς τὰ γενναῖα αἰσθήματά του, ὅπως τὸν παρακαλέσωσι νὰ ἐκδώσῃ ἄνευ ἀργοπορίας τὴν διαταγὴν νὰ σταματήσωσιν αἱ στρατιωτικαὶ κινήσεις κτλ.» Ἀλλὰ βλέπετε ὅτι παρενέπιπτε τὸ Κουρμπὰν–Μπαϊρὰμ, ὅτε δὲ τὴν μετεπιοῦσαν, ἀκριβῶς τὴν 3 Μαΐου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσσίας ἔλεγε πρὸς τὸν ἐπιτετραμμένον τῆς Ἑλλάδος ἐν Πετρουπόλει, ὅτι ἀμέσως μετὰ τὸ τέλος τοῦ Κουρμπὰν–Μπαϊρὰμ θ’ ἀπαντήσῃ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, ἡμεῖς διείδομεν τὸν δόλον, καὶ τὸν δόλον τοῦτον κατηγγείλαμεν πρὸς τὰς Μ. Δυνάμεις. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας ἀπήντησε τῇ 2/14 Μαΐου, ἀλλ’ ἀπεκρύβη ἀφ’ ἡμῶν ἡ ἀπάντησις αὕτη, ἀπεκρύβη δὲ, διότι περιελάμβανε τοὺς ὅρους ἐκείνους διὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς ὁριστικῆς εἰρήνης, οὓς γνωρίζετε ἤδη, καὶ τοὺς ὁποίους θὰ προέβαλλεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις πρὸς ἡμᾶς, ἐὰν ἠθέλομεν ἀπευθυνθῆ ἀπ’ εὐθείας πρὸς αὐτὴν διὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης. Περιλαμβάνει δ’ ἐν τέλει ἡ ἀπάντησις αὕτη τὰ ἑξῆς: «Ἅμα ὡς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὰς ἄνω σκέψεις, θὰ δοθῶσι διαταγαὶ εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν αὐτοκρατορικῶν στρατῶν διὰ τὴν ἄμεσον ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν.» «Ἅμα ὡς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀποδεχθῇ τὰς σκέψεις ταύτας», δηλαδὴ τὰς περὶ τοῦ παλαιοῦ συνόρου μέχρι τῆς Ὄθρυος, τῶν 10,000,000 λιρῶν, τὴν κατάργησιν τῶν capitulations καὶ τὰς λοιπὰς, «διαταγαὶ θέλουσι δοθῆ εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων διὰ τὴν ἄμεσον ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν.» Λοιπὸν ἡ Τουρκία, ἀπαντῶσα τῇ 2 Μαΐου εἰς τὴν πρότασιν περὶ μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων, δὲν συνήνει εἰς τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν, εἰμὴ καθ’ ὅσον ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν ἀποδεχθῆ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους προδιέγραψε, καὶ οἵτινες ἀπεκρύβησαν ἀφ’ ἡμῶν· τότε δ’ ἤθελον δοθῆ διαταγαὶ πρὸς τὴν ἄμεσον ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν.» Αἱ Δυνάμεις ὤφειλον ν’ ἀνακοινώσωσιν ἡμῖν τοὺς ὅρους ἐκείνους τῆς εἰρήνης, τοὺς ὁποίους προέβαλλεν ἡ Τουρκία, καὶ ἔσφαλον, μὴ εἰδοποιήσασαι ἡμᾶς,—ἴσως ἐκ φόβου ὅτι δὲν ἠθέλομεν δεχθῆ τὴν συζήτησιν τοιούτων ὅρων—μὴ εἰδοποιήσασαι ἡμᾶς, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διαταχθῇ ὁ τουρκικὸς στρατὸς νὰ σταματήσῃ τὴν πρὸς τὰ πρόσω πορείαν του. Ἐν τούτοις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, μὲ τὴν συνήθη ἐπιφύλαξιν τὴν διπλωματικὴν, ἔλεγε τῷ ἀντιπροσώπῳ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἀνησυχεῖ διὰ τὴν ἀργοπορίαν τῆς Τουρκίας εἰς τὸ ν’ ἀπαντήσῃ, καὶ ἄλλοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἄλλοι πρεσβευταὶ τὴν αὐτὴν ἀπεδείκνυον ἀνησυχίαν. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἦτο ἀδύνατον νὰ πεισθῇ τις αὐτῶν εἰς τὰς διαμαρτυρίας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς διετυποῦμεν καθ’ ἡμέραν, βεβαιοῦντες αὐτοὺς, —διότι ἠκολουθοῦμεν τὰς κινήσεις τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ— ὅτι καθ’ ἡμέραν συνεκεντροῦτο μεγαλείτερος ἀριθμὸς ἐχθρικῶν στρατευμάτων, καὶ ὅτι ὁ σιδηροῦς κύκλος ἔβαινε μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας πρὸς τὰ πρόσω. Ὁ ἐν Πετρουπόλει πρέσβυς τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας εἰδοποιεῖτο τὴν 3/15 Μαΐου παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς του, ὅτι ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἐξεδήλωσε τὴν πρόθεσίν της ν’ ἄρξηται διαπραγματεύσεων μετὰ τῶν Δυνάμεων πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν ἀμέσως μετὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Μπαϊραμίου. Καὶ ἀνεμένετο τὴν ἑπομένην Δευτέραν (5 Μαΐου) ἡ ἀπάντησις τῆς Πύλης (ἀριθ. 30 Λευκῆς Βίβλου). Οὕτως ἐπῆλθε, Κύριοι, ἡ 5 Μαΐου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ ὁ Τεφὴκ πασᾶς εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἀναστολῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν. Ἀντὶ πάσης ἀπαντήσεως ἔσχομεν τὴν τελευταίαν ἐπίθεσιν περὶ τὴν μεσημβρίαν ἀκριβῶς τῆς 5 Μαΐου ἐκρότησε τὸ πρῶτον τηλεβόλον τῆς μάχης τοῦ Δομοκοῦ.

§7Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἐγένετο ἡ μάχη τοῦ Γριμπόβου; (κίνησις).

§8ΡΑΛΛΗΣ. Ἀμέσως, θὰ σᾶς εἴπω.

§9ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τῆς 5 Μαΐου.

§10ΡΑΛΛΗΣ. Εὐχαριστῶ τοὺς συναδέλφους, διότι συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ μοὶ δώσωσι τὴν σειράν, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ τηρήσω. Ἀληθῶς ἐῤῥήθη, Κύριοι, ὅτι ἡ μάχη τοῦ Γριμπόβου ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν μάχην τοῦ Δομοκοῦ. Ὁ Τοῦρκος βεβαίως, θέλων νὰ καλύψῃ τὸν δόλον του, ἠδύνατο νὰ προβάλῃ τοῦτο, ἀλλὰ Βουλευτὴς Ἕλλην, ἔστω καὶ ἂν προετίθετο νὰ κρεμάσῃ τοὺς Ὑπουργοὺς, ποτὲ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκστομίσῃ τοιοῦτόν τι ἐντεῦθεν.

§11ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ δὲν ἤλθομεν ν’ ἀποκρύψωμεν τὴν ἀλήθειαν...

§12Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ θὰ ἐξετασθῶσι βραδύτερον.

§13ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. ἤλθομεν νὰ μάθωμεν τὴν ἀλήθειαν.

§14ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ τὴν μάθητε λοιπὸν τὴν ἀλήθειαν.

§15ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.

§16ΡΑΛΛΗΣ. Ἰδοὺ αὕτη. Τὴν 25 Ἀπριλίου ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Ἄρτῃ στρατοῦ μοὶ ἐμήνυε τηλεγραφικῶς: «Χωρικοὶ ἐκ τοῦ χωρίου Καμαρίνης καὶ τῶν ἄλλων πέριξ ἦλθον πρός με καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι αἱ οἰκογένειαί των κατασφάζονται ἀπὸ τοὺς Τούρκους, αἱ διασωθεῖσαι καταφεύγουσιν εἰς τὰ ὄρη τοῦ Ζαλόγκου, μὲ παρακαλοῦν δὲ κλαίοντες, νὰ ζητηθῇ προστασία ξένης τινος Δυνάμεως πρὸς σωτηρίαν καὶ ἐκπατρισμὸν διασωθέντων ἀπὸ τὴν καταστροφὴν γυναικῶν μετὰ παίδων. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου ν’ ἀναφέρω ὑμῖν ταῦτα.» Καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντᾷ: «Ἤδη διετάχθη μοῖρα νὰ παραπλέῃ πρὸς Καστροσυκιᾶν, συνέλεξε δ’ ἤδη οἰκογενείας τινάς. Πᾶσαι δέον νὰ διευθυνθῶσι πρὸς τὴν παραλίαν ταύτην, ἵνα περισυλλεγῶσι παρὰ τοῦ στόλου.» Τὴν 29 Ἀπριλίου, μετὰ τέσσαρας ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐξηκολούθει ἡ περισυλλογὴ τῶν θυμάτων τῆς Ἠπείρου, μὲ ἐκάλει ἐκ νέου εἰς τὸ τηλεγραφεῖον ὁ ἀρχηγὸς καὶ μὲ ἠρώτα: «Δὲν θὰ ἦτο ἆρά γε ὠφέλιμον νὰ καταλάβωμεν ὅλον τὸν κάμπον, ὅπως σκοπεύομεν; Προτιθέμεθα τὴν πρωΐαν τῆς 1 Μαΐου νὰ ἐπιχειρήσωμεν κίνησίν τινα πρὸς κατάληψιν μέρους τῆς πεδιάδος, μὲ ἐλπίδας ἐπιτυχίας· συνάμα δὲ, ὅπως ὁ κ. Λαπαθιώτης σᾶς εἶπε, νὰ ἐπιχειρήσωμεν ἀπόβασιν εἰς τὰς ἐκβολὰς τοῦ Λούρου διὰ τῆς Ἠπειρωτικῆς φάλαγγος τοῦ Βότσαρη. Ἀλλ’ ἡ τελευταία αὕτη φοβούμεθα θὰ ματαιωθῇ, ἕνεκα ἀπαιτήσεων τοῦ σώματος τούτου, ἃς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν. Συγχρόνως δ’ ἐσχεδιάζομεν καὶ ἀπόβασιν εἰς Καστροσυκιᾶν τῆς ἐν Ἀκτίῳ δυνάμεως, ἀλλὰ καὶ αὕτη θὰ ἐξηρτᾶτο ἐκ τῶν διαθέσεων τῆς ναυτικῆς δυτικῆς μοίρας. Ἀνακωχὴ δὲν ἀνεκοινώθη ἡμῖν μέχρι τοῦδε· ἐὰν δὲν ἀνακοινωθῇ μέχρι τῆς 1 Μαΐου, θὰ ἐπιχειρήσωμεν τὴν πρώτην τοὐλάχιστον. Ἔχετε διαταγήν τινα;» Ἐγὼ δ’ ἀπαντῶ: «Ὡς πρὸς τὴν ἀπόβασιν Καστροσυκιᾶς πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι εἰς τοὺς θάμνους κρύπτονται πλεῖστοι ἄτακτοι Τοῦρκοι, οἵτινες καὶ κατὰ πολεμικοῦ μας, διερχομένου πρὸς περισυλλογὴν φυγάδων, ἐπυροβόλησαν. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἐπιχείρησιν τοῦ Κάμπου, δὲν γνωρίζω τίνα εἶναι τὰ ἐρείσματά σας καὶ ποῦ θὰ χαρακωθῇ ὁ στρατὸς, ὅπως μὴ ἐκτεθῇ εἰς νέαν ὑποχώρησιν. Πρὶν ἢ ἀνακοινωθῶσί μοι ταῦτα, δὲν δύναμαι ν’ ἀποφανθῶ.»

§17Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγνωρίζετε τὴν μεσολάβησιν.

§18ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μὴ διακόπτετε.

§19ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἔχεις καιρὸν ν’ ἀπαντήσῃς ὅσα θέλεις.

§20ΜΠΟΓΔΑΝΟΣ. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτῶμεν. Εἴμεθα Βουλευταί. Δὲν εἴμεθα δημοσιογράφοι (κίνησις).

§21ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἀφήσατε ν’ ἀκούσωμεν πρῶτον, καὶ κατόπιν λέγεις ὅ,τι θέλεις.

§22ΡΑΛΛΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἀρχηγός: Ἡμεῖς ἐμελετήσαμεν τὴν ἐπιχείρησιν καὶ ἔχομεν μεγάλας ἐλπίδας ἐπιτυχίας, καὶ ἂν δὲν διαταχθῇ ἀνακωχή, θὰ ἐπιχειρήσωμεν κατὰ τῆς γεφύρας Λούρου, ἔχοντες ἔρεισμα τοὺς Χαλκιάδες, κατὰ δὲ τοῦ Χανοπούλου ἔχοντες ἔρεισμα τὴν Ἄρταν, τῶν δύο ἐπιχειρούντων σωμάτων διατελούντων ἐν πλήρει ἐπαφῇ. Ἐκ τῆς συντόμου ταύτης ἐκθέσεως ἐννοεῖτε βεβαίως, ὅτι πρόκειται περὶ ἀσφαλοῦς ἐπιχειρήσεως.» Καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ τότε: «Ἔχει καλῶς· πράξατε ὅπως ἐγκρίνετε».

§23Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς «πράξατε»; (θόρυβος).

§24ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως, Κύριοι. Διότι, ὅταν ἐγνωρίζομεν ὅτι καθ’ ἡμέραν συνεκεντροῦτο ὁ τουρκικὸς στρατὸς ὁ Θεσσαλικὸς καὶ ὅτι μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας ἠθέλομεν ἔχει νέαν ἐπίθεσιν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταδικάσωμεν τὸν ἐν Ἠπείρῳ στρατὸν εἰς ἀπραξίαν, καὶ μάλιστα ὅταν αὐτοὶ οἱ πρεσβευταὶ καὶ οἱ Ὑπουργοὶ τῶν ξένων Δυνάμεων, αἵτινες προέβαλον ἡμῖν τὴν μεσολάβησιν, ἐξέφραζον ἀνησυχίας διὰ τὴν ἀργοπορίαν τῆς ἀπαντήσεως τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, οὐδ’ ἀνελάμβανον εὐθύνην τινά. Δὲν γνωρίζω δὲ, ἐὰν ἀπηγόρευον, παρὰ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον, ἐπεμβαίνων εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἐν ἐμπολέμῳ εὑρισκομένου καταστάσει, τὴν ἐνέργειαν ἐκείνην, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξεγείρονται σήμερον, διότι ἐγένετο ἡ πολεμικὴ ἐπιχείρησις, ἡ παρὰ τῶν μόνων ἁρμοδίων σχεδιασθεῖσα, καὶ ἥτις ἠτύχησε, δὲν γνωρίζω ἐὰν δὲν ἤθελον ζητήσει ἐμοῦ, ὡς προδότου, τὴν κεφαλὴν ἐπὶ πίνακι, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τόσον ἀσφαλῆ ἐπιχείρησιν παρημπόδισα. Εὔκολον εἶναι ἐκ τῶν ὑστέρων ν’ ἀποφαίνηταί τις, καὶ ὅταν μάλιστα κινῆται ἀπὸ ἐμπάθειαν. Ἀλλὰ τεθῆτε εἰς τὴν θέσιν ἐκείνου, ὅστις ὑπέχει πάσας τὰς εὐθύνας, ὅστις εὑρίσκεται ἀπέναντι ἑνὸς ἀρχηγοῦ στρατοῦ, ἀντιμετώπου τοῦ ἐχθροῦ, οὕτως ἀσφαλῆ βεβαιοῦντος τὴν ἐπιχείρησιν, καὶ εἴπατέ μοι, ἂν ἔχετε συνείδησιν, ὅτι σεῖς εἰς τὴν θέσιν μου ἠθέλετε ἀπαγορεύσει τὴν ἐπιχείρησιν ἐκείνην.

§25Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Δὲν πολεμοῦν ὅσοι ζητοῦν ἀνακωχὴν (θόρυβος).

§26ΡΑΛΛΗΣ. Ὅσοι ζητοῦσιν ἀνακωχήν, ἐν ὅσῳ ἡ ἀνακωχὴ δὲν δίδεται, ὑποθέτω ὅτι γνωρίζετε ὅτι διατελοῦσιν εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν καὶ ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ, ὅστις, ἐν ὅσῳ δὲν χορηγήσῃ τὴν ἀνακωχήν, εἴτε ἐξακολουθήσητε εἴτε δὲν ἐξακολουθήσητε τὰς πολεμικὰς ἐργασίας, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς ἐπιτεθῇ, ὅπως ἐπετέθη ἡμῖν τὴν 5 Μαΐου, ἂν καὶ ἐδηλώσαμεν ἀπὸ τῆς 4 Μαΐου τὴν ἀναστολὴν πάσης ἐπιθετικῆς κινήσεως (Λ. Β. ἀριθ. 33). Ἀλλ’ ἀμέσως θὰ πεισθῆτε, ὅτι ἡ μάχη τοῦ Γριμπόβου οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀνακωχῆς καὶ πρὸς τὴν μάχην τοῦ Δομοκοῦ. Ἐν Ἠπείρῳ ἡ μὲν ἀναστολὴ τῶν ἐχθροπραξιῶν ἔλαβε χώραν τὴν 6 Μαΐου, συνωμολογήθη δὲ ἡ ἀνακωχὴ τὴν 7 Μαΐου, ὥραν πρώτην μετὰ μεσημβρίαν, διὰ τὴν Τουρκίαν καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα, δι’ ἀμφοτέρους τοὺς ἐμπολέμους, καὶ ἐμπόλεμος δὲν ἦτο ὁ Μάνος πρὸς τὸν Ὀσμὰν πασσᾶν, ἐμπόλεμος ἦτο ἡ Ἑλλὰς πρὸς τὴν Τουρκίαν. Ἀλλὰ καίτοι ἀνεκοινώθη εἰς τὸν Μουσταφᾶ πασσᾶν ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐχθροπραξιῶν, ἐξηκολούθησεν ἐπὶ 24 ὥρας τὴν ἐπίθεσιν μετὰ τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν ἐν Ἠπείρῳ, καὶ τέσσαρας ὥρας μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς ἀνακωχῆς. Καὶ ἀπήντησεν εἰς τὸν νομάρχην Λαμίας, ὅστις εἶχε προβῆ πρὸς συνάντησιν αὐτοῦ καὶ ὅπως τῷ ἀνακοινώσῃ τὴν ἀνακωχήν, ὅτι ἔχει διαταγὴν νὰ καταλάβῃ τὴν Λαμίαν, καὶ τότε νὰ σταματήσῃ. (Λ. Β. ἀριθ. 42). Καὶ διατί; πρέπει νὰ ἦναι τις τυφλὸς τὸν νοῦν, ὅπως μὴ τὸ ἐννοῇ. Διότι ἀποτυχοῦσα ἡ Τουρκία νὰ μᾶς σύρῃ εἰς τὴν παγίδα τοῦ νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῆς ἀνακωχήν, ὅτε ἤθελε διὰ τῶν ὅρων τῆς περὶ ἀνακωχῆς συμβάσεως καταστήσει ἀδύνατον τὴν ἄμυναν ἡμῶν, διὰ τοῦ δόλου, διὰ τῆς παρελκύσεως τοῦ ἀγῶνος καὶ διὰ τῆς παρασπονδίας ἠθέλησεν ἀκριβῶς νὰ ἐπιτύχῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιτύχῃ διὰ τῶν ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεων. Ὅτε δὲ κατέλαβε τὴν Δερβὲν–Φούρκαν, ὅτε κατέλαβε τὸ παλαιὸν σύνορον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο καὶ μόνον νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς τὴν συγκέντρωσιν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, πρὸς τὴν συγκρότησιν τῆς ἀμύνης, τρεῖς ὥρας μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς τακτικῆς ἀνακωχῆς τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ, ἀνέστειλε τὰς ἐχθροπραξίας. Οὕτω, ἐνῷ τὴν 7 Μαΐου, ὥρᾳ πρώτῃ μετὰ μεσημβρίαν, ἐπῆλθεν ἡ ἀνακωχὴ μετὰ τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ, μόλις τὴν 8 Μαΐου, ὥρᾳ 3½ μετὰ μεσημβρίαν, συνωμολογήθη ἡ ἀνακωχὴ τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι ἀπέβλεπεν ἀκριβῶς εἰς αὐτό. (Λ. Β. ἀριθ. 49 καὶ 51). Ἐὰν ἀναγνώσητε—ἀφοῦ δὲν ἠθελήσατε ν’ ἀναγνώσητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καθ’ ἡμέραν δημοσιεύονται,—τὴν ἱστορίαν τοῦ Γαλλοπρωσσικοῦ πολέμου, ἢ τοῦ τῆς καταλήψεως τοῦ Sleswig, θὰ θαυμάσητε διὰ τὴν τελείαν, τὴν ὁμοιόμορφον τακτικήν, ἥτις ἐτηρήθη καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἑτέραν περίπτωσιν. Ἀλλὰ θὰ θαυμάσητε καὶ δι’ ἕτερόν τι, θὰ θαυμάσητε πληροφορούμενοι ὅτι ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας μέχρι τῆς 4 ὥρας μ. μ. τῆς 6 Μαΐου δὲν εἶχεν ἔτι λάβει τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεώς του, ὅπως ζητήσῃ la cessation des hostilités, κατὰ τὸ σύνηθες. Ἰδοὺ τί τηλεγραφεῖ ὁ ἐν Βιέννῃ ἐπιτετραμμένος τὴν 6/18 Μαΐου: «Ἐπληροφορήθην πρὸ ὀλίγου ἐκ καλῆς πηγῆς, ὅτι ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας ἔλαβε τέλος τὴν ἄδειαν, ὅπως ἑνωθῇ μετὰ τῶν συναδέλφων του, ἵνα ζητήσωσι πρὸ παντὸς τὴν παῦσιν τῶν ἐχθροπραξιῶν, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν ὁ Σουλτάνος ἔδωκε τὴν περὶ τούτου διαταγήν. Ἀλλὰ μέχρι τῆς 4 μ. μ. τῆς σήμερον ἡ πληροφορία αὕτη, ἀναμενομένη μετ’ ἀνυπομονησίας, δὲν εἶχε περιέλθει μήτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν (τῆς Αὐστρίας) μήτε εἰς τὴν Ρωσσικὴν Πρεσβείαν.» (Α. Β. ἀριθ. 41). Ὁμιλήσατε τώρα περὶ Γριμπόβου. Φρονεῖτε ὅτι θὰ σᾶς πιστεύσῃ τις;

§27Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα.

§28ΡΑΛΛΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι θὰ σᾶς πιστεύσῃ τις;

§29Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ περισσότερον ἀπὸ σᾶς.

§30ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τί εἶναι αὐτά! (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).

§31ΡΑΛΛΗΣ. Ἔπρεπε τοὐλάχιστον, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται περὶ τῶν ὑπερτάτων συμφερόντων τῆς χώρας, ἡ χολὴ αὕτη νὰ χυθῇ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης, ὅπως χέεται καθ’ ἡμέραν. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἐπὶ στιγμήν, ὄχι ἀμυνόμενος ὑπὲρ ἐμοῦ, ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς τιμῆς τῆς χώρας, ἐξετράπην εἰς τὸ ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ συμπολίτης μου ἠθέλησε νὰ παρατηρήσῃ. Ἡ στιγμὴ εἶναι ὑπερτάτη. Μήτε ἀπεφύγομεν, μήτε θέλομεν ποτὲ ἀποφύγει τὰς εὐθύνας. Ἀλλὰ θεωροῦμεν ὅτι θὰ ἦτο ἔγκλημα καθοσιώσεως πρὸς τὴν πατρίδα, ἂν ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ ἠθέλομεν ἡμεῖς τολμήσει ποτὲ νὰ ὠθήσωμεν εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν. Ἡ ὥρα τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ θὰ ἔλθῃ. Ἂν δέ τις νομίζῃ, ὅτι τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα (δεικνύει τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν) εἶναι ἑδώλια εὐδαιμονίας, ἂς ἔλθῃ νὰ τὰ καταλάβῃ ἀμέσως (σαρκασμοὶ ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ἡμᾶς εἶναι ἑδώλια μαρτυρίου, τὸ ὁποῖον ὑφιστάμεθα ἐπὶ πέντε ἤδη μῆνας. Θαυμάζω ὅμως, Κύριοι, διὰ τὰς γενομένας παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Γριμπόβου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πρὸ πέντε λεπτῶν ἀνέγνων ὑμῖν τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, οἱ συνάδελφοι δὲ, οἱ ὁποῖοι μὲ διέκοψαν, ὑπομνήσαντες τὸ ἐπεισόδιον τοῦ Γριμπόβου, γνωρίζουσιν, ἐννοοῦσι τὴν Γαλλικήν. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μὴ ἀπόλλυται χρόνος, μετέφρασα μόνον τὸ τελευταῖον μέρος, τὸ ὁποῖον ἀποδίδει τὴν ὅλην ἔννοιαν τοῦ μακροῦ ἐκείνου ἐγγράφου, τοῦ ἀναγράφοντος τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἤθελεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις δεχθῆ νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν. Ἰδοὺ τί λέγει: «Ἅμα ὡς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὰς προεκτεθείσας σκέψεις, διαταγαὶ θέλουσι δοθῆ εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν αὐτοκρατορικῶν στρατευμάτων διὰ τὴν ἄμεσον ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν». Οὐδεὶς ὅμως ἠδύνατο νὰ πείσῃ πρὸς τοῦτο τὴν Ὑψηλὴν Πύλην καὶ τὸν Τεφὴκ, ἐνόσῳ ὁ πρέσβυς τῆς Γερμανίας δὲν εἶχεν ἔτι λάβει τὰς ὁδηγίας του. Ἐῤῥήθη, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐχθροπραξιῶν, ἡ ἐπελθοῦσα τὴν ὀγδόην μόνον Μαΐου, ὀφείλεται εἰς τηλεγράφημα τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ρωσσίας Νικολάου, ὅστις ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς του, τὴν 5 Μαΐου, ἀπηύθυνε προσωπικὸν τηλεγράφημα πρὸς τὸν Σουλτάνον, ἐξαιτούμενος τὴν χάριν Αὐτοῦ ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν. (Ὅρα ἔγγραφα ὑπ’ ἀριθ. 45 καὶ 64). Ὁ Σουλτάνος ἀπήντησεν αὐθωρεὶ τὴν 5 Μαΐου, ὅτι, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Αὐτοκράτορος, ἔδωκε συμφώνους διαταγὰς εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἤτοι ν’ ἀναστείλωσι τὰς ἐχθροπραξίας. Καὶ ἀληθῶς ἀνεστάλησαν αἱ ἐν Ἠπείρῳ ἐχθροπραξίαι, διότι ἀπὸ τῆς 5 Μαΐου οὐδὲ εἷς πυροβολισμὸς ἐῤῥίφθη ἐκεῖ, καὶ ἀπὸ τῆς 6 Μαΐου εἶχεν ἤδη ἐπέλθει ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐχθροπραξιῶν. Ἀλλὰ δὲν ἀνεστάλησαν ἐν Φθιώτιδι, διότι ἐκεῖ ὑπῆρχε σκοπὸς στρατηγικός· ἐκεῖ ἔβαινον πρὸς τὴν κατάληψιν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν ἔθηκεν ἡ Πύλη ὡς ὅρον δεύτερον ἐν τῇ διακοινώσει τῆς 2 Μαΐου πρὸς τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν. Ἀληθῶς θέλουσαι ν’ ἀπαφύγωσι τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιθέσεως τῆς 5 Μαΐου τινὲς τῶν μεσολαβησασῶν Δυνάμεων, ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν, ὅτι ἐθυμώθη ὁ Σουλτάνος διὰ τὴν ἐπίθεσιν ἐν Ἠπείρῳ, καὶ ἐντεῦθεν διέταξε τὸν ἐν Θεσσαλίᾳ στρατὸν τὴν 5 Μαΐου νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ Δομοκοῦ· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι δικαιολογία τῆς ἀδυναμίας ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ μεσολάβησις δὲν ἠδυνήθη νὰ προφυλάξῃ ἡμᾶς ἀπὸ νέαν ἐπίθεσιν. Τοῦτο βεβαιοῖ τὸ ἀπὸ 7/19 Μαΐου ἐκ Πετρουπόλεως τηλεγράφημα τοῦ ἡμετέρου ἐπιτετραμμένου, καταχωρισθὲν περικεκομμένον ὑπ’ ἀριθ. 45 τῆς Λευκῆς Βίβλου, καὶ ὅπερ ἔχει ἐν τέλει ἐπὶ λέξει ὡς ἑξῆς: «Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν προσέθηκεν, ὅτι τὸ διάβημα τοῦ Αὐτοκράτορος ἐγένετο ἐξ ἰδίας Αὐτοῦ πρωτοβουλίας καὶ ἐν ἀγνοίᾳ του, καὶ ὅτι ἡ ἀργοπορία διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν ὀφείλεται εἰς τὴν δυσχέρειαν τοῦ ν’ ἀνακοπῇ ἡ πορεία νικηφόρου στρατοῦ, καὶ εἰς τὸ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις μεταξὺ τῶν Δυνάμεων, διὰ νὰ προβῶσιν εἰς κοινὸν διάβημα (pour faire une démarche collective). Εἶναι ἀναμφίβολον, ὅτι αἱ Δυνάμεις, μὴ ἐπιτυχοῦσαι τὴν ἄμεσον ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν, κάμνουσι χρῆσιν οἱασδήποτε προφάσεως, ὅπως μὴ ὁμολογήσωσι τὴν ἀποτυχίαν των. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπέφυγε νὰ δώσῃ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἄλλην ἐξήγησιν, ὡς καὶ ἐπὶ τῆς γλώσσης, ἣν μετῆλθεν ὁ κ. Hanotaux, ἥτις ἐφάνη παράδοξος καὶ εἰς αὐτὸν τὸν πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας.» Πότε δ’ ἐπῆλθεν ἡ συνεννόησις πρὸς τὸ κοινὸν διάβημα; Ἰδοὺ τὰ περὶ ταύτης τηλεγραφήματα τοῦ ἐπιτετραμμένου ἡμῶν ἐν Βιέννῃ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν: 5 Μαΐου: «Πληροφοροῦμαι ἐξ ἀσφαλοῦς πηγῆς, ὅτι οἱ πρεσβευταὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀναμένουσι τὴν ἔλευσιν τῶν ὁδηγιῶν τοῦ πρέσβεως τῆς Γερμανίας, ἵνα ζητήσωσι τὴν ἄμεσον ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν.» Καὶ τὴν 6 Μαΐου: «Πρὸ μικροῦ ἐπληροφορήθην ἐξ ἀσφαλοῦς πηγῆς, ὅτι ὁ πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας ἐν Κων/πόλει ἔλαβε τέλος τὴν ἄδειαν νὰ συμπράξῃ μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων του, διὰ νὰ ζητήσωσι πρὸ παντὸς τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν.» Ἡ μάχη τοῦ Δομοκοῦ ἤρξατο τὴν 5ην Μαΐου, ἐπεσπεύσθησαν τὴν ἕκτην αἱ στρατιωτικαὶ ἐπιχειρήσεις, κατελήφθη ἡ Ὄθρυς, καὶ ἐσταμάτησαν. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πάντα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι εἰς ἓν ἔτεινον αἱ ἀργοπορίαι, ὅπως ὁ τουρκικὸς στρατὸς καταστήσῃ τὴν εἰς τὸ μέλλον ἄμυναν ἡμῶν ἀδύνατον, ὅπως καταλάβῃ τὴν παλαιὰν ὁροθετικὴν γραμμὴν, ἡ ὁποία κρίνεται παρ’ ὅλων τῶν στρατιωτικῶν ὡς ἡ ἰσχυροτέρα ἀμυντικὴ γραμμὴ, τὴν ὁποίαν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Ἅμα ὡς κατελήφθη αὕτη, ἐξεπληρώθη ὁ σκοπὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπέβλεπον, καὶ τότε διετάχθη ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐχθροπραξιῶν καὶ ἐγένετο δεκτὴ ἡ μεσολάβησις πρὸς συνομολόγησιν τῆς ἀνακωχῆς. Ἤδη, ἀφοῦ γνωρίζομεν πῶς ἐπετεύχθη ἡ ἀνακωχὴ καὶ ὑπὸ τίνους ὅρους διετυπώθη ἡ μεσολάβησις, ἂς ἐξετάσωμεν ὑπὸ τίνας οἰωνοὺς αὕτη προσηνέχθη ἡμῖν. Μὴ καὶ πόῤῥωθεν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποπτεύσῃ τις, ὅτι ἡ μεσολάβησις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἤθελε καταλήξει εἰς τοὺς ὅρους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔχετε πρὸ ὑμῶν; Ἰδοὺ κατὰ τηλεγράφημα τοῦ ἐπιτετραμμένου ἡμῶν ἐν Λονδίνῳ τῆς 20 Ἀπριλίου τί ἐτηλεγράφει ὁ Τεφὴκ πασσᾶς πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀντιπροσώπους τῆς Ὑψηλῆς Πύλης τῇ 5/17 Ἀπριλίου: «Ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις δι’ ἐγκυκλίου διακοινώσεώς της, ἣν μοὶ ἐπέδειξεν εἷς πρεσβευτὴς, (λέγει ὁ ἐπιτετραμμένος) ἐπιῤῥίπτει ἐφ’ ἡμᾶς τὴν εὐθύνην τοῦ πολέμου, καὶ διακηρύττει, ὅτι τὰ ληφθέντα παρὰ τῆς Τουρκίας μέτρα ἀμύνης δὲν ἀποβλέπουσιν, εἰμὴ εἰς τὴν ἀκεραιότητα τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, καὶ οὐδαμῶς εἰς κατάκτησιν ἐδάφους, ὅτι δὲ, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν ἀποσύρει τὸν ἐν Κρήτῃ στρατὸν, τὰ τουρκικὰ στρατεύματα ἤθελον ἐπίσης ἀποσυρθῆ ἐκ τῆς ἡμετέρας χώρας.» (Λ. Β, ἀριθ. 8). Παρεμφερεῖς διακοινώσεις θέλετε εὕρει καὶ ἑτέρας ἐν τῇ Λευκῇ Βίβλῳ, ἃς δὲν ἀναγινώσκω, ὅπως μὴ ἀπόλλυται εἰς μάτην ὁ χρόνος. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους διετυπώθη ἡ μεσολάβησις, καὶ ὁμοίας διαβεβαιώσεις ἐξηκολούθουν ἐπὶ μακρὸν χρόνον νὰ χορηγῶσιν ἡμῖν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Ἐπρόκειτο περὶ μεταῤῥυθμίσεως ὡρισμένων στρατηγικῶν σημείων τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἐπρόκειτο περί τινος ἀποζημιώσεως, καὶ ἴσως δὲν θὰ ἐπέμενεν ἡ Τουρκία εἰς αὐτὴν, ἀλλ’ ἐλαχίστης ἀποζημιώσεως, ἥτις οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον θὰ ἐπεβάρυνε τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Ἀλλ’ ἅμα ὡς διὰ τῆς φυγῆς τῆς Λαρίσσης, καὶ διὰ τῆς ἐντεῦθεν προελάσεως τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ κατελήφθη τὸ πλεῖστον τῆς Θεσσαλίας, ἅμα ὡς εἶδον ὅτι δὲν εἶχον ἀπέναντί των ἐχθρὸν ἀξιόμαχον, διετυπώθησαν οἱ ὅροι, οὓς ἀνεκοίνωσα ἤδη ὑμῖν, αἱ σκέψεις τῆς 2/14 Μαΐου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων ἐκείνων διεξήχθησαν αἱ μακραὶ διαπραγματεύσεις ἀπὸ τῆς 2 Μαΐου καὶ ἐντεῦθεν. Καὶ ἀφοῦ οὕτω καὶ ὑπὸ τοιούτους οἰωνοὺς διετυποῦτο ἡ μεσολάβησις, ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη διὰ τῆς κατὰ μέρος καὶ λεπτομεροῦς ἐξετάσεως τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης εἰς τίνα ἀποτελέσματα ἀπέληξεν. Ἔχετε ἐνώπιον ὑμῶν τὸν χάρτην τῶν νέων συνόρων, καὶ δύνασθε διὰ μιᾶς καὶ μόνης φράσεως νὰ χαρακτηρίσητε τὴν γενομένην στρατηγικὴν μεταῤῥύθμισιν· αὕτη καθιστᾷ διὰ τὴν Ἑλλάδα τὴν στέρησιν παντὸς φυσικοῦ συνόρου. Διότι ἀπεδόθησαν πρὸς τὴν Τουρκίαν ὅλαι αἱ ὀροσειραὶ, καὶ αὐταὶ αἱ ὀροσειραὶ τῆς Γουνίτσης, διὰ τῶν ὁποίων θὰ κατέχῃ πλέον καὶ τὴν δεξιὰν ὄχθην τοῦ Πηνειοῦ. Αὐτοὶ δὲ οἱ στρατιωτικοὶ ἀκόλουθοι, οἱ σχεδιάσαντες τὸν χάρτην αὐτὸν καὶ διαγράψαντες τὴν τοιαύτην διαῤῥύθμισιν τῶν συνόρων ἡμῶν, λέγουσιν ἐν τῇ ἀπὸ 10|22 Ἰουνίου πρὸς τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτὰς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐκθέσει των ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Ἐκτὸς τῶν ἄλλων πλεονεκτημάτων, τῶν ἀσφαλιζομένων τῇ Τουρκίᾳ διὰ τοῦ νέου συνόρου, οἱ στρατιωτικοὶ ἀκόλουθοι ἐφιστῶσι τὴν προσοχὴν τῶν κ. κ. πρεσβευτῶν ἐπὶ τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα χορηγεῖ εἰς τοὺς Τούρκους ἡ κατοχὴ τῶν ὑψωμάτων τῶν ὑπερκειμένων ἐπὶ τῆς δεξιᾶς ὄχθης τοῦ Πηνειοῦ, δυτικῶς τῆς Γουνίτσης, ἥτις ἐξασφαλίζει τὰς στενοπορίας τοῦ Καλαμακίου καὶ τοῦ Ξεριᾶ, καὶ τίθησι τοὺς Ἕλληνας ἐν τελείᾳ ἀδυναμίᾳ νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν πεδιάδα τοῦ Πηνειοῦ καὶ τὴν πόλιν τῆς Λαρίσης.» Ταῦτα, Κύριοι, εἶναι ἐπαρκῆ, ὅπως ἐξηγήσωσιν ὑμῖν τὸν πρῶτον ὅρον τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης. Ὡς εἶπον ἤδη, ἀφῃρέθημεν παντὸς συνόρου φυσικοῦ. Ἀντὶ δὲ τῆς ἐλαφρᾶς ἀποζημιώσεως, ἣν ἐπίσης προοιώνιζον ἡμῖν, ἐπεβλήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀποζημίωσις τεσσάρων ἑκατομμυρίων λιρῶν, καὶ τοῦτο, ὅτε ὅλοι οἱ ἐν Ἀθήναις πρέσβεις τῶν Μ. Δυνάμεων ἐβεβαίουν τὰς Κυβερνήσεις των, ὅτι μετὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ 30%, τοῦ ἀναγεγραμμένου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡμῶν, δὲν εἶναι εἰς θέσιν ἡ Ἑλλὰς νὰ πληρώσῃ ὑπὲρ τὸ 1 ἑκατομμύριον λιρῶν, καὶ ὅτε καί τινες ἐκ τῶν ἀσχοληθέντων εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως κατ’ ἐντολὴν τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτῶν, οἱ δυνάμενοι νὰ γνωρίζωσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἀπεφαίνοντο ἐπίσης, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ Ἑλλὰς νὰ πληρώσῃ ἀποζημίωσιν ὑπὲρ τὸ 1 ἑκατομμύριον λιρῶν. Ὅτε ἠπειλεῖτο ἡ ἐπιβολὴ πολεμικῆς ἀποζημιώσεως καὶ ὑπὲρ τὰ 4,000,000 λιρῶν, εἶχε καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ προσπαθήσῃ, παριστῶσα τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῆς χώρας καὶ τὴν ἀληθῆ δύναμιν τῆς χώρας, ν’ ἀποδείξῃ πρὸς τὰς Δυνάμεις, τί αὕτη ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εἶναι κατακεχωρισμένα ἐν τῇ Λευκῇ Βίβλῳ, καὶ ἐγὼ αὐτὸς πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν Μ. Δυνάμεων ἐλέγομεν, ὅτι πρὸ τοῦ πολέμου ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτῆς 1–1½ ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον προὐτίθετο νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν παλαιῶν δανειστῶν της, (Λ. Β. ἀριθ. 55) ἀλλὰ μετὰ τὸν πόλεμον εἰς τίνα θέσιν εὑρίσκεται ἡ χώρα; Αἱ στρατιωτικαὶ παρασκευαὶ καὶ αἱ πολεμικαὶ ἐργασίαι ἐστοίχισαν ἤδη εἰς αὐτὴν ὑπὲρ τὰ 46,000,000, ἀπώλεσεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897 10 καὶ πλέον ἑκατομμύρια ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς Θεσσαλίας, ἀπώλεσεν ὑπὲρ τὰ 28,000,000 ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ ὑπολοίπου Κράτους καὶ ἕνεκα τῆς καταστάσεως τοῦ πολέμου καὶ ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως ἡ Θεσσαλία, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ἣν εὑρίσκετο πρὸ τοῦ πολέμου κατάστασιν, θ’ ἀπαιτήσῃ τοὐλάχιστον χρόνον δύο καὶ τριῶν ἐτῶν, καθ’ ὃν οὐδὲν δύναταί τις νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς, ἐρημωθείσης, ἀπ’ ἐναντίας ἔχουν τοὐλάχιστον δικαίωμα νὰ ζητήσωσιν οἱ κάτοικοι αὐτῆς, οἱ ἀγρόται, οἱ ἐργαζόμενοι τὴν γῆν, νὰ ζητήσωσι τὴν σπορὰν, νὰ ζητήσωσι τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, δι’ ὧν θέλουσι δυνηθῆ νὰ παραγάγωσι, δι’ ὧν καὶ μόνων θέλουσι δυνηθῆ ν’ ἀσφαλίσωσι τὴν συντήρησίν των κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, ἀλλ’ ἔχουσι δικαίωμα νὰ ζητήσωσι περιπλέον τὰ μέσα διὰ τὴν συντήρησίν των καθ’ ὅλον τὸν χρόνον, τὸν μέχρι τῆς προσεχοῦς παραγωγῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος μετὰ τὸν πόλεμον. Καὶ ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως ἐθεωρήθη δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ ἡμῖν ἀποζημίωσις τεσσάρων ἑκατομμυρίων λιρῶν, καὶ ἐθεωρήθη ὅτι αὐτὴ ἡ ἀποζημίωσις, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν, ἣν ἔδιδον ἡμῖν αἱ μεσολαβήσασαι Δυνάμεις, εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀποζημίωσις εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὰς δαπάνας τῆς Τουρκίας, μὴ ὑπερβάσας τὰ 36,000,000 φράγκων! Ἀλλὰ δὲν ἤρκεσε τοῦτο, καὶ ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 1, μετὰ τὴν καταστραφὴν παντὸς συνόρου φυσικοῦ τῆς Ἑλλάδος, προσέθηκαν τὴν εἰρωνείαν, καθ’ ἣν δύναται ἡ νέα ὁροθετικὴ γραμμὴ νὰ ὑποστῇ ἐλαφράς τινας μεταβολὰς ὑπὲρ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, προσέθηκαν, καὶ προκειμένου περὶ ἀποζημιώσεως, τὴν εἰρωνείαν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, δυνάμει συμβάσεως, ἡ ὁποία θέλει συνομολογηθῆ πρὸς τὴν Τουρκίαν, θ’ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιώτας διὰ τὰς καταστροφὰς καὶ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἐπένεγκεν αὐτοῖς ὁ Ἑλληνικὸς στρατός. Καὶ τοῦτο, ὅτε ὁ τουρκικὸς ἐδῄωσεν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον ὁλόκληρον τὴν Θεσσαλίαν, ἐσύλησε πᾶν ὅ,τι ὑπῆρχεν ἐκεῖ κινητὸν, ἐνέπρησε, κατέσκαψε, καὶ ὅτε αἱ ἐντεῦθεν ἐπελθοῦσαι ζημίαι εἰς τὴν ἰδιωτικὴν κτῆσιν ἐν Θεσσαλίᾳ παρ’ αὐτῶν τῶν ἀπεσταλμένων τῶν Μ. Δυνάμεων ἐξετιμήθησαν εἰς 4,000,000 λιρῶν, ἠρημώθη δ’ ἅπασα ἡ ἐν Ἠπείρῳ ἀπὸ τοῦ Ζαλόγγου καὶ κάτω χώρα ἐκ τῶν βιαιοπραγιῶν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ. Καὶ μετὰ τὴν ἀποζημίωσιν ἔρχεται, Κύριοι, τὸ ψαλίδισμα τῶν προνομιῶν. Λέγω τὸ ψαλίδισμα, διότι τὸ 3ον ἄρθρον τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων ἀναγνωρίζει κατ’ ἀρχὴν τὰς προνομίας καὶ ἀτελείας ὑπὲρ τῶν ἐν Τουρκίᾳ ὑπηκόων Ἑλλήνων, ὧν ἀπήλαυον οὗτοι πρὸ τοῦ πολέμου ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τοὺς ὑπηκόους τῶν ἄλλων Κρατῶν, ἀλλ’ ἐπάγεται ἀμέσως: «Εἰδικαὶ συμφωνίαι θέλουσι συνομολογηθῆ πρὸς πρόληψιν καταχρήσεως τῶν προξενικῶν ἀτελειῶν, πρὸς παρακώλυσιν τῶν προσκομμάτων εἰς τὴν κανονικὴν διεξαγωγὴν τῆς δικαιοσύνης, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐκδιδομένων ἀποφάσεων, καὶ πρὸς προφύλαξιν τῶν συμφερόντων τῶν Ὀθωμανῶν καὶ ξένων ὑπηκόων ἐν ταῖς μετὰ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων διαφοραῖς αὐτῶν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν πτωχεύσεων.» Τὸ δὲ ἄρθρον 5 ἀναγράφει ὡς συνομολογηθησομένας συμβάσεις: «αʹ) Σύμβασιν κανονίζουσαν τὰ ζητήματα τῶν διαμφισβητουμένων ἐθνικοτήτων ἐπὶ ταῖς βάσεσι τοῦ κατὰ τὸ 1876 συζητηθέντος μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος σχεδίου. βʹ) Προξενικὴν σύμβασιν κατὰ τοὺς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 3 προβλεπομένους ὅρους. γʹ) Σύμβασιν ἐκδόσεως πρὸς ἀμοιβαίαν παράδοσιν τῶν ἐγκληματιῶν τοῦ κοινοῦ δικαίου, καὶ δʹ) Σύμβασιν πρὸς καταστολὴν τῆς ληστείας ἐπὶ τῶν κοινῶν συνόρων.» Ὅλα δηλαδὴ τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρξαν ἀντικείμενα διηνεκοῦς διενέξεως μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος, εὗρε τὴν εὐκαιρίαν ἡ Τουρκία, ὅπως ζητήσῃ νὰ τὰ λύσῃ ἐντὸς τῶν παρὰ τοῦ ἄρθρου 5 ὁριζομένων τριῶν μηνῶν, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ τελευταίου πολέμου. Ἐν τῇ Λευκῇ Βίβλῳ ὑπάρχει μακρὸν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ μακρὸν ὑπόμνημα, ἀφορῶντα ἀμφότερα εἰς τὰς προνομίας καὶ τὰς ἀτελείας, θεωρῶ δὲ μάταιον νὰ ἐνδιατρίψω περιπλέον ἐπ’ αὐτῶν, διότι ἡ Βουλὴ ἐξ ἁπλῆς ἀναγνώσεως θέλει πληροφορηθῆ κατὰ τί ζημιούμεθα ἐκ τῆς ἀναγραφῆς τοῦ ἄρθρου 3 τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων. Καὶ ἤδη ἐρχόμεθα Κύριοι, εἰς τὰ ἄρθρα 2 καὶ 6 τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων, εἰς τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας τὸν ἔλεγχον, εἰς τὰς ἀφορώσας τὴν ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας. Καὶ ὡς πρὸς αὐτὸν τὸν ἔλεγχον ἔσχομεν ἀληθῶς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνεκοινώθησαν ἡμῖν οἱ ὅροι τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, ἔσχομεν ἐκπλήξεις. Διότι εἴχομεν μὲν ἀρχικῶς τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι οὐδεὶς ἐσκέπτετο τὸ ζήτημα τῶν παλαιῶν χρεῶν, ἐντελῶς ἀλλότριον πρὸς τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης καὶ πρὸς τὴν μεσολάβησιν, ἣν ἀνέλαβον αἱ Δυνάμεις, οὐδεὶς ἐσκέπτετο, λέγω, τὸ ζήτημα τῶν παλαιῶν χρεῶν νὰ τὸ ἀναμίξῃ πρὸς αὐτοὺς, ἀλλ’ ὅτε προεβλήθη ἡ πρότασις τῆς Ἀγγλίας, ἥτις ἠπείλησε νὰ ἐξέλθῃ τῆς Εὐρωπαϊκῆς συμφωνίας, ἐὰν ἀφίετο εἰς χεῖρας τῆς Τουρκίας ἡ Θεσσαλία, ἔστω καὶ λόγῳ προσωρινῆς κατοχῆς, ἐγένετο σκέψις νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἐπίβλεψιν αἱ πρόσοδοι ἐκεῖναι, αἵτινες ἤθελον ἀφιερωθῆ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῆς ἀποζημιώσεως. Ἀλλ’ αἱ ἀρχικαὶ διαβεβαιώσεις καὶ ἐπαγγελίαι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐξηφανίζοντο, καὶ μετὰ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν προσόδων, αἵτινες ἤθελον ἀφιερωθῆ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου, ἤρχισε νὰ προκύπτῃ καὶ ἡ ἐπίβλεψις τῶν προσόδων, αἵτινες ἔδει νὰ καθορισθῶσι πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν παλαιῶν δανείων. Ἐπρόκειτο οὐχ ἧττον πάντοτε περὶ ἁπλῆς ἐπιβλέψεως, καὶ ἐπρόκειτο περὶ ἐπιβλέψεως ἀποκρουομένης παρὰ τῶν πλείστων ἔτι τῶν Μ. Δυνάμεων, καὶ ἰδίᾳ παρὰ τῆς Ἀγγλίας, καὶ μέχρι τῶν τελευταίων ἡμερῶν. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐφαίνετο ὅτι συνέχεον τὸ ζήτημα τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως μὲ τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ τῶν παλαιῶν δανειστῶν, διότι ἡ Γερμανία ἐπέμενε, μὴ θέλουσα, ὡς ἔλεγεν, ἐκ τῶν νέων βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ ζημιωθῶσιν ὑπήκοοί της κάτοχοι παλαιῶν δανείων· ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον καὶ κατόπιν παραστάσεων ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀρνησαμένης πᾶσαν συνάφειαν μεταξὺ τοῦ συμβιβασμοῦ τῶν παλαιῶν χρεῶν καὶ τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης, (Δ. Β. ἀριθ. 169) ἐγκατελείφθη ἡ ἰδέα τῆς συσχετίσεως αὐτῶν, καὶ ἐζητήθη παρ’ ἡμῶν νὰ καθορίσωμεν τὰς προσόδους, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἐξυπηρετηθῆ τὸ δάνειον τὸ συνομολογηθησόμενον πρὸς ἀπότισιν τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως. Καὶ ἐσπεύσαμεν νὰ καθορίσωμεν τὰς προσόδους. Ὡς εἶχε διατυπωθῆ ἀρχικῶς ὁ τρόπος τῆς ἐκκενώσεως τῆς Θεσσαλίας, ἀπῃτεῖτο 1,000,000 λιρῶν τουρκικῶν πρὸς τὴν ἔναρξιν αὐτῆς. Οὐδὲ ἐδιστάσαμεν, ἀποβλέποντες εἰς τὴν ἄμεσον ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας, οὐδ’ ἐδιστάσαμεν νὰ παραχωρήσωμεν τὰς προσόδους τοῦ τελωνείου Πειραιῶς διὰ τὴν προκαταβολὴν ἑνὸς ἑκατομμυρίου λιρῶν. Καὶ ὅταν κατόπιν, ἀποτυχουσῶν τῶν προσπαθειῶν, ἃς κατεβάλομεν πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς προκαταβολῆς τοῦ 1,000,000 λιρῶν, ἐζητήθη παρ’ ἡμῶν, ἵνα καθορίσωμεν τὰς προσόδους πρὸς τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου τῆς ἀποζημιώσεως, ἐπίσης δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ προσφέρωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς αὐτῆς τὸ ἔσοδον τοῦ χαρτοσήμου, χορηγοῦντες αὐτοῖς καὶ τὸ δικαίωμα ἀκόμη νὰ θέσωσι παρὰ τὴν σφραγῖδα τοῦ Κράτους σφραγῖδα βεβαιοῦσαν ὅτι ἔλαβον τὸ ἀντίτιμον τοῦ τιθεμένου εἰς κυκλοφορίαν χαρτοσήμου. Ἀλλὰ πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ προσπάθειαι ἀπέτυχον, ἡ ἐπιμονὴ δὲ τῆς Γερμανίας κατήγγελλεν ἤδη ἡμῖν τὸν κίνδυνον, πρὸ τοῦ ὁποίου εὑρισκόμεθα. Καὶ συνεστήθη μὲν ἡμῖν καὶ ἐσπεύσαμεν νὰ ἐπιληφθῶμεν διαπραγματεύσεων πρὸς τὴν συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ, διότι ἐγένοντο τοιαῦται προσπάθειαι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνακωχὴν, ἀλλ’ εὑρέθημεν πρὸ τῆς ῥητῆς ἀρνήσεως ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐπρόκειτο νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας, ἀποκριθέντων ὅτι ἔχουσιν ἀναθέσει τὸ ζήτημα εἰς τὰς Κυβερνήσεις των, οὐδ’ ἐννοοῦσι νὰ ἐπαναλάβωσι διακοπείσας διαπραγματεύσεις, πρὶν ἢ ἀποφανθῶσιν αἱ Κυβερνήσεις περὶ τῶν παρ’ αὐταῖς διαβημάτων (Λ. Β. ἀριθ. 165). Ἀλλ’ ἐπειδὴ πάλιν ἐπέμενόν τινες συμβουλεύοντες ἡμᾶς, ὅτι ἠθέλομεν ἀποσοβήσει τοὺς κινδύνους καὶ πολὺ ἠθέλομεν διευκολύνει τὴν θέσιν ἡμῶν, κατορθοῦντες νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν πρὸς τοὺς παλαιοὺς δανειστὰς, ἐσπεύσαμεν νὰ προέλθωμεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν διὰ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Συγγροῦ, ὅστις, ἀναχωρῶν διὰ Βερολῖνον, ἐδέχθη τὴν ἰδιαιτέραν ταύτην ἐντολήν. Καὶ ἦτο ὁ μόνος, ὅστις ἦν εἰς θέσιν ν’ ἀναλάβῃ τὴν τοιαύτην ἐντολὴν, διότι αὐτὸς καὶ μόνος ἠδύνατο, προσφέρων τὴν ἐπιχείρησιν, ν’ ἀναλάβῃ καὶ μέρος αὐτῆς. Καὶ τοῦτο ἀνεγνωρίσθη παρὰ πάντων τῶν πιστωτικῶν ἡμῶν καταστημάτων. Ὁ κύριος Συγγρὸς, μεταβὰς εἰς Βερολῖνον, τὴν 18/30 Ἰουλίου ἐτηλεγράφει ἡμῖν: «Πάντες σχεδὸν ἀπουσιάζουσιν. Ἐκ μακρᾶς συνεντεύξεως μετὰ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς National Banque, λίαν ἁρμοδίου διὰ τὰ Ἑλληνικὰ δάνεια, ἐξάγω ὅτι ἀναμένουσι λίαν προσεχῶς συμφωνίαν τῶν Δυνάμεων ἐπὶ εὐρωπαϊκοῦ ἐλέγχου ἐν τοῖς προκαταρκτικοῖς ὅροις τῆς εἰρήνης, ὅπως κατόπιν διαπραγματευθῶσιν. Ἐδήλωσε ὅτι ἐπὶ τοιαύτῃ βάσει οὐδὲν ἔχω νὰ πράξω. Οὐχ ἧττον ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ ὑπεσχέθην νὰ τὸν ἐπανίδω τὴν Δευτέραν.» Καὶ τὴν 23 Ἰουλίου μᾶς ἐτηλεγράφει πάλιν: «Σχετικῶς μὲ τὸ τηλεγράφημά σας τῆς χθὲς, εἶπον καὶ ἔπραξα ἤδη ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἀλλ’ ἀκάρπως. Τῆς ὑποθέσεως καταστάσης πολιτικῆς, θεωρῶ τὴν παρουσίαν μου ἄσκοπον. Οὐχ ἧττον ἀκρόασις παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις γνωρίζει ἤδη τὴν ἄφιξίν μου, θὰ ἦτο ὠφέλιμος, διότι πείθομαι ὅτι οὐδὲν δύναμαι νὰ πράξω ἄνευ συνεννοήσεως μετὰ τῆς Γερμανίας.» Ἡ Κυβέρνησις ἐτηλεγράφησεν αὐτῷ νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἴδῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας, ἀλλὰ ἰδιωτικῶς καὶ χωρὶς ν’ ἀνακοινώσῃ αὐτῷ ὅτι ἔχει ἀποστολὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἀπετάθη πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ὁ ἐν Βερολίνῳ πρεσβευτὴς ἡμῶν τὴν 23 Ἰουλίου μᾶς ἐτηλεγράφει τὰ ἑξῆς: «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰδοποιήσω ὑμᾶς, ὅτι ὁ κ. Συγγρὸς προέβη ἤδη εἰς διαβήματα, ὅπως ἐπιτύχῃ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν συνέντευξιν ἰδιωτικὴν, ἀλλ’ ἡ ἐξοχότης του ἀπήντησε κατὰ τρόπον λίαν φιλόφρονα, ὅτι, καίτοι ἀναγνωρίζει τὰ πολλαπλᾶ πλεονεκτήματα τοῦ κ. Συγγροῦ, θὰ προετίμα νὰ τὸν δεχθῇ ὅταν θὰ εἶχε τὴν ἄδειαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ λαλήσῃ ἐπ’ ὀνόματί της. Ἑπομένως, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὸν σκοπὸν, ἀνάγκη νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἰσαγάγω τὸν κ. Συγγρὸν ὡς εἰδικὸν ἀπεσταλμένον τῆς Κυβερνήσεως.» Καὶ δὲν ἐδιστάσαμεν πάλιν, Κύριοι, ἀφοῦ ὅπως δήποτε ἔπρεπε νὰ εὕρωμέν τινα, πρὸς τὸν ὁποῖον νὰ διαπραγματευθῶμεν διὰ τὰ παλαιὰ δάνεια, δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ παραγγείλωμεν τὸν ἐν Βερολίνῳ πρεσβευτὴν νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν συνέντευξιν ὑπὲρ τοῦ κ. Συγγροῦ, ὡς εἰδικοῦ ἀπεσταλμένου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ τοῦ δανείου τῆς ἀποζημιώσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐδίδομεν τὴν ἐντολὴν ταύτην, κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν μετέβαινε παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Ἐξωτερικῶν, τῷ συναδέλφῳ μου, ὁ γραμματεὺς τῆς Γερμανικῆς Πρεσβείας, ὅστις ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ πληροφορηθῇ, τίνες αἱ προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ συνάδελφός μου μὲ ἐκάλεσε διὰ τοῦ τηλεφώνου, καὶ ἀπὸ κοινοῦ ἐδώσαμεν αὐτῷ τὰς ἑξῆς πληροφορίας περὶ τῶν προτάσεών μας: «Ἡ Βασιλικὴ Κυβέρνησις θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ χορηγήσῃ ἐπίσης εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ δανείου τῆς ἀποζημιώσεως καθὼς καὶ εἰς τοὺς παλαιοὺς δανειστὰς πάσας τὰς ἀσφαλείας, ἃς ἤθελον θεωρήσει ἀναγκαίας, ὡς π. χ. νὰ συγκεντρώσῃ εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων τὰς ὑπεγγύους εἰσπράξεις διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου καὶ τῶν παλαιῶν δανείων, νὰ τοῖς χορηγήσῃ τὸ δικαίωμα νὰ διορίζωσιν ἀπ’ εὐθείας τοὺς ἀντιπροσώπους αὑτῶν ἐν τῷ Διοικητικῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἑταιρίας, ἔστω καὶ μὲ ψῆφον κατισχύουσαν, καὶ ν’ ἀναγνωρίσῃ διὰ συμβάσεως, κυρωθησομένης διὰ νόμου, ὡς ἰδιοκτησίαν τῶν δανειστῶν πάντα τὰ ποσὰ τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν Μονοπωλίων, ἅμα ὡς ταῦτα ἤθελον εἰσέλθει εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Ἑταιρίας, ἀλλ’ ἐννοεῖται μέχρι τῶν ποσῶν τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου καὶ τῶν παλαιῶν δανείων.» Λοιπὸν προσεφέρομεν τότε διὰ τοῦ κ. Συγγροῦ καὶ ἀνεκοινώσαμεν πρὸς τὸν γραμματέα τῆς Γερμανικῆς Πρεσβείας, ὅτι προτιθέμεθα νὰ προσφέρωμεν εἰς τοὺς παλαιοὺς καὶ τοὺς νέους δανειστάς,—διότι ἐθεωροῦμεν ὅτι τοὐλάχιστον ἔπρεπε, συνομολογοῦντες τὸν συμβιβασμὸν, νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ δάνειον τῆς ἀποζημιώσεως καὶ ἐντεῦθεν τὴν ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας—νὰ χορηγήσωμεν τὴν διαχείρισιν τοῦ ἐσόδου τῶν ὑπεγγύων προσόδων εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, ἐν ταῖς χερσὶ τῆς ὁποίας ἤθελον συγκεντρωθῆ αὗται, καὶ νὰ χορηγήσωμεν ἐπὶ πλέον εἰς τοὺς δανειστὰς τὸ δικαίωμα ν’ ἀντιπροσωπεύωνται ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἑταιρίας ταύτης καὶ μὲ ψῆφον κατισχύουσαν, πρὸς δὲ ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὡς ἰδιοκτησίαν τῶν δανειστῶν πᾶν ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἅπαξ εἰσέλθει εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἑταιρίας ταύτης, καθ’ ὅσον δὲν ἤθελε συμπληρωθῆ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαῖον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Ἀλλὰ μήτε ταῦτα ἐπήρκεσαν, ὡς θέλετε ἴδει μετ’ ὀλίγον, καὶ ἡ πληροφορία, ἡ τόσον ἀγαθοπίστως δοθεῖσα εἰς τὴν Γερμανικὴν Πρεσβείαν, ἐχρησίμευσε λίαν εὐπρεπῶς, ὅπως ἀναγκασθῇ ν’ ἀναχωρήσῃ ἐκ Βερολίνου ὁ κ. Συγγρός· διότι μετὰ τὴν μεταβίβασιν τῶν προτάσεων ἡμῶν διὰ τῆς ἐν Ἀθήναις Γερμανικῆς Πρεσβείας παρουσιάσθη ὁ ἐν Βερολίνῳ ἡμέτερος πρεσβευτὴς καὶ ἐζήτησεν ἀκρόασιν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὸν κ. Συγγρὸν, ἀλλὰ τῷ ἀπήντησαν, ὅτι ἡ κατάστασις μετεβλήθη κατόπιν τῆς κατὰ τὴν αὐτὴν πρωίαν συναντήσεως τοῦ ἐν Ἀθήναις πρέσβεως τῆς Γερμανίας μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, καθ’ ἣν καθωρίσθησαν αἱ παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θεωρεῖ δυνατάς. Ὅτι ἄλλως εἶναι ἤδη πολὺ ἀργά, διότι τὸ ζήτημα ἀνετέθη εἰς τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβευτάς. Ταῦτα ἀπεδείκνυον, ὅτι δὲν ἐθεώρησαν ἐπαρκεῖς τὰς προτάσεις ἡμῶν.

§32Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὰς τὰς ὁδηγίας εἴχετε δώσει καὶ πρὸς τὸν κ. Συγγρόν;

§33Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.

§34ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ποσοστὸν τόκου εἴχετε ὁρίσει;

§35Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τρία ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν διὰ τὸ νέον δάνειον, καὶ τὰ 30% διὰ τὰ παλαιὰ δάνεια. Ἀλλὰ μὴ μᾶς κατηγορήσητε διὰ τὴν φειδωλίαν, διότι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εὕρωμέν τινα, πρὸς τὸν ὁποῖον νὰ διαπραγματευθῶμεν, καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ διαπραγματευθῶμεν πρός τινα τὸν συμβιβασμόν, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ διαπραγματευθῶμεν οὔτε διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῆς ἀποζημιώσεως, ὑπὸ οἱουσδήποτε ὅρους.

§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόθεν ἡ Κυβέρνησις ὡρμήθη νὰ πέμψῃ ἀπεσταλμένον αὑτῆς;

§37Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξ εἰδήσεως, ἥτις ἀνεκοινώθη ἡμῖν ἐκ Παρισίων, καὶ κατόπιν καθ’ ὑπόδειξιν αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ἁνοτώ.

