1897.04.04
1,182 rows · 9,214 words · 97 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60
Τῆς 4 Ἀπριλίου 1897.
(Παρασκευή).
Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, γνωρίζοντος αὐτῇ, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐνέκρινε τὴν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων προταθεῖσαν τροποποίησιν τοῦ διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἐγκεκριμένου προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων αὐτῆς. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας. Τὸ οἰκεῖον τμῆμα τῆς Βουλῆς προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς νομίμου βουλευτοῦ τοῦ κ. Σπυρίδωνος Νοταρᾶ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς νομίμου βουλευτοῦ τοῦ κ. Σπυρ. Νοταρᾶ, ἔχοντος τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα προσόντα, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἐνταῦθα προσελθὼν ὁ νέος βουλευτὴς Κορινθίας κ. Σπυρ. Νοταρᾶς ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ τέσσαρα δωδεκατημόρια τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τοῦ ἔτους 1897, ὡς ταῦτα ἐτροποποιήθησαν καὶ θέλουσι τροποποιηθῆ διὰ δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Μαΐου, Ἰουνίου, Ἰουλίου καὶ Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1897. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶχον ὑποσχεθῆ χθὲς νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν περὶ τῶν μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον διὰ τῶν ὑποβληθεισῶν δηλώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Τὴν ἔκθεσιν ταύτην καταθέτω μετὰ τοῦ ἀναγκαίου πίνακος. Εἰς τὰ ἐν τῷ εἰσαχθέντι προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα ἔσοδα προσετέθησαν μόνον 750,000 δραχμαὶ, ὧν αἱ μὲν 700,000 ὡς ἔσοδον ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ φυγοστράτων ὑποχρέων πρὸς στράτευσιν, αἱ δὲ 50,000 ὡς ἔσοδα τῆς τελεφωνικῆς συγκοινωνίας. Καταθέτω ὡσαύτως καὶ ἓν νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 5,022. 62, προστεθησομένων εἰς τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 ἀναγεγραμμένην πίστωσιν διὰ πιστωτικὰ γραμμάτια, μὴ ἐπαρκέσασαν. Ἀλλ’ ὡς ἡ Βουλὴ θέλει πληροφορηθῆ ἐκ τῶν δύο κατατεθέντων πινάκων, τοῦ πίνακος τῶν ἐξόδων μετὰ τὴν προσθήκην εἰς τ’ ἀναγραφέντα ἐν τῷ εἰσαχθέντι προϋπολογισμῷ ποσὰ τῶν γενομένων δηλώσεων, καὶ τοῦ πίνακος τῶν ἐσόδων, ὑπάρχει διαφορὰ, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 27,509,073.58· εἰς τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἀνέρχεται τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1897, τὸ ὁποῖον σήμερον δυνάμεθα νὰ προϋπολογίσωμεν. Καθῆκον εἶχον κατὰ συνέπειαν νὰ ζητήσω τὴν συνδρομὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως πορισθῶμεν τὰ χρηματικὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς πλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἔλλειμμα δὲν παρουσιάζεται ἕνεκεν ἀναγκῶν συνήθων καὶ τακτικῶν, ἀλλ’ ἕνεκεν ἀναγκῶν ἐκτάκτων καὶ ἐπικειμένων, καθῆκον εἴχομεν νὰ προνοήσωμεν, ἵνα ἡ προμήθεια τοῦ ἐλλείποντος ποσοῦ πρὸς πλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος περιβληθῇ δι’ ὅσων οἷόν τε μεγαλειτέρων καὶ περισσοτέρων πιθανοτήτων. Διὰ τοῦτο παρεσκεύασα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τῆς ἀναγκαίας αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν, ἵνα ἀναβιβάσωμεν τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὸ ὁποῖον κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἀνέρχεται εἰς 14 ἑκατομμύρια, νὰ ἀναβιβάσωμεν αὐτὸ εἰς 30 ἑκατομμύρια, δηλ. νὰ ἐκδώσωμεν πρὸς τοῖς ὑπάρχουσιν ἐντόκοις γραμματίοις καὶ ἄλλα μέχρι ποσοῦ 16 ἑκατομμυρίων. Τὰ ἔντοκα γραμμάτια, ὡς εἶπον ὑμῖν, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 14 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἔτους 1895 καὶ τοῦ ἔτους 1896 προσεπαθήσαμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων, καὶ ἠδυνήθημεν νὰ μειώσωμεν αὐτὸ ἀπὸ 14 εἰς 10 περίπου ἑκατομμύρια. Διὰ τούτου ἐπιτυγχάνομεν τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων κατὰ 200 χιλιάδας δραχμάς, ἀπαλλασσόμενοι ἀπὸ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον ἠθέλομεν πληρώσει ἐπὶ τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἀπεσύρομεν ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν πρὸς 5%. Τὴν στιγμὴν ταύτην, καθ’ ἣν ἀγορεύω πρὸς τὴν Βουλὴν, νομίζω ὅτι τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ ἔντοκα γραμμάτια δὲν ἀνέρχονται εἰς 14, ἀλλὰ μόνον εἰς 11 ἢ 10 ἑκατομμύρια. Ὁ νομοθετικὸς κανονισμὸς τῶν περὶ τούτων εἶναι εὔκολος, διότι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1885 ἀνετέθη εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ διὰ Β. Διατάγματος πάσας τὰς λεπτομερείας τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων καὶ τῶν ἄλλων συμφωνιῶν καὶ ὅρων, οἱ ὁποῖοι ἐπακολουθοῦσι τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δίδει καὶ ἄλλην τινὰ ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἤθελε ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὴν ἄδειαν νὰ ἐκδώσῃ καὶ δάνειον μέχρις 20 ἑκατομμυρίων ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ὑπὸ τοὺς ἑξῆς ὅρους. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου προσδιορίζεται ὁ πληρωτέος τόκος εἰς 6% ἐπὶ τοῦ καταβληθησομένου πραγματικοῦ κεφαλαίου. Προσδιορίζεται προσέτι καὶ χρεωλύσιον ½% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ· ἑπομένως ἡ ἐξόφλησις τοῦ δανείου θέλει κανονισθῆ ὑπὸ τριῶν παραγόντων, ὑπὸ τοῦ παράγοντος τῶν τόκων ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου τῶν 6%, ὑπὸ τοῦ παράγοντος τοῦ χρεωλυσίου ἐξ ἡμίσεως τοῖς ἑκατὸν καὶ ὑπὸ τοῦ ἀγνώστου παράγοντος τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐκδοθῆ τὸ δάνειον· περιελήφθη δὲ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις, καθ’ ἣν τὰ ἐκ τοῦ δανείου τούτου εἰσπραχθησόμενα χρήματα θέλουσι πρὸ παντὸς κατὰ προτίμησιν ἀποδοθῆ πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν πρώτην διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου ἠθέλομεν πραγματοποιήσει ἐκ τῶν 16 ἑκατομμυρίων. Ὥστε τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν 16 ἑκατομμυρίων ἐπιζητοῦμεν διὰ δύο μεθόδων, δι’ ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων, ἢ δι’ ἐκδόσεως δανείου, ἢ καὶ δι’ ἀμφοτέρων. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου ὑπέλαβον ὅτι περιβάλλομεν μετὰ μειζόνων πιθανοτήτων τὴν εὕρεσιν τοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην, ἵνα καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα. Τοῦτο καὶ μόνον προτείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς πλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος. Τὸ μέτρον ὅμως τὸ ἕτερον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν νῦν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καταθέτω, δὲν ἔχει κύριον σκοπὸν τὸν πορισμὸν χρημάτων, ἀλλὰ προτείνεται, ἵνα παράσχῃ εὐκολίαν εἰς τὴν ταμιακὴν ὑπηρεσίαν, ἰδίως ἐν ταῖς μεθορίοις ἐπαρχίαις, ὅπου ἐπολλαπλασιάσθη ὑπερβαλλόντως ἡ ὑπηρεσία αὕτη, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον νὰ καταστήσῃ πραγματικὸν τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι ἔχουσι μέχρι τοῦδε προσδιορίσει. Ἀληθῶς τὰ κερματικὰ γραμμάτια, ἕνεκα τῆς ποιότητος τοῦ χάρτου, εἴτε ἕνεκα τῆς μεγάλης χρήσεως, φθείρονται ταχέως, εἰς δὲ τὰ ταμεῖα ὑπάρχει πάντοτε ἀποτεθειμένον ποσὸν τεσσάρων ἢ πέντε ἢ ἐνίοτε καὶ περισσοτέρων ἑκατομμυρίων ὡς ἐφθαρμένων. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀντικαθίσταται διὰ νέων γραμματίων ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν, ἀλλ’ ἕως ἂν ἀντικατασταθῇ, ἀπαιτεῖται ἐργασία μακρὰ, μεθ’ ἣν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἴσον ποσὸν γραμματίων ἀπὸ τὰς Τραπέζας. Οὕτως ἐκ τῶν 14 ἑκατομμυρίων ὑπολείπεται ἀργὸν ποσὸν πέντε καὶ πλέον ἑκατομμυρίων. Ἄλλοτε εἶχε γενῆ αἰσθητὴ ἡ ἀνάγκη αὕτη, καὶ ἐπί τινος τῶν προκατόχων Ὑπουργείων ἔσπευδον πολλάκις καὶ ἐλάμβανον τὰ πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ἐφθαρμένων ἀναγκαῖα κερματικὰ γραμμάτια πρὶν ἢ καταγραφῶσι τὰ ἐφθαρμένα, ἀλλ’ ἐφαίνετο ἕνεκα τούτου ἐξωγκωμένη καὶ ὑπερβαίνουσα τὸ νενομοθετημένον ποσὸν ἡ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσότης τῶν γραμματίων, ἂν καὶ δὲν ὑπῆρχον εἰς κυκλοφορίαν πράγματι περισσότερα τῶν 14 ἑκατομμυρίων. Κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τοῦ χρόνου, ὅτε τὰ ταμεῖα Τρικκάλων, Λαρίσης, Βόλου, Ἄρτης, Καρβασαρᾶ, Ἀγρινίου, Μεσολογγίου ἔχουσι μεγάλην κίνησιν, ἡ ἔλλειψις τῶν κερματικῶν γραμματίων ἐγένετο λίαν αἰσθητή. Διὰ τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτείνομεν, ἵνα εἰς τὰ ὑπάρχοντα 14 ὀνοματικὰ ἑκατομμύρια —λέγω δ’ ὀνοματικὰ, διότι, ὡς ἐῤῥήθη, ὑπάρχει ποσὸν πάντοτε ὑπὸ φθορὰν,—προστεθῶσιν ἕξ ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν 6 τούτων ἑκατομμυρίων προτείνομεν νὰ μὴ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις αἱ ἰσχύουσαι ἐπὶ τῶν 14 ἑκατομμυρίων, δηλ. νὰ μὴ θεωρηθῶσιν ὡς ἀνήκοντα εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ νομοσχέδιον θέλει πληρόνεσθαι ὁ τόκος τοῦ ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν, ὁ ὁποῖος πληρόνεται νῦν ἐπὶ τῶν 14 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ θέλει πληρόνεσθαι προσέτι καὶ ἕτερον 1% ὡς χρεωλύσιον. Ἐπὶ τούτοις συνωμολογήθη σύμβασις μετὰ τῶν τριῶν Τραπεζῶν, τῆς Ἐθνικῆς, τῆς Ἠπειροθεσσαλίας καὶ τῆς Ἰονικῆς, τὴν ὁποίαν μετὰ τοῦ ἀπαιτουμένου νομοσχεδίου καταθέτω.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ δήλωσις καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ εἰσαχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 335–338). Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων: 1) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 97,460 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896. 2) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1798 60/00 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896· καὶ 3) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 7,600 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 339–341).
