1897.02.08
1.372 στίχοι · 10.795 λέξεις · 108 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50
Τῆς 8 Φεβρουαρίου 1897.
(Σάββατον)
Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεστάλησαν πολλὰ τηλεγραφήματα ἐξ Ἰταλίας πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): Ἐκ Νεαπόλεως: «Ἡ Φιλελεύθερος Ἑνότης τῆς Νεαπόλεως ἐκφράζει πρὸς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ γενναίου Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸ συμπαθὲς αὐτῆς ἐνδιαφέρον διὰ τὸν ὑπὲρ τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν τῆς Ἀνατολῆς ἀγῶνά του. Εὔχεται δὲ ὁριστικὸν θρίαμβον εἰς τοὺς ἐξεγερθέντας κατὰ τῶν τυραννικῶν καταπιέσεων Κρῆτας, καὶ ἐπανάκτησιν τῆς ἐθνικῆς αὐτῶν ἀνεξαρτησίας. Κοτρανέϊ Περόνε.» Ἐξ Ἑνετίας: «Οἱ Γαριβαλδινοὶ Ἑνετοί, θαυμασταὶ τοῦ πατριωτισμοῦ τοῦ ὑμετέρου λαοῦ, Βασιλέως καὶ πριγκήπων, παρακολουθοῦσι μετ’ ἀγωνιώδους συμπαθείας τὰς ἐνεργείας ὑμῶν πρὸς διεκδίκησιν τῶν πατροπαραδότων δικαίων σας, εὐχόμενοι θρίαμβον, χάριν τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς Δικαιοσύνης.» «Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον.» Ἐκ Φλωρεντίας: «Τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Φλωρεντίᾳ Γαριβαλδινῶν μετ’ ἐνθουσιασμοῦ χαιρετίζει ἐν τῷ προσώπῳ τῶν Ἑλλήνων ἀντιπροσώπων τὸν μεγάθυμον Ἑλληνικὸν λαὸν, πολεμοῦντα διὰ τὴν ἐλευθερίαν καὶ ἕνωσίν του, ἅμα δὲ ἐπιδεικνύοντα εἰς ὁλόκληρον τὸν κόσμον τὸ δίκαιον τοῦ ἀγῶνός του. Εὔχεται δ’ ὁλοψύχως πληρεστάτην νίκην.» Ὁ Πρόεδρος «Μάριος Μπρούνης.» Ἐκ Πάρμας: «Χαιρετίζομεν τὸν ἀγῶνα τῶν Ἑλλήνων τιτάνων, εὐχόμενοι νίκην εἰς τὸν πολιτισμὸν καὶ τὴν ἀνθρωπότητα.» (δυσανάγνωστος ὑπογραφή). Ἐκ Ῥώμης: «Ὁ Σύλλογος Σαβόϊα τῆς Ῥώμης χαιρετίζει τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς μεγάλης μητρός της Ἑλλάδος.» Ὁ Πρόεδρος «Ἀνδρέας Καλλένδας, γερουσιαστής.» Ὑπάρχει καὶ ἓν τηλεγράφημα ἄνευ ὑπογραφῆς ἀνωνύμου φίλου τῆς Ἑλλάδος. Ὑπάρχουσι προσέτι τηλεγραφήματα ἐκ Κεφαλληνίας, Βόλου καὶ Σκοπέλου, δι’ ὧν ἀγγέλλονται πατριωτικαὶ ἐκδηλώσεις τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῇ δράσει Βασιλέως, Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως, καὶ συνιστᾶται, ὅπως ἐμμείνωσιν ἐν τῇ ἀνδρικῇ αὐτῶν πολιτικῇ.
§2ΔΡΟΣΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ λάβῃ τέλος μίαν σειρὰν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου, διότι ἐσταμάτησαν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, καὶ οἱ δῆμοι, οἵτινες δὲν ἔχουσιν ἐπαρκεῖς πόρους, θὰ κηρυχθῶσιν εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως. Ἄς παραλειφθῶσιν ἐν ἀνάγκῃ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, τὰ κανονίζοντα ἄλλας διατάξεις, καὶ ἄς μείνῃ ἓν μόνον, τὸ περὶ συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῶν δήμων.
§3ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τήνου Βουλευτοῦ, νὰ παραδεχθῶμεν τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν χορηγίαν βοηθημάτων εἰς τοὺς δήμους, ἵνα ἀποφύγωμεν μακρὰς συζητήσεις.
§4ΔΡΟΣΟΣ. Εἶναι πολλαὶ ἄλλαι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ παραλειφθῶσι.
§5ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια δὲν ὑπάρχουσι, καὶ ἵνα μεταβληθῶσι τὰ δημοτικὰ σχολεῖα εἰς γραμματοδιδασκαλεῖα πρέπει ν’ ἀποφανθῇ τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον. Σήμερον πολλοὶ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἔχωσι γραμματοδιδασκαλεῖα, πληρόνουσι δημοδιδασκάλους πρὸς 120 δραχμὰς τὸν μῆνα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης τοῖς δύο δωδεκατημορίοις τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897 διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου τοῦ 1897 καὶ περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6 τοῦ νόμου ͵ΒΥΝΑʹ τῆς 26 Δεκεμβρίου 1896.
§7ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συμπληρώσῃ τὸν τίτλον, προσθέτων εἰς τὸ τέλος «καὶ περὶ τῆς κατὰ τοὺς μῆνας τούτους βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τῆς αὐτῆς χρήσεως.»
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι οἱ τίτλοι τῶν νόμων δὲν ἀποτελοῦσι μέρος αὐτῶν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§10ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 γίνεται μνεία καὶ περὶ «τῶν εἰσαχθεισῶν καὶ εἰσαχθησομένων δηλώσεων». Τὸ ἄρθρον θὰ ἦτο πλῆρες, ἂν ἔλεγε: «διὰ τῶν εἰσαχθεισῶν καὶ εἰσαχθησομένων δηλώσεων ἐντὸς τῆς παρούσης ἐκτάκτου συνόδου».
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, νὰ προστεθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3, ὡς ἔχουσι).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκει): «Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ͵ΒΥΝΑʹ τῆς 26 Δεκεμβρίου 1896 διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ.»
§13ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἐνταῦθα αἱ φράσεις τοῦ ἀναφερομένου ἄρθρου τοῦ νόμου ͵ΒΥΝΑʹ.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά. Ἂς ἀντικατασταθῇ τὸ ἄρθρον 4 διὰ τοῦ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον διανομὴ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 1 πιστώσεων γενήσεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1852 ΣΙΒʹ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀναγνωσθὲν ἄρθρον 4. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 50,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896 ἐκ δραχμῶν 478,466.56.
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παραδέχεται τὸ παρὸν νομοσχέδιον, τῆς ἐπιψηφίσεως κονδυλίων ἀρκετὰ σημαντικῶν ἄνευ προσδιορισμοῦ τινος ἐκ τῶν προτέρων, εἶναι πλημμελές. Ἡ Βουλὴ ψηφίζει διὰ κτίρια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ποσὰ ἀνερχόμενα εἰς 100,000 δραχμάς. Ἤθελεν εἶσθαι καλὸν νὰ γείνῃ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, τίνα εἰσὶν αὐτὰ τὰ κτίρια, τὰ ὁποῖα ὑπερεξεχείλισαν καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἐν ταῖς ἀναπληρωματικαῖς πιστώσεσιν. Εἴμεθα εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, πρὸ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως δύνανται νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίαι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 462,500 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως ἀποκλειστικῆς χρήσεως αἰγιαλοῦ ὑπὸ τοῦ ναυπηγείου Βασιλειάδου.
§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζητήσαμεν νὰ λάβωμεν γνῶσιν τοῦ διαγράμματος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν παραχώρησιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται αἰγιαλοῦ, ἵνα μάθωμεν τὴν ἔκτασιν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν.
§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τότε ἀναβάλομεν δι’ αὔριον.
§22Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καλὸν εἶναι, τὸ ποσὸν τῆς ἐκτάσεως νὰ περιληφθῇ ἐντὸς τοῦ νόμου.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΒΡΞΔʹ «περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ».
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Σιμοπούλου.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, διότι τὸ ποσὸν τῶν 20,000 δραχμῶν δὲν εἶναι ἐπαρκές. Ποιοῦμαι γνωστόν, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ἔδωκα πρὸς προκαταβολὴν ποσὸν πολὺ ὑπέρτερον. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν ἐνδεχομένων ἀναγκῶν· ὥστε οὐδεὶς δύναται νὰ προσδιορίσῃ τὸ ἀνώτατον ὅριον.
§26ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν αἱ 20,000 δρ. δὲν ἦναι ἀρκεταί, ἤθελεν εἶσθαι κανονικώτερον νὰ προσδιορίσωμεν εἰς ἀνώτερον ποσὸν τὸ ὅλον ποσὸν τῶν προκαταβολῶν.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν εἴπητε 20,000 δι’ ἑκάστην ὑπηρεσίαν, τὸ ἐννοῶ, ἀλλ’ εἶναι πολλαί. Ἡμεῖς ἀνεγράψαμεν 5,000, διότι ὑπελάβομεν, ὅτι μετὰ τὴν διάθεσιν τοῦ ποσοῦ τούτου ἤθελεν εἶσθαι ἱκανὴ ἡ ὑπηρεσία νὰ προσδιορίσῃ ἀκριβῶς τὸ ὁριστικῶς ἀπαιτηθησόμενον ποσόν.
§28ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποστηρίζω τὴν γνώμην ταύτην, διότι ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν λαμβάνουν αἱ δαπάναι τῶν τριῶν τούτων ὑπηρεσιῶν, δεικνύει ἀδιάκοπον αὔξησιν καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἐν ταῖς ἀναπληρωματικαῖς πιστώσεσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν τηλεγραφικὴν, ταχυδρομικὴν καὶ τηλεφωνικήν. Ἡ αὔξησις αὕτη δεικνύει τάσιν εἰς τὸ δαπανᾷν. Δὲν λέγω ὅτι αἱ γενόμεναι δαπάναι εἰσὶν ἄχρηστοι, ἀλλὰ βεβαίως εἶναι δυσανάλογοι πρὸς τὰς δαπάνας τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν. Διὰ τοῦτο τὴν τάσιν ταύτην πρὸς τὸ ὑπερβολικῶς δαπανᾷν εἶναι καλὸν νὰ ἀνακόψωμεν. Μέχρι σήμερον εἴχομεν μόνον προκαταβολὰς 1000 δραχμῶν, ἤδη ἀνερχόμεθα εἰς 5,000· νομίζω ὅτι βιαζόμεθα. Ἄλλως δὲ ἡ ὑπηρεσία, δι’ ἣν θὰ δοθῇ προκαταβολή, δὲν θ’ ἀπαιτήσῃ δαπάνην 5,000 δρ. ἀμέσως. Τὸ ὅλον τῆς δαπάνης θὰ γείνῃ φυσικῶς ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον μακροῦ, ἡ προκαταβολὴ δὲ θὰ χρησιμεύσῃ διὰ μόνην τὴν ἔναρξιν τῆς ἐργασίας. Μετὰ τὴν ἐξάντλησιν δὲ τῆς προκαταβολῆς δύναται νὰ κανονισθῇ ἡ δι’ αὐτῆς γενομένη δαπάνη δι’ ἑκάστην τῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ μετὰ τὸν κανονισμὸν αὐτῆς νὰ δοθῇ ἐκ νέου ἄλλη προκαταβολή. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰς 1000 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπονται σήμερον. Ἐὰν περιορίσωμεν οὕτω τὸ ποσὸν, αἱ ὑπηρεσίαι θὰ ἠξεύρωσιν, ὅτι ἔχουσιν ἕνα περιορισμὸν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τούτων. Ἐὰν δὲ αἱ 20,000 ἦναι ὀλίγαι διὰ τὸ ὅλον τῶν δαπανῶν τούτων, ἂς τεθῶσι περισσότεραι.
§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ ἄλλως παρὰ ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 ἐννοῶ ὅτι ἐργασία προπληρωμῆς μία δύναται νὰ γείνῃ κατ’ ἔτος, ἐργασία κατασκευῆς ἢ ἐπισκευῆς τηλεγράφων, ἢ ἐργασία κατασκευῆς ἢ ἐπισκευῆς τηλεφωνικῆς γραμμῆς, ὧν ἑκάστῃ ἐπιτρέπεται μέχρι 5,000 δραχμῶν, τὸ ὅλον ἑπομένως μέχρις 20,000 δρ. Ἀλλ’ ὅπως τὸ ἐννοεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, βεβαίως τὸ πρᾶγμα θὰ ἦναι φοβερόν, δηλ. θὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις 10 ἢ 15 ἐργασίας νὰ κάμῃ ἕκαστον ἔτος μέχρι 5,000 δραχμῶν ἑκάστην διὰ κατασκευὴν τηλεγράφων, καὶ ἄλλας 10 π. χ. δι’ ἐπισκευὴν αὐτῶν, καὶ ἄλλας 10 ἢ 15 διὰ κατασκευὴν ἢ ἐπισκευὴν τηλεφώνων. Ἀλλὰ τότε τὸ ποσὸν αὐτὸ δύναται νὰ ἀναβιβασθῇ μέχρις 100,000 καὶ 200,000 δραχμῶν καὶ πλέον. Εἶναι αὐτὴ πράγματι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, ἢ ἐννοεῖ μίαν ἢ πολλὰς κατασκευὰς ἢ ἐπισκευὰς τηλεφώνων, δι’ ἑκάστην δὲ κατηγορίαν ὁρίζει ἀνώτατον ὅριον 5,000 δραχμάς;
§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δι’ ἑκάστην ἐργασίαν.