§38ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπισήμως;

§39Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι ἐπισήμως. Καὶ οὕτως ἀπετάθημεν πρὸς τὸν κ. Συγγρόν· ἐὰν δὲ δὲν ἀπετεινόμεθα πρὸς τὸν κ. Συγγρὸν καὶ δὲν ἀπεδέχετο οὗτος τὴν ἐντολὴν, δὲν γνωρίζω πρὸς τίνα ἠθέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀποταθῶμεν. Ἀλλὰ πρὸς οἷον δήποτε ἠθέλομεν ἀποταθῆ, ἠθέλομεν εὑρεθῆ πρὸ τοῦ αὐτοῦ τοίχου· διότι, ὅτε κατὰ Μάϊον ὁ ἀξιότιμος διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἠθέλησε νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς διαπραγματεύσεις, τῶν ὁποίων κατήρξατο ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, κατὰ Νοέμβριον π. ἔ. εὗρε πάλιν ἐνώπιόν του τὸν αὐτὸν τοῖχον. Ὁ κ. Hambro, μετὰ τοῦ ὁποίου εἶχε φθάσει εἰς τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, τῷ ἀπήντησεν, ὅτι ἤδη ἀπετάθησαν οἱ δανεισταὶ πρὸς τὰς Κυβερνήσεις των, καὶ ἀναμένουσι τ’ ἀποτελέσματα. (Λ. Β. ἀριθ. 165) Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας μου. Μὴ δυνάμενοι νὰ συνεννοηθῶμεν περὶ συμβιβασμοῦ, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εὕρωμέν τινα, πρὸς τὸν ὁποῖον νὰ πραγματευθῶμεν καὶ τὸ δάνειον τῆς ἀποζημιώσεως· διότι ποῦ ἠθέλετε ν’ ἀποταθῶμεν; Θ’ ἀπετεινόμεθα εἰς τὰς ἀγορὰς τοῦ Λονδίνου, τῶν Παρισίων, τοῦ Βερολίνου. Ἀλλὰ αἱ τρεῖς αὗται ἀγοραὶ εἶναι δηλητηριασμέναι, πάντες δὲ οἱ κεφαλαιοῦχοι, πάντα τὰ πιστωτικὰ καταστήματα τὰ μεγάλα, τὰ ὁποῖα ἀνεμιγνύοντο εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δάνεια, ἀποκρούουσιν οἱονδήποτε νέον δάνειον πρὸ τῆς συνομολογήσεως τοῦ συμβιβασμοῦ τῶν παλαιῶν δανείων, ἀπέκρουον δὲ πᾶσαν συνεννόησιν πρὸς συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἐπεθύμουν καὶ εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελον ἐπιτύχει τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐκ τοῦ ὁποίου δὲν προσεδόκων μὲν πλειοτέρας ἀσφαλείας ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας προσέφερεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀλλὰ προσεδόκων τὸ ἄμεσον κέρδος ἐκ τῆς ὑψώσεως τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων κατόπιν τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ἐλέγχου. Ἐπρόκειτο περὶ νέας κερδοσκοπίας εἰς βάρος ἡμῶν, καὶ δυστυχῶς καὶ αἱ Κυβερνήσεις, ὠθούμεναι παρ’ ἰδιωτῶν, ὅταν οὗτοι ἦναι ἰσχυροί, γίνονται τὰ ὄργανα τοιούτων κερδοσκοπιῶν. Κατηγγέλθη εἰς ἡμᾶς καὶ ἐβεβαίωσε τοῦτο καὶ φράσις λεχθεῖσα παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν παλαιῶν δανείων καὶ τοῦ συμβιβασμοῦ ἐθεώρει ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ὡς ζήτημα ἐσωτερικῆς τάξεως. Ἴσως ὑποθέσητε, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως τῆς ἐν Ἑλλάδι· ὄχι, ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως ἐν Βερολίνῳ, διότι μετ’ ὀλίγον θὰ διεξαχθῶσιν ἐκεῖ ἐκλογαί. Ἰδοὺ τί ἐτηλεγράφει ἡμῖν ὁ ἐν Ῥώμῃ ἐπιτετραμμένος τὴν 9/21 Σεπτεμβρίου: «Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν (τῆς Ἰταλίας) μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ τῷ εἶπον καθαρῶς, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἐπέμειναν ὡς πρὸς τὸν ἔλεγχον διὰ λόγους ἐσωτερικούς, διότι τὰ πλεῖστα τῶν χρεωγράφων ἡμῶν εὑρίσκονται εἰς χεῖρας ἀστῶν καὶ μικρῶν ἐμπόρων, οὐχὶ δ’ εἰς χεῖρας τῶν Ἰουδαίων τοῦ Βερολίνου, ὡς ὑπέθετε» (Λευκῆς Βίβλου ἀριθ. 241). Εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἀδυναμίαν ὁ κ. Συγγρὸς νὰ προέλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς οἱονδήποτε ἐν Βερολίνῳ, ἐτηλεγράφησεν ἡμῖν τὴν 28 Ἰουλίου, ὅτι ἀναχωρεῖ εἰς Παρισίους, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς παθούσης ὑγείας του, μετ’ ὀλίγον δὲ μᾶς ἐτηλεγράφει καὶ ἐκεῖθεν, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀσχολώμεθα καὶ μὲ τὴν ἀγορὰν τῶν Παρισίων, διότι καὶ αὐτὴ ἀκολουθεῖ κατὰ πόδα τὴν ἀγορὰν τοῦ Βερολίνου. Ἐν τῷ μεταξὺ προῆλθεν ἡ πρότασις περὶ καταβολῆς ἑνὸς ἑκατομμυρίου λιρῶν, ὅπως ἄρξηται ἡ ἐκκένωσις τῆς Θεσσαλίας· καὶ ἀπετάθημεν πρὸς πάντα, προσφέροντες τὰς εἰσπράξεις τοῦ τελωνείου Πειραιῶς ὡς ἐγγύησιν καὶ ἐπαιτοῦντες τὸ ἑκατομμύριον αὐτό· καὶ τοῦτο, διότι ὑπεδεικνύετο ἡμῖν, ὅτι οἱ ὅροι ἔσονται ἐπιεικέστεροι. Ἀλλὰ πανταχοῦ εὕρομεν ἄρνησιν. Διότι, ὅπου δήποτε ὑπάρχουσι χρεώγραφα Ἑλληνικὰ, καὶ ἄνευ διακρίσεως ἐθνικότητος πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες κατέχουσιν ἐθνικὰ δάνεια, ἀπέβλεψαν ἄνευ ἐξαιρέσεως εἰς τὴν ἄμεσον καὶ ἀσφαλῆ κερδοσκοπίαν τὴν ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ἐλέγχου. Μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς ἀνευρέσεως τῆς προκαταβολῆς ἀνέτειλε νέα ἐλπίς. Τὴν 11/23 Αὐγούστου εἰδοποιεῖ ἡμᾶς ὁ ἐν Ἀθήναις πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας, ὅτι πιθανὸν νὰ τεθῶσιν ἡμῖν τὰ ἑπόμενα δύο ἐρωτήματα: 1ον) Τίνες εἶναι αἱ πρόσοδοι, τὰς ὁποίας θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὑποθηκεύσωμεν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως. 2ον) Κατὰ τίνα τρόπον προτείνομεν ν’ ἀσκηθῇ ἡ διεθνὴς ἐπίβλεψις πρὸς τὴν ἐξασφάλισιν πρὸς τοὺς δανειστὰς τῆς τακτικῆς λειτουργίας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τούτου (ἀριθ. 198 Λ. Β.) Τὸν σκοπὸν τῶν ἐρωτημάτων τούτων ἐξηγεῖ σαφῶς τὸ ἀπὸ 16/28 Αὐγούστου τηλεγράφημα τοῦ ἐν Πετρουπόλει ἐπιτετραμμένου, ἔχον οὕτω: «... Κατὰ τὴν ἐν Πετρουπόλει διαμονὴν τοῦ Προέδρου τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας ἐπῆλθε συνεννόησις, καθ’ ἣν αἱ Δυνάμεις συνεφώνησαν, ὅπως πείσωσι πρῶτον τὴν Γερμανίαν περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, παρὰ τὰ ἰδιά της συμφέροντα, τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς εἰρήνης, καὶ ἑπομένως νὰ μὴ ἐπιμένῃ ἐξαρτῶσα τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης ἐκ τοῦ συμβιβασμοῦ τῶν παλαιῶν δανείων, ὅστις δύναται νὰ συντελεσθῇ χωριστὰ καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν διεξαγομένων διαπραγματεύσεων. Μετὰ τὴν ὁμόφωνον ταύτην συνεννόησιν ἡ Ῥωσσία, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἀγγλία συνεφώνησαν ἐπὶ ἑτέρου θέματος, ὅπως βοηθήσωσι τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀνεύρῃ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεως, χορηγοῦσαι τὴν ἠθικήν των συνδρομὴν καὶ ἐνθαῤῥύνουσαι τοὺς εὐρωπαίους τραπεζίτας εἰς τὴν καταβολὴν τῶν ἀναγκαίων κεφαλαίων. Συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασιν ταύτην αἱ τρεῖς Δυνάμεις ἀνέθηκαν προχθὲς τοῖς ἐν Ἀθήναις ἀντιπροσώποις των νὰ ζητήσωσι παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ καθορίσῃ τὰς προσόδους, ἃς προτίθεται νὰ ἀφιερώσῃ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐπιβλέψεως, ὃν προτείνομεν πρὸς τὰς ἐν λόγῳ Δυνάμεις, αἵτινες εἶναι διατεθειμέναι νὰ χορηγήσωσι καὶ τὴν πραγματικήν των ἐγγύησιν, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν δυνηθῇ νὰ ἀνεύρῃ τὸ ποσὸν τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως διὰ τῆς ἠθικῆς ὑποστηρίξεως τῶν Δυνάμεων» (ἀριθ. 201 Λευκῆς Βίβλου). Τότε ἐσπεύσαμεν νὰ προσφέρωμεν τὸ ἔσοδον τοῦ χαρτοσήμου, μὲ τὸ δικαίωμα, ὡς εἶπον, τῆς ἐπιθέσεως ἐπιπροσθέτου σφραγῖδος παρὰ τῶν δανειστῶν. Ἀλλ’ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἀντέλεξεν, ὅτι ἦτο τοῦτο ὑπέγγυον εἰς τὸ δάνειον τοῦ 1884, καὶ δὶς ὁ ἐν Ἀθήναις πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας, κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεώς του, ἐδήλωσε τῇ Κυβερνήσει, ὅτι πρὶν ἢ γείνῃ δεκτὸς ὁ ἔλεγχος ὁ ἀναγραφεὶς ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, δὲν θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν ἡ Γερμανία οἱανδήποτε πρότασιν, οὐδὲ συγκατατεθῆ εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν ὑπεγγύων εἰς τὰ παλαιὰ δάνεια προσόδων. Ἐντεῦθεν προέβημεν εἰς τὴν προσφορὰν διαφόρων ἄλλων προσόδων, μὴ ὑπεγγύων, ὧν τὸ ἔσοδον ἀνήρχετο εἰς δρ. 10,240,000, ὡς βεβαιοῖ τὸ ἀπὸ 26 Αὐγούστου ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν (ἀριθ. 220). Καὶ ἐπειδὴ ἐβλέπομεν τὸν κλοιὸν περισφίγγοντα ἡμᾶς στενώτερον, προέβημεν περαιτέρω, δεχθέντες διὰ τοῦ ἀπὸ 26 Αὐγούστου ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν ἐν τῷ Διοικητικῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων διορίζωνται τῇ ἐγκρίσει τῶν Δυνάμεων (ἀριθ. 221 ἐγγράφου). Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ῥωσσίας ἀπήντα ἡμῖν τὴν 27 Αὐγούστου, «ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναζητῶμεν ἑτέραν διέξοδον ἀπὸ τὴν ὑποδειχθεῖσαν παρὰ τῶν Δυνάμεων, διότι ἡ Γερμανία θεωρεῖ τὸ ζήτημα ὡς ὅρον, ἄνευ τῆς πληρώσεως τοῦ ὁποίου δὲν ἤθελεν ὑπογράψει αὐτὴ τὴν προκαταρκτικὴν εἰρήνην» (ἀριθ. 223 ἐγγράφου). Ἔκτοτε ἦν τετελεσμένη ἡ ἐπιβολὴ τοῦ ἐλέγχου· ἀλλὰ μέχρι καὶ τῶν τελευταίων ἡμερῶν ἀκόμη μᾶς ὡμίλουν περὶ ἐπιβλέψεως, καὶ ἐν ἐκ τῶν τελευταίων τηλεγραφημάτων τοῦ ἐν Πετρουπόλει ἐπιτετραμμένου, ἀναγράφον συνδιάλεξιν μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ῥωσσίας, περὶ ἐπιβλέψεως, καὶ περιωρισμένης κατὰ χρόνον, ὁμιλεῖ. Ἀλλ’ αἴφνης εὑρέθημεν πρὸ τοῦ πλέον ἀπολύτου ἐλέγχου, εὑρέθημεν πρὸ ἐπιτροπῆς διεθνοῦς, συγκροτηθησομένης ἐξ ἓξ μελῶν, ὧν θὰ διορίζῃ ἀνὰ ἓν μία ἑκάστη τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Εὑρέθημεν πρὸ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ ψηφίσωμεν νόμον, ὅστις θέλει ἀποδώσει τὴν εἴσπραξιν καὶ τὴν διάθεσιν ὅλων τῶν ὑπεγγύων προσόδων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν παλαιῶν δανείων καὶ τοῦ τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπὴν. Εὑρέθημεν καὶ πρὸ τοῦ φοβεροῦ ὅρου τοῦ ἄρθρου 6, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ προθεσμία πρὸς ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας ἄρχεται ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς ἤθελεν ἀναγνωρισθῆ παρὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὅτι ἐξετέλεσεν ἡ Ἑλλὰς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 ἀναγραφομένας, ἤθελε δὲ προσδιορισθῆ παρὰ τῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς καὶ ὁ χρόνος τῆς ἐκδόσεως τοῦ νέου δανείου. Εὑρέθη οὕτω ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἦτο δυνατὸν τὸν τουρκικὸν στρατὸν νὰ χρησιμοποιήσωσιν ὡς ποινήτορα, διαμένοντα ἐν Ἑλλάδι, ὅπως ἐξαναγκάσῃ ἡμᾶς εἰς τὸν συμβιβασμὸν, τὸν ὁποῖον ἀπὸ τεσσάρων ἐτῶν ἐπεδίωξαν εἰς μάτην. Ἔχετε ἤδη, Κύριοι, πλήρη τὴν εἰκόνα τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης. Ἂν ἐρωτήσητε ὅμως ἐμὲ, ὅστις παρηκολούθησα βῆμα πρὸς βῆμα τὴν ἐξέλιξιν τῶν τετραμήνων διαπραγματεύσεων, τίνα εἶναι τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται ὁριστικῶς εἰς τὸ Κράτος, δὲν θέλω δυνηθῆ νὰ σᾶς ἀπαντήσω, διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 εὑρίσκω τὰ ἑξῆς: «Ὁ ἀναγκαῖος διακανονισμὸς, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ ταχεῖα καταβολὴ τῆς ἀποζημιώσεως, γενήσεται τῇ συγκαταθέσει τῶν Δυνάμεων κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ προσβάλῃ τὰ κεκτημένα δικαιώματα τῶν ἀρχαίων δανειστῶν, κατόχων τίτλων τοῦ δημοσίου χρέους τῆς Ἑλλάδος.» Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ καθορίσῃ τις τίνα ὑπολαμβάνουσιν ὡς κεκτημένα δικαιώματα τῶν δανειστῶν; Βεβαίως δὲν εἶναι ταῦτα τὸ 30%, ὅπερ καταβάλλεται δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1893 καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι τὸ 100%, ἀλλ’ εἶναι καὶ παράλογον νὰ εἴπῃ τις τοῦτο. Εἶναι δὲ βέβαιον μόνον, ὅτι δὲν γνωρίζομεν οὐδ’ ὑμεῖς, ἀλλ’ οὐδ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες συνέταξαν τὸ ἄρθρον 2, τίνα εἶναι τὰ κεκτημένα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἠθέλησαν ν’ ἀσφαλίσωσι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης...

§40ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κεκτημένα ἢ ὡρισμένα;

§41ΡΑΛΛΗΣ. Κεκτημένα... Ἀλλὰ μὴ γνωρίζοντες τίνα εἶναι τὰ κεκτημένα ταῦτα δικαιώματα, δὲν δυνάμεθα νὰ προσδιορίσωμεν καὶ τὰς ὑπεγγύους προσόδους, αἵτινες θέλουσι χρησιμεύσει πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν κεκτημένων αὐτῶν δικαιωμάτων. Καὶ ἐν τούτοις καλούμεθα, ὅπως ψηφίσωμεν νόμον καθορίζοντα τὰς προσόδους ταύτας, καὶ ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου, ἐξαρτωμένου καὶ ἐκ τῆς ἐγκρίσεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἐξαρτᾶται ἡ ἔναρξις τοῦ μηνὸς, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ ἐκκενωθῇ ἡ Θεσσαλία. Διὰ τοῦτο δὲν ἐδίστασα νὰ εἴπω εἰς πρεσβευτὴν Μεγάλης Δυνάμεως, ὅτι πρόκειται περὶ καταχθονίου μηχανῆς (d’ une machine infernale), ἐξομοιῶ δὲ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 2 καὶ 6 πρὸς τοὺς μανδύας, μὲ τοὺς ὁποίους περιβάλλουσι τοὺς παράφρονας ἢ τοὺς καταδίκους, παρ’ ὧν ἀποπνίγονται οὗτοι, εὐθὺς ὡς θελήσωσι νὰ κινηθῶσι. Καὶ δὲν ἤρκουν ὅλα ταῦτα, ἀλλὰ, ὡς ἔλεγον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, θέτουσι χεῖρα ἐπὶ τῶν προνομιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος, καὶ ἀνατρέπουσιν ἐκ τῶν βάσεων τοὺς θεσμοὺς ἡμῶν, διότι ἐξαρτᾶται ἡ ψήφισις νόμου παρὰ τῆς Βουλῆς, ἡ κύρωσις αὐτοῦ παρὰ τοῦ Βασιλέως, ἐκ τῆς ἐγκρίσεως τῶν ξένων, τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Πάντα δὲ ταῦτα ἐπιβάλλονται ἡμῖν, χωρὶς νὰ ἐρωτηθῶμεν, καὶ περιάπτουσι καὶ τὸν τύπον τῆς ἐκτελέσεως εἰς τοὺς τοιούτους τῆς εἰρήνης προκαταρκτικοὺς ὅρους, διότι ὑπῆρχε φόβος, ὅτι ἄλλως ἤθελον ἀποῤῥιφθῆ. Ἠθελήσαμεν νὰ ἐξηγήσωμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοιαύτας διατάξεις περιέλαβον ἐν τοῖς προκαταρκτικοῖς ὅροις, νὰ παραστήσωμεν, ὅτι οὕτω καθιστῶσι τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους ἀδύνατον, ὅτι ὑπονομεύουσι τὴν δημοσίαν τάξιν. Δυστυχῶς μᾶς ἠρνήθησαν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο, συνεπεῖς πρὸς ὅσα ἀπ’ ἀρχῆς εἶχον προδιαγράψει. Διότι ἅμα ὡς ἐκ πρώτης ἀρχῆς διετυποῦντο οἱ ὅροι τῆς εἰρήνης, ἠθέλησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ παραστήσῃ τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία θὰ ἐπήρχετο εἰς τὸ καθεστὼς ἐκ τοῦ ἐλέγχου, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τὰς ἀληθεῖς δυνάμεις τῆς χώρας, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τὰ δίκαια ἡμῶν ἐπὶ τὰς προνομίας καὶ τὰς προξενικὰς ἀτελείας, ἀλλὰ μᾶς ἠρνήθησαν καὶ τὸ τοιοῦτον δικαίωμα, καὶ μόνον δὲν μᾶς ἠρώτησαν πῶς τολμῶμεν νὰ προβαίνωμεν εἰς τοιαύτας παραστάσεις. Εὑρέθη καὶ μία Δύναμις, ἥτις συνήνεσε ν’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι καὶ ὁ κατηγορούμενος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβάλῃ τὴν ὑπεράσπισίν του. Συνεπεῖς ὅμως αἱ λοιπαὶ Δυνάμεις πρὸς τὴν ἀρχὴν, ἣν ἔθεσαν, ἀπέκρουσαν τὴν πρότασιν τῆς Ἀγγλίας περὶ τῆς πρὸς ἡμᾶς ἀνακοινώσεως τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης, τοὺς ὁποίους ἐθέσπισαν. Πρὸ τοιούτων ὅρων δύο ὑπάρχουσιν ὁδοί· ἡ ἀπόῤῥιψις ἢ ἡ παραδοχή. Ἡ ἀπόῤῥιψις — δὲν πρέπει νὰ πλανώμεθα — ταχύτερον ἢ ἀργότερον ἄγει εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐχθροπραξιῶν. Καὶ τότε πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ὑπό τινας ὅρους θέλουσιν αὗται ἐπαναληφθῆ. Μὲ τὸν πρῶτον πυροβολισμὸν πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ Λαμία, καὶ ὅλη ἡ πεδιὰς τῆς Λαμίας. Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαπράξωμεν ἐκ νέου τὸ αὐτὸ σφάλμα, νὰ περιορισθῶμεν καὶ πάλιν εἰς ἀμυντικὸν πόλεμον, πρέπει νὰ θυσιάσωμεν καὶ τὸν Βόλον. Ὅ,τι ἀπέμεινεν ἐν Θεσσαλίᾳ, θέλει ἐκριζωθῇ. Τώρα ἴσως ἐννοεῖτε εἰς τί ἀπέβλεπον, ὅτε πρὸ ὀλίγου ἐξέθετον ὑμῖν, τί ἐζήτουν οἱ Τοῦρκοι, παρασπονδοῦντες τὴν 7 Μαΐου· ἐζήτουν ἀκριβῶς νὰ καταστήσωσι τὴν ἄμυναν ἡμῶν ἀδύνατον διὰ τῆς καταλήψεως τῆς παλαιᾶς ὁροθετικῆς γραμμῆς. Ἐντεῦθεν τῆς παλαιᾶς ὁροθετικῆς γραμμῆς δὲν ἔχετε ἢ ἓν μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ ἀμυνθῆτε, τὰς Θερμοπύλας καὶ τὰ Δυὸ Βουνὰ, θυσιάζοντες σχεδὸν τὴν ὅλην Φθιώτιδα. Καὶ πρὸς τίνας δυνάμεις ἔχετε νὰ πολεμήσητε; Ἀπὸ Δομοκοῦ μέχρι Ταράτσας εἶναι ἐστρατοπεδευμέναι 4 μεραρχίαι τουρκικαὶ, 20 πυροβολαρχίαι τῶν 9 καὶ 5. Ἐν Βελεστίνῳ μία ἑτέρα μεραρχία μετὰ δύο πυροβολαρχιῶν, δεκαὲξ τάγματα ἐν Λαρίσσῃ, ἀνὰ ἓξ τάγματα ἐν Καρδίτσῃ καὶ Τρικάλοις, 4 τάγματα ἐν Βόλῳ. Ἕνεκα τῶν ἀσθενειῶν τῶν ἐνσκηψασῶν εἰς τὸν τουρκικὸν στρατὸν ἐζητήθη ἡ ἀποστολὴ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἑτέρων 40 ταγμάτων νέων. Καὶ εἰς τὸν στρατὸν αὐτὸν, ἀνερχόμενον κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμοὺς εἰς 150,000 ἄνδρας, ἔχετε ν’ ἀντιτάξητε τὰς 35,000 ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς Θερμοπύλας καὶ εἰς Δυὸ Βουνά. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν θέλει πολεμήσει γενναίως καὶ θέλει ἀμυνθῇ μέχρις ἐσχάτων, ἀγωνιζόμενος ὑπὲρ τῶν ὅλων. Ἀλλὰ πολλὰ παθὼν ὁ στρατὸς αὐτὸς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ πολέμου, ἀποβαλὼν τὸ πλεῖστον ὑλικόν του κατὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Λαρίσσης καὶ τοῦ Βόλου, ἔχων τὴν ἐπιμελητείαν αὐτοῦ ἐντελῶς ἀτελῆ, ἐὰν ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀμυνθῇ, δὲν εἶναι βεβαίως εἰς κατάστασιν νὰ ἐπιληφθῇ πολέμου ἐπιθετικοῦ. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα ἡμῶν. Τὸ ζήτημα ἡμῶν εἶναι ν’ ἀνακτήσωμεν τὴν Θεσσαλίαν. Ὁπλίτας ἄλλως εὐκόλως εὑρίσκετε, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκετε, εἶναι τὰ στελέχη, καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν στελεχῶν πᾶσα προσπάθεια ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἀπέβη ματαία. Ἐὰν θέλετε νὰ κατορθώσητε νὰ δώσητε ὁπωσδήποτε μορφὴν στρατοῦ εἰς τὸν στρατὸν τῆς Ἠπείρου, κατὰ τὰς ἐπισήμους ἐκθέσεις τοῦ ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ ἐκείνου,—καὶ γνωρίζετε ὅτι μεταξὺ τῶν ἐπιτελῶν εἶναι ὁ Κωνσταντινίδης, εἷς τῶν διαπρεπεστέρων ἀξιωματικῶν ἡμῶν,—ἀπαιτοῦνται 15 ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ, 29 λοχαγοὶ, 25 ὑπολοχαγοὶ, 90 ἀνθυπολοχαγοί. Εὕρετέ τους! Διὰ τὸν στρατὸν τῆς Φθιώτιδος ἔχετε ἀνάγκην, ἐὰν ὄχι διπλασίου ἀριθμοῦ βαθμοφόρων, ἔχετε ἀνάγκην τοὐλάχιστον ἴσου ἀριθμοῦ. Εὕρετέ τους! Δὲν πλάττονται οἱ βαθμοφόροι ἀπὸ τῆς παραμονῆς μέχρι τῆς ἐπιούσης. Αὕτη δὲ ἡ ἔλλειψις, ἡ ἀνεπανόρθωτος ἔλλειψις τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ὑπῆρξε καὶ ἡ ἔλλειψις ἡ ἀνεπανόρθωτος διὰ τὸν στρατὸν τῆς Γαλλίας κατὰ τὸ 1871. Ἡ Γαλλία εἶχεν ἔτι πληθυσμὸν 39 ἑκατομμυρίων, τὰ ⅔ αὐτῆς δὲν εἶχε πατήσει ὁ ποῦς ὁ γερμανικός· ἐν ὅλῳ ὑπῆρχε στρατὸς γερμανικὸς ἐν ταῖς χώραις ταῖς κατεχομέναις παρ’ αὐτοῦ 900,000 ἀνδρῶν· καὶ ἐν τούτοις διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν στελεχῶν, τὰ ὁποῖα ἐξέλιπον κατόπιν τῆς αἰχμαλωσίας τῶν δύο μεγάλων στρατειῶν αὐτῆς, ἠναγκάσθη ἡ Γαλλία ἡ μεγάλη, ἡ Γαλλία τοῦ 1789, ἡ Γαλλία τῶν ἐπαναστάσεων, ἡ Γαλλία τῶν μαχῶν, ἡ Γαλλία τῶν νικῶν τῆς πρώτης Αὐτοκρατορίας, νὰ ὑποστῇ τὸν νόμον τοῦ νικητοῦ. Παρέδωκεν εἰς τὸν νικητὴν δύο μεγάλας καὶ πλουσίας ἐπαρχίας, 1,600,000 κατοίκων, 14,000 χιλιόμετρα τῆς γῆς αὐτῆς, δύο φρούρια πρώτης τάξεως καὶ 5 δισεκατομμύρια ἐκ τοῦ πλούτου αὐτῆς. Καὶ τοῦτο, ἔλεγεν ὁ Θιέρσος, ὅστις ἐδέχθη τοὺς φοβεροὺς ἐκείνους ὅρους τῆς εἰρήνης, δι’ ἔλλειψιν στελεχῶν. Ἐγένετο προσπάθεια ἐν τῷ πολεμικῷ ἐκείνῳ ἔθνει πρὸς ἀναδιοργάνωσιν στρατῶν, καὶ διωργανώθη τοιοῦτος στρατὸς παρ’ ἐξόχου στρατηγοῦ, ὁ στρατὸς τοῦ Βούρβαχη, ἀλλ’ εἰς πρώτην σύῤῥαξιν ὁ στρατὸς ἐκεῖνος ἐκρίθη ἀνίκανος ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἐχθρὸν, καὶ ἠναγκάσθη νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Ἑλβετικὸν ἔδαφος, ὅπου ἠχμαλωτίσθη παρὰ τῶν Ἑλβετῶν ἐθνοφρουρῶν. Τὰ πάντα δύνασθε νὰ δημιουργήσητε στιγμιαίως, ἀλλὰ στρατὸν δὲν δύνασθε. Οἱ στρατοὶ δὲν αὐτοσχεδιάζονται. Καὶ ὅταν οὕτω παριστῶ ὑμῖν τὰ πράγματα, δύνασθε νὰ ἐννοήσητε, μεθ’ ὅλην τὴν φοβερὰν ἐξεικόνισιν, ἣν ἐποιησάμην ὑμῖν, τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης, τίς ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐχθροπραξιῶν δύναται ν’ ἀγάγῃ εἰς συμφορὰς, τὰς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπολογίσῃ καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀναλογισθῇ χωρὶς νὰ καταστῇ ἔκφρων. Ἐκ τοῦ στρατοῦ τῶν Θερμοπυλῶν καὶ τῶν δύο Βουνῶν θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ ἐλευθερία τῆς ὅλης Ἑλλάδος, ὅπως ἔχουσι σήμερον τὰ τῆς Εὐρώπης. Ἐὰν δὲ ἤθελε ποτὲ διασπασθῆ ἡ ἄμυνα ἐκεῖ, ἐν Θερμοπύλαις, τί θὰ ἐγίνοντο πᾶσαι αἱ μεγαλοπόλεις τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ Λαμίας καὶ κάτω; Τί θὰ ἐγίνοντο αἱ Ἀθῆναι; τί θὰ ἐγίνετο ὁ Πειραιεύς; Ἀληθῶς τότε, ὡς εἷς ἐκ τῶν διακριθέντων ἢ ὁ διακριθεὶς μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ μας μοὶ ἔλεγε πρό τινων ἡμερῶν, ἀληθῶς τότε ἠθέλομεν καταλύσει τὸ ἔργον τῶν πατέρων ἡμῶν, τὸ ἀπὸ τοῦ 1821 μέχρι σήμερον, καὶ ἠθέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ ὄρη, ὅπως ἐπαναρχίσωμεν τὸν ἀγῶνα τῆς ἀνεξαρτησίας. Τοιοῦτον ἀγῶνα οὐδέποτε θέλω συμβουλεύσει ὑμῖν, ὑπὸ τοὺς σημερινοὺς μάλιστα διεθνεῖς ὅρους. Ἀλλὰ συμβουλεύω ὑμῖν τὴν παρὰ τῆς Βουλῆς ἀποδοχὴν τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης; Οὐχί· διότι δὲν θέλω νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ξένους νὰ θέσωσι χεῖρα καὶ ἐπὶ τὰς προνομίας τὰς κοινοβουλευτικὰς, ἐπὶ τὰς προνομίας τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τὰς προνομίας τοῦ Στέμματος, ἐπὶ τοὺς θεσμοὺς ἡμῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ἀνακοινοῦσα ὑμῖν τοὺς ὅρους τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, δὲν ὑποβάλλει νομοσχέδιον πρὸς κύρωσιν αὐτῶν. Κυροῦντες τὴν εἰρήνην διὰ νομοσχεδίου, ἠθέλετε προεξοφλήσει διὰ τὸ μέλλον τὴν ψῆφον ὑμῶν καὶ τὴν ἀπόφασιν ὑμῶν, ἠθέλετε ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν, ἅμα ὡς ἠθέλετε κυρώσει διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν σήμερον τὸ ἄρθρον 2, νὰ δεχθῆτε τὸν νόμον ἐκεῖνον, περὶ τοῦ ὁποίου προβλέπει τὸ ἄρθρον 2, ἄνευ ἀντιλογίας, ἄνευ τροπολογίας, ἄνευ συζητήσεως. Καὶ ψηφίζοντες τυφλῶς, ἠθέλετε πράξει καί τι πλέον, ἠθέλετε καταδικάσει καὶ τὸ Στέμμα νὰ ἀποβάλῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας ὡς πρὸς τὸν νόμον ἐκεῖνον. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε κἂν ἀνάγκην νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων· σᾶς ἀπήλλαξαν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, κηρύξαντες αὐτοὺς ἐκτελεστοὺς ἀπὸ τῆς ἀνακοινώσεως. Ἀποβλέπουσα δὲ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ νὰ διασώσῃ ὅ,τι εἶναι ἔτι δυνατὸν νὰ διασωθῇ, διεκδικεῖ πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ ὀδυνηρότατον καθῆκον νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὴν εὐθύνην τῆς ἀποδοχῆς τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων. Σώζομεν οὕτω ὅ,τι, ὡς εἶπον, δύναται ἔτι νὰ σωθῇ, σώζομεν τὰς προνομίας τῆς Βουλῆς καὶ τὰς προνομίας τοῦ Στέμματος, συγκομίζει δ’ ἡ Κυβέρνησις μόνη τὴν εὐθύνην τῆς ἀποδοχῆς, καὶ θὰ ὑπέχῃ οὕτω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαπραγματευθῇ καὶ φέρῃ ὑμῖν πλῆρες τὸ σχέδιον,—ἐννοῶ ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ, κατ’ ἀντιδιαστολὴν πρὸς τὴν Βουλὴν,—ὅπως φέρῃ ἐνώπιον ὑμῶν πλήρεις τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Οὕτω θὰ δυνηθῆτε ἐν τελείᾳ πλέον συνειδήσει τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ ν’ ἀποφασίσητε. Διεκδικοῦσα δὲ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις τὸ ὀδυνηρὸν καθῆκον ν’ ἀναλάβῃ μόνη αὕτη τὴν εὐθύνην τῆς ἀποδοχῆς τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης, ζητεῖ παρ’ ὑμῶν πρὸς αὐτὸν καὶ μόνον τὸν σκοπὸν καὶ ὑπ’ αὐτὴν καὶ μόνην τὴν ἔννοιαν ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ὀδυνηροῦ τούτου καθήκοντος τερματίζεται ἡ ἐντολὴ τῆς Κυβερνήσεως. Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα ἐκ τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων ἐτυπώθησαν, διότι δυστυχῶς δὲν κατωρθώθη νὰ ἐκτυπωθῶσι πάντα. Αὔριον θὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ πλήρη τὴν Λευκὴν Βίβλον.

§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐζήτει τὴν ἐμὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔμελλε νὰ ἐκθέσῃ τὰ λαβόντα χώραν ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν κατέθηκε σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς προκαταρκτικοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης, τοὺς ὑπὸ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας γενομένους ἀποδεκτοὺς, ἤθελον δώσει εἰς αὐτὸν γνώμην νὰ ἀναλύσῃ μὲν ὅσον ἐνέκρινεν εὐρύτερον τὰς διατάξεις τῶν ὅρων τούτων, νὰ μὴ θελήσῃ ὅμως ν’ ἀνακοινώσῃ ἢ νὰ ἐξιστορήσῃ τὰς πράξεις αὐτοῦ. Μοὶ ἐφάνη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐσφάλετο, προβὰς νὰ ἐκθέσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν πᾶν ὅ,τι ἔπραξε καὶ εἶπεν, ὡς ἂν ἐπρόκειτο σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὴν πολιτείαν αὐτοῦ. Τοιαύτην συμβουλὴν δὲν ἤθελον δώσει εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ συνέπειαν δὲν ἠδυνάμην νὰ δώσω οὔτε εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου γνώμην νὰ ἀναφέρῃ καὶ οὗτος ἐν λεπτομερείᾳ τὰς πράξεις καὶ ἐνεργείας αὐτοῦ. Ἡ πολιτεία, τὴν ὁποίαν μετῆλθε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, συνέπειαν εἶχε τὸν πόλεμον πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἢ, ἵνα ἦμαι ἀκριβολόγος, τὸν πόλεμον τῆς Τουρκίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ὁ πόλεμος διεξήχθη, κατέληξεν εἰς οἱονδήποτε ἀποτέλεσμα, τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τοῦτο ἤγαγεν εἰς τὴν ἀνακωχὴν, μετὰ δὲ τὴν ἀνακωχὴν εἰς τὴν ἀνάμιξιν τῶν Δυνάμεων πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης. Ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἑπομένως ἐν σταδίῳ, κατὰ τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἕτερον δύναται ν’ ἀπασχολήσῃ αὐτὴν, εἰμὴ μόνον αἱ σχέσεις αὐτῆς πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις. Τὸ στάδιον τοῦτο προβάλλει τὸ μέγιστον τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου προέκυψαν, τὴν δὲ Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀγωνιζομένην νὰ διεξαγάγῃ τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἐπὶ μικροτέρα βλάβῃ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἐν τῷ τοιούτῳ σταδίῳ ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ᾖναι διεσπασμένη, ἐξ ἐναντίας πρέπει νὰ ᾖναι ἡνωμένη, ὅπως παρίσταται τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἅπαν ἔχον μίαν φωνὴν καὶ μίαν γνώμην. Ἀλλ’ ἐὰν εἰσάγωμεν εἰς τὸ στάδιον τοῦτο τὰς ἐνεργείας ἡμῶν, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ δικαιολογήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ῥίπτομεν τὸ σπέρμα τῶν διαιρέσεων, πράττομεν τὴν μεγίστην τῶν παρεκτροπῶν, διότι ἄγομεν τὴν Βουλὴν εἰς ἔρευναν τῶν ὑπουργικῶν πράξεων, προκαλοῦμεν αὐτὴν νὰ ἐλέγξῃ αὐτὰς, νὰ ἀποφήνηται γνώμην, λησμονοῦντες ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι. Καὶ δὲν συμβαίνει τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Ἑλλήνων μόνον, συμβαίνει πανταχοῦ, ὅταν προτίθενται πρὸς ἔλεγχον πράξεις πολιτικῶν ἀνδρῶν, ὅταν πρόκειται νὰ ἐξετασθῶσι συμβεβηκότα, νὰ συνδυασθῶσι μετὰ τῶν πράξεων, μετὰ τῶν διανοημάτων αὐτῶν. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Πῶς λοιπὸν ἠθέλομεν ἀρνηθῆ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸν ἔλεγχον τοῦτον, ἑπομένως τὰς διχογνωμίας αὐτῆς, τὴν διαίρεσιν αὐτῆς καὶ τὴν διαίρεσιν τοῦ ἔθνους; Ἀπαιτεῖται βεβαίως σθένος ψυχῆς, διὰ νὰ δύνηταί τις νὰ λησμονῇ ἑαυτὸν, ὅταν δυστυχεῖς περιστάσεις καταδικάζωσι τὴν πατρίδα αὐτοῦ νὰ διέρχηται στάδιον τοσούτῳ ἐπικίνδυνον, ᾖναι δ’ ἕνεκα τούτου ἠναγκασμένος νὰ ἀκούῃ ἐλέγχους καὶ ἐπικρίσεις καὶ νὰ μὴ δύνηται νὰ ἀπολογῆται, ἐνίοτε δὲ νὰ ᾖναι ἠναγκασμένος νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὰ ὦτά του, ὅπως φθάνωσι μέχρις αὐτοῦ ὕβρεις καὶ συκοφαντίαι, ὅσας ἡ ἀνθρωπίνη ἐχθροπάθεια καὶ τὰ ἀνθρώπινα μίση δύνανται νὰ δημιουργήσωσι καὶ ἐξυφάνωσι. Καὶ αὐτὸς ἀναγκάζεται νὰ μένῃ σιωπῶν, μὴ τολμῶν, ἀλλ’ ὀφείλων νὰ ἀποφεύγῃ τὸν ἔλεγχον, διότι τοῦ ἐλέγχου τούτου ἡ λειτουργία θέλει φέρει τὴν διαίρεσιν. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς οὐδαμῶς διενοήθημεν νὰ προβῶμεν εἰς ἐξέτασιν τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργείου τῆς 18 Ἀπριλίου· ἀφήκαμεν νὰ ἐξελέγξωμεν τὰς πράξεις ταύτας ὅταν θὰ λήξῃ τὸ στάδιον τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Κράτους, τὸ στάδιον εἰς τὸ ὁποῖον εἴμεθα εἰσηγμένοι, ὅταν κανονισθῶσι πᾶσαι αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῆς ἀλλοδαπῆς, μετὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ τῆς Τουρκίας, ὅταν θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν οἶκόν μας καὶ θὰ ἐξετάσωμεν τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὕρομεν τὸν οἶκον ἡμῶν, καὶ τὴν κατάστασιν εἰς ἣν ἀφήκαμεν αὐτὸν, ὅταν κληθῶμεν νὰ ἐρευνήσωμεν τὰς ὑποθέσεις τὰς ἐσωτερικὰς τοῦ Κράτους, νὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὸ ἐνεστὼς αὐτοῦ, νὰ κατανοήσωμεν τὸ μέλλον του, διὰ νὰ δυνηθῶμεν τοὐλάχιστον νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἐπέσκηψαν ἐπὶ τὴν χώραν. Τίς ἐξ ὑμῶν διενοήθη νὰ ἐπικρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 18 Ἀπριλίου, διότι ἐζήτησε τὴν μεσολάβησιν τῶν Δυνάμεων, καὶ δὲν ἐπροτίμησε τὴν ἑτέραν τακτικὴν, τοῦ νὰ ἀποταθῇ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ συνεννοηθῇ ἀπ’ εὐθείας μετ’ αὐτῆς περὶ τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης; Οὐδεὶς ἐπέκρινε περὶ τούτου τὴν Κυβέρνησιν. Ἡμεῖς αὐτοὶ, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν, ἡμεῖς αὐτοὶ τὴν αὐτὴν ἠρξάμεθα τακτικὴν, εἰ καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἐβαδίσαμεν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ σχεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐβάδισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,— δὲν τὰ λέγω δὲ διότι πρόκειται νὰ ὑποφήνωμαι ἐπίκρισιν τῆς τακτικῆς αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ λέγω διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἠκολουθήσαμεν.—Ἡμεῖς ἀπετάθημεν διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τοὺς πρέσβεις τῶν τριῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων, διότι ἐσκέφθημεν ὅτι αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν μεγίστην τῶν δυνάμεων, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ φαντασθῇ ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ αἵτινες ἐπιμελοῦνται τῶν πραγμάτων τῆς Εὐρώπης ὡς τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, ὅτι αὐταὶ εἶναι οἰκοδόμημα νεώτερον, ἐνῷ ἡ συνθήκη, διὰ τῆς ὁποίας ἐσχηματίσθη τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, δὲν εἶναι ἔργον τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων, ἀλλὰ τῶν τριῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων, τῆς Ῥωσσίας, τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γαλλίας, ἐπειδὴ δὲ διὰ τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης, ἕνεκα τῆς ἥττης ἡμῶν, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ προκύψωσι συζητήσεις τείνουσαι νὰ μεταβάλωσι τὴν διὰ τῆς συνθήκης τοῦ 1830 ἀποκατασταθεῖσαν τάξιν ἐν τῇ ἄκρᾳ ταύτῃ τῆς Ἀνατολῆς, ἀπετάθημεν πρὸς αὐτὰς, ἐπαφίετο δὲ εἰς ταύτας νὰ εἰσηγήσωνται τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὰς ἄλλας τρεῖς Δυνάμεις, ἵνα μετ’ αὐτῶν κανονίσωσι τὰ περὶ τῆς ἀνακωχῆς καὶ τῆς εἰρήνης. Αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις εἶχον κληθῆ νὰ σκέπτωνται περὶ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, διότι ἡ διατήρησις τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἐκρίθη ὡς παράγων, ὡς στοιχεῖον ἀναγκαῖον πρὸς διατήρησιν τῆς εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης, αἱ ἓξ δὲ Μεγάλαι Δυνάμεις ἔκριναν ὅτι ἔχουσι δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐπιμελῶνται τῆς διατηρήσεως τῆς εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης. Καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι ὁ Ἑλληνοτουρκικὸς πόλεμος ἤθελεν ἐφάπτεσθαι τῶν συμφερόντων τῆς εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης, ἔπρεπεν ὅμως νὰ εἰσαχθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἰς τὴν σύσκεψιν τῶν ἓξ Δυνάμεων διὰ τῶν τριῶν Μεγάλων εὐεργετίδων Δυνάμεων ὡς εἰσηγητῶν. Λέγων ταῦτα, σκοπῶ νὰ δικαιολογήσω τὸ σύστημα τῶν σκέψεων, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω, ἵνα τοιαύτην μετέλθῃ τακτικὴν, ὅταν προὐτάθη νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀνακωχήν· δὲν λέγω ταῦτα διὰ νὰ ἐπικρίνω τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 18 Ἀπριλίου· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν μετήλθομεν ταύτην, ἐνόμιζον ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ δικαιολογήσω τὰς πράξεις ἡμῶν. Βεβαίως οἱ προκαταρκτικοὶ ὅροι, οἱ γενόμενοι ἀποδεκτοὶ ὑπὸ τῶν ἓξ Μ. Δυνάμεων τῇ συμπράξει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Τουρκίας, εἶναι τοσοῦτον ἐπαχθεῖς, καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν τοσοῦτον ἄδικοι, ὥστε ὁμολογῶ ὅτι οὐδέποτε ἐφρόνουν ὅτι μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποπτεύσω, ὅτι εἰς τοιούτους ὅρους ἤθελον καταλήξει αἱ ἐργασίαι τῶν ἓξ Μ. Δυνάμεων. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἀνέγνων ἐν τῇ ἱστορίᾳ, ὅτι Βασιλεὺς μεγάλου Κράτους, προβεβηκὼς τὴν ἡλικίαν, ἀλλὰ καὶ ἀσθενὴς τὸ σῶμα, εὑρέθη ἀπέναντι νικητῶν τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος του, οἱ ὁποῖοι, εἰσβαλόντες εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ μεγάλου ἐκείνου Κράτους, ἐπελάβοντο τῆς μελέτης τῆς εἰρήνης καὶ ἐσκέπτοντο νὰ ἐπιβάλωσι τοὺς ὅρους αὐτοὶ εἰς τὸ ἡττημένον Κράτος. Οἱ ὅροι, οἵτινες εἶχον ἐγκριθῆ ὑπὸ τῶν νικητῶν, ἦσαν βαρύτατοι καὶ ἐπαχθέστατοι, ὁ δὲ δυστυχὴς Βασιλεὺς τοῦ μεγάλου ἐκείνου Κράτους, ὅστις δὲν ἦτο αἴτιος τοῦ πολέμου, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοῦ Κράτους ἐκείνου καὶ νὰ ἀνακοινώσῃ τὴν συνθήκην, ἥτις ἐπεβάλλετο αὐτῷ. Ἔλεγε λοιπὸν, ὅτι ᾐσθάνετο βαθυτάτην θλῖψιν, διότι τοιαῦτα ἔμελλε νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀγγέλματα, καὶ ἐβεβαίου ὅτι προέβαινεν εἰς μεγάλην τῷ ὄντι ἀπόφασιν, ἀναλαβὼν νὰ ἐκπληρώσῃ τοσούτῳ ὀδυνηρὸν καθῆκον. Τῷ ὄντι ἀπαιτεῖται μεγάλη ἀπόφασις ἵνα ἀνθέξῃ τις, ὅταν πρόκειται νὰ μεταδώσῃ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, εἰς ὃ ἀνήκει, νὰ μεταδώσῃ συνθήκας τοσοῦτον ἐπαχθεῖς καὶ βαρείας. Δὲν λέγω ταῦτα διότι σκοπῶ νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν διάνοιαν ὑμῶν στοιχεῖα παραβολῆς τοῦ μεγάλου ἐκείνου Κράτους πρὸς τὰς περιστάσεις τῆς Ἑλλάδος. Ἐν πρώτοις οἱ νικηταὶ τοῦ Κράτους ἐκείνου εἶχον ὄντως δηλώσει, ὅτι δὲν ἐπολέμουν τὸν Βασιλέα, ὅστις τότε ἐβασίλευεν, οὐδὲ τὴν χώραν, ἐφ’ ἧς ἐβασίλευεν, ἀλλ’ ἐπολέμουν τὸν ὑπερβάτην, ὅστις ἦτο προκάτοχος τοῦ Βασιλέως ἐκείνου· ὅτε ὅμως ἦλθεν ἡ στιγμὴ τῆς εἰρήνης, ἐλησμόνησαν ὅσα ἔλεγον, καὶ ἐμελέτων νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὸ Κράτος τοσοῦτον ἐπαχθεῖς ὅρους, ὥστε ἤθελον κατασυντρίψει τὸ μέγα ἐκεῖνο Κράτος, τιμωροῦντες αὐτὸ καὶ οὐχὶ τὸν ὑπερβάτην, ὡς προανήγγελλον. Εὐτυχῶς διὰ τὸ Κράτος ἐκεῖνο, τῶν συμβουλίων τῶν ἡγεμόνων, οἵτινες ἐμελέτων τὰ τῆς εἰρήνης, ἦτο μέλος διπλωμάτης, ὁ ὁποῖος ἀνῆκεν εἰς δυστυχῆ καὶ καταπονουμένην καὶ τυραννουμένην φυλὴν, ὁ δὲ διπλωμάτης οὗτος ηὐτύχησε νὰ εὕρῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ προσφέρῃ πολυτίμους ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος ἐκεῖνο, καὶ νὰ μειώσῃ τοὺς ἐπαχθεῖς ὅρους, καὶ νὰ βελτιώσῃ τὰς συνθήκας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ συνομολογηθῇ ἡ εἰρήνη. Ἰδοὺ κατὰ τί διαφέρομεν ἀπὸ τὸ μέγα ἐκεῖνο Κράτος, τὸ ὁποῖον νῦν ἀνθεῖ καὶ εὐτυχεῖ, ὅτι δὲν εἴχομεν καὶ ἡμεῖς τὴν εὐτυχίαν νὰ εὑρεθῇ ἐν τοῖς συμβουλίοις τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων ἄλλος τις, ἐμπνεόμενος ὑπὸ τῶν αἰσθημάτων, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐνεπνέετο ὁ Ἕλλην διπλωμάτης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅπως συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ὅρων τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, τοὺς ὁποίους ἤδη μᾶς προβάλλουσι. Καὶ ἡμεῖς ὄντως οὐδένα ἔχομεν σκοπὸν νὰ ἐπικρίνωμεν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 18 Ἀπριλίου, διότι ἀπετάθη εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις. Φρονοῦμεν μάλιστα, ὅτι ἤθελε πράξει πρᾶξιν παράτολμον, ἂν ἀπηυθύνετο εἰς τὸν νικητὴν καὶ ἐζήτει νὰ συνεννοηθῇ μετ’ αὐτοῦ περὶ τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ τοῦτο οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 18 Ἀπριλίου, οὔτε τὸ προκάτοχον αὐτοῦ, ὅταν ἐνεθυμεῖτο ποῖοι ἦσαν οἱ ὅροι τῆς συνομολογηθείσης εἰρήνης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ἢ ποῖοι ἦσαν οἱ ὅροι, ἐφ’ οἷς συνωμολογήθη ἡ εἰρήνη τοῦ 1815. Ὅταν προσφεύγῃ τις πρὸς τὸν νικητὴν καὶ ζητῇ παρ’ αὐτοῦ νὰ ὑπαγορεύσῃ τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης, δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῇ, ὅτι οἱ ὅροι θέλουσιν εἶσθαι οἱ βαρύτεροι πάντων τῶν ὅρων, ὅσοι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυφανθῶσι καὶ νὰ προταθῶσι πρὸς συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης. Ἤκουσα λεγόμενον παρά τινων, ὅτι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἦσαν ἐντολοδόχοι, οὕτως εἰπεῖν, τῆς Ἑλλάδος. Ἡ θεωρία μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἀληθής. Αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, ὅταν ἐδέχθησαν τὴν αἴτησιν τῆς Ἑλλάδος, ἢ ὅταν προσήνεγκον αὗται τὴν ἐπέμβασίν των, τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὴν Ἑλλάδα, πρὸς κατάπαυσιν τῶν ἐχθροπραξιῶν καὶ συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης, ἐνήσκουν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν αὗται διὰ τῆς ὁμοφωνίας των ἀντεποιήθησαν, καὶ τὴν ὁποίαν ἐνασκοῦσι, καὶ ἐνώπιον τῆς ὁποίας ὑποτάσσεται πᾶσα ἡ Εὐρώπη. Νομίζω μάλιστα, ὅτι, καὶ ἂν ἡμεῖς δὲν ἠθέλομεν ἀπευθυνθῆ πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, ὁ δὲ πόλεμος προέβαινε, καὶ ἠπειλοῦντο ἕνεκα τούτου συμφέροντα τοῦ πολιτισμοῦ, ἢ ἐκινδύνευε νὰ διαταραχθῇ ἡ ἰσοῤῥοπία ἐν τῇ ἐσχατιᾷ ταύτῃ τῆς Ἀνατολῆς,—γνωστὸν δὲ, ὅτι ἡ ἐσχατιὰ αὕτη τῆς Ἀνατολῆς ἐπηρεάζει καὶ αὕτη τὴν εὐρωπαϊκὴν εἰρήνην,—αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις αὐτοβούλως καὶ αὐτεπαγγέλτως ἤθελον ἐπιληφθῆ τῆς ὑποθέσεως, ὅπως σταματήσωσι τὰς πολεμικὰς πράξεις, καὶ ἤθελον μεριμνήσει, πῶς δύνανται νὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς ὑποθέσεως ἐν τῷ γενικῷ συμφέροντι τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς εἰρήνης. Τοιαύτη εἶναι ἡ αἰτιολογία, καθ’ ἣν ἐνασκεῖται ὑπὸ τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων ἡ μεγίστη, ἵνα μὴ εἴπω ἡ ὑπεράνθρωπος, ὑλικὴ δύναμις, τὴν ὁποίαν διαχειρίζονται. Ὁ σκοπὸς αὐτῶν εἶναι ἡ προστασία τῶν μεγάλων συμφερόντων τοῦ πολιτισμοῦ, τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας, τῆς προλήψεως συμφορῶν καὶ δεινῶν, τὰ ὁποῖα ἐπάγει ὁ πόλεμος, εἶναι σκοπὸς εὐγενὴς καὶ ἀγαθοποιός. Δὲν θέλω νὰ ἐπικυρώσω διὰ τῆς ἐμῆς γνώμης, ὅτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀντιλαμβάνονται τῶν πραγμάτων, εἶναι πάντοτε τρόπος δίκαιος καὶ ἐπιεικής. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἀνέγνωσα ἔν τινι ἐφημερίδι λόγον μεγάλου Ὑπουργοῦ Μεγάλης Δυνάμεως. Αὕτη εἶναι ἐκ τῶν Δυνάμεων ἐκείνων, τῶν ὁποίων οἱ στόλοι ἐν Ναυαρίνῳ ἔθηκαν τὰς βάσεις τῆς Ἑλληνικῆς ἐλευθερίας, καὶ ὧν μετ’ εὐλαβείας καὶ σεβασμοῦ ἀναμιμνήσκομαι τὴν μεγάλην ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν ἀνθρωπότητα καὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην προσήνεγκον διὰ τῆς πράξεως ἐκείνης. Πολιτικὸς τυγχάνει ἀνὴρ διάσημος καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην, ἀφοῦ δ’ ἐκεῖ εἶναι Πρωθυπουργὸς τοιαύτης Δυνάμεως ὀφείλομεν εὐλάβειαν πρὸς τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ. Ὅσοι δὲ γνωρίζουσιν αὐτὸν καὶ προσωπικῶς, ὀφείλουσι σέβας καὶ τιμὴν εἰς τὸ ὑπέροχον πρόσωπον τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς μεγάλης ἐκείνης Δυνάμεως. Ἂν μνημονεύω τῶν λόγων αὐτοῦ, τοὺς ὁποίους κρίνω ἀδίκους, μνημονεύω διὰ νὰ δώσω παραμυθίαν εἰς τὸν Ἑλληνισμόν, διὰ νὰ δώσω παραμυθίαν εἰς τὴν φυλὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, ἀπέναντι ὕβρεως, τὴν ὁποίαν ἐπεφώνησε πρὸς αὐτὴν—διότι ὕβρις εἶναι τὸ λεχθὲν ὑπ’ αὐτοῦ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἔχρῃζε τρελλομανδύου. Ἡ ἱστορία τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἔχει ἀποδεχθῆ, ὅτι οἱ Χριστιανικοὶ λαοὶ, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἔτι ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν κατάκτησιν, πιέζονται καὶ τυραννοῦνται, καὶ ὅτι ὁ πόθος, τὸν ὁποῖον ἔχουσιν, ἵνα ἀξιωθῶσιν ἐλευθερίας, ἵνα τέλος πάντων τύχωσι βελτιώσεως τῆς τύχης αὐτῶν, εἶναι πόθος, τὸν ὁποῖον εὐλογεῖ δικαίως καὶ ἐπαινεῖ καὶ ἐνισχύει ἡ φιλανθρωπία. Διὰ τοῦτο ἠξίουν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐπιεικής, ὅταν ἔβλεπε τὴν Ἑλλάδα συρομένην εἰς πόλεμον ὑπὸ τῆς προκλήσεως τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας. Τὸ βῆμα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ χρησιμεύῃ, ἵνα ἀναιρῶνται καὶ ὕβρεις, τὰς ὁποίας ξέναι ἐφημερίδες ἐξετόξευσαν κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω, ὅτι ἐν ἐφημερίδι κατεχούσῃ ἐπιφανῆ εἰς τὸν δημοσιογραφικὸν κόσμον μεγάλης πρωτευούσης θέσιν ἀνέγνων, ὅτι οἱ ὅροι οἱ προκαταρκτικοὶ τῆς εἰρήνης ἐξυφάνθησαν οὕτως, ὅπως τιμωρηθῇ ἡ πειρατικὴ πολιτική. Καὶ πολιτικὴ πειρατικὴ ἐχαρακτηρίσθη ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος, ἥτις ἔστειλε πλοῖα εἰς τὴν Κρήτην, διὰ νὰ σώσῃ Χριστιανικὸν πληθυσμὸν, τὸν ὁποῖον ἠπείλει τὸ πῦρ καὶ ὁ σίδηρος τῶν Μουσουλμάνων! Καὶ πολιτικὴ πειρατικὴ ἐχαρακτηρίσθη ἡ ἀποστολὴ στρατοῦ διὰ νὰ σώσῃ δέκα χιλιάδας ψυχῶν ἐν Ἡρακλείῳ, τὰς ὁποίας ἡ Τουρκικὴ φρουρὰ καὶ ὁ Μουσουλμανικὸς πληθυσμός, τὸν ὁποῖον εἶχον ὁπλίσει διὰ τῶν ὅπλων τῶν δημοσίων ἀποθηκῶν οἱ διοικοῦντες τὸ Ἡράκλειον, ἠπείλουν νὰ φονεύσωσι καὶ νὰ κατασφάξωσιν, ὁ δὲ Μητροπολίτης τῆς Μεγαλονήσου, ὁ ἀείμνηστος Τιμόθεος, προσέφυγεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησις, ζητῶν νὰ σπεύσῃ νὰ σώσῃ δέκα χιλιάδας ψυχῶν Χριστιανικῶν! Εἶπον, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ μνημονεύσω καὶ τούτου, διότι πιστεύω, ὅτι ἡ γνώμη τῆς ἐφημερίδος ταύτης δὲν εἶναι ἀσπαστὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς μεγάλης ἐκείνης Ἐπικρατείας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπὶ τοῦ θρόνου τοῦ μεγάλου ἐκείνου Κράτους ἐκάθητο πρὸ τριάκοντα ἐτῶν μέγας Ἡγεμὼν, ὁ ὁποῖος κατήργησε τὴν δουλείαν καὶ ἐγκατέστησε σύστημα δικαιοσύνης πολιτικῆς καὶ ποινικῆς ἐν τῷ Κράτει αὐτοῦ, καὶ ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Ἡγεμόνος ἐκείνου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν αὐτοῦ ἠγωνίζετο καὶ προσεπάθει νὰ πείσῃ τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἡ Κρήτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τὴν Ὀθωμανικὴν, ὅτι πρέπει νὰ ἑνωθῇ μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἠναγκάζετο δὲ ὁ Ἀρχικαγγελάριος τῆς Ρωσσίας νὰ περιγράφῃ τὴν ἱστορίαν τῆς νήσου Κρήτης, τὴν ἱστορίαν, ἥτις εἶχε καταδικάσει αὐτὴν νὰ μὴ ἀποκτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν τὰ ἄλλα μέρη τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶχον ἀποκτήσει, καὶ προσεπάθει νὰ πείσῃ τὰς ἄλλας Μεγάλας Δυνάμεις, ὅτι ἡ εἰρήνη ἐν τῇ ἄκρᾳ ταύτῃ γωνίᾳ τῆς Ἀνατολῆς διετέλει ἐν συνεχεῖ καὶ διηνεκεῖ κινδύνῳ, ἐνόσῳ Μουσουλμάνοι κατέχουσι τὴν ἀτυχῆ Μεγαλονήσον. Εἶναι ὄντως, Κύριοι, ὑπερμέτρως ἐπαχθεῖς οἱ ὅροι οἱ προκαταρκτικοὶ τῆς εἰρήνης, τοὺς ὁποίους ἀνεκοίνωσαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις. Ἡ ἀνάλυσις, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο πρὸς ὑμᾶς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ἀκριβὴς, καὶ ὑμεῖς αὐτοὶ, δὲν ἀμφιβάλλω, οἵτινες ἔχετε ἤδη ἐν χερσὶ τὸ κείμενον τῶν ὅρων τούτων, θέλετε ἀνεύρει, ὅτι αἱ περὶ τούτου παραστάσεις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰσὶν ἀκριβεῖς. Ὅταν ἡ Εὐρώπη ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου ἔκρινεν, ὅτι ὑπηγορεύετο ἀπὸ συμφέροντα τῆς Εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης ἡ παραχώρησις τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ συνεβούλευε τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν παραχώρησιν ταύτην, ἐφρόνει, ὅτι τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἤθελον διακρίνει τὰ δύο Κράτη, ἔπρεπε νὰ ἐξασφαλίζωσι τὴν ἀσφάλειαν καὶ τοῦ μὲν καὶ τοῦ δέ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ Εὐρώπη ἐπὶ πολὺ ἐδίστασεν, ἵνα ἀποδεχθῇ τὴν ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος προταθεῖσαν ἑρμηνείαν τοῦ πρωτοκόλλου ΙΓʹ, ἀλλ’ ἐπιτέλους συνῆλθε κατὰ τὸ 1880 ἐν Βερολίνῳ καὶ ἀπεδέχθη τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, καὶ ἀνέγραψεν ὡς ὅρια τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Τουρκίαν τὰ στενὰ τῆς Πίνδου καὶ τὰς κορυφὰς τοῦ Ὀλύμπου. Μετ’ ὀλίγον πολιτικαὶ περιστάσεις ἠνάγκασαν αὐτὴν νὰ συναινέσῃ, καὶ νὰ μὴ φθάσωμεν μέχρι τῶν στενῶν τῆς Πίνδου καὶ μέχρι τῶν κορυφῶν τοῦ Ὀλύμπου, καὶ ἐχάραξεν ὅρια πολὺ ὑποδεέστερα ἐκείνων, ἀλλὰ παρέχοντα προχείρους τινὰς προφυλάξεις. Τώρα καὶ αὐτὰς τὰς προχείρους προφυλάξεις, κατὰ τοὺς προκαταρκτικοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης, ἀπεφάσισε νὰ ἄρῃ, καὶ ἀφῆκεν ἡμᾶς εἰς τὴν πεδιάδα, ἐκτεθειμένους εἰς τὰς ἐπιδρομὰς πασῶν τῶν λῃστρικῶν συμμοριῶν, αἵτινες δύνανται νὰ ὁρμῶνται ἀπὸ τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Μακεδονίαν. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι τὸ ὑπὲρ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς εὐημερίας τῶν χωρῶν τούτων ἐνδιαφέρον τῶν Μεγάλων Δυνάμεων εἶναι εἰλικρινὲς καὶ πραγματικόν. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι δὲν θέλει παρέλθει πολὺς καιρὸς καὶ θέλουσιν ἀναγνωρίσει, ὅτι ἡ πρᾶξις, εἰς τὴν ὁποίαν προέβησαν διὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς νέας ὁροθετικῆς γραμμῆς, εἶναι πρᾶξις, ἥτις δὲν ἐξυπηρετεῖ τὸν σκοπὸν αὐτῶν, ἐξ ἐναντίας, ὅτι αὕτη εὐκολύνει τὴν διηνεκῆ ταραχὴν καὶ τὴν ἄρσιν πάσης ἀσφαλείας τῶν περιοίκων ἔν τε τῷ Τουρκικῷ Κράτει καὶ τῷ Ἑλληνικῷ. Καὶ ἂν ἡμεῖς, οἵτινες ᾐσθάνθημεν τῷ ὄντι θλῖψιν κατὰ τὸ 1881, ὅτε ἐμανθάνομεν, ὅτι κατεδικάζοντο νὰ μείνωσιν ἔτι ἐν τῇ ὁμόρῳ Αὐτοκρατορίᾳ ἐπαρχίαι τῆς Ἠπείρου, ἐν αἷς προΐσταντο τὰ Ἰωάννινα, ἡ ἑλληνικωτάτη τῶν Ἠπειρωτικῶν πόλεων, καὶ ὅταν ἐβλέπομεν, ὅτι κατερχόμεθα ἀπὸ τῶν κορυφῶν τοῦ Ὀλύμπου εἰς τοὺς λόφους, τοὺς ἄνωθι τοῦ Τυρνάβου, καὶ μετὰ θλίψεως ἀντελαμβανόμεθα τοῦ πράγματος, ὑποθέσατε ἡλίκη πρέπει νὰ ἦναι ἡ θλῖψις ἡμῶν, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι καὶ αὐτοὺς τοὺς λόφους τοὺς ἄνωθι τοῦ Τυρνάβου μᾶς ἀφαιροῦσι, καὶ ὅταν ἀφήνωσιν ἐκτεθειμένην εἰς τοὺς προφανεστάτους τῶν κινδύνων καὶ αὐτὴν τὴν πεδιάδα τῆς Θεσσαλίας, τῆς ὁποίας πρωτεύει ἡ Λάρισσα! Ἐὰν οἱ ὅροι οἱ προκαταρκτικοὶ τῆς εἰρήνης δὲν ἀνεκοινοῦντο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καθ’ ὃν ἀνεκοινώθησαν τρόπον, ἤτοι ὡς ἀπόφασις τῆς Εὐρώπης ἐπιβαλλομένη ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, ἂν εἴχομεν δικαίωμα νὰ φέρωμεν ψῆφον ἐπὶ τῶν ὅρων τῶν προκαταρκτικῶν τῆς εἰρήνης, καὶ ἐκ τῆς ψήφου ἡμῶν ἐξήρτητο ἡ ἀποδοχὴ ἢ μὴ ἀποδοχὴ αὐτῶν, βεβαίως ἠθέλομεν προβάλει πάσας τὰς περὶ τῆς νέας ὁροθετικῆς γραμμῆς παραστάσεις, τὰς ὁποίας καὶ αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου σᾶς εἶπε πρὸ μικροῦ, καὶ ἐγὼ δὲν ὀκνῶ, ἵνα προβάλω. Ἀλλ’ ἠθέλομεν εἰπεῖ τότε εἰς τὴν Βουλὴν, πῶς σπεύδετε νὰ ψηφίσητε τὸ ἄρθρον 2 τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ψηφίζοντες αὐτὸ παραβαίνετε τὸ Σύνταγμα δι’ αὐτοῦ, ὅτι ὑπερβαίνετε τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα σᾶς μετέδωκε; Διότι, ὅταν ἀποδέχησθε ἔλεγχον, ἀποδέχεσθε περιτομὴν τῶν ὅρων τῆς δικαιοδοσίας εἴτε τῆς νομοθετικῆς εἴτε τῆς νομοτελεστικῆς εἴτε τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, δὲν ἔχετε δὲ δικαίωμα νὰ περιτέμνητε ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν κατέστησε τὸ Σύνταγμα. Ἤκουσα πολλάκις βαρείας ἐπικρίσεις, ὅτι, διατελέσας κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους εἴκοσι μῆνας Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἔσπευσα νὰ συνομολογήσω συμβιβασμὸν μετὰ τῶν δανειστῶν, καὶ μικροῦ δεῖν νὰ μὲ κηρύξωσιν ὑπαίτιον τοῦ ἐλέγχου, ὅστις ἐπιβάλλεται σήμερον διὰ τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων. Βεβαίως δὲν ἠδυνάμην νὰ συνομολογήσω τὸν συμβιβασμὸν, οἷον ἐπρότεινον αὐτὸν οἱ δανεισταὶ, διότι οὗτοι ἐζήτουν οὐδὲν ἄλλο ἢ αὐτὸν τοῦτον τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλουσι σήμερον διὰ τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης· τὸν ἔλεγχον δὲ τοῦτον δὲν ἠδυνάμην οὔτε ν’ ἀποδεχθῶ, οὔτε νὰ εἰσηγήσωμαι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσω τὴν ψῆφον αὐτῆς ἐπ’ αὐτοῦ, διότι ἐγνώριζον, ὅτι οὔτε ἐγὼ εἶχον τὸ δικαίωμα, οὔτε ἡ Βουλὴ εἶχε τὸ τοιοῦτον δικαίωμα. Ἀλλ’ ἐπέπρωτο νὰ ἐπιβληθῇ εἰς ἡμᾶς διὰ δυνάμεως ἀνωτέρας καὶ τῆς νομοθετικῆς δυνάμεως τῆς Πατρίδος καὶ τῆς νομοτελεστικῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξέθηκεν ἐν λεπτομερείᾳ τὰς πράξεις αὐτοῦ πρὸ τῆς ἀνακοινώσεως τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων, ἐν σχέσει πρὸς τὸν συμβιβασμόν, πρὸς τὴν εὕρεσιν τοῦ ποσοῦ τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως καὶ πρὸς τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῶν δανειστῶν. Ζητῶ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει μοὶ ἐπιτρέψει, νὰ μὴ ἅψωμαι τῶν περὶ τούτων. Πάντα ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἑπομένως δὲν εἶναι ἡ ὥρα αὕτη, ἵνα ἐρευνήσωμεν, ἐὰν πάντα ἐγένοντο, ὡς ἔδει γενέσθαι, ἢ ἐὰν παρέχηται ἀφορμή τις πρὸς ἐξέτασιν περαιτέρω τῶν λαβουσῶν χώραν πράξεων ἢ παραλείψεων. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν ἵνα καὶ ὅσοι ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης διέκοψαν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν παρῃτοῦντο τοῦ δικαιώματος τούτου, ἀναμένοντες νὰ ἐρευνήσωσι ταῦτα ἐν ὥρᾳ εὐθέτῳ. Ἐὰν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ δώσω γνώμην εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν ἐκαλεῖτο νὰ δώσῃ ἐπὶ τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως, ἤθελον βεβαίως προσπαθήσει νὰ πείσω αὐτήν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπαχθῇ δικαίως εἰς ὑποχρέωσιν πληρωμῆς ἀποζημιώσεως, πολλῷ δ’ ἧσσον ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ψηφίσῃ ποσὸν τοσοῦτον ὑπέρογκον τεσσάρων ἑκατομμυρίων λιρῶν τουρκικῶν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἡ Γαλλία κατὰ τὸ 1815, μεθ’ ὅλας τὰς μάχας καὶ τοὺς πολέμους Ναπολέοντος τοῦ Αʹ, μεθ’ ὅλην τὴν ἧτταν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη, καὶ ὅταν ἐκεῖνος εὑρίσκετο ἐν τῷ Φοντενεβλῷ καὶ παρῃτήθη, καὶ ὅταν ἐπολέμησε τὸ ὕστατον πρὸς τὰς στρατιὰς τῶν συμμάχων τεσσάρων Δυνάμεων εἰς τὸ Βατερλώ, κατεδικάσθη νὰ πληρώσῃ πολεμικὴν ἀποζημίωσιν 700 ἑκατομμυρίων φράγκων. Καὶ ἔλεγον οἱ δικαιολογοῦντες τοὺς ἡγεμόνας, οἵτινες τοσαύτην ἐπέβαλον τότε πολεμικὴν ἀποζημίωσιν εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅτι ἀπῃτεῖτο νὰ δοθῇ ἡ ἱκανοποίησις αὕτη εἰς τοὺς λαούς, τῶν ὁποίων ἡγοῦντο, καὶ εἰς τὰς στρατιάς, τὰς ὁποίας διῴκουν, διότι καὶ οἱ λαοὶ εἶχον καταπονηθῆ ἀπὸ τὰς ἐκδρομὰς καὶ τοὺς πολέμους τοῦ Ναπολέοντος Αʹ καὶ αἱ στρατιαὶ εἶχον καταπονηθῆ, διαρκῶς ἐκτεθειμέναι εἰς τὰς περιπετείας τοῦ πολέμου. Προσδιώριζον δὲ τοσοῦτον ποσόν, ἵνα τιμωρήσωσι τὸ Γαλλικὸν Κράτος, ὅπως παράσχῃ τὴν εἰρημένην ἱκανοποίησιν. Ἐπρόκειτο τάχα τοιαύτην νὰ ἐπιβάλωσι καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα τιμωρίαν, ἀποδεχθέντες τοσοῦτον μεγάλην πολεμικὴν ἀποζημίωσιν, ὑπερτέραν πάντως τῶν οἰκονομικῶν πόρων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους; Δὲν πρέπει νὰ ἐπιλάβωμαι τῆς ἐρεύνης τῶν ἄλλων ῥητρῶν, τὰς ὁποίας οἱ προκαταρκτικοὶ ὅροι τῆς εἰρήνης περιλαμβάνουσι, καὶ οἵτινες ἀναγράφονται ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης. Ἐν ταῖς ῥήτραις ταύταις ἀναγράφονται βάσεις, τῶν ὁποίων ἡ ἐξέλιξις καὶ ἡ ἀνάπτυξις μέλλει νὰ κανονισθῇ διὰ συμβάσεων εἰδικῶν, αἵτινες θέλουσι συνομολογηθῆ. Τῶν βάσεων τούτων αἱ πλεῖσταί εἰσιν ἄδικοι, τινὲς δὲ ἀποκρούονται καὶ ἀπεκρούσθησαν μάλιστα κατ’ ἀρχὴν ὑπ’ αὐτῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἀποκρούονται δὲ καὶ ὑπὸ τῆς φιλανθρωπίας, καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν κανονισμῶν τῶν νομοθεσιῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται οἱ δικαστικοὶ ὀργανισμοὶ ἐν πάσαις ταῖς χώραις τῆς Εὐρώπης. Δυστυχῶς ὅμως οἱ ὅροι οἱ προκαταρκτικοὶ τῆς εἰρήνης δὲν εἶναι σύμβασις, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ συνομολογήσωμεν πρὸς ἕτερον Κράτος καὶ κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς ὁποίας ἔχομεν τὴν ἐλευθερίαν νὰ κρίνωμεν καὶ ν’ ἀποφασίσωμεν. Αἱ ἀποφάσεις τῶν ἕξ Μεγάλων Δυνάμεων περιεβλήθησαν τὸν τύπον τῆς ἐκτελέσεως, καὶ ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα μετὰ τῆς προσκλήσεως, ἵνα ἐκτελέσῃ αὐτάς· εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν μένει, ἐὰν ἤθελε διστάσει νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, εἰμὴ νὰ ἀρνηθῇ. Ἠκούσατε τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ποῖαι θέλουσιν εἶσθαι αἱ συνέπειαι τῆς τοιαύτης ἀρνήσεως τῆς Ἑλλάδος, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν ὑπάρχει φωνὴ, ἥτις ἤθελε συμβουλεύσει τὴν ἄρνησιν μετὰ τὰς εἰρημένας παραστάσεις. Καὶ οὕτως εὑρισκόμεθα, φίλοι συνάδελφοι, πρὸ γεγονότος τετελεσμένου, τὸ ὁποῖον ἀνακηρύσσομεν ὡς ἄδικον, τὸ ὁποῖον ἀνομολογοῦμεν ὡς ἐπαχθέστατον, πρὸ τοῦ ὁποίου περιδεεῖς ἱστάμεθα, φοβούμενοι ποίαν θέλει ἐνασκήσει ὀλεθρίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τὸ ἐνεστὼς καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον τοῦ τόπου τούτου. Καὶ ἐνῷ πρὸ τοιούτων ἀποφάσεων ἱστάμεθα, ἀνομολογοῦμεν τὴν ἀνικανότητα, εἰς τὴν ὁποίαν περιήχθημεν, ὅπως μὴ δυνηθῶμεν νὰ ἀρνηθῶμεν νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς αὐτάς. Τῷ ὄντι ἀπαιτεῖται μεγάλη ἀπόφασις καὶ τοιαύτην ἀπόφασιν μόνον ἡ πρὸς τὴν πατρίδα ἀγάπη δύναται νὰ ὑπαγορεύσῃ εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας. Ἐὰν τὰ δυστυχήματα δύνανται νὰ ἀποβῶσί ποτε ὠφέλιμα, ἂς εὐχηθῶμεν ἵνα καὶ ἡ Πατρὶς ἡμῶν διδαχθῇ ἐκ τῶν δυστυχημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα περιῆλθεν. Ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη εἰς ἥσσονα θέσιν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν πολλὰ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν αἰῶνα τοῦτον εὑρέθησαν ἐν πολέμῳ καὶ ἡττήθησαν. Δὶς ἡττήθη ἡ Σερβία· ἡττήθη ὑπὸ τῆς Τουρκίας, ἡττήθη ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας, ἀλλ’ οὐδ’ ἡ συνθήκη τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, οὐδ’ ἡ τροποποιήσασα τὴν συνθήκην τοῦ Ἁγίου Στεφάνου συνθήκη τοῦ Βερολίνου, οὐδ’ ἡ ἐν Βουκουρεστίῳ συνομολογηθεῖσα συνθήκη τῆς Σερβίας πρὸς τὴν Βουλγαρίαν ἐπέβαλον εἰς τὴν Σερβίαν τόσον βαρεῖς ὅρους, οἵους νῦν ἐπέβαλον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν συνθηκῶν, αἵτινες συνωμολογήθησαν μετὰ πολέμους κατὰ τὸν προηγηθέντα αἰῶνα, διότι κατὰ τὸ πλεῖστον οἱ πόλεμοι ἐκεῖνοι ἦσαν πόλεμοι κατακτητικοὶ, καὶ οἱ κατακτηταὶ ἐπέβαλλον τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης εἰς τοὺς ἡττηθέντας. Ὁμιλῶ περὶ τῶν πολέμων, οἱ ὁποῖοι διεξήχθησαν κατὰ τὸν αἰῶνα τοῦτον. Παραβάλλω δὲ τὴν συνθήκην τῆς Ἀδριανουπόλεως πρὸς τοὺς προκαταρκτικοὺς ὅρους τῆς συνθήκης τῆς Τουρκίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν. Ἐξετάζω ὑπὸ ποίους ὅρους ἐγένετο ἡ συνθήκη τῆς Ἀδριανουπόλεως καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους ἡ συνθήκη τῆς Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, καὶ εὑρίσκω ὅτι βαρύτατοί εἰσιν οἱ ὅροι οἱ προκαταρκτικοὶ, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς. Ἐξετάσατε τὴν συνθήκην τοῦ 1856, τὴν συνομολογηθεῖσαν ἐν Παρισίοις μετὰ τὸν Ρωσσοτουρκικὸν πόλεμον, καὶ θέλετε κρίνει καὶ τῶν ὅρων ἐκείνων βαρυτέρους τοὺς εἰς ἡμᾶς ἐπιβαλλομένους. Δὲν σᾶς λέγω νὰ ἐξετάσητε καὶ παραβάλητε τοὺς ὅρους τούτους πρὸς τὴν συνθήκην τοῦ 1871 μετὰ τὸν πόλεμον τὸν Γαλλοπρωσσικόν. Ὁ πόλεμος ἐκεῖνος συνεστήθη ὑπὸ ἄλλους ὅρους. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσητε τὰς περιστάσεις, αἵτινες προηγήθησαν τοῦ πολέμου ἐκείνου, καὶ τὰς συνθήκας, ἐν αἷς εὑρίσκετο ἡ Γαλλία κατὰ τὸ 1870 καὶ 1871, πάλιν θέλετε εὑρεῖ, ὅτι οἱ ὅροι οἱ προκαταρκτικοὶ τῆς εἰρήνης, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς, εἰσὶν ἄδικοι καὶ ἐπαχθεῖς. Ἀλλ’ ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διέπραξεν, ἦτο ἁπλῆ ἀνακοίνωσις τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης, δὲν ἦτο πρότασις νομοσχεδίου πρὸς κύρωσιν τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ προβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητήσῃ τὴν κύρωσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὐδὲ τοὺς ὅρους τούτους, ἀνεκοινώθησαν δ’ εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῶν Δυνάμεων οἱ ὅροι ὑπὸ τὸν τύπον «λάβε ἢ ἀρνήσου», «laisser ou prendre»; Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ προβληθῇ νομοσχέδιον πρὸς κύρωσιν τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης, ἀμφιβάλλω ἂν ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο τοσοῦτον ὁμόφωνος, ὡς εἶναι ὁμόφωνος νῦν μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸς αὐτήν· διότι αὕτη ἤθελεν ἐνθυμηθῆ πρὸ παντὸς, ποία εἶναι ἡ ἐξουσία αὐτῆς καὶ ποῖα τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα διαγράφονται εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς καὶ εἰς τὴν ψῆφον αὐτῆς. Ἑπομένως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀνακοινώσας ἁπλῶς τοὺς προκαταρκτικοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης, ἔπραξεν ὀρθῶς, καὶ ἔπραξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ πράξῃ καὶ ὤφειλε νὰ πράξῃ, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλο τι. Μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην μένει βεβαίως ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης, καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ταύτην προσκαλεῖται ἡ Ἑλλάς. Ἑπομένως εἴτε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 18 Ἀπριλίου 1897, τὸ ὁποῖον νῦν κυβερνᾷ, εἴτε πᾶν ἄλλο Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εὑρεθῆ, καθῆκον ἔχει νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης. Ἐκτέλεσις τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης διαπράττεται οὐ μόνον διὰ μέτρων διοικήσεως, οὐ μόνον διὰ μέτρων κυβερνητικῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ μέτρων νομοθετικῶν. Δὲν εἶναι μόνον ἡ φροντὶς, πῶς νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς πολίτας Θεσσαλοὺς εἰς τὰς πατρίδας αὐτῶν, ἀφοῦ ἑπτὰ ἤδη μῆνας μένουσιν ἐκπατρισμένοι καὶ ὑποφέρουσι τὰ δεινὰ καὶ τὰς στερήσεις τῆς προσφυγῆς των εἰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ μέριμνα, τὴν ὁποίαν θέλει ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἐπαναφέρῃ αὐτοὺς εἰς τὰς ἑστίας των καὶ ἵνα παράσχῃ εἰς αὐτοὺς τὴν συνδρομήν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ παράσχῃ, εἴτε παραχωροῦσα αὐτοῖς τὰ μέσα, ὅπως ἐπαναλάβωσι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα μετήρχοντο, εἰς τοὺς γεωργοὺς παραχωροῦσα τοὺς ἀναγκαίους σπόρους, ἢ τὰ ἀναγκαῖα γεωργικὰ ἐργαλεῖα, εἰς πάντας παραχωροῦσα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν πρώτην περίθαλψιν τῶν ἀνθρώπων. Διότι ποῦ μέλλουσι νὰ ἐπανέλθωσιν οἱ Θεσσαλοί; Αἱ οἰκίαι αὐτῶν ἐκάησαν ἢ κατεδαφίσθησαν, καὶ, ἄν τινες δὲν κατεδαφίσθησαν ἢ δὲν ἐκάησαν, δὲν ἔχουσιν οὐδὲ θύρας, οὐδὲ παράθυρα, οὐδὲ φατνώματα. Ἀλλὰ μήπως ἐκεῖ θέλουσιν εὑρεῖ ἐνδύματα ἄλλα, πλὴν ἐκείνων τὰ ὁποῖα φέρουσιν, ἢ θέλουσιν εὑρεῖ ἄρτον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουσι θρέψει ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν; Ταῦτα πάντα εἰσὶ καθήκοντα κυβερνητικά. Ἑπομένως οὐδὲν λέγω περὶ τούτων. Πᾶσα Κυβέρνησις θέλει ἐκπληρώσει αὐτά. Ἀλλὰ πλὴν τῶν κυβερνητικῶν τούτων καθηκόντων καὶ τῶν διοικητικῶν καθηκόντων ἐπιβάλλονται αὐτῇ καὶ νομοθετικά. Θέλει συνομολογήσει συμβάσεις πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης καὶ θέλει συνομολογήσει ταύτας βεβαίως ὑπ’ εὐθύνην αὐτῆς. Ἑπομένως εἴτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ νῦν ἐν τῇ ἀρχῇ, εἴτε πᾶς ἄλλος, διαδεξάμενος αὐτὸν, ὑπ’ εὐθύνην αὐτοῦ θέλει συνομολογήσει τὰς συμβάσεις, καὶ τὴν εὐθύνην αὐτοῦ θέλει παρουσιάσει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θέλει συζητήσει καὶ ψηφίσει τὰς συμβάσεις, ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἀπόκειται εἰς αὐτήν. Ἑπομένως οὐδὲν δίλημμα βλέπω, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέδειξεν εἰς ἡμᾶς. Ἡ συνθήκη ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλήν. Οἱ ὅροι τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης εἰσὶ βαρύτατοι καὶ ἐπαχθέστατοι, ἀλλὰ ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων, αἵτινες οὐδ’ ἐπιτρέπουσι συζήτησιν ἐπ’ αὐτῶν, προκαλοῦσι δὲ τὸ Ἑλλην. Κράτος νὰ ἐκτελέσῃ αὐτούς. Θέλει νὰ μὴ ὑποκύψῃ εἰς τοὺς ὅρους τούτους; Ἄν δύναται, ἂς τὸ πράξῃ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ, καὶ ἐγὼ ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, οὐ μόνον διότι εἶναι Κυβέρνησις καὶ εἶναι ἁρμοδία νὰ ἔχῃ τὴν περὶ τούτου γνώμην, ἀλλὰ διότι καὶ ἐγώ, ὡς πολίτης Ἕλλην, πείθομαι, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ὀρθή. Λοιπὸν ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν τοὺς ὅρους τούτους. Βεβαίως ὅ,τι πράξωμεν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων, εἴτε διοικητικὸν εἶναι, τὸ πράττομεν ὑπ’ εὐθύνην ἡμῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἴτε Κυβερνητικόν, τὸ πράττομεν ὑπ’ εὐθύνην ἡμῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἴτε νομοθετικόν, θέλομεν προβάλει εἰς αὐτὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θέλει συζητήσει καὶ κρίνει. Ἑπομένως οὐδεμία ἐξαιρετικὴ εὐθύνη πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν Κυβέρνησιν, εἰμὴ ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν πᾶσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν θέσιν ταύτην, ἤθελεν ἀναλάβει. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἀναλάβῃ τὴν εἰρημένην εὐθύνην, προβαίνων εἰς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐκτέλεσις τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης ἐνδεικνύουσιν εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ὑποθέτω ὅτι δὲν ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοιαύτην ἐπιθυμίαν· διότι, ἐν ὅσῳ τις μένει ἐν τῇ ἀρχῇ, καθῆκον ἔχει νὰ ἐκτελῇ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἴτε ἐκ τῶν νόμων εἴτε ἐκ τοῦ Συντάγματος καλεῖται νὰ ἐκτελῇ, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ σιωπᾷ καὶ δὲν δηλώνει ὅτι ἀφῄρεσε τὴν ἐμπιστοσύνην της, δὲν ὑποχρεοῦται νὰ καλῇ ἑκάστοτε τὴν Βουλήν, ἵνα ἐκδηλοῖ τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς. Ηὐχόμην, λέγω, νὰ μὴ προέβαινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ἀνακοίνωσιν τοιαύτης ἐπιθυμίας, ἀλλ’ ἴσως οὗτος εἶχεν ἄλλον σκοπόν· καὶ ἂν εἶχε τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ὑποθέτω, δὲν δύναμαι νὰ ἐπικρίνω αὐτὸν ἢ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐὰν εἶχε σκοπὸν νὰ μᾶς εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἔλεγεν, ὅτε ἐκάλει τοὺς ἄλλους νὰ καθήσωσιν εἰς τὰς ἕδρας, εἰς τὰς ὁποίας κάθηται αὐτὸς, εἰς ἕδρας, αἱ ὁποῖαί εἰσιν ἐπὶ ἀνθράκων ἀνημμένων, καὶ ἂν εἶχε σκοπὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλήν, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐκφράσῃ γνώμην, ἂν ἐξακολουθῇ νὰ ἀπονέμῃ εἰς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην ἢ ὄχι, ὅπως εὕρῃ τὴν εὐκολίαν νὰ καταλίπῃ τὴν ἀρχὴν ἐν ᾗ περιπτώσει δηλώσῃ αὐτῷ ὅτι δὲν παρέχει τὴν ἐμπιστοσύνην της, ἴσως ἔχει δίκαιον, διότι καὶ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον διεξάγουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, εἶναι βαρὺ καὶ ἐπαχθές, καὶ αἱ περιστάσεις εἰσὶ δυσκολώταται καὶ δυσχερέσταται. Κατὰ τὸ διαῤῥεῦσαν μέχρι τοῦδε διάστημα ἡμεῖς, οἱ καθήμενοι ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, παρέσχομεν ἐξαιρετικὸν παράδειγμα λειτουργίας κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Δὲν θέλω νὰ ἀναπτύξω καὶ νὰ ἐξηγήσω ποία ἦτο ἡ πολιτεία τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες κάθηνται ἐπὶ τῶν ἑδωλίων τῆς πτέρυγος ταύτης. Ἀφοῦ ἔχω κοινὴν τὴν πολιτικὴν τύχην μετ’ αὐτῶν καὶ τὸ φρόνημα, ἤθελεν ὑποτεθῆ ὅτι ζητῶ νὰ ἀπαγγείλω τὸν πανηγυρικὸν αὐτῶν, νὰ κολακεύσω αὐτούς. Ἀλλὰ ἀπαιτεῖται μέγα θάῤῥος, ἵνα σταυρώσῃ τις τὰς χεῖράς του, καὶ πᾶσαν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, νὰ μεταδίδῃ εἰς ἄλλους πολιτικοὺς ἄνδρας, μετὰ τῶν ὁποίων δὲν τυγχάνει ἐν οὐδεμιᾷ ἐπικοινωνίᾳ πολιτικῇ. Λέγω θάῤῥος, διότι μεγάλην ἀναλαμβάνουσιν εὐθύνην βεβαίως οἱ τοιαύτην ἐξουσίαν μεταδίδοντες εἰς πολιτικοὺς ἄνδρας, μετὰ τῶν ὁποίων δὲν τυγχάνουσιν ἐν πολιτικῇ ἐπικοινωνίᾳ. Ἀξιότιμον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου πρό τινων ἡμερῶν, καθ’ ἃ μοὶ ἔλεγε φίλος μου, ἐπιθυμῶν νὰ ἀναπτύξῃ εἰς αὐτὸν τὴν θεωρίαν ταύτην, παρίστα, ὅτι ἡμεῖς ὑπέχομεν πλήρη εὐθύνην διὰ τὴν πολιτικὴν καὶ τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργείου τῆς 18 Ἀπριλίου 1897. Λέγω ταῦτα οὐχὶ διὰ ν’ ἀμφισβητήσω τὴν θεωρίαν τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος ταῦτα ἔλεγε πρὸς φίλον μου, διότι ἡ θεωρία εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ λέγω ταῦτα διὰ νὰ παραστήσω, ὅτι ὅ,τι ἐπράξαμεν μέχρι τοῦδε τὸ ἐπράττομεν ἐν συνειδήσει τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν φέρομεν, καὶ προσδοκῶντες, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει κρίνει ἡμᾶς ἐπιεικῶς, ἐὰν τυχὸν ἤθελε ποτὲ ἀποκαλυφθῆ εἴτε παράλειψίς τις, εἴτε πρᾶξις μὴ προσήκουσα, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1897 περιέπεσαν. Ἀλλὰ τοῦτο ἀπήτει τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, διότι, ὡς ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ἔπρεπε νὰ ἦναι ὁμοφρονοῦσα, ἵνα παρουσιάζηται ὡς εἷς ἄνθρωπος, ὡς μία γνώμη, μία θέλησις. Τὸ στάδιον τοῦτο ἐτελείωσεν· εἰσερχόμεθα εἰς ἄλλο στάδιον, εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐκτελέσεως τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων, οὓς πρόκειται νὰ ἀποδεχθῶμεν. Τὸ στάδιον τοῦτο παρέχει μεγάλας δυσχερείας, πολλὰς περιπλοκὰς, μεγάλους κινδύνους καὶ ἐνδεχομένας ἀποτυχίας τῶν πρὸς διάσωσιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἐνεργειῶν. Ἑπομένως φυσικὸν εἶναι κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο νὰ μὴ τολμῶμεν, νὰ μὴ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος, ἵνα ἐξακολουθῶμεν ἀναλαμβάνοντες τοιαύτην εὐθύνην. Διὰ τοῦτο εὑρίσκω, ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀφοῦ ἐγένετο, μὲ φέρει εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, ἣν ἔχομεν, ὅτι κατὰ τὸ ἀρχόμενον στάδιον δὲν ἔχομεν πλέον τὸ θάῤῥος νὰ ἐξακολουθήσωμεν ὑπέχοντες εὐθύνην διὰ τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργείου.

