Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΔ · Σύνοδος ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Συνεδρίαση 21

1896.12.04

3.907 στίχοι · 29.368 λέξεις · 2 πίνακες · 368 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1896.12.04
Προεδρεία
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗ
Περίοδος
ΙΔ
Σύνοδος
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1897)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21

Τῆς 4 Δεκεμβρίου 1896.

(Τετάρτη)

Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Χαλκίδος κ. Ἀβέρωφ κατέθηκεν ἀναφορὰν καπνοπωλῶν καὶ καπνοκαταναλωτῶν Χαλκίδος, αἰτουμένων τὴν τροποποίησιν διατάξεών τινων τοῦ περὶ σιγαροχάρτου νόμου.

§2Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ καταργήσεως τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Ἐκ τῆς Σχολῆς ταύτης, συσταθείσης διὰ τοῦ ἀπὸ 15 Μαρτίου 1887 Β. Διατάγματος, ἀπεφοίτησαν μέχρι τῆς σήμερον μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀνθυπολοχαγοῦ 525, ἐξ ὧν οἱ μὲν 443 κατετάχθησαν εἰς τὸ πεζικὸν, οἱ δὲ ἄλλοι 82 εἰς τὸ πυροβολικόν. Ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς οὗτος τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν εἶναι διπλάσιος τοῦ ἀπαιτουμένου, ἐπαρκεῖ δὲ καὶ δι’ ὁλόκληρον δεκαετίαν, ὑποβάλλω διὰ τοῦτο τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον. Συμφώνως πρὸς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Οἰτύλου κ. Ραζέλου, καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὰς διαφόρους ἐν τῷ στρατῷ γενικὰς θέσεις, διακεκριμένως κατ’ εἶδος ὑπηρεσίας, κατάστασιν ἐμφαίνουσαν ὀνομαστὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς κατέχοντας τὰς γενικὰς θέσεις σήμερον, καὶ κατάστασιν ἐμφαίνουσαν ὀνομαστὶ τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι κατεῖχον τὰς γενικὰς θέσεις κατὰ τὴν 1 Ὀκτωβρίου 1896.

§3ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τυπωθῶσιν αὗται, παρακαλῶ.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ὡς καὶ τὸ νομοσχέδιον. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 126–129).

§5Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καλαμῶν μοὶ ἀπηύθυνε τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου καθιστᾷ γνωστὸν, ὅτι ἡ λεωφόρος ἀπὸ Καλαμῶν μέχρι παραλίας κατέστη ἐντελῶς ἀδιάβατος, καταστραφεῖσα ἕνεκα τῶν βροχῶν, οἱ δὲ καῤῥαγωγεῖς δυσκολεύονται νὰ μεταφέρωσι τὰ προϊόντα, καὶ ὡς ἐκ τούτου ζητοῦσι διπλάσια καὶ τριπλάσια ἀγώγια, ἀπειλοῦντες ἀπεργίαν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως διορθωθῇ ἡ ὁδὸς αὕτη, διότι ἄλλως μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ παύσῃ ἐντελῶς ἡ συγκοινωνία.

§6Ι. ΣΕΧΟΣ. Ἀνέρχομαι καὶ πάλιν τὸ βῆμα, τὸ ὁποῖον σπανίως κατέχω, ἵνα μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν, ἥτις ἔχει βεβαίως ἀσχολίας σπουδαιοτέρας ἐκείνων, ἃς ἐγὼ θὰ ἐκθέσω. Ἀλλ’ ἐπειδὴ παρεξηγήσεις ἐπὶ παρεξηγήσεων συμβαίνουσιν, ἠναγκάσθην καὶ πάλιν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐκ τρίτου,—διότι κατ’ αὐτὴν τὴν σύνοδον τρίτην ἤδη φορὰν ὁμιλῶ. Ἐκθέσας τὰς ἰδέας μου ἐναντίον τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, παρεξηγήθην· διότι ἐκοινολογήθη, ὅτι ἐγὼ ἀποστρατεύομαι, ὡς ὑπερβὰς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, καὶ βεβαίως ἐπέρχεται ἡ κατ’ ἀκολουθίαν ἐξήγησις, ὅτι τούτου ἕνεκεν ὡμίλησα περὶ ὁρίου ἡλικίας. Χθὲς ὡμίλησα καὶ παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν, ἵνα δοθῇ ἐπίδομά τι εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ὑποστρατήγου Καραϊσκάκη, ὁ ὁποῖος θ’ ἀποστρατευθῇ, καὶ πάλιν διεδόθη ὅτι ἔκαμα τοιαύτην πρότασιν, διότι ἀποστρατεύομαι ἐγώ. Πιθανὸν, ἐπειδὴ στεροῦμαι τῆς πείρας τοῦ ἀγορητοῦ, νὰ μὴ ἐξηγῶμαι εὐκρινῶς, καὶ ὡς ἐκ τούτου προέρχονται ὅλαι αὐταὶ αἱ παρεξηγήσεις, αἵτινες δυνατὸν εἶναι νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν κακὴν ἀκουστικὴν τῆς αἰθούσης ἢ εἰς ἄλλους λόγους οἱουσδήποτε, καὶ τούτου ἕνεκα ἐπιλαμβάνομαι νὰ δώσω σαφεστέραν ἐξήγησιν. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν πρότασιν, ἣν χθὲς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἦτο καθαρά· παρεκάλεσα δηλαδὴ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους νὰ μὴ λησμονήσῃ τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἐνδόξου στρατάρχου Καραϊσκάκη καὶ νὰ χορηγήσῃ αὐτῇ ἐπίδομά τι μηνιαῖον, 400 τοὐλάχιστον δραχμῶν. Ὅταν δὲ αἱ ἐγγοναὶ τοῦ Καραϊσκάκη ἔλθουν εἰς γάμον, πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν θὰ λησμονήσῃ νὰ προικοδοτήσῃ καὶ αὐτὰς, ὅπως ἐπροικοδότησε καὶ ἄλλων ἀγωνιστῶν θυγατέρας. Ἐπὶ δὲ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας καὶ πάλιν ἐπανέρχομαι, διότι εἰλικρινῶς σᾶς λέγω, ὅτι ἄνευ συμφέροντος αὕτη εἶναι ἡ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν ἔχω.

§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀφήνετε νὰ τὰ ἐκθέσητε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου;

§8ΣΕΧΟΣ. Ἀφοῦ εἶμαι εἰς τὸ βῆμα, δὲν βλάπτει. Ἐγὼ σπανίως ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν. Ἰδοὺ λοιπὸν, Κύριοι, τί ἐξέθηκα, διότι θέλω νὰ ἦμαι εὐκρινής. Οὐδεὶς ἀρνεῖται τὰ προτερήματα τῆς ἀλκίμου νεότητος, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παρορᾷ καὶ τὴν σύνεσιν καὶ τὴν πεῖραν τῶν ἐχόντων ἡλικίαν τινὰ, ἴσην ἔστω τῆς ἐμῆς. Εἶπον ὅτι αὐστηρῶς ἐφαρμόζοντες τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, παρορῶμεν τὰς διατάξεις τῆς ἀνικανότητος, ὡς ἐκ τούτου δὲ τί βλέπομεν; Ὅτι ἀξιωματικὸς ὑπερβὰς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας καὶ δυνάμενος πολὺ καλὰ νὰ ὑπηρετήσῃ, τίθεται εἰς ἀποστρατείαν, ἕτερος δὲ, μὴ ὑπερβὰς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, νεώτερος τοῦ ἀποστρατευθέντος, ἀλλὰ μονόφθαλμος, ἔχον ὑέλινον ὀφθαλμὸν, ἢ χωλὸς ἢ ἀνάπηρος, ἢ ῥευματισμένος, ὁ τοιοῦτος ἐν ὑπηρεσίᾳ προάγεται, διότι δὲν ὑπερέβη τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας λέγουσιν, ὅτι εἴμεθα ἐπιεικεῖς καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς διατάξεις τῆς ἀνικανότητος, καὶ ὅτι ἐπηρεαζόμενοι καταλήγομεν εἰς τὴν συνήθη ἔκφρασιν: «ὁ καϋμένος! ἂς μείνῃ εἰς τὸν στρατόν». Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, πρέπει νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ ἡμέτερος στρατὸς ἀπαρτίζεται ἐκ ταγμάτων καλογήρων, εἰς ἃ πρέπει νὰ βασιλεύῃ ἡ ἐπιείκεια, ἐνῷ, ὡς λέγουσι, θριαμβεύει ἡ ὑποκρισία. Καὶ δὲν παραδέχομαι τὸν ἡμέτερον στρατὸν τοιοῦτον, τὸν παραδέχομαι ἔχοντα ἀξιωματικοὺς δυναμένους ἀνεπηρεάστως νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἤκουσα τὸν ἐκ Τριχωνίας στρατιωτικὸν συνάδελφον ἀγορεύοντα, ἀλλὰ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι οἱ λόγοι του θὰ ἦσαν μεστοὶ ἰδεῶν καὶ εὐγλωττίας διακεκριμένης, ὡς τὸν ἀναγνωρίζομεν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐγὼ προσωπικῶς καὶ τὸν ἐκτιμῶ καὶ τὸν ἀγαπῶ.

§9ΜΑΝΕΣΗΣ. Εὐχαριστῶ πολύ.

§10ΣΕΧΟΣ. Ὁ ἐξ Ἰθάκης ἕτερος στρατιωτικὸς συνάδελφος ἦτο ὑπὲρ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, καὶ δικαίως εἶπεν, ὅτι ἀναφέρεται εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ἐποχὴν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅτε ἀξιωματικοὶ κεκμηκότες ἀπὸ τὸ βάρος τῆς πολυμόχθου στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας δὲν ἠδύναντο, ἕνεκα φιλοτιμίας, νὰ ζητήσωσι τὴν σύνταξίν των, καὶ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ δι’ αὐτοὺς ἓν μέσον διεξόδου δικαιολογημένον, καὶ τούτου ἕνεκα ἐγένετο ὁ νόμος οὗτος, ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὰς ἑστίας των καὶ ἀναπαυθῶσιν ἀπὸ τὰ βάρη τοῦ στρατιωτικοῦ βίου. Ἡ δικαιολόγησις αὕτη εἶναι πλήρης εὐγενείας καὶ χάριτος Γαλλικῆς, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι ὑποκρύπτει τὴν ἀλήθειαν, διότι δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος, δι’ ὃν προέβησαν εἰς τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἀλλ’ ἄλλος τις, κατ’ ἐμὲ, καὶ εἶμαι σχεδὸν βέβαιος, ὅτι εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ γαλλικὸς στρατὸς ἐμπεριεῖχεν ἀρκετοὺς ἀξιωματικούς, οἵτινες δι’ ἐξαιρετικῶν ἀνδραγαθημάτων ἀπέκτησαν ἐπαξίως τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἐκ τῆς τάξεως τοῦ ὁπλίτου προελθόντες. Οὗτοι ἦσαν ἄνδρες ἔχοντες ὅλα τὰ στρατιωτικὰ προσόντα καὶ κατάλληλοι διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, πλὴν κατόπιν ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν πρέπει ὁ ἀξιωματικὸς νὰ ἔχῃ μόνον ἰσχὺν σώματος καὶ ψυχῆς, ἀλλὰ πρέπει σὺν τούτοις νὰ ἦναι καὶ πνευματικῶς ἀνεπτυγμένος, νὰ ἔχῃ τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις διὰ τὸν πόλεμον, διότι ὁ πόλεμος, ἔλεγε Φρειδερῖκος ὁ Μέγας, εἶναι ἐπιστήμη διὰ τοὺς ἔχοντας ἀξίαν, τέχνη διὰ τοὺς μετρίους, καὶ ἐπάγγελμα διὰ τοὺς ἀδαεῖς. Αὐτὸς νομίζω ὅτι εἶναι ὁ ἀληθὴς λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνεῦρον τὸν εὔσχημον νόμον τοῦ ὁρίου ἡλικίας, ὅπως ἄλλος λόγος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα εἰς προηγουμένην ἀγόρευσίν μου, ἐπέβαλε τὸ ὅριον ἡλικίας εἰς τὸν ἀγγλικὸν στρατόν. Καὶ ἄλλην ἀντίῤῥησιν ἐποιήσατο ὁ ἐξ Ἰθάκης κ. συνάδελφος, ὅτι ὁ λοχαγὸς ἔχει ὀλιγωτέρους κόπους ἀπὸ τὸν ὑπολοχαγὸν καὶ ἀνθυπολοχαγόν. Πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τῶν λόγων του εἶπεν, ὅτι ἐν Πρωσσίᾳ οἱ λοχαγοὶ εἶναι ἔφιπποι. Καὶ βεβαίως εἶναι ἔφιπποι, ἐν Γαλλίᾳ ὅμως ἦσαν πεζοὶ καὶ μετὰ τὸ 1871. Ἐν γυμνασίοις εἰσὶν ἔφιπποι, παραλαμβάνοντες ἵππους τοῦ στρατοῦ προσωρινοὺς καὶ οὐχὶ εἰς αὐτοὺς ἀνήκοντας. Ἡμεῖς, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἐφίππους τοὺς λοχαγοὺς, πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὸ πεζικόν μας εἰς ἔφιππον πεζικὸν, κατὰ τὸ Ἀγγλικὸν σύστημα, ὅπου τὰ σώματα τοῦ ἱππικοῦ παρακολουθοῦνται καὶ ἀπὸ ἔφιππον πεζικόν. Παρ’ ἡμῖν οἱ λοχαγοὶ πεζοποροῦσι, καὶ θ’ ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἐξ ἰδίας πείρας γνωρίζω τοῦτο. Ὅτε μετεβαίνομεν ἐντεῦθεν εἰς Λεπενοῦ διὰ ξηρᾶς, μεσοῦντος Μαΐου ἢ ἀρχὰς Ἰουνίου, ἤμην ταγματάρχης, καὶ βεβαίως ἔφιππος, ὁ νῦν δὲ συνταγματάρχης Λυπάτης, τότε δὲ λοχαγὸς, ὁδηγῶν ἕνα λόγον καὶ αὐστηρὸς ὢν εἰς τὸ καθῆκόν του, ὡς χαρακτηρίζεται, διότι εἶναι ἐξαίρετος στρατιώτης, ἔτρεχεν ἐν ὁδοιπορίᾳ ἀπὸ κεφαλῆς τοῦ λόχου μέχρις οὐρᾶς, ἦτο δὲ κάθιδρος. Ἐγὼ, ἰδὼν αὐτὸν οὕτω, εἶπον τὴν κοινὴν φράσιν, τὴν συνήθως λεγομένην: «Ὁ Λυπάτης ἔσκασε!» Διαβάτης δέ τις ἐξ Αἰγίου, ἀκούσας τοῦτο, ἐνόμισεν ὅτι ἀπέθανεν ὁ Λυπάτης, καὶ τηλεγραφικῶς ἁπανταχοῦ διεδόθη ἡ εἴδησις αὕτη. Ἅμα ἐφθάσαμεν εἰς Λεπενοῦ, ἐξῆλθον οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς προϋπάντησίν μας, καὶ ἠρώτων ἡμᾶς, πῶς ὁ καλὸς λοχαγὸς ἀπέθανεν! Εἰς ἀπάντησιν ἐπέδειξα αὐτὸν ζῶντα καὶ ἀκμαιότατον. Σᾶς διηγήθην δὲ τὸ ἱστορικὸν, διὰ νὰ καταδείξω ὅτι ὁ λοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ καὶ ἐν πορείᾳ καὶ κατὰ πλείονα λόγον ἐν παρατάξει μάχης ἔχει περισσοτέρους κόπους τοῦ ὑπολοχαγοῦ καὶ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον, Κύριοι, εἰσερχόμενος εἰς τοιαῦτα ζητήματα, νὰ εἴπω πᾶν ὅ,τι αἰσθάνομαι, καὶ εἰς τοὺς συναδέλφους μου Βουλευτὰς ἠδυνάμην μόνον νὰ τὸ εἴπω. Τὸ βέβαιον ὅμως καὶ τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ κοινωνία πάσχει παρ’ ἡμῖν ἐξ ἐπιδημικῆς παθήσεως, τῆς προαγωγῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ πάθησις, ἧς ἕνεκα προῆλθεν ὁ νόμος τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ἕνεκα ταύτης εὗρον τὸ μέσον τῆς στασιμότητος τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἕνεκα ταύτης, ἀντὶ νὰ μελετῶμεν τὴν ἐκλογὴν ἐπικαίρων θέσεων τοῦ ἐδάφους, ἐξερχόμενοι εἰς περίπατον, μελετῶμεν ἐν τοῖς γραφείοις ἡμῶν κεκλεισμένοι τὰς πρὸς προαγωγὴν ἐπικαίρους γενικὰς θέσεις τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα καταλάβωμεν ταύτας, πρὸς βλάβην ἑτέρων. Εἶναι πάθησις παράγουσα ὑπολανθάνοντα μίση, ἐπικίνδυνα μεταξὺ συναδέλφων, διότι προχωροῦμεν εἰσέτι, ἕνεκα τῆς παθήσεως ταύτης, καὶ ἵνα βιάσωμεν ἀξιωματικόν τινα νὰ αἰτήσῃ τὴν σύνταξίν του, διὰ νὰ προαχθῶμεν ἡμεῖς, τὸν ἀποστέλλομεν ἐκεῖ, ὅπου αὐτὸς δὲν θέλει, ἡμεῖς δὲ μένομεν ἐν τοῖς γραφείοις, προαγόμενοι ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπολοχαγοῦ μέχρι τοῦ συνταγματάρχου, οὐδόλως γνωρίζοντες τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος, γνωρίζοντες μόνον ἴσως τὴν κοιλάδα τοῦ Κηφισοῦ καὶ τοῦ Ἰλισσοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ ὑπὸ μελέτην στρατιωτικὴν, ἀλλὰ χάριν διασκεδάσεως μεταβαίνοντες εἰς Φάληρον ἢ εἰς Κηφισίαν. Προαγόμεθα οἱ ἀνώτεροι, καὶ ἀφήνομεν τοὺς κατωτέρους μὴ προαγομένους. Ὁ συνταγματάρχης λαμβάνει 100 δραχμὰς ἐπὶ πλέον τοῦ ἀντισυνταγματάρχου, ἠδυνάμεθα δὲ διὰ τῆς δαπάνης ταύτης νὰ προάγωμεν πέντε ἀνθυπολοχαγοὺς εἰς ὑπολοχαγοὺς, οἵτινες μὲ τὸν εὐτελῆ μισθὸν, ὃν ἔχουσι, δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι, καὶ ἔχομεν ἀνθυπολοχαγοὺς ἐπὶ ἑπτὰ, ὀκτὼ, ἐννέα, δέκα, ἕνδεκα καὶ δώδεκα ἔτη εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν, ὧν τινες ἐσχάτως προήχθησαν εἰς ὑπολοχαγοὺς, ἀφοῦ ὑπηρέτησαν ἐπὶ ὁλόκληρα 12 ἔτη ὡς ἀνθυπολοχαγοί. Τίνας δὲ ἀποδοχὰς ἔχει ὁ ὑπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ;—καὶ ἀναφέρω τὸ πεζικὸν, διότι στρατὸς εἶναι τὸ πεζικὸν, ὅλοι δὲ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι εἴμεθα ἐπιβοηθητικὰ ὅπλα, χρησιμώτατα βεβαίως, ἀλλὰ κυρίως στρατὸς εἶναι τὸ πεζικόν. Δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει στρατὸν, ἐὰν δὲν ἔχῃ πεζικόν. Ὅθεν ἐκεῖ πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν, εἰς τὸ πεζικὸν, τὸ ὁποῖον, δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον, ὅταν πρόκειται δι’ ἀστυνομίαν, τὸ προτάττομεν. Ἡμεῖς δὲ ἔχομεν καὶ 20 δραχμὰς ἐπιμίσθιον, οὕτως εἰπεῖν, διὰ διδακτικὰ βιβλία. Εἴμεθα ἡμεῖς οἱ πεφωτισμένοι, ὁ δὲ ἀξιωματικὸς τοῦ πεζικοῦ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἀποζημίωσιν διὰ διδακτικὰ βιβλία! δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ ἱππικοῦ τοιαύτην ἀποζημίωσιν, ὅστις εἶναι ὁ στρατιωτικώτερος τῶν στρατιωτικωτέρων, εἶναι ὁ πλέον μάχιμος ἀξιωματικὸς, ὁ προτασσόμενος τῶν στρατευμάτων καὶ μαχόμενος μὲ τὸ ξίφος εἰς χεῖρας, ὡς ὁπλίτης! Δὲν πρέπει οἱ ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοὶ νὰ ἔχωσι διδακτικὰ βιβλία! Ἀφοῦ εἰς τὰ εἰδικὰ ὅπλα δίδοντες εἴκοσι δραχμὰς ἐπὶ πλέον, δαπανῶμεν κατ’ ἔτος ἄνω τῶν 70 χιλιάδων δραχμῶν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ δίδωται ἡ ἀποζημίωσις αὕτη καὶ εἰς τὸ πεζικὸν καὶ εἰς τὸ ἱππικὸν καὶ εἰς τοὺς ἰατρούς; Εἰς τοιαύτην πρότασιν μία ἀντίῤῥησις ἐπέρχεται, ὅτι ἡ δαπάνη θὰ ὑπερβῇ τὰς 300 χιλιάδας δραχμάς· ἀλλὰ δυνάμεθα κάλλιστα νὰ περιορίσωμεν τὴν ἀντιμισθίαν ταύτην εἰς τοὺς ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ εἰς τοὺς ὑπολοχαγοὺς τοὐλάχιστον, οἵτινες ἔχουσι μικρὰς ἀποδοχάς. Διότι ὁ συνταγματάρχης, ὁ ἀντισυνταγματάρχης, ὁ ταγματάρχης, ἔστω καὶ ὁ λοχαγὸς, δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν δαπάνην τῆς ἀγορᾶς ἑνὸς βιβλίου, ἥτις ἐπιβαρύνει τὸν ἀνθυπολοχαγὸν, τὸν ἔχοντα ἀποδοχὰς 140 δραχμὰς μηνιαίως καὶ διὰ τῶν κρατήσεων λαμβάνοντα μόνον δραχ. 130 περίπου. Ἔζη ἄλλοτε μὲ 130 δραχμὰς, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐν τοῖς ξενοδοχείοις ἐπλήρονε διὰ μίαν μερίδα 40 ἢ 60 λεπτά, νῦν δὲ δίδει 1,20, ἐπιβαρυνόμενος καὶ μὲ ὅλας τὰς ἄλλας ὑπερτιμήσεις. Ὅθεν πρέπει νὰ ἐξισωθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν, διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ ὑλικῆς ζημίας, ἰδίως πρόκειται περὶ τῆς ἠθικῆς ἐκτιμήσεως τῶν μὴ λαμβανόντων ἀντιμισθίαν διὰ διδακτικὰ βιβλία, ὡς εἰ ἦσαν ἀγράμματοι. Ἐὰν δὲ λόγοι οἰκονομίας ἀπαγορεύωσι τοιαύτην ἀντιμισθίαν, πρέπει αὕτη ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ ὅλους. Παρένειρα εἰς τὸν λόγον μου τοὺς στασίμους ἀξιωματικούς. Οὐδὲν εἶναι ἀδικώτερον τῆς διατάξεως ταύτης, ὅπως ἐφαρμόζεται, διότι ἀξιωματικοὶ κριθέντες ἱκανοὶ νὰ διδάσκωσιν εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων ἐκρίθησαν στάσιμοι καὶ δὲν προήχθησαν, ὡς καὶ ἀξιωματικοὶ εὑρεθέντες εἰς τὰς ἐπιθεωρήσεις ἐν γραφείοις. Ἐὰν πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς διατάξεις, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἀλλαχοῦ, καὶ θέλωμεν, μὴ ἀναγνωρίζοντες τὰς εἰδικὰς περιστάσεις, νὰ παπαγαλίσωμεν, ἐγὼ προτείνω νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τοῦ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ 57 ἐτῶν, ὅπως ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ἐὰν μᾶς ἐρωτήσῃ τις τὸ διατί, δυνάμεθα νὰ τῷ ἀποκριθῶμεν: «διότι οὕτω συμβαίνει καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ»...

§11ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὁ συνταγματάρχης τί ὅριον ἡλικίας ἔχει εἰς τὴν Ἀγγλίαν;

§12ΣΕΧΟΣ. Ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ὑπάρχει βαθμὸς συνταγματάρχου μὲ ὡρισμένα καθήκοντα. Συνταγματάρχης ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι τίτλος διδόμενος εἰς τοὺς στρατηγούς, καλουμένους στρατηγοὺς συνταγματάρχας, καὶ εἰς πολιτικοὺς διακεκριμένους, φέροντας τὸν τίτλον «Colonel»... Ἐὰν θέλωμεν λοιπὸν νὰ παπαγαλίσωμεν, ἂς ἐξαλείψωμεν τὸν βαθμὸν αὐτόν, καὶ ἂς μιμηθῶμεν τοὺς Ἄγγλους. Ἐὰν θέλωμεν νὰ παπαγαλίσωμεν, ἂς ἀφαιρέσωμεν τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν Ῥωσσίαν δὲν ὑπάρχει, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὴν Δανίαν. Ἐὰν θέλωμεν νὰ παπαγαλίσωμεν, ἂς κάμωμεν διοικητὰς λόχου ταγματάρχας. Ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ τάγμα ἀπαρτίζεται ἀπὸ ὀκτὼ λόχους καὶ οἱ δύο ἢ τρεῖς διοικηταὶ λόχου εἶναι ταγματάρχαι, λαμβάνοντες ἀποδοχὰς λοχαγοῦ καὶ ἐκπληροῦντες ὑπηρεσίαν λοχαγοῦ. Παπαγαλίζοντες δυνάμεθα κάλλιστα νὰ ἐφαρμόσωμεν οἱονδήποτε σύστημα, πλὴν διατὶ τάχα νὰ λέγωμεν ὅτι, ἐπειδὴ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ παρεδέχθησαν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, πρέπει νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἡμεῖς, καὶ νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν τὰς ἀρχὰς ἑνὸς στρατοῦ διακεκριμένου, οἷος εἶναι ὁ γερμανικός; Ὁ γερμανικὸς στρατὸς δὲν ἔχει ὅριον ἡλικίας. Ὅριον ἡλικίας ἔχει διὰ τὸν ἀξιωματικόν, ὅταν πρόκειται νὰ καταταχθῇ ἐν τῷ στρατῷ· δὲν τὸν θέλει πολὺ νέον, τὸν θέλει ὡρίμου ἡλικίας, διὰ νὰ ἐπιβάλληται. Αὗται εἶναι αἱ ἰδέαι μου, ἃς ἐκ καθήκοντος ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν, ἄνευ οὐδενὸς προσωπικοῦ συμφέροντος. Εὔχομαι δὲ οἱ τὰ ἐναντία φρονοῦντες νὰ ἐπιτύχωσι τὸν σκοπόν, ὃν ἐγὼ ἐπιδιώκω. Ἐγὼ ἕνα πόθον ἔχω· ἐπιθυμῶ, ὅπως τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν ἀπαρτίζηται ἀπὸ ἄνδρας ἱκανοὺς σωματικῶς, ψυχικῶς καὶ πνευματικῶς, οἷοι εἶναι οἱ πλεῖστοι εὐτυχῶς τῶν ἐν τῷ ἡμετέρῳ στρατῷ ὑπαρχόντων ἀξιωματικῶν.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλέττας ἔχει τὸν λόγον.

§14ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀκολούθους πληροφορίας. Κατὰ τὸν περὶ ναυτολογίας νόμον, οἱ κληρωτοὶ ναῦται ἑκάστης ἐτησίας ἀπογραφῆς δὲν προσέρχονται πρὸς κατάταξιν ταὐτοχρόνως, ἀλλὰ διαιροῦνται εἰς τέσσαρα τμήματα, καὶ ἕκαστον τῶν τμημάτων τούτων προσέρχεται κατὰ τριμηνίαν. Οἱ κληρωτοὶ ἑκάστης τριμηνίας, προσερχόμενοι εἰς τὸν Ναύσταθμον, ὁρκίζονται, ἐνδύονται καὶ ἀποστέλλονται εἰς Πόρον πρὸς ἐκγύμνασιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως διατάξῃ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν νὰ συντάξῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα μετὰ πόσον χρόνον ἀπὸ τῆς προσελεύσεως ἑκάστου τμήματος κληρωτῶν ναυτῶν πρὸς κατάταξιν ἀπεστάλησαν οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὸ εἰς Πόρον πρὸς ἐκγύμνασιν. Ὁ πίναξ οὗτος δέον νὰ ἄρχηται ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου μέχρι σήμερον. Πλὴν τούτου παρακαλῶ, ἐὰν ἦναι δυνατόν, ἐν τῷ πίνακι αὐτῷ νὰ σημειῶται ποῖα εἴδη ἱματισμοῦ ὑπῆρχον ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Ναυστάθμου, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἕκαστον τμῆμα προσήρχετο πρὸς κατάταξιν. Ἐλπίζω δέ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός, δίδων τὴν διαταγὴν ταύτην εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν, θὰ συστήσῃ εἰς αὐτὴν μεγάλην ἀκρίβειαν, ὅπως μὴ περιπέσῃ εἰς λάθη, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ παρεξηγηθῶσιν. Ὅταν οἱ πίνακες οὗτοι προσαχθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐζήτησα τὴν προσαγωγήν των.

§15Δ. ΚΑΪΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συμβάν τι, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν εἰς τὸν δῆμον Κορθίου τῆς Ἄνδρου καὶ τοῦ ὁποίου πιστεύω ὅτι ἔχει γνῶσιν ἐκ τηλεγραφικῶν ἀνακοινώσεων. Ὁ τελωνοσταθμάρχης Κορθίου, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμήν, περιοδεύων τὰ χωρία μὲ συνοδίαν ἑνὸς τελωνοφύλακος καὶ ἑνὸς στρατιώτου πρὸς ἀνακάλυψιν δῆθεν λαθρεμπορικῶν εἰδῶν τοῦ μονοπωλίου, ἔφθασεν εἰς τὸ χωρίον Ἀηδόνια, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ χωρίον μου. Ἐποιήσατο ἔρευναν εἴς τινα ἀποθήκην ἐκεῖ ἑνὸς Πετικοῦ, μὴ εὑρὼν δὲ οὐδὲν ἐκ τῶν εἰδῶν τοῦ μονοπωλίου, ἐνόμισεν ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ κατάσχῃ ἥμισυν σάκκον σακχάρεως, τὴν ὁποίαν εὗρε πωλουμένην λιανικῶς, ἐνῷ ἡ σάκχαρις οὔτε εἰς τὰ εἴδη τοῦ μονοπωλίου περιλαμβάνεται, οὔτε προήρχετο ἐκ λαθρεμπορίου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ συλλάβῃ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Εἰς τὸ παντοπωλεῖον ἐκεῖνο ἔτυχε νὰ παρευρίσκεται κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ κ. Ν. Καμπάνης, εἷς τῶν καλλιτέρων τοῦ χωρίου, ἀνεψιὸς τοῦ ὑποστρατήγου Καμπάνη καὶ πρωτοεξάδελφος ἰδικός μου, ὁ ὁποῖος ἔκαμε παρατήρησιν, ὅτι ἡ σάκχαρις δὲν προέρχεται ἐκ λαθρεμπορίου καὶ ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ τελωνοσταθμάρχης νὰ τὴν κατάσχῃ. Ἐπειδὴ ἔκαμεν αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ὁ κ. Καμπάνης, ἐνόμισεν ὁ τελωνοσταθμάρχης, ὅτι ὁ τρόπος ἦτο ὑβριστικός, καὶ ἐπετέθη ἐναντίον του, εἰς ἐπίμετρον δέ, διέταξε τὸν τελωνοφύλακα καὶ τὸν στρατιώτην νὰ συλλάβωσι καὶ ἀπαγάγωσιν αὐτὸν εἰς τὸ κρατητήριον, ἀπέχον ¾ τῆς ὥρας, καὶ ἐκεῖνοι ἐξετέλεσαν τὴν διαταγήν. Τοῦτο προὐξένησε θόρυβον ἐν τῷ χωρίῳ, οἱ συγγενεῖς δὲ τοῦ συλληφθέντος μετέβησαν εἰς τὴν πρωτεύουσαν καὶ εὗρον τὸν εἰρηνοδίκην καὶ τὸν ἀστυνόμον, ἔκαμαν τὰς δεούσας παραστάσεις, καὶ ὁ κ. Καμπάνης ἀπελύθη. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη κατηγγέλθη εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ἡ ὁποία θὰ πράξῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς. Παρακαλῶ ὅμως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τί ἐνήργησε πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ προσβληθέντος πολίτου. Μανθάνω ὅτι ὁ τελωνοσταθμάρχης αὐτὸς εἶναι λίαν προσφιλὴς καὶ προστατευόμενος τοῦ προϊσταμένου τοῦ τελωνειακοῦ τμήματος. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία δύναται νὰ προστατεύῃ τὰς τοιαύτας παρεκτροπάς, ἢ νὰ δικαιολογῇ ταύτας εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ὀφείλω, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου διὰ τὴν ὑβριστικὴν διαγωγὴν τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ πλέον διότι ἐσφετερίσθη ἀλλότρια καθήκοντα. Ὅθεν καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἐνήργησέ τι κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, νὰ πράξῃ τὸ καθ’ ἑαυτὸν, ὅπως ἱκανοποιήσῃ προσβληθέντα πολίτην καὶ διδάξῃ τὸν παρεκτραπέντα ὑπάλληλον, ἵνα ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του εὐλαβέστερον καὶ μὴ οἰκειοποιῆται καθήκοντα ἀνήκοντα εἰς ἄλλας ἀρχὰς καὶ οὐχὶ εἰς αὐτόν.

§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω ἐξετάσει τὴν ὑπόθεσιν.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοκκέβης ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποβάλει καὶ πέρυσι.

§18Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, καταλήγων τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἀπὸ τῆς θέσεώς του, ἐνόμισε καλὸν ν’ ἀπευθύνῃ κατ’ ἐμοῦ κατηγορίαν ἐπὶ ὡρισμένων πράξεων, τὰς ὁποίας ἐξετέλεσα καθ’ ὃν χρόνον διηύθυνα τὰ στρατιωτικὰ τῆς χώρας. Μάλιστα τὴν κατηγορίαν ταύτην ἐξήνεγκε, φρονῶν ὅτι ἠδύνατο νὰ μειώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ἣν τὸ ἀδίκημα αὐτοῦ προὐξένησεν εἰς ἅπαντα τὸν Ἑλληνικὸν κόσμον, δηλονότι ὁ αὐθαίρετος καὶ ἄδικος προβιβασμὸς, περὶ οὗ χθὲς καὶ προχθὲς ἐποιησάμην λόγον. Εἶναι κύριος νὰ ποιήσῃ τὴν κατηγορίαν, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ καὶ κατηγορητήριον, κατὰ τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον καὶ ἐγὼ νὰ ἐξετάσω τὰς ἀπευθυνθείσας πρός με κατηγορίας, διὰ νὰ γνωρίσῃ ἅπασα ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁποίου εἴδους εἶναι ἀκριβῶς αἱ κατηγορίαι, τὰς ὁποίας ἐναντίον μου ἐξήνεγκε. Καὶ πρῶτον μὲ κατήγγειλεν, ὅτι αὐθαιρέτως καὶ παρανόμως ἔταξα εἰς τὴν διαθεσιμότητα τὸν μακαρίτην συνταγματάρχην Λεωνίδαν Ἀποστολίδην. Τὸν βεβαιῶ, ὅτι τὸ ἀντίθετον ὅλως ἔπραξα· εὗρον τοῦτον ἐν διαθεσιμότητι, διὰ λόγους πειθαρχικοὺς, καὶ ἐπειδὴ ἡ διαθεσιμότης, κατὰ τὸν νόμον περὶ καταστάσεως, εἶναι ἡ κατάστασις τῶν συνταγματαρχῶν καὶ στρατηγῶν, τῶν προσκαίρως ἄνευ θέσεων, ἐνόμισα ὅτι διὰ πειθαρχικοὺς λόγους δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μεταθέσῃ εἰς τὴν διαθεσιμότητα οἱονδήποτε συνταγματάρχην ἢ στρατηγὸν, καθόσον δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὴν προβλεπομένην ὑπὸ τῶν νόμων καὶ κανονισμῶν. Ἐπανέφερον λοιπὸν τὸν συνταγματάρχην Ἀποστολίδην εἰς τὴν ἐνέργειαν, καὶ περὶ τούτου ἐποιήσατο ἐπερώτησιν καὶ ὁ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διατελῶν βουλευτὴς Πυλίας κ. Σάκκης.

§19ΣΑΚΚΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ ἡ ἐπερώτησίς μου ἀφεώρα τὸν προκάτοχον ὑμῶν Ὑπουργὸν κ. Μαστραπᾶν.

§20ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλὰ καὶ δευτέραν κατηγορίαν ἀπηύθυνε κατ’ ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι λοχαγοὺς δευτέρας τάξεως, οὓς ἔπρεπε νὰ προαγάγω εἰς πρώτης τάξεως, δὲν τοὺς προήγαγον, ἐναντίον τοῦ νόμου. Βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλὴν πᾶσαν, ὅτι οὐδένα προβιβασμὸν ἐνήργησα, καὶ λυποῦμαι ὅτι τὸ λέγω, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις ἦσαν τοιαῦται ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατεύματι, ὥστε οὔτε κατὰ τὸ 1890, οὔτε κατὰ τὸ 1892, οὔτε κατὰ τὸ 1894 ἠδυνήθην νὰ προβῶ εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων ἀξιωματικῶν διὰ προβιβασμοῦ· ἐννοεῖται βεβαίως, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι καὶ ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις τῶν προκατόχων του. Ἀλλὰ μοὶ ἀπήγγειλε καὶ ἄλλην κατηγορίαν, ὅτι ἀπόφασις τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, προσβληθεῖσα ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, ἠκυρώθη. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐπιβάλλει τὴν ποινὴν τῆς ἀργίας, τῆς δι’ ἀπολύσεως καὶ τῆς διὰ προσκαίρου παύσεως, καὶ τὴν μὲν δι’ ἀπολύσεως ἐπιβάλλει κατόπιν γνωματεύσεως Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τούτῳ συγκαλουμένου. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἔλαβον εἰς χεῖράς μου, καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπέβαλον τὴν ποινὴν τῆς ἀργίας εἰς τὸν ἀξιωματικόν. Ἂν κατὰ τὴν διαδικασίαν παρεισέφρησαν παρατυπίαι ἐκ μέρους τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου, κατὰ τί εὐθύνεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Κατὰ τί εὐθύνεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὰς παρατυπίας τῶν Στρατοδικείων; Αὗται ἀναθεωροῦνται ἐνώπιον τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου, καὶ ἂν εὑρεθῶσιν αἱ κατ’ αὐτῶν ἐνστάσεις ἀληθεῖς, ἀκυροῦνται. Ἀλλὰ κατὰ τί εὐθύνονται οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν αἱ ἀποφάσεις Στρατοδικείου καὶ Ναυτοδικείου ἀναθεωρῶνται ἕνεκα παρατυπίας; Φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐγὼ, ὁ περὶ τὰ στρατιωτικὰ εἰδικὸς, ἐφάνην οὐχὶ τόσον εἰδικὸς, ἐφάνην ἐντελῶς μὴ εἰδικὸς, αὐτὸς δὲ ἐφάνη εἰδικώτερος περὶ τὰ ναυτικὰ, καίτοι μὴ ὢν ναυτικός. Τὸν βεβαιῶ, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρξε μὴ εἰδικὸς περὶ τὰ ναυτικὰ, μὴ εἰδικώτερος ὑπῆρξε καὶ περὶ τὰ νομικά. Καὶ ταῦτα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς κατηγορίας τὰς ἀπευθυνθείσας κατ’ ἐμοῦ, ἃς ἐξωμοίωσε πρὸς κομβολόγιον, δὲν γνωρίζω πόσων πήχεων. Τὸν παρακαλῶ νὰ κρατήσῃ τὸ κομβολόγιον καὶ ἂς τὸ κρεμάσῃ ἀλλαχοῦ. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται, εἰς τὸ ζήτημα τῶν ναυτικῶν προβιβασμῶν. Ἐπειράθη νὰ μεταδώσῃ ἐσφαλμένας καὶ ἀναληθεῖς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἔφερεν ὡς παράδειγμα τὴν δίκην τὴν μεταξὺ Μιαούλη καὶ Κανάρη. Ἀβασανίστως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα, εἶπεν ὅτι ὁ Κανάρης ἐνήγαγε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὡς καταπατήσαντα τὴν ἀρχαιότητά του διὰ παρανόμου προβιβασμοῦ τοῦ συναδέλφου του κ. Μιαούλη Ἀνδρέα, καὶ ὅτι τὰ δικαστήρια ἐδικαίωσαν τὸν Ὑπουργὸν, τὸν συμφώνως πρὸς τὸν νόμον προβιβάσαντα τὸν νεώτερον καὶ παραλείψαντα τὸν ἀρχαιότερον. Τίποτε ἐξ ὅλων αὐτῶν, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν εἶναι ἀκριβές· ὁ Ὑπουργὸς προεβίβασε τὸν ἀρχαιότερον, διότι ἀρχαιότερος ἦτο ὁ Μιαούλης, ἀλλὰ παρεξήγησις ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ νῦν ὑποναυάρχου καὶ τότε πλωτάρχου Κανάρη, διότι ἐνόμισεν οὗτος ὅτι ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσεν ἀπὸ τοῦ 1864 ἕως τοῦ 1868 ὁ Μιαούλης ἐν τῷ Λιμεναρχείῳ Κωννταντινουπόλεως, δὲν ἐθεωρεῖτο ὡς ὑπηρεσία τοῦ Κράτους, καὶ συνεπῶς ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ προσμετρουμένη εἰς τὸν χρόνον πρὸς προβιβασμόν. Ἀλλὰ ὁ νόμος περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν ἄλλως ὁρίζει, διότι μόνον αἱ ἰδιωτικαὶ ὑπηρεσίαι δὲν προσμετροῦνται κατ’ αὐτόν. Ἑπομένως ὀρθῶς τὸ δικαστήριον ἐδικαίωσε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος συμφώνως πρὸς τὸν νόμον καὶ τὴν ἀρχαιότητα προεβίβασε τὸν πλωτάρχην Μιαούλην καὶ παρέλειψε τὸν πλωτάρχην Κανάρην. Καταλήγων τὸν λόγον, ἵνα μὴ ἐπανέλθω πλέον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, λέγω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἂν οὐχὶ παρανόμως, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἀδίκως κατεπάτησε τὴν ἀρχαιότητα τῶν προηγουμένων τοῦ προαχθέντος εἰς πλοίαρχον ἀντιπλοιάρχου Βουδούρη, καθόσον, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν εἶχεν οὗτος τὰ προσόντα τοῦ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοῦ, διότι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἀπὸ τοῦ 1871, ἤτοι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς κατατάξεώς του περίπου, ὑπηρέτησεν ἐπὶ τῆς βασιλικῆς νηὸς, τῆς θαλαμηγοῦ δηλονότι, ὡς ἀξιωματικός, μέχρι τοῦ 1896, καθ’ ὃν χρόνον προὐβιβάσθη εἰς πλοίαρχον, τουτέστιν ἐπὶ 25 ὅλα ἔτη δὲν ὑπηρέτησεν ἐπὶ πολεμικοῦ πλοίου, οὔτε ἐπὶ ἱστιοφόρου καταφράκτου, δὲν ἐξετέλεσεν οὔτε ἀσκήσεις, οὔτε ἐπὶ σκοπὸν βολήν. Ταῦτα νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανὰ νὰ πείσωσι πάντα, ὅτι ἡ προαγωγὴ αὕτη δὲν ἐγένετο συμφώνως πρὸ τὸ δίκαιον καὶ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας.

§21Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας ἐμετρίασε σήμερον τὴν ἐπερώτησιν αὐτοῦ, διότι εἶπεν, ὅτι εἶναι μὲν νόμιμος ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἦτο ὅμως ἄδικος. Ἀλλὰ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτε ἐπηρώτα, ὡμίλει περὶ παρανόμου πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἐὰν ἦτο ἄδικος, ἐὰν ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν ἦτο ἐπιεικής, τοῦτο ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν, ἀλλ’ ἡ οὐσία δὲν δύναται νὰ ἐξετασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καθ’ οἷον τρόπον ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτήσας. Εὐθὺς ὡς σήμερον ἐδέχθη, ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι νόμιμος, ἡ ἐπερώτησις πίπτει ἀμέσως. Ἵνα βεβαιώσω ὅμως τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι αὐτὸς δὲν ἔχει ἀκριβεῖς εἰδήσεις καὶ πληροφορίας περὶ τῆς δίκης, ἥτις διεξήχθη ἀπὸ τοῦ Πρωτοδικείου μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐξ ἀφορμῆς τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ πλωτάρχου Ἀνδρέου Μιαούλη, παραλειφθέντος τοῦ τότε πλωτάρχου κ. Μιλτιάδου Κανάρη, ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ αἰτιολογικὸν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου (ἀναγινώσκει): «Σκεφθὲν κατὰ τὸν νόμον. Ἐπειδὴ τὸ Ἐφετεῖον, ἀποφηνάμενον ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἠδύνατο κατ’ ἐκλογὴν νὰ προβιβάσῃ εἰς ἀντιπλοίαρχον τὸν πλωτάρχην Α. Μιαούλην, καίτοι τοῦ ἀναιρεσείοντος ὄντος ἀρχαιοτέρου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, δὲν παρεβίασε τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νόμου ΨΒʹ τῆς 9 Νοεμβρίου 1861 κτλ.» Τί λέγει λοιπὸν τὸ αἰτιολογικὸν τῆς ἀποφάσεως; Λέγει αὐτά, ἅτινα ὁ κ. ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς ἀνέφερεν, ὅτι δὲν ὑπελογίζετο δῆθεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ λιμενάρχου, καὶ τὰ τοιαῦτα; Παντάπασι. Ῥητῶς λέγει ὁ Ἄρειος Πάγος περὶ τῶν δύο ἀξιωματικῶν, ὅτι ὁ Μιλτιάδης Κανάρης ἦν ἀρχαιότερος τοῦ Ἀνδρέου Μιαούλη. Καίτοι δὲ ὁ νόμος περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν σιωπᾷ ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ δι’ ἐκλογῆς προβιβασμοῦ πλωτάρχου εἰς ἀντιπλοίαρχον, τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐν τούτοις ἐπεκύρωσε τὴν πρᾶξιν τοῦ προβιβασμοῦ. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι πανθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἐπερωτήσας πίπτουσιν ἄρδην ἐκ τῆς αἰτιολογίας τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὡς πρὸς τὰς ἄλλας παρατηρήσεις, ἃς ἔφερεν, ἀμυνόμενος ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπὲρ τῶν πράξεών του, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω δι’ ἐγγράφων.

§22ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐστήριξα τὴν ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ὑποπλοιάρχων, ἀλλὰ περὶ πλωταρχῶν, περὶ τοῦ δευτέρου μέρους, τὸ ὁποῖον παρέλειψεν ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ αἱ προτάσεις τοῦ ἐνάγοντος ἦσαν ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τῶν ἰδικῶν του, ὅτι δὲν προσμετρεῖται ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας. Κατὰ τί τοῦτο μετέβαλε τὴν οὐσίαν; Διότι ὁ κ. Κανάρης νομίζει ὅτι ἡ λιμενικὴ ὑπηρεσία δὲν προσμετρεῖται εἰς τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας πρὸς προβιβασμόν, ἐνῷ τοὐναντίον ὁ νόμος εἶναι σαφής, λέγων ὅτι δὲν προσμετρεῖται, καὶ δι’ αὐτὸ λέγει, ὅτι περιττὴ ἡ διαδικασία, καθόσον ὁ πλωτάρχης Μιαούλης προήχθη συμφώνως πρὸς τὸν νόμον καὶ οὐχὶ κατ’ ἐκλογήν, ἀλλὰ κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος.

§23ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός, ἀπαντῶν πρὸς τὸν ἐξ Ὕδρας ἀξιότιμον συνάδελφον, ἀνέφερε πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ λόγους, ὡς λεχθέντας δῆθεν πρὸς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ πατρός μου, λόγους ἀναφερομένους εἰς τὴν ναυτικὴν τέχνην. Ἀλλὰ τοὺς λόγους τούτους μοὶ ἀνεκοίνωσαν ἀξιότιμοι συνάδελφοι, διότι δυστυχῶς δὲν παρευρισκόμην κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς χθές, καὶ οὓς δὲν δύναμαι ἢ νὰ δεχθῶ ὡς λεχθέντας ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Καίτοι δὲν ἁρμόζει οὔτε προσήκει εἰς ἐμὲ νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, καθόσον τυγχάνω υἱὸς ἐκείνου, περὶ οὗ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμίλησεν, οὐχ ἧττον, ἵνα μὴ θεωρηθῇ ὅτι οἱ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λεχθέντες λόγοι εἰσὶν ἀληθεῖς, ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω, πεποιθὼς ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει μὲ παρεξηγήσει. Ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ἐν πάσαις ταῖς συζητήσεσιν, ἰδίως ὅμως ἐν ταῖς πολιτικαῖς, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ μᾶλλον νὰ ἐπικρατῇ ἡ καλὴ πίστις. Δυστυχῶς τοιαύτη πίστις δὲν ὑπῆρχεν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὴν χθὲς γενομένην συζήτησιν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη καὶ εἰς τὸ μέλλον εἰς αὐτὸν (θόρυβος). Λαμβάνω τὸν λόγον, διότι διὰ τῶν φράσεών του ἐκείνων οὐδὲν ἄλλο ἐπεδίωκεν ἢ νὰ ὑπονοηθῇ, ὅτι ὁ πατήρ μου δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν χρησιμότητα τῶν θωρηκτῶν πλοίων, διότι αἱ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λεχθεῖσαι φράσεις, ὡς λεχθεῖσαι δῆθεν πρὸς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ πατρός μου, εἰσὶν αὗται, ὅτι ὁ πατήρ μου οὐδέποτε ἐπεσκέφθη τὰ θωρηκτὰ, καὶ ὅτι ὅτε τὸ πρῶτον εἰσῆλθεν εἰς ταῦτα, ἐφάνη εἰς αὐτὸν ὅτι εἰσῆλθεν ὡς εἰς ἄγνωστον χώραν.

§24Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν εἶπον τοιαῦτα πράγματα, καὶ ἑπομένως, ἀξιότιμε συνάδελφε, κακῶς σᾶς ἐπληροφόρησαν.

§25ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν ἔχετε τὸ σθένος τῆς ψυχῆς, κύριε Ὑπουργέ, ἵνα ὑποστηρίξητε τοὺς λόγους, οὓς ἐκστομίζετε, καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν παρίσταται εἰς ἡμᾶς τὸ τοιοῦτον, διότι μόλις ἐπέλθῃ ἀντίῤῥησίς τις εἰς τοὺς λόγους σας, ἢ σπεύδετε ἀμέσως ν’ ἀνακαλέσητε τὰ λεχθέντα, ἢ νὰ διαβεβαιώσητε τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ λόγοι σας παρεξηγήθησαν.