§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ τὸ «ἑκάστην ἐργασίαν» ἐννοῶ ἀναφερόμενον εἰς μίαν κατηγορίαν, δηλαδὴ μία ἐργασία διὰ κατασκευὴν τηλεγράφων, μία ἐργασία δι’ ἐπισκευὴν τηλεγραφικῶν γραμμῶν, μία ἐργασία διὰ κατασκευὴν τηλεφωνικῶν γραμμῶν, ἄλλη δι’ ἐπισκευὴν τηλεφωνικῶν γραμμῶν. Ὥστε τέσσαρες κατηγορίαι ἐργασιῶν. Ἄλλη ὅμως εἶναι ἡ ἔννοια, ἂν ἐννοῆτε ὅτι ἐντὸς ἑνὸς ἔτους δύνανται νὰ γείνωσι καὶ 5 καὶ 6 καὶ 7 κατασκευαὶ εἰς ἕκαστον τῶν κλάδων τούτων ἐπὶ προπληρωμῇ. Τότε τὸ ποσὸν δύναται νὰ ἀνέλθῃ εἰς πολλὰς χιλιάδας, καὶ δὲν πρέπει. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι αὐτὸ τὸ πνεῦμα, ὡς καὶ τῶν ἄλλων ἐδαφίων τοῦ νομοσχεδίου. Φρονῶ, ὅτι δι’ ἑκάστην περίπτωσιν πρέπει νὰ θέσωμεν ἓν ὅριον ἀνυπέρβλητον. Οὕτως ὅμως, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, δὲν ἔχει ὅριον. Ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀναγκῶν καὶ τοῦ ποσοῦ, ἀρκεῖ τοῦτο ἑκάστοτε νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὰς 5,000 δρ. Ἐὰν δὲν ὑπερβαίνῃ τὰς 5,000 δραχμάς, δύνανται πολλαὶ τοιαῦται ἐργασίαι νὰ ἐπισωρευθῶσιν εἰς ἓν μέγα ποσόν. Καλὸν θὰ ἦτο λοιπὸν νὰ ὁρίσωμεν ἀνώτατον ὅριον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ ἡ δαπάνη αὕτη. Κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, ἣν δίδω, ὁρίζεται εἰς 20,000 δραχμάς.
§32Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ἔχει οὕτω, νομίζω ὅτι ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ ὑφεστὼς νόμος τοῦ ἔτους 1893 παρέχει πίστωσιν πρὸς προκαταβολὴν 7,000 δραχμῶν. Ὅταν ὅμως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀναγράφῃ προκαταβολὴν δραχμῶν 5,000 δι’ ἑκάστην ἐργασίαν, νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ 10 καὶ 15 νὰ γείνωσι κατασκευαὶ καὶ ἐπισκευαί, καὶ δι’ ἑκάστην ἐξ αὐτῶν νὰ ἐπιτρέπηται ἡ προκαταβολὴ τῶν 5,000 δραχμῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἓν ὅριον· ἐὰν αἱ 20,000 δραχμαὶ, τὰς ὁποίας ἐσημείωσα εἰς τὴν τροπολογίαν μου ὡς ἀνώτατον ὅρον, ὑπολαμβάνωνται ἀνεπαρκεῖς ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δύνανται νὰ ὁρισθῶσιν 25,000 ἢ 30,000. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι αἱ προκαταβολαὶ δὲν ἔχουσι σκοπὸν τὴν πλήρη τῆς ἐργασίας διεξαγωγὴν, ἀλλ’ εἶναι προκαταβολαὶ διὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐργασίας. Ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος ὀφείλουσιν οἱ λαβόντες τὰς προκαταβολὰς δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ παραδώσωσι τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, καὶ οὕτω τακτοποιεῖται ἡ ὑπηρεσία. Ὑποθέτω, ὅτι ἐν τῷ πνεύματι τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον τοιαύτη ὑπῆρχε πρόθεσις, ἤτοι νὰ μὴ γίνωνται προκαταβολαὶ ἄνευ περιορισμοῦ τινος.
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις τυγχάνει εἰς κρείττονα ἐμοῦ θέσιν, ἵνα δώσῃ πληροφορίας εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους. Ἐγὼ δὲ, ὑποστηρίζων τὸ νομοσχέδιον, ἑρμηνεύω αὐτό, δὲν διαβεβαιῶ δὲ ποία εἶναι ἡ ἔννοια αὐτοῦ. Κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, ἣν δίδω, τὸ ποσὸν τῶν 5,000 δραχμῶν προσδιορίζεται δι’ ἑκάστην ἐργασίαν καὶ οὐχὶ δι’ ἕκαστον κλάδον ὑπηρεσίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὑπέλαβεν, ὅτι προορίζονται δι’ ἕκαστον κλάδον ὑπηρεσίας, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ῥῆσις τοῦ νόμου εἶναι σαφής, ὅτι προσδιορίζονται δι’ ἑκάστην ἐργασίαν.
§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐνόησα καὶ ἐγὼ διὰ κλάδον, ἀλλὰ δ’ ἕκαστον εἶδος ἐργασίας ἑκάστου κλάδου.
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο λοιπὸν ἐπιβεβαιῶ, ὅτι εἶναι δι’ ἕκαστον εἶδος ἐργασίας ἑκάστου κλάδου. Ἀλλὰ μοί φαίνεται, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν προσδιορίσητε τὸ ἀνώτατον ὅριον, ἴσως θέλετε εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πεισθῆτε, ὅτι περιορίζετε τὴν διοίκησιν. Πολλάκις δὲ αἱ ἀνάγκαι τῆς διοικήσεως εἶναι τόσον ἐπιτακτικαί, ὥστε πᾶς περιορισμὸς τῆς διοικήσεως ἐν τούτῳ ἤθελεν ἐπιφέρει ζημίαν. Ὑποθέσατε, μετὰ τὰς τελευταίας πλημμύρας ἢ βροχὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον, ὅτι καταπίπτουσιν αἱ ἐναέριοι γραμμαὶ πολλῶν μερῶν, καὶ ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐπισκευάσητε αὐτὰς ἀμέσως καὶ νὰ τὰς ἐπισκευάσητε πάσας συγχρόνως, διότι ἄλλως δὲν ἔχετε συγκοινωνίαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ πεισθῆτε, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 20,000 δραχμῶν ἤθελε φθάσει, ἀλλὰ προσδιωρίσθη ποσὸν 5,000, διότι αἱ 5,000 θέλουσι μὲν χρησιμεύσει διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐργασίας, ἤθελε δὲ λάβει ἡ διοίκησις τὸν καιρὸν νὰ τακτοποιήσῃ τὰ τῆς δαπάνης ἀμέσως. Τὸ αὐτὸ δύναμαι νὰ εἴπω καὶ περὶ τῆς τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία μάλιστα εἶναι ἐν τῷ δημιουργεῖσθαι, καὶ ἑπομένως δὲν δύναταί τις νὰ προσδιορίσῃ τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς δαπάνης. Ἐὰν ὅμως ἐπιθυμῇ ἡ Βουλὴ περισσοτέρας πληροφορίας, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν Δευτέραν, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει δώσει περισσοτέρας ἐξηγήσεις.
§36ΣΤΑΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ποσὸν 5,000 δραχμῶν δι’ ἑκάστην ἐργασίαν, χωρὶς νὰ γινώσκωμεν τίνες καὶ πόσαι εἶναι αἱ ἐργασίαι αὗται· διότι διὰ τῆς φράσεως «καὶ τὰ λοιπὰ», ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ, ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ πίστωσιν 5,000 δραχμῶν δι’ ἓν «καὶ τὰ λοιπὰ», τὸ ὁποῖον δύναται νὰ περιλάβῃ μυρίας ἐργασίας. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁρισθῶσιν αἱ ἐργασίαι.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπαιτεῖται προσυνεννόησις μετὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Ἀστεροσκοπείου, ὅπως μᾶς φωτίσῃ περὶ τῶν θυελλῶν, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἐπιφέρει τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπισκευῆς (ἱλαρότης).
§38ΣΤΑΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν θυελλῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν καταστροφῶν ἐν γένει τῶν ἐναερίων γραμμῶν, ἢ τῶν ἄλλων μέσων τῆς συγκοινωνίας, καὶ τῆς προμηθείας ὑλικῶν, τὰ ὁποῖα γινώσκει κάλλιστα ἡ ὑπηρεσία τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, καὶ τὰ ὁποῖα ἑπομένως ἠδύνατο νὰ ὁρίσῃ ἐκ τῶν προτέρων. Τὰς πληροφορίας δὲ ταύτας δὲν θὰ ζητήσητε παρὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Ἀστεροσκοπείου, ἀλλὰ παρὰ τοῦ διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ προμήθειαι περιλαμβάνονται ἐν τῷ ἐτησίῳ προϋπολογισμῷ, δὲν δύναταί τις δὲ νὰ δαπανήσῃ πλέον ἢ ἂν ἔχῃ ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν. Ὥστε δὲν πρόκειται περὶ προμηθειῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐργασίας ἐπισκευῆς ἢ κατασκευῆς.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται τὸ νομοσχέδιον. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μὴ ὑπαγωγῆς τῶν ὑπαρχόντων γενικῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ἀνθυποπλοιάρχων καὶ σημαιοφόρων καὶ τῶν τούτοις ἐξομοιουμένων εἰς τὰ ἄρθρα 5, 6 καὶ 12 τοῦ ΨΒʹ, 7 καὶ 8 τοῦ ᾼΡΞΒʹ, 1 τοῦ ͵ΒΥΔʹ, 12 τοῦ ᾼΡΟϚʹ, 6 τοῦ ᾼΩΛΖʹ καὶ 6 τοῦ ᾼΩΜΔʹ νόμων.
§41ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς ἐζητήθη ἡ ἀναβολή. Μάλιστα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὸ ἀποσύρει, ἵνα φέρῃ τροπολογίας.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτροποποιήθη καὶ διενεμήθη.
§43ΣΤΑΗΣ. Δὲν τὸ ἐλάβομεν. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ, διότι πρόκειται περὶ νόμων πολλῶν καὶ διαφόρων.
§44Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἀνεβλήθη χθὲς διὰ πολλοὺς βεβαίως καὶ ποικίλους λόγους, ἀνεβλήθη δὲ κυρίως, ἵνα συναρμολογηθῶσιν αἱ παρατηρήσεις, ἃς ἔφερεν ὁ ἐξ Ἄρτης κ. συνάδελφος καὶ ὁ ἐκ Ζακύνθου. Αἱ τροπολογίαι αὗται εἶναι τόσον γνωσταί, τόσον συνεζητήθησαν χθές, εἶχον κατατεθῆ εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀνέπτυξαν αὐτὰς οἱ Κύριοι, οἱ προβαλόντες αὐτὰς, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὥστε ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι λογικὸν ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον πάλιν πρὸς μελέτην τροπολογιῶν, εὐρύτατα χθὲς συζητηθεισῶν. Ὑπῆρξε καὶ ἄλλος λόγος τῆς ἀναβολῆς, διότι ὁ κ. ἐκ Σπετσῶν συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ἔχει τροπολογίαν, ἣν θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἡ τροπολογία αὕτη δὲν ὑπεβλήθη. Ἂν ἔχῃ τροπολογίαν, δύναται νὰ ὑποβάλῃ αὐτήν, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν συζήτησιν, καὶ εἰς τὴν τρίτην βλέπομεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. συναδέλφου.
§45Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ οὐδεμίαν τροπολογίαν ἔχω νὰ ὑποβάλω. Ἐγὼ ὡμίλησα γενικῶς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐπρότεινα τὴν κατάργησιν τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας, διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἀνέφερον. Ἐὰν τοῦτο παραδέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶμαι πρόθυμος νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν τοιαύτην, ἢ μᾶλλον πρότασιν νόμου.
§46Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὄχι.
§47Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι περιττὸν τότε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀφοῦ δὲν τὸ παραδέχεται. Μολονότι δὶς ἀπέσυρε τὸ καταστρεπτικὸν αὐτὸ διὰ τὸ Ναυτικὸν νομοσχέδιον, ἐν τούτοις ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Ἀπαίτησις παράλογος, σᾶς βεβαιῶ, κύριοι Βουλευταί.
§48Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποσῶς δὲν τὸ ἀπέσυρα.