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ, ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀναβάλλει τὰς συνεδριάσεις της.» Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.

§44Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι ὀρθῶς ἔπραξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περιορισθεὶς μόνον νὰ ἀνακοινώσῃ τοὺς προκαταρκτικοὺς ὅρους τῆς συνθήκης εἰς τὴν Βουλὴν, χωρὶς νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς οὔτε συγκατάθεσιν, οὔτε ψῆφον. Τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔπραξε, νομίσας, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναλάβῃ πᾶσαν τὴν εὐθύνην διὰ τὸ γενόμενον ἔργον, διότι, ἀφοῦ ἡ συνθήκη προσκρούει εἰς διατάξεις συνταγματικὰς, περιορίζουσα τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος, δὲν εἶναι πρέπον νὰ ζητήσῃ ἐπὶ τοιαύτης συνθήκης ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἡ ἔποψις αὕτη δυνατὸν νὰ ἦναι ὀρθὴ, ἠδύνατό τις ὅμως νὰ εἴπῃ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι, ἂν αἱ Δυνάμεις κηρύττουν αὐτὴν ἐκτελεστὴν ἄνευ μνείας τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ἢ τῆς κυρώσεως τοῦ Βασιλέως, ἔλαβον ἐκ τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐξουσίαν νὰ πράξωσι τοῦτο, μεσολαβοῦσαι. Ἑπομένως δὲν εἶχε λόγον καὶ ἀνάγκην ἡ συνθήκη περὶ τῆς συγκαταθέσεως αὐτῶν νὰ μνημονεύσῃ. Αὕτη ὅμως κατὰ τὸ πολίτευμα εἶναι ἀναγκαία, ἀλλ’ εἶναι ἔργον ἡμῶν νὰ τὸ πράξωμεν καὶ οὐχὶ τῶν Δυνάμεων. Οὐδόλως βεβαίως ἐνοήσαμεν, ὅτι νομίμως θὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὴν συνθήκην, πρὶν ἡ Βουλὴ ἐντὸς τῶν ὁρίων, ἐντὸς τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος, ψηφίσῃ αὐτήν. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλος λόγος, τὸν ὁποῖον παρέλειψεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅστις δικαιολογεῖ τὴν γνώμην, ὅπως μὴ ζητηθῇ σήμερον ἐπὶ τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς συνθήκης ἡ ψῆφος ἢ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Ἡ συνθήκη, ὡς σήμερον ἔχει, σχεδὸν οὐδὲν περιέχει τὸ συντετελεσμένον καὶ πλῆρες ἐπὶ τῶν οὐσιωδεστέρων διατάξεων αὐτῆς, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποφανθῆ νῦν ἐπὶ τῶν ὅρων τῆς συνθήκης αὐτῆς, ἤθελεν ἐπαναλάβει δὶς τὸ αὐτὸ ἔργον, διότι θὰ ἠναγκάζετο μετά τινας ἡμέρας νὰ ψηφίσῃ νόμους ἢ νὰ ἐγκρίνῃ σχέδια νέας διαχαράξεως τῶν συνόρων, ἢ τὴν συνθήκην τὴν ὁριστικήν, καὶ δὲν εὑρίσκω πρέπον καὶ εὔλογον νὰ ψηφίζῃ ἡ Βουλὴ δὶς περὶ τῶν αὐτῶν πραγμάτων. Ἄλλως τε περὶ πολλῶν διατάξεων τῆς συνθήκης εἶναι ἀδύνατον νὰ φέρῃ ψῆφον σήμερον ἡ Βουλὴ, ἀγνοοῦσα τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς θὰ διατυπωθῶσιν, ἄνευ δ’ αὐτῶν ἐπικίνδυνον ν’ ἀποδεχθῇ αὐτὰς κατ’ ἀρχήν. Οὕτω περὶ τοῦ ἐλέγχου οὐδεμίαν ἔχει διατύπωσιν, οὔτε περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν κατόχων τῶν παλαιῶν δανείων, οὔτε ἀκόμη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ κανονισμοῦ τῶν συνόρων ἔχομέν τι ὁριστικόν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι καλῶς ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε, μὴ ζητήσασα παρὰ τῆς Βουλῆς ψῆφον, ἀλλ’ ἀρκεσθεῖσα εἰς μόνον ἀνακοίνωσιν τῆς συνθήκης. Καλῶς ἐπίσης ἔπραξε, κατ’ ἐμὲ, ἡ Κυβέρνησις, ἐκφράσασα τὴν γνώμην αὑτῆς ἐπὶ τῆς συνθήκης, τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετὰ πολλοῦ μὲν πατριωτισμοῦ ἐξετραγώδησε τοὺς ὅρους τοὺς φοβεροὺς καὶ ἐπαχθεῖς καὶ ἀδίκους, συνεπέρανεν ὅμως, συμβουλεύσας ἐξ ἀνάγκης τὴν παραδοχήν. Παραφροσύνη θὰ ἦτο νὰ θελήσῃ τις τὴν ἀπόῤῥιψιν αὐτῆς σήμερον νὰ συμβουλεύσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ ἡ ἐξακολούθησις τοῦ πολέμου εἶναι ἀδύνατος. Φρονῶ δὲ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἀληθῶς παραφροσύνη θὰ ἦτο τοῦτο, ὄχι μόνον διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ διότι δεχθεῖσα ἅπαξ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὰς Δυνάμεις τὴν μεσολάβησιν ὑπὲρ συνομολογήσεως τῆς εἰρήνης καὶ ν’ ἀποδεχθῇ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὡς ἀπῄτησαν, τὴν περὶ τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος συνθήκην, ὑπεχρέωσεν ἔκτοτε τὸ Κράτος διὰ προσθέτου καταναγκαστικῆς δυνάμεως, τῆς τῶν ἓξ Δυνάμεων, ὅπως ὑποκύψῃ εἰς αὐτούς. Ἄνευ αὐτῆς τῆς προϋποταγῆς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἦτο δυνατὸν αἱ ἓξ Δυνάμεις ν’ ἀναλάβωσιν οἱανδήποτε διαπραγμάτευσιν περὶ ἀνακωχῆς καὶ εἰρήνης μετὰ τῆς Τουρκίας. Ἐπενεργεῖ λοιπὸν ἐκτὸς τῆς Τουρκικῆς βίας σήμερον καὶ ἡ τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων, διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἀρνούμενοι νὰ δεχθῶμεν τὴν προκαταρκτικὴν εἰρήνην, ὡς συνωμολογήθη ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, θέλομεν προκαλέσει, ὄχι μόνον, νῦν ἢ βραδύτερον, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐπανάληψιν τοῦ πολέμου μετὰ τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ θέλομεν προκαλέσει καθ’ ἡμῶν καὶ τὴν βίαν τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων. Αὗται ἐξ ἀνάγκης ἤθελον βίαν μετέλθει, ἂν ἔβλεπον, ὅτι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν, ἀφοῦ διὰ τῶν νομίμων ἀντιπροσώπων του ἀνέθεσεν εἰς αὐτὰς ἄνευ ἐπιφυλάξεως νὰ συνομολογήσωσι πρὸς τὴν Τουρκίαν τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης, ἤθελε σήμερον ἀρνηθῆ νὰ παραδεχθῇ αὐτούς. Φανερὸν ὅτι αἱ Δυνάμεις ἀνέλαβον ἀπέναντι τῆς Τουρκίας ἐξ ἀνάγκης τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐν ἀνάγκῃ διὰ μέσων καταναγκασμοῦ, τὴν εἰρήνην, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἐδέχετο ἡ Τουρκία νὰ ἀναστείλῃ τὸν στρατὸν αὐτῆς. Ἀρνουμένη ἡ Ἑλλὰς, θὰ ἐπέβαλλον εἰς αὐτὰς τὴν ἀνάγκην χρήσεως βίας. Οὐ μόνον λοιπὸν διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ διότι ἀρνούμενοι θέλομεν προσθέσει καθ’ ἡμῶν αὐτῶν τὴν πίεσιν καὶ τὴν βίαν τῶν ἓξ Μ. Δυνάμεων, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ τὴν δεχθῶμεν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀνακοινώσασα τὴν συνθήκην ἁπλῶς καὶ συστήσασα τὴν παραδοχὴν αὐτῆς ὡς ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις καλῶς ἔπραξε, δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι εἴτε εὔθετον εἴτε ἀναγκαῖον νὰ ζητῇ παρὰ τῆς Βουλῆς μετὰ τοῦτο ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ περαιτέρω ἔργον τῆς συνθήκης, ὡς διαγράφεται ἐν αὐτῇ. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο δὲν ἔχει ἀνάγκην ψήφου ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον εἶναι Κυβέρνησις τοῦ Κράτους, —καὶ ἀρκούντως εἶναι τοιαύτη, ἀφοῦ ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Βουλῆς,— ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ φροντίσῃ, ὅπως ἐκτελέσῃ ὅλα, ὅσα ἡ προκαταρκτικὴ εἰρήνη ἐπιβάλλει εἰς τὸ Κράτος. Διὰ τοιοῦτον ἔργον δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἀρκεῖ ὅτι εἶναι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους. Πρὸς διαπραγματεύσεις μάλιστα συνθηκῶν ἡ Βουλὴ εἶναι πολὺ πλέον ξένη παρ’ ὅ,τι εἰς ἄλλα θέματα, διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν, τὰς συνθήκας συνομολογεῖ ὁ Βασιλεύς, ἀνακοινῶν μόνον αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν, ὅταν τὸ ἐγκρίνῃ. Ἐφ’ ὅσον ὁ Βασιλεὺς ἐμπιστεύεται εἰς τοὺς Ὑπουργούς του τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, νομίζω ὅτι δὲν ἔχουν οὗτοι λόγον νὰ προκαλέσωσι τὴν ἐκδήλωσιν καὶ γνώμης τῆς Βουλῆς. Βεβαίως ἡ σύμπραξις τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναγκαία πρὸς παραδοχὴν πολλῶν διατάξεων, περιλαμβανομένων εἰς τοὺς ὅρους τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης, καὶ ὅταν ἐπιστῇ ἡ στιγμή, θέλει ἐπ’ αὐτῶν ἀποφανθῆ ἡ Βουλή. Βεβαίως τότε θὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της, ἀλλὰ θὰ τὴν ἐκφράσῃ ἔχουσα συμπεπληρωμένα ἔργα ἐνώπιόν της καὶ πᾶν ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖον πρὸς μόρφωσιν γνώμης. Σήμερον θὰ ἦτο πρόωρος ἡ γνώμη της περὶ αὐτῶν. Ἐὰν σήμερον μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς συνθήκης, συνθήκης τὴν ὁποίαν δικαίως κατέκρινεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύναται ν’ ἀπαρνηθῇ καὶ διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Κυβέρνησις, διότι τὴν προεκάλεσε καὶ κατέστησεν ὑποχρεωτικὴν διὰ τῆς ἐντολῆς πρὸς τὰς Δυνάμεις, καὶ διὰ τῆς ἄλλης, ἀσθενοῦς ἔστω, συμμετοχῆς της κατὰ τὴν πρόοδον τῶν διαπραγματεύσεων, καὶ τὴν ὁποίαν ἐσύστησε νὰ δεχθῶμεν, μεθ’ ὅσα περιέγραψε βάρη καὶ περιορισμοὺς δικαιωμάτων, ἐὰν, λέγω, μεθ’ ὅλα ταῦτα κληθῇ ἡ Βουλὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς αὐτὴν, ἀδύνατον νὰ μὴ ἐκληφθῇ ἀπὸ σήμερον ἐπιδοκιμάσασα τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν τοῦτο θελήσῃ νὰ πράξῃ ἡ Βουλή, δὲν θέλει πράξει ὀρθῶς. Πρέπει νὰ κομισθῶσι πρὶν τὰ νομοσχέδια καὶ ἡ ὁριστικὴ συνθήκη, πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ ὅλων τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, ἐξ ὧν διαφωτίζεται ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως. Μόνον τότε, ἀντιλαμβανόμενοι τῶν πραγμάτων, θὰ ἐκφέρωμεν ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων ψῆφον. Ἐὰν σήμερον ἐκφέρωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δόντος ἐν πολλοῖς λογοδοσίαν, θὰ δώσωμεν ψῆφον ἐπὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐν πολοῖς ἀγνοοῦμεν. Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι οὔτε ὁ προσήκων χρόνος εἶναι ὁ παρών, οὔτε ἀναγκαία τοιαύτη ψῆφος, ζητουμένη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ὡς εἶπον, ἀφοῦ εἶναι Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος, τὸ ὁποῖον μόνον συνομολογεῖ τὰς συνθήκας, ἀρκεῖ τοῦτο, ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον της μετὰ τὴν προκαταρκτικὴν συνθήκην. Διὰ τοῦτο θὰ ἀρνηθῶμεν ψῆφον. Μὴ ἀποφαινόμενοι σήμερον ἐπὶ τοιαύτης προτάσεως, δὲν ἐννοοῦμεν νὰ μεμφθῶμεν τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ νὰ ἐκφράσωμεν δυσπιστίαν ἐπ’ αὐτῆς, ἀλλὰ θεωροῦμεν ἄκαιρον καὶ πρόωρον, ἔτι δ’ ἐπιζήμιον, νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Οὐδεὶς παρεμβάλλει πρόσκομμα αὐτῇ, ὅπως ἐξακολουθήσῃ κυβερνῶσα ἑωσσοῦ συμπληρωθῇ τὸ ἔργον. Πρὸς τοῦτο δὲν ἔχει ἀνάγκην νέας ψήφου ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ὅταν παρουσιάσῃ πλήρη τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἠθέλησε νὰ ἀναλάβῃ καὶ ἐξετέλεσε, τότε θὰ ἦναι ὁ κατάλληλος χρόνος, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐκφέρῃ ψῆφον. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασίν της, ζητοῦσα ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἡμεῖς θέλομεν ἀρνηθῆ ψῆφον.

§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη περὶ τῆς ἐπιβεβλημένης ἀνάγκης εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος καὶ ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται, ὅπως ὑποταχθῇ εἰς τὴν ἀνωτέραν βίαν. Νομίζω ὅτι ἄνευ διαμαρτυριῶν καὶ μετὰ γενναιότητος ὀφείλομεν νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς αὐτὴν, ἐλπίζοντες ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουσι τὴν βίαν καὶ τὴν δύναμιν, δὲν θὰ λησμονήσωσιν εἰς τὰς μελλούσας διαπραγματεύσεις, ὅτι ἀντιπροσωπεύουσι συνάμα καὶ τὸν χριστιανικὸν πολιτισμὸν, καὶ ὅτι θὰ φανῶσι δικαιότεροι καὶ ἄξιοι τοῦ πολιτισμοῦ τούτου πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μέρος τῆς εὐρωπαϊκῆς οἰκογενείας. Ἀλλ’ ἐνῷ ὑπείκοντες εἰς τὴν βίαν ὑφιστάμεθα τὰς θυσίας, αἵτινες μᾶς ἐπιβάλλονται, ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔρχεται νὰ ἐπιβάλῃ νέαν θυσίαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι μία τῶν διατάξεων τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νόμος περὶ τοῦ ἐλέγχου, ὅστις θέλει συνταχθῆ μετὰ προηγουμένην συγκατάθεσιν τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ ὅστις ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον ὑποβαλλόμενος δὲν εἶναι δυνατὸν μήτε νὰ συζητηθῇ μήτε ν’ ἀποῤῥιφθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ζητεῖ νὰ ἐκφράσῃ ἐκ τῶν προτέρων ἐμπιστοσύνην ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ζητεῖ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀπεκδυθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν πάσης συμμετοχῆς, πάσης γνώμης εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου τούτου. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Κοινοβούλιον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τοιαύτην θυσίαν. Τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, μὴ δυνάμενον νὰ συζητήσῃ ἢ ἀποῤῥίψῃ νόμον συνταχθησόμενον μετὰ προηγουμένην συγκατάθεσιν τῶν Δυνάμεων, πρέπει ἀναμφισβητήτως νὰ λάβῃ καθ’ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον συμμετοχὴν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου τούτου. Ἀλλ’ ἐκφράζον ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἐμπιστοσύνην του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ διακόπτον τὰς ἐργασίας του, ἀπεκδύεται πάσης τοιαύτης συμμετοχῆς. Καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων δὲ διατάξεων τῶν προκαταρκτικῶν τῆς εἰρήνης, τῶν ἀφορωσῶν τὴν ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας καὶ τὰ προνόμια τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Τουρκίᾳ, δὲν δύναται ἐκ τῶν προτέρων ἡ Βουλὴ νὰ προεξοφλήσῃ τὴν γνώμην καὶ τὴν ψῆφον αὐτῆς. Χωρὶς ἑπομένως νὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον δύναται νὰ στηριχθῇ ἡ ζητουμένη ψῆφος ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τῆς παρελθούσης πορείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπηρεαζόμενος ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα θέλει φέρει ἐν τῷ μέλλοντι, δὲν δύναμαι νὰ ἐκφράσω δυσπιστίαν ἢ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐγὼ καὶ οἱ φίλοι μου δὲν ἀποτελοῦμεν ἀριθμὸν δυνάμενον νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εὐθυνόμενον διὰ τὰς πράξεις αὐτῆς. Ἑπομένως δὲν ὑποχρεούμεθα νὰ ἀποκρούσωμεν τοιαύτην εὐθύνην, μὴ ἐπιβαλλομένην εἰς ἡμᾶς ἀλλὰ βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναδεχθῶμεν τὴν εὐθύνην, ἀφήνοντες ἐκ τῶν προτέρων τὴν Κυβέρνησιν ὅλως ἐλευθέραν νὰ διεξαγάγῃ κατὰ βούλησιν τὰ ζητήματα τῆς ὁριστικῆς εἰρήνης, καὶ ἐλαττοῦντες τὴν ἐξουσίαν καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς θὰ ἀρνηθῶμεν ψῆφον.

§46Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐννοῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ζήτημα ἐμπιστοσύνης εἶναι ἐξόχως κατεπεῖγον, ἰδίως προτεινόμενον εἰς τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν. Ἄν ὑπάρχωσι πολλοὶ ἀνυπομονοῦντες νὰ ἴδωσι τὸ πέρας τῆς πρὸ μικροῦ ἐκραγείσης ὑπουργικῆς κρίσεως, θέλω νὰ συγκαταλεχθῶ μεταξὺ αὐτῶν, διότι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω μίαν τῶν τουρκοπατημένων ἐπαρχιῶν. Σήμερον ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Ξηροχωρίου ἐκ μέρους τῶν ἐκεῖ προσφύγων, τὸ ὁποῖον δὲν ἀναγινώσκω, διότι τὸ εἶδον δημοσιευμένον ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, εἰς τὸ ὁποῖον περιγράφεται ἡ φρικώδης κατάστασις, εἰς ἣν περιῆλθον οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἕνεκα τῆς δικαιοσύνης τῆς Εὐρώπης. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ κατεπεῖγον, δὲν ἕπεται ὅτι πρέπει νὰ στραγγαλισθῇ ἡ συζήτησις, συζήτησις οὕτω σπουδαία, συζήτησις, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται ν’ ἀποφασισθῇ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν θέλει ἐξακολουθεῖ ἡ Θεσσαλία ὑπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγόν. Συζήτησις, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται ν’ ἀποφασισθῇ αὐτὴ ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, δὲν δύναται νὰ διεξαχθῇ ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἤρξατο ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅλην τὴν ἱστορίαν τῶν διαπραγματεύσεων, ἀλλ’ ἀνεφέρετο συγχρόνως εἰς Λευκὴν Βίβλον, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος εἶχεν ἀναγνώσει, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἄλλος, μὴ διανεμηθεῖσαν ἔτι. Δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὅλοι ἀντελήφθημεν τῶν γαλλικῶν περικοπῶν, ἃς ἀνέγνωσεν· ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συνέλθωμεν καὶ ἐκ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθη ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔπαυσε νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἐὰν ἔλεγεν ὅτι ἤρχισε νὰ ἔχῃ «εἰς τὸν ἑαυτόν του». Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συζητήσωμεν. Καὶ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν ἀναβολῆς διὰ τὴν αὔριον.

§47ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ, τί ζήτημα θέλει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ συζητηθῇ αὔριον. Νομίζω ὅτι προσθέτομεν εἰρωνείαν εἰς τὴν θλιβερὰν θέσιν καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Βουλῆς, ὅτι προσθέτομεν θλιβερὰν παρῳδίαν. Ὅταν ἤκουσα,—κατόπιν τῶν ὅσα ἐξετέθησαν, ὅτι ἀνετέθη τὸ πᾶν εἰς τὰς Δυνάμεις,—νὰ γίνεται λόγος περὶ ψήφου ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἐνόμισα ὅτι θὰ ὑποβληθῇ πρὸς τὴν Βουλήν, ἵνα ἐκφράσῃ καὶ αὐτὴ τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὰς Δυνάμεις. Μὴ δὲν εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν λέγουσι καὶ τὰ ἔγγραφα, ὅτι ἡμεῖς οὐδὲν ἄλλο ἐπράξαμεν, εἰμὴ νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὰς Δυνάμεις τὴν τύχην καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος; Μὴ δὲν εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν, εἰμὴ νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν βίαν τῶν Δυνάμεων, ἀφοῦ ὑπετάχθη εἰς τὴν βίαν τῶν ὅπλων τῆς Τουρκίας; Πῶς ὁμιλοῦμεν πλέον περὶ γνώμης καὶ περὶ συζητήσεως καὶ περὶ ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς; Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἤθελον ἤδη ἐπικαλεσθῆ τὴν φιλοπατρίαν καὶ τὸν ἱπποτικὸν χαρακτῆρα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρακαλῶν αὐτὸν ν’ ἀποσύρῃ τὴν πρότασιν ταύτην, ἥτις ἀποβαίνει ἀληθὴς πρὸς τὴν Βουλὴν εἰρωνεία. Ἐννοῶ νὰ ζητῇ, προκειμένου περὶ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ἐκκρεμοῦς, μία Κυβέρνησις τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ὅταν πρόκειται νὰ ἐνισχυθῇ πρὸς ἀληθῆ τινα δρᾶσιν, ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ ἐνισχυθῇ πρὸς ἐξακολούθησιν ὑποταγῆς εἰς τὴν βίαν, τοῦτο θὰ ἦτο μία ἐμπιστοσύνη κοινοβουλευτικὴ πρωτοφανὴς καὶ ἰδιόῤῥυθμος. Ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἄλλο πράττει ἀπὸ καιροῦ, εἰμὴ, ὡς ἡ ἰδία εἶπε, νὰ ὑποτάσηται ἀπρακτοῦσα. Ἀλλ’ εἰς τοιαύτην θέσιν Κυβερνήσεως θὰ ἥρμοζεν ἴσως ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ πρότασιν ἁπλῆς συμπαθείας. Τὰ παθήματα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι παθήματα τοῦ ἔθνους, διὰ τὴν περιπέτειαν τοῦ ὁποίου τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν δύναται, εἰμὴ δάκνουσα τὰ χείλη ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος νὰ σιωπᾷ. Δύνανται οἱ κύριοι Πρωθυπουργοί, ὁ ἐνεστὼς καὶ ὁ προηγούμενος, ὡς ἐκ τῆς εἰδικῆς θέσεως αὐτῶν, νὰ ὁμιλοῦν ἐφ’ ἱκανὴν ὥραν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βεβαίως εἶχε καθῆκον νὰ ἐκθέσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ λεχθέντα, καὶ ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς ἐκαλεῖτο ἴσως καὶ αὐτὸς νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλ’ ἡ θέσις τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἐὰν αἰσθάνεται τὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους, δὲν εἶναι ν’ ἀκούῃ προτάσεις περὶ ἐμπιστοσύνης καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ὑπομιμνήσκουσι πλέον μόνον τὰ συνήθη ἐκεῖνα, τὰ παρασκευάσαντα τὰ δεινὰ τῆς πατρίδος. Ἐμπιστοσύνη ἐξεφράσθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀνελάμβανεν ἐθνικὸν ἀγῶνα. Τότε τῷ ὄντι ἠδύνατο νὰ ἐνισχυθῇ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν Βουλήν, καὶ τοῦτο ἐγένετο οὐχὶ διὰ τὸν τύπον τοῦ νὰ λάβῃ κοινοβουλευτικὸν χρίσμα. Τούτου οὐδὲ ὑπῆρχεν ἀνάγκη. Κυβέρνησις ὑποδειχθεῖσα ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ διορισθεῖσα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἦτο βεβαίως Κυβέρνησις συνταγματική· Ἀλλ’ εἶχεν ἀνάγκην τῆς ψήφου ἐκείνης, διότι ἐπρόκειτο νὰ ἀποδυθῇ εἰς ἀγῶνα τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου, καὶ ἡ Βουλὴ παρέσχε τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς. Ἀλλὰ τὸ Κράτος, δι’ οἱουσδήποτε λόγους, συνέβη νὰ ἡττηθῇ· πρὸς τί ἆρά γε ζητεῖται σήμερον πάλιν ἡ ἐμπιστοσύνη; Ἡ ψῆφος τῆς ἐμπιστοσύνης δύναται νὰ σημαίνῃ, κατὰ παρανόησιν θλιβεράν, ὅτι τὰ ἤδη πραχθέντα ἐγένοντο ἐξ ἐλευθέρας θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ταύτην τὴν πολιτικὴν ζητεῖται νὰ ἐγκρίνῃ καὶ ἡ Βουλή. Τὸ κατ’ ἐμὲ, θὰ παρεκάλουν ν’ ἀποφύγωμεν τοιαύτας ἐννοίας. Καὶ ἐλπίζω ὅτι πρῶτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναλαμβάνων αὐτὸς τὴν εὐθύνην, θὰ σπεύσῃ ν’ ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι σπεύδει προθύμως νὰ ἐγκρίνῃ τὰ πραχθέντα ὡς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν οὐχὶ ἁπλῶς—διότι δὲν πρόκειται περὶ τούτου— ἀρνούμενος ψῆφον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, λέγω ταῦτα, ἀπ’ ἐναντίας, δίδων, οὕτως εἰπεῖν, ψῆφον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, παρακαλῶ αὐτὴν νὰ μὴ συμμετάσχῃ τῆς ὑποβολῆς τοιαύτης πρὸς τὴν Βουλὴν προτάσεως, διότι δὲν ἔχει ἀνάγκην σήμερον νέας ψήφου, οὔτε χάριν ἑαυτῆς, οὔτε χάριν τοῦ Κράτους· πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὡς καὶ ἡ Βουλὴ, σκέπτεται σήμερον μόνον περὶ τῆς τύχης τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους, καὶ οὐχὶ περὶ ἄλλων.

§48Γ. ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ἐάν τις τῶν προαπελθόντων ἐξόχων ἀνδρῶν τῆς μεγάλης Ἑλλάδος παρίστατο κατὰ τὴν ὥραν ταύτην εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, ἤθελεν ὁρμητικῶς ἐξέλθει ἐκ τῶν θυρῶν αὐτοῦ, διὰ νὰ μὴ ἀκούσῃ τὰ ἤδη λεγόμενα. Ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα καταθλίβουσιν ἡμᾶς, καὶ τὰ ὁποῖα παρ’ ἀξίαν ὑπέστη ὁ Ἑλληνισμὸς, ἦλθε φέρουσα τοὺς προκαταρκτικοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης καὶ εἶπε πρὸς ἡμᾶς: «Δὲν θέλω ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθῃ ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν περιπέτειαν τῆς συζητήσεως τῶν ὅρων τούτων, συνεπάγουσα τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῶν θιγομένων προνομιῶν τοῦ Συντάγματος, τοῦ Στέμματος καὶ τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους· τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών μου θὰ φέρω ἐγὼ μόνη, καὶ θὰ σκεφθῶ, τί δύναμαι νὰ πράξω. Δόσατέ μου τὴν ἐλευθερίαν ταύτην.» Καὶ ἐνῷ ἔπρεπε πάντες ν’ ἀφήσητε τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔρχεσθε νὰ γεννήσητε ζητήματα ἐξουσίας, πρὸς βλάβην τῆς πασχούσης Πατρίδος, διὰ τὸ μέγα πάθημα τῆς ὁποίας πολὺ συνετελέσαμεν πάντες, καὶ θέλετε νὰ πολεμήσητε τὴν πρότασιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τίνα ἀποβλέποντες σκοπόν; Εἶναί τις ἐξ ὑμῶν ἐνταῦθα, ὁ δυνάμενος νὰ εἴπῃ: «ἐγώ εἰμι Ξενοφῶν ὁ Ἀθηναῖος· ἀποθανόντος τοῦ Κλεάρχου καὶ τῶν λοιπῶν συστρατηγῶν αὐτοῦ, ἀναλαμβάνω τὴν ἀρχηγίαν τῶν Μυρίων»; Ἂν ἦναί τις τοιοῦτος, ἂς ἔλθῃ ἐδῶ νὰ τὸ εἴπῃ, καὶ ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι θὰ εὕρῃ τοὺς ἐπὶ τῶν ὀρέων ἱσταμένους, ἑτοίμους νὰ φιλονεικήσωσι τὸ ἔδαφος αὐτὸ βῆμα πρὸς βῆμα ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τοιοῦτος, ἐὰν ἔπαυσε νὰ γεννᾷ ἡ γῆ αὕτη ἄνδρας πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικούς, (καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγίστη τῶν ἐλλείψεων) μὴ θελήσητε ν’ ἀναξέσητε πληγὰς κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, προκαλοῦντες συζητήσεις, διότι θὰ λάβητε τὴν ἀπάντησιν, ὅτι δὲν ἡττήθη ἡ Ἑλλὰς, ἀλλὰ παρεσκευάσθη πρὸς ἧτταν (χειροκροτήματα). Ὅταν ἓν τάγμα μάχηται κατὰ συνταγμάτων ἐχθρικῶν καὶ τὸ τάγμα ἐκεῖνο κατὰ σύμπτωσιν δὲν σύγκειται ἐκ τῶν ὀρεινῶν ἀνδρῶν, ἀλλ’ ἐξ ἐκείνων τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος, τῶν ὁποίων τοὺς κατοίκους ἐγνωρίζομεν ὡς ποιητὰς καὶ ὡς μουσικοὺς, καὶ ἔρχηται εἰς χεῖρας μετὰ τοῦ ἐχθροῦ εἰς τὰ Πέντε Πηγάδια καὶ δὲν ὑποχωρῇ, ἀλλ’ ἀνασπᾷ τὰς μαχαίρας καὶ ἀμφισβητῇ τὴν νίκην πρὸς τὸν ἐχθρὸν, ὅταν ὁμολογῆται παρ’ ὅλων τῶν ξένων ἀνταποκριτῶν, ὅτι ἐπολέμησαν ὡς λέοντες οἱ Ἕλληνες στρατιῶται, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ γνωρίσωσι τὸν λόγον τῆς ὑποχωρήσεως, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡττήθη ἡ Ἑλλάς. Ἐὰν δὲ οἱ ὅροι, οἱ ἐπιβαλλόμενοι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τῶν ἰσχυρῶν, φέρωσι πόνον ὀδύνης, ὁ πόνος οὗτος γεννᾶται, ὅταν πρόκειται νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡττήθη ἡ Ἑλλάς, ἐνῷ δὲν ἡττήθη. Οὐχὶ τὰ ἑκατομμύρια, διότι ἡ ἀπώλεια τῶν ἑκατομμυρίων δὲν ἀπώλεσε τὰ ἔθνη. Ὅταν λοιπὸν ἐνώπιον τοιούτου διλήμματος εὑρισκώμεθα, ὅταν βλέπωμεν ὅτι ἕνεκα στερήσεως ἐξόχων πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν ἀνδρῶν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸν πόλεμον αὐτὸν, τὸν ὁποῖον, ὡς προεῖπον, προπαρεσκευάσαμεν τοιοῦτον, ὥστε νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἡττήθη, ἐνῷ ἀληθῶς δὲν ἡττήθη ἡ Ἑλλὰς, ὅταν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, τοὐλάχιστον ἔχετε τοῦτο τὸ τελευταῖον συναίσθημα, νὰ μὴ θελήσητε νὰ ἀνοίξητε ἐδῶ προώρους συζητήσεις. Ἀφήσατε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών της, ὅταν δὲν ἔχητε τίποτε γενναιότερον, τίποτε ὑψηλότερον νὰ ὑποδείξητε.

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ Ζακύνθου ἔλαβον τὸ ἑπόμενον τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει): «Πρόεδρον Βουλῆς Ἀθήνας. «Μὴ δυνηθέντες ἕνεκα ἀνυπερβλήτου κωλύματος παρευρεθῶμεν σήμερον συνεδρίαν Βουλῆς, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, ὅπως γνωρίσητε συναδέλφοις, ὅτι κηρυσσόμεθα ὑπὲρ ἀποδοχῆς ὅρων προκαταρκτικῆς εἰρήνης.» «Πέτρος Α. Ξυδιᾶς Τυπάλδος, βουλευτὴς Πάλλης. «Σπ. Ε. Στάης, βουλευτὴς Κυθήρων.» Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον; ... Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ.

§50Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προηγεῖται ἡ ἀναβολή.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασίς σας, διὰ νὰ ψηφοφορηθῇ, πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ 10 Βουλευτῶν. Ὑπάρχουσι 10; (ἐγείρονται ὀλιγώτεροι τῶν 10). Θέτω λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔχουσαν οὕτω: «Ἡ Βουλὴ, ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀναβάλλει τὰς συνεδριάσεις της.»