§26Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀδικεῖτε ἑαυτὸν, ἐπιμένοντες. Λάβετε τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, διὰ νὰ ἴδητε, τί εἶπον.

§27ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Διὰ τὰς φράσεις ταύτας ἑπομένως λαμβάνω τὸν λόγον καὶ θὰ ζητήσω συγγνώμην παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναδράμω ἐπ’ ὀλίγον εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ καταδείξω, ἂν ὁ ναύαρχος Κανάρης ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ θωρηκτὰ πλοῖα, καὶ ἑπομένως ἂν ἦναι εἰς θέσιν νὰ διοικήσῃ ταῦτα. Ὅτε κατὰ τὸ ἔτος 1882 ἠγέρθη τὸ Αἰγυπτιακὸν ζήτημα, ἡ τότε Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ ἀποστείλῃ στόλον εἰς Ἀλεξάνδρειαν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ὑπηκόων τῆς πατρίδος μας, τοῦ στόλου δὲ τούτου τὴν διεύθυνσιν ἐνεπιστεύθη εἰς τὸν πατέρα μου. Καὶ δὲν προσήκει μὲν εἰς ἐμὲ νὰ κρίνω, ἂν ἡ σκέψις τῆς τότε Κυβερνήσεως ἦτο ὀρθὴ ἢ μὴ, βεβαιῶ ὅμως τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἀποστολὴ ἐκείνη ἐπέφερεν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα οὐ μόνον εἰς τὸ ναυτικὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πατρίδα μας, καταδείξασα εἰς τοὺς Εὐρωπαίους, ὅτι ἡ μικρὰ καὶ ἀδύνατος Ἑλλὰς ἐνεπνέετο ὑπὸ εὐγενῶν καὶ φιλανθρώπων αἰσθημάτων, σώσασα διὰ τοῦ στόλου της χιλιάδας γυναικοπαίδων ἐκ τῆς σφαγῆς ὑπὸ τῶν βαρβάρων ὀρδῶν τῶν Φελλάχων καὶ Βεδουίνων, ἐνῷ οἱ λοιποὶ στόλοι τῶν λοιπῶν Κρατῶν δὲν ἐπέτρεψαν τὴν εἴσοδον ἐν τοῖς πλοίοις αὐτῶν οὐδὲ ἑνὸς ἀτόμου κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν σφαγῶν, ἀλλ’ ἵσταντο ἀπαθεῖς θεαταὶ τῶν ὑπὸ τῶν βαρβάρων ὀρδῶν διαπραττομένων φόνων καὶ σφαγῶν τῶν χριστιανῶν! Καὶ ὅταν δὲ ὁ Αἰγύπτιος στρατὸς, βοηθούμενος ὑπὸ τοῦ μαινομένου ὄχλου, ἔθετο πῦρ εἰς τὴν πόλιν τῆς Ἀλεξανδρείας, τὰ πληρώματα τῶν Ἑλληνικῶν πλοίων διαταχθέντα ἐξῆλθον πρὸς κατάσβεσιν τῆς πυρκαϊᾶς, ἥτις ἐλυμαίνετο πλέον τὴν πόλιν, οἱ ναῦται δὲ τῶν πλοίων μας μετ’ ἀληθοῦς αὐταπαρνήσεως καὶ ἡρωϊσμοῦ οὐ μόνον κατέσβεσαν τὴν πυρκαϊὰν, ἀλλὰ καὶ πλεῖστα καταστήματα διέσωσαν ἐκ τῆς διαρπαγῆς καὶ λεηλασίας, καὶ ἐν γένει — ἵνα μὴ μακρηγορῶ — αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ παρασχεθεῖσαι ὑπὸ τῶν ἡμετέρων πολεμικῶν πλοίων, ἦσαν τοσοῦτον ἔξοχοι, ὥστε ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, λαβοῦσα γνῶσιν τῆς τοιαύτης συνδρομῆς, ἣν παρέσχεν, ἀφ’ ἑαυτοῦ ὅλως, ὁ ἀρχηγὸς τῶν Ἑλληνικῶν ναυτικῶν δυνάμεων εἰς τοὺς Βρεττανοὺς ναύτας καὶ στρατιώτας, καὶ τῆς βοηθείας, ἥτις συνέτεινεν ἀποτελεσματικῶς πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως καὶ πρὸς διάσωσιν τῆς ζωῆς καὶ περιουσίας τῶν χριστιανῶν, ἔσπευσε διὰ τοῦ ἐνταῦθα πρεσβευτοῦ της κ. Ἔγερτον, νὰ διαβιβάσῃ πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησίν μας τὸ ἀπὸ 14|26 Αὐγούστου 1882 ἔγγραφον, τοῦ ὁποίου τὴν ἀνάγνωσιν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ (ἀναγινώσκει): «Κύριε Ὑπουργέ. «Μετὰ τὴν ἐξ Ἀλεξανδρείας ἀποχώρησιν τῶν ὑπὸ τὸν Ἀραμπῆ ἀτάκτων αἰγυπτιακῶν στρατευμάτων κατὰ τὴν 12 παρελθόντος μηνὸς, καὶ ὅτε ἡ πόλις αὕτη ἦτο εἰς τὰς χεῖρας τῶν λεηλατῶν καὶ τῶν ἐμπρηστῶν, ταχεῖα βοήθεια ἐδόθη πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς Ἀνάσσης παρὰ τῶν ναυτῶν τῶν πλοίων τῆς Αὐτοῦ Ἑλληνικῆς Μεγαλειότητος. «Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνάσσης κατὰ συνέπειαν μ’ ἐπεφόρτισε νὰ ἐκφράσω πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐκτίμησιν αὐτῆς διὰ τὰ φιλικὰ αἰσθήματα, ἅτινα ἐκίνησαν τὸν ἀρχηγὸν τῶν ἑλληνικῶν ναυτικῶν δυνάμεων νὰ παράσχῃ αὐθωρεὶ πρὸς τοὺς Βρεττανοὺς ναύτας καὶ στρατιώτας βοήθειαν, ἥτις συνέτεινεν ἀποτελεσματικῶς πρὸς διάσωσιν ζωῆς καὶ περιουσίας. «Δράττομαι τῆς εὐκαιρίας, ὅπως ἀνανεώσω τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ἐξαιρέτου πρὸς ὑμᾶς ὑπολήψεώς μου. «(ὑπογ.) Egerton.» Ὅτε δὲ κατὰ τὸ ἔτος 1885 ἐκλήθη ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ καὶ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Ροβέρτος Ρώμας, ἐσκέφθη ἵνα μεταφέρῃ τὴν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου παραγγελθεῖσαν εἰς Τουλῶνα δεξαμενὴν, οὖσαν ἐπίσης ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἑτοίμην. Πρὸς τοῦτο δὲ ἀπετάθη κατὰ πρῶτον εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, οἵτινες μετὰ πολλὰς διασκέψεις ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἡ διὰ τῶν ἡμετέρων πολεμικῶν πλοίων μεταφορὰ τῆς πλωτῆς δεξαμενῆς ἀποβαίνει ἀδύνατος. Μετὰ δὲ τὴν τοιαύτην ἀπόφανσιν τῶν ἀνωτέρων ἡμῶν ἀξιωματικῶν, ὁ κ. Ρώμας ἀπετάθη πρὸς διαφόρους ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρίας, αἵτινες ὅμως, ἵνα μεταφέρωσι τὴν δεξαμενὴν ταύτην, ἀπήτουν ὑπέρογκους ναύλους καὶ ἀσφαλείας, καὶ δικαίως· διότι, ἵνα μεταφέρωσι ξυλίνην δεξαμενὴν ἐκ Τουλῶνος εἰς Καρθαγένην, παρῆλθον ἓξ μῆνες, ὡς ἐπληροφορήθην. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ζητούμενος παρὰ τῶν ἑταιριῶν ναῦλος, ὡς προεῖπον, ἦτο ὑπέρογκος, ὁ κ. Ρώμας, ὃν πράγματι ἐνθυμοῦνται οἱ κ. ἀξιωματικοὶ, συνέστησε καὶ αὖθις ἐπιτροπὴν ἐξ ἀξιωματικῶν, ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ πατρός μου, ὅστις, καὶ ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς, ἀνέλαβεν, ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ, τὴν μεταφορὰν τῆς δεξαμενῆς. Τὴν γνώμην ταύτην ἐδέχθη οὐ μόνον ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀλλὰ καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες καὶ ἀνέθεσαν τὴν διοίκησιν τῶν πλοίων εἰς τὸν πατέρα μου, ὅστις καὶ μετέφερε μετὰ 8 ἡμερῶν πλοῦν τὴν δεξαμενὴν εἰς Ναύσταθμον. Πῶς δ’ ἐχαρακτηρίσθη, ἢ μᾶλλον πῶς ἐθεωρήθη ἡ ἐντὸς τόσον βραχυτάτου χρόνου συντελεσθεῖσα μεταφορὰ τῆς σιδηρᾶς πλωτῆς δεξαμενῆς, καὶ ἐὰν ἐθεωρήθη ὡς ναυτικὸν κατόρθωμα, ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ τηλεγράφημα τῆς Α. Μεγαλειότητος, ὅπερ ἀπέστειλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. «Εἶμαι εὐτυχὴς, ἔλεγεν ὁ Βασιλεὺς, διὰ τὴν καλὴν εἴδησιν. Τοῦτο τὸ γεγονὸς διὰ τὸ ναυτικόν μας μὲ ἱκανοποιεῖ πληρέστατα. Τὰς εὐαρεσκείας μου πρὸς τὸν ναύαρχον Κανάρην.» Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δι’ οὗ ἐκοινοποίησε πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Μοίρας ἀντίγραφον τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Βασιλέως, καὶ ἐξ οὗ καταφαίνεται ποῖαι ὠφέλειαι χρηματικαὶ ἐπῆλθον εἰς τὸ Δημόσιον (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν ὑποναύαρχον Κανάρην, ἀρχηγὸν Μοίρας. «Κοινοποιοῦμεν ὑμῖν λίαν εὐαρέστως ἀντίγραφον τοῦ πρὸς ἡμᾶς τηλεγραφήματος τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Κρίνομεν δὲ καὶ ἡμέτερον καθῆκον ἀπαραίτητον νὰ ἐκφράσωμεν ὑμῖν, κύριε ὑποναύαρχε, καὶ δι’ ὑμῶν πρὸς τοὺς κυβερνήτας τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν Μοῖραν πλοίων, τὴν πλήρη εὐαρέσκειαν μας διὰ τὴν προθυμίαν καὶ τὸν μέγαν ζῆλον, ὃν ἐνδείξατε ἅπαντες κατὰ τὴν ἐκ Γαλλίας εἰς Σαλαμῖνα ῥυμούλκησιν τῆς πλωτῆς δεξαμενῆς, κατορθώσαντες ν’ ἀπαλλαγῇ τὸ Δημόσιον διὰ τῆς ἐπιμελείας καὶ δεξιότητος ὑμῶν ὑπερόγκων δαπανῶν.» Κατὰ δὲ τὴν ἀτυχῆ ἐπιστράτευσιν τοῦ 1885 τὸ Κράτος ἐνεπιστεύθη τὴν διοίκησιν τοῦ στόλου καὶ πάλιν εἰς τὸν ἐμὸν πατέρα, ὅστις ἐπὶ ὁλοκλήρους μῆνας ἐγύμναζεν οὐ μόνον τὰ πληρώματα, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικούς, οἵτινες μάλιστα ὡμολόγουν, ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οὐδέποτε εἶχον γυμνασθῆ καὶ ἐξασκηθῆ εἰς γυμνάσια τακτικῆς, καὶ ὅτι τότε μόνον ἐνόησαν τὴν πειθαρχίαν, ἥτις εἶναι ἡ βάσις παντὸς στρατεύματος. Ἐν γένει δὲ ὁ στόλος ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ πατρός μου κατέστη τοιοῦτος, ὥστε ἡ ὅμορος ἐπικράτεια, φοβηθεῖσα, ἐπεζήτησε καὶ δυστυχῶς ἐπέτυχε τὸν πρωτοφανῆ εἰς τὴν ἱστορίαν ναυτικὸν ἀποκλεισμὸν τῆς πατρίδος μας. Ὅτε δὲ ἐπῆλθεν ἡ λῆξις τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν θὰ ἐνθυμῆται, καὶ ἡ μοῖρα τοῦ στόλου διελύθη, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Θεοτόκης, εἰς ὃν πράγματι χάριτας ὀφείλει ἅπαν τὸ ναυτικόν, διότι δι’ ἔργων καὶ οὐχὶ διὰ λόγων εἰργάσθη ὑπὲρ τῆς προόδου αὐτοῦ,—πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Θεοτόκην ὀφείλεται οὐ μόνον ἡ συγκρότησις τῆς τε προπαιδευτικῆς μοίρας καὶ τῆς μοίρας τῶν γυμνασίων, ἀλλὰ καὶ ἡ διὰ νόμων ἀναδιοργάνωσις τοῦ ναυτικοῦ, ὥστε, ἐάν ποτε ἡ πατρὶς ἤθελε ῥιφθῆ εἰς πόλεμον, νὰ δύνηται τοῦτο ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τοὺς προαιωνίους πόθους τοῦ ἔθνους. Καὶ εἰργάζετο ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἄνευ θορύβου καὶ πατάγου, ἔχων ὡς σκοπὸν οὐχὶ τὴν ἐπίδειξιν, ἀλλὰ τὴν πραγματικὴν ὀργάνωσιν τοῦ ναυτικοῦ, δι’ οὗ, ὡς ἔλεγε, θέλομεν ἐπιτύχει τὴν πραγμάτωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων μας,—ὅτε, λέγω, ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὁ κ. Θεοτόκης μετέθεσεν ἐκ τῆς θέσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στόλου τὸν ναύαρχον Κανάρην εἰς τὴν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἀκριβῶς πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ ἱεροῦ σκοποῦ, ὃν ἐπεδίωκε, τουτέστι τοῦ σκοποῦ τῆς πραγματικῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ ναυτικοῦ. Διὰ τοῦτο δὲ πολλάκις παρήγγελλεν αὐτῷ νὰ ἐνεργῇ ἐπιθεωρήσεις, ὥστε, ἐὰν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τούτων ἀνευρίσκοντο ἐλλείψεις, νὰ σπεύδῃ πρὸς ἀνόρθωσιν τούτων καὶ νὰ ὑποβάλλῃ δι’ ἐκθέσεων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τὰς παρατηρήσεις του. Τὰς ἐκθέσεις δὲ ταύτας ἐὰν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἤθελε νὰ ἴδῃ καὶ μελετήσῃ, βεβαίως θὰ ἀνεύρισκε ταύτας εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου, ὡς καὶ τὰς ἐκθέσεις, δι’ ὧν ὑπεδεικνύετο ἡ συμπλήρωσις τοῦ ὁπλισμοῦ τῶν θωρηκτῶν πλοίων, καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἀμύνης, ὡς καὶ ὁ καταλληλότερος τρόπος τῆς συνθέσεως τοῦ στόλου, καὶ ἃς ὑπέβαλεν, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Σκουλούδη ἢ τοῦ κ. Κριεζῆ. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι δὲν ἔχει λάβει γνῶσιν τῶν τοιούτων ἐκθέσεων, ἀλλ’ ὅ,τι εἶπεν ὅτι πρὸς αὐτὸν εἶπεν ὁ πατήρ μου, τὸ εἶπεν ἀπὸ σκοποῦ, ἵνα ἐλέγξῃ τοὺς προκατόχους αὑτοῦ Ὑπουργοὺς, ὡς μὴ ἐργασθέντας, καὶ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξίν του, δι’ ἧς μετέθεσεν εἰς τὴν τάξιν τῶν διαθεσίμων τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ στόλου. Ἑπομένως εἶχον ἢ δὲν εἶχον δίκαιον νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι πάνθ’ ὅσα εἶπεν ὅτι ἐλέχθησαν πρὸς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ πατρός μου, εἰσὶν ἀναληθῆ; Διὰ τὴν ἀπασχόλησιν ταύτην ἐπὶ ὅλως προσωπικοῦ ζητήματος ζητῶ παρ’ ὑμῶν, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, συγγνώμην, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι σκοπὸν δὲν εἶχον νὰ ἐξάρω τὰς ὑπὸ τοῦ πατρός μου παρασχεθείσας εἰς τὸ Κράτος ὑπηρεσίας, οὔτε νὰ ἐπιζητήσω διὰ ταύτας ἔπαινον, διότι τὸ τοιοῦτον καὶ διὰ τὴν οἰκογένειαν καὶ δι’ ἐμὲ θὰ ἦτο ὅλως ἀνάξιον καὶ εὐτελές, ἀλλὰ νὰ θέσω φίμωτρον εἰς τὸ στόμα τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου, οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ νὰ δυσφημῇ πάντας τοὺς προκατόχους Ὑπουργοὺς, ὡς καὶ τοὺς ἀξιωματικούς, ὧν προΐσταται (Θόρυβος). Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι πρέπον, εἶναι προσῆκον εἰς Ὑπουργὸν — ἐπιτρέψατέ μοι τὴν φράσιν — νὰ ὑβρίζῃ τοὺς ὑπ’ αὐτόν; Καὶ δὲν εἶναι ὕβρις, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅταν μετὰ στόμφου ἀναγγέλλῃ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, ὅτι καλώδιον ἀξίας ἑκατομμυρίων ἐχάθη ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Ναυστάθμου; ὅτι διάφορα ὑλικὰ ἐκλέπτοντο, ὧν τὴν ἐπιτήρησιν εἶχον ἀξιωματικοί; Καὶ δὲν ἦτο ὕβρις, ὅταν, δικαιολογῶν ἓν τῶν παραμορφωτικῶν νομοσχεδίων, ἅτινα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, ἔλεγεν ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν ὠσφράνθησαν τὴν πυρίτιδα τοῦ πολέμου, ἀλλὰ τὴν τοῦ χαιρετισμοῦ; Ἐπίσης πῶς ἄλλως θέλετε νὰ χαρακτηρίσω τὰς φράσεις, ἃς χθὲς εἶπεν ὅτι εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ πατήρ μου, πῶς ἄλλως ἢ ὡς ὕβριν; Καὶ σημειώσατε τοῦτο καλῶς εἰς τὴν μνήμην σας, ὅτι, ἂν μετά τινας ἡμέρας ἐγερθῇ συζήτησίς τις ἐπὶ τῶν ναυτικῶν, δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἀναγνώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκθέσεις τοῦ πατρός μου περὶ τῶν θωρηκτῶν πλοίων, διότι τοιοῦτος δυστυχῶς εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, ἔπραττον καὶ ἔλεγον καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοί, ὅ,τι ὑμεῖς, πῶς ἠθέλομεν χαρακτηρισθῆ; Βεβαίως θὰ ἐχαρακτηριζόμεθα ἢ μᾶλλον θὰ ἐπαριστάμεθα, οὐχὶ ὡς Κράτος ἔχον νόμους, ἀλλ’ ὡς ἄθροισμα ἀνθρώπων πραττόντων ὅ,τι ἂν βούλωνται. Ἀλλ’ ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ, ἐὰν ἐπείσθητε ὅτι ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ καταχρασταὶ, ἢ ἀνίκανοι, διατὶ δὲν ἐφαρμόζετε ὅ,τι οἱ νόμοι κελεύουσι; Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν πράττετε ὅ,τι οἱ νόμοι διατάττουσι, μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὀφείλετε νὰ σέβησθε καὶ νὰ τιμᾶτε αὐτούς.

§28Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κατὰ πρῶτον λέγω, ὅτι οὐδεμίαν ἔχω ἀφορμὴν πάθους κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου πατρὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἀφορμὴν ἔχω τοὺς ἐκλογικοὺς ἀγῶνας Ἀττικῆς, ἐν αὐτοῖς ὁ πατὴρ αὐτοῦ πάντοτε ἀπέτυχεν...

§29ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἀπατᾶσθε!

§30ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Οὐδένα λόγον ἔχω πάλιν νὰ ἔχω ἀφορμὰς πάθους καὶ ἔχθρας πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Μιλτ. Κανάρην, οὔτε φιλοδοξῶ τὰς ἐπωμίδας τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ ναυτικοῦ, ὥστε νὰ ὑποτεθῇ ἴσως, ὅτι ὑπάρχει κρύφιός τις λόγος, ἵνα ἐνεργήσω ὡς ἐνήργησα. Ἀλλὰ δικαιολογῶ τὸν κ. συνάδελφον, μετὰ τοσαύτης ὀργῆς ἀγορεύσαντα, ὡς ἐκ τῆς ἀπουσίας αὐτοῦ ἐκ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Ἐὰν παρίστατο ἐνταῦθα, ἤθελεν ἴδει, ὅτι περὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ἀξιοτίμου πατρὸς αὐτοῦ οὐδεὶς ἐγένετο λόγος. Βεβαίως ὅλαι αἱ ἐργασίαι, ἃς ἠρίθμησεν, εἰσὶ σπουδαιόταται, καὶ ἡ μετάβασις αὐτοῦ εἰς Ἀλεξάνδρειαν καὶ ἡ μεταφορὰ τῆς πλωτῆς δεξαμενῆς εἶναι ἔργα λίαν σπουδαῖα. Καὶ δὲν εἶναι ταῦτα μόνον· θὰ εἶναι καὶ ἄλλα, ἅτινα ἐκ μετριοφροσύνης, λίαν δεδικαιολογημένης, δὲν ἀνέφερεν ὁ υἱὸς τοῦ κ. Κανάρη. Ἀλλὰ περὶ τούτων δὲν ἐπρόκειτο χθές. Κατηγορήθην, ὅτι κατήργησα τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στόλου, ἐγὼ δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων εἶπον, ὅτι νόμος περὶ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στόλου δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ποτέ. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶχε τροπολογηθῆ κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου, τοῦ κυροῦντος αὐτὸν, παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη κατὰ τὸ 1889 ἔτος, ὡς προχθὲς διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα. Ἑπομένως διορισμὸς ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στόλου εἰς οὐδεμίαν διάταξιν νόμου ἐβασίζετο. Ἰδοὺ διατὶ διέγραψα ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν σχετικὴν πίστωσιν. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος, ὅτι τουτέστι δὲν εἶναι ἀληθῆ ἐκεῖνα, ἅτινα χθὲς ἀνέφερα, ὅτι τουτέστιν οὐδέποτε ἐνηργήθη ἐπιθεώρησις τοῦ στόλου, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐπανειλημμένως, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἐργασία περὶ ἐπιθεωρήσεως τοῦ στόλου νομοθετικὴ, μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔκθεσις περὶ ἐπιθεωρήσεως τοῦ στόλου. Ἐὰν ἡ ὑπηρεσία ἐπλανήθη, πρῶτος ἐγὼ θέλω σπεύσει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι αἱ πληροφορίαι δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀδικήσω τινὰ, θέλω ἐρωτήσει αὖθις τὴν ὑπηρεσίαν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἔκθεσις εἴτε τοῦ ἀξιοτίμου πατρὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ, εἴτε ἄλλου ἐπιθεωρητοῦ, ἐγὼ δὲ πρῶτος θέλω σπεύσει νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐκ πλάνης ἐβεβαίωσε πράγματα οὐχὶ ἀκριβῆ, ἐὰν ὅσα εἶπον δὲν ἦναι ἀκριβῆ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος τόσης ἀγανακτήσεως, ὅταν οὐδεὶς ἠρνήθη τὰς ὑπηρεσίας τοῦ πατρὸς τοῦ κ. ἐκ Ψαρῶν Βουλευτοῦ. Τὸ πρᾶγμα ἦν καθαρώτατον, καὶ περιεστράφη εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα καὶ τώρα πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξα, ὅτι δὲ ὁ κ. Κανάρης ἐβεβαίωστεν ἐμὲ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅτι αὐτὸς οὐδέποτε ἐπεθεώρησε τὰ θωρηκτὰ, καὶ ὅτι οὐδέποτε συνέταξεν ἐκθέσεις ἐπιθεωρήσεως, πρῶτον βεβαιῶ τοῦτο ἐπισήμως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης.

§31Α. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀκριβέστατον, διότι δὲν διετάχθη, οὐχὶ ὅμως, ὅτι δὲν ἐπεσκέφθη τὰ θωρηκτά.

§32ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν βεβαιῶ ἐπισήμως, ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς, ἣν ἐκπροσωπῶ, ὅτι ὁ ὑποναύαρχος Κανάρης ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὡς προϊστάμενος τῆς ἐπιτροπῆς, μὲ ἐβεβαίωστεν, ὅτι οὐδέποτε ἐπεθεώρησε τὰ θωρηκτὰ τοῦ στόλου, καὶ ὅτι οὐδέποτε συνέταξεν ἔκθεσιν περὶ αὐτῶν· τοῦτο δὲ ἤκουσαν καὶ πάντα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ὧν εἷς τὸν κ. συνάδελφον δύναμαι νὰ δώσω κατάλογον. Ταῦτα εἶχον νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναπτύξῃ ἀπὸ τῆς θέσεως αὑτοῦ.

§33ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ δώσω ἀπάντησιν δι’ ὅσα ἄλλοτε ἐλέχθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτε δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πυλίας περὶ πράξεώς μού τινος, ἣν ἐθεώρησε παράνομον, καὶ τὰ ὁποῖα ἔμαθον ἤδη παρὰ τοῦ προλαλήσαντος κ. Βουλευτοῦ Ὕδρας. Ἂς μάθῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα νὰ θέτῃ εἰς διαθεσιμότητα τοὺς ὑποστρατήγους καὶ τοὺς συνταγματάρχας· ἐπὶ ἄλλων βαθμῶν διαθεσιμότης δὲν ὑπάρχει· οὗτοι τίθενται εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως κατόπιν γνωματεύσεως πειθαρχικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον συγκαλεῖται ἐπὶ τούτῳ. Οἱ λόγοι, δι’ οὓς τίθεται ὑποστράτηγος ἢ συνταγματάρχης εἰς διαθεσιμότητα, ἔγκεινται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ πρᾶξις μου αὕτη δὲν φέρει χαρακτῆρα παραβιάσεως τοῦ νόμου, καὶ δὲν ἦτο λόγος νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δῆθεν ἐξετέλεσα παρανομίαν, διότι ἔθεσα εἰς διαθεσιμότητα τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα συνταγματάρχην.

§34ΣΑΚΚΗΣ. Κατὰ τὸ 1892 ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν πρὸς τὸν τότε κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῆς ὑπαγωγῆς εἰς τὴν διαθεσιμότητα τοῦ μακαρίτου συνταγματάρχου Λ. Ἀποστολίδου, ζητῶν νὰ πληροφορήσῃ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Τσαμαδὸς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὁ παρὰ τοῦ προκατόχου του τεθεὶς εἰς διαθεσιμότητα συνταγματάρχης Ἀποστολίδης ἐτέθη νομίμως ἢ ὄχι. Τὴν πληροφορίαν ταύτην, ὤφειλον νὰ ζητήσω κατὰ καθῆκον, ὅπερ εἶχον πρὸς αὐτὸν, ὡς συμπολίτην μου ἀδικηθέντα, ὡς θὰ ἔπραττον καὶ διὰ πάντα πολίτην ἀδικούμενον, ἵνα ἴδω, ἐὰν ἡ πρᾶξις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Μαστραπᾶ ἦτο νόμιμος ἢ ὄχι. Νομίζω δὲ, ὅτι ἓν ἐκ τῶν καθηκόντων παντὸς Βουλευτοῦ εἶναι καὶ τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει, νὰ ἐλέγχῃ τὰς πράξεις πάσης Κυβερνήσεως. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἐξετέλεσα ἄνευ ὀπισθοβουλίας τινὸς διὰ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν κ. Μαστραπᾶν. Κατὰ πόσον αἱ αἰτιάσεις μου ἐκεῖναι ἦσαν βάσιμοι ἢ ὄχι, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι ὁ κ. Τσαμαδὸς, ἀναγνωρίσας, ἂν μὴ τὸ παράνομον, τοὐλάχιστον τὸ ἄδικον τῆς πράξεως τοῦ προκατόχου του, ἐπηνώρθωσε τὸ ἀδίκημα, ἐπαναγαγὼν εἰς τὴν ἐνεργὸν τοῦ στρατοῦ ὑπηρεσίαν τὸν μακαρίτην Ἀποστολίδην εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπερώτησίν μου ἐκείνην.

§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καταθέτω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἵνα ἀγορασθῇ γήπεδον ἐκ πήχεων τετραγ. 936 καὶ 36/100 ἀντὶ δραχ. 37,000. Τὸ γήπεδον αὐτὸ κεῖται παρὰ τὸν κῆπον τῶν Ἀνακτόρων.

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 150). Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ κατέθεσε τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τριῶν νομοσχεδίων περὶ χορηγίας διαφόρων πιστώσεων. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 151–153). Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;

§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἀνάγκην πληροφοριῶν τινων, μετ’ ἐμοῦ δ’ ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θὰ αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην τῶν αὐτῶν πληροφοριῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων περὶ τῆς διοργανώσεως διαφόρων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ διευθύνει, καὶ διαφόρων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Ἔμαθον ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος συνέστησεν ἐπιτροπὴν μικτὴν ἐκ διαφόρων ἀξιωματικῶν, εἰς ἣν ἀνέθηκε τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν πλοίων τοῦ ἡμετέρου στόλου, καὶ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ὑπέβαλεν αὐτῷ ἔκθεσιν ἢ μᾶλλον πολλὰς ἐκθέσεις, δι’ ὧν ὑπεδείκνυε τὰ δεόμενα ἐπισκευῆς ἢ ἀντικαταστάσεως ἐν τοῖς ἡμετέροις πλοίοις. Τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἢ τὰς ἐκθέσεις, ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔχει δυσκολίαν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπίσης παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, εἰς τί διετέθησαν δύο πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ὡς ἐκτάκτους πιστώσεις διὰ Β. Διαταγμάτων, κατὰ τὴν 25 Μαΐου καὶ τὴν 19 Αὐγούστου τοῦ ἔτους τούτου, τὴν μὲν ἐκ δραχ. 200,000, τὴν δὲ ἐκ δρ. 1,512,000, αἵτινες ἀμφότεραι κατελογίσθησαν ὑπὸ κεφ. 2 τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπὸ τὸν τίτλον «ἐπισκευὴ λεβήτων καὶ μηχανῶν τοῦ στόλου». Παρακαλῶ δ’ αὐτὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν τὰ ποσὰ ταῦτα διετέθησαν ἤδη διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν πλοίων τοῦ στόλου, καὶ μέχρι τίνος σημείου προὐχώρησαν αἱ διαταχθεῖσαι πρὸς τοῦτο ἐργασίαι, καὶ πῶς ἢ ποῦ ἐκτελοῦνται αἱ διαταχθεῖσαι ἐπισκευαὶ καὶ κατασκευαὶ ἀτμολεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν. Θὰ ἦτο εὐχάριστον, ἂν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς κατέθετεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν πλήρη τὴν πληροφορίαν, ἣν ζητῶ, ἵνα μὴ ἐπανερχώμεθα εἰς ἐπανειλημμένας αἰτήσεις. Καταθέτω καὶ σημείωμα γραπτὸν εἰς τὸ Προεδρεῖον περὶ τούτου.

§38Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ ἄλλας ἐπερωτήσεις κατέθηκεν, ὡς πρὸς ἃς ἔδωκα τὰς δεούσας πληροφορίας. Ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, ἣν σήμερον ὑπέβαλεν, ἐπιφυλάττομαι νὰ ἀπαντήσω κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς πιστώσεως, διότι ἡ πίστωσις αὕτη θέλει συζητηθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἐπειδὴ ἐδόθη δι’ ἐκτάκτου πιστώσεως, ἑπομένως δύναται νὰ γένηται εὐρεῖα συζήτησις τότε, ἂν ἐπιθυμῆτε, καὶ θέλετε λάβει ὅλας τὰς περὶ τούτου πληροφορίας. Πληροφορῶ ὅμως ὑμᾶς ἀπὸ τοῦδε τὰ ἑξῆς· ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐζήτησε παρομοίας πληροφορίας, εἰς ταύτην δὲ ἀπέστειλα σήμερον, ἢ χθὲς, νομίζω, τὸ ἔγγραφον, οὗτινος δυνάμει ἐζήτησα τὴν παραχώρησιν τῶν πιστώσεων τούτων παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐκεῖ δὲ, εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο, εὑρίσκεται ἀναλελυμένη ὅλη ἡ μέλλουσα δαπάνη διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν πλοίων. Ἀλλὰ ταῦτα εὐρύτερον θέλουσι συζητηθῆ τότε, ἂν ζητήσητε.

§39ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορισθῶμεν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην· παρακαλῶ νὰ προσαχθῶσι πρὸ τῆς συζητήσεως, διότι ἄλλως ἐν μεταμεσονυκτίαις ὥραις, καθ’ ἃς γίνεται ἡ συζήτησις πολλάκις μετὰ σπουδῆς καὶ βίας, καὶ κατὰ τὴν κόπωσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται τότε ἡ Βουλὴ, δὲν θὰ ἦναι εὔκολον ν’ ἀντιληφθῇ αὐτῶν ἀμέσως. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητῶ, ἀνάγονται εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, γνωρίζομεν δὲ, πῶς συζητεῖται ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ τὰς ὥρας ἐκείνας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ προσαχθῶσιν ἀπὸ τοῦδε, καθόσον πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος.

§40Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὰ νομοσχέδια συζητοῦνται κατὰ τρεῖς διαφόρους συζητήσεις. Ἑπομένως, ἂν δὲν δοθῶσι κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν αἱ πληροφορίαι, θέλουσι δοθῆ κατὰ τὴν δευτέραν, ἢ καὶ τρίτην. Ἐγὼ θέλω προσπαθήσει ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ προσαγάγω τὰς ζητουμένας πληροφορίας. Μόνον μίαν παρατήρησιν ἤθελον ἀπευθύνει πρὸς ὑμᾶς περὶ τῶν ἐκθέσεων τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῶν λεβήτων καὶ τῶν μηχανῶν τοῦ στόλου. Τὰς ἐκθέσεις ταύτας δύνασθε βεβαίως νὰ μοὶ κάμητε τὴν τιμὴν νὰ ἴδητε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, δύναμαι νὰ δώσω ὑμῖν αὐτὰς καὶ ἰδιαιτέρως. Ἂν δὲ νομίσητε, ὅτι δύνασθε νὰ ποιήσητε περὶ τούτων λόγον ἐν τῇ Βουλῇ, ἀφήνω ὑμᾶς νὰ ἐκτιμήσητε.

§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου εἴμεθα σύμφωνοι ἀμφότεροι. Μεριμνῶμεν περὶ τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ βεβαίως.

§42ΣΤΑΗΣ. Ἀπορῶ, πῶς ἠξίωσεν ὁ υἱὸς τοῦ Κανάρη νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς φράσεις, αἱ ὁποῖαι τόσον συχνὰ ἐξέρχονται ἐπιπολαίως ἐκ τῶν χειλέων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν...

§43Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ δηλώσητε εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι, ὁσάκις ὑβρίζῃ, ἐγὼ οὐδέποτε θέλω τὸν ἀξιώσει ἀπαντήσεως, οὐδὲ θὰ ζητήσω νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.

§44ΣΤΑΗΣ. Οὔτε ὕβρισα, οὔτε ὑβρίζω, ἀλλὰ τὰ γεγονότα, ἐκτιθέμενα γυμνὰ, ὡς ἐγὼ συνήθως τὰ ἐκθέτω...

§45Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δι’ αὐτὸ εἶναι ἄσεμνα.

§46ΣΤΑΗΣ. .. Βεβαίως τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα σᾶς καταγγέλλομεν, ἐκτιθέμενα γυμνὰ, εἶναι τόσον ἄσεμνα, ὥστε δὲν δύνανται παρὰ νὰ σᾶς προσβάλλουν. Ἀπορῶ, ἐπαναλέγω, πῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Ψαρῶν ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὰ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν λεχθέντα περὶ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, διότι πάντες ἠκούσαμεν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐπιθεωρήσεως τοῦ στόλου, ἀλλὰ περὶ ἐπισκέψεως, διότι ῥητῶς ἐλέχθη, ὅτι ὁ Κανάρης δὲν εἶχεν ἐπισκεφθῆ ποτὲ τὰ θωρηκτά. Ἀπορῶ, πῶς ἐλησμόνησεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἰσάγων ἄλλοτε νομοσχέδιον περὶ μηχανικῶν τοῦ στόλου, διεβεβαίου ὅτι δὲν ἔχει μηχανικοὺς τὸ πολεμικὸν Ναυτικόν...

§47Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδέποτε!

§48ΣΤΑΗΣ. Τὸ εἴπετε· καὶ ὅταν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας εἴδετε τὴν ἐξέγερσιν, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη καθ’ ὑμῶν, καὶ σᾶς ἀνέφερον τ’ ἀποτελέσματα τῶν πληροφοριῶν ἐκείνων, ἠναγκάσθητε ν’ ἀναιρέσητε ὅ,τι εἴχετε εἰπεῖ... Ἀπορῶ, πῶς ἐλησμόνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ στόλου, τὸν ὁποῖον κατώρθωσε νὰ διορθώσῃ μὲ 170,000 δραχμάς.

§49Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀνακριβέστατον. Καὶ τοῦτο οὐδέποτε ἐλέχθη.

§50ΣΤΑΗΣ. Καὶ αὐτὸ τὸ εἴπετε, κύριε Ὑπουργέ. Τὸ ἐνθυμεῖται ὁ κόσμος ὅλος· εἶναι δὲ ἀναγεγραμμένον εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Ἐγὼ μάλιστα, ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅταν τὸ ἐλέγετε, ὁ κ. Θεοτόκης σᾶς διέκοψε καὶ σᾶς συνεχάρη, διότι μὲ 170 χιλιάδας δραχμὰς κατωρθώσατε νὰ διορθώσητε τὸν στόλον καὶ νὰ τὸν καταστήσητε ἀξιόμαχον.

§51Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἦτο ἁπλῆ εὐφυολογία τοῦ κ. Θεοτόκη, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀπήντησα.

§52ΣΤΑΗΣ. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν τὴν μεγάλην ἱστορίαν περὶ συστάσεως ταμείου κατασκευῆς λεβήτων καὶ μηχανῶν τοῦ στόλου, καὶ τί ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ πῶς ἀνῄρεσε τοὺς λόγους του τὴν ἑπομένην, ὅτε ἐξηλέγχετο ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ πολιτεία σας, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ μία ἀναίρεσις. Ἀναίρεσις τῶν χθὲς λεχθέντων κατὰ τὴν σήμερον, καὶ τῶν σήμερον λεχθέντων κατὰ τὴν αὔριον. Καὶ περὶ μὲν τῶν λεγομένων τοῦ κ. Λεβίδου οὐδὲ ὁ υἱὸς τοῦ Κανάρη οὐδὲ ἄλλος τις ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ. Περὶ τῶν πράξεων ὅμως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ Πολιτεία ἔχομεν καθῆκον νὰ μεριμνῶμεν, μάλιστα δὲ ὅταν αἱ πράξεις του ἦναι ὀλέθριαι εἰς τὴν Πολιτείαν. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὰ χθὲς καὶ σήμερον καταγγελθέντα παρὰ τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας κ. Τσαμαδοῦ περὶ τῶν κατ’ ἐκλογὴν γενομένων προβιβασμῶν, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐξετάσω μόνον τὸ γεγονὸς, ὅτι ἄλλος τις Ὑπουργὸς ἀχρόου Ὑπουργείου καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τῆς ξηρᾶς, μόνον αὐτοὶ προήγαγον κατ’ ἐκλογὴν, καὶ τοῦτο, ἵνα ἐνσπείρωσι τὴν διχόνοιαν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, ἵνα διασπείρωσι μίση ἀδιάλλακτα μεταξὺ αὐτῶν (αἴσθησις). Ἡ πολιτεία ὑμῶν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, εἰς οὐδὲν ἄλλο τείνει, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ χωρίσῃ τὸν κατὰ θάλασσαν στρατὸν, καὶ τὸν ἐχώρισε πράγματι. Πολλάκις δὲ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ σᾶς δώσω νύξεις, ὅτι ἡ πολιτεία ὑμῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀναμφιβόλως δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τὴν μέλλουσαν δρᾶσιν...

§53Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μείνατε ἥσυχος.

§54ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ μένω ἥσυχος, ἂν πρόκειται νὰ δράσητε ὡς ἐδράσατε κατὰ τὴν 13 Μαΐου.

§55Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅπως ἐδράσατε σεῖς, ὅταν σᾶς ἔφυγε τὸ τιμόνι πλησίον τῆς Ὕδρας.

§56ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶχον δύναμιν νὰ ἐξαναγκάσω ὑμᾶς νὰ ἐκτελέσητε τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἐδίδετε ἐν ἀγνοίᾳ πάντων τῶν συναδέλφων σας Ὑπουργῶν...

§57Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ψεύδεσθε! (Θόρυβος).

§58ΣΤΑΗΣ. Μὲ τὰς διαψεύσεις δὲν γλυτώνετε, κ. Ὑπουργέ, προκαλεῖτε μόνον τὸν οἶκτον. Δὲν θέλω νὰ εἴπω περισσότερα. Ἕν μόνον θέλω νὰ προσθέσω, ὅτι εἷς ναυπηγὸς καὶ εἷς ὑπαξιωματικὸς τορπιλλητὴς κατώρθωσαν νὰ τρέψουν εἰς ἄτακτον φυγὴν τέσσαρα τουρκικὰ σκάφη διὰ μιᾶς ἀτμακάτου, ἡ ὁποία, πρέπει νὰ ὁμολογήσουν, ὅτι ἦτο εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν. Διὰ τῆς ἀτμακάτου ἐκείνης κατωρθώθη ἀπὸ τῆς 24 Ἰουλίου μέχρι τῆς 17 Αὐγούστου κανὲν τουρκικὸν πλοῖον νὰ μὴ ἐμφανισθῇ οὔτε εἰς τὸ Καστέλλι τῆς Κισσάμου, οὔτε εἰς τὸ Σέλινον, οὔτε εἰς τὰ Σφακιά, οὔτε εἰς τὰ ἄλλα παράλια τῆς Κρήτης. Ταῦτα εἶναι γεγονότα, κύριε Ὑπουργέ, τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε παρὰ πάντων τῶν Κρητῶν, οἱ ὁποῖοι προηγουμένως ἔτρεμον, συνεπείᾳ μάλιστα τῶν διαδόσεων, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφοντο εἰς τὴν «Πρωΐαν», ὅτι τουρκικὰ τορπιλλικὰ καὶ καταδρομικὰ σκάφη κατέπλευσαν εἰς τὴν Κρήτην. Πάντες ἐζήτουν τὴν συνδρομὴν τῆς ἀτμακάτου, ἡ ὁποία διέτρεχε μὲν 8 μίλια, εἶχεν ὅμως δύο τορπίλλας φοβεράς. Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀτμάκατος, δὲν γνωρίζω ἂν οἱ μεταβάντες εἰς Κρήτην ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ θὰ ἔφθανον ἐκεῖ. Ἀλλὰ δὲν ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν γεγονότων τούτων. Ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα καταστήσω γνωστὸν, καὶ ὀφείλουν νὰ τὸ μάθουν πάντες, ὅτι ἐν τῷ ναυτικῷ ὑπάρχουν διαιρέσεις καὶ μίση ἄσπονδα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διὰ τῆς πολιτείας αὑτοῦ ἰδίως πρὸς τὰ ὑψηλὰ πρόσωπα, ὑπεκκαίει οὕτω τὰ μίση, ὥστε βεβαίως ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον, καὶ ἰδίᾳ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης.

§59Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ ἐκτιμῶσι τοὺς λόγους σας.

§60ΣΤΑΗΣ. Ἀγνοεῖ βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐπέκειντο πρό τινων ἡμερῶν, ἴσως καὶ σήμερον ἐπίκεινται, μεθαύριον δ’ ἴσως λάβωσι χώραν γεγονότα πολὺ σημαντικώτερα τῶν γεγονότων τῆς 20 Νοεμβρίου· διότι, ἂν τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο εἶχε καὶ ἄλλας ἀφορμὰς, εἶχεν ἐπίσης καὶ τὴν διαίρεσιν τὴν προκληθεῖσαν ὑπὸ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.

§61ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἀναμιγνύητε τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα.

§62ΣΤΑΗΣ. Δὲν θὰ μὲ διδάξητε πῶς θὰ διεξαγάγω τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλῶ. Εἶσθε δὲ πολὺ ἠπατημένοι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἐν τῇ Βουλῇ εὑρισκόμενοι, νομίζοντες ὅτι δύνασθε νὰ κανονίσητε τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως ἑκάστου Βουλευτοῦ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. Ἐὰν σεῖς ἀντιπροσωπεύετε τὸν στρατὸν ἀμέσως, ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύομεν καὶ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ἔθνος.

§63ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Δὲν γνωρίζετε τί συμβαίνει. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.

§64ΣΤΑΗΣ. Ἂν σεῖς ἐνδιαφέρεσθε ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, διότι εἶσθε μέλη αὐτοῦ, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι καὶ ἡμεῖς, ἂν ὄχι περισσότερον, ἀλλ’ ἐξ ἴσου πρὸς ὑμᾶς ἐνδιαφερόμεθα ὑπὲρ αὐτοῦ. Καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἀπεκρούσαμεν δίκαια παράπονα ἀξιωματικῶν, ἵνα μὴ γεννήσωμεν τοιοῦτον ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ, διότι γνωρίζομεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο ἐπικίνδυνον, διότι γνωρίζομεν, ὅτι δὲν λείπει ἢ μόνον τὸ πῦρ, ἵνα τὸ ἡφαίστειον ἀναφλεγῇ, δὲν εἴμεθα δὲ ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ θέσωμεν τὴν πυράν. Ὀφείλομεν ἐν τούτοις νὰ εἴπωμεν, ὅτι αἱ τοιαῦται διακρίσεις εἶναι ἄδικοι. Διότι ἀδίκως παρηγκωνίσθη ὁ κ. Γονατᾶς κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιθεώρησιν, θεωρηθεὶς στάσιμος ἀξιωματικὸς, ὅμοιον τοῦ ὁποίου θὰ ἐκαυχᾶτο καὶ αὐτὴ ἡ Γερμανία, ἐὰν εἶχε. Διότι ἀδίκως παρηγκωνίσθη ὁ διακεκριμένος ἐπιστήμων καὶ συγγραφεὺς ἀντισυνταγματάρχης κ. Ἀποστόλου, διότι ἀδίκως παρηγκωνίσθη ὁ ἀρχαιότατος καὶ ἱκανώτατος ταγματάρχης κ. Δροσινός. Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω εἴκοσι, τριάκοντα παραδείγματα, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ προσώπων, πρόκειται περὶ τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξωθεῖτε εἰς τὰ ἄκρα.

§65Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Γονατᾶς καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοί, τοὺς ὁποίους ὠνομάσατε, ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς στάσιμοι. Οὐδεὶς δὲ στάσιμος προβιβάζεται. Τοῦτο πρέπει νὰ τὸ ἠξεύρετε.

§66ΣΤΑΗΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν χαρακτηρίζει ὡς στασίμους τοὺς μᾶλλον πεπαιδευμένους ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ.

§67Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ. Οὐχὶ ἐγώ· ὁ ἐπιθεωρητής.

§68ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα, ὁ ἐπιθεωρητής, ὅστις εἶναι ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου (αἴσθησις). Δὲν εἶπον, ὅτι σεῖς εὐθύνεσθε διὰ τοῦτο. Σεῖς εὐθύνεσθε δι’ ἄλλα. Εὐθύνεσθε, διότι προεβιβάσατε εἰκοσάδα ἀξιωματικῶν, διὰ νὰ φθάσητε εἰς ἕνα εὐνοούμενον (θόρυβος).

§69Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ. Αὐτὰ εἶναι λόγια ἰδικά σας.

§70ΣΤΑΗΣ. Δὲν τὰ λέγω ἐγώ, τὰ λέγει ὁ στρατιωτικὸς κόσμος.

§71Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ. Κανεὶς δὲν τὰ λέγει.

§72ΣΤΑΗΣ. Τὸ ἀποδεικνύουν τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι τερατώδη. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, θὰ ἔχωμεν σπουδαῖα γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ συνταράξουν τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου (θόρυβος). Ἀπὸ τῶν κατωτάτων μέχρι τῶν ἀνωτάτων βαθμίδων μόνον ἡ ἀδικία κρατεῖ....

§73ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πόθεν τὰ ἠξεύρετε αὐτά; Τί ἀοριστίαι εἶναι αὐταί!

§74ΣΤΑΗΣ. Μὴ ἀνησυχεῖτε, κύριε συνάδελφε. Ἐγὼ σᾶς εἶπον πολλὰ ὀνόματα καὶ πολλὰ πράγματα.

§75ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διὰ τὰ ὀνόματα σᾶς ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν ὁ κ. Ὑπουργός.

§76ΣΤΑΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ θυμώνετε, διότι βλάπτετε τὴν ὑγείαν σας.

§77ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ ὁμιλῆτε περὶ ὡρισμένων γεγονότων καὶ οὐχὶ ἀορίστως.

§78ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρακαλεῖται νὰ συμμορφῶται μὲ τὸν Κανονισμόν.

§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι ὀφείλω νὰ ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, τοὺς καθημένους εἴτε ἐπὶ τῆς δεξιᾶς εἴτε ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, ὅτι τὰ ζητήματα τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ δὲν δύνανται νὰ γίγνωνται ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ὅτι, φειδόμενοι τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπολήψεως τοῦ στρατοῦ, πρέπει νὰ μὴ ἀναμιγνυώμεθα εἰς τοὺς ἐσωτερικοὺς κανονισμοὺς αὐτοῦ. Ἄλλως, ἐὰν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ μεταφέρωμεν τὰς συζητήσεις περὶ πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ, πράττομεν μέγα κακὸν εἰς τὸν τόπον ἡμῶν.

§80ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, μέγα κακὸν διαπράττομεν, τὰ περὶ πειθαρχίας ζητήματα προσπαθοῦντες νὰ μετατρέψωμεν εἰς ἀντιπειθαρχικὰ ζητήματα· ἀλλ’ ἡμεῖς ἀκριβῶς περὶ ἀντιπειθαρχικῶν κινημάτων ὁμιλοῦντες, ἀκριβῶς τὰ ἀντιπειθαρχικὰ κινήματα πατάσσομεν.

§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε, θέλετε νὰ φέρητε σκάνδαλα εἰς τὴν Βουλήν! Τὸ ἐννοεῖτε; Σεῖς δὲν δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ· ἡ πειθαρχία τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ στρατοῦ. Ὁ στρατὸς ἔχει διαφόρους βαθμίδας, ἔχει ἀρχηγοὺς σωμάτων, ἔχει προϊσταμένους αὐτῶν· οὗτοι εἶναι ἐπιτετραμμένοι νὰ τηρῶσι τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ. Δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν νὰ ἀναμιγνυώμεθα εἰς ταύτην. Ἔργον ἡμῶν εἶναι νὰ ἐξελέγχωμεν, ἐὰν παραβαίνωνται οἱ νόμοι, διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ που παράβασις τῶν νόμων, οἱ Ὑπουργοί εἰσιν ὑπεύθυνοι νὰ δώσωσι λόγον. Ἀφήσατε ὅμως τὴν ἐκτίμησιν τῶν προσώπων, ἀφήσατε τὴν φροντίδα τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως ἐν τῷ στρατῷ. Μὴ μεριμνᾶτε περὶ τούτων, διότι θὰ μεριμνήσητε καὶ ἐπὶ βλάβῃ καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ τόπου.

