1897.08.18
1,026 rows · 7,823 words · 64 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65
Τῆς 18 Αὐγούστου 1897.
(Δευτέρα)
Ὥρα 5 καὶ 45′ μ. μ.
(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 137. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ διορθωθέντα συμφώνως πρὸς παρατηρήσεις τοῦ βουλευτοῦ Βόλου κ. Γ. Φιλαρέτου ἐπικυροῦνται).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ λύπης ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν θάνατον τοῦ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτοῦ Νικολάου Γκουζούλη, ἐπισυμβάντα καθ’ ὃν χρόνον ἡ Βουλὴ ἤργει. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀπέστειλε συλλυπητήριον γράμμα πρὸς τὴν χήραν αὐτοῦ. Ἀπεστάλησαν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὰ πρακτικὰ τῆς ἄρτι ἐνεργηθείσης ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος. Παρακαλῶ τὰ μέλη τοῦ Ϛʹ τμήματος νὰ συνέλθωσι πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς καὶ σύνταξιν τῆς οἰκείας ἐκθέσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§3Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε, Κύριοι, τὴν 19 παρελθόντος Ἀπριλίου, ἀναλαβόντες τὴν ἀρχήν, παρεκαλέσαμεν ὑμᾶς ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διακόψητε τὰς ὑμετέρας συνεδριάσεις, οὐδόλως ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον μακρὸν χρόνον ἦτο δυνατὸν νὰ στερηθῇ ἡ Πολιτεία τῆς ὑμετέρας συνδρομῆς. Παρήλθον ἔκτοτε μῆνες ἀκριβῶς τέσσαρες, καθ’ οὓς κατ’ ἐξακολούθησιν συνεκομίσαμεν ἀτυχοῦς πολέμου τὰς συμφοράς, συμπληρωθείσας διὰ μακρᾶς καὶ ὀδυνηρᾶς περιόδου ἀνακωχῆς. Καὶ ἐν τούτοις καὶ σήμερον ἔτι δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὑμῖν, Κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ δηλώσω πρὸς τὴν χώραν, ὅτι ἡ περίοδος αὕτη τῶν δοκιμασιῶν παρῆλθεν. Ἀμέσως μετὰ τὴν μεσολάβησιν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, εἰς ἓν ἐπεδόθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἓν ἐθεώρησεν ὡς καθῆκον αὑτῆς, νὰ προσπαθήσῃ διὰ παντὸς μέσου νὰ διαφωτίσῃ τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, εἰς ἃς ἐνεπιστεύθη τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, ὡς πρὸς τοὺς ὅρους, οὓς ἐπέβαλεν αὐτῇ ὁ ἀτυχὴς πόλεμος, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ συντομεύσῃ τὸν χρόνον τῶν διαπραγματεύσεων, ἐπισπεύδουσα τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης. Καίτοι δὲ μετὰ φορτικότητος ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον, ὃ ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καίτοι πᾶσα κατεβλήθη προσπάθεια ἐκ μέρους τῶν Δυνάμεων, εἰς ἃς εὐγνωμοσύνην ὀφείλει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν συμφερόντων του, οὐχ ἧττον καὶ σήμερον δὲν δύναμαι νὰ ἀναγγείλω ὑμῖν, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὸν λιμένα. Κατὰ τὰς τελευταῖον γενομένας ἡμῖν ἀνακοινώσεις, προσέκοψαν πάλιν αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6, τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας παρὰ τοῦ ἐχθροῦ. Ἡ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου διαφορὰ τῶν γνωμῶν συνεπάγεται χρονοτριβὰς καὶ παράτασιν τῆς περιόδου τῶν δοκιμασιῶν τῆς χώρας. Δικαία ἡ ἐντεῦθεν ἀδημονία καὶ ὑμῶν καὶ τῆς χώρας, καὶ οὐδὲ δύναμαι νὰ θεωρήσω ὡς μὴ δικαίαν καὶ τὴν ἀξίωσιν, ὅπως ἐπὶ τέλους ἡ Κυβέρνησις ἐκθέσῃ μετὰ πάσης ἀκριβείας καὶ μετὰ πάσης λεπτομερείας, τί ἔπραξε καὶ εἰς τί ἀποτέλεσμα κατέληξαν αἱ προσπάθειαι αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ ἐκκρεμότης τοῦ ζητήματος καὶ τὸ ἐμπιστευτικὸν τῶν ἀνακοινώσεων φράττουσι τὸ στόμα ἡμῶν. Πρὸ τοιαύτης δ’ εὑρισκόμενοι δυσχερείας καὶ οὐδόλως δυνάμενοι νὰ συντελέσωμεν, ὅπως ἐπιτελέσητε τὸ καθῆκον, ὃ ἔχετε ἐκ τοῦ πολιτεύματος, νὰ ἐνασκήσητε τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ σήμερον δὲν ἠθέλομεν καλέσει ὑμᾶς, ἂν μὴ τιμαλφῆ συμφέροντα τοῦ Κράτους, τιμαλφῆ συμφέροντα τῆς χώρας δὲν ἐπέβαλλον τὴν ἄμεσον αὐτῶν ἀντίληψιν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ὁ νόμος περὶ παρακρατήσεως τῆς σταφίδος, ψηφισθεὶς δι’ ἓν ἔτος, δὲν ἰσχύει ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, καὶ ἐκτὸς τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ἀμέσως ἤθελε κληθῆ ἡ Βουλὴ πρὸς ἐπανάληψιν τῶν συνεδριάσεων αὑτῆς, ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἐγκυκλίου, ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ὑπάρχει ἕτερον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν ν’ ἀσφαλισθῶσιν εἰς τὴν πολύτιμον παραγωγὴν ἡμῶν ἐκεῖναι αἱ τιμαὶ, εἰς τὰς ὁποίας ἐσχάτως ἔφθασε διὰ τῆς παρακρατήσεως. Ὅπως ἔχουσι νῦν τὰ τῆς ἐμπορίας τῆς σταφίδος, ἐπὶ μακρὸν χρόνον, καὶ κατὰ τοὺς ξένους ἀκόμη, καὶ κατ’ αὐτοὺς τοὺς καταναλωτὰς, ἡ ἐμπορία αὐτῆς ἔχει ἀνάγκην τῆς προστασίας τῆς παρακρατήσεως, ἠθέλομεν δὲ σφάλει εἰς τὰ καίρια, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἠθέλομεν ἀφήσει τὴν ἐμπορίαν αὐτῆς ἔκθετον. Τὴν γνώμην μου ἐσχημάτισα ἐξ ὅλων ἐκείνων τῶν μακρῶν τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἐκ πασῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ παρὰ τῶν ξένων ἀγορῶν, παρὰ ταῖς ὁποίαις διαπραγματεύεται τὸ προϊόν ἡμῶν. Διὰ τοῦτο ὡς πρώτην ἐργασίαν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν μᾶλλον ἐπείγουσαν θεωρῶ τὸ νὰ ἐπιληφθῇ αὕτη τῆς ἐξετάσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑπεβλήθη καὶ τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν παράτασιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ παρακρατήσεως. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο περιλαμβάνει τρεῖς διατάξεις, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ δύο οὐδὲν τὸ ἐπεῖγον ἔχουσι, μάλιστα, κατ’ ἐμὲ, καθιστῶσιν, ἐπιψηφιζόμεναι, καὶ ἀπειλήν τινα κατὰ τῶν τιμῶν τῶν σημερινῶν τῆς σταφίδος, ὡς περιλαμβάνουσαι τὴν ἄδειαν τῆς ἐκποιήσεως τοῦ παρακρατηθησομένου καὶ τοῦ ἤδη ἐν ταῖς ἀποθήκαις εὑρισκομένου καρποῦ. Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι ἐκ τῶν τριῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν, δυνάμεθα κάλλιστα νὰ παραλείψωμεν τὰς δύο, ψηφίζοντες τὴν πρώτην, τροποποιουμένην κατὰ λόγον τῆς διαφορᾶς τοῦ χρόνου τῆς ὑποβολῆς καὶ τῆς ψηφίσεως. Ἕτερον ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀσχοληθῇ, Κύριοι, εἶναι ἡ ἐπιψήφισις τῶν δύο δωδεκατημορίων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους, τῶν δωδεκατημορίων τῶν ἐπερχομένων μηνῶν Σεπτεμβρίου καὶ Ὀκτωβρίου. Ἡ δικαιολογία τῆς αἰτήσεως ταύτης εἶναι πρόχειρος. Ἄνευ αὐτῶν διοίκησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ. Ἀλλ’ ἐλέχθη ὅτι ἐπιψήφισις τῶν δωδεκατημορίων ἐμφαίνει ἐμπιστοσύνην ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς ἣν χορηγεῖ τὰ δωδεκατημόρια. Καὶ ὀρθῶς, Κύριοι· τοιαύτην δὲ καὶ ἡμεῖς ἀποδίδομεν ἔννοιαν, ζητοῦντες παρ’ ὑμῶν τὴν ἐπιψήφισιν τῶν δύο δωδεκατημορίων. Καὶ ἴσως θὰ ἐθεωροῦμεν τὴν περίστασιν τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ ἀρκεσθῶμεν εἰς τοιαύτην ψῆφον. Διότι εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι παρῆλθε τὸ στάδιον τὸ ὀξὺ τῶν κινδύνων διὰ τὴν χώραν, ἀλλὰ διανύομεν ἔτι περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν πολλοὶ καὶ ποικίλοι εἶναι οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους διατρέχει αὕτη, διατρέχει τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον αὐτῆς. Μόνον δὲ Κυβέρνησις περιβεβλημένη δι’ ὅλης τῆς ὑμετέρας ἐμπιστοσύνης, μόνον Κυβέρνησις ἀμέριστον ἔχουσα τὴν ὑμετέραν ὑποστήριξιν εἶναι δυνατὸν νὰ προασπίσῃ τὰ ποικίλα ταῦτα συμφέροντα τῆς χώρας, τὰ ἀμέσως ἀπειλούμενα. Ἐν ἐπιγνώσει διατελοῦντες καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου τῶν κινδύνων τούτων, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἠθέλομεν ἀνεχθῆ νὰ μείνωμεν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἠθέλομεν ἔχει τὴν ἀμέριστον ὑποστήριξιν ὑμῶν, δι’ ἧς καὶ μόνης εἶναι δυνατὸν νὰ καταστῶμεν ἐπαρκεῖς, ὅπως ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Οἱ ὅροι τῆς εἰρήνης θὰ ὦσιν ἐπαχθεῖς, καὶ οὐδὲ πρέπει νὰ πλανώμεθα ὡς πρὸς αὐτούς. Ἀλλὰ θὰ ἀποβῶσιν ἐπαχθέστεροι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν Κυβέρνησις ἄνευ κύρους ἤθελε διαπραγματευθῆ αὐτούς. Ἂν ὑπομνήσω ὑμῖν, ὅ,τι εἶναι κοινῶς ἄλλως γνωστὸν, ἂν ὑπομνήσω ὑμῖν, ὅτι προσπάθειαι κατεβλήθησαν εἰς τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης νὰ παρεμβληθῶσι ζητήματα ἀλλότρια πρὸς αὐτὴν, θέλετε ἔχει ἀκριβῆ ἀντίληψιν τῆς ἐννοίας τῶν λόγων μου. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, Κύριοι, ὁ τοσαῦτα παθὼν, ὁ τοσαῦτα ὑπομείνας, ὁ ἀποδείξας τοσαύτην ἀντοχὴν καὶ ὑπομονὴν, τοσαύτην τὴν μακροθυμίαν, ἀλλὰ καὶ τοσαύτην τὴν μετριοπάθειαν καὶ τὴν νομιμοφροσύνην, δύναται καὶ σήμερον ἔτι, μετὰ τὰς καταστροφὰς ἀτυχοῦς πολέμου, νὰ ἀποβλέψῃ ἐπὶ μέλλον εὐτυχὲς, ἐμπιστευθεὶς δὲ εἰς ὑμᾶς τὰς τύχας του, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ παρ’ ὑμῶν, ὅπως μὴ ἀφήσητε τὰ συμφέροντά του ἀνυπεράσπιστα, εἰς τοῦτο δὲ ἤθελεν ἀγάγει ἡ μέθοδος τῶν Κυβερνήσεων ἀνοχῆς.