§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ πρὸ μικροῦ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδια περὶ αὐξήσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων καὶ περὶ κερματικῶν γραμματίων δραχ. 6,000,000 νὰ ψηφισθῶσιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δὲν θέλουσι λήξει τὴν Κυριακὴν τὸ ἑσπέρας, ὑποθέτω ὅτι οἱ κ. Βουλευταὶ θέλουσι παράσχει πλήρη τὴν συνδρομήν των εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, καὶ ὅτι ἑπομένως θέλει ἡ Βουλὴ συνεδριάσει καὶ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἐρχομένης ἑβδομάδος. Ἀλλὰ διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, ἂς ἀναγνωσθῶσιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναβολῆς τῆς κληρώσεως τῶν στρατευσίμων τοῦ τρέχοντος ἔτους. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§11ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατόπιν τῶν χθὲς γενομένων παρατηρήσεων ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ προτείνω, ὅπως τὸ ἄρθρον μόνον τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Αἱ κληρώσεις τῶν στρατευσίμων τῆς ἐνεστώσης ἀπογραφῆς καὶ ἡ κατάταξις αὐτῶν ἀναβάλλεται ἐπὶ χρόνον ὁρισθησόμενον διὰ Β. Διατάγματος. Ἡ πρόσκλησις αὐτῶν γενήσεται 10 τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς ἐποχῆς τῆς κατατάξεώς των.» (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου.
§13ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἦναι δυνατόν, νὰ ἀναβληθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι θὰ προκαλέσῃ συζητήσεις. Ἀφοῦ ἀνεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ἀνάγκη νὰ ἀναβληθῇ καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον χρήζει μελέτης οὐ σμικρᾶς· διότι δι’ ἓν ἔτος μόνον ἐψηφίσθη δοκιμαστικῶς, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἴδωμεν ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα, καὶ προσέτι νὰ διαφωτισθῶμεν, τί γίνεται ὁ παρακρατούμενος σταφιδόκαρπος· εὑρίσκεται εἰς τὰς ἀποθήκας; Πόσος εὑρίσκεται καὶ πόσος ἐπωλήθη; Διότι, ἐὰν ἐξακολουθοῦμεν συνάζοντες καρπὸν εἰς τὰς ἀποθήκας κατ’ ἔτος, δὲν ἠξεύρομεν τί θὰ γείνῃ· μόνον ἠξεύρομεν, ὅτι ὑποβαλλόμεθα εἰς ματαίας δαπάνας δι’ ἀποθήκας καὶ ἀποθηκαρίους. Τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ συζητηθῇ καὶ βραδύτερον, διότι ἔχομεν διάστημα μέχρι τοῦ Αὐγούστου, ὅτε θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, νὰ σκεφθῶμεν, ὅτε θὰ γνωρίζωμεν καὶ τ’ ἀποτελέσματα. Ἄλλως δὲ, δὲν εἶναι σήμερον τὸ μέλλον τῆς σταφίδος τόσῳ δυσάρεστον, διότι βλέπομεν ὅτι ὑπερετιμήθη καὶ πιθανὸν νὰ μὴ παρασταθῇ ἀνάγκη παρακρατήσεως. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ μέτρου διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ δὲν εἴμεθα ἐν γνώσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς παρακρατήσεως τῶν προηγουμένων ἐτῶν, καὶ δὲν ἔχομεν πρόχειρα ὅλα τὰ στοιχεῖα πρὸς τοῦτο.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας νομίζω, ὅτι διαιροῦνται εἰς δύο. Πρώτη εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, δευτέρα εἶναι ὅτι ζητεῖ πληροφορίας περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου κατὰ τὸ 1895 καὶ 1896. Τὰς πληροφορίας θέλομεν δώσει κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον. Περὶ τῆς ἀναβολῆς δὲ θέλει ἀποφασίσει ἡ Βουλή. Ἐγὼ εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν 23 Ἰανουαρίου τοῦ 1897, διότι μοὶ ἐγένοντο αἱ αὐταὶ δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον γενῆ πρὸς ἡμᾶς καὶ κατὰ τὰ 1895 καὶ 1896. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τότε νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον τοιοῦτον, ἔκρινα ὅτι, ἀφοῦ δὲν μετεβλήθησαν αἱ περιστάσεις ἔπρεπε νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία εἶχεν ἐκδηλωθῇ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη.
§15ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις στηρίζεται εἰς τὴν παρακράτησιν· νομίζω ὅμως, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο δύναται τὸ νομοσχέδιον νὰ στηρίζηται ἐπὶ ἑτέρας βάσεως· νὰ χορηγηθῇ δηλονότι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος δύνηται νὰ θέτῃ εἰς ἐνέργειαν τὴν παρακράτησιν κατὰ τὸ 1897. Ὑπάρχει μάλιστα μηχανισμὸς, καθ’ ὃν δύναται νὰ προέλθῃ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ἀναγεγραμμένος εἰς νομοσχέδιον ὑποβεβλημένον εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο θὰ ἦναι δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ἐπιστῇ ὁ προσήκων χρόνος, νὰ κρίνῃ, ἂν ἡ παρακράτησις ἦναι ἐπιβεβλημένη ἢ μᾶλλον ἀναγκαία· διότι ἂν ἡ παραγωγὴ τοῦ ἔτους ἦναι τοσαύτη, ὥστε νὰ καταστήσῃ τὴν παρακράτησιν ἀναγκαίαν, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ πάντα τὰ στοιχεῖα κατὰ Ἰούλιον, ὥστε νὰ προβῇ ἢ μὴ εἰς τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως. Ἀπὸ τοῦδε δὲ ψηφιζόμενον τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπιβάλλον τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως, δύναται νὰ ἦναι ἐπιβλαβὲς, ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ ἀνάγκη αὐτοῦ, διότι δυνατὸν ἡ παραγωγὴ νὰ ἦναι τόσον μικρὰ, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη παρακρατήσεως. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἵνα, εἴτε ἐν τῇ πρώτῃ εἴτε ἐν τῇ δευτέρᾳ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου, σκεφθῇ περὶ τούτου καὶ μεταβάλῃ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον σημείωμα, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς παρακρατήσεως.
§16ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι, ὡς εἶπεν ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, ἔχει ἀνάγκην πολλῶν μεταῤῥυθμίσεων. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καθὼς καὶ τοὺς συναδέλφους ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν, ἵνα προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σπουδαῖα νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις τῆς πατρίδος. Θὰ ἦναι λυπηρὸν καὶ δι’ ἡμᾶς τοὺς ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν καὶ διὰ τὴν Βουλὴν νὰ κατατριβώμεθα ἀσκόπως εἰς συζητήσεις περὶ σταφίδος, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπὸ τῶν περάτων τῆς γῆς ἔρχονται Ἕλληνες καὶ φιλέλληνες, θὰ ἦναι λυπηρὸν νὰ ἀκούσωσιν, ὅτι συζητοῦμεν περὶ σταφίδος, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡμέραι τινὲς μόνον, ὡς εἶπε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπολείπονται, ἵνα τεθῇ τὸ ἔναυσμα εἰς τὴν θρυαλλίδα, ὅπως ἀνάψῃ ἡ φλὸξ εἰς τὰ μεθόρια. Καὶ νομίζετε ὅτι εἴμεθα βέβαιοι, ἐὰν κηρυχθῇ ὁ πόλεμος, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ τρυγήσωμεν τὴν σταφίδα;—διότι αἱ τύχαι τῶν πολέμων ἄδηλοι.— Ἂς σκεφθῶμεν κάλλιον περὶ τῆς εὐοδώσεως τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος κατὰ τὰς ἐλπίδας τοῦ ἔθνους, καὶ εἶναι εὔκολον αὔριον νὰ συνέλθωμεν ἐν πλειοτέρᾳ ἡσυχίᾳ, καὶ ψηφίσωμεν περὶ παρακρατήσεως, ἀφοῦ θεωρεῖτε καὶ ταύτην ὡς ἐθνικὸν ζήτημα. Οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν δὲν πρέπει, χάριν συμφερόντων ἰδιωτικῶν ἐλαχίστων, (διότι δὲν πρόκειται νὰ προσπορισθῶσι καὶ μεγάλα κέρδη) νὰ φέρωσιν ἀντιῤῥήσεις εἰς τὴν ἀναβολὴν, καὶ ἐξαντλήσωσι τὴν Βουλὴν εἰς τοιαύτας περιστάσεις διὰ τοιούτων συζητήσεων.
§17Π. ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Ζητοῦμεν, Κύριοι, τὴν ἀναβολὴν, καὶ διότι ὁ νόμος αὐτὸς ἐλειτούργησε κακῶς, ὥστε φανερὰ μᾶς κλέπτουν τὴν περιουσίαν μας. Ἐδώσαμεν καταγγελίας, ἀλλ’ οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐγένετο.
§18ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρακράτησις ἔφερεν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα· ἂν δὲ ὑπῆρξαν καὶ πλημμέλειαί τινες, ταύτας δυνάμεθα νὰ διορθώσωμεν εἰς τὴν δευτέραν καὶ τρίτην συζήτησιν.
