1896.12.16
4,907 rows · 38,963 words · 333 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
τῆς 16 Δεκεμβρίου 1896.
(Δευτέρα)
Ὥρα 4 καὶ 25′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ μετὰ τινας παρατηρήσεις διορθωθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως, ὡς παραρτήματος τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου, καὶ Μουσείου χριστιανικοῦ, ἀσχολουμένου περὶ τὴν συλλογὴν καὶ ἐπιστημονικὴν κατάταξιν μνημείων τῆς Βυζαντιακῆς καὶ χριστιανικῆς τέχνης. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον, πλουτισθὲν ἐπαρκῶς, συγκεντρώνει κειμήλια, τὰ ὁποῖα βεβαίως χρησιμεύουσιν εἰς τὴν ἔρευναν καὶ ἐξιχνίασιν τῆς Βυζαντινῆς πρὸ πάντων ἐποχῆς, ἡ δὲ Ἑλλὰς ἔχει τὴν εὐτυχίαν νὰ κατέχῃ τὸν πλοῦτον τοῦτον, νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν, ἵνα ἐκτελῶνται τὰ κατὰ τὴν φύλαξιν αὐτοῦ τοῦ πλούτου καὶ ἀποκατασταθῇ οὗτος προσιτὸς εἰς πάντας τοὺς βουλομένους. Ὅθεν πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν, ἵνα διαῤῥυθμίσωμεν οὕτω τὰ τῆς διαφυλάξεως αὐτοῦ, ὥστε νὰ ἐκπληρῶται ἡ ἐξασφάλισις αὐτῶν, καὶ δεύτερον τὸ Μουσεῖον νὰ καθίσταται προσιτὸν εἰς πάντας τοὺς βουλομένους. Πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται ἐπιτήρησις τῶν φυλάκων, συγκέντρωσις τῆς διοικήσεως αὐτῶν εἰς χεῖρας ἑνός. Ὑπάρχει δὲ ἀρχαιοφύλαξ τῶν ἀρχαιοτήτων πρὸ 11 ἢ 12 χρόνων, ὁ ὁποῖος δύναται καὶ συνιστᾶται παρ’ ὅλων ὡς δυνάμενος νὰ τοποθετηθῇ ἐν τῷ Κεντρικῷ Μουσείῳ, ὡς προϊστάμενος ὅλων τῶν ἐπιστατῶν καὶ φυλάκων. Πρὸς τοῦτο εἰσάγω νομοσχέδιον. Ἐπίσης εἰσάγω νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως περὶ τροποποιήσεως διαφόρων ἄρθρων τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τελευταῖον εἰσάγω νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως περὶ χορηγίας δύο δωδεκατημορίων ἐπὶ τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 207–210).
§3ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἤθελον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀπηλείφθη τὸ κονδύλιον τὸ δι’ ἐνοικίασιν πάντων τῶν Εἰρηνοδικείων, καὶ τοῦτο ἔγεινεν ἴσως ἐκ τῆς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἤθελε ψηφισθῆ ἐγκαίρως τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Οὕτω δὲ κατὰ τὸν Ἰανουάριον δὲν θὰ ὑπάρχῃ πίστωσις πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐνοικίων τῶν Εἰρηνοδικείων.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ συνέβη καὶ κατὰ τὸ 1896. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 ἐψηφίζετο κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους. Ὑπεθέτομεν ὅτι ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς θέσιν νὰ προκαλέσωμεν τὴν κύρωσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως, καὶ ὅτι ἠθέλομεν ἀπαλλαγῆ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐνοικίων τῶν Εἰρηνοδικείων. Λοιπὸν ἐνεγράψαμεν ποσότητα πολὺ ἥσσονα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐνεγράφετο κατὰ τὸ παρελθόν, ὅτε βεβαίως καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ἤθελον ἐπιβαρύνει τὸ Κράτος τὰ ἐνοίκια τῶν Εἰρηνοδικείων. Ἑπομένως ἡ πίστωσις, ἡ ἐγγραφεῖσα διὰ τὸ 1896, δὲν ἐπήρκεσε, καὶ ἐπληρώσαμεν τὸ κενὸν δι’ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως.
§5ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πολὺ καλά.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἰθάκης κ. Πεταλᾶς καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ ἀπὸ 19 Αὐγούστου 1852 ΣΕʹ νόμου περὶ συντάξεων τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 211). Ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας κύριος Χ. Βοζίκης ἀποτείνει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς.
§7ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγιγνώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ γραπτὰ θέματα καὶ τὰς ὑπὸ τῶν ὑποψηφίων διὰ τὴν θέσιν ἐμμίσθου παρέδρου κατὰ τὸν ἄρτι ἐνεργηθέντα διαγωνισμὸν λύσεις αὐτῶν, συγχρόνως δ’ ἐξετάσῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν οἱ ἐξετασθέντες ἐπετηρήθησαν κατὰ τὴν ἔγγραφον δοκιμασίαν, καὶ ὑπὸ τίνων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἂν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς συνεβούλευσεν ὑποψήφιον ν’ ἀντικαταστήσῃ ὡς μὴ ὀρθὴν τὴν ἔγγραφον τοῦ θέματος λύσιν, διευκολῦναν αὐτῷ τὴν ἀντικατάστασιν καὶ ὑποδεῖξαν τὸ λάθος.»
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Σπ. Τυπάλδος Φορέστης κατέθηκεν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχουσιν ὡς ἑξῆς.
§9ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ ἀνάγνωσις τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐγέννησέ μοι τὴν ἀπορίαν, ἂν θὰ ἐπεκτείνηται καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἥτις βαρέως φορολογουμένη πρέπει νὰ τύχῃ τῶν εὐεργετημάτων τῆς συμβάσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δηλώσῃ ῥητῶς εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ σύμβασις θὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν καὶ ἐπὶ τῆς Ἑπτανήσου. Παρακαλῶ δὲ προσέτι αὐτὸν, ἂν νομίζῃ ὅτι ἀντίκειται εἰς τοῦτο σύμβασίς τις προγενεστέρα, νὰ μεριμνήσῃ μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν φιλοπατρίας νὰ συνομολογηθῇ ὁμοία σύμβασις καὶ μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης.» Οἱ κ. κ. Βοζίκης καὶ Πέῤῥος ὑποβάλλουσιν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἑτέραν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἐχούσας ὡς ἑξῆς.
§10ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ποινικὴν δικογραφίαν, τὴν ἀφορῶσαν τὸν ὑπὸ τοῦ ἐν Ἀθήναις Κακουργιοδικείου καταδικασθέντα κατὰ τὸ ἔτος 1894 Παντελῆ Ἀναγνωστόπουλον.» «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσοι καὶ ποῖοι ἀρχιερεῖς ἐγκατέλιπον ἄνευ ἀδείας τὴν Ἐπισκοπήν των, τίνα μέτρα ἐλήφθησαν δι’ αὐτοὺς, καὶ ποῖοι ἀναπληροῦσι τούτους εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια.»
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάνεσης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ κατάστασιν ἀριθμητικὴν κατὰ βαθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, ἐνωμοταρχῶν πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως καὶ τῶν ὑπενωμοταρχῶν· παρακαλεῖ δὲ, εἰ δυνατὸν, νὰ πεμφθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐξεπεργάζεται τὰ περὶ χωροφυλακῆς καὶ ἀστυνομίας νομοσχέδια.
§12ΜΑΝΕΣΗΣ. Νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§13Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς εἶχε ζητήσει νὰ καταθέσω πίνακα καὶ σημείωμα περὶ τῶν ἀποσταλέντων πρὸς σπουδὴν ἀξιωματικῶν ἢ τῶν λαβόντων παράτασιν σπουδῆς, καὶ ποῦ ἕκαστος ἐκπαιδεύεται. Τὸν πίνακα τοῦτον καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα ἐκ Σπάρτης τῶν συμβούλων τοῦ Σπαρτιατικοῦ Συνδέσμου, τῶν συμβούλων τοῦ Σπαρτιατικοῦ Γυμναστικοῦ Συλλόγου καὶ τοῦ προέδρου τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, ἐξαιτουμένων, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑπαγωγῆς τῶν δήμων Λιμναίων, Μαριοῦ, Σελινοῦντος καὶ Γλυπίας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Ναυπλίου.
§15Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καίτοι ἀπόντα, νὰ ὑποβάλῃ νέαν στατιστικὴν τῶν δικαστῶν, τῶν λαβόντων γνωμοδότησιν παρὰ τῶν διαφόρων συμβουλίων ἢ ἐπιτροπειῶν πρὸς προαγωγήν. Τοῦτο δὲ πράττω, διότι παρετήρησα, ὅτι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, εἰς ὃ βλέπω ὅτι ζητοῦνται νέαι γνωμοδοτήσεις ἀπὸ ἄλλας φαμπρικαριζομένας ἐπιτροπὰς, διὰ νὰ γείνουν αἱ προαγωγαί. Ἐπειδὴ ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ μου σταδίου γνωρίζω ὅτι πάντες οἱ δικασταὶ, οἱ ἐπὶ πενταετίαν τοιοῦτοι καὶ ἄνω, ἔχουν λάβει γνωμοδοτήσεις ἀπὸ τὰς διαφόρους κατὰ καιροὺς ἐπιτροπὰς, νομίζω ὅτι τὸ νὰ λαμβάνηται νέα πρόνοια περὶ νέων γνωμοδοτήσεων εἶναί τι περιττὸν καὶ ἄχρηστον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ τὴν στατιστικὴν αὐτὴν, διὰ νὰ ἴδωμεν πόσοι δικασταὶ ἔμειναν ἀγνωμοδότιστοι. Μετὰ τοῦτο ἤθελον κάμει μίαν σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καίτοι ἀπόντα. Εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ θεσμὸς τῶν ταμιευτηρίων ἐθεωρήθη ὡς ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, ὅσοι δὲ κατέγειναν εἰς τὴν μελέτην τῶν ταμιευτηρίων παρετήρησαν, ὅτι θησαυροὶ, δισεκατομμύρια ὁλόκληρα ἔχουν συλλεχθῆ ἐκ τῶν οἰκονομιῶν τοῦ λαοῦ καὶ ἔχουν κατατεθῆ εἰς τὰς Τραπέζας, μόνον δὲ ἡ Τουρκία καὶ ἡ Ἑλλὰς ὑστέρησαν κατὰ τοῦτο, μόνον ἡ Τουρκία καὶ ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχουν τὸν θεσμὸν τῶν ταμιευτηρίων. Καὶ ἄλλοτε, ὡς ἀνέγνωσα εἰς ἐφημερίδας, εἶχε γείνῃ μελέτη τις ἐπὶ τῶν ταμιευτηρίων, ἀλλὰ δὲν εἰσήχθη νομοσχέδιον τοιοῦτον εἰς τὴν Βουλήν. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀνέγνωσα ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» μελέτην περὶ ταμιευτηρίων, πρὸς δὲ καὶ τὴν εἴδησιν, ὅτι ἐσχηματίσθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν μία ἐπιτροπὴ, ὅπως μελετήσῃ τὸν θεσμὸν τοῦτον καὶ καταρτίσῃ νομοσχέδιον περὶ ταμιευτηρίων ταχυδρομικῶν καὶ σχολειακῶν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φροντίσῃ, ὅπως ἐπισπευσθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ταμιευτηρίων σχολειακῶν καὶ ταχυδρομικῶν, ἵνα τεθῇ ἐπὶ τέλους καὶ παρ’ ἡμῖν εἰς ἐφαρμογὴν ὁ θεσμὸς οὗτος. Κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι βέβαιον, ὅτι πεντάλεπτον σπαταλώμενον δύναται ν’ ἀνοίξῃ σχίσμα εἰς σάρακα, ὅστις δύναται νὰ καταστρέψῃ καὶ τὴν μεγαλειτέραν οἰκογένειαν, πεντάλεπτον δὲ οἰκονομούμενον δύναται νὰ ἦναι ἀρχὴ ζωῆς τακτικῆς καὶ πυρὴν περιουσίας. Ἐὰν ὁ θεσμὸς τῶν σχολειακῶν ταμιευτηρίων εἰσαχθῇ εἰς τὸ ἡμέτερον ἔθνος, βεβαίως θὰ συνειθίσῃ ὁ παῖς ἀπὸ τῆς μικρᾶς ἡλικίας, ὅπως ᾖ οἰκονόμος. Ἐὰν δὲ εἰσαχθῶσι καὶ τὰ ταχυδρομικὰ ταμιευτήρια, ἀναμφισβητήτως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι φύσει οἰκονόμος, θὰ καταθέτῃ τ’ ἀποταμιεύματά του εἰς τὸ ταμιευτήριον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔχωμεν πλοῦτον, ὁ ὁποῖος σήμερον ἀπόλλυται. Ἀνέγνωσα εἰς μίαν στατιστικὴν, ὅτι ἐν τῇ Γερμανίᾳ, ἡ ὁποία ἔχει πληθυσμὸν 52 ἑκατομμυρίων, εὑρίσκονται ἐναποτεταμιευμένα εἰς τὰ λαϊκά της ταμιευτήρια 5 δισεκατομμύρια φράγκα. Ἐὰν τὴν ἀναλογίαν ταύτην ἐφαρμόσωμεν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι, τῇ Ἑλλάδι, τότε θὰ ἔχωμεν 400 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἀποταμιεύματα, καθισταμένου τοῦ θεσμοῦ τῶν ταμιευτηρίων, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο λελυμένον ἐν μέρει καὶ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ἢ δὲν θὰ εἴχομεν οἰκονομικὸν ζήτημα. Τὴν σύστασιν περὶ τοιούτου θεσμοῦ ἠθέλησα νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει προνοήσει περὶ τούτου. Παρακαλῶ δὲ καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως σύσσωμος συστήσῃ τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ μιμηθῶμεν κατὰ τοῦτο τὴν Εὐρώπην, καθόσον πρόκειται περὶ θεσμοῦ λαμπροῦ, ἐξαισίου, λαϊκωτάτου καὶ χρησιμωτάτου.
§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§17ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πρὸς τούτοις ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ συμπληρώσῃ τὴν θέσιν τοῦ προξένου Ἐλασσῶνος. Πάντες γνωρίζομεν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς βεβαίως περισσότερον ἡμῶν, ὅτι τὸ Προξενεῖον Ἐλασσῶνος εἶναι τὸ μόνον Προξενεῖον, τὸ πλησίον τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἤδη δὲ, ὅτε συνταράσσεται ὁ Μακεδονικὸς πληθυσμὸς, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι πολὺ ἄτοπον νὰ διευθύνῃ τὸ Προξενεῖον τῆς Ἐλασσῶνος εἷς ἔμπορος, ὀνόματι Ξεφτέρης. Ὡς ἔμαθον, ὁ κ. Πετρινὸς, ὁ διορισθεὶς ἐκεῖ, δὲν δύναται νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Ἐλασσῶνα, διότι δὲν ἐκδίδονται τὰ ἐκτελεστήριά του. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, τότε ἂς σπεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ ἄλλον πρόξενον. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ κ. Ξεφτέρης δὲν παρέχει οὔτε τὰ ἐχέγγυα, οὔτε τὴν ἱκανότητα πρὸς τοῦτο.
§18Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ ὄνομά του εἶναι δραστήριον.
§19ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ναὶ, τὸ ὄνομά του εἶναι δραστήριον, ἀλλ’ ἡ δραστηριότης του δὲν φθάνει μέχρι τῶν ἐναντίον του ἀποφάσεων διὰ χρέη, ἕνεκεν τῶν ὁποίων δὲν τολμᾷ νὰ πατήσῃ εἰς Βόλον. Τούτων ἕνεκεν ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως σπεύσῃ εἰς τὴν πλήρωσιν τῆς θέσεως, διότι ἡ Ἐλασσὼν ἀνάγκη νὰ ἔχῃ πρόξενον ὡς πρέπει, καὶ, εἰ δυνατὸν, στρατιωτικόν.
§20ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσων ἐτῶν ὑπηρεσίαν ἔχει ὁ ἐν Κερκύρᾳ ὑπηρετῶν πρωτοδίκης Θεόδωρος Γλαράκης· διότι γνωρίζω, ὅτι εἶναι ἐγκαταλελειμμένος ἐπὶ 32 ἔτη καὶ δὲν προβιβάζεται.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντὶ τοῦ κ. Σκουλούδη μὴ ἀποδεξαμένου ν’ ἀποτελέσῃ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐπεξεργασθῇ τὰ νομοσχέδια περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, νὰ λάβῃ μέρος.
§22ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περιττὴ καὶ ἡ ἀντικατάστασις τοῦ κ. Σκουλούδη καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, διότι σήμερον εἴχομεν ὁρίσει τὴν 3ην ὥραν νὰ συνέλθωμεν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ πλὴν τοῦ κ. Πετσάλη, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς 2½ εἶναι ἐδῶ, καὶ ἐμοῦ, οὐδὲν ἄλλο μέλος ἐνεφανίσθη. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐρωτήσῃ τὰ μέλη τὰ ὁρισθέντα κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον, ἐὰν θέλουν νὰ ἐργασθῶσιν ἢ οὔ· ἐὰν δὲ δὲν εὐκαιρῶσιν ἢ δὲν θέλωσι, νὰ τ’ ἀντικαταστήσῃ, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον πολὺ ἐπείγει.
§23ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θέλω.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ προσεκάλεσα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης νὰ συνέλθουν σήμερον, τὴν 3ην ὥραν μ. μ. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι τὰ μέλη τὰ ὁρισθέντα ὑπὸ τοῦ Προεδρείου ὑπέγραψαν τὴν πρόσκλησιν, καὶ ἀπορῶ διατὶ δὲν ἦλθον.
§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ αὐτὸ δύναμαι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπιτροπῆς. Τὰ μέλη τῆς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπιτροπῆς ἐκλήθησαν ἅπαξ ἐγγράφως, ἀλλὰ τὴν ὁρισθεῖσαν ὥραν ἤμην μόνος ἐδῶ, ἔκτοτε δὲ οὔτε ἡ πρόσκλησις ἐπανελήφθη, οὔτε αἱ ἀρχαιρεσίαι τῆς ἐπιτροπῆς ἐγένοντο, οὔτε κανὲν νομοσχέδιον ὑπεβλήθη εἰς αὐτὴν, οὔτε τίποτε.
§26ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁρίσητε διὰ τὴν αὔριον ὥραν, καθ’ ἣν πρέπει νὰ συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου· ἐὰν δὲ τὰ μέλη αὐτῆς δὲν συνέλθουν οὔτε αὔριον, τότε νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι καταλληλοτέρα ὥρα εἶναι ἡ 3 μετὰ μεσημβρίαν. Θὰ προσκαλέσω δὲ καὶ ἐγγράφως τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς.
§28ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ὅταν πρόκειται νὰ ἐκλεγῶσι τὰ μέλη μιᾶς ἐπιτροπῆς, πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, πλὴν τῆς εἰδικότητος τῶν μελῶν, καὶ ὁ ζῆλος αὐτῶν διὰ νὰ ἐργασθῶσι, καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει προηγουμένως νὰ ἔρχησθε εἰς συνεννόησιν πρὸς τὰ μέλη αὐτὰ, ἵνα εὑρίσκητε καὶ τὴν ἀπαιτουμένην προθυμίαν.
§29ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω δύο παρακλήσεις ἐγγράφους, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης χρονοτριβῆς, τὴν μίαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἐξετάσῃ τὰς καταστάσεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων πληρώνεται πρὸς τὴν ἐργολάβον ἑταιρίαν ἡ ἐργασία πρὸς περάτωσιν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἐὰν τῷ ὄντι διὰ τῶν καταστάσεων αὐτῶν πιστοποιοῦνται δαπάναι διὰ γεύματα καὶ σαμπάνιαις, τὰ ὁποῖα οἱ διευθύνοντες τὴν ἑταιρίαν δίδουσιν εἰς διαφόρους προσκεκλημένους δαπάναις τοῦ Δημοσίου· αἱ δαπάναι αὗται ἐμπεριέχονται, κατὰ τὰς πληροφορίας μου, εἰς τὰς καταστάσεις. Μετέβη ὁλόκληρον τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Ἑταιρίας ἐκεῖθεν εἰς Μεγαλόπολιν, ἔδωσε διάφορα γεύματα, καὶ ὅλα τὰ γεύματα, πολυτελέστατα, ἐπληρώθησαν ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον!
§30ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῖοι προσεκάλεσαν;
§31ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ἑταιρίας. Θὰ ἴδητε εἰς τὰς καταστάσεις κονδύλιον διὰ γεύματα καὶ σαμπάνιαις. Ἐὰν εἰς τὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδώσαμεν εἰς τὴν ἑταιρίαν χειροκροτοῦντες 3,200,000 δρ. πρὸς περάτωσιν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἐγνώριζον ὅτι ὑπενοεῖτο καὶ ἡ πληρωμὴ τῶν πολυτελῶν αὐτῶν γευμάτων καὶ οἴνων, τότε βεβαίως ἐγὼ δὲν θὰ ἐψήφιζον αὐτόν. Πλὴν αὐτοῦ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῆς ἀνωτέρας ἐπιτηρήσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς σιδηροδρομικῆς ἑταιρίας οὐδόλως λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις καὶ τὰς γνώμας τῶν μηχανικῶν τοῦ Δημοσίου, τῶν ἐπιτηρούντων τὰ τῆς ἐργασίας, ἀλλὰ πᾶν ὅ,τι ἀποφασίζουν γίνεται τῇ ἐπινεύσει τῶν διοικούντων τὰ τῆς ἐργολάβου ἑταιρίας· διότι ἔχω πληροφορίας, ὅτι οἱ μηχανικοὶ, οἱ ἐπὶ τόπου ἐπιτηροῦντες τὰς ἐργασίας, καὶ οἱ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ πολιτικοὶ, ἄριστα ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκόν των, διαφόρους ἐγγράφους συστάσεις ἔκαμον εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς, ἀλλ’ οὐδεμία ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, καὶ ὅτε τὸ Συμβούλιον ἀνεγνώρισε τὸ ὀρθὸν τῶν συστάσεων τούτων, τότε οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἔλαβον τὴν καλωσύνην νὰ ἐγκρίνωσι τὰς συστάσεις αὐτάς. Τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην καταθέτω καὶ ἐγγράφως. Ἡ δευτέρα παράκλησίς μου ἀπευθύνεται πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Μοιραρχίας Ἀρκαδίας, ἐὰν ὁ μοίραρχος ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπιθεώρησιν, τὴν ἐσχάτως ἐνεργηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ συνταγματάρχου κ. Δημοπούλου, ἢ ἐὰν ἐτράπη εἰς φυγὴν, εὐθὺς ὡς ἔμαθεν, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς μετέβη εἰς Τρίπολιν, καὶ ἐὰν τὰ φύλλα ποιότητος τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὑπηρετούντων ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ μοιράρχου αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον οὐδεὶς ἄλλος νὰ γνωρίζῃ, πλὴν τοῦ σωματάρχου, τὰ ἐπιδεικνύῃ εἰς τὸν γραμματέα τῆς Μοιραρχίας, ἱκανώτατον ἄλλως ἐνωμοτάρχην, καὶ οὗτος γράφει ἐπὶ τῶν φύλλων ποιότητος.
§32ΔΑΓΡΕΣ. Ὑποβάλλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀναφορὰν ὑπογεγραμμένην ὑπὸ τῶν τυπογράφων Καλαμῶν, Τριπόλεως καὶ Ναυπλίου, τὴν ὁποίαν συνιστῶ εἰς τὴν προσοχὴν τῆς τε Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι ἀνατυποῦνται κατὰ τριετίαν, κατ’ ἔτος δὲ γίνεται ἐκτύπωσις παραρτημάτων, τὰ ὁποῖα προσκολλῶνται εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἐπέρχονται ὅλαι αἱ ἐλλείψεις ἐκεῖναι, αἱ παραβάσεις καὶ αἱ παρανομίαι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, διότι αἱ ἐφορευτικαὶ τῶν ἐκλογῶν ἐπιτροπαὶ οὐδέποτε ἀποφασίζουσι νὰ συμβουλεύωνται τὰ παραρτήματα, ἵνα προλαμβάνωσι τὰς παρανομίας. Εἶναι γνωστὸν κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν παρελθουσῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν πόσαι ἐνστάσεις προὐτάθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, αἱ ὁποῖαι ἅπασαι ἦσαν τῆς αὐτῆς φύσεως, τουτέστιν, ὅτι ἐψηφοφόρησαν ἄλλοι ἀντ’ ἄλλων, ὅτι ἐψηφοφόρησαν ἀντὶ ἀποθανόντων, ἀντὶ ἀπόντων, καὶ οὕτω καθεξῆς. Διὰ τῆς προκειμένης ἀναφορᾶς των συνιστῶσιν οἱ τυπογράφοι, ἵνα κατ’ ἔτος γίνηται ἡ ἀνατύπωσις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, καὶ οὕτω θ’ ἀποφεύγωμεν ὅλα τὰ ἄτοπα, τὰ λαμβάνοντα χώραν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, καθόσον θὰ γίνηται τελεία ἡ ἐκκαθάρισις τῶν καταλόγων διὰ τῆς ἐξαλείψεως τῶν τεθνεώτων, τῶν μὴ ὑπαρχόντων, τῶν μεταγραφέντων ἐν ἄλλοις δήμοις κλπ. Ἡ δαπάνη τῆς ἐργασίας ταύτης, ἂν καὶ δὲν ἔχω εἰδικότητα εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ ἦναι μεγάλη, καθ’ ἃ δὲ ἰσχυρίζονται οἱ τυπογράφοι, αὕτη δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 15 χιλιάδας δραχμῶν ἐπὶ πλέον τῶν ὅσων δαπανῶνται ἤδη, καὶ αὗται, ὡς γνωστόν, εἰς βάρος τῶν δήμων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὰ μέγιστα ἀγαθά, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπακολουθήσωσιν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ ἀνώτερα. Ὑπῆρχε νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη, ἄλλοτε, πρωθυπουργοῦντος ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ καὶ νῦν κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ὁποῖος καθιέρου τὸ μέτρον τοῦτο, ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτὸς κατηργήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη, ἥτις ἐπανέφερε τὸν ἐν ἰσχύϊ περὶ ἐκτυπώσεως τῶν παραρτημάτων ἐτησίως. Φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν τὸ σπουδαῖον μέτρον, ὅπερ ὑποδεικνύει ἡ ὑποβαλλομένη ἀναφορά, καθόσον ἐκτὸς τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς νομίμου ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν, θέλει ζωογονηθῆ καὶ ἡ βιομηχανία τῶν τυπογράφων, ἥτις τὰς μεγίστας τῶν ἐκδουλεύσεων παρέχει εἰς τὸ ἔθνος καὶ τὴν κοινωνίαν.
§33ΚΡΙΤΣΑΣ. Κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος, δὲν ἠξεύρω διὰ τινὰ λόγον, δὲν ἐκαλλιεργήθη ἡ παρὰ τὴν Λαμίαν κειμένη ἁλικὴ Γαντζοῦς. Ἕνεκα δὲ τούτου προέκυψεν ἔλλειψις ἅλατος, ἡ ὁποία ἔθεσεν εἰς δύσκολον θέσιν τοὺς κατοίκους τῆς Φθιώτιδος, διότι τὸ ἅλας ἐκεῖνο μεταχειρίζονται οὐχὶ μόνον εἰς τὴν συνήθη χρῆσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ὡς τροφὴν τῶν ζώων, ἡ ὕπαρξις τῶν ὁποίων εἶναι ἡ ὕπαρξις αὐτῶν τῶν ἰδίων κατοίκων, τὰ μάλιστα εἰς τὴν κτηνοτροφίαν ἀσχολουμένων. Ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων, κατιδοῦσα τὴν ἔλλειψιν ἅλατος, ἔσπευσε νὰ ἐφοδιάσῃ τὰς ἐν Φθιώτιδι ἀποθήκας της δι’ ἅλατος μὴ γινώσκουσα ὅμως, ὡς φαίνεται, τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, ἢ τοὐλάχιστον μὴ γινώσκουσα τὰς μεταξὺ τῶν διαφόρων ἁλάτων διαφορὰς, ἐφωδίασε τὰς ἀποθήκας ἐκείνας δι’ ἅλατος τῆς Ἀναβύσσου. Τὸ ἅλας ὅμως τοῦτο εἶναι τοιοῦτον, ὥστε καὶ διὰ τὸ μαγείρευμα μὲν εἶναι ἀκατάλληλον διὰ τοὺς πληθυσμοὺς, οἱ ὁποῖοι συνείθισαν νὰ μεταχειρίζωνται τὸ ἅλας τῆς Γαντζοῦς, ἰδίως ὅμως εἶναι ἐπιβλαβέστατον διὰ τὰ ζῶα, ἐκ τῶν ὁποίων πολλά, φαγόντα αὐτὸ, προσεβλήθησαν ὑπὸ νοσημάτων ὀξυτάτων, ἐπενεγκόντων εἰς αὐτὰ τὸν θάνατον, ἢ τὸ ὀλιγώτερον τὴν τύφλωσιν καὶ ἔκτρωσιν. Ἐκ τούτων πάντων ἐννοεῖτε πάντας τὰς ζημίας τὰς ὁποίας ὑπέστησαν καὶ δύνανται ἀκόμη νὰ ὑποστῶσιν οἱ κτηνοτρόφοι, ἂν ἡ κατάστασις αὕτη ἐξακολουθήσῃ καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ βεβαίως, διότι ὡς ἐκ τοῦ ἐπικρατοῦντος καιροῦ ἀναγκάζονται οἱ δυστυχεῖς κτηνοτρόφοι νὰ δίδωσιν εἰς τὰ κτήνη των ἅλας, ἔστω καὶ ἐκ τοῦ τῆς Ἀναβύσσου, διότι ἡ μὴ χρῆσις ἅλατος φέρει νοσήματα μᾶλλον ἐπικίνδυνα καὶ καταστρεπτικά. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ἐξ ὀνόματος τῶν ἀναξιοπαθούντων ἐν Φθιώτιδι κτηνοτρόφων, νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ ἐνεργήσῃ, ὅπως ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἐφοδιάσῃ ταχέως τὰς ἐν Φθιώτιδι ἀποθήκας δι’ ἀναλόγου ποσότητος ἅλατος, προερχομένου ἐκ τῶν ἀλατοπηγίων Μεσολογγίου, τὸ ὁποῖον κατὰ ποιότητα εἶναι ὅμοιον περίπου τῷ τῆς Γαντζοῦς. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ δώσω ὀφειλομένην τινὰ καὶ βραχυτάτην ἀπάντησιν εἰς τὸν ἐκ Ζακύνθου συνάδελφον, τὸν κ. Μελισσηνόν.
§34ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§35ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁμιλῶν προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ πραγματευόμενος ζήτημα ἀφορῶν εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ τηλεγραφικοῦ κλάδου, ἐνεθουσιάσθη, καὶ πολὺ δικαίως, διότι κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην προσέφερε πολύτιμον ὄντως ὑπηρεσίαν εἰς κλάδον, ὁ ὁποῖος, ὡς καὶ πάντες οἱ κλάδοι, δυστυχῶς μέχρι σήμερον παρορᾶται. Ἐγὼ, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὡμίλει, μὴ ἔχων λόγους νὰ ἐνθουσιασθῶ ὅσον καὶ αὐτὸς, περιωρίσθην εἰς τὸ νὰ ἀκροῶμαι αὐτοῦ ἐν προσοχῇ. Τὴν προσοχήν μου δὲ ταύτην δὲν διέφυγεν ἀνακρίβειά τις, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ διορθώσω ἀμέσως, εἰπὼν πρὸς τὸν συνάδελφον, ὅτι σφάλλεται, φρονῶν ὅτι συμφώνως πρὸς τὸν περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμον δύνανται νὰ διαμένωσιν ἐν τῇ ἑαυτῶν πατρίδι διοικηταὶ ταγμάτων καὶ πάσης στρατιωτικῆς μονάδος. Ὁ κ. συνάδελφος τότε, ἐν τῷ ἐνθουσιασμῷ ἐκείνῳ διατελῶν, δὲν ἐπέτρεψε νὰ πιστευθῇ, ὅτι τὸ ὑπ’ αὐτοῦ λεγόμενον ἦτο ἀνακριβὲς, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν ὑπερηφανείας ἀπήντησε μετὰ θυμοῦ, ὅτι εἶναι ἀκριβέστατον· ἔσπευσε δὲ νὰ ἐκφράσῃ καὶ τὴν βαθεῖαν λύπην του, ἐπὶ τῷ ὅτι εὑρίσκετο εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ μὲ διδάξῃ νόμους ἀφορῶντας καὶ εἰς τὸν κύκλον τῆς ἐνεργείας μου, ὡς ἀξιωματικοῦ. Ἠθέλησα τότε νὰ ἐξακολουθήσω συζητῶν πρὸς αὐτὸν, συνάδελφός τις ὅμως μοὶ ἐσύστησε νὰ παύσω, εἰπών μοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένω, διότι ὁ κ. Μελισσηνὸς, νομικὸς ὢν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λέγῃ ὅ,τι θέλει. Ἤκουσα τὴν συμβουλὴν τοῦ συναδέλφου ἐκείνου· ἐνθυμούμενος ὅμως ἀφ’ ἑτέρου καλῶς τὸν περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμον, ἠρκέσθην νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Μελισσηνὸν ὅτι πολὺ ἐβιάσθη νὰ κάμῃ τὸν διδάσκαλον. Προσέτρεξα ὕστερον εἰς τὸν ΦΜʹ νόμον· ὁ νόμος δὲ οὗτος λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀπαγορεύεται νὰ διορισθῇ τις ἢ νὰ διατελῇ ὑπάλληλος εἰς τὰς κάτωθι σημειουμένας θέσεις ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐξ ἧς κατάγεται ἢ ἐν ᾗ ἐξασκεῖ ἢ ἐξήσκησε κατὰ τὰ ἀμέσως προηγούμενα τρία ἔτη τοῦ διορισμοῦ του τὰ πολιτικὰ αὐτοῦ δικαιώματα, ἢ ἐξ ἧς ἔλαβε σύζυγον: αʹ) τῶν προέδρων τῶν πρωτοδικῶν, τῶν πρωτοδικῶν τῶν παρ’ αὐτοῖς εἰσαγγελέων, ἀντεισαγγελέων καὶ γραμματέων βʹ) τῶν εἰρηνοδικῶν· γʹ)—καὶ ἂς προσέξῃ καλῶς ὁ κ. συνάδελφος—τῶν διοικητῶν καὶ ὑποδιοικητῶν τῶν ταγμάτων, φρουράρχων, διοικητῶν μονίμων ἢ προσωρινῶν σταθμῶν, μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων ἢ ἀποσπασμάτων κατὰ τὰς ἐκλογὰς, διοικητῶν μοιραρχιῶν καὶ ὑπομοιραρχιῶν καὶ λοιπῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, διευθυντῶν τοῦ μηχανικοῦ καὶ τῶν παρ’ αὐτοῖς ἀξιωματικῶν. Ἐν περιπτώσει ἐκλογῶν ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν.» Παρακάτω λέγει ὅτι ἐξαιροῦνται ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, ὁ νομὸς, εἰς τὸν ὁποῖον λαμβάνει χώραν στρατιωτικὴ συγκέντρωσις κλπ. κλπ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ νόμου τούτου, φρονῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος θὰ πεισθῇ, ὅτι δικαίως τῷ εἶπον προχθὲς ὅτι ἐβιάσθη νὰ μὲ διδάξῃ, καὶ ὅτι ἀδίκως αὐτὸς εἶπεν ὅ,τι εἶπε καὶ ὅπως τὸ εἶπε· καὶ συνεπῶς, χωρὶς καὶ ἐγὼ νὰ ἐκφράσω λύπην ἐπὶ τῇ κακῇ του ἀντιλήψει, συνιστῶ εἰς αὐτὸν νὰ ᾖ εἰς τὸ μέλλον προσεκτικώτερος.
§36ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐγὼ λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφον.
§37ΚΡΙΤΣΑΣ. Πρὸς τὸν νόμον, ὄχι πρὸς ἐμέ.
§38ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Συζητουμένης, κ. Πρόεδρε, προχθὲς προτάσεώς μού τινος, ἢ μᾶλλον παρακλήσεώς μου πρὸς τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν βελτίωσιν τοῦ τηλεγραφικοῦ κλάδου, μεταξὺ τῶν ἄλλων προσεπάθησα νὰ πείσω τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, ὅτι ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν ἐντοπίων ὑπαλλήλων, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους, εἶναι ἄδικος. Μεταξὺ πολλῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ προβάλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶπον ὅτι, ἀφοῦ δυνάμει τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ἑλληνοδιδασκάλους, εἰς τοὺς καθηγητὰς τῶν Γυμνασίων, εἰς τοὺς γυμνασιάρχας εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ εἰς τοὺς διοικητὰς τῶν συνταγμάτων νὰ διαμένωσιν ἐν τῇ πατρίδι των, καίτοι μισθὸν μέγαν λαμβάνουσι, καὶ ὡς ἐκ τῆς περιωπῆς τῆς θέσεώς των, ἐὰν ἀναμιχθῶσιν εἰς τὴν πολιτικήν, δύναται νὰ βλάψωσι τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας, εἶπον ὅτι εἶναι ἄδικον οἱ δυστυχεῖς τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι νὰ μὴ δύνανται νὰ διαμένωσιν εἰς τὴν ἑστίαν των. Μὲ διέκοψεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος διὰ τῆς φράσεως «ὄχι δά!»...
§39ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὄχι.
§40ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Τὸ ἀνέγνωσα εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, εἰς ἃ σᾶς παραπέμπω... καὶ προσεπάθησε νὰ μὲ πείσῃ, ὅπως καὶ σήμερον, ὅτι διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ ἀναγνώσῃ, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς διοικητὰς τῶν συνταγμάτων νὰ διαμένωσιν εἰς τὴν πατρίδα των. Ὅτι ὁ νόμος δὲν ἀφορᾷ τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς, τοῦτο καὶ σήμερον παρεδέχθη, διότι δὲν τὸ ἀνῄρεσεν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος μὲ παρέπεμψεν εἰς τὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ θὰ λάβω τὸν κόπον νὰ τὸν παραπέμψω καὶ ὁ κ. συνάδελφος τὴν καλωσύνην ν’ ἀποδεχθῇ τὴν παραπομπήν του εἰς τὴν ἑρμηνείαν, ἥτις ἐδόθη εἰς τὸν νόμον. Ἑρμηνεύθη, κ. Πρόεδρε, ὁ νόμος περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς διοικητὰς τῶν συνταγμάτων, ὅτι μόνοι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Ἀρχηγείων δὲν δύνανται νὰ ἦναι ἐντόπιοι, ὄχι καὶ οἱ διοικηταὶ τῶν συνταγμάτων.
§41ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὄχι.
§42ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Μὴ λέγετε ὄχι, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι δύναμαι νὰ παραθέσω ἑκατοντάδα παραδειγμάτων, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν ὑπάρχουν διοικηταὶ τοιοῦτοι...
§43ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐξαιροῦνται αἱ Ἀθῆναι καὶ ὁ νομός, εἰς τὸν ὁποῖον λαμβάνει χώραν συγκέντρωσις στρατοῦ.
§44ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. .. ἐν αὐτῷ τῷ Κοινοβουλίῳ ἔχομεν σήμερον συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἑπομένως ἀσφαλῶς δημότην, τὸν κ. Σοῦτσον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ ὁλόκληρα ἔτη διηύθυνε τὸ σύνταγμα τοῦ ἱππικοῦ. Δὲν εἶναι ἐντόπιος; Βεβαίως ἄρα δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διαμένῃ ἐδῶ. Καὶ διατὶ ὁ τηλεγραφικὸς ὑπάλληλος, μισθοδοτούμενος μετριώτατα, νὰ μὴ δύναται νὰ ἐπιμερίζηται τὸν οἰκογενειακὸν ἄρτον καὶ νὰ κατοικῇ ὑπὸ τὴν πατρικὴν στέγην; Λοιπόν, κύριε συνάδελφε, μὲ παρεπέμψατε εἰς τὸν νόμον, ἐγὼ σᾶς παραπέμπω εἰς τὴν ἑρμηνείαν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαλέας.
§46ΜΑΛΕΑΣ. Οἱ ἐργολάβοι οἱ λαμβάνοντες μέρος εἰς δημοπρασίας εἶναι ὑπόχρεοι ἐκ τοῦ νόμου νὰ καταθέτωσι χρηματικὸν κεφάλαιον, ὡς ἐγγύησιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Βεβαίως ἐκ τῶν πολλῶν εἷς θ’ ἀνακηρυχθῇ, οἱ δὲ λοιποὶ θὰ λάβουν ὀπίσω τὸ κεφάλαιον. Ἀλλ’ ὁ κ. κεντρικὸς ταμίας ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ πληρωθῇ τὸ νόμιμον τέλος ἀπέναντι τῆς ποσότητος, ἡ ὁποία κατετέθη. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς δώσῃ μίαν διασάφησιν, ἐὰν ἦναι ὑποχρεωμένοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι κατέθεσαν τὰ κεφάλαιά των ὡς ἐγγύησιν, νὰ πληρώσουν ἢ μὴ τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, λαμβάνοντες τὴν ἐγγύησιν.
§47ΡΑΖΕΛΟΣ. Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα σήμερον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἶναι καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ηὐδόκησε νὰ ὑποβάλῃ. Οὐδεὶς βεβαίως ὑποτιμᾷ τὴν σημασίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πρώτην φορὰν ἀπὸ τοῦ 1833 λαμβάνεται πρόνοια περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω καλὸν, πρὶν ἢ συζητηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, νὰ ὑποβληθῇ εἰς προεπεξεργασίαν τινά. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἔχομεν τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ αἱ ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς πολὺ δυσκόλως συνέρχονται, ἐκτὸς δὲ τούτου ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος, ὁ ὁποῖος νομίζω ὅτι ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκην νὰ ληφθῇ ἕτερόν τι μέτρον. Ὡς γνωστὸν, ἡ ὑπηρεσία τῆς χωροφυλακῆς εἶναι σπουδαία καὶ ἔχει σχέσιν μὲ τὰ οἰκονομικὰ, μὲ τὴν δικαιοσύνην καὶ μὲ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἑπομένως νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν, ὅπως συστηθῇ ἰδιαιτέρα ἐπιτροπὴ, κατὰ τὸ πλεῖστον μὲν ἐκ στρατιωτικῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ περιλαμβάνουσα καὶ ἀριθμόν τινα μὴ στρατιωτικῶν ἐκ τῶν νομικῶν συναδέλφων ἡμῶν. Θὰ παρεκαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀποδεχθῇ, καὶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ὥστε νὰ καταρτισθῇ τοιαύτη ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ παρακληθῇ, ἵνα ἐντὸς ὡρισμένου καὶ βραχέος χρονικοῦ διαστήματος ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποδέχομαι προθύμως καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν ν’ ἀποδεχθῇ, εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ κατορθώσωμεν, ἵνα τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ψηφισθῇ πρὸ τῆς διακοπῆς ἐπὶ ταῖς ἑορταῖς, διότι τοιουτοτρόπως θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀσχοληθῶμεν ἐγκαίρως εἰς τὴν μείωσιν τῶν ἀλλοτρίων ἀσχολιῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἀπαλλάξωμεν αὐτὸν ξένης ἐργασίας. Τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη πέρυσι, καὶ νομίζω ὅτι εἶχεν ἀποσταλῆ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Εἶναι ὑπὸ τὴν μελέτην τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἤδη περὶ τοὺς 12 μῆνας. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ συστηθῇ ἐπιτροπή, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῇ καὶ ὑποβάλῃ μέχρι τῆς Τετάρτης ἔκθεσιν. Ἐὰν ὅμως δὲν φέρῃ ἕως τὴν Τετάρτην ἔκθεσιν, παρακαλῶ νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ νομοσχεδίου ἀμέσως, διὰ νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις μέχρι τοῦ Σαββάτου.
§49ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ συστηθῇ σήμερον, καὶ ἐντὸς δύο ἡμερῶν νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως γνωρίζει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ὅμοιον πρὸς τὸ περυσινόν.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μικρὰς παραλλαγὰς ἔχει.
§51ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐδόθη ἀφορμή, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μίαν παρατήρησιν. Νομίζω ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, τὰ νομοσχέδια νὰ κατετάσσοντο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατά τινα σειράν, ἀναλόγως τῆς ὕλης, τὴν ὁποίαν πραγματεύονται. Τοῦτο ἤθελεν εὐκολύνει καὶ τὴν μελέτην τῶν νομοσχεδίων, ἐὰν οἱ κ. Βουλευταὶ ἠδύναντο νὰ ἐπιλαμβάνωνται θεμάτων σχετικῶν, συναφῶν καὶ κατὰ τινα ἀλληλουχίαν. Καλὸν π. χ. νὰ συζητήσωμεν ὅλα τὰ στρατιωτικὰ κατὰ σειράν, τὰ γεωργικὰ ἐπίσης. Συμβαίνει δὲ καὶ ἄλλο τι· μελετᾶτε π. χ. ἓν στρατιωτικὸν νομοσχέδιον, διακόπτεται ἡ συζήτησις αὐτοῦ, καὶ ἔρχεται ἄλλο, γεωργικόν· διακόπτεται λοιπὸν τὸ νῆμα τῶν ἰδεῶν καὶ ἡ ἀκρόασις ἡ σχετικὴ πρὸς τοιοῦτον θέμα.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὡς κανὼν δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀναγράφηται· ἐλπίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις δὲν διαφέρει πολὺ τῆς γνώμης σας, διότι παρατηρῶ, ὅτι εἶναι ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὡς κανὼν λαμβάνεται, ὅτι πρέπει νὰ προτάσσωνται τὰ νομοθετήματα τοῦ γενικοῦ συμφέροντος ἀπὸ τὰ νομοθετήματα τοῦ ἐπαρχιακοῦ ἢ τοῦ δημοτικοῦ, καὶ τὸν κανόνα τοῦτον ἀκολουθοῦμεν. Τὸ περὶ ὁρίου ἡλικίας νομοσχέδιον π. χ. κρίνεται ὡς κατεπεῖγον, ἐπειδὴ δὲ ὑπῆρχον τὰ Θεσσαλικά, προετάχθησαν αὐτά, διὰ νὰ λυθῇ ζήτημα ἐκκρεμές, τὸ περὶ ἀναβολῆς ἢ ὄχι. Κατόπιν ἔρχονται τὸ περὶ καθυστερούντων κληρωτῶν, τὸ περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀνθυπασπιστῶν. Ἀλλὰ τὸ περὶ συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι ἐπίσης κατεπεῖγον, τὸ περὶ γεωργικῶν σταθμῶν ἐπίσης. Δὲν δύνασθε νὰ θέσητε ἕνα κανόνα. Ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι θὰ γένηται δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν καιρῷ, ἀλλὰ μὴ ζητεῖτε νὰ τὸν ἐπιβάλητε ἀπὸ τοῦδε.
§53ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ εἶναι κατεπεῖγον καὶ τοῦτο καὶ ἐκεῖνο. Τὸ κακὸν εἶναι, ὅτι ἀποτόμως διακόπτεται ἡ σειρὰ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ θέμα, ἐφ’ οὗ ὑφίσταται συζήτησις, εἶναι ἡ πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Οἰτύλου κ. Ραζέλου περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανώσεως καὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἔχουσι τὸν λόγον κατὰ σειρὰν οἱ κ. κ. Μάνεσης, Κόρπας, Μερλόπουλος καὶ Μαστραπᾶς.
§55ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν συμφωνῶ παντάπασι νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς, διότι δὲν εἰσηκούσθη ἡ εὐχὴ ἡμῶν, ὅπως ὁλόκληρος ὁ ὀργανισμὸς τῆς χωροφυλακῆς ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν; ὅτε ἤθελεν εἶσθαι δικαία ἡ ἀπαίτησις συστάσεως εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ προκειμένου ἡ χωροφυλακὴ νὰ μένῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ὁποίου πολλὰ μεταβάλλει, νομίζω ὅτι ἁρμοδιωτέρα εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ μηκύνητε τὸ χρονικὸν διάστημα. Ἡ ἐπιτροπή, ἐννοεῖται, θὰ συνέλθῃ αὔριον, ἀλλ’ ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μελετήσῃ καὶ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς καλέσῃ αὔριον, ὥστε νὰ ἐργασθῶμεν αὔριον καὶ τὴν Τετάρτην, τὴν δὲ Πέμπτην νὰ ὑποβάλωμεν τὴν ἔκθεσιν, καὶ οὕτω τελειώσῃ ἡ τρίτη συζήτησις τὸ Σάββατον.
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν θὰ φέρητε τὴν Πέμπτην τὴν ἔκθεσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν τὴν Πέμπτην, οὐδὲ νὰ τελειώσωμεν τὸ Σάββατον.
§57ΜΑΝΕΣΗΣ. Τὴν ὑποβάλλομεν τὴν Τετάρτην τὸ ἑσπέρας.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δίδω σπουδαιότητα πολλὴν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς, διότι συνδέεται ἀκριβῶς μὲ ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐπανειλημμένως ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ, ἄνευ διακρίσεως κόμματος καὶ θέσεως, ὑπεστήριξε, μὲ τὴν ἰδέαν τῆς βελτιώσεως τῶν ἀφορώντων τὰ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ παραπομπὴ αὐτοῦ εἰς ἐπιτροπὴν δύναται νὰ παρακωλύσῃ τὴν ἐπιψήφισίν του ἐντὸς τῆς παρούσης ἑβδομάδος, ὅτε ἐνδεχόμενον νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας μας ἕνεκα τῶν ἑορτῶν. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ προηγούμενα παραδείγματα, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν δύνανται ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν νὰ μελετήσωσιν ἐπισταμένως νομοθετήματα σπουδαῖα, καὶ ὅτι καλλίτερον δύνανται νὰ μελετηθῶσι ταῦτα ἐν τῇ Βουλῇ. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἐναντίον τῆς ἰδέας τῆς παραπομπῆς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἕνεκα τῆς σημασίας τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἄλλη τις ἐργασία πρέπει νὰ ὑποβληθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταργεῖ ἐν μέρει τὸν ἰσχύοντα θεσμὸν περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι συγχωνεύει ἐν τῇ χωροφυλακῇ ὅλους τοὺς ἀστυφύλακας...
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν πληροφορίαν; Ὑποθέτω ὅτι, ὅταν ὑμεῖς τελειώσητε τὴν ἀγόρευσίν σας, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἀνέλθῃ τὸ βῆμα, ἵνα εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας.
§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χαίρω, διότι ἡ σύστασίς μου ἐκπληροῦται.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος.
