| 1847 | Ταχυδρομικῶν βοηθῶν | Αʹ | τάξεως | |
| 1848 | » » | Βʹ | » | |
| 1849 | Τηλεγραφικῶν » | Αʹ | » | |
| 1850 | » » | Βʹ | » | |
| 1851 | Ταχυδρομικῶν διανομέων | Αʹ, Βʹ καὶ Γʹ | τάξεως | |
| 1852 | Τηλεγραφικῶν » | » » » » | » ἐμμίσθων. |
1896.12.14
4.831 στίχοι · 37.968 λέξεις · 1 πίνακας · 397 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
Τῆς 14 Δεκεμβρίου 1896.
(Σάββατον)
Ὥρα 4 καὶ 25′ μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Α. Τόμαν).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ κοινότης Μαζεΐκων τοῦ δήμου Κλειτορίας δι’ ἀναφορᾶς της ἐξαιτεῖται, ὅπως ζητηθῇ λογοδοσία τῆς διαχειρίσεως τοῦ δημάρχου Κλειτορίας. Ἡ αὐτὴ κοινότης δι’ ἑτέρας ἀναφορᾶς ἐξαιτεῖται, ὅπως ἀπαγορευθῇ ἡ βόσκησις, ξύλευσις καὶ ὑλοτομία εἰς τὸ δάσος τῆς περιφερείας Μάζι τῶν Μαζεΐκων. Ὁ ἐξ Ἰθάκης βουλευτὴς κ. Κ. Πεταλᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ὁπλιτῶν τῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐκπλεόντων πλοίων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 200). Συμφώνως πρὸς τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, τὸ Προεδρεῖον ὥρισε τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις θέλει ἐπιληφθῆ τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐκκρεμῶν περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου νομοσχεδίων, θέλει δὲ, συνῳδὰ τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, ὑποβάλει τὴν γνωμοδότησιν αὐτῆς πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συγκροτεῖται ἀπὸ τοὺς κ. κ. Ι. Μπακόπουλον, Ἀλέξ. Πετσάλην, Δ. Βότσην, Ι. Πετρίδην, Π. Ζούζουλαν, Π. Μερλόπουλον καὶ Σ. Σκουλούδην.
§2ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ συμπεριληφθῶσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ οἱ εἰσηγηταὶ τῶν νομοσχεδίων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων συζητοῦσα ἡ ἐπιτροπὴ, θὰ καταρτίσῃ ἴσως νέον νομοσχέδιον· αὐτοὶ θὰ ἠδύναντο νὰ δώσωσι διαφόρους πληροφορίας εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἐπεξεργασθῶσι τὰ νομοσχέδια παρὰ τρίτων μὴ εἰσαγαγόντων νομοσχέδια τοιαῦτα, καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐλήφθη τὸ μέτρον, ἵνα οὐδεὶς συμπεριληφθῇ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκ τῶν εἰσαγαγόντων νομοσχέδια περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καταθέτω δήλωσιν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται νὰ προστεθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 ποσὸν ἴσον μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς δέον νὰ προστεθῇ ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῆς χορηγίας πρὸς τοὺς ὑποτρόφους τοὺς δασικοὺς ἀπὸ 200 εἰς 250 φράγκα δι’ ἕκαστον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 201). Ὁ βουλευτὴς Κραναίας κ. Ι. Τζανετάτος Φωκᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ ἀναδρομικῆς ἰσχύος τοῦ περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως ἐν τῇ καταγινωσκομένῃ ποινῇ νόμου ͵ΒΙΔʹ τῆς 11 Ἰουλίου 1892. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 202).
§6ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω πληροφορίας τινὰς, ζητηθείσας ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου κ. Βούλτσου.
§7ΡΑΖΕΛΟΣ. Καὶ κατὰ τὰς προηγουμένας συνόδους τῆς Βουλῆς ἀπηύθυνα ἐπανειλημμένας συστάσεις πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργὸν περὶ ὑποβολῆς νόμου καθορίζοντος τὴν εἰς χρυσὸν πληρωμὴν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ναυτῶν, τῶν ὑπηρετούντων εἰς πλοῖα ἀποστελλόμενα εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως τῶν Ναυτικῶν, μολονότι πληθὺς ναυτικῶν νομοσχεδίων ὑπεβλήθη, δὲν εὐηρεστήθη νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον. Τὸ 1887, κύριοι συνάδελφοι, ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁ νόμος ΑΥΝʹ, κατὰ τὸν ὁποῖον ὡρίσθη, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ὑπολογιστῶν, τῶν ὑπηρετούντων εἰς πλοῖα ἐκπλέοντα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, πληρόνονται εἰς χρυσὸν, ἐπὶ πλέον δὲ ἐχορηγήθησαν καὶ ἐπιμίσθια εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, εἰς χρυσὸν καὶ ταῦτα πληρονόμενα. Ὁ νόμος ὅμως αὐτὸς οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ πληρωμῆς τῶν μισθῶν τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν ναυτῶν, οἱ ὁποῖοι τοιουτοτρόπως ἐξακολουθοῦσι πληρονόμενοι εἰς χαρτίνας δραχμὰς, καὶ ἑπομένως ἡ ὑπερτίμησις τοῦ νομίσματος καταλογίζεται εἰς βάρος των· τοιουτοτρόπως δὲ οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οἱ ναῦται, οἱ εὑρισκόμενοι ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὄχι μόνον ἀξιοπρεπῶς δὲν δύνανται νὰ συντηρηθῶσιν, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὰς ἀπολύτους αὑτῶν ἀνάγκας νὰ ἐπαρκέσωσιν. Ἐπὶ παραδείγματι ὁ μισθὸς ἑνὸς ναύτου, ὁ ὁποῖος ἀνέρχεται εἰς 25 δραχμὰς, μετὰ τῶν κρατήσεων καταβιβάζεται εἰς ποσὸν 7 δραχμῶν καί τινων ἑκατοστῶν, ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰς χρυσὸν καταντᾷ νὰ φθάνῃ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν τεσσάρων δραχμῶν. Φαντάσθητε, ἐὰν ἦναι δυνατὸν μὲ 4 δραχμὰς εἷς ναύτης νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀπολύτους αὑτοῦ ἀνάγκας! Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἡ βάσις τοῦ νόμου εἶναι ἄδικος, ὅσον ἐπέρχεται διάκρισίς τις, διότι π. χ. οἱ ὑπολογισταὶ λαμβάνουσι τὸν μισθὸν αὑτῶν εἰς χρυσὸν, οἱ ἀρχικελευσταὶ ὅμως, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἰσόβαθμοι μὲ τοὺς ὑπολογιστάς, λαμβάνουσι τὸν μισθὸν αὑτῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Νομίζω, ὅτι τοῦ ἀτόπου τούτου παρίσταται ἐπείγουσα ἀνάγκη διορθώσεως, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, ὡς λέγεται, πρόκειται ν’ ἀποσταλῶσιν ἀλληλοδιαδόχως τὰ θωρηκτὰ ἡμῶν εἰς τὴν Εὐρώπην. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζεται, ὅτι καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οἱ ναῦται οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς πλοῖα ἐκπλέοντα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, θὰ πληρώνωνται εἰς χρυσὸν τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐκπλεύσωσιν ἐκ τοῦ λιμένος τὰ πλοῖα μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐπανόδου αὐτῶν. Τὴν πρότασιν ταύτην ἔχουν ὑπογράψει καὶ οἱ βουλευταὶ κ. κ. Παπαμιχαλόπουλος καὶ Φιλάρετος.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 204).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Καρδίτσης βουλευτὴς κ. Βελλίνης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Γεωργικοῦ ταμείου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 203).
§10Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὅλαι αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἐξ Οἰτύλου ἀξιοτίμου συναδέλφου εἰσὶ λίαν σοβαραὶ καὶ δίκαιαι, διότι ἀληθῶς οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οἱ ναῦται τοῦ στόλου, οἱ ἐν τῇ ἀλλαδαπῇ διατρίβοντες, ὑποφέρουσιν, ὡς ἐκ τῆς πληρωμῆς τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν οὐχὶ εἰς χρυσόν. Καὶ ἀληθῶς ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται περὶ τούτου νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα, ὅταν δυνηθῇ, ἐλπίζομεν δὲ, ὅτι θέλομεν φθάσει εἰς εὐάρεστον ἀποτέλεσμα, καθόσον ἀναγνωρίζομεν τὰς δικαίας παρατηρήσεις τοῦ ἐξ Οἰτύλου κ. Βουλευτοῦ, περὶ ὧν ἡ ὑπηρεσία ἄλλως πρὸ πολλοῦ ἔχει σκεφθῆ, ἵνα προνοήσῃ κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων καὶ τῶν ναυτῶν τοῦ στόλου.
§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν εὐηρεστεῖτο νὰ ἐκφρασθῇ μᾶλλον ὡρισμένως περὶ τοῦ ζητήματος τούτου· διότι ἡ ἔκφρασις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ περὶ τούτου μέτρα, ὅταν δυνηθῇ, εἶναι πολὺ ἀόριστος καὶ ἰσοδυναμεῖ πρὸς τὴν ἐκ τοῦ προτέρου ἀπόκρουσιν καὶ ἀπόῤῥιψιν τῆς παρ’ ἡμῶν ὑποβληθείσης προτάσεως νόμου. Ἂν ὅλοι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους εὐφραδῶς παρέστησεν ὁ ἐξ Οἰτύλου ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ραζέλος, παραλειφθῶσιν, εἶναι ἀρκετὸς ὁ λόγος τῆς ἀξιοπρεποῦς παραστάσεως τῶν ἡμετέρων ὑπαξιωματικῶν, τῶν εὐσταλῶν καὶ γενναίων τούτων ἀνδρῶν τοῦ ναυτικοῦ μας, ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἵνα παρακινήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐν γένει, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ πάντων, νὰ προβῇ εἰς τὴν λῆψιν τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν προετείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ. Εἶναι σπουδαιότατος λόγος. Ἀνεγράφη καὶ ἀνηγγέλθη ἐπανειλημμένως, ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οἱ ναῦταί μας ἠναγκάσθησαν νὰ συλλέξωσιν ἀπὸ τὰς ὁδοὺς ἀποτσίγαρα, ἵνα καπνίσωσι, μὴ ἐπαρκοῦντες εἰς τὰς στοιχειωδεστάτας αὐτῶν ἀνάγκας, ὄχι ἀπολαύσεις τοῦ βίου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ πάλιν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα.
§12ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον ἐπιστολὰς, διατραγῳδούσας τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῶν ἡμετέρων ναυτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, προκειμένου νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πρὸς καθαρισμὸν ἢ ἐπισκευὴν τῶν πλοίων ἡμῶν. Ἐὰν δὲν ληφθῇ ἄλλος λόγος ὑπ’ ὄψιν, βεβαίως ὁ λόγος τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας νομίζω ὅτι ἀρκετὰ βαρύνει, ὅπως ἡ Κυβέρνησις σπεύσῃ νὰ λάβῃ τὸ τοιοῦτον μέτρον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι ἐφρόντισεν ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν δικαίαν ταύτην ἀπαίτησιν τῶν ἀνδρῶν τοῦ στόλου ἡμῶν.
§13Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶπον νὰ μελετήσω, ὄχι νὰ ἱκανοποιήσω.
§14ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ τοὺς ναύτας, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ ἀξιοπρεποῦς παραστάσεως ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑπομνήσω σύστασίν τινα, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄλλοτε ἀπηύθυνεν εἰς διαφόρους προηγουμένας συνόδους τῆς Βουλῆς, καὶ ἐγὼ αὐτὸς ὑπέμνησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον, ὅτι δηλαδὴ πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον καὶ διὰ τοὺς προξενικοὺς ἡμῶν ὑπαλλήλους. Οἱ προξενικοὶ ἡμῶν ὑπάλληλοι, οἱ ἔμμισθοι, κατ’ ἐξοχὴν εἶναι τοποθετημένοι ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἐν τῇ Ἀνατολῇ δὲ τὸ πρῶτον καὶ κύριον ἐπιβάλλον εἰς τὰς ἐκεῖ ἀρχὰς εἶναι ἡ ἀξιοπρεπὴς παράστασις τῶν ἀντιπροσώπων ἡμῶν. Περὶ ἀξιοπρεποῦς δὲ παραστάσεως, ἐν ὅσῳ οἱ προξενικοὶ ἡμῶν ὑπάλληλοι μισθοδοτοῦνται εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γείνῃ. Καὶ ἄλλοτε ἀνέφερον, καὶ νῦν ἐπαναλαμβάνω παραδείγματα τοιαῦτα. Προξενεῖα ἡμῶν, ἐλλείψει τῶν μέσων νὰ διατηρῶσι καταστήματα κἄπως εὐπρόσωπα, κατέφυγον μὲ τὰ γραφεῖά των εἰς ἐμπορικὰ καταστήματα, εἴς τι μέρος μάλιστα εἰς παντοπωλεῖον! Νομίζω, ὅτι τοῦτο προσκρούει εἰς τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἀξιοπρέπειαν. Ὑπέδειξα ἄλλοτε, ὅτι ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νόμου τοῦ 1878, διὰ τοῦ ὁποίου ηὐξάνοντο τὰ προξενικὰ τέλη, ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ῥητὴν ὑποχρέωσιν, ὅτι τὴν αὔξησιν θὰ τὴν διαθέσῃ πρὸ παντὸς εἰς ὑλικὴν ἀποκατάστασιν καλλιτέραν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀντιπροσώπων ἡμῶν καὶ εἰς τὴν ἀποτελεσματικωτέραν προστασίαν τῶν συμφερόντων τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων. Λοιπὸν ἔχει ἀναλάβει τὸ Κράτος τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν ἡμετέρων ὑπηκόων, οἵτινες τόσον ὑπέρογκα τέλη καταβάλλουσι. Πλὴν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης τὸ Κράτος, νομίζω, ἔχει τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, νὰ παραστήσῃ τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἀντιπροσωπείαν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὅσον οἷόν τε ἀξιοπρεπεστέραν. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσε διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι νομίζει, καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, ἐν αἷς διατελοῦμεν, ὅτι δύναται νὰ σκεφθῇ περὶ ἀξιοπρεπεστέρας παραστάσεως τῶν ἡμετέρων ὑπαξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, πρέπει αὐτὴ νὰ σκεφθῇ καὶ περὶ ἀξιοπρεπεστέρας παραστάσεως τῶν ἡμετέρων προξένων. Οἱ κατώτεροι ὑπάλληλοι, οἱ γραφεῖς, μισθοδοτοῦνται πρὸς 200 φράγκα εἰς χρυσὸν, ὑπάλληλοι δὲ ἀνώτεροι, ὡς οἱ γραμματεῖς, ἔχουσι μισθὸν 250 μέχρι 350 δραχμῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Οὕτω δὲ οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καὶ ἔξοδα παραστάσεως, λαμβάνουσι κατώτερον μισθὸν τῶν γραφέων, καὶ δὲν ἔχουσι τὰ μέσα οὔτε νὰ ζήσουν, ὄχι νὰ παρασταθῶσιν ἀξιοπρεπῶς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐθνικὴ ἀνάγκη ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ καὶ λάβῃ ὅσον οἷόν τε τάχιον ἓν μέτρον.
§15ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἄλλοτε ἐσύστησα καὶ ἐγὼ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εἰς χρυσὸν καταβολὴν τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ναυτῶν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ παραμενόντων μετὰ τῶν θωρηκτῶν ἡμῶν. Εἶναι μεγίστη ἡ ἀδικία, ἡ προσγινομένη εἰς τοὺς ἄνδρας αὐτοὺς διὰ τῆς καταβολῆς τοῦ μισθοῦ αὐτῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἡ ἀδικία εἶναι ἔτι μεγαλειτέρα, ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς ὅλον τὸ λοιπὸν προσωπικὸν τοῦ πληρώματος ὁ μισθὸς καταβάλλεται οὐ μόνον εἰς χρυσὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς διπλοῦν, καὶ δίδεται καὶ διπλῆ τράπεζα. Καὶ ἄλλοτε παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου, ὅπως τὰ πλοῖα ἡμῶν διαμένωσιν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον χρόνον. Ἐκ τῆς πολυχρονίου διαμονῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τῶν πλοίων ἡμῶν μεγάλη ζημία γίνεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ταὐτοχρόνως γεννῶνται καὶ τὰ παράπονα τῶν ναυτῶν καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ θὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις, ἵνα παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δικογραφίαν τῆς δίκης, ἡ ὁποία εἶναι ἐκκρεμὴς μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν κληρονόμων τοῦ μακαρίτου Σκουζὲ, διότι εἶναι σχετικὴ μὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἦτο πέμπτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, σήμερον δὲ εἶναι 48ον.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι ἐζητήθησαν ἔγγραφα.
§17ΣΤΑΗΣ. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσαγάγῃ ταχέως τὴν δικογραφίαν ταύτην. Ὡς γνωστὸν, ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, πρόκειται δὲ περὶ ὑποθέσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐξαναγκάσῃ τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ μέγα ποσόν. Ὡς γνωρίζετε, τὸ Δημόσιον ἦτο κληρονόμος τῆς δουκίσσης τῆς Πλακεντίας καὶ συνιδιοκτήτης μετὰ τοῦ μακαρίτου Σκουζὲ. Μετὰ μακροὺς δικαστικοὺς ἀγῶνας, — Ὁμηρικούς, δύναμαι νὰ εἴπω, — κατωρθώθη ἡ διανομὴ τῆς περιουσίας ταύτης, καὶ τὸ Δημόσιον ἔλαβε τὸ ἐλάχιστον μέρος, τὴν δὲ μερίδα τοῦ λέοντος, ὡς πάντοτε, ἔλαβον οἱ ἀντίδικοι. Μεταξὺ τῶν διανεμηθέντων καὶ καταλογισθέντων εἰς ὄφελος τῶν κληρονόμων Σκουζὲ καταλέγονται καὶ 33,000 πήχεις ἐντὸς τοῦ χώρου τοῦ Ζαππείου. Ἐξ αὐτῶν 16,000 πήχεις παράκεινται πρὸς τὸ οἰκόπεδον καὶ τὴν οἰκίαν Ὀρφανίδου, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται ἐν τῷ μνησθέντι νομοσχεδίῳ. Σήμερον τὸ Ἐφετεῖον ζητεῖ διὰ πραγματογνωμόνων νὰ προσδιορισθῇ ἡ τιμὴ τοῦ πήχεως τοῦ γηπέδου τῶν 16,000 τῶν παρακειμένων πρὸς τὸ οἰκόπεδον Ὀρφανίδου. Ἤκουσα μάλιστα, — δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἦναι ἀληθὲς — ὅτι μάρτυρες προὐτάθησαν παρὰ τῶν κληρονόμων Σκουζὲ αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἰδιοκτῆται τῆς οἰκίας καὶ τοῦ οἰκοπέδου Ὀρφανίδου, καὶ αὐτοὶ οὗτοι βεβαιοῦσι, ποία εἶναι ἡ ἀξία τοῦ κτήματος. Ἐάν τις ἐπιβεβαιώσῃ, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ πήχεως εἶναι 50 δραχμῶν, εὐθὺς τὸ Δημόσιον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ καταβάλῃ 800,000 δραχμὰς, τὴν ἀξίαν τῶν 16,000 πήχεων. Πλὴν τούτων δὲ, ὀλίγον κατωτέρω ὑπάρχει χῶρος ἐξ 26,000, νομίζω, πήχεων, ὁ ὁποῖος θ’ ἀποζημιωθῇ διὰ τῆς αὐτῆς τιμῆς τῶν 50 δραχμῶν. Σήμερον διὰ τῆς ἀγωγῆς οἱ κληρονόμοι Σκουζὲ ζητοῦσι παρὰ τοῦ Δημοσίου δρ. 1,860,000 καὶ τόκους δὲ 1,000,000, ὥστε ἐν ὅλῳ 2,860,000 δρ. Ἅμα δ’ ὡς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ κυρωθῇ, πάραυτα τὸ Δημόσιον θ’ ἀναγκασθῇ νὰ καταβάλῃ τὸ ποσὸν τοῦτο. Πιθανὸν ταῦτα νὰ μὴ ἔχωσιν ὅπως τὰ ἐξέθηκα· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ τὴν δικογραφίαν, ἵνα μελετήσῃ αὐτὴν ἡ Βουλή, καὶ ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἰς τρίτην καὶ τελευταίαν ἀνάγνωσιν. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος κήδεται τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, θὰ σπεύσῃ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν παράκλησίν μου ταύτην.
§18ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠθέλησα ἀπὸ προχθές, ὅτε ἕτερος συνάδελφος, συζητῶν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀγορᾶς τῆς οἰκίας Ὀρφανίδου, ἐνόμισε πρέπον νὰ κάμῃ μνείαν περὶ δικῶν ὑφισταμένων μεταξὺ ἡμῶν, τῶν κληρονόμων τοῦ πατρὸς ἡμῶν, καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, νὰ ἐξηγήσω τὰ πράγματα, ἵνα ἀφαιρέσω πᾶσαν ὑπόνοιαν, ὅτι ὑπάρχει οἱαδήποτε σχέσις μεταξὺ τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου καὶ τῆς δίκης ἐκείνης. Σήμερον ὅμως, ὅτε ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς ἐνόμισε πρέπον νὰ ἀναφέρῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, καὶ ἰδίως νὰ ἐκθέσῃ ὅπως καὶ ὅσα αὐτὸς νομίζει γεγονότα, τόσον ὀλίγην σχέσιν ἔχοντα πρὸς τὴν ἀλήθειαν,—διότι εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἐπῆλθεν ὁμηρικὸς ἀγὼν, καθ’ ὅν, ὡς συνήθως, ἐλάχιστον μέρος ἔλαβε τὸ Δημόσιον, τὴν δὲ μερίδα τοῦ λέοντος, ὡς πάντοτε, οἱ ἰδιῶται,—ἄν καὶ πιστεύω ὅτι δὲν θὰ ἦναι πολλοὶ οἱ πιστεύοντες εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ, δύναται ὅμως νὰ εὑρεθῇ καί τις, εἴτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἴτε ἐκτὸς αὐτῆς, ὅστις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ὑπάρχει ἐλάχιστον μόριον ἀκριβείας ἐν τούτοις, καὶ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα κατήντησεν ὅλως διόλου προσωπικόν, νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις. Ἐν πρώτοις τὸ Δημόσιον, οὐχὶ ἐκληρονόμησεν, ἀλλ’ ἠγόρασε μετὰ τοῦ πατρός μου ἐξ ἡμισείας καὶ ἐξ ἀδιαιρέτου τὰ κτήματα τῆς δουκίσσης τῆς Πλακεντίας. Δὲν εἶναι ἀληθές, ὡς ὑπηνίξατο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὅτι μετὰ ὁμηρικὸν ἀγῶνα τὸ Δημόσιον κατώρθωσε νὰ λάβῃ ἐλάχιστον μέρος τῆς εἰρημένης περιουσίας. Ἡ περὶ διανομῆς δίκη ἤρξατο τῇ αἰτήσει τοῦ ἑτέρου τῶν συνιδιοκτητῶν, ἤτοι τοῦ πατρός μου. Ὡς συνήθως, ἐν δίκαις τοῦ Δημοσίου δὲν γίνεται ἰδιωτικὴ διανομή, ἀλλὰ διανομὴ δικαστική, τουτέστι διὰ τριῶν πραγματογνωμόνων, διοριζομένων ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου. Ἔγεινε λοιπὸν τοιαύτη δικαστικὴ διανομή, διορισθέντων τριῶν ἐκ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ Μηχανικοῦ. Ἑπομένως ἡ διανομὴ ἐβασανίσθη καθ’ ὅλους τοὺς νομίμους τύπους. Ὥστε δὲν ἔχει οὔτε ἴχνος ἀληθείας ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, ὅτι ἐλάχιστον μέρος ἔλαχεν εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ δὲ μέγιστον μέρος εἰς τοὺς ἀντιδίκους. Δύναμαι δὲ νὰ σᾶς ἀναφέρω, περὶ τοῦ πῶς ἐγένετο ἡ διανομή, ἓν ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ἐὰν ἐβλάβησαν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἢ τὰ τοῦ συνιδιοκτήτου πατρός μου. Ἀπὸ τὰ γήπεδα, τὰ ὁποῖα διενεμήθησαν ἐκεῖ, ὅπου κεῖται ὁ στρατὼν τοῦ πυροβολικοῦ, ἔγειναν δύο μερίδες· οἱ πραγματογνώμονες ἔκαμον δύο κλήρους, καὶ ἐνώπιον τοῦ εἰσηγητοῦ ἔγεινεν ἡ κλήρωσις. Ἡ μία μερὶς ὤφειλε νὰ ἔχῃ, νομίζω, 10,000 πήχεις, καὶ ἡ ἑτέρα ἐπίσης 10,000. Ἀφοῦ ἔγεινεν ἡ κλήρωσις ἐπὶ τῇ βάσει σχεδίου τῶν πραγματογνωμόνων, ὁ πατήρ μου, θελήσας νὰ διαιρέσῃ εἰς τεμάχια τὰ λαχόντα αὐτῷ γήπεδα, εὑρίσκει ὅτι, ἀντὶ 10,000 πήχεων, ἔλαχον εἰς αὐτὸν 2,000 πήχεις ὀλιγώτερον παρὰ εἰς τὸ Δημόσιον· ζητεῖ τὴν ἐξίσωσιν, καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου τοῦ ἀπαντᾷ: «ὅ,τι ἔγεινεν, ἔγεινεν.» Ἀπετάθη εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ἐξηκριβώθη ὅτι τῷ ὄντι οὕτως εἶχε πρᾶγμα, διότι οἱ 2,000 πήχεις εἶναι οἱ ἀπαρτίζοντες τὸ νῦν Διδασκαλεῖον, ἤτοι τὴν οἰκίαν τοῦ μακαρίτου Ῥέζερ. Ὁ νομικὸς σύμβουλος ἀναγνωρίζει, ὅτι οἱ 2,000 πήχεις κακῶς ὑπελογίσθησαν καὶ κατὰ τὴν κλήρωσιν συμπεριελήφθησαν εἰς τὸ τεμάχιον τὸ λαχὸν εἰς τὸν ἀντίδικον τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ, λέγει, ὑπάρχει παραγραφή, καὶ δὲν ἔχει πλέον τὸ δικαίωμα ὁ ἀντίδικος νὰ ζητήσῃ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτήν. Ἰδοὺ λοιπὸν, πῶς ἐβλάβησαν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν καὶ εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα. Οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει ἢ δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ἀγορὰ τῆς ἰδιοκτησίας Ὀρφανίδου πρὸς τὴν ἰδικήν μας ἀπαίτησιν, διότι ἡ ἀγορὰ αὕτη συνετελέσθη νῦν, οὐχὶ διὰ δίκης, ἀλλὰ διὰ συνεννοήσεως. Ἡ ἀπαίτησις ἡ ἰδική μας εἶναι εἰς τὰ δικαστήρια ἀπὸ 8 ἢ 9 ἐτῶν, ἑπομένως δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν οἱανδήποτε, διότι ἡ ἀπαίτησίς μας εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν κατελήφθη τὸ κτῆμα, εἰς τὰ 1886 ἢ 1887. Καὶ πῶς, Κύριοι, νομίζετε, ὅτι προσεφέρθημεν ἡμεῖς πρὸς τὸ Δημόσιον; Εἰς τὰ 1887 ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ ἐξωράϊσις τοῦ Ζαππείου διὰ τὴν προετοιμαζομένην τότε Ἔκθεσιν τοῦ 1888. Ἡ τότε ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας, νομίζω, εἶναι ἓν μέλος ἐνταῦθα, ἐζήτησε νὰ καταλάβῃ τὸν χῶρον, ἵνα ῥυμοτομήσῃ, δενδροφυτεύσῃ, σχηματίσῃ κήπους καὶ ἄλλα ἔργα, ἦλθε δὲ εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ συνεννοηθῶμεν, διὰ τὸ εὐτελὲς τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν προσέφερε. Προσέφερε 5 δραχμὰς κατὰ πῆχυν, καὶ ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἦτο δίκαιον νὰ δωρήσωμεν περιουσίαν τοῦ πατρός μας πρὸς τὸ Δημόσιον ἀπέναντι τόσον εὐτελοῦς τιμῆς. Ἐπρόκειτο ὅμως ἡ ἐξωράϊσις τοῦ Ζαππείου, καὶ οἱ δικηγόροι ἡμῶν μᾶς συνεβούλευσαν νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ τὸ καταλάβῃ τὸ Δημόσιον, δηλ. ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Ζαππείου, ἵνα τὴν ἀναγκάσωμεν νὰ ἔλθῃ εἰς συμβιβασμὸν καὶ νὰ πληρώσῃ ὅ,τι ἐνομίζετο δίκαιον...
§19ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τί ἐζητήσατε;
§20ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι· ἄλλως τε αὐτὸ εἶναι λεπτομέρεια... Ἦσαν τότε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων διάφορα ἀξιότιμα πρόσωπα, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ φίλοι ἡμῶν. Μᾶς εἶπον: «Σᾶς παρακαλοῦμεν, μὴ παρεμβάλλετε προσκόμματα, διότι ἡ ἐποχὴ σπεύδει· πρέπει νὰ διορθωθῇ ὁ χῶρος, καὶ προκειμένου περὶ τόσον ἐθνικοῦ ἔργου, δὲν ἐλπίζομεν ὅτι ὑμεῖς θὰ παρεμβάλητε προσκόμματα. Ἐὰν ἔχητε ἀξιώσεις δικαίας διὰ μεγαλειτέραν ἀμοιβήν, θὰ ἐξευρεθῇ ποῖαι εἶναι αὗται». Ἡμεῖς δὲν ἐπράξαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πᾶς ἄλλος εἰς τὴν θέσιν μας ἤθελε πράξει· νὰ ζητήσωμεν διὰ τοῦ Εἰρηνοδικείου προσωρινὰ μέτρα, καὶ νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ζαππείου νὰ προχωρήσῃ, διότι ἤθελον ἀποκλεισθῆ τοῦ ἐξωραϊσμοῦ 32,000 πήχεις, ἀνήκοντες εἰς ἡμᾶς. Δὲν ἐπράξαμεν τοῦτο, ἀλλὰ γενναίως ἀφήσαμεν τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία εἶπεν, ὅτι ἤθελε πράξει ὅ,τι εἶναι δίκαιον, ἵνα ἀποζημιωθῶμεν. Μὴ ἐπελθούσης συνεννοήσεως, ἐτράπημεν τὴν ὁδὸν τῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα μετὰ ἐπανειλημμένας ἐρεύνας καὶ πραγματογνωμοσύνας καὶ μετὰ ἐξετάσεις μαρτύρων πρόκειται ν’ ἀποφανθῶσι ποία ἡ τιμὴ, οὐχὶ ἡ σήμερον, ἀλλὰ ἡ πρὸ 8 ἢ 10 ἐτῶν. Εἰς τὰ δικαστήρια τῆς πατρίδος μας ἔχομεν πεποίθησιν, καὶ ἀναμένομεν τὴν κρίσιν αὐτῶν. Ὥστε οὐδεμίαν σχέσιν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ τιμὴ τοῦ κτήματος Ὀρφανίδου ἐπὶ τῆς δίκης, ἡ ὁποία εἶναι ἐκκρεμής. Νομίζετε ὅτι ἔχει οἱανδήποτε σχέσιν αὐτὸ, τὸ ἀπὸ ὀκτὼ ἐτῶν εὑρισκόμενον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ πρὸ τριῶν ἐτῶν διὰ μαρτύρων ἐξακριβωθὲν, μὲ τὸ ζήτημα τοῦ νομοσχεδίου; Καὶ σημειώσατε (λυποῦμαι δὲ διότι κατέρχομαι εἰς τοιαύτας λεπτομερείας, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰς εἴπω, ἵνα μὴ τυχὸν ὑφίσταταί που ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια) ὅτι οἱ μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι κατέθεσαν περὶ τῆς ἀξίας, εἶναι καὶ αὐτοὶ τοῦ Δημοσίου, οἱ μάρτυρες τῆς ἀνταποδείξεως. Αὐτοὶ κατέθεσαν ποία ἦτο ἡ ἀξία τῶν πέριξ οἰκοπέδων καὶ οἰκοδομῶν κατὰ τὰ 1886 καὶ 1887. Προσεκομίσθησαν καὶ συμβόλαια περὶ ἀγορᾶς τῶν ἀπέναντι οἰκιῶν, ἐξ ὧν ἐμφαίνεται, ὅτι ἐκεῖ ὁ πῆχυς ἐπληρώθη ἀπὸ 35 ἕως 85 δραχμὰς,—ἐννοῶ τῶν γηπέδων τῶν κειμένων ἐπὶ τῆς λεωφόρου Ἀμαλίας, διότι αὐτὴν ἀνέφερεν ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς· τὰ δύο ἄλλα μέρη κεῖνται ἐπὶ τῆς λεωφόρου Ὄλγας καὶ πλησίον τοῦ κτιρίου τοῦ Ζαππείου. Ἐκ τούτων βλέπετε πόσην ὀλίγην ὑπόστασιν ἔχει ὁ ὑπαινιγμὸς τοῦ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ, ὅτι ὑφίσταται σχέσις μεταξὺ τῆς δίκης ἡμῶν καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων καὶ τῆς ὑποθέσεως Ὀρφανίδου.
§21ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Σκουζὲς ἐνόμισεν ὅτι εἶχε καθῆκον, προκειμένου περὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Κυθήρων, νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἥτις ὑπῆρξε τὸ ἀντικείμενον αὐτῆς, καὶ οὐ μόνον νὰ ἀπαντήσῃ, ἀλλὰ νὰ εἰσέλθῃ καὶ εἰς λεπτομερείας, καὶ δὴ εἰς τὰς ἐσχάτας, καὶ ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πόσον ἐπωλήθησαν τὰ οἰκόπεδα τὰ παρακείμενα, τί εἶπον οἱ μάρτυρες τῆς ἀποδείξεως καὶ ἀνταποδείξεως, καὶ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδὲν ἕτερον ἐζήτησαν οἱ κληρονόμοι Σκουζὲ ἢ ν’ ἀποζημιωθῶσι παρὰ τοῦ Δημοσίου διὰ κτῆμα, τὸ ὁποῖον αὐτὸ κατέλαβε. Δικαιολογῶ δὲ τὸν κ. Σκουζὲν,—μολονότι δὲν εὑρίσκω πρέπον νὰ γείνῃ τοιαύτη συζήτησις—ὁμιλήσαντα, διότι εἶδεν ὅτι ἀναμιγνύεται τὸ ὄνομα αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀπορῶ διὰ τὴν σιωπὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις, εὐθὺς ὡς ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐκ Κυθήρων συνάδελφος τὴν ἐπερώτησίν του, ἡ ὁποία εἶναι ἀλλοτρία τῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς, δὲν ἀνέστη, ὅπως παύσῃ τοιαύτην συζήτησιν. Τί ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων; Ἐζήτησε νὰ προσαχθῇ δικογραφία περὶ δίκης ἐκκρεμοῦς ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν μεταξὺ τῶν κληρονόμων Σκουζὲ καὶ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ τί εἶναι ἡ Βουλή; Εἶναι ἀνώτατον δικαστήριον, ἔχον δικαιοδοσίαν ἐπὶ τῆς οὐσιαστικῆς ἐξετάσεως τοιαύτης ὑποθέσεως; ἔχει δικαιώματα ἀπέναντι τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας; καὶ δύναται νὰ ἐρευνήσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ νὰ ἴδῃ ἂν ἔχῃ δίκαιον τὸ Δημόσιον ἢ οἱ κληρονόμοι Σκουζὲ; Νομίζω ὄχι. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι πάντῃ ἀλλοτρία τῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς. Διότι, ἐὰν ἡ Βουλὴ περιήρχετο εἰς τοιοῦτον σημεῖον συγχύσεως καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων, ὥστε νὰ ἐπιλαμβάνηται τῆς ἐξετάσεως καὶ αὐτῶν τῶν ἐκκρεμῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἤθελεν ἐπέλθει ἄρδην ἀνατροπὴ τοῦ νομίμου πολιτειακοῦ καθεστῶτος. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ὑπάρχει ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ θεμελιώδους νόμου, ὁ ὁποῖος ὁρίζει τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, καὶ χαρακτηρίζει τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ὡς αὐτοτελῆ, ὡς ἔχουσαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιλαμβάνηται τῶν ὑποθέσεων τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς, καὶ κυριαρχικῶς νὰ λύῃ αὐτάς. Ἐν τῷ Συνταγματικῷ χάρτῃ καθορίζεται ἡ ἀρχὴ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, μία δὲ τούτων εἶναι καὶ ἡ δικαστική. Δὲν ἐπιτρέπεται δὲ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἢ εἰς οἰανδήποτε ἄλλην, νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς ἀλλότρια καθήκοντα. Ἠπόρησα δὲ, πῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κυθήρων προέβαλε τοιαύτην ἐπερώτησιν, ἥτις δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς. Καὶ ἀνομολογῶ μὲν, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἐξ ἀγαθῆς προθέσεως ὡρμήθη, καὶ εἶναι ἀξιέπαινος, ζητῶν νὰ ψέγῃ πᾶν τὸ ψεκτὸν, καὶ νὰ καταδεικνύῃ ὅπου ὑπάρχει σκάνδαλόν τι καὶ ἄτοπον, ἵνα προκαλῇ τὴν θεραπείαν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐν τῷ ὑπερμέτρῳ τούτῳ ζήλῳ ὁ κ. συνάδελφος ἔσφαλε, καὶ ἀπεπλανήθη ἔξω τῆς κεκανονισμένης εἰς τὸν Βουλευτὴν ὁδοῦ, εἰσελθὼν εἰς ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τῆς ἁρμοδιότητος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἠπόρησα, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος περὶ τὰ ζητήματα ταῦτα, τὰ θίγοντα αὐτὰ τὰ θεμέλια τοῦ νομίμου καθεστῶτος τῆς Πολιτείας ἡμῶν, εἶναι λίαν προσεκτικός, δὲν ἠγέρθη νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις ἀλλοτρία τῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς.
§22ΣΤΑΗΣ. Ὁποίαν γνώμην ἔχει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μεσσήνης περὶ τῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων τοῦ Βουλευτοῦ, δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐξετάσω, οὐδὲ νὰ μάθω ἐπιθυμῶ, διὰ ποίους λόγους συνηγόρησεν εἴτε ὑπὲρ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἴτε ὑπὲρ ἄλλων κληρονόμων, καὶ ἠθέλησε νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, πρὶν ἢ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ διὰ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων. Ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδόλως ὑπερέβην τὰ ὅρια καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Βουλευτοῦ. Ἠθέλησα νὰ καταδείξω τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος μὲ ἠνάγκασε νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὴν κατάθεσιν τῆς δικογραφίας. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ 48ον ἀντικείμενον ἔχει ὡς θέμα τὴν ἐξαγορὰν τοῦ οἰκοπέδου τοῦ μακαρίτου Ὀρφανίδου. Σχετικῶς πρὸς τὴν ἀγορὰν ταύτην, πρόκειται νὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔχω, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν νὰ ᾖναι καὶ ἐσφαλμέναι· ἀλλ’ ἵνα τοῦτο ἀκριβῶς βεβαιωθῇ, ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῆς σχετικῆς δικογραφίας. Ἔτυχεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην νὰ ἀναμιγνύηται τὸ ὄνομα τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ ἀναφέρω αὐτό. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἀνῄρεσε τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα· διότι ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου, διὰ τῆς ὁποίας ἐγένετο ἡ διανομή, καὶ ὅτι οἱ ἰδιῶται ἔλαβον τὴν μερίδα τοῦ λέοντος. Τοῦτο εἶναι πραγματικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ πιστοποιηθῇ· ἐὰν ὅμως δὲν ἔχῃ οὕτω τὸ πρᾶγμα, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι αἱ πληροφορίαι μου δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς. Ἀλλ’ ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ἐξέθεσεν ὅ,τι ἐξέθεσεν. Ἀλλὰ δὲν ἀνῄρεσεν ὅσα εἶπον ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Τουτέστιν, ὅτι εὐθύς, ὡς ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὸ νομοσχέδιον, τὸ Δημόσιον θὰ πληρώσῃ πρὸς τοὺς κληρονόμους Σκουζὲ 1,860,000 δραχμάς. Ταῦτα ἐγὼ ἀνέφερα, καὶ ταῦτα ἀναφέρονται ἐν τῇ δικογραφίᾳ, καὶ δὲν ἀνῃρέθησαν. Ταῦτα διὰ τῆς δικογραφίας πρόκειται νὰ βεβαιωθῶσι. Ποῦ εὑρίσκει λοιπὸν τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Βουλευτοῦ εἰς ἀλλότρια καθήκοντα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, ἀπορῶ. Σήμερον ἐξετάζονται μάρτυρες περὶ τῆς ἀξίας τοῦ οἰκοπέδου, καὶ ἐξετάζονται, ὡς ἤκουσα, αὐτοὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου· τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Βουλή, λόγῳ τῶν μεγάλων ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας προσέφερεν εἰς τὸ ἔθνος ὁ ἀοίδιμος Ὀρφανίδης, νὰ προβῇ εἰς ἱκανοποίησιν τῆς οἰκογενείας του. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου μόνον, ὡς πάντες δύνασθε νὰ ἴδητε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ κατάθεσις τῆς δικογραφίας οὐ μόνον δὲν θὰ ζημιώσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Δὲν πρόκειται περὶ ποινικῆς ὑποθέσεως· οὔτε διεξάγονται ἀνακρίσεις, ἢ θὰ ζημιωθῶσιν ἄλλως τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας διὰ τῆς καταθέσεως τῆς δικογραφίας, ὅτε καὶ μόνον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προσαγωγὴ τῶν αἰτουμένων ἐγγράφων. Ἐλπίζω ἑπομένως, ὅτι θὰ ἔχωμεν τὴν δικογραφίαν πρὸ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου.
§23ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Νομίζω ὅτι λίαν σαφῶς, ἂν καὶ δὲν ἤμην ὑπόχρεως, ἀπήντησα εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὡς πρὸς τὰς σχέσεις τῆς μιᾶς ὑποθέσεως πρὸς τὴν ἄλλην. Ἰσχυρίσθη ὅτι δὲν ἀπήντησα καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι μου, διότι, ἔλεγεν, ὅτι «σήμερον ἐξετάζονται μάρτυρες περὶ τῆς ἀξίας». Ἐνταῦθα ὑπάρχει μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ σᾶς εἴπῃ, ἂν λέγω ἀκριβῆ. Διότι δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις, ὁ ὁποῖος ἀμφιβάλλει περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περὶ ἀγορᾶς τῆς οἰκίας Ὀρφανίδου καὶ τῆς ἄλλης ὑποθέσεως, τῆς ὁποίας οἱ μάρτυρες ἐξητάσθησαν πρὸ τριῶν ἐτῶν. Εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) κάθηνται δικηγόροι, οἵτινες θὰ γνωρίζωσιν ἐκ τῶν δικαστηρίων τὰ τῆς ὑποθέσεως, καὶ δύνασθε νὰ ἐρωτήσητε αὐτούς.
§24ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἡ πρώτη ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ ἀπαντήσω, διότι τρόπον τινὰ ἐξήνεγκε παράπονον ἢ αἰτίασιν, ὅτι, προκειμένου περὶ ἀγορᾶς τῆς οἰκίας Ὀρφανίδου, ἀνέμιξα τὸ οἰκογενειακὸν ὄνομα αὐτοῦ. Βεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅτι, ἂν ἔπραξα τοῦτο, τὸ ἔπραξα, ὅπως ὁρίσω τοὺς ἀντιδίκους τοῦ Δημοσίου. Οὐδόλως διῆλθεν ἀπὸ τὸν νοῦν μου ὑπόνοια τις εἴτε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε κατ’ αὐτοῦ προσωπικῶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη πρὸς σκοπὸν ἀλλότριον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐνδεικνύεται ἐν αὐτῷ. Πράγματι δὲ προχθὲς ἀνέφερα τὰς δίκας τῶν κληρονόμων Σκουζὲ, ὡς καὶ τὴν δίκην Χατζηδημητρίου, ἵνα ὑποδείξω ποῖον κίνδυνον διέτρεχον τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἰσήχθη, μετὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς αἰτιολογικῆς, μεθ’ ἧς συνωδεύετο. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀμφισβητῶ πρὸς τὰς γνώμας τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, εἶναι τὸ ἀκόλουθον. Ἐγὼ ἰσχυρίσθην, ὅτι ἀποζημίωσις δὲν ὀφείλεται ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς λεγομένης καταλήψεως, τῆς ὑλικῆς καταλήψεως, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, ἀφ’ ἧς διὰ νόμου περιωρίσθη τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος κατὰ βαθμὸν μικρὸν ἢ μέγαν. Ἐπειδὴ δὲ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ τῆς συνοδευούσης αὐτὸ ἐκθέσεως ὑπεδεικνύετο ἡ γνώμη, ὅτι ἀποζημίωσις ὀφείλεται ἀπὸ τῆς λεγομένης ὑλικῆς καταλήψεως, δι’ αὐτὸ ἐγὼ ἐπολέμησα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, φρονῶν ὅτι, γιγνομένης δεκτῆς τῆς γνώμης ταύτης, ἦτο δυνατὸν, καὶ εἶναι δυνατὸν, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ τὸ φρονῶ, νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ γνώμη τοῦ δικαστηρίου, διότι ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, πάντες γνωρίζομεν, ὅτι χρησιμεύει πλειστάκις ὡς στοιχεῖον ἑρμηνευτικὸν τοῦ νόμου. Καὶ ταῦτα μὲν, ὅπως ἐξηγήσω τὸν λόγον, δι’ ὃν ἀνεμίχθη ἐν τῇ ὁμιλίᾳ μου τὸ ὄνομα τῶν κληρονόμων Σκουζέ. Ὀφείλω δὲ μίαν ἄλλην ἀπάντησιν πρὸς τοὺς λόγους τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, διότι νομίζω, ὅτι ἐν αὐτοῖς ὑπῆρξέ τι τὸ προσωπικόν. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἀφηγούμενος τὰ τῆς λεγομένης καταλήψεως ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, ἠθέλησε νὰ δείξῃ μετὰ πόσης αὐταπαρνήσεως προσηνέχθησαν οἱ κληρονόμοι Σκουζὲ πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων, στέρξαντες, ἵνα ὁ χῶρος ἐκεῖνος διακοσμηθῇ, χωρὶς νὰ παρακωλύσωσι τοῦτο δικαστικῶς. Καὶ πρῶτον ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἠδύναντο, μετὰ τὸν νόμον τοὐλάχιστον τοῦ 1869, ἐὰν ἠδύναντο δικαστικῶς νὰ παρακωλύσωσι τὸ Δημόσιον, εἴτε τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων, ἀπὸ τοῦ νὰ ἐνεργήσῃ.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζετε, κύριε συνάδελφε, ὅτι παρεκτρεπόμεθα τοῦ θέματος; Συζητεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§26ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἀπαντῶ, κύριε Πρόεδρε, εἰς ὑπαινιγμὸν προσωπικόν.
§27ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὄχι. Προσωπικὸν ὑπαινιγμὸν δὲν ἔκαμα.
§28ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων, προκειμένου νὰ ἐνεργήσῃ τὴν Ἔκθεσιν τοῦ 1888, τουτέστι νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἀπῃτεῖτο πρὸς τέλεσιν ἐθνικοῦ ἔργου, παρεκάλεσε τοὺς κληρονόμους Σκουζὲ, ἵνα μὴ ἀντιστῶσιν,—ὡς διεδόθη ὅτι εἶχον διάθεσιν νὰ ἀντιστῶσιν εἰς τοῦτο,—ἀποβλέποντες εἰς τὸ ἔργον, πρὸς ὃ ἀπέβλεπεν ἡ Ἐπιτροπὴ, καὶ διεβεβαίωσεν ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων τοὺς κληρονόμους Σκουζὲ, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη οὐδαμῶς θίγει τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἔχουσιν ἐπὶ τῶν γηπέδων ἐκείνων, καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο παρέχει τὴν βεβαίωσιν ταύτην ἐγγράφως εἰς τοὺς κληρονόμους Σκουζὲ, ἵνα χρησιμεύσῃ ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπὶ τοιούτῳ ἰσχυρισμῷ ἤθελε στηρίξει τὸ Δημόσιον ἐν τῷ μέλλοντι δικαίωμά τι. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἂν ἐξωραΐσθη ὁ χῶρος ἐκεῖνος καὶ ἔγεινεν ὡς ἔγεινεν, οὐδαμῶς ἐζημιώθησαν οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ζημιωθῶσιν οἱ κληρονόμοι Σκουζὲ, οὔτε νὰ παραβλαφθῇ δικαίωμά τι αὐτῶν.