§19ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Εἶναι ἄσκοπον καὶ καθαρὰ ματαιοπονία νὰ συζητῶμεν, ἂν πρέπῃ νὰ ψηφισθῇ ἢ ὄχι παρὰ τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον, πρὶν ἢ ἐξετασθῇ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας συναδέλφου περὶ ἀναβολῆς. Ὁμολογουμένως κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ὑπῆρξε κἄποια ἀνάγκη νὰ παρακρατηθῇ μέρος τοῦ σταφιδοκάρπου, ἀλλ’ αὕτη σήμερον δὲν ὑφίσταται, διότι οὐ μόνον εἶναι ἐλάχιστον τὸ ποσὸν τὸ εὑρισκόμενον εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ καὶ, καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι ἐξ ἐπισήμου πηγῆς, κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον δὲν θὰ ὑπάρχῃ οὔτε κόκκος σταφίδος. Ἐφέτος δὲ, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως ὀγδοήκοντα χιλιάδων ἐργατικῶν χειρῶν, κατὰ πολὺ θὰ ὑστερήσῃ ἡ παρακράτησις. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἴδωμεν, ὅτι ἐφέτος θὰ ἦναι καλὴ ἡ ἐσοδεία καὶ ὅτι ὑπάρχει εἰσέτι εἰς τὰς ἀποθήκας ποσὸν ἀπώλητον, εἴμεθα ἐν καιρῷ νὰ ψηφίσωμεν νόμον καὶ ὑποβάλωμεν τροπολογίας. Ὥστε παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν οἱ διαφωνοῦντες ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἕνεκα δὲ τούτου πιθανώτατον εἶναι ἡ συζήτησις νὰ ἦναι μακρὰ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ στέρξῃ, ἵνα προτάξωμεν τὰ ἄλλα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδια, ὅταν δὲ ταῦτα ψηφισθῶσι, νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποφυλακίσεως τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένων τῶν ὑπεχόντων στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§22Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐπιτρέπεται ἡ ἀπόλυσις ἐκ τῶν φυλακῶν τῶν πολιτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπόχρεοι πρὸς στράτευσιν, κρατοῦνται δὲ διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ κρατῶνται εἰς τὰς φυλακὰς ὑπόχρεοι πρὸς στράτευσιν καὶ ἄλλοι, ἀλλὰ διὰ χρέη πρὸς ἰδιώτας· περὶ τούτων τί γενήσεται; Εἶναι φανερὸν, ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα θὰ κρατηθῶσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι παράλογον. Ἐὰν ἡ ὑποχρέωσις πρὸς στράτευσιν τῶν πολιτῶν πρωτεύῃ πάσης ἄλλης ὑποχρεώσεως, πρωτεύει καὶ διὰ τοὺς κρατουμένους διὰ χρέη πρὸς ἰδιώτας ἢ θὰ παραδεχθῶμεν ὅτι τὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον εἶναι ἐν κατωτέρᾳ μοίρᾳ τῶν χρεῶν πρὸς ἰδιώτας; Δὲν εἶναι πρέπον, ἡ Βουλή, οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις, νὰ παραδεχθῇ τοιαύτην ἀνάρμοστον διαστολὴν μεταξὺ χρεῶν τοῦ Δημοσίου καὶ χρεῶν πρὸς ἰδιώτας. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ, ὅπως προστεθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον ἡ φράσις «διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ πρὸς ἰδιώτας», καὶ οὕτω πάντες οἱ ὀφειλέται ἀφομοιωθῶσι, μὴ ἀναγνωριζομένων ἀτόπως περισσοτέρων δικαιωμάτων εἰς τοὺς δανειστὰς ἰδιώτας παρὰ εἰς τὸ Κράτος ἢ εἰς τὴν ἔχουσαν ἀνάγκην βραχιόνων Πολιτείαν πρὸς φρούρησιν ἑαυτῆς.
§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἠδύνατο νὰ περιλάβῃ τοιαύτην διάταξιν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου αἴρεται ἡ ἀπαγόρευσις, ἥτις δι’ ἑτέρου νόμου εἶχεν ἐπιβληθῆ εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου εἶχεν ἀφαιρεθῆ ἀπ’ αὐτῆς τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστέλλῃ τὴν χρῆσιν τῶν νενομισμένων καταδικαστικῶν μέτρων πρὸς εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, κατὰ τὰς διατάξεις δ’ ἐκείνου, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἠδύνατο νὰ διατάξῃ τὴν ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπόλυσιν τῶν διὰ δημόσια χρέη κρατουμένων. Ἀλλὰ νῦν προτείνομεν νὰ νομοθετηθῇ ἡ ἀπαλλαγὴ ἡμῶν ἀπὸ τὴν εἰρημένην ἀπαγόρευσιν. Ἀλλὰ πρέπει τὸ αὐτὸ μέτρον νὰ διαταχθῇ καὶ διὰ τοὺς δι’ ἰδιωτικὰ χρέη κρατουμένους; Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπετράπη ἡμῖν νὰ κανονίσωμεν τοιαῦτά τινα θέματα διὰ διατάγματος, τοιοῦτον δὲ διάταγμα ὑπεβλήθη ἤδη εἰς τὸν Βασιλέα, δὲν γνωρίζω δ’ ἐὰν ὑπεγράφη. Τὸ διάταγμα τοῦτο ἴσως δημοσιευθῇ ἀπόψε. Ἐὰν δὲ δὲν ἐπαρκῇ εἰς τὰς βλέψεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, δύναται τότε οὗτος νὰ προβάλῃ εἰδικὴν πρότασιν.
§24Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ διάταγμα δὲν προβλέπει περὶ τούτου. Ἐνταῦθα εἶναι ὁ τόπος νὰ τεθῇ, διότι γίνεται λόγος περὶ ὑποχρεώσεως πρὸς στράτευσιν, οἱ στρατεύσιμοι δὲ ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§25ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχει τὸν τόπον της ἐνταῦθα τοιαύτη τροπολογία ἢ προσθήκη, Πρόκειται περὶ δύο διακεκριμένων ἀντικειμένων, ὅλως ἀλλοίας φύσεως ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προεδρεύουν εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Περὶ τίνος πρόκειται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ; Πρόκειται περὶ δύο φόρων πρὸς τὸ Δημόσιον, περὶ φόρου αἵματος καὶ περὶ φόρου χρημάτων. Τὸ Ὑπουργεῖον ζητεῖ τὴν ἄδειαν νὰ ὑποβάλῃ τὸν πολίτην εἰς τὸν ἀνώτερον φόρον καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἴσως δὲν ἐχρειάζετο καὶ τοιοῦτο νομοσχέδιον, διότι ὁ πολίτης ἐκ τῶν δύο φόρων, τοῦ αἵματος καὶ τοῦ χρήματος, ὑποχρεοῦται νὰ ἀποτίσῃ τὸν ἀνώτερον, τὸν τοῦ αἵματος. Ἀλλὰ ἄλλης φύσεως εἶναι ἡ σκέψις, ἡ ὁποία προεδρεύει εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ἐκεῖ πρόκειται νὰ θυσιασθῇ ἀτομικὸν δικαίωμα καὶ συμφέρον, νὰ ὑποταχθῇ τὸ ἰδιωτικὸν δικαίωμα εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, νὰ ἐπέλθῃ εἶδός τι δημεύσεως, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ προσαχθῇ ἴδιον νομοσχέδιον. Οὐχ ἧττον εὑρίσκω σοβαρὰν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ συζητηθῇ ὑπὸ τὸ κράτος ἑτέρων ἰδεῶν.
§26ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δανειστὴς καταδιώκων ὀφειλέτην εἰς αὐτὴν τὴν στιγμήν; (ἱλαρότης). Ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ βεβαιώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ τοιοῦτον. Ἐὰν πρόκειται δὲ περὶ ἑνὸς ἢ δύο μόνον κρατουμένων, καλὸν εἶναι νὰ διαταχθῇ ὁ ἐπιστάτης τῶν φυλακῶν νὰ τοὺς ἀπολύσῃ.
§27Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὀρθὰ, ἀλλὰ καὶ ἡ γενομένη συζήτησις δὲν εἶναι ἀναξία λόγου. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ προταθεῖσα γνώμη. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὑπάρχει σύγχυσις κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ κείμενον τοῦ ψηφισθέντος νόμου περὶ ἀναστολῆς προθεσμιῶν, ἀλλὰ, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν λαμβάνει μέτρα, οἷα πρὸ μικροῦ ἐφάνη παραδεχόμενος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ περιμένητε καὶ ἐκ τοῦ διατάγματος ὠφέλειάν τινα, διότι τὸ διάταγμα θὰ στηρίζηται εἰς τὸν νόμον. Πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, εὐτυχῶς δ’ ὑπάρχει τοσοῦτος ἐνθουσιασμὸς, ὥστε δὲν δύναταί τις νὰ φοβηθῇ, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ ἐκ συμπαιγνίας προσωποκράτησις, ὅπως ὁ κρατηθεὶς ἀποφύγῃ τὴν στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν, ἀλλ’ ὁ νομοθέτης πρέπει νὰ ἦναι πάντοτε προνοητικὸς, καὶ ὀφείλει νὰ προνοήσῃ καὶ περὶ τούτου.
§28ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι μεταξὺ τῶν συναδέλφων, τῶν τόσῳ νομομαθῶν, ἰσχυρίσθησάν τινες, ὅτι ἡ προφυλάκισις εἶναι ἡ συντελεσθεῖσα ἐκτέλεσις. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ἐξακολουθεῖ ἡ ἐκτέλεσις ἐφ’ ὅσον ὁ προφυλακισθεὶς δὲν ἐκτελεῖ τὴν ὑποχρέωσίν του. Συνεπῶς, ἐὰν λάβωμεν τοῦτο ὡς δεδομένον, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν εἶναι περιττὸν, διότι ἔχομεν ἐψηφισμένον νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναστέλλεται πᾶσα ἐκτέλεσις πολιτικῆς ἀποφάσεως, καθ’ ἃ δὲ βεβαιοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὑπέβαλε τοιοῦτον διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναστέλλεται πᾶσα ἐκτέλεσις. Πάντες λοιπὸν οἱ προφυλακισμένοι διὰ πολιτικὰ χρέη εἴτε πρὸς τὸ Δημόσιον εἴτε πρὸς ἰδιώτας, ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ διατάγματος, ἀποφυλακίζονται εὐθύς. Διὰ τῆς φυλακίσεως γίνεται μία ἐκτέλεσις συνεχὴς, δημοσιευομένου δὲ τοῦ διατάγματος ἀποφυλακίζονται εὐθὺς πάντες, καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι περιττὸν ὅλως τὸ νομοσχέδιον.
§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἡ γνώμη ὑμῶν δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν νομοθεσίαν. Ἐπὶ ἰδιωτικῶν διαφορῶν ἡ προσωπικὴ κράτησις ἐπιβάλλεται δι’ ἀποφάσεως δικαστηρίου, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἀξιώσεων τοῦ Δημοσίου, τῶν στηριζομένων εἰς τὴν μὴ ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν ἀπαιτεῖται δικαστικὴ ἀπόφασις, ἵνα ἐπιβληθῇ προσωπικὴ κράτησις. Εἶναι μέσον ἐκβιαστικὸν ἡ προσωπικὴ κράτησις, ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι περιττόν.
§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον δὲν ἦναι περιττὸν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῆς προσωπικῆς κρατήσεως οἱ ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου, βεβαίως δὲν εἶναι περιττὴ καὶ ἡ διάταξις, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῆς προσωπικῆς κρατήσεως καὶ οἱ ὀφειλέται πρὸς ἰδιώτας. Καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος καὶ δημοσιευθέντος εἶναι γενική, ἀπαγορεύει πᾶσαν ἐκτέλεσιν.
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δικαστικῶν ἀποφάσεων.
