Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΔ · Σύνοδος ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Συνεδρίαση 20

1896.12.03

4.399 στίχοι · 34.254 λέξεις · 1 πίνακας · 265 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1896.12.03
Προεδρεία
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗ
Περίοδος
ΙΔ
Σύνοδος
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1897)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20

Τῆς 3 Δεκεμβρίου 1896.

(Τρίτη)

Ὥρᾳ 4 καὶ 20′ μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι τοῦ δήμου Ἰθώμης δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν τῆς δηλώσεως τῶν οἴνων καὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Οἰνοπῶλαι Χαλκίδος δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι τὴν κατάργησιν τοῦ ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐγγείου φόρου.

§2ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω ἐπὶ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς τροποποιημένον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκαταστάσεως συγκοινωνίας δι’ ἁμαξῶν κινουμένων μηχανικῶς.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 125).

§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐγὼ καταθέτω πληροφορίας τινὰς, αἵτινες εἶχον ζητηθῆ παρὰ συναδέλφων κ. Βουλευτῶν, ἤτοι τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, καὶ τοῦ ἐκ Τριφυλίας συναδέλφου, ὅστις εἶχε ζητήσει σημείωσιν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ταμείου Τριφυλίας ἐκ τελῶν χαρτοσήμου.

§5ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ αὐτὸ τὸ σημείωμα. Εἶναι μικρὸν πολὺ, ὥστε δὲν ἀπαιτεῖ μεγάλον κόπον.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφότεραι αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατατεθεῖσαι καταστάσεις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 124–125).

§7Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Χθὲς, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος κατηγόρησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τῷ ἀρτίως γενομένῳ προβιβασμῷ ἑνὸς τῶν κυρίων ἀντιπλοιάρχων εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ πλοιάρχου. Ἠθέλησα ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως, ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἦτο πρέπον νὰ ἀναστείλωμεν καὶ μετὰ τὴν 8ην ὥραν τῆς νυκτὸς τὴν εἴσοδον τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν διὰ τοῦτο δὲν ἀνέλαβον ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως, καὶ διὰ τοῦτο ἐλέχθη χθές, καὶ ἐγράφη σήμερον, ὅτι ἐφυγομαχήσαμεν. Ἀληθῶς ἴσως αὕτη εἶναι ἡ μόνη περίστασις, καθ’ ἣν ἡ φυγομαχία ἐπιτρέπεται, ὅταν τουτέστι μετὰ τετράωρον συζήτησιν ἐπὶ ἐπερωτήσεων πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθῃ τέλος πάντων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλὰ ὁ κ. ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς ἔλεγε χθές, ὅτι διὰ τοῦ ἀρτίως γενομένου προβιβασμοῦ παρεβάθησαν οἱ νόμοι, οἱ ἀφορῶντες τοὺς προβιβασμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, προκειμένου περὶ ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ! Εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἡ θάλασσα μετὰ τῆς ξηρᾶς τοσοῦτον ἀδελφοῦνται.

§8ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοιοῦτον δὲν ἐλέχθη.

§9Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρεβάθη ὁ νόμος ΨΒʹ τοῦ 1861 ἔτους περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν; Βεβαίως, ὁ κ. ἐξ Ὕδρας συνάδελφος ἀπήντα, δεινὴ τοῦ νόμου τούτου παράβασις ἐφιλοτεχνήθη, διότι δῆθεν ὁ νόμος ΨΒʹ τοῦ 1861 ἔτους κατηργήθη διὰ τῆς ἀχρηστίας (!) ὡς πρὸς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἄρθρον. Καὶ εἶναι πάλιν ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν μανθάνομεν, ὅτι οἱ νόμοι ἐν ταῖς Πολιτείαις καταργοῦνται διὰ τῆς ἀχρηστίας! Εὐτυχῶς ἔχομεν τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ἀστικοῦ ἡμῶν νόμου, ὅπερ διαμαρτύρεται κατὰ τῆς τοιαύτης γνώμης, διότι οἱ νόμοι καταργοῦνται μόνον διὰ τῶν νόμων, καὶ καταργοῦνται ἢ ῥητῶς ἢ σιωπηρῶς. Ἀλλὰ νόμος περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ΨΒʹ τοῦ 1861 ἔτους οὐδέποτε ἐξεδόθη. Ἄρα ὁ νόμος οὗτος ἰσχύει κατὰ πάσας αὐτοῦ τὰς διατάξεις. Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὰ Κράτη, ἐὰν διὰ τῆς ἀχρηστίας κατηργοῦντο οἱ νόμοι, διότι τότε εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἤθελεν ὑπεισέλθει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἡ δυναμένη νὰ μὴ ἐφαρμόζῃ τοὺς νόμους. Ἀλλὰ τότε ἤθελον διαμαρτυρηθῆ καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐναντίον τῆς συγχύσεως ταύτης τῶν ἐξουσιῶν, καὶ πρῶτος ἴσως ἤθελεν ὑψώσει τὸν λόγον ὁ ἐκ Βόλου φίλος μου βουλευτὴς κ. Φιλάρετος περὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ποτὲ δυνατὸν διὰ τῆς ἀχρηστίας νὰ καταργῶνται οἱ νόμοι. Ἀπαιτεῖται νόμος, εἴτε ῥητῶς εἴτε σιωπηρῶς καταργῶν προϋπάρχοντα νόμον. Ἀλλά, ἐπαναλέγω, μετὰ τὸν ΨΒʹ νόμον τοῦ 1861 ἔτους «περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν» ὑπῆρξεν ἆρά γε νόμος ἄλλος, καταργῶν αὐτόν, εἴτε ῥητῶς, εἴτε σιωπηρῶς; Παντάπασιν. Ἐὰν λοιπὸν ὁ νόμος περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν δὲν ἀπαιτῇ ὅλα ἐκεῖνα, ὅσα ἀπαιτοῦσιν οἱ νόμοι περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν, ποῦ ἡ παράβασις τοῦ νόμου, ἂν αἱ διατάξεις περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς δὲν ἐτηρήθησαν, προκειμένου περὶ τοῦ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης; Τί λέγει τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νόμου τοῦ 1861 ἔτους «περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν»; (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ τοῦ ἀντιπλοιάρχου καὶ ἀνωτέρω οἱ ναυτικοὶ ἀξιωματικοὶ προβιβάζονται κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως». Οὐχὶ μόνον λοιπὸν οὔτε διάταγμα ἐξεδόθη κανονιστικὸν τοῦ τρόπου τούτου τοῦ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ ὁ νόμος οὗτος τοῦ 1861 ἔτους δὲν ὁμιλεῖ κἂν περὶ ἐκδόσεως ἐκτελεστικοῦ διατάγματος αὐτοῦ, ἀλλὰ σιωπᾷ, ἐνδεικνύων οὕτω εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅτι πᾶν ὅ,τι ὁ νομοθέτης τοῦ 1861 ἔτους ἠθέλησε νὰ ἐγκαταστρώσῃ εἰς νόμον, τὸ ἔπραξεν, ἡ δὲ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἔχει τὸ δικαίωμα διὰ διατάγματος νὰ προβῇ εἰς δῆθεν ἐκτέλεσιν, ἤτοι εἰς καθαρὰν τροπολογίαν τοῦ νόμου, ὡς θέλετε. Διότι, ἐὰν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου τοῦ 1861 ἔτους, προέβαινεν εἰς ἔκδοσιν βασιλικοῦ διατάγματος, κανονίζοντος τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὁ προβιβασμὸς ἀπὸ ἀντιπλοιάρχου εἰς πλοίαρχον ἐνεργεῖται, βεβαίως ἤθελεν ἀντιποιηθῆ τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἥτις δὲν ἐπέτρεψε διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861 ἔτους εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κονονήσῃ ἄλλως τὰ πράγματα ἢ ὅπως ὁ νόμος τοῦ 1861 ἐκανόνισεν αὐτά. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, Κύριοι, ἀλλὰ ἐνῷ περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ βασιλικοῦ ναυτικοῦ ἐξεδόθη ὁ νόμος,—περὶ προβιβασμοῦ λέγω αὐτῶν—ὅστις ποιεῖται λόγον περὶ ἐκδόσεως βασιλικοῦ διατάγματος, κανονίζοντος τὰ προσόντα καὶ τὰς διατυπώσεις, καθ’ ἃς δέον νὰ προβιβάζωνται οἱ οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοί, ὁ νόμος τοῦ 1861 ἔτους σιωπᾷ, καὶ σιωπῶντος τοῦ νόμου, καλῶς ὁ Ὑπουργὸς προεβίβασεν ἀρτίως τὸν ἀντιπλοίαρχον ἐκεῖνον εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ πλοιάρχου, ἀφοῦ, ὅπου ὁ νομοθέτης ἠθέλησε διατυπώσεις, ῥητῶς ἐξεφράσθη. Ἐπαναλέγω, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1861 ἔτους «περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν» δὲν ὁμιλεῖ κἂν περὶ ἐκδόσεως κανονιστικοῦ τοῦ νόμου τούτου διατάγματος, ἐνῷ ἐξ ἀντιδιαστολῆς ὁ νόμος περὶ προβιβασμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ᾼΡΞΒʹ τῆς 29 Μαρτίου 1884 ἔτους (δύνασθε δὲ νὰ εὕρητε αὐτὸν ἐν τῷ «Ναυτικῷ Συνεκδήμῳ», τόμῳ Εʹ, Αʹ, σελ. 351) ἐν ἄρθρῳ 16 ῥητῶς λέγει, ὅτι θέλει ἐκδοθῆ βασιλικὸν διάταγμα, κανονίζον τὸν τρόπον καὶ τὰ προσόντα τοῦ προβιβασμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Τί ἕπεται ἐξ ὅλων τούτων; Ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ Ὑπουργοῦ, εἶναι ἀκέραιον καὶ ἀπεριόριστον. Διατὶ εἶναι ἀκέραιον καὶ ἀπεριόριστον; Οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχω νὰ ἐξετάσω τοῦτο, διότι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχω νὰ εἰσδύσω εἰς τὸν νοῦν τοῦ νομοθέτου τοῦ 1861 ἔτους. Ἐν τούτοις εἶναι βεβαιότατον, ὅτι εὐθὺς ὡς ὁ Βασιλεὺς, ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ Ὑπουργοῦ, θελήσῃ, δύναται τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ νὰ προβιβάζῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς διατυπώσεως ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἀπαιτοῦνται καὶ ἐπιβάλλονται, προκειμένου περὶ τοῦ νόμου, τοῦ ἀφορῶντος τοὺς προβιβασμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Παρετήρει ἡμῖν ὁ ἐξ Ὕδρας συνάδελφος, ὅτι ἐγένετο παράβασις τοῦ νόμου, ὅτι ὁ νόμος ΨΒʹ τοῦ 1861 ἔτους, ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 14, τὸ ἀφορῶν τὸν προβιβασμὸν τῶν ἀντιπλοιάρχων, ἔπεσεν εἰς ἀχρηστίαν· διὰ τίνος τρόπου; Νομίμως; Οὐχί. Διότι εἴδομεν, ὅτι οἱ νόμοι δὲν πίπτουσιν εἰς ἀχρηστίαν· ἀκυροῦνται ῥητῶς ἢ σιωπηρῶς. Ἂς ἴδωμεν ἐν τούτοις, κύριοι Βουλευταὶ, ἂν ἦναι ἀκριβὲς καὶ τοῦτο, τὸ περὶ ἀχρηστίας τοῦ ἄρθρου 14 ὡς πρὸς τοὺς ἀντιπλοιάρχους. Ἄλλοτέ ποτε ὁ νῦν ὑποναύαρχος κ. Μιλτιάδης Κανάρης ἐνήγαγε τὸ Δημόσιον, διότι προεβιβάσθη κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως ὁ συνάδελφος αὐτοῦ Ἀνδρέας Μιαούλης ἀπὸ πλωτάρχου εἰς ἀντιπλοίαρχον, ἐνῷ ὁ κ. Μιλτιάδης Κανάρης ἦν ἀρχαιότερος ἐκείνου. Σημειώσατε τὸ παράδοξον τοῦτο, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1861 ἔτους, ἐνῷ διαγορεύει κατὰ τίνα τρόπον γίγνονται οἱ προβιβασμοὶ πάντων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, σιωπᾷ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν προβιβάζονται οἱ πλωτάρχαι εἰς ἀντιπλοιάρχους. Διατὶ ἐπῆλθεν ἡ παράλειψις αὕτη, εἶναι γνωστὸν, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἀνατρέχων εἰς τὰς πηγὰς τοῦ νόμου τοῦ ἡμετέρου τοῦ 1861 ἔτους, ὧν αἰτία ὑπῆρξεν ἡ παράλειψις αὕτη τοῦ νόμου ὡς πρὸς τὸν προβιβασμὸν τοῦ πλωτάρχου εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιπλοιάρχου. Λοιπὸν ὁ νόμος τοῦ 1861 ἔτους δὲν ὁμιλεῖ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὁ πλωτάρχης προβιβάζεται εἰς ἀντιπλοίαρχον. Μὴ ὁμιλοῦντος τοῦ νόμου, ὁ τότε Ὑπουργὸς προεβίβασε τὸν Ἀνδρέαν Μιαούλην, παραλείψας τὸν νῦν ὑποναύαρχον Μιλτ. Κανάρην, ὅστις τῷ ὄντι, ὡς εἶπον, ἦν ἀρχαιότερος. Ἀγωγὴ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἐκ μέρους τοῦ νῦν ὑποναυάρχου Κανάρη ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου, ἀποῤῥίπτουσα τὴν ἀγωγήν, ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου, ἀποῤῥίπτουσα τὴν ἀγωγὴν, ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 113 τοῦ 1874 ἔτους, ἀποῤῥίπτουσα τὴν ἀγωγήν. Τὸ αἰτιολογικὸν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ τὸ Ἐφετεῖον, ἀποφηνάμενον, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἠδύνατο κατ’ ἐκλογὴν νὰ προβιβάσῃ εἰς ἀντιπλοίαρχον τὸν πλωτάρχην Α. Μιαούλην, καίπερ τοῦ ἀναιρεσείοντος ὄντος ἀρχαιοτέρου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, δὲν παρεβίασε τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νόμου ΨΒʹ τῆς 9 Νοεμβρίου 1861, διότι ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου αὐτοῦ προκύπτει, ὅτι ὁ ἀρχαιότερος προτιμᾶται εἰς τοὺς κατωτέρους βαθμοὺς, ὡς πρὸς τὸν προβιβασμὸν δὲ τοῦ πλωτάρχου ὁ νόμος σιωπᾷ. Σιωπῶντος δὲ τοῦ νόμου αὐτοῦ περὶ τοῦ προβιβασμοῦ ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ πλωτάρχου, ὁ Βασιλεὺς ἠδύνατο νὰ προβιβάσῃ ὅν τινα ἐκ τῶν πλωταρχῶν ἐνέκρινεν εἰς ἀντιπλοίαρχον.» Λοιπὸν, ἐνῷ πρόκειται περὶ βαθμοῦ, περὶ οὗ ὁ νόμος δὲν λέγει κατὰ τίνα τρόπον ἀπονέμεται, δηλαδὴ ὁ βαθμὸς τοῦ ἀντιπλοιάρχου ἀπὸ πλωτάρχου, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἀπὸ τοῦ κατωτάτου μέχρι τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, ἐδέχθη, ὅτι καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς περιστάσεως ἀκόμη δύναται ὁ Βασιλεὺς, ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ προβιβάσῃ τοὺς νεωτέρους, παραλειπομένων τῶν ἀρχαιοτέρων, ὡς ἠκούσατε παράδειγμα εὐγλωττότατον. Ὅταν λοιπὸν, σιωπῶντος, Κύριοι, τοῦ νόμου, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία οὕτως ἑρμηνεύῃ καὶ ἐφαρμόζῃ αὐτὸν, εἶναι, πρὸς Θεοῦ, νὰ γίνεται συζήτησις, διότι ὁ Βασιλεὺς, ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ Ὑπουργοῦ, προεβίβασε κατ’ ἐκλογὴν ἕνα ἀντιπλοίαρχον εἰς πλοίαρχον, ἐνῷ ῥητῶς ἡ γʹ § τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ ΨΒʹ νόμου περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν κελεύει τοῦτο, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἀντιπλοιάρχου καὶ ἀνωτέρω οἱ ναυτικοὶ ἀξιωματικοὶ προβιβάζονται κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως; Ἐγὼ τῷ ὄντι ἐπαινῶ τὸ φιλάδελφον τοῦ κ. συναδέλφου· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ καὶ κατήγορος πράξεως, οὐχὶ μόνον μὴ ἀντιβαινούσης, ἀλλὰ καὶ συμφωνούσης πληρέστατα πρὸς τὰς διατάξεις τῶν κειμένων νόμων. Ἀλλ’ ἔλεγεν, ὅτι ἐγὼ, ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων, κατήργησα τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ στόλου. Ποῖον ἐπιθεωρητὴν τοῦ στόλου; Δεῖξατέ μοι, παρακαλῶ, ἕνα νόμον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀπὸ τοῦ 1833 ἔτους μέχρι τοῦδε, καθ’ ὃν καθιερώθη ἡ διάταξις περὶ ἐπιθεωρητοῦ καὶ ἐπιθεωρήσεως τοῦ στόλου. Ἀλλὰ τί ἐγίνετο; Μέχρι τοῦ 1889 ἔτους ἀνεγράφετο ἡ πίστωσις πρὸς μισθοδοσίαν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στόλου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ δὲ ὑπῆρχε τὸ ἄρθρον 4 τῶν νόμων τῶν κυρούντων τοὺς προϋπολογισμοὺς, ὅπερ ἔλεγεν, ὅτι αἱ δαπάναι, αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ἂν δὲν ἐστηρίζοντο εἰς ὀργανικοὺς νόμους, κατεβάλλοντο διὰ τὸ ἔτος τῆς χρήσεως, νομίμως ἐμισθοδοτεῖτο ὁ ἐπιθεωρητής. Μέχρις ἄρα τοῦ 1889 ἔτους ἐμισθοδοτοῦντο οἱ ἐπιθεωρηταὶ τοῦ στόλου δυνάμει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἄνευ νόμου περὶ ἐπιθεωρητῶν καὶ ἐπιθεωρήσεως τοῦ στόλου. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1889 ἔτους τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη κατήργησε τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ τοῦτο δύνασθε νὰ τὸ εὕρητε ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1889 ἔτους, μέρος Αʹ, σελ. 134, ὅπου τῷ ὄντι δὲν ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος τὸν προϋπολογισμόν. Ἄρα ἀπὸ τοῦ 1889 ἔτους καὶ ἐντεῦθεν κακῶς ἀνεγράφετο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ πίστωσις πρὸς μισθοδοσίαν ἐπιθεωρητοῦ, οὗτινος τὸ ἀξίωμα δὲν ἐβασίζετο εἰς κείμενον νόμον, διότι, ἐπαναλέγω, περὶ ἐπιθεωρήσεως καὶ ἐπιθεωρητῶν τοῦ στόλου οὐδέποτε ὑπῆρξε διάταξις νόμου. Οἱ ἐπιθεωρηταὶ τοῦ στόλου καθιερώθησαν ἐν παλαιοτέρα ἐποχῇ, καὶ πρῶτος μάλιστα ἐπιθεωρητὴς τοῦ στόλου ἐγένετο ὁ ἀντιναύαρχος Ἀντώνιος Κριεζῆς, μετὰ τοῦτον ἐγένετο ὁ ἀντιναύαρχος Κωνσταντῖνος Κανάρης, κατόπιν ὁ ὑποναύαρχος Δ. Σαχίνης, καὶ κατόπιν ὁ ὑποναύαρχος κ. Μιλτιάδης Κανάρης. Ἐνόμισαν δὲ τότε οἱ συντάσσοντες τὸν προϋπολογισμόν, ὅτι ἀπέναντι τῷ ὄντι τῶν μεγάλων ἀγώνων καὶ τῶν λαμπρῶν κατορθωμάτων, ἅτινα οἱ ἀείμνηστοι ἐκεῖνοι ἄνδρες τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος ἐξετέλεσαν, δίκαιον ἦτο, τιμῆς μᾶλλον χάριν, καὶ οὐχὶ πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν περὶ ἐπιθεωρήσεως ἁπανταχοῦ ἰσχυόντων, νὰ ἀναγράφηται ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἡ ἐπιθεώρησις τοῦ στόλου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν μία κἂν ἔκθεσις μιᾶς σελίδος περὶ γενομένης ποτὲ ἐπιθεωρήσεως τοῦ στόλου; Προκαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἵτινες ἐπὶ μακρὰ ἔτη προηγήθησαν ἐμοῦ καὶ διηύθυνον τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, νὰ ἀπαντήσωσιν. Οὐδέποτε ἐνηργήθη ἐπιθεώρησις τοῦ στόλου, ἀπὸ τοῦ 1833 ἔτους μέχρι σήμερον. Τοῦτο δὲ τοσοῦτον εἶναι βέβαιον, ὥστε, ὅταν συνεκάλεσα ἐπιτροπήν τινα, προεδρευομένην παρὰ τοῦ ὑποναυάρχου κ. Μιλτιάδου Κανάρη περὶ μετατροπῆς τῶν θωρηκτῶν, ἠρώτησα τὸν ὑποναύαρχον, τί φρονεῖ περὶ τῆς μετατροπῆς τῶν θωρηκτῶν τούτων, ὁ δὲ ὑποναύαρχος, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν φιλαληθείᾳ, ἐνώπιον πολυμελεστάτης ἐπιτροπῆς ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ὡμολόγησεν, ὅτι οὐδέποτε εἶχεν ἐπιθεωρήσει τὰ θωρηκτά, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν εἶχεν εἰσέλθει εἰς αὐτά. Ἅπαξ μόνον τότε, μετὰ δύο ἡμέρας, μετέβη μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἰσῆλθεν οἱονεὶ εἰς ἄγνωστον χώραν. Ποῦ παρεβάθησαν οἱ νόμοι; Βεβαίως δὲν ἀνέγραψα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 ἔτους τὴν πίστωσιν περὶ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στόλου, διότι ἐξήτασα, ἂν ὑπάρχῃ νόμος, ἐπιβάλλων τοιαύτην ἀναγραφὴν πιστώσεως, καὶ νόμος δὲν εὑρέθη. Ὥστε, Κύριοι, οὔτε ὁ νόμος περὶ ἐπιθεωρητῶν παρεβάθη, ὁ μὴ ὑπάρχων, οὔτε ὁ νόμος περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ βασιλικοῦ ναυτικοῦ παρεβάθη διὰ τοῦ ἐπ’ ἐσχάτων γενομένου προβιβασμοῦ ἑνὸς τῶν κυρίων ἀντιπλοιάρχων εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ πλοιάρχου. Ταῦτα, Κύριοι, τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅστις βεβαίως, μὴ μελετήσας μετὰ πολλῆς προσοχῆς τοὺς σχετικοὺς νόμους, ἀπεφάνθη, ὡς χθὲς ἀπεφάνθη.

§10ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοιαύτην ὄντως ἀνέμενον ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, συνειδὼς τὸ ἀδίκημα, τὸ προσγενόμενον εἰς τοὺς γενναίους αὐτοὺς ναύτας, τοὺς παραλειφθέντας ἐκ τῶν προβιβασμῶν, δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, δὲν κατέθηκεν ἅπερ ἐζήτησα ἔγγραφα, τουτέστιν ἐκθέσεις δικαιολογούσας τὴν ἐκλογὴν αὐτοῦ...

§11Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐκθέσεως.

§12ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Παρακαλῶ... Ὑπεστήριξεν ὅτι ἐγὼ ἀλόγως ἔφερα κατηγορίαν κατ’ αὐτοῦ ἐπὶ παρανομίᾳ. Ἴσως δὲν ἐπρόσεξεν εἰς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, διότι, μικρὰν ἐὰν ἔδιδε προσοχὴν, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι οὐδόλως κατηγόρησα αὐτοῦ ἐπὶ παρανομίᾳ, καθόσον τὸ πρῶτον, ὅπερ ἔπραξα, παρελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἦτο νὰ ἀναγνώσω τὴν ῥητὴν τοῦ νόμου διάταξιν, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προβιβάζῃ κατ’ ἐκλογὴν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀντιπλοιάρχου καὶ ἄνω. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέπεσε καὶ εἰς ἄλλην παρεξήγησιν, ὅτι ἐγὼ κατηγόρησα αὐτοῦ, ὡς παραβάντος τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν. Ἀνέφερα τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν νόμον περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν, ἵνα καταδείξω, ὅτι ἡ διάταξις ἢ παρεμφερὴς ἐν τῷ περὶ προβιβασμῶν στρατιωτικῷ νόμῳ προβλέπει, ὅτι εἰδικὸν Β. Διάταγμα θέλει κανονίσει τὰ προσόντα καὶ τὰς γνώσεις τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἀξιωματικῶν, τουτέστιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς τῶν ἀξιωματικῶν, ἔδει νὰ ἔχῃ καὶ συμπληρωτικὰς διατάξεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὤφειλε νὰ στηρίξῃ τὴν ἐκλογὴν, διότι ἀκριβῶς ἐνταῦθα εἶναι ἡ λεπτότης τοῦ ζητήματος. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἡ ἐκλογὴ νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ αὐθαιρέτως νὰ ἐκλέγῃ οὗτος ἐκ τοῦ στελέχους τῶν ἀξιωματικῶν οἱονδήποτε ἤθελε κρίνει κατάλληλον, ἵνα προβιβάσῃ αὐτὸν κατ’ ἐκλογήν; Καὶ ἐὰν μὲν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐκλέξῃ τὸν ἄριστον, οὐδεὶς ἔχει νὰ ἀντείπῃ τι. Ἀλλ’ εἶναι τόσον εὔκολον νὰ ἐκλεχθῇ ὁ ἄριστος ἐκ μόνης τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἀντιλήψεως, ἐκ μόνης τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἱκανότητος καὶ πείρας; Καὶ εἶναι εἰς θέσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος, τὸ ὁποῖον μετέρχεται, νὰ διαγινώσκῃ τὴν ἀξίαν τῶν ἐν τῷ ναυτικῷ ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν, καὶ περὶ τούτων ν’ ἀποφαίνηται γνώμην, περὶ ἐκλογῆς προκειμένου; Καὶ πῶς θέλει πείσει ἡμᾶς, ὅτι οἱ παραλειφθέντες ὑπῆρξαν ἀνίκανοι, ὁ δὲ ἐκλεχθεὶς ὑπ’ αὐτοῦ ὑπῆρξεν ὁ ἄριστος; Καὶ δὲν φρονεῖ ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ ἄλλοι λόγοι, ἄσχετοι πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐκλογήν;—διότι, καθὸ ἄνθρωπος, ἔχων τὰς ἀτελείας καὶ τὰς ἐλλείψεις τῆς φύσεως, δύναται νὰ ὑποπέσῃ εἰς παρεξηγήσεις, εἰς παρακλήσεις καὶ εἰς πλεῖστα ὅσα ἄλλα, συντελοῦντα εἰς τὴν μὴ κατάλληλον ἐκλογὴν τοῦ μέλλοντος νὰ προβιβασθῇ κατ’ ἐκλογήν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν νὰ βεβαιώσῃ ἡμᾶς, πόθεν ἠρύσθη τὰς πληροφορίας αὐτὰς, καὶ σχετικῶς πρὸς τοῦτο ἀνέφερα καὶ τὴν Ἐπιθεώρησιν, ἡ ὁποία ἀληθῶς, ἀπὸ τοῦ 1833 ἱδρυθεῖσα, ὑπῆρξε νομιμωτάτη. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ δὲν προβλέπουσι καὶ δὲν περιλαμβάνουσι τοιαύτας διατάξεις, καθ’ ἃς ὁ ἐπιθεωρητὴς εἶναι τὸ ἁρμόδιον πρόσωπον, ὅπως συντάξῃ κατὰ τὰς ἐπιθεωρήσεις του καὶ τὸν πίνακα τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα νὰ προβιβασθῶσι κατ’ ἐκλογὴν, συμφώνως πρὸς τὰς πολλαπλᾶς τοῦ νόμου διατάξεις περὶ προβιβασμῶν. Ἀλλὰ θὰ ἦτο προτιμότερον, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐμερίμνα ὑπὲρ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τοῦ ναυτικοῦ, νὰ συμπληρώσῃ τὸν νόμον, προσθέτων τὴν διάταξιν ταύτην περὶ ἐκδόσεως εἰδικοῦ διατάγματος, κανονίζοντος τὰ τῆς ἐπιθεωρήσεως, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ προβῇ ἐλευθέρως εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ πίνακος περὶ ἐκλογῆς, ἂν ἐνόμισεν ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα, καθ’ ἣν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ δὲν πρέπει νὰ προβιβάζωνται κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητος, ἀλλὰ κατ’ ἐκλογήν. Ἐπὶ τούτων λοιπὸν ἐστήριξα τὴν ἀγόρευσίν μου, ἐπὶ τῆς οὐσίας ἄρα· διότι, ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐκλέγῃ ὅντινα αὐτὸς θέλει πρὸς προβιβασμὸν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ δὲν θὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἐκλεκτοτέρους, καὶ νομίζω ὅτι εἷς Ὑπουργὸς, ὅταν ἀποφαίνηται περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, οὓς δὲν γνωρίζει προσωπικῶς, δὲν τοὺς γνωρίζει ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, οὐδ’ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τοὺς διακρίνῃ, ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων πρέπει νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐκλογήν του, καὶ δι’ αὐτὸ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν περιέλαβε τὴν διάταξιν ταύτην ἐν τῷ νόμῳ περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν, καθ’ ἣν «βασιλικὸν διάταγμα θέλει κανονίσει τὰ τῶν προσόντων καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου», καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν στρατιωτικοὶ ἀείποτε, δὲν ἐτόλμησαν νὰ προβιβάσωσιν οἱονδήποτε ἀξιωματικὸν, ἐὰν μὴ προηγουμένως ἤθελον πεισθῆ περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ἐν ταῖς ἐκθέσεσι τῶν ἐπιθεωρητῶν ἀναγραφομένων. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ κοινωνία, καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς ἀνέφερα τὸ παράδειγμα τοῦ 1861, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐκ ναυτικῶν ἀξιωματικῶν ἀποτελεσθεῖσα, ὧν ἡ ἀξία καὶ ἱκανότης ἦτο ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὡς ἐμαρτύρησεν ὁ μετέπειτα χρόνος, διότι πάντες οὗτοι καθεῖξαν τὰς ὑψηλοτάτας βαθμίδας τῆς ναυτικῆς ἱεραρχίας, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀπεφάνθη κατὰ τοῦ προβιβασμοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τοῦ κατ’ ἐκλογὴν γενομένου, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, τῇ εὐχῇ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἔταξεν εἰς ἀργίαν τὸν ἀξιωματικὸν τὸν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν προβιβασθέντα δυνάμει τοῦ ἰδίου νόμου, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέγνωσεν ἐντεῦθεν, καὶ προήγαγε τὸν ἀδικηθέντα. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος παρέμεινεν ἐν ἀργίᾳ μέχρις οὗ ἐκενώθη θέσις ἐν τῷ ναυτικῷ, καὶ ταύτην κατέλαβε. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἱκανὰ ταῦτα πάντα, ὅπως πείσωσιν ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἡ ξηρὰ διάταξις τοῦ νόμου ἦτο ὅπλον ἀκατάλληλον εἰς χεῖράς σας, ἵνα προβῆτε εἰς ἐκλογήν; Καὶ τί! πρέπει νὰ ἀναμένωμεν Μεταπολιτεύσεις, ἵνα ἐπανορθωθῶσι τὰ ἀδικήματα; Ἢ νομίζετε ὅτι εἶναι μικρὸν τὸ ἀδίκημα, ὅπερ σᾶς φαίνεται ὅτι θὰ παρέλθῃ ἐν σιγῇ; Αὐτὸ συνετάραξεν ὁλόκληρον τὸν στόλον, διότι οὐδεὶς πλέον εἶναι βέβαιος περὶ τῆς ὑπάρξεώς του, περὶ τοῦ ἀναφαιρέτου τοῦ βαθμοῦ του, διότι καὶ ὁ ἄριστος ἀξιωματικὸς αὔριον δύναται νὰ ἀπολέσῃ τὸν βαθμὸν αὐτοῦ, βλέπων τὸν νεώτερόν του ὑποσκελίζοντα αὐτόν. Ἐνταῦθα λοιπὸν κεῖται ἡ τοῦ νόμου ἀτέλεια, καὶ ταύτην ἐσεβάσθησαν πάντες οἱ χρηματίσαντες Ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν, ναυτικοί τε καὶ πολιτικοί, ἀπὸ τοῦ 1861 μέχρι τοῦ 1895· διότι, ἂν καὶ οὗτοι προέβαινον εἰς τοιαῦτα ἀδικήματα, θὰ ἐπήρχετο πλήρης ἀποσύνθεσις καὶ παντελὴς ἔλλειψις τῆς πειθαρχίας, θὰ κατεστρέφετο δὲ τελείως τὸ πολεμικὸν ναυτικόν. Ταῦτα εἶχον, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἀπαντήσω, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν φέρετε ἐκθέσεις δικαιολογούσας τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἄρτι προβιβασθέντος εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ πλοιάρχου, βεβαιωθῆτε ὅτι ἡ ἐνέργειά σας εἶναι ἀδικαιολόγητος.

§13Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδὲν ἄρθρον οὐδενὸς νόμου μοὶ ἐπιβάλλει νὰ προσαγάγω ἐκθέσεις. Ἂς ἦναι βέβαιος ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι, ἂν τοιοῦτόν τι ἄρθρον ἐδύνατο νὰ εὕρῃ, ἐγὼ βεβαίως ἤθελον ὁμολογήσει, ὅτι παρέβην τὸν νόμον. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει εἶναι ἀπόλυτον. Διατί; Δυνάμεθα κατόπιν ἐν ἄλλῃ αἰθούσῃ νὰ συζητήσωμεν τοῦτο. Ἐν τούτοις δυνάμει τῶν κειμένων νόμων τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν περὶ προβιβασμοῦ εἰς ἀνώτερον βαθμὸν, κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Βασιλέως καὶ ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ Ὑπουργοῦ, εἶναι ἀπόλυτον. Ἀπέδειξα εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν τοῦτο ἐγένετο, διότι ἠκούσατε, ὅτι ἐγένετο καὶ ἄλλοτε, καὶ ἐνήχθη τὸ Δημόσιον, καὶ ὅτι ὁ ὑποναύαρχος κ. Κανάρης ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἀπὸ τοῦ κατωτάτου μέχρι τοῦ ἀνωτάτου, ἡττήθη, προβαλὼν ὅσα προέβαλεν ὁ ἐξ Ὕδρας κ. συνάδελφος. Εἶναι ἀληθὲς ἐν τούτοις, ὅτι ἐγὼ οὔτε εἰδικότητά τινα ἔχω περὶ τὰ ναυτικά, οὐδ’ ἐπηγγέλθην ποτὲ τοιαύτην, οὐχὶ εἰς τὰ ναυτικά, ἀλλὰ οὐδὲ καὶ εἰς τὴν νομικήν, διότι φρονῶ, ὅτι εἶναι δυσκολώτατον πρᾶγμα νὰ τιτλοφορῆταί τις εἰδικός. Ἀλλὰ περὶ αὐτῆς τῆς εἰδικότητος εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ποιήσωμαι μικράν τινα παρατήρησιν, διότι περιῆλθεν εἰς τὰ ὦτά μου σειρὰ ὁλόκληρος πράξεων εἰδικοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντικειμένων εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἡ παράβασις τῶν νόμων ἀπεδείχθη δι’ ἀποφάσεων τελεσιδίκων τῶν ἡμετέρων δικαστηρίων. Καὶ ἐπειδὴ, Κύριοι, πολλάκις ὁ κ. συνάδελφος ὁμιλεῖ περὶ εἰδικότητος, ὁ συνάδελφος οὗτος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις παρέβη τοὺς νόμους, ὁ εἰδικὸς, ὁ ἐφαρμόζων τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους κατὰ τὴν αὐθαίρετον αὑτοῦ βούλησιν, ἀντιθέτως πρὸς τὰ δόγματα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τοῦ κατωτάτου βαθμοῦ μέχρι τοῦ ἀνωτάτου. Ἂς παύσῃ λοιπὸν ἐγκαλῶν τοὺς μὴ εἰδικούς... Ὑπῆρχεν ἔκθεσις τῆς προϊσταμένης στρατιωτικῆς ἀρχῆς, ἧς δυνάμει ἐθέσατε εἰς ἀργίαν τὸν λοχαγὸν τοῦ πυροβολικοῦ κ. Γεώργιον Μῆτσον, ἐκτελοῦντες τὴν πρᾶξιν προκατόχου ὑμῶν;

§14ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως.

§15Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδαμῶς.

§16ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως.

§17Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδαμῶς.

§18ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑπάρχει ἔκθεσις τοῦ ἀρχηγοῦ.

§19Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐκοινοποιήθη ἡ σύστασις τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου εἰς τὸν ἀξιωματικόν; Ὑμεῖς εὕρετε μίαν πρᾶξιν ἑνὸς τῶν προκατόχων ὑμῶν, ἐντελῶς ἄκυρον καὶ παράνομον... Οὐδεμία ἔκθεσις ὑπῆρχε κατὰ τοῦ λοχαγοῦ, οὐδαμῶς ἐκοινοποιήθη εἰς αὐτὸν ἡ σύστασις τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὅμως ἐθέσατε αὐτὸν εἰς ἀργίαν. Ὁ ῥηθεὶς ἀξιωματικὸς ἐνάγει τὸ Δημόσιον, καὶ δι’ ὁριστικῆς καὶ τελεσιδίκου ἀποφάσεως τὸ Δημόσιον ἡττᾶται. Ἡ πρᾶξις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ εἰδικοῦ, ἐπιτιμᾶται, καὶ τὸ Δημόσιον ζημιοῦται, διότι εἰς ἀξιωματικὸν μὴ ἐργασθέντα ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐπληρώθησαν ὅλοι οἱ μισθοὶ τῆς ἐνεργείας. Ἰδοὺ ἡ ἀδικότης ὑμῶν. Καὶ εἶναι μόνον αὐτό; Τί ἐκάματε εἰς τὸν συνταγματάρχην τοῦ πεζικοῦ Ἀποστολίδην; Ἐθέσατε αὐτὸν εἰς διαθεσιμότητα.

§20ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι ἐγώ.

§21Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐθέσατε αὐτὸν εἰς διαθεσιμότητα ἕνεκα καταργήσεως θέσεως, ἐνῷ οὐ μόνον θέσις δὲν εἶχε καταργηθῆ, ἀλλὰ καὶ ἐχήρευον ἐν τῷ πεζικῷ θέσεις συνταγματαρχῶν. Ὁ συνταγματάρχης ἐνήγαγε τὸ Δημόσιον, καὶ ἐκέρδησε πρωτοδίκως, ἀλλ’ ἐπῆλθεν ὁ θάνατος εἰς τὸν ἀτυχῆ ἄνδρα, καὶ ἡ δίκη διεκόπη. Ἰδοὺ ἡ εἰδικότης ὑμῶν. Τὸν λοχαγὸν Κόρακα τοῦ μηχανικοῦ, τὸν λοχαγὸν τοῦ πεζικοῦ Οἰκονομόπουλον δὲν προεβιβάσατε εἰς λοχαγοὺς πρώτης τάξεως παρανόμως. Οὗτοι ἤγειραν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐκέρδησαν, ἡ δὲ ὑπόθεσις νῦν εὑρίσκεται ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ θέλουσι κερδήσει καὶ ἐκεῖ, διότι εἰς ἀμφότερα τὰ κατώτερα δικαστήρια ἐκέρδησαν, διότι ἔχουσι δίκαιον. Καὶ ἂν ἐξακολουθήσω νὰ ἀναγινώσκω τὰς ἐπιστολὰς περὶ τῶν πράξεων ὑμῶν, ἃς καθ’ ἑκάστην μοὶ ἀπευθύνουσι πολλοὶ ἀξιωματικοὶ, βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι θὰ σχηματισθῇ ἓν κομβολόγιον ἐξ ἐκείνων, ἅτινα μετεχειρίζοντο οἱ μοναχοὶ τοῦ Μεσαίωνος (ἱλαρότης). Λοιπὸν ἐγὼ δὲν ἔχω τῳόντι τὴν εἰδικότητα τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδὲν ὅμως πράττω, ἐὰν δὲν συμβουλευθῶ καὶ τοὺς νόμους καὶ τοὺς εἰδικούς, οὓς οὐδέποτε ἐπὶ τῶν προκειμένων περιστάσεων συνεβουλεύθητε ὑμεῖς.

§22ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὡς πρὸς τὸν Μῆτσον, ἀληθῶς ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἐτέθη εἰς ἀργίαν ἕνεκα πειθαρχικῆς παραβάσεως, ἥτις ἐδικάσθη ἐνώπιον Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ὡς ὡμολόγησεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, καὶ ἐννοεῖται ὅτι συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου ἐτέθη εἰς ἀργίαν. Περὶ Ἀποστολίδου οὐδὲν λέγω, διότι οὗτος ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα οὐχὶ ὑπ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ ὑπὸ τοῦ προκατόχου, ὡς δύναται νὰ διαβεβαιώσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ὁ ποιησάμενος τότε τὴν ἐπερώτησιν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τ’ ἄλλα, οὐδεμίαν ἔχουν σημασίαν, ἂν τουτέστι δὲν προὐβιβάσθη λοχαγός τις Βʹ τάξεως εἰς λοχαγὸν πρώτης τάξεως, οὐχὶ ὑπ’ ἐμοῦ πάντοτε. Ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα καταγγέλλεσθε παρ’ ἐμοῦ, εἶναι σοβαρὰ, εἶναι παραγνώρισις ὑπηρεσιακῶν δικαιωμάτων, εἶναι πράξεις, δι’ ὧν ἀναστατοῦται ὁλόκληρος ὁ ναυτικὸς κόσμος, καὶ ἔρχεσθε νὰ παραβάλλητε ταῦτα μὲ τὸν μὴ προβιβασμὸν ἑνὸς λοχαγοῦ ἀπὸ δευτέρας τάξεως εἰς πρώτην!

§23ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετ’ εὐχαριστήσεως ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἀποδίδοντα τόσην σημασίαν εἰς τὴν ὕπαρξιν καὶ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΨΙΒʹ, διότι ἐσκόπουν ν’ ἀπευθύνω πρὸς αὐτὸν ἐπερώτησιν, ἢ μᾶλλον σύστασίν τινα, βασιζομένην εἰς τὴν μὴ ὁλοσχερῆ ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου· ἡ σημερινὴ δὲ συζήτησις περὶ αὐτοῦ μοὶ δίδει τὴν εὐκαιρίαν. Ὁ νόμος οὗτος, ὁ περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν, διατάσσει ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 5 μέχρι τοῦ ἄρθρου 12 τὰ τῶν προβιβασμῶν εἰς ἅπαντας τοὺς βαθμοὺς, ἀπὸ τοῦ δοκίμου, νῦν σημαιοφόρου, μέχρι τοῦ ἀντιναυάρχου, καὶ ὁρίζει ἐν ἑκάστῳ ἄρθρῳ μετὰ μεγάλης ἀκριβείας καὶ λεπτομερείας, ὅτι ἐν ἑκάστῳ βαθμῷ ὁ ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον κατὰ θάλασσαν, ἢ, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ νόμου, «ἐπὶ πλοίου βασιλικοῦ». Ἡ ὑπηρεσία τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ θάλασσαν ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ νόμου τούτου, ὡς ὑποχρέωσις πρός τε τὴν Πολιτείαν καὶ πρὸς τὸν ἀξιωματικὸν αὐτόν. Ἡ κατὰ θάλασσαν ὑπηρεσία εἶναι συμπλήρωσις τῆς μορφώσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ Πολιτεία θέλει νὰ ἔχῃ ὡς ἄριστα μεμορφωμένον διὰ τὸν προορισμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει καλέσει αὐτόν. Ἀλλὰ μανθάνω μετ’ ἀπορίας, ὅτι πολλοὶ ἀξιωματικοὶ, πρὸ πολλῶν ἐτῶν προβιβασθέντες εἴς τινα βαθμὸν, δὲν ἐκλήθησαν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν νὰ τελέσωσι τὴν θαλάσσιον λεγομένην ὑπηρεσίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐλπίζω ὅτι εἰς τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἀντιτάξῃ ἐναντίαν τινὰ διάταξιν τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, ἢ ἄλλον τινὰ λόγον ἰσχυρὸν, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος οἱονεὶ δημοσίας τάξεως, καὶ ὁ νόμος πρέπει νὰ ἐκτελῆται.

§24Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν μοὶ ἀναφέρετε, παρακαλῶ, μερικὰ ὀνόματα τοιούτων ἀξιωματικῶν, ἵνα μελετήσω τὸ ζήτημα;

§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τί τὰ ὀνόματα; Δύναμαι ἐν τούτοις (διότι ἔχω τὴν «Ἐπετηρίδα» ἐκεῖ, εἰς τὸ γραφεῖον τῆς θέσεώς μου) δύναμαι νὰ σᾶς δώσω μετὰ ταῦτα τὰ ὀνόματα. Παραδέχεσθε ὅτι ἐν ἑκάστῳ βαθμῷ πρέπει ἕκαστος ἀξιωματικὸς νὰ καλῆται ὑποχρεωτικῶς, ἵνα ὑπηρετῇ ἐν πλοίῳ τὸν χρόνον τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας του; Ὑπάρχει δέ τις λόγος, δι’ ὃν ἀξιωματικός τις, καὶ αἰτῶν εἴτε προφορικῶς εἴτε ἐγγράφως παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ κληθῇ εἰς τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, νὰ μὴ καλῆται; Ὑπάρχει, ὡς γνωρίζετε, (διότι, ὅσον καὶ ἂν δὲν ἦσθε εἰδικὸς, βεβαίως ὅμως ἠσχολήθητε κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπουργίας σας εἰς τὰ τοιαῦτα, καὶ τὰ γνωρίζετε,) ὑπάρχει διάταγμα βασιλικὸν, ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1867 ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Σαχτούρη, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι «οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ θέλουσι τοῦ λοιποῦ ὑπηρετεῖ κατὰ θάλασσαν ἐκ περιτροπῆς, ἡ δὲ θαλάσσιος αὕτη ὑπηρεσία δὲν θέλει ὑπερβαίνει τὰ δύο ἔτη.» Ὁ αὐτὸς δὲ Ὑπουργὸς, ὡσεὶ φοβούμενος μὴ εἴτε αὐτὸς ὁ ἴδιος εἴτε ἄλλος τις Ὑπουργὸς παραλίπῃ τὸ καθῆκον τοῦτο, τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην τῆς προσκλήσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ εἰς τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, ἐξέδωκε διαταγὴν, τῇ 20 Ἰανουαρίου 1868, ἐν τῇ ὁποίᾳ λέγει: «Πρὸς ἐκτέλεσιν δ’ αὐτοῦ (τοῦ εἰρημένου Β. Διατάγματος) καὶ ἵνα τοῦ λοιποῦ προληφθῶσι τὰ ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἐνδεχόμενα παράπονα, συνιστᾶται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, οὗ προϊστάμεθα, βίβλος, ἐν ᾗ θέλουσιν ἐγγράφεσθαι ἐκεῖνοι τῶν ἀξιωματικῶν, ὅσοι, μὴ τελέσαντες τὴν διετῆ θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, ἐπιθυμοῦσι νὰ ὑπηρετήσωσι κατὰ θάλασσαν· ἐν τῇ βίβλῳ δὲ ταύτῃ θέλει σημειωθῆ ἐν οἰκείῳ τόπῳ καὶ ἡ περὶ τούτου αἴτησις αὐτῶν, ὅπως ἐν δέοντι ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐνεργηθῇ. «Καλοῦμεν ὅθεν τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικοὺς νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἀνωτέρω αἴτησιν ἐντὸς ἑβδομάδος ἀπὸ τῆς λήψεως τῆς παρούσης...» κλπ. Ἂν δ’ ἔχωμεν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ὁλόκληρον τὸ χρονικὸν διάστημα, καὶ διπλάσιον καὶ τριπλάσιον τούτου, τῆς διετίας δηλαδή, ἔχομεν καὶ ἀξιωματικοὺς ἀναμένοντας ἐπὶ ἕν, δύο, τρία ἔτη, αἰτοῦντας τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν των, ἀλλὰ μὴ καλουμένους εἰς αὐτὴν παρ’ ὑμῶν. Καὶ τοῦτο συνέβη καὶ παρ’ ἄλλων Ὑπουργῶν, οὐδὲ ἐννοῶ νὰ αἰτιαθῶ μόνον ὑμᾶς ἐπὶ τούτῳ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οὕτω προσβάλλεται νόμος, λαμβάνων τὴν ἀφορμὴν ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νόμου ΨΒʹ, ποιοῦμαι πρὸς ὑμᾶς τὴν σύστασιν ταύτην, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐξετάσητε, — δύναμαι νὰ σᾶς δώσω καὶ ὀνόματα — ἂν ὑπάρχουν ἀξιωματικοί, μὴ καλούμενοι εἰς τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, διότι οὕτω δύναται νὰ προσγένηται καὶ ἀδίκημα εἰς αὐτούς, διότι δύνανται νὰ ἀποκλεισθῶσι τοῦ δικαιώματος τοῦ προβιβασμοῦ, ὀψέποτε ἤθελε παρουσιασθῆ θέσις ἢ ἀποκτήσωσι τὰ λοιπὰ προσόντα.

§26Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔλεγον εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι ὁ Ἕλλην ἕνα ἔχει ἐχθρόν, τὴν Κυβέρνησίν του· ἀπὸ τοῦ γεωργοῦ μέχρι τοῦ τραπεζίτου, ἀπὸ τοῦ ἐμπόρου καὶ τοῦ βιομηχάνου μέχρι τοῦ ναυτιλλομένου, ἕνα ἔχει ἐχθρόν, τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν. Ἡ κεντρικὴ ἐξουσία εἶναι ὁ κακὸς δαίμων τοῦ τόπου τούτου, τὰ πάντα καταστρέφει, τὰ πάντα ἀπειλεῖ. Ἀλλὰ δὲν ὑπέθετον, ὅτι ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ μέχρι τοῦ βαθμοῦ, μέχρις ἐπιθυμίας τοῦ νὰ στειρεύσῃ καὶ τὴν σπουδαιοτέραν τῶν πηγῶν, διὰ τῶν ὁποίων συνετελέσθησαν καὶ μεγαλείτερα ἐθνωφελῆ καὶ κοινωφελῆ ἔργα, τὴν γενναιοδωρίαν τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων. Τίς ἐξ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, ἀγνοεῖ, ὅτι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου μέχρι σήμερον ὅ,τι ἔχει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐπιδείξῃ ὡραῖον, χρήσιμον καὶ ἐπωφελές, τὸ ὀφείλει κατὰ πλεῖστον εἰς τὴν γενναιοδωρίαν τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων; Διότι ὁ Ἕλλην ἀπομακρύνεται ἐκ τῆς ἑστίας του, ἀλλὰ ἀπομακρύνεται μὲ τὸν ἱερὸν πόθον, ἵνα ἐπανέλθῃ, ἀποστέλλων καὶ πρὶν ἢ ἐπανέλθῃ χρήματα πρὸς κατασκευὴν κτιρίων καὶ ἄλλων ἐθνωφελῶν ἔργων, οὐχὶ δὲ σπανίως διαθέτει τὸ πλεῖστον ἢ τὸ ὅλον τῆς περιουσίας του ὑπὲρ ἐθνικῶν σκοπῶν. Οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εὑρισκόμενοι Ἕλληνες δὲν ἔχουσι περισσότερον πατριωτισμὸν ἡμῶν τῶν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι εὑρισκομένων, ἀλλ’ ἡ ἀπόστασις, ἡ νοσταλγία πολλάκις ἐπαυξάνει εἰς ἐκείνους τὰς ἐντυπώσεις τοῦ πατριωτισμοῦ, καὶ φαντάζονται τὴν Ἑλλάδα μεγάλην, φαντάζονται αὐτὴν δυναμένην νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἐμπρέπον σημεῖον, ὡς ναυτικὴ δύναμις ἐν τῇ Μεσογείῳ. Ὑπῆρχεν ἐν Αἰγύπτῳ ἔντιμος ἔμπορος, ὅστις διὰ τοῦ ἱδρῶτός του καθ’ ὅλον τὸν βίον αὐτοῦ συνεκέντρωσε περιουσίαν οὐκ εὐκαταφρόνητον, καὶ ἐμελέτησε κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸν θησαυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἐσκέφθη ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἄνευ στόλου εἶναι ἐντελῶς ἀνίσχυρος, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ζῶσα, καὶ ἐμελέτησεν, ὅτι πρὸ παντὸς ἔχει ἀνάγκην Ναυτικῆς Σχολῆς. Ἕνεκα βεβαίως λόγων πολλῶν, ἀνερχομένων εἰς πολλὰς δεκαετηρίδας, μὴ βαρυνόντων μόνον τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐδόθη ἐγκαίρως ἡ προσήκουσα προσοχὴ καὶ δὲν κατεβλήθη ἡ δέουσα ἐπιμέλεια πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων· διὰ τοῦτο καὶ ἀτυχῶς δὲν κατεσκευάσθη Ναυτικὴ Σχολή, καὶ—τὸ χείριστον—δὲν ἐναυπηγήθη μέχρι τοῦδε ἐκπαιδευτικὸν πλοῖον. Καὶ τὴν μὲν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ πλοίου ἐξεπλήρου, ὡς μὲ ἐπληροφόρησε συνάδελφος, ἄλλοτε ἱστιοφόρον, ὀνομαζόμενον «Ἀριάδνη», βραδύτερον δ’ ἕτερα, ὁ «Ἄρης» καὶ ἡ «Ἑλλάς», ἀλλὰ πάντα ταῦτα διατελοῦσιν εἰς ἀποστρατείαν, ἕνεκα τῆς μακρᾶς των ἡλικίας, ἤδη δὲ ἐκτελεῖ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ὁ «Ἀλφειός», πλοῖον μὴ ναυπηγηθὲν ἐπὶ τούτῳ, δι’ ὃ καὶ ἀκατάλληλον. Καὶ ἤδη ὁμιλοῦμεν περὶ ναυτικῶν παρασκευῶν, ὁμιλοῦμεν περὶ δράσεως, καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια περὶ κατασκευῆς ἐκπαιδευτικοῦ πλοίου, ἐὰν δὲ καλῶς ἐνθυμοῦμαι, δὲν ἤκουσα κἄν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς τὴν παρήγορον ἐλπίδα, ὅτι ἐπασχολεῖ αὐτὸν τοιαύτη σκέψις! Μόνον ἐν ἐκθέσει ἑνὸς μέλους τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐμελέτησε τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια, τοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συναδέλφου κ. Παπαμιχαλοπούλου, εὗρον ὀλίγας γραμμάς, ἐν ταῖς ὁποίαις ὑποδεικνύεται ἡ τοιαύτη ἀνάγκη, ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμίαν κυβερνητικὴν μέριμναν βλέπω περὶ τούτου, οὔτε περὶ πλοίου, οὔτε περὶ κτιρίου Ναυτικῆς Σχολῆς. Ἀλλὰ γενναῖος δωρητὴς Ἕλλην, εὑρισκόμενος ἐν Τάντᾳ, ὀνομαζόμενος Πανταζῆς Βασάνης, καταγόμενος δ’ ἐκ Πορταριᾶς τοῦ Πηλίου, ἐν ᾧ ἠσχολεῖτο περὶ τὸ ἐμπόριόν του, ἐσκέπτετο ταὐτοχρόνως νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν του, συνέταξε δὲ πρὸς τοῦτο τὴν διαθήκην του, καθ’ ὅλα τακτικὴν, φέρουσαν χρονολογίαν τῆς 21 Ἀπριλίου 1890. Μετὰ ἓν καὶ ἥμισυ περίπου ἔτος, ἤτοι εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1892, ἀπεβίωσεν. Ἐκ τῆς δημοσιευθείσης διαθήκης του ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ Πανταζῆς Βασάνης ἐγκατέστησε κληρονόμον του τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ Ἰωάννην Βασάνην, εἰς ὃν παρήγγειλε τὴν ἐκτέλεσιν ὡρισμένων κληροδοτημάτων, μετὰ τὴν διάταξιν τῶν ὁποίων προσεπιλέγει τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Τὴν μετὰ ταῦτα περιουσίαν μου—δηλαδὴ μετὰ τὴν κληροδότησιν τοῖς ὑπαλλήλοις μου καὶ ὑπηρέταις—διαιρῶ εἰς ἑκατοστὰ καὶ κληροδοτῶ ὡς ἕπεται»,—προσέξατε, κύριοι Βουλευταὶ, προσέξατε, διότι ἀκριβῶς ἐκ τῶν λέξεων τούτων θέλετε δικάσει ὅλας ἐκείνας τὰς Κυβερνήσεις, αἵτινες ὑπέπεσαν εἰς βαρέα ἁμαρτήματα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς διαθήκης,— «αʹ) 60 ἑκατοστὰ κληροδοτῶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ κτίσῃ αὕτη Ναυτικὴν Σχολὴν ἐν Πειραιεῖ, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ στοιχίζῃ πλέον τῶν 500,000 φράγκων εἰς χρυσόν, ἤτοι δραχμῶν νέων εἰς χρυσὸν, τὰ δὲ ἐπίλοιπα νὰ καταθέσῃ ἔντοκα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ διὰ τῶν τόκων αὐτῶν νὰ πέμπωνται εἰς Εὐρώπην καὶ Ἀμερικὴν τινὲς ἐκ τῶν ἱκανωτέρων καὶ ἐπιμελεστέρων τελειοφοίτων τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, μετὰ αὐστηρὰς καὶ ἀμερολήπτους ἐξετάσεις, ὅπως οὗτοι τελειοποιῶνται ἐκεῖ εἰς τὰ ναυτικὰ ἢ εἰς τὴν μηχανικήν.» Καὶ ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, κατ’ ἐπανάληψιν λέγοντος, ὅτι στερούμεθα μηχανικῶν, ἐνῷ ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, πρὶν ἢ λεχθῇ τοιοῦτόν τι ἐντεῦθεν, ὅτι, ἐὰν ἐστερούμεθα καλῶν μηχανικῶν, ὑπῆρχε κεφάλαιον πρὸς τοῦτο. Ὥρισε δὲ ἐκτελεστὰς τῆς διαθήκης του ὁ μακαρίτης συμπατριώτης μου τοὺς κ. κ. Δημήτριον Σπυρίδην, ἔμπορον ἐν Βόλῳ, Ἰωάννην Ἀθανασάκην, δικηγόρον ἐν Καΐρῳ, καὶ Σταμάτιον Κωνσταντινίδην, ἰατρὸν ἐν Τάντᾳ. Ἡ πρώτη σκέψις τῆς ἐπισήμου Ἑλλάδος, τῆς κακοποιοῦ ταύτης δυνάμεως τῆς χώρας,—καὶ λυποῦμαι οὕτω χαρακτηρίζων αὐτὴν—ἦτο, πῶς νὰ λάβῃ τὸ χρῆμα, καὶ πρὸ παντὸς προσεπάθησε νὰ ἐκτοπίσῃ (déplacer) τὸν κληρονόμον, ὅστις κατ’ ἀρχὰς ἐμαρτύρησε, τὸ δὴ λεγόμενον, μετὰ τῶν ὑπαλλήλων, διότι ἡ Κυβέρνησις ἠξίου νὰ λάβῃ κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐκκαθαρίσεως τὴν θέσιν κληρονόμου, ἐνῷ ἦτο κληροδόχος, καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου ἦσαν ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Ἀστικῷ νόμῳ, ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ, αὐθαιρέτως ὅμως παρεμέρισεν, ἐξετόπισε καὶ τὸν κληρονόμον καὶ τοὺς ἐκτελεστάς, καὶ ἤρξατο ἡ Κυβέρνησις συγκεντρόνουσα τὸ χρῆμα. Ἐπῆλθε τέλος συνεννόησις μετὰ τοῦ κληρονόμου, ὡρίσθη ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅστις καὶ μετὰ τοῦ κληρονόμου προέβη ὁμαλῶς καὶ τακτικῶς εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν. Ἐξεδόθη ὁ νόμος ͵ΒΡΙΖʹ τῆς 28 Δεκεμβρίου 1892, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ νόμου ἐξεδόθη τὸ ἀπὸ 2 Ἰουλίου 1893 Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐκανόνισε τὸν τρόπον τῆς ἐκποιήσεως τῶν κινητῶν καὶ τῶν ἀκινήτων τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ περιουσιῶν, προερχομένων ἐκ κληρονομιῶν. Ἐμανθάνομεν, ὅτι εἰσήρχοντο χρήματα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ εἰσήρχοντο εἰς χρυσὸν, ἀλλ’ οὐδὲ σημεῖον περὶ Ναυτικῆς Σχολῆς, οὐδὲ σημεῖον περὶ ἀποστολῆς ὑποτρόφων! Ἐὰν δὲ πάντες οἱ Ἕλληνες μετὰ τοῦ αὐτοῦ ὤφειλον ἐνδιαφέροντος νὰ παρακολουθῶσι τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλ’ οἱ συμπατριῶται τοῦ δωρητοῦ, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς πατρίδος του, εἶχον καὶ ἓν πρόσθετον καθῆκον, νὰ ἀντιπροσωπεύσωσιν ἐκεῖνον εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν δικαιωμάτων του, εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς τελευταίας του ἱερᾶς θελήσεως. Ἀνέμενον πληροφορίας θετικὰς, διὰ νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου, ὅτε ἡμέραν τινὰ ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. συνάδελφος, λαβὼν ἀφορμὴν ἐξ ἄλλης ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Βόλου συναδέλφου κ. Σχινᾶ, ἠρώτησε περὶ τοῦ κληροδοτήματος τούτου· ἔσπευσα τότε νὰ συμμετάσχω εἰς τὴν συζήτησιν καὶ νὰ καταθέσω ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου, τῇ 15 Φεβρουαρίου 1895, ἡ δὲ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν δὲν ἠμέλησε νὰ καταθέσῃ πληροφορίας, ὅσας ἠδυνήθη. Θέλομεν ἐξετάσει, ἐὰν ἦναι ἐπαρκεῖς καὶ ἀκριβεῖς. Ἔχετε καὶ ταύτας ὑπ’ ὄψιν σας, τυπωθείσας τῇ προτάσει μου. Παρετηρήσατε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι εἰς τὴν δευτέραν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, θέλετε εὕρει προϋπολογιζόμενον τὸ ποσὸν, τὸ προερχόμενον ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τούτου καὶ προοριζόμενον πρὸς τοὺς δύο ἐκτεθέντας σκοποὺς, ἐξ 1,200,000 φράγκων χρυσῶν, ἀντιστοιχούντων εἰς δύο περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν.

§27Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δύο ἑκατομμύρια φράγκων.

§28Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. 1,200,000 φράγκα χρυσᾶ ὑπολογίζεται τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ κληροδοτήματος.

§29Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ὅλη περιουσία 2,000,000.

§30Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ὅλης περιουσίας, ὁμιλῶ περὶ τῆς πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἐγκαταλειφθείσης περιουσίας, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 2 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν χαρτίνων. Ἐλησμόνησα νὰ προσθέσω, ὅτι ὁ γενναῖος οὗτος δωρητὴς δὲν ἐλησμόνησε καὶ τὴν πατρῴαν αὐτοῦ χώραν, διότι ἀφῆκε 10 ἑκατοστὰ πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ μεταξὺ Βόλου καὶ Πορταριᾶς, ἥτις καὶ αὕτη εὗρε πολλὰ προσκόμματα, ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν ἦτο πλέον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀλλὰ τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ ἐμερίμνησε δραστηριώτερον, τῇ παροτρύνσει καὶ τοῦ κληρονόμου κ. Ἰωάννου Βασάνη, καὶ ἐπὶ τέλους ἤρξατο ἡ κατασκευὴ, ἐλπίζεται δὲ, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν θὰ περατωθῇ ἡ τόσῳ χρήσιμος ὁδὸς αὕτη. Πρόκειται λοιπὸν περὶ κληροδοτήματος δύο ἑκατομμυρίων, καὶ ἐὰν ἡ Ἑλλὰς λίαν εὐγνωμόνως, ἀλλὰ καὶ λίαν δικαίως, προσήνεγκε τὸν ἁρμόζοντα ἔπαινον εἰς ἄλλον δωρητὴν ἐξ Αἰγύπτου, τὸν κ. Γεώργιον Ἀβέρωφ, ὁ ὁποῖος συνετέλεσεν εἰς τὴν τέλεσιν τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ παροραθῇ καὶ ὁ Πανταζῆς Βασάνης, ὁ ὁποῖος προσήνεγκεν ἐπίσης ἕτερα δύο ἑκατομμύρια πρὸς σκοπὸν ἐξ ἴσου ἱερὸν καὶ ἠθικόν. Ἤθελεν εἶσθαι ἄγνωστος ἐντελῶς, ἐὰν μὴ ὑπῆρχεν ἡ ἐλευθερία τοῦ βήματος, καὶ ἂν μὴ ὑπῆρχον ἀντιπρόσωποι, ὅπως φέρωσιν ἐνώπιόν σας τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἤθελον ὁριστικῶς ἐξατμισθῆ τὰ δύο ἑκατομμύρια πρὸς διορισμὸν θεσιθηρῶν, παρασίτων, καταβροχθιζόντων ἀσπλάγχνως καὶ αὐτὸ τὸ ἱερὸν χρῆμα. Ἀλλὰ φέρε ἐξετάσωμεν, ποῦ εὑρίσκεται ἡ ἐκκαθάρισις; τί κατετέθη, ποῦ εὑρίσκεται, εἰς τί ἐχρησίμευσε καὶ ποία ἡ τύχη αὐτοῦ; Ἐν τῇ τρίτῃ ἀπαντήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν θέλετε εὕρει ῥητῶς καὶ σαφῶς, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε ἐκ τοῦ εἰρημένου κληροδοτήματος ληφθέντα καὶ κατατεθέντα εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον κατὰ διαφόρους ἐποχὰς χρήματα ἀνέρχονται εἰς τὰ ἑξῆς ποσά. Πρώτη δόσις, ἡ κατατεθεῖσα κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1892, ἐκ φρ. χρ. 207,784,—σᾶς χαρίζω τὰ ἑκατοστά.—Δευτέρα δόσις 127,000, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐν ὅλῳ ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου 1892 μέχρι τῆς 15 Μαΐου 1894,— κρατήσατε δὲ τὰς χρονολογίας, αἱ ὁποῖαι θέλουσι χρησιμεύσει,—τὸ ποσὸν ἀνῆλθεν εἰς φρ. χρ. 745,263, ἅτινα κατὰ τὴν σημερινὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ ὑπολογίζονται εἰς 1,200,000 περίπου δραχμάς. Τί ἔγεινεν αὐτὸ τὸ χρῆμα; Σᾶς ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μετὰ πολλῆς εἰλικρινείας, ἀλλὰ καὶ ὑπερβολικῆς ἀφελείας, ἡ ὁποία ὅμως μέχρι τῆς ἀναῤῥήσεως τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως πίπτει εἰς ἄλλους, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐντεῦθεν πίπτει ὁλόκληρος ἐπὶ τὰς κεφαλὰς τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν (ἀναγινώσκει): «Ὁλόκληρον τὸ ἀνωτέρω ποσὸν διετέθη παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰς διαφόρους κατὰ καιροὺς παρουσιασθείσας δημοσίας ἀνάγκας». «Εἰς διαφόρους»! Μάλιστα ἡ φράσις εἶναι δι’ ἀραιῶν στοιχείων. «Ἐκ τοῦ ἀνωτέρου ποσοῦ,—ἐξακολουθεῖ τὸ σημείωμα—ὁλοκλήρου ὄντος εἰς χρυσὸν, κατελογίσθη μόνον εἰς τὴν πρώτην δόσιν τῶν 207,784 νομισματικὴ διαφορὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐκ δραχμῶν 90,268.90.» Ἐδαπανήθη λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ χρῆμα αὐτὸ τοῦ μακαρίτου Πανταζῆ Βασάνη εἰς διαφόρους κατὰ καιροὺς παρουσιασθείσας δημοσίας ἀνάγκας παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὡς μᾶς πληροφορεῖ ξηρῶς καὶ ἄνευ σχολίου τινὸς αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἐὰν ἐδαπανήθη —καὶ κακῶς ἐδαπανήθη—παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, θὰ ἐξετάσωμεν, διατὶ καὶ ὑπὸ τῆς νῦν δὲν εἰσήχθη εἰς τὸ ταμεῖον; Ἐξακολουθῶ ὅμως σχολιάζων τὰς ἀπαντήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐδῶ φαίνεται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν μαχόμενον ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων του ἀπὸ τοῦ ἔτους 1894, ἀλλὰ μαχόμενον ἀσκόπως καὶ ματαίως, κατὰ τίνος; κατὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον καθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἐποχὰς διηυθύνετο καὶ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς πρώην καὶ νῦν Κυβερνήσεως. Διότι λέγει ἡ πέμπτη ἀπάντησις (ἀναγινώσκει): «Διὰ τὰ ἀνωτέρω ποσὰ, τὰ κατατεθέντα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ τὰς προεκτεθείσας ἐποχὰς, δὲν ἐλογίσθη εἰσέτι τόκος, καίτοι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10225 ἀπὸ 28 Μαΐου 1894 ἐγγράφου του πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ᾐτήσατο τὴν μετατροπὴν εἰς τραπεζογραμμάτια τῶν κατατεθέντων ποσῶν εἰς χρυσὸν καὶ τὴν ἔκδοσιν χρηματικοῦ γραμματίου εἰς πίστωσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τῷ νομίμῳ τόκῳ.» Ἐξακολουθῶ. Ἡ ἕκτη καὶ τελευταία ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἡ ἀκόλουθος (ἀναγινώσκει): «Ἡ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ὑπηρεσία τῶν φάρων καὶ δημοσίων ναυτικῶν κτιρίων ἔχει ἤδη συγκεντρώσει διαφόρους μελέτας πρὸς ἀνέγερσιν τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὴν ὑπὸ τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Βασιλόπαιδος Γεωργίου καταρτισθεῖσαν, ἥτις φαίνεται καὶ ἡ μᾶλλον ἁρμόζουσα πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς Σχολῆς καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ διαθέτου, καὶ ὅτι ἀναμένεται ἡ τακτοποίησις τοῦ περὶ οὗ πρόκειται κληροδοτήματος, καὶ ἰδίᾳ ἡ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δήλωσις, ὅτι τὸ ἀνωτέρω ποσὸν δύναται νὰ τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου, πρὸς ἕναρξιν τῆς κατασκευῆς τοῦ κτιρίου τούτου. Ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ τὸ σημείωμα, καὶ ἠδύνατο καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸ ἐγκρίνῃ, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ἔπρεπε νὰ δώσῃ καὶ πλείονας ἐξηγήσεις, ἐκτὸς ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ καταδικάσωσιν ἑαυτοὺς διὰ τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Εὐθὺς μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ σημειώματος ἐκτὸς ἐμοῦ καὶ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος, ὁ κ. Τοπάλης, ἂν μὴ ἀπατῶμαι, ἔφερε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, κατόπιν δὲ καὶ ὁ κ. Σχινᾶς, πάντες δὲ ἐζητήσαμεν τὴν τακτοποίησιν τουλάχιστον, ἔστω καὶ ἀργὰ, τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ Βασανείου κληροδοτήματος. Ταῦτα ἐγένοντο τὴν 12 Μαρτίου 1896, τὴν δ’ ἐπιοῦσαν ἐπανῆλθε καὶ αὖθις τὸ ζήτημα· νομίζω, ὅτι ἦτο ἡ τελευταία ἢ προτελευταία συνεδρίασις τῆς δευτέρας Βουλευτικῆς συνόδου. Ὁ δὲ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Σχινᾶς κατέθηκε καὶ ἔγγραφον περὶ τούτου σύστασιν. Ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ῥητῶς προειδοποίησα τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ μὴ παραλίπῃ τήν τε τακτοποίησιν καὶ τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτης εἰς τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως, διότι εὐτυχῶς ἢ ἀτυχῶς δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο νὰ λησμονήσωσι ζήτημα οὕτω σπουδαῖον. Ἀλλὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε πολλὰ περὶ πολλῶν ἄλλων, μᾶς εἶπε τὴν κατάστασιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὡς τὴν ἀντιλαμβάνεται, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ διεκδικῶμεν τὴν ἡγεμονίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ τόσα ἄλλα περὶ τῆς κακομοιριᾶς μας, ὡς τὴν νομίζει, τὴν ὁποίαν προσεπάθησε νὰ παραστήσῃ ἔτι μεγαλειτέραν, ἀλλὰ περὶ τοῦ Βασανείου κληροδοτήματος τίποτε. Πιθανὸν νὰ ἐτακτοποιήθη ὁ λογαριασμὸς, ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ παραδέχωμαι, ὅτι δὲν ἐτακτοποιήθη. Πρὸ τούτου ὅμως ἔχω ἀνάγκην νὰ φέρω μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ κατατεθέντος. Ἐσημειώθη ποσὸν 745,263 φράγκων. Κατὰ τὰς πληροφορίας μου ὅμως, ὁ ἀριθμὸς δὲν εἶναι ἀκριβὴς, ἐὰν δὲ ἀποδειχθῇ ἀκριβὴς, τότε ἀποδεικνύεται ὀλιγωρία ἀσύγγνωστος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι κατὰ τὸ ἔτος 1895 ἐγένετο ἐκποίησις πολυτίμων λίθων καὶ ἄλλων πολυτίμων ἀντικειμένων, ἐνεχύρων καὶ ἀκινήτων, καὶ βεβαίως αὐτὸ τὸ ποσὸν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἤδη κατατεθῆ. Ἢ κατατέθη καὶ ἡ ὑπηρεσία δὲν ἔλαβεν ἀκριβεῖς πληροφορίας, ἢ ἐὰν δὲν ἔφθασεν ἔτι μέχρι τοῦ δημοσίου ταμείου, ὀλιγωρία μεγάλη βεβαιοῦται. Παρεκάλεσα δὲ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν ὁποῖον ἀπὸ χθὲς εἰδοποίησα σκοπίμως, διότι δὲν ἠθέλησα νὰ συζητήσω τοιαύτην ὑπόθεσιν ἐξ ἐφόδου, νὰ λάβῃ αὐτὰς τὰς σπουδαίας πληροφορίας, διότι δυοῖν θάτερον· ἢ ὑπάρχει ποσὸν πλειότερον, καὶ τότε διατὶ δὲν ἐβεβαιώθη; ἢ δὲν ὑπάρχει, καὶ τότε διατὶ δὲν κατετέθη; Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὰ χάλια, Κύριοι, τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως ἐπὶ τοιούτων θεμάτων ὑψηλῶν. Ἡ Κυβέρνησις εὗρεν ἐν τῇ μὴ προσβληθείσῃ διαθήκῃ μίαν τελευταίαν θέλησιν, ἱερὰν, ἡ ὁποία διατάσσει, ἀπὸ τὴν περιουσίαν τὸ ποσὸν 500,000 φράγκων χρυσῶν νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ νὰ κτισθῇ Ναυτικὴ Σχολὴ ἐν Πειραιεῖ, τὸ δὲ ὑπόλοιπον νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν καὶ νὰ χρησιμεύσῃ, ὅπως ἐκ τῶν τόκων αὐτοῦ ἀποστέλλωνται εἰς Εὐρώπην ἢ εἰς Ἀμερικὴν οἱ σπουδασταὶ τῆς Σχολῆς ταύτης. Συνεπληρώθησαν αἱ 500,000 φράγκων χρυσῶν ἀπὸ τοῦ 1894. Ἐρωτῶ, τί ἐνηργήθη περὶ Ναυτικῆς Σχολῆς; Οὐδὲν, πλὴν τῶν χαρτίνων σχεδίων, ἅτινα δὲν εἴδομεν! Ζητοῦμεν δικαστικὸν μέγαρον, μᾶς ἀπαντῶσι «δὲν ἔχομεν χρήματα». Ἀλλὰ ἰδοὺ, ὅτι διὰ τὴν Ναυτικὴν Σχολὴν ὑπάρχει τὸ χρῆμα, ἀλλ’ εἶσθε ἀνάξιοι νὰ κατασκευάσητε αὐτήν. Διατὶ δὲν ἐξεπαιδεύθησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐκ τῆς μεγαλοδωρίας τοῦ συμπατριώτου μας, ἐὰν ἀπεστέλλοντο εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, τίς οἶδεν, ὁποίαν χρησιμότητα ἤθελον παράσχει εἰς τὸ ἔθνος; Ἂς ἀπαντήσωσιν οἱ ὑπεύθυνοι. Ἀλλὰ διατὶ τὸ χρῆμα τοῦτο δὲν κατετέθη τοὐλάχιστον εἰς τὴν Τράπεζαν; Ἐὰν δὲν κατετέθη τὸ ὅλον, διατὶ δὲν κατετέθη τὸ ὑπόλοιπον, ἀπέναντι τῆς ῥητῆς διαταγῆς τοῦ διαθέτου; Δὲν τὰ κατέθεσεν ἡ πρώην Κυβέρνησις. Δὲν τὴν ἔχω παροῦσαν, διὰ νὰ τὴν ἐρωτήσω, διατὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ περιέπεσεν εἰς ὀλιγωρίαν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς σημερινοὺς Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ 18 μῆνας εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν, τί ἔπραξαν περὶ τούτου; τί ἔπραξαν, τοὐλάχιστον, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς δὲν δύνανται νὰ ἀρνηθῶσιν ὅτι ἔλαβον δι’ ἡμῶν ἐπίσημον γνῶσιν περὶ τοῦ θέματος τούτου; Δὲν κατετέθη εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δύνανται νὰ ὑπολογισθῶσιν οἱ τόκοι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρέπει βεβαίως νὰ ὑπολογισθῶσιν, ἂν καὶ εἷς ἔγραψεν ἔν τινι ἐφημερίδι, ὅτι ἀπαιτεῖται νόμος εἰδικὸς περὶ τούτου, διότι εἶναι, λέγει, παρακαταθήκη καὶ δὲν ἐζητήθη τὸ χρῆμα. Καὶ παρὰ τίνος νὰ ζητηθῇ; Παρὰ τῆς σκιᾶς τοῦ μακαρίτου Βασάνη; Δὲν ἦτο ἀπαιτητὴ ἡ παρακαταθήκη; Ἢ ἐπειδὴ δὲν συνεπληρώθη τὸ ποσὸν τῶν 500,000 φράγκων, δὲν ἐπληρώθη τόκος; Καὶ πρόκειται, Κύριοι, περὶ στερήσεως τόκων 1,200,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ μὴ ὑπελογίσθη τοὐλάχιστον ἡ νομισματικὴ διαφορά; οὔτε αὕτη δὲν ὑπελογίσθη, καίτοι κατὰ τὴν Βʹ Σύνοδον ἐλέχθη ὅτι θὰ ὑπολογισθῇ εἰς τὸ μέλλον. Ἡ πρώτη δόσις ἐγένετο ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Δεϊμέζη, ὅστις ὑπελόγισε τὴν διαφορὰν ἐκ δραχ. 90,000. Ἡ ἐνέργεια αὕτη ὑπέδειξεν ἐγκαίρως, τί ὤφειλον νὰ πράξωσιν οἱ μεταγενέστεροι Ὑπουργοί. Ἀλλὰ δὲν ἔπραξαν τίποτε, καὶ ἡ διαφορὰ τοῦ ὑπολοίπου εἶναι περίπου 385,000 δραχμαί. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει, ὅτι μεριμνᾷ περὶ συντελέσεως τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐὰν τὸ φράγκον τὸ εἶχε φέρει ἐκεῖ, ὅπου ἐλπίζει, τίς θὰ ἐζημιοῦτο; Ἀλλ’ ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταὶ, νομίζετε ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ὕβριν ταύτην πρὸς τὴν τελευταίαν καὶ ἱερὰν θέλησιν τοῦ διαθέτου, ὅστις διατάσσει τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰς οἰκονομίας του πρὸς κατασκευὴν τῆς Σχολῆς, ἐκεῖνα δ’ ἐδαπάνησαν τὸ χρῆμα αὐτὸ εἰς διαφόρους ἄλλας ἀνάγκας; Καὶ διατὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ὅταν εὗρε τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην, δὲν ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ πληρώσῃ τὸ ἱερὸν τοῦτο χρέος, καὶ νὰ καταθέσῃ τὴν παρακαταθήκην ταύτην εἰς τὴν Τράπεζαν ἐντόκως; Καὶ ἡ πρᾶξις αὕτη δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὑπεξαίρεσις, ἰδιοποίησις εἰς βαθμὸν κακουργήματος. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ μένουσιν ἀτιμώρητα, διότι ἀπόλλυται ἡ εὐθύνη, εἴτε διὰ τῆς κομματικῆς ἀλληλοβοηθείας, εἴτε εἰς τὸ χάος τῶν πολλῶν ὑπευθύνων, καὶ οὐδὲν ἄλλο μένει ἢ ὁ ἔλεγχος οὗτος ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦ λαοῦ.

§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία Κυβέρνησις τὰ ἐδαπάνησε;

§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὰ ἐδαπάνησε, τὰ ὀφείλει.

§33Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οἱ Κύριοι λέγουσι «δὲν τὰ ἐδαπάνησεν»· ἐγὼ εὑρίσκω ἐδῶ μίαν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία μοὶ λέγει, ὅτι «διετέθη παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰς διαφόρους ἀνάγκας».

§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὑπόθεσις εἶναι τοσοῦτον ἁπλῆ, τοσοῦτον σαφὴς, ὥστε μικρὰ μόνον ζημία εἶναι ὁ κόπος, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς λαμβάνετε, μεγίστην ὅμως διαπράττετε ζημίαν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, παριστῶντες τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος, ὡς ὑπεξαιροῦσαν τὰ πρὸς σκοποὺς εὐαγεῖς ἢ εὐεργετικοὺς προσφερόμενα χρήματα. Μόνον τὸ ἄγγελμα τοῦτο ἀρκεῖ νὰ ζημιώσῃ τὴν Ἑλλάδα καιρίως.

§35Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ ἐρωτῶ, τί ἔγειναν τὰ χρήματα.

§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα λέγετε, δὲν ἔχουσι βάσιν. Εἴτε τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη ἔλαβε τὰ χρήματα ταῦτα εἰς οἵαν δήποτε ἐποχὴν, εἴτε τὸ Ὑπουργεῖον Κωνσταντοπούλου, εἴτε τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη, εἴτε τὸ Ὑπουργεῖον Σωτηροπούλου, τὰ χρήματα εὑρίσκονται ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον ὀφείλει νὰ ἀποδώσῃ αὐτὰ εἰς τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ φράγκον, καθ’ ὃν χρόνον εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Καὶ ὅταν γείνῃ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν λογαριασμῶν, βεβαίως πάντα ταῦτα θέλουσι γενῆ. Ὥστε ὅσα λέγετε εἶναι ματαιοπονία.

§37Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔλεγον ὅτι ἐσπαταλήθησαν τὰ χρήματα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι ὀφείλονται· καὶ ὅτι ὀφείλονται, αὐτὸ φθάνει δι’ αὐτόν.

§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴτε ἐν ἀναῤῥώσει εἶναι τὸ Κράτος, εἴτε ἐν νόσῳ, εἴτε ἐν ἀκμῇ, εἴτε ἐν πτωχεύσει, εἴτε ἐν κινδύνῳ, θέλει εἶσθαι πάντοτε εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ 700 χιλιάδας φράγκων. Οὐδεὶς κίνδυνος ἀπειλεῖ τὴν περιουσίαν τοῦ ἀειμνήστου Βασάνη.

§39Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ.....

§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐρωτήσητε, ἀλλὰ νὰ φωνάζητε ὅτι ἐξωδεύθησαν τὰ χρήματα, ὅτι ἐξητμίσθη ἡ περιουσία, ὅτι δὲν ὑπάρχει, καὶ νὰ λέγητε ταῦτα περὶ Κυβερνήσεως τῆς πατρίδος σας!...

§41Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρωθυπουργὲ, σᾶς παρακαλῶ, διὰ τοιούτων σχημάτων καὶ φωνῶν ἐγὼ δὲν μεταβάλλω γνώμην, ὅταν ἔχω πεποίθησιν περὶ τοῦ δικαίου. Ἔχω ἐνώπιόν μου σημείωμα τοῦ συναδέλφου σας, τὸ ὁποῖον βεβαιοῖ, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ συμπατριώτης μου διέθεσεν ὑπὲρ ὡρισμένων σκοπῶν, διετέθη πρὸς διαφόρους ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Αὐτὸ εὑρίσκω ἐδῶ. Τὸ νὰ λέγητε, ὅτι τὸ Δημόσιον ὀφείλει τὰ χρήματα καὶ θὰ τὰ δώσῃ, δὲν εἶναι ἀπάντησις ἱκανοποιοῦσα τὴν τελευταίαν θέλησιν τοῦ διαθέτου.

§42Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Βουλευτὰ, ἐπιτρέπετε μίαν πληροφορίαν;

§43Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ πληροφορίαν, ὄχι ἀγόρευσιν.

§44Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὰ χρήματα εἰσεπράχθησαν. Ὑποθέτετε ὅτι ὑπάρχουσιν ἐντὸς τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, διάφοροι κουμπαράδες, εἰς οὓς τίθενται τὰ ἐξ ἑκάστης πηγῆς εἰσερχόμενα χρήματα; Τὰ χρήματα εἰσεπράχθησαν καὶ διατίθενται, ὅπως ὅλα τὰ εἰσερχόμενα εἰς τὸ ταμεῖον, εἰς τὰς προχείρους ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἐὰν τὸ Κράτος ἀρνηθῇ νὰ πληρώσῃ ὅσα ὀφείλονται, τότε αὐτὰ, ἅτινα λέγετε, εἶναι δίκαια. Τὸ Κράτος ὅμως δηλοῖ διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ χρήματα εἶναι ἕτοιμα πρὸς παράδοσιν, εὐθὺς ὡς ζητηθῶσιν, ἢ εὐθὺς ὡς δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ ἀποδώσῃ αὐτά.

§45Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν μοὶ ἐδώσατε καμμίαν πληροφορίαν πρόσθετον· ἐπανελάβετε ὅσα καὶ ὁ κ. Πρωθοπουργὸς εἶπε. Δὲν θέλετε νὰ ἐννοήσητε τὸ ἁπλούστατον τοῦτο πρᾶγμα, ὅτι δὲν ἐξετελέσθη ἡ διαθήκη, ὅτι τὸ χρῆμα ἐδαπανήθη εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἐκτὸς τῶν διαταχθεισῶν διὰ τῆς διαθήκης, ὅτι δὲν ἀρκεῖ τὸ Κράτος νὰ λέγῃ ὅτι τὰ ὀφείλει καὶ θὰ τὰ πληρώσῃ, διότι δυστυχῶς, ὅπως ἔγεινε τὸ Κράτος, ἀδυνατεῖ ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ πληρώσῃ. Ὁ εἰσπράκτωρ τρέχει ὡς Σάϋλωκ κατόπιν τῶν φορολογουμένων, ἀλλ’ ὅταν τὸ Δημόσιον ὀφείλῃ, στρεψοδικεῖ. Μὴ μὲ πιέζετε περισσότερον, διὰ νὰ μὴ ὁμιλήσω σαφέστερον.

§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅλα νὰ τὰ εἴπητε καθαρά.

§47Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ προετίμων, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἀντὶ νὰ φέρητε πρότασιν περὶ προικοδοτήσεως τῆς Βασιλόπαιδος Μαρίας, νὰ πληρώσητε αὐτὰ τὰ ὀφειλόμενα δι’ ἱερὸν σκοπόν.

§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη σας, ἔχετε δὲ καιρὸν νὰ τὴν εἰπῆτε, ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο.

§49Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα, αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.

§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ εἶσθε μόνος.

§51Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ τὸ ἴδωμεν. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἓν ἦναι καθῆκον ἁβρότητος, καὶ τὸ ἄλλο εἶναι ἱερώτερον.

§52ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, αὐτὸ τὸ μέρος.

§53Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὐχαρίστως (ἀναγινώσκει): «4ον) Ὅτι ὁλόκληρον τὸ ἀνωτέρω ποσὸν διετέθη παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰς διαφόρους κατὰ καιροὺς παρουσιασθείσας δημοσίας ἀνάγκας»...

§54Θ. ΓΚΙΚΑΣ. Αὐτὰ εἶναι ὅλα περιττά.

§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Γκίκας θέλει σᾶς δώσει πληροφορίας ἄλλας περὶ τῆς Σχολῆς, διότι εἶναι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἐθνικοῦ στόλου.

§56Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Γκίκας ὀφείλει νὰ φροντίσῃ καὶ ἡμῶν πλειότερον ὑπὲρ τοῦ ναυτικοῦ, εἰς ὃ ὑπηρετοῦσι τόσοι Ὑδραῖοι... Καὶ σᾶς λέγουσι λίαν ἀφελῶς οἱ κύριοι Ὑπουργοί: «Μήπως δὲν θὰ τὰ πληρώσωμεν;» Καὶ ὅταν τοῖς λέγωμεν, «διατὶ δὲν κτίζετε τὴν Σχολήν;» μᾶς ἀπαντῶσι: «θὰ τὰ πληρώσωμεν! ἡσυχεῖτε! μὰ πότε, μὴ μᾶς ἐρωτᾶτε.» Καὶ τοιουτοτρόπως νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ εἴπουν, ὅτι ἐγὼ κάμνω τὸ κακὸν, καὶ ὅτι αὐτοὶ δὲν δύνανται ἕνεκα τούτου νὰ κινήσουν τὴν χεῖρά των πρὸς ἀνάπτυξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους! Δὲν πιστεύω, Κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς ὁ ἀντιλέγων εἰς ὅσα εἶπον. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι αἱ 500,000 φράγκα ἔπρεπε νὰ ἦναι κατατεθειμέναι εἰς μίαν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ καὶ μετὰ ὑπολογισμὸν τῆς διαφορᾶς τοῦ χρυσοῦ, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ κατασκευασθῇ ἡ Σχολή. Ταῦτα δὲν ἐξετέλεσεν ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις. Ἀλλὰ τί ἔπραξεν ἡ παροῦσα; Ἀλλ’ ἐννοεῖτε καλῶς τὴν ὑπόθεσιν· ὅλη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις διεξήχθη ὡς διεξήχθη ἕνεκα τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον κυβερνώμεθα. Κατέχει τὸ χρῆμα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· ἐζήτησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν αὐτὸ ἀπὸ τοῦ 1894, διὰ νὰ κατασκευάσῃ τὴν Σχολὴν, καὶ τίνα ἀπάντησιν ἔλαβε; Περιμείνατε, ἴσως, ὅταν τελειώσῃ ὁ συμβιβασμός! Διότι αὐτὸς εἶναι τὸ σιδηρόχορτον. Ἐνῷ ἐκεῖνο ἀντιθέτως ἀνοίγει, οὗτος κλείει πᾶσαν συζήτησιν. Δὲν ἠξεύρω ὅμως, ἐὰν καὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη μιᾶς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως, διὰ νὰ ὑποδειχθῇ τὸ καθῆκον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Κύριοι Βουλευταὶ, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, διακόπτων με, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπομένει ἐκ τῆς συζητήσεως εἶναι τοῦτο. Εἷς Ἕλλην ἀπεβίωσεν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀφῆκε σχεδὸν ὅλην τὴν περιουσίαν του πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠσέβησε, διότι δὲν ἐξετέλεσε τὴν τελευταίαν αὐτοῦ βούλησιν, οὔτε τὴν ἐκτελεῖ μέχρι τοῦδε, οὔτε φαίνεται εὐδιάθετος ἢ παρασκευαζομένη εἰς τοῦτο. Ὑπάρχει ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ τακτοποιηθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ὡς καὶ πρὸ 8 μηνῶν εἶπον· πρέπει ὁλόκληρον τὸ διατεθὲν χρῆμα νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν ἐντόκως, ὑπολογιζομένης καὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, πρέπει νὰ γείνῃ ἡ δέουσα ἐνέργεια περὶ συστάσεως Ναυτικῆς Σχολῆς, πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ δέοντα, ὅπως ἀποσταλῶσιν οἱ ναυτικοὶ δόκιμοι πρὸς ἐκπαίδευσιν. Ἀνησυχοῦσι συνάδελφοί τινες, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐκ τῶν νεωτέρων, διότι νομίζουσιν ὅτι τὰ σπουδαιότερα τῶν ἔργων ἡμῶν ἐνταῦθα εἶναι νὰ ψηφίζωμεν νόμους, ἐνῷ οἱ νόμοι, ὡς γίνονται σήμερον, δὲν ἐπιζῶσι πέραν τῆς ζωῆς τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ ἔλαβον τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταὶ, οὐχὶ, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μὲ τόνον οὐχὶ τὸν προσήκοντα, ἔλεγε πρὸς ἐμὲ, ἵνα προσβάλω τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἔλαβον τὸν λόγον ἀκριβῶς, ἵνα προστατεύσω τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ βεβαιώσω τοὺς πάντας, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπίσημος Ἑλλὰς δὲν δίδῃ τὴν προσήκουσαν σημασίαν εἰς τὰς τελευταίας βουλήσεις τῶν διαθετῶν, ἐὰν οἱ Ἕλληνες Ὑπουργοὶ ἀσεβῶσι πρὸς αὐτὰς, ἡ ἐθνικὴ ὅμως ἀντιπροσωπεία θέλει πάντοτε προστατεύσει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Καὶ δὲν φοβοῦμαι ἐγὼ, μὴ στειρεύσῃ ἡ πηγὴ πρὸς τὰ κοινωφελῆ καὶ τὰ ἐθνικὰ ἔργα, διότι, ὡς ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἔσωσε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὴν ἀπειλουμένην Πεντέλην ἀπὸ τὴν περίφημον ἐκείνην δημοπρασίαν, καὶ ὡς οἱ κ. Βουλευταὶ, καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ἐπροφύλαξαν τότε τὴν ἐπίσημον Ἑλλάδα, ἥτις—τὸ λέγω μετὰ θλίψεως—ὡς κακοποιὸς δύναμις κατατρέχει τὴν πρόοδον τοῦ τόπου, οὕτω θέλει ὑποστηρίξει ἀκριβῶς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ θέλει προστατεύσει αὐτὰ κατὰ παντὸς κινδύνου. Ἀκριβῶς ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα διακηρύξω τοῖς ἁπανταχοῦ Ἕλλησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φοβῶνται, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ βῆμα ἐλεύθερον.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.

§58ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν θ’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός;

§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀπαντήσω, μεθ’ ὅσα εἶπον. Καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, δὲν τὰ εἶπον διὰ νὰ ἀπαντήσω, ἀλλὰ διὰ νὰ παράσχω πληροφορίας καὶ μειώσω τὸν ἐρεθισμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκετο ὁ κ. Βουλευτὴς, διότι ὁ τοιοῦτος ἐρεθισμὸς ζημιοῖ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.

§60Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸν ἐρεθισμὸν τὸν ἐδημιουργήσατε, καὶ εὐθύνεσθε διὰ τὰς συνεπείας.

§61ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ ἐργασίαι πᾶσαι διαιροῦνται εἰς τρία στάδια· εἰς τὰς ἐργασίας τὰς γενομένας πρὸς ἐκκαθάρισιν τῆς περιουσίας τοῦ ἀειμνήστου Βασάνη, ἵνα, μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκκαθαρίσεως, τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον λάβῃ τὸ ἀνῆκον εἰς αὐτὸ ποσοστόν· τὸ δεύτερον στάδιον περιλαμβάνει τὰς πρὸς ἀποταμίευσιν τῶν χρημάτων ἐργασίας, καὶ τὸ τρίτον στάδιον τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τῆς διαθήκης. Τὸ πρῶτον μέρος τῶν ἐργασιῶν εἶναι ἤδη περατωμένον πρὸ πολλοῦ, πλὴν ὀλίγων ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, αἵτινες μένουσιν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ. Περὶ τούτου νομίζω, ὅτι εἶναι μάταιον νὰ δικαιολογήσω τοὺς ἐμοὺς προκατόχους, ἢ ἐμὲ αὐτόν. Περὶ τοῦ δευτέρου μέρους, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἐνέχομαι ὡς θεματοφύλαξ, καθ’ ὃ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, γνωρίζω ὅτι τὰ χρήματα εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὑπὸ τοῦ προκατόχου· ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσήχθησαν, εἶναι γνωστός, χρεωστῶ δὲ νὰ ὑπολογίσω τὴν ἀξίαν τῶν χρημάτων κατὰ τὴν ἀγοραίαν τιμὴν τοῦ φράγκου κατὰ τὸν χρόνον τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ νὰ ἀποδώσω τὰ χρήματα εἰς πρώτην ζήτησιν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς διαθήκης. Δὲν ἠδυνάμην νὰ καταθέσω εἰς τὴν Τράπεζαν τὰ χρήματα ταῦτα, διότι αἱ καταθέσεις εἰς Τραπέζας εἶναι ἢ ἄτοκοι ἢ ἔντοκοι, ἀλλ’ ὑπὸ προθεσμίαν, δὲν ἐγνώριζον δὲ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἤθελον ζητηθῆ, ἵνα καταθέσω αὐτὰ ἐντόκως· τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον καὶ οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, οἵτινες εἶχον ἀρχίσει νὰ λαμβάνωσι χρήματα, δὲν τὰ εἶχον καταθέσει εἰς Τράπεζαν. Ἄλλως δὲ 700 χιλιάδες δραχμαί, εἰς τὸ ταμεῖον κατατιθέμεναι, δὲν ἤθελον ἐκθέσει εἰς κίνδυνον τὰ κεφάλαια ταῦτα. Ὡς πρὸς τὸ μέρος τῆς ἐκτελέσεως, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω πληροφορίας. Γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἵνα κατασκευάσῃ πλοῖον, τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς προπαιδευτικὴ Σχολὴ, καὶ ὅτι τότε ἡ Σχολὴ ἤθελεν εἶσθαι ἐπὶ πλοίου καὶ οὐχὶ ἐπὶ ξηρᾶς. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἐὰν τοῦτο ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐβράδυνε τὰς σκέψεις τῶν προκατόχων μου πρὸς ἐκτέλεσιν ἢ ὄχι. Δὲν γνωρίζω τί ἐσκέφθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις δὲν ἦλθεν εἰς σκέψιν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὅταν εἰσαχθῇ, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θέλομεν ἐκτελέσει κατὰ γράμμα τὴν διαθήκην.

§63ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως μετὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ καὶ τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὤφειλον νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι μάταιον καὶ ἀνιαρὸν νὰ ἐπαναλέγῃ τις τὰ πρὸ μικροῦ μάλιστα λεχθέντα παρ’ ἄλλων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀπέφυγον πάντες οἱ προλαλήσαντες νὰ διαψεύσωσι σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς τὴν ἀποδοθεῖσαν εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν διασπάθισιν τῶν ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Βασάνη χρημάτων, ἀναγκάζομαι νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις. Βεβαίως ἡ συζήτησις αὕτη δὲν θὰ ἠγείρετο, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ φράσις ἡ ἀναγραφεῖσα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐν τῷ τετάρτῳ ἐδαφίῳ τοῦ σημειώματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπέβαλε. Τὴν φράσιν δὲ ταύτην ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος, καὶ ἠκούσατε πάντες, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διέθεσε τὰ ποσὰ τοῦ κληροδοτήματος Βασάνη εἰς διαφόρους κατεπειγούσας τοῦ ἔθνους ἀνάγκας! Ἄνευ τῆς ἀνοήτου καὶ σατανικῆς ταύτης ἀπαντήσεως δὲν θὰ ἐβλέπομεν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βόλου συνάδελφον ὁμιλοῦντα μετὰ τοσαύτης ἀγανακτήσεως. Ἐγὼ, Κύριοι, περὶ τῆς σατανικῆς ταύτης ἀπαντήσεως ὀλίγα θὰ εἴπω, θαυμάζω ὅμως τὴν ἐπιπολαιότητα καὶ τὴν ἐμπάθειαν, αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζουσι τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τοῦ ὁποίου πᾶσα πρᾶξις χαρακτηρίζεται ἢ δι’ ἐμπαθείας ἢ δι’ ἐπιπολαιότητος.

§64ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι φράσεις αὐταὶ κοινοβουλευτικαί.

§65Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἰς τὰς ὕβρεις δὲν θ’ ἀπαντήσω.

