1897.02.06
1,895 rows · 15,295 words · 131 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48
Τῆς 6 Φεβρουαρίου 1897.
(Πέμπτη)
Ὥρα 4 καὶ 25′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρεστενίτης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Προχθές, κύριοι Βουλευταί, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ναυτικόν τι νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ προάγῃ τοὺς εἰς γενικὰς θέσεις ἀξιωματικούς. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐπανορθώσῃ ἀδίκημά τι, τὸ ὁποῖον διέπραξε πρὸ τριῶν μηνῶν, οὐχὶ βεβαίως ἀπὸ σκοποῦ, ἀλλὰ διότι ὁ νόμος τὸ ὑπηγόρευε. Προήγαγε τὸν ἀντιπλοίαρχον κ. Δ. Βουδούρην εἰς πλοίαρχον, ἄρτιον καθ’ ὅλα ἀξιωματικόν, ἠναγκάσθη δὲ νὰ παραλείψῃ τὸν ἀντιπλοίαρχον κ. Κοσμᾶν Ζῶτον, νῦν κυβερνήτην τοῦ «Μιαούλη», διότι τοῦ ἔλειπεν ἑξαμηνία, ὅπως συμπληρώσῃ τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν. Ἐπειδὴ ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἀπὸ τῆς ἡλικίας τῶν 16 ἐτῶν ὑπηρετεῖ ὡς ναύτης, κατὰ πρῶτον μὲν εἰς πλοῖα ἐμπορικά, ἤτοι εἰς τὰ ἀτμόπλοια τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, ὑπὸ τὸν πατέρα του, κατόπιν δὲ, ἀπὸ τοῦ 1862, ὡς δόκιμος τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, πάντοτε δ’ ὑπηρέτησεν εὐστοχώτατα, τελευταῖον δ’ ἐζήτησε μόνος του, ὅπως μεταβῇ εἰς τὰ Κρητικὰ ὕδατα, ὡς κυβερνήτης τοῦ «Μιαούλη», διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅπως δι’ εἰδικοῦ νόμου προαγάγῃ τὸν ἔντιμον τοῦτον ἀξιωματικὸν, ὅστις καὶ τελευταῖον, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε πάντες, ἐν Κρήτῃ ἔπραξε τὸ καθῆκόν του ἀξιοπρεπέστατα καὶ μετὰ πολλοῦ θάῤῥους.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§4ΤΟΜΑΝ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 338 κλάσιν τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου, ὑπάγονται εἰς τέλος τὰ ὀπισθογεμῆ μονόκανα ὅπλα δραχμῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, 10. Εἰς τὴν τάξιν τῶν ὅπλων τούτων ὑπάγονται καὶ τὰ ὅπλα Γκρᾶ, ἡ τιμὴ τῶν ὁποίων εἶναι μόνον φράγκα 6½, ὡς μὲ ἐπληροφόρησαν. Φρονῶ ὅτι τοσοῦτον τέλος ὑπερβαίνει τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας τοῦ εἰσαγομένου ἀντικειμένου, καὶ ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἡ διὰ παντὸς τρόπου διευκόλυνσις τῆς εἰσαγωγῆς ὅπλων τοιούτων ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀναγκαία. Παρακαλῶ λοιπὸν, καὶ μετ’ ἐμοῦ καὶ ἄλλοι, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως σπεύσῃ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ν’ ἀπαλλάσσωνται παντὸς εἰσαγωγικοῦ τέλους τὰ ὅπλα τὰ μονόκανα, τὰ ὀπισθογεμῆ, τοῦ συστήματος Γκρᾶ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στάης.
§6ΣΤΑΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ Κρητικὸν ζήτημα διεδόθησαν πάλιν σήμερον εἰδήσεις ἀνησυχαστικαί· διεδόθη π. χ. ὅτι τουρκικὸς στρατὸς ἢ ἀπεβιβάσθη ἢ πρόκειται ν’ ἀποβιβασθῇ εἰς Κρήτην, διεδόθη ὅτι οἱ πρόξενοι τῶν Μ. Δυνάμεων ἐν Χανίοις ἀπηγόρευσαν εἰς τὸν ἡμέτερον πρόξενον, ἵνα ἔχῃ ἀναπεπταμένην τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁποίας ἔχει ἐπὶ τοῦ θέματος πληροφορίας, καὶ ὁποῖα μέτρα ἔλαβεν ἢ πρόκειται νὰ λάβῃ, ὅπως ἐμποδίσῃ τὴν ἀποβίβασιν εἰς Κρήτην τουρκικοῦ στρατοῦ.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ εἴδησις περὶ ἀποστολῆς στρατευμάτων ὀθωμανικῶν εἰς Κρήτην, δηλ. περὶ ἀποστολῆς τριῶν ταγμάτων, μετεδόθη καὶ εἰς ἡμᾶς οὐχὶ ἐκ πηγῆς ἀναντιῤῥήτως ἐπισήμου· ἡ εἴδησις δὲ περὶ τῆς σημαίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Προξενείου ἐπίσης μετεδόθη καὶ εἰς ἡμᾶς. Καὶ ἐπὶ μὲν τῆς πρώτης εἰδήσεως θέλομεν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν μας, ἐπὶ δὲ τῆς δευτέρας ἐξετάζομεν ἀκόμη, ἐὰν ἡ πρόσκλησις εἶχε λόγον εὔλογον καὶ νόμιμον.
§8ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἀληθῶς ἐκπλήττομαι, Κύριοι, μὲ τὴν ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν οἱ πρόξενοι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐν Χανίοις ἐπέταξαν εἰς τὸν ἡμέτερον πρόξενον ν’ ἀποσύρῃ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, τοῦτο ἔπραξαν ἀκριβῶς, λαβόντες ἀφορμὴν ἐκ τῆς στάσεως, ἣν ἔλαβεν ἡ Ἑλλὰς ἐν Κρήτῃ. Ἐν Κρήτῃ ὁ λόγος ὑπάρξεως προξένων τῆς Ἑλλάδος ἐξέλιπεν ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐξετελέσθη ἡ διαταγὴ τῆς 1 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ διαταγὴ ἔφερεν ἐν τέλει τὰ ἑξῆς: «Ἀποβιβαζόμενος μετὰ τοῦ ὑφ’ ἡμᾶς στρατοῦ εἰς Κρήτην καὶ ἐν καταλλήλῳ μέρει, θέλετε ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Αʹ καταλάβει τὴν νῆσον ταύτην, ἀποδιώκων τοὺς Τούρκους ἀπὸ τῶν φρουρίων καὶ κατέχων αὐτά. Πᾶσαν ἐνέργειαν ὑμῶν θέλετε στηρίξει εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους.» Ἡ διαταγὴ αὕτη ἐξετελέσθη. Δὲν ἐξετελέσθη ἐν ὅλῳ, δὲν ἀπεδιώχθησαν οἱ Τοῦρκοι ἐκ τῶν φρουρίων· ἔχομεν δὲ τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον παρέλειψε νὰ ἀναγγείλῃ πρὸς ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὰ φρούρια κατελήφθησαν παρὰ στρατοῦ διεθνοῦς κατοχῆς. Ἀλλὰ τίς εἶναι ἡ κατάστασις ἡ δημιουργηθεῖσα συνεπείᾳ τῆς καταλήψεως; Βεβαίως καὶ ἡ διαταγὴ τῆς καταλήψεως καὶ ἡ ἀπόβασις τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἶχεν ὡς λόγον τὴν πρόσκλησιν τῶν Κρητῶν, ὅπως ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους προβῇ εἰς κατάληψιν τῆς νήσου· διότι ἐθεώρουν τὴν ἕνωσιν ὡς τετελεσμένην. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ θέσις ἡ δημιουργηθεῖσα διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσιν Ἕλληνες πρόξενοι ἐκεῖ; Καὶ θαυμάζω ὅτι δὲν προέβη ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν προξένων καὶ εἰς τὸν διορισμὸν Βασιλικοῦ ἐπιτρόπου. Χθὲς ἔδωκα νύξιν περὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἐπεβάλλοντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ περὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἐπεβάλλοντο εἰς τὴν Βουλὴν, ἐν ταῖς περιστάσεσιν, ὑφ’ ἃς εὑρισκόμεθα. Εἶναι μοναδικὸν παράδειγμα ν’ ἀποστέλληται ἓν σῶμα ἀποβατικὸν μὲ τοιαύτην ἐντολὴν, οὐδ’ ἐξετάζω τὸ ἐπίκαιρον, καὶ ἐν τούτοις οὐδεμία νὰ ληφθῇ πρόνοια μέχρι τοῦδε πρὸς διευκόλυνσιν τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς τῆς ἐντολῆς. Αὐτὴ ἡ ἐντολὴ συνεπήγετο καθήκοντα ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος, τὰ καθήκοντα δὲ ταῦτα συνεπάγεται καὶ ἡ διεθνὴς ἀναγνώρισις, ἡ ὁποία ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἀκριβὴς, καθ’ ἣν εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν ἑλληνικῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων ἀνεκοινώθη καὶ παρὰ τῶν προξένων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ παρὰ τῶν ἀρχηγῶν τῶν ναυτικῶν ἀποστολῶν αὐτῶν, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζουσι τὸ δικαίωμα τῆς καταλήψεως εἰς ὡρισμένην ἀκτῖνα ἀπὸ τοῦ φρουρίου. Αὐτὸ καὶ μόνον συνεπάγεται ἀναγνώρισιν τῆς γενομένης καταλήψεως ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπὶ τῆς νήσου, ἐκτὸς τῶν φρουρίων. Ἀλλ’ ἐὰν συνεπάγεται μίαν ἀναγνώρισιν διεθνῆ, συνεπάγεται καὶ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτελέσῃ. Τίνα δέ εἰσι τὰ καθήκοντα ταῦτα; Εἶναι ὁ προσωρινὸς διοργανισμὸς ὁ διοικητικὸς τῆς νήσου, ὁ διοργανισμὸς ὁ οἰκονομικὸς καὶ ὁ στρατιωτικός. Αὐτὰ δὲ τὰ καθήκοντα ἐπιβάλλονται ἐκ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἀπέναντι τῆς Κρήτης, ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, ἀπέναντι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Ἔχει καθῆκον ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι στοιχεῖον ἐκπολιτιστικόν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐπὶ τῆς Κρήτης, δύναται νὰ τὰ ἐνασκῇ, ἐκπληροῦσα ἀκριβῶς τοὺς ὅρους τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ προσδοκᾷ παρ’ αὐτῆς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἡ Εὐρώπη ὁλόκληρος. Ἔχει καθῆκον ν’ ἀποδείξῃ ἡ Ἑλλάς, ὅτι ἐννοεῖ τὴν κατοχὴν τῆς Κρήτης γενομένην πρὸς τοιούτους σκοπούς. Ἀλλὰ σεῖς ἐλιποψυχήσατε, εἰσελθόντες διὰ θύρας, ἡ ὁποία ἦτο ὀρθάνοικτος, καὶ ἐθαυμάσατε μὲ τὸ θάῤῥος σας, διότι κατωρθώσατε νὰ φθάσητε αὐτόθι, μετὰ τόσας ἀναβολάς. Καὶ ἀφοῦ τέλος κατωρθώσατε νὰ ἐπιτελέσητε αὐτὸ τὸ μέγα κατόρθωμα, ἐνομίσατε ὅτι ἔπρεπε νὰ συμβουλεύητε καὶ ἀναμένητε τὸν διορισμὸν διοικητοῦ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὅλα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι οὐδὲν ἔχει ἐν τῇ κεφαλῇ της ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅτι, ὅ,τι ἔπραξε μέχρι τοῦδε, τὸ ἔπραξεν ἀργὰ καὶ στενοχωρηθεῖσα· διότι δὲν ὑπάρχει παράδειγμα στρατοῦ πεπολιτισμένου, ὁ ὁποῖος νὰ προβῇ εἰς κατάληψιν χώρας, χωρὶς νὰ συνοδευθῇ μὲ ὅλας ἐκείνας τὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι εἶναι χρήσιμοι πρὸς τὴν ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως. Καὶ μὴ ἦτο δύσκολον; Δὲν λαμβάνετε ἕνα χάρτην, ἵνα ἴδητε πῶς εἶναι σήμερον διῃρημένη ἡ Κρήτη, καὶ ἐγκαταστήσητε οὕτω διοίκησιν ἐπὶ τῶν ἐννέα δεκάτων τῆς νήσου; Ἀλλ’ ἡμεῖς ἴσως θ’ ἀναμείνωμεν τὴν ἀναγνώρισιν τὴν διεθνῆ, ὅπως κατορθώσωμεν νὰ ψηφίσωμεν καὶ ἓν νομοσχέδιον περὶ κανονισμοῦ διοικητικοῦ καὶ δικαστικοῦ τῆς Κρήτης. Οἱ νομάρχαι, οἱ δήμαρχοι, οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβεν ἡ Ἑλλὰς, καθήκοντα ἐπιτακτικὰ, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐπιτελέσῃ, ὅπως τὰ ἐπετέλεσεν ἡ Γερμανία, ὅταν εἰσῆλθεν ὁ γερμανικὸς στρατὸς εἰς Ἀλσατίαν καὶ Λωῤῥαίνην· ἀφ’ ἑνὸς εἰσήρχετο ὁ στρατὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐγκαθίσταντο αἱ ἀρχαί. Καὶ πῶς θέλετε νὰ διοικηθῇ αὐτὴ ἡ νῆσος, τὰ 9/10 αὐτῆς τῆς ἀπεράντου νήσου; Διὰ τῶν μουτεσαρίφηδων; Ἀλλὰ τοὺς κατελύσατε διὰ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐλάβετε. Σπεύσατε, πρὸς Θεοῦ, ἀποδείξατε ὅτι θέλετε νὰ κατέχητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλάβετε, καὶ μὴ λησμονῆτε, ὅτι τὸ διατηρῆσαι τὸ κτηθὲν εἶναι δυσκολώτερον τοῦ κτᾶσθαι.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἐλησμόνησε τὴν θέσιν τοῦ ἀντιπολιτευομένου, δηλαδὴ τοῦ ἐπιθυμοῦντος νὰ ἐλέγχῃ, καὶ ἀνευρίσκῃ ἀτελείας ἄλλων, τὰς ὁποίας νὰ ἀναζητῇ. Πρῶτον ὡρμήθη ἀπὸ δεδομένου, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν ἔχει βάσιν, ἀπὸ τοῦ δεδομένου, ὅτι οἱ ναύαρχοι τῶν Μ. Δυνάμεων διέγραψαν ἀκτῖνα, ἐντὸς τῆς ὁποίας περιώρισαν τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν, τὸ δὲ ὑπόλοιπον, τὸ πέραν τῆς ἀκτῖνος, τὸ ἀνεγνώρισαν ὡς κατεχόμενον ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔχει ἴσως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἔχομεν. Ἐγὼ ἀπήντησα εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων, καὶ εἶπον αὐτῷ, ὅτι ἡ εἴδησις, ὅτι ἐν ὀνόματι τῶν ναυάρχων ἀνεκοινώθη εἰς τὸν κ. Γεννάδην, τὸν μέχρι τοῦδε γενικὸν πρόξενον τῆς Ἑλλάδος, νὰ καταβιβάσῃ τὴν σημαίαν, ἀνεκοινώθη καὶ εἰς ἡμᾶς, καὶ ὅτι ἐξετάζομεν τὰ περὶ αὐτῆς. Ἐπειδὴ δ’ ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀναγγέλλωμεν πρὸς τὴν Βουλὴν τετελεσμένον γεγονὸς, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὰς γενομένας ἢ τὰς μελλούσας νὰ γένωνται ἀποφάσεις, οὐδεμία ἀφορμὴ ἐδίδετο εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἐλέγξῃ. Ἂν ὑπεπέσαμεν εἰς παράλειψιν, πρέπει νὰ βεβαιώσῃ αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅπως ὁρμηθῇ ἐκ γεγονότων ἀναμφισβητήτων. Ἡμεῖς ἐκπληροῦμεν τὰ καθήκοντα ἡμῶν καθ’ ὃν τρόπον γνωρίζομεν νὰ τὰ ἐκπληρῶμεν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναντιῤῥήτων δεδομένων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἔχομεν· δυστυχῶς ὑμεῖς ἔχετε διδόμενα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δὲν ἔχομεν, καὶ ἐπὶ τῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα λέγετε ὅτι ἔχετε, στηριζόμενοι, ἐπικρίνετε ἡμᾶς.
§10ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θεωρεῖ ὡς μὴ γενόμενον τὸ διάβημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ μὲν δὲν δύναμαι ἐπισήμως νὰ βεβαιώσω, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἤντλησα ἐκ τῶν δημοσιευμάτων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνατρέχομεν πάντες, ἵνα γνωρίσωμεν τὴν κατάστασιν, ἀφοῦ πρὸ δύο ἡμερῶν οὐδὲ μίαν λέξιν ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ αὐτῆς. Ὑποθέτω, μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές.
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτι διεγράφη ἀκτὶς, πέραν τῆς ὁποίας ἀνεγνώρισαν τὴν κατοχὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως οἱ ναύαρχοι τῶν Μ. Δυνάμεων.
§12ΡΑΛΛΗΣ. Ὅ,τι δημοσιεύει τὸ «Ἐθνικὸν Πρακτορεῖον», τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐχί. Δὲν εἶναι ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως.
§14ΡΑΛΛΗΣ. Εὑρίσκεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐξακριβώνῃ ἑκάστοτε, ἐὰν ἦναι ἀληθεῖς αἱ πληροφορίαι αὐτοῦ. Τὸ «Ἐθνικὸν Πρακτορεῖον» βεβαιοῖ, ὅτι διὰ τοῦ κ. Ράϊνεκ, μοιράρχου τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου, ἀνεκοινώθη εἰς τὸν διοικητὴν τοῦ σώματος τῆς καταλήψεως, ὅτι ὀφείλει νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ ἐχθροπραξίας εἰς ἀπόστασιν 6,000 μέτρων ἀπὸ τῶν φρουρίων. Τὴν εἴδησιν ταύτην ἔχει ἡ Κυβέρνησις;
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§16ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν ἐκλείπει τοῦτο. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι αὔριον δὲν θὰ βεβαιωθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν εἴδησιν ταύτην. Ἀλλ’ ἔχομεν τὴν ἄλλην εἴδησιν, ὅτι ὁ πρόξενος ὁ Ἕλλην ἐκλήθη παρὰ τῶν προξένων τῶν ἄλλων Δυνάμεων καὶ παρὰ τῶν ἀρχηγῶν τῶν ναυτικῶν ἀποστολῶν τῶν ἄλλων Δυνάμεων νὰ καταβιβάσῃ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν. Ἀναμφισβητήτως καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ γεγονότος τῆς καταλήψεως, αὐτὸ δὲ τὸ γεγονὸς τῆς καταλήψεως καὶ μόνον ἐπιβάλλει καθήκοντα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἀνεγνώρισα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Νομίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως ὑπέβαλον ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπον· πολὺ πλανᾶται. Ἤδη δὲν πρόκειται περὶ συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, πρόκειται περὶ ἐθνικοῦ ἀγῶνος, διὰ τὸν ὁποῖον πάντες ὑπέχομεν τὴν αὐτὴν ἀλληλεγγύην. Ἐὰν δὲ συνερχώμεθα ὑπὸ τὰς περιστάσεις τὰς σημερινὰς, βεβαίως δὲν συνερχόμεθα διὰ νὰ ψηφίζωμεν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι δὲν ὀφείλει νὰ συμπράττῃ μετὰ τῆς Βουλῆς. Καὶ δύναται νὰ ἔχῃ τὰς ἰδέας ταύτας, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι, ἐὰν σήμερον ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος κραυγάζωμεν, πράττομεν τοῦτο ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως καὶ συντρέχομεν αὐτὴν, διότι πᾶσα παράλειψις τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει ἐπειγόντως νὰ ληφθῶσιν ἐν Κρήτῃ, θὰ φέρῃ καταστροφὴν ἐθνικήν. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἔχει συνείδησιν τῆς θέσεως, πρέπει νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι εὐκολώτερον εἶναι ν’ ἀποκτήσῃ τις, παρὰ νὰ συντηρήσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπέκτησεν, ἐὰν δὲ δὲν πράξητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὀφείλετε νὰ πράξητε, ἀσφαλῶς θ’ ἀποβάλωμεν ὅ,τι ἀπεκτήσαμεν.