§4ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀγορεύων πρὸ ἐμοῦ, ἐξέθηκεν, ὁ κύριος λόγος, δι’ ὃν ἡ Κυβέρνησις παρεκάλεσεν ὑμᾶς νὰ ἐπαναλάβητε τὰς συνεδριάσεις, ἀνάγεται εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς εἰς εἶδος φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου. Ὡς γνωστὸν, ἀπὸ τῆς 23 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. ὑπεβλήθη παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως νομοσχέδιον, καθ’ ὃ παρατείνεται καὶ ἐπὶ τῆς ἐφετεινῆς σταφιδοπαραγωγῆς ἡ ἰσχὺς τοῦ κατὰ τὰ δύο παρελθόντα ἔτη ἐπικρατήσαντος συστήματος τῆς παρακρατήσεως. Ἕνεκα ὅμως τῶν γνωστῶν ἐκτάκτων περιστάσεων τῆς χώρας οὔτε ἡ Βουλὴ οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἠδυνήθησαν νὰ ἀσχοληθῶσιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ πολύτιμον τοῦτο ἑλληνικὸν προϊὸν ἀπέδωκεν ἀρχῆθεν τὴν προσήκουσαν σπουδαιότητα, καὶ παρηκολούθησε μετ’ ἀδιαπτώτου ἐνδιαφέροντος τὴν ἐξέλιξιν πασῶν τῶν περιστάσεων, πρὸς ἃς συνδέεται ἡ τύχη τοῦ προϊόντος τούτου. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, εἴπερ τις καὶ ἄλλη, φρονεῖ πεποιθότως, ὅτι τοῦ προϊόντος τούτου ἡ τύχη συνδέεται στενῶς ὄχι μόνον πρὸς τὴν τύχην τῆς πολυπαθεστάτης καὶ παραγωγικωτάτης κοινωνικῆς ἡμῶν τάξεως, τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ πρὸς τὴν ἐν γένει οἰκονομίαν τῆς χώρας. Ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισεν, εὐθὺς ὡς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν, νὰ παρακολουθήσῃ τὴν σταφιδοπαραγωγὴν τοῦ τρέχοντος ἔτους, νὰ συγκεντρώσῃ πάντα τὰ στοιχεῖα, πάσας τὰς πληροφορίας, πάσας τὰς γνώμας καὶ τὰς παρατηρήσεις τῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀσχολουμένων, διότι ἐφρόνει, ὅτι ἤθελον ἐπαναληφθῆ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐνωρίτερον, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον αὐτῆς προσάγουσα ἴδιον νομοσχέδιον περὶ παρακρατήσεως. Δυστυχῶς αἱ περιστάσεις τῆς χώρας δὲν ἐπέτρεψαν τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐν χρόνῳ ἐπιτρέποντι οὐ μόνον τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν τὴν ἀναγκαίαν προπαρασκευὴν πρὸς ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τοῦ συστήματος διὰ τὴν παραγωγὴν τοῦ 1897. Ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ διατηρήσῃ ἄρτιον καὶ ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διὰ μέτρου διοικητικοῦ, τὸ ὁποῖον παρήγγειλα νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τὰς ὀλίγας ἡμέρας, αἱ ὁποῖαι ἐπρόκειτο νὰ μεσολαβήσωσι μέχρις οὗ ἐπαναλάβῃ τὰς συνεδριάσεις ἡ Βουλή. Δυστυχῶς τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἐκρίθη ἐπαρκὲς οὔτε ὑπὸ τῶν παραγωγῶν, οὔτε ὑπὸ τῶν καταναλωτῶν, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἀφορῶσα εἰς τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσι τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρακαλέσῃ ὑμᾶς νὰ συνέλθητε ἀκριβῶς καθ’ ἣν ἡμέραν ἔληγεν ἡ χρονικὴ διάρκεια τοῦ νόμου ͵ΒΥΚΕʹ τῆς 6 Μαΐου 1896 περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου. Περὶ τοῦ συστήματος τῆς ἀποταμιεύσεως καὶ διαχειρίσεως τοῦ ὑπὸ παρακράτησιν σταφιδοκάρπου πολλαὶ ἐπικρατοῦσι γνῶμαι, καὶ πολλαὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν γνῶμαι. Ἀλλὰ σήμερον ὁ καιρὸς δὲν ἐπιτρέπει συζητήσεις ἐπὶ τοιούτων θεμάτων. Σήμερον ἐπιβάλλεται ἓν καὶ μόνον, ἡ συνέχεια τοῦ κατὰ τὰ παρελθόντα δύο ἔτη ἐφαρμοσθέντος συστήματος τῆς παρακρατήσεως, διὸ ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, τοῦ μείναντος ἐκκρεμοῦς ἕνεκα τῶν περιστάσεων, ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου. Τὸ ἄρθρον, ὡς ὑπεβλήθη καθ’ ὃν χρόνον ὑπεβλήθη, εἶχε καλῶς, ἀλλὰ σήμερον νομοθετοῦμεν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς διετίας, καθ’ ἣν ἴσχυσε τὸ σύστημα τῆς παρακρατήσεως, ἑπομένως ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν τροπολογία ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἡ ὁποία τυπωθεῖσα θέλει διανεμηθῆ πρὸς ὑμᾶς ἀμέσως. Περὶ πάντων τῶν ἄλλων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἐκποίησιν τῆς εἰς τὰς ἀποθήκας εἰσηγμένης ἢ εἰσαχθησομένης σταφίδος, περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀποταμιεύσεως, ἥ τε Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἔχουν τὸν καιρὸν νὰ συζητήσωσι κατὰ τὴν προσεχῆ ἐπανάληψιν τῶν συνεδριάσεων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ θέμα ἀφορᾷ καὶ τὴν σταφιδοπαραγωγὴν ἐν τῷ συνδυασμῷ πρὸς τὸ σύστημα τῆς παρακρατήσεως, ὀφείλω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶχον γεννηθῆ ζητήματά τινα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ συστήματος κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν τοῦ δημοτικοῦ φόρου τοῦ εἰς τὰς ἀποθήκας εἰσαγομένου σταφιδοκάρπου. Καὶ ὁμολογουμένως δῆμοί τινες, τῶν ὁποίων οἱ φόροι ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου εἰσπράττονται εἰς τὰ τελωνεῖα, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εἰσπράξωσι δημοτικὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰς τὰς ἀποθήκας εἰσαχθέντος σταφιδοκάρπου. Δὲν ἐζημιώθησαν μόνον οἱ δῆμοι, ἀλλὰ παρεβιάσθησαν καὶ κεκτημένα δικαιώματα τῶν δανειστῶν τῶν δήμων, ἰδίως δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς τὴν ὁποίαν διὰ νόμου ἡ Πολιτεία ὑπεσχέθη τὴν μὴ μείωσιν τῶν δημοτικῶν προσόδων, τῶν ἐκχωρηθεισῶν αὐτῇ πρὸς ἀσφάλειαν τῶν δανείων της. Ἔχομεν τὴν σύμβασιν τῆς 8 Ὀκτωβρίου 1880, κυρωθεῖσαν διὰ τοῦ νόμου ΩΞΖʹ τοῦ 1880. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον 8 τῆς συμβάσεως ταύτης, τῆς συνομολογηθείσης μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης προστίθεται καὶ ἡ χορήγησις δανείων εἰς τοὺς δήμους, εἰς τὰς Λιμενικὰς ἐπιτροπὰς, εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἐν γένει εἰς πᾶν νομικὸν πρόσωπον, ἔχον ἐκ νόμου εἰδικὰς προσόδους, ἐπὶ ἐκχωρήσει δημοτικῶν, λιμενικῶν, ὁδικῶν ἢ ἄλλων ἐκ νόμου εἰδικῶν προσόδων. Αἱ πρόσοδοι αὗται δὲν δύνανται νὰ ἐλαττωθῶσι διὰ νόμου, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξωφλήθη ὁλοσχερῶς τὸ δάνειον...» Ὁμοία διάταξις ἀναγράφεται καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τῆς ἀπὸ 2 Δεκεμβρίου 1896 συμβάσεως μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης, κυρωθείσης διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΥΞΑʹ τῆς 8 Ἰανουαρίου 1897. Εἴχομεν λοιπὸν παραστάσεις καὶ ἐκ μέρους τῶν δήμων καὶ ἐκ μέρους τῶν χορηγησάντων πρὸς τοὺς δήμους τούτους δάνεια ἐπὶ ἐκχωρήσει τῶν φόρων τούτων. Ἐνομίσαμεν, ὅτι ἦτο εὐκαιρία νὰ προβάλωμεν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νομοσχέδιον, προνοοῦν περὶ τούτου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τυπωθὲν ἤδη, θέλει διανεμηθῆ εἰς ὑμᾶς, ὅπως λάβητε γνῶσιν αὐτοῦ. Εἰς ἕνα τῶν δήμων τοῦ Κράτους, τὸν δῆμον Λετρίνων, εἰδικὸς νόμος ἐχορήγησε τὸ δικαίωμα, ὅπως διὰ πρωτοκόλλου ὑπογραφομένου ἀπὸ τὸν μισθωτὴν καὶ ἀπὸ τὸν εἰσάγοντα εἰς τὸν δῆμον τοῦτον σταφιδόκαρπον ἐξ ἄλλων δήμων βεβαιοῦται ὁ εἰσαγόμενος σταφιδόκαρπος. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἐνστάσεις καὶ εἰς παράπονα τῶν ἐξ ἄλλων δήμων εἰσαγόντων σταφιδόκαρπον, διότι ὁ ἐκμισθωτὴς τοῦ δημοτικοῦ φόρου Λετρίνων ἀρνεῖται νὰ ὑπογράψῃ τὸ τοιοῦτον πρωτόκολλον καὶ νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἀναγκαῖον πιστοποιητικόν. Οὕτω δὲ ὑπεβλήθη εἰς διπλοῦν δημοτικὸν φόρον σταφιδόκαρπος προερχόμενος ἐξ ἄλλων δήμων. Καὶ τούτου τοῦ ἀδίκου τὴν διόρθωσιν ἐπαγγέλλεται ἕτερον νομοσχέδιον, ὑποβαλλόμενον παρ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξέθηκεν ὑμῖν, τὰ δωδεκατημόρια τὰ χορηγηθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐξικνοῦντο μέχρι τέλους τοῦ τρέχοντος μηνὸς Αὐγούστου, ἤθελε δὲ εἶσθαι ἐντελῶς ἔκθεσμον καὶ ἄτοπον, ἂν ἐν τῇ συναντήσει τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Βουλῆς δὲν προεκαλεῖτο αὕτη νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν δύο δωδεκατημόρια, ἵνα δυνηθῇ αὕτη νὰ διοικήσῃ, διότι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας εἰσερχόμεθα εἰς τὸν μῆνα Σεπτέμβριον, ἄνευ δὲ τῆς ψηφίσεως τῶν δωδεκατημορίων θ’ ἀπέβαινον ἔκθεσμοι καὶ αἱ εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἡ πληρωμὴ τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ὑπάρχουσι δημόσιαι δαπάναι ἀνεπίδεκτοι ἀναβολῆς. Ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ κατεπειγούσης δαπάνης, ἀναγομένης εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1896, δηλ. περὶ δαπάνης ἀφορώσης εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἤθελον ἀποφύγει τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1896, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ δαπάνη αὕτη ἐγένετο ἤδη καὶ πρέπει νὰ τακτοποιηθῇ διὰ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἀπαιτουμένων χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 1,887,800, ἐξ ὧν μόνον 23,000 ἀνάγονται εἰς ἄλλα κεφάλαια, αἱ λοιπαὶ δὲ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἵνα ὑποβάλῃ τὴν γνωμοδότησίν της καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν δύο δωδεκατημορίων καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς πιστώσεως. Γινώσκετε τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος συνώδευσε τρὶς ἤδη τὰ ψηφισθέντα διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1897 ὑπὸ τῆς Βουλῆς δωδεκατημόρια. Κατὰ τὸν τύπον τοῦ νόμου τούτου, αἱ δαπάναι ἐνεργοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πιστώσεων τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν, καὶ συνάμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων ἢ γενησομένων ἐντὸς τῆς ἐκτάκτου ταύτης συνόδου δηλώσεων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεις, διὰ τῶν ὁποίων προσετέθησαν πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 29,000,000. Ἐν τῷ διαστήματι τῷ τετραμήνῳ, κατὰ τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται τὴν ἐξουσίαν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, πιστώσεις τινὲς, ἰδίως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκεῖς, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη, ἀκολουθοῦσα τὸ σύστημα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, νὰ ποιήσηται δηλώσεις πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων νὰ προέλθῃ εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς ἀνάγκης ἐπιβληθείσας δαπάνας. Αἱ δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐποιήσατο, προβάλλουσιν αὔξησιν πιστώσεων κατὰ 7,478,250 δραχ. ἐκ τῶν ὁποίων 4,455,000 ἀνάγονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, 400,000 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, 1,900,000 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν 613,750 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ 109,500 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ πλὴν τῶν δηλώσεων τούτων, αἱ ὁποῖαι ἐπίσης τυπωμέναι θέλουσι διανεμηθῆ εἰς ὑμᾶς, ὑποβάλλω σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν δύο δηλώσεις, τὴν μίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ δραχμῶν 1,920,317, καὶ τὴν ἑτέραν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ 40,000 διὰ τόκον καὶ χρεωλύσιον τῶν νέων κερματικῶν γραμματίων. Οὕτω πᾶσαι αἱ δηλώσεις, αἱ ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως γενόμεναι, αὐξάνουσι τὰς πιστώσεις κατὰ 9,438,567 δραχμάς. Λαμβανομένων δὲ ὑπ’ ὄψει καὶ τῶν δηλώσεων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, πᾶσαι αἱ πιστώσεις, αἱ ἀναγραφεῖσαι εἰς τὰς δηλώσεις τῆς προκατόχου καὶ εἰς ὁμοίας τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, αὐξάνουσι τὰς πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1897 κατὰ 38 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ πλὴν τούτων ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μίαν δήλωσιν περὶ προσθήκης εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1897 ἐκ δραχ. 43,750 ὡς ἐκ τῆς γενομένης ὑπὸ τῶν κληρονόμων Γ. Ζαρίφη ἐκχωρήσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν ἐπὶ ἑνὸς κτήματος (τσιφλικίου) ἐν Θεσσαλίᾳ, τοῦ ὁποίου τὰ εἰσοδήματα εἶναι προωρισμένα διὰ τὴν συντήρησιν τῶν Ζαριφείων ἐν Φιλιππουπόλει Διδασκαλείων, κατὰ τὴν νόμῳ κυρωθεῖσαν περὶ τούτου σύμβασιν. Οἱ πίνακες τῶν γενομένων δηλώσεων συνοδεύονται ὑπὸ συντόμου εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, κατὰ ταύτην δὲ, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 ἀναγράφονται πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 93 ἑκατομμυρίων, προστίθενται 38,622,000, καὶ οὕτω πᾶσαι αἱ πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897 ἀναβιβάζονται εἰς 132,374,580. Ὀφείλω ὅμως νὰ προσθέσω, πρὸς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, ὅτι καὶ ἄλλαι πιστώσεις, ἰδίως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνδεικνύουσι τὴν ἀνάγκην αὐξήσεως προσθέτου. Οἴκοθεν ἐννοεῖται, ὅτι καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὅταν ἐποιεῖτο τὰς δηλώσεις εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ παροῦσα, ὅταν προέβη εἰς τὰς δηλώσεις τὰς γνωστὰς, δὲν ἐφαντάζοντο ὅτι ἤθελε παραταθῆ ἡ ἐμπόλεμος κατάστασις τῆς χώρας μέχρι σήμερον. Ὥστε, ἂν ἡ κατάστασις αὕτη παραταθῇ ἐπί τινα ἀκόμη χρόνον, οὐδεμία ὑφίσταται ἀμφιβολία, ὅτι καὶ ἄλλαι πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν θὰ παρουσιάσωσι τὴν ἀνάγκην προσθέτου δηλώσεως. Εὐκταῖον εἶναι πρὸ τῆς λήξεως τοῦ χρόνου, εἰς ὃν ἀφορῶσι τὰ δύο δωδεκατημόρια, νὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, ἔστω καὶ ἂν οὗτος ἦναι πλέον ἀπολογισμὸς κατὰ τὰ 10/1. Ἐπὶ τῶν δηλώσεων τούτων οὐδεμία προκαλεῖται τῆς Βουλῆς ἀπόφασις. Ὑποβάλλω μόνον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παράκλησιν, ὅπως τὸ Προεδρεῖον ἀνακοινώσῃ ἐπισήμως τὰς δηλώσεις ταύτας εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅπως μὴ παρεμβάλλωνται προσκόμματα κατὰ τὴν θεώρησιν τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται ἐπὶ τῶν πιστώσεων, αἵτινες προσετέθησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια, ὡς καὶ ἡ τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρακρατήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ αἱ δηλώσεις, θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 552–577).
§6ΣΠ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι ἀναγεγραμμένη ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Μαρτίου ἡ ὑποβληθεῖσα παρ’ ἐμοῦ πρότασις νόμου περὶ εἰσφορᾶς καὶ διαθέσεως τοῦ παρακρατουμένου σταφιδοκάρπου, ἣν ἐτροποποίησα ἤδη διὰ τῆς μειώσεως τοῦ παρακρατητέου ποσοῦ ἀπὸ 15 εἰς 10%, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης ἐφέτος ὡς ἐκ τοῦ περινοσπόρου καὶ ἄλλων καιρικῶν αἰτιῶν μειώσεως τῆς ἐσοδείας. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως στέρξῃ νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασίς μου αὕτη μαζῆ μὲ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡς τροπολογία.
§8ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Προσέτι θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν τελευταίαν περὶ καταβολῆς ὑπὸ τῶν ἐμπόρων χρηματικῆς ἐγγυήσεως διὰ τὴν ἐξαγομένην σταφίδα ἐγκύκλιόν του, ὡς ἐπηρεάσασαν ἐπιζημίως τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος, νὰ δοθῇ δὲ τὸ δικαίωμα νὰ καταβάλληται ἡ ἐγγύησις εἰς εἶδος, πρὸς εὐκολίαν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν παραγωγῶν καὶ ὑπερτίμησιν τῆς σταφίδος.