§66ΣΤΑΗΣ. Ἐπιπολαίως καὶ ἐμπαθῶς ἐγράφη τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη ὡς μὴ ἔχουσαν νὰ διαθέσῃ 745 χιλιάδας δραχμῶν χρυσῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἀπορῶ δὲ, βλέπων καὶ ἄλλον συνάδελφον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παραδεχόμενον διὰ κατανεύσεως τῆς κεφαλῆς του, ὅτι ἀνάγκαι ἐπιτακτικαὶ ἠνάγκασαν τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν νὰ δαπανήσῃ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο! Ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἔλαβε καιρὸν, φαίνεται, νὰ μελετήσῃ τὴν γενικὴν ληψοδοσίαν τοῦ δημοσίου ταμείου κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1895, ὅτε ἦλθεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἵνα ἴδῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκετο τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ ἐὰν εἶχεν ἢ δὲν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις διαθέσιμα τότε χρήματα, σημειώσατε δὲ, ὅτι ἐπὶ μῆνας πολλοὺς εἶχε διευθύνει τὰ κοινὰ καὶ ἄλλη Κυβέρνησις, ἄχρους, πρὸ τῆς παρούσης. Ἀλλ’ ἐν τούτοις τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν εὑρίσκετο ἐν ἀπορίᾳ, ὡς παρέστησαν, ἀλλ’ εἶχεν εἰς τὴν διάθεσιν αὑτοῦ κατὰ Μάϊον τοῦ 1895 ἔτους 32 περίπου ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν 13,840,000 ἦσαν ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ 5,124,000 μετρητὰ ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους, ὧν τὰ ὑπόλοιπα εἰς μετρητὰ καὶ ἀντίτιμα ἀνήρχοντο εἰς 13,836,000, καὶ παρὰ τῇ Ἑταιρίᾳ τῶν Μονοπωλίων 3,030,000, παρὰ ταῖς Τραπέζαις δὲ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων 2,963,000. Πάντα δὲ ταῦτα ἀφῆκε κληρονομίαν εἰς ὑμᾶς ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν κατηγορεῖτε ὡς διαθέσασαν τὰ τοῦ Βασανείου κληροδοτήματος χρήματα. Ταῦτα ἐξάγοντα ἐξ ἐπισήμων καταστάσεων, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν δημοσιεύονται, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐπέτρεψεν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον νὰ μὴ δημοσιεύῃ τὰς καταστάσεις τῶν ταμείων, ἐξ ὧν ἐδηλοῦτο μηνιαίως ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου θησαυροῦ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν δύο ἔτι ζητήματα· πρῶτον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ μὴ διαθέσῃ τὰ χρήματα τὰ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσελθόντα, καὶ δεύτερον, ἐὰν εἶχε δικαίωμα νὰ καταλογίσῃ καὶ τὴν ἐπικατταλλαγὴν εἰς τὰ ἐξ Αἰγύπτου εἰσερχόμενα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον χρήματα τοῦ κληροδοτήματος Βασάνη. Τὰ χρήματα τὰ ἐκ τοῦ Βασανείου κληροδοτήματος, τὰ δυνάμει τῆς διαθήκης εἰσερχόμενα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν εἶναι αὐτούσιος παρακαταθήκη, οὐδὲ ἐγγύησις ὑπολόγων. Κάκιστα ἔπραξεν ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, —ἡ ἄχρους, νομίζω,—ἡ ὁποία καταλόγισε νομισματικὴν διαφορὰν ἐπὶ τῶν κατατεθέντων τὸ πρῶτον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον χρημάτων τοῦ Βασανείου κληροδοτήματος. Οὐδεὶς νόμος ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποδώσῃ τόκον διὰ τὰς παρακαταθήκας τὰς ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ γενομένας. Ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ Β. Διατάγματι τῆς 16 Ὀκτωβρίου 1835 περὶ παρακαταθηκῶν, ἡ ὁποία λέγει ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰς εἰς μετρητὰ παρακαταθήκας, τῶν ὁποίων ἡ ἀπόδοσις δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γένῃ εἰς τὸ αὐτὸ εἶδος τῶν νομισμάτων (δηλαδὴ δὲν εἶναι αὐτούσιος παρακαταθήκη), δύναται τὸ παραδεχθὲν αὐτὰς ταμεῖον τοῦ νομοῦ νὰ τὰς ἀποδώσῃ ἀπὸ τὰ δημόσια εἰσοδήματα, ἅμα παρουσιάσῃ τις τὸ ἔνταλμα· περὶ δὲ τὰ ἐξοφλημένα ἐντάλματα ἀντὶ μετρητῶν εἰς λογαριασμὸν τοῦ γενικοῦ ταμείου.» Οὐδεμία ἄλλη διάταξις ὑπάρχει ἐν τῷ λογιστικῷ νόμῳ, ἡ ὁποία νὰ ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ τόκον, ὡς ἠθέλησάν τινες νὰ διϊσχυρισθῶσιν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ δοθῇ τόκος ἐπὶ τῶν 800 περίπου χιλιόδων δραχμῶν εἰς χρυσὸν, ἂς εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον εἰδικόν. Δὲν ἠδύνατο δὲ ἡ Κυβέρνησις οὐδὲ ἔντοκα γραμμάτια νὰ ἐξαγοράσῃ διὰ τῶν χρημάτων τοῦ ἀοιδίμου Βασάνη. Γινώσκω μάλιστα, ὅτι ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε νὰ ἐκδοθῶσιν ἔντοκα γραμμάτια ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ εὑρισκομένου ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀοιδίμου Βασάνη, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου δὲν εὗρε νόμιμον τοῦτο. Ἠδύναντο ὅμως νὰ παρακατατεθῶσιν εἰς Τράπεζάν τινα ἐπὶ ἐλαχίστῳ τόκῳ. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ Δημόσιον εἶναι ἀξιοπιστότερον τῶν Τραπεζῶν, διότι πάντοτε τὸ Δημόσιον εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀποδώσῃ 745,000 φρ. χρυσᾶ. Ἡ μόνη ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, εἶναι, νὰ ἀποδώσῃ τὰ κατατεθέντα, εὐθὺς ὡς ἤθελον ζητηθῆ, παρὰ τῶν ἁρμοδίων, εἴτε εἰς χρυσὸν, εἴτε συνυπολογίζουσα καὶ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀποδόσεώς των. Ἡ συζήτησις, φρονῶ, ἔλαβε τοιαύτην τροπὴν συνεπείᾳ τοῦ σημειώματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἐὰν ἡ φράσις ἐκείνη τοῦ σημειώματος, ὅτι δηλαδὴ διετέθησαν τὰ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Βασάνη χρήματα ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, δὲν περιείχετο, δὲν θὰ ἐγίνετο κἂν συζήτησις. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἡ φράσις ἐκείνη ἐτυπώθη μεγάλοις καὶ λοξοῖς γράμμασιν. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀντὶ νὰ συκοφαντῇ, θὰ ἦτο ὠφελιμωτέρα εἰς ἑαυτὴν, ἐὰν ἔδιδεν ὀλιγωτέρας ἀφορμὰς σκανδάλων εἰς τὴν Πολιτείαν. Θὰ ἦτο προτιμότερον, ἐὰν προσεπάθει νὰ διατηρήσῃ τὸ ὕψος τῆς θέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τὸν ὁποῖον ἡ Πολιτεία ἔταξεν ἐκτελεστὴν τῶν νόμων αὐτῆς, καὶ οὐχὶ δοῦλον διαταγῶν ὑψηλῶν.

§67Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ζήτημα ἐξετράπη καὶ ἔλαβε διαστάσεις μεγάλας, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ ἦναι λίαν περιωρισμένον. Πρόκειται περὶ τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Πανταζῆ Βασάνη. Ἐξετελέσθη αὕτη ἢ οὔ; ἐξεπληρώθησαν οἱ ὅροι τῆς διαθήκης, οἵτινες πρέπει νὰ ἦναι σεβαστοὶ διὰ πάντα; αὐτὸ θέλομεν νὰ μάθωμεν ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς πατρίδος τοῦ ἀειμνήστου αὐτοῦ εὐεργέτου. Κατὰ τὸ ἔτος 1890, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι ὑπάρχουσι πολλὰ κληροδοτήματα καὶ ὅτι οὐδέποτε ἐδόθη περὶ αὐτῶν λογοδοσία, ἀπηύθυνα τὸν λόγον ἐπὶ τούτου, διότι ἐτέθην ἐπὶ τὰ ἴχνη, χάρις εἰς ἔντυπον βιβλίον, ἐκδοθὲν ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Δημητρίου Λεβίδου, πατρὸς τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ μολονότι ἀπηύθυνα ἐπερωτήσεις ἐπὶ ἐπερωτήσεων καὶ κατὰ τὰ 1890 καὶ κατὰ τὰ 1891, οὐδεμία μοὶ ἐδόθη ἀπάντησις. Δὲν πρόκειται σήμερον ἐὰν ἡ Τράπεζα ἢ τὸ Δημόσιον παρέχει πίστιν· ἡμεῖς ἐρωτῶμεν, ἐξετελέσθη ὁ δεύτερος ὅρος τῆς διαθήκης τοῦ Πανταζῆ Βασάνη; Ἀπαντῶ, ὄχι! Διατί; Διότι διὰ τοῦ δευτέρου ὅρου ῥητῶς ὁρίζεται, ὅτι ἐκ τῶν 60 τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῆς ὅλης τοῦ διαθέτου περιουσίας αἱ μὲν 500 χιλιάδες εἰς χρυσὸν θέλουσι χρησιμεύσει εἰς ἀνέγερσιν κτιρίου, καὶ ταύτας δύναται τὸ Δημόσιον νὰ παρακαταθέσῃ εἰς τὸ ταμεῖον. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἑτέραν διάταξιν, ὁρίζουσαν ὅτι αἱ ἐπὶ πλέον τῶν 500 χιλιάδων δραχμαὶ θὰ κατατεθῶσιν ὡρισμένως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ οἱ τόκοι αὐτῶν θὰ χρησιμεύωσι πρὸς ἐκπαίδευσιν ἀξιωματικῶν καὶ μηχανικῶν τοῦ ναυτικοῦ. Ἔπρεπε λοιπὸν τὸ ἐπὶ πλέον ποσὸν νὰ ἦναι κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν 8 Μαρτίου 1896 εἶχον ἀπευθύνει περὶ τούτου σύστασιν. Καὶ περὶ μὲν τῆς διαφορᾶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ τὴν καταλογίσῃ· ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ Μαρτίου μέχρι σήμερον παρῆλθε πολὺ χρονικὸν διάστημα, ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ δοθῶσι τὰ χρήματα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς 5 τοῖς ἑκατόν· λέγω δὲ 5, διότι ἤθελον μείνει διαρκῶς, δὲν ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θέλει καταστραφῆ. Ὀφείλετε νὰ τὰς ἔχητε ἐκεῖ· καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ καταθέσῃ τὸ πλεόνασμα τῶν 500,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη, εἰς τὴν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ 5%, καὶ ὀφείλει νὰ τὸ δεχθῇ ἡ Τράπεζα. Ἐξ αὐτοῦ δὲ λαμβάνων ἀφορμὴν, θὰ κάμω μίαν παρέκβασιν. Ἡ Τράπεζα, Κύριοι, ἡ Ἐθνικὴ λεγομένη, ὡς ἀντεθνικὴ δὲ χρησιμεύσασα ἐπί τινα χρόνον,—καὶ θὰ ἐπανέλθω ἐπ’ αὐτοῦ εἰς ἄλλην περίστασιν,—μετῆλθε τὸ ἀκόλουθον τέχνασμα· εἶχε λάβει ὅτε εἶχεν ἀνάγκην χρημάτων, διάφορα κληροδοτήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀρχικῶς μὲν ἐπλήρονεν 6 ἢ 6½%, ἔπειτα δὲ βαθμηδὸν ἠλάττωσε τὸν τόκον καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ 4%, ἐσκέπτετο δὲ ἴσως νὰ μειώσῃ ἀκόμη τὸν τόκον. Ἐξηνάγκασε τοὺς ἐπιτροπεύοντας πολλὰ κληροδοτήματα, καίτοι ταῦτα δὲν ἔληξαν, νὰ ἀποδεχθῶσι τόκον πολὺ μικρότερον, ἐρειδομένη ἐπὶ τῆς θελήσεως τῶν διαθετῶν, ἥτις ἦτο νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν· ἐπαναλαμβάνω δ’ ὅτι πρὶν ἢ λήξῃ ὁ χρόνος τῆς παρακαταθέσεως ἐξηνάγκασε τὰς κοινότητας νὰ δεχθῶσι τὴν ἐκ νέου κατάθεσιν, διὰ δολίας ὁδοῦ, ἐπὶ τόκῳ μικροτέρῳ. Ἐνῷ π. χ. ἦσαν κατατεθειμένα τὰ κληροδοτήματα πρὸς 6% καὶ 5%, πρὸ πολλῶν πρὸ τῆς λήξεως ἐτῶν ἠνάγκασε τοὺς ἐπιτροπεύοντας αὐτὰ νὰ δεχθῶσι τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου, δηλαδὴ ἐνήργησε κλοπὴν εὐεργετικῶν χρημάτων. Ἔχω τὰς διατάξεις τοῦ καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης, καὶ θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἐπίσης θεωρῶ σπουδαῖον. Σχετικὸν δὲ πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τοῦ κληροδοτήματος ἑνὸς ἀειμνήστου εὐεργέτου, τοῦ ὁποίου τὸ μνημεῖον ἐπισκεπτόμεθα καθ’ ἑκάστην, βαίνοντες πρὸς τὸ Ζάππειον...

§68ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦ Βαρβάκη.

§69Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι ἀνεφέρατε τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον ἴσως λησμονοῦσί τινες... Ὁ ἀείμνηστος Βαρβάκης κατέλιπε κληροδότημα ἴσον πρὸς τὸ κληροδότημα τοῦ συμπολίτου μου Βασάνη, ἤτοι 2,000,000, ἐπὶ τῷ ὅρῳ, ὅπως μένωσιν ἐσαεὶ κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν τῆς Ἑλλάδος Τράπεζαν. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, δύναται νὰ μοὶ εἴπῃ σήμερον, ἐὰν τὸ κληροδότημα αὐτὸ εὑρίσκεται εἰς τὴν Τράπεζαν; Ἀπαντῶ ἐγώ, ὄχι. Ποῦ εὑρίσκονται λοιπὸν τὰ χρήματα; Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κυθήρων θέλει νὰ τὸ μάθῃ· τῷ λέγω λοιπόν, ὅτι τὰ δύο ἑκατομμύρια τοῦ ἀειμνήστου Βαρβάκη ἀνηρπάγησαν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, καὶ μετεφέρθησαν εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, παρὰ τὴν διαθήκην!

§70ΤΡΑΚΑΣ. Κατὰ ποίαν ἐποχήν;

§71Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Πρὸ 7 ἢ 8 ἐτῶν.

§72ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μετεβλήθησαν εἰς ἔντοκα γραμμάτια. Μὴ λέγετε τοιαῦτα, περὶ οἱασδήποτε Κυβερνήσεως καὶ ἂν πρόκειται.

§73Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν θέλω νὰ μεταφέρω τὴν συζήτησιν· λέγω μόνον, ὅτι παρεβιάσθη ἡ διαθήκη.

§74ΣΤΑΗΣ. Ὥστε ἀφήσατε τὸ θέμα δι’ ἄλλοτε.

§75Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὅρος τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Βαρβάκη εἶναι, ὅπως τὸ κληροδότημα μένῃ ἐσαεὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, οὐδεὶς δ’ ἐδικαιοῦτο νὰ τὸ λάβῃ ἐκεῖθεν καὶ νὰ τὸ μεταφέρῃ εἰς ἄλλο ταμεῖον. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται καὶ περὶ αὐτοῦ ὁμιλῶ. Ἔλαβον τὰ χρήματα τῆς ὁδοποιίας, ἀλλὰ τὰ ἔλαβον διὰ νόμου, ἀδιάφορον ἐὰν ἦσαν 12 ἑκατομμύρια ἢ 13 ἑκατομμύρια. Ἐπανέρχομαι ὅμως εἰς τὸ θέμα, ἵνα μὴ μακρηγορῶ, διότι πρόκειται σήμερον, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, —καὶ τοῦτο ζητοῦμεν ἡμεῖς, οἱ συμπολῖται τοῦ μακαρίτου Βασάνη, ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς σκιᾶς του,— νὰ καταθέσητε εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, συμφώνως πρὸς τὴν δευτέραν διάταξιν τῆς διαθήκης, τὰς πλεοναζούσας δραχμὰς ἐκ τῶν 500,000, ἐπὶ τόκῳ 5%, καὶ νὰ χρησιμοποιήσητε ἀπὸ τοῦδε τοὺς τόκους τῶν χρημάτων τούτων πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν καταλλήλων νέων ἀξιωματικῶν καὶ μηχανικῶν τοῦ στόλου, διότι θὰ τοὺς χρειασθῶμεν αὔριον καὶ δὲν θὰ τοὺς ἔχωμεν. Τοῦτο παρακαλῶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.

§76Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀλίγας λέξεις. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφός μοι φαίνεται ὅτι ὑπέβαλε πρότασιν περὶ καταθέσεως ἐγγράφων...

§77ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι, ὄχι. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις ὁ ἀμφιβάλλων περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ κληροδοτήματος, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαντήσῃ.

§78Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν ὑπόνοιαν ἐξήνεγκον περὶ καταχρήσεώς τινος, γενομένης κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν.

§79ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ τῆς ἀναγγελίας τῆς ἐπερωτήσεώς σας, ὅτι πρόκειται περὶ ἐξατμίσεως 2,000,000, ἐνόμισα ὅτι εἴχετε ἀμφιβολίαν τινά.

§80Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐξήγησα ἐγκαίρως καὶ ἐπαρκῶς, τί ἐνόουν. Ἐγὼ δὲν ἐξεδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόνοιαν περὶ γενομένων καταχρήσεων, καθόσον οὐδεμίαν εἶχον ἀφορμὴν, ὅπως ὑποστηρίξω τοῦτο, οὐδὲ εἶχον στοιχεῖα πρὸς ἀπόδειξιν τοιούτου τινός. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω καὶ ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, ἐὰν δὲν εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσω ἀπαντήσεις τινὰς, ἰδίως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συνωμολόγησεν, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προβῇ εἰς τὸν καταλογισμὸν νομισματικῆς διαφορᾶς, καὶ εἰς τοῦτο διαφωνεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων.

§81ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ παρεδέχθη.

§82Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλὰ τοῦτο ἠδύνατο νὰ τὸ κάμῃ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐνωρίτερον, καὶ διὰ τὸ ὁμοιόμορφον ἀκόμη ἐν τῇ λογιστικότητι, διότι, ὡς βλέπω εἰς τὰς κατατεθείσας ἐν τῇ Βουλῇ πληροφορίας, ἑνὸς ποσοῦ ἐγένετο ὑπολογισμὸς, δὲν ἐγένετο δὲ διὰ τὰ ἄλλα. Ὥστε ζήτημα περὶ τοῦ καταλογισμοῦ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς δὲν ὑπάρχει, μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶπέ τι περὶ τόκου. Εὐτυχῶς δύο τῶν προαγορευσάντων, καὶ ἰδίως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐκ Βόλου, ἐξήγησαν ἀρκετὰ σαφῶς τὸ ζήτημα, καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα πρὸ μικροῦ ἀνέπτυξαν. Ἀλλὰ βεβαίως παρέλειψε τὸ καθῆκόν του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τηρήσας σιγὴν ἰχθύος ἐπὶ ζητήματος ἱκανῶς σπουδαίου. Ἀφοῦ ἡ τελευταία θέλησις τοῦ διαθέτου εἶναι ῥητὴ καὶ σαφὴς περὶ καταθέσεως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῶν χρημάτων, τίς ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ ὅτι «ἐγὼ δὲν τὰ κατέθεσα εἰς τὴν Τράπεζαν, διότι οὕτως ἔκρινα καλλίτερον»; Ὑπῆρχεν εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ σκεφθῇ, ἐὰν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ καταθέσῃ τὰ χρήματα ταῦτα; Περὶ τούτου οὐδὲν εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ἢ μᾶλλον εἶπεν ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον, ὅτι αὐτὴ δὲν εὗρε καλὸν νὰ καταθέσῃ τὰ χρήματα. Καὶ ὕστερον κατηγορεῖ ἄλλους, ὅτι παραβλάπτουσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀκριβῶς διότι θέλουσι νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν τελευταίαν θέλησιν τοῦ διαθέτου! Δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν στενόχωρον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσῆλθε...

§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγώ;

§84Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σεῖς, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ θέσις ἡ στενόχωρος, τὴν ὁποίαν ἐδημιουργήσατε, εἶναι, ὅτι, ἐνῷ εἴχετε τὴν ἐξουσίαν, ἐνῷ σᾶς ὑπεδείχθη τὸ καθῆκον, ἐπιμένετε παραβαίνοντες τοῦτο. Ἔχετε ἐνώπιόν σας τὴν τελευταίαν θέλησιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλετε νὰ σεβασθῆτε, καὶ σᾶς προκαλοῦμεν εἰς τὸ καθῆκον τοῦτο ἐν ὀνόματι τῆς σκιᾶς τοῦ συμπολίτου ἡμῶν... Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς ἄλλης δυσχερείας, παραπέμπων ἡμᾶς εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου· εἶπε δηλαδὴ, ὅτι πιθανὸν νὰ μὴ κατασκευασθῇ Ναυτικὴ Σχολὴ, διατὶ νομίζετε; Διότι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου σκέπτεται νὰ ναυπηγήσῃ ἓν πλοῖον! Ἀκόμη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, φαίνεται, δὲν ἐνόησεν, ὕστερον ἀπὸ ὅλας τὰς ὁμιλίας τόσων συναδέλφων, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ναυπηγήσεως ἐκπαιδευτικοῦ πλοίου! Ἀνέφερε περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ναυπηγήσεως ἐκπαιδευτικοῦ πλοίου, ὡς περὶ ἀνάγκης ἐπιβαλλομένης εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῆς διαθήκης. Ἀλλὰ ὁ διαθέτης σᾶς διατάσσει νὰ κατασκευάσητε κτίριον τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς ἐν τῇ ξηρᾷ, ἐν Πειραιεῖ. Εἰ τί χρησιμεύουσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς εἴπετε, ὅτι διὰ τοῦτο δὲν κατεσκευάσθη ἡ Ναυτικὴ Σχολή; Καὶ τοῦτο μαρτυρεῖ μετὰ πόσης ἐπιπολαιότητος ἐξετάζονται τόσα ὑψηλὰ ζητήματα παρ’ ἡμῖν. Καὶ ὕστερον ἐγκαλεῖ ἡμᾶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐκθέτομεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διότι καταγγέλλομεν παραβάσεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὡς εἰ μὴ εἴχομεν στόμα, ἵνα ἀπαντήσωμεν! Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐξηγήσας τὴν διακοπὴν αὐτοῦ πρὸ μικροῦ, ἔλεγεν ὅτι εἰς τοῦτο προέβη, ἵνα κατευνάσῃ τὸν ἐρεθισμόν μου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, διότι τὸν ἐρεθισμὸν τὸν ἐδημιούργησεν αὐτὸς, καὶ τοιοῦτον εἶχε σκοπόν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν μετανοῶ διὰ τὸν ἐρεθισμόν μου, διότι ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσω τοιαύτην γλῶσσαν πρὸς Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἐνόησε τὰ καθήκοντά της ἐπὶ τοιαύτης ὑποθέσεως. Ὡμίλησα διὰ τοιαύτης γλώσσης, ἵνα κεντήσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον της, τὸ ὁποῖον παρέλιπεν. Ὁ συμπατριώτης μου κατέθηκε τὰ χρήματα, ἐγὼ δὲ τὸν ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ προκληθέντα ἐρεθισμόν. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα ἡ Κυβέρνησις θὰ σπεύσῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά της. Πρὸ παντὸς, ὡς ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ εἶπον, πρέπει ἀπὸ τῆς αὔριον νὰ καταθέσῃ τουλάχιστον τὰς 245,000 φράγκα χρυσᾶ, τὸ περιπλέον τῶν 500 χιλιάδων φρ., καὶ εὐθὺς νὰ προβῇ εἰς τ’ ἀπαιτούμενα μέτρα, ἵνα ἀποσταλῶσι νέοι πρὸς ἐκπαίδευσιν εἰς τὴν Εὐρώπην ἢ τὴν Ἀμερικὴν, συμφώνως πρὸς τὴν τελευταίαν θέλησιν τοῦ διαθέτου. Δὲν ἀρκεῖ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑπερασπίζηται διὰ λόγων τὴν φερεγγυότητα τοῦ δημοσίου ταμείου,—διότι καὶ ἐγὼ Ἕλλην εἶμαι, καὶ ἐνδιαφέρομαι περὶ αὐτοῦ,—ἀλλ’ ὅταν φέρῃ εἰς ἡμᾶς πληροφορίας, οἵας ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, καὶ βεβαιοῖ ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του, ὅτι τὰ χρήματα ἐκεῖνα τὰ ἱερὰ ἐδαπανήθησαν εἰς ἄλλας ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας οὐδεμίαν ἔδωκε συναίνεσιν ὁ διαθέτης ἐν τῇ διαθήκῃ του, ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ ὁμιλήσω μετ’ ἀγανακτήσεως. Πρὸ παντὸς λοιπὸν πρέπει νὰ κατατεθῇ τὸ ὑπόλοιπον τῶν 500,000 φράγκων εἰς τὴν Τράπεζαν· ἔσται δὲ ἀδικαιολόγητος ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἀπὸ τῆς αὔριον δὲν καταθέσῃ αὐτά. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἂς ἐννοήσῃ τέλος πάντων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τόσα λεχθέντα, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ναυπηγήσεως ἐκπαιδευτικοῦ πλοίου, καὶ ἂς μὴ ἐπαναπαυθῇ εἰς τὰς μελέτας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ὡς πρὸς τοῦτο.

§85Θ. ΓΚΙΚΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ ἐπιτροπὴ ἔκαμε τὸ σχέδιον τοῦ κτιρίου, ἐνεκρίθη τοῦτο, καὶ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν κοινοποιεῖται ἡ δημοπρασία.

§86Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὐχαρίστως τὸ ἀκούω, κύριε συνάδελφε, ἂν καὶ ἔπρεπε νὰ γείνῃ πρότερον. Ἀλλὰ λέγω ταῦτα, κύριε συνάδελφε, ἵνα ἐννοήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ περὶ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ πλοίου ἔχουσι ταύτην τὴν σχέσιν μόνον, ὅτι πρόκειται περὶ ἐκπαιδεύσεως ναυτικῆς, εἶναι ὅμως ἄσχετα πρὸς τὴν τελευταίαν θέλησιν τοῦ διαθέτου, ὅστις διέταξε τὴν κατασκευὴν κτιρίου, οἰκοδομῆς ἐν Πειραιεῖ.

§87ΠΕΡΡΟΣ. Τί χρειάζετε τὸ κτίριον τότε;

§88Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, χερσαῖος ὤν, ὀλίγας ναυτικὰς ἔχει γνώσεις, καὶ δὲν γινώσκει, ὅτι τὸ ἓν εἶναι συμπλήρωμα τοῦ ἑτέρου.

§89ΠΕΡΡΟΣ. Οὐδαμῶς.

§90Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος νομίζει, ὅτι ἀρκεῖ τὸ ἐκπαιδευτικὸν πλοῖον, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἄσκησιν ἐν ἀνοικτῷ πελάγει. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, συμπλήρωμα τῆς Σχολῆς, ἀπαιτεῖται λοιπὸν καὶ κτίριον.

§91ΠΕΡΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη Ναυτικὴν Σχολήν. Οἱ μαθηταὶ ἐκπαιδεύονται ἐντὸς πλοίου.

§92Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔχομεν τὴν «Ἑλλάδα» κατ’ ἀνάγκην, ἀλλὰ οὐδὲν ἐκπαιδευτικὸν πλοῖον, οὐδὲ κτίριον ἔχομεν.

§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐντελῶς ἄσχετα πρὸς τὸ θέμα.

§94Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας εἶναι δεδικαιολογημένος, διότι φαίνεται ἔχων ὀλιγωτέρας καὶ ἀπὸ ἐμὲ ναυτικὰς γνώσεις. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ συνάδελφός του Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐνόησαν τέλος πάντων, μετὰ τόσας ἐξηγήσεις, περὶ τίνος πρόκειται. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἀρκοῦμαι εἰς ταῦτα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε δὲν ἐξεπλήρωσε.

§95Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις (θόρυβος). Δύο λέξεις μόνον. Ὁ διαθέτης ὁρίζει ῥητῶς εἰς τὸ ἄρθρον 2 τῆς διαθήκης νὰ κτισθῇ Σχολή. Κτίζω Σχολὴν, θὰ εἴπῃ ἀνεγείρω κτίριον. Εἶναι ἀδιάφορον εἰς πάντα, ἂν θὰ ἦναι κατάλληλον ἢ μή. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ διαθέσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ἡ διαθήκη, ἢ ὀλιγώτερον. Λέγω δὲ εἰς τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Κυνουρίας, ὅτι ἐὰν μεταβῇ εἰς τὴν Λιβόρνον, καὶ φέρῃ τὰ βήματά του εἰς τὸν περίπατον Ardenza, θὰ ἴδῃ ὅτι ἡ Ναυτικὴ Σχολὴ εἶναι ἐπὶ τῆς ξηρᾶς καὶ παρὰ τὴν παραλίαν.

§96ΠΕΡΡΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω τοῦτο, ὅτι καὶ ὁ ἀείμνηστος Βαρβάκης ἔχει ἐπίσης προορίσει ποσόν τι διὰ κατασκευὴν κτιρίου Ναυτικῆς Σχολῆς. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ νὰ διαθέσῃ τὸ χρῆμα τοῦτο, ἵνα κτίσῃ Ναυτικὴν Σχολὴν, τί θὰ γείνῃ τὸ ἄλλο κτίριον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖτε σεῖς νὰ γείνῃ ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ μακαρίτου Βασάνη; Εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ κτίζῃ κτίρια ἐδῶ καὶ ἐκεῖ διὰ Ναυτικὰς Σχολάς, διότι ὑπάρχουσι διαθέται μεγαλόδωροι, οἱ ὁποῖοι χάριν ἐθνικῶν σκοπῶν προώρισαν τὰ χρήματά των διὰ τὴν ἀνέγερσιν Ναυτικῆς Σχολῆς; Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν χρησιμοποιήσῃ τὰ χρήματα τοῦ Βαρβάκη διὰ τὴν ἀνέγερσιν Ναυτικῆς Σχολῆς, τὰ ἄλλα χρήματα, τὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον καταλειφθέντα, θὰ τὰ διαθέσῃ πρὸς ἄλλους ἀναλόγους σκοπούς.

§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Καλαμῶν βουλευτὴς κ. Δαγρὲς κατέθηκεν εἰς τὸ Προεδρεῖον ψήφισμα τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν, σχετικὸν πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ δικηγορικῶν συλλόγων, τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.

§98ΔΑΓΡΕΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς καταθέσεως.

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν σειράν σας.

§100ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§101ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ συνιστῶ, διότι ἔλαβον τοιαύτην ἐντολὴν παρὰ τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Καλαμῶν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δικηγορικῶν συλλόγων, ἀλλὰ μετὰ μελέτην πολλὴν, διότι εἶδον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ εἰσαχθὲν ἔχει πολλὰς ἐλλείψεις.

§102ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ζητήσω κατὰ πρῶτον συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διότι θέλω ἀπασχολήσει ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς αὐτὴν ἐπὶ ὅλως τοπικοῦ ζητήματος καὶ ἐνδιαφέροντος ἅπαντας τοὺς Βουλευτὰς Πατρῶν. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὑπέβαλον κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς παρελθούσης συνόδου εὐχὴν καὶ ψήφισμα πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν ὁποίων παρίστανον τὴν κατάστασιν τοῦ ἐμπορίου Πατρῶν ἐν κρισίμῳ θέσει, καθόσον ἐπεβαρύνετο διὰ βαρέων λιμενικῶν δικαιωμάτων καὶ δημοτικῶν φόρων, ἐπιβαλλομένων ἐφ’ ὅλων τῶν ἐμπορευμάτων, τῶν τε καταναλισκομένων ἐν τῷ τόπῳ καὶ τῶν ἐξαγομένων, δὲν ἠδύνατο δὲ ὡς ἐκ τούτου νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὸ ἐμπόριον τῆς Σύρου καὶ Πειραιῶς, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι κατ’ ἴσον λόγον βεβαρημένα, συνεπῶς δὲ τὸ ἐμπόριον τῶν Πατρῶν φυγαδεύεται ὁσημέραι, ἐν μαρασμῷ καὶ ἀπομονώσει διατελοῦν· παρεκάλουν δὲ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως δώσῃ νέαν ζωὴν εἰς τὸ ἐμπόριον τῶν Πατρῶν διὰ νομοθετήματος περὶ δημοτικῆς διαμετακομίσεως. Ταὐτοχρόνως καὶ ὁ Σύλλογος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀπετάθησαν πρὸς ἐμὲ καὶ τοὺς συναδέλφους μου, ὅπως συστήσωμεν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τὰ αἰτήματα ταῦτα, δὲν παρελείψαμεν δὲ ποσῶς τοῦτο, ἀλλ’ ἐνθέρμως καὶ ὅλοι ὁμοῦ καὶ ἰδίᾳ ἕκαστος συνηγορήσαμεν καὶ παρεκαλέσαμεν αὐτὸν νὰ λάβῃ σύντονον πρόνοιαν ἐπὶ τῶν περὶ ὧν πρόκειται αἰτημάτων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν προεκαλεῖτο ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐτύγχανε λίαν ἀπησχολημένος, ἕνεκα τῶν νυχθημερὸν συζητήσεων τῆς Βουλῆς. Μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου ἐκείνης, καὶ πάλιν ἐγὼ καὶ οἱ ἔντιμοι συνάδελφοί μου μετέβημεν ἐπανειλημμένως παρὰ τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπανελάβομεν θερμότερον τὴν σύστασίν μας, οὗτος δὲ διὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν εὐγενείας ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς, ὅτι ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τὴν εὐχὴν ταύτην τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, καὶ ὅτι ἅμα εὕρῃ τὴν κατάλληλον εὐκαιρίαν θὰ τὴν ἀφιερώσῃ εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ ἐμπόριον τῶν Πατρῶν, ὑπὲρ οὗ συνεμερίζετο τὸ ἐνδιαφέρον μας. Ἐν τοιαύτῃ καταστάσει ἔμενον τὰ περὶ τούτου, γνωστὸν δὲ εἶναι, πόσον σοβαρὰ ζητήματα ἀλληλοδιαδόχως ἐπεβάρυνον καὶ ἐπιβαρύνουν τὰς ἀσχολίας τῆς Κυβερνήσεως. Εἴτε ἄρα ἐκ τῶν ἀσχολιῶν τούτων, εἴτε διότι ἦτο ἀνάγκη ἐν τῷ καταρτισθησομένῳ νομοσχεδίῳ νὰ συνδυασθῶσι καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου, οὗτινος τὰ ἔσοδα σημαντικὴν θὰ ὑπέφερον μείωσιν, ἀφ’ ἑτέρου δέ, διότι ἦσαν ἄξιαι λεπτῆς προσοχῆς αἱ ἐνδείξεις τοῦ Συμβουλίου, προτείνοντος εἰς ἀντισήκωμα τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων, ἥτις ἐπιβάρυνσις θὰ ἔπιπτεν ἐφ’ ὅλων τῶν τάξεων τῶν συμπολιτῶν μας, ὧν γνωστὴ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἐξάντλησις, δι’ οἱονδήποτε, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ τῶν λόγων τούτων δὲν ὑπεβλήθη μέχρι σήμερον τὸ αἰτούμενον νομοσχέδιον. Ἐπὶ τῇ βραδύτητι δὲ ταύτῃ κρίνας ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος ἡμᾶς ὡς ὑπαιτίους, διὰ τηλεγραφήματος διεβίβασε πικρὰς παραστάσεις, δι’ ἐκφράσεων μάλιστα ἀπολύτως μὴ προσηκουσῶν, ἀλλ’ αἵτινες, κολακεύομαι νὰ πιστεύω, δὲν ἐνέκειντο εἰς τὴν προαίρεσιν τοῦ Συλλόγου, ἀλλὰ προῆλθον ἐξ οἱουδήποτε δυσμενοῦς συναισθήματος, ἢ ἐξ ἰδιοσυγκρασίας τοῦ διατυπώσαντος τὸ φραστὸν μέρος τοῦ τηλεγραφήματος. Ἔχοντες πλήρη τὴν συναίσθησιν τῶν σοβαρῶν καθηκόντων, ἅτινα ἡ ψῆφος τῶν συμπολιτῶν μας ἀνέθηκεν ἡμῖν, πληρέστατα δὲ ἥσυχον τὴν συνείδησιν, ὅτι, κατὰ τὸ μέτρον τῶν ἀσθενῶν μας δυνάμεων, προσεπαθήσαμεν καὶ προσπαθοῦμεν, ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα, νὰ ἐξυπηρετῶμεν τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας μας, οὐδὲν ἄλλο συναίσθημα ᾐσθάνθημεν ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος, εἰμὴ ὅτι ἠδίκησαν ἡμᾶς, καταλογίσαντες ὀλιγωρίαν, ἀκριβῶς ἐπὶ ζητήματος, ἐφ’ οὗ μέχρις ὀχληρότητος ἴσως ἠσχολήθημεν. Ταῦτα εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Διὰ τῶν λόγων μου δὲ τούτων ἐλπίζω ὅτι διερμηνεύω καὶ τὴν γνώμην πάντων τῶν συναδέλφων μου, μεθ’ ὧν ἀπὸ κοινοῦ συνειργάσθημεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἔχομεν δὲ τὴν συνείδησιν, ὅτι οὐδενὸς ὑστεροῦμεν, ὡς πρὸς τὸ ἐνδιαφέρον διὰ τὰ ἀληθῆ τῆς ἐπαρχίας μας συμφέροντα.

§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν διστάζω νὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ὁ φίλος μου ἐκ Πατρῶν πρὸ μικροῦ ἐζήτησε, μολονότι ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω τι, τὸ ὁποῖον θέλει ἴσως δυσαρεστήσει τὰ μέλη τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου τῶν Πατρῶν, ἐνῷ ἐγὼ πρὸς ἕκαστον τῶν μελῶν τούτων ἔχω ἰδίαν ὑπόληψιν, σπανίως δὲ μοὶ συνέβη νὰ μὴ ἐπιδοκιμάζω τὰς γνώμας αὐτῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ κ.κ. Βουλευταὶ ἐκ Πατρῶν καὶ κατὰ τὰ τέλη τῆς παρελθούσης συνόδου καὶ καθ’ ὅλον τὸ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τῆς παρούσης διαῤῥεῦσαν χρονικὸν διάστημα πολλάκις μοὶ ὡμίλησαν, συνιστῶντες νὰ σπεύσω ν’ ἀποδεχθῶ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἶχεν ἐκφέρει, γνώμας αἵτινές εἰσι καὶ εὐχὴ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν. Οἱ πλεῖστοι τῶν ἄλλων κ. κ. Βουλευτῶν ἴσως δὲν γνωρίζουσι τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς πρόκειται, πρέπει δὲ νὰ δώσω ἐξηγήσεις περὶ τούτου, ἵνα κατανοήσωσι τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς ἠγόρευσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν. Κατὰ τὸν νόμον τῆς 22 Δεκεμβρίου 1847 ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιβάλληται ἔκτακτος δημοτικὸς δασμὸς, ἤτοι νὰ ἐπεκτείνηται μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 2% διὰ πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ δὲ δασμὸς ἐπιβάλλεται ἐπὶ πάντων τῶν εἰσαγομένων εἰς τὸν δῆμον πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν. Εἶναι φόρος καταναλώσεως, ἐπιβαλλόμενος εἰς τὰ μέλη τοῦ δήμου, ὡς καταναλωτὰς τοῦ προϊόντος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ φόρος ἐπιβάλλεται. Καὶ οὕτως εἶχον τὰ πράγματα τοῦ δήμου Πατρέων. Ἀλλὰ κατ’ ἐποχὴν παρῳχημένην, ἡ ὁποία ἀπέχει ἀπὸ τῆς παρούσης 28 ἔτη, ἦτο Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Ζαΐμην, τοῦ ὁποίου ἀπετέλουν καὶ ἐγὼ μέλος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Τότε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Πατρῶν καὶ οἱ ἔμποροι Πατρῶν καὶ ἡ πόλις πᾶσα ἐζήτησαν ὡς χάριν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἵνα τὸν δημοτικὸν δασμόν, τὸν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1847 ἐπιβαλλόμενον ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν, ἐπεκτείνῃ ἐπὶ πάντων τῶν ἐμπορευμάτων. Δὲν γνωρίζω ἂν τοῦτο ἔπραξαν διὰ νὰ δημιουργήσωσιν ἓν ἔσοδον ὑπέρτερον, ὅπως ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς συνήθεις ἀνάγκας τοῦ δήμου, ἢ εἰς ἄλλας ἐκτάκτους, τὰς ὁποίας εἶχον, ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο συνῄνεσε καὶ παρεσκεύασε νομοθετικὴν πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπετράπη εἰς τὸν δῆμον Πατρέων νὰ ἐπεκτείνῃ τὸν δημοτικὸν δασμὸν οὐχὶ μόνον ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων εἰς τὸν δῆμον Πατρέων πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν, ἀλλὰ ἐπὶ πάντων τῶν εἰσαγομένων. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ εἰδικοῦ τούτου νομοθετήματος ἐπεβάρυνε βεβαίως τὸ ἐμπόριον Πατρῶν, ἀλλὰ τὴν ἐπιβάρυνσιν ταύτην ἐδέχθησαν τότε ἀγογγύστως, ἀφοῦ οἴκοθεν ἐζήτησαν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐτήν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰς ἀνάγκας τοῦ δήμου των, καὶ ποθοῦντες τότε νὰ ἐπιτύχωσι τὸ εἰδικὸν νομοθέτημα, ἵνα ἐπιφέρωσι τὰς βελτιώσεις, τῶν ὁποίων ὁ δῆμος εἶχεν ἀνάγκην, κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν. Ἀλλὰ τελευταῖον εἶδον, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐπιβάρυνσις ἴσως παρακωλύει τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορίου τῆς πόλεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐξεδήλωσαν ἐπιθυμίαν νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν γενικὸν κανόνα, τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1847 διαγραφόμενον, ἤτοι ὁ δασμὸς, ὁ ἐπιβαλλόμενος νῦν ἐπὶ πάντων τῶν εἰσαγομένων εἰς τὸν δῆμον ἀδιακρίτως, νὰ ἐπιβάλληται τοῦ λοιποῦ ἐπὶ μόνον τῶν πρὸς τοπικὴν κατανάλωσιν εἰσαγομένων, πρὸς τοῦτο δὲ, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ συστηθῇ κατάστημα διαμετακομίσεως δημοτικὸν ἐν τῷ δήμῳ Πατρέων, ἀλλὰ προεῖδον καὶ τὴν περίπτωσιν, τὴν ἀναγκαίως ἐπελευσομένην, ὅτι ἕνεκα τούτου τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου, τὰ ἐκ τοῦ ἐκτάκτου δημοτικοῦ δασμοῦ μέχρι τοῦδε εἰσπραττόμενα, θέλουσιν οὐσιωδῶς ἐλαττωθῆ, διότι δὲν θέλει εἰσπράττεσθαι πλέον ὁ ἔκτακτος δημοτικὸς δασμὸς ἐπὶ πάντων τῶν εἰσαγομένων, ἀλλὰ μόνον ἐκ τῶν πρὸς τοπικὴν κατανάλωσιν. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐξέφρασε διακαῆ πόθον, ἵνα συστηθῶσι καταστήματα δημοτικῆς διαμετακομίσεως, προὐνόησε δὲ καὶ περὶ τῶν πόρων, πρὸς τοὺς ὁποίους θέλει προσφύγει, ἵνα ἀντλήσῃ ἐξ αὐτῶν ἔσοδα, ὅπως χρησιμεύσωσι ταῦτα ὡς ἀντισήκωμα τῆς ἐλαττώσεως, ἡ ὁποία θέλει ἐπέλθει εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου Πατρέων, καὶ ἐσκέφθη περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὡς καὶ τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων πακέτων καπνοῦ, κονιὰκ καὶ οἴνου. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ηὔχετο τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἀνωμολόγει ἴσως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ ἐκτάκτου δημοτικοῦ δασμοῦ καὶ περιορίσωμεν αὐτὸν ἐπὶ μόνον τῶν εἰσαγομένων, οὔτε τοὺς νέους φόρους ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων νὰ ψηφίσωμεν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ψηφισθησομένου νόμου, πρὶν ἢ κατασκευασθῶσι καταστήματα δημοτικῆς διαμετακομίσεως. Ὅταν ἐλάβομεν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, εἴχομεν ἤδη πρὸ πολλοῦ καιροῦ ὑπὸ μελέτην τὸ ζήτημα, εἴχομεν δὲ προβῆ καὶ εἰς ἕναρξιν ἐργασίας, ὅπως κατασκευάσωμεν κατάστημα τελωνειακὸν ἐν τῇ πόλει τῶν Πατρῶν. Τὴν ἀνάγκην ταύτην διεγινώσκομεν πρὸ πολλοῦ. Γνωστὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῶν δυσχερειῶν, αἱ ὁποῖαι προέκυπτον εἰς τοῦτο, καὶ πῶς κατωρθώθη νὰ ἄρωμεν ταύτας κατὰ τὸ 1891. Εἴχομεν ἤδη προβῆ εἰς διορισμὸν ἐπιτροπῆς καὶ εἴχομεν παρακαλέσει τὸν κ. Διευθυντὴν τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τὸν νομάρχην Ἀχαϊοήλιδος καὶ τὸν κ. τελώνην Πατρῶν καὶ τὸν κ. τελώνην Ζακύνθου καὶ ἕνα οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν ν’ ἀποτελέσωσιν ἐπιτροπὴν, ὅπως γνωμοδοτήσωσι περὶ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀνεγερθῶσι τὰ δημοτικὰ καταστήματα, καὶ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ἀνεκοινώσαμεν εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας, ὅπως παρασκευασθῇ σχέδιον τελωνειακοῦ καταστήματος καὶ ὁ προϋπολογισμὸς, ὥστε νὰ λάβωμεν τὴν προσήκουσαν πρόνοιαν καὶ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἀναγκαίαν ἄδειαν, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν δαπάνην ταύτην. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μάλιστα τοῦ 1897 ἀνεγράψαμεν καὶ ποσόν τι πρὸς πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης ταύτης. Διὰ τοῦτο δὲν προέβημεν εἰς μελέτας περὶ συστάσεως δημοτικῆς διαμετακομίσεως, ὅπως σκεφθῶμεν ἂν πρέπῃ τὰ καταστήματα ταῦτα νὰ γείνωσιν ἐκεῖ, ὅπου τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐγνωμοδότει, προτεῖναν, μοὶ φαίνεται, τὴν μετασκευὴν τῆς ἀρκτικῆς ἀγορᾶς εἰς κατάστημα διαμετακομίσεως, ἢ νὰ τὰ συνδέσωμεν μὲ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ τελωνείου καὶ νὰ προβῶμεν ὁμαλώτερον εἰς τὰ κατ’ αὐτά. Διὰ τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εὑρίσκω λόγον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξεβίαζε τὸν σύλλογον τὸν ἐμπορικὸν τῶν Πατρῶν, εἴτε ἵνα ἐκφράσῃ τοιαύτας πρὸς ἡμᾶς γνώμας, εἴτε ἵνα ἐπιδείξῃ τοσοῦτον ἀκατάσχετον πόθον. Ἡ μελέτη περὶ συστάσεως δημοτικῆς διαμετακομίσεως εἶναι σοβαρά· πρέπει νὰ κανονισθῶσι πολλαὶ λεπτομέρειαι, ἵνα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου ἐξασφαλισθῶσι καὶ αἱ ἐνδεχόμεναι καταχρήσεις προληφθῶσι, χωρὶς ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν ὑπὲρ τὸ δέον οἱ κάτοικοι τῶν Πατρῶν, ὡς ἐκ τῆς ἐπιζητουμένης μεταῤῥυθμίσεως τῆς δημοτικῆς φορολογίας των. Ταῦτα πάντα ἀνήκουσιν εἰς τὴν διοίκησιν, τοιαῦτα δὲ ἔργα δὲν γίνονται μετὰ τοσαύτης σπουδῆς, ὥστε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὠκνήσαμεν μὲν ἡμεῖς, ἀλλ’ ὅτι ὤκνησαν καὶ οἱ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν κ.κ. Βουλευταὶ νὰ ζητήσωσι παρ’ ἡμῶν ἵνα σπεύσωμεν εἰς τὸ ἔργον. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν, ὅταν λάβῃ πάσας τὰς πληροφορίας τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων, καὶ ἀκούσῃ τί εἶπον ἐν τῇ Βουλῇ, θέλει κατανοήσει, ὅτι μεγάλην ἔδειξε σπουδὴν, καὶ οὐχὶ δικαίως κατελόγισεν ἀδιαφορίαν εἰς τοὺς κ.κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὰς, οἵτινες πάντες οὐδεμίαν παρέλειψαν εὐκαιρίαν, ἵνα συνηγορῶσιν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἀντιπροσωπεύουσιν.

§104ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπειδὴ ὑπόθεσίς μου ἀτομικὴ μὲ ἀναγκάζει νὰ ἀπέλθω ἐξ Ἀθηνῶν ἐπί τινας ἡμέρας, ἐπιθυμῶ ἐν τούτοις νὰ παρίσταμαι ἐνταῦθα κατὰ τὴν γενησομένην συζήτησιν περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, θὰ παρεκάλουν τοὺς συναδέλφους ἐκ Παρνασσίδος καὶ Ἄρτης, οἵτινες ἐδήλωσαν ὅτι εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἐπιληφθῶσι τοιαύτης συζητήσεως, ὅπως δεχθῶσιν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ταύτης ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας, ὅτε θὰ ἐπανέλθω εἰς Ἀθήνας. Τοῦτο ζητῶ ὡς ἰδιαιτέραν χάριν.

§105ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ζητήματος ἀφορῶντος γενικώτερον συμφέρον, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν προτεινομένην ἀναβολήν.

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε νὰ γείνῃ τὴν ἐρχομένην Τετάρτην.

§107ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παραμυθιώτης ἔχει τὸν λόγον.

§109ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ παρευρεθῶ εἴς τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο λόγος περὶ ἐλαττώσεως τῶν δικαστικῶν τελῶν κατόπιν ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μήλου Βουλευτοῦ. Συμμερίζομαι πληρέστατα τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐξέθεσαν οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἐλάττωσιν τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, ὑπό τε τὴν ἔποψιν τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δημοσίου συμφέροντος, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι πρόνοια θέλει ληφθῆ περὶ τούτου. Ἀλλὰ μετὰ τῆς συζητήσεως ἐκείνης συσχετίζεται ἕτερον ζήτημα, τὸ μέτρον τουτέστι, τὸ ὁποῖον ἐσχάτως ἔλαβεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διατάξας νὰ κατατίθενται εἰς τὰ ἀρχεῖα τῶν δικαστηρίων τὰ πρωτότυπα τῶν ἀγωγῶν, τῶν ἀνακοπῶν καὶ τῶν ἐφέσεων, καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ λαμβάνωσιν ἀντίγραφον τούτων. Ἐννοεῖται ὅτι τὰ ἀντίγραφα λαμβάνονται ἐπὶ χαρτοσήμου, ἄρα, Κύριοι, τὸ μέτρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἔμμεσος ἐπιβολὴ νέου φόρου, εἶναι προσθήκη εἰς τὰ δικαστικὰ τέλη. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως θερμῶς ἕνεκα τούτου τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναστείλῃ τὸ μέτρον τοῦτο, μέχρις οὗ τακτοποιηθῶσι τὰ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου. Ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς δὲν ἐνδώσῃ εἰς τὴν παράκλησίν μου ταύτην, τότε θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ καταθέσῃ τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου διετάχθη τὸ μέτρον τοῦτο, ὅπως γείνῃ συζήτησις.

§110Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐγνώριζον ὅτι θὰ γείνῃ τοιαύτη πρότασις παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὥστε νὰ ἔχω τὸν νόμον μετ’ ἐμοῦ. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασίς του στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, διότι ὁ νόμος λέγει, «τὰ δικόγραφα τὰ μένοντα παρὰ τῷ προκαλοῦντι τὴν πρᾶξιν»· ἄρα, ἀφοῦ ὁ νόμος διατάσσει οὕτω, πῶς ἡ ἐγκύκλιος διατάσσει νὰ μένουν εἰς τὰ ἀρχεῖα; Ἑπομένως θὰ ἐπέλθῃ θεραπεία δι’ ἀνακλήσεως τῆς τοιαύτης ἐγκυκλίου. Ἄλλως ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀναγνώσωμεν τὴν ἐγκύκλιον, διὰ νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτῆς.

§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλέσσας ἔχει τὸν λόγον.

§112Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἐν τῇ ἐφημερίδι «Παλιγγενεσίᾳ» ἐδημοσιεύθη καταγγελία κατὰ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῶν στρατιωτικῶν. Ἡ καταγγελία μάλιστα αὕτη ἀφορᾷ εἰς πρόσωπα ἀνώτερα τοῦ στρατοῦ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς καταγγελίας ταύτης.

§113Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀνώτερος ἀξιωματικὸς ἐπελήφθη ἀνακρίσεων ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.

§114ΦΛΕΣΣΑΣ. Μετὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀνακρίσεως παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρίσεως.

§115Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ. Δὲν σᾶς τὸ ὑπόσχομαι αὐτό. Ὅταν τελειώσῃ ἡ ἀνάκρισις, θὰ ἴδω ἂν τοῦτο ᾖναι δυνατόν.

§116Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Πρὸ δέκα ἓξ καὶ ἡμίσεως μηνῶν ὑπέβαλον διαφόρους ἐπερωτήσεις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Δυστυχῶς δὲ, σήμερον εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἐκφράσω δημοσίᾳ τὴν λύπην μου ἐπὶ τῇ ἀδρανείᾳ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργείου, καθόσον διὰ τῆς, ὡς μὴ ὤφελε, παραλείψεως τῶν ἀπαντήσεων εἰς ταύτας μὲ ἔφερε προχθὲς εἰς θέσιν νὰ στενοχωρήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἠναγκάσθη νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ἀπόντος. Ἂν τὸ Ὑπουργεῖον κατέθετεν ἐγκαίρως πάντα τὰ ζητηθέντα παρ’ ἐμοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ὑπερασπισθῇ τὸν ἀπόντα, ὁ ὁποῖος ἐτέλεσε πράξεις, ἃς ἀποσιωπῶ, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τὰ δέοντα καὶ νὰ εἴπω ὅσα πρέπει νὰ εἴπω, καὶ τότε θὰ μάθῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κόσμος ὅλος, ποῖον εἶναι τὸ ποιὸν τοῦ ἀνθρώπου, περὶ τοῦ ὁποίου δυστυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέφερε κολακευτικὰς τινας λέξεις, αἱ ὁποῖαι τὸν ἐθράσυναν. Πρόκειται περὶ τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Πεντέλης.

§117ΦΩΝΑΙ. Ὤ! ὤ!

§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ περὶ αὐτοῦ δὲν εἶπον οὔτε ὑπὲρ οὔτε κατά.

§119ΣΧΙΝΑΣ. Ἤθελον ζητήσει, καίτοι σεβόμενος ὅλην τὴν εὐρεῖαν τοῦ λόγου καὶ τὴν μνήμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελον, λέγω, ζητήσει νὰ προσκομισθῶσι καὶ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς ἑσπέρας ἐκείνης, διὰ νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅ,τι εἶπεν ὑπὲρ τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου οὐδεμία φωνὴ ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ τὰ πάντα ἐκμεταλλευόμενος, ἐχρησιμοποίησε τὰς λέξεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ τὸν γνωρίσῃ, ἐπαναλέγω, ἡ Βουλή, ὅταν θὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα. Ἀλλὰ ἰδίᾳ νῦν θὰ ἀπευθύνω παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἵνα διατάξῃ τὸ ἁρμόδιον γραφεῖον νὰ ἀποστείλῃ εὐθὺς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὰς ἐπερωτήσεις μου ὅλας, τῶν ὁποίων σημειῶ τὰς σελίδας, τὰς ἐν τοῖς πρακτικοῖς, καὶ δηλῶ ὅτι, ἂν ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν δὲν προσαχθῶσιν αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι, θέλω ἐπιληφθῆ τῆς ὑποθέσεως, καὶ τότε εἰς οὐδένα θὰ ἐπιτρέψω νὰ ζητήσῃ νὰ μὲ διαψεύσῃ. Διότι πρέπει νὰ μάθητε, κύριοι συνάδελφοι, τὴν πορείαν τῶν κακοήθως διαχειριζομένων τὰ δημόσια, διότι αἱ ἱεραὶ ἐκεῖναι παρακαταθῆκαι, αἱ ἀποτελοῦσαι τὴν περιουσίαν τῶν Μονῶν, χρησιμοποιοῦνται πρὸς ἰδίους φαύλους καὶ κακοήθεις σκοπούς. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τοῦ παρόντος, παρακαλῶ ὅμως ἰδίᾳ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῆς Μονῆς Πεντέλης τῶν ἐτῶν 1895 καὶ 1896, ὡς καὶ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1895. Ἐκεῖ θὰ ἴδητε τὸ κάτοπτρον τῆς διαχειρίσεως τῶν ἱερῶν αὐτῶν χρημάτων. Πρέπει νὰ τὸ μάθητε, πρέπει νὰ κλεισθῶσιν ἐκεῖνοι ἐκεῖ, ὅπου διατάσσουν οἱ ἱεροὶ κανόνες, καὶ νὰ μὴ διαπράττωσιν ὅσα διαπράττουσι. Μὴ μὲ στενοχωρεῖτε, διότι θὰ ἐκστομίσω λέξεις ἀληθείας, βεβαιωθησομένας διὰ πράξεων δικαστικῶν. «Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου!» Συνάμα θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα, σχετικῶς μὲ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, προσαγάγῃ ἀναφοράν μου περὶ τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Ἡγουμένου Πεντέλης κατὰ τὴν ἐκεῖ μετάβασίν μου μετὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς Σχολῆς τῇ 7 Ἰουλίου 1894, μετὰ τῆς σχετικῆς ἐνεργείας ἐπ’ αὐτῆς. Τότε θέλω ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι, ἂν δὲν κατατεθῶσι τὰ αἰτούμενα, ὑπολόγους θὰ θεωρήσω τοὺς μὴ προσκομίσοντας αὐτὰ, καὶ τότε θὰ ὁμιλήσω ὄχι πλέον περὶ ἀπόντων, ἀλλὰ περὶ παρόντων, διότι πᾶς ὁ διαχειριζόμενος ἱερὰ χρήματα εἶναι ὑπόλογος, καὶ πρέπει νὰ δώσῃ λογοδοσίαν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους.

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σέχος ἔχει τὸν λόγον.

§121Ι. ΣΕΧΟΣ. Ἠδυνάμην ἀπὸ τῆς θέσεώς μου νὰ ἀπευθύνω τὰς ὀλίγας λέξεις, ἃς σκοπῶ νὰ ἀποτείνω πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸ ὄνομα, περὶ οὗ θὰ ὁμιλήσω, μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα. Ἐπληροφορήθην ὅτι ὁ ὑποστράτηγος Καραϊσκάκης ὑπέβαλεν αἴτησιν συντάξεως, καὶ ὡς ἐκ τούτου μέχρις ὅτου ὁ υἱός του ἐξέλθῃ εἰς τὸν στρατὸν ἐκ τοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων, τὸ ὄνομα Καραϊσκάκης δὲν θὰ ἀντηχῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ὡς ἀντήχει εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνος, θριαμβευτικῶς πάντοτε εἰς τὰ πεδία τῆς μάχης. Μεταβαίνων ὁ ὑποστράτηγος Καραϊσκάκης εἰς σύνταξιν, δὲν ἔχει ἄλλους πόρους, εἰμὴ ἐκείνους, οὓς ἀπέκτησε διὰ τῆς προσωπικῆς αὐτοῦ ὑπηρεσίας. Ταῦτα ἔλεγον σήμερον εἴς τινα ἀνώτερον ἀξιωματικὸν τοῦ ναυτικοῦ, γόνον ἀρχαίας καὶ ἐνδόξου ναυτικῆς οἰκογενείας, καὶ ἦτο παρὼν καὶ συνάδελφός τις Βουλευτὴς, ὅστις μοὶ εἶπε: «ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ Καραϊσκάκης;» Θέλων νὰ μοὶ ὑποδείξῃ, ὅτι ἐλησμονήθησαν οἱ ἔνδοξοι ἄνδρες. Τῷ ἀπεκρίθην: «ἔχεις δίκαιον νὰ μὴ ἐνθυμῆσαι πλέον τοὺς ἀγωνιστὰς, διότι παρῆλθον τόσα ἔτη, ἀφ’ ὅτου ὁ Καραϊσκάκης ἔπεσε θριαμβευτικῶς εἰς τὸ πεδίον τῶν Ἀθηνῶν, καὶ τὸν ἐλησμονήσαμεν, δὲν τὸν λησμονεῖ ὅμως ἡ ἱστορία, καὶ δὲν πιστεύω νὰ τὸν λησμονήσῃ καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία.» Ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὑποστράτηγος Καραϊσκάκης, ἀποστρατευόμενος, δὲν ἔχει ἄλλα μέσα ὑπάρξεως, παρὰ ἐκεῖνα, ἐπαναλαμβάνω, ἅτινα παρέχουσιν αὐτῷ αἱ προσωπικαί του ὑπηρεσίαι, ἔχει δὲ πολυάριθμον οἰκογένειαν. Διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ὅπως ὑποστηρίξωσι τὴν ἰδέαν νὰ δοθῇ ἐπίδομά τι εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ μηνιαίως, τοὐλάχιστον 400 δραχμῶν.

§122ΜΑΥΡΟΣ. Πεντακοσίων, ὅσας ἐπῆραν καὶ ἄλλοι.

§123ΣΕΧΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασίν μου, ἣν διαβλέπω ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ὁμοθυμαδὸν παραδέχεται· εἰμὶ δὲ βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς θὰ τὴν ἀποκρούσῃ, καὶ μάλιστα ἤδη, ὅτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἔχομεν σὺν τοῖς ἄλλοις δύο Προέδρους, τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀνήκοντας εἰς μεγάλας οἰκογενείας τοῦ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνος.

§124ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα ἐκ μέρους τοῦ ἐκ Κερκύρας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ καὶ σεβαστοῦ μοι συνταγματάρχου, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν, ὡς ἐμάθομεν παρ’ αὐτοῦ, ἀποστρατευόμενον ὅσον οὔπω ὑποστράτηγον Καραϊσκάκην, εἶναι ἱκανὴ νὰ προξενήσῃ βαθυτάτην αἴσθησιν εἰς πάντα Ἕλληνα. Ὅτι ὁ ὑποστράτηγος Σπυρίδων Καραϊσκάκης φέρει ὄνομα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς γωνίας ταύτης, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ, καὶ εἶναι περιττὸν ὅλως νὰ τὸ ὑπομνήσω καὶ ἐγώ. Εἰς τὴν πραγμάτωσιν ὅμως τῆς εὐχῆς, τὴν ὁποίαν ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ ἐκφράσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι, νομίζω, ἱκανὸν νὰ συντελέσῃ καί τι προηγούμενον, ὅπερ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐξωδίκως καὶ τυχαίως ὅλως ἔμαθον πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Καραϊσκάκης, ὡς υἱὸς τοῦ ἐνδόξου ἐκείνου στρατηγοῦ, δὲν ἔσχε τὴν τύχην ἢ δὲν ἐζήτησε νὰ λάβῃ μέχρι τοῦδε ὅσα ἔλαβον ἄλλαι οἰκογένειαι ἀγωνιστῶν, τουτέστιν ἡ οἰκογένεια τοῦ Καραϊσκάκη δὲν ἔχει προικοδοτηθῆ, ὡς ἄλλαι τινὲς οἰκογένειαι...

§125ΑΛΕΞ. Ι. ΚΑΝΑΡΗΣ. Καὶ πολλαὶ ἄλλαι οἰκογένειαι.

§126ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι· λέγω μόνον, ὅτι μεταξὺ τῶν πολλῶν εἶναι καὶ ἡ τοῦ Καραϊσκάκη... Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ λοιπὸν τῆς εὐγενοῦς προτάσεως τοῦ κ. Σέχου, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπομνήσω καὶ τοῦτο, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως κατὰ τὴν μελέτην τῆς προτάσεως ταύτης λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ὅ,τι ἐγὼ ἀνέφερα, ἵνα ὅσον τάχιον δώσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν οἰκογένειαν Καραϊσκάκη ὅ,τι εἶναι ἄξιον τῆς περιωπῆς της καὶ τῶν πρὸς τὴν πατρίδα ἐκδουλεύσεων αὐτῆς.

§127Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Βεβαίως ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ εἶναι πατριωτικωτάτη καὶ παραμυθεῖ τὰς οἰκογενείας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἠγωνίσθησαν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αἱ οἰκογένειαι αὗται, αἱ ὁποῖαι ἠγωνίσθησαν, εἶναι καὶ ἄλλαι οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι ἠγωνίσθησαν περισσότερον, καὶ δὲν ἔλαβον οὔτε ὀβολόν. Ἐφονεύθησαν τέσσαρες στρατηγοὶ Φλέσσαι, καὶ οὐδὲν ἔλαβον αἱ οἰκογένειαί των, οὔτε οἱ ἀδελφοί των, οὔτε αἱ θυγατέρες των. Κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ληφθῇ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως γενικὴ πρόνοια, διότι αὐταὶ αἱ ἐξαιρέσεις βεβαίως ἐρεθίζουσι τὰς οἰκογενείας, αἱ ὁποῖαι συνεισέφερον εἰς τὸ Κράτος πλέον ἢ ὅσα ὁ στρατηγὸς Καραϊσκάκης. Ἐφονεύθησαν, κύριε Πρόεδρε, καὶ Μαυρομιχάλαι καὶ Φλέσσαι τέσσαρες μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ, ἀλλ’ οὐδέποτε εἷς Φλέσσας ἐπῆρεν οὔτε 25 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἀφ’ ἧς ἀπηλευθερώθη ἡ πατρὶς μέχρι σήμερον. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ἀμοιβὰς ἀπὸ τὸ ἔθνος διὰ τὰς ὑπὲρ τοῦ Ἀγῶνος προσενεχθείσας ὑπηρεσίας, καὶ ἐὰν τὸ Κράτος χορηγήσῃ τοιαύτας, ἐγὼ θὰ τὰς ἀποκρούσω, διότι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, καὶ ἐκπληροῦντες καθῆκον, δὲν δικαιοῦνται ἀμοιβῶν ὑλικῶν. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, οὐδέποτε θὰ ἀνεχθῶ τὰς διακρίσεις. Ὁ Καραϊσκάκης ἠγωνίσθη, καὶ ὁ πατήρ του καὶ ὁ ἴδιος, οἱ κόποι αὐτοῦ ἠμείφθησαν καὶ ἀμείβονται διὰ τῆς συντάξεώς του. Ἐὰν ὅμως ἐξακολουθήσητε αὐτὰς τὰς διακρίσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1881, βεβαίως θὰ γεννήσητε σκάνδαλα εἰς τὸ ἔθνος. Ἐγὼ πρῶτος δὲν θ’ ἀνεχθῶ αὐτὴν τὴν κατάστασιν, δὲν δέχομαι δὲ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἀμειφθοῦν οἱ κόποι τῶν ἀποθανόντων συγγενῶν μου ὑπὲρ τῆς πατρίδος.

§128ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν ἐκ Καλαμῶν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ πάντα ἄλλον νὰ παραδεχθῇ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἐξαίρεσίν τινα, ὄχι μόνον διὰ τὸ ἱστορικὸν ὄνομα, τὸ ὁποῖον φέρει ἡ οἰκογένεια τοῦ Καραϊσκάκη, ὄχι μόνον διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἐκδουλεύσεις, ἅστινας αὕτη παρέσχεν εἰς τὴν πατρίδα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἐκδουλεύσεις, ἅςτινας παρέσχεν ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν. Ὁ ἀείμνηστος Βαρβάκης, στενὸς συγγενὴς τοῦ κ. Καραϊσκάκη, ἑκατομμύρια ὅλα διέθεσεν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, εἶναι δὲ γνωστὸν, πῶς τὸ κληροδότημα μέχρι τοῦδε διετέθη ὑπὲρ διαφόρων σκοπῶν. Καὶ ἂν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦναι εἰς θέσιν τὴν σήμερον ὑπὲρ τῆς ἀναξιοπαθούσης οἰκογενείας τοῦ Καραϊσκάκη νὰ διαθέσῃ ποσόν τι ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἃς διαθέσῃ ποσόν τι τοὐλάχιστον ἐκ τοῦ μεγάλου κληροδοτήματος τοῦ Βαρβάκη, καὶ ἔστω βεβαία, ὅτι οὕτω πως καὶ πρὸς τὴν μνήμην τοῦ ἀειμνήστου ἐκείνου διαθέτου θὰ δείξῃ τὸν προσήκοντα σεβασμὸν, καὶ εἰς οἰκογένειαν τοιοῦτον ὄνομα φέρουσαν θὰ ἐπέλθῃ ἐπίκουρος, εἰς τόσον κρίσιμον στιγμὴν δι’ αὐτήν.

§129ΜΑΝΕΣΗΣ. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Φλέσσα, παρακαλῶ αὐτὸν καὶ πάντα ἄλλον νὰ μὴ νομίσῃ ὅτι ἐκ τῆς προτάσεως ταύτης πρόκειται νὰ γείνῃ σύγκρισις ὡς πρὸς τὰς ἐκδουλεύσεις τὰς προσενεχθείσας ὑπὸ τῶν ἀγωνιστῶν πρὸς τὴν πατρίδα. Βεβαίως εἶναι μεγάλαι αἱ ὑπηρεσίαι τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Φλέσσας, ἀλλὰ καὶ βεβαίως εἶναι μέγα εὐτύχημα, ὅτι αἱ οἰκογένειαι ἐκεῖναι ἠδυνήθησαν οὕτως ἢ ἄλλως νὰ διατηρήσωσι τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῶν, καὶ δὲν στεροῦνται τῶν πρὸς τὸ ζῆν, τὸ ὁποῖον θὰ ἴδητε ἐν τῇ οἰκογενείᾳ τοῦ Καραϊσκάκη, ἂν δὲν λάβητε τὴν δέουσαν πρόνοιαν. Αἱ ἔγγονοι τοῦ Καραϊσκάκη, αἱ ἔγγονοι τοῦ Βαρβάκη δὲν θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἔλθωσιν εἰς γάμον, διότι διὰ τῆς συντάξεως τῶν 400 δραχμῶν μόλις θὰ δύνανται νὰ ζήσουν ἐν μέσαις Ἀθήναις. Ἰδοὺ τί ζητεῖται, ἔστω καὶ ὡς ἐξαίρεσις, τὴν ὁποίαν πέπεισμαι ὅτι δὲν θὰ ἀποκρούσῃ ὁ κ. Φλέσσας. Δὲν ἀρνοῦμαι τὰς ἐκδουλεύσεις τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ, δὲν ἀγνοῶ τὴν ἱστορίαν, ἡ ὁποία εὐφήμως μνημονεύει τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον μεθ’ ὑπερηφανείας πρέπει νὰ ἀκούωμεν, καθὼς καὶ πάντα τὰ ἄλλα ὀνόματα τῶν ἀγωνιστῶν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ ἡ θέσις τοῦ υἱοῦ τοῦ Καραΐσκου δὲν εἶναι ὁμοία οὔτε πρὸς τὴν θέσιν τῶν Μαυρομιχαλαίων οὔτε πρὸς τὴν θέσιν τοῦ Φλέσσα. Ὁ μόνος υἱὸς τοῦ Καραΐσκου δὲν δύναται νὰ βαδίσῃ ἐν μέσαις Ἀθήναις, παθὼν σωματικῶς, καὶ θὰ δείξωμεν ἀσέβειαν πρὸς τὸν στρατάρχην Καραΐσκον, τὸν ὁποῖον ἡ ἱστορία μνημονεύει ὡς τὸν μόνον στρατηγὸν τῆς Ἑλλάδος, διαπρέψαντα ἐπὶ εὐφυίᾳ καὶ στρατηγικῇ ἱκανότητι, ἐὰν ἀφήσωμεν τὸν υἱὸν αὐτοῦ πενόμενον καὶ μὴ δυνάμενον νὰ ἐξέλθῃ τῆς οἰκίας του.

§130ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Βεβαίως δὲν θὰ τὸν ἀφήσωμεν, κύριε Μάνεση. Οὐδεὶς ἀντιλέγει.

§131ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ παραδεχθῇ τὴν γενομένην σύστασιν, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς κρείττονα θέσιν νὰ ἐξεύρῃ τὸ μέσον πρὸς πραγμάτωσιν αὐτῆς.

§132ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§133ΜΑΝΕΣΗΣ. Χαίρω, διότι σύμφωνος εἶναι ἡ Βουλὴ πρὸς ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Σέχου.

§134Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ μὴ συντηρηθῇ ὁ υἱὸς τοῦ Καραϊσκάκη, ὄχι ὅμως ὡς υἱὸς τοῦ στρατηγοῦ Καραϊσκάκη, ἀλλ’ ὡς προσωπικῶς ἀγωνισθεὶς ὑπὲρ τοῦ ἔθνους. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν δὲν ἀντιλέγω. Ὡς υἱὸς ὅμως τοῦ Καραϊσκάκη, δὲν δικαιοῦται νὰ τύχῃ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔτυχον ἄλλοι, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τῆς προτάσεως.

§135ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι τὰ λεχθέντα πρέπει νὰ λάβωσι νόμιμον ὑπόστασιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ προτάσεως Βουλευτοῦ. Νομίζω ὅτι πρέπει ἡ ἰδία, ἡ ἐκφρασθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἐκ Κερκύρας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, νὰ λάβῃ τὴν νόμιμον αὐτῆς μορφὴν, καὶ νὰ ἐκφρασθῇ εὐχὴ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ σχετικὸν νομοσχέδιον.

§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ ἐγένετο.

§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριχωνίας καὶ πάντων τῶν ἄλλων Βουλευτῶν, τοῦτο σημαίνουσιν· ἐκδηλοῦσιν εὐχήν.

§138ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ προσαγάγῃ πίνακα τῶν μαθητῶν τῶν φοιτώντων ἐν τοῖς σχολείοις τοῖς δημοτικοῖς, τοῖς ἑλληνικοῖς καὶ τοῖς Γυμνασίοις, διότι ἔχω ἀνάγκην αὐτοῦ, ὅπως συζητήσω.

§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ προσωρινῶς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ.λ.π.). Σᾶς παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε τὴν αἴτησίν σας ἐγγράφως.

§140ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.

§141ΣΤΑΗΣ. Παρεκάλεσα πρὸ πολλοῦ, ἴσως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ καταθέσῃ πληροφορίας τινὰς, τὰς ὁποίας δὲν κατέθηκεν, καίτοι ἐγγράφως εἶχον ὑποβάλει τὴν ἐπερώτησίν μου. Πρὸς τὰς ἀπαντήσεις ὅμως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἀπήντησεν ἤδη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἰς μίαν τῶν ἀπαντήσεων τούτων περιείχετο καὶ ἀπάντησις πρὸς ἰδικήν μου ἐπερώτησιν, ἂν καὶ οὐχὶ πλήρης. Εἰς τὴν ὑποβληθῆσαν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀνάλυσιν τῶν ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους ὑπολοίπων κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1896 εὑρίσκομεν ἀναγεγραμμένα ἔξοδα ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως 1,903,141 δρ. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι τὸ Κράτος δι’ ἴδιον λογαριασμὸν κατέβαλεν εἰς μισθοὺς προσωπικοῦ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως περίπου 2 ἑκατομμύρια, καὶ ἔτι ἁπλούστερον σημαίνει, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους ἐξωφλημένα ἐντάλματα μισθῶν τῶν λειτουργῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως 2 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐζήτησα ἄλλοτε νὰ μάθω, καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου, ἐὰν πλὴν τοῦ ποσοῦ τούτου ἐδαπανήθη καὶ τὸ ποσὸν τοῦ 1,500,000 δραχμῶν, τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1896, πρὸς συνδρομὴν τῶν δήμων, τῶν ἀπόρων, διὰ τὰς δαπάνας τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως· ἐδαπάνησε τὸ Δημόσιον 1,500,000 καὶ πλὴν τούτου προσέτι 1,903,141; ἐὰν ἐδαπανήθη τὸ ποσὸν ἐκεῖνο τοῦ 1,500,000, πῶς ἐδαπανήθη; Ἐζήτησα ἄλλοτε πίνακα, δηλοῦντα πῶς ἐδαπανήθη τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ δῆμον, καὶ πόσον πρὸς τοὺς ἀπόρους δήμους. Ὅτι ἐδαπανήθη καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἔχομεν ἐξωδίκους πληροφορίας, ἀλλὰ πῶς ἐδαπανήθη, ἄγνωστον, πῶς διενεμήθη τουτέστιν ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ μάθῃ, διότι γινώσκομεν ὅτι πολλοὶ δῆμοι, ἄποροι πράγματι, οὐδεμίαν ἔλαβον συνδρομήν. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα οἱ δῆμοι, εἴτε ἄποροι εἴτε μὴ, διέθεσαν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ δαπάνη δύο περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἶναι χαρακτηριστικὴ τῆς κυβερνητικῆς προνοίας. Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896, μετὰ πολλοὺς ἀγῶνας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, 1,500,000 δραχ. ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἤδη ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἀνεπαρκές. Ἵνα συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπικαίρως, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένου σχετικοῦ νομοσχεδίου, ἂς προσκομισθῶσιν ἐγκαίρως εἰς τὴν Βουλὴν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι· διότι, ἐὰν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὰς πληροφορίας ταύτας, δὲν θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ συζητήσωμεν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου.

§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύναμαι προχείρως νὰ δώσω πληροφορίας πρὸς τὸν ἐκ Κυθήρων κ. Βουλευτήν. Τὸ ποσὸν τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς ἐπικουρίαν τῶν δήμων, δὲν ἐδαπανήθη. Ἐὰν ἤθελε δαπανηθῆ, ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ προηγουμένως Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε προσδιορίσει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ δοθῇ εἰς ἕκαστον τῶν δήμων πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτοῦ εἶχον δημιουργηθῆ. Ἀλλὰ ἐὰν ἤθελε γενῆ ἡ κατανομὴ αὕτη, ἔπρεπε πρὸς τούτοις νὰ ἦναι ὑποβεβλημένοι πάντες οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων, ἵνα ὦσι δὲ βεβαιωμένα τὰ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δήμων, ἔπρεπε προηγουμένως νὰ ἔχωσιν ἐπιβληθῆ καὶ πᾶσαι αἱ ἐπεκτάσεις τοῦ δημοτικοῦ δασμοῦ, αἵτινες ἐγένοντο δυνάμει τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἑπομένως τὸ 1,500,000 δραχ. δὲν διετέθη, αἱ δὲ 1,903,141 δραχ. εἶναι προκαταβολαὶ δοθεῖσαι ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀπέναντι τῶν ὁποίων θέλει εἰσπράξει τὸ δημόσιον ταμεῖον παρὰ μὲν τῶν δήμων τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὀφείλουσιν οἱ δῆμοι νὰ δώσωσι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων αὐτῶν, παρὰ δὲ τοῦ Δημοσίου τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θέλει ὁρίσει, ἵνα χρησιμεύσωσι πρὸς ἐπικουρίαν τῶν δήμων.

§143ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε τὸ ὅλον ποσὸν, τὸ δοθὲν παρὰ τοῦ Δημοσίου, εἶναι 1,903,141;

§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.

§145ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ 1,500,000 δὲν ἐθίχθη;

§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.

§147ΣΤΑΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐφώτισε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ σκοτεινοτάτου τούτου θέματος, ἐπείσθημεν δὲ πάντες, ὅτι τὸ χάος ἔφερεν ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895 περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὅτι τὸ οἰκονομικὸν χάος ἐδημιουργήθη διὰ τοῦ νόμου τούτου, ἀποδεικνύει τὸ ἤδη δαπανηθὲν ποσὸν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τῶν 1,903,141 δραχμῶν, κατὰ τὴν ἐπίσημον κατάστασιν, τὴν ὑποβληθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1896. Δὲν εἶναι δὲ, νομίζω, ἀκριβὲς τὸ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθὲν, ὅτι ἐδαπανήθη τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ, τουτέστιν ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν τοῦτο παρὰ τῶν δήμων· διότι γινώσκομεν, ὅτι τὸ Δημόσιον εἰσπράττει πλείστους ὅσους φόρους τῶν δήμων, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ κατέβαλλε τὰς δαπάνας ταύτας, ἐὰν εἶχε χρήματα τῶν δήμων. Εἶναι ὅμως ἐπίσης γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι οἱ ἡμίσεις τῶν δήμων εἶναι ἄποροι, τὰ δ’ ἔσοδα αὐτῶν δὲν ἐπαρκοῦσιν οὔτε διὰ τὴν δαπάνην τὴν καταλογισθεῖσαν εἰς αὐτοὺς δυνάμει τοῦ τελευταίου νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἑπομένως οὔτε σήμερον οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ εἰσπράξητε τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπὸ τοὺς δήμους αὐτοὺς, τοὺς ἀπόρους, διότι χάριν τῶν ἀπόρων δήμων ἐδαπανήθη τὸ ποσὸν τῶν 1,903,141 δραχμῶν, καὶ οὐχὶ χάριν τῶν εὐπόρων, οἱ ὁποῖοι καταβάλλουσι τακτικῶς ἁπάσας τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως ἐκ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει τὸ Δημόσιον διὰ λογαριασμὸν αὐτῶν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσιν εἰσπεπραγμένα χρήματα τῶν δήμων ἐν τοῖς ταμίοις τοῦ δημοσίου, οἱ ταμίαι τοῦ Κράτους ἐξαναγκάζουσι τοὺς εἰσπράκτορας τῶν δήμων νὰ σπεύσωσι νὰ καταβάλωσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύονται διὰ τῶν ἀποδείξεων καὶ τῶν ἐξωφλημένων ἐνταλμάτων σχετικῶς πρὸς τὴν μισθοδοσίαν τῶν δημοδιδασκάλων, ἕνεκα δὲ τῆς δρακοντείου ἐκείνης διατάξεως, τουτέστι τῆς προσωπικῆς εὐθύνης τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ εἰσπράκτορος, σπεύδουσιν οἱ εἰσπράκτορες τῶν δήμων, εὐθὺς, ὡς ὑπάρχει ποσόν τι εἰσπεπραγμένον ἐν τῷ ταμείῳ τῶν δήμων, νὰ μεταβιβάσωσιν αὐτὸ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ἀναλάβωσιν ἀνάλογα ἐξωφλημένα ἐντάλματα. Πάντα δὲ τὰ ἐντάλματα, τὰ ἀναληφθέντα μέχρι τοῦδε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξοφληθῶσι παρὰ τῶν δημοτικῶν ταμιῶν. Πόσα δὲ εἶναι ταῦτα; Εἶναι τόσα, ὥστε ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ποσὸν 1,903,141 δραχμῶν. Σημειώσατε δὲ, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν 30 Σεπτεμβρίου, ὑπολείπονται δὲ μῆνες 3, Ὀκτώβριος, Νοέμβριος καὶ Δεκέμβριος. Ἐὰν τὸ τρίτον τοῦ ἔτους ὅτι ὑπολογίσητε ὁποίαν δαπάνην θὰ ἀπαιτήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δύο ἑκατομμυρίων, θὰ προσθέσητε τὸ τρίτον τῶν δύο ἑκατομμυρίων, ἵνα εὕρητε ὁποία θὰ ἦναι ἡ δαπάνη τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν κατὰ τὸ 1896. Αὕτη εἶναι ἡ ἀληθὴς ἄποψις τοῦ ζητήματος. Ἐὰν ἤδη ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφιστάμενον τὸ σύστημα τοῦτο, αὐτὸ εἶναι λογαριασμὸς ἰδικός της· ἡμεῖς ὅμως φρονοῦμεν, ὅτι ἕνεκα τοῦ ἐν ἰσχύϊ συστήματος θ’ ἀναγκασθῇ τὸ Δημόσιον οὐ μόνον νὰ δαπανήσῃ πλέον τῶν δύο ἑκατομμυρίων ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ θὰ καταστρέψῃ οἰκονομικῶς τοὺς δήμους καὶ δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ φθάσῃ εἰς τ’ ἀποτελέσματα, εἰς ἃ εἴχομεν φθάσει διὰ τοῦ συστήματος τοῦ καταργηθέντος κατὰ τὸ 1895. Ἀπόδειξις δὲ τῶν λεγομένων μου ἔστω, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 ἀνέγραψεν ἤδη ἡ Κυβέρνησις, ὄχι 1,500,000 δραχμάς, ἀλλὰ δύο ἑκατομμύρια, ὡς συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὰς ἀτελείας τοῦ νόμου ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, διότι τὰς ἐκπαιδευτικὰς αὐτοῦ ἀτελείας δὲν ἐπιθυμῶ καὶ πάλιν νὰ ἐξετάσω. Ἀλλὰ αἱ οἰκονομικαὶ αὗται ἀτέλειαι εἶναι τοιαῦται, ὁποῖαι φέρουσι τὰς γνωστὰς περὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ δυσχερείας. Διότι πάντες γινώσκετε, ὅτι ὑπάρχουσι δήμαρχοι, οἱ ὁποῖοι δυστροποῦσι νὰ ἐκδώσωσι τὰ ἐντάλματα τῶν πτωχῶν δημοδιδασκάλων καὶ γραμματοδιδασκάλων, καὶ οὕτω στεροῦνται οὗτοι τοῦ μισθοῦ των, καίτοι ὑπάρχει ἡ διάταξις ἐκείνη ἐν τῷ νόμῳ, διὰ τῆς ὁποίας τιμωρεῖται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ δήμαρχος. Πλεῖστα ὑπάρχουσι παραδείγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω ἐν τῇ Βουλῇ, δημοδιδασκάλων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μῆνας ἤδη βασανίζονται, χωρὶς νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ λάβωσι τὸν μισθόν των, διότι ὁ δήμαρχος δὲν θέλει νὰ ὑπογράψῃ τὰς καταστάσεις των.

§148ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὑπογράφει ὁ εἰρηνοδίκης.

§149ΣΤΑΗΣ. Δὲν λέγει τοῦτο τὸ 63 ἄρθρον τοῦ νόμου... Ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἔχω ἐπιστολὰς δημοδιδασκάλων, οἱ ὁποῖοι καταγγέλλουσι τὸν δήμαρχον ὡς μὴ ἐκδώσαντα τὰ ἐντάλματα αὐτῶν. Ταῦτα ὀφείλονται εἰς τὰς ἀτελείας τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι θὰ κανονίσῃ τὰ τῆς καταβολῆς τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων, διὰ τοῦτο ποιοῦμαι τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἵνα ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν τὰς νομίζῃ ὀρθάς, λάβῃ αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν καὶ φέρῃ τὰς ἀπαιτουμένας τροποποιήσεις εἰς τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον. Μία τῶν συνεπειῶν τῶν ἀτελειῶν τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι, ὅτι τὰ ἐντάλματα ταῦτα, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου ἀνέρχεται εἰς δύο ἑκατομμύρια, παραμένουσιν ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους, καὶ εἰς τὴν κατάστασιν τὴν ἐπίσημον φέρονται ὡς ἐνεργητικόν, ἐνῷ εἶναι παθητικόν. Φαίνεται ὅτι τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ δημοσίου ταμείου κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου εἶναι δέκα ὀκτὼ ἑκατομμύρια, ἐνῷ πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε τὰ δύο ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐνεργητικόν, διότι δὲν θὰ εἰσπραχθῶσι πράγματι. Αὐτὸ τοῦτο συνέβαινε καὶ μὲ τὸ καταργηθὲν ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐκληροδότησε παθητικόν, τουτέστιν ἔλλειμμα 4,136,131 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἀκόμη ἀναμένομεν νὰ εἰσπράξωμεν καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν Γενικὴν Ληψοδοσίαν τοῦ δημοσίου ταμείου, ὡς ἐνεργητικὸν αὐτοῦ. Ταῦτα δὲ πράγματι φανταστικῶς ὀφείλουσιν οἱ δῆμοι εἰς τὸ Δημόσιον, οὐδὲ λεπτὸν ὅμως θὰ εἰσπράξῃ ἐξ αὐτῶν. Οὕτω δὲ ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου φαίνεται ἐν ἀνθηροτάτῃ καταστάσει. Σήμερον π. χ. ὑπάρχουσι μόνον πραγματικὰ 4,408,489 καὶ κερματικὰ γραμμάτια ἐφθαρμένα 1,026,000, δηλαδὴ ἐν ὅλῳ 5,434,489, ἀπέναντι τῶν 18,000,000, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ ἐπίσημος κατάστασις!

§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. συνάδελφος ἤρξατο ἀπὸ ἄλλου σημείου καὶ κατέληξεν εἰς ἄλλο. Ἤρξατο σκοπῶν ν’ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, εἶναι πλημμελὲς, κατέληξεν ὅμως εἰς ἄλλο τι, ὅτι τὸ Δημόσιον εἶναι εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν καὶ ὅτι ὑπάρχει καὶ ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δημοσίων χρημάτων σύγχυσις καὶ χάος. Τὸ δεύτερον, νομίζω, θέλομεν συζητήσει κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ὅμως νομίζω καθῆκον νὰ δώσω διασάφησίν τινα. Ἐὰν ἦναι χάος ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ χάος αὐτὸ ἦτο καὶ ὅτε κατὰ πρῶτον εἰσήχθη τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ χάος ἦτο καὶ ὅτε μετεβλήθη τὸ σύστημα τοῦτο καὶ εἰσήχθη ἄλλο σύστημα. Τὸ χάος ἐπέρχεται πάντοτε κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἐφαρμογῆς παντὸς νέου συστήματος. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκπλήσσεται, ὅτι οἱ ταμίαι βιάζουσι τοὺς εἰσπράκτορας νὰ πληρώσωσι τὰ ἔσοδα τὰ ἀναγεγραμμένα διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι ἀποτελεῖ λεπτομέρειαν τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσπράττονται τὰ δημόσια ἔσοδα. Ἐνδέχεται τὸ σύστημα τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ χρήζῃ μελέτης καὶ βελτιώσεώς τινος, ἀλλὰ ἀκόμη δὲν ἐσχηματίσαμεν τοιαύτην πεποίθησιν, νὰ εἴπωμεν ἀπὸ τοῦδε, ὅτι καταδικάζομεν τὸν νόμον. Ὁ κ. συνάδελφος ἔχει δίκαιον νὰ τὸν καταδικάσῃ, διότι τὸν κατεδίκαζε καὶ ὅταν εἰσήχθη ὡς νομοσχέδιον καὶ ὅταν συνεζητήθη καὶ ὅταν ἐξεδόθη, καὶ δύο μῆνας ἀμέσως μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ κατεδίκαζεν αὐτόν. Λοιπὸν τὸν παρακαλῶ νὰ ἔχῃ μικρὰν ὑπομονὴν, ἕως ὅτου τελειώσῃ ἡ διαχείρισις τοῦ 1896, ὅπως ἴδωμεν ποῖα θὰ ἦναι τὰ ἀποτελέσματα. Διὰ τοῦτο κρίνω, ὅτι εἶναι ἐσπευσμένη ἡ κρίσις. Ἐὰν ὅμως νομίζῃ, ὅτι καὶ ἀπὸ τοῦδε πρέπει νὰ φέρῃ πρότασιν περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου, εἶναι κύριος νὰ τὸ πράξῃ, δὲν πρέπει ὅμως νὰ κατατριβώμεθα εἰς ἀνταλλαγὰς ἰδεῶν προώρως.

§151ΚΡΙΤΣΑΣ. Οἱ τὰ ἀνὰ τὴν ἐπαρχίαν Φθιώτιδος δάση ἐκμεταλλευόμενοι μοὶ ἐξέφρασαν ἐπανειλημμένως παράπονα ἐπὶ τῷ ὅτι ἡ ὑπ’ αὐτῶν παρασκευαζομένη ξυλεία φορολογεῖται κατὰ δέκα δραχμὰς ἐπὶ πλέον δι’ ἕκαστον κυβικὸν μέτρον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον προφανῶς ζημιοῖ αὐτοὺς, καθότι πολὺ δυσκόλως οὗτοι δύνανται νὰ διαγωνισθῶσι πρὸς τοὺς ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους ὑλοτομοῦντας. Τὰ παράπονά των ταῦτα διαβιβάζων πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, ἵνα, ἐν ᾗ ἂν περιπτώσει ταῦτα ἔχωνται ἀληθείας, εὐαρεστηθῇ καὶ τὰ θεραπεύσῃ, κανονίζων ὁμοίαν φορολογίαν ἐπὶ ὁμοίων προϊόντων.

§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, διακόπτομεν ἐπὶ μίαν ὥραν.

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 50′ μ. μ.).

§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς εἰσπράξεως προσθέτου τέλους ἐπὶ τῶν βραχειῶν ἐπιστολῶν, τῶν ταινιῶν καὶ τῶν φακέλλων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνταλλαγῆς ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–5).

§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).

§158ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν μηχανισμὸν τῆς τοιαύτης μετατροπῆς τῶν λιρῶν εἰς φράγκα παρὰ τοῦ κεντρικοῦ ταχυδρομικοῦ γραφείου Βρυξελλῶν. Θὰ ἐκδίδωνται ἐπιταγαὶ ἐνταῦθα εἰς φράγκα, αὗται θὰ πέμπωνται εἰς τὸ κεντρικὸν γραφεῖον τῶν Βρυξελλῶν, ὅπως μετατρέπωνται εἰς λίρας στερλίνας. Τίς θὰ λαμβάνῃ ταῦτα καὶ τίς θὰ δίδῃ τὰς μετατετραμμένας ἐκ φράγκων λίρας εἰς τὸν δικαιοῦχον;

§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνταῦθα ὁ δικαιοῦχος θέλει καταβάλλει τὸ χρῆμα εἰς μεταλλικὸν νόμισμα, ὑπολογίζων πρὸς 25 φράγκα τὴν λίραν. Τὸ νόμισμα τοῦτο θέλει μεταβιβάζει τὸ γραφεῖον τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ γραφεῖον τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν τῶν Βρυξελλῶν, τὸ ὁποῖον θέλει μετατρέπει τὰ φράγκα εἰς λίρας καὶ θέλει μεταβιβάζει ταύτας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν τῆς Ἀγγλίας, ἵνα πληρωθῶσιν εἰς τὸν δικαιοῦχον.

§160ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ Α καταθέτει εἰς τὸ γραφεῖον τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν τῶν Ἀθηνῶν 250 φράγκα, διὰ νὰ λάβῃ δεκάλιρον ἐπιταγὴν, πληρωτέαν εἰς Λονδῖνον· δὲν θὰ λάβῃ δεκάλιρον ἐπιταγὴν, θὰ λάβῃ ἐπιταγὴν 250 φράγκων· τὴν ἐπιταγὴν ταύτην τῶν 250 φράγκων δὲν θὰ πέμψῃ εἰς Λονδῖνον, ὅπως ἐξαργυρώσῃ, ἀλλὰ θὰ πέμψῃ αὐτὴν εἰς Βέλγιον.

§161ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἔχει οὕτω. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον. Μεταβαίνετε εἰς τὸ ταχυδρομικὸν γραφεῖον τῶν ἐπιταγῶν, καὶ δίδετε σημείωσιν, ὅτι θέλετε ν’ ἀποστείλητε ἓν ποσὸν εἰς Παρισίους λ. χ. Καταβάλλετε τὸ χρῆμα, καὶ δίδετε τὴν διεύθυνσιν τοῦ δικαιούχου. Ἡ ἐπιταγὴ διαιρεῖται εἰς τρία· τὸ πρῶτον μέρος μένει ἐνταῦθα, εἰς τὸ γραφεῖον, τὸ δεύτερον κρατεῖ ὁ ἀποστολεὺς διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἀπωλείας, τὸ δὲ τρίτον, τὸ κύριον τεμάχιον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ καθαυτὸ mandat de poste, ἤτοι ταχυδρομικὴ ἐπιταγὴ, ἀποστέλλεται εἰς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ γραφείου τῶν Παρισίων, ἡ ὁποία εἰδοποιεῖ τὸν δικαιοῦχον, καὶ ὁ δικαιοῦχος μεταβαίνει καὶ τὸ εἰσπράττει. Τώρα εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, ἀντὶ νὰ στέλλῃ ἀπ’ εὐθείας τὸ ταχυδρομικὸν γραφεῖον Ἀθηνῶν εἰς Λονδῖνον τὴν ταχυδρομικὴν ἐπιταγὴν, θὰ ἀποστέλλῃ αὐτὴν εἰς τὸ Βέλγιον, καὶ τὸ Βελγικὸν ταχυδρομεῖον θὰ μεταβιβάζῃ τὸ ποσὸν εἰς Ἀγγλίαν, ὅπου θὰ εἰδοποιῆται ὁ δικαιοῦχος. Ὥστε ὁ ἀποστολεὺς θὰ κάμνῃ ἐνταῦθα τὴν αὐτὴν ἐνέργειαν, ὅπως διὰ πᾶσαν ἄλλην ἀποστολήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).

§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἑπόμενον ὑπ’ ἀριθ. 3 νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δέον ν’ ἀναβληθῇ, διότι δὲν ὑπάρχει ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκποιήσεως κτημάτων τῆς Βαλλιανείου δωρεᾶς ὑπὲρ τῆς Βαλλιανείου Βιβλιοθήκης. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).

§164ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζητήσαμεν ἤδη τὸν κατάλογον τῶν κτημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐκποιηθῶσι. Θὰ παρακαλέσω πάλιν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διατάξῃ νὰ παρασκευασθῇ ὁ κατάλογος αὐτός.

§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶχον λάβει γνῶσιν. Τώρα τὸ μανθάνω, καὶ θέλω φροντίσει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγιγνώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).

§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως βασιλικῶν διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1896 ἐκ δραχμῶν 154,940.

§167ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ σημείωσιν τῆς γενομένης ἀγορᾶς τοῦ συναλλάγματος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1895 ἐκ δραχμῶν 159,142.51. 2) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ 1896 ἐκ δραχμῶν 52,922.50.

§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896 ἐκ δραχμῶν 750,000.

§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν ἀντισηκωμάτων, τὰ ὁποῖα προωρίσθησαν δι’ εἰδικὸν στρατιωτικὸν σκοπόν. Κατὰ τὰς πληροφορίας ἡμῶν, ἀνέρχονται εἰς 700,000, ἀλλὰ διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον ἀναγράφομεν 750,000.

§170ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν;

§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει νομοσχέδιον, δι’ οὗ προσδιορίζεται ὁ σκοπός. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν).

§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐκ δραχ. 50 χιλιάδων πρὸς βοήθειαν τῶν ἐκ τῆς πλημμύρας ζημιωθέντων.

§173ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, κατὰ τίνα τρόπον θὰ διατεθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα. Αἱ ἀνάγκαι τῶν παθόντων ἐκ πλημμύρας διαιροῦνται εἰς διαφόρους κατηγορίας. Καὶ πρῶτον εἶναι ἀνάγκη τῆς περιθάλψεως αὐτῶν, διότι πολλοὶ ἔμειναν γυμνοί, πάντες δὲ ἄνευ τροφῆς. Περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης προὐνόησεν ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ Πειραιῶς, ἥτις συνέλεξε διαφόρους εἰσφοράς, καὶ ἠδυνήθη νὰ θρέψῃ αὐτοὺς καὶ ἐνδύσῃ. Ἡ δευτέρα ἀνάγκη εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν πολλοὶ μικρέμποροι καὶ μικροβιομήχανοι ἀπώλεσαν τὰ κεφάλαιά των, παρασυρθέντα ὑπὸ τῶν ὑδάτων. Πρόκειται λοιπὸν νὰ σχηματισθῇ κεφάλαιον ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Ἀθήναις, ἐξ οὗ νὰ δοθῇ ἀνάλογός τις ἀποζημίωσις, καὶ εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο συνεισφέρει τὸ Κράτος τὰς πεντήκοντα χιλιάδας. Σχηματίζεται ἤδη τὸ κεφάλαιον· δὲν γνωρίζομεν ὅμως εἰσέτι κατὰ τίνα τρόπον θὰ διατεθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).

§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προικὸς τῆς βασιλόπαιδος Μαρίας.