§63ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν συνέστησεν ὁ ἐξ Εὐρυτανίας κ. Βουλευτὴς, ὅτι πρέπει δηλ. τὰ ὁμοειδῆ νομοσχέδια νὰ συζητηθῶσιν ὁμοῦ. Νομίζω ὅτι ἡ πρακτικωτέρα μέθοδος εἶναι ἡ ἐπὶ τῇ βάσει διαιρέσεως τῶν νομοσχεδίων εἰς κατεπείγοντα ἢ μή. Ἐπειδὴ δὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς εἶναι ἐξόχως κατεπεῖγον, τάσσομαι μὲ τὴν γνώμην, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συζητηθῇ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα, μὴ ἐγγεγραμμένα μὲν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα εἶναι πλέον κατεπείγοντα, καὶ τὰ ὁποῖα ἐπὶ πλέον δὲν ἀπαιτοῦσι μακρὰν συζήτησιν. Τοιοῦτο νομοσχέδιον εἶναι τὸ πρό τινων ἡμερῶν εἰσαχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ παροχῆς εὐκολιῶν εἰς τοὺς κατέχοντας φυτείας καὶ γαίας ἐθνικὰς καὶ καθυστεροῦντας ἐτησίας τινὰς δόσεις ἐκ τοῦ τιμήματος. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἐξόχως κατεπεῖγον, καὶ νομίζω δίκαιον νὰ ληφθῇ ἡ ἀπόφασις, ὅπως ὡς τάχιστα συζητηθῇ.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, θέλει ὅμως ἀναγραφῇ αὔριον· ἀλλὰ μὴ ἀποδίδετε εἰς τοῦτο μεγάλην κατεπειγότητα· διότι, καὶ ἂν ἤθελε βραδύνει ἡ ἐπιψήφισις, θέλομεν λάβει πρόνοιαν νὰ εἰδοποιήσωμεν τὸν ταμίαν, ὅτι ὑπεβλήθη τοιοῦτο νομοσχέδιον, ὅμως μὴ προβῇ ταχέως εἰς τὴν ἐνέργειάν του. Δὲν ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ εἰδοποιήσω τὰς ἀρχὰς νὰ ἀναστείλωσι τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ παλαιοῦ νόμου, ἀλλὰ μόνον νὰ μὴ ἐπισπεύδωσι.
§65ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Θεωρῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν· μετὰ τὴν δήλωσιν δὲ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀνακοινώσαντος τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι ἔχει καὶ νομοσχέδιον ἕτοιμον περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἔτι περισσότερον ἐπιβάλλεται ἡ ἐξέτασις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χωροφυλακῆς ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ αὐτὸ ἐπισταμένως καὶ καταδείξῃ τὰς πλημμελεῖς αὐτοῦ διατάξεις· καὶ τὸ νομοσχέδιον δὲ περὶ ἀστυνομίας πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, διότι συνδέεται ὁ ὀργανισμὸς τῆς χωροφυλακῆς μετ’ αὐτοῦ, πρέπει δὲ νὰ περιμένωμεν τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας, διὰ νὰ ἴδωμεν πῶς συνδέεται μετὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χωροφυλακῆς.
§66ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κύριοι, ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς κατὰ κανόνα παραδέχεται τὴν παραπομπὴν τῶν νομοσχεδίων εἰς ἐπιτροπὴν, καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν ἐπιτρέπει εἰς τὴν Βουλὴν, ἄνευ τοιαύτης προεξετάσεως νὰ ἔρχωνται ἀπ’ εὐθείας τὰ νομοσχέδια εἰς συζήτησιν. Τοῦτο εἶναι ἀρχὴ ὀρθοτάτη, ὑπὲρ τῆς ὁποίας συνηγόρησε πάντοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τῇ εἰδικῇ ἐπιτροπῇ δύνανται νὰ ἀναπτυχθῶσι γνῶμαι παρ’ εἰδικῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, αἵτινες ἐνίοτε δὲν δύνανται νὰ λεχθῶσιν ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει. Ἡ μὴ ἐπεξεργασία τῶν νομοσχεδίων ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν φέρει μυρία ἄτοπα καὶ μάλιστα παρ’ ἡμῖν, ὅπου ὑπάρχει ἓν μόνον νομοθετικὸν σῶμα. Ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της μέχρι τῆς Τετάρτης ἢ Πέμπτης, καὶ δὲν πιστεύω ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν δὲ, ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν μόνον, λέγω ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν μόνον. Ἡ χωροφυλακὴ δὲν ἀνήκει εἰς τὸν στρατὸν μόνον· αὐτὴ ἐνεργεῖ ἀνακριτικὰ καθήκοντα, ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον δὲν ὑποβάλλεται ὑπὸ μόνου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ εἶναι ὑπογεγραμμένον καὶ ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν, ὑπὸ τὸν ὅρον ἡ ἐπιτροπὴ νὰ φέρῃ ταχέως τὴν ἔκθεσίν της.
§67ΚΟΡΠΑΣ. Θὰ ἐδεχόμην εὐχαρίστως τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πυλίας Βουλευτοῦ, ἐὰν ἡ πρότασίς του ἦτο πραγματοποιήσιμος. Γνωστὸν ὅμως, ὅτι, ὁσάκις συνεστήθη ἐπιτροπὴ εἰδικὴ πολυμελὴς, οὐδέποτε ἔφερεν ἀγαθὸν καρπόν. Ἀλλαχοῦ συχνότατα γίνονται συζητήσεις ἐν εἰδικαῖς ἐπιτροπαῖς ἐπὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα παραπέμπονται εἰς αὐτὰς, ὡς π. χ. ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν, ὡς γίνεται ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἐκ πολλῶν προσώπων νὰ συνέλθῃ καὶ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον. Διὰ τοῦτο τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον πρέπει νὰ παραπεμφθῇ μόνον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Στρατιωτικῶν, συγκειμένην ἀπὸ ἀξιωματικοὺς ἀνωτέρους καὶ πεπειραμένους, οἱ ὁποῖοι δύνανται ἐντὸς βραχυτάτου διαστήματος νὰ ἐξετάσωσι τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Συνεπῶς δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ συστηθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπή, καὶ διὰ τοῦτο τάσσομαι μετὰ τῶν προτεινόντων τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν.
§68ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλή, κατόπιν τῆς γνώμης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παραδέχεται τὴν παραπομπὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς ἐντὸς δύο ἡμερῶν. Δὲν ἐννοῶ δὲ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Πυλίας, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἀνακριτικῶν καθηκόντων, εἶναι καθαρῶς στρατιωτικόν, καὶ ἐπὶ τούτου μόνον στρατιωτικοὶ δύνανται ν’ ἀποφανθῶσι. Μὴ λησμονῆτε δὲ, ὅτι οἱ Βουλευταί, οἱ μὴ ἔχοντες ἁρμοδιότητά τινα ἐπὶ συζητουμένου τινὸς νομοσχεδίου, μόνον ἐκ τῆς συζητήσεως σχηματίζουσι γνώμην. Ἐγὼ π. χ. ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, μόνον ἐκ τῶν συζητήσεων ἀναμένω νὰ φωτισθῶ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον πρὸ τοῦ νέου ἔτους· ἀλλὰ μὲ τὴν πολυμελῆ ἐπιτροπὴν τί θὰ γείνῃ; τίποτε. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὅμως θὰ φέρῃ γνώμην τινά, ἀφοῦ μελετήσῃ ἐπισταμένως τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ὁποία τὴν ἑσπέραν τῆς Τετάρτης νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§69ΣΤΑΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Τριχωνίας δὲν ἀντελήφθη καλῶς τῶν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντων, διότι ὁ κ. Πρόεδρος συμφωνεῖ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἐξ Οἰτύλου κ. συναδέλφου, ἀρκεῖ ἡ ἐπιτροπή, ἡ μέλλουσα νὰ καταρτισθῇ πρὸς ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ περατώσῃ τὸ ἔργον αὐτῆς μέχρι τῆς προσεχοῦς Τετάρτης. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ Οἰτύλου εἶναι ὀρθοτάτη, διότι δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου καθαρῶς στρατιωτικοῦ. Ἐν ἄρθρῳ 4 π. χ. λέγει: «Τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς, καθιστῶσιν αὐτὴν σῶμα βοηθητικὸν τῆς διοικήσεως· ἑπομένως κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν ὑπάγεται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν ὁποίων καλεῖται πρὸς βοήθειαν τῆς διοικήσεως.» Ὀρθῶς δὲ εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Πυλίας, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ ἔχει καὶ ἀνακριτικὰ καθήκοντα καὶ πολλὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα γινώσκετε. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίου σπουδαίου, οὐ μόνον ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν, διότι θ’ αὐξήσῃ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, θ’ ἀνοίξῃ νέας θέσεις, θὰ μεταθέσῃ ἀξιωματικούς, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν διοικητικὴν καὶ δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως, διότι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς θὰ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντα τῆς ἀστυφυλακῆς. Δὲν πρέπει ἑπομένως νὰ σπεύσωμεν εἰς ἐπιψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου, ἵνα μὴ μετ’ οὐ πολὺν χρόνον εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νέας τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας. Μὴ λησμονῶμεν δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς παρούσης περιόδου ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ καταργήσῃ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, καὶ τὴν κατήργησεν ἐν μέρει διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψήφισε μὲν ἡ Βουλή, δὲν ἐκύρωσεν ὅμως ὁ Βασιλεύς. Σήμερον πάλιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας· ἐπειδὴ δὲ τὸ νομοσχέδιον τῆς χωροφυλακῆς συνδέεται μετὰ τοῦ ὑποβληθησομένου, δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται νὰ παίξωμεν. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τρεῖς συνεδριάσεις νὰ ψηφίσωμεν τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἄνευ ἐκθέσεως εἰδικῆς τινος ἐπιτροπῆς, συνισταμένης οὐ μόνον ἐκ στρατιωτικῶν συναδέλφων, ἀλλὰ καὶ ἐκ νομικῶν· διότι, ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μέχρι καὶ τοῦ Σαββάτου θὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι ἡμῶν, εἶτα δὲ θὰ γείνῃ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν σύστασιν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου.
§70ΡΑΖΕΛΟΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι βεβαίως τὰ φῶτα καὶ τὴν ἱκανότητα τῶν στρατιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπήν. Ἀλλ’ ὡς γνωστόν, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δυσκόλως συνεδριάζει, ἡ ἰδία δ’ αὕτη ἐπιτροπὴ, μολονότι παρεπέμφθη εἰς αὐτὴν ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Ἱππικοῦ, δὲν ὑπέβαλεν εἰσέτι ἔκθεσιν, καὶ ἂν παραπεμφθῇ εἰς αὐτὴν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ λάβῃ τὴν τύχην τῶν λοιπῶν. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συστηθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ λάβωσι μέρος, ὡς καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐπρότειναν, καὶ Βουλευταὶ νομικοί. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πλὴν τῶν ἐν τῷ δευτέρῳ μέρει τοῦ Κανονισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἀναγραφομένων σχέσεων τοῦ σώματος μετὰ τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν, Ἐσωτερικῶν, Δικαιοσύνης καὶ Ναυτικῶν, ἡ χωροφυλακὴ ὑπάγεται καὶ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον, κατά τε τὴν ὑπηρεσίαν τῆς διοικήσεως καὶ φυλακὴν τῶν δασῶν, ἥτις τυγχάνει ἀνατεθειμένη αὐτῇ προσωρινῶς, καὶ κατὰ τὴν διάσωσιν καὶ τὴν κάρπωσιν τῶν κτήσεων τοῦ Δημοσίου, τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῶν τε μεταφερομένων δημοσίων χρημάτων καὶ τῶν ταμείων τοῦ Κράτους.» Εἶναι, ὡς παρατηρεῖτε, πλεῖστα ἀντικείμενα, ἀφορῶντα καὶ ἄλλους κλάδους τῆς διοικήσεως, πρὸς τὰ ὁποῖα ἔχει σχέσιν ἡ χωροφυλακή. Βεβαίως καὶ οἱ στρατιωτικοὶ, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποτελέσωσι τὴν ἐπιτροπὴν, εἶναι κάτοχοι τῶν γνώσεων τούτων, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ μὴ συμπεριληφθῶσι καὶ εἰδικώτεροι Βουλευταὶ διὰ τὰ ἀνακριτικὰ καὶ λοιπὰ καθήκοντα.
§71ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ὀργανισμοῦ.
§72ΡΑΖΕΛΟΣ. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ἀναγκαιοτάτη καθίσταται καὶ ἡ παρουσία νομικῶν Βουλευτῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τοῦτο δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. Ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της μέχρι τοῦ Σαββάτου. Ἀλλὰ παρίσταται δυσκολία συζητήσεως, ἕνεκα τῆς σειρᾶς, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ νὰ προταχθῇ ὅλων τῶν νομοσχεδίων, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ συζητηθῇ καὶ χωρὶς νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἐὰν ὅμως πρόκειται νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν σειράν του, τότε προτείνω τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§73Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περιώρισε πολὺ τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος χορηγεῖται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, τὰ ὁποῖα ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὴν σύνοδον ταύτην, καὶ δὲν νομίζω ὅτι δύναται ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι περιλαμβάνει τοὺς καλλιτέρους στρατιωτικοὺς καὶ τοὺς καλλιτέρους δικηγόρους, δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν καλλίτερον καταρτισμὸν τοῦ νομοσχεδίου ἐντὸς βραχέος χρόνου. Τὸ νομοσχέδιον δίδει δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταθέτῃ ἀξιωματικοὺς ἐκ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ εἰς τὴν χωροφυλακήν. Τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο μόνον θὰ διαιρέσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς δύο γνώμας. Διὸ ἀπαιτεῖται καιρὸς πρὸς μελέτην. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συναινέσῃ νὰ συστηθῇ μὲν ἡ ἐπιτροπὴ, ἀλλὰ νὰ δοθῇ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος πρὸς ἐξέτασιν, νὰ ἔλθῃ δὲ τὸ νομοσχέδιον εἰς συζήτησιν μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δὲ συμβῇ πᾶσα ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἦναι ὁμόφωνος, δὲν θὰ γεννηθῶσι πολλαὶ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ.
§74ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει ὁ νόμος περὶ χωροφυλακῆς νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν κατὰ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου, νομίζω ὅτι εἶναι ματαιοπονία ὅσα λέγονται περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς, εἴτε ἐκ νομικῶν εἴτε ἐκ στρατιωτικῶν, ὅπως δῆθεν ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ φωτίσῃ τὴν Βουλήν. Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ οὐδόλως θέλει φωτισθῆ ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλῃ ἡ ἐπιτροπὴ, ἂν ὑποβάλῃ τοιαύτην. Ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλὴ, εἶναι νὰ δοθῇ εἰς αὐτὴν τὴν ἰδίαν ὁ ἀναγκαῖος χρόνος, ἵνα μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ φέρῃ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν γνώμην της. Διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι σπουδαιότατον. Ἡ σύνταξις τῆς χωροφυλακῆς, ὡς γίνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, λύει ζήτημα σπουδαιότατον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ βεβαίως καὶ νὰ σκεφθῇ θέλει καὶ νὰ συζητήσῃ ἀνέτως, λύει τὸ ζήτημα, πῶς θὰ καταστῇ ἐφικτὴ ἡ ἄσκησις τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Ἡ Κυβέρνησις εὗρεν, ὅτι τοῦτο κατορθοῦται διὰ τῆς διοργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς, τὴν ὁποίαν συνδέει μετὰ τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Τοῦτο ἐπαναφέρει ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων, τὸ ὁποῖον ἔτι μεγαλειτέραν ἐκτήσατο σπουδαιότητα μετὰ τὴν γενομένην δοκιμὴν τοῦ συστήματος τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Συνδέεται ἑπομένως καὶ μετὰ τῆς ἐνεργείας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ καὶ μετὰ τῆς καταστάσεως τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν, διότι φέρει ἀναγκαίως μεγάλην αὔξησιν ἐξόδων. Τόσα λοιπὸν καὶ τοσοῦτον σπουδαῖα ζητήματα, συνδεόμενα μετὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ μετὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῶσιν ἐπαρκῶς ἐντὸς τόσον ὀλίγων συνεδριάσεων, ὅσαι ὑπολείπονται μέχρι τέλους τοῦ ἔτους τούτου. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν δέχεται ὅπως μετὰ τὰς ἑορτὰς ἄρξηται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τοῦ περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὥστε νὰ δοθῇ χρόνος καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἂν σταλῇ εἰς αὐτήν, εἴτε εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα μελετήσωσι καὶ συζητήσωσι τὰ ζητήματα, νομίζω ὅτι τοὐλάχιστον πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ αὔριον ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν φρονῶ ὅτι κατεπείγει, ὅτι σπουδαιότατα συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐπιβάλλουσι νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου· νομίζω τοὐναντίον, ὅτι, ἀφοῦ ἀναβάλλεται ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία κατὰ παράβασιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου μεταφέρεται μετὰ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς ἐπιβάλλεται νὰ προηγηθῇ, καὶ νὰ προηγηθῇ σχεδὸν ἀσυζητητεί.
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς ἀποδίδουσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἵτινες ὡμίλησαν μέχρι τοῦδε, μεγάλην σημαντικότητα, διότι προβάλλουσιν ὅτι, ἐπειδὴ κατὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς ἡ χωροφυλακὴ προώρισται νὰ δίδῃ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, πρέπει νὰ κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις αὐτῆς πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὡσαύτως, ἐπειδὴ ἡ χωροφυλακή, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, προωρίσθη ἵνα δίδῃ συνδρομὴν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν, πρέπει νὰ κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις αὐτῆς μετὰ τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας· ὡσαύτως, ἐπειδὴ προωρίσθη νὰ παρέχῃ συνδρομὴν εἰς τὴν ἀστυνομίαν τῆς χώρας, πρέπει νὰ κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις αὐτῆς μετὰ τῆς ἀστυνομίας, ἤτοι μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Νομίζω ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ μελετηθῶσι, διότι ἐν τῷ ἰσχύοντι ὀργανισμῷ διὰ τῶν διαφόρων νόμων κανονίζονται ταῦτα ἐπαρκῶς. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει σημαντικότητα δι’ ἄλλο γεγονός, ὅτι καλεῖ τὴν χωροφυλακὴν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἀπαλλάσσει αὐτῆς τὸν τακτικὸν στρατόν· προσέτι, διότι αὐξάνει τὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς. Πρῶτον νεωτερισμὸν εἰσάγει τὴν ἀπασχόλησιν τῆς χωροφυλακῆς εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν. Ὁ κανονισμὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος συνετάχθη πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ἀνέγραψε πάσας τὰς ἄλλας σχέσεις τῆς χωροφυλακῆς, μόνον δὲ τὰς σχέσεις αὐτῆς μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀνέγραψεν, ὅπερ ἀναγράφεται νῦν. Ποῖαι εἶναι αἱ σχέσεις τῆς χωροφυλακῆς μετὰ τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας; Εἶναι νὰ συνοδεύωσι τοὺς εἰσπράκτορας, νὰ συνοδεύωσι τὰ χρήματα, νὰ φρουρῶσι τὰ ταμεῖα. Αἱ σχέσεις τῆς χωροφυλακῆς μετὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἀναγράφονται ῥητῶς ἐν τῇ Ποινικῇ Δικονομίᾳ. Τὰ ἄρθρα 18 καὶ 19 ἀναγράφουσι πότε ἐκπληροῦσιν οἱ χωροφύλακες τὰ καθήκοντα τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας, τῆς ἀνακρίσεως, τὰ ὁποῖα ἀνατίθενται εἰς αὐτούς. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀνάγκη οὐδενὸς κανονισμοῦ τῶν σχέσεων τῆς χωροφυλακῆς μετὰ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους. Μία μόνον πρόνοια ἀπαιτεῖται. Πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ ὑπάρχον σύστημα, καὶ νὰ λαμβάνωμεν τοὺς χωροφύλακας ἀπὸ τοὺς κληρωτοὺς τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ; ἢ πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα τῆς ἐθελουσίας κατατάξεως; Ποῖοι δὲ θέλουσιν εἶσθαι οἱ ὅροι τῆς ἐθελουσίας κατατάξεως; Δεύτερον, πρέπει ν’ αὐξήσωμεν τὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς; ἢ μᾶς ἀρκεῖ ἡ δύναμις, τὴν ὁποίαν εἴχομεν μέχρι τοῦδε; Αὐτὰ εἶναι τὰ κυριώτερα ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλομεν μελετήσει, οὐδαμῶς δὲ πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὰς σχέσεις τῆς χωροφυλακῆς πρὸς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας, διότι αὗται ἔχουσι κανονισθῆ πρὸ ἐτῶν πολλῶν. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἕτερον ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἵνα τὸ παραδώσῃ πρὸς ἐκτέλεσιν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀνακινοῦνται ἄλλα ζητήματα περὶ τὴν ἐκτέλεσιν, καὶ ἀπαιτεῖται πολὺς χρόνος, ὅπως μελετηθῶσι καὶ παρασκευασθῶσιν. Ἑπομένως διὰ τοῦτο συνέστησα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ σπεύσῃ, διότι ἔχομεν τὸ αὐτὸ συμφέρον, τὸ συμφέρον νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰ ἀλλότρια βάρη, διὰ νὰ καταστήσωμεν αὐτὸν ἱκανὸν εἰς τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ, τοῦτο δὲ πάντες, πιστεύω, εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσιν ὅτι πρέπει νὰ πράξωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Λοιπὸν, ἐὰν ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ Βουλὴ περιλαμβάνει καὶ νομικοὺς καὶ στρατιωτικοὺς ἐν γένει, καὶ ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν ἄλλων σωμάτων καὶ τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, πάντες δ’ οὗτοι θὰ συνεισφέρωσι τὰ φῶτά των, καὶ θὰ καταρτίσωμέν τι τελειότερον. Ἐγένετο μνεία τῆς διατάξεως περὶ μεταθέσεως ἀπὸ ἄλλων σωμάτων εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι θεμελιώδης· ἀνεγράφη, ἵνα δυνηθῇ νὰ καταρτισθῇ δεόντως τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ἐὰν τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ ἐκ τῶν ἰδίων αὐτοῦ ἀνδρῶν. Βεβαίως πρέπει νὰ συζητηθῶσι πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει ὄντως νὰ συζητηθῶσιν εὐρύτατα, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν.
§76ΡΑΖΕΛΟΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀποσύρω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον.
§77ΡΑΛΛΗΣ. Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πέντε ἢ ἓξ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι γενικωτέρου συμφέροντος, μεταξὺ δὲ αὐτῶν προέχει ἀκριβῶς τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς, διότι θέλει χρησιμεύσει ὡς ἀφετηρία πρὸς διοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ. Ἐντεῦθεν ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐψηφισμένων νόμων, νὰ προβῇ εἰς τὰ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα καθίστανται ἀναγκαῖα, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μόνον τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου θεωρεῖ ζήτημα κυβερνητικὸν, ἀφήνει δὲ τὸν καταρτισμὸν τῶν λεπτομερειῶν εἰς τὴν Βουλὴν, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ἀρχίσῃ ἀμέσως ἡ μελέτη τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν δὲ θεωρηθῇ ἀναγκαῖον νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν τινα, νομίζω ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην πρέπει νὰ ταχθῇ προθεσμία συντομωτάτη, καὶ οὕτω, νομίζω, θέλομεν δυνηθῆ πρὸ τοῦ διαλείμματος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ φέρωμεν εἰς πέρας τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον θεωρῶ σπουδαιότατον, διότι θέλει χρησιμεύσει ὡς ἀφετηρία εἰς τὴν διοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ραζέλος ἀπέσυρε τὴν πρότασίν του περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§79ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ ἐγγραφῇ ἀμέσως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ συζητηθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων.
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ θέλει παραγάγει τὰ ἴδια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θέλει παραγάγει καὶ ἡ ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις· καὶ δὲν προτείνω μὲν ν’ ἀρχίσωμεν σήμερον τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ αὔριον τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ ταχθῇ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἡ Βουλὴ ἐδέχθη νὰ ταχθῇ πρῶτον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον.
§83ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ὑπεβλήθη νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κανονιστικὸν τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου. Ἡ Βουλὴ, ἀναγνωρίσασα τὸ δίκαιον τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παμψηφεὶ ἀπεδέξατο τὸ νομοσχέδιον. Ἐν τούτοις ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐδημοσιεύθη, ματαιωθείς. Νομίζω ὅτι μέγιστον ἀδίκημα προσγίγνεται εἰς τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον, ἕνεκα τῆς μὴ κοινοποιήσεως τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀφοῦ μάλιστα τόσον ἐπισήμως ἡ Βουλὴ ἀνεγνώρισε τὰς ἀνάγκας τοῦ ὑγειονομικοῦ σώματος. Διὰ τοῦτο προτείνω, ἢ νὰ ψηφισθῇ καὶ πάλιν ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἢ, ἂν, ὅπως ἔχει, θεωρῆται ἀσύμφορος, νὰ τροποποιηθῇ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ γείνῃ ἐπαρκὴς εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ σώματος. Δὲν ζητῶ τὴν προαγωγὴν εἰς συνταγματάρχας καὶ ἀντισυνταγματάρχας, ἀλλ’ ἐπιδιώκω τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων ἄνευ μεγάλης δαπάνης, οἱ ὁποῖοι καὶ κοπιάζουσι καὶ πάσχουσι καὶ πολλὰς ὑπηρεσίας προσφέρουσιν εἴς τε τὸν στρατὸν καὶ τὴν κοινωνίαν. Ζητῶ τὴν ἀνακούφισιν τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου, οἵτινες πολλὰ ἐδαπάνησαν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅπως σπουδάσωσι καὶ ἐπαρκῶς καταρτισθῶσιν, ἐξακολουθοῦσι δὲ καὶ σήμερον ἔτι δαπανῶντες ἐν τῷ στρατῷ, εἰς ὃν ὑπηρετοῦσι, πρὸς τελειοποίησίν των. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ κλάδου τοῦ ὑγειονομικοῦ, ἐντὸς ὀλίγου τὸ σῶμα τοῦτο θέλομεν τὸ ἴδει ἀποσυντιθέμενον, διότι οὐδεὶς καλὸς ἐπιστήμων προσέρχεται πλέον εἰς τὸ σῶμα αὐτό, οἱ δὲ ὑπάρχοντες θὰ παραιτηθῶσιν. Εἰς τοῦτο ἀποβλέπων, καὶ μελετήσας, συμφώνως μὲ τὸ κρατοῦν σύστημα, καὶ ξένους κανονισμούς, λαβὼν δ’ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν πειστικωτάτην καὶ λογικωτάτην ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ψηφισθέντος καὶ μὴ λειτουργήσαντος νόμου, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου. Δι’ αὐτῆς προτείνω νὰ προστεθῇ εἰς ἕκαστον σύνταγμα στρατοῦ ἀνὰ εἷς ἐπίατρος. Ἡ πρὸς τοῦτο δαπάνη ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 49,000, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο καλύπτεται ἐκ τῆς καταργήσεως ἑνὸς ὑπιάτρου καὶ ἓξ ἀνθυπιάτρων, ἀναπληρουμένων δι’ ἐπικούρων τοιούτων. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἱκανοποιεῖται καὶ ἡ ὑπηρεσία καὶ τὰ ἄτομα, ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἐπιβαρύνεται ὁ προϋπολογισμὸς διὰ μεγάλης δαπάνης. Κρίνω περιττὸν νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πολλὰς καὶ ποικίλας ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσφέρουσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου. Πρῶτοι εἰς τοὺς σεισμούς, πρῶτοι εἰς τὰς πλημμύρας, πρῶτοι εἰς πᾶσαν ἐπικίνδυνον ἐπιδημίαν. Κρίνω περιττὸν νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν καιρῷ μάχης διατρέχουσιν ἄοπλοι τὰ πεδία τῶν μαχῶν, ὑπὸ τὸ φονικὸν πῦρ τοῦ ἐχθροῦ, ὡπλισμένοι δὲ μόνον μὲ τὴν ψυχραιμίαν τοῦ μάρτυρος, προσφέρουσιν ἰατρικὴν περιποίησιν εἰς τοὺς τραυματίας καὶ παρηγορίαν εἰς τοὺς θνήσκοντας. Δὲν θὰ φανῶ, νομίζω, ὑπερβολικὸς, ἄν φέρω εἰς τὸ αὐτὸ ὕψος τὸν Χριστὸν μὲ τὸν ἰατρόν. Καθὼς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐθυσιάσθη διὰ τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ ὁ ἰατρὸς ὁμοίως ἀποθνήσκει διὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, εἶναι, ὅτι ὁ καλὸς καταρτισμὸς τοῦ ὑγειονομικοῦ σώματος αὐξάνει, ἐνισχύει καὶ ἀνυψοῖ τὸ ἐθνικὸν θάῤῥος τοῦ ἐν ἐκστρατείᾳ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον ἠθικὸν θάῤῥος τὰ μάλα ἐπιδρᾷ εἰς τὴν ἐπιτυχῆ ἔκβασιν πάσης πολεμικῆς ἐπιχειρήσεως. Ἤδη παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ τὴν εὐγενῆ καλωσύνην νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐμελέτησε, συνέταξε καὶ ὑπέγραψε, περὶ καταμερισμοῦ τῶν γενικῶν θέσεων τοῦ στρατοῦ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἀπαιτεῖ οὔτε ἔξοδα, οὔτε θέσεις, οὔτε προβιβασμούς· εἶναι νομοσχέδιον ἀνέξοδον, εἶναι ὅμως τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, διότι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐκλείπουσιν οἱ ἀνοικτοὶ λογαριασμοὶ τῶν σωμάτων, ἕνεκα τῶν ὁποίων συμβαίνουσι λάθη, ἐκ τῶν λαθῶν ἀδικήματα, καὶ ἐκ τῶν ἀδικημάτων εὔλογα παράπονα. Διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ ἐπέλθῃ ἡ γαλήνη ἐν τῷ στρατῷ καὶ θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀπαραίτητος σύμπνοια, τῆς ὁποίας ὁ κλονισμὸς ὀλεθρίως ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ. Διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ ἀρθῇ ἐκ τοῦ μέσου ἡ ἐχθρικὴ στάσις, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ κρυπτῷ τὰ διάφορα σώματα τοῦ στρατοῦ μεταξύ των ἔχουσι. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι διὰ τῆς ὑποβολῆς καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου μεγίστην ὑπηρεσίαν θὰ προσφέρῃ εἰς τὴν πατρίδα.
§84ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου περὶ καταμερισμοῦ τῶν εἰδικῶν θέσεων, θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος πρό τινων ἡμερῶν εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ κατάστασιν τῶν γενικῶν θέσεων ἐν τῷ στρατῷ, καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὰς θέσεις ταύτας, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ, ὥστε καὶ αἱ καταστάσεις αὗται νὰ συνταχθῶσι συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος ὀργανισμοῦ, διότι φαίνεται ὅτι αἱ καταστάσεις αὗται συνετάχθησαν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου ἐν σπουδῇ καὶ δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Φέρω δὲ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου ἓν παράδειγμα. Εἰς τὸ Στρατιωτικὸν σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων π. χ. φέρονται ἐγγεγραμμένοι 4 συνταγματάρχαι, ἐνῷ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἀναγράφει ἕνα μόνον συνταγματάρχην, συνταγματάρχην δὲ δεύτερον ὡς καθηγητὴν περιλαμβάνει ὁ πέρυσι ψηφισθεὶς ὀργανισμός. Τοῦτο ἔφερον ὡς παράδειγμα τοῦ ὅτι αἱ καταστάσεις αὗται δὲν εἶναι συντεταγμέναι ἐν ἐπιμελείᾳ. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται, ὡς ὑποθέτω, ὅ,τι τάχιον νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νομοσχέδιον σχετικὸν πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο τοῦ καταμερισμοῦ τῶν γενικῶν θέσεων, αἱ καταστάσεις δ’ αὗται θὰ χρησιμεύσωσι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ ὥστε τὰ λάθη, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὰς καταστάσεις αὐτὰς, νὰ διορθωθῶσι, καὶ κατατεθῶσι καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ ἦναι σύμφωνοι πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ.
§85ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς παροχὴν δανείων ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας καὶ ἐν γένει εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Ἑλλάδος, παρεκάλεσα τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν τοιαῦτα δάνεια θὰ χορηγήσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ὅτι μετὰ συνεννόησιν αὐτοῦ μετὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κ. Στρέϊτ ἐλπίζει νὰ κατορθωθῇ τοῦτο, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει κώλυμα ἐξ ἄλλου νόμου.
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν;
§87ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Εὐχαρίστως.
§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ σύμβασις ἡ συνομολογηθεῖσα οὐδὲν παρεμβάλλει κώλυμα, ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παρέχῃ χορηγήσεις καὶ εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐὰν τὸ δικαίωμα τοῦτο ὑφίσταται ἐκ τῶν προγενεστέρων νόμων.
§89ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Λοιπὸν διαβεβαιῶ τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μελετήσας ἐπισταμένως ἐπὶ δύο ἡμέρας ὅλους τοὺς σχετικοὺς νόμους, τοὺς ἀφορῶντας τὴν σύμβασιν τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅλα τὰ σχετικὰ διατάγματα καὶ τὸ καταστατικὸν τῆς ἰδίας Τραπέζης, διαβεβαιῶ, λέγω, τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι οὐδὲν κώλυμα τοιοῦτον ὑπάρχει, διότι οὐδὲν προνόμιον ἔχει χορηγηθῆ εἰς τὴν Ἰόνιον Τράπεζαν.
§90ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα δὲν ἔχει κανὲν προνόμιον;
§91ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Οὐδὲν ἀφορῶν σύστασιν καὶ ἑτέρας Τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ.
§92ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτον προνόμιον.
§93ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐκτὸς τούτου ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν γεννᾶται ὑποχρέωσις πρὸς τὴν Τράπεζαν, ὅπως χορηγήσῃ δάνεια ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἐπειδὴ, κ. Πρόεδρε, προβλέπω ὅτι, εἴτε λόγῳ ἀβροφροσύνης πρὸς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, εἴτε ἕνεκα ἄλλων λόγων, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν θὰ θελήσῃ νὰ χορηγήσῃ τοιαῦτα δάνεια ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐπειδὴ — ἂς μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ εἴπω — πάντοτε οἱ δυστυχεῖς ἡμεῖς Ἑπτανήσιοι παρηγκωνίσθημεν, ἐπειδὴ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν διατελοῦμεν εἰς ἀθλιεστάτην κατάστασιν, πρὸ πάντων δὲ οἱ συμπολῖταί μου Ζακύνθιοι, οἵτινες ὄχι μόνον ὡς ἐκ τοῦ περονοσπόρου, ὄχι μόνον ὡς ἐκ τῶν χαμηλῶν τιμῶν τῆς σταφίδος, ὄχι μόνον ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ παρακρατήσεως, τοῦ ἀδίκου τούτου κατ’ ἐμὲ νόμου, ἀλλὰ καὶ ἐκ θεομηνιῶν ἔπαθον οἱ ἄνθρωποι, — οἱ γεωργοκτηματίαι εἶχον μικρά τινα ποσὰ ἐναποταμιευμένα ἐξ οἰκονομιῶν των, ταῦτα δὲ διέθεσαν, ἵνα κατασκευάσωσι μικρά τινα οἰκήματα, ἔστω καλύβας, καὶ περισυλλέξωσι τὰς οἰκογενείας των, διαμενούσας ἀστέγους ὡς ἐκ τῶν ἐπισυμβάντων σεισμῶν, — δι’ ὅλα ταῦτα παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ἐκλιπαρῶ, τὸν ἱκετεύω, νὰ μεσιτεύσῃ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου παρὰ τῷ διοικητῇ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τὸν παρακαλέσῃ, ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα χορηγῇ δάνειά τινα καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐπὶ τῷ μετρίῳ τόκῳ 5½ τοῖς ἑκατὸν, διότι εἶναι πρᾶγμα δικαιότατον, εὐκολία, ἥτις πρέπει νὰ χορηγηθῇ καὶ εἰς τοὺς Ἑπτανησίους, ἀφοῦ καὶ ἡμεῖς πολῖται Ἕλληνες εἴμεθα. Πιθανὸν νὰ μοὶ ἀντιτάξῃ τις, ὅτι ἔχομεν τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν ἐν Ἑπτανήσῳ, ἡ ὁποία δύναται νὰ χορηγήσῃ δάνεια καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὰς γεωργικὰς τάξεις τῶν συμπολιτῶν μας. Ἀλλὰ διαβεβαιῶ ὑμᾶς καὶ αὖθις, ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, μεθ’ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, παρέχει μὲν δάνειά τινα, ἀλλὰ ζητεῖ ἐγγυήσεις μεγάλας, ἢ ὑποθήκας ἐπὶ κτημάτων ἀξίας τριπλασίας τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον χορηγεῖ· ἐκτὸς τούτου ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ χορηγήσῃ δάνεια ὑπὸ τοὺς συμφέροντας ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ τὰ χορηγῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν. Δὲν δύναται ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα νὰ χορηγήσῃ εἰς ἡμᾶς δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν προϊόντων τῶν κτημάτων ἡμῶν. Πρόκειται, ὡς βλέπετε, περὶ εἰδικοῦ νόμου Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑψώσητε φωνὴν, ὅπως ληφθῇ, φροντὶς νὰ χορηγηθῶσι δάνεια καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ἰδίως ἐν τῇ πασχούσῃ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι μου.
§94ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς πρόσκομμα, ὥστε νὰ μὴ δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς οἱ κάτοικοι τῆς Ἑπτανήσου νὰ ἀπολαύσωμεν τῶν εὐεργετημάτων, τῶν ὁποίων θ’ ἀπολαύσωσι διὰ τῆς συμβάσεως τὰ λοιπὰ μέρη τοῦ Κράτους. Ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα δὲν ἔχει καταστήματα ἢ μόνον εἰς τὰς τρεῖς μεγάλας νήσους· εἰς τὰς ὑπολοίπους τέσσαρας νήσους δὲν ἔχει καταστήματα. Λοιπὸν, ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θελήσῃ νὰ δίδῃ δάνεια καὶ εἰς τὰς ἄλλας νήσους, δὲν δύναται νὰ τὴν ἐμποδίσῃ ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, καὶ ἂν θελήσῃ νὰ τὴν ἐμποδίσῃ, πρέπει νὰ συστήσῃ καταστήματα καὶ εἰς τὰς λοιπὰς νήσους, ἵνα χορηγῇ αὐτὴ δάνεια. Ὡς ἐκ τούτου παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὴν σύμβασιν ἡ ὑποχρέωσις τῆς Ἐθν. Τραπέζης, ὅπως δανείζῃ καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Ἐὰν δὲ ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐμποδίσῃ αὐτὴν, ἂς συστήσῃ ὑποκαταστήματα εἰς ὅλας τὰς νήσους, καὶ τότε ἡμεῖς δὲν θὰ ἔχωμεν παράπονον.
§95Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι μόνον δὲν ἀντιλέγω, ἀλλὰ καὶ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῶν προαγορευσάντων, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει κώλυμα νόμιμον—καὶ, κατὰ τὰς κυβερνητικὰς δηλώσεις κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, δὲν ὑπάρχει τοιοῦτο κώλυμα διὰ τὴν Θεσσαλίαν ὡς ἐκ τοῦ προνομίου τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης.—Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπεκταθῇ τὸ εὐεργέτημα καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ τὸ σπουδαῖον, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι αὐτό. Ἀφοῦ μάλιστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι ἀνέκαθεν ἔχει τὴν γνώμην περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡς πρὸς τὴν ὅλην Ἑλλάδα, δὲν ὑπάρχει κώλυμα, εἰ καὶ δὲν εἶχεν ἐξετάσει τὸ ζήτημα τοῦ κωλύματος ὡς πρὸς τὴν Ἑπτάνησον, τὸ ὁποῖον ὅμως, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος, φαίνεται ὅτι δὲν ὑπάρχει,—διότι ἐγὼ δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ὁ ἴδιος.—Τὸ σπουδαῖον εἶναι τοῦτο, ὅτι μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θὰ εὑρεθῆτε πρὸ ἀνυπερβλήτου προσκόμματος.
§96ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Δὲν θὰ γείνῃ αὕτη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας (ἱλαρότης).
§97Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ ἐὰν δὲν γείνῃ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας, τὸ ὁποῖον ἀπευχόμεθα ὅλοι, διότι ἀκριβῶς ἀσχολούμεθα πῶς νὰ γείνῃ αὕτη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας, πάλιν πρέπει νὰ προΐδωμεν ἤδη, ὅτε συζητοῦμεν τὴν σύμβασιν, διότι εὐθὺς μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὡς ἐνθυμεῖσθε πάντες...
§98ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν συζητοῦμεν τὴν σύμβασιν.
§99Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν συζητοῦμεν τὴν σύμβασιν εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις ταύτας κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ προέλθῃ μετὰ τῆς Τραπέζης καὶ ἐπὶ διαφόρων ἄλλων ζητημάτων. Μετὰ τὴν ἔναρξιν, ἔλεγον, τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅλοι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὑπέστη μείωσιν ἡ ἀξία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὴν ἐν Θεσσαλίᾳ κυκλοφορίαν, ἴσως καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Τότε, ἐὰν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, κατὰ τὸ ἔτος 1885, ἐγένετο σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὰ δίδραχμα καὶ μονόδραχμα, καὶ τότε ἐπετράπη ἡ κυκλοφορία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων καὶ τῶν τριῶν Τραπεζῶν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, τὸ ὁποῖον καὶ ἰσχύει. Ἀλλ’ εὐθὺς, ὡς ἀρθῶσιν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν τοιαύτην κυκλοφορίαν, θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἀνυπερβλήτου προσκόμματος, καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ δικαίωμα, δὲν θὰ ἦναι ἐφικτὴ ἡ ἐνάσκησις αὐτοῦ. Ἁπλῶς ῥίπτω τὴν γνώμην ταύτην, διότι δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ μελετήσω ἐπαρκῶς τὰ σχετικὰ ζητήματα.
§100ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τοῦδε δι’ εἰδικῶν νόμων ἐπετράπη ἡ χορηγία δανείων τοῖς γεωργοκτηματίαις εἰς τὰς τρεῖς προνομιούχους Τραπέζας, ἤτοι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας καὶ εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν. Τὸ πρῶτον νῦν εἰσάγονται ἐξαιρετικαὶ διατάξεις ὡς πρὸς τὰ ἐπὶ καλλιεργείᾳ δάνεια. Περὶ τῶν διατάξεων τούτων ἐποιεῖτο μνείαν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν πρώτην σύνοδον τῆς παρούσης περιόδου. Αἱ διατάξεις αὗται εἰσὶν ὄντως χρήσιμοι, διότι μόνον αὗται εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναστήσωσι τὴν γεωργίαν καὶ τὴν κτηματικὴν πίστιν, μόνον αὗται εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχωσιν εἰς τὰς Τραπέζας τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, ἄνευ τῶν ὁποίων εἶναι δύσκολον εἰς αὐτὰς νὰ χορηγῶσι τοιαῦτα δάνεια. Ὑποθέτω, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ὥστε αἱ διατάξεις αὗται αἱ ἐξαιρετικαὶ, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, νὰ γενικευθῶσιν ὑπὲρ πάντων τῶν χορηγούντων δάνεια χρήσιμα εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ συγκομιδὴν τῶν γεωργικῶν προϊόντων. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ ποιήσηται τοιαύτας χορηγίας καὶ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, διότι οὐδὲ τὰ μέσα ἔχει πρόχειρα, ὅπως παράσχῃ τοιαῦτα δάνεια ἢ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν· διότι, ἐὰν γείνῃ δάνειον ἐπὶ καλλιεργείᾳ κατὰ τὰς εἰδικὰς ταύτας διατάξεις, ὑποτίθεται, ὅτι πρέπει οἱ ὑπάλληλοι τῶν Τραπεζῶν νὰ εὑρίσκωνται πρόχειροι, ἵνα ἐφορεύωσι καὶ ἐποπτεύωσι τοὺς ὀφειλέτας. Ἀλλὰ ἀλλαχοῦ ὑπάρχει ἡ σπουδαιοτέρα δυσκολία, διότι κατὰ τὴν σύμβασιν, περὶ ἧς ὁ λόγος, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑποχρεοῦται πρὸς τοιαῦτα δάνεια νὰ διαθέτῃ ποσὸν μὴ ὑπερβαῖνον τὰ 10 ἑκατομμύρια...
§101ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατ’ ἐλάχιστον.
§102ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω... Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει διατεθειμένα πρὸς τοῦτο 6 ἑκατομμύρια. Ὥστε ἐὰν πρόκειται νὰ προβῇ εἰς νέας χορηγίας, αἱ χορηγίαι αὗται βεβαίως δὲν θὰ ἦναι μείζονες τῶν 4 ἢ 5 ἑκατομμυρίων. Εἶναι δὲ γνωστὸν μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσι καὶ τὰς ἐργασίας τῶν Τραπεζῶν καὶ μελετῶσι τὰ θέματα ταῦτα, ὅτι τοιούτων δανείων ἐπὶ καλλιεργείᾳ ἀνάγκην ἔχει ἡ περιφέρεια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς ἀσυγκρίτως μεῖζον ποσόν. Ἐὰν πρόκειται τῷ ὄντι νὰ παρασχεθῇ ἡ προσήκουσα προστασία εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, θὰ χρειάζωνται μόνον δι’ ἐκείνους τοὺς πληθυσμοὺς 10 ἑκατομμύρια. Ἐὰν πρόκειται ἐπίσης τοιαύτας εὐκολίας νὰ χορηγήσῃ εἰς τὰς σιτοφόρους ἐπαρχίας, καὶ ἰδίως εἰς τὴν Θεσσαλίαν, θ’ ἀπαιτηθῶσι καὶ ἐκεῖ τοὐλάχιστον 5 ἑκατομμύρια. Εἶναι λοιπὸν πλήρης ἡ ἀνεπάρκεια τῶν ποσοτήτων, περὶ τῶν ὁποίων ἐν τῇ συμβάσει γίνεται λόγος, ὅπως αἱ ἐργασίαι αὗται ἐπεκταθῶσι καὶ πέραν τῆς περιφερείας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Μόνον νομίζω, τό γε νῦν, τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἡ μέριμνα πρέπει νὰ στραφῇ εἰς τοῦτο· αἱ διατάξεις αὗται νὰ μὴ ᾖναι περιωρισμέναι μόνον ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ νὰ ἐπεκταθῶσι καὶ εἰς τὰς ἄλλας Τραπέζας. Νομίζω, ὅτι αἱ Τράπεζαι ἐκεῖναι, ὅταν νομοθετηθῶσι τοιαῦται διατάξεις, θὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς εὕρεσιν τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἀναγκαιοῦντος πρὸς παροχὴν δανείων εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας.
§103ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δέχονται ὑποχρεώσεις ὡρισμένας;
§104ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ οἴκοθεν θέλουσι μεριμνήσει, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν. Ὀφείλουσι νὰ παράσχωσι τὴν προσήκουσαν προστασίαν εἰς τὴν γεωργικὴν ἰδίως τάξιν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸν πρώτιστον παράγοντα τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου. Ἀλλὰ καὶ ἂν αἱ Τράπεζαι αὗται ἤθελον ἀρνηθῆ τὴν παροχὴν τῆς εὐκολίας αὐτῆς, νομίζω, ὅτι ἔργον κυβερνητικῆς προνοίας καὶ μερίμνης εἶναι νὰ συνεννοηθῇ ἡ Κυβέρνησις μετὰ τῶν ἐκπροσωπούντων τὰς Τραπέζας ἐνταῦθα, ἵνα, εἴτε διὰ συμβάσεως, τὴν ὁποίαν θέλει κυρώσει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, εἴτε καὶ διὰ συνεννοήσεως ἰδιαιτέρας, πεισθῶσιν αἱ Τράπεζαι ἐκεῖναι νὰ ἀσχοληθῶσιν, ὅπως αὐξήσωσι τὰ κεφάλαια πρὸς χορηγίαν εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας δανείων. Προκειμένου δὲ περὶ τοιούτων διατάξεων, καίτοι δὲν πρόκειται νῦν περὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, νομίζω, ὅτι πρέπει αὗται νὰ περιορισθῶσι μόνον ὡς πρὸς τὰς Τραπέζας, ἵνα μὴ ἐκ τῶν ἐξαιρετικῶν αὐτῶν διατάξεων προκύψωσιν ἄλλα ἀτυχήματα, ἐπὶ βλάβῃ ἄλλων τάξεων κοινωνικῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι χορηγήσει δάνεια ἐπὶ καλλιεργείᾳ ἢ δάνεια ἐνυπόθηκα πρὸς σταφιδοκτήμονας, πρὸς ἀμπελοκτήμονας καὶ ἄλλους ἀγροτικοὺς πληθυσμούς.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἄλλου θέματος ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον.
§106Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τῇ ὁμοφώνῳ συνεργασίᾳ ὅλων τῶν συναδέλφων ἐκ Βόλου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδέχθη νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς ὁδοποιΐας ἐν Πηλίῳ. Κατ’ ἀρχὰς ἐγένετο ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐπεσκέφθη τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἀκολούθως δὲ ὡρίσθη καὶ μηχανικὸς, ὁ ὁποῖος προέβη εἰς τὴν ἐπιτόπιον μελέτην, ἀλλὰ παρῆλθε πολὺς χρόνος, καὶ ἡ μελέτη δὲν ἐπερατώθη, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, ἕνεκα ἀνεπαρκοῦς προσωπικοῦ. Ἐὰν δὲ πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐργασία μὲ τὸ προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπιτετραμμένον πρὸς τοῦτο, — διότι ἐτελείωσεν ἡ ἐπιτόπιος μελέτη, ἀλλ’ ἤδη γίνονται οἱ ὑπολογισμοὶ καὶ τὸ σχεδιάγραμμα — θὰ παρέλθωσι πολλοὶ μῆνες, ἐνῷ διὰ τῆς προσθήκης ἑνὸς καὶ μόνου ἐργοδηγοῦ δύναται νὰ περατωθῇ ἐγκαίρως ἡ μελέτη. Δὲν εἶναι ἄκαιρον τὸ ζήτημα ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν μας δυσχερειῶν, διότι πρόκειται περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου μὲ κεφάλαια τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων, ἐὰν ἐπέλθῃ ὁριστικὴ συνεννόησις. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐὰν δὲν λάβῃ χώραν, ἡ μελέτη, διὰ τὴν ὁποίαν βεβαίως ἐδαπάνησε τὸ δημόσιον ταμεῖον, πρέπει νὰ περατωθῇ ὅσον τάχιον, διότι ἐνδέχεται δι’ ἄλλου τινὸς συνδυασμοῦ νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ πόθος ὅλων τῶν κατοίκων καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως ἔλθῃ εἰς πέρας ἡ ἐργασία αὕτη. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ ὅσον οἷόν τε τάχιον τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐζήτησα, ἀπὸ τῆς 27 Νοεμβρίου 1896, ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Παρῆλθον ἔκτοτε πολλαὶ ἡμέραι, καὶ δὲν προσήχθησαν αἱ πληροφορίαι. Βεβαίως θ’ ἀπῃτεῖτο ἐργασία τις, ὅπως παρασκευασθῶσιν, ἀλλὰ παρῆλθον τόσαι ἡμέραι, ὥστε μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κατατεθῶσιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει παρακαλῶ νὰ γείνῃ ὑπόμνησις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα μὴ ἀναβληθῇ ἐπὶ πλέον ἡ κατάθεσις. Θεωρῶ ὅλως περιττὸν νὰ ὑποδείξω τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος, ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συντηρήσεως τοῦ ἀπειλουμένου ὑπὸ καταστροφῆς ὑλικοῦ, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς κατὰ τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον τρόπον ἀποπερατώσεως τοῦ ἔργου, ἐὰν ᾖναι ἐφικτή. Εἶναι ζήτημα συνδεόμενον ἀκόμη καὶ μὲ αὐτὰς τὰς λεγομένας στρατιωτικὰς παρασκευὰς ἐν προσεχεῖ μέλλοντι ἢ ἀπωτέρῳ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἀναβάλῃ καὶ πάλιν τὴν κατάθεσιν τῶν πληροφοριῶν τούτων.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σάκκης ἔχει τὸν λόγον.