§9Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καταθέτω τηλεγράφημα ἐκ Καλαῤῥυτῶν, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ δοθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Πραγματεύεται περὶ λαθρεμπορίου ἀξίας 15,000 δραχμῶν.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκε πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι τῷ ὄντι ἄξια τῆς μελέτης αὐτῆς. Ἐξεταζόμενα ὅμως κατὰ τὴν ὑφὴν αὐτῶν καὶ τὴν οὐσίαν, δύνανται νὰ διακριθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας, εἰς ἔργα διοικήσεως καὶ εἰς ἔργα πολιτικῆς. Τὰ νομοθετήματα περὶ τῆς φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου, ὡς καὶ τὰ συναφῆ μὲ τὸ νομοθέτημα τοῦτο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα σκοποῦσι νὰ κανονίσωσι τὰς σχέσεις τῶν δήμων μὲ τὰς Τραπέζας, παρὰ τῶν ὁποίων ἐδανείσθησαν χρήματα ἐπὶ ὑποθήκῃ ἢ ἐνεχύρῳ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἰσπράττουσιν ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου, εἶναι νομοσχέδια διοικήσεως, οὐδ’ ἔχουσι πολιτικὸν χαρακτῆρα. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἡμεῖς θέλομεν ψηφίσει, τοὐλάχιστον ἐκεῖνοι, μετὰ τῶν ὁποίων ἐγὼ ἠδυνήθην νὰ ἀνταλλάξω τὰς ἰδέας μου κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, ἢ μετὰ τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνταλλάξει κατὰ τὸ παρελθὸν τὰς ἰδέας μας. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας δύο δωδεκατημορίων εἶναι νομοσχέδιον προϋπολογισμοῦ, εἶναι προϋπολογισμὸς, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς εἶναι νομοθέτημα πολιτικόν. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπρόβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ψῆφος, ἡ διδομένη εἰς τὸ νομοσχέδιον τῶν δύο δωδεκατημορίων, ὡς ψῆφος διδομένη ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι ψῆφος ἐμπιστοσύνης, εἶναι παρατήρησις ὀρθή, διότι ἡ ἄρνησις τῆς χορηγίας τῶν δύο δωδεκατημορίων εἶναι ἄρνησις τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται ἀναποφεύκτως διὰ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, ἐνῷ ἡ χορηγία τῶν δύο δωδεκατημορίων εἶναι χορηγία τῶν μέσων τῶν ἀναγκαιούντων, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθήσῃ νὰ κυβερνᾷ καὶ νὰ διοικῇ τὴν χώραν. Ἡμεῖς καὶ τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλομεν ψηφίσει, ἑπόμενοι εἰς τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν 19 Ἀπριλίου, ἰδίῳ ἐμοῦ ὀνόματι καὶ ὀνόματι τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, τῶν ὁποίων ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ διερμηνεύω τὸ φρόνημα. Κατὰ τὴν 19 Ἀπριλίου ἐδηλώσαμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡμεῖς δὲν θέλομεν ἀκολουθήσει τὰς παραδόσεις, τὰς ὁποίας ἡ λειτουργία τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων ἐν πάσαις ταῖς χώραις καθιέρωσεν. Αἱ παραδόσεις αὗται ἐπέβαλον τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ κατερχόμενοι τῆς Ἀρχῆς νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἢ ἂν τοιαῦται δὲν ὑπῆρχον, νὰ ἀποτελῶσιν αὐτοὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἡ παράδοσις αὕτη εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι οὕτω μόνον δύναται νὰ ὑπάρξῃ διηνεκὴς καὶ πλήρης ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, νὰ λειτουργῇ δὲ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα κατ’ οὐσίαν ὀρθῶς. Ἡμεῖς εἴπομεν πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν 19 Ἀπριλίου, ὅτι αἱ παροῦσαι τῆς πατρίδος περιστάσεις εἶναι ὅλως ἔκτακτοι καὶ ὅλως ἰδιόῤῥυθμοι, διότι ἡμεῖς συγκαλούμεθα, ἵνα ἐνασκήσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, καθ’ ὃν χρόνον τμῆμα τοῦ Κράτους κατέχεται ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, διὰ τοῦτο πρὸ παντὸς ἄλλου ἓν καὶ μόνον ἔχομεν καθῆκον, πῶς νὰ ἐπαναγάγωμεν τὴν χώραν εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθεστηκυῖαν Κυβέρνησιν καὶ διοίκησιν, πῶς νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν χώραν ἀπὸ τὴν κατάληψιν τῶν ἐχθρῶν. Πρὸς τοῦτο εἶπον τότε, ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ Ἑλλὰς νὰ παρουσιασθῇ ἑνιαία, ἀδιαίρετος, σύμφωνος, ὁμόθυμος, ἐσπεύσαμεν δὲ νὰ δηλώσωμεν, ὅτι θέλομεν παράσχει πᾶσαν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν, ἀναδεχθεῖσα νὰ κυβερνήσῃ τὴν χώραν. Κατὰ ταῦτα ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν δίδομεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας τῶν δύο δωδεκατημορίων, εἶναι ψῆφος ἀληθοῦς συνταγματικῆς ἐμπιστοσύνης, συμφώνως πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπομεν τότε πρὸς τὴν Βουλὴν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§12Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, διότι ἐν οὕτω κρισίμοις στιγμαῖς τοῦ ἔθνους ἀναγκάζομαι νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν—δι’ ὀλίγων ὅμως πάντοτε λέξεων— περὶ ζητήματος, ὅπερ προχθὲς ἔλαβε χώραν ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Οὔτε σκοπῶ, Κύριοι, νὰ ζητήσω τὴν γνώμην καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου ἐκείνου, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ, ἵνα ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὐτῆς. Ἐὰν ὅμως λαμβάνω τὸν λόγον, —καὶ πέποιθα ὅτι θέλω τύχει τῆς ἀνοχῆς ὑμῶν—πράττω τοῦτο, διότι τοσαύτην ἔκπληξιν παρήγαγεν εἰς τὴν κοινωνίαν τὸ ἐν λόγῳ ἐπεισόδιον, ὥστε ἤθελεν εἶναι ἔλλειψις ἐμοῦ, ἐὰν δὲν κατεδείκνυον καὶ τὰς ἀληθεῖς αἰτίας τοῦ γεγονότος, αἵτινες δὲν εἶναι ἐκεῖναι, ἃς ὁ ἐπιτεθεὶς κατ’ ἐμοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ προέφερεν ὡς δῆθεν αἰτίας τῆς κατ’ ἐμοῦ ὀργῆς αὑτοῦ. Ἡ ὀργὴ τοῦ κυρίου τούτου δὲν ἐδύνατο νὰ ἔχῃ λόγον τὸ ὅτι δῆθεν ἐγὼ προσεπάθησα νὰ δυσφημήσω, ἢ καὶ ἐδυσφήμησα αὐτόν. Οὐδένα λόγον εἶχον πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, πρῶτον μὲν, διότι ὁ ἐκ Βονίτσης κ. Βουλευτὴς ἀνῆκεν εἰς τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς ὃ ἀνῆκον μέχρι πρὸ ὀλίγου καὶ ἐγὼ, δεύτερον δὲ, διότι μακρὰ καὶ στενὴ φιλία μὲ συνέδεε μέχρι προχθὲς μετ’ αὐτοῦ. Ἐὰν λοιπὸν προέβην εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καθηκόντων τοῦ ἀρχιεπιστολέως τῆς Δυτικῆς Μοίρας, ἔπραξα τοῦτο, διότι ἐπίστευσα, ὅτι δικαίωμα καὶ καθῆκον εἶχον νὰ πράξω αὐτό. Δὲν θέλω, Κύριοι, καταγείνη εἰς λεπτομερείας τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης, οὔτε θέλω θίξει ζητήματα, δυνάμενα νὰ φέρωσι θόρυβον καὶ συζητήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, ἐν οὕτω κρισίμοις στιγμαῖς τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ θέλω ἐκθέσει δι’ ὀλίγων λέξεων τὰ λαβόντα χώραν, διότι πέποιθα, ὅτι, ὅταν ταῦτα ἀκουσθῶσι, καὶ αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτής, ἂν δὲν μετενόησε μέχρι τοῦδε, βεβαίως θέλει μεταμεληθῆ διὰ τὴν πρᾶξιν, ἣν ἐνήργησε. Τὴν πρωΐαν, Κύριοι, τῆς 6 Ἀπριλίου ἐκαλούμην εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον τῶν Ἀθηνῶν, διότι ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δυτικῆς Μοίρας, ὁ πλοίαρχος κ. Κριεζῆς, μὲ ἐζήτει νὰ ἐμφανισθῶ ἐκεῖ, μοὶ ἀνήγγειλε δὲ, ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἤρξαντο τοῦ πυροβολισμοῦ ἐντὸς τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, ὅτι κατεβύθισαν τὸ ἐμπορικὸν πλοῖον «Μακεδονία», ὅπερ ἦτο εἰς τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὰ λοιπὰ γνωστὰ γεγονότα. Ἐγὼ ἀμέσως παρήγγειλα τὸν κ. Μοίραρχον νὰ μεταβῇ ἐπὶ τοῦ πλοίου αὑτοῦ, νὰ ἀφήσῃ δὲ ἀξιωματικὸν ἐν τῷ τηλεγραφείῳ, ὅστις νὰ συνεννοηθῇ μετ’ ἐμοῦ περὶ τῶν πρακτέων. Εὐθὺς ἀμέσως ὁ ἀρχιεπιστολεὺς κ. Γρίβας, ὅστις ἦτο ὁ ἀξιωματικὸς ὁ παραμείνας ἐν τῷ τηλεγραφείῳ, μὲ εἰδοποίησεν, ὅτι τὸ πῦρ ἐκ μέρους τῶν ἀντιπάλων ἐξηκολούθει, ὅτι δὲ καὶ στρατιῶται ἡμέτεροι ἐπὶ τοῦ φρουρίου Ἀκτίου ἐφονεύθησαν, καὶ ἐζήτει τὰς διαταγάς μας. Δὲν παρῆλθεν εἰμὴ ἐλαχίστου χρόνου διάστημα, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὴν ἀπόκρουσιν τῆς ἐπιθέσεως δι’ ὁμοίων πράξεων. Ἐνῷ δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τῇ ὥρᾳ 9 καὶ 57 λεπτὰ τῆς πρωΐας διέτασσε τὸν κ. ἀρχιεπιστολέα νὰ ἀνακοινώσῃ τῷ ἀρχηγῷ τῆς Δυτικῆς Μοίρας, ὅπως ἀρχίσῃ ἐντὸς τοῦ Ἀμβρακικοῦ τὸ πῦρ, ὁ κ. ἀρχιεπιστολεὺς, παραμείνας ἐν τῷ τηλεγραφείῳ, μὴ ἐκτελέσας δὲ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, ἐτηλεγράφησε πρὸς τὸν ὑπασπιστὴν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως κ. Ἰω. Παπαδιαμαντόπουλον τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα: «Ταύτην τὴν στιγμήν, ὥραν 10ην π. μ., ἐλάβομεν διαταγὰς Ὑπουργείου, ὅπως ἀρχίσωμεν πῦρ ἐναντίον φρουρίων.» «Ἀρχιεπιστολεὺς Δυτικῆς Μοίρας Γρίβας.» Μετὰ μίαν δὲ περίπου ὥραν ὁ κ. ὑπασπιστὴς τῆς Α. Μ. ἀπήντα: «Ἰωάννην Γρίβαν, ἀρχιεπιστολέα Δ. Μοίρας, Λευκάδα. «Διαταγὴν, ὅπως ἀρχίσητε πῦρ κατὰ φρουρίων, ἔδωκε Βα-
σιλεύς. Ἀρχίσατε λοιπὸν ἀμέσως.»
«ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ».
Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, Κύριοι, ἐὰν τοῦτο ἦτο τὸ καθῆκον τοῦ κ. ὑπασπιστοῦ τοῦ Βασιλέως, ἢ ἐὰν ὤφειλε νὰ ἀποστείλῃ τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. ἀρχιεπιστολέως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν· λέγω μόνον, ὅτι, ἐνῷ ἀπὸ πρωΐας οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν ἐβύθιζον πλοῖα ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν, ἐνῷ ἐβομβάρδιζον τὰ ἑλληνικὰ φρούρια, ἐνῷ ἐφόνευον στρατιώτας Ἕλληνας ἐπὶ τοῦ Ἀκτίου, καὶ ἐνῷ ὁ ἀρχιεπιστολεὺς διετάσσετο νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν Μοίραρχον τῆς Δυτικῆς Μοίρας τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου πρὸς ἀπάντησιν ἐκ μέρους ἡμῶν εἰς τὴν ἐπίθεσιν τῶν ἀντιπάλων, ὁ κ. ἀρχιεπιστολεὺς ἐνόμισε πρέπον νὰ μὴ ἐκτελέσῃ, ἐν τοιαύτῃ κρισίμῳ στιγμῇ, τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐμμέσως νὰ ζητήσῃ τὴν συναίνεσιν τοῦ Βασιλέως. Μία δὲ τῶν ἐφημερίδων τῆς ἑσπέρας ἐκείνης, ἡ «Ἐφημερίς», ἰδοὺ πῶς ἀφηγεῖτο τὸ γεγονός. «Ὁ Μοίραρχος τῆς ἐν τῷ Ἀμβρακικῷ Δυτικῆς Μοίρας κ. Κριεζῆς ἀνήγειλε τὴν πρωΐαν τηλεγραφικῶς εἰς τὸν ὑπασπιστὴν τῆς Α. Μ. κ. Ἰω. Παπαδιαμαντόπουλον τὰ ἐν τῷ Ἀμβρακικῷ γεγονότα, περὶ τῶν ὁποίων συγχρόνως ἐπληροφόρει καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, παρεκάλει δὲ αὐτὸν νὰ τῷ ἀνακοινώσῃ τὰς διαταγὰς τοῦ Βασιλέως κλπ.» Εἴχομεν λοιπόν, Κύριοι, διπλᾶς διαταγάς, διαταγάς, ἃς ἐξέδιδε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἃς δέ τινες τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν ἐλάμβανον καὶ τὰς ὑπέβαλλον ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Γραφείου τῶν Ἀνακτόρων, καὶ διαταγὰς τοῦ Γραφείου τῶν Ἀνακτόρων, ἐπικυροῦντος τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Θέλετε δὲ ἴδει διατὶ δὲν προέβην ἀμέσως εἰς τὴν ἀνάκλησιν τοῦ κ. ἀρχιεπιστολέως...
§13ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Διατὶ δὲν παρῃτεῖσθε μᾶλλον.
§14Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§15Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ τῶν ζητημάτων τούτων θὰ γείνῃ εὐρυτάτη βεβαίως συζήτησις,—περὶ τούτου μὴ ἀνησυχεῖτε— ἀλλὰ σήμερον δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμή.
§16ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης, τῆς ἀναγομένης εἰς τὸ στάδιον τῶν πολεμικῶν ἐργασιῶν, εἶναι ἀναπόσπαστον πρὸς τὸ ὅλον ζήτημα. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ.
§17Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὀλίγας ἀκόμη στιγμὰς, ἵνα συμπληρώσω· ἀλλὰ βεβαίως θὰ παραλείψω πᾶν μὴ ἀπολύτως ἀναγκαῖον, ὡς ἐξ ἀρχῆς ἐδήλωσα. Ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ ἄλλα γεγονότα συνέβαινον ἐν ἄλλῃ Μοίρᾳ τοῦ στόλου, τῇ Ἀνατολικῇ. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῶ εἰς τὴν εἰς διαθεσιμότητα τάξιν τῶν δύο τούτων κυρίων ἀξιωματικῶν, τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας καὶ τοῦ ἀρχιεπιστολέως τῆς Δυτικῆς. Ποῦ ἐνταῦθα εὕρηται ἡ πρόθεσις πρὸς δυσφήμησιν τοῦ κ. ἀρχιεπιστολέως; Οὐδένα λόγον εἶχον ἔχθρας ἢ πάθους κατὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βονίτσης, ἑπομένως πᾶν ὅ,τι τότε ἐγὼ ἐνήργησα, τὸ ἐνήργησα διότι ἔβλεπον, ὅτι ἡ ἐξουσία διέφευγεν ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὡς πρὸς ταῦτα θέλω ἄλλοτε ἀγορεύσει διὰ μακρῶν, ὅταν, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ συζητηθῇ ἐν πάσῃ εὐρύτητι τὸ ζήτημα τοῦ πρὸς τὴν Τουρκίαν δῆθεν πολέμου. Ἠθέλησα μόνον τώρα νὰ καταδείξω, ὅτι προσωπικὴν ἀφορμὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βονίτσης οὐδεμίαν κατ’ ἐμοῦ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, ὡς οὐδὲ καὶ ἐγὼ εἶχον κατ’ αὐτοῦ. Πᾶν, ὅ,τι ἐγένετο κατ’ ἐμοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐγένετο ὡς ἐκ τῆς ἐνασκήσεως τῶν καθηκόντων μου ὡς Ὑπουργοῦ, ὅστις μάλιστα ἐν τῇ δυσχερεστάτῃ ταύτῃ περιστάσει εἶχε λάβει καὶ τὴν συναίνεσιν τοῦ τότε κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος οὔτε νὰ ζητήσω τὴν δικαστικὴν καταδίωξιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, οὔτε νὰ ζητήσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ θλιβεροῦ τούτου γεγονότος. Αἰσθάνομαι, ὅτι ἐγὼ προσωπικῶς οὐδὲν ἔπαθον· ἐὰν ἔπαθέ τις, οὗτος εἶναι ἡ Πολιτεία, ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας ἐνήργουν. Ἐὰν δὲ μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα λόγος τις, καὶ ἐὰν ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν ἐπὶ ὀλίγας στιγμὰς, — δι’ ὅπερ ζητῶ παρ’ αὐτῆς συγγνώμην — ἔπραξα τοῦτο, ἵνα καταδείξω τὴν αἰτίαν, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας ἐγένετο τὸ ἀναξιοπρεπὲς ἐκεῖνο κίνημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βονίτσης κατ’ ἐμοῦ. Φρονῶ δὲ, ὅτι, ὅταν ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία σύσσωμος καὶ ὁ ἀντιπροσωπεύων αὐτὴν τύπος μετὰ τοσαύτης ἀγανακτήσεως ἐξηγέρθησαν κατὰ τοῦ αὐτουργοῦ τοῦ ἀτυχοῦς αὐτοῦ ἐπεισοδίου, δὲν πρέπει νὰ ἀπελπίζῃ τις περὶ τῆς χώρας ταύτης· εἰς ἐμὲ δὲ προσωπικῶς ἀρκεῖ ἡ πάνδημος αὕτη κατὰ τοῦ αὐτουργοῦ ἐξέγερσις.
§18Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ, μόνον τότε παρετηρήθη ἡ ἐπέμβασις αὕτη τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας; (Θόρυβος).
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον σπανίως κατωρθώθη ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ, διότι πρὸς τοῦτο ἀπῃτεῖτο νὰ ἐγκαταλείψωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὰ ἔργα των. Διὰ τοῦτο νομίζω, ἀφοῦ ἤδη ἡ Βουλὴ συνεδριάζει τὸν μῆνα Αὔγουστον, ὅτι εὐκταῖον εἶναι νὰ μὴ παραταθῶσιν ἐπὶ μακρὸν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δυνάμεθα νὰ ποιήσωμεν χρῆσιν ἐθίμου, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἐγένετο δεκτὸν παρὰ τῆς Βουλῆς, ὁσάκις ἔκτακτοι περιστάσεις ἐπέβαλλον τοῦτο, τοῦ ἐθίμου τῆς εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν συζητήσεως τῶν εἰσαγομένων κατεπειγόντων νομοσχεδίων καθ’ ἣν ἡμέραν εἰσάγονται. Οὕτω καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ δύο δωδεκατημορίων, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις ἐλπίζω ὅτι θέλει καταθέσει τὴν ἔκθεσίν της τὴν ἑσπέραν ταύτην, δύναται σήμερον νὰ συζητηθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ὡσαύτως δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις.