§29Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠπόρησα, ὅπως ἐγένετο ἡ παρατήρησις, διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ καὶ Πρωθυπουργὸς, δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ Πρωθυπουργὸς οὐδὲν ἄλλο ἤθελε πράξει ἢ νὰ κρατήσῃ σημείωσιν τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦ προσωπικῶς ἐνδιαφερομένου εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ ἐνόμισα, ὅτι μοὶ ἐφάνη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι πάντοτε φύλαξ ἄγρυπνος τῶν δημοσίων συμφερόντων, ὅτι προσεῖχεν εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἤντλει ἐξ αὐτῶν μίαν ὁμολογίαν, τῆς ὁποίας βεβαίως ἐκράτησε σημείωσιν, ἵνα μεταχειρισθῇ αὐτὴν ἐν ἀνάγκῃ. Διότι ἐπρόκειτο περὶ ἐκτιμήσεως ἀξίας οἰκοπέδου, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ἐμπρέπει αὐτῷ, εἶπε: Τί σχετίζετε τὴν ἐκτίμησιν αὐτοῦ τοῦ οἰκοπέδου πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἑτέρων οἰκοπέδων, ἀφοῦ οὐδεμία ὑπάρχει σχέσις μεταξὺ αὐτῶν; ὄχι μόνον διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν, ἀπὸ σπιθαμῆς εἰς σπιθαμὴν πολλάκις παραλλάσσει ἡ ἀξία ἑνὸς οἰκοπέδου ἐκ τῆς θέσεως, τῆς τοποθεσίας, τῆς προσόψεως, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἀλλὰ, σᾶς προσέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι ὑπάρχει καὶ ἀπόστασις χρονικὴ, ἀπόστασις δεκαετίας ὁλοκλήρου μεταξὺ τοῦ χρόνου, δι’ ὃν θὰ δοθῇ ἀποζημίωσις εἰς τοὺς κληρονόμους Γ. Σκουζὲ, καὶ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἐκτιμᾶται τὸ οἰκόπεδον τῶν κληρονόμων Ὀρφανίδου. Ὅταν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐκτιμᾶται τὸ οἰκόπεδον Ὀρφανίδου 30 δραχμὰς τὸν πῆχυν, εἶναι ἄπορον, πῶς δὲν αἰσθάνεσθε εὐχαρίστησιν διὰ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως, ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προπαρασκευάζει ἡ ὁμολογία αὕτη τοῦ ἰδίου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν· διότι, ὅταν παραλληλίσητε τὰς δύο ἐποχὰς, ἀναμφιβόλως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀποδέχεται, ὅτι μόνον 5 δραχμῶν ἀξίας κατὰ πῆχυν εἶναι τὸ οἰκόπεδον τὸ ἰδικόν του· διότι ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις ἀπὸ τοῦ οἰκοπέδου Ὀρφανίδου. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, προκειμένου μάλιστα περὶ τῆς θέσεως ἐκείνης, ὅτι τοιαύτη πρόοδος καταπληκτικὴ, ἀδιάκοπος συντελεῖται, καὶ μὴ φαιδρύνεσθε ἁπλῶς ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι ἤθελεν εὐχαριστηθῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν λάβῃ αὐτὸς 5 δραχμὰς τὸν πῆχυν διὰ τὸ ἰδικόν του. Εἰς διάστημα 10 ἐτῶν βεβαίως δεκαπλασιάζεται ἡ ἀξία οἰκοπέδου τοιούτου, εὑρισκομένου εἰς τοιαύτην θέσιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀξίαν εἰς τὰ οἰκόπεδα τοῦ μέρους ἐκείνου, εἶναι πάντως τὸ ὅτι κατεσκευάσθη ἐκεῖ τὸ Ζάππειον καὶ οἱ κῆποι αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐξωραΐζουν καὶ τὴν πρωτεύουσαν ὁλόκληρον. Λοιπὸν μόνον κατὰ τῶν κληρονόμων Σκουζὲ προέκυψαν ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως, καὶ οὐχὶ ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ δὲν δύναμαι ἢ νὰ χαρῶ διὰ τὴν ὁμολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δηλώσας κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἐκτιμήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, τῶν οἰκοπέδων Ὀρφανίδου καὶ τῶν οἰκοπέδων τῶν ἰδικῶν του. Ἤθελε νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ ἰδικά του ἔχουσι μεγαλειτέραν ἀξίαν; Ἤθελεν ἀδικήσει τις τὸν κ. Σκουζὲν, ἂν ὑπέθετε τοῦτο; ἠθέλησε τοὐναντίον δι’ ἐπανειλημμένης ὁμολογίας νὰ δείξῃ, ὅτι ὑπάρχει μεγίστη ἀπόστασις μεταξὺ τῆς τιμῆς, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰ οἰκόπεδα τῶν κληρονόμων Ὀρφανίδου καὶ τῆς ἀξίας τῶν οἰκοπέδων τῶν ἰδικῶν του. Πῶς δύναται δὲ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς αἰτιολογικῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποζημιώσεως τῶν οἰκοπέδων Ὀρφανίδου δύναταί τις νὰ πορισθῇ συμπεράσματα καὶ ἐπιχειρήματα ἐπὶ ἄλλων δικῶν; Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Θήρας δι’ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον εἶπε καὶ τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω νὰ πρεσβεύῃ. Εἶπεν ὅτι—καὶ ἐνταῦθα πρέπει νὰ μὲ διακόψῃ ὁ κ. Πρόεδρος, διότι δὲν συζητοῦμεν ἤδη τὸ νομοσχέδιον...
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μὲ προλαμβάνετε.
§31ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· διότι ἤδη δὲν συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ πρέπει καὶ ἐγὼ νὰ ἀπολαύσω τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς αὐτὸ τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων, δηλαδὴ τῶν hors d’ œuvre. Ἐγὼ μάλιστα θὰ ἐπεθύμουν νὰ γείνῃ μία μετατόπισις, καὶ νὰ ἦναι μᾶλλον ἐπιδόρπια αἱ ἐπερωτήσεις (ἱλαρότης), ἀντὶ νὰ ἀφήνωμεν τὴν κυρίαν ἡμῶν ἐργασίαν, τὴν νομοθετικὴν, εἰς τὸ στάδιον τοῦ νυσταγμοῦ (ἱλαρότης). Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, θέλω καὶ ἐγὼ νὰ ἀπολαύσω αὐτῆς τῆς πανδαισίας (ἱλαρότης). Ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἔπλασε μίαν θεωρίαν, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ περίεργος· εἶπεν ὅτι, ἐπειδὴ τὸ 1869 ἀπεφασίσθη νὰ μὴ ἐπιτραπῇ νὰ κτίσωσιν οἱ κληρονόμοι Ὀρφανίδου ἐπὶ τοῦ οἰκοπέδου των, διότι ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ μέρος ἐκεῖνο ὑπὲρ τῶν Ὀλυμπίων, τώρα πρέπει νὰ ἐκτιμήσωμεν τὸ οἰκόπεδον τοῦτο ἐπὶ τῇ ἀξίᾳ τῇ ἠλαττωμένῃ ἕνεκα τοῦ νόμου ἐκείνου, δηλ. ἐπὶ τῇ ἀξίᾳ, τὴν ὁποίαν ἕνεκα τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου ἐκείνου ἔπαυσε νὰ ἔχῃ τὸ οἰκόπεδον. Φθάνομεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, εἰς μίαν θεωρίαν ἀλλόκοτον, νὰ ἐλαττώνωμεν διὰ νόμου τὴν ἀξίαν τῆς ἰδιοκτησίας, νὰ ἀφαιρῶμεν διὰ νόμου τὴν ἀξίαν τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ ἔπειτα νὰ λέγωμεν: «καταλαμβάνομεν ἡμεῖς τὴν ἰδιοκτησίαν ταύτην, ἀφοῦ προηγουμένως ἀποζημιώσωμεν τὸν ἰδιοκτήτην». Ἀλλὰ τὸν ἀποζημιοῦμεν μὲ τί; Ἐφλυάρησε λοιπὸν τότε τὸ Σύνταγμα, κανονίσαν τὰ τῆς ἰδιοκτησίας ὡς ἐκανόνισεν αὐτά! «Σᾶς ἀφαιρῶ τὴν ἰδιοκτησίαν, λέγει ὁ κ. Βουλευτής, καὶ κατόπιν σᾶς λέγω: «ἔλθετε νὰ σᾶς πληρώσω κατὰ τὴν ἐλαττωθεῖσαν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἐλάττωσιν ἐγὼ παρεσκεύασα διὰ νόμου.» Ταῦτα προέκυψαν ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως, εὐτυχῶς δὲ μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἓν συμπέρασμα καλὸν, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐλήφθη μία ὁμολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, πολύτιμος εἰς τὰ δικαστήρια.
§32ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐπειδὴ ἀπαγορεύεται συζήτησις κατ’ οὐσίαν, δι’ αὐτὸ δὲν δύναμαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν προαγορεύσαντα.
§33ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν εὔθυμον λύσιν τῆς συζητήσεως περὶ τῆς ἀξίας τοῦ οἰκοπέδου τῶν κληρονόμων Σκουζὲ, ἥτις, ὁμολογῶ, οὐδεμίαν εἶχε πρακτικὴν ἀξίαν, ἀφοῦ πρὸ πάντων ἐῤῥωμένως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπεστήριξεν, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν εἶχεν ἡ ἀξία τοῦ οἰκοπέδου αὐτοῦ πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ οἰκοπέδου Ὀρφανίδου, καθόσον ἀνάγεται εἰς χρονικὸν διάστημα πολὺ μέγα, μετὰ τὰς παρατηρήσεις αὐτάς, τὰς ὁποίας ὤφειλον νὰ κάμω, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθω εἰς σπουδαιότερον ἀντικείμενον. Δὲν πιστεύω ἄλλως νὰ ἦναι ἄκαιρος, μετὰ τὰς μακρὰς συζητήσεις περὶ τῆς ἐξωτερικῆς ἡμῶν πολιτικῆς, περὶ τῶν μεγάλων παρασκευῶν, τὰς ὁποίας προετοιμάζομεν, νὰ ῥίψωμεν ἓν βλέμμα καὶ ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἡμῶν διοικήσεως, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς καὶ κατὰ πόσον ἐβελτιώθη ἡ διοίκησις. Καὶ θέλω προβῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην, ὄχι μόνον διότι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν, ὅλα τὰ λεγόμενα περὶ τῶν μεγάλων παρασκευῶν καὶ περὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων εἶναι ἀθύρματα καὶ κροταλίσματα, ὅταν δὲν ἔχωμεν τὴν δημοσίαν πίστιν ἀσφαλῆ, ἀλλὰ κατὰ μείζονα λόγον θέλομεν πάθει, ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἐσωτερικὴν διοίκησιν, διότι δὲν ἔχομεν τότε καὶ δημοσίαν πίστιν, καὶ πάντα, ὅσα οἰκοδομοῦμεν, τὰ οἰκοδομοῦμεν ἐπὶ ἀνέμων. Πρὸ πάντων λοιπὸν καὶ κυρίως αἱ σκέψεις ἡμῶν καὶ ὁ ἔλεγχος ἡμῶν πρέπει νὰ στραφῇ ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως. Ἀφήνων εἰς ἄλλους ἁρμοδιωτέρους τὴν ἐξέτασιν τῶν ἄλλων κλάδων τῆς διοικήσεως, θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν, ὅπως ἔχω καθῆκον καὶ δικαίωμα, νὰ προβῶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι ἀπὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ κωλύει, διότι καὶ ἄλλοτε, ἐνθυμοῦμαι, εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀκούσω ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ μοὶ δώσῃ πᾶσαν ἀπάντησιν ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν ἀναγομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Θέλω προβῆ λοιπὸν εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἐνεργείας τῶν δικαστηρίων, καὶ θέλω ἐξετάσει, πῶς καὶ κατὰ πόσον ἐβελτιώθη ἀπὸ δύο ἐτῶν ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, μετὰ πόσης ἐπιμονῆς συνεζητήθη κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου εἰς μίαν καὶ μόνην ἡμέραν πάντες οἱ Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους ἀπελύοντο τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας, ἀρχαῖοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, πεπειραμένοι Εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν, ἄλλοι τῶν Ἐφετῶν ἐῤῥίπτοντο εἰς τὰς ὁδούς. Ματαίως ἠγωνιζόμεθα ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης νὰ διατηρήσωμεν τοὐλάχιστον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοὺς ἀρχαίους ἐκείνους ὑπαλλήλους· μᾶς ἀπήντων: «Ἡ κατάστασις τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἐλεεινή· αἰτία τούτου εἶναι οἱ Εἰσαγγελεῖς· οἱ Εἰσαγγελεῖς πρέπει ν’ ἀντικατασταθῶσι. Τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς προτείνομεν, εἶναι ἀσφαλέστερα· θὰ συμπληρώσωμεν τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον ἐπιτυχέστερον». Τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη καὶ ἐγένετο νόμος· καὶ δὲν θὰ φανῇ ὑμῖν παράδοξον, Κύριοι, ἐὰν μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων μηνῶν ἡ ἰδία Κυβέρνησις ἔρχεται ἀνομολογοῦσα, ὅτι τὸ νομοσχέδιόν της ἀπέτυχεν. Ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐβεβαίου ἡμᾶς, ὅτι μετὰ περισκέψεως θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Εἰσαγγελέων, καὶ διὰ τοῦτο περιέβαλεν αὐτοὺς διὰ τῆς μονιμότητος, ὁ ἴδιος σᾶς προβάλλει ἤδη νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου τί ζητεῖ, Κύριοι; Νὰ τῷ δώσητε τὸ δικαίωμα νὰ παύσῃ τοὺς Εἰσαγγελεῖς, τοὺς ὁποίους αὐτὸς διώρισε. «Θέλω, ἔλεγε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὴν μονιμότητα τῶν Εἰσαγγελέων, οὐχὶ τῶν Εἰσαγγελέων, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν, ἀλλὰ τῶν Εἰσαγγελέων τοὺς ὁποίους ἐγὼ θὰ διορίσω δυνάμει τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ νομοθετῶ, καὶ βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι οἱ Εἰσαγγελεῖς ἐκεῖνοι θὰ ἦναι ἄξιοι τῆς μονιμότητος». Καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προβάλλει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐν ἀκροτελευταίῳ ἄρθρῳ,—καὶ αὐτὸς εἶναι πρὸ πάντων ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι λόγια, — ζητεῖ ἀπὸ ὑμᾶς νὰ νομοθετήσητε, ὅτι οἱ Εἰσαγγελεῖς τοὺς ὁποίους διώρισε, καὶ οἱ τῶν Πρωτοδικῶν καὶ οἱ τῶν Ἐφετῶν, δὲν ἔχουσι μονιμότητα, νὰ καταργήσητε τὴν μονιμότητα, τὴν ὁποίαν ἐψηφίσατε πέρυσι! «Δότε μοι, λέγει, τὸ δικαίωμα νὰ παύσω τοὺς Εἰσαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπηρέτησαν ἐπὶ 4 ἔτη.» Δηλαδὴ ζητεῖ νὰ χορηγηθῇ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ παύσῃ ὅλους τοὺς Εἰσαγγελεῖς, τοὺς ὁποίους διώρισε, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔφερε. Τόση περίσκεψις, Κύριοι, ἐκράτησεν ἐπὶ τοῖς διορισμοῖς τῶν Εἰσαγγελέων, ὥστε εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ ὑπηρεσία νὰ ζητῇ τὴν συνδρομήν σας τὴν νομοθετικὴν διὰ νὰ τοὺς παύσῃ. Καὶ ἔχει ἴσως δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν πταίω ὅμως ἐγώ, ἐὰν ἀπερισκέπτως προέβησαν εἰς τοιούτους διορισμούς. Καὶ τίς εἶναι ἡ κατάστασις, Κύριοι, τῆς εἰσαγγελικῆς ὑπηρεσίας; Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀνατρέξω ἀλλαχοῦ. Ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν συνδρομὴν ὅλων ὑμῶν. Ὅλοι, Κύριοι, ὅσοι πλησιάζετε τὰ δικαστήρια, ὅλοι προκαλεῖσθε παρ’ ἐμοῦ ν’ ἀποφανθῆτε, ἀνεξαρτήτως τῆς πτέρυγος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκετε, ν’ ἀποφανθῆτε, ποία τις εἶναι ἡ κατάστασις σήμερον. Μὴ περιορίζεσθε εἰς ἰδιαιτέρας διαμαρτυρίας ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης· λάβετε τὴν καλωσύνην καὶ τὸν κόπον νὰ μὲ ὑποστηρίξητε. Σᾶς βεβαιῶ ἐν συνειδήσει καὶ ἐν εἰλικρινείᾳ, ὅτι δὲν μὲ φέρει ἐπὶ τοῦ βήματος σκοπὸς ἀντιπολιτεύσεως. Διὰ τοῦτο μετὰ θάῤῥους ἐπικαλοῦμαι καὶ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) τὴν συνδρομήν. Μὲ φέρει ἐπὶ τοῦ βήματος μόνον ὁ πόθος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, Κύριοι, εἶναι πόθος καὶ ὑμῶν αὐτῶν, περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῶν δικαστηρίων. Λοιπὸν ὑμᾶς τοὺς ἰδίους ἐπικαλοῦμαι, καὶ εἰπέτε ὑμεῖς, ἐὰν εὑρίσκετε τὴν κατάστασιν τῶν δικαστηρίων σήμερον ἀρτίαν. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, Κύριοι, πρὸ ἑνὸς μηνὸς, νομίζω, ἀνεγίνωσκον εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἄστυ» συνέντευξιν διακεκριμένου μέλους τῆς πτέρυγος ταύτης, ἑνὸς τῶν ἐκ Πατρῶν συναδέλφων. Καὶ τί ἔγραφεν ἐκεῖνος; Ἡ κατάστασις, ἔλεγε, τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν εἶναι ἀξιοδάκρυτος, οἱ ζωοκλέπται, ἔλεγε, βασιλεύουσιν, ὑποστηρίζονται ὑπὸ τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων!....
§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖος τὰ ἔλεγεν αὐτά;
§35ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος. Ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος λαλῶν μὲ τὸν ῥέπορτερ τοῦ «Ἄστεως» ἐν Πάτραις, διεξετραγῴδει τὴν κατάστασιν αὐτήν. Δὲν εἶναι ἐδῶ, ἄλλως ἤθελον τὸν ἐπικαλεσθῆ. Ἔχω πλήρη πεποίθησιν εἰς τὸν συνάδελφον· εἶναι ἄλλως γεγραμμένα ὅσα εἶπε, καὶ κατὰ συνέπειαν οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ αὐτῶν. Μέλος λοιπὸν τῆς πτέρυγος ταύτης, διακεκριμένην κατέχον θέσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐβεβαίου ταῦτα, τὰ ὁποῖα λέγω ἐγώ, καὶ ἔλεγε καὶ ἐβεβαίου τὴν ἀλήθειαν. Ἐπικαλοῦμαι λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, ὑμᾶς τοὺς ἰδίους. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἔχομεν ἀνάγκην λόγων; Τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ τῆς Δικαιοσύνης μὲ ἀπαλλάσσει τοῦ κόπου. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψει μου τὸν πίνακα τὸν τελευταῖον, τὸν ὁποῖον ἐδημοσίευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ἔχω καὶ τὸν πίνακα τῆς τρίτης τριμηνίας, ἀναγκάζομαι δὲ νὰ ἀνατρέξω εἰς τὴν δευτέραν τριμηνίαν. Τί εὑρίσκετε ἐν τῷ πίνακι τούτῳ; Θὰ τὸ εἴπω, Κύριοι, καὶ θὰ ἀγανακτήσητε. Εἰς τὸν πίνακα τοῦτον βλέπετε, ὅτι, ἐνῷ ἄλλοτε ἐθρηνοῦμεν διότι 60,000 ἀνακρίσεις ἦσαν ἐκκρεμεῖς, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μολονότι μοὶ ἦτο φιλία ἡ τότε Κυβέρνησις, διεμαρτυρόμην διὰ τοῦτο, σήμερον εἰς πόσον σεβαστὸν ποσὸν ἀνέβησαν, νομίζετε, αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις; Εἰς 127,126! 127,126 ἐκκρεμεῖς ἀνακρίσεις εἶναι, Κύριοι, εἰς τοὺς ἀνακριτὰς καὶ τοὺς ἀνακριτικοὺς ὑπαλλήλους!...
§36Φ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τί πταίει ὁ Ὑπουργός;
§37ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ἐὰν ἐβελτιώθη καὶ κατὰ πόσον ἐβελτιώθη ἡ κατάστασις.
§38ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἰς 17 μῆνας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα.
§39ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. .. Ἐξ αὐτῶν δὲ 10,887 εἶναι ἐκκρεμεῖς ἐπὶ κακουργήματι εἰς τοὺς ἀνακριτὰς, 44,000 εἶναι ἐκκρεμεῖς εἰς τὰς Εἰσαγγελίας, ἕτοιμοι πρὸς εἰσαγωγήν. Καὶ ἐὰν ὑποθέσητε, Κύριοι, ὅτι εἰς δύο μόνον ἄτομα ἀναφέρεται ἑκάστη δικογραφία, ποίαν ἔχετε εἰκόνα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὅταν γνωρίζητε καὶ γίνηται γνωστὸν, ὅτι 250,000 πολῖται Ἕλληνες εἶναι σήμερον κατηγορούμενοι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων;
§40ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἥμισυ τῶν ἀνηλίκων.
§41ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δηλαδὴ τὸ δέκατον τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐὰν ἐξαιρέσητε, Κύριοι, τοὺς παῖδας καὶ τὰς γυναῖκας, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ πέμπτον τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους παρουσιάζει ἡ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης συρόμενον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ὡς κατηγορουμένους. Καὶ σκέπτεσθε πλέον περὶ δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ζητεῖτε τὴν ἐνίσχυσιν τῆς δημοσίας πίστεως, καὶ σκέπτεσθε περὶ μεγαλείων καὶ παρασκευῶν, καὶ δὲν στρέφετε τὸ βλέμμα εἰς αὐτὴν τὴν ὀδυνηρὰν, τὴν ἀπαισίαν ἀληθῶς κατάστασιν! Ἰδιαιτέρως δὲ ἐν τῇ πατρίδι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐκεῖ παρουσιάζεται ἡ θλιβερωτέρα, ἡ ἀπαισιωτέρα εἰκών. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Τριπόλει Πλημμελειοδικῶν βεβαιοῖ ἐν τῇ ἐκθέσει του, Κύριοι, ὅτι ἔχει ἐκκρεμεῖς 10,480 δικογραφίας, ἑτοίμους, λέγει, εἰς εἰσαγωγὴν, καὶ ὁ ἐφέτης, ὁ τελευταῖον ἐνεργήσας τὴν ἐπιθεώρησιν κατὰ τὴν τρίτην τριμηνίαν, θὰ ἐβαρύνθη πλέον νὰ μετρᾷ. Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς βεβαιοῖ, ὅτι 1400 νέας δικογραφίας δύναται νὰ εἰσαγάγῃ κατὰ τριμηνίαν, ἀποτέλεσμα, Κύριοι, ποῖον ἔχομεν; Ὅτι θέλομεν δύο ὁλόκληρα ἔτη, ἵνα δικασθῇ ὑπόθεσις ἀναβαλλομένη σήμερον! Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις ἡ ἐν Τριπόλει! 10,480 ὑποθέσεις, λέγει ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅτι ἔχει ἐκκρεμεῖς, 10,753 ἔχουσιν οἱ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι, 589 κακουργήματα ἔχει ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῶν ἀνακριτῶν, 589 κακουργήματα! Λοιπὸν, Κύριοι, εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, τὸν ὁποῖον καὶ ἐκτιμῶ ἄλλως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, «τί πταίω ἐγώ», τὸν ἐρωτῶ ἐγώ: τί ἐκάμετε ἀπέναντι τῆς καταστάσεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε; Ποῖα μέτρα θετικὰ ἐλάβατε; Τί μᾶς ἐφέρατε, ἵνα ἐπιψηφίσωμεν πρὸς θεραπείαν τῆς καταστάσεως αὐτῆς; Ἐὰν ἐξαιρέσωμεν, Κύριοι, ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐφέρατε, πάλιν περὶ προσόντων, ἵνα δοθῇ εἰς ὑμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ παύσητε Εἰσαγγελεῖς καὶ νὰ διορίσητε, δὲν ἐφέρατε τίποτε ἄλλο. Μᾶς ἐφέρατε μόνον νομοσχέδιά τινα, παρασκευασθέντα ὑπὸ δικηγορικῶν συλλόγων, τὸ περὶ δικηγορικῶν συλλόγων καὶ τὸ περὶ ἑταιριῶν, καίτοι καὶ ἐκεῖνα ἔλαβον τὴν ἐσχάτην τάξιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ δὲν θὰ κατορθώσητε νὰ τὰ ψηφίσητε οὐδὲ εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον, ὅπως καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν, μολονότι φωναὶ ἐκ τῶν δικαστηρίων φωνάζουσιν ὑπὲρ τῆς ἐπειγότητος τῶν νομοσχεδίων τούτων. Τί περιωρίσθητε λοιπὸν νὰ κάμητε μόνον; Κατὰ δεκάδας νὰ μεταθέτητε τοὺς εἰρηνοδίκας ἀπὸ ἑνὸς Εἰρηνοδικείου εἰς ἄλλο, τοὺς γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἄλλο...
§42ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ περὶ Καλαμῶν δὲν λέγετε, κύριε συνάδελφε;
§43ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τώρα ἀμέσως. Ἐγὼ σᾶς προεκάλεσα.
§44ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκεῖ καπηλεύεται ἡ δικαιοσύνη!
§45ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Περιωρίσθητε λοιπὸν νὰ μεταθέτητε κατὰ δεκάδας τοὺς εἰρηνοδίκας, καὶ γραμματεῖς. Καὶ δὲν περιωρίσθητε μόνον μέχρι τῆς κλίμακος ταύτης· ἀνέβητε καὶ ἐκάμετε μετακινήσεις ἄνευ οὐδεμιᾶς γνώμης τῆς ὑπηρεσίας, καὶ Προέδρους, διακριθέντας διὰ τὴν φιλοπονίαν των, τοὺς ἐξεσφενδονίσατε εἰς τὰ ἄλλα ἄκρα τῆς Ἑλλάδος!
§46ΒΟΖΙΚΗΣ. Προέδρους Ἐφετῶν;
§47ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ναί.
§48ΒΟΖΙΚΗΣ. Θέλει 5 ἔτη ὁλόκληρα τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίας, ἵνα δικάσῃ τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις.
§49ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν λαλῶ οὔτε κατηγορῶ προσωπικῶς κανένα δικαστικὸν ὑπάλληλον· ὅλοι ἐγκαρτεροῦν μὲ τὸν γλίσχρον μισθόν των, καὶ ἀπορῶ, πῶς ἀντέχουν εἰς τόσους πειρασμούς. Πταίει ἡ ὀλιγωρία τῶν Κυβερνήσεων ὅλων.
§50ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ὀφείλει νὰ ἐνδιαφέρηται δι’ ὅλα τὰ δικαστήρια τοῦ Κράτους.
§51ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἰς αὐτὸ περιωρίσθητε.
§52ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πιστεύετε ὅτι διὰ νομοσχεδίων διορθοῦται ἡ κατάστασις;
§53ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ναὶ, χρειάζεται νομοθετικὴ ἐργασία, Κύριοι· δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως.
§54ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ θώραξ, ὁ ὁποῖος περιβάλλει τοὺς δικαστὰς, εἶναι πολὺ ἰσχυρός.
§55ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Χαρακτῆρας καὶ ἄνδρας τοῦ καθήκοντος εὑρίσκετε;
§56ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ χαρακτῆρας καὶ καθήκοντος ἀνθρώπους εὑρίσκω ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἐκάμετε, καὶ αὐτὴ ἡ εἰκὼν τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν σεῖς μᾶς δίδετε· διότι βλέπω εἰς τὰ δικαστήρια παράδοξα, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε εἶδον, βλέπω Εἰσαγγελεῖς καταδιωκομένους ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ δικαστικοῦ ἐξύβρισαν ἀναιτίως ἐντίμους οἰκογενείας. Βλέπω ἄλλως Εἰσαγγελεῖς ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις, ἀναγκαζομένους νὰ ἀμυνθῶσιν ἀπέναντι αἰτιάσεων, τὰς ὁποίας τοῖς ἀποδίδουσι δικηγόροι. Βλέπω τὸ χείριστον, Κύριοι,—ὅτι ἐξέφυγεν ἡ ἐξουσία ἀπὸ τὰς χεῖράς σας εἰς ἄλλο Πλημμελειοδικεῖον, τὸ ὁποῖον μοὶ ὑπενθυμίζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἰσαγγελεύων, Κύριοι, εἶπεν, ὅτι οὐδεὶς ἔντιμος ἄνθρωπος ὑπηρετεῖ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν! Ἐκ τοῦ βήματος τοῦ εἰσαγγελικοῦ τὸ εἶπε!
§57ΣΑΛΜΑΣ. Ἀλλ’ εἰσήχθη εἰς δίκην, κύριε συνάδελφε.
§58ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τέλος πάντων ἡ διεύθυνσις τῆς Εἰσαγγελίας ἀνετέθη εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶπε ταῦτα.
§59ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δικηγόρος ἦτο ἢ δημόσιος ὑπάλληλος; (Θόρυβος).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλῶ πρὸς ὑμᾶς, ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον μοὶ δίδει ὁ Κανονισμὸς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπω καμμίαν διακοπὴν, ἔστω καὶ ἂν δέχηται ὁ ἀγορεύων.
§61Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν λέγωνται τοιαῦτα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γίνωνται διακοπαί.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ζητήσητε τὸν λόγον, ἵνα τὸν ἀντικρούσητε κατόπιν.
§63ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπὶ δέκα ἔτη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκράτει εἰς τὸ Ναύπλιον τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, ἐν γνώσει ὅτι οὗτος οὐδὲ πενιὰν ἔθετεν ἐπὶ οὐδενὸς δικογράφου, διότι ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος διαμαρτύρεται ἤδη διὰ τὸν Πρόεδρον ἐκεῖνον, τὸν ἔχει φίλτατον.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ σᾶς σημειώσω, ἵνα λάβητε τὸν λόγον κατόπιν;
§65ΑΛΕΞΑΚΗΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Σᾶς παραπέμπω εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην (θόρυβος).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς. Μὴ μὲ ὑποχρεώσητε νὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμὸν, — τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιθυμῶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ.
§67ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶχον φίλτατον τὸν Πρόεδρον ἐκεῖνον, ἔχω ἐπίσης φίλτατον καὶ τὸν διάδοχόν του. Σᾶς εἶπον, μὴ ἀναμιγνύετε πρόσωπα· λαλῶ κατὰ τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Οἱ δικασταὶ δὲν πταίουν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι διαλογικῶς, σᾶς παρακαλῶ.
§69ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λοιπὸν εἰς αὐτὸ περιωρίσθη τὸ ἔργον ὑμῶν, Κύριοι, εἰς τὴν μετάθεσιν τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ τῶν γραμματέων τῶν Εἰρηνοδικείων. Οὐδεμία νομοθετικὴ πρόνοια, οὐδὲν μέτρον πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς ἐλεεινῆς, τὴν ὁποίαν σᾶς παριστῶ! Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂς μὴ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὸν ἐρωτήσω, ἀφοῦ τοιαύτη τις εἶναι ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων, διατὶ ἀφήνει κενὰς ἀνωτάτας δικαστικὰς θέσεις; διατὶ, ἐνῷ ὁ Ἄρειος Πάγος στένει ὑπὸ τὸ βάρος 1500 ὑποθέσεων ἐν τοῖς πινακίοις, κρατεῖ κενὰς δύο θέσεις Ἀρειοπαγιτῶν;
§70Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§71ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ τὰς κρατεῖ κενὰς, πρὸς βλάβην τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν. Ποῦ ἠκούσθη, ἀπὸ ἐτῶν νὰ ἦναι κεναὶ δύο θέσεις Ἀρειοπαγιτῶν, ὅταν ἐν τοιαύτῃ καταστάσει εὑρίσκηται ὁ Ἄρειος Πάγος, μεθ’ ὅλην τὴν φιλοπονίαν τῶν μελῶν του; Τὸν ἐρωτῶ, ἀφοῦ ἐν τοιαύτῃ καταστάσει εὑρίσκεται ἡ ἀνακριτικὴ ὑπηρεσία, διατὶ κρατεῖ κενὰς θέσεις Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν, ὑποχρεοῖ τοὺς ἐφέτας νὰ τρέχωσιν εἰς ἀναπλήρωσιν Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν, πρὸς βλάβην τῆς Δικαιοσύνης; Διατὶ κρατεῖ κενὰς θέσεις ἐφετῶν πρὸ ἐτῶν, ἐνῷ εἶναι βεβαρημένα τὰ πινάκια ὅλων τῶν Ἐφετείων, μ’ ὅλας τὰς προσπαθείας τῶν συγκροτούντων αὐτὰ, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω καὶ τῶν Πρωτοδικείων; Διατὶ ἀφήνει ἀκέφαλα Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους καὶ δὲν τὰ συμπληροῖ; Ἐν Σπάρτῃ, παραδείγματος χάριν,—δὲν γνωρίζω ἐὰν ἦναι ἐδῶ τις τῶν Βουλευτῶν τῆς Σπάρτης,— εἰς τὴν Σπάρτην πρὸ καιροῦ δὲν ὑπάρχει Πρόεδρος Πρωτοδικῶν. Γνωρίζουσι κάλλιον οἱ Βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται τὸ δικαστήριον. Τὸ χείριστον δὲ, συμβαίνει, ὅταν γίνηται Κακουργοδικεῖον ἐν Σπάρτῃ, νὰ διορίζηται μὲν Πρόεδρος τοῦ Κακουργοδικείου ἐκείνου, ἀλλὰ νὰ μὴ προεδρεύῃ, διότι εἶναι χρήσιμος εἰς τὸ Ἐφετεῖον. Δηλαδὴ, ἐνῷ ὁ νόμος ἀπαιτεῖ νὰ ἔχῃ ὡς πρόεδρον τὸ Κακουργοδικεῖον ἐφέτην ἢ τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, τί γίνεται; Διορίζεται Πρόεδρος, ἀλλὰ δὲν μεταβαίνει, διότι εἶναι χρήσιμος εἰς τὸ Ἐφετεῖον.
§72Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ποτὲ δὲν ἐπάτησεν. Εἶναι βέβαιον.
§73ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ τοῦ Κακουργοδικείου ἡ διεύθυνσις, Κύριοι, ἀνατίθεται εἰς ὅλους τοὺς πρωτοδίκας.
§74Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου;
§75ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, κύριε Καράπαυλε.
§76ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μὴ διακόπτετε.
§77ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§78ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἄλλοτε συνέστη Κακουργοδικεῖον, τὸ ὁποῖον τακτικῶς νὰ προεδρεύηται ἀπὸ πρωτοδίκας. Καὶ ὅμως τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ Κακουργοδικείου Σπάρτης, καὶ δὲν διορίζεται Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν. Διατὶ δὲν συμπληροῦνται αἱ θέσεις αὗται, ἐναντίον τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, ἐναντίον τοῦ προϋπολογισμοῦ; Νὰ πιστεύσω, Κύριοι, ὅτι ἀντικρουόμενα πολιτικὰ συμφέροντα σᾶς ἐμποδίζουν εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν θέσεων αὐτῶν; Νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ λεγομένη συναλλαγὴ ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ, ὥστε καὶ τὰς θέσεις τῶν Ἀρειοπαγιτῶν, τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, τῶν ἐφετῶν, νὰ καθιστᾶτε ἀντικείμενον ἀντικρουομένων συμφερόντων πολιτευτῶν; Ἐγὼ, Κύριοι, πρὸς τιμὴν τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μου, πρὸς τιμὴν ὑμῶν αὐτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσω ὅτι ἤθελε ποτὲ εὑρεθῇ Ὑπουργὸς, ὅστις νὰ σταματήσῃ διὰ τὴν ἐκλογὴν Ἀρειοπαγίτου, Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, ἐφέτου, νὰ σταματήσῃ εἰς ἀντιστάσεις πολιτευτῶν. Ποῖος λοιπὸν εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον κρατεῖτε κενὰς τὰς θέσεις; Μήπως, Κύριοι, ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ δὲν ὑπάρχουσι πρόσωπα, ἱκανὰ τῷ ὄντι νὰ καταλάβουν τὰς θέσεις; Διατὶ, τηρουμένων οὕτω κενῶν τῶν θέσεων, βλάπτετε, ὅπως σᾶς εἶπον, καὶ τοὺς διαδίκους καὶ τὴν κοινωνίαν; Ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πρὸ πάντων τοῦτο νὰ μὲ βεβαιώσῃ, τίς ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον πρὸ καιροῦ, πρὸ ἐτῶν, πρὸ ἔτους μένουσι κεναὶ, πρὸς βλάβην τῆς δικαιοσύνης, αἱ ἀνώτεραι αὗται δικαστικαὶ θέσεις; Ἐπιθυμῶ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ καὶ νὰ μοῦ εἴπῃ, τί ἔκαμε ἀπέναντι τῶν ἐκθέσεων τῶν ἐπιθεωρήσεων τῶν εἰσαγγελικῶν γραφείων τελευταίως; Ποῖον μέτρον ἔλαβε; Ποίαν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐξήσκησε; Τί ἔκαμεν; Ἐπιθυμῶ νὰ μοῦ εἴπῃ, ποίας σκέψεις καὶ ποίας μελέτας ἔκαμεν ἐπὶ τῆς καταστάσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερα; Καὶ ὅταν, Κύριοι, ἀκούσωμεν τὰς σκέψεις του, τὰς μελέτας του, τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλει λάβει, θὰ ἤμεθα εἰς καιρὸν νὰ συζητήσωμεν. Ἄλλως τε, Κύριοι, καὶ ἐξ ὅσων σᾶς εἶπον σήμερον, ἐπείσθητε ποία πραγματικῶς εἶναι ἡ κατάστασις τῆς εἰσαγγελικῆς καὶ ἀνακριτικῆς ὑπηρεσίας· καὶ ὅταν παραβάλλω τὴν κατάστασιν αὐτὴν μὲ τὴν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης ἐν ἄλλῃ τινὶ προγενεστέρᾳ ἐποχῇ ἀξιομνημονεύτῳ, βλέπω κατὰ πόσον ἐξεπέσαμεν. Τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὸ διηύθηναν ἀείμνηστοι ἄνδρες, ὁ Ράλλης, ὁ Καλλιγᾶς, ὁ Ποτλῆς, ὁ Πάϊκος, καὶ ἔχομεν, Κύριοι, τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἀειμνήστου ἀνδρὸς, τοῦ Πήλικα, ὅστις κληθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου ἐκείνου Βασιλέως νὰ διευθύνῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, «ἐσταμάτησα, λέγει, ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ, τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ ἀναδεχθῶ». Συγκρίνατε τὴν κατάστασιν ἐκείνην μὲ τὴν σημερινὴν, καὶ εἴπατε, ἐὰν ἡ κατάστασις ἡ σημερινὴ, μετὰ πάροδον τόσων ἐτῶν, ἦναι βελτίων.
§79ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ Πήλικας ὅμως αὐτὰ ἔλεγε, τὰ ὁποῖα λέγετε ὑμεῖς σήμερον;
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§81ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τότε οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ, τὴν ὁποίαν εὐλαβῶς, ὅπως λέγει πάντοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναμιμνήσκομαι, εἰς ἣν καὶ ἐγὼ ὑπηρέτησα, ἐτησίως ὑπεχρεοῦντο καὶ ὑπέβαλλον εἰς τὸν ἀείμνηστον ἐκεῖνον Βασιλέα ἀκριβῆ σημείωσιν ὅλων τῶν ἐνεργειῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμνον, διότι τότε καὶ τοῦ ἐλαχίστου εἰρηνοδίκου ἡ μετάθεσις ἐβασανίζετο, ἐὰν ἔπρεπε τῷ ὄντι νὰ γείνῃ. Σήμερον τὰ πάντα μετεβλήθησαν, καὶ οἱ εἰρηνοδίκαι, δίκην ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, μεταφέρονται ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἄλλο. Διὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν περιμένω ἄλλην διόρθωσιν, μ’ ὅλας τὰς ἀγαθὰς διαθέσεις. Μίαν διόρθωσιν περιμένω, καὶ ἣν πρεσβεύω ὁ Βασιλεὺς, ὅστις ἐν τῷ δικαιώματί του καὶ ἐν τῷ καθήκοντί του, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, ὑπέμνησε ποῖα καθήκοντα ἔχομεν πρὸς τὸν στρατὸν, νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι ἐν ὀνόματί του ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη, καὶ ὅτι, ἐὰν ἡ δικαιοσύνη παρεξετράπη τοῦ προορισμοῦ της, ἐὰν ἡ δικαιοσύνη ἀτονῇ, οὐδὲν ἧττον ἐν ὀνόματί του ἀπονέμεται, καὶ νὰ φροντίσῃ διὰ νέου διαγγέλματος νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν καὶ ὑμῶν καὶ ἡμῶν περὶ τῆς τοιαύτης καταστάσεως καὶ περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν ἐγκαρτερούντων δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος ἐκ Πυλίας Βουλευτὴς εὐγλώττως ὡμίλησε καὶ μετὰ μεγάλης ζωηρότητος ἐξεδήλωσε τὴν ἀγανάκτησιν αὑτοῦ διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήχθη ἡ δικαιοσύνη. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐσφάλλετο κατὰ τοῦτο, ὅτι δὲν ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν, ἀλλὰ προέβη εἰς συζήτησιν. Ἐὰν ἐδήλου τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην πληροφοριῶν ἢ ἐξηγήσεων, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ ἤθελον τῷ δώσει τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν. Ἀλλ’ ἦλθε διὰ νὰ διατυπώσῃ κατηγορητήριον, καθ’ ἣν ὥραν ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ συζητήσωμεν, διότι οὔτε πίνακας ἔχομεν, οὔτε πληροφορίας ἔχομεν μεθ’ ἡμῶν. Ἡ τακτικὴ αὕτη δὲν εἶναι γενναία, καὶ λυποῦμαι, πῶς ὁ ἐκ Πυλίας Βουλευτής, τὸν ὁποῖον γνωρίζω πρὸ χρόνων, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο ἐξ ἐνέδρας νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ Ὑπουργείου. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν ἀφήσει τὸν κ. Βουλευτὴν ἄνευ ἀποκρίσεως καὶ ἄνευ πληροφοριῶν. Θέλομεν κομίσει τὰς πληροφορίας, καὶ θέλομεν δυνηθῆ νὰ συζητήσωμεν, καὶ ἂν δὲν θέλωμεν δυνηθῆ νὰ συζητήσωμεν κατὰ τὰς ὀκτὼ ταύτας συνεδριάσεις, αἵτινες ὑπολείπονται μέχρι τῶν ἑορτῶν,—διότι τοσοῦτον μεγάλα συμφέροντα ἐπίκεινται ἐκκρεμῆ—βεβαίως ὅμως πρὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου θέλομεν δώσει εἰς αὐτὸν τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν.
§83ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Οὐδέποτε συνείθισα νὰ πολιτεύωμαι ἐξ ἐνέδρας, καὶ δὲν ἐπίστευον, ὅτι πρὸ πάντων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τοῦ ὁποίου ἐπὶ ἔτη ἐπολιτεύθημεν, καὶ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ὅτι ἀμέριστον μοὶ ἔδιδε τὴν ἐμπιστοσύνην του, καὶ μοὶ ἐνέπνεε τὸ πολιτικὸν θάῤῥος πέραν καὶ τῆς ἕδρας, τὴν ὁποίαν κατέχω, καὶ μὲ ἐπροκάλει μάλιστα δι’ ἀνώτερα ἀξιώματα, δὲν ἐπίστευον σήμερον, ὅτι ἤθελε πιστεύσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐγὼ ἐξ ἐνέδρας ἐπιτίθεμαι. Ὁμολογῶ μάλιστα, ὅτι τὰ πρῶτά μου πολιτικὰ βήματα ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον ἐκεῖνον ἄνδρα, τὸν Βουλευτὴν Μεσσήνης, γενόμενα, ἐγένοντο εἰδικώτερον καὶ πλησίον τοῦ συνυπουργοῦ του τότε καὶ ἤδη Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν λησμονεῖ, ὅ,τι ἔλεγε τότε, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ γίνονται ἁπλαῖ ἢ ἠτιολογημέναι. «Δύνασθε νὰ ἀναπτύξητε ἠτιολογημένην ἐπερώτησιν.»
§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Interpellation simple, et interpellation motivée.
§85ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λοιπὸν δὲν ἐλάλησα ἐξ ἐνέδρας. Εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου τοὺς πίνακας καὶ ἐπίσημα ἔγγραφα, καὶ ἐξ αὐτῶν ἠρύσθην τὰς πληροφορίας. Δὲν ἐλησμόνησα δὲ καὶ μίαν ἄλλην ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δοθεῖσάν μοι εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον. Καὶ τότε ἐλάλησα, καὶ τότε ἐζήτησα τοὺς πίνακας, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος μοὶ ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ δίδει σήμερον. «Ὑπόσχομαι, εἶπεν, εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πυλίας Βουλευτὴν νὰ παράσχω ὅλας τὰς πληροφορίας ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης· Θὰ τὰς φέρω ἐγώ, θὰ τοῦ δώσω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τοῦ ἀπαντήσω». Ὑπέμνησα ἐπανειλημμένως τὴν ἐπερώτησίν μου· ἡ σύνοδος ἔληξε, καὶ αἱ πληροφορίαι δὲν ἦλθον. Ἤδη ὁ κ. Πρόεδρος μὲ παραπέμπει εἰς τὸ ἄλλο στάδιον τῆς βουλευτικῆς συνόδου, διὰ νὰ μοὶ δώσῃ τὰς πληροφορίας αὐτάς! Τὰς πληροφορίας πρέπει νὰ τὰς ἔχω αὔριον, ἀμέσως· οἱ πίνακες τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως· δὲν θέλουσι κόπον, οὔτε χρόνον. Ἄς πιστεύσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὅλα, ὅσα εἶπον, εἶναι ἀληθῆ. Τὸν παρακαλῶ δὲ νὰ λάβῃ ὑπὸ τὴν ἰδιάζουσαν αὑτοῦ μέριμναν καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιάζουσαν αὑτοῦ προστασίαν τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, διότι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς μείζονας αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας σήμερον ἀπεσιώπησα. Τὸν παρακαλῶ μόνον—διότι ἔχω πεποίθησιν εἰς αὐτὸν—νὰ λάβῃ, ὅπως εἶπον, ὑπὸ σπουδαίαν μέριμναν τὴν κατάστασιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ ὅτι ὁ κ. ἐκ Πυλίας Βουλευτὴς, ἐν οἷς τελευταῖον εἶπε, δὲν ἀπεμακρύνθη ἐν πολλοῖς τῆς ἀληθείας. Ὁ κ. ἐκ Πυλίας Βουλευτὴς δὲν ἦτο πολιτικὸς φίλος μου, ἦτο πολιτικὸς φίλος τοῦ ἀειμνήστου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης, τοῦ Κουμουνδούρου. Ἐγὼ συνέπραττον μετὰ τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, οὐχὶ ὡς μέλος τοῦ πολιτικοῦ κόμματος αὐτοῦ, ἀλλὰ ἐν αὐθυπαρξίᾳ καὶ αὐτοτελείᾳ. Ἐχρεώστουν ὅμως, ἐπειδὴ συνεπράττομεν, νὰ ἦμαι ἐν πλήρει ἀδελφότητι μετὰ τῶν μελῶν τοῦ κόμματος τοῦ Κουμουνδούρου, τοῦ ὁποίου ἤμην συνάδελφος. Τὸν κ. Καράπαυλον ἐτίμων πάντοτε, διότι εἶναι νοήμων, διότι εἶναι εὔγλωττος, διότι ἔχει πολλὰς ζηλευτὰς ἰδιότητας. Τὸν ἔβλεπον πολλάκις δύσθυμον καὶ δυσηρεστημένον· ἠσχολούμην δὲ νὰ παραμυθῶ αὐτὸν, καὶ ἀναγνωρίζω μάλιστα, ὅτι ὁ ἀνὴρ εἶχε δίκαιον, ἀλλὰ δὲν ἦτο ἐν τῇ ἐμῇ ἐξουσίᾳ, ἵνα θεραπεύσω τοὺς πόθους αὐτοῦ (ἱλαρότης). Ὁ κύριος Καράπαυλος ἐὰν ἦτο φίλος μου τότε, ἤθελον τὸ θεωρήσει μεγάλην τιμὴν, ἀλλὰ δὲν ἠξίωσε τῆς φιλίας μου, ἐγὼ ὅμως ἀπέδιδον εἰς αὐτὸν καὶ τιμὴν καὶ συμπάθειαν. Ὁ κ. ἐκ Πυλίας συνάδελφος μοὶ φαίνεται ὅτι μοὶ ἔκαμε μεγάλην τιμὴν, διὰ νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἀπὸ τὰ διδάγματά μου ἀνετράφη. Ἐγὼ οὐδέποτε ἠξίωσα νὰ διδάξω τὸν κ. Βουλευτὴν Πυλίας, ἀλλὰ ἐὰν ἐνόμισεν, ὅτι ἐγὼ εἶχον τοιαύτην παρ’ αὐτῷ θέσιν, λυποῦμαι διότι τὰ διδάγματά μου δὲν ἐκαρποφόρησαν (γέλωτες), διότι ὄντως ἐγὼ οὐδέποτε εἶπον, ὅτι εἶναι interpellation simple, interpellation motivée. Δὲν ὑπάρχει εἰς κανὲν βιβλίον, εἰς κανένα κανονισμὸν, εἰς κανὲν Κοινοβούλιον τοῦ κόσμου ὁ ὅρος αὐτός. Τῷ ἔλεγον, ὅτι αἱ ἡμερήσιαι διατάξεις, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγουσιν ἐν Γαλλίᾳ ordres de jour, εἶναι ἢ simples ἢ motivées, ἢ ἁπλαῖ ἢ ἠτιολογημέναι. Ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ ἡμερησίας διατάξεως; Ἐπρόκειτο περὶ κειμένου, τὸ ὁποῖον προτείνεται εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως αὕτη ἀποφανθῇ καὶ ἀποδεχθῇ; Τοῦτο ἐπρότεινεν; Ἢ ἐπρότεινε προτάσεις πρὸς πληροφορίας; Ἔλεγον λοιπὸν αὐτῷ, ὅτι αἱ προτάσεις πρὸς πληροφορίας δὲν εἶναι ordres de jour, διότι αὗται προτείνονται ὡς πόρισμα συζητήσεως. Αὗται εἶναι ἢ ἁπλαῖ ἢ ἠτιολογημέναι, καὶ αἱ μὲν ἁπλαῖ προτείνουσι τὴν μετάβασιν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἄνευ οὐδεμιᾶς αἰτιολογίας, αἱ ἠτιολογημέναι προτάσεις πρὸς ψηφοφορίαν περιλαμβάνουν αἰτιολογίαν, ἡ δὲ αἰτιολογία ἐκείνη ἔχει πολιτικὴν ἔννοιαν, εἴτε δηλοῦσιν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε δηλοῦσιν ἄλλην πολιτικὴν ἔννοιαν. Ὁ κ. συνάδελφος ὑπέλαβεν, ὅτι οἱ κανόνες οὗτοι ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, ὅτι καὶ αὕτη εἶναι motivée ἢ ἁπλῆ. Βεβαιῶ ὅτι ἐγὼ δὲν ἔκαμον ποτὲ τὸ λάθος αὐτὸ, καὶ λυποῦμαι ὅτι τὸ ἔκαμεν ὁ κ. συνάδελφος.