§49Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὶς, ἀκριβῶς, κύριε Ὑπουργέ. Διατὶ δὲν παραδέχεσθε τοῦτο;
§50Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, οὐδέποτε ἀπέσυρα τὸ νομοσχέδιον, οὐδὲ ἀποσύρω αὐτό. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο βεβαίως δὲν πρέπει ν’ ἀποσυρθῇ, οὐχὶ διότι θεωροῦμεν αὐτὸ ἡμεῖς ζήτημα τῆς φιλοτιμίας τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ διότι θεωροῦμεν αὐτὸ ζήτημα συμφέρον εἰς τὸ Ναυτικὸν, καὶ κατὰ τὰς ἐκτάκτους μάλιστα περιστάσεις. Δὲν θεωροῦμεν δὲ ζήτημα φιλοτιμίας αὐτὸ, διότι πολλοὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ὑπεστήριξαν καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτὸ, οἷον ὁ ἐξ Ἄρτης κ. συνάδελφος, ὁ ἐκ Ζακύνθου κ. συνάδελφος, ὁ ἐκ Κέας κ. συνάδελφος, ὁ ἐκ Πυλίας κ. συνάδελφος, καὶ ἐὰν ἐξηκολούθουν ἀναφέρων ὀνόματα, ἤθελον ἴσως εὑρεθῆ οἱ πλεῖστοι τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις ὑπεστήριξαν τὸ νομοσχέδιον. Ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ φιλοτιμίας τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἡ Βουλή, μεθ’ ὅσα ἀνέπτυξα, φρονῇ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, καὶ λόγῳ τῶν προγεγενημένων, καὶ λόγῳ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, καὶ λόγῳ τοῦ νόμου περὶ ἀριθμῶν, ὃν ἐψήφισεν ἀρτίως ἡ Βουλή, εἶναι ἀναγκαῖον, δὲν ἔχει εἰμὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλή, ἀνεξαρτήτως μερίδος, — διότι εἶπον, ὅτι ἀμφοτέρωθεν ὑπῆρξαν οἱ ὑποστηρίξαντες τὸ νομοσχέδιον, — φρονῇ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γένηται νόμος τοῦ Κράτους, ἡμεῖς βεβαίως δὲν θέλομεν δυσαρεστηθῆ, διότι δὲν εἰσηκούσθημεν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ ἄλλο, ἡ Βουλή εἶναι κυρίαρχος νὰ πράξῃ ὅ,τι ἂν ἐγκρίνῃ. Ἐπειδὴ ὅμως, Κύριοι, τυγχάνει νὰ ἔχω τὸν λόγον, ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἀνάγνωσιν ὀλίγων τινῶν κειμένων, ἵνα πεισθῆτε πάντες, ἐὰν οἱ ἀντιτείνοντες εὑρίσκωνται ἐν τῇ ἀκριβείᾳ. Ἐλέγετο χθὲς, ὅτι πρώτην φορὰν ἠκούσθη νὰ τίθεται χεὶρ εἰς τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν παρὰ Ὑπουργοῦ, ὅτι δὲ τοῦτο γίνεται, διότι πρὸς δυστυχίαν τοῦ Ναυτικοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔτυχε νὰ ἦναι χερσαῖος. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, Κύριοι, τοὺς θαλασσίους. Καὶ πρῶτον ἂς ἴδωμεν ἕνα τῶν ἱδρυτῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος, τὸν ἀείμνηστον Ἀθανάσιον Μιαούλην, ὅστις, καὶ λόγῳ ὀνόματος, καὶ λόγῳ βαθμοῦ, καὶ λόγῳ ὑπηρεσιῶν, ἃς προσέφερεν εἰς τὸ Ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἡ κορωνὶς τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ναυτικῶν. Τί ἐνομοθετήθη κατὰ τὸ 1861 διὰ τοῦ νόμου ΨΒʹ «περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν»; Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἤδη ὑπάρχοντες πλωτάρχαι καὶ ἀντιπλοίαρχοι ἐπιτρέπεται νὰ προβιβασθῶσιν ἔτι βαθμὸν ἕνα, καὶ ἂν δὲν ὑπηρετήσωσι κατὰ θάλασσαν.» Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ἀξιωματικὸς διαπρεπὴς, Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀξιωματικὸς, εἰσηγήσατο νόμον, καθ’ ὃν οἱ πλωτάρχαι καὶ οἱ ἀντιπλοίαρχοι ἠδύναντο νὰ προβιβασθῶσι, καίτοι δὲν εἶχον διανύσει τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἂς προχωρήσωμεν. Ὑπουργὸς μὴ Ναυτικὸς, εἶναι ἀληθὲς, ἀλλ’ Ὑπουργὸς ἀνήκων εἰς Κυβέρνησιν, μεθ’ ἧς ἐπ’ ἐσχάτων εἶχε συνδέσει τὰς τύχας αὑτοῦ ὁ ἐξ Ὕδρας κ. συνάδελφος, ὁ μακαρίτης Γ. Ροῦφος, κατὰ τὸ 1882 ἔτος ἐξέδωκε διαταγὴν, ὑπ’ ἀριθ. 7679, Ὑπουργὸς ὢν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἐν ᾗ ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ὁσάκις ἀξιωματικός τις, ἀποσπώμενος ἐκ πολεμικοῦ πλοίου, προσκολλᾶται κατ’ ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας εἴτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἴτε εἰς τὸ Διευθυντήριον τοῦ Β. Ναυστάθμου, εἴτε εἰς ἄλλην ἐν τῇ ξηρᾷ ὑπηρεσίαν, ὁ χρόνος εἰς τοιαύτας τοῦ ἀξιωματικοῦ ὑπηρεσίας δέον νὰ περιλαμβάνηται εἰς τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, ἀφοῦ ἀνήκῃ εἰς πλοῖον καὶ θαλασσίους ἀποδοχὰς ἀπολαμβάνῃ». Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι Ὑπουργὸς οὐχὶ ναυτικὸς, ἀλλ’ ἔχων κοινὰ τὰ φρονήματα πρὸς τὸ κόμμα ἐκεῖνο, εἰς ὃ μέχρις ἐσχάτων ἔδρα ὁ ἐξ Ὕδρας συνάδελφος, ἐδέχθη ὁμοίαν περίστασιν. Ἀλλ’ εἶναι μόνον ταῦτα τὰ παραδείγματα; Ἐὰν ἀνοίξητε ὅλους αὐτοὺς τοὺς τόμους τῆς «Ἑλληνικῆς Ναυτικῆς Νομοθεσίας», ἔχετε καὶ πολλὰ ἄλλα. Βεβαίως δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἀναγινώσκων βιβλιοθήκας· ἀλλὰ ἰδοὺ ἄλλος Ὑπουργὸς, στενώτατα συνδεόμενος πρὸς τὸν κ. ἐκ Σπετσῶν συνάδελφον, καὶ ναυτικώτατος ἀνὴρ, ὁ κ. Γ. Π. Μπούμπουλης, κατὰ τὸ 1886 ἔτος εἰσηγήσατο ἄλλον νόμον, τὸν ᾼΤΝΗʹ καθ’ ὃν (ἀναγινώσκει): «οἱ δυνάμει τοῦ ἀπὸ 13 Ἀπριλίου 1863 ΝΑʹ ψηφίσματος τῆς ἐν Ἀθήναις Βʹ τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεως τεταγμένοι δόκιμοι αʹ τάξεως τοῦ Β. Ναυτικοῦ προβιβάζονται εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου πρὸ τῆς συμπληρώσεως τετραετοῦς ἐπὶ πολεμικῶν πλοίων ὑπηρεσίας καὶ πρὶν ὑποβληθῶσιν εἰς ἐξετάσεις.» Τί ἀποδεικνύουσι πάντα ταῦτα; Ὅτι καὶ ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσι καὶ ἐν μὴ ἐκτάκτοις πολλάκις ἡ ὑπηρεσία εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἰσηγήσηται νομοθετήματα εἰς τὴν Βουλὴν, δι’ ὧν τίθεται προσωρινῶς κατὰ μέρος ἡ διάταξις τῶν νόμων, καθ’ ἣν, ἵνα τις ἀξιωματικὸς προβιβασθῇ, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ συμπληρώσει τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν. Ἐὰν ἄρα καὶ ἐγὼ ἔπραξα τοῦτο, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς καινοφανὲς τὸ γενόμενον. Εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ πάντες οἱ προκάτοχοι ἠκολούθησαν, ὁσάκις ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐπιβεβλημένη εἰς τὸ ἔθνος. Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶχον, Κύριοι, νὰ εἴπω, ἵνα μὴ πλέον λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§51Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν· ἀλλ’ ὁ νομοθέτης προέβλεψε περὶ τούτων, καὶ ἔχομεν νόμον περὶ ἐπιστρατεύσεως, κατὰ τὸν ὁποῖον ἅμα ἡ ἐπιστράτευσις κηρυχθῇ, ὑπολογίζεται τὸ ἥμισυ τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἔχομεν ἑτέραν διάταξιν τοῦ νόμου, καθ’ ἣν οἱ ἐν καιρῷ πολέμου ἀριστεύσαντες ἀξιωματικοὶ «ἐπιτρέπεται νὰ προαχθῶσι, καὶ ἂν οὐδόλως συνεπλήρωσαν τὸν πρὸς προβιβασμὸν ἀπαιτούμενον χρόνον». Ἐπειδὴ δὲ εἴμεθα εἰς τὰ πρόθυρα τῶν δύο τούτων περιστάσεων, ἂς ἔχῃ ὑπομονὴν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, καὶ θὰ τῷ δοθῇ εὐκαιρία νὰ προαγάγῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους κατακόπτεται ἐνταῦθα καὶ τοὺς θεωρεῖ ὡς τοὺς μᾶλλον καταλλήλους καὶ ἱκανούς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμον τοῦ 1861, φαίνεται ὅτι οὐδόλως ἔδωκε προσοχὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι, ἂν ἐπρόσεχε, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐκανονίσθησαν τὰ πρὸς προβιβασμὸν προσόντα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ὁ δὲ νομοθέτης δὲν ἠδύνατο νὰ πετάξῃ εἰς τοὺς δρόμους τοὺς πρὸ τοῦ νόμου τούτου ὑπάρχοντας ἀξιωματικοὺς, καὶ τοὺς συμπεριέλαβε, πολὺ δικαίως, ἐν αὐτῷ. Ἐπρόκειτο περὶ τῶν πλωταρχῶν καὶ τῶν ἀντιπλοιάρχων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο τότε εἰς τὸ Ναυτικὸν μὲ τὸν βαθμὸν αὐτόν.
§52Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πόσων ἐτῶν ὑπηρεσίαν εἶχον ἐκεῖνοι τότε; 40 καὶ 50 ἐτῶν.
§53ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δεκάδων ἐτῶν· δὲν ἠξεύρω ἀκριβῶς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ἀνέγνωσε καὶ ἐγκύκλιον διαταγὴν, ἢ μᾶλλον Διάταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁσάκις ἀξιωματικὸς ἀποσπᾶται ἐκ πλοίου εἰς ἰδιαιτέραν ὑπηρεσίαν, αὕτη λογίζεται θαλάσσιος ὑπηρεσία. Μάλιστα· ἀλλ’ ὁ νομοθέτης, κ. Ὑπουργὲ, δὲν ἐνόει νὰ ἀποσπᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐπ’ ἄπειρον εἰς τοιαύτας ὑπηρεσίας, ἐνόει νὰ ἀποσπῶνται οἱ ἀξιωματικοὶ διὰ 5 ἢ 10 ἡμέρας, πρὸς ἐκτέλεσιν ἐργασίας τινὸς, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκτελέσωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ πλοίου. Ἀλλ’ ἐδῶ διαφέρει τὸ πρᾶγμα· οἱ ἀξιωματικοὶ ἀποσπῶνται ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον καὶ διαμένουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς δῆθεν δι’ ὑπηρεσίαν, ἡ δὲ ὑπηρεσία των αὕτη λογίζεται ὡς θαλάσσιος ὑπηρεσία. Ὥστε δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργός. Οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν περιστάσεων. Ὡς πρὸς τὸν νόμον δὲ, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσε πρὸς ἡμᾶς, τοῦ ἐξαδέλφου μου κ. Γ. Π. Μπούμπουλη, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, οὗτος οὐδόλως ἔχει σχέσιν. Τότε δὲν ὑπῆρχε Σχολὴ δοκίμων, οἱ δόκιμοι δ’ ἐκεῖνοι ὑπηρέτουν ἐπὶ 7 ὁλόκληρα ἔτη ὡς δόκιμοι εἰς τὰ πλοῖα. Ὁ νόμος ἐκανόνισε τὰ περὶ τούτου, κατὰ φυσικὸν δὲ λόγον ἔπρεπε νὰ καταργηθῶσιν ὅλοι καὶ νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸν νόμον. Οἱ ἰσχυρισμοὶ λοιπὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν δικαιολογοῦσιν αὐτόν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἀνησυχεῖ, καὶ ἀπορῶ πῶς ἡ Βουλὴ ἀνέχεται, εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμένει τρίτην φορὰν νὰ συζητηθῇ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ καταστρέψωμεν τὸν νόμον τοῦ 1861, εἰς ὃν οὐδεὶς ἄλλος ἐκ τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν ἐτόλμησε ποτὲ νὰ θέσῃ χεῖρα. Πιστεύω ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἦναι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ δὲν θὰ ψηφίσῃ τοιοῦτον καταστρεπτικὸν νομοσχέδιον, ἵνα μὴ εἴπω ἀσεβές.