§82ΣΤΑΗΣ. Χαίρω, κύριε Πρόεδρε, διότι μετεβλήθησαν αἱ ἰδέαι τῶν Λαρισαϊκῶν καὶ τῶν Λαμιακῶν. (Θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).

§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὰ εἶναι λοιδορίαι καὶ συκοφαντίαι. Ὀφείλω νὰ εἴπω ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοῦ χρόνου ἐκείνου, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ χρόνου ἐκείνου δὲν ἐνείχετο οὐδὲ εἰς Λαμιακὰ, οὐδὲ εἰς Λαρισαϊκά· συκοφαντεῖτε δὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετεῖχον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ζητεῖτε νὰ παραγάγητε σκάνδαλα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ τῇ κοινωνίᾳ.

§84ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀνέφερα πρόσωπα...

§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἔχει καθῆκον νὰ τηρῇ τὸν Κανονισμόν. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, πρέπει νὰ ὑπάρχωσι θέματα πρὸς συζήτησιν. Εἶναι ἐπερώτησις; Ἄς προταθῇ ἐπερώτησις, ἵνα ἀπαντήσωμεν. Ἀλλὰ νὰ ἀρχίζωμεν ἱστορίας, σκοποῦντες δι’ αὐτῶν νὰ ἀναμοχλεύσωμεν τὸ παρελθόν, ἵνα ὑποκαύσωμεν πάθη, τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἐπιζήμιον, ἀντιβαίνει δὲ εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς.

§86ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, συζητῶ ἐπερώτησιν ἀπὸ τῆς χθὲς παρὰ τῆς Βουλῆς συζητουμένην.

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν;

§88ΣΤΑΗΣ. Τὴν παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ Ὕδρας ὑποβληθεῖσαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπήντησε καὶ ὁ κ. Ὑπουργός. Παραδόξως βλέπω, ὅτι ταράσσονται πρόσωπα περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπέδωκα εἰς αὐτά. Δὲν ἐννοοῦν ὅμως οἱ ταρασσόμενοι, ὅτι διὰ τῆς ταραχῆς των αὐτῆς προκαλοῦσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλουν ν’ ἀποφύγουν.

§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος ταράσσεται;

§90ΣΤΑΗΣ. Ἄς πιστεύσουν οἱ ταρασσόμενοι, ὅτι, ἄν τὰ παρ’ ἐμοῦ λεγόμενα στεροῦνται ὑποστάσεως, θὰ λησμονηθῶσι καὶ πρὶν καταπαύσω ὁμιλῶν. Ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν πράγματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν κρίσιν μου δὲν εἶναι ὀρθὰ, εἶναι ἐπικίνδυνα.

§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖτε ἐκτὸς τοῦ θέματος. Ὁ κ. Τσαμαδὸς ὡμίλησε περὶ θεμάτων ναυτικῶν. Ὑμεῖς ἀνατρέχετε εἰς θέματα παρωχημένα.

§92ΣΤΑΗΣ. Εἶμαι ἐντὸς τοῦ θέματος, διότι πᾶν θέμα ἔχει ἀκτῖνα τὸ ἄπειρον, καὶ ἐντὸς τοῦ ἀπείρου τὰ πάντα περιλαμβάνονται (ἱλαρότης). Ἐγὼ θεωρῶ τὸ ζήτημα, ὅπερ ἔθιξεν ὁ κ. Τσαμαδὸς, σπουδαιότατον, καὶ πάλιν θὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτοῦ, ὅταν κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, διότι ἐκ τῶν πληροφοριῶν ἐκείνων θὰ κρίνωμεν κατὰ πόσον οἱ προβιβασμοὶ ἐγένοντο ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν νόμων.

§93Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πάντες ἐπροβιβάσθησαν ἐντὸς τῶν ὀργανικῶν θέσεων. Οὐδεὶς ὑπεράριθμος.

§94ΣΤΑΗΣ. Ὑπάρχει εἷς ὑπεράριθμος καὶ εἷς ἄνευ θέσεως...

§95Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ. Οὐδείς.

§96ΣΤΑΗΣ. .. Διότι ἐλησμονήσατε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐπροβιβάσατε ἀπὸ ἀντισυνταγματάρχου εἰς συνταγματάρχην τὸν ὑπασπιστὴν τοῦ Διαδόχου, ὅτι ὁ νόμος κελεύει, ὅτι τὸ ὅπλον καὶ ὁ βαθμὸς τῶν ὑπασπιστῶν τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Διαδόχου ὁρίζονται διὰ Β. Διατάγματος. Ἐνῷ δὲ εἶχεν ἄλλοτε ὁρισθῆ διὰ Β. Διατάγματος ἡ θέσις τοῦ ὑπασπιστοῦ τοῦ Διαδόχου, θέσις ἀντισυνταγματάρχου, σεῖς προηγάγετε αὐτὸν εἰς συνταγματάρχην, χωρὶς νὰ ἔχητε διάταγμα κανονίζον θέσιν συνταγματάρχου. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσωμεν ἐκτενέστερον προσεχῶς.

§97Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διὰ Β. Διατάγματος προεβιβάσθη· ἓν διάταγμα ἠκύρωσεν ἄλλο.

§98ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ πρότερον.

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν (θόρυβος).

§100ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§102ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι δά!

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἦτο ἐγγεγραμμένος πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§104ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναί τις ἐγγεγραμμένος. Παίζομεν ἐδῶ ἓν παιγνίδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται. Ὁ κ. Μερλόπουλος πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα.

§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχον ἐρωτήσει, ἐὰν ἔχῃ ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§106ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠρωτήσατε κανένα.

§107ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Μὴ τοῖς δίδετε ἀπάντησιν, κύριε Πρόεδρε. Ὑμεῖς ἀντελήφθητε ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ἐζήτησε τὸν λόγον. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§108ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἐπικαλούμεθα τὴν μαρτυρίαν ὑμῶν αὐτῶν, κύριε Πρόεδρε. Δὲν ἠρωτήσατε, ἐὰν ἄλλος τις ζητεῖ τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλὰ μόλις κατέπαυσεν ὁ κ. Στάης, εἴπετε «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Ὁ τρόπος ὁ νενομισμένος εἶναι ὁ ἑξῆς· ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐρωτᾷ, ἐὰν ἄλλος τις πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐπιθυμεῖ νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἐγὼ δὲ ἤμην διατεθειμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως ἀπευθύνω ὀλίγας λέξεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.

§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα πρὶν ἢ ὁ κ. Στάης λάβῃ τὸν λόγον.

§110ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ἣν ὥραν ὁ κ. Στάης ὡμίλει, ἐξηκολούθει τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων, καὶ δὲν εἴχομεν ἀκόμη εἰσέλθει εἰς τὸ στάδιον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ κατὰ συνέπειαν νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ὤφειλε νὰ ἐρωτήσῃ τοὺς κ. Βουλευτάς, ἐὰν θέλει ἄλλος τις νὰ λάβῃ τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§111ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἠρώτησε δίς.

§112ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δύο λέξεις ἔχω νὰ εἴπω. Γνωρίζετε, ἐὰν ἀπὸ συστήματός ποτε καὶ ἀπὸ σκοποῦ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα κωλυσιεργήσω ἐν τῇ Βουλῇ· γνωρίζετε ἐάν ποτε ἔφερον ἔνστασιν ἀπαρτίας ἐπὶ τοιούτῳ σκοπῷ. Δὲν δύναται δέ τις νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ ἤδη, ζητῶν τὸν λόγον, ἔπραττον τοῦτο, ὅπως παρακωλύσω, ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον, ἐπὶ ματαίῳ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἐὰν τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐζήτησα τὸν λόγον, τοῦτο ἔπραξα, διότι ἐπεθύμουν δύο λέξεις μόνον νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.

§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Αὔριον, αὔριον.

§114ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐπείγουσα ἡ ὑπόθεσις.

§115ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Παραβιάζεται ὁ Κανονισμός! Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§116ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, ἐπιμένοντες παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν, διότι ἡ κρατοῦσα τάξις εἶναι αὕτη, τὴν ὁποίαν εἶπον.

§117ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δόσατε γραπτὴν τὴν ἐπερώτησίν σας.

§118ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν χρειάζομαι ὁδηγίας περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ ὑποβάλω τὴν ἐπερώτησίν μου. Ἀλλὰ τέλος ἐγὼ δὲν ἔχω διάθεσιν νὰ ἐπιμένω, ἀλλ’ εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται ἡ εὐθύνη τῆς παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ.

§119Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐννοεῖτε νὰ μᾶς ἐκβιάσητε;

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§121Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν εἰσήλθομεν διόλου.

§122ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὴ ἡ νευροπάθεια, ἡ ὁποία καταλαμβάνει δυστυχῶς πολλάκις τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἡ ὁποία μεταδίδεται καὶ εἰς τὸ Προεδρεῖον, βεβαίως δὲν συντελεῖ εἰς τὸ νὰ διεξάγωνται αἱ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ τακτικῶς καὶ ἐν ἠρεμίᾳ. Ἐκ τοῦ ὅτι ἐπῆλθε νευροπάθειά τις ἐν τῇ Βουλῇ κατόπιν τῶν λόγων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων, σεῖς ἐνομίσατε, ὅτι ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ σπεύσωμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, οὕτω δὲ κατωρθώσατε μόνον νὰ γεννήσητε θόρυβον, ἀπαγορεύσαντες τὸν λόγον εἰς τὸν Βουλευτὴν ἐκ Μεσσήνης. Καὶ περὶ τίνος, νομίζετε, ἐπρόκειτο; Ἐπρόκειτο περὶ ἐπερωτήσεως ἀφορώσης εἰς τὴν μελετωμένην ἢ τὴν διαπραγματευομένην σύμβασιν μετὰ τῆς Τύνιδος. Περὶ αὐτοῦ ἐπρόκειτο. Ἀλλὰ ἐν τῇ σπουδῇ, τὴν ὁποίαν ἔδειξε καὶ τὸ Προεδρεῖον, κατόπιν τῆς νευροπαθείας τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε νὰ κλείσῃ τὸ στόμα τοῦ Βουλευτοῦ διὰ παντὸς τρόπου, ὅπερ ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἀξιοπρεπῆ διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξάγηται εὐπρεπῶς ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ὅταν τὸ Προεδρεῖον νομίζῃ, ὅτι πρέπει διὰ παντὸς τρόπου νὰ κλείσῃ τὸ στόμα τοῦ Βουλευτοῦ κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων.

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδέποτε ἐπεχείρησα τοιοῦτόν τι ἐγώ.

§124ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ ἐπείσθη ὁ κ. Πρόεδρος νὰ δηλώσῃ, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἔκλεισε τὸ στόμα ὅλων. Αἱ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ διεξάγονται κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ ἡ διεύθυνσις τῶν συζητήσεων ἔπρεπε νὰ γείνῃ οὕτως, ὥστε νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρὶν ἢ ἀναπτύξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν ἐπερώτησίν του.

§125ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Αὔριον, αὔριον.

§126ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε μέγα λάθος. Σήμερον θὰ γείνῃ (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§127ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§128ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπητε εἰς τὸν Κύριον νὰ καθίσῃ (διακοπαὶ καὶ θόρυβος).

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!

§130ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Αὔριον, αὔριον.

§131ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι περιττὸν οἱ Κύριοι νὰ φωνάζουν «αὔριον, αὔριον», διότι ἠξεύρετε ὅτι δυνάμεθα νὰ τοὺς ἐμποδίσωμεν μέχρι τῆς αὔριον νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅταν πρόκειται ἡ ἐκβίασις αὕτη νὰ μᾶς γείνῃ. (Ὁ κ. Μελισσηνὸς γελᾷ). Μὴ γελᾷς! Εἶναι περιττὸν νὰ γελᾷς.

§132ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Γελῶ, διότι ἠμπορῶ νὰ γελῶ.

§133ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖς!

§134ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι γελῶσιν ἐν μὴ δέοντι, ὅπως ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου, ἀφήνω εἰς τοὺς συναδέλφους νὰ τοὺς χαρακτηρήσωσιν, ἐγὼ δὲ ἀσχολοῦμαι μόνον περὶ τῆς εὐπρεπείας τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ δώσητε τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Μερλόπουλον.

§135ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐν πρώτοις θὰ εἴπω εἰς τὸν συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι εἶναι πολὺ ἠπατημένος, ἂν ἐνόμισεν ὅτι μὲ ἀπειλὰς θὰ μᾶς κρατήσῃ ἐδῶ ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους καὶ δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ εἶναι πολὺ μικρός, ἂν νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ κατορθώσῃ τοῦτο. Ἔρχομαι ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως. Ἀντελήφθητε ἢ ὄχι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν; Ἀντελήφθητε ἢ ὄχι, ὅτι οὐδεὶς εἶχε ζητήσει τὸν λόγον; Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, διότι περὶ τούτου ἐξεδώκατε τὴν ἀπόφασίν σας. Ἑπομένως, ἀφοῦ εἰσήλθομεν ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νομίζω ὀρθὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ χθὲς ἀφήκαμεν ἐκκρεμῆ.

§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ, μάλιστα.

§137ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§139ΜΑΝΕΣΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος, ὅτι δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§140ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Καὶ ἐγώ, καὶ ἐγώ.

§141ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἐπὶ οὐδενὶ λόγῳ θέλομεν ἐπιτρέψει τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων νὰ ῥοφᾶται ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον, ὅπως ῥοφῶνται τὰ μακαρόνια ἀπὸ τοὺς Ναπολιτάνους. (Θορυβώδεις διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§142Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τί εἶναι αὐταὶ αἱ ὕβρεις! Ὑβρίζει τὸ Προεδρεῖον!

§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως ὀφείλω νὰ ζητήσω νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ ὁμιλήσω. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀπέδωκεν εἰς τὸ Προεδρεῖον ἰδιότητας, αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἐλαττοῦσι τὴν πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶναι ἀνάγκη τὸ Κοινοβούλιον ν’ ἀποφανθῇ, ἂν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§144ΜΑΝΕΣΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τούτου. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἠθέλησεν ὁμολογουμένως νὰ φέρῃ τὴν ἁρμονίαν ἐν τῷ Σώματι, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς, παρατρέχων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅπως φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, δὲν ἐξετέλεσε. Καὶ τῷ ὄντι, Κύριοι,—καὶ φέρω παράδειγμα τὸ συμβὰν κατά τινα συνεδρίασιν τῆς προηγουμένης συνόδου τῆς Βουλῆς, προεδρεύοντος τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου κ. Ρώμα. Τότε ὁλόκληρος ἡ πτέρυξ ἡ κυβερνητικὴ ἔλεγεν ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις ἔλεγεν, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλὰ ὁ προεδρεύων ἀντιπρόεδρος κ. Ρώμας εἶπε: «Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν!» Λοιπὸν δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν, ὅτι «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπε τοῦτο, χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπῃ, διότι, ἐνῷ πρὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων...

§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἐγγεγραμμένος.

§146ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν ἐγγράφονται πάντοτε. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἐζήτησε τὸν λόγον πρὶν ἢ ἀκόμη ἀρχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων.

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδόλως ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης ἐζήτησε τὸν λόγον.

§148ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν σεῖς ἀπηγγέλλετε τὴν εἴσοδον τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον.

§149ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι...

§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ναί, ἀλλὰ ἐζήτησε τὸν λόγον, ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν ὅτι «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τούτου ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης τὸν λόγον;

§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης εἶπεν, ὅτι καθ’ ἣν ὥραν ἐγὼ ἔλεγον ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τῆς ἡμερησίαν διάταξιν, ἐκεῖνος ἐζήτησε τὸν λόγον. Ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκούσω.

§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπερώτησίς του δι’ αὔριον. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§153ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν τὸ ἀντελήφθη ὁ Πρόεδρος καὶ Βουλὴ ἴσως, ὅτι ἐζήτησε τὸν λόγον. Τί δὲ ἐπρόκειτο; μήπως ἐπρόκειτο περὶ κωλυσιεργίας; ἐπρόκειτο νὰ εἴπῃ περὶ συμβάσεώς τινος δύο λέξεις. Τὸ πεῖσμα δὲ αὐτὸ εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ;

§154Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι πεῖσμα.

§155ΜΑΝΕΣΗΣ. Πεῖσμα εἶναι. Δὲν ὁμιλῶ περὶ πείσματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁμιλῶ περὶ γενικοῦ πείσματος ἐκ μέρους σας, οἵτινες ὑποστηρίζετε ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, Ἐδῶ δὲν πρόκειται νὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις. Ὅλοι ἔχομεν συμφέρον—καὶ ἐγὼ μάλιστα θέλω νὰ φύγω—νὰ τελειώσωμεν, ἀλλὰ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος, προκειμένου περὶ συμβάσεως σπουδαίας, ἤθελε νὰ ἐπερωτήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως προσαγάγῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας.

§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Αὔριον, αὔριον.

§157ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἂν ἐπιμένητε εἰς τὸ αὔριον, θὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀμφισβητοῦντες τοῦτο μέχρι τῆς αὔριον. (Φωναὶ θορυβώδεις).

§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς, ὡς πλειοψηφία, ἐπιθυμοῦμεν νὰ μὴ τεθῇ ποτὲ ἐν ἀμφιβολίᾳ ἡ προθυμία, μεθ’ ἧς ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντα αὑτοῦ, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβε διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς βεβαιοῖ, ὅτι οὐδεὶς εἶχεν ἐγγραφῆ, καθ’ ἣν ὥραν εἶπεν ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης βεβαιοῖ, ὅτι καθ’ ἣν ὥραν ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν ὅτι ἡ Βουλὴ μετέβη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τότε ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης ἐζήτησε τὸν λόγον. Ἑπομένως ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐξέδωκεν, ὅτι ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἶναι ἀπόφασις ἐνδεικνυομένη ὑπὸ τῶν πραγμάτων, διότι οὐδεὶς εἶχε ζητήσει πρότερον τὸν λόγον. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἁπλοῦς Βουλευτής, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἡγεῖται κόμματος πολιτικοῦ, ὡμίλησε περὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς οὐχὶ μετὰ τῆς προσηκούσης πρὸς αὐτὸν ἁβρότητος, εἰπὼν ὅτι καταπίνει ὡς μακαρόνια τὰς ἐπερωτήσεις, παρακαλῶ τὴν πλειοψηφίαν νὰ ἀποφανθῇ, ἂν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ ἐργασθῶμεν. Εἶναι καθαρὰ πράγματα. Ὑβρίζεται ὅλη ἡ Βουλή, ἀφοῦ αὕτη καταπίνει ὡς μακαρόνια τὰς ἐπερωτήσεις. Τί εἶναι οἱ λόγοι αὐτοί; Ποῖαι εἶναι αἱ παραβολαὶ αὗται; ποία ἡ ὑπόθεσις;

§159ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἄκρα ἐπιείκεια μόνον καὶ μόνον νὰ ἐκφρασθῇ πρὸς τὸ Προεδρεῖον ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι χάριν τῆς δικαιοσύνης πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ μομφὴ κατὰ τοῦ συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς.

§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι.

§161ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀφήνω δὲ νὰ ἐκφράζῃ τὰς μομφὰς, τὰς ὁποίας κρίνει κατὰ τὴν γνώμην του ὁ κ. Βουλευτής, ὁ προλαλήσας, ἐκ Ζακύνθου.

§162ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐγὼ τὰς ἐκφράζω καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, καὶ ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου δὲν λησμονεῖ τὸν Μελισσηνόν.

§163ΡΑΛΛΗΣ (εἰρωνικῶς). Δὲν ἠξεύρω πῶς λέγεται κἄν ὁ Κύριος.

§164ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἄν θέλετε, μανθάνετε.

§165ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ βεβαίως οὔτε ἀξιῶ νὰ γνωρίσω κἄν αὐτὸν (φωναὶ θορυβώδεις).

§166ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Εἶναι ὑπεκφυγαί.

§167ΠΙΕΡΡΑΚΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἡσυχάσητε.

§168ΡΩΜΑΣ. Τότε ἂς μὴ προσβάλῃ ὁ κ. Ράλλης τὸν κ. Μελισσηνόν.

§169ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ράλλης ἀπήντησεν ὅπως ἔπρεπεν εἰς τὸν συνάδελφόν σας.

§170ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐγὼ δηλῶ καὶ πάλιν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου δὲν λησμονεῖ τὸν Μελισσηνὸν ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Πιστεύω νὰ ἐννοῆτε πληρέστατα, τί θέλω νὰ εἴπω.

§171ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἀτμόσφαιρα ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου θέλει ψυχράνει κἄπως τὴν διάνοιαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὁ συνάδελφός του δὲν συμμερίζεται τὰς γνώμας καὶ τὰς ἰδέας τοῦ συναδέλφου του. Ἀλλ’ ἀπαντῶ, λέγω, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις, ἐν τῇ ἐκφρασθείσῃ ἀπορίᾳ μου διὰ τὴν σπουδὴν, τὴν ὁποίαν ἔδειξε τὸ Προεδρεῖον, ἵνα εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κατόπιν τῆς νευροπαθείας, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ εὑρίσκετο, ὅπως εἶπον ἐν τῇ πρώτῃ μου ἀγορεύσει, ἀπέδωκεν εἰς τοὺς λόγους μου ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐπρόκειτο περὶ τῆς τακτικῆς αὐτοῦ, ἐχαρακτήρισα δὲ τὴν τακτικὴν αὐτὴν τῆς σπουδῆς, τοῦ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὡς τακτικὴν δυναμένην νὰ παραβληθῇ πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον. Ἐὰν ἐξηρτᾶτο ἐκ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ ἐκφωνῇ ὁποτεδήποτε, ἐν τῷ μέσῳ μιᾶς ἀγορεύσεως ἢ ἐν τῷ τέλει μιᾶς ἀγορεύσεως, «εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», οὕτω δὲ νὰ λήγῃ τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων, στάδιον ἐπερωτήσεων δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, καὶ ὁ ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὡς τὸ κυριώτατον ἔργον τοῦ Βουλευτοῦ, ἤθελε διαγραφῆ, διότι θὰ ἐξηρτᾶτο ἀμέσως ἐκ τῆς γνώμης τοῦ Προέδρου καὶ ἐκ τῆς σπουδῆς τοῦ Προέδρου, ἅμα ὡς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, νὰ δηλώσῃ, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πῶς μέχρι τοῦδε διεξήγοντο αἱ συζητήσεις; Διεξήγοντο ὡς ἑξῆς. Ὁ Πρόεδρος ἐπανειλημμένως ἐκάλει τοὺς ἀγορεύοντας πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ἐπὶ τῇ μὴ αἰτήσει τινὸς ἔλεγεν «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ἀλλ’ ἡ περίστασις ἡ νῦν ἦτο ὅλως ἔκτακτος. Εἶχεν, ὡς εἶπον, νευροπάθειά τις ἐγερθῆ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἀτυχῶς εἰς τὴν νευροπάθειαν ταύτην συνετέλεσαν καὶ οἱ λόγοι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι ἦσαν μὲν ἐν τῷ δικαίῳ, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἐξηνέχθησαν μετά τινος ὀργῆς. Ἡ νευροπάθεια αὕτη μετεδόθη εἰς τὸ Προεδρεῖον, τὸ Προεδρεῖον δὲ ἀμέσως, ὡς ἐκάθισεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Τώρα, ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μειοῦται ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Προεδρείου ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται νῦν ἡ τακτική, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον, χάριν τῆς εὐπρεπείας τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἂς προκαλέσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ὑπὲρ τοῦ Προεδρείου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχουσι συμφέρον, ὅπως λείψῃ αὐτὴ ἡ νευροπάθεια. Δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ ἀπαραδέκτων, περὶ ἐνστάσεων δικονομικῶν. Τὰ πάντα ἐν τῇ Βουλῇ διεξάγονται καλῇ τῇ πίστει, καὶ τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων διαρκεῖ καλῇ τῇ πίστει μέχρις ἐξαντλήσεως αὐτοῦ, καὶ τὸ στάδιον τὸ νομοθετικὸν ἄρχεται καλῇ τῇ πίστει ἐπίσης, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσῃ τις, ἐκ τοῦ ὅτι προέλαβεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ φωνάξῃ «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», ὅτι ἔληξε τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων. Τί κέρδος θὰ ἔχητε ἐντεῦθεν; Μήπως τάχα, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐπερωτήσεως ἀποβλεπούσης εἰς κατανάλωσιν χρόνου, δὲν θὰ ὑπεβάλλετο αὕτη αὔριον, καὶ ὁ χρόνος, ὅστις θὰ κατηναλίσκετο σήμερον, δὲν θὰ κατηναλίσκετο αὔριον; Ἐὰν ἐζήτησα τὸν λόγον, ἔπραξα τοῦτο διότι ἐθεώρησα, ὅτι ἔπρεπε νὰ παύσῃ ἡ νευροπάθεια.

§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ζητήματος προσωπικοῦ, θὰ παραχωρήσω τὴν ἕδραν μου εἰς τὸν κ. ἀντιπρόεδρον. (Κατέρχεται ὁ κ. Πρόεδρος, καὶ καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Πετούσης).

§173ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος προσωπικοῦ.

§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος καταπίνει τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ.

§175ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τί θὰ σᾶς χρησιμεύσῃ;

§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θὰ διδάξῃ πάντας ὑμᾶς, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λέγητε ὅ,τι θέλετε (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§177ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ διδαχθῆτε ὑμεῖς (θορυβώδεις ἀναφωνήσεις ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην διδασκαλίας, διότι ἡμεῖς δὲν περιυβρίζομεν ποτὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, οὔτε ὅταν ἤμεθα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει περιυβρίσαμέν ποτὲ τὸν Πρόεδρον (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§179ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν μετέρχησθε τὸν διδάσκαλον ἐδῶ, πρέπει νὰ διδάσκητε τοὺς ἄλλους, διδασκόμενος ὑμεῖς (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).

§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰς εἰκόνας τῶν μακαρονίων ποτὲ δὲν τὰς ἀπεδώκαμεν εἰς τὸ Προεδρεῖον ἡμεῖς (θόρυβος).

§181ΡΑΛΛΗΣ. Βλέπετε ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κρατηθῆτε! Δὲν τὸ βλέπετε αὐτό; Καὶ ἐν τούτοις εἰς τί χρησιμεύουσιν ὅλα ταῦτα; Περὶ τίνος πρόκειται; Πρόκειται περὶ ὄνου σκιᾶς (διακοπαί).

§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ μὴ λέγητε ὅ,τι δὲν πρέπει νὰ λέγητε.

§183ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς νομίζετε ὅτι λέγομεν ὅ,τι δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν (φωναὶ θορυβώδεις καὶ διακοπαὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἡσυχάσατε τέλος πάντων! Ἐννοήσατε ὅτι ἡ εὐπρέπεια ἐν ταῖς συζητήσεσιν ἀκριβῶς κρατεῖ διὰ τῆς ἡσυχίας.

§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ὁμιλεῖτε τετάρτην ἤδη φοράν, ποίαν εὐπρέπειαν θέλετε; Τὰ μακαρόνια εἶναι εὐπρέπεια ἐν ταῖς συζητήσεσι;

§185ΡΑΛΛΗΣ. Τετάρτην φορὰν ὁμιλῶ, ἀλλ’ ἐπὶ τίνος; ὁμιλῶ διότι πρέπει νὰ καθορίσωμεν τὰ ζητήματα. Ἐὰν ἐπρόκειτο πλέον περὶ τοῦ ἂν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀναμφισβητήτως θὰ ἦτο ἡ τετάρτη φορά· ἀλλὰ, βλέπετε, καὶ σεῖς τὸ ἀνέχεσθε, καὶ ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐμποδίζει αὐτό, διότι ἤδη πρόκειται περὶ τοῦ ἂν καλῶς ζητεῖται ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸ Προεδρεῖον.

§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως· διὰ νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι οἱ Λαζαρόνοι καταπίνουσι τὰ μακαρόνια!

§187ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ πεισθῆτε καὶ ὑμεῖς καὶ ἡ Βουλὴ θὰ μάθῃ, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ξεσχίζεται, ὁσάκις ἦσθε πλειοψηφία (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).

§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ξεσχίζεται, τηρεῖται. Δὲν ἐπιτρέπομεν τοιαύτας ἐκφράσεις! Δὲν θὰ σᾶς τὸ ἐπιτρέψωμεν ποτὲ νὰ ξεσχίσητε τὸν Κανονισμόν!

§189ΡΑΛΛΗΣ. Περιορίσατε τὰς κινήσεις τῶν δακτύλων σας, παρακαλῶ (φωναὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν ὅσῳ εἴμεθα ἡμεῖς πλειοψηφία, δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν αὐτό.

§191ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν ἐξεσχίσατε σεῖς!

§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὸν ἐξεσχίσαμεν ποτέ. Οἱ λόγοι σας ξεσχίζουσιν αὐτόν.

§193ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁσονδήποτε δριμεῖαι ἐκφράσεις ἑκατέρωθεν καὶ ἂν ἠκούσθησαν, ἐὰν ἦναί τινες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ μείνωσι ψύχραιμοι μετὰ τὰ λεγόμενα ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ἐκεῖνοι παρακαλοῦσι νὰ πεισθῆτε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν εὑρίσκουσι λόγον, δυνάμενον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρόκλησιν ἀποφάνσεως τῆς Βουλῆς περὶ ἐμπιστοσύνης αὐτῆς πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ πρὸς τὸ Προεδρεῖον, διότι οἱ κατορθώσαντες νὰ μείνωσι ψύχραιμοι ἀπὸ ἑνὸς τετάρτου καὶ ἐντεῦθεν σαφῶς διαβλέπουσιν, ὅτι ἐν ὅλῃ αὐτῇ τῇ ἐξεγέρσει, ἐν ὅλῳ αὐτῷ τῷ ἐρεθισμῷ, ὁ ὁποῖος κατεδείχθη ἑκατέρωθεν, οὐδὲν ἐλέχθη ἢ ὑπηνίχθη ἐκ προθέσεως ἐπιζητούσης νὰ δείξῃ ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον, ἢ νὰ καταγνώσῃ εἰς αὐτὸν ἐκ προθέσεως παραβίασιν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Ἔχω πεποίθησιν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ οὐσία τοῦ πράγματος περιορίζεται ἁπλῶς εἰς μίαν ἁπλουστάτην παρανόησιν. Πρὶν ἢ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, τοῦ ὁποίου ἡ ἀγόρευσις ἐξηρέθισε τὴν κατάστασιν καὶ ἐμάκρυνε τὴν ψυχραιμίαν ἀπὸ τῶν πλείστων τῶν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, πρὶν ἢ ἐκεῖνος λάβῃ τὸν λόγον, ἀληθῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἠρώτησε: «Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;» καὶ τότε ἠγέρθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἠγόρευσε, καὶ ἡ ἀγόρευσίς του ἀφῄρεσε τὴν ψυχραιμίαν ἀπὸ τοῦ Βουλευτηρίου. Ὅταν ἐκεῖνος ἐτελείωσεν, ὁ κ. Πρόεδρος ἐσπευσμένως ἀνήγγειλεν, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Πρόεδρος βεβαίως δὲν ἠρώτησε, καὶ ὁ ἴδιος τὸ ὡμολόγησεν ὅτι δὲν ἠρώτησεν, ἄν τις θέλῃ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ ἀγορεύσῃ...

§194ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος.

§195ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ... Ὁμολογῶ καὶ ὅτι δὲν ἦτό τις ἐγγεγραμμένος. Ἀλλ’ ἀναφέρομαι εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅλων ὑμῶν, εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐὰν αἱ περὶ ἐπερωτήσεων συζητήσεις διεξάγωνται διὰ τακτικῆς ἀναγραφῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐὰν καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν, καὶ ἂν συμπέσῃ νὰ ἦναι εἷς ἢ δύο ἐγγεγραμμένοι, μετὰ τὴν ἐξάντλησιν αὐτῶν, δὲν ἐξακολουθοῦν τριπλάσιαι καὶ τετραπλάσιαι ἐπερωτήσεις, χωρὶς νὰ ζητῆται ἐγγραφή, ἀλλὰ διὰ τῆς ἁπλῆς ἀναγγελίας τῶν Βουλευτῶν καὶ τῆς παρακλήσεως νὰ τοῖς δοθῇ ὁ λόγος, ἵνα ὑποβάλωσιν ἐπερώτησιν. Ἐν τῇ ἀληθείᾳ εὑρίσκεται ὁ Πρόεδρος, λέγων ὅτι εἶπεν «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν τὸ Προεδρεῖον ἐπὶ τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του ἐκφέρει, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἀνακαλέσῃ, ἢ τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ ἀνακαλέσῃ, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων. Παρακαλῶ νὰ ἐννοηθῇ τοῦτο καλῶς. Ἡ δήλωσις τοῦ Προέδρου, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν εἶναι ἀπόφασις, ἀλλ’ ἁπλουστάτη ἀναγγελία τίνος; Ἀναγγελία τοῦ ὅτι οὐδεὶς πλέον ἐζήτησεν ἢ ἔλαβε τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Τοῦτο σημαίνει τὸ «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», ὅτι δηλαδὴ τὴν στιγμὴν ταύτην οὐδεὶς εἶναι, ἵνα ὁμιλήσῃ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρόεδρος ὄχι ἐξέφερεν ἀπόφασιν, ἵνα στενοχωρηθῶμεν ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι ἀπαιτεῖται ὑποχώρησίς της, νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ, διότι δὲν εἶναι ἀπόφασις, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνήγγειλεν αὐτὸ τὸ πραγματικὸν γεγονός, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος νὰ ὁμιλήσῃ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἀκριβῶς ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐζήτησε τὸν λόγον. Εἶναι πιθανώτατον, δι’ ἐμὲ βέβαιον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος δὲν τὸν εἶδεν, οὐδὲ τὸν ἤκουσε, διότι εἶναι βεβαιότατον, ἔχομεν πεῖραν ἡμεῖς ἐκ τῆς διευθύνσεως τῶν συνεδριάσεων κατὰ ταύτην τὴν Σύνοδον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἐὰν τὸν ἔβλεπε, παρευθὺς ἤθελε τὸν καλέσει νὰ λαλήσῃ· ὁ κ. Πρόεδρος συνέπεσε τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ μὴ τὸν ἴδῃ, ἡ Βουλὴ ὅμως τὸν εἶδεν· ὁ κ. Πρόεδρος σύνοιδεν, ὅτι, ὅταν ὁ ἐκ Κυθήρων κ. Βουλευτὴς ἐπεράτωσε τὴν ὁμιλίαν του, αὐτὸς δὲν ἠρώτησεν, ἐάν τις ἄλλος ἦναι ἐγγεγραμμένος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει καθῆκον τοιοῦτον· δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἦναι ἐν τῷ Κανονισμῷ ἀναγεγραμμένον καὶ τὸ νὰ ἐρωτᾷ ὁ Πρόεδρος ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν, ἐὰν θέλῃ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλ’ ἐν τοσούτῳ οὕτω γίνεται, αὐτὸ δὲ ἐξακολουθεῖ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν οἱ θέλοντες νὰ ὁμιλήσουν. Εἶναι λοιπὸν ἐν τῷ δικαίῳ του ὁ κ. Πρόεδρος, λέγων ὅτι ἀπήγγειλε τὸ ὅτι «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθές, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι καὶ τὸ γνωστότατον εἰς ἡμᾶς «ἔχει τις ἄλλος τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;» δὲν τὸ ἐπανέλαβε μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων. Πρὶν ἢ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ὁ κ. Πρόεδρος τὸ εἶπε, μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων, καὶ ἐν τῇ ἐξάψει, ἡ ὁποία ἐπηκολούθησε τὴν ὁμιλίαν αὐτοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἠρώτησεν ἄν θέλῃ ἄλλος τις τὸν λόγον, ἀλλ’ ἁπλῶς εἶπεν «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», ἐνῷ δὲ ἔλεγεν αὐτό, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ὡμίλει. Ἐὰν ἐδίδετο ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσσήνης νὰ ἀπευθύνῃ ἐπερώτησιν, τῆς ὁποίας ἡ ἐκ τῶν προτέρων σύντομος ἀναγγελία ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐπενοήθη, ἵνα καταναλώσῃ χρόνον, οὐδὲ ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ, ἵνα συγκρατήσῃ τὴν ἔξαψιν καὶ τὸν ἐρεθισμὸν, δὲν ἤθελον ἐκεῖ προβῆ τὰ πράγματα, οὔτε τὴν ὥραν αὐτὴν ἠθέλομεν χάσει, κατὰ δὲ τὴν ἐμὴν συνείδησιν καὶ πεποίθησιν, δὲν θέλει ὑποστῆ μείωσίν τινα τὸ Προεδρεῖον, οὐχὶ ἀνακαλοῦν ἀπόφασίν του, διότι τοιαύτη οὐδεμία ὑπῆρξεν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀφῆνον νὰ νοηθῇ, ὅτι, ὅτε ἀνήγγειλεν ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅτι δηλαδὴ οὐδεὶς ἄλλος ἤθελεν ὁμιλήσει πρὸ αὐτῆς, ἦτο ἐν πλάνῃ, καὶ πλάνῃ μάλιστα λίαν εὐλόγῳ, διότι εἶναι ἀδύνατον πρὸς ὅλας τὰς διευθύνσεις νὰ ἔχῃ ἐστραμμένα τὰ βλέμματα ὁ κ. Πρόεδρος. Ταῦτα ἔχων ὑπ’ ὄψιν ἀπ’ ἀρχῆς, ἐδήλωσα ὅτι πρόκειται περὶ παρανοήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν πᾶς ἄνθρωπος, καὶ ὁ ἀπαθέστερος καὶ ὁ ὀξυδερκέστερος, ὑπόκειται· καὶ οὕτως ἐξηγῶν ὅλα, ὅσα ἐλέχθησαν, ἔχω τὴν πεποίθησιν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐκφράζω τὴν γνώμην πάντων, ὅτι οὐδὲν ἐλέχθη πρὸς σκοπὸν ἐνδείξεως ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον. Ἐὰν ὁ ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας ἐννοῇ ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς περὶ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Προεδρεῖον, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, εἶναι ἐλεύθερος νὰ τὸ πράξῃ, καὶ ἡμεῖς θέλομεν ψηφίσει, ὅτι ἔχομεν ἐμπιστοσύνην, διότι οὐδὲν εἴπομεν δυνάμενον νὰ ἐνδείξῃ ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης. Διετυπώθησαν ἀληθῶς παράπονα διὰ πρᾶξίν τινα συμβᾶσαν οὐχὶ μετὰ προθέσεως παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ ἢ πιέσεως τῆς πλειοψηφίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς συγχύσεως καὶ τῆς παρανοήσεως, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξήγησα. Θεωρῶ ὅτι τὸ ἐπεισόδιον αὐτὸ πρέπει νὰ θεωρηθῇ λῆξαν, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης νὰ ἀπευθύνῃ τὴν ἐπερώτησίν του καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης θέλῃ νὰ ἀναβάλῃ δι’ αὔριον.

§196ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ σήμερον διηύθυνα τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃν τρόπον διηύθυνα ταύτας καὶ χθὲς καὶ πρώην. Ὁ τρόπος δὲ, καθ’ ὃν συζητοῦνται αἱ ἐπερωτήσεις τῆς Βουλῆς, εἶναι ὡρισμένος· δὲν εἶναι ὡρισμένος ἐν τῷ Κανονισμῷ, ἀλλ’ εἶναι ὡρισμένος ἐν τῇ συνηθείᾳ. Ἀφ’ ἧς δ’ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι τῶν συνεδριῶν τῆς Βουλῆς, μίαν καὶ τὴν αὐτὴν διεύθυνσιν ἔδωσα εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Πρὸ τῆς ἐνάρξεως δηλονότι τῆς συνεδριάσεως, ἢ καὶ ὀλίγον μετὰ τὴν ἔναρξιν αὐτῆς, οἱ Βουλευταὶ, ὅσοι ἐπιθυμοῦσι νὰ λάβωσι τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δηλοῦσι τοῦτο, καὶ ἀναγράφονται ὑπ’ ἐμοῦ ἐν τῷ βιβλίῳ τῷ ἐπὶ τοῦ Προεδρείου· ἀφοῦ δ’ ἐξαντληθῇ ὁ ἀριθμὸς ὁ ἀναγεγραμμένος ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ, ἀποτείνω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἐρώτησιν: «ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως»; Ἐπειδὴ δὲ συνήθως πλέον τοῦ ἑνὸς ζητοῦσι τὸν λόγον, ἐγγράφω καὶ τούτους. Σήμερον τί ἐγένετο; Ἀφοῦ ὁ βουλευτὴς ἐκ Δωρίδος κ. Μαστραπᾶς ἐπεράτωσε τὴν ἀγόρευσίν του, ἠρώτησα: «ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως»; Εἰς ἀπάντησιν ἠγέρθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων.

§197ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Καὶ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.

§198Α. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Καὶ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Ἔδωσα λοιπὸν τὸν λόγον εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὸν κ. Στάην. Τοῦτο ἐγένετο σήμερον, ὅ,τι συνήθως γίνεται τουτέστι. Μετὰ τὸν κ. Στάην δὲν ἀνήγγειλαν οἱ ἄλλοι, ὅσοι ἐπεθύμουν νὰ ἀγορεύσωσι πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δὲν ἀνήγγειλαν τὴν πρόθεσιν αὐτῶν. Τότε ἐγὼ, ὅταν ἔληξεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Στάη, νομίσας ὅτι ἄλλος τις δὲν ἐπεθύμει νὰ ἀγορεύσῃ, ἀνήγγειλα ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης διϊσχυρίζεται,—καὶ οὐδένα ἔχω λόγον νὰ ἀμφιβάλλω εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων του—ὅτι, καθ’ ἣν ὥραν ἀπήγγελλον ἐγὼ τὴν φράσιν ὅτι «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐπεθύμει νὰ ὑποβάλῃ ἐπερώτησιν. Ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην τοῦ κ. Βουλευτοῦ τοῦτο λέγοντος, καὶ εἶπον ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνήγγειλα, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νομίζω ὅτι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐκ τῶν καθηκόντων μου νὰ εἴπω, ὅτι δίδω τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσσήνης. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ πράξῃ τοῦτο, οὐδεμίαν θέλω φέρει ἀντίῤῥησιν. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα μόνος, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, νὰ πράξω τοῦτο.

§199ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ τὸ Προεδρεῖον, ὅπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν βεβαιώσω γεγονότα τινὰ, λαβόντα ἀρτίως χώραν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τὴν ἑσπερινὴν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τέλει ἓν συμπέρασμα τῆς συζητήσεως. Καὶ ἐν πρώτοις ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πάνθ’ ὅσα πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος κ. Ζαΐμης, πάντα ταῦτα εἶναι μέχρι κεραίας ἀληθῆ. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι προτοῦ λάβῃ τὸν λόγον ὁ ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἠρώτησεν, ἐὰν ἄλλος τις πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχῃ τὸν λόγον, καὶ μὴ λαβὼν ἀπάντησίν τινα ἐκ μέρους τίνος τῶν κ. κ. συναδέλφων, εἶπεν ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἀλλὰ μετὰ τοῦτο διεμαρτυρήθη ὁ ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμος Βουλευτὴς καί τις ἄλλος, τὸν ὁποῖον δὲν ἐνθυμοῦμαι ἤδη, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος, πολὺ ὀρθῶς ποιῶν, ἔδωκε τὸν λόγον εἰς τὸν ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅστις καὶ ἔλαβεν αὐτὸν καὶ ὡμίλησε. Τώρα, ἐὰν τὸ πικρόχολον τῶν λόγων τοῦ ἐκ Κυθήρων κ. Βουλευτοῦ ἐξηρέθισέ πως τὴν Βουλήν, καὶ ἰδίως τοὺς συναδέλφους τοὺς παρακαθημένους ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ (δεικνύει τὴν δεξιὰν), τοῦτο βεβαίως δὲν εὐθύνει ἐμὲ, οὔτε τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἵτινες εἶχον τὴν διάθεσιν, προτοῦ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ στάδιον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, νὰ λάβουν τὸν λόγον, ζητοῦντες αὐτὸν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου, καὶ νὰ ἀγορεύσωσιν ἐπὶ θεμάτων πάντη ἀσχέτων πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐξετύλιξεν ἐνώπιόν σας ὁ ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἐπίσης ὀφείλω νὰ βεβαιώσω τὸ γεγονὸς, ὅτι ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν μετὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Κυθήρων κ. Βουλευτοῦ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνήγγελλεν εἰς Βουλὴν, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐγὼ ὄρθιος ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ τὸν λόγον, ἵνα ἀπευθύνω ἐπερώτησίν τινα πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ὑπουργὸν, ἐπερώτησιν πάντη ἄσχετον πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐπραγματεύετο ὁ ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος, ἕνεκα δεδικαιολογημένης ἀπροσεξίας, ἔχων ἐνώπιόν του ἴσως τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ ἀλλαχοῦ που ἔχων ἐστραμμένα τὰ βλέμματα ἢ τὴν ἀκοὴν, δὲν ἤκουσε τὴν παράκλησίν μου καὶ δὲν μοὶ ἔδωσε τὸν λόγον, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ τούτῳ ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλ’ ἐὰν, κ. Πρόεδρε, τὸ νὰ ἤμεθα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἢ νὰ ἤμεθα ἐκτὸς αὐτῆς καὶ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ βουλόμενος τῶν Βουλευτῶν νὰ ἀγορεύῃ ἐπὶ θεμάτων μὴ ὑπαρχόντων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐὰν ὁ τρόπος καὶ ἡ τάξις, καθ’ ἣν διεξάγονται αἱ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, ἐὰν τοῦτο, λέγω, ἦναι ζήτημα ταχύτητος τῆς γλώσσης καὶ ἀντιλήψεως τῆς ἀκοῆς, βεβαίως ἔχετε δίκαιον ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἔχει δίκαιον ὁ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅστις προέλαβεν ἐν ταχύτητι γλώσσης, ὡς ἄριστος δολιχοδρόμος τοῦ λόγου, πρὸ τοῦ ἀκουσθῇ ἡ ἐμὴ φωνὴ, νὰ εἴπῃ ὅτι «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ἀλλ’ ὑποθέτω, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα οὐδεὶς ἐκ τῶν συναδέλφων θὰ εὑρεθῇ ἵνα λύσῃ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, διότι, ἐὰν μοὶ δοθῇ ὁ λόγος, δὲν πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν ἀκυρότητά τινα δικονομικὴν, οὐδὲ πρόκειται νὰ ἀνατρέψωμεν ἀπόφασίν τινα τῆς Βουλῆς, ληφθεῖσαν παρ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐὰν εἰσήλθομεν ἢ μὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅτι εἶναι ἀπηγορευμένον πλέον νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς Βουλευτήν τινα, ἵνα ὁμιλήσῃ περὶ θέματος μὴ σχετιζομένου μὲ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὡς ὀρθῶς παρετήρει πρὸ ὀλίγου ὁ ἐξ Εὐρυτανίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀναγγέλλων εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν ἀνήγγελλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόφασίν τινα ληφθεῖσαν παρ’ αὐτῆς, ἀλλ’ ἐπιστοποίει ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἐξ ἰδίας αἰσθήσεως ἀντελήφθη, τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος τις τῶν Βουλευτῶν, ἐπιθυμῶν ὅπως ὁμιλήσῃ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἐγγεγραμμένος τις, ὅπως ὁμιλήσῃ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλὰ τοῦτο καὶ μόνον δὲν ἀποτελεῖ λόγον, ὅπως ἀποκλεισθῶσιν οἱ θέλοντες νὰ ὁμιλήσωσι, διότι ἐγὼ, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Πρόεδρος ἐξεφώνει τὸ «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», ἐζήτουν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τὸν λόγον. Ἰδοὺ, κύριε Πρόεδρε, εἰς ποῖα ἄτοπα περιάγει ἡμᾶς ἁπλῆ παρανόησις, ἡ ὁποία, ἐξογκουμένη ἀπὸ λόγων εἰς λόγους καὶ μεταβάλλουσα φύσιν, καταλήγει ἐπὶ τέλους εἰς πείσματα, πείσματα μηδαμινὰ καὶ μὴ ἔχοντα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ ἀξίαν· ἰδοὺ ποῦ καταλήγει ὁ τρόπος αὐτὸς τῶν συζητήσεων, εἰς τὸ νὰ χάσωμεν μίαν ὥραν εἰς ματαίαν συζήτησιν· διότι, ἐὰν καὶ ἐκεῖθεν καὶ ἐντεῦθεν ἐγίνοντο πάντοτε, ὄχι μόνον κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, — διότι ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι πάντοτε πρέπει νὰ γίνωνται ἀμοιβαῖαι ὑποχωρήσεις, ἵνα ὑπάρχῃ μεταξὺ ἡμῶν ἡ καλὴ πίστις καὶ ἡ ἄνεσις ἐν ταῖς συζητήσεσιν, — ἐὰν, λέγω, ἐγίνοντο ἀμοιβαῖαι ὑποχωρήσεις, ἠδύνατο εὐκολώτατα νὰ ἀρθῇ ἀπὸ τοῦ ἐπεισοδίου ἡ παρανόησις αὕτη, ἥτις μᾶς ἔκαμε νὰ δαπανήσωμεν ματαίως περὶ τὴν μίαν ὥραν, ἠδυνάμεθα δὲ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὥστε νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἐσκόπουν νὰ κάμω περὶ θέματος σπουδαίου, ἐνδιαφέροντος τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν καὶ τοὺς ἐν Τύνιδι ἐγκατεστημένους συμπολίτας ἡμῶν. Μετὰ τοῦτο δὲ, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἀπῄτει πολὺν χρόνον, θὰ εἰσηρχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ θὰ εἴχομεν ἤδη ἐπιληφθῆ τῶν ἔργων ἡμῶν τῶν νομοθετικῶν πρὸ μιᾶς ὥρας.

§200ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι μετὰ τὰς βεβαιώσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἐκ κακῆς πίστεως προέβη εἰς τὸ νὰ ἐκφωνήσῃ τὸ «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς παρανοήσεως. Ἴσως ἐγὼ δὲν θὰ ἔπραττον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὅτι ἔπραξεν ὁ κ. Πρόεδρος, δηλαδὴ νὰ θεωρήσῃ ὅτι, ὅ,τι εἶπε πρὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων, ὅταν εἶπεν «ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;» καὶ δὲν ἠγέρθησαν πάντες, ὅσοι εἶχον τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἤρκει διὰ νὰ θεωρήσῃ ὅτι ἐξηντλήθη τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ζητήσῃ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Βουλευτοῦ Κυθήρων. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως, καὶ διὰ τοῦτο οὐδόλως καταλογίζω αὐτῷ κακὴν θέλησιν ἢ πρόθεσιν ἐκ τοῦ ὅτι ἐδήλωσεν ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἐζήτει τὸν λόγον. Διὰ τοῦτο, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε εἴχομεν ἐμπιστοσύνην μήτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν μήτε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, θὰ ἀπόσχωμεν τῆς ψηφοφορίας, διότι δὲν ἐξεφράσαμεν καμμίαν δυσπιστίαν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.