§52Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω πρὸς ἐξήγησιν τῆς ψήφου μου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ ἐν Ἀθήναις προσχεδιασθέντος ψευτοπολέμου, ἡ νέα ἱερὰ συμμαχία εἶχε τὴν γενναιότητα ν’ ἀφήσῃ τοὺς Τούρκους ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπ’ ἀόριστον χρόνον καὶ μέχρις ὅτου εὐδοκήσωσιν οἱ πιστωταὶ τῶν παλαιῶν ἐθνικῶν δανείων. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο. Ἀπεφάσισεν ἡ νέα ἱερὰ συμμαχία τὴν κατάργησιν συνθηκῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ συνταγματικοῦ αὐτοῦ Κράτους, ἀπεφάσισε τὴν κατάργησιν αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος! Καὶ ἀτυχῶς μεταξὺ τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων ὑπάρχουσι καὶ τρεῖς, αἱ λεγόμεναι προστάτιδες, αἵτινες ἠγγυήθησαν τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἄλλαις λέξεσιν, ἡ μικρὰ ἐλευθέρα γωνία μετεβλήθη εἰς ἐμπορικὸν οἶκον, πρὸς τὸν ὁποῖον πέμπουσιν ἓξ ξένους διαχειριστάς. Ὁ ἐμπορικὸς οὗτος οἶκος ἐκτείνεται ἀπὸ Ταινάρου μέχρι Πηνειοῦ, ἀπεφασίσθη δὲ ἡ ἐνταφίασις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἠκούσατε πρὸ μικροῦ τὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ὅστις καὶ τρίτην ἤδη φορὰν ἔχυσε τὰ κροκοδείλια δάκρυά του, διὰ νὰ παραμυθήσῃ τὸν Ἑλληνισμὸν, ὡσεὶ νὰ μὴ γνωρίζωμεν, ὅτι εἶναι μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες βαθύτερον ἔσκαψαν τὸν τάφον αὐτοῦ. Ἐγκρίνω τὸ πόρισμα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μόνον ἐν μέρει. Ἐγκρίνω, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ σπεύσῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν περὶ ἀποδοχῆς τῆς εἰρήνης ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον, εἴτε ἀποφάσεως, εἴτε προτάσεως νόμου. Καὶ ὀρθῶς δὲν ὑπεβλήθη τοιαύτη πρότασις. Ἀλλὰ καὶ οὐδὲν εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα, διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶχε λάβει τὴν ἐντολήν, οὔτε τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Κράτους νὰ καταργήσῃ, οὔτε τὸ Σύνταγμα. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἀκαίρως προεβλήθη πρότασις περὶ ἐμπιστοσύνης. Γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως — καὶ γνωρίζει ἄριστα—ὅτι ὄχι μόνον ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ οὔτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει ἐμπιστοσύνην τινὰ εἰς τὴν σημερινὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὡς δὲν εἶχε καὶ εἰς τὴν τέως Κυβέρνησιν, διότι εἶναι Κυβερνήσεις ἀνοχῆς, καὶ ὑπὸ τοιοῦτον τύπον καὶ ὑπὸ τοιαύτας ὑποχρεώσεις ἔλαβε τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης, ἵνα διαπραγματευθῇ τὴν εἰρήνην. Ἀλλὰ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπέδειξεν, ὅτι ἄσκοπος ἦτο ἡ ὑπουργικὴ μεταβολὴ τῆς 18 Ἀπριλίου 1897. Σᾶς ὡμολόγησεν, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ συνεχίσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς τέως Κυβερνήσεως. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ τέως Κυβέρνησις διεπραγματεύετο εἰρήνην. Σᾶς εἶπε καὶ ἄλλο τι, ὅτι ἀπέστειλε δύο Ὑπουργούς, ἵνα ἐξετάσωσιν ἐπιτοπίως τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅταν ἐπείσθη ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῶν περὶ τῆς καταστάσεως αὐτοῦ, τότε πλέον ἀπεφάσισε νὰ ἐπισπεύσῃ τὰς ἐνεργείας του περὶ ἀνακωχῆς. Ἀλλὰ ἐλησμόνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν καταγωγήν, ἐκ τῆς ὁποίας προέρχεται. Ἂν ἐκεῖνος τὴν λησμονῇ, ἡμεῖς ὅμως οἱ πάσχοντες τὴν ἐνθυμούμεθα. Ἦλθε ν’ ἀνασυντάξῃ τὸν στρατόν. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἦτο ὑποχρεωμένος ν’ ἀνακαλέσῃ τοὺς Βασιλόπαιδας (ψιθυρισμοὶ), ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ἀντλήσῃ ἐξ ἁγνῶν πηγῶν πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ. Ἀντὶ τούτου ἄλλα ἔπραξεν. Ἔπραξεν ἄλλα, διότι ἐστήριξεν ὑπερβολικὰς ἐλπίδας, εἴτε ἐξ αἰσιοδόξου χαρακτῆρος, εἴτε ἐκ πληροφοριῶν, ἐρειδόμενος εἰς ὑποστηρίξεις Βασιλικῶν συγγενειῶν. Τίς ἐξ ὑμῶν δὲν ἀνεγίνωσκε καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς δημοσιογραφικὰς ἐκείνας causeries τὰ χαρμόσυνα ἀγγέλματα, ὅτι «αὔριον ὑπογράφεται ἡ εἰρήνη, λαμπρὰ καὶ ἀρίστη»; Καὶ τὸ αὔριον ἐγένετο πάγιον, παρατεταμένον, ἀτελεύτητον!... Καὶ ἦλθε σήμερον ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας μὲ εἰλικρίνειαν, ἥτις τὸν διακρίνει, ἀλλὰ ἦλθε νὰ ἐξομολογηθῇ ἐνώπιον αὐτῆς καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπὸ πλημμελείας εἰς πλημμέλειαν περιέπεσεν. Ἀπεκάλυψεν ὅλας τὰς πλεκτάνας καὶ τὰς δολοπλοκίας τὰς διπλωματικάς, εἰς τὴν παγῖδα τῶν ὁποίων ἔπεσεν, ἀλλ’ ἔῤῥιψε δυστυχῶς καὶ τὸν τόπον. Ἄλλη ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ ἔθνους τῇ 18 Ἀπριλίου 1897, καὶ ἄλλη εἶναι σήμερον. Κατεπονήθη ὁ τόπος οὗτος, συνετρίβη! Καὶ ἀφοῦ διὰ τῆς παρατάσεως ἐπετεύχθη τοῦτο, ἐρωτᾶτε ἤδη αὐτόν, τί νὰ πράξῃ! Καὶ παρουσιάζομεν τὸ λυπηρὸν ἐκεῖνο θέαμα τῶν ἐν λέμβῳ εὑρισκομένων, οἵτινες, νομίζοντες ὅτι θέλουσιν ἀνατραπῆ ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς, στρέφονται ἀποτόμως πρὸς τὴν ἄλλην, ἵνα σωθῶσι, καὶ πνίγονται! Καὶ δὲν ἀκούεται μία φωνή: ἠρέμως νὰ συζητήσωμεν, ἐν ἡσυχίᾳ τὰ πράγματα, νὰ ἴδωμεν τί ἐπάθομεν καὶ διατὶ ἐπάθομεν, τί δυνάμεθα καὶ ἂν δυνάμεθα νὰ πράξωμέν τι πρὸς διάσωσιν τῶν ναυαγίων. Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ὠσφράνθη ὁ τέως Πρωθυπουργός, ὅτι δύναται νὰ καθήσῃ ἐπὶ τῶν ἑδωλίων ἐκείνων, τῶν ὑπουργικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκει πεπυρακτωμένα, ἔσπευσε νὰ λάβῃ τὸ ῥιφθὲν χειρόκτιον καὶ νὰ εἴπῃ: «Ἐδῶ εἶμαι!» Πρὸς τίνα λοιπὸν νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην; Πρὸς τὴν νῦν Κυβέρνησιν; ἢ πρὸς τὸν Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος; Τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐπιβλαβῆ, διότι ἐβελτίωσε καὶ τὴν θέσιν τῆς τέως Κυβερνήσεως· ὁ τόπος ἔπαυσε νὰ ἐνθυμῆτε, τί ἔπαθεν ἀπὸ τὴν τέως Κυβέρνησιν! Καὶ ἰδού, παρέστημεν πρὸ μικροῦ θεαταὶ τοῦ οἰκτροῦ ἐκείνου θεάματος, νὰ προβάλλῃ ἐκ τῆς θέσεώς του ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ νὰ παρασκευάζηται εἰς νέας ἐθνικὰς ἐκστρατείας «διὰ νὰ σώσῃ τὴν πατρίδα»!... Φθάνει πλέον! Ὑπεδουλώσατε τὴν Θεσσαλίαν. Μὴ θέλετε νὰ ὑποδουλώσητε καὶ τὴν Στερεὰν καὶ περιορίσητε τὴν Ἑλλάδα μέχρι τοῦ Ἰσθμοῦ! (συγκίνησις). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι μεθ’ ὅλην τὴν σπουδὴν, μὲ τὴν ὁποίαν προβαίνομεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν, πρέπει ν’ ἀναμετρήσωμεν πάντες τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνομεν. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καλῶς γνωρίζει, ὅτι εἶναι Κυβέρνησις ἀνοχῆς. Δὲν πρέπει νὰ ζητήσῃ ψηφοφορίαν, διότι ὁ τόπος ἀπὸ μίαν ἄλλην Κυβέρνησιν, ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, δὲν προσδοκᾷ βέλτιόν τι. Τοὐναντίον ζημίας καὶ παρέλκυσιν. Ἐγένετο πρὸ μικροῦ λόγος περὶ ἐξακολουθήσεως ἢ μὴ ἐξακολουθήσεως τοῦ ἀγῶνος. Καὶ τίς ἀγνοεῖ, ὅτι ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν, δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐξακολούθησις τοῦ ἀγῶνος; Τίς ἐμπιστεύεται πλέον εἰς τὸ στρατιωτικὸν γραφεῖον τῶν Ἀνακτόρων; Τίς ἐμπιστεύεται εἰς τοὺς συμβούλους τοῦ Στέμματος, οἵτινες ἐκτελοῦσι τὰ καθήκοντά των μὲ συνδυασμοὺς, κατὰ τοὺς ὁποίους καὶ τὸ καθῆκον πρὸς τὴν Πατρίδα νὰ γίνηται, «ἂν ἦναι δυνατὸν», καὶ τὸ Στέμμα νὰ καλύπτηται, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, ἀλλὰ κυρίως τὸ Κόμμα νὰ μὴ ζημιῶται; Ἐκ τῆς θέσεώς μου ἐκραύγασα, καὶ ἰσχυρῶς, πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Θηβῶν, ὅτε εἶπεν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος ἐν πεποιθήσει πληρεστάτῃ, ὡς πάντοτε ὁμιλεῖ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἡττήθη, ἀλλ’ ὑπέστη τὴν παρασκευασθεῖσαν ἧτταν: «ἀληθῶς ὠργανώθη ἀνέκαθεν, μόνον ἵνα γείνῃ ὀπισθοχώρησις!...» (ψιθυρισμοὶ ἐξ ἀριστερῶν). Τίς ἠμπόδισε τὸν στόλον νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του; ἐρωτῶ. Ἀπαντήσατε, κύριε Λεβίδη (κραυγαὶ ἐναντίαι, διακοπαὶ ἐξ ἀριστερῶν).

§53Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν εἶναι ἡμέρα συζητήσεως δι’ αὐτὰ, κύριε Φιλάρετε (θόρυβος καὶ διακοπαί). Αὐτὰ θέλετε νὰ λέγητε καὶ αὐτὰ λέγετε πάντοτε. Κρίμα! Πρέπει νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ τακτικὴ (ψίθυρος ἐπιδοκιμασίας).

§54ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι καιρὸς εὐθυνῶν.

§55Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὲ διακόπτουσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, καὶ μὲ διακόπτουσιν οἱ στερούμενοι πείρας κοινοβουλευτικῆς. Νομίζουσιν ὅτι θὰ ἔχωσι καὶ ἄλλοτε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ζητήσωσιν εὐθύνας. Νομίζουσιν ὅτι θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ἢ, ἂν θὰ ὑπάρχῃ, νομίζουσιν ὅτι αὐτὴ ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ζητήσῃ εὐθύνας! Δὲν ἐννοοῦσι καὶ δὲν γνωρίζουσι, διότι στεροῦνται πείρας, — καὶ θέλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐν καλῇ πίστει μὲ διακόπτουσιν, — ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει ἡ ἀλληλοβοήθεια τῶν ἐξουσιῶν, καὶ ὅτι αἱ εὐθύναι οὐδέποτε δίδονται, ἀφοῦ δὲν ἐδόθησαν οὔτε ὅταν τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπτώχευσεν, οὔτε δι’ ὅσα ὑπέστημεν καὶ ἀπὸ τοῦ 1878. Οὐδεὶς ἔδωκεν εὐθύνας· μόνον πρὸς τὸ θεαθῆναι ἐκλέγονται ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπαὶ, διὰ νὰ ἐξαπατῶνται τὰ θύματα, καὶ οὐδὲν πλέον. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἡ ἱερὰ αὕτη στιγμὴ δὲν ἦναι κατάλληλος, ἵνα ἐκφράσωμεν τὴν ἀγανάκτησιν ἡμῶν, ἵνα ζητήσωμεν εὐθύνας τοὐλάχιστον ἠθικὰς, οὐδέποτε θὰ εὑρεθῇ τοιαύτη. Ἀκριβῶς δὲ, διότι ἐσυνειθίσαμεν εἰς τὴν τερατωδεστάτην ταύτην κατάστασιν καὶ οὐδεὶς παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει ὑπεύθυνος, — διότι ἀπὸ τοῦ Στέμματος δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους, — ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἐφθάσαμεν εἰς τὸν ὁριστικὸν ὄλεθρον, καὶ θὰ ζητηθῶσι μὲν εὐθύναι, ἀλλὰ θὰ ζητηθῶσιν αὗται ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἤδη σπεύσατε εἰς ἀπελευθέρωσιν τῆς Θεσσαλίας.

§56ΤΟΠΑΛΗΣ. Οὐδέποτε, Κύριοι, ἐπίστευον, ὅτι ἐν τοιαύτῃ κρισίμῳ περιστάσει καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἡ Θεσσαλία στενάζει ὑπὸ ζυγὸν, ὅτι ἠθέλομεν ἀπειληθῆ ὑπὸ κυβερνητικῆς μεταβολῆς. Δυστυχῶς ἠπατήθην. Ὡς Θεσσαλὸς Βουλευτὴς, διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ἐκβάσεως τῆς μετ’ ὀλίγον ψηφοφορίας, ἣν ἀτυχῶς προβλέπω κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἥτις θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα μόνον τὴν παρέλκυσιν τῆς συνομολογηθείσης εἰρήνης καὶ τὴν παράτασιν τῆς ὑποδουλώσεως τῆς Θεσσαλίας, ἴσως δὲ καὶ μεγαλείτερα δεινά. Οὐχ ἧττον ὅμως θὰ ἐξακολουθήσω τὴν πορείαν, ἣν ἐχάραξα ἀπὸ τῆς ὑποδουλώσεως τῆς ἐπαρχίας μου, μὴ ὑποτασσόμενος καὶ μὴ ἀναμιγνυόμενος εἰς πολιτικὰ κόμματα καὶ εἰς πολιτικὰς διαμάχας, καὶ διὰ τοῦτο θέλω ἀρνηθῆ καὶ ἐγὼ ψῆφον.

§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ νὰ μὴ ἀναμιγνύησαι καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρίαν.

§58Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἀναμιγνύεται εἰς πολιτικὰς διαμάχας, ὑποδηλῶν διὰ τούτου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ἄλλοι Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ ἀναμιγνυόμεθα εἰς πολιτικὰς διαμάχας καὶ θέλομεν ψηφίσει κομματικῶς, μόνον καὶ μόνον διότι δὲν ἀνεχόμεθα τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν λόγῳ ῥουσφετίων ἢ ἄλλων λόγων, διαμαρτύρομαι, καὶ δηλῶ ὅτι...

§59ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶναι, νομίζω, καιρὸς, εἰς ἣν κατάστασιν εὑρισκόμεθα, νὰ συζητῶμεν ὅπως συζητοῦμεν.

§60ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Διατὶ, κύριε Κρίτσα; Ὅταν ἀπευθύνηται μία ὕβρις, νὰ μὴ ἀπαντήσωμεν;

§61ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἔπρεπε νὰ ἀποβλέψητε εἰς τὴν σπουδαιότητα τῶν περιστάσεων. Δὲν εἶναι πλέον καιρὸς διὰ κομματικὰ, ἐν ᾧ τὸ Κράτος χάνεται! πρὸς Θεοῦ! (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§62ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Προεκλήθημεν, Κύριε, ὑβρίσθημεν (θόρυβος). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κύριος Κρίτσας, τὸ ἐπέτυχε· τὰ χειροκροτήματα τῶν ἀκροατηρίων.

§63ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὰ χειροκροτήματα.

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐζητήθη ἡ ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν;

§65ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Βεβαίως.

§66ΔΑΛΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ δύο λέξεις, διότι, ὅσον σοβαρὰ εἶναι ἡ κατάστασις, τόσον βαρεῖα εἶναι καὶ ἡ εὐθύνη τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Καίτοι εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου νὰ ἀρνηθῶ ψῆφον, δὲν συμφωνῶ μόνον ὡς πρὸς τὴν δικαιολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ ἐκ Βόλου κ. συνάδελφος, διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐνταῦθα δὲν συνερχόμεθα οὔτε ὡς Βουλευταὶ Θεσσαλίας, οὔτε ὡς Βουλευταὶ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὡς Βουλευταὶ τοῦ ἔθνους· ὥστε, ἐὰν ἀρνηθῶ ψῆφον, δὲν θὰ ἀρνηθῶ διότι φρονῶ ὅτι θὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ ἐνδιαφέρουσα μόνον τοὺς Θεσσαλοὺς—διότι τὰ αὐτὰ αἰσθήματα ἀναγνωρίζω πρὸς πάντας τοὺς Ἕλληνας καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς,— ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης προϋποθέτει συζήτησιν εὐρεῖαν, ἀφοῦ δὲ παρὰ πάντων ἀνομολογεῖται, καὶ παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφίας, καὶ παρὰ τῶν ἄλλων κ. Βουλευτῶν τῶν λαβόντων τὸν λόγον, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς τοῦ ἐλέγχου, παρὰ πλείστων δὲ ὑπεστηρίχθη μετὰ σοβαρότητος, ὅτι ἐπιζήμιος εἶναι καὶ αὐτὴ ἡ ψηφοφορία, νομίζω ὅτι ψῆφος ἐμπιστοσύνης, διδομένη οὕτω, οὐδὲν δύναται νὰ ἔχῃ κῦρος εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν. Ἄν εἰς ὅλως ἐξαιρετικὰς περιστάσεις ἐδόθη τοιαύτη ψῆφος καὶ ἐχαρακτηρίσθη ὡς ψῆφος ἐμπιστοσύνης ἕνεκα τῶν περιστάσεων, κατ’ οὐσίαν ὅμως εἶναι ψῆφος ἀνοχῆς. Τοῦτο δικαιολογεῖται ἐκ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, σήμερον ὅμως δὲν δικαιολογεῖται ψῆφος ἐμπιστοσύνης, ὅταν δὲν τυγχάνῃ πεφωτισμένη· ὅταν δὲ λείπῃ τοῦτο, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔχῃ τὸ ἠθικὸν κῦρος. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ προκαλέσωσι τὴν τοιαύτην ψῆφον ἐμπιστοσύνης, πρέπει νὰ σκεφθῶσιν, ὅτι πρέπει νὰ συνοδεύωνται καὶ διὰ τοῦ ἠθικοῦ κύρους, διὰ νὰ ἐνισχυθῶσιν ὡς Κυβέρνησις εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, τὰς ὁποίας διανύει τὸ ἔθνος. Ἄλλως τε, ὡς ὀρθῶς παρετήρησε καί τις τῶν συναδέλφων ἡμῶν,—ὁ κ. Χατζόπουλος, νομίζω,—δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ τις τίνος ἀντιπρόσωποι κατ’ οὐσίαν παριστάμεθα ἐνταῦθα, ἵνα δώσωμεν Κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι μετὰ τὸ μέγα γεγονὸς τῆς ἥττης ἡμῶν, κατ’ οὐσίαν δὲν εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, εἴμεθα κατὰ τύπους μόνον ἀντιπρόσωποι, ὑφιστάμεθα κατ’ ἀνάγκην διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος· διότι εἶναι ἱστορικῶς ἀποδεδειγμένον, ὅτι μετὰ τὰ μεγάλα γεγονότα γεννῶνται ἀμφιβολίαι, ἂν αἱ Βουλαὶ ἀντιπροσωπεύουσι τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Καὶ πραγματικῶς εἴμεθα καταδικασμένοι διὰ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀνελάβομεν πάντες ἀνεξαιρέτως, δημιουργήσαντες κατάστασιν, τῆς ὁποίας τ’ ἀποτελέσματα θρηνοῦμεν.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ἠλία Ζέγγελη καὶ Ν. Γεωργακοπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Μιλ. Δάλλας ἀρν.Ι. Γρίβας Ο
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ἀρν.Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο
Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Ο Περ. Ἀλεξάκης Ο
Ν. Σμόλενιτς Ν Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης
Δημ. Οἰκονομίδης Ο Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ο
Δημοσθ. Καΐρης Π. Λαμπρινόπουλος Ο
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ν Χαρίλ. Τζανετάκης Ο
Κωνστ. Νεγρεπόντης Ο Γ. Λ. Πετροπουλάκης
Ἰωάννης Πετρίδης Ο Πολύμ. Ζαρίμπας Ο
Νικολ. Φαρμακόπουλος Ο Χρ. Μαστραπᾶς ἀρν.
Σωτήρ. Δανόπουλος ἀρν.Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ο
Χρ. Βότσαρης Ο Κ. Παπαμιχαλόπουλος ἀρν.
Κων. Γ. Καραπάνος ἀρν.Π. Ρίτσος Ο
Σπυρ. Βαρζέλης Ἀνδρ. Βασιλείου Ο
Νικόλαος Λεβίδης Ο Σπ. Τσιτσάρας
Κωνστ. Κολιάτσος Δημ. Χατζόπουλος ἀρν.
Δημοσθ. Σκυλίτσης Δημ. Βουλπιώτης ἀρν.
Ἀθ. Μουτσόπουλος Μιχ. Ἰατρίδης Ν
Ι. Δ. Καλλιφρονᾶς Ο Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ο
Ἀλέξ. Σπ. Σκουζές Ο Κ. Βοῦλτσος Ν
Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος Γ. Μελισσηνός Ο
Δημ. Γ. Ράλλης ἀρν.Διον. Μυλωνᾶς Ο
Ἀλέξ. Ψύλλας Ο Ἄγγ. Πετραλιᾶς ἀρν.
Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ο Χ. Στεφανόπουλος Ν
Γ. Τυπάλδος Κοζάκης Ο Γεώργ. Κρεστενίτης Ο
Ἀθ. Ἴσκος Γ. Παπακυριακόπουλος ἀρν.
Ν. Σκυλοδῆμος Ο Δημοσθ. Δόγκας Ν
Κωνστ. Τοπάλης ἀρν.Ἰω. Σισίνης
Νικ. Σχινᾶς ἀρν.Στέφ. Σκουλούδης ἀρν.
Γεώργ. Φιλάρετος ἀρν.Γεώργ. Πετούσης Ν
Νικ. Σταματιάδης Ἀριστομ. Βαλέττας ἀρν.
Ἰω. Γιαννακόπουλος ἀρν.Νικ. Νομικός Ο
Ἐπ. Μαυρομμάτης Ν Πέτρος Δελένδας Ο
Κωνστ. Πεταλᾶς ἀρν.Γ. Μαλέας Ν
Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο Γ. Νικολαΐδης Ο
Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ο Λεων. Δεληγεώργης ἀρν.
Θεόδ. Ζαΐμης Ο Μιλτ. Γουλιαμῆς Ο
Λεων. Πετιμεζᾶς Παν. Μερλόπουλος Ν
Γεώργ. Σιβιτανίδης Ο Περ. Μποῦτος Ο
Γιαννούσιος Τάκης Ἀλκ. Δεληγιάννης Ν
Νικ. Δαγρὲς Ο Ἀντ. Καρατζᾶς Ν
Κων. Φλέσσας Ν Πέτρ. Ταταράκης Ο
Ν. Σάλμας Ο Γεώργ. Κουλούρης Ο
Δημ. Τερτίπης Ν Ὄθων Μαῦρος
Ἰω. Παλάσκας Ἐλευθ. Μυκώνιος Ο
Ἰω. Σταμούλης Ν Μιλτ. Βαρότσης Ο
Κίμων Βελλίνης Ο Γεώργ. Σισμάνης
Ξενοφ. Τσαμαγκίδης Ν Γεώργ. Πλατανιώτης
Ἰωάν. Καζαμπάκας Ο Ἰω. Καναβὸς Ο
Ι. Στεφάνου ἀρν.Γ. Φαρμακόπουλος Ο
Παν. Λεβέντης Ο Μιχ. Π. Ἰατρὸς ἀρν.
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ν Α. Πετσάλης Ο
Ν. Χατζηνικολῆς Ο Παῦλος Ραζέλος ἀρν.
Γεώργ. Κόρπας ἀρν.Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχάλ.Ν
Ἀχιλ. Ἀγάθος Κυπ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
Κωνστ. Βασιλάκης Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο
Ἰω. Σέχος ἀρν.Χαράλ. Κανελλόπουλος
Νικ. Βασιλάκης Παν. Λαμπρούλιας
Ἀθ. Παραμυθιώτης Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης
Γεώργ. Θεοτόκης ἀρν.Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς
Γεώργ. Καποδίστριας Θεόδ. Βελλιανίτης Ο
Δημ. Οἰκονόμου Ο Ἀνάρ. Σιμόπουλος ἀρν.
Σπ. Νοταρᾶς Ν Λ. Καραλίβανος
Ν. Ζούζουλας Ν Πανοῦρ. Πανουργιᾶς Ν
Κωνστ. Σκαρπέτης Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
Ἀριστ. Μεντζελόπουλος ἀρν.Ἀχ. Γεροκωστόπουλος Ο
Νικόλ. Βαλσαμάκης Ἰω. Τσερτίδης Ο
Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς Χρ. Τζῖνος Ο
Δημ. Σβορῶνος ἀρν.Δημ. Βότσης
Ἄθως Ρωμάνος Ν Πίνδ. Ἀντωνόπουλος ἀρν.
Διον. Καλούτσης Ο Παν. Σάκκης
Σπ. Ε. Στάκης Δημ. Ε. Καλογερόπουλος Ο
Χ. Κ. Βοζίκης Ο Νικ. Καράπαυλος
Νικ. Σταματόπουλος Ο Ἰω. Βρουώνης Ο
Θ. Πέῤῥος Ο Π. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ο Νικόλ. Δημητριάδης ἀρν.
Δημοσθ. Μαουσάκης Ο Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ν
Δημοσθ. Ματάλας Ἀντ. Γουδῆς ἀρν.
Ἀριστ. Μελετόπουλος Ο Ἀθ. Λαδόπουλος Ο
Πέτρος Βαρβιτσιώτης Ν. Βαφειαδάκης Ο
Δημ. Πιπινόπουλος Ο Γ. Παγανέλης Ο
Χασὰν βέης Πετρεδὴ βέης Ἀλοΐσιος Τόμαν Ο
Φιλώτας Ἰσχύμαχος Ο Ν. Δρόσος Ο
Ἰω. Λάππας Ο Γρηγ. Μαυρομαρᾶς ἀρν.
Α. Ἀλεξανδρόγιαννος Ο Σωτ. Χατζηγάκης
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο Νικ. Ταρμπάκης Ο
Π. Μπογδάνος Ο Κωνστ. Χατζηπέτρος Ο
Β. Βασιλειάδης ἀρν.Θεόδ. Κριεμάδης ἀρν.
Ἀθ. Εὐταξίας ἀρν.Εὐστ. Κοκκέβης Ο
Ἰω. Μπακόπουλος Ο Ν. Γεωργακόπουλος Ο
Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ο Σωτ. Σωτηρόπουλος ἀρν.
Φίλ. Βάρβογλης Ο Δημ. Καμαριώτης Ν
Ν. Τριανταφυλλάκος ἀρν.Διον. Σταῖκος Ο
Ἡλ. Ζέγγελης Ν Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ν
Λάμπρος Σινανιώτης Ο Σπ. Δεϊμέζης Ο
Ἰω. Βούτουνας Θεόδ. Λιμπρίτης Ο
Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
Θεόδ. Γκίκας Ο Δημ. Κρίτσας Ν
Παντελῆς Γκίκας Ο Μιχ. Κακαρᾶς Ο
Νικ. Τσαμαδὸς ἀρν.Γ. Ἀβέρωφ ἀρν.
Χριστόδουλος Στεριάδης Ο Κ. Βαρατάσης ἀρν.
Νικολ. Κοντογιάννης Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν
Κουρνᾶς Τράκας Ο Ἰω. Α. Κανάρης Ο
Νικ. Χατζῖσκος Ν

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 164. Ἐκ τούτων 31 εἶπον Ναί, 93 εἶπον Ὄχι, καὶ 40 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.

§69ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε, διότι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας συνεπάγεται ὑπουργικὴν κρίσιν.

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πότε νὰ κληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς συνεδρίασιν;

§71ΡΑΛΛΗΣ. Πρὶν ἢ σχηματισθῇ ἡ νέα Κυβέρνησις δὲν θὰ κληθῇ.