§17ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πέποιθα, Κύριοι, ὅτι παρανόησις θὰ ἐγένετο τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, διότι θὰ ἦτο βεβαίως λυπηρὸν καὶ παρὰ παντὸς θ’ ἀπεδοκιμάζετο, ἐὰν ὑπετίθετο, ὅτι δύναται ποτὲ εἰς τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι τὴν στιγμὴν ταύτην γίνονται ἐν τῷ συνεδρίῳ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ὅτι δύναται καὶ κατ’ ἐλάχιστον νὰ ἐμφιλοχωρῇ πνεῦμα ἀντιπολιτεύσεως, ἐνῷ διατρέχει τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Βεβαίως διαφωνία δύναται νὰ ὑπάρχῃ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι· δύναται νὰ ὑπάρχῃ καὶ κατ’ ἀρχὴν ὡς πρὸς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ ἐν τοιούτῳ ζητήματι, ἀλλὰ διαφωνῶ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ, ἕκαστος κατὰ τὸ ἴδιον αὑτοῦ σύστημα τοῦ σκέπτεσθαι, κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἰδιοσυγκρασίαν, οὕτως ἢ ἄλλως νὰ παρέχῃ τὴν ἐπικουρίαν αὑτοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι περὶ μόνον τοιούτου δύναται νὰ πρόκειται ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἀλλοίμονον ἄν δύναται νὰ πρόκειται περὶ ἐλέγχου καὶ ἐξασθενήσεως τῆς Κυβερνήσεως! Ἐν στιγμαῖς τοιαύταις ἐλέγχου στάδιον οὐδέποτε δύναται νὰ ὑπάρξῃ, καὶ ἀλλοίμονον ἄν ἐν τοιαύταις περιστάσεσι δύναται νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις ἀξία ἐλέγχου καὶ οὐχὶ ἀξία μόνον ἐπικουρίας! Τὸ κακὸν τότε θὰ ἦτο ἀδιόρθωτον, καὶ πᾶς δύναται ἀπελπιζόμενος νὰ καταλίπῃ ταύτην τὴν συζήτησιν. Ἐὰν δυνάμεθα κατά τι νὰ διαφωνῶμεν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, εἶναι μόνον ὡς πρὸς τὸ λυσιτελὲς τοῦ νὰ ὑποβάλλωνται ἐν τῇ Βουλῇ, εἴτε ὑπὸ τύπον ἐλέγχου, εἴτε ὑπὸ τύπον γνωμοδοτήσεως, μέτρα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναται κἄν νὰ γένηται συζήτησις, διότι ἡ ὑποβολὴ μέτρου προϋποθέτει ἀναγκαίως τὸ δυνατὸν τῆς συζητήσεως καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀντιθέτων γνωμῶν. Ἀλλὰ εἶναι εὐνόητον, ὅτι ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν, ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, μόλις δώσητε ἀφορμὴν νὰ ἀνοίξῃ ἡ συζήτησις, νὰ προταθῶσι μέτρα, ν’ ἀποκριθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀνοίγετε στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χανδακωθῇ τὸ ἐθνικὸν ζήτημα, ὄχι μόνον προκειμένου περὶ τοῦ ἀσθενοῦς Κράτους ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἰσχυροτάτων Κρατῶν (εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, δύναται νὰ ὑπάρχῃ παρανόησις καὶ οὐχὶ διαφωνία ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν δύναμαι ἢ νὰ θεωρήσω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἰλικρινῶς παρέχει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ. Ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν συντρέχουσα τὴν Κυβέρνησιν ἡ Βουλὴ, δύναται βεβαίως νὰ ἐκφράζῃ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατέχει σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐπὶ τῇ στάσει τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος. Ἡ ἀπαίτησις, ὅπως σιωπᾷ ἐντελῶς τὸ συνέδριον τῶν ἀντιπροσώπων, ὅπως μὴ καὶ ἄκον προδίδῃ τὴν συντάραξιν, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὰ στήθη αὐτοῦ, ἡ ἀπαίτησις αὕτη θὰ ἦτο ἀπαίτησις τοῦ ἀδυνάτου. Μὴ πρόκειται ἆρά γε περὶ διεξαγωγῆς ἑνὸς ἐξωτερικοῦ ζητήματος τοῦ χαρακτῆρος τοῦ συνήθους τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων; Μήπως πρόκειται περὶ διπλωματικοῦ ζητήματος; Μήπως πρόκειται περὶ τῆς τηρήσεως ὅλων τῶν τύπων τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἐπὶ τῶν ὁποίων λεπτολογοῦμεν σήμερον; Σήμερον πρόκειται, νομίζω, περὶ περιστάσεως πρωτοφανοῦς εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος, ἀλλὰ πρωτοφανοῦς ἴσως καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν διεθνῶν σχέσεων. Εἶναί τι πρωτότυπον, ὅσον καὶ καταπληκτικὸν, τὸ συμβαῖνον κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, καὶ δὲν ἠξεύρω, μὰ τὴν ἀλήθειαν, τί οἱ συγγραφεῖς τοῦ διεθνοῦς δικαίου ἐν τῷ μέλλοντι θὰ λέγωσιν ἐπὶ τῆς ἀνατροπῆς ταύτης πάντων τῶν διεθνῶν κανόνων. Ἔχομεν κατάστασιν ἐν μιᾷ νήσῳ αἱματοκυλισθείσῃ, κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁρισμὸν βεβαίως δὲν θὰ δύνανται νὰ δώσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι· πρόκειται περὶ Κράτους Τουρκικοῦ; πρόκειται περὶ Κράτους Ἑλληνικοῦ;
§18ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ Κράτους Ἑλληνικοῦ πρόκειται.
§19ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ Κράτους Εὐρωπαϊκοῦ; Ἂς μοὶ δώσῃ τις τὸν ὁρισμὸν τοῦ Κράτους τοῦ Κρητικοῦ.
§20ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι Κράτος Ἑλληνικόν· τὸ λέγει ἡ προκήρυξις.
§21Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς τοιαύτης συζητήσεως.
§22ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, νομίζω, νὰ δώσωμεν τὸν ὁρισμὸν ἐκ τῆς ἀνυπομονησίας ἡμῶν τῆς πατριωτικῆς. Βεβαίως ἐγὼ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, προκειμένου περὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ τηρήσῃ τὸ Κράτος, ἔλεγον: «ποίαν ἆρά γε πολιτείαν ἠθέλομεν τηρήσει, ἐὰν Τοῦρκοι εἰσέβαλλον εἰς τὴν Ἀττικήν;» Ἀττικὴν λοιπὸν ἐγὼ ἐχαρακτήριζον τὴν Κρήτην, ὑπὸ ἔποψιν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑλλάδος, καὶ πρὶν ἐπέλθωσιν αὐτὰ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον τελευταῖον. Εἶπον καὶ ἐγὼ περὶ τίνος Κράτους πρόκειται, ὑπὸ ἔποψιν ἐθνικήν· ἀλλὰ προκειμένου νὰ δώσωμεν τὸν ὁρισμὸν κατὰ κανόνας τυπικοὺς διεθνοῦς δικαίου, δὲν νομίζω ὅτι δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ συμβουλευθῶμεν μόνον τὴν ἀνυπομονησίαν ἡμῶν τὴν πατριωτικήν. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἐπαρχία τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἑλληνικωτέρα τῆς Κρήτης, ἀλλ’ ὑπάρχει διὰ τῆς κατοχῆς οὐχὶ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν διεπράξαμεν ἐν Κρήτῃ, ἀλλὰ διὰ τῆς κατοχῆς τῶν ἡρωικῶν ὅπλων τῶν Κρητῶν. Ἐὰν πρόκειται περὶ τοῦ γεγονότος τῆς κατοχῆς, τῆς οὕτως εἰπεῖν, φυσικῆς, τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ συμπληρωθῇ διὰ τῆς ἀποστολῆς τῆς στρατιωτικῆς τῆς ἰδικῆς μας, διότι συνεπληρώθη χιλιάκις διὰ τῶν ἡρωικῶν βραχιόνων τῶν Κρητῶν. Καὶ ἡ κατοχὴ τοῦ Ἑλλην. ἔθνους ἐπὶ τῆς Κρήτης εἶναι γεγονὸς πασίδηλον, καὶ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον δὲν διακόπτεται κἄν! Διατάραξις ἦταν ἁπλῆ τῆς τάξεως ἐκεῖναι αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας ἐνήργει ἡ δῆθεν κυρίαρχος Δύναμις· ἡ κυρίαρχος Δύναμις ἐν Κρήτῃ δὲν ἦτο ἄλλο τι, εἰμὴ κέντρον ταραξιῶν. Τὸ Κράτος τὸ πραγματικὸν καὶ τὸ νόμιμον ἦτο τὸ Κράτος τῶν Κρητῶν. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι δυστυχῶς νὰ προβῶ μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, μέχρι τοῦ ὁποίου προέβη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ νὰ θεωρήσω ὅτι ὑπῆρξε καὶ ἀναγνώρισις τῆς κατοχῆς ἡμῶν Εὐρωπαϊκὴ, διότι οἱ πρόξενοι διέταξαν τὸν ἡμέτερον πρόξενον νὰ καταβιβάσῃ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω, ὅτι τοῦτο εἶναι πλήρης ἀναγνώρισις πλέον ὑπὸ τῆς Εὐρώπης, ὅτι τὴν κατοχὴν τῆς Κρήτης ἔχει ἡ Ἑλλάς. Τότε βεβαίως θὰ ἦτο ἀξία μομφῆς ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν εὐθὺς ὡς ἦλθεν ἡ εἴδησις περὶ τῆς καταβιβάσεως τῆς σημαίας δὲν ἔσπευσε ν’ ἀποστείλῃ τοὺς νομάρχας εἰς τὴν Κρήτην, διότι ἀναγνωρισθείσης τῆς κατοχῆς ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἠξεύρω ποῖος θὰ διεξεδίκει τὴν κυριότητα τῆς Κρήτης. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἔχῃ τὴν κατοχὴν, δὲν γνωρίζω, κατὰ τὴν ἄλλην δίκην, τὴν περὶ κυριότητος, ποῖος θὰ προσαγάγῃ τίτλους κυριότητος. Ἐὰν πρόκειται περὶ κατοχῆς τῆς Ἑλλάδος βεβαίας καὶ ἐπισήμου, ἄλλαι τῳόντι θὰ ἦναι αἱ συζητήσεις, θὰ ὑπῆρχε συζήτησις περὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ τοῦ Κράτους, ὄχι περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὴν κατοχὴν ἐπὶ τῆς Κρήτης, εἰς τὴν Κρήτην ὅμως κατέχεται διὰ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ὁ ὁποῖος ἀπεστάλη ἐκεῖ, κατέχεται, οὕτως εἰπεῖν, ὑπὸ τοῦ ἐδάφους τοῦ Κρητικοῦ, ὡς ἐνέχυρον ἡ τιμὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἡ ὕπαρξις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ τιμὴ τοῦ Στέμματος τοῦ Ἑλληνικοῦ. Ὅταν δὲ τοιοῦτον ἦναι τὸ ζήτημα, ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων, διερμηνεύουσα τὸ αἴσθημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου, δὲν ἔχει παρὰ νὰ ὑπενθυμίζῃ, ὡς ἐκ περισσοῦ τοῦτο, νὰ ὑπενθυμίζῃ διαρκῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ποῖον θεωρεῖ τὸν χαρακτῆρα τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, παρέχουσα οὕτως αὐτῇ τὴν μεγάλην συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ διερμήνευσις τῶν αἰσθημάτων σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἄν, ὡς ἐλέχθη, εὐφυολογῶν ὁ Ἡγεμὼν εἶπεν, ὅτι, διὰ νὰ ἑνῶται καὶ συνομνύῃ ὅλος ὁ πεπολιτισμένος κόσμος κατ’ αὐτοῦ, ὅταν ἀποπειρᾶται νὰ πράξῃ τι ὑπὲρ τοῦ Κράτους του, ἕπεται ὅτι εἶναι ὁ κραταιότερος τῶν μοναρχῶν τῆς Εὐρώπης, εἶπεν ἀληθῶς εὐφυολογίαν προσεγγίζουσαν εἰς πραγματικὴν ἀλήθειαν· διότι, ἂν ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον πλέον διακυβεύεται ἡ ὕπαρξις τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἡ τιμὴ αὐτοῦ, ἂν ἄρχῃ ἑπτὰ καὶ δέκα ἑκατομμυρίων Ἑλλήνων μόνον, καὶ ἠδύνατο ἐκ τούτου νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν εἶναι εἷς τῶν κραταιοτέρων μοναρχῶν τῆς Εὐρώπης, ἀλλ’ ἄρχει ἄλλης κραταιᾶς δυνάμεως καὶ ἐξουσίας, τῆς δυνάμεως καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ νὰ διαταράξῃ τὸ πᾶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ.
§23Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ τοῦ δικαίου.
§24ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι βεβαίως τῆς δυνάμεως τῆς ὑλικῆς μόνον, διότι τὰ δίκαια τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην εἶναι αὐτὰ ταῦτα τὰ δίκαια τῆς ἀνθρωπότητος, καὶ βεβαίως δύσκολον εἶναι ν’ ἀποφασίσῃ σύμπας ὁ πεπολιτισμένος κόσμος νὰ δώσῃ εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν τὸ στάδιον καὶ τὴν μεγάλην δόξαν, ὅπως διὰ τοῦ αἵματος αὐτοῦ ἐκπλύνῃ τὸν ῥύπον, τὸν ὁποῖον Δυνάμεις κραταιαὶ τῆς Εὐρώπης ἐγκολάπτουσιν εἰς σύμπασαν τὴν ἀνθρωπότητα (εὖγε! εὖγε!). Καὶ δὲν διστάζω, Κύριοι, ἐκφράζων ἀτομικήν μου γνώμην, νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὁμιλῶ ἁπλῶς πρὸς Κυβέρνησιν κοινοβουλευτικήν, ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτων περιστάσεων, δύναμαι νὰ ὁμιλῶ πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα αὐτὸν, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον χαίρων ὁμιλῶ πρὸς αὐτὸν, διότι οἱ πάντες γνωρίζομεν καὶ βλέπομεν μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἀληθοῦς τὸ Στέμμα, συμφώνως βεβαίως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, προτασσόμενον εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον, καὶ βλέποντες τὸ Στέμμα προτασσόμενον, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσωμεν πρὸς αὐτὸ, διότι ἐν ἀνάγκῃ καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ θεσμοὶ δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς σιγὴν, οὕτως εἰπεῖν, ὅπως μεγίστη ἐξουσία ἀποδοθῇ ὅπου ὑπάρχει ἡ ἑνότης καὶ ἡ ἁρμοδιότης τῆς ἐνεργείας. Δύναμαι νὰ εἴπω ἑπομένως, ὅτι προτασσόμενον τὸ Στέμμα, ὅπως προτάσσεται, καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ προκινδυνεύσῃ ὑπὲρ τῶν δικαίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δύναται, ὄχι μόνον ὡς ἡγούμενον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐσωτερικὴν, ἔποψιν πολιτεύματος, τὸ Στέμμα, ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος νὰ ἦναι εἷς τῶν κραταιοτέρων μοναρχῶν τῆς Εὐρώπης, διότι ὑπὸ τὸν ὅρον βεβαίως τοῦτον, τοῦ νὰ προκινδυνεύσῃ ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰ πάντα δύναται νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸ Στέμμα ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἑλλάδος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων καλεῖται νὰ δηλοῖ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι, ὅτι ἔχει πλήρη τὴν συναίσθησιν καὶ τοῦ κινδύνου καὶ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ καὶ τῶν πόθων τοῦ ἁπανταχοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἡ Βουλὴ, δηλοῦσα τοῦτο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, παρέχει αὐτῇ μεγίστην ἐπικουρίαν, διότι διερμηνεύει τὰ αἰσθήματα ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Δηλοῦσα ταῦτα ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, διερμηνεύουσα ἐν τοιούτοις ζητήματι τὸ φρόνημα τοῦ ἁπανταχοῦ Ἑλληνισμοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι πλήρη συναίσθησιν ἔχει τοῦ μεγέθους τοῦ ζητήματος ἡ Κυβέρνησις. Δηλοῦσα τοῦτο ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, εἶναι ἑτοίμη βεβαίως νὰ παράσχῃ πᾶσαν ἐνεργὸν ἐπικουρίαν, οὐχὶ τὴν τῆς ἀνοχῆς καὶ τῆς σιωπῆς, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν τὴν ἑαυτῆς εὐθύνην, περιστρεφομένην βεβαίως εἰς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ ἐνισχύῃ τὴν Κυβέρνησιν. Δηλοῦσα ταῦτα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὑπενθυμίζει πρὸς αὐτὴν καὶ τὸν Βασιλέα τὴν μεγάλην δύναμιν, τὴν ὁποίαν διαθέτουσιν, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὴν μεγάλην σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ζήτημα, τὴν ἀνυπολόγιστον σημασίαν αὐτοῦ. Ἂν πρόκειται σύμπας ὁ πεπολιτισμένος κόσμος νὰ ὑποδουλώσῃ τὴν Κρήτην, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, τὴν ἔργῳ καὶ δικαίῳ τετελεσμένην, βεβαίως πρέπει νὰ τὸ γνωρίζῃ, ὅτι τὸ αἷμα, τὸ ὁποῖον θὰ χυθῇ, θὰ χυθῇ ὄχι μόνον ὑπὲρ τῶν δικαίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, οὔτε καὶ ὑπὲρ τῶν παραγνωριζομένων δικαίων τῆς ἀνθρωπότητος, χύνεται καὶ ὑπὲρ τῆς ἐξαλείψεως τοῦ στίγματος, τὸ ὁποῖον ἡ πεπολιτισμένη Εὐρώπη διανοεῖται, ἂν διανοῆται, διὰ μίαν στιγμὴν, νὰ ἐγκολάψῃ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος. (Εὖγε! εὖγε!).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης.