§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα θὰ εἶχε μεγάλην σπουδαιότητα, ἐὰν ἦτο τοιοῦτον, ὁποῖον ὑπέλαβον οἱ Κύριοι, οἵτινες ἐφάνησαν ἐνιστάμενοι κατὰ τῆς ἀναγγελίας τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι εἰσέρχεται ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἐὰν ἦτο τοιοῦτον, ὁποῖον ὑπέλαβον οἱ Κύριοι, ὁποῖον ἐπειράθησαν νὰ παραστήσωσιν εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἦτο ζήτημα μεγίστης σπουδαιότητος, διότι θὰ ἦτο περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως, καὶ περιορισμός, τὸν ὁποῖον διέπραττεν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ διερμηνεύων τὸ φρόνημα τῆς πλειοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐπιτετραμμένος τὴν τήρησιν τῆς τάξεως. Τοῦτο ἐζήτησαν νὰ παραστήσουν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸ ἐφρόνουν, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν ὅτι δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὸν λόγον, διότι ἀπήγγειλεν ἤδη, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ ἡγέτης ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος ὥρμησεν εἰς τὸ βῆμα, φωνάζων, ὅτι «δὲν σὲ ἀφήνομεν νὰ παίξῃς ἐν οὐ παικτοῖς!» Λοιπὸν ὁ Πρόεδρος ὑπελήφθη καὶ παρεστάθη ὡς μὴ ἐκτελέσας τὸ καθῆκόν του, ὡς παραβὰς τὸ καθῆκόν του, ἢ μᾶλλον περισσότερόν τι, ὡς περιορίσας τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὡς περιορίσας τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, καὶ αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐνώπιόν του δὲν εἶχεν, ὅταν εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, οὐδενὸς δήλωσιν ὅτι θέλει νὰ ἀγορεύσῃ. Ὅταν ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε λήξει τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων, προὐκάλεσε πάντας νὰ δηλώσωσιν, ἐὰν θέλωσι νὰ λάβωσι τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἷς μόνον ἢ δύο ἠγέρθησαν, ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς Βουλευτὴς καὶ ὁ ἐκ Κυθήρων, καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος ἔλαβον ἀλληλοδιαδόχως τὸν λόγον. Ἑπομένως τί ἔμενε κενόν; Ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλὰ τότε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἐπεθύμει νὰ δηλώσῃ, ὅτι θέλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Οἱ νόμοι, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ὑπὲρ τῶν ἀγρυπνούντων, καὶ ὅστις θέλει νὰ ἀσκήσῃ δικαίωμα, πρέπει νὰ φροντίζῃ νὰ τὸ ἀσκήσῃ ἐγκαίρως. Ἡ ἀπαγγελία, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τυγχάνει τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον χωρίζει τὴν ἐλεγκτικὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὴν νομοθετικήν. Ὅταν τὸ ὅριον αὐτὸ χαραχθῇ, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν πάλιν εἰς τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον κατελίπομεν. Ἐχαράχθη κακῶς; Ὁ κ. Πρόεδρος ἐν γνώσει περιώρισε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου; Ὁ κ. Πρόεδρος εἶχεν ἐνώπιόν του αἴτησιν καὶ ἠρνήθη νὰ ἀποδεχθῇ αὐτήν; Παντάπασι. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του. Δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς παρέστησεν ὡς πόρισμα τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν αὐτό, ἕπεται, ὅτι δὲν εἶχε κακὴν πίστιν, καὶ διὰ τοῦτο στέργομεν. Οὐδεμίαν στιγμὴν εἶχε κακὴν πίστιν, οὐδὲ εἶχέ τις δικαίωμα νὰ ὑπολάβῃ ὅτι εἶχε κακὴν πίστιν, καὶ ἐὰν τὸ ὑπέλαβεν, ἠδίκησεν ἑαυτὸν, διότι ἡ ἀντίληψίς του ἦτο πεπλανημένη καὶ ἡ κρίσις του ἔτρεξεν ὑπὲρ τὸ δέον. Ἑπομένως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του. Μένουσιν ὅμως αἱ πρὸς αὐτὸν αἰτιάσεις. Αἱ αἰτιάσεις ἦσαν οὐ μόνον ἄδικοι, οὐ μόνον ἀντιτιθέμεναι εἰς τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς, ὄχι μόνον ἐξεδήλουν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς παρέβη τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ καὶ δι’ εἰκόνων ἦσαν αἰτιάσεις ἔχουσαι ἀσχημοσύνην, ἑπομένως διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ, ἐὰν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν Πρόεδρον. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν ζητεῖται διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Πρόεδρον, ἀλλ’ ἵνα ἐκφράσῃ ἐμμέσως τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ τῶν αἰτιάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπηύθυναν τὴν αἰτίασιν, βεβαιώσωσι τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν εἶχον τὴν προαίρεσιν οὔτε τὴν πρὸς τὸ Πρόεδρον ὀφειλομένην ἀνασκοπὴν νὰ μειώσωσιν, ἐὰν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠσχημόνησαν πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τῶν ἀναρμόστων εἰκόνων, τὰς ὁποίας ἐξέθηκαν, ἐὰν αὐτοὶ βεβαιώσωσιν ὅτι ταῦτα ἀδίκως εἶπον, βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἐπιμένομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Ἀλλ’ αὐτὰ ἐλέχθησαν, καὶ ἠκούσθησαν ὑπὸ τοῦ κοινοῦ, καὶ θέλει γενῇ ἀναγραφὴ τούτων ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Ἑπομένως πρέπει, ἐὰν δὲν γένηται ἡ ἀνάκλησις αὐτῶν, νὰ γένηται ψηφοφορία.

§202ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἀδυνατῶ νὰ ἐννοήσω, τί θέλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Κωλυσιεργεῖ; Ἐννοεῖ νὰ καταναλώσωμεν ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν εἰς συζήτησιν περὶ ὄνου σκιᾶς; Ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος, τῆς Βουλῆς εἶπεν, ὅτι ἐθεώρησε περατωμένον τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεφώνησεν ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νομίζω ὅτι ἐξηντλήθη τὸ ζήτημα ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ὀφείλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἀναβῇ εἰς τὴν ἕδραν του καὶ νὰ καλέσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν Μεσσήνης νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ἐὰν δὲν πράξῃ τοῦτο, τότε διὰ τῆς ψηφοφορίας οὐδὲν ἕτερον πράττετε, εἰμὴ νὰ περιορίζητε τὸν λόγον, καθ’ ἣν στιγμὴν δέχεσθε, ὅτι ἐκ μιᾶς ἁπλῆς δηλώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, γενομένης ἐξ ἀπροσεξίας...

§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παντάπασιν ἐξ ἀπροσεξίας· διότι οὐδεὶς εἶχε ζητήσει τὸν λόγον.

§204ΡΑΛΛΗΣ. Ἐξ ἀπροσεξίας, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Κανονισμῷ, ὅτι πρέπει νὰ ζητῇ τις τὸν λόγον καὶ νὰ ἀναγράφηται πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἰς τὰς τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ, τὰς προταθείσας παρὰ τοῦ κ. Προέδρου, ὑπάρχει ὁλόκληρος διαδικασία ὡς πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις, καὶ ὅταν ἔλθῃ ὥρα, θὰ συζητήσωμεν κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ γείνουν δεκταὶ αἱ τροποποιήσεις ἐκεῖναι, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ λόγου. Ἀλλ’ ἐκ τοιούτων σκέψεων ἀναχωρῶν ὁ κ. Πρόεδρος, ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων καὶ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πολλάκις μία ἀπροσεξία ἢ μία παρανόησις ἔφερε τὸν Πρόεδρον νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλὰ πάντοτε ἐπεμείναμεν, καὶ μᾶς ἐδόθη ὁ λόγος, διότι ἐθεωροῦμεν, ὅτι ἀκριβῶς πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τελεία ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἐλέγχου καὶ τῶν ἐπερωτήσεων. Τώρα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει νὰ τὸ κανονίσῃ ἄλλως. Τοῦτο δὲν τὸ δεχόμεθα. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσῃ, δὲν θὰ χάσῃ τὸ δικαίωμά του. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ δίκαια εἶναι τῶν ἀγρύπνων, αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς παράχορδον, διότι τὰ δίκαια τοῦ Βουλευτοῦ Μεσσήνης εἶναι δίκαια ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἂν πρέπῃ νὰ προσέχῃ τις πάντοτε, μὴ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κηρύξῃ ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅταν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλοίμονον εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου!

§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;

§206ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς, κύριε Πρόεδρε, ὑπὲρ τῶν ἀγρύπνων ἐτάχθησαν τὰ δίκαια, καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦμεν νὰ ἀκουσθῶμεν, διότι ἄγρυπνοι παρακολουθοῦμεν τὴν συζήτησιν καὶ ἀναμένομεν, ὅπως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς στρέψῃ πρὸς ἡμᾶς τὸ βλέμμα, ἵνα ζητήσωμεν τὸν λόγον. Δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπερασπίζων τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃν τρόπον ὑπερασπίζεται αὐτὸν, διότι ἀντὶ νὰ καταδείξῃ ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἔσφαλε, τοὐναντίον καταδεικνύει αὐτὸν ἀνακόλουθον. Διότι σᾶς ἔλεγεν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ἀναγγελίας ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐχάραξε τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον χωρίζει τὰ ὅρια τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὰ ὅρια τῶν ἐπερωτήσεων ἀπὸ τῶν κυρίως νομοθετικῶν ἐργασιῶν, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπανέλθωμεν. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς καὶ ὀρθὸν, τοῦτο ἀκριβῶς καθιστᾷ ἀνακόλουθον τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Διότι τί συνέβη πρὸ ὀλίγου; Πρὸ ὀλίγου ἀκόμη, προτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δηλώσῃ ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἶχε δηλώσει τὸ αὐτὸ, ἐρωτήσας μάλιστα τότε, ἐάν τις τῶν Βουλευτῶν ἐπιθυμεῖ νὰ λάβῃ τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Καὶ ἀφοῦ ἐδήλωσεν ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀφοῦ δηλαδὴ ἐχάραξε τὸ ὅριον, περὶ οὗ ὡμίλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παρεστάθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καί τις ἄλλος, οἵτινες ἐζήτησαν νὰ ὁμιλήσουν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Καὶ τότε τὸ ὅριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρησεν ἀνυπέρβλητον, παρεβιάσθη παρ’ αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔδωκε τὸν λόγον εἰς τὸν ζητήσαντα αὐτὸν συνάδελφον, μολονότι εἶχε δηλώσει ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔπαυεν ἕτερος τῶν συναδέλφων ὁμιλῶν. Δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον λοιπὸν θὰ ἀρνηθῇ τὸ Προεδρεῖον τὸν λόγον εἰς τοὺς ζητοῦντας αὐτόν. Ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις μᾶς ἤγαγε κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὸ νὰ συζητῶμεν, ἐὰν πρέπῃ νὰ γείνῃ ψηφοφορία, ἵνα δηλώσῃ ἡ Βουλὴ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Προεδρεῖον, τῆς ὁποίας δηλώσεως, νομίζω, οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη, ἀφοῦ οὐδόλως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξέφρασεν ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης εἰς τὸ Προεδρεῖον. Καὶ ἐὰν ἡ ἐμὴ μαρτυρία δύναται νὰ συντρέξῃ εἰς τὴν πιστοποίησιν τῆς ἀκριβείας τῶν λόγων του, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι παρακαθήμενος ἐδῶ, παρὰ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς, δὲν ἤκουσα λεχθὲν τοιοῦτόν τι, διότι τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ ἐμοῦ ὁμοία εἶναι ἡ γνώμη, καὶ οὐδέποτε θέλομεν ἐκφράσει ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν λόγος τις, ὅπως καταλήξωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Ἐὰν ὅμως εἰς τὴν ψηφοφορίαν ταύτην ἐπιμένῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, στηριζόμενος εἰς τὰς δυνάμεις του, ἡμεῖς δὲν θέλομεν τὸν παρακολουθήσει, διότι, ὡς εἶπον, οὐδένα λόγον ἔχομεν νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν.

§207ΣΤΑΗΣ. Πρὸ πάντων εἶχον καθῆκον νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος διὰ νὰ βεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπαίτιος τῆς καταστάσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἔφερε τὰ παράπονα. Ἴσως καὶ ἐγὼ συνετέλεσα εἰς τοῦτο, ἴσως καὶ συνάδελφοί τινες τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ἀλλὰ ὁ κύριος παράγων τοῦ ἐρεθισμοῦ, ἢ, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν αὐτὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν ἄλλοι μετεχειρίσθησαν, τῆς νευροπαθείας, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ εὑρέθη, εἶναι ἄλλος λόγος, ἴσως εἶναι τὸ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ταράττει τὰ νεῦρά τινων. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ δηλώσω ῥητῶς, ὅτι οὐδεμίαν ἀφορμὴν παραπόνου κατὰ τοῦ κ. Προέδρου ἐλάβομεν ἐν τῷ διαστήματι τῶν ληξασῶν συνόδων· διότι ὁμολογουμένως ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διηύθυνε ταύτας μετ’ ἄκρας ἀμεροληψίας. Συνέβαινεν ἐνίοτε νὰ παραπονεθῇ τις, διότι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, μὴ ἔχων ὀξεῖαν τὴν ὅρασιν, δὲν παρατηρεῖ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διὰ νεύματος ζητοῦσι νὰ λάβωσι τὸν λόγον. Τοῦτο καὶ εἰς ἐμὲ συνέβη, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐξέφρασα παράπονον, διότι βεβαίως δὲν εἶναι ὑπαίτιος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲν εἶδε τὰ νεύματα ταῦτα. Ἀναμφιβόλως λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ σήμερον ἔπραξεν ὅ,τι συνήθως πράττει, ἤτοι ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν χωρὶς ν’ ἀντιληφθῇ, ὅτι τινὲς, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶμαι καὶ ἐγὼ, ἐζήτησαν διὰ νεύματος τὸν λόγον...

§208ΡΑΛΛΗΣ. Συνέβη καί τι πλέον, ἠθέλησε ἡ πλειοψηφία νὰ ἐμποδίσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν Κυθήρων νὰ ὁμιλήσῃ.

§209ΣΤΑΗΣ. Δὲν γνωρίζω τοῦτο· γνωρίζω μόνον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς βεβαίως δὲν ἀντελήφθη ὅτι ἐζήτησα τὸν λόγον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εὐθὺς ὡς ἐγὼ ἀπεπεράτωσα τὴν ὁμιλίαν, λαβὼν εἰς χεῖρας τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἶπεν «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Πρὶν δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος ζητήσῃ τὸν λόγον καὶ πρὶν ὁ κ. Πρόεδρος ἀποπερατώσῃ τὴν φράσιν του, ἐγὼ τὸν διέκοψα, καὶ εἶπον: «κύριε Πρόεδρε!...» Δὲν εἴχομεν λοιπὸν εἰσέλθει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τί δὲ λέγει ὁ Κανονισμός: Νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ ἄρθρῳ 23 διάταξις, ἡ ὁποία ἀποδίδει εἰς ἐμὲ τὸ δίκαιον, διότι λέγει: «Ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος· συζήτησις δὲν περατοῦται, πρὶν ἢ ἀγορεύσωσι πάντες οἱ ἐγγραφέντες καὶ οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον.» Ὥστε, ἐὰν δὲν ἦναι ἐγγεγραμμένοι, πρέπει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς βεβαίως νὰ ἐρωτήσῃ, ἐὰν ἐζήτησέ τις ἢ ἐὰν ζητῇ τὸν λόγον. Καὶ τοῦτο πράττει πάντοτε ὁ κ. Πρόεδρος· σήμερον μόνον δὲν τὸ ἔπραξεν, ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκ προθέσεως, δὲν ἔσφαλεν, ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τὸ ἔπραξεν, εἴτε παθὼν καὶ αὐτὸς τὸ πάθημα, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ὅτι ἔπαθεν ἅπασα ἡ Βουλή, ἢ μὲ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ εἰσέλθωμεν τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἵνα γείνῃ ἡ ψηφοφορία ἐκείνη, ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προικίσεως τῆς βασιλόπαιδος· ἀλλὰ βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ διαπράξῃ ἀπόπειραν κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Ὑποθέτω ἑπομένως, ὅτι ἀδίκως παρέρχεται ὁ χρόνος, ἡμεῖς δὲ δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ παρεμβάλωμεν προσκόμματα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὡς ἀπέδειξε μέχρι τοῦδε ἡ ἀνάμιξις ἡμῶν ἐν ταῖς συζητήσεσι τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ὁ μόνος σκοπὸς ἡμῶν εἶναι νὰ διαφωτισθῶμεν καὶ ἡμεῖς καὶ διαφωτίσωμεν τὴν συζήτησιν. Λαμβάνομεν μέρος πολλάκις καὶ κατὰ τὴν 11 τῆς νυκτὸς καὶ κατὰ τὸ μεσονύκτιον καὶ κατὰ τὴν 1 τῆς πρωΐας, ἐνῷ ἠδυνάμεθα ν’ ἀναχωρήσωμεν, ὡς πράττουσιν οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι πολὺ σπανίως εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔπραξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ οὐδὲ ἅπαξ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔφερεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἢ ἐζήτησε νὰ παρακωλύσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Χθὲς, κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο ψηφοφορία. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ, ὅτι ἦσαν 13 ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) παρόντες καὶ 92 ἐκ τῆς ἄλλης, καὶ γινώσκετε ὅτι, ἂν ἤθελον 2 ἢ 3 ἐκ τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ν’ ἀναχωρήσουν, ἀπαρτία δὲν θὰ ὑπῆρχεν, ἀλλὰ δὲν ἀνεχωρήσαμεν, διότι δὲν κυριαρχεῖ εἰς τὰς ἐργασίας ἡμῶν τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον θέλετε ν’ ἀποδώσητε ἡμῖν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ εὑρεθῇ λύσις τις, ἵνα ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, εἰσερχομένης τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§210ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν, ὥστε ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἀσχέτως πρὸς τὸ δίκαιον καὶ πρὸς τὸ πρέπον ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐπίμονος διάθεσις καὶ ἀπόφασις τοῦ ἡγέτου τῆς πλειοψηφίας περὶ τῆς προκλήσεως ἀποφάνσεως τῆς Βουλῆς. Τὰ μετὰ τὴν πρότασιν λεχθέντα καθιστῶσιν αὐτὴν περιττὴν, καὶ ἤλπιζον ὅτι δὲν θὰ ἠδύναντο ἄλλοι νὰ ἔχωσιν ἐναντίαν γνώμην. Λυποῦμαι ὅτι παρὰ ταῦτα ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δεικνύει ὅτι αἰσθάνεται ὅτι ὑπάρχει αἰτία ἐπιβάλλουσα τὴν ἀνάγκην τῆς προκλήσεως τοιαύτης γνώμης. Ὁπωσδήποτε, καὶ ἂν πρὸς εὐχαρίστησίν μου παρῃτεῖτο αὐτῆς τῆς γνώμης, καὶ ἂν πρὸς λύπην μου ἐπιμείνῃ εἰς αὐτὴν τὴν γνώμην, δὲν λησμονῶ ὅτι, ὡς πρὸ ὀλίγου ἔλεγον, τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὸ Προεδρεῖον δὲν ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ ἀρνηθῶμεν, ἐμπιστοσύνην δηλαδὴ ἐπιβαλλομένην ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξήγαγε μέχρι τοῦδε τὰς συνεδριάσεις· διότι πολιτικὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ Προεδρεῖον, ὡς πρὸς τὸ κατασκεύασμα τῆς πλειοψηφίας, βεβαίως δὲν ἔχομεν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Προεδρεῖον δὲν ἐγένετο καὶ διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν. Ἐμπιστοσύνην ὅμως ὡς πρὸς τὴν ἄσκησιν τῶν ὑψηλῶν καθηκόντων τοῦ Προέδρου ἔχομεν, καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην ταύτην δυνάμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν κάλλιον ὡς ἔλλειψιν παραπόνων. Διὰ τοῦτο δὲ, ἐὰν προκληθῶ ἵνα ψηφίσω περὶ τοιαύτης ἐμπιστοσύνης, θέλω ψηφίσει ὑπὲρ ταύτης. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ διατυπώσει τῆς γνώμης του περὶ τῆς ἀνάγκης τοιαύτης τινὸς ἀποφάνσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς παρήνειρεν ἐννοίας ἑρμηνευτικὰς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τοῦτο καθιστᾷ δύσκολον τὴν ψῆφον ὑπὲρ τῆς προτάσεως εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἀσπάζονται οὐχὶ τὰς περὶ ἀμερολήπτου διεξαγωγῆς τῶν συνεδριάσεων γνώμας τοῦ ἡγέτου τῆς πλειοψηφίας, τὰς ὁποίας συμμερίζομαι, ἀλλὰ τὰς περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Κανονισμοῦ ἑρμηνείας καὶ τὰς γνώμας περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ διεξάγωνται αἱ συνεδριάσεις. Καὶ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν παραδέχονται τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑποστηριζομένην. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἐφάνη ἀγωνιζόμενος νὰ περιστείλῃ τὰ ὅρια τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, τοῦ ἀσκουμένου διὰ τῶν ἐπερωτήσεων, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἰς τὴν διατύπωσιν τοιούτων ἰδεῶν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προέβη κατεχόμενος ἀκόμη ἀπὸ τὴν ὀργὴν, ἡ ὁποία, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἤρξατο τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, τὸν κατέλαβε. Διότι πλειστάκις ἤκουσα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπερμαχοῦντος τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, δὲν νομίζω δὲ, ὅτι συμβιβάζονται πρὸς ταύτην ὅσα πρὸ ὀλίγου ἐλέχθησαν, καὶ δι’ ὧν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑποστηρίζει, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν οὔτε πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ μέχρι τοῦδε κρατῆσαν ὁμοιομόρφως πάντοτε καὶ ἀπαρεγκλίτως σύστημα, ὁσάκις πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως προβάλλονται ἐπερωτήσεις καί τινες ἐξ αὐτῶν περατοῦνται καὶ ἐξαντλεῖται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγγεγραμμένων ὅπως ἀγορεύσωσι, νὰ ἐρωτᾷ ὁ κ. Πρόεδρος, ἂν ὑπάρχῃ τις θέλων νὰ ἀγορεύσῃ καὶ νὰ μὴ περιορίζηται εἰς μόνον τὸ σημείωμα αὐτοῦ, ἐὰν ἦναί τις ἐγγεγραμμένος. Τοῦτο ἀκαταπαύστως γίνεται τακτικῶς, καὶ πάντοτε ἐν τῇ Βουλῇ, τοῦτο δὲ καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν Σύνοδον καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν ἐτηρήθη ἐν ἀρχῇ αὐτῆς ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου. Θεωρῶ δὲ πολὺ ἐπικίνδυνον τὸ δόγμα, ὅτι, ὅταν τις ἀγορεύῃ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, πρέπει πᾶς θέλων νὰ ὁμιλήσῃ νὰ ἦναι προσηλωμένος εἰς τὰ χείλη τοῦ ἀγορεύοντος, καὶ ἢ νὰ σπεύσῃ νὰ δηλώσῃ ὅτι θέλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἢ νὰ περιμένῃ πότε θὰ καταπέσῃ, οὕτως εἰπεῖν, ἡ τελευταία λέξις ἐκ τοῦ στόματος τοῦ ἀγορεύοντος, ἵνα ζητήσῃ τὸν λόγον. Ὅταν τοῦτο ὑποστηρίζηται ὡς ἔννοια τοῦ Κανονισμοῦ, ὑποστηρίζηται ὡς ἑρμηνεία, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος ἔχει μακροτέραν ἡμῶν πεῖραν, νὰ ἐνθυμηθῇ ποσάκις ἔσχομεν ἀφορμὴν νὰ ὑποδείξωμεν, ὅτι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων δὲν ἐπεκράτει ἡ ἀμεροληψία, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ζαΐμης διεξάγει τὰς συνεδριάσεις. Καὶ εἶναι μὲν ἐπιθυμητὸν νὰ μὴ λάβωμεν ποτὲ ἀφορμὴν νὰ μετανοήσωμεν διὰ τοιαύτην ἑρμηνείαν, ἀλλ’ εἶναι ἐπιθυμητότερον νὰ μὴ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία αὕτη. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῇ Πρόεδρος μὴ ἔχων ἐστραμμένα συνήθως τὰ βλέμματα πρὸς τὴν πλευρὰν τὴν ἀποτείνουσαν τὰς ἐπερωτήσεις, καὶ ὅταν ἐπερωτῶν τις διακόψῃ πρὸς στιγμὴν τὸν λόγον διὰ νὰ ἀναπνεύσῃ ἢ νὰ σπογγίσῃ ἁπλῶς τὸν ἱδρῶτα αὑτοῦ, νὰ εἴπῃ ἀμέσως «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Αὐτὸ θέλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ἐπειδὴ τοιαῦταί τινες ἰδέαι ἐξεφράσθησαν παρὰ τοῦ διατυπώσαντος, τὴν γνώμην ὅτι πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ εἰς πρότασιν, ἡ ὁποία ἐνέχει τοιαύτας ἐννοίας, δὲν θὰ δώσω ψῆφον, χωρὶς διὰ τούτου νὰ δηλῶ ὅτι αἰσθάνομαι λόγον τινὰ νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι ἀμερολήπτως καὶ ἀφατριάστως ὁ κ. Πρόεδρος διεξάγει μέχρι τοῦδε τὰ ἔργα αὑτοῦ. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐκφράζω καὶ πάλιν τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μὴ κατήντα ἡ Βουλὴ εἰς ἀπόφανσιν ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἠκούσθη ἐναντία γνώμη. Ἐὰν ὅμως προκληθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, ἐπαναλαμβάνω ὅτι, καίτοι δὲν ἔχω ἀφορμὴν ψόγου ἢ ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τὸ Προεδρεῖον, πρότασιν ὅμως περὶ τούτων, ἐνέχουσαν τὰς ἐννοίας καὶ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέφερε, βεβαίως δὲν θὰ ψηφίσω, ὡς ἀντιβαίνουσαν πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχω.

§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Τριφυλίας κ. Γεωργακοπούλου.

§212ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ Βουλή, καταδηλοῦσα πλήρη ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, μεταβαίνει εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων»

§213ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἐντελῶς ἐλεύθερος ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ προκαλέσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν νομίζει ὅτι πρέπει νὰ προκαλέσῃ, ἀλλὰ οὐδόλως θὰ ἐμποδίσῃ ἡμᾶς κατόπιν νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ, ἐὰν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἢ ὄχι.

§214ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ ἔθεσε καθαρῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅστις μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν ἀξιοπρεπείας καὶ ἀμεροληψίας, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς τῷ ἀμφισβητεῖ, σᾶς εἶπε καθαρῶς, πῶς ἀντελήφθη τὰ πράγματα, καὶ πῶς μετέβη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Σᾶς εἶπε δὲ, ὅτι, ἐὰν ἄλλος τις ἐζήτησε νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν, καὶ μὴ ἀντιληφθεὶς αὐτοῦ δὲν τῷ ἔδωκε τὸν λόγον, διὰ τοῦτο νομίζει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν πάλιν εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων. Τοῦτο θεωρῶ ὡς δυνάμενον νὰ ἀπειλήσῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Προεδρείου καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν δικαιοῦται νὰ ζητῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ὁ Πρόεδρος αὐτῆς. Οὐδεὶς, κύριε Πρόεδρε, ἀμφιβάλλει, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς οὕτως ἐσκέφθη, διότι, ὡς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας κ. Βουλπιώτης ὡμολόγησε καὶ πάντες ὁμολογοῦσιν, ἡ ἀξιοπρέπεια καὶ ἡ ἀνατροφὴ καὶ τὸ παρελθὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐπιβάλλωσιν αὐτῷ μετ’ ἀμεροληψίας νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις. Ὅταν τοιαύτην ἔχωμεν πάντες πεποίθησιν, δὲν ἀνέμενον ποτὲ νὰ γείνῃ τοσαύτη συζήτησις ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι δικαίωμα ἀπεριόριστον· οὐδείς ποτε ἐφαντάσθη νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἢ νὰ μειώσῃ τὸ δικαίωμα ἢ νὰ περιορίσῃ αὐτὸ, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο ὁ υἱὸς τοῦ Ζαΐμη καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ὅταν ταῦτα πάντα συντρέχωσι, δὲν γνωρίζω διατὶ ὁ ἡγέτης τῆς ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπιμένει ὅτι ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως, ἐὰν μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Οὔτε ὁ χρόνος, οὔτε αἱ περιστάσεις, οὔτε τὸ πρᾶγμα σπεύδει, κύριε Πρόεδρε, καὶ νομίζω ὅτι καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἡ ἐξαιρετικὴ θέσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀπαιτοῦσι νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δικαιοῦντες οὕτω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.

§215ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανὸν νὰ ἐκορέσθητε τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, καὶ εὐλόγως, διότι, ὡς μανθάνω τὴν στιγμὴν ταύτην, ὑπῆρξε μακρά. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν παρευρέθην καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς προηγηθείσης συζητήσεως, καὶ εἰσῆλθον μόλις περὶ τὰ τέλη αὐτῆς, ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς τὴν συζήτησιν, ἀσχέτως πρὸς τὸ προκαλέσαν αὐτὴν ἐπεισόδιον, εἰς ἀπορίαν εὑρίσκομαι, ὑπὸ ποίαν ἆρά γε ἔννοιαν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ πρότασις περὶ ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ Προεδρεῖον. Μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ ἦναι πρωτοφανὴς εἰς τὰ χρονικὰ τῶν Κοινοβουλίων τοιαύτη ψῆφος. Νομίζω μάλιστα, ὅτι εἶναι ἀληθὴς ταπείνωσις τῆς θέσεως τοῦ Προέδρου τὸ νὰ ζητῆτε νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ πρὸς αὐτὸν τὴν ἐμπιστοσύνην της. Ζητεῖτε νὰ ἐκφράσῃ ἡ πλειονοψηφία τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὸν Πρόεδρον, καὶ προκαλεῖτε οὕτω τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ἐκφράσῃ τὴν δυσπιστίαν αὐτῆς. Τὸ τοιοῦτον μοὶ φαίνεται πρωτοφανὲς, τὸ ὁποῖον μόνον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν. Καὶ ἀφοῦ μάλιστα, ὡς γνωστὸν, ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου ἔδωκε λευκὰ ψηφοδέλτια, ἤδη διὰ τῆς ψήφου ἴσως, τὴν ὁποίαν προκαλεῖτε, ζητεῖτε εἰς τὰ λευκὰ ἐκεῖνα ψηφοδέλτια νὰ ἐγγράψῃ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸ ὄνομα τοῦ ἐκλεχθέντος ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας Προέδρου, ἐκφράζουσα καὶ αὐτὴ πρὸς αὐτὸν τὴν ἐμπιστοσύνην της· ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διευθύνῃ μὲν τὰς συνεδριάσεις μετ’ ἀμεροληψίας, συμβῇ ὅμως νὰ μὴ ἀκούσῃ, ὡς ἄνθρωπος, ὅτι ἐζήτησέ τις τὸν λόγον, ἢ προβαίνει παραιτέρω, νὰ μὴ συμπεριφερθῇ καλῶς πρός τινα Βουλευτὴν, εἶναι τοῦτο λόγος ἐκφράσεως ἐμπιστοσύνης; Μὴ ἆρά γε πρόκειται ἡ ψηφοφορία αὕτη ν’ ἀντιτάσσηται κατὰ παντὸς, ὅστις ἤθελε παρουσιασθῆ εἰς τὸ μέλλον παραπονούμενος κατὰ τοῦ Προέδρου; Τίνος εἴδους ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς ζητεῖτε τὴν ἔκφρασιν; Μήπως ζητεῖτε τὴν ἔκφρασιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν χαρακτῆρα τὸν ἀτομικὸν τοῦ κ. Προέδρου; πρὸς τὴν εὐσυνειδησίαν αὐτοῦ; Μήπως θέλετε νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἠγέρθη ἐν τῇ Βουλῇ τοιοῦτον ζήτημα, ζήτημα περὶ τῆς εὐσυνειδησίας, ζήτημα περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ κ. Προέδρου; Ψῆφος ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς ζητεῖται ὑπὲρ τῶν κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων, διότι πρόκειται νὰ ἐπιδοκιμάζηται ἡ πολιτικὴ αὐτῶν· ἀλλὰ ἔχει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὡς τοιοῦτος πολιτικήν; Περὶ τίνος ἐπρόκειτο; Ἐπρόκειτο περὶ συγκεκριμένου τινὸς περιστατικοῦ, ἐὰν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅτε ἐζήτησέ τις τὸν λόγον, ἐὰν εἶχε δίκαιον ὁ Βουλευτὴς ἢ ἄδικον, ἢ μᾶλλον ἐὰν ὁ Βουλευτὴς οὐδόλως ἀπίθανον νὰ εἶχε δίκαιον, ἐναντίον τῆς ἀντιλήψεως τοῦ κ. Προέδρου· μήπως τοιοῦτον προηγούμενον καὶ τεκμήριον ἀλάνθαστον θέλετε νὰ καθιερώσητε διὰ τὸ μέλλον; Τί σημαίνει αὐτὴ ἡ ἐμπιστοσύνη; Σημαίνει τι, ἀλλὰ δυστυχῶς δυσάρεστον· προτείνεται ἡ ἔκφρασις ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν Πρόεδρον, καὶ ἐξευτελίζεται οὕτω τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ, διότι προφανῶς γίνεται χρῆσις τῆς θέσεως τοῦ Προέδρου, ὡς ὀργάνου, ἵνα ἐκφρασθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου οὕτω πως ὑποβιβάζεται ἀπὸ τὴν ὑψηλὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ διατηρεῖ ὁ Κανονισμὸς καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα. Ἀλλὰ μήπως ἠκούσατε ἔκφρασιν μομφῆς παρά τινος τῶν Βουλευτῶν; Οὐχί. Δωρεὰν λοιπὸν θέλετε νὰ καταβιβάσητε τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς οὐ μόνον ἀπὸ τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν θέτει αὐτὸν ὁ Κανονισμὸς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἔθεσαν αὐτὸν αἱ ἐκφράσεις τῆς ὑπολήψεως τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰς ὁποίας ἠκούσατε· θέλετε νὰ καταβιβάσητε αὐτὸν εἰς τὴν κονίστραν τοῦ κομματισμοῦ. Καὶ ἂν κακῶς παρ’ ἡμῖν ἐθεωρήθη ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου ὡς ζήτημα πολιτικὸν, ἀφήσατε νὰ μείνῃ εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἡ κατάχρησις αὕτη, καὶ μὴ θεωρεῖτε τὸν Πρόεδρον ὡς κομματάρχην ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Μὴ ἀναμιγνύετε τὰ ζητήματα τὰ πολιτικὰ μὲ τὰ ζητήματα τῆς ἐκτιμήσεως πρὸς τὸ Προεδρεῖον. Ἐὰν περιτυλίξητε τὸν Πρόεδρον εἰς τὰ δίκτυα τοῦ κομματισμοῦ, καταστρέφετε τὸ Προεδρεῖον.

§216Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψουν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐπανειλημμένως ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως πείσωσι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν συζητήσεων, ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῷ ἀδίκῳ, νὰ εἴπω αὐτοῖς, ὅτι ματαιοπονοῦσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει μακρὰν κοινοβουλευτικὴν πεῖραν, καὶ γνωρίζει κάλλιστα, ὅτι ἐπιμένων δὲν συμμορφοῦται μὲ τὸν Κανοισμὸν, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ. Ὥστε πᾶσα συμβουλὴ καὶ προτροπὴ δὲν θὰ πείσῃ αὐτὸν, ὅτι ἔχει ἄδικον, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἄλλα ἔχει ἐν τῷ νῷ καὶ ἄλλα λέγει. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει νὰ φανατίσῃ τὴν πλειοψηφίαν (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ). Μὴ θορυβεῖτε! Θὰ πεισθῆτε περὶ αὐτοῦ. Θέλει νὰ φανατίσῃ τὴν πλειοψηφίαν, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὰς συνειθισμένας παννυχίδας καὶ οὕτω μετὰ 3 ἢ 4 ἡμέρας ἀπαλλαγῇ καὶ τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τῆς μειοψηφίας. Ὥστε δὲν βλέπω διατὶ οἱ ἀξιότιμοι ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θέλουσι νὰ πείσωσι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ἐναντίου.

§217ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ τὴν πλειοψηφίαν, νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ψηφοφορίαν, καθόσον δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιμένει. Διότι, εὐθὺς ὡς ἤρχισεν ἡ συζήτησις, διευκρινίσθησαν τὰ πράγματα, καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εὑρίσκεται ἐν τῷ ἀδίκῳ, ἀλλ’ ὅτι προέβη εἰς τοῦτο, διότι δὲν ἀντελήφθη καλῶς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης ἐζήτησε τὸν λόγον. Ἐγὼ λέγω, ὅτι καὶ καλῶς ἔπραξε, θέλων ν’ ἀποφύγῃ τὴν ταραχὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀνεφάνη ἐν τῇ Βουλῇ· τοῦτο δὲ δὲν τὸ ἔπραξεν ἐκ κακῆς προθέσεως. Ἑπομένως, ἀφοῦ οὐδεὶς ἀποδίδει κακὴν πρόθεσιν, ἀφοῦ καλῶς διευκρίνησε τὰ λεχθέντα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι οὐδεὶς ἔχει παράπονον κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, τί ἐπιμένετε νὰ δείξητε σήμερον; πρὸς τί ἡ ἐπιμονή; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμένῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς ψηφοφορίαν, ἀλλὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας.

§218ΚΟΡΠΑΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, καὶ διὰ τοῦτο θὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἀληθῶς ἐζήτησε τὸν λόγον πρὶν ἢ ὁ κ. Πρόεδρος εἴπῃ «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν»· εἶναι ἀναμφισβήτητον...

§219ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι! ὄχι!

§220ΚΟΡΠΑΣ. Μάλιστα, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλ’ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἀντελήφθη τοῦτο, εἶναι ἐπίσης βεβαιότατον· καὶ ἐγὼ, ὀλίγας στιγμὰς πρὸ τούτου ἐγερθεὶς διὰ νὰ ζητήσω τὸν λόγον, παρετήρησα ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος δὲν μὲ ἀντελήφθη. Προκειμένου ὅμως νὰ ψηφίσω, ἐὰν ἔχω ἐμπιστοσύνην, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος διευθύνει τὰς συνεδριάσεις μετ’ εὐσυνειδησίας καὶ ἀμεροληψίας, θὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τῆς προτάσεως ταύτης, διότι τοιαύτην ἔχω πεποίθησιν.

§221ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ὑπάρχουσιν ἀκριβῶς ἐν τῇ προτάσει, ἥτις ὑπεβλήθη, δύο ἰδέαι· ἡ μία ἐκφράζει ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἡ ἑτέρα, ἡ οὐσιαστικὴ, εἶναι ἐὰν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἡ πρώτη ἰδέα οὐδεμίαν ἀπήντησεν ἐν τῇ Βουλῇ ἀμφισβήτησιν, οὐδεὶς τῶν ἀγορευσάντων ἐξέφερε δυσπιστίαν πρὸς τὸ Προεδρεῖον· δὲν ὑπάρχει ἑπομένως θέμα ψηφοφορίας. Ἀλλὰ μὴ ὑπάρχοντος θέματος, διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπώλεια χρόνου ἡ ψηφοφορία· καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον θέλω ἀρνηθῆ ψῆφον, διότι δὲν δύναμαι νὰ ψηφοφορήσω ἐπὶ θέματος μὴ ὑπάρχοντος. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ προκαλέσῃ ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ οὐσιαστικοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον εἶναι, ἐὰν εἰσήλθομεν ἢ ὄχι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπὶ τούτου δύναται νὰ γείνῃ ψηφοφορία, ἐπὶ τοῦ ἄλλου ὅμως θέματος δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ, διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις.

§222ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ θέλω δι’ ὀλίγων ἐξηγήσει τὴν ἄρνησιν τῆς ψήφου μου. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἐκφράσεως ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐγὼ οὐδένα δισταγμὸν θὰ εἶχον νὰ ἐκφράσω τὴν ἐμπιστοσύνην μου, ἀλλὰ τὰ συμβάντα κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην οὐδόλως ἐκλόνισαν τὴν πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ λέξεις, δι’ ὧν συνώδευσε τὴν αἴτησιν αὐτοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περιεῖχον περιορισμοὺς τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς ἐν τῷ ἐλέγχῳ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ δὲ ἐλέχθησαν καὶ μετά τινος μομφῆς κατὰ τῆς συμπεριφορᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει, ἕνεκα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη, καὶ διὰ τοῦτο θέλω ἀπόσχει.

§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ράλλης ἐζήτησε τὸν χωρισμὸν τῆς προτάσεως.

§224Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν. Ἐγράφη οὕτως ἡ πρότασις, διότι αὕτη εἶναι ἡ τακτικὴ ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις τῆς Εὐρώπης· ὅταν μετὰ συζήτησιν ἐπερωτήσεων πρόκειται νὰ κηρυχθῇ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως τῶν ἐπερωτήσεων, τότε ψηφίζει ἡ Βουλὴ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δηλ. ψηφίζει τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι ἀποκλείεται τὸ δικαίωμα τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ψηφοφορηθῇ, ἂν ἡ Βουλὴ μετέβη ἢ μὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἡμεῖς θέτομεν τὸ ζήτημα, ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Προεδρεῖον ἢ οὔ· ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐκφέρῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Προεδρεῖον, δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, ἐὰν μετέβη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἢ οὔ.

§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐρωτᾶται ἐπὶ τοῦ πρώτου μέρους τῆς προτάσεως, ἔχοντος ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλή, καταδηλοῦσα πλήρη ἐμπιστοσύνην πρὸν τὸν Πρόεδρον αὐτῆς...» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Τρ. Σχινᾶ καὶ Ι. Γ. Λάππα, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Μιλτιάδης Δάλλας Ν Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ν
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Χρ. Στεφανόπουλος Ν
Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Ν Γεώργ. Κρεστενίτης
Ν. Σμολέντς Ν Γεώργ. ΠαπακυριακόπουλοςΝ
Δημ. Οἰκονομίδης Ν Δημοσθ. Δόγκας Ν
Δημοσθ. Καΐρης Ν Ἰωάν. Σισίνης Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Στέφ. Σκουλούδης
Κωνστ. Νεγρεπόντης Ν Γεώργ. Πετούσης Ν
Ἰωάν. Πετρίδης Ἀριστου. Βαλέττας
Νικολ. Φαρμακόπουλος Ν Νικ. Νομικός Ν
Σωτήρ. Δανόπουλος Ν Πέτρος Δελένδας Ν
Χρ. Βότσαρης Κωνστ. Πεταλᾶς Ν
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης ἀρν.
Σπυρ. Βαρζέλης Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν
Νικόλαος Λεβίδης Ν Θεόδ. Ζαΐμης
Κωνστ. Κολιάτσος Λεων. Πετιμεζᾶς
Δημοσθ. Σκυλίτσης Γεώργ. Σιβιτανίδης Ν
Ἀθαν. Μουτσόπουλος Ν Γιαννούσιος Τάκης Ν
Ι. Δ. Καλλιφρονᾶς Ν Νικ. Δαγρὲς Ν
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Ν Κωνστ. Φλέσσας
Ἀλέξ. Σπ. Σοῦτσος Ν. Σάλμας Ν
Δ. Γ. Ράλλης ἀρν.Δημ. Τερτίπης
Ἀλέξ. Ψύλλας Ν Ἰωάν. Παλάσκας Ν
Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ν Ἰωάν. Σταμούλης Ν
Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Ν Κίμων Βελλίνης Ν
Ξενοφ. Τσαμαγκίδης
Ἀθ. Ἴσκος Ἰωάν. Καζαμπάκας Ν
Κωνστ. Τοπάλης Ι. Στεφάνου Ν
Νικ. Σγινᾶς Ν Παν. Λεβέντης
Γεώργιος Φιλάρετος Ἀλέξ. Κοντόσταυλος
Νικ. Σταματιάδης Ν. Χατζηνικολῆς Ν
Ἰωάν. Γιαννακόπουλος Ν Γεώργ. Κόρπας Ν
Ἐπ. Μαυρομμάτης Ἀχιλ. Ἀγάθος Ν
Γ. Γρίβας Ν Κωνστ. Βασιλάκης
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν Ἰωάν. Σέχος
Περ. Ἀλεξάκης Ν Νικ. Βασιλάκης Ν
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀθ. Παραμυθιώτης Ν
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος Ν Γεώργ. Θεοτόκης
Π. Λαμπρινόπουλος Ν Γεώργ. Καποδίστριας
Χαρ. Τζανετάκης Ν Δημ. Οἰκονόμου Ν
Γ. Λ. Πετροπουλάκης ἀρν.Δημ. Πετρίδης
Πολύμ. Ζαρίμπας Ν Π. Ζούζουλας Ν
Χρ. Μαστραπᾶς Κωνστ. Σκαρπέτης Ν
Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Ν
Κων. Παπαμιχαλόπουλος Νικόλαος Βαλσαμάκης
Π. Ρίτσος Ν Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς Ν
Ἀνδρ. Βασιλείου Ν Δημ. Σβορῶνος Ν
Σπ. Τσιτσάρας Ν Ἄθως Ρωμάνος
Δημ. Χατζόπουλος Διον. Καλούτσης
Δημ. Βουλπιώτης Σπ. Ε. Στάης
Μιχ. Ἰατρίδης Χ. Κ. Βοζίκης
Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ῥώμας Ν Νικ. Σταματόπουλος Ν
Κ. Δ. Βοῦλτσος Θ. Πέῤῥος Ν
Γ. Μελισσηνός Ν Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ν
Διον. Μυλωνᾶς Δημοσθ. Μανουσάκης Ν
Δημοσθ. Ματάλας Πανουρ. Πανουργιᾶς
Ἀρ. Μελετόπουλος Ν Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
Νικ. Γκουζούλης Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος Ν
Δημ. Πιπινόπουλος Ν Ἰω. Τσερτίδης Ν
Χασάν βέης Πετρεδὴν βέης Ν Χρ. Τζίνος Ν
Φιλώτας Ἰσχόμαχος Ν Δημ. Βότσης
Ἰωάννης Λάππας Ν Πίνδ. Ἀντωνόπουλος
Ἀλέξ. Ἀλεξανδρόγιαννος Ν Παναγ. Σάκκης Ν
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν Δ. Ε. Καλογερόπουλος Ν
Π. Μπογδάνος Ν Νικ. Καράπαυλος
Β. Βασιλειάδης Ν Ἰωάννης Βρυώνης Ν
Ἀθ. Εὐταξίας Π. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
Ἰω. Μπακόπουλος Νικόλ. Δημητριάδης
Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Γ. Ν. Μπούμπουλης
Φίλ. Βάρβογλης Ν Ἀντ. Γουδῆς Ν
Ν. Τριανταφυλλάκος Ἀθ. Λαδόπουλος Ν
Ἠλ. Ζέγγελης Ν. Βαφειαδάκης Ν
Λάμπρος Σινανιώτης Ν Γ. Παγανέλης Ν
Ἰω. Βούτουνας Ν Ἀλοΐσιος Τόμαν
Γ. Μαλέας Ν. Δρόσος Ν
Γ. Νικολαΐδης Ν Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν
Λεων. Δεληγεώργης Σωτ. Χατζηγάκης Ν
Μιλτ. Γουλιμῆς Νικ. Ταρμπάζης Ν
Παν. Μερλόπουλος ἀρν Κωνστ. Χατζηπέτρος Ν
Περ. Μποῦτος Ν Θεόδ. Κριεμάδης Ν
Ἀλκ. Δεληγιάννης Εὐστ. Κοκκέβης Ν
Ἀντ. Καρατζάς Ν. Γεωργακόπουλος Ν
Πέτρ. Ταταράκης Ν Σωτήρ. Σωτηρόπουλος
Γεώργ. Κουλούρης Ν Δημ. Καμαριώτης
Ὄθων Μαύρος Ν Διον. Στάϊκος
Ἐλευθ. Μυζώνιος Ν Ἀριστόβουλος Μάνεσης
Μιλτ. Βαρότσης Ν Σπ. Δεϊμέζης Ν
Γεώργ. Σισμάνης Ν Θεόδ. Λιμπρίτης Ν
Γεώργ. Πλατανιώτης Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
Ἰω. Καναβός Θεόδ. Γκίκας Ν
Γ. Φαρμακόπουλος Ν Παντελῆς Γκίκας Ν
Μιχ. Ἰατρὸς Νικ. Τσαμαδός
Α. Πετσάλης Ν Χριστόδουλος Στεριάδης Ν
Παῦλος Ραζέλος Νικόλ. Κοντογιάννης Ν
Ἄθ. Πιεῤῥάκ. Μαυρομιχάλης Κομνᾶς Τράκας Ν
Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ν Ν. Χατζῖσκος
Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν Τριαντάφυλλος Σχινᾶς Ν
Χαρ. Κανελλόπουλος Ν Δημ. Κρίτσας
Π. Λαμπρούλιας Ν Μιχ. Κακαρᾶς Ν
Σπ. Τυπάλδος Φορέστης Ν Γ. Ἀβέρωφ Ν
Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς Κ. Βαρατάσης Ν
Θεόδ. Βελλιανίτης Ν Ἀλεξ. Μ. Κανάρης Ν
Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ἰω. Α. Κανάρης Ν
Λ. Καραλίβανος

§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 129. Ἐκ τούτων 125 ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, κατὰ τῆς προτάσεως οὐδείς, καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἐξεδήλωσε πλήρη ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς διὰ ψήφων 125. Ἤδη πρόκειται εἰς ψηφοφορίαν ἡ δευτέρα πρότασις, ἐὰν δηλ. ἡ Βουλὴ εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§227ΚΩΝ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δι’ ἀναστάσεως.

§228Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅπως θέλουσιν οἱ Κύριοι.

§229ΡΑΛΛΗΣ. Δι’ ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορον, ἐὰν θὰ γείνῃ δι’ ἀναστάσεως ἢ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Θεωρῶ ὅμως, ὅτι εἶναι κάκιστον προηγούμενον, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται εἰς τὴν νομολογίαν τῆς Βουλῆς, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφαίνηται ἐὰν εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἢ ὄχι.

§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§231Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τώρα ἔχομεν τὴν ψήφισιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ προικὸς τῆς βασιλόπαιδος Μαρίας. Ἐγένετο ψηφοφορία, ἐὰν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου θὰ γείνῃ φανερὰ ἢ μυστικὴ ψηφοφορία. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι θὰ γείνῃ φανερά. Τώρα λοιπὸν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§232ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§233ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μεταξὺ δύο ψηφοφοριῶν δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε.

§234Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφόν του.

§235ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Πρόκειται μόνον περὶ δικαιολογίας τῆς ψήφου μου, καὶ νομίζω ὅτι ἔχω τοιοῦτον δικαίωμα.

§236ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.