§87ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει μεγάλην εὐστροφίαν, θαυμαστὴν, καὶ ἂς πιστεύῃ, ὅτι, ἂν σιγῶ, ἔχω ὅμως ἀρκετὴν τὴν ἱκανότητα νὰ ἀπαντῶ καὶ ἐπὶ τῆς εὐστροφίας του. Ἀρχίζω ἀπὸ τὸ τελευταῖον. «Αἱ προτάσεις δὲν δύνανται νὰ γείνωσιν ἠτιολογημέναι, ὡς αἱ ἐπερωτήσεις». Καὶ ποῦ εὑρίσκεται ἡ διάταξις αὕτη; Ὑπάρχει περιορισμός τις ἐν τῷ Κανονισμῷ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Βουλευτὴς, τῆς ἐπερωτήσεως; Καὶ εἶναι ὑπόχρεως ὁ Βουλευτὴς, ἁπλῶς καὶ τυπικῶς νὰ ἀπευθύνῃ τὴν ἐρώτησιν; καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ αἰτιολογήσῃ τὴν ἐπερώτησιν, καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησιν; Ποῦ εὑρίσκετε τὰς περιοριστικὰς διατάξεις; Καὶ ὅμως φρονῶ, ὅτι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὕτως ἐφρόνει ἄλλοτε· καὶ θέλει νὰ τὸν στερήσω καὶ τῆς τιμῆς αὐτῆς, καὶ νὰ βεβαιώσω τί; ὅ,τι σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος φρονεῖ, ὅτι αἱ ἀνεπτυγμέναι ἐπερωτήσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῶσι καὶ δὲν πρέπει νὰ συζητηθῶσι. Καὶ ὅταν καθήμενος εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, μύδρους ἐπερωτήσεων ἀπηύθυνε διὰ τῶν φίλων του εἰς τοὺς φίλους μου, τοὺς καθημένους εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν, καὶ ὁ ἴδιος ἀνέβαινε τὸ βῆμα, ἐπὶ ὥρας ἀγορεύων καὶ δικαιολογῶν τὰς ἐπερωτήσεις του, τότε δὲν ἐνεθυμεῖτο, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις πρέπει νὰ γίνωνται μόνον τυπικαὶ καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνωνται ᾐτιολογημέναι; Ἰδοὺ διατὶ, παρ’ ἐλπίδα, μὲ ἀναγκάζει, παρὰ τὴν συνήθειάν μου, ὁ κ. Πρόεδρος ἀγανακτῶν νὰ λάβω τὸν λόγον. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ ἀνήκοντα εἰς ἐμὲ, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀνιχνεύσω παρελθὸν, ἀλλὰ τὸν προκαλῶ νὰ βεβαιώσῃ, ἐάν ποτε τῷ ἐξέφερον παράπονον οἱονδήποτε πέραν τῆς σκέψεώς μου. Ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω, ὅτι εἰς οἱονδήποτε κοινοβουλευτικὴν μερίδα καὶ ἂν ἀνῆκον εἰς τὸ παρελθὸν, οὐδέποτε ἐξέφερον πόθον τοιοῦτον. Τὸν εὐχαριστῶ πολὺ διὰ τὴν περὶ ἐμοῦ ἐκτίμησιν· ἀλλ’ ἐὰν ὑπέκαιε πόθους, ἐὰν ἐνόμιζεν, ὅτι ἤμην χρησιμώτερος, τοὺς πόθους τοὺς ὑπέκαιε καὶ τὴν χρησιμότητα τὴν ἀνεγνώριζεν αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι λαλῶν πρὸς ἐμὲ, ἀλλὰ λαλῶν καὶ πρὸς ἄλλον, ὅστις ἔπρεπε νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἱκανότητος ἑκάστου. Δὲν ἤθελον νὰ ἀνασύρω, Κύριοι, τὴν αὐλαίαν καὶ νὰ εἴπω τὰ τοῦ παρελθόντος, ἀλλ’ ἀτυχῶς αἱ ὁμιλίαι αἱ ἐπανειλημμέναι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἀναγκάζουν εἰς τοῦτο.
§88ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πράγματι, Κύριοι, εἰς τὸν συντάκτην τοῦ «Ἄστεως», ὅστις ἐζήτησε συνέντευξιν ἀπὸ ἐμὲ κατὰ τὴν ἐν Πάτραις διαμονήν μου μετὰ τὴν ἀνὰ τὴν ἐπαρχίαν περιοδείαν μου, παρέστησα τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν τῆς ἐπαρχίας. Ἡ οἰκτρὰ αὕτη κατάστασις δὲν δύναται νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἥτις μόλις 18 μῆνας ἔχει ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἡ κατάστασις εἶναι παλαιὰ, παλαιοτάτη. Ὀφείλω μάλιστα χάριτας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι, ὅτε ἦλθον ἐν Ἀθήναις καὶ παρέστησα τὴν κατάστασιν ταύτην τῆς ἐπαρχίας, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μετέθεσεν ἀμέσως καὶ τοὺς δύο ἀστυνόμους. Δὲν κατηγόρησα ποσῶς τὰ δικαστήρια τῆς ἐπαρχίας μας, διότι οὐδὲν παράπονον ἔχω κατὰ τῶν δικαστῶν, καθόσον ἅπαντες εἶναι ἀνώτεροι πάσης μομφῆς, καὶ ἄξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης, μὲ τὴν ὁποίαν τοὺς περιέβαλεν ἡ Πολιτεία. Τὸ κακὸν ἀπέδωκα εἰς ἡμᾶς τοὺς πολιτευομένους. Ἐὰν ἀνεγίνωσκε καλῶς τὴν μετ’ ἐμοῦ συνέντευξιν τοῦ συντάκτου τοῦ «Ἄστεως» ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πυλίας συνάδελφος, ἤθελεν ἴδει, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι αἴτιοι τῆς καταστάσεως ταύτης εἴμεθα ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζομεν τοὺς ζωοκλέπτας, καὶ μάλιστα οἱ πολιτευόμενοι δικηγόροι, οὓς ὅμως δὲν κακίζω, διότι εἶναι καθῆκον αὐτῶν, ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των, τὸ ὑποστηρίζειν πάντα κατηγορούμενον, ὅστις προσφεύγει εἰς αὐτοὺς, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ὡς ἐκ τῆς πολιτικῆς θέσεώς του δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς δικαστὰς, καὶ ἕνεκα τούτου ἀναμιμνήσκομαι ὅ,τι ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Βόλου ἐπρότεινεν, ὅπως οἱ Βουλευταὶ μὴ ἐξασκῶσι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, ἐν ὅσῳ εἶναι Βουλευταί· εὔχομαι δ’ ὅπως τὴν πρότασιν ταύτην λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν ἡ Βουλή, καὶ καταστήσῃ νόμον τοῦ Κράτους. Ποῦ εἶδεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πυλίας Βουλευτής, ὅτι εἶπον ὅτι ἀνακριτὴς ὑπεστήριζε τοὺς ζωοκλέπτας;
§89ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ τοιαῦτα.
§90ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε.
§91ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀνακριτής; Ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος, εἶπον· ἀνακριτικοὶ δὲ ὑπάλληλοι εἶναι καὶ οἱ ἀστυνόμοι.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι εἶπεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ φράσις.
§93ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πράγματι κατηγόρησα τοὺς ἀστυνόμους, οἵτινες, οὐχὶ ἐκ δολίας προαιρέσεως, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς ἀνικανότητός των περὶ τὰ τοιαῦτα, ὑποστηρίζουν τοὺς ζωοκλέπτας. Εἰς τὸν δῆμον Φαρῶν π. χ. ἡ ζωοκλοπὴ ἔχει ἐγείρει τοσοῦτον θρασεῖαν κεφαλήν, ὥστε μετετράπη εἰς πραγματικὴν ληστείαν, διότι διαῤῥηγνύουν τὰς θύρας τῶν καλυβῶν καὶ τῶν οἰκιῶν τῶν χωρίων, καὶ ἁρπάζουν πᾶν τὸ εὑρισκόμενον ἐν αὐταῖς. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ σᾶς ἀναγνώσω σημείωσίν τινα, ἣν ἔλαβον κατὰ τὴν περιοδείαν μου. Εἰς τὸν δῆμον Φαρῶν καὶ ἐν τῷ χωρίῳ Μπούμπα, τὸ ὁποῖον κατοικεῖται ὑπὸ 20 μόλις οἰκογενειῶν, ἐκλάπησαν 12 ἀγελάδες, εἰς τὸ χωρίον Καλάνιστρα 6, εἰς δὲ τὸ χωρίον Κάλανος 3· περὶ μικρῶν δὲ ζώων οὔτε δύναταί τις κἂν νὰ ὁρίσῃ τὸν ἀριθμὸν, καὶ τοῦτο ἐν διαστήματι ὀλίγων ἡμερῶν. Εἰς τὸ χωρίον δὲ Γρεβαινῶν τοῦ δήμου Τριταίας, ἤμην κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐκεῖ, ὅτε ἦλθε ποιμήν τις παραπονούμενος ὅτι ἔχασεν ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ στιγμῇ 12 πρόβατα. Ὁ Νικολὸς Ντάλτας, ποιμὴν ἐν τῷ χωρίῳ Κάλανος, ἀπώλεσεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ὅλα τὰ ζῶά του, πρὸς τούτοις δὲ οἱ ζωοκλέπται, ἀνοίξαντες τὸν οἰκίσκον του, διήρπασαν πᾶν ὅ,τι εὗρον ἐν αὐτῷ. Γνωρίζετε δὲ ποῖος ἦτο ὁ δράστης; Κάμνω τοῦτο γνωστὸν εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ Χρῆστος Τσάκωνας, ὅστις ἤδη ὑπηρετεῖ ὡς κληρωτὸς ἐν τῷ σώματι τοῦ ἱππικοῦ. Βλέπετε λοιπὸν ποία εἶναι ἡ κατάστασις ὄχι μόνον τῆς ἐπαρχίας μου, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας καὶ τῶν Καλαβρύτων, καὶ ἄλλων πολλῶν ἐπαρχιῶν. Ἀλλὰ τί πταίει ἡ Κυβέρνησις; Ἡ Κυβέρνησις κάμνει πᾶν τὸ δυνατόν, ὅπως ἐξαλείψῃ αὐτὴν τὴν φαγέδαιναν, διότι ἡ ζωοκλοπὴ εἶναι παλαιὰ πληγή. Ὥστε δὲν εἶχε δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς Πυλίας νὰ ἐπιτεθῇ ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν.
§94Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι δυστυχῶς δὲν ἤμην παρὼν ἐξ ἀρχῆς τοῦ λόγου τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πυλίας συναδέλφου, ἔφθασα ὅμως τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅτε παρεπονεῖτο διὰ μεταθέσεις Προέδρων Ἐφετῶν, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε, δὲν ἐπιτρέπετε τὰς διακοπὰς, ἤθελον νὰ ὑποβάλω καὶ ὑποβάλλω ἐρώτημα πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον. Ὅσα τὴν ἑσπέραν ταύτην εἶπε περὶ δικαιοσύνης καὶ περὶ δικαστικῶν προσώπων τὰ εἶπε λαβὼν τάχα ἀφετηρίαν ἐκ τῶν δικαστηρίων Ναυπλίου;
§95ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Παντάπασι, κύριε συνάδελφε.
§96Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεπονέθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἐξεσφενδονίσθησαν διάφοροι Πρόεδροι Ἐφετῶν. Ὅστις λάβῃ ἀνὰ χεῖρας τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, θέλει ἴδει, ὅτι ὁ δῆθεν ἐκσφενδονισθεὶς ἦτο ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν Ναυπλίου. Ἐὰν λοιπὸν ἀφετηρία τοῦ λόγου του ἦτο ἡ δῆθεν ἐκσφενδόνισις τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἐρωτῶ αὐτὸν, ὁπόσην καὶ ὁποίαν ἐργασίαν ἔκαμεν ὁ ῥηθεὶς Πρόεδρος, ἢ ἂν ἔμενεν ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ δικαστηρίου κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον παρῆλθεν. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι μία ἐκ τῶν ἐργασιῶν του ἦτο ἡ φιλία του πρὸς τὸν κ. Καράπαυλον. Ἀνεμνήσθη ἴσως ἄλλων ἐτῶν ὁ φίλος μου κ. Καράπαυλος καὶ εἶπεν ὅσα τὴν ἑσπέραν ταύτην εἶπεν. Ἐμέμφθη Εἰσαγγελέων, διότι ὄντως ἔχει δίκαιον· ἴσως ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν αὐτοῦ παῦσις ἄλλου Εἰσαγγελέως, μετὰ τοῦ ὁποίου καὶ διὰ δεσμοῦ συγγενείας προσεπάθησε νὰ συνδεθῇ καὶ συνεδέθη. Δὲν ἐπερίμενα ποτὲ ἀπὸ τὸν ἔντιμον καὶ φίλον μου ἐκ Πυλίας Βουλευτὴν ν’ ἀκούσω ὅσα περὶ δικαιοσύνης καὶ δικαστικῶν προσώπων ἀπόψε ἤκουσα. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι συμφέρον αὐτοῦ παντάπασιν ἡ περὶ τοιούτων λεπτομερεστέρα συζήτησις· διότι, ἂν θελήσωμεν νὰ ἀνεγείρωμεν τὴν αὐλαίαν, ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλει μείνῃ πολὺ εὐχαριστημένος. Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν ἀποτείνω ἐπιμόνως πρὸς αὐτὸν τὸ ἐρώτημά μου: ἡ ἀφετηρία τῶν λόγων του, οὓς ταύτην τὴν ἑσπέραν εἶπεν, εἶναι ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων Ναυπλίου; Ἐλπίζω ὅτι θὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν, καὶ τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναλάβω τὸν λόγον.
§97ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπανειλημμένως σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν δικαστηρίων Ναυπλίου.
§98ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅταν εἶδον ἀναβάντα τὸ βῆμα τὸν ἔντιμον ἐκ Πυλίας συνάδελφον, εὐθὺς ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελε, μεμφόμενος τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀναπτύξει τὰς ἰδέας του περὶ ἐφαρμογῆς τῆς δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἤθελεν ὑποδείξει νέον σύστημα δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ ὅτι ἤθελεν ἀναπτύξει ἴδιον σύστημα. Δυστυχῶς οὗτος περιωρίσθη εἰς μόνον τὸν ἔλεγχον. Ἐζήτησα τὸν λόγον, οὐχὶ ὅπως ὑπερασπίσω τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἀρκετοὺς ὑπερασπιστὰς ἔχει, καὶ ὁ ἴδιος δύναται καλῶς νὰ χειρισθῇ τὸν λόγον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἥρμοζε νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὸ ἄχαρες τοῦτο ἔργον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πυλίας Βουλευτὴς, ὅστις ἐκλαμβάνεται ὡς καταγινόμενος ἐνδελεχῶς εἰς τὰ δικαστικὰ, ὅστις θεωρεῖται ἔχων εὐρείας γνώσεις. Σήμερον παρέστη ὡς Ἱερεμίας, καὶ περιωρίσθη μόνον νὰ κατηγορήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης, χωρὶς νὰ φέρῃ ἴδιον σύστημα, χωρὶς νὰ ὁμιλήσῃ περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων ἢ περὶ ἁπλοποιήσεως τῆς δικαιοσύνης. Ἡ κατάσττασις αὕτη, ὡς πάντες οἱ δικηγόροι καὶ οἱ ἐπιστήμονες γνωρίζουν, δὲν εἶναι σημερινὴ δυστυχῶς· ἔχομεν νόμον, ὁ ὁποῖος μᾶς διέπει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Μάουερ, καὶ ἂν δὲν μεταβάλωμεν τὸν ὀργανισμὸν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ ἡ κατάστασις αὕτη; Ἵνα μεταβληθῇ ἡ κατάστασις ῥιζηδὸν, πρέπει νὰ μεταβληθῇ ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων καὶ πρὸ πάντων τὸ ποινικὸν σύστημα τῆς δικαιοσύνης. Βεβαίως συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ἡ ὕπαρξις κενῶν θέσεων βλάπτει πολὺ τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ αὕτη εἶναι προσωρινὴ ἔλλειψις. Ἴσως σπουδαιότερα ζητήματα δὲν ἄφησαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς πληρώσεως τῶν εἰρημένων θέσεων. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον, τὸν ὁποῖον ἔψεξεν ὁ κ. ἐκ Πυλίας συνάδελφος, οὐδόλως ἔχει δίκαιον, διότι πάντες οἱ δικηγόροι γνωρίζουν, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος εὑρίσκεται σήμερον εἰς πολλῷ καλλιτέραν κατάστασιν ἢ πρὸ ὀκταετίας. Ἐὰν βεβαίως ὑπῆρχεν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰδικὸς, καταγινόμενος εἰς τὸν κλάδον αὐτοῦ ἀποκλειστικῶς, ἤθελε συντελέσει, ἐφ’ ὅσον τῷ ἦτο δυνατὸν, εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων καὶ τῆς παραλυσίας, ἡ ὁποία πρὸ πολλοῦ ἐῤῥιζοβόλησεν ἐν τῇ δικαιοσύνῃ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅμως, ὅτι τοὺς δικαστὰς ἔχει καταλάβει ὀκνηρία τις, ἀλλ’ ἡ ὀκνηρία αὕτη δὲν προέρχεται ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς γλίσχρας μισθοδοσίας των. Ἄλλοτε ὁ σεβαστός μοι φίλος ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔφερεν αὔξησίν τινα, ὅπως καταστήσῃ περισσότερον φιλέργους καὶ ζηλοτύπους τῶν καθηκόντων των τοὺς δικαστὰς, καὶ ἤρχισεν ἀπὸ τοὺς Ἀρειοπαγίτας, αὐξήσας κατά τι τὴν μισθοδοσίαν των· ἀλλὰ μόλις ἤλλαξεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἀνῆλθε δὲ εἰς τὴν ἀρχὴν ἄλλη, δὲν ἠμέλησε διὰ νόμου ν’ ἀποκόψῃ τὴν μικρὰν αὔξησιν, καὶ οὕτως ἐπανῆλθε τὸ πρώην καθεστὼς, ἀπεκόπη δηλαδὴ ἡ μικρὰ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας των. Ὅλοι φωνάζομεν οἰκονομίας, χωρὶς νὰ ἀναλογιζώμεθα καὶ τὰς σημερινὰς οἰκογενειακὰς ἀνάγκας. Ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ, οὔτε εἶναι ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἔζων οἱ ὑπάλληλοι. Ὀφείλομεν νὰ ἐνδιατρίψωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς οἰκογενειακὰς τῶν ἐν γένει ὑπαλλήλων. Ὅταν μία ἐξουσία θέλῃ νὰ ἔχῃ τοὺς ὑπαλλήλους ἐνήμερους καὶ νὰ καταγίνωνται φιλέργως, πρέπει νὰ ἀμείβῃ αὐτοὺς δεόντως. Διὰ τῆς οἰκονομίας, τὴν ὁποίαν προσπαθοῦμεν νὰ κάμωμεν, χωρὶς ν’ ἀποδίδωμεν καὶ τὴν εὐζωΐαν εἰς τοὺς δικαστὰς ἢ ὑπαλλήλους, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ συντελῶμεν εἰς τὴν παραλυσίαν παντὸς κλάδου, ὡς καὶ τῆς δικαιοσύνης. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, διότι πάντοτε ἀποφεύγω νὰ ἐκφράζω τὰς ἰδέας μου, πρὸ πάντων ὅταν ἦμαι μέλος πλειοψηφίας· διότι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλουν νὰ περιορίζωνται μόνον, ἵνα ὑποστηρίζουν τὰ παρουσιαζόμενα νομοσχέδια καὶ τὰς ἐν γένει πράξεις τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦ ἀντιπολιτευομένου ἡ κατάστασις εἶναι ἄλλη· δὲν πρέπει ν’ ἀφήνῃ τὸ βῆμα, καὶ ὀφείλει νὰ ἐκτυλίσσῃ τὰς ἰδέας του, ἐλέγχων τὴν Κυβέρνησιν, παρακολουθῶν ταύτην βῆμα πρὸς βῆμα καὶ διὰ τοῦ ἐλέγχου του γινόμενος ἀφορμὴ, ὅπως καὶ ἡ κοινωνία μανθάνῃ τὰς γνώμας του καὶ ἡ Βουλὴ πείθηται εἰς αὐτόν. Εἴδομεν τὸν κ. Βουλευτὴν Κερκύρας, τὸν κ. Βουλευτὴν Παρνασσίδος, τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀναβάντας τὸ βῆμα καὶ ἐκτυλίξαντας πρόγραμμα ἕκαστος ἴδιον. Οὕτω ἐνόμιζον ὅτι ἤθελε πράξει καὶ ὁ κ. Βουλευτῆς Πυλίας, ὅτι, ἀνελθὼν τὸ βῆμα, ἤθελεν ἐκτυλίξει τὸ δικαστικόν του πρόγραμμα. Ὅταν τις ἐλέγχῃ, ἔχει τὸ καθῆκον νὰ προτείνῃ καὶ τὰ μέσα τῆς διορθώσεως. Διὰ τοῦτο μετ’ ἀπορίας μου παρετήρησα, ὅτι ἠθέλησε νὰ περιορισθῇ εἰς ἕνα μόνον κλάδον τῆς Διοικήσεως, καὶ τοῦτο ὡς εἰδικὸς, χωρὶς ν’ ἀναμιχθῇ εἰς ἄλλον κλάδον. Ἐπειδὴ δὲ εἶπεν, ὅτι θὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὸν κλάδον ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπὸ πολλοῦ καταγίνεται, ἀνέμενον πλειότερα παρ’ αὐτοῦ ν’ ἀκούσω, καὶ οὕτω νὰ ἀρυσθῶ καὶ ἐγὼ μᾶλλον ὠφελίμους γνώσεις· καὶ τοῦτο ἰσχυρίζομαι πρὸς ὠφέλειάν του, διότι δὲν ἐπεθύμουν νὰ μεταβληθῇ εἰς Ἱερεμίαν μόνον.
§99ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πυλίας Βουλευτὴς, ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του, ὡς χείμαῤῥος συνεπῆρε μικρὰ καὶ μεγάλα δένδρα, καὶ ἐξεῤῥίζωσε ταῦτα· συμπαρέσυρε δὲ καὶ τὸν ἐν Κυπαρισσίᾳ Εἰσαγγελέα κ. Λυκουρέζον, ὁμοῦ μὲ πολλοὺς ἄλλους λειτουργοὺς τῆς Θέμιδος.
§100ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν τὸν ἐκάκισα. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἔχω μεγίστην ὑπόληψιν εἰς αὐτόν· καὶ εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἔλαβε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὸν διορίσῃ καὶ ὅστις γνωρίζει πόσα καλὰ εἶπον περὶ αὐτοῦ. Εἶπον ὅτι εἶναι τοιαύτη ἡ κατάστασις, ὥστε τὸν ἀναγκάζει νὰ ἀμύνηται ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ.
§101ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀρκετὴ ἡ ἐξήγησις. Πρὸ μηνὸς ὅμως ἢ πρὸ ἡμερῶν ἀξιοσέβαστον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ πολιτευτὴς σοβαρὸς, ὁ ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος ἐξήνεγκε καὶ αὐτὸς βαρείας μομφὰς κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ, ὡς ἐκ τοῦ σοβαροῦ τοῦ προσώπου καὶ τῆς ἡλικίας τοῦ κ. Σωτηροπούλου καὶ τῶν ὅσων οὗτος ἐξέθεσεν ἐναντίον τοῦ εἰρημένου ὑπαλλήλου, εἶναι προκατειλημμένη. Πρόκειται περὶ λειτουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καταγγελθέντος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς παραβάντος τὸ καθῆκόν του. Ὁ ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς κ. Κοκκέβης ἐζήτησε τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐφέτου, ὁ ὁποῖος μετέβη δι’ ἀνακρίσεις καὶ ἐξήτασε τὰ πράγματα· παρεκάλεσε μάλιστα, ὅπως τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη καὶ διανεμηθῇ. Ἐὰν ἐτυπώθη, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἵνα πεισθῶμεν πάντες, ὅτι ὅσα πλειστάκις ἀναφέρονται κατὰ ὑπαλλήλων δὲν εἶναι πάντοτε τ’ ἀληθῆ· ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ ἐν τούτοις, ὅτι γνωρίζω τὸν Εἰσαγγελέα αὐτὸν, διατελέσαντα ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Πατρῶν, ὡς ἱκανὸν, ὡς ἔρεισμα αὐτῆς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐξεπλάγην δὲ, πῶς τοιοῦτος Εἰσαγγελεὺς, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει κοινὴ πεποίθησις ὅτι εἶναι ἀδέκαστος, τίμιος καὶ ἱκανώτατος ὑπάλληλος, μετεβλήθη ἐπὶ τοσοῦτον καὶ ἔπραξε τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Παρακαλῶ λοιπὸν, διὰ νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ Βουλὴ μένουσα ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις αὐτὰς, ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐνεργήσαντος τὰς ἀνακρίσεις ἐφέτου, ἡ ὁποία ἀναιρεῖ πάντα τὰ λεχθέντα κατὰ τοῦ εἰρημένου Εἰσαγγελέως.
§102Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἦτο ἀληθῶς καιρὸς νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ Δικαιοσύνης, ἀλλὰ συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ ἦτο κανονικώτερον καὶ συντελεστικώτερον, ἐὰν ἡ συζήτησις ἐγίνετο διὰ προειδοποιήσεως, οὐχὶ διότι ὁ Κανονισμὸς τὸ ἐπιβάλλει, —ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ μικροῦ ἔλεγε, καὶ ὡς πιστεύει ὅταν γίνεται Πρωθυπουργὸς, καὶ ὡς οὐδέποτε ἐφαρμόζει, ὅταν ἦναι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, τοῦτο δὲ μαρτυροῦσι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, — ἀλλὰ διότι ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ἐπερώτησις τοιαύτη ἤξιζε τὸν κόπον νὰ προαγγελθῇ, οὐ μόνον, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἦναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ πᾶσαν ἀπάντησιν ζητουμένην, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἔχωσι προειδοποιηθῆ οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι τυχὸν ἤθελον συμμετάσχει εἰς τὴν συζήτησιν. Χαίρω, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδειξε διαθέσεις, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, νὰ γείνῃ μία τοιαύτη συζήτησις, καὶ εἶπεν ὅτι πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν ἕνεκα τῶν ἑορτῶν, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γένηται τοιαύτη συζήτησις. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα παντὸς Βουλευτοῦ, καὶ δὲν δύναται νὰ τεθῇ περιορισμὸς, ἀλλ’ ὅπως δήποτε, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισεν ἐξ ἰδίας προαιρέσεως νὰ φέρῃ τὴν συζήτησιν, θὰ παρεκάλουν νὰ προειδοποιήσῃ τὴν Βουλὴν, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἀπὸ τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς καὶ πρέπει νὰ τὸ δώσῃ, εἶναι ἡ προειδοποίησις. Τὸ ζήτημα εἶναι τοιοῦτον, ἐγείρει τοσοῦτον ὠκεανὸν ζητημάτων, ὥστε βεβαίως δὲν ἐπιχειρῶ κἂν ν’ ἀναπτυχθῶ, καὶ οὐδὲν θίγω ἐκ τῶν λεχθέντων, ἐπιφυλασσόμενος, ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα κανονικώτερον, νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ὅσον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν πρόκειται νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις, νὰ προειδοποιήσῃ τὴν Βουλὴν.
§103ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἤθελον νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, διότι ἐφρόνουν ὅτι παρῆλθεν ὁ χρόνος καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ εἰς τὰ ἔργα της καὶ νὰ μὴ φέρωμεν ζητήματα προσωπικά. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τότε, ὅταν ἔφερε τὴν ἐπερώτησιν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Σωτηρόπουλος, ἔκαμε κἄπως αἴσθησιν ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἄνθρωπος πολιτευόμενος ἐπὶ 35 ἢ 40 ἔτη καὶ παρακαθήμενος πάντοτε ἐν τῇ Βουλῇ, εἶχε τὸ κῦρος ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του, καὶ τὸ κῦρος ἐκεῖνο ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν ἔνοχον σκανδαλώδους ἐνεργείας ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας του, ἐπεφυλάχθην νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Ἐγὼ, Κύριοι, γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Λυκουρέζος δὲν εἶναι ἐκ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἵτινες συνειθίζουσι νὰ κάμπτωσι τὸ δίκαιον, οὔτε δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὴν ῥάχιν τοιαύτην κατηγορίαν, ἣν ἐπροσπάθησε νὰ τῷ ἐγκολάψῃ ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Ἐζήτησα νὰ κατατεθῇ μία ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν συνέταξεν ὁ ἀποσταλεὶς ἐκ Κυπαρισσίαν ἐφέτης κ. Δημητριάδης ἐκ Ναυπλίου, ὡς ἀναπληρωτὴς τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, διότι ἐγνώριζον, ὅτι ἡ ἔκθεσις θὰ περιέγραφε τὸ πόρισμα τῶν ἐνεργηθεισῶν ἀνακρίσεων, θὰ ἐξέθετε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἐκ ταύτης πειθόμενος ἤθελε παύσει ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐπιμένων εἰς ἀδίκους καὶ ἀβασίμους καὶ μὴ ἀληθεῖς αἰτιάσεις κατὰ τοῦ κ. Λυκουρέζου. Ἀλλ’ αἴφνης ὁ ἐξ Αἰγιαλείας κ. συνάδελφος μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ὑπομνήσω τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐφέτου κ. Δημητριάδου, ἵνα ἐκ τῆς προξενηθείσης ἐντυπώσεως ἄρω τὰς βαρείας ἐκείνας κατηγορίας κατὰ τοῦ κ. Λυκουρέζου, ἂν καὶ εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι οὐδὲν παράνομον συνέβη· διότι, ἂν συνέβαινε τοιοῦτον, ἐγὼ, καὶ ὡς ἐκ τῶν σχέσεων μου καὶ ἐκ τῆς θέσεώς μου, θὰ τὸ ἐμάνθανον ἐν λεπτομερείᾳ. Ἀλλ’ ἀφοῦ οὐδὲν τὸ παράνομον ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ἤμην περὶ τούτου πεπεισμένος, αἴφνης ἀναγινώσκω ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ἄστει» μίαν ἀνοικτὴν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Λυκουρέζου, ἐκ τῶν ἐν αὐτῇ δὲ ἀναφερομένων, τὰ ὁποῖα εἰς πάντας τοὺς ἀναγνώσαντας αὐτὴν ἐνεποίησαν φρικτὴν ἐντύπωσιν, ἐνόησα τοὺς ὠθήσαντας τὸν τὸν κ. Σωτηρόπουλον λόγους νὰ μεμφθῇ τόσον πικρῶς τοῦ κ. Λυκουρέζου. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι καὶ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος, καλὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐγίνετο χρῆσις τοιούτων ἐπιστολῶν.
§105ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζετε, ὅτι ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ λόγον δι’ αὐτό;
§106ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ στενοχωρεῖσθε, κύριε Εὐταξία. Ὅταν ὁμιλῆτε σεῖς, οἱ ἄλλοι πῶς δὲν στενοχωροῦνται; Ἐὰν δὲν θέλετε νὰ ἀκούσητε τὰ τῆς ἐπιστολῆς, δύνασθε νὰ ἐξέλθητε. Ἀλλ’ ἐὰν ἀνεγινώσκετε τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Δημητριάδου, διότι διενεμήθη, ἠθέλατε βεβαιωθῆ, ὅτι καὶ ἄδικα τὰ παράπονα τοῦ κ. Σωτηροπούλου εἶναι καὶ ἀβάσιμα. Καὶ ὅτι εἶναι ἀβάσιμα τὰ παράπονα αὐτὰ τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω ὀλίγας λέξεις ἐκ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ὁ συντάξας τὴν κατὰ τοῦ κ. Λυκουρέζου ἀναφορὰν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἀνέφερε πράξεις, τὰς ὁποίας οὐδεὶς, πιστεύω, ἐκ τῶν ὑπογραψάντων αὐτὴν ἐγνώριζε· καὶ ὅτι δὲν ἐγνώριζον τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἀναφερόμενα οἱ ὑπογράψαντες, ἐκτὸς τοῦ συντάξαντος αὐτὴν, ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ἐνεργηθεισῶν ἀνακρίσεων, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν ὑπογραψάντων τὴν ἀναφορὰν πολιτῶν κατέθεσαν σαφῶς καὶ ὡρισμένως, ὅτι εὑρίσκοντο ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν περιεχομένων ἐν τῇ ἀναφορᾷ, καὶ τὴν ὑπέγραψαν διότι εἰς τοὺς μὲν παρεστάθη ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς κωδωνοστασίου, εἰς ἄλλους περὶ ἀγροφυλάκων καὶ εἰς ἄλλους περὶ χειροτονίας ἑνὸς ἱερέως. Καὶ μετὰ τὰς ὡρισμένας καὶ σαφεῖς ταύτας καταθέσεις δὲν σιωπῶσιν, ἀλλὰ πάλιν ὑπομιμνήσκουσιν αὐτὰς τὰς ψευδεῖς ἀναφορὰς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς! Δὲν ἠξεύρω τίνας ὑπηνίσσετο ὁ κ. Καράπαυλος, ὅστις ὁμιλῶν μετὰ τόσου πατάγου καὶ θυμοῦ ἦλθε νὰ κατηγορήσῃ ὁλοκλήρου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ μεμφθῇ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι, καίτοι ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀξιοθρήνητον κατάστασιν τῶν δικαστηρίων καὶ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἐμερίμνησε νὰ διορθώσῃ αὐτὴν, καὶ δὲν συνεπλήρωσε τὰ δικαστήρια, ἢ μᾶλλον δὲν ηὔξησε τὸ προσωπικὸν τῶν δικαστηρίων, ὅπως καταδιώκωνται καὶ τιμωρῶνται ἀμέσως πάντα τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς ἐλλείψεως ὑπαλλήλων πολλαπλασιάζονται καθ’ ἑκάστην. Βεβαίως οὐδεὶς ἀντιλέγει εἰς τὰ τοῦ κ. Καραπαύλου, διότι καὶ εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ εἰς τὰ Ἐφετεῖα καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον πρέπει νὰ γείνωσι προσθῆκαι ὑπαλλήλων καὶ δικαστῶν, ἀλλὰ περὶ τούτου ἐμποδίζει τὸ ἀνεπαρκὲς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπερίμενα ἀπὸ τὸν κ. Καράπαυλον, ὅστις μετὰ τοσαύτης ἀγανακτήσεως ὡμίλει, νὰ μᾶς ὑποδείξῃ τὰ μέσα καὶ τοὺς πόρους, διὰ τῶν ὁποίων ἠδυνάμεθα ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην· ὤφειλε δὲ νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι κατὰ τοὺς ὁμηρικοὺς χρόνους, εἰς οὓς μᾶς παραπέμπει, ἵνα ἴδωμεν τί ἔγραφεν ὁ Ποτλῆς ἢ ὁ Ράλλης, τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος ἦσαν τρεῖς νομοὶ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, καὶ ἡ χώρα τότε ἠρίθμει μόνον 500,000 κατοίκους, τὸ δὲ προσωπικὸν τῆς Δικαιοσύνης ἦτο ἐπαρκὲς, ἀναλόγως τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα συνέβαινον· ἐνῷ σήμερον ἡ χώρα ἀριθμεῖ 2½ ἑκατομμύρια κατοίκους, καὶ ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ ἐπολλαπλασιάσθησαν καὶ τὰ ἐγκλήματα, ὡς συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ μεσημβρινὰ κλήματα, εἰς ἃ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ζωηρότεροι, καὶ εὐερέθιστοι, καὶ τούτου ἕνεκα συμβαίνουσι καὶ περισσότερα ἐγκλήματα. Παρακαλῶ τὸν κ. Καράπαυλον νὰ φροντίσῃ πρῶτον νὰ αὐξηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι ἀμέσως θὰ διορθωθῇ καὶ ἡ κατάστασις τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ προσωπικοῦ τῶν δικαστηρίων. Κρίνω περιττὸν νὰ προσθέσω περισσότερα. Δὲν ἤθελον δὲ λάβει τὸν λόγον, ἂν δὲν μὲ ἐξηνάγκαζεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας λέξεις ὑπὲρ τοῦ κ. Λυκουρέζου, τὸν ὁποῖον κατηγόρησαν τόσον ἀδίκως. Καταλήγων δὲ τὸν λόγον, ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Πυλίας, ὅτι ὁ χρόνος δὲν ἦτο κατάλληλος νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ καθ’ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐν γένει κατὰ τῆς δικαιοσύνης. Κατερχόμενον δὲ, δύναται ὁ κ. Εὐταξίας νὰ μὲ ἀναπληρώσῃ καὶ νὰ εἴπῃ περισσότερα, ἀφοῦ μὲ διέκοψε δὶς καὶ τρὶς, νομίζων ὅτι δύναται κἄτι νὰ καρπωθῇ ἐκ τῶν διακοπῶν (ἱλαρότης).
§107ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὸν δημοσιογραφήσαντα Εἰσαγγελέα, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ ἦμαι ἢ ἐναντίον αὐτοῦ ἢ ὑπὲρ αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἔχωσι τὸ δικαίωμα οἱ ὑπάλληλοι νὰ δημοσιογραφῶσι καὶ νὰ ἐπιτίθενται διὰ τοῦ τύπου κατὰ τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται νὰ ἐλέγχωσι τὰς πράξεις των. Ἀλλοίμονον, Κύριοι! Τότε οὐδεὶς δύναται νὰ σταθῇ πλέον ἐνταῦθα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τιμωρήσῃ αὐτὸν αὐστηρότατα, ἂν ὄχι διὰ παύσεως, τοὐλάχιστον διὰ μεγάλης ποινῆς. Δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν ὑπάλληλον αὐτοῦ, χωρὶς νὰ λάβῃ τὸ θάῤῥος αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεὺς διὰ τῆς δημοσιογραφίας νὰ ἐλέγξῃ γηραιὸν πολιτευτὴν καὶ τὸν καταβιβάσῃ ἀπὸ τοῦ ὕψους, εἰς τὸ ὁποῖον ἵσταται, μέχρι τοῦ βορβόρου.
§108ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὅταν πιστοποιῶνται τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ τὴν τιμωρίαν τοῦ κ. Λυκουρέζου, καθόσον ἐπιστοποιήθησαν ὑπὸ ἀνωτέρας δικαστικῆς ἀρχῆς, καὶ ἡ δημοσία λεγομένη ἀληθείᾳ δὲν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ τιμωρήσῃ τὸν ὑπάλληλον, ὅστις ἀμύνεται διὰ τῆς ἐπιστολῆς του ὑπὲρ τοῦ δικαίου καὶ τῆς συκοφαντουμένης τιμῆς του.
§109Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πάντες οἱ Κύριοι ὡμίλησαν ἐναντίον ὡρισμένου ὑπαλλήλου· ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας ὡμίλησε γενικῶς περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος εἶναι ἐκ τῶν καλλιτέρων Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους, ὑπὸ ἔποψιν ἀκεραιότητος. Ἔχει ὅμως πολὺ δίκαιον ὁ κ. Καράπαυλος δι’ ὅσα εἶπε περὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης, οὐχὶ διότι θέλω νὰ κατηγορήσω τοὺς δικαστὰς ὡς ἀδρανεῖς, ἀλλὰ διότι οὗτοι δὲν ἐπαρκοῦσι, καὶ εἶναι ἀνάγκη τῷ ὄντι βελτιώσεως τῆς δικαιοσύνης. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα ὁ ἀνακριτὴς, εἴτε ὁ Εἰσαγγελεὺς, ἐμφανίζεται ἅπαξ τοῦ ἔτους, καὶ ὅτι ἐν διαστήματι τεσσάρων μηνῶν ἐξεδόθησαν, ἕνεκα τῆς ἀφανείας τοῦ ἁρμοδίου δικαστικοῦ προσώπου, περὶ τὰ 260 ἐντάλματα, διότι δικαστικὸν πρόσωπον δὲν παρουσιάζεται. Δυστυχῶς ἔχει ἀφεθῆ ὁ τόπος ἐκεῖνος εἰς τὴν τύχην του. Καὶ ἄλλοτε, ὅτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἡγεῖτο τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸ 1891, παρεκάλεσα αὐτὸν, ὑπουργοῦντος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ νῦν κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἵνα διὰ νόμου διορίσῃ δύο δικαστάς, εἴτε ἀνακριτὰς, οἵτινες νὰ περιφέρωνται, διὰ νὰ προλαμβάνωσι τὰ ἐγκλήματα, διότι ἕνεκα τῶν ἠθῶν καὶ ἐθίμων τῆς Μάνης εὑρίσκονται οἱ ἄνθρωποι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἦναι ἔνοπλοι πάντοτε, καὶ διὰ τοῦτο συμβαίνουσι καθ’ ἑκάστην ἐγκλήματα· καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει καθῆκον νὰ ὑποστηρίξῃ τοῦτο, διὰ νὰ σώσωμεν τὸν τόπον ἐκεῖνον, οὗτινος ἡ καρδία ἀληθῶς πάλλει διὰ τὴν φιλονομίαν καὶ τὴν πρόοδον, ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ ἤθη, τὰ ἐξ ἀρχαιοτάτων χρόνων, ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτὸν νὰ φέρῃ ὅπλα πάντοτε. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ μεριμνήσωσι διὰ τοῦτο, διότι ἐγκληματοῦσι, μὴ ὑποστηρίζοντες ἕνα τόπον, κείμενον εἰς τὸ ἀπώτατον μέρος τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἐγκαταλελειμμένος.
§110ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ προσθέτω καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ δικαστηρίου τῆς Σπάρτης, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπὸ πολλοῦ ἐγκαταλελειμμένον.
§111ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ πρὶν ἐδήλωσα, καὶ νῦν ἐπαναλαμβάνω ὅτι προσωπικῶς τὸν κ. Εἰσαγγελέα Κυπαρισσίας ἐκτιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι εἴπερ τις καὶ ἄλλος. Ἀλλ’ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, νομίζω ὅτι ἔχει ἄδικον. Ἐὰν πᾶς ὑπάλληλος, τοῦ ὁποίου ἡμεῖς ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ποιούμεθα μνείαν, ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ παρουσιάζηται ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, δὲν ἠξεύρω, πῶς τότε δύναται νὰ γείνῃ λόγος πλέον ἐδῶ περὶ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ὁ ὑπάλληλος ἔχει φυσικόν του προστάτην καὶ συνήγορον τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Οὗτος δύναται νὰ ἐξελέγχῃ τὴν ἐνοχὴν τοῦ ὑπαλλήλου, καὶ νὰ τὸν τιμωρῇ, ἐὰν ἦναι ἔνοχος, ἐὰν δὲ ἦναι ἀθῶος, νὰ ὑπερασπίζῃ τὴν ἀθῳότητα αὐτοῦ. Καὶ οὐχὶ καλῶς, νομίζω, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀποσταλέντος ἐκεῖσε πρὸς ἀνάκρισιν ἐφέτου. Μὲ ὑπενθυμίζει, κύριε Πρόεδρε, ταύτην τὴν στιγμὴν γεγονός τι ἡ προκειμένη περίπτωσις. Ἄλλοτε ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀπευθύνασα ἐπερώτησιν πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἐμέμφθη πρᾶξίν τινα ἑνὸς τῶν νομαρχῶν της, τοῦ Καλαμίδα. Ὁ Καλαμίδας ἔσπευσε νὰ ἀπαντήσῃ διά τινος ἐφημερίδος, καὶ ὁ τότε προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως, μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, ἔσπευσε πρὸς τιμωρίαν του νὰ τὸν ἀπολύσῃ τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ ἄλλοι τότε οἱ καιροὶ, ἄλλοι τώρα, ὡς φαίνεται.
§112Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μᾶς εἴπῃ, ἔλαβε μέτρον τι ὡς πρὸς τὸ εἰσαγγελικὸν δημοσίευμα; Βεβαίως πρέπει νὰ προσέχωμεν πολὺ, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ ἀπόντων, ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ ὑποπέσωμεν καὶ εἰς πλάνην. Ἀλλὰ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἐλεγχόμενον ὑπάλληλον νὰ ἐπιτίθεται ἐνυπογράφως κατ’ ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους δι’ ἐξυβρίσεων; Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐνδιαφερώμεθα ὄχι μόνον διὰ τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ἀλλὰ διὰ τὸ ἀξίωμα ἡμῶν. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ ὅσα οἱ προλαλήσαντες Βουλευταὶ ἐκ Τριχωνίας καὶ ἐκ Λοκρίδος εἶπον, καὶ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει οἱ ὑπάλληλοι νὰ ἀναλαμβάνουν οἱ ἴδιοι τὴν ὑπεράσπισιν ἑαυτῶν, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ λάβῃ πληροφορίας, καὶ αὐτὸς ὀφείλει νὰ προστατεύσῃ τὸν ὑπάλληλον· ἐὰν ὅμως ὑπάρξῃ ἀνάγκη δημοσιεύματος, ὀφείλει νὰ ᾖναι εὐπρεπές. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, ἀσχέτως πρὸς τὴν συζητουμένην πρᾶξιν, ἐφ’ ἧς δὲν ἐκφράζω γνώμην.
§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς προεκάλεσεν ἐνάσκησιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὑμεῖς γνωρίζετε ποία εἶναι ἡ δικαιοδοσία· εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ λειτουργία αὐτῆς νὰ ἤρχισε.
§114ΡΑΖΕΛΟΣ. Θὰ ἀπευθύνω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησιν, ἣν ἀπηύθυνε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Γυθείου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διορισθῶσι δύο ἀνακριταί, ἵνα περιέρχωνται τὰς ἐπαρχίας Γυθείου καὶ Οἰτύλου, διότι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ περιφέρονται ἔνοπλοι, καὶ ὅμως δὲν παρίσταται ἡ δικαιοσύνη, ἰδίως δὲ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Οἰτύλου, ἥτις ὑπάγεται εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Καλαμῶν, ὅπου εἶναι διωρισμένοι δύο ἢ τρεῖς ἀνακριταὶ ἐκ τῶν προβεβηκότων τὴν ἡλικίαν καὶ δὲν μεταβαίνουσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας, τούτου δ’ ἕνεκα καὶ φυγόδικοι πολλοὶ ἀπομένουσι περιφερόμενοι, καὶ πολλοὶ ἐπὶ πολὺν χρόνον μένουσι προφυλακισμένοι. Σᾶς φέρω δὲ καὶ ἓν παράδειγμα. Πρὸ τριῶν ἐτῶν συνέβη φόνος εἰς ἓν τῶν χωρίων τῆς ἐπαρχίας· κατηγορήθησαν διὰ τὸν φόνον 15, προεφυλακίσθησαν 4, ἀπέμειναν δὲ φυγόδικοι 11. Ἡ προφυλάκισις αὐτῶν διήρκεσε 15 μῆνας, πρὸ ὀλίγου δὲ διετάχθη ἡ ἀπαλλαγὴ αὐτῶν, πλὴν ἑνός. Διὰ ταῦτα παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβωσι πρόνοιαν περὶ τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου.