§175Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶχον τὴν ἐπιθυμίαν νὰ προτείνω τὴν ἀναβολὴν, διότι ἡ κατάστασις τῆς Βουλῆς, ὡς ἐκ τοῦ εὐαρίθμου τῶν παρόντων, δὲν εἶναι ἤδη ἡ προσήκουσα διὰ τὴν ψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι φέρω πρόσκομμα, ἂν καὶ ἀπουσιάζουσι πολλοὶ Βουλευταὶ καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου καὶ φέρω τὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου παρατηρήσεις μου. «Οὐ πάνυ ἡδεῖά ἐστιν ἡ ἀλήθεια τοῖς ἀκούουσιν, ἀλλὰ παρευδοκιμεῖται ὑπὸ τοῦ ψεύδους παραπολύ. Εὐπροσωπότερον γὰρ ἐκεῖνο, καὶ διὰ τοῦτο ἥδιον· ἡ δὲ, ἅτε μηδὲν κίβδηλον ἑαυτῇ συνειδυῖα, μετὰ παῤῥησίας διαλέγεται τοῖς ἀνθρώποις, καὶ διὰ τοῦτο ἄχθονται αὐτῇ». Αὐτὰ τὰ διδακτικὰ λέγει ὁ Λουκιανός. Δὲν ἀμφιβάλλω ἐν τούτοις, ὅτι, ἂν τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν θ’ ἀκούσητε, ἴσως αὔριον θ’ ἀναγνώσητε εἰς ἐφημερίδας, ὅτι ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ ἐπιδείξω ἀντιβασιλικὰ ἢ δημοκρατικὰ φρονήματα· διότι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ στάδιον συζητήσεως δι’ ἐπιχειρημάτων, οἱ ἐνδιαφερόμενοι καταφεύγουσιν εἰς τὴν διαστροφήν. Καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς ἀναγνώσω δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 23 Ἰουλίου 1895 ἐν τῇ γενικῇ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζητήσει, ἀπαντῶν εἰς ἕτερον συνάδελφον. Ἔλεγον τότε: «Ἡ Βασιλεία βεβαίως εἶναι κηδεμονία τῶν ἀνηλίκων λαῶν. Ἐὰν ἐν τῇ νηπιακῇ αὐτῶν ἡλικίᾳ κυβερνῶνται διὰ τῆς ἀπολύτου μοναρχίας, καθ’ ὅλην τὴν ἀνηλικότητά των στεγάζονται βεβαίως ἐν τῇ συνταγματικῇ μοναρχίᾳ, ἥτις μάλιστα, ἐπὶ τὸ φιλελευθερώτερον διαῤῥυθμιζομένη, διαφέρει τῆς δημοκρατίας μόνον κατὰ τὴν κληρονομικὴν διαδοχήν· ἀλλὰ τίς δύναται νὰ ἀντείπῃ, ὅτι τὸ φυσικὸν καὶ μόνον προσῆκον πολίτευμα διὰ τοὺς ἐνηλίκους λαοὺς εἶναι τὸ δημοκρατικόν; Ἀλλὰ καὶ τίς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἐγὼ παρέστησα τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὡς ἐνηλικιωθέντα; Τουναντίον κατέδειξα πάντοτε, ὅτι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, τό γε νῦν, εἶναι τὸ προσῆκον διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὸν μὴ συντελέσαντα μάλιστα καὶ τὴν ἐθνικὴν ἕνωσίν του...» Ταῦτα λέγω προκαταβολικῶς διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς ἐκείνους, οἵτινες τυχὸν ἤθελον ἐπαναλάβει ὅ,τι ἄλλοτε εἶπον. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὁμολογῶ, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Συνταγματικῆς Βασιλείας εἶναι χρήσιμος εἰς τὴν ἐθνικὴν περίοδον, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα. Ἀλλὰ ὅλοι ἐπίσης γνωρίζετε, ὅτι πᾶν κακὸν, τὸ ὁποῖον γίνεται κατὰ τῆς Βασιλείας, ἀντακλᾷ εἰς αὐτὸν τὸν τόπον. Ἡ ταπεινὴ γνώμη μου εἶναι, ὅτι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ὑπὸ τὰς ἐθνικὰς καὶ οἰκονομικὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς εὑρισκόμεθα, εἶναι δεινὸν κτύπημα κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς συνταγματικῆς Βασιλείας. Καὶ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παραστήσω εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἐγὼ ἀγωνίζομαι περισσότερον ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς συνταγματικῆς Βασιλείας ἢ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑποβαλοῦσα τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο μάλιστα ἐθεώρησα καθῆκόν μου, συμφώνως μὲ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχω, νὰ προβῶ εἰς ἐνυπόγραφον δημοσίευμα ἐν ἐφημερίδι τινὶ, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἤθελον ἀμέσως ἀκούσει δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἀποσύρει τὸ νομοσχέδιόν του. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕτερον στάδιον ἐλπίδων, ἢ τῆς μὴ ψηφίσεως αὐτοῦ ἢ τῆς μὴ κυρώσεως τοῦ νόμου, καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα τοὐλάχιστον τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀρνησικυρίας, ἐν τῇ προσδοκίᾳ ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, τὸ Στέμμα ὅμως ἔχει ἀντίθετον γνώμην, θεωρῶ ἐμὸν καθῆκον νὰ ἀναπτύξω τὰς περὶ τούτου σκέψεις μου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διακρίνεται διὰ τὴν εὐστροφίαν του, διὰ τὴν ἱκανότητα περὶ τὸ λέγειν, διὰ τὴν εὐγλωττίαν του, ἐνίοτε καὶ διὰ τὴν γενναιότητά του. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὑπέβαλε μετά τινος δειλίας...

§176ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι!

§177Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι παρὼν, καὶ δύναται νὰ ὁμιλήσῃ, οὐδεμιᾶς βοηθείας ἄλλου ἔχων ἀνάγκην... Καὶ τοσαύτης δειλίας, ἐπαναλαμβάνω, ὥστε ἐλησμόνησε νὰ ἀναφέρῃ εἰς ἡμᾶς καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως, αὐτὸς ὁ τόσον λεπτολόγος, ὥστε οὐδέποτε λησμονεῖ καὶ αὐτὰ τὰ ἑκατοστά· ἐλησμόνησε τὰς 400 χιλιάδας! Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ ἐρωτήσω τὸ ποσόν. Τοῦτο τὸν ἐθορύβησε τότε, καὶ εἶπεν ὅ,τι εἶπεν εἰς ἐμέ. Ἐπεφυλάχθην νὰ συζητήσω ἐν καιρῷ, καὶ σήμερον ἔρχομαι νὰ ἐκτελέσω τὴν ὑπόσχεσίν μου. Ἀνεζήτησα νὰ φωτισθῶ ἀπὸ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἀλλὰ καὶ αὕτη εἶναι λακωνικωτάτη, σχεδὸν ἀπαράλλακτος μὲ τὴν προφορικὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀγόρευσιν. Ὅλοι τὴν ἀνεγνώσατε, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ τὰς ὀλίγας αὐτὰς λέξεις (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Βασιλέως συνετελέσθη πρό τινος εὐτυχὲς γεγονός, ἡ μνηστεία τῆς Α. Β. Υ. τῆς Βασιλόπαιδος Μαρίας μετὰ τῆς Α. Αὐτοκρ. Ὑψ. τοῦ Μεγάλου Δουκὸς Γεωργίου. Τὸ εὐτυχὲς τοῦτο γεγονὸς ἐπιβάλλει ἡμῖν τὸ καθῆκον νὰ προτείνωμεν τὸ συνημμένον νομοσχέδιον, παρακαλοῦμεν δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτό. «Ἐν Ἀθήναις τὴν 14 Νοεμβρίου 1896. «Ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς «Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν «Θ. Π. Δηλιγιάννης.» Ὥστε ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἀορίστως, πολὺ ἀορίστως, ἀναγράφεται, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς «τὸ καθῆκον» νὰ ψηφίσωμεν τὴν πίστωσιν. Ἀνέμενον τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως φωτισθῶ πλειότερον, ἀλλὰ καὶ αὕτη δὲν περιέχει πλειότερον φῶς. Μάλιστα, παρὰ τὴν συνήθη γλαφυρότητα τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, εἶναι καὶ ἀρκετὰ στρυφνὴ (ἀναγινώσκει): «... Κοινὴ εἶναι τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας ἡ χαρά, τῆς κοινότητος δὲ ταύτης εὐφροσύνως γίνεται διερμηνεὺς ἡ ἐπιτροπή, συνιστῶσα ν’ ἀναγραφῇ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Δʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τοῦ ἔτους 1897 ἡ αἰτουμένη ἐκ δραχ. τετρακοσίων χιλιάδων πίστωσις.»

§178ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον (γέλως ἐν τῇ δεξιᾷ). Μὴ γελᾶτε! Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσητε μυστικά, οἱ περισσότεροι θὰ ἐδίδετε μαῦρα.

§179Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν ἠρεθίσθη, ὀλίγον βεβιασμένως, ἴσως διότι ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ παύσω τὴν ὁμιλίαν μου· ἀλλ’ ὁ ἐρεθισμὸς ἐκεῖνος μὲ ἔκαμε νὰ προεξοφλήσω καὶ τὴν περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου γνώμην μου. Τότε εἶπεν εἰς ἐμέ, ὅτι εἶμαι μόνος μὲ τὴν γνώμην ταύτην. Ὅταν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμὸς καὶ γείνῃ ἡ μυστικὴ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς συζητουμένης προτάσεως, τότε θὰ μάθωμεν ἀσφαλῶς, ἂν εἶμαι μόνος· ἀλλὰ καὶ πρὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶμαι μόνος, διότι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ὑπογεγραμμένη μόνον ὑπὸ δώδεκα μελῶν τῆς πλειοψηφίας, ἐλλείπουσι δὲ αἱ ὑπογραφαὶ δύο Βουλευτῶν τῆς πλειοψηφίας· ὁ εἷς ἴσως εἶναι ἀπών, ἀλλ’ ὁ ἕτερος εἶναι παρών, παρόντα εἶναι καὶ τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, ἀλλ’ οὐδὲν τούτων εἶναι ὑπογεγραμμένον. Ἐκλήθησαν; Ὑποθέτω, ὅτι ἐκλήθησαν.

§180ΠΕΡΡΟΣ. Ἐγνώριζον, ὅτι συνεδριάζει ἡ ἐπιτροπή.

§181ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐγώ, μετὰ τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, δὲν παριστάμην πλέον εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Δὲν λέγω τοῦτο διὰ νὰ δείξω ποίαν γνώμην ἔχω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.

§182Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παραδέχομαι, ὅτι τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας ἢ δὲν ἐκλήθησαν, ἢ ἐκλήθησαν καὶ δὲν μετέβησαν ἐπίτηδες, ἢ ὅταν προσήχθη ἡ ἔκθεσις δὲν ὑπέγραψαν. Πάντοτε ἀποδεικνύεται ἡ διάφορος γνώμη αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔχομεν καὶ δηλώσεις εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐκ μέρους Βουλευτῶν, ἐρωτηθέντων καὶ ἀποδοκιμασάντων τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Τώρα εἶναι ἀνάγκη, κ. Βουλευταί, νὰ καταγίνωμεν καὶ εἰς μελέτας, ὅπως ἀνεύρωμεν ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ ἐν ταῖς ἐκθέσεσι καθῆκον. Βλέπετε, ὅτι αὐτὸ τὸ καθῆκον θὰ μᾶς βασανίζῃ εἰς ὅλας τὰς συζητήσεις· τὸ εὕρομεν εἰς τὸ Κρητικὸν ζήτημα καὶ τὸ ἀνελύσαμεν· τὸ εὑρίσκομεν ἀνὰ πᾶν βῆμα, ἐπαναλαμβάνεται καὶ σήμερον. Τὸ καθῆκον! Ἀνεδίφησα τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ οὐδεμίαν εὗρον διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι, ἐπιβάλλουσαν τοιοῦτο καθῆκον. Ἠρεύνησα τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, καὶ οὐδένα νόμον εὗρον, ἐπιβάλλοντα τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι οὔτε συνταγματικὴ ὑποχρέωσις ὑπάρχει, οὔτε νόμιμος.

§183Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἄγραφος νόμος.

§184Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. «Χάριν τιμῆς καὶ χάριν ἁβρότητος», ἠδύνατο νὰ λεχθῇ ἐν τῇ ἐκθέσει· ἀλλὰ παρελείφθη. Ἐκ τῆς ἑρμηνείας ὅμως τοῦτο συνάγεται. Ἀνάγκη λοιπὸν ἐπὶ τοιαύτης βάσεως νὰ κριθῇ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ὅτι χάριν τιμῆς καὶ χάριν ἁβρότητος ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ὀφείλει νὰ ψηφίσῃ τὴν πίστωσιν. Πρὸς τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ μάθω, καὶ θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς, ἰδίως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ μὲ πληροφορήσωσιν, ἐὰν ἡ Δανικὴ Κυβέρνησις, ἐὰν ἡ ἐν Δανίᾳ ἀντιπροσωπεία ἐψήφισε πίστωσιν χάριν τιμῆς καὶ χάριν ἁβρότητος διὰ τὰς ἀδελφὰς τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐψηφίσθη τοιαύτη πίστωσις· ἀλλ’ ἐὰν κρίνω ἐξ ὅσων ἀνέγνων, δὲν ἐψηφίσθη. Παρακαλῶ, ἐὰν ἡ πληροφορία, ἡ ὁποία ἐδόθη διὰ τῶν ἐφημερίδων, δὲν ἦναι ἀκριβὴς, νὰ διαψευσθῇ ἀμέσως, διότι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Δανία, ἥτις καὶ πολυανθρωποτέρα καὶ πλουσιωτέρα τῆς Ἑλλάδος εἶναι καὶ ὑπὸ πτώχευσιν δὲν διατελεῖ καὶ ὑπὸ ἐκτάκτους ἀνωμάλους ἐθνικὰς περιστάσεις δὲν εὑρίσκεται, ἐὰν, λέγω, ἡ Δανία δὲν ἐψήφισε χάριν τιμῆς καὶ χάριν ἁβρότητος ποσόν τι κατὰ τὴν τέλεσιν τῶν γάμων τῶν ἀδελφῶν τοῦ Βασιλέως, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸν, οὔτε συμφέρον καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ ψηφίσῃ τὴν προτεινομένην πίστωσιν. Βεβαίως, ὅταν λαός τις ἔχῃ Συνταγματικὴν Βασιλείαν, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι θὰ ἔχῃ καὶ τὰ βάρη αὐτῆς. Τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐπειδὴ συζητεῖται ὡρισμένως ἡ πίστωσις, ἡ πρὸς προίκισιν, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὰ βάρη τοῦ ἔθνους διὰ τὴν Συνταγματικὴν Βασιλείαν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ καὶ ἴσως ἴσως δυσανάλογα πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ τόπου. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἐν ἀνάγκῃ ἄλλοτε. Ἐν τούτοις προκειμένου λόγου περὶ εὐτυχοῦς γεγονότος, καὶ γεγονότος τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προικισθῇ ἡ θυγάτηρ τοῦ Βασιλέως, ὡς μὴ ἔχουσα προῖκα, — διότι εὐτυχῶς δὲν στερεῖται προικὸς, καὶ ἔτι εὐτυχέστερον, ὁ μνηστὴρ τῆς βασιλόπαιδος, ὡς λέγουσιν, εἶναι πλουσιώτατος, — ὑπὸ τὴν ἔποψιν λοιπὸν τοῦ ποσοῦ εἶναι μία σταγὼν ἐν Ὠκεανῷ 400,000 δραχμαὶ, οὐδὲ δύναται νὰ θεωρηθῇ τοῦτο ὡς ἄξιον λόγου ἐν σχέσει πρὸς τοὺς μεμνηστευμένους. Χάριν τιμῆς καὶ χάριν ἁβρότητος, ἐὰν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἤθελε νὰ συμμετάσχῃ τοῦ γεγονότος τούτου, ἴσως θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω πίστωσιν, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, 25,000 ἢ 30,000 δραχμῶν, ἵνα δοθῇ ἓν κόσμημα, ὡς ἔνδειξις τῆς συμμετοχῆς ταύτης· ἀλλὰ εἰς μετρητὰ 400,000 δραχμὰς, δὲν τὸ ἐννοῶ. Ἐὰν ἐν σχέσει πρὸς τοὺς μεμνηστευμένους τὸ ποσὸν τοῦτο ἦναι ἀσήμαντον καὶ ἀνάξιον λόγου, ἐν σχέσει ὅμως πρὸς τὸν πτωχὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπὸ πτώχευσιν διατελοῦντος Κράτους ἡμῶν, εἶναι, νομίζω, σημαντικόν. Γνωρίζετε, διότι δὲν παρέρχεται συνεδρίασις, χωρὶς νὰ ἀκούσητε τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπικαλούμενον τὸ φάσμα τοῦ συμβιβασμοῦ. Ὁμιλεῖτε πρὸς αὐτὸν περὶ τοῦ ἐπαχθοῦς τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, εἴτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἢ ἄλλος τις; τὸν σταματᾷ ἀμέσως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μὲ τὸ φάσμα, ἀπαντῶν: «Ναί! ὑπερθεματίζω, ὁ φόρος εἶναι βαρύτατος· τὸ εἶπον πάντοτε, τὸ λέγω, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἤδη· ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι δὲν συνετελέσθη ὁ συμβιβασμός· θὰ ὑποθέσωσιν οἱ δανεισταὶ ἡμᾶς ἐν κακοπιστίᾳ, ὅταν ἡμεῖς τώρα μεταβάλωμεν τὴν φορολογικὴν κατάστασιν». Παύει ὁ ἀμπελοκτήμων, καὶ λαμβάνει τὸν λόγον ὁ σταφιδοκτήμων περὶ τοῦ βαρυτάτου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος· τὰ αὐτὰ ἐπαναλαμβάνονται. Παρουσιάζεται ὁ ἐλαιοκτήμων, ἀποδεικνύων, ὅτι φορολογεῖται 30 καὶ 32% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος· τὰ αὐτά. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπερθεματίζει: «Βαρύτατος, ναί, εἶναι ὁ φόρος! Μὴ ἀμφιβάλλετε, συμπονῶ», σᾶς λέγει συγκινητικῶς, «ἀλλὰ δὲν εἴμεθα ἤδη εἰς καιρὸν βελτιώσεως· περιμείνατε». Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας πρὸ μικροῦ, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μήλου προχθές, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας πέρυσιν, ἄλλοτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου, πολλάκις ἐγὼ μεθ’ ὅλων αὐτῶν ἐγογγύσαμεν κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ «καϊμὲ», ὅπερ χαρτόσημον καλεῖται, πυρκαϊὰ ἀνάπτεται ἐνταῦθα διὰ τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου ἐν γένει, ἰδίως διὰ τὰ δικαστικὰ τέλη, ὅλοι τὸ ἀνομολογοῦσιν ὅτι εἶναι ληστρικά, ἁρπακτικά. Κλαυθμηρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λέγων: «Βεβαιωθῆτε, ὅλα αὐτὰ εἶναι ὀρθά, ἀλλὰ σᾶς ὑπενθυμίζω τὸν συμβιβασμόν! Καὶ τί θὰ εἴπωσιν οἱ δανεισταὶ ἡμῶν, ὅταν ἡμεῖς ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις προτείνωμεν τὴν μείωσιν τῶν δικαστικῶν τελῶν, ἵνα λειτουργήσῃ ἡ δικαιοσύνη!...» Ἡ ὑπαλληλία ἐν γένει πεινᾷ, ἀλλ’ ἡ προξενικὴ ὑπαλληλία πεινᾷ, καὶ ἐπικινδύνως διὰ τὰς ἐθνικάς μας περιστάσεις· πληρόνεται διὰ χαρτίνων δραχμῶν, καὶ πληρόνει εἰς χρυσόν! Τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα εἶναι ἐν ἐσχάτῳ κινδύνῳ, καὶ ὅταν προτείνῃ τις εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ληφθῇ λογική τις πρόνοια, ἀπαντᾷ: «Μάλιστα, ἔχετε δίκαιον μέγα καὶ ἀναμφισβήτητον, ἀλλὰ λησμονεῖτε τὸ φάσμα!» Παρουσιάζεται πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐνώπιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παριστᾷ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀνεγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ὡς εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ ἀναστολὴ τῆς μικρᾶς ἐκείνης αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρειοπαγιτῶν, ἥτις ἐγένετο διὰ τὴν εἰς ἀκέραιον πληρωμήν, εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ, πρῶτον διότι δὲν ἐπληρώθησαν εἰς ἀκέραιον οἱ δανεισταί, καὶ δεύτερον, διότι ἐπεβάλλετο ἡ περὶ τῶν εὐαρίθμων μελῶν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου πρόνοια. Δὲν παρέλιπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τοὺς δεχθῇ φιλοφρονέστατα, ὡς συνειθίζει πάντοτε, νὰ τοὺς χορτάσῃ μὲ πολλὰ ὡραῖα λόγια, νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν ἀγανάκτησίν των τὴν ἀγανάκτησιν ἑαυτοῦ, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως νὰ τοῖς ὑπενθυμίσῃ τὸ φάσμα τοῦ συμβιβασμοῦ! Καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις γνωρίζετε πόση εἶναι; 25,000 ἕως 30,000 δραχμαί, ὅπως λειτουργήσῃ νόμος ψηφισθεὶς τῇ ἰδίᾳ εἰσηγήσει του, ὅστις ἀνεστάλη προσωρινῶς. Καὶ ἀπήντα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετὰ συγκινήσεως, ὅτι συναισθάνεται ὅλα αὐτά, ἀλλὰ δὲν τολμᾷ νὰ λάβῃ τόσην βαρεῖαν ἀπόφασιν. Κατὰ τὴν δευτέραν σύνοδον πολλοὶ Βουλευταὶ ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος ἐπαρουσίασαν εἰς ἡμᾶς πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπεγράψαμεν πολλοὶ καὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐν ὅλῳ περὶ τοὺς 25, περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου, ὅστις ἀφήρεσε τὸ εἰκοσάδραχμον ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ, τοῦ ἱππικοῦ, τοῦ ὑλικοῦ καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου. Ἕνεκα τῆς σκληρᾶς καὶ ἀδικαιολογήτου ἀνισότητος ἐγείρεται ζωηρὰ συζήτησις ἐξ ὅλων τῶν ἑδωλίων τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν εὑρέθη εἷς, ὅστις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἦτο ἄδικον τὸ προτεινόμενον· εὐτυχῶς δ’ ἔχομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀξιωματικοὺς ὅλων τῶν ὅπλων καὶ ἐξ ὅπλων τῶν σωμάτων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐφώτισαν καὶ ἀνωμολόγησαν πάντες τὴν μεγάλην ἀδικίαν, ἡ ὁποία γίνεται διὰ τῆς ἀνισότητος. Μὴ νομίζετε ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἐναντίος· καὶ ἐκεῖνος ἦτο σύμφωνος, ἀλλὰ τὸ φάσμα τοῦ συμβιβασμοῦ! Καὶ δὲν θέλω νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς τὰ ἐπακόλουθα, τὰ ὁποῖα ἦσαν καὶ σοβαρὰ καὶ λυπηρὰ, ἀλλὰ καὶ φυσικώτατα, διότι ἐγκαίρως πρέπει νὰ προνοῇ τις καὶ νὰ ἐννοῇ, ὅτι ὅλαι αἱ περιστάσεις δὲν ὁμοιάζουσιν· ἄλλως κακὸν τὸ ὁποῖον δὲν θεραπεύεται, αὐξάνει ὡς ἡ πληγή. Καὶ ὅταν ὑπὸ τοιαύτας δεινὰς περιστάσεις οἰκονομικὰς καὶ ἐθνικὰς εὑρισκώμεθα, νομίζετε, ὅτι χάριν τιμῆς καὶ χάριν ἁβρότητος ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην πρότασιν; Ἐγὼ ἀνέκαθεν εἶχον τὴν γνώμην καὶ ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι τὴν πρότασιν ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, τὸ δὲ Στέμμα δὲν εἶναι σύμφωνον εἰς αὐτήν. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, ἵνα μὴ εἴπω τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ Στέμμα δὲν θὰ κυρώσῃ αὐτὸ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ τὸ Στέμμα τὰς περιστάσεις ταύτας, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συμπονῇ καὶ νὰ μὴ συμπάσχῃ μετὰ τοῦ τόπου. Εἶναι λυπηρὸν, κύριοι Βουλευταὶ, διότι ἡ Κυβέρνησις παρεγνώρισεν ὅλα ταῦτα καὶ προκαλεῖ κατ’ ἀνάγκην τοιαύτας συζητήσεις, διότι βεβαίως δὲν δύναται νὰ τὰ ἀγνοῇ· ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ σιγήσωμεν. Ἴσως θὰ ἦναι καιρὸς νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡραίας τινὰς λέξεις καὶ ἀποστροφὰς, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὴν 20 Μαΐου 1887, συζητουμένου ἀναλόγου θέματος, καὶ ἴσως ὑπὸ περιστάσεις μὴ δικαιολογούσας καθ’ ὁλοκληρίαν τὰ λεχθέντα. Ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, (ἀναγινώσκει): «... Καὶ βδελύσσομαι τοὺς κόλακας, διότι γίνονται ἐργάται μεγάλων κακῶν ἐν τῇ πατρίδι, καὶ μάλιστα, ἂν ἐκλήθησαν νὰ κυβερνήσωσιν ἐν αὐτῇ. Ἐὰν κολακεύωσι τοὺς λαοὺς, λέγουσιν εἰς αὐτοὺς οὐχὶ ὅ,τι συμφέρει αὐτοῖς, ἀλλ’ ὅ,τι ἀρέσκει αὐτοῖς. Ἀλλ’ ὅ,τι ἀρέσκει εἰς τοὺς λαοὺς, δὲν συμφέρει πάντοτε εἰς αὐτούς. Ἐὰν κολακεύωσι τοὺς Βασιλεῖς, τὸ αὐτὸ πράττουσι καὶ πρὸς αὐτούς· λέγουσι πρὸς τοὺς Βασιλεῖς, ἐπινοοῦσιν ὅσα ἀρέσκουσιν εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ τὰ ἀρέσκοντα δὲν εἶναι πάντοτε συμφέροντα. Ἐὰν δὲ ἐκ πνεύματος τοιούτου εἰσάγωσιν, εἴτε εἰς τοὺς λαοὺς, εἴτε εἰς τοὺς Βασιλεῖς, ἐπιθυμίας, τὰς ὁποίας δὲν εἶχον πρότερον, τὰς ὁποίας ὅμως αὐτοὶ οἱ σύμβουλοι ἐπενόησαν, ἢ ἂν ἐνισχύωσιν αὐτοὺς νὰ ἐπιθυμήσωσιν, ὅπως ἐκπληρωθῶσιν αἱ ἐπιθυμίαι των αὗται, οἱ τοιοῦτοι εἶναι ἄξιοι οὐ μόνον τῆς βδελυγμίας, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀρῶν τῶν συμπολιτῶν των, διότι δημιουργοῦσι μεγάλας ἐν τῇ πατρίδι των συμφορὰς.» Κύριοι Βουλευταὶ, ἐλπίζω ὅτι οὐδόλως θὰ παρεξηγηθῶ, διότι ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον ὑμῶν ἀπροκαλύπτως, μετὰ παῤῥησίας καὶ μετὰ πάσης εἰλικρινείας, τὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου σκέψεις μου. Βεβαιωθῆτε, ὅτι, ὡς ὅλοι ἀντιλαμβανόμεθα τὰς περιστάσεις, θεωρῶ καὶ ἐγὼ αὐτὰς λίαν κρισίμους. Ὑπὸ τὰς οἰκονομικὰς καὶ τὰς ἐθνικὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, δὲν ἐπιτρέπεται, οὐχὶ, δὲν ἐπιτρέπεται, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀποκόπτεται ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ πίστωσις τῆς ἱππωνείας, καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑπεβλήθη διάγγελμα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐπιβάλλον τόσον βαρείας ὑποχρεώσεις πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐν αὐτῇ ἐπαγγελιῶν, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔχομεν ἀνάγκην καὶ αὐτοῦ τοῦ λεπτοῦ, δὲν νομίζω, λέγω, ὅτι ἐπετρέπετο νὰ ὑποβληθῇ τοιαύτη πρότασις, οἵα ἡ συζητουμένη. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ μιμηθῇ, λαμβάνων τὴν ἐκ τοῦ Βασιλέως ἐντολὴν, τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἰταλίας κ. Ρουδίνην. Λαμβάνω δὲ ἐκ τοῦ «Χρόνου» τῶν Παρισίων, ὡς μετεφράσθη εἰς τὸ «Σκρὶπ», τὰς ὀλίγας ταύτας γραμμὰς, ἵνα σᾶς ἐξηγήσω, τί ἔπραξεν ὁ κ. Ρουδίνης (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἰταλίας κ. Ρουδίνης ὑπέβαλε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδίδετο ἐπιχορήγησις ἐτησία εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἰταλικοῦ θρόνου ἑνὸς ἑκατομμυρίου διακοσίων χιλιάδων φράγκων. Ἡ ἄκρα ἀριστερὰ διεμαρτυρήθη, καὶ ὁ κ. Ἰμβριάνης ἀνέκραξεν: «Ἀκόμη μία ἀνοησία!» Ὁ κ. Ρουδίνης ἀφῆκε νὰ παρέλθῃ ἡ μικρὰ καταιγὶς, καὶ μετὰ ταῦτα ὑψώσας τὴν φωνὴν προσέθηκεν: «Ὁ Βασιλεὺς ἐδήλωσεν, ὅτι, διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, θὰ δίδῃ ἴσον ποσὸν κατ’ ἔτος ἐκ τῆς ἰδίας του ἐπιχορηγήσεως εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.» «Ἡ Βουλὴ ἐξεῤῥάγη εἰς ἐπευφημίας ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως.» Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ταῦτα, κύριοι Βουλευταί. Νομίζω, ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε ὄχι μόνον τὸ γόητρον τοῦ Στέμματος δὲν πρέπει νὰ μειωθῇ, ἀλλὰ πρέπει, εἰ δυνατὸν, καὶ νὰ αὐξήσῃ. Εὑρισκόμενοι ἐν παραμοναῖς μεγάλων γεγονότων ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἔχομεν καθῆκον νὰ συσφίγξωμεν τοὺς δεσμοὺς μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλέως, καὶ οὐχὶ νὰ τοὺς χαλαρώσωμεν, ὡς τοῦτο θέλει ἐπέλθει διὰ τῆς ψηφίσεως καὶ τῆς τυχὸν κυρώσεως τοῦ νομοσχεδίου. Μετὰ τὴν ἀποστολὴν τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως, ἡ ὁποία κατ’ οὐσίαν εἶναι διάγγελμα, ὁ λαὸς καλεῖται εἰς μεγάλας θυσίας. Ἔχομεν καθῆκον πάντες νὰ εὑρεθῶμεν περὶ τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν, ἵνα διεκδικήσωμεν τὰ κινδυνεύοντα δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὅλοι, ὡς στρατιῶται τοῦ Στέμματος. Ἀλλ’ ἵνα γείνῃ τοῦτο, πρέπει νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη σκιὰ, ἡ ἐλαχίστη δυσπιστία, ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τῆς κοινότητος τῶν πόθων. Ἤρχισα μὲ τὸν Λουκιανὸν, τελειόνω τὰς παρατηρήσεις μου μὲ τὸν Πλούταρχον, ὁ ὁποῖος λέγει: «Τὴν κολακείαν ὁρῶμεν... πολλάκις καὶ βασιλείας καὶ ἡγεμονίας ἀνατρέπουσαν.»

§185ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι, δικαιολογῶν τὴν ψῆφόν μου, ὀφείλω νὰ εἴπω δημοσίᾳ τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Τὸ ἔθνος, ὡς εἶπε καὶ ὁ προλαλήσας, εὑρίσκεται ἐν πτωχεύσει, καὶ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ εἰσαγάγῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, καὶ μάλιστα εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, ὅτε πανταχόθεν περικυκλούμεθα ἀπὸ ἐχθροὺς, καὶ θέλομεν κληθῆ ἐντὸς ὀλίγου κατ’ ἀνάγκην νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ὄνειρον παντὸς Ἕλληνος, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ λύσις εἶναι ἐγγύς. Ἐὰν αἱ 400,000 δραχμαὶ ἐδαπανῶντο εἰς προπαρασκευὰς, βεβαίως ἠθέλομεν ἀγοράσει 20,000 ὅπλα. Εὑρισκομένου ὅμως τοῦ ἔθνους εἰς τοιαύτην ἀθλίαν οἰκονομικὴν κατάστασιν, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὄχι μόνον δὲν ἐνισχύει τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας, ἀλλὰ τοὐναντίον χαλαρόνει καὶ ὑποσκάπτει τὰς βάσεις αὐτῆς, διότι τοσοῦτος γίνεται λόγος περὶ αὐτοῦ παρὰ τῷ λαῷ ὥστε, ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκαλεῖτο καὶ ἠρωτᾶτο σήμερον, ὁλοψήφως ἤθελεν ἀποφανθῆ κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ οὐδόλως ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ πάντες ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι προηγουμένως εἴπετέ τι πρὸς ἐμὲ, ἐν συνειδήσει εἶσθε ἐναντίοι τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.

§186ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.

§187ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτας περιστάσεις καὶ ἀπειλούμεθα καθ’ ἑκάστην, καὶ ὑβριζόμεθα ἀπὸ τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ὅτε συμπολῖται ἡμῶν ἔπαθον εἴτε ἐκ σεισμῶν, εἴτε ἐκ πλημμυρῶν, εἴτε ἐξ ἄλλων ἀτυχημάτων, μένοντες ἄνευ βοηθείας, ὅτε φορολογούμενοι καταδιώκονται διὰ φόρους, καὶ εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακὰς ἢ εἰς τὰ ὄρη διὰ 20 καὶ 30 δραχμὰς, ὅτε τοσαῦτα ὑποφέρει ὁ λαὸς καὶ τὸ ἔθνος, φρονῶ ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον καὶ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ μάλιστα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει πάντοτε ὕψωσε φωνὴν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐπιβαρύνει αὐτὸν διὰ νέων βαρῶν. Τὸ ἔθνος οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν πρὸς προικοδότησιν τῆς βασιλόπαιδος. Εἶπόν τινες, ὅτι χάριν ἁβρότητος τὸ ἔθνος ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν προῖκα ταύτην, ἀλλ’ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἄλλων ἐθνῶν Βασιλεῖς, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἐζήτησαν, ὅπως τὸ ἔθνος προικίσῃ τὰς θυγατέρας αὐτῶν, ἀλλὰ πάντες οὗτοι ἐθεώρησαν τὰ τέκνα αὐτῶν ὡς τέκνα ἴδια, καὶ οὐχὶ ὡς τέκνα τοῦ ἔθνους, καὶ διὰ τοῦτο προικίζουσι τὰς θυγατέρας αὐτῶν δι’ ἰδίων χρημάτων, καὶ οὐχὶ διὰ δημοσίων. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν εἶναι μόνον ἡ δαπάνη αὕτη, τὴν ὁποίαν προσφέρει τὸ ἔθνος ἐφέτος· καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐγένετο τοσοῦτος λόγος, καὶ ἤδη, δυστυχῶς ὅμως ἡ πλειοψηφία ἀπέκλεισε τὴν ἐξεταστικὴν ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, ἵνα ἴδωμεν καὶ κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος πόσα ἐδαπάνησε τὸ Κράτος διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῆς «Μπουμπουλίνας». Ἀλλὰ πλὴν τούτου κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ πλειοψηφία ἐψήφισεν 120,000 δραχμὰς, ἂν καὶ ἡμεῖς, οἱ τῆς ἀντιθέτου πτέρυγος, ἀντείπομεν κατὰ τῆς ὑπερψηφίσεως τούτων. Εἰς δὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 ἔτους ἔχει ἀναγραφῆ καὶ ἑτέρα πίστωσις τοιαύτη. Ἐγὼ, Κύριοι, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω ὅ,τι αἰσθάνομαι καὶ ὅσα ἀκούω παρὰ τοῦ λαοῦ, ὅτι τὰ τοιαῦτα νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν, εἶναι λίαν ἀντιδημοτικὰ, καὶ καταῤῥίπτουσι τὸ γόητρον τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας, καὶ διὰ τοῦτο πάντες ὀφείλετε νὰ σκεφθῆτε· διότι, ἂν ἡμεῖς ἤμεθα ἐνταῦθα καὶ νομίζωμεν ὅτι καθήμεθα ἐπὶ ῥόδων, πολὺ ἀπατώμεθα, διότι ὁ λαὸς πάντα ταῦτα αἰσθάνεται καὶ ὑπομένει, ὅπως ἐν καταλλήλῳ χρόνῳ ποιήσῃ χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, διότι ἐκ τῆς ῥάχεως αὐτοῦ ἐξέρχονται πάντα ταῦτα τὰ χρήματα. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ, τοῦ ἱππικοῦ καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔφθασαν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ ζητήσουν ἐπιμίσθιον 20 δραχμῶν, ὡς καὶ τὰ τεχνικὰ ὅπλα λαμβάνουσιν.

§188ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Ὄχι δι’ αὐτό· εἶναι ἄλλος ὁ λόγος.

§189ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δέχομαι πρὸς στιγμὴν τὴν γνώμην τοῦ βουλευτοῦ Μεγαλοπόλεως κ. Σινανιώτου, ἀλλ’ αἱ ἐφημερίδες καὶ ἡ κοινὴ γνώμη λέγουσιν ὅσα ἐγὼ εἶπον, ὅτι περὶ οὐδενὸς ἄλλου πρόκειται, εἰμὴ περὶ ἐπιμισθίου, καὶ βεβαίως ἔχουσι δίκαιον νὰ ζητήσωσι τὸ ἐπιμίσθιον τῶν εἴκοσι δραχμῶν, διότι δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι, καθόσον ὁ μισθὸς αὐτῶν εἶναι ἀνεπαρκής, κανονισθεὶς εἰς ἐποχὴν, ὅτε τὰ τρόφιμα καὶ λοιπὰ πρὸς συντήρησιν αὐτῶν εἶχον ἀξίαν κατὰ τὸ τρίτον ὀλιγωτέραν τῆς σημερινῆς. Ἐγὼ λοιπὸν ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι βλέπω, ὅτι κατ’ ἔτος ψηφίζονται τοιαῦτα, ὁποῖα ἔπρεπε νὰ μὴ ἐψηφίζοντο, διότι τὸ ἔθνος ἔχει φιλοτιμίαν καὶ ἐγωϊσμόν, καὶ ἐὰν ἐνόμιζεν ὅτι ὁ ἀνώτατος αὐτοῦ ἄρχων εὑρίσκετο εἰς οἰκονομικὴν ἀνάγκην, οὐδέποτε ἤθελεν ἐγκαταλείψει αὐτὸν ἄνευ ἀρκούσης ἐπιχορηγήσεως. Ἀλλ’ ὡς εὑρίσκεται σήμερον τὸ ἔθνος, εἰς τοιαύτην ἀθλιεστάτην οἰκονομικὴν κατάστασιν, νομίζω ὅτι ἀρκεταὶ εἶναι αἱ θυσίαι, τὰς ὁποίας κατ’ ἔτος προσφέρει, καὶ βεβαίως δὲν θέλει νὰ προστεθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ νέα βάρη. Ἐὰν δὲ τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ, ἡ Βουλὴ θέλει πράξει μέγα σφάλμα, τὸ ὁποῖον θέλει καταδικασθῆ ὑπὸ πάντων, καὶ θέλει μείνει ἓν κακὸν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θέλει ἔχει μεγίστας συνεπείας. Ταῦτα ὤφειλον νὰ εἴπω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ φρονῶ, ὅτι καὶ τὸ Στέμμα θέλει εὑρεθῆ εἰς δύσκολον θέσιν, ἐὰν πρέπῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, ψηφιζόμενον παρ’ ὑμῶν, νὰ ἐπικυρωθῇ, καὶ μάλιστα ἐν ταῖς σημεριναῖς κρισιμωτάταις περιστάσεσι, καθ’ ἃς τὸ ἔθνος ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, ἵνα ἐξοπλισθῇ, τῶν ὁποίων στερεῖται.

§190ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δὲν συμφωνῶ μὲ τὰς γνώμας τὰς ἐξενεχθείσας κατὰ τὴν 13 Μαΐου 1889 παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μόνον ὁπόταν τὰ Κράτη εὑρίσκωνται ἐν ἐπαναστάσει, ὀφείλει ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ προβάλλῃ προσκόμματα εἰς ἐπιχορηγήσεις τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, — διότι τοιαύτη ἦτο ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. — Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἀκριβῶς, ἵνα μὴ φέρωμεν τὸ Κράτος εἰς ἐπανάστασιν, πρέπει καὶ ἡ Συμπολίτευσις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ φέρῃ προσκόμματα εἰς τὰς τοιαύτας ἐπιχορηγήσεις ἐν οὕτω δυσκόλοις καιροῖς. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι θ’ ἀκούσω τὰς κατὰ τὸ 1889 ἐξενεχθείσας γνώμας ἐπὶ ὁμοίας φύσεως ὑποθέσεως διακεκριμένων φίλων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, φίλων, τοὺς ὁποίους δυστυχῶς τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν βλέπω παρόντας. Ἐλπίζω ὅτι θὰ ἴδωμεν τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Κραναίας κ. Βαλσαμάκην καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνοντα τὰ ἀκαταμάχητα αὑτοῦ ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοιούτου νομοσχεδίου, τὰ ὁποῖα εὐφραδῶς λίαν ἀνέπτυξε κατὰ τὴν δεκάτην συνεδρίασιν τῆς ἐκτάκτου συνόδου τοῦ 1889. Ἐλπίζω ὅτι θ’ ἀκούσωμεν τὴν σθεναρὰν φωνὴν τοῦ ἐκ Πατρῶν συναδέλφου κυρίου Γεροκωστοπούλου, ὑπεραμυνομένου καὶ πάλιν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων καὶ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας. Ἐλπίζω ὅτι θ’ ἀκούσωμεν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πυλίας συνάδελφον κ. Σάκκην ἐπαναλαμβάνοντα τοὐλάχιστον ὅσα κατὰ τὴν ἐννάτην συνεδρίασιν τῆς ἐκτάκτου συνόδου τοῦ 1889 ἀνέφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν κατὰ τῆς προικοδοτήσεως τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας ψῆφόν του. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ οὗτος ἀπουσιάζει, — ἐλπίζω ὅμως, ὅτι θὰ ἔλθῃ μετ’ ὀλίγον, — παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὀλίγας μόνον λέξεις ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς του ἐκείνης (ἀναγινώσκει): «Φρονῶ, ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος διέρχεται ἐν οἰκονομικαῖς δυσχερείαις, — σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι τότε δὲν εὑρισκόμεθα ἐν πτωχεύσει — θὰ ἦτο λίαν τολμηρὸν διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους ἡ ἐπιψήφισις τοιούτου νομοσχεδίου, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν Βασιλέα ἐπίσης θὰ ἦτο τολμηρὸν νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Ἔθνους θυσίας τοιαύτας, τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος μετὰ γογγυσμοῦ θέλει ἀποδεχθῆ.» Καὶ ταῦτα ἔλεγεν ὁ ἀγαπητὸς φίλος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Σάκκης. Ἐλπίζω ὅτι θὰ ἴδωμεν τὸν ἐκ Κραναίας συνάδελφον καὶ πάλιν ἀναγινώσκοντα περικοπὴν διακεκριμένου Γερμανοῦ συγγραφέως, τὴν ὁποίαν περικοπὴν εὑρίσκομεν ἐν τοῖς πρακτικοῖς τοῦ 1889. «Καὶ κατὰ πρῶτον, Κύριοι,» ἔλεγεν ὁ κ. Βαλσαμάκης ἐν τῇ 10ῃ συνεδριάσει τῆς 14 Μαρτίου 1889, ἀναγινώσκων τὰς κρίσεις συντηρητικοῦ Γερμανοῦ συγγραφέως, τοῦ Λουδοβίκου Ἔρ. Ζακώβ, «οὐδὲν ἀτοπώτερον καὶ ἀντίθετον τῆς ἀξιοπρεπείας ἑνὸς Ἡγεμόνος ἢ τὸ νὰ καταφεύγῃ καὶ νὰ ἐπικαλῆται τὴν ψῆφον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους διὰ πᾶσαν τυχαίαν αὔξησιν τῆς προσωπικῆς αὐτοῦ δαπάνης... Ὡς ἐκ τούτου οἱ συναισθανόμενοι τὴν ἀξιοπρέπειάν των Ἡγεμόνες προσπαθοῦσι διὰ παντὸς τρόπου νὰ τὰς ἀποφεύγωσι». Καὶ ταῦτα ἐπαναφέρων εἰς τὴν μνήμην τῆς Βουλῆς, δὲν ἔρχομαι νὰ ἐπιδείξω ἀντιβασιλικὰ ἢ φιλοβασιλικὰ αἰσθήματα, διότι γινώσκω καλῶς, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας πρέπει νὰ ἦναι μακρὰν τῆς κοινοβουλευτικῆς διαπάλης, πρέπει νὰ ἵσταται πάρα πολὺ ὑψηλὰ, ἵνα ἐκ τοῦ ὕψους ἐκείνου θεᾶται τῶν κοινοβουλευτικῶν ἀγώνων, τῶν ὁποίων ὁ κονιορτὸς δὲν πρέπει νὰ προσβάλλῃ τὸ μεγαλεῖον τῆς Βασιλείας. Δὲν φρονῶ, ὅτι τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς τοιαύτας οἰκονομικὰς δυσχερείας, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ δαπανήσῃ 400,000 δραχμάς. Δὲν φρονῶ, ὅτι ἕνεκα τῆς χρεωκοπίας δὲν δύναται νὰ δαπανήσῃ τὸ Κράτος δι’ ὑποχρεώσεις αὐτοῦ ἐπιβεβλημένας 400,000 δραχμάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι μόλις 230,000 φράγκα χρυσᾶ. Δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι ἄξιον σπουδαίας μνείας, προκειμένου περὶ Κράτους, τοῦ ὁποίου ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων ἀνέρχεται μετὰ στενοχωρίας εἰς 90 ἑκατομμύρια, νὰ γίνηται τοιοῦτος λόγος δι’ ἐφάπαξ δαπάνην τοιαύτην. Ἄλλος εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἀναγκάζει διαῤῥήδην νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου καὶ νὰ καταψηφίσω τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Φρονῶ ὅτι εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις μεγάλην εὐθύνην ἀναλαμβάνουσιν οἱ ὑπεύθυνοι, εἰσαγαγόντες τοιοῦτο νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναμφιβόλως μειοῦται τὸ γόητρον τῆς Βασιλείας· πάντες δὲ κηδόμεθα ὑπὲρ τοῦ γοήτρου αὐτῆς, διότι πάντες δυστυχῶς γινώσκομεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι νῦν εἰς κατάστασιν νὰ δημοκρατηθῇ, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας. Ἀναμφιβόλως δὲ καταπίπτει ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας διὰ τῆς ἐπιζητουμένης, ἐν τοιαύτῃ μάλιστα στιγμῇ, ἐπιχορηγήσεως τῶν 400,000 δραχμῶν. Λυποῦμαι διότι ἡ φωνή μου εἶναι τόσον ἀσθενὴς, ὥστε ἀδυνατεῖ νὰ ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης ταύτης, ἵνα φθάσῃ ἐκεῖ, ὅπου πρέπει, καὶ παραστήσῃ ὁποῖά τινα φρονεῖ σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περὶ τῆς Βασιλικῆς αὐτοῦ οἰκογενείας, ἵνα καταδείξῃ ὅτι τὰ ἀληθῆ αὐτῆς συμφέροντα ἀπαιτοῦσιν οὐ μόνον τὴν μὴ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλ’ οὔτε κἂν τὴν ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν, ἐν ᾧ χρόνῳ κραδαίνεται τὸ ἔδαφος τῶν θεσμῶν ἡμῶν ὑπὸ μυρίων ἀντιδράσεων, ὧν αἱ πλεῖσται διευθύνονται κατὰ τῆς Βασιλείας. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, οἱ ἔχοντες ὑποχρέωσιν νὰ δώσωμεν λόγον τῶν πράξεων ἡμῶν, καὶ μάλιστα πολὺ ταχέως, πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὀφείλομεν μετὰ παῤῥησίας νὰ δηλῶμεν τὴν γνώμην ἡμῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὀφείλομεν νὰ δηλώσωμεν ἀπὸ τοῦδε, ὅτι φωνὴν διαμαρτυρίας ἐντόνου ὑψώσαμεν κατὰ τῆς ὑπονομεύσεως τῶν θεσμῶν τῆς χώρας, διότι ὑπονομεύομεν ἀληθῶς αὐτοὺς, τοιαῦτα νομοσχέδια εἰσάγοντες καὶ συζητοῦντες, ἐν ᾧ χρόνῳ, ὡς ἔλεγον, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εὑρίσκεται εἰς ψυχολογικὴν στιγμὴν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐμβάλῃ εἰς πολλὰς μερίμνας τοὺς κυβερνήτας καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι, χρῆσιν ποιούμενοι τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην αὑτῶν ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡμῶν, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ γείνῃ μυστικὴ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Τὸ 61 ἄρθρον τοῦ ἐν ἰσχύϊ Κανονισμοῦ ἀναγράφει τὰ ἑξῆς: «Διὰ σφαιριδίων μυστικὴ ψηφοφορία γίνεται ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων πρόσωπα ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς.» Εἶναι ῥητὴ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἄς μὴ ἐπικαλεσθῶσι τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὸ 1889. Τότε ἐζητήθη ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, ἐκ τῶν 110 δὲ ψηφισάντων ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου κατεψήφισαν δέκα, ὧν οἱ πλεῖστοι διακεκριμένα τοῦ Κοινοβουλίου μέλη, παρευρισκόμενα καὶ σήμερον μεταξὺ ἡμῶν, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Ράλλης, τοῦ ὁποίου ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὁ ἐκ Πατρῶν διακεκριμένος συνάδελφος κ. Γεροκωστόπουλος, καὶ ἄλλοι, τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ ἀνέφερα. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐν εὐθέτῳ στιγμῇ νὰ ζητήσῃ τὴν διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.

§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν λήξῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἂν παραδέχεται ἢ ὄχι τὴν γνώμην σας.

§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὰς προτάσεις περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ θέλει ἐκφέρει τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, καλούμεθα νὰ ἀσχοληθῶμεν, ἵνα ἐξετάσωμεν αὐτὸ κατ’ οὐσίαν, καὶ κατ’ οὐσίαν τὸ νομοσχέδιον εἶναι λίαν καταληπτόν. Ἡμεῖς, οἱ προβάλλοντες αὐτὸ, ἐκρίναμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ψηφίσῃ προίκισιν 400,000 δραχμῶν εἰς τὴν δευτέραν θυγατέρα τοῦ Βασιλέως, τὴν βασιλόπαιδα Μαρίαν, ὑπανδρευομένην μετὰ τοῦ Μ. Δουκὸς Γεωργίου. Ἐκρίναμεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ προβάλωμεν τὴν πρότασιν ταύτην, διότι νομίζομεν, ὅτι ἡ θυγάτηρ τοῦ Βασιλέως εἶναι θυγάτηρ τοῦ Ἑλλάδος, τὸ συμβεβηκὸς τὸ εὐτυχὲς, τὸ ὁποῖον τελεῖται ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Βασιλέως, εἶναι συμβεβηκὸς, τὸ ὁποῖον πρέπει οὐχὶ νὰ ἐνδιαφέρῃ, ἀλλὰ νὰ εὐφραίνῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀνώτατος λειτουργὸς τοῦ Κράτους· ἐτέθη ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ οἰκοδομήματος, καὶ ἐν μὲν τῷ ἐσωτερικῷ ἐνασκεῖ τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀνατεθειμένα αὐτῷ δικαιώματα, ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, μέλος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐν ὀνόματι αὐτοῦ ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη, ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, ἀλλ’ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀντιπρόσωπος οὐχὶ μόνον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Τὸ μεγαλεῖον τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐξεικονίζει τὸ μεγαλεῖον τοῦ λαοῦ, καὶ ἡ λάμψις τοῦ διαδήματος αὐτοῦ λαμπρύνει τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, καὶ παραμυθεῖ αὐτὸ ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ σκότους καὶ τῆς ἀπελπισίας. Ὑπελάβομεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ καταδηλώσωμεν μάλιστα παντὶ τῷ ἐκτὸς τοῦ Βασιλείου κόσμῳ, διότι ἡ θυγάτηρ τοῦ Βασιλέως ὑπανδρεύεται εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ὅτι συγκινεῖται τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐπὶ τῷ συμβεβηκότι, διότι συνεταύτισεν ὁ Βασιλεὺς τὴν τύχην αὐτοῦ μετὰ τοῦ λαοῦ του. Καὶ τοῦτο δὲν τελεῖται μόνον σήμερον. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ὑπανδρεύθη ἡ πρώτη θυγάτηρ τοῦ Βασιλέως, καὶ τὸ αὐτὸ ποσὸν ἐχορηγήθη εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ οὐδὲ ἀλλότριον ἀπὸ τὰ ἤθη τοῦ Κράτους τυγχάνει τοῦτο. Εἰς τὸν τόπον τοῦτον πάντοτε ἀπέβλεψαν πρὸς τοὺς ὑπηρετοῦντας τὰ κοινὰ, εἰς οἱανδήποτε καὶ ἂν ἦναι βαθμίδα τῆς μεγάλης ἱεραρχίας, καὶ ὄχι μόνον ἐσίτιζον αὐτοὺς ἐν τῷ πρυτανείῳ, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν θυγατέρων αὐτῶν προὐνόησαν. Ὁ δὲ Βασιλεὺς εἶναι ὁ πρῶτος ἐργάτης τῶν κοινῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ παρελθόντας χρόνους ἐγὼ εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προταθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ παραχώρησις κτημάτων ἐθνικῶν εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, οὐχὶ διότι ἐπεθύμουν νὰ ἀρνηθῶ τὰ μέσα τῆς παραστάσεως εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἡ Θεία Πρόνοια μέλλει νὰ καλέσῃ, ὅταν αἱ βουλαὶ αὐτῆς πληρωθῶσιν, ἐπὶ τὸν θρόνον τὸν Ἑλληνικὸν, ἀλλὰ διότι ἐνόμιζον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιβάλληται ὁ Διάδοχος, ὁ μέλλων Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, μετὰ μεριμνῶν, αἵτινες δὲν πρέπει νὰ βαρύνωσι τὸν Ἡγεμόνα. Ἐγὼ εἶπον τότε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνων, ὅτι καὶ ἰδίῳ ὀνόματι καὶ ὀνόματι ἐκείνων, ὧν διερμήνευον τότε τὸ φρόνημα, ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε πάσης, εἴτε οἱασδήποτε καὶ ὁσηςδήποτε, κηρύσσω ἐμαυτὸν καὶ ἐκείνους προθύμους νὰ προσφέρωμεν εἰς τὸν Διάδοχον χορηγίαν μείζονα τῶν 200,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐλάμβανεν, ἀλλὰ παρακαλοῦμεν νὰ ἀπόσχωσιν ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως κτημάτων. Ἡ παραχώρησις κτημάτων εἶναι δωρεὰ πρὸς τὸ ἄτομον, καὶ ἡμεῖς ἐνομίζομεν, ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ θρόνου δὲν ἔχει ἀνάγκην τοιούτων δωρεῶν· ἀλλὰ δὲν ἤμεθα ἐναντίοι, καίτοι ἀντιπολιτευόμενοι, εἰς τὴν παραχώρησιν τῆς προικός. Ἡ προὶξ παραχωρεῖται εἰς τὴν θυγατέρα τοῦ Βασιλέως. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ καθῆκον ἔχει τὸ Κράτος, εἶναι μικρὸν, ἵνα μὴ εἴπω ταπεινὸν, νὰ ἀποδίδωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι αἱ 400,000 δραχμαὶ θέλουσι διαθέσει αὐτὸν δυσμενῶς, καὶ ἕνεκα τούτου θέλει ἀμαυρωθῆ τὸ γόητρον τοῦ Ἡγεμόνος, διότι προσφέρει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς αὐτῷ 400,000. Δὲν γνωρίζω ποίαν ἔχει γνώμην ὁ Ἡγεμὼν, διότι οὔτε συνωμίλησα παντάπασι περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπροτείναμεν· ἀλλ’ οἱανδήποτε γνώμην καὶ ἂν ἔχῃ ὁ Ἡγεμὼν, ἡμεῖς, ὡς πολῖται Ἕλληνες, ὡς Ὑπουργοὶ συνταγματικοὶ, ἀντιπροσωπεύοντες μὲν ἐν τῇ Βουλῇ τὸν Ἡγεμόνα, ἀλλ’ ἀντιπροσωπεύοντες ὡσαύτως καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καθῆκον ἔχομεν νὰ προβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρότασιν ταύτην. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτήν.

§193ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδένα ἔχω λόγον, Κύριοι, ν’ ἀμφισβητήσω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον μετέβαλε τὴν γνώμην, ἣν εἶχε κατὰ τὸ 1889, ἀκριβῶς ἐπὶ ὁμοίου ζητήματος, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ οὐδένα ἔχω λόγον, ὅπως μεταβάλω τὴν γνώμην, ἣν καὶ διὰ τοῦ λόγου καὶ διὰ τῆς ψήφου μου ὑπεστήριξα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τότε ἐπὶ ὁμοίου θέματος, διότι, ὡς τώρα, καὶ τότε ἐπρόκειτο περὶ προικοδοτήσεως, ἀλλὰ τότε τῆς πρωτοτόκου θυγατρὸς τοῦ Βασιλέως, τῆς ἀειμνήστου Ἀλεξάνδρας. Ἐθεώρησα καὶ τότε, ὡς θεωρῶ καὶ σήμερον, ὅτι οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον συμβάλλει εἰς τὸ γόητρον τοῦ Στέμματος ἡ αἴτησις ἡ προβαλλομένη ὑπ’ εὐθύνην μὲν νομικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὑπ’ εὐθύνην ἠθικὴν τοῦ Στέμματος, καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Στέμματος, διότι οὐδόλως προτίθεμαι ν’ ἀμφισβητήσω, ὅτι ὑποβαλὼν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, οὐδὲ ἠρώτησεν, οὐδ’ ἠθέλησε νὰ πληροφορηθῇ, τίς ἡ γνώμη τοῦ Ἡγεμόνος. Ἄλλος ἀξιότιμος συνάδελφος, πρὸ ἐμοῦ λαβὼν τὸν λόγον, ἐμνημόνευσεν ὁμοίας τινὸς συζητήσεως, λαβούσης χώραν πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν ἐν τῷ Ἰταλικῷ Κοινοβουλίῳ. Ἐπρόκειτο ἐν τῷ Ἰταλικῷ Κοινοβουλίῳ νὰ ψηφισθῇ προικοδότησις ὑπὲρ τοῦ Διαδόχου τοῦ Στέμματος τοῦ Ἰταλικοῦ, ἀναγραφομένη ὡς ὑποχρέωσις ἐν τῷ Συντάγματι τῷ Ἰταλικῷ, καὶ ἠκούσθησαν τότε φωναὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως «νέα ἀνοησία!» Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀποτελεῖ ἀνοησίαν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ βεβαίως σφάλμα μέγιστον, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ Ἑλληνικὸς θησαυρὸς καὶ ἡ Ἑλλὰς, σφάλμα μέγιστον, διότι θ’ ἀποδοθῇ εἰς ἡμᾶς, τοὺς καθ’ ἡμέραν καταγγελλομένους ὡς δολίους χρεωκόπους, θ’ ἀποδοθῇ εἰς ἡμᾶς,—καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἐλάχιστον,—ἀλλὰ θ’ ἀποδοθῇ καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, θ’ ἀποδοθῇ εἰς τὸ Στέμμα, ὅτι, ἐνῷ οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἐμερίμνησεν, ὅπως μὴ πάθωσιν οἱ δανεισταὶ τοῦ Κράτους, ἢ τοὐλάχιστον κατόπιν, ὅπως δοθῇ αὐτοῖς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ν’ ἀποδώσῃ ἡ χώρα, συντρέχει διὰ τῆς βασιλικῆς ὑπογραφῆς, κυρῶν τοιοῦτο νομοσχέδιον, εἰς τὴν σύστασιν προικῶν καὶ προικοδοτήσεων. Ἀνέγνωσα, Κύριοι, τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἶδον ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν, τοὐλάχιστον ἡ πλειοψηφία αὐτῆς, συστήσασα εἰς τὴν ὁμόθυμον ψῆφον ὑμῶν τὸ νομοσχέδιον, ἐπείσθη ἐκ τῶν λόγων τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ συνοδευσάσῃ αὐτό. Ἀνεζήτησα τὴν ἔκθεσιν, καὶ ὑπέθεσα, ὅταν τοιοῦτόν τι εἶδον ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὑπεβλήθη ἄλλη τις ἔκθεσις, ἀλλ’ ἐπληροφορήθην, ὅτι ἡ δίστιχος ἐκείνη ἔκθεσις, ἥτις μνημονεύει ἁπλῶς τὸ γεγονὸς τῆς μνηστείας, ἐθεωρήθη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡς ἀσφαλὴς βάσις τῆς προικοδοτήσεως. Ἐντεῦθεν δ’ ἔφθασα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐκ τῆς χαρᾶς, ἣν ἐξεδήλωσεν ἐπὶ τῷ γεγονότι ὁ Βασιλικὸς Οἶκος τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἣν συνεμερίσθη καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς, ἐλησμόνησαν τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ δημόσιος θησαυρός. Ὡς ἑτέραν αἰτιολογίαν τοῦ νομοσχεδίου ἤκουσα πρὸ ὀλίγου, ὅτι λόγῳ ἁβρότητος ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὰς 400,000 δρ. Ἠθέλησα, Κύριοι, νὰ ἀνατρέξω εἰς τὴν ἱστορίαν, ὅπως πληροφορηθῶ καὶ πληροφορήσω ὑμᾶς, τίς ὑπῆρξεν ἡ γενναιοδωρία τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους πρὸς τὴν θυγατέρα τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου, πρὸς τὴν θυγατέρα τῆς Γαλλίας, ἀφοῦ ἐπὶ τῷ αὐτῷ λόγῳ θυγάτηρ τῆς Ἑλλάδος εἶναι καὶ ἡ βασιλόπαις Μαρία, πρὸς τὴν πρωτότοκον μάλιστα θυγατέρα τοῦ Βασιλέως τῆς Γαλλίας, ἥτις τὸ 1837 ἦλθεν εἰς γάμον πρὸς τὸν Βασιλέα τῶν Βέλγων. Εὗρον δὲ, ὅτι τὸ ἀμυθήτως πλούσιον ἐκεῖνο Κράτος, τὸ γενναῖον διὰ τὰς γενναιοδωρίας του, ἐπροίκισε τὴν πρωτότοκον θυγατέρα τοῦ Βασιλέως δι’ ἑνὸς ἑκατομμυρίου φράγκων. Καὶ ἡ Ἑλλὰς, ἡ εὑρισκομένη σήμερον ὑπὸ τὴν γενικὴν κατάκρισιν τῆς Εὐρώπης, ἡ χαρακτηριζομένη, ἀληθῶς ἀδίκως, ἀλλὰ πληρόνουσα οὕτω τὰ σφάλματα τῶν Κυβερνήσεών της, ὡς θὰ πληρώσῃ καὶ τὰ σφάλματα τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἡ Ἑλλὰς, λέγω, ἡ ὑπὸ τοιαύτην κατάκρισιν εὑρισκομένη, ἡ Ἑλλὰς ἡ πτωχεύσασα, ἡ χαρακτηριζομένη παρὰ ἐχθρῶν καὶ φίλων ὡς χρεωκόπος, ἡ Ἑλλὰς ἡ ἔχουσα προϋπολογισμὸν 90 ἢ 100 ἑκατομμυρίων δραχ. ἀπέναντι προϋπολογισμοῦ ἑνὸς δισεκατομμυρίου καὶ 400 ἑκατομμυρίων φράγκων τοῦ τότε Γαλλικοῦ προϋπολογισμοῦ, χορηγεῖ ὡς προῖκα εἰς τὴν δευτέρα θυγατέρα τοῦ Βασιλέως δραχ. 400,000, καὶ τοῦτο, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἠθέλησε νὰ ὑστερήσῃ τοῦ προκατόχου του, τοῦ ἀντιπάλου του· τοσαύτην ὥρισε προῖκα ὁ ἀντίπαλός του καὶ προκάτοχός του εἰς τὴν πρωτότοκον θυγατέρα τοῦ Βασιλέως, τοσαύτην ἐθεώρησεν ἐν τῇ μεγαλοδωρίᾳ του καὶ ἐν τῇ μεγαλοδωρίᾳ τῶν φίλων του, ὅτι ὤφειλεν, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, νὰ χορηγήσῃ προῖκα εἰς τὴν δευτέραν θυγατέρα τοῦ Βασιλέως καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης. Ὁ κ. Πρόεδρος ἔλεγε τότε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν προίκισιν τῆς ἀειμνήστου πριγκηπίσσης Ἀλεξάνδρας, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐπιτρέπωσι τοιαύτην μεγαλοδωρίαν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀρχὴν, ἣν ἀνέπτυξε καὶ σήμερον, προσέθετεν ὅτι, ἂν καὶ μᾶς ἐπιβάλλεται πᾶσα οἰκονομία, οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, περὶ τοῦ γοήτρου αὐτῆς, ὅπως ἀντιλαμβάνεται αὐτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρεκάλει πάντας τοὺς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τῆς προικοδοτήσεως. Μεταξὺ τῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἤμην καὶ ἐγὼ, Κύριοι, δέκα δὲ, μεταξὺ τῶν 110 τῶν ψηφισάντων, κατεψήφισαν. Οὐδένα ἔχω λόγον διὰ νὰ μεταμεληθῶ διὰ τοῦτο, οὐδένα δ’ ἔχω λόγον, ὡς εἶπον ἤδη, διὰ νὰ μεταβάλω γνώμην· ἐξ ἐναντίας αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται σήμερον τὸ Κράτος, μὲ ἐνισχύουσιν εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ συμφέρει εἰς τὸ Στέμμα ν’ ἀποδεχθῇ τοιαύτην προικοδότησιν. Ἴσως διὰ μιᾶς ψηφοφορίας θὰ ἐξαντληθῇ ἐνταῦθα τὸ ζήτημα, θὰ ψηφισθῇ ἡ προικοδότησις, ἀλλὰ μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ καταλογισθῇ ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τοῦ Στέμματος καὶ τῆς χώρας εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Καὶ μὴ ὑπολάβετε, Κύριοι, ὅτι σᾶς προτείνω ἀνάρμοστόν τι, προτείνων ὑμῖν τὴν καταψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι ἐδῶ ἡ ἱστορία τῆς φιλοβασιλικωτάτης καὶ τότε καὶ νῦν ἔτι Γαλλίας, καὶ ἡ ἱστορία αὐτῆς διδάσκει ἡμᾶς, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Βουλή, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Γαλλίας ἀνήρχετο εἰς ἓν δισεκατομμύριον καὶ 400 ἑκατομμύρια, ἠρνήθη εἰς τὸν δεύτερον υἱὸν τοῦ Βασιλέως Λουδοβίκου Φιλίππου τὴν προικοδότησιν, ἥτις ἐζητεῖτο διὰ νομοσχεδίου. Ὁ Βασιλεὺς Λουδοβῖκος Φίλιππος, κατὰ τὸ 1837, ὅτε τὸ πρῶτον ἡ πρότασις ὑπεβλήθη, ὑπέλαβεν ὅτι ἐζημιοῦτο τὸ γόητρον τὸ βασιλικὸν διὰ τῆς τοιαύτης προικοδοτήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 18 Ἀπριλίου 1837 ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς Γαλλίας ἀνέγνωσε τὸ ἑξῆς διάγγελμα: «Ἡμεῖς Λουδοβῖκος Φίλιππος κτλ. Ἄρθρον 1ον. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν τῇ 26 Ἰανουαρίου τελευταίου, σχετικὸν πρὸς τὴν προικοδότησιν τῆς Α. Υ. τοῦ Δουκὸς τοῦ Νεμούρ, ἀποσύρεται.—Ἄρθρον 2ον. Ἀνατίθεται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐκτελέσῃ τὴν παραγγελίαν ταύτην τοῦ Ἡγεμόνος.» Δυστυχῶς ἡ γενναία αὕτη ἀπόφασις, ἥτις ἐλήφθη παρὰ τοῦ Βασιλέως τῆς Γαλλίας κατὰ τὸ 1837, ἐλησμονήθη εἰς μεταγενεστέρους χρόνους, κατὰ δὲ τὸ 1840, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς νυμφεύσεως τοῦ Δουκὸς τοῦ Νεμούρ, τὸ αὐτὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη. Θέλετε νὰ μάθητε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπ’ αὐτοῦ ψηφοφορίας; Τὸ ἀναγράφει ὁ «Moniteur Universel» τῆς 21 Φεβρουαρίου 1840. Ἐψηφοφόρησαν διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, διότι ἀκριβῶς ἡ Γαλλικὴ Βουλὴ κατὰ τὸ 1840 εἶχε τὸν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἡμεῖς (ἀναγινώσκει): «ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Ἐψηφοφόρησαν 426. Ἀπόλυτος πλειοψηφία 214, λευκαὶ ψῆφοι 200, μέλαιναι ψῆφοι 226. (Βαθυτάτη αἴσθησις).» Ταῦτα ἀναγράφουν τὰ ἐπίσημα πρακτικά. «Ἡ Βουλὴ δὲν προέβη εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων, ἑπομένως ἡ Βουλὴ δὲν ἐδέχθη». Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζητε, Κύριοι, πῶς ἐσχολιάσθη καὶ παρὰ τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ καὶ παρὰ τῶν συγχρόνων, ἡ αἴτησις τῆς προικοδοτήσεως ἐκείνης. Καὶ ὑπάρχει σχέσις τις μεταξὺ τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς σήμερον, πρὸς τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκετο ἡ Γαλλία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διότι ἦσαν κρίσιμοι διὰ τὴν δόξαν τῆς Γαλλίας αἱ περιστάσεις τοῦ 1840, ὡς εἶναι κρίσιμοι διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ διὰ τὴν ὕπαρξιν πλέον τῆς Ἑλλάδος, αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται ὅμοιον νομοσχέδιον πρὸς τὸ καταψηφισθὲν παρὰ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1840. Ἰδοὺ δὲ πῶς κρίνει περὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὁ Louis Blanc ἐν τῇ «Ἱστορίᾳ τῶν 10 ἐτῶν» (ἀναγινώσκει): «Οὐδέποτε Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας ἐκλήθη ὑπὸ τῆς τύχης ἐπὶ σκηνῆς τόσον ἐπιβλητικῆς καὶ ἐν τῷ μέσῳ τόσῳ μεγάλων γεγονότων. Εἶχεν ἐνώπιον αὐτοῦ μέγαν λαὸν, τὸν ὁποῖον ὤφειλε νὰ προφυλάξῃ ἀπὸ τὰς καταιγίδας, φλέγοντα μίση, τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ προλάβῃ ἢ νὰ σβύσῃ, νὰ καλύψῃ τὴν Δύσιν, νὰ εἰρηνεύσῃ τὴν Ἀνατολήν. Ἰδοὺ τί ἐπαρουσιάζετο τότε. Καὶ τί ἠδύνατο νὰ ἐπισπάσῃ μᾶλλον τὴν προσοχὴν ἀρχηγοῦ Κράτους; Οὐχ ἧττον, ἐν τῷ μέσῳ τόσων περιπλοκῶν, αἱ ὁποῖαι ἐτήρουν τὴν Εὐρώπην ἀσθμαίνουσαν, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἡ τύχη τοῦ κόσμου ἐξήρτητο ἴσως, ὁ Λουδοβῖκος Φίλιππος ἐπεδίωκε μετ’ ἐπιμονῆς τὴν προίκισιν ἑνὸς τῶν υἱῶν του. Καὶ δὲν ἠγνόει πόσον αἱ προικοδοτήσεις, αἱ αἰτήσεις χρημάτων ἦσαν μισηταὶ διὰ Βουλὴν ἀστῶν, ἀλλ’ ἤλπιζεν ὅτι ἤθελε κατορθώσει τὸν σκοπόν του διὰ τῆς ἐπιμονῆς. Τί ἐκινδύνευε; Τὴν ἠθικὴν ἐξασθένησιν τῆς μοναρχίας; Ὁ χαρακτήρ του δὲν ἦτο τοιοῦτος, ὥστε νὰ σκέπτηται περὶ τῶν μεμακρυσμένων ἀποτελεσμάτων. Τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως; Ὀλίγον ἐνδιέφερεν αὐτόν. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Βασιλέως πατρός. Τοῦτο ὑπῆρξεν ἡ καταστροφή του. Μόλις ἐγνώσθη, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ χορηγηθῶσιν εἰς τὸν δοῦκα τοῦ Νεμοὺρ 500,000 φράγκα ἐτησίως, καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἀνεφλέγη. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι τόσον πτωχός, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ προικίσῃ τοὺς υἱούς του; Ποῦ θέλουν σταματήσει; Μετὰ τὸν δοῦκα τῆς Ὀρλεάνης ἤρχετο ὁ δοὺξ τοῦ Νεμοὺρ, μετὰ τὸν δοῦκα τοῦ Νεμοὺρ θὰ ἤρχοντο καὶ ὁ πρίγκηψ τοῦ Ζοανβὶλ καὶ ὁ δοὺξ τῆς Ὁμάλης καὶ ὁ δοὺξ τοῦ Μονπανσιέ. Βεβαίως ἐκόστιζε πολὺ εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἡ Αὐλή. Ὑπῆρχεν ἀνεπάρκεια τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας τοῦ Βασιλέως, ἰδιωτικῆς περιουσίας, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε συνῄνεσαν νὰ συγχωνεύσουν μετὰ τῆς περιουσίας τοῦ Κράτους; Ἰδοὺ τί ἔλεγον, καὶ προσέθετον χίλια σχόλια, προσβλητικὰ διὰ τὴν Βασιλικὴν Μεγαλειότητα. Καὶ ἐστάλησαν ἐπίτροποι, ὅπως βεβαιώσουν τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας, ἀφοῦ δὲ ἐγένετο ἐξέτασις, εὑρέθη ὅτι αὐτὴ ἡ περιουσία ἀπέφερεν εἰσόδημα πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου, καί τινες ἀκόμη ἠμφισβήτουν τὸ ποσὸν τοῦτο. Τέλος τὴν 21 Φεβρουαρίου μόνος ὁ Couturier ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐξήγγειλε λόγους τινὰς σοβαροὺς καὶ ἀξιοπρεπεῖς. Μετ’ αὐτὸν ἡ Βουλή, ψυχροτάτη, σιωπηλή, προέβη εἰς τὴν ψηφοφορίαν· 226 ψῆφοι μέλαιναι προέκυψαν καὶ 200 λευκαί. Τὸ Ὑπουργεῖον παρῃτήθη.» Αὐτά, Κύριοι, μᾶς διδάσκει ἡ ἱστορία. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἀφοῦ φρονεῖτε, ὅτι σᾶς ἐπιτρέπεται τοιαύτη μεγαλοδωρία ἐνώπιον καταστάσεως, χαρακτηριζομένης μὲν παρ’ ἡμῶν ὡς καταστάσεως πτωχεύσεως, ἀλλὰ χαρακτηριζομένης παρὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν καὶ τῶν ξένων ὡς καταστάσεως χρεωκοπίας, ἀφοῦ προσφέρεσθε νὰ κάμητε τοιαύτην μεγαλοδωρίαν σχετικῶς πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἠρωτήσατε, τίς εἶναι ἡ περιουσία τοῦ Ἡγεμόνος; τίς εἶναι ἡ περιουσία τοῦ μνηστῆρος; καὶ κατὰ πόσον ἔχει ἀνάγκην ἡ Βασιλόπαις τῆς συνδρομῆς σας; Ἐβεβαιώσατε ὅτι δὲν τὸ ἐπράξατε. Ἐβεβαιώσατε δὲ τοῦτο, λέγοντες, ὅτι δὲν γνωρίζετε κἂν τὴν γνώμην τοῦ Ἡγεμόνος. Ἀλλὰ μὴ πράξαντες τοῦτο, παρείδετε σπουδαιότατον καθῆκον, ὅπερ εἴχετε πρὸς τὸ Κράτος, τοῦ ὁποίου διευθύνετε τὰς τύχας, ὅπερ εἴχετε πρὸς τὸ Στέμμα, τοῦ ὁποίου ὀφείλετε νὰ καλύπτητε τὴν εὐθύνην· διότι τὴν εὐθύνην αὐτοῦ τὴν ἠθικὴν ἐκθέτετε διὰ τοιούτων νομοσχεδίων, ὑποβαλλομένων ὑπὸ ὅρους, τοὺς ὁποίους πᾶς τις ἐξ ἡμῶν κατανοεῖ καὶ ἐκτιμᾷ, ὑπὸ περιστάσεις, οἷαι αἱ σημεριναὶ τῆς Ἑλλάδος. Κύριοι, εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον μετέβαλον τὴν γνώμην, ἣν εἶχον κατὰ τὸ 1889· φρονῶ δέ, ὅτι τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ τὰ ὁποῖα ἤκουσαν καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μειδιοῦν, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι προσφέρουσιν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Στέμμα, φρονῶ, λέγω, ὅτι θὰ πείσωσιν αὐτοὺς, ὅτι ἀληθὴς ὑπηρεσία πρὸς τὸ Στέμμα εἶναι ἡ καταψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. Καταψηφιζόμενον τὸ νομοσχέδιον, θέλει λησμονηθῆ· ὑπερψηφιζόμενον καὶ κυρούμενον, οὐδέποτε θὰ λησμονηθῇ.

§194ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ποίαν ἰδέαν ἔχει ὁ βουλευτὴς κ. Στάης ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἴτε εἶναι ὑπέρ, εἴτε εἶναι κατ’ αὐτοῦ, εἴτε καὶ ἀμφότερα, εἴτε θέλει Δημοκρατίαν, εἴτε θέλει Βασιλείαν· τοῦτο μόνον τῷ παρατηρῶ, ὅτι ὤφειλε νὰ σεβασθῇ τὸν ἀξιοσέβαστον συνάδελφόν μου κ. Βαλσαμάκην, τὸν ὁποῖον ἀπεπειράθη ν’ ἀποδείξῃ ἀνακόλουθον. Αὐτοὶ πρῶτοι καθιέρωσαν εἰς τὴν προικοδότησιν τῆς Ἀλεξάνδρας τὸ τοιοῦτον, καὶ ἑπομένως ὁ ψηφίζων σήμερον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν θεωρεῖται ἀνακόλουθος, διότι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται διακρίσεις μεταξὺ τῆς Ἀλεξάνδρας καὶ τῆς Μαρίας. Αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν ὤφειλον νὰ δώσω μόνον εἰς τὸν κ. Στάην.

§195ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Στάης δὲν ὀφείλει νὰ δώσῃ καμμίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Φορέστην, διότι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δὲν ἐπιτρέπεται ἀντιπροσωπεία διὰ πληρεξουσίου. Ὅταν ἔλθῃ ὁ ἴδιος, περὶ οὗ ἐγὼ ὡμίλησα, τότε ἐπιφυλάττομαι νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν.

§196ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἔπρεπε νὰ ἦτο παρὼν ὁ κ. Βαλσαμάκης καὶ τότε νὰ ὡμιλεῖτε περὶ αὐτοῦ, καὶ ὄχι ἀπόντος αὐτοῦ.

§197ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Βαλσαμάκης εἶχε καθῆκον νὰ ἦναι ἐδῶ.

§198Γ. ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ἐὰν διαδέχομαι τὸν πρὸ μικροῦ ἀγορεύσαντα βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς κ. Ράλλην, δὲν πράττω τοῦτο διότι ἐμνήσθη,—καὶ τὸν εὐχαριστῶ ἐπὶ τούτῳ—καθ’ ὃν τρόπον ἐνέκρινεν οὗτος, ἐμοῦ, ὡς εἰσηγητοῦ τῆς προεξελεξάσης τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ διότι ὡς ἀνεπαρκῆ ἔκρινε τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Οὔτε ἀναγκαῖον θεωρῶ νὰ παρακολουθήσω τὸν κ. Βουλευτὴν εἰς πάντα τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ. Ἡμεῖς εἴχομεν πάντοτε καὶ ἐξακολουθοῦμεν ἔχοντες τὴν σταθερὰν γνώμην, ὅτι τὸ Κράτος ἐξ ἠθικῆς ὑποχρεώσεως, ἀναντιῤῥήτως δὲ καὶ ἐπιτακτικῶς κρατούσης ἐν τῇ συνειδήσει τῆς χώρας, ὤφειλε τὸ εὐτυχὲς διὰ τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν τῆς Ἑλλάδος γεγονὸς τοῦ γάμου τῆς βασιλόπαιδος Μαρίας νὰ δείξῃ ὅτι συμμερίζεται, ὡς καὶ πράγματι συμμερίζεται. Ἡ κοινὴ συνείδησις πανηγυρικῶς κατεδηλώθη ἐν τούτῳ, διότι κοινὴ ἡ χαρὰ τοῦ ἔθνους μὲ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας τὴν χαράν. Οὐδὲ δι’ ὅσων τις θὰ εἴπῃ, συνηγορῶν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς ἐπιτελέσεως στοιχειώδους ὑποχρεώσεως, ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ παράσχῃ ἢ νὰ μὴ παράσχῃ ἐκδουλεύσεις, ὡς εἶπεν ἀτόπως —καὶ ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις—ὁ κ. Ράλλης. Οὐδεὶς ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ φανῇ ἢ νὰ μὴ φανῇ εὐάρεστος. Ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης δὲν πρέπει νὰ λέγηταί τι πλέον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπαγορεύει τὸ πρὸς τὴν Πολιτείαν καθῆκον, ἡ τιμὴ καὶ τὸ συμφέρον τῆς χώρας, ἀδιάφορον ἐὰν ὁ ἀπὸ τούτων ῥυθμίζων τοὺς λόγους του θὰ κριθῇ εὐάρεστος ἢ δυσάρεστος. Εἰς τὸ βῆμα μὲ φέρουν ἀποκλειστικῶς αἱ μεγάλαι ἱστορικαὶ ἀνακρίβειαι, εἰς ἃς ὑπέπεσεν ὁ κ. Βουλευτής. Μὴ θεωρῶν, καὶ εὐλόγως, ἐπαρκῆ ὅσα γενικῶς περὶ τοῦ νομοσχεδίου εἶπεν, ἐζήτησε ν’ ἀντλήσῃ ἐπιχειρήματα ἀπὸ τῆς ἱστορίας, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἱστορία κατεδίκαζε τὰς γνώμας του, διέστρεψεν αὐτήν, ὡς θ’ ἀποδείξω, εἰς τὰς διαστροφὰς ταύτας καὶ μόνον περιορίζων τοὺς λόγους μου, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω, πεποιθότως φρονῶν, ὅτι σοβαρὰν ἀντίδρασιν οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ, ὡς καὶ δὲν εὗρε, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, οὐδὲ ἤκουσα νὰ προβληθῇ ἐπιχείρημά τι κατ’ αὐτοῦ, ἱκανὸν νὰ προκαλέσῃ μακρὰν συζήτησιν. Καὶ πρὶν ἢ φθάσω εἰς τοὺς Ὀρλεανίδας καὶ τὸν Βασιλικὸν οἶκον τῆς Ἰταλίας, περὶ ὧν ἠσχολήθη ὁ κ. Βουλευτής, θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀναδράμω εἰς τὴν ἀρχαιοτάτην, τὴν θεοκρατικὴν ἐποχήν, ἀποδεικνύων, ὅτι σὺν τῷ θεσμῷ τῆς Βασιλείας ὑφίστατο καὶ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ χορηγεῖν εἰς τοὺς Βασιλεῖς μεγάλην ἔκτασιν εὐφόρου γῆς δωρεὰν,—εἴτε παροχὴν ὀνομάσητε ταύτην, εἴτε προικοδότησιν, ἢ κληρουχίαν, τὸ παρ’ Ὁμήρῳ βαθυλήϊον τέμενος,—ἵνα, πρὸς τ’ ἄλλα αὐτῶν εἰσοδήματα, ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν ἀξιοπρεπῆ παράστασιν τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας καὶ τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Βασιλικοῦ των οἴκου. Τὰ αὐτὰ ἴσχυον καὶ διὰ τοὺς Ῥωμαίους Βασιλεῖς, τὰ αὐτὰ καὶ διὰ τοὺς Βυζαντινοὺς Αὐτοκράτορας, τὰ αὐτὰ, καὶ ἐν μείζονι μέτρῳ, καθ’ ὅλην τὴν Φεουδαλικὴν ἐποχήν. Καὶ δὲν λαλῶ περὶ Βασιλέων μόνον, ἀλλὰ περὶ τῶν μελῶν τῆς βασιλευούσης οἰκογενείας, ἐξ ὧν τὰ μὲν ἄῤῥενα ἐν Γαλλίᾳ ἐλάμβανον ὁλοκλήρους πολλάκις ἐπαρχίας, τὰ δὲ θήλεα προῖκα εἰς χρήματα, ἢ εἰς κτήματα ἐξωνήσιμα. Αὐτὴ ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις, ἥτις δὲν ἐξεῤῥάγη, ἵνα θωπεύῃ τοὺς Βασιλεῖς, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀφήρεσε τὴν κυριαρχίαν τῆς χώρας, μεταβιβάσασα αὐτὴν ὅπου ἀνῆκεν, ἤτοι εἰς τὸ ἔθνος, κατέλυσε καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ συνιστᾷν κληρουχίας ὑπὲρ τῶν τέκνων αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀνεγνώρισεν ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1791 τὸ δικαίωμα τῆς εἰς χρῆμα πληρωμῆς ἐτησίας χρηματικῆς παροχῆς εἰς αὐτοὺς καὶ τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας δι’ εἰδικοῦ ἑκάστοτε νόμου...

§199ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἦτο Δημοκρατία τότε, δὲν ἦτο Μοναρχία.

§200ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Νὰ κάμητε πρὸς τοὺς συντάκτας τοῦ Συντάγματος τὰ παράπονά σας... Διότι, μὲ ὅλον τὸ δημοκρατικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπέπνεε καθ’ ὅλην τὴν Γαλλίαν καὶ ὡδήγησεν ὅπου πάντες γινώσκομεν, ὀλίγον πρὸ τῆς τρομοκρατίας ἡ ἐπανάστασις ἀφήρεσε μὲν τὰς γαίας, τὰς ὁποίας οἱ Βασιλεῖς τῆς Γαλλίας κατεῖχον καὶ ἔδιδον αὐτεξουσίως καὶ αὐτοδυνάμως εἰς τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας των, ἀνεγνώρισεν ὅμως ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους τοῦ δίδειν ἐτησίως ὡρισμένας χρηματικὰς παροχάς. Ὁ Ναπολέων Αʹ ἐπανέφερε τὸ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως καθεστὼς τῶν κτηματικῶν κληρουχιῶν, καὶ ἐθεσμοθέτησεν, ὅπως καὶ κτήματα τοῦ Κράτους δίδωνται εἰς μέλη τῆς Αὐτοκρατορικῆς οἰκογενείας, ἵνα καρπῶνται αὐτῶν ἀναπαλλοτριώτως. Εὐλαβεστέρα ἐδείχθη ἡ Παλινόρθωσις, ἡ ὁποία, καίτοι θείῳ δικαίῳ καταλαβοῦσα τὴν ἀρχήν, ἐπανῆλθεν εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἐπαναστατικοῦ Συντάγματος τοῦ 1791, καὶ καθιέρωσε διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1814 ἐπίσης τὰς χρηματικὰς παροχάς, ἀντὶ τῶν κτηματικῶν κληρουχιῶν. Κατὰ τὴν Παλινόρθωσιν ὅμως συνέβη γεγονός, τὸ ὁποῖον θὰ παράσχῃ τὴν ἐξήγησιν τῆς ἀντιδράσεως, περὶ ἧς σᾶς ἐλάλησεν ὁ κ. Βουλευτής, καὶ ἥτις ἐγεννήθη εὐλόγως κατὰ τῶν διαρκῶν τάσεων τῶν Ὀρλεανιδῶν τοῦ πάντοθεν ὠφελεῖσθαι. Ἡ Παλινόρθωσις, ἐὰν συνετελέσθη ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς τὸν θρόνον ὁ πρωτότοκος κλάδος, οἱ Βουρβῶνοι, ἐγένετο ἀκόμη καὶ ἵνα ἀποκατασταθῶσιν εἰς τὴν κατοχὴν μεγάλων ἐκτάσεων πλουσιωτάτων κτημάτων οἱ Ὀρλεανίδαι, πάντων ἐκείνων, ἅτινα ἐνέμοντο πρὸ τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως. Ὅ,τι δὲν ἔστερξαν ὑπὲρ ἑαυτῶν οἱ Βουρβῶνοι, ἀνεγνώρισαν ὑπὲρ τῶν Ὀρλεανιδῶν. Ἡ Παλινόρθωσις ἀνεγνώρισε τὴν κυριότητα ἐπὶ τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα ὡς κληρουχίας εἶχον λάβει τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας τῶν Ὀρλεανιδῶν, ἡ δὲ ἐπανάστασις εἶχε δημεύσει ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1830, ὅτε ὁ Κάρολος ἐξεθρονίσθη, ὁ δὲ θρόνος περιῆλθεν εἰς τὸν δευτερότοκον κλάδον, τοὺς Ὀρλεανίδας, ὁ Λουδοβῖκος Φίλιππος, καίτοι μόνη ἡ ὑπὲρ αὐτοῦ κτηματικὴ κληρουχία ὑφίστατο ἐν Γαλλίᾳ, διότι πάσας εἶχε σαρώσει ἡ θύελλα τῆς ἐπαναστάσεως, πρὶν ἀνέλθῃ εἰς τὸν θρόνον μετεβίβασεν εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ τὴν ἐκ τῆς κληρουχίας περιουσίαν του, ἵνα μὴ καὶ αὕτη συμπεριληφθῇ εἰς τὴν domaine de la Couronne, ἤτοι τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ Στέμματος! Ἰδοὺ ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἀντιδράσεως, ἥτις εἰς πολλὰ ὡδήγησεν ἄτοπα, μέχρις οὗ φέρῃ εἰς τὸ 1848. Ἐνῷ δὲ ὁ Λουδοβῖκος Φίλιππος πανταχοῦ ἀνεζήτει εὐθηνὴν διοίκησιν, πανταχοῦ ἠθέλησε νὰ ἐμπνεύσῃ τῆς οἰκονομίας τὴν ἀρχὴν, πανταχοῦ ἠθέλησε νὰ κυριαρχήσῃ τὸ νοικοκυρήστικο πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἀναντιῤῥήτως διέκρινε τὴν διοίκησίν του, ἐν τούτοις εἰς ἓν ζήτημα ἐδείχθη ἀχαλινώτως ἀφειδὴς, εἰς τὰς παροχὰς, ἃς ἐζήτει ὑπὲρ τῶν ἀτομικῶς πλουσιωτάτων μελῶν τῆς οἰκογενείας του. Καὶ ἀντὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ν’ ἀναζητῇ ἐπιχειρήματα εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Louis Blanc, ἣν μᾶς ἀνέγνωσε, πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἐν τούτῳ ἀτελείας τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου,—ἀμφίβολον ἀπόδειξιν, λόγῳ τῶν ἄκρως ῥιζοσπαστικῶν ἰδεῶν τοῦ συγγραφέως, ὃν ἐπεκαλέσθη,—διατὶ δὲν προσέφευγε μᾶλλον εἰς τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἐπιφανῶν ῥητόρων τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως; διατὶ δὲν ἀνεγίνωσκε τὰ περίφημα pamphlets τοῦ Cormenin, ἔνθα πλείονας καὶ καυστικωτέρους θὰ ἀνεύρισκε λόγους πρὸς παράστασιν τῶν διεπουσῶν τοὺς πλουσιωτάτους Ὀρλεανίδας πλουτοκρατικῶν ἰδεῶν; Ἀλλὰ τίνα τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ λεχθέντα ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα; Οἱ Ὀρλεανίδαι, πλὴν τῆς liste civile, τῆς βασιλικῆς δηλαδὴ χορηγίας, τῆς domaine de la Couronne, ἣν ἐκαρποῦντο, τῆς μεγάλης κτηματικῆς κληρουχίας, ἣν μόνοι αὐτοὶ καθ’ ὅλην τὴν Γαλλίαν διέσωσαν, παρ’ ὅλας τὰς περὶ αὐτῶν ἐν τούτῳ κρατούσας παρὰ τῷ Γαλλικῷ λαῷ ἰδέας, αἵτινες κατέστησαν αὐτοὺς ἀντιδημοτικωτάτους, καὶ νέας ἠξίουν χρηματικὰς παροχάς. Ἐν τούτοις ἐχορηγήθη εἰς τὴν ἀδελφὴν τοῦ Βασιλέως Ἀδελαΐδα σύνταξις, ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν θυγατέρα τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου, νυμφευομένην τὸν Βασιλέα τοῦ Βελγίου Λεοπόλδον, προὶξ, ἀλλ’ εὔλογον ἦτο καὶ φυσικώτατον νὰ ἐξεγερθῇ ἡ ἀντίδρασις, περὶ ἧς ἐλάλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, κατὰ τῆς ἀξιώσεως, ὅπως τὸ περίφημον κτῆμα τοῦ Rambouillet δοθῇ εἰς τὸν δοῦκα τοῦ Νεμοὺρ, ὅπως ἑτέρα κληρουχία συστηθῇ ὑπὲρ τοῦ δουκὸς Ὠμὰλ, ἑτέρα ὑπὲρ τοῦ δουκὸς Ἀγκουλέμ. Ὅταν ἦσαν γνωστὰ καὶ ἐξίσου δικαίως καὶ ἐμπαθῶς συνεζητοῦντο ὅσα πρὸ μικροῦ ἀφηγήθην, ἦτο λίαν φυσικὸν νὰ ἐξεγερθῇ ὁ Γαλλικὸς λαὸς καὶ νὰ εἴπῃ: «ἀρκετὰ ἐλάβετε κατὰ τὴν Παλινόρθωσιν, ἀρκετὰ ἔχετε· μὴ ζητεῖτε καὶ ἄλλα ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀπὸ τὰς κτήσεις τοῦ Κράτους!» Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε οὕτω διαστρεφόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ ταῦτα, ἐπαναλαμβάνω, μ’ ἔφεραν εἰς τὸ βῆμα, διότι ἐφρόνουν, ὅτι ὁ κ. Ράλλης, τὸν ὁποῖον ἐξαιρέτως τιμῶ, ἂν δὲν ἤθελε νὰ ἐμβαθύνῃ πλειότερον καὶ εἰς τὰ πρόσωπα καὶ εἰς τὰ πράγματα, δὲν θὰ διέστρεφε τοὐλάχιστον τὰ γεγονότα. Καὶ συνιστῶ αὐτῷ τὴν περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου ἱστορίαν τοῦ Thureau Dangin, κλασικὴν ἀληθῶς μελέτην, ἥτις ἐβραβεύθη καὶ ἤνοιξε τὰς πύλας τῆς Γαλλικῆς Ἀκαδημίας εἰς τὸν συγγραφέα αὐτῆς. Παριστῶν τὸ ἐξόχως πλουτοκρατικὸν πνεῦμα, τὸ χαρακτηρίζον τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν, ὁ Δανζὲν ἀφηγεῖται, ὅτι, ἐνῷ ἐν Παρισίοις ἐμαίνετο ἡ ἐπανάστασις, ἀπεσταλμένοι δ’ ἔσπευδον, ὅπως ἀναγγέλλωσι τὰ καταπληκτικὰ γεγονότα, οἱ βασιλόπαιδες, τὰ τέκνα τῆς Γαλλίας, τὰ ὁποῖα θέλουσι νὰ μᾶς συγκρίνωσι πρὸς τὰ ἀφιλοκερδέστατα πτωχὰ καὶ ἱπποτικώτατα παιδιὰ τοῦ Βασιλέως μας, τὰ ὁποῖα οὐδὲν, πλὴν τοῦ μισθοῦ των ὡς ἀξιωματικῶν, ἔχουσι, καὶ ἑκατὸν δραχμὰς ἐὰν χρειασθῶσι πρέπει νὰ τὰς ζητήσουν ἀπὸ τὸν πατέρα των Βασιλέα, τὰ τέκνα τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου τί, νομίζετε, ἠρώτων; Ἐὰν ἀπεκατεστάθη ἡ τάξις ἐν Παρισίοις; Ὄχι! Ἠρώτων πῶς πηγαίνει ἡ ῥάντα!

§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὅταν τοῖς εἶπον ὅτι ἔπεσε, τί εἶπον;

§202ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι.

§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτι θὰ ξανανεβῇ (ἱλαρότης).

§204ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Κατὰ ταῦτα δὲν πρέπει νὰ συγκρίνωμεν τὰ ἀνόμοια. Ἀνόμοιον δὲ ἐντελῶς εἶναι τὸ συγκρίνειν τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἀκόμη ἔποψιν ἡ Βασιλικὴ οἰκογένεια τῆς Ἑλλάδος, ἡ εἰς τόσας ἀνάγκας ὑπόχρεως νὰ ἐπαρκῇ μὲ 1,125,000 δραχμὰς, πρὸς τὴν πολυτάλαντον ἀληθῶς οἰκογένειαν τῶν Ὀρλεανιδῶν, ἡ ὁποία, καίτοι πεσοῦσα τοῦ θρόνου καὶ τόσας ὑποστᾶσα περιπετείας, δίδει προῖκα ἑκατομμύρια ἐπὶ ἑκατομμυρίων καὶ σήμερον ἀκόμη! Ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἡ ἀρτίως νυμφευθεῖσα τὸν δοῦκα τῆς Ἀόστης πριγκήπισσα τοῦ Ὀρλεὰν ἔλαβε προῖκα 20 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑπέπεσε καὶ εἰς ἄλλην ἀνακρίβειαν, ζητήσας ἐπιχειρήματα ἐξ Ἰταλίας. Ἀνέφερε γεγονὸς πρόσφατον, τὸ παγκοίνως γνωστὸν ἐπεισόδιον τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς, ὅτε ὑπεβλήθη τὸ ἐκ συνταγματικῆς ὑποχρεώσεως νομοσχέδιον περὶ προικοδοτήσεως τοῦ Διαδόχου. Τότε ἠκούσθη μία φωνὴ, ἡ φωνὴ τοῦ κ. Ἰμβριάνη, νομίζω, λέγουσα: «καὶ ἑτέρα ἀνοησία!» Ἴσως τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἀνόμοιον, διότι, παρὰ τὴν θέσιν, εἰς ἣν διατελοῦσι τὰ δημόσια οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἰδιωτικὴ ἐνέργεια ἀκμάζει, καὶ δὲν ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα, ὡς ἐν Ἰταλίᾳ, πληθυσμοὶ ὁλόκληροι πενέστατοι, μεταναστεύοντες πρὸς εὕρεσιν ἄρτου, παρ’ ὅλην τὴν λάμψιν καὶ ἀκμὴν, ἥτις φαίνεται εἴς τινας πόλεις τῆς Ἰταλίας. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐὰν δὲν ἦναι ἀληθὲς, ἐπετρέπετο εἰς τὸν Βασιλέα Οὐμβέρτον νὰ προβῇ εἰς τὴν δήλωσιν, εἰς ἣν προέβη, ὅτι ἀποδέχεται τὴν ψηφισθεῖσαν ὑπὲρ τοῦ Διαδόχου προικοδότησιν, ἀλλ’ ἴσον πρὸς ταύτην ποσὸν θὰ συνεισφέρῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· διότι, γνωρίζετε πόση εἶναι ἡ liste civile, ἡ βασιλικὴ χορηγία, τοῦ Βασιλέως τῆς Ἰταλίας; 15 ἑκατομμύρια φράγκα ἐτησίως (αἴσθησις).

§205ΡΑΛΛΗΣ. Πόσος εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἰταλίας;

§206ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Τὸ ἐπιχείρημα θὰ εἶχεν ἀξίαν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μερίμνης τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς πλήρωσιν δημοσίας ἀνάγκης. Ἄλλως δὲν καλεῖται ἥσσονας νὰ θεραπεύσῃ χρείας ὁ ἡμέτερος Βασιλεὺς, δι’ ὅσης λαμβάνει ἐτησίως γλίσχρας ἐπιχορηγήσεως, ἢ ὅσας ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἰταλίας, λαμβάνων δεκαπέντε ἑκατομμύρια...

§207ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἰταλίας δὲν λαμβάνει 15 ἑκατομμύρια (γέλωτες).

§208ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Δύσκολον εἶναι νὰ συζητήσῃ τις μαζῆ σας, ὅταν τοιαύτας ἔχητε πληροφορίας. Τί νὰ εἴπω πρὸς σᾶς, τοιαῦτα λέγοντα;... Ἀλλ’ ὁ Οὐμβέρτος ἔπραξε καί τι πλέον τούτου, διότι ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ. Ὅταν ὁ Βίκτωρ Ἐμμανουήλ, ὁ ἔνδοξος αὐτοῦ πατὴρ, ἀπεβίωσεν, ὁ Re galantuomo, ὁ ὁποῖος, ὡς τοιοῦτος, ἐσκόρπα πανταχοῦ χρήματα, ἀφῆκε χρέη ὑπέρογκα, διότι ἦτο καὶ κατὰ τὰ αἰσθήματα καὶ κατὰ τὸ θυλάκιον ἐλευθέριος· τότε ἐξεφράσθη ἡ γνώμη, τὸ Κράτος ν’ ἀναλάβῃ τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν του. Ὁ Βασιλεὺς Οὐμβέρτος ἠρνήθη. «Εἶμαι κληρονόμος τοῦ θρόνου τοῦ πατρός μου, εἶπεν, εἶμαι κληρονόμος τῆς περιουσίας αὐτοῦ, καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλω τὰ ὀφειλόμενα.» Καὶ ἀνεδέχθη νὰ ἀποτίσῃ τὰ χρέη, καὶ ἠδυνήθη νὰ τὰ ἀποτίσῃ ἐκ τῆς ὑπερόγκου αὐτοῦ χορηγίας...

§209ΑΛ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλεῖτε κατὰ τοῦ θέματος ὑμῶν.

§210ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ὄχι! οὐδαμῶς, ἐκτὸς ἂν δὲν ἐννοῆτε ὅσα λέγω καὶ δὲν ἀκούσητε ὅσα θὰ εἴπω... Διότι, ἐκτὸς τῆς Βασιλικῆς χορηγίας, ὁ πρίγκηψ Ἀμεδαῖος ἐπροικοδοτεῖτο, ὁ υἱὸς αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐνυμφεύθη ἀρτίως τὴν πριγκήπισσαν τοῦ Ὀρλεὰν, προικοδοτεῖται, ἕκαστον μέλος τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας προικοδοτεῖται, διότι πανταχοῦ λαμβάνεται μέριμνα περὶ τῶν τέκνων τοῦ Βασιλέως. Καὶ ἵνα μὴ ἀσχοληθῶ καὶ εἰς τὴν ἔρευναν τῶν κρατούντων εἰς ἄλλα Κράτη τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ περιορισθῶ εἰς τὰ δύο παραδείγματα, ἅτινα ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ἀναλλοίωτος καὶ σταθερὰ ὑπάρχει ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναντιῤῥήτου ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους τοῦ μεριμνᾷν χάριν τῆς ἰδίας τοῦ Κράτους ἀξιοπρεπείας καὶ τῆς ἀξιοπρεποῦς παραστάσεως τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας εἰς παροχὴν προικοδοτήσεων ὑπὲρ αὐτῶν. Τὰ αὐτὰ κρατοῦσιν εἰς τὴν Βαυαρίαν καὶ εἰς ἄλλα Γερμανικὰ Κράτη, τὰ αὐτὰ εἰς τὴν Ἀγγλίαν.