§108ΣΑΚΚΗΣ. Ἐγὼ ἐπὶ ἄλλου ζητήματος θέλω ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν, ἐπὶ ζητήματος ὅμως λίαν σοβαροῦ, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ξένοι ἐπιχειρηματίαι ἀναλαμβάνουσι νὰ διαδώσωσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἓν τῶν πολυτιμοτέρων ἡμῶν προϊόντων, τοὺς οἴνους. Οὕτω ἐν Γερμανίᾳ ὁ κ. Μέντζερ, ὅστις τυγχάνει ἡμέτερος πρόξενος καὶ εἶναι ἐκ τῶν δραστηριωτέρων καὶ εὐφυεστέρων ἐπιχειρηματιῶν, κατώρθωσε νὰ εἰσαγάγῃ ἐκεῖ ἐν μεγάλῃ ποσότητι οἴνους ἐκ διαφόρων τῆς Ἑλλάδος μερῶν, καταναλισκομένους μετὰ πάσης εὐκολίας, καὶ εἰς μεγάλας τιμὰς πληρονομένους. Ἐπ’ ἐσχάτων, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ διαφημίσῃ ἔτι μᾶλλον τοὺς Ἑλληνικοὺς, οἴνους, προέβη καὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν ἡμερολογίου. Τὸ ἡμερολόγιον τοῦτο, τυπωθὲν εἰς 3,000 ἀντίτυπα, καλλιτεχνικώτατον, μὲ τὰς ἄριστα ἐπεξειργασμένας εἰκόνας του, ἑλληνικῶν ὑποθέσεων, αἵτινες κοσμοῦσι τοῦτο, καὶ προσδίδουσιν ἑλληνικωτάτην χροιὰν εἰς τὸ ἔργον, διενεμήθη εἰς ἅπασαν τὴν Γερμανίαν καὶ εἰς πολλὰς ἀκόμη χώρας. Διὰ τοῦ ἡμερολογίου τούτου, ὅπερ φέρει τὴν ἐπιγραφὴν «Χαιρετισμὸς ἐξ Ἑλλάδος καὶ Ἀνατολῆς», καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ περιλαμβάνονται πλὴν τῶν ῥεκλαμῶν τῶν ἑλληνικῶν οἴνων καὶ διάφορα γεγονότα τῆς Ἑλλάδος καὶ περιγραφὴ διαφόρων μερῶν αὐτῆς, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπάνησεν οὐκ εὐκαταφρόνητον ποσὸν, ἵνα ἐκτυπώσῃ αὐτὸ, μεγίστη ὑπηρεσία παρέχεται εἰς τὰ ἡμέτερα προϊόντα, ἅτινα διὰ τῆς διαφημίσεως καὶ διὰ διαφόρων ἄλλων μέσων θέλει νὰ καταστήσῃ γνωστὰ εἰς τοὺς καταναλωτάς. Καίτοι δὲν εἶναι τόσῳ εὐχάριστον διὰ τὴν ἡμετέραν ἀδράνειαν, εἶναι ὅμως λίαν παρήγορον νὰ βλέπωμεν ἄνδρας ξένης ἐθνικότητος ἐργαζομένους, ὅπως εὐρύνωσι τὴν διάδοσιν τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων. Ἐκ τούτου λαμβάνων ἀφορμὴν, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν μέριμναν τὸν τρόπον τοῦτον, οὕτως εἰπεῖν, τῆς διαδόσεως τῶν οἴνων τῶν παραγομένων ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, καὶ, εἰ δυνατὸν, ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θέλει εἰσπράξει ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τοῦ παρακρατουμένου ποσοῦ τοῦ σταφιδοκάρπου, διαθέσῃ ποσόν τι ἀνάλογον καὶ ἱδρύσῃ εἶδος ταμείου ὑπὲρ τῆς διαδόσεως τῶν προϊόντων ἡμῶν τούτων εἰς τὰς ξένας χώρας, ἵνα οὕτω, σὺν τῷ χρόνῳ, κατορθωθῇ διὰ τῆς διαφημίσεως νὰ εὐρυνθῇ ἡ κατανάλωσις αὐτῶν, ἐξ ἧς ἀναμφισβήτητον τυγχάνει, ὅτι μέγιστα κέρδη θέλουσιν εἰσκομισθῆ εἰς τὴν ἡμετέραν ἐπικράτειαν. Ταῦτα ἐν ὀλίγοις ἠθέλησα νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀξιώσω, ὅπως ὁ κ. Μέντζερ, ὅστις ἀπὸ τοῦ 1875 πρῶτος ἠσχολήθη εἰς τὴν ἐμπορίαν τῶν ἑλληνικῶν οἴνων, θεωρηθῇ ἄξιος εὐγνωμοσύνης οὐ μόνον ἐκ μέρους τῶν Ἑλλήνων ἀμπελουργῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἔθνους ἅπαντος, διότι ἐννοεῖτε καλῶς, κύριοι συνάδελφοι, ὁποίαν σπουδαιότητα δύναται νὰ ἔχῃ τὸ γνώρισμα τῶν Ἑλληνικῶν οἴνων εἰς τὸν ἔξω κόσμον, καὶ ὁπόσου πλούτου πηγὴ δύναται νὰ κατασταθῇ ἡ εὐρεῖα αὐτοῦ κατανάλωσις. Ἕνεκα τούτου ὅθεν, πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, καθῆκον ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι τοιοῦτος ἀνὴρ, ὡς ὁ κ. Μέντζερ, εἶναι τοὐλάχιστον ἄξιος ἠθικῆς τινος ἀμοιβῆς ἐκ μέρους ἡμῶν. Ἰδοὺ ἡ κατάλληλος στιγμή, ἐν ᾗ τὰ Ἑλληνικὰ παράσημα ἔχουσι τὴν θέσιν των.
§109ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κύριος Μέντζερ, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἐκ Πυλίας συνάδελφος κ. Σάκκης ἔκαμε λόγον, ὑπῆρξε πραγματικῶς εἷς ἐκ τῶν πρώτων διαδοσάντων τοὺς Ἑλληνικοὺς οἴνους ἰδίᾳ μὲν εἰς τὴν Γερμανίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα μέρη τῆς Εὐρώπης. Διὰ τοῦ ὑποκαταστήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει ἱδρύσει εἰς τὴν Ἑϊδελβέργην, εἰς τὸ Neckargemuend, κατέστησε τοὺς ἑλληνικοὺς οἴνους γνωστοτάτους εἰς τὴν Γερμανίαν. Ἀρξάμενος ἐκ μικροτάτων ἀπὸ τοῦ 1874, ὅτε ἔκαμε τὴν πρώτην του παραγγελίαν ἐν Ἑλλάδι, ὁ ἴδιος ἐπισκεφθεὶς τὴν χώραν, ἐπεξέτεινε τὴν ἐργασίαν του εἰς κυκλοφορίαν πραγματικῶς μεγίστην, καὶ τόσον, ὅσον ὀλίγοι ἄλλοι ἐπιχειρηματίαι καὶ βιομήχανοι ἐν Εὐρώπῃ. Ὁ κ. Μέντζερ, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἔτυχεν ἐκτιμήσεως παρὰ τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, διότι καὶ ἀνώτερον παράσημον τοῦ Ἑλληνικοῦ τάγματος ἔχει, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἐκτιμηθεὶς δεόντως παρὰ τῶν συμπολιτῶν του διὰ τὴν δραστηριότητα, ἣν ἔδειξεν ἐν τῷ ἔργῳ, καὶ διὰ τὴν ἀρωγήν, ἣν παρέσχεν εἰς εὐρύτατον προσωπικὸν, εἰς χιλιάδας ἀνθρώπων ἐν Γερμανίᾳ, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὸ διαμέρισμα τῆς κατοικίας του, ἐξελέγη, ὡς γνωστὸν, καὶ μέλος τοῦ Ράϊχσταγ. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις, ἰδίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, νομίζῃ, ὅτι ὑπολείπεταί τις ἀκόμη βαθμὸς ἀπονομῆς τιμῆς εἰς τὸν ἄνθρωπον τοῦτον, θὰ ἦτο δίκαιον νὰ προβῇ εἰς αὐτὴν, διότι πράττει τοῦτο ὑπὲρ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος συντελεῖ τὰ μέγιστα ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων.
§110ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀκολούθους πληροφορίας: Ποῖον ποσὸν πετρελαίου εἰσήχθη ἐν Ἑλλάδι κατ’ ἔτος ἀπὸ τοῦ ἔτους 1884 μέχρι τοῦ 1895, καὶ πόσον στοιχίζει τὸ πετρέλαιον τοῦτο εἰς τὸ Δημόσιον κατ’ ὀκᾶν. Ἐπίσης νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις περὶ τῆς ποιότητος τῶν ῥωσσικῶν πετρελαίων τῶν χημικῶν κ. κ. Χρηστομάνου, Δαμβέργη καὶ Ἀραπίδου. Καταθέτω ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου, καὶ ὅταν προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα, θέλω εὐρύτερον ἀναπτύξει τὴν ἐπερώτησιν ταύτην. Ἐπίσης, ἐπειδὴ ἔχω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ εὑρίσκωμαι εἰς τὴν θέσιν ταύτην, ἐκφράζω καὶ τὴν εὐχὴν ὑπερτριακοσίων πολιτῶν Κερκύρας, ἐκ τῶν ἐγκριτωτέρων, οἵτινες ἐτηλεγράφησαν καὶ πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους ἐκ Κερκύρας συναδέλφους κ. κ. Ἀγάθον, Παραμυθιώτην, Σέχον καὶ Βασιλάκην, παρακαλοῦσι δὲ, ἵνα, εἰ δυνατὸν, ἀνασταλῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν διάλυσιν τῆς στρατιωτικῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Τὴν εὐχὴν ταύτην διαβιβάζω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει ἀναπόδραστος ἀνάγκη τῆς διαλύσεως τῆς Σχολῆς ταύτης, νὰ μὴ προβῶσι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο εἰς τὴν διάλυσιν αὐτῆς.
§111ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ εὐχὴ αὕτη εἶναι εὐχὴ ὅλων ἡμῶν.
§112ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐκ Τριπόλεως μοὶ γράφουσι παράπονα κατὰ τοῦ γραμματέως τοῦ Εἰρηνοδικείου Νοτίου Πλευρᾶς. Μοὶ λέγουσιν ὅτι ἀπὸ τὸν Μάϊον δὲν ἐγένετο συνεδρίασις, ὅλοι δὲ οἱ κάτοικοι οἱ δικαζόμενοι—δικάζονται δὲ οἱ κάτοικοι δύο δήμων—εὑρίσκονται εἰς ἀπελπισίαν μὲ αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Ὁ Εἰρηνοδίκης ἀνηνέχθη εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ὁμοίως. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι αἱ πληροφορίαι, αἱ δοθεῖσαι εἰς ἐμὲ, εἶναι ἀληθεῖς. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ τὸ πρᾶγμα ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, διότι ὑπάρχει πλέον ἄρνησις δικαιοσύνης, ἐὰν τὰ γραφόμενα ᾖναι ἀληθῆ, ἐὰν πράγματι ἀπὸ τοῦ Μαΐου μέχρι σήμερον δὲν ἐδίκασε τὸ Εἰρηνοδικεῖον.
§113ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θέλω ἐξετάσει καὶ θέλω ἀπαντήσει εἰς τὸν κ. Βουλευτήν.
§114ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων ὑπάρχει ἓν, τὸ ὁποῖον πιστεύω, ὅτι οὐδεμίαν θέλει παρουσιάσει δυσκολίαν, καὶ τὸ ὁποῖον ὅμως παρουσιάζει τι τὸ ἐπεῖγον. Εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταλλείων, ὀρυχείων καὶ λατομείων. Εἶναι δὲ τοῦτο ἐπεῖγον, διότι τυχαίως χθὲς εἶδον, ὅτι ὁλόκληρος πλέον ὁ λόφος τοῦ Φιλοπάππου μεταβάλλεται εἰς λατομεῖον. Δὲν εἶναι δὲ μόνον τὸ μνημεῖον τοῦ Φιλοπάππου, ἀλλὰ ὁλόκληρος ὁ ἱστορικὸς λόφος τοῦ Μουσείου, ὅστις κινδυνεύει. Νέα λατομεῖα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἤρχισαν νὰ ἐργάζωνται ἐπὶ τοῦ λόφου τούτου. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ δυσκολία, ἀφοῦ τοῦτο κυρίως ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, τὴν πρόληψιν τῆς καταστροφῆς τῶν λόφων τούτων, ἵνα ψηφισθῇ· ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς, προτείνω νὰ προταχθῇ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων.
§115ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§116ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θέλω προσθέσει τὸ ἑξῆς. Ἂν ἦτο δυνατὸν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, πῶς οἱ βράχοι αὐτοὶ, οἱ ἀπολύτως ἄγονοι, ἐγένοντο ἰδιοκτησία ἰδιωτῶν. Δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ τὸ φαντασθῇ!
§117ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Διὰ καταλήψεως.
§118ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποίας καταλήψεως; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν οἱ δημόσιοι τόποι ἀντικείμενον ἰδιοκτησίας; Πῶς εἶναι δυνατὸν, βράχοι οὐδὲν παράγοντες καὶ ἄχρηστοι νὰ κατελήφθησαν ψυχῇ δεσπότου, καθ’ ἣν ἐποχὴν οὔτε διὰ κοπὴν λίθων ἦσαν ἀναγκαῖοι;
§119Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Γνωρίζω πόσον πολύτιμοι εἶναι αἱ στιγμαὶ τῆς Βουλῆς, καὶ βεβαίως δὲν θέλω καταχρασθῆ τοῦ πολυτίμου χρόνου, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω παρὰ τὸ ἑξῆς, ὡς ἀσχοληθεὶς εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο· ὅτι ἡ κατάληψις αὐτῶν τῶν λόφων ἐγένετο διὰ τρόπου ὅλως ἐκνόμου καὶ ἐκρύθμου. Κατὰ δυστυχίαν οὔτε οἱ ἀνώτεροι ἐπιστήμονες εἰς τὴν Εὐρώπην εἶχον ἀντιληφθῆ πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν τὴν ἀξίαν τῶν λόφων τούτων, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι, ὅταν ἡ πρωτεύουσα ἦλθεν ἐδῶ, εἰς τὰ 1835, ὑπῆρχον βεβαίως ἄνθρωποι ἔξοχοι, ξένοι καὶ Ἕλληνες, ἀρχαιολόγοι, οἵτινες οὐδὲν μέτρον ἔλαβον. Γνωρίζετε ὅτι εἰς τὰ 1837 γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων ἦτο εἷς ἔξοχος Γερμανὸς ἀρχαιολόγος, ὁ Ρώς. Ἐν τούτοις ἀπολύτως τίποτε δὲν ἐγένετο· οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη οὔτε παρὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, οὔτε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε κἂν τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐτέθη ἐπὶ τοῦ τάπητος. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε καθ’ ὅλην τὴν βασιλείαν τοῦ ἀειμνήστου Ὄθωνος ἡ τελεία καταστροφὴ τοῦ Ἀγχέσμου καὶ ἐν μέρει τοῦ Λυκαβητοῦ! Σᾶς λέγω ἐν παρόδῳ, ὅτι ὁ λόφος τοῦ Λυκαβητοῦ ἔχει ἱστορικὴν ἀξίαν οὐ μόνον κατὰ τὴν κλασικὴν ἐποχὴν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν χριστιανικὴν ἐποχὴν, διότι εὑρέθησαν εἰς τὸν Λυκαβητὸν, ὅτε ἐτέθησαν τὰ θεμέλια τῆς ἀνακαινίσεως τῆς ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐκεῖ, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τάφοι χριστιανικοὶ τοῦ δευτέρου αἰῶνος. Ταῦτα ἐκτίθενται εἰς τὸ πρῶτον ἢ εἰς τὸ δεύτερον Δελτίον τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Πρόσωπον πολὺ γνωστόν, κατέχον θέσιν τινὰ εἰς ξένην Πρεσβείαν τότε, ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Ὄθωνος, κατέλαβε τὸν λόφον αὐτὸν καὶ ἐξεμεταλλεύθη αὐτὸν ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν. Μόλις δὲ περὶ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος παρενέβη ἡ Διοίκησις καὶ ἐσταμάτησε τὴν καταστροφὴν αὐτήν. Ἄλλως ἤθελεν ἴσως ἐκλείψει καὶ ὁ Λυκαβητός, ὅπως ἐξέλιπεν ὁ Ἄγχεσμος. Αὐτὴ ἡ κατάστασις ἐξηκολούθησε καὶ εἰς τὰς ἡμέρας μας, δηλαδὴ κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον, τὴν ὁποίαν διατρέχομεν. Νόμος τις ἀληθῶς πρὸ τετραετίας, νομίζω, ἐψηφίσθη ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ μακαρίτου Τρικούπη, ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτὸς ἦτο ἀνεπαρκής. Καὶ ἀπόδειξις ὅτι ἦτο ἀνεπαρκής, εἶναι ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ λατομεία αὐτή, τὴν ὁποίαν περιέγραψε πρὸ ὀλίγου εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μας. Ἀληθῶς ἡ καταστροφὴ τοῦ λόφου τοῦ Μουσείου εἶναί τι, τὸ ὁποῖον θὰ μείνῃ ὡς ἕν— δὲν ἠξεύρω πῶς νὰ ἐκφρασθῶ— ὡς ἓν στίγμα αἰώνιον. Σημειώσατε, ὅτι ἀνὴρ διακεκριμένος, ὁ κ. Λυκούδης, ἀξιωματικὸς τοῦ Μηχανικοῦ, ἐδημοσίευσεν εἰς τὸ «Ἄστυ» πρό τινων μηνῶν ἄρθρον ἄξιον λόγου, —ἄξιον λόγου δι’ ἡμᾶς, διότι αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος συνταγματάρχης, εἶναι πασίγνωστα εἰς τὴν Εὐρώπην—καθόσον ἐστηρίζετο τὸ ἐν λόγῳ ἄρθρον ἐπὶ συγγραμμάτων καὶ τοπογραφικῶν ἐργασιῶν ἐπιφανῶν Γερμανῶν. Μόνον ἐσχάτως ἤρχισε νὰ προκαλῆται, οὕτως εἰπεῖν, ἡ συγκίνησις, ἡ διαμαρτυρία ἡ ἐθνικὴ ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ φοβεροῦ κακοῦ. Καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, σημειώσατε, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἓν τελευταῖον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος, καθόσον εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ λέγεται: «Τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου ὁρισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος. Διὰ βασιλικῶν δὲ διαταγμάτων δύνανται νὰ ἐπεκταθῶσιν αἱ διατάξεις αὐτοῦ καὶ ἐπὶ ἄλλων εἰς ἄλλας περιφερείας λόφων καὶ ὑψωμάτων...»
§120ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἀφήνετε, ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον, νὰ συζητήσωμεν;
§121Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Τὰ ἀφήνω, καὶ κατέρχομαι τοῦ βήματος. Ἀλλὰ θέλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς προτάσεως.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§123ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Πρὸ ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ ὡρισμένην ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως δώσῃ πληροφορίας τινάς. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀμέσως διέταξεν, ἀλλ’ ἐπειδὴ παρῆλθον ἡμέραι τινὲς, εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ βραδύνωσιν αἱ πληροφορίαι καὶ πέραν τῶν ἑορτῶν, ἤθελον παρακαλέσει, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν, ὅπως ἀποστείλῃ ἐγκαίρως τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, διότι νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη συζητήσεως ἐπ’ αὐτῶν.
§124Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὰς ἔχω ἐδῶ. Ἐπειδὴ ὅμως παρετήρησα μικράν τινα ἔλλειψιν, θὰ τὰς καταθέσω αὔριον, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰς συμπληρώσω.
§125Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι ἡ τρίτη ἤδη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινὰς, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εὐηρεστήθη νὰ τὰς προσαγάγῃ. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ τὰς προσαγάγῃ, διότι εἶναι μεγίστη ἀνάγκη, καθόσον πρόκειται νὰ συζητηθῇ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σχετίζεται μὲ τὰς πληροφορίας ταύτας, καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει ἐγγραφῇ ἐκ τῶν πρώτων εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ.
§126Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
§127Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω πολὺ, κύριε Ὑπουργέ.
§128Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τυποῦται ἤδη, κύριε συνάδελφε, τὸ δεύτερον τεῦχος· εἶναι εἰς τὸ τυπογραφεῖον. Ἐντὸς τεσσάρων ἡμερῶν θὰ τὰς καταθέσω.
§129Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δικαιολογία αὐτή, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλε νομοσχέδιον πρὶν ἢ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ὑπογράψῃ τοὺς ὀργανισμούς.
§130ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ πίνακα τῶν εἰσπράξεων τῶν ἀποθηκῶν ἐκ τῆς παρακρατηθείσης σταφίδος κλπ. πόσαι ὀκάδες εἰσεπράχθησαν, πόσαι εὑρίσκονται ἐν ταῖς ἀποθήκαις, πόσοι ὑπάλληλοι εἶναι ἐν αὐταῖς διωρισμένοι, καὶ πόσον ἕκαστος τούτων λαμβάνει μισθόν.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοιοῦτος πίναξ ὑπεβλήθη πρὸ ἡμερῶν, καὶ νομίζω ὅτι ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη.
§132ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔλαβον τοιοῦτον πίνακα. Μίαν ἄλλην ἐπερώτησιν εἶχον ὑποβάλει, ὅπως προσαχθῇ πίναξ ἑνὸς ἑκάστου τῶν κοπτηρίων, πόσος καπνὸς κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη ἐκόπη καὶ καθ’ ἕκαστον ἔτος, καὶ πόσα εἰσεπράχθησαν ἐξ ἑκάστου κοπτηρίου, διότι θέλω συζητήσει ἐπ’ αὐτῶν. Ὡσαύτως ἄλλην ἐπερώτησιν ὑπέβαλον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διὰ τὸ ἐκπαιδευτήριον τῶν θηλέων τῆς κοινότητος Μελιγαλᾶ, ὅτι αὐτὸ εἶχεν ἐνοικιασθῆ διὰ 3 ἢ 4 ἔτη, ἀλλὰ πρὸ τῆς λήξεως τῆς μισθώσεως, ὁ ἐπιθεωρητὴς κ. Θεοδοσόπουλος ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ μεταφέρῃ τὸ σχολεῖον εἰς ἄλλο οἴκημα, καὶ μετέφερεν αὐτὸ, ὡς καὶ πολλὰ ἄλλα, ἐνῷ τὸ ἐνοικιαστήριον συμβόλαιον εἶναι ἰσχυρὸν, καὶ οὔτε διελύθη, συμφώνως πρὸς τὸν ἰσχύοντα πρὶν νόμον καὶ τὸν τελευταῖον ψηφισθέντα, εἰς τὸν ὁποῖον ῥητῶς γίνεται μνεία, ὅτι τὰ ὑπάρχοντα ἐνοικιαστήρια συμβόλαια ἰσχύουσι μέχρι τῆς λήξεως αὐτῶν. Ἑπομένως τὸ Δημόσιον θέλει ζημιωθῆ πολλὰ ἐκ τῆς αὐθαιρέτου καὶ παρανόμου ταύτης πράξεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν σχολείων, διότι θέλει πληρώσει διπλᾶ ἐνοίκια εἰς ἀμφοτέρους τοὺς ἰδιοκτήτας, ὡς καὶ εἰς πολλοὺς ἄλλους. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης εἶχον ἐπερωτήσει, ἐὰν λαβὼν γνῶσιν ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουργὸς διέταξε νὰ ἐπανέλθῃ τὸ σχολεῖον τῶν θηλέων Μελιγαλᾶ εἰς τὴν πρώτην οἰκίαν, ἢ ἐξακολουθεῖ τοῦτο ὑπάρχον εἰς τὴν οἰκίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τελευταῖον μετεφέρθη. Περὶ τούτου οὐδεμίαν ἔλαβον ἀπάντησιν. Παρακαλῶ καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως πληροφορήσῃ ἡμᾶς, τί ἐνήργησε καὶ τί μέλλει γενέσθαι, καὶ ἐὰν ἀμφότεροι οἱ ἰδιοκτῆται θέλουσι πληρωθῆ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἢ ὁ εἷς μόνον, καὶ ποῖος.
§133ΚΟΡΠΑΣ. Θὰ ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἐνέχει τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐλέγχου πεπραγμένων, διότι ἀφορᾷ εἰς περίστασιν προσεχῶς παρουσιασθησομένην, καὶ ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ γνωρίζωσι, ποίαν ἔχει ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου γνώμην ἡ Κυβέρνησις. Πρόκειται τῇ 12 Ἰανουαρίου νὰ ἐνεργηθῇ, ὡς γνωστὸν, ἀναπληρωτικὴ βουλευτικὴ ἐκλογὴ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βάλτου. Κατ’ αὐτὴν ἐκτίθενται ὡς ὑποψήφιοι τρεῖς στρατιωτικοὶ, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς διατελεῖ ἐν ἀποστρατείᾳ, καὶ ὡς τοιοῦτος ἐπανῆλθεν εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, ἑπομένως δὲν ἀφορᾷ ἡ περίστασις αὐτόν...
§134ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τρεῖς ἀξιωματικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ θὰ ἐκτεθοῦν.
§135ΚΟΡΠΑΣ. Καλλίτερον... Οἱ στρατιωτικοὶ οὗτοι, κατὰ τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος, ἔλαβον ἤδη τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπομένην πέντε καὶ ἡμίσεως μηνῶν ἄδειαν. Ἠδύναντο βεβαίως καὶ νὰ μὴ λάβωσι, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1882, καὶ νὰ μείνωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλ’ ὤφειλον νὰ δηλώσωσι πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ οἰκείου Πρωτοδικείου, ὅτι ἀποδέχονται τὴν ὑποψηφιότητα. Θὰ ἐνεργηθῇ λοιπὸν ψηφοφορία τῇ 12 Ἰανουαρίου. Εἷς ἐξ ὅλων θὰ ἐπιτύχῃ· ἂν ἐπιτύχῃ εἷς ἐκ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν καὶ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας καὶ εὕρῃ κεκλεισμένας τὰς πύλας τοῦ Βουλευτηρίου ὁ ἐκλεχθεὶς Βουλευτής, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, εἰς ποίαν κατηγορίαν θὰ διατελῇ μέχρι τοῦ προσεχοῦς Νοεμβρίου, ὅτε θὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλή; Μέχρι τοῦδε οἱ ἐκλεγόμενοι Βουλευταὶ ἐτίθεντο εἰς διαθεσιμότητα μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν αὐτῶν ὡς νομίμων Βουλευτῶν, τὸ δὲ διάταγμα, δι’ οὗ ἐτίθεντο εἰς διαθεσιμότητα, ἔλεγεν ὅτι τίθενται εἰς διαθεσιμότητα, ἀφ’ ἧς ἀνεκηρύχθησαν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου, ἀλλὰ τὸ ἔλεγε μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς. Τώρα, νὰ λάβωσιν ἄδειαν καὶ νὰ παραμείνωσιν ἐν ἀδείᾳ πλέον τῶν πέντε καὶ ἡμίσεως μηνῶν, δὲν δύνανται, διότι ἐπικρέμαται ἐπ’ αὐτῶν ἡ σπάθη τοῦ Δαμοκλέους, διότι ὁ ἀπὼν ὑπὲρ τοὺς ἓξ μῆνας ἐκ τῶν τάξεών του ἀξιωματικὸς χάνει τὰς ἀποδοχάς του καὶ τὴν ἀρχαιότητά του, διότι ὁ χρόνος οὗτος, ὁ πέραν τῶν ἓξ μηνῶν, δὲν λογίζεται ὡς χρόνος στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας· νὰ δοθῇ ἄδεια ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ὡσαύτως δυνατόν, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος χορηγῶν ἀόριστον ἄδειαν εἰς ἀξιωματικούς. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς, ἐὰν εὕρῃ κεκλεισμένας τὰς θύρας τοῦ Βουλευτηρίου, πρέπει νὰ τεθῇ εἰς διαθεσιμότητα, διότι τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος λέγει ῥητῶς: «Τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ τὰ τοῦ δημάρχου, οὐχὶ δὲ καὶ πρὸς τὰ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκλέγονται, ἀλλ’ ἐκλεχθέντες τίθενται εἰς διαθεσιμότητα...» Λοιπὸν ἐκλεχθέντες τίθενται εἰς διαθεσιμότητα, ἄρα χωρὶς νὰ περιμένωσι τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς των τίθενται εἰς διαθεσιμότητα.
§136ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι κατὰ τεκμήριον Βουλευτής.
§137ΚΟΡΠΑΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη γνώμη. Δι’ αὐτὸ ἔκρινα σκόπιμον νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, καὶ ν’ ἀκούσωμεν καὶ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως.
§138ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε παράδειγμα ἀντίθετον;
§139ΚΟΡΠΑΣ. Παρουσιάσθη τοιοῦτον κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Ι. Καλλιφρονᾶ. Ὁ κ. Καλλιφρονᾶς ὑπερέβη τοὺς πεντέμιση μῆνας, ἀλλ’ αὐτὸ παρῆλθε σιωπηρῶς.
§140ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἀποκαταστάσεως συγκοινωνίας μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν τακτικωτέρας. Ἡ μεταξὺ τῶν δύο πόλεων συγκοινωνία διεξάγεται διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, ἀλλ’ ὁσάκις πάθῃ ἡ γραμμή, διακόπτεται ἡ συγκοινωνία ἡ διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, διακόπτεται καὶ ἡ ταχυδρομικὴ μεταξὺ τῶν δύο πόλεων συγκοινωνία, καὶ οὕτω μένουν ἐκτεθειμένα πλεῖστα ὅσα συμφέροντα καὶ τῶν δύο πόλεων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ ἀτμόπλοιόν τι διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν δύο πόλεων; Δὲν ἐλήφθη πρόνοια περὶ τούτου, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι δὲν θὰ ἐπανελαμβάνετο ἡ θεομηνία, ἀλλ’ ἰδοὺ ὅτι ἐπανελήφθη αὕτη, καὶ πάλιν εὑρισκόμεθα εἰς διακεκομμένην συγκοινωνίαν μετὰ τῶν Πατρῶν. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ εὑρεθῇ τρόπος, ὥστε νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις.
§141ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 215).
§142Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπάρχει ἐγγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ταμείου χηρῶν καὶ ὀρφανῶν καὶ ἀποστράτων ἀξιωματικῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἐντελῶς προσωπικὸν τῶν ἀξιωματικῶν. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκ συνεννοήσεως ἀπεφάσισαν νὰ καταβάλωσιν ἐπὶ πλέον τῆς καταβολῆς, τὴν ὁποίαν κατὰ μῆνα κάμνουσι, καὶ δὲν πιστεύω νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγγράψῃ, εἰ δυνατόν, εἰς τὴν αὐριανὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐκ τῶν πρώτων.
§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἐπιδοθῶμεν εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν, νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι ὅλα θὰ ψηφισθῶσι.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
§145ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν πρότασιν περὶ προτάξεως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διασώσεως τῶν ἱστορικῶν λόφων.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ ἀμέσως;
§149ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 41 τοῦ νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1864 περὶ μεταλλείων, ὀρυχείων καὶ λατομείων).
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου ἐν Θεσσαλίᾳ.
§151ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Ἔπρεπε δι’ ὅλα τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα πρὸς κοινὴν συζήτησιν καὶ νὰ συζητηθῶσιν ὁμοῦ. Ἀλλ’ ἤδη πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, διὰ νὰ μελετηθοῦν ὅλα τὰ νομοσχέδια τὰ Θεσσαλικὰ ἀπὸ τοὺς Θεσσαλοὺς συναδέλφους καὶ νὰ συζητηθοῦν μετὰ τὰς ἑορτάς.
§152Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δύο λέξεις. Δὲν θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῶν λεχθέντων προχθές. Οἱ λόγοι, οἵτινες ἐξετέθησαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, ἦσαν καθαροὶ καὶ σαφεῖς. Φρονῶ ὅτι, ἀφοῦ ἀνεβλήθησαν ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας, δὲν θὰ παραβλάψωσι τὰ συμφέροντα οὐδενός, ἐὰν συζητηθῶσιν ἐν ἡσυχίᾳ καὶ οὐχὶ ἐν σπουδῇ, πιστεύω δ’ ὅτι καὶ τὰ ἀποτελέσματα τότε θὰ ὦσι καλά. Ἂν τὰ ψηφίσωμεν ἐν σπουδῇ, θὰ μετανοήσωμεν διότι τὰ ἐψηφίσαμεν.
§153ΔΑΛΛΑΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι μετὰ τοῦ προαγορεύσαντος συναδέλφου ὑπεστηρίξαμεν κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνομολογήσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ τὴν ὑπεστηρίξαμεν ἀπὸ δύο διαφόρους ἐπόψεις. Οἱ συνάδελφοι, μεταξὺ τῶν ἄλλων λόγων, τοὺς ὁποίους προέβαλον, προέβαλον καὶ τὸν λόγον τῆς ἀναβολῆς τῶν γεωργικῶν νομοσχεδίων μετὰ τὰς ἑορτὰς, ἐγὼ ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ συζητηθῶσι προηγουμένως τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, χωρὶς ὅμως νὰ ζητήσω διὰ τοῦτο καὶ τὴν ἀναβολὴν τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων μετὰ τὰς ἑορτάς. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναβληθῶσι τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, διότι ταῦτα δὲν ὑποβάλλονται τὸ πρῶτον ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ, περὶ αὐτῶν ἐγένετο μακρὸς λόγος, συνεκροτήθη ἐπιτροπὴ ἐν τῇ Βουλῇ συνεκροτήθη ἐπιτροπὴ μεταβᾶσα ἐπὶ τόπου, ὑπεβλήθησαν καὶ ἐκθέσεις, ἐγένετο δὲ τοσοῦτος λόγος περὶ αὐτῶν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τῇ δημοσιογραφίᾳ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.
§154ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Προχθὲς δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀναβολῆς πρὸς περαιτέρω μελέτην καὶ ἔρευναν τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἀλλὰ πρὸς συμπλήρωσιν ἢ διαῤῥύθμισιν καὶ τροποποίησίν των κατὰ τὰ ὑποδειχθέντα ὑπὸ τῆς ἐπιτοπίως ἐν Θεσσαλίᾳ ἐργασθείσης ἐπιτροπῆς, ἧς ἤμην μέλος, ἅτινα ἐκτίθενται ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς, ἥτις ἤδη διενεμήθη εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἀληθῶς δὲν ἠδύναντο εὐθὺς ἀμέσως νὰ συμπληρωθῶσι τὰ ἐν λόγῳ νομοσχέδια, ἐθεωρήθη δὲ, ὅτι ἡ ἄμεσος ἔναρξις τῆς συζητήσεως τούτων, ὡς ἀρχικῶς εἶχον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου. Τούτου ἕνεκα ἐζητήθη ἡ ἀναβολή, εἴχομεν δὲ καὶ ἡμεῖς ἐν ἰδιαιτέρᾳ συνεντεύξει συναινέσει καὶ συμφωνήσει, ἵνα συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν κατὰ τὰ εἰρημένα συμπλήρωσιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατόπιν ἐπεκράτησεν ἡ σκέψις, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ τοῦτο κατὰ τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, δὲν εἴχομεν πλέον λόγον, ὅπως ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς, καθόσον μάλιστα ἐγνωρίζομεν, ὅτι ἡ ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος τῶν νομοσχεδίων τούτων κατάστασις, ἡ γεννηθεῖσα ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ πρέπει νὰ παραταθῇ ἐπὶ πλέον. Ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε, ὀφείλει νὰ λάβῃ μίαν οἱανδήποτε ἐπὶ τέλους ἀπόφασιν, διὰ νὰ ἄρῃ ἐκ τοῦ μέσου τὴν ἐκκρεμότητα ταύτην, ἡ ὁποία σπουδαίως ἐπὶ τῆς παραγωγῆς καὶ ἐπὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν ὡς καὶ ἐπὶ τῶν σχέσεων τῶν μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν ἐπιδρᾷ. Διότι ἡ κατάστασις αὕτη ἐπιτείνεται ἐπὶ μᾶλλον καὶ καθίσταται σοβαρωτέρα ἐν τοῖς κινδύνοις αὐτῆς. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ μίαν οἱανδήποτε ἀπόφασιν, ἵνα ἐξαλείψῃ ἀνωμαλίαν, ἥτις ὑπολανθάνουσα διακλαδοῦται ἐν ταῖς τάξεσι τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν, καὶ ἥτις ἀπειλεῖ νὰ καταλήξῃ εἰς ἀπρόοπτα καὶ εἰς συνεπείας οὐχὶ τόσον εὐμενεῖς, οὐ μόνον εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν παραγωγὴν αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς ὁλόκληρον τὸ ἔθνος. Συνιστῶ εἰς τοὺς προτείνοντας τὴν ἀναβολὴν νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς ταύτην, διότι ἄλλως ἠδύνατό τις νὰ ὑποπτευθῇ δικαίως, ὅτι πᾶσα ἰδέα περὶ ἀναβολῆς δὲν τείνει εἰς τὸ νὰ παρασκευασθῶσιν οἱ ζητοῦντες ταύτην πρὸς συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τούτων μετὰ περισσοτέρας γνώσεως, ἀλλ’ εἰς τὸ νὰ κατορθώσωσι τὴν παραπομπὴν αὐτῶν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας.
§155ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Δὲν τὸ ζητοῦμεν ἡμεῖς.
§156ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲ ἄλλως φοβοῦμαι, ὅτι οἱ ζητοῦντες τὴν ἀναβολὴν, καὶ πρὸ πάντων ὁ διακόπτων με ζητεῖ ταύτην, διότι δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῶν νομοσχεδίων, ὅπερ ἴσως πολὺ ἐπιθυμεῖ, ζητεῖ τὴν ἀναβολὴν διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς γνώμης αὐτοῦ, καὶ ὄχι διότι σκέπτεται νὰ μελετήσῃ ταῦτα, ἀφοῦ δὲν κατώρθωσε τοῦτο ἐπὶ διετίαν ἤδη· ζητεῖ τὴν ἀναβολὴν διὰ νὰ ἔχῃ, ὡς νομίζει, μίαν δικαιολογίαν ἀπέναντι ἐκείνων, οἵτινες μίαν ἡμέραν θὰ τῷ ζητήσωσι λόγον ἐπὶ τῇ στάσει, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον ἐνταῦθα. Συμπεραίνων φρονῶ, ὅτι περὶ ἀναβολῆς δὲν πρέπει κἂν νὰ γίνηται λόγος, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐπιβάλλεται νὰ ἐπισπευσθῇ μία οἱαδήποτε ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, διότι ἡ ἀπόφασις αὕτη θέλει ἀναμφισβητήτως συντελέσει εἰς τὴν πρόληψιν κακοῦ, ὅπερ ἴσως ἐπιδεινούμενον δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ ὀλεθρίας συνεπείας εἰς τὴν χώραν.
§157ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Ἀνακριβῶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα τὴν παραπομπὴν τῶν νομοσχεδίων τῶν Θεσσαλικῶν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Ἐγὼ ἤμην ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος καὶ πέρυσιν ἐζήτησα νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὰ νομοσχέδια καὶ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν, ν’ ἀναγραφῶσι δὲ τὰ νομοσχέδια ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὡς πρῶτα θέματα συζητήσεως. Καὶ ἤδη ζητῶ νὰ μελετηθῶσι μετὰ μεγίστης προσοχῆς καὶ νὰ ἔλθουν εἰς συζήτησιν, ὄχι διὰ τὰ μάτια τοῦ κόσμου, ἀλλὰ νὰ γείνῃ σοβαρὰ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις, ὥστε νὰ πεισθῶμεν, ὅτι θὰ γείνωσι νόμοι τοῦ Κράτους καὶ θὰ ἐνεργήσωσιν ἀπροσκόπτως. Ἐγὼ δὲν εἶμαι οὔτε καλλιεργητὴς, οὔτε τσιφλίκια ἔχω, ἐγὼ πονῶ τοὺς Θεσσαλοὺς ἀδελφοὺς, καὶ θέλω νὰ γείνουν καὶ αὐτοὶ κτηματίαι, ἀλλὰ θέλω νὰ γείνῃ κἄτι τι σοβαρόν. Πρὸ ἡμερῶν οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι ὑπέβαλον τροποποιήσεις τινὰς εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ Γεωργικοῦ ταμείου, σήμερον θὰ φέρουν ἄλλας· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπεξεργασθῶσι πρότερον καλῶς ὑπὸ τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καὶ κατόπιν νὰ ἔλθουν εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ζητεῖτε τὴν ἀναβολήν;
§159ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ πόσον χρόνον;
§161ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Νὰ ἔλθουν εἰς συζήτησιν τὴν πρώτην συνεδρίασιν μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§162Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ πρότασις ἔχει ὁρισθῆ ἀπὸ ἄλλην συνεδρίασιν, διότι ἔμεινε, νομίζω, ἐκκρεμής· καθ’ ὅσον δὲ ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ὡς ἐκ τῆς ἐξηγήσεως, ἡ ὁποία ἐδόθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ πρότασις ἦτο περὶ ἀναβολῆς ὅλων ἐν γένει τῶν νομοσχεδίων. Περὶ τῆς συμβάσεως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν, ὅτι ἐπιμένει νὰ συζητηθῇ ἡ σύμβασις, διότι ὑπέδειξεν, ὅτι εἶναι γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος καὶ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναβληθῇ, καὶ ὅτι ἔδει νὰ ἐκδοθῇ μία ἀπόφασις ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν καλῶς ὅμως ἐνόησα καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν, δὲν φαίνεται ἀντίθετος εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς τῶν νομοσχεδίων τούτων ὄχι ἐπ’ ἀορίστῳ, ἀλλὰ διὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, τὴν γενησομένην μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν, ἡ ὁποία θεωρεῖται ἀναπόφευκτος, μὴ ψηφισθέντος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ὡς ἐτέθη ὑπὸ τοῦ ἐκ Τρικκάλων κ. Βουλευτοῦ, εἰμὴ ἐν μέρει, δηλ. ἔχει μέγα δίκαιον νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων γνώμην της ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ. Ἐὰν μάλιστα ἦτο καὶ ἀπὸ τῆς παρελθούσης τοῦτο φυσικῶς δυνατὸν, θὰ ἦτο καλλίτερον, διότι ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων τούτων ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς σχέσεις καὶ δὲν πρέπει νὰ παραταθῇ· περὶ τούτου εἴμεθα συμφωνότατοι. Προσθέτω δὲ καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχε διάθεσις νὰ μὴ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν ἐντὸς τῆς συνόδου, πρέπει νὰ μεταβάλῃ τὴν γνώμην της. Δὲν εἶναι ὅμως ἐκεῖ τὸ ζήτημα. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην πεφωτισμένην, μετ’ ἀνάλογον, σοβαρὰν καὶ ἐμβριθεστάτην συζήτησιν. Ἐν προηγουμένῃ ἀγορεύσει μου διὰ μακρῶν ἐξήγησα τὴν ἱστορίαν τῶν νομοσχεδίων, τὰς περιπετείας αὐτῶν, τὸ σημεῖον, εἰς ὃ εὑρίσκονται, καὶ ἀπέδειξα ὅτι δὲν εἶναι ἐκ τῶν κοινῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα διὰ μικρᾶς μελέτης θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ, διότι ἔχουσιν ἀνάγκην μεγάλης μελέτης. Προσέτι εἶπον ὅτι, ὅπως ἡ Βουλὴ δυνηθῇ νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἀνταξίαν αὐτῶν, εἶναι ἐπάναγκες ἐκτὸς τῶν δύο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων νομοσχεδίων νὰ προστεθῇ καὶ τὸ τρίτον, τὸ περὶ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν καλλιεργητῶν. Ἐνδέχεται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποῤῥίψῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τὸ ὑπέβαλεν ὡς ἓν σύνολον, ὡς πόρισμα τῆς ἐργασίας της πρὸ τῆς συστάσεως τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, καὶ ἑπομένως ἦτο ἐπάναγκες ν’ ἀναγραφῇ καὶ ἐκεῖνο, καὶ νὰ γείνῃ ἐφ’ ὅλων γενικὴ συζήτησις, ὡς συνέβη καὶ ἐπὶ τῶν σταφιδικῶν. Τώρα οἱ κύριοι Βουλευταί, μάλιστα οἱ λαβόντες μέρος εἰς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν, εὑρίσκουσιν ἀδικαιολογήτους τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν εἶναι ἀκόμη παρεσκευασμένοι· ἀλλὰ δὲν νομίζουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην χρόνου τινὸς πρὸς μελέτην, ἀφοῦ οἱ λαβόντες μέρος εἰς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν ἠσχολήθησαν εἰς μελέτας ἐπιτοπίους, ἀφοῦ δι’ αὐτοὺς ἐχρειάσθη χρονικὸν διάστημα μηνῶν, ἵνα συνταχθῇ μία ἔκθεσις, διανεμηθῇ εἰς τεῦχος ἐν σχεδίῳ τοῦ εἰσηγητοῦ κ. Χαραλάμπη καὶ ἀκολούθως ἕτερον τεῦχος ἐκτὸς τοῦ σχεδίου, περιέχον καὶ ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὰς τῶν μειονοψηφιῶν;—τὸ ὁποῖον τεῦχος ἔχει 105 σελίδας μεγάλου σχήματος, ἐντελῶς δὲ ἄγνωστον, πιστεύω, εἰς τοὺς πλείστους τῶν Βουλευτῶν, ναί, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ ὑποθέσω, εἰς τοὺς πλείστους τῶν Βουλευτῶν,—καὶ δεδικαιολογημένως τοῦτο, διὰ τὸν λόγον, ὅτι μὲ συνεδριάσεις τόσον πυκνὰς καὶ νομοσχέδια τόσον σπουδαῖα, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἐπαρκὴς χρόνος εἰς τοὺς μελετῶντας τὰ νομοσχέδια, ὅπως λάβωσι γνῶσιν ὅλων αὐτῶν. Ἐνδέχεται ἄλλοι νὰ ἦναι εὐτυχέστεροι ἐμοῦ· ἐγὼ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν διάθεσιν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον, ἐμελέτησα ἐν μέρει, ἀλλ’ ὄχι ἐντελῶς. Βεβαίως δὲν ἐννοῶ ἡ Βουλὴ χάριν ἐμοῦ νὰ μεταβάλῃ γνώμην, ἀλλὰ τὸ ἐμὸν πάθημα ὑποθέτω ὅτι συνέβη καὶ εἰς ἄλλους. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν εἶχεν ὡρισμένην ἐργασίαν, καὶ ἐργασίαν σπουδαίαν, ἴσως ἤθελον τὸ ἐννοήσει. Πρὸ μικροῦ ἀνηγγέλθη, ὅτι ἀπὸ τῆς αὔριον ἄρχεται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον βεβαίως θέλει ἀπασχολήσει τὴν Βουλήν, ἀλλὰ ὑπάρχουσι καὶ τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς Βασιλικῆς ἐπιστολῆς θεωροῦνται ὡς τὰ μᾶλλον ἐπείγοντα, καὶ ἡ Βουλὴ τὰς ὀλίγας αὐτὰς συνεδριάσεις δὲν δύναται ἆρά γε νὰ τὰς χρησιμοποιήσῃ συντελεστικώτερον, συζητοῦσα τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα; Εἶπον καὶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ἐπιτρέψητέ μοι δὲ νὰ τὸ ἐπαναλάβω, ὅτι εἰς Κοινοβούλιον ὑπὸ καλλιτέρας συνθήκας πολιτειακάς, τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται ὡς ὑπόδειγμα, νομοσχέδιον περὶ ἀγροτικοῦ ζητήματος, —ὅπερ ἀκολούθως ἐγένετο νόμος,— ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν τῶν Ἀντιπροσώπων ἐπὶ 25 ὁλοκλήρους καὶ συνεχεῖς συνεδριάσεις, ἐξεφωνήθησαν 568 λόγοι, καὶ ἡ μειοψηφία δὲν ἦτο ἐπαρκῶς εὐχαριστημένη, ὅτι ἐξηντλήθη ἐπαρκῶς τὸ σπουδαῖον τοῦτο θέμα. Δὲν θέλω νὰ ὑποτιμήσω τὴν ἱκανότητα ἡμῶν, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχω ἀμφιβολίας ὅτι δυνάμεθα νὰ παραβληθῶμεν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ μικρᾶς ἡλικίας ἔχουσι τὰ μέσα νὰ καταρτίζωνται καλλίτερον ἡμῶν. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις ὑποβάλλω, καὶ προσέτι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πληρεστάτην γνώμην περὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἐὰν μὴ ὑποβληθῇ καὶ νομοσχέδιον περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων, ἢ ἐὰν μὴ δηλώσῃ ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος τοῦ 1889,—διότι τοῦτο εἶναι ἡ τροπολογία ἑνὸς τῶν συναδέλφων ἐκ Καρδίτσης, ἀλλὰ πρωτίστως θὰ ὑπάρχῃ τὸ πόρισμα τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς καταρτισθείσης δυνάμει Β. Διατάγματος, ὑπογεγραμμένου ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Βουλὴ, μὲ ὅλα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὁ ἐκ Καρδίτσης συνάδελφος κ. Τσαμαγκίδης καὶ ἐγὼ εἴπομεν, καὶ τοῦ συναδέλφου τὴν γνώμην καὶ τὴν ἐμὴν δὲν πρέπει νὰ τὴν προεξοφλήσῃ· διότι δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῆτε καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπως συντελέσωμεν εἰς τὸν σχηματισμὸν μιᾶς πεποιθήσεως, ἡ ὁποία ν’ ἀπολήξῃ εἰς τὸ καλὸν ὅλων τῶν Θεσσαλῶν. Ἐγὼ δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γεωργικοῦ ταμείου, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ὁρισθῇ προσηκόντως ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου· τοῦτο ὅμως θὰ συμβῇ κατόπιν μακρᾶς συζητήσεως. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως γαιῶν ἀπέχω ἔτι νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἔχει τὸν θεμελιώδη σκοπὸν νὰ ἐξαφανίσῃ τὸ χάσμα, τὸ ὑπάρχον ἐκ μακρῶν καὶ ποικίλων λόγων μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν. Ἐὰν δὲν ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ τούτου, τότε μὴ ἀμφιβάλλετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν μετανοήσει πικρότατα, πρωτίστως διότι ἡ ἀγαθὴ ἡμῶν πρόθεσις, ὅπως βελτιώσωμεν τὴν τύχην τῶν καλλιεργητῶν, θὰ καταλήξῃ ἀκριβῶς εἰς τὸ ἀντίθετον. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μετὰ συζήτησιν ἐνδέχεται νὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὁμολογῶ ὅμως ἐν πεποιθήσει ἀκραδάντῳ, ὅτι μόνον κατόπιν μακρᾶς συζητήσεως καὶ ἀφοῦ μελετήσω ἐπαρκῶς ὅλα τὰ ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ μορφώσω γνώμην, διότι δὲν εἶναι, ὡς φαίνεται, ἁπλοῦν τὸ ζήτημα. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν—ἡ Βουλὴ βεβαίως διὰ τῆς πλειοψηφίας αὐτῆς δύναται νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε θέλει ἀπόφασιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν συνεπειῶν, —δὲν μοὶ φαίνεται δὲ τόσον κατεπεῖγον, ἀφοῦ δὲν προτείνεται ἀναβολὴ δι’ ἄλλην σύνοδον. Ἐὰν τοῦτο ἐπροτείνετο, θὰ ἐνόουν τὴν ἀντίστασιν· ἀφοῦ ὅμως εἰς τὰς ἓξ συνεδριάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπολείπονται μέχρι τῆς διακοπῆς χάριν τῶν ἑορτῶν, δὲν δύνανται τὰ νομοσχέδια ταῦτα νὰ γείνωσι νόμοι τοῦ Κράτους, καὶ ἂν συνεχῶς συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν, νομίζω ὅτι ἡ περαιτέρω ἀντίῤῥησις δὲν ἔχει λόγον σπουδαῖον.