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 10 καὶ 45′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 68
2Τῆς 18 Σεπτεμβρίου 1897.
3(Πέμπτη).
4Ὥρα 5 καὶ 45′ μ. μ.
5(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη).
6(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπεδόθη μοι τὸ ἑξῆς ψήφισμα τοῦ λαοῦ,
8συνελθόντος εἰς πάνδημον συλλαλητήριον ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ
9Πανεπιστημίου.
10§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
11Ψήφισμα.
12«Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, συνελθὼν σήμερον εἰς πάνδημον συλ-
13λαλητήριον ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Πανεπιστημίου, ψηφίζει:
141) Σύνοιδε μὲν, ὅτι εἰς τὰς νομίμους τοῦ Κράτους ἐξου-
15σίας πρέπει ν’ ἀφεθῇ πλήρης ἐλευθερία, ὅπως ἀντιμετωπίσωσι
16τὴν ἐπισκήψασαν ἐθνικὴν καταιγίδα, δὲν κρίνει ὅμως ἄκαιρον,
17οὐδὲ ἄσκοπον, νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, προκειμένου
18νὰ δώσῃ ψῆφον περὶ καταλύσεως τῶν κυριαρχικῶν τῆς χώρας
19δικαιωμάτων καὶ παραχωρήσεως ἐθνικοῦ ἐδάφους, πρέπει νὰ
20σκεφθῇ ἐν βαθείᾳ καὶ καλῶς ἐσταθμισμένῃ συναισθήσει τῆς
21εὐθύνης καὶ τῶν συνεπειῶν, ἂν ἔχῃ καὶ πόθεν ἀρύεται τὸ δι-
22καίωμα τοῦτο, ἀφοῦ δὲν ἀποτελεῖ Συντακτικὴν τοῦ ἔθνους
23Συνέλευσιν, ἀλλ’ εἶναι ἁπλοῦν νομοθετικὸν Σῶμα μετὰ δι-
24καιώματος ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων.
252) Ἐντέλλεται τοῖς κ. κ. Λουκᾷ Μπέλλῳ καὶ Ἀνδρέᾳ
26Παπαγιαννακοπούλῳ νὰ διαβιβάσωσι τὸ ψήφισμα πρὸς τὴν
27Βουλὴν διὰ τοῦ κ. Προέδρου, παρακαλουμένου νὰ τὸ ἀνακοι-
28νώσῃ ἅμα τῇ λήψει του.»
29«Ἐν Ἀθήναις, τῇ 18 Σεπτεμβρίου 1897.»
30§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ὑπάρχουσι ψηφίσματα συλλαλη-
31τηρίου ἐν Καλάμαις καὶ συλλαλητηρίου ἐν Κορίνθῳ, διὰ τῶν
32ὁποίων δηλοῦται, ὅτι οἱ κάτοικοι Καλαμῶν καὶ Κορίνθου
33ἀπεκδέχονται τὴν ἀπόφασιν τῶν νομίμων τοῦ Κράτους ἐξου-
34σιῶν ἐπὶ τῶν ὅρων τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης.
35Ἐκ Ξηροχωρίου ἀπεστάλη τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα πρὸς
36τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς (ἀναγινώσκει):
37«Κατάστασις προσφύγων ἀπελπιστική. Νόσος εὐφλογία,
38τυφοειδεῖς πυρετοί, πνευμονίαι ποιοῦσι θραῦσιν. Συσσωρευθέν-
39τες ἐνταῦθα, ὅπως εἰς ἄκουσμα εἰρήνης σπεύσωσιν εἰς προσ-
40φιλεῖς ἑστίας, μένουσιν ἐλλείψει οἰκημάτων πλέον τῶν 6,000
41προσφύγων ἐν ὑπαίθρῳ, κατάκοιτοι πλέον τοῦ ἡμίσεως ἀριθ-
42μοῦ. Καιρὸς ἄθλιος καταῤῥίψει βεβαίως πάντας, στερουμέ-
43νους ἐνδυμάτων, οἰκημάτων καὶ σκεπασμάτων παντελῶς. Κυ-
44βέρνησις καὶ φιλάνθρωποι σπεύσωσιν, ὅπως σώσωσιν ὑπάρ-
45ξεις ἀπειλουμένας ἐκ βεβαίου θανάτου.»
46«Ν. Σταμούλης.»
47Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Σωτ. Χατζηγάκης ἀπέστει-
48λεν ἐκ Πραμάντων τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα.
49§4ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
50«Γνωσθὲν περιεχόμενον πρωτοκόλλου Μεγάλων Δυνάμεων
51περὶ εἰρήνης ἐνταῦθα, ἔφερεν εἰς ἐντελῆ ἀπόγνωσιν λαὸν
52Ἀσπροποτάμου, κινδυνεύοντα ἕνεκα πλησιάζοντος χειμῶνος
53καὶ βραδύτητος ἐκκενώσεως Θεσσαλίας νὰ ἀπολέσῃ πᾶσαν
54περιουσίαν του, συνισταμένην εἰς κτηνοτροφίαν του, καὶ νὰ
55ἀποκλεισθῇ εἰς τὰ ὄρη, ἔνθα ἀπειλεῖ αὐτὸν δεινὴ πεῖνα. Μὴ
56δυνάμενος ἐγκαταλίπω συμπολίτας μου, εἰς ἣν περιῆλθον
57ἀπελπιστικὴν κατάστασιν, καὶ ἀναγκαζόμενος μὴ παρευρεθῶ
58εἰς συνεδριάσεις Βουλῆς, παρακαλῶ ὑποβάλητε Ἐθνικῇ Ἀντι-
59προσωπείᾳ σύστασιν: Πρῶτον, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ
60δυστυχοῦς τούτου λαοῦ, ἀδυνατοῦντος κατελθεῖν εἰς πεδινὴν
61Θεσσαλίαν πρὸς παραχείμασιν καὶ ἐκτεθῆναι εἰς τὴν ἐκδί-
62κησιν τῶν Τούρκων, μένεα πνεόντων κατ’ αὐτοῦ. Δεύτερον,
63ὅπως ἐγκατασταθῶσιν ἀρχαὶ πρὸς ὑποστήριξιν κατοίκων,
64ἐκτεθειμένων εἰς διάθεσιν κακοποιῶν στοιχείων, ἀφοῦ μέχρι
65τοῦδε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔδειξεν ὀλιγωρίαν. Τρίτον,
66ὅπως ἡ Κυβέρνησις μετὰ τυχὸν ληφθησόμενα μέτρα γνωστο-
67ποιήσῃ ταῦτα εἰς κατοίκους ἐνταῦθα καὶ συμβουλεύσῃ τὸ
68πρακτέον. Καὶ ἐν τέλει διαμαρτύρησίν μου ἐνώπιον τῆς Ἐθνι-
69κῆς Ἀντιπροσωπείας διὰ τὴν μέχρι τοῦδε ἀσύγγνωστον ὀλι-
70γωρίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐγκαταλειψάσης 90,000
71ψυχῶν εἰς τὴν τύχην των.»
72§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν
73λόγον.
74§6Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Φέρομεν ὑμῖν, Κύ-
75ριοι, τοὺς ὅρους τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, ἐπαχθεστέρους
76ἀφ’ ὅσον τοὺς εἴχομεν προαναγγείλει πρό τινων ἡμερῶν, ἐπα-
77χθεστέρους ἀφ’ ὅσον τοὺς ὑπεθέτομεν καὶ ἀφ’ ὅσον τοὺς ὑπε-
78θέσατε. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι, μεθ’ ὅλην τὴν μυστικότητα,
79τὴν ὁποίαν ἐτήρησαν αἱ μεσολαβήσασαι Δυνάμεις ἀπέναντι
80ἡμῶν, τῶν ἐντολέων αὐτῶν, ἠδυνήθημεν νὰ πληροφορηθῶ-
81μεν, τίς ἦτο ἡ τύχη τῶν συνόρων ἡμῶν, ἠδυνήθημεν νὰ πλη-
82ροφορηθῶμεν, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Ἑλλάδα πολεμικὴ ἀπο-
83ζημίωσις τεσσάρων ἑκατομμυρίων λιρῶν τουρκικῶν, ὑπερτέρα
84κατὰ πολὺ τῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἀλλ’ ὑπερτέρα καὶ τῶν
85δαπανῶν τοῦ ἐχθροῦ· καὶ ἐγνωρίζομεν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπι-
86βληθῇ ἡμῖν ἐπίβλεψις ἐπὶ τῶν προσόδων ἐκείνων, αἵτινες
87ἤθελον καταστῆ ὑπέγγυοι, ἀρχικῶς μὲν πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ
88δανείου τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως, κατόπιν δὲ καὶ τελευ-
89ταῖον καὶ τῶν παλαιῶν δανείων· ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
90ὑποθέσωμεν, ὅτι εἰς τοὺς ἐπαχθεῖς τούτους ὅρους ἤθελε προσ-
91τεθῇ καὶ ἡ εἰρωνεία, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι
92ἤθελον περικοπῆ αἱ προνομίαι, αἵτινες ὑφίστανται ἐν Τουρ-
93κίᾳ ὑπὲρ παντὸς ἀλλοδαποῦ· δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῶ-
94μεν, ὅτι ἤθελον θέσει χεῖρα καὶ ἐπὶ τοὺς θεσμοὺς ἡμῶν, ἐπὶ
95τὰς προνομίας αὐτῆς τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τὰς προνομίας
96τοῦ Στέμματος, καὶ ὅτι αἱ μεσολαβήσασαι Δυνάμεις, τὴν
97ἀπόφασιν αὐτῶν, ἐξομοιοῦσαι πρὸς διαιτητικήν, ἤθελον κη-
98ρύξει ἐκτελεστὴν, ἀνεξαρτήτως τῆς ψήφου ὑμῶν, ἀνεξαρτή-
99τως τῆς κυρώσεως τοῦ Βασιλέως.
100Τὴν εὐθύνην τῆς μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων καὶ τῶν ἐν-
101τεῦθεν συνεπειῶν ὑπέχει ἀκεραίαν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις προεί-
102λετο ν’ ἀποταθῇ πρὸς αὐτὰς μᾶλλον παρὰ πρὸς τὸν ἐχθρόν,
103ὅταν δ’ ἔλθῃ ἡ ὥρα ν’ ἀποτίσῃ τὰς εὐθύνας, μίαν μόνην θὰ
104προβάλῃ δικαιολόγησιν, ὅτι ἡ μεσολάβησις τῶν Δυνάμεων
105ὑπῆρξε δι’ ἡμᾶς ὑποχρεωτικὴ, ὑπῆρξεν ὅρος, ἐκ τοῦ ὁποίου
106ἐξηρτήθη ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐχθροπραξιῶν. Καὶ περὶ τούτου
107δὲν ὑπάρχει δυσκολία, ὅπως βεβαιωθῆτε· ἀρκεῖ νὰ ῥίψητε ἓν
108βλέμμα ἐπὶ τὰ πρῶτα ἔγγραφα τῆς Λευκῆς Βίβλου, τὰ ὁποῖα
109θέλω καταθέσει ἐνώπιον ὑμῶν, ὅπως βεβαιωθῆτε, ὅτι ἐπε-
110βλήθη ὡς ὅρος προκαταρκτικὸς τῆς μεσολαβήσεως τῶν Δυνά-
111μεων τὸ ν’ ἀφήσωμεν εἰς χεῖρας αὐτῶν, νὰ ἐμπιστευθῶμεν
112αὐταῖς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Ὁ ὅρος οὗτος προκύπτει
113ἀναμφισβήτητος ἐξ ἐγγράφου κατακεχωρισμένου ἐν τῇ Κι-
114τρίνῃ Βίβλῳ τῆς Γαλλίας, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Λευκῇ Βίβλῳ,
115τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 90, ἐν σελίδι 76, ἤτοι τοῦ ὑπομνήματος, τὸ
116ὁποῖον ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτὴς τῆς Αὐστρίας βα-
117ρὼν Κάλιτς ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Ὑψ. Πύλην τῇ 12/24 Μαΐου
118ἐ. ἔ. Ἐν αὐτῷ θέλετε ἀνεύρει τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους
119προσηνέχθη ἡμῖν ἡ μεσολάβησις:
120«Τῆς ἐν Ἀθήναις Κυβερνήσεως ζητησάσης τὴν συνδρο-
121μὴν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὅπως ἐπιτύχῃ ἀνακωχὴν,
122αἱ ἓξ Κυβερνήσεις προσήνεγκον αὐτῇ τὴν μεσολάβησίν των,
123ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐμπιστευθῆ
124εἰς τὰς Δυνάμεις τὴν φροντίδα τῶν συμφερόντων της...»
125Ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ ὅρου προκαταρκτικοῦ, ἄνευ τῆς
126ἀποδοχῆς τοῦ ὁποίου ἦτο ἀνέφικτον εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιτύχωμεν
127τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν. Καὶ πρὸς ἀκριβεστέραν
128ἀντίληψιν τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς διετυπώθη καὶ ἐγένετο
129ἀποδεκτὴ ἡ μεσολάβησις τῶν Δυνάμεων, ἐπιτρέψατέ μοι,
130Κύριοι, νὰ ἀνατρέξω ὀλίγον πρότερον, καὶ ἀναπαραστήσω
131ὑμῖν ἀκριβέστερον τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθημεν.
132Ἐκ προηγουμένων δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν
133Βουλὴν, γνωρίζετε, ὅτι ἅμα τῇ συγκροτήσει αὐτῆς τὴν 19
134Ἀπριλίου ἔπεμψεν εἰς Φάρσαλα, ὅπου εὑρίσκετο ἤδη ὁ Ἑλ-
135ληνικὸς στρατὸς, δύο Ὑπουργοὺς, τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
136καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἀντιληφθῶσι τὰ τοῦ
137στρατοῦ καὶ πληροφορήσωσιν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ καὶ ἐξ
138ἰδίας ἀντιλήψεως τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς καταστάσεως αὐ-
139τοῦ, διαφωτίσωσι δ’ αὐτὴν πρὸς τὴν ἀπόφασιν, ἥτις ἐπε-
140βάλλετο.
141Οἱ Ὑπουργοὶ τὴν πρωΐαν τῆς 20 Ἀπριλίου, δηλ. τὴν
142ἐπιοῦσαν τῆς συγκροτήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἐτηλεγράφουν
143ἡμῖν ἐκ Βόλου, ὅπου εἶχον κατέλθει, ὅτι ἐπείγει ἐκ τῆς κατα-
144στάσεως τοῦ στρατοῦ ἡ αἴτησις τῆς μεσολαβήσεως, ἡ ἀνα-
145στολὴ τῶν ἐχθροπραξιῶν. Ἦτο δὲ τόσον ἐπείγουσα ἡ ἀνα-
146στολὴ τῶν ἐχθροπραξιῶν, ὥστε ἀμέσως τὴν ἰδίαν ἡμέραν τῆς
147εἰκοστῆς Ἀπριλίου, μετὰ τὸ τηλεγράφημα τῶν συναδέλφων,
148ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συναντήσεως τοῦ πρέσβεως τῆς Γαλ-
149λίας μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν
150Ἐξωτερικῶν καὶ ἐμοῦ, δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ θίξωμεν τὸ ζή-
151τημα τῆς μεσολαβήσεως. Καὶ ταῦτα μαρτυροῦνται ἐξ ἐπι-
152σήμων ἐγγράφων, κατακεχωρισμένων ἐπίσης ἐν τῇ Κιτρίνῃ
153Βίβλῳ:
154«Ἀριθ. 645. 20 Ἀπριλίου/2 Μαΐου.
155«Ὁ πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας κ. Βουρὲ τῷ κ. Ἀνοτὼ
156Ὑπουργῷ τῶν Ἐξωτερικῶν.
157«.... Οὐδεμίαν ἔσχον δυσκολίαν νὰ βεβαιώσω, ὅτι οὐδὲν
158ἠδύνατό τις νὰ προσδοκᾷ ἐκ τῆς ἐξακολουθήσεως τοῦ πολέ-
159μου. Ἐνόησα ὅτι ὁ κ. Σκουλούδης πράγματι δὲν πλανᾶται,
160ἀλλ’ εἶναι φανερὸν, ὅτι δὲν θὰ ἐτόλμα ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὰς
161Δυνάμεις. Ἡ νέα Κυβέρνησις φοβεῖται τὴν ἔκρηξιν τῆς ὀρ-
162γῆς, ἥτις δυνατὸν νὰ προκύψῃ εἰς ὡρισμένους πληθυσμούς.
163Δὲν θὰ ἤθελον τελικῶς νὰ ἐπιτύχωσι τὴν παῦσιν τοῦ πολέ-
164μου ἐπὶ τῷ κινδύνῳ μιᾶς ἐπαναστάσεως, ἥτις θὰ κατέῤῥιπτε
165τὸν Θρόνον καὶ τὴν Δυναστείαν.»
166Τὴν δὲ 21 Ἀπριλίου, δηλ. τὴν δευτέραν ἡμέραν ἀπὸ τῆς
167συγκροτήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἐν Πετρουπόλει πρεσθευτὴς
168τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας ἐτηλεγράφει πρὸς τὸν Ὑπουρ-
169γὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν αὐτῆς:
170«Ὁ κ. Βουρὲ θὰ σᾶς ἀνήγγειλεν ἤδη, ὅτι ὁ κ. Ράλλης
171ἐπιθυμεῖ, ὅπως ἡ πρωτοβουλία τῆς μεσολαβήσεως προέλθῃ
172ἐκ τῶν Δυνάμεων» (ἀριθ. 648 Κιτρίνης Βίβλου).
173Αὐτὰ καὶ μόνα ἀποδεικνύουσι, Κύριοι, ὅτι ἅμα ὡς ἀνήλ-
174θομεν εἰς τὴν ἀρχὴν, μετ’ ὀδύνης ἀληθοῦς ἐβεβαιώθημεν περὶ
175τοῦ ὅτι ἡ περαιτέρω διεξαγωγὴ τοῦ πολέμου ἦν ἄνευ ἐλπίδος,
176καὶ ὅτι πρὸς μόνην καταστροφὴν ἠθέλομεν τὸν ἐξακολουθήσει,
177ὅτι ἐπεβάλλετο δ’ ἡ αἴτησις μεσολαβήσεως τῶν Μ. Δυνά-
178μεων. Καὶ τὴν αὐτὴν γνώμην μεθ’ ἡμῶν εἶχε καὶ ἡ προκά-
179τοχος Κυβέρνησις, τοὐλάχιστον ὁ Πρόεδρος αὐτῆς, ὁ ἀξιότι-
180μος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, καὶ ὁ συμπολίτης μου ὁ πρώην
181Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὰ ἔγγραφα τὰ δημοσιευ-
182θέντα ἐπισήμως παρὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως οὐδένα ἀφή-
183νουσι καὶ περὶ τούτου δισταγμόν:
184«Ἀριθ. 613.
185«Ἐν Ἀθήναις τῇ 15|27 Ἀπριλίου:
186«Ὁ κ. Βουρὲ τῷ κ. Ἀνοτὼ.
187«Ὁ κ. Σκουζὲς, ἐξ ὀνόματός του καὶ ἐξ ὀνόματος τοῦ Προ-
188έδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀπετάθη πρὸς τοὺς συναδέλφους μου
189τῆς Ρωσσίας καὶ τῆς Ἀγγλίας καὶ πρὸς ἐμὲ, ὅπως ὑποβάλῃ
190ἡμῖν τὴν σκέψιν τῆς ἐσπευσμένης ἐπεμβάσεως τῶν Δυνά-
191μεων παρὰ τῇ Ὑψηλῇ Πύλῃ, ἵνα τὴν πείσωσι νὰ ἀνακόψῃ
192τὰς ἐχθροπραξίας διά τινας ἡμέρας. Ἡ ἀνάπαυλα αὕτη θὰ
193ἐχρησιμοποιεῖτο, ὅπως τρέψωσιν εὐνοϊκῶς τοὺς συναδέλφους
194των καὶ τὴν κοινὴν γνώμην πρὸς τὴν αἴτησιν ἐπεμβάσεως,
195ἥτις τότε ἤθελεν ἐπισήμως διατυπωθῆ πρὸ τῆς ἐκπνεύσεως
196τῆς ἀναστολῆς τῆς οὕτω συνομολογηθείσης.»
197Καὶ ἵνα μὴ βαρύνω ὑμᾶς, ἀναγινώσκων πᾶσαν τὴν σειρὰν
198τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, ἐν οἷς βεβαιοῦται ἡ αἴτησις ἀληθῶς
199οὐχὶ περὶ ἀνακωχῆς, ἀλλὰ περὶ ἀναστολῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν,
200σημειῶ μόνον ὅτι ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου προκύπτει ἤδη,
201ὅτι ὁμοίαν γνώμην ἔχουσα καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὡς
202πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς μεσολαβήσεως, προδιέγραφε τὴν αἴ-
203τησιν τῆς ἐπεμβάσεως τῶν τριῶν προστατίδων Δυνάμεων. Καὶ
204δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι μόνον παράφρων ἠδύνατο νὰ ἔχῃ
205ἀλλοίαν γνώμην ἐκείνης, ἣν καὶ ἡμεῖς ἐσχηματίσαμεν. Ἀλη-
206θῶς παράφρων ἤθελεν ἀποταθῆ πρὸς τὸν νικηφόρον τουρκι-
207κὸν στρατὸν καὶ τὸν ἀρχηγὸν αὐτοῦ καὶ ἤθελε ζητήσει νὰ
208ἔλθῃ εἰς ἀπ’ εὐθεῖαν μετ’ αὐτοῦ συνεννόησιν. Τὸ σφάλμα
209τοῦτο διέπραξε τῷ 1871 ἡ Γαλλία, τὸ διέπραξε δὲ διότι
210δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως, διότι ἐπικαλεσθεῖσα τὴν με-
211σολάβησιν Μεγάλων Δυνάμεων, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιτύχῃ αὐ-
212τήν. Τὸ σφάλμα ἐκεῖνο τὸ ἐπλήρωσεν ἀκριβά· διότι πρῶτος
213ὅρος τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν ὑπῆρξεν ἡ παράδοσις
214τῶν φρουρίων τῶν Παρισίων. Ὅταν αἱ διαπραγματεύσεις περὶ
215ἀναστολῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν διεξάγωνται ἀπ’ εὐθείας με-
216ταξὺ τοῦ νικητοῦ καὶ τοῦ ἡττηθέντος, ὁ νικητής, κύριος τοῦ
217πεδίου, εἰς ἓν θ’ ἀποβλέψῃ, πῶς, ἄν ποτε λήξῃ τὸ στάδιον
218τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν, νὰ καταστήσῃ τὴν ἄμυ-
219ναν ὡς πρὸς τὸν ἡττηθέντα ἀδύνατον.
220Ἀλλὰ μόνον τὸν κίνδυνον αὐτὸν ἐτρέχομεν, ἀπευθυνόμενοι
221ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ; Τὸ ἔγ-
222γραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας, τὸ
223περιλαμβάνον τὴν ἀπάντησιν τῆς Ὑψηλῆς Πύλης εἰς τὴν
224κοινὴν διακοίνωσιν τῶν Δυνάμεων, κατακεχωρισμένον καὶ αὐτὸ
225ὑπ’ ἀριθ. 90 ἐν τῇ Λευκῇ Βίβλῳ, ἀποδεικνύει ἡμῖν, τίνας
226ὅρους θὰ εἴχομεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν, ἀπευθυνόμενοι ἀπ’ εὐ-
227θείας πρὸς τὸν νικητήν. Ἰδοὺ οὗτοι:
228«αʹ) Ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐχθροπραξιῶν θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς
229συνομολογήσεως ἀνακωχῆς καὶ ἐκ τῆς ἐλευθέρας εἰσόδου εἰς
230τοὺς λιμένας τῆς Πρεβέζης καὶ τοῦ Βόλου πάσης διὰ θα-
231λάσσης ἀποστολῆς διὰ τὸν αὐτοκρατορικὸν στρατόν.
232βʹ) Νέος καθορισμὸς τῶν συνόρων κατὰ τὸ ἀρχαῖον σχε-
233διάγραμμα. (Εὔφημος διατύπωσις τῆς παραχωρήσεως τῆς
234Θεσσαλίας).
235γʹ) Ἡ πληρωμὴ πολεμικῆς ἀποζημιώσεως δέκα ἑκατομ-
236μυρίων λιρῶν.
237δʹ) Τῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συμβάσεων κα-
238ταργηθεισῶν διὰ τοῦ πολέμου, ἡ ἀνανέωσις θὰ γείνῃ κατὰ
239τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ διεθνοῦς δικαίου. [Ὅπερ σημαίνει
240κατάργησιν τῶν ἀτελειῶν καὶ προνομίων (capitulations)].
241εʹ) Συνομολόγησις συμβάσεως περὶ ἐκδόσεως τῶν ἐγκλη-
242ματιῶν τοῦ κοινοῦ δικαίου.»
243Ἐντεῦθεν οὐδόλως ἐδιστάσαμεν ν’ ἀποδεχθῶμεν μετ’ εὐ-
244γνωμοσύνης τὴν μεσολάβησιν τῶν Δυνάμεων, καθόσον αὕτη
245προσεφέρετο ἡμῖν. Τοῦτο βεβαιοῖ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 649 ἔγγρα-
246φον τῆς 21 Ἀπριλίου/3 Μαΐου τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γαλλίας
247κ. Ἁνοτὼ πρὸς τὸν κόμητα τοῦ Μοντεβέλλο:
248«Ἡ ἐν Ἀθήναις Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει τὸ ἐπεῖγον ἀνα-
249κωχῆς, ἧς ἡ προσφορὰ θὰ ἐγίνετο δεκτὴ εὐγνωμόνως, ἀλλὰ
250ἐπιθυμεῖ ἡ πρωτοβουλία νὰ προέλθῃ ἐκ τῶν Μεγάλων Δυ-
251νάμεων».
252Καὶ βεβαίως θὰ ἐρωτήσητε, Κύριοι, ἀφοῦ τοσοῦτον ἐπεί-
253γουσαν ἐθεωροῦμεν τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν, πῶς
254ἐσταματήσαμεν ἀπέναντι ἑνὸς τύπου; διατὶ δὲν ἐζητοῦμεν
255ἀμέσως τὴν μεσολάβησιν, ἀλλ’ ἐχάναμεν χρόνον πολύτιμον,
256ἐνᾧ ἀπέναντι ἡμῶν ἦτο ὁ ἐχθρός, ἐπιδιώκοντες νὰ προσφερθῇ
257ἡμῖν αὕτη; Τὸ ἀναγνωσθὲν ὑμῖν ἔγγραφον, τὸ ἀφορῶν εἰς
258τὴν δημοσίαν τάξιν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἰδίᾳ ἐν Ἀθήναις, περι-
259λαμβάνει ἓν τῶν σπουδαιοτάτων ἐπιχειρημάτων, ἕνεκα τῶν
260ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει ὅτι δὲν ἔπρεπεν αὐτὴ πρώτη νὰ
261σπεύσῃ νὰ ζητήσῃ τὴν μεσολάβησιν τῶν Δυνάμεων. Ἡ δια-
262σάλευσις τῆς δημοσίας τάξεως συνεπήγετο τελείαν τὴν κατα-
263στροφήν. Ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ἕτερος λόγος, ἐπίσης σπουδαῖος.
264Προδιεγράφετο ἤδη ὁ ὅρος περὶ ἀνακλήσεως τοῦ ἐν Κρήτῃ
265Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καὶ δὲν ἐπεθυμοῦμεν, ὑποβάλλοντες
266ἡμεῖς τὴν αἴτησιν περὶ μεσολαβήσεως, νὰ εὑρεθῶμεν ἀπέναντι
267τοῦ νέου τούτου προκαταρκτικοῦ ὅρου (condition préa-
268lable). Καὶ ἀκριβῶς, ὅπως ἀποφύγωμεν τοῦτον, τὴν 21
269Ἀπριλίου τηλεγραφικῶς ἀνεκαλοῦμεν τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐν
270Κρήτῃ ἀποστολῆς, τὸν ἀξιότιμον συνταγματάρχην Βάσσον,
271κατὰ τοῦ ὁποίου ἰδίᾳ ἐμήνιον αἱ Δυνάμεις, καὶ μετ’ αὐτοῦ
272ὡρισμένον ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν, διότι ὑπεδεικνύετο ἡμῖν, ὅτι
273καὶ μόνη ἡ ἀνάκλησις τοῦ Βάσσου ἤθελε θεωρηθῆ ἐπαρκὴς
274ἱκανοποίησις διὰ τοὺς μηνίοντας.
275Ἀλλ’ ὅπως ἐπέλθῃ ἡ περὶ μεσολαβήσεως πρότασις ἐκ
276μέρους τῶν Δυνάμεων, ἀπῃτεῖτο χρόνος, ἀπῃτεῖτο συνεννόησις
277μεταξὺ τῶν πέντε ἀνακτοβουλίων καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς
278Γαλλικῆς Δημοκρατίας, ἀπῃτεῖτο ἴσως νὰ βολιδοσκοπηθῇ
279καὶ αὐτὴ ἡ Ὑψηλὴ Πύλη κατὰ πόσον καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους
280ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὴν μεσολάβησιν ταύτην· καὶ παρῆλθον
281οὕτω δύο ἔτι ἡμέραι, μέχρι τῆς 23 Ἀπριλίου, ὅτε ὁ ἐχθρὸς,
282συγκεντρώσας πάσας τὰς δυνάμεις αὐτοῦ, ἐπετέθη κατὰ τοῦ
283στρατοῦ τῶν Φαρσάλων καὶ τοῦ στρατοῦ τοῦ Βελεστίνου
284συγχρόνως. Ὁ στρατὸς τῶν Φαρσάλων ὑπεχώρησεν, ὁ στρατὸς
285τοῦ Βελεστίνου ἐπολέμησεν ἡρωϊκῶς τὴν 23 καὶ 24, καὶ ἀπέ-
286κρουσε τὸν ἐχθρόν. Ἐσώθη ἡ τιμὴ τοῦ στρατοῦ, καὶ μετ’ αὐ-
287τῆς ἐσώθη καὶ ἡ τιμὴ τῆς χώρας. Καὶ τότε δὲν ἐδιστάσαμεν,
288ὅπως ἀπ’ εὐθείας ζητήσωμεν ἡμεῖς τὴν μεσολάβησιν τῶν
289Δυνάμεων, μὴ θέλοντες ἐκ τῶν ἀργοποριῶν, τὰς ὁποίας συνε-
290πήγετο ἡ συνεννόησις τῶν Δυνάμεων, ν’ ἀπολέσωμεν τὸ κέρ-
291δος, τὸ ὁποῖον εἴχομεν προσκτήσει διὰ τῶν μαχῶν τοῦ Βελε-
292στίνου. Τοῦτο μαρτυρεῖ τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἐν Κωνσταν-
293τινουπόλει πρεσβευτοῦ τῆς Γαλλίας κ. Campon πρὸς τὸν
294Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ἀνοτὼ τῆς 24 Ἀπριλίου/6
295Μαΐου:
296«Ἀριθ. 665.
297«Κατὰ τηλεγράφημα ληφθὲν παρὰ τοῦ κ. Νελίδωφ, ὁ
298Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Σκουλούδης ἐζήτησεν ἐπιμό-
299νως παρὰ τοῦ κ. Ὀνοὺ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Ρωσσίας διὰ τὴν
300συνομολόγησιν ἀνακωχῆς, ἥτις ἤθελεν ἐπιτρέψει τὴν διατύ-
301πωσιν τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης.»
302Οὕτω τὴν 24 Ἀπριλίου ἤδη μετὰ τὰς μάχας τῶν Φαρ-
303σάλων καὶ Βελεστίνου, ἡμεῖς αὐτοὶ ἐζητήσαμεν τὴν ἐπέμβα-
304σιν τῶν Δυνάμεων. Ἀλλὰ καὶ πάλιν χρονοτριβαὶ πρὸς τὴν
305μεταξὺ τῶν Δυνάμεων συνεννόησιν. Προεβλήθη τότε παρὰ
306τῆς Γερμανίας, ζητηθείσης ὅπως συμπράξῃ μὲ τὰς λοιπὰς
307Δυνάμεις, ὁ ὅρος ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ὅπως ἡ Ἑλλὰς ὑποταχθῇ εἰς
308τὰ κελεύσματα τῆς Εὐρώπης καὶ ἀναθέσῃ τὴν ὑπεράσπισιν
309τῶν συμφερόντων αὑτῆς ἄνευ ἐπιφυλάξεως εἰς χεῖρας τῶν
310Μεγάλων Δυνάμεων, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἀποσύρῃ τὸν ἐν Κρήτῃ
311στρατόν.
312Αἱ ἀργοπορίαι αἱ πρώην μᾶς ἔπεισαν περὶ τῶν ἀποτελε-
313σμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα, αἱ χρονοτριβαὶ ἤθελον καὶ πάλιν φέ-
314ρει· γνωρίζοντες δὲ τὴν θυσίαν, ἣν ὤφειλε νὰ ὑποστῇ ἡ χώρα,
315ὅπως ἀνακτήσῃ τὸ ὑπέρτατον ἀγαθὸν τῆς εἰρήνης, τὸ ὁποῖον
316οὐδεὶς ἡμῶν τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἱκανῶς ἐξετίμησεν, οὐδ’
317ἐπὶ στιγμὴν ἐδιστάσαμεν νὰ ὑποσχεθῶμεν τὴν ἐντὸς ἐλαχίστου
318χρόνου ἀνάκλησιν τοῦ ἐν Κρήτῃ στρατοῦ. Τοῦτο βεβαιοῖ τὸ
319ὑπ’ ἀριθ. 15 τῆς 26 Ἀπριλίου ἔγγραφον τοῦ ἡμετέρου
320Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τοὺς ἐν Ἀθήναις ἀντιπρο-
321σώπους τῶν Μεγάλων Δυνάμεων.
322Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἤρκεσε, προέκυψε δ’ ἕτερος προκα-
323ταρκτικὸς ὅρος, ὁ ὅρος τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς αὐτονομίας
324τῆς Κρήτης παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὁ ὅρος
325οὗτος προεβλήθη πάλιν παρὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως.
326Ἐντεῦθεν νέαι χρονοτριβαὶ, ὄχι ἐκ διαπραγματεύσεων πρὸς
327τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐκ διαπραγματεύσεων τῶν
328Δυνάμεων πρὸς ἀλλήλας. Διότι αἱ πλεῖσται τῶν Δυνάμεων
329ἐθεώρουν, ὅτι ἀντὶ νὰ ἦναι ὠφέλιμος ὑπὲρ τῶν σχεδίων αὐτῶν
330ἡ παρ’ ἡμῶν ἀναγνώρισις τῆς αὐτονομίας τῆς Κρήτης, ἤθε-
331λεν ἀπεναντίας προσδώσει δικαίωμα εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀνα-
332μίξεως εἰς τὰ τοῦ διακανονισμοῦ τῆς αὐτονομίας τῆς νήσου,
333καὶ τοῦτο ὅτε διὰ παντὸς τρόπου προσεπάθουν νὰ τὴν ἐκτο-
334πίσωσιν ἐκ Κρήτης. Καὶ ἐνῷ αἱ ἄλλαι Δυνάμεις μᾶς ἐβε-
335βαίουν, ὅτι ὁ ὅρος οὗτος οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν, οὐδ’ εἶναι
336δυνατὸν νὰ γείνῃ ποτὲ ἀποδεκτὸς, ἡμεῖς εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς
337στερεοτύπου ἀπαντήσεως, ὅτι ὁ πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας
338δὲν εἶχε λάβει ἑτέρας ὁδηγίας, ὅστις δ’ ἐννοεῖ τὴν διπλωμα-
339τικὴν γλῶσσαν, ἐννοεῖ τί σημαίνει τοῦτο. Διὰ τοῦτο τὴν 28
340Ἀπριλίου μεταβάντες μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν
341παρὰ τῷ πρεσβευτῇ τῆς Γερμανίας, ἐδηλώσαμεν ῥητῶς καὶ
342κατηγορηματικῶς, ὅτι ἀποφασίσασα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις
343ν’ ἀνακαλέσῃ τὸν ἐν Κρήτῃ στρατὸν, ἀνεγνώριζε τὸ πολί-
344τευμα τῆς πραγματικῆς αὐτονομίας, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπε-
345σχέθησαν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις νὰ προικίσωσι τὴν Κρήτην,
346λαμβάνουσα ὑπὸ σημείωσιν τὴν σύμφωνον δήλωσιν τῶν
347Μ. Δυνάμεων τῆς 18 Φεβρουαρίου (Λευκῆς Βίβλου ἀριθ. 17
348τῆς 28 Ἀπριλίου).
349Καὶ ἠλπίζομεν ὅτι οὕτως ἐφθάσαμεν τέλος εἰς τὴν ἀνα-
350στολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν. Διετυπώθη δ’ ἀληθῶς τὴν ἐπιοῦ-
351σαν καὶ ἐγένετο πρὸς ἡμᾶς ἡ κοινοποίησις τῆς μεσολαβή-
352σεως, ἣν ἀπεδέχθημεν αὐθωρεὶ, (Λευκῆς Βίβλου ἀριθ. 18
353καὶ 19 τῆς 29 Ἀπριλίου) τὴν δὲ μετεπιοῦσαν, τὴν 30 Ἀπρι-
354λίου, ὑπεβλήθησαν καὶ πρὸς τὴν Ὑψ. Πύλην διὰ τῶν πρε-
355σβευτῶν καὶ πρὸς τὸν Σουλτάνον προσωπικῶς τὰ ὑπομνή-
356ματα τῶν πρεσβευτῶν περὶ ἀμέσου ἀναστολῆς τῶν ἐχθροπρα-
357ξιῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συνομολογήσεως τῆς ὁριστικῆς
358εἰρήνης. Τὰ ὑπομνήματα ταῦτα εὕρηνται ὑπὸ σελίδα 76
359τῆς Λευκῆς Βίβλου, ἔχουσι δὲ, ὡς ἤδη γνωρίζετε, ὡς ἑξῆς:
360«Τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως αἰτησαμένης τὴν συνδρομὴν
361τῶν Δυνάμεων, ὅπως τύχῃ ἀνακωχῆς, αἱ ἓξ Κυβερνήσεις
362προσήνεγκον τὴν μεσολάβησίν των, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ἡ Ἑλ-
363ληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐμπιστευθῆ εἰς τὰς Δυνάμεις τὴν
364φροντίδα τῶν συμφερόντων της, ἤθελεν ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ
365προβῇ εἰς τὴν ἐκκένωσιν τῆς Κρήτης καὶ ἤθελεν ἀναγνωρίσει
366τὸ αὐτόνομον πολίτευμα τῆς νήσου.»
367«Αἱ ἓξ Κυβερνήσεις προσήνεγκον τὴν μεσολάβησίν των».
368(Μᾶς ἔκαμαν τὴν περιποίησιν ταύτην, ἀλλ’ ὑπέστημεν τρεῖς
369μάχας ἔκτοτε.)
370«Τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως προσχωρησάσης εἰς τοὺς
371ὅρους τούτους, οἵτινες ἔσχον ἀρχὴν ἐκτελέσεως, αἱ Δυνάμεις
372συνεφώνησαν νὰ παρακαλέσωσι τὴν Αὐτοκρατορικὴν Κυβέρ-
373νησιν ν’ ἀνακόψῃ τὰς ἐχθροπραξίας πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ
374καθορισθῶσιν αἱ βάσεις ἀνακωχῆς καὶ ν’ ἄρξωνται ἐν βραχεῖ
375αἱ διαπραγματεύσεις διὰ τὴν ὁριστικὴν συνομολόγησιν τῆς
376εἰρήνης.»
377Μνημονεύουσι, Κύριοι, ἐνταῦθα, ἐν τῷ ὑπομνήματι πρὸς
378τὴν Ὑψ. Πύλην, τὴν ἐκκένωσιν τῆς Κρήτης, διότι ἤδη ἀπὸ
379τῆς 8/20 Φεβρουαρίου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς
380Τουρκίας Τεφὴκ πασσᾶς προέβαλε πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ
381ἐξαναγκασμοῦ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ν’ ἀποσύρῃ τὸν στρατὸν
382ἐκ Κρήτης, τὴν κατάληψιν μέρους τῆς Θεσσαλίας. Περιλαμ-
383βάνουσαι δ’ ἐν τῷ ὑπομνήματι αἱ Δυνάμεις τὴν βεβαίωσιν
384τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ὅρου τούτου, ἤλπιζον ὅτι
385ἤθελον ἱκανοποιήσει τὴν τότε καὶ κατόπιν προβληθεῖσαν αἴ-
386τησιν τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἣν καὶ πάλιν ὑπεστήρι-
387ξεν ἡ Γερμανία, διότι ἀπὸ τῆς 8/20 Φεβρουαρίου ἔλεγεν ὁ
388Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν αὐτῆς κ. Marschall πρὸς τὸν
389ἐν Βερολίνῳ πρεσβευτὴν τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας: «Ἐν
390περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελεν ἀναγνωρίσει τὸ σφάλμα της
391ἡ Ἑλλάς, τίς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Τουρκίαν νὰ τῆς
392κηρύξῃ τὸν πόλεμον;» (Ὅρα ὑπ’ ἀριθ. 164 καὶ 167 ἔγγραφα
393Κιτρίνης Βίβλου).
394Οὕτως ἠλπίζετο, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει ἄμεσος ἀπάντησις
395καὶ ἄμεσος ἀποδοχὴ τῆς μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων καὶ
396τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν παρὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερ-
397νήσεως, καθόσον ἐν τῇ note collective, ἐν τῇ κοινῇ ταύτῃ
398διακοινώσει, προσετίθετο: «Οἱ πρέσβεις τῶν ἓξ Μεγάλων Δυ-
399νάμεων παρακαλοῦσιν ἐντεῦθεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτε-
400ρικῶν τῆς Τουρκίας νὰ ὑποβάλῃ τῇ Αὐτοκρατορικῇ Κυβερ-
401νήσει τὴν αἴτησιν περὶ ἀμέσου ἀναστολῆς τῶν ἐχθροπρα-
402ξιῶν.»
403Καὶ ἐν τῷ ἑτέρῳ ὑπομνήματι, τῷ πρὸς τὸν Σουλτάνον,
404πάλιν ἐγίνετο ἔκκλησις εἰς τὰ γενναῖα αἰσθήματα αὐτοῦ ἐκ
405μέρους τῶν Μεγάλων Δυνάμεων πρὸς τὴν ἄμεσον ἀναστολὴν
406τῶν ἐχθροπραξιῶν, καὶ προσετίθετο: «Τῶν προσεχῶν ἑορτῶν
407τοῦ Κουρμπὰν Μπαϊραμίου καθιστωσῶν ἰδιαιτέρως ἐπιθυμητὴν
408καὶ ἐπείγουσαν τὴν λῆξιν τοῦ ἀγῶνος, οἱ πρεσβευταί, πεπει-
409σμένοι περὶ τῶν εἰρηνικῶν διαθέσεων τοῦ Σουλτάνου, ποιοῦ-
410σιν ἔκκλησιν εἰς τὰ γενναῖα αἰσθήματά του, ὅπως τὸν παρα-
411καλέσωσι νὰ ἐκδώσῃ ἄνευ ἀργοπορίας τὴν διαταγὴν νὰ στα-
412ματήσωσιν αἱ στρατιωτικαὶ κινήσεις κτλ.»
413Ἀλλὰ βλέπετε ὅτι παρενέπιπτε τὸ Κουρμπὰν–Μπαϊρὰμ,
414ὅτε δὲ τὴν μετεπιοῦσαν, ἀκριβῶς τὴν 3 Μαΐου, ὁ Ὑπουργὸς
415τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσσίας ἔλεγε πρὸς τὸν ἐπιτετραμ-
416μένον τῆς Ἑλλάδος ἐν Πετρουπόλει, ὅτι ἀμέσως μετὰ τὸ τέ-
417λος τοῦ Κουρμπὰν–Μπαϊρὰμ θ’ ἀπαντήσῃ ἡ Τουρκικὴ Κυ-
418βέρνησις, ἡμεῖς διείδομεν τὸν δόλον, καὶ τὸν δόλον τοῦτον
419κατηγγείλαμεν πρὸς τὰς Μ. Δυνάμεις. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν
420Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας ἀπήντησε τῇ 2/14 Μαΐου, ἀλλ’
421ἀπεκρύβη ἀφ’ ἡμῶν ἡ ἀπάντησις αὕτη, ἀπεκρύβη δὲ, διότι
422περιελάμβανε τοὺς ὅρους ἐκείνους διὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς
423ὁριστικῆς εἰρήνης, οὓς γνωρίζετε ἤδη, καὶ τοὺς ὁποίους θὰ
424προέβαλλεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις πρὸς ἡμᾶς, ἐὰν ἠθέλομεν
425ἀπευθυνθῆ ἀπ’ εὐθείας πρὸς αὐτὴν διὰ τὴν συνομολόγησιν
426τῆς εἰρήνης. Περιλαμβάνει δ’ ἐν τέλει ἡ ἀπάντησις αὕτη
427τὰ ἑξῆς: «Ἅμα ὡς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀπο-
428δεχθῆ τὰς ἄνω σκέψεις, θὰ δοθῶσι διαταγαὶ εἰς τοὺς ἀρ-
429χηγοὺς τῶν αὐτοκρατορικῶν στρατῶν διὰ τὴν ἄμεσον ἀνα-
430στολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν.»
431«Ἅμα ὡς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀποδεχθῇ τὰς σκέψεις
432ταύτας», δηλαδὴ τὰς περὶ τοῦ παλαιοῦ συνόρου μέχρι τῆς
433Ὄθρυος, τῶν 10,000,000 λιρῶν, τὴν κατάργησιν τῶν capi-
434tulations καὶ τὰς λοιπὰς, «διαταγαὶ θέλουσι δοθῆ εἰς τοὺς
435ἀρχηγοὺς τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων διὰ τὴν ἄμεσον ἀνα-
436στολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν.»
437Λοιπὸν ἡ Τουρκία, ἀπαντῶσα τῇ 2 Μαΐου εἰς τὴν πρό-
438τασιν περὶ μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων, δὲν συνήνει εἰς τὴν
439ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν, εἰμὴ καθ’ ὅσον ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν
440ἀποδεχθῆ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους προδιέγραψε, καὶ οἵτινες
441ἀπεκρύβησαν ἀφ’ ἡμῶν· τότε δ’ ἤθελον δοθῆ διαταγαὶ πρὸς
442τὴν ἄμεσον ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν.»
443Αἱ Δυνάμεις ὤφειλον ν’ ἀνακοινώσωσιν ἡμῖν τοὺς ὅρους
444ἐκείνους τῆς εἰρήνης, τοὺς ὁποίους προέβαλλεν ἡ Τουρκία, καὶ
445ἔσφαλον, μὴ εἰδοποιήσασαι ἡμᾶς,—ἴσως ἐκ φόβου ὅτι δὲν
446ἠθέλομεν δεχθῆ τὴν συζήτησιν τοιούτων ὅρων—μὴ εἰδοποιή-
447σασαι ἡμᾶς, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δια-
448ταχθῇ ὁ τουρκικὸς στρατὸς νὰ σταματήσῃ τὴν πρὸς τὰ πρόσω
449πορείαν του.
450Ἐν τούτοις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας
451κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, μὲ τὴν συνήθη ἐπιφύλαξιν τὴν
452διπλωματικὴν, ἔλεγε τῷ ἀντιπροσώπῳ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι
453ἀνησυχεῖ διὰ τὴν ἀργοπορίαν τῆς Τουρκίας εἰς τὸ ν’ ἀπαν-
454τήσῃ, καὶ ἄλλοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἄλλοι πρε-
455σβευταὶ τὴν αὐτὴν ἀπεδείκνυον ἀνησυχίαν. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα
456ἦτο ἀδύνατον νὰ πεισθῇ τις αὐτῶν εἰς τὰς διαμαρτυρίας, τὰς
457ὁποίας ἡμεῖς διετυποῦμεν καθ’ ἡμέραν, βεβαιοῦντες αὐτοὺς,
458—διότι ἠκολουθοῦμεν τὰς κινήσεις τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ—
459ὅτι καθ’ ἡμέραν συνεκεντροῦτο μεγαλείτερος ἀριθμὸς ἐχθρικῶν
460στρατευμάτων, καὶ ὅτι ὁ σιδηροῦς κύκλος ἔβαινε μετὰ μα-
461θηματικῆς ἀκριβείας πρὸς τὰ πρόσω. Ὁ ἐν Πετρουπόλει
462πρέσβυς τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας εἰδοποιεῖτο τὴν 3/15
463Μαΐου παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς του, ὅτι ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἐξε-
464δήλωσε τὴν πρόθεσίν της ν’ ἄρξηται διαπραγματεύσεων μετὰ
465τῶν Δυνάμεων πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐχθροπρα-
466ξιῶν ἀμέσως μετὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Μπαϊραμίου. Καὶ ἀνεμένετο
467τὴν ἑπομένην Δευτέραν (5 Μαΐου) ἡ ἀπάντησις τῆς Πύλης
468(ἀριθ. 30 Λευκῆς Βίβλου).
469Οὕτως ἐπῆλθε, Κύριοι, ἡ 5 Μαΐου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὤφειλε
470νὰ ἀπαντήσῃ ὁ Τεφὴκ πασᾶς εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἀναστο-
471λῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν. Ἀντὶ πάσης ἀπαντήσεως ἔσχομεν τὴν
472τελευταίαν ἐπίθεσιν περὶ τὴν μεσημβρίαν ἀκριβῶς τῆς 5 Μαΐου
473ἐκρότησε τὸ πρῶτον τηλεβόλον τῆς μάχης τοῦ Δομοκοῦ.
474§7Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἐγένετο ἡ μάχη τοῦ
475Γριμπόβου; (κίνησις).
476§8ΡΑΛΛΗΣ. Ἀμέσως, θὰ σᾶς εἴπω.
477§9ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τῆς 5 Μαΐου.
478§10ΡΑΛΛΗΣ. Εὐχαριστῶ τοὺς συναδέλφους, διότι συνετέλε-
479σαν εἰς τὸ νὰ μοὶ δώσωσι τὴν σειράν, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ
480τηρήσω. Ἀληθῶς ἐῤῥήθη, Κύριοι, ὅτι ἡ μάχη τοῦ Γριμπόβου
481ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν μάχην τοῦ Δομοκοῦ. Ὁ Τοῦρκος
482βεβαίως, θέλων νὰ καλύψῃ τὸν δόλον του, ἠδύνατο νὰ προ-
483βάλῃ τοῦτο, ἀλλὰ Βουλευτὴς Ἕλλην, ἔστω καὶ ἂν προετί-
484θετο νὰ κρεμάσῃ τοὺς Ὑπουργοὺς, ποτὲ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκ-
485στομίσῃ τοιοῦτόν τι ἐντεῦθεν.
486§11ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ δὲν ἤλθομεν ν’ ἀπο-
487κρύψωμεν τὴν ἀλήθειαν...
488§12Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ θὰ ἐξετασθῶσι βραδύτερον.
489§13ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ... ἤλθομεν νὰ μάθωμεν τὴν
490ἀλήθειαν.
491§14ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ τὴν μάθητε λοιπὸν τὴν ἀλήθειαν.
492§15ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
493§16ΡΑΛΛΗΣ. Ἰδοὺ αὕτη. Τὴν 25 Ἀπριλίου ὁ ἀρχηγὸς τοῦ
494ἐν Ἄρτῃ στρατοῦ μοὶ ἐμήνυε τηλεγραφικῶς: «Χωρικοὶ ἐκ
495τοῦ χωρίου Καμαρίνης καὶ τῶν ἄλλων πέριξ ἦλθον πρός με
496καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι αἱ οἰκογένειαί των κατασφάζονται ἀπὸ
497τοὺς Τούρκους, αἱ διασωθεῖσαι καταφεύγουσιν εἰς τὰ ὄρη τοῦ
498Ζαλόγκου, μὲ παρακαλοῦν δὲ κλαίοντες, νὰ ζητηθῇ προ-
499στασία ξένης τινος Δυνάμεως πρὸς σωτηρίαν καὶ ἐκπατρισμὸν
500διασωθέντων ἀπὸ τὴν καταστροφὴν γυναικῶν μετὰ παίδων.
501Ἐθεώρησα καθῆκόν μου ν’ ἀναφέρω ὑμῖν ταῦτα.»
502Καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντᾷ: «Ἤδη διε-
503τάχθη μοῖρα νὰ παραπλέῃ πρὸς Καστροσυκιᾶν, συνέλεξε
504δ’ ἤδη οἰκογενείας τινάς. Πᾶσαι δέον νὰ διευθυνθῶσι πρὸς
505τὴν παραλίαν ταύτην, ἵνα περισυλλεγῶσι παρὰ τοῦ στόλου.»
506Τὴν 29 Ἀπριλίου, μετὰ τέσσαρας ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐξη-
507κολούθει ἡ περισυλλογὴ τῶν θυμάτων τῆς Ἠπείρου, μὲ ἐκά-
508λει ἐκ νέου εἰς τὸ τηλεγραφεῖον ὁ ἀρχηγὸς καὶ μὲ ἠρώτα:
509«Δὲν θὰ ἦτο ἆρά γε ὠφέλιμον νὰ καταλάβωμεν ὅλον τὸν
510κάμπον, ὅπως σκοπεύομεν; Προτιθέμεθα τὴν πρωΐαν τῆς 1
511Μαΐου νὰ ἐπιχειρήσωμεν κίνησίν τινα πρὸς κατάληψιν μέρους
512τῆς πεδιάδος, μὲ ἐλπίδας ἐπιτυχίας· συνάμα δὲ, ὅπως ὁ κ.
513Λαπαθιώτης σᾶς εἶπε, νὰ ἐπιχειρήσωμεν ἀπόβασιν εἰς τὰς
514ἐκβολὰς τοῦ Λούρου διὰ τῆς Ἠπειρωτικῆς φάλαγγος τοῦ Βό-
515τσαρη. Ἀλλ’ ἡ τελευταία αὕτη φοβούμεθα θὰ ματαιωθῇ,
516ἕνεκα ἀπαιτήσεων τοῦ σώματος τούτου, ἃς δὲν δυνάμεθα νὰ
517ἐκπληρώσωμεν. Συγχρόνως δ’ ἐσχεδιάζομεν καὶ ἀπόβασιν εἰς
518Καστροσυκιᾶν τῆς ἐν Ἀκτίῳ δυνάμεως, ἀλλὰ καὶ αὕτη θὰ
519ἐξηρτᾶτο ἐκ τῶν διαθέσεων τῆς ναυτικῆς δυτικῆς μοίρας.
520Ἀνακωχὴ δὲν ἀνεκοινώθη ἡμῖν μέχρι τοῦδε· ἐὰν δὲν ἀνακοι-
521νωθῇ μέχρι τῆς 1 Μαΐου, θὰ ἐπιχειρήσωμεν τὴν πρώτην τοὐ-
522λάχιστον. Ἔχετε διαταγήν τινα;»
523Ἐγὼ δ’ ἀπαντῶ: «Ὡς πρὸς τὴν ἀπόβασιν Καστροσυκιᾶς
524πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι εἰς τοὺς θάμνους κρύπτονται
525πλεῖστοι ἄτακτοι Τοῦρκοι, οἵτινες καὶ κατὰ πολεμικοῦ μας,
526διερχομένου πρὸς περισυλλογὴν φυγάδων, ἐπυροβόλησαν. Ὡς
527πρὸς δὲ τὴν ἐπιχείρησιν τοῦ Κάμπου, δὲν γνωρίζω τίνα εἶναι
528τὰ ἐρείσματά σας καὶ ποῦ θὰ χαρακωθῇ ὁ στρατὸς, ὅπως
529μὴ ἐκτεθῇ εἰς νέαν ὑποχώρησιν. Πρὶν ἢ ἀνακοινωθῶσί μοι
530ταῦτα, δὲν δύναμαι ν’ ἀποφανθῶ.»
531§17Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγνωρίζετε τὴν μεσολάβησιν.
532§18ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μὴ δια-
533κόπτετε.
534§19ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἔχεις καιρὸν ν’ ἀπαντήσῃς ὅσα θέλεις.
535§20ΜΠΟΓΔΑΝΟΣ. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτῶμεν. Εἴ-
536μεθα Βουλευταί. Δὲν εἴμεθα δημοσιογράφοι (κίνησις).
537§21ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἀφήσατε ν’ ἀκούσωμεν πρῶτον, καὶ κατό-
538πιν λέγεις ὅ,τι θέλεις.
539§22ΡΑΛΛΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἀρχηγός: Ἡμεῖς ἐμε-
540λετήσαμεν τὴν ἐπιχείρησιν καὶ ἔχομεν μεγάλας ἐλπίδας ἐπιτυ-
541χίας, καὶ ἂν δὲν διαταχθῇ ἀνακωχή, θὰ ἐπιχειρήσωμεν κατὰ
542τῆς γεφύρας Λούρου, ἔχοντες ἔρεισμα τοὺς Χαλκιάδες, κατὰ
543δὲ τοῦ Χανοπούλου ἔχοντες ἔρεισμα τὴν Ἄρταν, τῶν δύο
544ἐπιχειρούντων σωμάτων διατελούντων ἐν πλήρει ἐπαφῇ. Ἐκ
545τῆς συντόμου ταύτης ἐκθέσεως ἐννοεῖτε βεβαίως, ὅτι πρόκει-
546ται περὶ ἀσφαλοῦς ἐπιχειρήσεως.»
547Καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ τότε: «Ἔχει καλῶς· πράξατε ὅπως
548ἐγκρίνετε».
549§23Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς «πράξατε»; (θόρυβος).
550§24ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως, Κύριοι. Διότι, ὅταν ἐγνωρίζομεν ὅτι
551καθ’ ἡμέραν συνεκεντροῦτο ὁ τουρκικὸς στρατὸς ὁ Θεσσαλικὸς
552καὶ ὅτι μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας ἠθέλομεν ἔχει νέαν ἐπίθεσιν, δὲν
553ἦτο δυνατὸν νὰ καταδικάσωμεν τὸν ἐν Ἠπείρῳ στρατὸν εἰς ἀπρα-
554ξίαν, καὶ μάλιστα ὅταν αὐτοὶ οἱ πρεσβευταὶ καὶ οἱ Ὑπουρ-
555γοὶ τῶν ξένων Δυνάμεων, αἵτινες προέβαλον ἡμῖν τὴν μεσο-
556λάβησιν, ἐξέφραζον ἀνησυχίας διὰ τὴν ἀργοπορίαν τῆς ἀπαν-
557τήσεως τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, οὐδ’ ἀνελάμβανον εὐ-
558θύνην τινά. Δὲν γνωρίζω δὲ, ἐὰν ἀπηγόρευον, παρὰ τὸ καθῆ-
559κον, τὸ ὁποῖον εἶχον, ἐπεμβαίνων εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ
560στρατοῦ ἐν ἐμπολέμῳ εὑρισκομένου καταστάσει, τὴν ἐνέργειαν
561ἐκείνην, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξεγείρονται σήμερον, διότι ἐγένετο
562ἡ πολεμικὴ ἐπιχείρησις, ἡ παρὰ τῶν μόνων ἁρμοδίων σχε-
563διασθεῖσα, καὶ ἥτις ἠτύχησε, δὲν γνωρίζω ἐὰν δὲν ἤθελον ζητήσει
564ἐμοῦ, ὡς προδότου, τὴν κεφαλὴν ἐπὶ πίνακι, ἐπὶ τῷ λόγῳ
565ὅτι τόσον ἀσφαλῆ ἐπιχείρησιν παρημπόδισα. Εὔκολον εἶναι
566ἐκ τῶν ὑστέρων ν’ ἀποφαίνηταί τις, καὶ ὅταν μάλιστα κινῆ-
567ται ἀπὸ ἐμπάθειαν. Ἀλλὰ τεθῆτε εἰς τὴν θέσιν ἐκείνου, ὅστις
568ὑπέχει πάσας τὰς εὐθύνας, ὅστις εὑρίσκεται ἀπέναντι ἑνὸς ἀρχη-
569γοῦ στρατοῦ, ἀντιμετώπου τοῦ ἐχθροῦ, οὕτως ἀσφαλῆ βεβαιοῦν-
570τος τὴν ἐπιχείρησιν, καὶ εἴπατέ μοι, ἂν ἔχετε συνείδησιν, ὅτι σεῖς
571εἰς τὴν θέσιν μου ἠθέλετε ἀπαγορεύσει τὴν ἐπιχείρησιν ἐκείνην.
572§25Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Δὲν πολεμοῦν ὅσοι
573ζητοῦν ἀνακωχὴν (θόρυβος).
574§26ΡΑΛΛΗΣ. Ὅσοι ζητοῦσιν ἀνακωχήν, ἐν ὅσῳ ἡ ἀνα-
575κωχὴ δὲν δίδεται, ὑποθέτω ὅτι γνωρίζετε ὅτι διατελοῦσιν
576εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν καὶ ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ, ὅστις,
577ἐν ὅσῳ δὲν χορηγήσῃ τὴν ἀνακωχήν, εἴτε ἐξακολουθήσητε
578εἴτε δὲν ἐξακολουθήσητε τὰς πολεμικὰς ἐργασίας, ἔχει τὸ
579δικαίωμα νὰ σᾶς ἐπιτεθῇ, ὅπως ἐπετέθη ἡμῖν τὴν 5 Μαΐου,
580ἂν καὶ ἐδηλώσαμεν ἀπὸ τῆς 4 Μαΐου τὴν ἀναστολὴν πάσης
581ἐπιθετικῆς κινήσεως (Λ. Β. ἀριθ. 33). Ἀλλ’ ἀμέσως θὰ πει-
582σθῆτε, ὅτι ἡ μάχη τοῦ Γριμπόβου οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς
583τὸ ζήτημα τῆς ἀνακωχῆς καὶ πρὸς τὴν μάχην τοῦ Δομοκοῦ.
584Ἐν Ἠπείρῳ ἡ μὲν ἀναστολὴ τῶν ἐχθροπραξιῶν ἔλαβε
585χώραν τὴν 6 Μαΐου, συνωμολογήθη δὲ ἡ ἀνακωχὴ τὴν 7
586Μαΐου, ὥραν πρώτην μετὰ μεσημβρίαν, διὰ τὴν Τουρκίαν καὶ
587διὰ τὴν Ἑλλάδα, δι’ ἀμφοτέρους τοὺς ἐμπολέμους, καὶ ἐμ-
588πόλεμος δὲν ἦτο ὁ Μάνος πρὸς τὸν Ὀσμὰν πασσᾶν, ἐμπό-
589λεμος ἦτο ἡ Ἑλλὰς πρὸς τὴν Τουρκίαν. Ἀλλὰ καίτοι
590ἀνεκοινώθη εἰς τὸν Μουσταφᾶ πασσᾶν ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐχ-
591θροπραξιῶν, ἐξηκολούθησεν ἐπὶ 24 ὥρας τὴν ἐπίθεσιν μετὰ
592τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν ἐν Ἠπείρῳ, καὶ τέσσαρας
593ὥρας μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς ἀνακωχῆς. Καὶ ἀπήντησεν
594εἰς τὸν νομάρχην Λαμίας, ὅστις εἶχε προβῆ πρὸς συνάντησιν αὐ-
595τοῦ καὶ ὅπως τῷ ἀνακοινώσῃ τὴν ἀνακωχήν, ὅτι ἔχει δια-
596ταγὴν νὰ καταλάβῃ τὴν Λαμίαν, καὶ τότε νὰ σταματήσῃ.
597(Λ. Β. ἀριθ. 42). Καὶ διατί; πρέπει νὰ ἦναι τις τυφλὸς τὸν
598νοῦν, ὅπως μὴ τὸ ἐννοῇ. Διότι ἀποτυχοῦσα ἡ Τουρκία νὰ μᾶς
599σύρῃ εἰς τὴν παγίδα τοῦ νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῆς ἀνακω-
600χήν, ὅτε ἤθελε διὰ τῶν ὅρων τῆς περὶ ἀνακωχῆς συμβάσεως
601καταστήσει ἀδύνατον τὴν ἄμυναν ἡμῶν, διὰ τοῦ δόλου, διὰ
602τῆς παρελκύσεως τοῦ ἀγῶνος καὶ διὰ τῆς παρασπονδίας ἠθέ-
603λησεν ἀκριβῶς νὰ ἐπιτύχῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθη νὰ
604ἐπιτύχῃ διὰ τῶν ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεων. Ὅτε
605δὲ κατέλαβε τὴν Δερβὲν–Φούρκαν, ὅτε κατέλαβε τὸ παλαιὸν
606σύνορον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο καὶ μόνον νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς
607τὴν συγκέντρωσιν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, πρὸς τὴν συγκρότησιν
608τῆς ἀμύνης, τρεῖς ὥρας μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς τακτι-
609κῆς ἀνακωχῆς τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ, ἀνέστειλε τὰς ἐχθρο-
610πραξίας. Οὕτω, ἐνῷ τὴν 7 Μαΐου, ὥρᾳ πρώτῃ μετὰ μεσημ-
611βρίαν, ἐπῆλθεν ἡ ἀνακωχὴ μετὰ τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ,
612μόλις τὴν 8 Μαΐου, ὥρᾳ 3½ μετὰ μεσημβρίαν, συνωμο-
613λογήθη ἡ ἀνακωχὴ τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι ἀπέβλεπεν
614ἀκριβῶς εἰς αὐτό. (Λ. Β. ἀριθ. 49 καὶ 51).
615Ἐὰν ἀναγνώσητε—ἀφοῦ δὲν ἠθελήσατε ν’ ἀναγνώσητε
616ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καθ’ ἡμέραν δημοσιεύονται,—τὴν ἱστορίαν
617τοῦ Γαλλοπρωσσικοῦ πολέμου, ἢ τοῦ τῆς καταλήψεως τοῦ
618Sleswig, θὰ θαυμάσητε διὰ τὴν τελείαν, τὴν ὁμοιόμορφον
619τακτικήν, ἥτις ἐτηρήθη καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἑτέραν
620περίπτωσιν. Ἀλλὰ θὰ θαυμάσητε καὶ δι’ ἕτερόν τι, θὰ θαυμά-
621σητε πληροφορούμενοι ὅτι ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτὴς
622τῆς Γερμανίας μέχρι τῆς 4 ὥρας μ. μ. τῆς 6 Μαΐου δὲν εἶχεν
623ἔτι λάβει τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεώς του, ὅπως ζητήσῃ
624la cessation des hostilités, κατὰ τὸ σύνηθες. Ἰδοὺ τί
625τηλεγραφεῖ ὁ ἐν Βιέννῃ ἐπιτετραμμένος τὴν 6/18 Μαΐου:
626«Ἐπληροφορήθην πρὸ ὀλίγου ἐκ καλῆς πηγῆς, ὅτι ὁ ἐν
627»Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας ἔλαβε τέ-
628λος τὴν ἄδειαν, ὅπως ἑνωθῇ μετὰ τῶν συναδέλφων του,
629»ἵνα ζητήσωσι πρὸ παντὸς τὴν παῦσιν τῶν ἐχθροπραξιῶν,
630»καὶ ὅτι ἐντεῦθεν ὁ Σουλτάνος ἔδωκε τὴν περὶ τούτου δια-
631»ταγήν. Ἀλλὰ μέχρι τῆς 4 μ. μ. τῆς σήμερον ἡ πληροφο-
632»ρία αὕτη, ἀναμενομένη μετ’ ἀνυπομονησίας, δὲν εἶχε περι-
633»έλθει μήτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν (τῆς Αὐ-
634»στρίας) μήτε εἰς τὴν Ρωσσικὴν Πρεσβείαν.» (Α. Β. ἀριθ. 41).
635Ὁμιλήσατε τώρα περὶ Γριμπόβου. Φρονεῖτε ὅτι θὰ σᾶς
636πιστεύσῃ τις;
637§27Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα.
638§28ΡΑΛΛΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι θὰ σᾶς πιστεύσῃ τις;
639§29Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ περισσότερον ἀπὸ σᾶς.
640§30ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τί εἶναι αὐτά! (θόρυβος καὶ δια-
641μαρτυρίαι).
642§31ΡΑΛΛΗΣ. Ἔπρεπε τοὐλάχιστον, καθ’ ἣν στιγμὴν πρό-
643κειται περὶ τῶν ὑπερτάτων συμφερόντων τῆς χώρας, ἡ χολὴ
644αὕτη νὰ χυθῇ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης, ὅπως χέεται καθ’ ἡμέραν.
645Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἐπὶ στιγμήν, ὄχι ἀμυνόμενος ὑπὲρ
646ἐμοῦ, ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς τιμῆς τῆς χώρας, ἐξετράπην εἰς
647τὸ ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ συμπολίτης μου ἠθέλησε νὰ παρα-
648τηρήσῃ. Ἡ στιγμὴ εἶναι ὑπερτάτη. Μήτε ἀπεφύγομεν, μήτε
649θέλομεν ποτὲ ἀποφύγει τὰς εὐθύνας. Ἀλλὰ θεωροῦμεν ὅτι
650θὰ ἦτο ἔγκλημα καθοσιώσεως πρὸς τὴν πατρίδα, ἂν ἐν τοι-
651αύτῃ στιγμῇ ἠθέλομεν ἡμεῖς τολμήσει ποτὲ νὰ ὠθήσωμεν
652εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν. Ἡ ὥρα τοῦ πολιτικοῦ
653ἀνταγωνισμοῦ θὰ ἔλθῃ. Ἂν δέ τις νομίζῃ, ὅτι τὰ ἑδώλια
654ἐκεῖνα (δεικνύει τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν) εἶναι ἑδώλια
655εὐδαιμονίας, ἂς ἔλθῃ νὰ τὰ καταλάβῃ ἀμέσως (σαρκα-
656σμοὶ ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ἡμᾶς εἶναι ἑδώλια μαρτυρίου, τὸ ὁποῖον
657ὑφιστάμεθα ἐπὶ πέντε ἤδη μῆνας.
658Θαυμάζω ὅμως, Κύριοι, διὰ τὰς γενομένας παρατηρήσεις ἐπὶ
659τῆς ὑποθέσεως Γριμπόβου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πρὸ πέντε
660λεπτῶν ἀνέγνων ὑμῖν τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξω-
661τερικῶν τῆς Τουρκίας πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, οἱ συνάδελφοι
662δὲ, οἱ ὁποῖοι μὲ διέκοψαν, ὑπομνήσαντες τὸ ἐπεισόδιον τοῦ Γριμ-
663πόβου, γνωρίζουσιν, ἐννοοῦσι τὴν Γαλλικήν. Πρὸς τὸν σκοπὸν
664τοῦ νὰ μὴ ἀπόλλυται χρόνος, μετέφρασα μόνον τὸ τελευ-
665ταῖον μέρος, τὸ ὁποῖον ἀποδίδει τὴν ὅλην ἔννοιαν τοῦ μακροῦ
666ἐκείνου ἐγγράφου, τοῦ ἀναγράφοντος τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς
667ὁποίους ἤθελεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις δεχθῆ νὰ διατάξῃ
668τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν. Ἰδοὺ τί λέγει: «Ἅμα
669»ὡς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὰς προεκτε-
670»θείσας σκέψεις, διαταγαὶ θέλουσι δοθῆ εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς
671»τῶν αὐτοκρατορικῶν στρατευμάτων διὰ τὴν ἄμεσον ἀναστο-
672»λὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν». Οὐδεὶς ὅμως ἠδύνατο νὰ πείσῃ
673πρὸς τοῦτο τὴν Ὑψηλὴν Πύλην καὶ τὸν Τεφὴκ, ἐνόσῳ ὁ
674πρέσβυς τῆς Γερμανίας δὲν εἶχεν ἔτι λάβει τὰς ὁδηγίας του.
675Ἐῤῥήθη, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐχθροπραξιῶν, ἡ ἐπελ-
676θοῦσα τὴν ὀγδόην μόνον Μαΐου, ὀφείλεται εἰς τηλεγράφημα
677τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ρωσσίας
678Νικολάου, ὅστις ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς του, τὴν 5
679Μαΐου, ἀπηύθυνε προσωπικὸν τηλεγράφημα πρὸς τὸν Σουλ-
680τάνον, ἐξαιτούμενος τὴν χάριν Αὐτοῦ ἀναστολὴν τῶν ἐχθρο-
681πραξιῶν. (Ὅρα ἔγγραφα ὑπ’ ἀριθ. 45 καὶ 64). Ὁ Σουλτά-
682νος ἀπήντησεν αὐθωρεὶ τὴν 5 Μαΐου, ὅτι, ὅπως ἀνταποκριθῇ
683εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Αὐτοκράτορος, ἔδωκε συμφώνους δια-
684ταγὰς εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἤτοι ν’ ἀνα-
685στείλωσι τὰς ἐχθροπραξίας. Καὶ ἀληθῶς ἀνεστάλησαν αἱ ἐν
686Ἠπείρῳ ἐχθροπραξίαι, διότι ἀπὸ τῆς 5 Μαΐου οὐδὲ εἷς πυρο-
687βολισμὸς ἐῤῥίφθη ἐκεῖ, καὶ ἀπὸ τῆς 6 Μαΐου εἶχεν ἤδη ἐπέλ-
688θει ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐχθροπραξιῶν. Ἀλλὰ δὲν ἀνεστάλησαν
689ἐν Φθιώτιδι, διότι ἐκεῖ ὑπῆρχε σκοπὸς στρατηγικός· ἐκεῖ ἔβαι-
690νον πρὸς τὴν κατάληψιν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν
691ἔθηκεν ἡ Πύλη ὡς ὅρον δεύτερον ἐν τῇ διακοινώσει τῆς 2
692Μαΐου πρὸς τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν. Ἀληθῶς θέ-
693λουσαι ν’ ἀπαφύγωσι τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιθέσεως τῆς 5 Μαΐου
694τινὲς τῶν μεσολαβησασῶν Δυνάμεων, ἠθέλησαν νὰ παραστή-
695σωσιν, ὅτι ἐθυμώθη ὁ Σουλτάνος διὰ τὴν ἐπίθεσιν ἐν Ἠπείρῳ,
696καὶ ἐντεῦθεν διέταξε τὸν ἐν Θεσσαλίᾳ στρατὸν τὴν 5 Μαΐου
697νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ Δομοκοῦ· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι δικαιολογία
698τῆς ἀδυναμίας ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ μεσολάβησις δὲν ἠδυ-
699νήθη νὰ προφυλάξῃ ἡμᾶς ἀπὸ νέαν ἐπίθεσιν. Τοῦτο βεβαιοῖ
700τὸ ἀπὸ 7/19 Μαΐου ἐκ Πετρουπόλεως τηλεγράφημα τοῦ
701ἡμετέρου ἐπιτετραμμένου, καταχωρισθὲν περικεκομμένον ὑπ’
702ἀριθ. 45 τῆς Λευκῆς Βίβλου, καὶ ὅπερ ἔχει ἐν τέλει ἐπὶ
703λέξει ὡς ἑξῆς:
704«Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν προσέθηκεν, ὅτι τὸ διά-
705»βημα τοῦ Αὐτοκράτορος ἐγένετο ἐξ ἰδίας Αὐτοῦ πρωτοβου-
706»λίας καὶ ἐν ἀγνοίᾳ του, καὶ ὅτι ἡ ἀργοπορία διὰ τὴν ἐπι-
707»τυχίαν τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν ὀφείλεται εἰς τὴν
708»δυσχέρειαν τοῦ ν’ ἀνακοπῇ ἡ πορεία νικηφόρου στρατοῦ,
709»καὶ εἰς τὸ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις μεταξὺ
710»τῶν Δυνάμεων, διὰ νὰ προβῶσιν εἰς κοινὸν διάβημα
711»(pour faire une démarche collective). Εἶναι ἀναμ-
712»φίβολον, ὅτι αἱ Δυνάμεις, μὴ ἐπιτυχοῦσαι τὴν ἄμεσον
713»ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν, κάμνουσι χρῆσιν οἱασ-
714»δήποτε προφάσεως, ὅπως μὴ ὁμολογήσωσι τὴν ἀποτυ-
715»χίαν των. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπέφυγε νὰ δώσῃ
716»ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἄλλην ἐξήγησιν, ὡς καὶ ἐπὶ
717»τῆς γλώσσης, ἣν μετῆλθεν ὁ κ. Hanotaux, ἥτις ἐφάνη
718»παράδοξος καὶ εἰς αὐτὸν τὸν πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας.»
719Πότε δ’ ἐπῆλθεν ἡ συνεννόησις πρὸς τὸ κοινὸν διάβημα;
720Ἰδοὺ τὰ περὶ ταύτης τηλεγραφήματα τοῦ ἐπιτετραμμένου
721ἡμῶν ἐν Βιέννῃ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν:
7225 Μαΐου: «Πληροφοροῦμαι ἐξ ἀσφαλοῦς πηγῆς, ὅτι οἱ
723»πρεσβευταὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀναμένουσι τὴν ἔλευσιν
724»τῶν ὁδηγιῶν τοῦ πρέσβεως τῆς Γερμανίας, ἵνα ζητήσωσι
725»τὴν ἄμεσον ἀναστολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν.»
726Καὶ τὴν 6 Μαΐου: «Πρὸ μικροῦ ἐπληροφορήθην ἐξ ἀσφα-
727»λοῦς πηγῆς, ὅτι ὁ πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας ἐν Κων/πόλει
728»ἔλαβε τέλος τὴν ἄδειαν νὰ συμπράξῃ μετὰ τῶν λοιπῶν
729»συναδέλφων του, διὰ νὰ ζητήσωσι πρὸ παντὸς τὴν ἀνα-
730»στολὴν τῶν ἐχθροπραξιῶν.»
731Ἡ μάχη τοῦ Δομοκοῦ ἤρξατο τὴν 5ην Μαΐου, ἐπεσπεύ-
732σθησαν τὴν ἕκτην αἱ στρατιωτικαὶ ἐπιχειρήσεις, κατελήφθη
733ἡ Ὄθρυς, καὶ ἐσταμάτησαν. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι
734πάντα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι εἰς ἓν ἔτεινον αἱ ἀργοπορίαι,
735ὅπως ὁ τουρκικὸς στρατὸς καταστήσῃ τὴν εἰς τὸ μέλλον
736ἄμυναν ἡμῶν ἀδύνατον, ὅπως καταλάβῃ τὴν παλαιὰν ὁρο-
737θετικὴν γραμμὴν, ἡ ὁποία κρίνεται παρ’ ὅλων τῶν στρατιω-
738τικῶν ὡς ἡ ἰσχυροτέρα ἀμυντικὴ γραμμὴ, τὴν ὁποίαν ἠδυ-
739νάμεθα νὰ ἔχωμεν. Ἅμα ὡς κατελήφθη αὕτη, ἐξεπληρώθη
740ὁ σκοπὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπέβλεπον, καὶ τότε διετάχθη ἡ
741ἀναστολὴ τῶν ἐχθροπραξιῶν καὶ ἐγένετο δεκτὴ ἡ μεσολάβη-
742σις πρὸς συνομολόγησιν τῆς ἀνακωχῆς.
743Ἤδη, ἀφοῦ γνωρίζομεν πῶς ἐπετεύχθη ἡ ἀνακωχὴ καὶ
744ὑπὸ τίνους ὅρους διετυπώθη ἡ μεσολάβησις, ἂς ἐξετάσωμεν
745ὑπὸ τίνας οἰωνοὺς αὕτη προσηνέχθη ἡμῖν. Μὴ καὶ πόῤῥωθεν
746ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποπτεύσῃ τις, ὅτι ἡ μεσολάβησις τῶν Με-
747γάλων Δυνάμεων ἤθελε καταλήξει εἰς τοὺς ὅρους ἐκείνους,
748τοὺς ὁποίους ἔχετε πρὸ ὑμῶν; Ἰδοὺ κατὰ τηλεγράφημα
749τοῦ ἐπιτετραμμένου ἡμῶν ἐν Λονδίνῳ τῆς 20 Ἀπριλίου τί
750ἐτηλεγράφει ὁ Τεφὴκ πασσᾶς πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ
751ἀντιπροσώπους τῆς Ὑψηλῆς Πύλης τῇ 5/17 Ἀπριλίου:
752«Ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις δι’ ἐγκυκλίου διακοινώσεώς
753της, ἣν μοὶ ἐπέδειξεν εἷς πρεσβευτὴς, (λέγει ὁ ἐπιτετραμμένος)
754ἐπιῤῥίπτει ἐφ’ ἡμᾶς τὴν εὐθύνην τοῦ πολέμου, καὶ διακηρύτ-
755τει, ὅτι τὰ ληφθέντα παρὰ τῆς Τουρκίας μέτρα ἀμύνης δὲν
756ἀποβλέπουσιν, εἰμὴ εἰς τὴν ἀκεραιότητα τῆς Ὀθωμανικῆς
757Αὐτοκρατορίας, καὶ οὐδαμῶς εἰς κατάκτησιν ἐδάφους, ὅτι δὲ,
758ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν ἀποσύρει τὸν ἐν Κρήτῃ στρατὸν, τὰ
759τουρκικὰ στρατεύματα ἤθελον ἐπίσης ἀποσυρθῆ ἐκ τῆς ἡμε-
760τέρας χώρας.» (Λ. Β, ἀριθ. 8).
761Παρεμφερεῖς διακοινώσεις θέλετε εὕρει καὶ ἑτέρας ἐν τῇ
762Λευκῇ Βίβλῳ, ἃς δὲν ἀναγινώσκω, ὅπως μὴ ἀπόλλυται εἰς
763μάτην ὁ χρόνος. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους διετυπώθη ἡ μεσο-
764λάβησις, καὶ ὁμοίας διαβεβαιώσεις ἐξηκολούθουν ἐπὶ μα-
765κρὸν χρόνον νὰ χορηγῶσιν ἡμῖν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Μεγάλων
766Δυνάμεων. Ἐπρόκειτο περὶ μεταῤῥυθμίσεως ὡρισμένων στρατη-
767γικῶν σημείων τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἐπρόκειτο περί τινος
768ἀποζημιώσεως, καὶ ἴσως δὲν θὰ ἐπέμενεν ἡ Τουρκία εἰς αὐτὴν,
769ἀλλ’ ἐλαχίστης ἀποζημιώσεως, ἥτις οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον θὰ
770ἐπεβάρυνε τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Ἀλλ’ ἅμα ὡς διὰ τῆς φυ-
771γῆς τῆς Λαρίσσης, καὶ διὰ τῆς ἐντεῦθεν προελάσεως τοῦ
772τουρκικοῦ στρατοῦ κατελήφθη τὸ πλεῖστον τῆς Θεσσαλίας,
773ἅμα ὡς εἶδον ὅτι δὲν εἶχον ἀπέναντί των ἐχθρὸν ἀξιόμαχον,
774διετυπώθησαν οἱ ὅροι, οὓς ἀνεκοίνωσα ἤδη ὑμῖν, αἱ σκέψεις
775τῆς 2/14 Μαΐου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων ἐκείνων
776διεξήχθησαν αἱ μακραὶ διαπραγματεύσεις ἀπὸ τῆς 2 Μαΐου
777καὶ ἐντεῦθεν.
778Καὶ ἀφοῦ οὕτω καὶ ὑπὸ τοιούτους οἰωνοὺς διετυποῦτο ἡ
779μεσολάβησις, ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη διὰ τῆς κατὰ μέρος καὶ
780λεπτομεροῦς ἐξετάσεως τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρή-
781νης εἰς τίνα ἀποτελέσματα ἀπέληξεν.
782Ἔχετε ἐνώπιον ὑμῶν τὸν χάρτην τῶν νέων συνόρων, καὶ
783δύνασθε διὰ μιᾶς καὶ μόνης φράσεως νὰ χαρακτηρίσητε τὴν
784γενομένην στρατηγικὴν μεταῤῥύθμισιν· αὕτη καθιστᾷ διὰ τὴν
785Ἑλλάδα τὴν στέρησιν παντὸς φυσικοῦ συνόρου. Διότι ἀπε-
786δόθησαν πρὸς τὴν Τουρκίαν ὅλαι αἱ ὀροσειραὶ, καὶ αὐταὶ
787αἱ ὀροσειραὶ τῆς Γουνίτσης, διὰ τῶν ὁποίων θὰ κατέχῃ
788πλέον καὶ τὴν δεξιὰν ὄχθην τοῦ Πηνειοῦ. Αὐτοὶ δὲ οἱ
789στρατιωτικοὶ ἀκόλουθοι, οἱ σχεδιάσαντες τὸν χάρτην αὐ-
790τὸν καὶ διαγράψαντες τὴν τοιαύτην διαῤῥύθμισιν τῶν συνό-
791ρων ἡμῶν, λέγουσιν ἐν τῇ ἀπὸ 10|22 Ἰουνίου πρὸς τοὺς ἐν
792Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτὰς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐκ-
793θέσει των ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Ἐκτὸς τῶν ἄλλων πλεονε-
794κτημάτων, τῶν ἀσφαλιζομένων τῇ Τουρκίᾳ διὰ τοῦ νέου
795συνόρου, οἱ στρατιωτικοὶ ἀκόλουθοι ἐφιστῶσι τὴν προσο-
796χὴν τῶν κ. κ. πρεσβευτῶν ἐπὶ τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ
797ὁποῖα χορηγεῖ εἰς τοὺς Τούρκους ἡ κατοχὴ τῶν ὑψωμάτων
798τῶν ὑπερκειμένων ἐπὶ τῆς δεξιᾶς ὄχθης τοῦ Πηνειοῦ, δυτικῶς
799τῆς Γουνίτσης, ἥτις ἐξασφαλίζει τὰς στενοπορίας τοῦ Κα-
800λαμακίου καὶ τοῦ Ξεριᾶ, καὶ τίθησι τοὺς Ἕλληνας ἐν τε-
801λείᾳ ἀδυναμίᾳ νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν πεδιάδα τοῦ Πηνειοῦ
802καὶ τὴν πόλιν τῆς Λαρίσης.»
803Ταῦτα, Κύριοι, εἶναι ἐπαρκῆ, ὅπως ἐξηγήσωσιν ὑμῖν τὸν
804πρῶτον ὅρον τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης. Ὡς εἶπον ἤδη,
805ἀφῃρέθημεν παντὸς συνόρου φυσικοῦ.
806Ἀντὶ δὲ τῆς ἐλαφρᾶς ἀποζημιώσεως, ἣν ἐπίσης προοιώνι-
807ζον ἡμῖν, ἐπεβλήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀποζημίωσις τεσσάρων
808ἑκατομμυρίων λιρῶν, καὶ τοῦτο, ὅτε ὅλοι οἱ ἐν Ἀθήναις πρέ-
809σβεις τῶν Μ. Δυνάμεων ἐβεβαίουν τὰς Κυβερνήσεις των, ὅτι
810μετὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ 30%, τοῦ ἀναγεγραμμένου διὰ
811τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
812ἡμῶν, δὲν εἶναι εἰς θέσιν ἡ Ἑλλὰς νὰ πληρώσῃ ὑπὲρ τὸ 1 ἑκα-
813τομμύριον λιρῶν, καὶ ὅτε καί τινες ἐκ τῶν ἀσχοληθέντων εἰς
814τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως κατ’ ἐντολὴν τῶν ἐν Κωνσταν-
815τινουπόλει πρεσβευτῶν, οἱ δυνάμενοι νὰ γνωρίζωσι τὰ οἰκο-
816νομικὰ ἡμῶν, ἀπεφαίνοντο ἐπίσης, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ Ἑλ-
817λὰς νὰ πληρώσῃ ἀποζημίωσιν ὑπὲρ τὸ 1 ἑκατομμύριον λι-
818ρῶν. Ὅτε ἠπειλεῖτο ἡ ἐπιβολὴ πολεμικῆς ἀποζημιώσεως
819καὶ ὑπὲρ τὰ 4,000,000 λιρῶν, εἶχε καθῆκον ἡ Κυβέρνησις
820νὰ προσπαθήσῃ, παριστῶσα τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῆς χώ-
821ρας καὶ τὴν ἀληθῆ δύναμιν τῆς χώρας, ν’ ἀποδείξῃ πρὸς τὰς
822Δυνάμεις, τί αὕτη ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν
823Ἐξωτερικῶν δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εἶναι κατακε-
824χωρισμένα ἐν τῇ Λευκῇ Βίβλῳ, καὶ ἐγὼ αὐτὸς πρὸς τοὺς ἀντι-
825προσώπους τῶν Μ. Δυνάμεων ἐλέγομεν, ὅτι πρὸ τοῦ πολέμου ἡ
826Ἑλλὰς εἶχεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτῆς 1–1½ ἑκατομμύ-
827ριον, τὸ ὁποῖον προὐτίθετο νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν παλαιῶν δα-
828νειστῶν της, (Λ. Β. ἀριθ. 55) ἀλλὰ μετὰ τὸν πόλεμον εἰς τίνα
829θέσιν εὑρίσκεται ἡ χώρα; Αἱ στρατιωτικαὶ παρασκευαὶ καὶ
830αἱ πολεμικαὶ ἐργασίαι ἐστοίχισαν ἤδη εἰς αὐτὴν ὑπὲρ τὰ
83146,000,000, ἀπώλεσεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897
83210 καὶ πλέον ἑκατομμύρια ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς Θεσσαλίας,
833ἀπώλεσεν ὑπὲρ τὰ 28,000,000 ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ ὑπολοί-
834που Κράτους καὶ ἕνεκα τῆς καταστάσεως τοῦ πολέμου καὶ
835ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως ἡ Θεσσαλία, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐπα-
836νέλθῃ εἰς ἣν εὑρίσκετο πρὸ τοῦ πολέμου κατάστασιν, θ’ ἀπαι-
837τήσῃ τοὐλάχιστον χρόνον δύο καὶ τριῶν ἐτῶν, καθ’ ὃν οὐδὲν
838δύναταί τις νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς, ἐρημωθείσης, ἀπ’ ἐναν-
839τίας ἔχουν τοὐλάχιστον δικαίωμα νὰ ζητήσωσιν οἱ κάτοι-
840κοι αὐτῆς, οἱ ἀγρόται, οἱ ἐργαζόμενοι τὴν γῆν, νὰ ζητήσωσι
841τὴν σπορὰν, νὰ ζητήσωσι τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, δι’ ὧν θέ-
842λουσι δυνηθῆ νὰ παραγάγωσι, δι’ ὧν καὶ μόνων θέλουσι δυ-
843νηθῆ ν’ ἀσφαλίσωσι τὴν συντήρησίν των κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος,
844ἀλλ’ ἔχουσι δικαίωμα νὰ ζητήσωσι περιπλέον τὰ μέσα διὰ
845τὴν συντήρησίν των καθ’ ὅλον τὸν χρόνον, τὸν μέχρι τῆς
846προσεχοῦς παραγωγῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Ἑλ-
847λάδος μετὰ τὸν πόλεμον. Καὶ ἀπέναντι τοιαύτης καταστά-
848σεως ἐθεωρήθη δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ ἡμῖν ἀποζημίωσις τεσ-
849σάρων ἑκατομμυρίων λιρῶν, καὶ ἐθεωρήθη ὅτι αὐτὴ ἡ ἀποζη-
850μίωσις, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν, ἣν ἔδιδον ἡμῖν αἱ μεσολαβή-
851σασαι Δυνάμεις, εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὰς δυνάμεις τῆς χώρας,
852ὅτι αὐτὴ ἡ ἀποζημίωσις εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὰς δαπάνας
853τῆς Τουρκίας, μὴ ὑπερβάσας τὰ 36,000,000 φράγκων!
854Ἀλλὰ δὲν ἤρκεσε τοῦτο, καὶ ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 1, μετὰ
855τὴν καταστραφὴν παντὸς συνόρου φυσικοῦ τῆς Ἑλλάδος,
856προσέθηκαν τὴν εἰρωνείαν, καθ’ ἣν δύναται ἡ νέα ὁροθετικὴ
857γραμμὴ νὰ ὑποστῇ ἐλαφράς τινας μεταβολὰς ὑπὲρ τῆς Ὀθω-
858μανικῆς Αὐτοκρατορίας, προσέθηκαν, καὶ προκειμένου περὶ
859ἀποζημιώσεως, τὴν εἰρωνείαν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις,
860δυνάμει συμβάσεως, ἡ ὁποία θέλει συνομολογηθῆ πρὸς τὴν
861Τουρκίαν, θ’ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιώτας διὰ τὰς καταστρο-
862φὰς καὶ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἐπένεγκεν αὐτοῖς ὁ Ἑλλη-
863νικὸς στρατός. Καὶ τοῦτο, ὅτε ὁ τουρκικὸς ἐδῄωσεν ἀπ’
864ἄκρου εἰς ἄκρον ὁλόκληρον τὴν Θεσσαλίαν, ἐσύλησε πᾶν ὅ,τι
865ὑπῆρχεν ἐκεῖ κινητὸν, ἐνέπρησε, κατέσκαψε, καὶ ὅτε αἱ ἐντεῦ-
866θεν ἐπελθοῦσαι ζημίαι εἰς τὴν ἰδιωτικὴν κτῆσιν ἐν Θεσσαλίᾳ
867παρ’ αὐτῶν τῶν ἀπεσταλμένων τῶν Μ. Δυνάμεων ἐξετιμή-
868θησαν εἰς 4,000,000 λιρῶν, ἠρημώθη δ’ ἅπασα ἡ ἐν Ἠπείρῳ
869ἀπὸ τοῦ Ζαλόγγου καὶ κάτω χώρα ἐκ τῶν βιαιοπραγιῶν
870τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ.
871Καὶ μετὰ τὴν ἀποζημίωσιν ἔρχεται, Κύριοι, τὸ ψαλίδι-
872σμα τῶν προνομιῶν. Λέγω τὸ ψαλίδισμα, διότι τὸ 3ον ἄρ-
873θρον τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων ἀναγνωρίζει κατ’ ἀρχὴν τὰς
874προνομίας καὶ ἀτελείας ὑπὲρ τῶν ἐν Τουρκίᾳ ὑπηκόων Ἑλ-
875λήνων, ὧν ἀπήλαυον οὗτοι πρὸ τοῦ πολέμου ἐν ἴσῃ μοίρᾳ
876πρὸς τοὺς ὑπηκόους τῶν ἄλλων Κρατῶν, ἀλλ’ ἐπάγεται ἀμέ-
877σως: «Εἰδικαὶ συμφωνίαι θέλουσι συνομολογηθῆ πρὸς πρόλη-
878ψιν καταχρήσεως τῶν προξενικῶν ἀτελειῶν, πρὸς παρακώλυ-
879σιν τῶν προσκομμάτων εἰς τὴν κανονικὴν διεξαγωγὴν τῆς
880δικαιοσύνης, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐκδιδομέ-
881νων ἀποφάσεων, καὶ πρὸς προφύλαξιν τῶν συμφερόντων τῶν
882Ὀθωμανῶν καὶ ξένων ὑπηκόων ἐν ταῖς μετὰ τῶν Ἑλλή-
883νων ὑπηκόων διαφοραῖς αὐτῶν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν
884πτωχεύσεων.»
885Τὸ δὲ ἄρθρον 5 ἀναγράφει ὡς συνομολογηθησομένας συμ-
886βάσεις:
887«αʹ) Σύμβασιν κανονίζουσαν τὰ ζητήματα τῶν διαμφι-
888σβητουμένων ἐθνικοτήτων ἐπὶ ταῖς βάσεσι τοῦ κατὰ τὸ 1876
889συζητηθέντος μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος σχεδίου.
890βʹ) Προξενικὴν σύμβασιν κατὰ τοὺς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 3
891προβλεπομένους ὅρους.
892γʹ) Σύμβασιν ἐκδόσεως πρὸς ἀμοιβαίαν παράδοσιν τῶν
893ἐγκληματιῶν τοῦ κοινοῦ δικαίου, καὶ
894δʹ) Σύμβασιν πρὸς καταστολὴν τῆς ληστείας ἐπὶ τῶν κοι-
895νῶν συνόρων.»
896Ὅλα δηλαδὴ τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρξαν
897ἀντικείμενα διηνεκοῦς διενέξεως μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλά-
898δος, εὗρε τὴν εὐκαιρίαν ἡ Τουρκία, ὅπως ζητήσῃ νὰ τὰ λύσῃ
899ἐντὸς τῶν παρὰ τοῦ ἄρθρου 5 ὁριζομένων τριῶν μηνῶν, ἐπὶ
900τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ τελευταίου πολέμου.
901Ἐν τῇ Λευκῇ Βίβλῳ ὑπάρχει μακρὸν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουρ-
902γοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ μακρὸν ὑπόμνημα, ἀφορῶντα ἀμφό-
903τερα εἰς τὰς προνομίας καὶ τὰς ἀτελείας, θεωρῶ δὲ μάταιον
904νὰ ἐνδιατρίψω περιπλέον ἐπ’ αὐτῶν, διότι ἡ Βουλὴ ἐξ ἁπλῆς
905ἀναγνώσεως θέλει πληροφορηθῆ κατὰ τί ζημιούμεθα ἐκ τῆς
906ἀναγραφῆς τοῦ ἄρθρου 3 τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων.
907Καὶ ἤδη ἐρχόμεθα Κύριοι, εἰς τὰ ἄρθρα 2 καὶ 6 τῶν
908προκαταρκτικῶν ὅρων, εἰς τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας τὸν
909ἔλεγχον, εἰς τὰς ἀφορώσας τὴν ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας.
910Καὶ ὡς πρὸς αὐτὸν τὸν ἔλεγχον ἔσχομεν ἀληθῶς, καθ’ ἣν
911στιγμὴν ἀνεκοινώθησαν ἡμῖν οἱ ὅροι τῆς προκαταρκτικῆς
912εἰρήνης, ἔσχομεν ἐκπλήξεις. Διότι εἴχομεν μὲν ἀρχικῶς τὴν
913διαβεβαίωσιν, ὅτι οὐδεὶς ἐσκέπτετο τὸ ζήτημα τῶν παλαιῶν
914χρεῶν, ἐντελῶς ἀλλότριον πρὸς τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης καὶ
915πρὸς τὴν μεσολάβησιν, ἣν ἀνέλαβον αἱ Δυνάμεις, οὐδεὶς ἐσκέ-
916πτετο, λέγω, τὸ ζήτημα τῶν παλαιῶν χρεῶν νὰ τὸ ἀνα-
917μίξῃ πρὸς αὐτοὺς, ἀλλ’ ὅτε προεβλήθη ἡ πρότασις τῆς Ἀγ-
918γλίας, ἥτις ἠπείλησε νὰ ἐξέλθῃ τῆς Εὐρωπαϊκῆς συμφωνίας,
919ἐὰν ἀφίετο εἰς χεῖρας τῆς Τουρκίας ἡ Θεσσαλία, ἔστω καὶ
920λόγῳ προσωρινῆς κατοχῆς, ἐγένετο σκέψις νὰ ὑποβληθῶσιν
921εἰς ἐπίβλεψιν αἱ πρόσοδοι ἐκεῖναι, αἵτινες ἤθελον ἀφιερωθῆ
922πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῆς ἀποζημιώσεως. Ἀλλ’ αἱ
923ἀρχικαὶ διαβεβαιώσεις καὶ ἐπαγγελίαι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον
924ἐξηφανίζοντο, καὶ μετὰ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν προσόδων, αἵτινες
925ἤθελον ἀφιερωθῆ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου, ἤρχισε
926νὰ προκύπτῃ καὶ ἡ ἐπίβλεψις τῶν προσόδων, αἵτινες ἔδει
927νὰ καθορισθῶσι πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν παλαιῶν δανείων.
928Ἐπρόκειτο οὐχ ἧττον πάντοτε περὶ ἁπλῆς ἐπιβλέψεως, καὶ
929ἐπρόκειτο περὶ ἐπιβλέψεως ἀποκρουομένης παρὰ τῶν πλείστων
930ἔτι τῶν Μ. Δυνάμεων, καὶ ἰδίᾳ παρὰ τῆς Ἀγγλίας, καὶ μέ-
931χρι τῶν τελευταίων ἡμερῶν. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐφαί-
932νετο ὅτι συνέχεον τὸ ζήτημα τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως
933μὲ τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ τῶν παλαιῶν δανειστῶν,
934διότι ἡ Γερμανία ἐπέμενε, μὴ θέλουσα, ὡς ἔλεγεν, ἐκ τῶν νέων
935βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα,
936νὰ ζημιωθῶσιν ὑπήκοοί της κάτοχοι παλαιῶν δανείων· ἀλλὰ
937μετ’ ὀλίγον καὶ κατόπιν παραστάσεων ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνι-
938κῆς Κυβερνήσεως, ἀρνησαμένης πᾶσαν συνάφειαν μεταξὺ τοῦ
939συμβιβασμοῦ τῶν παλαιῶν χρεῶν καὶ τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης,
940(Δ. Β. ἀριθ. 169) ἐγκατελείφθη ἡ ἰδέα τῆς συσχετίσεως αὐτῶν,
941καὶ ἐζητήθη παρ’ ἡμῶν νὰ καθορίσωμεν τὰς προσόδους, διὰ
942τῶν ὁποίων ἤθελεν ἐξυπηρετηθῆ τὸ δάνειον τὸ συνομολογη-
943θησόμενον πρὸς ἀπότισιν τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως. Καὶ
944ἐσπεύσαμεν νὰ καθορίσωμεν τὰς προσόδους. Ὡς εἶχε διατυπωθῆ
945ἀρχικῶς ὁ τρόπος τῆς ἐκκενώσεως τῆς Θεσσαλίας, ἀπῃτεῖτο
9461,000,000 λιρῶν τουρκικῶν πρὸς τὴν ἔναρξιν αὐτῆς. Οὐδὲ
947ἐδιστάσαμεν, ἀποβλέποντες εἰς τὴν ἄμεσον ἐκκένωσιν τῆς
948Θεσσαλίας, οὐδ’ ἐδιστάσαμεν νὰ παραχωρήσωμεν τὰς προσό-
949δους τοῦ τελωνείου Πειραιῶς διὰ τὴν προκαταβολὴν ἑνὸς ἑκα-
950τομμυρίου λιρῶν. Καὶ ὅταν κατόπιν, ἀποτυχουσῶν τῶν προσ-
951παθειῶν, ἃς κατεβάλομεν πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς προκαταβολῆς
952τοῦ 1,000,000 λιρῶν, ἐζητήθη παρ’ ἡμῶν, ἵνα καθορίσωμεν
953τὰς προσόδους πρὸς τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου τῆς ἀπο-
954ζημιώσεως, ἐπίσης δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ προσφέρωμεν εἰς τοὺς
955δανειστὰς αὐτῆς τὸ ἔσοδον τοῦ χαρτοσήμου, χορηγοῦντες
956αὐτοῖς καὶ τὸ δικαίωμα ἀκόμη νὰ θέσωσι παρὰ τὴν σφραγῖδα
957τοῦ Κράτους σφραγῖδα βεβαιοῦσαν ὅτι ἔλαβον τὸ ἀντίτιμον
958τοῦ τιθεμένου εἰς κυκλοφορίαν χαρτοσήμου. Ἀλλὰ πᾶσαι ἐκεῖ-
959ναι αἱ προσπάθειαι ἀπέτυχον, ἡ ἐπιμονὴ δὲ τῆς Γερμανίας
960κατήγγελλεν ἤδη ἡμῖν τὸν κίνδυνον, πρὸ τοῦ ὁποίου εὑρι-
961σκόμεθα. Καὶ συνεστήθη μὲν ἡμῖν καὶ ἐσπεύσαμεν νὰ ἐπιλη-
962φθῶμεν διαπραγματεύσεων πρὸς τὴν συνομολόγησιν τοῦ συμ-
963βιβασμοῦ, διότι ἐγένοντο τοιαῦται προσπάθειαι ἐκ μέρους
964τῆς Κυβερνήσεως ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνακωχὴν, ἀλλ’ εὑρέθημεν
965πρὸ τῆς ῥητῆς ἀρνήσεως ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐπρόκειτο
966νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας, ἀποκριθέντων
967ὅτι ἔχουσιν ἀναθέσει τὸ ζήτημα εἰς τὰς Κυβερνήσεις των, οὐδ’
968ἐννοοῦσι νὰ ἐπαναλάβωσι διακοπείσας διαπραγματεύσεις, πρὶν
969ἢ ἀποφανθῶσιν αἱ Κυβερνήσεις περὶ τῶν παρ’ αὐταῖς διαβη-
970μάτων (Λ. Β. ἀριθ. 165). Ἀλλ’ ἐπειδὴ πάλιν ἐπέμενόν τινες
971συμβουλεύοντες ἡμᾶς, ὅτι ἠθέλομεν ἀποσοβήσει τοὺς κινδύνους
972καὶ πολὺ ἠθέλομεν διευκολύνει τὴν θέσιν ἡμῶν, κατορθοῦντες
973νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν πρὸς τοὺς παλαιοὺς δανειστὰς,
974ἐσπεύσαμεν νὰ προέλθωμεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν δανει-
975στῶν ἡμῶν διὰ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Συγγροῦ, ὅστις, ἀναχω-
976ρῶν διὰ Βερολῖνον, ἐδέχθη τὴν ἰδιαιτέραν ταύτην ἐντολήν.
977Καὶ ἦτο ὁ μόνος, ὅστις ἦν εἰς θέσιν ν’ ἀναλάβῃ τὴν τοιαύ-
978την ἐντολὴν, διότι αὐτὸς καὶ μόνος ἠδύνατο, προσφέρων τὴν
979ἐπιχείρησιν, ν’ ἀναλάβῃ καὶ μέρος αὐτῆς. Καὶ τοῦτο ἀνεγνω-
980ρίσθη παρὰ πάντων τῶν πιστωτικῶν ἡμῶν καταστημάτων.
981Ὁ κύριος Συγγρὸς, μεταβὰς εἰς Βερολῖνον, τὴν 18/30 Ἰου-
982λίου ἐτηλεγράφει ἡμῖν: «Πάντες σχεδὸν ἀπουσιάζουσιν. Ἐκ
983μακρᾶς συνεντεύξεως μετὰ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς Na-
984tional Banque, λίαν ἁρμοδίου διὰ τὰ Ἑλληνικὰ δάνεια,
985ἐξάγω ὅτι ἀναμένουσι λίαν προσεχῶς συμφωνίαν τῶν Δυνά-
986μεων ἐπὶ εὐρωπαϊκοῦ ἐλέγχου ἐν τοῖς προκαταρκτικοῖς ὅροις
987τῆς εἰρήνης, ὅπως κατόπιν διαπραγματευθῶσιν. Ἐδήλωσε
988ὅτι ἐπὶ τοιαύτῃ βάσει οὐδὲν ἔχω νὰ πράξω. Οὐχ ἧττον ἐπὶ
989τῇ αἰτήσει τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ ὑπεσχέθην νὰ τὸν ἐπανίδω
990τὴν Δευτέραν.»
991Καὶ τὴν 23 Ἰουλίου μᾶς ἐτηλεγράφει πάλιν: «Σχετικῶς
992μὲ τὸ τηλεγράφημά σας τῆς χθὲς, εἶπον καὶ ἔπραξα ἤδη
993ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἀλλ’ ἀκάρπως. Τῆς ὑποθέσεως κατα-
994στάσης πολιτικῆς, θεωρῶ τὴν παρουσίαν μου ἄσκοπον. Οὐχ
995ἧττον ἀκρόασις παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις
996γνωρίζει ἤδη τὴν ἄφιξίν μου, θὰ ἦτο ὠφέλιμος, διότι πεί-
997θομαι ὅτι οὐδὲν δύναμαι νὰ πράξω ἄνευ συνεννοήσεως μετὰ
998τῆς Γερμανίας.»
999Ἡ Κυβέρνησις ἐτηλεγράφησεν αὐτῷ νὰ προσπαθήσῃ νὰ
1000ἴδῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας, ἀλλὰ
1001ἰδιωτικῶς καὶ χωρὶς ν’ ἀνακοινώσῃ αὐτῷ ὅτι ἔχει ἀποστο-
1002λὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἀπετάθη πρὸς τὸν
1003Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ὁ ἐν Βερολίνῳ πρεσβευ-
1004τὴς ἡμῶν τὴν 23 Ἰουλίου μᾶς ἐτηλεγράφει τὰ ἑξῆς:
1005«Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰδοποιήσω ὑμᾶς, ὅτι ὁ κ. Συγ-
1006γρὸς προέβη ἤδη εἰς διαβήματα, ὅπως ἐπιτύχῃ μετὰ τοῦ
1007Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν συνέντευξιν ἰδιωτικὴν, ἀλλ’ ἡ
1008ἐξοχότης του ἀπήντησε κατὰ τρόπον λίαν φιλόφρονα, ὅτι,
1009καίτοι ἀναγνωρίζει τὰ πολλαπλᾶ πλεονεκτήματα τοῦ κ.
1010Συγγροῦ, θὰ προετίμα νὰ τὸν δεχθῇ ὅταν θὰ εἶχε τὴν ἄδειαν
1011τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ λαλήσῃ ἐπ’ ὀνόματί της.
1012Ἑπομένως, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὸν σκοπὸν, ἀνάγκη νὰ μοὶ
1013ἐπιτραπῇ νὰ εἰσαγάγω τὸν κ. Συγγρὸν ὡς εἰδικὸν ἀπεσταλ-
1014μένον τῆς Κυβερνήσεως.»
1015Καὶ δὲν ἐδιστάσαμεν πάλιν, Κύριοι, ἀφοῦ ὅπως δήποτε
1016ἔπρεπε νὰ εὕρωμέν τινα, πρὸς τὸν ὁποῖον νὰ διαπραγματευ-
1017θῶμεν διὰ τὰ παλαιὰ δάνεια, δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ παραγ-
1018γείλωμεν τὸν ἐν Βερολίνῳ πρεσβευτὴν νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ
1019Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν συνέντευξιν ὑπὲρ τοῦ κ. Συγ-
1020γροῦ, ὡς εἰδικοῦ ἀπεσταλμένου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως
1021διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ τοῦ δανείου
1022τῆς ἀποζημιώσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐδίδομεν τὴν ἐντολὴν ταύτην,
1023κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν μετέβαινε παρὰ τῷ Ὑπουργῷ
1024τῶν Ἐξωτερικῶν, τῷ συναδέλφῳ μου, ὁ γραμματεὺς τῆς
1025Γερμανικῆς Πρεσβείας, ὅστις ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ πλη-
1026ροφορηθῇ, τίνες αἱ προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ συνά-
1027δελφός μου μὲ ἐκάλεσε διὰ τοῦ τηλεφώνου, καὶ ἀπὸ
1028κοινοῦ ἐδώσαμεν αὐτῷ τὰς ἑξῆς πληροφορίας περὶ τῶν προ-
1029τάσεών μας:
1030«Ἡ Βασιλικὴ Κυβέρνησις θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ χορη-
1031γήσῃ ἐπίσης εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ δανείου τῆς ἀποζημιώ-
1032σεως καθὼς καὶ εἰς τοὺς παλαιοὺς δανειστὰς πάσας τὰς ἀσφα-
1033λείας, ἃς ἤθελον θεωρήσει ἀναγκαίας, ὡς π. χ. νὰ συγ-
1034κεντρώσῃ εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων τὰς ὑπεγ-
1035γύους εἰσπράξεις διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου καὶ τῶν πα-
1036λαιῶν δανείων, νὰ τοῖς χορηγήσῃ τὸ δικαίωμα νὰ διορίζω-
1037σιν ἀπ’ εὐθείας τοὺς ἀντιπροσώπους αὑτῶν ἐν τῷ Διοικη-
1038τικῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἑταιρίας, ἔστω καὶ μὲ ψῆφον κατι-
1039σχύουσαν, καὶ ν’ ἀναγνωρίσῃ διὰ συμβάσεως, κυρωθησομέ-
1040νης διὰ νόμου, ὡς ἰδιοκτησίαν τῶν δανειστῶν πάντα τὰ ποσὰ
1041τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν Μονοπωλίων, ἅμα ὡς ταῦτα ἤθε-
1042λον εἰσέλθει εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Ἑταιρίας, ἀλλ’ ἐννοεῖται μέ-
1043χρι τῶν ποσῶν τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου
1044καὶ τῶν παλαιῶν δανείων.»
1045Λοιπὸν προσεφέρομεν τότε διὰ τοῦ κ. Συγγροῦ καὶ ἀνε-
1046κοινώσαμεν πρὸς τὸν γραμματέα τῆς Γερμανικῆς Πρεσβείας,
1047ὅτι προτιθέμεθα νὰ προσφέρωμεν εἰς τοὺς παλαιοὺς καὶ τοὺς
1048νέους δανειστάς,—διότι ἐθεωροῦμεν ὅτι τοὐλάχιστον ἔπρεπε,
1049συνομολογοῦντες τὸν συμβιβασμὸν, νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ δά-
1050νειον τῆς ἀποζημιώσεως καὶ ἐντεῦθεν τὴν ἐκκένωσιν τῆς Θεσ-
1051σαλίας—νὰ χορηγήσωμεν τὴν διαχείρισιν τοῦ ἐσόδου τῶν ὑπεγ-
1052γύων προσόδων εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, ἐν ταῖς χερσὶ
1053τῆς ὁποίας ἤθελον συγκεντρωθῆ αὗται, καὶ νὰ χορηγήσωμεν
1054ἐπὶ πλέον εἰς τοὺς δανειστὰς τὸ δικαίωμα ν’ ἀντιπροσωπεύ-
1055ωνται ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἑταιρίας ταύτης καὶ μὲ ψῆ-
1056φον κατισχύουσαν, πρὸς δὲ ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὡς ἰδιοκτησίαν τῶν
1057δανειστῶν πᾶν ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἅπαξ εἰσέλθει εἰς τὸ
1058ταμεῖον τῆς ἑταιρίας ταύτης, καθ’ ὅσον δὲν ἤθελε συμπληρωθῆ
1059τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαῖον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Ἀλλὰ
1060μήτε ταῦτα ἐπήρκεσαν, ὡς θέλετε ἴδει μετ’ ὀλίγον, καὶ ἡ πλη-
1061ροφορία, ἡ τόσον ἀγαθοπίστως δοθεῖσα εἰς τὴν Γερμανικὴν
1062Πρεσβείαν, ἐχρησίμευσε λίαν εὐπρεπῶς, ὅπως ἀναγκασθῇ
1063ν’ ἀναχωρήσῃ ἐκ Βερολίνου ὁ κ. Συγγρός· διότι μετὰ τὴν
1064μεταβίβασιν τῶν προτάσεων ἡμῶν διὰ τῆς ἐν Ἀθήναις Γερ-
1065μανικῆς Πρεσβείας παρουσιάσθη ὁ ἐν Βερολίνῳ ἡμέτερος πρε-
1066σβευτὴς καὶ ἐζήτησεν ἀκρόασιν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
1067Ἐξωτερικῶν διὰ τὸν κ. Συγγρὸν, ἀλλὰ τῷ ἀπήντησαν, ὅτι
1068ἡ κατάστασις μετεβλήθη κατόπιν τῆς κατὰ τὴν αὐτὴν
1069πρωίαν συναντήσεως τοῦ ἐν Ἀθήναις πρέσβεως τῆς Γερμανίας
1070μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, καθ’ ἣν καθωρίσθησαν αἱ
1071παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θεωρεῖ
1072δυνατάς. Ὅτι ἄλλως εἶναι ἤδη πολὺ ἀργά, διότι τὸ ζή-
1073τημα ἀνετέθη εἰς τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβευτάς.
1074Ταῦτα ἀπεδείκνυον, ὅτι δὲν ἐθεώρησαν ἐπαρκεῖς τὰς προτά-
1075σεις ἡμῶν.
1076§32Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὰς τὰς ὁδηγίας εἴχετε δώσει
1077καὶ πρὸς τὸν κ. Συγγρόν;
1078§33Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
1079§34ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ποσοστὸν τόκου εἴχετε ὁρίσει;
1080§35Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τρία ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν διὰ τὸ νέον
1081δάνειον, καὶ τὰ 30% διὰ τὰ παλαιὰ δάνεια. Ἀλλὰ μὴ
1082μᾶς κατηγορήσητε διὰ τὴν φειδωλίαν, διότι δὲν ἠδυνήθη-
1083μεν νὰ εὕρωμέν τινα, πρὸς τὸν ὁποῖον νὰ διαπραγματευθῶ-
1084μεν, καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ διαπραγματευθῶμεν πρός τινα τὸν
1085συμβιβασμόν, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ διαπραγματευθῶμεν οὔτε διὰ
1086τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῆς ἀποζημιώσεως, ὑπὸ
1087οἱουσδήποτε ὅρους.
1088§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόθεν ἡ Κυβέρνησις ὡρμήθη νὰ πέμψῃ
1089ἀπεσταλμένον αὑτῆς;
1090§37Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξ εἰδήσεως, ἥτις
1091ἀνεκοινώθη ἡμῖν ἐκ Παρισίων, καὶ κατόπιν καθ’ ὑπόδειξιν
1092αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ἁνοτώ.
1093§38ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπισήμως;
1094§39Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι ἐπισήμως. Καὶ οὕτως ἀπετάθημεν
1095πρὸς τὸν κ. Συγγρόν· ἐὰν δὲ δὲν ἀπετεινόμεθα πρὸς τὸν κ.
1096Συγγρὸν καὶ δὲν ἀπεδέχετο οὗτος τὴν ἐντολὴν, δὲν γνωρίζω
1097πρὸς τίνα ἠθέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀποταθῶμεν. Ἀλλὰ πρὸς οἷον
1098δήποτε ἠθέλομεν ἀποταθῆ, ἠθέλομεν εὑρεθῆ πρὸ τοῦ αὐτοῦ
1099τοίχου· διότι, ὅτε κατὰ Μάϊον ὁ ἀξιότιμος διοικητὴς τῆς
1100Ἐθνικῆς Τραπέζης ἠθέλησε νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς διαπραγμα-
1101τεύσεις, τῶν ὁποίων κατήρξατο ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἐθνικῆς
1102Τραπέζης, ἀλλὰ διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνή-
1103σεως, κατὰ Νοέμβριον π. ἔ. εὗρε πάλιν ἐνώπιόν του τὸν αὐτὸν
1104τοῖχον. Ὁ κ. Hambro, μετὰ τοῦ ὁποίου εἶχε φθάσει εἰς
1105τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος Βουλευ-
1106τὴς ἐκ Γόρτυνος, τῷ ἀπήντησεν, ὅτι ἤδη ἀπετάθησαν οἱ δα-
1107νεισταὶ πρὸς τὰς Κυβερνήσεις των, καὶ ἀναμένουσι τ’ ἀποτε-
1108λέσματα. (Λ. Β. ἀριθ. 165)
1109Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας μου. Μὴ
1110δυνάμενοι νὰ συνεννοηθῶμεν περὶ συμβιβασμοῦ, δὲν ἠδυνή-
1111θημεν νὰ εὕρωμέν τινα, πρὸς τὸν ὁποῖον νὰ πραγματευθῶμεν
1112καὶ τὸ δάνειον τῆς ἀποζημιώσεως· διότι ποῦ ἠθέλετε ν’ ἀπο-
1113ταθῶμεν; Θ’ ἀπετεινόμεθα εἰς τὰς ἀγορὰς τοῦ Λονδίνου, τῶν
1114Παρισίων, τοῦ Βερολίνου. Ἀλλὰ αἱ τρεῖς αὗται ἀγοραὶ
1115εἶναι δηλητηριασμέναι, πάντες δὲ οἱ κεφαλαιοῦχοι, πάντα τὰ
1116πιστωτικὰ καταστήματα τὰ μεγάλα, τὰ ὁποῖα ἀνεμιγνύοντο
1117εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δάνεια, ἀποκρούουσιν οἱονδήποτε νέον δά-
1118νειον πρὸ τῆς συνομολογήσεως τοῦ συμβιβασμοῦ τῶν πα-
1119λαιῶν δανείων, ἀπέκρουον δὲ πᾶσαν συνεννόησιν πρὸς συνομο-
1120λόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι
1121ἐπεθύμουν καὶ εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελον ἐπιτύχει τὸν
1122ἔλεγχον ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐκ τοῦ ὁποίου
1123δὲν προσεδόκων μὲν πλειοτέρας ἀσφαλείας ἀπὸ ἐκείνας τὰς
1124ὁποίας προσέφερεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀλλὰ προσεδό-
1125κων τὸ ἄμεσον κέρδος ἐκ τῆς ὑψώσεως τῶν Ἑλληνικῶν
1126χρεωγράφων κατόπιν τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ἐλέγχου. Ἐπρόκειτο
1127περὶ νέας κερδοσκοπίας εἰς βάρος ἡμῶν, καὶ δυστυχῶς καὶ αἱ
1128Κυβερνήσεις, ὠθούμεναι παρ’ ἰδιωτῶν, ὅταν οὗτοι ἦναι ἰσχυ-
1129ροί, γίνονται τὰ ὄργανα τοιούτων κερδοσκοπιῶν. Κατηγγέλθη
1130εἰς ἡμᾶς καὶ ἐβεβαίωσε τοῦτο καὶ φράσις λεχθεῖσα παρὰ τοῦ
1131Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, ὅτι τὸ ζήτημα
1132τῶν παλαιῶν δανείων καὶ τοῦ συμβιβασμοῦ ἐθεώρει ἡ Γερ-
1133μανικὴ Κυβέρνησις ὡς ζήτημα ἐσωτερικῆς τάξεως. Ἴσως
1134ὑποθέσητε, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως τῆς ἐν
1135Ἑλλάδι· ὄχι, ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως ἐν Βερο-
1136λίνῳ, διότι μετ’ ὀλίγον θὰ διεξαχθῶσιν ἐκεῖ ἐκλογαί. Ἰδοὺ
1137τί ἐτηλεγράφει ἡμῖν ὁ ἐν Ῥώμῃ ἐπιτετραμμένος τὴν 9/21
1138Σεπτεμβρίου: «Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον, ὁ Ὑπουργὸς τῶν
1139Ἐξωτερικῶν (τῆς Ἰταλίας) μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ τῷ
1140εἶπον καθαρῶς, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἐπέμειναν ὡς πρὸς τὸν ἔλεγ-
1141χον διὰ λόγους ἐσωτερικούς, διότι τὰ πλεῖστα τῶν χρεω-
1142γράφων ἡμῶν εὑρίσκονται εἰς χεῖρας ἀστῶν καὶ μικρῶν ἐμπό-
1143ρων, οὐχὶ δ’ εἰς χεῖρας τῶν Ἰουδαίων τοῦ Βερολίνου, ὡς ὑπέ-
1144θετε» (Λευκῆς Βίβλου ἀριθ. 241).
1145Εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἀδυναμίαν ὁ κ. Συγγρὸς νὰ προέλθῃ
1146εἰς συνεννόησιν πρὸς οἱονδήποτε ἐν Βερολίνῳ, ἐτηλεγράφησεν
1147ἡμῖν τὴν 28 Ἰουλίου, ὅτι ἀναχωρεῖ εἰς Παρισίους, ὅπως με-
1148ριμνήσῃ περὶ τῆς παθούσης ὑγείας του, μετ’ ὀλίγον δὲ μᾶς
1149ἐτηλεγράφει καὶ ἐκεῖθεν, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀσχολώμεθα καὶ
1150μὲ τὴν ἀγορὰν τῶν Παρισίων, διότι καὶ αὐτὴ ἀκολουθεῖ
1151κατὰ πόδα τὴν ἀγορὰν τοῦ Βερολίνου.
1152Ἐν τῷ μεταξὺ προῆλθεν ἡ πρότασις περὶ καταβολῆς ἑνὸς
1153ἑκατομμυρίου λιρῶν, ὅπως ἄρξηται ἡ ἐκκένωσις τῆς Θεσσα-
1154λίας· καὶ ἀπετάθημεν πρὸς πάντα, προσφέροντες τὰς εἰσπρά-
1155ξεις τοῦ τελωνείου Πειραιῶς ὡς ἐγγύησιν καὶ ἐπαιτοῦντες τὸ
1156ἑκατομμύριον αὐτό· καὶ τοῦτο, διότι ὑπεδεικνύετο ἡμῖν, ὅτι
1157οἱ ὅροι ἔσονται ἐπιεικέστεροι. Ἀλλὰ πανταχοῦ εὕρομεν ἄρνη-
1158σιν. Διότι, ὅπου δήποτε ὑπάρχουσι χρεώγραφα Ἑλληνικὰ, καὶ
1159ἄνευ διακρίσεως ἐθνικότητος πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες κατέ-
1160χουσιν ἐθνικὰ δάνεια, ἀπέβλεψαν ἄνευ ἐξαιρέσεως εἰς τὴν
1161ἄμεσον καὶ ἀσφαλῆ κερδοσκοπίαν τὴν ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ
1162ἐλέγχου.
1163Μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς ἀνευρέσεως τῆς προκαταβολῆς
1164ἀνέτειλε νέα ἐλπίς. Τὴν 11/23 Αὐγούστου εἰδοποιεῖ ἡμᾶς
1165ὁ ἐν Ἀθήναις πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας, ὅτι πιθανὸν νὰ τε-
1166θῶσιν ἡμῖν τὰ ἑπόμενα δύο ἐρωτήματα: 1ον) Τίνες εἶναι αἱ
1167πρόσοδοι, τὰς ὁποίας θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὑποθηκεύσωμεν διὰ
1168τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως.
11692ον) Κατὰ τίνα τρόπον προτείνομεν ν’ ἀσκηθῇ ἡ διεθνὴς ἐπί-
1170βλεψις πρὸς τὴν ἐξασφάλισιν πρὸς τοὺς δανειστὰς τῆς τακτικῆς
1171λειτουργίας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τούτου (ἀριθ. 198
1172Λ. Β.) Τὸν σκοπὸν τῶν ἐρωτημάτων τούτων ἐξηγεῖ σαφῶς
1173τὸ ἀπὸ 16/28 Αὐγούστου τηλεγράφημα τοῦ ἐν Πετρουπό-
1174λει ἐπιτετραμμένου, ἔχον οὕτω:
1175«... Κατὰ τὴν ἐν Πετρουπόλει διαμονὴν τοῦ Προέδρου
1176τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας ἐπῆλθε συνεννόησις, καθ’ ἣν αἱ
1177Δυνάμεις συνεφώνησαν, ὅπως πείσωσι πρῶτον τὴν Γερμανίαν
1178περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, παρὰ τὰ ἰδιά της συμ-
1179φέροντα, τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς εἰρήνης, καὶ ἑπομένως
1180νὰ μὴ ἐπιμένῃ ἐξαρτῶσα τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης ἐκ
1181τοῦ συμβιβασμοῦ τῶν παλαιῶν δανείων, ὅστις δύναται νὰ
1182συντελεσθῇ χωριστὰ καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν διεξαγομένων δια-
1183πραγματεύσεων. Μετὰ τὴν ὁμόφωνον ταύτην συνεννόησιν ἡ
1184Ῥωσσία, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἀγγλία συνεφώνησαν ἐπὶ ἑτέρου
1185θέματος, ὅπως βοηθήσωσι τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀνεύρῃ τὰ ἀναγ-
1186καῖα χρήματα διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεως, χορη-
1187γοῦσαι τὴν ἠθικήν των συνδρομὴν καὶ ἐνθαῤῥύνουσαι τοὺς
1188εὐρωπαίους τραπεζίτας εἰς τὴν καταβολὴν τῶν ἀναγκαίων
1189κεφαλαίων. Συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασιν ταύτην αἱ τρεῖς Δυ-
1190νάμεις ἀνέθηκαν προχθὲς τοῖς ἐν Ἀθήναις ἀντιπροσώποις των
1191νὰ ζητήσωσι παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ καθορίσῃ
1192τὰς προσόδους, ἃς προτίθεται νὰ ἀφιερώσῃ διὰ τὴν ὑπηρε-
1193σίαν τοῦ δανείου, καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐπιβλέψεως, ὃν προτεί-
1194νομεν πρὸς τὰς ἐν λόγῳ Δυνάμεις, αἵτινες εἶναι διατεθειμέναι
1195νὰ χορηγήσωσι καὶ τὴν πραγματικήν των ἐγγύησιν, ἐὰν ἡ
1196Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν δυνηθῇ νὰ ἀνεύρῃ τὸ ποσὸν τῆς
1197πολεμικῆς ἀποζημιώσεως διὰ τῆς ἠθικῆς ὑποστηρίξεως τῶν
1198Δυνάμεων» (ἀριθ. 201 Λευκῆς Βίβλου).
1199Τότε ἐσπεύσαμεν νὰ προσφέρωμεν τὸ ἔσοδον τοῦ χαρτοσήμου,
1200μὲ τὸ δικαίωμα, ὡς εἶπον, τῆς ἐπιθέσεως ἐπιπροσθέτου σφραγῖδος
1201παρὰ τῶν δανειστῶν. Ἀλλ’ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἀντέλε-
1202ξεν, ὅτι ἦτο τοῦτο ὑπέγγυον εἰς τὸ δάνειον τοῦ 1884, καὶ
1203δὶς ὁ ἐν Ἀθήναις πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας, κατ’ ἐντολὴν
1204τῆς Κυβερνήσεώς του, ἐδήλωσε τῇ Κυβερνήσει, ὅτι πρὶν ἢ
1205γείνῃ δεκτὸς ὁ ἔλεγχος ὁ ἀναγραφεὶς ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τῆς
1206προκαταρκτικῆς εἰρήνης, δὲν θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν ἡ Γερμανία
1207οἱανδήποτε πρότασιν, οὐδὲ συγκατατεθῆ εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν
1208ὑπεγγύων εἰς τὰ παλαιὰ δάνεια προσόδων. Ἐντεῦθεν προέβημεν
1209εἰς τὴν προσφορὰν διαφόρων ἄλλων προσόδων, μὴ ὑπεγγύων, ὧν
1210τὸ ἔσοδον ἀνήρχετο εἰς δρ. 10,240,000, ὡς βεβαιοῖ τὸ ἀπὸ
121126 Αὐγούστου ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν
1212(ἀριθ. 220). Καὶ ἐπειδὴ ἐβλέπομεν τὸν κλοιὸν περισφίγγοντα
1213ἡμᾶς στενώτερον, προέβημεν περαιτέρω, δεχθέντες διὰ τοῦ
1214ἀπὸ 26 Αὐγούστου ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερι-
1215κῶν, ὅπως οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν ἐν τῷ Διοικητικῷ
1216Συμβουλίῳ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων διορίζωνται τῇ
1217ἐγκρίσει τῶν Δυνάμεων (ἀριθ. 221 ἐγγράφου). Ἀλλ’ ὁ Ὑπουρ-
1218γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ῥωσσίας ἀπήντα ἡμῖν τὴν 27
1219Αὐγούστου, «ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναζητῶμεν ἑτέραν διέξοδον
1220ἀπὸ τὴν ὑποδειχθεῖσαν παρὰ τῶν Δυνάμεων, διότι ἡ Γερμα-
1221νία θεωρεῖ τὸ ζήτημα ὡς ὅρον, ἄνευ τῆς πληρώσεως τοῦ
1222ὁποίου δὲν ἤθελεν ὑπογράψει αὐτὴ τὴν προκαταρκτικὴν εἰ-
1223ρήνην» (ἀριθ. 223 ἐγγράφου).
1224Ἔκτοτε ἦν τετελεσμένη ἡ ἐπιβολὴ τοῦ ἐλέγχου· ἀλλὰ
1225μέχρι καὶ τῶν τελευταίων ἡμερῶν ἀκόμη μᾶς ὡμίλουν περὶ
1226ἐπιβλέψεως, καὶ ἐν ἐκ τῶν τελευταίων τηλεγραφημάτων τοῦ
1227ἐν Πετρουπόλει ἐπιτετραμμένου, ἀναγράφον συνδιάλεξιν μετὰ
1228τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ῥωσσίας, περὶ ἐπιβλέ-
1229ψεως, καὶ περιωρισμένης κατὰ χρόνον, ὁμιλεῖ.
1230Ἀλλ’ αἴφνης εὑρέθημεν πρὸ τοῦ πλέον ἀπολύτου ἐλέγχου,
1231εὑρέθημεν πρὸ ἐπιτροπῆς διεθνοῦς, συγκροτηθησομένης ἐξ ἓξ
1232μελῶν, ὧν θὰ διορίζῃ ἀνὰ ἓν μία ἑκάστη τῶν Μεγάλων Δυ-
1233νάμεων. Εὑρέθημεν πρὸ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ ψηφίσωμεν
1234νόμον, ὅστις θέλει ἀποδώσει τὴν εἴσπραξιν καὶ τὴν διάθεσιν
1235ὅλων τῶν ὑπεγγύων προσόδων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν πα-
1236λαιῶν δανείων καὶ τοῦ τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὴν αὐτὴν ἐπι-
1237τροπὴν. Εὑρέθημεν καὶ πρὸ τοῦ φοβεροῦ ὅρου τοῦ ἄρθρου 6,
1238κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ προθεσμία πρὸς ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας
1239ἄρχεται ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς ἤθελεν ἀναγνω-
1240ρισθῆ παρὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὅτι ἐξετέλεσεν ἡ Ἑλλὰς
1241τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 ἀναγραφομένας, ἤθελε
1242δὲ προσδιορισθῆ παρὰ τῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς καὶ ὁ χρόνος τῆς
1243ἐκδόσεως τοῦ νέου δανείου. Εὑρέθη οὕτω ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἦτο
1244δυνατὸν τὸν τουρκικὸν στρατὸν νὰ χρησιμοποιήσωσιν ὡς ποι-
1245νήτορα, διαμένοντα ἐν Ἑλλάδι, ὅπως ἐξαναγκάσῃ ἡμᾶς εἰς
1246τὸν συμβιβασμὸν, τὸν ὁποῖον ἀπὸ τεσσάρων ἐτῶν ἐπεδίωξαν
1247εἰς μάτην.
1248Ἔχετε ἤδη, Κύριοι, πλήρη τὴν εἰκόνα τῶν προκαταρκτι-
1249κῶν ὅρων τῆς εἰρήνης. Ἂν ἐρωτήσητε ὅμως ἐμὲ, ὅστις παρη-
1250κολούθησα βῆμα πρὸς βῆμα τὴν ἐξέλιξιν τῶν τετραμήνων
1251διαπραγματεύσεων, τίνα εἶναι τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλ-
1252λονται ὁριστικῶς εἰς τὸ Κράτος, δὲν θέλω δυνηθῆ νὰ σᾶς
1253ἀπαντήσω, διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 εὑρίσκω τὰ ἑξῆς: «Ὁ
1254ἀναγκαῖος διακανονισμὸς, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ ταχεῖα κατα-
1255βολὴ τῆς ἀποζημιώσεως, γενήσεται τῇ συγκαταθέσει τῶν
1256Δυνάμεων κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ προσβάλῃ τὰ
1257κεκτημένα δικαιώματα τῶν ἀρχαίων δανειστῶν, κατόχων
1258τίτλων τοῦ δημοσίου χρέους τῆς Ἑλλάδος.»
1259Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ καθορίσῃ τις τίνα ὑπολαμ-
1260βάνουσιν ὡς κεκτημένα δικαιώματα τῶν δανειστῶν; Βεβαίως
1261δὲν εἶναι ταῦτα τὸ 30%, ὅπερ καταβάλλεται δυνάμει τοῦ
1262νόμου τοῦ 1893 καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι τὸ 100%,
1263ἀλλ’ εἶναι καὶ παράλογον νὰ εἴπῃ τις τοῦτο. Εἶναι δὲ βέ-
1264βαιον μόνον, ὅτι δὲν γνωρίζομεν οὐδ’ ὑμεῖς, ἀλλ’ οὐδ’ ἐκεῖνοι,
1265οἵτινες συνέταξαν τὸ ἄρθρον 2, τίνα εἶναι τὰ κεκτημένα δι-
1266καιώματα, τὰ ὁποῖα ἠθέλησαν ν’ ἀσφαλίσωσι διὰ τῆς δια-
1267τάξεως ταύτης...
1268§40ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κεκτημένα ἢ ὡρισμένα;
1269§41ΡΑΛΛΗΣ. Κεκτημένα... Ἀλλὰ μὴ γνωρίζοντες τίνα
1270εἶναι τὰ κεκτημένα ταῦτα δικαιώματα, δὲν δυνάμεθα νὰ
1271προσδιορίσωμεν καὶ τὰς ὑπεγγύους προσόδους, αἵτινες θέλουσι
1272χρησιμεύσει πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν κεκτημένων αὐτῶν δικαιω-
1273μάτων. Καὶ ἐν τούτοις καλούμεθα, ὅπως ψηφίσωμεν νόμον
1274καθορίζοντα τὰς προσόδους ταύτας, καὶ ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ
1275νόμου τούτου, ἐξαρτωμένου καὶ ἐκ τῆς ἐγκρίσεως τῶν Μεγά-
1276λων Δυνάμεων, ἐξαρτᾶται ἡ ἔναρξις τοῦ μηνὸς, ἐντὸς τοῦ
1277ὁποίου θὰ ἐκκενωθῇ ἡ Θεσσαλία. Διὰ τοῦτο δὲν ἐδίστασα νὰ
1278εἴπω εἰς πρεσβευτὴν Μεγάλης Δυνάμεως, ὅτι πρόκειται περὶ
1279καταχθονίου μηχανῆς (d’ une machine infernale), ἐξομοιῶ
1280δὲ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 2 καὶ 6 πρὸς τοὺς μανδύας, μὲ
1281τοὺς ὁποίους περιβάλλουσι τοὺς παράφρονας ἢ τοὺς κατα-
1282δίκους, παρ’ ὧν ἀποπνίγονται οὗτοι, εὐθὺς ὡς θελήσωσι νὰ
1283κινηθῶσι.
1284Καὶ δὲν ἤρκουν ὅλα ταῦτα, ἀλλὰ, ὡς ἔλεγον ἀρχόμενος
1285τοῦ λόγου, θέτουσι χεῖρα ἐπὶ τῶν προνομιῶν τῆς Βουλῆς καὶ
1286ἐπὶ τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος, καὶ ἀνατρέπουσιν ἐκ τῶν
1287βάσεων τοὺς θεσμοὺς ἡμῶν, διότι ἐξαρτᾶται ἡ ψήφισις νόμου
1288παρὰ τῆς Βουλῆς, ἡ κύρωσις αὐτοῦ παρὰ τοῦ Βασιλέως, ἐκ
1289τῆς ἐγκρίσεως τῶν ξένων, τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Πάντα δὲ
1290ταῦτα ἐπιβάλλονται ἡμῖν, χωρὶς νὰ ἐρωτηθῶμεν, καὶ περιά-
1291πτουσι καὶ τὸν τύπον τῆς ἐκτελέσεως εἰς τοὺς τοιούτους τῆς
1292εἰρήνης προκαταρκτικοὺς ὅρους, διότι ὑπῆρχε φόβος, ὅτι ἄλλως
1293ἤθελον ἀποῤῥιφθῆ.
1294Ἠθελήσαμεν νὰ ἐξηγήσωμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοιαύ-
1295τας διατάξεις περιέλαβον ἐν τοῖς προκαταρκτικοῖς ὅροις, νὰ
1296παραστήσωμεν, ὅτι οὕτω καθιστῶσι τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κρά-
1297τους ἀδύνατον, ὅτι ὑπονομεύουσι τὴν δημοσίαν τάξιν. Δυσ-
1298τυχῶς μᾶς ἠρνήθησαν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο, συνεπεῖς πρὸς
1299ὅσα ἀπ’ ἀρχῆς εἶχον προδιαγράψει. Διότι ἅμα ὡς ἐκ πρώτης
1300ἀρχῆς διετυποῦντο οἱ ὅροι τῆς εἰρήνης, ἠθέλησεν ὁ Ὑπουρ-
1301γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ παραστήσῃ τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος
1302καὶ τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία θὰ ἐπήρχετο εἰς τὸ καθεστὼς ἐκ
1303τοῦ ἐλέγχου, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τὰς ἀληθεῖς δυνάμεις
1304τῆς χώρας, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τὰ δίκαια ἡμῶν ἐπὶ τὰς
1305προνομίας καὶ τὰς προξενικὰς ἀτελείας, ἀλλὰ μᾶς ἠρνήθη-
1306σαν καὶ τὸ τοιοῦτον δικαίωμα, καὶ μόνον δὲν μᾶς ἠρώτησαν
1307πῶς τολμῶμεν νὰ προβαίνωμεν εἰς τοιαύτας παραστάσεις.
1308Εὑρέθη καὶ μία Δύναμις, ἥτις συνήνεσε ν’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι καὶ
1309ὁ κατηγορούμενος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβάλῃ τὴν ὑπε-
1310ράσπισίν του. Συνεπεῖς ὅμως αἱ λοιπαὶ Δυνάμεις πρὸς τὴν
1311ἀρχὴν, ἣν ἔθεσαν, ἀπέκρουσαν τὴν πρότασιν τῆς Ἀγγλίας
1312περὶ τῆς πρὸς ἡμᾶς ἀνακοινώσεως τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων
1313τῆς εἰρήνης, τοὺς ὁποίους ἐθέσπισαν.
1314Πρὸ τοιούτων ὅρων δύο ὑπάρχουσιν ὁδοί· ἡ ἀπόῤῥιψις ἢ ἡ
1315παραδοχή. Ἡ ἀπόῤῥιψις — δὲν πρέπει νὰ πλανώμεθα — ταχύ-
1316τερον ἢ ἀργότερον ἄγει εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐχθροπρα-
1317ξιῶν. Καὶ τότε πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ὑπό τινας ὅρους θέλου-
1318σιν αὗται ἐπαναληφθῆ. Μὲ τὸν πρῶτον πυροβολισμὸν πρέπει
1319νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ Λαμία, καὶ ὅλη ἡ πεδιὰς τῆς Λαμίας.
1320Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαπράξωμεν ἐκ νέου τὸ
1321αὐτὸ σφάλμα, νὰ περιορισθῶμεν καὶ πάλιν εἰς ἀμυντικὸν πό-
1322λεμον, πρέπει νὰ θυσιάσωμεν καὶ τὸν Βόλον. Ὅ,τι ἀπέμεινεν
1323ἐν Θεσσαλίᾳ, θέλει ἐκριζωθῇ. Τώρα ἴσως ἐννοεῖτε εἰς τί ἀπέ-
1324βλεπον, ὅτε πρὸ ὀλίγου ἐξέθετον ὑμῖν, τί ἐζήτουν οἱ Τοῦρκοι,
1325παρασπονδοῦντες τὴν 7 Μαΐου· ἐζήτουν ἀκριβῶς νὰ κατα-
1326στήσωσι τὴν ἄμυναν ἡμῶν ἀδύνατον διὰ τῆς καταλήψεως τῆς
1327παλαιᾶς ὁροθετικῆς γραμμῆς. Ἐντεῦθεν τῆς παλαιᾶς ὁροθε-
1328τικῆς γραμμῆς δὲν ἔχετε ἢ ἓν μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ
1329ἀμυνθῆτε, τὰς Θερμοπύλας καὶ τὰ Δυὸ Βουνὰ, θυσιάζοντες
1330σχεδὸν τὴν ὅλην Φθιώτιδα. Καὶ πρὸς τίνας δυνάμεις ἔχετε
1331νὰ πολεμήσητε; Ἀπὸ Δομοκοῦ μέχρι Ταράτσας εἶναι ἐστρα-
1332τοπεδευμέναι 4 μεραρχίαι τουρκικαὶ, 20 πυροβολαρχίαι τῶν
13339 καὶ 5. Ἐν Βελεστίνῳ μία ἑτέρα μεραρχία μετὰ δύο πυ-
1334ροβολαρχιῶν, δεκαὲξ τάγματα ἐν Λαρίσσῃ, ἀνὰ ἓξ τάγματα
1335ἐν Καρδίτσῃ καὶ Τρικάλοις, 4 τάγματα ἐν Βόλῳ. Ἕνεκα
1336τῶν ἀσθενειῶν τῶν ἐνσκηψασῶν εἰς τὸν τουρκικὸν στρατὸν
1337ἐζητήθη ἡ ἀποστολὴ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἑτέρων 40 ταγ-
1338μάτων νέων. Καὶ εἰς τὸν στρατὸν αὐτὸν, ἀνερχόμενον κατὰ
1339τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμοὺς εἰς 150,000 ἄνδρας, ἔχετε
1340ν’ ἀντιτάξητε τὰς 35,000 ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς
1341Θερμοπύλας καὶ εἰς Δυὸ Βουνά. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ
1342στρατὸς ἡμῶν θέλει πολεμήσει γενναίως καὶ θέλει ἀμυνθῇ μέ-
1343χρις ἐσχάτων, ἀγωνιζόμενος ὑπὲρ τῶν ὅλων. Ἀλλὰ πολλὰ
1344παθὼν ὁ στρατὸς αὐτὸς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ πολέμου, ἀπο-
1345βαλὼν τὸ πλεῖστον ὑλικόν του κατὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς
1346Λαρίσσης καὶ τοῦ Βόλου, ἔχων τὴν ἐπιμελητείαν αὐτοῦ ἐν-
1347τελῶς ἀτελῆ, ἐὰν ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀμυνθῇ, δὲν εἶναι
1348βεβαίως εἰς κατάστασιν νὰ ἐπιληφθῇ πολέμου ἐπιθετικοῦ.
1349Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα ἡμῶν. Τὸ ζήτημα ἡμῶν εἶναι
1350ν’ ἀνακτήσωμεν τὴν Θεσσαλίαν. Ὁπλίτας ἄλλως εὐκόλως
1351εὑρίσκετε, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκετε, εἶναι τὰ στε-
1352λέχη, καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν στελεχῶν πᾶσα προσπάθεια
1353ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἀπέβη ματαία. Ἐὰν θέλετε
1354νὰ κατορθώσητε νὰ δώσητε ὁπωσδήποτε μορφὴν στρατοῦ εἰς
1355τὸν στρατὸν τῆς Ἠπείρου, κατὰ τὰς ἐπισήμους ἐκθέσεις τοῦ
1356ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ ἐκείνου,—καὶ γνωρίζετε ὅτι μεταξὺ
1357τῶν ἐπιτελῶν εἶναι ὁ Κωνσταντινίδης, εἷς τῶν διαπρεπεστέ-
1358ρων ἀξιωματικῶν ἡμῶν,—ἀπαιτοῦνται 15 ἀνώτεροι ἀξιω-
1359ματικοὶ, 29 λοχαγοὶ, 25 ὑπολοχαγοὶ, 90 ἀνθυπολοχαγοί.
1360Εὕρετέ τους! Διὰ τὸν στρατὸν τῆς Φθιώτιδος ἔχετε ἀνάγ-
1361κην, ἐὰν ὄχι διπλασίου ἀριθμοῦ βαθμοφόρων, ἔχετε ἀνάγκην
1362τοὐλάχιστον ἴσου ἀριθμοῦ. Εὕρετέ τους! Δὲν πλάττονται οἱ
1363βαθμοφόροι ἀπὸ τῆς παραμονῆς μέχρι τῆς ἐπιούσης. Αὕτη
1364δὲ ἡ ἔλλειψις, ἡ ἀνεπανόρθωτος ἔλλειψις τοῦ στρατοῦ ἡμῶν,
1365ὑπῆρξε καὶ ἡ ἔλλειψις ἡ ἀνεπανόρθωτος διὰ τὸν στρατὸν τῆς
1366Γαλλίας κατὰ τὸ 1871. Ἡ Γαλλία εἶχεν ἔτι πληθυσμὸν 39
1367ἑκατομμυρίων, τὰ ⅔ αὐτῆς δὲν εἶχε πατήσει ὁ ποῦς ὁ γερ-
1368μανικός· ἐν ὅλῳ ὑπῆρχε στρατὸς γερμανικὸς ἐν ταῖς χώραις
1369ταῖς κατεχομέναις παρ’ αὐτοῦ 900,000 ἀνδρῶν· καὶ ἐν τού-
1370τοις διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν στελεχῶν, τὰ ὁποῖα ἐξέλιπον κα-
1371τόπιν τῆς αἰχμαλωσίας τῶν δύο μεγάλων στρατειῶν αὐτῆς,
1372ἠναγκάσθη ἡ Γαλλία ἡ μεγάλη, ἡ Γαλλία τοῦ 1789, ἡ
1373Γαλλία τῶν ἐπαναστάσεων, ἡ Γαλλία τῶν μαχῶν, ἡ Γαλ-
1374λία τῶν νικῶν τῆς πρώτης Αὐτοκρατορίας, νὰ ὑποστῇ τὸν
1375νόμον τοῦ νικητοῦ. Παρέδωκεν εἰς τὸν νικητὴν δύο μεγάλας
1376καὶ πλουσίας ἐπαρχίας, 1,600,000 κατοίκων, 14,000 χι-
1377λιόμετρα τῆς γῆς αὐτῆς, δύο φρούρια πρώτης τάξεως καὶ
13785 δισεκατομμύρια ἐκ τοῦ πλούτου αὐτῆς. Καὶ τοῦτο, ἔλε-
1379γεν ὁ Θιέρσος, ὅστις ἐδέχθη τοὺς φοβεροὺς ἐκείνους ὅρους τῆς
1380εἰρήνης, δι’ ἔλλειψιν στελεχῶν. Ἐγένετο προσπάθεια ἐν τῷ
1381πολεμικῷ ἐκείνῳ ἔθνει πρὸς ἀναδιοργάνωσιν στρατῶν, καὶ
1382διωργανώθη τοιοῦτος στρατὸς παρ’ ἐξόχου στρατηγοῦ, ὁ στρα-
1383τὸς τοῦ Βούρβαχη, ἀλλ’ εἰς πρώτην σύῤῥαξιν ὁ στρατὸς
1384ἐκεῖνος ἐκρίθη ἀνίκανος ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἐχθρὸν, καὶ
1385ἠναγκάσθη νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Ἑλβετικὸν ἔδαφος, ὅπου ἠχμα-
1386λωτίσθη παρὰ τῶν Ἑλβετῶν ἐθνοφρουρῶν. Τὰ πάντα δύ-
1387νασθε νὰ δημιουργήσητε στιγμιαίως, ἀλλὰ στρατὸν δὲν δύ-
1388νασθε. Οἱ στρατοὶ δὲν αὐτοσχεδιάζονται.
1389Καὶ ὅταν οὕτω παριστῶ ὑμῖν τὰ πράγματα, δύνασθε νὰ
1390ἐννοήσητε, μεθ’ ὅλην τὴν φοβερὰν ἐξεικόνισιν, ἣν ἐποιησά-
1391μην ὑμῖν, τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης, τίς ἡ γνώμη τῆς Κυβερ-
1392νήσεως. Ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐχθροπραξιῶν δύναται ν’ ἀγάγῃ
1393εἰς συμφορὰς, τὰς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπολογίσῃ καὶ
1394οὐδεὶς δύναται ν’ ἀναλογισθῇ χωρὶς νὰ καταστῇ ἔκφρων. Ἐκ
1395τοῦ στρατοῦ τῶν Θερμοπυλῶν καὶ τῶν δύο Βουνῶν θὰ ἐξαρ-
1396τηθῇ ἡ ἐλευθερία τῆς ὅλης Ἑλλάδος, ὅπως ἔχουσι σήμερον
1397τὰ τῆς Εὐρώπης. Ἐὰν δὲ ἤθελε ποτὲ διασπασθῆ ἡ ἄμυνα
1398ἐκεῖ, ἐν Θερμοπύλαις, τί θὰ ἐγίνοντο πᾶσαι αἱ μεγαλοπόλεις
1399τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ Λαμίας καὶ κάτω; Τί θὰ ἐγίνοντο αἱ
1400Ἀθῆναι; τί θὰ ἐγίνετο ὁ Πειραιεύς; Ἀληθῶς τότε, ὡς εἷς
1401ἐκ τῶν διακριθέντων ἢ ὁ διακριθεὶς μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν
1402τοῦ στρατοῦ μας μοὶ ἔλεγε πρό τινων ἡμερῶν, ἀληθῶς τότε
1403ἠθέλομεν καταλύσει τὸ ἔργον τῶν πατέρων ἡμῶν, τὸ ἀπὸ τοῦ
14041821 μέχρι σήμερον, καὶ ἠθέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ καταφύγω-
1405μεν εἰς τὰ ὄρη, ὅπως ἐπαναρχίσωμεν τὸν ἀγῶνα τῆς ἀνεξαρ-
1406τησίας. Τοιοῦτον ἀγῶνα οὐδέποτε θέλω συμβουλεύσει ὑμῖν,
1407ὑπὸ τοὺς σημερινοὺς μάλιστα διεθνεῖς ὅρους.
1408Ἀλλὰ συμβουλεύω ὑμῖν τὴν παρὰ τῆς Βουλῆς ἀποδοχὴν
1409τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης; Οὐχί· διότι δὲν θέλω
1410νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ξένους νὰ θέσωσι χεῖρα καὶ
1411ἐπὶ τὰς προνομίας τὰς κοινοβουλευτικὰς, ἐπὶ τὰς προνομίας
1412τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τὰς προνομίας τοῦ Στέμματος, ἐπὶ τοὺς θε-
1413σμοὺς ἡμῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ἀνακοινοῦσα ὑμῖν
1414τοὺς ὅρους τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, δὲν ὑποβάλλει νο-
1415μοσχέδιον πρὸς κύρωσιν αὐτῶν. Κυροῦντες τὴν εἰρήνην διὰ
1416νομοσχεδίου, ἠθέλετε προεξοφλήσει διὰ τὸ μέλλον τὴν ψῆφον
1417ὑμῶν καὶ τὴν ἀπόφασιν ὑμῶν, ἠθέλετε ἀναλάβει τὴν ὑπο-
1418χρέωσιν, ἅμα ὡς ἠθέλετε κυρώσει διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν σή-
1419μερον τὸ ἄρθρον 2, νὰ δεχθῆτε τὸν νόμον ἐκεῖνον, περὶ τοῦ
1420ὁποίου προβλέπει τὸ ἄρθρον 2, ἄνευ ἀντιλογίας, ἄνευ τροπο-
1421λογίας, ἄνευ συζητήσεως. Καὶ ψηφίζοντες τυφλῶς, ἠθέλετε
1422πράξει καί τι πλέον, ἠθέλετε καταδικάσει καὶ τὸ Στέμμα νὰ
1423ἀποβάλῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας ὡς πρὸς τὸν νόμον
1424ἐκεῖνον. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε κἂν ἀνάγκην νὰ προβῆτε εἰς τὴν
1425ἀποδοχὴν τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων· σᾶς ἀπήλλαξαν τῆς
1426ὑποχρεώσεως ταύτης, κηρύξαντες αὐτοὺς ἐκτελεστοὺς ἀπὸ τῆς
1427ἀνακοινώσεως. Ἀποβλέπουσα δὲ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ νὰ
1428διασώσῃ ὅ,τι εἶναι ἔτι δυνατὸν νὰ διασωθῇ, διεκδικεῖ πρὸς
1429τὴν Βουλὴν τὸ ὀδυνηρότατον καθῆκον νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ
1430τὴν εὐθύνην τῆς ἀποδοχῆς τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων. Σώζο-
1431μεν οὕτω ὅ,τι, ὡς εἶπον, δύναται ἔτι νὰ σωθῇ, σώζομεν τὰς
1432προνομίας τῆς Βουλῆς καὶ τὰς προνομίας τοῦ Στέμματος,
1433συγκομίζει δ’ ἡ Κυβέρνησις μόνη τὴν εὐθύνην τῆς ἀποδοχῆς,
1434καὶ θὰ ὑπέχῃ οὕτω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαπραγματευθῇ καὶ
1435φέρῃ ὑμῖν πλῆρες τὸ σχέδιον,—ἐννοῶ ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλλη-