§211ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὴν Γερμανίαν τί συμβαίνει;

§212ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Λησμονεῖτε ὅτι οἱ Χοεντζόλερν εἶναι πλουσιώτατοι. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ νομίζω, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους τοῦ προικοδοτεῖν τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας ὑφίσταται ἀκεραία καὶ πλήρης. Τὸ καθεστὼς τοῦτο ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς ν’ ἀναγνωρίσωμεν, καθεστώς, τὸ ὁποῖον οὐδεμία κατάστασις τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν δύναται νὰ τροποποιήσῃ κατ’ ἀρχήν, τὸ ποσὸν μόνον δυναμένη νὰ καθορίσῃ. Ἐὰν ἐπιβάλλεται ὡς καθῆκον, πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι ἡ ἰδέα τοῦ καθήκοντος δὲν γνωρίζω ἐὰν δύναται καὶ ἐὰν πρέπει νὰ τροποποιῆται ἑκάστοτε. Ἀλλ’ ἡ liste civile, ὡς ἤκουσα ἀπὸ τῶν ἄνω ἑδωλίων ἐκφωνούμενον, δὲν εἶναι ἢ τὸ ὡρισμένον ἐτήσιον ποσόν, τὸ διδόμενον εἰς τὸν Βασιλέα, ὅπως ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς συντηρήσεως αὐτοῦ καὶ τῆς Αὐλῆς αὐτοῦ. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κράτους, ὁ πρῶτος πολίτης τοῦ Κράτους καὶ ὁ ὕψιστος τῶν θεραπόντων αὐτοῦ, ἐκπροσωπεῖ τὴν μεγαλειότητα αὐτοῦ, τὸ δὲ Κράτος συμφέρον ἔχει καὶ καθῆκον ἐπιτακτικὸν τὰ τῆς παραστάσεως τοῦ Ἡγεμόνος του νὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλοπρεπέστερα. Ἡ ἐξαιρετικὴ θέσις τοῦ ἡγεμόνος δὲν πρέπει οὐδέποτε νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τέκνων αὐτοῦ καὶ τῶν ἐντεῦθεν ἀποῤῥεουσῶν ἀναγκῶν. Ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Πολιτείας πρέπει πρωτίστως νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, ὑπὸ ταύτην δὲ τὴν ἀρχὴν ἡ Συνέλευσις τοῦ 1863 ὥρισεν, ὅτι τὰ τῆς βασιλικῆς χορηγίας δύνανται ν’ ἀναθεωρηθῶσι μετὰ δεκαετίαν. Μὴ ζητῶμεν ἢ ἐν μέτρῳ πνεῦμα οἰκονομίας, ὅπου ἡ παράστασις τῆς ἐθνικῆς μεγαλειότητος παρακωλύει τοῦτο. Καὶ δὲν λησμονῶ, ὅτι ἀρτίως ἀνεγίνωσκον, ὅτι μομφαὶ ἀπηυθύνοντο κατὰ τῆς Ἀγγλικῆς Αὐλῆς, ὅτι κατέστη πολὺ πτωχικὴ Αὐλή. Δὲν θὰ συγκρίνω τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μὲ τὸ Κράτος τῆς Ἀγγλίας, οὔτε θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸν πίνακα τῶν ἐτησίων ποσῶν, ἅτινα τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας τῆς Ἀγγλίας λαμβάνουν μέχρι τρίτης πολλάκις γενεᾶς. Οἱ πάντες ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἀγόμεθα ἰδεῶν, καὶ δὲν πρέπει, ἐν τοιαύτῃ προκεχωρηκυίᾳ ὥρᾳ, νὰ μακρηγορῇ τις ἐπὶ ζητημάτων ὁμοιομόρφως πανταχοῦ λυθέντων, καὶ περὶ ὧν ἐσχηματισμένην ἤδη ἔχει γνώμην ἡ κοινὴ συνείδησις. Ἀνέλαβα νὰ ἀποδείξω, καὶ ἀπέδειξα, νομίζω, ὅτι τὰ προβληθέντα ἱστορικὰ ἐπιχειρήματα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς οὐ μόνον οὐδεμίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχουν σχέσιν, ἀλλὰ καὶ ἀστόργως διεστράφησαν, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους, τοῦ μεριμνᾷν περὶ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας καὶ τῆς ἀξιοπρεποῦς αὐτῶν παραστάσεως, ὑφίσταται ἀκεραία. Πεποίθησιν ἔχω, ὅτι ἡ Βουλὴ θ’ ἀναγνωρίσῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ψηφίζουσα μεθ’ ὁμοφωνίας τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προτείνεται εἰς τὴν ψῆφον αὐτῆς. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§213ΓΕΩΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πολλάκις παρεξηγεῖταί τις, τ’ ἀληθῆ λέγων. Ἐν τούτοις ἐγὼ θὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν, ἀδιαφορῶν ἐὰν παρεξηγοῦμαι. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, τί συνέβη ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Ἰταλίᾳ, ἐν Ῥωσσίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, κατὰ τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφεραν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες. Πλὴν ἐξετάζω τί γίνεται ἐν Ἑλλάδι, ἐξετάζω τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Μέγας Δοὺξ τῆς Ρωσσίας Γεώργιος ἦλθεν εἰς Ἀθήνας τὴν Μεγάλην Πέμπτην χωρὶς κἄν νὰ προαγγελθῇ ἡ ἔλευσίς του, καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευὴν τὸ ἑσπέρας ἐγνώσθη ἐν τῷ Ἑλληνικῷ, ὅτι ἐμνηστεύσατο τὴν βασιλόπαιδα Μαρίαν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν οἱ σύμβουλοι τοῦ Στέμματος εἶχον γνῶσιν περὶ τοῦ ἡγεμονικοῦ τούτου συνοικεσίου, καὶ ἐὰν συνεβούλευσαν τὸν Βασιλέα νὰ προβῇ εἰς τὴν μνηστείαν ταύτην. Ἐν τούτοις μετὰ τὸ εὐτυχὲς τοῦτο γεγονός, διὰ τὴν Βασιλικὴν πάντοτε οἰκογένειαν, καὶ οἱ ἔσω καὶ οἱ ἔξω Ἕλληνες, μαθόντες αὐτὸ, παρεξήγησαν τὴν πολιτικὴν σημασίαν τοῦ συνοικεσίου, καὶ δυσηρεστήθησαν, διότι ἐφρόνουν, ὅτι οὐδόλως συνεβιβάζετο πρὸς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Τῷ ὄντι ἐπίστευσαν καὶ πιστεύουν ἔτι, ὅτι τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα ἐβλάβησαν οὐσιωδῶς ἐκ τῆς μνηστείας ταύτης. Καὶ ἀνεφέροντο μάλιστα εἰς τὰ στόματα τοῦ Ἑλληνικοῦ σχόλια, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζετε καὶ εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἰσέλθω. Ἐπίστευον ὅμως, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μόλις ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἡ Βουλή, ἤθελεν ἀνέλθει ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἤθελε δώσει περὶ τούτου ἐξηγήσεις εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, διότι φέρει μὲν τὴν οὐσιαστικὴν εὐθύνην ὁ Βασιλεὺς, ἀλλὰ τὴν ἠθικὴν εὐθύνην φέρει ἀκεραίαν ἡ Κυβέρνησις. Ἡ τοιαύτη μνηστεία, λέγω, δυσηρέστησε τοὺς ἁπανταχοῦ Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν λόγους νὰ πιστεύουν, ὅτι ἕνεκα ταύτης καὶ ἡ Κρήτη δὲν προσηρτήθη σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἄλλα ἀστικὰ ἡμῶν συμφέροντα ἐβλάβησαν. Εἶναι δυσηρεστημένος, Κύριοι, κατὰ τοῦ Στέμματος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ κρύπτωμεν, ἐὰν ἀληθῶς ἀγαπῶμεν τὸ Στέμμα. Ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἔτι ἀνάγκην Βασιλείας, διότι ἀτυχῶς δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διοικηθῇ μόνη, καὶ δι’ αὐτὸ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας. Ἀλλὰ τὸν Βασιλικὸν θεσμὸν τὸν θέλω ὑψηλὰ ἱστάμενον, ὑπερήφανον καὶ γενναῖον καὶ μὴ κατερχόμενον τοῦ ὕψους του. Διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι ἄλλο τι, παρὰ ἓν ἰδανικὸν, ὅπερ ἐπὶ αἰῶνας ἐλάτρευσεν. Ἀλλὰ τίς θέλει τὸ ἰδανικὸν αὐτὸ νὰ καταβιβάζηται καὶ νὰ ἔρχηται εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ τοῦ λαοῦ διὰ τοιαῦτα ζητήματα; Εἶναι λοιπὸν ἀναγκαῖον, οἱ σύμβουλοι τοῦ Στέμματος νὰ δεικνύουν αὐτῷ τὴν θέσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἵσταται. Ἡ προικοδότησις αὕτη, ἡ ὁποία διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπροτάθη νὰ ψηφισθῇ, μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι θὰ βλάψῃ οὐσιωδῶς τὸν Θρόνον, τὸν Θρόνον, λέγω, ὁ ὁποῖος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην πρὸ μικροῦ νὰ ἐκδώσῃ διάγγελμα πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Τὸ διάγγελμα τοῦτο, δὲν γνωρίζω ὁποῖον ἔχει οὐσιώδη χαρακτῆρα. Ἐν τούτοις καὶ τοῦτο παρεξηγήθη. Διὰ τῆς ψηφίσεως ὅμως, ἐπαναλέγω, τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου θὰ ἐνισχύσητε τὴν γνώμην, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ παρὰ τῷ λαῷ κατὰ τῆς Βασιλείας, καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης γνώμης δὲν γνωρίζω ποῖα θὰ ὦσι, πρὸς βλάβην βεβαίως καὶ ζημίαν τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, Βασιλεία, ἡ ὁποία ἐν τῷ κύκλῳ της γεννᾷ συζητήσεις οἰκογενειακὰς περὶ τῆς ἀξίας καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κοινοβουλίου, μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην θὰ σχηματίσῃ ἔτι μᾶλλον χείρονα ἰδέαν περὶ ἡμῶν, καὶ οὐδέποτε θὰ λαμβάνῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὰς ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου συζητουμένας ἐθνικὰς ὑποθέσεις. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον μετὰ θάῤῥους νὰ καταψηφίσῃ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο ὑπὸ τὰς περιστάσεις τὰς σημερινὰς ἡ ἐπιψήφισις τοιούτου νομοσχεδίου. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, διὰ νὰ ἴδω, ἄν ἐπιτρέπῃ τὴν προικοδότησιν τῆς βασιλόπαιδος, οὔτε ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ σώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἐὰν δὲν δώσωμεν τὰς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου χορηγουμένας 400,000 δραχμῶν. Τὸ ζήτημα ἔγκειται, ὡς σᾶς ὑπέδειξα, ἀλλαχοῦ. Ἂς λάβῃ λοιπὸν πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ, καὶ ἂς σκεφθῇ ὡριμώτερον, ἵνα μὴ φέρῃ εἰς χείρονας δυσχερείας τὴν Βασιλείαν.

§214Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Ἐπεθύμουν, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προικοδοτήσεως τῆς βασιλόπαιδος Μαρίας νὰ ἦναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ὁμόφωνος, διότι ὀφείλει τὸ ἔθνος, ἂν θέλῃ νὰ ἔχῃ Βασιλείαν, ὀφείλει νὰ κάμνῃ θυσίας. Ἔχομεν δεδομένον ἐκ τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας, ὅτι ἔδωκε τὴν προικοδότησιν· ὀφείλει νὰ τὴν δώσῃ καὶ εἰς τὴν Μαρίαν. Ἤκουσα τῶν ἀντιπολιτευομένων νὰ λέγωσιν, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν. Ἂν ἦσαν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἤθελον ὑπερμαχήσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου.

§215ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχετε διδόμενον.

§216Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ κατηγοροῦντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νομίζουσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὴν βασιλόπαιδα Μαρίαν ἡ προικοδότησις. Δὲν εἶναι κἀνὲν σπουδαῖον ποσόν. Ἐδόθη καὶ εἰς τὴν ἀποβιώσασαν Ἀλεξάνδραν, δύναται νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὴν Μαρίαν. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ μὴ δοθῇ, καὶ δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ πᾶσα συζήτησις περὶ αὐτοῦ, διότι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον.

§217ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν πρώτοις ὅσα εἶπεν ὁ ἐκ Σύρου βουλευτὴς κ. Παγανέλης εἶναι ἐντελῶς ἀναληθῆ καὶ ἀνακριβῆ, καθόσον τὸ 1800 ἔτος, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν, ἦτο Δημοκρατία καὶ οὐχὶ Μοναρχία ἐν Γαλλίᾳ· ἑπομένως οὔτε προὶξ ἐδόθη παρὰ τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους πρὸς Γαλλίδα βασιλόπαιδα. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὡς καὶ οἱ τρεῖς προλαλήσαντες, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ ἔθνος νὰ προικοδοτήσῃ τὴν Βασιλόπαιδα, τοῦτο οὐδαμοῦ στηρίζεται, καθόσον τὸ ἔθνος οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχει· διότι, ἐὰν, Κύριοι, μετὰ 20 ἢ 30 ἔτη γεννηθῶσιν 20 ἢ 30 Βασιλόπαιδες, ἁπάσας αὐτὰς εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ ἔθνος νὰ προικοδοτήσῃ; Ἐπροικοδότησε τὸ ἔθνος τὴν ἀποθανοῦσαν Ἀλεξάνδραν, διότι ἦτο ἡ πρώτη βασιλόπαις τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὸ ἔθνος ἐν τῇ αἰσθηματικῇ αὐτοῦ καταστάσει προσέφερε 400,000, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἄλλη ἡ περίστασις ἐκείνη· σήμερον ὅμως τὸ ἔθνος εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε καὶ τῆς μιᾶς δραχμῆς ἔχει ἀνάγκην, ἑπομένως δὲν εἶναι δεδικαιολογημένοι οἱ προαγορεύσαντες ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης, οἱ ὁποῖοι εἶπον, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ ἔθνος. Καὶ ἐὰν αὐτοὶ ἔχωσι τοιαύτην ἰδέαν, ὥστε νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἐλεύθεροι εἶναι, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ πείσωσι καὶ ἡμᾶς, ὅτι τὸ ἔθνος εἶναι ὑποχρεωμένον, λόγῳ ὅτι ἔχομεν καὶ ἓν προηγούμενον. Ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω πρὸς τοὺς προαγορεύσαντας, τῶν ὁποίων τὰ ἐπιχειρήματα οὐδεμίαν ἔχουσιν ὑπόστασιν καὶ βάσιν, καὶ πέπεισμαι, ὅτι καὶ οὗτοι ἐντὸς ὀλίγου θέλουσι μεταβάλει γνώμην, συντασσόμενοι μετὰ τῆς ἰδικῆς μας.

§218Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Δὲν θὰ μακρηγορήσω, κύριε Πρόεδρε, οὐδὲ νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη μακρηγορίας. Θὰ παρακαλέσω μόνον νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ὅπως προσθέσω δύο λέξεις, ἑρμηνευούσας τὴν ψῆφόν μου. Ἤκουσα πάσας τὰς γνώμας τῶν καταπολεμησάντων τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ, μεθ’ ὅλην τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὀφειλομένην καὶ πρὸς τὰς γνώμας ταύτας, ἀποῤῥεούσας πάντως ἐξ ἀγαθοπιστίας καὶ πεποιθήσεως, καὶ πρὸς τοὺς ἐξενεγκόντας αὐτὰς, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ μὲ πείσωσιν. Ἐγὼ ἐξετάζω τὸ ζήτημα ἀπὸ ἀπόψεως φυσικωτάτης· τὸ ὑπολαμβάνω καὶ τὸ κρίνω ὡς ἐκδήλωσιν τῆς στοργῆς, ἥτις ὀφείλεται πρὸς τὴν περίβλεπτον κόρην τοῦ ἔθνους, ὡς δεῖγμα τῆς εὐλαβείας, τῆς ὀφειλομένης πρὸς τὴν θυγατέρα τοῦ Βασιλέως, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω, ὅτι θέλω ὑπερψηφίσει τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν δὲ, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ Βασιλικὴ Μεγαλειότης ἐκπροσωπεῖ τὴν Μεγαλειότητα τὴν ἐθνικὴν, ἐὰν ἀληθῶς ἐν τῇ λάμψει τοῦ Βασιλικοῦ διαδήματος ἀντανακλᾶται ἡ αἴγλη τῆς ἐθνικῆς λαμπρότητος, τοῦτο εἶναι, φρονῶ, εἷς ἐπὶ πλέον λόγος, δικαιολογῶν καὶ τοὺς ὑποβαλόντας τὸ νομοσχέδιον καὶ τοὺς μέλλοντας νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ αὐτοῦ. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; (Οὐδεὶς ἀποκρίνεται). Κατὰ τὸ ἔτος 1889, ὅτε ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ προικὸς τῆς ἀειμνήστου βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας, ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε καὶ προέβη εἰς φανερὰν ψηφοφορίαν. Ἤδη ὁ ἐκ Κυθήρων κ. Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ Κανονισμοῦ δὲν εἶναι αὐτὴ, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι, ὅτι ἡ μυστικὴ ψηφοφορία ἐφαρμόζεται καὶ ὅταν πρόκειται περὶ μελῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας. Ἐπὶ τούτου θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.

§220ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι, ὡς εἴπετε, τὸ πνεῦμα μόνον τοῦ 61 ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ γράμμα, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ἐπιτάσσει τὴν διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν τοιούτων θεμάτων. Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦ ἐν ἰσχύϊ, λέγει: «Διὰ σφαιριδίων δὲ μυστικὴ ψηφοφορία γίνεται ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων, τῶν ἀφορώντων πρόσωπα ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς». Εἴτε πρόκειται περὶ προσώπου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐντὸς, εἴτε περὶ προσώπου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, εἴτε ὀνομαστὶ, εἴτε μὴ ὀνομαστὶ, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, σεβόμενοι τὸν Κανονισμὸν, νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, τὸ δὲ προγούμενον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθητε, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅπως τὸ ἐπεκαλέσθητε, διότι τότε δὲν ἐζητήθη ἡ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζητήθη διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας παρὰ τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου.

§222ΣΤΑΗΣ. Ἀδιάφορον πῶς ἔλαβε τότε χώραν τὸ πρᾶγμα· σήμερον πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Κανονισμόν.

§223ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἰδοὺ τὰ κείμενα, ἂν τὰ θέλετε· τὰ ἔχω ἐδῶ.

§224ΣΤΑΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη. Ὀφείλομεν, σεβόμενοι τὸν Κανονισμὸν ἡμῶν, νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτόν. Ἐὰν δὲ γένηται ἔναρξις τῆς παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ, χωρὶς προηγουμένως ἡ Βουλὴ νὰ τροποποιήσῃ αὐτὸν, δὲν γινώσκω, κύριε Πρόεδρε, ποῦ δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν. Ζητήσατε τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, — ἔχετε τὰ μέσα, — γίνεται δὲ τοῦτο ἐντὸς τῆς αὔριον, καὶ τότε δύνασθε νὰ ψηφίσητε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καθ’ οἱονδήποτε τρόπον θέλετε.

§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ φράσις τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ἀναφέρουσα πρόσωπα ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, δὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ πρόσωπα τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας. Αὕτη ἦτο ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ παρελθόν.

§226ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ τοῦ 1889 ἔδωκε πολλὰς ἑρμηνείας, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον ἦσαν ἐναντίαι τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ ἦσαν καὶ ἐναντίαι τοῦ Συντάγματος· νομίζω ὅμως, ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ὅπως ἡ Βουλὴ τοῦ 1896 ἀπομιμηθῇ τὴν Βουλὴν τοῦ 1889, ἐγὼ δὲ, ὑποστηρίζων ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα καὶ κατὰ τὸ 1889, νομίζω, ὅτι εὑρίσκομαι καὶ ἐν τῷ δικαίῳ καὶ ἐν τῷ ὀρθῷ· ἐὰν δὲ ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος αἱ περιστάσεις δὲν μὲ ἔκαμαν νὰ μεταβάλω γνώμην, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ψηφοφορίας δὲν μετέβαλον τοιαύτην. Τὸ ἄρθρον 61 ὁρίζει ἀκριβῶς, ὅτι μυστικὴ ψηφοφορία διὰ σφαιριδίων γίνεται ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων πρόσωπα ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα, ἐξαιροῦνται δὲ μόνον τὰ ἀπὸ τῶν ἄρθρων 46, 52 καὶ 53 τοῦ Συντάγματος ἀποῤῥέοντα ζητήματα, καὶ ταῦτα δὲν εἶναι χρηματικὰ ζητήματα, ἀλλ’ εἶναι τὰ ζητήματα τῆς Ἀντιβασιλείας. Ὡς πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα εἰς πρόσωπα, εἴτε ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν, εἴτε δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτὴν, ἀπαιτεῖται μυστικὴ ψηφοφορία διὰ σφαιριδίων. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἐπικαλεσθῆτε, κύριε Πρόεδρε, τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τοῦ 1889,—διότι καὶ ὑμεῖς ἦσθε τότε μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνίσταντο κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς ἐκείνης,—διατὶ δὲν ἐπικαλεῖσθε τὰ πρακτικὰ τῆς ἰδικῆς σας Βουλῆς; Μήπως πέρυσι δὲν ἐπρόκειτο ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ παρείχετο προσωπική τις παροχὴ εἰς τὸν πρίγκηπα Γεώργιον, διοριζόμενον διοικητὴν τῆς ὑποβρυχίου ἀμύνης, καὶ ὅταν ἐγὼ ἐζήτησα νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσε νὰ ἀπαλείψῃ τὸ ὄνομα τοῦ πρίγκηπος Γεωργίου, καὶ οὕτω ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας; Ὅταν ἔχητε αὐτὸ τὸ προηγούμενον τῆς ὑμετέρας Βουλῆς, δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὰ προηγούμενα τῆς Βουλῆς ἐκείνης, κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς ὁποίας καὶ ὑμεῖς καὶ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν ἐξανέστημεν πολλάκις.

§227Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ φαίνεται, ὅτι δυστυχῶς δὲν συμφωνοῦμεν κατὰ τοῦτο. Λέγω δυστυχῶς, διότι ηὐχόμην νὰ συνεφωνοῦμεν. Οἱ Κύριοι νομίζουσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ προικίσεως τῆς βασιλόπαιδος εἶναι νομοσχέδιον προσωπικὸν, ἡμεῖς δὲν νομίζομεν, ὅτι εἶναι προσωπικὸν, διότι, προσφέροντες προῖκα εἰς τὴν βασιλόπαιδα Μαρίαν, ἐκτελοῦμεν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς τὴν θυγατέρα τοῦ Βασιλέως. Ἐὰν πρόκειται νὰ πληρώσωμεν χρέος, δὲν εἶναι ζήτημα τοῦτο προσωπικὸν, εἶναι ἐκπλήρωσις ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν. Ἀφήνω τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐκ τῆς Βουλῆς τοῦ 1889. Ἀλλ’ ἀφοῦ συνέβη νὰ διαφωνῶμεν, ἡ διαφωνία θέλει λυθῆ κατὰ τοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὰ περὶ τούτου, ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφανθῆ διὰ ψηφοφορίας, ἐὰν συμμερίζεται τὴν γνώμην ἡμῶν, ἢ ὄχι.

§228Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὰ πράγματα κατέληξαν ἐκεῖ, ὅπου τὰ περιεμένομεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκάλεσεν ἡμᾶς νὰ μετρηθῶμεν! Εἶναι τὸ συμπέρασμα, ἡ ἐπῳδὸς πάσης σπουδαίας συζητήσεως τῶν κυβερνητικῶν παραβάσεων, κατὰ τῶν ὁποίων πάντοτε ἐξανίστατο, ὅταν, ἀντὶ νὰ εὑρίσκηται εἰς τὸ ἀξίωμα τὸ πρωθυπουργικὸν, ἦτο ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως καὶ κύριοι Βουλευταὶ, ἕως πότε θὰ παίζωμεν μὲ τὰ σπουδαιότερα, μὲ τὰ ἱερώτερα; Νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὸν Κανονισμόν; Καὶ τότε θὰ σᾶς ἐρωτήσω, διατὶ νὰ μὴ θέσητε καὶ τὸ Σύνταγμα; τότε τίς θὰ ἠδύνατο νὰ ἐμποδίσῃ ὑμᾶς νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν μίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος; Δύνασθε ἐν τῇ ἀριθμητικῇ σας παντοδυναμίᾳ νὰ τὸ πράξητε, ὡς τοῦτο ἔπραξαν ἄλλοι πρὸ ὑμῶν, ἀλλὰ σεῖς ἀκριβῶς ἤλθετε εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην χάριν τοῦ πολέμου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον διεξηγάγετε κατὰ τῶν παραβατῶν. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε! δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα, σεῖς μάλιστα δὲν θ’ ἀποφασίσητε νὰ πράξητε τοῦτο, διότι κατὰ τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν Θέλετε ἀποφασίσει νὰ πράξητε τοῦτο, δὲν ὑπάρχει πλέον Κανονισμός. Καὶ ἐρωτῶ πάλιν ὑμᾶς, τίς θὰ σᾶς ἐμποδίσῃ νὰ στηριχθῆτε ἐπὶ κακοῦ προηγουμένου, — καὶ ἀτυχῶς ἡ κοινοβουλευτικὴ νομολογία δὲν στερεῖται κακῶν προηγουμένων, — ἵνα μᾶς φέρητε αὔριον εἰς ψηφοφορίαν ἄλλης διατάξεως τὴν ἀσύστολον κατάργησιν; Ἐὰν ὑπάρχῃ πολιτικὸν συμφέρον ἢ κομματικόν, ἢ ἂν ὑπῆρχε πλάνη ἔστω ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ προκαθημένη εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ζητῇ νὰ ψηφοφορηθῇ συνταγματικὴ διάταξις, νομίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δύνασθε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως; Τὸ αὐτὸ συμβαίνει, προκειμένου καὶ περὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἤκουσα τὰ λεχθέντα περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, πρῶτος ὁμιλήσας κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐδήλωσα, ὅτι μόνον διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας δύναται νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, διότι περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία. Δὲν ἀρκεῖ ἓν προηγούμενον νὰ νομιμοποιήσῃ τὰ ἀντικανονικά, τὰ ἀντισυνταγματικά. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς οὐδένα ἐξ ὑμῶν τῶν ἐκλεκτῶν τῆς 16 Ἀπριλίου 1895 ἐπιτρέπεται νὰ στηριχθῇ εἰς προηγούμενον ἄλλης ἐποχῆς, εἰς τὸν ἡγέτην ὅμως τῆς πλειοψηφίας καὶ ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς τοῦτο, διότι σώζονται τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα — καὶ πρὸ μικροῦ ἀνέγνωσα τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς 19 Μαΐου 1889. — Ἀλλὰ πολὺ καλλίτερα ἤθελον πράξει οἱ προαγορεύσαντες, ἂν ἀνέτρεχον μέχρι τοῦ 1887, ὅπως ἀνακαλύψωσιν ἀγωνιζόμενον καὶ ὑπὲρ τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας τὸν βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν κ. Γεροκωστόπουλον, ὃν βλέπω παρόντα ἐν τῇ Βουλῇ. Τὸν ἀνέμενον νὰ ἀναβῇ εἰς τὸ βῆμα, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι σιγῶν, εὐλόγως θέλει παρεξηγηθῆ. Δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ὁμιλῶσι, καὶ ὁμιλεῖ τόσον εὐγλώττως καὶ εὐαρέστως, καὶ πρὸ πολλοῦ δὲν ἠκούσαμεν, ἴσως ἐξ ἀπογοητεύσεως, τὴν φωνήν του· καὶ τῇ ἀληθείᾳ πολὺ ἐπεθύμουν νὰ τὸν ἀκούσω, διότι πάντοτε μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως τὸν ἀκούω· εἶναι δὲ καιρὸς νὰ λύσῃ τὴν μακρὰν σιγήν του. Ἂν ὅμως λάβῃ τὸν λόγον, θὰ μᾶς εἴπῃ ἴσως νεώτερα πράγματα καὶ νεωτέρας ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔκτοτε ἐμελέτησεν. Ἐν τούτοις ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὲ ἀκούσητε ἀναγινώσκοντα τὰς ἀγορεύσεις, ἂν οὐχὶ τοῦ ἐκ Πυλίας συναδέλφου...

§229ΣΑΚΚΗΣ. Ἐμμένω πάντοτε εἰς τὰς ἰδέας μου.

§230Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Χαίρω, ἀκούων τοῦτο... Δὲν θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς πειστικὰς ἀγορεύσεις πολλῶν συναδέλφων, εἴτε παρακαθημένων ἤδη ἐν τῇ κυβερνητικῇ πτέρυγι, εἴτε ἀπουσιαζόντων τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ δανεισθῶ τὴν κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς 19 Μαΐου 1887 εὐγλωττίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου, ἵνα πεισθῆτε περὶ τῆς σιδηρᾶς ἀνάγκης τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ. Λέγει ὁ κ. ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, ὅστις, τὴν στιγμὴν ταύτην παρὼν καὶ σιγῶν, ὁμιλεῖ οὐχ ἧττον διὰ τοῦ στόματός μου.

§231ΜΠΟΓΔΑΝΟΣ. Τί μᾶς χρησιμεύουσιν αὐτά; Εἰπέτε τα μεταξύ σας!

§232Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἔχει μορφωμένην τὴν γνώμην του, καὶ εἶναι ἀποφασισμένος νὰ μὴ πεισθῇ οὔτε διὰ τῆς λογικῆς! Φαίνεται νυστάζων, καὶ τὸν συμβουλεύω νὰ κοιμηθῇ, διὰ νὰ ἐξακολουθήσωμεν οἱ λοιποὶ τὸ ἔργον μας. Ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Γεροκωστόπουλον, τὸν πρὸ ἐννεαετίας (ἀναγινώσκει): «ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς εἴπωσιν, ὅ,τι θέλουσιν οἱ ταπεινοὶ κόλακες, οἱ ἕρποντες χαμερπῶς, διότι ἐκ τῆς τακτικῆς ταύτης ἀντλοῦσι τὴν δύναμίν των· ἂς εἴπωσιν οὗτοι ὅ,τι θέλουσιν, ἄλλοι ἂς γελῶσι βεβιασμένως καὶ καθ’ ὑπολογισμόν, πρὸς ἐπίδειξιν ταπεινῆς ἀφοσιώσεως, οἱ τρίτοι ἂς δεικνύωσιν ἐνθουσιασμὸν αὐθόρμητον, κυβερνητικῶς παρεσκευασμένον· ἡμεῖς θὰ ἐξαντλήσωμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός μας καὶ θὰ πολεμήσωμεν μέχρις ἐσχάτων, ἐνισχυόμενοι ὑπὸ τῆς συνειδήσεως ἡμῶν, ὅτι εἰς καιροὺς χαλεπούς, εἰς καιροὺς ἐκφαυλίσεως τῶν πολιτικῶν ἠθῶν καὶ ἐθνικῶν φρονημάτων δὲν ἐκλονίσθημεν ἐν τῷ ἀγῶνι, ὃν διεξάγομεν. «Ἀλλὰ τίς ὁ λόγος, ὁ ἀναγκάζων τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν ἐπιμονήν του περὶ φανερᾶς ψηφοφορίας, ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ; Ὁ μόνος λόγος, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ αὐτὸν νὰ παρασύρῃ καὶ σᾶς, κ. Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος ἐγηράσατε ἐν τῇ ἕδρᾳ ταύτῃ καὶ ὁ ὁποῖος ἀνήκετε εἰς ἱστορίαν, νὰ σᾶς παρασύρῃ, λέγω, εἰς τολμηρὰν παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἐστί, διότι δὲν ἔχει πεποίθησιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετὰ τοσαύτης τῷ ὄντι ἀφοσιώσεως ὑπηρετοῦσι τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ. Δὲν ἐμπιστεύεται αὐτοῖς ἓν ζήτημα ὑψίστης σημασίας καὶ ἐθνικῆς, νὰ τὸ ψηφοφορήσωσι μόνον ἐν γνώσει τῆς συνειδήσεώς των. Ὁ τοιοῦτος φόβος του, περὶ καταψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ, δὲν προσβάλλει τὴν φιλοτιμίαν τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἀποτελεῖ συγχρόνως ἐπίσημον καταδίκην αὐτοῦ; Ἂς μὴ λέγωσι, Κύριοι, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάξια νὰ λέγωνται παρὰ σπουδαίων ἀνδρῶν, ὅτι δῆθεν τοιοῦτον ζήτημα πρέπει ἐνώπιον τοῦ Πανελληνίου νὰ ψηφοφορηθῇ. Ὄχι, κύριε Πρωθυπουργέ, δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος, ἀλλὰ δὲν τολμᾷς νὰ ψηφοφορηθῇ μυστικῶς. Σὲ παρακαλῶ, ἐὰν τολμᾷς, ἄφες νὰ γείνῃ μυστικὴ ψηφοφορία, καὶ τότε θὰ ἴδῃς τὴν ἀληθῆ γνώμην τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ τρυφεροῦ σου νομοσχεδίου. «Θέλετε τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ ἔθνους καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ; ἐμπιστευθῆτε λοιπὸν εἰς τὴν συνείδησιν αὐτοῦ· ἐμπιστευθῆτε εἰς τὴν συνείδησιν τῆς πλειοψηφίας, ἐὰν τῷ ὄντι ἔχετε πεποίθησιν εἰς αὐτήν. «ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Προσβάλλετε τοὺς Βουλευτάς! «ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπ’ ἐναντίας, τοὺς προσβάλλει ἐκεῖνος, ὅστις δὲν τοὺς ἐμπιστεύεται· ἐγὼ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ θὰ ἐκπληρώσητε τὸ καθῆκόν σας. Ἐὰν λέξις τις ἄλλη διέφυγε τῶν χειλέων μου, παρακαλῶ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὡς ἔχουσα κακὴν ἔννοιαν, διότι τοιαύτη δὲν ὑπῆρξεν ἐν τῇ διανοίᾳ μου. Θὰ μοὶ εἴπητε, διατὶ λοιπὸν νὰ μὴ γείνῃ φανερὰ ψηφοφορία; Ἐν πρώτοις, διότι ἀντίκειται εἰς τὸν Κανονισμόν· αὐτὸς εἶναι ὁ τυπικὸς λόγος, ὁ δὲ οὐσιατικὸς λόγος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὸν νομοθέτην ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ πάντων τῶν νομοσχεδίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀναφέρονται ὀνομαστὶ πρόσωπα. «Ὁ νομοθέτης, κύριε Πρόεδρε, ἀπῄτησε τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν ἐν τοιούτοις ζητήμασι, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀνεπηρέαστον ἔκφρασιν τῆς θελήσεως τοῦ ψηφοφοροῦντος. Ὁ νομοθέτης, ἄνθρωπος ὤν, ἐσκέφθη ἀνθρωπίνως. Πάντες, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, ἔχομεν μυρίας ἀδυναμίας, μυρίους πειρασμούς, μυρίας βλέψεις, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑποκείμεθα εἰς τὰς ἀδυναμίας τῆς φύσεώς μας· καὶ δι’ αὐτὸ ὁ νομοθέτης, ὅπως ἐκάλεσε τοὺς ἐκλογεῖς ἐν ταῖς ἐκλογαῖς, οὕτω καὶ τοὺς Βουλευτάς, προκειμένου περὶ πολιτικῶν ζητημάτων, νὰ ψηφοφορήσωσι μυστικῶς, διὰ νὰ συμβουλευθῶσι μόνον τὴν συνείδησίν των, ἐσκέφθη, ὅτι ἐν φανερᾷ ψηφοφορίᾳ ἠδύνατο νὰ τοὺς παρασύρῃ προσωπικός τις λόγος, ἢ προσωπική τις ἐκδούλευσις, ἢ λόγοι ἁβροφροσύνης, ἢ λόγοι ὑπερβολικῆς εὐλαβείας, ὥστε νὰ τοὺς κάμῃ παρὰ τὴν συνείδησίν των νὰ πράξωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔκαμνον, ἐὰν ἐξέφραζον τὴν γνώμην των ἐν τῇ κάλπῃ. «Τὸ ζήτημα δὲν ἐπιδέχεται λοιπὸν ἀμφισβήτησιν, δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν κατὰ τὸν Κανονισμόν, δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οὐσιαστικήν· διατὶ ἐπιμένει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραβιασθῇ ὁ Κανονισμός;» Οὐδεμίαν ἔχω νὰ προσθέσω λέξιν. Ἡ ἀγόρευσις εἶναι ἀρτία, εἶναι ἀριστοτεχνική. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρακάθηται μεταξὺ τῶν προμάχων τοῦ κυβερνητικοῦ στρατοπέδου. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὸ δίκαιον, εἰς τὴν λογικὴν, εἰς τὸ προσῆκον, εἰς τὸ εὐπρεπές· ἀλλὰ τῆς μελέτης ταύτης εἷς μόνος, ὁ ἐκ Λευκάδος συνάδελφος δὲν ἔχει ἀνάγκην. Δὲν νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δυνάμει ἑνὸς προηγουμένου, προφανῶς ἐκτρωματικοῦ, τὸ ὁποῖον κατεπολεμήθη, ὁσάκις ἐπαρουσιάσθη, καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου ἀείποτε ἠγέρθη ζωηρὰ διαμαρτυρία, δὲν νομίζω ὅτι θ’ ἀποφασίσητε σεῖς, ὁ ὁποῖος ἀπεδείξατε διὰ τῶν ἔργων ὅτι σέβεσθε τὸν Κανονισμόν, νὰ λησμονήσητε, ὅτι εἰς ὑμᾶς πρωτίστως ἐνεπιστεύθη, ὡς εἰς θεματοφύλακα, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ. Δύναται ἡ Κυβέρνησις ἐν κακοπιστίᾳ νὰ ἐπιμένῃ, δύνασθε καὶ σεῖς, ἐπιλανθανόμενος τῶν ἱερῶν ὑποχρεώσεών σας, ν’ ἀποφασίσητε, ὅπως παραβιασθῇ ὁ σαφέστατος Κανονισμὸς, ἀλλὰ θέλετε βεβαίως ἀποδοκιμασθῇ ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως. Διὰ τοῦτο, κύριοι Βουλευταὶ, ἐφαρμόσατε τὸν Κανονισμόν, ὅστις ἀποῤῥέει ἐξ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, οὗτινος εἶναι τὸ σπουδαιότερον συμπλήρωμα. Παραβιάζοντες αὐτὸν, παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα. Καλέσατε τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους πρὸ τῆς κάλπης, νὰ ψηφίσωσι συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν, καὶ τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλει πανηγυρικῶς διαψευσθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις πρὸ ὀλίγων ὡρῶν, διακόπτων με εἰς τὴν περὶ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ Βασάνη συζήτησιν, ἔλεγεν, ὅτι μόνος ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην τῆς καταψηφίσεως τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, εἰ καὶ οὐκ ὀλίγους ἠκούσατε πρὸ μικροῦ ἀξιοτίμους συναδέλφους πολεμήσαντας αὐτό. Ἡ διαλογὴ τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας θέλει ἀποδείξει, ὅτι ἀτυχῶς δὲν εἶμαι ὁ μόνος, ὁ θέλων νὰ προφυλάξῃ τὸ Στέμμα ἐκ τῶν δυσαρέστων συνεπειῶν τῆς κυβερνητικῆς προτάσεως, ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας.

§233ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπιμένει νὰ παραβιασθῇ ὁ Κανονισμὸς, διότι οὗτος ἀποτελεῖ τὸν χαλινὸν, τὸν ὁποῖον θέτει ἡ πλειοψηφία εἰς ἑαυτήν, ἀποτελεῖ τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐννοεῖ ἡ πλειοψηφία νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἀπόφασίν της, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐννοεῖ νὰ λειτουργήσῃ τὸ Σῶμα. Ἐὰν κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἦτο δυνατὸν αἱ ῥηταὶ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ νὰ τίθενται ὑπὸ ψηφοφορίαν καὶ νὰ καθορίζηται ἑκάστοτε νέος τρόπος τῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς, τότε πρὸς τί ὁ Κανονισμός; Τίνα ἔννοιαν ἔχει οὗτος, ἐὰν πᾶσα διάταξις αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ψήφου τῆς πλειοψηφίας; Ἀκριβῶς ὅπως περιορίσῃ τὴν πλειοψηφίαν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων της, ἀναγράφει ὁ Κανονισμὸς ὅτι ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων ἡ ψηφοφορία γίνεται μυστική. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος· ἠθέλησεν ἐπὶ τῶν προσωπικῶν ζητημάτων ἡ ψῆφος τοῦ Βουλευτοῦ νὰ ᾖ ἀνεπηρέαστος. Ἤκουσα μετ’ ἀπορίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λέγοντος, ὅτι κατὰ τὸ 1889 ἡ Κυβέρνησις τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν ἐθεώρει ὡς μὴ προσωπικὰ, καὶ ὅτι θεωρεῖ τὸ ζήτημα τῆς προικίσεως τῆς βασιλόπαιδος Μαρίας ὅτι δὲν εἶναι προσωπικόν· καὶ διατὶ εἶναι ὀλιγώτερον προσωπικὸν ἀπὸ τὴν προίκισιν τῆς κόρης τοῦ Κουντουριώτου ἢ τὴν σύνταξιν τοῦ Καραϊσκάκη; Μὴ τάχα ὁ Καραϊσκάκης καὶ ἡ κόρη τοῦ Κουντουριώτου δύνανται νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς πλειότερον, παρ’ ὅσον δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἡ σκέψις, ὅτι προικίζομεν μέλος τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας; Ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ θωρακισθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀκριβῶς τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας· διότι, ἂν βλέπετε συναδέλφους πτήσσοντας, βλέπετε τοῦτο, διότι πρόκειται περὶ προικίσεως βασιλόπαιδος. Καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπομεν σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ εἴδομεν καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσα. Δὲν ἐτόλμησε κανεὶς νὰ λάβῃ τὸν λόγον κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ἀλλ’ ἐν τούτοις εὑρέθησαν 208 ψῆφοι μέλαιναι. Ὑπήχθη ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ Γάλλος Πρωθυπουργὸς οὐδέποτε ἐφαντάσθη ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου λοιπὸν θεωρῶ ὅτι πρέπει νὰ τηρηθῇ ὁ Κανονισμός.

§234Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκπλήσσομαι διὰ τὴν ἀξίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι ἡμεῖς πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἔχουσι, καὶ ὅτι ἡ γνώμη αὐτῶν εἶναι ὀρθοτέρα τῆς ἡμετέρας. Αὐτὸ εἶναι ἀξίωσις αὐτοκρατορικὴ, εἶναι ἀξίωσις, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουσιν οὔτε οἱ δικτάτορες. Ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ μίαν γνώμην, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχωμεν γνώμην, ἡ ὁποία πιστεύομεν ὅτι εἶναι ὀρθοτάτη. Διότι τί κοινὸν ἔχει ἡ προίκισις τοῦ δουκὸς τοῦ Νεμοὺρ μὲ τὴν προίκισιν τῆς βασιλόπαιδος Μαρίας; Ὁ Νεμοὺρ εἶχε περιουσίαν μεγάλην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀφήσει αὐτῷ ὁ πατήρ του. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἡ προίκισις, τὴν ὁποίαν προτείνομεν διὰ τὴν βασιλόπαιδα Μαρίαν, ὀφείλεται ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἐὰν σκεπτώμεθα κακῶς, δὲν γνωρίζομεν, ἀλλὰ σκεπτόμεθα οὕτως. Ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν πρέπει νὰ νομίζητε ὅτι σκέπτεσθε ἀλανθάστως. Ὅλοι ὑμεῖς ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἔχητε μίαν γνώμην· μόνον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου νομίζει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἄλλον νὰ ἔχῃ γνώμην ἄλλην ἢ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχει αὐτός.

§235Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι ἐγὼ, ὁ Κανονισμός.

§236Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ περὶ προσωπικῶν ζητημάτων δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, διότι δὲν ἀποδίδομεν χάριν εἰς τὴν βασιλόπαιδα Μαρίαν· τὸ Κράτος ἐκπληροῖ τι, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται αὐτῷ νὰ ἐκπληρώσῃ. Λοιπὸν κατὰ τίνα τρόπον θὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα; Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή. Θέλετε νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὑποτασσόμεθα εἰς ὑμᾶς; Μᾶς κατηγοροῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι οὕτως ἔλυον τὸ ζήτημα, ὅτε ἡμεῖς παρεπονούμεθα ὅτι ἔλυον αὐτὸ οὐχὶ ὀρθῶς, ἀλλὰ τότε ἐζητεῖτο ἡ παραχώρησις τῆς Μανωλάδος, καὶ ἐζητοῦμεν τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τοιαύτης παραχωρήσεως. Ἡ μόνη λύσις σήμερον εἶναι ν’ ἀποφανθῇ ἕκαστος τῶν κ. Βουλευτῶν ποίαν ἑρμηνείαν δίδει εἰς τὸν Κανονισμόν· θέλει δὲ ἀποφανθῆ, καλούμενος εἰς ψηφοφορίαν. Ἑπομένως πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον διὰ μυστικῆς ἢ διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας.

§237ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐλησμόνησεν ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῆς ψηφοφορίας καὶ ὅτι συζητοῦμεν περὶ τοῦ πῶς ἡ ψηφοφορία πρέπει νὰ λάβῃ χώραν, ἂν μυστικὴ ἢ φανερὰ, ἂν διὰ σφαιριδίων ἢ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ διὰ τοῦτο μὲ ἠρώτησε, τίνα σχέσιν εὑρίσκω μεταξὺ τῆς προικοδοτήσεως τοῦ δουκὸς τοῦ Νεμοὺρ κατὰ τὸ 1840 καὶ τῆς προικοδοτήσεως τῆς βασιλόπαιδος Μαρίας. Καὶ μοὶ ἔλεγε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σχετίσωμεν τὰ ἀνόμοια καὶ νὰ παραλληλίσωμεν τὰ ἀνόμοια; Δὲν πρόκειται αὐτὴν τὴν στιγμὴν πλέον περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Καὶ βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἐξομοιώσῃ τὴν περίπτωσιν τοῦ 1840 πρὸς τὴν περίπτωσιν τοῦ 1896. Διότι κατὰ τὸ 1840 ἐπρόκειτο περὶ τῆς Βουλῆς τῆς Γαλλικῆς, ἐκπροσωπούσης Κράτος ἔχον προϋπολογισμὸν 1,500,000,000 φράγκων, σήμερον δὲ πρόκειται περὶ ἑνὸς ἀτυχοῦς Κράτους, τὸ ὁποῖον ἔχει προϋπολογισμὸν 93,000,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ὑστεροῦσι κατὰ 70% ἐπὶ τοῦ φράγκου. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν δύο περιπτώσεων. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι δὲν πρόκειται αὐτὴν τὴν στιγμὴν περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος· πρόκειται περὶ τοῦ ἂν θὰ γείνῃ μυστικὴ ἢ φανερὰ ἡ ψηφοφορία. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος καθεὶς ἔχει τὴν γνώμην του, ὅτι δὲ ἡμεῖς, ὑποστηρίζοντες τὸν Κανονισμὸν, ἀποδεικνύομεν τάσεις αὐταρχικάς. Μήπως τάχα ἡ θεωρία, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη ἐπὶ τοῦ προκατόχου του ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτὸν κατήργει δικαστικὰς ἀποφάσεις, εἶχεν ἄλλην βάσιν, παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ βάσις εἶναι μία καὶ ἡ αὐτή. Ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων, ἑρμηνεύουσα τὸ ἄρθρον 6 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, ἀνεύρισκεν ὅτι ὁ περὶ στρατολογίας νόμος, τὸ ἄρθρον 6 αὐτοῦ, κατήργει τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις, καὶ ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων πρόκειται νὰ εὕρῃ σήμερον, ὅτι ἡ μυστικὴ ψηφοφορία, ἡ ὁποία ἀναγράφεται ἐπὶ παντὸς ζητήματος προσωπικοῦ, ἡ ψηφοφορία αὕτη δὲν ἐφαρμόζεται ἀκριβῶς κατὰ τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν δὲν εἶχεν ἐφευρεθῆ μέχρι τοῦδε, ἔπρεπεν ἀκριβῶς νὰ ἐφευρεθῇ καὶ τεθῇ ἐν τῷ Κανονισμῷ. Διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπεν ἡ ψῆφος τῶν Βουλευτῶν νὰ μένῃ ἀνεπηρέαστος διὰ τῆς μυστικότητος τῆς ψηφοφορίας, εἶναι ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ συμφέρον τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας κεῖται ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι πρόκειται νὰ ἐκπληρώσωσιν ἓν καθῆκον ὑπὲρ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, θὰ τὸ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον αὐτὸ εἴτε διὰ μυστικῆς εἴτε διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ χορηγηθῇ ἡ προὶξ, ψηφίζοντες μυστικῶς, θὰ ἀνακτήσωσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεώς των καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψήφου των. Ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς ψήφου τῶν συναδέλφων ζητοῦμεν νὰ γείνῃ ἡ μυστικὴ ψηφοφορία, μυστικὴ ψηφοφορία, ἥτις διαγράφεται κατὰ τρόπον ἀναμφίλεκτον καὶ ἀναμφισβήτητον ἐν τῷ ἄρθρῳ 61 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς εἰσηγάγετε, ὅστις ἐψηφίσθη διὰ τῆς ὑμετέρας ψήφου καὶ ὅστις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν ἀπὸ ἐκείνην, ἥτις προκύπτει καὶ ἐκ τοῦ γράμματος καὶ ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ ἄρθρου τούτου. Ζητοῦμεν λοιπὸν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ· ἐὰν δὲ ἑκάστοτε ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νομίζῃ ὅτι ὀφείλει νὰ προσφεύγῃ εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ἵνα κρίνῃ περὶ τοιούτων ῥητῶν καὶ ἀναμφισβητήτων διατάξεων, ξεσχίσατε τὸν Κανονισμὸν, καὶ εἴπετε, ὅτι ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ζητήματος θὰ κρίνῃ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ τὰς περιστάσεις.

§238Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Κανονισμὸς δὲν ξεσχίζεται, ἀλλ’ ἐκτελεῖται.

§239Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέστησε πρὸ μικροῦ, ὅτι αὐταρχικῶς φέρονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἐπιβάλωσι τὴν γνώμην των· προσέθηκε μάλιστα, ἀποτεινόμενος πρὸς ἐμὲ, καὶ μὲ ἐτίμησε, ῥητῶς μνημονεύσας ἐμοῦ, ὅτι εἷς καὶ μόνος ἀξιοῖ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Βόλου (ὅστις ὅμως ἕνα αὐτοκράτορα ἔχει, τὸν Κανονισμὸν)· ἀλλὰ ἀπέφυγε νὰ σᾶς ἀναγνώσῃ τὸν Κανονισμὸν, ἀπέφυγε νὰ σᾶς ἑρμηνεύσῃ αὐτόν.

§240Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἑρμηνεύετε οὕτω πως τὸν Κανονισμὸν, καὶ ἡμεῖς τὸν ἑρμηνεύομεν ἄλλως.

§241Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Διὰ σφαιριδίων δὲ μυστικὴ ψηφοφορία γίνεται ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων, τῶν ἀφορώντων πρόσωπα ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς· ἐξαιροῦνται μόνον τούτου τὰ ἀπὸ τῶν ἄρθρων 46, 52 καὶ 53 τοῦ Συντάγματος ἀποῤῥέοντα ζητήματα.» Τίς δύναται νὰ μὴ ἐννοῇ τὴν γραμματικὴν καὶ λογικὴν ἑρμηνείαν οὕτω σαφοῦς διατάξεως; Οὐδὲν ἄλλο λοιπὸν πράττει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἢ ἀπειλεῖ διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φίλων του· οὐδὲν ἄλλο ἐκτὸς τούτου. Ἠκούσατε ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1887, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Διαδόχου, δηλαδὴ περὶ προσώπου ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἔχοντος ἀξίωμα...

§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔγεινε μυστικὴ ψηφοφορία.

§243Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐγένετο μυστικὴ ψηφοφορία, ὑμῶν διαμαρτυρομένων· διότι ὅλοι οἱ φίλοι σας διεμαρτυρήθησαν στεντορείως. Ἐν ἔτει 1887 ἦσθε ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅλοι δὲ οἱ ἀγορεύσαντες ὑπεστήριξαν τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν.

§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἐξήγησα πρὸ μικροῦ διατί. Τί ἐπαναλαμβάνετε πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἶπον πρὸ ὑμῶν; Σᾶς ἐξήγησα, ὅτι ἡ παραχώρησις τῆς Μανωλάδος ἦτο ζήτημα προσωπικόν. Ὁ Διάδοχος δὲν ἔχει ἀξίωμα· ὁ Διάδοχος εἶναι μέλλων Βασιλεύς, ἀλλὰ πρὸ τῆς ὥρας ἐκείνης εἶναι βασιλόπαις. Εἰς τὸν Διάδοχον λοιπὸν παρεχωρεῖτο ὄχι μόνον ἐτησία χορηγία χρημάτων, ἀλλὰ παρεχωροῦντο καὶ ἐκτάσεις γαιῶν, αἱ γνωσταὶ ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς Μανωλάδος. Λοιπὸν ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ, καὶ ἔκρινον τὸ ζήτημα προσωπικόν. Ἀλλὰ ἡ προίκισις θυγατρὸς τοῦ Βασιλέως δὲν εἶναι ζήτημα προσωπικόν, διότι εἶναι ἐκπλήρωσις χρέους, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς τὴν Οἰκογένειαν τοῦ Βασιλέως.

§245Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ Διάδοχος, ὡς μέλλων Βασιλεὺς καὶ ἀναγεγραμμένος ἐν τῷ Συντάγματι, ἔχει ἀξίωμα, καὶ ὡς ἀντιβασιλεὺς βεβαίως ἔχει ἀξίωμα, καὶ τὰ ψηφισθέντα ἐθεωρήθησαν ὡς συνταγματικὴ ὑποχρέωσις. Ἐνῷ δ’ ἐπρόκειτο ἀκριβῶς περὶ ζητήματος τοιούτου, σεῖς ἐζητήσατε μυστικὴν ψηφοφορίαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὰ γεγονότα τοῦ 1887, οὐδὲ αἱ τότε διαμαρτυρίαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἧς ἡγεῖτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι καὶ τὰ συμβάντα τὴν 13 Μαρτίου 1889. Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦτο ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς καὶ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὡμίλησαν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὅλοι, κατηγορήσαντες τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐζήτησαν τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν διὰ τὴν προίκισιν τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας.

§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι ἐγώ.

§247Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὡμίλησαν οἱ κύριοι Κάρτσωνας, Βαλσαμάκης, Σάκκης, Παπαγιαννακόπουλος καὶ Ῥάλλης, παρακαθήμενοι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ δὲν ἀντετάχθη μὲν εἰς τὴν πρότασιν περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, τίς ἀπὸ σᾶς ὅμως δύναται νὰ πιστεύσῃ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὰ λεχθέντα τότε παρὰ τῶν φίλων του δὲν ἦσαν καὶ γνῶμαι ἰδικαί του;

§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὡμίλησα καὶ εἶπον τὴν γνώμην μου δημοσίᾳ διὰ φράσεων Ἑλληνικῶν, καὶ εἶπον ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἡ προὶξ καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Καὶ οἱ φίλοι μου οἱ περισσότεροι συνεφώνησαν μετ’ ἐμοῦ.

§249Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐπολεμήσατε τὴν πρότασιν περὶ μυστικῆς ψηφοφορίας, ἐνῷ ὠφείλετε νὰ ἐκφράσητε γνώμην, διότι ἄλλως παρελείψατε τὸ καθῆκόν σας, κύριε Πρόεδρε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.

§250Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ καθῆκόν μου δὲν θὰ μοὶ τὸ διδάξητε σεῖς· μοὶ τὸ διδάσκει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὄχι σεῖς. Νὰ μεριμνᾶτε περὶ τοῦ καθήκοντος τοῦ ἰδικοῦ σας, οὐχὶ περὶ τῶν καθηκόντων ἐμοῦ.

§251Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶχε τὴν γνώμην τῆς φανερᾶς ψηφοφορίας, δύναταί τις εὐλόγως νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, ὡς ἔπρεπε· διότι, ἐὰν εἶχε τὴν γνώμην ταύτην, ἔπρεπε νὰ προσπαθήσῃ νὰ πείσῃ τοὺς φίλους του. Ναὶ, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς σᾶς ἐδίδαξε, σᾶς ὑπέδειξε τὸ καθῆκόν σας, καὶ σᾶς ἀνεβίβασε τρὶς εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἀτυχῶς τὸ τέλος σας ὑπῆρξε πολὺ κακὸν, καὶ ἤδη ἔσεται χειρότερον.

§252Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν γνώμην σας. Νὰ ἴδωμεν τὸ τέλος τὸ ἰδικόν σας ποῖον θὰ ἦναι (ἱλαρότης).

§253Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγου, κύριοι Βουλευταὶ, δύνασθε ν’ ἀποφασίσητε ὅ,τι θέλετε, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις ὑμῶν, ὅταν ἦναι ἐναντία τοῦ Κανονισμοῦ, θ’ ἀποδοκιμασθῇ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. (Θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).

§254ΣΤΑΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ δύο λέξεις, ἵνα κατευνάσω τὰ νεῦρα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κύριε, Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐνοχλήσω τὴν Βουλὴν καὶ πάλιν διὰ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ (Θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).

§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§256ΣΤΑΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Διὰ σφαιριδίων μυστικὴ ψηφοφορία γίνεται ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων πρόσωπα ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἐξαιροῦνται μόνον τούτου τὰ ἀπὸ τῶν ἄρθρων 46, 52 καὶ 53 τοῦ Συντάγματος ἀποῤῥέοντα ζητήματα.» Ἄν καὶ γινώσκουσι πάντες ποίας φύσεως εἶναι τὰ τελευταῖα ταῦτα ζητήματα, ἐν τούτοις ἂς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον 46 τοῦ Συντάγματος (ἀναγινώσκει): «Μὴ ὑπάρχοντος Διαδόχου, κατὰ τὰ ἀνωτέρω ὡρισμένα, ὁ Βασιλεὺς διορίζει αὐτὸν μὲ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τούτῳ συγκαλουμένης, διὰ τῆς ψήφου τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν καὶ διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας.» Τὸ Σύνταγμα ἀναφέρει τὴν λέξιν φανερά. Τὸ ἄρθρον 52 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐν περιπτώσει χηρείας τοῦ Θρόνου, ἡ Βουλὴ ἐκλέγει διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας ἀντιβασιλέα πολίτην Ἕλληνα τοῦ Ἀνατολικοῦ δόγματος κλπ.» Καὶ τὸ ἄρθρον 53 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς ἕνεκα ἀποδημίας ἢ νόσου κρίνῃ ἀναγκαίαν τὴν σύστασιν Ἀντιβασιλείας, συγκαλεῖ πρὸς τοῦτο τὴν Βουλὴν κτλ. Ἡ δὲ Βουλὴ συνερχομένη ἐκλέγει ἀντιβασιλέα κτλ. διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας» Εἰς ταύτας μόνον τὰς περιπτώσεις ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα τὴν φανερὰν ψηφοφορίαν. Δὲν ἠδύνατο τὸ Σύνταγμα νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὴν περίπτωσιν ταύτην, τῆς προικοδοτήσεως, ἢ καὶ ἄλλα ζητήματα, ἀφορῶντα εἰς τὰ πρόσωπα τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, εἰς τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἀπαιτεῖται φανερὰ ψηφοφορία, κατ’ ἐξαίρεσιν; Καὶ ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα ταύτας καὶ μόνον τὰς τρεῖς περιπτώσεις ἐξαιρεῖ, εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι προκειμένου περὶ τῶν προσώπων τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ ἄλλως ἡ ψηφοφορία ἢ μυστική;—ἐκτὸς μόνον ἐὰν θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ προσώπου, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐρεθίζεται καὶ αὐτός, ὁ ὁποῖος εἶναι τόσον ψύχραιμος, διότι ἀναγκάζεται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἡ πριγκίπησσα Μαρία δὲν εἶναι πρόσωπον, ἀλλὰ πρᾶγμα ἄψυχον. Ἐὰν καὶ σεῖς ὑποθέτετε ὅτι εἶναι πρᾶγμα ἄψυχον, πείσατε καὶ ἡμᾶς, καὶ βεβαίως τότε καὶ ἡμεῖς θὰ ἤμεθα ὑπὲρ τῆς φανερᾶς ψηφοφορίας. Ἀλλὰ νὰ θέλητε τὰ πρόσωπα νὰ τὰ παραστήσητε ὡς ἄψυχα πράγματα, τοῦτο μὰ τὴν ἀλήθειαν εἶναι πολὺ ἄψυχον!

§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ ψηφοφορία πρέπει νὰ γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...

§258ΡΑΛΛΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ ἐρωτηθῇ ἐπὶ τούτου ἡ Βουλή.

§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 52 τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ψηφοφορία γίνεται δι’ ἀναστάσεως, εἶτα δὲ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην πρέπει οὕτω νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ μυστικὴ ψηφοφορία, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τώρα θέλετε νὰ ἐρωτήσω καὶ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;

§260ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἵνα γείνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις, ἀπαιτεῖται νὰ τὸ ζητήσῃ ὡρισμένος ἀριθμὸς Βουλευτῶν.

§261Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Δὲν πειράζει.

§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ μυστικὴ ψηφοφορία, λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ι. Γ. Λάππα καὶ Σπ. Στάη, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Μιλτ. Δάλλας Ο Ι. Γρίβας Ο
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο
Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Ο Περ. Ἀλεξάκης Ο
Ν. Σμόλενιτς Ο Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης
Δημ. Οἰκονομίδης Ο Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ο
Δημοσθ. Καΐρης Π. Λαμπρινόπουλος Ο
Ἐπαμ. Ἐμπειρίκος Χαρ. Τζανετάκης Ο
Κωνστ. Νεγρεπόντης Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν
Ἰωάνν. Πετρίδης Πολύμ. Ζαρίμπας Ο
Νικόλ. Φαρμακόπουλος Ο Χρ. Μαστραπᾶς
Σωτήρ. Δανόπουλος Ο Γεώργιος Ἀνδρίτσος Ο
Χρ. Βότσαρης Ο Κ. Παπαμιχαλόπουλος
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Π. Ρίτσος Ο
Σπυρ. Βαρζέλης Ἀνδρ. Βασιλείου Ο
Νικόλαος Λεβίδης Ο Σπ. Τσιτσάρας Ο
Κωνστ. Κολιάτσος Δημ. Χατζόπουλος
Δημοσθ. Σκυλίτσης Δημ. Βουλπιώτης
Ἀθ. Μουτσόπουλος Ο Μιχ. Ἰατρίδης
Ι. Δ. Καλλιφρονᾶς Ο Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ο
Ἀλέξ. Γ. Σκουζές Ο Κ. Δ. Βοῦλτσος
Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος Γ. Μελισσηνός Ο
Δ. Γ. Ράλλης Ν Διον. Μυλωνᾶς
Ἀλέξ. Ψύλλας Ο Ἄγγ. Πετραλιᾶς
Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ο Χ. Στεφανόπουλος
Γ. Κοζάκης Τυπάδος Γεώργ. Κρεστενίτης
Γεώρ. Παπακυριακόπουλος
Ἀθ. Ἴσκος Δημοσθ. Δόγκας
Κωνστ. Τοπάλης Ἰω. Σισίνης
Νικ. Σχινᾶς Στέφ. Σκουλούδης
Γεώργ. Φιλάρετος Ν Γεώργ. Πετούσης Ο
Νικ. Σταματιάδης Ἀριστομ. Βαλέττας Ν
Ἰω. Γιαννακόπουλος Ο Νικ. Νομικός Ο
Ἐπ. Μαυρομμάτης Ν Πέτρος Δελένδας Ο
Κωνστ. Πεταλᾶς Ο Ἰω. Βούτουνας Ο
Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο Γ. Μαλέας
Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ο Γ. Νικολαΐδης Ο
Θεόδ. Ζαΐμης Λεων. Δεληγεώργης
Λεων. Πετιμεζᾶς Μιλτ. Γουλιμῆς
Γεώργ. Σιβιτανίδης Ο Παναγ. Μερλόπουλος Ν
Γιαννούσιος Τάκης Ο Περ. Μποῦτος
Νικ. Δαγρὲς Ο Ἀλκ. Δεληγιάννης Ν
Κωνστ. Φλέσσας Ἀντ. Καρατζᾶς
Ν. Σάλμας Ο Πέτρ. Ταταράκης Ν
Δημ. Τερτίπης Γεώργ. Κουλούρης
Ἰω. Παλάσκας Ο Ὄθων Μαῦρος Ο
Ἰω. Σταμούλης Ἐλευθ. Μυκώνιος Ο
Κίμων Βελλίνης Ο Μιλτ. Βαρότσης
Ξενοφ. Τσαμαγκίδης Γεώργ. Σισμάνης Ο
Ἰω. Καζαμπάκας Γεώργ. Πλατανιώτης
Ι. Στεφάνου Ο Ἰω. Καναβὸς
Παν. Λεβέντης Γ. Φαρμακόπουλος Ο
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Μιχ. Ἰατρὸς
Ν. Χατζηνικολῆς Ο Α. Πετσάλης Ο
Γεώργ. Κόρπας Παῦλος Ραζέλος
Ἀχιλ. Ἀγάθος Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχ.
Κωνστ. Βασιλάκης Κυπ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
Ἰωάν. Σέχος Ο Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο
Νικ. Βασιλάκης Χαράλ. Κανελλόπουλος
Ἀθ. Παραμυθιώτης Π. Λαμπρούλιας Ο
Γεώργ. Θεοτόκης Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης Ο
Γεώργ. Καποδίστριας Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς
Δημ. Οἰκονόμου Θεόδ. Βελλιανίτης Ο
Δημ. Πετρίδης Ἀνάργ. Σιμόπουλος
Π. Ζούζουλας Ο Λ. Καραλίβανος
Κωνστ. Σκαρπέτης Ο Πανούρ. Πανουργιᾶς
Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ο
Νικολ. Βαλσαμάκης Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος
Ι. Τζανετάτος Φωκᾶς ἀρν.Ἰω. Τσερτίδης Ο
Δημ. Σβορῶνος Ν Χρ. Τζῖνος Ο
Ἄθως Ρωμάνος Δημ. Βότσης
Διον. Καλούτσης Ο Πίνδ. Ἀντωνόπουλος
Σπυρ. Ε. Στάης Ν Παναγ. Σάκκης Ν
Χ. Κ. Βοζίκης Δημ. Ε. Καλογερόπουλος Ο
Νικ. Σταματόπουλος Νικ. Καράπαυλος
Θ. Πέῤῥος Ο Ἰω. Βρυώνης Ο
Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ο Π. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
Δημοσθ. Μαουστάκης Ο Νικολ. Δημητριάδης
Δημοσθ. Ματάλας Γ. Ν. Μπούμπουλης
Ἀρ. Μελετόπουλος Ο Ἀντ. Γουδῆς
Νικ. Γκουζούλης Ἀθ. Λαδόπουλος Ο
Δημ. Πιπινόπουλος Ο Ν. Βαφειαδάκης Ο
Χασὰν βέης Πετρεδὴμ βέηςΟ Γ. Παγανέλης Ο
Φιλώτας Ἰσχύομαχος Ο Ἀλοΐσιος Τόμαν
Ἰω. Λάππας Ο Ν. Δρόσος Ο
Α. Ἀλεξανδρόγιαννος Γρηγ. Μαυρομαρᾶς
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο Σωτ. Χατζηγάκης Ο
Π. Μπογδάνος Ο Νικ. Ταρμπάζης Ο
Β. Βασιλειάδης Ο Κ. Χατζηπέτρος Ο
Ἀθ. Εὐταξίας Θεόδ. Κριεμάδης Ο
Ἰω. Μπακόπουλος Εὐστ. Κοκκέβης Ο
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Ν. Γεωργακόπουλος Ο
Φίλιπ. Βάρβογλης Ο Σωτήρ. Σωτηρόπουλος
Ν. Τριανταφυλλάκος Δημ. Καμαριώτης
Ἡλ. Ζέγγελης Διον. Στάικος
Λάμπρος Σιναιώτης Ο Ἀριστόβουλος Μάνεσης
Σπ. Δεϊμέζης Ν. Χατζῖσκος
Θεόδ. Λιμπρίτης Ο Τριαντάφυλλος Σχινᾶς Ν
Ἰω. Παπαδόπουλος Ο Δημ. Κρίτσας Ν
Θεόδ. Γκίκας Μιχ. Κακαρᾶς
Παντελῆς Γκίκας Ο Γ. Ἀβέρωφ
Ν. Τσαμαδός Κ. Βαρατάσης
Χριστόδουλος Στεριάδης Ο Ἀλέξ. Μ. Κανάρης
Νικόλ. Κοντογιάννης Ο Ἰωάν. Α. Κανάρης Ο
Κομνᾶς Τράκας Ο

§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 106. Ἐκ τούτων 92 εἶπον Ὄχι, 13 εἶπον Ναί, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...

§264Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.