§54Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Χθὲς ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν πρώτων ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἐκηρύχθην κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι παρεστάθη παρὰ τῶν ἀντιφρονούντων συναδέλφων, καὶ ἐπίστευσα, ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ προαχθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποπλοιάρχου, τοῦ ἀνθυποφροντιστοῦ κλπ. μόλις χθὲς ἐπροβιβάσθησαν εἰς ὃν κατέχουσι βαθμὸν, καὶ πάλιν πρόκειται νὰ λάβωσι νέον βαθμόν. Ἀλλ’ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀφ’ ἑνὸς καὶ αἱ μακραὶ συζητήσεις ἀφ’ ἑτέρου μοὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ λεγόμενον μητρῷον ἢ κατάλογον ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, τὸν ὁποῖον καὶ ἔχω ἀνὰ χεῖρας, καὶ ἐν αὐτῷ εὗρον, ὅτι, ἐνῷ διὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου περὶ ἀριθμῶν ἔχομεν ὁρίσει 20 πλωτάρχας, 50 ὑποπλοιάρχους καὶ 40 ἀνθυποπλοιάρχους, εὑρίσκονται σήμερον ἔχοντες τὸν βαθμὸν τοῦ πλωτάρχου 20, τὸν τοῦ ὑποπλοιάρχου 35, καὶ τὸν τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου 28. Κυρίως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶναι ἡ προαγωγὴ τῶν ἀνθυποπλοιάρχων εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποπλοιάρχου. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν, τίνες οὗτοι. Δὲν εἶναι, ὡς λέγουν, καὶ ὡς καὶ ἐγὼ αὐτὸς χθὲς ἐπίστευον, ἕνεκα ἐλλείψεως καταλλήλου εἰσηγήσεως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι αὐτοὶ εἶχον προαχθῆ πρὸ διετίας. Σφάλλομεν, Κύριοι· ἐκτὸς δύο, τῶν ἀρχαιοτέρων, οἱ ὁποῖοι κατετάχθησαν ὡς σημαιοφόροι εἰς τὰ 1888, οἱ ἑπόμενοι αὐτῶν δέκα καὶ τέσσαρες κατετάχθησαν εἰς τὸ Ναυτικὸν τὸν Αὔγουστον τοῦ 1889 ὡς σημαιοφόροι, ἤτοι ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸ Ναυτικὸν ἐπὶ ὀκτὼ κατὰ συνέχειαν ἔτη. Ἐκ τῶν ταὐτοχρόνως λοιπῶν ἐξελθόντων τοῦ σχολείου δέκα καὶ τεσσάρων κατὰ τὸ 1889, οἱ μὲν ἑπτὰ ἐπροβιβάσθησαν τὸ 1891 εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου, οἱ δὲ λοιποὶ ἐπροβιβάσθησαν τὴν 29 Μαΐου 1895. Πρόκειται λοιπὸν οὐχὶ περὶ τῶν πρώτων ἑπτὰ, διανυσάντων τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν των, ἀλλὰ περὶ τῶν ἑπτὰ τελευταίων, τῶν ὁποίων ἡ θαλάσσιος ὑπηρεσία συμπληροῦται μετὰ τρεῖς μῆνας. Εἰς ἕνα δὲ μόνον, τὸν καὶ ἀρχαιότερον τῶν ἑπτὰ, τὸν ἀνθυποπλοίαρχον Τσουκαλᾶν, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐλέχθη, ἀπεσπάσθη εἰς Havre δι’ εἰδικὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία τῷ ἀνετέθη, ὑπολείπεται πλειοτέρα ὑπηρεσία, καὶ αὐτὸς βεβαίως θὰ γείνῃ ἀφορμὴ νὰ σταματήσῃ ἡ προαγωγὴ καὶ τῶν ἑπομένων· διότι, ἐὰν δὲν συμπληρώσῃ καὶ αὐτὸς τὴν ὑπηρεσίαν, βεβαίως μέγα ἄδικον θὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἐὰν ἀφήσῃ αὐτὸν, καλὸν ἀξιωματικὸν, καὶ προβιβάσῃ τοὺς ἄλλους. Ἡ ἔρευνα λοιπὸν τοῦ νομοσχεδίου μὲ πείθει, ὅτι εἰς μὲν τοὺς ἑπτὰ ἀνθυποπλοιάρχους ὑπολείπονται τρεῖς μόνον μῆνες ὑπηρεσίας, ἑπτὰ δὲ μῆνες πλέον τριῶν μηνῶν ὑπολείπονται εἰς τὸν Τσουκαλᾶν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ θεωρήσῃ τὴν ἀποστολὴν τὴν εἰδικὴν, ἥτις τῷ ἀνετέθη, (καὶ κατὰ τῆς ὁποίας δὲν εἶχε δικαίωμα ν’ ἀντιταχθῇ ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, ὁ μεταβὰς πρὸς ἐκτέλεσιν εἰδικῆς ὑπηρεσίας,) ὡς ὑπηρεσίαν θαλάσσιον, δύναται νὰ τὸ πράξῃ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν δημιουργεῖ ἀδίκημα ἡ διάταξις αὕτη, καὶ διὰ τοῦτο τάσσομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§55Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ ἀγαπητός μοι φίλος νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον. Ἐγὼ παραδέχομαι πρὸς στιγμὴν ὅσα εἴπετε, ὅτι πράγματι ὑπολείπονται τρεῖς μόνον μῆνες πρὸς συμπλήρωσιν τῶν προσόντων τῶν περὶ ὧν πρόκειται ἀξιωματικῶν, διάστημα πολὺ μικρὸν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Ἀλλ’ εἶναι δίκαιον διὰ τοῦτο καὶ μόνον νὰ καταργήσωμεν ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ 1861 ἰσχύει; Δὲν πιστεύω νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ Βουλή, ἀφοῦ μάλιστα δὲν πρόκειται νὰ ἀδικηθοῦν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι παρ’ οὐδενός. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίον τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ ὧν πρόκειται· οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι εἶναι λαμπροί, καὶ δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ὑπερασπίσεως παρ’ οὐδενός,—μάλιστα προσεγγίζει τῆς δράσεως ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τὸ δείξουν,— ἀλλὰ πρόκειται νὰ καταστρέψωμεν ἕνα νόμον, καὶ δὲν βλέπω τὸν λόγον καὶ τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ ζητῇ νὰ καταστρέψῃ τὸν νόμον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀνθυποπλοίαρχον Τσουκαλᾶν, ἂς φέρῃ ἰδιαίτερον νόμον ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἀφοῦ λέγει ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων ἀξιωματικῶν, ἵνα τὸν προαγάγῃ καὶ εἰς ὑποναύαρχον. Ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸν ὑπολείπονται 16 μῆνες πρὸς συμπλήρωσιν τῶν προσόντων· ἀφαιρῶ τοὺς πέντε, οὓς ἔκαμεν εἰς τὴν ἐξωτερικὴν ἀποστολὴν, ὑπολείπονται ἕνδεκα ἀκόμη πρὸς συμπλήρωσιν· διατὶ δὲν τὸν προσεκόλλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ θωρηκτὸν «Ψαρὰ», τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἐν Γαλλίᾳ; Ἀλλὰ ὁμολογῶ καὶ πάλιν, ὅτι δὲν εἶμαι ἐναντίον τῆς προαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν· ἂς τοὺς προαγάγῃ ὅπως νομίζει καλὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλὰ νὰ μὴ καταργήσῃ τὸν νόμον, διότι θὰ γείνῃ μία κακὴ ἀρχή. Ἐπὶ τριάκοντα καὶ δύο ἔτη ὑπηρετῶ εἰς τὸ Ναυτικόν, καὶ τοιοῦτόν τι οὐδέποτε ἔλαβε χώραν εἰς τὸ σῶμα τοῦ Ναυτικοῦ. Λοιπὸν τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ καὶ φέρῃ διαίρεσιν εἰς τὸ σῶμα· ἂς τὸ ἀφήσῃ ἥσυχον, διότι μέχρι σήμερον ζῇ ἐν ἁρμονίᾳ. Ἀλλὰ παρέστησεν εἰς ὑμᾶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι ὑφίσταται ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας, ἕνεκεν ἐλλείψεως ἀξιωματικῶν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πλεονάζουσι μάλιστα· ἀλλὰ πλὴν τούτου ἔχομεν τὸν κανονισμὸν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν πλοίων, ὁ ὁποῖος δίδει τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τὸν τελευταῖον σημαιοφόρον καὶ εἰς τὸν πρωρέα ἔτι τοῦ πλοίου ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν κυβερνήτην ἐν ὥρᾳ πολέμου, ἂν παραστῇ ἀνάγκη τοιαύτη. Ὥστε δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν σήμερον προβάλλει πρὸς δικαιολόγησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, παρὰ θέλει νὰ εὐχαριστήσῃ τινὰς τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχει ὡς συμβούλους του.
§56Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐὰν εἰς τὸ ἄρθρον προστεθῇ μία καὶ μόνη λέξις, ὅτι ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει ἐπὶ ἑξάμηνον ἢ ἐπὶ ἓν ἔτος, ὅλοι οἱ φόβοι αὐτοὶ ἐκλείπουσι.
§57ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ τελευταῖον ἐπιχείρημα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Σπετσῶν Βουλευτοῦ θὰ ἔπεισε καὶ ἄλλους συναδέλφους, ὡς ἔπεισε καὶ ἐμὲ, ὅτι ἀπολύτως οὐδεὶς οὐσιαστικὸς λόγος ἐξαναγκάζει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτό. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σπετσῶν εἶπεν, ὅτι τὰ στελέχη τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν εἶναι ἱκανὰ νὰ πληρώσωσιν ὅλας τὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦναι ἱκανὰ, δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐφαρμόζων τὸν κανονισμὸν, νὰ συμπληρώσῃ τὰς θέσεις τὰς κενὰς, κατὰ τὸ ψηφισθὲν ἤδη νομοσχέδιον, δι’ ἀξιωματικῶν κατωτέρων. Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ, ὧν ὁ προβιβασμὸς ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, θὰ γείνωσι κατὰ τι κρείττοντες ἑαυτῶν, ἐὰν προστεθῇ εἷς βαθμὸς ἐπὶ πλέον εἰς τὸν βαθμὸν, ὃν ἔχουσιν οὗτοι; Βεβαίως ὄχι. Οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὔτε ἄλλος τις, ἔχων σώας τὰς φρένας, θὰ πιστεύσῃ, ὅτι οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ, λαμβάνοντες ἕνα βαθμὸν ἐπὶ πλέον, θὰ γείνωσιν ἀνώτεροι ἑαυτῶν. Ἂς μείνῃ λοιπὸν ὁ νόμος, ὁ ὁρίζων τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, ἄθικτος, διότι ἄλλως θὰ γείνῃ καὶ κακὴ ἀρχὴ καὶ θὰ ἔλθωσιν ἄλλοι μεθ’ ὑμᾶς νὰ ἀνατρέψωσιν αὐτὸν καὶ πάλιν. Κύριοι, οἱ βαθμοὶ δὲν ἀναδεικνύουσιν οὔτε τοὺς ἀξιωματικοὺς, οὔτε τοὺς στρατούς. Πιστεύω, ὅτι ὅλοι ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε κάλλιστα, ὅτι τὸ 1885 εὑρέθη ἡ Βουλγαρία ἐγκαταλελειμμένη ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθη ἀμέσως νὰ προαγάγῃ τοὺς κατωτέρους εἰς ἀνωτέρους, ἀλλὰ τοὺς ἀπέστειλεν εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν μὲ τοὺς βαθμούς των, καὶ ἐνῷ ὁ ἐχθρικὸς στρατὸς τῶν Σέρβων ὡδηγεῖτο ὑπὸ συνταγματαρχῶν καὶ στρατηγῶν, αὐτοὶ τὸν ἐνίκησαν, ὁδηγούμενοι ὑπὸ λοχαγῶν καὶ ταγματαρχῶν μόνον. Καὶ δὲν πρέπει, νομίζω, ἡμεῖς, Κύριοι, νὰ φανῶμεν κατώτεροι τῆς Βουλγαρίας, ὥστε καὶ οἱ Ἕλληνες καὶ πᾶς ξένος νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡμεῖς περιμένομεν πᾶσαν εὐκαιρίαν καὶ δραττόμεθα αὐτῆς διὰ μόνον τὸν λόγον νὰ δημιουργήσωμεν στελέχη βαθμοφόρων. Νομίζω, ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι πρὸ παντὸς προσβλητικὴ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς. Εὑρισκόμεθα εἰς τὰ πρόθυρα ἐνεργείας κατὰ θάλασσαν· διατὶ δὲν θέλετε ν’ ἀφήσητε εἰς αὐτοὺς τὴν εὐκαιρίαν ἅπαξ τοὐλάχιστον νὰ λάβωσι τοὺς βαθμοὺς αὐτῶν ἐν τῇ δράσει; Οὐδεὶς, Κύριοι, λόγος συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, τοὐναντίον μάλιστα καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Ναυτικοῦ καὶ τὸ συμφέρον τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἡ φιλοτιμία αὐτῶν ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς νὰ καταψηφίσωμεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἐν τῇ βεβαιότητι, ὅτι θὰ παράσχωμεν στάδιον τιμῆς καὶ δόξης λίαν προσεχῶς, ὅπως λάβωσι καὶ τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς οἱ ἀξιωματικοί μας. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους νομίζω, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, κηδόμενος τῆς ὑπ’ αὐτὸν ὑπηρεσίας, τῆς τιμῆς καὶ φιλοτιμίας τῶν κ. κ. ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, θὰ σπεύσῃ νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, ἔστω καὶ διὰ τρίτην φορὰν, ἀφοῦ δὶς ἤδη ἀπέσυρεν αὐτό.
§58Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν τὸ ἀπέσυρεν οὐδὲ ἅπαξ.
§59ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, εἴμεθα ἠναγκασμένοι ἡμεῖς καὶ πάλιν νὰ προτείνωμεν τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπιψηφίσεώς του.