§163ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προχθὲς ἐγένετο ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅπως διακόπτωμεν κατὰ τὴν ἑβδόμην ἐπὶ μίαν ὥραν...
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μὴ διακόψωμεν τὸ ζήτημα.
§165ΣΤΑΗΣ. Ἤδη εἶναι 7 καὶ τέταρτον.
§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων. Ἀφοῦ ἐτελείωσε τὸν λόγον του ὁ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτής, δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν, συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐπανέλθωμεν μετὰ μίαν ὥραν καὶ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 15′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 μ. μ.).
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Ταταράκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναβολῆς.
§169ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§171ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Παραιτοῦμαι τῆς ἐνστάσεως, ἀλλὰ νὰ ἔλθωσιν οἱ Βουλευταί.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσκαλέσατε τοὺς κ. Βουλευτὰς ἐκ τῶν δωματίων. Ὁ κ. Ταταράκης ἔχει τὸν λόγον.
§173ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ὑπὸ τριῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων προτείνεται ἡ ἀναβολὴ τῶν νομοσχεδίων τῶν ἐγγεγραμμένων πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλ’ ἄνευ εὐλόγου τινὸς αἰτίας. Οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι δὲν μᾶς εἶπον τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ζητοῦσι τὴν ἀναβολὴν αὐτῶν. Ζητοῦσι ταύτην, διότι τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν παρεπέμφθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ δὲν ἐγένετο ἡ ἀπαιτουμένη ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ βάσανος αὐτῶν; Ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὡς πάντες γνωρίζομεν, ὑπεβλήθησαν οὐχὶ εἰς μίαν μόνον ἐπιτροπήν, ἀλλὰ εἰς πολλὰς ἐπιτροπὰς κατ’ ἐπανάληψιν, εἰδικὰς καὶ πολυμελεῖς, καὶ τελευταῖον συνέστη ἐπιτροπὴ μεγάλη, ἡ ὁποία, ἐπὶ τόπου μεταβᾶσα, ἐμελέτησεν ὅλα τὰ σχετικὰ ζητήματα καὶ ὑπέβαλε τὴν σχετικὴν ἔκθεσίν της. Ὥστε, ἂν ὑπάρχωσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐβασανίσθησαν προσηκόντως, εἶναι τὰ Θεσσαλικά· ταῦτα δὲ μελετῶνται ἤδη ἀπὸ δύο ὅλων περίπου ἐτῶν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι πᾶς, ὅστις ἤθελε νὰ μελετήσῃ αὐτά, εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, διὰ νὰ σχηματίσῃ τὴν γνώμην του. Ἀλλὰ ὁ κ. ἐκ Βόλου συνάδελφος εἶπεν, ὅτι μετὰ τὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν ἐν ταῖς ἐκθέσεσι τῆς τελευταίας ἐπιτροπῆς, ἐγεννήθησαν εἰς αὐτὸν πολλοὶ δισταγμοὶ καὶ πολλαὶ ἀπορίαι, καὶ εὑρίσκει ὅτι ἔχει ἀκόμη ἀνάγκην ἡμερῶν τινων πρὸς μελέτην. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ὁ ἔντιμος συνάδελφος δὲν ἠδυνήθη ἀκόμη νὰ μορφώσῃ γνώμην ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν δὲν εὑρίσκονται καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δὲ δίκαιον, οὐδὲ εὔλογον, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτῶν διὰ τὸν λόγον τοῦτον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου νομίζω, ὅτι εἶναι πλέον καιρὸς νὰ ἐκφρασθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον κατ’ αὐτῶν ἐξηνέχθησαν γνῶμαι παρὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα κατέχουσι σπουδαίαν θέσιν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, παρὰ καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, παρ’ αὐθεντιῶν νομικῶν, αἵτινες ἐγνωμοδότησαν, ὅτι τὸ περὶ παραχωρήσεως γαιῶν νομοσχέδιον ἀντίκειται οὐ μόνον εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ καὶ εἰς ῥητὸν ἄρθρον διεθνοῦς συνθήκης· νομίζω ἑπομένως, ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὸν παρὰ τῆς Βουλῆς· φρονῶ μάλιστα, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς διορισμὸν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἰς δαπάνας, πρὶν ἢ ἐκφράσῃ ὁποίαν γνώμην ἔχει περὶ τοῦ συνταγματικοῦ ἢ μὴ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, καὶ ἂν τοῦτο ἀντιβαίνῃ ἢ ὄχι εἰς διεθνῆ συνθήκην. Ἐν τούτοις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἔγεινε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρέπει ἤδη νὰ γείνῃ· πρέπει δηλ. νὰ μὴ γείνῃ πλέον ἄλλη ἀναβολή, πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἀναβολῆς.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαμαγκίδης.
§175ΤΟΠΑΛΗΣ. Εἶμαι ἐγώ, νομίζω.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ σειρὰ εἶναι αὕτη: Τσαμαγκίδης, Τοπάλης, Πετροπουλάκης.
§177ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Τσαμαγκίδης παραχωρεῖ εἰς ἐμέ.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Πετροπουλάκης.
§179ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ σκοπὸς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν ἀποβλέπει βεβαίως εἰς τὴν εἴσπραξιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου περίπου, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται ὡς ἀναγκαῖον· ὁ σκοπὸς τῆς περισυλλογῆς τοῦ χρήματος τούτου ἀποβλέπει εἰς τὸ πῶς νὰ διακανονισθῇ τὸ Γεωργικὸν αὐτὸ ζήτημα ἐν Θεσσαλίᾳ, σχετιζόμενον καὶ καθοριζόμενον πρὸς ὅλας αὐτοῦ τὰς σχέσεις. Μεταξὺ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων εἶναι καὶ δύο ἕτερα, τὰ ὁποῖα δὲν διενεμήθησαν, καὶ ταῦτα εἶναι τὰ μᾶλλον οὐσιώδη, τὰ μᾶλλον διακανονίζοντα τὰς σχέσεις τῶν καλλιεργητῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας. Οἱ κ. ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ νομίζω ὅτι ὑπέβαλον τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας προτείνουσι, τὸ ἓν μέρος τοῦ ποσοῦ νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν γαιῶν, τὸ δὲ ἕτερον εἰς τὴν σύστασιν Γεωργικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν καλλιεργητῶν. Ἐὰν λοιπὸν ψηφίσωμεν τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὰ σχετικὰ, καὶ ἰδίως τὸ κανονίζον τὰς σχέσεις τῶν καλλιεργητῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, δὲν νομίζω ὅτι πράττομέν τι καλὸν, τοὐναντίον, ἀντὶ νὰ συντρέξωμεν τοὺς καλλιεργητὰς, θὰ τοὺς καταστρέψωμεν· διότι ὑποτεθείσθω ὅτι ὁ καλλιεργητὴς ἠγόρασεν 20 στρέμματα καὶ τὴν οἰκίαν ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην ἀντὶ 40 ἢ 50 λιρῶν, καὶ ὁ ἰδιοκτήτης τὴν ἐπιοῦσαν δὲν θέλει νὰ καλλιεργήσῃ αὐτά, ἀλλὰ τὰ θέλει λειβάδια· τί θὰ γείνῃ; Ὁ καλλιεργητὴς βεβαίως δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπαρκέσῃ, καὶ καταστρέφεται ὁλοσχερῶς, καὶ πολλὰ ἄτοπα ἠμπορεῖ νὰ προκύψωσι. Διὰ τοῦτο τάσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔχει ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν νὰ συντρέξῃ τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους ἀνθρώπους, ὅπως συναινέσῃ εἰς τοῦτο, ἵνα μετὰ τὴν διανομὴν καὶ τὴν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐγγραφὴν καὶ τῶν ἑτέρων νομοσχεδίων συζητηθῇ ἐπισταμένως τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνδιαφέρει μόνον τοὺς ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτὰς, ἀλλὰ ὁλόκληρον τὸ Κράτος, διότι ἐκ τῆς καλλιεργείας τῶν γαιῶν τῆς Θεσσαλίας βεβαίως θὰ ὠφεληθῇ τὸ Κράτος ὁλόκληρον. Νομίζω ὅτι εἶναι σοβαρὸν τὸ ζήτημα, καὶ ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι δὲν θὰ ἐπιμείνῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ συζητηθοῦν τὰ δύο μόνον αὐτὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα, ἐὰν ψηφισθῶσι μονομερῶς, βεβαίως θὰ ἦναι ἐπιβλαβῆ, καὶ οὐχὶ ὠφέλιμα.
§180ΤΟΠΑΛΗΣ. Τρίτην ἤδη φορὰν, Κύριοι, ἔρχονται τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια ὑπὸ συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκ τρίτου ἀπειλεῖται ἢ μᾶλλον προτείνεται ἡ ἀναβολὴ, τουτέστιν ἡ παραπομπὴ αὐτῶν εἰς τὸ ἄγνωστον καὶ ἀόριστον, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς, τῆς ὁποίας τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν ἐνίσχυσιν κύριον προορισμὸν ἔθεσαν τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια. Τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα, ὡς ἤχθη ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι ἀρχαῖον, μὲ ἐποχὰς καὶ στάδια, κινδυνεῦον μάλιστα νὰ καταστῇ χρόνιον, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀνατρέξω ὀλίγον εἰς τὸ παρελθόν. Πρὸ ἑνὸς ἔτους περίπου προσεκλήθημεν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τινὲς ἐκ τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν, ὅπως παραστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς Θεσσαλικὰς ἀνάγκας. Μεταξὺ τῆς μικρᾶς ταύτης ἐπιτροπῆς συμπεριελήφθην καὶ ἐγὼ, οὐχὶ βεβαίως ἕνεκεν ἰδιασμένης ἱκανότητός μου, τοὐναντίον μάλιστα φρονῶ, ὅτι ἅπαντες οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ, ἰδίως οἱ ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐν Θεσσαλίᾳ πολιτευόμενοι, εἶναι κάτοχοι τοῦ ζητήματος ἐν ταῖς πλείσταις αὐτοῦ λεπτομερείαις, ἴσως δὲ καὶ πολλοὶ τούτων εἶναι καὶ κάλλιον ἐμοῦ κατηρτισμένοι. Ἔλαβον ὅμως μέρος εἰς τὴν μικρὰν ταύτην ἐπιτροπὴν ὅλως ἐκ τύχης, καὶ ἐὰν ἴσως ἔδειξα ζῆλον περισσότερον τῶν ἄλλων, ἢ ἐὰν μοὶ ἐγένετο δυνατὸν ἐκ καλῆς τύχης μου, ὡς εἷς ἀξιότιμος συνάδελφος διϊσχυρίσθη, νὰ παράσχω ἐργασίαν μείζονα τῶν ἄλλων Θεσσαλῶν Βουλευτῶν, τοῦτο, Κύριοι, προῆλθε μόνον διότι, ἐν ἐπιγνώσει ἐλλείψεών μου σοβαρῶν, κατέγεινα νὰ πληρώσω κενὸν, ὅπερ αἰσθάνομαι ὅτι ἀφήνει ἐν ἐμοὶ ἡ μικρὰ πεῖρα, ὡς ἐκ τοῦ βραχυχρονίου πολιτικοῦ μου σταδίου. Μεταξὺ ἄλλων ἦτον οὐσιωδῶν ζητημάτων, ἅτινα ἐπροτείναμεν τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὑπελάβομεν, ὅτι τρία ἦσαν τὰ προέχοντα σημεῖα τῶν Θεσσαλικῶν ἀναγκῶν. Πρῶτον ἡ ἔλλειψις ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ παρὰ τοῖς χωρικοῖς, τοῖς ἐγκατεστημένοις ἐν τοῖς τσιφλικίοις, δεύτερον ἡ ἔλλειψις Γεωργικῆς Τραπέζης, καὶ τρίτον ἡ ἀνάγκη τῆς κατασκευῆς ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἐνομίσαμεν, Κύριοι, ὅτι ἠθέλομεν ἐπιδράσει ὄχι μόνον ἀμέσως ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ καὶ ἐμμέσως, βελτιοῦντες τὴν θέσιν τοῦ παραγωγοῦ καὶ χειραφετοῦντες αὐτὸν ἀπὸ τῆς ἀπολύτου ἐξουσίας τοῦ ἰδιοκτήτου, ἥτις πλεῖστα κακὰ κατεργάζεται. Ἠθελήσαμεν νὰ προκαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προνοήσῃ περὶ νόμου, ὅστις ἠδύνατο νὰ ἀνοίξῃ στάδιον ἀποταμιεύσεως καὶ ἰδιοκτησίας εἰς τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους ἐργάτας τῆς γῆς, ἵνα καταστήσωμεν αὐτοὺς ἀληθῶς ἐλευθέρους πολίτας, ἀπηλλαγμένους τῶν κακῶν τῆς ἀπολύτου θελήσεως τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ συντείνωμεν συγχρόνως εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Καὶ ἡ γενικὴ κραυγή, ἡ ἐγερθεῖσα καθ’ ὅλην τὴν Θεσσαλίαν παρ’ ὅλων τῶν ἐν τοῖς τσιφλικίοις γεωργῶν κατὰ τὴν ἐκεῖθεν διάβασιν τῆς Θεσσαλικῆς ἐπιτροπῆς, ἐδικαίωσεν ἡμᾶς. Θὰ ἐξετρεπόμην τοῦ θέματος, ἐὰν ἤθελον ἀναπτύξει διὰ μακροτέρων τὸ μέγα τοῦτο ζήτημα, θλιβερὸν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς φιλανθρωπίας, ἀπαίσιον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ὡς δεύτερον προέχον Θεσσαλικὸν ζήτημα προετείναμεν, Κύριοι, τὴν ἔλλειψιν γεωργικῆς πίστεως. Ἐγνωρίζομεν ἀμυδρῶς τὸ γδάρισιμο κυριολεκτικῶς, τὸ ὁποῖον ὑφίστανται οἱ Θεσσαλοὶ ἀγρόται ὑπὸ τῶν τοκογλύφων, ἐνίοτε δὲ καὶ ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἐκμεταλλευομένων τὴν δύσκολον θέσιν ἐκείνων, ἐξεπλάγημεν ὅμως ἅπαντα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὸ φοβερὸν κακόν, τὸ ὁποῖον ἐκεῖ ἡ τοκογλυφία κατεργάζεται. Δὲν θὰ εἴπωμεν ὑπερβολήν, ὀνομάζοντες τὸν τόκον εἰς τρία καὶ τέσσαρα τοῖς ἑκατὸν κατὰ μῆνα, καὶ ὅτι τὰ γραμμάτια ἀλλάσσονται κατὰ τριμηνίαν μετὰ τοῦ τόκου ἐντὸς αὐτῶν, οὕτως ὥστε ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους νὰ πληρώνῃ ὁ δυστυχὴς χωρικὸς περίπου 50%, καὶ ἐὰν εὑρίσκῃ χρήματα, διότι πλειστάκις εἶναι ἠναγκασμένος, πιεζόμενος ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, νὰ πωλῇ εἰς ἀκαίρους ἐποχὰς τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα καὶ τὰ ζῷά του, ἵνα διαθρέψῃ τὴν δυστυχῆ αὐτοῦ οἰκογένειαν, ἵνα πορισθῇ τὸν ξηρόν του ἄρτον, μὲ τὸν ὁποῖον μόνον διαρκῶς ἐκεῖ ζῇ. Τρίτον ζήτημα, Κύριοι, ὑπελάβομεν τὴν ἀνάγκην κατασκευῆς ὑδραυλικῶν ἔργων, ὄχι διότι ἡ Θεσσαλία ἔχει ἀνάγκην πρὸς τὸ παρὸν νέων ἀγρῶν, ἀλλ’ ὅπως προστατεύσωμεν τοὺς νῦν ὑπάρχοντας, ὅπως διασώσωμεν ἐπίσης τὰς πόλεις καὶ τὰς κώμας, ἐπροτείναμεν τὴν κατασκευὴν τῶν τοιούτων ἔργων. Ὀρθῶς δὲ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα διῃρέθησαν εἰς προστατευτικά, εἰς ἀρδευτικὰ καὶ εἰς ἀποξηραντικά, διότι πρέπει νὰ γείνῃ διάκρισις τούτων, νὰ προβῶμεν δὲ κατὰ τὴν ἀνάγκην τὴν μείζονα, καὶ τοιαύτη, φρονοῦμεν, εἶναι ἡ τῶν προστατευτικῶν, ὡς μᾶλλον ἐπειγόντων. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ μίαν ἄλλην ἔποψιν ἐθεωρήσαμεν τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα ἀναγκαῖα, ὅπως ἀποτραπῇ ἡ μεγάλη θνησιμότης ἐν Θεσσαλίᾳ, ἥτις προξενεῖται ἐκ τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν...
§181ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς συζητεῖτε;
§182ΤΟΠΑΛΗΣ. Μάλιστα· θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν πρότασίν μου περὶ μὴ ἀναβολῆς.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει νὰ παραστήσῃ τὸ χρήσιμον τῶν νομοσχεδίων. Δὲν εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§184ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἡ Θεσσαλία πάσχει, Κύριοι, ἐξ ἐλλείψεως πληθυσμοῦ· δύο δὲ εἶναι τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τὴν ἔλλειψιν ταύτην, εἴτε δηλ. διὰ τῆς ἐποικίσεως ξένου πληθυσμοῦ, εἴτε διὰ τῆς παρεμποδίσεως τῆς θνησιμότητος. Καὶ ἐπειδὴ ἐβλέπομεν μεγάλα προσκόμματα εἰς τὴν ἐγκατάστασιν ξένων καλλιεργητῶν, διὰ τοῦτο ἀπεβλέψαμεν, ὅπως, εἰ δυνατόν, παρεμποδίσωμεν τὴν θνησιμότητα ταύτην, ἐξασφαλίζοντες συγχρόνως τοὺς νῦν ὑπάρχοντας ἀγρούς, τὰς κώμας καὶ τὰς Θεσσαλικὰς πόλεις. Καὶ τὴν γνώμην μας ταύτην, ἐὰν φρονῆτε ὅτι δὲν ἐδικαιολόγησεν ἀρκούντως ἡ ὁμόθυμος γνώμη τῆς Θεσσαλικῆς ἐπιτροπῆς, μεταβάσης ἐκεῖ ἐν ὥρᾳ θέρους, ἐπικυροῦσιν ὅμως τὰ συμβάντα σήμερον, διότι ὅλοι ἀνεγνώσατε ἐν ταῖς ἐφημερίσι τὰς τελευταίας ἐν Θεσσαλίᾳ πλημμύρας, καὶ ἐὰν ἦτο ἀπόψε ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ σᾶς ἐπεδείκνυεν ἴσως εἰδήσεις ἐκ Λαρίσης, σήμερον ληφθείσας, κατὰ τὰς ὁποίας κινδυνεύει ὁλόκληρος ἡ πόλις. Ἐζητήθησαν λέμβοι ἐκ Βόλου, ὅπως διασωθῶσι κτήνη καὶ ἄνθρωποι, καταφυγόντες ἐπὶ ὑψωμάτων καὶ δένδρων καὶ ἡ κατάστασις ἐκεῖ ἐκ τῆς πλημμύρας ἐν γένει εἶναι δεινὴ καὶ ἀπελπιστική. Τὰ τοιαῦτά εἰσι θεάματα, ἅτινα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν Θεσσαλίᾳ εἰς ἑκάστην χειμερινὴν περίοδον, πρὸς μεγάλην ζημίαν οὐ μόνον τῶν γεωργικῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀστικῶν πληθυσμῶν. Ταῦτα ἦσαν, Κύριοι, τὰ προέχοντα σημεῖα τῶν Θεσσαλικῶν ἀναγκῶν, τὰ ὁποῖα ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ διότι δὲν ἐγνώριζε ταῦτα, ἀλλὰ διότι προσεκάλεσεν ἡμᾶς νὰ καταρτίσωμεν ἐπὶ τὸ συστηματικώτερον τὰς θεσσαλικὰς ἀνάγκας, ὑποβάλλοντες ἴδιον περὶ τούτων ὑπόμνημα. Ὡς βλέπετε, δὲν ἀνεμένομεν ἡμεῖς νὰ φωτισθῶμεν μόνον ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς διϊσχυρίσθη ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἡ γνώμη μας βεβαίως δὲν εἶναι ἀλάνθαστος, οὐδὲ εἴμεθα τόσον ζηλότυποι αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο θέλομεν τὴν συζήτησιν, ἵνα φωτισθῶμεν καὶ ἵνα ἐκλείψῃ τέλος ἡ ἐκκρεμὴς αὕτη κατάστασις. Ἡ Κυβέρνησις, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τότε τὸ ὑπόμνημα ἡμῶν, καὶ διαῤῥυθμίσασα ἐν πολλοῖς τὰς βάσεις αὐτοῦ, εἰσήγαγε πρὸ ἑνὸς ἔτους δύο Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, ἅτινα ἐσκόπουν τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς, τὸ νομοσχέδιον δηλ. περὶ παραχωρήσεως γαιῶν καὶ τὸ περὶ Γεωργικοῦ ταμείου. Ἐὰν ἦλθον ἐπιβοηθητικῶς καὶ ἕτερα δύο, τὸ περὶ ἐγγείου φόρου καὶ τὸ περὶ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν βοσκῶν, ταῦτα δὲν ἦσαν Θεσσαλικὰ, δὲν ἦσαν τουτέστιν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπρότειναν οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ, ὡς σκοποῦντα τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς· συνεδέοντο μόνον μετ’ ἐκείνων, διότι μικρὸν ποσοστὸν ἐκ τῶν προσόδων αὐτῶν διετίθετο ὑπὲρ τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου. Οὗτος ἦτο ὁ σύνδεσμος ἀμφοτέρων τῶν δύο τούτων—ἄλλως διαφόρων συστημάτων—νομοσχεδίων, διότι τὰ δύο τελευταῖα ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μεταῤῥυθμίσωσι τὴν φορολογίαν, χάριν ταμιευτικῶν μᾶλλον λόγων. Ὑπεβλήθη κατόπιν καὶ πέμπτον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον νομοσχέδιον, τὸ περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν καλλιεργητῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἔλαβον μέρος, ὑπεβλήθη, ἀφοῦ ἐσχηματίσθη παρὰ πολλοῖς ἐκ τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν ἡ γνώμη, ὅτι κινδυνεύει τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως γαιῶν, καὶ ἠθέλησαν οὗτοι νὰ προλάβωσιν ἐνδεχόμενα κακὰ, μήπως ἕνεκα τῆς ὑποβολῆς τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων ἐξεγερθῇ τὸ πνεῦμα τῶν ἐν τοῖς τσιφλικίοις Θεσσαλῶν χωρικῶν καὶ ἀναφλεχθῇ τὸ ὑποβόσκον πῦρ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, καίτοι καὶ αὐτὴ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπέμενε νὰ συζητηθῶσιν. Ἐὰν ἦτο παρὼν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ράλλης, θὰ ὡμολόγει μετ’ ἐμοῦ, ὅτι παρέστησε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἔκρυθμον τὴν κατάστασιν ἐν Θεσσαλίᾳ, λέγων ὅτι θὰ ἠπειλεῖτο ἡ δημοσία τάξις, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβαινεν ἀμέσως εἰς ἀπόφασίν τινα ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων...
§185ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἦτο ὑπὲρ τῆς ἀμέσου συζητήσεως, ἀλλ’ οὐχὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον. Ἔλεγεν ὅτι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νομοσχεδίων προεκάλεσεν ἐπιθυμίας καὶ ἐλπίδας τῶν ἀγροτῶν Θεσσαλῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναβάλληται ἡ νομοθέτησις αὐτῶν, καὶ ἤθελε νὰ θέσῃ ὑπεύθυνον τῶν συνεπειῶν τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος, καὶ οὐχὶ ὅτι παρεδέχετο ἐπικείμενα τὰ κακὰ, ὅσα λέγετε.
§186ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ἂν συμμερίζομαι τὰς γνώμας ταύτας, οὐδὲ λαμβάνω ταύτας ὑπ’ ὄψιν· λέγω μόνον, ὅτι ὁ κ. Ράλλης ἤθελε τότε τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, ὑπὲρ ἧς συνηγορῶ καὶ ἐγὼ σήμερον, καὶ τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ἐπίσης ἠθέλησε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ζητήσας νὰ προταχθῶσι τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, καὶ ψηφοφορίαν μάλιστα προὐκάλεσεν ἐπὶ τούτου...
§187ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ κ. Ράλλης ἐθεώρει τὰ νομοσχέδια ἀμελέτητα καὶ ἀκατάρτιστα (θόρυβος).
§188ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἤθελε τὴν συζήτησιν, ἵνα ἀποῤῥιφθῶσι.
§189ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἀλλὰ μήπως καὶ ἡμεῖς ζητοῦμεν ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἐπιψήφισιν; Ἐπὶ τῆς συζητήσεως ἐπιμένομεν νῦν καὶ ἡμεῖς. Δυστυχῶς ὅμως δὲν ἐγένετο δυνατὸν, Κύριοι, νὰ συζητηθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἕνεκα ἐλλείψεως χρόνου, ὡς ἐκ τῶν ἐπικειμένων Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων. Καὶ ὑπεβλήθη τότε εἰς τὴν Βουλὴν ἡ πρότασις, ἵνα σχηματισθῇ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, ἥτις μεταβαίνουσα εἰς Θεσσαλίαν νὰ ἐξετάσῃ ἐπιτοπίως τὸ ζήτημα. Ἡ ἐπιτροπὴ μετέβη εἰς Θεσσαλίαν, διέτριψεν ἐκεῖ ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ κατήρτισε τὴν ἔκθεσίν της, ἧς τὸ σχέδιον ἐτυπώθη πρὸ τριῶν περίπου μηνῶν. Ἦτο δὲ εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς βουλομένου ἐκ τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἰδίως τῶν Θεσσαλῶν, τὸ σχέδιον τοῦτο τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς· ἐγὼ μάλιστα ἔλαβον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν 4 ἀντίτυπα, ἅτινα διένειμα εἰς ἐγκρίτους τοῦ Βόλου συμπολίτας μου. Ἑπομένως ὅστις εἶχεν ἐνδιαφέρον—καὶ εἶχον βεβαίως ἐνδιαφέρον ἅπαντες οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ—ἠδύνατο νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν πορισμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ ἐπιτροπή. Τὸ σχέδιον τοῦτο τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, καταρτισθὲν εἰς ὁριστικὴν ἔκθεσιν διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ 15 περίπου ἡμερῶν, ὅτε διενεμήθη καὶ εἰς τοὺς Βουλευτὰς, καὶ ἐνεγράφησαν πάλιν ἀμέσως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰ δύο Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, δηλ. τὸ περὶ Γεωργικοῦ ταμείου καὶ τὸ περὶ παραχωρήσεως οἰκίας καὶ μέρους γῆς εἰς τοὺς χωρικούς. Ἐπειδὴ ὅμως τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν ἦσαν διατετυπωμένα, κατὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Θεσσαλικῆς ἐπιτροπῆς, συμφώνως πρὸς τὴν Θεσσαλικὴν ἔκθεσιν, διὰ τοῦτο προεκαλέσαμεν τὴν συνέντευξιν τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν, ἵνα συσκεφθῶμεν, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ συμβιβάσωμεν ταῦτα πρὸς τὴν ἔκθεσιν τῆς Θεσσαλικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὰς ὑπαγορεύσεις τῶν Θεσσαλικῶν συμφερόντων. Ἐπρόκειτο ἐν τῇ συνεντεύξει ταύτῃ τὸ ζήτημα τοῦ τρόπου τῆς συζητήσεως καὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν νομοσχεδίων ὑπὸ τὴν ῥηθεῖσαν ἔποψιν, καὶ ἀφοῦ ἐλάβομεν τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀποδεχθεῖσα τὴν ἔκθεσιν τῆς Θεσσαλικῆς ἐπιτροπῆς, υἱοθετεῖ πᾶσαν τροπολογίαν, ἐνομίσαμεν ὅτι οὐδὲν πρόσκομμα παρενεβάλλετο εἰς τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ μάλιστα προὐτάθη ἡ τροποποίησις τοῦ 1ου ἄρθρου τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, συμφώνως πρὸς τὰς Θεσσαλικὰς ἀνάγκας, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέφρασε γνώμην, ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον νὰ τροποποιηθῇ, διότι ὄντως ἡ Τράπεζα δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἐγγυήσεως τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου, τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ συμβάσει, ἐκ τῶν πόρων τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἠδύναντο νὰ προτάξωσιν ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, θὰ ἦτο ἡ ἔλλειψις νομοσχεδίου περὶ Γεωργικῆς Τραπέζης, διότι τὸ νομοσχέδιον περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων, ὅταν συζητηθῇ τὸ «περὶ παραχωρήσεως», δέον νὰ περιληφθῇ ἐν αὐτῷ, συμπλήρωσις δὲ περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ὑπεβλήθη ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς τροπολογία τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γεωργικοῦ ταμείου. Ἐξασφαλιζομένου ὅμως διὰ συμπληρώσεως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἐκ τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου ποσοῦ, ὅπερ θέλει χρησιμεύσει ὡς ἐγγύησις πρὸς ἐξεύρευσιν τοῦ ἀναγκαίου χρηματικοῦ ποσοῦ διὰ τὴν σύστασιν τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, οὐδεὶς κίνδυνος ματαιώσεως αὐτῆς ὑφίσταται πλέον, καὶ ἀρκεῖ μόνον ἓν νομοσχέδιον, δίδον τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον νὰ συμβληθῇ πρὸς σύστασιν Γεωργικῆς Τραπέζης, καὶ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θέλει εἰσαγάγει, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ κενοῦ τούτου. Τὸ οὐσιῶδες εἶναι, πῶς νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ ἐκ τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου ποσὸν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ ἐξευρεθῇ τὸ δάνειον διὰ τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν. Τοῦτο ὅμως κατορθοῦται, ἐὰν ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ Γεωργικοῦ ταμείου ὡρισμένως οἱ σκοποὶ τοῦ Ταμείου, νὰ ψηφισθῇ δηλ. ἐν αὐτῷ, ὅτι τὰ 6 ἑκατομμύρια τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διευκολύνοντα τὴν παραχώρησιν τῶν οἰκιῶν καὶ μέρους γῆς, θέλουσι διατεθῆ κατόπιν ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Τότε δὲ θὰ ἔχωμεν ἀκόμη 500,000 δρ. περίπου ἐκ τῶν πόρων τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, ὡς ἐγγύησιν διὰ τὴν σύστασιν τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, διότι, ἀφοῦ οἱ πόροι τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου θὰ ἦναι κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς 902,000 δραχ. καὶ ἀφοῦ διαθέσωμεν 420,000 δρ. διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων, θὰ ἔχωμεν προφανὲς ὑπόλοιπον 482,000 δρ. εἰσέτι, διὰ τῶν ὁποίων εὐκολώτερον βεβαίως δυνάμεθα νὰ ἐξεύρωμεν τὸ ποσὸν τῶν 500,000 δραχμῶν, τῶν ἀναγκαιουσῶν, κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, πρὸς σύστασιν Γεωργικῆς Τραπέζης. Δὲν εἰσέρχομαι νῦν εἰς τὴν οὐσίαν τῶν ζητημάτων· ἠθέλησα μόνον διὰ τῶν συντόμων τούτων ἐξηγήσεων νὰ πείσω τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, συνηγορῶν σήμερον ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων. Δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι ὁ ἕτερος προταθεὶς λόγος, ὅτι δηλ. τινὲς τῶν συναδέλφων δὲν εἶναι δεόντως παρεσκευασμένοι, ὅπως συζητήσωσιν ἐπὶ τῶν σπουδαίων τούτων νομοσχεδίων, προτείνεται σοβαρῶς. Ἐὰν δὲν ἐγνώριζον τὰς ἰδέας τῶν προτεινάντων τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, ἤθελον παρασυρθῇ καὶ ἐγὼ ὑπὸ τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τρικκάλων Βουλευτοῦ, καὶ ἤθελον ὑποθέσει, ὅτι ἄλλος σκοπὸς πλάγιος ὑποκρύπτεται εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, ὅτι ὄχι αὕτη δηλαδὴ, ἀλλ’ ἡ ματαίωσις τῶν νομοσχεδίων προτείνεται. Καὶ μοὶ φαίνεται μόνον ὑπέρμετρος μετριοφροσύνη ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος· διότι τί θὰ ἔλεγον τότε οἱ Βουλευταὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, ἐὰν ἐπαρουσιαζόμεθα ἡμεῖς οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ, λέγοντες ἐπὶ ἰδίων ἡμῶν νομοσχεδίων, ὅτι ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν αὐτῶν, διότι δὲν μᾶς ἐδόθη καιρὸς νὰ μελετήσωμεν; Ἀφοῦ ὅμως πρὸ ἑνὸς ὅλου ἔτους ὑπεβλήθησαν τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν ἀφοῦ παρεπέμφθησαν εἰς ἐπιτροπὰς, ἀφοῦ κατηρτίσθη εἰδικὴ πρὸς τοῦτο ἐπιτροπὴ, ἀφοῦ ὑπεβλήθησαν λεπτομερεῖς ἐκθέσεις ἐπ’ αὐτῶν, πῶς εἶναι τότε δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ ἰσχυρισμὸς ἐκεῖνος, ὡς σοβαρῶς προτεινόμενος; Δὲν εἶναι δὲ οἱ προτείνοντες τὴν ἀναβολὴν ἐκ τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες δὲν ἀσχολοῦνται ἐμβριθῶς ἐπὶ πάντων τῶν ζητημάτων, γενικῶν τε καὶ τοπικῶν, καὶ ἤθελον ἐκπλαγῆ ἀληθῶς, ἐὰν ὄντως δὲν εὗρον καιρὸν νὰ ἀσχοληθῶσιν ἐπὶ ζητήματός των τοπικοῦ, τόσον σπουδαίας σημασίας, ὁποίας εἶναι τὸ Θεσσαλικόν! Φρονῶ λοιπὸν καὶ ἐπιμένω, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον πρέπει νὰ ἀναβληθῶσι καὶ πάλιν τὰ νομοσχέδια ταῦτα· διότι, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ ἀνθρώπινα ἔργα οὐδέποτε δύνανται νὰ ἦναι τέλεια, πιθανὸν καὶ μετὰ παρέλευσιν 10 ἡμερῶν, καὶ μετὰ παρέλευσιν ἔτους ἀκόμη, νὰ παρουσιασθῇ ἕτερος Βουλευτὴς, ἢ καὶ πλείονες, ἰσχυριζόμενοι οἱανδήποτε πρόφασιν, ὅπως ἀναβάλωσιν ἐπ’ ἄπειρον τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν, καὶ ἐπιμένω, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν, διότι φοβοῦμαι μήπως ἡ ἀναβολὴ, τοσοῦτον συνεχῶς ἐπαναλαμβανομένη, ἀποβῇ κωμῳδία μὲν τῇ Βουλῇ, τραγῳδία ὅμως ἐν Θεσσαλίᾳ.
§190ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, δύο μεγάλα ζητήματα ἀπησχόλησαν μέχρι τοῦδε τὴν Βουλὴν, τὸ ζήτημα τὸ Πελοποννησιακὸν, ἢ τὸ περὶ σταφιδοκάρπου, καὶ τὸ ζήτημα τὸ Θεσσαλικόν. Καὶ τὸ μὲν Πελοποννησιακὸν ἀπησχόλησεν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι τὴν Βουλὴν ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας...
§191ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀκόμη δὲν ἐτελείωσε.
§192ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Ὁπωσδήποτε, δὲν ἠξεύρω ἂν καλῶς ἢ κακῶς, ἐπῆλθεν ἡ λύσις τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος διὰ τοῦ νόμου τοῦ σταφιδικοῦ. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ἐν Θεσσαλίᾳ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνέταξε νομοσχέδιον, διὰ τὸ ὁποῖον τὸν εὐχαριστῶ, διότι ἐφρόντισε περὶ τῶν Θεσσαλικῶν κτημάτων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐσύστησεν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἐπελήφθη τῶν ζητημάτων τούτων καὶ κατέληξεν εἰς ἓν πόρισμα. Μετὰ ταῦτα ἔφερε τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν, εἰς τὴν πρώτην σύνοδον, οὐχὶ ὅλα. Ἐζητήσαμεν δὲ νὰ ἐξετασθῶσιν ἐν συνόλῳ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς ἐξητάσθη τὸ σταφιδικὸν ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας. Δὲν εἶναι ἄξια νὰ ἐξετασθῶσι καὶ τὰ Θεσσαλικὰ μὲ ὅλην τὴν ἄνεσιν, διὰ νὰ μελετηθῶσι παρ’ ὅλων τῶν Βουλευτῶν; Ὁ προλαλήσας εἶπεν, ὅτι ἐζήτασε τὰ ζητήματα, καὶ ὅτι ἡμεῖς δὲν τὰ ἐξητάσαμεν. Ἡμεῖς θέλομεν ἄρτια τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν μᾶς ἀρέσουν ἢ ὄχι. Ἐζήτησα ἐγὼ τότε—καὶ εὐχαριστῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι μὲ εἰσήκουσεν,—ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν οὐχὶ ἐπ’ ἀόριστον, ἀλλὰ μικρὰν μόνον ἀναβολὴν, ἵνα λάβωμεν τὸν καιρὸν νὰ τὰ μελετήσωμεν...
§193ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Πόσων ἡμερῶν ἀναβολὴν ζητεῖτε;
§194ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Ζητοῦμεν ἀναβολὴν μέχρι τῆς πρώτης συνεδριάσεως μετὰ τὰς διακοπὰς, ἵνα ἔλθωσι συλλήβδην ὅλα τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια καὶ ἐν συνόλῳ συζητηθῇ ὁλόκληρον τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα. Ζητῶ τὴν ἀναβολὴν ὄχι ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, διότι εἶμαι μὲν ἀντιπολιτευόμενος, ἀλλ’ ὀφείλω πολλὰς χάριτας εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι μετὰ τόσης προθυμίας εἰσήκουσε τὴν παράκλησιν ἡμῶν καὶ ἐφρόντισε περὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν ἀδελφῶν Θεσσαλῶν. Πρέπει δὲ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα —οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ— οἱ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενοι, ἐγὼ, ὁ κ. Μπαλάσκας καὶ ἄλλοι τινὲς, ὄχι δὲ ὁ κ. Τοπάλης κλπ, διότι ὁ κ. Τοπάλης εἶναι τσιφλικοῦχος.
§195Ι. ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τραβήξῃ ἐμπρὸς καὶ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν δύο Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων περὶ παραχωρήσεως γαιῶν ταῖς ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργικαῖς οἰκογενείαις καὶ περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐφ’ ὅσον τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια μένουσιν ἐκκρεμῆ, μεγάλη βλάβη καὶ καταστροφὴ προσγίνεται εἰς τὸν Θεσσαλικὸν λαὸν, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Τρικκάλων κ. Κριεμάδης. Δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ κοπιάσῃ πολὺ, ἐὰν ἐνασχοληθῇ ἐπὶ δύο ἡμέρας διὰ τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια. Τὰ λοιπὰ ἀφήνω εἰς τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§196Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐθαύμασα τὴν εὐγλωττίαν τοῦ ἐκ Βόλου συναδέλφου κ. Τοπάλη, ἀλλὰ δὲν ἐθαύμασα τὴν μνήμην αὐτοῦ. Ὁ κύριος Τοπάλης σᾶς εἶπεν, ὅτι ἄλλοτε ὁ ἐξ Ἀττικῆς κύριος Βουλευτὴς καὶ ὁ ἐκ Παρνασίδος κύριος συνάδελφος προέλεγον, ὅτι κακὰ προεμήνυον διὰ τὴν Θεσσαλίαν, ἐὰν δὲν προταθῶσι καὶ συζητηθῶσι τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια. Ὁ κύριος Ράλλης καὶ ὁ κύριος Σιμόπουλος, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἔλεγον τότε, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα χρήζουσι πολλῆς μελέτης, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῶσι. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι τὰ δάκρυα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Τοπάλης πρὸ μικροῦ ἔχυνε, καὶ ἡ συγκίνησις, τὴν ὁποίαν ἠσθάνετο χάριν τῶν καλλιεργητῶν τῆς Θεσσαλίας, ἦσαν δάκρυα εἰλικρινῆ, διότι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν δύο τούτων νομοσχεδίων προσγίνονται δύο κακὰ, τὸ μὲν πρῶτον, ὅτι θὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἄλλους σκοποὺς τὸ χρῆμα τοῦτο, τὸ διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, τὸ ὁποῖον οὐδόλως ἀφορᾷ καὶ ἐνδιαφέρει τοὺς καλλιεργητὰς, τὸ δ’ ἕτερον εἰς ἀπαλλοτρίωσιν τῶν οἰκιῶν καὶ γαιῶν ἐν τοῖς τσιφλικίοις, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι μόνον τοὺς ἰδιοκτήτας. Δὲν ἀγνοεῖτε δὲ, Κύριοι, ὁποῖαι εἶναι αἱ ἐπιτροπαὶ, αἵτινες καθ’ ἑκάστην συνιστῶνται καὶ μεταβαίνουσιν εἰς τὰ διάφορα μέρη, ὅπως ἐκτιμήσωσι γαίας. Τὰς ἐπιτροπὰς ἐκείνας τίς θὰ ἐπηρεάσῃ; Ὁ καλλιεργητὴς ἢ ὁ τσιφλικοῦχος; Βεβαίως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ τσιφλίκι, καὶ τὴν καλύβην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκτισμένην, καὶ τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν ἔχει καλλιεργημένην, θὰ τὴν ἀγοράσῃ ὁ καλλιεργητὴς εἰς τιμὴν πολὺ ὑπὲρ τὴν ἀξίαν της, εἰς τιμὴν ὑπέρογκον. Διὰ τοῦτο, ἐν ὅσῳ δὲν κανονίζονται αἱ σχέσεις μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν, δὲν πρέπει τὰ νομοσχέδια ταῦτα νὰ ψηφισθῶσι. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει ὁμολογουμένως τὴν διάθεσιν νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, νὰ φέρῃ εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν πάντα τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, διότι, ἐν ὅσῳ ἔρχονται διῃρημένα, βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ μὴ δέχηται νὰ ψηφίσῃ μόνον τὰ δύο ταῦτα. Διὰ τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει δεχθῆ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων συζήτησις, μέχρις ὅτου προσαχθῶσι πρὸς συζήτησιν καὶ τὰ λοιπὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια.
§197ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἀποτελέσας μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἥτις διέτρεξεν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου μέχρι τοῦ ἄλλου τὴν Θεσσαλίαν, καθῆκον ἔχω νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ γνωρίσω ὑμῖν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ὑπῆρξεν ἐν μέρει ἀνακριβὴς, ἠθέλησε δὲ νὰ σᾶς παραστήσῃ— ἀναγκάζομαι νὰ τὸ εἴπω—ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ζήτημα ἀγροτικόν. Τοιοῦτον ζήτημα ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν ὑπάρχει, καὶ ἂν ὑπάρξῃ, γνωρίζω ποῖοι εἰργάσθησαν, ὅπως τὸ γεννήσωσι, καὶ ἐν ἀνάγκῃ δὲν θὰ διστάσω νὰ τοὺς ὀνομάσω. Λοιπὸν σᾶς λέγω, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βόλου καὶ φίλος μου ὑπῆρξε λίαν ἀνακριβὴς, καθόσον, ὅπως ἐνισχύσῃ τὰς ἰδέας του καὶ τὰς γνώσεις του, διϊσχυρίσθη, ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῆς Βουλῆς, ἐν ᾗ μεταξὺ ἄλλων ἦσαν μέλη ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἔντιμος βουλευτὴς κ. Ράλλης, ὁ ἐκ Παρνασσίδος κ. Σιμόπουλος καὶ ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης, ὅτι τρόπον τινὰ ἐπεσπεύδετο ἡ ἐπιψήφισις τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, καὶ ὅτι εἶχεν ἐκφρασθῆ ἡ γνώμη τοῦ νὰ παρακληθῇ ἐπὶ τούτῳ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ, ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα συζητηθῶσιν ἄνευ πλειοτέρας μελέτης καὶ ὅσον ἔνεστι τάχιον. Τοῦτο, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ τῷ εἴπω, ὅτι εἶναι ὅλως ἀνακριβές. Ὁ πρὸ μικροῦ κατελθὼν τοῦ βήματος κ. Τσαμαγκίδης εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τῆς προτάσεως, ὅπως μεταβῇ εἰς Θεσσαλίαν ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ μελετήσῃ τὰ πράγματα ἐκ τοῦ πλησίον καὶ καταρτίσῃ ἔκθεσιν, ἐν ᾗ νὰ περιλάβῃ τὸ συμπέρασμα τῶν μελετῶν της. Ἐγὼ υἱοθέτησα τὴν γνώμην τοῦ κ. Τσαμαγκίδου, ὡς ἀνήκων εἰς τὴν πτέρυγα τὴν ὑπουργικὴν, καὶ παρεκάλεσα θερμῶς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα θελήσῃ νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τούτων καὶ προβῇ εἰς τὴν ἀποστολὴν ἐπιτροπῆς εἰς Θεσσαλίαν...
§198ΧΑΤΖΗΓΑΚΗΣ. Τώρα;
§199ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Τότε ... Ὁμιλῶ ἐντελῶς ἐκ τοῦ προχείρου, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω ποτὲ, ὅτι μετὰ τὴν παράκλησιν τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια ἀναβληθῶσιν ἐπί τινας ἡμέρας, καὶ μετὰ τὴν χθεσινὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συναινεῖ εἰς τοῦτο, δὲν ἐφανταζόμην, λέγω, ὅτι θὰ ἐγίνετο συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν ἀπόψε. Λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ μετέβη εἰς Θεσσαλίαν καὶ ἐμελέτησε τὸ ζήτημα καὶ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της. Ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ, Κύριοι, θεωρῶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ θέσις τοῦ Θεσσαλοῦ χωρικοῦ εἶναι ἀθλία, χρήζουσα ἀμέσου βελτιώσεως, φοβοῦμαι ὅμως πολὺ, μὴ διὰ τῆς βελτιώσεως, τὴν ὁποίαν προτίθεσθε νὰ δώσητε εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς χωρικούς, καταστήσητε αὐτοὺς δυστυχεστέρους. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, ἐν ταῖς συνεδριάσεσι τῆς ἐπιτροπῆς, αἵτινες ἐγένοντο ἐν Βόλῳ, ἐγνώρισα εἰς τοὺς συναδέλφους μου, ὅτι δύο τρόποι, κατ’ ἐμὲ, ἠδύναντο νὰ βελτιώσωσι τὴν θέσιν τοῦ χωρικοῦ· ὁ πρῶτος, ἐὰν τὸ Κράτος ἦναι εἰς θέσιν νὰ κάμῃ δι’ αὐτοὺς τὰς δεούσας θυσίας, νὰ τοὺς καταστήσωμεν αὐτάρκεις· πρὸς τοῦτο ὅμως ἀπαιτεῖται νὰ δοθῶσι τὸ ὀλιγώτερον ἑκατὸν ἕως ἑκατὸν εἴκοσι στρέμματα εἰς ἕκαστον χωρικὸν ἐν τῇ πεδιάδι τῆς Λαρίσης, ὀγδοήκοντα δὲ τοὐλάχιστον εἰς ἕκαστον τῶν χωρικῶν τῆς ἐπιλεγομένης μεγάλης (Θεσσαλικῆς) πεδιάδος τῆς Καρδίτσης. Ἐννοεῖται δ’ ὅτι, ἅμα τὸ Κράτος ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ τοῖς δώσῃ τὰς γαίας ταύτας, συγχρόνως ἔπρεπε νὰ τοῖς δοθῇ καὶ ἡ οἰκία μετὰ τῆς περιοχῆς της· ἐὰν δὲ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν, ἐγὼ ἤθελον συμβουλεύσει τὸ δεύτερον, νὰ περιορισθῇ εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων μόνον, ὥστε νὰ καταστήσῃ τοὺς χωρικοὺς σχετικῶς ἀνεξαρτήτους, τοὺς δὲ μετὰ ζήλου καὶ φιλοπονίας ἐργαζομένους εὐτυχεῖς. Ἔχομεν, Κύριοι, τὸ παράδειγμα τῆς Φθιώτιδος καὶ τῆς Εὐβοίας. Σεῖς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε ταῦτα, βεβαίως θὰ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡ Φθιῶτις καὶ ἡ Εὔβοια παρεχωρήθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα δυνάμει συνθήκης, καὶ ὅτι τὰ τσιφλίκια διετηρήθησαν καὶ διατηροῦνται μέχρι σήμερον εἰς τὰς χώρας ἐκείνας...
§200ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀκόμη τώρα;
§201ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Μάλιστα, Κύριοι. Ἐὰν δὲν τὸ γνωρίζετε, ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς τὸ βεβαιώσω, δύναμαι νὰ σᾶς φέρω καὶ παραδείγματα... Λοιπὸν δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ δύο μέτρα καὶ σταθμὰ, καὶ διατὶ κατὰ τὸ 1834 ἐσκέπτετο καὶ ἀπεφάσιζεν ἐντελῶς διαφορετικὰ ἀφ’ ὅ,τι θὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ τὸ 1896. Ἠδυνάμην, κύριε Πρόεδρε, νὰ ματαιώσω τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι οἱ πλεῖστοι αὐτῶν τῶν Κυρίων δὲν ἦσαν πολὺ τακτικοί, ἐνῷ ἐγὼ παρηκολούθησα πανταχοῦ τὴν ἐπιτροπήν...
§202ΤΟΠΑΛΗΣ. Καὶ ἐγώ;
§203ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τίποτε ἐναντίον τοῦ συναδέλφου μου καὶ ἀγαπητοῦ μοι φίλου κ. Τοπάλη... Δὲν τὸ ἔπραξα ὅμως, κύριε Πρόεδρε, ἐκ λεπτότητος ἀπέναντι ὑμῶν, τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς χώρας. Τὴν Θεσσαλίαν τὴν ἀγαπῶ, ὅσον καὶ αὐτοὶ οἱ Κύριοι. Ἐδέχθην δὲ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ νὰ γείνῃ ἡ παραχώρησις τῆς οἰκίας, τῆς περιοχῆς της καὶ πέντε στρεμμάτων, ἕνεκα λόγων φιλανθρωπίας. Δύναμαι ὅμως νὰ σᾶς ἀναγγείλω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι, ἐὰν δὲν γείνῃ ἐν Θεσσαλίᾳ Γεωργικὴ Τράπεζα, τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ὁ τόπος ἀπαιτεῖ, εἰς οὐδὲν θὰ ὠφελήσῃ ἡ μεγάλη θυσία τοῦ Κράτους τοῦ νὰ προκαταβάλῃ ἑκατομμύριά τινα. Εἶναι πολλοὶ ἄλλοι τρόποι, ὅπως λυθῇ τὸ Θεσσαλικὸν ἀγροτικὸν ζήτημα. Δυστυχῶς ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον ὅλως διόλου ἐκ τοῦ προχείρου, καὶ δὲν ἔχω μετ’ ἐμοῦ οὐδὲ τὰς μακρὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας εἶχε μεθ’ ἑαυτοῦ ὁ ἐκ Βόλου συνάδελφος κ. Τοπάλης, οὐδ’ εἶχον προμελετήσει τὸ ζήτημα πρὸ δύο τουλάχιστον ἐτῶν, ὅπως αὐτὸς τὸ εἶχε μελετήσει. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ζητῶ τὴν συγγνώμην τῆς Βουλῆς, ἂν τὴν ἀπησχόλησα. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἤμην ἀρκετὰ σαφής.