§237ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Φρονῶ ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου, ὡς ἐγένετο, ὑπῆρξε σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως, διότι αὕτη δὲν ἐξετίμησε τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας διέρχεται ὁ τόπος, περιστάσεις ἐξωτερικὰς, περιστάσεις ἐσωτερικὰς, ὑφεστώσας καὶ ὑποφαινομένας. Διὰ τοῦτο θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον· ἐλπίζω δὲ, ὅτι τὸ σφάλμα, τὸ ὁποῖον διέπραξεν ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἐπανορθώσῃ ἡ σύνεσις καὶ ἡ μεγαλοφροσύνη τοῦ Ἡγεμόνος, ἀρνουμένου νὰ κυρώσῃ τὸν νόμον.

§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Μ. Κανάρη καὶ Ι. Τσερτίδου, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Μιλτ. Δάλλας Ν
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ἀθ. Ἴσκος
Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Ν Κωνστ. Τοπάλης
Ν. Σμόλενιτς Ν Νικ. Σχινᾶς άρν.
Δημ. Οἰκονομίδης Ν Γεώργ. Φιλάρετος Ο
Δημοτό. Καΐρης Νικ. Σταματιάδης
Ἔπαμ. Ἐμπειρίκος Ἰω. Γιαννακόπουλος Ν
Κωνστ. Νεγρεπόντης Ν Ἔπ. Μαυρομμάτης Ο
Ἰωάν. Πετρίδης Ι. Γρίβας Ν
Νικ. Φαρμακόπουλος Ν Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν
Σωτ. Δανόπουλος Ν Περ. Ἀλεξάκης Ν
Χρ. Βότσαρης Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ν Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν
Σπυρ. Βαρζέλης Π. Λαμπρινόπουλος Ν
Νικόλαος Λεβίδης Ν Χαρίλ. Τζανετάκης Ν
Κωνστ. Κολιάτσος Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ο
Δημοσθ. Σκυλίτσης Πολύμ. Ζαρίμπας Ν
Ἀθ. Μουτσόπουλος Ν Χρ. Μαστραπᾶς
Ι. Δ. Καλλιφρονᾶς Ν Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν
Ἀλέξ. Γ. Σκουζές Ν Κ. Παπαμιχαλόπουλος
Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος Π. Ρίτσος Ν
Δημ. Γ. Ράλλης Ο Ἀνδρ. Βασιλείου Ν
Ἀλέξ. Ψύλλας Ν Σπ. Τσιτσάρας Ν
Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ν Δημ. Χατζόπουλος
Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Ν Δημ. Βουλπιώτης Ν
Μιχ. Ἰατρίδης Νικ. Γκουζούλης
Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ῥώμας Ν Δημ. Πιπινόπουλος Ν
Κ. Δ. Βοῦλτσος Χασὰν βέης Πετρεδὴν βέηςΝ
Γ. Μελισσηνός Ν Φιλώτας Ἰσχύμαχος Ν
Διον. Μυλωνᾶς Ἰω. Λάππας Ν
Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ν Ἀ. Ἀλεξανδρόγιαννος Ν
Χ. Στεφανόπουλος Ν Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν
Γεώργ. Κρεστενίτης Π. Μπογδάνος Ν
Γ. Παπακυριακόπουλος Ν Β. Βασιλειάδης Ν
Δημοσθ. Δόγκας Ἀθαν. Εὐταξίας
Ἰω. Σισίνης Ν Ἰω. Μπακόπουλος
Στέφ. Σκουλούδης Ν Ἀρ. Σακελλαρόπουλος
Γεώργ. Πετούσης Ν Φίλ. Βάρβογλης Ν
Ἀριστομ. Βαλέττας Ο Ν. Τριανταφυλλάκος
Νικ. Νομικός Ν Ἠλ. Ζέγγελης
Πέτρος Δελενδάς Ν Λάμπρος Σινανιώτης Ν
Κωνστ. Πεταλᾶς Ἰω. Βούτουνας Ν
Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν Γ. Μαλέας Ο
Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν Γ. Νικολαΐδης Ν
Θεόδ. Ζαΐμης Λεων. Δεληγεώργης Ν
Δ. Πετιμεζᾶς Μιλτ. Γουλιμῆς
Γεώργ. Σιβιτανίδης Ν Παν. Μερλόπουλος Ο
Γιαννούσιος Τάκης Ν Περ. Μποῦτος Ν
Νικ. Δαγρές Ἀλκ. Δεληγιάννης Ο
Κων. Φλέσσας Ο Ἀντ. Καρατζᾶς
Ν. Σάλμας Ν Πέτρ. Ταταράκης Ν
Δημ. Τερτίπης Γεώργ. Κουλούρης Ν
Ἰω. Παλάσκας Ν Ὄθων Μαῦρος Ν
Ἰω. Σταμούλης Ν Ἐλευθ. Μυκώνιος Ν
Κίμων Βελλίνης Ν Μιλτ. Βαρότσης Ν
Ξενοφ. Τσαμαγκίδης Γεώργ. Σισμάνης Ν
Ἰωάννης Καζαμπάκας Ν Γεώργ. Πλατανιώτης
Ι. Στεφάνου Ν Ἰω. Καναβᾶς
Παν. Λεβέντης Γ. Φαρμακόπουλος Ν
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Μιχ. Π. Ἰατρός
Ν. Χατζηνικολῆς Ν Δ. Πετσάλης Ν
Γεώργ. Κόρπας Ν Παῦλος Ραζέλος
Ἀχιλ. Ἀγάθος Ν Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχ. Ν
Κωνστ. Βασιλάκης Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
Ἰω. Σέχος Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
Νικ. Βασιλάκης Ν Χαράλ. Κανελλόπουλος Ν
Ἀθ. Παραμυθιώτης Ν Παν. Λαμπρούλιας Ν
Γεώργιος Θεοτόκης Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης Ν
Γεώργ. Καποδίστριας Ν Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς
Δημ. Οἰκονόμου Θεόδ. Βελλιανίτης Ν
Δ. Πετρίδης Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ν
Π. Ζούζουλας Ν Λ. Καραλίβανος
Κωνστ. Σκαρπέτης Ν Πανούργ. Πανουργιᾶς
Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
Νικολ. Βαλσαμάκης Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος
Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς ἀρν.Ἰω. Τσερτίδης Ν
Δημ. Σβορῶνος Ο Χρ. Τζῖνος Ν
Ἄθως Ῥωμάνος Δημ. Βότσης
Διον. Καλούτσης Πίνδ. Ἀντωνόπουλος
Σπ. Ε. Στάης Ο Παν. Σάκκης
Χ. Κ. Βοζίκης Δημ. Ε. Καλογερόπουλος Ν
Νικ. Σταματόπουλος Ν Νικ. Καράπαυλος
Θ. Πέῤῥος Ν Ἰω. Βρυώνης Ν
Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ν Π. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
Δημοσθ. Μανούσακης Ν Νικολ. Δημητριάδης
Δημοσθ. Ματάλας Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης
Ἀριστ. Μελετόπουλος Ν Ἀντ. Γουδῆς Ν
Ἀθ. Λαδόπουλος Ν Θεόδ. Λιμπρίτης Ν
Ν. Βαφειαδάκης Ν Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
Γ. Παγανέλης Ν Θεόδ. Γκίκας Ν
Ἀλοΐσιος Τόρμαν Παντελῆς Γκίκας Ο
Ν. Δρόσος Ν Νικ. Τσαμαδὸς Ν
Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Χριστόδουλος Στεριάδης Ν
Σωτ. Χατζηγάκης Ν Νικολ. Κοντογιάννης Ν
Νικ. Ταρμπάζης Ν Κομνᾶς Τράκας Ν
Κων. Χατζηπέτρος Ν Νικ. Χατζῖσκος
Θεόδ. Κριεμάδης Ν Τριαντάφυλλος Σχινᾶς Ο
Εὐστ. Κοκκέβης Ν Δημ. Κρίτσας Ο
Ν. Γεωργακόπουλος Μιχ. Κακαρᾶς
Σωτήρ. Σωτηρόπουλος Γ. Ἀβέρωφ Ν
Δημ. Καμαριώτης Κ. Βαρατάσης Ν
Διον. Στάϊκος Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν
Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ἰω. Α. Κανάρης Ν
Σπ. Δεϊμέζης Ν

§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 134. Ἐκ τούτων 118 εἶπον Ναί, 14 Ὄχι, καὶ 2 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο δεκτὴ διὰ ψήφων 118. Προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).

§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 50′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.).

§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια: 1) Περὶ καταργήσεως τῆς εἰσπράξεως προσθέτου τέλους ἐπὶ τῶν βραχειῶν ἐπιστολῶν κτ.λ. 2) Περὶ ἀνταλλαγῆς ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἀγγλίας. 5) Περὶ ἐκποιήσεως κτημάτων τῆς Βαλλιανείου δωρεᾶς ὑπὲρ τῆς Βαλλιανείου Βιβλιοθήκης. 4) Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1896 ἐκ δραχ. 154,940. 5) Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1895 ἐκ δραχμῶν 159,142.51. 6) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ 1896 ἐκ δραχ. 52,922.50. 7) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ ἔτους 1896 ἐκ δραχμῶν 750,000. 8) Περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 50,000 πρὸς βοήθειαν τῶν ἐκ πλημμύρας ζημιωθέντων).

§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον πρέπει νὰ ἀναβληθῇ, διότι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατετέθη μὲν σήμερον, ἀλλὰ οὔτε ἐτυπώθη, οὔτε διενεμήθη. Προβαίνομεν εἰς τὸ ἀμέσως ἑπόμενον, ἤτοι εἰς τὸ ἑνδέκατον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταβολῆς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου δρ. 421,519.88 διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν καὶ περὶ εἰσαγωγῆς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον φράγκων χρυσῶν 312,236.95. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια: Περὶ τῶν πρὸς πληρωμὴν τῶν κατασκευαζομένων ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἀναγραφομένων ἐν τοῖς περὶ τούτου παραρτήμασι τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Περὶ ἐξόδων μεταφορᾶς καὶ ἀποστολῆς τῶν δημοσίων χρημάτων. Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν δαπάνης πρὸς συμπλήρωσιν ἐλλείψεων ἐν τῷ Ἐφηβείῳ Ἀβέρωφ κτλ. Περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρομικῆς διακλαδώσεως τῆς γραμμῆς Ἀγρινίου–Μεσολογγίου).

§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεων μετὰ τῆς νέας Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, τῆς Πανελληνίου Ἀτμοπλοΐας καὶ τῶν ἑταιριῶν Γουδῆ, Μακ–Δούαλ καὶ Διακάκη.

§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε τροπολογίαν, πρὸς ἐκπλήρωσιν ἐπιθυμίας ἐκδηλωθείσης ἐνταῦθα. Καλὸν εἶναι νὰ τὸ ἀναβάλωμεν ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.

§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν θέσεων τῶν βοηθῶν καὶ περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιστατῶν τῶν δημοσίων ἔργων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–5, ὡς ἔχουσι).

§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λεβέντη, Τοπάλη, Νεγρεπόντη, Δρόσου καὶ Παγανέλη, περὶ προσθήκης δευτέρας παραγράφου, ἐχούσης ὡς ἑξῆς: «Οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο διοριζόμενοι ὡς προσωρινοὶ ἐπιστάται, ὧν ὁ μισθὸς ἐπιβαρύνει τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, πλὴν τοῦ προϊσταμένου αὐτῶν, διορίζονται προτάσει τῶν οἰκείων λιμενικῶν ἐπιτροπῶν, αἵτινες ὁρίζουσι καὶ τὰ τῆς μισθοδοσίας των.»

§247ΔΑΛΛΑΣ. Δὲν πρέπει νὰ ὁρίζηται διὰ τοῦ νόμου ἡ μισθοδοσία;

§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ προτείνουν τὸν μισθὸν αὐτοί, ἀλλὰ θὰ διορίζῃ ὁ Ὑπουργός. Διατηρεῖται ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ.

§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς γʹ συζήτησιν).

§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαχειρίσεως καὶ προστασίας τῶν δασῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1–18)

§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκεται).

§252ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νὰ ᾖναι ἀναπαλλοτρίωτον καὶ ἀπαράγραπτον, εἶναι καταληπτόν· ἀλλὰ τὸ «οἱ ὁπωσδήποτε καταλαβόντες δάσος ἀποβάλλονται διοικητικῶς», δὲν τὸ ἐννοῶ.

§253Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλ. ἡ κατοχὴ αὐτῶν δὲν ἀναγνωρίζεται· εἶναι κατοχὴ, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν ἐκνόμως, ἡ διάταξις δὲ θέτει εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐναγομένου τὸ Δημόσιον.

§254ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ ἰδιώτης καὶ τὸ Δημόσιον δύνανται νὰ ἐξωθοῦν τὴν βίαν διὰ τῆς βίας. Ἂν πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος τούτου τοῦ ἰδιώτου, ἠδύνατο καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ διάταξις αὕτη. Τί προσθέτει τοῦτο εἰς τὰς διατάξεις τοῦ κοινοῦ δικαίου; Ὑποθέσατε ὅτι κατέχει τις δάσος ἰδιωτικόν· ἔρχεται ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ καὶ τὸν ἀποβάλλει διοικητικῶς, διότι κατέχει δάσος. Ποῖος θὰ κρίνῃ, ἂν τὸ δάσος δὲν εἶναι δημόσιον;

§255Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ δικαστήρια.

§256ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν δὲν ἀποβάλλεται διοικητικῶς. Λοιπὸν, ἂν πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον ὑπάρχοντος, δὲν προσθέτει τίποτε ἡ διάταξις αὕτη· διότι καὶ ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον ἔχει τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἰδιώτης, δηλ. νὰ ἀποβάλλῃ διὰ τῶν ὀργάνων του τὸν ἐξωθοῦντα αὐτὸ ἐκ τῆς νομῆς, καὶ νὰ τὸν ἀποβάλλῃ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς εἰσβολῆς τῆς βιαίας. Λοιπὸν τὸ «ἀποβάλλεται διοικητικῶς» τί προσθέτει; προσθέτει τὴν ἄρνησιν τῆς δικαιοδοσίας τῆς δικαστικῆς.

§257Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου.

§258ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν δύναται νὰ παρεξηγῆται.

§259Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πραγματεύεται περὶ τῶν δασῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον, ὅτε πρέπει νὰ ἐξωθῆται ὁ καταλαμβάνων.

§260ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος θὰ κρίνῃ, ἂν δάσος τι εἶναι δημόσιον ἢ ἰδιωτικόν;

§261Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν τὸ Δημόσιον ἤθελεν ἀποδιώξει τὸν ἰδιώτην ἑνὸς δάσους μὴ ἀνεγνωρισμένου ὡς δημοσίου, αὐτὸς θέλει προσφύγει ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου καὶ θέλει πληρωθῆ καὶ ἀποζημίωσιν.

§262ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, γίνεται σήμερον ὄχι μόνον διὰ δημόσια κτήματα, ἀλλὰ καὶ διὰ τρίτους. Τὸ Δημόσιον βοηθεῖ πολλάκις ἰδιώτας, ὅπως ἐπανέλθουν εἰς τὴν κατοχήν· ἰδίως εἰς ἐκείνας τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς παράγουν τὰ δικαιώματά των ἐκ τοῦ Δημοσίου, τὸ Δημόσιον βοηθεῖ ἰδιώτας, ὅπως ἐπανέλθουν εἰς τὴν κατοχήν. Ἐπίσης καὶ τὸ Δημόσιον πράττει τοῦτο δι’ ἑαυτό. Δὲν ἦτο ἀνάγκη τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπως ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποβάλλῃ τῆς κατοχῆς τὸν ἐν αὐτῇ βίᾳ εἰσελθόντα. Τὸ νὰ ἀναγράφηται τοῦτο ἰδικιτέρως, ὅτι ἀποβάλλει διοικητικῶς τὸν εἰσβαλόντα, ἔχει ἄλλην ἔννοιαν.

§263Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ πᾶσα ἡ νομοθεσία ἡ μέχρι τοῦδε περὶ δασῶν καταργεῖται, δὲν ὑπάρχει τι πλέον, τὸ δὲ νομοσχέδιον προτίθεται τὴν κωδικοποίησιν τῶν περὶ δασῶν διατάξεων, διὰ τοῦτο ἐτέθη, ὅτι τὸ Δημόσιον δύναται ν’ ἀποδιώξῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καταλαμβάνουσι βίᾳ δάσος δημόσιον.

§264ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ ὑπάρχει ἐν τῷ ἀστικῷ δικαίῳ.

§265Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν παρανόμως ἀποδιωχθῇ, θὰ ζητήσῃ ἀποζημιώσεις.

§266ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναπτύξω τὴν ἰδέαν μου, ἵνα γείνω σαφέστερος. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δύναμαι ἴσως ν’ ἀναφερθῶ καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς νομοθεσίας περὶ δασῶν, διότι, ὡς γνωστὸν, ὑπῆρξεν ἓν διάταγμα, τὸ διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον, ὄχι ἴσως ἀδικαιολογήτως, ἐχαρακτηρίσθη ὡς διάταγμα δημευτικόν. Κατὰ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, ὅστις εἶχεν ἀξιώσεις ἐπὶ δασῶν, ἀξιώσεις ἰδιοκτησίας, ἔπρεπε νὰ προσαγάγῃ τοὺς τίτλους του ἐντὸς ἑνὸς ἔτους· ἐὰν δὲν ἤθελε πράξει τοῦτο, ἐθεωρεῖτο ἔκπτωτος παντὸς δικαιώματος. Τὸ διάταγμα βεβαίως εἶχέ τι τὸ δημευτικὸν, ἀλλὰ τέλος πάντων καὶ τὰ δικαστήρια ἐθεώρησαν ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ σεβασθοῦν τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, περιεστράφη δὲ ἡ νομολογία εἰς ἄλλο, εἰς τὸ ζήτημα, τί εἶναι δάσος. Καὶ ὑπάρχουν ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατὰ τὰς ὁποίας δάσος εἶναι ὅταν ἔχῃ τινὰ σχετικὴν πυκνότητα, ὅτι δάσος δὲν εἶναι ὅταν ὑπάρχωσι δένδρα ἀραιὰ ἐπὶ μιᾶς μεγάλης ἐκτάσεως. Τὸ ζήτημα βεβαίως ἀπέβαινε πραγματικόν, ἀλλ’ εἰς τοῦτο κυρίως περιεστράφη ἡ νομολογία, ἀποδίδουσα δάση εἰς ἰδιώτας πολλούς, οἱ ὁποῖοι ἠξίουν ἰδιοκτησίαν ἐπὶ δασῶν, χωρὶς νὰ ἔχωσι παρουσιάσει τοὺς τίτλους των. Ἔτυχε νὰ μελετήσω τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν, διότι συνέπεσε νὰ ἔχω ἓν ἀναμφισβήτητον, ἀνεγνωρισμένον δάσος, τὸ ὁποῖον εἶναι κατακεχωρισμένον ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.

§267Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠξεύρω ὅτι εἶσθε ἰδιοκτήτης δάσους, ἀλλὰ τὰς λεπτομερείας δὲν γνωρίζω.

§268ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρξε δὲ μία ἄλλη κατηγορία τῶν διαφιλονεικουμένων δασῶν, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ὡς δάση ἀφιέμενα εἰς μίαν τινὰ καταχρηστικὴν νομήν. Δίδουσιν ἐγγυήσεις καὶ νέμονται ἐπὶ ἔτη οἱ ἔχοντες ἀξιώσεις, εἶναι δὲ καὶ ἔσονται διαφιλονεικούμενα, διότι δὲν ἐπερατώθησαν εἰσέτι οὔτε ἐπισπεύδονται πρὸς περάτωσιν αἱ ἀμφισβητήσεις περὶ τῶν τοιούτων δασῶν. Εἶναι αὐταὶ αἱ δύο κατηγορίαι. Εἶναι καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἴσως κατέχονται ὑπὸ ἰδιωτῶν, διότι πιθανὸν νὰ περιέπεσεν εἰς ἀχρηστίαν τὸ διάταγμα ἐκεῖνο τοῦ 1836.

§269Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ἀμφιβάλλω.

§270ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον γίνεται χρῆσις αὐτοῦ τοῦ διατάγματος, ἢ κατὰ πόσον ἡ διάταξις αὕτη ὑπονοεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ διατάγματος ἐκείνου.

§271Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι τὰ εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τῆς οἰκογενείας μου δάση περιῆλθον ὅλα εἰς τὸ Δημόσιον, διότι δὲν ἐφρόντισαν οἱ ἰδιοκτῆται ἐγκαίρως νὰ παρουσιάσουν τοὺς τίτλους.

§272ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁποία τίθεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, μήπως ὑπονοεῖ τὰς συνεπείας τοῦ διατάγματος ἐκείνου; Διότι, ἐὰν ὑπονοῇ τοῦτο, τότε πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπαρουσίασαν τίτλους, καὶ οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ πολλοὶ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ κατέχωσιν ἀπὸ ἐτῶν δάση, ἀποβάλλονται αὐτῶν διοικητικῶς. Τότε ἐννοῶ τὴν διάταξιν αὐτήν.

§273Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτοί, ὅσοι δὲν ἐπαρουσίασαν ἐμπροθέσμως τοὺς τίτλους των, ὅσοι ἐθεωρήθησαν ὅτι δὲν εἶναι πλέον ἰδιοκτῆται τῶν δασῶν καὶ ἔχουσι δίκας ἐν τῷ δικαστηρίῳ, καὶ κατέχουσι δάση ἐπίδικα, αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ διωχθῶσι.

§274ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ἐπὶ τούτῳ ἐπαναλαμβάνω τὴν ἐρώτησίν μου. Οἱ κατέχοντες δάση δημόσια ἀποβάλλονται διοικητικῶς. Τὸ ζήτημα πάντοτε ἔγκειται εἰς τοῦτο, ποῖος θὰ κρίνῃ τὴν προϋπόθεσιν αὐτήν, τὴν ἀναγκαίαν καὶ ἀπαραίτητον, τῆς διοικητικῆς αὐτῆς ἀποβολῆς; Περὶ τούτου πρόκειται· διότι, ἅμα δὲν πρόκειται νὰ κρίνῃ τοῦτο ἡ διοικητικὴ ἀρχή, δὲν ἔχετε ἀνάγκην τῆς διατάξεως αὐτῆς.

§275Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἀμφισβητήσεως τοῦ δάσους καὶ περὶ καταλήψεως δάσους, πρόκειται προσέτι καὶ περὶ ἄλλου τινός, περὶ καταλήψεως γαιῶν. Ἐν τῷ δάσει εἰσέρχονται, κόπτουν μερικὰ δένδρα, παρασκευάζουσιν ἕνα ἀγρὸν, φυτεύουν μίαν ἄμπελον· λοιπὸν τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνεγνωρισμένος καὶ ἀναντίῤῥητος ἰδιοκτήτης τοῦ δάσους, λαμβάνει τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς διώξῃ.

§276ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ μεταβάλωμεν τοὺς κανόνας τοῦ δικαίου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.

§277Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν μεταβάλλονται.

§278ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταβάλλονται· διότι, ὅταν λέγητε ὅτι «οἱ καταλαβόντες δάση δημόσια ἀποβάλλονται διοικητικῶς», καταργεῖτε τὸ δικαίωμα τῆς κατοχῆς· διότι κατέλαβε δάσος δημόσιον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὸ κατέλαβε λ. χ. πρὸ πενταετίας...

§279ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ ἑνὸς ἔτους καὶ μιᾶς ἡμέρας.

§280ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήνω τὸ «πρὸ ἑνὸς ἔτους καὶ μιᾶς ἡμέρας». Ἀλλ’ ἐγὼ προβαίνω περκιτέρω, ἵνα καταστήσω τὸ πρᾶγμα μᾶλλον αἰσθητόν... Λοιπὸν ὁ καταλαβὼν πρὸ πενταετίας ἢ δεκαετίας δάσος τίθεται ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς διατάξεως αὐτῆς, διότι δύναται ὁ ἔφορος νὰ τῷ εἴπῃ: «Κύριε, ἀποβάλλεσαι διοικητικῶς, διότι κατέλαβες πρὸ δεκαετίας δημόσιον δάσος· πήγαινε εἰς τὰ δικαστήρια νὰ διεκδικήσῃς». Μεταβάλλετε τὸ δικαίωμα τῆς κατοχῆς, προσδιορίζετε τὴν θέσιν ἐνάγοντος καὶ ἐναγομένου, καὶ τὴν προσδιορίζετε διοικητικῶς, καὶ νομίζετε ὅτι δὲν μεταβάλλετε τὴν δικαιοδοσίαν τὴν δικαστικὴν, δὲν προσκρούετε ἀμέσως εἰς τὰς θεμελιώδεις βάσεις τῆς Πολιτείας, καὶ τοῦτο ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου!

§281Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὑπάρχῃ δισταγμὸς, δὲν ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀποδεχθῶ τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.

§282ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς μελετηθῇ τὸ πρᾶγμα.

§283ΣΑΚΚΗΣ. Ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας λαβὼν ἀφορμὴν, θέλω νὰ παραστήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν συγκεκριμένην περίπτωσιν καὶ ἀναγομένην εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω. Ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ ὑπάρχει δάσος, Χίλια Χωριὰ καλούμενον, κατεστραμμένον πρὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν κατὰ τὸ πλεῖστον, καὶ ἡ καταστροφὴ αὕτη ἐξηκολούθησε μέχρι σήμερον, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ δάσος τοῦτο δὲν ὑφίσταται πλέον, μεταβληθὲν εἰς ἀγροὺς, ἀμπέλους, σταφιδαμπέλους καὶ διαφόρους ἄλλας φυτείας. Δυστυχῶς ἡ καταστροφὴ τῆς δασικῆς ταύτης περιοχῆς ἐγένετο πρόξενος μεγίστων συμφορῶν εἰς τοὺς κατόχους ἀγρῶν ἢ ἄλλων κτημάτων ἐν τῇ περιοχῇ ταύτῃ, διότι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ζητοῦσι τὴν ἀποβολήν των ἐκ τῶν κτημάτων τούτων, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι καλλιεργοῦσιν ἐν δασικῇ περιφερείᾳ. Εἰς μάτην διαμαρτύρονται οἱ κάτοχοι τῶν γαιῶν τούτων, ὅτι δάσος δὲν ὑφίσταται, ὅτι κατέχουσι τὰς γαίας ταύτας πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων καὶ ἐδήλωσαν οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις προέβη, εἶναι ἀληθὲς, εἰς ἓν βῆμα βελτιώσεως τῆς καταστάσεως ταύτης, ἀναγνωρίσασα, συνεπείᾳ παραστάσεών μου, τὰς ἀντιῤῥήσεις τὰς γενομένας ὑπὸ τῶν κατόχων τῶν γαιῶν τούτων, ἀλλὰ τὰς ἀντιῤῥήσεις τὰς ἀναγομένας μόνον εἰς φυτείας, τὸ τοιοῦτον δὲ δὲν ἀρκεῖ. Νομίζω ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως τοὐλάχιστον ὄχι μόνον ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ἀπαλλαγῶσιν εἰς τὸ μέλον τῆς ἀφορήτου ταύτης καταστάσεως, ἥτις ἄλλως, ἐνῷ οὐδὲν κέρδος θέλει προσπορίσει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καθόσον πρόκειται περὶ ἀνυπάρκτων δασικῶν περιφερειῶν, τοὐναντίον χρησιμεύει εἰς τὸ νὰ ἐπαυξάνῃ τὴν αἰσχροκέρδειαν ἐνίων ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, ἐντεταλμένων τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν. Γνωρίζω, Κύριοι, ὑπὸ ποίας συνθήκας φυλάσσονται τὰ δάση σήμερον, καὶ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξηγηθῶ περισσότερον ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίζω ἐν τῇ Βουλῇ, ἀληθῶς διὰ τῶν νομοθετημάτων, ἅτινα ἐπαρουσίασεν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἅτινα τὴν στιγμὴν ταύτην εὑρίσκονται ὑπὸ συζήτησιν, ἐπιδιώκει ὄχι μόνον τὴν διάσωσιν τῶν δασῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐν τῷ μέλλοντι εὐκολωτέραν διαχείρισιν καὶ διοίκησιν αὐτῶν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 19, ἂν μὴ σαφέστερον καθορισθῇ, θέλει ἐξακολουθήσει νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὰ αὐτὰ ἀτοπήματα τοῦ παρελθόντος, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὸς ὁ σεβαστός μοι ἀρχηγὸς καὶ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀρχηγὸς ὢν τότε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε συνεπείᾳ ἐπερωτήσεώς μου συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ, ἀνεγνώρισε τὴν μεγίστην ἀδικίαν, ἡ ὁποία προσεγίνετο εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ δήμου Βουφράδος, τοὺς καλλιεργοῦντας ἀγροὺς ἐν τῷ ἀνυπάρκτῳ πλέον δάσει τῶν Χιλίων Χωρίων, καὶ ἔσπευσε νὰ μεθέξῃ τῆς συζητήσεως καὶ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐπερώτησίν μου, συνέπεια τῆς ὁποίας ὑπῆρξεν ἡ ἀναστολὴ τῶν διαταγῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ὧν ἐζητεῖτο ἡ ἀποβολὴ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἀγροτῶν τοῦ δήμου Βουφράδος.

§284Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν εὐλόγως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας ἔχῃ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν του, καὶ ἐὰν ἕκαστος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἔχῃ ἐνδιαφέρον, ἵνα προστατευθῶσιν οἱ συμπολῖται αὐτοῦ, ὅπως μὴ ἀδικῶνται, θέλετε ἀποδώσει καὶ εἰς ἐμὲ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦτο· γνωρίζει δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας, ὅτι περὶ μὲν τοῦ δάσους τοῦ ἐν Πυλίᾳ, περὶ τοῦ ὁποίου ἠγόρευσε, πλεῖστοι τῶν εἰς τὸ δάσος τοῦτο εἰσελθόντων εἰσὶ Γορτύνιοι, ὡσαύτως γνωρίζουσιν οἱ κ. κ. Βουλευταὶ ἐξ Ὀλυμπίας, ὅτι καὶ οἱ εἰσδύσαντες εἰς τὰ δάση τῶν δήμων Βώλακος καὶ Σκιλλοῦντος τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης εἰσὶν ἐπίσης κατὰ τὸ πλεῖστον Γορτύνιοι. Ἑπομένως θέλετε ἀποδεχθῆ, ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχετε καὶ ὑμεῖς, δὲν θὰ νομίσητε δὲ, ὅτι ἐγὼ ἐκ πνεύματος ἴσως ταμιευτικοῦ θέλω νὰ ἀναιρέσω τὰ δικαιώματα τῶν συνεπαρχιωτῶν μου καὶ ἀποδιώξω αὐτοὺς τοῦ δάσους. Χρεωστῶ ὅμως νὰ ποιήσωμαι τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐκείνους μὲν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐφείλκυσαν τὴν προσοχὴν τῆς διοικήσεως, εἰσέδυσαν εἰς τὰ δάση, καὶ λανθανόντως κατώρθωσαν ν’ ἀποψιλώσωσιν ἐκτάσεις ἐν τοῖς δάσεσι καὶ νὰ καταβάλωσι κεφάλαια, νὰ ἐμφυτεύσωσιν ἀμπέλους καὶ σταφιδαμπέλους, εἶναι σκληρὸν νὰ ζητήσωμεν ν’ ἀποβάλωμεν ἡμεῖς· ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσέδυσαν καὶ κατέλαβον ἀγροὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν κατέβαλον κεφάλαια διὰ τοὺς ἀγροὺς τούτους, νομίζω ὅτι δὲν δύνανται εὐλόγως νὰ ἀξιώσωσιν, ὅτι ἔχουσι δικαίωμα εἰς τὴν ἐπιείκειαν τοῦ Κράτους, καὶ θέλουσιν ἀναγνωρίσει, ὅτι τὸ Κράτος δύναται εὐλόγως νὰ εἴπῃ αὐτοῖς, ὅτι τὸ μέρος ἐκεῖνο ἦτο δάσος, ὅτι δὲ οὗτοι εἰσέδυσαν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ δάσους, ὅτι ἔκοψαν δένδρα, παρεσκεύασαν οὕτως ἔκτασιν στρεμμάτων τινῶν, τὰ ὁποῖα περικυκλοῦνται ἀπὸ τὸ δάσος, καὶ ἑπομένως νὰ εἴπῃ αὐτοῖς, ὅτι οὐδὲν ἔχουσι δικαίωμα. Ἡ τοιαύτη ἀξίωσις τοῦ Δημοσίου δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς σκληρὰ καὶ ἄδικος. Αὐτὴν ἔχω τὴν γνώμην, καὶ ἐνθυμεῖσθε καλῶς, ὅτι, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ συμπολιτῶν σας ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ἔλαβον καὶ ἐγὼ μέρος πρὸς ὑπεράσπισιν αὐτῶν, καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τούτων ὑπερησπίσθην αὐτούς. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν νὰ ἀναγνωρισθῶσιν ὅτι οὗτοι ἔχουσι δικαίωμα ἰδιοκτησίας καὶ κατοχῆς ἐπὶ ἀγρῶν, τοὺς ὁποίους παρεσκεύασαν ἐντὸς δασικῆς περιφερείας, δηλ. ἐντὸς περιφερείας, ἡ ὁποία κυκλοῦται ἀπὸ δάσος.

§285ΣΑΚΚΗΣ. Τὸ ἐν λόγῳ δάσος, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσα, εἶναι κατεστραμμένον πρὸ 50 ἐτῶν καὶ πλέον.

§286Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσι δένδρα;

§287ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσιν. Ὁλόκληρος ὁ δῆμος Βουφράδος ἦτο δασικὴ περιφέρεια, ἀλλ’ ἤδη δὲν ὑφίσταται τοιαύτη.

§288Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ οὔτε δασικὴ περιφέρεια, ἀφοῦ πρὸ 50 ἐτῶν ἔπαυσε νὰ ἦναι δάσος.

§289ΣΑΚΚΗΣ. Πρὸ δύο ἀκόμη μηνῶν ἐζήτησεν ἡ Διοίκησις νὰ ἀποβάλῃ τοὺς πλείστους τῶν καλλιεργητῶν τῶν ἀγρῶν τούτων, καὶ ἐγὼ ἔσπευσα νὰ ἀναφέρω τὰ παράπονα ταῦτα τῶν συμπολιτῶν μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον, ἀναγνωρίσαν τὸ δίκαιον αὐτῶν, ἔσπευσε νὰ διατάξῃ τοὺς ἁρμοδίους, ὅπως παύσωσι τὴν παρεμπόδισιν τῆς καλλιεργείας τῶν τοιούτων ἀγρῶν.

§290ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως εἰς τὴν Πυλίαν συμβαίνει ἐξαιρετικῶς.

§291ΣΑΚΚΗΣ. Ἡ ἔκτασις τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος δάσους ἀνήρχετο εἰς 50,000 στρεμμάτων, δὲν ὑφίστανται ὅμως σήμερον οὔτε 5,000 στρέμματα, καὶ ταῦτα κατὰ τὸ πλεῖστον κατεστραμμένα. Καὶ διὰ νὰ σωθῇ τὸ ἐλάχιστον τοῦτο, παρέστησα πλειστάκις τὴν ἀνάγκην τῆς ὁροθετήσεως τοῦ δάσους τούτου καὶ τὸν περιορισμὸν αὐτοῦ εἰς τὸ ὄρος Μπαγκλαβᾶ, καὶ οὕτω διὰ τῆς ὁροθετήσεως ταύτης ἤθελε σωθῆ δάσος πλουσιώτατον καὶ χρησιμώτατον, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἀκόμη ἐχρησίμευεν εἰς τὸ νὰ προμηθεύῃ ναυπηγήσιμον ξυλείαν εἰς τοὺς Ἀθηναίους πρὸς κατασκευὴν τοῦ στόλου των. Ὑπάρχουν δρῦς ἐν αὐτῷ πανάρχαιαι. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸν Παυσανίαν, θὰ ἴδητε, ὅτι τὰ πλοῖα τότε τῶν Ἀθηναίων, αἱ τριήρεις, κατεσκευάζοντο ἐκ τοῦ δάσους αὐτοῦ. Καὶ ἐν τούτοις τὸ δάσος τοῦτο, τὸ τόσον πολύτιμον, δυστυχῶς καταστρέφεται ὁλονὲν, ἕνεκα τῆς ἀκηδίας τῶν ἁρμοδίων, οἵτινες δὲν ἔσπευσαν νὰ ὁροθετήσωσι τὸ πραγματικὸν δάσος, ἀλλὰ ζητοῦσι νὰ ἐπαναφέρωσιν εἰς τὴν ζωὴν τὸ μὴ ὑπάρχον τοιοῦτον. Ἐπαναλαμβάνω λέγων, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελεῖ, παρὰ εἰς τὸ νὰ πιέζωνται οἱ πολῖται, οἱ καλλιεργοῦντες ἐν τῇ δασικῇ ταύτῃ περιφερείᾳ, τῇ μὴ ὑφισταμένῃ πλέον, καὶ εἰς τὸ νὰ θεραπεύηται ἡ αἰσχροκέρδεια τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν φύλαξιν τῆς περιφερείας ταύτης ὀργάνων.

§292Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19, καὶ τὰς ὁποίας θεωρῶ εὐλόγους καὶ ὀρθοτάτας, ἀφοῦ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ὑπεστήριξε...

§293Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον, ὅτι δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ δεχθῶ τὴν διαγραφὴν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, διότι πρέπει νὰ λάβω πληροφορίας.

§294ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἐκτὸς τῶν παρατηρήσεων τούτων, ἔχω ἄλλην τινὰ παρατήρησιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, καὶ δὴ ὡς πρὸς τὴν πρώτην διάταξιν. Κατὰ τὴν πρώτην διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου, τὰ δημόσια δάση εἶναι ἀναπαλλοτρίωτα καὶ ἀπαράγραπτα. Καὶ τὸν μὲν χαρακτηρισμὸν τοῦ ἀναπαλλοτριώτου τῶν δημοσίων δασῶν τὸν ἐννοῶ, διότι δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ κηρύξῃ ἓν κτῆμα δημόσιον ἀναπαλλοτρίωτον, ἀλλὰ τὸν ὅρον τοῦ ἀπαραγράπτου δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω.

§295Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ δεκαετὴς παραγραφὴ καὶ ἡ τριακονταετὴς καὶ ἡ τεσσαρακονταετὴς ἀργοῦσι.

§296ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ μέλλοντι;

§297Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.

§298ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, ἐὰν ἐννοῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἰσχύει καὶ διὰ τὸ παρελθόν...

§299Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Μόνον διὰ τὸ μέλλον νομοθετοῦμεν.

§300ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ διατάξεως, Κύριοι, ἡ ὁποία ἀνατρέπει ἄρδην τὰς ἀρχὰς, τὰς διεπούσας μέχρι τοῦδε τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν δασῶν. Ἀναγράφει ἐν τῇ πρώτῃ διατάξει τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νομοσχεδίου, νομοσχεδίου ἀφορῶντος μόνον εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δασῶν, τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὰ δάση τὰ δημόσια εἶναι ἀναπαλλοτρίωτα καὶ ἀπαράγραπτα, χαρακτηρίζει δηλαδὴ τὰ δάση πλέον ὡς ἀνήκοντα ὄχι εἰς τὴν ἰδιωτικὴν κτῆσιν τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ὡς ἀνήκοντα εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην τῶν ἀκινήτων κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν κοινὴν χρῆσιν· διότι μόνον τὰ ἀκίνητα ταῦτα ἡ νομοθεσία ἡμῶν, συμφώνως μὲ τὸν νόμον περὶ διακρίσεως κτημάτων, θεωρεῖ ὡς ἀναπαλλοτρίωτα καὶ ἀπαράγραπτα. Ἠδύνατο κάλλιστα ὁ νομοθέτης — καὶ οὐδεμία διάταξις συνταγματικὴ ἠμπόδιζεν αὐτὸν — νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνακήρυξιν ταύτην τῆς ἀρχῆς, ἵνα, ὡς αἱ ὁδοὶ, ὡς αἱ πλατεῖαι, ὡς ὁ αἰγιαλὸς, ἐπίσης καὶ τὰ δάση χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀναπαλλοτρίωτα καὶ ἐντεῦθεν ἀπαράγραπτα. Ἡ δευτέρα λέξις «ἀπαράγραπτα» συμπληροῖ τὴν ἔννοιαν τῆς πρώτης λέξεως «ἀναπαλλοτρίωτα»· πᾶν ὅ,τι εἶναι ἀναπαλλοτρίωτον, ἀναγκαίως εἶναι καὶ ἀπαράγραπτον. Καὶ εἶπον ἤδη, ὅτι οὐδεμία δυσχέρεια εἶναι, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ, ὅτι ἀντιστρατεύεται ἡ διάταξις αὕτη τῆς πρώτης περιόδου τοῦ ἄρθρου, αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἢ πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς γενικότητος τῆς διατάξεως ἄμεσος συνέπεια καὶ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς κηρύσσονται τὰ δάση τὰ δημόσια ἀναπαλλοτρίωτα, ἀπαράγραπτα, ἐπέρχεται, λέγω, ἐκ τῆς τοιαύτης ἀνακηρύξεως τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀναπαλλοτριώτου καὶ ἀπαραγράπτου τῶν δασῶν, τὸ ἀναδρομικὸν τῆς διατάξεως. Πῶς θὰ διακρίνῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ ἐκ Μεσσήνης ἀξιότιμος συνάδελφος, τὰ δάση τοῦ Δημοσίου, τὰ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως καὶ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ, καὶ τὰ δάση τοῦ Δημοσίου, τὰ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν καὶ κύρωσιν τοῦ νόμου; Οἱονδήποτε δάσος δημόσιον καθίσταται, δυνάμει τῆς πρώτης διατάξεως τοῦ ἄρθρου 19, δάσος ἀναπαλλοτρίωτον καὶ ἀπαράγραπτον, ἀλλ’ ἐντεῦθεν ἀναγκαίως φθάνομεν εἰς ἑτέραν συνέπειαν, ἡ ὁποία ἔχει τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἐξῆγον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἀνατρέπει ἄρδην τὰς διατάξεις τῆς νομοθεσίας ἡμῶν ἐπὶ τῆς ἐν γένει ἰδιοκτησίας, προσβάλλει κεκτημένα δικαιώματα, ἀφαιρεῖ δὲ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀποφαίνεσθαι περὶ ζητήματος ἰδιοκτησίας ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν καὶ τὸ μεταθέτει εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχήν. Ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ περιορίσῃ τις τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ ἄρθρου 19, νὰ χαρακτηρίσῃ δηλαδή τις ὡς ἀναπαλλοτρίωτα καὶ ἀπαράγραπτα ὄχι μόνον τὰ τοῦ Δημοσίου δάση, τὰ εὑρισκόμενα ἤδη εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ Α, καὶ τὰ δάση ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται τυχὸν εἰς τὴν κατοχὴν ἰδιωτῶν, τεινόντων εἰς παραγραφὴν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, ἀναγκαίως φθάνομεν εἰς τὴν συνέπειαν, ὅτι καὶ τὰ κεκτημένα ἐντεῦθεν δικαιώματα ἐπὶ τῶν δασῶν, τὸ κεκτημένον δηλαδὴ δικαίωμα τῆς νομῆς, θὰ κριθῇ διοικητικῶς. Ἀφαιρεῖται ἐντεῦθεν ἐκ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς ἡ κρίσις ἐπὶ ζητήματος καθαρῶς δικαστικῆς φύσεως, ἐπὶ ζητήματος ἀμφισβητουμένης ἰδιοκτησίας, διότι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας, ἡ προϋπόθεσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχει νὰ σταθμίσῃ ἡ Διοίκησις, εἶναι, ἐὰν τὸ δάσος, περὶ οὗ πρόκειται, ἦναι δημόσιον ἢ ἰδιωτικόν. Τί ὠφελεῖ αὐτὴ ἡ προϋπόθεσις, ἀφοῦ διοικητικῶς δύναται νὰ προβαίνῃ ἡ Διοίκησις; Σημειώσατε ὅτι ψηφίζομεν νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ καθορίσῃ τὰ δικαιώματα τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ θὰ περιορίσῃ τὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Ἀφοῦ, λέγω, ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς καὶ δίδομεν εἰς τὴν διοικητικὴν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ ἐὰν δύναται τὸ Δημόσιον νὰ ἀποβάλλῃ τινὰ ἀπὸ τῆς κατοχῆς τοῦ δάσους, ἐννοεῖται ὅτι ἀναγνωρίζομεν εἰς τὴν Διοίκησιν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ, ἐὰν τὸ δάσος ἦναι δημόσιον ἢ ἰδιωτικόν. Αὐτὸ προσβάλλει τὴν συνταγματικὴν ἀρχὴν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν. Τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ προστατεύῃ τὸ Δημόσιον τὰ τῆς κοινῆς χρήσεως ἀντικείμενα εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἀλλὰ πάλιν τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν Διοίκησιν. Βεβαίως, ἐὰν πρόκειται περὶ μιᾶς πλατείας, ἡ ὁποία εἶναι ἀνεγνωρισμένη ὡς τοιαύτη καὶ λειτουργεῖ, οὐδεὶς θὰ σκεφθῇ ὅτι ἔχει ἀνάγκην τὸ Δημόσιον νὰ προσκαλέσῃ τὸν εἰρηνοδίκην ἢ τὸν ἀστυνόμον, ὅπως καταῤῥίψῃ ἓν οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον ἐκεῖ προχείρως κατεσκευάσθη ὑπό τινος, ὅπως ἀποκτήσῃ δικαίωμα κατοχῆς, ἀλλὰ διὰ νὰ δυνηθῇ τὸ Δημόσιον νὰ προασπίσῃ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς ἰδιοκτησίαν κοινῆς χρήσεως, πάλιν ἔχει ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ κατόπιν τῆς νέας διατάξεως φθάνομεν εἰς τὴν ἐντελῶς ἀντισυνταγματικὴν συνέπειαν, ὅτι ἀρκεῖ διοικητικῶς νὰ χαρακτηρισθῇ ἓν δάσος ὡς δημόσιον, διὰ νὰ δυνηθῇ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ διατάξῃ διοικητικῶς τὴν ἀποβολὴν τοῦ κατέχοντος. Καὶ τότε καταργοῦμεν ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ ἡμῶν νόμου, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν κτῆσιν τῶν κτημάτων. Τὸ διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθη ἀληθῶς ὡς δημευτικόν, ὑπῆρξε πολὺ πλέον προστατευτικὸν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ, καίτοι ἐνομοθετήθη πολὺ πρὸ τοῦ Συντάγματος. Ἰδοὺ ὅμως μετὰ πόσης ἐπιφυλακτικότητος ἐκφράζεται τὸ ἄρθρον 3 αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ὀφείλουν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ὑπὸ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 δασῶν νὰ παρουσιάσωσιν εἰς τὴν ἡμετέραν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Γραμματείαν, ἢ ἀπ’ εὐθείας διὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων, τοὺς νομίμους τίτλους τῆς ἰδιοκτησίας των. Ἡ Γραμματεία θέλει ἐξετάσει αὐτοὺς, θέλει τοὺς ἀναγνωρίσει ἢ ἀποῤῥίψει, καὶ εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν θέλει ἐπισήμως δώσει τὴν κατοχὴν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, εἰς δὲ τὴν δευτέραν θέλει ἀποπέμψει τὰς ἐλλειπούσας νομίμων ἀποδείξεων ἀξιώσεις αὐτῶν ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων δικαστηρίων...» Ὁρίζει μίαν προθεσμίαν ἑνὸς ἔτους, ὅπως οἱ κάτοχοι δασῶν ὑποβάλωσι τοὺς τίτλους των καὶ δικαιολογήσωσι τὴν κατοχήν των· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι δὲν ἤθελον συμμορφωθῆ πρὸς τὴν διάταξιν αὐτὴν, δὲν ἐπιλαμβάνεται ἀμέσως τοῦ ζητήματος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἐπιλαμβάνεται δυνάμει τοῦ διατάγματος τοῦ 1836 τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ ἂν τὸ δάσος ἀνήκῃ εἰς τὸ Δημόσιον ἢ εἰς ἰδιοκτήτην, ἀλλὰ παραπέμπει τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Καὶ ἀμέσως κατωτέρω λέγει: «... Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ὅμως μέχρι τῆς τελευταίας δικαστικῆς ἀποφάσεως περὶ τῆς ἰδιοκτησίας μένει ἡ κατοχὴ τοῦ διαφιλονεικουμένου δάσους ἀναφαίρετος εἰς ὃν εὑρίσκεται.» Καὶ τότε ἀντὶ νὰ ἀποδεικνύηται δημευτικὸν τὸ διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον ὅμως καθ’ ἑαυτὸ δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ τοιοῦτον, διότι τὴν παραγραφὴν τὴν τεσσαρακονταετῆ τὴν καθώρισε μονοετῆ, ἀποδεικνύεται προστατευτικὸν τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐδῶ δὲ τί λέγομεν; Ἡμεῖς ἀνεκηρύξαμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀναπαλλοτριώτου καὶ τοῦ ἀπαραγράπτου, ἐμμέσως δὲ καθαιροῦμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἀφαιροῦντες ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην τυχὸν τοῦ δάσους, τὸν ὁπωσδήποτε νεμόμενον τὸ δάσος, ἀφαιροῦντες τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην. Καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως εἶναι ἀναφαίρετον, ἀλλ’ ἐπίσης ἀναφαίρετον εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῆς νομῆς. Ἀνατρέπετε τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἀνατρέπετε καὶ τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν προστασίαν τῆς ἰδιοκτησίας. Αὐτὰ εἶναι τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔρχονται κατόπιν τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὑτῆς καὶ νὰ προσπαθήσῃ ὁπωσδήποτε διὰ μιᾶς τροποποιήσεως νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, νὰ περιορίσῃ δὲ ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας της τὴν Διοίκησιν, ἀποδίδουσα τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτιμήσεως πάλιν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, κατὰ τὰ νόμιμα τὰ ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τῶν κειμένων νόμων.