1436νικὴ, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ, κατ’ ἀντιδιαστολὴν πρὸς τὴν
1437Βουλὴν,—ὅπως φέρῃ ἐνώπιον ὑμῶν πλήρεις τὰς ὑποχρεώσεις
1438τοῦ Κράτους. Οὕτω θὰ δυνηθῆτε ἐν τελείᾳ πλέον συνειδήσει
1439τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ ν’ ἀποφασίσητε. Διεκδικοῦσα δὲ ἡ
1440σημερινὴ Κυβέρνησις τὸ ὀδυνηρὸν καθῆκον ν’ ἀναλάβῃ μόνη
1441αὕτη τὴν εὐθύνην τῆς ἀποδοχῆς τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων
1442τῆς εἰρήνης, ζητεῖ παρ’ ὑμῶν πρὸς αὐτὸν καὶ μόνον τὸν σκο-
1443πὸν καὶ ὑπ’ αὐτὴν καὶ μόνην τὴν ἔννοιαν ψῆφον ἐμπιστοσύ-
1444νης. Μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ὀδυνηροῦ τούτου καθήκοντος
1445τερματίζεται ἡ ἐντολὴ τῆς Κυβερνήσεως.
1446Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα ἐκ τῶν διπλωματικῶν ἐγ-
1447γράφων ἐτυπώθησαν, διότι δυστυχῶς δὲν κατωρθώθη νὰ ἐκ-
1448τυπωθῶσι πάντα. Αὔριον θὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ πλήρη τὴν Λευκὴν
1449Βίβλον.
1450§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
1451γικοῦ Συμβουλίου ἐζήτει τὴν ἐμὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ τρόπου,
1452κατὰ τὸν ὁποῖον ἔμελλε νὰ ἐκθέσῃ τὰ λαβόντα χώραν ἀπὸ
1453τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν, μέχρι
1454τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν κατέθηκε σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς
1455προκαταρκτικοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης, τοὺς ὑπὸ τῶν Μεγάλων
1456Δυνάμεων καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρ-
1457κίας γενομένους ἀποδεκτοὺς, ἤθελον δώσει εἰς αὐτὸν γνώμην
1458νὰ ἀναλύσῃ μὲν ὅσον ἐνέκρινεν εὐρύτερον τὰς διατάξεις τῶν
1459ὅρων τούτων, νὰ μὴ θελήσῃ ὅμως ν’ ἀνακοινώσῃ ἢ νὰ ἐξι-
1460στορήσῃ τὰς πράξεις αὐτοῦ. Μοὶ ἐφάνη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
1461ὅτι ἐσφάλετο, προβὰς νὰ ἐκθέσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν πᾶν ὅ,τι
1462ἔπραξε καὶ εἶπεν, ὡς ἂν ἐπρόκειτο σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ ἐξε-
1463τάσῃ τὴν πολιτείαν αὐτοῦ. Τοιαύτην συμβουλὴν δὲν ἤθελον
1464δώσει εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ συνέπειαν δὲν ἠδυνάμην νὰ δώσω
1465οὔτε εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου γνώ-
1466μην νὰ ἀναφέρῃ καὶ οὗτος ἐν λεπτομερείᾳ τὰς πράξεις καὶ
1467ἐνεργείας αὐτοῦ.
1468Ἡ πολιτεία, τὴν ὁποίαν μετῆλθε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος,
1469συνέπειαν εἶχε τὸν πόλεμον πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἢ, ἵνα ἦμαι
1470ἀκριβολόγος, τὸν πόλεμον τῆς Τουρκίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα.
1471Ὁ πόλεμος διεξήχθη, κατέληξεν εἰς οἱονδήποτε ἀποτέ-
1472λεσμα, τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τοῦτο ἤγαγεν εἰς τὴν ἀνακωχὴν,
1473μετὰ δὲ τὴν ἀνακωχὴν εἰς τὴν ἀνάμιξιν τῶν Δυνάμεων πρὸς
1474τὸν προσδιορισμὸν τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης. Ἡ
1475Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἑπομένως ἐν σταδίῳ, κατὰ τὸ ὁποῖον οὐδὲν
1476ἕτερον δύναται ν’ ἀπασχολήσῃ αὐτὴν, εἰμὴ μόνον αἱ σχέ-
1477σεις αὐτῆς πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις. Τὸ στάδιον τοῦτο
1478προβάλλει τὸ μέγιστον τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα
1479ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου προέκυψαν,
1480τὴν δὲ Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀγωνιζομένην νὰ διεξαγάγῃ
1481τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἐπὶ μικρο-
1482τέρα βλάβῃ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἐν τῷ τοιούτῳ
1483σταδίῳ ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ᾖναι διεσπασμένη, ἐξ ἐναν-
1484τίας πρέπει νὰ ᾖναι ἡνωμένη, ὅπως παρίσταται τὸ Ἑλληνι-
1485κὸν ἔθνος ἅπαν ἔχον μίαν φωνὴν καὶ μίαν γνώμην. Ἀλλ’
1486ἐὰν εἰσάγωμεν εἰς τὸ στάδιον τοῦτο τὰς ἐνεργείας ἡμῶν, ὡς
1487ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ δικαιολογήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ῥίπτομεν τὸ
1488σπέρμα τῶν διαιρέσεων, πράττομεν τὴν μεγίστην τῶν παρεκ-
1489τροπῶν, διότι ἄγομεν τὴν Βουλὴν εἰς ἔρευναν τῶν ὑπουρ-
1490γικῶν πράξεων, προκαλοῦμεν αὐτὴν νὰ ἐλέγξῃ αὐτὰς, νὰ
1491ἀποφήνηται γνώμην, λησμονοῦντες ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι. Καὶ
1492δὲν συμβαίνει τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Ἑλλήνων μόνον, συμ-
1493βαίνει πανταχοῦ, ὅταν προτίθενται πρὸς ἔλεγχον πράξεις
1494πολιτικῶν ἀνδρῶν, ὅταν πρόκειται νὰ ἐξετασθῶσι συμβεβη-
1495κότα, νὰ συνδυασθῶσι μετὰ τῶν πράξεων, μετὰ τῶν διανοη-
1496μάτων αὐτῶν. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ κοινοβουλευτι-
1497κοῦ πολιτεύματος. Πῶς λοιπὸν ἠθέλομεν ἀρνηθῆ ἀπὸ τὴν
1498Βουλὴν τὸν ἔλεγχον τοῦτον, ἑπομένως τὰς διχογνωμίας αὐτῆς,
1499τὴν διαίρεσιν αὐτῆς καὶ τὴν διαίρεσιν τοῦ ἔθνους; Ἀπαιτεῖ-
1500ται βεβαίως σθένος ψυχῆς, διὰ νὰ δύνηταί τις νὰ λησμονῇ
1501ἑαυτὸν, ὅταν δυστυχεῖς περιστάσεις καταδικάζωσι τὴν πα-
1502τρίδα αὐτοῦ νὰ διέρχηται στάδιον τοσούτῳ ἐπικίνδυνον, ᾖναι
1503δ’ ἕνεκα τούτου ἠναγκασμένος νὰ ἀκούῃ ἐλέγχους καὶ ἐπι-
1504κρίσεις καὶ νὰ μὴ δύνηται νὰ ἀπολογῆται, ἐνίοτε δὲ νὰ ᾖναι
1505ἠναγκασμένος νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὰ ὦτά του, ὅπως φθάνωσι
1506μέχρις αὐτοῦ ὕβρεις καὶ συκοφαντίαι, ὅσας ἡ ἀνθρωπίνη ἐχ-
1507θροπάθεια καὶ τὰ ἀνθρώπινα μίση δύνανται νὰ δημιουργή-
1508σωσι καὶ ἐξυφάνωσι. Καὶ αὐτὸς ἀναγκάζεται νὰ μένῃ σιω-
1509πῶν, μὴ τολμῶν, ἀλλ’ ὀφείλων νὰ ἀποφεύγῃ τὸν ἔλεγχον,
1510διότι τοῦ ἐλέγχου τούτου ἡ λειτουργία θέλει φέρει τὴν διαί-
1511ρεσιν.
1512Διὰ τοῦτο ἡμεῖς οὐδαμῶς διενοήθημεν νὰ προβῶμεν εἰς
1513ἐξέτασιν τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργείου τῆς 18 Ἀπριλίου·
1514ἀφήκαμεν νὰ ἐξελέγξωμεν τὰς πράξεις ταύτας ὅταν θὰ λήξῃ
1515τὸ στάδιον τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Κράτους,
1516τὸ στάδιον εἰς τὸ ὁποῖον εἴμεθα εἰσηγμένοι, ὅταν κανονισθῶ-
1517σι πᾶσαι αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῆς ἀλλοδαπῆς, μετὰ τῶν
1518Μεγάλων Δυνάμεων καὶ τῆς Τουρκίας, ὅταν θὰ ἐπανέλθωμεν
1519εἰς τὸν οἶκόν μας καὶ θὰ ἐξετάσωμεν τὴν κατάστασιν, εἰς
1520τὴν ὁποίαν εὕρομεν τὸν οἶκον ἡμῶν, καὶ τὴν κατάστασιν εἰς
1521ἣν ἀφήκαμεν αὐτὸν, ὅταν κληθῶμεν νὰ ἐρευνήσωμεν τὰς
1522ὑποθέσεις τὰς ἐσωτερικὰς τοῦ Κράτους, νὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὸ
1523ἐνεστὼς αὐτοῦ, νὰ κατανοήσωμεν τὸ μέλλον του, διὰ νὰ δυ-
1524νηθῶμεν τοὐλάχιστον νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὰ δυστυχήματα,
1525τὰ ὁποῖα ἐπέσκηψαν ἐπὶ τὴν χώραν.
1526Τίς ἐξ ὑμῶν διενοήθη νὰ ἐπικρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν, τὸ
1527Ὑπουργεῖον τῆς 18 Ἀπριλίου, διότι ἐζήτησε τὴν μεσολάβη-
1528σιν τῶν Δυνάμεων, καὶ δὲν ἐπροτίμησε τὴν ἑτέραν τακτικὴν,
1529τοῦ νὰ ἀποταθῇ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν
1530καὶ νὰ συνεννοηθῇ ἀπ’ εὐθείας μετ’ αὐτῆς περὶ τῶν ὅρων τῆς
1531εἰρήνης; Οὐδεὶς ἐπέκρινε περὶ τούτου τὴν Κυβέρνησιν.
1532Ἡμεῖς αὐτοὶ, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐβεβαίου
1533τὴν Βουλὴν, ἡμεῖς αὐτοὶ τὴν αὐτὴν ἠρξάμεθα τακτικὴν, εἰ
1534καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἐβαδίσαμεν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ σχε-
1535δίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐβάδισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,—
1536δὲν τὰ λέγω δὲ διότι πρόκειται νὰ ὑποφήνωμαι ἐπίκρισιν τῆς
1537τακτικῆς αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ λέγω διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν
1538τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἠκολουθήσαμεν.—Ἡμεῖς ἀπε-
1539τάθημεν διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τοὺς πρέ-
1540σβεις τῶν τριῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων, διότι ἐσκέφθημεν ὅτι
1541αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν μεγίστην
1542τῶν δυνάμεων, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ φαντασθῇ ἐπὶ τῆς
1543γῆς, καὶ αἵτινες ἐπιμελοῦνται τῶν πραγμάτων τῆς Εὐρώπης
1544ὡς τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, ὅτι αὐταὶ εἶναι οἰκοδόμημα
1545νεώτερον, ἐνῷ ἡ συνθήκη, διὰ τῆς ὁποίας ἐσχηματίσθη τὸ
1546Ἑλληνικὸν Βασίλειον, δὲν εἶναι ἔργον τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνά-
1547μεων, ἀλλὰ τῶν τριῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων, τῆς Ῥωσσίας,
1548τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γαλλίας, ἐπειδὴ δὲ διὰ τῶν ὅρων τῆς
1549εἰρήνης, ἕνεκα τῆς ἥττης ἡμῶν, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ προκύ-
1550ψωσι συζητήσεις τείνουσαι νὰ μεταβάλωσι τὴν διὰ τῆς συν-
1551θήκης τοῦ 1830 ἀποκατασταθεῖσαν τάξιν ἐν τῇ ἄκρᾳ ταύτῃ
1552τῆς Ἀνατολῆς, ἀπετάθημεν πρὸς αὐτὰς, ἐπαφίετο δὲ εἰς
1553ταύτας νὰ εἰσηγήσωνται τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὰς ἄλλας τρεῖς
1554Δυνάμεις, ἵνα μετ’ αὐτῶν κανονίσωσι τὰ περὶ τῆς ἀνακωχῆς
1555καὶ τῆς εἰρήνης. Αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις εἶχον κληθῆ νὰ
1556σκέπτωνται περὶ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, διότι ἡ
1557διατήρησις τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἐκρίθη ὡς παρά-
1558γων, ὡς στοιχεῖον ἀναγκαῖον πρὸς διατήρησιν τῆς εὐρωπαϊ-
1559κῆς εἰρήνης, αἱ ἓξ δὲ Μεγάλαι Δυνάμεις ἔκριναν ὅτι ἔχουσι
1560δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐπιμελῶνται τῆς διατηρήσεως τῆς
1561εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης. Καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι ὁ Ἑλληνο-
1562τουρκικὸς πόλεμος ἤθελεν ἐφάπτεσθαι τῶν συμφερόντων τῆς
1563εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης, ἔπρεπεν ὅμως νὰ εἰσαχθῇ ἡ ὑπόθεσις
1564αὕτη εἰς τὴν σύσκεψιν τῶν ἓξ Δυνάμεων διὰ τῶν τριῶν Με-
1565γάλων εὐεργετίδων Δυνάμεων ὡς εἰσηγητῶν.
1566Λέγων ταῦτα, σκοπῶ νὰ δικαιολογήσω τὸ σύστημα τῶν
1567σκέψεων, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου
1568εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω, ἵνα τοιαύτην μετέλθῃ τακτι-
1569κὴν, ὅταν προὐτάθη νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀνακωχήν· δὲν λέγω
1570ταῦτα διὰ νὰ ἐπικρίνω τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε
1571τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 18 Ἀπριλίου· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν μετήλθο-
1572μεν ταύτην, ἐνόμιζον ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ δικαιολογήσω
1573τὰς πράξεις ἡμῶν.
1574Βεβαίως οἱ προκαταρκτικοὶ ὅροι, οἱ γενόμενοι ἀποδεκτοὶ
1575ὑπὸ τῶν ἓξ Μ. Δυνάμεων τῇ συμπράξει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξω-
1576τερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Τουρκίας, εἶναι τοσοῦτον ἐπαχθεῖς,
1577καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν τοσοῦτον ἄδικοι, ὥστε ὁμο-
1578λογῶ ὅτι οὐδέποτε ἐφρόνουν ὅτι μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ
1579ὑποπτεύσω, ὅτι εἰς τοιούτους ὅρους ἤθελον καταλήξει αἱ ἐρ-
1580γασίαι τῶν ἓξ Μ. Δυνάμεων. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἀνέγνων ἐν τῇ
1581ἱστορίᾳ, ὅτι Βασιλεὺς μεγάλου Κράτους, προβεβηκὼς τὴν ἡλι-
1582κίαν, ἀλλὰ καὶ ἀσθενὴς τὸ σῶμα, εὑρέθη ἀπέναντι νικητῶν
1583τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος του, οἱ ὁποῖοι, εἰσβαλόντες εἰς τὴν
1584πρωτεύουσαν τοῦ μεγάλου ἐκείνου Κράτους, ἐπελάβοντο τῆς
1585μελέτης τῆς εἰρήνης καὶ ἐσκέπτοντο νὰ ἐπιβάλωσι τοὺς ὅρους
1586αὐτοὶ εἰς τὸ ἡττημένον Κράτος. Οἱ ὅροι, οἵτινες εἶχον ἐγ-
1587κριθῆ ὑπὸ τῶν νικητῶν, ἦσαν βαρύτατοι καὶ ἐπαχθέστατοι,
1588ὁ δὲ δυστυχὴς Βασιλεὺς τοῦ μεγάλου ἐκείνου Κράτους, ὅστις
1589δὲν ἦτο αἴτιος τοῦ πολέμου, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐμφα-
1590νισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοῦ Κράτους ἐκείνου καὶ νὰ ἀνα-
1591κοινώσῃ τὴν συνθήκην, ἥτις ἐπεβάλλετο αὐτῷ. Ἔλεγε λοιπὸν,
1592ὅτι ᾐσθάνετο βαθυτάτην θλῖψιν, διότι τοιαῦτα ἔμελλε νὰ δώσῃ
1593εἰς τὴν Βουλὴν ἀγγέλματα, καὶ ἐβεβαίου ὅτι προέβαινεν εἰς
1594μεγάλην τῷ ὄντι ἀπόφασιν, ἀναλαβὼν νὰ ἐκπληρώσῃ τοσούτῳ
1595ὀδυνηρὸν καθῆκον. Τῷ ὄντι ἀπαιτεῖται μεγάλη ἀπόφασις
1596ἵνα ἀνθέξῃ τις, ὅταν πρόκειται νὰ μεταδώσῃ εἰς τοὺς ἀντι-
1597προσώπους τοῦ ἔθνους, εἰς ὃ ἀνήκει, νὰ μεταδώσῃ συνθήκας
1598τοσοῦτον ἐπαχθεῖς καὶ βαρείας.
1599Δὲν λέγω ταῦτα διότι σκοπῶ νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν διά-
1600νοιαν ὑμῶν στοιχεῖα παραβολῆς τοῦ μεγάλου ἐκείνου Κρά-
1601τους πρὸς τὰς περιστάσεις τῆς Ἑλλάδος. Ἐν πρώτοις οἱ νι-
1602κηταὶ τοῦ Κράτους ἐκείνου εἶχον ὄντως δηλώσει, ὅτι δὲν ἐπο-
1603λέμουν τὸν Βασιλέα, ὅστις τότε ἐβασίλευεν, οὐδὲ τὴν χώραν,
1604ἐφ’ ἧς ἐβασίλευεν, ἀλλ’ ἐπολέμουν τὸν ὑπερβάτην, ὅστις ἦτο
1605προκάτοχος τοῦ Βασιλέως ἐκείνου· ὅτε ὅμως ἦλθεν ἡ στιγμὴ
1606τῆς εἰρήνης, ἐλησμόνησαν ὅσα ἔλεγον, καὶ ἐμελέτων νὰ ἐπι-
1607βάλωσιν εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὸ Κράτος τοσοῦτον ἐπαχθεῖς
1608ὅρους, ὥστε ἤθελον κατασυντρίψει τὸ μέγα ἐκεῖνο Κράτος, τι-
1609μωροῦντες αὐτὸ καὶ οὐχὶ τὸν ὑπερβάτην, ὡς προανήγγελλον.
1610Εὐτυχῶς διὰ τὸ Κράτος ἐκεῖνο, τῶν συμβουλίων τῶν ἡγε-
1611μόνων, οἵτινες ἐμελέτων τὰ τῆς εἰρήνης, ἦτο μέλος διπλω-
1612μάτης, ὁ ὁποῖος ἀνῆκεν εἰς δυστυχῆ καὶ καταπονουμένην καὶ
1613τυραννουμένην φυλὴν, ὁ δὲ διπλωμάτης οὗτος ηὐτύχησε νὰ
1614εὕρῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ προσφέρῃ πολυτίμους ὑπηρεσίας εἰς τὸ
1615Κράτος ἐκεῖνο, καὶ νὰ μειώσῃ τοὺς ἐπαχθεῖς ὅρους, καὶ νὰ
1616βελτιώσῃ τὰς συνθήκας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο
1617νὰ συνομολογηθῇ ἡ εἰρήνη.
1618Ἰδοὺ κατὰ τί διαφέρομεν ἀπὸ τὸ μέγα ἐκεῖνο Κράτος, τὸ
1619ὁποῖον νῦν ἀνθεῖ καὶ εὐτυχεῖ, ὅτι δὲν εἴχομεν καὶ ἡμεῖς τὴν
1620εὐτυχίαν νὰ εὑρεθῇ ἐν τοῖς συμβουλίοις τῶν ἓξ Μεγάλων Δυ-
1621νάμεων ἄλλος τις, ἐμπνεόμενος ὑπὸ τῶν αἰσθημάτων, ὑπὸ
1622τῶν ὁποίων ἐνεπνέετο ὁ Ἕλλην διπλωμάτης τῆς ἐποχῆς ἐκεί-
1623νης, ὅπως συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ὅρων τῆς προ-
1624καταρκτικῆς εἰρήνης, τοὺς ὁποίους ἤδη μᾶς προβάλλουσι.
1625Καὶ ἡμεῖς ὄντως οὐδένα ἔχομεν σκοπὸν νὰ ἐπικρίνωμεν τὸ
1626Ὑπουργεῖον τῆς 18 Ἀπριλίου, διότι ἀπετάθη εἰς τὰς Μεγά-
1627λας Δυνάμεις. Φρονοῦμεν μάλιστα, ὅτι ἤθελε πράξει πρᾶξιν
1628παράτολμον, ἂν ἀπηυθύνετο εἰς τὸν νικητὴν καὶ ἐζήτει νὰ
1629συνεννοηθῇ μετ’ αὐτοῦ περὶ τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης. Καὶ δὲν
1630ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ τοῦτο οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 18
1631Ἀπριλίου, οὔτε τὸ προκάτοχον αὐτοῦ, ὅταν ἐνεθυμεῖτο ποῖοι
1632ἦσαν οἱ ὅροι τῆς συνομολογηθείσης εἰρήνης τοῦ Ἁγίου Στε-
1633φάνου, ἢ ποῖοι ἦσαν οἱ ὅροι, ἐφ’ οἷς συνωμολογήθη ἡ εἰρήνη
1634τοῦ 1815. Ὅταν προσφεύγῃ τις πρὸς τὸν νικητὴν καὶ ζητῇ
1635παρ’ αὐτοῦ νὰ ὑπαγορεύσῃ τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης, δὲν πρέ-
1636πει νὰ ἀγνοῇ, ὅτι οἱ ὅροι θέλουσιν εἶσθαι οἱ βαρύτεροι πάν-
1637των τῶν ὅρων, ὅσοι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυφανθῶσι καὶ νὰ προ-
1638ταθῶσι πρὸς συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης.
1639Ἤκουσα λεγόμενον παρά τινων, ὅτι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις
1640ἦσαν ἐντολοδόχοι, οὕτως εἰπεῖν, τῆς Ἑλλάδος. Ἡ θεωρία μοὶ
1641φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἀληθής. Αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, ὅταν
1642ἐδέχθησαν τὴν αἴτησιν τῆς Ἑλλάδος, ἢ ὅταν προσήνεγκον
1643αὗται τὴν ἐπέμβασίν των, τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὴν Ἑλ-
1644λάδα, πρὸς κατάπαυσιν τῶν ἐχθροπραξιῶν καὶ συνομολόγησιν
1645τῆς εἰρήνης, ἐνήσκουν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν αὗται διὰ τῆς
1646ὁμοφωνίας των ἀντεποιήθησαν, καὶ τὴν ὁποίαν ἐνασκοῦσι, καὶ
1647ἐνώπιον τῆς ὁποίας ὑποτάσσεται πᾶσα ἡ Εὐρώπη.
1648Νομίζω μάλιστα, ὅτι, καὶ ἂν ἡμεῖς δὲν ἠθέλομεν ἀπευ-
1649θυνθῆ πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, ὁ δὲ πόλεμος προέβαινε,
1650καὶ ἠπειλοῦντο ἕνεκα τούτου συμφέροντα τοῦ πολιτισμοῦ, ἢ
1651ἐκινδύνευε νὰ διαταραχθῇ ἡ ἰσοῤῥοπία ἐν τῇ ἐσχατιᾷ ταύτῃ
1652τῆς Ἀνατολῆς,—γνωστὸν δὲ, ὅτι ἡ ἐσχατιὰ αὕτη τῆς Ἀνα-
1653τολῆς ἐπηρεάζει καὶ αὕτη τὴν εὐρωπαϊκὴν εἰρήνην,—αἱ Με-
1654γάλαι Δυνάμεις αὐτοβούλως καὶ αὐτεπαγγέλτως ἤθελον ἐπι-
1655ληφθῆ τῆς ὑποθέσεως, ὅπως σταματήσωσι τὰς πολεμικὰς
1656πράξεις, καὶ ἤθελον μεριμνήσει, πῶς δύνανται νὰ κανονισθῶσι
1657τὰ τῆς ὑποθέσεως ἐν τῷ γενικῷ συμφέροντι τοῦ πολιτισμοῦ
1658καὶ τῆς εἰρήνης.
1659Τοιαύτη εἶναι ἡ αἰτιολογία, καθ’ ἣν ἐνασκεῖται ὑπὸ τῶν
1660ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων ἡ μεγίστη, ἵνα μὴ εἴπω ἡ ὑπεράν-
1661θρωπος, ὑλικὴ δύναμις, τὴν ὁποίαν διαχειρίζονται. Ὁ σκοπὸς
1662αὐτῶν εἶναι ἡ προστασία τῶν μεγάλων συμφερόντων τοῦ πο-
1663λιτισμοῦ, τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας, τῆς προλήψεως
1664συμφορῶν καὶ δεινῶν, τὰ ὁποῖα ἐπάγει ὁ πόλεμος, εἶναι
1665σκοπὸς εὐγενὴς καὶ ἀγαθοποιός.
1666Δὲν θέλω νὰ ἐπικυρώσω διὰ τῆς ἐμῆς γνώμης, ὅτι ὁ τρό-
1667πος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀντιλαμβάνονται τῶν πραγμάτων, εἶναι
1668πάντοτε τρόπος δίκαιος καὶ ἐπιεικής.
1669Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἀνέγνωσα ἔν τινι ἐφημερίδι λόγον μεγά-
1670λου Ὑπουργοῦ Μεγάλης Δυνάμεως. Αὕτη εἶναι ἐκ τῶν Δυ-
1671νάμεων ἐκείνων, τῶν ὁποίων οἱ στόλοι ἐν Ναυαρίνῳ ἔθηκαν
1672τὰς βάσεις τῆς Ἑλληνικῆς ἐλευθερίας, καὶ ὧν μετ’ εὐλα-
1673βείας καὶ σεβασμοῦ ἀναμιμνήσκομαι τὴν μεγάλην ὑπηρεσίαν,
1674τὴν ὁποίαν εἰς τὴν ἀνθρωπότητα καὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην
1675προσήνεγκον διὰ τῆς πράξεως ἐκείνης. Πολιτικὸς τυγχάνει
1676ἀνὴρ διάσημος καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην, ἀφοῦ δ’ ἐκεῖ εἶναι
1677Πρωθυπουργὸς τοιαύτης Δυνάμεως ὀφείλομεν εὐλάβειαν πρὸς
1678τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ. Ὅσοι δὲ γνωρίζουσιν αὐτὸν καὶ προσωπι-
1679κῶς, ὀφείλουσι σέβας καὶ τιμὴν εἰς τὸ ὑπέροχον πρόσωπον
1680τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς μεγάλης ἐκείνης Δυνάμεως. Ἂν μνη-
1681μονεύω τῶν λόγων αὐτοῦ, τοὺς ὁποίους κρίνω ἀδίκους, μνη-
1682μονεύω διὰ νὰ δώσω παραμυθίαν εἰς τὸν Ἑλληνισμόν, διὰ
1683νὰ δώσω παραμυθίαν εἰς τὴν φυλὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω,
1684ἀπέναντι ὕβρεως, τὴν ὁποίαν ἐπεφώνησε πρὸς αὐτὴν—διότι
1685ὕβρις εἶναι τὸ λεχθὲν ὑπ’ αὐτοῦ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος
1686ἔχρῃζε τρελλομανδύου. Ἡ ἱστορία τῆς Μεγάλης Βρεττα-
1687νίας ἔχει ἀποδεχθῆ, ὅτι οἱ Χριστιανικοὶ λαοὶ, οἱ ὁποῖοι
1688εὑρίσκονται ἔτι ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν κατάκτησιν, πιέζονται
1689καὶ τυραννοῦνται, καὶ ὅτι ὁ πόθος, τὸν ὁποῖον ἔχουσιν,
1690ἵνα ἀξιωθῶσιν ἐλευθερίας, ἵνα τέλος πάντων τύχωσι βελτιώ-
1691σεως τῆς τύχης αὐτῶν, εἶναι πόθος, τὸν ὁποῖον εὐλο-
1692γεῖ δικαίως καὶ ἐπαινεῖ καὶ ἐνισχύει ἡ φιλανθρωπία. Διὰ
1693τοῦτο ἠξίουν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐπιεικής, ὅταν ἔβλεπε τὴν
1694Ἑλλάδα συρομένην εἰς πόλεμον ὑπὸ τῆς προκλήσεως τῆς
1695Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας.
1696Τὸ βῆμα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ χρησιμεύῃ, ἵνα ἀναιρῶνται
1697καὶ ὕβρεις, τὰς ὁποίας ξέναι ἐφημερίδες ἐξετόξευσαν κατὰ
1698τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω, ὅτι ἐν ἐφη-
1699μερίδι κατεχούσῃ ἐπιφανῆ εἰς τὸν δημοσιογραφικὸν κόσμον
1700μεγάλης πρωτευούσης θέσιν ἀνέγνων, ὅτι οἱ ὅροι οἱ προκα-
1701ταρκτικοὶ τῆς εἰρήνης ἐξυφάνθησαν οὕτως, ὅπως τιμωρηθῇ
1702ἡ πειρατικὴ πολιτική. Καὶ πολιτικὴ πειρατικὴ ἐχα-
1703ρακτηρίσθη ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος, ἥτις ἔστειλε πλοῖα
1704εἰς τὴν Κρήτην, διὰ νὰ σώσῃ Χριστιανικὸν πληθυσμὸν, τὸν
1705ὁποῖον ἠπείλει τὸ πῦρ καὶ ὁ σίδηρος τῶν Μουσουλμάνων! Καὶ
1706πολιτικὴ πειρατικὴ ἐχαρακτηρίσθη ἡ ἀποστολὴ στρατοῦ διὰ
1707νὰ σώσῃ δέκα χιλιάδας ψυχῶν ἐν Ἡρακλείῳ, τὰς ὁποίας ἡ
1708Τουρκικὴ φρουρὰ καὶ ὁ Μουσουλμανικὸς πληθυσμός, τὸν ὁποῖον
1709εἶχον ὁπλίσει διὰ τῶν ὅπλων τῶν δημοσίων ἀποθηκῶν οἱ
1710διοικοῦντες τὸ Ἡράκλειον, ἠπείλουν νὰ φονεύσωσι καὶ νὰ
1711κατασφάξωσιν, ὁ δὲ Μητροπολίτης τῆς Μεγαλονήσου, ὁ ἀεί-
1712μνηστος Τιμόθεος, προσέφυγεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνη-
1713σις, ζητῶν νὰ σπεύσῃ νὰ σώσῃ δέκα χιλιάδας ψυχῶν Χρι-
1714στιανικῶν!
1715Εἶπον, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ μνημονεύσω καὶ τούτου, διότι
1716πιστεύω, ὅτι ἡ γνώμη τῆς ἐφημερίδος ταύτης δὲν εἶναι ἀσπα-
1717στὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς μεγάλης ἐκείνης Ἐπικρατείας.
1718Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπὶ τοῦ θρόνου τοῦ μεγάλου ἐκείνου Κρά-
1719τους ἐκάθητο πρὸ τριάκοντα ἐτῶν μέγας Ἡγεμὼν, ὁ ὁποῖος
1720κατήργησε τὴν δουλείαν καὶ ἐγκατέστησε σύστημα δικαιο-
1721σύνης πολιτικῆς καὶ ποινικῆς ἐν τῷ Κράτει αὐτοῦ, καὶ ὅτι
1722κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Ἡγεμόνος ἐκείνου ὁ Ὑπουργὸς τῶν
1723Ἐξωτερικῶν αὐτοῦ ἠγωνίζετο καὶ προσεπάθει νὰ πείσῃ τὴν
1724Εὐρώπην, ὅτι ἡ Κρήτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ ὑπὸ
1725τὴν κυριαρχίαν τὴν Ὀθωμανικὴν, ὅτι πρέπει νὰ ἑνωθῇ μετὰ
1726τῆς Ἑλλάδος, ἠναγκάζετο δὲ ὁ Ἀρχικαγγελάριος τῆς Ρωσ-
1727σίας νὰ περιγράφῃ τὴν ἱστορίαν τῆς νήσου Κρήτης, τὴν
1728ἱστορίαν, ἥτις εἶχε καταδικάσει αὐτὴν νὰ μὴ ἀποκτήσῃ τὴν
1729ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν τὰ ἄλλα μέρη τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶχον
1730ἀποκτήσει, καὶ προσεπάθει νὰ πείσῃ τὰς ἄλλας Μεγάλας
1731Δυνάμεις, ὅτι ἡ εἰρήνη ἐν τῇ ἄκρᾳ ταύτῃ γωνίᾳ τῆς Ἀνα-
1732τολῆς διετέλει ἐν συνεχεῖ καὶ διηνεκεῖ κινδύνῳ, ἐνόσῳ Μου-
1733σουλμάνοι κατέχουσι τὴν ἀτυχῆ Μεγαλονήσον.
1734Εἶναι ὄντως, Κύριοι, ὑπερμέτρως ἐπαχθεῖς οἱ ὅροι οἱ προ-
1735καταρκτικοὶ τῆς εἰρήνης, τοὺς ὁποίους ἀνεκοίνωσαν εἰς τὴν
1736Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις. Ἡ ἀνάλυ-
1737σις, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο πρὸς ὑμᾶς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ
1738Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ἀκριβὴς, καὶ ὑμεῖς αὐτοὶ, δὲν
1739ἀμφιβάλλω, οἵτινες ἔχετε ἤδη ἐν χερσὶ τὸ κείμενον τῶν ὅρων
1740τούτων, θέλετε ἀνεύρει, ὅτι αἱ περὶ τούτου παραστάσεις τοῦ
1741κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰσὶν ἀκριβεῖς.
1742Ὅταν ἡ Εὐρώπη ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου ἔκρινεν, ὅτι
1743ὑπηγορεύετο ἀπὸ συμφέροντα τῆς Εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης ἡ παρα-
1744χώρησις τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ συνεβούλευε
1745τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν παραχώρησιν
1746ταύτην, ἐφρόνει, ὅτι τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἤθελον διακρίνει τὰ
1747δύο Κράτη, ἔπρεπε νὰ ἐξασφαλίζωσι τὴν ἀσφάλειαν καὶ τοῦ
1748μὲν καὶ τοῦ δέ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ Εὐρώπη ἐπὶ πολὺ ἐδί-
1749στασεν, ἵνα ἀποδεχθῇ τὴν ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος προταθεῖσαν
1750ἑρμηνείαν τοῦ πρωτοκόλλου ΙΓʹ, ἀλλ’ ἐπιτέλους συνῆλθε
1751κατὰ τὸ 1880 ἐν Βερολίνῳ καὶ ἀπεδέχθη τὴν ἑρμηνείαν ταύ-
1752την, καὶ ἀνέγραψεν ὡς ὅρια τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Τουρ-
1753κίαν τὰ στενὰ τῆς Πίνδου καὶ τὰς κορυφὰς τοῦ Ὀλύμπου.
1754Μετ’ ὀλίγον πολιτικαὶ περιστάσεις ἠνάγκασαν αὐτὴν νὰ
1755συναινέσῃ, καὶ νὰ μὴ φθάσωμεν μέχρι τῶν στενῶν τῆς Πίν-
1756δου καὶ μέχρι τῶν κορυφῶν τοῦ Ὀλύμπου, καὶ ἐχάραξεν ὅρια
1757πολὺ ὑποδεέστερα ἐκείνων, ἀλλὰ παρέχοντα προχείρους τινὰς
1758προφυλάξεις. Τώρα καὶ αὐτὰς τὰς προχείρους προφυλάξεις,
1759κατὰ τοὺς προκαταρκτικοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης, ἀπεφάσισε νὰ
1760ἄρῃ, καὶ ἀφῆκεν ἡμᾶς εἰς τὴν πεδιάδα, ἐκτεθειμένους εἰς τὰς
1761ἐπιδρομὰς πασῶν τῶν λῃστρικῶν συμμοριῶν, αἵτινες δύναν-
1762ται νὰ ὁρμῶνται ἀπὸ τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Μακεδονίαν.
1763Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι τὸ ὑπὲρ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς εὐημερίας
1764τῶν χωρῶν τούτων ἐνδιαφέρον τῶν Μεγάλων Δυνάμεων εἶναι
1765εἰλικρινὲς καὶ πραγματικόν. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀμφιβάλλω,
1766ὅτι δὲν θέλει παρέλθει πολὺς καιρὸς καὶ θέλουσιν ἀναγνωρίσει,
1767ὅτι ἡ πρᾶξις, εἰς τὴν ὁποίαν προέβησαν διὰ τοῦ προσδιορι-
1768σμοῦ τῆς νέας ὁροθετικῆς γραμμῆς, εἶναι πρᾶξις, ἥτις δὲν ἐξυ-
1769πηρετεῖ τὸν σκοπὸν αὐτῶν, ἐξ ἐναντίας, ὅτι αὕτη εὐκολύνει
1770τὴν διηνεκῆ ταραχὴν καὶ τὴν ἄρσιν πάσης ἀσφαλείας τῶν
1771περιοίκων ἔν τε τῷ Τουρκικῷ Κράτει καὶ τῷ Ἑλληνικῷ.
1772Καὶ ἂν ἡμεῖς, οἵτινες ᾐσθάνθημεν τῷ ὄντι θλῖψιν κατὰ
1773τὸ 1881, ὅτε ἐμανθάνομεν, ὅτι κατεδικάζοντο νὰ μείνωσιν
1774ἔτι ἐν τῇ ὁμόρῳ Αὐτοκρατορίᾳ ἐπαρχίαι τῆς Ἠπείρου, ἐν αἷς
1775προΐσταντο τὰ Ἰωάννινα, ἡ ἑλληνικωτάτη τῶν Ἠπειρωτι-
1776κῶν πόλεων, καὶ ὅταν ἐβλέπομεν, ὅτι κατερχόμεθα ἀπὸ τῶν
1777κορυφῶν τοῦ Ὀλύμπου εἰς τοὺς λόφους, τοὺς ἄνωθι τοῦ Τυρ-
1778νάβου, καὶ μετὰ θλίψεως ἀντελαμβανόμεθα τοῦ πράγματος,
1779ὑποθέσατε ἡλίκη πρέπει νὰ ἦναι ἡ θλῖψις ἡμῶν, ὅταν βλέπω-
1780μεν, ὅτι καὶ αὐτοὺς τοὺς λόφους τοὺς ἄνωθι τοῦ Τυρνάβου
1781μᾶς ἀφαιροῦσι, καὶ ὅταν ἀφήνωσιν ἐκτεθειμένην εἰς τοὺς προ-
1782φανεστάτους τῶν κινδύνων καὶ αὐτὴν τὴν πεδιάδα τῆς Θεσ-
1783σαλίας, τῆς ὁποίας πρωτεύει ἡ Λάρισσα!
1784Ἐὰν οἱ ὅροι οἱ προκαταρκτικοὶ τῆς εἰρήνης δὲν ἀνεκοι-
1785νοῦντο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καθ’ ὃν ἀνεκοινώθη-
1786σαν τρόπον, ἤτοι ὡς ἀπόφασις τῆς Εὐρώπης ἐπιβαλλομένη
1787ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, ἂν εἴχομεν δικαίωμα νὰ φέρωμεν ψῆφον
1788ἐπὶ τῶν ὅρων τῶν προκαταρκτικῶν τῆς εἰρήνης, καὶ ἐκ τῆς
1789ψήφου ἡμῶν ἐξήρτητο ἡ ἀποδοχὴ ἢ μὴ ἀποδοχὴ αὐτῶν,
1790βεβαίως ἠθέλομεν προβάλει πάσας τὰς περὶ τῆς νέας ὁροθε-
1791τικῆς γραμμῆς παραστάσεις, τὰς ὁποίας καὶ αὐτὸς ὁ Πρόε-
1792δρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου σᾶς εἶπε πρὸ μικροῦ, καὶ
1793ἐγὼ δὲν ὀκνῶ, ἵνα προβάλω.
1794Ἀλλ’ ἠθέλομεν εἰπεῖ τότε εἰς τὴν Βουλὴν, πῶς σπεύδετε
1795νὰ ψηφίσητε τὸ ἄρθρον 2 τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰ-
1796ρήνης καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ψηφίζοντες αὐτὸ παραβαίνετε
1797τὸ Σύνταγμα δι’ αὐτοῦ, ὅτι ὑπερβαίνετε τὴν ἐξουσίαν, τὴν
1798ὁποίαν τὸ Σύνταγμα σᾶς μετέδωκε; Διότι, ὅταν ἀποδέχη-
1799σθε ἔλεγχον, ἀποδέχεσθε περιτομὴν τῶν ὅρων τῆς δικαιοδο-
1800σίας εἴτε τῆς νομοθετικῆς εἴτε τῆς νομοτελεστικῆς εἴτε τῆς
1801δικαστικῆς ἐξουσίας, δὲν ἔχετε δὲ δικαίωμα νὰ περιτέμνητε
1802ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν κατέστησε τὸ Σύνταγμα.
1803Ἤκουσα πολλάκις βαρείας ἐπικρίσεις, ὅτι, διατελέσας
1804κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους εἴκοσι μῆνας Πρόεδρος τοῦ
1805Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν
1806ἔσπευσα νὰ συνομολογήσω συμβιβασμὸν μετὰ τῶν δανειστῶν,
1807καὶ μικροῦ δεῖν νὰ μὲ κηρύξωσιν ὑπαίτιον τοῦ ἐλέγχου, ὅστις
1808ἐπιβάλλεται σήμερον διὰ τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων. Βε-
1809βαίως δὲν ἠδυνάμην νὰ συνομολογήσω τὸν συμβιβασμὸν, οἷον
1810ἐπρότεινον αὐτὸν οἱ δανεισταὶ, διότι οὗτοι ἐζήτουν οὐδὲν ἄλλο
1811ἢ αὐτὸν τοῦτον τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλουσι σήμερον
1812διὰ τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης· τὸν ἔλεγχον δὲ
1813τοῦτον δὲν ἠδυνάμην οὔτε ν’ ἀποδεχθῶ, οὔτε νὰ εἰσηγήσωμαι
1814εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσω τὴν ψῆφον αὐτῆς ἐπ’ αὐτοῦ,
1815διότι ἐγνώριζον, ὅτι οὔτε ἐγὼ εἶχον τὸ δικαίωμα, οὔτε ἡ
1816Βουλὴ εἶχε τὸ τοιοῦτον δικαίωμα. Ἀλλ’ ἐπέπρωτο νὰ ἐπι-
1817βληθῇ εἰς ἡμᾶς διὰ δυνάμεως ἀνωτέρας καὶ τῆς νομοθετι-
1818κῆς δυνάμεως τῆς Πατρίδος καὶ τῆς νομοτελεστικῆς.
1819Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξέθηκεν ἐν
1820λεπτομερείᾳ τὰς πράξεις αὐτοῦ πρὸ τῆς ἀνακοινώσεως τῶν
1821προκαταρκτικῶν ὅρων, ἐν σχέσει πρὸς τὸν συμβιβασμόν, πρὸς
1822τὴν εὕρεσιν τοῦ ποσοῦ τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως καὶ πρὸς
1823τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῶν δανειστῶν. Ζητῶ
1824τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1825θέλει μοὶ ἐπιτρέψει, νὰ μὴ ἅψωμαι τῶν περὶ τούτων. Πάντα
1826ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων,
1827ἑπομένως δὲν εἶναι ἡ ὥρα αὕτη, ἵνα ἐρευνήσωμεν, ἐὰν πάντα
1828ἐγένοντο, ὡς ἔδει γενέσθαι, ἢ ἐὰν παρέχηται ἀφορμή τις πρὸς
1829ἐξέτασιν περαιτέρω τῶν λαβουσῶν χώραν πράξεων ἢ παρα-
1830λείψεων. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν ἵνα καὶ ὅσοι ἐκ τῆς πτέρυγος
1831ταύτης διέκοψαν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν παρῃτοῦντο τοῦ δι-
1832καιώματος τούτου, ἀναμένοντες νὰ ἐρευνήσωσι ταῦτα ἐν ὥρᾳ
1833εὐθέτῳ.
1834Ἐὰν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ δώσω γνώμην εἰς τὴν Βουλὴν
1835περὶ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν ἐκαλεῖτο νὰ δώσῃ ἐπὶ τῆς πολε-
1836μικῆς ἀποζημιώσεως, ἤθελον βεβαίως προσπαθήσει νὰ πείσω
1837αὐτήν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπα-
1838χθῇ δικαίως εἰς ὑποχρέωσιν πληρωμῆς ἀποζημιώσεως, πολλῷ
1839δ’ ἧσσον ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ψηφίσῃ ποσὸν
1840τοσοῦτον ὑπέρογκον τεσσάρων ἑκατομμυρίων λιρῶν τουρκικῶν.
1841Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἡ Γαλλία κατὰ τὸ 1815, μεθ’ ὅλας τὰς
1842μάχας καὶ τοὺς πολέμους Ναπολέοντος τοῦ Αʹ, μεθ’ ὅλην
1843τὴν ἧτταν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη, καὶ ὅταν ἐκεῖνος εὑρίσκετο ἐν
1844τῷ Φοντενεβλῷ καὶ παρῃτήθη, καὶ ὅταν ἐπολέμησε τὸ ὕστα-
1845τον πρὸς τὰς στρατιὰς τῶν συμμάχων τεσσάρων Δυνάμεων εἰς
1846τὸ Βατερλώ, κατεδικάσθη νὰ πληρώσῃ πολεμικὴν ἀποζη-
1847μίωσιν 700 ἑκατομμυρίων φράγκων.
1848Καὶ ἔλεγον οἱ δικαιολογοῦντες τοὺς ἡγεμόνας, οἵτινες το-
1849σαύτην ἐπέβαλον τότε πολεμικὴν ἀποζημίωσιν εἰς τὴν Γαλ-
1850λίαν, ὅτι ἀπῃτεῖτο νὰ δοθῇ ἡ ἱκανοποίησις αὕτη εἰς τοὺς
1851λαούς, τῶν ὁποίων ἡγοῦντο, καὶ εἰς τὰς στρατιάς, τὰς ὁποίας
1852διῴκουν, διότι καὶ οἱ λαοὶ εἶχον καταπονηθῆ ἀπὸ τὰς ἐκδρο-
1853μὰς καὶ τοὺς πολέμους τοῦ Ναπολέοντος Αʹ καὶ αἱ στρατιαὶ
1854εἶχον καταπονηθῆ, διαρκῶς ἐκτεθειμέναι εἰς τὰς περιπετείας
1855τοῦ πολέμου. Προσδιώριζον δὲ τοσοῦτον ποσόν, ἵνα τιμωρή-
1856σωσι τὸ Γαλλικὸν Κράτος, ὅπως παράσχῃ τὴν εἰρημένην ἱκα-
1857νοποίησιν.
1858Ἐπρόκειτο τάχα τοιαύτην νὰ ἐπιβάλωσι καὶ εἰς τὴν Ἑλ-
1859λάδα τιμωρίαν, ἀποδεχθέντες τοσοῦτον μεγάλην πολεμικὴν
1860ἀποζημίωσιν, ὑπερτέραν πάντως τῶν οἰκονομικῶν πόρων τῆς
1861Ἑλλάδος καὶ τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους;
1862Δὲν πρέπει νὰ ἐπιλάβωμαι τῆς ἐρεύνης τῶν ἄλλων ῥητρῶν,
1863τὰς ὁποίας οἱ προκαταρκτικοὶ ὅροι τῆς εἰρήνης περιλαμβά-
1864νουσι, καὶ οἵτινες ἀναγράφονται ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ
18655 τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης. Ἐν ταῖς ῥήτραις ταύταις ἀναγράφον-
1866ται βάσεις, τῶν ὁποίων ἡ ἐξέλιξις καὶ ἡ ἀνάπτυξις μέλλει
1867νὰ κανονισθῇ διὰ συμβάσεων εἰδικῶν, αἵτινες θέλουσι συνο-
1868μολογηθῆ. Τῶν βάσεων τούτων αἱ πλεῖσταί εἰσιν ἄδικοι, τινὲς
1869δὲ ἀποκρούονται καὶ ἀπεκρούσθησαν μάλιστα κατ’ ἀρχὴν
1870ὑπ’ αὐτῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἀποκρούονται δὲ καὶ ὑπὸ
1871τῆς φιλανθρωπίας, καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν κανονισμῶν τῶν νομο-
1872θεσιῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται οἱ δικαστικοὶ ὀργανισμοὶ
1873ἐν πάσαις ταῖς χώραις τῆς Εὐρώπης.
1874Δυστυχῶς ὅμως οἱ ὅροι οἱ προκαταρκτικοὶ τῆς εἰρήνης δὲν
1875εἶναι σύμβασις, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ συνομολογήσωμεν
1876πρὸς ἕτερον Κράτος καὶ κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς ὁποίας
1877ἔχομεν τὴν ἐλευθερίαν νὰ κρίνωμεν καὶ ν’ ἀποφασίσωμεν. Αἱ
1878ἀποφάσεις τῶν ἕξ Μεγάλων Δυνάμεων περιεβλήθησαν τὸν
1879τύπον τῆς ἐκτελέσεως, καὶ ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα
1880μετὰ τῆς προσκλήσεως, ἵνα ἐκτελέσῃ αὐτάς· εἰς τὴν Ἑλλάδα
1881δὲν μένει, ἐὰν ἤθελε διστάσει νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν
1882αὐτῶν, εἰμὴ νὰ ἀρνηθῇ. Ἠκούσατε τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
1883βερνήσεως, ποῖαι θέλουσιν εἶσθαι αἱ συνέπειαι τῆς τοιαύτης
1884ἀρνήσεως τῆς Ἑλλάδος, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ
1885ταύτῃ δὲν ὑπάρχει φωνὴ, ἥτις ἤθελε συμβουλεύσει τὴν ἄρνη-
1886σιν μετὰ τὰς εἰρημένας παραστάσεις.
1887Καὶ οὕτως εὑρισκόμεθα, φίλοι συνάδελφοι, πρὸ γεγονότος
1888τετελεσμένου, τὸ ὁποῖον ἀνακηρύσσομεν ὡς ἄδικον, τὸ ὁποῖον
1889ἀνομολογοῦμεν ὡς ἐπαχθέστατον, πρὸ τοῦ ὁποίου περιδεεῖς
1890ἱστάμεθα, φοβούμενοι ποίαν θέλει ἐνασκήσει ὀλεθρίαν ἐπιῤῥοὴν
1891ἐπὶ τὸ ἐνεστὼς καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον τοῦ τόπου τούτου. Καὶ ἐνῷ
1892πρὸ τοιούτων ἀποφάσεων ἱστάμεθα, ἀνομολογοῦμεν τὴν ἀνι-
1893κανότητα, εἰς τὴν ὁποίαν περιήχθημεν, ὅπως μὴ δυνηθῶμεν
1894νὰ ἀρνηθῶμεν νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς αὐτάς. Τῷ ὄντι ἀπαιτεῖ-
1895ται μεγάλη ἀπόφασις καὶ τοιαύτην ἀπόφασιν μόνον ἡ πρὸς
1896τὴν πατρίδα ἀγάπη δύναται νὰ ὑπαγορεύσῃ εἰς τοὺς πολι-
1897τικοὺς ἄνδρας.
1898Ἐὰν τὰ δυστυχήματα δύνανται νὰ ἀποβῶσί ποτε ὠφέλιμα,
1899ἂς εὐχηθῶμεν ἵνα καὶ ἡ Πατρὶς ἡμῶν διδαχθῇ ἐκ τῶν δυσ-
1900τυχημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα περιῆλθεν. Ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη εἰς
1901ἥσσονα θέσιν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν πολλὰ ἄλλα
1902Κράτη, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν αἰῶνα τοῦτον εὑρέθησαν ἐν πο-
1903λέμῳ καὶ ἡττήθησαν. Δὶς ἡττήθη ἡ Σερβία· ἡττήθη ὑπὸ
1904τῆς Τουρκίας, ἡττήθη ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας, ἀλλ’ οὐδ’ ἡ συν-
1905θήκη τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, οὐδ’ ἡ τροποποιήσασα τὴν συν-
1906θήκην τοῦ Ἁγίου Στεφάνου συνθήκη τοῦ Βερολίνου, οὐδ’ ἡ ἐν
1907Βουκουρεστίῳ συνομολογηθεῖσα συνθήκη τῆς Σερβίας πρὸς
1908τὴν Βουλγαρίαν ἐπέβαλον εἰς τὴν Σερβίαν τόσον βαρεῖς ὅρους,
1909οἵους νῦν ἐπέβαλον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν
1910συνθηκῶν, αἵτινες συνωμολογήθησαν μετὰ πολέμους κατὰ τὸν
1911προηγηθέντα αἰῶνα, διότι κατὰ τὸ πλεῖστον οἱ πόλεμοι ἐκεῖ-
1912νοι ἦσαν πόλεμοι κατακτητικοὶ, καὶ οἱ κατακτηταὶ ἐπέβαλ-
1913λον τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης εἰς τοὺς ἡττηθέντας. Ὁμιλῶ περὶ
1914τῶν πολέμων, οἱ ὁποῖοι διεξήχθησαν κατὰ τὸν αἰῶνα τοῦτον.
1915Παραβάλλω δὲ τὴν συνθήκην τῆς Ἀδριανουπόλεως πρὸς τοὺς
1916προκαταρκτικοὺς ὅρους τῆς συνθήκης τῆς Τουρκίας πρὸς τὴν
1917Ἑλλάδα, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν. Ἐξετάζω ὑπὸ
1918ποίους ὅρους ἐγένετο ἡ συνθήκη τῆς Ἀδριανουπόλεως καὶ ὑπὸ
1919ποίους ὅρους ἡ συνθήκη τῆς Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, καὶ εὑ-
1920ρίσκω ὅτι βαρύτατοί εἰσιν οἱ ὅροι οἱ προκαταρκτικοὶ, τοὺς
1921ὁποίους ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς. Ἐξετάσατε τὴν συνθήκην
1922τοῦ 1856, τὴν συνομολογηθεῖσαν ἐν Παρισίοις μετὰ τὸν Ρωσ-
1923σοτουρκικὸν πόλεμον, καὶ θέλετε κρίνει καὶ τῶν ὅρων ἐκείνων
1924βαρυτέρους τοὺς εἰς ἡμᾶς ἐπιβαλλομένους. Δὲν σᾶς λέγω νὰ
1925ἐξετάσητε καὶ παραβάλητε τοὺς ὅρους τούτους πρὸς τὴν συν-
1926θήκην τοῦ 1871 μετὰ τὸν πόλεμον τὸν Γαλλοπρωσσικόν.
1927Ὁ πόλεμος ἐκεῖνος συνεστήθη ὑπὸ ἄλλους ὅρους. Ἀλλ’ ἐὰν
1928ἐξετάσητε τὰς περιστάσεις, αἵτινες προηγήθησαν τοῦ πολέ-
1929μου ἐκείνου, καὶ τὰς συνθήκας, ἐν αἷς εὑρίσκετο ἡ Γαλλία
1930κατὰ τὸ 1870 καὶ 1871, πάλιν θέλετε εὑρεῖ, ὅτι οἱ ὅροι οἱ
1931προκαταρκτικοὶ τῆς εἰρήνης, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλουσιν εἰς
1932ἡμᾶς, εἰσὶν ἄδικοι καὶ ἐπαχθεῖς.
1933Ἀλλ’ ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργι-
1934κοῦ Συμβουλίου διέπραξεν, ἦτο ἁπλῆ ἀνακοίνωσις τῶν προ-
1935καταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης, δὲν ἦτο πρότασις νομοσχε-
1936δίου πρὸς κύρωσιν τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης. Πῶς
1937ἦτο δυνατὸν νὰ προβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ
1938ζητήσῃ τὴν κύρωσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῶν προκαταρκτικῶν
1939ὅρων τῆς εἰρήνης, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐξε-
1940τάσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὐδὲ τοὺς ὅρους τούτους, ἀνε-
1941κοινώθησαν δ’ εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῶν Δυνάμεων οἱ ὅροι ὑπὸ τὸν τύ-
1942πον «λάβε ἢ ἀρνήσου», «laisser ou prendre»; Ἐὰν ἦτο
1943δυνατὸν νὰ προβληθῇ νομοσχέδιον πρὸς κύρωσιν τῶν προκα-
1944ταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης, ἀμφιβάλλω ἂν ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο
1945τοσοῦτον ὁμόφωνος, ὡς εἶναι ὁμόφωνος νῦν μετὰ τὴν ἀνακοί-
1946νωσιν, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸς αὐτήν· διότι αὕτη ἤθελεν ἐνθυ-
1947μηθῆ πρὸ παντὸς, ποία εἶναι ἡ ἐξουσία αὐτῆς καὶ ποῖα τὰ
1948ὅρια, τὰ ὁποῖα διαγράφονται εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς καὶ εἰς
1949τὴν ψῆφον αὐτῆς. Ἑπομένως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργι-
1950κοῦ Συμβουλίου, ἀνακοινώσας ἁπλῶς τοὺς προκαταρκτικοὺς
1951ὅρους τῆς εἰρήνης, ἔπραξεν ὀρθῶς, καὶ ἔπραξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
1952ἠδύνατο νὰ πράξῃ καὶ ὤφειλε νὰ πράξῃ, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν
1953νὰ πράξῃ ἄλλο τι.
1954Μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην μένει βεβαίως ἡ ἐκτέλεσις
1955τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης, καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ταύτην προσκα-
1956λεῖται ἡ Ἑλλάς. Ἑπομένως εἴτε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 18
1957Ἀπριλίου 1897, τὸ ὁποῖον νῦν κυβερνᾷ, εἴτε πᾶν ἄλλο Ὑπουρ-
1958γεῖον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εὑρεθῆ, καθῆκον ἔχει νὰ μεριμνήσῃ
1959περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης. Ἐκτέλεσις τῶν
1960ὅρων τῆς εἰρήνης διαπράττεται οὐ μόνον διὰ μέτρων διοική-
1961σεως, οὐ μόνον διὰ μέτρων κυβερνητικῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ μέ-
1962τρων νομοθετικῶν. Δὲν εἶναι μόνον ἡ φροντὶς, πῶς νὰ κατορ-
1963θώσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς πολίτας Θεσσαλοὺς εἰς τὰς πατρίδας
1964αὐτῶν, ἀφοῦ ἑπτὰ ἤδη μῆνας μένουσιν ἐκπατρισμένοι καὶ
1965ὑποφέρουσι τὰ δεινὰ καὶ τὰς στερήσεις τῆς προσφυγῆς των
1966εἰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ μέριμνα,
1967τὴν ὁποίαν θέλει ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἐπαναφέρῃ αὐτοὺς
1968εἰς τὰς ἑστίας των καὶ ἵνα παράσχῃ εἰς αὐτοὺς τὴν συνδρο-
1969μήν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ παράσχῃ, εἴτε παραχωροῦσα
1970αὐτοῖς τὰ μέσα, ὅπως ἐπαναλάβωσι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα
1971μετήρχοντο, εἰς τοὺς γεωργοὺς παραχωροῦσα τοὺς ἀναγ-
1972καίους σπόρους, ἢ τὰ ἀναγκαῖα γεωργικὰ ἐργαλεῖα, εἰς πάν-
1973τας παραχωροῦσα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν πρώ-
1974την περίθαλψιν τῶν ἀνθρώπων. Διότι ποῦ μέλλουσι νὰ ἐπα-
1975νέλθωσιν οἱ Θεσσαλοί; Αἱ οἰκίαι αὐτῶν ἐκάησαν ἢ κατεδα-
1976φίσθησαν, καὶ, ἄν τινες δὲν κατεδαφίσθησαν ἢ δὲν ἐκάησαν,
1977δὲν ἔχουσιν οὐδὲ θύρας, οὐδὲ παράθυρα, οὐδὲ φατνώματα.
1978Ἀλλὰ μήπως ἐκεῖ θέλουσιν εὑρεῖ ἐνδύματα ἄλλα, πλὴν ἐκεί-
1979νων τὰ ὁποῖα φέρουσιν, ἢ θέλουσιν εὑρεῖ ἄρτον, διὰ τοῦ ὁποίου
1980θέλουσι θρέψει ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν; Ταῦτα
1981πάντα εἰσὶ καθήκοντα κυβερνητικά. Ἑπομένως οὐδὲν λέγω
1982περὶ τούτων. Πᾶσα Κυβέρνησις θέλει ἐκπληρώσει αὐτά. Ἀλλὰ
1983πλὴν τῶν κυβερνητικῶν τούτων καθηκόντων καὶ τῶν διοικη-
1984τικῶν καθηκόντων ἐπιβάλλονται αὐτῇ καὶ νομοθετικά. Θέλει
1985συνομολογήσει συμβάσεις πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης
1986καὶ θέλει συνομολογήσει ταύτας βεβαίως ὑπ’ εὐθύνην αὐτῆς.
1987Ἑπομένως εἴτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ νῦν ἐν τῇ ἀρχῇ, εἴτε πᾶς
1988ἄλλος, διαδεξάμενος αὐτὸν, ὑπ’ εὐθύνην αὐτοῦ θέλει συνομολο-
1989γήσει τὰς συμβάσεις, καὶ τὴν εὐθύνην αὐτοῦ θέλει παρουσιά-
1990σει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θέλει συζητήσει καὶ ψηφί-
1991σει τὰς συμβάσεις, ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἀπόκειται εἰς αὐτήν. Ἑπο-
1992μένως οὐδὲν δίλημμα βλέπω, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1993ἐπέδειξεν εἰς ἡμᾶς.
1994Ἡ συνθήκη ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλήν. Οἱ ὅροι τῆς προ-
1995καταρκτικῆς εἰρήνης εἰσὶ βαρύτατοι καὶ ἐπαχθέστατοι, ἀλλὰ
1996ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων, αἵτινες οὐδ’
1997ἐπιτρέπουσι συζήτησιν ἐπ’ αὐτῶν, προκαλοῦσι δὲ τὸ Ἑλλην.
1998Κράτος νὰ ἐκτελέσῃ αὐτούς. Θέλει νὰ μὴ ὑποκύψῃ εἰς τοὺς
1999ὅρους τούτους; Ἄν δύναται, ἂς τὸ πράξῃ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρ-
2000νησις ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ, καὶ ἐγὼ
2001ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, οὐ μόνον διότι εἶ-
2002ναι Κυβέρνησις καὶ εἶναι ἁρμοδία νὰ ἔχῃ τὴν περὶ τούτου
2003γνώμην, ἀλλὰ διότι καὶ ἐγώ, ὡς πολίτης Ἕλλην, πείθομαι,
2004ὅτι ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ὀρθή. Λοιπὸν ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐκ-
2005τελέσωμεν τοὺς ὅρους τούτους. Βεβαίως ὅ,τι πράξωμεν πρὸς
2006ἐκτέλεσιν τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων, εἴτε διοικητικὸν εἶναι, τὸ
2007πράττομεν ὑπ’ εὐθύνην ἡμῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἴτε Κυ-
2008βερνητικόν, τὸ πράττομεν ὑπ’ εὐθύνην ἡμῶν ἐνώπιον τῆς Βου-
2009λῆς, εἴτε νομοθετικόν, θέλομεν προβάλει εἰς αὐτὴν νομοσχέ-
2010διον, τὸ ὁποῖον θέλει συζητήσει καὶ κρίνει. Ἑπομένως οὐδε-
2011μία ἐξαιρετικὴ εὐθύνη πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν Κυβέρ-
2012νησιν, εἰμὴ ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν πᾶσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία
2013ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν θέσιν ταύτην, ἤθελεν ἀναλάβει.
2014Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔκρινεν
2015ἀναγκαῖον νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην τῆς
2016ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἀναλάβῃ τὴν εἰρημέ-
2017νην εὐθύνην, προβαίνων εἰς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐκτέ-
2018λεσις τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης ἐνδεικνύουσιν εἰς
2019τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ὑποθέτω ὅτι δὲν ἦτο ἀπολύ-
2020τως ἀναγκαῖον νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοιαύτην ἐπι-
2021θυμίαν· διότι, ἐν ὅσῳ τις μένει ἐν τῇ ἀρχῇ, καθῆκον ἔχει νὰ
2022ἐκτελῇ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἴτε ἐκ τῶν νόμων εἴτε ἐκ τοῦ
2023Συντάγματος καλεῖται νὰ ἐκτελῇ, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ σιω-
2024πᾷ καὶ δὲν δηλώνει ὅτι ἀφῄρεσε τὴν ἐμπιστοσύνην της, δὲν
2025ὑποχρεοῦται νὰ καλῇ ἑκάστοτε τὴν Βουλήν, ἵνα ἐκδηλοῖ τὴν
2026ἐμπιστοσύνην αὑτῆς. Ηὐχόμην, λέγω, νὰ μὴ προέβαινεν ὁ
2027κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ἀνακοίνωσιν τοιαύτης ἐπιθυμίας, ἀλλ’
2028ἴσως οὗτος εἶχεν ἄλλον σκοπόν· καὶ ἂν εἶχε τὸν σκοπὸν, τὸν
2029ὁποῖον ὑποθέτω, δὲν δύναμαι νὰ ἐπικρίνω αὐτὸν ἢ τοὺς πολι-
2030τικοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸ Ὑπουργεῖον.
2031Ἐὰν εἶχε σκοπὸν νὰ μᾶς εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἔλε-
2032γεν, ὅτε ἐκάλει τοὺς ἄλλους νὰ καθήσωσιν εἰς τὰς ἕδρας, εἰς τὰς
2033ὁποίας κάθηται αὐτὸς, εἰς ἕδρας, αἱ ὁποῖαί εἰσιν ἐπὶ ἀνθράκων
2034ἀνημμένων, καὶ ἂν εἶχε σκοπὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλήν, ἵνα ἡ
2035Βουλὴ ἐκφράσῃ γνώμην, ἂν ἐξακολουθῇ νὰ ἀπονέμῃ εἰς αὐ-
2036τὸν ἐμπιστοσύνην ἢ ὄχι, ὅπως εὕρῃ τὴν εὐκολίαν νὰ κατα-
2037λίπῃ τὴν ἀρχὴν ἐν ᾗ περιπτώσει δηλώσῃ αὐτῷ ὅτι δὲν πα-
2038ρέχει τὴν ἐμπιστοσύνην της, ἴσως ἔχει δίκαιον, διότι καὶ τὸ
2039ἔργον, τὸ ὁποῖον διεξάγουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, εἶναι βαρὺ καὶ
2040ἐπαχθές, καὶ αἱ περιστάσεις εἰσὶ δυσκολώταται καὶ δυσχε-
2041ρέσταται.
2042Κατὰ τὸ διαῤῥεῦσαν μέχρι τοῦδε διάστημα ἡμεῖς, οἱ κα-
2043θήμενοι ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, παρέσχομεν ἐξαιρετικὸν παρά-
2044δειγμα λειτουργίας κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Δὲν θέλω
2045νὰ ἀναπτύξω καὶ νὰ ἐξηγήσω ποία ἦτο ἡ πολιτεία τῶν πο-
2046λιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες κάθηνται ἐπὶ τῶν ἑδωλίων τῆς πτέ-
2047ρυγος ταύτης. Ἀφοῦ ἔχω κοινὴν τὴν πολιτικὴν τύχην μετ’
2048αὐτῶν καὶ τὸ φρόνημα, ἤθελεν ὑποτεθῆ ὅτι ζητῶ νὰ ἀπαγ-
2049γείλω τὸν πανηγυρικὸν αὐτῶν, νὰ κολακεύσω αὐτούς. Ἀλλὰ
2050ἀπαιτεῖται μέγα θάῤῥος, ἵνα σταυρώσῃ τις τὰς χεῖράς του,
2051καὶ πᾶσαν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ
2052τῶν νόμων, νὰ μεταδίδῃ εἰς ἄλλους πολιτικοὺς ἄνδρας, μετὰ
2053τῶν ὁποίων δὲν τυγχάνει ἐν οὐδεμιᾷ ἐπικοινωνίᾳ πολιτικῇ.
2054Λέγω θάῤῥος, διότι μεγάλην ἀναλαμβάνουσιν εὐθύνην βεβαίως
2055οἱ τοιαύτην ἐξουσίαν μεταδίδοντες εἰς πολιτικοὺς ἄνδρας,
2056μετὰ τῶν ὁποίων δὲν τυγχάνουσιν ἐν πολιτικῇ ἐπικοινωνίᾳ.
2057Ἀξιότιμον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου πρό τινων ἡμερῶν, καθ’
2058ἃ μοὶ ἔλεγε φίλος μου, ἐπιθυμῶν νὰ ἀναπτύξῃ εἰς αὐτὸν τὴν
2059θεωρίαν ταύτην, παρίστα, ὅτι ἡμεῖς ὑπέχομεν πλήρη εὐθύνην
2060διὰ τὴν πολιτικὴν καὶ τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργείου τῆς 18
2061Ἀπριλίου 1897. Λέγω ταῦτα οὐχὶ διὰ ν’ ἀμφισβητήσω τὴν
2062θεωρίαν τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος ταῦτα ἔλεγε πρὸς
2063φίλον μου, διότι ἡ θεωρία εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ λέγω ταῦτα διὰ
2064νὰ παραστήσω, ὅτι ὅ,τι ἐπράξαμεν μέχρι τοῦδε τὸ ἐπράττο-
2065μεν ἐν συνειδήσει τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν φέρομεν, καὶ προσ-
2066δοκῶντες, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει κρίνει ἡμᾶς ἐπιεικῶς,
2067ἐὰν τυχὸν ἤθελε ποτὲ ἀποκαλυφθῆ εἴτε παράλειψίς τις, εἴτε
2068πρᾶξις μὴ προσήκουσα, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ Ἀπρι-
2069λίου τοῦ 1897 περιέπεσαν.
2070Ἀλλὰ τοῦτο ἀπήτει τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, διότι, ὡς
2071ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ
2072ἔθνους ἔπρεπε νὰ ἦναι ὁμοφρονοῦσα, ἵνα παρουσιάζηται ὡς εἷς
2073ἄνθρωπος, ὡς μία γνώμη, μία θέλησις. Τὸ στάδιον τοῦτο
2074ἐτελείωσεν· εἰσερχόμεθα εἰς ἄλλο στάδιον, εἰς τὸ στάδιον τῆς
2075ἐκτελέσεως τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων, οὓς πρόκειται νὰ ἀπο-
2076δεχθῶμεν. Τὸ στάδιον τοῦτο παρέχει μεγάλας δυσχερείας,
2077πολλὰς περιπλοκὰς, μεγάλους κινδύνους καὶ ἐνδεχομένας ἀπο-
2078τυχίας τῶν πρὸς διάσωσιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἐνεργειῶν.
2079Ἑπομένως φυσικὸν εἶναι κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο νὰ μὴ τολ-
2080μῶμεν, νὰ μὴ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος, ἵνα ἐξακολουθῶμεν ἀναλαμ-
2081βάνοντες τοιαύτην εὐθύνην. Διὰ τοῦτο εὑρίσκω, ὅτι ἡ δήλω-
2082σις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀφοῦ ἐγένετο, μὲ φέρει εἰς τὴν
2083δυσάρεστον θέσιν νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην,
2084ἣν ἔχομεν, ὅτι κατὰ τὸ ἀρχόμενον στάδιον δὲν ἔχομεν πλέον
2085τὸ θάῤῥος νὰ ἐξακολουθήσωμεν ὑπέχοντες εὐθύνην διὰ τὰς
2086πράξεις τοῦ Ὑπουργείου.
2087§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς
2088πρότασιν:
2089«Ἡ Βουλὴ, ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὴν
2090Κυβέρνησιν, ἀναβάλλει τὰς συνεδριάσεις της.»
2091Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.
2092§44Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ,
2093ὅτι ὀρθῶς ἔπραξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περιορι-
2094σθεὶς μόνον νὰ ἀνακοινώσῃ τοὺς προκαταρκτικοὺς ὅρους τῆς
2095συνθήκης εἰς τὴν Βουλὴν, χωρὶς νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς οὔτε
2096συγκατάθεσιν, οὔτε ψῆφον. Τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
2097νήσεως ἔπραξε, νομίσας, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνα-
2098λάβῃ πᾶσαν τὴν εὐθύνην διὰ τὸ γενόμενον ἔργον, διότι, ἀφοῦ
2099ἡ συνθήκη προσκρούει εἰς διατάξεις συνταγματικὰς, περιορί-
2100ζουσα τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ
2101Στέμματος, δὲν εἶναι πρέπον νὰ ζητήσῃ ἐπὶ τοιαύτης συν-
2102θήκης ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἡ ἔποψις αὕτη δυνατὸν νὰ ἦναι
2103ὀρθὴ, ἠδύνατό τις ὅμως νὰ εἴπῃ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι, ἂν αἱ Δυ-
2104νάμεις κηρύττουν αὐτὴν ἐκτελεστὴν ἄνευ μνείας τῆς ψήφου
2105τῆς Βουλῆς ἢ τῆς κυρώσεως τοῦ Βασιλέως, ἔλαβον ἐκ τῆς
2106Κυβερνήσεως τὴν ἐξουσίαν νὰ πράξωσι τοῦτο, μεσολαβοῦσαι.
2107Ἑπομένως δὲν εἶχε λόγον καὶ ἀνάγκην ἡ συνθήκη περὶ τῆς
2108συγκαταθέσεως αὐτῶν νὰ μνημονεύσῃ. Αὕτη ὅμως κατὰ τὸ
2109πολίτευμα εἶναι ἀναγκαία, ἀλλ’ εἶναι ἔργον ἡμῶν νὰ τὸ
2110πράξωμεν καὶ οὐχὶ τῶν Δυνάμεων. Οὐδόλως βεβαίως ἐνοήσα-
2111μεν, ὅτι νομίμως θὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὴν συνθήκην, πρὶν ἡ
2112Βουλὴ ἐντὸς τῶν ὁρίων, ἐντὸς τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα
2113ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος, ψηφίσῃ αὐτήν. Ἀλλ’ εἶναι καὶ
2114ἄλλος λόγος, τὸν ὁποῖον παρέλειψεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
2115βερνήσεως, καὶ ὅστις δικαιολογεῖ τὴν γνώμην, ὅπως μὴ ζη-