§115ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑποβάλλω ἐγγράφως ἐπερωτήσεις τινὰς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰς ὁποίας θέλω ἀναπτύξει κατόπιν (ἀναγινώσκει): «αʹ) Περὶ παρανόμου ἀναδρομικῆς ἰσχύος Β. Διατάγματος περὶ ἐπιβολῆς δημοτικῶν δασμῶν κατ’ ἐπέκτασιν κλπ. «Διὰ Β. Διαταγμάτων, 123 τὸν ἀριθμὸν, ἐκδοθέντων ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ Ἰανουαρίου μέχρι καὶ τῶν μέσων τοῦ Νοεμβρίου ἐ. ἔ. καὶ δημοσιευθέντων διὰ τοῦ οἰκείου πρώτου τεύχους τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ὧν ἐνεκρίθη ἡ ἐπιβολὴ δημοτικῶν δασμῶν κατ’ ἐπέκτασιν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ περὶ δημοτικῶν φόρων νόμου τῆς 22 Δεκεμβρίου 1847, ἐδόθη ἀναδρομικὴ ἰσχύς, ἤτοι ὡρίσθη, ὅπως ἡ ἐπιβολὴ τοῦ δασμοῦ ἄρξηται ἔν τισι μὲν δήμοις πολλὰς ἡμέρας, ἐν τοῖς πλείστοις δ’ ἄλλοις πολλοὺς μῆνας πρὸ τῆς δημοσιεύσεώς των, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεώς των ἀκόμη. «Δι’ ἑτέρων δὲ 44 Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐνεκρίθη αὔξησις τοῦ φορολογικοῦ ὅρου τῶν αὐτῶν δασμῶν, ἐδόθη ἐπίσης τοιαύτη ἀναδρομικὴ ἰσχύς. Καθὼς ἐπίσης καὶ διὰ τεσσάρων ἑτέρων διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐνεκρίθη ἡ ἐπιβολή, καὶ ἐν δυσὶ λιμέσιν ἡ αὔξησις φόρων περὶ λιμενικῶν ἔργων, ἐδόθη τοιαύτη ὀπισθενεργὸς ἰσχύς. «Τὰ διατάγματα ταῦτα δὲν στηρίζονται εἰς τὸν νόμον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὁριζομένην δι’ αὐτῶν ἀναδρομικὴν ἰσχὺν, διότι καθ’ ὃν χρόνον εἰσήχθησαν εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν δήμων τὰ δι’ αὐτῶν ὑποβαλλόμενα εἰς δασμὸν ἢ φόρον ἐμπορεύματα κλπ. δὲν ὑπῆρχον δημοσιευμένα, ἀλλ’ οὔτε ἐκδεδομένα κἄν. Ἀντίκεινται ἑπομένως ταῦτα εἰς τὰς περὶ φορολογικῶν βαρῶν διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τὰς συνῳδὰ ταύταις καὶ ταῖς γενικαῖς ἀρχαῖς τοῦ νομοθετεῖν ἀναγραφείσας ἐν τῷ ἀστικῷ νόμῳ διατάξεις, καθ’ ἃς τὸ μὲν ἄρθρον 2 ὁρίζει, ὅτι «ὁ νόμος ὁρίζει περὶ τοῦ μέλλοντος μόνον, καὶ δὲν ἔχει ἀναδρομικὴν ἰσχύν», τὸ δὲ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ΠΜϚʹ νόμου τοῦ 1882, ὁρίζει ἐπίσης, ὅτι «ὁ νόμος ἔχει ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καταχωρίσεως αὐτοῦ», νόμου δὲ τόπον ἐπέχουσι τὰ περὶ ὧν πρόκειται διατάγματα, ἅτε κατ’ ἄδειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκδεδομένα. «Καὶ ὄχι μόνον τὰ διατάγματα ταῦτα ὑπάγονται εἰς τὰς διατυπώσεις ταύτας τοῦ ἀστικοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν νομαρχῶν, αἱ πρὸς ἐπιβολὴν δασμῶν, κατὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 4 τοῦ μνησθέντος νόμου τοῦ 1847 ἐκδιδόμεναι, δέον νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς ἀναλόγους διατυπώσεις, καθόσον καὶ εἰς αὐτὰς δίδοται ἀναδρομικὴ ἰσχὺς συνήθως. «Καὶ ἐνῷ τοιαύτη ἀντινομία παρατηρεῖται ἐν τοῖς μνησθεῖσι διατάγμασιν, ἕτερα 14 τοιαῦτα ὁρίζουσιν, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ ἢ αὔξησις τοῦ δασμοῦ ἢ τοῦ φόρου ἄρχεται «ἀπὸ τῆς νομίμου ἰσχύος αὐτῶν», τοῦθ’ ὅπερ ἐμφαίνει τὸ ὀρθὸν τῶν περὶ ἀντινομίας τῶν ὁριζόντων ἀναδρομικὴν ἰσχὺν διαταγμάτων προταχθεισῶν ἀνωτέρω παρατηρήσεων. «Δι’ ἑτέρων δὲ τεσσάρων ὁρίζεται, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ τοῦ δασμοῦ ἄρχεται «ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτῶν», δι’ ἄλλων δὲ ἀπὸ τοῦ ἐπιόντος ἔτους 1897. «Ἕνεκα τῆς ἀντινομίας ταύτης ἐν πολλοῖς δήμοις ἠγέρθησαν ἀγωγαὶ περὶ ἀποζημιώσεως κατ’ αὐτῶν, καὶ ἐν ἄλλοις κατὰ τῶν μισθωτῶν τῶν δασμῶν καὶ τῶν φόρον τούτων, βιαίως εἰσπραχθέντων. «Διὸ παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ ὅ,τι τάχιον τὰς ἀπαιτουμένας ἐξηγήσεις περὶ τῆς ἀντινομίας ταύτης, πληροφορῶν ἅμα, ἂν ὁ ἁρμόδιος εἰσηγητὴς τοῦ Ὑπουργείου συνεμορφώθη πρὸς τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον, ὅπως καλύψῃ τὴν ἰδίαν ἑαυτοῦ εὐθύνην, ἐνεργήσῃ δὲ ἑτέρωθεν συντόμως ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν γενομένων.» «βʹ) Περὶ τῆς νομίμου ἀπαρτίας τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, τοῦ ἀσυμβιβάστου τῆς θέσεως τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβούλου πρὸς τὴν τοῦ δημολογιστοῦ καὶ περὶ τῆς παρανόμου συγκλήσεως Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων μὴ πλήρων. «Κατὰ δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἑρμηνείαν, ἡ τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων ἀπαρτία καταρτίζεται ἐκ τοῦ ἡμίσεως πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἐξ ἑκάστης ἐπαρχίας ἐκλεγομένων ἐπαρχιακῶν συμβούλων. «Ἡ ἑρμηνεία αὕτη δὲν προκύπτει ἐκ τοῦ περὶ Ἐπαρχιακῶν συμβουλίων ΑϠΝϚʹ νόμου τῆς 3 Ἀπριλίου 1891, παραλιπόντος νὰ ὁρίσῃ τὰ περὶ τούτου. Ἐὰν δὲ, πρὸς εὔλογον ἀναπλήρωσιν τοῦ κενοῦ, ἐφαρμοσθῶσι κατ’ ἀναλογίαν τὰ ἰσχύοντα περὶ τῆς συγκροτήσεως τῆς ἀπαρτίας τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἡ ἀπαρτία συνίσταται ἐκ τῶν ⅔ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἐπαρχιακῶν συμβούλων, τοῦθ’ ὅπερ ὡρίζετο καὶ ἐν τῷ ἀστικῷ περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων νόμῳ τῆς 18 Δεκεμβρίου 1836 ἐν ἄρθρῳ 49. «Τὸ Ὑπουργεῖον ἐπέτρεψε νὰ διατελῇ ἐπαρχιακὸς σύμβουλος καὶ νὰ μετέχῃ τῶν συνεδριάσεων Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου δημολογιστὴς παρὰ Νομαρχίᾳ, ὧν θέσεων, τὸ ἀσυμβίβαστον δὲν ἀναγράφεται μὲν ἐν τῷ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμῳ, διότι ὁ περὶ δημολογιστῶν νόμος ἐξεδόθη ἐν ἔτει 1896, προκύπτει ὅμως ἐξ ἀναλογίας τῶν διατάξεων τοῦ τε περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου, καθ’ ἃς ἀποκλείονται τῆς θέσεως ἐπαρχιακοῦ συμβούλου οὐ μόνον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ δήμαρχοι, οἱ δημαρχικοὶ πάρεδροι, οἱ δημοτικοὶ ἀστυνόμοι, οἱ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες, οἱ διδάσκαλοι τῆς μέσης καὶ κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἀλλὰ καὶ οἱ δημοτικοί, οἱ κοινοτικοὶ καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ σύμβουλοι (ἄρθρα 5 καὶ 6), καὶ τοῦ περὶ δημολογιστῶν νόμου, καθ’ ἃς οἱ δημολογισταὶ διεξάγουσι πᾶσαν τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοτικῆς, τῆς κοινοτικῆς καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς διαχειρίσεως. Τοιαῦτα δὲ κενὰ τῆς νομοθεσίας ἀείποτε ἀνεπλήρωσε διὰ σταθερᾶς νομολογίας τὸ Ὑπουργεῖον. «Τὸ Ὑπουργεῖον, ἐναντίον τοῦ ἀπὸ 2 Μαρτίου 1896 ͵ΒΤΞΘʹ νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ ἀπὸ 3 Σεπτεμβρίου 1895 νόμου ͵ΒΤΜΘʹ περὶ τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως» (ὁρίζοντος ὅτι διὰ τοὺς δήμους τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ἐν οἷς δὲν ἐξελέχθησαν ἢ δὲν κατηρτίσθησαν πλήρη τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ἢ, προσκληθέντα νομίμως, δὲν συνῆλθον, ἢ συνελθόντα ἠρνήθησαν ἢ ἀνέβαλον νὰ ἐκδώσωσι τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ ἀπὸ 3 Σεπτεμβρίου 1895 ͵ΒΤΜΘʹ νόμου ἀπαιτουμένην ἀπόφασιν, ἐκδίδωσι ταύτην ἠτιολογημένως ὁ νομάρχης, καὶ συμφώνως πρὸς αὐτὴν προβαίνει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπὸ τῆς εἰρημένης διατάξεως ὁριζομένων) προέβη εἰς τὴν ἐπανειλημμένην καὶ εἰς ἔκτακτον σύνοδον σύγκλησιν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, μετὰ τὴν ἐπὶ ματαίῳ σύγκλησιν αὐτῶν κατά τε τὴν τακτικὴν τοῦ Μαρτίου σύνοδον καὶ κατὰ τὴν πρώτην εἰς ἔκτακτον σύνοδον σύγκλησιν, καίτοι πρὸς τούτοις δὲν ὑπῆρχον πλήρως κατηρτισμένα τὰ Συμβούλια ταῦτα, ὡς μήπω ἐκλεχθέντων συμβούλων ἔκ τινων δήμων, καὶ εἰς ἐπίμετρον δὲ, ὁ νομάρχης εἶχε προβῆ εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ ἀνωτέρω νόμου ὁριζομένην ἔκδοσιν ἀποφάσεων αὐτοῦ διά τινας δήμους. Προέβη δὲ μετ’ ἐπιμονῆς τὸ Ὑπουργεῖον, μεθ’ ὅλα ταῦτα, εἰς ἐπανειλημμένην ἔκτακτον σύγκλησιν, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν γνωμοδότησιν Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου περὶ κατακερματίσεως δήμων τινῶν. «Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ τὰς ἀπαιτουμένας ἐξηγήσεις ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω παραβάσεων καὶ πληροφορήσῃ ἅμα, ἂν οἱ ἁρμόδιοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εἰσηγηταὶ συνεμορφώθησαν πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, ὅπως καλύψωσι τὴν ἰδίαν ἑαυτῶν εὐθύνην.» «γʹ) Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τοῦ βαθμοῦ τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν βοηθῶν καὶ διανομέων. «Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ σημείωμα—ὑπογεγραμμένον παρὰ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων—ἐμφαῖνον: «Αʹ) Ποῖος ὁ ὑπὸ τῶν νόμων περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν συναφῶν πρὸς αὐτὰς νόμων ὁριζόμενος ἀριθμὸς
| Ταχυδρομικῶν βοηθῶν | Αʹ | τάξεως |
| » » | Βʹ | » |
| Τηλεγραφικῶν » | Αʹ | » |
| » » | Βʹ | » |
| Ταχυδρομικῶν διανομέων | Αʹ, Βʹ καὶ Γʹ | τάξεως |
| Τηλεγραφικῶν » | » » » » | » ἐμμίσθων. |
Βʹ) Πόσοι ἐξ ἑκάστης κατηγορίας ὑπῆρχον κατὰ τὴν πρώτην Ἰουνίου 1895. «Γʹ) Πόσοι καὶ τίνες ἐξ αὐτῶν ὀνομαστὶ, καὶ πότε ἐπαύθησαν ἢ ἀπεβίωσαν. «Δʹ) Πόσοι, τίνες ὀνομαστὶ καὶ πότε ἀκριβῶς διωρίσθησαν εἰς τὰς θέσεις ταύτας, κατὰ κατηγορίαν.» «δʹ) Περὶ παρανόμου ἀναθέσεως τῆς διευθύνσεως ταχυδρομικῶν γραφείων εἰς ἰδιώτας. «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξηγήσῃ διὰ τίνα λόγον παρεβιάσθη οὐσιώδης διάταξις τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας νόμου ὡς πρὸς τὴν διεύθυνσιν τῶν ἀρτισυστάτων ταχυδρομικῶν γραφείων ἐν τοῖς χωρίοις Μοναστηρακίῳ τῆς Γορτυνίας καὶ Λάβδᾳ τῆς Ὀλυμπίας· διότι, ἐνῷ ἐν τοῖς χωρίοις τούτοις ὑπάρχουσιν ἐν ἐνεργείᾳ δημοτικὰ σχολεῖα, διευθυνόμενα τὸ μὲν πρῶτον ὑπὸ τοῦ δευτεροβαθμίου δημοδιδασκάλου Χρήστου Παππακωνσταντίνου, διορισθέντος ἀπὸ τῆς 7 Ὀκτωβρίου 1893, τοῦ δὲ δευτέρου ὑπὸ τοῦ δευτεροβαθμίου ἐπίσης δημοδιδασκάλου Χρήστου Ἀθανασοπούλου, διορισθέντος ἀπὸ 31 Αὐγούστου 1894, ἀμφοτέρων δὲ ἀδιακόπως μενόντων ἐν τῇ θέσει αὐτῶν, ὁ κύριος Ὑπουργὸς διὰ τῶν ἀπὸ 19 καὶ 21 Σεπτεμβρίου καὶ 10 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. βασιλικῶν διαταγμάτων, διὰ τῶν δύο πρώτων τῶν ὁποίων ἐσύστησε τὰ γραφεῖα ταῦτα, διώρισε τοὺς ἰδιώτας Α. Φωτόπουλον καὶ Ἀριστείδην Παρασκευόπουλον, ἵνα διευθύνωσι τὰ γραφεῖα ταῦτα, «ὡς μὴ ὑπαρχούσης αὐτόθι δημοσίας ἢ δημοτικῆς ἀρχῆς». Ὑποβάλλω καὶ αἴτησιν ἑνὸς ἐκτάκτου κλητῆρος τῆς παρελθούσης συνόδου τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι δὲν ἔλαβε τὸν μισθόν του. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, εἰ δυνατὸν, νὰ συμπληρώσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν δόσεων τῶν φυτειῶν καὶ ἐθνικῶν γαιῶν. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον κατέθεσεν, εἶναι σπουδαῖος καὶ πρέπει νὰ τυπωθῇ. Ἡ ὑπηρεσία ἐν τῷ πίνακι ἀναφέρει, ὅτι ἔμειναν ἀνεκκαθάριστα παραχωρητήρια τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν κατὰ χιλιάδας. Ἐγὼ παρεκάλεσα νὰ ὑποβληθῇ πίναξ ἐμφαίνων κατ’ ἐπαρχίας τὰ ἀνεκκαθάριστα παραχωρητήρια. Ἐν τέλει εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἑνώσω τὴν φωνήν μου μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Τριχωνίας ὑπὲρ τῶν ἀνθυπασπιστῶν καὶ ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποβάλωσιν ὑπόμνημα. Παραπονοῦνται ὅτι, καίτοι εὐηργετήθησαν διὰ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος πέρυσιν, ἐν τούτοις δὲν δικαιοῦνται νὰ ἔχωσι μέρισμα ἐκ τοῦ ταμείου τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀποστρατευόμενοι νὰ ἔχωσι τὰ μέσα, οὐχὶ νὰ συντηρηθῶσιν ἀξιοπρεπῶς, ἀλλὰ νὰ ἔχωσι τοὐλάχιστον τὸν ἐπιούσιον. Ζητοῦσι λοιπὸν οὗτοι νὰ γείνωσι μέτοχοι τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ταμείου, ὑποβάλλουσι δὲ τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπέλθῃ ζημία εἰς τοὺς μετόχους ἀξιωματικούς, οὐδὲ μείωσις τῶν μερισμάτων, τοὐναντίον δὲ νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις.
§116ΡΑΖΕΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν αἴτησιν ταύτην τῶν ὑπαξιωματικῶν.
§117Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ ἐγώ.
§118ΜΑΛΕΑΣ. Τῶν δημοτικῶν σχολείων τὰ μαθήματα ἀρχίζουσι κατὰ Σεπτέμβριον· ἀλλὰ καίτοι διατρέχομεν τὸν τέταρτον σχολικὸν μῆνα, οὐχ ἧττον τὸ Αʹ δημοτικὸν σχολεῖον τῶν ἀῤῥένων ἐν Μεγάροις ἀργεῖ, μένει κεκλεισμένον, 300 δὲ μαθηταὶ μένουσιν ἄνευ προστασίας, εἰς τὰς ὁδοὺς, συνειθίζοντες εἰς τὴν ἀταξίαν ἀπὸ τῆς μικρᾶς ἡλικίας. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ θεραπεύσῃ τὸ κακόν.
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ προσωρινῶς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θέλω ἐξετάσει.
§120ΜΑΛΕΑΣ. Παρακαλῶ ὡσαύτως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὴν δημοπρασίαν τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τοῦ ῥητίνης τοῦ δήμου Ἐρυθρῶν διὰ τὸ ἔτος 1896, καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν κατελογίσθη ὁ Γεώργιος Σταματίου, εἰς ὃν ἀρχικῶς κατεκυρώθη ὁ εἰρημένος φόρος, καὶ εἰς βάρος τοῦ ὁποίου ἐνηργήθη ὁ ἀναπλειστηριασμός.
§121ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐπεθύμουν ἐν πρώτοις νὰ δώσω βραχυτάτην ἀπάντησιν εἰς τὸν ἐκ Ζακύνθου κ. συνάδελφον, τὸν κ. Μελισσηνὸν, ἐφ’ ὅσων εἶπε χθές· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀπουσιάζει, ἀναβάλλω τὴν ἀπάντησιν ταύτην, καὶ προβαίνω εἰς τὴν ὑποβολὴν δύο παρακλήσεων· μιᾶς μὲν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ἑτέρας δὲ πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν. Εἰς τὸν δῆμον Παραχελωϊτῶν τῆς Φθιώτιδος ἀνήκουσι δύο χωρία, Βούρνοβον καὶ Δερβὲν–Καρυὰ, ὀρεινὰ καὶ κείμενα ἐπὶ τῆς Ὄθρυος καὶ πολὺ πλησίον τῆς παλαιᾶς ὁροθετικῆς γραμμῆς. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τούτων εἰσὶ κτηνοτρόφοι καὶ γεωργοί. Ἐπειδὴ δὲ αἱ ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ χωρίου των γαῖαί εἰσιν ὀλίγισται, καὶ τόσαι, ὥστε νὰ μὴ ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας των, ἅμα τῇ προσαρτήσει τῆς Θεσσαλίας ἠγόρασαν σχεδὸν πάντες ἀγροὺς κειμένους ἐν τῷ γειτονικῷ των δήμῳ Ξυνιάδος τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ, τοὺς ὁποίους ἔκτοτε καλλιεργοῦσιν. Οἱ πτωχοὶ οὗτοι χωρικοί, συμμορφούμενοι πρὸς τοὺς νόμους, προσέρχονται εἰς τὸν δήμαρχον Παραχελωϊτῶν καὶ ἐγχειρίζουσιν αὐτῷ τακτικώτατα τὰς δηλώσεις τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν των, μὴ παραλείποντες νὰ σημειῶσιν ἐν ταῖς δηλώσεσι ταύταις, ὅτι διὰ τῶν ἰδίων αὐτῶν κτηνῶν καλλιεργοῦσι καὶ τὰ ἐν τῷ δήμῳ Ξυνιάδος τοῦ Δομοκοῦ κτήματά των· ὁ κ. δήμαρχος ἐνεργεῖ τὰ δέοντα, ἀλλὰ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἐφορίας Φαρσάλων οὐδεμίαν, φαίνεται, προσοχὴν δίδοντες εἰς τὰς πληροφορίας καὶ βεβαιώσεις τοῦ δημάρχου, καταλογίζουσιν ἐκ νέου τὰ αὐτὰ ἀροτριῶντα κτήνη εἰς τοὺς χωρικούς, ἐκδίδοντες κατ’ αὐτῶν πρωτόκολλα καὶ ὑποβάλλοντες τοιουτοτρόπως αὐτοὺς τακτικώτατα εἰς κόπους καὶ εἰς δαπάνας οὐκ ὀλίγας. Γνωρίζετε, Κύριοι, τὰς δαπάνας καὶ τοὺς κόπους, εἰς τοὺς ὁποίους ὑποβάλλεταί τις, ἂν διὰ τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις κληθῇ εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, καὶ περιττὸν εἶναι νὰ εἴπω ταύτας ἐγώ. Σημειώσατε δὲ, ὅτι τοῦτο γίνεται εἰς τοὺς χωρικοὺς ἐκείνους τακτικώτατα ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν εἶναι πρέπον νὰ δοθῇ τέλος, καὶ διὰ τοῦτο θερμῶς παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ ὑποδείξῃ εἰς τὸν ἐν Φαρσάλοις οἰκονομικὸν ἔφορον, τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει, νὰ καταστήσῃ προσεκτικοὺς τοὺς τυράννους ἐκείνους τῶν φορολογουμένων, τοὺς καλουμένους ἀπαριθμητάς, ἡ κακοήθεια τῶν ὁποίων συνήθως εἶναι ἀφόρητος. Ἡ πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργὸν παράκλησίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἐν Λαμίᾳ ὑπάρχει πλατεῖά τις, γνωστὴ ὑπὸ τὸ ὄνομα «Πλατεῖα Διάκου», ἐν τῇ ὁποίᾳ, κατ’ ἐμὲ κακῶς, ἀπεφασίσθη νὰ στηθῇ ὁ ἀνδριὰς τοῦ πρωτομάρτυρος τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως Ἀθανασίου Διάκου. Μόλις ἐλήφθη ἡ τοιαύτη ἀπόφασις, ἐγώ, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀνεπαρκὲς τῆς πλατείας ἐκείνης εἰς τὸ νὰ περιλάβῃ τὸ τοιοῦτον μνημεῖον, ἐσύστησα εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ ὑποδείξῃ εἰς τοὺς ἁρμοδίους, ὅτι τὸν Ἀθανάσιον Διάκον, ἔστω καὶ μαρμάρινον, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγκλείσωσιν ἐν τῷ στενῷ ἐκείνῳ κλωβῷ, ὡς ἐν φυλακῇ, ἀλλὰ νὰ τοποθετήσωσιν εἰς θέσιν, εἰς τὸ ἄκρον τῆς πόλεως κειμένην, καὶ τοιαύτην, ὥστε νὰ βλέπῃ αὐτὸν πᾶς ὁ εἰς Λαμίαν ἐρχόμενος. Οἱ ἁρμόδιοι ὅμως, παρὰ τὰς συστάσεις μου ἐκείνας, ἐπραγματοποίησαν τὴν ἀπόφασίν των, κτίσαντες ἔκτοτε τὸ βάθρον τοῦ ἀνδριάντος οὐχὶ εἰς τὸ κέντρον τῆς λεγομένης ταύτης πλατείας, ἀλλ’ εἰς τὸ μέσον τῆς δυτικῆς πλευρᾶς αὐτῆς καὶ ἐπὶ σημείου κειμένου εἰς τὴν προέκτασιν τοῦ ἄξονος ἀνωφεροῦς τινος ὁδοῦ, ἀγούσης ἀπὸ τῆς πλατείας ταύτης εἰς τὸν ἐπὶ τῆς πρὸς δυσμὰς τῆς Λαμίας κειμένης ῥάχεως ναὸν τοῦ ὁσίου Λουκᾶ, ὁδοῦ ἐχούσης νῦν κλίσιν 30 ἴσως μοιρῶν. Νῦν, ὅτε δύο ὁλόκληρα ἔτη παρῆλθον, ἐνεθυμήθησαν, φαίνεται, τοὺς λόγους μου, καὶ ἵνα διορθώσωσι τὸ λάθος των, ἐσκέφθησαν νὰ εὐρύνωσι τὸν ὄντως στενὸν ἐκεῖνον χῶρον, καὶ νὰ τὸν εὐρύνωσι μάλιστα κατὰ 6, νομίζω, μέτρα, τὰ ὁποῖα οὐδόλως θέλουσι συντελέσει εἰς τὸ νὰ ὀνομασθῇ ὁ χῶρος ἐκεῖνος πλατεῖα. Ὁ σκοπὸς τῶν ἐνεργούντων τὰ τοιαῦτα δὲν εἶναι ὁ τῆς εὐρύνσεως τῆς πλατείας, διότι οἱ ἁρμόδιοι οὗτοι κάλλιον καὶ ἐμοῦ γινώσκουσιν, ὅτι, ἵνα γένηται ἐκεῖ πλατεῖα ἀξία λόγου, ἔπρεπε νὰ εὐρυνθῇ κατὰ τὸ τριπλάσιον καὶ τετραπλάσιον· ὁ σκοπός των εἶναι ἄλλος, θέλουσι νὰ εὐρύνωσι τὸν χῶρον ἐκεῖνον πρὸς τὸ δυτικὸν αὐτοῦ μέρος, ὅπως διὰ τῆς εὐρύνσεως ταύτης καταστρέψωσι τὴν μικρὰν οἰκίαν καὶ τὸ οἰκόπεδον ἐν γένει τῆς χήρας τοῦ ταγματάρχου Γλυκοφρύδου, καὶ εἶτα, ἀναγκάζοντες αὐτὴν νὰ πωλήσῃ καὶ τὸ ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον θὰ καταντήσῃ τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ δύνηται νὰ οἰκοδομήσῃ, νὰ δώσωσι πρόσωπον ἐπὶ τῆς πλατείας εἰς τὰς οἰκίας τῶν φίλων των Ἀγγελοπούλου καὶ Δημητρακοπούλου, αἱ ὁποῖοι, ἰδίως δὲ ἡ τοῦ δευτέρου, δὲν θὰ δυνηθῶσι ν’ ἀναπνεύσωσιν, ἂν δὲν ἐκλίπῃ τὸ οἰκόπεδον μετὰ τῶν κτιρίων τῆς χήρας Γλυκοφρύδου. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ ἐν Λαμίᾳ κ. δημάρχου, ὁ ὁποῖος ὑποβαλὼν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸ καιροῦ τὰ σχέδια, ἀναμένει τὴν ἔκδοσιν βασιλικοῦ διατάγματος, μεταβάλλοντος, ὡς ἀτελῶς λίαν περιέγραψα ἐν ὀλίγοις, τὸ σχέδιον τῆς πόλεως. Ἐγώ, Κύριοι, εἶμαι θερμὸς θιασώτης τοῦ ἐξωραϊσμοῦ τῶν πόλεων, καὶ διὰ τοῦτο οὐδέποτε ἐσκέφθην νὰ παρεμβάλω προσκόμματα εἰς ἐνεργείας ἀποβλεπούσας εἰς ἐξωραϊσμόν. Ἐνταῦθα ὅμως ὁ ἐξωραϊσμὸς, ὁ ὑποτιθέμενος δηλαδὴ τοιοῦτος,—διότι ἐγὼ ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι καὶ τοῦτο ἐὰν γείνῃ, κατ’ οὐδὲν θὰ βελτιωθῇ ἡ πλατεῖα ἐκείνη—ἐνταῦθα, λέγω, ὁ ἐξωραϊσμὸς αὐτὸς πρόκειται νὰ γείνῃ εἰς βάρος τῆς δυστυχοῦς χήρας Γλυκοφρύδου, διότι ὁ κ. δήμαρχος Λαμιέων ἐδήλωσεν, ὅτι ἀντὶ τοῦ οἰκοπέδου ἐκείνου μετὰ τῆς οἰκίας καὶ τῶν παραρτημάτων αὐτῆς δίδει εἰς αὐτὴν μόνον 2½ χιλιάδας δραχμῶν, ποσόν, διὰ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ δυνηθῇ ποτὲ νὰ οἰκοδομήσῃ οἰκίαν ἐπὶ οἰκοπέδου ἴσης, ἔστω καὶ κατά τι μικροτέρας, ἐκτάσεως. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἂν μὲν ἐνεργήσῃ ὅπως τὸ ὑποβληθὲν εἰς αὐτὸν σχέδιον ἐγκριθῇ, νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. δήμαρχον ν’ ἀποζημιώσῃ καταλλήλως τὴν ζημιουμένην κ. Γλυκοφρύδου, ἂν δὲ πεισθῇ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ἴδιον κ. δήμαρχον νὰ μεταφέρῃ τὸ βάθρον τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Διάκου εἰς τὸ μέσον τῆς πλατείας, ἐξοδεύων πρὸς τοῦτο ἔστω καὶ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον τόσον γενναιοδώρως προσφέρει νῦν εἰς τὴν δυστυχῆ ἐκείνην γυναῖκα.
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελον προβάλει ἐρώτησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θέλω παρακαλέσει τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ σκεφθῶσιν ἐπὶ ταύτης καὶ μοὶ ἀνακοινώσωσιν ἐλευθέρως τὴν γνώμην αὑτῶν. Κρίνουσιν ὅτι εἶναι δυνατὸν, ὅσον καὶ ἂν παρατείνωμεν τὰς ἐργασίας τῆς συνόδου ταύτης, νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξετάσωμεν, νὰ συζητήσωμεν καὶ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων πάντων, ὅσα εἰσὶν ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἢ τοὐλάχιστον ἐπὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον ἐνδεικνύουσιν, ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλουσιν αἱ περιστάσεις τῆς χώρας καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους; Ἐπὶ ἑβδομάδα ὁλόκληρον δὲν ἠδυνήθημεν νὰ συζητήσωμεν, εἰμὴ ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, τοῦ περὶ ἀποζημιώσεως διὰ τὸ καταλαμβανόμενον οἰκόπεδον τῶν κληρονόμων Ὀρφανίδου. Βεβαίως εὐλαβούμεθα τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξεύρωμεν τρόπον, ὅπως καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἐνασκῶμεν καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν μὴ παραλείπωμεν; Νομίζετε, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐπιτήδειον τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας; τὰ hors d'oeuvres; τὰς ἐπερωτήσεις νὰ μεταθέσωμεν εἰς ἐπιδόρπια; Νομίζετε ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δύο συνεδριάσεις, μίαν πρωϊνὴν καὶ μίαν ἑσπερινήν; Κατὰ ποῖον τρόπον νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν, ἵνα ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους; διότι τινὲς ἐξ αὐτῶν εἰσι πιεστικαί. Χθὲς τέλος πάντων, ἤλπισα, μεθ’ ὅσα οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ἐπὶ τοῦ πρώτου θρανίου καθήμενοι, ἔλεγεν, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν χεῖρα ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλὰ βλέπω, ὅτι σήμερον ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ὥραν 7½ καὶ ἀκόμη δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτό; Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε τὴν γνώμην σας, νὰ μοὶ ἀνακοινώσητε κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰ ἄλλα ἡμῶν καθήκοντα. Πρέπει νὰ παραπέμψωμεν εἰς ἄλλην τινὰ ἀρχὴν τὰ ἕτερα ἡμῶν καθήκοντα; Νομίζω ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον συμβαίνει, πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§123ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσε νὰ διατυπώσῃ τὸ παράπονον αὐτοῦ, διότι ἀκριβῶς εὑρισκόμεθα εἰς τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς συνεδριάσεως, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἐν τῷ πρώτῳ τμήματι τῆς συνεδριάσεως θὰ ἐξαντληθῶσιν ὅλαι αἱ ἐπερωτήσεις, τὸ δεύτερον δὲ τμῆμα τῆς συνεδριάσεως θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν νομοθετικὴν ἡμῶν ἐργασίαν. Ἐὰν τώρα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φρονῇ, ὅτι ὁ χρόνος τῶν 12 ἡμερῶν δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ διὰ τὴν ἐξέλεγξιν καὶ ἐπιψήφισιν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ὡρισμένων τινῶν νομοσχεδίων, καὶ ἴδωμεν ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη τις ἀνάγκη, τότε δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας μας.
§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ τὸ δεύτερον μέρος τῆς συνεδριάσεως, ὡς ἐδείχθη μέχρι τοῦδε, ἄρχεται μετὰ τὴν ἐννάτην, διότι παρατείνομεν πολλάκις τὰς ἐπερωτήσεις μέχρι τῆς ὀγδόης καὶ ἡμισείας, ἢ τῆς ἐννάτης καὶ δεκάτης τῆς νυκτός. Ἀφοῦ λοιπὸν κατὰ τὴν δεκάτην μετὰ μεσημβρίαν ἀρχόμεθα τῶν νομοθετικῶν ἔργων μας, κατὰ τὴν ἑνδεκάτην καὶ ἡμίσειαν ἄρχεται ὁ κάματος τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Τί πρέπει λοιπὸν νὰ πράξωμεν; Πρέπει νὰ διανυκτερεύωμεν λοιπὸν, νὰ μὴ τελειώνωμεν τὴν συνεδρίασιν κατὰ τὸ μεσονύκτιον, ἀλλὰ νὰ παρατείνωμεν αὐτὴν μέχρι τῆς ὀγδόης τῆς πρωΐας;
§125ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τί προτείνετε ὑμεῖς;
§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προτείνω, εἶναι, αἱ ἐπερωτήσεις νὰ γίνωνται μετὰ πάσης ἐλευθερίας, ἀλλ’ εἰσὶ πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἐπερωτήσεως, εἶναι ἁπλῶς θέματα διοικητικῆς ἐργασίας, καὶ ἀρκεῖ σημείωσίς τις, ἵνα λαμβάνῃ γνῶσιν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός. Ἐὰν δι’ ἁπλῆν ἀστυνομικὴν παράβασιν, ἢ διότι συνελήφθη ἡ ἡμίονος ἑνὸς ἐκλογέως καὶ ὑπεχρεώθη οὗτος νὰ πληρώσῃ σύλληπτρα 50 λεπτά, Βουλευτής τις ὁμιλῇ μίαν ὥραν, ποῦ θὰ φθάσωμεν; Ἐνδεικνύω τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ ζητῶ τὴν γνώμην τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§127ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀκόμη ἐπί τινας τοὐλάχιστον ἡμέρας τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον σύστημα, δηλαδὴ κατὰ τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς συνεδριάσεως νὰ ἐξαντλῶμεν τὰς ἐπερωτήσεις, καὶ ἂν περισσεύῃ χρόνος, νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κατὰ τὸ δεύτερον δὲ τμῆμα νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχε κανένα λόγον νὰ ἀπευθύνῃ παράπονα πρὸς ἡμᾶς τοὺς καθημένους ἐν τῷ πρώτῳ τούτῳ θρανίῳ, διὰ τὴν μὴ πρόοδον τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς, διότι ἡμεῖς δὲν ἐδώσαμεν ἀφορμὴν εἰς τοῦτο.
§128Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. συνάδελφος οὐδεμίαν ἔχει ἀφορμὴν νὰ ἀπευθύνῃ παράπονα πρὸς ἡμᾶς. Εἶπον μόνον, ὅτι κατόπιν τῶν ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης λεχθέντων ἐπίστευον ὅτι ἤθελον ἰδεῖ νὰ μὴ γένωνται σήμερον ἐπερωτήσεις, ἀλλ’ εἴμεθα ἤδη τρεῖς ὥρας ἐνταῦθα, καὶ οὐδὲν ἐπράξαμεν.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν στέργῃ ἡ Βουλή, δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ὥραν διακοπῆς τὴν 7ην, νὰ ἐπανερχώμεθα δὲ ἀκριβῶς τὴν 8ην.
§130ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ διακόπτωμεν τὴν 8ην.
§131ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως δὲν δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν· ἀλλ’ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις τῆς ἑσπέρας ταύτης δὲν ἦσαν τοσοῦτον ἀνάξιαι λόγου, ὡς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ αὐτὰς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ νὰ λάβῃ διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν.
§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι οὐδὲν μέτρον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ ἀμοιβαία συνεννόησις. Θέλετε νὰ ἔλθητε ὑμεῖς Πρωθυπουργὸς καὶ νὰ λάβητε πάντας τοὺς κ. Βουλευτὰς Ὑπουργοὺς καὶ νὰ ἔχω τοὺς φίλους μου καὶ νὰ μὴ σᾶς ἀφήσω νὰ ψηφίσητε οὔτε ἓν νομοσχέδιον;
§133ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόπτωμεν τὴν 7ην, καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα τὴν 8ην.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος νὰ συνερχώμεθα ἀκριβῶς τὴν 4ην ὥραν, νὰ διακόπτωμεν τὴν 7ην, καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα ἀκριβῶς τὴν 9ην, ὅπως ἐξακολουθῶμεν τὴν ἐργασίαν μας.
§135ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§136ΚΡΙΤΣΑΣ. Νὰ προστεθῇ, ὅτι θὰ ἀποχωρῶμεν τὴν 12ην.
§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδιορισθῇ.
§138ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀλλὰ τὸ μέτρον αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τῆς αὔριον.
§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολὺ καλά.
§140ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§141Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἁρμόδιος ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος ἐνήργησε τὰς ἀνακρίσεις, ἀπεφάνθη ὅτι ὁ μαθητὴς αὐτὸς δύναται νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ Σχολῇ, διότι ὁ γάμος του δὲν ἔχει κῦρος. Ἐὰν ἐπιθυμῆτε, δύναμαι νὰ προκαλέσω γνωμοδότησιν τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν νομικοῦ συμβούλου, καὶ ἐὰν οὗτος ἀποφανθῇ ὅτι ὁ γάμος δύναται νὰ θεωρηθῇ ἔγκυρος, τότε θέλω ἐνεργήσει ὅ,τι πρέπει.
§142ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐφ’ ὅσον, κύριε Ὑπουργέ, δὲν προσαχθῇ ἡμῖν ἐπίσημος πρᾶξις, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἀναγνωρίζηται τὸ ἄκυρον τοῦ γάμου, δὲν δύνασθε νὰ ἐπιτρέψητε τὴν διαμονὴν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ αὐτοῦ ἐν τῇ Σχολῇ. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει δὲν ἔχετε τοιαύτην ἐπίσημον πρᾶξιν, ὀφείλετε, συμφώνως πρὸς τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχετε, νὰ ἀποβάλητε τὸν ὑπαξιωματικὸν τοῦτον ἐκ τῆς Σχολῆς.
§143ΚΡΙΤΣΑΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀποστείλῃ εἰς Λαμίαν ἐπιθεωρητὴν μηχανικόν, ἀλλ’ ὄχι τινὰ ἐκ τῶν στενῶν συγγενῶν τοῦ ἐν Λαμίᾳ δημάρχου.
§144ΤΡΑΚΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν γεωργῶν τῶν χωρίων Βουρνόβου καὶ Δερβὲν Καρυᾶς, θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ ἀπὸ τοῦδε τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Φαρσάλων–Δομοκοῦ, ὅπως εἰς τὸ ἑξῆς διορθώσῃ τὰ πράγματα. Διότι ἰδοὺ τί συνέβη ἐνῷ εἰδοποιεῖτο ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος οὗτος, ὅτι ἐδηλώθησαν τὰ ἀροτριῶντα κτήνη αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων εἰς τὸν δῆμον Παραγελωϊτῶν, οἱ ἀποστελλόμενοι ὑπάλληλοι αὐτοῦ συνέταττον πρωτόκολλα καταμετρήσεως ὡς ἀδηλώτων τῶν κτηνῶν τούτων, καὶ ὅτι δῆθεν ἄλλα εἶναι τὰ δηλωθέντα ἐν τῷ δήμῳ Παραχελωϊτῶν καὶ ἄλλα τὰ καταμετρηθέντα ἐν τῷ δήμῳ Ξυνιάδος τοῦ Δομοκοῦ, ἐνῷ οὗτοι δὲν ἔχουσιν ἄλλα κτήνη. Δυστυχῶς οἱ γεωργοὶ τῆς Ἑλλάδος σήμερον δὲν ἔχουσιν ἢ ἓν ἕως δύο βώδια, πολλῷ δὲ μᾶλλον οὗτοι, οἱ ὁποῖοι καλλιεργοῦν 15 στρέμματα γῆς εἰς τὸν ἕνα δῆμον καὶ 15 ἕως 20 εἰς τὸν ἄλλον. Ἐκτὸς τούτου, ἔρχομαι καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐν Λαμίᾳ πλατείας τοῦ Διάκου. Δὲν ἔχει ποσῶς δίκαιον ὁ κ. συνάδελφος. Ὁ δήμαρχος δικαίως θέλει νὰ ἐξωραΐσῃ τὸν τόπον ἐκεῖ, διότι ἐκεῖ ἀνηγέρθη ὁ ἀνδριὰς τοῦ Διάκου. Ἡ πλατεῖα εἶναι μικρὰ, καὶ πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ εἰς τὸ μέρος, ὅπου εἶναι τὸ κτίριον τῆς χήρας. Δὲν πρόκειται νὰ ζημιωθῇ ἡ χήρα τίποτε· θὰ λάβῃ τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματός της· ἀλλὰ νὰ μένῃ εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα ἀνεπαρκὴς ἡ πλατεῖα αὕτη, ἡ προωρισμένη πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, δὲν εἶναι δίκαιον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποστολὴν μηχανικοῦ, βεβαίως τοῦτο εἶναι δικαίωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ στείλῃ μηχανικὸν, καὶ νὰ μὴ σταλῇ ὁ συγγενὴς τοῦ δημάρχου κ. Σούλης, διότι δὲν πρόκειται περὶ τούτου, οὐδὲ ὁ δήμαρχος σκέπτεται περὶ πολιτικῶν συμφερόντων, ἀλλὰ περὶ τῶν συμφερόντων οὐ μόνον τῆς πόλεως Λαμίας, ἀλλὰ καὶ ὅλης τῆς ἐπαρχίας, διότι ὁ ἀνδριὰς τοῦ Διάκου εἶναι καύχημα ὁλοκλήρου τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος καὶ αὐτοῦ τοῦ νομοῦ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ ἐργασία αὕτη, καὶ βεβαίως πρέπει ν’ ἀποζημιωθῇ ἡ χήρα.
§145ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπληροφορήθην παρὰ συναδέλφων, ὅτι κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, καθ’ ἣν δὲν ἤμην παρὼν, εὐηρεστήθητε νὰ ἀναγγείλητε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μὲ κατελέξατε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἥτις πρόκειται νὰ μελετήσῃ καὶ συντάξῃ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες θεωροῦσιν ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ νὰ μεταῤῥυθμισθῇ τὸ κρατοῦν σύστημα τῆς φορολογίας ἐκείνης. Εἰς δύο δήμους τῆς ἡμετέρας ἐπαρχίας ἡ ἀμπελοφυτεία ἔλαβε μεγίστην ἀνάπτυξιν καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ οἰνοπαραγωγή· ἐπωφελοῦμαι μάλιστα τῆς εὐκαιρίας νὰ βεβαιώσω, ὅτι καὶ ἡ ποιότης τῶν οἴνων τοῦ δήμου Αὐλίδος καὶ τοῦ δήμου Θεσπιῶν εἶναι ἀρίστη. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν νομίζω ὅτι ἔχω εἰδικότητα ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπως λάβω μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καίτοι, ἐπαναλαμβάνω, ἐπιθυμῶ διακαῶς τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ κρατοῦντος φορολογικοῦ συστήματος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διορίσῃ ἕτερον μέλος, ἔχον γνώσεις πλείονας καὶ εἰδικωτέρας περὶ τοῦ θέματος· διότι φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνῃ τις μέρος εἰς ἐπιτροπὰς, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὅτι ἔχει ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα ἐφόδια πρὸς λυσιτελῆ ἐργασίαν.
§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐζητήθη κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῆς οἰκογενείας Ὀρφανίδου διὰ τὰ καταληφθέντα γήπεδα αὐτῆς, ἵνα κατατεθῇ ὁ φάκελλος τῶν ἐγγράφων, ἐκ τῶν ὁποίων βεβαιοῦται τὸ ποσὸν τοῦ μισθώματος, ὅπερ ἐλάμβανεν ἡ οἰκογένεια Ὀρφανίδου ἐκ τοῦ καφενείου, τὸ ὁποῖον εἶχεν οἰκοδομήσει καὶ ἐνοικίαζε κατ’ ἔτος, καὶ προσέτι αἱ διάφοροι αἰτήσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἰδιοκτήτης εἶχεν ὑποβάλει ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τῶν τελευταίων χρόνων. Τὸν φάκελλον τοῦτον καταθέτω.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 50′ μ. μ. προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Α. Τόμαν).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Παρακαλοῦνται οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις των. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§149Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως διὰ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς οὐχὶ μόνον τοῦ πρώτου θέματος τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλὰ καὶ τῶν δύο ἑπομένων, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ δύο ἐλλείποντα νομοσχέδια, τὸ ἓν περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων καὶ τὸ ἕτερον περὶ ἀγροτικῆς πίστεως, νὰ προσθέσῃ δὲ καὶ τὸ περὶ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν καλλιεργητῶν, ἅπαντα δὲ ταῦτα, 5–6 ἐν ὅλῳ νομοσχέδια, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως ἀποφασίσῃ νὰ ὁρισθῶσιν ὡς πρῶτα θέματα συζητήσεως κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ καὶ εἰσηγητὴς τῶν νομοσχεδίων, μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων του συμφωνῇ εἰς τοῦτο, περιττὸν νὰ εἴπω πλείονα. Ἐὰν διαφωνῇ, θέλω ἀναπτύξει τὴν πρότασιν ταύτην. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν.
§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προβῆτε εἰς τὴν ἀνάπτυξιν.
§151Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Προτιμᾶτε;
§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν προτιμῶ τίποτε. Προβῆτε.