§60ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ὁ μέγας ἐνθουσιασμὸς ὑπὲρ τοῦ Βουλγαρικοῦ στρατοῦ καὶ τῶν μεγάλων δαπανῶν του δὲν ἔχει θέσιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Παρακολουθῶ ἀπὸ τῆς χθὲς μετ’ ἐνδιαφέροντος τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἰς τὴν ἀληθῆ αὐτῆς θέσιν ἔθεσε τὴν συζήτησιν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κ. Καραπάνος. Δὲν πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ἐκτιμηθῇ ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ δρᾶσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, πρὸς τὴν ὁποίαν μετὰ τόσης πάντοτε δυσμενείας ἀποβλέπει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων συνάδελφος. Ὅταν ἡ μεγάλη ἐθνικὴ κρίσις, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, λήξῃ, καὶ ὅταν αἱ βίβλοι ἀνοιχθῶσιν, ἡ δρᾶσις τοῦ Ὑπουργείου θὰ ἐκτιμηθῇ δεόντως, καὶ τότε, πιστεύω, πρῶτος αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ χειροκροτήσῃ ταύτην. Δὲν πρόκειται ἐπίσης περὶ καταλύσεως τοῦ θεσμοῦ τοῦ καθιερώσαντος ὡς προσὸν τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, διότι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ὀρθότατα ἐχαρακτήρισεν αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἶναι νομοσχέδιον διαβατικὸν, ἀφορῶν εἰς θεραπείαν ἀνάγκης ἐπιβεβλημένης· ὅτι δὲ ἡ ἀνάγκη εἶναι ἐπιβεβλημένη, ἀποῤῥέει ἐκ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον χθὲς ἀκόμη ἐψηφίσαμεν, τοῦ νόμου περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Ἐνθυμεῖσθε δὲ μετὰ πόσης πειστικότητος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατέδειξε τὴν ὑφισταμένην ἀνάγκην πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀνάγκην, πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἀποβλέπουσα, ἔσπευσε νὰ τὸ ἐπιψηφίσῃ. Ἢ λοιπὸν ἦτο ἀναγκαία ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ τότε ὡς συνέπεια ἔρχεται ὁ σημερινὸς νόμος, ἢ δὲν ἦτο ἀναγκαία, καὶ κακῶς ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος. Ἀλλὰ καὶ ἡ διαταγὴ, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ὁ νόμος ὁ εἰσηγηθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Μιαούλη, καὶ ὁ νόμος ὁ εἰσηγηθεὶς ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ κ. Γ. Π. Μπούμπουλη, ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐν ἐκτάκτοις, ὅπως καὶ ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν, εὑρεθεῖσα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συμπληρώσῃ τὰ κενὰ τοῦ Ναυτικοῦ, εἰσηγήσατο νόμους τοιούτους, τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ παρεδέξατο. Νομίζω δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς οὐσίας τὸ νομοσχέδιον, τροποποιηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ συμφώνως πρὸς τὰς ὀρθοτάτας παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου, μάλιστα δὲ μετὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐκ Ζακύνθου κ. συναδέλφου, τὴν ὁποίαν ἐπίσης ἀπεδέξατο ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐξασφαλίζει ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος περὶ θαλασσίου ὑπηρεσίας ἀπαιτεῖ, τουτέστι νὰ διανύσῃ ὁ ἀξιωματικὸς τὴν διετῆ θαλάσσιον ὑπηρεσίαν ἐν ἑκάστῳ βαθμῷ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι μετὰ τὰς τροπολογίας ταύτας δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ δὲ ὑποστηρίζω καὶ θεωρῶ ἀπολύτως ἀναγκαῖον τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦτο ἀποκρούω τὴν ἀναβολήν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀναβολῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§62ΣΤΑΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
§63ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ὑποστηρίζεται ὑπὸ 10 ἡ πρότασις;
§64ΣΤΑΗΣ. Φέρω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 108 Βουλευτῶν. Ὁ κ. Στάης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§67ΣΤΑΗΣ. Μετὰ λύπης, κ. Πρόεδρε, ἀναγκάζομαι καὶ ἐκ δευτέρου νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Χθὲς διὰ μακρῶν ἀνεπτύχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ παρ’ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων τὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον καὶ παρ’ ἐμοῦ διὰ βραχέων, εἶναι παράδοξον δέ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐνῷ χθὲς εἶχε πεισθῆ νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, σήμερον μετέβαλε γνώμην. Θ’ ἀναγκασθῶ ἑπομένως, ἵνα καὶ πάλιν ἐπαναλάβω τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα, ὅπως πείσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεταβάλῃ καὶ πάλιν γνώμην καὶ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, ἢ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ δι’ ἄλλην τινὰ εὐκαιρίαν, ἂν καὶ φρονῶ, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ ὑπέβαλε τροπολογίαν, ἡ ὁποία διενεμήθη καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Βουλὴ εἶχεν ἴσως εἰσέλθει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι καὶ ἐγὼ καὶ πλεῖστοι ἄλλοι συνάδελφοι ἐλάβομεν τὴν τροπολογίαν ἐν τῇ θύρᾳ τοῦ Βουλευτηρίου· δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως νὰ συζητήσωμεν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἀνατρέπει ἄρδην τὰ τοῦ νομοσχεδίου, τροπολογίαν διανεμηθεῖσαν πρὸ ὀλίγων μόνον στιγμῶν, τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἴσως τροπολογεῖ νόμους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μελετήσωμεν. Ἀλλὰ μετὰ περιεργείας ἤκουσα πρὸ μικροῦ συναδέλφων τινῶν, καὶ ἰδίᾳ τοῦ κ. ἐκ Βόλου, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ καταργήσεως τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας, ἐνῷ περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἀκριβῶς πρόκειται ἢ περὶ καταργήσεως τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας Ἴσως πρόκειται νὰ συντομεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν οἱ καθεστῶτες νόμοι ἐπιτρέπουσι τὸν προβιβασμὸν ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμὸν, διότι καὶ τοῦτο κρύφα ἔχει συνυποβάλει ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ εἰς τὴν τροποποίησιν καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ μικροῦ, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι δικαίως ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὅτι ἡ κατάργησις τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας δὲν εἶναι νέον τι, ἀνέφερε νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀκριβῶς τὰ ἐναντία βεβαιοῦσιν. Ἀνέφερε τὸν νόμον τῆς 19 Νοεμβρίου 1861 ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ Ἀθανασίου Α. Μιαούλη· ὁ νόμος οὗτος, ὡς καὶ ἐγὼ χθὲς εἶπον, ἀναγράφει ἐν ἄρθρῳ 5 (ἀναγινώσκει): «Ἀνθυποπλοίαρχος οὐδεὶς γίνεται, πρὶν ἢ τοὐλάχιστον ἐπὶ ἔτη δύο χρηματίσῃ ἐπὶ πλοίου βασιλικοῦ δόκιμος ἢ κελευστὴς καὶ εἰς ἐξετάσεις ὑποβληθεὶς εὐδοκιμήσῃ». Ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 ὁ αὐτὸς νόμος περὶ ὑποπλοιάρχων λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὑποπλοίαρχος οὐδεὶς γίνεται, πρὶν ἢ τοὐλάχιστον ἐπὶ δύο ἔτη χρηματίσῃ ἐπὶ πλοίου βασιλικοῦ ἀνθυποπλοίαρχος». Ἐν ἄρθρῳ 7 (ἀναγινώσκει): «Πλωτάρχης οὐδεὶς γίνεται, πρὶν ἢ χρηματίσῃ ὑποπλοίαρχος τοὐλάχιστον ἐπὶ ἔτη 4, ἐξ ὧν δύο ἐπὶ πλοίου βασιλικοῦ.» Παρατηρεῖτε ἑπομένως, ὅτι ναυτικοὶ πράγματι ἄνδρες, δοξάσαντες τὸ Ἑλληνικὸν ναυτικὸν καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος διὰ τῆς ἱκανότητος αὐτῶν περὶ τὰ ναυτικὰ, εἶχον θεσμοθετήσει τὸν ἀπαραίτητον ὅρον τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας εἰς ἕκαστον τῶν βαθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ἵνα προαχθῇ, ἀπὸ τοῦ κατωτάτου μέχρι καὶ τοῦ ἀνωτάτου. Ἔρχεται ὅμως σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος γινώσκει ἴσως ὅσα καὶ ἐγὼ ναυτικὰ καὶ ἴσως ὑφίσταται τὰς αὐτὰς ἐνοχλήσεις ταξειδεύων, τὰς ὁποίας ὑφίσταμαι καὶ ἐγώ...
§68ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Σεῖς δὲν ἐνοχλεῖσθε.
§69ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα, ἐνοχλοῦμαι ἴσως ὅσον καὶ ἀπὸ τὰς διακοπὰς καὶ ἀπὸ τὰς ἀγορεύσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν... Ἔρχεται σήμερον, λέγω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ καυχηθῇ διὰ μυρίας ὅσας ἄλλας γνώσεις, ἀλλὰ βεβαίως ὄχι διὰ ναυτικὰς, καὶ θέλει νὰ καταργήσῃ τοιούτους θεσμοὺς, τοὺς ὁποίους τοιοῦτοι ἄνδρες ἐθεσμοθέτησαν ἀπὸ τοῦ 1861. Ἐν αὐτῷ δὲ τούτῳ τῷ νόμῳ εὗρε διάταξιν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καθ’ ἣν ἐνόμισεν ὅτι δικαιολογεῖται ἡ κατάργησις τῆς ἀρχῆς τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας. Ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου τούτου, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἤδη ὑπάρχοντες πλωτάρχαι καὶ ἀντιπλοίαρχοι ἐπιτρέπεται νὰ προβιβασθῶσιν ἔτι βαθμὸν ἕνα, καὶ ἂν δὲν ὑπηρέτησαν κατὰ θάλασσαν». Βλέπετε ὅτι, καίτοι ὁ νόμος τὸ πρῶτον τότε εἰσήγετο καὶ ἐψηφίζετο, ὁ νομοθέτης ὅμως δὲν ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ γενικῶς τὴν ὀλεθρίαν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν σήμερον θέλει νὰ καταστήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν γενικήν. Ποίαν ἀρχήν; νὰ προβιβάζωνται οἱ κατώτερον ἔχοντες βαθμὸν χωρὶς νὰ ἐπιτελέσωσι τὴν θαλάσσιον αὐτῶν ὑπηρεσίαν, διότι τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἐπέτρεψε τοῦτο μόνον εἰς τοὺς πλωτάρχας καὶ ἀντιπλοιάρχους, σήμερον ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θέλει καὶ τοὺς δοκίμους νὰ προαγάγῃ, χωρὶς νὰ ἐπιτελέσωσι τὴν θαλάσσιον αὐτῶν ὑπηρεσίαν, θέλει καὶ τοὺς ἀνθυποπλοιάρχους καὶ τοὺς ὑποπλοιάρχους καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ διάταξις αὕτη, τὴν ὁποίαν θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νὰ καταστρέψῃ, εἶναι καὶ ἄλλη τις, ἐπίσης σπουδαία, τοῦ νόμου ᾼΡΞΒʹ. Κατὰ τὸν νόμον ᾼΡΞΒʹ τῆς 24 Μαρτίου 1884, ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς προβιβάζεται ἀνθυποφροντιστής, ἂν δὲν ὑπηρέτησε δύο τοὐλάχιστον ἔτη ὡς λογιστὴς», (δὲν ἀναφέρει δὲ οὔτε κατὰ ξηρὰν οὔτε κατὰ θάλασσαν) «μετὰ πενταετίαν δὲ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου οὐδεὶς προβιβάζεται ἀνθυποφροντιστής, ἂν δὲν ὑπηρέτησε δύο τοὐλάχιστον ἔτη ὡς λογιστής». Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, δυνάμει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐψήφισε, προήγαγεν εἰς λογιστὰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους σήμερον πρόκειται νὰ προαγάγῃ καὶ εἰς ἀνθυποφροντιστὰς, ἐπειδὴ δὲ ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου μέχρι τῆς παρούσης δὲν παρῆλθε τὸ διετὲς ἀπαιτούμενον κατὰ τὸν νόμον χρονικὸν διάστημα, θέλει καὶ ταύτην τὴν διάταξιν νὰ καταργήσῃ. Εἶναι ἀναμφίβολον λοιπὸν, ὅτι οὕτω καταστρέφεται τὸ Ναυτικὸν ἡμῶν. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι κατάλληλος ἡ εὐκαιρία ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἐκ Καλαμπάκας ἀξιότιμον συνάδελφον, ἵνα δείξω ὁποία εἶναι ἡ δρᾶσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Εὔχομαι νὰ γείνῃ τοιαύτη, ὥστε καὶ ἐγὼ ν’ ἀναγκασθῶ νὰ τὸν συγχαρῶ, ἀλλὰ σήμερον βεβαίως δὲν εἶναι ὁποία θὰ ἐπέτρεπεν εἰς Ἕλληνα συγχαρητήρια, ἀλλὰ...
§70Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Συλλυπητήρια.
§71ΣΤΑΗΣ. Ἀναμφιβόλως, κ. Ὑπουργὲ, ἕκαστος βλέπει τὰ πράγματα διὰ τοῦ φακοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὑτοῦ.
§72Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα, συλλυπητήρια εἶναι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἔχω (ἐπιδεικνύει ἐπιστολάς).
§73ΣΤΑΗΣ. Ἀλλὰ σήμερον σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν μίαν μόνον γνώμην ἔχει περὶ τῆς δράσεως ὑμῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν· τὴν γνώμην ταύτην, ὡς καὶ χθὲς εἶπον, κάλλιστα ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος Βουλευτὴς σᾶς τὴν ὑπέμνησεν, εἰπών, ὅτι ἀνάθεμα ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ θ’ ἀναφέρῃ πᾶς ὅστις ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὴν δρᾶσιν αὐτοῦ.
§74ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀνομάσατε τὸν ἐξ Ἄρτης Βουλευτήν.
§75ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τὸν κ. Μπότσαρην.
§76ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εἶναι αὐτά! (Διακοπαὶ καὶ θόρυβος).
§77ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν μὲ ἀφήνουν νὰ ὁμιλήσω, κάμνω ἄλλην μίαν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέλθετε, παρακαλῶ, ὡς ψηφολέκτης. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ κ. Στάη. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 108· ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ὁ κ. Στάης ἔχει τὸν λόγον.