§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 καὶ 30′ π. μ. τῆς ἐπιούσης.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
2Τῆς 3 Δεκεμβρίου 1896.
3(Τρίτη)
4Ὥρᾳ 4 καὶ 20′ μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυ-
6ροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι τοῦ δήμου Ἰθώμης δι’ ἀναφορᾶς
8των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως παρατείνῃ τὴν προθε-
9σμίαν τῆς δηλώσεως τῶν οἴνων καὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
10Οἰνοπῶλαι Χαλκίδος δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι τὴν κατάρ-
11γησιν τοῦ ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐγγείου φόρου.
12§2ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσω-
13τερικῶν). Καταθέτω ἐπὶ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς τρο-
14ποποιημένον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκαταστάσεως συγκοινω-
15νίας δι’ ἁμαξῶν κινουμένων μηχανικῶς.
16§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
17ράρτημα, ἀριθ. 125).
18§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
19γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐγὼ καταθέτω πληροφο-
20ρίας τινὰς, αἵτινες εἶχον ζητηθῆ παρὰ συναδέλφων κ. Βου-
21λευτῶν, ἤτοι τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, καὶ τοῦ ἐκ
22Τριφυλίας συναδέλφου, ὅστις εἶχε ζητήσει σημείωσιν τῶν ὀφει-
23λομένων εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ταμείου Τριφυλίας ἐκ τελῶν
24χαρτοσήμου.
25§5ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ τυπωθῇ καὶ
26διανεμηθῇ αὐτὸ τὸ σημείωμα. Εἶναι μικρὸν πολὺ, ὥστε δὲν
27ἀπαιτεῖ μεγάλον κόπον.
28§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφότεραι αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς
29Κυβερνήσεως κατατεθεῖσαι καταστάσεις θέλουσι τυπωθῆ καὶ
30διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 124–125).
31§7Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Χθὲς,
32Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος κατηγόρησε τὸ
33Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τῷ ἀρτίως γενομένῳ προβι-
34βασμῷ ἑνὸς τῶν κυρίων ἀντιπλοιάρχων εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ
35πλοιάρχου. Ἠθέλησα ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως, ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι
36δὲν ἦτο πρέπον νὰ ἀναστείλωμεν καὶ μετὰ τὴν 8ην ὥραν
37τῆς νυκτὸς τὴν εἴσοδον τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
38ταξιν διὰ τοῦτο δὲν ἀνέλαβον ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως, καὶ διὰ
39τοῦτο ἐλέχθη χθές, καὶ ἐγράφη σήμερον, ὅτι ἐφυγομαχήσαμεν.
40Ἀληθῶς ἴσως αὕτη εἶναι ἡ μόνη περίστασις, καθ’ ἣν ἡ φυ-
41γομαχία ἐπιτρέπεται, ὅταν τουτέστι μετὰ τετράωρον συζή-
42τησιν ἐπὶ ἐπερωτήσεων πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθῃ τέλος
43πάντων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλὰ ὁ κ. ἐξ Ὕδρας
44Βουλευτὴς ἔλεγε χθές, ὅτι διὰ τοῦ ἀρτίως γενομένου προβι-
45βασμοῦ παρεβάθησαν οἱ νόμοι, οἱ ἀφορῶντες τοὺς προβιβα-
46σμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, προκειμέ-
47νου περὶ ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ! Εἶναι ἡ
48πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἡ θάλασσα μετὰ τῆς ξηρᾶς τοσοῦτον
49ἀδελφοῦνται.
50§8ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοιοῦτον δὲν ἐλέχθη.
51§9Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρεβάθη ὁ νόμος ΨΒʹ τοῦ 1861 ἔτους
52περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν; Βεβαίως, ὁ κ. ἐξ Ὕδρας συνά-
53δελφος ἀπήντα, δεινὴ τοῦ νόμου τούτου παράβασις ἐφιλοτε-
54χνήθη, διότι δῆθεν ὁ νόμος ΨΒʹ τοῦ 1861 ἔτους κατηργήθη
55διὰ τῆς ἀχρηστίας (!) ὡς πρὸς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἄρθρον.
56Καὶ εἶναι πάλιν ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν μανθάνομεν, ὅτι οἱ
57νόμοι ἐν ταῖς Πολιτείαις καταργοῦνται διὰ τῆς ἀχρηστίας!
58Εὐτυχῶς ἔχομεν τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ἀστικοῦ ἡμῶν νόμου, ὅπερ
59διαμαρτύρεται κατὰ τῆς τοιαύτης γνώμης, διότι οἱ νόμοι
60καταργοῦνται μόνον διὰ τῶν νόμων, καὶ καταργοῦνται ἢ
61ῥητῶς ἢ σιωπηρῶς. Ἀλλὰ νόμος περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου
62ΨΒʹ τοῦ 1861 ἔτους οὐδέποτε ἐξεδόθη. Ἄρα ὁ νόμος οὗτος
63ἰσχύει κατὰ πάσας αὐτοῦ τὰς διατάξεις. Ἀλλοίμονον δὲ εἰς
64τὰ Κράτη, ἐὰν διὰ τῆς ἀχρηστίας κατηργοῦντο οἱ νόμοι,
65διότι τότε εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἤθελεν ὑπεισέλθει
66ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἡ δυναμένη νὰ μὴ ἐφαρμόζῃ τοὺς νό-
67μους. Ἀλλὰ τότε ἤθελον διαμαρτυρηθῆ καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖ-
68θεν πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐναντίον τῆς συγχύσεως
69ταύτης τῶν ἐξουσιῶν, καὶ πρῶτος ἴσως ἤθελεν ὑψώσει τὸν
70λόγον ὁ ἐκ Βόλου φίλος μου βουλευτὴς κ. Φιλάρετος περὶ
71τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ποτὲ δυ-
72νατὸν διὰ τῆς ἀχρηστίας νὰ καταργῶνται οἱ νόμοι. Ἀπαι-
73τεῖται νόμος, εἴτε ῥητῶς εἴτε σιωπηρῶς καταργῶν προϋπάρ-
74χοντα νόμον. Ἀλλά, ἐπαναλέγω, μετὰ τὸν ΨΒʹ νόμον τοῦ
751861 ἔτους «περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν» ὑπῆρξεν ἆρά γε
76νόμος ἄλλος, καταργῶν αὐτόν, εἴτε ῥητῶς, εἴτε σιωπηρῶς;
77Παντάπασιν. Ἐὰν λοιπὸν ὁ νόμος περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν
78δὲν ἀπαιτῇ ὅλα ἐκεῖνα, ὅσα ἀπαιτοῦσιν οἱ νόμοι περὶ στρα-
79τιωτικῶν προβιβασμῶν, ποῦ ἡ παράβασις τοῦ νόμου, ἂν αἱ
80διατάξεις περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ
81τῆς ξηρᾶς δὲν ἐτηρήθησαν, προκειμένου περὶ τοῦ προβιβα-
82σμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης; Τί λέ-
83γει τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νόμου τοῦ 1861 ἔτους «περὶ ναυτικῶν
84προβιβασμῶν»; (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ τοῦ ἀντιπλοιάρχου
85καὶ ἀνωτέρω οἱ ναυτικοὶ ἀξιωματικοὶ προβιβάζονται κατ’
86ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως».
87Οὐχὶ μόνον λοιπὸν οὔτε διάταγμα ἐξεδόθη κανονιστικὸν
88τοῦ τρόπου τούτου τοῦ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ
89ὁ νόμος οὗτος τοῦ 1861 ἔτους δὲν ὁμιλεῖ κἂν περὶ ἐκδόσεως
90ἐκτελεστικοῦ διατάγματος αὐτοῦ, ἀλλὰ σιωπᾷ, ἐνδεικνύων
91οὕτω εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅτι πᾶν ὅ,τι ὁ νομοθέ-
92της τοῦ 1861 ἔτους ἠθέλησε νὰ ἐγκαταστρώσῃ εἰς νόμον, τὸ
93ἔπραξεν, ἡ δὲ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἔχει τὸ
94δικαίωμα διὰ διατάγματος νὰ προβῇ εἰς δῆθεν ἐκτέλεσιν, ἤτοι
95εἰς καθαρὰν τροπολογίαν τοῦ νόμου, ὡς θέλετε. Διότι, ἐὰν ἡ
96ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου τοῦ 1861
97ἔτους, προέβαινεν εἰς ἔκδοσιν βασιλικοῦ διατάγματος, κανο-
98νίζοντος τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὁ προβιβασμὸς ἀπὸ ἀντιπλοιάρ-
99χου εἰς πλοίαρχον ἐνεργεῖται, βεβαίως ἤθελεν ἀντιποιηθῆ
100τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἥτις δὲν ἐπέτρεψε
101διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861 ἔτους εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν
102νὰ κονονήσῃ ἄλλως τὰ πράγματα ἢ ὅπως ὁ νόμος τοῦ 1861
103ἐκανόνισεν αὐτά. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, Κύριοι, ἀλλὰ ἐνῷ περὶ
104τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ βασιλικοῦ ναυτικοῦ ἐξε-
105δόθη ὁ νόμος,—περὶ προβιβασμοῦ λέγω αὐτῶν—ὅστις ποιεῖ-
106ται λόγον περὶ ἐκδόσεως βασιλικοῦ διατάγματος, κανονίζον-
107τος τὰ προσόντα καὶ τὰς διατυπώσεις, καθ’ ἃς δέον νὰ προ-
108βιβάζωνται οἱ οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοί, ὁ νόμος τοῦ 1861
109ἔτους σιωπᾷ, καὶ σιωπῶντος τοῦ νόμου, καλῶς ὁ Ὑπουργὸς
110προεβίβασεν ἀρτίως τὸν ἀντιπλοίαρχον ἐκεῖνον εἰς τὸν βαθμὸν
111τοῦ πλοιάρχου, ἀφοῦ, ὅπου ὁ νομοθέτης ἠθέλησε διατυπώ-
112σεις, ῥητῶς ἐξεφράσθη.
113Ἐπαναλέγω, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1861 ἔτους «περὶ ναυτι-
114κῶν προβιβασμῶν» δὲν ὁμιλεῖ κἂν περὶ ἐκδόσεως κανονιστι-
115κοῦ τοῦ νόμου τούτου διατάγματος, ἐνῷ ἐξ ἀντιδιαστολῆς
116ὁ νόμος περὶ προβιβασμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ
117πολεμικοῦ ναυτικοῦ ᾼΡΞΒʹ τῆς 29 Μαρτίου 1884 ἔτους
118(δύνασθε δὲ νὰ εὕρητε αὐτὸν ἐν τῷ «Ναυτικῷ Συνεκδήμῳ»,
119τόμῳ Εʹ, Αʹ, σελ. 351) ἐν ἄρθρῳ 16 ῥητῶς λέγει, ὅτι θέλει
120ἐκδοθῆ βασιλικὸν διάταγμα, κανονίζον τὸν τρόπον καὶ τὰ
121προσόντα τοῦ προβιβασμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν
122τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Τί ἕπεται ἐξ ὅλων τούτων; Ὅτι
123τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ Ὑπουργοῦ,
124εἶναι ἀκέραιον καὶ ἀπεριόριστον. Διατὶ εἶναι ἀκέραιον καὶ
125ἀπεριόριστον; Οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχω νὰ ἐξετάσω τοῦτο,
126διότι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχω νὰ εἰσδύσω εἰς τὸν νοῦν τοῦ
127νομοθέτου τοῦ 1861 ἔτους. Ἐν τούτοις εἶναι βεβαιότατον,
128ὅτι εὐθὺς ὡς ὁ Βασιλεὺς, ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ Ὑπουργοῦ, θελήσῃ,
129δύναται τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ πολεμικοῦ ναυ-
130τικοῦ νὰ προβιβάζῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς διατυπώσεως ἐξ ἐκείνων,
131αἵτινες ἀπαιτοῦνται καὶ ἐπιβάλλονται, προκειμένου περὶ τοῦ
132νόμου, τοῦ ἀφορῶντος τοὺς προβιβασμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν
133τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς.
134Παρετήρει ἡμῖν ὁ ἐξ Ὕδρας συνάδελφος, ὅτι ἐγένετο παρά-
135βασις τοῦ νόμου, ὅτι ὁ νόμος ΨΒʹ τοῦ 1861 ἔτους, ὡς πρὸς
136τὸ ἄρθρον 14, τὸ ἀφορῶν τὸν προβιβασμὸν τῶν ἀντιπλοιάρ-
137χων, ἔπεσεν εἰς ἀχρηστίαν· διὰ τίνος τρόπου; Νομίμως;
138Οὐχί. Διότι εἴδομεν, ὅτι οἱ νόμοι δὲν πίπτουσιν εἰς ἀχρη-
139στίαν· ἀκυροῦνται ῥητῶς ἢ σιωπηρῶς. Ἂς ἴδωμεν ἐν τούτοις,
140κύριοι Βουλευταὶ, ἂν ἦναι ἀκριβὲς καὶ τοῦτο, τὸ περὶ ἀχρη-
141στίας τοῦ ἄρθρου 14 ὡς πρὸς τοὺς ἀντιπλοιάρχους. Ἄλλοτέ
142ποτε ὁ νῦν ὑποναύαρχος κ. Μιλτιάδης Κανάρης ἐνήγαγε τὸ
143Δημόσιον, διότι προεβιβάσθη κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως ὁ
144συνάδελφος αὐτοῦ Ἀνδρέας Μιαούλης ἀπὸ πλωτάρχου εἰς
145ἀντιπλοίαρχον, ἐνῷ ὁ κ. Μιλτιάδης Κανάρης ἦν ἀρχαιότερος
146ἐκείνου. Σημειώσατε τὸ παράδοξον τοῦτο, ὅτι ὁ νόμος τοῦ
1471861 ἔτους, ἐνῷ διαγορεύει κατὰ τίνα τρόπον γίγνονται οἱ
148προβιβασμοὶ πάντων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυ-
149τικοῦ, σιωπᾷ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν προβιβάζονται οἱ
150πλωτάρχαι εἰς ἀντιπλοιάρχους. Διατὶ ἐπῆλθεν ἡ παράλει-
151ψις αὕτη, εἶναι γνωστὸν, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπασχολήσω
152τὴν Βουλήν, ἀνατρέχων εἰς τὰς πηγὰς τοῦ νόμου τοῦ ἡμετέρου
153τοῦ 1861 ἔτους, ὧν αἰτία ὑπῆρξεν ἡ παράλειψις αὕτη τοῦ
154νόμου ὡς πρὸς τὸν προβιβασμὸν τοῦ πλωτάρχου εἰς τὸν βαθ-
155μὸν τοῦ ἀντιπλοιάρχου.
156Λοιπὸν ὁ νόμος τοῦ 1861 ἔτους δὲν ὁμιλεῖ περὶ τοῦ τρό-
157που, καθ’ ὃν ὁ πλωτάρχης προβιβάζεται εἰς ἀντιπλοίαρχον.
158Μὴ ὁμιλοῦντος τοῦ νόμου, ὁ τότε Ὑπουργὸς προεβίβασε τὸν
159Ἀνδρέαν Μιαούλην, παραλείψας τὸν νῦν ὑποναύαρχον Μιλτ.
160Κανάρην, ὅστις τῷ ὄντι, ὡς εἶπον, ἦν ἀρχαιότερος. Ἀγωγὴ
161κατὰ τοῦ Δημοσίου ἐκ μέρους τοῦ νῦν ὑποναυάρχου Κανάρη
162ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου, ἀποῤῥί-
163πτουσα τὴν ἀγωγήν, ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου, ἀποῤῥίπτουσα
164τὴν ἀγωγὴν, ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν
165113 τοῦ 1874 ἔτους, ἀποῤῥίπτουσα τὴν ἀγωγήν. Τὸ αἰ-
166τιολογικὸν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔχει ὡς ἑξῆς
167(ἀναγινώσκει):
168«Ἐπειδὴ τὸ Ἐφετεῖον, ἀποφηνάμενον, ὅτι ὁ Βασιλεὺς
169»ἠδύνατο κατ’ ἐκλογὴν νὰ προβιβάσῃ εἰς ἀντιπλοίαρχον τὸν
170»πλωτάρχην Α. Μιαούλην, καίπερ τοῦ ἀναιρεσείοντος ὄντος
171»ἀρχαιοτέρου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, δὲν παρεβίασε τὸ
172»ἄρθρον 14 τοῦ νόμου ΨΒʹ τῆς 9 Νοεμβρίου 1861, διότι ἐκ
173»τοῦ γράμματος τοῦ νόμου αὐτοῦ προκύπτει, ὅτι ὁ ἀρχαιότερος
174»προτιμᾶται εἰς τοὺς κατωτέρους βαθμοὺς, ὡς πρὸς τὸν προ-
175»βιβασμὸν δὲ τοῦ πλωτάρχου ὁ νόμος σιωπᾷ. Σιωπῶντος δὲ
176»τοῦ νόμου αὐτοῦ περὶ τοῦ προβιβασμοῦ ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ
177»τοῦ πλωτάρχου, ὁ Βασιλεὺς ἠδύνατο νὰ προβιβάσῃ ὅν τινα
178»ἐκ τῶν πλωταρχῶν ἐνέκρινεν εἰς ἀντιπλοίαρχον.»
179Λοιπὸν, ἐνῷ πρόκειται περὶ βαθμοῦ, περὶ οὗ ὁ νόμος δὲν
180λέγει κατὰ τίνα τρόπον ἀπονέμεται, δηλαδὴ ὁ βαθμὸς τοῦ
181ἀντιπλοιάρχου ἀπὸ πλωτάρχου, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἀπὸ
182τοῦ κατωτάτου μέχρι τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, ἐδέχθη,
183ὅτι καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς περιστάσεως ἀκόμη δύναται ὁ Βασι-
184λεὺς, ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ προβιβάσῃ τοὺς νεω-
185τέρους, παραλειπομένων τῶν ἀρχαιοτέρων, ὡς ἠκούσατε
186παράδειγμα εὐγλωττότατον. Ὅταν λοιπὸν, σιωπῶντος, Κύ-
187ριοι, τοῦ νόμου, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία οὕτως ἑρμηνεύῃ καὶ
188ἐφαρμόζῃ αὐτὸν, εἶναι, πρὸς Θεοῦ, νὰ γίνεται συζήτησις, διότι
189ὁ Βασιλεὺς, ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ Ὑπουργοῦ, προεβίβασε κατ’
190ἐκλογὴν ἕνα ἀντιπλοίαρχον εἰς πλοίαρχον, ἐνῷ ῥητῶς ἡ γʹ §
191τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ ΨΒʹ νόμου περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν
192κελεύει τοῦτο, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἀντιπλοιάρχου καὶ ἀνωτέρω οἱ
193ναυτικοὶ ἀξιωματικοὶ προβιβάζονται κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Βα-
194σιλέως;
195Ἐγὼ τῷ ὄντι ἐπαινῶ τὸ φιλάδελφον τοῦ κ. συναδέλφου·
196ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ καὶ κατήγορος πρά-
197ξεως, οὐχὶ μόνον μὴ ἀντιβαινούσης, ἀλλὰ καὶ συμφωνούσης
198πληρέστατα πρὸς τὰς διατάξεις τῶν κειμένων νόμων.
199Ἀλλ’ ἔλεγεν, ὅτι ἐγὼ, ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων, κα-
200τήργησα τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ στόλου. Ποῖον ἐπιθεωρητὴν
201τοῦ στόλου; Δεῖξατέ μοι, παρακαλῶ, ἕνα νόμον τοῦ Ἑλλη-
202νικοῦ Κράτους, ἀπὸ τοῦ 1833 ἔτους μέχρι τοῦδε, καθ’ ὃν
203καθιερώθη ἡ διάταξις περὶ ἐπιθεωρητοῦ καὶ ἐπιθεωρήσεως τοῦ
204στόλου. Ἀλλὰ τί ἐγίνετο; Μέχρι τοῦ 1889 ἔτους ἀνεγρά-
205φετο ἡ πίστωσις πρὸς μισθοδοσίαν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στό-
206λου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ δὲ ὑπῆρχε
207τὸ ἄρθρον 4 τῶν νόμων τῶν κυρούντων τοὺς προϋπολογι-
208σμοὺς, ὅπερ ἔλεγεν, ὅτι αἱ δαπάναι, αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ,
209καὶ ἂν δὲν ἐστηρίζοντο εἰς ὀργανικοὺς νόμους, κατεβάλλοντο
210διὰ τὸ ἔτος τῆς χρήσεως, νομίμως ἐμισθοδοτεῖτο ὁ ἐπιθεωρη-
211τής. Μέχρις ἄρα τοῦ 1889 ἔτους ἐμισθοδοτοῦντο οἱ ἐπιθεω-
212ρηταὶ τοῦ στόλου δυνάμει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἄνευ
213νόμου περὶ ἐπιθεωρητῶν καὶ ἐπιθεωρήσεως τοῦ στόλου.
214Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1889 ἔτους τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη κα-
215τήργησε τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος τὸν προϋπο-
216λογισμὸν, καὶ τοῦτο δύνασθε νὰ τὸ εὕρητε ἐν τῇ Ἐφημερίδι
217τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1889 ἔτους, μέρος Αʹ, σελ. 134, ὅπου
218τῷ ὄντι δὲν ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος
219τὸν προϋπολογισμόν. Ἄρα ἀπὸ τοῦ 1889 ἔτους καὶ ἐντεῦ-
220θεν κακῶς ἀνεγράφετο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ πίστωσις
221πρὸς μισθοδοσίαν ἐπιθεωρητοῦ, οὗτινος τὸ ἀξίωμα δὲν ἐβασί-
222ζετο εἰς κείμενον νόμον, διότι, ἐπαναλέγω, περὶ ἐπιθεωρήσεως
223καὶ ἐπιθεωρητῶν τοῦ στόλου οὐδέποτε ὑπῆρξε διάταξις νό-
224μου. Οἱ ἐπιθεωρηταὶ τοῦ στόλου καθιερώθησαν ἐν παλαιο-
225τέρα ἐποχῇ, καὶ πρῶτος μάλιστα ἐπιθεωρητὴς τοῦ στόλου
226ἐγένετο ὁ ἀντιναύαρχος Ἀντώνιος Κριεζῆς, μετὰ τοῦτον ἐγέ-
227νετο ὁ ἀντιναύαρχος Κωνσταντῖνος Κανάρης, κατόπιν ὁ ὑπο-
228ναύαρχος Δ. Σαχίνης, καὶ κατόπιν ὁ ὑποναύαρχος κ. Μιλτιά-
229δης Κανάρης. Ἐνόμισαν δὲ τότε οἱ συντάσσοντες τὸν προϋ-
230πολογισμόν, ὅτι ἀπέναντι τῷ ὄντι τῶν μεγάλων ἀγώνων καὶ
231τῶν λαμπρῶν κατορθωμάτων, ἅτινα οἱ ἀείμνηστοι ἐκεῖνοι
232ἄνδρες τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος ἐξετέλεσαν, δίκαιον ἦτο, τιμῆς
233μᾶλλον χάριν, καὶ οὐχὶ πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν περὶ ἐπιθεωρή-
234σεως ἁπανταχοῦ ἰσχυόντων, νὰ ἀναγράφηται ἐν τοῖς προϋπο-
235λογισμοῖς ἡ ἐπιθεώρησις τοῦ στόλου.
236Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει ἐν τοῖς
237ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν μία κἂν ἔκθεσις
238μιᾶς σελίδος περὶ γενομένης ποτὲ ἐπιθεωρήσεως τοῦ στόλου;
239Προκαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἵτινες ἐπὶ μακρὰ
240ἔτη προηγήθησαν ἐμοῦ καὶ διηύθυνον τὰ τοῦ Ὑπουργείου
241τῶν Ναυτικῶν, νὰ ἀπαντήσωσιν. Οὐδέποτε ἐνηργήθη ἐπιθεώ-
242ρησις τοῦ στόλου, ἀπὸ τοῦ 1833 ἔτους μέχρι σήμερον.
243Τοῦτο δὲ τοσοῦτον εἶναι βέβαιον, ὥστε, ὅταν συνεκάλεσα
244ἐπιτροπήν τινα, προεδρευομένην παρὰ τοῦ ὑποναυάρχου κ.
245Μιλτιάδου Κανάρη περὶ μετατροπῆς τῶν θωρηκτῶν, ἠρώτησα
246τὸν ὑποναύαρχον, τί φρονεῖ περὶ τῆς μετατροπῆς τῶν θωρη-
247κτῶν τούτων, ὁ δὲ ὑποναύαρχος, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν
248φιλαληθείᾳ, ἐνώπιον πολυμελεστάτης ἐπιτροπῆς ἐξ ἀνωτέ-
249ρων ἀξιωματικῶν, ὡμολόγησεν, ὅτι οὐδέποτε εἶχεν ἐπιθεω-
250ρήσει τὰ θωρηκτά, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν εἶχεν εἰσέλθει εἰς αὐτά.
251Ἅπαξ μόνον τότε, μετὰ δύο ἡμέρας, μετέβη μετὰ τῆς ἐπι-
252τροπῆς καὶ εἰσῆλθεν οἱονεὶ εἰς ἄγνωστον χώραν.
253Ποῦ παρεβάθησαν οἱ νόμοι; Βεβαίως δὲν ἀνέγραψα ἐν τῷ
254προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 ἔτους τὴν πίστωσιν περὶ ἐπιθεω-
255ρητοῦ τοῦ στόλου, διότι ἐξήτασα, ἂν ὑπάρχῃ νόμος, ἐπιβάλ-
256λων τοιαύτην ἀναγραφὴν πιστώσεως, καὶ νόμος δὲν εὑρέθη.
257Ὥστε, Κύριοι, οὔτε ὁ νόμος περὶ ἐπιθεωρητῶν παρεβάθη,
258ὁ μὴ ὑπάρχων, οὔτε ὁ νόμος περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωμα-
259τικῶν τοῦ βασιλικοῦ ναυτικοῦ παρεβάθη διὰ τοῦ ἐπ’ ἐσχάτων
260γενομένου προβιβασμοῦ ἑνὸς τῶν κυρίων ἀντιπλοιάρχων εἰς
261τὸν βαθμὸν τοῦ πλοιάρχου.
262Ταῦτα, Κύριοι, τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ.
263συνάδελφον, ὅστις βεβαίως, μὴ μελετήσας μετὰ πολλῆς
264προσοχῆς τοὺς σχετικοὺς νόμους, ἀπεφάνθη, ὡς χθὲς ἀπε-
265φάνθη.
266§10ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοιαύτην ὄντως ἀνέμενον ἀπάντησιν ἀπὸ
267τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
268Ναυτικῶν, συνειδὼς τὸ ἀδίκημα, τὸ προσγενόμενον εἰς τοὺς
269γενναίους αὐτοὺς ναύτας, τοὺς παραλειφθέντας ἐκ τῶν προ-
270βιβασμῶν, δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, δὲν
271κατέθηκεν ἅπερ ἐζήτησα ἔγγραφα, τουτέστιν ἐκθέσεις δικαιο-
272λογούσας τὴν ἐκλογὴν αὐτοῦ...
273§11Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν
274ὑπάρχει ἀνάγκη ἐκθέσεως.
275§12ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Παρακαλῶ... Ὑπεστήριξεν ὅτι ἐγὼ ἀλό-
276γως ἔφερα κατηγορίαν κατ’ αὐτοῦ ἐπὶ παρανομίᾳ. Ἴσως δὲν
277ἐπρόσεξεν εἰς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, διότι, μικρὰν ἐὰν ἔδιδε
278προσοχὴν, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι οὐδόλως κατηγόρησα αὐτοῦ ἐπὶ
279παρανομίᾳ, καθόσον τὸ πρῶτον, ὅπερ ἔπραξα, παρελθὼν ἐπὶ
280τὸ βῆμα, ἦτο νὰ ἀναγνώσω τὴν ῥητὴν τοῦ νόμου διάταξιν,
281καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ
282προβιβάζῃ κατ’ ἐκλογὴν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀντιπλοιάρχου
283καὶ ἄνω. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέπεσε καὶ εἰς ἄλλην πα-
284ρεξήγησιν, ὅτι ἐγὼ κατηγόρησα αὐτοῦ, ὡς παραβάντος τὸν
285νόμον περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν. Ἀνέφερα τὸν νόμον
286περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν νόμον
287περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν, ἵνα καταδείξω, ὅτι ἡ διάταξις
288ἢ παρεμφερὴς ἐν τῷ περὶ προβιβασμῶν στρατιωτικῷ νόμῳ
289προβλέπει, ὅτι εἰδικὸν Β. Διάταγμα θέλει κανονίσει τὰ
290προσόντα καὶ τὰς γνώσεις τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἀξιωματικῶν,
291τουτέστιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχων ὑπ’ ὄψει
292τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς τῶν ἀξιωματικῶν, ἔδει νὰ ἔχῃ καὶ
293συμπληρωτικὰς διατάξεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὤφειλε νὰ στη-
294ρίξῃ τὴν ἐκλογὴν, διότι ἀκριβῶς ἐνταῦθα εἶναι ἡ λεπτότης
295τοῦ ζητήματος. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἡ ἐκλογὴ νὰ
296ἀφεθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ αὐθαιρέτως νὰ
297ἐκλέγῃ οὗτος ἐκ τοῦ στελέχους τῶν ἀξιωματικῶν οἱονδήποτε
298ἤθελε κρίνει κατάλληλον, ἵνα προβιβάσῃ αὐτὸν κατ’ ἐκλο-
299γήν; Καὶ ἐὰν μὲν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐκλέξῃ τὸν
300ἄριστον, οὐδεὶς ἔχει νὰ ἀντείπῃ τι. Ἀλλ’ εἶναι τόσον εὔκο-
301λον νὰ ἐκλεχθῇ ὁ ἄριστος ἐκ μόνης τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἀντι-
302λήψεως, ἐκ μόνης τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἱκανότητος καὶ πείρας;
303Καὶ εἶναι εἰς θέσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὡς ἐκ τοῦ
304ἐπαγγέλματος, τὸ ὁποῖον μετέρχεται, νὰ διαγινώσκῃ τὴν
305ἀξίαν τῶν ἐν τῷ ναυτικῷ ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν, καὶ
306περὶ τούτων ν’ ἀποφαίνηται γνώμην, περὶ ἐκλογῆς προκειμένου;
307Καὶ πῶς θέλει πείσει ἡμᾶς, ὅτι οἱ παραλειφθέντες ὑπῆρξαν
308ἀνίκανοι, ὁ δὲ ἐκλεχθεὶς ὑπ’ αὐτοῦ ὑπῆρξεν ὁ ἄριστος; Καὶ
309δὲν φρονεῖ ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ ἄλλοι λόγοι, ἄσχετοι πρὸς
310τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐκλογήν;—διότι, καθὸ
311ἄνθρωπος, ἔχων τὰς ἀτελείας καὶ τὰς ἐλλείψεις τῆς φύσεως,
312δύναται νὰ ὑποπέσῃ εἰς παρεξηγήσεις, εἰς παρακλήσεις καὶ
313εἰς πλεῖστα ὅσα ἄλλα, συντελοῦντα εἰς τὴν μὴ κατάλληλον
314ἐκλογὴν τοῦ μέλλοντος νὰ προβιβασθῇ κατ’ ἐκλογήν. Ἀλλὰ
315διὰ τοῦτο ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν
316νὰ βεβαιώσῃ ἡμᾶς, πόθεν ἠρύσθη τὰς πληροφορίας αὐτὰς,
317καὶ σχετικῶς πρὸς τοῦτο ἀνέφερα καὶ τὴν Ἐπιθεώρησιν, ἡ
318ὁποία ἀληθῶς, ἀπὸ τοῦ 1833 ἱδρυθεῖσα, ὑπῆρξε νομιμω-
319τάτη. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ δὲν
320προβλέπουσι καὶ δὲν περιλαμβάνουσι τοιαύτας διατάξεις, καθ’
321ἃς ὁ ἐπιθεωρητὴς εἶναι τὸ ἁρμόδιον πρόσωπον, ὅπως συν-
322τάξῃ κατὰ τὰς ἐπιθεωρήσεις του καὶ τὸν πίνακα τῶν ἐχόν-
323των τὰ προσόντα νὰ προβιβασθῶσι κατ’ ἐκλογὴν, συμφώνως
324πρὸς τὰς πολλαπλᾶς τοῦ νόμου διατάξεις περὶ προβιβασμῶν.
325Ἀλλὰ θὰ ἦτο προτιμότερον, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν
326ἐμερίμνα ὑπὲρ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τοῦ ναυτικοῦ, νὰ
327συμπληρώσῃ τὸν νόμον, προσθέτων τὴν διάταξιν ταύτην περὶ
328ἐκδόσεως εἰδικοῦ διατάγματος, κανονίζοντος τὰ τῆς ἐπι-
329θεωρήσεως, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ προβῇ ἐλευθέρως
330εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ πίνακος περὶ ἐκλογῆς, ἂν ἐνόμισεν ὅτι
331ἐπέστη ἡ ὥρα, καθ’ ἣν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ δὲν
332πρέπει νὰ προβιβάζωνται κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητος,
333ἀλλὰ κατ’ ἐκλογήν. Ἐπὶ τούτων λοιπὸν ἐστήριξα τὴν ἀγό-
334ρευσίν μου, ἐπὶ τῆς οὐσίας ἄρα· διότι, ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ δι-
335καίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐκλέγῃ ὅντινα
336αὐτὸς θέλει πρὸς προβιβασμὸν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ
337πολὺ δὲν θὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἐκλεκτοτέρους, καὶ νομίζω ὅτι εἷς
338Ὑπουργὸς, ὅταν ἀποφαίνηται περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, οὓς δὲν
339γνωρίζει προσωπικῶς, δὲν τοὺς γνωρίζει ἐκ τῆς ὑπηρεσίας,
340οὐδ’ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τοὺς διακρίνῃ, ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὰς ἐκ-
341θέσεις τῶν ἁρμοδίων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων πρέπει νὰ δι-
342καιολογήσῃ τὴν ἐκλογήν του, καὶ δι’ αὐτὸ, κύριε Ὑπουργὲ
343τῶν Ναυτικῶν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν περιέλαβε
344τὴν διάταξιν ταύτην ἐν τῷ νόμῳ περὶ στρατιωτικῶν προβι-
345βασμῶν, καθ’ ἣν «βασιλικὸν διάταγμα θέλει κανονίσει τὰ τῶν
346προσόντων καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου», καὶ
347οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιω-
348τικῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν στρατιωτικοὶ ἀείποτε, δὲν ἐτόλ-
349μησαν νὰ προβιβάσωσιν οἱονδήποτε ἀξιωματικὸν, ἐὰν μὴ
350προηγουμένως ἤθελον πεισθῆ περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ἐν ταῖς
351ἐκθέσεσι τῶν ἐπιθεωρητῶν ἀναγραφομένων. Αὐτὸ λοιπὸν εἶ-
352ναι τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ κοινωνία, καὶ δι’ αὐτὸ
353σᾶς ἀνέφερα τὸ παράδειγμα τοῦ 1861, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ
354ἐκ ναυτικῶν ἀξιωματικῶν ἀποτελεσθεῖσα, ὧν ἡ ἀξία καὶ ἱκα-
355νότης ἦτο ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὡς ἐμαρτύρησεν ὁ μετέ-
356πειτα χρόνος, διότι πάντες οὗτοι καθεῖξαν τὰς ὑψηλοτάτας
357βαθμίδας τῆς ναυτικῆς ἱεραρχίας, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀπε-
358φάνθη κατὰ τοῦ προβιβασμοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τοῦ κατ’
359ἐκλογὴν γενομένου, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, τῇ
360εὐχῇ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἔταξεν εἰς ἀργίαν τὸν ἀξιω-
361ματικὸν τὸν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν προβιβασθέντα δυνάμει
362τοῦ ἰδίου νόμου, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέγνωσεν ἐντεῦ-
363θεν, καὶ προήγαγε τὸν ἀδικηθέντα. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος πα-
364ρέμεινεν ἐν ἀργίᾳ μέχρις οὗ ἐκενώθη θέσις ἐν τῷ ναυτικῷ, καὶ
365ταύτην κατέλαβε.
366Δὲν εἶναι λοιπὸν ἱκανὰ ταῦτα πάντα, ὅπως πείσωσιν ὑμᾶς,
367κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἡ ξηρὰ διάταξις τοῦ νόμου ἦτο ὅπλον ἀκα-
368τάλληλον εἰς χεῖράς σας, ἵνα προβῆτε εἰς ἐκλογήν; Καὶ τί!
369πρέπει νὰ ἀναμένωμεν Μεταπολιτεύσεις, ἵνα ἐπανορθωθῶσι τὰ
370ἀδικήματα; Ἢ νομίζετε ὅτι εἶναι μικρὸν τὸ ἀδίκημα, ὅπερ
371σᾶς φαίνεται ὅτι θὰ παρέλθῃ ἐν σιγῇ; Αὐτὸ συνετάραξεν
372ὁλόκληρον τὸν στόλον, διότι οὐδεὶς πλέον εἶναι βέβαιος περὶ
373τῆς ὑπάρξεώς του, περὶ τοῦ ἀναφαιρέτου τοῦ βαθμοῦ του,
374διότι καὶ ὁ ἄριστος ἀξιωματικὸς αὔριον δύναται νὰ ἀπολέσῃ
375τὸν βαθμὸν αὐτοῦ, βλέπων τὸν νεώτερόν του ὑποσκελίζοντα
376αὐτόν.
377Ἐνταῦθα λοιπὸν κεῖται ἡ τοῦ νόμου ἀτέλεια, καὶ ταύτην
378ἐσεβάσθησαν πάντες οἱ χρηματίσαντες Ὑπουργοὶ τῶν Ναυ-
379τικῶν, ναυτικοί τε καὶ πολιτικοί, ἀπὸ τοῦ 1861 μέχρι τοῦ
3801895· διότι, ἂν καὶ οὗτοι προέβαινον εἰς τοιαῦτα ἀδική-
381ματα, θὰ ἐπήρχετο πλήρης ἀποσύνθεσις καὶ παντελὴς ἔλ-
382λειψις τῆς πειθαρχίας, θὰ κατεστρέφετο δὲ τελείως τὸ πολεμι-
383κὸν ναυτικόν.
384Ταῦτα εἶχον, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἀπαντήσω, καὶ ἐφ’ ὅσον
385δὲν φέρετε ἐκθέσεις δικαιολογούσας τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἄρτι προ-
386βιβασθέντος εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ πλοιάρχου, βεβαιωθῆτε ὅτι
387ἡ ἐνέργειά σας εἶναι ἀδικαιολόγητος.
388§13Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπα-
389ναλαμβάνω, ὅτι οὐδὲν ἄρθρον οὐδενὸς νόμου μοὶ ἐπιβάλλει
390νὰ προσαγάγω ἐκθέσεις. Ἂς ἦναι βέβαιος ὁ κ. συνάδελφος,
391ὅτι, ἂν τοιοῦτόν τι ἄρθρον ἐδύνατο νὰ εὕρῃ, ἐγὼ βεβαίως
392ἤθελον ὁμολογήσει, ὅτι παρέβην τὸν νόμον. Τὸ δικαίωμα
393τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει εἶναι
394ἀπόλυτον. Διατί; Δυνάμεθα κατόπιν ἐν ἄλλῃ αἰθούσῃ νὰ
395συζητήσωμεν τοῦτο. Ἐν τούτοις δυνάμει τῶν κειμένων νόμων
396τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν περὶ προβιβα-
397σμοῦ εἰς ἀνώτερον βαθμὸν, κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Βασιλέως καὶ
398ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ Ὑπουργοῦ, εἶναι ἀπόλυτον. Ἀπέδειξα
399εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν
400τοῦτο ἐγένετο, διότι ἠκούσατε, ὅτι ἐγένετο καὶ ἄλλοτε, καὶ
401ἐνήχθη τὸ Δημόσιον, καὶ ὅτι ὁ ὑποναύαρχος κ. Κανάρης
402ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἀπὸ τοῦ κατωτάτου μέχρι τοῦ
403ἀνωτάτου, ἡττήθη, προβαλὼν ὅσα προέβαλεν ὁ ἐξ Ὕδρας
404κ. συνάδελφος.
405Εἶναι ἀληθὲς ἐν τούτοις, ὅτι ἐγὼ οὔτε εἰδικότητά τινα
406ἔχω περὶ τὰ ναυτικά, οὐδ’ ἐπηγγέλθην ποτὲ τοιαύτην, οὐχὶ
407εἰς τὰ ναυτικά, ἀλλὰ οὐδὲ καὶ εἰς τὴν νομικήν, διότι
408φρονῶ, ὅτι εἶναι δυσκολώτατον πρᾶγμα νὰ τιτλοφορῆταί τις
409εἰδικός. Ἀλλὰ περὶ αὐτῆς τῆς εἰδικότητος εἶμαι ἠναγκασμέ-
410νος νὰ ποιήσωμαι μικράν τινα παρατήρησιν, διότι περιῆλθεν
411εἰς τὰ ὦτά μου σειρὰ ὁλόκληρος πράξεων εἰδικοῦ Ὑπουργοῦ
412τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντικειμένων εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἡ παρά-
413βασις τῶν νόμων ἀπεδείχθη δι’ ἀποφάσεων τελεσιδίκων τῶν
414ἡμετέρων δικαστηρίων. Καὶ ἐπειδὴ, Κύριοι, πολλάκις ὁ κ.
415συνάδελφος ὁμιλεῖ περὶ εἰδικότητος, ὁ συνάδελφος οὗτος εἶναι
416ἐκεῖνος, ὅστις παρέβη τοὺς νόμους, ὁ εἰδικὸς, ὁ ἐφαρμόζων
417τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους κατὰ τὴν αὐθαίρετον αὑτοῦ βού-
418λησιν, ἀντιθέτως πρὸς τὰ δόγματα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας,
419ἀπὸ τοῦ κατωτάτου βαθμοῦ μέχρι τοῦ ἀνωτάτου. Ἂς παύσῃ
420λοιπὸν ἐγκαλῶν τοὺς μὴ εἰδικούς... Ὑπῆρχεν ἔκθεσις τῆς
421προϊσταμένης στρατιωτικῆς ἀρχῆς, ἧς δυνάμει ἐθέσατε εἰς
422ἀργίαν τὸν λοχαγὸν τοῦ πυροβολικοῦ κ. Γεώργιον Μῆτσον,
423ἐκτελοῦντες τὴν πρᾶξιν προκατόχου ὑμῶν;
424§14ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως.
425§15Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδαμῶς.
426§16ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως.
427§17Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδαμῶς.
428§18ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑπάρχει ἔκθεσις τοῦ ἀρχηγοῦ.
429§19Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐκοινοποιήθη ἡ σύστασις τοῦ Ἀνακρι-
430τικοῦ Συμβουλίου εἰς τὸν ἀξιωματικόν; Ὑμεῖς εὕρετε μίαν
431πρᾶξιν ἑνὸς τῶν προκατόχων ὑμῶν, ἐντελῶς ἄκυρον καὶ
432παράνομον... Οὐδεμία ἔκθεσις ὑπῆρχε κατὰ τοῦ λοχαγοῦ, οὐ-
433δαμῶς ἐκοινοποιήθη εἰς αὐτὸν ἡ σύστασις τοῦ Ἀνακριτικοῦ
434Συμβουλίου, καὶ ὅμως ἐθέσατε αὐτὸν εἰς ἀργίαν. Ὁ ῥηθεὶς
435ἀξιωματικὸς ἐνάγει τὸ Δημόσιον, καὶ δι’ ὁριστικῆς καὶ τε-
436λεσιδίκου ἀποφάσεως τὸ Δημόσιον ἡττᾶται. Ἡ πρᾶξις τοῦ
437τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ εἰδικοῦ, ἐπιτιμᾶ-
438ται, καὶ τὸ Δημόσιον ζημιοῦται, διότι εἰς ἀξιωματικὸν μὴ
439ἐργασθέντα ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐπληρώθησαν ὅλοι οἱ μισθοὶ
440τῆς ἐνεργείας. Ἰδοὺ ἡ ἀδικότης ὑμῶν. Καὶ εἶναι μόνον αὐτό;
441Τί ἐκάματε εἰς τὸν συνταγματάρχην τοῦ πεζικοῦ Ἀποστο-
442λίδην; Ἐθέσατε αὐτὸν εἰς διαθεσιμότητα.
443§20ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι ἐγώ.
444§21Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐθέσατε αὐτὸν εἰς διαθεσιμότητα ἕνεκα
445καταργήσεως θέσεως, ἐνῷ οὐ μόνον θέσις δὲν εἶχε καταργηθῆ,
446ἀλλὰ καὶ ἐχήρευον ἐν τῷ πεζικῷ θέσεις συνταγματαρχῶν. Ὁ
447συνταγματάρχης ἐνήγαγε τὸ Δημόσιον, καὶ ἐκέρδησε πρωτο-
448δίκως, ἀλλ’ ἐπῆλθεν ὁ θάνατος εἰς τὸν ἀτυχῆ ἄνδρα, καὶ ἡ
449δίκη διεκόπη. Ἰδοὺ ἡ εἰδικότης ὑμῶν. Τὸν λοχαγὸν Κόρακα
450τοῦ μηχανικοῦ, τὸν λοχαγὸν τοῦ πεζικοῦ Οἰκονομόπουλον
451δὲν προεβιβάσατε εἰς λοχαγοὺς πρώτης τάξεως παρανόμως.
452Οὗτοι ἤγειραν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐκέρδησαν,
453ἡ δὲ ὑπόθεσις νῦν εὑρίσκεται ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ
454θέλουσι κερδήσει καὶ ἐκεῖ, διότι εἰς ἀμφότερα τὰ κατώτερα
455δικαστήρια ἐκέρδησαν, διότι ἔχουσι δίκαιον. Καὶ ἂν ἐξακο-
456λουθήσω νὰ ἀναγινώσκω τὰς ἐπιστολὰς περὶ τῶν πράξεων
457ὑμῶν, ἃς καθ’ ἑκάστην μοὶ ἀπευθύνουσι πολλοὶ ἀξιωματι-
458κοὶ, βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι θὰ σχηματισθῇ ἓν κομβολόγιον ἐξ
459ἐκείνων, ἅτινα μετεχειρίζοντο οἱ μοναχοὶ τοῦ Μεσαίωνος (ἱλα-
460ρότης). Λοιπὸν ἐγὼ δὲν ἔχω τῳόντι τὴν εἰδικότητα τοῦ
461τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδὲν ὅμως πράττω, ἐὰν
462δὲν συμβουλευθῶ καὶ τοὺς νόμους καὶ τοὺς εἰδικούς, οὓς οὐ-
463δέποτε ἐπὶ τῶν προκειμένων περιστάσεων συνεβουλεύθητε
464ὑμεῖς.
465§22ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὡς πρὸς τὸν Μῆτσον, ἀληθῶς ὁ ἀξιωμα-
466τικὸς οὗτος ἐτέθη εἰς ἀργίαν ἕνεκα πειθαρχικῆς παραβάσεως,
467ἥτις ἐδικάσθη ἐνώπιον Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ὡς ὡμολό-
468γησεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, καὶ ἐννοεῖται ὅτι
469συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου ἐτέθη
470εἰς ἀργίαν. Περὶ Ἀποστολίδου οὐδὲν λέγω, διότι οὗτος
471ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα οὐχὶ ὑπ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ ὑπὸ τοῦ προ-
472κατόχου, ὡς δύναται νὰ διαβεβαιώσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ὁ ποιη-
473σάμενος τότε τὴν ἐπερώτησιν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τ’ ἄλλα, οὐδε-
474μίαν ἔχουν σημασίαν, ἂν τουτέστι δὲν προὐβιβάσθη λοχαγός
475τις Βʹ τάξεως εἰς λοχαγὸν πρώτης τάξεως, οὐχὶ ὑπ’ ἐμοῦ πάν-
476τοτε. Ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα καταγγέλλεσθε παρ’ ἐμοῦ, εἶναι
477σοβαρὰ, εἶναι παραγνώρισις ὑπηρεσιακῶν δικαιωμάτων, εἶναι
478πράξεις, δι’ ὧν ἀναστατοῦται ὁλόκληρος ὁ ναυτικὸς κόσμος,
479καὶ ἔρχεσθε νὰ παραβάλλητε ταῦτα μὲ τὸν μὴ προβιβασμὸν
480ἑνὸς λοχαγοῦ ἀπὸ δευτέρας τάξεως εἰς πρώτην!
481§23ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετ’ εὐχαριστήσεως ἤκουσα
482τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἀποδίδοντα τόσην ση-
483μασίαν εἰς τὴν ὕπαρξιν καὶ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΨΙΒʹ,
484διότι ἐσκόπουν ν’ ἀπευθύνω πρὸς αὐτὸν ἐπερώτησιν, ἢ μᾶλ-
485λον σύστασίν τινα, βασιζομένην εἰς τὴν μὴ ὁλοσχερῆ ἐκτέ-
486λεσιν τοῦ νόμου τούτου· ἡ σημερινὴ δὲ συζήτησις περὶ αὐτοῦ
487μοὶ δίδει τὴν εὐκαιρίαν. Ὁ νόμος οὗτος, ὁ περὶ ναυτικῶν
488προβιβασμῶν, διατάσσει ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 5 μέχρι τοῦ ἄρθρου
48912 τὰ τῶν προβιβασμῶν εἰς ἅπαντας τοὺς βαθμοὺς, ἀπὸ
490τοῦ δοκίμου, νῦν σημαιοφόρου, μέχρι τοῦ ἀντιναυάρχου, καὶ
491ὁρίζει ἐν ἑκάστῳ ἄρθρῳ μετὰ μεγάλης ἀκριβείας καὶ λεπτο-
492μερείας, ὅτι ἐν ἑκάστῳ βαθμῷ ὁ ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ ὑπη-
493ρετήσῃ ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον κατὰ θάλασσαν, ἢ, κατὰ τὴν
494ἔκφρασιν τοῦ νόμου, «ἐπὶ πλοίου βασιλικοῦ». Ἡ ὑπηρεσία τῶν
495ἀξιωματικῶν κατὰ θάλασσαν ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ νόμου
496τούτου, ὡς ὑποχρέωσις πρός τε τὴν Πολιτείαν καὶ πρὸς τὸν
497ἀξιωματικὸν αὐτόν. Ἡ κατὰ θάλασσαν ὑπηρεσία εἶναι συμ-
498πλήρωσις τῆς μορφώσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ Πο-
499λιτεία θέλει νὰ ἔχῃ ὡς ἄριστα μεμορφωμένον διὰ τὸν προορι-
500σμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει καλέσει αὐτόν. Ἀλλὰ μανθάνω μετ’
501ἀπορίας, ὅτι πολλοὶ ἀξιωματικοὶ, πρὸ πολλῶν ἐτῶν προβι-
502βασθέντες εἴς τινα βαθμὸν, δὲν ἐκλήθησαν παρὰ τοῦ Ὑπουρ-
503γοῦ τῶν Ναυτικῶν νὰ τελέσωσι τὴν θαλάσσιον λεγομένην ὑπη-
504ρεσίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐλπίζω ὅτι εἰς τοῦτο
505δὲν δύναται νὰ ἀντιτάξῃ ἐναντίαν τινὰ διάταξιν τῆς ἡμετέ-
506ρας νομοθεσίας, ἢ ἄλλον τινὰ λόγον ἰσχυρὸν, διότι πρόκει-
507ται περὶ ζητήματος οἱονεὶ δημοσίας τάξεως, καὶ ὁ νόμος
508πρέπει νὰ ἐκτελῆται.
509§24Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν
510μοὶ ἀναφέρετε, παρακαλῶ, μερικὰ ὀνόματα τοιούτων ἀξιωμα-
511τικῶν, ἵνα μελετήσω τὸ ζήτημα;
512§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τί τὰ ὀνόματα; Δύνα-
513μαι ἐν τούτοις (διότι ἔχω τὴν «Ἐπετηρίδα» ἐκεῖ, εἰς τὸ γρα-
514φεῖον τῆς θέσεώς μου) δύναμαι νὰ σᾶς δώσω μετὰ ταῦτα τὰ
515ὀνόματα. Παραδέχεσθε ὅτι ἐν ἑκάστῳ βαθμῷ πρέπει ἕκαστος
516ἀξιωματικὸς νὰ καλῆται ὑποχρεωτικῶς, ἵνα ὑπηρετῇ ἐν πλοίῳ
517τὸν χρόνον τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας του; Ὑπάρχει δέ τις
518λόγος, δι’ ὃν ἀξιωματικός τις, καὶ αἰτῶν εἴτε προφορικῶς εἴτε
519ἐγγράφως παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ κληθῇ εἰς τὴν θαλάσσιον
520ὑπηρεσίαν, νὰ μὴ καλῆται; Ὑπάρχει, ὡς γνωρίζετε, (διότι,
521ὅσον καὶ ἂν δὲν ἦσθε εἰδικὸς, βεβαίως ὅμως ἠσχολήθητε κατὰ
522τὸ διάστημα τῆς ὑπουργίας σας εἰς τὰ τοιαῦτα, καὶ τὰ γνω-
523ρίζετε,) ὑπάρχει διάταγμα βασιλικὸν, ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1867
524ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Σαχτούρη, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι
525«οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ θέλουσι τοῦ λοιποῦ
526ὑπηρετεῖ κατὰ θάλασσαν ἐκ περιτροπῆς, ἡ δὲ θαλάσσιος αὕ-
527τη ὑπηρεσία δὲν θέλει ὑπερβαίνει τὰ δύο ἔτη.» Ὁ αὐτὸς δὲ
528Ὑπουργὸς, ὡσεὶ φοβούμενος μὴ εἴτε αὐτὸς ὁ ἴδιος εἴτε ἄλ-
529λος τις Ὑπουργὸς παραλίπῃ τὸ καθῆκον τοῦτο, τὴν ὑποχρέω-
530σιν ταύτην τῆς προσκλήσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ εἰς τὴν θα-
531λάσσιον ὑπηρεσίαν, ἐξέδωκε διαταγὴν, τῇ 20 Ἰανουαρίου
5321868, ἐν τῇ ὁποίᾳ λέγει:
533«Πρὸς ἐκτέλεσιν δ’ αὐτοῦ (τοῦ εἰρημένου Β. Διατάγμα-
534τος) καὶ ἵνα τοῦ λοιποῦ προληφθῶσι τὰ ἐκ τῆς μὴ ἐφαρ-
535μογῆς αὐτοῦ ἐνδεχόμενα παράπονα, συνιστᾶται ἐν τῷ
536»Ὑπουργείῳ, οὗ προϊστάμεθα, βίβλος, ἐν ᾗ θέλουσιν ἐγγρά-
537»φεσθαι ἐκεῖνοι τῶν ἀξιωματικῶν, ὅσοι, μὴ τελέσαντες τὴν
538»διετῆ θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, ἐπιθυμοῦσι νὰ ὑπηρετήσωσι
539»κατὰ θάλασσαν· ἐν τῇ βίβλῳ δὲ ταύτῃ θέλει σημειωθῆ ἐν
540»οἰκείῳ τόπῳ καὶ ἡ περὶ τούτου αἴτησις αὐτῶν, ὅπως ἐν δέ-
541»οντι ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐνεργηθῇ.
542«Καλοῦμεν ὅθεν τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικοὺς νὰ ὑπο-
543»βάλωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἀνωτέρω αἴτησιν ἐντὸς
544»ἑβδομάδος ἀπὸ τῆς λήψεως τῆς παρούσης...» κλπ.
545Ἂν δ’ ἔχωμεν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ὁλό-
546κληρον τὸ χρονικὸν διάστημα, καὶ διπλάσιον καὶ τριπλάσιον
547τούτου, τῆς διετίας δηλαδή, ἔχομεν καὶ ἀξιωματικοὺς ἀναμέ-
548νοντας ἐπὶ ἕν, δύο, τρία ἔτη, αἰτοῦντας τὴν θαλάσσιον ὑπη-
549ρεσίαν των, ἀλλὰ μὴ καλουμένους εἰς αὐτὴν παρ’ ὑμῶν.
550Καὶ τοῦτο συνέβη καὶ παρ’ ἄλλων Ὑπουργῶν, οὐδὲ ἐννοῶ
551νὰ αἰτιαθῶ μόνον ὑμᾶς ἐπὶ τούτῳ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οὕτω προσ-
552βάλλεται νόμος, λαμβάνων τὴν ἀφορμὴν ἐκ τῆς γενομένης
553συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νόμου ΨΒʹ, ποιοῦμαι πρὸς ὑμᾶς τὴν
554σύστασιν ταύτην, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐξετάσητε, — δύναμαι νὰ
555σᾶς δώσω καὶ ὀνόματα — ἂν ὑπάρχουν ἀξιωματικοί, μὴ κα-
556λούμενοι εἰς τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, διότι οὕτω δύναται
557νὰ προσγένηται καὶ ἀδίκημα εἰς αὐτούς, διότι δύνανται νὰ
558ἀποκλεισθῶσι τοῦ δικαιώματος τοῦ προβιβασμοῦ, ὀψέποτε
559ἤθελε παρουσιασθῆ θέσις ἢ ἀποκτήσωσι τὰ λοιπὰ προσόντα.
560§26Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔλεγον εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν,
561ὅτι ὁ Ἕλλην ἕνα ἔχει ἐχθρόν, τὴν Κυβέρνησίν του· ἀπὸ τοῦ
562γεωργοῦ μέχρι τοῦ τραπεζίτου, ἀπὸ τοῦ ἐμπόρου καὶ τοῦ
563βιομηχάνου μέχρι τοῦ ναυτιλλομένου, ἕνα ἔχει ἐχθρόν, τὴν κεν-
564τρικὴν ἐξουσίαν. Ἡ κεντρικὴ ἐξουσία εἶναι ὁ κακὸς δαίμων
565τοῦ τόπου τούτου, τὰ πάντα καταστρέφει, τὰ πάντα ἀπειλεῖ.
566Ἀλλὰ δὲν ὑπέθετον, ὅτι ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ μέχρι τοῦ
567βαθμοῦ, μέχρις ἐπιθυμίας τοῦ νὰ στειρεύσῃ καὶ τὴν σπου-
568δαιοτέραν τῶν πηγῶν, διὰ τῶν ὁποίων συνετελέσθησαν καὶ
569μεγαλείτερα ἐθνωφελῆ καὶ κοινωφελῆ ἔργα, τὴν γενναιοδω-
570ρίαν τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων. Τίς ἐξ ὑμῶν, κύριοι Βουλευ-
571ταί, ἀγνοεῖ, ὅτι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασι-
572λείου μέχρι σήμερον ὅ,τι ἔχει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐπιδείξῃ ὡραῖον,
573χρήσιμον καὶ ἐπωφελές, τὸ ὀφείλει κατὰ πλεῖστον εἰς τὴν
574γενναιοδωρίαν τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων; Διότι ὁ Ἕλλην
575ἀπομακρύνεται ἐκ τῆς ἑστίας του, ἀλλὰ ἀπομακρύνεται μὲ
576τὸν ἱερὸν πόθον, ἵνα ἐπανέλθῃ, ἀποστέλλων καὶ πρὶν ἢ
577ἐπανέλθῃ χρήματα πρὸς κατασκευὴν κτιρίων καὶ ἄλλων ἐθνω-
578φελῶν ἔργων, οὐχὶ δὲ σπανίως διαθέτει τὸ πλεῖστον ἢ τὸ
579ὅλον τῆς περιουσίας του ὑπὲρ ἐθνικῶν σκοπῶν. Οἱ ἐν τῷ
580ἐξωτερικῷ εὑρισκόμενοι Ἕλληνες δὲν ἔχουσι περισσότερον πα-
581τριωτισμὸν ἡμῶν τῶν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι εὑρισκομένων,
582ἀλλ’ ἡ ἀπόστασις, ἡ νοσταλγία πολλάκις ἐπαυξάνει εἰς ἐκεί-
583νους τὰς ἐντυπώσεις τοῦ πατριωτισμοῦ, καὶ φαντάζονται τὴν
584Ἑλλάδα μεγάλην, φαντάζονται αὐτὴν δυναμένην νὰ φθάσῃ
585εἰς τὸ ἐμπρέπον σημεῖον, ὡς ναυτικὴ δύναμις ἐν τῇ Μεσο-
586γείῳ.
587Ὑπῆρχεν ἐν Αἰγύπτῳ ἔντιμος ἔμπορος, ὅστις διὰ τοῦ
588ἱδρῶτός του καθ’ ὅλον τὸν βίον αὐτοῦ συνεκέντρωσε περιου-
589σίαν οὐκ εὐκαταφρόνητον, καὶ ἐμελέτησε κατὰ τίνα τρόπον
590δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸν θησαυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἐσκέφθη
591ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἄνευ στόλου εἶναι ἐντελῶς ἀνίσχυρος, δὲν δύ-
592ναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ζῶσα, καὶ ἐμελέτησεν, ὅτι πρὸ παντὸς
593ἔχει ἀνάγκην Ναυτικῆς Σχολῆς. Ἕνεκα βεβαίως λόγων
594πολλῶν, ἀνερχομένων εἰς πολλὰς δεκαετηρίδας, μὴ βαρυνόν-
595των μόνον τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐδόθη ἐγκαίρως ἡ
596προσήκουσα προσοχὴ καὶ δὲν κατεβλήθη ἡ δέουσα ἐπιμέλεια
597πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων· διὰ τοῦτο
598καὶ ἀτυχῶς δὲν κατεσκευάσθη Ναυτικὴ Σχολή, καὶ—τὸ χεί-
599ριστον—δὲν ἐναυπηγήθη μέχρι τοῦδε ἐκπαιδευτικὸν πλοῖον.
600Καὶ τὴν μὲν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ πλοίου ἐξεπλή-
601ρου, ὡς μὲ ἐπληροφόρησε συνάδελφος, ἄλλοτε ἱστιοφόρον, ὀνο-
602μαζόμενον «Ἀριάδνη», βραδύτερον δ’ ἕτερα, ὁ «Ἄρης» καὶ ἡ
603«Ἑλλάς», ἀλλὰ πάντα ταῦτα διατελοῦσιν εἰς ἀποστρατείαν,
604ἕνεκα τῆς μακρᾶς των ἡλικίας, ἤδη δὲ ἐκτελεῖ τὴν ὑπηρε-
605σίαν ταύτην ὁ «Ἀλφειός», πλοῖον μὴ ναυπηγηθὲν ἐπὶ τούτῳ,
606δι’ ὃ καὶ ἀκατάλληλον. Καὶ ἤδη ὁμιλοῦμεν περὶ ναυτικῶν
607παρασκευῶν, ὁμιλοῦμεν περὶ δράσεως, καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς
608ταύτης οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια περὶ κατασκευῆς ἐκπαιδευ-
609τικοῦ πλοίου, ἐὰν δὲ καλῶς ἐνθυμοῦμαι, δὲν ἤκουσα κἄν τὸν
610κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς τὴν παρήγο-
611ρον ἐλπίδα, ὅτι ἐπασχολεῖ αὐτὸν τοιαύτη σκέψις! Μόνον ἐν
612ἐκθέσει ἑνὸς μέλους τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐμε-
613λέτησε τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια, τοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς
614συναδέλφου κ. Παπαμιχαλοπούλου, εὗρον ὀλίγας γραμμάς, ἐν
615ταῖς ὁποίαις ὑποδεικνύεται ἡ τοιαύτη ἀνάγκη, ἀλλὰ, ἐπανα-
616λαμβάνω, οὐδεμίαν κυβερνητικὴν μέριμναν βλέπω περὶ τού-
617του, οὔτε περὶ πλοίου, οὔτε περὶ κτιρίου Ναυτικῆς Σχολῆς.
618Ἀλλὰ γενναῖος δωρητὴς Ἕλλην, εὑρισκόμενος ἐν Τάντᾳ, ὀνο-
619μαζόμενος Πανταζῆς Βασάνης, καταγόμενος δ’ ἐκ Πορτα-
620ριᾶς τοῦ Πηλίου, ἐν ᾧ ἠσχολεῖτο περὶ τὸ ἐμπόριόν του, ἐσκέ-
621πτετο ταὐτοχρόνως νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ τὸ πρὸς τὴν πατρίδα
622καθῆκόν του, συνέταξε δὲ πρὸς τοῦτο τὴν διαθήκην του,
623καθ’ ὅλα τακτικὴν, φέρουσαν χρονολογίαν τῆς 21 Ἀπριλίου
6241890. Μετὰ ἓν καὶ ἥμισυ περίπου ἔτος, ἤτοι εἰς τὰς ἀρχὰς
625τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1892, ἀπεβίωσεν. Ἐκ τῆς δημοσιευθεί-
626σης διαθήκης του ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ Πανταζῆς Βασάνης
627ἐγκατέστησε κληρονόμον του τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ Ἰωάννην
628Βασάνην, εἰς ὃν παρήγγειλε τὴν ἐκτέλεσιν ὡρισμένων κλη-
629ροδοτημάτων, μετὰ τὴν διάταξιν τῶν ὁποίων προσεπιλέγει
630τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Τὴν μετὰ ταῦτα περιουσίαν
631»μου—δηλαδὴ μετὰ τὴν κληροδότησιν τοῖς ὑπαλλήλοις μου
632»καὶ ὑπηρέταις—διαιρῶ εἰς ἑκατοστὰ καὶ κληροδοτῶ ὡς
633»ἕπεται»,—προσέξατε, κύριοι Βουλευταὶ, προσέξατε, διότι
634ἀκριβῶς ἐκ τῶν λέξεων τούτων θέλετε δικάσει ὅλας ἐκείνας
635τὰς Κυβερνήσεις, αἵτινες ὑπέπεσαν εἰς βαρέα ἁμαρτήματα
636κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς διαθήκης,— «αʹ) 60 ἑκατοστὰ
637»κληροδοτῶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ
638»κτίσῃ αὕτη Ναυτικὴν Σχολὴν ἐν Πειραιεῖ, ἡ ὁποία δὲν
639»πρέπει νὰ στοιχίζῃ πλέον τῶν 500,000 φράγκων εἰς χρυ-
640»σόν, ἤτοι δραχμῶν νέων εἰς χρυσὸν, τὰ δὲ ἐπίλοιπα νὰ
641»καταθέσῃ ἔντοκα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ διὰ τῶν
642»τόκων αὐτῶν νὰ πέμπωνται εἰς Εὐρώπην καὶ Ἀμερικὴν τι-
643»νὲς ἐκ τῶν ἱκανωτέρων καὶ ἐπιμελεστέρων τελειοφοίτων τῆς
644»Ναυτικῆς Σχολῆς, μετὰ αὐστηρὰς καὶ ἀμερολήπτους ἐξε-
645»τάσεις, ὅπως οὗτοι τελειοποιῶνται ἐκεῖ εἰς τὰ ναυτικὰ ἢ
646»εἰς τὴν μηχανικήν.»
647Καὶ ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, κατ’ ἐπα-
648νάληψιν λέγοντος, ὅτι στερούμεθα μηχανικῶν, ἐνῷ ὤφειλε νὰ
649γνωρίζῃ, πρὶν ἢ λεχθῇ τοιοῦτόν τι ἐντεῦθεν, ὅτι, ἐὰν ἐστερού-
650μεθα καλῶν μηχανικῶν, ὑπῆρχε κεφάλαιον πρὸς τοῦτο.
651Ὥρισε δὲ ἐκτελεστὰς τῆς διαθήκης του ὁ μακαρίτης συμ-
652πατριώτης μου τοὺς κ. κ. Δημήτριον Σπυρίδην, ἔμπορον ἐν
653Βόλῳ, Ἰωάννην Ἀθανασάκην, δικηγόρον ἐν Καΐρῳ, καὶ
654Σταμάτιον Κωνσταντινίδην, ἰατρὸν ἐν Τάντᾳ.
655Ἡ πρώτη σκέψις τῆς ἐπισήμου Ἑλλάδος, τῆς κακοποιοῦ
656ταύτης δυνάμεως τῆς χώρας,—καὶ λυποῦμαι οὕτω χαρακτη-
657ρίζων αὐτὴν—ἦτο, πῶς νὰ λάβῃ τὸ χρῆμα, καὶ πρὸ παντὸς
658προσεπάθησε νὰ ἐκτοπίσῃ (déplacer) τὸν κληρονόμον, ὅστις
659κατ’ ἀρχὰς ἐμαρτύρησε, τὸ δὴ λεγόμενον, μετὰ τῶν ὑπαλλή-
660λων, διότι ἡ Κυβέρνησις ἠξίου νὰ λάβῃ κατὰ τὸ στάδιον τῆς
661ἐκκαθαρίσεως τὴν θέσιν κληρονόμου, ἐνῷ ἦτο κληροδόχος, καὶ
662τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου ἦσαν ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ
663Ἀστικῷ νόμῳ, ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ, αὐθαιρέτως ὅμως
664παρεμέρισεν, ἐξετόπισε καὶ τὸν κληρονόμον καὶ τοὺς ἐκτελε-
665στάς, καὶ ἤρξατο ἡ Κυβέρνησις συγκεντρόνουσα τὸ χρῆμα.
666Ἐπῆλθε τέλος συνεννόησις μετὰ τοῦ κληρονόμου, ὡρίσθη ὁ
667ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅστις καὶ μετὰ
668τοῦ κληρονόμου προέβη ὁμαλῶς καὶ τακτικῶς εἰς τὴν ἐκκα-
669θάρισιν. Ἐξεδόθη ὁ νόμος ͵ΒΡΙΖʹ τῆς 28 Δεκεμβρίου 1892,
670καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ νόμου ἐξεδόθη τὸ ἀπὸ 2 Ἰουλίου
6711893 Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐκανόνισε τὸν τρόπον τῆς
672ἐκποιήσεως τῶν κινητῶν καὶ τῶν ἀκινήτων τῶν ἐν τῇ ἀλλο-
673δαπῇ περιουσιῶν, προερχομένων ἐκ κληρονομιῶν.
674Ἐμανθάνομεν, ὅτι εἰσήρχοντο χρήματα εἰς τὸ δημόσιον
675ταμεῖον, καὶ εἰσήρχοντο εἰς χρυσὸν, ἀλλ’ οὐδὲ σημεῖον περὶ
676Ναυτικῆς Σχολῆς, οὐδὲ σημεῖον περὶ ἀποστολῆς ὑποτρόφων!
677Ἐὰν δὲ πάντες οἱ Ἕλληνες μετὰ τοῦ αὐτοῦ ὤφειλον ἐνδια-
678φέροντος νὰ παρακολουθῶσι τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλ’ οἱ συμπατριῶ-
679ται τοῦ δωρητοῦ, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς πατρίδος του, εἶχον
680καὶ ἓν πρόσθετον καθῆκον, νὰ ἀντιπροσωπεύσωσιν ἐκεῖνον εἰς
681τὴν ὑποστήριξιν τῶν δικαιωμάτων του, εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς
682τελευταίας του ἱερᾶς θελήσεως.
683Ἀνέμενον πληροφορίας θετικὰς, διὰ νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ
684ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου, ὅτε ἡμέραν τινὰ ὁ ἐκ Μεσο-
685λογγίου κ. συνάδελφος, λαβὼν ἀφορμὴν ἐξ ἄλλης ἐπερωτή-
686σεως τοῦ ἐκ Βόλου συναδέλφου κ. Σχινᾶ, ἠρώτησε περὶ τοῦ
687κληροδοτήματος τούτου· ἔσπευσα τότε νὰ συμμετάσχω εἰς τὴν
688συζήτησιν καὶ νὰ καταθέσω ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου,
689τῇ 15 Φεβρουαρίου 1895, ἡ δὲ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ.
690Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν δὲν ἠμέλησε νὰ καταθέσῃ πληρο-
691φορίας, ὅσας ἠδυνήθη. Θέλομεν ἐξετάσει, ἐὰν ἦναι ἐπαρκεῖς καὶ
692ἀκριβεῖς. Ἔχετε καὶ ταύτας ὑπ’ ὄψιν σας, τυπωθείσας τῇ
693προτάσει μου.
694Παρετηρήσατε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι εἰς τὴν δευτέραν
695ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, θέλετε εὕρει
696προϋπολογιζόμενον τὸ ποσὸν, τὸ προερχόμενον ἐκ τοῦ κληρο-
697δοτήματος τούτου καὶ προοριζόμενον πρὸς τοὺς δύο ἐκτεθέν-
698τας σκοποὺς, ἐξ 1,200,000 φράγκων χρυσῶν, ἀντιστοιχούν-
699των εἰς δύο περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν.
700§27Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δύο
701ἑκατομμύρια φράγκων.
702§28Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. 1,200,000 φράγκα χρυσᾶ ὑπολογίζε-
703ται τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ κληροδοτήματος.
704§29Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ὅλη περιουσία 2,000,000.
705§30Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ὅλης περιουσίας,
706ὁμιλῶ περὶ τῆς πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἐγκαταλειφθείσης
707περιουσίας, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 2 περίπου ἑκατομμύρια δραχ-
708μῶν χαρτίνων.
709Ἐλησμόνησα νὰ προσθέσω, ὅτι ὁ γενναῖος οὗτος δωρητὴς δὲν
710ἐλησμόνησε καὶ τὴν πατρῴαν αὐτοῦ χώραν, διότι ἀφῆκε 10
711ἑκατοστὰ πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ μεταξὺ Βόλου καὶ Πορταριᾶς,
712ἥτις καὶ αὕτη εὗρε πολλὰ προσκόμματα, ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν ἦτο
713πλέον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀλλὰ τὸ Κοινοτικὸν Συμβού-
714λιον, ὅπερ ἐμερίμνησε δραστηριώτερον, τῇ παροτρύνσει καὶ τοῦ
715κληρονόμου κ. Ἰωάννου Βασάνη, καὶ ἐπὶ τέλους ἤρξατο ἡ
716κατασκευὴ, ἐλπίζεται δὲ, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν θὰ περα-
717τωθῇ ἡ τόσῳ χρήσιμος ὁδὸς αὕτη.
718Πρόκειται λοιπὸν περὶ κληροδοτήματος δύο ἑκατομμυρίων,
719καὶ ἐὰν ἡ Ἑλλὰς λίαν εὐγνωμόνως, ἀλλὰ καὶ λίαν δικαίως,
720προσήνεγκε τὸν ἁρμόζοντα ἔπαινον εἰς ἄλλον δωρητὴν ἐξ
721Αἰγύπτου, τὸν κ. Γεώργιον Ἀβέρωφ, ὁ ὁποῖος συνετέλεσεν εἰς
722τὴν τέλεσιν τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ
723παροραθῇ καὶ ὁ Πανταζῆς Βασάνης, ὁ ὁποῖος προσήνεγκεν
724ἐπίσης ἕτερα δύο ἑκατομμύρια πρὸς σκοπὸν ἐξ ἴσου ἱερὸν καὶ
725ἠθικόν. Ἤθελεν εἶσθαι ἄγνωστος ἐντελῶς, ἐὰν μὴ ὑπῆρχεν ἡ
726ἐλευθερία τοῦ βήματος, καὶ ἂν μὴ ὑπῆρχον ἀντιπρόσωποι,
727ὅπως φέρωσιν ἐνώπιόν σας τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἤθελον ὁριστικῶς
728ἐξατμισθῆ τὰ δύο ἑκατομμύρια πρὸς διορισμὸν θεσιθηρῶν,
729παρασίτων, καταβροχθιζόντων ἀσπλάγχνως καὶ αὐτὸ τὸ
730ἱερὸν χρῆμα.
731Ἀλλὰ φέρε ἐξετάσωμεν, ποῦ εὑρίσκεται ἡ ἐκκαθάρισις; τί
732κατετέθη, ποῦ εὑρίσκεται, εἰς τί ἐχρησίμευσε καὶ ποία ἡ τύχη
733αὐτοῦ;
734Ἐν τῇ τρίτῃ ἀπαντήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν
735θέλετε εὕρει ῥητῶς καὶ σαφῶς, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε ἐκ τοῦ
736εἰρημένου κληροδοτήματος ληφθέντα καὶ κατατεθέντα εἰς τὸ
737Κεντρικὸν Ταμεῖον κατὰ διαφόρους ἐποχὰς χρήματα ἀνέρχον-
738ται εἰς τὰ ἑξῆς ποσά. Πρώτη δόσις, ἡ κατατεθεῖσα κατὰ
739Ἰούνιον τοῦ 1892, ἐκ φρ. χρ. 207,784,—σᾶς χαρίζω τὰ
740ἑκατοστά.—Δευτέρα δόσις 127,000, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐν
741ὅλῳ ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου 1892 μέχρι τῆς 15 Μαΐου 1894,—
742κρατήσατε δὲ τὰς χρονολογίας, αἱ ὁποῖαι θέλουσι χρησιμεύ-
743σει,—τὸ ποσὸν ἀνῆλθεν εἰς φρ. χρ. 745,263, ἅτινα κατὰ
744τὴν σημερινὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ ὑπολογίζονται εἰς
7451,200,000 περίπου δραχμάς. Τί ἔγεινεν αὐτὸ τὸ χρῆμα;
746Σᾶς ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μετὰ πολλῆς
747εἰλικρινείας, ἀλλὰ καὶ ὑπερβολικῆς ἀφελείας, ἡ ὁποία
748ὅμως μέχρι τῆς ἀναῤῥήσεως τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως πί-
749πτει εἰς ἄλλους, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐντεῦθεν
750πίπτει ὁλόκληρος ἐπὶ τὰς κεφαλὰς τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν
751(ἀναγινώσκει): «Ὁλόκληρον τὸ ἀνωτέρω ποσὸν διετέθη
752παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰς διαφόρους κατὰ
753καιροὺς παρουσιασθείσας δημοσίας ἀνάγκας». «Εἰς δια-
754φόρους»! Μάλιστα ἡ φράσις εἶναι δι’ ἀραιῶν στοιχείων. «Ἐκ
755τοῦ ἀνωτέρου ποσοῦ,—ἐξακολουθεῖ τὸ σημείωμα—ὁλοκλήρου
756ὄντος εἰς χρυσὸν, κατελογίσθη μόνον εἰς τὴν πρώτην δόσιν τῶν
757207,784 νομισματικὴ διαφορὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια
758ἐκ δραχμῶν 90,268.90.»
759Ἐδαπανήθη λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ χρῆμα αὐτὸ τοῦ
760μακαρίτου Πανταζῆ Βασάνη εἰς διαφόρους κατὰ καιροὺς
761παρουσιασθείσας δημοσίας ἀνάγκας παρὰ τῆς προκατό-
762χου Κυβερνήσεως, ὡς μᾶς πληροφορεῖ ξηρῶς καὶ ἄνευ σχο-
763λίου τινὸς αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἐὰν ἐδαπανήθη
764—καὶ κακῶς ἐδαπανήθη—παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, θὰ
765ἐξετάσωμεν, διατὶ καὶ ὑπὸ τῆς νῦν δὲν εἰσήχθη εἰς τὸ τα-
766μεῖον;
767Ἐξακολουθῶ ὅμως σχολιάζων τὰς ἀπαντήσεις τοῦ κ.
768Ὑπουργοῦ. Ἐδῶ φαίνεται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν
769μαχόμενον ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων του ἀπὸ τοῦ ἔτους 1894,
770ἀλλὰ μαχόμενον ἀσκόπως καὶ ματαίως, κατὰ τίνος; κατὰ
771τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον καθ’ ὅλας αὐτὰς
772τὰς ἐποχὰς διηυθύνετο καὶ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργι-
773κοῦ Συμβουλίου τῆς πρώην καὶ νῦν Κυβερνήσεως. Διότι λέ-
774γει ἡ πέμπτη ἀπάντησις (ἀναγινώσκει): «Διὰ τὰ ἀνωτέρω
775ποσὰ, τὰ κατατεθέντα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ τὰς
776προεκτεθείσας ἐποχὰς, δὲν ἐλογίσθη εἰσέτι τόκος, καίτοι τὸ
777Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10225 ἀπὸ
77828 Μαΐου 1894 ἐγγράφου του πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
779ᾐτήσατο τὴν μετατροπὴν εἰς τραπεζογραμμάτια τῶν κατα-
780τεθέντων ποσῶν εἰς χρυσὸν καὶ τὴν ἔκδοσιν χρηματικοῦ γραμ-
781ματίου εἰς πίστωσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τῷ
782νομίμῳ τόκῳ.»
783Ἐξακολουθῶ. Ἡ ἕκτη καὶ τελευταία ἀπάντησις τοῦ κ.
784Ὑπουργοῦ εἶναι ἡ ἀκόλουθος (ἀναγινώσκει): «Ἡ παρὰ τῷ
785Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ὑπηρεσία τῶν φάρων καὶ δημο-
786σίων ναυτικῶν κτιρίων ἔχει ἤδη συγκεντρώσει διαφόρους με-
787λέτας πρὸς ἀνέγερσιν τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, μεταξὺ τῶν
788ὁποίων καὶ τὴν ὑπὸ τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Βασιλόπαιδος Γεωρ-
789γίου καταρτισθεῖσαν, ἥτις φαίνεται καὶ ἡ μᾶλλον ἁρμόζουσα
790πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς Σχολῆς καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ δια-
791θέτου, καὶ ὅτι ἀναμένεται ἡ τακτοποίησις τοῦ περὶ οὗ πρό-
792κειται κληροδοτήματος, καὶ ἰδίᾳ ἡ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουρ-
793γείου τῶν Οἰκονομικῶν δήλωσις, ὅτι τὸ ἀνωτέρω ποσὸν δύ-
794ναται νὰ τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν
795Ὑπουργείου, πρὸς ἕναρξιν τῆς κατασκευῆς τοῦ κτιρίου τούτου.
796Ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ τὸ
797σημείωμα, καὶ ἠδύνατο καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
798νὰ τὸ ἐγκρίνῃ, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ἔπρεπε νὰ δώσῃ καὶ πλείο-
799νας ἐξηγήσεις, ἐκτὸς ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ καταδικάσωσιν ἑαυ-
800τοὺς διὰ τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις
801αὕτη.
802Εὐθὺς μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ σημειώματος ἐκτὸς ἐμοῦ
803καὶ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος, ὁ κ. Τοπάλης, ἂν μὴ
804ἀπατῶμαι, ἔφερε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, κατόπιν
805δὲ καὶ ὁ κ. Σχινᾶς, πάντες δὲ ἐζητήσαμεν τὴν τακτοποίη-
806σιν τουλάχιστον, ἔστω καὶ ἀργὰ, τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ Βα-
807σανείου κληροδοτήματος. Ταῦτα ἐγένοντο τὴν 12 Μαρτίου
8081896, τὴν δ’ ἐπιοῦσαν ἐπανῆλθε καὶ αὖθις τὸ ζήτημα·
809νομίζω, ὅτι ἦτο ἡ τελευταία ἢ προτελευταία συνεδρίασις τῆς
810δευτέρας Βουλευτικῆς συνόδου. Ὁ δὲ ἀξιότιμος συνάδελφος
811κ. Σχινᾶς κατέθηκε καὶ ἔγγραφον περὶ τούτου σύστασιν.
812Ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ῥητῶς προειδοποίησα τὸν κ. Πρόεδρον
813τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ μὴ παραλίπῃ τήν τε τακτο-
814ποίησιν καὶ τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτης εἰς τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως,
815διότι εὐτυχῶς ἢ ἀτυχῶς δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ
816ἠδύναντο νὰ λησμονήσωσι ζήτημα οὕτω σπουδαῖον. Ἀλλὰ ὁ
817κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε πολλὰ περὶ πολλῶν ἄλλων, μᾶς
818εἶπε τὴν κατάστασιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὡς τὴν ἀντιλαμβά-
819νεται, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ διεκδικῶμεν τὴν ἡγε-
820μονίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ τόσα ἄλλα περὶ τῆς κακομοι-
821ριᾶς μας, ὡς τὴν νομίζει, τὴν ὁποίαν προσεπάθησε νὰ παρα-
822στήσῃ ἔτι μεγαλειτέραν, ἀλλὰ περὶ τοῦ Βασανείου κληροδο-
823τήματος τίποτε. Πιθανὸν νὰ ἐτακτοποιήθη ὁ λογαριασμὸς,
824ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπιτρέπεται
825εἰς ἐμὲ νὰ παραδέχωμαι, ὅτι δὲν ἐτακτοποιήθη. Πρὸ τούτου
826ὅμως ἔχω ἀνάγκην νὰ φέρω μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ
827τοῦ κατατεθέντος. Ἐσημειώθη ποσὸν 745,263 φράγκων.
828Κατὰ τὰς πληροφορίας μου ὅμως, ὁ ἀριθμὸς δὲν εἶναι ἀκρι-
829βὴς, ἐὰν δὲ ἀποδειχθῇ ἀκριβὴς, τότε ἀποδεικνύεται ὀλιγω-
830ρία ἀσύγγνωστος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Δὲν εἶναι ἀκρι-
831βὴς, διότι κατὰ τὸ ἔτος 1895 ἐγένετο ἐκποίησις πολυτί-
832μων λίθων καὶ ἄλλων πολυτίμων ἀντικειμένων, ἐνεχύρων καὶ
833ἀκινήτων, καὶ βεβαίως αὐτὸ τὸ ποσὸν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἤδη
834κατατεθῆ. Ἢ κατατέθη καὶ ἡ ὑπηρεσία δὲν ἔλαβεν ἀκρι-
835βεῖς πληροφορίας, ἢ ἐὰν δὲν ἔφθασεν ἔτι μέχρι τοῦ δημοσίου
836ταμείου, ὀλιγωρία μεγάλη βεβαιοῦται. Παρεκάλεσα δὲ ἐν
837καιρῷ τῷ δέοντι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν ὁποῖον ἀπὸ χθὲς
838εἰδοποίησα σκοπίμως, διότι δὲν ἠθέλησα νὰ συζητήσω τοι-
839αύτην ὑπόθεσιν ἐξ ἐφόδου, νὰ λάβῃ αὐτὰς τὰς σπουδαίας
840πληροφορίας, διότι δυοῖν θάτερον· ἢ ὑπάρχει ποσὸν πλειότε-
841ρον, καὶ τότε διατὶ δὲν ἐβεβαιώθη; ἢ δὲν ὑπάρχει, καὶ τότε
842διατὶ δὲν κατετέθη;
843Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὰ χάλια, Κύριοι, τῆς Ἑλληνικῆς
844Διοικήσεως ἐπὶ τοιούτων θεμάτων ὑψηλῶν. Ἡ Κυβέρνησις
845εὗρεν ἐν τῇ μὴ προσβληθείσῃ διαθήκῃ μίαν τελευταίαν θέ-
846λησιν, ἱερὰν, ἡ ὁποία διατάσσει, ἀπὸ τὴν περιουσίαν τὸ πο-
847σὸν 500,000 φράγκων χρυσῶν νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ νὰ
848κτισθῇ Ναυτικὴ Σχολὴ ἐν Πειραιεῖ, τὸ δὲ ὑπόλοιπον νὰ
849κατατεθῇ εἰς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν καὶ νὰ χρησιμεύσῃ, ὅπως
850ἐκ τῶν τόκων αὐτοῦ ἀποστέλλωνται εἰς Εὐρώπην ἢ εἰς Ἀμε-
851ρικὴν οἱ σπουδασταὶ τῆς Σχολῆς ταύτης. Συνεπληρώθησαν
852αἱ 500,000 φράγκων χρυσῶν ἀπὸ τοῦ 1894. Ἐρωτῶ, τί ἐνηρ-
853γήθη περὶ Ναυτικῆς Σχολῆς; Οὐδὲν, πλὴν τῶν χαρτίνων
854σχεδίων, ἅτινα δὲν εἴδομεν! Ζητοῦμεν δικαστικὸν μέγαρον,
855μᾶς ἀπαντῶσι «δὲν ἔχομεν χρήματα». Ἀλλὰ ἰδοὺ, ὅτι διὰ
856τὴν Ναυτικὴν Σχολὴν ὑπάρχει τὸ χρῆμα, ἀλλ’ εἶσθε ἀνάξιοι
857νὰ κατασκευάσητε αὐτήν. Διατὶ δὲν ἐξεπαιδεύθησαν ἐκεῖνοι,
858οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐκ τῆς μεγαλοδωρίας τοῦ συμπατριώτου μας,
859ἐὰν ἀπεστέλλοντο εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, τίς οἶδεν, ὁποίαν χρη-
860σιμότητα ἤθελον παράσχει εἰς τὸ ἔθνος; Ἂς ἀπαντήσωσιν οἱ
861ὑπεύθυνοι. Ἀλλὰ διατὶ τὸ χρῆμα τοῦτο δὲν κατετέθη τοὐ-
862λάχιστον εἰς τὴν Τράπεζαν; Ἐὰν δὲν κατετέθη τὸ ὅλον,
863διατὶ δὲν κατετέθη τὸ ὑπόλοιπον, ἀπέναντι τῆς ῥητῆς δια-
864ταγῆς τοῦ διαθέτου; Δὲν τὰ κατέθεσεν ἡ πρώην Κυβέρνη-
865σις. Δὲν τὴν ἔχω παροῦσαν, διὰ νὰ τὴν ἐρωτήσω, διατὶ ἐν
866τῷ ζητήματι τούτῳ περιέπεσεν εἰς ὀλιγωρίαν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ
867τοὺς σημερινοὺς Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ 18 μῆνας εἶναι
868εἰς τὴν ἐξουσίαν, τί ἔπραξαν περὶ τούτου; τί ἔπραξαν, τοὐ-
869λάχιστον, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς δὲν δύνανται νὰ ἀρνηθῶσιν ὅτι ἔλα-
870βον δι’ ἡμῶν ἐπίσημον γνῶσιν περὶ τοῦ θέματος τούτου; Δὲν
871κατετέθη εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι
872δύνανται νὰ ὑπολογισθῶσιν οἱ τόκοι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως,
873καὶ πρέπει βεβαίως νὰ ὑπολογισθῶσιν, ἂν καὶ εἷς ἔγραψεν ἔν
874τινι ἐφημερίδι, ὅτι ἀπαιτεῖται νόμος εἰδικὸς περὶ τούτου,
875διότι εἶναι, λέγει, παρακαταθήκη καὶ δὲν ἐζητήθη τὸ χρῆμα.
876Καὶ παρὰ τίνος νὰ ζητηθῇ; Παρὰ τῆς σκιᾶς τοῦ μακαρίτου
877Βασάνη; Δὲν ἦτο ἀπαιτητὴ ἡ παρακαταθήκη; Ἢ ἐπειδὴ
878δὲν συνεπληρώθη τὸ ποσὸν τῶν 500,000 φράγκων, δὲν ἐπλη-
879ρώθη τόκος;
880Καὶ πρόκειται, Κύριοι, περὶ στερήσεως τόκων 1,200,000
881δραχμῶν. Ἀλλὰ μὴ ὑπελογίσθη τοὐλάχιστον ἡ νομισματικὴ
882διαφορά; οὔτε αὕτη δὲν ὑπελογίσθη, καίτοι κατὰ τὴν Βʹ
883Σύνοδον ἐλέχθη ὅτι θὰ ὑπολογισθῇ εἰς τὸ μέλλον. Ἡ πρώτη
884δόσις ἐγένετο ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου
885κ. Δεϊμέζη, ὅστις ὑπελόγισε τὴν διαφορὰν ἐκ δραχ. 90,000.
886Ἡ ἐνέργεια αὕτη ὑπέδειξεν ἐγκαίρως, τί ὤφειλον νὰ πράξωσιν
887οἱ μεταγενέστεροι Ὑπουργοί. Ἀλλὰ δὲν ἔπραξαν τίποτε, καὶ
888ἡ διαφορὰ τοῦ ὑπολοίπου εἶναι περίπου 385,000 δραχμαί.
889Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει, ὅτι μεριμνᾷ περὶ
890συντελέσεως τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκα-
891στικῆς κυκλοφορίας. Ἐὰν τὸ φράγκον τὸ εἶχε φέρει ἐκεῖ, ὅπου
892ἐλπίζει, τίς θὰ ἐζημιοῦτο; Ἀλλ’ ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταὶ,
893νομίζετε ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ὕβριν ταύτην
894πρὸς τὴν τελευταίαν καὶ ἱερὰν θέλησιν τοῦ διαθέτου, ὅστις
895διατάσσει τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ χρησιμο-
896ποιήσωσι τὰς οἰκονομίας του πρὸς κατασκευὴν τῆς Σχολῆς,
897ἐκεῖνα δ’ ἐδαπάνησαν τὸ χρῆμα αὐτὸ εἰς διαφόρους ἄλλας
898ἀνάγκας; Καὶ διατὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ὅταν εὗρε τὴν
899ἀνωμαλίαν ταύτην, δὲν ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ πληρώσῃ τὸ ἱε-
900ρὸν τοῦτο χρέος, καὶ νὰ καταθέσῃ τὴν παρακαταθήκην ταύ-
901την εἰς τὴν Τράπεζαν ἐντόκως; Καὶ ἡ πρᾶξις αὕτη δύναται
902νὰ χαρακτηρισθῇ ὑπεξαίρεσις, ἰδιοποίησις εἰς βαθμὸν κακουρ-
903γήματος. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ μένουσιν ἀτιμώρητα, διότι ἀπόλ-
904λυται ἡ εὐθύνη, εἴτε διὰ τῆς κομματικῆς ἀλληλοβοηθείας,
905εἴτε εἰς τὸ χάος τῶν πολλῶν ὑπευθύνων, καὶ οὐδὲν ἄλλο
906μένει ἢ ὁ ἔλεγχος οὗτος ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας
907καὶ τοῦ λαοῦ.
908§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία Κυβέρνησις τὰ ἐδαπάνησε;
909§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὰ ἐδαπάνησε, τὰ ὀφείλει.
910§33Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οἱ Κύριοι λέγουσι «δὲν τὰ ἐδαπάνη-
911σεν»· ἐγὼ εὑρίσκω ἐδῶ μίαν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ,
912ἡ ὁποία μοὶ λέγει, ὅτι «διετέθη παρὰ τῆς προκατόχου Κυ-
913βερνήσεως εἰς διαφόρους ἀνάγκας».
914§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὑπόθεσις
915εἶναι τοσοῦτον ἁπλῆ, τοσοῦτον σαφὴς, ὥστε μικρὰ μόνον ζη-
916μία εἶναι ὁ κόπος, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς λαμβάνετε, μεγίστην
917ὅμως διαπράττετε ζημίαν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, παρι-
918στῶντες τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος, ὡς ὑπεξαιροῦσαν τὰ
919πρὸς σκοποὺς εὐαγεῖς ἢ εὐεργετικοὺς προσφερόμενα χρήματα.
920Μόνον τὸ ἄγγελμα τοῦτο ἀρκεῖ νὰ ζημιώσῃ τὴν Ἑλλάδα
921καιρίως.
922§35Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ ἐρωτῶ, τί ἔγειναν τὰ χρήματα.
923§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα λέγετε,
924δὲν ἔχουσι βάσιν. Εἴτε τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη ἔλαβε τὰ χρή-
925ματα ταῦτα εἰς οἵαν δήποτε ἐποχὴν, εἴτε τὸ Ὑπουργεῖον Κων-
926σταντοπούλου, εἴτε τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη, εἴτε τὸ Ὑπουρ-
927γεῖον Σωτηροπούλου, τὰ χρήματα εὑρίσκονται ἐν τῷ δημοσίῳ
928ταμείῳ, καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον ὀφείλει νὰ ἀποδώσῃ αὐτὰ εἰς
929τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ φράγκον, καθ’ ὃν χρόνον εἰσή-
930χθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Καὶ ὅταν γείνῃ ἡ ἐκκαθάρισις
931τῶν λογαριασμῶν, βεβαίως πάντα ταῦτα θέλουσι γενῆ. Ὥστε
932ὅσα λέγετε εἶναι ματαιοπονία.
933§37Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔλεγον ὅτι ἐσπαταλήθησαν τὰ χρή-
934ματα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι ὀφείλονται· καὶ ὅτι
935ὀφείλονται, αὐτὸ φθάνει δι’ αὐτόν.
936§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴτε ἐν ἀναῤῥώσει εἶναι τὸ Κρά-
937τος, εἴτε ἐν νόσῳ, εἴτε ἐν ἀκμῇ, εἴτε ἐν πτωχεύσει, εἴτε ἐν
938κινδύνῳ, θέλει εἶσθαι πάντοτε εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ
939700 χιλιάδας φράγκων. Οὐδεὶς κίνδυνος ἀπειλεῖ τὴν περιου-
940σίαν τοῦ ἀειμνήστου Βασάνη.
941§39Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ.....
942§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐρωτήσητε,
943ἀλλὰ νὰ φωνάζητε ὅτι ἐξωδεύθησαν τὰ χρήματα, ὅτι ἐξητμί-
944σθη ἡ περιουσία, ὅτι δὲν ὑπάρχει, καὶ νὰ λέγητε ταῦτα περὶ
945Κυβερνήσεως τῆς πατρίδος σας!...
946§41Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρωθυπουργὲ, σᾶς παρακαλῶ,
947διὰ τοιούτων σχημάτων καὶ φωνῶν ἐγὼ δὲν μεταβάλλω γνώ-
948μην, ὅταν ἔχω πεποίθησιν περὶ τοῦ δικαίου. Ἔχω ἐνώπιόν
949μου σημείωμα τοῦ συναδέλφου σας, τὸ ὁποῖον βεβαιοῖ, ὅτι τὸ
950ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ συμπατριώτης μου διέθεσεν ὑπὲρ ὡρισμέ-
951νων σκοπῶν, διετέθη πρὸς διαφόρους ἀνάγκας τοῦ Κρά-
952τους. Αὐτὸ εὑρίσκω ἐδῶ. Τὸ νὰ λέγητε, ὅτι τὸ Δημόσιον
953ὀφείλει τὰ χρήματα καὶ θὰ τὰ δώσῃ, δὲν εἶναι ἀπάντησις
954ἱκανοποιοῦσα τὴν τελευταίαν θέλησιν τοῦ διαθέτου.
955§42Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε
956Βουλευτὰ, ἐπιτρέπετε μίαν πληροφορίαν;
957§43Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ πληροφορίαν, ὄχι ἀγό-
958ρευσιν.
959§44Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὰ
960χρήματα εἰσεπράχθησαν. Ὑποθέτετε ὅτι ὑπάρχουσιν ἐντὸς τοῦ
961Κεντρικοῦ Ταμείου, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, διάφοροι κουμ-
962παράδες, εἰς οὓς τίθενται τὰ ἐξ ἑκάστης πηγῆς εἰσερχόμενα
963χρήματα; Τὰ χρήματα εἰσεπράχθησαν καὶ διατίθενται, ὅπως
964ὅλα τὰ εἰσερχόμενα εἰς τὸ ταμεῖον, εἰς τὰς προχείρους ἀνάγ-
965κας τοῦ Κράτους. Ἐὰν τὸ Κράτος ἀρνηθῇ νὰ πληρώσῃ ὅσα
966ὀφείλονται, τότε αὐτὰ, ἅτινα λέγετε, εἶναι δίκαια. Τὸ Κρά-
967τος ὅμως δηλοῖ διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι
968τὰ χρήματα εἶναι ἕτοιμα πρὸς παράδοσιν, εὐθὺς ὡς ζητηθῶ-
969σιν, ἢ εὐθὺς ὡς δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ ἀποδώσῃ αὐτά.
970§45Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν μοὶ ἐδώσατε καμμίαν πληροφορίαν
971πρόσθετον· ἐπανελάβετε ὅσα καὶ ὁ κ. Πρωθοπουργὸς εἶπε.
972Δὲν θέλετε νὰ ἐννοήσητε τὸ ἁπλούστατον τοῦτο πρᾶγμα, ὅτι
973δὲν ἐξετελέσθη ἡ διαθήκη, ὅτι τὸ χρῆμα ἐδαπανήθη εἰς ἄλ-
974λας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἐκτὸς τῶν διαταχθεισῶν διὰ τῆς
975διαθήκης, ὅτι δὲν ἀρκεῖ τὸ Κράτος νὰ λέγῃ ὅτι τὰ ὀφείλει
976καὶ θὰ τὰ πληρώσῃ, διότι δυστυχῶς, ὅπως ἔγεινε τὸ Κρά-
977τος, ἀδυνατεῖ ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ πληρώσῃ. Ὁ εἰσπράκτωρ
978τρέχει ὡς Σάϋλωκ κατόπιν τῶν φορολογουμένων, ἀλλ’ ὅταν
979τὸ Δημόσιον ὀφείλῃ, στρεψοδικεῖ. Μὴ μὲ πιέζετε περισσότε-
980ρον, διὰ νὰ μὴ ὁμιλήσω σαφέστερον.
981§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅλα νὰ τὰ
982εἴπητε καθαρά.
983§47Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ προετίμων, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἀντὶ
984νὰ φέρητε πρότασιν περὶ προικοδοτήσεως τῆς Βασιλόπαιδος
985Μαρίας, νὰ πληρώσητε αὐτὰ τὰ ὀφειλόμενα δι’ ἱερὸν σκοπόν.
986§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη σας, ἔχετε
987δὲ καιρὸν νὰ τὴν εἰπῆτε, ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον
988ἐκεῖνο.
989§49Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα, αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
990§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ εἶσθε μόνος.
991§51Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ τὸ ἴδωμεν. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἓν ἦναι
992καθῆκον ἁβρότητος, καὶ τὸ ἄλλο εἶναι ἱερώτερον.
993§52ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, αὐτὸ τὸ
994μέρος.
995§53Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὐχαρίστως (ἀναγινώσκει):
996«4ον) Ὅτι ὁλόκληρον τὸ ἀνωτέρω ποσὸν διετέθη παρὰ τῆς
997προκατόχου Κυβερνήσεως εἰς διαφόρους κατὰ καιροὺς παρου-
998σιασθείσας δημοσίας ἀνάγκας»...
999§54Θ. ΓΚΙΚΑΣ. Αὐτὰ εἶναι ὅλα περιττά.
1000§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Γκίκας θέλει σᾶς δώσει
1001πληροφορίας ἄλλας περὶ τῆς Σχολῆς, διότι εἶναι μέλος τῆς
1002ἐπιτροπῆς τοῦ ἐθνικοῦ στόλου.
1003§56Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Γκίκας ὀφείλει νὰ φροντίσῃ καὶ
1004ἡμῶν πλειότερον ὑπὲρ τοῦ ναυτικοῦ, εἰς ὃ ὑπηρετοῦσι τόσοι
1005Ὑδραῖοι... Καὶ σᾶς λέγουσι λίαν ἀφελῶς οἱ κύριοι Ὑπουρ-
1006γοί: «Μήπως δὲν θὰ τὰ πληρώσωμεν;» Καὶ ὅταν τοῖς λέ-
1007γωμεν, «διατὶ δὲν κτίζετε τὴν Σχολήν;» μᾶς ἀπαντῶσι:
1008«θὰ τὰ πληρώσωμεν! ἡσυχεῖτε! μὰ πότε, μὴ μᾶς ἐρωτᾶτε.»
1009Καὶ τοιουτοτρόπως νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ εἴπουν, ὅτι
1010ἐγὼ κάμνω τὸ κακὸν, καὶ ὅτι αὐτοὶ δὲν δύνανται ἕνεκα τού-
1011του νὰ κινήσουν τὴν χεῖρά των πρὸς ἀνάπτυξιν τοῦ Ἑλλη-
1012νικοῦ ἔθνους!
1013Δὲν πιστεύω, Κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς ὁ ἀντιλέγων εἰς
1014ὅσα εἶπον. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι αἱ 500,000 φράγκα ἔπρεπε
1015νὰ ἦναι κατατεθειμέναι εἰς μίαν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ καὶ μετὰ
1016ὑπολογισμὸν τῆς διαφορᾶς τοῦ χρυσοῦ, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ
1017κατασκευασθῇ ἡ Σχολή. Ταῦτα δὲν ἐξετέλεσεν ἡ προηγου-
1018μένη Κυβέρνησις. Ἀλλὰ τί ἔπραξεν ἡ παροῦσα; Ἀλλ’ ἐν-
1019νοεῖτε καλῶς τὴν ὑπόθεσιν· ὅλη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις διεξήχθη
1020ὡς διεξήχθη ἕνεκα τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον κυβερνώμεθα.
1021Κατέχει τὸ χρῆμα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· ἐζή-
1022τησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν αὐτὸ ἀπὸ τοῦ 1894, διὰ
1023νὰ κατασκευάσῃ τὴν Σχολὴν, καὶ τίνα ἀπάντησιν ἔλαβε;
1024Περιμείνατε, ἴσως, ὅταν τελειώσῃ ὁ συμβιβασμός! Διότι αὐ-
1025τὸς εἶναι τὸ σιδηρόχορτον. Ἐνῷ ἐκεῖνο ἀντιθέτως ἀνοίγει, οὗ-
1026τος κλείει πᾶσαν συζήτησιν. Δὲν ἠξεύρω ὅμως, ἐὰν καὶ εἰς
1027τὴν ὑπόθεσιν ταύτην δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη μιᾶς ἐπιστολῆς τοῦ
1028Βασιλέως, διὰ νὰ ὑποδειχθῇ τὸ καθῆκον εἰς τὸν κ. Πρωθυ-
1029πουργόν.
1030Κύριοι Βουλευταὶ, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς,
1031διακόπτων με, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπομένει ἐκ τῆς συζητήσεως
1032εἶναι τοῦτο. Εἷς Ἕλλην ἀπεβίωσεν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀφῆκε
1033σχεδὸν ὅλην τὴν περιουσίαν του πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν, ἡ Ἑλ-
1034ληνικὴ Κυβέρνησις ἠσέβησε, διότι δὲν ἐξετέλεσε τὴν τελευ-
1035ταίαν αὐτοῦ βούλησιν, οὔτε τὴν ἐκτελεῖ μέχρι τοῦδε, οὔτε
1036φαίνεται εὐδιάθετος ἢ παρασκευαζομένη εἰς τοῦτο. Ὑπάρχει
1037ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ τακτοποιηθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ὡς καὶ
1038πρὸ 8 μηνῶν εἶπον· πρέπει ὁλόκληρον τὸ διατεθὲν χρῆμα νὰ
1039κατατεθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν ἐντόκως, ὑπολογιζομένης καὶ τῆς
1040νομισματικῆς διαφορᾶς, πρέπει νὰ γείνῃ ἡ δέουσα ἐνέργεια
1041περὶ συστάσεως Ναυτικῆς Σχολῆς, πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ
1042δέοντα, ὅπως ἀποσταλῶσιν οἱ ναυτικοὶ δόκιμοι πρὸς ἐκπαί-
1043δευσιν. Ἀνησυχοῦσι συνάδελφοί τινες, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον
1044ἐκ τῶν νεωτέρων, διότι νομίζουσιν ὅτι τὰ σπουδαιότερα τῶν
1045ἔργων ἡμῶν ἐνταῦθα εἶναι νὰ ψηφίζωμεν νόμους, ἐνῷ οἱ νό-
1046μοι, ὡς γίνονται σήμερον, δὲν ἐπιζῶσι πέραν τῆς ζωῆς τοῦ
1047Ὑπουργείου. Καὶ ἔλαβον τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταὶ, οὐχὶ,
1048ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μὲ τόνον οὐχὶ
1049τὸν προσήκοντα, ἔλεγε πρὸς ἐμὲ, ἵνα προσβάλω τὰ ἐθνικὰ
1050συμφέροντα. Ἔλαβον τὸν λόγον ἀκριβῶς, ἵνα προστατεύσω τὰ
1051ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ βεβαιώσω τοὺς πάντας, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπί-
1052σημος Ἑλλὰς δὲν δίδῃ τὴν προσήκουσαν σημασίαν εἰς τὰς
1053τελευταίας βουλήσεις τῶν διαθετῶν, ἐὰν οἱ Ἕλληνες Ὑπουρ-
1054γοὶ ἀσεβῶσι πρὸς αὐτὰς, ἡ ἐθνικὴ ὅμως ἀντιπροσωπεία θέ-
1055λει πάντοτε προστατεύσει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Καὶ δὲν φο-
1056βοῦμαι ἐγὼ, μὴ στειρεύσῃ ἡ πηγὴ πρὸς τὰ κοινωφελῆ καὶ τὰ
1057ἐθνικὰ ἔργα, διότι, ὡς ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἔσωσε πρὸ ὀλί-
1058γων ἡμερῶν τὴν ἀπειλουμένην Πεντέλην ἀπὸ τὴν περίφημον
1059ἐκείνην δημοπρασίαν, καὶ ὡς οἱ κ. Βουλευταὶ, καὶ ἐντεῦθεν καὶ
1060ἐκεῖθεν, ἐπροφύλαξαν τότε τὴν ἐπίσημον Ἑλλάδα, ἥτις—τὸ
1061λέγω μετὰ θλίψεως—ὡς κακοποιὸς δύναμις κατατρέχει τὴν
1062πρόοδον τοῦ τόπου, οὕτω θέλει ὑποστηρίξει ἀκριβῶς τὰ συμ-
1063φέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ θέλει προστατεύσει αὐτὰ κατὰ
1064παντὸς κινδύνου. Ἀκριβῶς ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα διακηρύξω
1065τοῖς ἁπανταχοῦ Ἕλλησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φοβῶνται, ἐν
1066ὅσῳ ὑπάρχει κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ βῆμα ἐλεύθερον.
1067§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
1068§58ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν θ’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός;
1069§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
1070γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀπαν-
1071τήσω, μεθ’ ὅσα εἶπον. Καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, δὲν τὰ εἶ-
1072πον διὰ νὰ ἀπαντήσω, ἀλλὰ διὰ νὰ παράσχω πληροφορίας
1073καὶ μειώσω τὸν ἐρεθισμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκετο ὁ κ. Βου-
1074λευτὴς, διότι ὁ τοιοῦτος ἐρεθισμὸς ζημιοῖ τὰ ἐθνικὰ συμφέ-
1075ροντα.
1076§60Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸν ἐρεθισμὸν τὸν ἐδημιουργήσατε, καὶ
1077εὐθύνεσθε διὰ τὰς συνεπείας.
1078§61ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1079§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ ἐργασίαι
1080πᾶσαι διαιροῦνται εἰς τρία στάδια· εἰς τὰς ἐργασίας τὰς
1081γενομένας πρὸς ἐκκαθάρισιν τῆς περιουσίας τοῦ ἀειμνήστου
1082Βασάνη, ἵνα, μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκκαθαρίσεως, τὸ Ἑλ-
1083ληνικὸν Δημόσιον λάβῃ τὸ ἀνῆκον εἰς αὐτὸ ποσοστόν· τὸ
1084δεύτερον στάδιον περιλαμβάνει τὰς πρὸς ἀποταμίευσιν τῶν
1085χρημάτων ἐργασίας, καὶ τὸ τρίτον στάδιον τὴν ἐκτέλεσιν τῶν
1086διατάξεων τῆς διαθήκης. Τὸ πρῶτον μέρος τῶν ἐργασιῶν
1087εἶναι ἤδη περατωμένον πρὸ πολλοῦ, πλὴν ὀλίγων ἐκκρεμῶν
1088ὑποθέσεων, αἵτινες μένουσιν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ. Περὶ τούτου νο-
1089μίζω, ὅτι εἶναι μάταιον νὰ δικαιολογήσω τοὺς ἐμοὺς προκα-
1090τόχους, ἢ ἐμὲ αὐτόν.
1091Περὶ τοῦ δευτέρου μέρους, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἐνέχομαι
1092ὡς θεματοφύλαξ, καθ’ ὃ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν,
1093γνωρίζω ὅτι τὰ χρήματα εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον τα-
1094μεῖον ὑπὸ τοῦ προκατόχου· ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσή-
1095χθησαν, εἶναι γνωστός, χρεωστῶ δὲ νὰ ὑπολογίσω τὴν ἀξίαν
1096τῶν χρημάτων κατὰ τὴν ἀγοραίαν τιμὴν τοῦ φράγκου κατὰ
1097τὸν χρόνον τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ νὰ
1098ἀποδώσω τὰ χρήματα εἰς πρώτην ζήτησιν πρὸς ἐκτέλεσιν
1099τῆς διαθήκης. Δὲν ἠδυνάμην νὰ καταθέσω εἰς τὴν Τράπε-
1100ζαν τὰ χρήματα ταῦτα, διότι αἱ καταθέσεις εἰς Τραπέζας
1101εἶναι ἢ ἄτοκοι ἢ ἔντοκοι, ἀλλ’ ὑπὸ προθεσμίαν, δὲν ἐγνώρι-
1102ζον δὲ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἤθελον ζητηθῆ, ἵνα καταθέσω
1103αὐτὰ ἐντόκως· τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον καὶ οἱ προκάτοχοι
1104ἡμῶν, οἵτινες εἶχον ἀρχίσει νὰ λαμβάνωσι χρήματα, δὲν τὰ
1105εἶχον καταθέσει εἰς Τράπεζαν. Ἄλλως δὲ 700 χιλιάδες
1106δραχμαί, εἰς τὸ ταμεῖον κατατιθέμεναι, δὲν ἤθελον ἐκθέσει
1107εἰς κίνδυνον τὰ κεφάλαια ταῦτα.
1108Ὡς πρὸς τὸ μέρος τῆς ἐκτελέσεως, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ
1109δώσω πληροφορίας. Γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς ἐπι-
1110τροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἵνα κατασκευάσῃ πλοῖον, τὸ
1111ὁποῖον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς προπαιδευτικὴ Σχολὴ, καὶ ὅτι τότε
1112ἡ Σχολὴ ἤθελεν εἶσθαι ἐπὶ πλοίου καὶ οὐχὶ ἐπὶ ξηρᾶς. Ἀλλὰ
1113δὲν γνωρίζω ἐὰν τοῦτο ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐβράδυνε τὰς
1114σκέψεις τῶν προκατόχων μου πρὸς ἐκτέλεσιν ἢ ὄχι. Δὲν γνω-
1115ρίζω τί ἐσκέφθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ ἡ ὑπό-
1116θεσις δὲν ἦλθεν εἰς σκέψιν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
1117λίου. Ὅταν εἰσαχθῇ, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θέλομεν
1118ἐκτελέσει κατὰ γράμμα τὴν διαθήκην.