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§21Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Πραγματικῶς, κύριοι Βουλευταί, πρὸ δύο ἡμερῶν ἔλαβε χώραν ἐπεισόδιον, ἀλλὰ μὴ συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς. Παρεφέρθην δικαίως, διότι τίς ἐξ ὑμῶν, ἐὰν ἦτο εἰς τὴν θέσιν μου, θὰ ἠδύνατο νὰ μὴ πράξῃ τὸ αὐτό; Ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ διορίσῃ ἀρχιεπιστολέα τῆς Δυτικῆς Μοίρας. Ἀνέλαβον τὴν θέσιν αὐτὴν, διότι ἔπρεπε νὰ τὴν ἀναλάβω καὶ νὰ ἐκτελέσω καὶ ἐγὼ τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν μου. Μόλις μετέβημεν ἐκεῖ καὶ παρῆλθον 10–15 ἡμέραι, ἐπεριμέναμεν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν νὰ μᾶς ἀναγγείλῃ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων, διότι δὲν ἐγνωρίζαμεν τίποτε. Τὴν Κυριακὴν τῶν Βαΐων, τὸ πρωΐ, εἰς τὰς 5½, ἔρχεται ὑπαξιωματικὸς, μὲ ἐξυπνᾷ, καὶ μοὶ λέγει «κανονιοβολισμοὶ ἐκ μέρους τῶν φρουρίων Πρεβέζης». Εἰδοποιῶ ἀμέσως τὸν ἀρχηγὸν καὶ τὸν κυβερνήτην τοῦ πλοίου. Ἡμεῖς ἤμεθα ἔξωθεν τῆς Λευκάδος ὑπὸ ἀτμὸν, τὰ δὲ ἄλλα πλοῖα «Γεώργιος» καὶ «Εὐρώτας» εὑρίσκοντο εἰς ὡρισμένα σημεῖα, προσωρμισμένα διὰ Πρυμνησίων ὄπισθεν τῆς Λευκάδος. Πρώτη ἡμῶν σκέψις ἦτο μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ νὰ ἐπιβῶμεν ἀτμακάτου, ἵνα εἰδοποιήσωμεν τὰ πλοῖα «Γεώργιον» καὶ «Εὐρώταν» νὰ ὦσιν ἕτοιμα ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον· μᾶς ἀπήντησαν δὲ, ὅτι ἐντὸς μιᾶς ὥρας θὰ ὦσιν ἕτοιμα. Παρηγγείλαμεν ἐπίσης καὶ εἰς τὰ ἐντὸς τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου πλοῖα νὰ μᾶς εἰδοποιήσουν πότε θὰ ὦσιν ἕτοιμα καὶ τί συμβαίνει· μᾶς εἰδοποίησαν δὲ, ὅτι τὰ μεγάλα ἔσονται τὴν μεσημβρίαν ὑπὸ ἀτμὸν, τὰ μικρὰ δὲ μετὰ παρέλευσιν δύο ὡρῶν. Ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς δὲν σᾶς εἶπε τὰς ὥρας καὶ τὰ λεπτά. Ἐγὼ ἔχω σημειώσει τὰ ἀνταλλαχθέντα τηλεγραφήματα μεταξὺ τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ ὅταν ἀνεχώρησεν ὁ ἀρχηγὸς, τὰ τηλεγραφήματα μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ (ἀναγινώσκει): Τηλεγραφήματα ἀνταλλαγέντα τὴν ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τοῦ πυρός. Τηλεγράφημα 1ον (παρόντος τοῦ ἀρχηγοῦ). Ἀρχηγὸς πρὸς Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν. «Τὴν 5ην καὶ ἡμίσειαν πρωϊνὴν ὥραν ἠκούσαμεν σφοδρὸν πῦρ ἐκ μέρους ἁπάντων τῶν φρουρίων Πρεβέζης ἐναντίον σταθμοῦ Ἀκτίου. Σταθμὸς τηλεγραφικὸς Ἀκτίου κατεστράφη, καθ’ ἃς ἔχομεν πληροφορίας τελευταῖον ἐκ Βονίτσης. Ἀγνοοῦμεν συμβαίνοντα ἔσω τοῦ κόλπου.» «Ἀρχηγός.» Τηλεγράφημα 2ον Ἀρχηγὸς πρὸς Παπαδιαμαντόπουλον. (Ὅμοιον τῷ ἀνωτέρω.)
§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε;
§23Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Εἰς τὰς 6½ τῆς πρωΐας. Συγχρόνως ὅμοιον τηλεγράφημα ἐστάλη ἐκ μέρους τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Δυτικῆς Μοίρας πρὸς τὸν ἐν Ἄρτῃ ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, ἀνεμένομεν δὲ διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου. Κάμνω, Κύριοι, μίαν παρέκβασιν. Ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν δὲν γνωρίζει ὅτι ὁ ἀρχιεπιστολεὺς δὲν δύναται νὰ τηλεγραφήσῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ἐντέλλεται νὰ κάμῃ τηλεγράφημα. Ἐγὼ διετάχθην, κύριε πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὲ, νὰ κάμω τὸ τηλεγράφημα, καὶ δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ τὸ κάμω. Ἀλλὰ πότε τὸ ἔκαμα; ὅταν ἐλάβομεν τὴν διαταγήν σας. Ἀλλὰ σεῖς μᾶς ἐκάματε, ὥστε νὰ ἐπιβραδύνωμεν, περιμένοντες εἰς τὸ τηλεγραφεῖον, ἀφοῦ σᾶς ἐτηλεγραφήσαμεν, ὅτι «τὰ ἔξω πλοῖα, ἤτοι «Γεώργιος», «Μιαούλης» καὶ «Εὐρώτας», εἶναι ἕτοιμα· τί διατάσσετε;» Ἀπὸ τὰς 6½, κύριοι Βουλευταὶ, ἕως εἰς τὰς 9½ ἐπεριμένομεν εἰς τὸ τηλεγραφεῖον τὸν κ. Ὑπουργόν. Κατόπιν ἐλάβομεν τηλεγράφημα καὶ μᾶς λέγει, ὅτι συνεννοηθεὶς μετὰ τῆς Α. Μ. Βασιλέως...
§24ΣΤΑΗΣ. Ἀναγνώσατέ το αὐτό.
§25Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Λοιπὸν νὰ σᾶς τὰ ἀναγνώσω ὅλα.
§26ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι περιττόν· ἐδημοσιεύθησαν.
§27Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Φαντάσθητε, Κύριοι, ὅτι καὶ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Ἠπείρου δὲν ἐγνώριζεν ὅτι ἤρχισεν ὁ κανονιοβολισμὸς, ἀλλ’ ἡμεῖς τὸν ἀνεκοινώσαμεν εἰς αὐτό. (Διακοπαί). Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐνόμιζεν ὅτι ἐγὼ ἤμην ὁ ἀρχηγός. Ἀλλὰ καὶ πάλιν πότε ἐτηλεγράφησα, διαταχθεὶς, πρὸς τὸν Παπαδιαμαντόπουλον; ὅτε εἴχομεν λάβει τὴν διαταγὴν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἀρχίσωμεν τὸ πῦρ· οὔτε ἐπεριμέναμεν τὴν διαταγὴν τοῦ Βασιλέως, ἐπεριμέναμεν τὰς διαταγὰς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τὰς ἐλάβομεν εἰς τὰς 11½. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, ἡ Λευκὰς ἀπέχει ἀπὸ τὴν Πρέβεζαν περὶ τὰ τρία τέταρτα τῆς ὥρας, καὶ ἕως οὗ ἑτοιμασθῶμεν νὰ ἀπάρωμεν διὰ νὰ τοποθετηθῶμεν εἰς τάξιν μάχης, παρῆλθε μία ὥρα καὶ ἡμίσεια, καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὰς 2 παρὰ 20′, καὶ ἠρχίσαμεν τὸ πῦρ, χωρὶς νὰ περιμένωμεν τὸ τηλεγράφημα τοῦ Παπαδιαμαντοπούλου.
§28ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Κύριε Γρίβα, μετὰ τὰς δοθείσας παρὰ τοῦ κ. Λεβίδου ἐξηγήσεις, ὅτι δὲν ἐνόει νὰ σᾶς προσβάλῃ προσωπικῶς, μὴ ἔχων οὐδένα προσωπικὸν λόγον ἐναντίον σας, δὲν νομίζετε καλὸν νὰ ἐκφράσητε τὴν λύπην σας διὰ τὸ ἐπεισόδιον;
§29Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Ἀφοῦ λέγει ὅτι δὲν εἶχε κανένα προσωπικὸν λόγον ἐναντίον μου, βεβαίως δύναμαι νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων: 1) Περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897, ὡς ταῦτα ἐτροποποιήθησαν καὶ θέλουσι τροποποιηθῆ διὰ δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Σεπτεμβρίου καὶ Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1897· καὶ 2) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου ἐκ δρ. 23,000 καὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἐκ δραχ. 1,887,800 τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. («Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 578–579). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897, ὡς ταῦτα ἐτροποποιήθησαν καὶ θέλουσι τροποποιηθῆ διὰ δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Σεπτεμβρίου καὶ Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1897. Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν εἰς πρώτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896 τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου ἐκ δραχ. 25,000 καὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἐκ δραχ. 1,887,800).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου.