§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λέγει «καὶ ἄλλων πράξεων ἢ δικαστικῶν ἐγγράφων.» Ἀπαγορεύεται πᾶσα ἐκτέλεσις. Ἂν ἡ γενικὴ αὕτη διάταξις τοῦ νόμου περιλαμβάνῃ τοὺς ἤδη εὑρισκομένους ὑπὸ προσωπικὴν κράτησιν, βεβαίως περιλαμβάνει καὶ τοὺς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου φυλακισθέντας καὶ τοὺς ὑπὸ τῶν δικαστηρίων. Καὶ ἂν, ὅπως ἀντελήφθην, πάντες παραδεχώμεθα ὅτι οἱ ἔφεδροι οἱ προσωποκρατούμενοι καὶ δυνάμει δικαστικῶν ἀποφάσεων ἕνεκα ἰδιωτικῶν χρεῶν πρέπει καὶ οὗτοι νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς προσωποκρατήσεως, ὅπως ἀπέλθωσιν εἰς τὸν στρατὸν καὶ ἀποτίσωσιν ἐκεῖ τὸν ἄλλον, τὸν μεγαλείτερον φόρον, ἄν, λέγω, τοιαύτη ἦναι ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς, ὡς ἀντελήφθην ὅτι εἶναι, τότε πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ ἰδιαιτέρα. Δὲν εἶμαι δὲ τῆς γνώμης, καίτοι διάφορος εἶναι ἡ ἀρχὴ, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅτι εἶναι ἀπηγορευμένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συμπεριλάβῃ ἐν ἰδιαιτέρῳ ἄρθρῳ καὶ τὴν ἀρχὴν τὴν ἄλλην. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ τοιαύτη διάταξις, καὶ τοῦτο τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, ἂν ὁ νόμος ὁ ἐψηφισμένος περιελάμβανε καὶ τὴν ἰδέαν τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν προσωποκρατουμένων δι’ ἰδιωτικὰ χρέη, ἐν τῷ διατάγματι, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως, θὰ ἐλαμβάνετο πρόνοια καὶ περὶ τούτου, καὶ ἂν τοιαύτη πρόνοια εἶχε ληφθῆ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤθελε τὸ ἐνθυμεῖται καὶ ἤθελε τὸ ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι δὲν ἐλήφθη τοιαύτη πρόνοια, καὶ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι δὲν ἡρμηνεύθη ὁ νόμος ὑπὸ τὴν εὐρυτέραν σημασίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἡρμήνευσεν αὐτὸν, καὶ δὲν δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἔχωμεν καιρὸν νὰ ψηφίσωμεν ἰδιαίτερον νόμον περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν προσωποκρατουμένων, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ.
§33ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ κείμενον τοῦ ψηφισθέντος νόμου λύει τὸ ζήτημα. Τὸ κείμενον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναστολὴ πάσης παραγραφῆς, τῶν νομίμων, δικαστικῶν καὶ ἐκ συμβάσεως προθεσμιῶν παντὸς εἴδους, τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως πολιτικῶν ἀποφάσεων, δικαστικῶν πράξεων καὶ παντὸς εἴδους δικαιογράφων, ὡς καὶ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὡς μέσου συντηρητικοῦ ἢ ἐκτελέσεως.» Ἕπεται ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις, καθ’ ὅσον χρόνον ἐξακολουθεῖ, εἶναι μέσον ἐκτελέσεως, καὶ ἑπομένως, ἀφοῦ ἐπιτρέπεται ἡ ἀναστολὴ τῆς ἐκτελέσεως, ἐπιτρέπεται καὶ ἡ ἀπόλυτις ἀναμφισβητήτως. Πρὸς τίνα σκοπὸν γίνεται ἡ προσωπικὴ κράτησις; Γίνεται πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως. Ὅταν λοιπὸν ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστείλητε τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, ἔχετε καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστείλητε καὶ τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἥτις εἶναι μέσον πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μίαν μόνον ἐπιφύλαξιν ὀφείλω νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ὡς πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς λεχθέντα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὀρθῶς ἡρμήνευσε τὸν νόμον, ὑποθέτω δ’ ὅτι τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ δυνάμει τοῦ νόμου τούτου, ἀναγράφει τὴν ἀναστολὴν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως καὶ ὡς μέσου συντηρητικοῦ καὶ ὡς μέσου ἐκτελέσεως. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν οὕτως ἔχῃ τὸ διάταγμα, ἐνδεχόμενον δὲ νὰ ἀνεγράφη ἐν τῷ διατάγματι ἡ ἀναστολὴ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως μόνον ὡς μέσου συντηρητικοῦ καὶ ὄχι ὡς μέσου ἐκτελέσεως, διὰ τοῦτο ἡ περὶ τούτου συζήτησις πρέπει νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον, διότι ἕως τότε θέλει ἐκδοθῆ τὸ διάταγμα καὶ θέλομεν ἰδεῖ, ἂν εἶναι πλῆρες, ἢ ἂν ἀπαιτεῖται ἡ προβαλλομένη συμπλήρωσις. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τυγχάνει ὅλως ἄσχετον πρὸς τὸν νόμον τὸν ἐκδοθέντα τῇ 14 Μαρτίου, καὶ ἑπομένως πρὸς τὸ διάταγμα τὸ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, διότι ἡ προσωπικὴ κράτησις ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως δὲν εἶναι ἐκτέλεσις δικαστικῆς ἀποφάσεως, εἶναι μέσον ἐκβιαστικὸν, ὁ δὲ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης γνωρίζει κρεῖττον ἐμοῦ, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸν ἐψηφισμένον νόμον, οὗτος δὲ χορηγεῖ ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἑκάστοτε ἀναστέλλῃ διὰ Β. Διατάγματος τὴν ἐκτέλεσιν. Ἂν ὑπεβλήθη ἓν διάταγμα, δὲν ἀποκλείεται τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβληθῇ καὶ νέον.
§36Ι. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ γνώμη τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Ἀγγελοπούλου μοὶ φαίνεται ὀρθὴ καὶ ἡ πρότασίς του ἀσπαστή. Διότι, ἂν δὲν χρησιμεύσῃ ἡ σήμερον συζήτησις ὡς ἐπίσημος ἑρμηνεία τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, καὶ δὴ τῆς λέξεως «ἀναστολὴ», ὅτι διὰ τοῦ νόμου περὶ ἀναστολῆς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως περιλαμβάνεται καὶ ἡ περίπτωσις τῶν πρὸ τοῦ διατάγματος περὶ ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου γενομένων προσωποκρατήσεων, πρέπει ἀναγκαίως νὰ ἀναγραφῇ τοῦτο ἐν τῷ νόμῳ, διότι ὅμοιον ζήτημα ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ἐκστάσεως ὑπαρχόντων ἀνεφύη παρὰ τοῖς δικαστηρίοις, καὶ κατὰ τὴν νομολογίαν τῶν δικαστηρίων εἶναι ἐπίμαχον, ἀμφισβητεῖται δὲ μεταξὺ τῶν ἐπισημοτέρων νομοδιδασκάλων, τινῶν μὲν παραδεχομένων ὅτι ἡ ἀναστολὴ πάσης διὰ προσωπικῆς κρατήσεως καταδιώξεως, ἀφορᾷ οὐχὶ τὴν πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς διατασσούσης τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως ἀποφάσεως, ἀλλὰ τὴν μετὰ τὴν ἀπόφασιν ἀπειλουμένην τοιαύτην, ἄλλων δ’ ὑποστηριζόντων, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀναστολὴ συνεπάγεται καὶ τὴν ἀπόλυσιν τῶν πρὸ τῆς ἀποφάσεως προσωποκρατηθέντων. Δέον λοιπὸν διὰ νόμου νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, ὅτι τουτέστιν ἡ ἀναστολὴ τῆς καταδιώξεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἀφορᾷ καὶ ἔχει συνεπείας καὶ ἀποτέλεσμα καὶ ὡς πρὸς τοὺς πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Β. Διατάγματος, δι’ οὗ τίθεται εἰς ἐνέργειαν καὶ ἰσχὺν ὁ νόμος περὶ ἀναστολῆς, προσωποκρατηθέντας, ἐκτὸς ἐὰν θεωρηθῇ ἡ σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις ὡς ἐπίσημος ἑρμηνεία τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ ἀναστολῆς, φοβεροῦ ὄντος νὰ ἀνατίθεται εἰς τοὺς ἐπιστάτας τῶν φυλακῶν ἡ λύσις τοῦ ζητήματος, ἢ εἰς τοὺς Προέδρους τῶν Πρωτοδικῶν, ὧν πλεῖστοί εἰσιν ἀγράμματοι.
§37Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γενομένη συζήτησις ἀπέδειξεν, ὅτι πάντες ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις πρὸς στράτευσιν εἶναι ὑπερτέρα πασῶν, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀνεκτὸν τὸ δικαίωμα τοῦ δανειστοῦ νὰ ᾖναι ὑπέρτερον τοῦ δικαιώματος τῆς πατρίδος, τοῦ νὰ καλέσῃ τοὺς πάντας καὶ παρὰ πάντων νὰ ὑπηρετηθῇ στρατιωτικῶς. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν εἶναι ἐνταῦθα τὸ προσῆκον μέρος. Ἐν τούτοις ἐγὼ βλέπω εἰς τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, «περὶ ἀποφυλακίσεως τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένων καὶ ὑπεχόντων στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν». Ἄρα ἡ διάνοια τοῦ συντάξαντος τὸ νομοσχέδιον ἦτο, νὰ προνοήσῃ ἐν γένει περὶ τῶν κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς διὰ χρέη. Καὶ ναὶ μὲν ἡ ἔκθεσις προνοεῖ εἰδικῶς περὶ τῶν ὀφειλόντων πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ μὴ συμπεριλάβωμεν καὶ τοὺς ὀφείλοντας πρὸς ἰδιώτας, ὥστε νὰ τελειώσῃ τὸ πρᾶγμα νομοθετικῶς. Διατὶ νὰ συντάξωμεν ἄλλο νομοσχέδιον, ἢ νὰ πέσωμεν εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν δικαστηρίων; καὶ διατὶ νὰ μὴ πράξωμεν τὸ ἁπλούστερον πρᾶγμα τοῦ κόσμου, νὰ θέσωμεν τρεῖς λέξεις, καὶ νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι τόσον τὰ χρέη τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον, ὅσον καὶ τὰ πρὸς ἰδιώτας, εἶναι κατώτερα τοῦ χρέους πρὸς τὴν πατρίδα;
§38ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀναγνοὺς τὸν ψηφισθέντα νόμον, ἀπορῶ διατὶ προκαλεῖται ἡ συζήτησις. Τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι τόσον σαφὲς, ὁ νόμος ἐκεῖνος περιέλαβεν ὅλας τὰς περιστάσεις, ὥστε καταντᾷ μία ταὐτολογία τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρὸς τὰ ἤδη ἐψηφισμένα. Ἅμα ὡς παραδεχθῶμεν, ὅτι ἐν τῇ κυμαινομένῃ νομολογίᾳ ἀναστολὴ ἐννοεῖ καὶ ἀποφυλάκισιν, τότε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι περιττόν. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναστολὴ πάσης παραγραφῆς τῶν νομίμων, δικαστικῶν καὶ ἐκ συμβάσεως προθεσμιῶν παντὸς εἴδους, τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως πολιτικῶν ἀποφάσεων, δικαστικῶν πράξεων καὶ παντὸς εἴδους δικαιογράφων, ὡς καὶ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὡς μέσου συντηρητικοῦ ἢ ἐκτελέσεως.» Ἐνόμιζον ὅτι ἐν τῷ ψηφισθέντι νόμῳ δὲν προενοεῖτό τι περὶ προσωπικῆς κρατήσεως. Ὅταν ὅμως ἐδῶ καθαρῶς ἐκφράζηται, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἀναστολὴ καὶ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὡς μέσου συντηρητικοῦ ἢ ἐκτελέσεως, τὸ πᾶν εἶναι ἐψηφισμένον. Καὶ τῷ ὄντι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, διότι δὲν θὰ ἦτο καταληπτὸν, ἀφοῦ διὰ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος ἀπεφασίσθη νὰ θυσιασθῶσι τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους, θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ Δημόσιον διετήρει τὰ ἰδικά του ἐναντίον τῶν πολιτῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Θὰ ἦτο λοιπὸν ἄτοπον καὶ νὰ ὑποληφθῇ, ὅτι σήμερον ἐπιλαμβανόμεθα θέματος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, νομοθετοῦσα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Θὰ ἐφαίνετο μία παράλειψις ἀκατανόητος τὸ τοιοῦτον. Ἀλλ’ εὐτυχῶς εἰς τὴν παράλειψιν ταύτην τὴν ἀκατανόητον δὲν ὑπέπεσεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀλλ’ ἀπεφάνθη λίαν σαφῶς καὶ γενικῶς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ἡ προσωπικὴ κράτησις ἐκτελουμένη ὑπὸ τὰς περιστάσεις ταύτας, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπαγγέλλεται ἡ ἀναστολὴ καὶ πάσης ἄλλης ἐκτελέσεως οὐχὶ τοσοῦτον ἐπαχθοῦς, ὅσον εἶναι ἡ προσωπικὴ κράτησις. Λοιπὸν ἅμα ὡς ἀποφασισθῇ, ἔστω καὶ διὰ μιᾶς ἑρμηνείας τῆς Βουλῆς, ὅτι διὰ τῆς λέξεως «ἀναστολὴ» ἐπιβάλλεται ἢ ἐπιτρέπεται καὶ ἡ ἀποφυλάκισις ...