§153Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Προέτεινα τοῦτο, διὰ νὰ οἰκονομήσω χρόνον, διότι εἶδον ὅτι φείδεσθε τοῦ χρόνου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπιμένετε, προβαίνω. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, Κύριοι, νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν ταύτην δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους. Ἡ Κυβέρνησις, ἀξιεπαίνως φερομένη, ἔστρεψε τὰ βλέμματά της πρὸ τὴν Θεσσαλίαν, διὰ νὰ μεριμνήσῃ ὄχι περὶ Θεσσαλίας μόνον, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, διότι γνωρίζομεν, ὅτι τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα εἶναι ἐθνικὸν, ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς παραγωγῆς. Ἐλέχθη καὶ ἐγράφη, ὅτι τοῦτο ἐγένετο διὰ νὰ περιποιηθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοὺς Θεσσαλοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐφάνησαν πολὺ καλοὶ εἰς αὐτόν. Ἐὰν ἐκ τῶν ἔργων τῶν κυβερνητικῶν ἐπρόκειτο νὰ προσπορισθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἠθικὸν ὄφελος, διατὶ ὄχι; Δὲν εἶναι κακὸν, ἐὰν συνέβη καὶ τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ ἐγχείρημα εἶναι βεβαίως σπουδαιότατον. Τὴν ἱστορίαν τῶν νομοσχεδίων τὴν γνωρίζετε, Κύριοι. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ὅμως συντομώτατα νὰ ὑπομνήσω τὰ στάδια, τὰ ὁποῖα διῆλθον τὰ νομοσχέδια. Τὴν 27 Ἰανουαρίου 1896, κατὰ τὴν εἰσηγητήριον ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσήχθησαν τέσσαρα νομοσχέδια, ἄνευ μὲν αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, διὰ προφορικῆς δὲ ἀναπτύξεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι τὰ ἀκόλουθα: αʹ) Περὶ παραχωρήσεως γαιῶν ταῖς ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργικαῖς οἰκογενείαις, βʹ) περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, γʹ) περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου βοσκῶν διὰ στρεμματικοῦ φόρου εἰς τὰ ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ ἀγροτικὰ κτήματα (τσιφλίκια) καὶ δʹ) περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ παραγομένων δημητριακῶν καρπῶν. Τὴν 31 Ἰανουαρίου 1896 ἡ Βουλὴ ἐθεώρησε καλὸν νὰ καταρτισθῶσι δύο ἐπιτροπαὶ κοινοβουλευτικαί, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν, τὴν 1 Φεβρουαρίου, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν καταρτισμὸν τῶν δύο αὐτῶν ἐπιτροπῶν, καὶ εἰς τὴν μίαν μὲν ἐξ αὐτῶν ἀπεστάλη τὸ ἓν νομοσχέδιον, τὸ περὶ παραχωρήσεως γαιῶν, εἰς τὴν ἄλλην δὲ τὰ ἕτερα τρία νομοσχέδια. Αἱ ἐπιτροπαὶ εἰργάσθησαν ἐπισταμένως, καὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν ἐκθέσεις διπλᾶς, αἱ πλειοψηφίαι ἰδιαιτέρας ἐκθέσεις, καὶ αἱ μειοψηφίαι ἰδιαιτέρας, τὰς ὁποίας ἔχετε ἐνώπιόν σας. Κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἔργων τῶν ἐπιτροπῶν ἀπεδείχθη ἡ ἀνάγκη τῆς ὑποβολῆς καὶ πέμπτου νομοσχεδίου, περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων τῶν καλλιεργητῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἶχεν ἤδη ὑποβληθῆ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 10 Ἰουλίου 1895, ἤτοι κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον, νομοσχέδιον παρὰ τοῦ ἐκ Τρικκάλων συναδέλφου κ. Κριεμάδη περὶ τοῦ θέματος τούτου, τὸ ὁποῖον καὶ ἐχρησίμευσε, κατηρτίσθη δὲ ἐπιτροπὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης μικτή, ἀπὸ Βουλευτὰς ἐκ Θεσσαλίας καὶ ἀπὸ δύο νομικοὺς συμβούλους, ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις παρεσκεύασε τὸ πέμπτον νομοσχέδιον, περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, ὅπερ καὶ ὑπεβλήθη τὴν 5 Μαρτίου 1896. Ἡ Βουλὴ εὑρίσκετο περὶ τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν της, οὐχ ἧττον ἐθεωρήθη καλὸν νὰ γείνῃ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 11 Μαρτίου 1896 ὁ ἐκ Καρδίτσης βουλευτὴς κ. Τσαμαγκίδης ὑπέβαλε πρότασιν περὶ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Ἀπεκρούσθη ὅμως ἡ πρότασίς του, δι’ ἀνεπάρκειαν χρόνου πρὸς συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, διότι αὕτη εἶχε χαρακτηρισθῇ ὡς πόρισμα τῆς γενικῆς συζητήσεως. Ὑπεσχέθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μετὰ ἐπανάληψιν τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν — διότι τοιαύτην ἐπαγγελίαν εἶχε δώσει — ἤθελε ληφθῆ ὑπὲρ τούτου πρόνοια, ἀλλά, ὡς γινώσκετε, εὐθὺς ὡς διεκόπησαν αἱ βουλευτικαὶ ἐργασίαι, ἐδημοσιεύθη καὶ τὸ διάταγμα τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς δευτέρας ταύτης συνόδου. Ἕως ἐδῶ τὰ πράγματα ἠκολούθησαν κἄπως ὁμαλὴν ὁδόν, καὶ ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη, ὀρθῶς κατ’ ἐμὲ, ὅτι τὰ τῶν νομοσχεδίων ἀφορῶσιν εἰς ζήτημα ἐθνικὸν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐξαιρεθῇ, εἰ δυνατὸν, ἐκ τῆς κομματικῆς διαπάλης, καὶ νὰ διερευνηθῇ τὸ πρέπον καὶ τὸ προσῆκον. Ἡ Βουλὴ ἐβοήθησε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τοῦτο, — ἐννοῶ καὶ ἡ πτέρυξ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως — διότι καὶ οἱ λαβόντες μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν προσεπάθησαν, ὅσον ἠδυνήθησαν, νὰ φωτίσωσι τὴν πλειοψηφίαν. Ἀλλ’ ἔκτοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν γνωρίζω διατὶ, ἐθεώρησε καλὸν ν’ ἀκολουθήσῃ ἄλλην ὁδὸν, νὰ δώσῃ χαρακτῆρα μᾶλλον κυβερνητικὸν ἢ κομματικὸν καὶ τρόπον τινὰ νὰ ἀποκρούσῃ τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις οὐδεμίαν εἶχε δώσει ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διὰ νὰ μὴ μείνῃ εὐχαριστημένος ἐκ τῆς συμπράξεως. Ἐξεδόθη λοιπὸν κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς διάταγμα, τὸ ὁποῖον γινώσκετε, καὶ διὰ τοῦ διατάγματος τούτου τῆς 27 Ἀπριλίου 1896 ὡρίσθη ἐπιτροπή, ἀποτελουμένη ἐκ τῶν νομαρχῶν Λαρίσης καὶ Τρικκάλων, ἐκ δύο νομικῶν συμβούλων, τῶν κ. κ. Θεοδωρίδου καὶ Λυκούδη, ἐκ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἐν Ἀϊδινίῳ Γεωργικῆς Σχολῆς, καὶ ὡρίσθη ὁ κ. Χαραλάμπης εἰσηγητὴς εἰς τὴν διεύθυνσιν, ὡς λέγει τὸ διάταγμα, τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ὡρίσθησαν δὲ καὶ Βουλευταὶ ἀξιότιμοι, καὶ πεπειραμένοι βεβαίως εἰς τὰ θέματα ταῦτα, ἐκ Θεσσαλίας, οἱ ἀναφερόμενοι ἐν τῷ διατάγματι, πάντες ὅμως τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος, οἱ ὁποῖοι ἤθελον παρακληθῆ νὰ λάβωσι μέρος, ἐὰν ἤθελον. Ἀλλὰ τοῦτο, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μικτῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς, τῇ ἀληθείᾳ δὲν ἐφάνη ἔκτοτε ὅτι ἦτο πρέπον, δηλ. ν’ ἀνατεθῇ εἰς τμηματάρχην ἡ διεύθυνσις μικτῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον μέρος καὶ Βουλευταί. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπελήφθη τῶν ἐργασιῶν της, μετέβη, ὡς βλέπετε, ἐπιτοπίως καὶ εἰργάσθη φιλοτίμως. Ὀφείλομεν χάριτας εἰς αὐτὴν ἀναμφισβητήτως, διότι τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν της τὸ ἔχομεν ἐνώπιόν μας, καὶ δυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἐπ’ αὐτοῦ παρατηρήσεις, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἔχομεν βάσιν παρατηρήσεων καὶ ὑλικὸν χρησιμώτατον. Πᾶς τις ἐπερίμενε μετὰ τοῦτο νὰ ἀκούσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως συμμορφούμενον μὲ τὰ πορίσματα τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἤ, ἐὰν δὲν συνεφώνει εἰς τοῦτο, νὰ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους, διότι ἄλλως δὲν θὰ εἶχε καὶ σκοπὸν ἡ μελέτη αὕτη. Μίαν ἡμέραν ἀνεγράφη ἓν τῶν νομοσχεδίων μόνον ἐξ ὅλων αὐτῶν, τὸ περὶ εἰδικοῦ Γεωργικοῦ ταμείου· ἀπεσπάσθη λοιπὸν ἐκ τῶν νομοσχεδίων τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰδικοῦ Γεωργικοῦ ταμείου. Πῶς ἐσκέφθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔπραξε τοῦτο, εἰς τὴν Βουλὴν δὲν τὸ ἀνεκοίνωσεν. Ἀκολούθως ἔλαβε θέσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ τὸ περὶ παραχωρήσεως τῶν γαιῶν, ἀλλ’ ὄχι ἐν γειτονείᾳ μετὰ τοῦ πρώτου· ἐν τῷ μεταξύ, ὡς γινώσκετε, ὑπεγράφη σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἔχετε ἐνώπιόν σας καὶ ἡ ὁποία ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ ἔχει τὴν συνομολόγησιν ὑποχρεώσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς παροχὴν δανείου 6,000,000 δρ., ὅπερ θέλει χρησιμεύσει δι’ ὑδραυλικὰ ἔργα, καὶ μόνον δι’ ὑδραυλικὰ ἔργα, ὡς λέγει ἡ σύμβασις. Ἡ σύμβασις ἔχει ὅμως καὶ ἄλλας διατάξεις, ἀλλ’ ἡ σχετικὴ μὲ τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια εἶναι ἡ ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ. Σήμερον ἐγειτνίασαν τὰ τρία νομοσχέδια, καὶ ἔρχεται πρῶτον τὸ περὶ συμβάσεως, δεύτερον τὸ περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου, καὶ τελευταῖον τὸ περὶ παραχωρήσεως γαιῶν. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τί γίνονται τὰ ἄλλα νομοσχέδια. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἶχεν ὑποβάλει τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὡς ἓν σύνολον, ὡς ἓν οἰκοδόμημα. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τὰ δύο νομοσχέδια ἠδύναντο νὰ ἀποσπασθῶσιν ἄνευ βλάβης τοῦ συνόλου,—ἐννοῶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τὸ ἕτερον, τὸ περὶ φόρου τῶν βοσκῶν,—ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων εἶναι ἀπαραίτητον νὰ συζητηθῇ μετ’ αὐτῶν. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως τοῦτο. Τὸ σπουδαιότερον ὅλων εἶναι τὸ ἀκόλουθον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου λίαν ἀορίστως ἀναφέρει ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ ὡς σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἐνίσχυσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῆς Θεσσαλίας. Ἐνίσχυσις τῆς παραγωγῆς εἶναι λίαν ἀόριστος, διότι δύναται νὰ γείνῃ κατὰ διαφόρους τρόπους. Ἀξιότιμοι ὅμως ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι, ὡς γινώσκετε, ὑπέβαλον τροπολογίαν καὶ καθορίζουσι τὸν σκοπὸν τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, εἶναι δὲ καὶ τὸ σπουδαιότερον πάντων καὶ τὸ νομοσχέδιον εἶναι τὸ σπουδαιότερον πάντων, διότι τὸ στέλεχος εἶναι τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον καὶ τὰ ἄλλα οἱ κλάδοι. Ἀλλὰ καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὸ σπουδαιότερον εἶναι ὁ σκοπός. Οἱ κ. συνάδελφοι ὁρίζουν κατὰ τάξιν τὸν σκοπὸν (ἀναγινώσκει): «...Οἱ ἐτήσιοι πόροι τοῦ ταμείου τούτου, ἐν οἷς καὶ αἱ καταβολαὶ τῶν πρὸς οὓς ἡ παραχώρησις γεωργῶν, θέλουσι χρησιμεύει, διατιθέμενοι κατὰ τὴν ἀκόλουθον τάξιν: αʹ) εἰς ἐξυπηρέτησιν δανείου πρὸς ἄμεσον ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου τῆς παραχωρήσεως γαιῶν καὶ οἰκιῶν ταῖς ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργικαῖς οἰκογενείαις, βʹ) ὡς ἐγγύησις πρὸς σύστασιν Γεωργικῆς Τραπέζης, καὶ γʹ) εἰς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἡ μὴ ἐκπλήρωσις τοῦ προηγουμένου σκοποῦ ἀποκλείει τὴν διάθεσιν πόρων τοῦ ταμείου διὰ τὸν ἑπόμενον.» Ἕπονται αἱ διατάξεις περὶ τῶν φόρων τῶν ἐπιβαλλομένων, διὰ τὰς ὁποίας προτείνουν καὶ τροποποίησιν. Βλέπετε ὅτι οἱ κ. συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος καὶ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τὰς κοινοβουλευτικὰς καὶ εἰς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑπογράψει τὴν ἔκθεσιν, ἐν συμπεράσματι κατέληξαν εἰς τὸ ὅτι τρεῖς κεφαλαιώδεις πρέπει νὰ ἦναι οἱ σκοποὶ τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, ἡ παραχώρησις γαιῶν εἰς τοὺς ἀκτήμονας καλλιεργητὰς, ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἀγροτικῆς πίστεως καὶ τελευταῖον ἡ ἐκτέλεσις ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν σύμβασιν· ἡ σύμβασις ὁρίζει τὰ 6,000,000 μόνον διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα. Δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμὴ νὰ ἐκφράσω γνώμην οἱανδήποτε ἐπὶ ὅλων τῶν νομοσχεδίων, καὶ τῶν τροπολογιῶν, διότι δὲν λησμονῶ τὸ στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ βάσανος τῶν νομοσχεδίων· μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν ἐξέφρασα ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ μέρους τῶν νομοσχεδίων. Ἀλλὰ πρέπει πρὸ παντὸς νὰ καθορισθῇ ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, σπουδαιότερα τῶν ὁποίων δὲν ὑπεβλήθησαν κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον, ὡς ἐκ τῶν πολλῶν, ποικίλων καὶ πολλαπλῶν συνεπειῶν, αἵτινες θέλουσιν ἐπακολουθήσει, ὡς ἐκ τῶν μεγάλων βαρῶν, ἅτινα θέλουσιν ἐπιβληθῆ εἰς ὅλον τὸν πληθυσμὸν τῆς Θεσσαλίας, ὡς ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως γαιῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ πρῶτον ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ ὑποβαλλόμενον, ἐν σχέσει πρὸς τὸ λεγόμενον ἀγροτικὸν ζήτημα, διότι τὸ ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπαρουσιάσθη ὑπὸ ἄλλην τινὰ ἔποψιν, ὑπὸ τοιαύτην ὅμως ἔποψιν παρουσιάζεται κατὰ πρώτην φοράν. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ μὴ δώσῃ μεγάλην προσοχὴν εἰς τὰ νομοσχέδια ταῦτα, διότι, ὡς δύναται νὰ δώσῃ τὴν εὐτυχίαν εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ διὰ τῆς εὐτυχίας τῆς Θεσσαλίας νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐν γένει ἐθνικῆς παραγωγῆς, οὕτω δύναται νὰ καταστήσῃ τὴν Θεσσαλίαν δυστυχῆ, ἐὰν δὲν ψηφισθῶσι τὰ πρέποντα καὶ γενικῶς ἐπωφελῆ. Ἡ ὑποβολὴ τῆς συμβάσεως ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔχει, καὶ ἡ ψήφισις ἔστω αὐτῆς, ἡ ψήφισις τυχὸν τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, καὶ μάλιστα ἐὰν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπουργικὸν, ἄνευ προσδιορισμοῦ τοῦ σκοποῦ, καὶ ἡ ψήφισις ἀκόμη τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου, χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, δὲν δύναται νὰ μὴ φέρῃ λυπηρὰ ἀποτελέσματα, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ τοῦ ἐπιδιωκομένου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι τῶν ὧν οὐκ ἄνευ νὰ συζητηθῶσι διὰ γενικῆς συζητήσεως ὄχι μόνον τὰ τρία ἀναγραφόμενα—καλῶς ἀναγραφόμενα ὁμοῦ, τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου,—ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλὰ σὺν τούτοις καὶ τὸ περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων τῶν ἰδιοκτητῶν μετὰ τῶν καλλιεργητῶν, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι ὅμως ἐπάναγκες ταὐτοχρόνως νὰ συζητηθῶσι καὶ δύο ἕτερα νομοσχέδια μὴ ὑποβληθέντα, καὶ τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ, ἐὰν ἐμμένῃ εἰς τὸν σκοπὸν τὸν ἀρχικὸν, καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῶν πορισμάτων τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Τὸ πρῶτον εἶναι τὸ περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἔχει ψηφισθῆ, ὡς γινώσκετε καλῶς, ὁ νόμος τῆς 2 Φεβρουαρίου 1889 περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, τοῦ ὁποίου, ἂν μὴ ἀπατῶμαι, ἔχει καταργηθῆ μόνον ἡ ἄδεια πρὸς συνομολόγησιν δανείου. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὡς ἔχει αὐτὸς, πρέπει νὰ τὸ δηλώσῃ· εἰς τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια δὲν εὑρίσκεται καμμία παραπομπὴ, ἵνα ἐννοήσωμεν, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸν τὸν νόμον· εἰκάζω ὅτι θὰ προτιμᾷ νὰ φέρῃ τροποποίησιν εἰς ἐκεῖνον τὸν νόμον, διότι καὶ αἱ μελέται αἱ γενόμεναι ὑπὸ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς μετέβαλόν πως τὰ πράγματα. Δυνατὸν κατὰ βάσιν νὰ θεωρηθῇ καλὸς ἐκεῖνος ὁ νόμος, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην βελτιώσεως· ὁπωσδήποτε ὅμως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θεωρῇ ἐπαρκῆ ἐκεῖνον, εἶναι καλὸν νὰ τὸ γνωρίζωμεν, ἵνα κανονίσωμεν τὰς ἡμετέρας μελέτας ἐν τοῖς νομοσχεδίοις. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ καὶ ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις, εἰμὴ μὲ βλάβην τῆς Θεσσαλίας, εἶναι ἡ ὑποβολὴ νομοσχεδίου περὶ ἀγροτικῆς Τραπέζης. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἔφθασεν ἀκόμη ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ ἀναπτύξω διατὶ οὕτω πως σκέπτομαι, ἀλλ’ ὁμιλῶ καὶ πρὸς ἀνθρώπους εἰδότας καὶ γνωρίζοντας, ὅτι ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἔχει κατεπείγουσαν ἀνάγκην ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία, εἶναι ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἀγροτικῆς πίστεως καὶ τῆς κτηματικῆς, ἄνευ δὲ αὐτοῦ τὰ βάρη ἔσονται, ὄχι δυσβάστακτα, ἀλλ’ ἀφόρητα, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀκόμη ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῶσι τὰ ἄλλα δύο νομοσχέδια. Ἐπειδὴ δὲ ὀλίγαι ὑπολείπονται συνεδριάσεις μέχρι τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν,—ἐννοῶ χάριν τῶν ἑορτῶν— θεωρῶ καλὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νὰ παρακληθῇ ὅμως ἡ Κυβέρνησις, ὅπως σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὰ ἕτερα δύο νομοσχέδια, ἐὰν θὰ ὑποβάλῃ τὸ περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων, ἄλλως τὸ ἕν, τὸ περὶ Γεωργικῆς Τραπέζης, ἅπαντα δὲ τὰ νομοσχέδια ταῦτα ν’ ἀναγραφῶσιν ὡς πρῶτα θέματα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς πρώτης συνεδριάσεως μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν.
§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ὄχι ὀρθῶς ὁ ἐκ Βόλου κ. Βουλευτὴς συνῆψεν ἐπὶ τὸ αὐτὸ τρία νομοσχέδια, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μετὰ τῶν ἄλλων δύο, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν Θεσσαλίαν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν εἶχε μόνην ἀφορμὴν καὶ ἀποκλειστικὸν σκοπὸν τὴν συνδρομὴν τοῦ ταμείου ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς ἐν Θεσσαλίᾳ. Διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἐκανονίσαμεν σχέσεις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, περὶ τῶν ὁποίων χιλιάκις ἐποιησάμεθα λόγον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Κατὰ τὸ 1892 καὶ κατὰ τὸ 1893 καὶ κατὰ τὸ 1894 δὲν ἐπαύσαμεν ἐπικρίνοντες τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις εἶχε παύσει τότε τὰς χορηγήσεις εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας, καὶ ἐπεκαλούμεθα μάλιστα χρονικὰς περιόδους, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Τράπεζα εἶχε διαθέσει ὑπὲρ τὰ 10 ἑκατομμύρια. Ὅταν λοιπὸν κατεστάθη ἡ νέα Διοίκησις τῆς Τραπέζης, ἡ πρώτη ἐπιθυμία, τὴν ὁποίαν ἀνεκοινώσαμεν εἰς αὐτὴν, ἦτο νὰ συνομολογηθῇ σύμβασις, ἵνα δι’ αὐτῆς κανονίσωμεν τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς σχέσεις τοῦ καταστήματος τούτου μετὰ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἰδίως δὲ εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὴν χρησιμοποίησιν τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν καὶ τοῦ νόμου περὶ ἐνεχύρου, ὅστις συνδέεται μὲ τὰς γενικὰς ἀποθήκας, προσέτι δὲ τὰς χρηματικὰς χορηγίας εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας. Διὰ τῶν χορηγιῶν εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας ἐξασφαλίζομεν τὸ στάδιον τῆς καλλιεργείας καὶ τὸ στάδιον τῆς συγκομιδῆς καὶ τῆς ἐμπορίας τῶν σταφίδων, τὸ δὲ προϊὸν τοῦτο εὑρίσκεται εἰς κρίσιν ἀληθῆ, ὠφείλομεν δὲ νὰ συντελέσωμεν, ἵνα μειώσωμεν τοὺς λόγους, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν κρίσιν τῆς σταφίδος. Ἐζητήσαμεν λοιπὸν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ εὐτυχῶς ἡ Τράπεζα συνήνεσε καὶ μᾶς ὑπεσχέθη νὰ προβῇ εἰς τὴν σύστασιν γενικῶν ἀποθηκῶν, ἐνησχολήθη μάλιστα μετ’ ἄλλων κεφαλαιούχων πρὸς ἀπαρτισμὸν τοῦ πρὸς ἵδρυσιν αὐτῶν κεφαλαίου, ὅπως χρησιμοποιῇ τὰ προϊόντα, ἅμα συγκομιζόμενα, καὶ καταστήσῃ αὐτὰ ἐμπορεύσιμα ἢ τὰ καταστήσῃ ὡς πιστωτικὸν τίτλον, ὥστε οἱ παράγοντες τὰ προϊόντα νὰ δύνανται νὰ πορίζωνται δάνεια μέχρις ἑνὸς ποσοῦ, μὴ ἀναγκάζωνται δὲ νὰ σπεύδωσιν εἰς τὴν πώλησιν τῶν προϊόντων των· καὶ προσέτι ὑπεσχέθη νὰ δώσῃ εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας δάνεια προσωρινὰ, χορηγήσεις μέχρι τοὐλάχιστον δέκα ἑκατομμυρίων βεβαίως καὶ πλέον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον δέκα ἑκατομμυρίων. Αὐταὶ αἱ δύο ἦσαν αἱ κυριώταται βάσεις τῆς συμβάσεως. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπῆρχε καὶ νομοσχέδιον εἰσηγμένον περὶ Γεωργικοῦ ταμείου, καὶ πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων, καὶ ὑπῆρχε καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐκανόνιζε σχέσεις τινὰς ἰδιοκτησίας μεταξὺ γεωργῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, δὲν παρέλιπον νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Τράπεζαν καὶ ἄλλην παροχὴν, νὰ μᾶς ὑποσχεθῇ ὅτι θέλει δώσει δάνειον εὐθηνὸν εἰς τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον, τὸ συστηθησόμενον, — ἐὰν συστηθῇ — ὅπως τὸ κεφάλαιον αὐτοῦ χρησιμεύσῃ διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, περὶ τοῦ ὁποίου εἶχε προνοήσει ὁ νόμος τοῦ 1889· διότι, ἀνακληθείσης τῆς ἀδείας τοῦ δανείου, ἥτις διὰ τοῦ εἰρημένου νόμου παρείχετο εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀφηρέθη ὅλη ἡ δύναμις τῆς ἐκτελέσεως, διότι ἡ ἐκτέλεσις τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ 1889 ἐξήρτητο ἀπὸ τοὺς φόρους, οἵτινες ἔμελλον νὰ ἐπιβληθῶσι χάριν τοῦ εἰρημένου δανείου. Ἑπομένως δὲν ἐννοῶ, διατὶ συνεδέσατε τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὰ ἄλλα δύο νομοσχέδια. Ἐπὶ τῶν δύο ἄλλων νομοσχεδίων ἔχετε γνώμην ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησίς των, ἵνα προταθῇ νομοσχέδιον περὶ Γεωργικῆς πίστεως, γνώμην ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἵνα προταθῇ νομοσχέδιον ἢ σχεδιάγραμμα περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων. Εἶσθε κύριος νὰ ἔχητε τὴν γνώμην σας. Ἀλλὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διατὶ ζητεῖτε τὴν ἀναβολήν; Δὲν θέλετε νὰ ψηφισθῇ ἡ ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης, ἵνα δώσῃ δάνειον εἰς τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον; ζητήσατε τὴν διαγραφὴν τῆς διατάξεως, ἥτις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀνεγράφη περὶ τούτου. Ἀλλὰ ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, δὲν νομίζετε ὅτι ζημιώνετε τὸ ὑπόλοιπον Κράτος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου αἱ ἄλλαι τῆς συμβάσεως διατάξεις προβλέπουσι; Καὶ διατί νὰ μὴ συζητηθῶσιν ἀμέσως τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ζητεῖτε; Νὰ σᾶς εἴπω· διότι πρῶτον, νομοσχέδιον περὶ Γεωργικῆς πίστεως δὲν σημαίνει σύστασιν πιστωτικοῦ καταστήματος Γεωργικῆς πίστεως. Τὸ νομοσχέδιον γράφεται ἐπὶ χάρτου ἁπλοῦ, τίθενται στοιχεῖα ἐπὶ χάρτου, ἀλλὰ ἡ Γεωργικὴ πίστις εἶναι πιστωτικὸν κατάστημα, ἤτοι κατατίθενται κεφάλαια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εὕρωμεν· ἀλλὰ πόθεν θέλομεν εὕρει αὐτὰ ἢ ἀπὸ τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον, εἴτε ἀπὸ ἕτερον πιστωτικὸν κατάστημα; Μὲ πιστωτικόν τι κατάστημα δὲν ἤλθομεν εἰς συνεννόησιν, ἑπομένως πῶς θὰ προβῶμεν εἰς νομοσχέδιον περὶ Γεωργικῆς πίστεως ἐν Θεσσαλίᾳ πρὶν ἢ συνεννοηθῶμεν μετὰ πιστωτικοῦ καταστήματος, ὅπως πορισθῶμεν κεφάλαια, ἢ πρὶν ἢ ὀργανώσωμεν οὕτω τὸ νομοσχέδιον περὶ Γεωργικοῦ ταμείου, ὥστε αὐτὸ νὰ μᾶς πορίσῃ τὰ κεφάλαια; Εἰς ἄλλην περίστασιν ἐνθυμοῦμαι ὅτι παρεπονεῖτο εἷς τῶν Βουλευτῶν, διότι εἷς ἄλλος δὲν ἔστερξε νὰ γείνῃ νομοσχέδιον περὶ Γεωργικῆς πίστεως ἐν Πάτραις καὶ Ἀχαΐᾳ, καὶ αὐτὸς ὁ ἄλλος ἐνίστατο, διότι δὲν ὑπῆρχον χρήματα διὰ νὰ ἱδρυθῇ τὸ κατάστημα τῆς Γεωργικῆς πίστεως, τὴν ἵδρυσιν τοῦ ὁποίου ἐκανόνιζε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Ἑπομένως, ἀναβάλλων νὰ ἐκφέρω γνώμην ἐπὶ τῶν προτάσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου περὶ ἀναβολῆς τῶν δύο νομοσχεδίων τῶν Θεσσαλικῶν, τοῦ ἑνὸς περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου, τοῦ ἑτέρου περὶ παραχωρήσεως γαιῶν εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας, ζητῶ νὰ συζητηθῇ κεχωρισμένον πάσης ἄλλης προτάσεως τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§155Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εἶχον καθῆκον νὰ παρακαλέσω προχθὲς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου ἐν Θεσσαλίᾳ, τοῦτο δὲ ἔπραξα, καθόσον κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἑσπέραν πλεῖστοι τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων ἀπουσίαζον ἐκ τῆς αἰθούσης, ἀγνοοῦντες ὅτι ἠθέλομεν προέλθει εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ὁμολογῶ χάριτας εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδεχθέντα προθύμως τὴν πρότασίν μου. Σήμερον καὶ αὖθις εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρακαλέσω αὐτὸν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Βόλου συναδέλφου κ. Φιλαρέτου, καθόσον ναὶ μὲν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, καὶ οἱ ἐκ Θεσσαλίας οὐδόλως ἐναντιούμεθα, ἀφοῦ ἐν τῇ αὐτῇ συμβάσει ἐλήφθη μέριμνα λίαν δεόντως οὐ μόνον περὶ τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἐν τούτοις φρονῶ, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ἐπείγει, ὅπως σπεύσωμεν εἰς τὴν κύρωσίν της.
§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Κατὰ Ἰανουάριον μῆνα γίνεται ἡ καλλιέργεια τῶν σταφίδων, καὶ δὲν ἐπείγει ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία δίδει χορηγήσεις τουλάχιστον 10 ἑκατομμυρίων;
§157Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἀπαντῶ εὐθὺς εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν καὶ σήμερον ἔτι ἦτο ἐψηφισμένη ἡ σύμβασις, διαβεβαιῶ τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι οἱονδήποτε πιστωτικὸν κατάστημα δὲν δύναται νὰ κατορθώσῃ τὴν τακτοποίησιν τῶν ἐργασιῶν του τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ ἀρχίσῃ τὰς πιστώσεις αὑτοῦ ἐντὸς ἑνὸς μηνός. Προκαλῶ δὲ οἱονδήποτε, καὶ τὸν ἐλαχίστας γνώσεις ἔχοντα τῆς λογιστικῆς, νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῶσι τὰ βιβλία καὶ τὰ γραφεῖα.
§158ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι κατηρτισμένα.
§159Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐὰν ἡ Τράπεζα θέλῃ νὰ χορηγήσῃ δάνεια ὑπὸ τοὺς τύπους, ὑφ’ οὓς χορηγεῖ ταῦτα μέχρι τοῦδε, οὐδεὶς τὴν ἐμποδίζει, ἐκ δὲ τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας ἔχει μέχρι τοῦδε, δύναται νὰ παράσχῃ τὰς ὠφελείας ταύτας, ἔχουσα μάλιστα ὑπ’ ὄψιν αὑτῆς καὶ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν. Ἑπομένως, ἐὰν ὑπάρχῃ θέλησις ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν,—καὶ παμψηφεὶ, ἐπιτρέψατε νὰ εἴπω, διότι οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων θὰ δύναται νὰ φέρῃ τὴν ἐλαχίστην ἀντίῤῥησιν ὑπὲρ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ τὴν προστασίαν τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ, καὶ εὐεργέτης δύναται νὰ θεωρηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μεριμνήσας μετὰ τόσης εὐμενείας. Ἀλλὰ δύναται ν’ ἀποσυντεθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς δύο τμήματα, τὸ ἓν ἀφορῶν τὴν Θεσσαλίαν, τὸ δ’ ἄλλο τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα; Μοὶ φαίνεται, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι ἡ σύμβασις εἶναι ἑνιαία, σκοπὸν δ’ ἔχει τὴν ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἡμεῖς οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἐνδιαφερόμεθα μεγάλως οὐχὶ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας μόνον, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ὁλοκλήρου καὶ λέγω ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐκ τῆς Θεσσαλίας θὰ ἐκπορεύσῃ ἡ ζωὴ καὶ ἡ τροφὴ τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ἡ Θεσσαλία εὐτυχῇ, θὰ εὐτυχῇ καὶ μέρος τῆς Ἑλλάδος, ὅπως, ἐὰν ἡ Πελοπόννησος εὐτυχῇ διὰ τῆς σταφίδος, εὐτυχεῖ καὶ μέγα μέρος τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Ἡ Πελοπόννησις διὰ τῆς σταφίδος θὰ χορηγῇ τὸν χρυσὸν, καὶ ἡ Θεσσαλία διὰ τοῦ σίτου θὰ ἐμποδίζῃ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ χρυσοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προώρισε τὸ ποσὸν τῶν 6 ἑκατομμυρίων δρ. τοῦ δανείου ἀποκλειστικῶς δι’ ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων· ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν, ἐμελετήθησαν τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα; Ἐὰν τοιαύτην τινὰ εἰσήγησιν τῷ ἔκαμεν ἡ ὑπηρεσία, ἔχω τὸ θάῤῥος, ὡς μηχανικὸς, νὰ τὸν διαβεβαιώσω, ὅτι οὐδεμία πρέπουσα καὶ ἐπισταμένη μελέτη ἐγένετο. Γνωρίζω καλῶς, ὅτι ἡ Γαλλικὴ ἀποστολή, ἀντὶ νὰ προβῇ εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν τὰ ἕλη σχηματιζόντων ὑδάτων, ἐφρόντισε τίνι τρόπῳ νὰ ἐξαγάγῃ αὐτὰ τὰ εἰσρέοντα ὕδατα εἰς τὰ ἕλη, τὰ περὶ τὸν ποταμὸν Πηνειὸν, ὡς γνωστὸν, ἐκτεινόμενα. Λέγω δὲ ταῦτα, καθόσον καὶ ὡς στρατιώτης καὶ ὡς Θεσσαλὸς ηὐτύχησα νὰ γνωρίσω τὴν Θεσσαλίαν καθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς διαστάσεις. Ἐπιμένω διαβεβαιῶν, ὅτι οὐδεμία μελέτη πραγματικὴ καὶ ἐπισταμένη ἐπὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς πεδιάδος τοῦ Πηνειοῦ ὑπάρχει. Ὁπόταν προέλθωμεν εἰς λεπτομερῆ συζήτησιν τῶν τελεσθησομένων ἔργων, τότε δυνάμεθα νὰ ἐκταθῶμεν. Ἤδη περιορίζομαι εἰς ὀλίγα. Ἀλλὰ ἐρωτῶ, ἐὰν εἴχομεν τὰ διαγράμματα καὶ τὰς μελέτας ὅλας περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων, φρονεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἠδυνάμεθα ἐντὸς τοῦ ἔτους νὰ δαπανήσωμεν τὰ 6 ἑκατομμύρια διὰ τὰ ἔργα αὐτά; Ἀπαντῶ, ὄχι! Ἀδύνατον νὰ δαπανηθῶσιν, ἔστω καὶ ἓν ἢ δύο ἑκατομμύρια. Τί δὲ θὰ γείνῃ; Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῇ καταδειχθείσῃ μερίμνῃ αὐτοῦ ὑπὲρ τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Θεσσαλίας, θέλει συναινέσει, ἵνα συζητήσωμεν ὅλα ταῦτα τὰ νομοσχέδια ὁμοῦ, ὥστε νὰ συνδυάσωμεν τὸ γενησόμενον δάνειον μετὰ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν γεωργῶν, καὶ τῆς δημιουργίας γεωργικοῦ καθαρῶς πληθυσμοῦ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν ἐπιτραπῇ εἰς ἡμᾶς ἅπαντας νὰ μελετήσωμεν ἐν ἡσυχίᾳ, ὡς ἐμπρέπει, καὶ οὐχὶ ἐν βίᾳ, τὰ νομοσχέδια ταῦτα, θέλει εὐχαριστηθῆ μεγάλως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος, καὶ θέλομεν παράσχει καλὸν ἀποτέλεσμα, καθ’ ὁλοκληρίαν βουλευτικὸν, ὅπερ νὰ μὴ ἔχῃ πλέον ἀνάγκην μεταῤῥυθμίσεως. Μετὰ τὰ ὀλίγα ταῦτα, εὐελπιστῶ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θ’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ παραγομένη μικρὰ βραδύτης μέχρι τῆς μετὰ μῆνα ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δὲν θὰ παραβλάψῃ μεγάλως τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν καλλιεργητῶν, οἵτινες ὑπέστησαν τὰ πάντα εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος εἶχε κατέλθει εἰς τὰς 60 καὶ 80 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα λιτρῶν. Ἐὰν δὲ ἠδυνήθησαν οἱ Ἕλληνες ἐν τῇ τοιαύτῃ καταστροφῇ νὰ συγκρατηθῶσιν, εὐελπιστῶ, ὅτι ἡ αἰτουμένη μικρὰ παράτασις ἢ ἀναβολὴ δὲν θὰ φέρῃ καταστροφὴν, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ σύμπασα θέλει δεχθῆ τὴν παράκλησιν αὐτὴν, ἤτοι νὰ ἀναβάλωμεν ἐπὶ ἕνα μῆνα τὴν συζήτησιν ὅλων τῶν περὶ Θεσσαλίας νομοσχεδίων.
§160ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐὰν ὑπῆρχον λόγοι πείθοντες ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, θὰ ἐκηρυττόμην προθύμως ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς. Ἀλλὰ τί ἐπροτάθη ὑπὲρ αὐτῆς; Ὅτι τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια, τρία τὸν ἀριθμὸν, δὲν ἐγένοντο κατὰ τὴν ἀπαίτησιν καὶ τὴν γνώμην ὅλων. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο εἶναι ἀναγκαία ἡ συζήτησις. Πλὴν τούτου ἐπροτάθη, ὅτι ἐλλείπουσι καί τινα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, ἵνα καταρτισθῇ ἓν σύνολον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ συζητήσωμεν, καὶ ἐπροτάθη ὅτι ἐλλείπουσι τὰ νομοσχέδια περὶ Γεωργικῆς Τραπέζης, περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων καὶ τὸ περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων. Καὶ περὶ μὲν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἔχομεν τροπολογίαν, ὑποβληθεῖσαν σήμερον, ἡ ὁποία προσθέτει ἓν ἄρθρον εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ Γεωργικοῦ ταμείου. Ἐὰν τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν κρίνεται ἐπαρκὲς, δυνάμεθα νὰ τὸ τροποποιήσωμεν ἢ νὰ τὸ συμπληρώσωμεν. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων, ὡς ἐνθυμοῦνται οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, ὑπεβλήθη ἀφοῦ ἐθεωρήθη ὡς ναυαγήσασα ἡ ἐπιψήφισις τῶν ἄλλων νομοσχεδίων. Ἀφοῦ δὲ δὲν ἠδυνήθη ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως γαιῶν, ἐπεζητήθη ἐπιβοηθητικῶς τοὐλάχιστον ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων. Ὥστε μένει μόνον τὸ νομοσχέδιον περὶ Γεωργικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ἀφήνει κενόν. Τὸ τοιοῦτον κενὸν δύναται νὰ πληρωθῇ δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον, συμβαλλόμενον μετὰ μιᾶς τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν, νὰ συνάψῃ δάνειον πρὸς τοῦτο. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως δύναται νὰ ψηφισθῇ καὶ μία τροπολογία ἐν τῷ Γεωργικῷ ταμείῳ, ἵνα ἐξασφαλισθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐγγύησις ὑπὲρ τῆς Τραπέζης. Πάντως ὅμως δὲν βλέπω διατὶ νὰ ἀναβληθῇ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον. Ἐὰν νομίζωμεν ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ δὲν συμφωνεῖ πρὸς τὰς ἀνάγκας τὰς Θεσσαλικὰς, δυνάμεθα νὰ τὸ τροποποιήσωμεν. Ἐὰν δὲ τροποποιηθῇ κατὰ τρόπον συνᾴδοντα πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, δυνάμεθα νὰ τὸ παραδεχθῶμεν. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει φρονῶ, ὅτι τὸ πρῶτον δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναβληθῇ, τὰ δὲ ἄλλα δύνανται νὰ τροποποιηθῶσι συμπληρούμενα κατὰ τὴν συζήτησιν. Μένει τὸ περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὅμως δι’ ὀλίγων δύναται κάλλιον νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως, συντεῖνον μάλιστα, ὥστε νὰ καταστῇ ἐφικτὴ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως γαιῶν.
§161ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ ἐκ Βόλου συνάδελφος κ. Φιλάρετος, περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τῶν τριῶν νομοσχεδίων, τῶν ἐν ἀρχῇ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἀναγεγραμμένων, τὴν ἔφερεν ἴσως μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ἔχει σχέσιν μὲ τὸ δεύτερον· ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχω ἐναντίαν ἰδέαν. Ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι τὸ πρῶτον νομοσχέδιον πρέπει νὰ παρακολουθήσῃ τὴν τύχην τῶν ἄλλων. Τὸ πρῶτον εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον. Ἐὰν δὲ—τὸ ὁποῖον εὔχομαι—συμβῇ, ὥστε τὰ δύο ἕτερα νομοσχέδια νὰ γείνωσιν ἀποδεκτὰ, δὲν πρέπει ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἐξασφαλισθῶσι πόροι πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν σκοπῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκονται; Καὶ τοὺς πόρους τούτους βλέπω ἐξασφαλιζομένους ἐκ τῶν προτέρων. Ἀλλ’ ὅταν καὶ ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως ἐξευρεθῶσι πόροι διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμβάσεως, ἐπὶ τοσοῦτον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως ταύτης, καὶ ὄχι νὰ ζητῶμεν τὴν ἀναβολὴν, ἡ ὁποία ὄχι μόνον πρὸς βλάβην ἡμῶν θὰ ἀποβῇ, ἐὰν γείνῃ δεκτὴ, ἀλλὰ καὶ πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου φροντίζει ἡ σύμβασις αὕτη. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ ἐκ Βόλου συνάδελφος δὲν ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ νὰ φέρῃ πρότασιν ἀναβολῆς, ἐὰν καὶ αὐτὸς ἔχῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει συνάφειά τις μεταξὺ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου καὶ τῶν ἄλλων, καὶ ὅτι ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς θὰ εἶχε τὴν θέσιν της, ἐὰν ἤρχετο μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, καὶ βεβαίως τότε θὰ ἠδυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ φέρωμεν τὰς κρίσεις ἡμῶν, ἐὰν ἡ πρότασις ἤθελε συντελέσει εἰς τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους προεῖπεν ὁ κ. ἐκ Βόλου συνάδελφος, ἢ ὄχι. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἀναβολῆς τῶν νομοσχεδίων, καὶ νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ πρῶτον ἐγγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δὲν ἔχει σχέσιν καὶ συνάφειαν, μήτε τὴν αὐτὴν τύχην ἑπομένως μετὰ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, καὶ συνεπῶς νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, νὰ ἀναβάλῃ δὲ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἐκ Βόλου κ. συναδέλφου περὶ ἀναβολῆς τῶν δύο ἄλλων νομοσχεδίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιφυλάσσομαι καὶ ἐγὼ νὰ ἐκφέρω γνώμην.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετσάλης ἔχει τὸν λόγον.
§163ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, κρίνω περιττὸν νὰ προσθέσω τι, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰ ἄλλα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρωματίσω ταῦτα, διότι δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι, ὅπως καὶ χθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, αἱ ἐπιτροπαὶ, αἵτινες σχηματίζονται οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχουσιν εἰδικὴν περὶ τῶν ὑποθέσεων, περὶ ὧν προσκαλοῦνται νὰ κρίνωσι. Καὶ εἶναι δυνατὸν δικηγόρος νὰ ἐπισκεφθῇ πρὸς θεραπείαν ἀσθενῆ, πάσχοντα μάλιστα ἀπὸ φυματίωσιν ἢ ἄλλην δεινὴν νόσον; Φαντασθῆτε λοιπὸν, ἐὰν ἠδύνατο νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτέλεσμα ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις, ἢ δὲν ἐγνώριζε πράγματι τὰς διαφόρους σχέσεις τῶν χωρικῶν μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἢ ἤθελε νὰ φέρῃ τὴν ἐπανάστασιν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις διὰ τῆς συντάξεως τοιούτων νομοσχεδίων. Γενικώτερον θὰ ὁμιλήσω ἄλλοτε ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἀλλὰ καὶ προχείρως λέγω, ὅτι θέλω ζητήσει πάντοτε τὴν ἀναβολὴν, μέχρις οὗ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, ὡς εἰδικοὶ καὶ συναλλαχθέντες μετὰ τῶν χωρικῶν, νὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ φέρωσι τὴν πραγματικὴν διόρθωσιν, καὶ οὐχὶ διὰ τῆς ἀπειρίας των νὰ ἐγκαθιδρύσωσι τὸν ἀέναον πόλεμον μεταξὺ τῶν χωρικῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν.
§164ΔΑΛΛΑΣ. Ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Ξηροχωρίου δὲν προσήκει νὰ ἀπαντήσω. Πρόκειται ὑπὸ συζήτησιν ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Τραπέζης, καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἐζητήθη παρὰ πολλῶν Βουλευτῶν ἡ ἀναβολή. Ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τῆς προκειμένης συμβάσεως ἀναφέρεται, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ δανείου θὰ ἦναι ἡ χορήγησις μέχρις ἓξ ἑκατομμυρίων δραχμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἔργων. Τὰ ἔργα ταῦτα τὰ ὑδραυλικὰ εἶναι τμῆμα τοῦ γενικοῦ ζητήματος περὶ ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς ἐν Θεσσαλίᾳ· εἶναι μία ὄψις τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος. Ὅταν ἐν τῇ Βουλῇ συζητηθῶσι τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, θέλετε πεισθῆ, ὅτι προέχον ζήτημα εἰς ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν εἶναι τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, ἀλλ’ ἡ παραχώρησις γαιῶν εἰς τοὺς καλλιεργητάς. Δὲν παρέχεται δὲ εἰς ἡμᾶς ἡ πεποίθησις, ὅτι, προτιμωμένης τῆς ἀναγραφῆς μέτρου ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τῆς συμβάσεως, θὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐγγύησις, ὅτι θὰ πραγματοποιηθῶσι τὰ ἄλλα. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐμερίμνησεν ἐν τῇ παρούσῃ συμβάσει περὶ ἑνὸς μόνον μέτρου, ἀφορῶντος εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς Θεσσαλίας, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ δυσκολεύηται νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἡμᾶς νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀναβολὴν, μέχρις οὗ δοθῇ καιρὸς, ἀφοῦ συζητήσωμεν ὅλα τὰ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ περὶ Θεσσαλίας, νὰ ἴδωμεν, ἂν πρέπῃ νὰ προτιμηθῶσι τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, περὶ ὧν εἰδικῶς λαμβάνεται πρόνοια ἐν τῇ συμβάσει. Ἐπειδὴ δὲ δὲν πρόκειται περὶ μακροῦ διαστήματος, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολήν.
§165Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον καὶ καθαρὸν, ἄπορον δὲ μοὶ φαίνεται, πῶς ὁ ἐκ Βόλου συνάδελφος κ. Τοπάλης ἀνέκρουσε πρύμναν ἀπὸ πρωΐας μέχρι ἑσπέρας, καὶ ἔλαβεν ἄλλην διεύθυνσιν. Ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ λέγω πάντοτε τὴν ἀλήθειαν, μὴ δειλιῶν ἀπέναντι οὐδενὸς (Θόρυβος). Ὁ κ. συνάδελφος τὴν πρωΐαν ἐπρότεινε τὴν ἀναβολὴν, ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν, ἤδη δὲ ἀνέλαβε τὴν σημαίαν τῆς ὑποχωρήσεως, παρακολουθούμενος καὶ ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ, οὕτως εἰπεῖν, τῆς προτάσεώς του κ. Κριεμάδη. Οἱ Βουλευταὶ τῆς Θεσσαλίας ἀπὸ κοινοῦ ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τῶν συμφερόντων καὶ τῆς προστασίας τοῦ γεωργικοῦ λαοῦ τῆς Θεσσαλίας, ὃν θεωροῦμεν ὡς ψυχὴν, σῶμα καὶ δέρμα τῆς Ἑλλάδος, ἐπίστευον ἀδιστάκτως, ὅτι ὁ κ. Τοπάλης, ὅταν ἔλαβε τὸν λόγον, ἤθελεν ἐνθέρμως ὑποστηρίξει τὴν ἀναβολὴν, καθόσον εἴχομεν τὴν εἰλικρίνειαν νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡμεῖς, ὡς μετέχοντες ἀδιακόπως τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, δὲν ἐλάβομεν καιρὸν νὰ μελετήσωμεν ἁπάσας τὰς ἐκθέσεις καὶ τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι πρὸ καιροῦ ὑπεβλήθησαν. Ἐὰν ὁ κ. Τοπάλης ηὐτύχησε κατ’ ἐξαίρεσιν καὶ κατὰ προτίμησιν νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὡς εἰδικώτατος τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ (!), καὶ μελετήσῃ ὅλας τὰς ὑποβληθείσας ἐκθέσεις, δὲν εἴμεθα νῦν καὶ ἡμεῖς εἰς θέσιν νὰ πράξωμεν τὸ αὐτό. Τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια ἀποτελοῦσιν ἄλυσον, τῆς ὁποίας ἂν λείψῃ εἷς κρίκος, δύναται νὰ ἐπέλθῃ κακὸν ἀντὶ καλοῦ. Αὐτὸ τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς συμβάσεως λέγει ὅτι: «Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀναδέχεται τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐν περιπτώσει ἱδρύσεως Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ ταμείου χορηγήσῃ δάνειον μέχρις ἓξ ἑκατομμυρίων πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἔργων, ἐξοφλητέον χρεωλυτικῶς ἐντὸς ἑβδομήκοντα ἑξαμηνιῶν, ἐπὶ ἐτησίῳ τόκῳ 5½% καὶ χρεωλυσίῳ 1% πληρωτέοις καθ’ ἑξαμηνίαν καὶ ἐπὶ ἐκχωρήσει ποσοῦ ἴσου τῷ ἀπαιτουμένῳ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου ἐκ τῶν προσόδων τοῦ εἰρημένου ταμείου, κατατεθησομένων (προσέξατε, παρακαλῶ) ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος.» Ἐρωτῶ ἤδη τὸν κ. συνάδελφον καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τί ἐννοεῖ ἡ λέξις «κατατεθησομένων»; Ἐδῶ εἶναι ὁ κόμβος· διότι θὰ κατατεθοῦν ἅπασαι αἱ πρόσοδοι καὶ θὰ πληρώνηται ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον, καὶ τὸ ὑπόλοιπον θὰ διατίθεται, ποῦ; Δι’ ὅλα ταῦτα παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν μὴ ἀναβολὴν ἑνὸς μηνός. Δὲν θὰ καταστραφῇ ἡ Ἑλλάς. Οἱ κ. συνάδελφοι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρίσθησαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περιέχει διατάξεις ἐνδιαφερούσας καὶ τὰ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος· ἀλλ’ ἐὰν ἐξ ἴσου ἐνδιαφέρωνται καὶ τὰ λοιπὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἔπρεπεν εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον νὰ ἐγγραφῶσι τὰ 10 ἑκατομμύρια καὶ ὄχι ἕξ.
§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι δὲν ἀνεγνώσατε ἐπισταμένως τὸ πρῶτον ἄρθρον. Δὲν πρόκειται νὰ κατατεθῶσιν ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τὰ εἰσοδήματα τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ καταθέσεως ποσοῦ ἴσου τῷ ἀπαιτουμένῳ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου. Τοῦτο διαφέρει πολύ. Ποιοῦμαι τὴν ἐξήγησιν, ἵνα σᾶς πείσω, ὅτι οἱ συναλλασσόμενοι πρὸς ἀλλήλους, ἤτοι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης, δὲν ἠμέλησαν τὸ συμφέρον τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, οὐδ’ ἐγὼ ἐνέδωκα καὶ ἐκεῖνος ἠξίωσεν ἀξίωσιν ἐπιζήμιον. Ἀλλὰ παραλείπω τοῦτο. Τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδιά εἰσι τέσσαρα ἢ πέντε· λέγω τέσσαρα ἢ πέντε, διότι τέσσαρα εἰσηγάγομεν ἡμεῖς, ἓν δ’ εἰσήχθη κατόπιν ὑπὸ τοῦ συναδέλφου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκ τῶν τεσσάρων τούτων ἓν πραγματεύεται περὶ παραχωρήσεως γαιῶν εἰς τοὺς γεωργοὺς τῆς Θεσσαλίας, τὸ δεύτερον περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου, τὸ τρίτον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ τὸ τέταρτον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν βοσκῶν διὰ τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας. Βάσις πάντων τούτων ἦτο τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου. Τοῦτο προωρίσαμεν διὰ πᾶσαν ἀνάγκην Θεσσαλικὴν, καὶ ὁ προορισμὸς ἤθελεν εἶσθαι ὀρθὸς, διότι τὰ ἐν αὐτῷ κεφάλαια ἦσαν Θεσσαλικὰ, ἤθελον δὲ χρησιμεύσει ὡς βάσις συνδυασμοῦ πρὸς σύστασιν πιστωτικοῦ γεωργικοῦ καταστήματος. Ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς βάσανον, καὶ ἀφήκαμεν νὰ γείνῃ ἡ βάσανος, καὶ ἐγένετο ὑπὸ Βουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἔπειτα δὲ, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς γενομένης ἐξετάσεως τῶν νομοσχεδίων ἐν τῇ Βουλῇ, ἐγένετο βάσανος καὶ ἐπὶ τόπου. Ὅτε παρεσκευάζετο τὸ νομοσχέδιον περὶ συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἶχον προσθέσει ἐν αὐτῷ καὶ διάταξιν πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου· ἀλλὰ μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ἡ προσθήκη ἦτο ἀτελὴς, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ προστεθῇ καὶ διάταξις ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως γαιῶν εἰς τοὺς γεωργούς. Δὲν προσέθηκα ὅμως τὰ δύο ἕτερα περὶ μεταβολῆς τρόπου φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ τῶν βοσκῶν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε δώσει ἄλλην γνώμην. Νομίζω ὅτι ἔπρεπε πρῶτον νὰ προηγηθῇ συζήτησις ἐπὶ τῶν πορισμάτων τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἔπειτα ν’ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεις συνοδευούσας μετὰ τῆς συμβάσεως καὶ τὰ ἕτερα νομοσχέδια. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, εἶχον καθῆκον νὰ σκεφθῶ καὶ ὑπὲρ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, ἐν πρώτοις πῶς ἤθελε κατορθωθῆ νὰ κατασταθῇ ἐνεργὸς ἡ νομοθεσία περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν. Ὅταν ἡ Βουλὴ ἐπεψήφιζε τὸν νόμον τοῦτον, εἶχεν ἕνα σκοπὸν, τὸν σκοπὸν νὰ καταστήσῃ δυνατὸν εἰς τὸν παραγωγὸν, ἵνα καταστήσῃ χρησιμώτερα τὰ παραγόμενα προϊόντα, καὶ προμηθεύηται ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τ’ ἀναγκαιοῦντα κεφάλαια. Συνενοήθημεν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἵνα ἀποτελέσῃ ὁμάδα κεφαλαιούχων, οἱ ὁποῖοι νὰ ἱδρύσωσιν ἀποθήκας. Πρὸς τοῦτο ἐχρειάζετο σύμβασις. Ἡ χρησιμοποίησις τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, δηλαδὴ ἡ ἐνεργὸς κατάστασις τῆς περὶ τούτων νομοθεσίας, ὠφέλει καὶ τοὺς Θεσσαλοὺς, διότι καὶ οὗτοι ἠδύναντο νὰ ἐνεχυριάσωσι τὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις προϊόντα αὐτῶν, ὠφέλει ὅμως καὶ πάντας τοὺς παραγωγοὺς τῆς ἄλλης Ἑλλάδος. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς ληξάσης περιόδου ἐγένετο λόγος περὶ τῆς καταστάσεως τῆς σταφίδος, διότι οἱ σταφιδοκτήμονες εἶχον ἐπιβαρυνθῆ διὰ δανείων τοκογλυφικῶν, τὰ ὁποῖα ἀποῤῥοφῶσι τὰ κεφάλαια καὶ αὐτὴν τὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων, καὶ οἱ ὁποῖοι τόκοι μετέβαλον τὴν Ἠλείαν εἰς χώραν κλαυθμῶνος. Πολλάκις ἐγένετο λόγος, ὅπως παράσχωμεν προχείρως χορηγίας εἰς τοὺς γεωργοὺς, ἵνα καλλιεργῶσι τὰ κτήματά των, δανειζόμενοι ἐπὶ τόκῳ εὐλόγῳ καὶ ἀνθρωπίνῳ. Πάντες φωνάζομεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων, ἐγὼ δ’ αὐτὸς ἐπέκρινα τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, διατὶ δὲν ἐφρόντισε νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Εἴχομεν λοιπὸν ὑποχρέωσιν νὰ συνεννοηθῶμεν μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα κατασταθῇ εὔκολον νὰ δανείζῃ εἰς τοὺς γεωργοὺς δέκα ἑκατομμύρια· ἀφοῦ δ’ ἐπράξαμεν τοῦτο, ὑμεῖς ζητεῖτε νὰ μᾶς σταματήσητε, ἵνα μελετήσωμεν καὶ τὰ ἰδικά σας μέτρα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταματήσῃ ἡ Ἑλλὰς ἕως ἂν ὑμεῖς μελετήσητε. Ἐγὼ ἤθελον πράξει ἀδίκημα, ἀντιβαῖνον εἰς τὰ κυβερνητικὰ καθήκοντά μου, ἐὰν ἔστεργον νὰ ἀναβληθῇ ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Τραπέζης. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμένητε—ἡ ἀξίωσις ὑμῶν εἶναι ἐγωϊστικὴ—νὰ ζητῆτε νὰ σταματήσῃ ἡ παραγωγὴ τοῦ τόπου.
§167Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἔχω λέξεις, ἵνα εὐχαριστήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τὴν διακοπὴν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, καὶ μὲ ἀνεκούφισε διὰ τῆς ἱστορίας, τὴν ὁποίαν διηγήθη, τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων. Γνωρίζω καλῶς τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια, καὶ ἐμελέτησα αὐτὰ, δὲν ἐμελέτησα ὅμως, ὡς πρέπει, τὰς διαφόρους ἐκθέσεις, τὰς τελευταῖον διανεμηθείσας· ἠδυνάμην δὲ ν’ ἀπευθύνω ἐρώτησιν καὶ πρὸς τοὺς πλείστους τῶν συναδέλφων, ἐὰν εὗρον καιρὸν νὰ ῥίψωσι βλέμμα ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων τούτων. Ἐπὶ τοῦ ἑτέρου ζητήματος, ἤτοι τῆς λέξεως «κατατεθησομένων» ἀπαντῶ. Ἐγὼ εἶμαι στρατιωτικὸς, καὶ δὲν ἔμαθον ἴσως τὰ Ἑλληνικὰ ὅπως ἄλλοι, ἀλλὰ ἔτυχε ποτὲ νὰ ἔχω ἕνα διδάσκαλον, Ἀπόστολον Παπασλιώτην καλούμενον, ὁ ὁποῖος μὲ ἐδίδαξεν, ὅτι ἡ λέξις «κατατεθησομένων» εἶναι μέλλων, σημαίνει δὲ, ὅτι θέλουσι κατατεθῆ. Ἐπὶ τούτου καὶ μόνου ἐρειδόμενος, λέγω, ὅτι εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν διασάφησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν, Ἀλλὰ πότε θὰ τὰ καταθέσωμεν αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε; Ὅταν θὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ ἐργασίαι; Πότε θὰ λάβωμεν τὰ χρήματα; Πότε θὰ χρεωθῇ τὸ ταμεῖον; Τί θὰ κάμωμεν τὰ 6 ἑκατομμύρια; Ἅπαντα τὰ ζητήματα ταῦτα θεωρῶ ἀλληλένδετα· ἐὰν δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλῃ, πολὺ καλῶς ποιῶν, νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Πελοποννήσου, ὁ ὁποῖος κατατρύχεται περισσότερον...