2116τηθῇ σήμερον ἐπὶ τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς συνθήκης
2117ἡ ψῆφος ἢ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Ἡ συνθήκη, ὡς σήμερον
2118ἔχει, σχεδὸν οὐδὲν περιέχει τὸ συντετελεσμένον καὶ πλῆρες
2119ἐπὶ τῶν οὐσιωδεστέρων διατάξεων αὐτῆς, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ
2120ἤθελεν ἀποφανθῆ νῦν ἐπὶ τῶν ὅρων τῆς συνθήκης αὐτῆς,
2121ἤθελεν ἐπαναλάβει δὶς τὸ αὐτὸ ἔργον, διότι θὰ ἠναγκάζετο
2122μετά τινας ἡμέρας νὰ ψηφίσῃ νόμους ἢ νὰ ἐγκρίνῃ σχέδια
2123νέας διαχαράξεως τῶν συνόρων, ἢ τὴν συνθήκην τὴν ὁριστι-
2124κήν, καὶ δὲν εὑρίσκω πρέπον καὶ εὔλογον νὰ ψηφίζῃ ἡ Βουλὴ
2125δὶς περὶ τῶν αὐτῶν πραγμάτων. Ἄλλως τε περὶ πολλῶν
2126διατάξεων τῆς συνθήκης εἶναι ἀδύνατον νὰ φέρῃ ψῆφον σή-
2127μερον ἡ Βουλὴ, ἀγνοοῦσα τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς θὰ διατυπω-
2128θῶσιν, ἄνευ δ’ αὐτῶν ἐπικίνδυνον ν’ ἀποδεχθῇ αὐτὰς κατ’ ἀρ-
2129χήν. Οὕτω περὶ τοῦ ἐλέγχου οὐδεμίαν ἔχει διατύπωσιν, οὔτε
2130περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν κατόχων τῶν παλαιῶν δα-
2131νείων, οὔτε ἀκόμη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ κανονισμοῦ τῶν συνόρων
2132ἔχομέν τι ὁριστικόν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι κα-
2133λῶς ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε, μὴ ζητήσασα παρὰ τῆς Βουλῆς
2134ψῆφον, ἀλλ’ ἀρκεσθεῖσα εἰς μόνον ἀνακοίνωσιν τῆς συνθήκης.
2135Καλῶς ἐπίσης ἔπραξε, κατ’ ἐμὲ, ἡ Κυβέρνησις, ἐκφράσασα
2136τὴν γνώμην αὑτῆς ἐπὶ τῆς συνθήκης, τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρόε-
2137δρος τῆς Κυβερνήσεως μετὰ πολλοῦ μὲν πατριωτισμοῦ ἐξε-
2138τραγώδησε τοὺς ὅρους τοὺς φοβεροὺς καὶ ἐπαχθεῖς καὶ ἀδί-
2139κους, συνεπέρανεν ὅμως, συμβουλεύσας ἐξ ἀνάγκης τὴν παρα-
2140δοχήν. Παραφροσύνη θὰ ἦτο νὰ θελήσῃ τις τὴν ἀπόῤῥιψιν
2141αὐτῆς σήμερον νὰ συμβουλεύσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ ἡ
2142ἐξακολούθησις τοῦ πολέμου εἶναι ἀδύνατος. Φρονῶ δὲ καὶ
2143ἐγὼ, ὅτι ἀληθῶς παραφροσύνη θὰ ἦτο τοῦτο, ὄχι μόνον διὰ
2144τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
2145νήσεως, ἀλλὰ καὶ διότι δεχθεῖσα ἅπαξ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμ-
2146πιστευθῇ εἰς τὰς Δυνάμεις τὴν μεσολάβησιν ὑπὲρ συνομολο-
2147γήσεως τῆς εἰρήνης καὶ ν’ ἀποδεχθῇ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὡς
2148ἀπῄτησαν, τὴν περὶ τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης μεταξὺ Τουρκίας
2149καὶ Ἑλλάδος συνθήκην, ὑπεχρέωσεν ἔκτοτε τὸ Κράτος διὰ
2150προσθέτου καταναγκαστικῆς δυνάμεως, τῆς τῶν ἓξ Δυνάμεων,
2151ὅπως ὑποκύψῃ εἰς αὐτούς. Ἄνευ αὐτῆς τῆς προϋποταγῆς
2152τῆς Ἑλλάδος δὲν ἦτο δυνατὸν αἱ ἓξ Δυνάμεις ν’ ἀναλάβω-
2153σιν οἱανδήποτε διαπραγμάτευσιν περὶ ἀνακωχῆς καὶ εἰρήνης
2154μετὰ τῆς Τουρκίας. Ἐπενεργεῖ λοιπὸν ἐκτὸς τῆς Τουρκικῆς
2155βίας σήμερον καὶ ἡ τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων, διότι μὴ
2156λησμονῶμεν, ὅτι ἀρνούμενοι νὰ δεχθῶμεν τὴν προκαταρκτι-
2157κὴν εἰρήνην, ὡς συνωμολογήθη ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, θέλομεν
2158προκαλέσει, ὄχι μόνον, νῦν ἢ βραδύτερον, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόε-
2159δρος τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐπανάληψιν τοῦ πολέμου μετὰ
2160τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ θέλομεν προκαλέσει καθ’ ἡμῶν καὶ τὴν
2161βίαν τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων. Αὗται ἐξ ἀνάγκης ἤθελον
2162βίαν μετέλθει, ἂν ἔβλεπον, ὅτι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν,
2163ἀφοῦ διὰ τῶν νομίμων ἀντιπροσώπων του ἀνέθεσεν εἰς αὐτὰς
2164ἄνευ ἐπιφυλάξεως νὰ συνομολογήσωσι πρὸς τὴν Τουρκίαν
2165τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης, ἤθελε σήμερον ἀρνηθῆ νὰ παραδεχθῇ
2166αὐτούς. Φανερὸν ὅτι αἱ Δυνάμεις ἀνέλαβον ἀπέναντι τῆς
2167Τουρκίας ἐξ ἀνάγκης τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν
2168Ἑλλάδα, καὶ ἐν ἀνάγκῃ διὰ μέσων καταναγκασμοῦ, τὴν εἰρήνην,
2169διότι ἄλλως δὲν θὰ ἐδέχετο ἡ Τουρκία νὰ ἀναστείλῃ τὸν στρα-
2170τὸν αὐτῆς. Ἀρνουμένη ἡ Ἑλλὰς, θὰ ἐπέβαλλον εἰς αὐτὰς
2171τὴν ἀνάγκην χρήσεως βίας. Οὐ μόνον λοιπὸν διὰ τοὺς λόγους,
2172τοὺς ὁποίους ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ
2173ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ διότι ἀρνούμενοι
2174θέλομεν προσθέσει καθ’ ἡμῶν αὐτῶν τὴν πίεσιν καὶ τὴν βίαν
2175τῶν ἓξ Μ. Δυνάμεων, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ τὴν δεχθῶμεν.
2176Ἀλλ’ ἐνῷ ἀνακοινώσασα τὴν συνθήκην ἁπλῶς καὶ συστή-
2177σασα τὴν παραδοχὴν αὐτῆς ὡς ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις κα-
2178λῶς ἔπραξε, δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι εἴτε εὔθετον εἴτε ἀναγ-
2179καῖον νὰ ζητῇ παρὰ τῆς Βουλῆς μετὰ τοῦτο ψῆφον ἐμπι-
2180στοσύνης. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐξακολουθήσῃ
2181τὸ περαιτέρω ἔργον τῆς συνθήκης, ὡς διαγράφεται ἐν αὐτῇ.
2182Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο δὲν ἔχει ἀνάγκην ψήφου ἐμπιστοσύνης
2183τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον εἶναι Κυβέρνησις τοῦ Κράτους, —καὶ
2184ἀρκούντως εἶναι τοιαύτη, ἀφοῦ ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύ-
2185νης τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Βουλῆς,— ἔχει
2186τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ φροντίσῃ, ὅπως ἐκτελέσῃ
2187ὅλα, ὅσα ἡ προκαταρκτικὴ εἰρήνη ἐπιβάλλει εἰς τὸ Κράτος.
2188Διὰ τοιοῦτον ἔργον δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς
2189Βουλῆς. Ἀρκεῖ ὅτι εἶναι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους. Πρὸς
2190διαπραγματεύσεις μάλιστα συνθηκῶν ἡ Βουλὴ εἶναι πολὺ
2191πλέον ξένη παρ’ ὅ,τι εἰς ἄλλα θέματα, διότι, ὡς εἶναι γνω-
2192στὸν, τὰς συνθήκας συνομολογεῖ ὁ Βασιλεύς, ἀνακοινῶν μόνον
2193αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν, ὅταν τὸ ἐγκρίνῃ. Ἐφ’ ὅσον ὁ Βασι-
2194λεὺς ἐμπιστεύεται εἰς τοὺς Ὑπουργούς του τὴν διαχείρισιν
2195αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, νομίζω ὅτι δὲν ἔχουν οὗτοι λόγον
2196νὰ προκαλέσωσι τὴν ἐκδήλωσιν καὶ γνώμης τῆς Βουλῆς.
2197Βεβαίως ἡ σύμπραξις τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναγκαία πρὸς παρα-
2198δοχὴν πολλῶν διατάξεων, περιλαμβανομένων εἰς τοὺς ὅρους
2199τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης, καὶ ὅταν ἐπιστῇ ἡ στιγμή,
2200θέλει ἐπ’ αὐτῶν ἀποφανθῆ ἡ Βουλή. Βεβαίως τότε θὰ ἐκ-
2201φράσῃ τὴν γνώμην της, ἀλλὰ θὰ τὴν ἐκφράσῃ ἔχουσα συμ-
2202πεπληρωμένα ἔργα ἐνώπιόν της καὶ πᾶν ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖον
2203πρὸς μόρφωσιν γνώμης. Σήμερον θὰ ἦτο πρόωρος ἡ γνώμη
2204της περὶ αὐτῶν. Ἐὰν σήμερον μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς συν-
2205θήκης, συνθήκης τὴν ὁποίαν δικαίως κατέκρινεν ὁ κ. Πρωθυ-
2206πουργός, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύναται ν’ ἀπαρνηθῇ καὶ διὰ
2207τὴν ὁποίαν εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Κυβέρνησις, διότι τὴν προε-
2208κάλεσε καὶ κατέστησεν ὑποχρεωτικὴν διὰ τῆς ἐντολῆς πρὸς
2209τὰς Δυνάμεις, καὶ διὰ τῆς ἄλλης, ἀσθενοῦς ἔστω, συμμετο-
2210χῆς της κατὰ τὴν πρόοδον τῶν διαπραγματεύσεων, καὶ τὴν
2211ὁποίαν ἐσύστησε νὰ δεχθῶμεν, μεθ’ ὅσα περιέγραψε βάρη καὶ
2212περιορισμοὺς δικαιωμάτων, ἐὰν, λέγω, μεθ’ ὅλα ταῦτα κληθῇ
2213ἡ Βουλὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην
2214της πρὸς αὐτὴν, ἀδύνατον νὰ μὴ ἐκληφθῇ ἀπὸ σήμερον ἐπι-
2215δοκιμάσασα τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν τοῦτο θε-
2216λήσῃ νὰ πράξῃ ἡ Βουλή, δὲν θέλει πράξει ὀρθῶς. Πρέπει νὰ
2217κομισθῶσι πρὶν τὰ νομοσχέδια καὶ ἡ ὁριστικὴ συνθήκη, πρέ-
2218πει νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ ὅλων τῶν σχετικῶν ἐγγράφων,
2219ἐξ ὧν διαφωτίζεται ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως. Μόνον τότε,
2220ἀντιλαμβανόμενοι τῶν πραγμάτων, θὰ ἐκφέρωμεν ἐν γνώσει
2221τῶν πραγμάτων ψῆφον. Ἐὰν σήμερον ἐκφέρωμεν ψῆφον ἐμ-
2222πιστοσύνης μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
2223δόντος ἐν πολλοῖς λογοδοσίαν, θὰ δώσωμεν ψῆφον ἐπὶ πραγ-
2224μάτων, τὰ ὁποῖα ἐν πολοῖς ἀγνοοῦμεν.
2225Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι οὔτε ὁ προσήκων χρόνος εἶναι ὁ
2226παρών, οὔτε ἀναγκαία τοιαύτη ψῆφος, ζητουμένη παρὰ τῆς
2227Κυβερνήσεως, διότι, ὡς εἶπον, ἀφοῦ εἶναι Κυβέρνησις, ἀφοῦ
2228ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος, τὸ ὁποῖον
2229μόνον συνομολογεῖ τὰς συνθήκας, ἀρκεῖ τοῦτο, ὅπως ἐξακο-
2230λουθήσῃ τὸ ἔργον της μετὰ τὴν προκαταρκτικὴν συνθήκην.
2231Διὰ τοῦτο θὰ ἀρνηθῶμεν ψῆφον.
2232Μὴ ἀποφαινόμενοι σήμερον ἐπὶ τοιαύτης προτάσεως, δὲν
2233ἐννοοῦμεν νὰ μεμφθῶμεν τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ νὰ ἐκφράσωμεν
2234δυσπιστίαν ἐπ’ αὐτῆς, ἀλλὰ θεωροῦμεν ἄκαιρον καὶ πρόωρον,
2235ἔτι δ’ ἐπιζήμιον, νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Οὐδεὶς
2236παρεμβάλλει πρόσκομμα αὐτῇ, ὅπως ἐξακολουθήσῃ κυβερνῶσα
2237ἑωσσοῦ συμπληρωθῇ τὸ ἔργον. Πρὸς τοῦτο δὲν ἔχει ἀνάγκην
2238νέας ψήφου ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ὅταν παρουσιάσῃ
2239πλήρη τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἠθέλησε νὰ ἀναλάβῃ καὶ ἐξετέ-
2240λεσε, τότε θὰ ἦναι ὁ κατάλληλος χρόνος, ὅπως ἡ Βουλὴ
2241ἐκφέρῃ ψῆφον.
2242Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασίν
2243της, ζητοῦσα ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἡμεῖς θέλομεν ἀρνηθῆ
2244ψῆφον.
2245§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη περὶ τῆς
2246ἐπιβεβλημένης ἀνάγκης εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος
2247καὶ ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται, ὅπως ὑποταχθῇ εἰς τὴν ἀνωτέραν
2248βίαν. Νομίζω ὅτι ἄνευ διαμαρτυριῶν καὶ μετὰ γενναιότητος
2249ὀφείλομεν νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς αὐτὴν, ἐλπίζοντες ὅτι ἐκεῖνοι,
2250οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουσι τὴν βίαν καὶ τὴν δύναμιν, δὲν
2251θὰ λησμονήσωσιν εἰς τὰς μελλούσας διαπραγματεύσεις, ὅτι
2252ἀντιπροσωπεύουσι συνάμα καὶ τὸν χριστιανικὸν πολιτισμὸν,
2253καὶ ὅτι θὰ φανῶσι δικαιότεροι καὶ ἄξιοι τοῦ πολιτισμοῦ
2254τούτου πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ
2255μέρος τῆς εὐρωπαϊκῆς οἰκογενείας. Ἀλλ’ ἐνῷ ὑπείκοντες εἰς
2256τὴν βίαν ὑφιστάμεθα τὰς θυσίας, αἵτινες μᾶς ἐπιβάλλονται,
2257ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔρχεται νὰ
2258ἐπιβάλῃ νέαν θυσίαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Δὲν πρέπει νὰ λη-
2259σμονήσωμεν, ὅτι μία τῶν διατάξεων τῆς προκαταρκτικῆς εἰ-
2260ρήνης εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νόμος
2261περὶ τοῦ ἐλέγχου, ὅστις θέλει συνταχθῆ μετὰ προηγουμένην
2262συγκατάθεσιν τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ ὅστις ὑπὸ
2263τοιοῦτον ὅρον ὑποβαλλόμενος δὲν εἶναι δυνατὸν μήτε νὰ συ-
2264ζητηθῇ μήτε ν’ ἀποῤῥιφθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος
2265τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ζητεῖ νὰ ἐκφράσῃ ἐκ τῶν προ-
2266τέρων ἐμπιστοσύνην ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ζητεῖ,
2267ὅπως ἡ Βουλὴ ἀπεκδυθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν πάσης συμμετο-
2268χῆς, πάσης γνώμης εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου τούτου. Δὲν
2269ἐπιτρέπεται εἰς Κοινοβούλιον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τοιαύτην
2270θυσίαν. Τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, μὴ δυνάμενον νὰ συζη-
2271τήσῃ ἢ ἀποῤῥίψῃ νόμον συνταχθησόμενον μετὰ προηγουμένην
2272συγκατάθεσιν τῶν Δυνάμεων, πρέπει ἀναμφισβητήτως νὰ
2273λάβῃ καθ’ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον συμμετοχὴν εἰς τὴν σύν-
2274ταξιν τοῦ νόμου τούτου. Ἀλλ’ ἐκφράζον ἐκ τῶν προτέρων
2275τὴν ἐμπιστοσύνην του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ διακόπτον
2276τὰς ἐργασίας του, ἀπεκδύεται πάσης τοιαύτης συμμετοχῆς.
2277Καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων δὲ διατάξεων τῶν προκαταρκτικῶν τῆς
2278εἰρήνης, τῶν ἀφορωσῶν τὴν ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας καὶ τὰ
2279προνόμια τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Τουρκίᾳ, δὲν δύναται
2280ἐκ τῶν προτέρων ἡ Βουλὴ νὰ προεξοφλήσῃ τὴν γνώμην καὶ
2281τὴν ψῆφον αὐτῆς.
2282Χωρὶς ἑπομένως νὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον δύναται νὰ στη-
2283ριχθῇ ἡ ζητουμένη ψῆφος ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τῆς παρελθούσης
2284πορείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπηρεαζόμενος ἐκ τῶν ἀποτε-
2285λεσμάτων, τὰ ὁποῖα θέλει φέρει ἐν τῷ μέλλοντι, δὲν δύναμαι
2286νὰ ἐκφράσω δυσπιστίαν ἢ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
2287Καὶ ἐγὼ καὶ οἱ φίλοι μου δὲν ἀποτελοῦμεν ἀριθμὸν δυνάμενον
2288νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εὐθυνόμενον
2289διὰ τὰς πράξεις αὐτῆς. Ἑπομένως δὲν ὑποχρεούμεθα νὰ ἀπο-
2290κρούσωμεν τοιαύτην εὐθύνην, μὴ ἐπιβαλλομένην εἰς ἡμᾶς
2291ἀλλὰ βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναδεχθῶμεν τὴν εὐθύνην,
2292ἀφήνοντες ἐκ τῶν προτέρων τὴν Κυβέρνησιν ὅλως ἐλευθέραν
2293νὰ διεξαγάγῃ κατὰ βούλησιν τὰ ζητήματα τῆς ὁριστικῆς
2294εἰρήνης, καὶ ἐλαττοῦντες τὴν ἐξουσίαν καὶ τὰ δικαιώματα
2295τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς θὰ ἀρνηθῶμεν
2296ψῆφον.
2297§46Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐννοῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ζήτημα
2298ἐμπιστοσύνης εἶναι ἐξόχως κατεπεῖγον, ἰδίως προτεινόμενον
2299εἰς τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν. Ἄν ὑπάρχωσι πολ-
2300λοὶ ἀνυπομονοῦντες νὰ ἴδωσι τὸ πέρας τῆς πρὸ μικροῦ ἐκρα-
2301γείσης ὑπουργικῆς κρίσεως, θέλω νὰ συγκαταλεχθῶ μεταξὺ
2302αὐτῶν, διότι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω μίαν τῶν
2303τουρκοπατημένων ἐπαρχιῶν. Σήμερον ἔλαβον τηλεγράφημα
2304ἐκ Ξηροχωρίου ἐκ μέρους τῶν ἐκεῖ προσφύγων, τὸ ὁποῖον δὲν
2305ἀναγινώσκω, διότι τὸ εἶδον δημοσιευμένον ἐν ταῖς ἐφημερίσιν,
2306εἰς τὸ ὁποῖον περιγράφεται ἡ φρικώδης κατάστασις, εἰς ἣν
2307περιῆλθον οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἕνεκα τῆς δικαιοσύνης τῆς
2308Εὐρώπης. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ κατεπεῖγον, δὲν ἕπεται ὅτι πρέπει
2309νὰ στραγγαλισθῇ ἡ συζήτησις, συζήτησις οὕτω σπουδαία,
2310συζήτησις, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται ν’ ἀποφασισθῇ ὁ χρό-
2311νος, καθ’ ὃν θέλει ἐξακολουθεῖ ἡ Θεσσαλία ὑπὸ τὸν τουρκι-
2312κὸν ζυγόν. Συζήτησις, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται ν’ ἀποφα-
2313σισθῇ αὐτὴ ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, δὲν δύ-
2314ναται νὰ διεξαχθῇ ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἤρξατο
2315ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἐπὶ πολλὴν ὥραν
2316ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅλην τὴν ἱστορίαν τῶν διαπραγμα-
2317τεύσεων, ἀλλ’ ἀνεφέρετο συγχρόνως εἰς Λευκὴν Βίβλον, τὴν
2318ὁποίαν ἐκεῖνος εἶχεν ἀναγνώσει, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἄλλος,
2319μὴ διανεμηθεῖσαν ἔτι.
2320Δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὅλοι ἀντελήφθημεν τῶν γαλ-
2321λικῶν περικοπῶν, ἃς ἀνέγνωσεν· ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ
2322συνέλθωμεν καὶ ἐκ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθη ὁ
2323ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔπαυσε
2324νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἐὰν
2325ἔλεγεν ὅτι ἤρχισε νὰ ἔχῃ «εἰς τὸν ἑαυτόν του». Ἔχομεν
2326ἀνάγκην νὰ συζητήσωμεν. Καὶ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπο-
2327βάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν ἀναβολῆς διὰ τὴν αὔριον.
2328§47ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ, τί ζήτημα θέλει ὁ
2329ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ συζητηθῇ αὔριον. Νομίζω ὅτι προσ-
2330θέτομεν εἰρωνείαν εἰς τὴν θλιβερὰν θέσιν καὶ τοῦ Κράτους καὶ
2331τῆς Βουλῆς, ὅτι προσθέτομεν θλιβερὰν παρῳδίαν. Ὅταν
2332ἤκουσα,—κατόπιν τῶν ὅσα ἐξετέθησαν, ὅτι ἀνετέθη τὸ πᾶν εἰς
2333τὰς Δυνάμεις,—νὰ γίνεται λόγος περὶ ψήφου ἐμπιστοσύνης
2334τῆς Βουλῆς, ἐνόμισα ὅτι θὰ ὑποβληθῇ πρὸς τὴν Βουλήν, ἵνα
2335ἐκφράσῃ καὶ αὐτὴ τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὰς Δυνάμεις.
2336Μὴ δὲν εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν λέγουσι καὶ τὰ ἔγγραφα,
2337ὅτι ἡμεῖς οὐδὲν ἄλλο ἐπράξαμεν, εἰμὴ νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὰς
2338Δυνάμεις τὴν τύχην καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος; Μὴ
2339δὲν εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν, εἰμὴ νὰ ὑπο-
2340ταχθῇ εἰς τὴν βίαν τῶν Δυνάμεων, ἀφοῦ ὑπετάχθη εἰς τὴν
2341βίαν τῶν ὅπλων τῆς Τουρκίας; Πῶς ὁμιλοῦμεν πλέον περὶ
2342γνώμης καὶ περὶ συζητήσεως καὶ περὶ ἐμπιστοσύνης τῆς Βου-
2343λῆς; Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἤθελον ἤδη ἐπικαλεσθῆ τὴν φιλοπατρίαν
2344καὶ τὸν ἱπποτικὸν χαρακτῆρα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρα-
2345καλῶν αὐτὸν ν’ ἀποσύρῃ τὴν πρότασιν ταύτην, ἥτις ἀπο-
2346βαίνει ἀληθὴς πρὸς τὴν Βουλὴν εἰρωνεία. Ἐννοῶ νὰ ζητῇ,
2347προκειμένου περὶ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ἐκκρεμοῦς, μία Κυ-
2348βέρνησις τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ὅταν πρόκειται νὰ
2349ἐνισχυθῇ πρὸς ἀληθῆ τινα δρᾶσιν, ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ
2350ἐνισχυθῇ πρὸς ἐξακολούθησιν ὑποταγῆς εἰς τὴν βίαν, τοῦτο
2351θὰ ἦτο μία ἐμπιστοσύνη κοινοβουλευτικὴ πρωτοφανὴς καὶ
2352ἰδιόῤῥυθμος. Ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἄλλο πράττει ἀπὸ καιροῦ,
2353εἰμὴ, ὡς ἡ ἰδία εἶπε, νὰ ὑποτάσηται ἀπρακτοῦσα. Ἀλλ’ εἰς
2354τοιαύτην θέσιν Κυβερνήσεως θὰ ἥρμοζεν ἴσως ἡ Βουλὴ νὰ
2355ἐκφράσῃ πρότασιν ἁπλῆς συμπαθείας. Τὰ παθήματα τῆς
2356Κυβερνήσεως εἶναι παθήματα τοῦ ἔθνους, διὰ τὴν περιπέτειαν
2357τοῦ ὁποίου τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν δύναται, εἰμὴ δάκνουσα
2358τὰ χείλη ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος νὰ
2359σιωπᾷ. Δύνανται οἱ κύριοι Πρωθυπουργοί, ὁ ἐνεστὼς καὶ ὁ
2360προηγούμενος, ὡς ἐκ τῆς εἰδικῆς θέσεως αὐτῶν, νὰ ὁμιλοῦν
2361ἐφ’ ἱκανὴν ὥραν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βε-
2362βαίως εἶχε καθῆκον νὰ ἐκθέσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ λεχθέντα,
2363καὶ ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς ἐκαλεῖτο ἴσως καὶ αὐτὸς νὰ
2364ὁμιλήσῃ, ἀλλ’ ἡ θέσις τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἐὰν αἰσθάνε-
2365ται τὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους, δὲν εἶναι ν’ ἀκούῃ προτά-
2366σεις περὶ ἐμπιστοσύνης καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ὑπομιμνή-
2367σκουσι πλέον μόνον τὰ συνήθη ἐκεῖνα, τὰ παρασκευάσαντα
2368τὰ δεινὰ τῆς πατρίδος. Ἐμπιστοσύνη ἐξεφράσθη πρὸς τὴν
2369Κυβέρνησιν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀνελάμβανεν ἐθνικὸν ἀγῶνα.
2370Τότε τῷ ὄντι ἠδύνατο νὰ ἐνισχυθῇ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν
2371Βουλήν, καὶ τοῦτο ἐγένετο οὐχὶ διὰ τὸν τύπον τοῦ νὰ λάβῃ
2372κοινοβουλευτικὸν χρίσμα. Τούτου οὐδὲ ὑπῆρχεν ἀνάγκη. Κυ-
2373βέρνησις ὑποδειχθεῖσα ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ διορισθεῖσα
2374ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἦτο βεβαίως Κυβέρνησις συνταγματική·
2375Ἀλλ’ εἶχεν ἀνάγκην τῆς ψήφου ἐκείνης, διότι ἐπρόκειτο νὰ
2376ἀποδυθῇ εἰς ἀγῶνα τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου, καὶ ἡ Βουλὴ
2377παρέσχε τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς. Ἀλλὰ τὸ
2378Κράτος, δι’ οἱουσδήποτε λόγους, συνέβη νὰ ἡττηθῇ· πρὸς τί
2379ἆρά γε ζητεῖται σήμερον πάλιν ἡ ἐμπιστοσύνη; Ἡ ψῆφος τῆς
2380ἐμπιστοσύνης δύναται νὰ σημαίνῃ, κατὰ παρανόησιν θλιβε-
2381ράν, ὅτι τὰ ἤδη πραχθέντα ἐγένοντο ἐξ ἐλευθέρας θελήσεως
2382τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ταύτην τὴν πολιτικὴν ζητεῖται νὰ
2383ἐγκρίνῃ καὶ ἡ Βουλή. Τὸ κατ’ ἐμὲ, θὰ παρεκάλουν ν’ ἀποφύ-
2384γωμεν τοιαύτας ἐννοίας. Καὶ ἐλπίζω ὅτι πρῶτος ὁ κ. Πρω-
2385θυπουργὸς, ἀναλαμβάνων αὐτὸς τὴν εὐθύνην, θὰ σπεύσῃ ν’ ἀπο-
2386μακρύνῃ ἀπὸ τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι
2387σπεύδει προθύμως νὰ ἐγκρίνῃ τὰ πραχθέντα ὡς πράξεις τῆς
2388Κυβερνήσεως.
2389Λοιπὸν οὐχὶ ἁπλῶς—διότι δὲν πρόκειται περὶ τούτου—
2390ἀρνούμενος ψῆφον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, λέγω ταῦτα, ἀπ’ ἐναν-
2391τίας, δίδων, οὕτως εἰπεῖν, ψῆφον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, παρα-
2392καλῶ αὐτὴν νὰ μὴ συμμετάσχῃ τῆς ὑποβολῆς τοιαύτης πρὸς
2393τὴν Βουλὴν προτάσεως, διότι δὲν ἔχει ἀνάγκην σήμερον νέας
2394ψήφου, οὔτε χάριν ἑαυτῆς, οὔτε χάριν τοῦ Κράτους· πιστεύω
2395δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὡς καὶ ἡ Βουλὴ, σκέπτεται σήμερον μό-
2396νον περὶ τῆς τύχης τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους, καὶ οὐχὶ
2397περὶ ἄλλων.
2398§48Γ. ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ἐάν τις τῶν προαπελθόντων ἐξόχων
2399ἀνδρῶν τῆς μεγάλης Ἑλλάδος παρίστατο κατὰ τὴν ὥραν
2400ταύτην εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, ἤθελεν ὁρμητικῶς ἐξέλθει
2401ἐκ τῶν θυρῶν αὐτοῦ, διὰ νὰ μὴ ἀκούσῃ τὰ ἤδη λεγόμενα.
2402Ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα καταθλί-
2403βουσιν ἡμᾶς, καὶ τὰ ὁποῖα παρ’ ἀξίαν ὑπέστη ὁ Ἑλληνισμὸς,
2404ἦλθε φέρουσα τοὺς προκαταρκτικοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης καὶ
2405εἶπε πρὸς ἡμᾶς: «Δὲν θέλω ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθῃ ἀπὸ τοῦδε
2406εἰς τὴν περιπέτειαν τῆς συζητήσεως τῶν ὅρων τούτων, συνε-
2407πάγουσα τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῶν θιγομένων προνομιῶν τοῦ Συν-
2408τάγματος, τοῦ Στέμματος καὶ τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμά-
2409των τοῦ Κράτους· τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών μου θὰ φέρω ἐγὼ
2410μόνη, καὶ θὰ σκεφθῶ, τί δύναμαι νὰ πράξω. Δόσατέ μου
2411τὴν ἐλευθερίαν ταύτην.» Καὶ ἐνῷ ἔπρεπε πάντες ν’ ἀφήσητε
2412τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔρχεσθε νὰ γεννήσητε ζητή-
2413ματα ἐξουσίας, πρὸς βλάβην τῆς πασχούσης Πατρίδος, διὰ
2414τὸ μέγα πάθημα τῆς ὁποίας πολὺ συνετελέσαμεν πάντες, καὶ
2415θέλετε νὰ πολεμήσητε τὴν πρότασιν ταύτην τῆς Κυβερνή-
2416σεως, πρὸς τίνα ἀποβλέποντες σκοπόν; Εἶναί τις ἐξ ὑμῶν ἐν-
2417ταῦθα, ὁ δυνάμενος νὰ εἴπῃ: «ἐγώ εἰμι Ξενοφῶν ὁ Ἀθηναῖος·
2418ἀποθανόντος τοῦ Κλεάρχου καὶ τῶν λοιπῶν συστρατηγῶν αὐ-
2419τοῦ, ἀναλαμβάνω τὴν ἀρχηγίαν τῶν Μυρίων»; Ἂν ἦναί τις
2420τοιοῦτος, ἂς ἔλθῃ ἐδῶ νὰ τὸ εἴπῃ, καὶ ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι
2421θὰ εὕρῃ τοὺς ἐπὶ τῶν ὀρέων ἱσταμένους, ἑτοίμους νὰ φιλονει-
2422κήσωσι τὸ ἔδαφος αὐτὸ βῆμα πρὸς βῆμα ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ.
2423Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τοιοῦτος, ἐὰν ἔπαυσε νὰ γεννᾷ ἡ γῆ
2424αὕτη ἄνδρας πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικούς, (καὶ αὐτὴ εἶναι
2425ἡ μεγίστη τῶν ἐλλείψεων) μὴ θελήσητε ν’ ἀναξέσητε πληγὰς
2426κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, προκαλοῦντες συζητήσεις, διότι θὰ λά-
2427βητε τὴν ἀπάντησιν, ὅτι δὲν ἡττήθη ἡ Ἑλλὰς, ἀλλὰ παρε-
2428σκευάσθη πρὸς ἧτταν (χειροκροτήματα). Ὅταν ἓν τάγμα
2429μάχηται κατὰ συνταγμάτων ἐχθρικῶν καὶ τὸ τάγμα ἐκεῖνο
2430κατὰ σύμπτωσιν δὲν σύγκειται ἐκ τῶν ὀρεινῶν ἀνδρῶν, ἀλλ’
2431ἐξ ἐκείνων τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος, τῶν ὁποίων τοὺς κα-
2432τοίκους ἐγνωρίζομεν ὡς ποιητὰς καὶ ὡς μουσικοὺς, καὶ ἔρχη-
2433ται εἰς χεῖρας μετὰ τοῦ ἐχθροῦ εἰς τὰ Πέντε Πηγάδια καὶ
2434δὲν ὑποχωρῇ, ἀλλ’ ἀνασπᾷ τὰς μαχαίρας καὶ ἀμφισβητῇ
2435τὴν νίκην πρὸς τὸν ἐχθρὸν, ὅταν ὁμολογῆται παρ’ ὅλων τῶν
2436ξένων ἀνταποκριτῶν, ὅτι ἐπολέμησαν ὡς λέοντες οἱ Ἕλληνες
2437στρατιῶται, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ γνωρίσωσι τὸν λόγον τῆς
2438ὑποχωρήσεως, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡττήθη ἡ Ἑλ-
2439λάς. Ἐὰν δὲ οἱ ὅροι, οἱ ἐπιβαλλόμενοι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ
2440τῶν ἰσχυρῶν, φέρωσι πόνον ὀδύνης, ὁ πόνος οὗτος γεννᾶται,
2441ὅταν πρόκειται νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡττήθη ἡ Ἑλλάς, ἐνῷ δὲν
2442ἡττήθη. Οὐχὶ τὰ ἑκατομμύρια, διότι ἡ ἀπώλεια τῶν ἑκα-
2443τομμυρίων δὲν ἀπώλεσε τὰ ἔθνη.
2444Ὅταν λοιπὸν ἐνώπιον τοιούτου διλήμματος εὑρισκώμεθα,
2445ὅταν βλέπωμεν ὅτι ἕνεκα στερήσεως ἐξόχων πολιτικῶν καὶ
2446στρατιωτικῶν ἀνδρῶν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸν
2447πόλεμον αὐτὸν, τὸν ὁποῖον, ὡς προεῖπον, προπαρεσκευάσαμεν
2448τοιοῦτον, ὥστε νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς
2449Ἑλλάδος νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἡττήθη, ἐνῷ ἀληθῶς δὲν ἡττήθη ἡ
2450Ἑλλὰς, ὅταν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, τοὐλάχιστον ἔχετε
2451τοῦτο τὸ τελευταῖον συναίσθημα, νὰ μὴ θελήσητε νὰ ἀνοί-
2452ξητε ἐδῶ προώρους συζητήσεις. Ἀφήσατε εἰς τὴν Κυβέρ-
2453νησιν τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών της, ὅταν δὲν ἔχητε τίποτε
2454γενναιότερον, τίποτε ὑψηλότερον νὰ ὑποδείξητε.
2455§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ Ζακύνθου ἔλαβον τὸ ἑπόμενον τηλεγρά-
2456φημα (ἀναγινώσκει):
2457«Πρόεδρον Βουλῆς
2458Ἀθήνας.
2459«Μὴ δυνηθέντες ἕνεκα ἀνυπερβλήτου κωλύματος παρευρε-
2460θῶμεν σήμερον συνεδρίαν Βουλῆς, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, ὅπως
2461γνωρίσητε συναδέλφοις, ὅτι κηρυσσόμεθα ὑπὲρ ἀποδοχῆς ὅρων
2462προκαταρκτικῆς εἰρήνης.»
2463«Πέτρος Α. Ξυδιᾶς Τυπάλδος, βουλευτὴς Πάλλης.
2464«Σπ. Ε. Στάης, βουλευτὴς Κυθήρων.»
2465Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον; ... Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν
2466τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ.
2467§50Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προηγεῖται ἡ ἀνα-
2468βολή.
2469§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασίς σας, διὰ νὰ ψηφοφορηθῇ, πρέπει
2470νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ 10 Βουλευτῶν. Ὑπάρχουσι 10; (ἐγεί-
2471ρονται ὀλιγώτεροι τῶν 10). Θέτω λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν
2472τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔχουσαν οὕτω:
2473«Ἡ Βουλὴ, ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὴν
2474Κυβέρνησιν, ἀναβάλλει τὰς συνεδριάσεις της.»
2475§52Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω πρὸς ἐξήγησιν
2476τῆς ψήφου μου.
2477Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ ἐν Ἀθήναις προσχεδιασθέντος
2478ψευτοπολέμου, ἡ νέα ἱερὰ συμμαχία εἶχε τὴν γενναιότητα
2479ν’ ἀφήσῃ τοὺς Τούρκους ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπ’ ἀόριστον χρό-
2480νον καὶ μέχρις ὅτου εὐδοκήσωσιν οἱ πιστωταὶ τῶν παλαιῶν
2481ἐθνικῶν δανείων. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο. Ἀπεφάσισεν ἡ νέα
2482ἱερὰ συμμαχία τὴν κατάργησιν συνθηκῶν, διὰ τῶν ὁποίων
2483ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ συνταγματικοῦ αὐτοῦ Κρά-
2484τους, ἀπεφάσισε τὴν κατάργησιν αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος!
2485Καὶ ἀτυχῶς μεταξὺ τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων ὑπάρχουσι
2486καὶ τρεῖς, αἱ λεγόμεναι προστάτιδες, αἵτινες ἠγγυήθησαν τὴν
2487ἀνεξαρτησίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἄλλαις λέξεσιν, ἡ
2488μικρὰ ἐλευθέρα γωνία μετεβλήθη εἰς ἐμπορικὸν οἶκον, πρὸς
2489τὸν ὁποῖον πέμπουσιν ἓξ ξένους διαχειριστάς. Ὁ ἐμπορικὸς
2490οὗτος οἶκος ἐκτείνεται ἀπὸ Ταινάρου μέχρι Πηνειοῦ, ἀπε-
2491φασίσθη δὲ ἡ ἐνταφίασις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο
2492ἠκούσατε πρὸ μικροῦ τὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ὅστις καὶ
2493τρίτην ἤδη φορὰν ἔχυσε τὰ κροκοδείλια δάκρυά του, διὰ νὰ
2494παραμυθήσῃ τὸν Ἑλληνισμὸν, ὡσεὶ νὰ μὴ γνωρίζωμεν, ὅτι εἶναι
2495μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες βαθύτερον ἔσκαψαν τὸν τάφον αὐτοῦ.
2496Ἐγκρίνω τὸ πόρισμα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
2497μόνον ἐν μέρει. Ἐγκρίνω, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ σπεύσῃ
2498ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν
2499περὶ ἀποδοχῆς τῆς εἰρήνης ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον, εἴτε ἀπο-
2500φάσεως, εἴτε προτάσεως νόμου. Καὶ ὀρθῶς δὲν ὑπεβλήθη
2501τοιαύτη πρότασις. Ἀλλὰ καὶ οὐδὲν εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα,
2502διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶχε λάβει τὴν ἐντολήν, οὔτε τὴν ἀνεξ-
2503αρτησίαν τοῦ Κράτους νὰ καταργήσῃ, οὔτε τὸ Σύνταγμα.
2504Νομίζω ὅμως, ὅτι ἀκαίρως προεβλήθη πρότασις περὶ ἐμπι-
2505στοσύνης.
2506Γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως — καὶ γνωρίζει
2507ἄριστα—ὅτι ὄχι μόνον ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ
2508οὔτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει ἐμπιστοσύνην τινὰ εἰς τὴν σημε-
2509ρινὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὡς δὲν εἶχε καὶ εἰς τὴν τέως Κυ-
2510βέρνησιν, διότι εἶναι Κυβερνήσεις ἀνοχῆς, καὶ ὑπὸ τοιοῦτον
2511τύπον καὶ ὑπὸ τοιαύτας ὑποχρεώσεις ἔλαβε τὴν ψῆφον τῆς
2512ἐμπιστοσύνης, ἵνα διαπραγματευθῇ τὴν εἰρήνην. Ἀλλὰ ἡ
2513ἀγόρευσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπέδειξεν, ὅτι
2514ἄσκοπος ἦτο ἡ ὑπουργικὴ μεταβολὴ τῆς 18 Ἀπριλίου 1897.
2515Σᾶς ὡμολόγησεν, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ συνεχίσῃ τὴν
2516πολιτικὴν τῆς τέως Κυβερνήσεως. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ τέως
2517Κυβέρνησις διεπραγματεύετο εἰρήνην. Σᾶς εἶπε καὶ ἄλλο τι,
2518ὅτι ἀπέστειλε δύο Ὑπουργούς, ἵνα ἐξετάσωσιν ἐπιτοπίως
2519τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅταν ἐπείσθη ἐκ τῶν πλη-
2520ροφοριῶν τῶν περὶ τῆς καταστάσεως αὐτοῦ, τότε πλέον ἀπεφά-
2521σισε νὰ ἐπισπεύσῃ τὰς ἐνεργείας του περὶ ἀνακωχῆς. Ἀλλὰ
2522ἐλησμόνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν καταγωγήν,
2523ἐκ τῆς ὁποίας προέρχεται. Ἂν ἐκεῖνος τὴν λησμονῇ, ἡμεῖς
2524ὅμως οἱ πάσχοντες τὴν ἐνθυμούμεθα. Ἦλθε ν’ ἀνασυντάξῃ
2525τὸν στρατόν. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἦτο ὑποχρεωμένος ν’ ἀνα-
2526καλέσῃ τοὺς Βασιλόπαιδας (ψιθυρισμοὶ), ἦτο ὑποχρεωμένος
2527νὰ ἀντλήσῃ ἐξ ἁγνῶν πηγῶν πληροφορίας περὶ τῆς κατα-
2528στάσεως τοῦ στρατοῦ. Ἀντὶ τούτου ἄλλα ἔπραξεν. Ἔπρα-
2529ξεν ἄλλα, διότι ἐστήριξεν ὑπερβολικὰς ἐλπίδας, εἴτε ἐξ αἰ-
2530σιοδόξου χαρακτῆρος, εἴτε ἐκ πληροφοριῶν, ἐρειδόμενος εἰς
2531ὑποστηρίξεις Βασιλικῶν συγγενειῶν. Τίς ἐξ ὑμῶν δὲν ἀνεγί-
2532νωσκε καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς δημοσιογραφικὰς ἐκείνας cau-
2533series τὰ χαρμόσυνα ἀγγέλματα, ὅτι «αὔριον ὑπογράφεται
2534ἡ εἰρήνη, λαμπρὰ καὶ ἀρίστη»; Καὶ τὸ αὔριον ἐγένετο πά-
2535γιον, παρατεταμένον, ἀτελεύτητον!... Καὶ ἦλθε σήμερον
2536ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας μὲ εἰλικρίνειαν, ἥτις τὸν
2537διακρίνει, ἀλλὰ ἦλθε νὰ ἐξομολογηθῇ ἐνώπιον αὐτῆς καὶ νὰ
2538εἴπῃ, ὅτι ἀπὸ πλημμελείας εἰς πλημμέλειαν περιέπεσεν. Ἀπεκά-
2539λυψεν ὅλας τὰς πλεκτάνας καὶ τὰς δολοπλοκίας τὰς διπλω-
2540ματικάς, εἰς τὴν παγῖδα τῶν ὁποίων ἔπεσεν, ἀλλ’ ἔῤῥιψε δυσ-
2541τυχῶς καὶ τὸν τόπον. Ἄλλη ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ ἔθνους τῇ
254218 Ἀπριλίου 1897, καὶ ἄλλη εἶναι σήμερον. Κατεπονήθη ὁ
2543τόπος οὗτος, συνετρίβη! Καὶ ἀφοῦ διὰ τῆς παρατάσεως ἐπε-
2544τεύχθη τοῦτο, ἐρωτᾶτε ἤδη αὐτόν, τί νὰ πράξῃ! Καὶ παρου-
2545σιάζομεν τὸ λυπηρὸν ἐκεῖνο θέαμα τῶν ἐν λέμβῳ εὑρισκομέ-
2546νων, οἵτινες, νομίζοντες ὅτι θέλουσιν ἀνατραπῆ ἀπὸ τῆς μιᾶς
2547πλευρᾶς, στρέφονται ἀποτόμως πρὸς τὴν ἄλλην, ἵνα σωθῶσι,
2548καὶ πνίγονται! Καὶ δὲν ἀκούεται μία φωνή: ἠρέμως νὰ συζη-
2549τήσωμεν, ἐν ἡσυχίᾳ τὰ πράγματα, νὰ ἴδωμεν τί ἐπάθομεν καὶ
2550διατὶ ἐπάθομεν, τί δυνάμεθα καὶ ἂν δυνάμεθα νὰ πράξωμέν τι
2551πρὸς διάσωσιν τῶν ναυαγίων. Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ὠσφράνθη ὁ τέως
2552Πρωθυπουργός, ὅτι δύναται νὰ καθήσῃ ἐπὶ τῶν ἑδωλίων ἐκεί-
2553νων, τῶν ὑπουργικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκει πεπυρακτωμένα,
2554ἔσπευσε νὰ λάβῃ τὸ ῥιφθὲν χειρόκτιον καὶ νὰ εἴπῃ: «Ἐδῶ
2555εἶμαι!»
2556Πρὸς τίνα λοιπὸν νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην; Πρὸς
2557τὴν νῦν Κυβέρνησιν; ἢ πρὸς τὸν Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος;
2558Τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐπιβλαβῆ, διότι ἐβελτίωσε
2559καὶ τὴν θέσιν τῆς τέως Κυβερνήσεως· ὁ τόπος ἔπαυσε νὰ ἐν-
2560θυμῆτε, τί ἔπαθεν ἀπὸ τὴν τέως Κυβέρνησιν! Καὶ ἰδού,
2561παρέστημεν πρὸ μικροῦ θεαταὶ τοῦ οἰκτροῦ ἐκείνου θεάμα-
2562τος, νὰ προβάλλῃ ἐκ τῆς θέσεώς του ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρ-
2563τυνος καὶ νὰ παρασκευάζηται εἰς νέας ἐθνικὰς ἐκστρατείας
2564«διὰ νὰ σώσῃ τὴν πατρίδα»!... Φθάνει πλέον! Ὑπεδου-
2565λώσατε τὴν Θεσσαλίαν. Μὴ θέλετε νὰ ὑποδουλώσητε καὶ
2566τὴν Στερεὰν καὶ περιορίσητε τὴν Ἑλλάδα μέχρι τοῦ Ἰσθμοῦ!
2567(συγκίνησις).
2568Νομίζω, Κύριοι, ὅτι μεθ’ ὅλην τὴν σπουδὴν, μὲ τὴν ὁποίαν
2569προβαίνομεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν, πρέπει ν’ ἀναμετρήσωμεν
2570πάντες τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνομεν. Ὑποθέτω,
2571ὅτι ἡ Κυβέρνησις καλῶς γνωρίζει, ὅτι εἶναι Κυβέρνησις ἀνο-
2572χῆς. Δὲν πρέπει νὰ ζητήσῃ ψηφοφορίαν, διότι ὁ τόπος ἀπὸ
2573μίαν ἄλλην Κυβέρνησιν, ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, δὲν
2574προσδοκᾷ βέλτιόν τι. Τοὐναντίον ζημίας καὶ παρέλκυσιν.
2575Ἐγένετο πρὸ μικροῦ λόγος περὶ ἐξακολουθήσεως ἢ μὴ ἐξα-
2576κολουθήσεως τοῦ ἀγῶνος. Καὶ τίς ἀγνοεῖ, ὅτι ὑπὸ τὰς συν-
2577θήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν, δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐξα-
2578κολούθησις τοῦ ἀγῶνος; Τίς ἐμπιστεύεται πλέον εἰς τὸ στρα-
2579τιωτικὸν γραφεῖον τῶν Ἀνακτόρων; Τίς ἐμπιστεύεται εἰς
2580τοὺς συμβούλους τοῦ Στέμματος, οἵτινες ἐκτελοῦσι τὰ καθή-
2581κοντά των μὲ συνδυασμοὺς, κατὰ τοὺς ὁποίους καὶ τὸ καθῆ-
2582κον πρὸς τὴν Πατρίδα νὰ γίνηται, «ἂν ἦναι δυνατὸν», καὶ
2583τὸ Στέμμα νὰ καλύπτηται, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, ἀλλὰ
2584κυρίως τὸ Κόμμα νὰ μὴ ζημιῶται; Ἐκ τῆς θέσεώς μου
2585ἐκραύγασα, καὶ ἰσχυρῶς, πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ
2586Θηβῶν, ὅτε εἶπεν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος ἐν πεποι-
2587θήσει πληρεστάτῃ, ὡς πάντοτε ὁμιλεῖ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἡτ-
2588τήθη, ἀλλ’ ὑπέστη τὴν παρασκευασθεῖσαν ἧτταν: «ἀληθῶς
2589ὠργανώθη ἀνέκαθεν, μόνον ἵνα γείνῃ ὀπισθοχώρησις!...» (ψι-
2590θυρισμοὶ ἐξ ἀριστερῶν). Τίς ἠμπόδισε τὸν στόλον νὰ ἐκ-
2591τελέσῃ τὸ καθῆκόν του; ἐρωτῶ. Ἀπαντήσατε, κύριε Λεβίδη
2592(κραυγαὶ ἐναντίαι, διακοπαὶ ἐξ ἀριστερῶν).
2593§53Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν εἶναι ἡμέρα συζητήσεως δι’ αὐτὰ,
2594κύριε Φιλάρετε (θόρυβος καὶ διακοπαί). Αὐτὰ θέλετε νὰ
2595λέγητε καὶ αὐτὰ λέγετε πάντοτε. Κρίμα! Πρέπει νὰ λείψῃ
2596αὐτὴ ἡ τακτικὴ (ψίθυρος ἐπιδοκιμασίας).
2597§54ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι καιρὸς εὐθυνῶν.
2598§55Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὲ διακόπτουσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ,
2599καὶ μὲ διακόπτουσιν οἱ στερούμενοι πείρας κοινοβουλευτικῆς.
2600Νομίζουσιν ὅτι θὰ ἔχωσι καὶ ἄλλοτε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ζητή-
2601σωσιν εὐθύνας. Νομίζουσιν ὅτι θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι
2602ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ἢ, ἂν θὰ ὑπάρχῃ, νομίζουσιν ὅτι αὐτὴ
2603ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ζητήσῃ εὐθύνας! Δὲν ἐν-
2604νοοῦσι καὶ δὲν γνωρίζουσι, διότι στεροῦνται πείρας, — καὶ θέλω
2605νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐν καλῇ πίστει μὲ διακόπτουσιν, — ὅτι
2606ἐδῶ ὑπάρχει ἡ ἀλληλοβοήθεια τῶν ἐξουσιῶν, καὶ ὅτι αἱ εὐ-
2607θύναι οὐδέποτε δίδονται, ἀφοῦ δὲν ἐδόθησαν οὔτε ὅταν τὸ
2608δημόσιον ταμεῖον ἐπτώχευσεν, οὔτε δι’ ὅσα ὑπέστημεν καὶ ἀπὸ
2609τοῦ 1878. Οὐδεὶς ἔδωκεν εὐθύνας· μόνον πρὸς τὸ θεαθῆναι ἐκ-
2610λέγονται ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπαὶ, διὰ νὰ ἐξα-
2611πατῶνται τὰ θύματα, καὶ οὐδὲν πλέον.
2612Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἡ ἱερὰ αὕτη στιγμὴ δὲν ἦναι
2613κατάλληλος, ἵνα ἐκφράσωμεν τὴν ἀγανάκτησιν ἡμῶν, ἵνα
2614ζητήσωμεν εὐθύνας τοὐλάχιστον ἠθικὰς, οὐδέποτε θὰ εὑρεθῇ
2615τοιαύτη. Ἀκριβῶς δὲ, διότι ἐσυνειθίσαμεν εἰς τὴν τερατω-
2616δεστάτην ταύτην κατάστασιν καὶ οὐδεὶς παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει
2617ὑπεύθυνος, — διότι ἀπὸ τοῦ Στέμματος δὲν δυνάμεθα νὰ ζη-
2618τήσωμεν εὐθύνας, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους, — ἀκρι-
2619βῶς διὰ τοῦτο ἐφθάσαμεν εἰς τὸν ὁριστικὸν ὄλεθρον, καὶ θὰ
2620ζητηθῶσι μὲν εὐθύναι, ἀλλὰ θὰ ζητηθῶσιν αὗται ἀπ’ εὐθείας
2621ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἤδη σπεύσατε εἰς ἀπελευθέρωσιν τῆς Θεσ-
2622σαλίας.
2623§56ΤΟΠΑΛΗΣ. Οὐδέποτε, Κύριοι, ἐπίστευον, ὅτι ἐν τοιαύτῃ
2624κρισίμῳ περιστάσει καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἡ Θεσσαλία στενάζει
2625ὑπὸ ζυγὸν, ὅτι ἠθέλομεν ἀπειληθῆ ὑπὸ κυβερνητικῆς μετα-
2626βολῆς. Δυστυχῶς ἠπατήθην. Ὡς Θεσσαλὸς Βουλευτὴς, δια-
2627μαρτύρομαι κατὰ τῆς ἐκβάσεως τῆς μετ’ ὀλίγον ψηφοφορίας,
2628ἣν ἀτυχῶς προβλέπω κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἥτις θὰ
2629ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα μόνον τὴν παρέλκυσιν τῆς συνομολογη-
2630θείσης εἰρήνης καὶ τὴν παράτασιν τῆς ὑποδουλώσεως τῆς
2631Θεσσαλίας, ἴσως δὲ καὶ μεγαλείτερα δεινά. Οὐχ ἧττον ὅμως
2632θὰ ἐξακολουθήσω τὴν πορείαν, ἣν ἐχάραξα ἀπὸ τῆς ὑποδου-
2633λώσεως τῆς ἐπαρχίας μου, μὴ ὑποτασσόμενος καὶ μὴ ἀνα-
2634μιγνυόμενος εἰς πολιτικὰ κόμματα καὶ εἰς πολιτικὰς διαμά-
2635χας, καὶ διὰ τοῦτο θέλω ἀρνηθῆ καὶ ἐγὼ ψῆφον.
2636§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ νὰ μὴ ἀναμιγνύησαι καὶ εἰς τὴν
2637Ἐθνικὴν Ἑταιρίαν.
2638§58Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας
2639ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἀναμιγνύεται εἰς πολιτικὰς διαμάχας, ὑπο-
2640δηλῶν διὰ τούτου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ἄλλοι Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ
2641ἀναμιγνυόμεθα εἰς πολιτικὰς διαμάχας καὶ θέλομεν ψηφίσει
2642κομματικῶς, μόνον καὶ μόνον διότι δὲν ἀνεχόμεθα τὴν παροῦ-
2643σαν Κυβέρνησιν λόγῳ ῥουσφετίων ἢ ἄλλων λόγων, διαμαρτύ-
2644ρομαι, καὶ δηλῶ ὅτι...
2645§59ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶναι, νομίζω, καιρὸς, εἰς ἣν κατάστα-
2646σιν εὑρισκόμεθα, νὰ συζητῶμεν ὅπως συζητοῦμεν.
2647§60ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Διατὶ, κύριε Κρίτσα; Ὅταν ἀπευ-
2648θύνηται μία ὕβρις, νὰ μὴ ἀπαντήσωμεν;
2649§61ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἔπρεπε νὰ ἀποβλέψητε εἰς τὴν σπουδαιό-
2650τητα τῶν περιστάσεων. Δὲν εἶναι πλέον καιρὸς διὰ κομμα-
2651τικὰ, ἐν ᾧ τὸ Κράτος χάνεται! πρὸς Θεοῦ! (χειροκροτή-
2652ματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
2653§62ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Προεκλήθημεν, Κύριε, ὑβρίσθημεν (θό-
2654ρυβος). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κύριος Κρίτσας, τὸ
2655ἐπέτυχε· τὰ χειροκροτήματα τῶν ἀκροατηρίων.
2656§63ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὰ
2657χειροκροτήματα.
2658§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐζητήθη ἡ ψηφοφορία κατ’ ὀνομα-
2659στικὴν κλῆσιν;
2660§65ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Βεβαίως.
2661§66ΔΑΛΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ
2662νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ δύο λέξεις, διότι, ὅσον σοβαρὰ εἶναι ἡ
2663κατάστασις, τόσον βαρεῖα εἶναι καὶ ἡ εὐθύνη τῆς ψήφου τῆς
2664Βουλῆς.
2665Καίτοι εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου
2666νὰ ἀρνηθῶ ψῆφον, δὲν συμφωνῶ μόνον ὡς πρὸς τὴν δικαιολο-
2667γίαν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ ἐκ Βόλου κ. συνάδελφος, διότι
2668ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐνταῦθα δὲν συνερχόμεθα οὔτε ὡς Βουλευταὶ
2669Θεσσαλίας, οὔτε ὡς Βουλευταὶ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὡς Βου-
2670λευταὶ τοῦ ἔθνους· ὥστε, ἐὰν ἀρνηθῶ ψῆφον, δὲν θὰ ἀρνηθῶ
2671διότι φρονῶ ὅτι θὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ ἐνδιαφέρουσα μόνον τοὺς
2672Θεσσαλοὺς—διότι τὰ αὐτὰ αἰσθήματα ἀναγνωρίζω πρὸς
2673πάντας τοὺς Ἕλληνας καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς,—
2674ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης προϋποθέτει
2675συζήτησιν εὐρεῖαν, ἀφοῦ δὲ παρὰ πάντων ἀνομολογεῖται, καὶ
2676παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρὰ τοῦ ἀρ-
2677χηγοῦ τῆς πλειονοψηφίας, καὶ παρὰ τῶν ἄλλων κ. Βουλευτῶν
2678τῶν λαβόντων τὸν λόγον, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς τοῦ ἐλέγχου,
2679παρὰ πλείστων δὲ ὑπεστηρίχθη μετὰ σοβαρότητος, ὅτι ἐπι-
2680ζήμιος εἶναι καὶ αὐτὴ ἡ ψηφοφορία, νομίζω ὅτι ψῆφος ἐμπι-
2681στοσύνης, διδομένη οὕτω, οὐδὲν δύναται νὰ ἔχῃ κῦρος εἰς
2682οἱανδήποτε Κυβέρνησιν. Ἄν εἰς ὅλως ἐξαιρετικὰς περιστάσεις
2683ἐδόθη τοιαύτη ψῆφος καὶ ἐχαρακτηρίσθη ὡς ψῆφος ἐμπι-
2684στοσύνης ἕνεκα τῶν περιστάσεων, κατ’ οὐσίαν ὅμως εἶναι ψῆ-
2685φος ἀνοχῆς. Τοῦτο δικαιολογεῖται ἐκ τῶν ἐξαιρετικῶν περι-
2686στάσεων, σήμερον ὅμως δὲν δικαιολογεῖται ψῆφος ἐμπιστοσύ-
2687νης, ὅταν δὲν τυγχάνῃ πεφωτισμένη· ὅταν δὲ λείπῃ τοῦτο, καὶ
2688ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔχῃ τὸ ἠθικὸν κῦρος. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐκεῖνοι,
2689οἵτινες θὰ προκαλέσωσι τὴν τοιαύτην ψῆφον ἐμπιστοσύνης,
2690πρέπει νὰ σκεφθῶσιν, ὅτι πρέπει νὰ συνοδεύωνται καὶ διὰ
2691τοῦ ἠθικοῦ κύρους, διὰ νὰ ἐνισχυθῶσιν ὡς Κυβέρνησις εἰς τὰς
2692ἐκτάκτους περιστάσεις, τὰς ὁποίας διανύει τὸ ἔθνος. Ἄλλως
2693τε, ὡς ὀρθῶς παρετήρησε καί τις τῶν συναδέλφων ἡμῶν,—ὁ
2694κ. Χατζόπουλος, νομίζω,—δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ τις
2695τίνος ἀντιπρόσωποι κατ’ οὐσίαν παριστάμεθα ἐνταῦθα, ἵνα
2696δώσωμεν Κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον. Εἶναι ἀναμφισβήτητον,
2697ὅτι μετὰ τὸ μέγα γεγονὸς τῆς ἥττης ἡμῶν, κατ’ οὐσίαν δὲν
2698εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, εἴμεθα κατὰ τύπους μό-
2699νον ἀντιπρόσωποι, ὑφιστάμεθα κατ’ ἀνάγκην διὰ τὴν λειτουρ-
2700γίαν τοῦ πολιτεύματος· διότι εἶναι ἱστορικῶς ἀποδεδειγμέ-
2701νον, ὅτι μετὰ τὰ μεγάλα γεγονότα γεννῶνται ἀμφιβολίαι,
2702ἂν αἱ Βουλαὶ ἀντιπροσωπεύουσι τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Καὶ
2703πραγματικῶς εἴμεθα καταδικασμένοι διὰ τὴν εὐθύνην, τὴν
2704ὁποίαν ἀνελάβομεν πάντες ἀνεξαιρέτως, δημιουργήσαντες
2705κατάστασιν, τῆς ὁποίας τ’ ἀποτελέσματα θρηνοῦμεν.
2706§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον.
2707Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τῆς
2708προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
2709Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
2710περὶ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ
2711παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2712(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
2713τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ἠλία
2714Ζέγγελη καὶ Ν. Γεωργακοπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον
2715πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2716Μιλ. Δάλλας ἀρν.Ι. Γρίβας Ο
2717Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ἀρν.Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο
2718Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Ο Περ. Ἀλεξάκης Ο
2719Ν. Σμόλενιτς Ν Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης
2720Δημ. Οἰκονομίδης Ο Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ο
2721Δημοσθ. Καΐρης Π. Λαμπρινόπουλος Ο
2722Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ν Χαρίλ. Τζανετάκης Ο
2723Κωνστ. Νεγρεπόντης Ο Γ. Λ. Πετροπουλάκης
2724Ἰωάννης Πετρίδης Ο Πολύμ. Ζαρίμπας Ο
2725Νικολ. Φαρμακόπουλος Ο Χρ. Μαστραπᾶς ἀρν.
2726Σωτήρ. Δανόπουλος ἀρν.Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ο
2727Χρ. Βότσαρης Ο Κ. Παπαμιχαλόπουλος ἀρν.
2728Κων. Γ. Καραπάνος ἀρν.Π. Ρίτσος Ο
2729Σπυρ. Βαρζέλης Ἀνδρ. Βασιλείου Ο
2730Νικόλαος Λεβίδης Ο Σπ. Τσιτσάρας
2731Κωνστ. Κολιάτσος Δημ. Χατζόπουλος ἀρν.
2732Δημοσθ. Σκυλίτσης Δημ. Βουλπιώτης ἀρν.
2733Ἀθ. Μουτσόπουλος Μιχ. Ἰατρίδης Ν
2734Ι. Δ. Καλλιφρονᾶς Ο Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ο
2735Ἀλέξ. Σπ. Σκουζές Ο Κ. Βοῦλτσος Ν
2736Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος Γ. Μελισσηνός Ο
2737Δημ. Γ. Ράλλης ἀρν.Διον. Μυλωνᾶς Ο
2738Ἀλέξ. Ψύλλας Ο Ἄγγ. Πετραλιᾶς ἀρν.
2739Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ο Χ. Στεφανόπουλος Ν
2740Γ. Τυπάλδος Κοζάκης Ο Γεώργ. Κρεστενίτης Ο
2741Ἀθ. Ἴσκος Γ. Παπακυριακόπουλος ἀρν.
2742Ν. Σκυλοδῆμος Ο Δημοσθ. Δόγκας Ν
2743Κωνστ. Τοπάλης ἀρν.Ἰω. Σισίνης
2744Νικ. Σχινᾶς ἀρν.Στέφ. Σκουλούδης ἀρν.
2745Γεώργ. Φιλάρετος ἀρν.Γεώργ. Πετούσης Ν
2746Νικ. Σταματιάδης Ἀριστομ. Βαλέττας ἀρν.
2747Ἰω. Γιαννακόπουλος ἀρν.Νικ. Νομικός Ο
2748Ἐπ. Μαυρομμάτης Ν Πέτρος Δελένδας Ο
2749Κωνστ. Πεταλᾶς ἀρν.Γ. Μαλέας Ν
2750Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο Γ. Νικολαΐδης Ο
2751Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ο Λεων. Δεληγεώργης ἀρν.
2752Θεόδ. Ζαΐμης Ο Μιλτ. Γουλιαμῆς Ο
2753Λεων. Πετιμεζᾶς Παν. Μερλόπουλος Ν
2754Γεώργ. Σιβιτανίδης Ο Περ. Μποῦτος Ο
2755Γιαννούσιος Τάκης Ἀλκ. Δεληγιάννης Ν
2756Νικ. Δαγρὲς Ο Ἀντ. Καρατζᾶς Ν
2757Κων. Φλέσσας Ν Πέτρ. Ταταράκης Ο
2758Ν. Σάλμας Ο Γεώργ. Κουλούρης Ο
2759Δημ. Τερτίπης Ν Ὄθων Μαῦρος
2760Ἰω. Παλάσκας Ἐλευθ. Μυκώνιος Ο
2761Ἰω. Σταμούλης Ν Μιλτ. Βαρότσης Ο
2762Κίμων Βελλίνης Ο Γεώργ. Σισμάνης
2763Ξενοφ. Τσαμαγκίδης Ν Γεώργ. Πλατανιώτης
2764Ἰωάν. Καζαμπάκας Ο Ἰω. Καναβὸς Ο
2765Ι. Στεφάνου ἀρν.Γ. Φαρμακόπουλος Ο
2766Παν. Λεβέντης Ο Μιχ. Π. Ἰατρὸς ἀρν.
2767Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ν Α. Πετσάλης Ο
2768Ν. Χατζηνικολῆς Ο Παῦλος Ραζέλος ἀρν.
2769Γεώργ. Κόρπας ἀρν.Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχάλ.Ν
2770Ἀχιλ. Ἀγάθος Κυπ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
2771Κωνστ. Βασιλάκης Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο
2772Ἰω. Σέχος ἀρν.Χαράλ. Κανελλόπουλος
2773Νικ. Βασιλάκης Παν. Λαμπρούλιας
2774Ἀθ. Παραμυθιώτης Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης
2775Γεώργ. Θεοτόκης ἀρν.Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς
2776Γεώργ. Καποδίστριας Θεόδ. Βελλιανίτης Ο
2777Δημ. Οἰκονόμου Ο Ἀνάρ. Σιμόπουλος ἀρν.
2778Σπ. Νοταρᾶς Ν Λ. Καραλίβανος
2779Ν. Ζούζουλας Ν Πανοῦρ. Πανουργιᾶς Ν
2780Κωνστ. Σκαρπέτης Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
2781Ἀριστ. Μεντζελόπουλος ἀρν.Ἀχ. Γεροκωστόπουλος Ο
2782Νικόλ. Βαλσαμάκης Ἰω. Τσερτίδης Ο
2783Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς Χρ. Τζῖνος Ο
2784Δημ. Σβορῶνος ἀρν.Δημ. Βότσης
2785Ἄθως Ρωμάνος Ν Πίνδ. Ἀντωνόπουλος ἀρν.
2786Διον. Καλούτσης Ο Παν. Σάκκης
2787Σπ. Ε. Στάκης Δημ. Ε. Καλογερόπουλος Ο
2788Χ. Κ. Βοζίκης Ο Νικ. Καράπαυλος
2789Νικ. Σταματόπουλος Ο Ἰω. Βρουώνης Ο
2790Θ. Πέῤῥος Ο Π. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
2791Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ο Νικόλ. Δημητριάδης ἀρν.
2792Δημοσθ. Μαουσάκης Ο Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ν
2793Δημοσθ. Ματάλας Ἀντ. Γουδῆς ἀρν.
2794Ἀριστ. Μελετόπουλος Ο Ἀθ. Λαδόπουλος Ο
2795Πέτρος Βαρβιτσιώτης Ν. Βαφειαδάκης Ο
2796Δημ. Πιπινόπουλος Ο Γ. Παγανέλης Ο
2797Χασὰν βέης Πετρεδὴ βέης Ἀλοΐσιος Τόμαν Ο
2798Φιλώτας Ἰσχύμαχος Ο Ν. Δρόσος Ο
2799Ἰω. Λάππας Ο Γρηγ. Μαυρομαρᾶς ἀρν.
2800Α. Ἀλεξανδρόγιαννος Ο Σωτ. Χατζηγάκης
2801Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο Νικ. Ταρμπάκης Ο
2802Π. Μπογδάνος Ο Κωνστ. Χατζηπέτρος Ο
2803Β. Βασιλειάδης ἀρν.Θεόδ. Κριεμάδης ἀρν.
2804Ἀθ. Εὐταξίας ἀρν.Εὐστ. Κοκκέβης Ο
2805Ἰω. Μπακόπουλος Ο Ν. Γεωργακόπουλος Ο
2806Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ο Σωτ. Σωτηρόπουλος ἀρν.
2807Φίλ. Βάρβογλης Ο Δημ. Καμαριώτης Ν
2808Ν. Τριανταφυλλάκος ἀρν.Διον. Σταῖκος Ο
2809Ἡλ. Ζέγγελης Ν Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ν
2810Λάμπρος Σινανιώτης Ο Σπ. Δεϊμέζης Ο
2811Ἰω. Βούτουνας Θεόδ. Λιμπρίτης Ο
2812Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
2813Θεόδ. Γκίκας Ο Δημ. Κρίτσας Ν
2814Παντελῆς Γκίκας Ο Μιχ. Κακαρᾶς Ο
2815Νικ. Τσαμαδὸς ἀρν.Γ. Ἀβέρωφ ἀρν.
2816Χριστόδουλος Στεριάδης Ο Κ. Βαρατάσης ἀρν.
2817Νικολ. Κοντογιάννης Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν
2818Κουρνᾶς Τράκας Ο Ἰω. Α. Κανάρης Ο
2819Νικ. Χατζῖσκος Ν
2820§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 164. Ἐκ τούτων 31
2821εἶπον Ναί, 93 εἶπον Ὄχι, καὶ 40 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομέ-
2822νως ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
2823§69ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ λύσητε τὴν συνεδρία-
2824σιν, κύριε Πρόεδρε, διότι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας
2825συνεπάγεται ὑπουργικὴν κρίσιν.
2826§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πότε νὰ κληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς συνεδρίασιν;
2827§71ΡΑΛΛΗΣ. Πρὶν ἢ σχηματισθῇ ἡ νέα Κυβέρνησις δὲν θὰ
2828κληθῇ.
2829§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2830Ὥρα 10 καὶ 45′ μ. μ.