§204ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σαφέστατος.
§205ΠΑΛΑΣΚΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης ἠθέλησε νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ὑφίσταται ζήτημα ἀγροτικὸν ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐγὼ βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἐδικάζοντο καὶ ἀπέθνησκον εἰς τὰ βουδρούμια τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὁ Καταραχιᾶς ἀπὸ τὸ Κριτσίνι καὶ ἄλλοι πολλοὶ τσιφλικοῦχοι, καὶ μέχρι σήμερον δικάζονται ἀπὸ Κατσομάγουλα, Ζάρκο, Κρυτσίνι καὶ ἄλλα πολλά. Ἀλλὰ ποῦ νὰ εὕρωσι τὸ δίκαιόν των οἱ ἄνθρωποι; Ἀπὸ τὸν Σουλτὰν–Χαμὶτ ἢ ἀπὸ τὸν Σουλτὰν–Ἀζίζ; Δὲν ἀπενέμετο δικαιοσύνη τότε εἰς τοὺς Χριστιανούς. Τώρα ὅμως ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ βεβαίως θέλει νὰ ἀπονέμηται δικαιοσύνη καὶ εἰς τὸν νομὸν τῆς Θεσσαλίας. Παρεμβάλλουσι προσκόμματα πολλὰ ἀπ’ ἔξω τῆς Βουλῆς, λέγοντες ὅτι ἔχομεν ἔλλειψιν χρημάτων. Ἐγὼ βεβαιῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἂν ἔχῃ ἀνάγκην δέκα ἑκατομμυρίων διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, βεβαίως τὰ 5,000,000 θὰ πληρωθῶσιν ἀμέσως, μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν κτημάτων. Καὶ ἂς μὴ δίδῃ προσοχὴν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ εἰς τὰ ἀπ’ ἔξω λεγόμενα, τί λέγει ὁ εἷς καὶ τί ὁ ἄλλος, διότι εἶναι συμφέροντα ἀτομικά.
§206Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης, ἀγαπᾷ τὴν Θεσσαλίαν, ὡς ἀγαπῶσιν αὐτὴν πάντες οἱ ἐκ Θεσσαλίας καταγόμενοι. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα πλέον ἀγάπης, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα μεγάλων γενικῶν συμφερόντων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καρδίτσης ἐπανειλημμένως ἀνεμίμνησκεν εἰς τὴν Βουλὴν πόσος καιρὸς ἀπώλετο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον καὶ κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχε παραγάγει ἡ σταφιδικὴ κρίσις, ἡ ἐπισκήψασα ἐπὶ τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας. Καὶ χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω εὐγνωμοσύνην εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καρδίτσης, ὁ ὁποῖος ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὅτι ἠνέχθη πάντα ταῦτα καὶ ὑπέμεινεν ἀκούων τόσας ἡμέρας νὰ συζητῆται τὸ περὶ παρακρατήσεως τῆς σταφίδος νομοσχέδιον. Ἀλλὰ καὶ τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικὸν δὲν εἶναι ζήτημα τῆς Πελοποννήσου, δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήσαμεν ἡμεῖς, οἵτινες ἐκ Πελοποννήσου καταγόμεθα, ἐξ ἀγάπης πρὸς τὴν Πελοπόννησον, εἶναι ζήτημα ὡσαύτως ἐθνικὸν, ὡς εἶναι τὸ ζήτημα τῆς Θεσσαλίας, ἤτοι ζήτημα ἐθνικῆς παραγωγῆς καὶ αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς. Πᾶν δὲ ζήτημα διαδόσεως τῶν προϊόντων τῶν γεωργικῶν ἐν Ἑλλάδι, ὡς ἔχομεν οἰκονομικῶς, εἶναι πάντοτε ζήτημα ἀφορῶν τὰ ἐν γένει ἐθνικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἡ οἰκονομικὴ συμφορὰ, ἥτις ἐπέσκηψεν ἐπὶ τὴν χώραν, δὲν εἶναι σύνηθες κακὸν, δὲν εἶναι ἐκ τῶν κακῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὐκόλως θεραπεύονται, εἶναι κακὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει διάρκεια, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ θεραπευθῇ ἢ μόνον καθ’ ἕνα τρόπον. Βεβαίως πάντες ἐπιθυμοῦμεν νὰ συνομολογήσωμεν συμβιβασμὸν μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, ἵνα κανονίσωμεν τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους μετ’ αὐτῶν, ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ἐλύθη τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, ὁ ὁποῖος θέλει συνομολογηθῆ; Τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν τῆς χώρας εἶναι ζήτημα ἀνισοῤῥοπίας, ἀνισοῤῥοπίας παραγωγῆς πρὸς κατανάλωσιν, καὶ ἐν ὅσῳ εἴμεθα ἐν ἀνισοῤῥοπίᾳ μεταξὺ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παράγομεν, καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καταναλίσκομεν, εἴμεθα εἰς κακὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Καὶ ἐὰν οἰκονομῆται ἡ ἀνισοῤῥοπία αὕτη τὸ πρῶτον ἔτος ἢ τὸ ἑπόμενον ἢ τὸ τρίτον διὰ μέσων ψευδῶν, θέλομεν φθάσει ὅμως εἰς ἡμέρας πάλιν συμφορᾶς. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ἀσχοληθῶμεν πάντες, πῶς νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν, διότι οὕτω μόνον θέλομεν λύσει τὸ ζήτημα τὸ ἐθνικόν. Συνειθίσαμεν ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν, εἴτε ἕνεκα ἀντιθέσεως συμφερόντων, εἴτε ἕνεκα πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, νὰ παρεξηγῶμεν τὰς πράξεις τῶν πολιτευομένων καὶ νὰ ἀποδίδωμεν εἰς πάσας τὰς πράξεις αὐτῶν καὶ εἰς ἑκάστην αὐτῶν προαίρεσιν ἰδιοωφελείας. Διὰ τοῦτο ἤκουσα, ὅτι ἡμεῖς προετείναμεν νομοσχέδια ὑπὲρ Θεσσαλίας, διότι ὑπεσχέθημεν εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς νὰ προτείνωμεν τοιαῦτα νομοσχέδια, ὡς ἀντάλλαγμα δὲ τῆς ὑποσχέσεως ταύτης, ἣν ἐδώκαμεν αὐτοῖς, οἱ Θεσσαλοὶ ἐκλογεῖς ἔδωκαν τὰς ψήφους των ὑπὲρ τῶν φίλων ἡμῶν.
§207ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§208Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἔδωκα τοιαύτην εἰς τὸν Θεσσαλικὸν λαὸν ὑπόσχεσιν· ἀλλὰ δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ δώσω ὑπόσχεσιν τοιαύτην, ὅταν γνωστὸν ἦτο καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἐγένοντο ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, κατὰ τὸ 1893 καὶ 1894, ὅταν γνωστὸν ἦτο, ὅτι ἐφρόνουν, ὅτι πρωτίστη μέριμνα παντὸς πολιτευομένου, πρωτίστη μέριμνα παντὸς Βουλευτοῦ πρέπει νὰ ᾖναι ἡ φροντίς, πῶς νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀποβλέψῃ τις εἰς τὴν κατάστασιν τῆς παραγωγῆς ἐν Θεσσαλίᾳ, οὐδὲ νὰ ὑπολάβῃ ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἐξ ἐπιθυμίας λοιπὸν τοιαύτης καὶ ἐκ πεποιθήσεως τοιαύτης, μόλις κληθέντες εἰς τὴν ἀρχὴν ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος, παρεκαλέσαμεν Βουλευτὰς ἐκ Θεσσαλίας νὰ συνέλθωσι καὶ νὰ μᾶς συνδράμωσι διὰ τῶν φώτων αὐτῶν. Αὐτοὶ βεβαίως ἐγνώριζον καλλίτερον ἡμῶν τὰς περιστάσεις καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, τὴν κατάστασιν τῶν παραγωγῶν, τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι πρὸς βοήθειαν τῆς παραγωγῆς, εἴτε πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς καταναλώσεως. Βραχυήμερος διάβασις ἡμῶν διὰ τῆς Θεσσαλίας, ἐν μέσῳ βαρυτάτου χειμῶνος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ ἔλθωμεν εἰς συνάφειαν μετὰ παντὸς τοῦ πληθυσμοῦ, νὰ πορισθῶμεν παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας καὶ νὰ φωτίσωμεν τὴν συνείδησιν ἡμῶν. Ἡ ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐκ Θεσσαλίας, ἰδιαιτέρως καὶ φιλικῶς παρακληθέντες παρ’ ἐμοῦ, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπισήμου, οὕτως εἰπεῖν, ἐντολῆς, ἡ ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐνεχείρισαν, μὲ ὡδήγησεν, ἵνα παρασκευάσω τινὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγομεν. Ἐπειδὴ ὅμως οὐδέποτε ἀποκρύπτω ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ τοὺς συμπολίτας τὰς γνώμας μου καὶ αὐτοὺς πολλάκις τοὺς μυχίους λογισμούς μου, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλομεν τότε, ὑπεβάλομεν καὶ δύο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν πόρισμα τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας μοὶ ἀνεκοίνωσαν διὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτῶν οἱ κύριοι ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταί, οἱ παρακληθέντες παρ’ ἐμοῦ, ἵνα μοὶ μεταδώσωσι τὰ φῶτά των. Τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια εἶναι τὸ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τὸ περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν βοσκῶν. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὀφείλονται εἰς τὴν ἐμὴν πρωτοβουλίαν· ἀνεκοίνωσα μὲν τὴν γνώμην μου εἰς τοὺς συναδέλφους μου, οἱ ὁποῖοι δὲν μὲ ἀπέτρεψαν, ἐνεθαῤῥύνθην ὅμως νὰ προβῶ εἰς τὴν παρασκευὴν τῶν νομοσχεδίων τούτων καὶ νὰ προτείνω ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι σύστημα πλημμελὲς καὶ καταθλιπτικόν. Ἐν Θεσσαλίᾳ μάλιστα, πρὶν ἢ μεταβῶ ἐκεῖσε, ἤκουον ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν κτηνῶν τῶν βοηθητικῶν τῆς γεωργίας ἠλαττοῦτο ὁσημέραι, ἕνεκα τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἐγὼ δὲν συμβουλεύω νὰ ταλαντευώμεθα πάντοτε μεταξὺ δύο συστημάτων φορολογικῶν τῶν προϊόντων τῆς γῆς, μεταξὺ τοῦ συστήματος τῆς ἀποδεκατώσεως καὶ τοῦ συστήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας μοὶ φαίνεται ὅτι ἔχει προτερήματα, ἀλλ’ ἔχει καὶ ἐλαττώματα. Τὸ σύστημα ὅμως τῆς βεβαιώσεως τοῦ παραγομένου ποσοῦ καὶ τῆς ἀπολήψεως τοῦ φόρου ἐκ τοῦ παραγομένου ποσοῦ μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι τὸ δικαιότερον καὶ εἰλικρινέστερον τῶν συστημάτων· διότι, ἐάν τις παράγῃ, καταβάλλει φόρον, καὶ καταβάλλει φόρον ἀνάλογον πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρήγαγεν, ἐνῷ πάντα τὰ ἄλλα συστήματα, τὰ ὁποῖα δὲν φορολογοῦσιν ἀμέσως τὸ παραγόμενον ποσὸν, ἀλλὰ φορολογοῦσι τὰ ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων παρήχθη, εἴτε κεφάλαιον εἶναι, ὡς εἶναι ἡ γῆ ἡ καλλιεργηθεῖσα, εἴτε ὄργανα παραγωγῆς καὶ καλλιεργείας εἶναι, ὡς εἶναι τὰ ἄροτρα ἢ τὰ κτήνη, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι συστήματα πλημμελῆ, διότι, ἂν ἐκ θεομηνίας ἢ ἐξ ἄλλων δυστυχῶν περιστάσεων ὁ φορολογούμενος δὲν παραγάγῃ τι, θέλει ὅμως ὑποβληθῆ εἰς τὴν καταβολὴν φόρου, καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ ἀδίκημα αἰσθητὸν εἰς τοὺς παραγωγούς. Ἀφοῦ λοιπὸν τοιαύτην εἶχον γνώμην προτιμήσεως τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τῶν παραγομένων προϊόντων, προσέκοπτον εἰς τὰς προλήψεις, αἵτινες ἐσχηματίσθησαν ἐν τῇ χώρᾳ. Καὶ ἐσχηματίσθησαν ἐν τῇ χώρᾳ προλήψεις κατὰ τοῦ συστήματος τούτου, διότι τὸ σύστημα ἐλειτούργει ἀφ’ ἧς τὸ Κράτος ἐσχηματίσθη, καὶ ἐλειτούργει μέχρι τοῦ 1880, κατὰ δὲ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο βεβαιουμένου καὶ εἰσπραττομένου, συνέβαινον μεγάλαι καταθλίψεις τῶν φορολογουμένων, ἕνεκα δὲ τῶν καταθλίψεων τούτων ἐσχηματίσθη γνώμη κατὰ τοῦ συστήματος. Ἡ γνώμη αὕτη, χρησιμεύσασα ὡς πολιτικὴ σημαία, ἐνισχύθη καὶ ἐνεθαῤῥύνθη ἐν ταῖς πεποιθήσεσι τῶν γεωργῶν καὶ τῶν κατοίκων τῆς χώρας, καὶ τὸ ἄκουσμα τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, ὡς ἐλέγετο, ἦτο ἄκουσμα ἀπαίσιον καὶ ἀποτρόπαιον ἐν τῷ τόπῳ. Προσέκοπτε λοιπὸν ἡ προτίμησις, τὴν ὁποίαν δίδω ἐγὼ εἰς τὸ σύστημα τοῦτο τῆς φορολογίας, προσέκοπτεν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, ἐγὼ δὲ συνειθίζω νὰ εὐλαβῶμαι τὴν κοινὴν συνείδησιν, καὶ ἂν πολλάκις δὲν ἔχω τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον αὕτη ἀσπάζεται. Ὅταν λοιπὸν ἤκουον καὶ ἐπληροφορούμην ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ ἡ φορολογία τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐπέφερεν ἀποτελέσματα γενόμενα ἤδη αἰσθητὰ ἐν τῇ χώρᾳ, τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κτηνῶν, ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπάγουσι μείωσιν τῆς παραγωγῆς, ἐνόμιζον ὅτι ἠδυνάμην νὰ ζητήσω παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ν’ ἀποδεχθῇ δι’ ἓν ἔτος τὸ σύστημα τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ παραγομένου προϊόντος, καὶ ἔλεγον κατ’ ἐμαυτὸν, ὅτι ἡ Θεσσαλικὴ χώρα, ἀποβλέπουσα εἰς τὰ δυσάρεστα διὰ τὴν παραγωγὴν ἀποτελέσματα τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἴσως ἤθελε στέρξει τὸ προτεινόμενον παρ’ ἐμοῦ σύστημα, ἐὰν δὲ ἤθελε στέρξει αὐτὸ, προσεδόκων μετὰ μεγάλης πιθανότητος ἐπιτυχίας, ὅτι ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ἡ μεγάλη καταβοὴ κατὰ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τῶν παραγομένων προϊόντων δὲν εἶναι ἐντελῶς βάσιμος, διότι αἱ γενόμεναι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη μεταβολαὶ τοῦ συστήματος τῆς ἀποδεκατώσεως τῆς φορολογίας τῶν παραγομένων προϊόντων ἦσαν τόσον ἐπιτυχεῖς, ὥστε ἴσως ὀλιγώτερον καταθλιπτικὸν ἤθελεν ἀποδειχθῆ τὸ σύστημα τοῦτο τῆς φορολογίας ἢ ὅσον καταθλιπτικὸν καὶ ἄδικον εἶναι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Προέβαλον λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετὰ τοιαύτης προαιρέσεως, ἵνα δοκιμασθῇ δι’ ἓν ἔτος. Προέτεινα δὲ καὶ τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν βοσκῶν, διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἡ φορολογία τῶν βοσκῶν εἶναι ἄνισος ἐν Θεσσαλίᾳ, παραβαλλομένη πρὸς τὴν ἄλλην φορολογίαν τῆς χώρας, καὶ ὅτι αἱ βοσκαὶ φορολογοῦνται ὀλιγώτερον ἢ ὅσον πρέπει νὰ φορολογῶνται. Ἀλλὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἤθελον εἰσπραχθῆ εἴτε ἐκ τοῦ στρεμματικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν βοσκῶν, περισσότερα ἢ ὅσα εἰσπράττει τώρα τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος, εἴτε ἐκ τοῦ φόρου τῶν παραγομένων προϊόντων, περισσότερα ἢ ὅσα εἰσπράττει διὰ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, προώριζον ὡς ἔξοδα τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου τῆς Θεσσαλίας. Ἀφοῦ ὅμως εἶδον δυσμενῆ τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τὸ ἓν νομοσχέδιον καὶ διὰ τὸ ἄλλο, τὰ ὁποῖα ἀντεπροσώπευον δύο συστήματα διακεκριμένα,—διότι καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν βοσκῶν ἤθελε διδάξει ἴσως τὴν χώραν, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ οἰκονομηθῶσι τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ὅπως ὁδηγηθῇ ἂν πρέπῃ κἂν διὰ τοῦ συστήματος τούτου ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν,—ἀφοῦ λέγω, εἶδον δυσμενῆ τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ μάλιστα ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐπὶ τόπου μεταβᾶσα, διὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς, ἥν μοὶ εἰσήγαγεν, ἐβεβαίου ὅτι καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπάρχουσι προλήψεις ἑδραῖαι κατὰ τοῦ συστήματος τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν προϊόντων, ὡς ἀνὴρ Συνταγματικὸς, ἐγκατέλειψα τὰ δύο εἰρημένα νομοσχέδια· ὑπελείφθησαν ἑπομένως ἐκ τῶν νομοσχεδίων μου δύο, τὸ νομοσχέδιον περὶ Γεωργικοῦ ταμείου καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως γαιῶν. Ἀλλὰ τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια θεωροῦνται ἀνεπαρκῆ ὑπό τινων τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅσοι ἠγόρευσαν τὸ παρελθὸν Σάββατον καὶ ὅσοι ἠγόρευσαν σήμερον, διότι νομίζουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ἓν πλῆρες σύστημα, ἑπομένως νὰ ὑπάρχῃ καὶ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Γεωργικῆς Τραπέζης, νὰ ὑπάρχῃ καὶ νομοσχέδιον περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων πρὸς τοὺς γεωργούς. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἐν ταῖς σκέψεσιν, εἰς τὰς ὁποίας προέβην, ὁσάκις ἐμελέτησα τὰ τῆς Θεσσαλίας ἔκρινα ὅτι τὸ πρώτιστον τῶν νομοσχεδίων, τὸ ἀπολύτως ἀναγκαῖον διὰ τὴν Θεσσαλίαν, τὸ ἐνδεικνύμενον ὡς ἀπαραίτητον ὑπὸ τῶν περιστάσεων τῆς Θεσσαλίας, εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως Γεωργικοῦ ταμείου. Εἰς τί θέλει χρησιμεύσει τὸ εἰσπραχθησόμενον χρῆμα; Θέλει χρησιμεύσει εἰς μυρίας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Θεσσαλικὴ χώρα. Καὶ ἔχει ἡ Θεσσαλικὴ χώρα ἀνάγκην κτηματικῆς καὶ γεωργικῆς πίστεως, ἔχει ἀνάγκην κεφαλαίων προσιτωτέρων εἰς τὸν πτωχὸν καλλιεργητὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἐν γένει παραγωγὸν, ἔχει ἀνάγκην μεταβολῆς τῆς καταστάσεως τοῦ ῥοῦ τῶν ὑδάτων, ἥτις εἶναι ἡ φυσικὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἡ φύσις ἐδημιούργησεν. Ἡ Θεσσαλία ἀποτελεῖται ἐκ δύο πεδιάδων, αἱ ὁποῖαι διάκεινται ἐν ἄκρᾳ ἀντιθέσει, ἐκ τῆς πεδιάδος τῆς Καρδίτσης, ἡ ὁποία κατακλύζεται ὑπὸ ὑδάτων καὶ πάσχει ἀπὸ πολυομβρίαν, ἐκ τῆς πεδιάδος τῆς Λαρίσης, ἡ ὁποία κατὰ περιόδους ἀποξηραίνεται. Ἐὰν λοιπὸν ἐγίνοντο ἔργα, εἴτε πρὸς διευθέτησιν τῆς κοίτης τοῦ Πηνειοῦ, εἴτε πρὸς διευθέτησιν ἄλλων ποταμῶν καὶ χειμάῤῥων, διὰ τῶν ὁποίων ἔργων ἤθελε κατορθωθῆ νὰ ἀρδεύηται μὲν τακτικῶς ἡ πεδιὰς τῆς Λαρίσσης, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον ἔχει ἀνάγκην ἀρδεύσεως, νὰ ἀρδεύηται δὲ τακτικῶς καὶ ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον ἔχει ἀνάγκην ἀρδεύσεως, ἡ πεδιὰς τῆς Καρδίτσης, νομίζω ὅτι θὰ προσεφέρετο ἐπιτυχὴς καὶ πολύτιμος ὑπηρεσία εἰς τὴν Θεσσαλικὴν παραγωγήν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι ὀλίγον ἀρχέτυπον, ἀνάγεται εἰς χρόνους παρεληλυθότας, οἱ ὁποῖοι, καὶ ἂν παρέρχωνται, ἀφήνουσιν ἴχνη, τὰ ὁποῖα δυσκόλως ἐξαλείφονται ἢ διαῤῥυθμίζονται. Μήπως τοιαῦτα ζητήματα δὲν εἶχον ἀφεθῆ εἰς τὴν Πελοπόννησον; Μήπως εἰς τὴν Πελοπόννησον δὲν ὑπῆρχον τὰ λεγόμενα τσιφλίκια; Οἱ προέχοντες κοινωνικῶς ἐν τῇ Πελοποννησιακῇ χώρᾳ ἦσαν ἰδιοκτῆται πολλῶν χωρίων, καὶ ἦσαν ἰδιοκτῆται ἀπὸ τοῦ ζοφεροῦ χρόνου τῆς δουλείας. Αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τῆς χώρας ἀφήρεσαν αὐτοὺς τὰς φροντίδας ταύτας μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ Κράτους, καὶ ἤδη, ὅτε αὕτη ἀριθμεῖ ἑβδομήκοντα ἔτη, οἱ πλεῖστοι τῶν ἀνθρώπων καὶ αἱ πλεῖσται τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων οὐδεμίαν ἔχουσι φροντίδα πλέον περὶ διευθετήσεως τῶν τσιφλικίων των (ἱλαρότης). Ἀλλὰ μήπως οὐχὶ πλέον ὁ παρεληλυθὼς χρόνος, ἀλλ’ ὁ ἐξαιρετικὸς τρόπος τῆς προσαρτήσεως τῆς Φθιώτιδος καὶ τῆς Ἀττικῆς καὶ τῆς Εὐβοίας εἰς τὸ Κράτος δὲν ἐδημιούργησε τὴν λεγομένην μεγάλην ἰδιοκτησίαν; Λέγω λεγομένην, διότι δὲν εἶναι μεγάλη ἰδιοκτησία. Εἶναι μὲν μεγάλαι ἐκτάσεις, ἀλλὰ μὴ καλλιεργούμεναι καθ’ ὃν τρόπον γίνεται ἡ μεγάλη καλλιέργεια. Διὰ τοῦτο ἐδημιουργήθησαν μεγάλαι ἐκτάσεις, μεγάλαι ἰδιοκτησίαι, καὶ ἐν Εὐβοίᾳ καὶ ἐν Φθιώτιδι καὶ ἐν Ἀττικῇ. Ὁ ἀγαπητὸς φίλος μου Βουλευτὴς ἐκ Ξηροχωρίου εἶναι ἰδιοκτήτης μεγάλων κτημάτων, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι πολλοὶ, οἵτινες δὲν εἶναι ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι ὡσαύτως ἰδιοκτῆται μεγάλων κτημάτων. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὡς ἄτομον, ὅτι δὲν νομίζω, ὅτι ἡ συγκέντρωσις μεγάλων κτημάτων καὶ μεγάλων ἰδιοκτησιῶν συμβιβάζεται μὲ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ μὲ τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅτι ἡ μικρὰ καλλιέργεια εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία καὶ τοὺς καλλιεργητὰς ἀνταμείβει καὶ τὴν χώραν ἐνισχύει οἰκονομικῶς. Αἱ μεγάλαι ἐκτάσεις μάλιστα, καλλιεργούμεναι καθ’ ὃν τρόπον ἐν Ἑλλάδι καλλιεργοῦνται τὰ τσιφλίκια, οὔτε τοὺς ἰδιοκτήτας ἀποζημιώνουσιν, οὔτε τοὺς καλλιεργητὰς καθιστῶσιν εὐτυχεῖς...
§209ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Οὔτε τοὺς χωρικούς, ἐκτὸς ἐὰν ᾖναι αὐτάρκη, δηλαδὴ τοῖς δοθῶσιν 100–200 στρέμματα ἐν τῇ πεδιάδι Λαρίσης καὶ 80–100 ἐν τῇ πεδιάδι Καρδίτσης.
§210Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα... Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ συνειθίζει τούτους ἐν μιᾷ καταστάσει δυσφορήτῳ, οὕτω δ’ ἀρέσκονται νὰ ἐμμένωσιν ἐν αὐτῇ. Ἐν ταῖς χώραις ταῖς παριστρίοις πρὸ τριάκοντα ὀκτὼ ἴσως ἐτῶν κυβερνήτης αὐτῶν ἔλαβεν ἓν μέτρον, τῷ ὄντι αὐταρχικόν, διότι κατὰ τύπους ἦτο μέτρον ἄδικον καὶ αὐθαίρετον· ὑπεχρέωσεν ἰδιοκτήτας μεγάλων κτημάτων, μεγάλων ἐκτάσεων, νὰ χορηγήσωσιν ἔκτασιν ὡρισμένην εἰς τοὺς καλλιεργητὰς αὐτῶν. Ἐνθυμοῦμαι—διότι ἤμην προκεχωρηκὼς ἐν τοῖς πράγμασι τοῦ Κράτους—ὅτι πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες εἶχον τότε ἰδιοκτησίας ἐν Βλαχίᾳ καὶ Μολδαβίᾳ, κατῴκουν ἐν Ἀθήναις, ἔνθα εἶχον τὰς οἰκογενείας αὐτῶν ἀποκατεστημένας, καὶ μετέβαινον εἰς Ῥωμουνίαν, ἐπανήρχοντο δ’ ἐνταῦθα· ἐνθυμοῦμαι, λέγω, ὅτι πάντες ἐκεῖνοι οἱ σεβαστοὶ ἄνδρες, οἵτινες ἀπῆλθον τοῦ κόσμου τούτου ἤδη, ἦσαν τοσοῦτον ἐν ἀγανακτήσει κατὰ τοῦ Ἡγεμόνος ἐκείνου, καὶ περιέγραφον αὐτὸν καὶ ἐξεφράζοντο κατ’ αὐτοῦ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐξεδήλου ὀργὴν, ἀνελθοῦσαν εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν ἐν ταῖς ψυχαῖς αὐτῶν. Ἀλλὰ μετά τινα ἔτη περιῆλθον εἰς ἀληθῆ ἀντίφασιν, διότι αὐτοὶ οὗτοι, ἐπανερχόμενοι ἐκ τῆς Βλαχίας καὶ τῆς Μολδαβίας, ἦσαν πλήρεις χαρᾶς καὶ εὐχαριστήσεως, μακαρίζοντες τὸ ὄνομα τοῦ Κούζα, ὁ ὁποῖος εἶχε μετέλθει τὸ βίαιον ἐκεῖνο μέσον. Αἱ ἰδιοκτησίαι αὐτῶν εἶχον ὑπερτιμηθῆ ἐκ τοῦ βιαίου ἐκείνου καταναγκασμοῦ, ὑπὸ τὸν ὁποῖον παρεχώρησαν ἐκτάσεις γαιῶν εἰς τοὺς καλλιεργητάς. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦ Κούζα παρεχωρήθησαν μεγάλαι ἐκτάσεις γαιῶν, δηλαδὴ ἐκτάσεις ἐξισούμεναι πρὸς ὀγδοήκοντα στρέμματα. Μοὶ ἐφάνη τὸ μέτρον ὑπερβαλλόντως ἀπότομον...
§211ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Μέσος ὅρος, κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει.
§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Μοὶ ἐφάνη ὅτι τοιοῦτο μέτρον ἠδύνατο νὰ ἐγείρῃ ἀληθῆ καταβοὴν ἐν τῇ χώρᾳ, ἐνόμισα δὲ, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν δοκιμαστικῶς καὶ νὰ προσδιορίσωμεν μικράν τινα ἔκτασιν, ἵνα γένηται κατάδηλος ὁ τρόπος τῆς καλλιεργείας τῆς μικρᾶς ταύτης ἐκτάσεως ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου αὐτῆς, ἐν παραβολῇ πρὸς τὸν τρόπον τῆς καλλιεργείας τῶν ἐκτάσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας οἱ αὐτοὶ καλλιεργηταὶ ἐκαλλιέργουν πρότερον. Καὶ ἀληθῶς, νομίζω ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπιμεληθῇ τῆς ἐργασίας τοσοῦτον, ὅσον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καρποῦται πᾶν τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας αὐτοῦ. Εἶναι ἕξις ἐγωϊστικὴ τοῦ νὰ συνταυτίζηταί τις μὲ τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν καλλιεργεῖ. Ἐὰν ὅμως ἡ γῆ δὲν ἀνήκῃ εἰς αὐτὸν, εἶναι πάντοτε ξένος αὐτῆς, εἶναι διαβάτης, ὁ ὁποῖος ἐμπορεύεται τὰ συμφέροντα τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς γῆς. Διὰ τοῦτο εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως γαιῶν εἰς τοὺς γεωργούς. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα, εἰσαχθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνεποίησαν ἀντιθέτους ἐντυπώσεις. Τινὲς μὲν ἔκρινον αὐτὰ ἐκτελέσιμα, καὶ ἐφαίνοντο ὅτι ἐπεδοκίμαζον ἐντελῶς τὰ μέτρα, καὶ ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν προσεδόκων εὐτυχῆ ἀποτελέσματα. Τινὲς δὲ ἀντιθέτως ἔκριναν, ὅτι τὰ μέτρα εἶναι ἐπικίνδυνα καὶ ὅτι θέλουσιν ἐπιφέρει οὐχὶ βελτίωσιν, ἀλλὰ χειροτέρευσιν τῆς καταστάσεως τῆς Θεσσαλίας. Δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρω, ὅτι μεταξὺ τῶν δύο ἀντιθέτων τούτων γνωμῶν ὑπῆρχον αἱ γνῶμαι τῆς πολιτικῆς, καὶ ὅσοι μὲν ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιήσουν τὴν περίπτωσιν ταύτην πρὸς πολιτικοὺς σκοποὺς, ὤθουν, τινὲς μὲν, ὅπως τὰ νομοσχέδια ἀποδοκιμασθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀμέσως, τινὲς δὲ, ὅπως ἐπιδοκιμασθῶσι καὶ ψηφισθῶσι πάραυτα. Αὐτὴ ἡ ἀντίθεσις τῶν γνωμῶν, αἵτινες ἐξεφράσθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, αἰρομένων πάντων τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἀποκαλύψῃ ἡ ἀνατομία τῶν ἐντυπώσεων τούτων, ἦτο διδακτικὴ πρὸς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος, ὁμολογῶ, δὲν ἐπεθύμουν οὔτε τὰ νομοσχέδια νὰ ψηφισθῶσιν, οὔτε τὰ νομοσχέδια ν’ ἀποῤῥιφθῶσιν ἕνεκα ἐμοῦ, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποδεχθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι συμφέρον εἰς τὸν τόπον καὶ τὸ ὁποῖον κρίνει ἀναγκαῖον καὶ χρήσιμον. Διὰ τοῦτο δὲν ἐπέσπευσα τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, ἀλλ’ ἀφῆκα νὰ ὡριμάσωσι τὰ μέτρα ἐν τῇ συνειδήσει τῆς χώρας, ὥστε νὰ σχηματισθῇ πεποίθησις ἀληθὴς περὶ αὐτῶν. Καὶ νομίζω ὅτι ἡ τακτικὴ αὕτη ἦτο ἡ πλέον προσήκουσα εἰς ἐκείνους, οἵτινες περιβάλλονται διὰ τῆς τιμῆς νὰ φροντίζωσι περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀποφεύγωσι νὰ ζητῶσιν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ἐπιβάλλωσι τὰς γνώμας αὑτῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ προσπαθῶσι νὰ φωτίζωσι τοὺς συμπολίτας των, ἵνα ἀποδέχωνται τὰς γνώμας αὑτῶν, ἐὰν τῷ ὄντι αὗται κρίνωνται χρήσιμοι καὶ ἀναγκαῖαι. Ἑπομένως, μόλις ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καρδίτσης, ὁ ὁποῖος, μὲ ὅλας τὰς εὐχαριστίας, τὰς ὁποίας τετράκις μοὶ ἀπένειμε τὴν ἑσπέραν ταύτην, δὲν μὲ ἐνίσχυσεν ὅμως ποτὲ διὰ τῆς ψήφου του (γέλωτες), μόλις, λέγω, ἐδήλωσε τότε, κατὰ τὴν δευτέραν σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὅτι κρίνει ἀναγκαῖον νὰ ἐξετασθῶσι τὰ πράγματα, ἀμέσως ἐνέδωκα εἰς τὴν ἀξίωσιν αὐτοῦ, καὶ μόλις ἀπῆλθεν ἡ Βουλὴ, ἐσυστήθη ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν ἐκ Θεσσαλίας, ἐκ νομομαθῶν ἀνδρῶν καὶ ἐξ ἑνὸς τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, οἵτινες εἶναι ἐντριβεῖς εἰς τὰ θέματα ταῦτα, ἥτις παρεκλήθη νὰ μεταβῇ εἰς τὸν τόπον, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ ζητήματα. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην μάλιστα αὐτὸς ἐγὼ ἔγραψα ὡρισμένα θέματα, τὰ ὁποῖα ἀνέβαινον εἰς ἑξήκοντα περίπου τὸν ἀριθμὸν, τῶν ὁποίων τὸ κείμενον ἐνεχείρισα εἰς τὸν τμηματάρχην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις συνώδευε τὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα τὰ θέματα ταῦτα ἐρευνηθῶσι πρὸς περαιτέρω διαφώτισιν τῶν πεποιθήσεων καὶ τῶν γνωμῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξετέλεσε τὴν ἐντολήν της. Ἐπανῆλθε καὶ εἰσήγαγε τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐφρόνουν, ὅτι, ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ διαφωτισθῶσι τὰ θέματα, εἶχον πλέον διαφωτισθῆ. Ἀνέγνων τὴν ἔκθεσιν πᾶσαν, καὶ εἶδον καὶ τὴν γνώμην τῶν μειοψηφούντων μελῶν· ἀλλ’ ὑπέθετον ὅτι δὲν ἦτο πιθανὸν νὰ ἐπιθυμήσῃ τις καὶ περαιτέρω διαφώτισιν τῶν θεμάτων. Ὅταν οἱ δύο κύριοι Βουλευταὶ ἐκ Βόλου τὸ παρελθὸν Σάββατον ἐζήτησαν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἠρώτησα ἐπανειλημμένως τὸν ἕνα τῶν ἀγορευσάντων, διατὶ ἐζήτει νὰ ἐρευνηθῶσι περισσότερον τὰ θέματα. Μοὶ ἐλέχθη εἰς ἀπάντησιν, ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴν ἀναβολὴν, διότι ἠξίου, ἵνα πλὴν τῶν δύο νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, εἰσαχθῶσι καὶ δύο ἄλλα, τὸ περὶ γεωργικῆς πίστεως καὶ τὸ περὶ σχέσεως τῶν γεωργῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, ὅπως ἀποτελεσθῇ ἓν σύνολον. Ἔλεγον πρὸ μικροῦ, ὅτι τὸ πρωτεῦον τῶν νομοσχεδίων, κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὸ ἀναποφεύκτως ἐνδεικνυόμενον ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῶν περιστάσεων, εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως Γεωργικοῦ ταμείου. Νομοσχέδιον περὶ Γεωργικῆς πίστεως δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ, ἀλλὰ δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἔγκαιρον, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι πολὺ πρόωρον. Ἐγὼ αὐτὸς, ἐὰν ἤθελον κληθῆ, ἵνα ἀσχοληθῶ εἰς μελέτην καὶ σύνταξιν νομοσχεδίου περὶ Γεωργικῆς πίστεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ ἱδρύσεως Γεωργικοῦ ταμείου, ἤθελον εὑρεθῆ εἰς μεγάλην ἀμηχανίαν, οὐχὶ μόνον ἐκ τῆς ἀγνοίας τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα θέλει παραγάγει τὸ ἱδρυόμενον Γεωργικὸν ταμεῖον, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ διότι πρέπει νὰ μελετηθῇ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἡ χώρα καὶ ἐξευρεθῶσιν αἱ εἰδικαὶ περιστάσεις, τῶν ὁποίων ἡ γνῶσις εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, ὅπως κανονισθῶσι τὰ τοῦ καταστήματος τῆς Γεωργικῆς πίστεως, τῆς Τραπέζης τῆς Γεωργικῆς, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἀποβῶσιν οὔτε ἐπὶ ζημίᾳ τῶν δανειζομένων, οὔτε ἐπὶ ζημίᾳ τῶν δανειστῶν. Μάλιστα ἀπὸ τῆς θέσεώς μου ἔλεγον πρός τινα, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ἐκ Θεσσαλίας, εἰσὶν ἐπίσης εἰς ἀρίστην θέσιν, ἵνα εἰσαγάγωσι νομοσχέδιον ἴδιον περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων τῶν γεωργῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας. Εἶχεν εἰσαχθῆ ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νομοσχέδιον τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι ἐνόμιζον ὅτι ἓν μόνον ἔπρεπε νὰ ἀναγράψω τὸ περὶ ἱδρύσεως Γεωργικοῦ ταμείου. Ἀνέγραψα ὅμως κατόπιν, κατ’ ἀπαίτησιν Βουλευτῶν ἐκ Θεσσαλίας, καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως γαιῶν εἰς τοὺς γεωργοὺς, διότι καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ ἐκτέλεσις ἂν ἤθελε καταστῆ νόμος, καὶ αὕτη χρήζει τῆς συνδρομῆς τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῶν ζητημάτων τούτων, διατελοῦμεν δὲ σήμερον μεταξὺ δύο γνωμῶν, μεταξὺ τῆς γνώμης Βουλευτῶν φίλων ἐκ Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι πᾶσα ἀναβολὴ θέλει ἐπιφέρει μεγίστην ζημίαν εἰς τὴν χώραν, καὶ τῆς γνώμης ἄλλων ὡσαύτως Βουλευτῶν ἐκ Θεσσαλίας, φίλων ὡσαύτως, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι πρέπει νὰ μεσολαβήσῃ χρονικὸν ἀκόμη διάστημα, ὅπως διαφωτισθῶσι περισσότερον ἢ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὴν παρασκευὴν τῶν δύο ἄλλων νομοσχεδίων. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐκ τῶν ζητημάτων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν πρέπει τις νὰ ἐπικαλῆται τὴν γνώμην τῶν πλειόνων. Ἐὰν μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον εἶσθαι ὁδηγοὶ τῆς Βουλῆς,—καὶ ὁδηγοὶ τῆς Βουλῆς πρέπει καὶ ὀφείλουσι νὰ ταχθῶσιν οἱ Βουλευταὶ Θεσσαλίας—ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, ὅτι ἔχουσιν ἀνάγκην ἀναβολῆς δέκα ἡμερῶν, (διότι περὶ ἀναβολῆς δέκα ἡμερῶν πρόκειται) νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δείξωμεν, ἂν ὄχι τὴν αὐτὴν ἀνοχὴν, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καρδίτσης εἰς τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τὴν συναδελφικὴν ἁβρότητα πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι μόνον δεκαήμερον προθεσμίαν. Εἶναι ἀναγκαία εἰς αὐτοὺς ἡ δεκαήμερος προθεσμία; ἔχουσι σκοποὺς ἀποκεκρυμμένους, ἢ ἔχουσιν ἀληθῆ ἀνάγκην τῆς δεκαημέρου ταύτης ἀναβολῆς; Δὲν πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν ἡμεῖς περὶ τούτου. Εἶναι ἔρευνα, ἡ ὁποία δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται. Δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν γνώμην, ὅτι ἴσως εἶναι περιττὴ ἡ ἀναβολὴ, διότι ἱκανὸς παρῆλθε μέχρι τοῦδε χρόνος, καθ’ ὃν πάντες ἠδύναντο νὰ διαφωτισθῶσιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ δεκαημέρου προθεσμίας, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐντείνωμεν τὴν ἔρευναν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀντιλέγω, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐπιτρέψῃ τὴν δεκαήμερον ταύτην προθεσμίαν.
§213ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ παρεξήγησε βεβαίως, νομίσας ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὑπείκει εἰς τὰς πιέσεις τῶν συναδέλφων Βουλευτῶν...
§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐνόησα παντάπασιν ὑμᾶς.
§215ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Τότε πολὺ καλὰ... Τώρα ὡς πρὸς τὰς γαίας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ χορηγηθῶσιν εἰς τοὺς χωρικοὺς Θεσσαλίας, εἶμαι εὐτυχὴς, ὅτι ἀνεγνωρίσατε ὅτι διὰ νὰ γείνωσιν αὐτάρκεις καὶ εὐτυχεῖς, πρέπει νὰ τοῖς δοθῶσιν 120 ἢ 80 στρέμματα.
§216Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀνεγνώρισα τοῦτο παντάπασιν. Εἶπον ὅτι ὁ Κούζας τὸ ἔπραξε.
§217ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Τὸ εἴπατε, κύριε Πρόεδρε.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ζήτημα δὲν ὑπάρχει πλέον.