§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πᾶσα συζήτησις, κύριε Πρόεδρε, τῆς ὁποίας σκοπὸς σήμερον εἶναι νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Στέμμα, ὅπως ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, εἶναι εὔλογος καὶ πρέπουσα. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἄτοπον, νομίζω, ἂν τὰς παρακελεύσεις αὐτὰς ἀφήνομεν νὰ πιστευθῇ ὅτι τὰς προεκάλεσεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν ἀπαντήσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκε. Δύο ἀπηυθύνθησαν ἐρωτήσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν σήμερον· πρῶτον, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι στρατὸς τουρκικὸς ἀνεχώρησεν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, διευθυνθεὶς εἰς Κρήτην, καὶ δεύτερον, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ ἀγήματα τῶν ξένων Δυνάμεων, τὰ καταλαβόντα τὴν πόλιν τῶν Χανίων, ἐζήτησαν παρὰ τοῦ κ. Γεννάδη, τοῦ τέως προξένου ἡμῶν ἐν Κρήτῃ, ὅπως καταβιβάσῃ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν ἐκ τοῦ οἴκου, ἐν ᾧ διαμένει. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν γνωρίζει ἐπισήμως τὰ περὶ ἀναχωρήσεως καὶ διευθύνσεως τριῶν ταγμάτων τουρκικοῦ στρατοῦ εἰς Κρήτην, ἔμαθεν ὅμως τοῦτο καὶ αὐτὸς ἐκ πηγῆς, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ θεωρῇ ὡς ἀσφαλῆ, καὶ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ Κράτος θέλει ἐκτελέσει τὸ καθῆκον αὑτοῦ. Φρονῶ, ὅτι ἐπὶ τοιούτου ἐρωτήματος, εἶναι δύσκολον εἰς Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ ἄλλην ἀπάντησιν ἢ ὅτι ὁ στρατὸς καὶ τὸ ναυτικὸν θέλει ἐκτελέσει τὸ καθῆκόν του. Ὅσον ἑπομένως ἀφορᾷ αὐτὸ, οὐδεμία ἐδόθη ἀφορμὴ, ὅπως τὴν Κυβέρνησιν ἐνισχύσωμεν περισσότερον, ὅπερ θὰ ὑπέθετεν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, καὶ ἔχει ἀνάγκην τῆς ἡμετέρας ἐνθαῤῥύνσεως. Ἀλλ’ ἐζητήθη καὶ ἄλλο τι· ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι παραγγελία ἐδόθη νὰ καταβιβασθῇ ἡ σημαία ἡμῶν, καὶ τί πρέπει νὰ πράξωμεν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦναι ἀληθὲς τοῦτο, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀνησυχῇ. Ὑπῆρχέ τις ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι μετὰ τὴν ἀπόβασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ τὴν προκήρυξιν, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ σώματος τῆς κατοχῆς ἐν Κρήτῃ, ἡ Εὐρώπη βλέπει καθαρῶς, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζομεν πλέον τὴν ἐπὶ τῆς Κρήτης τουρκικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἐπετελέσαμεν τὴν ἕνωσιν, ἀκολουθοῦντες τὴν καὶ νῦν καὶ πρὶν ἐπανειλημμένως ἐκφρασθεῖσαν θέλησιν τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ; Ἡ Εὐρώπη δὲν θεωρεῖ τὸ Γενικὸν Προξενεῖον ἡμῶν ὡς τοιοῦτον πλέον. Ἂν τὸ ἐθεώρει ὡς Γενικὸν Προξενεῖον, βεβαίως οὐδεμίαν θὰ ἀπηύθυνε τοιαύτην πρόσκλησιν, ὅπως καταβιβάσῃ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἀπεβιβάσθη ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, θεωρεῖται ὅτι ἡ σημαία ἡμῶν παριστᾷ τὴν κατοχὴν καὶ τὴν ἕνωσιν μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Οὕτως ἀναγνωρίζεται διὰ τῆς σημαίας ἡ Κρήτη ὡς μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Εὐνόητον εἶναι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅτι τὰ ἀγήματα ἐντὸς τοῦ τμήματος, τὸ ὁποῖον κατέχουν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψωσιν, ὅπως κυματίζῃ ἡ Ἑλληνικὴ σημαία, διότι ἄλλως θ’ ἀνεγνωρίζετο ὅ,τι αὕτη παριστᾷ σήμερον ἐν Κρήτῃ, καὶ ἤθελε περιέχει μίαν ἀναγνώρισιν ἐκ μέρους αὐτῶν τῆς Ἑλληνικῆς κατοχῆς. Λοιπὸν πρὸς τί ἡ τόση ἀνησυχία; Μήπως ὅταν ἀπεστέλλομεν τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν εἰς Κρήτην, εἴχομεν προεξησφαλισμένην τὴν συγκατάθεσιν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἢ ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτὸν τῆς ἀναγνωρίσεως ἐπεχειρήσαμεν τὴν κατάληψιν; Βεβαίως ἐγένετο ὑπὸ τὸν φόβον, μᾶλλον μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, τοὐλάχιστον ἐν ἀρχῇ, δὲν ἤθελεν ἀναγνωρισθῆ τοιαύτη κατοχή. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξωσιν ἄλλως ὁ Βασιλεὺς καὶ τὸ Κράτος ἢ νὰ ἐνδώσωσιν εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ὅπως καταλάβωμεν τὴν νῆσον, ἔστω καὶ μὲ παραβίασιν τῶν διεθνῶν τύπων. Ποία θὰ ἦναι ἡ συνέπεια τοιαύτης προσκλήσεως τῶν ἀρχηγῶν τῶν ἀγημάτων; Βεβαίως, ἐπειδὴ ἠδύνατο νὰ ὑποκύψῃ εἰς βίαν ὁ ἡμέτερος Γεν. πρόξενος, ἂν ἐπέμενεν, ἔπρεπε νὰ μεταφέρῃ τὴν σημαίαν ἐκεῖ, ὅπου ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς τὴν ἠσφάλιζεν, εἴτε ἓν, εἴτε πέντε, εἴτε δέκα μίλια μακρὰν τῶν Χανίων. Ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ ὑψώσῃ τὴν σημαίαν. Ἀξιοῦμεν ὅτι ὤφειλε νὰ κρατήσῃ αὐτὴν ἐκεῖ, καὶ ν’ ἀντισταθῇ ἐναντίον τῶν ἀγημάτων; Βεβαίως ὄχι. Ἐγώ, ἂν ἤμην Κυβέρνησις, ἤθελον παραγγείλει νὰ λάβῃ τὴν σημαίαν καὶ μεταβῇ ἐκεῖ, ὅπου τὸν προστατεύουν τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα.
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι πρόξενος.
§28ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι οὐδόλως πρέπει νὰ δοθῇ σημασία εἰς τὴν πρόσκλησιν τῶν ἀρχηγῶν τῶν ἀγημάτων. Εἶναι φυσικὸν, ἐκεῖ ὅπου ἐγκατέστησαν τὰ ἀγήματα τῶν ἓξ Δυνάμεων, νὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ ὑψοῦται μετὰ τὴν κατοχὴν ἡ Ἑλληνικὴ σημαία, μετὰ κατοχὴν ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων. Πρέπει νὰ ὑψοῦται ἐκεῖ, ὅπου ἰσχύει σήμερον ἡ δύναμις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Δὲν πρέπει ἑπομένως νὰ μᾶς ταράττῃ ἡ διαταγὴ αὕτη. Εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῶν πραγμάτων. Ἐνώπιον τῶν Κυβερνήσεων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἡ κατοχὴ ἡμῶν θεωρεῖται ὡς μὴ νόμιμος. Ἑπομένως καὶ ἡ σημαία ἡμῶν δὲν δύναται νὰ κυματίζῃ ἐκεῖ, ὅπου αὗται ἐπιβάλλουν τὴν θέλησίν των. Τοῦτο τὸ ἐγινώσκομεν καὶ πρὶν καταλάβωμεν τὴν Κρήτην, καὶ ἀτόπως ἀποροῦμεν σήμερον. Τί θὰ γείνῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Δὲν ἠξεύρω τί σκέπτεται νὰ πράξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ ἐγὼ ἤθελον ἐν τῇ θέσει του διατάξει, τὴν σημαίαν νὰ μεταφέρῃ ἐκεῖ, ὅπου ἰσχύει ἡ Ἑλληνικὴ ἐξουσία. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προσέθηκεν ἐν τέλει, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ ἀρκεσθῇ εἰς ὅ,τι ἔπραξε μέχρι τοῦδε, καταλαβοῦσα διὰ στρατοῦ μέρος τῆς Κρήτης. Πρέπει νὰ προβῇ καὶ εἰς ἄλλα μέτρα, ἀποδεικνύοντα ὅτι δὲν περιμένει τὴν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης, ἀλλ’ ὅτι προέβη, διότι ἐθεώρησεν ὅτι ἔδιδεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς κατοχῆς ἡ ἀπόφασις τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ὅπως ἡ Κρήτη ἑνωθῇ μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἐπιτελέσασα τὴν εὐχὴν ταύτην τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ καὶ παρὰ τὴν θέλησιν τῆς Εὐρώπης, δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐξαρτήσῃ αὐτὴν ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης, ἀλλ’ ἐννοεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ, καὶ μόνον εἰς βίαν τῆς Εὐρώπης θὰ ὑποκύψῃ. Φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι μέχρις οὗ καταστῇ ἀδύνατον νὰ ἐξασκῶμεν τὰ δικαιώματα ἡμῶν ἐπὶ τῆς Κρήτης, πρέπει νὰ ἐνεργῶμεν ὅλας τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἡ κατοχὴ τῆς νήσου Κρήτης συνεπάγεται. Σήμερον ἡ κατοχὴ τῆς Κρήτης ἐγένετο ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς μελλούσης ἐγκρίσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, θέλει προβῆ εἰς ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα κρίνει δυνατὰ καὶ ἐφαρμόσιμα πρὸς διοίκησιν τῆς νήσου. Ποῖα εἶναι τὰ μέτρα αὐτά; Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Κρήτης, εἰς τὰ ὁποῖα δύναται ἡ νομοθεσία καὶ ἡ ἐξουσία ἡμῶν πραγματικῶς νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§29ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ, Κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ συζητήσωμεν ὅλας τὰς εἰδήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀνεκίνησεν ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ. Ἡμεῖς διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης ἐζητήσαμεν μόνον πληροφορίας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐδόθησαν αἱ πληροφορίαι αὗται; τὴν περαιτέρω συζήτησιν δὲν κρίνομεν πρέπουσαν. Τὸ ζήτημα ὅμως κεῖται ἐκεῖ, ὅπου ἔθεσεν αὐτὸ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Οἱ Κρῆτες ἀνεκήρυξαν τὴν ἕνωσιν αὐτῶν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, προσεκάλεσαν δὲ ταύτην, ἵνα καταλάβῃ τὴν νῆσον ἐπισήμως. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀνταποκριθεῖσα εἰς τὴν τοιαύτην πρόσκλησιν, ἐξαπέστειλε στρατὸν, μὲ τὴν ἐντολὴν, ἵνα καταλάβῃ τὴν νῆσον. Ὑπάρχει τι, Κύριοι, μᾶλλον δεδομένον γεγονὸς, μᾶλλον βεβαιωμένον τῆς ἀνακηρύξεως ὑπὸ τῶν Κρητῶν τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἀποστολῆς Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ὅπως καταλάβῃ τὴν νῆσον, ὡς καὶ κατέλαβεν αὐτὴν κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα; Νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ, τί περαιτέρω ἔχει νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, εἶχε δὲ ἄδικον ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς, ἀπαντῶν πρὸς ὅσα ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶπε, νὰ ὑποκρύψῃ ὅλως διόλου τὸ κύριον ζήτημα καὶ νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μόνον ἐπὶ τετελεσμένου γεγονότος, μόνον ἐπὶ δεδομένων ἀναμφισβητήτων δύναται νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ καὶ πάλιν, ἂν ὑπάρχῃ τι μᾶλλον ἀναμφισβήτητον γεγονὸς, ἂν ὑπάρχῃ τι βεβαιότερον τοῦ δεδομένου, ὅτι εἰς τὴν Κρήτην τὴν σήμερον, ἀφ’ ἧς κατελήφθη αὕτη ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἐξαιρέσει μόνον τῶν πόλεων, ἐν αἷς κυματίζει ἔτι ἡ Ὀθωμανικὴ σημαία, ἢ τὰς ὁποίας ἔχουσι καταλάβει ἤδη ἀγήματα τῶν ναυτῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, εἰς τὰ ἄλλα 9/10 αὐτῆς ἡ ἕνωσις μετὰ τῆς Ἑλλάδος εἶναι πλήρης καὶ τελεία. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, ἦναι ἀληθὲς τὸ γεγονὸς τοῦτο, ποῖα καθήκοντα ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κάλλιστα ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, νὰ ἀποδείξῃ δηλαδὴ, ὅτι ὁ στρατὸς ὁ Ἑλληνικὸς, ὁ ἀποσταλεὶς ἐκεῖσε, δὲν ἔχει σκοπὸν ἐπιδρομήν τινα, ἢ ἐπίβασιν εἰς ξένον ἔδαφος· ἔχει ἄλλον ὑψηλότερον καὶ ἱερώτερον σκοπὸν, ἔχει ν’ ἀποκαταστήσῃ, μετὰ τὴν συντελεσθεῖσαν ἤδη ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, τὴν τάξιν, τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν ἀσφάλειαν ἐν αὐτῇ. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ ἀποκαταστήσῃ πάντα ταῦτα, ἂν δὲν ἀποκαταστῇ πρὸ παντὸς ὁ διοικητικὸς καὶ ὁ δικαστικὸς ὀργανισμὸς τῆς νήσου; Καὶ δὲν εἶναι, Κύριοι, μόνον τοῦτο, τὸ ὁποῖον αὐτὰ τὰ πράγματα ἐπιβάλλουσι κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν· καὶ ἄλλως πρέπει νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι, ἂν μετέβημεν εἰς τὴν Κρήτην, μετέβημεν μὲ τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁριστικὴν καὶ ἀμετάκλητον, ὅπως καὶ μείνωμεν ἐκεῖ μέχρι τέλους. Ἀλλ’ ὅπως παράσχωμεν τὴν ἀπόδειξιν ταύτην, πρέπει νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν διοικητικὴν, δικαστικὴν καὶ στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς νήσου. Ἐνόσῳ δὲν πράττομεν τοῦτο, θέτομεν ἐν ἀμφιβόλῳ τὸ δικαίωμα ἡμῶν, θέτομεν ἐν ἀμφιβόλῳ αὐτὴν τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, παρέχομεν δὲ τὸ ἐνδόσιμον εἰς τοὺς ἄλλους νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι τὴν τύχην τῆς Κρήτης καὶ τὴν τύχην τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου ἐξαρτῶμεν ἐκ τῶν τοιῶνδε ἢ τοιῶνδε σκέψεων καὶ ἀποφάσεων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Οὐδαμοῦ, Κύριοι, ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἠκούσθη ποτὲ, ὅτι χώρα τις, καταλαμβάνουσα ἄλλην χώραν, μὲ τὴν ἀπόφασιν, ὅπως προσαρτήσῃ αὐτὴν εἰς ἑαυτὴν, δὲν προβαίνει ἀμέσως εἰς τὸν διοικητικὸν, δικαστικὸν καὶ στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν αὐτῆς. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς σᾶς ἀνέφερε τὸ παράδειγμα τῆς Ἀλσατίας καὶ Λωῤῥαίνης· ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω μυρία ὅσα παραδείγματα, τὸ τοῦ Σλέσβιχ Ὁλστάϊν καὶ ἄλλα. Ἀλλὰ τί θέλομεν τὰ ἄλλα μακρυνὰ παραδείγματα; Ἔχομεν πρὸ ἡμῶν νωπὸν παράδειγμα, τὴν κατάληψιν τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας. Ὅτε ὁ Βουλγαρικὸς στρατὸς κατέλαβεν αὐτὴν, δὲν ἀνέμενεν ἡ Βουλγαρία τὰς ἀποφάσεις καὶ τὰς βουλὰς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης, δὲν ἀνέμενε τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ τετελεσμένου γεγονότος τούτου παρὰ τῆς Πύλης ἢ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἀλλ’ εὐθὺς προέβη εἰς τὴν διοργάνωσιν τῆς χώρας ἐκείνης, διότι τὴν ἐθεώρει ἀναπόσπαστον πλέον μέρος τῆς Βουλγαρίας. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, καὶ τοῦτο ἦτο μέσον, ἵνα ἀποδείξῃ εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι, μεταβᾶσα ἅπαξ ἐκεῖσε, ἐνόει καὶ νὰ μείνῃ καὶ νὰ μὴ ὑποχωρήσῃ πρὸ οἱασδήποτε ἀποφάσεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ βεβαίως καὶ ἡ ἀπόφασις αὕτη συνετέλεσεν, ὅπως ἑκοῦσαι ἄκουσαι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις καὶ ἡ Πύλη ἀναγνωρίσωσιν ἐπὶ τέλους τὸ τετελεσμένον ἐκεῖνο γεγονός. Ἐὰν δὲν θέλωμεν, Κύριοι, νὰ συμβουλευθῶμεν τὰ παραδείγματα ἄλλων μεγάλων Κρατῶν, ἂς συμβουλευθῶμεν τοὐλάχιστον τὸ τῆς Βουλγαρίας· διότι ἐκεῖ κατηντήσαμεν ἐπὶ τέλους, νὰ συμβουλευώμεθα τὰ παραδείγματα χθεσινῶν λαῶν, οἵτινες καὶ ἐν τούτῳ ὑποδεικνύουσιν εἰς ἡμᾶς, ὁποῖον εἶναι τὸ καθῆκόν μας. Ἂς ἀφήσωμεν κατὰ μέρος ὅλας τὰς ἄλλας συζητήσεις, ἐὰν οἱ πρόξενοι ἐπέταξαν εἰς τὸν ἡμέτερον Γεν. πρόξενον νὰ καταβιβάσῃ τὴν σημαίαν τὴν Ἑλληνικὴν ἀπὸ τοῦ Προξενείου, ἂν οἱ ἡγούμενοι τοῦ στόλου τῶν Μεγάλων Δυνάμεων παρήγγειλαν εἰς τὸν μοίραρχον τοῦ ἡμετέρου στόλου, ὅπως ἐπιτάξῃ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἵνα μὴ πλησιάσῃ πέραν τῶν 6,000 μέτρων εἰς τὰ τείχη. Ταῦτα δὲν εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ κινήσωσι τὸ ἐνδιαφέρον ἡμῶν ἐνταῦθα καὶ προκαλέσωσι συζήτησιν. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς τὴν συζήτησιν ἡμῶν, εἶναι τοῦτο· τί πρέπει νὰ γείνῃ μὲ τὴν Κρήτην, τὴν Κρήτην, τὴν ἤδη Ἑλληνικὴν οὖσαν κατὰ τὰ 9/10; ποῖα τὰ καθήκοντα, τὰ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐπιβαλλόμενα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι μόνον χάριν τῆς τάξεως, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐγκαθιδρύσῃ παραδειγματικὴν ἐν τῇ νήσῳ ἐκείνῃ, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς ἀποφάσεως τῆς ὁριστικῆς καὶ ἀμετακλήτου, τὴν ὁποίαν ἔχει λάβει ὄχι μόνον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀλλὰ ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ὅπως ἐν τῇ Κρήτῃ μείνῃ, ἵνα διαχειρισθῇ αὐτὴν ὡς χώραν ἀναπόσπαστον πλέον τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ Κράτους; Ἐπὶ τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀπαντήσῃ ἄνευ ὑπεκφυγῶν, δηλῶν, ἐὰν ἀναγνωρίζῃ ὡς τετελεσμένον πλέον γεγονὸς δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας τὴν κατάληψιν τῆς Κρήτης ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, συνεπείᾳ προσκλήσεως τῶν Κρητῶν, καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ ποῖα τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἂν αὕτη ἐννοῇ τὰ καθήκοντα ταῦτα νὰ ἐκτελέσῃ.