§80ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρὰ πολλῶν ἐλέχθη, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ τροποποίησις αὕτη θὰ ἦναι διαβατικὴ καὶ δὲν ἰσχύει, εἰμὴ μόνον διὰ τοὺς ἐν τῷ πίνακι, τῷ ὑποβληθέντι παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καταγεγραμμένους 21 ἀξιωματικούς. Ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις περὶ προσώπων, καὶ διὰ τοῦτο παραλείπω νὰ ἀναφέρω τὰ πρόσωπα, θὰ ἐπαναλάβω ὅμως, ὅτι πλὴν τῆς ὀλεθρίας ἀρχῆς διὰ τὸ Ναυτικόν, καθιεροῦται καὶ ἄλλη ἀρχή, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι θ’ ἀπαιτήσωσι καὶ ἄλλοι, ἔχοντες τὰ μέσα, τὴν ἐπανάληψιν τῆς αὐτῆς πράξεως. Μεταξὺ τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἀνεφέρετο κατ’ ἐπανάληψιν τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εὑρέθη ποτὲ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πράξῃ αὐτὸ τοῦτο διὰ τοὺς μαθητὰς τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων. Περὶ οἱασδήποτε ἄλλης ἀρχῆς ἐὰν ἐπρόκειτο, ἐγὼ εὐχαρίστως ἤθελον ὑποχωρήσει, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἔχει τοιαύτας, φαίνεται, ὑποχρεώσεις, ὥστε δὲν τῷ ἐπιτρέπεται νὰ ὑποχωρήσῃ, ἀλλ’ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, προκειμένου περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑποχωρήσωμεν. Ἐὰν μοὶ ἐπετρέπετο, ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἀναφέρω ὀνόματα, τὰ ὁποῖα πάντες γινώσκετε, καὶ ἠθέλετε συνομολογήσει, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἵνα τὰ πρόσωπα ταῦτα μείνωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον χρόνον εἰς τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν. Ἐὰν καταστρέψητε τὴν ἀρχὴν τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας, τὴν ἰσχύουσαν ἀπὸ τοῦ 1861, βεβαίως θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέγετο χθὲς ἐντεῦθεν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ θὰ ἦναι δυνατὸν διὰ Β. Διατάγματος νὰ μετατίθενται εἰς τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης. Ἦσαν δὲ πράγματι σοβαραὶ αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Σπετσῶν, τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν εἶχε σκοπὸν πράγματι νὰ βελτιώσῃ τὰ κακῶς ἔχοντα ἐν τῷ Ναυτικῷ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι τελευταῖον ἀξιωματικὸς διηύθυνε πλοῖον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἐν Ναυστάθμῳ, ὁ δὲ ἀξιωματικὸς ὑπηρέτει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ! Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω πρόσωπα, διότι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἔχει ὅλα τὰ προσόντα τὰ ναυτικά, ἀλλὰ τὸ πλοῖον ἔμενεν ἄνευ κυβερνήτου, ὅταν δὲ παρέστη ἀνάγκη ν’ ἀναχωρήσῃ, δὲν ἠδύνατο νὰ φύγῃ, διότι ὁ ἀξιωματικὸς ἐκρατεῖτο παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἔμεινε πλοῖον, τοῦ ὁποίου ἡ παρουσία ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπαραίτητος εἰς τὰ Κρητικὰ ὕδατα. Λοιπὸν διὰ τῆς καταδολιεύσεως τοῦ περὶ θαλασσίας ὑπηρεσίας νόμου ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ καταστρέψῃ τὸ Ναυτικὸν. Ἀπόδειξις δ’ ἔστω ἡ ἐξέγερσις, ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον ἐν τῷ ναυτικῷ κόσμῳ ἐναντίον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἂς μεταβῇ εἰς Ναύσταθμον καὶ εἰς τοὺς ναυτικοὺς κύκλους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐρωτήσῃ, ἐκτὸς τοῦ κύκλου τοῦ περικυκλοῦντος αὐτὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὁποίαν ἐντύπωσιν παρήγαγε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἐγίνωσκε πῶς ἔχουσι τὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἤθελεν ἐπιψηφίσει αὐτὸ, διότι εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις νὰ εὑρίσκωνται 108 ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους νὰ κάθηνται ἐνταῦθα διὰ νὰ προβιβασθῶσι τρεῖς λογισταὶ εὐνοούμενοι, μοὶ φαίνεται οὐ μόνον ἀπίστευτον, ἀλλὰ καὶ τερατῶδες καὶ ἀπελπιστικόν!
§81Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὐδεμίαν εἶχον ἐπιθυμίαν νὰ συμμετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης. Εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς, δὲν καταγίνομαι περὶ τὰ ναυτικὰ, ἀλλὰ περὶ ἄλλα θέματα. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι εἷς ἐκ τῶν 108 ἀντιπροσώπων, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ προαγορεύσας, ἐθεώρησα καλὸν νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, διατὶ εἶμαι μεταξὺ τῶν 108. Εἶμαι, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ὀφείλω ν’ ἀπομακρυνθῶ ἐκ τῆς θέσεώς μου, εἰμὴ μόνον εἴτε λόγῳ σωματικῆς ἀδυναμίας, εἴτε ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη περίστασις, ὥστε ν’ ἀποσυρθῶ, παραιτούμενος καὶ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ ποιούμενος ἔκκλησιν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· καὶ εἰς τοιαύτην στιγμὴν ἴσως ἠθέλομεν φθάσει πρό τινων ἡμερῶν, ἐὰν ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως δὲν μετεβάλλετο. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου τινὸς λόγου. Ὁ Βουλευτὴς ὀφείλει νὰ κάθηται εἰς τὴν θέσιν του, διὰ νὰ ἀκούῃ καὶ ψηφοφορῇ, καὶ ὁσάκις δύνηται, διὰ νὰ ὁμιλῇ. Ὑπεβλήθη νομοσχέδιον διαβατικὸν, ἕνεκα τῶν κρισίμων περιστάσεων. Ἐπεκράτησε κακὴ συνήθεια νὰ γίνεται λόγος εἰς τὰς συζητήσεις τῶν νομοσχεδίων περὶ προσώπων, ἐνῷ τοῦτο ῥητῶς ἀπαγορεύεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν γνωρίζω κανὲν ἐκ τῶν προσώπων, συνέπεσε δὲ νὰ μὴ ὁμιλήσω μὲ κανένα ἐκτὸς τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ὅθεν ἐμόρφωσα τὴν γνώμην μου ἐκ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως. Ἐν ὁμαλῇ καταστάσει πραγμάτων θὰ ἦτο ἀσυγχώρητον νὰ προτείνῃ αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσι, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι συγκεχωρημένον εἰς τὸν Βουλευτὴν νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν, διότι, ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν, φαίνεται ὅτι ὑπάρχουν καί τινες ἐκ τῶν προβιβασθησομένων, εἰς τοὺς ὁποίους λείπει θαλάσσιος ὑπηρεσία μηνῶν τινων, ἀλλ’ εἶναι περίστασις διὰ νὰ λεπτολογήσωμεν σήμερον; «Ἀλλὰ θὰ ὑπάρχῃ κακὸν προηγούμενον». Ἂς εὑρεθῶμεν πάλιν εἰς τὰς παραμονὰς ὁμοίων περιστάσεων, ἂς προσδοκῶμεν τὴν προσάρτησιν τῆς Μακεδονίας, καὶ ἂς χρησιμεύσῃ πάλιν ὡς κακὸν προηγούμενον. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ λοιπὸν νὰ διαφωνήσω καὶ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ κατὰ τῶν 108 ὁ προαγορεύσας. Εἶναι σεβαστὴ ἡ γνώμη τοῦ συναδέλφου, ὅστις ὅμως ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως τῆς ψήφου του, προέβη μάλιστα καὶ εἰς δύο ἀλλεπαλλήλους ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ προχωρήσῃ μέχρι τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ τερατώδους δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν συμμερίζονται τὴν γνώμην του.
§82Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ λυπεῖ, εἶναι, ὅτι τινὲς τῶν συναδέλφων τῆς ὑπουργικῆς πτέρυγος ἔδωκαν πολιτικὴν χροιὰν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Περιττὸν φρονῶ νὰ μακρηγορήσω. Ἡ Βουλὴ ἔχει ἓν παράδειγμα παράδοξον ἐνώπιόν της, ὅτι οἱ συνάδελφοί των οἱ ναυτικοὶ εἶναι ἐναντίοι· ἀρκεῖ αὐτὸ νὰ ἀποδείξῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, πῶς δέχεται τὸ Ναυτικὸν σῶμα τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Βόλου, πρὸς τὸν ὁποῖον διαφωνῶ, ἤκουε τὴν προηγουμένην ὁμιλίαν μου, ἤθελεν ἀκούσει, ὅτι ὁ νόμος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν νὰ ὑπολογίζῃ τὸ ἥμισυ τῆς ὑπηρεσίας, ἐν ὥρᾳ δὲ πολέμου νὰ μὴ ὑπολογίζῃ διόλου θαλάσσιον ὑπηρεσίαν. Λοιπὸν ἐὰν ἦναι αὐταὶ αἱ περιστάσεις, ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς καὶ δὲν εἶχεν ἀνάγκην τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ σαλεύσῃ τὰ θεμέλια τῆς πειθαρχίας ἐν τῷ Ναυτικῷ· καὶ λυποῦμαι διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθη νὰ ὑποβληθῇ τοιοῦτον καταστρεπτικὸν νομοσχέδιον.
§83Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Σεῖς ἐπροκόψατε τὸ Ναυτικόν!
§84Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ ἔλθῃ καιρὸς νὰ λογαριασθῶμεν, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν, τίς ἐπρόκοψε τὸ Ναυτικόν, καὶ θὰ πάρητε καὶ πάλιν τὴν δικογραφίαν ὑπὸ μάλης καὶ τὴν ἄγουσαν εἰς τὰ δικαστήρια.
§85Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ κατεστρέψατε τὸ Ναυτικὸν σεῖς οἱ εἰδικοί, οἱ μηδεμίαν πέτραν ἐπὶ πέτρας ἀφήσαντες!
§86Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι βλασφημία αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγεις! Ὅ,τι εὗρες εἶναι ἰδικά μας, καὶ μὲ αὐτὰ ἐνεργεῖς σήμερον.
§87Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶσαι ὁ τελευταῖος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃς σύ!
§88Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ καυχῶμαι, διότι ἡ οἰκογένειά μου ἔχει ἱστορίαν εἰς τὸ Ναυτικὸν καὶ εἰς τὸ ἔθνος.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ ἀντεγκλήσεις.
§90Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θέλετε νὰ καταστρέψητε ὅ,τι ἐκέρδησεν ἡ Βουλή!
§91ΜΑΝΕΣΗΣ. Νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ὑβρίζῃ τὸν υἱὸν τοῦ Μπούμπουλη.
§92ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Βεβαιῶ, ὅτι, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔκαμνε τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τῷ ἐπιβάλλει ἡ Πολιτεία, δὲν θὰ ὡμίλει μὲ αὐτὴν τὴν γλῶσσαν. Ἀλλὰ δὲν τὸν συνερίζομαι, διότι αὐτὸς δὲν ἔμαθεν ἄλλο τι, εἰμὴ πῶς νὰ φέρῃ ὑπὸ τὴν μασχάλην τὰς δικογραφίας. Καὶ πάλιν, Κύριοι, ὁμολογῶ μὲ τὴν καρδίαν μου, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, θέλει καταστρέψει τὸ ναυτικὸν οἰκοδόμημα. Εὔχομαι νὰ δρέψῃ δάφνας τὸ Ναυτικὸν ἡμῶν, ἀλλὰ θὰ φέρωσι τὴν εὐθύνην τῆς καταστροφῆς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωσι τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§93ΜΑΝΕΣΗΣ. Λυποῦμαι διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν μιμεῖται τὸ παράδειγμα τοῦ ἁβρόφρονος ἀληθῶς, τοῦ ὑπερόχου πολιτευτοῦ, τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδέποτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησε μὲ τοιαύτην γλῶσσαν πρὸς Βουλευτήν. Δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ κρίνῃ, ἂν ὁ Μπούμπουλης ἦναι ὁ τελευταῖος ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οἰκτείρω αὐτὸν διὰ τὴν τοιαύτην γλῶσσαν, καὶ λυποῦμαι διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἔθεσεν εἰς τὴν θέσιν του τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὁμιλήσαντα οὕτω περὶ Βουλευτοῦ καὶ πρὸ πάντων ἀξιωματικοῦ. Τοιαύτην γλῶσσαν οὐδεὶς οὐδέποτε μετεχειρίσθη ἐν τῇ Βουλῇ. Ὑπάρχει πεποίθησις, καὶ εἶναι περίεργον ὄντως, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ πρεσβεύουσιν, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοιούτου νομοσχεδίου εἶναι βλάβη διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυτικοῦ. Καὶ χθὲς εἶπον, ὅτι ἡ θαλάσσιος ὑπηρεσία εἶναι ἓν τῶν κυριωτέρων προσόντων τοῦ Ναυτικοῦ. Τοῦτον τὸν νόμον κατεδολιεύθησαν, καὶ ὑπῆρξαν ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν εἰς πολλὰς ἄλλας ὑπηρεσίας, καὶ ἐθεωρήθησαν ὅτι ἐξετέλεσαν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν. Τελευταῖον ἐγεννήθη τὸ ζήτημα περὶ ἑνὸς νέου, τοῦ Τσουκαλᾶ, ὁ ὁποῖος ἐξ ἀνάγκης διέκοψε τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν του, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ ὅτι διαταγὴ, ἡ ὁποία διακόπτει τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, δὲν πρέπει νὰ φέρῃ ἀδίκημα, καὶ ὁ χρόνος τῆς ἄλλης ὑπηρεσίας πρέπει νὰ θεωρῆται ὡς θαλάσσιος ὑπηρεσία. Ἐγὼ ἤθελον προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι πᾶσα ἡ Βουλὴ θὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἡ θαλάσιος ὑπηρεσία εἶναι ἓν τῶν κυριωτέρων προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ· αὐτὴν πρέπει νὰ ἐκτελῶσι κυρίως, καὶ οὐδεμία διαταγὴ ἀντίθετος δύναται νὰ ἔχῃ κῦρος· καὶ ἵνα ἄρω τὰ προσκόμματα, λέγω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὅτι οἱ μὴ ἐκπληρώσαντες τὸν χρόνον τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας θεωροῦνται ὡς ἐκπληρώσαντες αὐτὴν, ἀλλὰ τοῦτο ἅπαξ διὰ παντὸς, οὐχὶ δὲ διὰ τὸ μέλλον, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ θεωρηθῇ διαβατικὸν, ἄλλως τίς θὰ ἐμποδίσῃ αὔριον ἄλλον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ θεωρῇ θαλάσσιον ὑπηρεσίαν τὴν μὴ τοιαύτην δι’ ἄλλους ἀξιωματικούς; Πρέπει νὰ ἐξοφλήσωμεν τὸ μέλλον, ὥστε ὁ ἀξιωματικὸς νὰ μὴ μεταβαίνῃ εἰς τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα θέσιν, ἂν δὲν ἐξετέλεσε θαλάσσιον ὑπηρεσίαν· διότι δύναται νὰ ᾖναι ἄριστος θεωρητικῶς ἀξιωματικὸς, ἀλλ’ ἄνευ θαλασσίου ὑπηρεσίας δὲν εἶναι ναυτικὸς, καὶ ἡ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ, ἂν ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ θὰ ᾖναι ἀποτελεσματικὴ καὶ τελεσφόρος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μᾶς ἀνέγνωσε τὴν καταπάτησιν τῶν νόμων παρ’ ἄλλου Ὑπουργοῦ, ὅτι ὁ Ἀθανάσιος Μιαούλης ἔκαμε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Ἀλλ’ ἐκεῖνος τὸ ἔπραξε διὰ τοὺς ἀγωνιστὰς, διὰ τοὺς πλωτάρχας, τοὺς ἔχοντας 20 ἐτῶν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐθεώρησεν αὐτοὺς ὡς ἐξησκημένους εἰς τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἂν ἄλλοι Ὑπουργοὶ διέπραξαν τοῦτο, δὲν εἶναι δικαιολογία δι’ ὑμᾶς νὰ ἐπαναλάβητε τὸ κακὸν, διότι ἐκ δευτέρου πραττόμενον δὲν ἀπαλλάσσει ὑμᾶς τῆς εὐθύνης. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω παντάπασι τὰ πρόσωπα, εἶπον δὲ προχθὲς, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαιτηθῇ ἡ θαλάσσιος ὑπηρεσία. Σήμερον ἴσως δύνασθε νὰ παραβλέψητε τοῦτο, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς τὸ μέλλον· ὅλα δὲ ταῦτα προλαμβάνονται διὰ τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπροτείναμεν. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιθυμῇ νὰ εἴπῃ καθαρῶς, ὅτι 2, 3 ἢ 4 ἀξιωματικοὶ ἀδικοῦνται δι’ αὐτὸν ἢ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον, διότι ἐξετέλεσαν ἄλλην σπουδαίαν ὑπηρεσίαν καὶ οὐχὶ τὴν θαλάσσιον, δι’ αὐτοὺς πταίει ἡ ὑπηρεσία, καὶ ἅπαξ διὰ παντὸς πρέπει νὰ τεθῇ ἓν τέρμα. Ἀλλὰ διότι ὁ κ. Βουλευτὴς Σπετσῶν ἔχει αὐτὴν τὴν ἰδέαν, δὲν πρέπει νὰ κατέρχηται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἰς ὕβρεις καὶ ἀντεγκλήσεις. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ αἰσθανθῇ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει, καὶ νὰ ἐγερθῇ νὰ εἴπῃ, ὅτι θλίβεται δι’ ὅσα εἶπε, διότι δὲν εἶναι μόνον Βουλευτὴς, ἀλλὰ κατέχει τὴν θέσιν ἐκείνην ὑπὸ τὴν προεδρείαν ἀνδρὸς, ὅστις οὐδέποτε ἐξετροχιάσθη. Τὸν παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσῃ πάντα ὅσα εἶπε, διότι εἶναι λυπηρὸν νὰ ἐκστομίζωνται ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ καὶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου παρὰ Ὑπουργοῦ τοιαῦται ἐκφράσεις.