§168Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς τῆς Πελοποννήσου ἔχει νὰ καλλιεργήσῃ τὰ κτήματά του.
§169Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Λοιπὸν ὁ κ. ἀνεψιὸς τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως...
§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ὁποῖος εἶναι Βουλευτής.
§171Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα... ὁ ὁποῖος εἶναι Βουλευτής, μὲ διαβεβαιοῖ, ὅτι δὲν κατατρύχεται ἡ Πελοπόννησος, ἀλλ’ ὅτι καὶ νὰ καλλιεργήσῃ καὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὰ πάντα δύνανται. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ διεβεβαίου, ὅτι ἐπείγει ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως, ἵνα οἱ σταφιδοκτήμονες, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ἔχοντες προϊόντα, δυνηθῶσι δανειζόμενοι ἢ δίδοντες ἐπὶ ἐνεχύρῳ εἰς τὰς ἀποθήκας νὰ καλλιεργήσωσιν. Ἀλλὰ τὰ μένοντα προϊόντα, ἤτοι τὰ μὴ ἐκποιηθέντα, εἴτε σήμερον τὰ δώσητε εἴτε μετὰ ἕνα μῆνα, εἶναι τὸ ἴδιον, τὰ μέλλοντα δὲ προϊόντα οἱ καλλιεργηταὶ θὰ τὰ συγκομίσωσι τὸν Ἰούνιον μὲν τὰ σιτηρὰ, τὸν Αὔγουστον δὲ τὴν σταφίδα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ζημία ἡ ἀναβολὴ ἐπὶ ἕνα μόνον μῆνα.
§172ΤΟΠΑΛΗΣ. Ὀφείλω μικρὰν ἐξήγησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βόλου συνάδελφον κ. Σχινᾶν. Ἐνομίσαμεν οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταί, ὅτι ὑπῆρχον δύο κενὰ ἐν τοῖς ὑποβληθεῖσι νομοσχεδίοις· πρῶτον, ὅτι τὸ ἄρθρον 1 τῆς συμβάσεως δὲν ἦτο διατετυπωμένον κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις καὶ τὰς ἀνάγκας τὰς Θεσσαλικάς, καὶ δεύτερον, ὅτι ἐλλείπει ἰδίως τὸ νομοσχέδιον περὶ Γεωργικῆς Τραπέζης, καὶ διὰ τοῦτο συνήλθομεν ὅλοι τὴν πρωΐαν, ὅπως σκεφθῶμεν, κατὰ τίνα τρόπον θὰ πληρώσωμεν ταῦτα τὰ κενά. Ἀπεφασίσθη δὲ κατὰ τὴν σύσκεψιν ταύτην πᾶν ἄλλο ἢ ἡ ἀναβολή. Διημείφθησαν βεβαίως διάφοροι γνῶμαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ἡ ἀναβολή, ἀλλὰ ἀπεφασίσθη, ὅπως μία ἐπιτροπή, συγκειμένη ἐκ τῶν κ. κ. Κριεμάδη, Ταρμπάζη, Σιβιτανίδου καὶ ἐμοῦ, παρουσιασθῇ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ζητήσῃ τὴν τροποποίησιν καὶ συμπλήρωσιν τῶν νομοσχεδίων κατὰ τὰς ἀνάγκας τὰς Θεσσαλικάς· τοῦτο δὲ καὶ ἔλαβε χώραν. Ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν καὶ τοῦ κ. Φιλαρέτου, ἐὰν δὲν ἀνέπτυξα ὁλόκληρον σύστημα ἐγὼ, τὸ ὁποῖον οὐδόλως συμφωνεῖ μὲ τὴν ἀναβολήν. Ἐὰν τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἐκπροσωποῦμεν ἐνταῦθα, μᾶς ἐπέβαλλον ν’ ἀλλάξωμεν γνώμην ἀπὸ πρωΐας μέχρι ἑσπέρας, θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀλλάξωμεν, —καὶ τὸ λέγομεν χωρὶς νὰ διστάσωμεν,—ἀλλὰ τοιοῦτος λόγος δὲν ὑπάρχει, διότι δὲν συνεφωνήσαμεν νὰ προτείνωμεν τὴν ἀναβολήν. Εἶναι ἑπομένως πᾶς τις ἐντελῶς ἐλεύθερος νὰ ὑποστηρίξῃ ἢ νὰ ἀποκρούσῃ ταύτην.
§173ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μόνον ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἤγειρεν ὁ ἔντιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος, θέλω ὁμιλήσει. Τὴν πρωΐαν οὐδόλως ἐπρόκειτο περὶ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ ἤδη πρόκειται, καὶ ἀπορῶ διὰ τίνα λόγον ὁ κ. συνάδελφος ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ θεωρήσῃ ὅτι ἀκριβῶς τὴν πρωΐαν συνήλθομεν, ἵνα σκεφθῶμεν περὶ τούτου τοῦ νομοσχεδίου. Τὴν πρωΐαν συνήλθομεν, ἵνα σκεφθῶμεν, ἐὰν ἔπρεπε νὰ προβῶμεν οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, ὅπως εἰσήχθησαν ἐξ ἀρχῆς, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ συστήσωμεν εἴτε ἐν τῇ Βουλῇ, εἴτε ἰδιαιτέρως, ὡς φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εἰσαχθῶσι νομοσχέδια ἄλλα, μεταβεβλημένα ὡς ὑποδεικνύεται ἐν ταῖς ἐκθέσεσι, τὰς ὁποίας εἴχομεν ὑπογράψει, ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ καὶ ἂν σήμερον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμπεριληφθῶσιν αἱ τροποποιήσεις αὗται εἰς τὰ νομοσχέδια, βεβαίως ἠδυνάμεθα νὰ συναινέσωμεν εἰς μίαν μικρὰν ἀναβολὴν, ἵνα γείνωσιν αἱ τροποποιήσεις. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου. Περὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐγένετο λόγος μόνον ἐφ’ ὅσον ἐλέχθη νὰ μὴ τεθῇ ὅτι τὰ 6 ἑκατομμύρια θέλουσι χρησιμεύσει μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Ταῦτα ἔλαβον ἀκριβῶς χώραν τὴν πρωΐαν, καὶ κακῶς μὲ κατηγόρησεν ὁ κ. συνάδελφος, καὶ ἐκ ζήλου πρὸς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει, μὲ ἐθεώρησεν ὡς ἀνακρούσαντα πρύμναν.
§174ΔΑΛΛΑΣ. Μοὶ φαίνεται, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πράξεις λαβοῦσαι χώραν ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου καὶ ἀφορῶσαι εἰς τὰς πράξεις ἑνὸς ἑκάστου, δὲν ἔπρεπεν οὔτε νὰ ἀναφερθῶσι παρὰ τοῦ συναδέλφου κ. Σχινᾶ, οὔτε νὰ τύχωσιν ἀπαντήσεως παρὰ τοῦ κ. Τοπάλη. Ἕκαστος ἔχει τὴν ἐλευθερίαν αὑτοῦ, ἀδικεῖ δὲ καὶ ἑαυτὸν ὁ κ. Σχινᾶς καὶ τοὺς φίλους ἡμῶν, πιστεύων ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς μετ’ αὐτοῦ συνεργαζομένους ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου. Ἀδικεῖ δὲ καὶ ἑαυτὸν, ὑπεραπολογούμενος ὁ κ. Τοπάλης, ὁ ὁποῖος, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἀντιπρόσωπον τῆς Θεσσαλίας εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἐνταῦθα, ὡς ἀντιπρόσωπος, καὶ ἐν τῷ τύπῳ. Ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, ἵνα παράσχω τὴν προσήκουσαν ἱκανοποίησιν τῆς προσβληθείσης φιλοτιμίας, ἀδίκως καὶ ἀκαίρως, τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Τοπάλη. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καταστρέφων τὸν λόγον, ὑπηνίξατο ὑπαινιγμόν τινα ὡς πρὸς ἡμᾶς τοὺς Θεσσαλοὺς Βουλευτὰς, τοὺς ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς...
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ὑπαινιγμόν!
§176ΔΑΛΛΑΣ. .. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπίστευσεν, ὅτι οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ ἠδύναντο νὰ ζητήσωσι νὰ παρακωλύσωσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς χάριν τῶν νομοσχεδίων, περὶ τῶν ὁποίων ἰδιαιτέρως ἐνδιαφέρονται. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως γινώσκει, ὅτι ἡμεῖς ὄχι μόνον κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον συμπράττομεν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον συνεπράττομεν, ὅτι πάντοτε παριστάμεθα ἐνταῦθα καὶ ψηφίζομεν μέτρα ὑπὲρ πάσης τῆς Ἑλλάδος, χωρὶς ποτὲ νὰ εἴπωμεν, ὅτι οἱ Θεσσαλοὶ παραγκωνίζονται. Οὐδέποτε ἠθελήσαμεν νὰ διακρίνωμεν ἡμᾶς ἀπὸ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, ἐὰν δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐζητήσαμεν τὴν ἀναβολὴν, δὲν ἐπράξαμεν τοῦτο ἢ μόνον διότι φρονοῦμεν, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον σχετίζεται πολὺ μετὰ τῶν λοιπῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, τοῦτο δὲ πιστεύομεν ὅτι φρονεῖ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέγραψεν ἐν τῇ αὐτῇ σειρᾷ τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια. Δὲν βλέπομεν δὲ διατὶ δύναται νὰ προσκόψῃ ἡ ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ σύμβασις, ἐὰν ἀναβληθῇ αὕτη μετὰ 15 ἡμέρας, μετὰ τὰς ἑορτάς, ἐὰν δὲν συζητηθῶσι ἀπὸ τοῦδε τὰ Θεσσαλικὰ, ὅτε θὰ ἔλθωσιν ἐν συνόλῳ ὅλα τὰ νομοσχέδια, καὶ θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ μελετήσωμεν τὰς διατάξεις τούτων ἐν σχέσει πρὸς ἀλλήλας.
§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Φίλε κύριε συνάδελφε, νομίζω ὅτι παρεξηγήσατε τοὺς λόγους μου, δὲν προσεδόκων δὲ νὰ παρεξηγήσητε ὑμεῖς τοὺς λόγους μου, διότι μὲ γνωρίζετε πρὸ χρόνων καὶ αἱ σχέσεις ἡμῶν πάντοτε ἦσαν τοιαῦται, ὥστε οὐδέποτε ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἄξιον νὰ ἐπαναλάβω πρὸς ὑμᾶς, εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει τις ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐκ Θεσσαλίας, ὁ ὁποῖος μοὶ ὡμίλησεν, ἵνα πραγματευθῶ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δάνειον τοιοῦτον, ὁποῖον ἀνέλαβεν αὕτη νῦν.
§178ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§179Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ λοιπὸν, μεριμνῶν οἴκοθεν περὶ τῶν συμφερόντων τῶν Θεσσαλικῶν, ἐζήτησα νὰ ὠφεληθῶ τῆς εὐκαιρίας, ὅπως ἐν τῇ συμβάσει μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περιλάβω τὴν ῥήτραν ταύτην ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας. Ὑμεῖς ἔχετε πᾶν δικαίωμα νὰ κρίνητε, ὅτι τὰ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδια, τὰ λεγόμενα Θεσσαλικὰ, δὲν εἶναι πλήρη, δὲν εἶναι ἄρτια, χρήζουσι συμπληρώσεως δι’ ἄλλων νομοσχεδίων, οὐδὲ προτίθεμαι ἐγὼ νὰ φέρω νῦν γνώμην, ἐπὶ τούτου· ἠδυνάμην νὰ ἔχω γνώμην, ἀλλὰ δὲν καλοῦμαι σήμερον νὰ φέρω τὴν γνώμην ταύτην. Ἕνεκα τῆς γνώμης ταύτης κρίνεται ἀναπόφευκτον νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων, τῶν λεγομένων Θεσσαλικῶν. Ἐγὼ, ὅταν ὁ κ. Φιλάρετος εἰσῆγε τὴν γνώμην ταύτην, εἶπον ὅτι δὲν ἔχω νὰ δώσω γνώμην, ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κατὰ τί τοῦτο μειώνει τὴν γνώμην περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως καὶ τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς ἐν προσεχεῖ νομοσχεδίῳ περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης; Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Γεωργικοῦ ταμείου· τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως δὲν θέλει ἐκτελεσθῆ σήμερον, ἑπομένως θέλει ἐγκαίρως ψηφισθῆ τὸ νομοσχέδιον, καὶ οἱ Θεσσαλοὶ, οἱ θέλοντες νὰ δανεισθῶσι, θὰ δύνανται νὰ δανεισθῶσι, δὲν θὰ δανεισθῶσι δὲ, ἂν δὲν θέλωσι νὰ δανεισθῶσιν, ὄχι δι’ ὑδραυλικὰ ἔργα, ἀλλὰ δι’ ἄλλα ἔργα. Ἐνταῦθα ἐσμὲν πάντες παρόντες, καὶ δυνάμεθα νὰ συνομολογήσωμεν νέαν σύμβασιν· δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ ἀναστείλω τὴν μέριμναν ἡμῶν ἐπὶ τῶν θεμάτων, περὶ ὧν προέβλεψεν ἡ ὑπὸ συζήτησιν σύμβασις, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὑμεῖς κρίνετε ὅτι καὶ περὶ ἄλλου θέματος προσῆκεν αὕτη νὰ περιλάβῃ, διότι οὕτως ἤθελον στέρξει νὰ ἐγκαταλειφθῇ καὶ ἡ διὰ τῆς συμβάσεως ἐκδηλουμένη πρόνοια, ὅπως ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ ἄλλων θεμάτων. Τοιαῦτα ἐγὼ εἶπον, καὶ ταύτην τὴν γνώμην ἔχω περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§180ΔΑΛΛΑΣ. Ἐγὼ χαίρω ὅτι παρέσχον ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, ὥστε νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα ὑπόνοια, ὅτι ἐῤῥήθη τι κατὰ τῶν Θεσσαλῶν ἐντεῦθεν.
§181Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διὰ τρεῖς λόγους εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσω καὶ ἐκ δευτέρου τὸν λόγον· πρῶτον ὡς προτείνας τὴν ἀναβολὴν, δεύτερον ὡς προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Τοπάλη, καὶ τρίτον ὡς ἐν μέρει διαφωνῶν πρὸς τὸν κ. ἐξ Ἁγυιᾶς συνάδελφον. Ὁ κ. ἐκ Βόλου συνάδελφος μὲ προεκάλεσε νὰ εἴπω, τί ἔλαβεν χώραν, καὶ ὀφείλω βεβαίως νὰ μὴ σιγήσω, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἦλθον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τ’ ἀποφασισθέντα σήμερον τὴν πρωΐαν. Ἐκλήθημεν ὡς Βουλευταὶ, καὶ κατὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν φίλον μου ἐξ Ἁγυιᾶς συνάδελφον· ἔλαβον πρόσκλησιν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς, καὶ προσῆλθον, χωρὶς νὰ γινώσκω ἄλλο τι ὡς τὸ θέμα τῆς συζητήσεως, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων. Ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ καπνιστηρίου τῆς Βουλῆς συνεζητήθησαν τὰ σχετικὰ ζητήματα πρὸς τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, μετὰ μακρὰν δὲ συζήτησιν, τῇ συναινέσει καὶ τοῦ ἐκ Βόλου συναδέλφου κ. Τοπάλη, ἀπεφασίσθη νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ τεσσάρων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ ὑποδείξωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, — δὲν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν μας τὴν ἡμερησίαν διάταξιν — νὰ ὑποδείξωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ὅλων τῶν νομοσχεδίων, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς σχετικοῦ, νὰ παρακαλέσωσι δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ τροποποιήσῃ τὴν σύμβασιν, ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ δανείου, συμπεριλαμβάνων ἐν αὐτῷ καὶ τοὺς ἄλλους προταθέντας ὑπὸ τῶν συναδέλφων σκοπούς. Ἐγὼ ἀπέσχον νὰ ἐκφράσω τὴν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων γνώμην μου, συνῄνεσα ὅμως, ὅπως ὑποστηριχθῇ ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως ὅλων αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων...
§182ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, ὄχι τῆς συμβάσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, θὰ σᾶς παρακαλέσω πολὺ νὰ μὴ μᾶς ἀδικῆτε, νὰ ἐνθυμηθῆτε...
§183Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀφήσατέ με, σᾶς παρακαλῶ, νὰ τελειώσω.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριε Βουλευτά.
§185Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀπεφασίσθη νὰ παρακληθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως τροποποιήσῃ, εἰ δυνατόν, τὸ σχετικὸν ἄρθρον τῆς συμβάσεως, ἵνα συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ δύο ἕτεροι σκοποὶ τοῦ ταμείου, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ γείνῃ ταυτόχρονος συζήτησις ἐπὶ ὅλων τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαιτηθῇ καιρὸς πρὸς μελέτην. Τώρα οἱ κύριοι συνάδελφοι μετέβαλον γνώμην.
§186ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐπιμένω λέγων, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῆς συμβάσεως.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§188Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὰς πληροφορίας ταύτας ἠναγκάσθην νὰ δώσω, προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου. Τώρα, εἴτε εἰς παρανόησιν ὀφείλεται ἡ ἀσυμφωνία, εἴτε εἰς μεταγενεστέρας σκέψεις, τοῦτο δὲν ἀφορᾷ τὴν γενομένην ἤδη συζήτησιν. Τὸ κύριον θέμα εἶναι τοῦτο: πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ τῶν λοιπῶν νομοσχεδίων, ἵνα γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀρχῆθεν ὑπεστήριξα, ναὶ ἢ οὔ; Δι’ οὓς λόγους κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως ἐξέθηκα, τὸ θεωρῶ ἀπαραίτητον. Μόνον μία τροποποίησις δύναται νὰ γείνῃ, τὴν ὁποίαν ὡς ἀτομικὴν γνώμην ὑποβάλλω· νὰ χωρισθῇ ἡ σύμβασις, ὡς πρὸς τὴν Θεσσαλίαν, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζῃ ὅτι εἶναι τόσον κατεπείγουσα ἡ συζήτησις ὡς πρὸς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, νομίζῃ δὲ ὅτι δύναται νὰ χωρήσῃ τὴν σύμβασιν, διότι νομίζω ὅτι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὸ διὰ Θεσσαλίαν δάνειον, ὡς εἶπεν ὁ Πρωθυπουργός· θὰ ἦναι πάντοτε βεβαίως ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις περιορίσῃ τὴν σύμβασιν μόνον ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν νομίζῃ κατεπείγουσαν τὴν συζήτησιν τὴν ἑσπέραν ταύτην, δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§189Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τίνα τρόπον;
§190Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν ψηφίσητε ὅλα τὰ ἄλλα ἄρθρα τῆς συμβάσεως, ἐκτὸς τοῦ πρώτου (διακοπαί). Διὰ προσθήκης ἑνὸς ἄρθρου εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ψηφίζετε. Τέλος, κύριοι Βουλευταί, πράξατε ὅ,τι θέλετε· ἀλλ’ ἐνθυμηθῆτε τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν. Σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσατε τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, σεῖς χθὲς ἐζητήσατε τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Μὴ νομίζετε, ἂν ψηφίσητε τὴν σύμβασιν, ὅτι θὰ σᾶς ἐπιτραπῇ νὰ ψηφίσητε καὶ τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια διὰ ψαλμῳδίας συνήθους κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀντέχομεν πλέον μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Πρόκειται περὶ τῶν ὑψίστων Θεσσαλικῶν συμφερόντων, καὶ νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει θελήσητε νὰ ψηφίσητε κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, δὲν θὰ σᾶς ἐπιτραπῇ (θόρυβος). Θὰ ψηφισθῶσι σοβαρῶς, ἀφοῦ ἐπαρκῶς συζητηθῶσι (θόρυβος). Κύριε Πρόεδρε, εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους ἐπιβάλετε σιγήν (θόρυβος).
§191Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον ἐπέρχεται κατάχρησις λόγου (θόρυβος).
§192Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διδάξατε τοὺς συναδέλφους νὰ σέβωνται τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ σέβωνται καὶ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἀτυχῶς ψηφίζονται, ἐνίοτε, ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει, διὰ ψαλμῳδίας, ἀναξίας εἰς τὰ νομοθετικὰ σώματα (θόρυβος).
§193ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σεῖς εἶσθε οἱ αἴτιοι, διότι ἀπασχολεῖτε τὴν Βουλὴν (θόρυβος).
§194Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑποστηρίζω ὅτι κατεβιβάσθη τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, διότι ἐπιβάλλεται ἡ ψήφισις τῶν νόμων κατὰ τοιοῦτον τρόπον, καὶ παριστάμεθα θεαταὶ οἰκτροῦ θεάματος (θόρυβος).
§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευτά, ἐν ὀνόματι τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς σᾶς παρακαλῶ νὰ παύσητε αἰτιώμενος αὐτῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ἐὰν δὲν λαμβάνητε μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, τοῦτο συμβαίνει, διότι δὲν εἶσθε παρόντες, διότι καταλείπετε τὴν θέσιν ὑμῶν. Τίς σᾶς ἠμπόδισε νὰ συζητῆτε ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων; τίς σᾶς ἠμπόδισε νὰ σταματήσητε τὴν ἀνάγνωσιν, ἐὰν τὴν θεωρῆτε μουρμούραν; Πῶς λέγετε τοιαῦτα, ἵνα μεταδώσητε εἰς τὸν λαὸν τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ δὲν συζητοῦμεν νομοσχέδια, ἀλλ’ ὑποκλέπτομεν τὰς ψήφους τῶν Βουλευτῶν; Προσβάλλετε τὰς βάσεις τῆς νομοθεσίας τοῦ Κράτους, κλονίζετε τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων, τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τοὺς νόμους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§196Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπέτρεψα τὴν διακοπὴν, ἐνῷ εἶχον δικαίωμα νὰ μὴ τὴν ἐπιτρέψω (ἱλαρότης).
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον δικαίωμα νὰ σᾶς διακόψω, διότι ὁμιλεῖτε κατὰ τῆς Βουλῆς (θόρυβος)
§198Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, δὲν τῷ ἐπιτρέπω διακοπάς. Προστατεύσατέ με.
§199ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Βουλευτὴς ὑβρίζει τὴν πλειονοψηφίαν. Νὰ τοῦ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον (θόρυβος).
§200Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀνακαλέσῃ· ἄλλως δὲν θὰ τῷ ἐπιτρέψωμεν νὰ ἐξακολουθήσῃ! (θόρυβος).
§201ΑΛΕΞΑΚΗΣ. .. (θόρυβος).
§202Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ, παρακαλῶ... (θόρυβος).
§203ΑΛΕΞΑΚΗΣ ΚΑΙ Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν κ. Φιλάρετον). Κάθησε κάτω! (Θόρυβος καὶ σάλος. Πολλοὶ Βουλευταὶ ἐγείρονται τῆς θέσεώς των, προσπαθοῦντες νὰ κατευνάσωσι τὸν ἐρεθισμόν. Ὁ κ. Πρόεδρος, κρούων συνεχῶς τὸν κώδωνα, παρακαλεῖ τοὺς κ.κ. Βουλευτὰς νὰ ἡσυχάσωσιν).
§204ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτὴ, κύριε Πρόεδρε!
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, παρακαλῶ. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν. (Ὁ θόρυβος ἐξακολουθεῖ). Θὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν, ἐὰν δὲν ἡσυχάσητε (θόρυβος). Διακόπτεται ἐπὶ πέντε λεπτὰ ἡ συνεδρίασις. (Ὁ κ. Πρόεδρος ἐγκαταλείπει τὴν ἕδραν του). (Κοπάσαντος τοῦ θορύβου, ὁ κ. Πρόεδρος καταλαμβάνει τὴν ἕδραν του).
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, εἰς τὰς θέσεις σας, κύριοι Βουλευταί. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§207ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ κ. Φιλάρετος τὰς φράσεις του (θόρυβος).
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ καθίσητε εἰς τὰς θέσεις σας, καὶ ὁ Πρόεδρος θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του (θόρυβος).
§209ΚΑΚΑΡΑΣ. Νὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε, διότι κάθε ἄλλο εἶναι παρὰ Κοινοβούλιον αὐτό! (θόρυβος).
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τηρηθῇ ὁ Κανονισμὸς, ἀλλὰ τηρήσατε σεῖς πρῶτοι αὐτόν· δὲν τὸν τηρεῖτε δὲ, ἱστάμενοι ὄρθιοι. Παρακαλῶ, καταλάβετε τὰς θέσεις σας. (Ἐπελθούσης ἡσηχίας ὁ κ. Πρόεδρος ἐξακολουθεῖ). Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ἴσως ἐκ προθέσεως ἀγαθῆς καὶ οὐχὶ ἵνα πειράξῃ τοὺς συναδέλφους του, ἐξήνεγκε φράσεις ἴσως τραχείας περὶ τὸ ὕφος, αἵτινες ἐπείραξαν τὸ Κοινοβούλιον, ἰδίως δὲ ψέξας τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας αὐτοῦ. Φρονῶ ὅτι τοῦτο ἐγένετο οὐχὶ μετὰ προθέσεως προσβολῆς τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Βόλου θὰ σπεύσῃ νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλήν, ἐξηγῶν τὰς φράσεις αὐτοῦ καὶ δικαιολογῶν τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐλέχθησαν.
§211Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τῇ ἀληθείᾳ δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν ταραχήν, διότι πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐνόησεν, ὅτι πρόθεσις πρὸς προσβολήν τινος ἢ ἐξύβρισιν οὐδεμία ὑπῆρχε. Δὲν ὡμίλησα πρώτην φορὰν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἀπορῶ διατὶ τόσος ἐρεθισμὸς ἄνευ ἀνάγκης. Ἄλλοτε ὡμίλησα, νομίζω, ἐν τῇ θέρμῃ τοῦ λόγου μου ζωηρότερον, καὶ πάλιν οὐχὶ ἐκ προθέσεως. Δὲν ἠδυνήθην λοιπὸν ἀκόμη νὰ ἐννοήσω πρὸς τί ὁ τόσος θόρυβος. Ἔλεγον, ὅτι τὰ προκείμενα νομοσχέδια εἶναι σοβαρὰ καὶ ὅτι ἐπιβάλλουσιν ἐμβριθεστάτην τὴν συζήτησιν, διότι πολλάκις δὲν δίδομεν τὴν ἀπαιτουμένην προσοχὴν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νόμων, καὶ ὑφιστάμεθα ἡμεῖς αὐτοὶ τὰς συνεπείας τῶν σφαλμάτων μας. Ἀνέφερα δὲ τὸ παράδειγμα τοῦ νόμου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς αὐτοὶ ἐψηφίσαμεν, καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου κατ’ ἀρχὴν ἐγὼ εἶμαι, καὶ τὸν ὁποῖον ἐν τούτοις χθὲς ἄλλοι ἐξ ὑμῶν κατέκριναν μέχρι καταργήσεως. Ἔλεγον, ὅτι σπουδαιότερα νομοσχέδια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν, δὲν ὑπεβλήθησαν ὄχι εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον, ἀλλ’ ἴσως πρὸ πολλῶν χρόνων· διότι πρόκειται περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θίγει εἰς τὰ καίρια καλλιεργητὰς καὶ ἰδιοκτήτας. Ἵνα ἐννοηθῶ καλλίτερον, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐν ἔτει 1892 εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη ἐπὶ 25 συνεδριάσεις καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐξεφωνήθησαν 568 λόγοι· ἦν δὲ ὁ νόμος τῆς 27 Ἰουνίου 1892. Θέλω νὰ ἀποδείξω ἐκ τούτου, πόσην σπουδαιότητα ἔδωκαν ἐκεῖ εἰς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀντικείμενον ἀνάλογον. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν παρίστα εἰς ἡμᾶς, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα φειδωλοὶ τοῦ χρόνου, ἵνα ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια τὰ ἀπαραίτητα, ἠθέλησα νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν, ἄνευ ἐπιζημίων συνεπειῶν, ἐὰν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν ταῦτα καθ’ ὃν τρόπον συζητοῦνται τὰ λοιπὰ νομοσχέδια· διότι, ἀφοῦ ἀρχίζομεν τὴν συνεδρίασιν εἰς τὰς 4½ καὶ γίνονται ἐπερωτήσεις καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ἄλλαι μὲν σπουδαῖαι, ἄλλαι δὲ ἧττον σπουδαῖαι, καὶ κεκμηκότες εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἐπιλαμβανόμεθα τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, βεβαίως εἴμεθα ἄνθρωποι ἀπὸ σάρκας καὶ ἀπὸ ὀστᾶ, καὶ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀνθέξωμεν πέραν ὡρισμένης ὥρας, τῆς πρώτης ἢ δευτέρας μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἂν δὲν λαμβάνωμεν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, εἶναι διότι ἀπουσιάζομεν. Βεβαίως ἀπουσιάζομεν ἕνεκεν ἀνωτέρας βίας μετὰ τὴν 2αν καὶ 3ην ὥραν τῆς πρωΐας. Τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω, καὶ τοῦτο εἶπον, καὶ τοῦτο λέγω. Ἤθελον νὰ προειδοποιήσω καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι, προκειμένου λόγου περὶ ὑψίστων Θεσσαλικῶν συμφερόντων, διὰ τὰ ὁποῖα ἰδιαιτέρως οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταί, ἀλλὰ καὶ ἅπαντες ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταί, ὡς ἐκπροσωποῦντες ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, ἐνδιαφέρεσθε, ἔπρεπε νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς, ὅτι μόνον μετὰ μακρὰν βάσανον ἔπρεπε νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καὶ ὅτι, ἂν εἰς ἄλλα νομοσχέδια ἠδύνατό τις νὰ ἦναι συγκαταβατικὸς ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ ἦναι, οὔτε θὰ ἦναι, ὡς πρὸς ταῦτα. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν ἐνόησα τὴν ταραχήν, τὴν ὁποίαν θέλω ν’ ἀποδώσω εἰς ἁπλῆν παρεξήγησιν, διότι ἄλλως θὰ ἦτο λυπηρόν. Ἐκτὸς ὅμως τούτων, εἶπον—καὶ τὸ εἶπον στηριζόμενος εἰς τὸν Κανονισμὸν— ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐπιτρέπει τὰς διακοπάς, ἄνευ διακρίσεως ὑπουργικῆς ἢ βουλευτικῆς ἰδιότητος. Ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω καὶ ταῦτα λέγω. Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν προέβαλον, στηρίζεται εἰς τὸ πρέπον, στηρίζεται εἰς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκῃ ἀπαραίτητον, ἵνα ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, δυνάμει τῆς πλειονοψηφίας, ὑφ’ ἧς ὑποστηρίζεται, καὶ ὡς ἔχει· ἀλλὰ θὰ ἦτο φρόνιμον καὶ συνετὸν νὰ ἀποσπάσῃ τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ καταρτίσῃ περὶ τούτου εἰδικὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα συζητηθῇ μετὰ τῶν λοιπῶν ἀπαραιτήτων νομοσχεδίων.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, τοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένου καὶ ἀφορῶντος τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ἀναβολῆς. Ὑπεβλήθησαν ἀληθῶς προτάσεις ἀναβολῆς καὶ διὰ τὰ τρία νομοσχέδια, ἀλλὰ νομίζω ὅτι διαιρετῶς πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή. Ὑπάρχουσι 10, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, οἱ συμμεριζόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου;
§213Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τί λέγετε ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε;
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, πᾶσα πρότασις μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ 10 Βουλευτῶν.
§215Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑμεῖς θὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ, ὑπάρχουσι δέκα;
§217ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἐνόησα ἀκριβῶς τὰ λεχθέντα παρὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν συνηγορησάντων ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, κυρίως οὗτοι ἐζήτησαν τὴν ἀναβολὴν, διότι ἐθεώρησαν ὅτι ἡ φράσις ἡ περιλαμβανομένη ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τῆς συμβάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ δάνειον τὸ συνομολογηθησόμενον θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων, ὅτι ἡ φράσις αὕτη προδικάζει τὸν προορισμὸν τοῦ δανείου. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ φράσις αὕτη δὲν ἔχει μήτε τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ προδικάσῃ τὸν προορισμὸν τοῦ δανείου, οὐδ’ ἐτέθη ἐκεῖ ἀκριβῶς, ὅπως περιορίσῃ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ δάνειον. Εἶναι μόνον μία φράσις ἐνδεικτική, οὐχὶ ἐπιτακτική, ἐὰν δὲ μόνον κώλυμα πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἦναι ἡ ἐνδεικτικὴ αὕτη φράσις, νομίζω ὅτι εὐκόλως δύναται νὰ ἐκλείψῃ τὸ κώλυμα τοῦτο, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναλάβῃ νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως αὕτη δηλώσῃ, ὅτι ἐννοεῖ ὅτι τὸ δάνειον θὰ χρησιμοποιηθῇ ὑπὲρ τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου καὶ κατὰ τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἤθελε τὸ νομοσχέδιον καθορίσει. Ἑτέρα φράσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς, εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὴν κατάθεσιν τῶν προσόδων τῶν ἐκ τῆς ἐπιβαλλομένης φορολογίας διὰ τὴν σύστασιν τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου. Νομίζω ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ φράσις δύναται νὰ ἐξηγηθῇ. Ὁ ἕτερος ἐκ τῶν Βουλευτῶν Βόλου ἐθεώρησεν ὅτι ἡ κατάθεσις αὕτη, ὅπως διαγράφεται ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τοῦ πρώτου ἄρθρου τῆς συμβάσεως, προϋποτίθησι τὴν κατάθεσιν ἄνευ τόκου. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι τοιαύτη τις ἡ ἔννοια τῆς σχετικῆς διατάξεως, ἀλλ’ ἀφήνεται νὰ καθορισθῇ κατόπιν ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ κατατεθῶσι τὰ χρήματα, καὶ ἂν θὰ ἀποφέρωσι τόκον, καὶ τίνα τόκον θ’ ἀποφέρωσι. Νομίζω ὅτι, ἂν ἐπέλθῃ ἡ ἐξήγησις αὕτη, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφίησιν ἐντελῶς ἀκέραιον τὸ ζήτημα τῶν ἑτέρων Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, καὶ δύναται κάλλιστα ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιφυλάσσομαι νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, διότι θεωρῶ, ὅτι ὑπάρχουσι τὰ ἐλαττωματικὰ ἐν αὐτῷ.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἂν ὑπάρχωσι δέκα οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, νὰ ἐγερθῶσι, διότι ἄλλως ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς τύποις θὰ ἀποῤῥιφθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἀντικείμενον ψηφοφορίας. Ὑπάρχουσι δέκα; (Ἐγείρονται ὀλιγώτεροι τῶν δέκα). Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχουσι. Συνεπῶς ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς τοῦ πρώτου νομοσχεδίου δὲν δύναται νὰ γείνῃ τύποις ἀποδεκτή, καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πρώτου νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος». Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει ζητήσει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§219ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετ’ αὐτὸν ὁ κ. Σκουλούδης.
§221ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Δὲν προτίθεμαι ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν μικρὰν οἰκογενειακὴν Θεσσαλικὴν ἔριδα, εἰς ἣν πρὸ μικροῦ παρέστημεν. Δὲν εἶμαι ἐναντίον τῆς ὑποστηρίξεως τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν τῆς Ἑλλάδος, οἵτινες ἐν πάσῃ χώρᾳ, ἰδίως δὲ ἐδῶ, ἀποτελοῦσι τὸν ὀστέϊνον σκελετὸν τοῦ Κράτους, ἐφ’ οὗ καὶ ἡ οἰκονομικὴ καὶ ἡ λοιπὴ αὐτοῦ δύναμις στηρίζεται. Τοὐναντίον εἰμὶ καὶ ὑπὲρ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, τῶν ὁποίων διὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως σκοπεῖται ἡ ἐκτέλεσις ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ὑπὲρ τῆς συστάσεως ἀγροτικῆς πίστεως ἢ ἄλλων ἱδρυμάτων, σκοπούντων τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἀγροτῶν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν ἐν γένει τῆς παραγωγῆς ἐν Θεσσαλίᾳ. Καὶ ὅτε μὲν ἀνέγνων τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν, ἡ πρώτη μου ἐντύπωσις ἦτο, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐγένετο ἄξιος θερμῶν συγχαρητηρίων διὰ τὰ μεγάλα πλεονεκτήματα, ἅτινα τόσῳ δαψιλῶς κατώρθωσε ν’ ἀποκτήσῃ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· θὰ ἦτο δὲ τῳόντι καὶ θερμοτέρων συγχαρητηρίων ἄξιος, ἐὰν ἡ συμβαλλομένη ἦτο ξένη τις Τράπεζα, μὴ συνδεομένη πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ τόπου τόσῳ στενῶς, ὅσῳ εἶναι ἡ Ἐθνική. Ἀλλ’ ὅτε ἀνελογίσθην, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἐθλίβην· ἐθλίβην καὶ δι’ ἕτερόν τι, ἐθλίβην ὅτι, ὅταν εἶδε τοὺς διοικοῦντας τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τοσοῦτο ἐνδοτικούς, δὲν ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν κηδεμονίαν τῶν συμφερόντων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ νὰ σταματήσῃ τὴν ἐνδοτικότητα ἐκείνην τῶν διοικούντων αὐτήν, ὑποδεικνύων εἰς αὐτοὺς, πρὸς τίνας κινδύνους ἄγουσι τὸ ἵδρυμα διὰ τῶν παραχωρήσεων, τὰς ὁποίας συνομολογοῦσι διὰ τῆς συμβάσεως, καὶ διὰ τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἀναλαμβάνουσι διὰ ταύτης. Καὶ ἔχομεν πάντες καθῆκον νὰ μεριμνῶμεν περὶ τῆς εὐεξίας τοῦ ἱδρύματος τούτου τοῦ ἐθνικοῦ, διότι ἅπας σχεδὸν ὁ νομισματικὸς πλοῦτος τῆς Ἑλλάδος εἶναι διαπεπιστευμένος εἰς χεῖρας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐξήρτηται ἐντελῶς ἀπὸ τῆς καλῆς ἢ κακῆς αὐτῆς διαχειρίσεως, κίνδυνος δὲ ναυαγίου ἢ ναυάγιον τῆς Τραπέζης, ὅπερ ἀπεύχομαι, ἤθελεν ἐπιφέρει τὸν οἰκονομικὸν καταποντισμὸν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἀφ’ ὅτου τὸ Κράτος, μὴ δυνάμενον, ἕνεκα τῶν γνωστῶν οἰκονομικῶν του δυσχερειῶν, νὰ κόπτῃ νομίσματα ἐπαρκῆ εἰς τὰς συναλλαγὰς τῶν κατοίκων, παρεχώρησεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ κυριαρχικὸν τοῦτο δικαίωμα τοῦ κόπτειν νόμισμα,—τὸ droit regalien — ἡ δὲ Τράπεζα κατέστησε τὸ δικαίωμα τοῦτο σχεδὸν πλῆρες διὰ τοῦ νόμου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἅπασα σχεδὸν ἡ νομισματικὴ περιουσία τῆς Ἑλλάδος ἀποτελεῖται ἐκ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον σήμερον εἶναι τὸ νόμισμα τοῦ τόπου, ἢ, ὀρθότερον εἰπεῖν, διὰ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ἀφηρέθη ὁλόκληρος ἡ νομισματικὴ περιουσία τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀντ’ αὐτῆς ἔμεινε τὸ τραπεζογραμμάτιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι νόμισμα· τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον εἶναι ὑπόσχεσις καταβολῆς νομίσματος, ἀλλ’ ἄνευ ὡρισμένης, ἐπὶ τοῦ παρόντος, λήξεως. Μετὰ τῆς τύχης λοιπὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι στενώτατα συνδεδεμένη ἡ τύχη τῆς νομισματικῆς περιουσίας τῆς χώρας, καὶ διὰ τοῦτο καθῆκον ἔχομεν πάντες νὰ μεριμνῶμεν περὶ τῆς εὐεξίας αὐτῆς. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι Τράπεζα ἐκδοτικὴ, τουτέστι Τράπεζα τιθεῖσα εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικὰ γραμμάτια ἐξαργυρωτέα τῇ αἰτήσει τοῦ κομιστοῦ. Ἀλλὰ ἡ κανονικὴ λειτουργία μιᾶς Τραπέζης ἐκδοτικῆς ὑπάγεται εἰς ὡρισμένους τινὰς θεμελιώδεις κανόνας, πᾶσα δὲ παράβασις τῶν κανόνων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὑπηγόρευσε μακρὰ πεῖρα, ἵνα μὴ εἴπω ἡ ἐπιστήμη, πᾶσα, λέγω, παράβασις τῶν κανόνων ἐνέχει σοβαρωτάτους κινδύνους κατὰ τῆς ἀσφαλείας τοῦ ἱδρύματος καὶ συνεπῶς κατὰ τῆς περιουσίας τῆς κοινωνίας. Ἀλλ’ ἆρά γε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς της μέχρι σήμερον ἠκολούθησεν ἢ ἀκολουθεῖ τοὺς κανόνας τοὺς ἐπιβαλλομένους εἰς ἀκίνδυνον λειτουργίαν μιᾶς ἐκδοτικῆς Τραπέζης; Ὄχι, Κύριοι· καὶ τοῦτο οὐχὶ ἐξ ὑπαιτιότητος ἢ ἐκ σφάλματος τῶν κατὰ καιροὺς διοικησάντων ταύτην. Τοῦτο προῆλθεν ἐξ ἁμαρτήματος ἀρχεγόνου, οὕτως εἰπεῖν, εἰσχωρήσαντος ἐν τῷ πρώτῳ καταστατικῷ, δι’ οὗ ἱδρύθη ἡ Τράπεζα. Δὲν γνωρίζω ἂν τὸ ἁμάρτημα τοῦτο ἐτελέσθη ἐξ ἀπειρίας τότε τῶν κανόνων, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ διέπωσι τοιαῦτα καταστήματα, ἢ πρὸς θεραπείαν ἄλλων κοινωνικῶν ἀναγκῶν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν. Εἶναι δὲ τὸ ἁμάρτημα, ὅτι εἰς Τράπεζαν ἐκδοτικὴν, οἵα εἶναι ἡ Ἐθνικὴ, ὄχι ἁπλῶς ἐπετράπη, ἀλλ’ ἐπεβλήθη διὰ τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς νόμου νὰ διαθέτῃ μέγα μέρος τῶν κεφαλαίων αὐτῆς εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια, τουτέστιν εἰς τοποθετήσεις μακροτάτων προθεσμιῶν, ἐνῷ κανὼν θεμελιώδης τῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν εἶναι νὰ ἐνεργῶσι δάνεια βραχυπρόθεσμα, τοποθετήσεις χρημάτων, εὐχερῶς καὶ ταχέως ἐξοφλουμένας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ τηρῶσιν ἀείποτε ὅσον οἷόν τε τὰ κεφάλαιά των κινητοποιήσιμα, ὅσον οἷόν τε ζωντανὰ, ὅπως δύνωνται, ἐν περιπτώσει οἰκονομικῶν κρίσεων ἢ ἄλλων δυσχερειῶν, ν’ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν κομιστῶν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἤκουσα λεγόμενον, καί που ἀνέγνων, νομίζω, ὅτι τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ διαθέτειν μέγα μέρος τοῦ κεφαλαίου της εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια ἐπέβαλον εἰς τὴν Τράπεζαν οἱ Γερουσιασταὶ καὶ Βουλευταὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἢ μᾶλλον οἱ Ἀγωνισταὶ, πολλοὶ τῶν ὁποίων ἦσαν μὲν κάτοχοι ἐκτεταμένων γαιῶν, κατόπιν τοῦ Ἀγῶνος, ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ τὰς χρησιμοποιήσωσιν, οὐδὲ νὰ εὕρωσι δάνεια ἐπ’ αὐτῶν, διότι διαθέσιμα χρηματικὰ κεφάλαια ἰδιωτικὰ ἢ δὲν ὑπῆρχον ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἢ ἦσαν ἐλάχιστα. Οὗτοι λοιπὸν κατὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Τραπέζης λέγεται ὅτι ἀπῄτησαν, ὅπως πρὸ πάντων διευκολύνῃ τοὺς ζητοῦντας ἐνυπόθηκα δάνεια καὶ διαθέτῃ πρὸς τοῦτο τὸ μέγιστον τῶν κεφαλαίων της μέρος. Δὲν γνωρίζω, ἐπαναλαμβάνω, ἂν οὗτος ἀληθῶς ἦναι ὁ ἱστορικὸς λόγος, δι’ ὃν τοιαύτη ἐπεβλήθη εἰς τὴν Τράπεζαν ὑποχρέωσις, ἢ ἄλλη τις αἰτία...
§222ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ ἀνάγκαι τοῦ τόπου.
§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀρθῶς δὲν τὸ βεβαιοῦτε αὐτό.