§39Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κάμωμεν ἑρμηνευτικὸν νόμον τώρα;
§40ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος· δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§41ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. .. ἅμα ὡς ἀποφασισθῇ, ὅτι περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀποφυλάκισις, —διότι, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Τριπόλεως, ἡ προσωποκράτησις εἶναι μία συνέχεια ἐκτελέσεως, καὶ μὲ τὴν ἀναστολὴν ἐννοεῖται καὶ ἡ ἀποφυλάκισις,—τότε εἶναι ἐντελῶς περιττὸν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Τώρα εἶναι μὲν κυμαινομένη ἡ νομολογία ἐν τῷ θέματι τούτῳ, ἀλλ’ ὅταν τέλος πάντων ὑπὸ τὸ κράτος τοιαύτης ἰδέας ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ, δὲν θὰ ὑπάρξῃ κανὲν δικαστήριον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ δεχθῇ τοῦτο.
§42ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου δὲν εἶναι ποσῶς ὀρθαί· διότι ὁ μὲν νόμος ὁ γενικός, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι περιλαμβάνει καὶ τὴν περίπτωσιν ταύτην, ἀλλὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἡ ἰσχὺς ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐκδόσεως ἑνὸς Β. Διατάγματος, τὸ δὲ Β. Διάταγμα θὰ προκληθῇ, ὅταν ἡ Κυβέρνησις πεισθῇ, ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογήν. Ἀλλὰ τί γίνεται μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τεθῇ ὁ νόμος ἐν ἰσχύϊ; Οἱ ἔφεδροι κρατοῦνται ἐν ταῖς φυλακαῖς. Λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη εἰδικοῦ τινος νόμου, καὶ καλῶς ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε τὸν νόμον τοῦτον. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ὁ νόμος περιλαμβάνει καὶ δευτέραν διάταξιν, περιλαμβάνει τὴν διάταξιν περὶ τῆς τύχης τῶν ἐφέδρων τούτων καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐπιστρατείας, καὶ δίδει ὑπὲρ αὐτῶν μίαν προθεσμίαν ἀκαταδιώκτου ἐπὶ ἕνα μῆνα μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐπιστρατείας. Ἡ περίπτωσις αὕτη, νομίζω, πρέπει νὰ παραταθῇ ἀκόμη καὶ ἐπὶ μακρότερον χρόνον· νομίζω ὅτι εἷς μὴν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐπιστρατείας δὲν θὰ ἀρκέσῃ, ὅπως καταστήσῃ ἱκανοὺς τοὺς ἐφέδρους, ἐπανερχομένους εἰς τὰς ἑστίας των, νὰ ἀποτίσωσι φόρους πρὸς τὸ Δημόσιον. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν νομίζω ὅτι δὲν εἶναι νομοσχέδιον περιττὸν, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπον, διότι θεραπεύει ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν δὲν θεραπεύει ὁ νόμος ὁ γενικός, καὶ δεύτερον, διότι περιλαμβάνει καὶ δευτέραν διάταξιν.
§43ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδήλωσαν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι τὸ διάταγμα ἐκδίδεται.
§44ΤΟΜΑΝ. Τὸ νομοσχέδιον, κύριε Πρόεδρε, καλῶς εἰσήχθη, διότι ἡ διοίκησις εὑρέθη ἀπέναντι μιᾶς δυσχερείας· ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἐβεβαιώθη, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐποιήσατο χρῆσιν τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς καὶ πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐν λεπτομερείᾳ ἐφαρμόζει τὸ δοθὲν δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι περιττόν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ, ὅτι τοῦτο περιλαμβάνει καὶ ἑτέραν διάταξιν, μεριμνῶσαν καὶ περὶ ἄλλης περιστάσεως, αὕτη δύναται εὐκόλως νὰ ἀναπληρωθῇ, διότι ὑποθέτω ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐπιστρατείας πᾶσα Κυβέρνησις, πᾶς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἔχῃ βεβαίως τὴν συναίσθησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν ἀνθρώπων τῶν ἐπανελθόντων ἐκ τοῦ στρατοῦ μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς ἐπανόδου αὐτῶν.
§45Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν δύνανται νὰ συζητῶσι τὸν νόμον μὲ τὴν προϋπόθεσιν ἑνὸς διατάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδοθῇ καὶ τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζομεν, ἀφοῦ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔδωκε πλήρη ἐντολὴν, ἡ δὲ ἐκτελεστικὴ δύναται νὰ περιορίσῃ τὴν ἐντολὴν ἀναλόγως τῶν περιστάσεων. Ἡμεῖς τὴν στιγμὴν ταύτην ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν δύο νόμους· τὸν ψηφισθέντα γενικὸν νόμον καὶ τὸ κείμενον τοῦ ψηφιζομένου νόμου. Διὰ τοὺς ὀρθοτάτους λόγους, τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας καὶ κατὰ τῶν ὁποίων δὲν ἤκουσα καμμίαν ἀντίῤῥησιν ἀξίαν λόγου, εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἀναφυὲν ζήτημα, ἵνα μὴ περιπέσωμεν εἰς θεωρίας νομικὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιτρέπονται κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ αἵτινες θὰ μᾶς παρασύρωσι πολὺ μακρὰν, ἀρκεῖ ὅτι ἐπιστοποιήθη ἡ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου ἐκείνου, ἵνα ἐπιβάλῃ ἀναγκαίως ῥητὴν διάταξιν, οὐχὶ ἀναιροῦσαν, ὡς φοβεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ἀλλὰ συναφῆ πρὸς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν παραδέχονται οἱ ὑπερθεματίζοντες εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου ἐκείνου. Τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον· κατ’ οὐσίαν εὑρισκόμεθα ὅλοι σύμφωνοι, διότι δὲν ἤκουσα ἐναντίαν γνώμην. Ἀφοῦ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι καὶ δυνάμεθα διὰ τριῶν λέξεων νὰ μὴ ἀφήσωμεν καμμίαν ἀμφιβολίαν οὐδὲ εἰς τὸν δεσμοφύλακα τὸν μὴ σοφὸν, οὐδὲ εἰς τὸν Πρόεδρον τὸν ἀγράμματον κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄργους, διατὶ νὰ κατατρίβωμεν τὸν χρόνον διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη τοιούτου; Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προσθέσω, εἶναι τὸ ἀκόλουθον· τὸ νομοσχέδιον προβλέπει περὶ ἀποφυλακίσεως τῶν ἤδη κρατηθέντων, ἀλλὰ δὲν προνοεῖ περὶ τῶν μὴ κρατηθέντων, οἵτινες ὅμως δύνανται νὰ προσωποκρατηθῶσι καὶ μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου· ὅταν δὲ νομοθετῶμεν, πρέπει ν’ ἀκριβολογῶμεν. Τὸ ἄρθρον 1 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται ἡ ἀποφυλάκισις τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένων διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ πρὸ τῆς ἀποτίσεως τῶν ὀφειλῶν αὐτῶν, ἐὰν ὑπόκεινται εἰς στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν εἴτε ὡς κληρωτοὶ, εἴτε ὡς ἔφεδροι. Δὲν ἐπαναλαμβάνονται δὲ τὰ πρὸς ἀπότισιν τῶν ὀφειλῶν αὐτῶν μέτρα, εἰμὴ ἕνα μῆνα μετὰ τὴν παῦσιν τῆς ἐπιστρατείας.» Ἔχει λοιπὸν ὑπ’ ὄψει τὸ νομοσχέδιον τοὺς ἤδη φυλακισθέντας, τῶν ὁποίων διατάσσεται ἡ ἀποφυλάκισις· ἀλλὰ δὲν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον καὶ περὶ μὴ φυλακίσεως. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀναγραφῇ καὶ περὶ τούτου διάταξις.
§46ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ πάλιν ἀπόκειται εἰς τὸ Κράτος ν’ ἀποφυλακίζῃ ἢ ὄχι. Δὲν ἐπιβάλλεται ὡς δικαίωμα τοῦ κρατουμένου, διότι τὸ νομοσχέδιον λέγει «ἐπιτρέπεται». Καὶ πρόκειται περὶ τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ ὁ δανειστής. Ὥστε κατὰ τὸν νόμον—δὲν λέγω ὅτι θὰ παρουσιασθῇ ἐν τῇ πράξει τοιαύτη περίστασις, νὰ ἀποφυλακίσῃ τινὰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἄλλους νὰ μὴ ἀποφυλακίσῃ, —ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον δὲν κωλύεται, διότι ἐνῷ ἐκεῖ ἀνατίθεται εἰς Β. Διάταγμα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, καὶ ἐκεῖ πρόκειται περὶ ἰδιωτικῶν συμφερόντων, ἐδῶ ἁπλῶς ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ δανειστής, νὰ ἀποφυλακίζῃ ἢ νὰ μὴ ἀποφυλακίζῃ τοὺς μὲν, νὰ ἀποφυλακίζῃ ἢ νὰ μὴ ἀποφυλακίζῃ τοὺς δὲ, διότι αὐτὸ τὸ ἴδιον τὸ Κράτος εἶναι ὁ ἀπαιτῶν, ὁ δανειστὴς καὶ ὁ μέλλων νὰ ἐκτελῇ. Τοῦτο ἂς ληφθῇ, παρακαλῶ, ὑπ’ ὄψιν. Ἄλλως, ἅμα τεθῶσι κατὰ μέρος ταῦτα, ἐπαναλαμβάνω ὅτι κατὰ τὸν ψηφισθέντα νόμον, ἅμα ὡς παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ ἀναστολὴ ἐπιβάλλει καὶ τὴν ἀποφυλάκισιν, τὸ πᾶν εἶναι προνενοημένον.