§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπέφυγον μεμελετημένως νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, διότι ὁμολογῶ ὅτι εἶχον ἀσαφῆ γνῶσιν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ὑπέθεσα δὲ, ὅτι πολλοὶ ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἵνα συζητήσωσι καὶ διαφωτίσωσιν αὐτό. Δυστυχῶς ὅμως, ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως, κατὰ τὴν περίοδον δὲ ταύτην τοῦ χρόνου, ἣν διανύομεν, ἀνώμαλοι περιστάσεις ἐπῆλθον, αἵτινες καὶ ὑπηγόρευσαν τὴν πρότασιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ προσώπων, ἠγέρθησαν ἀντιῤῥήσεις, διότι πᾶσαι αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐφαρμόζονται ἐπὶ προσώπων, ἐγείρουν τὰ συμφέροντα τῶν φοβουμένων, ἵνα μὴ ἐκ τῶν διατάξεων ζημιωθῶσι, καὶ ἀντιῤῥήσεις προέκυψαν ζωηραὶ καὶ ἐπίμονοι, καὶ συζητοῦμεν ἤδη ἐπὶ πολλὰς ὥρας, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν. Δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ νομοσχέδιον δημιουργεῖ τόσους κινδύνους, ὅσους παρέστησαν οἱ κατ’ αὐτοῦ ἀγορεύσαντες, εὐλαβοῦμαι ὅμως τὴν γνώμην αὐτῶν, καὶ ἀναγνωρίζω τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἐγείρεται ἐν αὐτοῖς, ὅπως ὑπερασπίσωσι θεσμὸν χρησιμώτατον. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους ἐφοβήθησαν, δὲν εἶναι πραγματικοί. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ὁ νόμος περὶ τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας εἶναι θεμελιώδης διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ δὲν ἐπεθύμουν νὰ συντελέσω εἰς τὴν ἐξασθένησιν τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ γενικῆς διατάξεως, ἀλλὰ περὶ παροδικῆς, ἡ ὁποία κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νομοσχεδίου ὑπηγορεύθη ὑπὸ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων. Ἤκουσα νὰ ἀναφέρωσι πρόσωπόν τι, τοῦ ὁποίου ἡ ἐνδεχομένη προαγωγὴ θέλει κατασταθῆ εὔκολος, ἢ εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ ὁποίου δυσκολίας θέλει φέρει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοσχεδίου. Περὶ τοῦ προσώπου γνωρίζω, καθ’ ἃς μοὶ ἔδωκαν πρὸ πολλοῦ χρόνου πληροφορίας, ὅτι εἶναι ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος προαγγέλλει μέλλον δι’ ἑαυτὸν, διότι ἔχει πολλὰ στοιχεῖα ζηλευτά· τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπέστειλεν εἰς ὑπηρεσίαν ἐκτὸς τοῦ Κράτους, καὶ ἕνεκα τούτου διεκόπη ἡ θαλάσσιος ὑπηρεσία αὐτοῦ, καὶ ἐστερήθη οὗτος πλεονεκτήματος τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἔχει, ἂν ἔμενεν ἐν τῷ Κράτει. Ἡ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀποστολὴ αὐτοῦ εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπέλαβεν ὅτι δι’ αὐτοῦ ἤθελεν ἐπιτύχει ἀκριβεστέραν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας, ἣν ἐνετείλατο εἰς αὐτὸν, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ παραπονεθῇ. Ἀλλὰ τὸ πρόσωπον τοῦτο πρέπει νὰ προαχθῇ; Δὲν τὸ γνωρίζω, ἀλλὰ λέγουσιν ὅτι θέλει κατασταθῆ διὰ τοῦ νόμου εὐκολωτέρα ἡ προαγωγὴ αὐτοῦ. Ἀλλὰ τίνες ἄλλοι θέλουσι προαχθῆ; Πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου θέλουσιν ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, ἐὰν ἡ προαγωγὴ αὐτῶν συντελῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ ἀριθμῶν. Ὁ ὅρος τοῦ νόμου καταγγέλει δημοσίαν ἀνάγκην, διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντας τοὺς ἀριθμοὺς πλήρεις, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν πάντας τοὺς ἀξιωματικοὺς, ὅσους ὁ νόμος προσδιορίζει. Τοῦτο ἐπιβάλλεται ἀπὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, τὸ συμφέρον νὰ συμπληρωθῶσιν ἡ διοίκησις καὶ αἱ δυνάμεις τῶν τριῶν θωρηκτῶν, τὰ ὁποῖα ἔχομεν. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἡ δύναμις τῶν θωρηκτῶν νὰ ἦναι ἀτελής· ἐὰν ἔμενεν ἀτελὴς κατὰ τοὺς ὁμαλοὺς χρόνους, ἴσως καὶ τότε ἐπράττομεν κακὸν, ἴσως τότε καὶ ἐγὼ συνεβούλευον οἰκονομίας, ἀλλὰ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην ἡ δύναμις τῶν θωρηκτῶν πρέπει νὰ ἦναι πλήρης, καὶ πρὸς συμπλήρωσιν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πάντας τοὺς ἀριθμοὺς, εἰμὴ διὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, Ζητεῖ λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὴν ἄδειαν νὰ προβῇ εἰς τὴν συμπλήρωσιν ταύτην, μὴ ὑποτασσόμενος εἰς τοὺς ὅρους τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας. Ἡ ζημία μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ὑποδεεστέρα τῆς ζημίας, ἥτις θέλει ἐπέλθει, ἂν δὲν ἔχωμεν πλήρεις τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ Ναυτικοῦ κατὰ τὴν ὥραν ταύτην. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ζημία θέλει εἶναι διαρκής; Ὄχι· διότι καὶ αὐτοὶ οἱ προαχθησόμενοι πρέπει, διὰ ν’ ἀποκτήσωσι βαθμὸν ἀνώτερον, νὰ διανύσωσι θαλάσσιον ὑπηρεσίαν· ἑπομένως καὶ τὸ κακὸν τῆς μὴ ἐπαρκοῦς ἐκπαιδεύσεως καὶ μορφώσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ὅπερ θέλει ἀφήσει ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ αὐτὸ θέλει ἐκλίπει, διότι πρέπει νὰ ἔχωσι θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, ἵνα οἱ προαχθησόμενοι νῦν προαχθῶσιν εἰς ἀνώτερον βαθμόν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πραγματικοὶ οἱ δισταγμοὶ τῶν ἀντιφρονούντων. Καὶ εὐλαβοῦμαι μὲν τὴν γνώμην αὐτῶν, παρακαλῶ ὅμως αὐτοὺς νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὰς ἀντιῤῥήσεις των, διότι πρέπει νὰ ἀναλογισθῶμεν, ὅτι εὐκταῖον εἶναι νὰ διέλθωμεν τοὺς κρισίμους καιροὺς, χωρὶς νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν συνδρομὴν καὶ προστασίαν τῶν ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀπίθανον, ὅτι θέλει τὸ Κράτος περιέλθει εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, ἡμεῖς δ’ ἔχομεν εὐθύνην, διατὶ ὁπωσδήποτε δὲν ἐφροντίσαμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὴν δύναμιν τῶν πλοίων τοῦ στόλου, καὶ μάλιστα πλοίων πρώτης τάξεως, οἷα εἶναι τὰ θωρηκτά. Ὁμολογῶ ὅτι καὶ ἐγὼ συνετέλεσα εἰς παραπλησίαν πρᾶξιν κατὰ τὸ 1886, ὅτε ἡ ἐπιστράτευσις ἐκάλεσεν ὑπὸ τὰ ὅπλα 80,000 ἄνδρας, εἴχομεν δὲ στελέχη μόνον διὰ 22,000, οὕτω δὲ ὁ ὑπὸ τὰ ὅπλα στρατὸς ἔμενεν ἄνευ διοικητῶν· προσεφύγαμεν λοιπὸν, ἵνα μειώσωμεν τὸ κακὸν, εἰς μέτρον ἔκτακτον, καὶ παρεκαλέσαμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπιτρέψῃ, ἵνα ἀπολύσωμεν τοὺς μαθητὰς τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον συμπληρώσει τὰ μαθήματά των, διότι ὑπελάβομεν, ὅτι ὀλιγώτερον ἐπιζήμιον ἤθελεν εἶσθαι διὰ τὸ Κράτος, ἂν οἱ ἀνθυπολοχαγοὶ τοῦ στρατοῦ δὲν εἶχον πάντα τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπῃτοῦντο, ἢ ἂν ἔμενον αἱ μονάδες τοῦ στρατοῦ ἄνευ ἀξιωματικῶν. Ἡ γνώμη αὕτη μὲ πείθει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἄνευ ἐνδοιασμοῦ περὶ μεγάλης ζημίας δύναται νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἐγὼ δὲ, ὡς μέλος τοῦ Ὑπουργείου, εὐθυνόμενος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, θέλω φροντίσει, ἵνα μὴ γένηται χρῆσις τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἢ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον οἱ νόμοι ἀναγράφουσιν ὡς ἀναγκαῖον διὰ τὴν ναυτικὴν δύναμιν τῆς χώρας.