§32ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὅτε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὑποβληθὲν παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Παρνασσίδος, καὶ ἤδη Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς αἴτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ὑπουργὸς νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα· αʹ) Τὰ ποσὰ τοῦ ἐκ παρακρατήσεως σταφιδοκάρπου τῆς παραγωγῆς τοῦ 1895, ὧν τὸ τίμημα ἐπληρώθη εἰς χρήματα πρὸς δρ. 90 κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΤΘʹ τοῦ 1895. βʹ) Τὸ ποσὸν τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου σταφιδοκάρπου τῆς παραγωγῆς τοῦ 1895. γʹ) Τὸ ἐκποιηθὲν ἐκ τούτου ποσὸν, ἀναγραφομένου τοῦ εἰσπραχθέντος τιμήματος κατ’ ἀποθήκην, ὡς καὶ τὸ ὑπολειφθὲν ἀδιάθετον ποσόν. δʹ) Τὰ ποσὰ τοῦ σταφιδοκάρπου τὰ εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου εἰσαχθέντα ἐκ τῆς παραγωγῆς τοῦ 1896. εʹ) Τὸ ἐκποιηθὲν ἐκ τούτου ποσὸν κατ’ ἀποθήκην καὶ τὸ εἰσπραχθὲν τίμημα. Ϛʹ) Τὸ ὑπολειφθὲν ἀδιάθετον ποσὸν ἐκ τῆς παραγωγῆς τοῦ 1896 κατ’ ἀποθήκην. ζʹ) Ἀντίγραφα τῶν ἐκδοθεισῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πράξεων κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ ͵ΒΥΚΕʹ νόμου, δι’ ὧν καθωρίσθη ἡ ὑπέρβασις ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ ἐκποιηθέντος σταφιδοκάρπου μετ’ ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων καὶ τοῦ ἐκ δραχ. 4 ἐγγείου φόρου. ηʹ) Τὰς γενομένας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καταγγελίας διὰ καταχρήσεις τῶν διαχειριζομένων τὰς ἀποθήκας, καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, τῶν ἐπισκεφθέντων τὰς σταφιδαποθήκας.» Ἡ αἴτησις αὕτη τοῦ κ. Βουλευτοῦ Παρνασσίδος καὶ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προέθετο βεβαίως σκοπόν τινα, καὶ ὁ σκοπὸς εἶναι προφανής· ἐνόμιζεν ἴσως—καὶ δικαίως ἐφρόνει τοῦτο—ὅτι πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, εἶχεν ἀνάγκην τῆς γνώσεως τῶν αἰτηθεισῶν πληροφοριῶν, διότι ἐκ τούτων ἐξήρτητο καὶ ἡ δοθησομένη ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν ψῆφος. Ἐπιφυλάσομαι κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων θεωρῶ ἀπαραιτήτους τὰς αἰτηθείσας τότε παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος πληροφορίας, νομίζω δέ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὑποβαλὼν τότε, ὡς Βουλευτής, τὴν αἴτησιν, πρὶν ἢ εἰσαγάγῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον θὰ ἐφρόντισε νὰ λάβῃ τὰς πληροφορίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας τότε ἐζήτει παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἦναι πρόθυμος νὰ ὑποβάλῃ τὰ αἰτηθέντα σχετικὰ ἔγγραφα καὶ πᾶσαν τοιαύτην πληροφορίαν. Πρὸς τούτοις δὲ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ προσθέσῃ καὶ τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν ἐκθέσεων ἐκ μέρους τῶν διαφόρων ἐπιθεωρητῶν, τῶν ἀποσταλέντων, καὶ τὰς ἐνεργείας τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς — διότι νομίζω ὅτι ἀνεμίχθη ἐσχάτως καὶ ἡ δικαστικὴ ἀρχή. Ταῦτα πάντα παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ, εἰ δυνατὸν, νῦν, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου· ἄλλως, ἐὰν νομίζῃ καλλίτερον, αὔριον, πρὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§33ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου εἶναι ὄντως ὀρθὴ, διότι πᾶς πολιτευόμενος, ὅταν ἀνέρχηται ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ὀφείλει νὰ μὴ λησμονῇ τὰς ἰδέας, ὑπὲρ ὧν συνηγόρει πρὶν ἢ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἀνέλθῃ. Ἑπομένως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συνέλεξα πάσας ταύτας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τότε ὡς Βουλευτὴς εἶχον ζητήσει, τὰς ἔχω δὲ ἤδη συγκεντρωμένας. Αὔριον θέλω τὰς καταθέσει, συνηρμολογημένας κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει ἐπερώτησιν, καὶ δύναται ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ πάντα τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου νὰ λάβωσι γνῶσιν.
§34ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μετὰ τῶν πληροφοριῶν τούτων καταθέσῃ καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν κατ’ ἐπαρχίας Συνεδρίων, κατόπιν τῆς ἐγκυκλίου τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα εἰς τοὺς νομάρχας καὶ ἐφόρους, καὶ ἐν γένει πάσας τὰς σχετιζομένας πρὸς τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος πληροφορίας περὶ τῆς καταναλώσεως καὶ λοιπῶν. Ὑποθέτω ὅτι αἱ ἐκθέσεις αὗται ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§35ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον παρατηρῶ, ὅτι πᾶσαι αὗται αἱ ἐκθέσεις περιλαμβάνονται εἰς αὐτὸν τὸν φάκελλον (δεικνύει φάκελλον ἐγγράφων). Εἶναι δὲ ὄχι μόνον ἐκθέσεις τῶν νομαρχῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων, ἀλλὰ καὶ πληροφορίαι ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ πάντων τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐκθέσεις ἐκ Λονδίνου καὶ Ἀμερικῆς καὶ πάντα τὰ στοιχεῖα, τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἔχῃ πᾶς Βουλευτὴς ἀνάγκην, ἵνα φωτισθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Τὸν φάκελλον τοῦτον καταθέτω ἀπὸ τοῦδε εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς.
§36ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐζητήσατε πληροφορίας ὡς πρὸς τὴν παραγωγὴν τῆς παρούσης ἐσοδείας;
§37ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ὁ φάκελλος, τὸν ὁποῖον καταθέτω νῦν, περιέχει πρῶτον τὰς στατιστικὰς πληροφορίας, περὶ τῶν ὁποίων πρὸ ὀλίγου ἐποιήσατο μνείαν ὁ ἐκ Κραναίας ἀξιότιμος συνάδελφος. Εἶναι εἰδικὸς φάκελλος, περιέχων τὰς ἐξ Ἀμερικῆς πληροφορίας, εἶναι γενικώτερος περὶ σταφίδος, καὶ ἑπομένως εἶναι αἱ ἐγκύκλιοι ἐκ Λονδίνου ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως καὶ κατὰ τῆς παρακρατήσεως. Πλὴν τούτων εἶναι εἰδικὸς φάκελλος τῶν εἰδήσεων ἐκ Λονδίνου, μετὰ τοῦτο ἔρχονται οἱ διάφοροι φάκελλοι τῶν διαφόρων νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν, Κεφαλληνίας, Ζακύνθου, Αἰγιαλείας, Μεσσήνης, Πατρῶν, Λευκάδος, Ναυπλίου, Ὀλυμπίας, Μεσολογγίου, Ναυπακτίας καὶ Ἠλείας. Ὥστε εἶναι πᾶσαι αἱ πληροφορίαι συγκεντρωμέναι ἐνταῦθα, καὶ πᾶς ὁ βουλόμενος ἐκ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ φωτισθῇ ἐκ τῶν στοιχείων τούτων. Δύναμαι μερικὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἐκπηγάζουσιν ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν, ν’ ἀνακοινώσω ἐκ τοῦ προχείρου εἰς τὴν Βουλὴν, πρὸς φωτισμὸν τῶν ἐπιθυμούντων νὰ φωτισθῶσι. Καὶ πρῶτον περὶ τῆς παραγωγῆς. Κατὰ τὰ δημόσια βιβλία, ἡ παραγωγὴ τοῦ 1893 ἀνῆλθεν εἰς 327 ἑκατομμύρια, τὸ 1894 εἰς 319 ἑκατομμύρια, τοῦ 1895 εἰς 374 ἑκατομμύρια, ἐκ τῶν ὁποίων 27 ἑκατομμύρια ἀπεταμιεύθησαν εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως, 247 ἑπομένως ἐξήχθησαν· τὸ 1896 ἡ παραγωγὴ ἀνῆλθεν εἰς 318 ἑκατομμύρια, ἐκ τῶν ὁποίων 36 ἐτέθησαν εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως καὶ 281 ἐξήχθησαν. Κατὰ τὴν ἐγκύκλιον ἐκ Λονδίνου, ὑπάρχει μικρὰ διαφορὰ ὡς πρὸς τὰ ποσὰ τὰ ἐξαχθέντα. Ἀλλὰ βεβαίως αἱ πληροφορίαι τῶν δημοσίων βιβλίων εἶναι ἀκριβέστεραι. Τὸ ἀπόθεμα παρελθόντων ἐτῶν τῶν ἀγορῶν τῆς καταναλώσεως, κατὰ τὰς ἐκ Λονδίνου πληροφορίας, ἀνέρχεται εἰς 15,000 τόννους, ἐκ τῶν ὁποίων 7,000 ἐν Ῥωσσίᾳ, ἀπέναντι ἀποθέματος τοῦ 1896 ἐξ 29 ἑκατομμυρίων, τοῦ 1895 ἐκ 42 ἑκατομμυρίων· τὸ δὲ ἀπόθεμα εἰς τοὺς τόπους τῆς παραγωγῆς 1–1½ ἑκατομμύριον μέχρι τῆς 31 Ἰουλίου. Ἡ παραγωγὴ τοῦ 1897, ἡ ἐφετεινὴ τουτέστι παραγωγή, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις, ἔχει οὕτω. Ἔχω ἐνταῦθα ἐν περιλήψει πάσας τὰς πληροφορίας καὶ τῶν νομαρχῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀρχῶν. Τὸ σύνολον τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν μὲ ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ παραγωγὴ τοῦ 1897 εἶναι περίπου ὁμοία, εἰ μὴ κατά τι κατωτέρα, τῆς περυσινῆς· διότι ὑπάρχουσιν ἐπαρχίαι, ὑπάρχουσι δῆμοι, εἰς τοὺς ὁποίους ὁ περονόσπορος καὶ ἄλλαι καιρικαὶ περιστάσεις ἐπήνεγκον μείωσιν, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἐπαρχίαι καὶ δῆμοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ παραγωγὴ εἶναι μείζων. Ὥστε ἡ γενικὴ γνώμη, ἡ κρατοῦσα παρὰ ταῖς σταφιδοφόροις ἐπαρχίαις, εἶναι ὅτι ἡ παραγωγὴ τοῦ 1897 ἔσται περίπου ὁμοία τῆς τοῦ 1896. Πλείονας πληροφορίας ὑπόσχομαι νὰ δώσω ὑμῖν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ σημείωμα τοῦτο καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς.