§47Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὶ πειράζει ἡ προσθήκη;
§48ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε, διότι ἡ τροπολογία αὕτη ἀποβλέπει εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ μέσου τῆς ἐκτελέσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μεταβάλωμεν τὴν νομοθεσίαν μας, νὰ καταργήσωμεν ὡς μέσον ἐκτελέσεως τὴν προσωπικὴν κράτησιν, οὐδεμίαν θὰ εἶχον ἀντίῤῥησιν· ἀλλ’ ἀκριβῶς κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν πρέπει, πρὶν ἢ κριθῇ παρὰ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅτι ἐπῆλθεν ἡ ὥρα τῆς ἀναστολῆς τῆς κινήσεως τῆς κοινωνικῆς καὶ τῆς κινήσεως τῆς ἐμπορικῆς, δὲν πρέπει δι’ ἑνὸς νομοθετήματος νὰ καταργήσωμεν ἓν μέσον ἐκτελέσεως, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ἀναστολὴν τῆς κινήσεως τῆς ἐμπορικῆς, πρὸς τὴν ἀναστολὴν τῆς κινήσεως τῆς κοινωνικῆς. Ἀλλ’ ἡ κατάργησις ἢ ἡ ἀναστολὴ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὡς μέσου ἐκτελέσεως συνεπάγεται τὴν ἰδέαν τῆς ἀναστολῆς τῆς κινήσεως τῆς κοινωνικῆς καὶ τῆς κινήσεως τῆς ἐμπορικῆς. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀντιστρατεύομαι εἰς τὴν τροπολογίαν. Ἐκεῖνο θὰ ἐπέλθῃ, θὰ ἐπέλθῃ μοιραίως μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, θὰ ἐπέλθῃ ἀναγκαίως τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ λήξῃ ἡ περίοδος αὕτη ἡ μετέωρος, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, ὅταν θὰ ἐφαρμοσθῇ ἐκεῖνος ὁ νόμος, καὶ ἐκεῖνος ὁ νόμος γνωρίζετε ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ· ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναστείλῃ τὰς ἐκτελέσεις τὰς διοικητικὰς, αἱ ὁποῖαι γίνονται κατὰ τῶν ἐφέδρων καὶ κατὰ τῶν ἄλλων ὑποχρέων εἰς ἐκπλήρωσιν στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως. Τοῦτο πρέπει μόνον νὰ νομοθετηθῇ σήμερον. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον διὰ τῆς διαγραφῆς τῆς λέξεως ἀποφυλάκισις καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτῆς διὰ τῆς λέξεως ἀπόλυσις· διότι δὲν πρέπει νὰ φαίνηται, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀποβλέπει εἰς ἀποφυλάκισιν· βεβαίως ἐκεῖνος, ὅστις θὰ θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ τὸ νομοθέτημα κατ’ οὐσίαν, θὰ ἐννοήσῃ ὅτι πρόκειται περὶ κακῆς ἐκφράσεως τοῦ νόμου· ἀλλὰ κτυπᾷ κακὰ εἰς τὸ οὖς ἡ ἰδέα, ὅτι πρόκειται περὶ ἀποφυλακίσεως.
§49Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προφανῶς ὁ κ. συνάδελφος περιπίπτει εἰς σύγχυσιν. Δὲν πρόκειται νὰ καταργήσωμεν τὸν νόμον περὶ προσωπικῆς κρατήσεως· πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις πρὸς στράτευσιν τοῦ πολίτου κεῖται ὑπεράνω πάσης ἄλλης ὑποχρεώσεως, καὶ μάλιστα πρὸς ἰδιώτας δανειστάς. Ἀφοῦ ἀναγνωρίζομεν, ὅτι τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέη εἶναι κατώτερα τῆς μεγάλης ταύτης ὑποχρεώσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβιβασθῶσι τὰ χρέη πρὸς τοὺς ἰδιώτας εἰς τοιαύτην περιωπὴν, ὥστε ἀπέναντι τοιαύτης περιωπῆς νὰ καταδικάσωμεν εἰς ἀργίαν τὸν στρατιωτικὸν νόμον, καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει πᾶς πολίτης, νὰ συνεισφέρῃ τὰς δυνάμεις αὐτοῦ εἰς προστασίαν τῶν μεγάλων συμφερόντων τοῦ Κράτους, νὰ τὴν ἀναγνωρίσωμεν πολὺ κατωτέραν ἑνὸς δανείου 100 ἢ 1000 δραχμῶν; Τοῦτο εἶναι ἀκατανόητον! Διὰ τῆς προσθήκης τῶν τριῶν λέξεων, τὴν ὁποίαν ζητῶ, τοῦτο θέλω νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ πολίτου πρὸς στράτευσιν, ὡς λέγει καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἡ πρωτίστη πασῶν, διότι δὲν θὰ ἦναι ἀνεκτὸν νὰ μένωσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς ἄνθρωποι διὰ χρέη 100 ἢ 200 δραχμῶν, ἐνῷ ἡ πατρὶς θὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς χειρὸς αὐτῶν διὰ πολὺ μεγαλείτερα συμφέροντα.
§50ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θὰ μένωσι, διότι ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τὴν ἄδειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§51Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δὲν μείνωσι, διατὶ ἀντιστρατεύεσθε; Εἰς τί βλάπτει ἡ προσθήκη;
§52ΡΑΛΛΗΣ. Διότι, σᾶς εἶπον, ἐμφαίνει τὴν ἰδέαν τῆς ἀναστολῆς τῆς κινήσεως τῆς ἐμπορικῆς, τῆς κινήσεως τῆς κοινωνικῆς. Τοῦτο δὲ θὰ γείνῃ μόνον καθ’ ἣν περίπτωσιν πρέπει πράγματι νὰ γείνῃ. Μὴ θέλετε ἀπὸ τοῦδε νὰ καταργήσητε πᾶσαν κίνησιν κοινωνικὴν, πᾶσαν κίνησιν ἐμπορικήν. Θέλετε δὲ ἀναγκαίως τὴν καταργήσει, ὅταν ἐπιμένητε εἰς τὴν ψήφισιν τῆς τροπολογίας σας. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἄλλον σκοπὸν, καὶ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι τοιαύτη νομοθετικὴ πρᾶξις, οἵα ἐκείνη, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ εἰσαγάγητε διὰ τῆς τροπολογίας σας, συνεπάγεται ἀληθῆ δήμευσιν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Εὐρυτανίας, δήμευσιν δικαιωμάτων ἀλλοτρίων· διότι πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πᾶσα ἐκτέλεσις συνεπάγεται δαπάνας, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἄνευ τῆς καταβολῆς...
§53Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ὑμεῖς δὲν εἶσθε σύμφωνος, ἀφοῦ θὰ γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγετε.
§54ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ γείνῃ τὴν στιγμὴν τὴν ὑπερτάτην,—καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ στιγμὴ αὕτη πλησιάζει,—κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἀγωνισθῇ τὸ ἔθνος ὑπὲρ τῶν τιμαλφεστάτων δικαιωμάτων του, θὰ γείνῃ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς σωτηρίας τῆς χώρας, ἐκ τῆς σωτηρίας τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναστείλωμεν τὴν κίνησιν τὴν ἐμπορικήν, τὴν κίνησιν τὴν κοινωνικὴν ἀπὸ τοῦδε.
§55ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ, Κύριοι, πῶς ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς κ. Ἀγγελόπουλος, ὁ ἰδιαζόντως καὶ περὶ τὰ τοιαῦτα ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ, περιπίπτει εἰς μίαν σύγχυσιν ἰδεῶν· ἔχει δὲ μέγιστον δίκαιον ὁ ἕτερος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, διακρίνων τὰς δύο ταύτας ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἀπέχουσιν ὅσον ὁ οὐρανὸς, εἰς τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ σταλῶσιν οἱ μέλλοντες νὰ στρατευθῶσιν, ὅσοι πέσωσιν ἐνδόξως εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης, ἀπὸ τὴν γῆν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ συμφέροντα τὰ ὑλικὰ, περὶ τῶν ὁποίων ἠγόρευσεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ποία ἡ σχέσις μεταξὺ τῆς μιᾶς ἰδέας καὶ τῆς ἄλλης; Δύναται τὸ Κράτος, καὶ καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ὑπὸ ἔποψιν ἐμπορικῆς κινήσεως, ὑπὸ ἔποψιν κοινωνικῆς οἰκονομίας, νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτοὺς τοὺς ὑποχρέους πρὸς τὸ Δημόσιον διὰ 100 ἢ 500 δραχμὰς, τοὺς χρησιμοποιεῖ, στέλλον αὐτοὺς εἰς τὸν στρατὸν, καὶ προτιμᾷ νὰ ἐκτελέσωσιν αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τὸ Κράτος, παρὰ τὴν ὑποχρέωσιν τὴν χρηματικὴν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καμμία κατάστασις τοιαύτη, ἕνεκεν τῆς ὁποίας νὰ ἐπιβάλληται γενικῶς, ἢ ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων οἰκονομικῶν ὅρων, ἀναστολὴ τῶν χρηματικῶν ὑποχρεώσεων. Χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ὁ λόγος τῆς οἰκονομικῆς ἀμηχανίας τῶν πολιτῶν, δύναται νὰ προτιμηθῇ καὶ νὰ ἐπιβληθῇ διὰ νόμου ἡ ἐκτέλεσις τῆς μεγάλης ὑποχρεώσεως πρὸς τὴν πατρίδα ἀπέναντι τῆς ἐκτελέσεως τῆς μικρᾶς πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεως, τῆς χρηματικῆς· διότι αὐτοὶ δὲν ἀπαλλάσσονται, ἀλλ’ ὑποβάλλονται εἰς μεγαλειτέραν ὑποχρέωσιν. Πῶς δὲν ἐννοοῦμεν τοῦτο; Διότι τῶν δύο ὑποχρεώσεων ἡ ἐκτέλεσις δὲν συμβιβάζεται· ἢ τὸ χρέος τὸ χρηματικὸν πρὸς τὸ Δημόσιον θὰ πληρώσουν διὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἢ τὸ χρέος πρὸς τὴν πατρίδα, διὰ τῆς θυσίας τῆς ἰδίας αὐτῶν ζωῆς, διὰ τῆς στρατείας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν ἐκεῖ περὶ οὐδεμιᾶς ἀνατροπῆς, οὕτως εἰπεῖν, ὅρων τοῦ δικαίου κανονικῶν· ἐκεῖ πρόκειται περὶ ἑνὸς πράγματος, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ θεωρῇ τις ἐξυπακουόμενον. Χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ νόμος, τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ ὕψιστον, τοὺς πολίτας, τοὺς ὑποχρέους εἰς στρατείαν, νὰ τοὺς στείλῃ εἰς τὸν στρατόν· ἀλλ’ ὑπάρχουσί τινες πολῖται, οἱ ὁποῖοι χρεωστοῦν καὶ τοὺς ἔχει φυλακίσει· θὰ ἦτο τῷ ὄντι τερατωδέστατον, τὸ Κράτος, αἰσθανόμενον τὴν ἀνάγκην νὰ τοὺς στείλῃ εἰς τὸν στρατὸν, νὰ κρατῇ αὐτοὺς εἰς τὰς φυλακὰς...