§301Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον ποιήσει τὴν ἀνακοίνωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν δὲν ἤθελον ἔχει ἀντίῤῥησιν, ἵνα ἀντικατασταθῇ ἡ διάταξις, ἐὰν ἐκ τῆς μεταγενεστέρας μελέτης, τὴν ὁποίαν ἤθελον ποιήσει μεταξὺ τῆς δευτέρας καὶ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως, ἤθελον πεισθῆ περὶ τούτου. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἀφήσω ἄνευ παρατηρήσεως καὶ πάντα τὰ λεχθέντα. Ἐν πρώτοις δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπαραγράπτου εἶναι συνέπεια τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀναπαλλοτριώτου, καὶ ὅτι ταῦτα τὰ δύο ἀναιροῦσι τὸ κεκτημένον δικαίωμα. Ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ἀναπαλλοτριώτου προσβάλει τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου, διότι ἀφαιρεῖ ἀπὸ αὐτὸ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαλλοτριώσῃ τὸ κτῆμά του, ἐπειδὴ ἰδιώτης τις ἔχει διανοηθῆ νὰ κατέχῃ καὶ νὰ νέμηται καὶ νὰ πωλῇ δάσος, τὸ δικαίωμα δὲ τοῦ ἀπαραγράπτου δὲν προσβάλλει δικαίωμα τοῦ Δημοσίου, προσβάλλει ὅμως δικαίωμα τρίτων, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ἠδυνήθησαν νὰ καταλάβωσι τὸ δάσος καὶ νὰ νέμωνται αὐτὸ, ὁ νόμος ἀπαγορεύει αὐτοῖς νὰ ὠφεληθῶσιν ἀπὸ τὴν παραγραφήν. Ἑπομένως τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναπαλλοτριώτου καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπαραγράπτου εἶναι δύο διάφορα δικαιώματα, τῶν ὁποίων ἑκάτερον προσβάλλει καὶ ἀναιρεῖ κεκτημένα δικαιώματα. Ἡ περίπτωσις ὅμως τοῦ ἄρθρου 19 οὐδὲν ἔχει κοινὸν μὲ τὸ διάταγμα τοῦ 1836. Τὸ διάταγμα τοῦ 1836 ἐξεδόθη ἐν χρόνῳ, ὁ ὁποῖος ὁμοιάζει μὲ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. Τὸ Κράτος ἐσχηματίσθη, δὲν ἐγνώριζε δὲ, ἐὰν ἔχῃ δάση ἀνήκοντα εἰς αὐτό. Εἶχε μὲν δικαίωμα νὰ διεκδικήσῃ τὰ δάση ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Δημόσιον, ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζε ποῖα εἶναι αὐτά. Διὰ τοῦτο προσέφυγεν εἰς τρόπον ὅμοιον πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον μεταχειρίζονται εἰς τὴν μετατροπὴν τῶν δανείων. Εἶπεν ὅτι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀποδείξω ὅτι ἔχω δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ σεῖς πρέπει νὰ ἔχητε τίτλους, ἂν δὲ δὲν ἔχετε τίτλους, τοῦτο σημαίνει, ὅτι τὸ δάσος δὲν ἀνήκει εἰς σᾶς, ἀλλ’ εἰς τὸ Δημόσιον.» Τοῦτο εἶναι, σχεδὸν εἰπεῖν, δημευτικὸν ἐν τῷ διατάγματι, διότι τὸ Δημόσιον, ἐνῷ δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τίτλους, ἵνα ἀποδείξῃ τὴν κυριότητα ἐπὶ τοῦ δάσους, ἐκήρυσσεν ὅμως ἑαυτὸ ἰδιοκτήτην παντὸς δάσους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οἱ ἰδιῶται δὲν εἶχον τίτλους ἰδιοκτησίας. Ἀλλὰ τὸ διάταγμα τοῦτο ἐκτελεῖται ἤδη ἐπὶ 64 ἔτη, δὲν εἴμεθα δὲ πλέον εἰς τὴν ἐπιοῦσαν τῆς δημιουργίας τοῦ Κόσμου, εἴμεθα Βασίλειον ἀπὸ 64 ἐτῶν, δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη τότε τὸ Κράτος, ὅτε ἐπήγετο νὰ ἀνεύρῃ ποῖα δάση ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατεῖχον οἱ πολῖται, ἀνῆκον εἰς αὐτούς, καὶ τίνες αὐτῶν εἶχον τίτλους, τίνες δὲ δὲν εἶχον, ἵνα σεβασθῇ τὴν ἰδιοκτησίαν ἐκείνων, οἵτινες εἶχον τίτλους. Ἤθελεν εἶσθαι πρᾶξις αὐθαίρετος καὶ ἀγρία τοῦ Δημοσίου, ἐὰν, ἐνῷ αὐτὸ δὲν εἶχε τίτλους, ἤθελε διώξει ἀπὸ τὰ δάση καὶ τοὺς ἔχοντας τίτλους. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ὁ Νόμος, δὲν εἶναι τόσον ἄδικος, ὅσον παρεστάθη. Ἀλλὰ οἱ καταλαβόντες δάση κατέλαβον δάση, ἢ κατέλαβον χώραν κειμένην ἐν δάσει; Οἱ εἰσελθόντες εἰς τὰ δάση δὲν κατέλαβον δάση, εἰσῆλθον εἰς τὰ δάση, διὰ νὰ μεταβάλουν τὰ δάση εἰς γῆν ὑποκειμένην εἰς καλλιέργειαν· αὐτοὺς λοιπὸν πῶς θέλετε νὰ τοὺς παραπέμψωμεν εἰς τὰ δικαστήρια, ὅπως παραστήσωσι τὴν πρὸ χρόνων κατοχὴν αὐτῶν; Ἀλλὰ πάντα ταῦτα, εἶπον, ὅτι λέγω μόνον ἐπειδὴ ἐλέχθησαν, καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐὰν μετὰ μελέτην, τὴν ὁποίαν ἤθελον ἐπιχειρήσει κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, δὲν πορισθῶ ἀντίῤῥησίν τινα, δὲν θέλω διστάσει κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ διαγράψω τὸ ἄρθρον.

§302ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρησεν ὅτι διὰ τῆς ἐκφράσεως τοῦ ἄρθρου 19, λέγοντος ὅτι τὰ δάση εἶναι ἀναπαλλοτρίωτα, τίθεται περιορισμὸς εἰς τὸ Δημόσιον νὰ πωλῇ τὸ δάσος. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Μήπως διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἀπαγορεύεται νὰ εἰσαχθῇ ἄλλος νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δίδωται τὸ δικαίωμα τῆς πωλήσεως;

§303Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι ἐν ὅσῳ ἰσχύει ὁ νόμος.

§304ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ τὸ Δημόσιον δύναται διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἑνὸς νόμου νὰ προβῇ κατόπιν εἰς ἀπαλλοτρίωσιν, τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαλλοτρίωτον τὴν σήμερον. Μήπως τὸ Δημόσιον δύναται ὡρισμένων κτημάτων ν’ ἀπαλλοτριώσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν; Καὶ διὰ νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτον δικαίωμα ἀπαλλοτριώσεως, πρέπει τὸ κτῆμα νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐκποιηθῶσι, πρέπει νὰ πρόκειται περὶ φθαρτῶν κτημάτων, ἢ περὶ ἄλλων τοιούτων. Ἀλλὰ τὸ Δημόσιον διὰ μόνης διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἴτε δι’ ἐκδόσεως Β. Διατάγματος, δὲν δύναται νὰ ἐκποιήσῃ περιουσίαν ἐθνικήν. Ἀναγκαίως πρέπει νὰ ὑπάρξῃ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἐκποίησιν, καὶ τοιοῦτος νόμος ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐκποίησιν τοῦ δάσους. Ἐντεῦθεν ἕπεται, ὅτι ἡ λέξις «ἀναπαλλοτρίωτος» δὲν ἀποβλέπει εἰς περιορισμὸν τοῦ Δημοσίου· ἡ λέξις ἐτέθη ἐκεῖ, ὅπως ἐκφράσῃ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδουν οἱ νομικοὶ εἰς τὰς δύο ἐκφράσεις, «ἀναπαλλοτρίωτον» καὶ «ἀπαράγραπτον». Ὅ,τι εἶναι ἀναπαλλοτρίωτον, εἶναι καὶ ἀπαράγραπτον· ἠθέλησαν δηλαδὴ νὰ καθορίσουν, ὅτι οὐδεὶς τρίτος ἰδιώτης δύναται νὰ ἀποκτήσῃ δικαίωμα ἐπὶ δάσους. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἀναγνώσῃ τὸν νόμον περὶ διακρίσεως τῶν κτημάτων, καὶ θὰ ἴδῃ ὅτι τὰ κτήματα τοῦ Δημοσίου, τὰ τῆς κοινῆς χρήσεως, αὐτὰ εἶναι ἀναπαλλοτρίωτα καὶ ἀπαράγραπτα. Αὐτὴ ἡ ἔκφρασις «ἀναπαλλοτρίωτος» ἐνέχει ἐν ἑαυτῇ καὶ τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν δύναται νὰ τ’ ἀπαλλοτριώσῃ, διότι τὸ Δημόσιον δὲν δύναται, ἔστω καὶ διὰ νόμου, ν’ ἀπαλλοτριώσῃ τὸν αἰγιαλόν. Ἀλλὰ ὅταν πρόκειται περὶ κτήματος ἀναπαλλοτριώτου, δύναται διὰ νόμου νὰ τὸ ἀπαλλοτριώσῃ. Τοῦτο ὅμως δὲν ἔχει καμμίαν σπουδαιότητα, διότι εἴτε εἰς τὴν μίαν ἔννοιαν ἀφορᾷ ἡ λέξις «ἀναπαλλοτρίωτος», εἴτε εἰς τὰς δύο ἐννοίας, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Τὸ ζήτημα εἶναι, τίς θὰ ἦναι ἡ συνέπεια τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ παρόντι νόμῳ. Συνέπεια ἄμεσος θὰ ἦναι, ὅτι προσβάλλονται ὅλα τὰ μέχρι τοῦδε κεκτημένα δικαιώματα, διότι δὲν καθορίζεται ὅτι ἀναπαλλοτρίωτα καὶ ἀπαράγραπτα εἶναι μόνα τὰ δάση ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατέχει σήμερον τὸ Δημόσιον. Ἐὰν σήμερον ἀποκαλυφθῇ ὅτι δάσος τοῦ Δημοσίου κατέχεται παρ’ ἰδιώτου, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχον εἰς χεῖρας τὴν διάταξιν ταύτην, θέλει προβῆ εἰς τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ δάσους ὡς δημοσίου καὶ θέλει διατάξει τὴν ἀποβολὴν ἐκ τῆς κατοχῆς τοῦ κατέχοντος αὐτό. Οὔτε σημασίαν τινὰ ἔχει ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐὰν πρόκειται περὶ χώρου ἐντὸς τοῦ δάσους ἢ περὶ τοῦ δάσους, διότι ὅ,τι καθορίζεται περὶ τοῦ ὅλου, καθορίζεται καὶ περὶ τοῦ μέρους, διότι εἴτε τὸ ὅλον εἴτε μέρος καταλάβῃ, ἀναγκαίως ψηφίζεται τὸ ἀναπαλλοτρίωτον καὶ ἀπαράγραπτον, ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ἀφήσωμεν τὴν διάταξιν ὡς ἔχει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ τὴν ἐφαρμόσωμεν εἰς τὸ μέρος, ὅπως εἰς τὸ ὅλον, ἀλλὰ πάντοτε θ’ ἀντιστρατευθῶμεν εἰς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν τῶν ἐξουσιῶν, διότι δι’ αὐτῆς δίδομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίζῃ οἱανδήποτε κτῆσιν ὡς δημοσίαν, καὶ ἐντεῦθεν διοικητικῶς νὰ ἐπιλαμβάνηται αὐτῆς, ἀποδιωκομένου παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας τοῦ κατέχοντος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 19, ὡς ἔχει).

§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 20 (ἀναγινώσκεται).

§306ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεσχέθη ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις τὰς γενομένας, καὶ δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο θὰ βελτιωθῇ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ λαμβάνει χαρακτῆρα νομικὸν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑπενθυμίσω εἰς αὐτὸν, ὅτι ἓν ἐκ τῶν πρωτίστων, περὶ τῶν ὁποίων δέον νὰ σκεφθῇ, εἶναι, ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς, προκειμένου περὶ δασῶν, νὰ παύσῃ ἐκείνη ἡ ἀβεβαιότης, ἥτις ὑπάρχει ὡς πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν δασῶν, καὶ τοῦτο δὲν θὰ ἦτο ἀδύνατον. Τῷ ὄντι εἶναι ἄδικον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι. Εἶναι κάτι τι λίαν ἄτοπον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, προκειμένου περὶ δασῶν, τὰ ὁποῖα καὶ ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν ὥς τι ἄξιον πολιτικῆς μερίμνης, χάριν τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Κράτους. Ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι δάση τινὰ εὐάριθμα, ἀνεγνωρισμένα ὡς ἰδιόκτητα, καὶ ἔχομεν μίαν κατηγορίαν διαφιλονεικουμένων δασῶν· ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντικείμενον ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ὑπάγηται εἰς τοιαύτην κατηγορίαν, εἶναι τὰ δάση. Εἶναι προτιμότερον, τὸ Δημόσιον ν’ ἀποφασίσῃ νὰ παραχωρήσῃ ὁριστικῶς εἰς τοὺς ἔχοντας τοιαύτας ἀξιώσεις καὶ νεμομένους τὰ δάση αὐτὰ, ἢ νὰ μένωσι ταῦτα ὑπὸ ἀβεβαιότητα. Ὁ κύριος ὁ ὁριστικὸς τοῦ δάσους θέλει φροντίσει περὶ τῆς διασώσεως αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅταν ἀφήνητε αὐτὸν, τὸν κατέχοντα τὸ δάσος, ἐν τῇ ἀβεβαιότητι, θέλει φροντίσει οὗτος νὰ ἁρπάσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα εἰσοδήματα καὶ μὲ κατανάλωσιν τοῦ κεφαλαίου. Διὰ τοῦτο θεωρῶ προτιμότερον νὰ σπεύσῃ τὸ Δημόσιον, καθ’ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον, νὰ περατώσῃ τὰς δίκας, παραβλέπον καὶ χαρίζον ἀκόμη, ἵνα θέση τέρμα εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῆς ἀβεβαιότητος. Πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα, ὅπως καθορισθῇ ἡ ἰδιοκτησία τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν δασῶν διὰ συντάξεως κτηματολογίου, ἢ ἄλλως.

§307Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπὸ μίαν ἄλλην ἔποψιν θεωρῶ καὶ ἐγὼ ἀτυχῆ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 19. Τὸ ἄρθρον 19 θέλει νὰ καθιερώσῃ τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὰ δημόσια δάση εἶναι ἀναπαλλοτρίωτα καὶ ἀπαράγραπτα. Τοιαύτη διάταξις περὶ ἀναπαλλοτριώτου καὶ ἀπαραγράπτου ὑπάρχει καθιερωμένη ἐν τῷ νόμῳ ὡς πρὸς τὰ δημόσια ἢ δημοτικὰ κοινὰ κτήματα. Καθιερουμένη ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐπὶ τοιούτων πραγμάτων, ἐννοεῖται ὅτι ἀσφαλῶς εἶναι καθιερωμένη, διότι ταῦτα ἐκ τοῦ νόμου εἶναι γνωστά· π. χ. εἶναι ἀπαράγραπτα καὶ ἀναπαλλοτρίωτα ὁ αἰγιαλὸς, αἱ πλατεῖαι, αἱ δημόσιαι ὁδοί, οὐδεμία δὲ ἀμφισβήτησις δύναται νὰ γεννηθῇ, ἐὰν αἰγιαλός τις ἦναι αἰγιαλὸς, ἐὰν πλατεῖά τις ἦναι πλατεῖα, ἐὰν ὁδὸς δημοσία ἦναι ὁδὸς δημοσία. Ἀλλ’ ὅταν ὁ νόμος λέγῃ, ὅτι τὰ δημόσια δάση εἶναι ἀναπαλλοτρίωτα καὶ ἀπαράγραπτα, γεννᾶται εὐθὺς τὸ ζήτημα, ποῖα εἶναι τὰ δημόσια δάση; Ὑπάρχουσιν ἐκ τοῦ νόμου καθωρισμένα; Ὄχι. Εἶναι μάλιστα πραγματικὸν γεγονὸς, καὶ πραγματικὸν γεγονὸς, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἀποδεικνύεται τὸ Δημόσιον κύριον ἐκ τίτλων βεβαίων, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι κάτοχός τις π. χ. ἐντὸς τῆς προθεσμίας δὲν ἐπαρουσίασεν ἰδιοκτησίας τίτλους. Ἐὰν λοιπὸν τὸ Δημόσιον ἰσχυρίζεται ὅτι δάσος τι εἶναι ἀπαράγραπτον καὶ ἄλλος τις ἰσχυρίζεται ὅτι τὸ δάσος αὐτὸ δὲν ἀνῆκε ποτὲ εἰς τὸ Δημόσιον, πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι δημόσιον τὸ δάσος. Καλὸν λοιπὸν εἶναι, ὅπως τὸ Δημόσιον, εἴτε διὰ νομοθετικῶν μέτρων, εἴτε κατ’ ἄλλον τρόπον, καθορίσῃ ποῖα εἶναι τὰ δημόσια δάση. Ἀλλαχοῦ ὑπάρχουσι τὰ κτηματολόγια, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶναι ἀπόδειξις ἀναμφισβήτητος, ἀλλὰ μετὰ θετικότητος δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι δάσος τι, τὸ ὁποῖον ἐσημειώθη εἰς τὸ κτηματολόγιον μετὰ διαδικασίαν ὡρισμένην, τὴν παρομαρτοῦσαν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ κτηματολογίου, εἶναι ἰδιωτικὸν ἢ δημόσιον. Ἀλλ’ ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα ἐν Ἑλλάδι, δὲν θὰ τύχῃ ὁ νομοθέτης τοῦ σκοποῦ, ἐὰν δὲν φροντίσῃ νὰ ὁρισθῇ κατά τινα τρόπον ποῖα δάση εἶναι εἶναι δημόσια ἐν Ἑλλάδι. Πρό τινος καιροῦ ἤρχισαν νὰ καθορίζωνται δι’ ὁροθετήσεως τὰ δάση τὰ ἰδιωτικὰ, ἀλλὰ δάση δύνανται νὰ παράγωνται ἐπ’ ἄπειρον· ἐκεῖ, ὅπου σήμερον δὲν ὑπάρχει δάσος, δύναται μετὰ 10 ἢ μετὰ 20 ἔτη νὰ ὑπάρξῃ δάσος. Πρέπει λοιπὸν γενικώτερον τὰ τῶν δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν δασῶν νὰ καθορισθῶσι, καὶ νὰ ὑπάρχῃ ἐκ τοῦ νόμου κεκυρωμένη καὶ γνωστὴ ἡ ἰδιοκτησία τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ὡρισμένων δασῶν, τῶν ὁποίων καὶ ἡ ὁροθέτησις ἐγένετο καὶ ἐπισημοποιήθη καθ’ ὡρισμένον τρόπον. Ἐφ’ ὅσον μένουσιν ἀόριστα, ἀμφισβητήσιμα τὰ τῶν δημοσίων δασῶν, ἡ διάταξις αὕτη, μεθ’ ὅλον τὸ ἀπόλυτον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει, δυνατὸν νὰ μὴ κλείσῃ τὴν θύραν πρὸς τὰς ἀμφισβητήσεις καὶ τὰς καταλήψεις τὰς ἀδίκους καὶ αὐθαιρέτους. Οὐδὲ δύναται ἡ ἀποβολὴ ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἀπὸ τῆς κατοχῆς δάσους τινὸς, τὸ ὁποῖον ἀμφισβητεῖ τὸ Δημόσιον, νὰ ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τὸ δάσος τοῦτο, τοὐλάχιστον κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον.

§308Κ. ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας νὰ σχετίσωσι τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 19 πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρ. 1 τοῦ νόμου ᾼΧΝʹ τοῦ ἔτους 1888· καθόσον διαφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀποκλείονται τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιωτῶν καὶ περιορίζονται· τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου παρέχονται πλείονα δικαιώματα εἰς αὐτοὺς ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο διὰ τοῦ νόμου ΑΧΝʹ, ὅστις καὶ σήμερον ἐξακολουθεῖ μένων ἐν ἰσχύϊ. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ὡρίζετο ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν δήμαρχον, τὸν γεωμέτρην καὶ τὸν ἔφορον, ἥτις ἐξετέλει τὴν ὁροθέτησιν καὶ ἀποτερμάτισιν τῶν δασῶν, δὲν ἐπετρέπετο δὲ κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης οὐδὲν ἕτερον ἔνδικον μέσον ἢ μόνον προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἤδη δίδεται τοὐλάχιστον τὸ δικαίωμα εἰς αὐτοὺς νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐξακολουθεῖ διατελῶν ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος ΑΧΝʹ, καὶ ἑπομένως προϋποτίθεται ὅτι αἱ διατάξεις αὐτοῦ, καίτοι δὲν ἐξετελέσθησαν, θὰ ἐκτελεσθῶσι, νομίζω καλὸν εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 19 νὰ τεθῇ, ὅπως ἀρθῇ πᾶσα ἀμφιβολία, ὅτι οἱ ὁπωσδήποτε καταλαβόντες δημόσια δάση, μετὰ τὴν ἀποτερμάτισιν αὐτῶν ἀποβάλλονται διοικητικῶς· διότι τότε θὰ ἔχωμεν τὴν περιφέρειαν τῶν δασῶν ὡρισμένην, καὶ πᾶς ὅστις ἤθελεν εἰσέλθει εἰς δάση, προφανῶς ἤθελε καταλάβει γαίας τοῦ Δημοσίου. Θὰ προτείνω τὴν τροποποίησιν ταύτην, ἡ ὁποία ἐλπίζω ὅτι ὁπωσδήποτε φέρει τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἰς συμβιβασμὸν πρός τε τὸ δίκαιον καὶ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου.

§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 19 ἔχει ψηφισθῆ· ὥστε ἡ συζήτησις νῦν εἶναι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 20.

§310ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἐγὼ ὡμίλουν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 μετὰ τὴν ψήφισίν του. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι ὡμίλησα διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.

§311ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 20 θὰ παρατηρήσω ὅτι ἀκριβῶς ἔρχεται νὰ κυρώσῃ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου ἐξήνεγκον. Τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἐκχέρσωσις, ἐκρίζωσις ἢ ἀπαλλοτρίωσις ἄνευ νόμου τῶν εἰς διαχειριστικὸν σύστημα ὑπαγομένων κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ παρόντος νόμου δασῶν, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ διανομὴ τῶν κοινοτικῶν μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς κοινότητος, οὐδὲ ἡ ἀπαλλοτρίωσις αὐτῶν. Λέγει ὅτι τὰ δάση τοῦ Δημοσίου δύνανται ν’ ἀπαλλοτριωθῶσι, καὶ μένει μόνη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 19, ὅτι εἶναι ἀπαράγραπτα. Θέλω ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι διὰ τὰ δάση τὰ ἀνήκοντα εἰς διαχειριστικὸν σύστημα ἀπαγορεύεται ἡ ἐκχέρσωσις, ἐκρίζωσις ἢ ἀπαλλοτρίωσις, ὡς πρὸς δὲ τὰ κοινοτικὰ, ἡ διανομή. Ὡς πρὸς αὐτὰ τὰ δάση, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ληφθῇ τοιαύτη, θέλομεν θίξει τὴν ἰδιωτικὴν ἰδιοκτησίαν, κατὰ τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον παρ’ ἡμῖν ἡ διανομὴ θεωρεῖται ὡς μεταβιβαστικὴ τῆς κυριότητος, ἐπειδὴ δὲ διὰ τῆς διανομῆς ἐπέρχεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις, ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 20 ἀπαγορεύει καὶ τὴν διανομὴν τῆς ἰδιοκτησίας τῶν δασῶν, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἀδιαιρέτως μεταξὺ ἰδιωτῶν καὶ Δημοσίου.

§312ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ τοιαῦτα θέματα τῆς διανομῆς δὲν ἐννοεῖ νὰ περιορίσῃ ὁ νόμος· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ἀναπαλλοτρίωτον, φαίνεται ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου δὲν ἐννοεῖ ἢ νὰ καθιερώσῃ μίαν γενικὴν ἀρχὴν ἀναλλοίωτον καὶ, οὕτως εἰπεῖν, μὴ ἐπιδεχομένην μεταβολήν. Τώρα δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι εἷς νόμος νεώτερος δύναται νὰ ἀνατρέψῃ τὸν προηγούμενον, ἀλλ’ ὑπάρχουσι νόμοι τινὲς, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζονται τοσοῦτον θεμελιώδεις, ὥστε δύναται νὰ θεωρήσῃ τις ὡς ἀνατροπὴν θεμελιωδῶν νόμων τὴν μεταβολὴν τοιούτου νόμου. Οἱ τοιοῦτοι νόμοι, προκειμένου ν’ ἀναγνωρίσωσι γενικὴν ἀρχὴν, καταντῶσιν, οὕτως εἰπεῖν, ἔχοντες ἀξιώσεις αἰωνιότητος. Τοιοῦτόν τι ἠθέλησεν ὁ νόμος νὰ καθιερώσῃ διὰ τοῦ ἄρθρου 19, νὰ περιλάβῃ τὰ δημόσια δάση εἰς τὴν χορείαν ἐκείνων τῶν κτημάτων τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀπαλλοτριῶνται, ἵνα δώσῃ τὴν σημασίαν ταύτην, τὴν πολύτιμον, εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν δασῶν. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον, εἰ καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως εἶναι εὔλογον, προκειμένου περὶ δασῶν, διότι εἶναι γνωστὸν τὸ πολύτιμον τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἰδιοκτησίας ταύτης, πρέπει ἆρά γε ἐν νόμῳ ν’ ἀναγνωρισθῇ; Νομίζω ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἀποδέχηταί τις τὴν ἰδέαν αὐτὴν, δὲν πρέπει νὰ τεθῇ αὕτη ἐν τῷ νόμῳ, διότι πιθανὸν νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἓν δάσος π. χ. διὰ πράξεως νομοθετικῆς νὰ θεωρηθῇ χρήσιμον διὰ τὰ δημόσια συμφέροντα νὰ ἐκποιηθῇ διὰ νόμου πρός τινα ἑταιρίαν, πρός τινα ἰδιώτην, ὁ ὁποῖος ὑπόσχεται, παρέχων τὴν ἀναγκαίαν ἐγγύησιν, κάρπωσιν τοῦ δάσους ἐπωφελῆ. Πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὁ νόμος αὐτὸς, ὁ νέος, ἀνατρέπων μίαν ἀρχὴν θεωρηθεῖσαν διηνεκῆ;

§313Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος τροποποιεῖ νόμον.

§314ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο εἶπον ἐξ ἀρχῆς, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔχει τὴν ἔννοιαν νὰ κατατάξῃ τὰ δάση εἰς ἐκείνας τὰς κτήσεις τοῦ Δημοσίου, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναπαλλοτρίωτοι.

§315Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν γενικὸν τι συμφέρον ἤθελεν ὑπαγορεύσει εἰς Κυβέρνησίν τινα, ἵνα ἀποφασίσῃ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, ὅπως ἐκποιηθῇ δάσος τι, πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἐθνικοῦ συμφέροντος, βεβαίως ὁ νόμος οὗτος δύναται νὰ ψηφισθῇ.

§316ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δύναται νὰ μεταβληθῇ καὶ τὸ ἀναπαλλοτρίωτον τῶν αἰγιαλῶν. Μήπως τὸ ἀναπαλλοτρίωτον τῶν αἰγιαλῶν εἶναι διὰ τοῦ Συντάγματος καθιερωμένον; διὰ νόμου εἶναι καὶ τοῦτο καθιερωμένον. Αἱ διατάξεις αὗται τοῦ νόμου δύνανται βεβαίως νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς μεταβολὰς νομοθετικάς. Ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ διακρίσεως κτημάτων ἤθελεν οὐχὶ νὰ κανονίσῃ ἰδιοκτησίαν τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ νὰ ἀναγνωρίσῃ θεμελιωδῶς καὶ αἰωνίως ἀρχήν τινα, ἡ ὁποία πηγάζει οὐχὶ ἐκ περιστάσεων τοπικῶν, παροδικῶν, αἱ ὁποῖαι πολλάκις κανονίζουσι τὴν νομοθέτησιν, ἀλλὰ ἐκ περιστάσεων διαρκῶν εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, τὸ φυσικὸν δίκαιον τῆς ἰδιοκτησίας. Ὁ νόμος, ἀποδίδων σημασίαν εἰς τὰ δάση, ἠθέλησε νὰ κατατάξῃ ταῦτα εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου.

§317Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο θέτει τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 19, διότι, προκειμένου νὰ καταληφθῇ ὡς ἰδιοκτησία τὸ δάσος, τὸ Δημόσιον δὲν προστρέχει εἰς τὰ δικαστήρια, ἀλλ’ ἐξάγει τὸν καταλαβόντα διὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ὅπως ἤθελεν ἀποδιώξει τις ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελε καταλάβει αἰγιαλόν.

§318ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω, διότι οὕτω ἐσυστηματοποιήθη ἡ διαφωνία μας· διότι ἑκάτερος τῶν διαφωνούντων εἶναι συνεπὴς πρὸς τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν θέτει. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι αὕτη εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ ἄρθρου, ὅτι τὰ δημόσια δάση ἐννοεῖ νὰ τὰ ἀναγάγῃ εἰς τὴν περιωπὴν τῶν αἰγιαλῶν καὶ τῶν φρουρίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναπαλλοτρίωτα, καὶ συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν, συμπεραίνει ὅτι, ὅπως ἀπὸ τοῦ αἰγιαλοῦ δύναται νὰ ἐξώσῃ τὸν ἰδιώτην τὸ Κράτος, οὕτω καὶ ἀπὸ τῶν δασῶν. Τὸ ἀναπαλλοτρίωτον ὅμως, προκειμένου περὶ τῶν δασῶν, δὲν πρέπει, κατ’ ἐμὲ, νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς τοιαύτη ἀρχή, διότι πιθανώτατον, ὡς ἔχουσι τὰ καθ’ ἡμᾶς, νὰ θεωρηθῶσι πλειστάκις ἴσως ὅλα τὰ δάση ἀπαλλοτριώσιμα ὑπὸ ὅρους. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, ἀφοῦ ἔχομεν τὴν ἐγγύησιν τοῦ νόμου, νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ ἀναπολλοτρίωτον τῶν δασῶν ὡς ἀρχήν. Διὰ τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι ἐν γένει τὸ ἄρθρον θὰ ἐγκαταλειφθῇ.

§319ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 20. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο συμπεριλαμβάνονται ὅλα τὰ δάση, τὰ ὑπαγόμενα εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ παρόντος νόμου, δηλαδὴ τὰ ὑπαγόμενα εἰς τὸ διαχειριστικὸν σύστημα...

§320ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν σας. Μεταξὺ τῶν δασῶν τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ διαχειριστικὸν σύστημα εἶναι καὶ τὰ δάση, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν ἐξ ἀδιαιρέτου εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς ἰδιώτας, ἀλλὰ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἀπαγορεύεται εἰς τὸν ἰδιώτην νὰ ἐκποιήσῃ τὴν μερίδα του, καὶ εἰς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 20, ὡς ἔχει).

§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 21 (ἀναγινώσκεται).

§322ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν πρακτικώτερον καὶ πολυτιμότερον, παρὰ τὸ νὰ κατορθωθῇ, ὅσον εἶναι δυνατὸν, ἡ ἀναδάσωσις. Ἡ γενικὴ ἀναδάσωσις εἶναι ὄνειρον, καὶ δυσχερὲς νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἴσως ἐν Ἑλλάδι δὲν παρουσιάζει τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἀλλαχοῦ. Καὶ ξένοι ἀληθῶς παρετήρησαν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἡ αὔξησις τῶν δένδρων εἶναι καταπληκτικῶς ἀνωτέρα ἢ ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπινοήσωμεν πάντα τὰ μέσα καὶ μετὰ θυσιῶν, ἵνα φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα ἀναδασώσεως. Ἀλλ’ ἐνταῦθα τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου λέγει, ὅτι ἐπὶ 30 ἔτη θὰ ἀπαλλάσσηται τοῦ φόρου ὁ ἐπιχειρῶν τὴν ἀναδάσωσιν. Θὰ ἐνόουν τοῦτο, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ φόρου στρεμματικοῦ, ἀλλ’ ἐδῶ στρεμματικὸν φόρον δὲν ἔχομεν· ἐγὼ ἐπιλαμβάνομαι τῆς ἀναδασώσεως ἑνὸς μέρους γυμνοῦ καὶ φυτεύω κάμποσα δένδρα· θὰ ἀπαλλάττωμαι ἐπὶ 30 ἔτη παντὸς φόρου ἢ δικαιώματος τοῦ Δημοσίου; Δὲν σᾶς φαίνεται τοῦτο, ὅτι δὲν παρέχει τὴν ἀπαιτουμένην ἐγγύησιν ἐναντίον μιᾶς καταχρήσεως; Διότι, ἐὰν πρόκειται συγχρόνως νὰ καλλιεργήσῃ τὴν ἔκτασιν αὐτὴν, καὶ διότι ἐφύτευσεν ὀλίγα δένδρα, νὰ ἀπαλλάσσηται τοῦ φόρου, τὸ πρᾶγμα εἶναι ὑπερβολικὸν, διότι τοῦτο δύναται νὰ κατορθώσῃ τις ἐπὶ μιᾶς ἐκτάσεως μεγίστης.

§323Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ὁρίσωμεν, τί ἐστὶ ἀναδάσωσις, καὶ τότε θέλομεν φθάσει εἰς λύσιν τῆς ἀπορίας, ἣν προβάλλετε. Ἀναδάσωσις εἶναι ἡ ἐμφύτευσις, εἴτε διὰ σπορᾶς εἴτε διὰ φύτρων, ἐκτάσεως μεγάλης διὰ δένδρων ἀγρίων· ἡ ἔκτασις αὕτη τῆς γῆς ἐπὶ διάστημα 30 ἐτῶν ἀπαλλάσσεται παντὸς φόρου καὶ δικαιώματος, ἐννοεῖται δὲ φόρου καὶ δικαιώματος ἐπὶ τῶν παραγομένων ἐκ τοῦ δάσους προϊόντων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸ διάστημα τῶν 30 ἐτῶν ὁ ἰδιοκτήτης νὰ παραγάγῃ· τοιαῦτα προϊόντα εἶναι καύσιμα ξύλα, τὰ ὁποῖα πληρόνουν τέλος, κηκίδια, καὶ ἄλλα τινὰ τῶν δένδρων προϊόντα, τὰ ὁποῖα λέγονται δασικά.

§324ΔΑΛΛΑΣ. Εἶναι ὀλίγα τὰ 30 ἔτη.

§325Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσωμεν τοῦτο.

§326ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἀνέφερε προϊόντα, τὰ ὁποῖα θὰ προκύψωσι μετὰ 30 ἔτη.

§327Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐντὸς τῶν 30 ἐτῶν δύναται νὰ παραγάγῃ καυσόξυλα, ῥητίνην καὶ ἄλλα δασικὰ προϊόντα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 21, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 22–26).

§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 27 (ἀναγινώσκεται).

§329ΔΑΛΛΑΣ. Περὶ τοῦ ποινικοῦ μέρους τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τούτου ἐπιφυλάσσομαι νὰ κάμω ἐκτενῆ λόγον κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Περιορίζομαι ἤδη νὰ ὑποβάλω ὑπ’ ὄψιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δύο παρατηρήσεις. Καλὸν θὰ ἦτο, ἐὰν ἔθετεν ὡς βάσιν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ὅρου τοῦ προστίμου καὶ οὐχὶ τὴν αὔξησιν.

§330Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς ὁρίζετε.

§331ΔΑΛΛΑΣ. Ἀπὸ τριῶν δραχμῶν μέχρις 60. Διότι εἶναι πασίγνωστον, ὅτι καὶ ὁ νῦν ἰσχύων νόμος, ὁ ὁποῖος θέτει τὸν ἐλάχιστον ὅρον τῶν 30 δραχμῶν, δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὰ Πταισματοδικεῖα, διότι εἶναι φυσικὸν, ὅταν ὁ δικαστὴς βλέπῃ ὅτι εἷς παραβάτης τῶν διατάξεων περὶ δασῶν ἔκαμε παράβασιν 10 δραχμῶν, νὰ διστάζῃ νὰ τὸν τιμωρήσῃ μὲ ποινὴν 60 δραχμῶν. Εἶναι μία δυσαναλογία μεταξὺ τῆς παραβάσεως καὶ τῆς ποινῆς. Καὶ νομίζω ὅτι τοιουτοτρόπως δὲν προστατεύομεν τὰ δάση, ἀλλὰ καθιεροῦμεν ἀτιμωρησίαν.

§332Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔλαβον σημείωσιν.

§333ΔΑΛΛΑΣ. Ἐπίσης εἶχον νὰ ὑποβάλω δευτέραν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 27. Τὸ ἐδάφιον τοῦτο ὁρίζει, ὅτι ἐξαιροῦνται τοῦ φόρου τῆς ὑλοτομίας τὰ καυσόξυλα, ὅταν ἐνεργῆται ἡ μεταφορὰ κατὰ ἓν φορτίον. Ὁ παλαιὸς νόμος, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὥριζε τρία φορτία, ἀλλὰ καὶ ἐκείνη ἡ διάταξις ἦτο πολὺ καταθλιπτική. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ ὁρισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ζώων ἔχει τι τὸ καταθλιπτικὸν καὶ τὸ ὅλως ἀλυσιτελές· διότι, ὅταν ὑποθέσητε ὅτι ὑπάρχει εἷς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἤδη δύο ἢ τρία ὑποζύγια, ὁ τοιοῦτος δὲν εἶναι ἔμπορος, ἀλλ’ ἀναγκάζεται ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς νὰ μετέρχηται πρὸς πορισμὸν τῶν πρὸς τὸ ζῆν τὴν πώλησιν καυσοξύλων· τοῦτον εἶναι περιττὸν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς ἀριθμὸν ζώων, διότι τὸ τοιοῦτον θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς καταχρήσεις τῶν δασοφυλάκων, οὐδὲ μοὶ φαίνεται ὅτι προλαμβάνεται κατάχρησίς τις διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ζώων, ἀφοῦ ἀναγνωρίζετε ὅτι τὰ μεταφερόμενα ὑπὸ τῶν χωρικῶν πρὸς πώλησιν διὰ τῶν ἰδίων ὑποζυγίων καυσόξυλα ἐξαιροῦνται τῆς φορολογίας. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἓν τοιοῦτον μικρὸν ἐμπόριον δὲν πρέπει νὰ τὸ περιορίσητε. Ἄλλως τε εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ ἐνεργοῦντες τὴν ὑλοτομίαν τῶν καυσοξύλων δὲν δύνανται νὰ τὴν ἐνεργήσωσι μόνοι, ἀλλὰ συνεταιρίζονται δύο ἢ τρεῖς, καὶ ὁ μὲν ὑλοτομεῖ, ὁ δ’ ἕτερος μεταφέρει τὰ καυσόξυλα πρὸς πώλησιν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ, ὅτι, ἀφοῦ ἔχομεν τοὺς ὅρους «πρὸς πώλησιν διὰ τῶν ἰδίων ὑποζυγίων μεταφερόμενα», θὰ ἦτο περιττὸν καὶ μάταιον, προκειμένου μάλιστα περὶ μεταφορᾶς καυσοξύλων, νὰ ὁρίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ζώων.

§334ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει τοιοῦτόν τι τὸ νομοσχέδιον.

§335ΔΑΛΛΑΣ. Λέγει «μέχρις ἑνὸς φορτίου».

§336ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅπαξ καθ’ ἡμέραν ἢ καθ’ ἑβδομάδα;

§337ΔΑΛΛΑΣ. Ἀσχέτως πρὸς χρονικὰς διαιρέσεις.

§338ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως εἶναι σπουδαιόταται καὶ πρέπει νὰ ἐφελκύσωσιν ἰδιαζόντως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι καὶ διατάξεις ποινικαὶ καὶ διατάξεις ἁπτόμεναι τῶν στοιχειωδῶν δικαιωμάτων καὶ συμφερόντων καὶ τῶν πρωτίστων ἀναγκῶν αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, καὶ δὴ τοῦ μᾶλλον πενομένου λαοῦ καὶ τῆς πολυπληθεστέρας ἐν παντὶ τόπῳ τάξεως. Εἰς τὰ θέματα ταῦτα βεβαίως πρέπει πολὺ νὰ προσέξωμεν, καὶ πᾶς τις θὰ ἦτο διατεθειμένος ἀμέσως ἐναντίον πάσης φορολογίας, προκειμένου περὶ καυσοξύλων, ἀποβλέπων ἰδίως εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ τῶν ἐπαρχιῶν, τῶν πτωχῶν τάξεων· ἀλλὰ μία ἄλλη ἰδέα εἶναι, ἡ ὁποία ἀναχαιτίζει αὐτὴν τὴν τόσον εὔλογον συμπάθειάν μας, ἡ ἰδέα μήπως πρόκειται περί κινδύνου τῶν δασῶν, ἐὰν ἀφήσωμεν ἐλευθέραν, ἐὰν ἀφήσωμεν ἀφορολόγητον τὴν ξύλευσιν· διότι δὲν πιστεύω ὅτι προεδρεύει ἐν τῷ θέματι τούτῳ ἡ ἰδέα τῆς φορολογίας, ἡ ἰδέα ἡ ταμιευτική.

§339Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἰδέα αὕτη νὰ κρατήσῃ.

§340ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρατήσῃ ἰδιαζόντως ἡ ἰδέα ἡ ταμιευτική, διότι δὲν θὰ πρόκειται περὶ σπουδαίας τινὸς εἰσπράξεως.

§341Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τοιαύτην ἀστυνομίαν δασονομικὴν, ὥστε νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι δὲν ἤθελον πωλεῖσθαι ὡς καυσόξυλα ἢ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ὁρίζει, βεβαίως ἔπρεπε ν’ ἀφεθῇ πᾶσα ποινικὴ διάταξις, διότι ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως δὲν εἶναι παντάπασι ταμιευτικὸς, ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως εἶναι νὰ περιστείλῃ τὰς καταχρήσεις, ὁ δὲ νόμος προσδιορίζει τίνα εἴδη ξυλείας πρέπει νὰ γίνωνται καυσόξυλα, καὶ κατωτέρω ἀναγράφει τὰ εἴδη ταῦτα, ἀπεξηραμένα δένδρα, ῥάβδους, ῥίζας, ξηράδια, βλαστοὺς, κλαδία, θάμνους χωρὶς κορμῶν, καὶ κορμοὺς σκολιοὺς ἢ βεβλαμμένους, καὶ τὰ λοιπά.

§342ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ «κατακείμενα» εἶναι τὸ χειρότερον.

§343ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐδῶ, μετὰ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν προσεδόκων, τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὠθούμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς τὸ ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλομεν νὰ νομοθετήσωμεν, ἵνα νομοθετήσωμεν σκοπίμως, νὰ γνωρίζωμεν πρὸς τί νομοθετοῦμεν καὶ ἐὰν αἱ διατάξεις τῶν νομοσχεδίων, τὰς ὁποίας ψηφίζομεν, φθάνουσιν εἰς τὸ σκοπούμενον, καὶ πρὸ πάντων νὰ μὴ περιερχώμεθα εἰς σύγχυσιν ἰδεῶν καὶ εἰς σύγχυσιν σκοπῶν. Καὶ εἴδετε ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ταμιευτικοῦ σκοποῦ, καὶ ὅτι, ἐὰν εἶχε βεβαιότητα ὅτι δὲν θὰ συνέβαινον καταχρήσεις, βεβαίως ἤθελεν ἀφήσει ἀπόλυτον ἐλευθερίαν, προκειμένου περὶ καυσοξύλων. Λοιπὸν ἐπιβάλλομεν τοὺς περιορισμοὺς εἰς τὰ καυσόξυλα, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλομεν ἐνταῦθα, ὄχι διότι θέλομεν νὰ περιορίσωμεν τὴν κατάχρησιν· μὴ δυνάμενοι νὰ περιορίσωμεν τὴν κατάχρησιν, περιορίζομεν τὸ δικαίωμα τοῦ πενομένου λαοῦ. Ἐδῶ εἶναι ἡ σύγκρουσις τῶν σκοπῶν. Δὲν δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὴν κατάχρησιν, διότι θὰ κόπτωνται ἀντὶ καυσοξύλων ἄλλα ξύλα, καὶ ἵνα περιορίσωμεν τὴν κατάχρησιν, περιορίζομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν ὡς ἀναμφισβήτητον δικαίωμα, φυσικόν, οὕτως εἰπεῖν, δικαίωμα, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ θερμαίνηταί τις ἐκ τῶν ξηρῶν ξύλων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἓν δάσος.

§344Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ ὑλοτομία πρὸς ξύλευσιν καυσοξύλων δὲν ἐπιτρέπεται· χρησιμοποιοῦνται τὰ ξηρὰ καὶ κατακείμενα.

§345ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐπιβάλλομεν περιορισμοὺς εἰς τὰ ξηρὰ καὶ τὰ κατακείμενα, καὶ ἐπιβάλλομεν περιορισμούς, διότι φοβούμεθα τὴν κατάχρησιν καὶ διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀσφαλῆ τὴν φύλαξιν. Πρέπει νὰ τακτοποιήσωμεν καὶ ταξινομήσωμεν, οὕτως εἰπεῖν, τὰς ἰδέας ἡμῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι εἶναι προφανεστάτη ἀλήθεια, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν φύλαξιν τῶν δασῶν, ὠθούμεθα εἰς τὰς διατάξεις ταύτας. Ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν φύλαξιν τῶν δασῶν ἐν Ἑλλάδι, ἐκ προχείρου παρατηρήσεως ἐπὶ τῶν προχειροτέρων στατιστικῶν πληροφοριῶν ἠθέλομεν συναγάγει, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος θὰ ὑπῆρχε νὰ μείνῃ ἡ Ἑλλὰς ἄνευ δασῶν, νὰ ἠλαττοῦτο τὸ κεφάλαιον, διότι ἡ κατ’ ἔτος παραγωγὴ θὰ ἦτο πλέον ἢ ἐπαρκὴς διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου· δὲν ἠθέλομεν φοβεῖσθαι παντάπασιν ἀπώλειαν κεφαλαίου. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φθείρει ἐν Ἑλλάδι τὰ δάση; Εἶναι ἆρά γε ἡ κάρπωσις τῶν δασῶν, ἔστω καὶ μετά τινος καταχρήσεως; Αὐτὴ εἶναι, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ τὴν ἀπώλειαν τοῦ κεφαλαίου; Διότι περὶ τούτου πρόκειται πάντοτε, νὰ μὴ ἀπόλλυται τὸ κεφάλαιον· ἄν ἦτο δυνατόν, κατὰ πᾶν ἔτος νὰ καταναλίσκηται τόσον ποσόν, ὅση εἶναι ἡ ἐτησία παραγωγή, δηλαδὴ ἐφ’ ὅσον αὐξάνει ὑλικῶς τὸ ποσὸν τὸ δασικόν, ἡ ξυλεία καὶ ἐν Ἑλλάδι θὰ ἔχῃ πλέον ἑκατομμυρίου κυβικῶν μέτρων παραγωγήν, μὲ ὅλην τὴν καταστροφήν, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν τὰ δάση· διότι, ἐὰν παρατηρήσητε εἰς στατιστικάς, καὶ ἰδίως εἰς μίαν τῶν νεωτέρων στατιστικῶν τοῦ Foville, θέλετε εὕρει τὴν Ἑλλάδα κατατασσομένην μεταξὺ τῶν ἐπικρατειῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὸν μέσον ὅρον— ἵνα μὴ εἴπω τι περισσότερον—τῶν δασικῶν ἐκτάσεων, ἀναλόγως τῆς ὅλης ἐκτάσεως. Ἐὰν ἐξαιρέσητε τὴν Ρωσσίαν καὶ τὴν Σουηδίαν καὶ τὴν Νορβηγίαν καὶ ἓν ἢ δύο ἄλλα Κράτη, ἡ Ἑλλὰς προηγεῖται πολλῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τὴν δασικήν. Καὶ δύναμαι προχείρως νὰ δώσω σημείωσιν ληφθεῖσαν ἐκ στατιστικῶν. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον. Καὶ ἐνῷ ἔχομεν ἔκτασιν δασικὴν ἱκανήν, ἐὰν ὑπολογίσωμεν καὶ τὸν πληθυσμόν, εὑρίσκομεν ὅτι ἡ δασικὴ ἔκτασις τῆς Ἑλλάδος ἔπρεπε νὰ ἦναι λίαν ἐπαρκής, διότι δὲν λαμβάνεται μόνον ὑπ’ ὄψιν ἡ ἔκτασις, λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν καὶ ὁ πληθυσμός. Καὶ ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος, τότε θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει δασικὴν ἔκτασιν μεγαλειτέραν ἴσως τῶν πλείστων ἐπικρατειῶν, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον ἐπαρκοῦσιν εἰς ἑαυτὰς διὰ τῶν δασῶν των, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ ἐξαγωγὴν.

§346ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποίαν θέσιν ἔχει ἡ Ἑλλὰς κατ’ ἔκτασιν;

§347ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμέσως νὰ σᾶς εἴπω. (Ἀναγινώσκει ἐκ στατιστικῶν τοῦ Foville καὶ ἄλλων καὶ ἐξ ἰδίας δημοσιευθείσης πραγματείας στατιστικὴν ἀναλογίαν πασῶν τῶν χωρῶν). Ἀλλ’ ἐνῷ κατ’ ἔκτασιν δασικήν, κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὴν ὅλην ἔκτασιν, ἡ Ἑλλὰς δὲν καθυστερεῖ ἐκείνων τῶν ἐπικρατειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπαρκοῦσι διὰ τῶν δασῶν των εἰς τὸν πληθυσμὸν αὐτῶν, ὅταν ὑπολογίσητε τὴν ἀραιότητα τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος, θὰ εὕρητε ὅτι ἡ Ἑλλὰς προηγεῖται ὅλων αὐτῶν, καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς πλησιάζει ἴσως πρὸς τὴν Σουηδίαν καὶ τὴν Ρωσσίαν...

§348ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τὸ ποιὸν τῶν δασῶν νὰ μᾶς εἴπητε.

§349ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό... Ἐὰν ὑπολογίσητε τὴν ἀναλογίαν τοῦ πληθυσμοῦ, —διότι ὁ πληθυσμὸς θὰ καταναλώσῃ τὸ δάσος, δὲν τὸ καταναλίσκει ἡ ἔκτασις τῆς χώρας,—θὰ ἴδητε τὴν διαφοράν. Ἡ Γερμανία ἔχει 86 κατοίκους ἐπὶ 10 ἐκταρίων. Ἡ Γαλλία ἔχει 72. Ἡ Ἑλλὰς τί ἔχει; 31. Λοιπὸν κατ’ ἀναλογίαν πληθυσμοῦ ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὀλιγώτερα τοῦ ἡμίσεως ἐπὶ τῆς ἀναλογίας τῆς ἐκτάσεως. Ἀλλὰ προσθέτω ἄλλο τι. Τὰ δάση τὰ ἐν Ἑλλάδι εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ χρησιμοποιήσητε, ὅπως χρησιμοποιοῦνται ἀλλαχοῦ τὰ δάση, ἵνα γίνηται κατανάλωσις αὐτῶν; Τὰ δάση τὰ ἐν Ἑλλάδι μένουσι κατὰ τὸ πλεῖστον ἀχρησιμοποίητα, πρῶτον διότι δὲν ἔχετε συγκοινωνίαν, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ τὸν καταλανωτὴν μέχρι τῶν ὀρέων, τῶν κορυφῶν, ἵνα καταναλώσῃ τὸ δάσος, δεύτερον, διότι δὲν ἔχομεν τὴν ποιότητα τῆς ξυλείας· ὥστε, οἱανδήποτε ἐλευθερίαν καὶ ἂν ἀφήσητε εἰς τὰ κέντρα τῆς καταναλώσεως τὰ μεγαλεῖτερα, θὰ φέρητε ξυλείαν εὐρωπαϊκήν. Ὅταν λάβητε λοιπὸν αὐτὰ τὰ τρία ὑπ’ ὄψει, τὴν ἀραιότητα τοῦ πλυθυσμοῦ, τὴν ἀκαταλληλότητα τῆς ξυλείας τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τὴν δυσκολίαν τῆς συγκοινωνίας καὶ τῆς μεταφορᾶς, θέλετε ἐκπλαγῆ βεβαίως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φοβώμεθα ἐξάντλησιν τοῦ δασικοῦ κεφαλαίου ἐν Ἑλλάδι ἐκ τῆς καταναλώσεως. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα καταστρέφονται. Ἀπὸ τὴν κατανάλωσιν ἆρά γε; Διόλου. Ὁσηνδήποτε καὶ ἂν κάμητε κατανάλωσιν, δὲν καταστρέφονται ἀπὸ τὴν κατανάλωσιν, Ἀπὸ τί; Ἀπὸ τὴν κατάχρησιν. Ἀπὸ ποίαν κατάχρησιν; Νομίζετε μόνον ἀπὸ τὸ κόψιμον, ἀπὸ τὴν ὑλοτομίαν; Καὶ εἰς τοῦτο ἀπατᾶσθε. Καὶ ἠπόρησα, ὅταν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι περισσοτέρα κατανάλωσις γίνεται διὰ τῶν ὑλοτομιῶν, ἐνῷ ἀκούομεν πλειστάκις καὶ συχνότατα βλέπομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας: «ἐπυρπολήθησαν τόσαι χιλιάδες πεῦκα καὶ ἐλάται». Καὶ νὰ ἀφήσητε ὁλόκληρα χωρία νὰ κόπτωσιν ἀδιακόπως ἐπὶ ἔτη, δὲν θὰ κατορθώσητε νὰ κάμητε τὴν καταστροφήν, τὴν ὁποίαν ἡ πυρκαϊὰ ἐπροξένησεν εἰς ἓν δάσος! Μόνον λοιπὸν αἱ πυρκαϊαὶ ἐν Ἑλλάδι φέρουσιν ἢ ἀπειλοῦσι τὴν καταστροφὴν τῶν δασῶν. Μία πυρκαϊὰ εἰς δάσος ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀπειρίαν ἄλλων καταχρήσεων.