§224ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Τὸ ἤκουσα λεγόμενον, εἶπον. Βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως ἐκείνης, ἥτις διὰ τοῦ καταστατικοῦ ἐπεβλήθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, προέρχεται ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον θέλω ὑποδείξει πρὸς ὑμᾶς. Εἶπον, ὅτι τὰ ἱδρύματα τὰ ἐκδοτικά, τὰ ἔχοντα δηλαδὴ τραπεζικὰ γραμμάτια εἰς κυκλοφορίαν, ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι τὰ κεφάλαιά των ὅσον τὸ δυνατὸν κινητοποιήσιμα, τουτέστιν εὐχερῶς ἐξαργυρώσιμα. Πρό τινων ἐτῶν, — δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὴν χρονολογίαν ταύτην τὴν στιγμήν — νομίζω πρὸ ἕνδεκα, κατόπιν ἐπανειλημμένων κρίσεων, αἱ ὁποῖαι περιοδικῶς ἐνέσκηπτον ἐπὶ τὰς ἐκδοτικὰς Τραπέζας τῆς Ἰταλίας, συνῆλθεν ἐκεῖ Συνέδριον, ἀποτελούμενον παρὰ τῶν διευθυντῶν πασῶν τῶν ἐκδοτικῶν Ἰταλικῶν Τραπεζῶν καὶ ἄλλων πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, ὅπως μελετήσῃ τὰ αἴτια τῶν κρίσεων, αἵτινες ἔπληττον τὰς Ἰταλικὰς ἐκδοτικὰς Τραπέζας, καὶ τὰ μέσα τῆς προλήψεως αὐτῶν. Τοῦ Συνεδρίου ἐκείνου μετέσχεν, ἄν μὴ πλανῶμαι, καὶ ὁ διακεκριμένος οἰκονομολόγος, ὁ δραστήριος καὶ δεξιὸς διοργανωτὴς τῶν ἐν Ἰταλίᾳ Λαϊκῶν Τραπεζῶν καὶ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Luzzati. Μετὰ μακρὰς σπουδαιοτάτας συζητήσεις καὶ μετὰ μελέτην ἐπισταμένην τῶν αἰτίων, ἅτινα προὐκάλουν τὰς πυκνὰς ἐκείνας κρίσεις ἐπὶ τὰς ἐκδοτικὰς Τραπέζας τῆς Ἰταλίας, κατέληξαν ὁμοφώνως εἰς τὸ πόρισμα τοῦτο· ὅτι πρὸς ἀποφυγὴν τοιούτων κρίσεων καὶ τῶν ἐκ τούτων σοβαρωτάτων κινδύνων, αἱ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι, οἱαιδήποτε καὶ ἄν ὦσιν, ὀφείλουσι πρὸ παντὸς, πρῶτον νὰ ποιῶνται τοποθετήσεις τῶν κεφαλαίων αὐτῶν βραχυπροθέσμους, κατὰ τρόπον ὥστε νὰ δύνανται αὗται νὰ ἐκκαθαρίζωνται ταχέως, καὶ ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐπιβάλλεται εἰς τὰς ἐκδοτικὰς Τραπέζας νὰ μὴ παρέχωσι δάνεια προθεσμίας μακροτέρας τῶν τριῶν καὶ κατ’ ἀνώτατον ὅρον τῶν ἕξ μηνῶν, καὶ δεύτερον, νὰ ἔχωσιν ἐναποταμίευμα εἰς μεταλλικὸν ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων. Τὸ πόρισμα τοῦτο τῶν διασκέψεων τοῦ ἐν Ἰταλίᾳ Συνεδρίου κυροῖ μεθ’ ὅλου τοῦ ὄγκου τῆς ἐπιστημονικῆς αὐτοῦ αὐθεντίας καὶ ἕτερος διακεκριμένος οἰκονομολόγος, ὅστις ἐν συγγράμματι αὐτοῦ λίαν γνωστῷ λέγει ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου μία Τράπεζα (d’ émission) ἔχει ἀνάγκην, εἶναι, οὐχὶ μόνον τοποθετήσεις ἀσφαλεῖς, ἀλλὰ πρὸ πάντων τοποθετήσεις εὐχερῶς καὶ παραχρῆμα ἐξαργυρώσιμοι, ἢ τοὐλάχιστον ἐξαργυρώσιμοι ἐντὸς βραχυτάτης προθεσμίας». Καὶ παρακατιών: «Μία Τράπεζα, ἔχουσα γραμμάτια εἰς κυκλοφορίαν, ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὅσον ἔνεστι τοὺς ἑαυτῆς πόρους διαθεσίμους. Ἑπομένως δὲν θὰ ἠδύνατο χωρὶς νὰ ἐκθέσῃ ἑαυτὴν εἰς κινδύνους, νὰ δεσμεύσῃ ἐν ἀκινησίᾳ ἀξιοσημείωτον μέρος τῶν ἑαυτῆς πόρων, εἴτε εἰς ἀγορὰς κτημάτων, εἴτε εἰς δάνεια πρὸς τὸ Κράτος μὴ βραχυπρόθεσμα, εἴτε εἰς δάνεια καὶ πρὸς αὐτὸ ἀκόμη τὸ ἐμπόριον ἐπὶ προθεσμίᾳ μακροτέρᾳ μηνῶν τινων. Ἐν ἑνὶ λόγῳ, πᾶσα ἐγγύησις, μὴ δυναμένη εὐκόλως νὰ καταστῇ χρῆμα, μετριωτάτην ἔχει σημασίαν διὰ μίαν Τράπεζαν ἐκδοτικήν, καὶ δὲν ἐμποδίζει τὰ γραμμάτια αὐτῆς ἀπὸ τοῦ νὰ ὑποτιμῶνται.» Ἡ λέγουσα ταῦτα οἰκονομικὴ αὐθεντία εἶναι ὁ κ. Λεροὰ Μπωλιέ. Μετὰ πάντα ταῦτα δύναταί τις νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ὑπῆρξεν ὀργανικὸν ἁμάρτημα ἐν τῷ καταστατικῷ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καταστατικῷ, διὰ τοῦ ὁποίου ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῇ ἐδίδετο τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῇ ἐπεβάλλετο ἡ ὑποχρέωσις νὰ τοποθετῇ μέγα μέρος τοῦ κεφαλαίου της εἰς μακρὰ ἐνυπόθηκα δάνεια, τουτέστι νὰ πράττῃ ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς πᾶσαν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν ν’ ἀποφεύγῃ; Ἐὰν τὸ σήμερον ἐν ἰσχύϊ καταστατικὸν τῆς Τραπέζης ὑπεβάλλετο εἰς τὴν κρίσιν ἀλλοδαποῦ, ἐπιστήμονος περὶ τὰ οἰκονομικὰ, φοβοῦμαι ὅτι ἡ κρίσις θὰ ἦτο ἥκιστα εὐμενής. Ἀλλ’ ὅταν τις μελετᾷ τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς μέχρι σήμερον καὶ τὰς διαδοχικὰς τροποποιήσεις τοῦ καταστατικοῦ της, πείθεται, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀρχῆθεν εἶχε προορισμὸν κτηματικῆς πίστεως μᾶλλον ἢ Τραπέζης ἐκδοτικῆς. Εἶναι δὲ λίαν ἄπορον τῷ ὄντι, πῶς οἱ συντάξαντες τὸ πρῶτον καταστατικὸν ἐζήτησαν ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ σκάφει νὰ συνδυάσωσι τὴν λειτουργίαν δύο μηχανημάτων, τῶν ὁποίων τὸ ἓν ἐξουδετεροῖ τὸ ἄλλο. Ὅτι δὲ ἡ Ἐθνικὴ εἶναι ἵδρυμα κτηματικῆς πίστεως μᾶλλον ἢ Τράπεζα ἐκδοτική, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀποδείξω, διερχόμενος τροχάδην τὰ γενικώτερα σημεῖα τοῦ καταστατικοῦ, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κεφαλαίων τῆς Τραπέζης εἰς μακρὰ ἐνυπόθηκα δάνεια. Διὰ τοῦ νόμου τῆς 25 Ἰανουαρίου 1836 ὡρίσθη, ὅτι «τοὐλάχιστον τὸ ἥμισυ μέρος τῶν κεφαλαίων της πρέπει, ὅταν ἀναφανῇ ἡ ἀνάγκη, νὰ δανεισθῇ ἐπὶ ὑποθήκῃ γαιῶν». Διὰ τοῦ νόμου τῆς 30 Μαρτίου 1841, ὅτι «ἡ Τράπεζα θέλει δανείζει ἐπὶ ὑποθήκῃ κτημάτων, κειμένων ἐντὸς τοῦ Βασιλείου, ἐπὶ ἐνεχύρῳ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου εἰς νομίσματα, τὰ ὁποῖα δύνανται κατὰ τὸν νόμον νὰ κυκλοφοροῦν ἐν Ἑλλάδι. Τὰ δοθησόμενα ἐπὶ ὑποθήκῃ καὶ ἐνεχύρῳ κεφάλαια θέλουσιν εἶσθαι τὰ τέσσαρα πέμπτα τοῦ χρηματικοῦ κεφαλαίου τῆς Τραπέζης.» Διὰ τοῦ νόμου τῆς 19 Αὐγούστου 1841, ὅτι «ἐκ τοῦ ὁλικοῦ χρηματικοῦ κεφαλαίου τῆς Τραπέζης τὰ μὲν δύο τρίτα θέλουν χρησιμεύει εἰς τὰ ἐπὶ ὑποθήκῃ ἀκινήτων κτημάτων δάνεια, τὸ δὲ ἓν τρίτον εἰς τὰ ἐπὶ ἐνεχύρῳ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου δάνεια καὶ εἰς προεξοφλήσεις.» Διὰ τοῦ νόμου τῆς 7ης Ἰουλίου 1843, ὅτι «τὸ πρὸς χορήγησιν ἐνυποθήκων δανείων ποσὸν δὲν θέλει εἶσθαι οὔτε πλέον τῶν τριῶν τετάρτων, οὔτε ἔλαττον τῶν δύο τρίτων τοῦ ὁλικοῦ χρηματικοῦ κεφαλαίου τῆς Τραπέζης.» Διὰ τοῦ νόμου τῆς 25 Ὀκτωβρίου 1853, ὅτι «τὰ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης χορηγούμενα ἐνυπόθηκα δάνεια δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὰ τρία τέταρτα τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου, ἐὰν ἴσον τῇ ὑπερβάσει ταύτῃ ποσὸν ὑπάρχῃ κατατεθειμένον ἐντόκως εἰς τὴν Τράπεζαν ὑπὸ μακρὰν προθεσμίαν.» Ἀπὸ τοῦ νόμου δὲ τούτου, ὡς παρατηρεῖτε, εἰσάγεται εἰς τὸ καταστατικὸν νέα ἀρχή, τουτέστι νὰ προβαίνῃ ἡ Τράπεζα εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια καὶ δανειζομένη παρ’ ἄλλων. Διότι τί ἄλλο εἶναι, εἰμὴ δάνεια πρὸς τὴν Τράπεζαν, αἱ ἔντοκοι καταθέσεις, καὶ μάλιστα αἱ ὑπὸ μακρὰν προθεσμίαν; Καὶ τὴν ἀρχὴν ταύτην ἀναγράφει σαφέστερον ὁ νόμος τῆς 16 Δεκεμβρίου 1861, ὁρίζων ὅτι «τὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ἀπὸ 11 Ἀπριλίου 1859 νόμου κεφάλαια, τὰ ὁποῖα δανείζεται ἡ Τράπεζα δι’ ἐκδόσεως ὁμολογιῶν καὶ ἀπασχολεῖ ἀποκλειστικῶς εἰς δάνεια ἐπὶ ὑποθήκῃ καὶ ἐνεχύρῳ, δύνανται νὰ φθάσωσι μέχρι τοῦ τριπλασίου τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου.» Τοῦτο ὅμως ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει, καὶ παρέργως μόνον σᾶς τὸ ἀνέγνων. Ἀλλ’ ἔρχεται εἶτα ὁ νόμος τῆς 13 Αὐγούστου 1864, ὁρίζων ὅτι «τὰ τρία τέταρτα μέχρι τῶν τεσσάρων πέμπτων τοῦ μετοχικοῦ καὶ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου προσδιορίζονται ἀποκλειστικῶς εἰς δάνεια ἐν γένει ἐπὶ ὑποθήκῃ ἀκινήτων κτημάτων!» Καὶ ἐνταῦθα ἐσταμάτησεν—ἐξ αἰδοῦς, ὑποθέτω,—ἡ πρόοδος τῆς ἀναλογίας τῶν ἐνυποθήκων δανείων. Τουτέστι τὰ τέσσαρα πέμπτα τοῦ ὅλου αὐτῆς κεφαλαίου, τοῦ τε μετοχικοῦ καὶ τοῦ ἀποθεματικοῦ, διατίθενται ὑποχρεωτικῶς ὑπὸ τῆς Τραπέζης εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια. Σημειώσατε δέ, ὅτι ἡ προθεσμία, ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ καταστατικῷ διὰ τὰ ἐνυπόθηκα ταῦτα δάνεια, εἶναι εἴκοσιν ἐτῶν. Ἡ βραχυτέρα.
§225ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶσθε βέβαιος;
§226ΡΑΛΛΗΣ. Πενταετὴς εἶναι.
§227ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μετὰ ταῦτα ἔγεινε πενταετής.
§228ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Σᾶς εἶπον «ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ καταστατικῷ», δὲν σᾶς εἶπον «ἡ νῦν παρεχομένη»...
§229Ι. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὰ εἶναι κεφάλαια τοῦ Εὐνάρδου, καὶ δι’ αὐτὸ διετίθεντο οὕτω πως.
§230ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ καταστατικὸν, καὶ τοῦτο ἀναλύω. Δὲν ἐξετάζω περὶ προσώπων, οὐδὲ περὶ τῶν λόγων, οἵτινες τὸ ἔκαμον τοιοῦτον.
§231ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ὁ ἀνώτατος ὅρος.
§232ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Μέχρις εἴκοσιν ἐτῶν.
§233ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴπετε «ὁ βραχύτατος».
§234ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἰδοὺ, Κύριοι, τί διαλαμβάνει ὁ νόμος τῆς 7 Ἰουλίου 1843 (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρ. 4. Ἡ διάρκεια τῶν ἐνυποθήκων δανείων δὲν ἐκτείνεται ἐπέκεινα τῶν 20 ἐτῶν.» Ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Τράπεζα νὰ ἐνεργῇ δάνεια ἐνυπόθηκα προθεσμίας μέχρις εἴκοσιν ἐτῶν· εἶναι δικαίωμά της. Ἐὰν δὲν ποιῆται χρῆσιν αὐτοῦ, δὲν ποιεῖται, διότι δὲν θέλει, ἀλλὰ πάντως ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ καταστατικοῦ, καὶ τὸ καταστατικὸν ἡμεῖς νῦν ἐξετάζομεν. Πρὸς διευκόλυνσιν μάλιστα τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ποιήσωμαι ἤδη ἀνακεφαλαίωσιν τῶν διαδοχικῶν τροποποιήσεων, αἵτινες ἔλαβον χώραν εἰς τὸ καταστατικὸν ἐπὶ τῶν ἀναλογιῶν τοῦ κεφαλαίου, τὰς ὁποίας ἡ Τράπεζα ὤφειλε νὰ διαθέτῃ εἰς μακρὰ ἐνυπόθηκα δάνεια. Εἴδετε ὅτι τῷ 1836 ὡρίσθησαν πρὸς τοῦτο ἐκ τῶν κεφαλαίων της τὸ ⅕, τὸν Μάρτιον τοῦ 1841 τὰ ⅕, τὸν Αὔγουστον τοῦ 1841 τὰ ⅔, τῷ 1843 τὰ ¾, τῷ 1853 τὰ ¾, τῷ 1864 τὰ ⅘ τοῦ τε μετοχικοῦ καὶ τοῦ ἀποθεματικοῦ.
§235ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ τοῦ ἀποθεματικοῦ;
§236ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Μάλιστα· σᾶς ἀνέγνων τὸ σχετικὸν ἄρθρον.
§237ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ κτηματικῶν δανείων. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι μεταξὺ τῶν κτηματικῶν δανείων συμπεριλαμβάνονται καὶ ἄλλα δάνεια πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ πρὸς τοὺς δήμους· ὥστε τὸ ὅλον τῶν ⅘ δὲν ἀποτελεῖται ἐκ τῶν δανείων τῶν ἐνυποθήκων.
§238ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Σᾶς ἀνέγνων πρὸ μικροῦ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ἀναφέρονται παντοῦ ἐν τῷ καταστατικῷ τὰ δάνεια.
§239ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐν τοῖς ἐνυποθήκοις δανείοις συμπεριλαμβάνουσι καὶ τὰ ἄλλα.
§240ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἀλλὰ καὶ πάντα τὰ ἄλλα δάνεια, ἅτινα ἀναφέρετε, εἶναι μακρῶν προθεσμιῶν. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον καταγίνομαι ν’ ἀποδείξω, εἶναι, ὅτι ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ τοῦ καταστατικοῦ δάνεια μακρᾶς προθεσμίας, παρὰ τὸν κανόνα τὸν θεμελιώδη, ὅστις ὀφείλει νὰ διέπῃ τὰς ἐργασίας ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἐὰν τὰ δάνεια ἦναι κτηματικά, ἢ δημοτικὰ, ἢ λιμενικὰ, ἢ πρὸς τὸ Δημόσιον, ἢ ἄλλα· ἡ οὐσία εἶναι, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ διαθέτῃ μέγιστον μέρος τῶν κεφαλαίων της εἰς δάνεια μακροπρόθεσμα, καὶ ἑπομένως δὲν δύναταί τις εὐλόγως ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ εἶναι ἵδρυμα κτηματικῆς πίστεως μᾶλλον ἢ Τράπεζα ἐκδοτική. Ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἐν τούτοις καὶ ἐκδοτικὴ, καὶ περὶ τούτου οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ. Καθ’ ἣν ἔχω ἐνώπιόν μου κατάστασιν τῆς 30 Νοεμβρίου λήξαντος, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικὰ γραμμάτια 105,088,000 δραχμῶν, πλὴν τῶν κερμάτων. Ἐκ τῶν ἑκατὸν πέντε τούτων ἑκατομμυρίων 55,648,000 εἶναι διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου καὶ 49,440,000 διὰ λογαριασμὸν τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ τὸ διὰ λογαριασμόν της τοῦτο ποσὸν δύναται ν’ αὐξήσῃ μέχρις 60 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὸ δὲ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἰς 71 ἑκατομμύρια, ὅπως εἶναι καὶ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ τοῦ 1897. Ἔχομεν λοιπὸν 105 ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια σήμερον ἐν κυκλοφορίᾳ. Καὶ διαρκούσης μὲν τῆς ἀναγκαστικῆς οἱ κίνδυνοι εἶναι ἐλάσσονες, ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, θέλομεν εὑρεθῆ ἐνώπιον σπουδαίων δυσχερειῶν. Εἰμὶ, Κύριοι, μεταξὺ τῶν φρονούντων, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι οἰκονομικὸν κακὸν, εἶναι κατάστασις νοσηρὰ δι’ ἓν Κράτος. Βεβαίως λόγοι ἐθνικῆς ἀνάγκης, ἢ λόγοι ἄλλοι ἀναποδράστου ἀνάγκης, ἐπιβάλλουσι συνήθως εἰς τὰ Κράτη τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀλλὰ πάντως πρέπει νὰ γινώσκωμεν, ὅτι εἶναι αὕτη κατάστασις νοσηρὰ, εἶναι οἰκονομικὸς καρκῖνος, ἐξ οὗ πρέπει νὰ σπεύδωμεν διὰ παντὸς τρόπου ν’ ἀπαλλαγῶμεν. Καὶ ἵνα δυνηθῶμεν ν’ ἀπαλλαγῶμεν, ὅταν ποτὲ προμηθευθῶμεν τὰ μέσα ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὰς Τραπέζας τὰ ὀφειλόμενα αὐταῖς εἰς χρυσὸν καὶ εἰς γραμμάτια, ὀφείλομεν ἀπὸ τοῦδε νὰ σκεφθῶμεν καὶ προνοήσωμεν διὰ τίνων μέτρων, αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ δύνανται αἱ ἐκδοτικαὶ ἡμῶν Τράπεζαι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν λειτουργίαν των, πεφυλαγμέναι κατὰ τῶν κρίσεων καὶ τῶν κινδύνων, οἵτινες ἐνδέχεται νὰ ἐπέλθωσι κατ’ αὐτῶν. Καθ’ ὅσον δὲν λαμβάνεται τοιαύτη πρόνοια περὶ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν Τραπεζῶν, κατὰ τοσοῦτο δυσκολωτέρα θὰ καθίσταται ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς. Τοιαύτη δὲ πρόνοια ἐπιβάλλεται, νομίζω, καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ περὶ τῶν ἁρμοδίων πρὸς τοῦτο μέτρων δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ παρόντος ὁ λόγος. Ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπεθύμουν σήμερον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τοῦτο, ὅτι διὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως ἐρχόμεθα νὰ καταστήσωμεν τὴν θέσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δυσχερεστέραν ἐν τῷ μέλλοντι, ὡς Τραπέζης ἐκδοτικῆς. Ἐπιβαρύνομεν τὴν θέσιν αὐτῆς, διότι τῇ ἐπιβάλλομεν νέας τοποθετήσεις χρημάτων μακροπροθέσμως, ἐνῷ τοὐναντίον τὸ καθῆκον ἡμῶν εἶναι νὰ ζητῶμεν ἐν πάσῃ εὐκαιρίᾳ νὰ ἐλαφρύνωμεν τὴν θέσιν αὐτῆς. Δὲν εἶμαι, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ τῆς παρούσης συμβάσεως. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσῃ ἡ Βουλή: «ἀφοῦ πολεμεῖς τὴν ἀρχὴν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης, πῶς φρονεῖς ὅτι δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσι τὰ Θεσσαλικὰ, ὡς ἐκλήθησαν, νομοσχέδια;» Φρονῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δεικνύει τοσαύτην ἀγαθὴν προαίρεσιν, ὅπως ὑποβοηθήσῃ τὴν πραγματοποίησιν τῶν νομοσχεδίων τούτων τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν πραγματοποίησιν αὐτῶν, χωρὶς νὰ δεινώσῃ τὴν ἰδίαν ἑαυτῆς θέσιν. Φρονῶ, ὅτι θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ προέλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς καὶ μετὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, — διότι τὸ ἐν τῷ καταστατικῷ τῆς Ἐθνικῆς ἁμάρτημα ὅπερ ὑπέδειξα πρὸς ὑμᾶς, τὸ προπατορικὸν, ἀπαντᾷ καὶ ἐν τῷ καταστατικῷ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, ὅπερ εἶναι πιστὸν ἀντίγραφον τοῦ τῆς Ἐθνικῆς, καὶ ἑπομένως ὅ,τι λέγω περὶ τῆς μιᾶς ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὴν ἄλλην,—φρονῶ, λέγω, ὅτι θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν Τραπεζῶν τούτων καὶ νὰ ζητήσῃ τὸν τέλειον ἀποχωρισμὸν τῶν κεφαλαίων καὶ ἐργασιῶν, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὰ ἐνυπόθηκα καὶ ὁπωσδήποτε μακροπρόθεσμα δάνεια, ἀπὸ τῶν κεφαλαίων τῶν ἀναγκαιούντων εἰς τὴν ἀκίνδυνον κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν βεβαίως νὰ ἱδρυθῇ ἐντελῶς χωριστὴ Τράπεζα, περιλαμβάνουσα, συγκεντροῦσα ἁπάσας τὰς ἐργασίας τῶν δύο Τραπεζῶν ἐπὶ δανείων κτηματικῶν, δημοτικῶν, λιμενικῶν, δημοσίων καὶ ἐν γένει τῶν μακροπροθέσμων, νὰ μείνωσι δὲ αἱ δύο Τράπεζαι, αἱ ὑφιστάμεναι νῦν, καθαρῶς καὶ ἀσφαλῶς ἐκδοτικαί. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ἐναποταμίευμα τὸ μεταλλικὸν πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἀνώτερον ἐκείνου, ὅπερ ἀρχῆθεν ὡρίσθη διὰ τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τουτέστιν ἀνώτερον—καὶ πολὺ ἀνώτερον τοῦ ἑνὸς τρίτου τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζογραμματίων.
§241Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι πρέπει ἡ Τράπεζα νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο Τραπέζας.
§242ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Εἰς δύο τμήματα, ἂν θέλετε.
§243Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ μία Τράπεζα, ἡ αὐτὴ πίστις, ἡ αὐτὴ ἐγγύησις.
§244ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Εἶπον, ὅτι θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ ἱδρυθῇ ἐντελῶς κεχωρισμένον κατάστημα, τὸ ὁποῖον θέλει συγκεντρώσει πάσας τὰς ἐργασίας τὰς μακροπροθέσμους, δάνεια κτηματικὰ, λιμενικὰ, δημοτικὰ καὶ τὰ παρόμοια, νὰ μείνωσι δὲ αἱ ἄλλαι Τράπεζαι, αἱ δύο, καθαρῶς ἐκδοτικαί.
§245Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ γείνωσι δύο Τράπεζαι.
§246ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Δύο Τράπεζαι.
§247ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Χωριστὰ κεφάλαια, χωριστὸν καταστατικόν.
§248ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Βεβαίως.
§249ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κτηματικὴ Τράπεζα.
§250ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ χωριστή. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνυπάρχῃ κτηματικὴ καὶ ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ ἱδρύματι, μὲ κεφάλαιον συμπεφυρμένον. Ὡμίλησα πρὸ μικροῦ περὶ ἐναποταμιεύματος, καὶ ἔλεγον, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ ἡ κρατοῦσα ἀναλογία. Ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς πᾶς οἱοσδήποτε ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἱδρύσῃ Τράπεζαν ἐκδοτικὴν καὶ νὰ θέτῃ εἰς κυκλοφορίαν ὁσονδήποτε ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων ἐπιθυμεῖ, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ ἐκ τῶν προτέρων κατατεθειμένον ἐν τῷ Κεντρικῷ ταμείῳ τῆς Πολιτείας ἴσον ποσὸν εἰς τίτλους ἐθνικῶν δανείων. Ἐκ τῶν δανείων δὲ τούτων, δυναμένων εὐχερέστατα νὰ πωλῶνται, οὐδεὶς ὑπάρχει κίνδυνος, διότι νῦν ἡ τιμὴ τῶν δανείων τῆς Ἀμερικανικῆς Συμπολιτείας ὑπερβαίνει τὸ ἄρτιον.
§251ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ὅμως αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῶν ἰδικῶν μας.
§252ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι πρέπει ἐδῶ νὰ καταθέτουν χρεώγραφα· ὡμίλουν περὶ ἐναποταμιεύματος ἑλληνικῶν Τραπεζῶν, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι τὸ ἐναποταμίευμα πρέπει νὰ εἶναι μεταλλικὸν, καὶ μάλιστα χρυσὸς, διότι πρόκειται περὶ καταστάσεως, καθ’ ἣν δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ ἐκπλησσώμεθα, πῶς ἐν τῷ καταστατικῷ τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Τραπέζης παρουσιάζονται αἱ ὀργανικαὶ ἀντιθέσεις, περὶ ὧν πρὸ ὀλίγου ἐποιούμην λόγον, διότι καὶ εἰς ἄλλα Κράτη κατὰ τὴν ἵδρυσιν τοιούτων Τραπεζῶν ἐγένοντο σφάλματα, καὶ εἰσεχώρησαν ἀντιθέσεις, οὐδὲ ἀπορῶ, ἐὰν κατὰ τὸ μακρὸν διάστημα τῆς λειτουργίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οἱ διοικήσαντες αὐτὴν δὲν ἀντελήφθησαν ἢ δὲν ἐζήτησαν τὴν διόρθωσιν τοῦ θεμελιώδους τούτου ἀτόπου. Ἐν Γαλλίᾳ, χώρᾳ τοσοῦτον προηγμένῃ, δὲν εἶχον μέχρι τοῦ 1806 ἄνδρας εἰδικοὺς διὰ τὴν διοίκησιν Τραπεζῶν ἐκδοτικῶν. Θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ σᾶς ἐνθυμίσω, ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν, περὶ τὰ τέλη τοῦ 1805, Ναπολέων ὁ Αʹ ἐμάχετο ἐν Αὐστρίᾳ, πανικὸς ἐνέσκηψεν ἐν Παρισίοις, διότι ἡ Τράπεζα τῆς Γαλλίας ἀντὶ τῶν 30 ἑκατομμυρίων φράγκων, ἅτινα εἶχεν ἐν κυκλοφορίᾳ, ἀνεβίβασε τὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων εἰς 80 ἑκατομμύρια, λόγῳ τῶν ἀναγκῶν τοῦ πολέμου. Καὶ βλέπετε μάλιστα, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐν Γαλλίᾳ τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικὰ γραμμάτια ἦσαν πολὺ ὀλιγώτερα τῶν ὅσων ἔχομεν σήμερον ἐδῶ. Ἐπῆλθε λοιπὸν πανικὸς ἐν Παρισίοις, ὁ δὲ Ναπολέων τὴν ἐπαύριον τῆς ἐν Ἄουστερλιτς νίκης του κατέλιπε τὸ πεδίον τῆς μάχης καὶ ἔσπευσεν εἰς Παρισίους, ἀνησυχῶν ἐκ τῆς ἐκεῖ ἐπελθούσης χρηματικῆς κρίσεως. Δύο δὲ ἢ τρεῖς ἡμέρας μετὰ τὴν ἄφιξίν του προσεκάλει, ὑπὸ τὴν ἰδίαν ἑαυτοῦ προεδρείαν, Συμβούλιον τῶν ἐξοχωτέρων ἐκεῖ οἰκονομολόγων καὶ τραπεζιτῶν, καὶ ἐζήτει τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας. Τότε εἶπε πρὸς τὸν Μολλιέν, γενόμενον καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ἑξῆς: «Δὲν ὑφίσταται ταύτην τὴν στιγμὴν Τράπεζα τῆς Γαλλίας, οὐδὲ θὰ ὑφίσταται ἐπί τινα ἔτη, διότι ἡ Γαλλία στερεῖται ἀνδρῶν γιγνωσκόντων τί ἐστὶ μία Τράπεζα. Τοιούτων ἀνδρῶν γένος πρέπει νὰ πλασθῇ. C'est une race à créer». Ταῦτα εἶπεν ὁ Ναπολέων τῷ 1806 ἐν τῇ μεγάλῃ Γαλλίᾳ. Νομίζω ὅτι δὲν προσβάλλομεν τὴν φιλοτιμίαν οὐδενὸς ἐκ τῶν διοικησάντων ἢ τῶν διοικούντων τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι οἱ γονεῖς τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι μέλλουσι νὰ διοικήσωσι μίαν Τράπεζαν Ἐθνικὴν ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἐφάνησαν ἀκόμη. Τοιαύτας εἶχον ἐπὶ τῆς συμβάσεως παρατηρήσεις νὰ ὑποβάλω. Καθῆκον ἐνόμισα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, σχετιζομένου πρὸς τὴν καθόλου θέσιν τῆς Τραπέζης καὶ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Διαρκούσης ταύτης, ὁ κίνδυνος, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι ἄμεσος, θέλει ὅμως ἐμφανισθῆ καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Κράτος θέλει εἶσθαι εἰς θέσιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς. Ὀφείλει τὸ Κράτος καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ φροντίζῃ καὶ περὶ ταύτης. Ὀφείλει νὰ μὴ λησμονῇ, ὅτι σήμερον ἔχομεν νόμισμα εἰκονικὸν, νόμισμα ψευδές, τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, καὶ γνωρίζετε πάντες τὸ δημῶδες λόγιον: «ὅστις μαγειρεύει ψεύδη, κοιμᾶται νῆστις.» Τὸ θέμα τοῦτο ἐγκλείει κινδύνους διὰ τὸ μέλλον. Τὸ συνιστῶ καὶ πάλιν εἰς τὴν μελέτην τῆς Κυβερνήσεως.
§253ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ κατὰ τῆς συμβάσεως εἶσθε ἐναντίος κατ’ ἀρχήν;
§254ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Βεβαίως, διότι ἐπιβαρύνει τὴν θέσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§255ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς συμβάσεως, τὰς ὀλίγας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τῶν διατάξεων αὐτῆς, ὀφείλω νὰ τὰς κάμω ἐπὶ τῆς συζητήσεως αὐτῆς κατ’ ἀρχήν, ἢ ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου αὐτῆς. Ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ Τραπεζῶν ὁ ἐκ Θηβῶν κ. Βουλευτής, εἶναι μᾶλλον ἱστορικὴ καὶ θεωρητική, καὶ δὲν νομίζω ὅτι σήμερον δύναται νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Ἡ Τράπεζα βεβαίως ἀποτελεῖται ἐκ δύο στοιχείων διαφόρων, καὶ ἐνίοτε ἀντιθέτων, ἀλλ’ ὅπως ἔχει σήμερον ἡ λειτουργία της, δὲν ἐνέχει κινδύνους περισσοτέρους ἀφ’ ὅσους ἤθελεν ἐνέχει, ἐὰν τὰ δύο ταῦτα στοιχεῖα ἐλειτούργουν διακεκριμένως. Οἱ πόροι καὶ τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα διαθέτει ἡ Τράπεζα πρὸς λειτουργίαν τοῦ κτηματικοῦ μέρους τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, τοῦ κλάδου δηλ. τῆς κτηματικῆς πίστεως, εἶναι ὅλως διάφορα καὶ ἀλλοῖα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διαθέτει πρὸς λειτουργίαν τοῦ μέρους τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς τοῦ ἐκδοτικοῦ. Διὰ τὴν χορηγίαν τῶν ἐνυποθήκων δανείων ἡ Τράπεζα, ὡς γνωρίζομεν, ἔχει ἐκδώσει μακροχρόνια δάνεια, οἷον εἶναι τὸ δάνειον τὸ λαχειοφόρον, ἔχει ἐπίσης καὶ μακροχρονίους παρακαταθήκας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἀμέσως ἀπαιτηταί, διὰ νὰ τὴν στενοχωρήσωσιν ἕνεκα ἀργοπορίας εἰσπράξεων ἐκ τῶν κτηματικῶν αὐτῆς δανείων. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν διάθεσιν τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα προσπορίζεται ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων, ταῦτα διαθέτει αὕτη εἰς βραχυπρόθεσμα δάνεια, εἰς προεξοφλήσεις ἐμπορικῶν γραμματίων, εἰς δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ καὶ εἰς ἄλλας προκαταβολὰς, τῶν ὁποίων ἡ εἴσπραξις εἶναι ταχεῖα καὶ εὔκολος, δὲν ὑφίσταται ἑπομένως ὁ κίνδυνος, μήπως τ’ ἀπαιτητὰ κεφάλαια τῆς Τραπέζης, παρουσιαζόμενα πρὸς ἐξόφλησιν, στενοχωρήσωσιν αὐτὴν, ἕνεκα τῶν κτηματικῶν αὐτῆς δανείων. Τὰ μακροπρόθεσμα δάνεια, τὸ capital immobilisé, εἶναι μακροπρόθεσμα, καὶ ὡς ὀφειλὴ καὶ ὡς ἀπαίτησις τῆς Τραπέζης. Διὰ τὰ βραχυπρόθεσμα χρέη της, τὰ ὁποῖα, ὅταν ὁ Θεὸς θελήσῃ νὰ ἀξιώσῃ τὸν τόπον ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ ἦναι κυρίως τὰ κυκλοφοροῦντα γραμμάτιά της, ἔχει ἐν τῷ ταμείῳ βραχυπροθέσμους ὀφειλάς. Τὸ σπουδαῖον καὶ τὸ καθιστῶν ἀσπαστὴν τὴν ἰδέαν τῆς διαιρέσεως τῶν δύο τούτων κλάδων τῶν ἐπιχειρήσεων τῆς Τραπέζης, εἶναι ἡ περισσοτέρα κανονικότης καὶ ἐλευθερία ἐνεργείας, ἥτις θὰ ὑπάρχῃ διὰ τῆς διαιρέσεως. Ἐὰν τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἐκτελεῖ σήμερον ἡ Τράπεζα ὡς κτηματικὴ Τράπεζα, τὰς ἐξετέλει μία εἰδικὴ τοιαύτη, μὴ ἔχουσα ἄλλην ἐργασίαν, παρὰ τὴν ἐξεύρεσιν κεφαλαίων διὰ μακροπροθέσμων ὑποχρεώσεων, καὶ τὴν διάθεσιν τῶν κεφαλαίων τούτων εἰς μακροπρόθεσμα πάλιν δάνεια, ἡ κανονικότης καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς ἐνεργείας αὐτῆς ἤθελεν εἶσθαι βεβαίως μεγαλειτέρα, καὶ ἐπωφελεστέρα διὰ τὸν τόπον. Ἐάν ποτε δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν κατάλληλον περίστασιν, ὅπως ἐπιδιώξωμεν τὴν τοιαύτην διαίρεσιν, βεβαίως θὰ ἦναι εὐχῆς ἔργον νὰ πράξωμεν τοῦτο. Ἀλλὰ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις βεβαίως δὲν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα περὶ τούτου. Ἐγένετο πρὸ ὀλίγου χρόνου τοιαύτη σκέψις ἐκτὸς τῶν ἐπισήμων κύκλων, ἀλλὰ παρὰ προσώπων ἐπιδιωκόντων ἴδιον κέρδος ἐκ τῆς τοιαύτης διαιρέσεως. Ἐγένοντο ἐπίσης καὶ προτάσεις εἰς μίαν ἢ δύο ἢ καὶ τρεῖς Κυβερνήσεις, ἀλλ’ ἐκ τῶν προτάσεων καὶ τῶν σκέψεων ἐκείνων ἀποδεικνύεται πόσας δυσκολίας καὶ πόσας δυσχερείας παρουσιάζει εἰς τὰς σημερινὰς τῆς χώρας περιστάσεις ἡ διαίρεσις αὕτη, καὶ πόσας ἀπαιτήσεις ἐγείρουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εὐκολύνωσιν καὶ πραγματοποιήσωσιν αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα κατὰ τὸ καταστατικὸν δανείζει εἰς δάνεια κτηματικὰ, τὸ πλεῖστον μέρος δὲν τὸ δανείζει εἰς μόνους ἰδιώτας ἐπὶ ὑποθήκῃ. Κατὰ διαφόρους συμβάσεις, συνομολογηθείσας μεταξὺ τῆς Τραπέζης καὶ Κυβερνήσεως, καὶ κυρωθείσας διὰ νόμων, ἐκ τῶν δανείων τούτων ἓν μέγα μέρος, πλέον τοῦ ½, εἶναι δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐχορήγησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς δήμους, εἰς λιμενικὰ ταμεῖα καὶ εἰς ἄλλα ἠθικὰ πρόσωπα. Ὅλα ταῦτα τὰ δάνεια περιλαμβάνονται ἐντὸς τῶν ⅘ τῶν κεφαλαίων της, τῶν προωρισμένων δι’ ἐνυπόθηκα δάνεια. Δὲν πρέπει δὲ νὰ φανῇ τοῦτο ἄπορον, διότι καὶ εἰς χώρας πολὺ πλέον κανονικώτερον ἡμῶν διευθυνούσας τὰ οἰκονομικὰ αὑτῶν, αἱ Τράπεζαι συνήθως τὸ πλεῖστον μέρος τῶν κεφαλαίων των τὸ χρησιμοποιοῦσιν εἰς δάνεια πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο δὲ βλέπομεν καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ρωσσίᾳ, ὅπου αἱ Ἐθνικαὶ Τράπεζαι τοποθετοῦσι μέγα μέρος τῶν κεφαλαίων των εἰς δάνεια ὄχι ἀντιπροσωπευόμενα διὰ χρεωγράφων, δυναμένων νὰ πωληθῶσιν ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ, ἀλλὰ ἁπλᾶ καὶ μακροπρόθεσμα. Λέγω ταῦτα, διὰ νὰ ἔλθω εἰς ὑποστήριξιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω, ὅτι ἡ Τράπεζα παρέχει, καὶ ὀφείλει νὰ παρέχῃ σήμερον τὰς εὐκολίας καὶ εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς Θεσσαλίας καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν ἄλλων κτηματιῶν, ἰδίως τῶν σταφιδοκτημόνων. Καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς εὐκολίας, τὴν ὁποίαν ἡ Τράπεζα παρέχει εἰς τὴν ἐπιχείρησιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, δὲν θέλω νὰ ἐκφέρω γνώμην σήμερον, διότι θὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα ὅταν ἔλθουν τὰ νομοσχέδια τὰ σχετικὰ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Οὐχ ἧττον ἡ εὐκολία, τὴν ὁποίαν παρέχει, εἴτε θὰ μείνῃ θεωρητικὴ, καὶ τότε οὐδεμίαν θὰ παράσχῃ βλάβην, εἴτε θὰ χορηγηθῇ πράγματι, καὶ θὰ συζητηθῇ ἐπικαιρότερον, ὅταν θὰ ἔλθουν τὰ σχετικὰ νομοσχέδια. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἄλλην εὐκολίαν, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ δώσῃ εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας, καὶ ἰδίως τοὺς σταφιδοκτηματίας, ἡ παραδοχὴ αὐτῆς νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπεβλήθη καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὀφείλει καὶ αὕτη νὰ ἐπιδοκιμάσῃ καὶ νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τὴν πρόθεσιν ταύτην τῆς Τραπέζης. Οὐδένα δὲ παρουσιάζει κίνδυνον ἡ τοιαύτη ἄδεια τῆς χορηγίας τοιούτων δανείων παρὰ τῆς Τραπέζης· διότι, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι θέλει παρουσιασθῇ περίστασις, καθ’ ἣν θὰ ᾖναι δυνατὴ ἡ διαίρεσις τῶν ἐργασιῶν τῆς Τραπέζης, τότε ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα, τὸ Crédit Foncier, τὸ ὁποῖον θ’ ἀναλάβῃ τὰς σημερινὰς κτηματικὰς ἐπιχειρήσεις τῆς Τραπέζης, θ’ ἀναλάβῃ καὶ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἤθελε συνομολογήσει αὕτη δυνάμει τῆς συζητουμένης συμβάσεως. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐλλείψεις τινὲς ἐν τῇ συμβάσει, καὶ πρῶτον — ἀρχίζω ὄχι ἀναλόγως τῆς σημασίας τῶν ἐλλείψεων, ἀλλ’ ἀναλόγως τῆς σειρᾶς τῶν ἄρθρων, — εἰς τὸ ἄρθρον 1ον ἀναγράφεται, ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ χορηγήσῃ δάνειον μέχρις 6,000,000 δρ. πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἔργων, ἐξοφλητέον χρεωλυτικῶς ἐντὸς 70 ἑξαμηνιῶν, ἐπὶ ἐτησίῳ τόκῳ 5½% καὶ χρεωλυσίῳ 1%. Νομίζω ὅτι δάνειον ἐπὶ τόκῳ 5½% καὶ χρεωλυσίῳ 1%, δὲν ἀπαιτεῖ 70 ἐτήσια...
§256Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον δὲν λέγει 70 ἔτη, ἀλλὰ 70 ἑξαμηνίας. Ὁ δὲ χρεωλυτικὸς πίναξ θέλει ὁρισθῆ διὰ Β. Διατάγματος.
§257ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἑξαμηνιαίας δόσεις ἐνόουν καὶ ἐγώ. Τὸ δεύτερον ἐδάφιον ἀναφέρει, ὅτι «τὸ δάνειον συνομολογηθήσεται δι’ ὁμολογιῶν ἀνωνύμων, ἀποφερουσῶν ἐτήσιον τόκον 5%, καταβλητέον καθ’ ἑξαμηνίαν ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου.» Δύναταί τις νὰ εἰκάσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐδαφίου τούτου, ἀλλὰ βεβαίως εἶναι εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸ προηγούμενον ἐδάφιον, διότι εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα θὰ χορηγήσῃ εἰς τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖο θὰ ἐκδώσῃ, διὰ νὰ προσπορισθῇ αὐτὴ τὰ χρήματα. Τώρα ἡ Τράπεζα θὰ δώσῃ τὰ 6,000,000 εἰς τρεχούμενον λογαριασμόν...
§258Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι εἰς τρεχούμενον λογαριασμόν. — Μοὶ ἐπιτρέπετε βεβαίως. — Ἐπειδὴ συνέβη τὸ ἄτοπον κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τοῦ λιμένος Καλαμῶν, νὰ ληφθῶσι τὰ χρήματα ὅλα, ἐτέθη ἡ διάταξις, ἵνα καταβληθῇ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου κατὰ δόσεις.
§259ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολὺ ὀρθὴ ἡ διάταξις, ἀλλ’ ἐγὼ βλέπω, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου δὲν εἶναι εἰς τρεχούμενον λογαριασμόν... Ἀλλὰ θὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ μετὰ ταῦτα. Τώρα περιορίζομαι εἰς τὸ θέμα τοῦ δανείου. Λοιπὸν ἡ Τράπεζα θὰ ἐκδώσῃ εἰς τὸ κοινὸν ἢ εἰς τραπεζίτας τὸ δάνειον. Πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ τούτου τοῦ δανείου.
§260Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι καθαρόν. Τὸ δάνειον συνομολογηθήσεται διὰ μετοχῶν ἀνωνύμων. Εἶναι δύο πράξεις· εἶναι ἡ πρᾶξις τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θέλει χορηγήσει ἡ Τράπεζα εἰς τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον, εἶναι καὶ δευτέρα πρᾶξις, τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον θέλει λάβει ἡ Τράπεζα παρ’ ἄλλων κεφαλαιούχων.
§261ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ παράγραφος δὲν ἀναφέρει κἂν τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδώσῃ ἡ Τράπεζα.
§262Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περιλαμβάνεται εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ ὁμολογιῶν.
§263ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι· εἶναι ἄσχετον. Ἐκεῖνο ἀφορᾷ τὰ δάνεια τὰ κτηματικά· ἐδῶ πρόκειται περὶ δανείου ὡρισμένου ποσοῦ. Ἡ Τράπεζα διὰ τῆς δευτέρας παραγράφου ἠθέλησε νὰ εἴπῃ: «Ἐγώ, ἡ ὁποία θὰ δανείσω ἓξ ἑκατομμύρια εἰς τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον, θέλω νὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσω δάνειον διὰ νὰ προσπορισθῶ τὰ χρήματα ταῦτα, θέλω δὲ τὸ δάνειον αὐτὸ νὰ μὴ ἀποφέρῃ 5½%, ὅσα θὰ λαμβάνω, ἀλλὰ 5%, ὥστε νὰ ἀφήσῃ ½% κέρδος εἰς ἐμέ». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια, ἀλλὰ δὲν ἐξηγεῖται. Διὰ νὰ ἐκδώσῃ δάνειον ἀποφέρον 5%, πρέπει νὰ ἦναι ἐπὶ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου ἀνωτέρου τῶν 6,000,000. Αὐτὸ ζητεῖ ἡ Τράπεζα. Ἀντὶ 6,000,000 ζητεῖ νὰ ἐκδώσῃ 6,600,000 περίπου, ἅτινα ἀπαιτοῦσι τόκον πρὸς 5%, ἴσον πρὸς τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ πρὸς 5½%. Τοῦτο εἰκάζει τις, ἀλλὰ τὸ γράμμα τοῦ δευτέρου ἐδαφίου δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν τοιαύτην ἔννοιαν.
§264Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ βάσις εἶναι, ὅτι τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα θέλει συνομολογήσει, θέλει ἀποφέρει τόκον εἰς τοὺς δανειστὰς 5% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου.
§265ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τίνος ποσοῦ; ἐπὶ τῶν 6,000,000; Ἀλλὰ τότε μεταβάλλεται ἡ ἔννοια.
§266Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ ἓξ ἑκατομμυρίων. Ἐὰν ἦναι τὸ ὀνομαστικὸν ποσὸν ἀνώτερον, τότε ὁ τόκος θέλει εἶσθαι ὀλιγώτερος. Ὁ τόκος πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ. Ὅταν τὸ δάνειον ἐκδοθῇ εἰς πραγματικὸν ποσόν, ὁ τόκος μειοῦται ἀναλόγως, ὥστε νὰ ὑπολογισθῇ ὁ τόκος πρὸς 5%.
§267ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Τράπεζα βεβαίως ἐννοεῖ νὰ ἔχῃ ὠφέλειάν τινα. Ἡ ὠφέλεια ἀναμφισβήτως εἶναι τὸ ½%, ἡ διαφορὰ τοῦ τόκου. Διὰ νὰ ὠφεληθῇ τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ οὐχὶ ἓξ ἑκατομμυρίων δάνειον, ἀλλὰ 6,700,000 ὀνομαστικῶς.
§268ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἡ Τράπεζα θὰ λαμβάνῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ 6,000,000 τόκον 5½%, δηλαδὴ 330,000 κατ’ ἔτος· ἐξ αὐτῶν θὰ πληρόνῃ εἰς τὰς ὁμολογίας, τὰς ὁποίας θὰ ἐκδώσῃ, ποσοῦ 6,000,000, δραχ. 300,000. Θὰ μείνῃ κέρδος 30,000.
§269ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐννοεῖ βεβαίως ἡ Τράπεζα νὰ λαμβάνῃ τὰς 30,000 δραχμὰς ὡς ἴδιον κέρδος, ἐννοεῖ νὰ τὰς κεφαλαιοποιήσῃ. Ἐὰν πωλήσῃ τὸ δάνειον εἰς τὸ ἄρτιον, θὰ κερδήσῃ 600,000 δραχμάς. Εἶναι ἐκ τῶν πράξεων τῶν γνωστῶν, καὶ δὲν συζητεῖτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐννοίας τῆς Τραπέζης, διότι βεβαίως ἡ Τράπεζα δανείζει πρὸς 5½%.
§270Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ κέρδους 30,000.
§271ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ταῦτα ἐννοεῖ ἡ Τράπεζα νὰ μεταβάλῃ εἰς κεφάλαιον. Ὅλα ταῦτα δὲν καθορίζονται εἰς τὸ ἐδάφιον τοῦτο. Τώρα δύνασθε νὰ εἴπητε: «τί μᾶς μέλλει, ἐὰν ἡ Τράπεζα εὕρῃ δυσκολίας;» Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ καλὴ πίστις ἐπιβάλλει, ὥστε νὰ ἐξηγηθῇ δεόντως, ὅπως μὴ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία τις, θέτουσα τὴν Τράπεζαν εἰς δυσκολίαν νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον τοῦτο αὔριον, ὅταν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γείνῃ νόμος. Εἰς τὸ τρίτον ἐδάφιον ἀφήνεται κἄτι τι ἀόριστον· εἶναι τὸ πῶς θὰ προσδιορισθῶσιν αἱ δόσεις.
§272Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ λέγει παρακάτω.
§273ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε ἡ Τράπεζα ἠρνήθη τὴν πρότασιν εἰς τρεχούμενον λογαριασμόν.
§274Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔστερξε.
§275ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος τῆς συμβάσεως ταύτης, εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι παρέχεται βάσις θετικὴ πρὸς ἵδρυσιν τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν. Ἡ σύμβασις αὕτη οὐδεμίαν τοιαύτην βάσιν παρέχει· παρέχει εὐκολίαν εἰς τοὺς παραγωγούς, ὅταν ἤθελον καταθέσει τὰ προϊόντα αὐτῶν εἰς τὰς γενικὰς ἀποθήκας, ὅπως εὕρωσι χρήματα, ἀλλὰ εὐκολίαν περὶ ἱδρύσεως ἀποθηκῶν δὲν παρέχει ἡ σύμβασις αὕτη.
§276Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἀκόμη εἰς τὸ στάδιον τῶν συνεννοήσεων.
§277ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς ἤθελον νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν πράγματι ὑπάρχουν κεφαλαιοῦχοι, θέλοντες καὶ δυνάμενοι νὰ ἱδρύσωσι γενικὰς ἀποθήκας.
§278Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τουλάχιστον εἶναι γνωστὰ ὀνόματά τινα, καὶ ὑποθέτω, ὅτι ὁ συναγωνισμὸς θέλει παρασταθῆ προσεχῶς.
§279ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 3 παρατηρῶ διάταξιν, ἡ ὁποία μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν. Διὰ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα κάμνει διὰ γραμματίων, δικαιοῦται μετὰ τὴν λῆξιν νὰ ἐγγράψῃ ἀμέσως ὑποθήκην ἐπὶ κτημάτων τῶν ὀφειλετῶν καὶ τῶν ἐγγυητῶν αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι ἓν προνόμιον, τὸ ὁποῖον χορηγεῖται εἰς τὴν Τράπεζαν. Εἰς τοιαύτας περιστάσεις τόσον αἱ Τράπεζαι, ὅσον καὶ οἱ ἰδιῶται, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγράψωσι προσημείωσιν. Ἀλλ’ ἡ προσημείωσις παρέχει πλειοτέρας ἐγγυήσεις εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, διότι ὀφείλει ὁ ἐγγράφων αὐτὴν νὰ ἐγείρῃ ἀγωγήν. Ἀλλὰ διὰ τοῦ χορηγουμένου προνομίου εἰς τὴν Τράπεζαν γεννᾶται κίνδυνος, διότι εἷς ἰδιοκτήτης, ὁ ὁποῖος ἔδωκε μικρὰν ἐγγύησιν εἰς τὴν Τράπεζαν δι’ ἐλάχιστον ἴσως χρέος, κινδυνεύει, εἴτε διότι δὲν ἐπλήρωσεν, ἢ καὶ διότι ἐλησμόνησε, νὰ εὑρεθῇ ἔχων τὴν ἰδιοκτησίαν του ὑποθηκευμένην ἄνευ προειδοποιήσεως. Ἂν δὲ ἦναι ἀπών, δύναται νὰ ἴδῃ αὐτὴν ἐκποιουμένην. Ἀνάγκη νὰ προασπισθῶσι τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ εἰς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§280Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Τράπεζα ἔχει καὶ ἤδη τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλὰ πάντοτε τὸ ἐχρησιμοποίησεν ὡς ἀπειλήν.
§281ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πραγματεύομαι τὸ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, τὸ περὶ τελεσιδίκου ἀμέσου ἐκτελέσεως· ἡ Βουλὴ θέλει φωτισθῆ ἐκ τῆς ἀναπτύξεως, τὴν ὁποίαν εἰδικώτεροι συνάδελφοι θέλουσι κάμει. Εἰς τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 6,—δὲν ἐνθυμοῦμαι τί ποσὸν ἐπιτρέπεται σήμερον εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ δανεισθῇ—ἐὰν ὁρίσωμεν τὸ ὀκταπλοῦν, εἶναι πολύ. Ἡ Τράπεζα πρόκειται νὰ ἀναδεχθῇ τὴν συνομολόγησιν δανείου μέχρι 10,000,000 πρὸς γεωργοκτηματίας. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν 4,000,000 τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, διότι ταῦτα θὰ προσπορισθῇ ἐξ εἰδικοῦ δανείου. Ζητεῖται δὲ τὸ δικαίωμα νὰ δανεισθῇ αὕτη διὰ μακροπροθέσμου δανείου ποσὸν πολὺ ἀνώτερον τῶν 10,000,000, ἅτινα θὰ δανείσῃ πρὸς τοὺς γεωργοκτηματίας.
§282Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω σᾶς παρακαλέσει νὰ ἀναγνώσητε τοὺς κανονισμούς. Τὸ δικαίωμα τῆς Τραπέζης δὲν εἶναι εἰς τὸ ὀκταπλοῦν, εἶναι εἰς τὸ ἑκατονταπλάσιον.
§283ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ κτηματικῆς Τραπέζης καὶ Τραπέζης ἐκδοτικῆς, ἡ ὁποία ἔχει ὡς πρόσθετον κλάδον τὰς κτηματικὰς ἐργασίας. Εὐχῆς δ’ ἔργον θὰ ἦτο, ἂν ἦσαν αἱ ἐργασίαι αὗται κεχωρισμέναι. Ἐνταῦθα, εἰς τὰ δάνεια τὰ ὁποῖα ἐκδίδει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὁλόκληρος ἡ πίστις αὐτῆς, ὁλόκληρον τὸ ἐνεργητικόν της εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν ὁμολογιῶν, τὰς ὁποίας ἐκδίδει, καὶ τῶν ὁποίων τὸ προϊὸν θὰ χρησιμεύσῃ εἰς πράξεις ἀνηκούσας οὐχὶ εἰς τὸν κλάδον τὸν ἐκδοτικὸν, ἀλλὰ εἰς τὸν κλάδον τὸν κτηματικόν.
§284Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ τοποθετήσητε χρήματα, δὲν θέλετε δανεισθῆ.
§285ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Τράπεζα δὲν θὰ περιμένῃ νὰ τοποθετήσῃ τὰ χρήματά της, καὶ ἔπειτα νὰ δανεισθῇ. Ἔχει καὶ παρακαταθήκας. Ὅπως δήποτε θεωρῶ ὑπερβολικὸν τὸ ὀκταπλάσιον. Ἑτέραν παρατήρησιν ἔχω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι «γενομένης παρακατασχέσεως παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῶν ὀφειλομένων παρ’ αὐτῆς χρημάτων κτλ., ἢ γεννηθείσης ἀμφιβολίας περὶ τῆς νομιμοποιήσεως ἢ ἱκανότητος τοῦ δικαιούχου, ἡ Τράπεζα ἀπαλλάσσεται πάσης πρὸς οἱονδήποτε εὐθύνης διὰ τόκους ἢ ἄλλην ἀποζημίωσιν, καταθέτουσα τὰ ὀφειλόμενα κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δικαστικῶν ἐγγυήσεων». Νομίζω ὅτι ἡ ἀπόλυτος αὕτη ἐξουσία τῆς Τραπέζης δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑπάρχῃ.