§56Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τερατωδέστερον εἶναι τὸ ἄλλο.
§57ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, τίνα σχέσιν ἔχουν αἱ ἰδέαι αὗται πρὸς τὰς ἰδέας τῆς ἀναστολῆς τῶν ἰδιωτικῶν ὑποχρεώσεων, ὑποχρεώσεων καθαρῶς τοῦ ἐνοχικοῦ δικαίου μεταξὺ τῶν πολιτῶν;
§58Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ σχέσεις αὗται εἶναι κατώτεραι τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς στράτευσιν.
§59ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἐξέτασιν τῆς ἰδέας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅτι δὲν ἐπέστη ἡ στιγμὴ νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς ἀναστολῆς τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου, διότι περὶ τούτου ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τὸ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ διατάγματος· ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπεφάνθημεν περὶ τοῦ γενικοῦ, τοῦ ἀποῤῥοφῶντος τὸ πᾶν, οὐδεμία ὑπάρχει, κατὰ τὸν νόμον τὸν ἐψηφισμένον, ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον· ἀφοῦ ἀπεφάνθημεν, ὅτι τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐκτέλεσις οὐδὲ πρὸς προστασίαν ἰδιωτικῶν δικαίων, ἀφοῦ ἀπεφάνθημεν περὶ τούτου, καὶ τὸ διάταγμα ὑπεβλήθη, εἶναι περιττὸν, ἐπαναλαμβάνω, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ μία διάκρισις. Ὁ νόμος ὁ δημοσιευθεὶς, τῆς 14 Μαρτίου, ἔχει γενικὸν χαρακτῆρα, ἀφορᾷ πάντας, καὶ τοὺς ἐπιστράτους καὶ τοὺς μὴ ἐπιστράτους.
§61ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δύναται καὶ ἐν ὅλῳ καὶ ἐν μέρει νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§62ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἐν τῇ φράσει τοῦ «ἐν μέρει» δύναται νὰ περιληφθῇ ἡ ἔννοια, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διακρίνῃ τοὺς πολίτας καὶ κατὰ τάξεις. Νομίζω ὅτι ἡ φράσις «ἐν μέρει» ἐννοεῖ ἐν μέρει καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς διαφόρους διατάξεις αὐτοῦ. Δύναται π.χ. διὰ διατάγματος νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀναστολὴν τῶν παραγραφῶν, χωρὶς νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀναστολὴν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις διὰ διατάγματος νὰ ὁρίσῃ, ὅτι παραδέχεται τὴν ἀναστολὴν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἢ τῶν παραγραφῶν δι’ ὡρισμένην τάξιν προσώπων, ὅτι δηλ. διὰ τοὺς ἐφέδρους παραδέχεται καὶ διὰ τοὺς μὴ ἐφέδρους δὲν παραδέχεται. Ἢ πρέπει ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τὴν ἄμεσον ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῆς προσωποκρατήσεως παντὸς προσωποκρατουμένου, καὶ τότε ἐνδέχεται νὰ περιέλθωμεν εἰς τὸ ἄτοπον νὰ περιστείλωμεν μίαν διάταξιν τῆς νομοθεσίας ἡμῶν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, ἢ πρέπει ν’ ἀφήσῃ ἰσχύουσαν τὴν διάταξιν ταύτην, ἐπιφυλαττομένη ἴσως νὰ ἀναστείλῃ αὐτὴν ἐν προσεχεῖ μέλλοντι· ψηφίζοντες δὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς ἔχει, δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀπαλλάξῃ ἀμέσως τοὺς ἐφέδρους τοὺς κρατουμένους διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον, δὲν δίδομεν ὅμως τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς ἐφέδρους τοὺς προσωποκρατουμένους ἕνεκα χρεῶν πρὸς ἰδιώτας, ἐὰν δὲν ἀπαλλάξῃ καὶ πάντα πολίτην προσωποκρατούμενον διὰ χρέη. Ἐὰν νομίζωμεν ἀναγκαῖον οἱ ἔφεδροι ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, εἴτε διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον, εἴτε διὰ χρέη πρὸς ἰδιώτας, ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον μὲ τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπρότεινεν. Ἐγὼ δὲν ἔχω κανένα δισταγμὸν νὰ παραδεχθῶ τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπολυθῶσιν οἱ ἔφεδροι καὶ πρὸ τῆς ἀπαλλαγῆς πάντων τῶν πολιτῶν, νομίζω ἑπομένως, ὅτι εἶναι καλὸν, οὐχὶ διὰ προσθήκης δύο ἢ τριῶν λέξεων, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλὰ δι’ ἰδιαιτέρου ἄρθρου, προστιθεμένου εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ γείνῃ, οὐχὶ ὡς ἐπιτρεπομένη, ἀλλ’ ὡς ἐπιβαλλομένη, ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν ἐφέδρων ἐκ τῆς προσωποκρατήσεως.
§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως τῆς περιληφθείσης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, οὐδόλως διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. συνάδελφον· διὰ τῆς λέξεως «ἐπιτρέπεται» ἐννοοῦμεν νὰ ἄρωμεν τὴν ἀπαγόρευσιν, ἥτις ἐν τῷ νόμῳ ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη. Ἐν τῷ νόμῳ ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξιν, κηρύσσει δὲ ὑπεύθυνον τὸν ταμίαν. Διὰ τῆς λέξεως «ἐπιτρέπεται» ἐννοοῦμεν νὰ ἄρωμεν τὴν ἀπαγόρευσιν· ἀλλ’ ἐὰν νομίζητε ὅτι ἡ φράσις δὲν ἐπαρκεῖ διὰ νὰ δηλώσῃ πλήρη καὶ ῥητὴν τὴν ἔννοιαν τῆς ὑποχρεώσεως, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίῤῥησιν ν’ ἀντικατασταθῇ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διὰ τοῦτο προετάθη ὑπὸ μόνου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐζητεῖτο ἵνα ἐπιτραπῇ νὰ κατασταθῇ ἀναγκαία ἡ ἀπόλυσις τῶν κρατουμένων ἕνεκα χρεῶν πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὁ πρῶτος ὑποβαλὼν τὴν ἀντίῤῥησιν, ἐξήνεγκεν εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι, ὅτι τὸ αὐτὸ μέτρον πρέπει νὰ ληφθῇ καὶ ὑπὲρ τῶν ἐφέδρων τῶν ἐχόντων χρέη πρὸς ἰδιώτας, μοὶ ἐφάνη δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ πᾶσα ἀσπάζεται τὴν γνώμην ταύτην· ἡ ἀντίῤῥησις δὲ, τὴν ὁποίαν ὁ ἕτερος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προέβαλε, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ὀρθή. Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἀμφισβητεῖ τὴν χρησιμότητα τοῦ μέτρου, ἀλλὰ λέγει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιταχθῇ ἡ χρῆσις τοῦ μέτρου. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίος ν’ ἀναγραφῇ τοιαύτη διάταξις, ὑπέλαβον ὅμως, ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ὁ πρῶτος προέτεινε τὴν ἀντίῤῥησιν ταύτην, ὑπέλαβον, εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, διότι τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εἰσήχθη μόνον παρ’ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶμαι ἐντεταλμένος νὰ μεριμνήσω περὶ τῶν σχέσεων τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς ἰδιώτας. Ὥστε δὲν ἀντιλέγω ν’ ἀναγραφῇ, προσυπογράφοντος ὅμως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ γνώμη ὅμως τοῦ ἑτέρου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς εἶναι ἀξία μελέτης. Πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἀπὸ τοῦδε τὸ μέτρον τοῦτο; ἢ πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ αὐτὸ, ὅταν κρίνῃ τοῦτο ἀναγκαῖον; Ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς ἐπιτρέπει εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἵνα γνωμοδοτήσῃ, καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν πρότασιν, ὅπως διὰ διατάγματος διαταχθῇ ἡ ἀναστολὴ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ὡς μέτρου συντηρητικοῦ, ἢ μέτρου ἐκτελέσεως. Ἀλλ’ ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προέβαλε, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἀφήνει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον μονομερῶς, καὶ εἶπεν ὅτι ἀναστέλλει τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ὡς μέσον ἐκτελέσεως, ὑπὲρ τῶν ἐφέδρων, δὲν ἀναστέλλει ὅμως αὐτὴν ὑπὲρ ἄλλου τινὸς, διότι ὁ δικαστὴς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διακρίνῃ, ὅταν ὁ νόμος δὲν διακρίνῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ διάταξις ἡ ἀναγραφησομένη νὰ ᾖναι διάταξις μεταβιβαστικὴ δικιώματος εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅτι ἐπιτρέπεται διὰ διατάγματος καὶ ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ διαταχθῇ ἡ ἀπόλυσις ἀπὸ τῶν φυλακῶν τῶν ἐφέδρων, ὅσοι εὑρίσκονται ἐν ταῖς φυλακαῖς ἕνεκα χρεῶν.
§64Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ διάκρισις, ἡ ὁποία γίνεται, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει δικαιολόγησιν· ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, νομίζω ὅτι δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον. Ἡ στρατιωτικὴ ὑποχρέωσις δὲν εἶναι μόνον καθῆκον, ἀλλὰ καὶ δικαίωμα. Καὶ διατὶ ἀφαιρεῖτε τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τὸν εὑρισκόμενον ἐν ταῖς φυλακαῖς; ὅταν δηλ. πρόκειται νὰ ὀφείλῃ εἰς τὸ Δημόσιον, παρέχετε αὐτῷ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὅταν δὲ ὀφείλῃ εἰς ἰδιώτην, δὲν τὸ παρέχετε; Τὸ Δημόσιον ἔχει περισσοτέραν ἀνάγκην τῆς εἰσπράξεως, καὶ ὅταν τὸ Δημόσιον εὑρίσκηται εἰς τὴν ὑπερτάτην ἀνάγκην νὰ ἀναστείλῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, πῶς δὲν ἐπιβάλλεται τοῦτο εἰς τοὺς ἰδιώτας; Ὑποθέσατε ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακὰς εἷς ὀφειλέτης δραχμῶν δέκα· διατὶ ἀφαιρεῖτε ἀπ’ αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ὑπηρετήσῃ; Ἀλλ’ οὐδεὶς ἀπήντησεν εἰς ὅ,τι πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὅτι δὲν προλαμβάνεται ὁ κίνδυνος τῆς συμπαιγνίας. Πρὸς τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ γείνῃ κατάχρησις συμπαιγνίας· ἀλλ’ ὑποθέσατε ἀπάτριδά τινα ἢ ἄλλον ἀπογοητευμένον, ὁ ὁποῖος λέγει: «φυλακίσατέ με, καὶ ὅταν γείνῃ ὁ πόλεμος, ἀποφυλακίσατέ με, καὶ πηγαίνω.» Περὶ τοῦ ἐμπαιγμοῦ τούτου διατὶ δὲν λαμβάνετε μίαν πρόνοιαν; Εὐθὺς ὡς παραδέχεσθε τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὑφίσταται ἀνάγκη νὰ καλέσητε τὴν ἐφεδρείαν εἰς τὰς τάξεις, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ καμμία διάκρισις.