§30Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀφ’ ὅτου ἐθριάμβευσεν ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ, δὲν νομίζω ὅτι σπουδαίως δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὑπάρχει Συμπολίτευσις καὶ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ὑπάρχουσι φίλοι καὶ ἐχθροὶ τοῦ Στέμματος· διότι νομίζω, ὅτι ὅλοι εἴμεθα στρατιῶται τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ἄρχοντος τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, ὅπως ἐκπληρώσωμεν τοὺς ἐθνικοὺς ἡμῶν πόθους. Διὰ τοῦτο δὲν εἶχον ζητήσει πληροφορίας περὶ τῶν θρυλουμένων, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἠδύναντο καὶ νὰ μὴ ζητηθῶσιν αἱ πρὸ μικροῦ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι, ἐφ’ ὅσον δὲν κλονίζεται ἡ πεποίθησις ἡμῶν περὶ τῆς εἰλικρινοῦς πορείας τῶν ἰθυνόντων τὰ τῆς Πολιτείας. Πρὸς τί νὰ ἐρωτῶμεν, τί θὰ πράξῃ ὁ Ἑλληνικὸς στόλος, ἐὰν ὀθωμανικὸν πλοῖον πλεύσῃ πρὸς τὴν Κρήτην μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ πολλαπλασιάσῃ τοὺς ἐμπρηστὰς καὶ τοὺς δολοφόνους; Δὲν τὸ γνωρίζομεν ὅλοι; Δὲν τὸ ἐννοοῦμεν; Καὶ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄλλη τις διαταγὴ, ἐκτὸς τῆς τοῦ κανονιοβολισμοῦ του; Δὲν γνωρίζομεν, ὅτι μετὰ μακρὰν σκέψιν ἐλήφθη ἡ σταθερὰ ἀπόφασις, ἐπικροτηθεῖσα ὑπὸ σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἵνα προβῶμεν μέχρις ἐσχάτων πρὸς διεκδίκησιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δικαίων, πρὸς προστασίαν τῆς σφαζομένης Κρήτης; Καὶ τίς θὰ τολμήσῃ νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἀφοῦ ὁ λαὸς ἐκ τοῦ πλησίον ἐποπτεύει τὴν ἐκτέλεσίν της; Πρὸς τί νὰ ἀνησυχῶμεν ὡς πρὸς τὸ ἐπεισόδιον τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας ἐν Χανίοις; Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφον, καὶ δὲν δύναται νὰ δοθῇ ἄλλη τις ἐξήγησις ἢ αὕτη, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ φαντασθῇ ποτε, ὅτε, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ ἐπίσημος Ἑλλὰς ὕψωσε τὴν κυκνόλευκον ἡμῶν σημαίαν εἰς τὴν Κρήτην, δύναται νὰ γείνῃ ἄλλη τις σκέψις, ἐκτὸς τῆς ὁριστικῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ διὰ τοῦτο εἰς τοὺς συνερχομένους οἱονεὶ ἐν ἰατρικοῖς συμβουλίοις κυρίους διπλωμάτας δὲν δύναται ν’ ἀπευθυνθῇ ἐντεῦθεν ἄλλη τις φωνὴ ἢ ὅτι μάτην ἀγωνίζονται περὶ ἐμβαλωμάτων, διότι οὐδὲν ἄλλο τό γε νῦν δύναται νὰ φέρῃ τὴν θεραπείαν, ἐκτὸς τῆς προσαρτήσεως τῆς Κρήτης, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἐκεῖνοι σκέπτωνται, ἐκτὸς ἐὰν ἀπεφάσισαν νὰ μεταβάλωσιν εἰς ἐρείπια καὶ αὐτὴν τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ὄχι! ἐὰν ὑπάρχωσι τυχὸν ἐστεμμένοι ἢ μὴ, οἵτινες μὲ τὴν ὀπισθοβουλίαν τῶν ἰδιαιτέρων αὐτῶν συμφερόντων λησμονοῦσι τὰ ἱερὰ πρὸς τὴν φιλανθρωπίαν καθήκοντα, ὑπάρχουσιν ὅμως ἀντιμέτωποι ἐστεμμένοι τε καὶ μὴ, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἐπιλανθάνωνται τῆς φωνῆς τοῦ δικαίου εἰς τηλικοῦτον βαθμόν. Καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν τοιαῦτά τινα λέγονται, νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν φωνὴν εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς εὐμενῶς διακειμένους ὑπὲρ τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος, φωνὴν εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς ἁπανταχοῦ λαοὺς, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ μὴ ἦναι μεθ’ ἡμῶν, φωνὴν εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς δημοσιογράφους, οἵτινες ἐπιβλέπουσι τὰ τυχὸν κακόβουλα ἐξ ἰδιοτελείας σχέδια τῶν Κυβερνήσεων. Ἀλλ’ ἀνεφύη κατὰ τὴν συζήτησιν σήμερον καὶ ἕτερον ζήτημα· διατὶ ἡ Ἑλλὰς δὲν προέβη εἰς νομοθετικὴν ἀφομοίωσιν; Βεβαίως, ὅσον καὶ ἂν ἤμεθα σύμφωνοι περὶ τοῦ τελικοῦ σκοποῦ, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ τὰς ἰδιαιτέρας ἡμῶν γνώμας ἐπὶ ὡρισμένων τινῶν ζητημάτων, καὶ ταύτας ἐν ἀδελφικῇ συμπνοίᾳ νὰ συζητῶμεν. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ γενομένη σύστασις εἶναι ἀναξία συζητήσεως· ἀλλὰ καὶ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει φαρισαϊκῶς νὰ ἐχώμεθα τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ σκεπτώμεθα τοὺς τύπους καὶ μόνον τοὺς τύπους, παραβλέποντες τὴν οὐσίαν. Βεβαίως ὑπάρχει συνταγματικὴ ἀνωμαλία καὶ νομοθετικὴ, διότι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑπάρχει ἡ Ἑλληνικὴ σημαία ἐν Κρήτῃ καὶ στρατὸς κατοχῆς, μόνον διὰ τῶν Ἑλληνικῶν νόμων δύναται νὰ κυβερνηθῇ ἡ Κρήτη· νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐκτιμῶσα τὰς περιστάσεις, συνδυάζουσα τὰς συγκεκριμένας περιστάσεις μὲ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ὡς ἐκ τοῦ διεθνοῦς δικαίου, πρέπει νὰ σπεύσῃ εἰς πρώτην εὐκαιρίαν καὶ ὅσον οἷόν τε τάχιον, ὅπως ἐκτελέσῃ καὶ τοῦτο τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι ὁμολογουμένως μία ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἐκδηλώσεων ὡς πρὸς τὴν σταθερὰν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Πρέπει πάντες οἱ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, οἱ μελετῶντες τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα, νὰ ἐννοήσωσι καλῶς, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν δύναται νὰ γείνῃ πλέον συζήτησις περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς Κρήτης, διότι τὴν Κρήτην τὴν ἐννοοῦμεν ὁριστικῶς ἐλευθέραν, καθόσον, ἐὰν οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς ἐπέπρωτο νὰ ὑποβάλωσιν ἡμᾶς εἰς τὸ φοβερὸν δίλημμα νὰ σκεφθῶμεν ἄλλως πως, ἂς ἐννοήσωσιν, ὅτι εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἀνάψωμεν πυρκαϊὰν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ ἂν ἐπέπρωτο νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τῆς λυπηρᾶς ἀνάγκης νὰ προκαλέσωμεν τοὺς ἰσχυροὺς τῆς γῆς νὰ μᾶς ὑποδουλώσωσιν ἐκ νέου. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, κύριοι Βουλευταί, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ ὑπῆρξαν οἱ κύριοι Κούρζων καὶ Σώλσβαρυ, ἀλλὰ καὶ οἱ κύριοι Γλάδστων καὶ Ἄρκουρ, νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτούς, νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Σώλσβαρυ, τί πρὸ δύο ἐτῶν, κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1895, ἔλεγεν ἐν συμποσίῳ τοῦ Δημαρχείου ἐν Λονδίνῳ περὶ τῆς Τουρκίας: «Ἡ ἀδικία μεταβάλλει καὶ τὸν ἰσχυρότερον τῆς γῆς εἰς ἐρείπιον.» Ἂς ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Σώλσβαρυ ὅσα ἔλεγε πρὸ δύο ἐτῶν, καὶ ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἰσχυρὰ ἡ Ἀγγλία, ἂν ἐπέπρωτο — ὅπερ δὲν παραδέχομαι — νὰ ἐπιβληθῇ ἡ πολιτικὴ τῆς ἀδικίας, θὰ ὑποστῇ καὶ ἐκείνη τὰς συνεπείας τοῦ δικαίου ἀγῶνος ἐκ τῆς ἐπιδράσεως τῆς γνώμης τῶν λαῶν.
§31ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ ἐπὶ θύραις καὶ τῆς Εὐρώπης συνησπισμένης καὶ ὁμονοούσης, ὅπως μᾶς ἐπιβάλῃ τὴν σκληρὰν θέλησίν της, ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ὕβρις νὰ λεχθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ὑπάρχει ἀντιπολίτευσις. Ἀντιπολίτευσις δὲν ὑπάρχει· ὑπάρχει δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ πτέρυξ, ἀλλὰ πάντες εἴμεθα ἐξ ἴσου πατριῶται, καὶ θὰ ὑποστηρίξωμεν οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, τῆς πατρίδος μας. Τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, κατόπιν τῆς πατριωτικῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ἐγὼ τὴν θεωρῶ ἀρίστην, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει ἐκθύμως νὰ ὑποστηριχθῇ παρ’ ἁπάντων. Ἡ Εὐρώπη πρέπει νὰ μάθῃ, ὅτι ὡς εἷς ἄνθρωπος ἅπασα ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀποφασισμένη νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἡ Κυβέρνησις τῆς πατρίδος μας ἔπραξε τὸ καθῆκόν της· ἀπέστειλεν ὅσην δύναμιν ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ κατὰ τὴν πρώτην ὥραν εἰς τὴν νῆσον Κρήτην...
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά! ὄχι δά!
§33ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. .. καὶ εἶναι ἑτοίμη νὰ πράξῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον τὸ καθῆκόν της. Ἐὰν ἡ Εὐρώπη θελήσῃ νὰ ἀδικήσῃ ἡμᾶς, εἴμεθα ἕτοιμοι μὲ πᾶσαν θυσίαν νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι τὸ ἔθνος τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου, τὸ ὁποῖον τὸ πρῶτον ὕψωσε τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ σταυροῦ καὶ διὰ τῶν ἀγώνων καὶ μεγαλουργημάτων τῶν ἡμετέρων προγόνων κατώρθωσε τὴν παλιγγενεσίαν τῆς μικρᾶς ταύτης ἐλευθέρας γωνίας, εἶναι ἀκόμη ἕτοιμον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς αὐτὰς θυσίας, ὅπως κατορθώσῃ τὴν γενικὴν αὑτοῦ ἀπελευθέρωσιν. Σήμερον πρόκειται περὶ Κρήτης. Λοιπὸν λέγομεν εἰς τὴν Εὐρώπην: «Μὴ μᾶς ἀδικήσητε, διότι, ἂν μᾶς ἀδικήσητε, τρέχετε πολὺ περισσότερον κίνδυνον νὰ ἀνάψῃ ἡ πυρκαϊὰ ἐν Ἀνατολῇ, καὶ θὰ ἔχητε τότε εὐρωπαϊκὸν πόλεμον. Σᾶς παρακαλοῦμεν, προσέξατε, Εὐρωπαῖοι, δόσατέ μας τὸ δίκαιόν μας, καθόσον, ἐὰν δὲν μᾶς τὸ δώσητε, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ ῥίψωμεν τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον, θὰ κάμωμεν δὲ ὅ,τι δυνηθῶμεν, ὅπως διὰ τῶν χειρῶν μας τὸ λάβωμεν.» Ζήτω τὸ ἔθνος! (ἐπιδοκιμασίαι)
§34Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅτε τελευταίως ἀνεγεννήθη πάλιν τὸ Κρητικὸν ζήτημα, δὲν εὑρισκόμην δυστυχῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀπεδήμουν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Ἀλλὰ δὲν ἀγνοῶ, ὡς πᾶς Ἕλλην, ὅτι μόλις διεδόθη ἡ εἴδησις, ὅτι ἐν Κρήτῃ οἱ Τοῦρκοι ἐζήτουν νὰ σφάξωσι τοὺς Χριστιανοὺς εἰς τὰς πόλεις, ἐν ἀκαρεὶ πάντες οἱ Ἕλληνες μιᾷ φωνῇ εἶπον, ὅτι πρέπει ἡ Κρήτη νὰ ὑποστηριχθῇ ὑπὸ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, διότι εἶναι πλέον ὁ βίος ἀνυπόφορος καὶ ἀδύνατος μεταξὺ Τούρκων καὶ Χριστιανῶν Κρητῶν. Μετὰ δὲ τὴν εἴδησιν τὴν εὐάρεστον, ὅτι τὸ Στέμμα καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν Κρητικὸν ἀγῶνα, ἀνὰ τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος καὶ ἅπασαν τὴν χώραν συλλαλητήρια ἐγένοντο, διὰ τῶν ὁποίων ὁ λαὸς ἐδήλου εἴς τε τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους καὶ εἰς τὸ Στέμμα, ὅτι ἐν γένει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἕτοιμος νὰ θυσιάσῃ πᾶν ὅ,τι ἔχει καὶ δὲν ἔχει ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος. Κατὰ ταῦτα ὀρθῶς καὶ τὸ Στέμμα καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησαν, ὡς ἐνήργησαν, ἀποστείλασαι πλοῖα καὶ στρατὸν πρὸς κατάληψιν τῆς Κρήτης. Ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ὅμως ταύτῃ εὑρίσκω μίαν παράλειψιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Κρήτης, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς προκηρύξεως, ὤφειλε νὰ παύσῃ τοὺς προξένους· διότι πρόξενοι Ἕλληνες ἐν Κρήτῃ δὲν ἔχουσι πλέον καμμίαν θέσιν. Ἡ Ἑλλὰς κατέλαβεν αὐτήν· ἐνεργεῖ, ἢ ἔπρεπε νὰ ἐνεργῇ, — διότι δὲν γνωρίζω ἂν σήμερον ἐνεργῇ, καθόσον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐβεβαίωσε τοῦτο,— ὤφειλε νὰ ἐνεργῇ ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, χωρὶς κἂν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, τί σκέπτονται αἱ Δυνάμεις, ἢ τί θὰ σκεφθῶσιν, ἢ τί εἶπον εἰς τὸν στόλον ἡμῶν, ἢ τί θὰ εἴπωσι. Σήμερον πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ κανονίσῃ τὰς δυνάμεις της, νὰ προετοιμάσῃ αὐτὰς, νὰ ἐνισχύσῃ τὴν Κρήτην μὲ τὸν ἀναγκαιοῦντα στρατὸν, νὰ διοργανώσῃ τὰ ἐσωτερικὰ πράγματα τῆς Κρήτης, τά τε διοικητικὰ καὶ τὰ δικαστικὰ, ὅπως ἐνεργῇ τῷ ὄντι ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως. Ἀτυχῶς ὅμως τὸ τοιοῦτον δὲν τὸ βλέπομεν, διότι ἡ Κυβέρνησις, ὡς φαίνεται, ἵσταται μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας καὶ ἀναμένει τί θὰ εἴπωσιν αἱ Δυνάμεις. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν αἱ Δυνάμεις εἴπωσι νὰ ἐπανέλθῃ ὁ μεταβὰς εἰς Κρήτην στρατὸς, τί θὰ κάμῃ;...
§35ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τί εἶναι αὐτά! Αὐτὰ δὲν λέγονται.
§36ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν τὰ λέγω ἐκ λόγων ἀντιπολιτεύσεως· πρέπει νὰ ᾖναι βεβαία ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει καὶ ἐπιμένει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν· ἐφ’ ὅσον ὅμως ἔχει ἀμφιβολίαν περὶ τῶν ἐνεργειῶν της, ὀφείλει νὰ δηλώσῃ τὴν γνώμην της, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε... Ἐρωτῶ λοιπὸν, τί θὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂν διαταχθῇ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν στρατόν; Βεβαίως δὲν θὰ τὸ ἀνεχθῇ, μολονότι δὲν γνωρίζω ἂν ᾖναι ἀληθῆ τὰ λεγόμενα εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀλλοίαν πρὸς τὸ Στέμμα γνώμην περὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν (θόρυβος). Ἡμεῖς δὲν τὸ πιστεύομεν. Ἐνθαῤῥύνομεν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐνεργήσῃ, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν πρὸ τετελεσμένου λυπηροῦ γεγονότος, διότι τότε τ’ ἀποτελέσματα διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν θὰ ᾖναι ὀλέθρια. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποχωρήσῃ ἀπὸ τὴν Κρήτην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἐγκαταλείψῃ. Ἡ Κρήτη κατελήφθη ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως. Αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἔχουν συμφέρον νὰ μὴ διαταραχθῇ ἡ εἰρήνη. Τοῦτο ἐπιθυμεῖ καὶ ἡ Ἑλλὰς, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς βαρβάρους νὰ σφάζωσι τὰ γυναικόπαιδα. Νομίζω δ’ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐνισχύσῃ ἔτι μᾶλλον τὸν ἐν Κρήτῃ στρατὸν, πρέπει νὰ ἐξοπλίσωμεν τὴν Κρήτην, καὶ τότε τὰ πράγματα θὰ ὁδηγήσωσιν ἡμᾶς εἰς τὸ ποθούμενον.
§37ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ μεγάλου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἡμᾶς, πολλαὶ συζητήσεις εἶναι περιτταί, καὶ ὄχι μόνον εἶναι περιτταί, ἀλλὰ δύνανται νὰ ὦσι καὶ ἐπιζήμιοι. Νομίζω ὅτι καθῆκον ἔχει πᾶς Βουλευτὴς—καὶ δὲν ποιοῦμαι διάκρισιν μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, διότι τοιαύτη δὲν ὑπάρχει, πάντες εἴμεθα σύμφωνοι, ἵνα ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ ἐπιτελέσει τοῦ μεγάλου καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει,—φρονῶ ὅτι πᾶς Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις, καὶ ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει νὰ δώσῃ ταύτας. Δύο ζητήματα προὐτάθησαν, καὶ ἐπὶ τούτων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν· ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἄριστα περιωρίσθη νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν ἐνδεχομένῃ περιστάσει θέλει πράξει τὸ καθῆκόν της, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλει τὸ πράξει. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις ἐπὶ τοῦ δευτέρου ζητήματος δὲν μοὶ φαίνεται ἐπίσης ἱκανοποιητική. Ἠθελήσαμεν νὰ μάθωμέν τι σχετικὸν πρὸς τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν ἀνήρτησεν ὁ πρόξενος ἐν Χανίοις. Ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησεν, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δὲν δύναται νὰ ἐκφράσῃ γνώμην, καὶ ὅτι ἐξετάζει τὸ ζήτημα.
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ὑπὸ μελέτην.