§95Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπὶ μακρὰ, Κύριοι, ὁπωσδήποτε ἔτη διετέλεσα μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἂν δὲ δὲν κατώρθωσα νὰ διδαχθῶ ἄλλο τι, κατώρθωσα ὅμως, πιστεύω,—καὶ τοῦτο οὐδεὶς θέλει μοὶ ἀρνηθῆ—νὰ ἐκφράζω ὁπωσδήποτε τὰ διανοήματά μου. Πολλάκις παρέστην μάρτυς θορυβωδῶν συζητήσεων, πολλάκις, εἴτε ὡς μέλος τοῦ κόμματος τοῦ διευθύνοντος τὰ κοινὰ, εἴτε ὡς μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ εἰς ἐποχὰς ἐπίσης σοβαρὰς, πάντοτε δὲ προσεπάθησα νὰ περιορίζωμαι ἐντὸς τῶν θεμάτων, περὶ ὧν ἡ συζήτησις. Εἶναι ἐνταῦθα τόμοι ὀγκώδεις, οἵτινες περιέχουσι τὴν μικρὰν ἢ τὴν μεγάλην ἱστορίαν ἑκάστου ἡμῶν. Ἐὰν δὲ ὀφείλω τὴν θέσιν μου ταύτην εἴς τι, ὀφείλω αὐτὴν εἰς τοῦτο, ὅτι κατώρθωσα νὰ ἐκφράζω ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἀλλαχοῦ ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ νοῦς μου θέλει. Πείσθητε, Κύριοι, ὅτι εἴπερ τις καὶ ἄλλος προσπαθῶ νὰ περιορίζω τὴν συζήτησιν ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς ἀληθοῦς συζητήσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι, Κύριοι, ἡ πρώτη συνεδρίασις αὕτη, οὐδ’ ἡ πρώτη σύνοδος, ἀφ’ ἧς ἔτυχε τέλος πάντων ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Βασιλέως, ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ νὰ μὲ ἀναβιβάσῃ εἰς τὴν θέσιν ταύτην, δὲν εἶναι, λέγω, ἡ πρώτη φορὰ, καὶ θέλετε ὁμολογήσει, ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ τῇ χαρακτηριζούσῃ ὑμᾶς, ὅτι ἐγενόμην τὸ ὑποκείμενον σφοδρῶν προσωπικῶν ἐπιθέσεων, δὲν ἐκωλύθη μάλιστά τις ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, ὃν ὡς ἄτομον δὲν ἔχω ἐγὼ τοὐλάχιστον λόγον νὰ μὴ τιμῶ, ὁ ἐκ Κυθήρων κ. συνάδελφος, νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι συμφέρον χρηματικὸν ἠνάγκασε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὅπερ διευθύνεται παρ’ ἐμοῦ, νὰ ἀποστείλῃ τὰ θωρηκτὰ εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἡ πενία μου εἶναι ἀπάντησις ἀποχρῶσα εἰς τοιαύτην συκοφαντίαν. Πέποιθα, ὅτι ἐξερχόμενος τοῦ Ὑπουργείου βεβαίως δύναμαι νὰ κατηγορηθῶ διὰ πολλὰ καὶ μεγάλα πράγματα, βεβαίως ὅμως οὐδεὶς θέλει τολμήσει νὰ εἴπῃ περὶ ἐμοῦ, ὅτι δὲν διεχειρίσθην ὡς ἔδει, καὶ ὡς ἤθελε διαχειρισθῇ πᾶς τις ἐξ ὑμῶν, εἴτε ἐντεῦθεν εἴτε ἐκεῖθεν, τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ τί νομίζετε, Κύριοι; Ὅτι ἐνταῦθα ἔχομεν τὴν πολιτείαν τοῦ Πλάτωνος; ὅτι δὲν ἔχει τις νεῦρα καὶ ζωὴν ἐν ἑαυτῷ, καὶ εἶναι δυνατὸν οὐχὶ ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Κράτους, οὐδ’ ὁ παλαιὸς Βουλευτὴς, οὐχὶ ὁ ἀντιπρόσωπος 18,000 ψήφων, ἀλλ’ ἁπλοῦς πολίτης, νὰ ὑβρίζηται, νὰ λέγωνται κατ’ αὐτοῦ τοιαῦται λέξεις καὶ θέλετε εἰς τὸν πολίτην τοῦτον τὸν ἁπλοῦν νὰ μὴ ἐπιτραπῇ νὰ ἐγείρηται ἡ ἀγανάκτησις αὐτοῦ καὶ νὰ ἐκφεύγωσι τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων αὐτοῦ λόγοι, οἵτινες, ἂν δὲν προεκαλοῦντο, βεβαίως δὲν ἤθελον λεχθῆ; Ἐγώ, Κύριοι, οὐδαμῶς αἰσθάνομαι δειλίαν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀνδρικὸν ἔργον εἶναι τὸ ὁμολογεῖν τὸ ἴδιον σφάλμα, καὶ θλίβομαι ἀληθῶς, διότι ἐξέφυγε τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων μου βαρεῖα λέξις κατὰ τοῦ κ. ἐκ Σπετσῶν Βουλευτοῦ (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§96ΣΤΑΗΣ. Εὐχαριστῶ, κ. Πρόεδρε, τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔθηκε τὸ ζήτημα ἀκριβῶς ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπεν. Ὡμολόγησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὐδ’ αὐτὸς εἶναι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας, συνηγόρησε μάλιστα ἐνθέρμως ὑπὲρ αὐτῆς, ἀλλ’ ὑπέδειξεν ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου δύο κυρίως ἕνεκα λόγων ἐπιβάλλεται. Οὕτως ἐγὼ τοὐλάχιστον ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα. Καὶ ὁ μὲν πρῶτος λόγος εἶναι, ὅτι ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου χρονολογεῖται ἀφ’ ἧς τὰ σπουδαῖα γεγονότα τὰ σημερινὰ ἀνὰ πᾶν τὸ Ἑλληνικὸν ἔλαβον χώραν, ὁ δὲ δεύτερος, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ πρό τινων ἡμερῶν ἐψήφισεν. Ὡς πρὸς μὲν τὸ πρῶτον τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχω ἢ νὰ ἀναγνώσω τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη τὴν 14 Νοεμβρίου 1896, πολὺ πρὶν ἢ αἱ περιστάσεις, ἃς διερχόμεθα, ἐμφανισθῶσιν ἐνώπιον ἡμῶν· τὸ δὲ δεύτερον τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐμὲ ἤθελε πείσει, ἵνα ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἂν πράγματι ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς ἀκριβείας. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ὡμολόγησε, δὲν εἶχε λάβει τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἵνα ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέμενεν, ὡς εἶπεν, ἵνα παρ’ ἄλλων, καὶ δὴ εἰδικῶν ἀνδρῶν περὶ τὰ ναυτικὰ, συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ κατόπιν ἐκφέρῃ καὶ ἐκεῖνος τὴν ἑαυτοῦ γνώμην. Βεβαίως δὲν ἔλαβεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν ὄψει τὸν ὑποβληθέντα πίνακα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα λάβῃ γνῶσιν τίνες πρόκειται νὰ προαχθῶσιν, ἐν σχέσει μάλιστα πρὸς τὸν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ψηφισθέντα νόμον περὶ ἀριθμοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ μικροῦ ἔλεγεν. Ἄς ἴδωμεν πράγματι ἂν πρόκειται νὰ συμπληρωθῶσι πάντα τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα σήμερον ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ναυτικῷ, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Μάχιμοι ἀξιωματικοὶ ἀναφέρονται ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ πρό τινων ἡμερῶν ψηφισθέντος νόμου μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ ὑποπλοίαρχοι 50. Πρὶν ἢ διὰ τοῦ ψηφισθέντος ἤδη νόμου ἀναβιβασθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποπλοιάρχων εἰς 50, πόσοι ἄρα νὰ ἦσαν; 35, ὡς ὁμολογεῖ ἡ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐψηφίσθη. Ἀπὸ τῶν 35 ἑπομένως μέχρι τῶν 50 ὑποπλοιάρχων ὑπάρχει διαφορὰ 15 ὑποπλοιάρχων. Θέλουσι προαχθῆ πάντες οὗτοι οἱ 15 ὑποπλοίαρχοι, ἂν ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπαντᾷ, ὅτι θὰ προαχθῶσιν ἀνθυποπλοίαρχοι 7 μόνον, ἀνέφερε δὲ καὶ τὰ ὀνόματά των, πιστεύω δὲ, ὅτι ἀκριβῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλεγεν. Εἶναι περιττὸν δὲ νὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματα αὐτῶν, διότι ἐπαναλαμβάνω, ὡς καὶ ἄλλοι κύριοι συνάδελφοι εἶπον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ ἀναφέρωνται τὰ ὀνόματα. Ὥστε βεβαιοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἐκ τῶν κενῶν θέσεων, τὰς ὁποίας πρό τινων ἡμερῶν ἡ Βουλὴ ἵδρυσεν, οὐδὲ τὸ ἥμισυ θὰ συμπληρωθῇ, διότι τὸ 7 δὲν εἶναι τὸ ἥμισυ τῶν 15. Ἀλλὰ μόνον περὶ τῶν ὑποπλοιάρχων τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἀνεστράφη ἄρδην, δὲν ἀληθεύει; Καὶ περὶ τῶν ἀνθυποπλοιάρχων τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ λεχθῇ· διότι ὑπῆρχον μὲν ἀνθυποπλοίαρχοι 28, ἐγένοντο δὲ 43 διὰ τοῦ πρὸ ἡμερῶν ψηφισθέντος νομοσχεδίου. Πρόκειται ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 28 καὶ 43 νὰ συμπληρωθῇ; Πρόκειται νὰ προαχθῶσι σημαιοφόροι εἰς ἀνθυποπλοιάρχους δέκα καὶ πέντε; Ὄχι, ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργός· διότι θὰ προαχθῶσι μόνον 7. Ἰδοὺ ἡ σημείωσις, ἡ κατατεθεῖσα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἰδοὺ καὶ ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς πρό τινων ἡμερῶν. Ὥστε τὰ κενὰ θὰ ὑπάρχωσι πάλιν. Δὲν κατορθοῦται λοιπὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πᾶς τις θὰ ηὔχετο νὰ κατορθωθῇ κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις, ἡ συμπλήρωσις τῶν κενῶν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἵνα μὴ ἐπαναλάβω τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἰδίως παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Σπετσῶν Βουλευτοῦ ἀναπτυχθέντα, περιορίζομαι νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ ἀνέφερον. Ἐλπίζω δὲ τότε, ὅτι ἀντὶ νὰ προσπαθῇ νὰ πείσῃ ἐμὲ νὰ παραιτηθῶ τῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιχειρημάτων μου, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐγερθῇ καὶ θὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§97Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μίαν προσθήκην θὰ κάμω ἐπειδὴ ἀνέλαβον, ἵνα σαφηνίσω τὰ πράγματα. Ἐξῆλθον ταὐτοχρόνως ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν δοκίμων 14. Ἐκ τούτων οἱ μὲν 7 προήχθησαν κατὰ τὸ 1891 εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου, παρέμειναν δὲ ὡς δόκιμοι οἱ ἕτεροι 7, οἱ ὁποῖοι προήχθησαν εἰς ἀνθυποπλοιάρχους τὸν Μάϊον τοῦ 1895. Οὗτοι, οἱ δεύτεροι 7 ἀνθυποπλοίαρχοι, ἤδη δὲν ἔχουσι συμπληρώσει τὸν διετῆ χρόνον τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας. Τοῦτο δὲ καὶ ἀνέφερε, μοὶ φαίνεται, ἐν τῇ κατατεθείσῃ σημειώσει του ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι λέγει: «ἀξιωματικοὶ μὴ κεκτημένοι τὰ πρὸς προαγωγὴν προσόντα καὶ δυνάμενοι νὰ προαχθῶσιν...!» Ὅθεν ἐκ τῶν ταὐτοχρόνως ἐξελθόντων δεκατεσσάρων οἱ μὲν 7 ἀπέκτησαν τὰ προσόντα, ὡς προαχθέντες κατὰ τὸ 1891, ἔμειναν δὲ οἱ 7 ἕτεροι συμμαθηταί των, συνεξελθόντες κατὰ τὸ 1889 καὶ μὴ προαχθέντες μετ’ αὐτῶν, καὶ διὰ τοὺς ὁποίους ὑπολείπεται πρὸς συμπλήρωσιν τῆς διετοῦς θαλασσίου ὑπηρεσίας τρίμηνον χρονικὸν διάστημα.
§98ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ὥστε θὰ ἦναι 14 οἱ προβιβασθησόμενοι.
§99Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Βεβαιότατα. Ἐπειδὴ δὲ ἀπαιτοῦνται 15 πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων, θὰ μείνῃ καὶ μία θέσις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ θὰ γείνῃ προαγωγὴ καὶ ἀνωτέρων πρὸς συμπλήρωσιν καὶ ἀνωτέρων θέσεων, διὰ τοῦτο θὰ προβιβασθῶσι καὶ συμμαθηταὶ αὐτῶν. Ἐγένετο ἡ συζήτησις ἡ μεγάλη, ἡ λαβοῦσα τόσην ἔκτασιν καὶ τοιαύτην μορφὴν, ἡ παρασύρασα καὶ ἐμὲ χθὲς, διότι πρόκειται περὶ ὑπηρεσίας τριμήνου θαλασσίας διὰ τοὺς ἀνθυποπλοιάρχους, ἐλέχθη δὲ, ὅτι οἱ ἀνθυποπλοίαρχοι οὗτοι ἔχουσιν ἐξέλθει ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν δοκίμων πρὸ ὀκτὼ ὅλων ἐτῶν. Ὑποθέτων δὲ ἐν τῇ ἀγορεύσει μου χθὲς, ὅτι ἐξῆλθον πρὸ δύο ἐτῶν, κατεξανέστην σφόδρα, διότι δὲν ἐννοῶ ποτὲ νὰ καταστραφῇ ἡ θαλάσσιος ὑπηρεσία, φρονῶ δὲ σήμερον, ὅτι δυσκολώτερον εἶναι εἰς ἕνα ἀξιωματικὸν νὰ ἐκτελῇ καθήκοντα κατωτέρου βαθμοῦ παρὰ ἀνωτέρου, δηλαδὴ κοπιωδεστέρα εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ κατωτέρου, παρὰ ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἀνωτέρου, ἡ ὁποία παρέχει πάντοτε, ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων αὐτῆς, εὐθύνην περισσοτέραν, ἀλλὰ κόπους σωματικοὺς σχετικῶς ὀλιγωτέρους. Ἑπομένως φρονῶ καὶ πάλιν, ὅτι ὁ κύριος συνάδελφος ἐκ Κυθήρων, προσάγων τὸν πίνακα αὐτὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν ἔχει δίκαιον, καθόσον ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀνέφερεν ἐν τῷ καταλόγῳ μόνον τοὺς 7 ἀνθυποπλοιάρχους, τοὺς μὴ ἔχοντας συμπεπληρωμένην τὴν διετῆ θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, τοὺς δὲ ἑτέρους 7, τοὺς συμπληρώσαντας τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἦτο περιττὸν νὰ ἀναφέρῃ.
§100ΜΑΝΕΣΗΣ. Πόση ὑπηρεσία τοῖς λείπει; τὸ γνωρίζετε;
§101Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τρίμηνος.
§102ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν τὸ γνωρίζετε. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω τοῦτο παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ... Γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, πόσος χρόνος πρὸς συμπλήρωσιν τῆς νομίμου θαλασσίας ὑπηρεσίας τοῖς λείπει;
§103Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς· εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ σᾶς εἴπω.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλέττας ἔχει τὸν λόγον.
§105ΣΤΑΗΣ. Νὰ ἀναβάλωμεν, κύριε Πρόεδρε, δι’ αὔριον, διὰ νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας ὁ κ. Ὑπουργός.
§106ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ. Ἂς ψηφισθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ αὔριον ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας κρίνει ἀναγκαίας. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀναβληθῇ κατόπιν τοσαύτης συζητήσεως.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 15′ μ. μ.