§219ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ εὐχαρίστως, ὅτι ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν θέματι παρετηρήθη σύμπτωσίς τις ἐκ τῶν σπανιωτάτων, νὰ συμφωνήσῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετ’ ἐμοῦ, ὡς πρὸς τὴν ἀναβολὴν, καὶ μετὰ τοῦ ἀειμνήστου προκατόχου του, ὡς πρὸς τὰ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας ἀναγκαῖα μέτρα. Ἡ ἀναβολὴ ἐπεβάλλετο, ὅπως μετὰ δέκα ἡμέρας εὑρεθῇ ἡ Βουλὴ μᾶλλον παρεσκευασμένη πρὸς συζήτησιν τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων. Ἐγὼ ὅμως ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα προβάλω ἐρωτήματά τινα, ἐπὶ τῶν ὁποίων νομίζω, δυνηθήσεται ἡ Κυβέρνησις νὰ παράσχῃ τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις μετὰ τὴν δεκαήμερον ἀναβολὴν, ἥτις ἤδη ἐνεκρίθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὅτε τὸ πρῶτον ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια, τὰ εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἀφορῶντα, ἐφαίνοντο ἐπιδιώκοντα δύο σκοπούς· ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἐκτέλεσιν τεχνικῶν ἔργων, δι’ ὧν ἦτο δυνατὸν καὶ αἱ πλημμύραι καὶ αἱ ἀνομβρίαι καὶ αἱ καταστροφαὶ ἐν Θεσσαλίᾳ νὰ προληφθῶσι, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν τῆς Θεσσαλίας. Ἐπὶ ὅσων τὴν ἑσπέραν ταύτην ἠκούσαμεν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπιφυλάσσομαι νὰ συζητήσω ἐν τῷ προσήκοντι καιρῷ. Ἐπανέρχομαι δὲ εἰς ὃ σημεῖον τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὑπῆρχον, καθ’ ὃν χρόνον, τῇ προτάσει τῆς Κυβερνήσεως ἀνεβλήθη ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις, κατὰ τὴν ἡγουμένην Βουλευτικὴν σύνοδον. Ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις ἀνεβλήθη πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐξετασθῶσι τὰ θέματα τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τέσσαρα ἢ πέντε νομοσχέδια ὑπὸ ἐπιτροπῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ μὲν τότε εἶχον προτείνει νὰ συστήσῃ ἡ Βουλὴ, ἡ δὲ Κυβέρνησις προέτεινε νὰ συστήσῃ αὐτὴ αὕτη. Ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως ἐπεκράτησεν· ὅταν δὲ ἡ σύνοδος ἔληξεν, ἡ Κυβέρνησις συνέστησεν ἐπιτροπὴν, ἀποτελεσθεῖσαν ἐκ Βουλευτῶν φίλων πολιτικῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ νομικῶν συμβούλων. Ἐγὼ ὑπεστήριζον τότε, ὅτι ἦτο προτιμότερον νὰ συστήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἐπιτροπὴν ἐκ μελῶν αὐτῆς, ἀνηκόντων εἰς πάσας τὰς πολιτικὰς ἀποχρώσεις· διότι, ἂν τοιαύτη ἐστέλλετο ἐπιτροπή, τὰ νομοσχέδια ἤθελον ἐξετασθῆ ἀπὸ ἀπόψεως γενικωτέρας, ἐνῷ ἐν ἐπιτροπῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διορισθείσῃ δὲν δύναται νὰ μὴ ἐπικρατήσῃ πνεῦμα εὐμενὲς πρὸς τὰ κυβερνητικὰ νομοσχέδια. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἀποσταλεῖσα ἐξήτασε τὰ θέματα ταῦτα μετὰ πάσης ἐπιμελείας, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀποκρύψω, ὅτι τὸ πολιτικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐνέπνευσε τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ἦτο νὰ μὴ παραστήσωσι τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως ὡς μὴ δυνάμενα ἀπολύτως νὰ ἐπιτύχωσι τοῦ σκοποῦ των. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ ἐπιτροπὴ ἐξετέλεσεν ἔργον ἄξιον παντὸς ἐπαίνου. Πάντες δ’ εὐχαρίστως ἀνέγνωμεν τὰς ἐκθέσεις της μετὰ στατιστικῶν πινάκων καὶ μετὰ τῶν γνωμῶν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ὅστις ἀνέγνω μετὰ προσοχῆς τὸ πόρισμα τῆς μελέτης τῆς εἰς Θεσσαλίαν μεταβάσης ἐπιτροπῆς διαβλέπει ἐν αὐτῷ τὴν καταδίκην τῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἡγουμένην σύνοδον Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη διωρίζετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ἐγὼ εἶχον ὑποβάλει πρότασιν, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἤθελεν ἀνεπιφυλάκτως χαρακτηρήσει ὡς ἄστοχα καὶ ἄσκοπα τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια, καὶ ἤθελεν ἐξετάσει, ἀνεξαρτήτως τῶν νομοσχεδίων, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν Θεσσαλικὴν παραγωγὴν ἀπὸ ἀπόψεως γενικωτέρας καὶ πρακτικωτέρας, καὶ ἤθελε προτιμήσει ἕτερον σύστημα, λυσιτελέστερον καὶ σκοπιμώτερον πρός τε τὴν ἀνάπτυξιν τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς καὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν. Περὶ τούτου ὅμως δὲν πρόκειται σήμερον. Ἡ συζήτησις δέον νὰ ἔχῃ ὡς ἀφετηρίαν τὴν συνταχθεῖσαν ὑπὸ τῆς σταλείσης ἐπιτροπῆς ἔκθεσιν. Ὅτε ἐγνώσθη, ὅτι ὑπεβλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, πάντες ἐφρόνουν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνωμῶν, ἃς ἐξήνεγκεν ἡ ἐπιτροπή, ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐπαναφέρει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τροποποιημένα κατὰ τὰς ἐνδείξεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ μὴ τροποποιημένα, ἀλλ’ ὅπως δήποτε μετὰ τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αἱ προβαλλόμεναι ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς γνῶμαι δὲν ἐφάνησαν εἰς αὐτὴν ἀποδεκταί. Ἀντὶ τούτου ὅμως εἴδομεν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς μετὰ τῶν ἐκθέσεων τῶν μειονοψηφούντων μελῶν εἰς ἓν τεῦχος, ἐν τῷ ὁποίῳ περιλαμβάνονται καὶ πάντα τὰ νομοσχέδια, ὡς εἶχον ταῦτα ὑποβληθῆ κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον τῆς Βουλῆς. Ὅστις ἀνέγνω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀνεγνώρισε βεβαίως, ὅτι πολλαὶ τῶν γνωμῶν τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἄξιαι οὐ μόνον μελέτης, ἀλλὰ καὶ ἀποδοχῆς, ἔπρεπε δὲ νὰ ἐπιβάλωσι τὴν μεταῤῥύθμισιν τῶν κυβερνητικῶν νομοσχεδίων· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔδωκε σημασίαν εἰς τὰς γνώμας ταύτας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπανέφερε τὰ νομοσχέδια οἷα εἶχεν ὑποβάλει αὐτὰ κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον. Ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ, πλὴν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα συνωδεύθησαν καὶ ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχομεν τὴν σύμβασιν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ χορηγίας δανείου πρὸς τὸ Γεωργικὸν ἐν Θεσσαλίᾳ ταμεῖον. Τὸ μέτρον εἶναι ὄντως πρακτικόν, διότι τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον προώρισται νὰ παράσχῃ τὰ χρηματικὰ μέσα, τῶν ὁποίων ἡ Θεσσαλία ἔχει ἀνάγκην πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀναγκαίων ὑδραυλικῶν ἔργων, βεβαίως δὲ πολὺς θὰ παρέλθῃ χρόνος μέχρις οὗ οἱ πόροι τοῦ ταμείου ἀποδώσωσι τὰ μέσα ταῦτα, ἡ δὲ Θεσσαλία οὐδὲν θέλει ἴδει ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπόσχονται τὴν προαγωγὴν τῆς ἐν αὐτῇ γεωργίας. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἔχομεν πρὸ ἡμῶν καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, ἀῤῥήκτως συνδεόμενον πρὸς τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν κύρωσιν τῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συμβάσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου. Καὶ ἐν αὐτῷ βλέπω, ὅτι πρόκειται τῷ ὄντι περὶ Γεωργικοῦ ταμείου κατ’ οὐδὲν σχεδὸν διαφέροντος τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον συνεστήθη κατὰ τὸ 1889. Ὀφείλω δὲ μετ’ εὐχαριστήσεως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶναι μία ἐκ τῶν σπανίων περιστάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας βλέπω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν συμφωνοῦντα πρὸς τὸν ἀείμνηστον προκάτοχόν του. Κατὰ τὸ 1889, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη, ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθησαν εἰσφοραὶ κατ’ οὐδὲν παραλλάσσουσαι ἀπὸ τὰς εἰσφορὰς ἢ τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἐπιβάλλονται χάριν τῆς συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου, καὶ ἐχορηγεῖτο ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ἐκ δρ. 12,000,000 πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων. Ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μάλιστα ἐκείνης εἶχεν ἰδιαιτάτη ἐπὶ τούτῳ ληφθῆ πρόνοια· ἀπεστάλησαν ὑπ’ αὐτῆς καὶ ἐπὶ δύο ἔτη εἰργάσθησαν οἱ μηχανικοὶ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς πρὸς μελέτην τῶν ἐκτελεστέων ἔργων καὶ πρὸς συγγραφὴν τῶν ὅρων τῆς ἐκτελέσεως μετὰ τοῦ ἀπαιτουμένου προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης. Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ κρίνω, ἂν αἱ μελέται ἐκεῖναι ἦσαν ὄντως ἐπιτυχεῖς. Γινώσκω μόνον, ὅτι καὶ νῦν αἱ μελέται αὗται χρησιμεύουσιν ὡς βάσις τῶν ἐκτελεστέων ὑδραυλικῶν ἔργων. Γινώσκω ἐπίσης, ὅτι οὐδεὶς ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ εἶχεν ἀμφισβητήσει τὸ σκόπιμον καὶ λυσιτελὲς τῶν διεξαχθεισῶν μελετῶν. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1889 ἐθεώρει κατεπείγουσαν καὶ ἐπιβαλλομένην τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, ὡς ἐκ τούτου δὲ οὐ μόνον ἀνέλαβε νὰ συνομολογήσῃ δάνειον μέχρι 12 ἑκατομμυρίων εἰς βάρος τοῦ Κράτους, εἰς οὗ τὰ ταμεῖα ἤθελον εἰσάγεσθαι αἱ διὰ τοῦ νόμου ἐπιβληθεῖσαι εἰσφοραὶ, ἀλλὰ καὶ προέβη εἰς προκήρυξιν δημοσίου διαγωνισμοῦ, ὅπως ἀναλάβῃ ἐργολάβος ἐκ τῶν κεκτημένων τὰ νόμιμα προσόντα τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πρώτου μέρους τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, ὧν ἡ ἀξία ἀνήρχετο εἰς 5 περίπου ἑκατομμύρια. Ἡ δημοπρασία διεξήχθη κατὰ τοὺς νομίμους τύπους, καὶ τὸ ἔργον κατεκυρώθη ἐπ’ ὀνόματι γνωστοῦ ἐργολάβου, ὅστις ἐπρόκειτο νὰ ποιήσηται ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν. Ἐπῆλθεν ὅμως ἡ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἣν διεδέχθη Κυβέρνησις ἔχουσα προϊστάμενον τὸν νῦν κύριον Πρωθυπουργόν. Κατὰ τὴν ἀρχὴν, ἣν καὶ τότε καὶ νῦν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀκολουθεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός, νὰ πράττῃ τὰ ἀντίθετα τῶν προκατόχων του, ἐφρόντισε νὰ ματαιώσῃ τὴν δημοπρασίαν ἐκείνην, καὶ ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν ἐργολάβον ἐξ ὧν ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεων. Ἐὰν δὲν ἀνετρέπετο ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ ἐργολαβία τοῦ 1890, βεβαίως ἤθελον εἶσθαι νῦν συντετελεσμένα τὰ πλεῖστα τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων, ἡ δὲ ὄψις τῆς Θεσσαλίας ἤθελεν εἶσθαι ὅλως διάφορος τῆς σημερινῆς. Ἔπρεπε νὰ διαῤῥεύσωσιν ἔκτοτε ἓξ ὅλα ἔτη, ἔπρεπεν ἐκ λόγων πολιτικοῦ συμφέροντος νὰ ἐπισκεφθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν Θεσσαλίαν πρὸ διετίας, ἔπρεπεν οἱ νῦν ἀντιπροσωπεύοντες ἐν τῇ Βουλῇ τὴν Θεσσαλίαν νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ τὴν προσήκουσαν πρόνοιαν πρὸς ἄρσιν τῶν παρακωλυόντων τὴν ἀνάπτυξιν τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς αἰτιῶν, ἔπρεπεν ὅλα ταῦτα νὰ προηγηθῶσιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἡγουμένην σύνοδον τὰ γνωστὰ νομοσχέδια, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ σύστασις τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου ἐφαίνετο ὡς μᾶλλον σκοποῦσα εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν ἀναγκαίων χρηματικῶν μέσων, οὐχὶ πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων, ἀλλὰ πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν, παρ’ ὧν ἐπρόκειτο ν’ ἀφαιρεθῇ μικρὸν τμῆμα γῆς, παραχωρηθησόμενον τοῖς καλλιεργηταῖς. Ἐὰν τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐψηφίζοντο ὡς ὑπεβλήθησαν, οὐδεὶς τῶν σκοπῶν, οὓς ἡ Κυβέρνησις ἐπεδίωκεν, ἤθελε πραγματοποιηθῆ. Ἡ γενομένη μελέτη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἀπέστειλεν, ἀπέδειξε τοῦτο. Νῦν δὲ ἡ Κυβέρνησις, καλῶς ποιοῦσα, ἐπανέρχεται εἰς τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1889 καὶ προβάλλει τὴν σύστασιν τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, ὡς σκοποῦσαν τὴν ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων, ὅπερ ἔπρεπεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ προβληθῇ, ὅπως μὴ παρέλθῃ μάτην ὁ μέχρι τοῦδε διαῤῥεύσας χρόνος. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν προηγουμένην καὶ τὴν παροῦσαν σύνοδον, πρόκειται νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰσφοραὶ, τῶν ὁποίων ἡ προσδοκωμένη πρόσοδος, κατὰ τὰς στατιστικὰς πληροφορίας τῆς ἐπιτροπῆς, θέλει δώσει πρόσοδον 343,945 δρ. Ἔχομεν ἤδη τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ συνομολογηθῇ δάνειον ἐξ ἑκατομμυρίων ἐπὶ τόκῳ 5½% καὶ 1% χρεωλυσίῳ, ἑπομένως ἔχομεν ὑπηρεσίαν ἐτήσιον δραχ. 390,000· ἑπομένως ἔχομεν μίαν διαφορὰν ἐπὶ πλέον περίπου 37,000 δρ. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος, ἡ βάσις αὕτη εἶναι ἀξία μελέτης, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα οὐδεμίαν ἄλλην ἐγγύησιν λαμβάνει εἰμὴ μόνον τοὺς πόρους τοῦ ταμείου τοῦ Γεωργικοῦ, ἑπομένως θὰ δανείσῃ ἓξ ἑκατομμύρια, καὶ θὰ λαμβάνῃ τὸν τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον ἐκ τῶν προσόδων, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἔχομεν ὅμως ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δὲν περιορίζει τὰς εἰσφορὰς εἰς μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλὰ προβάλλει, πλὴν αὐτοῦ, νὰ ἐπιβληθῶσι καὶ ἄλλαι εἰσφοραί. Ἐπὶ παραδείγματι, προτείνει νὰ ἐπιβληθῇ ἓν δεκατημόριον πρόσθετον ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπιτηδευμάτων, προσέτι τρία δεκατημόρια ἐπὶ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Βόλου, ἢ μᾶλλον 60,000 δρ. ὡρισμένως. Προτείνει νὰ ἐπιβληθῶσι τρία πρόσθετα δεκατημόρια ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Προβάλλει νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ὁ φόρος τῶν ἀπόντων. Προτείνει, τέλος, νὰ ἐπιβληθῇ 1½ λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τῶν ὀσπρίων καὶ τῆς ὀρύζης. Πᾶσαι αὗται αἱ προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, αἱ ἀνεξάρτητοι τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς, προσδίδουσι πρόσοδον ἐκ δρ. 558,025. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶχεν εἰς τὰς σκέψεις της ἀφετηρίαν διάφορον· εἶχεν ὡς ἀφετηρίαν τὴν συνομολόγησιν δανείου ἐπὶ τόκῳ 7% καὶ ἐπὶ χρεωλυσίῳ τοιούτῳ, ὥστε ἐντὸς 20 ἐτῶν νὰ ἐξοφληθῇ τὸ δάνειον· ὑπελόγισε δὲ, ὅτι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου αὐτοῦ ἤθελεν ἀπαιτηθῆ ποσὸν ἐτήσιον 566,000 δρ. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἄλλας ἐνόμιζεν ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ θεραπευθῶσιν ἐκ τοῦ ταμείου τοῦ Γεωργικοῦ, δηλ. ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε τὸ ταμεῖον τοῦτο νὰ προσφέρῃ 150,000 δραχμὰς πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐτησίων δόσεων τῶν γεωργῶν, τῶν ὑπ’ αὐτῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας ὀφειλομένων διὰ τίμημα μιᾶς οἰκίας καὶ ἑνὸς τμήματος γῆς. Πλὴν δὲ τούτου, κατὰ τὴν ἐπιτροπὴν, ἔπρεπε τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον νὰ ὑποχρεωθῇ εἰς μίαν ἐτησίαν χορηγίαν ἐκ δρ. 150,000 πρὸς σύστασιν Γεωργικῆς Τραπέζης. Ἐπρόκειτο, ἐὰν δὲν εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας νὰ συγκατατεθῇ εἰς τὴν ἀναβολὴν, ἐπρόκειτο νὰ ἀρχίσῃ σήμερον ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν· αὕτη ὅμως, κατὰ τὴν ληφθεῖσαν σήμερον ἀπόφασιν, θὰ γείνῃ μετὰ δέκα ἡμέρας. Δὲν νομίζετε, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην πρωτίστως νὰ γινώσκωμεν, ὁποία τις εἶναι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως; Ἀποδέχεται τὰς προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν αὐτὴ αὕτη ἐξελέξατο καὶ ἀπέστειλεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἢ ἐμμένει εἰς τὸ νομοσχέδιον, οἷον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν; Φρονεῖ, ὅτι οἱ πόροι τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου πρέπει νὰ μὴ ἔχωσι μόνον καὶ ἀποκλειστικὸν προορισμὸν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμοποιηθῶσι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, ἀλλὰ πρέπει συγχρόνως οἱ πόροι οὗτοι νὰ παράσχωσι καὶ ἄλλην ὑπηρεσίαν, τὴν ὑπηρεσίαν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν μεγάλων κτημάτων διὰ τὴν παραχώρησιν τῆς οἰκίας καὶ τῶν 5 στρεμμάτων, ἢ πρόκειται καὶ ἀκόμη ἄλλαι 150,000 δραχμαὶ νὰ δίδωνται ἐτησίως εἰς τὴν μέλλουσαν νὰ συστηθῇ Γεωργικὴν Τράπεζαν; Ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν, ὅταν πρόκειται νὰ ἐπανέλθῃ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων τούτων, διότι νομίζω, ὅτι, μεθ’ ὅσα πρὸ ὀλίγου ἐπηγγείλατο, πολὺ εὐλόγως, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς, πρὸς τὴν ἐν γένει ἐνίσχυσιν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, πρὸς σκοπὸν ὄντως ἀξιέπαινον, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ διασκεδασθῇ ἡ ἀνισοῤῥοπία ἡ ὑπάρχουσα μεταξὺ τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς καταναλώσεως, ἢ πρὸς ἐλάττωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀνισοῤῥοπίας ταύτης, νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐν τοῖς θέμασι τούτοις ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἔχῃ πρωτοβουλίαν. Δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀγνοῇ ἡ Βουλὴ ἐν τῇ συζητήσει νομοσχεδίου τοσοῦτον σοβαροῦ, ἐὰν πρέπῃ νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον, οἷον ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ μὴ λάβῃ τὸ παράπαν ὑπ’ ὄψει τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις εἰδικῶς τὸ θέμα τοῦτο ἐμελέτησεν, ἥτις προῆλθεν εἰς προτάσεις τοσοῦτον σοβαρὰς καὶ σπουδαίας. Ὀφείλω ὅμως καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸ πρῶτον μανθάνομεν, ὅτι τὰ δύο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐγκατέλιπεν, ἤτοι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τῆς ἐπαναφορᾶς τῆς δεκάτης, καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς τῆς στρεμματικῆς φορολογίας πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ κρατοῦντος φόρου ἐπὶ τῶν βοσκῶν, τὸ πρῶτον νῦν μανθάνομεν, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα προῆλθον ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἀνεξαρτήτως τῶν γνωμῶν, αἵτινες εἶχον ὑποβληθῆ εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῶν φίλων τῆς Βουλευτῶν ἐκ Θεσσαλίας. Νομίζω, καὶ ἐνθυμούμεθα πάντες, ὑπάρχει δὲ καὶ δεδημοσιευμένη ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 ἐν τῇ ἡγουμένῃ συνόδῳ, ὅτε οὗτος ῥητῶς καὶ μετὰ καυχήσεως ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς Θεσαλικῆς παραγωγῆς θέλει προβάλει κατὰ τὴν σύνοδον ἐκείνην τὰ γνωστὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, προσθεὶς, ὅτι πάντες οἱ φίλοι αὐτοῦ Βουλευταὶ ἐκ Θεσσαλίας συνῆλθον, συνεσκέφθησαν, ἐξεῦρον τὰ μέσα, δι’ ὧν ἦτο δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἡ Θεσσαλικὴ παραγωγὴ καὶ ν’ ἀποκατασταθῇ ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς, ἐπεφόρτισαν δὲ δύο τῶν συναδέλφων των νὰ ὑποβάλωσι δι’ ὑπομνήματος πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὰς ἑαυτῶν γνώμας, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν γνωμῶν αὐτῶν κατήρτισε πάντα τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι καὶ κατὰ τὴν σύνοδον τὴν ἡγουμένην, εἴτε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἥτις εἰδικῶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐξελέγη, εἴτε καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, πολλοὶ τῶν συναδέλφων ἐκ Θεσσαλίας ἐφάνησαν ἐνθουσιασμένοι ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ἔπεισε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ἦτο ἰδίως ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ἐξελέξατο καὶ ἀπέστειλεν εἰς Θεσσαλίαν. Ἡ ἐπιτροπὴ, καίτοι, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ κυβερνητικῆς ἀπόψεως, ἢ μᾶλλον ἐμφορουμένη ἐκ τῆς προαιρέσεως νὰ μὴ φανῇ τὸ παράπαν δυσάρεστος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, προῆλθεν εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν ἑαυτῆς γνωμῶν, δὲν ἠρνήθη ν’ ἀποκρύψῃ, ὅτι τὰ δύο ἐκεῖνα νομοσχέδια ἐστηρίζοντο ἐπὶ βάσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποβῶσιν ὠφέλιμοι εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ αἱ ὁποῖαι εἶχόν τι τὸ ἐλαττωματικὸν καὶ ἐπιβλαβές. Ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐν ταύτῃ τῇ συνόδῳ καὶ ἐν τῇ ἡγουμένῃ διεκρίθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ μεταβολῇ γνωμῶν, κατορθώνει ὅμως πάντοτε, ὁσάκις βλέπῃ τὰς ἑαυτοῦ γνώμας μὴ ὑποστηριζομένας ὑπὸ τῶν πραγμάτων, νὰ εὑρίσκῃ δικαιολόγημά τι, σανίδα τινὰ, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριζόμενος ἀνακαλεῖ ἢ τροποποιεῖ ταύτας· τοῦτο ἔπραξε καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς συζήτησιν. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οἱ πολιτευόμενοι καὶ μάλιστα οἱ κυβερνῶντες, ἐὰν τυχὸν ἔκ τινος πλάνης προῆλθον εἴς τινα γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἐμμένωσιν εἰς ταύτην· τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι ἰδίως εἰς τοὺς κυβερνῶντας εἶναι ἐπιβεβλημένον, ὅταν ἐκ πλάνης ἢ καὶ ἐξ ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως προῆλθον εἰς γνώμας ἢ ἐπαγγελίας ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων ἐθνικοῦ ἐνδιαφέροντος, εἴτε ὑπέβαλον νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα βραδύτερον διαβλέπουσιν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ὅτι δὲν εἶναι ἐφαρμόσιμα, ἐπιβάλλεται αὐτοῖς νὰ ἔχωσι τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ἀνομολογῶσι τὰ λάθη των καὶ ν’ ἀνακαλῶσι τὰς προηγουμένας γνώμας ἢ νὰ προβάλλωσι νέα μέτρα ἀντὶ τῶν προβληθέντων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε ἀπὸ τοῦ βήματος πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ σύστημα τῆς δεκάτης, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1880 κατηργήθη, ἦτο σύστημα, τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι ἦτο προτιμότερον οὐ μόνον τοῦ κρατοῦντος φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ συστήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Βεβαίως τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δὲν εἶναι οὔτε τὸ ἐπιστημονικώτερον οὔτε τὸ τελειότερον· ἦτο σύστημα, τὸ ὁποῖον, ἐν ἐλλείψει ἄλλου ἐφαρμοσίμου, ὑφ’ ἃς συνθήκας διετελοῦμεν τότε, ἐγένετο ἀποδεκτὸν πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, ἢ μᾶλλον πρὸς ἐλάττωσιν τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸ Δημόσιον ἡ πλήρης τῆς δεκάτης κατάργησις· διότι ἦτο ἐν γνώσει ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὅτι ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δὲν ἠδύνατο νὰ πορισθῇ οὔτε τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσέπραττεν ἐκ τῆς δεκάτης. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ διὰ τοῦ ἐκ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν φόρου φορολογία τῶν προϊόντων τῆς γῆς δὲν ἦναι ἡ ἐπιστημονικωτέρα· καὶ ἂν τὸ σύστημα τοῦτο, καθ’ ὃ ὡς τεκμήριον τῆς παραγωγῆς ὑπολαμβάνεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, δὲν αἴρῃ τὴν φορολογικὴν ἀνισότητα, εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι ὑπῆρξεν εὐεργετικώτατον εἰς τὴν παρ’ ἡμῖν γεωργίαν, τὸ μὲν διότι ἀπήλλαξε τοὺς γεωργοὺς τῶν ἐνοχλήσεων, ἃς ὑφίσταντο ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς δεκάτης, τὸ δὲ διότι ὁ διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἐπιβαλλόμενος φόρος εἶναι ἀσυγκρίτως ἐλάσσων ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπεβάλλοντο οἱ γεωργοὶ ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς δεκάτης καὶ ὅταν ἀντὶ τοῦ δεκατημορίου ἠλαττώθη τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἰς μόνον 7%. Καίτοι δὲ δὲν εἶναι ἐξῃκριβωμένον, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ συστήματος τούτου ἠλαττώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, εἶναι ὅμως ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐβελτιώθη ἡ ποιότης τῶν κτηνῶν τούτων ἕνεκεν τοῦ ὁποίου εἶχον οἱ γεωργοὶ συμφέροντος νὰ ἔχωσι κτήνη μείζονος ἀντοχῆς, ἥσσονα τῶν κτηνῶν, ἅτινα πρότερον εἶχον, ἅτινα ὅμως δὲν ἀπέδιδον ὅσην ἐργασίαν ἀποδίδουσι κτήνη ὀλιγώτερα μὲν κατ’ ἀριθμόν, ἀνώτερα ὅμως κατὰ ποιόν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδένα ἐγνώρισα γεωργὸν παραπονούμενον ἐπὶ τῇ ἀντικαταστάσει τῆς δεκάτης διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Καὶ ἂν δὲ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον διέῤῥευσαν 16 ὅλα ἔτη, ἀπομένει ὅμως ἀναμφισβήτητον, ὅτι οἱ συμπολῖται ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶδον τὸ σύστημα τῆς δεκάτης ἐφαρμοζόμενον, δὲν ἐλησμόνησαν τὰς ὀδυνηρὰς ἐντυπώσεις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος ἐκείνου. Ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ἐν τοῖς συλλαλητηρίοις καὶ ἁπανταχοῦ ἐγίνετο λόγος, ἐγίνετο οἱονεὶ κοινωνικὴ ἐπανάστασις πρὸς κατάργησιν τῆς δεκάτης· ἦτο μάλιστα ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη, ἡ ἐξέγερσις ἐκείνη, ἀσυγκρίτως ζωηροτέρα τῆς ὑφισταμένης σήμερον ἐπὶ τῇ καταργήσει τοῦ κρατοῦντος σήμερον φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Τὰ ἀροτριῶντα κτήνη ἐξελέχθησαν ὡς τεκμήρια πρὸς ἐπιβολὴν φόρου τινὸς, ἐλαφροῦ βεβαίως, ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῆς γῆς· ἐν τῇ διανοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ ἐν τῇ διανοίᾳ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης καὶ ἐψήφισαν ὑπὲρ τοῦ κρατοῦντος σήμερον φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων κατελεγόμην καὶ ἐγὼ, ὑπῆρχε πάντοτε ἡ πρόθεσις νὰ ἐξευρεθῇ βραδύτερον σύστημα κρεῖσσον. Καὶ βεβαίως ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης· διότι τὰ μέσα πρὸς ἐξακρίβωσιν καὶ τῆς ἐκτάσεως καὶ τῆς ποιότητος τῶν γαιῶν τότε ὑπῆρχον ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅσα ὑπάρχουσι σήμερον. Διότι, ὅταν κατηργήθη ἡ δεκάτη, δὲν εἴχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχωμεν ὡς ἑλληνικὴν χώραν τὴν Θεσσαλίαν, ἡ ὁποία, ἔχουσα μεγάλα κτήματα διακεκριμένα, ἔχουσα ἐκτάσεις εὐκόλως ἐξευρισκομένας καὶ ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ διά τινος καταμετρήσεως, παρέχει ἔδαφος πρόσφορον πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ τις λόγον πρὸς σύγκρισιν μεταξὺ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τῆς στρεμματικῆς καὶ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τῆς δεκάτης, διότι ἡ δεκάτη φορολογεῖ τὸ κεφάλαιον, φορολογεῖ τὴν ἐργασίαν, καὶ, πλὴν τούτου, δὲν δύναται νὰ λειτουργῇ ἄνευ συστήματος βεβαιώσεως λίαν ἐλαττωματικοῦ καὶ καταθλιπτικοῦ, ἐνῷ δι’ ἑνὸς συστήματος στρεμματικῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε εἶναι παραδεδεγμένον παρὰ πᾶσι τοῖς ἔθνεσι, τοῖς μᾶλλον ἡμῶν προηγμένοις ὡς πρὸς τὰ τῆς φορολογίας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία μὴ ἔχουσα τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ δεκάτη. Ἐγὼ μάλιστα ἐφρόνουν, ὅτι ἠδύνατο τοῦ συστήματος τούτου τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς νὰ γένηται ἔναρξις ἀπὸ τῆς Θεσσαλίας· διότι, ὅπου ὑπάρχουσι μεγάλα κτήματα, ὑπάρχουσι κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ σχέδια τῶν κτημάτων τούτων. Ὑπάρχει καὶ ἕτερόν τι ἀκόμη γνωστόν· εἶναι γνωστὸν τὸ καθαρὸν προϊὸν τῶν κτημάτων τούτων, καὶ ἠδύνατο μάλιστα ὡς πρὸς τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ κτήματα νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ καθαροῦ προϊόντος τῆς γῆς, διότι εἶναι λίαν εὐχερὴς ἡ ἐξακρίβωσις τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἐν συγκρίσει δὲ πρὸς τὸ 1880 πλεονεκτοῦμεν νῦν κατὰ δύο τινά· ἔχομεν ἤδη ἐπαρκῶς προκεχωρημένην τὴν ἐργασίαν τῆς γεωδαιτικῆς ἀποστολῆς· ἔχομεν δὲ καὶ οὐκ εὐκαταφρόνητον ἀριθμὸν γεωμετρῶν καὶ ἐργοδηγῶν, δι’ ὧν δυνάμεθα νὰ ἐξακριβώσωμεν τὴν ἔκτασιν τῶν καλλιεργουμένων γαιῶν. Ἀλλ’ ἐὰν συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας διὰ τὴν φορολογίαν τῶν προϊόντων ἐν γένει, δὲν εὑρίσκω, ὅτι ἡ στρεμματικὴ φορολογία δύναται ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν φόρον τῶν βοσκῶν· διότι ἐκεῖ ἠθέλομεν εὑρεθῇ ἀπέναντι μιᾶς ἀνισότητος φορολογικῆς. Καὶ βεβαίως εἶναι ἀνισότης φορολογική, ὅταν πρόκειται νὰ προσδιορίσητε τὴν πρόσοδον τῶν βοσκῶν ἐπὶ ὅλης τῆς ἐκτάσεως ἑνὸς κτήματος. Ἔχετε πρὸ ὑμῶν κτῆμα μικροτέρας ἐκτάσεως, ἀποδίδον πρόσοδον βοσκῶν ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει κτῆμα ἀνωτέρας ἐκτάσεως, διότι αἱ γαῖαι ἐκείνου τοῦ κτήματος εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ἄχρηστοι, ἀνεπίδεκτοι βοσκῆς, οὕτω δὲ θέλετε φορολογήσει πολὺ ἀνίσως. Ἐὰν ἐπρόκειτο σύστημα στρεμματικῆς φορολογίας νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Θεσσαλίᾳ ἐν γένει πρὸς φορολογίαν τῶν προϊόντων τῆς γῆς, ἤθελον χειροκροτήσει πρὸς τὴν τοιαύτην πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι ὅμως μεμονωμένως ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῶν βοσκῶν. Καὶ εἶχε μὲν δίκαιον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἰσχυρισθεὶς πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ φόρος τῶν βοσκῶν εἶναι ὁ ἐλαφρότερος τῶν παρ’ ἡμῖν ἐπιβαλλομένων φόρων, διότι ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ συνίσταται εἰς 6%, ἐνῷ πάντες οἱ ἄλλοι φόροι ἡμῶν ἔχουσι βάσιν ἀσυγκρίτως ἀνωτέραν, διότι ἔχουσι βάσιν 20 καὶ 25% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ προϊόντος. Ἀλλὰ τοῦτο ἠδύνατο ἄλλως νὰ θεραπευθῇ, ἠδύνατο τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου μάλιστα ἐπὶ τῶν βοσκῶν ν’ αὐξήσῃ, ἠδύνατο μάλιστα, νομίζω, καὶ ἰδιαιτέρα νὰ ληφθῇ πρόνοια πρὸς ἀκριβῆ βεβαίωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν βοσκῶν, διότι ἔχω τὴν γνώμην,—γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ διαφόρους ἐποχὰς πολλάκις ἐξήνεγκον,—ὅτι ὁ φόρος τῶν βοσκῶν δὲν ἐξακριβοῦται προσηκόντως, εἴτε διότι αἱ ἁρμόδιαι περὶ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τούτου ἀρχαὶ δὲν ἐπιμελοῦνται ὅσον ἔδει τὰ τῆς φορολογίας ταύτης, εἴτε διότι τὰ μέσα τὰ νομοθετικὰ δὲν εἶναι ἐπαρκῆ. Νομίζω δὲ, ὅτι τὸ Δημόσιον εἰσπράττει ὀλιγώτερον πολὺ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δικαίως ἔπρεπε νὰ εἰσπράττῃ. Μετὰ τὴν μικρὰν ταύτην παρέκβασιν, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα, καὶ εὑρίσκω λίαν δεδικαιολογημένην τὴν ἐπὶ δέκα ἡμέρας ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, ὅπως ἡ Βουλὴ, ἐπανερχομένη μετὰ τὴν μικρὰν ταύτην ἕνεκα τῶν ἑορτῶν διακοπὴν, ἐπιλάβηται τῆς συζητήσεως τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων μᾶλλον πεφωτισμένη καὶ παρεσκευασμένη. Ἐν τούτοις παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μελετήσῃ τὰ σχετικὰ θέματα, ἅτινα ἔθιξα. Ἐὰν αἱ προβληθεῖσαι ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς γνῶμαι καὶ ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, καὶ ὡς πρὸς τὸ ἕτερον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν παραχώρησιν γαιῶν ταῖς ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργικαῖς οἰκογενείαις, ἐὰν, λέγω, αἱ γνῶμαι τῆς ἐπιτροπῆς ἔσχον ἐπιῤῥοήν τινα ἐπὶ τῶν γνωμῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐὰν ἀποδέχηταί τινας ἐξ αὐτῶν, ὀφείλει νὰ τροποποιήσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, νὰ διανείμῃ τὰς τροποποιήσεις αὐτὰς ἐγκαίρως, ὥστε, ὅταν ἐπανέλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἐπιλάβηται τοῦ θέματος, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της σαφεῖς τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως.
§220Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως ἀπαντήσῃ τις εἰς τὰ λεχθέντα, εἰ καὶ πολλοὶ τῶν ἀγορευσάντων, μήτε τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐξαιρουμένου, εἰσῆλθον εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων· ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ νομοσχέδια θέλουν συζητηθῆ προσεχῶς, δύναται ἕκαστος ἐν καιρῷ τῷ δέοντι νὰ ἐκφράσῃ τὴν περὶ αὐτῶν γνώμην του. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατ’ ἐμὴν γνώμην, λίαν ἀξιεπαίνως ἐδέχθη τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, ἀλλ’ εἶναι καλὸν ἡ Βουλὴ νὰ γινώσκῃ ἀπὸ τοῦδε, ἐὰν ἐγένετο δεκτὴ καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις περὶ ἀναγραφῆς τῶν νομοσχεδίων τούτων ὡς πρώτων θεμάτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς πρώτης συνεδριάσεως μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν. Λέγω ὅτι εἶναι καλὸν, ἀκριβῶς ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν πάλιν πρὸ ὁμοίων προσκομμάτων, διότι ὑπάρχουν καὶ ἄλλα νομοσχέδια, καὶ ἐνδέχεται νὰ λάβωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν περὶ τὴν μεσημβρίαν, καὶ νὰ ἔλθωμεν ἐδῶ χωρὶς νὰ γινώσκωμεν ἐγκαίρως τί θὰ συζητηθῇ. Διὰ τοῦτο, ἀφοῦ κατηναλώσαμεν ἀρκετὸν χρόνον, ὅπως ἐξεύρωμεν τὸ προσῆκον, καὶ εἰς τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι, καλὸν θὰ ἦτο, ἐὰν ὡρίζετο ἡ συνεδρίασις.
§221Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι πρόωρον.
§222Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν ἦναι πρόωρον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ γείνῃ ἐγκαίρως γνωστὸν εἰς ἡμᾶς καὶ νὰ μὴ λάβωμεν τὴν μεσημβρίαν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι δὲν εἶναι ἐκ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ μελετήσῃ ἐκ τοῦ προχείρου.
§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἡμερησία διάταξις δὲν δύναται ἢ νὰ διανέμηται περὶ τὴν μεσημβρίαν, διότι, ἀφοῦ καταρτίζεται εἰς τὰς 2 μετὰ τὸ μεσονύκτιον, τυποῦται τὴν πρωΐαν καὶ διανέμεται τὴν μεσημβρίαν.
§224Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶπον ταῦτα, διότι, ἐὰν καλῶς ἐνόησα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐδέχθη τὴν ἀναβολὴν ἐπὶ 10 ἡμέρας· ἀλλ’ ὅταν λέγωμεν ἐπὶ 10 ἡμέρας, ἐγὼ τουλάχιστον τὸ ἐξηγῶ, ὅτι θὰ ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§225Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν δὲν ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς μετὰ 10 ἡμέρας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν ΑΛϚʹ νόμου. Ὁ κ. Σέχος ἔχει τὸν λόγον.
§227ΣΕΧΟΣ. Εἰς προγενεστέραν μου ἀγόρευσιν, καίτοι ἐναντίος τοῦ ὁρίου ἡλικίας, ὑπεστήριξα ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ὑπάρχει ὅριον δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀξιωματικούς, πρέπει βεβαίως νὰ ὑπάρχῃ ὅριον καὶ διὰ τοὺς στρατηγούς· κατ’ ἀκολουθίαν ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν στρατιωτικὴν βακτηρίαν, ἥτις μοὶ ἀνήκει, τὴν κατέχω καὶ κύριος αὐτῆς δύναμαι νὰ γείνω διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου. Καὶ τὴν δήλωσιν ταύτην ποιοῦμαι, ἵνα μὴ παραξηγηθῶ δι’ ὅσα ἐξέθηκα καὶ δι’ ὅσα θὰ ἐκθέσω, ὅτι δῆθεν ἕνεκα προσωπικοῦ συμφέροντος εἶμαι ἐναντίος τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας (Θόρυβος).
§228ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ Κύριοι ἐκεῖ ἢ νὰ καθίσουν, ἢ νὰ ἐξέλθουν, διότι δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ ἀκούσωμεν.
§229ΣΕΧΟΣ. Ἀκούσατε, σᾶς παρακαλῶ, καὶ ἔχετε ὑπομονὴν, διότι τὸ προκείμενον ζήτημα ἀφορᾷ εἰς τὸν στρατὸν, δηλαδὴ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν σώματος. «Ὅταν εἰς τὴν διεύθυνσιν ὑπηρεσίας τινὸς καλούμεθα καὶ δὲν γνωρίζωμεν τί πρέπει νὰ πράξωμεν, πράττομεν ὅ,τι γνωρίζομεν». Τὴν γνώμην ταύτην διασήμου στρατάρχου Γάλλου ἀναγινώσκων, ἐνεθυμήθην τὰ ἡμέτερα, καὶ ἀνελογίσθην ὅτι οἱ ἀπαρτίζοντες τὸν στρατὸν, διὰ νὰ πράττωσιν ὅ,τι πρέπει, ἔχουσιν ἀνάγκην χρόνου πρὸς μόρφωσιν, καὶ χρόνου ἀναλόγου τῆς θέσεως, ἣν κατέχουσιν ἐν τῷ στρατῷ, τοῦ συστήματος τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ τῶν μέσων, ἅτινα παρέχονται πρὸς ἐκπαίδευσιν. Παρ’ ἡμῖν ἡ ἐκπαίδευσις εἶναι λίαν περιωρισμένη, τὰ δὲ μέσα γλίσχρα, καὶ ὡς ἐκ τούτου, διὰ νὰ πράττωμεν ὅ,τι πρέπει, ἔχομεν ἀνάγκην περισσοτέρου χρόνου τοῦ εἰς ἄλλους στρατοὺς ἀπαιτουμένου. Ἐνθυμοῦμαι τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμος περὶ γενικῆς στρατολογίας, ἀλλ’ ὑπῆρχον κληροῦχοι καὶ ἀντικαταστάται αὐτῶν. Ἐνθυμοῦμαι τὴν ἐποχὴν, ὅτε ἐν Ἀθήναις ἐφρούρει ἓν τάγμα πεζικοῦ ἐκ λόχων ἓξ καὶ ἓν ἡμίταγμα ἐκ δύο λόχων ἀκροβολιστῶν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν δ’ ἐκείνην, καθ’ ἑκάστην εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως ἠσκεῖτο τὸ τάγμα, ἠσκεῖτο τὸ ἡμίταγμα, καὶ ἡμέραν παρ’ ἡμέραν, ἢ καθ’ ἑκάστην,—δὲν ἐνθυμοῦμαι— ὑπῆρχον συλλαλητήρια, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν εἰδικῶν ὅπλων ἀνέπτυσσον διάφορα στρατιωτικὰ ζητήματα. Ἦσαν τότε εἰς τὰ συλλαλητήρια πάντοτε παρόντες καὶ ὁ διοικητὴς τοῦ τάγματος, ὁ φιλέλλην Χὰν, καὶ ὅλοι οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοί. Ἡμεῖς ἤμεθα νέοι, τὸ δὲ τάγμα καὶ τὸ ἡμίταγμα εἶχον ἀξιωματικοὺς ὡρίμου ἡλικίας. Ἡμεῖς μὲν μετεδίδομεν εἰς αὐτοὺς τὰς θεωρητικὰς ἡμῶν γνώσεις, ἐδεχόμεθα δὲ μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως τὰς πρακτικὰς αὐτῶν γνώμας, καὶ ἐξηρχόμεθα εἰς περίπατον, καὶ μολονότι ἡμεῖς ἤμεθα νεώτεροι αὐτῶν, μᾶς ἐκούραζον, διότι αὐτοὶ ἐν ταῖς ἀσκήσεσιν ἰσχυροποιοῦντο. Ποτὲ δὲ τότε δὲν μᾶς ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, διὰ νὰ εἴπωμεν «ἆ! πρέπει ἡμεῖς νὰ καθέξωμεν τὰς θέσεις αὐτῶν!» διότι ἐπειθόμεθα ὅτι, μολονότι ἡμεῖς νεώτεροι αὐτῶν ἤμεθα, ἐκεῖνοι ἦσαν ἰσχυρότεροι, ἕνεκα τῶν συνεχῶν ἀσκήσεων. Ἐπῆλθεν ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἤρξατο ἡ γενικὴ στρατολογία, αἱ ἀσκήσεις ἤρχισαν νὰ ἐλαττῶνται, καὶ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐβλέπομεν στρατόπεδα. Ἤδη δὲ εἰς τί ἰδίως καταγινόμεθα; Εἰς τὸ σχολεῖον τὸ λεγόμενον τοῦ στρατιώτου, διδάσκοντες τοὺς νεοσυλλέκτους τὸ βαδίζειν, τὸ «κλῖνον ἐπὶ δόρυ» καὶ «κλῖνον ἐπὶ ἀσπίδα» (ἐπὶ δεξιᾷ ἢ ἀριστερᾷ), τὸν διὰ χαιρετισμοὺς χειρισμὸν τοῦ ὅπλου, καὶ ἐπὶ τέλους τὸ ῥίπτειν καὶ ὀλίγας βολάς. Αὕτη εἶναι ἡ ἄσκησις, εἰς ἣν ἀσχολοῦνται ἰδίως οἱ νῦν παρ’ ἡμῖν στρατιῶται, ἐνῷ, δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ σᾶς κουράσω, ἐὰν σᾶς εἴπω ἐν συντόμῳ τί πρέπει νὰ ἐκμανθάνῃ ὁ στρατιώτης. Πρέπει νὰ βάλλῃ ἐπιτυχῶς, νὰ ἑλίσσηται εὐχερῶς, νὰ ἀντέχῃ εἰς ὁδοιπορίας, νὰ γνωρίζῃ νὰ καταυλίζηται, νὰ ἐπισταθμεύῃ καὶ νὰ ἐξασφαλίζηται· τὸ σπουδαιότερον δὲ, νὰ πειθαρχῇ, καὶ τὸ δυσκολώτερον, νὰ ἀποκτήσῃ τὸ στρατιωτικὸν φρόνημα. Πάντα δὲ ταῦτα ἀπαιτοῦσι χρόνον. Ὑμεῖς, οἱ θέλοντες νῦν τὸ τόσον σύντομον ὅριον τῆς ἡλικίας,—καὶ τὸ λέγω ἐν πεποιθήσει—εἰς τί ἀσκούμεθα ἤδη, ἢ τί μανθάνομεν, διὰ νὰ πράττωμεν ὅ,τι πρέπει; Θέλετε νὰ τὸ ἀκούσητε;
§230ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§231ΣΕΧΟΣ. Κατὰ τὴν κατάστασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἐκτὸς τῶν 124 ἵππων τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, ἐδικαιοῦντο ἵππων ἀξιωματικοὶ 518, καὶ ἐν τούτοις μόνον 154 ὑπῆρχον ἀξιωματικῶν ἵπποι, ἐξ ὧν τινες χρησιμεύουσιν ὡς ἵπποι ἐλάσεως ἁμαξῶν. Τί ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται; Ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἵππων, διότι δὲν ἔχουσιν ἐργασίαν, διότι δὲν ἔχουσιν ἐκπαίδευσιν, ἀλλὰ μεταβαίνουσιν ἐκ τῶν οἰκιῶν των εἰς τοὺς στρατῶνας διὰ νὰ ἐκπληρώσωσι τυπικήν τινα ὑπηρεσίαν, ἥτις εἶναι χρησιμωτάτη, ἀλλὰ πόῤῥω ἀπέχει τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ὁ ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ ἔχῃ μόρφωσιν, πρέπει νὰ ἔχῃ ἐκπαίδευσιν, πρέπει νὰ ἔχῃ προσόντα. Τὴν λέξιν δὲ προσόντα τὴν τονίζω, διότι εἰς οὐδὲν ἡ μάθησις ἄνευ προσόντων. Καὶ τί εἶναι προσόντα; Εὐπείθεια, αὐταπάρνησις, θάῤῥος, ἐπιμονὴ, ἀντοχὴ καὶ ἡ τέχνη τοῦ ἐπιβάλλεσθαι καὶ τοῦ διοικεῖν. Ταῦτα λέγων, ἀπευθύνομαι οὐχὶ βεβαίως πρὸς τοὺς στρατιωτικοὺς συναδέλφους, οἵτινες τὰ γνωρίζουσιν ἴσως κάλλιον ἐμοῦ, ἀλλὰ πρὸς τοὺς πολιτικούς, ἵνα εὐκρινεῖς αἱ ἰδέαι μου κατασταθῶσιν αὐτοῖς.
§232ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις ἵππων ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν ἱππεύουσιν οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ δὲν καταγίνονται εἰς τὰ ἔργα των· ὁ λόγος εἶναι, ὅτι δὲν ἔχουσι χρήματα νὰ ἀγοράσωσιν ἵππους, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τοῖς ἔκαμε τὴν εὐκολίαν νὰ ἱππεύωσιν ἵππους τοῦ Δημοσίου.
§233ΣΕΧΟΣ. Μὲ προκαλεῖτε νὰ εἴπω κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἤθελον ν’ ἀποφύγω. Βεβαίως εἶσθε ἀξιωματικὸς τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ ἱππασίαν γνωρίζετε, καὶ πάντοτε ἱππεύετε, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοὶ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ νέοι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἱππεύωσι, καὶ οὐδέποτε ἵππευσαν, ἐν πολέμῳ δὲ ὀφείλουσι νὰ ἦναι ἔφιπποι. Εἰσήλθομεν εἰς μίαν ἐποχὴν, καὶ ἄνευ λόγου, ἄνευ αἰτίας μεταξὺ τῶν ἄλλων παρήνειρον καὶ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Τίνος ἕνεκα ἐνομοθετήθη ὅριον ἡλικίας; Μήπως ἀπεδείχθη ἐξ ἀσκήσεων, ὅτι οἱ ἔχοντες ὥριμον ἡλικίαν δὲν δύνανται νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των, καὶ οἱ νέοι εἶναι ἰσχυρότεροι; Τὰ στρατόπεδα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ τὴν ἡμετέραν ἐποχὴν, τὸ ἀπέδειξαν. Βεβαίως ὁ νέος ἔχει ἀντοχὴν, —δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀρνηθῶ—ἀλλὰ εἰς τὸ στρατόπεδον τῆς Λεπενοῦς δὲν εἶδον τοὺς ἔχοντας ὥριμον ἡλικίαν νὰ μὴ ἀντέχωσι. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν εἰς Λεπενοῦν εἶχεν ἀντοχὴν ἄλλος ἱππεὺς περισσοτέραν τοῦ συνταγματάρχου Μελεάγρου.
§234ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσων ἐτῶν εἶναι;
§235ΣΕΧΟΣ. Παρατηρήσατε τὸ μητρῷον. Ἐγὼ κάμνω σύγκρισιν μεταξὺ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ ἔχοντος προκεχωρημένην ἡλικίαν καὶ ἑνὸς νεωτέρου’ ἀδιάφορον τίνα ἡλικίαν ἔχει. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω, εἶναι ὅτι, καίτοι ὁ Μελέαγρος εἶχεν ἡλικίαν πολὺ μεγαλειτέραν τῶν ἄλλων, εἶχεν ἀντοχὴν μεγαλειτέραν.
§236ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Εἰς τὴν Λεπενοῦν ἦτο ἴλαρχος ὁ Μελέαγρος.
§237ΣΕΧΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Λάβετε σημειώσεις, καὶ κατόπιν ἔλθετε νὰ μὲ ἀντικρούσητε. Τὸ θέμα μου δὲν εἶναι, ἐὰν ἦτο ἴλαρχος ἢ ἀνθυπίλαρχος ὁ Μελέαγρος· τὸ θέμα μου εἶναι, ὅτι μεταξὺ τῶν δύο ἡλικιῶν ἡ μεγαλειτέρα ἡλικία εἶχε καὶ προθυμίαν μεγαλειτέραν καὶ ἀντοχὴν, διότι ὁ νέος κόσμος, μὲ ὅλα τὰ προτερήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει, ἐπιθυμεῖ πάντοτε τὸν βίον τῶν πόλεων, παρὰ τὸν τῶν στρατοπέδων. Μήπως ἦτο ἡ αἰτία τῆς προαγωγῆς, καὶ ἤθελον τὴν μεγαλειτέραν ἡλικίαν νὰ τὴν ἀπομακρύνωσι διὰ νὰ ἔλθωσιν οἱ νεώτεροι; Ὄχι· διότι σήμερον ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐντὸς 14 ἢ 15 ἐτῶν ἔφθασαν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου· εἰς τὴν ἐποχὴν δὲ τὴν ἰδικήν μας μετὰ 30 ἔτη ἀπὸ τῆς ἐξόδου ἐκ τοῦ σχολείου, καὶ ἀφοῦ ἔμενον ἐπὶ 14–16 ἔτη λοχαγοὶ, ἐγίνοντο ταγματάρχαι, διότι τότε ἐξηρχόμεθα ἀπὸ τὸ σχολεῖον ὡς ἀνθυπασπισταὶ, νῦν δὲ ἐξέρχονται ὡς ἀνθυπολοχαγοί. Ἐν πεποιθήσει, Κύριοι, εἶμαι ἐναντίον τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, καίτοι γνωρίζω, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν συναδέλφων μου δὲν ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἰδέαν. Ἴσως διότι τὸ Ἐγὼ πάντοτε ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν σκέψεων τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποῤῥίψῃ τις μίαν ἔστω πεπαλαιωμένην ὕλην, πλὴν στερεὰν καὶ δεδοκιμασμένην, διὰ ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτὴν δι’ ἑτέρας νέας, ἐξετάζων ταύτην πρότερον, ἀλλὰ μὴ γνωρίζων τὸ πρακτικὸν αὐτῆς ἀποτέλεσμα, καὶ εἰς τὴν ἀντικατάστασιν ταύτην προβαίνων διὰ δαπάνης ἰδίως χρημάτων, τῶν ὁποίων στερεῖται. Ὑπάρχουσιν ἐν τῷ στρατῷ οἱ μὴ ἄρτιοι, οἱ ἀνίκανοι, οἱ ἔχοντες ἀνεπαρκεῖς γνώσεις, ὑπάρχουσι δὲ καὶ εἰς τὴν νέαν ἡλικίαν ἀξιωματικοὶ ἐκρύθμως, δι’ ὀλισθήσεως παρεισαχθέντες. Εἶναι σπάνιοι, ἀλλ’ ὑπάρχουσι. Θέλετε νὰ διορθώσωμεν τὸν στρατόν; Δὲν νομίζω ὅτι διὰ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας διορθοῦται ὁ στρατὸς, διότι, ὡς πολλάκις ἀνέφερα, διὰ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας ἀναγκαζόμεθα νὰ ἤμεθα ἐπιεικεῖς διὰ τὸν ἀνίκανον, διὰ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας μεταβαίνουσιν εἰς σύνταξιν ἀξιωματικοὶ ἔχοντες ὥριμον ἡλικίαν, ἀλλὰ ἀκμαῖοι καὶ ἰσχυροὶ, μὲ ζημίαν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐνῷ τοὐναντίον νέοι, μὴ ὑπερβάντες τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, μένουσιν ἐν τῷ στρατῷ καίτοι ἀνίκανοι. Ἀλλὰ τέλος πάντων ὡρίσθη ἓν ὅριον ἡλικίας διὰ νόμου, τοῦ ὁποίου τὴν χρονολογίαν δὲν ἐνθυμοῦμαι. Ποῖος εἶναι ὅμως ὁ λόγος σήμερον, οὗ ἕνεκα ὑπεβλήθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον διὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας; Μήπως ἀσκήσεις μεγάλαι, μεγάλα στρατόπεδα ἐγένοντο, καὶ ἐκ τούτων ἀπεδείχθη, ἀνεπάρκεια ἀντοχῆς καὶ γνώσεων νεωτέρων, ἐξ ὧν ἐπείσθημεν, ὅτι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, εἶναι μέγα, διότι καταφανὴς ἐγένετο ἡ ἀνικανότης τοῦ Α ἢ τοῦ Β; ἢ ἁπλῶς μᾶς ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας; Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχει εἷς λόγος. Καὶ ποῖος εἶναι οὗτος; Παρασκευάζομεν τὸν στρατόν. Πλὴν πρέπει διὰ τὴν παρασκευὴν νὰ ἀρχίσωμεν πρῶτον νὰ φροντίσωμεν διὰ τὰ ἰθυντήρια ὄργανα μιᾶς μηχανῆς, καὶ κατόπιν νὰ σκεφθῶμεν διὰ τὴν ὅλην μηχανήν; Οὕτω ἡμεῖς ἠρχίσαμεν νὰ οἰκοδομῶμεν ἀπὸ τῆς στέγης καὶ οὐχὶ ἀπὸ τῶν θεμελίων, καὶ ἐπειγόμεθα, στεγάζοντες οἰκοδομὴν ἀνύπαρκτον. Τοῦτο δὲ εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως, καὶ μοὶ ἐμποιεῖ αἴσθησιν παράδοξον· διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν θέλωμεν νὰ παρασκευάσωμεν τὸν στρατὸν, πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸν ὀργανισμὸν αὐτοῦ, ὅστις εἶναι ἡ βάσις τοῦ οἰκοδομήματος· διότι δυνατὸν εἶναι, ἐὰν μελετήσωμεν ὀργανισμόν τινα τοῦ στρατοῦ, νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα ὀργανώσεως ἀπαιτούσης δύναμιν ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν, οἷα ἔστω ἡ ὑπάρχουσα. Οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος, τί ἠθέλετε εἴπει; «Φύγετε, διότι δὲν ἔχετε τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας· θὰ παραλάβωμεν νεοσυλλέκτους.» Καὶ ποῦ θὰ τοὺς εὕρητε; Ἐὰν ὁ ὀργανισμὸς ἀπαιτῇ ἀξιωματικοὺς περισσοτέρους τῶν ὑπαρχόντων, θὰ ἔχητε μηχανὴν ἄνευ ἰθυντηρίων ὀργάνων. Ἐὰν λοιπὸν πρόκειται νὰ παρασκευάσωμεν τὸν στρατὸν ἐσπευσμένως, πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τῆς συντάξεως αὐτοῦ. Τὴν βίαν δὲ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας δὲν ἐννοῶ. Δὲν ἔχω προσωπικὸν συμφέρον, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ ἐκφράσω τὰς ἰδέας μου, καὶ τὴν γνώμην μου νὰ ἐκθέσω. Δὲν εὑρίσκεται εὐκόλως στρατηγὸς, οἷος ὁ μακαρίτης Σοῦτσος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀντοχὴ ἦτο παραδειγματικὴ καὶ ἡ πεῖρα διακεκριμένη. Δὲν εὑρίσκεται εὐκόλως εἷς Πετροπουλάκης, ὁ ὁποῖος, ὅταν τὸν ἠρώτησαν ποία εἶναι ἡ γραμμὴ τῆς ὑποχωρήσεως, εἶπεν: «Ἐγὼ γνωρίζω τὴν γραμμὴν τῆς προχωρήσεως». Λέγω ταῦτα, διότι εἶναι προσόντα δυσκόλως εὑρισκόμενα. Δὲν δύνασθε εὐκόλως ν’ ἀντικαταστήσητε σήμερον τὸν ὑποστράτηγον Ζυμβρακάκην καὶ τὸν συνταγματάρχην Μελέαγρον. Δὲν δύνασθε εὐκόλως νὰ εὕρητε ἕνα Δουμπιώτην, τοῦ ὁποίου ἐνθυμούμεθα τὴν ἐκδρομὴν εἰς τὴν πατρῴαν αὐτοῦ γῆν, καὶ τὸν εἴδομεν εἰς τὸν Νεζερὸν πληγωμένον καὶ λέγοντα: «δὲν ἔχω τίποτε· ἐμπρός! τὴν δουλειά σας»! Δὲν εἶναι εὔκολον ν’ ἀντικαταστήσητε ἕνα Δράκον εἰς τὸ Γκριτζόβαλι καὶ ἕνα Λοῦρον εἰς τὴν Μελοῦναν. Τὸ περιστατικὸν τῆς Κούτρας, τὸ ὁποῖον μᾶς βαρύνει ἀτυχῶς, δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ μόνον εἰς τὴν κακὴν πίστιν τῶν Τούρκων καὶ εἰς τὴν ἀνοησίαν τινῶν ἐκ τῶν ἡμετέρων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀποδοθῇ καὶ εἰς τὸν ἀσύνετον ἡρωϊσμὸν τῆς νεότητος. Ἐὰν δὲν ληφθῶσι δραστήρια μέτρα, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν νέους ἀξιωματικοὺς εἰς τὸν στρατὸν, ἀλλ’ οὐχὶ ἱκανούς· ὄχι διότι οὗτοι πταίουσιν, ἀλλὰ διότι τὰ μέσα ἡμῶν δὲν εἶναι ἀρκετὰ, ἵνα ἐκπαιδευθῶσι, καὶ ἀπαιτεῖται χρόνος πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς μορφώσεως αὐτῶν. Ἐὰν δὲν δείξωμεν ἡμεῖς τὴν γενναιότητα, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Ἰταλίας, νὰ ἀναβῇ εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς καὶ νὰ προτείνῃ τὴν ἀποστρατείαν στρατηγῶν καὶ συνταγματαρχῶν ὡρισμένων, οἱ ὁποῖοι ἄλλως εἶχον λάβει μέρος εἰς τὸν ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνα τῆς Ἰταλίας, ἐὰν δὲν ἀκολουθήσωμεν τὸ παράδειγμα τοῦτο, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν σῶμα ἀξιωματικῶν ὡς πρέπει. Τὸ μέτρον τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας εἶναι μέτρον οὐχὶ μόνον ἀνωφελὲς, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβὲς διὰ τὸν ἡμέτερον στρατόν. Διότι δύναταί τις νὰ ᾖναι ἱκανὸς ἀνθυπολοχαγὸς ἢ ὑπολοχαγὸς, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ καλὸς λοχαγός. Δύναταί τις νὰ ᾖναι ἐξαίρετος συνταγματάρχης, πλὴν μετριώτατος στρατηγός. Μεγαλειτέρας ἐξηγήσεως τῶν λόγων μου τούτων δὲν ἔχετε ἀνάγκην· διότι ἐκ τούτων καταδεικνύεται, ὅτι τὸν ἀνθυπολοχαγὸν καὶ ὑπολοχαγὸν πρέπει νὰ τὸν ἐκπαιδεύωμεν, ἵνα γείνῃ ἄξιος λοχαγός. Τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, διότι δύναταί τις νὰ μὴ ὑπερέβη τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας καὶ νὰ ᾖναι καλὸς λοχαγός. Ὅταν οἱ Βαυαροὶ ἦσαν σύμμαχοι τοῦ Ναπολέοντος Αʹ, οὗτος προήγαγεν εἰς στρατηγὸν συνταγματάρχην τινὰ Βαυαρὸν, ὅταν δὲ οἱ Βαυαροὶ, ἀνήκοντες κατόπιν εἰς τοὺς συμμάχους, κατεδίωκον τὸν Ναπολέοντα, ἔχοντα μικρὰν δύναμιν, ὁ Ναπολέων, πληροφορηθεὶς ποῖος τὸν κατεδίωκεν, ἐπειδὴ τὸν ἐγνώριζεν, ἐστάθη, τὸν ἐπολέμησε καὶ τὸν συνέλαβεν αἰχμάλωτον, παρουσιασθέντα δὲ ἐνώπιόν του, τοῦ εἶπεν: «Ἕν πρᾶγμα ἐλησμόνησες, καταδιώκων με, ὅτι ἐγὼ μόνον δικαίωμα ἔχω νὰ ὀνομάζω στρατηγούς· οἱ στρατηγοὶ γίνονται μόνοι των, ἢ ὁ Θεὸς τοὺς κάμνει». Ὁ στρατηγὸς ἔχει μέγαν προορισμὸν, καὶ μετὰ μεγάλης ἐπιφυλάξεως πρέπει νὰ προβαίνωμεν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ συνταγματάρχου εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς τὴν ῥῆσιν τοῦ Φιλίππου: «κρεῖττον εἶναι στρατόπεδον ἐλάφων λέοντος στρατηγοῦντος ἢ λεόντων ἐλάφου στρατηγούσης.» Εἰς αὐτὰς τὰς δύο γραμμὰς φαίνεται ποία πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἀξία τοῦ στρατηγοῦ. Ἐὰν θέλετε νὰ ἔχωμεν ἀξιωματικούς, πρέπει νὰ παύσωσιν αἱ ἐνέργειαι, αἵτινες ἀναπτύσσουσι μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν ὑπολανθάνοντα μίση, πρέπει νὰ παύσωμεν διορίζοντες εἰς τὰς γενικὰς θέσεις ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θέλομεν νὰ προαγάγωμεν, ἵνα ἀδικήσωμεν ἑτέρους. Πρέπει νὰ παύσωμεν θέτοντες στασίμους οἵους θέτομεν, καὶ τοὺς θέτομεν διὰ στρατηγῶν ἐπιθεωρητῶν, οἱ ὁποῖοι περικυκλοῦνται ἀπὸ ἓν ἐπιτελεῖον, καὶ ἔγκειται εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν νὰ ἐπηρεάζηται ὁ περικυκλούμενος ἀπὸ τοὺς περικυκλοῦντας αὐτὸν· καὶ εἴδετε τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ὁ συνάδελφος κ. Πετιμεζᾶς ἀνέφερε, καὶ τὸ ὁποῖον ἐγνώριζον καὶ ἐγώ. Ἐγένετο ἀνώτερός τις ἀξιωματικὸς στάσιμος, καὶ μετ’ οὐ πολὺ λέγουσιν: «ὄχι! ἐγένετο λάθος, εἶναι προβιβάσιμος!» Τὸ Ὑπουργεῖον ἐν τούτοις εἶχε καταρτίσει τὸν πίνακα, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ γενόμενον, καὶ ὁ ἀξιωματικὸς δὲν προήχθη εἰς συνταγματάρχην. Ὁ ταγματάρχης Δροσινὸς ἐπὶ 12 ἔτη μένει εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου· νομίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεγνώρισε τὸ ἀδίκημα, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἄλλοτε αὐτὸν ἐξελέξατο, ἵνα τῷ ἀναθέσῃ ἐντολὴν, ἡ ὁποία δὲν ἐξετελέσθη, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς Βουλγαρίαν, ὅτε οἱ Βούλγαροι εἶχον διενέξεις μετὰ τῶν Πομάκων...