§39ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἦναι ὑπὸ μελέτην. Ἐὰν πράγματι αἱ Δυνάμεις ἀπῄτησαν, ὅπως ὁ Ἕλλην πρόξενος μὴ ἔχῃ ἀνηρτημένην τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, ἡ Κυβέρνησις πρὸ ἡμερῶν ἔπρεπε νὰ εἶχε μελετήσει ἕτερον ζήτημα, ἐὰν ἐπετρέπετο νὰ κρατῇ Ἕλληνα πρόξενον ἐν Χανίοις, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν τοῦτο ἤθελε μελετήσει, ἤθελε φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐν Κρήτῃ ἐγένετο κατοχὴ τῆς Ἑλλάδος, Ἕλλην πρόξενος δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ, ἐκεῖ· διότι, ἂν ἐν Χανίοις ὑπάρχῃ ξένος στρατὸς, ὑπάρχει ἐναντίον τῆς θελήσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν ἐξακολουθῇ ξένος στρατὸς μένων ἐν αὐτοῖς, μένει διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὰς ξένας Δυνάμεις. Τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ ἠνάγκασε νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἐπεθύμουν, ἵνα ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ αὐτοῦ ἦναι ῥητή· διότι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ πεισθῶμεν, ὅτι ἡ κατοχὴ τῆς Κρήτης δὲν ἐπιδέχεται ἀμφιβολίαν, καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀμετάκλητος, ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ὦσι τὰ μέτρα τῶν Δυνάμεων, τὸ διάβημα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὁριστικὸν καὶ ἀμετάκλητον, καὶ ἐπὶ τούτου θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἂς πεισθῇ ὅτι οὐδεμία ἰδέα ἀντιπολιτεύσεως ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ βλέπωμεν τὴν Κυβέρνησιν θεωροῦσαν τὰς ἐνεργείας αὐτῆς ὡς ὁριστικάς, ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἴδωμεν αὐτὴν παρασκευαζομένην, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ πάσας τὰς συνεπείας τοῦ τολμηροῦ διαβήματος, τὸ ὁποῖον ἔπραξε. Θὰ ἤμεθα εὐτυχεῖς, ἂν ἐβλέπομεν αὐτὴν πυρετωδῶς ἐργαζομένην. Ἂς μὴ νομίσῃ τις, ὅτι τὸ ζήτημα ἐλύθη διὰ τῆς ἀποστολῆς 2,000 ἀνδρῶν· δυσκολίαι μέγισται δύνανται νὰ παρουσιασθῶσι, δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους δύνανται νὰ διακινδυνεύσωσι. Πρὸς ἀποσόβησιν τούτων προτρέπομεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς δραστήριαν ἐνέργειαν. Πρὸς τοιαύτην δ’ ἐνέργειαν σύσσωμος ἡ Βουλὴ θέλει παράσχει τὴν ὑποστήρίξίν της.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτι ἐκρίναμεν ἀναγκαίαν τὴν παρουσίαν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς μεγάλης ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν διαχειριζόμεθα, ἀποδεικνύει ἡ διαγωγὴ ἡμῶν· ἀφοῦ δ’ ἐκρίναμεν εὔλογον καὶ λυσιτελῆ τὴν παρουσίαν αὐτῆς, ἕπεται ὅτι ὑπεβλήθημεν εἰς πάσας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας οἱ συνταγματικοὶ Ὑπουργοὶ ἔχουσι πρὸς τὸ Κοινοβούλιον. Διὰ τοῦτο πρὶν ἢ ἐρωτήσητε ἡμᾶς, τί ἐπράξαμεν, ἡμεῖς, εὐθὺς ὡς ἐπράξαμεν, ἤλθομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνεκοινώσαμεν τί ἐπράξαμεν· ἀνεκοινώσαμεν δὲ τί ἐπράξαμεν, διότι ἐπρόκειτο περὶ πράξεως τετελεσμένης, καὶ προσήλθομεν διὰ τῆς ἀνακοινώσεως εἰς τὴν Βουλὴν τῆς πράξεως ἡμῶν, ὅπως προκαλέσωμεν τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, καὶ αὕτη ἀποφανθῇ γνώμην περὶ τῆς πράξεως ἡμῶν. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ἐπράξαμέν τι, ἀλλ’ ἤμεθα ἐν τῷ πράττειν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ τῆς ἀνάγκης νὰ λέγωμεν, τί σκοποῦμεν νὰ πράξωμεν, ἢ τί ἐπράξαμεν, τὸ ὁποῖον ὅμως ἀκόμη δὲν ἐδόθη εἰς τὴν δημοσιότητα, ἤτοι δὲν ἔφθασεν ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ φθάσῃ. Πᾶσα σπουδὴ τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι πρόωρος ἐνάσκησις τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ· καὶ ναὶ μὲν αἱ πρόωροι ἐνασκήσεις εἶναι ἥκιστα ἐνοχλητικαὶ δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι καὶ δὲν βλάπτουσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο μετ’ εὐλαβείας ἀπευθύνω πρὸς τὸ Κοινοβούλιον τὴν παρατήρησιν ταύτην. Τί ἠρωτήθην ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων; Ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Ἰταλὸς ναύαρχος, ἐν ὀνόματι τῶν ἄλλων ναυάρχων τῶν ἄλλων Δυνάμεων ἀπηύθυνεν ἀνακοίνωσιν εἰς τὸν κ. Γεννάδην, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτει νὰ καταβιβάσῃ τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀνυψώσει εἰς τὸ οἰκοδόμημα, εἰς τὸ ὁποῖον κατῴκει. Ὁ κ. Γεννάδης κατέλιπε τὰ Χανία καὶ τὴν Χαλέπαν τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἡ Χαλέπα κατεστρέφετο, (νομίζω ὅτι ἦτο ἡ 1 Φεβρουαρίου) ἐπεβιβάσθη τῆς «Ὕδρας», καὶ ἠκολούθησε μετ’ αὐτῆς τὸν πλοῦν, τὸν ὁποῖον αὐτὴ ἠκολούθει. Ὅτε ὁ κ. Γεννάδης ἔμαθεν ὅτι ἀπεβιβάσθη στρατὸς Ἑλληνικὸς, ἔδραμε μετὰ τῆς «Ὕδρας» πρὸς τὸ μέρος, εἰς ὃ προσωρμίσθη τὸ ἀτμόπλοιον, τὸ ὁποῖον ἐκόμισε τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, καὶ συνηντήθη μετὰ τοῦ διοικητοῦ τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων καὶ ἔλαβε μέρος εἰς τὰς γενομένας συσκέψεις μετ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ καθ’ ὅλον τὸν χρόνον τοῦτον ἡ συγκοινωνία ἦτο διακεκομμένη, διότι οὐδεὶς ὑπῆρχεν ἐν Χαλέπᾳ νὰ τηλεγραφήσῃ, οὐδεὶς ὑπῆρχεν ἐν Χανίοις. Ὁ κ. Γεννάδης ἐπὶ τῆς «Ὕδρας» περιέπλεεν, ἡμεῖς δὲ περιεμένομεν νὰ μάθωμεν τὰς ἐκ Κρήτης εἰδήσεις ἄλλοθεν. Ὁ κ. Γεννάδης ἐπανῆλθεν εἰς τὰ Χανία, καὶ σήμερον ἔμαθον ἐγὼ τὸ συμβεβηκὸς, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων μᾶς ἠρώτησε· νομίζω ὅτι τὴν νύκτα ἔμαθον αὐτὸ οἱ ἁρμόδιοι συνάδελφοι. Ἀμέσως δὲ τότε συνήλθομεν εἰς σύσκεψιν, καὶ ἐλάβομεν μέτρα, καὶ ἐπράξαμεν ὅ,τι ἐνομίζομεν ὅτι εἴχομεν καθῆκον. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐπράξαμεν, ἐδόθησαν εἰς δημοσιότητα; Οὐχί· διότι δὲν περιῆλθον ἔτι οὔτε εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Γεννάδη, δὲν ἠξεύρω δὲ καὶ ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κομίζουσι τὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως, κατέλιπον ἤδη τὸν λιμένα Πειραιῶς. Μικρὰ βραδύτης, μικρὰ ὑπομονὴ θέλει φέρει τοὺς κ. Βουλευτὰς ἐν γνώσει τῶν διαταχθέντων καὶ εἰς θέσιν νὰ κρίνωσι καὶ ἑπομένως νὰ ἐπικρίνωσιν ἡμᾶς, ἂν δὲν ἐπράξαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὠφείλομεν νὰ πράξωμεν, ἢ ἂν ἐπράξαμεν ὀλιγώτερα ὅσων ἔπρεπεν. Ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν ζητοῦμεν τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς δι’ ἀνοχῆς ἢ σιωπῆς, ζητοῦμεν νὰ ἐξετάζῃ καὶ ἀποφαίνηται δι’ εὐσυνειδήτου ψήφου, καὶ δὲν ἀμφιβάλλομεν περὶ τούτου, ζητοῦμεν νὰ στηριχθῇ εἰς λογικὴν ἔρευναν τῶν πράξεων ἡμῶν. Ἐλπίζω ὅτι θέμα τόσον μέγα, τόσον ὑψηλὸν, δύναμαι νὰ εἴπω, συναπτόμενον μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δὲν πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς θέμα διαγωνισμοῦ πατριωτισμοῦ. Ἔλεγον προχθὲς, ὅτε ἀνήγγελλον πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀποστολὴν τοῦ στρατοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει Ἕλλην, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν γνώμην ὅτι ἡ Κρήτη δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ παρίστων τοῦτο δι’ εἰκόνος. Ἔλεγον τότε, ἂς τεθῇ κάλπη, ὅπως κληθῶσι νὰ ψηφοφορήσωσιν οἱ Ἕλληνες· τότε θέλει ἰδεῖ ἡ Εὐρώπη σύμπασα, ὅτι ἐν τῇ κάλπῃ θέλουσι περιέχεσθαι τόσα σφαιρίδια, ὅσαι ὑπάρχουσιν ἐπὶ τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ψυχαὶ, ἄνδρες καὶ γυναῖκες καὶ παιδία, καὶ ὅσοι εἰσὶν οἱ ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου διεσπαρμένοι Ἕλληνες. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ δείξωμεν, ὅτι ἡμεῖς ἀγαπῶμεν τὴν Πατρίδα πλειότερον ὑμῶν, ἢ ὅτι ὑμεῖς ἀγαπᾶτε αὐτὴν πλειότερον ἡμῶν· ἐπὶ τοῦ θέματος δὲν ὑπάρχει διχογνωμία, οὐδὲ ἁρμόζει νὰ ὁμιλῶμεν ἐν τῇ Βουλῇ ὅσα δὲν βλάπτει νὰ γράφωνται ἄρθρα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι μεγάλη, ὅσον δὲ εἶναι μεγάλη, τόσον εἶναι δυσχερὴς, καὶ μετὰ προσοχῆς πρέπει νὰ κινῆται ἡ χεὶρ, ἡ ὁποία διευθύνει αὐτήν. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἤμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν ἢ εἰς τὸ τέλος, δὲν γνωρίζω πόσον θέλει παραταθῆ ἡ διεξαγωγὴ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀλλὰ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἡμεῖς, οὐχὶ ἁπλῶς διότι ἔχομεν καθῆκον, ἀλλὰ διότι εἴμεθα Ἕλληνες, θέλομεν πράξει ὅ,τι δυνάμεθα, ἵνα διασώσωμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Εὐτυχῶς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην οὔτε θυσιῶν μεγάλων, οὔτε καταργήσεως θεσμῶν ἢ νόμων, οἵας ἐμνήσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, οὐδὲ ὑπάρχει τις ζητῶν νὰ τεθῶσι κατὰ μέρος οἱ κοινοβουλευτικοὶ θεσμοί. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰ καθήκοντά μας ὑπὸ τοὺς θεσμοὺς τούτους, οὐδὲ πρέπει τις νὰ ἀγνοῇ, ὅτι βεβαίως προηγεῖται ὁ Ἡγεμὼν τῆς χώρας, ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὁ ὁποῖος συνδέεται ἰσοβίως, αὐτὸς καὶ τὰ τέκνα αὐτοῦ, μετὰ τῆς τύχης τῆς Ἑλλάδος, οὐδ’ ὅτι καὶ ἡμεῖς, οἱ σύμβουλοι αὐτοῦ, τελευταῖοι τῶν πολιτῶν, ἁμιλλώμεθα νὰ ἔχωμεν ἐν τῇ καρδίᾳ ὡσαύτως θερμὰ τὰ αἰσθήματα· ἐκδηλώσεις αἰσθημάτων ὅμως δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ποιώμεθα, μᾶς ἐπιβάλλεται ὅμως νὰ πράττωμεν ὅ,τι πρέπει νὰ πράττωμεν. Ταῦτα εἶπον, ἵνα συντελέσω, ὅπως κατὰ τὸ ὑπόλοιπον στάδιον τῆς διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως ἤμεθα ἠρεμώτεροι, νὰ μὴ ἀφιέμεθα εἰς ἐκδηλώσεις αἰσθημάτων, νὰ μὴ θερμαινώμεθα ὑπερβαλλόντως, καθ’ ἣν ὥραν δὲν πρέπει νὰ λειτουργῇ ἡ καρδία, ἀλλ’ ὁ νοῦς. Τὰ αἰσθήματα πρέπει νὰ ὑποτάξωμεν εἰς τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ὁδηγῇ τῆς Ἑλλάδος ἡ τύχη καὶ τοῦ ἔθνους τὸ συμφέρον.
§41ΡΑΛΛΗΣ. Λαλῶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἐβαρύνθησαν τοὺς θεσμοὺς, καὶ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, καὶ τὴν θέσιν αὐτῶν ἐν τῇ Βουλῇ, εἶμαι δ’ εὐτυχὴς, διότι ἔχω σύμφωνον καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ πάντας τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἴσως ἐκτὸς ἑνὸς, ὅστις ἐτόλμησε, καθ’ ἣν στιγμὴν καυχώμεθα διὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς λειτουργίας τῶν θεσμῶν μας...
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ εἶπε.
§43ΡΑΛΛΗΣ. .. ὅστις ἐτόλμησε νὰ ζητήσῃ νὰ καταργήσῃ τοὺς θεσμοὺς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλομεν τὰς ἐπιτυχίας μας.
§44ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον καὶ θὰ τὸ ἐπαναλάβω.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοιαῦτα πράγματα δὲν πρέπει νὰ λέγωνται ἀπὸ τοῦ βήματος.
§46ΡΑΛΛΗΣ. Συμφωνῶ περιπλέον μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ περὶ τοῦ ὅτι δὲν εἶναι ὥρα ἐκδηλώσεων πατριωτικῶν καὶ ῥεκλάμας πατριωτικῆς. Ἀλλὰ περὶ τίνος ἐλάλησα ἐγώ; Τί εἶπον; Εἶπον ἓν καὶ μόνον, ὅτι τὸ μέτρον τῆς καταλήψεως συνεπάγεται ὑποχρεώσεις διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὑποχρεώσεις διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Πρώτη ὑποχρέωσις, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ ἐπαναλάβω, ἦτο ἡ κατάργησις τῶν Προξενείων. Ἡ κατάργησις δ’ αὐτῶν δὲν ἠδύνατο νὰ διακινδυνεύσῃ τὸ ζήτημα. Ἡ ἀπόλυσις τῶν προξένων δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ χώραν ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, θὰ ἐδημοσιεύετο εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ γνωσθῇ πρῶτον παρὰ τοῦ γενικοῦ προξένου Χανίων, προηγεῖτο ἡ δημοσίευσίς της εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐλπίζω ὅτι μέχρι τῆς ἑσπέρας θὰ ἔχωμεν τὴν δημοσίευσιν. Δεύτερον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠθέλησα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο τὸ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπεβάλλοντο ἐκ τοῦ γεγονότος τῆς καταλήψεως. Ποῖα εἶναι ταῦτα; Τὰ μέτρα ταῦτα δὲν ὤφειλε, λέγουσι, νὰ τὰ ὑποβάλῃ ἡμῖν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Δι’ ἡμᾶς ὅμως, οἵτινες θεωροῦμεν ὅτι διὰ τῶν θεσμῶν θὰ ἐνισχύσωμεν τὸ Κράτος, οὐδὲν τὸ παράδοξον εἶχε τὸ ἐρώτημά μου, καὶ μάλιστα ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ τὴν κατάληψιν τῆς Θεσσαλίας καὶ τοῦ τμήματος τῆς Ἠπείρου. Τότε διὰ Β. Διαταγμάτων τὰς χώρας, αἵτινες προσηρτήθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα συνεπείᾳ συμβάσεως διεθνοῦς, διὰ Β. Διαταγμάτων ἠθέλησαν νὰ τὰς ὀργανώσωσι· τί δὲ συνέβη κατόπιν; Τὰ βασιλικὰ ἐκεῖνα διατάγματα ἠκυρώθησαν, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, ἐν ὅσῳ ἰσχύει τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἐν ὅσῳ εὑρισκόμεθα ὑπὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, νὰ ὀργανώσητε διοικητικῶς, νὰ ὀργανώσητε δικαστικῶς καὶ οἰκονομικῶς ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία προσαρτᾶται εἰς τὸ Κράτος. Τὰ μέτρα δὲ ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ἀκριβῶς τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ μέτρου τῆς καταλήψεως, τῆς ἀποφάσεως τῆς ἑνώσεως, ἔλεγον ὅτι ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις πρὸ ἡμερῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τοῦτο, διότι, ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας καὶ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου, θεωρῶ, ὅτι ἀκριβῶς διὰ τῆς λειτουργίας τῶν θεσμῶν θὰ βεβαιώσωμεν τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν τὴν ἀμετάτρεπτον περὶ ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ φρονῶ ὅτι πρὸς τὴν εἰρηνικὴν, ἀλλὰ καὶ τελείαν βεβαίωσιν τῆς ἀποφάσεως ἡμῶν ταύτης ἐπιβάλλεται ἡ ψήφισις τῶν μέτρων ἐκείνων, τῶν νόμων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ διοικηθῇ ἡ Κρήτη. Ἡ Κρήτη δὲν δύναται νὰ διοικηθῇ διὰ Β. Διαταγμάτων, ὑφισταμένης μάλιστα καὶ λειτουργούσης τῆς Βουλῆς, Ἐλησμονήσαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη κατὰ τὸ ἔτος 1881. Ἡ Βουλὴ ἦτο τότε ἀποῦσα, ὁ στρατὸς προέβη εἰς τὴν κατάληψιν τῶν δύο ἐπαρχιῶν, καὶ ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ ἐγκαταστήσῃ ἐν αὐταῖς καὶ διοίκησιν καὶ δικαιοσύνην διὰ Β. Διαταγμάτων. Ἐκεῖνο δὲ τὸ μέτρον ἐδικαιολογεῖτο ἐκ τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς. Σήμερον ὅμως ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα καὶ δὲν δικαιολογεῖται τοιοῦτον μέτρον. Ἀλλὰ ἡ λῆψις τοιούτων μέτρων ἐκθέτει καὶ κατ’ ἐλάχιστον τὸ ζήτημα τὸ ἐθνικόν; Βεβαίως δὲν τὸ ἐκθέτει. Ἐὰν δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐκθέσῃ τὸ ζήτημα τὸ μέτρον τῆς καταλήψεως, πῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι συνέπεια τοῦ μέτρου τῆς καταλήψεως, θὰ ἐκθέσωσι τὴν λύσιν αὐτοῦ; Ἐγὼ θαυμάζω, Κύριοι, διότι τὸ πρῶτον αὐτὸ μέτρον τῆς καταλήψεως ἔφερε τοιαύτην κατάπληξιν εἰς ἡμᾶς πάντας, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν· καὶ ἄλλοι μὲν κραυγάζουσιν, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῶσιν οἱ θεσμοὶ, ἄλλοι δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ τηρήσῃ μυστικὰ μέτρα τοιαύτης ὀργανώσεως, ἄλλοι δὲ πάλιν θεωροῦσιν ὡς ὕβριν πλέον καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀντιπολιτευομένου. Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς δίδῃ φώτισιν!
§47ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος ἐχαρακτηρίσθην ὡς βαρυνθεὶς τοὺς θεσμοὺς τοὺς συνταγματικούς. Ὑπάρχουσι τῷ ὄντι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας βαρύνεταί τις τὴν λειτουργίαν ἑνὸς θεσμοῦ. Δύναται λόγου χάριν νὰ βαρυνθῇ τις τὴν λειτουργίαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ν’ ἀποκάμῃ, οὕτως εἰπεῖν, προσδοκῶν τι ἐξ αὐτοῦ καὶ μὴ βλέπων ἀκόμη αὐτὸ πραγματοποιούμενον. Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν εὑρίσκομαι εἰς τοιαύτην θέσιν, νὰ προσδοκῶ τι ὑπὲρ ἐμαυτοῦ ἐκ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὥστε ν’ ἀποκάμω περιμένων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ ἀπολαμβάνω ἐκ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τὸ ἀπολαμβάνω τὴν στιγμὴν ταύτην εὐαρέστως, δηλαδὴ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νὰ ἐκφέρω τὰς γνώμας μου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Λοιπὸν οὐδένα ἔχω λόγον νὰ βαρυνθῶ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ἢ ν’ ἀποκάμω ἐκ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ. Ἀλλὰ μετ’ ἀπορίας παρετήρησα, ὅτι ἐθεωρήθην ὅτι ἔχω ἀνάγκην ὑπερασπίσεως, ὡς ζητήσας τὴν κατάργησιν τῶν θεσμῶν. Παρετήρησα—καὶ λέγω τοῦτο εὐγνωμόνως—τὴν εὐμενῆ διάθεσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι ἔσπευσε νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶπον ὅ,τι μοὶ ἀπεδόθη...