§350ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.

§351ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ φοβώμεθα τὴν ἔλλειψιν δασῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ τὴν μὴ ἀνάπτυξιν αὐτῶν, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ κακὸν αὐτὸ τῶν πυρκαϊῶν. Ἀλλ’ ὅταν λέγωμεν περὶ φυλάξεως δασῶν, ἐδῶ πλέον θὰ σᾶς εἴπω ὅτι θέλομεν νὰ ἀπατῶμεν ἡμᾶς αὐτούς. Πῶς φυλάσσονται τὰ δάση ἐν Εὐρώπῃ; Ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν πόσοι φύλακες ἀναλογοῦσι κατ’ ἔκτασιν εἰς τὰ Κράτη τὰ πεπολιτισμένα, ὅπου ὑπάρχει συγκοινωνία, ὑπάρχουσι δάση συμπεπυκνωμένα; Γνωρίζετε ποίας δαπάνας καταβάλλουσι τὰ Κράτη ἐκεῖνα διὰ τὴν συντήρησιν τῶν δασῶν; Ἡμεῖς θέλομεν, δαπανῶντες 144 χιλιάδας δρ. κατ’ ἔτος, νὰ εἰσπράττωμεν ἐκ δασῶν,—καὶ ποίων δασῶν; Ἑλληνικῶν δασῶν, διεσπαρμένων,—νὰ εἰσπράττωμεν 1½ ἑκατομμύριον· νὰ εἰσπράττωμεν 1½ ἑκατομμύριον καὶ νὰ δαπανῶμεν 144 χιλιάδας διὰ τὴν φύλαξιν! Καὶ νομίζομεν ὅτι ἔχομεν φύλαξιν! Ἠξεύρετε, Κύριοι, τί δαπανᾷ ἡ Γερμανία διὰ τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν καὶ τί εἰσπράττει; Εἰσπράττει 60 ἑκατομμύρια, δαπανᾷ 37. Ὑπάρχουσι δὲ Κράτη ἐν Εὐρώπῃ, τὰ ὁποῖα δαπανῶσιν 80%. Ἀρκοῦνται νὰ ἔχωσιν 20 ἑκατομμύρια, δαπανῶντα 80. Ἀρκοῦνται νὰ ἔχωσιν 20 ἑκατομμύρια κέρδος, δαπανῶντα 80 ἑκατομμύρια. Διατὶ πράττουσι τοῦτο; Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι πρόκειται περὶ ἀντικειμένου πολυτίμου, περὶ ἀντικειμένου, τοῦ ὁποίου ἡ διατήρησις συνδέεται μὲ τὴν ὕπαρξιν τῶν ἀνθρώπων. Ἡμεῖς τί θέλομεν; Δαπανῶμεν 144 χιλιάδας διὰ τὰ δάση, τὰ διεσκορπισμένα, τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀποροῦμεν διατὶ καταστρέφονται τὰ δάση!

§352Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ διὰ ποίαν αἰτίαν δαπανῶμεν τόσον ὀλίγα;

§353ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν ἔχομεν.

§354Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ μόνον.

§355ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ διατί;

§356Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι δὲν ἔχομεν ὄργανα, οὔτε φύλακας οὔτε διοικητάς.

§357ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε δὲ φύλακας 298, καὶ 50 ἀστυφύλακας, 348,— πλησιάζουσι τὸν ἀριθμὸν τῶν 400— ἵνα φυλάξωσι τὴν δασικὴν ἔκτασιν. Ἀναλογεῖ εἷς φύλαξ ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ 20,000 στρεμμάτων δασικῆς ἐκτάσεως. Πόσην ἔκτασιν φυλάττει ὁ δασοφύλαξ ἐν Γαλλίᾳ; 230 ἑκτάρια.

§358Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ναί· ἀλλὰ ὁ φύλαξ ἐν Γαλλίᾳ δὲν εἶναι ὁ δασοφύλαξ τῆς Ἑλλάδος. Ἐκεῖνος ἠξεύρει τί φυλάττει, ὁ ἰδικός μας δὲν ἠξεύρει.

§359ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τί νὰ ἠξεύρῃ; Λοιπὸν ὁ δασοφύλαξ ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ἔχει τὴν συγκοινωνίαν, ὅπου πρόκειται νὰ φυλάξῃ δάσος συμπεπυκνωμένον καὶ μονοκόμματον, οὕτως εἰπεῖν, ὅπως εἶπον, ἔχει νὰ φυλάξῃ 2 χιλιάδας στρέμματα· ὁ δασοφύλαξ τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ φυλάξῃ 20 χιλιάδας. Καὶ σπουδαιολογεῖτε τότε, φρονοῦντες ὅτι θὰ ἔχητε φύλαξιν δασῶν! Ὁ δασοφύλαξ θὰ περιέλθῃ καὶ θὰ μεταβῇ εἰς τὸ χωρίον ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ὁ δεῖνα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐχθρὸς ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὸν ἔστειλε τὸν δασοφύλακα ἐκεῖνον, καὶ θὰ ὑπάγῃ νὰ κόψῃ πρωτόκολλον ἐκεῖ, καὶ κατόπιν θὰ ὑπάγῃ εἰς ἄλλο χωρίον, διὰ νὰ εὕρῃ ἄλλον ἐχθρόν.

§360ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔδωκε σημείωσιν εἰς αὐτὸν ὁ ἀποστείλας.

§361ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι τοῦ ἔδωκε σημείωσιν τοιαύτην. Ἐὰν ἐπρόκειτο ὁ δασοφύλαξ αὐτὸς νὰ ἀνακαλύψῃ ἐκείνους πράγματι, οἱ ὁποῖοι εἶναι πρόξενοι τῆς καταστροφῆς, καὶ ἐὰν ἤθελεν ἐξομολογηθῆ εἰς ὑμᾶς, θὰ σᾶς ἔλεγεν, ὅτι «μοὶ ἀναθέτετε ἓν ἔργον, τὸ ὁποῖον...»

§362ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἕκαστος χωροφύλαξ ἔχει ταρίφαν· ὅστις δώσῃ τόσον, τοῦ ἐπιτρέπεται.

§363ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. .. «Ἐφ’ ὅσον δὲ καὶ καλὰ θέλετε νὰ ἦμαι δασοφύλαξ, ἀναγκάζομαι καὶ ἐγὼ νὰ πιστεύσω, ὅτι μὲ θέλετε...»

§364ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε συνάδελφε; Δὲν τὰ ἀναπτύσσετε καλλίτερα ἐκτενέστερον εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, διὰ νὰ μὴ ἦναι καὶ ἡ Βουλὴ κεκμηκυῖα, ὅπως σᾶς ἀκούσῃ μετὰ περισσοτέρας εὐχαριστήσεως;—διότι εἶναι πολὺ ὡραῖα αὐτά· ἔχετε τόσον καλὰ μελετήσει τὸ ζήτημα αὐτό...

§365ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ παράκλησίς μου, τὴν ὁποίαν ἠδυνάμην νὰ κάμω, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὰ ἀφήσω εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ θὰ χρησιμεύσωσιν ὅπως μελετηθῶσιν ἐγκαίρως διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, δι’ αὐτὸ ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις μου.

§366ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν ὑποβάλλετε τροπολογίας, ὅπου νομίζετε ὅτι χρειάζονται;

§367ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς τὸ ἀφήσωμεν. Δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω. Θέλω ὅμως ἐκ προοιμίων παρακαλέσει, εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ μὴ σπεύσωμεν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 27, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).