§65ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, ὅτι τὸ μέτρον δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν ἀπόλυσιν ἐκ τῶν φυλακῶν, ἀφοῦ ὑπάρχουσιν ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἄλλα ἀναγκαστικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ φέρωσι τὴν καταστροφὴν τοῦ ὀφειλέτου. Ὁ ταμίας δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάσχεσιν τῆς ἡμιόνου, ἢ τοῦ ζώου, ἢ οἱασδήποτε περιουσίας αὐτοῦ κινητῆς, οὕτω δὲ αὐτὸν, τὸν διατελοῦντα εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καταστρέφετε. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι ὀρθότερον νὰ διαταχθῇ ἡ ἀναστολὴ πάντων τῶν κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου ἐπιτρεπομένων μέτρων ὡς πρὸς ἐκείνους τοὺς ὀφειλέτας, τοὺς διατελοῦντας εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ ἕνα μῆνα μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐπιστρατείας;
§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τοῦ ἄλλου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, θὰ ἐπεκτείνηται βεβαίως καὶ εἰς τοὺς ἐφέδρους.
§67ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ ἄλλου νόμου τὴν ἐφαρμογὴν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναβάλῃ, καὶ ἐν τούτοις αὐτὸς ὁ ὀφειλέτης ὑπηρετεῖ σήμερον εἰς τὸν στρατόν.
§68ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 1 ἐπεκτείνει τὴν ἀπαλλαγὴν ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰ ἐπίλοιπα ἐξαναγκαστικὰ μέσα· συνήθως δὲ τὸ Δημόσιον προβαίνει πρῶτον εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν τῶν ὀφειλετῶν καὶ ἀκολούθως εἰς τὰ ἄλλα.
§69ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ταμίας, ἐὰν ἀνασταλῇ μόνον τὸ ἓν μέσον, τὸ ἀναγκαστικὸν, θέλει προβῆ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἄλλων.
§70Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ φράσις δέον νὰ μεταβληθῇ, τροποποιουμένου τοῦ ἄρθρου 1 ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀπολύονται τῶν φυλακῶν τῶν πολιτικῶς κρατουμένων οἱ ἐν αὐταῖς κρατούμενοι διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον, ἐὰν ὑπόκεινται εἰς στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν, εἴτε ὡς κληρωτοί, εἴτε ὡς ἔφεδροι. Δὲν ἐπαναλαμβάνονται δὲ τὰ πρὸς ἀπότισιν τῶν ὀφειλῶν αὐτῶν καταδιωκτικὰ μέτρα, εἰμὴ ἕνα μῆνα μετὰ τὴν παῦσιν τῆς ἐπιστρατείας.»
§71Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλὰ δὲν προβλέπει τὸ ἄρθρον διὰ τοὺς μὴ προσωποκρατηθέντας ἔτι.
§72ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν λέγῃ ἓν νομοθέτημα, ὅτι ἀπολύονται, ἕπεται ὅτι δὲν κρατοῦνται.
§73Ι. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὅταν δημοσιευθῇ σήμερον τὸ Β. Διάταγμα, τίνα λόγον ἔχει ἡ διάταξις αὕτη; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 345). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 97,460 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896.
§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχω ἀνάγκην, κύριε Πρόεδρε, μιᾶς πληροφορίας, διότι ὁμολογῶ, ὅτι μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἓν τῶν κονδυλίων τῆς πιστώσεως. Εἶναι ἐν τῷ 1 ἄρθρῳ τοῦ κεφαλ. Εʹ. Πρόκειται περὶ θερμάνσεως, φωτισμοῦ, καθαριότητος καὶ ἐπίπλων τοῦ Ὑπουργείου καί τινων καταστημάτων. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 πίστωσις δρ. 12,000, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ 6,000 ἀφεώρων εἰς εἰδικὴν δαπάνην, ὅλαι ἢ μέρος τῶν 6,000, τὴν ἐγκατάστασιν ἠλεκτρικοῦ φωτὸς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, αἱ ἄλλαι δὲ ἐξ ἢ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ χιλιάδες θὰ ἐχρησίμευον διὰ τὴν θέρμανσιν, καθαριότητα καὶ ἔπιπλα τοῦ Ὑπουργείου καί τινων καταστημάτων ἄλλων. Τώρα ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δραχ. 10,615, δηλ. σχεδὸν τριπλασίασις τῆς ἀναγραφείσης πιστώσεως διὰ τὴν θέρμανσιν, καθαριότητα καὶ φωτισμόν. Τὸ ποσὸν μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν κἄπως, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μὲ φωτίσῃ, πῶς ἐπῆλθεν εἰς τὴν εἰδικὴν ταύτην δαπάνην θερμάνσεως, φωτισμοῦ κλπ. τοῦ Ὑπουργείου τοιαύτη ὑπέρβασις, ὥστε νὰ ζητηθῇ πίστωσις ὑπερδιπλασιάζουσα τὸ ποσόν.
§76Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὔριον θὰ φέρω ἐξηγήσεις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμὰς 1798 60 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 7,600 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896).
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τώρα παρακαλῶ νὰ ψηφισθῶσι τὰ σήμερον ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια περὶ ἐντόκων γραμματίων καὶ περὶ δανείου 6,000,000.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 3 Ἀπριλίου 1897 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς, Προνομιούχου Ἠπειροθεσσαλίας καὶ Ἰονικῆς περὶ χορηγήσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τριῶν ἑκατομμυρίων διδράχμων κερματικῶν γραμματίων, ἤτοι δραχμῶν 6,000,000.
§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον, ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀναγνωσθῶσιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν αὔριον τὴν πρωΐαν.
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὔριον τὴν πρωΐαν νὰ ἔχωμεν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὅπως εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ἤμεθα ἐν γνώσει.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). «Κυροῦται ἡ κατὰ τὴν τρίτην Ἀπριλίου τρέχοντος ἔτους συνομολογηθεῖσα καὶ κατωτέρω καταχωριζομένη ἐκ τεσσάρων ἄρθρων σύμβασις μεταξὺ τοῦ κυρίου Θεοδώρου Π. Δηλιγιάννη Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τῶν κυρίων Σ. Στρέϊτ, Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, Α. Συγγροῦ, Προέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Προνομιούχου Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, καὶ Λ. Μερκάτη, Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, περὶ χορηγήσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τριῶν ἑκατομμυρίων διδράχμων κερματικῶν γραμματίων.»
§85ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ δίδραχμα, ἐνῷ σήμερον ἐκ τῆς κυκλοφορίας λείπουσι κυρίως τὰ μονόδραχμα, τὰ μονόδραχμα δὲ εἶναι τὰ μᾶλλον ἐφθαρμένα, καὶ τούτων ἡ ἀντικατάστασις ἐπείγει. Πρέπει δὲ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἀφοῦ ἀποβλέπετε εἰς τὴν εὐκολίαν τῆς συναλλαγῆς, τὰ μονόδραχμα εἶναι πολὺ χρησιμώτερα.
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δίδραχμα ἔχομεν περισσότερα ἐφθαρμένα.
§87ΡΑΛΛΗΣ. Ἀποβλέπετε καὶ εἰς τὴν συναλλαγὴν, ἀλλὰ τὴν συναλλαγὴν θὰ τὴν εὐκολύνητε μᾶλλον διὰ τῶν μονοδράχμων παρὰ διὰ τῶν διδράχμων.
§88ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει δυσκολία, ὅπως μέρος τῶν γραμματίων τούτων παρουσιάζηται εἰς μονόδραχμα. Θὰ παρουσιάσωμεν διάταξιν πρὸς τοῦτο.
§89ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως θὰ συνενοηθῇ ἡ Κυβέρνησις μὲ τὰς Τραπέζας. Ἂς ψηφισθῇ ἤδη τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει.
§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων τοῦ Δημοσίου ἀπὸ 14 ἑκατομμυρίων εἰς 30 ἑκατομμύρια καὶ περὶ ἀδείας πρὸς ἔκδοσιν δανείου μέχρις 20 ἑκατομμυρίων ὀνοματικοῦ κεφαλαίου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἢ εἰς χρυσόν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκει): «Τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων τοῦ δημοσίου ταμείου, ὧν κατὰ τὰς συνδυασμένας διατάξεις τῶν νόμων ΛΑʹ τῆς 3 Φεβρουαρίου 1864, ΡΒʹ τῆς 7 Αὐγούστου 1865, ΩΙΓʹ τῆς 18 Ἀπριλίου 1880 καὶ ᾼΣΚΘʹ τῆς 24 Ἰουλίου 1885 ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις ὑπὸ τοὺς ἐν ἰσχύϊ τυγχάνοντας ὅρους τῶν εἰρημένων νόμων, ἀναβιβάζεται μέχρι ποσοῦ τριάκοντα ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐν ὅλῳ. «Τὰ ἔντοκα γραμμάτια, ὧν ἡ ἔκδοσις προβλέπεται ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου, ἐπιτρέπεται νὰ ἐκδοθῶσι καὶ εἰς χρυσᾶ φράγκα ἢ λίρας στερλίνας. «Ἡ καταβολὴ τοῦ τόκου καὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν εἰς χρυσὸν ἐκδοθησομένων ἐντόκων γραμματίων γενήσεται εἰς χρυσόν. «Τὰ εἰς χρυσὸν ἐκδιδόμενα γραμμάτια καταλογίζονται εἰς τὸ ὡς ἀνωτέρω ἐπιτρεπόμενον ποσὸν ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων δραχμῶν 16 ἑκατομμυρίων ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ.»
§92ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ μία διάκρισις μεταξὺ τόκου καὶ χρεωλυσίου· ὁ τόκος πρέπει νὰ ἦναι ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου 6%, ἀλλὰ τὸ χρεωλύσιον δὲν δύναται νὰ ἦναι ½% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ περιέλθωμεν εἰς τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ ἔχωμεν ἓν κλασματικὸν χρεωλύσιον, δυσχεραῖνον καὶ αὐτὴν τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου. Τὸ χρεωλύσιον ½% πρέπει νὰ ἦναι πάντως ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ κεφαλαίου, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν δυσκολίαν. Ὥστε πρέπει νὰ γείνῃ ἡ διόρθωσις ἐκεῖ, νομίζω.
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο ἀντικείμενον.
§95ΣΙΣΙΝΗΣ. Εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ παρακρατήσεως τῆς σταφίδος, κύριε Πρόεδρε.
§96ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 καὶ 15′ μ. μ.