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι οὐδεμίαν εἴχετε ἁρμοδιότητα νὰ ζητήσητε νὰ τεθῶσι κατὰ μέρος οἱ θεσμοί, διότι δὲν ἐλάβετε τοιαύτην ἐντολὴν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§49ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμιζον ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶχέ τινα προκατάληψιν περὶ ἐμοῦ, ὅτι κἄτι γνωρίζω καὶ ἐγὼ ἀπὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ὅσον τοὐλάχιστον καὶ αὐτός· καὶ τὸ λέγω μετὰ πάσης εὐλαβείας, μετὰ τῆς εὐλαβείας, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὸ ἀξίωμά του. Ἔχω βεβαίως τὴν ἀξίωσιν, ὅτι δὲν συνείθισα, προκειμένου τοὐλάχιστον περὶ τοιούτων ζητημάτων, νὰ λέγω ἰδέας, ὡς λέγουν, ἀπὸ τὸν σωρόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐπιβλέπῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην ἐπιβλέψεως, νὰ ἦναι δὲ φειδωλότερος καὶ ἐφεκτικώτερος ὡς πρὸς τοῦτο, προκειμένου περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν παρέχουσι τοιαύτας ἀφορμάς.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγώ, ὅταν ἠγορεύετε, οὐδεμίαν ἐποιησάμην εἰς ὑμᾶς παρατήρησιν. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν ὅτι ἐζητήσατε νὰ τεθῶσιν οἱ θεσμοὶ κατὰ μέρος, παρετήρησα ἐγώ, ὅτι οὐδεμίαν ἐλάβετε πρὸς τοῦτο ἁρμοδιότητα.
§51ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐθεώρησε, φαίνεται, ὅτι ἐπρότεινα ἐγὼ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν ἁρμοδιότητι καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν ἁρμοδιότητι ἠδύνατο νὰ καταργήσῃ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ πολιτευμάτων, ἐὰν πρόκειται νὰ προτείνῃ τις κατάργησιν πολιτεύματος, δὲν θὰ τὸ προτείνῃ βεβαίως εἰς τὸ σῶμα τὸ νομοθετικόν, ἀλλ’ εἰς ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἡ ἁρμοδιότης δὲν ἀμφισβητεῖται, πιστεύω, οὔτε παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ὅταν πρόκειται περὶ πολιτεύματος, τότε μόνος ἁρμόδιος νὰ ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ, εἶναι ὁ λαὸς, καὶ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θεωρῇ ὅτι ὁ λαὸς ἐν τῇ κυριαρχίᾳ αὑτοῦ δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὰ πολιτεύματα. Τὰ περὶ μεταβολῆς πολιτεύματος δὲν συζητοῦνται ὡς πρότασις Βουλευτοῦ. Ταῦτα εἶναι ἀναγκαία συνέπεια γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐπέρχονται καὶ ἐξυπνοῦτι τὴν λειτουργίαν τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ, καὶ εὑρίσκονται πολὺ ὑψηλότερα ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἀπαλλοτριοῦται οὐδὲ δι’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, καὶ εἶναι ὁ μεγαλείτερος παραλογισμὸς νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ὁ λαὸς, συντάξας ἅπαξ τὸ πολίτευμα αὐτοῦ, ἔχασε τὴν κυριαρχίαν αὐτοῦ, ὡσανεὶ τὰ Συντάγματα εἶναι ὁ τελικὸς προορισμὸς τοῦ Κράτους. Τὰ πολιτεύματα δὲν μεταβάλλονται διὰ προτάσεων Βουλευτῶν, οὐδὲ ὑπὸ τῶν Βουλῶν· τὰ πολιτεύματα μεταβάλλονται ὅταν ὑπάρξῃ ἀνάγκη τῆς μεταβολῆς, καὶ μεταβάλλονται ὑπ’ αὐτῆς ἐκείνης τῆς κυριάρχου ἐξουσίας, ἡ ὁποία τὰ συνέταξεν. Ἐὰν δὲ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κρίνῃ ἀναγκαίαν τὴν μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματός του, θὰ προβῇ εἰς ταύτην χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ οὔτε ἐμὲ, οὔτε τὴν Βουλὴν, οὔτε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τί εἶπον ἐγώ; Εἶπον ὅτι τοιοῦτον εἶναι τὸ ζήτημα, ὥστε, ἐὰν τυχὸν ἤθελεν ὑποτεθῇ πρὸς στιγμήν, ὅτι οἱ θεσμοὶ θὰ παρενέβαλλον πρόσκομμα εἰς τὴν σωτηρίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἡ προσωρινὴ ἀθέτησις αὐτῶν δὲν θὰ ἦτο ἀντικείμενον προτάσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀντικείμενον τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, ὅστις, χωρὶς νὰ σᾶς ἐρωτήσῃ, ἤθελε θέσει τοὺς θεσμοὺς νὰ κοιμηθῶσι. Ἡ Βουλὴ βεβαίως δὲν αἰσθάνεται, ἐνόσῳ εἶναι παροῦσα, τὴν ἀνάγκην νὰ καταργήσῃ τὸ πολίτευμα, ἵνα ἐνισχύσῃ τὴν Κυβέρνησιν· διότι τὴν ἐνισχύει, διότι λέγει πρὸς αὐτὴν, ὄχι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἀλλὰ λέγει ὅτι δύναται νὰ δράσῃ, οὖσα βεβαία ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βασιλεία, ὅτι ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ βεβαίως γνωρίζει, ὅτι καὶ τὸ γόητρον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀπαραίτητον, ὅπως δρᾷ δι’ αὐτοῦ εἰς μίαν τοιαύτην περίστασιν, καὶ ὁ πατριωτικῶς σκεπτόμενος ἀνησυχεῖ μήπως καὶ αὐτὸ τὸ γόητρον τῆς Κυβερνήσεως τὸ κλονίσῃ πρὸς στιγμὴν διά τινος ἐλέγχου καὶ διὰ τῶν μομφῶν ἐκείνων καὶ τῶν ὁρμητικῶν ἐκείνων ἐκφράσεων, αἱ ὁποῖαι πολλάκις ἐκφέρονται καὶ σήμερον ἀκόμη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Πρέπει ἐντελῶς νὰ παραγνωρίζῃ τις τὴν σημασίαν τῶν τοιούτων ζητημάτων, ἵνα νομίζῃ, ὅτι τὴν συνδρομὴν δύναται νὰ καθιστᾷ δι’ οἱωνδήποτε φράσεων ἢ τρόπων, οὓς ἤθελεν ἐμπνεύσει εἰς αὐτὸν ἡ ἰδιοσυγκρασία του. Ἐγὼ δὲν ἤμην τῆς ἰδέας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν. Ὁ ὑπέροχος ἐκεῖνος ἀνὴρ εἶπε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἐνέκρινα, εἶπεν ὅτι εἶναι ἀνάξιος κυβερνήτης ἐκεῖνος, ὅστις εἰς μίαν στιγμὴν κινδύνων τῆς πατρίδος καὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων δὲν ἤθελε θέσει κατὰ μέρος τοὺς θεσμοὺς τοῦ τόπου...
§52ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Αὐτὰς τὰς θεωρίας τὰς λέγουν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον· τώρα ἔχομεν ἄλλας ἐργασίας. Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, νὰ ἤμεθα ἐδῶ ὑποχρεωμένοι ν’ ἀκούωμεν μαθήματα συνταγματικοῦ δικαίου!
§53ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι τῷ ὄντι, ὅτι προεκλήθην νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ δὲν πταίω ἐὰν ἐτάραξα τὰ νεῦρα ἀξιοτίμου καὶ σεβαστοῦ φίλου. Ἠδυνάμην μάλιστα νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ τόσος πάταγος διὰ παρατήρησίν μου, καὶ ἄλλος νὰ παρουσιάζηται συνήγορος ἀπ’ ἐδῶ, ἄλλος προστάτης ἀπ’ ἐκεῖ, ἄλλος κατήγορος, καὶ οὕτω ν’ ἀναγκασθῶ τῷ ὄντι νὰ ἐπαγγελθῶ τὸν διδάσκαλον τοῦ δικαίου. Δὲν ἠδυνάμην μόνον νὰ προΐδω ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Τσαρλαμπᾶς εἰς τοιαύτην συζήτησιν ἤθελε ταραχθῆ. Ζητῶ συγγνώμην, διότι λαβὼν τὸν λόγον δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψει τὸν κ. Τσαρλαμπᾶν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ Ρώμης ἀπεστάλη πρὸς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα ἑλληνιστὶ γεγραμμένον καὶ ὑπογεγραμμένον παρὰ τεσσάρων Ἰταλῶν ἀρχαιολόγων, ἔχον οὕτω: (ἀναγινώσκει): «Ἰταλοὶ ἀρχαιολόγοι ἐρευνηταὶ Κρῆτας ἐνθουσιωδῶς συγχαίρουσιν, Ἑλληνικῷ ἔθνει ἡρωϊκῷ κινήματι, εὐχόμενοι πλήρη ἐπιτυχίαν.» «Χάλβερ, Μαριάνης, «Σαβινιόνη, Ταραμέλλης».
§55ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀπαντήσητε, κύριε Πρόεδρε.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;
§57ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπληροφορήθην ὅτι παρεμβάλλονται προσκόμματα εἰς τὴν προσέλευσιν τῶν προσκληθέντων ἐφέδρων ὑπὸ τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ἥτις δὲν ἐννοεῖ νὰ δίδῃ εἰς αὐτοὺς εἰσιτήρια στρατιωτικὰ εἰς τὸ ἥμισυ τῆς τιμῆς...
§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύναμαι νὰ δώσω ἀμέσως πληροφορίας. Συνέπεσε νὰ ἦμαι ἐν τοῖς Ἀνακτόροις, καὶ ἐν τῷ προδόμῳ συνήντησα τὸν διευθυντὴν τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ἦσαν δὲ καί τινες ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ὁ κ. διευθυντὴς ἔλεγεν, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους οἱ ζητοῦντες νὰ μεταβιβασθῶσι διὰ τοῦ σιδηροδρόμου ὡς στρατιῶται πρέπει νὰ ἔχωσι φύλλον πορείας, αὐτοὶ δὲν εἶχον φύλλον πορείας· τοῦτο δὲ δὲν ηὐκόλυνε τὸν ἔλεγχον. Τῷ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ἡ περίστασις εἶναι ἔκτακτος, ὅτι ἡ ἔκδοσις φύλλων πορείας εἰς ὅλους τοὺς ἐφέδρους ἦτο ἔργον λίαν δυσχερὲς, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀρκῆται εἰς τὸ φυλλάδιον. Αὐτὸς παρεδέχθη, καὶ τοιουτοτρόπως ἤρθη τὸ πρόσκομμα.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης τοῖς δύο δωδεκατημορίοις τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897 διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου τοῦ 1897 καὶ περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6 τοῦ νόμου ͵ΒΥΝΑʹ τῆς 26 Δεκεμβρίου 1896». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τελῶν καὶ δικαιωμάτων διὰ τὰ ὑπὸ τῆς Ὑψ. Πύλης ἐκδιδόμενα ἐκτελεστήρια ἔγγραφα τῶν ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Ἐπικρατείᾳ διοριζομένων προξενικῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑλλάδος. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς δευτέραν συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ προσθήκης δευτέρου ἄρθρου εἰς τὸν νόμον ͵ΒΥΚΓʹ περὶ ἐκποιήσεως μέρους τῆς κληρονομίας τοῦ Ἀλεξάνδρου Α. Σούτσου).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως ἀποκλειστικῆς χρήσεως αἰγιαλοῦ ὑπὸ τοῦ ναυπηγείου Βασιλειάδου.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ, διότι ἐπεθύμουν νὰ προβῶ εἰς συμπληρωματικήν τινα ἔρευναν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑποχρεώσεως τῶν καλλιεργούντων γαίας ἢ φυτείας ἐθνικὰς ἢ ἐκκλησιαστικὰς εἰς ἀπότισιν δικαιώματος ἐπικαρπίας. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§65Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ, ὅτι αἱ ἀντιῤῥήσεις τῶν καλλιεργητῶν κατὰ τῶν πρωτοκόλλων καταμετρήσεως συντάσσονται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου.
§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπρόφθασα νὰ μελετήσω ἔτι τὸ ζήτημα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΒΡΞΔʹ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ.
§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπροτάθησαν χθὲς ἀντιῤῥήσεις, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ ζητήσω πληροφορίας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§69Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐπιτρέπετε, θὰ καταθέσω μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν δύνασθε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν.
§70Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σιμοπούλου.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 502). Ἀναβάλλεται τὸ νομοσχέδιον. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μὴ ὑπαγωγῆς τῶν ὑπαρχόντων γενικῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ἀνθυποπλοιάρχων καὶ σημαιοφόρων καὶ τῶν τούτοις ἐξομοιουμένων εἰς τὰ ἄρθ. 5, 6 καὶ 12 τοῦ ΨΒʹ, 7 καὶ 8 τοῦ ᾼΡΞΒʹ, 1 τοῦ ͵ΒΥΔʹ, 12 τοῦ ᾼΡΟϚʹ, 6 τοῦ ᾼΩΛΖʹ καὶ 6 τοῦ ᾼΩΜΔʹ νόμων».
§72Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἀντιτάσσομαι, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶπόν τινα, ἀτυχῶς δὲ ἀπουσίαζεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ ἀκόμη, ἵνα ἡ Βουλὴ πειθομένη συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται διὰ τὸν ἀνθυποπλοίαρχον κ. Τσουκαλᾶν,—τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ, διότι γνωρίζω ὅτι ἔχει μεγάλην ἱκανότητα,—ληφθῇ καὶ διὰ τὸν ἀντιπλοίαρχον Κοσμᾶν Ζῶτον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τρία ἔτη διηύθυνεν ἄριστα τὸ τμῆμα τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ τὸν ὁποῖον κάλλιστα γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, σήμερον δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀντιπλοίαρχος οὗτος, ὡς κυβερνήτης τοῦ «Μιαούλη», ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, ὡς τὸ ἐξεπλήρουν οἱ πατέρες ἡμῶν κατὰ τὸ 1821, ἀνδρικώτατα, τὸ ἐξεπλήρωσεν ἄνευ στόμφου καὶ ῥεκλάμας, ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρός του συνειθίζει πάντοτε νὰ τὸ ἐκπληροῖ ὁ κ. Ζῶτος. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία πρέπει νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἵνα ἐπανορθώσῃ ἀδίκημα, γενόμενον κατὰ τοῦ ἀντιπλοιάρχου τούτου, τὸ ὁποῖον βεβαίως οὐχὶ ἐκ προθέσεως διέπραξεν ὁ κ. Ὑπουργός, προβιβάσας τὸν κ. Βουδούρην, καὶ παραλείψας αὐτὸν, διότι δὲν εἶχε συμπληρώσει τὴν θαλάσσιον αὑτοῦ ὑπηρεσίαν. Φρονῶ ὅτι ἡ στιγμὴ εἶναι πρόσφορος, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν προσθέσῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸν προβιβασμὸν τοῦ κ. Ζώτου.
§73ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον τρεῖς ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ κ.κ. Γρίβας, Στάϊκος καὶ Μπούμπουλης, ἀνταποκρίνεται ἀκριβῶς εἰς ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας ἀνέπτυξε. Συνεπῶς θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη, ἡ ὁποία ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§75ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ἠξεύρω τίνων λόγων ἕνεκα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε ἐν τῇ συνεδρίᾳ τῆς χθὲς τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου...
§76ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Δὲν ἦτο ἐγγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§77ΤΣΑΜΑΔΟΣ. .. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ σήμερον, διότι δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑποβάλλει ἐκ νέου νομοσχέδιον περὶ καταλύσεως τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας, ἀφοῦ αὐτὸς οὗτος ἀπέσυρε τροπολογίαν, προκειμένου περὶ τοῦ νόμου περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, διὰ τῆς ὁποίας αὐτὰ ταῦτα ἀνεγράφοντο ἀκριβῶς, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνεφώνησε, πάνυ δικαίως, εἰς τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς τροπολογίας ταύτης. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ παρούσῃ συνεδρίᾳ, ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω ἐν ἐκτάσει. Διὰ τοῦτο ἀναμένω νὰ ἴδω, ἂν ἐξακολουθῇ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ φρονῇ, ὅτι εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμὴ νὰ καταλύσωμεν τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν.
§78Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. συναδέλφου παρατηρῶ, ὅτι ἀκριβῶς εἰς ἄλλην ἐποχὴν θὰ ἦτο ἀσυγχώρητον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον· μόνον ἕνεκα τῶν περιστάσεων θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συμπληρώσωμεν τὰ στελέχη, ὅσον εἶναι δυνατόν, νομίζω ὅτι ὑπάρχει μεγάλη κατεπειγότης, καὶ μένει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μὴ προβῇ εἰς προβιβασμούς, παρὰ μόνον δι’ ἐκείνους τοὺς ἀξιωματικούς, εἰς τοὺς ὁποίους ἤθελεν εὕρει τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα.