1119§63ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως μετὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτί-
1120μου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ καὶ τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερ-
1121νήσεως δὲν ὤφειλον νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι μάταιον καὶ
1122ἀνιαρὸν νὰ ἐπαναλέγῃ τις τὰ πρὸ μικροῦ μάλιστα λεχθέντα
1123παρ’ ἄλλων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀπέφυγον πάντες οἱ προλαλήσαν-
1124τες νὰ διαψεύσωσι σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς τὴν ἀποδο-
1125θεῖσαν εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν διασπάθισιν τῶν ἐκ
1126τοῦ κληροδοτήματος Βασάνη χρημάτων, ἀναγκάζομαι νὰ
1127προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις. Βεβαίως ἡ συζήτησις αὕτη
1128δὲν θὰ ἠγείρετο, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ φράσις ἡ ἀναγραφεῖσα ὑπὸ
1129τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐν τῷ τετάρτῳ ἐδαφίῳ τοῦ
1130σημειώματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπέβαλε. Τὴν φράσιν δὲ ταύτην
1131ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος, καὶ ἠκού-
1132σατε πάντες, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διέθεσε τὰ ποσὰ
1133τοῦ κληροδοτήματος Βασάνη εἰς διαφόρους κατεπειγούσας
1134τοῦ ἔθνους ἀνάγκας! Ἄνευ τῆς ἀνοήτου καὶ σατανικῆς ταύ-
1135της ἀπαντήσεως δὲν θὰ ἐβλέπομεν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βόλου
1136συνάδελφον ὁμιλοῦντα μετὰ τοσαύτης ἀγανακτήσεως. Ἐγὼ,
1137Κύριοι, περὶ τῆς σατανικῆς ταύτης ἀπαντήσεως ὀλίγα θὰ
1138εἴπω, θαυμάζω ὅμως τὴν ἐπιπολαιότητα καὶ τὴν ἐμπάθειαν,
1139αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζουσι τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ Ὑπουρ-
1140γοῦ τῶν Ναυτικῶν, τοῦ ὁποίου πᾶσα πρᾶξις χαρακτηρίζεται
1141ἢ δι’ ἐμπαθείας ἢ δι’ ἐπιπολαιότητος.
1142§64ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι φράσεις αὐταὶ κοινοβουλευτικαί.
1143§65Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἰς
1144τὰς ὕβρεις δὲν θ’ ἀπαντήσω.
1145§66ΣΤΑΗΣ. Ἐπιπολαίως καὶ ἐμπαθῶς ἐγράφη τὸ ἔγγρα-
1146φον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι ἠθέλησε νὰ παρα-
1147στήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη ὡς μὴ ἔχου-
1148σαν νὰ διαθέσῃ 745 χιλιάδας δραχμῶν χρυσῶν διὰ τὰς ἀνάγ-
1149κας τοῦ Κράτους. Ἀπορῶ δὲ, βλέπων καὶ ἄλλον συνάδελ-
1150φον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παραδεχόμενον διὰ
1151κατανεύσεως τῆς κεφαλῆς του, ὅτι ἀνάγκαι ἐπιτακτικαὶ
1152ἠνάγκασαν τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν νὰ δαπανήσῃ τὸ
1153ποσὸν ἐκεῖνο! Ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἔλαβε καιρὸν, φαίνεται,
1154νὰ μελετήσῃ τὴν γενικὴν ληψοδοσίαν τοῦ δημοσίου ταμείου
1155κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1895, ὅτε ἦλθεν ἡ παροῦσα Κυβέρνη-
1156σις εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἵνα ἴδῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκετο
1157τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ ἐὰν εἶχεν
1158ἢ δὲν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις διαθέσιμα τότε χρήματα, σημειώ-
1159σατε δὲ, ὅτι ἐπὶ μῆνας πολλοὺς εἶχε διευθύνει τὰ κοινὰ καὶ
1160ἄλλη Κυβέρνησις, ἄχρους, πρὸ τῆς παρούσης. Ἀλλ’ ἐν τού-
1161τοις τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν εὑρίσκετο ἐν ἀπορίᾳ, ὡς παρέστη-
1162σαν, ἀλλ’ εἶχεν εἰς τὴν διάθεσιν αὑτοῦ κατὰ Μάϊον τοῦ 1895
1163ἔτους 32 περίπου ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν 13,840,000 ἦσαν ἐκ
1164τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ 5,124,000
1165μετρητὰ ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους, ὧν τὰ ὑπόλοιπα
1166εἰς μετρητὰ καὶ ἀντίτιμα ἀνήρχοντο εἰς 13,836,000, καὶ
1167παρὰ τῇ Ἑταιρίᾳ τῶν Μονοπωλίων 3,030,000, παρὰ ταῖς
1168Τραπέζαις δὲ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων 2,963,000.
1169Πάντα δὲ ταῦτα ἀφῆκε κληρονομίαν εἰς ὑμᾶς ἡ Κυβέρνησις
1170ἐκείνη, τὴν ὁποίαν κατηγορεῖτε ὡς διαθέσασαν τὰ τοῦ Βα-
1171σανείου κληροδοτήματος χρήματα. Ταῦτα ἐξάγοντα ἐξ ἐπι-
1172σήμων καταστάσεων, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν δημοσιεύονται,
1173ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν ἡ παροῦσα Κυβέρ-
1174νησις, ἡ ὁποία ἐπέτρεψεν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον νὰ μὴ
1175δημοσιεύῃ τὰς καταστάσεις τῶν ταμείων, ἐξ ὧν ἐδηλοῦτο
1176μηνιαίως ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου θησαυροῦ.
1177Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν δύο ἔτι ζητήματα· πρῶτον,
1178ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ μὴ διαθέσῃ τὰ χρήματα τὰ
1179εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσελθόντα, καὶ δεύτερον, ἐὰν εἶχε δι-
1180καίωμα νὰ καταλογίσῃ καὶ τὴν ἐπικατταλλαγὴν εἰς τὰ ἐξ Αἰ-
1181γύπτου εἰσερχόμενα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον χρήματα τοῦ κλη-
1182ροδοτήματος Βασάνη. Τὰ χρήματα τὰ ἐκ τοῦ Βασανείου κλη-
1183ροδοτήματος, τὰ δυνάμει τῆς διαθήκης εἰσερχόμενα εἰς τὸ δη-
1184μόσιον ταμεῖον, δὲν εἶναι αὐτούσιος παρακαταθήκη, οὐδὲ ἐγγύη-
1185σις ὑπολόγων. Κάκιστα ἔπραξεν ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη,
1186—ἡ ἄχρους, νομίζω,—ἡ ὁποία καταλόγισε νομισματικὴν δια-
1187φορὰν ἐπὶ τῶν κατατεθέντων τὸ πρῶτον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον
1188χρημάτων τοῦ Βασανείου κληροδοτήματος. Οὐδεὶς νόμος ὑπάρ-
1189χει, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποδώσῃ τό-
1190κον διὰ τὰς παρακαταθήκας τὰς ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ
1191γενομένας. Ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ Β. Διατάγματι τῆς 16
1192Ὀκτωβρίου 1835 περὶ παρακαταθηκῶν, ἡ ὁποία λέγει ἐν
1193τῷ ἄρθρῳ 3 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰς εἰς μετρητὰ
1194παρακαταθήκας, τῶν ὁποίων ἡ ἀπόδοσις δὲν εἶναι ἀνάγκη
1195νὰ γένῃ εἰς τὸ αὐτὸ εἶδος τῶν νομισμάτων (δηλαδὴ δὲν εἶναι
1196αὐτούσιος παρακαταθήκη), δύναται τὸ παραδεχθὲν αὐτὰς
1197ταμεῖον τοῦ νομοῦ νὰ τὰς ἀποδώσῃ ἀπὸ τὰ δημόσια εἰσο-
1198δήματα, ἅμα παρουσιάσῃ τις τὸ ἔνταλμα· περὶ δὲ τὰ ἐξο-
1199φλημένα ἐντάλματα ἀντὶ μετρητῶν εἰς λογαριασμὸν τοῦ γε-
1200νικοῦ ταμείου.»
1201Οὐδεμία ἄλλη διάταξις ὑπάρχει ἐν τῷ λογιστικῷ νόμῳ,
1202ἡ ὁποία νὰ ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ τόκον, ὡς ἠθέ-
1203λησάν τινες νὰ διϊσχυρισθῶσιν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ
1204δοθῇ τόκος ἐπὶ τῶν 800 περίπου χιλιόδων δραχμῶν εἰς χρυ-
1205σὸν, ἂς εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον εἰδικόν. Δὲν ἠδύνατο δὲ ἡ Κυ-
1206βέρνησις οὐδὲ ἔντοκα γραμμάτια νὰ ἐξαγοράσῃ διὰ τῶν
1207χρημάτων τοῦ ἀοιδίμου Βασάνη. Γινώσκω μάλιστα, ὅτι ὁ
1208τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε νὰ ἐκδοθῶσιν ἔν-
1209τοκα γραμμάτια ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ εὑρισκομένου ἐν τῷ δη-
1210μοσίῳ ταμείῳ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀοιδίμου Βασάνη,
1211ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου δὲν εὗρε νόμιμον
1212τοῦτο. Ἠδύναντο ὅμως νὰ παρακατατεθῶσιν εἰς Τράπεζάν
1213τινα ἐπὶ ἐλαχίστῳ τόκῳ. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ Δη-
1214μόσιον εἶναι ἀξιοπιστότερον τῶν Τραπεζῶν, διότι πάντοτε
1215τὸ Δημόσιον εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀποδώσῃ 745,000 φρ.
1216χρυσᾶ. Ἡ μόνη ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις,
1217εἶναι, νὰ ἀποδώσῃ τὰ κατατεθέντα, εὐθὺς ὡς ἤθελον ζητηθῆ,
1218παρὰ τῶν ἁρμοδίων, εἴτε εἰς χρυσὸν, εἴτε συνυπολογίζουσα
1219καὶ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀπο-
1220δόσεώς των.
1221Ἡ συζήτησις, φρονῶ, ἔλαβε τοιαύτην τροπὴν συνεπείᾳ
1222τοῦ σημειώματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἐὰν ἡ
1223φράσις ἐκείνη τοῦ σημειώματος, ὅτι δηλαδὴ διετέθησαν τὰ
1224ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Βασάνη χρήματα ὑπὸ τῆς προκα-
1225τόχου Κυβερνήσεως, δὲν περιείχετο, δὲν θὰ ἐγίνετο κἂν συζή-
1226τησις. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἡ φράσις ἐκείνη ἐτυπώθη μεγά-
1227λοις καὶ λοξοῖς γράμμασιν. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1228Ναυτικῶν, ἀντὶ νὰ συκοφαντῇ, θὰ ἦτο ὠφελιμωτέρα εἰς ἑαυ-
1229τὴν, ἐὰν ἔδιδεν ὀλιγωτέρας ἀφορμὰς σκανδάλων εἰς τὴν Πο-
1230λιτείαν. Θὰ ἦτο προτιμότερον, ἐὰν προσεπάθει νὰ διατηρήσῃ
1231τὸ ὕψος τῆς θέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τὸν ὁποῖον
1232ἡ Πολιτεία ἔταξεν ἐκτελεστὴν τῶν νόμων αὐτῆς, καὶ οὐχὶ
1233δοῦλον διαταγῶν ὑψηλῶν.
1234§67Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ζήτημα ἐξετράπη καὶ ἔλαβε διαστά-
1235σεις μεγάλας, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ ἦναι λίαν περιωρισμένον. Πρό-
1236κειται περὶ τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Πανταζῆ Βασάνη.
1237Ἐξετελέσθη αὕτη ἢ οὔ; ἐξεπληρώθησαν οἱ ὅροι τῆς διαθή-
1238κης, οἵτινες πρέπει νὰ ἦναι σεβαστοὶ διὰ πάντα; αὐτὸ θέ-
1239λομεν νὰ μάθωμεν ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς πατρίδος τοῦ
1240ἀειμνήστου αὐτοῦ εὐεργέτου.
1241Κατὰ τὸ ἔτος 1890, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι ὑπάρχουσι
1242πολλὰ κληροδοτήματα καὶ ὅτι οὐδέποτε ἐδόθη περὶ αὐτῶν
1243λογοδοσία, ἀπηύθυνα τὸν λόγον ἐπὶ τούτου, διότι ἐτέθην ἐπὶ
1244τὰ ἴχνη, χάρις εἰς ἔντυπον βιβλίον, ἐκδοθὲν ὑπὸ τοῦ ἀειμνή-
1245στου Δημητρίου Λεβίδου, πατρὸς τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν
1246Ναυτικῶν. Ἀλλὰ μολονότι ἀπηύθυνα ἐπερωτήσεις ἐπὶ ἐπε-
1247ρωτήσεων καὶ κατὰ τὰ 1890 καὶ κατὰ τὰ 1891, οὐδεμία
1248μοὶ ἐδόθη ἀπάντησις.
1249Δὲν πρόκειται σήμερον ἐὰν ἡ Τράπεζα ἢ τὸ Δημόσιον
1250παρέχει πίστιν· ἡμεῖς ἐρωτῶμεν, ἐξετελέσθη ὁ δεύτερος ὅρος
1251τῆς διαθήκης τοῦ Πανταζῆ Βασάνη; Ἀπαντῶ, ὄχι! Διατί;
1252Διότι διὰ τοῦ δευτέρου ὅρου ῥητῶς ὁρίζεται, ὅτι ἐκ τῶν 60
1253τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῆς ὅλης τοῦ διαθέτου περιουσίας αἱ μὲν
1254500 χιλιάδες εἰς χρυσὸν θέλουσι χρησιμεύσει εἰς ἀνέγερσιν
1255κτιρίου, καὶ ταύτας δύναται τὸ Δημόσιον νὰ παρακαταθέσῃ
1256εἰς τὸ ταμεῖον. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἑτέραν διάταξιν, ὁρίζουσαν
1257ὅτι αἱ ἐπὶ πλέον τῶν 500 χιλιάδων δραχμαὶ θὰ κατατεθῶ-
1258σιν ὡρισμένως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ οἱ τόκοι αὐτῶν
1259θὰ χρησιμεύωσι πρὸς ἐκπαίδευσιν ἀξιωματικῶν καὶ μηχα-
1260νικῶν τοῦ ναυτικοῦ. Ἔπρεπε λοιπὸν τὸ ἐπὶ πλέον ποσὸν νὰ
1261ἦναι κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ἐπὶ
1262τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερ-
1263νήσεως.
1264Τὴν 8 Μαρτίου 1896 εἶχον ἀπευθύνει περὶ τούτου σύστα-
1265σιν. Καὶ περὶ μὲν τῆς διαφορᾶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
1266σεως ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ τὴν καταλογίσῃ· ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ
1267Μαρτίου μέχρι σήμερον παρῆλθε πολὺ χρονικὸν διάστημα,
1268ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ δοθῶσι τὰ χρήματα εἰς τὴν Ἐθνικὴν
1269Τράπεζαν πρὸς 5 τοῖς ἑκατόν· λέγω δὲ 5, διότι ἤθελον μείνει
1270διαρκῶς, δὲν ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θέλει κατα-
1271στραφῆ. Ὀφείλετε νὰ τὰς ἔχητε ἐκεῖ· καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἐπι-
1272στήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ
1273καταθέσῃ τὸ πλεόνασμα τῶν 500,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον
1274εἰσεπράχθη, εἰς τὴν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ 5%, καὶ ὀφείλει
1275νὰ τὸ δεχθῇ ἡ Τράπεζα. Ἐξ αὐτοῦ δὲ λαμβάνων ἀφορμὴν,
1276θὰ κάμω μίαν παρέκβασιν.
1277Ἡ Τράπεζα, Κύριοι, ἡ Ἐθνικὴ λεγομένη, ὡς ἀντεθνικὴ δὲ
1278χρησιμεύσασα ἐπί τινα χρόνον,—καὶ θὰ ἐπανέλθω ἐπ’ αὐτοῦ
1279εἰς ἄλλην περίστασιν,—μετῆλθε τὸ ἀκόλουθον τέχνασμα·
1280εἶχε λάβει ὅτε εἶχεν ἀνάγκην χρημάτων, διάφορα κληροδο-
1281τήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀρχικῶς μὲν ἐπλήρονεν 6 ἢ 6½%,
1282ἔπειτα δὲ βαθμηδὸν ἠλάττωσε τὸν τόκον καὶ ἔφθα-
1283σεν εἰς τὸ 4%, ἐσκέπτετο δὲ ἴσως νὰ μειώσῃ ἀκόμη τὸν
1284τόκον. Ἐξηνάγκασε τοὺς ἐπιτροπεύοντας πολλὰ κληροδοτή-
1285ματα, καίτοι ταῦτα δὲν ἔληξαν, νὰ ἀποδεχθῶσι τόκον πολὺ
1286μικρότερον, ἐρειδομένη ἐπὶ τῆς θελήσεως τῶν διαθετῶν, ἥτις ἦτο
1287νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν· ἐπαναλαμβάνω
1288δ’ ὅτι πρὶν ἢ λήξῃ ὁ χρόνος τῆς παρακαταθέσεως ἐξηνάγκασε
1289τὰς κοινότητας νὰ δεχθῶσι τὴν ἐκ νέου κατάθεσιν, διὰ δολίας
1290ὁδοῦ, ἐπὶ τόκῳ μικροτέρῳ. Ἐνῷ π. χ. ἦσαν κατατεθειμένα
1291τὰ κληροδοτήματα πρὸς 6% καὶ 5%, πρὸ πολλῶν πρὸ
1292τῆς λήξεως ἐτῶν ἠνάγκασε τοὺς ἐπιτροπεύοντας αὐτὰ νὰ
1293δεχθῶσι τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου, δηλαδὴ ἐνήργησε
1294κλοπὴν εὐεργετικῶν χρημάτων. Ἔχω τὰς διατάξεις τοῦ κατα-
1295στατικοῦ τῆς Τραπέζης, καὶ θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήμα-
1296τος τούτου, τὸ ὁποῖον ἐπίσης θεωρῶ σπουδαῖον. Σχετικὸν
1297δὲ πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τοῦ κληροδο-
1298τήματος ἑνὸς ἀειμνήστου εὐεργέτου, τοῦ ὁποίου τὸ μνημεῖον
1299ἐπισκεπτόμεθα καθ’ ἑκάστην, βαίνοντες πρὸς τὸ Ζάππειον...
1300§68ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦ Βαρβάκη.
1301§69Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι ἀνεφέρατε τὸ ὄνομα,
1302τὸ ὁποῖον ἴσως λησμονοῦσί τινες... Ὁ ἀείμνηστος Βαρβάκης
1303κατέλιπε κληροδότημα ἴσον πρὸς τὸ κληροδότημα τοῦ συμ-
1304πολίτου μου Βασάνη, ἤτοι 2,000,000, ἐπὶ τῷ ὅρῳ, ὅπως μέ-
1305νωσιν ἐσαεὶ κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν τῆς Ἑλλάδος
1306Τράπεζαν. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως τὸν κ. Ὑπουρ-
1307γὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, δύναται
1308νὰ μοὶ εἴπῃ σήμερον, ἐὰν τὸ κληροδότημα αὐτὸ εὑρίσκεται
1309εἰς τὴν Τράπεζαν; Ἀπαντῶ ἐγώ, ὄχι. Ποῦ εὑρίσκονται
1310λοιπὸν τὰ χρήματα; Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κυθήρων θέλει νὰ
1311τὸ μάθῃ· τῷ λέγω λοιπόν, ὅτι τὰ δύο ἑκατομμύρια τοῦ ἀει-
1312μνήστου Βαρβάκη ἀνηρπάγησαν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, καὶ
1313μετεφέρθησαν εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, παρὰ τὴν διαθήκην!
1314§70ΤΡΑΚΑΣ. Κατὰ ποίαν ἐποχήν;
1315§71Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Πρὸ 7 ἢ 8 ἐτῶν.
1316§72ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μετεβλήθησαν εἰς ἔντοκα γραμμάτια. Μὴ
1317λέγετε τοιαῦτα, περὶ οἱασδήποτε Κυβερνήσεως καὶ ἂν πρό-
1318κειται.
1319§73Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν θέλω νὰ μεταφέρω τὴν συζήτησιν·
1320λέγω μόνον, ὅτι παρεβιάσθη ἡ διαθήκη.
1321§74ΣΤΑΗΣ. Ὥστε ἀφήσατε τὸ θέμα δι’ ἄλλοτε.
1322§75Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὅρος τῆς διαθήκης τοῦ ἀει-
1323μνήστου Βαρβάκη εἶναι, ὅπως τὸ κληροδότημα μένῃ ἐσαεὶ
1324εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, οὐδεὶς δ’ ἐδικαιοῦτο
1325νὰ τὸ λάβῃ ἐκεῖθεν καὶ νὰ τὸ μεταφέρῃ εἰς ἄλλο ταμεῖον.
1326Περὶ αὐτοῦ πρόκειται καὶ περὶ αὐτοῦ ὁμιλῶ. Ἔλαβον τὰ
1327χρήματα τῆς ὁδοποιίας, ἀλλὰ τὰ ἔλαβον διὰ νόμου, ἀδιά-
1328φορον ἐὰν ἦσαν 12 ἑκατομμύρια ἢ 13 ἑκατομμύρια.
1329Ἐπανέρχομαι ὅμως εἰς τὸ θέμα, ἵνα μὴ μακρηγορῶ, διότι
1330πρόκειται σήμερον, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, —καὶ
1331τοῦτο ζητοῦμεν ἡμεῖς, οἱ συμπολῖται τοῦ μακαρίτου Βασάνη,
1332ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς σκιᾶς του,— νὰ καταθέσητε εἰς τὴν
1333Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, συμφώνως πρὸς τὴν δευτέραν διά-
1334ταξιν τῆς διαθήκης, τὰς πλεοναζούσας δραχμὰς ἐκ τῶν
1335500,000, ἐπὶ τόκῳ 5%, καὶ νὰ χρησιμοποιήσητε ἀπὸ
1336τοῦδε τοὺς τόκους τῶν χρημάτων τούτων πρὸς ἐκπαίδευσιν
1337τῶν καταλλήλων νέων ἀξιωματικῶν καὶ μηχανικῶν τοῦ
1338στόλου, διότι θὰ τοὺς χρειασθῶμεν αὔριον καὶ δὲν θὰ τοὺς
1339ἔχωμεν. Τοῦτο παρακαλῶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
1340Κυβερνήσεως.
1341§76Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀλίγας λέξεις.
1342Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφός μοι φαίνεται ὅτι ὑπέ-
1343βαλε πρότασιν περὶ καταθέσεως ἐγγράφων...
1344§77ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι, ὄχι. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις ὁ ἀμφιβάλλων
1345περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ κληροδοτήματος, ὀφείλει ἡ Κυβέρ-
1346νησις νὰ ἀπαντήσῃ.
1347§78Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν ὑπόνοιαν ἐξήνεγκον περὶ
1348καταχρήσεώς τινος, γενομένης κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν.
1349§79ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ τῆς ἀναγγελίας τῆς ἐπερωτήσεώς σας,
1350ὅτι πρόκειται περὶ ἐξατμίσεως 2,000,000, ἐνόμισα ὅτι εἴχετε
1351ἀμφιβολίαν τινά.
1352§80Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐξήγησα ἐγκαίρως καὶ ἐπαρκῶς, τί
1353ἐνόουν. Ἐγὼ δὲν ἐξεδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόνοιαν περὶ
1354γενομένων καταχρήσεων, καθόσον οὐδεμίαν εἶχον ἀφορμὴν, ὅπως
1355ὑποστηρίξω τοῦτο, οὐδὲ εἶχον στοιχεῖα πρὸς ἀπόδειξιν τοιούτου
1356τινός.
1357Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω καὶ ἐκ δευτέρου τὸν λόγον,
1358ἐὰν δὲν εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσω ἀπαντήσεις
1359τινὰς, ἰδίως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
1360Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συνωμολόγησεν,
1361ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προβῇ εἰς τὸν καταλογισμὸν νομι-
1362σματικῆς διαφορᾶς, καὶ εἰς τοῦτο διαφωνεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
1363Κυθήρων.
1364§81ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ παρεδέχθη.
1365§82Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλὰ τοῦτο ἠδύνατο νὰ τὸ κάμῃ ὁ κ.
1366Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐνωρίτερον, καὶ διὰ τὸ
1367ὁμοιόμορφον ἀκόμη ἐν τῇ λογιστικότητι, διότι, ὡς βλέπω εἰς
1368τὰς κατατεθείσας ἐν τῇ Βουλῇ πληροφορίας, ἑνὸς ποσοῦ ἐγέ-
1369νετο ὑπολογισμὸς, δὲν ἐγένετο δὲ διὰ τὰ ἄλλα. Ὥστε ζή-
1370τημα περὶ τοῦ καταλογισμοῦ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς δὲν
1371ὑπάρχει, μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρό-
1372εδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶπέ τι περὶ τόκου. Εὐτυχῶς δύο
1373τῶν προαγορευσάντων, καὶ ἰδίως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου
1374ἐκ Βόλου, ἐξήγησαν ἀρκετὰ σαφῶς τὸ ζήτημα, καὶ δὲν θέλω
1375νὰ ἐπαναλάβω ὅσα πρὸ μικροῦ ἀνέπτυξαν. Ἀλλὰ βεβαίως
1376παρέλειψε τὸ καθῆκόν του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
1377τηρήσας σιγὴν ἰχθύος ἐπὶ ζητήματος ἱκανῶς σπουδαίου. Ἀφοῦ
1378ἡ τελευταία θέλησις τοῦ διαθέτου εἶναι ῥητὴ καὶ σαφὴς περὶ
1379καταθέσεως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῶν χρημάτων, τίς
1380ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ ὅτι «ἐγὼ δὲν
1381τὰ κατέθεσα εἰς τὴν Τράπεζαν, διότι οὕτως ἔκρινα καλλί-
1382τερον»; Ὑπῆρχεν εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνή-
1383σεως νὰ σκεφθῇ, ἐὰν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ καταθέσῃ τὰ χρή-
1384ματα ταῦτα; Περὶ τούτου οὐδὲν εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ἢ μᾶλ-
1385λον εἶπεν ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον, ὅτι αὐτὴ δὲν εὗρε καλὸν νὰ
1386καταθέσῃ τὰ χρήματα. Καὶ ὕστερον κατηγορεῖ ἄλλους, ὅτι
1387παραβλάπτουσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀκριβῶς διότι θέλουσι
1388νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν τελευταίαν θέλησιν τοῦ διαθέτου! Δὲν
1389δύναται νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν στενόχωρον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν
1390εἰσῆλθε...
1391§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγώ;
1392§84Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σεῖς, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
1393Ἡ θέσις ἡ στενόχωρος, τὴν ὁποίαν ἐδημιουργήσατε, εἶναι, ὅτι,
1394ἐνῷ εἴχετε τὴν ἐξουσίαν, ἐνῷ σᾶς ὑπεδείχθη τὸ καθῆκον, ἐπι-
1395μένετε παραβαίνοντες τοῦτο. Ἔχετε ἐνώπιόν σας τὴν τελευ-
1396ταίαν θέλησιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλετε νὰ σεβασθῆτε, καὶ σᾶς
1397προκαλοῦμεν εἰς τὸ καθῆκον τοῦτο ἐν ὀνόματι τῆς σκιᾶς τοῦ
1398συμπολίτου ἡμῶν... Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν,
1399ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς ἄλλης δυσχερείας, παραπέμ-
1400πων ἡμᾶς εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στό-
1401λου· εἶπε δηλαδὴ, ὅτι πιθανὸν νὰ μὴ κατασκευασθῇ Ναυτικὴ
1402Σχολὴ, διατὶ νομίζετε; Διότι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στό-
1403λου σκέπτεται νὰ ναυπηγήσῃ ἓν πλοῖον! Ἀκόμη ὁ κ. Πρόε-
1404δρος τῆς Κυβερνήσεως, φαίνεται, δὲν ἐνόησεν, ὕστερον ἀπὸ ὅλας
1405τὰς ὁμιλίας τόσων συναδέλφων, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ναυ-
1406πηγήσεως ἐκπαιδευτικοῦ πλοίου! Ἀνέφερε περὶ τῆς ἀνάγκης
1407τῆς ναυπηγήσεως ἐκπαιδευτικοῦ πλοίου, ὡς περὶ ἀνάγκης ἐπι-
1408βαλλομένης εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῆς διαθήκης. Ἀλλὰ
1409ὁ διαθέτης σᾶς διατάσσει νὰ κατασκευάσητε κτίριον τῆς Ναυ-
1410τικῆς Σχολῆς ἐν τῇ ξηρᾷ, ἐν Πειραιεῖ. Εἰ τί χρησιμεύουσιν
1411ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς εἴπετε, ὅτι διὰ τοῦτο δὲν κατεσκευάσθη
1412ἡ Ναυτικὴ Σχολή; Καὶ τοῦτο μαρτυρεῖ μετὰ πόσης ἐπιπο-
1413λαιότητος ἐξετάζονται τόσα ὑψηλὰ ζητήματα παρ’ ἡμῖν. Καὶ
1414ὕστερον ἐγκαλεῖ ἡμᾶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι
1415ἐκθέτομεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διότι καταγγέλλομεν παρα-
1416βάσεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὡς εἰ μὴ εἴχομεν στόμα, ἵνα
1417ἀπαντήσωμεν! Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐξη-
1418γήσας τὴν διακοπὴν αὐτοῦ πρὸ μικροῦ, ἔλεγεν ὅτι εἰς τοῦτο
1419προέβη, ἵνα κατευνάσῃ τὸν ἐρεθισμόν μου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1420Κυβερνήσεως δὲν ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, διότι
1421τὸν ἐρεθισμὸν τὸν ἐδημιούργησεν αὐτὸς, καὶ τοιοῦτον εἶχε
1422σκοπόν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν μετανοῶ διὰ τὸν ἐρεθισμόν μου,
1423διότι ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσω τοιαύτην γλῶσσαν πρὸς Κυβέρνη-
1424σιν, ἡ ὁποία δὲν ἐνόησε τὰ καθήκοντά της ἐπὶ τοιαύτης
1425ὑποθέσεως. Ὡμίλησα διὰ τοιαύτης γλώσσης, ἵνα κεντήσω
1426τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον της, τὸ ὁποῖον πα-
1427ρέλιπεν. Ὁ συμπατριώτης μου κατέθηκε τὰ χρήματα, ἐγὼ
1428δὲ τὸν ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ προκληθέντα ἐρεθισμόν. Ἔχω
1429δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα ἡ Κυβέρνησις θὰ
1430σπεύσῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά της. Πρὸ παντὸς, ὡς ἄλλοι
1431πρὸ ἐμοῦ εἶπον, πρέπει ἀπὸ τῆς αὔριον νὰ καταθέσῃ τουλά-
1432χιστον τὰς 245,000 φράγκα χρυσᾶ, τὸ περιπλέον τῶν 500
1433χιλιάδων φρ., καὶ εὐθὺς νὰ προβῇ εἰς τ’ ἀπαιτούμενα μέτρα,
1434ἵνα ἀποσταλῶσι νέοι πρὸς ἐκπαίδευσιν εἰς τὴν Εὐρώπην ἢ
1435τὴν Ἀμερικὴν, συμφώνως πρὸς τὴν τελευταίαν θέλησιν τοῦ
1436διαθέτου. Δὲν ἀρκεῖ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑπε-
1437ρασπίζηται διὰ λόγων τὴν φερεγγυότητα τοῦ δημοσίου τα-
1438μείου,—διότι καὶ ἐγὼ Ἕλλην εἶμαι, καὶ ἐνδιαφέρομαι περὶ αὐ-
1439τοῦ,—ἀλλ’ ὅταν φέρῃ εἰς ἡμᾶς πληροφορίας, οἵας ἔχετε ὑπ’
1440ὄψιν, καὶ βεβαιοῖ ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του, ὅτι τὰ
1441χρήματα ἐκεῖνα τὰ ἱερὰ ἐδαπανήθησαν εἰς ἄλλας ἀνάγκας, διὰ
1442τὰς ὁποίας οὐδεμίαν ἔδωκε συναίνεσιν ὁ διαθέτης ἐν τῇ δια-
1443θήκῃ του, ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ ὁμιλήσω μετ’ ἀγανακτή-
1444σεως. Πρὸ παντὸς λοιπὸν πρέπει νὰ κατατεθῇ τὸ ὑπόλοιπον
1445τῶν 500,000 φράγκων εἰς τὴν Τράπεζαν· ἔσται δὲ ἀδικαιο-
1446λόγητος ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἀπὸ τῆς αὔριον δὲν καταθέσῃ
1447αὐτά. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἂς ἐννοήσῃ τέλος πάντων ὁ κ.
1448Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τόσα λεχθέντα, ὅτι δὲν πρό-
1449κειται περὶ ναυπηγήσεως ἐκπαιδευτικοῦ πλοίου, καὶ ἂς μὴ
1450ἐπαναπαυθῇ εἰς τὰς μελέτας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στό-
1451λου ὡς πρὸς τοῦτο.
1452§85Θ. ΓΚΙΚΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ ἐπιτροπὴ ἔκαμε τὸ σχέ-
1453διον τοῦ κτιρίου, ἐνεκρίθη τοῦτο, καὶ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν κοι-
1454νοποιεῖται ἡ δημοπρασία.
1455§86Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὐχαρίστως τὸ ἀκούω, κύριε συνά-
1456δελφε, ἂν καὶ ἔπρεπε νὰ γείνῃ πρότερον. Ἀλλὰ λέγω ταῦτα,
1457κύριε συνάδελφε, ἵνα ἐννοήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
1458ὅτι τὰ περὶ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ πλοίου ἔχουσι ταύτην τὴν
1459σχέσιν μόνον, ὅτι πρόκειται περὶ ἐκπαιδεύσεως ναυτικῆς, εἶναι
1460ὅμως ἄσχετα πρὸς τὴν τελευταίαν θέλησιν τοῦ διαθέτου, ὅστις
1461διέταξε τὴν κατασκευὴν κτιρίου, οἰκοδομῆς ἐν Πειραιεῖ.
1462§87ΠΕΡΡΟΣ. Τί χρειάζετε τὸ κτίριον τότε;
1463§88Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, χερσαῖος ὤν,
1464ὀλίγας ναυτικὰς ἔχει γνώσεις, καὶ δὲν γινώσκει, ὅτι τὸ ἓν εἶναι
1465συμπλήρωμα τοῦ ἑτέρου.
1466§89ΠΕΡΡΟΣ. Οὐδαμῶς.
1467§90Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος νομίζει, ὅτι ἀρκεῖ τὸ
1468ἐκπαιδευτικὸν πλοῖον, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἄσκη-
1469σιν ἐν ἀνοικτῷ πελάγει. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι, ἐπαναλαμβάνω,
1470συμπλήρωμα τῆς Σχολῆς, ἀπαιτεῖται λοιπὸν καὶ κτίριον.
1471§91ΠΕΡΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη Ναυτικὴν Σχολήν. Οἱ μαθηταὶ
1472ἐκπαιδεύονται ἐντὸς πλοίου.
1473§92Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔχομεν τὴν «Ἑλλάδα» κατ’ ἀνάγ-
1474κην, ἀλλὰ οὐδὲν ἐκπαιδευτικὸν πλοῖον, οὐδὲ κτίριον ἔχομεν.
1475§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐντελῶς ἄσχετα πρὸς τὸ
1476θέμα.
1477§94Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας εἶναι
1478δεδικαιολογημένος, διότι φαίνεται ἔχων ὀλιγωτέρας καὶ ἀπὸ
1479ἐμὲ ναυτικὰς γνώσεις. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1480καὶ ὁ συνάδελφός του Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶναι
1481δυνατὸν νὰ μὴ ἐνόησαν τέλος πάντων, μετὰ τόσας ἐξηγήσεις,
1482περὶ τίνος πρόκειται. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἀρκοῦμαι εἰς ταῦτα,
1483ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της, τὸ
1484ὁποῖον μέχρι τοῦδε δὲν ἐξεπλήρωσε.
1485§95Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις (θόρυβος). Δύο
1486λέξεις μόνον.
1487Ὁ διαθέτης ὁρίζει ῥητῶς εἰς τὸ ἄρθρον 2 τῆς διαθήκης νὰ
1488κτισθῇ Σχολή. Κτίζω Σχολὴν, θὰ εἴπῃ ἀνεγείρω κτίριον.
1489Εἶναι ἀδιάφορον εἰς πάντα, ἂν θὰ ἦναι κατάλληλον ἢ μή.
1490Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ διαθέσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁρίζει
1491ἡ διαθήκη, ἢ ὀλιγώτερον. Λέγω δὲ εἰς τὸν κ. συνάδελφον ἐκ
1492Κυνουρίας, ὅτι ἐὰν μεταβῇ εἰς τὴν Λιβόρνον, καὶ φέρῃ τὰ
1493βήματά του εἰς τὸν περίπατον Ardenza, θὰ ἴδῃ ὅτι ἡ Ναυ-
1494τικὴ Σχολὴ εἶναι ἐπὶ τῆς ξηρᾶς καὶ παρὰ τὴν παραλίαν.
1495§96ΠΕΡΡΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω τοῦτο, ὅτι καὶ ὁ ἀείμνηστος
1496Βαρβάκης ἔχει ἐπίσης προορίσει ποσόν τι διὰ κατασκευὴν κτι-
1497ρίου Ναυτικῆς Σχολῆς. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ νὰ
1498διαθέσῃ τὸ χρῆμα τοῦτο, ἵνα κτίσῃ Ναυτικὴν Σχολὴν, τί
1499θὰ γείνῃ τὸ ἄλλο κτίριον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖτε σεῖς νὰ γείνῃ
1500ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ μακαρίτου Βασάνη; Εἶναι ὑποχρεω-
1501μένη ἡ Κυβέρνησις νὰ κτίζῃ κτίρια ἐδῶ καὶ ἐκεῖ διὰ Ναυτι-
1502κὰς Σχολάς, διότι ὑπάρχουσι διαθέται μεγαλόδωροι, οἱ ὁποῖοι
1503χάριν ἐθνικῶν σκοπῶν προώρισαν τὰ χρήματά των διὰ τὴν
1504ἀνέγερσιν Ναυτικῆς Σχολῆς; Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν
1505χρησιμοποιήσῃ τὰ χρήματα τοῦ Βαρβάκη διὰ τὴν ἀνέγερσιν
1506Ναυτικῆς Σχολῆς, τὰ ἄλλα χρήματα, τὰ πρὸς τὸν σκοπὸν
1507τοῦτον καταλειφθέντα, θὰ τὰ διαθέσῃ πρὸς ἄλλους ἀναλό-
1508γους σκοπούς.
1509§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Καλαμῶν βουλευτὴς κ. Δαγρὲς κα-
1510τέθηκεν εἰς τὸ Προεδρεῖον ψήφισμα τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλό-
1511γου Καλαμῶν, σχετικὸν πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ δικηγορι-
1512κῶν συλλόγων, τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
1513§98ΔΑΓΡΕΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς καταθέ-
1514σεως.
1515§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν σειράν σας.
1516§100ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1517§101ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ συνιστῶ, διότι ἔλαβον
1518τοιαύτην ἐντολὴν παρὰ τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Καλαμῶν,
1519ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δικηγορικῶν συλλόγων,
1520ἀλλὰ μετὰ μελέτην πολλὴν, διότι εἶδον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον
1521τὸ εἰσαχθὲν ἔχει πολλὰς ἐλλείψεις.
1522§102ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ζητήσω κατὰ πρῶ-
1523τον συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διότι θέλω ἀπασχολήσει
1524ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς αὐτὴν ἐπὶ ὅλως τοπικοῦ ζητήματος καὶ
1525ἐνδιαφέροντος ἅπαντας τοὺς Βουλευτὰς Πατρῶν.
1526Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμ-
1527βούλιον ὑπέβαλον κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς παρελ-
1528θούσης συνόδου εὐχὴν καὶ ψήφισμα πρὸς τὸν ἀξιότιμον
1529Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν ὁποίων παρίστανον τὴν
1530κατάστασιν τοῦ ἐμπορίου Πατρῶν ἐν κρισίμῳ θέσει, καθόσον
1531ἐπεβαρύνετο διὰ βαρέων λιμενικῶν δικαιωμάτων καὶ δημοτι-
1532κῶν φόρων, ἐπιβαλλομένων ἐφ’ ὅλων τῶν ἐμπορευμάτων, τῶν
1533τε καταναλισκομένων ἐν τῷ τόπῳ καὶ τῶν ἐξαγομένων, δὲν
1534ἠδύνατο δὲ ὡς ἐκ τούτου νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὸ ἐμπόριον τῆς
1535Σύρου καὶ Πειραιῶς, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι κατ’ ἴσον λόγον βε-
1536βαρημένα, συνεπῶς δὲ τὸ ἐμπόριον τῶν Πατρῶν φυγαδεύεται
1537ὁσημέραι, ἐν μαρασμῷ καὶ ἀπομονώσει διατελοῦν· παρεκάλουν
1538δὲ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως δώσῃ νέαν
1539ζωὴν εἰς τὸ ἐμπόριον τῶν Πατρῶν διὰ νομοθετήματος περὶ
1540δημοτικῆς διαμετακομίσεως. Ταὐτοχρόνως καὶ ὁ Σύλλογος
1541καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀπετάθησαν πρὸς ἐμὲ καὶ τοὺς
1542συναδέλφους μου, ὅπως συστήσωμεν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τὰ
1543αἰτήματα ταῦτα, δὲν παρελείψαμεν δὲ ποσῶς τοῦτο, ἀλλ’ ἐν-
1544θέρμως καὶ ὅλοι ὁμοῦ καὶ ἰδίᾳ ἕκαστος συνηγορήσαμεν καὶ
1545παρεκαλέσαμεν αὐτὸν νὰ λάβῃ σύντονον πρόνοιαν ἐπὶ τῶν
1546περὶ ὧν πρόκειται αἰτημάτων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
1547βερνήσεως, τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν προεκαλεῖτο ἐπὶ τοῦ θέματος
1548τούτου, ἐτύγχανε λίαν ἀπησχολημένος, ἕνεκα τῶν νυχθημε-
1549ρὸν συζητήσεων τῆς Βουλῆς.
1550Μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου ἐκείνης, καὶ
1551πάλιν ἐγὼ καὶ οἱ ἔντιμοι συνάδελφοί μου μετέβημεν ἐπανει-
1552λημμένως παρὰ τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπανε-
1553λάβομεν θερμότερον τὴν σύστασίν μας, οὗτος δὲ διὰ τῆς δια-
1554κρινούσης αὐτὸν εὐγενείας ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς, ὅτι ἔχει ὑπ’ ὄψιν
1555του τὴν εὐχὴν ταύτην τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, καὶ ὅτι
1556ἅμα εὕρῃ τὴν κατάλληλον εὐκαιρίαν θὰ τὴν ἀφιερώσῃ εἰς
1557τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ θὰ προσπαθήσῃ νὰ
1558ἱκανοποιήσῃ τὸ ἐμπόριον τῶν Πατρῶν, ὑπὲρ οὗ συνεμερίζετο
1559τὸ ἐνδιαφέρον μας.
1560Ἐν τοιαύτῃ καταστάσει ἔμενον τὰ περὶ τούτου, γνωστὸν
1561δὲ εἶναι, πόσον σοβαρὰ ζητήματα ἀλληλοδιαδόχως ἐπεβάρυ-
1562νον καὶ ἐπιβαρύνουν τὰς ἀσχολίας τῆς Κυβερνήσεως. Εἴτε
1563ἄρα ἐκ τῶν ἀσχολιῶν τούτων, εἴτε διότι ἦτο ἀνάγκη ἐν τῷ
1564καταρτισθησομένῳ νομοσχεδίῳ νὰ συνδυασθῶσι καὶ τὰ συμφέ-
1565ροντα τοῦ δήμου, οὗτινος τὰ ἔσοδα σημαντικὴν θὰ ὑπέφερον
1566μείωσιν, ἀφ’ ἑτέρου δέ, διότι ἦσαν ἄξιαι λεπτῆς προσοχῆς αἱ
1567ἐνδείξεις τοῦ Συμβουλίου, προτείνοντος εἰς ἀντισήκωμα τὴν
1568αὔξησιν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων, ἥτις
1569ἐπιβάρυνσις θὰ ἔπιπτεν ἐφ’ ὅλων τῶν τάξεων τῶν συμπολι-
1570τῶν μας, ὧν γνωστὴ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἐξάντλησις, δι’ οἱον-
1571δήποτε, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ τῶν λόγων τούτων δὲν ὑπεβλήθη
1572μέχρι σήμερον τὸ αἰτούμενον νομοσχέδιον.
1573Ἐπὶ τῇ βραδύτητι δὲ ταύτῃ κρίνας ὁ Ἐμπορικὸς Σύλ-
1574λογος ἡμᾶς ὡς ὑπαιτίους, διὰ τηλεγραφήματος διεβίβασε
1575πικρὰς παραστάσεις, δι’ ἐκφράσεων μάλιστα ἀπολύτως μὴ
1576προσηκουσῶν, ἀλλ’ αἵτινες, κολακεύομαι νὰ πιστεύω, δὲν
1577ἐνέκειντο εἰς τὴν προαίρεσιν τοῦ Συλλόγου, ἀλλὰ προῆλθον
1578ἐξ οἱουδήποτε δυσμενοῦς συναισθήματος, ἢ ἐξ ἰδιοσυγκρα-
1579σίας τοῦ διατυπώσαντος τὸ φραστὸν μέρος τοῦ τηλεγραφή-
1580ματος.
1581Ἔχοντες πλήρη τὴν συναίσθησιν τῶν σοβαρῶν καθηκόν-
1582των, ἅτινα ἡ ψῆφος τῶν συμπολιτῶν μας ἀνέθηκεν ἡμῖν, πλη-
1583ρέστατα δὲ ἥσυχον τὴν συνείδησιν, ὅτι, κατὰ τὸ μέτρον τῶν
1584ἀσθενῶν μας δυνάμεων, προσεπαθήσαμεν καὶ προσπαθοῦμεν,
1585ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα, νὰ ἐξυπηρετῶμεν τὰ συμφέροντα τῆς
1586ἐπαρχίας μας, οὐδὲν ἄλλο συναίσθημα ᾐσθάνθημεν ἐκ τοῦ
1587τηλεγραφήματος, εἰμὴ ὅτι ἠδίκησαν ἡμᾶς, καταλογίσαντες
1588ὀλιγωρίαν, ἀκριβῶς ἐπὶ ζητήματος, ἐφ’ οὗ μέχρις ὀχληρό-
1589τητος ἴσως ἠσχολήθημεν.
1590Ταῦτα εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
1591Διὰ τῶν λόγων μου δὲ τούτων ἐλπίζω ὅτι διερμηνεύω καὶ
1592τὴν γνώμην πάντων τῶν συναδέλφων μου, μεθ’ ὧν ἀπὸ κοι-
1593νοῦ συνειργάσθημεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἔχομεν δὲ
1594τὴν συνείδησιν, ὅτι οὐδενὸς ὑστεροῦμεν, ὡς πρὸς τὸ ἐνδιαφέ-
1595ρον διὰ τὰ ἀληθῆ τῆς ἐπαρχίας μας συμφέροντα.
1596§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν διστάζω
1597νὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ὁ φίλος μου ἐκ Πατρῶν
1598πρὸ μικροῦ ἐζήτησε, μολονότι ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω τι, τὸ
1599ὁποῖον θέλει ἴσως δυσαρεστήσει τὰ μέλη τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλ-
1600λόγου τῶν Πατρῶν, ἐνῷ ἐγὼ πρὸς ἕκαστον τῶν μελῶν τούτων
1601ἔχω ἰδίαν ὑπόληψιν, σπανίως δὲ μοὶ συνέβη νὰ μὴ ἐπιδοκι-
1602μάζω τὰς γνώμας αὐτῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ κ.κ. Βουλευ-
1603ταὶ ἐκ Πατρῶν καὶ κατὰ τὰ τέλη τῆς παρελθούσης συνόδου
1604καὶ καθ’ ὅλον τὸ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τῆς παρού-
1605σης διαῤῥεῦσαν χρονικὸν διάστημα πολλάκις μοὶ ὡμίλησαν,
1606συνιστῶντες νὰ σπεύσω ν’ ἀποδεχθῶ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας
1607τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἶχεν ἐκφέρει, γνώμας αἵτινές εἰσι
1608καὶ εὐχὴ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν.
1609Οἱ πλεῖστοι τῶν ἄλλων κ. κ. Βουλευτῶν ἴσως δὲν γνωρί-
1610ζουσι τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς πρόκειται, πρέπει δὲ νὰ δώσω
1611ἐξηγήσεις περὶ τούτου, ἵνα κατανοήσωσι τὴν ὑπόθεσιν, περὶ
1612ἧς ἠγόρευσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν. Κατὰ τὸν νόμον
1613τῆς 22 Δεκεμβρίου 1847 ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιβάλληται ἔκτα-
1614κτος δημοτικὸς δασμὸς, ἤτοι νὰ ἐπεκτείνηται μέχρι τοῦ πο-
1615σοῦ τῶν 2% διὰ πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ
1616διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουρ-
1617γοῦ, ἀλλὰ μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
1618ὁ δὲ δασμὸς ἐπιβάλλεται ἐπὶ πάντων τῶν εἰσαγομένων
1619εἰς τὸν δῆμον πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν. Εἶναι φόρος
1620καταναλώσεως, ἐπιβαλλόμενος εἰς τὰ μέλη τοῦ δήμου, ὡς
1621καταναλωτὰς τοῦ προϊόντος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ φόρος ἐπι-
1622βάλλεται. Καὶ οὕτως εἶχον τὰ πράγματα τοῦ δήμου Πα-
1623τρέων. Ἀλλὰ κατ’ ἐποχὴν παρῳχημένην, ἡ ὁποία ἀπέχει ἀπὸ
1624τῆς παρούσης 28 ἔτη, ἦτο Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον
1625Ζαΐμην, τοῦ ὁποίου ἀπετέλουν καὶ ἐγὼ μέλος, ὡς Ὑπουρ-
1626γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Τότε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Πα-
1627τρῶν καὶ οἱ ἔμποροι Πατρῶν καὶ ἡ πόλις πᾶσα ἐζήτησαν ὡς
1628χάριν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἵνα τὸν δημοτικὸν δα-
1629σμόν, τὸν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1847 ἐπιβαλλόμενον ἐπὶ τῶν
1630εἰσαγομένων πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν, ἐπεκτείνῃ ἐπὶ
1631πάντων τῶν ἐμπορευμάτων. Δὲν γνωρίζω ἂν τοῦτο ἔπραξαν
1632διὰ νὰ δημιουργήσωσιν ἓν ἔσοδον ὑπέρτερον, ὅπως ἐπαρκέσω-
1633σιν εἰς τὰς συνήθεις ἀνάγκας τοῦ δήμου, ἢ εἰς ἄλλας ἐκτά-
1634κτους, τὰς ὁποίας εἶχον, ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι τὸ Ὑπουρ-
1635γεῖον ἐκεῖνο συνῄνεσε καὶ παρεσκεύασε νομοθετικὴν πρᾶξιν,
1636διὰ τῆς ὁποίας ἐπετράπη εἰς τὸν δῆμον Πατρέων νὰ ἐπεκ-
1637τείνῃ τὸν δημοτικὸν δασμὸν οὐχὶ μόνον ἐπὶ τῶν εἰσαγομέ-
1638νων εἰς τὸν δῆμον Πατρέων πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν,
1639ἀλλὰ ἐπὶ πάντων τῶν εἰσαγομένων. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ εἰδικοῦ
1640τούτου νομοθετήματος ἐπεβάρυνε βεβαίως τὸ ἐμπόριον Πα-
1641τρῶν, ἀλλὰ τὴν ἐπιβάρυνσιν ταύτην ἐδέχθησαν τότε ἀγογ-
1642γύστως, ἀφοῦ οἴκοθεν ἐζήτησαν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐτήν,
1643ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰς ἀνάγκας τοῦ δήμου των, καὶ ποθοῦντες
1644τότε νὰ ἐπιτύχωσι τὸ εἰδικὸν νομοθέτημα, ἵνα ἐπιφέρωσι τὰς
1645βελτιώσεις, τῶν ὁποίων ὁ δῆμος εἶχεν ἀνάγκην, κατὰ τὴν
1646γνώμην αὐτῶν. Ἀλλὰ τελευταῖον εἶδον, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐπι-
1647βάρυνσις ἴσως παρακωλύει τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορίου τῆς
1648πόλεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐξεδήλωσαν ἐπιθυμίαν νὰ ἐπανέλθω-
1649σιν εἰς τὸν γενικὸν κανόνα, τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1847
1650διαγραφόμενον, ἤτοι ὁ δασμὸς, ὁ ἐπιβαλλόμενος νῦν ἐπὶ πάν-
1651των τῶν εἰσαγομένων εἰς τὸν δῆμον ἀδιακρίτως, νὰ ἐπιβάλ-
1652ληται τοῦ λοιποῦ ἐπὶ μόνον τῶν πρὸς τοπικὴν κατανάλωσιν
1653εἰσαγομένων, πρὸς τοῦτο δὲ, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ συστηθῇ
1654κατάστημα διαμετακομίσεως δημοτικὸν ἐν τῷ δήμῳ Πα-
1655τρέων, ἀλλὰ προεῖδον καὶ τὴν περίπτωσιν, τὴν ἀναγκαίως
1656ἐπελευσομένην, ὅτι ἕνεκα τούτου τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου, τὰ ἐκ
1657τοῦ ἐκτάκτου δημοτικοῦ δασμοῦ μέχρι τοῦδε εἰσπραττόμενα,
1658θέλουσιν οὐσιωδῶς ἐλαττωθῆ, διότι δὲν θέλει εἰσπράττεσθαι
1659πλέον ὁ ἔκτακτος δημοτικὸς δασμὸς ἐπὶ πάντων τῶν εἰσαγο-
1660μένων, ἀλλὰ μόνον ἐκ τῶν πρὸς τοπικὴν κατανάλωσιν. Τὸ
1661Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐξέφρασε διακαῆ πόθον, ἵνα συστη-
1662θῶσι καταστήματα δημοτικῆς διαμετακομίσεως, προὐνόησε
1663δὲ καὶ περὶ τῶν πόρων, πρὸς τοὺς ὁποίους θέλει προσφύγει,
1664ἵνα ἀντλήσῃ ἐξ αὐτῶν ἔσοδα, ὅπως χρησιμεύσωσι ταῦτα ὡς
1665ἀντισήκωμα τῆς ἐλαττώσεως, ἡ ὁποία θέλει ἐπέλθει εἰς τὰ
1666ἔσοδα τοῦ δήμου Πατρέων, καὶ ἐσκέφθη περὶ αὐξήσεως τοῦ
1667φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμά-
1668των, ὡς καὶ τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων πακέτων κα-
1669πνοῦ, κονιὰκ καὶ οἴνου. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ηὔχετο τὸ Δημο-
1670τικὸν Συμβούλιον, ἀνωμολόγει ἴσως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προ-
1671βῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ ἐκτάκτου δημοτι-
1672κοῦ δασμοῦ καὶ περιορίσωμεν αὐτὸν ἐπὶ μόνον τῶν εἰσαγο-
1673μένων, οὔτε τοὺς νέους φόρους ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτη-
1674δευμάτων νὰ ψηφίσωμεν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μὴ προβῶμεν εἰς
1675τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ψηφισθησομένου νόμου, πρὶν ἢ κατα-
1676σκευασθῶσι καταστήματα δημοτικῆς διαμετακομίσεως. Ὅταν
1677ἐλάβομεν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, εἴχομεν ἤδη πρὸ πολλοῦ και-
1678ροῦ ὑπὸ μελέτην τὸ ζήτημα, εἴχομεν δὲ προβῆ καὶ εἰς ἕναρ-
1679ξιν ἐργασίας, ὅπως κατασκευάσωμεν κατάστημα τελωνεια-
1680κὸν ἐν τῇ πόλει τῶν Πατρῶν. Τὴν ἀνάγκην ταύτην διεγι-
1681νώσκομεν πρὸ πολλοῦ. Γνωστὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῶν δυσχε-
1682ρειῶν, αἱ ὁποῖαι προέκυπτον εἰς τοῦτο, καὶ πῶς κατωρθώθη
1683νὰ ἄρωμεν ταύτας κατὰ τὸ 1891. Εἴχομεν ἤδη προβῆ εἰς
1684διορισμὸν ἐπιτροπῆς καὶ εἴχομεν παρακαλέσει τὸν κ. Διευθυν-
1685τὴν τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τὸν νομάρχην Ἀχαϊοήλιδος
1686καὶ τὸν κ. τελώνην Πατρῶν καὶ τὸν κ. τελώνην Ζακύνθου
1687καὶ ἕνα οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν ν’ ἀποτελέσωσιν ἐπιτροπὴν,
1688ὅπως γνωμοδοτήσωσι περὶ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει
1689νὰ ἀνεγερθῶσι τὰ δημοτικὰ καταστήματα, καὶ τὴν γνώμην
1690τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ἀνεκοινώσαμεν εἰς τὸ τμῆμα τῶν δη-
1691μοσίων ἔργων, καὶ παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
1692τερικῶν νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας, ὅπως παρασκευα-
1693σθῇ σχέδιον τελωνειακοῦ καταστήματος καὶ ὁ προϋπολογι-
1694σμὸς, ὥστε νὰ λάβωμεν τὴν προσήκουσαν πρόνοιαν καὶ ζητή-
1695σωμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἀναγκαίαν ἄδειαν, ἵνα προβῶμεν
1696εἰς τὴν δαπάνην ταύτην. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μάλιστα
1697τοῦ 1897 ἀνεγράψαμεν καὶ ποσόν τι πρὸς πλήρωσιν τῆς
1698ἀνάγκης ταύτης. Διὰ τοῦτο δὲν προέβημεν εἰς μελέτας περὶ
1699συστάσεως δημοτικῆς διαμετακομίσεως, ὅπως σκεφθῶμεν ἂν
1700πρέπῃ τὰ καταστήματα ταῦτα νὰ γείνωσιν ἐκεῖ, ὅπου τὸ Δη-
1701μοτικὸν Συμβούλιον ἐγνωμοδότει, προτεῖναν, μοὶ φαίνεται,
1702τὴν μετασκευὴν τῆς ἀρκτικῆς ἀγορᾶς εἰς κατάστημα διαμε-
1703τακομίσεως, ἢ νὰ τὰ συνδέσωμεν μὲ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ τελω-
1704νείου καὶ νὰ προβῶμεν ὁμαλώτερον εἰς τὰ κατ’ αὐτά. Διὰ
1705τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εὑρίσκω λόγον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξεβίαζε
1706τὸν σύλλογον τὸν ἐμπορικὸν τῶν Πατρῶν, εἴτε ἵνα ἐκφράσῃ
1707τοιαύτας πρὸς ἡμᾶς γνώμας, εἴτε ἵνα ἐπιδείξῃ τοσοῦτον ἀκα-
1708τάσχετον πόθον.
1709Ἡ μελέτη περὶ συστάσεως δημοτικῆς διαμετακομίσεως
1710εἶναι σοβαρά· πρέπει νὰ κανονισθῶσι πολλαὶ λεπτομέρειαι,
1711ἵνα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου ἐξασφαλισθῶσι καὶ αἱ ἐνδε-
1712χόμεναι καταχρήσεις προληφθῶσι, χωρὶς ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐπι-
1713βαρυνθῶσιν ὑπὲρ τὸ δέον οἱ κάτοικοι τῶν Πατρῶν, ὡς ἐκ
1714τῆς ἐπιζητουμένης μεταῤῥυθμίσεως τῆς δημοτικῆς φορολο-
1715γίας των. Ταῦτα πάντα ἀνήκουσιν εἰς τὴν διοίκησιν, τοιαῦτα
1716δὲ ἔργα δὲν γίνονται μετὰ τοσαύτης σπουδῆς, ὥστε νὰ ὑπο-
1717τεθῇ ὅτι ὠκνήσαμεν μὲν ἡμεῖς, ἀλλ’ ὅτι ὤκνησαν καὶ οἱ ἐκ
1718τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν κ.κ. Βουλευταὶ νὰ ζητήσωσι παρ’ ἡμῶν
1719ἵνα σπεύσωμεν εἰς τὸ ἔργον. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὁ Ἐμπορικὸς
1720Σύλλογος Πατρῶν, ὅταν λάβῃ πάσας τὰς πληροφορίας τῶν
1721μέχρι τοῦδε γενομένων, καὶ ἀκούσῃ τί εἶπον ἐν τῇ Βουλῇ,
1722θέλει κατανοήσει, ὅτι μεγάλην ἔδειξε σπουδὴν, καὶ οὐχὶ δι-
1723καίως κατελόγισεν ἀδιαφορίαν εἰς τοὺς κ.κ. ἐκ Πατρῶν Βου-
1724λευτὰς, οἵτινες πάντες οὐδεμίαν παρέλειψαν εὐκαιρίαν, ἵνα
1725συνηγορῶσιν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἀντι-
1726προσωπεύουσιν.
1727§104ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπειδὴ ὑπόθεσίς μου ἀτομικὴ μὲ ἀναγκά-
1728ζει νὰ ἀπέλθω ἐξ Ἀθηνῶν ἐπί τινας ἡμέρας, ἐπιθυμῶ ἐν
1729τούτοις νὰ παρίσταμαι ἐνταῦθα κατὰ τὴν γενησομένην συζή-
1730τησιν περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, θὰ παρεκάλουν τοὺς συναδέλ-
1731φους ἐκ Παρνασσίδος καὶ Ἄρτης, οἵτινες ἐδήλωσαν ὅτι εἶναι
1732ἕτοιμοι νὰ ἐπιληφθῶσι τοιαύτης συζητήσεως, ὅπως δεχθῶσιν
1733ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ταύτης ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας, ὅτε θὰ
1734ἐπανέλθω εἰς Ἀθήνας. Τοῦτο ζητῶ ὡς ἰδιαιτέραν χάριν.
1735§105ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, ἐπειδὴ
1736πρόκειται περὶ ζητήματος ἀφορῶντος γενικώτερον συμφέρον,
1737οὐδεμίαν ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν προτεινομένην ἀναβολήν.
1738§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε νὰ γείνῃ τὴν ἐρχομένην Τετάρτην.
1739§107ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.
1740§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παραμυθιώτης ἔχει τὸν λόγον.
1741§109ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ παρευρεθῶ
1742εἴς τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν
1743ὁποίαν ἐγένετο λόγος περὶ ἐλαττώσεως τῶν δικαστικῶν τελῶν
1744κατόπιν ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μήλου Βουλευτοῦ.
1745Συμμερίζομαι πληρέστατα τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐξέθεσαν
1746οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἐλάττωσιν τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου,
1747ὑπό τε τὴν ἔποψιν τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ
1748δημοσίου συμφέροντος, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι πρόνοια θέλει
1749ληφθῆ περὶ τούτου. Ἀλλὰ μετὰ τῆς συζητήσεως ἐκείνης συ-
1750σχετίζεται ἕτερον ζήτημα, τὸ μέτρον τουτέστι, τὸ ὁποῖον
1751ἐσχάτως ἔλαβεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης,
1752διατάξας νὰ κατατίθενται εἰς τὰ ἀρχεῖα τῶν δικαστηρίων
1753τὰ πρωτότυπα τῶν ἀγωγῶν, τῶν ἀνακοπῶν καὶ τῶν ἐφέσεων,
1754καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ λαμβάνωσιν ἀντίγραφον τούτων.
1755Ἐννοεῖται ὅτι τὰ ἀντίγραφα λαμβάνονται ἐπὶ χαρτοσήμου,
1756ἄρα, Κύριοι, τὸ μέτρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης
1757εἶναι ἔμμεσος ἐπιβολὴ νέου φόρου, εἶναι προσθήκη εἰς τὰ δι-
1758καστικὰ τέλη. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως θερμῶς ἕνεκα τού-
1759του τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναστείλῃ τὸ μέ-
1760τρον τοῦτο, μέχρις οὗ τακτοποιηθῶσι τὰ τῶν τελῶν τοῦ χαρ-
1761τοσήμου. Ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς
1762δὲν ἐνδώσῃ εἰς τὴν παράκλησίν μου ταύτην, τότε θὰ τὸν
1763παρακαλέσω νὰ καταθέσῃ τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου διε-
1764τάχθη τὸ μέτρον τοῦτο, ὅπως γείνῃ συζήτησις.
1765§110Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐγνώριζον ὅτι θὰ γείνῃ τοιαύτη
1766πρότασις παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὥστε νὰ ἔχω τὸν
1767νόμον μετ’ ἐμοῦ. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασίς του στηρίζεται εἰς
1768τὸν νόμον, διότι ὁ νόμος λέγει, «τὰ δικόγραφα τὰ μένοντα
1769παρὰ τῷ προκαλοῦντι τὴν πρᾶξιν»· ἄρα, ἀφοῦ ὁ νόμος δια-
1770τάσσει οὕτω, πῶς ἡ ἐγκύκλιος διατάσσει νὰ μένουν εἰς τὰ
1771ἀρχεῖα; Ἑπομένως θὰ ἐπέλθῃ θεραπεία δι’ ἀνακλήσεως τῆς
1772τοιαύτης ἐγκυκλίου. Ἄλλως ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀναγνώσω-
1773μεν τὴν ἐγκύκλιον, διὰ νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτῆς.
1774§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλέσσας ἔχει τὸν λόγον.
1775§112Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἐν τῇ ἐφημερίδι «Παλιγγενεσίᾳ» ἐδη-
1776μοσιεύθη καταγγελία κατὰ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῶν
1777στρατιωτικῶν. Ἡ καταγγελία μάλιστα αὕτη ἀφορᾷ εἰς
1778πρόσωπα ἀνώτερα τοῦ στρατοῦ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
1779γὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί
1780ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς καταγγελίας ταύτης.
1781§113Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
1782Ἀνώτερος ἀξιωματικὸς ἐπελήφθη ἀνακρίσεων ἐπὶ τῆς ὑπο-
1783θέσεως ταύτης.
1784§114ΦΛΕΣΣΑΣ. Μετὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀνακρίσεως παρα-
1785καλῶ νὰ κατατεθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρίσεως.
1786§115Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ. Δὲν σᾶς τὸ ὑπόσχομαι αὐτό. Ὅταν
1787τελειώσῃ ἡ ἀνάκρισις, θὰ ἴδω ἂν τοῦτο ᾖναι δυνατόν.
1788§116Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Πρὸ δέκα ἓξ καὶ ἡμίσεως μηνῶν ὑπέβαλον
1789διαφόρους ἐπερωτήσεις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησια-
1790στικῶν. Δυστυχῶς δὲ, σήμερον εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον
1791θέσιν νὰ ἐκφράσω δημοσίᾳ τὴν λύπην μου ἐπὶ τῇ ἀδρανείᾳ
1792τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργείου,
1793καθόσον διὰ τῆς, ὡς μὴ ὤφελε, παραλείψεως τῶν ἀπαντή-
1794σεων εἰς ταύτας μὲ ἔφερε προχθὲς εἰς θέσιν νὰ στενοχωρήσω
1795τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἠναγκάσθη νὰ ἀνα-
1796λάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ἀπόντος.
1797Ἂν τὸ Ὑπουργεῖον κατέθετεν ἐγκαίρως πάντα τὰ ζητη-
1798θέντα παρ’ ἐμοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ εὑ-
1799ρίσκετο εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ὑπερασπισθῇ τὸν ἀπόντα,
1800ὁ ὁποῖος ἐτέλεσε πράξεις, ἃς ἀποσιωπῶ, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων
1801ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τὰ δέοντα καὶ νὰ εἴπω ὅσα
1802πρέπει νὰ εἴπω, καὶ τότε θὰ μάθῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κόσμος
1803ὅλος, ποῖον εἶναι τὸ ποιὸν τοῦ ἀνθρώπου, περὶ τοῦ ὁποίου
1804δυστυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέφερε κολακευτι-
1805κὰς τινας λέξεις, αἱ ὁποῖαι τὸν ἐθράσυναν. Πρόκειται περὶ τοῦ
1806Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Πεντέλης.
1807§117ΦΩΝΑΙ. Ὤ! ὤ!
1808§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ περὶ
1809αὐτοῦ δὲν εἶπον οὔτε ὑπὲρ οὔτε κατά.
1810§119ΣΧΙΝΑΣ. Ἤθελον ζητήσει, καίτοι σεβόμενος ὅλην τὴν
1811εὐρεῖαν τοῦ λόγου καὶ τὴν μνήμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς
1812Κυβερνήσεως, ἤθελον, λέγω, ζητήσει νὰ προσκομισθῶσι καὶ
1813ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς ἑσπέρας ἐκείνης, διὰ νὰ ἐπα-
1814ναφέρω εἰς τὴν μνήμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
1815ὅ,τι εἶπεν ὑπὲρ τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου οὐδε-
1816μία φωνὴ ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ ἄνθρωπος
1817ἐκεῖνος, ὁ τὰ πάντα ἐκμεταλλευόμενος, ἐχρησιμοποίησε τὰς λέ-
1818ξεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ τὸν γνωρίσῃ, ἐπα-
1819ναλέγω, ἡ Βουλή, ὅταν θὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα. Ἀλλὰ
1820ἰδίᾳ νῦν θὰ ἀπευθύνω παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
1821Βουλῆς, ἵνα διατάξῃ τὸ ἁρμόδιον γραφεῖον νὰ ἀποστείλῃ
1822εὐθὺς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὰς ἐπερω-
1823τήσεις μου ὅλας, τῶν ὁποίων σημειῶ τὰς σελίδας, τὰς ἐν
1824τοῖς πρακτικοῖς, καὶ δηλῶ ὅτι, ἂν ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν δὲν
1825προσαχθῶσιν αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι, θέλω ἐπιληφθῆ τῆς
1826ὑποθέσεως, καὶ τότε εἰς οὐδένα θὰ ἐπιτρέψω νὰ ζητήσῃ νὰ
1827μὲ διαψεύσῃ. Διότι πρέπει νὰ μάθητε, κύριοι συνάδελφοι, τὴν
1828πορείαν τῶν κακοήθως διαχειριζομένων τὰ δημόσια, διότι αἱ
1829ἱεραὶ ἐκεῖναι παρακαταθῆκαι, αἱ ἀποτελοῦσαι τὴν περιουσίαν
1830τῶν Μονῶν, χρησιμοποιοῦνται πρὸς ἰδίους φαύλους καὶ κα-
1831κοήθεις σκοπούς. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τοῦ παρόντος,
1832παρακαλῶ ὅμως ἰδίᾳ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ
1833καταθέσῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῆς Μονῆς Πεντέλης τῶν
1834ἐτῶν 1895 καὶ 1896, ὡς καὶ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1895.
1835Ἐκεῖ θὰ ἴδητε τὸ κάτοπτρον τῆς διαχειρίσεως τῶν ἱερῶν αὐ-
1836τῶν χρημάτων. Πρέπει νὰ τὸ μάθητε, πρέπει νὰ κλεισθῶσιν
1837ἐκεῖνοι ἐκεῖ, ὅπου διατάσσουν οἱ ἱεροὶ κανόνες, καὶ νὰ μὴ δια-
1838πράττωσιν ὅσα διαπράττουσι. Μὴ μὲ στενοχωρεῖτε, διότι θὰ
1839ἐκστομίσω λέξεις ἀληθείας, βεβαιωθησομένας διὰ πράξεων δι-
1840καστικῶν. «Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου!»
1841Συνάμα θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτι-
1842κῶν, ἵνα, σχετικῶς μὲ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, προσαγάγῃ ἀνα-
1843φοράν μου περὶ τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Ἡγουμένου Πεντέλης
1844κατὰ τὴν ἐκεῖ μετάβασίν μου μετὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς
1845Σχολῆς τῇ 7 Ἰουλίου 1894, μετὰ τῆς σχετικῆς ἐνεργείας
1846ἐπ’ αὐτῆς. Τότε θέλω ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως. Ἐπαναλαμ-
1847βάνω δὲ, ὅτι, ἂν δὲν κατατεθῶσι τὰ αἰτούμενα, ὑπολόγους
1848θὰ θεωρήσω τοὺς μὴ προσκομίσοντας αὐτὰ, καὶ τότε θὰ ὁμι-
1849λήσω ὄχι πλέον περὶ ἀπόντων, ἀλλὰ περὶ παρόντων, διότι
1850πᾶς ὁ διαχειριζόμενος ἱερὰ χρήματα εἶναι ὑπόλογος, καὶ πρέ-
1851πει νὰ δώσῃ λογοδοσίαν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους.
1852§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σέχος ἔχει τὸν λόγον.
1853§121Ι. ΣΕΧΟΣ. Ἠδυνάμην ἀπὸ τῆς θέσεώς μου νὰ ἀπευθύνω
1854τὰς ὀλίγας λέξεις, ἃς σκοπῶ νὰ ἀποτείνω πρὸς τὴν Βουλὴν,
1855ἀλλὰ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸ ὄνομα, περὶ οὗ θὰ ὁμιλήσω, μὲ ἠνάγ-
1856κασε νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα. Ἐπληροφορήθην ὅτι ὁ ὑπο-
1857στράτηγος Καραϊσκάκης ὑπέβαλεν αἴτησιν συντάξεως, καὶ
1858ὡς ἐκ τούτου μέχρις ὅτου ὁ υἱός του ἐξέλθῃ εἰς τὸν στρατὸν
1859ἐκ τοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων, τὸ ὄνομα Καραϊσκάκης δὲν
1860θὰ ἀντηχῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ὡς ἀντήχει
1861εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνος, θριαμβευτι-
1862κῶς πάντοτε εἰς τὰ πεδία τῆς μάχης. Μεταβαίνων ὁ ὑπο-
1863στράτηγος Καραϊσκάκης εἰς σύνταξιν, δὲν ἔχει ἄλλους πόρους,
1864εἰμὴ ἐκείνους, οὓς ἀπέκτησε διὰ τῆς προσωπικῆς αὐτοῦ ὑπη-
1865ρεσίας. Ταῦτα ἔλεγον σήμερον εἴς τινα ἀνώτερον ἀξιωματι-
1866κὸν τοῦ ναυτικοῦ, γόνον ἀρχαίας καὶ ἐνδόξου ναυτικῆς οἰκο-
1867γενείας, καὶ ἦτο παρὼν καὶ συνάδελφός τις Βουλευτὴς, ὅστις
1868μοὶ εἶπε: «ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ Καραϊσκάκης;» Θέλων νὰ μοὶ
1869ὑποδείξῃ, ὅτι ἐλησμονήθησαν οἱ ἔνδοξοι ἄνδρες. Τῷ ἀπεκρί-
1870θην: «ἔχεις δίκαιον νὰ μὴ ἐνθυμῆσαι πλέον τοὺς ἀγωνιστὰς,
1871διότι παρῆλθον τόσα ἔτη, ἀφ’ ὅτου ὁ Καραϊσκάκης ἔπεσε
1872θριαμβευτικῶς εἰς τὸ πεδίον τῶν Ἀθηνῶν, καὶ τὸν ἐλησμο-
1873νήσαμεν, δὲν τὸν λησμονεῖ ὅμως ἡ ἱστορία, καὶ δὲν πιστεύω
1874νὰ τὸν λησμονήσῃ καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία.» Ὁ υἱὸς αὐ-
1875τοῦ ὑποστράτηγος Καραϊσκάκης, ἀποστρατευόμενος, δὲν ἔχει
1876ἄλλα μέσα ὑπάρξεως, παρὰ ἐκεῖνα, ἐπαναλαμβάνω, ἅτινα
1877παρέχουσιν αὐτῷ αἱ προσωπικαί του ὑπηρεσίαι, ἔχει δὲ πο-
1878λυάριθμον οἰκογένειαν. Διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τοὺς ἀντιπρο-
1879σώπους τοῦ ἔθνους, ὅπως ὑποστηρίξωσι τὴν ἰδέαν νὰ δοθῇ
1880ἐπίδομά τι εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ μηνιαίως, τοὐλάχιστον
1881400 δραχμῶν.
1882§122ΜΑΥΡΟΣ. Πεντακοσίων, ὅσας ἐπῆραν καὶ ἄλλοι.
1883§123ΣΕΧΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως
1884νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασίν μου, ἣν διαβλέπω ὅτι ἡ ἐθνικὴ
1885ἀντιπροσωπεία ὁμοθυμαδὸν παραδέχεται· εἰμὶ δὲ βέβαιος, ὅτι
1886οὐδεὶς θὰ τὴν ἀποκρούσῃ, καὶ μάλιστα ἤδη, ὅτε ἐν τῇ αἰ-
1887θούσῃ ταύτῃ ἔχομεν σὺν τοῖς ἄλλοις δύο Προέδρους, τὸν Πρόε-
1888δρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀνή-
1889κοντας εἰς μεγάλας οἰκογενείας τοῦ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνος.
1890§124ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα
1891ἐκ μέρους τοῦ ἐκ Κερκύρας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ καὶ σεβαστοῦ
1892μοι συνταγματάρχου, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν, ὡς ἐμάθομεν παρ’
1893αὐτοῦ, ἀποστρατευόμενον ὅσον οὔπω ὑποστράτηγον Καραϊ-
1894σκάκην, εἶναι ἱκανὴ νὰ προξενήσῃ βαθυτάτην αἴσθησιν εἰς
1895πάντα Ἕλληνα.
1896Ὅτι ὁ ὑποστράτηγος Σπυρίδων Καραϊσκάκης φέρει ὄνομα
1897ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν
1898ἀπελευθέρωσιν τῆς γωνίας ταύτης, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ, καὶ
1899εἶναι περιττὸν ὅλως νὰ τὸ ὑπομνήσω καὶ ἐγώ. Εἰς τὴν πραγ-
1900μάτωσιν ὅμως τῆς εὐχῆς, τὴν ὁποίαν ἔσχε τὴν καλωσύνην
1901νὰ ἐκφράσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος συνά-
1902δελφος, εἶναι, νομίζω, ἱκανὸν νὰ συντελέσῃ καί τι προηγούμε-
1903νον, ὅπερ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν
1904καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐξωδίκως καὶ τυχαίως ὅλως ἔμαθον
1905πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Καραϊσκάκης, ὡς υἱὸς
1906τοῦ ἐνδόξου ἐκείνου στρατηγοῦ, δὲν ἔσχε τὴν τύχην ἢ δὲν
1907ἐζήτησε νὰ λάβῃ μέχρι τοῦδε ὅσα ἔλαβον ἄλλαι οἰκογένειαι
1908ἀγωνιστῶν, τουτέστιν ἡ οἰκογένεια τοῦ Καραϊσκάκη δὲν ἔχει
1909προικοδοτηθῆ, ὡς ἄλλαι τινὲς οἰκογένειαι...
1910§125ΑΛΕΞ. Ι. ΚΑΝΑΡΗΣ. Καὶ πολλαὶ ἄλλαι οἰκογένειαι.
1911§126ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι· λέγω μόνον, ὅτι μεταξὺ τῶν
1912πολλῶν εἶναι καὶ ἡ τοῦ Καραϊσκάκη... Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ λοι-
1913πὸν τῆς εὐγενοῦς προτάσεως τοῦ κ. Σέχου, λαμβάνω τὴν τι-
1914μὴν νὰ ὑπομνήσω καὶ τοῦτο, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρ-
1915νησιν, ὅπως κατὰ τὴν μελέτην τῆς προτάσεως ταύτης λάβῃ
1916ὑπ’ ὄψιν καὶ ὅ,τι ἐγὼ ἀνέφερα, ἵνα ὅσον τάχιον δώσῃ ἡ Κυ-
1917βέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν οἰκογένειαν Καραϊσκάκη ὅ,τι
1918εἶναι ἄξιον τῆς περιωπῆς της καὶ τῶν πρὸς τὴν πατρίδα ἐκ-
1919δουλεύσεων αὐτῆς.
1920§127Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Βεβαίως ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
1921Κερκύρας Βουλευτοῦ εἶναι πατριωτικωτάτη καὶ παραμυθεῖ
1922τὰς οἰκογενείας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἠγωνίσθησαν ὑπὲρ τῆς ἐλευ-
1923θερίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αἱ οἰκογένειαι αὗ-
1924ται, αἱ ὁποῖαι ἠγωνίσθησαν, εἶναι καὶ ἄλλαι οἰκογένειαι, αἱ
1925ὁποῖαι ἠγωνίσθησαν περισσότερον, καὶ δὲν ἔλαβον οὔτε ὀβο-
1926λόν. Ἐφονεύθησαν τέσσαρες στρατηγοὶ Φλέσσαι, καὶ οὐδὲν
1927ἔλαβον αἱ οἰκογένειαί των, οὔτε οἱ ἀδελφοί των, οὔτε αἱ θυ-
1928γατέρες των. Κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ληφθῇ ἐκ μέρους τῆς
1929Κυβερνήσεως γενικὴ πρόνοια, διότι αὐταὶ αἱ ἐξαιρέσεις βε-
1930βαίως ἐρεθίζουσι τὰς οἰκογενείας, αἱ ὁποῖαι συνεισέφερον εἰς
1931τὸ Κράτος πλέον ἢ ὅσα ὁ στρατηγὸς Καραϊσκάκης. Ἐφο-
1932νεύθησαν, κύριε Πρόεδρε, καὶ Μαυρομιχάλαι καὶ Φλέσσαι τέσ-
1933σαρες μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ, ἀλλ’ οὐδέποτε εἷς Φλέσ-
1934σας ἐπῆρεν οὔτε 25 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἀφ’ ἧς ἀπηλευθε-
1935ρώθη ἡ πατρὶς μέχρι σήμερον.
1936Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ἀμοιβὰς ἀπὸ
1937τὸ ἔθνος διὰ τὰς ὑπὲρ τοῦ Ἀγῶνος προσενεχθείσας ὑπηρε-
1938σίας, καὶ ἐὰν τὸ Κράτος χορηγήσῃ τοιαύτας, ἐγὼ θὰ τὰς
1939ἀποκρούσω, διότι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, καὶ ἐκπλη-
1940ροῦντες καθῆκον, δὲν δικαιοῦνται ἀμοιβῶν ὑλικῶν. Ἀλλὰ, κύ-
1941ριε Πρόεδρε, οὐδέποτε θὰ ἀνεχθῶ τὰς διακρίσεις. Ὁ Καραϊ-
1942σκάκης ἠγωνίσθη, καὶ ὁ πατήρ του καὶ ὁ ἴδιος, οἱ κόποι αὐ-
1943τοῦ ἠμείφθησαν καὶ ἀμείβονται διὰ τῆς συντάξεώς του. Ἐὰν
1944ὅμως ἐξακολουθήσητε αὐτὰς τὰς διακρίσεις, τὰς ὁποίας ἔκα-
1945μεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1881, βεβαίως θὰ γεννήσητε σκάνδαλα
1946εἰς τὸ ἔθνος. Ἐγὼ πρῶτος δὲν θ’ ἀνεχθῶ αὐτὴν τὴν κατά-
1947στασιν, δὲν δέχομαι δὲ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἀμειφθοῦν οἱ κό-
1948ποι τῶν ἀποθανόντων συγγενῶν μου ὑπὲρ τῆς πατρίδος.
1949§128ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν ἐκ Καλαμῶν ἀξιό-
1950τιμον συνάδελφον καὶ πάντα ἄλλον νὰ παραδεχθῇ ἐν τῇ προ-
1951κειμένῃ περιπτώσει ἐξαίρεσίν τινα, ὄχι μόνον διὰ τὸ ἱστορι-
1952κὸν ὄνομα, τὸ ὁποῖον φέρει ἡ οἰκογένεια τοῦ Καραϊσκάκη, ὄχι
1953μόνον διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἐκδουλεύσεις, ἅστινας αὕτη πα-
1954ρέσχεν εἰς τὴν πατρίδα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἐκδουλεύσεις, ἅς-
1955τινας παρέσχεν ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν. Ὁ
1956ἀείμνηστος Βαρβάκης, στενὸς συγγενὴς τοῦ κ. Καραϊσκάκη,
1957ἑκατομμύρια ὅλα διέθεσεν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, εἶναι δὲ γνω-
1958στὸν, πῶς τὸ κληροδότημα μέχρι τοῦδε διετέθη ὑπὲρ διαφό-
1959ρων σκοπῶν. Καὶ ἂν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦναι εἰς θέσιν τὴν σήμε-
1960ρον ὑπὲρ τῆς ἀναξιοπαθούσης οἰκογενείας τοῦ Καραϊσκάκη
1961νὰ διαθέσῃ ποσόν τι ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἃς διαθέσῃ
1962ποσόν τι τοὐλάχιστον ἐκ τοῦ μεγάλου κληροδοτήματος τοῦ
1963Βαρβάκη, καὶ ἔστω βεβαία, ὅτι οὕτω πως καὶ πρὸς τὴν μνή-
1964μην τοῦ ἀειμνήστου ἐκείνου διαθέτου θὰ δείξῃ τὸν προσήκοντα
1965σεβασμὸν, καὶ εἰς οἰκογένειαν τοιοῦτον ὄνομα φέρουσαν θὰ
1966ἐπέλθῃ ἐπίκουρος, εἰς τόσον κρίσιμον στιγμὴν δι’ αὐτήν.
1967§129ΜΑΝΕΣΗΣ. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ
1968ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Φλέσσα, παρακαλῶ αὐτὸν καὶ πάντα
1969ἄλλον νὰ μὴ νομίσῃ ὅτι ἐκ τῆς προτάσεως ταύτης πρόκειται
1970νὰ γείνῃ σύγκρισις ὡς πρὸς τὰς ἐκδουλεύσεις τὰς προσενε-
1971χθείσας ὑπὸ τῶν ἀγωνιστῶν πρὸς τὴν πατρίδα. Βεβαίως
1972εἶναι μεγάλαι αἱ ὑπηρεσίαι τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων, τὰς
1973ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Φλέσσας, ἀλλὰ καὶ βεβαίως εἶναι μέγα
1974εὐτύχημα, ὅτι αἱ οἰκογένειαι ἐκεῖναι ἠδυνήθησαν οὕτως ἢ
1975ἄλλως νὰ διατηρήσωσι τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῶν, καὶ δὲν στε-
1976ροῦνται τῶν πρὸς τὸ ζῆν, τὸ ὁποῖον θὰ ἴδητε ἐν τῇ οἰκο-
1977γενείᾳ τοῦ Καραϊσκάκη, ἂν δὲν λάβητε τὴν δέουσαν πρόνοιαν.
1978Αἱ ἔγγονοι τοῦ Καραϊσκάκη, αἱ ἔγγονοι τοῦ Βαρβάκη δὲν θὰ
1979ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἔλθωσιν εἰς γάμον, διότι διὰ τῆς συντάξεως
1980τῶν 400 δραχμῶν μόλις θὰ δύνανται νὰ ζήσουν ἐν μέσαις
1981Ἀθήναις. Ἰδοὺ τί ζητεῖται, ἔστω καὶ ὡς ἐξαίρεσις, τὴν
1982ὁποίαν πέπεισμαι ὅτι δὲν θὰ ἀποκρούσῃ ὁ κ. Φλέσσας. Δὲν
1983ἀρνοῦμαι τὰς ἐκδουλεύσεις τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ, δὲν ἀγνοῶ
1984τὴν ἱστορίαν, ἡ ὁποία εὐφήμως μνημονεύει τὸ ὄνομα, τὸ
1985ὁποῖον μεθ’ ὑπερηφανείας πρέπει νὰ ἀκούωμεν, καθὼς καὶ
1986πάντα τὰ ἄλλα ὀνόματα τῶν ἀγωνιστῶν τῆς Ἑλλάδος,
1987ἀλλὰ ἡ θέσις τοῦ υἱοῦ τοῦ Καραΐσκου δὲν εἶναι ὁμοία οὔτε
1988πρὸς τὴν θέσιν τῶν Μαυρομιχαλαίων οὔτε πρὸς τὴν θέσιν τοῦ
1989Φλέσσα. Ὁ μόνος υἱὸς τοῦ Καραΐσκου δὲν δύναται νὰ βα-
1990δίσῃ ἐν μέσαις Ἀθήναις, παθὼν σωματικῶς, καὶ θὰ δείξωμεν
1991ἀσέβειαν πρὸς τὸν στρατάρχην Καραΐσκον, τὸν ὁποῖον ἡ
1992ἱστορία μνημονεύει ὡς τὸν μόνον στρατηγὸν τῆς Ἑλλάδος,
1993διαπρέψαντα ἐπὶ εὐφυίᾳ καὶ στρατηγικῇ ἱκανότητι, ἐὰν ἀφή-
1994σωμεν τὸν υἱὸν αὐτοῦ πενόμενον καὶ μὴ δυνάμενον νὰ ἐξέλθῃ
1995τῆς οἰκίας του.
1996§130ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Βεβαίως δὲν θὰ τὸν ἀφήσω-
1997μεν, κύριε Μάνεση. Οὐδεὶς ἀντιλέγει.
1998§131ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ παρα-
1999δεχθῇ τὴν γενομένην σύστασιν, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς
2000κρείττονα θέσιν νὰ ἐξεύρῃ τὸ μέσον πρὸς πραγμάτωσιν αὐτῆς.
2001§132ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
2002§133ΜΑΝΕΣΗΣ. Χαίρω, διότι σύμφωνος εἶναι ἡ Βουλὴ πρὸς
2003ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Σέχου.
2004§134Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ μὴ συντηρηθῇ ὁ υἱὸς τοῦ
2005Καραϊσκάκη, ὄχι ὅμως ὡς υἱὸς τοῦ στρατηγοῦ Καραϊσκάκη,
2006ἀλλ’ ὡς προσωπικῶς ἀγωνισθεὶς ὑπὲρ τοῦ ἔθνους. Ὑπὸ τὴν
2007ἔποψιν αὐτὴν δὲν ἀντιλέγω. Ὡς υἱὸς ὅμως τοῦ Καραϊσκάκη,
2008δὲν δικαιοῦται νὰ τύχῃ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔτυχον ἄλλοι,
2009καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ δώσω ψῆφον
2010ὑπὲρ τῆς προτάσεως.
2011§135ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι τὰ λεχθέντα πρέπει νὰ λά-
2012βωσι νόμιμον ὑπόστασιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ
2013ἐπὶ προτάσεως Βουλευτοῦ. Νομίζω ὅτι πρέπει ἡ ἰδία, ἡ ἐκ-
2014φρασθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἐκ Κερκύρας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, νὰ
2015λάβῃ τὴν νόμιμον αὐτῆς μορφὴν, καὶ νὰ ἐκφρασθῇ εὐχὴ ἐκ
2016μέρους τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ σχετικὸν
2017νομοσχέδιον.
2018§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ ἐγένετο.
2019§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ λεχθέντα
2020ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριχωνίας καὶ πάντων τῶν ἄλλων
2021Βουλευτῶν, τοῦτο σημαίνουσιν· ἐκδηλοῦσιν εὐχήν.
2022§138ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον
2023Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ προσαγάγῃ πίνακα
2024τῶν μαθητῶν τῶν φοιτώντων ἐν τοῖς σχολείοις τοῖς δημοτι-
2025κοῖς, τοῖς ἑλληνικοῖς καὶ τοῖς Γυμνασίοις, διότι ἔχω ἀνάγκην
2026αὐτοῦ, ὅπως συζητήσω.
2027§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ προσω-
2028ρινῶς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ.λ.π.). Σᾶς
2029παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε τὴν αἴτησίν σας ἐγγράφως.
2030§140ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
2031§141ΣΤΑΗΣ. Παρεκάλεσα πρὸ πολλοῦ, ἴσως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς
2032τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου
2033τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ καταθέσῃ πληροφορίας τινὰς, τὰς
2034ὁποίας δὲν κατέθηκεν, καίτοι ἐγγράφως εἶχον ὑποβάλει τὴν
2035ἐπερώτησίν μου. Πρὸς τὰς ἀπαντήσεις ὅμως τοῦ κ. Βουλευ-
2036τοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἀπήντησεν ἤδη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰ-
2037κονομικῶν, καὶ εἰς μίαν τῶν ἀπαντήσεων τούτων περιείχετο
2038καὶ ἀπάντησις πρὸς ἰδικήν μου ἐπερώτησιν, ἂν καὶ οὐχὶ πλήρης.
2039Εἰς τὴν ὑποβληθῆσαν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερ-
2040νήσεως ἀνάλυσιν τῶν ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους ὑπολοί-
2041πων κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1896 εὑρίσκομεν ἀναγε-
2042γραμμένα ἔξοδα ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύ-
2043σεως 1,903,141 δρ. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι τὸ Κράτος δι’ ἴδιον
2044λογαριασμὸν κατέβαλεν εἰς μισθοὺς προσωπικοῦ τῆς στοι-
2045χειώδους ἐκπαιδεύσεως περίπου 2 ἑκατομμύρια, καὶ ἔτι ἁπλού-
2046στερον σημαίνει, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κρά-
2047τους ἐξωφλημένα ἐντάλματα μισθῶν τῶν λειτουργῶν τῆς
2048στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως 2 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν.
2049Ἐζήτησα ἄλλοτε νὰ μάθω, καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν παρά-
2050κλησίν μου, ἐὰν πλὴν τοῦ ποσοῦ τούτου ἐδαπανήθη καὶ τὸ
2051ποσὸν τοῦ 1,500,000 δραχμῶν, τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ
2052προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1896, πρὸς συνδρο-
2053μὴν τῶν δήμων, τῶν ἀπόρων, διὰ τὰς δαπάνας τῆς στοι-
2054χειώδους ἐκπαιδεύσεως· ἐδαπάνησε τὸ Δημόσιον 1,500,000
2055καὶ πλὴν τούτου προσέτι 1,903,141; ἐὰν ἐδαπανήθη τὸ πο-
2056σὸν ἐκεῖνο τοῦ 1,500,000, πῶς ἐδαπανήθη; Ἐζήτησα ἄλ-
2057λοτε πίνακα, δηλοῦντα πῶς ἐδαπανήθη τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ
2058δῆμον, καὶ πόσον πρὸς τοὺς ἀπόρους δήμους. Ὅτι ἐδαπανήθη
2059καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἔχομεν ἐξωδίκους πληροφορίας, ἀλλὰ
2060πῶς ἐδαπανήθη, ἄγνωστον, πῶς διενεμήθη τουτέστιν ἐπιθυμεῖ
2061ἡ Βουλὴ νὰ μάθῃ, διότι γινώσκομεν ὅτι πολλοὶ δῆμοι, ἄπο-
2062ροι πράγματι, οὐδεμίαν ἔλαβον συνδρομήν. Ἀνεξαρτήτως
2063ὅμως τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα οἱ δῆμοι, εἴτε ἄποροι εἴτε μὴ,
2064διέθεσαν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ δαπάνη δύο πε-
2065ρίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἶναι χαρα-
2066κτηριστικὴ τῆς κυβερνητικῆς προνοίας. Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν
2067ἀναγράψει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896, μετὰ πολλοὺς
2068ἀγῶνας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, 1,500,000 δραχ. ὑπὲρ τῆς
2069δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἤδη ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ τὸ πο-
2070σὸν τοῦτο εἶναι ἀνεπαρκές. Ἵνα συζητήσωμεν τὸ ζήτημα
2071τοῦτο ἐπικαίρως, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
2072διατάξει ἀναγεγραμμένου σχετικοῦ νομοσχεδίου, ἂς προσκο-
2073μισθῶσιν ἐγκαίρως εἰς τὴν Βουλὴν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφο-
2074ρίαι· διότι, ἐὰν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ
2075νομοσχεδίου τούτου, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὰς πληροφορίας ταύ-
2076τας, δὲν θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ συζητήσωμεν. Διὰ τοῦτο
2077παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλη-
2078σιαστικῶν, νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου.
2079§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύναμαι
2080προχείρως νὰ δώσω πληροφορίας πρὸς τὸν ἐκ Κυθήρων κ.
2081Βουλευτήν. Τὸ ποσὸν τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολο-
2082γισμῷ, ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς ἐπικουρίαν τῶν δήμων, δὲν ἐδα-
2083πανήθη. Ἐὰν ἤθελε δαπανηθῆ, ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ προη-
2084γουμένως Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε προσδιορίσει τὸ πο-
2085σὸν, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ δοθῇ εἰς ἕκαστον τῶν δήμων πρὸς
2086συμπλήρωσιν τῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
2087αὐτοῦ εἶχον δημιουργηθῆ. Ἀλλὰ ἐὰν ἤθελε γενῆ ἡ κατανομὴ
2088αὕτη, ἔπρεπε πρὸς τούτοις νὰ ἦναι ὑποβεβλημένοι πάντες οἱ
2089προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων, ἵνα ὦσι δὲ βεβαιωμένα τὰ τῶν
2090προϋπολογισμῶν τῶν δήμων, ἔπρεπε προηγουμένως νὰ ἔχωσιν
2091ἐπιβληθῆ καὶ πᾶσαι αἱ ἐπεκτάσεις τοῦ δημοτικοῦ δασμοῦ,
2092αἵτινες ἐγένοντο δυνάμει τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαι-
2093δεύσεως. Ἑπομένως τὸ 1,500,000 δραχ. δὲν διετέθη, αἱ δὲ
20941,903,141 δραχ. εἶναι προκαταβολαὶ δοθεῖσαι ὑπὸ τοῦ δη-
2095μοσίου ταμείου, ἀπέναντι τῶν ὁποίων θέλει εἰσπράξει τὸ δη-
2096μόσιον ταμεῖον παρὰ μὲν τῶν δήμων τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα
2097ὀφείλουσιν οἱ δῆμοι νὰ δώσωσι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν
2098ἐξόδων αὐτῶν, παρὰ δὲ τοῦ Δημοσίου τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα
2099θέλει ὁρίσει, ἵνα χρησιμεύσωσι πρὸς ἐπικουρίαν τῶν δήμων.
2100§143ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε τὸ ὅλον ποσὸν, τὸ δοθὲν παρὰ
2101τοῦ Δημοσίου, εἶναι 1,903,141;
2102§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
2103§145ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ 1,500,000 δὲν ἐθίχθη;
2104§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
2105§147ΣΤΑΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,
2106ὁ ὁποῖος ἐφώτισε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ σκοτεινοτάτου τούτου
2107θέματος, ἐπείσθημεν δὲ πάντες, ὅτι τὸ χάος ἔφερεν ὁ νόμος
2108͵ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895 περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύ-
2109σεως. Ὅτι τὸ οἰκονομικὸν χάος ἐδημιουργήθη διὰ τοῦ νόμου
2110τούτου, ἀποδεικνύει τὸ ἤδη δαπανηθὲν ποσὸν ὑπὸ τοῦ Δημο-
2111σίου τῶν 1,903,141 δραχμῶν, κατὰ τὴν ἐπίσημον κατάστα-
2112σιν, τὴν ὑποβληθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μέχρι τῆς
211330 Σεπτεμβρίου 1896. Δὲν εἶναι δὲ, νομίζω, ἀκριβὲς τὸ
2114παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθὲν, ὅτι ἐδαπα-
2115νήθη τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ, τουτέστιν
2116ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν τοῦτο παρὰ τῶν
2117δήμων· διότι γινώσκομεν, ὅτι τὸ Δημόσιον εἰσπράττει πλεί-
2118στους ὅσους φόρους τῶν δήμων, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ κατέβαλλε
2119τὰς δαπάνας ταύτας, ἐὰν εἶχε χρήματα τῶν δήμων. Εἶναι
2120ὅμως ἐπίσης γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι οἱ ἡμίσεις τῶν δήμων
2121εἶναι ἄποροι, τὰ δ’ ἔσοδα αὐτῶν δὲν ἐπαρκοῦσιν οὔτε διὰ τὴν
2122δαπάνην τὴν καταλογισθεῖσαν εἰς αὐτοὺς δυνάμει τοῦ τελευ-
2123ταίου νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἑπομένως οὔτε
2124σήμερον οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ εἰσπράξητε τὸ ποσὸν
2125τοῦτο ἀπὸ τοὺς δήμους αὐτοὺς, τοὺς ἀπόρους, διότι χάριν
2126τῶν ἀπόρων δήμων ἐδαπανήθη τὸ ποσὸν τῶν 1,903,141
2127δραχμῶν, καὶ οὐχὶ χάριν τῶν εὐπόρων, οἱ ὁποῖοι καταβάλ-
2128λουσι τακτικῶς ἁπάσας τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς αὐτῶν
2129ἐκπαιδεύσεως ἐκ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει τὸ Δημό-
2130σιον διὰ λογαριασμὸν αὐτῶν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ἐὰν δὲν
2131ὑπάρχωσιν εἰσπεπραγμένα χρήματα τῶν δήμων ἐν τοῖς τα-
2132μίοις τοῦ δημοσίου, οἱ ταμίαι τοῦ Κράτους ἐξαναγκάζουσι
2133τοὺς εἰσπράκτορας τῶν δήμων νὰ σπεύσωσι νὰ καταβάλωσι
2134τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύονται διὰ τῶν ἀποδεί-
2135ξεων καὶ τῶν ἐξωφλημένων ἐνταλμάτων σχετικῶς πρὸς τὴν
2136μισθοδοσίαν τῶν δημοδιδασκάλων, ἕνεκα δὲ τῆς δρακοντείου
2137ἐκείνης διατάξεως, τουτέστι τῆς προσωπικῆς εὐθύνης τοῦ δη-
2138μάρχου καὶ τοῦ εἰσπράκτορος, σπεύδουσιν οἱ εἰσπράκτορες τῶν
2139δήμων, εὐθὺς, ὡς ὑπάρχει ποσόν τι εἰσπεπραγμένον ἐν τῷ τα-
2140μείῳ τῶν δήμων, νὰ μεταβιβάσωσιν αὐτὸ εἰς τὸ δημόσιον
2141ταμεῖον καὶ ἀναλάβωσιν ἀνάλογα ἐξωφλημένα ἐντάλματα.
2142Πάντα δὲ τὰ ἐντάλματα, τὰ ἀναληφθέντα μέχρι τοῦδε, δὲν
2143εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξοφληθῶσι παρὰ τῶν δημοτικῶν ταμιῶν.
2144Πόσα δὲ εἶναι ταῦτα; Εἶναι τόσα, ὥστε ἀντιπροσωπεύουσι τὸ
2145ποσὸν 1,903,141 δραχμῶν. Σημειώσατε δὲ, ὅτι εὑρισκόμεθα
2146εἰς τὴν 30 Σεπτεμβρίου, ὑπολείπονται δὲ μῆνες 3, Ὀκτώ-
2147βριος, Νοέμβριος καὶ Δεκέμβριος. Ἐὰν τὸ τρίτον τοῦ ἔτους
2148ὅτι ὑπολογίσητε ὁποίαν δαπάνην θὰ ἀπαιτήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει
2149τῶν δύο ἑκατομμυρίων, θὰ προσθέσητε τὸ τρίτον τῶν δύο
2150ἑκατομμυρίων, ἵνα εὕρητε ὁποία θὰ ἦναι ἡ δαπάνη τοῦ Δη-
2151μοσίου διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν κατὰ τὸ 1896. Αὕτη
2152εἶναι ἡ ἀληθὴς ἄποψις τοῦ ζητήματος.
2153Ἐὰν ἤδη ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθή-
2154σῃ ὑφιστάμενον τὸ σύστημα τοῦτο, αὐτὸ εἶναι λογαριασμὸς
2155ἰδικός της· ἡμεῖς ὅμως φρονοῦμεν, ὅτι ἕνεκα τοῦ ἐν ἰσχύϊ συ-
2156στήματος θ’ ἀναγκασθῇ τὸ Δημόσιον οὐ μόνον νὰ δαπανήσῃ
2157πλέον τῶν δύο ἑκατομμυρίων ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαι-
2158δεύσεως, ἀλλὰ θὰ καταστρέψῃ οἰκονομικῶς τοὺς δήμους καὶ
2159δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ φθάσῃ εἰς τ’ ἀποτελέσματα, εἰς ἃ εἴχο-
2160μεν φθάσει διὰ τοῦ συστήματος τοῦ καταργηθέντος κατὰ τὸ
21611895. Ἀπόδειξις δὲ τῶν λεγομένων μου ἔστω, ὅτι εἰς τὸν
2162προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 ἀνέγραψεν ἤδη ἡ Κυβέρνησις, ὄχι
21631,500,000 δραχμάς, ἀλλὰ δύο ἑκατομμύρια, ὡς συνδρομὴν
2164τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
2165Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὰς ἀτελείας τοῦ νόμου ὑπὸ οἰκονο-
2166μικὴν ἔποψιν, διότι τὰς ἐκπαιδευτικὰς αὐτοῦ ἀτελείας δὲν
2167ἐπιθυμῶ καὶ πάλιν νὰ ἐξετάσω. Ἀλλὰ αἱ οἰκονομικαὶ αὗται
2168ἀτέλειαι εἶναι τοιαῦται, ὁποῖαι φέρουσι τὰς γνωστὰς περὶ
2169τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ δυσχερείας. Διότι πάντες γινώσκετε,
2170ὅτι ὑπάρχουσι δήμαρχοι, οἱ ὁποῖοι δυστροποῦσι νὰ ἐκδώσωσι
2171τὰ ἐντάλματα τῶν πτωχῶν δημοδιδασκάλων καὶ γραμματο-
2172διδασκάλων, καὶ οὕτω στεροῦνται οὗτοι τοῦ μισθοῦ των, καίτοι
2173ὑπάρχει ἡ διάταξις ἐκείνη ἐν τῷ νόμῳ, διὰ τῆς ὁποίας τιμω-
2174ρεῖται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ δήμαρχος. Πλεῖστα ὑπάρχουσι
2175παραδείγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω ἐν τῇ
2176Βουλῇ, δημοδιδασκάλων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μῆνας ἤδη βασανίζον-
2177ται, χωρὶς νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ λάβωσι τὸν μισθόν των, διότι
2178ὁ δήμαρχος δὲν θέλει νὰ ὑπογράψῃ τὰς καταστάσεις των.
2179§148ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὑπογράφει ὁ
2180εἰρηνοδίκης.
2181§149ΣΤΑΗΣ. Δὲν λέγει τοῦτο τὸ 63 ἄρθρον τοῦ νόμου... Ἐξ
2182Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἔχω ἐπιστολὰς δημοδιδασκάλων, οἱ
2183ὁποῖοι καταγγέλλουσι τὸν δήμαρχον ὡς μὴ ἐκδώσαντα τὰ
2184ἐντάλματα αὐτῶν.
2185Ταῦτα ὀφείλονται εἰς τὰς ἀτελείας τοῦ νόμου περὶ δημο-
2186τικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ σχε-
2187τικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι θὰ κανονίσῃ τὰ
2188τῆς καταβολῆς τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων, διὰ τοῦτο
2189ποιοῦμαι τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἵνα ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν
2190τὰς νομίζῃ ὀρθάς, λάβῃ αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν καὶ φέρῃ τὰς ἀπαι-
2191τουμένας τροποποιήσεις εἰς τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον.
2192Μία τῶν συνεπειῶν τῶν ἀτελειῶν τοῦ νόμου περὶ δημοτι-
2193κῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι, ὅτι τὰ ἐντάλματα ταῦτα, τῶν ὁποίων
2194ἡ ἀξία μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου ἀνέρχεται εἰς δύο ἑκατομμύ-