§238ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὰ δὲν λέγονται.
§239ΣΕΧΟΣ. Διατὶ, κύριε Πετσάλη;
§240ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διότι εἶναι πράξεις πολιτικαὶ, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὴν μυστικὴν ἀστυνομίαν τῶν Κρατῶν.
§241ΣΕΧΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὸ πολιτικὸν δίδαγμα. Εἰς τὸν ἡμέτερον στρατὸν διὰ τῶν ὑπαρχουσῶν διατάξεων ἠξεύρετε τί συνέβη; Μαθητὴς ἐν τῷ Σχολείῳ τῶν Εὐελπίδων, ἔχων ὑπολοχαγὸν καθηγητὴν, ἐξῆλθεν ἐκ τῆς Σχολῆς, καὶ ὁ μὲν μαθητὴς ἐγένετο στρατηγὸς, ὁ δὲ ἱκανώτατος ἐκεῖνος καθηγητὴς ἀπεστρατεύθη ὡς ἀντισυνταγματάρχης! Δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ στρατὸς ἔχων διοικητὴν σήμερον μὲν τὸν Α διοικοῦντα τὸν Β, καὶ μετ’ οὐ πολὺ ὁ Β νὰ διοικῇ τὸν Α· οὕτω πως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὔτε διοίκησις οὔτε πειθαρχία· τούτων δ’ ἕνεκα πλεῖστα ὅσα παράπονα ὑπάρχουσι, καὶ πλεῖσται ὅσαι φιλονεικίαι μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν διεγείρονται, καὶ ὅλοι ἔχουσι δίκαιον. Διότι π. χ. εἰς τὸ μηχανικὸν προήχθησαν κατώτεροι ἀξιωματικοὶ πρὸ ἀρχαιοτέρων ἀξιωματικῶν ἀνηκόντων εἰς τὰ ἄλλα ὅπλα. Εἰς τὸ πυροβολικὸν ὅλοι σχεδὸν οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ προήχθησαν πρὸ τῶν ἀρχαιοτέρων των ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ κτλ. Τοιοῦτοι ἀνώμαλοι προβιβασμοὶ συμβαίνουσιν εἰς ὅλα τὰ ὅπλα καὶ σώματα, βλέπομεν δ’ ἐπὶ τέλους μίαν περιπλοκήν, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καλὰ ἀποτελέσματα. Διατὶ νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν ὅ,τι πράττει ἡ Γερμανία; Ἐν Γερμανίᾳ οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ ἔχουσι γενικὴν ἀρχαιότητα, καὶ τούτου ἕνεκα βλέπετε ταγματάρχην διοικητὴν συντάγματος τοῦ ἱππικοῦ μὴ προαγόμενον, διότι οἱ εἰς τὰ ἄλλα ὅπλα ἀρχαιότεροι αὐτοῦ ταγματάρχαι δὲν ἔχουσι θέσιν νὰ προαχθῶσι, καὶ μένει ὁ ταγματάρχης τοῦ ἱππικοῦ εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν, ἕως ὅτου κενωθῇ θέσις εἰς τὰ ἄλλα ὅπλα, ἵνα οἱ ἀρχαιότεροι αὐτοῦ προαχθῶσι. Καὶ αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, οἱ ὁποῖοι πολὺ ταχύτερον προάγονται τῶν ἄλλων ἐν τῷ πρωσσικῷ στρατῷ, ἅμα γείνωσι ταγματάρχαι, ὑπάγονται εἰς τὸν αὐτὸν κανόνα τῆς γενικῆς ἀρχαιότητος, ἐκτὸς ἐξαιρέσεων διακεκριμένης ἱκανότητος. Παρ’ ἡμῖν τί γίνεται; κηρύττομεν ἕνα στάσιμον, καὶ τοῦ λέγομεν «δὲν εἶσαι ἱκανὸς νὰ γείνῃς συνταγματάρχης», ἀμέσως δὲ κατόπιν τὸν διορίζομεν, ὡς ἀντισυνταγματάρχην, διοικητὴν συντάγματος, καὶ αὐτὸς τυγχάνει νὰ ἐκτελῇ καὶ καθήκοντα ἀρχηγοῦ! Αὕτη εἶναι ἡ παρ’ ἡμῖν ἀληθὴς κατάστασις, ἣν ἐπιζητοῦμεν νὰ διορθώσωμεν διὰ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας! Ἐν τούτοις ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Τριχωνίας, ἐναντίον τῶν ἰδεῶν μου ὤν, εἶπεν ὅτι παρ’ ἡμῖν τὸ ναυτικὸν ἔχει μικρότερον ὅριον ἡλικίας, μολονότι ἔχει βίον πλέον ἄνετον. Ὅταν τοῦτο ἤκουσε συνάδελφός τις, ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ, ἐσκίρτησε, πλησίον μου καθήμενος, θέλων νὰ δείξῃ, ὅτι ὁ βίος τοῦ ναυτικοῦ εἶναι πολὺ πλέον σκληρότερος τοῦ βίου τοῦ ἐν τῇ ξηρᾷ ζῶντος. Βεβαίως ὁ ἐν πλοίοις διαβιῶν ἐν διαρκεῖ ὑγρασίᾳ, καὶ μάλιστα ἐν θωρηκτοῖς, ὑπόκειται πάντοτε εἰς κακουχίας· ὅσην δὲ ψυχραιμίαν καὶ ἂν ἔχῃ, παλαίων ἀείποτε πρὸς τοιοῦτον στοιχεῖον τῆς φύσεως, ἐν τρικυμίαις ἔχει συγκινήσεις, δυναμένας νὰ καταβάλωσι καὶ τὸν ἰσχυρότερον ὀργανισμόν. Ὅθεν δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ εἶναι μακροβιώτερος τοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς ξηρᾶς, διότι ἡ παραδοχὴ αὕτη εἶναι ἐναντία τῶν κανόνων τῆς φύσεως, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ὡρίσθη νὰ ζῇ ἐν τῇ ξηρᾷ καὶ οὐχὶ ἐν τῇ θαλάσσῃ, εἰς ἣν δύναται νὰ συντηρῆται διὰ μέσων ἀνετωτέρων. Ὥστε βέβαιον εἶναι, ὅτι μακροβιώτερος εἶναι ὁ ζῶν ἐν τῇ ξηρᾷ. Ἔχομεν δὲ ἀπόδειξιν παρ’ ἡμῖν, ὅτι οἱ ἐκ τῶν ναυτικῶν ζήσαντες πλείονα χρόνον ἐν τῇ ξηρᾷ εἶναι καὶ ἀκμαιότεροι. Ὅσοι εἶχον ὑπηρεσίαν νὰ ζῶσιν ἐν πλοίοις ἠγκυροβολημένοις ἢ ἐν ναυστάθμοις, οὗτοι ἐφάνησαν τόσον ἀκμαῖοι, καίτοι ὑπερβάντες τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ὥστε ἐπὶ τούτῳ ἐγένετο νόμος νὰ μὴ ἀποστρατευθῶσιν. Εἶπε συνάμα ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Τριχωνίας, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ὁρίου ἡλικίας, ὅτι τέλος πάντων πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν τὰς συνηθείας ἑνὸς πεπολιτισμένου ἔθνους, οἷον εἶναι ἡ Γαλλία. Πλὴν ὅλαι αἱ συνήθειαι τοῦ πεπολιτισμένου τούτου ἔθνους δὲν πιστεύω νὰ συνάδωσι μὲ τὰς ἡμετέρας.
§242ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν Γαλλίαν, νομοθετήσασαν αὐτὸν τὸν νόμον.
§243ΣΕΧΟΣ. Ἀλλὰ διατὶ νὰ προτιμήσωμεν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὰς συνηθείας τῆς Γαλλίας καὶ νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν τὰς συνηθείας τῆς Γερμανίας, Κράτους τὸ ὁποῖον ἔδειξεν ἐν Εὐρώπῃ τὸ παράδειγμα τῆς στρατολογίας καὶ τοῦ ὁπλισμοῦ τῶν στρατευμάτων; Ἀφοῦ ἡ Γαλλία ἀπεμιμήθη τὴν Γερμανίαν, διατὶ ἡμεῖς νὰ μὴ ἀπομιμηθῶμεν τὸ πρωτότυπον; Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει ἐντελῶς ν’ ἀπομιμηθῶμεν κατὰ τὸ ἐφικτὸν τὴν Γερμανίαν, διότι ὁ γερμανικὸς στρατὸς εἶναι ὠργανωμένος ὑπὸ συνθήκας οἰκονομικωτέρας. Γάλλος συγγραφεὺς ἀναφέρει, ὅτι εἰς δύναμιν στρατοῦ ὡρισμένην, ἐν μὲν τῇ Γερμανίᾳ περισσότερον τῶν ¾ τῆς δυνάμεως ταύτης εἶναι πεζικὸν, ἱππικὸν καὶ πυροβολικὸν, ἐνῷ ἐν Γαλλίᾳ μόλις τὰ ⅗ εἶναι πεζικὸν, ἱππικὸν καὶ πυροβολικὸν. Διὰ ν’ ἀντιληφθῶμεν δὲ κάλλιον τούτου, ἂς ὑποθέσωμεν ἰσάριθμον στρατὸν δυνάμεως 20,000 Γερμανῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ Γάλλων ἀφ’ ἑτέρου· ὁ μὲν γερμανικὸς στρατὸς θὰ ἔχῃ περισσότερον τῶν 15,000 πεζικὸν, ἱππικὸν καὶ πυροβολικὸν, ὁ δὲ γαλλικὸς θὰ ἔχῃ μόλις 12,000 τῶν τριῶν αὐτῶν ὅπλων. Αἱ ὀκτὼ ἀφ’ ἑνὸς καὶ αἱ πέντε ἀφ’ ἑτέρου χιλιάδες εἶναι δύναμις σωμάτων ἐπιβοηθητικῶν καὶ διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Καὶ βεβαίως, στρατὸς εἶναι τὸ πεζικὸν, ἱππικὸν καὶ πυροβολικὸν, διότι ἡ ἐπίλοιπος δύναμις εἶναι παρακολουθήματα, ἀναγκαία μὲν, πλὴν οὐχὶ καὶ μάχιμος δύναμις. Ἀφοῦ δὲ οἱ Γερμανοὶ κατορθώνουσι νὰ ἐκπληρῶσι τὰς ἀνάγκας των μὲ μόνον πέντε χιλιάδας ἄνδρας ἐπιβοηθητικῶν σωμάτων καὶ ὑπηρεσιῶν, καὶ ἔχουσι 15,000 πεζικὸν, ἱππικὸν καὶ πυροβολικὸν, ἡ σύνταξις τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ εἶναι προτιμοτέρα. Ἡ δύναμις τοῦ μηχανικοῦ ὅπλου εἶναι τόσον μικρὰ, ὥστε δὲν ἀναφέρεται. Καὶ εἶναι μὲν μικρὰ, ἀλλὰ μεγάλας παρέχει ὑπηρεσίας. Τὴν μεγάλην δ’ ἀξίαν τῶν ἔργων τοῦ μηχανικοῦ ὁ τῆς ἡμετέρας ἐπαναστάσεως μέγας στρατηλάτης Γεώργιος Καραϊσκάκης διετράνωσεν, ὁπόταν ἀνελθὼν τὸν Φαληρικὸν λόφον καὶ θεώμενος τοῦ πεδίου τῶν Ἀθηνῶν, εἶπεν εἰς τοὺς περὶ αὐτόν: «Φτυάρια καὶ ξυνάρια, ὄχι διὰ νὰ μᾶς θάψουν, ἀλλὰ διὰ νὰ μᾶς ζωντανέψουν.» Ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἐμβριθὴς συνάδελφος, ἐναντίον τῆς ἐμῆς γνώμης, εἶπεν ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ, διότι ὁ γερμανικὸς στρατὸς διοικεῖται ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος διὰ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ Ἐπιτελείου. Πράγματι ὁ γερμανικὸς στρατὸς διοικεῖται παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἀπ’ εὐθείας, δι’ ὀργάνων ὄχι δύο μόνον, ἀλλὰ τεσσάρων. Δηλαδή: αʹ) ἀπὸ τὸ ἰδιαίτερον του στρατιωτικὸν γραφεῖον, βʹ) ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, γʹ) ἀπὸ τὸ μέγα ἐπιτελεῖον καὶ δʹ) ἀπὸ τοὺς ἐπιθεωρητὰς, οἵτινες εἶναι τοῦ πυροβολικοῦ, τοῦ μηχανικοῦ καὶ τῶν φρουρίων, τοῦ ἱππικοῦ καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ταῦτα εἶναι τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἐνεργοῦσιν ὅλως ἀνεξαρτήτως ἀλλήλων, ἀλλ’ ἐκ παραλλήλου καὶ ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος λαμβάνοντα ὁδηγίας. Ἀλλὰ μήπως καὶ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ αὐτὸ σύστημα; δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὴν ἀπ’ εὐθείας διοίκησιν τῶν στρατευμάτων εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι καὶ ὁ ἀνώτατος ἄρχων τοῦ στρατοῦ; Ἀπεδείχθη—καὶ πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν καθαρὰ—ἀπεδείχθη μέχρι τοῦδε, ὅτι αἱ χεῖρές μας δὲν ἔχουσιν οὔτε τὴν δύναμιν, οὔτε τὴν τέχνην νὰ διαπλάσουν αὐτὴν τὴν ἐξαίρετον ὕλην τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, οὐδεὶς δὲ ὑπεύθυνος ἀναφαίνεται, διότι ὅλοι ἀναμιγνυόμεθα εἰς τὴν πλεκτάνην τῶν πολιτικῶν συνδυασμῶν, καὶ ὅλοι εἴμεθα ἔνοχοι, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν ἕνα ἀνώτατον διευθυντὴν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ.
§244ΘΕΟΔ. ΖΑΙΜΗΣ. Τὸν ἀνεύθυνον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος θέλετε νὰ κάμητε ὑπεύθυνον;
§245ΣΕΧΟΣ. Ὄχι· δὲν εἶπον αὐτό. Ὑπεύθυνος θὰ ἦναι πάντοτε ὁ Ὑπουργός· θὰ ἔχῃ ὁ ἀνεύθυνος τὴν ἀνωτάτην διεύθυνσιν.
§246Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Καὶ τώρα τὴν ἔχει.
§247ΣΕΧΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε, διότι ἀρκετὰς ἔδωσα ἐξηγήσεις. Εἶπε συνάμα ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι πάντοτε ἡ νεότης προτιμᾶται, καὶ δι’ αὐτὸ ἐν ἐκστρατείᾳ ἡ πρώτη ἡλικία προσκαλεῖται. Τοῦτο εὑρίσκω πολὺ φυσικὸν, διότι ἡ πρώτη ἡλικία εἶναι μᾶλλον εἰς συνάφειαν μὲ τὰς συνηθείας τὰς στρατιωτικὰς, ἃς αἱ ἄλλαι ἡλικίαι ἀπώλεσαν. Προσκαλεῖται δὲ ἡ πρώτη ἡλικία καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, διότι αἱ μεγαλείτεραι ἡλικίαι ἔχουσι βάρη οἰκογενειακὰ, εἶναι πατέρες τέκνων, καὶ ὅταν χαθῶσιν οὗτοι, χάνονται οἰκογένειαι. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προστρέξωμεν εἰς τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν ἐθνῶν· μᾶς τὸ εἶπεν ὁ Τυρταῖος: «Ἐντροπή σας, ἐντροπή σας, ἀπ’ ὀπίσω νὰ ᾖναι ὁ νιὸς, καὶ ὁ δυστυχὴς ὁ γέρων ν’ ἀποθνήσκῃ ἐμπροστινός!» Ἡ ἐσπευσμένη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρίου ἡλικίας ἀποδεικνύει, κατ’ ἐμὲ, ὅτι πάσχομεν ἐπιδημικὴν πάθησιν, τὴν προαγωγίτιδα.
§248ΣΤΑΗΣ. Τὸ εἴπατε καὶ ἄλλοτε.
§249ΣΕΧΟΣ. Τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω. Ἐσχάτως δὲ ἡ πάθησις αὕτη ἐπέπεσε, φαίνεται, κατὰ τῶν ἀνωτέρων, καὶ διὰ νὰ θεραπευθῇ, ἐγένοντο προαγωγαί. Περιορίζομαι δὲ νὰ ἀναφέρω μόνον, ὅτι ἦσαν συνταγματάρχαι 37 καὶ ἐπροβιβάσθησαν 14.
§250ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκαέξ.
§251ΣΕΧΟΣ. Δεκατέσσαρες, καὶ ἐγένοντο 51. Τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐδῶ, εἶναι τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ ἀναφέρει ὅτι εἶναι 51 συνταγματάρχαι. Ἦσαν 4 τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν συνταγματάρχαι, προήχθη εἷς, καὶ ἐγένοντο 5· ἦσαν 13 τοῦ πεζικοῦ, προήχθησαν 3, καὶ ἐγένοντο 16· ἔμειναν δὲ 4 τοῦ ἱππικοῦ. Εἰς τὸ πυροβολικὸν ἦσαν 10, προήχθησαν 4, καὶ ἐγένοντο 14. Εἰς τὸ μηχανικὸν ἦσαν 5, προήχθησαν 3, καὶ ἐγένοντο 8. Εἰς τὸ οἰκονομικὸν ἦτο εἷς, καὶ προήχθη εἷς ἕτερος. Εἰς τὸ ὑγειονομικὸν προήχθησαν δύο. Ὥστε ἐπροβιβάσθησαν 14, καὶ ἐγένοντο ἀπὸ 37 ἐν ὅλῳ 51. Τινὲς βεβαίως ἐκ τούτων ἐγένοντο συνταγματάρχαι, διότι εἶχον δικαιώματα, καταπατηθέντα παρ’ ἄλλων νεωτέρων, κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος· ἀλλ’ οἱ ἐπίλοιποι προήχθησαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου διὰ τὸν λόγον μόνον τῆς θεραπείας τῆς ἐπιδημικῆς ἀσθενείας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν προσεβλήθησαν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶμαι καὶ θὰ ἦμαι ἐναντίος τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, διότι νομίζω, ὅτι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας παρ’ ἡμῖν εἰς οὐδὲν θὰ ὠφελήσῃ, μᾶλλον δὲ αἴτιον κακοῦ θὰ γείνῃ πολυτρόπως. Περαίνων δὲ τὸν λόγον μου, διότι ἀρκετὰ εἶπον, δηλῶ ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς, καὶ ἐπειδὴ ὡς ἀξιωματικὸς θεωρῶ τὸ ζήτημα προσωπικὸν, θὰ ἀπόσχω τῆς ψηφοφορίας.
§252ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας μὲ φέρει ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἀλλὰ δέον νὰ ἐξετάσωμεν ποῖοι λόγοι ἔφεραν ἐνώπιον ἡμῶν τὴν συζήτησιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου καθὼς καὶ τῶν ἄλλων στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ὁ ὁρίζων τῆς Ἀνατολῆς εἶναι λίαν τεθολωμένος, ἡ χερσόνησος τοῦ Αἵμου κλονίζεται· ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν εἴχομεν ζήτημα Κρητικὸν, ζήτημα Ἀρμενικὸν, ζήτημα Μακεδονικὸν, ἐκτὸς τῶν δευτερευόντων ζητημάτων, πρὸς τὸ παρὸν τοὐλάχιστον, τοῦ Βουλγαρικοῦ, τοῦ Ρωμουνικοῦ καὶ τοῦ Σερβικοῦ. Ὅλα ταῦτα δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ συγκινήσωσι τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐν τοιαύτῃ δὲ καταστάσει εὑρισκόμενος ὁ Ἑλληνισμὸς, ἐνεθυμήθη ἑταιρίαν, εἰς τὸ ὄνομα τῆς ὁποίας πᾶς Ἕλλην χρεωστεῖ νὰ ἀποκαλύπτηται. Ὠνόμασα τὴν Φιλικήν. Ὁ Ἑλληνισμὸς προέβη εἰς τὸν καταρτισμὸν ἑταιρίας· ἡ ἑταιρία αὕτη εἶναι ἡ Ἐθνική. Ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου μέχρι τοῦ ἄλλου τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς ὅλα τὰ κέντρα, ὅπου ἑδρεύει ὁ Ἑλληνισμὸς, ἀντήχησεν ἡ φωνὴ τῆς πατρίδος, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι μεγάλαι συνεισφοραὶ ἐγένοντο καὶ μεγάλαι θυσίαι. Ἡ ἀναγέννησις μιᾶς τοσοῦτον σοβαρᾶς Φιλικῆς Ἑταιρίας, σκοπούσης τὴν ὑποστήριξιν καὶ ἐπικράτησιν τῶν ἀπαραγράπτων δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, φυσικὸν ἦτο νὰ ἐπισπάσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Ἄνακτος, καὶ ἡ Α. Μεγαλειότης ὁ Βασιλεὺς, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν νοημοσύνῃ, μόλις ἐπέστρεψεν ἐκ τῆς Ἑσπερίας, ἔσπευσε δι’ ἐπιστολῆς, ἐν εἴδει διαγγέλματος, πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ γνωρίσῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔκρινεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι συμμερίζεται πληρέστατα τὰς ἰδέας ταύτας, καὶ ἀναλαμβάνει πᾶσαν τὴν εὐθύνην. Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Ἐὰν, Κύριοι, θέλετε νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἐν Ἑλλάδι, πρέπει σοβαρῶς νὰ σκεφθῶμεν περὶ τούτου, τὸ δὲ ὅριον τῆς ἡλικίας, κατ’ ἐμὲ, εἶναι μία ἀπὸ τὰς πρώτας βάσεις τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Τιμῶ καὶ ἀγαπῶ πλέον ἴσως παντὸς ἄλλου τὸν στρατὸν, εἶμαι παιδιόθεν συνδεδεμένος μετ’ αὐτοῦ. Εἶχον ἀδελφὸν, ὑπηρετήσαντα ἐν αὐτῷ...
§253ΜΑΝΕΣΗΣ. Καὶ ἄριστον.
§254ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. .. Ἔχω σήμερον ἀνεψιὸν, φέροντα τὸ ὄνομά μου, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, κατὰ συνέπειαν, Κύριοι, ἐνδιαφέρομαι ὅσον καὶ οἱ στρατιωτικοί. Τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, κατ’ ἐμὲ, δέον νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο μέρη, τὸ τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν καὶ τὸ τῶν ἀνωτέρων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὅριον διὰ τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικοὺς πρέπει νὰ τεθῇ τὸ τῶν 52 ἐτῶν δι’ ὅλους, ἀπὸ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ μέχρι τοῦ λοχαγοῦ, δι’ ὅλους δὲ τοὺς ἀνωτέρους, ἀπὸ τοῦ ταγματάρχου μέχρι τοῦ ἀντιστρατήγου, οὐχὶ ἄνω τῶν 65 ἐτῶν. Ἐὰν οἰκονομικοὶ λόγοι ἢ ἄλλοι λόγοι κοινωνικοὶ ἀναγκάζωσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ λάβῃ τὸ μέτρον τοῦτο, τοὐλάχιστον ἂς ἀφομοιώσῃ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς μὲ ἐκεῖνον τῆς θαλάσσης.
§255ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§256ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Κύριοι, θὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τότε θὰ σᾶς εἴπω τὰς ἰδέας μου καὶ τὰς γνώμας μου περὶ πολλῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα, καίτοι μὴ εἰδικός, γνωρίζω ἐκ τῆς πείρας, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ παλαιόν μου φίλον νὰ θελήσῃ τὴν ὥραν ἐκείνην νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ σᾶς ἐξορκίζω, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, ἐὰν θέλετε νὰ ἔχητε στρατὸν, πρέπει ν’ ἀποφασίσητε νὰ κάμητε θυσίας καὶ ὑμεῖς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸν στρατόν. Λυποῦμαι, ὅτι ἔλαβον τὸν λόγον ἀμέσως, κατόπιν τοῦ σεβαστοῦ μοι φίλου, ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, κυρίου Σέχου, τὸν ὁποῖον ἀπὸ τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας γνωρίζω καὶ ἐκτιμῶ· ἀλλὰ θὰ εἴπω ἀκόμη δύο λέξεις, ὅπως τὸν παρηγορήσω (ἱλαρότης). Ὅταν εἰς τὸν Γαλλικὸν στρατὸν βλέπωμεν ἀπομακρυνομένους, ἕνεκα τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ἕνα Γκαλιφὲ, ἕνα Νεγκριὲ, ἕνα Λεβὰς, ἕνα Σωσιὲ, μοὶ φαίνεται ὅτι καὶ ἐκεῖνος πρέπει νὰ ἦναι παρηγορημένος, διότι ἀρκετὰ ὑπηρέτησε καὶ ἀφήνει ἴχνη τῆς διαβάσεώς του ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ. (Εὖγε! εὖγε!).
§257ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ὡμίλησαν καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Ἐγὼ δὲν θὰ προσπαθήσω ν’ ἀντικρούσω τοὺς ἐναντίαν γνώμην ἔχοντας περὶ τούτου, διότι εἶμαι βέβαιος ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ μεταβάλω τὴν γνώμην αὐτῶν, ἀφοῦ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ὑπηρετήσαντες καὶ διοικήσαντες τὸν στρατὸν, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πεισθῶσι περὶ τοῦ σφαλεροῦ τῆς γνώμης των· ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ μόνον νὰ ἐκφέρω καὶ ἐγὼ τὴν ἐπὶ τούτου γνώμην μου. Καὶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας καὶ ὑπὲρ ὁρίου μικροτέρου τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δυστυχῶς οὐδεμίαν ἐπιφέρει μεταβολὴν ἐπὶ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ἀλλ’ εἶναι συμπλήρωμα τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, ὁρίζον τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας καὶ διὰ τοὺς βαθμοὺς τοῦ ὑποστρατήγου καὶ ἀντιστρατήγου. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μήλου συνάδελφος ὑπέβαλε τροποποίησιν, διὰ τῆς ὁποίας τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ἀφομοιοῦται μὲ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν κατὰ θάλασσαν ἀξιωματικῶν. Ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἂν μὴ ἀπατῶμαι, ἐν τῇ ἀγορεύσει του ἔῤῥιψε τὴν ἰδέαν, ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶσθαι, τὸ ἐν ἰσχύϊ ὅριον τῆς ἡλικίας νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ δέκα ἔτη εἰς ἕκαστον βαθμόν.
§258ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
§259ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος.
§260Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐκηρυττόμην ὑπὲρ τῆς ἰδέας τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, καὶ υἱοθετῶν αὐτὴν θὰ τὴν ὑπέβαλλον ὡς τροποποίησιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀλλὰ γνωρίζων ὅτι τοιαύτη τροποποίησις δὲν ἤθελε γείνῃ ποσῶς ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, περιορίζομαι εἰς τὸ νὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ τῆς προταθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μήλου συναδέλφου. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Κερκύρας συνάδελφος ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ἀγορεύσει εἶπεν, ὅτι ὁ καθορισμὸς τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας δὲν πληροῖ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν οὗτος ἐγένετο, καθόσον ἀξιωματικοὶ, ἀποστρατευόμενοι ὡς ἐκ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας εἶναι σχετικῶς καλλίτεροι ἄλλων, οἵτινες καὶ προάγονται, διότι δὲν κατέλαβεν αὐτοὺς τὸ ὅριον. Ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου μᾶς ἀνέφερε περὶ ὀργανισμῶν, περὶ ἀναλογίας τῶν διαφόρων μονάδων τοῦ στρατοῦ, περὶ ἀναλογίας τῶν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ ἐν ἀποστρατεύσει ἀξιωματικῶν, περὶ δαπάνης διαφόρων εὐρωπαϊκῶν στρατῶν, περὶ ἀριθμοῦ ἵππων ἐν ἑκάστῃ ἴλῃ τοῦ ἡμετέρου καὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν στρατῶν, περὶ τοῦ ὅτι ὁ ἱππεὺς κοστίζει εἰς τὸ Δημόσιον ὅσον 2½ πεζοὶ καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἐν τούτοις κάμετε νὰ λειτουργήσῃ ὁ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμος, κάμετε νόμον, ἀλλ’ αὐστηρὸν καὶ δίκαιον, ν’ ἀπομακρύνωνται ἐκ τοῦ στρατοῦ ἅπαντες οἱ σωματικῶς ἀνίκανοι ἀξιωματικοί, καταστήσατε αὐστηράν, ἀλλὰ δικαίαν, τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐγὼ πρῶτος θὰ ἦμαι ἐναντίος τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ παρ’ ἡμῖν, διότι πάντες γνωριζόμεθα, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπηρεάζομεν καὶ ἐπηρεαζόμεθα. Ὁ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμος, ἂν καὶ ἀρχαῖος, δὲν ἐλειτούργησε ποτέ· αἱ δ’ ἐπιθεωρήσεις γνωρίζομεν πῶς γίνονται καὶ θὰ γίνωνται, καλλίτερον δὲ θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐγίνοντο, ὑφ’ ἃς συνθήκας γίνονται. Ἡ ἐπιθεώρησις πρέπει νὰ ἦναι ἑνιαία, διότι οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἐκτὸς ἄλλων ἀδικιῶν δὲν δύνανται καὶ νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν ἱκανότητα τῶν ἀξιωματικῶν μὲ τὰ αὐτὰ μέτρα καὶ σταθμά. Εἶναι καιρὸς πλέον, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σκεφθῶμεν καὶ μεριμνήσωμεν σοβαρῶς περὶ τοῦ στρατοῦ μας. Ὁ ὁρίζων τῆς Ἀνατολῆς, ὡς λίαν ὀρθῶς εἶπεν ὁ προλαλήσας, καλύπτεται ὑπὸ πυκνῶν νεφῶν, καὶ ἡ θύελλα προμηνύεται ταχεῖα καὶ ἄφευκτος· ἅπαντα τὰ ἔθνη κινοῦνται καὶ προετοιμάζονται στρατιωτικῶς, ὡς καὶ αὐτὰ τὰ μικρὰ, τὰ μέχρι τῆς χθὲς ἄγνωστα ὡς τοιαῦτα ἐν τῷ γεωγραφικῷ χάρτῃ καὶ ἡμεῖς, οἵτινες ἔχομεν νὰ διαφιλονεικήσωμεν τὰ προαιώνια δίκαια ἡμῶν, ἡμεῖς, τῶν ὁποίων τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν εὑρίσκεται ὑπὸ τὸν ζυγὸν τῆς δουλείας, τῶν ἀδελφῶν, τῶν ὁποίων οἱ πατέρες ἐθυσίασαν καὶ ἔχυσαν τὸ αἷμά των μετὰ τῶν ἡμετέρων, ὅπως ἐλευθερωθῇ τὸ στενὸν τοῦτο μέρος τῆς γῆς, ἀφ’ ὅπου ὀφείλομεν νὰ παρασκευαζώμεθα, ὅπως ἐλευθερώσωμεν καὶ αὐτούς, νὰ μένωμεν ἀδρανεῖς καὶ ἀδιάφοροι θεαταί! Βεβαίως δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἵτινες θὰ θελήσωμεν νὰ διαταράξωμεν τὴν εὐρωπαϊκὴν εἰρήνην· ἀλλ’ ἐὰν ἡ θύελλα ἐκραγῇ, ποῦ θὰ εὑρεθῶμεν; τί θὰ πράξωμεν; Θὰ περιμείνωμεν τὸ τέλος τοῦ ἀγῶνος, ὅπως ἡ Εὐρώπη μᾶς ῥίψῃ ψιχία τινὰ χάριν οἴκτου; Ποτέ! Θὰ εἰσέλθωμεν, ἔστω καὶ ἀπέλπιδες, ἐν τῷ ἀγῶνι, προτιμῶντες νὰ χάσωμεν καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔχομεν, παρὰ ν’ ἀφήσωμεν τοὺς ἀδελφούς μας ὑπὸ τοὺς ἁρπακτικοὺς ὄνυχας τῶν ὑποβλεπόντων τὴν Ἑλληνικήν μας γῆν. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο δέον νὰ ἔχωμεν στρατὸν μόνον ὑπηρεσίας, καταγινόμενον εἰς ἔργα ἐντελῶς ξένα τοῦ προορισμοῦ του, τινὰ μάλιστα τῶν ὁποίων καὶ διαφθείρουσιν αὐτόν. Ἐν τούτοις ἔχομεν ἅπαντα τὰ στοιχεῖα, ἵνα καταρτίσωμεν στρατὸν ἕτοιμον πρὸς δρᾶσιν· ἔχομεν ἀξιωματικοὺς ἐφαμίλλους ἐκείνων τῶν μᾶλλον πεπολιτισμένων ἐθνῶν, ἀλλ’ οὗτοι μαραίνονται καὶ ἀπογοητεύονται ἐν τῇ ἀδρανείᾳ· ἔχομεν λαμπροὺς ὑπαξιωματικούς, ἀλλ’ οὐδεμίαν περὶ αὐτῶν σοβαρὰν μέριμναν λαβοῦσα ἡ Πολιτεία, ἀφήνει αὐτοὺς καὶ ἀπέρχονται ἀπέλπιδες εἰς τὰς ἑστίας των· ἔχομεν στρατιώτας νέους, ἀκμαίους, φύσει σκληραγωγημένους καὶ ὀλιγαρκεῖς. Τοιοῦτος στρατὸς, εἰς τοῦ ὁποίου τὰ στήθη ἐμφωλεύει ἐπὶ πλέον ὁ πατριωτισμὸς καὶ ἡ αὐτοθυσία, ὀργανιζόμενος καὶ ἀσκούμενος καλῶς, ἐφοδιαζόμενος δὲ καὶ μὲ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὸν ἡ Πολιτεία, δύναται νὰ καταστῇ ἐπίζηλος. Ἀλλ’ ὁ στρατός μας, ἐὰν προσκληθῇ νὰ δράσῃ, θὰ δράσῃ ὑπὸ τὰς συνθήκας ἀνατολικοῦ πολέμου, καὶ ἑπομένως, ὅσον καλῶς καὶ ἂν ᾖ συντεταγμένος, ὅσον καλῶς καὶ ἂν ᾖ ἐφωδιασμένος μὲ τ’ ἀναγκαῖα, μόλις ἐξέλθῃ τῆς μεθορίου γραμμῆς, δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς καὶ θὰ ὑποβληθῇ εἰς πλείστας κακουχίας καὶ στερήσεις· θὰ κατακλιθῇ καὶ ἐν ὑπαίθρῳ, ὑπὸ τὰς ἐπηρείας τῆς ἀτμοσφαιρικῆς μεταβολῆς, θὰ κατακλιθῇ καὶ ἐπὶ τῆς χιόνος, θὰ σιτισθῇ πολλάκις καὶ μὲ ξηρὸν ἄρτον, καὶ ἂς εὐχηθῶμεν μάλιστα νὰ μὴ στερηθῇ καὶ τούτου ἐνίοτε. Οἱ διοικοῦντες λοιπὸν τοῦτον ὑπὸ τὰς συνθήκας ταύτας δέον νὰ ὦσιν ἀκμαῖοι, ἀλλὰ τὴν ἀκμὴν τὴν δίδει πρὸ πάντων ἡ νεότης. Ὁ προβεβηκὼς τὴν ἡλικίαν, ὅσην καλὴν θέλησιν καὶ ἂν ἔχῃ, ὅσον σκληραγωγημένος καὶ ἂν ᾖ, ὅσον καὶ ἂν ἐμφωλεύῃ ἐν αὐτῷ ὁ πατριωτισμὸς καὶ ἡ αὐτοθυσία, δὲν δύναται νὰ ἀνθέξῃ ἐπὶ πολύ, διότι τὸ βάρος τῶν ἐτῶν, παρὰ πάντα τὰ εὐγενῆ αὐτοῦ αἰσθήματα, θέλει καταβάλει αὐτόν· θ’ ἀντιστῇ βεβαίως, ἀλλὰ θὰ καταβληθῇ ταχέως, θὰ πάθῃ καὶ ἐπὶ τέλους θ’ ἀσθενήσῃ· καὶ τότε τί θὰ γείνῃ ὁ ὑπ’ αὐτὸν στρατὸς, ὅστις ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀκαταπαύστου αὐτοῦ παρουσίας, ὅπως τὸν καθοδηγῇ, τὸν ἐνθαῤῥύνῃ καὶ τὸν ἐνθουσιάζῃ; Μὴ ἀπατώμεθα! ὁ στρατός μας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ ὁ ἔσω καὶ ὁ ἔξω Ἑλληνισμὸς ἔχει ἐστραμμένας τὰς ἐλπίδας του, ὡς εἰς τὸ εὐγενὲς ὄργανον τοῦ μέλλοντος μεγαλείου τῆς πατρίδος μας, διὰ νὰ δράσῃ ἐπιτυχῶς, ἔχει καὶ ἀνάγκην διοικήσεως νέας καὶ ἀκμαίας. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει, ὅτι οἱ στρατοὶ, οἱ διοικούμενοι κατὰ τὸ πλεῖστον ὑπὸ νέων, ἐλάμπρυναν καὶ ἐδόξασαν τὰ ἔθνη των. Ἔχομεν καὶ ἕτερον παράδειγμα, αὐτὴν τὴν νομοθεσίαν μας, ἥτις ὁρίζει τὸ ὅριον τῆς δράσεως τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸ 70ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του. Οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ καὶ οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ 70οῦ ἔτους, ἀπομακρύνονται αὐτεπαγγέλτως τῆς ὑπηρεσίας, καὶ οὗτοι ἐν τούτοις ἐργάζονται ἐν τοῖς ἀναπαυτικοῖς αὐτῶν γραφείοις. Ἔχομεν, λέγω, τὴν νομοθεσίαν μας, ἥτις ἀπαλλάσσει τὸν ἑβδομηκοντούτην τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Διὰ νὰ ἴδητε τὸν λόγον τοῦ εὐεργετήματος τούτου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸν Dalloz (ἀναγινώσκει): «Ἡ προσωπικὴ κράτησις δὲν δύναται ν’ ἀπαγγελθῇ ἐναντίον τοῦ ἑβδομηκοντούτου... Αἱ αὐστηρότητες τοῦ νόμου σταματῶσιν ἐνώπιον τῆς ἀδυναμίας τοῦ γήρατος. Ἐν τῇ ἡλικίᾳ τῶν 70 ἐτῶν ὁ ἄνθρωπος ἔχει τοσαύτην ἀνάγκην τῆς βοηθείας καὶ τῆς περιποιήσεως τῆς οἰκογενείας του, ὥστε ἤθελεν εἶσθαι ἀπάνθρωπον νὰ τὸν ἀποσπάσῃ τις αὐτῆς καὶ τὸν ὑποβάλῃ εἰς τὰς αὐστηρότητας τῆς προσωπικῆς κρατήσεως.» Καὶ ἀφοῦ, Κύριοι, ἡ νομοθεσία ἀπαλλάσσει τῆς προσωπικῆς κρατήσεως τὸν ἑβδομηκοντούτην, ὡς ἔχοντα ἀνάγκην βοηθείας καὶ οἰκογενειακῆς περιθάλψεως, ὑμεῖς θέλετε νὰ δώσητε εἰς αὐτὸν τὰς τύχας τοῦ στρατοῦ μας καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ;
§261ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ὑπάρχουν καὶ ἐξαιρέσεις.
§262ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὑπάρχουν, καὶ ἐν αὐτῷ μάλιστα τῷ περιβόλῳ, ἀλλ’ ὁ νόμος οὐδεμίαν ποιεῖται ἐξαίρεσιν.
§263ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Περὶ τῶν ἱκανῶν προνοεῖται.
§264ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλθωμεν καὶ εἰς τὸ Ναυτικόν, τοῦ ὁποίου δὲν γνωρίζω, πῶς ὁ ἐκ Κερκύρας συνάδελφος εὗρε τὴν δίαιταν χειροτέραν καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Ἡμεῖς λέγομεν τὸ ἐναντίον· οἱ ἰατροὶ αὐτοί, ὁσάκις πάσχωμεν, διορίζουσι θαλάσσια ταξείδια διὰ ν’ ἀναλάβωμεν.
§265Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δι’ αὐτὸ καὶ ἡμεῖς ἐξαιροῦμεν τοὺς ὑγειονομικοὺς ἀξιωματικούς.
§266ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιωματικὸς τῆς θαλάσσης, καὶ ὡς ἐκ τῆς διαίτης, ἣν διάγει ἐντὸς τοῦ πλοίου, καὶ ὡς ἐκ τοῦ καθαροῦ θαλασσίου ἀέρος, μὴ ὑποβαλλόμενος δὲ καὶ εἰς τὰς κακουχίας καὶ τὰς στερήσεις, εἰς ἃς ὑποβάλλεται ὁ ἀξιωματικὸς τῆς ξηρᾶς, ἀντέχει πολὺ περισσότερον αὐτοῦ, καὶ ἐν τούτοις τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ἐκείνου εἶναι πολὺ μικρότερον τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τούτου.
§267ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Μόλτκε πόσον ἐτῶν ἦτο;
§268ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Γερμανίαν δὲν ὑπάρχει ὅριον ἡλικίας, διότι λειτουργοῦσιν αὐστηρῶς καὶ δικαίως οἱ νόμοι· καὶ ἐν τούτοις καὶ ὁ Μόλτκε, ἅμα ὡς δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ ἱππεύσῃ, ἀπεστρατεύθη, αὐτὸς, ὅστις ἐδόξασε τὴν Γερμανίαν! Ἀλλ’ ἂς ἀποβλέψωμεν, Κύριοι, εἰς τὸ μέλλον τοῦ στρατοῦ μας, ἂς ἀποβλέψωμεν εἰς τοὺς νεαροὺς ἀξιωματικούς μας, οἵτινες βλέπουσιν ἑαυτοὺς καταδεδικασμένους ἐπὶ σειρὰν ἐνιαυτῶν εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν βαθμὸν καὶ τὸ μέλλον σκοτεινὸν ἐνώπιόν των, δὲν ἔχουσι δὲ ἄλλην ἐλπίδα πρὸς προαγωγὴν, εἰμὴ τὸν θάνατον ἡμῶν.
§269ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἔχουσι καὶ τὴν ἰδέαν τοῦ πολέμου.
§270ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεπῶς κρίνω, ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶσθαι ν’ ἀφήσωμεν διαδοχικῶς τὰς θέσεις μας πλέον εἰς τοὺς νεαροὺς ἀξιωματικούς μας, πεποιθότες ὅτι ἀφήνομεν τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς διαδόχους ἐπίσης ἱκανοὺς, ἀλλὰ πλήρεις ζωῆς καὶ σθένους, μὲ τὴν βεβαιότητα πλέον ὅτι δὲν θὰ εὔχωνται τὸν θάνατόν μας, ἀλλὰ θὰ εὔχωνται ὑπὲρ τῆς μακροβιότητός μας (ἱλαρότης). Ἀφήσωμεν, Κύριοι, τὰς ἀτομικὰς συμπαθείας, καὶ θέτοντες ἐκποδὼν πᾶσαν τυχὸν ἐκ τούτου προσωπικὴν δυσαρέσκειαν, προσπαθήσωμεν νὰ καταστήσωμεν τὸν στρατόν μας ἄξιον τοῦ ἐθνικοῦ προορισμοῦ του μετὰ διοικήσεως νέας καὶ ἀκμαίας.
§271ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Μάνεσης, ἀγορεύων προχθές, ἀπέτεινε πρὸς ἐμὲ μομφὴν ἄδικον...
§272ΜΑΝΕΣΗΣ. Διόλου μομφήν.
§273ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. .. Εἶπεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἀντικρούσω αὐτόν, ἐναντίον τῆς τροπολογίας περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἡ ὁποία ἐβασίζετο εἰς τὸ 64 ἔτος, διότι ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι προσωπικῶς.
§274ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν ἐνόησα μομφήν.
§275ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Δὲν τοῦ ἀπήντησα ἀμέσως. Ἠθέλησα νὰ ἐξετάσω τὴν «Ἐπετηρίδα τοῦ στρατοῦ», διὰ νὰ διαβεβαιώνω τὰ ἀκριβῆ καὶ νὰ λέγω τὰ ἀληθῆ. Παρετήρησα λοιπόν, ὅτι ἡ «Ἐπετηρὶς τοῦ στρατοῦ» λέγει (ἄρχεται ἀναγινώσκων)...
§276ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Εἶναι δεύτερος. Τί τὸ διαβάζεις;
§277ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Τὸ διαβάζω, διὰ νὰ ἀφαιρέσω πᾶσαν ἀμφιβολίαν καὶ πάντα δισταγμόν, καὶ διὰ τοῦτο παρουσιάζω τὴν Ἐπετηρίδα ταύτην ἐνώπιον τῶν Βουλευτῶν, πρὸς ἄρσιν πάσης ἀμφιβολίας καὶ παντὸς δισταγμοῦ. Ἐὰν ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Μάνεσης, ψηφισθῇ, τότε εἶναι σήμερον ἀπεστρατευμένοι (ἀναγινώσκει): «Βάσσος Ἀλέξανδρος, συνταγματάρχης...»
§278ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ἐὰν ψηφισθῇ.
§279ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. .. εἶναι ἀπόστρατοι ὁ Ἀδόλφος Ράϊνεκ, ὁ Ἡρακλῆς Μαμούρης, συνταγματάρχαι, γόνοι ἱστορικῶν οἰκογενειῶν, λίαν εὐπαίδευτοι καὶ ἱκανώτατοι ἀξιωματικοί. Εἶναι δὲ αὐτὴν τὴν ὥραν, ποῦ ὁμιλῶ, προβιβασμένος συνταγματάρχης ὁ κ. Μάνεσης (γέλωτες).
§280ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ εἰς ἀνώτερα!
§281ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Καὶ πρέπει.