§79Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ νόμος περὶ ἀριθμῶν καὶ τὰ περὶ τούτου Β. Διατάγματα καὶ οἱ νόμοι περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στόλου καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἰσι νόμοι, οὕτως εἰπεῖν, ἀδελφοί. Ἴσως, ἂν ἤθελέ τις νὰ ἦναι λίαν ἀκριβολόγος καὶ λίαν τυπικὸς περὶ τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στόλου καὶ τῆς δράσεως αὐτοῦ, ἔδει νὰ μὴ ὑπάρχῃ θέσις ἐν τοῖς ὀργανισμοῖς τῶν πλοίων καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἥτις νὰ μὴ ἀναφέρηται ἐν τοῖς νόμοις περὶ ἀριθμῶν, τουτέστιν ἔδει ὅσας θέσεις προβλέπουσιν οἱ ὀργανισμοὶ αὐτοῦ, ταύτας νὰ προβλέπωσι καὶ οἱ νόμοι περὶ ἀριθμῶν· διότι, ἂν τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ οὕτω, ἤθελε μένει εἰς τὸ αὐθέκαστον καὶ τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν Ὑπουργῶν, ἢ καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, νὰ διαχειρίζωνται καὶ νὰ συσχετίζωσι πρὸς ἀλλήλους δύο νόμους, τὸν νόμον περὶ ἀριθμῶν καὶ τὸν νόμον ἢ τὰ Β. Διατάγματα περὶ ὀργανισμοῦ. Ἐν τούτοις, Κύριοι, ὡς ἐκ τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων τῆς χώρας, ἀνέκαθεν ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα καὶ τὸ σύστημα, ὅπως οἱ ἀριθμοὶ τοῦ Ναυτικοῦ ὦσι κατὰ πολὺ ἐλάσσονες τῶν ἀριθμῶν, οὓς ἀναγράφουσιν οἱ ὀργανισμοί. Καὶ τοῦτο μὲν ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν ἴσως ἤθελεν εἶσθαι ἀνεκτόν· ἀλλ’ ἀφοῦ κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη, τοὐλάχιστον κατὰ τὰ δύο, καθ’ ἃ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ διευθύνωμεν τὰ κοινά, ἀπεδείχθη, ὅτι, ὁσάκις ἐκλήθη ἡ προσοχὴ τοῦ ἔθνους, τὰ βλέμματα καὶ τῆς Πολιτείας καὶ τῶν πολιτῶν, καὶ τῆς ἐλευθέρας καὶ τῆς δούλης Ἑλλάδος, ἐστράφησαν πρὸς τὸ Ναυτικόν, νομίζω ὅτι αὕτη ἡ παράλειψις καὶ τὸ σύστημα τοῦτο ἔδει νὰ παύσῃ ἅπαξ διὰ παντός. Ἀφ’ ὅτου ἡμεῖς διοικοῦμεν τὰ κοινὰ, παρέστημεν εἰς τέσσαρας κρισίμους ἐποχὰς τῆς Ἀνατολῆς· εἴχομεν, Κύριοι, δύο ἐπαναστάσεις τῶν Ἀρμενίων καὶ δύο ἐπαναστάσεις τῶν Κρητῶν, καὶ κατὰ τὰς τέσσαρας ταύτας ἐποχὰς, καὶ κατὰ τὰ τέσσαρα ταῦτα κρίσιμα σημεῖα, καὶ τοῦ ἐλευθέρου καὶ τοῦ δούλου ἔθνους τὰ ὄμματα καὶ ἡ προσοχὴ ἐστράφησαν εἰς τὸ Ναυτικόν· ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, οὐχὶ βεβαίως πρὸς τιμήν μου, —διότι ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἐλάχιστα ἐδυνήθην νὰ πράξω, —ἀλλὰ πρὸς τιμὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ αὐτῶν τῶν ναυτῶν, ὅτι εὐθὺς, ὡς ἐκλήθησαν, ἀπέδειξαν, ὅτι ἐδύναντο νὰ ἐπιστρατευθῶσιν ἐντὸς 24 ὡρῶν, καὶ ἐπεστρατεύθησαν πρὸ παντὸς ὡς ἤθελον ἐπιστρατευθῆ ἐν τῷ μᾶλλον ναυτικῷ Κράτει τοῦ κόσμου. Περὶ τούτου νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία τις. Ἴσως ἐδύνατο ἐνταῦθά τις νὰ εἴπῃ πολλὰ περὶ τοῦ Ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοῦ πολεμικοῦ καὶ τοῦ ἐμπορικοῦ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι αἱ στιγμαί εἰσι τοσοῦτον πολύτιμοι, ὥστε καὶ περὶ τοῦ πολυτιμοτάτου τούτου ζητήματος ἤθελέ τις θεωρηθῆ ἀνεπιεικής, ἂν ἐλάμβανε τὸν λόγον, ἵνα ὁμιλήσῃ διὰ μακρῶν. Καὶ ὅμως, Κύριοι, ἐνῷ οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων τῆς χώρας οἱ νόμοι περὶ ἀριθμῶν δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τοὺς νόμους ἢ τὰ Β. Διατάγματα περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χώρας. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι πολλάκις, καθ’ ἣν ὥραν συνεζητοῦντο τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος νομοσχέδια, κατέφυγον εἰς πίνακά τινα, καὶ ἀπεδείκνυον δι’ ἀριθμῶν, ὅτι δὲν ὑπάρχει κατηγορία ἀξιωματικῶν, εἴτε μαχίμων, εἴτε οἰκονομικῶν, εἴτε μηχανικῶν, εἴτε ὑγιειονομικῶν, ἐν ᾗ οἱ ὀργανισμοὶ νὰ μὴ προβλέπωσι πλείονας ἀριθμοὺς ἐκείνων, οὓς προβλέπουσιν οἱ νόμοι περὶ ἀριθμῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ταῦτα πάντα, ὡς εἶπον, ἀπεδέχθη καὶ ἡ Βουλὴ, διότι ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νομοσχέδιον περὶ ἀριθμῶν, ὅπερ σήμερον εἶναι νόμος τοῦ Κράτους, διότι νομίζω ὅτι ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐνῷ ἡ Βουλὴ ἐδέχθη νόμον περὶ αὐξήσεως τῶν ἀριθμῶν, δὲν ἤθελεν εἶσθαι παράδοξον, δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἀσύμφορον εἰς τὸ Κράτος, ἂν διὰ τῆς ἄλλης χειρὸς ἔθετεν εἰς ἀργίαν τὸν νόμον τοῦτον περὶ ἀριθμῶν, ἀφοῦ εἶναι βέβαιον, ὅτι, ὡς ἔχουσιν οἱ νόμοι περὶ θαλασσίου ὑπηρεσίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐκείνους τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ὑποπλοιάρχων καὶ ἀνθυποπλοιάρχων καὶ τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν, οὓς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν διὰ νομοθετήματος ἐδέχθη ἡ Βουλή; Ἰδοὺ τίς ἐστὶν ὁ σκοπὸς καὶ ἡ ἀφορμὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν γένηται δεκτὸν, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἤθελον θεωρήσει, ὅτι εἰς τὸ Ναυτικὸν ἐδόθη δῶρον ἄδωρον, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ συμπληρώσωμεν τοὺς ἀριθμοὺς, προβιβάζοντες ἀξιωματικοὺς, οἵτινες δὲν συνεπλήρωσαν τὴν θαλάσσιον αὐτῶν ὑπηρεσίαν. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ φέρω τὸ ζήτημα εἰς τὰ προσόντα καὶ τὴν ἀξίαν ἐκείνων, οἵτινες δὲν προβιβάζονται, διότι τὰ προσόντα αὐτὰ καὶ ἡ ἀξία εἰσὶν ἀνεγνωρισμένα καὶ παρὰ τῆς ὑπηρεσίας καὶ παρ’ ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας· ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ, ψηφίσασα νόμον περὶ αὐξήσεως τῶν ἀριθμῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι καθῆκον ἔχει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχεδίου· διότι, μὴ ἐπιψηφίζουσα αὐτὸ, δεσμεύει τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἀριθμῶν ἐκείνων, ὧν, Κύριοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον ὁμολογῶ, ὅτι ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην· οὐχὶ ἐγώ, — τί λέγω! — ἡ Βουλὴ, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἐπιψηφίζουσα τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀριθμῶν, ἀνεγνώρισεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γένωνται οἱ προβιβασμοὶ οὗτοι, καὶ οἱ προβιβασμοὶ δὲν δύνανται νὰ ἐνεργηθῶσι, διότι δὲν ἔχουσι συμπληρώσει οἱ ἀξιωματικοὶ τὴν θαλάσσιον αὐτῶν ὑπηρεσίαν, ἐνῷ συγχρόνως ἀπεδείχθη, νομίζω, ἡλίου φαεινότερον, ὅτι δὲν κατέλαβεν ἡμᾶς μεγαλομανία καὶ πόθος πρὸς αὔξησιν τῶν ἀριθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν, ἀφοῦ οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἐξακολουθοῦσιν ὄντες ἐλάσσονες τῶν ἀριθμῶν, οὓς προβλέπουσιν οἱ ὀργανισμοὶ τοῦ στόλου. Ἰδοὺ, Κύριοι, τίνες εἰσὶν οἱ λόγοι, οἵτινες ἔπεισαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν νὰ προβῇ εἰς τὴν πρότασιν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Καὶ ἵνα, Κύριοι, τελειώσω, παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ὕδρας κ. συνάδελφον, ὅτι ἐγὼ ἀπέσυρον τὴν διάταξιν, περὶ ἧς προβλέπει τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον, οὐχὶ διότι ἐνόμιζον ὅτι ἀλυσιτελὴς ἤθελον εἶσθαι αὕτη, ἀλλὰ τὴν ἀπέσυρον, διότι μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ἐν νομοσχεδίῳ περὶ ἀριθμῶν ἀνεγράφετο διάταξις περὶ προσόντων. Εὗρον ὅτι ἡ παρατήρησις αὕτη, καίπερ προερχομένη ἐκ τῆς ἀντιθέτου πτέρυγος, ἦν ὀρθὴ, διότι θεωρῶ, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἀλάθητοι· λοιπὸν τί ἔπραξα; Ἀπέσυρα τὴν διάταξιν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀριθμῶν, ἵνα καταστρώσω αὐτὴν ἐν οἰκείῳ τόπῳ. Οἰκεῖος δὲ τόπος εἶναι τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ σήμερον ὑποβάλλω. Ἑπομένως οὐδὲ παλινῳδία ὑπάρχει, οὐδὲ σύγχυσις ἰδεῶν, ὡς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὁ ἐξ Ὕδρας κύριος συνάδελφος.
§80ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἠθέλησε νὰ ἀνατρέψῃ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας περὶ ἀποῤῥίψεως τῆς συζητουμένης προτάσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, διότι, κατὰ τὸ 25 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, «ἐὰν πρότασις νόμου ἀποῤῥιφθῇ ὑπὸ μιᾶς τῶν δύο νομοθετικῶν ἐξουσιῶν, δὲν εἰσάγεται ἐκ νέου εἰς τὴν αὐτὴν Βουλευτικὴν σύνοδον.»
§81Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἀπεῤῥίφθη.
§82ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἐγένετο ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ συνήνεσε νὰ διαγραφῇ ἡ πρότασις ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου περὶ ἀριθμοῦ, ἡ διαγραφὴ δὲ τῆς προτάσεως ἐκείνης οὐδὲν ἄλλο ἦτο, καὶ κατὰ τὴν γνώμην μάλιστα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἀπόῤῥιψις αὐτῆς· ἀποῤῥιφθείσης δὲ τῆς προτάσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται καὶ πάλιν συζήτησις περὶ αὐτῆς ἐν τῇ αὐτῇ συνόδῳ. Δὲν ὑπάρχει ἑπομένως ἀμφιβολία, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι δὲν ἦτο ὁ λόγος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἀνέφερεν, ὁ ὁποῖος ἔπεισε τὴν Βουλήν, ἵνα διαγράψῃ τὴν πρότασίν του ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀριθμοῦ, τουτέστιν ὅτι ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ ἀριθμοῦ, ἐνῷ ἐδῶ πρόκειται περὶ προσόντων, διότι ἀκριβῶς περὶ ἀριθμοῦ πρόκειται, οὐδὲν δ’ ἄλλο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ σήμερον ὑπὸ συζήτησιν ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν ἢ περὶ ἀριθμοῦ, διότι πρόκειται ν’ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν διὰ τοῦ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ ἐμνημόνευσαν ἄλλοι συνάδελφοι, καὶ μετὰ λύπης λαμβάνω τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσω περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, ἤθελον δ’ ἐρωτήσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν πράγματι περὶ δύο πρόκειται, ἢ καὶ περισσοτέρων, διότι δὲν ἤκουσα ἢ δύο ὀνόματα.
§83Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Περὶ περισσοτέρων.
§84ΣΤΑΗΣ. Τότε θὰ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, τίνες καὶ πόσοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ προαχθῶσι κατὰ τὸν παράτολμον καὶ ἐπιβλαβέστατον τοῦτον τρόπον, διότι ὁμολογουμένως, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἀπίστευτον τὸ ὅτι Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπιθυμεῖ νὰ καταργήσῃ τὴν βάσιν τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν· διότι βάσις τοῦ Ναυτικοῦ εἶναι ἡ θαλάσσιος ὑπηρεσία τῶν ἀξιωματικῶν. Εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἀπίστευτον, ὅτι Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπιθυμεῖ νὰ καταργήσῃ τὸ προσὸν τοῦτο, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λογίζηταί τις ναυτικός. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ ὧν ἐγένετο πρὸ μικροῦ λόγος, οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀμφιβάλλων ὅτι κέκτηνται τὴν ἱκανότητα τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τῆς διατάξεως περὶ θαλασσίου ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ δύο ἢ περισσοτέρων προσώπων, πρόκειται περὶ τοῦ θεσμοῦ, περὶ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ καθιερώσῃ διὰ νόμου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ πλὴν τῶν ἄλλων νὰ λογίζηται ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ὑπηρεσία τῶν τμηματαρχῶν ἢ προσωπαρχῶν ὡς θαλάσσιος ὑπηρεσία!
§85Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν λέγει αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον· εἶναι προσθήκη προταθεῖσα ὑπὸ Βουλευτῶν.
§86ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ ἤκουσα, ὅτι ἔχετε πρόθεσιν νὰ συμπεριλάβητε τοιαύτην διάταξιν.
§87Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐξέφρασα γνώμην περὶ τούτου.
§88ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ ὅμως τοὐναντίον ἐκφέρω γνώμην κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης, καὶ λέγω ὅτι ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν σήμερον θέλετε νὰ καθιερώσητε, εἶναι ὀλεθρία, καὶ ἐὰν πράγματι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ζητήσῃ νὰ καθιερώσῃ τὴν ἀρχὴν ταύτην, φρονῶ ὅτι θὰ εὑρεθῇ καὶ ἄλλος Βουλευτὴς ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ὁ ὁποῖος καὶ πάλιν ἀναθέματα ν’ ἀπαγγείλῃ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί προτείνετε;
§90ΣΤΑΗΣ. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τὴν ἀναβολήν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζητήσατε τὴν ἀναβολὴν, ἀλλὰ προβάλλετε τὸ ἀπαράδεκτον, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπεῤῥίφθη· ἀλλὰ κατὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ δὲν εἶναι ἀληθὲς (ἀναγινώσκει): «Τούτου δηλώσαντος ἐν τέλει, ὅτι ἀποσύρει τὴν πρότασίν του, ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5».
§92ΣΤΑΗΣ. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ μήπως ἀναφέρουν καὶ τὸν λόγον;
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀναφέρουν (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τούτου ἐγένετο συζήτησις, ἧς μετέσχον οἱ κ.κ. Γρίβας, Μάνεσης, Ράλλης, Φιλάρετος, Εὐταξίας, Τσαμαδὸς, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός. Τούτου δηλώσαντος ἐν τέλει, ὅτι ἀποσύρει τὴν πρότασίν του, ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5.»
§94Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐξήγησα τὸν λόγον διατὶ ἀποσύρω, διότι δὲν ἦτο ἡ θέσις της ἐν νομοσχεδίῳ περὶ ἀριθμοῦ διατάξεως περὶ προσόντων.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1;
§96ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἡ θαλάσσιος ὑπηρεσία εἶναι στοιχεῖον ἀπαραίτητον διὰ τοὺς ναυτικοὺς ἀξιωματικούς· ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ἀξιωματικὸν ναυτικόν, μὴ ἐκτελέσαντα τὴν θαλάσσιον αὑτοῦ ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, εἶναι ἀληθὲς ὡσαύτως, ὅτι σήμερον εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἐκτάκτου τινὸς περιστάσεως. Ἡ ἔκτακτος αὕτη περίστασις εἶναι, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ ναυτικῷ ἡμῶν κενὰ, μετὰ τὴν ψήφισιν μάλιστα τοῦ τελευταίου νόμου περὶ ἀριθμοῦ τῶν ναυτικῶν ἀξιωματικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ πληρωθῶσι σήμερον, ἐὰν δὲν ληφθῇ ἐξαιρετικόν τι μέτρον...
§97Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διαβατικόν.
§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως... Νομίζω ὅτι ἡ ἐξαιρετικὴ αὕτη περίπτωσις, ὅταν πρόκειται νὰ προβιβασθῶσιν ἀξιωματικοὶ κατώτεροι καὶ ὑπαξιωματικοί, οἵτινες διῆλθον μέγα μέρος τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀπαιτουμένης παρὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἀλλ’ οἵτινες ἕνεκα ἄλλων λόγων ἐκτάκτων, ἕνεκα ἄλλης ὑπηρεσίας, ἀνατεθείσης εἰς αὐτοὺς, δὲν ἔχουσι συμπεπληρωμένον τὸ ἀπαιτούμενον διετὲς χρονικὸν διάστημα, ἡ ἔκτακτος αὕτη, λέγω, περίστασις δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐξαιρετικὴν ἀπόφασιν τοῦ προβιβασμοῦ τοιούτων ἀξιωματικῶν πρὸς συμπλήρωσιν ὑπαρχόντων κενῶν, ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο βεβαίως πρέπει νὰ ἦναι διαβατικόν.
§99Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι.
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι διαβατικὸν, ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, διότι πάντοτε, διαρκῶς, οἱ γενικοὶ ἀξιωματικοὶ, οἱ ἀνθυποπλοίαρχοι, οἱ σημαιοφόροι καὶ οἱ τούτοις ὁμοιόβαθμοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων τῶν προηγουμένων νόμων, τῶν ἀναφερομένων ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ νομοσχεδίου.
§101Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). «Οἱ ὑπάρχοντες κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου», λέγει τὸ νομοσχέδιον.
§102ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα, «κατὰ τὴν δημοσίευσιν»· ὥστε πάντες οὗτοι, ὅσοι σήμερον εἶναι γενικοὶ ἀξιωματικοί, ἀνθυποπλοίαρχοι, σημαιοφόροι καὶ οἱ τούτοις ὁμοιόβαθμοι, δύνανται καὶ μετὰ 5 ἔτη νὰ προβιβασθῶσιν ἄνευ θαλασσίου ὑπηρεσίας.
§103Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι τὸ «κατὰ τὴν δημοσίευσιν» μετὰ 5 ἔτη.
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως εἶναι.
§105Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἂς γείνῃ ἐπεξήγησις ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§106ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐν τῇ διασκευῇ τοῦ ἄρθρου πρέπει νὰ τεθῇ τὸ διαβατικὸν τοῦ τοιούτου μέτρου.
§107Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου, ἂς ψηφισθῇ ὡς ἔχει, καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θέλω προνοήσει, ὥστε νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον κατὰ τὴν ἔννοιαν ταύτην. Ἄλλως τε τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγετε, προκύπτει ἐξ ὅλων τῶν ἀγορεύσεων, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ποιήσωμαι εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἀλλὰ καλὸν εἶναι νὰ ὁρισθῇ.