2195ρια, παραμένουσιν ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους, καὶ εἰς τὴν
2196κατάστασιν τὴν ἐπίσημον φέρονται ὡς ἐνεργητικόν, ἐνῷ εἶναι
2197παθητικόν. Φαίνεται ὅτι τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ δημοσίου τα-
2198μείου κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου εἶναι δέκα ὀκτὼ ἑκατομμύ-
2199ρια, ἐνῷ πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε τὰ δύο ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα
2200δὲν εἶναι ἐνεργητικόν, διότι δὲν θὰ εἰσπραχθῶσι πράγματι.
2201Αὐτὸ τοῦτο συνέβαινε καὶ μὲ τὸ καταργηθὲν ταμεῖον τῆς
2202δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐκληροδότησε παθη-
2203τικόν, τουτέστιν ἔλλειμμα 4,136,131 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα
2204ἀκόμη ἀναμένομεν νὰ εἰσπράξωμεν καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνα-
2205γεγραμμένα εἰς τὴν Γενικὴν Ληψοδοσίαν τοῦ δημοσίου τα-
2206μείου, ὡς ἐνεργητικὸν αὐτοῦ. Ταῦτα δὲ πράγματι φανταστικῶς
2207ὀφείλουσιν οἱ δῆμοι εἰς τὸ Δημόσιον, οὐδὲ λεπτὸν ὅμως θὰ
2208εἰσπράξῃ ἐξ αὐτῶν. Οὕτω δὲ ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου
2209ταμείου φαίνεται ἐν ἀνθηροτάτῃ καταστάσει. Σήμερον π. χ.
2210ὑπάρχουσι μόνον πραγματικὰ 4,408,489 καὶ κερματικὰ γραμ-
2211μάτια ἐφθαρμένα 1,026,000, δηλαδὴ ἐν ὅλῳ 5,434,489,
2212ἀπέναντι τῶν 18,000,000, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ ἐπίση-
2213μος κατάστασις!
2214§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. συνά-
2215δελφος ἤρξατο ἀπὸ ἄλλου σημείου καὶ κατέληξεν εἰς ἄλλο.
2216Ἤρξατο σκοπῶν ν’ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ σύστημα τὸ οἰκονομι-
2217κὸν τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος ἐξε-
2218δόθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, εἶναι πλημμελὲς, κατέληξεν
2219ὅμως εἰς ἄλλο τι, ὅτι τὸ Δημόσιον εἶναι εἰς ἐλεεινὴν κατά-
2220στασιν καὶ ὅτι ὑπάρχει καὶ ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δημοσίων
2221χρημάτων σύγχυσις καὶ χάος.
2222Τὸ δεύτερον, νομίζω, θέλομεν συζητήσει κατὰ τὴν γενικὴν
2223συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ὅμως νομίζω
2224καθῆκον νὰ δώσω διασάφησίν τινα. Ἐὰν ἦναι χάος ἐν τῇ δια-
2225χειρίσει τῶν οἰκονομικῶν κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκ-
2226παιδεύσεως, τὸ χάος αὐτὸ ἦτο καὶ ὅτε κατὰ πρῶτον εἰσήχθη
2227τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ χάος ἦτο καὶ
2228ὅτε μετεβλήθη τὸ σύστημα τοῦτο καὶ εἰσήχθη ἄλλο σύστημα.
2229Τὸ χάος ἐπέρχεται πάντοτε κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἐφαρ-
2230μογῆς παντὸς νέου συστήματος. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκπλήσσε-
2231ται, ὅτι οἱ ταμίαι βιάζουσι τοὺς εἰσπράκτορας νὰ πληρώσωσι
2232τὰ ἔσοδα τὰ ἀναγεγραμμένα διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν,
2233ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου
2234περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι ἀποτελεῖ λεπτομέρειαν
2235τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσπράττονται τὰ δημόσια
2236ἔσοδα.
2237Ἐνδέχεται τὸ σύστημα τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαι-
2238δεύσεως νὰ χρήζῃ μελέτης καὶ βελτιώσεώς τινος, ἀλλὰ ἀκόμη
2239δὲν ἐσχηματίσαμεν τοιαύτην πεποίθησιν, νὰ εἴπωμεν ἀπὸ
2240τοῦδε, ὅτι καταδικάζομεν τὸν νόμον. Ὁ κ. συνάδελφος ἔχει
2241δίκαιον νὰ τὸν καταδικάσῃ, διότι τὸν κατεδίκαζε καὶ ὅταν
2242εἰσήχθη ὡς νομοσχέδιον καὶ ὅταν συνεζητήθη καὶ ὅταν ἐξε-
2243δόθη, καὶ δύο μῆνας ἀμέσως μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκτελέ-
2244σεως αὐτοῦ κατεδίκαζεν αὐτόν. Λοιπὸν τὸν παρακαλῶ νὰ
2245ἔχῃ μικρὰν ὑπομονὴν, ἕως ὅτου τελειώσῃ ἡ διαχείρισις τοῦ
22461896, ὅπως ἴδωμεν ποῖα θὰ ἦναι τὰ ἀποτελέσματα. Διὰ τοῦτο
2247κρίνω, ὅτι εἶναι ἐσπευσμένη ἡ κρίσις. Ἐὰν ὅμως νομίζῃ, ὅτι
2248καὶ ἀπὸ τοῦδε πρέπει νὰ φέρῃ πρότασιν περὶ καταργήσεως
2249τοῦ νόμου, εἶναι κύριος νὰ τὸ πράξῃ, δὲν πρέπει ὅμως νὰ
2250κατατριβώμεθα εἰς ἀνταλλαγὰς ἰδεῶν προώρως.
2251§151ΚΡΙΤΣΑΣ. Οἱ τὰ ἀνὰ τὴν ἐπαρχίαν Φθιώτιδος δάση
2252ἐκμεταλλευόμενοι μοὶ ἐξέφρασαν ἐπανειλημμένως παράπονα
2253ἐπὶ τῷ ὅτι ἡ ὑπ’ αὐτῶν παρασκευαζομένη ξυλεία φορολο-
2254γεῖται κατὰ δέκα δραχμὰς ἐπὶ πλέον δι’ ἕκαστον κυβικὸν μέ-
2255τρον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον προφανῶς ζημιοῖ αὐτοὺς, καθότι
2256πολὺ δυσκόλως οὗτοι δύνανται νὰ διαγωνισθῶσι πρὸς τοὺς
2257ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους ὑλοτομοῦντας.
2258Τὰ παράπονά των ταῦτα διαβιβάζων πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν
2259Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυ-
2260βερνήσεως, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, ἵνα,
2261ἐν ᾗ ἂν περιπτώσει ταῦτα ἔχωνται ἀληθείας, εὐαρεστηθῇ
2262καὶ τὰ θεραπεύσῃ, κανονίζων ὁμοίαν φορολογίαν ἐπὶ ὁμοίων
2263προϊόντων.
2264§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2265§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόε-
2266δρε, διακόπτομεν ἐπὶ μίαν ὥραν.
2267§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν.
2268(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ
2269ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 50′ μ. μ.).
2270§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
2271Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς
2272εἰσπράξεως προσθέτου τέλους ἐπὶ τῶν βραχειῶν ἐπιστολῶν,
2273τῶν ταινιῶν καὶ τῶν φακέλλων.
2274(Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον,
2275ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
2276§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2277ἀνταλλαγῆς ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ
2278Ἀγγλίας.
2279(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤ-
2280ῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ
2281ἄρθρα 1–5).
2282§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
2283§158ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος
2284τῆς Κυβερνήσεως τὸν μηχανισμὸν τῆς τοιαύτης μετατρο-
2285πῆς τῶν λιρῶν εἰς φράγκα παρὰ τοῦ κεντρικοῦ ταχυδρομι-
2286κοῦ γραφείου Βρυξελλῶν. Θὰ ἐκδίδωνται ἐπιταγαὶ ἐνταῦθα
2287εἰς φράγκα, αὗται θὰ πέμπωνται εἰς τὸ κεντρικὸν γραφεῖον
2288τῶν Βρυξελλῶν, ὅπως μετατρέπωνται εἰς λίρας στερλίνας. Τίς
2289θὰ λαμβάνῃ ταῦτα καὶ τίς θὰ δίδῃ τὰς μετατετραμμένας ἐκ
2290φράγκων λίρας εἰς τὸν δικαιοῦχον;
2291§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνταῦθα ὁ
2292δικαιοῦχος θέλει καταβάλλει τὸ χρῆμα εἰς μεταλλικὸν νόμισμα,
2293ὑπολογίζων πρὸς 25 φράγκα τὴν λίραν. Τὸ νόμισμα τοῦτο θέλει
2294μεταβιβάζει τὸ γραφεῖον τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν τῆς Ἑλ-
2295λάδος εἰς τὸ γραφεῖον τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν τῶν Βρυξελ-
2296λῶν, τὸ ὁποῖον θέλει μετατρέπει τὰ φράγκα εἰς λίρας καὶ θέ-
2297λει μεταβιβάζει ταύτας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταχυδρομικῶν
2298ἐπιταγῶν τῆς Ἀγγλίας, ἵνα πληρωθῶσιν εἰς τὸν δικαιοῦχον.
2299§160ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ Α καταθέτει εἰς τὸ γραφεῖον τῶν τα-
2300χυδρομικῶν ἐπιταγῶν τῶν Ἀθηνῶν 250 φράγκα, διὰ νὰ λάβῃ
2301δεκάλιρον ἐπιταγὴν, πληρωτέαν εἰς Λονδῖνον· δὲν θὰ λάβῃ
2302δεκάλιρον ἐπιταγὴν, θὰ λάβῃ ἐπιταγὴν 250 φράγκων· τὴν
2303ἐπιταγὴν ταύτην τῶν 250 φράγκων δὲν θὰ πέμψῃ εἰς Λονδῖνον,
2304ὅπως ἐξαργυρώσῃ, ἀλλὰ θὰ πέμψῃ αὐτὴν εἰς Βέλγιον.
2305§161ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
2306ρικῶν). Δὲν ἔχει οὕτω. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον.
2307Μεταβαίνετε εἰς τὸ ταχυδρομικὸν γραφεῖον τῶν ἐπιταγῶν,
2308καὶ δίδετε σημείωσιν, ὅτι θέλετε ν’ ἀποστείλητε ἓν ποσὸν εἰς
2309Παρισίους λ. χ. Καταβάλλετε τὸ χρῆμα, καὶ δίδετε τὴν
2310διεύθυνσιν τοῦ δικαιούχου. Ἡ ἐπιταγὴ διαιρεῖται εἰς τρία·
2311τὸ πρῶτον μέρος μένει ἐνταῦθα, εἰς τὸ γραφεῖον, τὸ δεύτερον
2312κρατεῖ ὁ ἀποστολεὺς διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἀπωλείας, τὸ
2313δὲ τρίτον, τὸ κύριον τεμάχιον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ καθαυτὸ
2314mandat de poste, ἤτοι ταχυδρομικὴ ἐπιταγὴ, ἀποστέλ-
2315λεται εἰς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ γραφείου τῶν Παρισίων, ἡ ὁποία
2316εἰδοποιεῖ τὸν δικαιοῦχον, καὶ ὁ δικαιοῦχος μεταβαίνει καὶ τὸ
2317εἰσπράττει. Τώρα εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, ἀντὶ νὰ στέλλῃ
2318ἀπ’ εὐθείας τὸ ταχυδρομικὸν γραφεῖον Ἀθηνῶν εἰς Λονδῖνον
2319τὴν ταχυδρομικὴν ἐπιταγὴν, θὰ ἀποστέλλῃ αὐτὴν εἰς τὸ
2320Βέλγιον, καὶ τὸ Βελγικὸν ταχυδρομεῖον θὰ μεταβιβάζῃ τὸ
2321ποσὸν εἰς Ἀγγλίαν, ὅπου θὰ εἰδοποιῆται ὁ δικαιοῦχος. Ὥστε
2322ὁ ἀποστολεὺς θὰ κάμνῃ ἐνταῦθα τὴν αὐτὴν ἐνέργειαν, ὅπως
2323διὰ πᾶσαν ἄλλην ἀποστολήν.
2324(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀνα-
2325γινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς καὶ τὸ
2326σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
2327§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἑπόμενον ὑπ’ ἀριθ. 3 νομοσχέδιον περὶ
2328χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δέον ν’ ἀναβληθῇ, διότι δὲν
2329ὑπάρχει ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς.
2330Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκποιήσεως κτη-
2331μάτων τῆς Βαλλιανείου δωρεᾶς ὑπὲρ τῆς Βαλλιανείου Βι-
2332βλιοθήκης.
2333(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤ-
2334ῥήσεως).
2335§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
2336§164ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζητήσαμεν ἤδη τὸν κατάλογον τῶν
2337κτημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐκποιηθῶσι. Θὰ
2338παρακαλέσω πάλιν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ
2339διατάξῃ νὰ παρασκευασθῇ ὁ κατάλογος αὐτός.
2340§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶχον
2341λάβει γνῶσιν. Τώρα τὸ μανθάνω, καὶ θέλω φροντίσει.
2342(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀνα-
2343γιγνώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ
2344σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
2345§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυ-
2346ρώσεως βασιλικῶν διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀνα-
2347πληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1896 ἐκ δραχ-
2348μῶν 154,940.
2349§167ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκο-
2350νομικῶν νὰ φέρῃ σημείωσιν τῆς γενομένης ἀγορᾶς τοῦ συναλ-
2351λάγματος.
2352(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον
2353καὶ σύνολον.
2354Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς
2355αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ
2356ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια:
23571) Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγή-
2358θησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ
23591895 ἐκ δραχμῶν 159,142.51.
23602) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋ-
2361πολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ 1896
2362ἐκ δραχμῶν 52,922.50.
2363§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2364χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
2365Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896
2366ἐκ δραχμῶν 750,000.
2367§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι τὰ
2368εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν ἀντισηκωμάτων, τὰ ὁποῖα προωρίσθη-
2369σαν δι’ εἰδικὸν στρατιωτικὸν σκοπόν. Κατὰ τὰς πληροφορίας
2370ἡμῶν, ἀνέρχονται εἰς 700,000, ἀλλὰ διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον
2371ἀναγράφομεν 750,000.
2372§170ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τρά-
2373πεζαν;
2374§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
2375Στρατιωτικῶν ἔχει νομοσχέδιον, δι’ οὗ προσδιορίζεται ὁ σκοπός.
2376(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον
2377καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν).
2378§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χο-
2379ρηγίας πιστώσεως ἐκ δραχ. 50 χιλιάδων πρὸς βοήθειαν τῶν
2380ἐκ τῆς πλημμύρας ζημιωθέντων.
2381§173ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, κατὰ τίνα τρόπον
2382θὰ διατεθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα. Αἱ ἀνάγκαι τῶν παθόν-
2383των ἐκ πλημμύρας διαιροῦνται εἰς διαφόρους κατηγορίας.
2384Καὶ πρῶτον εἶναι ἀνάγκη τῆς περιθάλψεως αὐτῶν, διότι
2385πολλοὶ ἔμειναν γυμνοί, πάντες δὲ ἄνευ τροφῆς. Περὶ τῆς
2386ἀνάγκης ταύτης προὐνόησεν ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ Πειραιῶς, ἥτις
2387συνέλεξε διαφόρους εἰσφοράς, καὶ ἠδυνήθη νὰ θρέψῃ αὐτοὺς
2388καὶ ἐνδύσῃ. Ἡ δευτέρα ἀνάγκη εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν
2389πολλοὶ μικρέμποροι καὶ μικροβιομήχανοι ἀπώλεσαν τὰ κε-
2390φάλαιά των, παρασυρθέντα ὑπὸ τῶν ὑδάτων. Πρόκειται λοι-
2391πὸν νὰ σχηματισθῇ κεφάλαιον ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Ἀθήναις,
2392ἐξ οὗ νὰ δοθῇ ἀνάλογός τις ἀποζημίωσις, καὶ εἰς τὸ κεφά-
2393λαιον τοῦτο συνεισφέρει τὸ Κράτος τὰς πεντήκοντα χιλιάδας.
2394Σχηματίζεται ἤδη τὸ κεφάλαιον· δὲν γνωρίζομεν ὅμως εἰσέτι
2395κατὰ τίνα τρόπον θὰ διατεθῇ.
2396(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον
2397καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
2398§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2399προικὸς τῆς βασιλόπαιδος Μαρίας.
2400§175Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶχον τὴν ἐπιθυμίαν νὰ προτείνω τὴν
2401ἀναβολὴν, διότι ἡ κατάστασις τῆς Βουλῆς, ὡς ἐκ τοῦ εὐα-
2402ρίθμου τῶν παρόντων, δὲν εἶναι ἤδη ἡ προσήκουσα διὰ τὴν
2403ψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι
2404φέρω πρόσκομμα, ἂν καὶ ἀπουσιάζουσι πολλοὶ Βουλευταὶ
2405καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ἀναπτύξω
2406τὴν γνώμην μου καὶ φέρω τὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου παρατη-
2407ρήσεις μου. «Οὐ πάνυ ἡδεῖά ἐστιν ἡ ἀλήθεια τοῖς ἀκούουσιν,
2408ἀλλὰ παρευδοκιμεῖται ὑπὸ τοῦ ψεύδους παραπολύ. Εὐπρο-
2409σωπότερον γὰρ ἐκεῖνο, καὶ διὰ τοῦτο ἥδιον· ἡ δὲ, ἅτε μηδὲν
2410κίβδηλον ἑαυτῇ συνειδυῖα, μετὰ παῤῥησίας διαλέγεται τοῖς
2411ἀνθρώποις, καὶ διὰ τοῦτο ἄχθονται αὐτῇ». Αὐτὰ τὰ διδα-
2412κτικὰ λέγει ὁ Λουκιανός. Δὲν ἀμφιβάλλω ἐν τούτοις, ὅτι, ἂν
2413τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν θ’ ἀκούσητε, ἴσως αὔριον θ’ ἀνα-
2414γνώσητε εἰς ἐφημερίδας, ὅτι ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ ἐπιδείξω
2415ἀντιβασιλικὰ ἢ δημοκρατικὰ φρονήματα· διότι, ὅταν δὲν ὑπάρ-
2416χῃ στάδιον συζητήσεως δι’ ἐπιχειρημάτων, οἱ ἐνδιαφερόμενοι
2417καταφεύγουσιν εἰς τὴν διαστροφήν. Καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκο-
2418μαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς ἀναγνώσω δήλωσιν, τὴν ὁποίαν
2419ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν
2420συνεδρίασιν τῆς 23 Ἰουλίου 1895 ἐν τῇ γενικῇ ἐπὶ τοῦ προϋ-
2421πολογισμοῦ συζητήσει, ἀπαντῶν εἰς ἕτερον συνάδελφον. Ἔλε-
2422γον τότε: «Ἡ Βασιλεία βεβαίως εἶναι κηδεμονία τῶν ἀνηλί-
2423κων λαῶν. Ἐὰν ἐν τῇ νηπιακῇ αὐτῶν ἡλικίᾳ κυβερνῶνται
2424διὰ τῆς ἀπολύτου μοναρχίας, καθ’ ὅλην τὴν ἀνηλικότητά
2425των στεγάζονται βεβαίως ἐν τῇ συνταγματικῇ μοναρχίᾳ, ἥτις
2426μάλιστα, ἐπὶ τὸ φιλελευθερώτερον διαῤῥυθμιζομένη, διαφέρει
2427τῆς δημοκρατίας μόνον κατὰ τὴν κληρονομικὴν διαδοχήν·
2428ἀλλὰ τίς δύναται νὰ ἀντείπῃ, ὅτι τὸ φυσικὸν καὶ μόνον προσῆ-
2429κον πολίτευμα διὰ τοὺς ἐνηλίκους λαοὺς εἶναι τὸ δημοκρατι-
2430κόν; Ἀλλὰ καὶ τίς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἐγὼ παρέ-
2431στησα τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὡς ἐνηλικιωθέντα; Τουναντίον
2432κατέδειξα πάντοτε, ὅτι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, τό γε
2433νῦν, εἶναι τὸ προσῆκον διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὸν μὴ συντε-
2434λέσαντα μάλιστα καὶ τὴν ἐθνικὴν ἕνωσίν του...» Ταῦτα λέγω
2435προκαταβολικῶς διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς ἐκείνους, οἵτινες τυχὸν
2436ἤθελον ἐπαναλάβει ὅ,τι ἄλλοτε εἶπον. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὁμο-
2437λογῶ, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Συνταγματικῆς Βασιλείας εἶναι χρήσι-
2438μος εἰς τὴν ἐθνικὴν περίοδον, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα. Ἀλλὰ
2439ὅλοι ἐπίσης γνωρίζετε, ὅτι πᾶν κακὸν, τὸ ὁποῖον γίνεται κατὰ
2440τῆς Βασιλείας, ἀντακλᾷ εἰς αὐτὸν τὸν τόπον. Ἡ ταπεινὴ
2441γνώμη μου εἶναι, ὅτι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ὑπὸ τὰς
2442ἐθνικὰς καὶ οἰκονομικὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς εὑρισκόμεθα, εἶναι
2443δεινὸν κτύπημα κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς συνταγματικῆς Βασι-
2444λείας. Καὶ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παραστήσω εἰς ὑμᾶς, κύ-
2445ριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι
2446ἐγὼ ἀγωνίζομαι περισσότερον ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς συνταγμα-
2447τικῆς Βασιλείας ἢ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑποβαλοῦσα τὸ νομοσχέ-
2448διον. Διὰ τοῦτο μάλιστα ἐθεώρησα καθῆκόν μου, συμφώνως
2449μὲ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχω, νὰ προβῶ εἰς ἐνυπόγραφον δη-
2450μοσίευμα ἐν ἐφημερίδι τινὶ, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἤθελον ἀμέσως
2451ἀκούσει δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἀποσύρει τὸ νο-
2452μοσχέδιόν του. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕτερον στάδιον ἐλπίδων,
2453ἢ τῆς μὴ ψηφίσεως αὐτοῦ ἢ τῆς μὴ κυρώσεως τοῦ νόμου, καὶ
2454μὲ τὴν ἐλπίδα τοὐλάχιστον τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος
2455τῆς ἀρνησικυρίας, ἐν τῇ προσδοκίᾳ ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε
2456τὸ νομοσχέδιον, τὸ Στέμμα ὅμως ἔχει ἀντίθετον γνώμην, θεωρῶ
2457ἐμὸν καθῆκον νὰ ἀναπτύξω τὰς περὶ τούτου σκέψεις μου.
2458Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διακρίνεται διὰ τὴν εὐστροφίαν του,
2459διὰ τὴν ἱκανότητα περὶ τὸ λέγειν, διὰ τὴν εὐγλωττίαν του,
2460ἐνίοτε καὶ διὰ τὴν γενναιότητά του. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμο-
2461λογήσω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὑπέβαλε μετά τινος δειλίας...
2462§176ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι!
2463§177Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι παρὼν, καὶ
2464δύναται νὰ ὁμιλήσῃ, οὐδεμιᾶς βοηθείας ἄλλου ἔχων ἀνάγκην...
2465Καὶ τοσαύτης δειλίας, ἐπαναλαμβάνω, ὥστε ἐλησμόνησε νὰ
2466ἀναφέρῃ εἰς ἡμᾶς καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως, αὐτὸς
2467ὁ τόσον λεπτολόγος, ὥστε οὐδέποτε λησμονεῖ καὶ αὐτὰ τὰ
2468ἑκατοστά· ἐλησμόνησε τὰς 400 χιλιάδας! Διὰ τοῦτο ἠναγ-
2469κάσθην νὰ ἐρωτήσω τὸ ποσόν. Τοῦτο τὸν ἐθορύβησε τότε, καὶ
2470εἶπεν ὅ,τι εἶπεν εἰς ἐμέ. Ἐπεφυλάχθην νὰ συζητήσω ἐν καιρῷ,
2471καὶ σήμερον ἔρχομαι νὰ ἐκτελέσω τὴν ὑπόσχεσίν μου.
2472Ἀνεζήτησα νὰ φωτισθῶ ἀπὸ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν,
2473ἀλλὰ καὶ αὕτη εἶναι λακωνικωτάτη, σχεδὸν ἀπαράλλακτος
2474μὲ τὴν προφορικὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀγόρευσιν. Ὅλοι τὴν
2475ἀνεγνώσατε, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ
2476τὰς ὀλίγας αὐτὰς λέξεις (ἀναγινώσκει):
2477«Ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Βασιλέως συνετελέσθη πρό τινος εὐτυ-
2478χὲς γεγονός, ἡ μνηστεία τῆς Α. Β. Υ. τῆς Βασιλόπαιδος Μα-
2479ρίας μετὰ τῆς Α. Αὐτοκρ. Ὑψ. τοῦ Μεγάλου Δουκὸς Γεωρ-
2480γίου. Τὸ εὐτυχὲς τοῦτο γεγονὸς ἐπιβάλλει ἡμῖν τὸ καθῆκον
2481νὰ προτείνωμεν τὸ συνημμένον νομοσχέδιον, παρακαλοῦμεν δὲ
2482τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτό.
2483«Ἐν Ἀθήναις τὴν 14 Νοεμβρίου 1896.
2484«Ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς
2485«Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
2486«Θ. Π. Δηλιγιάννης.»
2487Ὥστε ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἀορίστως, πολὺ ἀορί-
2488στως, ἀναγράφεται, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς «τὸ καθῆκον»
2489νὰ ψηφίσωμεν τὴν πίστωσιν.
2490Ἀνέμενον τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
2491ὅπως φωτισθῶ πλειότερον, ἀλλὰ καὶ αὕτη δὲν περιέχει πλειό-
2492τερον φῶς. Μάλιστα, παρὰ τὴν συνήθη γλαφυρότητα τοῦ κ.
2493εἰσηγητοῦ, εἶναι καὶ ἀρκετὰ στρυφνὴ (ἀναγινώσκει):
2494«... Κοινὴ εἶναι τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογε-
2495νείας ἡ χαρά, τῆς κοινότητος δὲ ταύτης εὐφροσύνως γίνεται
2496διερμηνεὺς ἡ ἐπιτροπή, συνιστῶσα ν’ ἀναγραφῇ ἐπὶ τοῦ κεφα-
2497λαίου Δʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰ-
2498κονομικῶν Ὑπουργείου τοῦ ἔτους 1897 ἡ αἰτουμένη ἐκ δραχ.
2499τετρακοσίων χιλιάδων πίστωσις.»
2500§178ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον (γέλως ἐν τῇ
2501δεξιᾷ). Μὴ γελᾶτε! Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ
2502ψηφίσητε μυστικά, οἱ περισσότεροι θὰ ἐδίδετε μαῦρα.
2503§179Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος κατὰ τὴν προη-
2504γουμένην συζήτησιν ἠρεθίσθη, ὀλίγον βεβιασμένως, ἴσως διότι
2505ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ παύσω τὴν ὁμιλίαν
2506μου· ἀλλ’ ὁ ἐρεθισμὸς ἐκεῖνος μὲ ἔκαμε νὰ προεξοφλήσω καὶ
2507τὴν περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου γνώμην μου. Τότε εἶπεν εἰς
2508ἐμέ, ὅτι εἶμαι μόνος μὲ τὴν γνώμην ταύτην. Ὅταν θὰ ἐφαρ-
2509μοσθῇ ὁ Κανονισμὸς καὶ γείνῃ ἡ μυστικὴ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς
2510συζητουμένης προτάσεως, τότε θὰ μάθωμεν ἀσφαλῶς, ἂν εἶ-
2511μαι μόνος· ἀλλὰ καὶ πρὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης θὰ ἠδυνάμην νὰ
2512ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶμαι μόνος, διότι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς
2513εἶναι ὑπογεγραμμένη μόνον ὑπὸ δώδεκα μελῶν τῆς πλειο-
2514ψηφίας, ἐλλείπουσι δὲ αἱ ὑπογραφαὶ δύο Βουλευτῶν τῆς
2515πλειοψηφίας· ὁ εἷς ἴσως εἶναι ἀπών, ἀλλ’ ὁ ἕτερος εἶναι πα-
2516ρών, παρόντα εἶναι καὶ τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, ἀλλ’ οὐδὲν
2517τούτων εἶναι ὑπογεγραμμένον. Ἐκλήθησαν; Ὑποθέτω, ὅτι
2518ἐκλήθησαν.
2519§180ΠΕΡΡΟΣ. Ἐγνώριζον, ὅτι συνεδριάζει ἡ ἐπιτροπή.
2520§181ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐγώ, μετὰ τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν
2521ἔκαμα, δὲν παριστάμην πλέον εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Δὲν λέγω
2522τοῦτο διὰ νὰ δείξω ποίαν γνώμην ἔχω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
2523§182Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παραδέχομαι, ὅτι τὰ μέλη τῆς μειο-
2524ψηφίας ἢ δὲν ἐκλήθησαν, ἢ ἐκλήθησαν καὶ δὲν μετέβησαν
2525ἐπίτηδες, ἢ ὅταν προσήχθη ἡ ἔκθεσις δὲν ὑπέγραψαν. Πάν-
2526τοτε ἀποδεικνύεται ἡ διάφορος γνώμη αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς
2527τούτου ἔχομεν καὶ δηλώσεις εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐκ μέρους
2528Βουλευτῶν, ἐρωτηθέντων καὶ ἀποδοκιμασάντων τὸ ὑποβληθὲν
2529νομοσχέδιον.
2530Τώρα εἶναι ἀνάγκη, κ. Βουλευταί, νὰ καταγίνωμεν καὶ
2531εἰς μελέτας, ὅπως ἀνεύρωμεν ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ ἐν ταῖς ἐκ-
2532θέσεσι καθῆκον. Βλέπετε, ὅτι αὐτὸ τὸ καθῆκον θὰ μᾶς βα-
2533σανίζῃ εἰς ὅλας τὰς συζητήσεις· τὸ εὕρομεν εἰς τὸ Κρητικὸν
2534ζήτημα καὶ τὸ ἀνελύσαμεν· τὸ εὑρίσκομεν ἀνὰ πᾶν βῆμα,
2535ἐπαναλαμβάνεται καὶ σήμερον. Τὸ καθῆκον! Ἀνεδίφησα τὰς
2536διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ οὐδεμίαν εὗρον διάταξιν ἐν τῷ
2537Συντάγματι, ἐπιβάλλουσαν τοιοῦτο καθῆκον. Ἠρεύνησα τὴν
2538νομοθεσίαν ἡμῶν, καὶ οὐδένα νόμον εὗρον, ἐπιβάλλοντα τοιαύ-
2539την ὑποχρέωσιν. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν πρέπει νὰ παραδεχθῶ-
2540μεν, ὅτι οὔτε συνταγματικὴ ὑποχρέωσις ὑπάρχει, οὔτε νόμιμος.
2541§183Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἄγραφος νόμος.
2542§184Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. «Χάριν τιμῆς καὶ χάριν ἁβρότητος»,
2543ἠδύνατο νὰ λεχθῇ ἐν τῇ ἐκθέσει· ἀλλὰ παρελείφθη. Ἐκ τῆς
2544ἑρμηνείας ὅμως τοῦτο συνάγεται. Ἀνάγκη λοιπὸν ἐπὶ τοιαύ-
2545της βάσεως νὰ κριθῇ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ὅτι χάριν
2546τιμῆς καὶ χάριν ἁβρότητος ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ὀφείλει
2547νὰ ψηφίσῃ τὴν πίστωσιν. Πρὸς τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ μάθω,
2548καὶ θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς, ἰδίως τὸν κ.
2549Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουρ-
2550γικοῦ Συμβουλίου, νὰ μὲ πληροφορήσωσιν, ἐὰν ἡ Δανικὴ Κυ-
2551βέρνησις, ἐὰν ἡ ἐν Δανίᾳ ἀντιπροσωπεία ἐψήφισε πίστωσιν
2552χάριν τιμῆς καὶ χάριν ἁβρότητος διὰ τὰς ἀδελφὰς τῆς
2553Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐψηφίσθη τοιαύτη πί-
2554στωσις· ἀλλ’ ἐὰν κρίνω ἐξ ὅσων ἀνέγνων, δὲν ἐψηφίσθη.
2555Παρακαλῶ, ἐὰν ἡ πληροφορία, ἡ ὁποία ἐδόθη διὰ τῶν ἐφη-
2556μερίδων, δὲν ἦναι ἀκριβὴς, νὰ διαψευσθῇ ἀμέσως, διότι, ἐν ᾗ
2557περιπτώσει ἡ Δανία, ἥτις καὶ πολυανθρωποτέρα καὶ πλου-
2558σιωτέρα τῆς Ἑλλάδος εἶναι καὶ ὑπὸ πτώχευσιν δὲν διατελεῖ
2559καὶ ὑπὸ ἐκτάκτους ἀνωμάλους ἐθνικὰς περιστάσεις δὲν εὑ-
2560ρίσκεται, ἐὰν, λέγω, ἡ Δανία δὲν ἐψήφισε χάριν τιμῆς καὶ
2561χάριν ἁβρότητος ποσόν τι κατὰ τὴν τέλεσιν τῶν γάμων τῶν
2562ἀδελφῶν τοῦ Βασιλέως, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸν,
2563οὔτε συμφέρον καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ ψηφίσῃ τὴν προτει-
2564νομένην πίστωσιν. Βεβαίως, ὅταν λαός τις ἔχῃ Συνταγματι-
2565κὴν Βασιλείαν, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι θὰ
2566ἔχῃ καὶ τὰ βάρη αὐτῆς. Τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐπειδὴ συζη-
2567τεῖται ὡρισμένως ἡ πίστωσις, ἡ πρὸς προίκισιν, δὲν θέλω νὰ
2568ἐξετάσω τὰ βάρη τοῦ ἔθνους διὰ τὴν Συνταγματικὴν Βασι-
2569λείαν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ καὶ ἴσως ἴσως δυσ-
2570ανάλογα πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ τόπου. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἐν
2571ἀνάγκῃ ἄλλοτε. Ἐν τούτοις προκειμένου λόγου περὶ εὐτυ-
2572χοῦς γεγονότος, καὶ γεγονότος τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιβάλλει τὴν
2573ὑποχρέωσιν νὰ προικισθῇ ἡ θυγάτηρ τοῦ Βασιλέως, ὡς μὴ
2574ἔχουσα προῖκα, — διότι εὐτυχῶς δὲν στερεῖται προικὸς, καὶ ἔτι
2575εὐτυχέστερον, ὁ μνηστὴρ τῆς βασιλόπαιδος, ὡς λέγουσιν, εἶναι
2576πλουσιώτατος, — ὑπὸ τὴν ἔποψιν λοιπὸν τοῦ ποσοῦ εἶναι μία
2577σταγὼν ἐν Ὠκεανῷ 400,000 δραχμαὶ, οὐδὲ δύναται νὰ θεω-
2578ρηθῇ τοῦτο ὡς ἄξιον λόγου ἐν σχέσει πρὸς τοὺς μεμνηστευ-
2579μένους. Χάριν τιμῆς καὶ χάριν ἁβρότητος, ἐὰν ἡ ἐθνικὴ
2580ἀντιπροσωπεία ἤθελε νὰ συμμετάσχῃ τοῦ γεγονότος τούτου,
2581ἴσως θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω πίστωσιν, ὑπὸ τὰς περιστάσεις,
2582ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, 25,000 ἢ 30,000 δραχμῶν, ἵνα
2583δοθῇ ἓν κόσμημα, ὡς ἔνδειξις τῆς συμμετοχῆς ταύτης· ἀλλὰ
2584εἰς μετρητὰ 400,000 δραχμὰς, δὲν τὸ ἐννοῶ.
2585Ἐὰν ἐν σχέσει πρὸς τοὺς μεμνηστευμένους τὸ ποσὸν τοῦτο
2586ἦναι ἀσήμαντον καὶ ἀνάξιον λόγου, ἐν σχέσει ὅμως πρὸς τὸν
2587πτωχὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπὸ πτώχευσιν διατελοῦντος
2588Κράτους ἡμῶν, εἶναι, νομίζω, σημαντικόν. Γνωρίζετε, διότι
2589δὲν παρέρχεται συνεδρίασις, χωρὶς νὰ ἀκούσητε τὸν κ. Πρόε-
2590δρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπικαλούμενον τὸ φάσμα
2591τοῦ συμβιβασμοῦ. Ὁμιλεῖτε πρὸς αὐτὸν περὶ τοῦ ἐπαχθοῦς
2592τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, εἴτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης
2593ἢ ἄλλος τις; τὸν σταματᾷ ἀμέσως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
2594γικοῦ Συμβουλίου μὲ τὸ φάσμα, ἀπαντῶν: «Ναί! ὑπερθεμα-
2595τίζω, ὁ φόρος εἶναι βαρύτατος· τὸ εἶπον πάντοτε, τὸ λέγω,
2596τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἤδη· ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι δὲν συν-
2597ετελέσθη ὁ συμβιβασμός· θὰ ὑποθέσωσιν οἱ δανεισταὶ ἡμᾶς
2598ἐν κακοπιστίᾳ, ὅταν ἡμεῖς τώρα μεταβάλωμεν τὴν φορολο-
2599γικὴν κατάστασιν». Παύει ὁ ἀμπελοκτήμων, καὶ λαμβάνει
2600τὸν λόγον ὁ σταφιδοκτήμων περὶ τοῦ βαρυτάτου φόρου ἐπὶ
2601τῆς σταφίδος· τὰ αὐτὰ ἐπαναλαμβάνονται. Παρουσιάζεται ὁ
2602ἐλαιοκτήμων, ἀποδεικνύων, ὅτι φορολογεῖται 30 καὶ 32%
2603ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος· τὰ αὐτά. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ
2604Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπερθεματίζει: «Βαρύτατος, ναί,
2605εἶναι ὁ φόρος! Μὴ ἀμφιβάλλετε, συμπονῶ», σᾶς λέγει συγ-
2606κινητικῶς, «ἀλλὰ δὲν εἴμεθα ἤδη εἰς καιρὸν βελτιώσεως· περι-
2607μείνατε». Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας πρὸ μικροῦ, ὁ κ. Βου-
2608λευτὴς ἐκ Μήλου προχθές, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας
2609πέρυσιν, ἄλλοτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου, πολλάκις ἐγὼ
2610μεθ’ ὅλων αὐτῶν ἐγογγύσαμεν κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ «καϊμὲ»,
2611ὅπερ χαρτόσημον καλεῖται, πυρκαϊὰ ἀνάπτεται ἐνταῦθα διὰ
2612τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου ἐν γένει, ἰδίως διὰ τὰ δικαστικὰ
2613τέλη, ὅλοι τὸ ἀνομολογοῦσιν ὅτι εἶναι ληστρικά, ἁρπακτικά.
2614Κλαυθμηρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λέγων: «Βε-
2615βαιωθῆτε, ὅλα αὐτὰ εἶναι ὀρθά, ἀλλὰ σᾶς ὑπενθυμίζω τὸν
2616συμβιβασμόν! Καὶ τί θὰ εἴπωσιν οἱ δανεισταὶ ἡμῶν, ὅταν
2617ἡμεῖς ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις προτείνωμεν τὴν μείωσιν τῶν
2618δικαστικῶν τελῶν, ἵνα λειτουργήσῃ ἡ δικαιοσύνη!...»
2619Ἡ ὑπαλληλία ἐν γένει πεινᾷ, ἀλλ’ ἡ προξενικὴ ὑπαλλη-
2620λία πεινᾷ, καὶ ἐπικινδύνως διὰ τὰς ἐθνικάς μας περιστά-
2621σεις· πληρόνεται διὰ χαρτίνων δραχμῶν, καὶ πληρόνει εἰς
2622χρυσόν! Τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα εἶναι ἐν ἐσχάτῳ κινδύνῳ,
2623καὶ ὅταν προτείνῃ τις εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ληφθῇ λογική
2624τις πρόνοια, ἀπαντᾷ: «Μάλιστα, ἔχετε δίκαιον μέγα καὶ
2625ἀναμφισβήτητον, ἀλλὰ λησμονεῖτε τὸ φάσμα!» Παρουσιάζε-
2626ται πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐνώ-
2627πιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παριστᾷ εἰς τὸν
2628κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀνεγράφη εἰς τὰς ἐφημε-
2629ρίδας καὶ ὡς εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ ἀναστολὴ τῆς
2630μικρᾶς ἐκείνης αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρειοπαγιτῶν, ἥτις
2631ἐγένετο διὰ τὴν εἰς ἀκέραιον πληρωμήν, εἶναι καιρὸς νὰ παύ-
2632σῃ, πρῶτον διότι δὲν ἐπληρώθησαν εἰς ἀκέραιον οἱ δανεισταί,
2633καὶ δεύτερον, διότι ἐπεβάλλετο ἡ περὶ τῶν εὐαρίθμων μελῶν
2634τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου πρόνοια. Δὲν παρέλιπεν ὁ κ.
2635Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τοὺς δεχθῇ φιλοφρονέστατα,
2636ὡς συνειθίζει πάντοτε, νὰ τοὺς χορτάσῃ μὲ πολλὰ ὡραῖα
2637λόγια, νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν ἀγανάκτησίν των τὴν ἀγανά-
2638κτησιν ἑαυτοῦ, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως νὰ τοῖς ὑπενθυμίσῃ τὸ
2639φάσμα τοῦ συμβιβασμοῦ! Καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις γνωρί-
2640ζετε πόση εἶναι; 25,000 ἕως 30,000 δραχμαί, ὅπως λειτουρ-
2641γήσῃ νόμος ψηφισθεὶς τῇ ἰδίᾳ εἰσηγήσει του, ὅστις ἀνεστάλη
2642προσωρινῶς. Καὶ ἀπήντα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2643μετὰ συγκινήσεως, ὅτι συναισθάνεται ὅλα αὐτά, ἀλλὰ δὲν
2644τολμᾷ νὰ λάβῃ τόσην βαρεῖαν ἀπόφασιν.
2645Κατὰ τὴν δευτέραν σύνοδον πολλοὶ Βουλευταὶ ἐκ τῆς κυ-
2646βερνητικῆς πτέρυγος ἐπαρουσίασαν εἰς ἡμᾶς πρότασιν, τὴν
2647ὁποίαν ὑπεγράψαμεν πολλοὶ καὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐν
2648ὅλῳ περὶ τοὺς 25, περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου, ὅστις ἀφή-
2649ρεσε τὸ εἰκοσάδραχμον ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ,
2650τοῦ ἱππικοῦ, τοῦ ὑλικοῦ καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου. Ἕνεκα
2651τῆς σκληρᾶς καὶ ἀδικαιολογήτου ἀνισότητος ἐγείρεται ζωη-
2652ρὰ συζήτησις ἐξ ὅλων τῶν ἑδωλίων τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν εὑρέθη
2653εἷς, ὅστις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἦτο ἄδικον τὸ προτεινόμενον· εὐτυχῶς
2654δ’ ἔχομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀξιωματικοὺς ὅλων τῶν ὅπλων
2655καὶ ἐξ ὅπλων τῶν σωμάτων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐφώτισαν καὶ ἀνω-
2656μολόγησαν πάντες τὴν μεγάλην ἀδικίαν, ἡ ὁποία γίνεται διὰ
2657τῆς ἀνισότητος. Μὴ νομίζετε ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2658ἦτο ἐναντίος· καὶ ἐκεῖνος ἦτο σύμφωνος, ἀλλὰ τὸ φάσμα τοῦ
2659συμβιβασμοῦ! Καὶ δὲν θέλω νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς τὰ ἐπα-
2660κόλουθα, τὰ ὁποῖα ἦσαν καὶ σοβαρὰ καὶ λυπηρὰ, ἀλλὰ καὶ
2661φυσικώτατα, διότι ἐγκαίρως πρέπει νὰ προνοῇ τις καὶ νὰ
2662ἐννοῇ, ὅτι ὅλαι αἱ περιστάσεις δὲν ὁμοιάζουσιν· ἄλλως κακὸν
2663τὸ ὁποῖον δὲν θεραπεύεται, αὐξάνει ὡς ἡ πληγή.
2664Καὶ ὅταν ὑπὸ τοιαύτας δεινὰς περιστάσεις οἰκονομικὰς καὶ
2665ἐθνικὰς εὑρισκώμεθα, νομίζετε, ὅτι χάριν τιμῆς καὶ χάριν
2666ἁβρότητος ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην πρό-
2667τασιν; Ἐγὼ ἀνέκαθεν εἶχον τὴν γνώμην καὶ ἐξακολουθῶ νὰ
2668φρονῶ, ὅτι τὴν πρότασιν ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, τὸ δὲ
2669Στέμμα δὲν εἶναι σύμφωνον εἰς αὐτήν. Ἔχω τὴν ἐλπίδα,
2670ἵνα μὴ εἴπω τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ
2671νομοσχεδίου, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ Στέμμα δὲν θὰ
2672κυρώσῃ αὐτὸ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ τὸ Στέμμα
2673τὰς περιστάσεις ταύτας, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συμπονῇ
2674καὶ νὰ μὴ συμπάσχῃ μετὰ τοῦ τόπου. Εἶναι λυπηρὸν, κύριοι
2675Βουλευταὶ, διότι ἡ Κυβέρνησις παρεγνώρισεν ὅλα ταῦτα καὶ
2676προκαλεῖ κατ’ ἀνάγκην τοιαύτας συζητήσεις, διότι βεβαίως
2677δὲν δύναται νὰ τὰ ἀγνοῇ· ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ
2678σιγήσωμεν. Ἴσως θὰ ἦναι καιρὸς νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ.
2679Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡραίας τινὰς λέξεις καὶ ἀποστρο-
2680φὰς, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων
2681κατὰ τὴν 20 Μαΐου 1887, συζητουμένου ἀναλόγου θέματος,
2682καὶ ἴσως ὑπὸ περιστάσεις μὴ δικαιολογούσας καθ’ ὁλοκλη-
2683ρίαν τὰ λεχθέντα. Ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
2684(ἀναγινώσκει):
2685«... Καὶ βδελύσσομαι τοὺς κόλακας, διότι γίνονται ἐργά-
2686ται μεγάλων κακῶν ἐν τῇ πατρίδι, καὶ μάλιστα, ἂν ἐκλήθη-
2687σαν νὰ κυβερνήσωσιν ἐν αὐτῇ. Ἐὰν κολακεύωσι τοὺς λαοὺς,
2688λέγουσιν εἰς αὐτοὺς οὐχὶ ὅ,τι συμφέρει αὐτοῖς, ἀλλ’ ὅ,τι ἀρέ-
2689σκει αὐτοῖς. Ἀλλ’ ὅ,τι ἀρέσκει εἰς τοὺς λαοὺς, δὲν συμφέ-
2690ρει πάντοτε εἰς αὐτούς. Ἐὰν κολακεύωσι τοὺς Βασιλεῖς, τὸ
2691αὐτὸ πράττουσι καὶ πρὸς αὐτούς· λέγουσι πρὸς τοὺς Βασι-
2692λεῖς, ἐπινοοῦσιν ὅσα ἀρέσκουσιν εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ τὰ ἀρέσκον-
2693τα δὲν εἶναι πάντοτε συμφέροντα. Ἐὰν δὲ ἐκ πνεύματος τοι-
2694ούτου εἰσάγωσιν, εἴτε εἰς τοὺς λαοὺς, εἴτε εἰς τοὺς Βασιλεῖς,
2695ἐπιθυμίας, τὰς ὁποίας δὲν εἶχον πρότερον, τὰς ὁποίας ὅμως
2696αὐτοὶ οἱ σύμβουλοι ἐπενόησαν, ἢ ἂν ἐνισχύωσιν αὐτοὺς νὰ ἐπι-
2697θυμήσωσιν, ὅπως ἐκπληρωθῶσιν αἱ ἐπιθυμίαι των αὗται, οἱ
2698τοιοῦτοι εἶναι ἄξιοι οὐ μόνον τῆς βδελυγμίας, ἀλλὰ καὶ τῶν
2699ἀρῶν τῶν συμπολιτῶν των, διότι δημιουργοῦσι μεγάλας ἐν τῇ
2700πατρίδι των συμφορὰς.»
2701Κύριοι Βουλευταὶ, ἐλπίζω ὅτι οὐδόλως θὰ παρεξηγηθῶ,
2702διότι ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον ὑμῶν ἀπροκαλύ-
2703πτως, μετὰ παῤῥησίας καὶ μετὰ πάσης εἰλικρινείας, τὰς ἐπὶ
2704τοῦ νομοσχεδίου σκέψεις μου. Βεβαιωθῆτε, ὅτι, ὡς ὅλοι ἀντι-
2705λαμβανόμεθα τὰς περιστάσεις, θεωρῶ καὶ ἐγὼ αὐτὰς λίαν
2706κρισίμους. Ὑπὸ τὰς οἰκονομικὰς καὶ τὰς ἐθνικὰς περιστάσεις,
2707ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, δὲν ἐπιτρέπεται, οὐχὶ, δὲν ἐπι-
2708τρέπεται, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀποκόπτεται ἐκ τοῦ προϋπολογι-
2709σμοῦ ἡ πίστωσις τῆς ἱππωνείας, καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑπεβλή-
2710θη διάγγελμα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐπιβάλλον τόσον βαρείας
2711ὑποχρεώσεις πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐν αὐτῇ ἐπαγγελιῶν, καθ’ ἣν
2712ἐποχὴν ἔχομεν ἀνάγκην καὶ αὐτοῦ τοῦ λεπτοῦ, δὲν νομίζω,
2713λέγω, ὅτι ἐπετρέπετο νὰ ὑποβληθῇ τοιαύτη πρότασις, οἵα ἡ
2714συζητουμένη. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ κ.
2715Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ μιμηθῇ, λαμβάνων τὴν ἐκ τοῦ
2716Βασιλέως ἐντολὴν, τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἰταλίας κ. Ρουδί-
2717νην. Λαμβάνω δὲ ἐκ τοῦ «Χρόνου» τῶν Παρισίων, ὡς με-
2718τεφράσθη εἰς τὸ «Σκρὶπ», τὰς ὀλίγας ταύτας γραμμὰς, ἵνα
2719σᾶς ἐξηγήσω, τί ἔπραξεν ὁ κ. Ρουδίνης (ἀναγινώσκει):
2720«Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἰτα-
2721λίας κ. Ρουδίνης ὑπέβαλε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδίδετο
2722ἐπιχορήγησις ἐτησία εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἰταλικοῦ θρόνου
2723ἑνὸς ἑκατομμυρίου διακοσίων χιλιάδων φράγκων.
2724Ἡ ἄκρα ἀριστερὰ διεμαρτυρήθη, καὶ ὁ κ. Ἰμβριάνης ἀνέ-
2725κραξεν: «Ἀκόμη μία ἀνοησία!»
2726Ὁ κ. Ρουδίνης ἀφῆκε νὰ παρέλθῃ ἡ μικρὰ καταιγὶς, καὶ
2727μετὰ ταῦτα ὑψώσας τὴν φωνὴν προσέθηκεν:
2728«Ὁ Βασιλεὺς ἐδήλωσεν, ὅτι, διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῇ ὁ
2729προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, θὰ δίδῃ ἴσον ποσὸν κατ’ ἔτος
2730ἐκ τῆς ἰδίας του ἐπιχορηγήσεως εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.»
2731«Ἡ Βουλὴ ἐξεῤῥάγη εἰς ἐπευφημίας ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως.»
2732Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ταῦτα, κύριοι Βουλευταί. Νομί-
2733ζω, ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε ὄχι μόνον τὸ
2734γόητρον τοῦ Στέμματος δὲν πρέπει νὰ μειωθῇ, ἀλλὰ πρέ-
2735πει, εἰ δυνατὸν, καὶ νὰ αὐξήσῃ.
2736Εὑρισκόμενοι ἐν παραμοναῖς μεγάλων γεγονότων ἐν τῇ
2737Ἀνατολῇ, ἔχομεν καθῆκον νὰ συσφίγξωμεν τοὺς δεσμοὺς με-
2738ταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλέως, καὶ οὐχὶ νὰ τοὺς χαλαρώσωμεν, ὡς
2739τοῦτο θέλει ἐπέλθει διὰ τῆς ψηφίσεως καὶ τῆς τυχὸν κυρώσεως
2740τοῦ νομοσχεδίου. Μετὰ τὴν ἀποστολὴν τῆς ἐπιστολῆς τοῦ
2741Βασιλέως, ἡ ὁποία κατ’ οὐσίαν εἶναι διάγγελμα, ὁ λαὸς κα-
2742λεῖται εἰς μεγάλας θυσίας. Ἔχομεν καθῆκον πάντες νὰ εὑρε-
2743θῶμεν περὶ τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν, ἵνα
2744διεκδικήσωμεν τὰ κινδυνεύοντα δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ
2745ὅλοι, ὡς στρατιῶται τοῦ Στέμματος. Ἀλλ’ ἵνα γείνῃ τοῦτο,
2746πρέπει νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη σκιὰ, ἡ ἐλαχίστη δυσπι-
2747στία, ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τῆς κοινότητος τῶν πόθων.
2748Ἤρχισα μὲ τὸν Λουκιανὸν, τελειόνω τὰς παρατηρήσεις μου
2749μὲ τὸν Πλούταρχον, ὁ ὁποῖος λέγει: «Τὴν κολακείαν ὁρῶμεν...
2750πολλάκις καὶ βασιλείας καὶ ἡγεμονίας ἀνατρέπουσαν.»
2751§185ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι, δικαιολογῶν τὴν ψῆ-
2752φόν μου, ὀφείλω νὰ εἴπω δημοσίᾳ τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ
2753ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Τὸ ἔθνος, ὡς εἶπε καὶ ὁ προ-
2754λαλήσας, εὑρίσκεται ἐν πτωχεύσει, καὶ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις
2755νὰ μὴ εἰσαγάγῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, καὶ μάλιστα εἰς τὰς
2756παρούσας περιστάσεις, ὅτε πανταχόθεν περικυκλούμεθα ἀπὸ
2757ἐχθροὺς, καὶ θέλομεν κληθῆ ἐντὸς ὀλίγου κατ’ ἀνάγκην νὰ
2758λάβωμεν μέρος εἰς τὴν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, τὸ
2759ὁποῖον εἶναι τὸ ὄνειρον παντὸς Ἕλληνος, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ
2760λύσις εἶναι ἐγγύς. Ἐὰν αἱ 400,000 δραχμαὶ ἐδαπανῶντο
2761εἰς προπαρασκευὰς, βεβαίως ἠθέλομεν ἀγοράσει 20,000
2762ὅπλα. Εὑρισκομένου ὅμως τοῦ ἔθνους εἰς τοιαύτην ἀθλίαν
2763οἰκονομικὴν κατάστασιν, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὄχι μόνον δὲν
2764ἐνισχύει τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας, ἀλλὰ τοὐναντίον χαλαρό-
2765νει καὶ ὑποσκάπτει τὰς βάσεις αὐτῆς, διότι τοσοῦτος γίνε-
2766ται λόγος περὶ αὐτοῦ παρὰ τῷ λαῷ ὥστε, ἂν ὁ Ἑλληνικὸς
2767λαὸς ἐκαλεῖτο καὶ ἠρωτᾶτο σήμερον, ὁλοψήφως ἤθελεν ἀπο-
2768φανθῆ κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ οὐδόλως ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ πάν-
2769τες ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι προηγουμένως εἴπετέ τι πρὸς ἐμὲ, ἐν συνει-
2770δήσει εἶσθε ἐναντίοι τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
2771§186ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.
2772§187ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύ-
2773τας περιστάσεις καὶ ἀπειλούμεθα καθ’ ἑκάστην, καὶ ὑβριζό-
2774μεθα ἀπὸ τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ὅτε συμπολῖται ἡμῶν ἔπα-
2775θον εἴτε ἐκ σεισμῶν, εἴτε ἐκ πλημμυρῶν, εἴτε ἐξ ἄλλων
2776ἀτυχημάτων, μένοντες ἄνευ βοηθείας, ὅτε φορολογούμενοι
2777καταδιώκονται διὰ φόρους, καὶ εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλα-
2778κὰς ἢ εἰς τὰ ὄρη διὰ 20 καὶ 30 δραχμὰς, ὅτε τοσαῦτα
2779ὑποφέρει ὁ λαὸς καὶ τὸ ἔθνος, φρονῶ ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτε-
2780τραμμένον νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον καὶ ψηφισθῇ παρὰ
2781τῆς Βουλῆς, καὶ μάλιστα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
2782βερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει πάντοτε ὕψωσε
2783φωνὴν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐν τῇ Κυβερνήσει
2784ἐπιβαρύνει αὐτὸν διὰ νέων βαρῶν. Τὸ ἔθνος οὐδεμίαν ἔχει
2785ὑποχρέωσιν πρὸς προικοδότησιν τῆς βασιλόπαιδος.
2786Εἶπόν τινες, ὅτι χάριν ἁβρότητος τὸ ἔθνος ὀφείλει νὰ
2787δώσῃ τὴν προῖκα ταύτην, ἀλλ’ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἄλλων ἐθνῶν
2788Βασιλεῖς, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἐζήτησαν, ὅπως τὸ ἔθνος προι-
2789κίσῃ τὰς θυγατέρας αὐτῶν, ἀλλὰ πάντες οὗτοι ἐθεώρησαν
2790τὰ τέκνα αὐτῶν ὡς τέκνα ἴδια, καὶ οὐχὶ ὡς τέκνα τοῦ
2791ἔθνους, καὶ διὰ τοῦτο προικίζουσι τὰς θυγατέρας αὐτῶν
2792δι’ ἰδίων χρημάτων, καὶ οὐχὶ διὰ δημοσίων. Ἀλλὰ, Κύριοι,
2793δὲν εἶναι μόνον ἡ δαπάνη αὕτη, τὴν ὁποίαν προσφέρει τὸ
2794ἔθνος ἐφέτος· καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐγένετο τοσοῦτος
2795λόγος, καὶ ἤδη, δυστυχῶς ὅμως ἡ πλειοψηφία ἀπέκλεισε τὴν
2796ἐξεταστικὴν ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, ἵνα ἴδωμεν καὶ
2797κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος πόσα ἐδαπάνησε τὸ Κράτος διὰ τὴν
2798ἐπισκευὴν τῆς «Μπουμπουλίνας». Ἀλλὰ πλὴν τούτου κατὰ
2799τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ πλειοψηφία ἐψήφισεν 120,000 δραχμὰς,
2800ἂν καὶ ἡμεῖς, οἱ τῆς ἀντιθέτου πτέρυγος, ἀντείπομεν κατὰ τῆς
2801ὑπερψηφίσεως τούτων. Εἰς δὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897
2802ἔτους ἔχει ἀναγραφῆ καὶ ἑτέρα πίστωσις τοιαύτη. Ἐγὼ, Κύ-
2803ριοι, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω ὅ,τι αἰσθάνομαι καὶ ὅσα ἀκούω
2804παρὰ τοῦ λαοῦ, ὅτι τὰ τοιαῦτα νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα
2805τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν, εἶναι λίαν ἀντιδημοτικὰ, καὶ
2806καταῤῥίπτουσι τὸ γόητρον τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας, καὶ
2807διὰ τοῦτο πάντες ὀφείλετε νὰ σκεφθῆτε· διότι, ἂν ἡμεῖς
2808ἤμεθα ἐνταῦθα καὶ νομίζωμεν ὅτι καθήμεθα ἐπὶ ῥόδων, πολὺ
2809ἀπατώμεθα, διότι ὁ λαὸς πάντα ταῦτα αἰσθάνεται καὶ ὑπο-
2810μένει, ὅπως ἐν καταλλήλῳ χρόνῳ ποιήσῃ χρῆσιν τῶν δικαιω-
2811μάτων αὐτοῦ, διότι ἐκ τῆς ῥάχεως αὐτοῦ ἐξέρχονται πάντα
2812ταῦτα τὰ χρήματα. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι οἱ
2813ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ, τοῦ ἱππικοῦ καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ
2814ἔφθασαν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ ζητήσουν ἐπιμίσθιον 20
2815δραχμῶν, ὡς καὶ τὰ τεχνικὰ ὅπλα λαμβάνουσιν.
2816§188ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Ὄχι δι’ αὐτό· εἶναι ἄλλος ὁ λόγος.
2817§189ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δέχομαι πρὸς στιγμὴν
2818τὴν γνώμην τοῦ βουλευτοῦ Μεγαλοπόλεως κ. Σινανιώτου,
2819ἀλλ’ αἱ ἐφημερίδες καὶ ἡ κοινὴ γνώμη λέγουσιν ὅσα ἐγὼ εἶ-
2820πον, ὅτι περὶ οὐδενὸς ἄλλου πρόκειται, εἰμὴ περὶ ἐπιμισθίου,
2821καὶ βεβαίως ἔχουσι δίκαιον νὰ ζητήσωσι τὸ ἐπιμίσθιον τῶν
2822εἴκοσι δραχμῶν, διότι δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν, ὡς καὶ οἱ
2823ἄλλοι ὑπάλληλοι, καθόσον ὁ μισθὸς αὐτῶν εἶναι ἀνεπαρκής,
2824κανονισθεὶς εἰς ἐποχὴν, ὅτε τὰ τρόφιμα καὶ λοιπὰ πρὸς συν-
2825τήρησιν αὐτῶν εἶχον ἀξίαν κατὰ τὸ τρίτον ὀλιγωτέραν τῆς
2826σημερινῆς. Ἐγὼ λοιπὸν ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου
2827περὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι βλέπω, ὅτι κατ’ ἔτος ψηφίζον-
2828ται τοιαῦτα, ὁποῖα ἔπρεπε νὰ μὴ ἐψηφίζοντο, διότι τὸ
2829ἔθνος ἔχει φιλοτιμίαν καὶ ἐγωϊσμόν, καὶ ἐὰν ἐνόμιζεν ὅτι ὁ
2830ἀνώτατος αὐτοῦ ἄρχων εὑρίσκετο εἰς οἰκονομικὴν ἀνάγκην,
2831οὐδέποτε ἤθελεν ἐγκαταλείψει αὐτὸν ἄνευ ἀρκούσης ἐπιχορη-
2832γήσεως. Ἀλλ’ ὡς εὑρίσκεται σήμερον τὸ ἔθνος, εἰς τοιαύτην
2833ἀθλιεστάτην οἰκονομικὴν κατάστασιν, νομίζω ὅτι ἀρκεταὶ εἶ-
2834ναι αἱ θυσίαι, τὰς ὁποίας κατ’ ἔτος προσφέρει, καὶ βεβαίως
2835δὲν θέλει νὰ προστεθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ νέα βάρη. Ἐὰν δὲ
2836τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ, ἡ Βουλὴ θέλει πράξει μέγα σφάλ-
2837μα, τὸ ὁποῖον θέλει καταδικασθῆ ὑπὸ πάντων, καὶ θέλει
2838μείνει ἓν κακὸν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θέλει ἔχει μεγίστας
2839συνεπείας.
2840Ταῦτα ὤφειλον νὰ εἴπω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ φρονῶ,
2841ὅτι καὶ τὸ Στέμμα θέλει εὑρεθῆ εἰς δύσκολον θέσιν, ἐὰν πρέ-
2842πῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, ψηφιζόμενον παρ’ ὑμῶν, νὰ ἐπικυ-
2843ρωθῇ, καὶ μάλιστα ἐν ταῖς σημεριναῖς κρισιμωτάταις περι-
2844στάσεσι, καθ’ ἃς τὸ ἔθνος ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, ἵνα
2845ἐξοπλισθῇ, τῶν ὁποίων στερεῖται.
2846§190ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δὲν συμφωνῶ μὲ
2847τὰς γνώμας τὰς ἐξενεχθείσας κατὰ τὴν 13 Μαΐου 1889 παρὰ
2848τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μόνον ὁπόταν
2849τὰ Κράτη εὑρίσκωνται ἐν ἐπαναστάσει, ὀφείλει ἡ Ἀντιπο-
2850λίτευσις νὰ προβάλλῃ προσκόμματα εἰς ἐπιχορηγήσεις τῆς
2851Βασιλικῆς οἰκογενείας, — διότι τοιαύτη ἦτο ἡ γνώμη τοῦ κ.
2852Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. — Ἐγὼ
2853φρονῶ, ὅτι ἀκριβῶς, ἵνα μὴ φέρωμεν τὸ Κράτος εἰς ἐπανά-
2854στασιν, πρέπει καὶ ἡ Συμπολίτευσις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις
2855νὰ φέρῃ προσκόμματα εἰς τὰς τοιαύτας ἐπιχορηγήσεις ἐν
2856οὕτω δυσκόλοις καιροῖς. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι θ’ ἀκούσω τὰς
2857κατὰ τὸ 1889 ἐξενεχθείσας γνώμας ἐπὶ ὁμοίας φύσεως ὑπο-
2858θέσεως διακεκριμένων φίλων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
2859σεως, φίλων, τοὺς ὁποίους δυστυχῶς τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν
2860βλέπω παρόντας. Ἐλπίζω ὅτι θὰ ἴδωμεν τὸν ἀξιότιμον
2861συνάδελφον ἐκ Κραναίας κ. Βαλσαμάκην καὶ πάλιν ἐπανα-
2862λαμβάνοντα τὰ ἀκαταμάχητα αὑτοῦ ἐπιχειρήματα κατὰ
2863τῆς ἐπιψηφίσεως τοιούτου νομοσχεδίου, τὰ ὁποῖα εὐφραδῶς
2864λίαν ἀνέπτυξε κατὰ τὴν δεκάτην συνεδρίασιν τῆς ἐκτάκτου
2865συνόδου τοῦ 1889. Ἐλπίζω ὅτι θ’ ἀκούσωμεν τὴν σθεναρὰν
2866φωνὴν τοῦ ἐκ Πατρῶν συναδέλφου κυρίου Γεροκωστοπούλου,
2867ὑπεραμυνομένου καὶ πάλιν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων καὶ τῶν
2868θεσμῶν τῆς χώρας. Ἐλπίζω ὅτι θ’ ἀκούσωμεν τὸν ἀξιότιμον
2869ἐκ Πυλίας συνάδελφον κ. Σάκκην ἐπαναλαμβάνοντα τοὐλά-
2870χιστον ὅσα κατὰ τὴν ἐννάτην συνεδρίασιν τῆς ἐκτάκτου
2871συνόδου τοῦ 1889 ἀνέφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα δικαιο-
2872λογήσῃ τὴν κατὰ τῆς προικοδοτήσεως τῆς βασιλόπαιδος
2873Ἀλεξάνδρας ψῆφόν του. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ οὗτος ἀπουσιάζει,
2874— ἐλπίζω ὅμως, ὅτι θὰ ἔλθῃ μετ’ ὀλίγον, — παρακαλῶ νὰ μοὶ
2875ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὀλίγας μόνον λέξεις ἐκ τῆς
2876ἀγορεύσεώς του ἐκείνης (ἀναγινώσκει): «Φρονῶ, ἔλεγεν ὁ
2877ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, τὰς
2878ὁποίας τὸ ἔθνος διέρχεται ἐν οἰκονομικαῖς δυσχερείαις, — ση-
2879μειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι τότε δὲν εὑρισκόμεθα ἐν πτωχεύσει —
2880θὰ ἦτο λίαν τολμηρὸν διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους
2881ἡ ἐπιψήφισις τοιούτου νομοσχεδίου, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν Βασι-
2882λέα ἐπίσης θὰ ἦτο τολμηρὸν νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Ἔθνους
2883θυσίας τοιαύτας, τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος μετὰ γογγυσμοῦ θέλει
2884ἀποδεχθῆ.»
2885Καὶ ταῦτα ἔλεγεν ὁ ἀγαπητὸς φίλος τοῦ κ. Προέδρου
2886τῆς Κυβερνήσεως κ. Σάκκης.
2887Ἐλπίζω ὅτι θὰ ἴδωμεν τὸν ἐκ Κραναίας συνάδελφον καὶ
2888πάλιν ἀναγινώσκοντα περικοπὴν διακεκριμένου Γερμανοῦ
2889συγγραφέως, τὴν ὁποίαν περικοπὴν εὑρίσκομεν ἐν τοῖς πρα-
2890κτικοῖς τοῦ 1889.
2891«Καὶ κατὰ πρῶτον, Κύριοι,» ἔλεγεν ὁ κ. Βαλσαμάκης ἐν
2892τῇ 10ῃ συνεδριάσει τῆς 14 Μαρτίου 1889, ἀναγινώσκων τὰς
2893κρίσεις συντηρητικοῦ Γερμανοῦ συγγραφέως, τοῦ Λουδοβίκου
2894Ἔρ. Ζακώβ, «οὐδὲν ἀτοπώτερον καὶ ἀντίθετον τῆς ἀξιοπρε-
2895πείας ἑνὸς Ἡγεμόνος ἢ τὸ νὰ καταφεύγῃ καὶ νὰ ἐπικαλῆται
2896τὴν ψῆφον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους διὰ πᾶσαν τυ-
2897χαίαν αὔξησιν τῆς προσωπικῆς αὐτοῦ δαπάνης... Ὡς ἐκ
2898τούτου οἱ συναισθανόμενοι τὴν ἀξιοπρέπειάν των Ἡγεμόνες
2899προσπαθοῦσι διὰ παντὸς τρόπου νὰ τὰς ἀποφεύγωσι».
2900Καὶ ταῦτα ἐπαναφέρων εἰς τὴν μνήμην τῆς Βουλῆς, δὲν ἔρ-
2901χομαι νὰ ἐπιδείξω ἀντιβασιλικὰ ἢ φιλοβασιλικὰ αἰσθήματα,
2902διότι γινώσκω καλῶς, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας πρέπει νὰ
2903ἦναι μακρὰν τῆς κοινοβουλευτικῆς διαπάλης, πρέπει νὰ ἵστα-
2904ται πάρα πολὺ ὑψηλὰ, ἵνα ἐκ τοῦ ὕψους ἐκείνου θεᾶται τῶν
2905κοινοβουλευτικῶν ἀγώνων, τῶν ὁποίων ὁ κονιορτὸς δὲν πρέπει
2906νὰ προσβάλλῃ τὸ μεγαλεῖον τῆς Βασιλείας. Δὲν φρονῶ, ὅτι τὸ
2907Κράτος εὑρίσκεται εἰς τοιαύτας οἰκονομικὰς δυσχερείας, ὥστε
2908νὰ μὴ δύναται νὰ δαπανήσῃ 400,000 δραχμάς. Δὲν φρονῶ,
2909ὅτι ἕνεκα τῆς χρεωκοπίας δὲν δύναται νὰ δαπανήσῃ τὸ Κρά-
2910τος δι’ ὑποχρεώσεις αὐτοῦ ἐπιβεβλημένας 400,000 δραχμάς,
2911αἱ ὁποῖαι εἶναι μόλις 230,000 φράγκα χρυσᾶ. Δὲν φρονῶ
2912ὅτι εἶναι ἄξιον σπουδαίας μνείας, προκειμένου περὶ Κράτους,
2913τοῦ ὁποίου ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων ἀνέρχεται μετὰ
2914στενοχωρίας εἰς 90 ἑκατομμύρια, νὰ γίνηται τοιοῦτος λόγος
2915δι’ ἐφάπαξ δαπάνην τοιαύτην. Ἄλλος εἶναι ὁ λόγος, ὁ
2916ὁποῖος μὲ ἀναγκάζει διαῤῥήδην νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου
2917καὶ νὰ καταψηφίσω τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Φρονῶ
2918ὅτι εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις μεγάλην εὐθύνην ἀναλαμ-
2919βάνουσιν οἱ ὑπεύθυνοι, εἰσαγαγόντες τοιοῦτο νομοσχέδιον,
2920διὰ τοῦ ὁποίου ἀναμφιβόλως μειοῦται τὸ γόητρον τῆς Βα-
2921σιλείας· πάντες δὲ κηδόμεθα ὑπὲρ τοῦ γοήτρου αὐτῆς, διότι
2922πάντες δυστυχῶς γινώσκομεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι νῦν εἰς
2923κατάστασιν νὰ δημοκρατηθῇ, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ὑπάρξῃ
2924ἄνευ τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας. Ἀναμφιβόλως δὲ καταπί-
2925πτει ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας διὰ τῆς ἐπιζητουμένης, ἐν τοι-
2926αύτῃ μάλιστα στιγμῇ, ἐπιχορηγήσεως τῶν 400,000 δραχ-
2927μῶν. Λυποῦμαι διότι ἡ φωνή μου εἶναι τόσον ἀσθενὴς, ὥστε
2928ἀδυνατεῖ νὰ ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης ταύτης, ἵνα φθάσῃ ἐκεῖ, ὅπου
2929πρέπει, καὶ παραστήσῃ ὁποῖά τινα φρονεῖ σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς
2930λαὸς περὶ τῆς Βασιλικῆς αὐτοῦ οἰκογενείας, ἵνα καταδείξῃ
2931ὅτι τὰ ἀληθῆ αὐτῆς συμφέροντα ἀπαιτοῦσιν οὐ μόνον τὴν
2932μὴ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλ’ οὔτε κἂν τὴν
2933ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν, ἐν ᾧ χρόνῳ κραδαίνεται τὸ ἔδαφος τῶν
2934θεσμῶν ἡμῶν ὑπὸ μυρίων ἀντιδράσεων, ὧν αἱ πλεῖσται διευ-
2935θύνονται κατὰ τῆς Βασιλείας. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ ἀντιπρόσωποι
2936τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, οἱ ἔχοντες ὑποχρέωσιν νὰ δώσωμεν
2937λόγον τῶν πράξεων ἡμῶν, καὶ μάλιστα πολὺ ταχέως, πρὸς
2938τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὀφείλομεν μετὰ παῤῥησίας νὰ δηλῶ-
2939μεν τὴν γνώμην ἡμῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὀφείλομεν
2940νὰ δηλώσωμεν ἀπὸ τοῦδε, ὅτι φωνὴν διαμαρτυρίας ἐντόνου
2941ὑψώσαμεν κατὰ τῆς ὑπονομεύσεως τῶν θεσμῶν τῆς χώρας,
2942διότι ὑπονομεύομεν ἀληθῶς αὐτοὺς, τοιαῦτα νομοσχέδια εἰσά-
2943γοντες καὶ συζητοῦντες, ἐν ᾧ χρόνῳ, ὡς ἔλεγον, ὁ Ἑλληνι-
2944κὸς λαὸς εὑρίσκεται εἰς ψυχολογικὴν στιγμὴν, ἡ ὁποία πρέ-
2945πει νὰ ἐμβάλῃ εἰς πολλὰς μερίμνας τοὺς κυβερνήτας καὶ
2946τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι, χρῆσιν ποι-
2947ούμενοι τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ἐκφέ-
2948ρωσι τὴν γνώμην αὑτῶν ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ.
2949Κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡμῶν, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ γείνῃ
2950μυστικὴ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Τὸ 61
2951ἄρθρον τοῦ ἐν ἰσχύϊ Κανονισμοῦ ἀναγράφει τὰ ἑξῆς: «Διὰ σφαι-
2952ριδίων μυστικὴ ψηφοφορία γίνεται ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων τῶν
2953ἀφορώντων πρόσωπα ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα ἐντὸς ἢ ἐκτὸς
2954τῆς Βουλῆς.» Εἶναι ῥητὴ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ
2955ἄς μὴ ἐπικαλεσθῶσι τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὸ 1889.
2956Τότε ἐζητήθη ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, ἐκ τῶν
2957110 δὲ ψηφισάντων ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου κατεψήφισαν
2958δέκα, ὧν οἱ πλεῖστοι διακεκριμένα τοῦ Κοινοβουλίου μέλη,
2959παρευρισκόμενα καὶ σήμερον μεταξὺ ἡμῶν, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐξ
2960Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Ράλλης, τοῦ ὁποίου ἐγὼ τοὐλάχι-
2961στον ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος τού-
2962του, ὁ ἐκ Πατρῶν διακεκριμένος συνάδελφος κ. Γεροκωστό-
2963πουλος, καὶ ἄλλοι, τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ ἀνέφερα.
2964Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐν εὐθέ-
2965τῳ στιγμῇ νὰ ζητήσῃ τὴν διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας γνώμην
2966τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
2967§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν λήξῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς,
2968θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἂν παραδέχεται ἢ ὄχι τὴν γνώ-
2969μην σας.
2970§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὶν ἢ φθά-
2971σωμεν εἰς τὰς προτάσεις περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον
2972ἡ Βουλὴ θέλει ἐκφέρει τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου,
2973περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, καλούμεθα νὰ ἀσχοληθῶμεν, ἵνα
2974ἐξετάσωμεν αὐτὸ κατ’ οὐσίαν, καὶ κατ’ οὐσίαν τὸ νομοσχέ-
2975διον εἶναι λίαν καταληπτόν. Ἡμεῖς, οἱ προβάλλοντες αὐτὸ,
2976ἐκρίναμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα
2977ψηφίσῃ προίκισιν 400,000 δραχμῶν εἰς τὴν δευτέραν θυγα-
2978τέρα τοῦ Βασιλέως, τὴν βασιλόπαιδα Μαρίαν, ὑπανδρευο-
2979μένην μετὰ τοῦ Μ. Δουκὸς Γεωργίου. Ἐκρίναμεν, ὅτι εἴχομεν
2980καθῆκον νὰ προβάλωμεν τὴν πρότασιν ταύτην, διότι νομίζο-
2981μεν, ὅτι ἡ θυγάτηρ τοῦ Βασιλέως εἶναι θυγάτηρ τοῦ Ἑλ-
2982λάδος, τὸ συμβεβηκὸς τὸ εὐτυχὲς, τὸ ὁποῖον τελεῖται ἐν τῷ
2983οἴκῳ τοῦ Βασιλέως, εἶναι συμβεβηκὸς, τὸ ὁποῖον πρέπει
2984οὐχὶ νὰ ἐνδιαφέρῃ, ἀλλὰ νὰ εὐφραίνῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
2985Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀνώτατος λειτουργὸς τοῦ Κράτους· ἐτέθη
2986ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ οἰκοδομήμα-
2987τος, καὶ ἐν μὲν τῷ ἐσωτερικῷ ἐνασκεῖ τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγ-
2988ματος ἀνατεθειμένα αὐτῷ δικαιώματα, ἀρχηγὸς τῆς ἐκτε-
2989λεστικῆς ἐξουσίας, μέλος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐν ὀνόματι
2990αὐτοῦ ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη, ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ κατὰ
2991ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, ἀλλ’ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὁ Βασι-
2992λεὺς εἶναι ἀντιπρόσωπος οὐχὶ μόνον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τοῦ
2993Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Τὸ μεγαλεῖον τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ ἀλλο-
2994δαπῇ ἐξεικονίζει τὸ μεγαλεῖον τοῦ λαοῦ, καὶ ἡ λάμψις τοῦ
2995διαδήματος αὐτοῦ λαμπρύνει τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, καὶ παρα-
2996μυθεῖ αὐτὸ ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ σκότους καὶ τῆς ἀπελπισίας.
2997Ὑπελάβομεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ καταδηλώσωμεν μά-
2998λιστα παντὶ τῷ ἐκτὸς τοῦ Βασιλείου κόσμῳ, διότι ἡ θυγά-
2999τηρ τοῦ Βασιλέως ὑπανδρεύεται εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ὅτι
3000συγκινεῖται τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐπὶ τῷ συμβεβηκότι, διότι
3001συνεταύτισεν ὁ Βασιλεὺς τὴν τύχην αὐτοῦ μετὰ τοῦ λαοῦ
3002του. Καὶ τοῦτο δὲν τελεῖται μόνον σήμερον. Πρὸ ὀλίγων
3003ἐτῶν ὑπανδρεύθη ἡ πρώτη θυγάτηρ τοῦ Βασιλέως, καὶ τὸ
3004αὐτὸ ποσὸν ἐχορηγήθη εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ οὐδὲ ἀλλότριον
3005ἀπὸ τὰ ἤθη τοῦ Κράτους τυγχάνει τοῦτο. Εἰς τὸν τόπον
3006τοῦτον πάντοτε ἀπέβλεψαν πρὸς τοὺς ὑπηρετοῦντας τὰ κοινὰ,
3007εἰς οἱανδήποτε καὶ ἂν ἦναι βαθμίδα τῆς μεγάλης ἱεραρχίας,
3008καὶ ὄχι μόνον ἐσίτιζον αὐτοὺς ἐν τῷ πρυτανείῳ, ἀλλὰ καὶ
3009περὶ τῶν θυγατέρων αὐτῶν προὐνόησαν. Ὁ δὲ Βασιλεὺς εἶναι
3010ὁ πρῶτος ἐργάτης τῶν κοινῶν.
3011Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ παρελθόντας χρόνους ἐγὼ εἶχον
3012τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προταθῇ εἰς τὴν Βουλὴν
3013ἡ παραχώρησις κτημάτων ἐθνικῶν εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ
3014Ἑλληνικοῦ Θρόνου, οὐχὶ διότι ἐπεθύμουν νὰ ἀρνηθῶ τὰ μέσα
3015τῆς παραστάσεως εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἡ Θεία Πρόνοια
3016μέλλει νὰ καλέσῃ, ὅταν αἱ βουλαὶ αὐτῆς πληρωθῶσιν, ἐπὶ
3017τὸν θρόνον τὸν Ἑλληνικὸν, ἀλλὰ διότι ἐνόμιζον, ὅτι δὲν
3018πρέπει νὰ περιβάλληται ὁ Διάδοχος, ὁ μέλλων Βασιλεὺς τῶν
3019Ἑλλήνων, μετὰ μεριμνῶν, αἵτινες δὲν πρέπει νὰ βαρύνωσι
3020τὸν Ἡγεμόνα. Ἐγὼ εἶπον τότε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς ἐκεί-
3021νους, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνων, ὅτι καὶ ἰδίῳ ὀνόματι καὶ ὀνόματι
3022ἐκείνων, ὧν διερμήνευον τότε τὸ φρόνημα, ὀνόματι τῆς Ἀντι-
3023πολιτεύσεως, εἴτε πάσης, εἴτε οἱασδήποτε καὶ ὁσηςδήποτε,
3024κηρύσσω ἐμαυτὸν καὶ ἐκείνους προθύμους νὰ προσφέρωμεν εἰς
3025τὸν Διάδοχον χορηγίαν μείζονα τῶν 200,000 δραχμῶν, τὰς
3026ὁποίας ἐλάμβανεν, ἀλλὰ παρακαλοῦμεν νὰ ἀπόσχωσιν ἀπὸ
3027τῆς παραχωρήσεως κτημάτων. Ἡ παραχώρησις κτημά-
3028των εἶναι δωρεὰ πρὸς τὸ ἄτομον, καὶ ἡμεῖς ἐνομίζομεν,
3029ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ θρόνου δὲν ἔχει ἀνάγκην τοιούτων δω-
3030ρεῶν· ἀλλὰ δὲν ἤμεθα ἐναντίοι, καίτοι ἀντιπολιτευόμενοι,
3031εἰς τὴν παραχώρησιν τῆς προικός. Ἡ προὶξ παραχωρεῖται εἰς
3032τὴν θυγατέρα τοῦ Βασιλέως. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ καθῆκον
3033ἔχει τὸ Κράτος, εἶναι μικρὸν, ἵνα μὴ εἴπω ταπεινὸν, νὰ ἀπο-
3034δίδωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι αἱ 400,000 δραχμαὶ
3035θέλουσι διαθέσει αὐτὸν δυσμενῶς, καὶ ἕνεκα τούτου θέλει
3036ἀμαυρωθῆ τὸ γόητρον τοῦ Ἡγεμόνος, διότι προσφέρει ὁ Ἑλ-
3037ληνικὸς λαὸς αὐτῷ 400,000. Δὲν γνωρίζω ποίαν ἔχει γνώ-
3038μην ὁ Ἡγεμὼν, διότι οὔτε συνωμίλησα παντάπασι περὶ τοῦ
3039νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπροτείναμεν· ἀλλ’ οἱανδήποτε γνώ-
3040μην καὶ ἂν ἔχῃ ὁ Ἡγεμὼν, ἡμεῖς, ὡς πολῖται Ἕλληνες, ὡς
3041Ὑπουργοὶ συνταγματικοὶ, ἀντιπροσωπεύοντες μὲν ἐν τῇ
3042Βουλῇ τὸν Ἡγεμόνα, ἀλλ’ ἀντιπροσωπεύοντες ὡσαύτως καὶ
3043τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καθῆκον ἔχομεν νὰ προβάλωμεν εἰς τὴν
3044Βουλὴν τὴν πρότασιν ταύτην. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε,
3045παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτήν.
3046§193ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδένα ἔχω λόγον, Κύριοι, ν’ ἀμφισβητήσω,
3047ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον
3048μετέβαλε τὴν γνώμην, ἣν εἶχε κατὰ τὸ 1889, ἀκριβῶς ἐπὶ
3049ὁμοίου ζητήματος, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ οὐδένα ἔχω λόγον, ὅπως
3050μεταβάλω τὴν γνώμην, ἣν καὶ διὰ τοῦ λόγου καὶ διὰ τῆς
3051ψήφου μου ὑπεστήριξα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τότε ἐπὶ
3052ὁμοίου θέματος, διότι, ὡς τώρα, καὶ τότε ἐπρόκειτο περὶ προι-
3053κοδοτήσεως, ἀλλὰ τότε τῆς πρωτοτόκου θυγατρὸς τοῦ Βασι-
3054λέως, τῆς ἀειμνήστου Ἀλεξάνδρας. Ἐθεώρησα καὶ τότε, ὡς
3055θεωρῶ καὶ σήμερον, ὅτι οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον συμβάλλει εἰς τὸ
3056γόητρον τοῦ Στέμματος ἡ αἴτησις ἡ προβαλλομένη ὑπ’ εὐ-
3057θύνην μὲν νομικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὑπ’ εὐθύνην ἠθικὴν
3058τοῦ Στέμματος, καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Στέμματος, διότι οὐδό-
3059λως προτίθεμαι ν’ ἀμφισβητήσω, ὅτι ὑποβαλὼν ὁ κ. Πρόε-
3060δρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, οὐδὲ
3061ἠρώτησεν, οὐδ’ ἠθέλησε νὰ πληροφορηθῇ, τίς ἡ γνώμη τοῦ
3062Ἡγεμόνος.
3063Ἄλλος ἀξιότιμος συνάδελφος, πρὸ ἐμοῦ λαβὼν τὸν λόγον,
3064ἐμνημόνευσεν ὁμοίας τινὸς συζητήσεως, λαβούσης χώραν πρὸ
3065ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν ἐν τῷ Ἰταλικῷ Κοινοβουλίῳ. Ἐπρό-
3066κειτο ἐν τῷ Ἰταλικῷ Κοινοβουλίῳ νὰ ψηφισθῇ προικοδότησις
3067ὑπὲρ τοῦ Διαδόχου τοῦ Στέμματος τοῦ Ἰταλικοῦ, ἀναγρα-
3068φομένη ὡς ὑποχρέωσις ἐν τῷ Συντάγματι τῷ Ἰταλικῷ, καὶ
3069ἠκούσθησαν τότε φωναὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως «νέα ἀνοη-
3070σία!» Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ
3071συζήτησιν ἀποτελεῖ ἀνοησίαν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ βεβαίως σφάλμα
3072μέγιστον, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ
3073Ἑλληνικὸς θησαυρὸς καὶ ἡ Ἑλλὰς, σφάλμα μέγιστον, διότι
3074θ’ ἀποδοθῇ εἰς ἡμᾶς, τοὺς καθ’ ἡμέραν καταγγελλομένους ὡς
3075δολίους χρεωκόπους, θ’ ἀποδοθῇ εἰς ἡμᾶς,—καὶ τοῦτο εἶναι τὸ
3076ἐλάχιστον,—ἀλλὰ θ’ ἀποδοθῇ καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, θ’ ἀπο-
3077δοθῇ εἰς τὸ Στέμμα, ὅτι, ἐνῷ οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἐμερίμνη-
3078σεν, ὅπως μὴ πάθωσιν οἱ δανεισταὶ τοῦ Κράτους, ἢ τοὐλά-
3079χιστον κατόπιν, ὅπως δοθῇ αὐτοῖς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο
3080ν’ ἀποδώσῃ ἡ χώρα, συντρέχει διὰ τῆς βασιλικῆς ὑπογραφῆς,
3081κυρῶν τοιοῦτο νομοσχέδιον, εἰς τὴν σύστασιν προικῶν καὶ
3082προικοδοτήσεων.
3083Ἀνέγνωσα, Κύριοι, τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋ-
3084πολογισμοῦ καὶ εἶδον ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν, τοὐλάχιστον ἡ
3085πλειοψηφία αὐτῆς, συστήσασα εἰς τὴν ὁμόθυμον ψῆφον ὑμῶν
3086τὸ νομοσχέδιον, ἐπείσθη ἐκ τῶν λόγων τῶν ἀναγραφομένων ἐν
3087τῇ ἐκθέσει τῇ συνοδευσάσῃ αὐτό. Ἀνεζήτησα τὴν ἔκθεσιν,
3088καὶ ὑπέθεσα, ὅταν τοιοῦτόν τι εἶδον ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ
3089ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὑπεβλήθη
3090ἄλλη τις ἔκθεσις, ἀλλ’ ἐπληροφορήθην, ὅτι ἡ δίστιχος ἐκείνη
3091ἔκθεσις, ἥτις μνημονεύει ἁπλῶς τὸ γεγονὸς τῆς μνηστείας,
3092ἐθεωρήθη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡς ἀσφα-
3093λὴς βάσις τῆς προικοδοτήσεως. Ἐντεῦθεν δ’ ἔφθασα εἰς τὸ
3094συμπέρασμα, ὅτι ἐκ τῆς χαρᾶς, ἣν ἐξεδήλωσεν ἐπὶ τῷ γεγο-
3095νότι ὁ Βασιλικὸς Οἶκος τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἣν συνεμερίσθη
3096καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὁ εἰσ-
3097ηγητὴς αὐτῆς, ἐλησμόνησαν τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας
3098εὑρίσκεται ὁ δημόσιος θησαυρός.
3099Ὡς ἑτέραν αἰτιολογίαν τοῦ νομοσχεδίου ἤκουσα πρὸ ὀλί-
3100γου, ὅτι λόγῳ ἁβρότητος ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὰς
3101400,000 δρ. Ἠθέλησα, Κύριοι, νὰ ἀνατρέξω εἰς τὴν ἱστορίαν,
3102ὅπως πληροφορηθῶ καὶ πληροφορήσω ὑμᾶς, τίς ὑπῆρξεν ἡ
3103γενναιοδωρία τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους πρὸς τὴν θυγατέρα τοῦ
3104Λουδοβίκου Φιλίππου, πρὸς τὴν θυγατέρα τῆς Γαλλίας, ἀφοῦ
3105ἐπὶ τῷ αὐτῷ λόγῳ θυγάτηρ τῆς Ἑλλάδος εἶναι καὶ ἡ βασι-
3106λόπαις Μαρία, πρὸς τὴν πρωτότοκον μάλιστα θυγατέρα τοῦ
3107Βασιλέως τῆς Γαλλίας, ἥτις τὸ 1837 ἦλθεν εἰς γάμον πρὸς
3108τὸν Βασιλέα τῶν Βέλγων. Εὗρον δὲ, ὅτι τὸ ἀμυθήτως πλού-
3109σιον ἐκεῖνο Κράτος, τὸ γενναῖον διὰ τὰς γενναιοδωρίας του,
3110ἐπροίκισε τὴν πρωτότοκον θυγατέρα τοῦ Βασιλέως δι’ ἑνὸς
3111ἑκατομμυρίου φράγκων. Καὶ ἡ Ἑλλὰς, ἡ εὑρισκομένη σήμε-
3112ρον ὑπὸ τὴν γενικὴν κατάκρισιν τῆς Εὐρώπης, ἡ χαρακτηρι-
3113ζομένη, ἀληθῶς ἀδίκως, ἀλλὰ πληρόνουσα οὕτω τὰ σφάλ-
3114ματα τῶν Κυβερνήσεών της, ὡς θὰ πληρώσῃ καὶ τὰ σφάλ-
3115ματα τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἡ Ἑλλὰς, λέγω, ἡ ὑπὸ τοιαύ-
3116την κατάκρισιν εὑρισκομένη, ἡ Ἑλλὰς ἡ πτωχεύσασα, ἡ
3117χαρακτηριζομένη παρὰ ἐχθρῶν καὶ φίλων ὡς χρεωκόπος, ἡ
3118Ἑλλὰς ἡ ἔχουσα προϋπολογισμὸν 90 ἢ 100 ἑκατομμυρίων
3119δραχ. ἀπέναντι προϋπολογισμοῦ ἑνὸς δισεκατομμυρίου καὶ
3120400 ἑκατομμυρίων φράγκων τοῦ τότε Γαλλικοῦ προϋπολο-
3121γισμοῦ, χορηγεῖ ὡς προῖκα εἰς τὴν δευτέρα θυγατέρα τοῦ Βα-
3122σιλέως δραχ. 400,000, καὶ τοῦτο, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
3123Κυβερνήσεως οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἠθέλησε νὰ ὑστερήσῃ τοῦ
3124προκατόχου του, τοῦ ἀντιπάλου του· τοσαύτην ὥρισε προῖκα
3125ὁ ἀντίπαλός του καὶ προκάτοχός του εἰς τὴν πρωτότοκον
3126θυγατέρα τοῦ Βασιλέως, τοσαύτην ἐθεώρησεν ἐν τῇ μεγαλο-
3127δωρίᾳ του καὶ ἐν τῇ μεγαλοδωρίᾳ τῶν φίλων του, ὅτι ὤφει-
3128λεν, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, νὰ
3129χορηγήσῃ προῖκα εἰς τὴν δευτέραν θυγατέρα τοῦ Βασιλέως
3130καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης. Ὁ κ. Πρόεδρος ἔλεγε τότε ἐπὶ τοῦ
3131νομοσχεδίου ἐκείνου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν προίκισιν τῆς
3132ἀειμνήστου πριγκηπίσσης Ἀλεξάνδρας, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ
3133Κράτους δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐπιτρέπωσι τοιαύτην
3134μεγαλοδωρίαν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀρχὴν, ἣν ἀνέπτυξε καὶ
3135σήμερον, προσέθετεν ὅτι, ἂν καὶ μᾶς ἐπιβάλλεται πᾶσα
3136οἰκονομία, οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς Βασιλικῆς
3137Οἰκογενείας, περὶ τοῦ γοήτρου αὐτῆς, ὅπως ἀντιλαμβάνεται
3138αὐτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρεκάλει πάντας
3139τοὺς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τοῦ νομο-
3140σχεδίου τῆς προικοδοτήσεως. Μεταξὺ τῶν ἐν τῇ Ἀντιπο-
3141λιτεύσει κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἤμην καὶ ἐγὼ, Κύριοι,
3142δέκα δὲ, μεταξὺ τῶν 110 τῶν ψηφισάντων, κατεψήφισαν.
3143Οὐδένα ἔχω λόγον διὰ νὰ μεταμεληθῶ διὰ τοῦτο, οὐδένα
3144δ’ ἔχω λόγον, ὡς εἶπον ἤδη, διὰ νὰ μεταβάλω γνώμην·
3145ἐξ ἐναντίας αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται σή-
3146μερον τὸ Κράτος, μὲ ἐνισχύουσιν εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι
3147ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ συμφέρει εἰς τὸ Στέμμα ν’ ἀποδεχθῇ τοι-
3148αύτην προικοδότησιν. Ἴσως διὰ μιᾶς ψηφοφορίας θὰ ἐξαν-
3149τληθῇ ἐνταῦθα τὸ ζήτημα, θὰ ψηφισθῇ ἡ προικοδότησις,
3150ἀλλὰ μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ καταλογισθῇ ἐπὶ
3151ζημίᾳ καὶ τοῦ Στέμματος καὶ τῆς χώρας εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
3152Καὶ μὴ ὑπολάβετε, Κύριοι, ὅτι σᾶς προτείνω ἀνάρμοστόν
3153τι, προτείνων ὑμῖν τὴν καταψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι
3154ἐδῶ ἡ ἱστορία τῆς φιλοβασιλικωτάτης καὶ τότε καὶ νῦν ἔτι
3155Γαλλίας, καὶ ἡ ἱστορία αὐτῆς διδάσκει ἡμᾶς, ὅτι ἡ Γαλλικὴ
3156Βουλή, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Γαλλίας ἀνήρ-
3157χετο εἰς ἓν δισεκατομμύριον καὶ 400 ἑκατομμύρια, ἠρνήθη εἰς
3158τὸν δεύτερον υἱὸν τοῦ Βασιλέως Λουδοβίκου Φιλίππου τὴν
3159προικοδότησιν, ἥτις ἐζητεῖτο διὰ νομοσχεδίου. Ὁ Βασιλεὺς
3160Λουδοβῖκος Φίλιππος, κατὰ τὸ 1837, ὅτε τὸ πρῶτον ἡ
3161πρότασις ὑπεβλήθη, ὑπέλαβεν ὅτι ἐζημιοῦτο τὸ γόητρον τὸ
3162βασιλικὸν διὰ τῆς τοιαύτης προικοδοτήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐν
3163τῇ συνεδριάσει τῆς 18 Ἀπριλίου 1837 ὁ τότε Πρόεδρος τῆς
3164Κυβερνήσεως τῆς Γαλλίας ἀνέγνωσε τὸ ἑξῆς διάγγελμα:
3165«Ἡμεῖς Λουδοβῖκος Φίλιππος κτλ. Ἄρθρον 1ον. Τὸ νομο-
3166σχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν τῇ 26 Ἰανουαρίου τε-
3167λευταίου, σχετικὸν πρὸς τὴν προικοδότησιν τῆς Α. Υ. τοῦ
3168Δουκὸς τοῦ Νεμούρ, ἀποσύρεται.—Ἄρθρον 2ον. Ἀνατίθεται
3169εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐκτελέσῃ τὴν πα-
3170ραγγελίαν ταύτην τοῦ Ἡγεμόνος.»
3171Δυστυχῶς ἡ γενναία αὕτη ἀπόφασις, ἥτις ἐλήφθη παρὰ
3172τοῦ Βασιλέως τῆς Γαλλίας κατὰ τὸ 1837, ἐλησμονήθη εἰς
3173μεταγενεστέρους χρόνους, κατὰ δὲ τὸ 1840, ἐπὶ τῇ εὐκαι-
3174ρίᾳ τῆς νυμφεύσεως τοῦ Δουκὸς τοῦ Νεμούρ, τὸ αὐτὸ νομο-
3175σχέδιον ὑπεβλήθη. Θέλετε νὰ μάθητε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπ’
3176αὐτοῦ ψηφοφορίας; Τὸ ἀναγράφει ὁ «Moniteur Universel»
3177τῆς 21 Φεβρουαρίου 1840. Ἐψηφοφόρησαν διὰ μυστικῆς ψη-
3178φοφορίας, διότι ἀκριβῶς ἡ Γαλλικὴ Βουλὴ κατὰ τὸ 1840
3179εἶχε τὸν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἡμεῖς (ἀναγινώσκει):
3180«ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Ἐψη-
3181φοφόρησαν 426. Ἀπόλυτος πλειοψηφία 214, λευκαὶ ψῆφοι
3182200, μέλαιναι ψῆφοι 226. (Βαθυτάτη αἴσθησις).» Ταῦτα
3183ἀναγράφουν τὰ ἐπίσημα πρακτικά. «Ἡ Βουλὴ δὲν προέβη εἰς
3184τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων, ἑπομένως ἡ Βουλὴ δὲν ἐδέχθη».
3185Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζητε, Κύριοι, πῶς ἐσχολιάσθη καὶ
3186παρὰ τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ καὶ παρὰ τῶν συγχρόνων, ἡ αἴτη-
3187σις τῆς προικοδοτήσεως ἐκείνης. Καὶ ὑπάρχει σχέσις τις μεταξὺ
3188τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς σήμε-
3189ρον, πρὸς τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκετο ἡ Γαλ-
3190λία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διότι ἦσαν κρίσιμοι διὰ τὴν
3191δόξαν τῆς Γαλλίας αἱ περιστάσεις τοῦ 1840, ὡς εἶναι κρί-
3192σιμοι διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ διὰ τὴν ὕπαρξιν πλέον τῆς
3193Ἑλλάδος, αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται ὅμοιον
3194νομοσχέδιον πρὸς τὸ καταψηφισθὲν παρὰ τῆς Γαλλικῆς Βου-
3195λῆς κατὰ τὸ 1840. Ἰδοὺ δὲ πῶς κρίνει περὶ τοῦ νομοσχε-
3196δίου αὐτοῦ ὁ Louis Blanc ἐν τῇ «Ἱστορίᾳ τῶν 10 ἐτῶν»
3197(ἀναγινώσκει):
3198«Οὐδέποτε Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας ἐκλήθη ὑπὸ τῆς τύχης
3199ἐπὶ σκηνῆς τόσον ἐπιβλητικῆς καὶ ἐν τῷ μέσῳ τόσῳ μεγάλων
3200γεγονότων. Εἶχεν ἐνώπιον αὐτοῦ μέγαν λαὸν, τὸν ὁποῖον
3201ὤφειλε νὰ προφυλάξῃ ἀπὸ τὰς καταιγίδας, φλέγοντα μίση,
3202τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ προλάβῃ ἢ νὰ σβύσῃ, νὰ καλύψῃ τὴν Δύ-
3203σιν, νὰ εἰρηνεύσῃ τὴν Ἀνατολήν. Ἰδοὺ τί ἐπαρουσιάζετο τότε.
3204Καὶ τί ἠδύνατο νὰ ἐπισπάσῃ μᾶλλον τὴν προσοχὴν ἀρχη-
3205γοῦ Κράτους; Οὐχ ἧττον, ἐν τῷ μέσῳ τόσων περιπλοκῶν, αἱ
3206ὁποῖαι ἐτήρουν τὴν Εὐρώπην ἀσθμαίνουσαν, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων
3207ἡ τύχη τοῦ κόσμου ἐξήρτητο ἴσως, ὁ Λουδοβῖκος Φίλιππος
3208ἐπεδίωκε μετ’ ἐπιμονῆς τὴν προίκισιν ἑνὸς τῶν υἱῶν του. Καὶ
3209δὲν ἠγνόει πόσον αἱ προικοδοτήσεις, αἱ αἰτήσεις χρημάτων
3210ἦσαν μισηταὶ διὰ Βουλὴν ἀστῶν, ἀλλ’ ἤλπιζεν ὅτι ἤθελε
3211κατορθώσει τὸν σκοπόν του διὰ τῆς ἐπιμονῆς. Τί ἐκινδύνευε;
3212Τὴν ἠθικὴν ἐξασθένησιν τῆς μοναρχίας; Ὁ χαρακτήρ του
3213δὲν ἦτο τοιοῦτος, ὥστε νὰ σκέπτηται περὶ τῶν μεμακρυσμέ-
3214νων ἀποτελεσμάτων. Τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως; Ὀλίγον
3215ἐνδιέφερεν αὐτόν. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ
3216ἀντιστῇ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Βασιλέως πατρός. Τοῦτο
3217ὑπῆρξεν ἡ καταστροφή του. Μόλις ἐγνώσθη, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ
3218χορηγηθῶσιν εἰς τὸν δοῦκα τοῦ Νεμοὺρ 500,000 φράγκα ἐτη-
3219σίως, καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἀνεφλέγη. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι τόσον
3220πτωχός, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ προικίσῃ τοὺς υἱούς του;
3221Ποῦ θέλουν σταματήσει; Μετὰ τὸν δοῦκα τῆς Ὀρλεάνης
3222ἤρχετο ὁ δοὺξ τοῦ Νεμοὺρ, μετὰ τὸν δοῦκα τοῦ Νεμοὺρ θὰ
3223ἤρχοντο καὶ ὁ πρίγκηψ τοῦ Ζοανβὶλ καὶ ὁ δοὺξ τῆς Ὁμά-
3224λης καὶ ὁ δοὺξ τοῦ Μονπανσιέ. Βεβαίως ἐκόστιζε πολὺ εἰς
3225τὴν Γαλλίαν ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἡ Αὐλή. Ὑπῆρχεν ἀνεπάρ-
3226κεια τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας τοῦ Βασιλέως, ἰδιωτικῆς περι-
3227ουσίας, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε συνῄνεσαν νὰ συγχωνεύσουν μετὰ
3228τῆς περιουσίας τοῦ Κράτους; Ἰδοὺ τί ἔλεγον, καὶ προσέθετον
3229χίλια σχόλια, προσβλητικὰ διὰ τὴν Βασιλικὴν Μεγαλειό-
3230τητα. Καὶ ἐστάλησαν ἐπίτροποι, ὅπως βεβαιώσουν τὴν ἀνε-
3231πάρκειαν τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας, ἀφοῦ δὲ ἐγένετο ἐξέτασις,
3232εὑρέθη ὅτι αὐτὴ ἡ περιουσία ἀπέφερεν εἰσόδημα πλέον τοῦ
3233ἑκατομμυρίου, καί τινες ἀκόμη ἠμφισβήτουν τὸ ποσὸν τοῦτο.
3234Τέλος τὴν 21 Φεβρουαρίου μόνος ὁ Couturier ἔλαβε τὸν
3235λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐξήγγειλε λόγους τινὰς σοβα-
3236ροὺς καὶ ἀξιοπρεπεῖς. Μετ’ αὐτὸν ἡ Βουλή, ψυχροτάτη, σιω-
3237πηλή, προέβη εἰς τὴν ψηφοφορίαν· 226 ψῆφοι μέλαιναι προέ-
3238κυψαν καὶ 200 λευκαί. Τὸ Ὑπουργεῖον παρῃτήθη.»
3239Αὐτά, Κύριοι, μᾶς διδάσκει ἡ ἱστορία. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς,
3240ἀφοῦ φρονεῖτε, ὅτι σᾶς ἐπιτρέπεται τοιαύτη μεγαλοδωρία ἐνώ-
3241πιον καταστάσεως, χαρακτηριζομένης μὲν παρ’ ἡμῶν ὡς κατα-
3242στάσεως πτωχεύσεως, ἀλλὰ χαρακτηριζομένης παρὰ τῶν δα-
3243νειστῶν ἡμῶν καὶ τῶν ξένων ὡς καταστάσεως χρεωκοπίας,
3244ἀφοῦ προσφέρεσθε νὰ κάμητε τοιαύτην μεγαλοδωρίαν σχετι-
3245κῶς πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἠρω-
3246τήσατε, τίς εἶναι ἡ περιουσία τοῦ Ἡγεμόνος; τίς εἶναι ἡ
3247περιουσία τοῦ μνηστῆρος; καὶ κατὰ πόσον ἔχει ἀνάγκην ἡ
3248Βασιλόπαις τῆς συνδρομῆς σας; Ἐβεβαιώσατε ὅτι δὲν τὸ
3249ἐπράξατε. Ἐβεβαιώσατε δὲ τοῦτο, λέγοντες, ὅτι δὲν γνωρίζετε
3250κἂν τὴν γνώμην τοῦ Ἡγεμόνος. Ἀλλὰ μὴ πράξαντες τοῦτο,
3251παρείδετε σπουδαιότατον καθῆκον, ὅπερ εἴχετε πρὸς τὸ Κράτος,
3252τοῦ ὁποίου διευθύνετε τὰς τύχας, ὅπερ εἴχετε πρὸς τὸ Στέμμα,
3253τοῦ ὁποίου ὀφείλετε νὰ καλύπτητε τὴν εὐθύνην· διότι τὴν εὐθύ-
3254νην αὐτοῦ τὴν ἠθικὴν ἐκθέτετε διὰ τοιούτων νομοσχεδίων, ὑπο-
3255βαλλομένων ὑπὸ ὅρους, τοὺς ὁποίους πᾶς τις ἐξ ἡμῶν κατανοεῖ
3256καὶ ἐκτιμᾷ, ὑπὸ περιστάσεις, οἷαι αἱ σημεριναὶ τῆς Ἑλλάδος.
3257Κύριοι, εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι οὐδὲ κατ’ ἐλάχι-
3258στον μετέβαλον τὴν γνώμην, ἣν εἶχον κατὰ τὸ 1889· φρονῶ
3259δέ, ὅτι τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα ἀπὸ τοῦ βήμα-
3260τος καὶ τὰ ὁποῖα ἤκουσαν καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, ἀλλὰ
3261καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μειδιοῦν, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι φρονοῦ-
3262σιν, ὅτι προσφέρουσιν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Στέμμα, φρονῶ, λέγω,
3263ὅτι θὰ πείσωσιν αὐτοὺς, ὅτι ἀληθὴς ὑπηρεσία πρὸς τὸ Στέμμα
3264εἶναι ἡ καταψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. Καταψηφιζόμενον τὸ
3265νομοσχέδιον, θέλει λησμονηθῆ· ὑπερψηφιζόμενον καὶ κυρού-
3266μενον, οὐδέποτε θὰ λησμονηθῇ.
3267§194ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ποίαν ἰδέαν ἔχει ὁ
3268βουλευτὴς κ. Στάης ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἴτε
3269εἶναι ὑπέρ, εἴτε εἶναι κατ’ αὐτοῦ, εἴτε καὶ ἀμφότερα, εἴτε
3270θέλει Δημοκρατίαν, εἴτε θέλει Βασιλείαν· τοῦτο μόνον τῷ
3271παρατηρῶ, ὅτι ὤφειλε νὰ σεβασθῇ τὸν ἀξιοσέβαστον συνά-
3272δελφόν μου κ. Βαλσαμάκην, τὸν ὁποῖον ἀπεπειράθη ν’ ἀπο-
3273δείξῃ ἀνακόλουθον. Αὐτοὶ πρῶτοι καθιέρωσαν εἰς τὴν προι-
3274κοδότησιν τῆς Ἀλεξάνδρας τὸ τοιοῦτον, καὶ ἑπομένως ὁ ψηφί-
3275ζων σήμερον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν θεωρεῖται ἀνακόλουθος,
3276διότι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται διακρίσεις μεταξὺ τῆς Ἀλεξάν-
3277δρας καὶ τῆς Μαρίας. Αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν ὤφειλον νὰ
3278δώσω μόνον εἰς τὸν κ. Στάην.
3279§195ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Στάης δὲν ὀφείλει νὰ δώσῃ καμμίαν
3280ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Φορέστην, διότι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δὲν
3281ἐπιτρέπεται ἀντιπροσωπεία διὰ πληρεξουσίου. Ὅταν ἔλθῃ ὁ
3282ἴδιος, περὶ οὗ ἐγὼ ὡμίλησα, τότε ἐπιφυλάττομαι νὰ δώσω
3283τὴν ἀπάντησιν.
3284§196ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἔπρεπε νὰ ἦτο παρὼν ὁ κ. Βαλσαμάκης
3285καὶ τότε νὰ ὡμιλεῖτε περὶ αὐτοῦ, καὶ ὄχι ἀπόντος αὐτοῦ.