§286Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔλαβον, ἡ Τράπεζα ὑπεβλήθη εἰς δικαστικοὺς ἀγῶνας μακροὺς, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπλήρωσεν ἁδρὰ ποσὰ, διότι ἐγένετο κατάσχεσις καὶ ἐγεννήθησαν ὑπόνοιαι περὶ τῆς διαθέσεως χρημάτων κατατεθέντων, ἐζητήθησαν δὲ καὶ ἀποζημιώσεις διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν κεφαλαίων αὐτῶν.
§287ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ κατασχέσεως. Ἡ Τράπεζα δύναται νὰ συμφωνήσῃ, πῶς θὰ διαχειρισθῇ τὰ χρήματα. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης νομίζει ἡ Τράπεζα, ὅτι ἀπαλλάσσεται ἀπό τινας κινδύνους, ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθη συνάμα, ὅτι ἐλαττώνει τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν αἱ παρ’ αὐτῇ γιγνόμεναι καταθέσεις, διότι ὁ θέλων νὰ καταθέσῃ χρήματα, ἐὰν μάθῃ ὅτι τρέχει αὐτοὺς τοὺς κινδύνους, ὅτι ἡ Τράπεζα ἀπαλλάσσεται πάσης εὐθύνης καὶ παντὸς τόκου, θὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ αὐτῆς. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω, καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Τραπέζης, ὅπως συμπληρώσῃ καὶ βελτιώσῃ διατάξεις τινὰς τῆς συμβάσεως.
§288Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν τριῶν σκοπῶν παρεδέχθη μόνον τὸν ἕνα, τὸν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι, ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θέλει μεριμνήσει περὶ τῶν λοιπῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσε σαφῶς, ὅτι μόνον διὰ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων νομίζει ὅτι ἐπέρχεται βελτίωσις, δὲν ἔδωκε δὲ τὴν ἀπαιτουμένην σημασίαν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς γενικῆς ταύτης παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω, ἔχω ἑτέραν, ἀναφερομένην εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ συνάδελφος κ. Σχινᾶς ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἀναδέχεται τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως χορηγήσῃ δάνειον μέχρις 6 ἑκατομμυρίων κτλ. ἐπὶ ἐκχωρήσει τοῦ σοῦ ἴσου τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου ἐκ τῶν προσόδων τοῦ εἰρημένου ταμείου, κατατεθησομένων ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος.
§289Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι λάθος τυπογραφικόν. «Κατατεθησομένου» ἔπρεπε νὰ λέγῃ.
§290Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐφαίνετο ὡς παρόραμα, καὶ διὰ τοῦτο ἡ παρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου ἦτο ἀκριβὴς, καὶ οὐχὶ ἡ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἤδη, μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πρέπει νὰ γείνῃ διόρθωσις.
§291ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 3 ἐδαφ. γʹ περιέχεται διάταξις, ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται εἰς κἀνένα νόμον, εἶναι διάταξις ἐξαιρετικὴ καὶ λίαν ἐπικίνδυνος, διότι λέγει, ὅτι δυνάμει τῶν αὐτῶν συμβολαίων ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δικαιοῦται ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας νὰ ἐνεργῇ ἐγγραφὰς ὑποθηκῶν ἐπὶ ἀκινήτων τῶν τε ὀφειλετῶν καὶ τῶν ἀλληλεγγύων ἐγγυητῶν, καὶ ἂν τοιαῦται δὲν τυγχάνωσι συνωμολογημέναι. Οὐδεὶς κείμενος νόμος καθιεροῖ τοιοῦτον δικαίωμα ἐγγραφῆς ὑποθήκης ἐπὶ κτημάτων ἄνευ τινὸς τίτλου. Ἐνδέχεται ἡ Τράπεζα νὰ θεωρήσῃ, ὅτι ἡ ἐγγύησις δὲν εἶναι ἐπαρκής, τότε ὅμως ὀφείλει νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν καὶ νὰ ἐγγράψῃ προσημείωσιν ὑποθήκης. Τοῦτο νομίζω ὅτι δεῖται προσοχῆς καὶ τροποποιήσεως.
§292ΤΟΠΑΛΗΣ. Συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν εἶναι γνωστοὶ οἱ σκοποὶ τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, οἱ ὁποῖοι δέον νὰ προτιμηθῶσι, πρέπει νὰ τροπολογηθῇ τὸ 1ον ἄρθρον τῆς συμβάσεως· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀκόμη δὲν ἐσχηματίσθη πεποίθησις ποῖοι τῶν σκοπῶν τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου εἶναι προτιμητέοι, διὰ τοῦτο ἀντὶ «πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἔργων» νὰ τεθῇ «ὑπὲρ τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου».
§293Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω συνενοηθῆ μὲ τὴν Τράπεζαν.
§294Ι. ΤΖΑΝΕΤ. ΦΩΚΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ, ἂν ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, θὰ ἐπεκτείνηται καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Ἂς μὴ φανῇ δὲ παράδοξος ἡ ἐρώτησις, διότι ἡ σύμβασις εἶναι γενικὴ, δύναται δέ τις νὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι ἐν Ἑπτανήσῳ λειτουργεῖ ἄλλη Τράπεζα, ἡ Ἰονική. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις.
§295Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ σύμβασις, ἥτις συνομολογεῖται μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὐδένα περιέχει προϋπολογισμόν. Κατ’ αὐτὴν, ἡ Τράπεζα προβαίνει εἰς χορήγησιν δανείων εἰς τοὺς καλλιεργητὰς πανταχοῦ. Ἐὰν λοιπὸν διὰ τῆς συμβάσεως περὶ ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, ἥτις περιέλαβε τὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, δὲν κωλύεται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς παραχωρήσεις τοιαύτας, ἡ σύμβασις ἡ προκειμένη δὲν ἐμποδίζει τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν νὰ δανείζῃ.
§296ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δὲν ὑποχρεοῦται ὅμως.
§297ΣΠ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑποχρεοῦται, νὰ ὑποχρεωθῇ.
§298Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ χορηγήσεις δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαὶ, δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν Τράπεζαν νὰ παρέχῃ εἰς πάντα αἰτοῦντα χορηγήσεις.
§299ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἔχω νὰ κάμω μικρὰς παρατηρήσεις. Πρῶτον εἰς τὸ ἄρθρον 3 τῆς συμβάσεως, τελευταίαν παράγραφον, καθιεροῦται ἐξαιρετικόν τι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἀποφασίζεται ἡ προσωπικὴ κράτησις. Κατ’ ἀρχὴν σήμερον τὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως δὲν εὐνοοῦνται ἐν ταῖς νομοθεσίαις παρ’ ἡμῖν. Δὲν γνωρίζω ἂν δὲν ἦναι ἀκόμη ὁ καιρὸς νὰ προβῶμεν εἰς τὸ μέτρον τῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι πολὺ τολμηρὸν νὰ ἄρωμεν τὴν ἀσφάλειαν, τὴν μέχρι τοῦδε κατὰ κανόνα ἰσχύουσαν, ὅτι προσωπικὴ κράτησις ἀπαγγέλλεται μόνον ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου. Ἤδη διὰ τῆς παραγράφου ταύτης καθιεροῦται ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἀπαγγέλλεται ὑπὸ μόνου τοῦ Προέδρου, κατ’ ἀναφορὰν δικάζοντος. Ἡ ἑτέρα παρατήρησίς μου ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 4 τῆς συμβάσεως, διὰ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι καταστρέφεται ἡ αὐτοτέλεια καὶ ἡ οἰκονομικὴ αὐθυπαρξία τῶν δήμων· διότι κατὰ τοῦτο, ὅταν συναφθῇ δάνειον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μετὰ δήμου τινὸς, δοθῶσι δὲ πρὸς ἐγγύησιν ὡρισμένοι δημοτικοὶ φόροι, διὰ Β. Διατάγματος κανονίζεται, ὅτι οἱ φόροι οὗτοι εἶναι ἀμετάβλητοι, ἐφ’ ὅσον χρόνον διαρκεῖ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου τούτου. Τοῦτο βεβαίως συντελεῖ πολὺ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς πίστεως τῶν δήμων, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ἐξ ἑτέρου, ὅτι εἶναι κίνδυνος διὰ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοτέλειαν τῶν δήμων· διότι, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δάνειόν τι ἐγένετο καθ’ ὃν χρόνον ἴσχυον ἰδέαι περὶ φόρων ἄλλαι, καὶ ἐδόθη πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ δανείου φόρος, ὁ ὁποῖος ἀναλόγως τῆς προόδου τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης δὲν εἶναι πρέπον νὰ διατηρηθῇ, δὲν θὰ ᾖναι ἐλεύθερος ὁ δῆμος, ὁ μετὰ τῆς Τραπέζης συμβληθεὶς, ν’ ἀπαλλαχθῇ τοῦ φόρου τούτου.
§300Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ ἀξίωσις τῆς Τραπέζης εἶναι εὔλογος. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἐδίδετο ὡς ἐγγύησις διὰ δάνεια τῆς Τραπέζης πρὸς δήμους ὁ ἔκτακτος λεγόμενος δημοτικὸς δασμός. Ὁ ἔκτακτος δημοτικὸς δασμὸς ἐπιβάλλεται τῇ ψήφῳ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ Β. Διατάγματος. Ἡ διάρκεια τοῦ δημοτικοῦ δασμοῦ τούτου προσδιορίζεται ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1847 τὸ πολὺ τετραετὴς, καὶ αὐτὸς ὁ δασμὸς παρέχεται ὡς ἐγγύησις εἰς τὴν Τράπεζαν. Μάλιστα νόμος τις ἢ διάταγμα παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ εἰσπράττῃ αὐτὸν δι’ ἰδίων ὀργάνων, ἢ νὰ λαμβάνῃ αὐτὸν ἀμέσως ἐν τῷ τελωνείῳ, ὡς συνέβη εἰς τὸν δῆμον Ὀλυμπίων, νομίζω, εἰς ἕνα δῆμον τῶν Πατρῶν καὶ εἰς τὸν δῆμον Αἰγίου. Συνέβη ὅμως νὰ συνομολογήσῃ ἡ Τράπεζα δάνειον, νὰ παρέλθῃ ἡ τετραετία, νὰ μὴ ζητηθῇ δὲ ἡ ἀνανέωσις τοῦ ἐκτάκτου δημοτικοῦ δασμοῦ, καὶ νὰ μείνῃ ἡ Τράπεζα ἄνευ ἐγγυήσεως· ὁ δῆμος δὲ αὐτὸς εἶναι γνωστὸς, εἶναι καὶ πρωτεύουσα μεγάλης ἐπαρχίας. Ἑπομένως ἡ Τράπεζα μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι παύει νὰ παρέχῃ δάνεια πρὸς τοὺς δήμους, πλὴν ἂν τεθῇ ὁ ὅρος, ὅτι εἰς τοὺς φόρους τοὺς παρεχομένους πρὸς ἐγγύησιν θέλει δοθῆ διὰ νόμου ἡ ἰσχὺς ἐφ’ ὁλόκληρον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ διαρκεῖ τὸ δάνειον.
§301ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ κάμω ὑπὸ ἔποψιν νομοθετικήν. Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 6 ἐδαφ. γʹ, κατὰ τὸ ὁποῖον δίδεται προθεσμία μόνον εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς δηλοποιήσεως τῆς Τραπέζης ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ προθεσμία αὕτη εἶναι πολὺ σύντομος, διότι οἱ κάτοχοι τῶν ὁμολογιῶν τούτων τῆς Τραπέζης δὲν θὰ κατοικῶσι πάντες ἐντὸς τῆς πρωτευούσης, ὥστε πότε θὰ μάθωσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ὅτι εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἐδημοσιεύθη ἀπόφασις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ μειώσεως τοῦ τόκου;
§302Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Χθὲς ἐντὸς ἐννέα ὡρῶν εἴχομεν τηλεγράφημα ἐκ Νέας Ὑόρκης.
§303ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν πρόκειται ν’ ἀπευθυνθῇ τηλεγραφικῶς ἡ δηλοποίησις τῆς Τραπέζης πρὸς ἕνα ἕκαστον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ προθεσμία τοὐλάχιστον 40 ἡμερῶν.
§304ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν θέλω ζητήσει ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 6. Ἡ σύμβασις ὑποβάλλει τὴν Τράπεζαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ χορηγῇ εἰς δάνεια ἀρκετὰ ἑκατομμύρια. Βεβαίως τὰ ἑκατομύρια αὐτὰ δὲν θέλει προμηθευθῆ, αὐξάνουσα τὸ ποσὸν, ὅπερ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κυκλοφορῇ· θὰ προμηθευθῇ αὐτὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 6, καθ’ ὃ αὐξάνει τὸ δικαίωμα τῆς Τραπέζης τοῦ ἐκδίδειν ὁμολογίας, αὐξάνει δὲ τοῦτο εἰς τὸ ὀκταπλοῦν τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου. Τὸ κεφάλαιον αὐτῆς σήμερον εἶναι 20,000,000· ἑπομένως θὰ δύναται νὰ δανεισθῇ δι’ ὁμολογιῶν μέχρις 160,000,000, ἐνῷ σήμερον ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος τοῦ 1864 παρέχει αὐτῇ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν ὁμολογίας εἰς ποσὸν πενταπλάσιον τοῦ δι’ ὑποθηκικὰ δάνεια μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου. Κατὰ τὴν διάταξιν λοιπὸν τῆς συμβάσεως θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ ὁμολογίας μέχρι τοῦ ὀκταπλασίου τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου, ἤτοι μέχρις ἑκατὸν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Θέλω νὰ μάθω, ποία ἐκτίμησις γίγνεται τοῦ λαχειοφόρου δανείου, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ ἐγένετο πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου; Ἐξεδόθησαν ὁμολογίαι ἀξίας 60,000,000 φράγκων χρυσῶν πραγματικοῦ κεφαλαίου, δηλαδὴ 73,000,000 περίπου φράγκων ὀνοματικοῦ κεφαλαίου. Σήμερον κυκλοφοροῦσι τοῦ δανείου αὐτοῦ τῶν 73,000,000 περίπου ὀνοματικοῦ κεφαλαίου ὅσαι ὁμολογίαι δὲν ἐξωφλήθησαν, δηλ. περὶ τὰ 54 ἑκατομμύρια. Ἐρωτῶ, τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ ὑπολογισθῇ ὅσον εἶναι εἰς χρυσὸν, ἢ ὅσον ἀντιστοιχεῖ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια; Ἐὰν ὑπολογισθῇ εἰς γραμμάτια εἰς τὴν τιμὴν τὴν σημερινὴν τοῦ φράγκου, τότε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ δύναται νὰ δανεισθῇ ἡ Τράπεζα μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 6, θὰ ἦναι μικρότερον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ θὰ δύναται νὰ δανεισθῇ, ἐὰν τὸ φράγκον τοῦ λαχειοφόρου ὑπολογισθῇ ἰσότιμον πρὸς τὴν δραχμήν. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη ἐν τῇ Βουλῇ νὰ δοθῇ ἡ διασάφησις, ὅπως καὶ ἡ Τράπεζα γνωρίζῃ πῶς νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ ποσοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ δανεισθῇ δι’ ὁμολογιῶν καὶ νὰ δανείσῃ εἰς ὑποθηκικὰ καὶ γεωργικὰ δάνεια.
§305Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζετε ὅτι δύναταί τις νὰ εὕρῃ τὴν ἀπόκρισιν εἰς τὴν ἐρώτησίν σας ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων; Ἡ Τράπεζα εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ὁμολογίας μέχρι τοῦ τριπλασίου τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου· τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον αὐτῆς ἦτο 20 ἑκατομμυρίων, ἐξέδωκε δάνειον 60 ἑκατομμυρίων, εἰς τὸ τριπλάσιον τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου αὐτῆς εἰς χρυσόν. Ἐξέδωκε λοιπὸν δάνειον 60,000,000, ἀλλ’ εἰς χρυσὸν, ἑπομένως ὑπολογίζεται ἡ εἰς χρυσὸν τιμή, διότι ἄλλως ἤθελεν εἶσθαι ἐκτὸς τοῦ νόμου. Καὶ ἀληθῶς δάνειον 60,000,000 εἰς χρυσὸν εἶναι 100 ἑκατομμύρια, δηλ. 40,000,000 πλέον τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου.
§306ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὰ 1881, ὅτε νομίζω ὅτι ἐξεδόθη, ἦτο εἰς τὰ 112 καὶ 115 τὸ φράγκον.
§307Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πάλιν εἶναι 9,000,000.
§308ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔστω. Ἀλλὰ τότε ἐγίνοντο ὅλα ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις, καὶ δὲν ὑπῆρχον οἱ κίνδυνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουν σήμερον.
§309Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐρωτήσητε τὴν Τράπεζαν, θὰ εἴπῃ ὅτι τὰ 60,000,000 τὰ ἐθεώρει ὡς χρυσᾶ.
§310ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ σήμερον ὑμεῖς, καλούμενοι νὰ δώσητε τὴν ἑρμηνείαν τῆς διατάξεως αὐτῆς, νομίζετε ὅτι ἡ Τράπεζα δύναται νὰ δανεισθῇ 160,000,000 εἰς χρυσὸν δι’ ὁμολογιῶν;
§311Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλετε νὰ δώσητε ἐμμέσως ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Καραπάνον, ὅτι τὸ 1886 ἦσαν 160,000,000 εἶναι πολλά. Τώρα ὑμεῖς λέγετε, ὅτι, ἀφοῦ εἶναι 120,000,000 engagés, ἤδη, μὲ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, δὲν μένουσι παρὰ 40,000,000. Εἶναι ἀπάντησις εἰς τὸν κ. Καραπάνον (ἱλαρότης).
§312ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ προσπάθειά μας, κύριε Πρόεδρε, εἶναι νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ποσὸν τῶν εἰς χρυσὸν χρεῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐκτὸς ἐὰν παρέχηται εἰς αὐτὴν ἡ εὐκολία αὕτη διὰ νὰ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μέσον ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ὁποία ὅμως θὰ γείνῃ κακῶς, ἂν γείνῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἀληθῶς, ἂν γείνῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δηλ. διὰ δανείων ἐξωτερικῶν εἰς χρυσόν, θὰ ἔχωμεν μεγάλας ζημίας.
§313Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, ἐπεθύμουν νὰ μοὶ ἐξηγήσητε, διὰ τίνος τρόπου ἡ Τράπεζα, δανειζομένη αὐτὴ τὸ ὀκταπλάσιον τοῦ μετοχικοῦ της κεφαλαίου, δύναται νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν.
§314ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δανειζομένη εἰς χρυσὸν καὶ δανείζουσα εἰς τραπεζικά. Περιττὸν νὰ συζητήσωμεν αὐτό.
§315ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ἔχῃ λαχειοφόρους εἰς χρυσὸν, καὶ ἐκείνη νὰ λαμβάνῃ γραμμάτια.
§316Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχετε καὶ ὑμεῖς, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὁσονδήποτε κακὴ καὶ ἂν ἦναι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἀποτόμως, πρέπει νὰ γείνῃ μετὰ μεγάλης περισκέψεως.
§317ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ γείνῃ ἀφ’ ἑαυτῆς, χωρὶς νὰ τὴν ἐπιδιώξωμεν ἡμεῖς, ὅταν ὁ τόπος τὴν ἐπιδιώξῃ.
§318ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν). Ἐν ὅσῳ ὑμεῖς εἶσθε ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ ἔχετε αὐτὰς τὰς ἰδέας, πιθανὸν νὰ μὴ γείνῃ· ἀλλ’ ἐὰν μεταβληθῶσι τὰ πράγματα καὶ ἔχῃ ἡ Τράπεζα τὸ δικαίωμα μέχρις 60,000,000 εἰς χρυσὸν νὰ δανείζηται...
§319Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἦσθε ὅμως ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶσθε πολὺ νεώτεροί μου, θὰ ἦσθε ἐδῶ καὶ θὰ τὴν σταματήσητε. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ἀπὸ 20 Ἀπριλίου 1859 νόμου, ἐδόθη εἰς τὴν Τράπεζαν «ἡ ἄδεια νὰ προμηθευθῇ νέα κεφάλαια, δανειζομένη δι’ ἐκδόσεως ὁμολογιῶν μέχρις ὀκτὼ ἑκατομμυρίων δραχμῶν», ἐπετράπη δὲ αὐτῇ «νὰ προμηθευθῇ διὰ τοῦ αὐτοῦ τρόπου καὶ πλειότερα κεφάλαια», ὑπὸ τὸν ἑξῆς ὅρον: «Ἅπαντα τὰ ποσὰ ταῦτα, πρὸς δὲ καὶ τέσσαρα ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου θέλουσιν ἀσχοληθῆ ἀποκλειστικῶς εἰς δάνεια ἐπὶ ὑποθήκῃ καὶ ἐπὶ ἐνεχύρῳ».
§320Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Συμφωνῶ μὲ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος ὑπέβαλεν, ὡς πρὸς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 3 τῆς συμβάσεως, ὅτι βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὸν κανόνα, κατὰ τὸν ὁποῖον μόνον δικαστικὴ ἀπόφασις Πρωτοδικείου καὶ οὐχὶ πρᾶξις Προέδρου ἀπαγγέλλει προσωπικὴν κράτησιν. Ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς τὸ ἂν ἡ Τράπεζα θὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἢ ὄχι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, νομίζω ὅτι συμφώνως μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποβάλει, ἔπρεπε νὰ ἀναγράψῃ καὶ ἐν τῇ συμβάσει διάταξιν περὶ τούτου, ἂν ὄχι μέχρι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, δηλ. μέχρι 500 δραχμῶν, ἀλλὰ ἔστω καὶ κατά τι μικροτέρου· διότι, ἐὰν ἡ Διεύθυνσις ἡ ἐν Ἀθήναις δὲν πράξῃ τοῦτο, πιθανὸν νὰ εὑρεθῇ διευθυντὴς ὑποκαταστήματος νὰ τὸ πράξῃ. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἔχει ἐξαίρεσιν περὶ Τραπέζης, εἶναι γενικόν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἤθελον νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἰς διάφορα μέρη ἀναγράφονται τὰ γράμματα τῶν νόμων, χωρὶς νὰ ἀναφέρηται ἡ χρονολογία αὐτῶν. Καλὸν εἶναι νὰ μνημονεύηται, εἰς τὰ νομοσχέδια καὶ ἡ χρονολογία, διὰ τὴν εὐκολίαν τῆς εὑρέσεως. Ἀλλὰ καὶ ἑτέραν παρατήρησιν ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ ἀναφέρω, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐρωτήσεως τῶν κ. συναδέλφων ἐξ Ἑπτανήσου. Εἰς τὴν ἐρώτησιν τῶν κ. συναδέλφων ἐξ Ἑπτανήσου, ἐὰν θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἡ σύμβασις, ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τοῦτο τὸ λύει ὁ νόμος περὶ ἀφομοιώσεως Νομίζω ὅτι, ἀντὶ νὰ ἀφεθῶμεν εἰς τὴν ἑρμηνείαν, κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ψηφίζομεν, εἶναι καλὸν νὰ γνωρίζωμεν τί ψηφίζομεν. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐλευθερία, ἵνα ἐνασκηθῇ καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ σκεφθῶ, ὅτι τὸ αὐτὸ παρουσιάζεται καὶ διὰ τὴν Ἠπειροθεσσαλικὴν Τράπεζαν. Καὶ ἐρωτῶ καὶ ἐγὼ, ὁ νόμος περὶ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης δὲν ἐμποδίζει, ὅπως οἱ Θεσσαλοὶ, περὶ τῶν ὁποίων λαμβάνεται ἰδιαιτέρα μέριμνα, ἀπολαύσωσι τῶν εὐεργετημάτων, τὰ ὁποῖα τοῖς παρέχονται;
§321Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν συνεννόησίν μου, ῥητῶς ἐμνημονεύετο, ὅτι τὰ σιτηρὰ τῆς Θεσσαλίας θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὰς ἐργασίας αὐτὰς τῆς Τραπέζης.
§322Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὥστε δὲν ἐμποδίζει.
§323Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.
§324ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχει συμφέρον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα.
§325ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἰδοὺ, Κύριοι, πῶς ἔχει τὸ τελευταῖον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ τῆς ἐκδόσεως ὁμολογιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Εἶναι ἡ σύμβασις τῆς 13 Αὐγούστου 1864, ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκει): «Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δανεισθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δι’ ἐκδόσεως ὁμολογιῶν κατὰ τοὺς ἀπὸ 11 Ἀπριλίου 1859 καὶ 16 Δεκεμβρίου 1861 νόμους πρὸς τὸν σκοπὸν χορηγήσεως δανείων ἐπὶ ὑποθήκῃ, ἐπεκτείνεται μέχρι τοῦ πενταπλασίου τοῦ διὰ τὰ ἐπὶ ὑποθήκῃ δάνεια προσδιωρισμένου μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου.»
§326Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὥστε κατὰ τὸ τρίτον μόνον αὐξάνει τώρα διὰ τῆς συμβάσεως.
§327ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. «Τὸ πενταπλάσιον τοῦ διὰ τὰ ἐπὶ ὑποθήκῃ δάνεια προσδιωρισμένου μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου». Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τῆς συμβάσεως τῆς 13 Αὐγούστου 1864, «τὰ τρία τέταρτα μέχρι τῶν τεσσάρων πέμπτων τοῦ μετοχικοῦ καὶ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου προσδιορίζονται ἀποκλειστικῶς εἰς δάνεια ἐν γένει ἐπὶ ὑποθήκῃ ἀκινήτων κτημάτων». Αὐτοῦ λοιπὸν τοῦ ποσοῦ τὸ πενταπλάσιον δύναται νὰ δανεισθῇ σήμερον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δι’ ὁμολογιῶν. Ὥστε πρέπει νὰ συνδυάσητε τὸ ἄρθρον 1 καὶ τὸ ἄρθρον 3.
§328Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ ἄρθρον 1, μέχρι τῶν τεσσάρων πέμπτων εἶναι 16,000,000.
§329ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ τετραπλάσιον.
§330ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε, κατὰ τὰ 1864, ἦσαν 60 ἑκατομμύρια τὸ δικαίωμα, διότι μετοχικὸν κεφάλαιον καὶ κατ’ ἀνώτατον ὅρον τακτικὸν ἀποθεματικὸν ἦσαν 15 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐν ὅλῳ.
§331Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τώρα εἶναι 16,000,000. Τὸ πενταπλάσιον εἶναι 80,000,000.
§332ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ τετραπλάσιον τοῦ ὅλου κεφαλαίου.
§333ΣΤΑΗΣ. Τὸ τριπλάσιον καὶ τὰ τρία τέταρτα.
§334Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλάβετε τὸ κατώτατον ὅριον.
§335ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν λάβωμεν τὸ ἀνώτατον ὅριον, εἶναι τὰ τέσσαρα πέμπτα.
§336ΣΤΑΗΣ. Τότε τὸ τετραπλάσιον ἀκριβῶς.
§337Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τετραπλάσιον ἐπὶ τετραπλασίου γίνεται ὀκταπλάσιον.
§338ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν τὸ κεφάλαιον τὸ μετοχικὸν καὶ τὸ κεφάλαιον τὸ ἀποθεματικόν...
§339ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν.
§340ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον 1, ὅπερ ἀνέγνωσα, τὸ λέγει. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1864 λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἀποθεματικόν. Ὥστε κατὰ τὰ νῦν ἰσχύοντα λαμβάνονται τὰ τρία τέταρτα μέχρι τῶν τεσσάρων πέμπτων τοῦ μετοχικοῦ καὶ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου, καὶ τούτων τὸ πενταπλάσιον ἠδύνατο νὰ δανεισθῇ ἡ Τράπεζα. Ὅθεν πρέπει νὰ γνωρίζωμεν καὶ τὸ ἀποθεματικὸν ἑκάστης ἐποχῆς, ἀλλὰ τὸ τοῦ 1864 ἦτο μικρόν. Πρέπει νὰ τὸ ἀνεύρῃ τις εἰς τὰς καταστάσεις τῆς Τραπέζης. Σήμερον τὸ τακτικὸν εἶναι 4 ἑκατομμύρια, τὸ δὲ μετοχικὸν κεφάλαιον 20, καὶ τὸ ὅλον 24 ἑκατομμύρια δρ. Ἑπομένως τὸ δικαίωμά της εἶναι 96 ἑκατομμύρια.
§341Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ἀναζητήσητε τὸ μετοχικὸν καὶ τὸ ἀποθεματικὸν κεφάλαιον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἢ τῆς σημερινῆς; Τώρα πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ποῖον εἶναι τὸ μετοχικὸν καὶ τὸ ἀποθεματικὸν, καὶ νὰ ἴδωμεν ποῖα εἶναι τὰ τέσσαρα πέμπτα.
§342ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅπως δήποτε εἶναι πολὺ τὸ ὀκταπλάσιον.
§343ΒΟΖΙΚΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τῆς συμβάσεως, «ἡ διάρκεια τῶν ὑπεγγύων φόρων καὶ τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν διατάσσεται διὰ Β. Διατάγματος μέχρις ἐντελοῦς ἐξοφλήσεως τοῦ συνομολογηθέντος δανείου, καταργουμένης πάσης ἐναντίας νομίμου διατάξεως.» Νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ συμφωνία μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Τραπέζης περὶ καταργήσεως διατάξεως νόμου. Νομίζω ὅτι ῥήτρα περὶ καταργήσεως νομίμων διατάξεων δὲν ἔχει θέσιν ἐν τῇ συμβάσει. Ἡ θέσις τῆς τοιαύτης συμφωνίας ἀλλαχοῦ πρέπει νὰ ἦναι καὶ οὐχὶ εἰς τὴν σύμβασιν.
§344ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ νόμῳ.
§345Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ διαφορά· ὅτι, ἐὰν ἤθελε διαταχθῆ ἡ κατάργησις πάσης ἀντιθέτου διατάξεως, δηλαδὴ ἡ κατάργησις τοῦ νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1847, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ Κράτους θὰ ἦτο ἐλευθέρα μετὰ δύο ἔτη νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ἡ δὲ Τράπεζα ἤθελεν ἀπολέσει τὴν ἐγγύησιν. Διὰ τοῦτο περιελήφθη ἐν τῇ συμβάσει.
§346ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὀρθὸν κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν προεξόφλησιν, μίαν ἐκχώρησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, γιγνομένην ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς, κατὰ τὴν σύμβασιν, ἐνῷ πρέπει νὰ γείνῃ μόνον ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§347ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως εἶναι ἐκχώρησις.
§348ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν τοῦτο γίνεται.
§349ΒΟΖΙΚΗΣ. Πρὸς τούτοις τὸ «καταργουμένης πάσης ἐναντίας διατάξεως» εἶναι γενικὸν, ὡς ἔχει, δηλαδὴ τροποποιεῖται κατὰ τοσοῦτον ὁ νόμος τοῦ 1847, ὥστε δύναται διὰ Β. Διατάγματος νὰ ἐπεκτείνηται ἡ διάρκεια τῶν δασμῶν ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ οὐχὶ μόνον ὅταν δίδωνται ὡς ἐγγύησις. Τοιοῦτόν τι σκοπεῖται, ἢ μόνον ἡ περίπτωσις τῆς εἰς τὴν Τράπεζαν ἐκχωρήσεως κανονίζεται;
§350Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Τράπεζα ἔχει ἤδη συνομολογήσει δάνειον μὲ τὸν δῆμον Βερβαίνων, καὶ ὁ δῆμος Βερβαίνων ἔχει προσφέρει εἰς ἐγγύησιν τοῦ δανείου τὸν δημοτικὸν δασμόν. Ἐπειδὴ ὁ δημοτικὸς δασμὸς τοῦ δήμου Βερβαίνων δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ περισσότερον τῶν τεσσάρων ἐτῶν, ἡ Τράπεζα ἀπαιτεῖ, ἀφοῦ ἐδάνεισε τὸν δῆμον Βερβαίνων ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ δημοτικοῦ δασμοῦ, εὐθὺς μετὰ τὸ δάνειον ἡ διάρκεια τοῦ δασμοῦ ἀπὸ τετραετοῦς νὰ ἦναι τοσαύτη, ὅση ἀπαιτεῖται πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θέλει διατάσσει, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ δῆμος Βερβαίνων ἐδανείσθη καὶ προσέφερεν ὡς ἐγγύησιν τοῦ δανείου τὸν δημοτικὸν αὐτοῦ δασμὸν, ἡ διάρκεια τοῦ δασμοῦ τούτου γίνεται ἀπὸ τετραετοῦς εἰκοσαετής.
§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει).
§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2.
§353ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ διὰ συμβολαίων συνομολογούμενα καλλιεργείας δάνεια ἐγγράφονται ἐπιμελείᾳ τοῦ δανειστοῦ ἐν δημοσίοις βιβλίοις, τηρουμένοις ὑπὸ τῶν ὑποθηκοφυλάκων τῆς περιφερείας τῶν ἀκινήτων, εἰς καλλιέργειαν τῶν ὁποίων τὰ δάνεια ταῦτα ἐδόθησαν. «Ἡ ἐγγραφὴ γενήσεται κατ’ αὔξοντα ἀριθμὸν καὶ ἐν ἰδίᾳ δι’ ἕκαστον ὀφειλέτην μερίδι, κατὰ τὸν τύπον τῶν ἐγγραφῶν ὑποθηκῶν. Τὰ τέλη τῆς ἐγγραφῆς ὁρίζονται εἰς δραχμὰς δύο, τὰ δὲ ἐκ τῶν ἐν λόγῳ βιβλίων ἐξηγμένα πιστοποιητικὰ γράφονται ἐπὶ χαρτοσήμου λεπτῶν πεντήκοντα, ὧν τὰ ⅘ ὑπὲρ τοῦ ὑποθηκοφύλακος».
§354ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν ἐξήγησιν θὰ ζητήσω. Πρόκειται ἐνταῦθα περὶ τῶν δανείων τῶν συνομολογουμένων μετὰ παντὸς δανειστοῦ, οἱασδήποτε Τραπέζης ἢ ἰδιώτου, ἢ περὶ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἤθελε συνομολογήσει; Ἐπειδὴ ἐνταῦθα ἔχομεν νομοσχέδιον σκοποῦν τὴν κύρωσιν μιᾶς συμβάσεως εἰδικῆς, ἴσως θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἐξηγηθῇ κάπως σαφέστερον, ὅτι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα, ἧς τὴν σύμβασιν κυροῦμεν διὰ τοῦ νόμου τούτου, χορηγεῖ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ παντὸς οἱουδήποτε δανείου, χορηγουμένου εἴτε παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἴτε παρ’ ἄλλων.
§355Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§356ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ «τὰ παρ’ οἱουδήποτε».
§357Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι πολυτέλεια τοῦτο. Ἀλλὰ λαμβάνω σημείωσιν διὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§358ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ἀκόμη, ὅτι τὰ τέλη τῆς ἐγγραφῆς (εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον) εἶναι πολλὰ δύο δραχμαί, διότι τὰ δάνεια καλλιεργείας ἐνίοτε εἶναι πολὺ μικρά, 50, 60 ἢ 100 δραχμῶν. Ἐὰν τὰ ἐπιβαρύνωμεν μὲ δύο δραχμὰς διὰ τὴν ἐγγραφήν, θὰ ἦναι πολύ.
§359Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐλάττωσις τῶν νομίμων τελῶν.
§360ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε νὰ προσδιορισθῇ π. χ. ἐὰν τὸ δάνειον ἦναι κάτω τῶν 100 δραχμῶν, τὸ τέλος θὰ ἦναι μία δραχμή, ἄνω τῶν 100 δραχμῶν, θὰ ἦναι δύο δραχμαί· διότι εἶναι γνωστὸν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι γίνονται δάνεια καλλιεργείας πολὺ μικρῶν ποσῶν, καὶ τότε τὸ τέλος θὰ ἦναι βαρύτατον. Ὥστε καὶ τοῦτο λάβετέ το ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν θέλετε, εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§361Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§362ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3.
§363ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ πιστοποιητικὰ τῶν ὑποθηκοφυλάκων περὶ τῶν ὑπαρχουσῶν ἐγγραφῶν, τῆς χρονολογίας καὶ τῆς τάξεως ἑκάστης αὐτῶν, τῶν ὅρων τῶν δανείων, καὶ τῶν τυχὸν σημειουμένων ἐπ’ αὐτῶν ἐξοφλήσεων, ἀποτελοῦσι πλήρη ἀπόδειξιν, ἐφ’ ὅσον δὲν προσβληθῶσιν ὡς πλαστά. Οἱ ὑποθηκοφύλακες εὐθύνονται ἐπὶ ψευδεῖ πιστοποιήσει.» «Πᾶσα ἄλλη περὶ τῶν ἐν λόγῳ βιβλίων λεπτομέρεια κανονισθήσεται διὰ Β. Διατάγματος».
§364Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τοῦτο τὸ θεωρῶ πολὺ ἐπικίνδυνον. Βεβαίως ἡ Τράπεζα ἔχει ἀνάγκην τοιαύτης διατάξεως· ἀλλ’ ἂς σκεφθῶμεν τὰς συνεπείας. Εὐθὺς ὡς κατορθώσῃ εἷς ἐνδιαφερόμενος νὰ τῷ δοθῇ ἓν πιστοποιητικὸν, τετέλεσται! Ἀλλ’ ἐὰν τὸ πιστοποιητικὸν αὐτὸ δὲν παριστᾷ τὴν ἀκρίβειαν τοῦ πράγματος, ἐὰν δηλαδὴ ὑπάρχωσιν ἄλλα βάρη, τί ποιητέον; Ἀποζημίωσις δὲν ὑπάρχει οὐδὲ κατὰ τοῦ Δημοσίου. Τουλάχιστον, ἐὰν ἡ Τράπεζα θεωρῇ ἀπαραίτητον τὴν διάταξιν ταύτην, πρέπει ταὐτοχρόνως νὰ ληφθῇ περισσοτέρα πρόνοια, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται καὶ διὰ τὰς ἄλλας ἀκόμη συμβάσεις, ὡς πρὸς τὴν ἔκδοσιν τῶν τοιούτων πιστοποιητικῶν, ὡς πρὸς τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ὑποθηκοφυλάκων, ὡς πρὸς τὴν πραγματικὴν ἐπιθεώρησιν τῶν γραφείων τῶν ὑποθηκῶν, καὶ τελευταῖον τοὐλάχιστον νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις περὶ ἐγγυήσεων, νὰ ὑπάρχῃ ἐγγύησίς τις. Δὲν λέγω ὅτι δύναται νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν ζημιούμενον, ἀλλὰ νὰ ὑπάρχῃ φόβος τις ὁπωσδήποτε.
§365Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ βιβλία τοῦ ὑποθηκοφύλακος δὲν εἶναι καὶ τώρα ἐπίσημα ἔγγραφα;
§366ΡΑΛΛΗΣ. Παρέλκει ἡ διάταξις ἐντελῶς. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία.
§367ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4.
§368ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ ἐν τοῖς βιβλίοις τούτοις ἐγγεγραμμένα πρὸς καλλιέργειαν δάνεια κέκτηνται ἐπὶ τῶν καρπῶν τῶν παραχθέντων κατὰ τὸ ἔτος καλλιεργείας, καθ’ ὃ ἐχορηγήθησαν, προνόμιον, ἐπικρατοῦν ἀπέναντι τῶν μὴ ἐγγεγραμμένων, τὰ δὲ ἐξ αὐτῶν κεκτημένα προγενεστέραν χρονολογίαν ἐγγραφῆς ἐπικρατοῦσι τῶν μεταγενεστέρως ἐγγεγραμμένων.»
§369ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ νὰ σαφηνισθῇ.
§370ΠΕΡΡΟΣ. Μίαν παρατήρησιν, παρακαλῶ. «Τὰ ἐν τοῖς βιβλίοις τούτοις ἐγγεγραμμένα πρὸς καλλιέργειαν δάνεια κέκτηνται ἐπὶ τῶν καρπῶν τῶν παραχθέντων κατὰ τὸ ἔτος καλλιεργείας, καθ’ ὃ ἐχορηγήθησαν ...» λέγει τὸ ἄρθρον. Ἐννοεῖτε βεβαίως τῶν καρπῶν τῶν παραχθέντων ἐκ τοῦ κτήματος τοῦ ἐν ὑποθήκῃ.
§371Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§372ΠΕΡΡΟΣ. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ προνόμιον ἐπὶ τῶν καρπῶν αὐτῶν, τῶν παραχθέντων κατὰ τὸν χρόνον καθ’ ὃν παρεχωρήθη ἡ ὑποθήκη; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ προνόμιον ὁ δανειστὴς, ἡ Τράπεζα, ἐπὶ τῶν καρπῶν, οἱ ὁποῖοι παρήχθησαν καθ’ ἣν ἐποχὴν συνήφθη τὸ δάνειον, μετὰ ἕνα, μετὰ δύο, μετὰ τρεῖς μῆνας; Ἐὰν διατηρῇ προνόμιον, τὸ διατηρεῖ καὶ κατὰ παντὸς τρίτου. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρῆται τοῦτο; Ἐὰν οἱ καρποὶ ἐξεποιήθησαν εἰς τρίτον, θὰ ἐξακολουθῇ τὸ προνόμιον; Δὲν θὰ κλονισθῇ οὕτω ἡ πίστις; Νομίζω ὅτι μόνον ἐπὶ τῶν τοῦ τελευταίου ἔτους ὡρίμων καὶ ἠρτημένων ἢ τοὐλάχιστον διατηρουμένων καρπῶν δύναται νὰ διατηρηθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις. (Διάλογοι).
§373Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ ἔτος τῆς καλλιεργείας.
§374ΠΕΡΡΟΣ. Κατὰ τὸ ἔτος τῆς καλλιεργείας, καθ’ ὃ ἐχορηγήθησαν προνόμια.
§375ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ ὑπάρχωσιν αἱ συνέπειαι, δηλαδὴ τὸ δικαίωμα τῆς καταδιώξεως;
§376Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ δάνεια αὐτὰ εἶναι βραχυπρόθεσμα.
§377ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως εἶναι βραχυπρόθεσμα. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι δὲν ἐξωφλήθη τὸ δάνειον, τὸ προνόμιον τοῦτο ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ διατηρηθῇ, δηλαδὴ αἱ συνέπειαι τοῦ προνομίου, τὸ δικαίωμα τῆς καταδιώξεως; Ἔχομεν εἰς τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν διατάξεις, ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὗται περιορίζονται ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος. Κατὰ τοῦτο πρέπει νὰ βελτιωθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§378ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου 4 εἶναι ὁ ἑξῆς. Πρόκειται νὰ ἐξασφαλισθῇ προνόμιον ὑπὲρ τῶν εἰδῶν ἐκείνων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐχορηγήθησαν δάνεια εἰς καλλιέργειαν. Ἐννοεῖται ὅτι δάνεια πρὸς καλλιέργειαν δίδονται πρὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐνάρξεως τῆς καλλιεργείας. Τὸ προνόμιον ἐπὶ τίνων καρπῶν εἶναι; βεβαίως ἐπὶ τῶν καρπῶν, οἱ ὁποῖοι παρήχθησαν δι’ αὐτοῦ τοῦ δανείου κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ τῆς καλλιεργείας. Ὑποθέτω ὅτι θέλει νὰ καλλιεργήσῃ τις σῖτον· θὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον κατὰ τὸν Σεπτέμβριον, ἢ καὶ πρὶν, διότι πρέπει ν’ ἀρχίσῃ καὶ πρὶν ἀκόμη παρασκευάζων τὴν γῆν. Βεβαίως δὲν εἶναι ἀκριβῶς ὡρισμένα τὰ χρονικὰ ὅρια, ἀλλ’ ἐννοεῖται δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐδόθη πρὸ τῆς ἐνάρξεως αὐτῆς τῆς καλλιεργείας. Τότε ἡ καλλιέργεια ποία εἶναι; εἶναι ἡ προπαρασκευή; εἶναι ἄλλη βραδυτέρα περίοδος; π. χ. ἡ ἀγορὰ τοῦ σπόρου, ἡ σπορὰ, ἢ ἄλλα ἔξοδα τῆς καλλιεργείας πρὸς παραγωγήν; Λοιπὸν, ἐνῷ ἐννοεῖ ὁ νόμος, ὅτι τὸ προνόμιον εἶναι ἐπὶ τῶν καρπῶν τῶν παραχθέντων δι’ αὐτῶν τῶν χρημάτων, τῶν χορηγηθέντων πρὸς καλλιέργειαν, καὶ παραγθέντων ἐντὸς τοῦ ἔτους τῆς καλλιεργείας, δὲν ὑπάρχει βέβαιον, καὶ δύνανται διὰ τοῦτο νὰ γίνωνται καθ’ ἡμέραν ἀμφισβητήσεις, ἂν τὸ δάνειον ἐδόθη κατ’ ἐποχὴν τοιαύτην, ὥστε οἱ καρποὶ, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀξιοῖ ὁ δανειστὴς, ὅτι ἔχει προνόμιον, νὰ ἦναι προϊόν αὐτοῦ τοῦ δανείου. Ἀλλὰ ὑποθέτω, ὅτι ἐν τῇ συνομολογήσει τῶν δανείων αὐτῶν θὰ ὁρίζωνται αἱ ἐποχαί. Ἂν ὁρισθῶσιν ἐποχαὶ ἐν τοῖς συμβολαίοις, βεβαίως θὰ ὑπολογίζῃ ὁ δανιστὴς ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου μέχρι συμπληρώσεως ἑνὸς ἔτους γεωργικοῦ, διότι τότε ὑπάρχει ὁ χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δικαιοῦται εὐλόγως νὰ ἰσχυρίζηται ὁ δανειστὴς, ὅτι οἱ καρποὶ παρήχθησαν διὰ τῶν χρημάτων του. Οὐχ ἧττον ὅμως ἔχει ἀοριστίαν τινὰ τὸ ἄρθρον, καὶ καλὸν θὰ ἦτο, ἂν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν διετυποῦτο ἀκριβέστερον.
§379ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ ἄρθρον 4 δύναται νὰ συμπληρωθῇ, ἐὰν συσχετισθῇ πρὸς τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, διότι ἡ ἀσάφεια ἐν τούτῳ ἔγκειται. Πολὺ ὀρθῶς παρετήρησαν, ὅτι τὸ προνόμιον θὰ ἐκτείνηται ἐπὶ τῶν καρπῶν τῶν παραχθέντων κατὰ τὸ ἔτος τῆς καλλιεργείας, καθ’ ὃ τὸ δάνειον ἐδόθη. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, τοὺς καρποὺς τούτους, τοὺς παραχθέντας ἀναμφισβητήτως κατὰ τὸ ἔτος τῆς καλλιεργείας, καθ’ ὃ τὸ δάνειον ἐγένετο, εἰς χεῖρας τρίτου δυνάμεθα νὰ τοὺς κατάσχωμεν ἡμεῖς οἱ δανεισταὶ δανείου καλλιεργείας, καὶ νὰ ἐξασκήσωμεν τὸ προνόμιον; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀμφιβολία. Ὑπάρχει λοιπὸν τὸ δικαίωμα τῆς καταδιώξεως· ἀλλὰ ἐπὶ πόσον χρόνον; Ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον, εἶναι ἐντελῶς ἀόριστον. Ἐὰν ὅμως συσχετισθῇ πρὸς τὰς διατάξεις τῆς Δικονομίας,—διότι περὶ τούτου προβλέπει ἡ Δικονομία—ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Δικονομίας κανονίζεται, τότε θὰ ἔχωμεν τὸ προνόμιον ἐνασκούμενον ἀπεριόριστως μὲν, ἐφ’ ὅσον οἱ καρποὶ εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τοῦ ὀφειλέτου, ἐὰν δὲ ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ ὀφειλέτου μεταβῶσιν εἰς χεῖρας ἄλλου, τότε δύναται νὰ ἀσκηθῇ τὸ προνόμιον ἐντὸς ἓξ ἑβδομάδων, κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Δικονομίας. Μοὶ φαίνεται ὅτι οὕτω πᾶσα ἀσάφεια θέλει ἐκλείψει. (Διαλογικαὶ συζητήσεις).
§380ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τὰ λέγετε.
§381ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ εὑρίσκω λίαν σαφὲς καὶ συμπληροῦν τὰς διατάξεις τῆς Δικονομίας τὸ ἄρθρον 4. Τὸ προνόμιον δὲν χορηγεῖται ἤδη τὸ πρῶτον εἰς τοὺς δανείζοντας, τὸ προνόμιον ὑφίσταται κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Δικονομίας. Τί πρόκειται νὰ κανονισθῇ; Ἡ τάξις μεταξὺ τῶν διαφόρων προνομίων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ διάφοροι χορηγηταὶ δανείων πρὸς καλλιέργειαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ κτήματος. Ἐκ τῶν ἐχόντων τὸ αὐτὸ προνόμιον πολλῶν τυχὸν δανειστῶν προτιμᾶται ὁ πρῶτος ἐγγραφείς. Μόνον κατὰ τοῦτο συμπληροῦται ἡ Δικονομία.
§382Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπέναντι τῶν μὴ ἐγγεγραμμένων.
§383ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὰ διάφορα προνόμια τῶν δανειστῶν, τῶν δανεισάντων χρήματα πρὸς καλλιέργειαν, δὲν θὰ κατατάσσωνται συμμέτρως, ὡς μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ ἄρθρον 4. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τῆς Δικονομίας. Δὲν εἶναι ἀνάγκη οὐδεμιᾶς τροποποιήσεως.
§384ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀσάφεια ἐντελῶς.
§385ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ εὑρίσκω ὅμως σαφὲς ἐγώ, καὶ σεῖς ἀσαφές.
§386ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§387ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὑπάρχουσι δύο τροπολογίαι. Ἡ μία τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κραναίας, ἀφορῶσα τὴν ἐπέκτασιν τῶν χορηγουμένων προνομίων διὰ πάντα τὰ ἐν τῷ Κράτει παρ’ οἱουδήποτε καλλιεργούμενα δάνεια. Ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη...
§388ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§389ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται... Ἐπίσης ὑπάρχει τροπολογία ἑτέρα διαφόρων κυρίων συναδέλφων, τυπωθεῖσα ὡσαύτως καὶ διανεμηθεῖσα, ἀφορῶσα τὴν ἐπέκτασιν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ καὶ αὐτὴ τὴν τύχην τῆς πρώτης;
§390ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§391ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται καὶ αὐτή. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§392ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσιν ἕτερα νομοσχέδια ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§393ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι τὸ περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν...
§394ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Εἶναι ἄλλα νομοσχέδια.
§395ΣΕΧΟΣ. Ἐὰν ἔχετε σκοπὸν νὰ συζητήσωμεν τὸ περὶ ὁρίου ἡλικίας, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἀλλὰ εἰς τοιαύτην ὥραν προκεχωρηκυῖαν δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§396ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Δευτέραν λοιπόν.
§397ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 καὶ 30′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.