§108ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ τὸ καθορίσητε;
§109Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§110ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προαγωγὴν τῶν ἀνθυποπλοιάρχων, σημαιοφόρων καὶ τῶν τούτοις ὁμοιοβάθμων παράδοξον δὲ μοὶ φαίνεται, πῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ αὖθις ἐπανέρχεται εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδὲν ἄλλο ἐπιδιώκεται, εἰμὴ ἡ κατάλυσις τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, δι’ ὅσων εἶπεν, ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἐγκωμίου του πρὸς τὸ Ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην γνώμην, πολὺ δὲ περισσότερον ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἀνήκω εἰς ναυτικὴν νῆσον, τίποτε ἄλλο ἐκ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων δὲν πείθει ἡμᾶς, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μολονότι δῶρον ἄδωρον ὠνόμασε τὴν ἄνευ αὐτοῦ ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου περὶ ἀριθμῶν, δι’ οὗ καθορίζονται θέσεις πλειότεραι. Ἕνεκα τῆς ὑφισταμένης ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας τοῦ στόλου, κανονίζονται, λέγει, πλειότεραι θέσεις ἀξιωματικῶν ἐν τοῖς πολεμικοῖς πλοίοις, καὶ φρονεῖ ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἤθελεν εἶσθαι ἐντελῶς ἄχρηστος, ἐὰν δὲν προέβαινεν εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῶν θέσεων, ἀδιάφορον ἂν οἱ μέλλοντες νὰ καθέξωσι τὰς θέσεις ταύτας ἀξιωματικοὶ δὲν ἀπολαύωσι τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἀπαιτοῦσι. Δι’ αὐτὸ τοῦτο λοιπὸν ζητεῖ τὴν κατάλυσιν τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας, καὶ θέλει εὐθὺς ἀμέσως, νεαροὺς ἀξιωματικούς, μόλις ἐξελθόντας τῶν Σχολῶν, νὰ προαγάγῃ εἰς ἀνώτερον βαθμὸν, χωρὶς οὗτοι νὰ ἐκπληρώσουν τὰς ὑπὸ τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν ἐπιβαλλομένας ὑποχρεώσεις, πρωτίστως δὲ τὴν ὑπερτάτην ὑποχρέωσιν τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας, καὶ τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον ἔδει νὰ διανύσωσιν ἐν τῷ βαθμῷ τούτῳ· φέρει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς λόγον τῆς τοιαύτης ἀνάγκης, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι εἶναι ἐκλεκτοὶ ἀξιωματικοί, καὶ ὅτι δέον νὰ προαχθῶσι, καὶ ὅτι, ἂν δὲν ἀπέκτησαν τὰ προσόντα, τὰ πρὸς προαγωγὴν ἀπαιτούμενα, δὲν εἶναι σφάλμα αὐτῶν. Τοῦτο, νομίζω, ἀκριβῶς εἶναι τὸ σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ δικαιολογήσῃ, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἔδει ν’ ἀποστείλῃ εἰς ὑπηρεσίας ἐκτὸς πλοίων τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς μὴ συμπληρώσαντας τὴν θαλάσσιον αὐτῶν ὑπηρεσίαν· αὐτοὶ δὲ οὗτοι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἔδει ν’ ἀποδεχθῶσι τοιαύτας θέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν παρεῖχον αὐτοῖς τὰ προσόντα τῆς προαγωγῆς. Ἀλλ’ ἐὰν αὐτὸς ἦναι ὁ λόγος, Κύριοι, δι’ ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει νὰ προαγάγῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους κατ’ ἐξαίρεσιν, τίς μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι ὁ αὐτὸς λόγος δὲν θέλει ἑκάστοτε παρουσιάζεσθαι εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσιν ἔχει συμπεπληρωμένον τὸν χρόνον τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας, οὔτε τὸν χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς προαγωγὴν εἰς ἀνώτερον βαθμόν; Θὰ καθιερώσωμεν λοιπὸν ἀρχὴν, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα, τὴν κατάργησιν τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας. Καὶ διατὶ νὰ γίνηται ἡ ἐξαίρεσις τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης διὰ τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς, τοὺς ἀνθυποπλοιάρχους καὶ τοὺς σημαιοφόρους; Ἀνεφέρθησαν μάλιστα καὶ ὀνόματα τινα ἀξιωματικῶν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι εἶναι ἁρμόζον νὰ ἀναφέρωνται καὶ τὰ ὀνόματα ἐκείνων, ὑπὲρ ὧν ψηφίζονται οἱ νόμοι· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔκρινε καλὸν νὰ ἀναφέρῃ καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν, καὶ ὡμίλησε περὶ ἀνθυποπλοιάρχου τινὸς, Τσουκαλᾶ ὀνομαζομένου. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω αὐτὸν, διατὶ νὰ στείλῃ τὸν ἀνθυποπλοίαρχον τοῦτον εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅπως ἐκτελέσῃ εἰδικὴν ὑπηρεσίαν, ἀφοῦ δὲν εἶχε τὰ προσόντα τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας; μὴ ἄρα δὲν ὑπῆρχον εἰς τὸ Ναυτικὸν ἀξιωματικοὶ ἱκανοὶ, ὡς ἐκεῖνος, ἢ καὶ ἱκανώτεροι τούτου, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης; Ἐγὼ γνωρίζω πληθὺν τοιούτων ἀξιωματικῶν, καὶ πολὺ ἱκανωτέρων αὐτοῦ, οἵτινες κέκτηνται τὰ προσόντα τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας, καὶ βαθμὸν ἀνώτερον τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου τούτου, καὶ εἰς τούτους ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἀποστολὴν ταύτην· ἀλλὰ ἐξελέξατο, δι’ οὓς εἶχε λόγους, ἀξιωματικὸν μήπω συμπληρώσαντα τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν. Ἀδικήσας δ’ οὕτω αὐτὸν ἀληθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἔρχεται σήμερον νὰ ψηφίσῃ προσωπικὸν νόμον, ὅπως παράσχῃ αὐτῷ τὸ μέσον τοῦ προβιβασμοῦ, λησμονῶν ὅτι ἡ τοιαύτη ἐνέργεια ἐπάγεται τὴν κατάλυσιν τῶν νόμων περὶ θαλασσίου ὑπηρεσίας. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, Κύριοι, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ὑποβάλλεται ἡμῖν πρὸς ψήφισιν νόμος προσωπικὸς ὑπὲρ ὡρισμένου ἀνθυπολοιάρχου, ὑφίσταται ἄλλος νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀξιωματικοὶ πεπειραμένοι καὶ ἱκανοὶ, ἀξιωματικοὶ δυνάμενοι νὰ ὑπηρετήσωσι πολὺ πλειότερον παρ’ ὅ,τι ὁ ἀνθυποπλοίαρχος Τσουκαλᾶς, ἀποστρατεύονται ἕνεκα ὁρίου ἡλικίας, καὶ τοιοῦτον ἔχομεν τὸν πλοίαρχον Σαχτούρην, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο ἐπ’ ἀγαθῷ νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὰς σημερινὰς τῆς πατρίδος περιστάσεις· τοῦτον ἀφήκαμεν ν’ ἀποστρατευθῇ, καὶ δὲν ἐπροκαλέσαμεν εἰδικὸν νόμον, ὅπως παραμείνῃ εἰς τὰς τάξεις. Πρὸς τί λοιπὸν νὰ προκαλέσωμεν εἰδικὸν νόμον διὰ τὸν ἀνθυποπλοίαρχον Τσουκαλᾶν; πρὸς τί νὰ προκαλέσωμεν εἰδικὸν νόμον διά τινας ἀξιωματικοὺς μήπω συμπληρώσαντας οὐ μόνον τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ τὸν χρόνον τοῦ προβιβασμοῦ; Ἴσως ἀξιωματικοὶ προαχθέντες κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ὀφείλοντες νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ τριετίαν θὰ προαχθῶσι καὶ οὗτοι, διότι οὐδεὶς ὑπάρχει περιορισμὸς, οὐδεμία πλέον ὑπάρχει ὑποχρέωσις. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι ὀλέθριος, καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ πολὺ τὴν προσοχήν της καὶ νὰ μὴ παρασυρθῇ ἀπὸ σφαλερὰς καὶ ἀπατηλὰς ὑποσχέσεις καὶ πληροφορίας, διότι θὰ καθιερώσῃ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θὰ καταστρέψῃ τὸ ναυτικὸν γόητρον, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς σήμερον εὑρίσκεται εἰς πολὺ ὑπέρτερον σημεῖον παρ’ ὅ,τι νομίζομεν. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχει διάταξίς τις περὶ γενικῶν ἀξιωματικῶν· ὑπὲρ ταύτης εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος, διότι πρόκειται περὶ προαγωγῆς ἀξιωματικοῦ ἀνωτέρου, ὅστις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, ἔχει ὅμως ἄλλα προσόντα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἱκανὰ, ὅπως παραβλέψωμεν τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν. Ἐδημιουργήθη ὄχι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ παρὰ τῆς Βουλῆς, θέσις ἀντιναυάρχου, τὴν ὁποίαν δὲν προεῖδεν ἡ Κυβέρνησις, ἠναγκάσθη ὅμως νὰ ψηφίσῃ ταύτην, διότι ἡ Βουλὴ κατὰ πλειοψηφίαν τὴν ἀπῄτησε. Λοιπὸν ἡ θέσις τοῦ ἀντιναυάρχου ἔδει νὰ προκαλέσῃ καὶ εἰδικὸν νόμον ὑπὲρ τοῦ ἀτόμου τούτου, ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν ταύτην τοῦ ἀντιναυάρχου. Καθ’ ὅσον γνωρίζομεν, δύο ὑπάρχουν γενικοὶ ἀξιωματικοὶ ἐν τῷ Ναυτικῷ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ὁ μὲν εἷς κατεῖχε μέχρι τοῦδε τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στόλου, ὁ δὲ ἕτερος τὴν τοῦ μοιράρχου τῆς θωρηκτῆς μοίρας. Βεβαίως ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ στόλου ἦτο ὁ ἀρχαιότερος, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ᾖναι ὁ νεώτερος· ὥστε, διοριζομένου τοῦ νεωτέρου ἐν τῇ διοικήσει τῆς θωρηκτῆς μοίρας, ἀναγκαίως παρέμενεν ἐν τῇ ἐπιθεωρήσει ὁ ἀρχαιότερος καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τῷ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐκτελῇ τὴν θαλάσσιον αὐτοῦ ὑπηρεσίαν. Ἐντεῦθεν ὅθεν ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη, ὅπως προκληθῇ εἰδικὴ νόμου διάταξις, δι’ ἧς νὰ προαχθῇ ὁ ἀνώτατος οὗτος ἀξιωματικὸς καὶ ἄνευ τῶν προσόντων τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας· ἄλλως τε εἰς ἀξιωματικὸν φθάσαντα εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποναυάρχου, ὑπηρετήσαντα δὲ ἐπὶ 40 ὅλα ἔτη καὶ πλέον, ἡ θαλάσσιος ὑπηρεσία εἶναι πάντη περιττὴ, διότι ὑποτίθεται ὅτι αὐτὸς διῆλθεν ὅλα τὰ στάδια ἐν θαλάσσῃ. Συνεπῶς, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀντιναύαρχον, καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δέον, παραλειπομένων ὅλων τῶν ἄλλων, νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἑξῆς: «Οἱ ὑπάρχοντες κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου γενικοὶ ἀξιωματικοὶ δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων κλπ.» Ὄσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς λοιποὺς ἀξιωματικούς, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, διότι θὰ καθιερώσωμεν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὀλεθρίους συνεπείας εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὴν προαγωγὴν αὐτῶν· κατὰ τί θέλει ἐμποδισθῆ αὕτη; ὁ νόμος τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας θὰ ὑφίσταται, οἱ δὲ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προσέθεσεν ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ οὗτοι θὰ ὑφίστανται, καὶ θὰ καταληφθῶσι μετ’ οὐ πολὺ, εὐθὺς ὡς οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ μήπω συμπληρώσαντες τὸν χρόνον τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας, ἤθελον συμπληρώσει τοῦτον. Δύναται λοιπὸν νὰ προαγάγῃ τοὺς ἔχοντας τὰ προσόντα καὶ νὰ σταματήσῃ μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, καθ’ ὃ ἄρχεται ἡ προσβολὴ τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας. Νὰ σταματήσῃ λοιπὸν μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, καὶ νὰ περιμείνῃ μέχρις οὗ συμπληρώσῃ ἕκαστος τούτων τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ προάγῃ διαδοχικῶς πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων.
§111Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μετὰ τοῦ ἐξ Ὕδρας κ. συναδέλφου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀδικοῦνται οἱ Βουλευταὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ.
§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἀδικοῦνται.
§113Κ. ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ἐπεφυλαττόμην εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἤθελον προτείνει, ὅπως οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι θὰ προβιβασθῶσι τώρα ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας, ὑποχρεωθῶσιν, εἰς τὸν δεύτερον βαθμὸν, τὸν ὁποῖον θὰ φέρωσι, νὰ ἐκτελέσωσι καὶ τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν τοῦ πρώτου χρόνου. Ἀπορῶ δὲ, Κύριοι, πῶς γίνεται τόσος λόγος περὶ τοῦ προβιβασμοῦ τῶν περὶ ὧν πρόκειται ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ἀφοῦ εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς τετράκις μέχρι τοῦδε ἐγένετο τοῦτο. Ὁσάκις ἡ Πολιτεία εἶχεν ἀνάγκην ἀξιωματικῶν, καὶ ἐστερεῖτο τοιούτων, παρελάμβανε τοὺς μαθητὰς τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων ἀπὸ τὴν τετάρτην τάξιν, ἀπὸ τὴν πέμπτην καὶ ἀπὸ τὴν ἕκτην, καὶ κατέτασσεν αὐτοὺς εἰς τὸν στρατὸν ὡς ἀνθυπολοχαγούς, ἄνευ ἐξετάσεων· οὕτω δ’ ἐξήρχοντο τῆς Σχολῆς καὶ ὑπηρέτουν εἰς τὸ στράτευμα, ὅταν δὲ αἱ περιστάσεις παρήρχοντο, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διέτασσε καὶ ὑπεβάλλοντο εἰς ἐξετάσεις, οἱ δὲ ἐπιτυχόντες — καὶ δὲν ἀπέτυχε κανεὶς — κατετάσσοντο ὁριστικῶς εἰς τὸ στράτευμα ὡς ἀξιωματικοί. Λοιπὸν, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θεωρῇ ἐπάναγκες, δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, διατὶ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ δώσῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως οἱ οὕτω προβιβασθησόμενοι ἀξιωματικοὶ διανύσωσιν εἰς τὸν δεύτερον βαθμὸν καὶ ἅπαντα τὸν ὑπολειπόμενον χρόνον τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας τοῦ πρώτου αὐτῶν βαθμοῦ. Τὴν τροπολογίαν ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§114Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Θὰ τὴν μελετήσωμεν καὶ θ’ ἀποφανθῶμεν.
§115ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθόν.
§116ΣΤΑΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πληροφορίαν, τίνες καὶ πόσοι εἶναι οἱ προβιβασθησόμενοι.
§117Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§119ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει δεχθῆ τὴν προταθεῖσαν τροπολογίαν· ἀναφέρω δὲ προσωπικῶς καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν τὸν κύριον Ζῶτον, διότι ἤκουσα μίαν φωνήν, ὅτε ἠγόρευον τὸ πρῶτον, λέγουσαν: «τί ἔκαμεν; ἔῤῥιψεν ἕνα κανόνι!» Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἔῤῥιψεν ἁπλῶς ἕνα κανόνι, ἀλλ’ ὅταν ὁ πλοίαρχος τοῦ Ἀγγλικοῦ πολεμικοῦ διεμαρτυρήθη, ἐτήρησε τοιαύτην στάσιν, οἵαν ὀλίγοι δύνανται νὰ τηρήσωσι, καὶ ἥτις γενικῶς ἐξετιμήθη καὶ ἐπῃνέθη, Κρῆτες δὲ, ἐλθόντες ἐνταῦθα, διεβεβαίωσαν, ὅτι ἡ στάσις τοῦ πλοιάρχου τοῦ «Μιαούλη» ἐνεθάῤῥυνεν ὅλους αὐτοὺς, ἀναχωροῦντας, νὰ συμπαραλάβωσι μεθ’ ἑαυτῶν ὅλα των τὰ πράγματα, ἐνῷ ἀπὸ τὰς ἄλλας πόλεις ἄλλοι ἔφευγον γυμνοί. Ἡ διαγωγὴ λοιπὸν τοῦ πλοιάρχου τούτου, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ ὑπερτριακονταετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν στόλον, εἶναι ὅλως ἐξαιρετική, καὶ συνεπῶς εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, καθ’ ἣν προβιβάζονται νεαρώτατοι ἀνθυποπλοίαρχοι, δύναται νὰ προβιβασθῇ καὶ αὐτὸς, εἰς τὸν ὁποῖον 5 μῆνες μόνον ὑπολείπονται, ἵνα συμπληρώσῃ τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, ἔχει δὲ εὐδοκιμωτάτην ὑπηρεσίαν καὶ ἐν τῷ στόλῳ καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ παντοῦ. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἐδέχθη ἄλλοτε νὰ προαχθῇ ὁ κατόπιν αὐτοῦ ἐρχόμενος κ. Βουδούρης, χωρὶς νὰ γογγίσῃ, διότι δὲν εἶχε τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία πρέπει σύσσωμος νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ἱκανοποιήσῃ τὸν ἀξιοπρεπῆ καὶ ἔντιμον καὶ γενναῖον τοῦτον ἀξιωματικόν. (Εὖγε! εὖγε!). (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διορισμοῦ προξένων μὴ κεκτημένων τὰ ὁριζόμενα ὑπὸ τῶν σχετικῶν νόμων προσόντα.
§121ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναβληθῇ. Οὐδεμίαν τῶν περιστάσεων θέλει οἰκονομήσει, δίδει δὲ τερατώδη ἐξουσίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.
§122ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἄρθρον 2 μάλιστα, παρὰ μετὰ μακρὰν συζήτησιν, νομίζω δὲ, ὅτι οὐδὲν ἔχει τὸ κατεπεῖγον, καὶ θὰ ἦτο καλλίτερον, ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία ἔχει τι τὸ ὑγιὲς ἀναμφισβητήτως, ἡ ὁποία ὅμως δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, λέγω, νὰ συζητηθῇ ἀνετώτερον καὶ ὅτε θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ μορφωθῇ τὸ νομοσχέδιον πληρέστερον καὶ συμφώνως μὲ τὸ πολίτευμα ἡμῶν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πλάττῃ θέσεις οἱασδήποτε θέλει, καὶ διὰ διατάγματος. Διὰ τοῦτο δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν. Ὑποστηρίζω μόνον τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς μὴ κατεπείγοντος.
§123ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατεπεῖγον εἶναι, καὶ ἀπορῶ πῶς, ἐνῷ ἅπαντες, νομίζω, οἱ συνάδελφοι, ἀδιακρίτως φρονήματος, ἀνεγνώρισαν τὸ ἀναγκαῖον αὐτοῦ, σήμερον λέγετε, ὅτι δὲν εἶναι κατεπεῖγον. Δὲν δύναμαι τώρα καὶ δὲν πρέπει νὰ συζητήσω διὰ ποίους λόγους’ ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἂν ἀναμνησθῆτε ὑπὸ ποίας περιστάσεις εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, θ’ ἀποδεχθῆτε ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ τώρα νὰ τὸ συζητήσῃ, βεβαίως δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν. Ἐπίστευον ὅμως, ὅτι, ὅπως κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἅπαντες ἀνωμολόγησαν ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον καὶ ἐπεῖγον, καὶ σήμερον, κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, δὲν ἤθελον προβληθῆ ἀντιῤῥήσεις καὶ δυσκολίαι.
§124Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ ἐλπίς, τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἐσχημάτισαν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς συζητουμένης μεταβολῆς εἰς τὴν νομοθεσίαν τὴν προξενικήν, μεταβολῆς, ἡ ὁποία μέλλει νὰ φέρῃ στρατιωτικοὺς εἰς τὴν διεύθυνσιν Προξενείων τινῶν. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ὅτι οὐχὶ ὅσα ἀναμένομεν ἤδη ἀπὸ τοὺς διορισθησομένους στρατιωτικοὺς ἐν Προξενείοις, ἀλλὰ πολὺ περισσότερα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντλήσῃ τις, ἐγκύπτων ἀπὸ 15 ἐτῶν εἰς τὰς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκθέσεις τῶν διαφόρων προξένων περὶ τῆς καταστάσεως ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν τῶν Ἑλληνικῶν ὑπὸ τὴν Τουρκίαν ἐπαρχιῶν. Δύναται νὰ ἀντλήσῃ τοσαῦτα, ὅσα οὔτε ἐπιτελεῖον ἦτο δυνατὸν νὰ προσφέρῃ. Ὅλα σχεδόν, ὅσα ζητοῦμεν διὰ τὰς ἐπαρχίας αὐτάς, ὅλα ὑπάρχουσιν, ἢ δυνάμεθα, ἂν θέλωμεν, εὐχερῶς νὰ τὰ μάθωμεν διὰ τῶν προξένων ἡμῶν. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι δὲν σπεύδει τὸ νομοσχέδιον. Νομίζω δὲ ὅτι αὐταπατώμεθα, ζητοῦντες παρὰ στρατιωτικῶν προξένων ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἢ οἱ πολιτικοὶ πρόξενοι ἔπραξαν, ἢ καὶ διὰ ἄλλων μέσων δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν. Ἀλλὰ τέλος πάντων μήπως τὸ νομοσχέδιον περιορίζεται μόνον εἰς αὐτό; παρεισάγει καὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐντελῶς ἀνατρέπουσι τὴν οἰκονομίαν τοῦ προξενικοῦ νόμου.
§125ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἀντισυνταγματικαί.
§126ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀνατρέπουσι τὴν οἰκονομίαν, διότι δίδουσιν ἐξουσίαν τοσαύτην εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὥστε δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον καμμία ἐγγύησις ὑπὲρ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνέγραψεν ὁ νόμος. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι, ἐνῷ δὲν κατεπείγει, εἰσάγει ἐπιζημίους μεταβολάς. Εἰς τὰς κατεπειγούσας ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι μᾶς περιστοιχίζουσι, τὸ νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα’ διότι, καὶ ἂν δύναται νὰ φέρῃ τοιαῦτα, δὲν ὑπάρχει ὁ καιρός. Ὥστε ματαίως σπεύδομεν.
§127ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ ἓν βλέπω, ὅτι ὑπάρχει ὄρεξις πρὸς συζήτησιν. Ἡ συζήτησις κατ’ ἐμὲ εἶναι ἐπιβλαβής, καὶ διὰ τοῦτο στέργω νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§128ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λάθος ἔχετε. Καμμία ὄρεξις πρὸς συζήτησιν δὲν ὑπάρχει, διότι τότε θὰ ἐζητοῦμεν νὰ συζητηθῇ. Ἀλλὰ μὴ ἔχοντες ὄρεξιν πρὸς συζήτησιν καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ζητοῦμεν τὴν ἀναβολήν.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν, ἢ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ παύσωμεν.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 15′ μ. μ.