3286§197ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Βαλσαμάκης εἶχε καθῆκον νὰ ἦναι ἐδῶ.
3287§198Γ. ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ἐὰν διαδέχομαι τὸν πρὸ μικροῦ ἀγο-
3288ρεύσαντα βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς κ. Ράλλην, δὲν πράττω τοῦτο
3289διότι ἐμνήσθη,—καὶ τὸν εὐχαριστῶ ἐπὶ τούτῳ—καθ’ ὃν τρό-
3290πον ἐνέκρινεν οὗτος, ἐμοῦ, ὡς εἰσηγητοῦ τῆς προεξελεξάσης τὸ
3291ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
3292ἢ διότι ὡς ἀνεπαρκῆ ἔκρινε τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Οὔτε ἀναγ-
3293καῖον θεωρῶ νὰ παρακολουθήσω τὸν κ. Βουλευτὴν εἰς πάντα
3294τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ. Ἡμεῖς εἴχομεν πάντοτε καὶ ἐξακο-
3295λουθοῦμεν ἔχοντες τὴν σταθερὰν γνώμην, ὅτι τὸ Κράτος ἐξ
3296ἠθικῆς ὑποχρεώσεως, ἀναντιῤῥήτως δὲ καὶ ἐπιτακτικῶς κρα-
3297τούσης ἐν τῇ συνειδήσει τῆς χώρας, ὤφειλε τὸ εὐτυχὲς διὰ
3298τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν τῆς Ἑλλάδος γεγονὸς τοῦ γάμου
3299τῆς βασιλόπαιδος Μαρίας νὰ δείξῃ ὅτι συμμερίζεται, ὡς καὶ
3300πράγματι συμμερίζεται. Ἡ κοινὴ συνείδησις πανηγυρικῶς κα-
3301τεδηλώθη ἐν τούτῳ, διότι κοινὴ ἡ χαρὰ τοῦ ἔθνους μὲ τῆς
3302Βασιλικῆς οἰκογενείας τὴν χαράν. Οὐδὲ δι’ ὅσων τις θὰ εἴπῃ,
3303συνηγορῶν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς
3304ἐπιτελέσεως στοιχειώδους ὑποχρεώσεως, ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ
3305παράσχῃ ἢ νὰ μὴ παράσχῃ ἐκδουλεύσεις, ὡς εἶπεν ἀτόπως
3306—καὶ ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις—ὁ κ. Ράλλης. Οὐδεὶς ἔχει
3307τὴν διάθεσιν νὰ φανῇ ἢ νὰ μὴ φανῇ εὐάρεστος. Ἀπὸ τῆς θέσεως
3308ταύτης δὲν πρέπει νὰ λέγηταί τι πλέον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον
3309ὑπαγορεύει τὸ πρὸς τὴν Πολιτείαν καθῆκον, ἡ τιμὴ καὶ τὸ συμ-
3310φέρον τῆς χώρας, ἀδιάφορον ἐὰν ὁ ἀπὸ τούτων ῥυθμίζων τοὺς
3311λόγους του θὰ κριθῇ εὐάρεστος ἢ δυσάρεστος. Εἰς τὸ βῆμα
3312μὲ φέρουν ἀποκλειστικῶς αἱ μεγάλαι ἱστορικαὶ ἀνακρίβειαι,
3313εἰς ἃς ὑπέπεσεν ὁ κ. Βουλευτής. Μὴ θεωρῶν, καὶ εὐλόγως,
3314ἐπαρκῆ ὅσα γενικῶς περὶ τοῦ νομοσχεδίου εἶπεν, ἐζήτησε ν’ ἀν-
3315τλήσῃ ἐπιχειρήματα ἀπὸ τῆς ἱστορίας, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἱστορία
3316κατεδίκαζε τὰς γνώμας του, διέστρεψεν αὐτήν, ὡς θ’ ἀποδείξω,
3317εἰς τὰς διαστροφὰς ταύτας καὶ μόνον περιορίζων τοὺς λόγους
3318μου, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω, πεποιθό-
3319τως φρονῶν, ὅτι σοβαρὰν ἀντίδρασιν οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ,
3320ὡς καὶ δὲν εὗρε, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, οὐδὲ ἤκουσα
3321νὰ προβληθῇ ἐπιχείρημά τι κατ’ αὐτοῦ, ἱκανὸν νὰ προκαλέ-
3322σῃ μακρὰν συζήτησιν.
3323Καὶ πρὶν ἢ φθάσω εἰς τοὺς Ὀρλεανίδας καὶ τὸν Βασιλι-
3324κὸν οἶκον τῆς Ἰταλίας, περὶ ὧν ἠσχολήθη ὁ κ. Βουλευτής,
3325θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀναδράμω εἰς τὴν ἀρχαιοτάτην, τὴν θεο-
3326κρατικὴν ἐποχήν, ἀποδεικνύων, ὅτι σὺν τῷ θεσμῷ τῆς Βασι-
3327λείας ὑφίστατο καὶ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ χορηγεῖν εἰς τοὺς Βα-
3328σιλεῖς μεγάλην ἔκτασιν εὐφόρου γῆς δωρεὰν,—εἴτε παροχὴν
3329ὀνομάσητε ταύτην, εἴτε προικοδότησιν, ἢ κληρουχίαν, τὸ παρ’
3330Ὁμήρῳ βαθυλήϊον τέμενος,—ἵνα, πρὸς τ’ ἄλλα αὐτῶν εἰσο-
3331δήματα, ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν ἀξιοπρεπῆ παράστασιν τῆς Βασι-
3332λικῆς ἐξουσίας καὶ τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Βασι-
3333λικοῦ των οἴκου. Τὰ αὐτὰ ἴσχυον καὶ διὰ τοὺς Ῥωμαίους
3334Βασιλεῖς, τὰ αὐτὰ καὶ διὰ τοὺς Βυζαντινοὺς Αὐτοκράτορας,
3335τὰ αὐτὰ, καὶ ἐν μείζονι μέτρῳ, καθ’ ὅλην τὴν Φεουδαλικὴν
3336ἐποχήν. Καὶ δὲν λαλῶ περὶ Βασιλέων μόνον, ἀλλὰ περὶ τῶν
3337μελῶν τῆς βασιλευούσης οἰκογενείας, ἐξ ὧν τὰ μὲν ἄῤῥενα ἐν
3338Γαλλίᾳ ἐλάμβανον ὁλοκλήρους πολλάκις ἐπαρχίας, τὰ δὲ θή-
3339λεα προῖκα εἰς χρήματα, ἢ εἰς κτήματα ἐξωνήσιμα. Αὐτὴ
3340ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις, ἥτις δὲν ἐξεῤῥάγη, ἵνα θωπεύῃ τοὺς
3341Βασιλεῖς, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀφήρεσε τὴν κυριαρχίαν τῆς χώ-
3342ρας, μεταβιβάσασα αὐτὴν ὅπου ἀνῆκεν, ἤτοι εἰς τὸ ἔθνος,
3343κατέλυσε καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ συνιστᾷν κλη-
3344ρουχίας ὑπὲρ τῶν τέκνων αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀνεγνώρισεν ἐν τῷ
3345Συντάγματι τοῦ 1791 τὸ δικαίωμα τῆς εἰς χρῆμα πληρωμῆς
3346ἐτησίας χρηματικῆς παροχῆς εἰς αὐτοὺς καὶ τὰ μέλη τῆς
3347Βασιλικῆς οἰκογενείας δι’ εἰδικοῦ ἑκάστοτε νόμου...
3348§199ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἦτο Δημοκρατία τότε, δὲν
3349ἦτο Μοναρχία.
3350§200ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Νὰ κάμητε πρὸς τοὺς συντάκτας τοῦ
3351Συντάγματος τὰ παράπονά σας... Διότι, μὲ ὅλον τὸ δημοκρα-
3352τικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπέπνεε καθ’ ὅλην τὴν Γαλλίαν καὶ
3353ὡδήγησεν ὅπου πάντες γινώσκομεν, ὀλίγον πρὸ τῆς τρομοκρα-
3354τίας ἡ ἐπανάστασις ἀφήρεσε μὲν τὰς γαίας, τὰς ὁποίας οἱ
3355Βασιλεῖς τῆς Γαλλίας κατεῖχον καὶ ἔδιδον αὐτεξουσίως καὶ
3356αὐτοδυνάμως εἰς τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας των, ἀνεγνώρισεν
3357ὅμως ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους
3358τοῦ δίδειν ἐτησίως ὡρισμένας χρηματικὰς παροχάς. Ὁ Να-
3359πολέων Αʹ ἐπανέφερε τὸ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως καθεστὼς
3360τῶν κτηματικῶν κληρουχιῶν, καὶ ἐθεσμοθέτησεν, ὅπως καὶ
3361κτήματα τοῦ Κράτους δίδωνται εἰς μέλη τῆς Αὐτοκρατορι-
3362κῆς οἰκογενείας, ἵνα καρπῶνται αὐτῶν ἀναπαλλοτριώτως.
3363Εὐλαβεστέρα ἐδείχθη ἡ Παλινόρθωσις, ἡ ὁποία, καίτοι θείῳ
3364δικαίῳ καταλαβοῦσα τὴν ἀρχήν, ἐπανῆλθεν εἰς τὰς ἀρχὰς
3365τοῦ ἐπαναστατικοῦ Συντάγματος τοῦ 1791, καὶ καθιέρωσε
3366διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1814 ἐπίσης τὰς χρηματικὰς
3367παροχάς, ἀντὶ τῶν κτηματικῶν κληρουχιῶν. Κατὰ τὴν Πα-
3368λινόρθωσιν ὅμως συνέβη γεγονός, τὸ ὁποῖον θὰ παράσχῃ τὴν
3369ἐξήγησιν τῆς ἀντιδράσεως, περὶ ἧς σᾶς ἐλάλησεν ὁ κ. Βου-
3370λευτής, καὶ ἥτις ἐγεννήθη εὐλόγως κατὰ τῶν διαρκῶν τά-
3371σεων τῶν Ὀρλεανιδῶν τοῦ πάντοθεν ὠφελεῖσθαι. Ἡ Παλι-
3372νόρθωσις, ἐὰν συνετελέσθη ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς τὸν θρόνον ὁ
3373πρωτότοκος κλάδος, οἱ Βουρβῶνοι, ἐγένετο ἀκόμη καὶ ἵνα
3374ἀποκατασταθῶσιν εἰς τὴν κατοχὴν μεγάλων ἐκτάσεων πλου-
3375σιωτάτων κτημάτων οἱ Ὀρλεανίδαι, πάντων ἐκείνων, ἅτινα
3376ἐνέμοντο πρὸ τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως. Ὅ,τι δὲν ἔστερξαν
3377ὑπὲρ ἑαυτῶν οἱ Βουρβῶνοι, ἀνεγνώρισαν ὑπὲρ τῶν Ὀρλεανι-
3378δῶν. Ἡ Παλινόρθωσις ἀνεγνώρισε τὴν κυριότητα ἐπὶ τῶν κτη-
3379μάτων, τὰ ὁποῖα ὡς κληρουχίας εἶχον λάβει τὰ μέλη τῆς
3380οἰκογενείας τῶν Ὀρλεανιδῶν, ἡ δὲ ἐπανάστασις εἶχε δημεύσει
3381ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1830, ὅτε ὁ
3382Κάρολος ἐξεθρονίσθη, ὁ δὲ θρόνος περιῆλθεν εἰς τὸν δευτερότοκον
3383κλάδον, τοὺς Ὀρλεανίδας, ὁ Λουδοβῖκος Φίλιππος, καίτοι μόνη
3384ἡ ὑπὲρ αὐτοῦ κτηματικὴ κληρουχία ὑφίστατο ἐν Γαλλίᾳ,
3385διότι πάσας εἶχε σαρώσει ἡ θύελλα τῆς ἐπαναστάσεως, πρὶν
3386ἀνέλθῃ εἰς τὸν θρόνον μετεβίβασεν εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ
3387τὴν ἐκ τῆς κληρουχίας περιουσίαν του, ἵνα μὴ καὶ αὕτη συμ-
3388περιληφθῇ εἰς τὴν domaine de la Couronne, ἤτοι τὴν
3389ἰδιοκτησίαν τοῦ Στέμματος! Ἰδοὺ ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἀντιδράσεως,
3390ἥτις εἰς πολλὰ ὡδήγησεν ἄτοπα, μέχρις οὗ φέρῃ εἰς τὸ 1848.
3391Ἐνῷ δὲ ὁ Λουδοβῖκος Φίλιππος πανταχοῦ ἀνεζήτει εὐθηνὴν
3392διοίκησιν, πανταχοῦ ἠθέλησε νὰ ἐμπνεύσῃ τῆς οἰκονομίας τὴν
3393ἀρχὴν, πανταχοῦ ἠθέλησε νὰ κυριαρχήσῃ τὸ νοικοκυρήστικο
3394πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἀναντιῤῥήτως διέκρινε τὴν διοίκησίν του, ἐν
3395τούτοις εἰς ἓν ζήτημα ἐδείχθη ἀχαλινώτως ἀφειδὴς, εἰς τὰς
3396παροχὰς, ἃς ἐζήτει ὑπὲρ τῶν ἀτομικῶς πλουσιωτάτων μελῶν
3397τῆς οἰκογενείας του. Καὶ ἀντὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς
3398ν’ ἀναζητῇ ἐπιχειρήματα εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Louis Blanc,
3399ἣν μᾶς ἀνέγνωσε, πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἐν τούτῳ ἀτελείας τοῦ
3400Λουδοβίκου Φιλίππου,—ἀμφίβολον ἀπόδειξιν, λόγῳ τῶν ἄκρως
3401ῥιζοσπαστικῶν ἰδεῶν τοῦ συγγραφέως, ὃν ἐπεκαλέσθη,—διατὶ
3402δὲν προσέφευγε μᾶλλον εἰς τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἐπιφανῶν ῥη-
3403τόρων τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως; διατὶ δὲν ἀνεγίνωσκε τὰ
3404περίφημα pamphlets τοῦ Cormenin, ἔνθα πλείονας καὶ
3405καυστικωτέρους θὰ ἀνεύρισκε λόγους πρὸς παράστασιν τῶν
3406διεπουσῶν τοὺς πλουσιωτάτους Ὀρλεανίδας πλουτοκρατικῶν
3407ἰδεῶν; Ἀλλὰ τίνα τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ λεχθέντα ἔχουσι
3408σχέσιν πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα; Οἱ Ὀρλεανίδαι, πλὴν τῆς
3409liste civile, τῆς βασιλικῆς δηλαδὴ χορηγίας, τῆς do-
3410maine de la Couronne, ἣν ἐκαρποῦντο, τῆς μεγάλης
3411κτηματικῆς κληρουχίας, ἣν μόνοι αὐτοὶ καθ’ ὅλην τὴν Γαλ-
3412λίαν διέσωσαν, παρ’ ὅλας τὰς περὶ αὐτῶν ἐν τούτῳ κρατού-
3413σας παρὰ τῷ Γαλλικῷ λαῷ ἰδέας, αἵτινες κατέστησαν αὐ-
3414τοὺς ἀντιδημοτικωτάτους, καὶ νέας ἠξίουν χρηματικὰς παρο-
3415χάς. Ἐν τούτοις ἐχορηγήθη εἰς τὴν ἀδελφὴν τοῦ Βασιλέως
3416Ἀδελαΐδα σύνταξις, ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν θυ-
3417γατέρα τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου, νυμφευομένην τὸν Βασι-
3418λέα τοῦ Βελγίου Λεοπόλδον, προὶξ, ἀλλ’ εὔλογον ἦτο καὶ φυ-
3419σικώτατον νὰ ἐξεγερθῇ ἡ ἀντίδρασις, περὶ ἧς ἐλάλησεν ὁ κ.
3420Βουλευτὴς Ἀττικῆς, κατὰ τῆς ἀξιώσεως, ὅπως τὸ περίφημον
3421κτῆμα τοῦ Rambouillet δοθῇ εἰς τὸν δοῦκα τοῦ Νεμοὺρ,
3422ὅπως ἑτέρα κληρουχία συστηθῇ ὑπὲρ τοῦ δουκὸς Ὠμὰλ, ἑτέ-
3423ρα ὑπὲρ τοῦ δουκὸς Ἀγκουλέμ. Ὅταν ἦσαν γνωστὰ καὶ
3424ἐξίσου δικαίως καὶ ἐμπαθῶς συνεζητοῦντο ὅσα πρὸ μικροῦ
3425ἀφηγήθην, ἦτο λίαν φυσικὸν νὰ ἐξεγερθῇ ὁ Γαλλικὸς λαὸς
3426καὶ νὰ εἴπῃ: «ἀρκετὰ ἐλάβετε κατὰ τὴν Παλινόρθωσιν, ἀρκε-
3427τὰ ἔχετε· μὴ ζητεῖτε καὶ ἄλλα ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον,
3428ἀπὸ τὰς κτήσεις τοῦ Κράτους!» Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα, τὰ
3429ὁποῖα ἠκούσατε οὕτω διαστρεφόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ,
3430καὶ ταῦτα, ἐπαναλαμβάνω, μ’ ἔφεραν εἰς τὸ βῆμα, διότι ἐφρό-
3431νουν, ὅτι ὁ κ. Ράλλης, τὸν ὁποῖον ἐξαιρέτως τιμῶ, ἂν δὲν
3432ἤθελε νὰ ἐμβαθύνῃ πλειότερον καὶ εἰς τὰ πρόσωπα καὶ εἰς
3433τὰ πράγματα, δὲν θὰ διέστρεφε τοὐλάχιστον τὰ γεγονότα.
3434Καὶ συνιστῶ αὐτῷ τὴν περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Λουδοβίκου
3435Φιλίππου ἱστορίαν τοῦ Thureau Dangin, κλασικὴν ἀλη-
3436θῶς μελέτην, ἥτις ἐβραβεύθη καὶ ἤνοιξε τὰς πύλας τῆς Γαλ-
3437λικῆς Ἀκαδημίας εἰς τὸν συγγραφέα αὐτῆς. Παριστῶν τὸ
3438ἐξόχως πλουτοκρατικὸν πνεῦμα, τὸ χαρακτηρίζον τὴν Βασιλι-
3439κὴν οἰκογένειαν, ὁ Δανζὲν ἀφηγεῖται, ὅτι, ἐνῷ ἐν Παρισίοις
3440ἐμαίνετο ἡ ἐπανάστασις, ἀπεσταλμένοι δ’ ἔσπευδον, ὅπως
3441ἀναγγέλλωσι τὰ καταπληκτικὰ γεγονότα, οἱ βασιλόπαιδες,
3442τὰ τέκνα τῆς Γαλλίας, τὰ ὁποῖα θέλουσι νὰ μᾶς συγκρίνωσι
3443πρὸς τὰ ἀφιλοκερδέστατα πτωχὰ καὶ ἱπποτικώτατα παιδιὰ
3444τοῦ Βασιλέως μας, τὰ ὁποῖα οὐδὲν, πλὴν τοῦ μισθοῦ των ὡς
3445ἀξιωματικῶν, ἔχουσι, καὶ ἑκατὸν δραχμὰς ἐὰν χρειασθῶσι
3446πρέπει νὰ τὰς ζητήσουν ἀπὸ τὸν πατέρα των Βασιλέα, τὰ
3447τέκνα τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου τί, νομίζετε, ἠρώτων; Ἐὰν
3448ἀπεκατεστάθη ἡ τάξις ἐν Παρισίοις; Ὄχι! Ἠρώτων πῶς
3449πηγαίνει ἡ ῥάντα!
3450§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὅταν
3451τοῖς εἶπον ὅτι ἔπεσε, τί εἶπον;
3452§202ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι.
3453§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτι θὰ ξανανεβῇ (ἱλαρότης).
3454§204ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Κατὰ ταῦτα δὲν πρέπει νὰ συγκρίνωμεν
3455τὰ ἀνόμοια. Ἀνόμοιον δὲ ἐντελῶς εἶναι τὸ συγκρίνειν τὰς
3456περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν
3457ἀκόμη ἔποψιν ἡ Βασιλικὴ οἰκογένεια τῆς Ἑλλάδος, ἡ εἰς
3458τόσας ἀνάγκας ὑπόχρεως νὰ ἐπαρκῇ μὲ 1,125,000 δραχμὰς,
3459πρὸς τὴν πολυτάλαντον ἀληθῶς οἰκογένειαν τῶν Ὀρλεανιδῶν,
3460ἡ ὁποία, καίτοι πεσοῦσα τοῦ θρόνου καὶ τόσας ὑποστᾶσα
3461περιπετείας, δίδει προῖκα ἑκατομμύρια ἐπὶ ἑκατομμυρίων καὶ
3462σήμερον ἀκόμη! Ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἡ ἀρτίως νυμφευθεῖσα
3463τὸν δοῦκα τῆς Ἀόστης πριγκήπισσα τοῦ Ὀρλεὰν ἔλαβε προῖκα
346420 ἑκατομμυρίων.
3465Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑπέπεσε καὶ εἰς ἄλλην
3466ἀνακρίβειαν, ζητήσας ἐπιχειρήματα ἐξ Ἰταλίας. Ἀνέφερε γε-
3467γονὸς πρόσφατον, τὸ παγκοίνως γνωστὸν ἐπεισόδιον τῆς Ἰτα-
3468λικῆς Βουλῆς, ὅτε ὑπεβλήθη τὸ ἐκ συνταγματικῆς ὑποχρεώ-
3469σεως νομοσχέδιον περὶ προικοδοτήσεως τοῦ Διαδόχου. Τότε
3470ἠκούσθη μία φωνὴ, ἡ φωνὴ τοῦ κ. Ἰμβριάνη, νομίζω, λέγουσα:
3471«καὶ ἑτέρα ἀνοησία!» Ἴσως τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἀνόμοιον,
3472διότι, παρὰ τὴν θέσιν, εἰς ἣν διατελοῦσι τὰ δημόσια οἰκονομικὰ
3473τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἰδιωτικὴ ἐνέργεια ἀκμάζει, καὶ δὲν ὑπάρχου-
3474σιν ἐνταῦθα, ὡς ἐν Ἰταλίᾳ, πληθυσμοὶ ὁλόκληροι πενέστατοι,
3475μεταναστεύοντες πρὸς εὕρεσιν ἄρτου, παρ’ ὅλην τὴν λάμψιν
3476καὶ ἀκμὴν, ἥτις φαίνεται εἴς τινας πόλεις τῆς Ἰταλίας. Ἀλλὰ
3477καὶ τοῦτο ἐὰν δὲν ἦναι ἀληθὲς, ἐπετρέπετο εἰς τὸν Βασιλέα
3478Οὐμβέρτον νὰ προβῇ εἰς τὴν δήλωσιν, εἰς ἣν προέβη, ὅτι ἀπο-
3479δέχεται τὴν ψηφισθεῖσαν ὑπὲρ τοῦ Διαδόχου προικοδότησιν,
3480ἀλλ’ ἴσον πρὸς ταύτην ποσὸν θὰ συνεισφέρῃ εἰς τὸ δημόσιον
3481ταμεῖον· διότι, γνωρίζετε πόση εἶναι ἡ liste civile, ἡ βασι-
3482λικὴ χορηγία, τοῦ Βασιλέως τῆς Ἰταλίας; 15 ἑκατομμύρια
3483φράγκα ἐτησίως (αἴσθησις).
3484§205ΡΑΛΛΗΣ. Πόσος εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἰταλίας;
3485§206ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Τὸ ἐπιχείρημα θὰ εἶχεν ἀξίαν, ἐὰν ἐπρό-
3486κειτο περὶ μερίμνης τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς πλήρωσιν δημο-
3487σίας ἀνάγκης. Ἄλλως δὲν καλεῖται ἥσσονας νὰ θεραπεύσῃ
3488χρείας ὁ ἡμέτερος Βασιλεὺς, δι’ ὅσης λαμβάνει ἐτησίως γλί-
3489σχρας ἐπιχορηγήσεως, ἢ ὅσας ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἰταλίας, λαμ-
3490βάνων δεκαπέντε ἑκατομμύρια...
3491§207ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἰταλίας δὲν
3492λαμβάνει 15 ἑκατομμύρια (γέλωτες).
3493§208ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Δύσκολον εἶναι νὰ συζητήσῃ τις μαζῆ
3494σας, ὅταν τοιαύτας ἔχητε πληροφορίας. Τί νὰ εἴπω πρὸς σᾶς,
3495τοιαῦτα λέγοντα;... Ἀλλ’ ὁ Οὐμβέρτος ἔπραξε καί τι πλέον
3496τούτου, διότι ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ. Ὅταν ὁ Βίκτωρ Ἐμ-
3497μανουήλ, ὁ ἔνδοξος αὐτοῦ πατὴρ, ἀπεβίωσεν, ὁ Re galan-
3498tuomo, ὁ ὁποῖος, ὡς τοιοῦτος, ἐσκόρπα πανταχοῦ χρήματα,
3499ἀφῆκε χρέη ὑπέρογκα, διότι ἦτο καὶ κατὰ τὰ αἰσθήματα
3500καὶ κατὰ τὸ θυλάκιον ἐλευθέριος· τότε ἐξεφράσθη ἡ γνώμη,
3501τὸ Κράτος ν’ ἀναλάβῃ τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν του. Ὁ Βα-
3502σιλεὺς Οὐμβέρτος ἠρνήθη. «Εἶμαι κληρονόμος τοῦ θρόνου τοῦ
3503πατρός μου, εἶπεν, εἶμαι κληρονόμος τῆς περιουσίας αὐτοῦ, καὶ
3504ἐγὼ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλω τὰ ὀφειλόμενα.» Καὶ
3505ἀνεδέχθη νὰ ἀποτίσῃ τὰ χρέη, καὶ ἠδυνήθη νὰ τὰ ἀποτίσῃ
3506ἐκ τῆς ὑπερόγκου αὐτοῦ χορηγίας...
3507§209ΑΛ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλεῖτε κατὰ τοῦ θέματος
3508ὑμῶν.
3509§210ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ὄχι! οὐδαμῶς, ἐκτὸς ἂν δὲν ἐννοῆτε ὅσα
3510λέγω καὶ δὲν ἀκούσητε ὅσα θὰ εἴπω... Διότι, ἐκτὸς τῆς
3511Βασιλικῆς χορηγίας, ὁ πρίγκηψ Ἀμεδαῖος ἐπροικοδοτεῖτο, ὁ
3512υἱὸς αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐνυμφεύθη ἀρτίως τὴν πριγκήπισσαν τοῦ
3513Ὀρλεὰν, προικοδοτεῖται, ἕκαστον μέλος τῆς Βασιλικῆς οἰ-
3514κογενείας προικοδοτεῖται, διότι πανταχοῦ λαμβάνεται μέρι-
3515μνα περὶ τῶν τέκνων τοῦ Βασιλέως. Καὶ ἵνα μὴ ἀσχοληθῶ
3516καὶ εἰς τὴν ἔρευναν τῶν κρατούντων εἰς ἄλλα Κράτη τῆς Εὐ-
3517ρώπης, ἀλλὰ περιορισθῶ εἰς τὰ δύο παραδείγματα, ἅτινα ἐπε-
3518καλέσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι
3519ἀναλλοίωτος καὶ σταθερὰ ὑπάρχει ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναντιῤῥήτου
3520ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους τοῦ μεριμνᾷν χάριν τῆς ἰδίας τοῦ
3521Κράτους ἀξιοπρεπείας καὶ τῆς ἀξιοπρεποῦς παραστάσεως τῶν
3522μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας εἰς παροχὴν προικοδοτή-
3523σεων ὑπὲρ αὐτῶν. Τὰ αὐτὰ κρατοῦσιν εἰς τὴν Βαυαρίαν καὶ
3524εἰς ἄλλα Γερμανικὰ Κράτη, τὰ αὐτὰ εἰς τὴν Ἀγγλίαν.
3525§211ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὴν Γερμανίαν τί συμβαίνει;
3526§212ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Λησμονεῖτε ὅτι οἱ Χοεντζόλερν εἶναι πλου-
3527σιώτατοι. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ νομίζω, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κρά-
3528τους τοῦ προικοδοτεῖν τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας
3529ὑφίσταται ἀκεραία καὶ πλήρης. Τὸ καθεστὼς τοῦτο ὀφείλο-
3530μεν καὶ ἡμεῖς ν’ ἀναγνωρίσωμεν, καθεστώς, τὸ ὁποῖον οὐδε-
3531μία κατάστασις τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν δύναται νὰ τροπο-
3532ποιήσῃ κατ’ ἀρχήν, τὸ ποσὸν μόνον δυναμένη νὰ καθορίσῃ.
3533Ἐὰν ἐπιβάλλεται ὡς καθῆκον, πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι ἡ
3534ἰδέα τοῦ καθήκοντος δὲν γνωρίζω ἐὰν δύναται καὶ ἐὰν πρέ-
3535πει νὰ τροποποιῆται ἑκάστοτε. Ἀλλ’ ἡ liste civile, ὡς
3536ἤκουσα ἀπὸ τῶν ἄνω ἑδωλίων ἐκφωνούμενον, δὲν εἶναι ἢ τὸ
3537ὡρισμένον ἐτήσιον ποσόν, τὸ διδόμενον εἰς τὸν Βασιλέα, ὅπως
3538ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς συντηρήσεως αὐτοῦ καὶ τῆς Αὐ-
3539λῆς αὐτοῦ. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κράτους, ὁ πρῶ-
3540τος πολίτης τοῦ Κράτους καὶ ὁ ὕψιστος τῶν θεραπόντων αὐ-
3541τοῦ, ἐκπροσωπεῖ τὴν μεγαλειότητα αὐτοῦ, τὸ δὲ Κράτος συμ-
3542φέρον ἔχει καὶ καθῆκον ἐπιτακτικὸν τὰ τῆς παραστάσεως τοῦ
3543Ἡγεμόνος του νὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλοπρεπέστερα.
3544Ἡ ἐξαιρετικὴ θέσις τοῦ ἡγεμόνος δὲν πρέπει οὐδέποτε νὰ
3545ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τέκνων αὐτοῦ καὶ τῶν ἐντεῦ-
3546θεν ἀποῤῥεουσῶν ἀναγκῶν. Ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Πολιτείας πρέ-
3547πει πρωτίστως νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, ὑπὸ ταύτην δὲ τὴν
3548ἀρχὴν ἡ Συνέλευσις τοῦ 1863 ὥρισεν, ὅτι τὰ τῆς βασιλικῆς
3549χορηγίας δύνανται ν’ ἀναθεωρηθῶσι μετὰ δεκαετίαν. Μὴ ζη-
3550τῶμεν ἢ ἐν μέτρῳ πνεῦμα οἰκονομίας, ὅπου ἡ παράστασις τῆς
3551ἐθνικῆς μεγαλειότητος παρακωλύει τοῦτο.
3552Καὶ δὲν λησμονῶ, ὅτι ἀρτίως ἀνεγίνωσκον, ὅτι μομφαὶ ἀπηυ-
3553θύνοντο κατὰ τῆς Ἀγγλικῆς Αὐλῆς, ὅτι κατέστη πολὺ πτω-
3554χικὴ Αὐλή. Δὲν θὰ συγκρίνω τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μὲ τὸ
3555Κράτος τῆς Ἀγγλίας, οὔτε θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸν πίνακα
3556τῶν ἐτησίων ποσῶν, ἅτινα τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας
3557τῆς Ἀγγλίας λαμβάνουν μέχρι τρίτης πολλάκις γενεᾶς. Οἱ
3558πάντες ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἀγόμεθα ἰδεῶν, καὶ δὲν πρέπει, ἐν
3559τοιαύτῃ προκεχωρηκυίᾳ ὥρᾳ, νὰ μακρηγορῇ τις ἐπὶ ζητη-
3560μάτων ὁμοιομόρφως πανταχοῦ λυθέντων, καὶ περὶ ὧν ἐσχη-
3561ματισμένην ἤδη ἔχει γνώμην ἡ κοινὴ συνείδησις. Ἀνέλαβα νὰ
3562ἀποδείξω, καὶ ἀπέδειξα, νομίζω, ὅτι τὰ προβληθέντα ἱστορικὰ
3563ἐπιχειρήματα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς οὐ μόνον οὐδεμίαν
3564ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχουν σχέσιν, ἀλλὰ καὶ ἀστόργως διεστρά-
3565φησαν, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους, τοῦ μεριμνᾷν περὶ τῶν
3566μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας καὶ τῆς ἀξιοπρεποῦς αὐτῶν
3567παραστάσεως, ὑφίσταται ἀκεραία. Πεποίθησιν ἔχω, ὅτι ἡ Βουλὴ
3568θ’ ἀναγνωρίσῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ψηφίζουσα μεθ’ ὁμο-
3569φωνίας τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προτείνεται εἰς τὴν ψῆφον
3570αὐτῆς. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
3571§213ΓΕΩΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πολλάκις παρεξηγεῖταί
3572τις, τ’ ἀληθῆ λέγων. Ἐν τούτοις ἐγὼ θὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν,
3573ἀδιαφορῶν ἐὰν παρεξηγοῦμαι. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, τί συν-
3574έβη ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Ἰταλίᾳ, ἐν Ῥωσσίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, κατὰ
3575τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφεραν οἱ ἀξιότιμοι προαγο-
3576ρεύσαντες. Πλὴν ἐξετάζω τί γίνεται ἐν Ἑλλάδι, ἐξετάζω τὸ
3577γεγονός, ὅτι ὁ Μέγας Δοὺξ τῆς Ρωσσίας Γεώργιος ἦλθεν εἰς
3578Ἀθήνας τὴν Μεγάλην Πέμπτην χωρὶς κἄν νὰ προαγγελθῇ
3579ἡ ἔλευσίς του, καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευὴν τὸ ἑσπέρας
3580ἐγνώσθη ἐν τῷ Ἑλληνικῷ, ὅτι ἐμνηστεύσατο τὴν βασιλόπαιδα
3581Μαρίαν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν οἱ σύμβουλοι τοῦ Στέμματος εἶχον
3582γνῶσιν περὶ τοῦ ἡγεμονικοῦ τούτου συνοικεσίου, καὶ ἐὰν συνε-
3583βούλευσαν τὸν Βασιλέα νὰ προβῇ εἰς τὴν μνηστείαν ταύτην.
3584Ἐν τούτοις μετὰ τὸ εὐτυχὲς τοῦτο γεγονός, διὰ τὴν Βασι-
3585λικὴν πάντοτε οἰκογένειαν, καὶ οἱ ἔσω καὶ οἱ ἔξω Ἕλληνες,
3586μαθόντες αὐτὸ, παρεξήγησαν τὴν πολιτικὴν σημασίαν τοῦ
3587συνοικεσίου, καὶ δυσηρεστήθησαν, διότι ἐφρόνουν, ὅτι οὐδόλως
3588συνεβιβάζετο πρὸς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα.
3589Τῷ ὄντι ἐπίστευσαν καὶ πιστεύουν ἔτι, ὅτι τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν
3590συμφέροντα ἐβλάβησαν οὐσιωδῶς ἐκ τῆς μνηστείας ταύτης.
3591Καὶ ἀνεφέροντο μάλιστα εἰς τὰ στόματα τοῦ Ἑλληνικοῦ
3592σχόλια, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζετε καὶ εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐπι-
3593θυμῶ νὰ εἰσέλθω. Ἐπίστευον ὅμως, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
3594Κυβερνήσεως, μόλις ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἡ Βουλή, ἤθε-
3595λεν ἀνέλθει ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἤθελε δώσει περὶ τούτου ἐξη-
3596γήσεις εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, διότι φέρει μὲν τὴν
3597οὐσιαστικὴν εὐθύνην ὁ Βασιλεὺς, ἀλλὰ τὴν ἠθικὴν εὐθύνην
3598φέρει ἀκεραίαν ἡ Κυβέρνησις.
3599Ἡ τοιαύτη μνηστεία, λέγω, δυσηρέστησε τοὺς ἁπανταχοῦ
3600Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν λόγους νὰ πιστεύουν, ὅτι ἕνεκα ταύτης
3601καὶ ἡ Κρήτη δὲν προσηρτήθη σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἄλλα
3602ἀστικὰ ἡμῶν συμφέροντα ἐβλάβησαν. Εἶναι δυσηρεστημένος,
3603Κύριοι, κατὰ τοῦ Στέμματος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ δὲν
3604πρέπει νὰ τὸ κρύπτωμεν, ἐὰν ἀληθῶς ἀγαπῶμεν τὸ Στέμμα.
3605Ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἔτι ἀνάγκην Βασιλείας, διότι
3606ἀτυχῶς δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διοικηθῇ μόνη, καὶ δι’ αὐτὸ εἶμαι
3607ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας. Ἀλλὰ τὸν Βασιλικὸν θεσμὸν
3608τὸν θέλω ὑψηλὰ ἱστάμενον, ὑπερήφανον καὶ γενναῖον καὶ μὴ
3609κατερχόμενον τοῦ ὕψους του. Διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὁ Βα-
3610σιλεὺς δὲν εἶναι ἄλλο τι, παρὰ ἓν ἰδανικὸν, ὅπερ ἐπὶ αἰῶνας
3611ἐλάτρευσεν. Ἀλλὰ τίς θέλει τὸ ἰδανικὸν αὐτὸ νὰ καταβιβά-
3612ζηται καὶ νὰ ἔρχηται εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ τοῦ λαοῦ διὰ
3613τοιαῦτα ζητήματα; Εἶναι λοιπὸν ἀναγκαῖον, οἱ σύμβουλοι
3614τοῦ Στέμματος νὰ δεικνύουν αὐτῷ τὴν θέσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας
3615ὀφείλει νὰ ἵσταται. Ἡ προικοδότησις αὕτη, ἡ ὁποία διὰ τοῦ
3616ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπροτάθη νὰ ψηφισθῇ, μὴ ἀμφι-
3617βάλλετε ὅτι θὰ βλάψῃ οὐσιωδῶς τὸν Θρόνον, τὸν Θρόνον,
3618λέγω, ὁ ὁποῖος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην πρὸ μικροῦ νὰ ἐκδώσῃ
3619διάγγελμα πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
3620Τὸ διάγγελμα τοῦτο, δὲν γνωρίζω ὁποῖον ἔχει οὐσιώδη
3621χαρακτῆρα. Ἐν τούτοις καὶ τοῦτο παρεξηγήθη. Διὰ τῆς ψη-
3622φίσεως ὅμως, ἐπαναλέγω, τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου θὰ
3623ἐνισχύσητε τὴν γνώμην, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ παρὰ τῷ λαῷ
3624κατὰ τῆς Βασιλείας, καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης
3625γνώμης δὲν γνωρίζω ποῖα θὰ ὦσι, πρὸς βλάβην βεβαίως καὶ
3626ζημίαν τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, Βασιλεία, ἡ
3627ὁποία ἐν τῷ κύκλῳ της γεννᾷ συζητήσεις οἰκογενειακὰς περὶ
3628τῆς ἀξίας καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κοινοβουλίου, μετὰ τὴν
3629ἐξήγησιν ταύτην θὰ σχηματίσῃ ἔτι μᾶλλον χείρονα ἰδέαν
3630περὶ ἡμῶν, καὶ οὐδέποτε θὰ λαμβάνῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν
3631τὰς ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου συζητουμένας ἐθνικὰς ὑποθέσεις.
3632Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον μετὰ θάῤῥους
3633νὰ καταψηφίσῃ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν
3634Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο ὑπὸ τὰς περιστάσεις
3635τὰς σημερινὰς ἡ ἐπιψήφισις τοιούτου νομοσχεδίου. Δὲν θέλω
3636νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστά-
3637σεως, διὰ νὰ ἴδω, ἄν ἐπιτρέπῃ τὴν προικοδότησιν τῆς βασι-
3638λόπαιδος, οὔτε ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ σώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ
3639ἡμῶν, ἐὰν δὲν δώσωμεν τὰς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομο-
3640σχεδίου χορηγουμένας 400,000 δραχμῶν. Τὸ ζήτημα ἔγκει-
3641ται, ὡς σᾶς ὑπέδειξα, ἀλλαχοῦ. Ἂς λάβῃ λοιπὸν πάντα
3642ταῦτα ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ, καὶ ἂς σκεφθῇ ὡριμώτερον, ἵνα μὴ
3643φέρῃ εἰς χείρονας δυσχερείας τὴν Βασιλείαν.
3644§214Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Ἐπεθύμουν, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου
3645περὶ προικοδοτήσεως τῆς βασιλόπαιδος Μαρίας νὰ ἦναι ἡ
3646ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ὁμόφωνος, διότι ὀφείλει τὸ ἔθνος, ἂν
3647θέλῃ νὰ ἔχῃ Βασιλείαν, ὀφείλει νὰ κάμνῃ θυσίας. Ἔχομεν
3648δεδομένον ἐκ τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας, ὅτι ἔδωκε τὴν
3649προικοδότησιν· ὀφείλει νὰ τὴν δώσῃ καὶ εἰς τὴν Μαρίαν.
3650Ἤκουσα τῶν ἀντιπολιτευομένων νὰ λέγωσιν, ὅτι τὸ ἔθνος
3651δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν. Ἂν ἦσαν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἤθελον
3652ὑπερμαχήσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
3653§215ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχετε διδόμενον.
3654§216Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ
3655κατηγοροῦντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νομίζουσιν, ὅτι δὲν πρέ-
3656πει νὰ δοθῇ εἰς τὴν βασιλόπαιδα Μαρίαν ἡ προικοδότησις.
3657Δὲν εἶναι κἀνὲν σπουδαῖον ποσόν. Ἐδόθη καὶ εἰς τὴν ἀπο-
3658βιώσασαν Ἀλεξάνδραν, δύναται νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὴν Μαρίαν.
3659Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ μὴ δοθῇ, καὶ δι’ αὐτὸ λέγω,
3660ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ πᾶσα συζήτησις περὶ αὐτοῦ, διότι δὲν
3661ἀξίζει τὸν κόπον.
3662§217ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν πρώτοις ὅσα εἶπεν ὁ ἐκ
3663Σύρου βουλευτὴς κ. Παγανέλης εἶναι ἐντελῶς ἀναληθῆ καὶ
3664ἀνακριβῆ, καθόσον τὸ 1800 ἔτος, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν, ἦτο
3665Δημοκρατία καὶ οὐχὶ Μοναρχία ἐν Γαλλίᾳ· ἑπομένως οὔτε
3666προὶξ ἐδόθη παρὰ τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους πρὸς Γαλλίδα βα-
3667σιλόπαιδα. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον
3668εἶπεν, ὡς καὶ οἱ τρεῖς προλαλήσαντες, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν
3669τὸ ἔθνος νὰ προικοδοτήσῃ τὴν Βασιλόπαιδα, τοῦτο οὐδα-
3670μοῦ στηρίζεται, καθόσον τὸ ἔθνος οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχει·
3671διότι, ἐὰν, Κύριοι, μετὰ 20 ἢ 30 ἔτη γεννηθῶσιν 20 ἢ 30
3672Βασιλόπαιδες, ἁπάσας αὐτὰς εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ ἔθνος
3673νὰ προικοδοτήσῃ; Ἐπροικοδότησε τὸ ἔθνος τὴν ἀποθα-
3674νοῦσαν Ἀλεξάνδραν, διότι ἦτο ἡ πρώτη βασιλόπαις τῆς
3675Ἑλλάδος, καὶ τὸ ἔθνος ἐν τῇ αἰσθηματικῇ αὐτοῦ κατα-
3676στάσει προσέφερε 400,000, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἄλλη ἡ περίστα-
3677σις ἐκείνη· σήμερον ὅμως τὸ ἔθνος εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην
3678κατάστασιν, ὥστε καὶ τῆς μιᾶς δραχμῆς ἔχει ἀνάγκην, ἑπο-
3679μένως δὲν εἶναι δεδικαιολογημένοι οἱ προαγορεύσαντες ἐκ τῆς
3680θέσεως ἐκείνης, οἱ ὁποῖοι εἶπον, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ
3681ἔθνος. Καὶ ἐὰν αὐτοὶ ἔχωσι τοιαύτην ἰδέαν, ὥστε νὰ ψη-
3682φίσωσιν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἐλεύθεροι εἶναι, ἀλλὰ δὲν δύναν-
3683ται νὰ πείσωσι καὶ ἡμᾶς, ὅτι τὸ ἔθνος εἶναι ὑποχρεωμένον,
3684λόγῳ ὅτι ἔχομεν καὶ ἓν προηγούμενον.
3685Ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω πρὸς τοὺς προαγορεύσαντας, τῶν
3686ὁποίων τὰ ἐπιχειρήματα οὐδεμίαν ἔχουσιν ὑπόστασιν καὶ βά-
3687σιν, καὶ πέπεισμαι, ὅτι καὶ οὗτοι ἐντὸς ὀλίγου θέλουσι μετα-
3688βάλει γνώμην, συντασσόμενοι μετὰ τῆς ἰδικῆς μας.
3689§218Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Δὲν θὰ μακρηγορήσω, κύριε Πρόε-
3690δρε, οὐδὲ νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη μακρηγορίας. Θὰ παρα-
3691καλέσω μόνον νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ὅπως προσθέσω δύο λέξεις,
3692ἑρμηνευούσας τὴν ψῆφόν μου. Ἤκουσα πάσας τὰς γνώμας
3693τῶν καταπολεμησάντων τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ, μεθ’ ὅλην
3694τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὀφειλομένην καὶ πρὸς τὰς γνώμας
3695ταύτας, ἀποῤῥεούσας πάντως ἐξ ἀγαθοπιστίας καὶ πεποι-
3696θήσεως, καὶ πρὸς τοὺς ἐξενεγκόντας αὐτὰς, ὁμολογῶ, ὅτι
3697δὲν ἠδυνήθησαν νὰ μὲ πείσωσιν. Ἐγὼ ἐξετάζω τὸ ζήτημα
3698ἀπὸ ἀπόψεως φυσικωτάτης· τὸ ὑπολαμβάνω καὶ τὸ κρίνω
3699ὡς ἐκδήλωσιν τῆς στοργῆς, ἥτις ὀφείλεται πρὸς τὴν περί-
3700βλεπτον κόρην τοῦ ἔθνους, ὡς δεῖγμα τῆς εὐλαβείας, τῆς
3701ὀφειλομένης πρὸς τὴν θυγατέρα τοῦ Βασιλέως, καὶ ἀπὸ τῆς
3702ἀπόψεως ταύτης αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω, ὅτι
3703θέλω ὑπερψηφίσει τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν δὲ, κύριοι Βουλευ-
3704ταὶ, ἡ Βασιλικὴ Μεγαλειότης ἐκπροσωπεῖ τὴν Μεγαλειότητα
3705τὴν ἐθνικὴν, ἐὰν ἀληθῶς ἐν τῇ λάμψει τοῦ Βασιλικοῦ δια-
3706δήματος ἀντανακλᾶται ἡ αἴγλη τῆς ἐθνικῆς λαμπρότητος,
3707τοῦτο εἶναι, φρονῶ, εἷς ἐπὶ πλέον λόγος, δικαιολογῶν καὶ
3708τοὺς ὑποβαλόντας τὸ νομοσχέδιον καὶ τοὺς μέλλοντας νὰ
3709ψηφίσωσιν ὑπὲρ αὐτοῦ. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
3710§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
3711(Οὐδεὶς ἀποκρίνεται).
3712Κατὰ τὸ ἔτος 1889, ὅτε ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ
3713προικὸς τῆς ἀειμνήστου βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας, ἡ Βουλὴ
3714ἀπεφάσισε καὶ προέβη εἰς φανερὰν ψηφοφορίαν. Ἤδη ὁ ἐκ
3715Κυθήρων κ. Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ
3716Κανονισμοῦ δὲν εἶναι αὐτὴ, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ
3717Κανονισμοῦ εἶναι, ὅτι ἡ μυστικὴ ψηφοφορία ἐφαρμόζεται καὶ
3718ὅταν πρόκειται περὶ μελῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας. Ἐπὶ
3719τούτου θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
3720§220ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι, ὡς εἴπετε, τὸ πνεῦμα
3721μόνον τοῦ 61 ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ εἶναι αὐτὸ τοῦτο
3722τὸ γράμμα, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ἐπιτάσσει τὴν διὰ μυστικῆς
3723ψηφοφορίας ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν τοιούτων θεμά-
3724των. Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ Κανονι-
3725σμοῦ, τοῦ ἐν ἰσχύϊ, λέγει: «Διὰ σφαιριδίων δὲ μυστικὴ ψη-
3726φοφορία γίνεται ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων, τῶν ἀφορώντων
3727πρόσωπα ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς».
3728Εἴτε πρόκειται περὶ προσώπου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐντὸς, εἴτε
3729περὶ προσώπου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, εἴτε ὀνο-
3730μαστὶ, εἴτε μὴ ὀνομαστὶ, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, σεβόμενοι τὸν
3731Κανονισμὸν, νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν
3732νομοσχεδίου διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, τὸ δὲ προγούμενον, τὸ
3733ὁποῖον ἐπεκαλέσθητε, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅπως τὸ
3734ἐπεκαλέσθητε, διότι τότε δὲν ἐζητήθη ἡ διὰ μυστικῆς ψηφο-
3735φορίας ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
3736§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζητήθη διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας παρὰ
3737τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου.
3738§222ΣΤΑΗΣ. Ἀδιάφορον πῶς ἔλαβε τότε χώραν τὸ πρᾶγμα·
3739σήμερον πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Κανονισμόν.
3740§223ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
3741ρικῶν). Ἰδοὺ τὰ κείμενα, ἂν τὰ θέλετε· τὰ ἔχω ἐδῶ.
3742§224ΣΤΑΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ
3743Κανονισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη.
3744Ὀφείλομεν, σεβόμενοι τὸν Κανονισμὸν ἡμῶν, νὰ ἐφαρμόσωμεν
3745αὐτόν. Ἐὰν δὲ γένηται ἔναρξις τῆς παραβάσεως τοῦ Κανο-
3746νισμοῦ, χωρὶς προηγουμένως ἡ Βουλὴ νὰ τροποποιήσῃ αὐ-
3747τὸν, δὲν γινώσκω, κύριε Πρόεδρε, ποῦ δυνάμεθα νὰ φθάσω-
3748μεν. Ζητήσατε τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, — ἔχετε
3749τὰ μέσα, — γίνεται δὲ τοῦτο ἐντὸς τῆς αὔριον, καὶ τότε δύ-
3750νασθε νὰ ψηφίσητε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καθ’ οἱον-
3751δήποτε τρόπον θέλετε.
3752§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπεφάνθη,
3753ὅτι ἡ φράσις τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ἀναφέρουσα πρόσωπα ἐντὸς
3754ἢ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, δὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ πρόσωπα τῆς Βασι-
3755λικῆς Οἰκογενείας. Αὕτη ἦτο ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν
3756ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ παρελθόν.
3757§226ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ τοῦ 1889 ἔδωκε πολλὰς ἑρμη-
3758νείας, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον ἦσαν ἐναντίαι τοῦ Κανονισμοῦ,
3759ἀλλ’ ἦσαν καὶ ἐναντίαι τοῦ Συντάγματος· νομίζω ὅμως, ὅτι
3760οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ὅπως ἡ Βουλὴ τοῦ 1896 ἀπομιμηθῇ
3761τὴν Βουλὴν τοῦ 1889, ἐγὼ δὲ, ὑποστηρίζων ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
3762ὑπεστήριξα καὶ κατὰ τὸ 1889, νομίζω, ὅτι εὑρίσκομαι καὶ
3763ἐν τῷ δικαίῳ καὶ ἐν τῷ ὀρθῷ· ἐὰν δὲ ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν
3764τοῦ ζητήματος αἱ περιστάσεις δὲν μὲ ἔκαμαν νὰ μεταβάλω
3765γνώμην, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ψηφοφορίας δὲν
3766μετέβαλον τοιαύτην. Τὸ ἄρθρον 61 ὁρίζει ἀκριβῶς, ὅτι μυ-
3767στικὴ ψηφοφορία διὰ σφαιριδίων γίνεται ἐφ’ ὅλων τῶν ζητη-
3768μάτων τῶν ἀφορώντων πρόσωπα ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα, ἐξαι-
3769ροῦνται δὲ μόνον τὰ ἀπὸ τῶν ἄρθρων 46, 52 καὶ 53 τοῦ
3770Συντάγματος ἀποῤῥέοντα ζητήματα, καὶ ταῦτα δὲν εἶναι
3771χρηματικὰ ζητήματα, ἀλλ’ εἶναι τὰ ζητήματα τῆς Ἀντι-
3772βασιλείας. Ὡς πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα
3773εἰς πρόσωπα, εἴτε ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν Βασιλικὴν οἰκο-
3774γένειαν, εἴτε δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτὴν, ἀπαιτεῖται μυστικὴ
3775ψηφοφορία διὰ σφαιριδίων. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἐπικαλεσθῆτε, κύ-
3776ριε Πρόεδρε, τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τοῦ 1889,—διότι καὶ
3777ὑμεῖς ἦσθε τότε μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνίσταντο κατὰ
3778τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς ἐκείνης,—διατὶ δὲν ἐπικαλεῖσθε
3779τὰ πρακτικὰ τῆς ἰδικῆς σας Βουλῆς; Μήπως πέρυσι δὲν ἐπρό-
3780κειτο ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ παρείχετο
3781προσωπική τις παροχὴ εἰς τὸν πρίγκηπα Γεώργιον, διοριζό-
3782μενον διοικητὴν τῆς ὑποβρυχίου ἀμύνης, καὶ ὅταν ἐγὼ ἐζή-
3783τησα νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, ὁ κ.
3784Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσε νὰ ἀπαλείψῃ τὸ ὄνομα
3785τοῦ πρίγκηπος Γεωργίου, καὶ οὕτω ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον
3786ἐκεῖνο διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας; Ὅταν ἔχητε αὐτὸ τὸ προη-
3787γούμενον τῆς ὑμετέρας Βουλῆς, δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον νὰ
3788ἐπικαλεσθῆτε τὰ προηγούμενα τῆς Βουλῆς ἐκείνης, κατὰ τῶν
3789ἀποφάσεων τῆς ὁποίας καὶ ὑμεῖς καὶ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν ἐξανέ-
3790στημεν πολλάκις.
3791§227Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ φαίνε-
3792ται, ὅτι δυστυχῶς δὲν συμφωνοῦμεν κατὰ τοῦτο. Λέγω
3793δυστυχῶς, διότι ηὐχόμην νὰ συνεφωνοῦμεν.
3794Οἱ Κύριοι νομίζουσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ προικίσεως τῆς
3795βασιλόπαιδος εἶναι νομοσχέδιον προσωπικὸν, ἡμεῖς δὲν νομίζο-
3796μεν, ὅτι εἶναι προσωπικὸν, διότι, προσφέροντες προῖκα εἰς τὴν
3797βασιλόπαιδα Μαρίαν, ἐκτελοῦμεν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν
3798πρὸς τὴν θυγατέρα τοῦ Βασιλέως. Ἐὰν πρόκειται νὰ πλη-
3799ρώσωμεν χρέος, δὲν εἶναι ζήτημα τοῦτο προσωπικὸν, εἶναι
3800ἐκπλήρωσις ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν. Ἀφήνω τὰ
3801παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐκ τῆς Βουλῆς τοῦ 1889.
3802Ἀλλ’ ἀφοῦ συνέβη νὰ διαφωνῶμεν, ἡ διαφωνία θέλει λυθῆ
3803κατὰ τοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὰ περὶ τούτου, ἡ
3804Βουλὴ θέλει ἀποφανθῆ διὰ ψηφοφορίας, ἐὰν συμμερίζεται τὴν
3805γνώμην ἡμῶν, ἢ ὄχι.
3806§228Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὰ πράγματα κατέληξαν ἐκεῖ, ὅπου
3807τὰ περιεμένομεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκάλεσεν
3808ἡμᾶς νὰ μετρηθῶμεν! Εἶναι τὸ συμπέρασμα, ἡ ἐπῳδὸς πά-
3809σης σπουδαίας συζητήσεως τῶν κυβερνητικῶν παραβάσεων,
3810κατὰ τῶν ὁποίων πάντοτε ἐξανίστατο, ὅταν, ἀντὶ νὰ εὑρί-
3811σκηται εἰς τὸ ἀξίωμα τὸ πρωθυπουργικὸν, ἦτο ἀρχηγὸς τῆς
3812Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, κύριε
3813Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως καὶ κύριοι Βουλευταὶ, ἕως πότε θὰ
3814παίζωμεν μὲ τὰ σπουδαιότερα, μὲ τὰ ἱερώτερα; Νομίζετε
3815ὅτι δύνασθε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὸν Κανονισμόν; Καὶ
3816τότε θὰ σᾶς ἐρωτήσω, διατὶ νὰ μὴ θέσητε καὶ τὸ Σύνταγμα;
3817τότε τίς θὰ ἠδύνατο νὰ ἐμποδίσῃ ὑμᾶς νὰ θέσητε εἰς ψηφο-
3818φορίαν μίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος; Δύνασθε ἐν τῇ
3819ἀριθμητικῇ σας παντοδυναμίᾳ νὰ τὸ πράξητε, ὡς τοῦτο
3820ἔπραξαν ἄλλοι πρὸ ὑμῶν, ἀλλὰ σεῖς ἀκριβῶς ἤλθετε εἰς τὴν
3821Βουλὴν ταύτην χάριν τοῦ πολέμου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον διεξη-
3822γάγετε κατὰ τῶν παραβατῶν. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε! δὲν
3823ἔχετε τὸ δικαίωμα, σεῖς μάλιστα δὲν θ’ ἀποφασίσητε νὰ
3824πράξητε τοῦτο, διότι κατὰ τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν
3825Θέλετε ἀποφασίσει νὰ πράξητε τοῦτο, δὲν ὑπάρχει πλέον Κα-
3826νονισμός. Καὶ ἐρωτῶ πάλιν ὑμᾶς, τίς θὰ σᾶς ἐμποδίσῃ νὰ
3827στηριχθῆτε ἐπὶ κακοῦ προηγουμένου, — καὶ ἀτυχῶς ἡ κοινο-
3828βουλευτικὴ νομολογία δὲν στερεῖται κακῶν προηγουμένων, —
3829ἵνα μᾶς φέρητε αὔριον εἰς ψηφοφορίαν ἄλλης διατάξεως τὴν
3830ἀσύστολον κατάργησιν; Ἐὰν ὑπάρχῃ πολιτικὸν συμφέρον ἢ
3831κομματικόν, ἢ ἂν ὑπῆρχε πλάνη ἔστω ἐκ μέρους τῆς Κυβερ-
3832νήσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ προκαθημένη εἰς τὴν πλειοψη-
3833φίαν, ζητῇ νὰ ψηφοφορηθῇ συνταγματικὴ διάταξις, νομίζετε,
3834κύριε Πρόεδρε, ὅτι δύνασθε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὴν
3835πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως; Τὸ αὐτὸ συμβαίνει, προκειμένου
3836καὶ περὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἤκουσα τὰ λεχθέντα περὶ τοῦ
3837ζητήματος τούτου, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, πρῶτος
3838ὁμιλήσας κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐδήλωσα, ὅτι μόνον διὰ
3839μυστικῆς ψηφοφορίας δύναται νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, διότι
3840περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία. Δὲν ἀρκεῖ ἓν
3841προηγούμενον νὰ νομιμοποιήσῃ τὰ ἀντικανονικά, τὰ ἀντισυν-
3842ταγματικά. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς οὐδένα ἐξ ὑμῶν τῶν ἐκλεκτῶν
3843τῆς 16 Ἀπριλίου 1895 ἐπιτρέπεται νὰ στηριχθῇ εἰς προη-
3844γούμενον ἄλλης ἐποχῆς, εἰς τὸν ἡγέτην ὅμως τῆς πλειοψη-
3845φίας καὶ ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς τοῦτο, διότι σώζονται τὰ
3846παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα — καὶ πρὸ μικροῦ ἀνέγνωσα τὰ ἐστενο-
3847γραφημένα πρακτικὰ τῆς 19 Μαΐου 1889. — Ἀλλὰ πολὺ
3848καλλίτερα ἤθελον πράξει οἱ προαγορεύσαντες, ἂν ἀνέτρεχον
3849μέχρι τοῦ 1887, ὅπως ἀνακαλύψωσιν ἀγωνιζόμενον καὶ ὑπὲρ
3850τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας τὸν βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν κ. Γε-
3851ροκωστόπουλον, ὃν βλέπω παρόντα ἐν τῇ Βουλῇ. Τὸν ἀνέ-
3852μενον νὰ ἀναβῇ εἰς τὸ βῆμα, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πράξῃ
3853τοῦτο, διότι σιγῶν, εὐλόγως θέλει παρεξηγηθῆ. Δὲν εἶναι ἐξ
3854ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ὁμιλῶσι, καὶ ὁμιλεῖ τό-
3855σον εὐγλώττως καὶ εὐαρέστως, καὶ πρὸ πολλοῦ δὲν ἠκούσαμεν,
3856ἴσως ἐξ ἀπογοητεύσεως, τὴν φωνήν του· καὶ τῇ ἀληθείᾳ
3857πολὺ ἐπεθύμουν νὰ τὸν ἀκούσω, διότι πάντοτε μετὰ πολλῆς
3858εὐχαριστήσεως τὸν ἀκούω· εἶναι δὲ καιρὸς νὰ λύσῃ τὴν μα-
3859κρὰν σιγήν του. Ἂν ὅμως λάβῃ τὸν λόγον, θὰ μᾶς εἴπῃ
3860ἴσως νεώτερα πράγματα καὶ νεωτέρας ἰδέας, τὰς ὁποίας
3861ἔκτοτε ἐμελέτησεν. Ἐν τούτοις ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω,
3862κύριοι Βουλευταί, νὰ μὲ ἀκούσητε ἀναγινώσκοντα τὰς ἀγο-
3863ρεύσεις, ἂν οὐχὶ τοῦ ἐκ Πυλίας συναδέλφου...
3864§229ΣΑΚΚΗΣ. Ἐμμένω πάντοτε εἰς τὰς ἰδέας μου.
3865§230Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Χαίρω, ἀκούων τοῦτο... Δὲν θὰ σᾶς
3866ἀναγνώσω τὰς πειστικὰς ἀγορεύσεις πολλῶν συναδέλφων,
3867εἴτε παρακαθημένων ἤδη ἐν τῇ κυβερνητικῇ πτέρυγι, εἴτε
3868ἀπουσιαζόντων τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι
3869ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ δανεισθῶ τὴν κατὰ τὴν συνε-
3870δρίαν τῆς 19 Μαΐου 1887 εὐγλωττίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πα-
3871τρῶν συναδέλφου, ἵνα πεισθῆτε περὶ τῆς σιδηρᾶς ἀνάγκης
3872τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ. Λέγει ὁ κ. ἐκ Πατρῶν συνά-
3873δελφος, ὅστις, τὴν στιγμὴν ταύτην παρὼν καὶ σιγῶν, ὁμιλεῖ
3874οὐχ ἧττον διὰ τοῦ στόματός μου.
3875§231ΜΠΟΓΔΑΝΟΣ. Τί μᾶς χρησιμεύουσιν αὐτά; Εἰπέτε τα
3876μεταξύ σας!
3877§232Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἔχει μορφωμένην τὴν
3878γνώμην του, καὶ εἶναι ἀποφασισμένος νὰ μὴ πεισθῇ οὔτε διὰ
3879τῆς λογικῆς! Φαίνεται νυστάζων, καὶ τὸν συμβουλεύω νὰ
3880κοιμηθῇ, διὰ νὰ ἐξακολουθήσωμεν οἱ λοιποὶ τὸ ἔργον μας.
3881Ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Γεροκωστόπουλον, τὸν πρὸ ἐννεαετίας
3882(ἀναγινώσκει):
3883«ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς εἴπωσιν, ὅ,τι θέλουσιν
3884οἱ ταπεινοὶ κόλακες, οἱ ἕρποντες χαμερπῶς, διότι ἐκ τῆς τα-
3885κτικῆς ταύτης ἀντλοῦσι τὴν δύναμίν των· ἂς εἴπωσιν οὗτοι
3886ὅ,τι θέλουσιν, ἄλλοι ἂς γελῶσι βεβιασμένως καὶ καθ’ ὑπο-
3887λογισμόν, πρὸς ἐπίδειξιν ταπεινῆς ἀφοσιώσεως, οἱ τρίτοι ἂς
3888δεικνύωσιν ἐνθουσιασμὸν αὐθόρμητον, κυβερνητικῶς παρεσκευα-
3889σμένον· ἡμεῖς θὰ ἐξαντλήσωμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθή-
3890κοντός μας καὶ θὰ πολεμήσωμεν μέχρις ἐσχάτων, ἐνισχυό-
3891μενοι ὑπὸ τῆς συνειδήσεως ἡμῶν, ὅτι εἰς καιροὺς χαλεπούς,
3892εἰς καιροὺς ἐκφαυλίσεως τῶν πολιτικῶν ἠθῶν καὶ ἐθνικῶν
3893φρονημάτων δὲν ἐκλονίσθημεν ἐν τῷ ἀγῶνι, ὃν διεξάγομεν.
3894«Ἀλλὰ τίς ὁ λόγος, ὁ ἀναγκάζων τὸν κ. Πρωθυπουργὸν
3895εἰς τὴν ἐπιμονήν του περὶ φανερᾶς ψηφοφορίας, ἐναντίον τοῦ
3896Κανονισμοῦ; Ὁ μόνος λόγος, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ αὐτὸν νὰ
3897παρασύρῃ καὶ σᾶς, κ. Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος ἐγηράσατε ἐν τῇ
3898ἕδρᾳ ταύτῃ καὶ ὁ ὁποῖος ἀνήκετε εἰς ἱστορίαν, νὰ σᾶς παρα-
3899σύρῃ, λέγω, εἰς τολμηρὰν παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἐστί,
3900διότι δὲν ἔχει πεποίθησιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετὰ τοσαύτης
3901τῷ ὄντι ἀφοσιώσεως ὑπηρετοῦσι τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ. Δὲν
3902ἐμπιστεύεται αὐτοῖς ἓν ζήτημα ὑψίστης σημασίας καὶ ἐθνι-
3903κῆς, νὰ τὸ ψηφοφορήσωσι μόνον ἐν γνώσει τῆς συνειδήσεώς
3904των. Ὁ τοιοῦτος φόβος του, περὶ καταψηφίσεως τοῦ νομο-
3905σχεδίου ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ, δὲν προσβάλλει τὴν φιλοτι-
3906μίαν τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἀποτελεῖ συγχρόνως ἐπίσημον κατα-
3907δίκην αὐτοῦ; Ἂς μὴ λέγωσι, Κύριοι, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι
3908ἀνάξια νὰ λέγωνται παρὰ σπουδαίων ἀνδρῶν, ὅτι δῆθεν
3909τοιοῦτον ζήτημα πρέπει ἐνώπιον τοῦ Πανελληνίου νὰ ψη-
3910φοφορηθῇ. Ὄχι, κύριε Πρωθυπουργέ, δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος,
3911ἀλλὰ δὲν τολμᾷς νὰ ψηφοφορηθῇ μυστικῶς. Σὲ παρακαλῶ,
3912ἐὰν τολμᾷς, ἄφες νὰ γείνῃ μυστικὴ ψηφοφορία, καὶ τότε θὰ
3913ἴδῃς τὴν ἀληθῆ γνώμην τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς περὶ
3914τοῦ τρυφεροῦ σου νομοσχεδίου.
3915«Θέλετε τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ ἔθνους καὶ ἐν τῷ ζητή-
3916ματι τούτῳ; ἐμπιστευθῆτε λοιπὸν εἰς τὴν συνείδησιν αὐτοῦ·
3917ἐμπιστευθῆτε εἰς τὴν συνείδησιν τῆς πλειοψηφίας, ἐὰν τῷ
3918ὄντι ἔχετε πεποίθησιν εἰς αὐτήν.
3919«ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Προσβάλλετε τοὺς Βουλευτάς!
3920«ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπ’ ἐναντίας, τοὺς προσβάλ-
3921λει ἐκεῖνος, ὅστις δὲν τοὺς ἐμπιστεύεται· ἐγὼ ἔχω πεποίθησιν,
3922ὅτι ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ θὰ ἐκπληρώσητε τὸ καθῆκόν σας.
3923Ἐὰν λέξις τις ἄλλη διέφυγε τῶν χειλέων μου, παρακαλῶ νὰ
3924μὴ θεωρηθῇ ὡς ἔχουσα κακὴν ἔννοιαν, διότι τοιαύτη δὲν
3925ὑπῆρξεν ἐν τῇ διανοίᾳ μου. Θὰ μοὶ εἴπητε, διατὶ λοιπὸν νὰ
3926μὴ γείνῃ φανερὰ ψηφοφορία; Ἐν πρώτοις, διότι ἀντίκειται
3927εἰς τὸν Κανονισμόν· αὐτὸς εἶναι ὁ τυπικὸς λόγος, ὁ δὲ οὐ-
3928σιατικὸς λόγος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὸν νομοθέτην
3929ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ πάντων τῶν νο-
3930μοσχεδίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀναφέρονται ὀνομαστὶ πρόσωπα.
3931«Ὁ νομοθέτης, κύριε Πρόεδρε, ἀπῄτησε τὴν μυστικὴν ψη-
3932φοφορίαν ἐν τοιούτοις ζητήμασι, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν
3933ἀνεπηρέαστον ἔκφρασιν τῆς θελήσεως τοῦ ψηφοφοροῦντος. Ὁ
3934νομοθέτης, ἄνθρωπος ὤν, ἐσκέφθη ἀνθρωπίνως. Πάντες, μηδε-
3935νὸς ἐξαιρουμένου, ἔχομεν μυρίας ἀδυναμίας, μυρίους πειρα-
3936σμούς, μυρίας βλέψεις, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑποκείμεθα
3937εἰς τὰς ἀδυναμίας τῆς φύσεώς μας· καὶ δι’ αὐτὸ ὁ νομοθέ-
3938της, ὅπως ἐκάλεσε τοὺς ἐκλογεῖς ἐν ταῖς ἐκλογαῖς, οὕτω
3939καὶ τοὺς Βουλευτάς, προκειμένου περὶ πολιτικῶν ζητημάτων,
3940νὰ ψηφοφορήσωσι μυστικῶς, διὰ νὰ συμβουλευθῶσι μόνον τὴν
3941συνείδησίν των, ἐσκέφθη, ὅτι ἐν φανερᾷ ψηφοφορίᾳ ἠδύνατο
3942νὰ τοὺς παρασύρῃ προσωπικός τις λόγος, ἢ προσωπική τις
3943ἐκδούλευσις, ἢ λόγοι ἁβροφροσύνης, ἢ λόγοι ὑπερβολικῆς εὐ-
3944λαβείας, ὥστε νὰ τοὺς κάμῃ παρὰ τὴν συνείδησίν των νὰ
3945πράξωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔκαμνον, ἐὰν ἐξέφραζον
3946τὴν γνώμην των ἐν τῇ κάλπῃ.
3947«Τὸ ζήτημα δὲν ἐπιδέχεται λοιπὸν ἀμφισβήτησιν, δὲν
3948ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν κατὰ τὸν Κανονισμόν, δὲν ἐπιδέχε-
3949ται ἀμφισβήτησιν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οὐσιαστικήν· διατὶ
3950ἐπιμένει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραβιασθῇ ὁ Κανονισμός;»
3951Οὐδεμίαν ἔχω νὰ προσθέσω λέξιν. Ἡ ἀγόρευσις εἶναι ἀρτία,
3952εἶναι ἀριστοτεχνική. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρακάθηται μεταξὺ
3953τῶν προμάχων τοῦ κυβερνητικοῦ στρατοπέδου. Οὐδεὶς δύνα-
3954ται νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὸ δίκαιον, εἰς τὴν λογικὴν, εἰς τὸ
3955προσῆκον, εἰς τὸ εὐπρεπές· ἀλλὰ τῆς μελέτης ταύτης εἷς μό-
3956νος, ὁ ἐκ Λευκάδος συνάδελφος δὲν ἔχει ἀνάγκην.
3957Δὲν νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δυνάμει ἑνὸς προηγουμένου,
3958προφανῶς ἐκτρωματικοῦ, τὸ ὁποῖον κατεπολεμήθη, ὁσάκις
3959ἐπαρουσιάσθη, καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου ἀείποτε ἠγέρθη ζωηρὰ
3960διαμαρτυρία, δὲν νομίζω ὅτι θ’ ἀποφασίσητε σεῖς, ὁ ὁποῖος
3961ἀπεδείξατε διὰ τῶν ἔργων ὅτι σέβεσθε τὸν Κανονισμόν, νὰ λη-
3962σμονήσητε, ὅτι εἰς ὑμᾶς πρωτίστως ἐνεπιστεύθη, ὡς εἰς θε-
3963ματοφύλακα, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ. Δύναται ἡ Κυ-
3964βέρνησις ἐν κακοπιστίᾳ νὰ ἐπιμένῃ, δύνασθε καὶ σεῖς, ἐπιλαν-
3965θανόμενος τῶν ἱερῶν ὑποχρεώσεών σας, ν’ ἀποφασίσητε, ὅπως
3966παραβιασθῇ ὁ σαφέστατος Κανονισμὸς, ἀλλὰ θέλετε βεβαίως
3967ἀποδοκιμασθῇ ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως.
3968Διὰ τοῦτο, κύριοι Βουλευταὶ, ἐφαρμόσατε τὸν Κανονι-
3969σμόν, ὅστις ἀποῤῥέει ἐξ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, οὗτινος
3970εἶναι τὸ σπουδαιότερον συμπλήρωμα. Παραβιάζοντες αὐτὸν,
3971παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα. Καλέσατε τοὺς ἀντιπροσώπους
3972τοῦ ἔθνους πρὸ τῆς κάλπης, νὰ ψηφίσωσι συμφώνως μὲ τὸν
3973Κανονισμόν, καὶ τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλει
3974πανηγυρικῶς διαψευσθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
3975ὅστις πρὸ ὀλίγων ὡρῶν, διακόπτων με εἰς τὴν περὶ τοῦ κλη-
3976ροδοτήματος τοῦ Βασάνη συζήτησιν, ἔλεγεν, ὅτι μόνος ἐγὼ ἔχω
3977τὴν γνώμην τῆς καταψηφίσεως τοῦ συζητουμένου νομοσχε-
3978δίου, εἰ καὶ οὐκ ὀλίγους ἠκούσατε πρὸ μικροῦ ἀξιοτίμους
3979συναδέλφους πολεμήσαντας αὐτό. Ἡ διαλογὴ τῆς μυστικῆς
3980ψηφοφορίας θέλει ἀποδείξει, ὅτι ἀτυχῶς δὲν εἶμαι ὁ μόνος, ὁ
3981θέλων νὰ προφυλάξῃ τὸ Στέμμα ἐκ τῶν δυσαρέστων συνε-
3982πειῶν τῆς κυβερνητικῆς προτάσεως, ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία τῆς
3983ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας.
3984§233ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
3985σεως δὲν ἐπιμένει νὰ παραβιασθῇ ὁ Κανονισμὸς, διότι οὗτος
3986ἀποτελεῖ τὸν χαλινὸν, τὸν ὁποῖον θέτει ἡ πλειοψηφία εἰς ἑαυ-
3987τήν, ἀποτελεῖ τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐννοεῖ ἡ πλειο-
3988ψηφία νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἀπόφασίν της, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐν-
3989νοεῖ νὰ λειτουργήσῃ τὸ Σῶμα. Ἐὰν κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἦτο
3990δυνατὸν αἱ ῥηταὶ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ νὰ τίθενται ὑπὸ
3991ψηφοφορίαν καὶ νὰ καθορίζηται ἑκάστοτε νέος τρόπος τῆς λει-
3992τουργίας τῆς Βουλῆς, τότε πρὸς τί ὁ Κανονισμός; Τίνα ἔν-
3993νοιαν ἔχει οὗτος, ἐὰν πᾶσα διάταξις αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς
3994ψήφου τῆς πλειοψηφίας; Ἀκριβῶς ὅπως περιορίσῃ τὴν πλειο-
3995ψηφίαν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων της, ἀναγράφει ὁ
3996Κανονισμὸς ὅτι ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων ἡ ψηφοφορία γί-
3997νεται μυστική. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος· ἠθέλησεν
3998ἐπὶ τῶν προσωπικῶν ζητημάτων ἡ ψῆφος τοῦ Βουλευτοῦ νὰ
3999ᾖ ἀνεπηρέαστος. Ἤκουσα μετ’ ἀπορίας τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
4000γοῦ λέγοντος, ὅτι κατὰ τὸ 1889 ἡ Κυβέρνησις τὰ ζητήματα
4001τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν ἐθεώρει ὡς μὴ
4002προσωπικὰ, καὶ ὅτι θεωρεῖ τὸ ζήτημα τῆς προικίσεως
4003τῆς βασιλόπαιδος Μαρίας ὅτι δὲν εἶναι προσωπικόν· καὶ
4004διατὶ εἶναι ὀλιγώτερον προσωπικὸν ἀπὸ τὴν προίκισιν τῆς κό-
4005ρης τοῦ Κουντουριώτου ἢ τὴν σύνταξιν τοῦ Καραϊσκάκη;
4006Μὴ τάχα ὁ Καραϊσκάκης καὶ ἡ κόρη τοῦ Κουντουριώτου δύ-
4007νανται νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς πλειότε-
4008ρον, παρ’ ὅσον δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἡ σκέψις, ὅτι προικίζομεν
4009μέλος τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας; Ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις,
4010κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ θωρακισθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς,
4011εἶναι ἀκριβῶς τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς
4012οἰκογενείας· διότι, ἂν βλέπετε συναδέλφους πτήσσοντας, βλέ-
4013πετε τοῦτο, διότι πρόκειται περὶ προικίσεως βασιλόπαιδος. Καὶ
4014ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπομεν σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ εἴδο-
4015μεν καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα
4016σᾶς ἀνέγνωσα. Δὲν ἐτόλμησε κανεὶς νὰ λάβῃ τὸν λόγον κατὰ
4017τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ἀλλ’ ἐν τούτοις εὑρέθησαν 208 ψῆ-
4018φοι μέλαιναι. Ὑπήχθη ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς τὸν Κα-
4019νονισμὸν τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ Γάλλος Πρωθυπουργὸς οὐδέποτε
4020ἐφαντάσθη ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
4021Ἐπὶ τοῦ προκειμένου λοιπὸν θεωρῶ ὅτι πρέπει νὰ τηρηθῇ
4022ὁ Κανονισμός.
4023§234Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκπλήσσο-
4024μαι διὰ τὴν ἀξίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ προαγορεύσαντες,
4025ὅτι ἡμεῖς πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ
4026ἔχουσι, καὶ ὅτι ἡ γνώμη αὐτῶν εἶναι ὀρθοτέρα τῆς ἡμετέρας.
4027Αὐτὸ εἶναι ἀξίωσις αὐτοκρατορικὴ, εἶναι ἀξίωσις, τὴν ὁποίαν
4028δὲν ἔχουσιν οὔτε οἱ δικτάτορες. Ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα
4029νὰ ἔχῃ μίαν γνώμην, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχω-
4030μεν γνώμην, ἡ ὁποία πιστεύομεν ὅτι εἶναι ὀρθοτάτη. Διότι
4031τί κοινὸν ἔχει ἡ προίκισις τοῦ δουκὸς τοῦ Νεμοὺρ μὲ τὴν
4032προίκισιν τῆς βασιλόπαιδος Μαρίας; Ὁ Νεμοὺρ εἶχε περιου-
4033σίαν μεγάλην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀφήσει αὐτῷ ὁ πατήρ του.
4034Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἡ προίκισις, τὴν ὁποίαν προτείνομεν
4035διὰ τὴν βασιλόπαιδα Μαρίαν, ὀφείλεται ὑπὸ τοῦ Κράτους.
4036Ἐὰν σκεπτώμεθα κακῶς, δὲν γνωρίζομεν, ἀλλὰ σκεπτόμεθα
4037οὕτως. Ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν πρέπει νὰ νομίζητε ὅτι σκέπτεσθε
4038ἀλανθάστως. Ὅλοι ὑμεῖς ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἔχητε μίαν
4039γνώμην· μόνον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου νομίζει, ὅτι δὲν ἐπι-
4040τρέπεται εἰς ἄλλον νὰ ἔχῃ γνώμην ἄλλην ἢ ἐκείνην, τὴν
4041ὁποίαν ἔχει αὐτός.
4042§235Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι ἐγὼ, ὁ Κανονισμός.
4043§236Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι ἡ διά-
4044ταξις τοῦ Κανονισμοῦ περὶ προσωπικῶν ζητημάτων δὲν
4045ἐφαρμόζεται εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, διότι δὲν
4046ἀποδίδομεν χάριν εἰς τὴν βασιλόπαιδα Μαρίαν· τὸ Κράτος
4047ἐκπληροῖ τι, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται αὐτῷ νὰ ἐκπληρώσῃ.
4048Λοιπὸν κατὰ τίνα τρόπον θὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα; Νὰ ἐρω-
4049τηθῇ ἡ Βουλή. Θέλετε νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὑποτασσόμεθα εἰς
4050ὑμᾶς; Μᾶς κατηγοροῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι οὕτως ἔλυον τὸ
4051ζήτημα, ὅτε ἡμεῖς παρεπονούμεθα ὅτι ἔλυον αὐτὸ οὐχὶ ὀρ-
4052θῶς, ἀλλὰ τότε ἐζητεῖτο ἡ παραχώρησις τῆς Μανωλάδος,
4053καὶ ἐζητοῦμεν τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν. Ἀλλὰ σήμερον δὲν
4054πρόκειται περὶ τοιαύτης παραχωρήσεως. Ἡ μόνη λύσις σή-
4055μερον εἶναι ν’ ἀποφανθῇ ἕκαστος τῶν κ. Βουλευτῶν ποίαν
4056ἑρμηνείαν δίδει εἰς τὸν Κανονισμόν· θέλει δὲ ἀποφανθῆ, καλού-
4057μενος εἰς ψηφοφορίαν. Ἑπομένως πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφο-
4058ρίαν τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον
4059διὰ μυστικῆς ἢ διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας.
4060§237ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐλησμόνη-
4061σεν ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῆς ψηφοφορίας καὶ ὅτι
4062συζητοῦμεν περὶ τοῦ πῶς ἡ ψηφοφορία πρέπει νὰ λάβῃ χώ-
4063ραν, ἂν μυστικὴ ἢ φανερὰ, ἂν διὰ σφαιριδίων ἢ δι’ ὀνομα-
4064στικῆς κλήσεως, καὶ διὰ τοῦτο μὲ ἠρώτησε, τίνα σχέσιν εὑ-
4065ρίσκω μεταξὺ τῆς προικοδοτήσεως τοῦ δουκὸς τοῦ Νεμοὺρ
4066κατὰ τὸ 1840 καὶ τῆς προικοδοτήσεως τῆς βασιλόπαιδος
4067Μαρίας. Καὶ μοὶ ἔλεγε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σχετίσωμεν τὰ
4068ἀνόμοια καὶ νὰ παραλληλίσωμεν τὰ ἀνόμοια; Δὲν πρόκει-
4069ται αὐτὴν τὴν στιγμὴν πλέον περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
4070Καὶ βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἐξομοιώσῃ τὴν περί-
4071πτωσιν τοῦ 1840 πρὸς τὴν περίπτωσιν τοῦ 1896. Διότι
4072κατὰ τὸ 1840 ἐπρόκειτο περὶ τῆς Βουλῆς τῆς Γαλλικῆς,
4073ἐκπροσωπούσης Κράτος ἔχον προϋπολογισμὸν 1,500,000,000
4074φράγκων, σήμερον δὲ πρόκειται περὶ ἑνὸς ἀτυχοῦς Κράτους,
4075τὸ ὁποῖον ἔχει προϋπολογισμὸν 93,000,000 δραχμῶν, αἱ
4076ὁποῖαι ὑστεροῦσι κατὰ 70% ἐπὶ τοῦ φράγκου. Αὐτὴ εἶναι
4077ἡ διαφορὰ τῶν δύο περιπτώσεων. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι δὲν πρό-
4078κειται αὐτὴν τὴν στιγμὴν περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος· πρό-
4079κειται περὶ τοῦ ἂν θὰ γείνῃ μυστικὴ ἢ φανερὰ ἡ ψηφοφο-
4080ρία. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι καὶ ἐπ’ αὐ-
4081τοῦ τοῦ ζητήματος καθεὶς ἔχει τὴν γνώμην του, ὅτι δὲ ἡμεῖς,
4082ὑποστηρίζοντες τὸν Κανονισμὸν, ἀποδεικνύομεν τάσεις αὐταρ-
4083χικάς. Μήπως τάχα ἡ θεωρία, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη ἐπὶ τοῦ
4084προκατόχου του ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νό-
4085μου περὶ στρατολογίας, τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτὸν κατήργει δικα-
4086στικὰς ἀποφάσεις, εἶχεν ἄλλην βάσιν, παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν
4087ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ βάσις εἶναι
4088μία καὶ ἡ αὐτή. Ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων, ἑρμηνεύουσα τὸ
4089ἄρθρον 6 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, ἀνεύρισκεν ὅτι ὁ περὶ
4090στρατολογίας νόμος, τὸ ἄρθρον 6 αὐτοῦ, κατήργει τὰς δι-
4091καστικὰς ἀποφάσεις, καὶ ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων πρόκειται
4092νὰ εὕρῃ σήμερον, ὅτι ἡ μυστικὴ ψηφοφορία, ἡ ὁποία ἀνα-
4093γράφεται ἐπὶ παντὸς ζητήματος προσωπικοῦ, ἡ ψηφοφορία
4094αὕτη δὲν ἐφαρμόζεται ἀκριβῶς κατὰ τὴν περίπτωσιν, κατὰ
4095τὴν ὁποίαν, ἐὰν δὲν εἶχεν ἐφευρεθῆ μέχρι τοῦδε, ἔπρεπεν ἀκρι-
4096βῶς νὰ ἐφευρεθῇ καὶ τεθῇ ἐν τῷ Κανονισμῷ. Διότι, ἐὰν ὑπάρ-
4097χῃ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπεν ἡ ψῆφος τῶν Βου-
4098λευτῶν νὰ μένῃ ἀνεπηρέαστος διὰ τῆς μυστικότητος τῆς ψη-
4099φοφορίας, εἶναι ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ συμφέρον
4100τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας κεῖται ὑπὸ τὴν ψῆφον
4101τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι πρόκειται νὰ
4102ἐκπληρώσωσιν ἓν καθῆκον ὑπὲρ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας,
4103θὰ τὸ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον αὐτὸ εἴτε διὰ μυστικῆς εἴτε
4104διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν
4105ὅτι δὲν πρέπει νὰ χορηγηθῇ ἡ προὶξ, ψηφίζοντες μυστικῶς,
4106θὰ ἀνακτήσωσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεώς των καὶ τὴν
4107ἐλευθερίαν τῆς ψήφου των. Ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς ψήφου
4108τῶν συναδέλφων ζητοῦμεν νὰ γείνῃ ἡ μυστικὴ ψηφοφορία, μυ-
4109στικὴ ψηφοφορία, ἥτις διαγράφεται κατὰ τρόπον ἀναμφίλε-
4110κτον καὶ ἀναμφισβήτητον ἐν τῷ ἄρθρῳ 61 τοῦ Κανονισμοῦ,
4111τὸν ὁποῖον ὑμεῖς εἰσηγάγετε, ὅστις ἐψηφίσθη διὰ τῆς ὑμετέ-
4112ρας ψήφου καὶ ὅστις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν ἀπὸ
4113ἐκείνην, ἥτις προκύπτει καὶ ἐκ τοῦ γράμματος καὶ ἐκ τοῦ
4114πνεύματος τοῦ ἄρθρου τούτου. Ζητοῦμεν λοιπὸν τὴν ἐφαρ-
4115μογὴν τοῦ Κανονισμοῦ· ἐὰν δὲ ἑκάστοτε ὁ Πρόεδρος τῆς
4116Βουλῆς νομίζῃ ὅτι ὀφείλει νὰ προσφεύγῃ εἰς τὴν πλειοψη-
4117φίαν, ἵνα κρίνῃ περὶ τοιούτων ῥητῶν καὶ ἀναμφισβητήτων
4118διατάξεων, ξεσχίσατε τὸν Κανονισμὸν, καὶ εἴπετε, ὅτι ἐπὶ
4119ἑνὸς ἑκάστου ζητήματος θὰ κρίνῃ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς
4120κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ τὰς περιστάσεις.
4121§238Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Κανο-
4122νισμὸς δὲν ξεσχίζεται, ἀλλ’ ἐκτελεῖται.
4123§239Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πα-
4124ρέστησε πρὸ μικροῦ, ὅτι αὐταρχικῶς φέρονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
4125θέλουσι νὰ ἐπιβάλωσι τὴν γνώμην των· προσέθηκε μάλιστα,
4126ἀποτεινόμενος πρὸς ἐμὲ, καὶ μὲ ἐτίμησε, ῥητῶς μνημονεύσας
4127ἐμοῦ, ὅτι εἷς καὶ μόνος ἀξιοῖ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του,
4128ὁ Βουλευτὴς ἐκ Βόλου (ὅστις ὅμως ἕνα αὐτοκράτορα ἔχει,
4129τὸν Κανονισμὸν)· ἀλλὰ ἀπέφυγε νὰ σᾶς ἀναγνώσῃ τὸν Κα-
4130νονισμὸν, ἀπέφυγε νὰ σᾶς ἑρμηνεύσῃ αὐτόν.
4131§240Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἑρμηνεύετε οὕτω πως
4132τὸν Κανονισμὸν, καὶ ἡμεῖς τὸν ἑρμηνεύομεν ἄλλως.
4133§241Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Διὰ σφαιριδίων δὲ
4134μυστικὴ ψηφοφορία γίνεται ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων, τῶν ἀφο-
4135ρώντων πρόσωπα ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς
4136Βουλῆς· ἐξαιροῦνται μόνον τούτου τὰ ἀπὸ τῶν ἄρθρων 46,
413752 καὶ 53 τοῦ Συντάγματος ἀποῤῥέοντα ζητήματα.»
4138Τίς δύναται νὰ μὴ ἐννοῇ τὴν γραμματικὴν καὶ λογικὴν
4139ἑρμηνείαν οὕτω σαφοῦς διατάξεως; Οὐδὲν ἄλλο λοιπὸν πράτ-
4140τει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἢ ἀπειλεῖ διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φίλων
4141του· οὐδὲν ἄλλο ἐκτὸς τούτου.
4142Ἠκούσατε ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1887, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τοῦ
4143Διαδόχου, δηλαδὴ περὶ προσώπου ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ Συν-
4144τάγματι καὶ ἔχοντος ἀξίωμα...
4145§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔγεινε
4146μυστικὴ ψηφοφορία.
4147§243Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐγένετο μυστικὴ ψηφοφορία, ὑμῶν
4148διαμαρτυρομένων· διότι ὅλοι οἱ φίλοι σας διεμαρτυρήθησαν
4149στεντορείως. Ἐν ἔτει 1887 ἦσθε ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολι-
4150τεύσεως, ὅλοι δὲ οἱ ἀγορεύσαντες ὑπεστήριξαν τὴν μυστικὴν
4151ψηφοφορίαν.
4152§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἐξή-
4153γησα πρὸ μικροῦ διατί. Τί ἐπαναλαμβάνετε πράγματα, τὰ
4154ὁποῖα ἐγὼ εἶπον πρὸ ὑμῶν; Σᾶς ἐξήγησα, ὅτι ἡ παραχώρη-
4155σις τῆς Μανωλάδος ἦτο ζήτημα προσωπικόν. Ὁ Διάδοχος
4156δὲν ἔχει ἀξίωμα· ὁ Διάδοχος εἶναι μέλλων Βασιλεύς, ἀλλὰ
4157πρὸ τῆς ὥρας ἐκείνης εἶναι βασιλόπαις. Εἰς τὸν Διάδοχον
4158λοιπὸν παρεχωρεῖτο ὄχι μόνον ἐτησία χορηγία χρημάτων,
4159ἀλλὰ παρεχωροῦντο καὶ ἐκτάσεις γαιῶν, αἱ γνωσταὶ ὑπὸ τὸ
4160ὄνομα τῆς Μανωλάδος. Λοιπὸν ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι τοῦτο δὲν
4161ἔπρεπε νὰ γείνῃ, καὶ ἔκρινον τὸ ζήτημα προσωπικόν. Ἀλλὰ
4162ἡ προίκισις θυγατρὸς τοῦ Βασιλέως δὲν εἶναι ζήτημα προσω-
4163πικόν, διότι εἶναι ἐκπλήρωσις χρέους, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς
4164τὴν Οἰκογένειαν τοῦ Βασιλέως.
4165§245Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ Διάδοχος, ὡς μέλλων Βασιλεὺς καὶ
4166ἀναγεγραμμένος ἐν τῷ Συντάγματι, ἔχει ἀξίωμα, καὶ ὡς
4167ἀντιβασιλεὺς βεβαίως ἔχει ἀξίωμα, καὶ τὰ ψηφισθέντα ἐθεωρή-
4168θησαν ὡς συνταγματικὴ ὑποχρέωσις. Ἐνῷ δ’ ἐπρόκειτο ἀκρι-
4169βῶς περὶ ζητήματος τοιούτου, σεῖς ἐζητήσατε μυστικὴν ψη-
4170φοφορίαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὰ γεγονότα τοῦ 1887, οὐδὲ
4171αἱ τότε διαμαρτυρίαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἧς ἡγεῖτο ὁ
4172κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι καὶ τὰ συμβάντα τὴν 13
4173Μαρτίου 1889. Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦτο ὁ κ. ἐκ
4174Γόρτυνος Βουλευτὴς καὶ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὡμί-
4175λησαν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὅλοι, κατηγορήσαντες τὸ νο-
4176μοσχέδιον, καὶ ἐζήτησαν τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν διὰ τὴν
4177προίκισιν τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας.
4178§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι ἐγώ.
4179§247Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὡμίλησαν οἱ κύριοι Κάρτσωνας, Βαλ-
4180σαμάκης, Σάκκης, Παπαγιαννακόπουλος καὶ Ῥάλλης, παρα-
4181καθήμενοι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ὁ
4182κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολι-
4183τεύσεως, καὶ δὲν ἀντετάχθη μὲν εἰς τὴν πρότασιν περὶ ὀνο-
4184μαστικῆς ψηφοφορίας, τίς ἀπὸ σᾶς ὅμως δύναται νὰ πιστεύσῃ,
4185κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὰ λεχθέντα τότε παρὰ τῶν φίλων του
4186δὲν ἦσαν καὶ γνῶμαι ἰδικαί του;
4187§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὡμίλησα καὶ
4188εἶπον τὴν γνώμην μου δημοσίᾳ διὰ φράσεων Ἑλληνικῶν, καὶ
4189εἶπον ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἡ προὶξ καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομο-
4190σχέδιον. Καὶ οἱ φίλοι μου οἱ περισσότεροι συνεφώνησαν μετ’
4191ἐμοῦ.
4192§249Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐπολεμήσατε τὴν πρότασιν
4193περὶ μυστικῆς ψηφοφορίας, ἐνῷ ὠφείλετε νὰ ἐκφράσητε γνώ-
4194μην, διότι ἄλλως παρελείψατε τὸ καθῆκόν σας, κύριε Πρόεδρε
4195τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
4196§250Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ καθῆκόν
4197μου δὲν θὰ μοὶ τὸ διδάξητε σεῖς· μοὶ τὸ διδάσκει ὁ Ἑλληνι-
4198κὸς λαὸς, ὄχι σεῖς. Νὰ μεριμνᾶτε περὶ τοῦ καθήκοντος τοῦ
4199ἰδικοῦ σας, οὐχὶ περὶ τῶν καθηκόντων ἐμοῦ.
4200§251Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Πρόε-
4201δρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τότε ἀρχηγὸς τῆς
4202Ἀντιπολιτεύσεως εἶχε τὴν γνώμην τῆς φανερᾶς ψηφοφορίας,
4203δύναταί τις εὐλόγως νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι δὲν ἐξετέλεσε τὸ κα-
4204θῆκόν του, ὡς ἔπρεπε· διότι, ἐὰν εἶχε τὴν γνώμην ταύτην,
4205ἔπρεπε νὰ προσπαθήσῃ νὰ πείσῃ τοὺς φίλους του. Ναὶ, ὁ Ἑλ-
4206ληνικὸς λαὸς σᾶς ἐδίδαξε, σᾶς ὑπέδειξε τὸ καθῆκόν σας, καὶ
4207σᾶς ἀνεβίβασε τρὶς εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἀτυχῶς τὸ τέλος
4208σας ὑπῆρξε πολὺ κακὸν, καὶ ἤδη ἔσεται χειρότερον.
4209§252Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν
4210γνώμην σας. Νὰ ἴδωμεν τὸ τέλος τὸ ἰδικόν σας ποῖον θὰ ἦναι
4211(ἱλαρότης).
4212§253Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγου, κύριοι
4213Βουλευταὶ, δύνασθε ν’ ἀποφασίσητε ὅ,τι θέλετε, ἀλλ’ ἡ ἀπό-
4214φασις ὑμῶν, ὅταν ἦναι ἐναντία τοῦ Κανονισμοῦ, θ’ ἀποδο-
4215κιμασθῇ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. (Θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
4216§254ΣΤΑΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ δύο λέξεις, ἵνα κατευ-
4217νάσω τὰ νεῦρα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κύριε,
4218Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐνοχλήσω τὴν Βουλὴν καὶ
4219πάλιν διὰ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Κανο-
4220νισμοῦ (Θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
4221§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
4222§256ΣΤΑΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Διὰ σφαιριδίων μυστικὴ ψη-
4223φοφορία γίνεται ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων
4224πρόσωπα ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς.
4225Ἐξαιροῦνται μόνον τούτου τὰ ἀπὸ τῶν ἄρθρων 46, 52 καὶ
422653 τοῦ Συντάγματος ἀποῤῥέοντα ζητήματα.»
4227Ἄν καὶ γινώσκουσι πάντες ποίας φύσεως εἶναι τὰ τελευ-
4228ταῖα ταῦτα ζητήματα, ἐν τούτοις ἂς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον
422946 τοῦ Συντάγματος (ἀναγινώσκει): «Μὴ ὑπάρχοντος
4230Διαδόχου, κατὰ τὰ ἀνωτέρω ὡρισμένα, ὁ Βασιλεὺς διορίζει
4231αὐτὸν μὲ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τούτῳ συγκα-
4232λουμένης, διὰ τῆς ψήφου τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ
4233τῶν Βουλευτῶν καὶ διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας.» Τὸ Σύν-
4234ταγμα ἀναφέρει τὴν λέξιν φανερά.
4235Τὸ ἄρθρον 52 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐν περιπτώσει
4236χηρείας τοῦ Θρόνου, ἡ Βουλὴ ἐκλέγει διὰ φανερᾶς ψηφο-
4237φορίας ἀντιβασιλέα πολίτην Ἕλληνα τοῦ Ἀνατολικοῦ
4238δόγματος κλπ.»
4239Καὶ τὸ ἄρθρον 53 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὁ Βασι-
4240λεὺς ἕνεκα ἀποδημίας ἢ νόσου κρίνῃ ἀναγκαίαν τὴν σύστα-
4241σιν Ἀντιβασιλείας, συγκαλεῖ πρὸς τοῦτο τὴν Βουλὴν κτλ. Ἡ
4242δὲ Βουλὴ συνερχομένη ἐκλέγει ἀντιβασιλέα κτλ. διὰ φανερᾶς
4243ψηφοφορίας»
4244Εἰς ταύτας μόνον τὰς περιπτώσεις ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα
4245τὴν φανερὰν ψηφοφορίαν. Δὲν ἠδύνατο τὸ Σύνταγμα νὰ
4246συμπεριλάβῃ καὶ τὴν περίπτωσιν ταύτην, τῆς προικοδο-
4247τήσεως, ἢ καὶ ἄλλα ζητήματα, ἀφορῶντα εἰς τὰ πρόσωπα
4248τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, εἰς τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς
4249ἀπαιτεῖται φανερὰ ψηφοφορία, κατ’ ἐξαίρεσιν; Καὶ ἀφοῦ τὸ
4250Σύνταγμα ταύτας καὶ μόνον τὰς τρεῖς περιπτώσεις ἐξαιρεῖ,
4251εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι προκειμένου περὶ τῶν
4252προσώπων τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ
4253ἄλλως ἡ ψηφοφορία ἢ μυστική;—ἐκτὸς μόνον ἐὰν θέλετε νὰ
4254εἴπητε, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ προσώπου, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόε-
4255δρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐρεθίζεται καὶ
4256αὐτός, ὁ ὁποῖος εἶναι τόσον ψύχραιμος, διότι ἀναγκάζεται
4257νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἡ πριγκίπησσα Μαρία δὲν εἶναι πρόσωπον,
4258ἀλλὰ πρᾶγμα ἄψυχον. Ἐὰν καὶ σεῖς ὑποθέτετε ὅτι εἶναι
4259πρᾶγμα ἄψυχον, πείσατε καὶ ἡμᾶς, καὶ βεβαίως τότε καὶ
4260ἡμεῖς θὰ ἤμεθα ὑπὲρ τῆς φανερᾶς ψηφοφορίας. Ἀλλὰ νὰ
4261θέλητε τὰ πρόσωπα νὰ τὰ παραστήσητε ὡς ἄψυχα πράγ-
4262ματα, τοῦτο μὰ τὴν ἀλήθειαν εἶναι πολὺ ἄψυχον!
4263§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ ψηφοφορία πρέ-
4264πει νὰ γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, παρακαλοῦνται νὰ
4265ἐγερθῶσι...
4266§258ΡΑΛΛΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ ἐρωτηθῇ ἐπὶ
4267τούτου ἡ Βουλή.
4268§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 52 τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ
4269ψηφοφορία γίνεται δι’ ἀναστάσεως, εἶτα δὲ δι’ ὀνομαστικῆς
4270κλήσεως. Ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην πρέπει οὕτω νὰ ἐρωτήσω
4271τὴν Βουλήν.
4272Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ μυστικὴ ψηφοφο-
4273ρία, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώ-
4274τεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
4275Τώρα θέλετε νὰ ἐρωτήσω καὶ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;
4276§260ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἵνα γείνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις, ἀπαι-
4277τεῖται νὰ τὸ ζητήσῃ ὡρισμένος ἀριθμὸς Βουλευτῶν.
4278§261Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Δὲν πειράζει.
4279§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ μυ-
4280στικὴ ψηφοφορία, λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγου-
4281σιν Ὄχι.
4282(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
4283τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ι. Γ. Λάππα καὶ
4284Σπ. Στάη, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτό-
4285κολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
4286Μιλτ. Δάλλας Ο Ι. Γρίβας Ο
4287Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο
4288Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Ο Περ. Ἀλεξάκης Ο
4289Ν. Σμόλενιτς Ο Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης
4290Δημ. Οἰκονομίδης Ο Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ο
4291Δημοσθ. Καΐρης Π. Λαμπρινόπουλος Ο
4292Ἐπαμ. Ἐμπειρίκος Χαρ. Τζανετάκης Ο
4293Κωνστ. Νεγρεπόντης Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν
4294Ἰωάνν. Πετρίδης Πολύμ. Ζαρίμπας Ο
4295Νικόλ. Φαρμακόπουλος Ο Χρ. Μαστραπᾶς
4296Σωτήρ. Δανόπουλος Ο Γεώργιος Ἀνδρίτσος Ο
4297Χρ. Βότσαρης Ο Κ. Παπαμιχαλόπουλος
4298Κωνστ. Γ. Καραπάνος Π. Ρίτσος Ο
4299Σπυρ. Βαρζέλης Ἀνδρ. Βασιλείου Ο
4300Νικόλαος Λεβίδης Ο Σπ. Τσιτσάρας Ο
4301Κωνστ. Κολιάτσος Δημ. Χατζόπουλος
4302Δημοσθ. Σκυλίτσης Δημ. Βουλπιώτης
4303Ἀθ. Μουτσόπουλος Ο Μιχ. Ἰατρίδης
4304Ι. Δ. Καλλιφρονᾶς Ο Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ο
4305Ἀλέξ. Γ. Σκουζές Ο Κ. Δ. Βοῦλτσος
4306Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος Γ. Μελισσηνός Ο
4307Δ. Γ. Ράλλης Ν Διον. Μυλωνᾶς
4308Ἀλέξ. Ψύλλας Ο Ἄγγ. Πετραλιᾶς
4309Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ο Χ. Στεφανόπουλος
4310Γ. Κοζάκης Τυπάδος Γεώργ. Κρεστενίτης
4311 Γεώρ. Παπακυριακόπουλος
4312Ἀθ. Ἴσκος Δημοσθ. Δόγκας
4313Κωνστ. Τοπάλης Ἰω. Σισίνης
4314Νικ. Σχινᾶς Στέφ. Σκουλούδης
4315Γεώργ. Φιλάρετος Ν Γεώργ. Πετούσης Ο
4316Νικ. Σταματιάδης Ἀριστομ. Βαλέττας Ν
4317Ἰω. Γιαννακόπουλος Ο Νικ. Νομικός Ο
4318Ἐπ. Μαυρομμάτης Ν Πέτρος Δελένδας Ο
4319Κωνστ. Πεταλᾶς Ο Ἰω. Βούτουνας Ο
4320Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο Γ. Μαλέας
4321Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ο Γ. Νικολαΐδης Ο
4322Θεόδ. Ζαΐμης Λεων. Δεληγεώργης
4323Λεων. Πετιμεζᾶς Μιλτ. Γουλιμῆς
4324Γεώργ. Σιβιτανίδης Ο Παναγ. Μερλόπουλος Ν
4325Γιαννούσιος Τάκης Ο Περ. Μποῦτος
4326Νικ. Δαγρὲς Ο Ἀλκ. Δεληγιάννης Ν
4327Κωνστ. Φλέσσας Ἀντ. Καρατζᾶς
4328Ν. Σάλμας Ο Πέτρ. Ταταράκης Ν
4329Δημ. Τερτίπης Γεώργ. Κουλούρης
4330Ἰω. Παλάσκας Ο Ὄθων Μαῦρος Ο
4331Ἰω. Σταμούλης Ἐλευθ. Μυκώνιος Ο
4332Κίμων Βελλίνης Ο Μιλτ. Βαρότσης
4333Ξενοφ. Τσαμαγκίδης Γεώργ. Σισμάνης Ο
4334Ἰω. Καζαμπάκας Γεώργ. Πλατανιώτης
4335Ι. Στεφάνου Ο Ἰω. Καναβὸς
4336Παν. Λεβέντης Γ. Φαρμακόπουλος Ο
4337Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Μιχ. Ἰατρὸς
4338Ν. Χατζηνικολῆς Ο Α. Πετσάλης Ο
4339Γεώργ. Κόρπας Παῦλος Ραζέλος
4340Ἀχιλ. Ἀγάθος Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχ.
4341Κωνστ. Βασιλάκης Κυπ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
4342Ἰωάν. Σέχος Ο Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο
4343Νικ. Βασιλάκης Χαράλ. Κανελλόπουλος
4344Ἀθ. Παραμυθιώτης Π. Λαμπρούλιας Ο
4345Γεώργ. Θεοτόκης Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης Ο
4346Γεώργ. Καποδίστριας Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς
4347Δημ. Οἰκονόμου Θεόδ. Βελλιανίτης Ο
4348Δημ. Πετρίδης Ἀνάργ. Σιμόπουλος
4349Π. Ζούζουλας Ο Λ. Καραλίβανος
4350Κωνστ. Σκαρπέτης Ο Πανούρ. Πανουργιᾶς
4351Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ο
4352Νικολ. Βαλσαμάκης Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος
4353Ι. Τζανετάτος Φωκᾶς ἀρν.Ἰω. Τσερτίδης Ο
4354Δημ. Σβορῶνος Ν Χρ. Τζῖνος Ο
4355Ἄθως Ρωμάνος Δημ. Βότσης
4356Διον. Καλούτσης Ο Πίνδ. Ἀντωνόπουλος
4357Σπυρ. Ε. Στάης Ν Παναγ. Σάκκης Ν
4358Χ. Κ. Βοζίκης Δημ. Ε. Καλογερόπουλος Ο
4359Νικ. Σταματόπουλος Νικ. Καράπαυλος
4360Θ. Πέῤῥος Ο Ἰω. Βρυώνης Ο
4361Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ο Π. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
4362Δημοσθ. Μαουστάκης Ο Νικολ. Δημητριάδης
4363Δημοσθ. Ματάλας Γ. Ν. Μπούμπουλης
4364Ἀρ. Μελετόπουλος Ο Ἀντ. Γουδῆς
4365Νικ. Γκουζούλης Ἀθ. Λαδόπουλος Ο
4366Δημ. Πιπινόπουλος Ο Ν. Βαφειαδάκης Ο
4367Χασὰν βέης Πετρεδὴμ βέηςΟ Γ. Παγανέλης Ο
4368Φιλώτας Ἰσχύομαχος Ο Ἀλοΐσιος Τόμαν
4369Ἰω. Λάππας Ο Ν. Δρόσος Ο
4370Α. Ἀλεξανδρόγιαννος Γρηγ. Μαυρομαρᾶς
4371Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο Σωτ. Χατζηγάκης Ο
4372Π. Μπογδάνος Ο Νικ. Ταρμπάζης Ο
4373Β. Βασιλειάδης Ο Κ. Χατζηπέτρος Ο
4374Ἀθ. Εὐταξίας Θεόδ. Κριεμάδης Ο
4375Ἰω. Μπακόπουλος Εὐστ. Κοκκέβης Ο
4376Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Ν. Γεωργακόπουλος Ο
4377Φίλιπ. Βάρβογλης Ο Σωτήρ. Σωτηρόπουλος
4378Ν. Τριανταφυλλάκος Δημ. Καμαριώτης
4379Ἡλ. Ζέγγελης Διον. Στάικος
4380Λάμπρος Σιναιώτης Ο Ἀριστόβουλος Μάνεσης
4381Σπ. Δεϊμέζης Ν. Χατζῖσκος
4382Θεόδ. Λιμπρίτης Ο Τριαντάφυλλος Σχινᾶς Ν
4383Ἰω. Παπαδόπουλος Ο Δημ. Κρίτσας Ν
4384Θεόδ. Γκίκας Μιχ. Κακαρᾶς
4385Παντελῆς Γκίκας Ο Γ. Ἀβέρωφ
4386Ν. Τσαμαδός Κ. Βαρατάσης
4387Χριστόδουλος Στεριάδης Ο Ἀλέξ. Μ. Κανάρης
4388Νικόλ. Κοντογιάννης Ο Ἰωάν. Α. Κανάρης Ο
4389Κομνᾶς Τράκας Ο
4390§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 106. Ἐκ τούτων 92
4391εἶπον Ὄχι, 13 εἶπον Ναί, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Κατ’ ἀκο-
4392λουθίαν ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν.
4393Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην
4394συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
4395§264Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον, κύ-
4396ριε Πρόεδρε.
4397§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
4398Λύεται ἡ συνεδρίασις.
4399Ὥρα 1 καὶ 30′ π. μ. τῆς ἐπιούσης.