§282ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Πρέπει, καὶ τὸν συγχαίρω ἀπὸ τοῦδε· εἶμαι δ’ εὐχαριστημένος, διότι τοῦ ἀξίζει.
§283ΜΑΝΕΣΗΣ. Εὐχαριστῶ... Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ ζητήματος.
§284ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Ἐντεῦθεν ἐξάγεται, ποῖος ἔχει ἐνδιαφέρον προσωπικὸν περισσότερον, ἐγὼ ἢ ὁ κ. Μάνεσης; Ἐγὼ ὑπηρήσπισα τὸ Σῶμά μου, καὶ δικαίως, διότι ὅ,τι εἶπον τὸ ἐπαναλέγω, ὅτι οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ εἶναι προωρισμένοι...
§285ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου.
§286ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Βεβαίως... εἶναι προωρισμένοι καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ νὰ ἦναι διευθυνταὶ τῶν νοσοκομείων.
§287ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξαιροῦνται αὐτοί.
§288ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Ἀδιάφορον. Ἐντὸς τῶν νοσοκομείων δὲν ἔχουσιν ἐξαίρεσιν, διότι δὲν πρέπει κανεὶς νὰ ἐπισκέπτηται τοὺς ἀσθενεῖς, οὔτε νὰ βαίνῃ ἔφιππος, οὔτε...
§289ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ ὑπάγῃ ἀπὸ τὸ ἓν νοσοκομεῖον εἰς τὸ ἄλλο;
§290ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Εἰς ὁποιονδήποτε καὶ ἂν ὑπάγῃ.
§291ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν ἀκολουθοῦσι τὸ ἐπιτελεῖον οἱ ἀνώτεροι;
§292ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Εἶναι εἰς τὸ τμῆμα.
§293Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ, διότι ὁ ἰατρὸς ἐν πολέμῳ πρέπει νὰ ἐπισκέπτηται πλείστους ὅσους πληγωμένους· ὅταν δ’ ἦναι γέρων, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν πρέπουσαν ἀντοχὴν, ὥστε νὰ μεταβαίνῃ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους εἰς τὸ ἄλλο.
§294ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Δὲν μεταβαίνει ὁ ἀνώτερος· μεταβαίνουσιν οἱ διοικηταὶ τῶν σωμάτων.
§295ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. (προσθέτει ἀκόμη ὀλίγα τινά, μὴ ἀκουόμενος).
§296ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐννοῶ ὅτι ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, ὅπως μὴ πιστευθῇ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν, ὅτι ἐγὼ προσέκρουσα εἰς ὅ,τι ὀφείλω νὰ τηρῶ πρὸς πάντα ἀνώτερόν μου καὶ κατὰ βαθμὸν καὶ καθ’ ἡλικίαν. Συνεπῶς ἀρνοῦμαι διαῤῥήδην, ὅτι ἐγὼ προσῆψα μομφὴν πρὸς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα. Ἐγὼ, προκαλούμενος ὑπ’ αὐτοῦ εἰς διαλεκτικὴν συζήτησιν, καὶ ἀνὰ πᾶσαν λέξιν διακοπτόμενος δι’ ἀντιῤῥήσεων, εἶπον: «Δὲν εἶναι εὐχάριστον δι’ ἐμὲ, καὶ δύσκολος καθίσταται ἡ θέσις μου, διότι σὺ ὁπωσδήποτε προσωπικῶς ἐνδιαφέρεσαι». Τοῦτο καὶ πάλιν σήμερον ἐπαναλαμβάνω. Ὡς πρὸς δὲ τὸ λεγόμενον, ὅτι ἐγὼ ἔχω ἐνδιαφέρον, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι, καὶ ἂν εἶχον προσωπικὸν ἐνδιαφέρον, ἤθελον ταχθῆ μετὰ τῆς γνώμης αὐτοῦ, διότι τότε καὶ μόνον θὰ ἤλπιζον νὰ φθάσω εἰς τὰ ἀνώτερα ἀξιώματα, καθόσον μόνον ὁ θάνατος θὰ μὲ ἀποσύρῃ ἐκ τοῦ στρατοῦ. Ἐνῷ συνηγορῶν καὶ ὑπερθεματίζων ὑπὲρ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ὁμολογουμένως ἐναντίον τοῦ συμφέροντός μου καὶ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ στρατοῦ ἀγορεύω, διότι φρονῶ, ὅτι καὶ τὰ μεγαλείτερα ἔθνη, τὰ ὁποῖα παρέλαβον τὸν θεσμὸν τοῦτον, εἶχον ἕνα ἐκ τῶν πολλῶν λόγων, τὸν λόγον τῆς προαγωγῆς τῶν κατωτέρων, ὅπως μὴ μαραίνωνται οὗτοι ἐκ τῆς στασιμότητος ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ ἐπὶ μακρὸν χρόνον.
§297Γ. ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§298ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν θὰ κουράσω τὴν Βουλὴν, διότι ὁμολογῶ, ὅτι καὶ τὸ ζήτημα εἶναι ἐξηντλημένον καὶ ἡ Βουλὴ πολὺ κουρασμένη· ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ὅτε κατὰ τὸ 1882 συνεζητεῖτο ὁ ἐν ἰσχύϊ σήμερον νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἐκηρύχθην ὑπὲρ τοῦ νόμου τούτου, καὶ ἐψήφισα καὶ ὡμίλησα ὑπὲρ αὐτοῦ. Τοῦτο δ’ ἔπραξα, διότι ὁμολογουμένως, ἐνῷ ὑπῆρχεν ὡρισμένη καὶ ῥητὴ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ τῷ τροποποιοῦντι τὸν ἀρχικὸν περὶ συντάξεων νόμον τοῦ 1852, ἡ διάταξις αὕτη διαρκῶς παρωρᾶτο, δεύτερον διότι δὲν ἐπαρουσιάζετο περίστασις, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ καταφανῇ ἡ ἀνικανότης τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ τρίτον, διότι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπανειλημμένως καὶ κατὰ καιρὸν ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπεδεικνύομεν, δὲν ἐξετελοῦντο, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸ πρῶτον ἦτο καὶ τὸ περὶ συγκεντρώσεως τῶν στρατευμάτων ἐν ταῖς φρουραῖς καὶ κατόπιν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν μεγάλων γυμνασίων, διότι τὰ μεγάλα γυμνάσια χρησιμεύουσιν ὡς λυδία λίθος πρὸς δοκιμὴν τῆς ἱκανότητος τῶν ἀξιωματικῶν, τοιαῦτα δ’ ἔχουσι καὶ οἱ Γερμανοὶ, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἤκουσα τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔχουσι νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας, καὶ ἴσως ἐντεῦθεν εἰκάζει τις, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐν Γερμανίᾳ εἶναι προβεβηκυίας ἡλικίας. Ἰδοὺ μία σημείωσις, τὴν ὁποίαν προχείρως ἔχω, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ κρίνητε κατὰ πόσον ἔχουν δίκαιον οἱ ἰσχυριζόμενοι ὅτι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας εἶναι ἀνώτερον τοῦ πρέποντος. Ἡ μεγαλειτέρα ἡλικία τοῦ ὑποστρατήγου εἶναι τὸ 56 ἔτος, ἡ κατωτέρα τὸ 43. Μεγαλύτερος τὴν ἡλικίαν ὑποστράτηγος ἀπὸ τὸ 56 ἔτος οὐδεὶς ὑπάρχει. Ἐν Γαλλίᾳ οὐδεὶς ὑποστράτηγος εἶναι γεροντώτερος τοῦ 61, ὁ δὲ νεώτερος τοῦ 51 (ἀναγινώσκει)... Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία ἔχει ἐν πλήρει ἰσχύϊ νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, ἔχει ἀξιωματικοὺς γεροντωτέρους τῶν τῆς Γερμανίας. Καὶ διατὶ δὲν ἔχει νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας ἡ Γερμανία; Διότι πρῶτον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐπηρεάζεται, ὅπως ἴσως ἐπηρεάζετο ἄλλοτε ἐνταῦθα, οὔτε ἀπὸ συμπαθείας, οὔτε ἀπὸ ἐπιδράσεις πολιτικὰς, διὰ νὰ μὴ παραπέμψῃ εἰς ἀποστρατείαν τὸν χωλὸν ἢ τὸν μονόχειρα ἢ τὸν ἀνίκανον, τοὺς ὁποίους βλέπει ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ· δεύτερον, διότι εἰς τὰ μεγάλα γυμνάσια ὁ ἴδιος ὁ Αὐτοκράτωρ, διοικῶν αὐτοπροσώπως τὴν στρατιὰν, ἡ ὁποία λαμβάνει μέρος εἰς τὰ μεγάλα γυμνάσια, ἐνεργεῖ τὴν κριτικὴν διὰ τοῦ ἐπιτελείου, τὸ ὁποῖον ἔχει, ἐπὶ τῶν στρατηγῶν. Τοῦτο πράττουσιν ὡσαύτως οἱ ἀντιστράτηγοι, κατόπιν οἱ ὑποστράτηγοι, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἑπομένως μόλις ὁ ἀξιωματικὸς κατανοήσῃ ὅτι εἶναι στάσιμος, τουτέστι δὲν εἶναι προβιβαστέος, ἀποχωρεῖ, χωρὶς νὰ περιμένῃ οὔτε νὰ εἰδοποιηθῇ κἄν ἢ νὰ παραπεμφθῇ ἐνώπιον Συμβουλίου— τὸ ὁποῖον ἀτυχῶς παρ’ ἡμῖν δὲν γίνεται. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτην εἶχον γνώμην περὶ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, μετά τινα χρόνον παρετήρησα, ὅτι, ἐνῷ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἐγίνετο μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας καὶ κατὰ γράμμα, αἱ θέσεις ἔμενον χηρεύουσαι ἐκ τῆς ἀποστρατεύσεως ἀξιωματικῶν ἢ ἐκ τῆς ἀποβιώσεως ἄλλων, καὶ δὲν συνεπληροῦντο· τότε ἠναγκάσθην κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1883 νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτησα τὴν ἄμεσον συμπλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας. Προεβλήθησαν, ἐνθυμοῦμαι, τότε ἐκ μέρους τῆς τότε Κυβερνήσεως ἀντιῤῥήσεις τινές· ἡ πρώτη τῶν ἀντιῤῥήσεων ἦτο, ὅτι ἐδεσμεύοντο αἱ χεῖρες τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι πολυτελής, διότι ὁ ὀργανισμός, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου συνετάχθη ὁ προϋπολογισμός, εἶναι ἐπίσης πολυτελής. Αἱ ἀντιῤῥήσεις αὗται βεβαίως δὲν ἴσχυσαν νὰ μὲ πείσωσι, διότι καὶ ἐγὼ προέβαλον ἑτέρας ἀντιῤῥήσεις, πολλῷ ἰσχυροτέρας ἐκείνων, καὶ ἑπομένως δὲν ἐπέμειναν. Ἀλλ’ ἦλθεν ἡ ἑτέρα ἀντίῤῥησις, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως ἦτο καὶ λογικὴ καὶ ἰσχυρὰ, ὅτι, ἵνα γένηται ἡ ἄμεσος συμπλήρωσις τῶν θέσεων, προαπαιτεῖται ἡ διανομὴ τῶν γενικῶν θέσεων, διότι αἱ χηρεύουσαι θέσεις ἐν τοῖς σώμασι βεβαίως πληροῦνται ἀμέσως, ἀλλ’ αἱ γενικαὶ θέσεις; ... Πρέπει νὰ ὑπάρξῃ λοιπὸν ἡ διανομή, καὶ ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου πόσος γίνεται πάταγος δι’ αὐτὰς, διὸ ὑπεχώρησα καὶ ἐγὼ, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι θὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἔκτοτε ἀκόμη μελετᾶται, καὶ δὲν γνωρίζω πότε θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν θὰ ὑποβληθῶσι τὰ δύο αὐτὰ συναφῆ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα, νομίζω, παρομαρτοῦσι πρὸς τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, διότι ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν ἄνευ τῶν δύο τούτων νόμων νομίζω ὅτι γεννᾷ καὶ ἐγέννησε πολλὰ ἀδικήματα. Καὶ ἄλλοτε ἔσχον ἀφορμὴν νὰ εἴπω τινὰ, καὶ νὰ ὑποδείξω πῶς γεννῶνται τ’ ἀδικήματα, διότι ἀξιωματικὸς ἔχων σειρὰν προβιβασμοῦ καὶ τὰ προσόντα νὰ προβιβασθῇ, μὴ προβιβαζόμενος ὡς ἐκ τῆς μὴ συμπληρώσεως τῶν θέσεων, ἔχανε καὶ αὐτὸν τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθὸν, καὶ ἡ σύζυγος αὐτοῦ τὴν σύνταξιν τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ, καὶ τὸ Δημόσιον ἐζημιοῦτο, διότι ἀντ’ αὐτοῦ ἐπροβιβάζετο ἕτερος ἀξιωματικός. Βεβαίως ἡ Γαλλία ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἔχῃ ὅριον ἡλικίας ἐξ ἄλλων περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι εὐτυχῶς παρ’ ἡμῖν δὲν ἐπαρουσιάσθησαν, διότι ἔβλεπεν ὅτι καὶ ἐκεῖ ἐπὶ Αὐτοκρατορίας ἐλάμβανον χώραν πολλὰ ἀτοπήματα. Τὸν νόμον ἐφήρμοσε κατὰ γράμμα, ἔχει δὲ τοιοῦτον νόμον, ὁ ὁποῖος ὁμολογουμένως δι’ ἡμᾶς δὲν δύναται ἀκριβῶς νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι ἔχει διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιστρατήγου τὸ 65ον ἔτος, διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου τὸ 62ον, διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου τὸ 60ὸν κλπ. Ἐξαίρεσιν ἐποιήσατο μόνον ἕνεκα ἀξιωματικοῦ τινος ἀνωτάτου, γενικοῦ ἀξιωματικοῦ, τοῦ Σοσιὲ, τὸν ὁποῖον ἠθέλησε νὰ κρατήσῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καίτοι ὑπερβάντα τὸ 65ον ἔτος τῆς ἡλικίας του. Τοῦτο δὲ ἠθέλησε νὰ πράξῃ, διότι ἰδέα ἐπεκράτει, ὅτι, ἐὰν δράσῃ ἡ Γαλλία, ἐπὶ κεφαλῆς ὅλων τῶν δυνάμεων τῶν Γαλλικῶν ἔσται ὁ ἀντιστράτηγος οὗτος. Προὐκάλεσε λοιπὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ ἀντιστράτηγοι οἱ διοικήσαντες ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ μονάδας ἀνωτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας διοικοῦσι σήμερον ὡς ἀντιστράτηγοι, μένουσι μέχρι τοῦ 70 ἔτους τῆς ἡλικίας των. Ἔμεινε λοιπὸν ὁ ἀντιστράτηγος οὗτος τῷ ὄντι μέχρι πρὸ μικοῦ, καὶ μένει ἀκόμη ἴσως μετ’ ὀλίγον καιρὸν ἀποστρατευθῇ. Τί δὲ συνέβη; Ἐπὶ κεφαλῆς ὢν κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος στρατεύματος, λαβόντος μέρος εἰς τὰ μεγάλα γυμνάσια, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἱππεύσῃ, καὶ ἐδέησε νὰ βοηθήσωσιν αὐτὸν, ἵνα ἀναβῇ ἐπὶ τοῦ ἵππου. Ἔκτοτε εἶπε μόνος, ὅτι θ’ ἀποχωρήσῃ, ἐπλησίαζε δὲ καὶ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας του. Ἕνεκα τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Λαρίσης ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Ἰσχόμαχος, δὲν ἐκράτησαν ἐν Γαλλίᾳ τὸν στρατηγὸν Γκαλιφὲ, ὁ ὁποῖος ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς του ἐκ τοῦ στρατεύματος, παρέλαβε μεθ’ ἑαυτοῦ πάντας τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ταξιαρχίας του εἰς περίπατον ὀλιγόωρον, 24 ὡρῶν μόνον, τὸν ὁποῖον ἔκαμνε συνήθως, εἶπε δὲ, ὅτι τοὺς προσεκάλεσεν, ἵνα τοῖς δώσῃ ἓν πρόγευμα ἐπὶ τῆς χλόης, κυρίως δὲ ὁ σκοπός του ἦτο, νὰ ἴδῃ τίνες θὰ τὸν ἀκολουθήσουν καὶ τίνες ὄχι, ἵνα ὑποβάλῃ πρότασιν ἀπομακρύνσεως τῶν ἀνικάνων νὰ ἱππεύωσι. Τοσαύτην δὲ εὐλάβειαν εἶχε πρὸς τοὺς νόμους, καὶ τοσοῦτον ἐσεβάσθη καὶ αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ νόμου ἠναγκάσθη νὰ ὑποστῇ, ὥστε, ὅταν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ταξιαρχίας του προσῆλθον εἰς τὸν οἶκόν του, ἵνα τὸν ἀποχαιρετίσωσιν, εἷς δὲ τῶν νέων ἀξιωματικῶν ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο ἢ νὰ τὸν κολακεύσῃ ἢ νὰ τὸν παρηγορήσῃ, καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς αὐτὸν εἶπε: «Στρατηγέ μου, μᾶς ἠδίκησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ νόμος, νὰ μᾶς βγάλουν ἕνα τόσον καλὸν στρατηγὸν, ἠδίκησαν δὲ καὶ σᾶς», ἔστρεψε πρὸς αὐτὸν ὁ στρατηγὸς, καὶ τῷ εἶπε: «χαίρω πολὺ, διότι εὑρέθη μόνον εἷς ἀξιωματικὸς νὰ δείξῃ τοιαύτην ἀσέβειαν πρὸς τὸν νόμον, διότι ἄλλως θὰ ἐπίστευον, ὅτι τὰ διδάγματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἔδωσα ἕως τώρα, θὰ ἐπήγαιναν χαμένα»· καὶ στρέψας πρὸς αὐτὸν τὰ νῶτα, ἀπεμακρύνθη. Τοσοῦτος ὑπάρχει ἐκεῖ σεβασμὸς εἰς τὸν νόμον! Ἐξαίρεσιν ἑτέραν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, προκειμένου περὶ τῆς Γερμανίας, ὅτι ὁ στρατάρχης Μόλτκε παρέμεινεν ἐν τῷ στρατῷ, καίτοι προβεβηκὼς τὴν ἡλικίαν, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχεν ὅριον. Ὁ στρατάρχης Μόλτκε τῷ ὄντι παρέμεινε, καὶ ἐκ τῆς παραμονῆς αὐτοῦ ἐν τῷ στρατεύματι ἴσως ἡ Γερμανία εἶναι σήμερον μεγάλη καὶ κραταιὰ, διότι οὗτος ἐξεπόνησε τὸ σχέδιον τοῦ κατὰ τῆς Γαλλίας πολέμου, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσε διὰ τῆς συνδρομῆς γενναίων καὶ ἱκανωτάτων στρατηγῶν, ὁποῖοι ἦσαν οἱ λαβόντες μέρος εἰς τὸν πόλεμον, καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὁ πατὴρ τοῦ νῦν Αὐτοκράτορος, Φρειδερῖκος. Ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς ὅλα ταῦτα εἶναι θεωρίαι· τὸ πρακτικὸν εἶναι, ὅτι καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ἓν ὅριον ἡλικίας, καὶ τὸ ὅριον τοῦτο δὲν δύναται κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ ἦναι οἷον ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ κατά τι μικρότερον, ὄχι βεβαίως ὅσον προτείνουσί τινες, διότι εὑρίσκω, ὅτι τὸ ἑβδομηκοστὸν ἔτος διὰ τὸν συνταγματάρχην εἶναι σχεδὸν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τὸ ἐκ τοῦ φυσικοῦ νόμου προερχόμενον ὅριον, καὶ ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἐποχὴν ταύτην νὰ δεχθῶμεν ἓν ὅριον τόσον μέγα. Ὑπάρχουσι βεβαίως πολλαὶ ἐξαιρέσεις, καὶ βλέπομεν καὶ ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἐν τῇ πολιτικῇ πολλοὺς ἔχοντας πολὺ ἀνωτέραν ἡλικίαν τοῦ 70 ἔτους, ἀκμαίους καὶ κατὰ τὸ σῶμα καὶ κατὰ τὴν διάνοιαν, ἀλλ’ εἶναι ἐξαιρέσεις. Ἑπομένως συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας καὶ τὸ θέλουν μικρότερον τοῦ ἀναγραφομένου ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ.
§299Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πόσον νομίζετε ὑμεῖς;
§300ΚΟΡΠΑΣ. Διὰ τοὺς ἀντιστρατήγους τὸ 69ον, διὰ τοὺς ὑποστρατήγους τὸ 68ον, διὰ τοὺς συνταγματάρχας τὸ 66ον, διὰ τοὺς ἀντισυνταγματάρχας τὸ 62, καὶ οὕτω καθεξῆς. Τὸ ὅριον τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν δὲν τὸ μεταβάλλω, διότι νομίζω, ὅτι οἱ κατώτεροι ἀξιωματικοὶ δύνανται νὰ ἀνθέξωσιν εἰς τὴν ἡλικίαν ταύτην. Μάλιστα ἐν Γαλλίᾳ τὸ ὅριον τοῦ ὑπολοχαγοῦ ἀπό τινος χρόνου τὸ ηὔξησαν κατά τι, ἀντὶ τοῦ 52 τὸ ἔκαμαν 53. Ὅριον ἡλικίας ὅλα τὰ Κράτη ἔχουν, πλὴν τῆς Γερμανίας. Ἡ Ἀγγλία ἔχει ὅριον ἡλικίας. Δὲν δύναται βεβαίως νὰ λογαριασθῇ ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς τῆς Ἀγγλίας μετὰ τῶν στρατῶν τῶν ἄλλων Κρατῶν, ἀλλὰ διὰ τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης ὥρισε σήμερον καὶ ὅριον ἡλικίας διὰ τοὺς ναυάρχους καὶ ὑποναυάρχους, καίτοι ἔχει παραδείγματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ τὴν πείσωσι νὰ μὴ ἔχῃ ὅριον, διότι ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει, ὅτι πολλοὶ ἄλλοι ναύαρχοι διέπρεψαν, καίτοι ὑπῆρξαν μονόφθαλμοι. Ἀλλὰ συμφωνῶ μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι ἐν τῷ ναυτικῷ δύναταί τις νὰ ἦναι ὀλιγώτερον σωματικῶς ἱκανός. Ὑπεβλήθησαν καί τινες τροπολογίαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἡ ὑπὸ τοῦ ἐκ Λοκρίδος ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Βασιλειάδου ὑποβληθεῖσα, διὰ τῆς ὁποίας προτείνει, ἵνα οἱ ὑπάρχοντες ὑποστράτηγοι, οἱ διανύσαντες ἑξαετῆ ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ὑποστρατήγου ὑπηρεσίαν, δικαιῶνται εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ. Ταύτης θέλω ὑπερψηφίσει. Ἑπομένως κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑπὲρ τῆς τροπολογίας μόνον τοῦ κ. Βασιλειάδου.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον.
§302ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ ἁπλοῦν, καὶ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἐξηντλημένον· ἐπειδὴ δὲ καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι κεκμηκυῖα, δι’ αὐτὸ παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στάης.
§304ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως καὶ ἐξηντλημένον εἶναι τὸ ζήτημα καὶ κεκμηκυῖα ἡ Βουλή, διὸ καὶ δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν τὸ θέμα δὲν ἦτο μεγίστης σπουδαιότητος. Δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ τις, εἴτε ἐντὸς τῆς Βουλῆς εἴτε ἐκτός,—κηδόμενος τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ὑψίστων συμφερόντων τοῦ ἔθνους — ἔχων ἐναντίαν γνώμην περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν μικρότερον. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ καθ’ ἡμᾶς ἐπιβάλλουσι νὰ ἐξετάζωμεν τὸ σπουδαῖον τοῦτο θέμα καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Ἰδίᾳ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν σχέσει πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Δὲν γινώσκω δὲ ποῖον ἐκ τῶν δύο νομοσχεδίων πρέπει νὰ ἐξετάσω, διότι ὑπεβλήθησαν δύο νομοσχέδια περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ μὲν ἓν τὴν 16 Νοεμβρίου 1896, τὸ δὲ δεύτερον τελευταίως, ὑπὸ τύπον τροπολογίας, ὑπὸ τοῦ ἐκ Τριφυλίας βουλευτοῦ κ. Γεωργακοπούλου. Διαφέρει δὲ τὸ ἓν τοῦ ἑτέρου οὐσιωδῶς.
§305ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἕν νομοσχέδιον ὑπεβλήθη· τὸ ἄλλο εἶναι τροπολογία.
§306ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, ἔχει ἓν μόνον ἄρθρον, ἡ τροπολογία ἀναφέρεται εἰς τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀπαρτίζει ἑπομένως ἴδιον νομοσχέδιον. Κατὰ μὲν τὸ πρῶτον, τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν, τίθεται ὅριον καὶ διὰ τοὺς ὑποστρατήγους καὶ ἀντιστρατήγους, μένει ὅμως ἀμετάβλητον διὰ τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικοὺς τὸ ὅριον ἡλικίας, τὸ ὁποῖον κανονίζει ὁ νόμος ΑΛΤʹ τοῦ 1882. Ἑπομένως ἐπρόκειτο μόνον περὶ ὁρίου ἡλικίας ὑποστρατήγων καὶ ἀντιστρατήγων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἀπὸ τῆς χρονολογίας ταύτης μετεβλήθησαν τὰ πράγματα—καὶ φαίνεται ὅτι μετεβλήθησαν, διότι ἀκούω ὅτι ἀσπάζεται ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν,—δὲν γνωρίζω. Ἐὰν τὸ γεγονὸς τῆς 20 Ν)βρίου —τῆς παραιτήσεως ἐκ τῆς στρατιωτικῆς λέσχης τῶν ἀξιωματικῶν—ἐπέδρασεν ἐπὶ τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω. Θέλω ὅμως παραστήσει εἰς τὴν Βουλὴν ὁποῖα θὰ ἦναι, ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλαττώσῃ οὐ μόνον τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν συνταγματαρχῶν, τῶν ἀντισυνταγματαρχῶν καὶ τῶν ταγματαρχῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν λοχαγῶν, ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν, κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν. Ἀπορῶ μάλιστα, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπὸ τὰς δυσχερεῖς οἰκονομικὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ τόπος μας σήμερον, ἐπέτρεψε τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου νομοσχεδίου, καὶ μάλιστα τροποποιουμένου ὡς ὁ ἐκ Τριφυλίας κ. συνάδελφος προτείνει. Ἀλλὰ καὶ ἡ τροποποίησις αὕτη ἐὰν δὲν γείνῃ δεκτή,—ὅπερ δὲν πιστεύω—πάλιν οἰκονομικὰ βάρη σπουδαῖα θὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, διότι, ὡς ἤκουσα νὰ λέγηται, τέσσαρες προβιβασμοὶ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν θὰ λάβωσι χώραν εὐθὺς ὡς τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ.
§307ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό.
§308ΣΤΑΗΣ. Ἴσως. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. συνάδελφον νὰ πιστεύσῃ, ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ αἱ παροῦσαι οἰκονομικαὶ περιστάσεις τῆς χώρας δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Οὐδεὶς ἄλλως τε ἀγνοεῖ, ὅτι οἱ προβεβηκότες τὴν ἡλικίαν ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι κατάλληλοι εἰς πόλεμον, οἱ δὲ στρατοὶ χάριν αὐτοῦ ὑφίστανται. Ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἰδίᾳ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἔχει ἔλλειμμα δραχμῶν 1,762,461, καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο βεβαίως θὰ αὐξηθῇ, διότι αἱ δαπάναι, ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωματικαί, αἱ διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων χορηγηθεῖσαι μέχρι τοῦδε, ἀνέρχονται εἰς 5,342,167 δραχμάς, αἱ ὁποῖαι ἀναβιβάζουσι τὰ προϋπολογισθέντα ἔξοδα τοῦ 1896 εἰς 95,564,517, ἀπέναντι ἐσόδων 93,802,056, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ κακῶς προϋπολογισθέντος ὡς ἐσόδου τοῦ 1896 τοῦ ἐξ ἐκποιήσεως τῆς σταφίδος ποσοῦ. Οὕτως ἔχομεν ἔλλειμμα σήμερον ἐπὶ τῶν προϋπολογισθέντων 1,762,461, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν δὲ νομοσχεδίου θὰ ἐπιβαρύνηται τὰς συντάξεις, διὰ ἃς καταβάλλει τὸ Κράτος ἐτησίως 5,361,700 δραχμάς. Αἱ συντάξεις, Κύριοι, σήμερον αἱ στρατιωτικαί, τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, εἶναι 2,150,200 δραχ., αἱ ὁποῖαι θὰ αὐξηθῶσι σπουδαίως, εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι θὰ ἐπακολουθήσωσι πολλαὶ ἀποστρατεύσεις καὶ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου καὶ εἰς τὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου καὶ εἰς τὸν τοῦ συνταγματάρχου καὶ τοῦ ὑποστρατήγου καὶ ἀντιστρατήγου.
§309ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Διὰ πόσης αὐξήσεως θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμός;
§310ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς εἴπω ἀκριβῶς, ἀλλὰ βεβαίως ἑκατοστύες τινὲς χιλιάδες δραχμῶν θὰ προστεθῶσιν. Ἀλλὰ καὶ μικρὰν ἐὰν παραδεχθῆτε τὴν αὔξησιν, δὲν ἐπιτρέπεται τοιαύτη αὔξησις ἐν προϋπολογισμῷ μετ’ ἐλλείμματος. Ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς τοῦ 1897 φέρει ἔσοδα δραχ. 95,343,939 καὶ ἔξοδα δρ. 93,752,569, τουτέστιν ἀναγράφει μεταξὺ προϋπολογισθέντων πλεόνασμα 1,591,370. Ἀλλὰ διὰ τῶν δηλώσεων, τῶν ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ μικρὸν τοῦτο πλεόνασμα μετετράπη εἰς 3 ἑκατομμυρίων καὶ πλέον ἔλλειμμα. Ἐπιτρέπεται, Κύριοι, μετὰ τὴν χρεωκοπίαν νὰ εὑρίσκηται ὁ προϋπολογισμὸς ἐν ἐλλείμματι; Καὶ δὲν πρέπει δι’ οἱουδήποτε τρόπου νὰ φέρωμεν ἰσοζύγιον πραγματικὸν καὶ οὐχὶ μόνον μεταξὺ τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων καὶ ἐσόδων; Καὶ δὲν λαμβάνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ δι’ ἄλλης δαπάνης, ἣν ἤδη ὑπεσχέθη, διὰ τῆς ἀπονομῆς τοῦ ἐπιμισθίου εἰς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ ἄλλοτε ἐνθέρμως συνηγόρησα, διότι ἀληθῶς ἀδικία εἶχε διαπραχθῇ διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ μικροῦ ἐκείνου ἐπιδόματος ἀπό τινας μόνον τάξεις τῶν ἀξιωματικῶν; Ἐνῷ λοιπὸν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1897 εἶναι ἤδη ἐρείπιον, καὶ ἐνῷ εὑρίσκεσθε εἰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ σᾶς ἀναγκάσουν νὰ ὑποβληθῆτε καὶ εἰς ἄλλας δαπάνας χάριν τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, ἔρχεσθε νὰ ψηφίσητε ὅριον ἡλικίας, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ὑποβάλῃ εἰς ἀσκόπους δαπάνας! Ἐὰν ἀγαπᾶτε τὸ στράτευμα, δὲν πρέπει νὰ ψηφίσητε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον· διότι, ἐὰν στέρξωμεν τὴν ἄσκοπον ταύτην δαπάνην, θ’ ἀναγκασθῶμεν πολὺ ταχέως νὰ περικόψωμεν ἄλλας δαπάνας τοῦ στρατεύματος, ἀπαραιτήτως ἀναγκαίας. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω διὰ τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Φρονῶ δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ὀφείλει ὑπὲρ πάντα ἄλλον νὰ κήδηται τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, πρέπει ὑπὸ σπουδαιοτέραν ἔποψιν νὰ ἐξετάσῃ τὸ θέμα, καὶ νὰ μὴ ζητήσῃ εἰς τοιαύτην στιγμὴν νὰ ὑφαρπάσῃ καὶ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νομοσχεδίου ἄρδην τροποποιηθέντος διὰ τῆς ὑποβληθείσης παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Τριφυλίας τροπολογίας.
§311ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ σήμερον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ νὰ λήξῃ ἡ ἐπὶ τούτου συζήτησις τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν αὐτοῦ, διότι πολλοὶ ὡμίλησαν μέχρι τοῦδε οἱ μᾶλλον ἐνδιαφερόμενοι ἐπ’ αὐτοῦ, οἱ κ. κ. συνάδελφοι ἡμῶν οἱ στρατιωτικοὶ, οἱ ἁρμοδιώτεροι ὄχι τόσον ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας γνώσεως τῶν πραγμάτων, οἱ ἐνδιαφερόμενοι μᾶλλον ἡμῶν τῶν λοιπῶν ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως ὑπεβλήθησαν διάφοροι τροπολογίαι· ἐὰν δὲ ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, προτρέπων τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτοῦ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, ἐπηγγέλθη, ὅτι κατὰ τὴν τρίτην αὐτοῦ συζήτησιν ἤθελε συναρμολογήσει τὰς τροπολογίας ταύτας καὶ ἤθελεν ἐξενέγκει τὴν ἐπ’ αὐτῶν γνώμην του. Ἵνα λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ κρίνῃ κατὰ πόσον αὕτη ἐκτιμᾷ τὰς τροπολογίας αὐτὰς, ἢ πρόκειται νὰ λάβῃ αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν, θεωρῶ καλὸν νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐξηγήσεις ἐπὶ τούτου, νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της, ἵνα συζητήσωμεν ἐπὶ θετικωτέρου ἐδάφους. Τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω, προσδοκῶν ὅτι διὰ τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως θὰ δυνηθῶμεν νὰ δώσωμεν πέρας εἰς τὰς συζητήσεις καὶ προβῶμεν εἰς ἀπόφασιν.
§312Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ λεχθέντα κατὰ τοῦ προσδιορισμοῦ ὁρίου ἡλικίας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεάσωσιν ἡμᾶς, οὐχὶ διότι ὑπάρχει ἤδη νόμος καθιερῶν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἀλλὰ διότι, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, εἴχομεν καθῆκον νὰ προβάλωμεν ἡμεῖς τὸν προσδιορισμὸν ὁρίου ἡλικίας. Ὁ χαρακτὴρ ὁ Ἑλληνικὸς εἶναι ἥμερος καὶ ἐπιεικής. Ἐὰν ἦτο αὐστηρὸς καὶ δὲν ἐκινεῖτο ἀπὸ τὰ αἰσθήματα τῆς καρδίας, ἴσως ἦτο περιττὸς ὁ προσδιορισμὸς ὁρίου ἡλικίας διὰ τὸν στρατόν· ἀλλὰ ἡ ἐπιείκεια καὶ ἡ ἡμερότης τοῦ χαρακτῆρος καθιστῶσιν ἀναγκαῖον τὸν προσδιορισμὸν ὁρίου ἡλικίας, διότι ἄνευ τοῦ προσδιορισμοῦ αὐτοῦ βεβαίως δὲν ἤθελέ τις εἶσθαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ στρατὸς ἤθελε καταρτίζεσθαι ἀπὸ ἄνδρας ἱκανοὺς πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ. Τὸ ὅριον ἡλικίας προσδιωρίσθη ἤδη κατὰ τὸ 1882, δηλαδὴ 14 ἔτη λειτουργεῖ ἤδη. Ἴσως κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν προσδιωρίσθη, ἐπειδὴ προσδιωρίζετο πρώτην φορὰν, ἴσως οἱ προτείναντες τὸν προσδιορισμὸν αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκρινον ὅτι προσῆκε νὰ ἦναι συγκαταβατικοὶ, διὰ νὰ μὴ καταπλήξωσι διὰ τοῦ νέου θεσμοῦ τὸ κοινὸν, ἐξεγείρωσι δὲ τὰ συμφέροντα. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο φρονοῦμεν, ὅτι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας εἶναι δεκτικὸν μειώσεως. Λέγων ταῦτα, δὲν περιλαμβάνω τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὀνομάζουν κατωτέρους, ἤτοι τοὺς ἔχοντας τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, τοῦ ὑπολοχαγοῦ καὶ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Περὶ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας αὐτῶν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰ νενομοθετημένα, νὰ μὴ προτείνωμεν δὲ μείωσίν τινα αὐτοῦ. Ἀλλὰ περὶ τοῦ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι τὸ ὅριον εἶναι δεκτικὸν μειώσεως. Παρετήρησα ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀγορευσάντων καὶ κατὰ τὰς δύο προηγηθείσας ἀναγνώσεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπηρεάζοντο πολὺ ἀπὸ τὰς ξένας νομοθεσίας, τοῦτο δ’ ἐθίζομεν ὄντως νὰ πράττωμεν· δὲν μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι ἡ μεταγραφὴ τῶν ξένων νομοθεσιῶν εἶναι ἀσφαλὴς ὁδηγός. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ μὴ ἐπιμείνωσι συνιστῶντες εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, τὸ ὁποῖον εἶναι νενομοθετημένον ἐν Γαλλίᾳ διὰ τὸν γαλλικὸν στρατὸν, ἢ ἀλλαχοῦ δι’ ἄλλους στρατοὺς τῆς Εὐρώπης. Πάντα πρέπει νὰ ἐξετάζωνται ἀναλόγως τῶν περιστάσεων τοῦ τόπου, ἀναλόγως τοῦ χαρακτῆρος τῶν κατοίκων αὐτοῦ, νὰ μὴ λησμονῶμεν δὲ προσέτι καὶ τὴν ἱστορίαν καὶ τὰς παραδόσεις τοῦ τόπου ἡμῶν. Ἐπίσης δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσωμεν ἀφομοίωσιν τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς πρὸς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τοῦ ναυτικοῦ. Ἤκουσα περὶ τοῦ ναυτικοῦ βίου γνώμας, καὶ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἀπαιτῇ τις, ἵνα πάντες ἔχωσι τὴν αὐτὴν γνώμην. Ἤκουσα γνώμας, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ ζῶσι βίον μᾶλλον ἄνετον, ὀλιγώτερον κοπιώδη, καὶ ὅτι ἑπομένως, ἀφοῦ οὗτοι ἔχουσι τόσον μικρὸν ὅριον, κατὰ πλείονα λόγον πρέπει τὸ ὅριον τοῦτο νὰ ἐφαρμόζηται καὶ ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς. Εἶναι ὅμως καὶ ἄλλοι, φρονοῦντες, ὅτι ὁ βίος τοῦ ναυτικοῦ εἶναι μεστὸς συγκινήσεων, ὅτι εἶναι ἐστερημένος τῆς ἐλευθερίας τοῦ κινεῖσθαι, καὶ ὅτι πάντα ταῦτα δρῶσι δυσαρέστως καὶ δυσμενῶς καὶ ἐπὶ τοῦ σώματος καὶ τῆς ὑγείας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἐπὶ τοῦ πνεύματος αὐτῶν. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀφομοίωσιν ταύτην. Κρίνω ἐν τούτοις ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ μειωθῇ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Διὰ τοὺς ἀντιστρατήγους καὶ τοὺς ὑποστρατήγους μέχρι τοῦδε δὲν ὑπῆρχεν ὅριον ἡλικίας, ἐνῷ εἶχε νομοθετηθῆ ὅριον ἡλικίας διὰ τοὺς ἄλλους ἀνωτέρους ἀξιωματικούς. Οἱ ἀντιστράτηγοι καὶ οἱ ὑποστράτηγοι εἶναι προωρισμένοι νὰ διοικῶσι μεγαλειτέρας μονάδας ἐκείνων, τὰς ὁποίας διοικοῦσιν οἱ συνταγματάρχαι. Διὰ τὴν διοίκησιν ταξιαρχίας καὶ μεραρχίας καὶ ἡ ἀκμὴ τοῦ σώματος καὶ τοῦ πνεύματος εἶναι περισσότερον ἀναγκαῖα ἢ ὅσον εἶναι διὰ τὴν διοίκησιν μικροτέρων μονάδων, ἑπομένως δι’ αὐτοὺς εἶναι κατὰ πλείονα λόγον ἀνάγκη προσδιορισμοῦ ὁρίου ἡλικίας. Ἐὰν λοιπὸν ἀναγράψωμεν ὡς ὅριον ἡλικίας τῶν ὑποστρατήγων καὶ τῶν ἀντιστρατήγων τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει νενομοθετημένον νῦν διὰ τοὺς συνταγματάρχας, τὸ ὅριον ἡλικίας τῶν 70 ἐτῶν, ἀναγκαίως πρέπει νὰ καταβῶμεν κατωτέρω αὐτοῦ, ὅταν πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν τὸ ὅριον ἡλικίας τῶν συνταγματαρχῶν. Ἡ κατάβασις ὅμως πρέπει νὰ ἦναι μεμετρημένη, διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν πολὺ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Διὰ τοῦτο ἤθελον γνωμοδοτήσει εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ ὡς ὅριον ἡλικίας τῶν συνταγματαρχῶν εἴτε τὸ 68 εἴτε τὸ 67 ἔτος, ὡς ὅριον δ’ ἡλικίας τῶν ἀντισυνταγματαρχῶν τὸ 65 ἢ τὸ πολὺ τὸ 66, καὶ ὡς ὅριον ἡλικίας τῶν ταγματαρχῶν τὸ 63. Αἱ παραστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων βεβαίως; εἶναι ἄξιαι μελέτης. Τὸ ἔτος 1897 εἶναι βεβαρημένον μὲ περισσότερα ἔξοδα, διότι εἰσὶ μὲν τακτικὰ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θέλομεν δαπανήσει πρὸς πληρωμὴν τῶν κενῶν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ, εἶναι ὅμως πάντοτε προσθῆκαι ἐπιγιγνόμεναι εἰς τὸν συνήθη προϋπολογισμὸν τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Λέγω εἶναι τακτικὰ, διότι ἡμεῖς δὲν προβαίνομεν εἰς ἐκτάκτους στρατιωτικὰς παρασκευὰς, πληροῦμεν δὲ μόνον κενὰ, τὰ ὁποῖα ἕνεκα περιστάσεων εἶχον δημιουργηθῆ ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ. Ἴσως ἦτο εὐκταῖον νὰ μὴ εἶχον ταῦτα δημιουργηθῆ, ἀλλ’ ἀφοῦ αἱ περιστάσεις ἐπέβαλλον τὴν δημιουργίαν αὐτῶν, πρέπει νὰ πληρωθῶσι. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι θέλομεν καταλήξει εἰς ἔλλειμμα κατὰ τὸ 1897, τὸ ἔλλειμμα ὅμως αὐτὸ ἐλπίζω νὰ ἦναι μόνον κατὰ τὸ 1897, διότι κατὰ τὸ 1898 δὲν θέλομεν ἔχει τὰς δαπάνας τὰς ἐκτάκτους, τὰς ὁποίας εἴχομεν κατὰ τὸ 1896 καὶ τὰς ὁποίας θέλομεν ἔχει κατὰ τὸ 1897. Ἀληθῶς ὁ προϋπολογισμὸς θέλει ἀπαλλαγῆ ἀπὸ ἓν ἢ δύο ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δαπανῶμεν τώρα διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν· θέλει ἀπαλλαγῆ ὡσαύτως κατὰ τὸ 1898 καὶ ἀπὸ δαπάνας πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς ὁδῶν, τῶν ὁποίων ἡ κατασκευὴ εἶχεν ἀρχίσει, εἶχον δαπανηθῆ ὀγκώδη ποσὰ, ἀλλὰ διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι, καὶ ἡ ἐξακολούθησις τῆς κατασκευῆς εἶχεν ἐγκαταλειφθῆ, ἐζημιοῦτο δὲ τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον δαπανηθῆ, φθειρομένων τῶν κατασκευασθέντων ἔργων. Ἀλλὰ πῶς θὰ συμπληρώσωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1897; Εὐτυχῶς δυνάμεθα νὰ τὸ συμπληρώσωμεν ἐκ τῶν ἰδίων ἡμῶν μέσων, χωρὶς νὰ κρούσωμεν τὴν θύραν δανείου· ἐξ ἰδίων ἡμῶν μέσων λέγω, ἤτοι ἐξ οἰκονομιῶν ἢ περισσευμάτων, τὰ ὁποῖα ἠδυνήθημεν νὰ ἔχωμεν· π. χ. καὶ ἄλλοτε ἀνήγγειλα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχουσι τέσσαρα ἑκατομμύρια διαθέσιμα εἰς ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα ἀπεσύραμεν ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν, ἵνα οἰκονομήσωμεν τὸν τόκον αὐτῶν ἐκ 200 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ θέσωμεν αὖθις εἰς κυκλοφορίαν, χωρὶς νὰ χειροτερεύσωμεν διὰ τούτου τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα πρὶν ἢ ἀποσύρωμεν τὰ ἔντοκα ταῦτα γραμμάτια. Ἐλπίζω δὲ καὶ δι’ ἄλλων οἰκονομιῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897, καὶ ἂν δὲν ἤμεθα ἡμεῖς ἐν τῇ ἀρχῇ, οἱ διάδοχοι ἡμῶν, ἐλπίζω ὅτι καὶ οὗτοι θέλουσι δυνηθῆ νὰ μὴ ὀλιγωρήσωσι τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων καὶ δι’ ἄλλων οἰκονομιῶν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς, ἐὰν ἤμεθα ἐν τῇ διοικήσει, ἠθέλομεν φροντίσει νὰ διαπράξωμεν. Ἀλλ’ ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, πρέπει νὰ συλλογισθῶμεν καὶ τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν σκοποῦμεν νὰ θεραπεύσωμεν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη συνήθης, δὲν εἶναι ἀνάγκη κοινὴ, ἀνάγκη ὑπηρεσίας τρεχούσης, διοικήσεως συνήθους· εἶναι ἀνάγκη πληρώσεως κενῶν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ, ἀνάγκη παρασκευῆς τακτικῆς μὲν, ἀλλ’ ἥτις ἀπαιτεῖται νὰ γένηται ὑπὸ τοῦ στρατοῦ, ὅπως καταρτίσωμεν αὐτὸν ὅσον εἶναι δυνατὸν ἀρτιώτερον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς του. Μοὶ δίδεται μάλιστα ἡ εὐκαιρία νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐνδιαφέρει τὰ μάλιστα τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἡ προσήκουσα παράστασις τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἐὰν δυνηθῶμεν νὰ παραστήσωμεν τὸν στρατὸν ἡμῶν ἀναλόγως τῶν μέσων τοῦ Κράτους εὐπρόσωπον, συντεταγμένον ὅσον εἶναι δυνατὸν πληρέστερον, πειθαρχοῦντα καὶ ἀποτελοῦντα ἓν ὅλον ἀδιαίρετον, μίαν δύναμιν, ἑνιαίαν βούλησιν, παρέχοντα οὕτω πιθανότητα, ὅτι θέλει παρασταθῆ ἱκανὸς ἡμέραν τινὰ, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸ ἔργον αὐτοῦ, ἐστὲ βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι τὸ ἀπόκτημα εἶναι μέγα· θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἑλκύσωμεν βλέμματα συμπαθῆ καὶ φιλικὰ πρὸς ἡμᾶς, καὶ ἂν αἱ περιστάσεις τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Εὐρώπης ἤθελον μεταβληθῆ, καὶ ἤθελεν ἐπέλθει ἡ μεγάλη κρίσις, ἡ Ἑλλὰς θέλει δυνηθῆ νὰ ἐκπληρώσῃ οὐχὶ μόνον διὰ τῶν ναυτικῶν της δυνάμεων, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν κατὰ ξηρὰν δυνάμεων αὐτῆς, ἐν συμπράξει μετὰ συμμαχικῶν στρατῶν, τὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐν τῷ κόσμῳ. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἀφεθῆτε ὑπὸ τὸν ἐπηρεασμὸν τῶν περὶ ἐλλείμματος σκέψεων καὶ δισταγμῶν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἐλλείμματος τοσοῦτον μικροῦ, νὰ μὴ σταματήσητε εἰς τὸ ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον βαίνομεν, ὅπως δυνηθῆτε νὰ καταστήσητε τὸν στρατὸν τῆς Πατρίδος ἀρτιώτερον. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων).
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ συζήτησις εἶναι περατωμένη. Οἱ ὑποβαλόντες τὰ τροπολογίας ἐπιμένουσιν, ἢ μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀποσύρουσιν αὐτάς;
§314ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀποσύρουσιν αὐτάς.
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ ἀντιστράτηγοι καὶ ὑποστράτηγοι ἔχουσιν ὅριον ἡλικίας 70 ἔτη. Οἱ ἀντισυνταγματάρχαι;
§317Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). 63 οἱ ταγματάρχαι, 65 οἱ ἀντισυνταγματάρχαι, 68 οἱ συνταγματάρχαι.
§318ΜΑΝΕΣΗΣ. 67.
§319ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Διατί; Θέλετε νὰ τοὺς πετάξητε προτήτερα; 68.
§320ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. 67.
§321ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Θέλετε νὰ πετάξητε τοὺς ἀνθρώπους! νὰ μὴ ἔχουν ψωμὶ νὰ φᾶνε αὐτοί, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἐδίδαξαν!
§322ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν νομίζετε καλλίτερον, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀφεθῇ δι’ αὔριον ἡ ψηφοφορία.
§323ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου ΑΛϚʹ τῆς 22ας Ἰουνίου 1882 περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν ἐν τοῖς διαφόροις βαθμοῖς ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑξῆς: «Ἄρθρον 1. Οἱ κεκτημένοι τὸ πρὸς σύνταξιν ἀποστρατείας δι’ ἀρχαιότητα ὑπηρεσίας δικαίωμα ἀξιωματικοὶ τίθενται εἰς ἀποστρατείαν ἅμα φθάσωσι τὸ ἑξῆς ὅριον ἡλικίας· οἱ ἀντιστράτηγοι καὶ ὑποστράτηγοι τὸ 70 ἔτος, οἱ συνταγματάρχαι τὸ 67, οἱ ἀντισυνταγματάρχαι τὸ 65, οἱ ταγματάρχαι τὸ 63, οἱ λοχαγοὶ τὸ 56, οἱ ὑπολοχαγοὶ τὸ 52 καὶ οἱ ἀνθυπολοχαγοὶ τὸ 50, συμπεπληρωμένον δι’ ἅπαντας.»
§325ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Διὰ τοὺς συνταγματάρχας νὰ τεθῇ τὸ 68. (Θόρυβος).
§326ΣΤΑΗΣ. Ἔχω μίαν ἀπορίαν. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1882, ἄρθρον 5ον, εἶχε δοθῆ παράτασις προθεσμίας ἐπὶ 4 ἔτη. Θὰ ἰσχύῃ ἡ διάταξις αὕτη ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου;
§327Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§328ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ ἡ δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§329ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν ἀρκεῖ ν’ ἀναγραφῇ μόνον ἡ δήλωσις εἰς τὰ πρακτικά, ἀλλὰ δέον νὰ ἀναφέρηται καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅτι παραδέχεται τὴν ἀναγραφὴν ταύτην. Διὸ παρακαλῶ νὰ προστεθῇ τοῦτο.
§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀναγραφὴν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ;
§331ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἀνεγνώσθη, εἰς τρίτην συζήτησιν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς ἐξαγορὰν ὑποχρεώσεων καθυστερουμένων κληρωτῶν τῶν πρὸ τοῦ ἔτους 1894, συμπεριλαμβανομένου, ἀπογραφῶν καὶ διαθέσεως τῶν ἐξ αὐτῶν εἰσπραχθέντων ἢ εἰσπραχθησομένων χρημάτων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 2 καὶ 20′ π. μ. τῆς ἐπιούσης.