§38ΣΠΥΡ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, διότι ἔχομεν ἐλάττωσιν ἐν γένει καθ’ ὅλην τὴν παραγωγὴν 15%.
§39ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω λάβει γνῶσιν τῶν κατατεθεισῶν πληροφοριῶν, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην ἀνάγνωσιν θέλω ἀποδείξει, ὅτι αὗται δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Περὶ τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης λέγουσιν ὅτι θὰ παραγάγῃ τὸ αὐτὸ ποσόν, ἐνῷ ἡ ἐπαρχία αὕτη ἄλλοτε παρῆγεν 60–70 ἑκατομμύρια, καὶ ἐφέτος δὲν θὰ παραγάγῃ οὔτε 10 ἑκατομμύρια.
§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ νομάρχης Μεσσηνίας ὁμολογεῖ, ὅτι εἰς δύο δήμους τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης ἡ μείωσις, ὡς ἐκ τοῦ περονοσπόρου, ἀνῆλθεν εἰς 50 καὶ 60%, ἀλλὰ προσθέτει, ὅτι εἰς ἄλλους δήμους τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας ἡ παραγωγὴ εἶναι ἀνωτέρα, καὶ ἑπομένως ἡ μείωσις συμψηφίζεται.
§41ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅ,τι λέγω ἐγώ, εἶναι τὸ ἀληθές, καὶ ὄχι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Διευθυντὴς τῆς Νομαρχίας, ὁ ὁποῖος οὔτε ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν ἕδραν του, οὔτε γνωρίζει.
§42ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀπάντησις τῶν νομαρχῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀρχῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι διαφορετική· διότι ἡ πρὸς αὐτοὺς ἐγκύκλιος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο οὕτω πως συντεταγμένη, ὥστε νὰ ἐννοήσωσιν οἱ ὑπάλληλοι, ὅτι ὤφειλον νὰ ἀναφέρωσιν ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως.
§43Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπεδείχθη κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς παρακρατήσεως οὐδόλως ἐπιβαρύνει τοὺς παραγωγούς, ἀλλὰ μόνον τοὺς καταναλωτάς.
§44ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἐκ Καλαβρύτων συναδέλφου κ. Πετιμεζᾶ οὐδόλως στηρίζεται ἐπὶ τῶν πραγμάτων, οὐδὲ δύναταί τις νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τοιαύτης γνώμης, ὅλως ἀβασίμου. Πᾶς φόρος, εἴτε τελωνειακὸς, εἴτε δημοτικός, εἴτε οἱοσδήποτε ἄλλος, ἐπιβαρύνει τὸν παραγωγὸν, διότι ὁ ἔμπορος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἀγοράσῃ σταφιδόκαρπον, θὰ ὑπολογίσῃ τὴν ἀρχικὴν ἀξίαν, καὶ θὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὰ ἔξοδα. Οὕτω δὲ ὅλοι οἱ φόροι, καὶ τὰ κιβώτια καὶ τὰ ἐργατικὰ κλπ. κλπ. ἐπιβαρύνουσι τὸ προϊόν· ὅσον δὲ ὀλιγώτερα εἶναι τὰ ἔξοδα, τόσον μεγαλειτέραν τιμὴν θέλει λάβει ὁ παραγωγός. Γενικῶς τὰ ζητήματα καὶ ἐπιχειρήματα περὶ παρακρατήσεως ἔχουσιν ἐξαντληθῆ, καὶ δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω περὶ αὐτῶν τὴν Βουλήν, καὶ μάλιστα εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐφέτος λόγος ἰσχυρότατος ὑπάρχει κατὰ τῆς παρακρατήσεως.
§45ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διότι ἐκλείσθη ἡ ἀγορὰ τῆς Ρωσσίας καὶ τῆς Γαλλίας.
§46ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ ἐκλείσθησαν εἰς τὸ πολύτιμον αὐτὸ προϊὸν αἱ θύραι τῶν ἀγορῶν τῆς Ρωσσίας καὶ τῆς Γαλλίας, θέλομεν ἤδη νὰ κλείσωμεν καὶ τὰς θύρας τῶν ἀγορῶν τῆς Γερμανίας καὶ τῶν Κάτω Χωρῶν, ὅπερ θὰ συμβῇ, ὅταν ὁ σταφιδόκαρπος, ἕνεκα τῆς παρακρατήσεως, φθάσῃ εἰς τιμὴν τοιαύτην, εἰς τὴν ὁποίαν αἱ ἀγοραὶ αὗται δὲν δύνανται νὰ τὸν λάβωσι· διότι ἐκεῖ δὲν μεταχειρίζονται τὴν σταφίδα πρὸς βρῶσιν, ἀλλὰ πρὸς οἰνοποίησιν, καὶ ἂν αἱ προσφερόμεναι τιμαὶ δὲν συμφέρωσιν εἰς αὐτοὺς, θέλουσι φροντίσει νὰ χρησιμοποιήσωσιν ἄλλας ὕλας καὶ εἴδη.
§47Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ζήτησις, θὰ ἐκπέσῃ μόνη της ἡ τιμή.
§48ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὅμως τὰ ἐργοστάσια ἔχωσι προμηθευθῆ ἄλλα ὑλικὰ, δὲν ὠφελεῖ πλέον ὁ ἐκπεσμὸς, διότι ταῦτα δὲν περιμένουσι νὰ κανονίσωσι τὰς ἐργασίας των ἐκ τῆς ἰδικῆς μας σταφίδος. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ παρατηρήσω, κύριε Πρόεδρε. Προσθέτω δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ, ὅτι ὁ νόμος τῆς παρακρατήσεως εἰσήχθη κατ’ ἀρχὰς ὡς φάρμακον δοκιμαστικόν. Ἀφοῦ ἤδη ὁ ἀσθενὴς ἰάθη, καὶ ἡ τιμὴ ἀπὸ 50 δραχμῶν ἀνῆλθεν εἰς 200, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ ἐξακολουθῇ μένων ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος, ἀφοῦ μάλιστα οὔτε τί πρόκειται νὰ γείνῃ τὸ παρακρατηθὲν ποσὸν ἔχει ὁρισθῆ. Ἐξεταστέον δὲ εἶναι, ἂν ἡ ὑπερτίμησις τοῦ σταφιδοκάρπου ἐπῆλθεν ἕνεκα τοῦ νόμου τῆς παρακρατήσεως, ἢ ἕνεκα τῆς φυσικῆς παρακρατήσεως. Καὶ ἂς προσέξωμεν, μήπως διὰ προσωρινῶν ἀποδόσεων ἐκ τῆς παρακρατήσεως καταστρέψωμεν ὁλόκληρον τὸ μέλλον τῆς σταφίδος.
§49ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον διασαλεύει αὐτὰς τὰς βάσεις τῆς ἰδιοκτησίας. Ἕν μόνον ἠδύνατο νὰ λεχθῇ ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν τιμῶν ἠδύνατο νὰ φανῇ ὠφέλιμον κατά τι εἰς τοὺς παραγωγούς. Ἀλλ’ ἐφέτος αἱ ἐσοδεῖαι δὲν εἶναι τοιαῦται, ὁποίας παριστῶσιν αὐτὰς αἱ διάφοροι ἀρχαί. Εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι αἱ διάφοροι ἐπαρχίαι ὑπέστησαν μείωσιν 50%, ἄλλαι 25%, ἄλλαι 20%, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἐπαρχία, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ ἐσοδείαν ὁμοίαν τῆς περισυνῆς.
§50ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Αὐτὸ μόνον σεῖς τὸ λέγετε.
§51ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Σεῖς φρονεῖτε τὸ ἐναντίον, διότι ἔχετε τὸ ῥεῦμα ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ εἶσθε συνειθισμένοι ν’ ἀκολουθῆτε τὸ ῥεῦμα, ἀλλὰ τὸ σύστημα αὐτὸ ἀνατρέπει ἐκ βάθρων τὰς βάσεις τῆς ἰδιοκτησίας.
§52ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι πρὸ τοῦ νόμου τῆς παρακρατήσεως ἡ σταφὶς εἶχε πωληθῆ πρὸς 9½ σελίνια, μετὰ δὲ τὴν παρακράτησιν ἔφθασεν εἰς 20 καὶ 22 σελίνια. Ὥστε ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς παρακρατήσεως εἶναι πασίδηλος. Θὰ παρακαλέσω μόνον νὰ περιορισθῇ τὸ ποσοστὸν εἰς 10%.
§53Α. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ζούζουλας δὲν ὁμιλεῖ ὡς κτηματίας, ἀλλ’ ὡς ἀποθηκάριος· διότι διευθύνει ξένον πρᾶγμα (ἱλαρότης).
§54ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Ἔχω καὶ ἰδικόν μου. Ἐν Κορινθίᾳ πρῶτος εἶσαι σὺ καὶ δεύτερος ἐγώ. Ἔχω δὲ διαθέσει καὶ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν εἰς σταφιδοπαραγωγοὺς (θόρυβος).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἅρθρον 1. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀπὸ τῆς 16 Αὐγούστου 1897 μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου ἐξαχθεὶς καὶ ὁ ἐφεξῆς μέχρι τῆς 15 Αὐγούστου 1898 ἐξαχθησόμενος σταφιδόκαρπος ὑποβάλλεται εἰς τὴν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΒΥΚΕʹ τῆς 6 Μαΐου 1896 φορολογίαν.»
§56ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ψηφισθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (θόρυβος).
§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ παρατηρῶ, ὅτι ἐξακολουθοῦσιν ἀκόμη νὰ ὑπάρχωσιν ἀντιῤῥήσεις κατὰ τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ λεχθῶσιν ὅσα ἐλέχθησαν ἄλλοτε καὶ ὅσα ἡ πεῖρα ὑπηγόρευσε. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ εἰς τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἐρχόμεθα εἰς συζητήσεις.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πλὴν τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Σπυρίδωνος Τυπάλδου Φορέστη.
§59ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ καὶ ἂς ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. Καὶ ἐπὶ τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως.»
§62ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ ἄρθρα 2, 3 καὶ 4 ἀπαλείφονται. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 2, κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ᾼΦϞΕʹ τῆς 18 Δεκεμβρίου 1887 περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος τοῦ δήμου Λετρίνων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου δημοτικοῦ φόρου).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 30′ μ. μ.