§368ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 12 καὶ 30′ τῆς νυκτός.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
2Τῆς 4 Δεκεμβρίου 1896.
3(Τετάρτη)
4Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦν-
6ται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Χαλκίδος κ. Ἀβέρωφ κατέ-
8θηκεν ἀναφορὰν καπνοπωλῶν καὶ καπνοκαταναλωτῶν Χαλ-
9κίδος, αἰτουμένων τὴν τροποποίησιν διατάξεών τινων τοῦ
10περὶ σιγαροχάρτου νόμου.
11§2Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
12Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον
13νόμου περὶ καταργήσεως τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματι-
14κῶν. Ἐκ τῆς Σχολῆς ταύτης, συσταθείσης διὰ τοῦ ἀπὸ 15
15Μαρτίου 1887 Β. Διατάγματος, ἀπεφοίτησαν μέχρι τῆς σή-
16μερον μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀνθυπολοχαγοῦ 525, ἐξ ὧν
17οἱ μὲν 443 κατετάχθησαν εἰς τὸ πεζικὸν, οἱ δὲ ἄλλοι 82
18εἰς τὸ πυροβολικόν. Ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς οὗτος τῶν ἐφέδρων
19ἀξιωματικῶν εἶναι διπλάσιος τοῦ ἀπαιτουμένου, ἐπαρκεῖ δὲ
20καὶ δι’ ὁλόκληρον δεκαετίαν, ὑποβάλλω διὰ τοῦτο τὸ περὶ
21οὗ πρόκειται νομοσχέδιον.
22Συμφώνως πρὸς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Οἰτύλου κ.
23Ραζέλου, καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς κατάστα-
24σιν ἐμφαίνουσαν τὰς διαφόρους ἐν τῷ στρατῷ γενικὰς θέσεις,
25διακεκριμένως κατ’ εἶδος ὑπηρεσίας, κατάστασιν ἐμφαίνουσαν
26ὀνομαστὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς κατέχοντας τὰς γενικὰς
27θέσεις σήμερον, καὶ κατάστασιν ἐμφαίνουσαν ὀνομαστὶ τοὺς
28ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι κατεῖχον τὰς γενικὰς θέσεις κατὰ
29τὴν 1 Ὀκτωβρίου 1896.
30§3ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τυπωθῶσιν αὗται, παρα-
31καλῶ.
32§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ὡς καὶ
33τὸ νομοσχέδιον. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 126–129).
34§5Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καλαμῶν μοὶ
35ἀπηύθυνε τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου καθιστᾷ γνωστὸν, ὅτι
36ἡ λεωφόρος ἀπὸ Καλαμῶν μέχρι παραλίας κατέστη ἐντελῶς
37ἀδιάβατος, καταστραφεῖσα ἕνεκα τῶν βροχῶν, οἱ δὲ καῤῥα-
38γωγεῖς δυσκολεύονται νὰ μεταφέρωσι τὰ προϊόντα, καὶ ὡς ἐκ
39τούτου ζητοῦσι διπλάσια καὶ τριπλάσια ἀγώγια, ἀπειλοῦν-
40τες ἀπεργίαν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν
41νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως διορθωθῇ ἡ ὁδὸς αὕτη, διότι ἄλλως μετ’
42ὀλίγας ἡμέρας θὰ παύσῃ ἐντελῶς ἡ συγκοινωνία.
43§6Ι. ΣΕΧΟΣ. Ἀνέρχομαι καὶ πάλιν τὸ βῆμα, τὸ ὁποῖον
44σπανίως κατέχω, ἵνα μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν, ἥτις ἔχει
45βεβαίως ἀσχολίας σπουδαιοτέρας ἐκείνων, ἃς ἐγὼ θὰ ἐκθέσω.
46Ἀλλ’ ἐπειδὴ παρεξηγήσεις ἐπὶ παρεξηγήσεων συμβαίνουσιν,
47ἠναγκάσθην καὶ πάλιν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐκ τρίτου,—διότι
48κατ’ αὐτὴν τὴν σύνοδον τρίτην ἤδη φορὰν ὁμιλῶ.
49Ἐκθέσας τὰς ἰδέας μου ἐναντίον τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας,
50παρεξηγήθην· διότι ἐκοινολογήθη, ὅτι ἐγὼ ἀποστρατεύομαι,
51ὡς ὑπερβὰς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, καὶ βεβαίως ἐπέρχεται ἡ
52κατ’ ἀκολουθίαν ἐξήγησις, ὅτι τούτου ἕνεκεν ὡμίλησα περὶ
53ὁρίου ἡλικίας. Χθὲς ὡμίλησα καὶ παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν,
54ἵνα δοθῇ ἐπίδομά τι εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ὑποστρατήγου
55Καραϊσκάκη, ὁ ὁποῖος θ’ ἀποστρατευθῇ, καὶ πάλιν διεδόθη ὅτι
56ἔκαμα τοιαύτην πρότασιν, διότι ἀποστρατεύομαι ἐγώ. Πιθα-
57νὸν, ἐπειδὴ στεροῦμαι τῆς πείρας τοῦ ἀγορητοῦ, νὰ μὴ ἐξη-
58γῶμαι εὐκρινῶς, καὶ ὡς ἐκ τούτου προέρχονται ὅλαι αὐταὶ αἱ
59παρεξηγήσεις, αἵτινες δυνατὸν εἶναι νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν κα-
60κὴν ἀκουστικὴν τῆς αἰθούσης ἢ εἰς ἄλλους λόγους οἱουσδήποτε,
61καὶ τούτου ἕνεκα ἐπιλαμβάνομαι νὰ δώσω σαφεστέραν ἐξήγησιν.
62Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν πρότασιν, ἣν χθὲς εἶχον
63τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἦτο καθαρά· παρε-
64κάλεσα δηλαδὴ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους νὰ μὴ λη-
65σμονήσῃ τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἐνδόξου στρατάρχου Καραϊσκάκη
66καὶ νὰ χορηγήσῃ αὐτῇ ἐπίδομά τι μηνιαῖον, 400 τοὐλάχι-
67στον δραχμῶν. Ὅταν δὲ αἱ ἐγγοναὶ τοῦ Καραϊσκάκη ἔλθουν
68εἰς γάμον, πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν θὰ λησμο-
69νήσῃ νὰ προικοδοτήσῃ καὶ αὐτὰς, ὅπως ἐπροικοδότησε καὶ
70ἄλλων ἀγωνιστῶν θυγατέρας.
71Ἐπὶ δὲ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας καὶ πάλιν ἐπανέρχομαι, διότι
72εἰλικρινῶς σᾶς λέγω, ὅτι ἄνευ συμφέροντος αὕτη εἶναι ἡ πε-
73ποίθησις, τὴν ὁποίαν ἔχω.
74§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀφήνετε
75νὰ τὰ ἐκθέσητε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου;
76§8ΣΕΧΟΣ. Ἀφοῦ εἶμαι εἰς τὸ βῆμα, δὲν βλάπτει. Ἐγὼ
77σπανίως ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν.
78Ἰδοὺ λοιπὸν, Κύριοι, τί ἐξέθηκα, διότι θέλω νὰ ἦμαι εὐ-
79κρινής. Οὐδεὶς ἀρνεῖται τὰ προτερήματα τῆς ἀλκίμου νεό-
80τητος, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παρορᾷ καὶ τὴν σύνεσιν καὶ τὴν
81πεῖραν τῶν ἐχόντων ἡλικίαν τινὰ, ἴσην ἔστω τῆς ἐμῆς.
82Εἶπον ὅτι αὐστηρῶς ἐφαρμόζοντες τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας,
83παρορῶμεν τὰς διατάξεις τῆς ἀνικανότητος, ὡς ἐκ τούτου δὲ
84τί βλέπομεν; Ὅτι ἀξιωματικὸς ὑπερβὰς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας
85καὶ δυνάμενος πολὺ καλὰ νὰ ὑπηρετήσῃ, τίθεται εἰς ἀποστρα-
86τείαν, ἕτερος δὲ, μὴ ὑπερβὰς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, νεώτερος
87τοῦ ἀποστρατευθέντος, ἀλλὰ μονόφθαλμος, ἔχον ὑέλινον
88ὀφθαλμὸν, ἢ χωλὸς ἢ ἀνάπηρος, ἢ ῥευματισμένος, ὁ τοιοῦτος
89ἐν ὑπηρεσίᾳ προάγεται, διότι δὲν ὑπερέβη τὸ ὅριον τῆς
90ἡλικίας. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας λέγουσιν, ὅτι
91εἴμεθα ἐπιεικεῖς καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς διατά-
92ξεις τῆς ἀνικανότητος, καὶ ὅτι ἐπηρεαζόμενοι καταλήγομεν
93εἰς τὴν συνήθη ἔκφρασιν: «ὁ καϋμένος! ἂς μείνῃ εἰς τὸν στρα-
94τόν». Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, πρέπει νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ
95ἡμέτερος στρατὸς ἀπαρτίζεται ἐκ ταγμάτων καλογήρων, εἰς
96ἃ πρέπει νὰ βασιλεύῃ ἡ ἐπιείκεια, ἐνῷ, ὡς λέγουσι, θριαμ-
97βεύει ἡ ὑποκρισία. Καὶ δὲν παραδέχομαι τὸν ἡμέτερον στρα-
98τὸν τοιοῦτον, τὸν παραδέχομαι ἔχοντα ἀξιωματικοὺς δυνα-
99μένους ἀνεπηρεάστως νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των. Λυ-
100ποῦμαι, διότι δὲν ἤκουσα τὸν ἐκ Τριχωνίας στρατιωτικὸν
101συνάδελφον ἀγορεύοντα, ἀλλὰ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι οἱ λό-
102γοι του θὰ ἦσαν μεστοὶ ἰδεῶν καὶ εὐγλωττίας διακεκριμένης,
103ὡς τὸν ἀναγνωρίζομεν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐγὼ προσωπικῶς καὶ τὸν
104ἐκτιμῶ καὶ τὸν ἀγαπῶ.
105§9ΜΑΝΕΣΗΣ. Εὐχαριστῶ πολύ.
106§10ΣΕΧΟΣ. Ὁ ἐξ Ἰθάκης ἕτερος στρατιωτικὸς συνάδελφος
107ἦτο ὑπὲρ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, καὶ δικαίως εἶπεν, ὅτι ἀνα-
108φέρεται εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς Γαλλικῆς Βου-
109λῆς, καθ’ ἣν ἐποχὴν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅτε
110ἀξιωματικοὶ κεκμηκότες ἀπὸ τὸ βάρος τῆς πολυμόχθου στρα-
111τιωτικῆς ὑπηρεσίας δὲν ἠδύναντο, ἕνεκα φιλοτιμίας, νὰ ζητή-
112σωσι τὴν σύνταξίν των, καὶ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ δι’ αὐτοὺς ἓν
113μέσον διεξόδου δικαιολογημένον, καὶ τούτου ἕνεκα ἐγένετο ὁ
114νόμος οὗτος, ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὰς ἑστίας των καὶ ἀναπαυ-
115θῶσιν ἀπὸ τὰ βάρη τοῦ στρατιωτικοῦ βίου. Ἡ δικαιολόγη-
116σις αὕτη εἶναι πλήρης εὐγενείας καὶ χάριτος Γαλλικῆς, ἀλλὰ
117μοὶ φαίνεται ὅτι ὑποκρύπτει τὴν ἀλήθειαν, διότι δὲν εἶναι
118αὐτὸς ὁ λόγος, δι’ ὃν προέβησαν εἰς τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλι-
119κίας, ἀλλ’ ἄλλος τις, κατ’ ἐμὲ, καὶ εἶμαι σχεδὸν βέβαιος, ὅτι
120εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ γαλλικὸς στρατὸς ἐμπεριεῖχεν ἀρκε-
121τοὺς ἀξιωματικούς, οἵτινες δι’ ἐξαιρετικῶν ἀνδραγαθημάτων
122ἀπέκτησαν ἐπαξίως τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἐκ τῆς
123τάξεως τοῦ ὁπλίτου προελθόντες. Οὗτοι ἦσαν ἄνδρες ἔχον-
124τες ὅλα τὰ στρατιωτικὰ προσόντα καὶ κατάλληλοι διὰ τὴν
125ἐποχὴν ἐκείνην, πλὴν κατόπιν ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν πρέπει ὁ
126ἀξιωματικὸς νὰ ἔχῃ μόνον ἰσχὺν σώματος καὶ ψυχῆς, ἀλλὰ
127πρέπει σὺν τούτοις νὰ ἦναι καὶ πνευματικῶς ἀνεπτυγμένος,
128νὰ ἔχῃ τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις διὰ τὸν πόλεμον, διότι ὁ
129πόλεμος, ἔλεγε Φρειδερῖκος ὁ Μέγας, εἶναι ἐπιστήμη διὰ τοὺς
130ἔχοντας ἀξίαν, τέχνη διὰ τοὺς μετρίους, καὶ ἐπάγγελμα διὰ
131τοὺς ἀδαεῖς. Αὐτὸς νομίζω ὅτι εἶναι ὁ ἀληθὴς λόγος, διὰ τὸν
132ὁποῖον ἀνεῦρον τὸν εὔσχημον νόμον τοῦ ὁρίου ἡλικίας, ὅπως
133ἄλλος λόγος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα εἰς προηγουμένην ἀγόρευσίν
134μου, ἐπέβαλε τὸ ὅριον ἡλικίας εἰς τὸν ἀγγλικὸν στρατόν.
135Καὶ ἄλλην ἀντίῤῥησιν ἐποιήσατο ὁ ἐξ Ἰθάκης κ. συνάδελ-
136φος, ὅτι ὁ λοχαγὸς ἔχει ὀλιγωτέρους κόπους ἀπὸ τὸν ὑπολο-
137χαγὸν καὶ ἀνθυπολοχαγόν. Πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τῶν λόγων
138του εἶπεν, ὅτι ἐν Πρωσσίᾳ οἱ λοχαγοὶ εἶναι ἔφιπποι. Καὶ βε-
139βαίως εἶναι ἔφιπποι, ἐν Γαλλίᾳ ὅμως ἦσαν πεζοὶ καὶ μετὰ
140τὸ 1871. Ἐν γυμνασίοις εἰσὶν ἔφιπποι, παραλαμβάνοντες
141ἵππους τοῦ στρατοῦ προσωρινοὺς καὶ οὐχὶ εἰς αὐτοὺς ἀνήκον-
142τας. Ἡμεῖς, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἐφίππους τοὺς λοχαγοὺς,
143πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὸ πεζικόν μας εἰς ἔφιππον πεζικὸν,
144κατὰ τὸ Ἀγγλικὸν σύστημα, ὅπου τὰ σώματα τοῦ ἱππικοῦ
145παρακολουθοῦνται καὶ ἀπὸ ἔφιππον πεζικόν. Παρ’ ἡμῖν οἱ
146λοχαγοὶ πεζοποροῦσι, καὶ θ’ ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον τὴν
147Βουλὴν, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἐξ ἰδίας πείρας γνωρίζω τοῦτο.
148Ὅτε μετεβαίνομεν ἐντεῦθεν εἰς Λεπενοῦ διὰ ξηρᾶς, μεσοῦντος
149Μαΐου ἢ ἀρχὰς Ἰουνίου, ἤμην ταγματάρχης, καὶ βεβαίως
150ἔφιππος, ὁ νῦν δὲ συνταγματάρχης Λυπάτης, τότε δὲ λο-
151χαγὸς, ὁδηγῶν ἕνα λόγον καὶ αὐστηρὸς ὢν εἰς τὸ καθῆκόν
152του, ὡς χαρακτηρίζεται, διότι εἶναι ἐξαίρετος στρατιώτης,
153ἔτρεχεν ἐν ὁδοιπορίᾳ ἀπὸ κεφαλῆς τοῦ λόχου μέχρις οὐρᾶς,
154ἦτο δὲ κάθιδρος. Ἐγὼ, ἰδὼν αὐτὸν οὕτω, εἶπον τὴν κοινὴν
155φράσιν, τὴν συνήθως λεγομένην: «Ὁ Λυπάτης ἔσκασε!» Δια-
156βάτης δέ τις ἐξ Αἰγίου, ἀκούσας τοῦτο, ἐνόμισεν ὅτι ἀπέθα-
157νεν ὁ Λυπάτης, καὶ τηλεγραφικῶς ἁπανταχοῦ διεδόθη ἡ εἴ-
158δησις αὕτη. Ἅμα ἐφθάσαμεν εἰς Λεπενοῦ, ἐξῆλθον οἱ ἀξιωμα-
159τικοὶ εἰς προϋπάντησίν μας, καὶ ἠρώτων ἡμᾶς, πῶς ὁ καλὸς
160λοχαγὸς ἀπέθανεν! Εἰς ἀπάντησιν ἐπέδειξα αὐτὸν ζῶντα καὶ
161ἀκμαιότατον. Σᾶς διηγήθην δὲ τὸ ἱστορικὸν, διὰ νὰ κατα-
162δείξω ὅτι ὁ λοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ καὶ ἐν πορείᾳ καὶ κατὰ
163πλείονα λόγον ἐν παρατάξει μάχης ἔχει περισσοτέρους κό-
164πους τοῦ ὑπολοχαγοῦ καὶ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ.
165Δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον, Κύριοι, εἰσερχόμενος εἰς τοι-
166αῦτα ζητήματα, νὰ εἴπω πᾶν ὅ,τι αἰσθάνομαι, καὶ εἰς τοὺς
167συναδέλφους μου Βουλευτὰς ἠδυνάμην μόνον νὰ τὸ εἴπω.
168Τὸ βέβαιον ὅμως καὶ τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ
169κοινωνία πάσχει παρ’ ἡμῖν ἐξ ἐπιδημικῆς παθήσεως, τῆς
170προαγωγῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ πάθησις, ἧς ἕνεκα προῆλθεν ὁ
171νόμος τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ἕνεκα ταύτης εὗρον τὸ μέσον
172τῆς στασιμότητος τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἕνεκα ταύτης, ἀντὶ
173νὰ μελετῶμεν τὴν ἐκλογὴν ἐπικαίρων θέσεων τοῦ ἐδάφους,
174ἐξερχόμενοι εἰς περίπατον, μελετῶμεν ἐν τοῖς γραφείοις ἡμῶν
175κεκλεισμένοι τὰς πρὸς προαγωγὴν ἐπικαίρους γενικὰς θέσεις
176τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα καταλάβωμεν ταύτας, πρὸς βλάβην ἑτέ-
177ρων. Εἶναι πάθησις παράγουσα ὑπολανθάνοντα μίση, ἐπικίν-
178δυνα μεταξὺ συναδέλφων, διότι προχωροῦμεν εἰσέτι, ἕνεκα τῆς
179παθήσεως ταύτης, καὶ ἵνα βιάσωμεν ἀξιωματικόν τινα νὰ
180αἰτήσῃ τὴν σύνταξίν του, διὰ νὰ προαχθῶμεν ἡμεῖς, τὸν
181ἀποστέλλομεν ἐκεῖ, ὅπου αὐτὸς δὲν θέλει, ἡμεῖς δὲ μένομεν
182ἐν τοῖς γραφείοις, προαγόμενοι ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπολο-
183χαγοῦ μέχρι τοῦ συνταγματάρχου, οὐδόλως γνωρίζοντες τὸ
184ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος, γνωρίζοντες μόνον ἴσως τὴν κοιλάδα
185τοῦ Κηφισοῦ καὶ τοῦ Ἰλισσοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ ὑπὸ μελέτην
186στρατιωτικὴν, ἀλλὰ χάριν διασκεδάσεως μεταβαίνοντες εἰς
187Φάληρον ἢ εἰς Κηφισίαν. Προαγόμεθα οἱ ἀνώτεροι, καὶ ἀφή-
188νομεν τοὺς κατωτέρους μὴ προαγομένους. Ὁ συνταγματάρ-
189χης λαμβάνει 100 δραχμὰς ἐπὶ πλέον τοῦ ἀντισυνταγμα-
190τάρχου, ἠδυνάμεθα δὲ διὰ τῆς δαπάνης ταύτης νὰ προάγω-
191μεν πέντε ἀνθυπολοχαγοὺς εἰς ὑπολοχαγοὺς, οἵτινες μὲ τὸν
192εὐτελῆ μισθὸν, ὃν ἔχουσι, δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι, καὶ ἔχο-
193μεν ἀνθυπολοχαγοὺς ἐπὶ ἑπτὰ, ὀκτὼ, ἐννέα, δέκα, ἕνδεκα
194καὶ δώδεκα ἔτη εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν, ὧν τινες ἐσχάτως
195προήχθησαν εἰς ὑπολοχαγοὺς, ἀφοῦ ὑπηρέτησαν ἐπὶ ὁλόκλη-
196ρα 12 ἔτη ὡς ἀνθυπολοχαγοί. Τίνας δὲ ἀποδοχὰς ἔχει ὁ
197ὑπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ;—καὶ ἀναφέρω τὸ πεζικὸν, διότι
198στρατὸς εἶναι τὸ πεζικὸν, ὅλοι δὲ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι εἴμεθα ἐπι-
199βοηθητικὰ ὅπλα, χρησιμώτατα βεβαίως, ἀλλὰ κυρίως στρα-
200τὸς εἶναι τὸ πεζικόν. Δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει στρα-
201τὸν, ἐὰν δὲν ἔχῃ πεζικόν. Ὅθεν ἐκεῖ πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν,
202εἰς τὸ πεζικὸν, τὸ ὁποῖον, δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον,
203ὅταν πρόκειται δι’ ἀστυνομίαν, τὸ προτάττομεν. Ἡμεῖς δὲ
204ἔχομεν καὶ 20 δραχμὰς ἐπιμίσθιον, οὕτως εἰπεῖν, διὰ διδα-
205κτικὰ βιβλία. Εἴμεθα ἡμεῖς οἱ πεφωτισμένοι, ὁ δὲ ἀξιωματι-
206κὸς τοῦ πεζικοῦ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἀποζημίωσιν διὰ διδα-
207κτικὰ βιβλία! δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ ἱππι-
208κοῦ τοιαύτην ἀποζημίωσιν, ὅστις εἶναι ὁ στρατιωτικώτερος
209τῶν στρατιωτικωτέρων, εἶναι ὁ πλέον μάχιμος ἀξιωματικὸς,
210ὁ προτασσόμενος τῶν στρατευμάτων καὶ μαχόμενος μὲ τὸ ξί-
211φος εἰς χεῖρας, ὡς ὁπλίτης! Δὲν πρέπει οἱ ὑγειονομικοὶ ἀξιω-
212ματικοὶ νὰ ἔχωσι διδακτικὰ βιβλία! Ἀφοῦ εἰς τὰ εἰδικὰ ὅπλα
213δίδοντες εἴκοσι δραχμὰς ἐπὶ πλέον, δαπανῶμεν κατ’ ἔτος
214ἄνω τῶν 70 χιλιάδων δραχμῶν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ δίδωται
215ἡ ἀποζημίωσις αὕτη καὶ εἰς τὸ πεζικὸν καὶ εἰς τὸ ἱππικὸν
216καὶ εἰς τοὺς ἰατρούς; Εἰς τοιαύτην πρότασιν μία ἀντίῤῥησις
217ἐπέρχεται, ὅτι ἡ δαπάνη θὰ ὑπερβῇ τὰς 300 χιλιάδας δραχ-
218μάς· ἀλλὰ δυνάμεθα κάλλιστα νὰ περιορίσωμεν τὴν ἀντι-
219μισθίαν ταύτην εἰς τοὺς ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ εἰς τοὺς ὑπο-
220λοχαγοὺς τοὐλάχιστον, οἵτινες ἔχουσι μικρὰς ἀποδοχάς.
221Διότι ὁ συνταγματάρχης, ὁ ἀντισυνταγματάρχης, ὁ ταγμα-
222τάρχης, ἔστω καὶ ὁ λοχαγὸς, δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν
223δαπάνην τῆς ἀγορᾶς ἑνὸς βιβλίου, ἥτις ἐπιβαρύνει τὸν ἀνθυ-
224πολοχαγὸν, τὸν ἔχοντα ἀποδοχὰς 140 δραχμὰς μηνιαίως καὶ
225διὰ τῶν κρατήσεων λαμβάνοντα μόνον δραχ. 130 περίπου.
226Ἔζη ἄλλοτε μὲ 130 δραχμὰς, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐν τοῖς
227ξενοδοχείοις ἐπλήρονε διὰ μίαν μερίδα 40 ἢ 60 λεπτά, νῦν
228δὲ δίδει 1,20, ἐπιβαρυνόμενος καὶ μὲ ὅλας τὰς ἄλλας ὑπερ-
229τιμήσεις.
230Ὅθεν πρέπει νὰ ἐξισωθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν,
231διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ ὑλικῆς ζημίας, ἰδίως πρόκει-
232ται περὶ τῆς ἠθικῆς ἐκτιμήσεως τῶν μὴ λαμβανόντων ἀντι-
233μισθίαν διὰ διδακτικὰ βιβλία, ὡς εἰ ἦσαν ἀγράμματοι. Ἐὰν
234δὲ λόγοι οἰκονομίας ἀπαγορεύωσι τοιαύτην ἀντιμισθίαν, πρέ-
235πει αὕτη ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ ὅλους.
236Παρένειρα εἰς τὸν λόγον μου τοὺς στασίμους ἀξιωματικούς.
237Οὐδὲν εἶναι ἀδικώτερον τῆς διατάξεως ταύτης, ὅπως ἐφαρ-
238μόζεται, διότι ἀξιωματικοὶ κριθέντες ἱκανοὶ νὰ διδάσκωσιν
239εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων ἐκρίθησαν στάσιμοι καὶ δὲν
240προήχθησαν, ὡς καὶ ἀξιωματικοὶ εὑρεθέντες εἰς τὰς ἐπιθεω-
241ρήσεις ἐν γραφείοις. Ἐὰν πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἐφαρμόσωμεν
242τὰς διατάξεις, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἀλλαχοῦ, καὶ θέλωμεν, μὴ
243ἀναγνωρίζοντες τὰς εἰδικὰς περιστάσεις, νὰ παπαγαλίσωμεν,
244ἐγὼ προτείνω νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τοῦ
245ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ 57 ἐτῶν, ὅπως ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ἐὰν
246μᾶς ἐρωτήσῃ τις τὸ διατί, δυνάμεθα νὰ τῷ ἀποκριθῶμεν:
247«διότι οὕτω συμβαίνει καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ»...
248§11ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὁ συνταγματάρχης τί ὅριον ἡλικίας ἔχει
249εἰς τὴν Ἀγγλίαν;
250§12ΣΕΧΟΣ. Ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ὑπάρχει βαθμὸς συνταγματάρ-
251χου μὲ ὡρισμένα καθήκοντα. Συνταγματάρχης ἐν Ἀγγλίᾳ
252εἶναι τίτλος διδόμενος εἰς τοὺς στρατηγούς, καλουμένους στρα-
253τηγοὺς συνταγματάρχας, καὶ εἰς πολιτικοὺς διακεκριμένους,
254φέροντας τὸν τίτλον «Colonel»... Ἐὰν θέλωμεν λοιπὸν νὰ
255παπαγαλίσωμεν, ἂς ἐξαλείψωμεν τὸν βαθμὸν αὐτόν, καὶ ἂς
256μιμηθῶμεν τοὺς Ἄγγλους. Ἐὰν θέλωμεν νὰ παπαγαλίσω-
257μεν, ἂς ἀφαιρέσωμεν τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ὁ ὁποῖος
258εἰς τὴν Ῥωσσίαν δὲν ὑπάρχει, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὴν Δανίαν.
259Ἐὰν θέλωμεν νὰ παπαγαλίσωμεν, ἂς κάμωμεν διοικητὰς λό-
260χου ταγματάρχας.
261Ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ τάγμα ἀπαρτίζεται ἀπὸ ὀκτὼ λόχους
262καὶ οἱ δύο ἢ τρεῖς διοικηταὶ λόχου εἶναι ταγματάρχαι, λαμ-
263βάνοντες ἀποδοχὰς λοχαγοῦ καὶ ἐκπληροῦντες ὑπηρεσίαν λο-
264χαγοῦ. Παπαγαλίζοντες δυνάμεθα κάλλιστα νὰ ἐφαρμόσω-
265μεν οἱονδήποτε σύστημα, πλὴν διατὶ τάχα νὰ λέγωμεν ὅτι,
266ἐπειδὴ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ παρεδέχθησαν τὸ ὅριον τῆς
267ἡλικίας, πρέπει νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἡμεῖς, καὶ νὰ μὴ
268ἐφαρμόσωμεν τὰς ἀρχὰς ἑνὸς στρατοῦ διακεκριμένου, οἷος εἶναι
269ὁ γερμανικός; Ὁ γερμανικὸς στρατὸς δὲν ἔχει ὅριον ἡλικίας.
270Ὅριον ἡλικίας ἔχει διὰ τὸν ἀξιωματικόν, ὅταν πρόκειται νὰ
271καταταχθῇ ἐν τῷ στρατῷ· δὲν τὸν θέλει πολὺ νέον, τὸν θέ-
272λει ὡρίμου ἡλικίας, διὰ νὰ ἐπιβάλληται.
273Αὗται εἶναι αἱ ἰδέαι μου, ἃς ἐκ καθήκοντος ἐξέθηκα εἰς
274τὴν Βουλὴν, ἄνευ οὐδενὸς προσωπικοῦ συμφέροντος. Εὔχομαι
275δὲ οἱ τὰ ἐναντία φρονοῦντες νὰ ἐπιτύχωσι τὸν σκοπόν, ὃν
276ἐγὼ ἐπιδιώκω. Ἐγὼ ἕνα πόθον ἔχω· ἐπιθυμῶ, ὅπως τὸ σῶμα
277τῶν ἀξιωματικῶν ἀπαρτίζηται ἀπὸ ἄνδρας ἱκανοὺς σωμα-
278τικῶς, ψυχικῶς καὶ πνευματικῶς, οἷοι εἶναι οἱ πλεῖστοι εὐτυ-
279χῶς τῶν ἐν τῷ ἡμετέρῳ στρατῷ ὑπαρχόντων ἀξιωματικῶν.
280§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλέττας ἔχει τὸν λόγον.
281§14ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν
282Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς
283ἀκολούθους πληροφορίας. Κατὰ τὸν περὶ ναυτολογίας νό-
284μον, οἱ κληρωτοὶ ναῦται ἑκάστης ἐτησίας ἀπογραφῆς δὲν
285προσέρχονται πρὸς κατάταξιν ταὐτοχρόνως, ἀλλὰ διαιροῦν-
286ται εἰς τέσσαρα τμήματα, καὶ ἕκαστον τῶν τμημάτων τού-
287των προσέρχεται κατὰ τριμηνίαν. Οἱ κληρωτοὶ ἑκάστης τρι-
288μηνίας, προσερχόμενοι εἰς τὸν Ναύσταθμον, ὁρκίζονται, ἐν-
289δύονται καὶ ἀποστέλλονται εἰς Πόρον πρὸς ἐκγύμνασιν.
290Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν,
291ὅπως διατάξῃ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν νὰ συντάξῃ πίνακα,
292ἐμφαίνοντα μετὰ πόσον χρόνον ἀπὸ τῆς προσελεύσεως ἑκά-
293στου τμήματος κληρωτῶν ναυτῶν πρὸς κατάταξιν ἀπεστά-
294λησαν οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὸ εἰς Πόρον πρὸς ἐκγύμνασιν. Ὁ
295πίναξ οὗτος δέον νὰ ἄρχηται ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου μέχρι
296σήμερον. Πλὴν τούτου παρακαλῶ, ἐὰν ἦναι δυνατόν, ἐν τῷ
297πίνακι αὐτῷ νὰ σημειῶται ποῖα εἴδη ἱματισμοῦ ὑπῆρχον ἐν
298ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Ναυστάθμου, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἕκαστον
299τμῆμα προσήρχετο πρὸς κατάταξιν. Ἐλπίζω δέ, ὅτι ὁ ἀξιό-
300τιμος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός, δίδων τὴν διαταγὴν
301ταύτην εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν, θὰ συστήσῃ εἰς αὐτὴν
302μεγάλην ἀκρίβειαν, ὅπως μὴ περιπέσῃ εἰς λάθη, τὰ ὁποῖα
303δύνανται νὰ παρεξηγηθῶσιν. Ὅταν οἱ πίνακες οὗτοι προσα-
304χθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους, διὰ
305τοὺς ὁποίους ἐζήτησα τὴν προσαγωγήν των.
306§15Δ. ΚΑΪΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὸν
307ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ
308τῶν Οἰκονομικῶν συμβάν τι, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν εἰς τὸν
309δῆμον Κορθίου τῆς Ἄνδρου καὶ τοῦ ὁποίου πιστεύω ὅτι ἔχει
310γνῶσιν ἐκ τηλεγραφικῶν ἀνακοινώσεων. Ὁ τελωνοσταθμάρ-
311χης Κορθίου, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν
312τὴν στιγμήν, περιοδεύων τὰ χωρία μὲ συνοδίαν ἑνὸς τελω-
313νοφύλακος καὶ ἑνὸς στρατιώτου πρὸς ἀνακάλυψιν δῆθεν λα-
314θρεμπορικῶν εἰδῶν τοῦ μονοπωλίου, ἔφθασεν εἰς τὸ χωρίον
315Ἀηδόνια, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ χωρίον μου. Ἐποιήσατο
316ἔρευναν εἴς τινα ἀποθήκην ἐκεῖ ἑνὸς Πετικοῦ, μὴ εὑρὼν δὲ
317οὐδὲν ἐκ τῶν εἰδῶν τοῦ μονοπωλίου, ἐνόμισεν ὅτι εἶχε καθῆ-
318κον νὰ κατάσχῃ ἥμισυν σάκκον σακχάρεως, τὴν ὁποίαν εὗρε
319πωλουμένην λιανικῶς, ἐνῷ ἡ σάκχαρις οὔτε εἰς τὰ εἴδη τοῦ
320μονοπωλίου περιλαμβάνεται, οὔτε προήρχετο ἐκ λαθρεμπο-
321ρίου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ συλλάβῃ τὴν στιγμὴν ἐκείνην
322ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Εἰς τὸ παντοπωλεῖον ἐκεῖνο ἔτυχε νὰ παρευ-
323ρίσκεται κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ κ. Ν. Καμπάνης, εἷς
324τῶν καλλιτέρων τοῦ χωρίου, ἀνεψιὸς τοῦ ὑποστρατήγου Καμ-
325πάνη καὶ πρωτοεξάδελφος ἰδικός μου, ὁ ὁποῖος ἔκαμε παρα-
326τήρησιν, ὅτι ἡ σάκχαρις δὲν προέρχεται ἐκ λαθρεμπορίου καὶ
327ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ τελωνοσταθμάρχης νὰ τὴν κατά-
328σχῃ. Ἐπειδὴ ἔκαμεν αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ὁ κ. Καμπά-
329νης, ἐνόμισεν ὁ τελωνοσταθμάρχης, ὅτι ὁ τρόπος ἦτο ὑβρι-
330στικός, καὶ ἐπετέθη ἐναντίον του, εἰς ἐπίμετρον δέ, διέταξε
331τὸν τελωνοφύλακα καὶ τὸν στρατιώτην νὰ συλλάβωσι καὶ
332ἀπαγάγωσιν αὐτὸν εἰς τὸ κρατητήριον, ἀπέχον ¾ τῆς ὥρας,
333καὶ ἐκεῖνοι ἐξετέλεσαν τὴν διαταγήν. Τοῦτο προὐξένησε θό-
334ρυβον ἐν τῷ χωρίῳ, οἱ συγγενεῖς δὲ τοῦ συλληφθέντος μετέ-
335βησαν εἰς τὴν πρωτεύουσαν καὶ εὗρον τὸν εἰρηνοδίκην καὶ
336τὸν ἀστυνόμον, ἔκαμαν τὰς δεούσας παραστάσεις, καὶ ὁ κ.
337Καμπάνης ἀπελύθη. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη κατηγ-
338γέλθη εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ἡ ὁποία θὰ πράξῃ τὸ καθῆκον
339αὐτῆς. Παρακαλῶ ὅμως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰ-
340κονομικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τί ἐνήργησε πρὸς
341ἱκανοποίησιν τοῦ προσβληθέντος πολίτου. Μανθάνω ὅτι ὁ τε-
342λωνοσταθμάρχης αὐτὸς εἶναι λίαν προσφιλὴς καὶ προστα-
343τευόμενος τοῦ προϊσταμένου τοῦ τελωνειακοῦ τμήματος. Ἐπι-
344θυμῶ νὰ μάθω, ἂν ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία δύναται νὰ προστα-
345τεύῃ τὰς τοιαύτας παρεκτροπάς, ἢ νὰ δικαιολογῇ ταύτας
346εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
347Ὀφείλω, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου διὰ
348τὴν ὑβριστικὴν διαγωγὴν τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ
349πλέον διότι ἐσφετερίσθη ἀλλότρια καθήκοντα. Ὅθεν καὶ
350θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ
351Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν μέχρι τῆς στιγμῆς
352ταύτης δὲν ἐνήργησέ τι κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, νὰ
353πράξῃ τὸ καθ’ ἑαυτὸν, ὅπως ἱκανοποιήσῃ προσβληθέντα πο-
354λίτην καὶ διδάξῃ τὸν παρεκτραπέντα ὑπάλληλον, ἵνα ἐκπλη-
355ροῖ τὰ καθήκοντά του εὐλαβέστερον καὶ μὴ οἰκειοποιῆται
356καθήκοντα ἀνήκοντα εἰς ἄλλας ἀρχὰς καὶ οὐχὶ εἰς αὐτόν.
357§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω ἐξε-
358τάσει τὴν ὑπόθεσιν.
359§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοκκέβης ὑπέβαλε πρότασιν νόμου
360περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποβάλει
361καὶ πέρυσι.
362§18Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, κατα-
363λήγων τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἀπὸ
364τῆς θέσεώς του, ἐνόμισε καλὸν ν’ ἀπευθύνῃ κατ’ ἐμοῦ κατη-
365γορίαν ἐπὶ ὡρισμένων πράξεων, τὰς ὁποίας ἐξετέλεσα καθ’ ὃν
366χρόνον διηύθυνα τὰ στρατιωτικὰ τῆς χώρας. Μάλιστα τὴν
367κατηγορίαν ταύτην ἐξήνεγκε, φρονῶν ὅτι ἠδύνατο νὰ μειώσῃ
368τὴν ἐντύπωσιν, ἣν τὸ ἀδίκημα αὐτοῦ προὐξένησεν εἰς ἅπαν-
369τα τὸν Ἑλληνικὸν κόσμον, δηλονότι ὁ αὐθαίρετος καὶ ἄδικος
370προβιβασμὸς, περὶ οὗ χθὲς καὶ προχθὲς ἐποιησάμην λόγον.
371Εἶναι κύριος νὰ ποιήσῃ τὴν κατηγορίαν, καὶ τὸν παρα-
372καλῶ νὰ ὑποβάλῃ καὶ κατηγορητήριον, κατὰ τὸν περὶ εὐθύ-
373νης τῶν Ὑπουργῶν νόμον, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον καὶ ἐγὼ νὰ
374ἐξετάσω τὰς ἀπευθυνθείσας πρός με κατηγορίας, διὰ νὰ γνω-
375ρίσῃ ἅπασα ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν,
376ὁποίου εἴδους εἶναι ἀκριβῶς αἱ κατηγορίαι, τὰς ὁποίας ἐναν-
377τίον μου ἐξήνεγκε.
378Καὶ πρῶτον μὲ κατήγγειλεν, ὅτι αὐθαιρέτως καὶ παρα-
379νόμως ἔταξα εἰς τὴν διαθεσιμότητα τὸν μακαρίτην συνταγ-
380ματάρχην Λεωνίδαν Ἀποστολίδην. Τὸν βεβαιῶ, ὅτι τὸ ἀντί-
381θετον ὅλως ἔπραξα· εὗρον τοῦτον ἐν διαθεσιμότητι, διὰ λόγους
382πειθαρχικοὺς, καὶ ἐπειδὴ ἡ διαθεσιμότης, κατὰ τὸν νόμον περὶ
383καταστάσεως, εἶναι ἡ κατάστασις τῶν συνταγματαρχῶν καὶ
384στρατηγῶν, τῶν προσκαίρως ἄνευ θέσεων, ἐνόμισα ὅτι διὰ πει-
385θαρχικοὺς λόγους δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
386τιωτικῶν νὰ μεταθέσῃ εἰς τὴν διαθεσιμότητα οἱονδήποτε συν-
387ταγματάρχην ἢ στρατηγὸν, καθόσον δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ
388ποινὴν προβλεπομένην ὑπὸ τῶν νόμων καὶ κανονισμῶν. Ἐπα-
389νέφερον λοιπὸν τὸν συνταγματάρχην Ἀποστολίδην εἰς τὴν ἐνέρ-
390γειαν, καὶ περὶ τούτου ἐποιήσατο ἐπερώτησιν καὶ ὁ κατὰ
391τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διατελῶν βουλευτὴς Πυλίας κ. Σάκκης.
392§19ΣΑΚΚΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην
393ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ ἡ ἐπερώτησίς μου
394ἀφεώρα τὸν προκάτοχον ὑμῶν Ὑπουργὸν κ. Μαστραπᾶν.
395§20ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλὰ καὶ δευτέραν κατηγορίαν ἀπηύθυνε
396κατ’ ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι λοχαγοὺς δευ-
397τέρας τάξεως, οὓς ἔπρεπε νὰ προαγάγω εἰς πρώτης τάξεως, δὲν
398τοὺς προήγαγον, ἐναντίον τοῦ νόμου. Βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
399γὸν καὶ τὴν Βουλὴν πᾶσαν, ὅτι οὐδένα προβιβασμὸν ἐνήργη-
400σα, καὶ λυποῦμαι ὅτι τὸ λέγω, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις ἦσαν
401τοιαῦται ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατεύματι, ὥστε οὔτε κατὰ τὸ
4021890, οὔτε κατὰ τὸ 1892, οὔτε κατὰ τὸ 1894 ἠδυνήθην
403νὰ προβῶ εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων ἀξιωματι-
404κῶν διὰ προβιβασμοῦ· ἐννοεῖται βεβαίως, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς
405δὲν εἶναι καὶ ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις τῶν προκατόχων του.
406Ἀλλὰ μοὶ ἀπήγγειλε καὶ ἄλλην κατηγορίαν, ὅτι ἀπό-
407φασις τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, προσβληθεῖσα ἐνώπιον
408τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, ἠκυρώθη. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ
409Ὑπουργὸς ἐπιβάλλει τὴν ποινὴν τῆς ἀργίας, τῆς δι’ ἀπολύ-
410σεως καὶ τῆς διὰ προσκαίρου παύσεως, καὶ τὴν μὲν δι’ ἀπο-
411λύσεως ἐπιβάλλει κατόπιν γνωματεύσεως Ἀνακριτικοῦ Συμ-
412βουλίου, ἐπὶ τούτῳ συγκαλουμένου. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην
413ἔλαβον εἰς χεῖράς μου, καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ἔκθεσιν τῆς
414ἐπιτροπῆς, ἐπέβαλον τὴν ποινὴν τῆς ἀργίας εἰς τὸν ἀξιω-
415ματικόν. Ἂν κατὰ τὴν διαδικασίαν παρεισέφρησαν παρατυ-
416πίαι ἐκ μέρους τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου, κατὰ τί εὐθύνε-
417ται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Κατὰ τί εὐθύνεται ὁ
418Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὰς παρατυπίας τῶν
419Στρατοδικείων; Αὗται ἀναθεωροῦνται ἐνώπιον τοῦ Ἀναθεω-
420ρητικοῦ Δικαστηρίου, καὶ ἂν εὑρεθῶσιν αἱ κατ’ αὐτῶν ἐνστά-
421σεις ἀληθεῖς, ἀκυροῦνται. Ἀλλὰ κατὰ τί εὐθύνονται οἱ
422Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν αἱ ἀπο-
423φάσεις Στρατοδικείου καὶ Ναυτοδικείου ἀναθεωρῶνται ἕνεκα
424παρατυπίας; Φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν
425ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐγὼ, ὁ περὶ τὰ στρατιωτικὰ εἰδικὸς,
426ἐφάνην οὐχὶ τόσον εἰδικὸς, ἐφάνην ἐντελῶς μὴ εἰδικὸς, αὐτὸς
427δὲ ἐφάνη εἰδικώτερος περὶ τὰ ναυτικὰ, καίτοι μὴ ὢν ναυτικός.
428Τὸν βεβαιῶ, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρξε μὴ εἰδικὸς περὶ τὰ ναυτικὰ, μὴ
429εἰδικώτερος ὑπῆρξε καὶ περὶ τὰ νομικά.
430Καὶ ταῦτα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς κατηγορίας τὰς ἀπευ-
431θυνθείσας κατ’ ἐμοῦ, ἃς ἐξωμοίωσε πρὸς κομβολόγιον, δὲν
432γνωρίζω πόσων πήχεων. Τὸν παρακαλῶ νὰ κρατήσῃ τὸ κομ-
433βολόγιον καὶ ἂς τὸ κρεμάσῃ ἀλλαχοῦ.
434Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται, εἰς τὸ
435ζήτημα τῶν ναυτικῶν προβιβασμῶν. Ἐπειράθη νὰ μεταδώ-
436σῃ ἐσφαλμένας καὶ ἀναληθεῖς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν,
437καὶ ἔφερεν ὡς παράδειγμα τὴν δίκην τὴν μεταξὺ Μιαούλη
438καὶ Κανάρη. Ἀβασανίστως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν,
439χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα, εἶπεν ὅτι ὁ Κανάρης ἐνή-
440γαγε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὡς καταπατήσαντα
441τὴν ἀρχαιότητά του διὰ παρανόμου προβιβασμοῦ τοῦ συνα-
442δέλφου του κ. Μιαούλη Ἀνδρέα, καὶ ὅτι τὰ δικαστήρια ἐδι-
443καίωσαν τὸν Ὑπουργὸν, τὸν συμφώνως πρὸς τὸν νόμον προ-
444βιβάσαντα τὸν νεώτερον καὶ παραλείψαντα τὸν ἀρχαιότερον.
445Τίποτε ἐξ ὅλων αὐτῶν, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν εἶναι ἀκριβές·
446ὁ Ὑπουργὸς προεβίβασε τὸν ἀρχαιότερον, διότι ἀρχαιότερος
447ἦτο ὁ Μιαούλης, ἀλλὰ παρεξήγησις ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ
448νῦν ὑποναυάρχου καὶ τότε πλωτάρχου Κανάρη, διότι ἐνόμισεν
449οὗτος ὅτι ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσεν ἀπὸ τοῦ 1864
450ἕως τοῦ 1868 ὁ Μιαούλης ἐν τῷ Λιμεναρχείῳ Κωννταντι-
451νουπόλεως, δὲν ἐθεωρεῖτο ὡς ὑπηρεσία τοῦ Κράτους, καὶ συνε-
452πῶς ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ προσμετρουμένη εἰς τὸν χρόνον
453πρὸς προβιβασμόν. Ἀλλὰ ὁ νόμος περὶ καταστάσεως ἀξιω-
454ματικῶν ἄλλως ὁρίζει, διότι μόνον αἱ ἰδιωτικαὶ ὑπηρεσίαι δὲν
455προσμετροῦνται κατ’ αὐτόν. Ἑπομένως ὀρθῶς τὸ δικαστήριον
456ἐδικαίωσε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος συμφώνως
457πρὸς τὸν νόμον καὶ τὴν ἀρχαιότητα προεβίβασε τὸν πλωτάρ-
458χην Μιαούλην καὶ παρέλειψε τὸν πλωτάρχην Κανάρην.
459Καταλήγων τὸν λόγον, ἵνα μὴ ἐπανέλθω πλέον ἐπὶ τοῦ ζη-
460τήματος αὐτοῦ, λέγω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἂν
461οὐχὶ παρανόμως, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἀδίκως κατεπάτησε τὴν
462ἀρχαιότητα τῶν προηγουμένων τοῦ προαχθέντος εἰς πλοίαρ-
463χον ἀντιπλοιάρχου Βουδούρη, καθόσον, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν εἶχεν
464οὗτος τὰ προσόντα τοῦ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοῦ, διότι ὁ
465ἀξιωματικὸς οὗτος ἀπὸ τοῦ 1871, ἤτοι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς
466κατατάξεώς του περίπου, ὑπηρέτησεν ἐπὶ τῆς βασιλικῆς νηὸς,
467τῆς θαλαμηγοῦ δηλονότι, ὡς ἀξιωματικός, μέχρι τοῦ 1896,
468καθ’ ὃν χρόνον προὐβιβάσθη εἰς πλοίαρχον, τουτέστιν ἐπὶ 25
469ὅλα ἔτη δὲν ὑπηρέτησεν ἐπὶ πολεμικοῦ πλοίου, οὔτε ἐπὶ ἱστιο-
470φόρου καταφράκτου, δὲν ἐξετέλεσεν οὔτε ἀσκήσεις, οὔτε ἐπὶ
471σκοπὸν βολήν.
472Ταῦτα νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανὰ νὰ πείσωσι πάντα, ὅτι ἡ
473προαγωγὴ αὕτη δὲν ἐγένετο συμφώνως πρὸ τὸ δίκαιον καὶ
474τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας.
475§21Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ
476ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας ἐμετρίασε σήμερον τὴν ἐπε-
477ρώτησιν αὐτοῦ, διότι εἶπεν, ὅτι εἶναι μὲν νόμιμος ἡ πρᾶξις
478τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἦτο ὅμως ἄδικος. Ἀλλὰ
479κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτε ἐπηρώτα, ὡμίλει περὶ
480παρανόμου πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἐὰν ἦτο
481ἄδικος, ἐὰν ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν ἦτο ἐπιεικής, τοῦτο
482ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν, ἀλλ’ ἡ οὐσία δὲν δύναται νὰ ἐξετασθῇ
483ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καθ’ οἷον τρόπον ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐπε-
484ρωτήσας. Εὐθὺς ὡς σήμερον ἐδέχθη, ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι νόμι-
485μος, ἡ ἐπερώτησις πίπτει ἀμέσως. Ἵνα βεβαιώσω ὅμως τὸν
486ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι αὐτὸς δὲν ἔχει ἀκριβεῖς εἰδήσεις καὶ
487πληροφορίας περὶ τῆς δίκης, ἥτις διεξήχθη ἀπὸ τοῦ Πρωτο-
488δικείου μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐξ ἀφορμῆς τοῦ προβιβα-
489σμοῦ τοῦ πλωτάρχου Ἀνδρέου Μιαούλη, παραλειφθέντος τοῦ
490τότε πλωτάρχου κ. Μιλτιάδου Κανάρη, ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσω
491πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ αἰτιολογικὸν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου
492Πάγου (ἀναγινώσκει): «Σκεφθὲν κατὰ τὸν νόμον. Ἐπειδὴ
493»τὸ Ἐφετεῖον, ἀποφηνάμενον ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἠδύνατο κατ’
494»ἐκλογὴν νὰ προβιβάσῃ εἰς ἀντιπλοίαρχον τὸν πλωτάρχην
495»Α. Μιαούλην, καίτοι τοῦ ἀναιρεσείοντος ὄντος ἀρχαιο-
496»τέρου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, δὲν παρεβίασε τὸ ἄρθρον
497»14 τοῦ νόμου ΨΒʹ τῆς 9 Νοεμβρίου 1861 κτλ.»
498Τί λέγει λοιπὸν τὸ αἰτιολογικὸν τῆς ἀποφάσεως; Λέγει
499αὐτά, ἅτινα ὁ κ. ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς ἀνέφερεν, ὅτι δὲν ὑπε-
500λογίζετο δῆθεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ λιμενάρχου, καὶ τὰ τοιαῦτα;
501Παντάπασι. Ῥητῶς λέγει ὁ Ἄρειος Πάγος περὶ τῶν δύο
502ἀξιωματικῶν, ὅτι ὁ Μιλτιάδης Κανάρης ἦν ἀρχαιότερος τοῦ
503Ἀνδρέου Μιαούλη. Καίτοι δὲ ὁ νόμος περὶ ναυτικῶν προβι-
504βασμῶν σιωπᾷ ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ δι’ ἐκλογῆς προβι-
505βασμοῦ πλωτάρχου εἰς ἀντιπλοίαρχον, τὸ δικαστήριον τοῦ
506Ἀρείου Πάγου ἐν τούτοις ἐπεκύρωσε τὴν πρᾶξιν τοῦ προβι-
507βασμοῦ. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι πανθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἐπερωτήσας
508πίπτουσιν ἄρδην ἐκ τῆς αἰτιολογίας τῆς ἀποφάσεως τοῦ
509Ἀρείου Πάγου.
510Ὡς πρὸς τὰς ἄλλας παρατηρήσεις, ἃς ἔφερεν, ἀμυνόμενος
511ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπὲρ τῶν πράξεών του, ἐπιφυλάσσομαι νὰ
512ἀπαντήσω δι’ ἐγγράφων.
513§22ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐστήριξα τὴν ἀγόρευσίν μου ἐπὶ
514τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ
515ὑποπλοιάρχων, ἀλλὰ περὶ πλωταρχῶν, περὶ τοῦ δευτέρου μέ-
516ρους, τὸ ὁποῖον παρέλειψεν ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ αἱ προτάσεις
517τοῦ ἐνάγοντος ἦσαν ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τῶν ἰδικῶν του, ὅτι
518δὲν προσμετρεῖται ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας. Κατὰ τί τοῦτο με-
519τέβαλε τὴν οὐσίαν; Διότι ὁ κ. Κανάρης νομίζει ὅτι ἡ λι-
520μενικὴ ὑπηρεσία δὲν προσμετρεῖται εἰς τὸν χρόνον τῆς ὑπη-
521ρεσίας πρὸς προβιβασμόν, ἐνῷ τοὐναντίον ὁ νόμος εἶναι σαφής,
522λέγων ὅτι δὲν προσμετρεῖται, καὶ δι’ αὐτὸ λέγει, ὅτι περιτ-
523τὴ ἡ διαδικασία, καθόσον ὁ πλωτάρχης Μιαούλης προήχθη
524συμφώνως πρὸς τὸν νόμον καὶ οὐχὶ κατ’ ἐκλογήν, ἀλλὰ κατὰ
525σειρὰν ἀρχαιότητος.
526§23ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. ἐπὶ τῶν
527Ναυτικῶν Ὑπουργός, ἀπαντῶν πρὸς τὸν ἐξ Ὕδρας ἀξιότι-
528μον συνάδελφον, ἀνέφερε πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ λόγους, ὡς
529λεχθέντας δῆθεν πρὸς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ πατρός μου, λόγους
530ἀναφερομένους εἰς τὴν ναυτικὴν τέχνην. Ἀλλὰ τοὺς λό-
531γους τούτους μοὶ ἀνεκοίνωσαν ἀξιότιμοι συνάδελφοι, διότι
532δυστυχῶς δὲν παρευρισκόμην κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς χθές,
533καὶ οὓς δὲν δύναμαι ἢ νὰ δεχθῶ ὡς λεχθέντας ὑπὸ τοῦ κ.
534Ὑπουργοῦ. Καίτοι δὲν ἁρμόζει οὔτε προσήκει εἰς ἐμὲ νὰ
535λάβω τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, καθόσον τυγ-
536χάνω υἱὸς ἐκείνου, περὶ οὗ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμίλησεν, οὐχ
537ἧττον, ἵνα μὴ θεωρηθῇ ὅτι οἱ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λε-
538χθέντες λόγοι εἰσὶν ἀληθεῖς, ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω, πεποι-
539θὼς ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει μὲ παρεξηγήσει.
540Ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ἐν πάσαις ταῖς συζητήσεσιν,
541ἰδίως ὅμως ἐν ταῖς πολιτικαῖς, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ μᾶλλον
542νὰ ἐπικρατῇ ἡ καλὴ πίστις. Δυστυχῶς τοιαύτη πίστις δὲν
543ὑπῆρχεν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κατὰ
544τὴν χθὲς γενομένην συζήτησιν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ
545τοιαύτη καὶ εἰς τὸ μέλλον εἰς αὐτὸν (θόρυβος). Λαμβάνω
546τὸν λόγον, διότι διὰ τῶν φράσεών του ἐκείνων οὐδὲν ἄλλο
547ἐπεδίωκεν ἢ νὰ ὑπονοηθῇ, ὅτι ὁ πατήρ μου δὲν εἶναι εἰς θέ-
548σιν νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν χρησιμότητα τῶν θωρηκτῶν πλοίων,
549διότι αἱ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λεχθεῖσαι φράσεις, ὡς λε-
550χθεῖσαι δῆθεν πρὸς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ πατρός μου, εἰσὶν αὗται,
551ὅτι ὁ πατήρ μου οὐδέποτε ἐπεσκέφθη τὰ θωρηκτὰ, καὶ ὅτι
552ὅτε τὸ πρῶτον εἰσῆλθεν εἰς ταῦτα, ἐφάνη εἰς αὐτὸν ὅτι εἰσ-
553ῆλθεν ὡς εἰς ἄγνωστον χώραν.
554§24Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν
555εἶπον τοιαῦτα πράγματα, καὶ ἑπομένως, ἀξιότιμε συνάδελφε,
556κακῶς σᾶς ἐπληροφόρησαν.
557§25ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν ἔχετε τὸ σθένος τῆς ψυχῆς,
558κύριε Ὑπουργέ, ἵνα ὑποστηρίξητε τοὺς λόγους, οὓς ἐκστο-
559μίζετε, καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν παρίσταται εἰς
560ἡμᾶς τὸ τοιοῦτον, διότι μόλις ἐπέλθῃ ἀντίῤῥησίς τις εἰς
561τοὺς λόγους σας, ἢ σπεύδετε ἀμέσως ν’ ἀνακαλέσητε τὰ
562λεχθέντα, ἢ νὰ διαβεβαιώσητε τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ λόγοι
563σας παρεξηγήθησαν.
564§26Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀδικεῖτε ἑαυτὸν, ἐπιμένοντες. Λάβετε
565τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, διὰ νὰ ἴδητε, τί εἶπον.
566§27ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Διὰ τὰς φράσεις ταύτας ἑπο-
567μένως λαμβάνω τὸν λόγον καὶ θὰ ζητήσω συγγνώμην παρὰ
568τῆς Βουλῆς, ἵνα μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναδράμω ἐπ’ ὀλίγον εἰς
569τὸ παρελθὸν, καὶ καταδείξω, ἂν ὁ ναύαρχος Κανάρης ἦναι
570εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ θωρηκτὰ πλοῖα, καὶ ἑπομένως ἂν
571ἦναι εἰς θέσιν νὰ διοικήσῃ ταῦτα.
572Ὅτε κατὰ τὸ ἔτος 1882 ἠγέρθη τὸ Αἰγυπτιακὸν ζήτημα,
573ἡ τότε Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ ἀποστείλῃ στόλον εἰς Ἀλε-
574ξάνδρειαν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ὑπηκόων τῆς πατρίδος μας,
575τοῦ στόλου δὲ τούτου τὴν διεύθυνσιν ἐνεπιστεύθη εἰς τὸν πα-
576τέρα μου. Καὶ δὲν προσήκει μὲν εἰς ἐμὲ νὰ κρίνω, ἂν ἡ σκέ-
577ψις τῆς τότε Κυβερνήσεως ἦτο ὀρθὴ ἢ μὴ, βεβαιῶ ὅμως τὴν
578Βουλὴν, ὅτι ἡ ἀποστολὴ ἐκείνη ἐπέφερεν ἀγαθὰ ἀποτελέ-
579σματα οὐ μόνον εἰς τὸ ναυτικὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πατρίδα
580μας, καταδείξασα εἰς τοὺς Εὐρωπαίους, ὅτι ἡ μικρὰ καὶ
581ἀδύνατος Ἑλλὰς ἐνεπνέετο ὑπὸ εὐγενῶν καὶ φιλανθρώπων
582αἰσθημάτων, σώσασα διὰ τοῦ στόλου της χιλιάδας γυναικο-
583παίδων ἐκ τῆς σφαγῆς ὑπὸ τῶν βαρβάρων ὀρδῶν τῶν Φελ-
584λάχων καὶ Βεδουίνων, ἐνῷ οἱ λοιποὶ στόλοι τῶν λοιπῶν Κρα-
585τῶν δὲν ἐπέτρεψαν τὴν εἴσοδον ἐν τοῖς πλοίοις αὐτῶν οὐδὲ
586ἑνὸς ἀτόμου κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν σφαγῶν, ἀλλ’ ἵσταντο
587ἀπαθεῖς θεαταὶ τῶν ὑπὸ τῶν βαρβάρων ὀρδῶν διαπραττομέ-
588νων φόνων καὶ σφαγῶν τῶν χριστιανῶν! Καὶ ὅταν δὲ ὁ Αἰ-
589γύπτιος στρατὸς, βοηθούμενος ὑπὸ τοῦ μαινομένου ὄχλου,
590ἔθετο πῦρ εἰς τὴν πόλιν τῆς Ἀλεξανδρείας, τὰ πληρώματα
591τῶν Ἑλληνικῶν πλοίων διαταχθέντα ἐξῆλθον πρὸς κατάσβε-
592σιν τῆς πυρκαϊᾶς, ἥτις ἐλυμαίνετο πλέον τὴν πόλιν, οἱ ναῦ-
593ται δὲ τῶν πλοίων μας μετ’ ἀληθοῦς αὐταπαρνήσεως καὶ
594ἡρωϊσμοῦ οὐ μόνον κατέσβεσαν τὴν πυρκαϊὰν, ἀλλὰ καὶ πλεῖ-
595στα καταστήματα διέσωσαν ἐκ τῆς διαρπαγῆς καὶ λεηλασίας,
596καὶ ἐν γένει — ἵνα μὴ μακρηγορῶ — αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ παρα-
597σχεθεῖσαι ὑπὸ τῶν ἡμετέρων πολεμικῶν πλοίων, ἦσαν τοσοῦτον
598ἔξοχοι, ὥστε ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, λαβοῦσα γνῶσιν τῆς
599τοιαύτης συνδρομῆς, ἣν παρέσχεν, ἀφ’ ἑαυτοῦ ὅλως, ὁ ἀρχη-
600γὸς τῶν Ἑλληνικῶν ναυτικῶν δυνάμεων εἰς τοὺς Βρεττανοὺς
601ναύτας καὶ στρατιώτας, καὶ τῆς βοηθείας, ἥτις συνέτεινεν
602ἀποτελεσματικῶς πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως καὶ πρὸς
603διάσωσιν τῆς ζωῆς καὶ περιουσίας τῶν χριστιανῶν, ἔσπευσε
604διὰ τοῦ ἐνταῦθα πρεσβευτοῦ της κ. Ἔγερτον, νὰ διαβιβάσῃ
605πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησίν μας τὸ ἀπὸ 14|26 Αὐγούστου
6061882 ἔγγραφον, τοῦ ὁποίου τὴν ἀνάγνωσιν παρακαλῶ τὴν
607Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ (ἀναγινώσκει):
608«Κύριε Ὑπουργέ.
609«Μετὰ τὴν ἐξ Ἀλεξανδρείας ἀποχώρησιν τῶν ὑπὸ τὸν
610Ἀραμπῆ ἀτάκτων αἰγυπτιακῶν στρατευμάτων κατὰ τὴν 12
611παρελθόντος μηνὸς, καὶ ὅτε ἡ πόλις αὕτη ἦτο εἰς τὰς χεῖρας
612τῶν λεηλατῶν καὶ τῶν ἐμπρηστῶν, ταχεῖα βοήθεια ἐδόθη
613πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς Ἀνάσ-
614σης παρὰ τῶν ναυτῶν τῶν πλοίων τῆς Αὐτοῦ Ἑλληνικῆς
615Μεγαλειότητος.
616«Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνάσσης κατὰ συνέπειαν μ’ ἐπεφόρ-
617τισε νὰ ἐκφράσω πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐκτί-
618μησιν αὐτῆς διὰ τὰ φιλικὰ αἰσθήματα, ἅτινα ἐκίνησαν τὸν
619ἀρχηγὸν τῶν ἑλληνικῶν ναυτικῶν δυνάμεων νὰ παράσχῃ αὐ-
620θωρεὶ πρὸς τοὺς Βρεττανοὺς ναύτας καὶ στρατιώτας βοήθειαν,
621ἥτις συνέτεινεν ἀποτελεσματικῶς πρὸς διάσωσιν ζωῆς καὶ
622περιουσίας.
623«Δράττομαι τῆς εὐκαιρίας, ὅπως ἀνανεώσω τὴν διαβε-
624βαίωσιν τῆς ἐξαιρέτου πρὸς ὑμᾶς ὑπολήψεώς μου.
625«(ὑπογ.) Egerton.»
626Ὅτε δὲ κατὰ τὸ ἔτος 1885 ἐκλήθη ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ καὶ
627νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυ-
628τικῶν κ. Ροβέρτος Ρώμας, ἐσκέφθη ἵνα μεταφέρῃ τὴν ἀπὸ
629πολλοῦ χρόνου παραγγελθεῖσαν εἰς Τουλῶνα δεξαμενὴν, οὖσαν
630ἐπίσης ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἑτοίμην. Πρὸς τοῦτο δὲ ἀπετάθη
631κατὰ πρῶτον εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πολεμικοῦ ναυτι-
632κοῦ, οἵτινες μετὰ πολλὰς διασκέψεις ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἡ διὰ
633τῶν ἡμετέρων πολεμικῶν πλοίων μεταφορὰ τῆς πλωτῆς δε-
634ξαμενῆς ἀποβαίνει ἀδύνατος. Μετὰ δὲ τὴν τοιαύτην ἀπόφαν-
635σιν τῶν ἀνωτέρων ἡμῶν ἀξιωματικῶν, ὁ κ. Ρώμας ἀπετάθη
636πρὸς διαφόρους ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρίας, αἵτινες ὅμως, ἵνα
637μεταφέρωσι τὴν δεξαμενὴν ταύτην, ἀπήτουν ὑπέρογκους ναύ-
638λους καὶ ἀσφαλείας, καὶ δικαίως· διότι, ἵνα μεταφέρωσι ξυ-
639λίνην δεξαμενὴν ἐκ Τουλῶνος εἰς Καρθαγένην, παρῆλθον ἓξ
640μῆνες, ὡς ἐπληροφορήθην. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ζητούμενος παρὰ
641τῶν ἑταιριῶν ναῦλος, ὡς προεῖπον, ἦτο ὑπέρογκος, ὁ κ.
642Ρώμας, ὃν πράγματι ἐνθυμοῦνται οἱ κ. ἀξιωματικοὶ, συνέ-
643στησε καὶ αὖθις ἐπιτροπὴν ἐξ ἀξιωματικῶν, ὑπὸ τὴν προε-
644δρείαν τοῦ πατρός μου, ὅστις, καὶ ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς
645ἐπιτροπῆς, ἀνέλαβεν, ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ, τὴν μεταφορὰν τῆς
646δεξαμενῆς. Τὴν γνώμην ταύτην ἐδέχθη οὐ μόνον ὁ τότε
647Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀλλὰ καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
648νήσεως, οἵτινες καὶ ἀνέθεσαν τὴν διοίκησιν τῶν πλοίων εἰς τὸν
649πατέρα μου, ὅστις καὶ μετέφερε μετὰ 8 ἡμερῶν πλοῦν τὴν
650δεξαμενὴν εἰς Ναύσταθμον.
651Πῶς δ’ ἐχαρακτηρίσθη, ἢ μᾶλλον πῶς ἐθεωρήθη ἡ ἐν-
652τὸς τόσον βραχυτάτου χρόνου συντελεσθεῖσα μεταφορὰ τῆς
653σιδηρᾶς πλωτῆς δεξαμενῆς, καὶ ἐὰν ἐθεωρήθη ὡς ναυτικὸν
654κατόρθωμα, ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ σᾶς ἀνα-
655γνώσω τὸ τηλεγράφημα τῆς Α. Μεγαλειότητος, ὅπερ ἀπέ-
656στειλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. «Εἶμαι εὐτυχὴς,
657ἔλεγεν ὁ Βασιλεὺς, διὰ τὴν καλὴν εἴδησιν. Τοῦτο τὸ γεγο-
658νὸς διὰ τὸ ναυτικόν μας μὲ ἱκανοποιεῖ πληρέστατα. Τὰς
659εὐαρεσκείας μου πρὸς τὸν ναύαρχον Κανάρην.»
660Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω
661καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δι’ οὗ ἐκοινο-
662ποίησε πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Μοίρας ἀντίγραφον τοῦ τηλε-
663γραφήματος τοῦ Βασιλέως, καὶ ἐξ οὗ καταφαίνεται ποῖαι ὠφέ-
664λειαι χρηματικαὶ ἐπῆλθον εἰς τὸ Δημόσιον (ἀναγινώσκει):
665«Πρὸς τὸν ὑποναύαρχον Κανάρην, ἀρχηγὸν Μοίρας.
666«Κοινοποιοῦμεν ὑμῖν λίαν εὐαρέστως ἀντίγραφον τοῦ πρὸς
667ἡμᾶς τηλεγραφήματος τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Κρίνομεν
668δὲ καὶ ἡμέτερον καθῆκον ἀπαραίτητον νὰ ἐκφράσωμεν ὑμῖν,
669κύριε ὑποναύαρχε, καὶ δι’ ὑμῶν πρὸς τοὺς κυβερνήτας τῶν
670ἀπαρτιζόντων τὴν Μοῖραν πλοίων, τὴν πλήρη εὐαρέσκειαν
671μας διὰ τὴν προθυμίαν καὶ τὸν μέγαν ζῆλον, ὃν ἐνδείξατε
672ἅπαντες κατὰ τὴν ἐκ Γαλλίας εἰς Σαλαμῖνα ῥυμούλκησιν
673τῆς πλωτῆς δεξαμενῆς, κατορθώσαντες ν’ ἀπαλλαγῇ τὸ Δη-
674μόσιον διὰ τῆς ἐπιμελείας καὶ δεξιότητος ὑμῶν ὑπερόγκων
675δαπανῶν.»
676Κατὰ δὲ τὴν ἀτυχῆ ἐπιστράτευσιν τοῦ 1885 τὸ Κράτος
677ἐνεπιστεύθη τὴν διοίκησιν τοῦ στόλου καὶ πάλιν εἰς τὸν ἐμὸν
678πατέρα, ὅστις ἐπὶ ὁλοκλήρους μῆνας ἐγύμναζεν οὐ μόνον τὰ
679πληρώματα, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικούς, οἵτινες
680μάλιστα ὡμολόγουν, ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οὐδέποτε
681εἶχον γυμνασθῆ καὶ ἐξασκηθῆ εἰς γυμνάσια τακτικῆς, καὶ ὅτι
682τότε μόνον ἐνόησαν τὴν πειθαρχίαν, ἥτις εἶναι ἡ βάσις παντὸς
683στρατεύματος. Ἐν γένει δὲ ὁ στόλος ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ πα-
684τρός μου κατέστη τοιοῦτος, ὥστε ἡ ὅμορος ἐπικράτεια, φοβη-
685θεῖσα, ἐπεζήτησε καὶ δυστυχῶς ἐπέτυχε τὸν πρωτοφανῆ εἰς τὴν
686ἱστορίαν ναυτικὸν ἀποκλεισμὸν τῆς πατρίδος μας. Ὅτε δὲ
687ἐπῆλθεν ἡ λῆξις τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἅπαν
688τὸ Ἑλληνικὸν θὰ ἐνθυμῆται, καὶ ἡ μοῖρα τοῦ στόλου διελύθη,
689ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Θεοτόκης, εἰς ὃν πράγματι
690χάριτας ὀφείλει ἅπαν τὸ ναυτικόν, διότι δι’ ἔργων καὶ οὐχὶ
691διὰ λόγων εἰργάσθη ὑπὲρ τῆς προόδου αὐτοῦ,—πρὸς τὸν ἀξιό-
692τιμον κ. Θεοτόκην ὀφείλεται οὐ μόνον ἡ συγκρότησις τῆς τε
693προπαιδευτικῆς μοίρας καὶ τῆς μοίρας τῶν γυμνασίων, ἀλλὰ
694καὶ ἡ διὰ νόμων ἀναδιοργάνωσις τοῦ ναυτικοῦ, ὥστε, ἐάν ποτε
695ἡ πατρὶς ἤθελε ῥιφθῆ εἰς πόλεμον, νὰ δύνηται τοῦτο ν’ ἀνταπο-
696κριθῇ πρὸς τοὺς προαιωνίους πόθους τοῦ ἔθνους. Καὶ εἰργάζετο ὁ
697Ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἄνευ θορύβου καὶ πατάγου, ἔχων ὡς σκοπὸν
698οὐχὶ τὴν ἐπίδειξιν, ἀλλὰ τὴν πραγματικὴν ὀργάνωσιν τοῦ ναυ-
699τικοῦ, δι’ οὗ, ὡς ἔλεγε, θέλομεν ἐπιτύχει τὴν πραγμάτωσιν τῶν
700ἐθνικῶν πόθων μας,—ὅτε, λέγω, ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς ἐπι-
701στρατεύσεως, ὁ κ. Θεοτόκης μετέθεσεν ἐκ τῆς θέσεως τοῦ ἀρ-
702χηγοῦ τοῦ στόλου τὸν ναύαρχον Κανάρην εἰς τὴν τοῦ ἐπιθεω-
703ρητοῦ, ἀκριβῶς πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ ἱεροῦ σκοποῦ, ὃν ἐπεδίωκε,
704τουτέστι τοῦ σκοποῦ τῆς πραγματικῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ
705ναυτικοῦ. Διὰ τοῦτο δὲ πολλάκις παρήγγελλεν αὐτῷ νὰ
706ἐνεργῇ ἐπιθεωρήσεις, ὥστε, ἐὰν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τούτων
707ἀνευρίσκοντο ἐλλείψεις, νὰ σπεύδῃ πρὸς ἀνόρθωσιν τούτων
708καὶ νὰ ὑποβάλλῃ δι’ ἐκθέσεων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τὰς
709παρατηρήσεις του. Τὰς ἐκθέσεις δὲ ταύτας ἐὰν ὁ νῦν Ὑπουρ-
710γὸς τῶν Ναυτικῶν ἤθελε νὰ ἴδῃ καὶ μελετήσῃ, βεβαίως θὰ
711ἀνεύρισκε ταύτας εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου, ὡς καὶ
712τὰς ἐκθέσεις, δι’ ὧν ὑπεδεικνύετο ἡ συμπλήρωσις τοῦ ὁπλι-
713σμοῦ τῶν θωρηκτῶν πλοίων, καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἀμύνης, ὡς καὶ
714ὁ καταλληλότερος τρόπος τῆς συνθέσεως τοῦ στόλου, καὶ
715ἃς ὑπέβαλεν, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐπὶ τῆς ὑπουρ-
716γίας τοῦ κ. Σκουλούδη ἢ τοῦ κ. Κριεζῆ. Δὲν νομίζω ὅμως
717ὅτι δὲν ἔχει λάβει γνῶσιν τῶν τοιούτων ἐκθέσεων, ἀλλ’ ὅ,τι
718εἶπεν ὅτι πρὸς αὐτὸν εἶπεν ὁ πατήρ μου, τὸ εἶπεν ἀπὸ
719σκοποῦ, ἵνα ἐλέγξῃ τοὺς προκατόχους αὑτοῦ Ὑπουργοὺς, ὡς
720μὴ ἐργασθέντας, καὶ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξίν του, δι’ ἧς
721μετέθεσεν εἰς τὴν τάξιν τῶν διαθεσίμων τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ
722στόλου. Ἑπομένως εἶχον ἢ δὲν εἶχον δίκαιον νὰ εἴπω πρὸς
723αὐτὸν ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι πάνθ’ ὅσα εἶπεν ὅτι
724ἐλέχθησαν πρὸς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ πατρός μου, εἰσὶν ἀναληθῆ;
725Διὰ τὴν ἀπασχόλησιν ταύτην ἐπὶ ὅλως προσωπικοῦ ζη-
726τήματος ζητῶ παρ’ ὑμῶν, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, συγγνώμην,
727καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι σκοπὸν δὲν εἶχον νὰ ἐξάρω τὰς ὑπὸ
728τοῦ πατρός μου παρασχεθείσας εἰς τὸ Κράτος ὑπηρεσίας,
729οὔτε νὰ ἐπιζητήσω διὰ ταύτας ἔπαινον, διότι τὸ τοιοῦτον
730καὶ διὰ τὴν οἰκογένειαν καὶ δι’ ἐμὲ θὰ ἦτο ὅλως ἀνάξιον καὶ
731εὐτελές, ἀλλὰ νὰ θέσω φίμωτρον εἰς τὸ στόμα τοῦ Ὑπουρ-
732γοῦ, ὅστις, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου,
733οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ νὰ δυσφημῇ πάντας τοὺς προκατό-
734χους Ὑπουργοὺς, ὡς καὶ τοὺς ἀξιωματικούς, ὧν προΐσταται
735(Θόρυβος). Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι πρέπον, εἶναι προσῆκον εἰς
736Ὑπουργὸν — ἐπιτρέψατέ μοι τὴν φράσιν — νὰ ὑβρίζῃ τοὺς
737ὑπ’ αὐτόν; Καὶ δὲν εἶναι ὕβρις, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅταν
738μετὰ στόμφου ἀναγγέλλῃ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, ὅτι κα-
739λώδιον ἀξίας ἑκατομμυρίων ἐχάθη ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ
740Ναυστάθμου; ὅτι διάφορα ὑλικὰ ἐκλέπτοντο, ὧν τὴν ἐπιτή-
741ρησιν εἶχον ἀξιωματικοί; Καὶ δὲν ἦτο ὕβρις, ὅταν, δικαιολο-
742γῶν ἓν τῶν παραμορφωτικῶν νομοσχεδίων, ἅτινα ὑπέβαλεν
743εἰς τὴν Βουλήν, ἔλεγεν ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν ὠσφράνθησαν
744τὴν πυρίτιδα τοῦ πολέμου, ἀλλὰ τὴν τοῦ χαιρετισμοῦ; Ἐπί-
745σης πῶς ἄλλως θέλετε νὰ χαρακτηρίσω τὰς φράσεις, ἃς
746χθὲς εἶπεν ὅτι εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ πατήρ μου, πῶς ἄλλως
747ἢ ὡς ὕβριν; Καὶ σημειώσατε τοῦτο καλῶς εἰς τὴν μνήμην
748σας, ὅτι, ἂν μετά τινας ἡμέρας ἐγερθῇ συζήτησίς τις ἐπὶ τῶν
749ναυτικῶν, δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἀναγνώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν
750ἐκθέσεις τοῦ πατρός μου περὶ τῶν θωρηκτῶν πλοίων, διότι
751τοιοῦτος δυστυχῶς εἶναι ὁ ἄνθρωπος.
752Ἀλλ’ ἐὰν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, ἔπραττον καὶ
753ἔλεγον καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοί, ὅ,τι ὑμεῖς, πῶς ἠθέλομεν χα-
754ρακτηρισθῆ; Βεβαίως θὰ ἐχαρακτηριζόμεθα ἢ μᾶλλον θὰ
755ἐπαριστάμεθα, οὐχὶ ὡς Κράτος ἔχον νόμους, ἀλλ’ ὡς ἄθροι-
756σμα ἀνθρώπων πραττόντων ὅ,τι ἂν βούλωνται.
757Ἀλλ’ ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ, ἐὰν ἐπείσθητε ὅτι ὑπάρχου-
758σιν ἀξιωματικοὶ καταχρασταὶ, ἢ ἀνίκανοι, διατὶ δὲν ἐφαρ-
759μόζετε ὅ,τι οἱ νόμοι κελεύουσι; Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν πράττετε ὅ,τι
760οἱ νόμοι διατάττουσι, μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὀφεί-
761λετε νὰ σέβησθε καὶ νὰ τιμᾶτε αὐτούς.
762§28Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κατὰ
763πρῶτον λέγω, ὅτι οὐδεμίαν ἔχω ἀφορμὴν πάθους κατὰ τοῦ
764ἀξιοτίμου πατρὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Βου-
765λευτὴς, ὅτι ἀφορμὴν ἔχω τοὺς ἐκλογικοὺς ἀγῶνας Ἀττικῆς,
766ἐν αὐτοῖς ὁ πατὴρ αὐτοῦ πάντοτε ἀπέτυχεν...
767§29ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἀπατᾶσθε!
768§30ΛΕΒΙΔΗΣ... Οὐδένα λόγον ἔχω πάλιν νὰ ἔχω ἀφορμὰς
769πάθους καὶ ἔχθρας πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Μιλτ. Κανάρην,
770οὔτε φιλοδοξῶ τὰς ἐπωμίδας τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ ναυτι-
771κοῦ, ὥστε νὰ ὑποτεθῇ ἴσως, ὅτι ὑπάρχει κρύφιός τις λό-
772γος, ἵνα ἐνεργήσω ὡς ἐνήργησα. Ἀλλὰ δικαιολογῶ τὸν κ.
773συνάδελφον, μετὰ τοσαύτης ὀργῆς ἀγορεύσαντα, ὡς ἐκ τῆς
774ἀπουσίας αὐτοῦ ἐκ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Ἐὰν παρί-
775στατο ἐνταῦθα, ἤθελεν ἴδει, ὅτι περὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ
776ἀξιοτίμου πατρὸς αὐτοῦ οὐδεὶς ἐγένετο λόγος. Βεβαίως ὅλαι
777αἱ ἐργασίαι, ἃς ἠρίθμησεν, εἰσὶ σπουδαιόταται, καὶ ἡ μετά-
778βασις αὐτοῦ εἰς Ἀλεξάνδρειαν καὶ ἡ μεταφορὰ τῆς πλωτῆς
779δεξαμενῆς εἶναι ἔργα λίαν σπουδαῖα. Καὶ δὲν εἶναι ταῦτα
780μόνον· θὰ εἶναι καὶ ἄλλα, ἅτινα ἐκ μετριοφροσύνης, λίαν δε-
781δικαιολογημένης, δὲν ἀνέφερεν ὁ υἱὸς τοῦ κ. Κανάρη. Ἀλλὰ
782περὶ τούτων δὲν ἐπρόκειτο χθές. Κατηγορήθην, ὅτι κατήρ-
783γησα τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στόλου, ἐγὼ δὲ ἐπὶ
784τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων εἶπον, ὅτι νόμος περὶ ἐπιθεω-
785ρητοῦ τοῦ στόλου δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξου-
786σίας ποτέ. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶχε τροπολογηθῆ κατὰ τὸ
787ἄρθρον 4 τοῦ νόμου, τοῦ κυροῦντος αὐτὸν, παρὰ τοῦ Ὑπουρ-
788γείου Τρικούπη κατὰ τὸ 1889 ἔτος, ὡς προχθὲς διὰ μα-
789κρῶν ἀνέπτυξα. Ἑπομένως διορισμὸς ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στόλου
790εἰς οὐδεμίαν διάταξιν νόμου ἐβασίζετο. Ἰδοὺ διατὶ διέγραψα
791ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν σχετικὴν πίστωσιν.
792Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος, ὅτι τουτέστι δὲν εἶναι ἀληθῆ
793ἐκεῖνα, ἅτινα χθὲς ἀνέφερα, ὅτι τουτέστιν οὐδέποτε ἐνηργήθη
794ἐπιθεώρησις τοῦ στόλου, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐπα-
795νειλημμένως, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἐργασία περὶ ἐπιθεω-
796ρήσεως τοῦ στόλου νομοθετικὴ, μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι δὲν
797ὑπάρχει ἔκθεσις περὶ ἐπιθεωρήσεως τοῦ στόλου. Ἐὰν ἡ ὑπη-
798ρεσία ἐπλανήθη, πρῶτος ἐγὼ θέλω σπεύσει νὰ ὁμολογήσω,
799ὅτι αἱ πληροφορίαι δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπι-
800θυμῶ νὰ ἀδικήσω τινὰ, θέλω ἐρωτήσει αὖθις τὴν ὑπηρεσίαν,
801ἐὰν ὑπάρχῃ ἔκθεσις εἴτε τοῦ ἀξιοτίμου πατρὸς τοῦ κ. Βου-
802λευτοῦ, εἴτε ἄλλου ἐπιθεωρητοῦ, ἐγὼ δὲ πρῶτος θέλω σπεύ-
803σει νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐκ πλάνης ἐβεβαίωσε πράγ-
804ματα οὐχὶ ἀκριβῆ, ἐὰν ὅσα εἶπον δὲν ἦναι ἀκριβῆ.
805Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος τόσης ἀγανακτή-
806σεως, ὅταν οὐδεὶς ἠρνήθη τὰς ὑπηρεσίας τοῦ πατρὸς τοῦ κ.
807ἐκ Ψαρῶν Βουλευτοῦ. Τὸ πρᾶγμα ἦν καθαρώτατον, καὶ
808περιεστράφη εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα καὶ τώρα πρὸ ὀλίγου ἀνέ-
809πτυξα, ὅτι δὲ ὁ κ. Κανάρης ἐβεβαίωστεν ἐμὲ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ,
810ὅτι αὐτὸς οὐδέποτε ἐπεθεώρησε τὰ θωρηκτὰ, καὶ ὅτι οὐδέ-
811ποτε συνέταξεν ἐκθέσεις ἐπιθεωρήσεως, πρῶτον βεβαιῶ τοῦτο
812ἐπισήμως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης.
813§31Α. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀκριβέστατον, διότι δὲν
814διετάχθη, οὐχὶ ὅμως, ὅτι δὲν ἐπεσκέφθη τὰ θωρηκτά.
815§32ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν βεβαιῶ ἐπισήμως, ἐν τῇ ἐπισημότητι
816τῆς ἀρχῆς, ἣν ἐκπροσωπῶ, ὅτι ὁ ὑποναύαρχος Κανάρης ἐν
817τῇ αἰθούσῃ τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτι-
818κῶν, ὡς προϊστάμενος τῆς ἐπιτροπῆς, μὲ ἐβεβαίωστεν, ὅτι οὐ-
819δέποτε ἐπεθεώρησε τὰ θωρηκτὰ τοῦ στόλου, καὶ ὅτι οὐδέ-
820ποτε συνέταξεν ἔκθεσιν περὶ αὐτῶν· τοῦτο δὲ ἤκουσαν καὶ
821πάντα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ὧν εἷς τὸν κ. συνάδελφον δύ-
822ναμαι νὰ δώσω κατάλογον.
823Ταῦτα εἶχον νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνό-
824μισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναπτύξῃ ἀπὸ τῆς θέσεως αὑτοῦ.
825§33ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ δώσω ἀπάντησιν
826δι’ ὅσα ἄλλοτε ἐλέχθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτε δὲν
827εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, παρὰ τοῦ κ.
828Βουλευτοῦ ἐκ Πυλίας περὶ πράξεώς μού τινος, ἣν ἐθεώρησε
829παράνομον, καὶ τὰ ὁποῖα ἔμαθον ἤδη παρὰ τοῦ προλαλή-
830σαντος κ. Βουλευτοῦ Ὕδρας. Ἂς μάθῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
831Πυλίας, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει ἀπόλυτον
832τὸ δικαίωμα νὰ θέτῃ εἰς διαθεσιμότητα τοὺς ὑποστρατή-
833γους καὶ τοὺς συνταγματάρχας· ἐπὶ ἄλλων βαθμῶν διαθε-
834σιμότης δὲν ὑπάρχει· οὗτοι τίθενται εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύ-
835σεως κατόπιν γνωματεύσεως πειθαρχικοῦ Συμβουλίου, τὸ
836ὁποῖον συγκαλεῖται ἐπὶ τούτῳ. Οἱ λόγοι, δι’ οὓς τίθεται ὑπο-
837στράτηγος ἢ συνταγματάρχης εἰς διαθεσιμότητα, ἔγκεινται
838εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ πρᾶ-
839ξις μου αὕτη δὲν φέρει χαρακτῆρα παραβιάσεως τοῦ νόμου,
840καὶ δὲν ἦτο λόγος νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δῆθεν ἐξετέ-
841λεσα παρανομίαν, διότι ἔθεσα εἰς διαθεσιμότητα τὸν δεῖνα ἢ
842δεῖνα συνταγματάρχην.
843§34ΣΑΚΚΗΣ. Κατὰ τὸ 1892 ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν πρὸς
844τὸν τότε κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῆς ὑπαγω-
845γῆς εἰς τὴν διαθεσιμότητα τοῦ μακαρίτου συνταγματάρχου
846Λ. Ἀποστολίδου, ζητῶν νὰ πληροφορήσῃ ὁ τότε Ὑπουργὸς
847τῶν Στρατιωτικῶν κ. Τσαμαδὸς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὁ παρὰ
848τοῦ προκατόχου του τεθεὶς εἰς διαθεσιμότητα συνταγματάρ-
849χης Ἀποστολίδης ἐτέθη νομίμως ἢ ὄχι. Τὴν πληροφορίαν
850ταύτην, ὤφειλον νὰ ζητήσω κατὰ καθῆκον, ὅπερ εἶχον πρὸς
851αὐτὸν, ὡς συμπολίτην μου ἀδικηθέντα, ὡς θὰ ἔπραττον καὶ
852διὰ πάντα πολίτην ἀδικούμενον, ἵνα ἴδω, ἐὰν ἡ πρᾶξις τοῦ
853τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Μαστραπᾶ ἦτο νόμι-
854μος ἢ ὄχι. Νομίζω δὲ, ὅτι ἓν ἐκ τῶν καθηκόντων παντὸς Βου-
855λευτοῦ εἶναι καὶ τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει, νὰ ἐλέγχῃ τὰς πρά-
856ξεις πάσης Κυβερνήσεως. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἐξετέλεσα ἄνευ
857ὀπισθοβουλίας τινὸς διὰ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτι-
858κῶν κ. Μαστραπᾶν. Κατὰ πόσον αἱ αἰτιάσεις μου ἐκεῖναι ἦσαν
859βάσιμοι ἢ ὄχι, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι ὁ κ. Τσαμαδὸς, ἀνα-
860γνωρίσας, ἂν μὴ τὸ παράνομον, τοὐλάχιστον τὸ ἄδικον τῆς
861πράξεως τοῦ προκατόχου του, ἐπηνώρθωσε τὸ ἀδίκημα, ἐπα-
862ναγαγὼν εἰς τὴν ἐνεργὸν τοῦ στρατοῦ ὑπηρεσίαν τὸν μακα-
863ρίτην Ἀποστολίδην εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπερώτησίν μου ἐκείνην.
864§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καταθέτω
865νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς νομοθε-
866τικῆς ἐξουσίας, ἵνα ἀγορασθῇ γήπεδον ἐκ πήχεων τετραγ.
867936 καὶ 36/100 ἀντὶ δραχ. 37,000. Τὸ γήπεδον αὐτὸ κεῖ-
868ται παρὰ τὸν κῆπον τῶν Ἀνακτόρων.
869§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
870Παράρτημα, ἀριθ. 150).
871Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ κατέθεσε τὰς ἐκθέ-
872σεις αὐτῆς ἐπὶ τριῶν νομοσχεδίων περὶ χορηγίας διαφόρων πι-
873στώσεων. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα,
874ἀριθ. 151–153).
875Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
876§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἀνάγκην πληροφοριῶν
877τινων, μετ’ ἐμοῦ δ’ ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θὰ αἰσθανθῇ
878τὴν ἀνάγκην τῶν αὐτῶν πληροφοριῶν κατὰ τὴν συζήτησιν
879τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὑποβληθέντων
880νομοσχεδίων περὶ τῆς διοργανώσεως διαφόρων κλάδων τῆς ὑπη-
881ρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ διευθύνει, καὶ διαφόρων πιστώ-
882σεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτι-
883κῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσ-
884αγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Ἔμαθον ὅτι
885κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος συνέστησεν ἐπιτροπὴν μικτὴν ἐκ δια-
886φόρων ἀξιωματικῶν, εἰς ἣν ἀνέθηκε τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν
887πλοίων τοῦ ἡμετέρου στόλου, καὶ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη
888ὑπέβαλεν αὐτῷ ἔκθεσιν ἢ μᾶλλον πολλὰς ἐκθέσεις, δι’ ὧν
889ὑπεδείκνυε τὰ δεόμενα ἐπισκευῆς ἢ ἀντικαταστάσεως ἐν τοῖς
890ἡμετέροις πλοίοις. Τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἢ τὰς ἐκθέσεις, ἐλπίζω
891ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔχει δυσκολίαν νὰ κατα-
892θέσῃ εἰς τὴν Βουλήν.
893Ἐπίσης παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν,
894εἰς τί διετέθησαν δύο πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησε καὶ ἔλα-
895βεν ὡς ἐκτάκτους πιστώσεις διὰ Β. Διαταγμάτων, κατὰ τὴν
89625 Μαΐου καὶ τὴν 19 Αὐγούστου τοῦ ἔτους τούτου, τὴν μὲν
897ἐκ δραχ. 200,000, τὴν δὲ ἐκ δρ. 1,512,000, αἵτινες ἀμφό-
898τεραι κατελογίσθησαν ὑπὸ κεφ. 2 τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπὸ
899τὸν τίτλον «ἐπισκευὴ λεβήτων καὶ μηχανῶν τοῦ στόλου».
900Παρακαλῶ δ’ αὐτὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βου-
901λὴν, ἂν τὰ ποσὰ ταῦτα διετέθησαν ἤδη διὰ τὰς ἀνάγκας
902τῶν πλοίων τοῦ στόλου, καὶ μέχρι τίνος σημείου προὐχώρη-
903σαν αἱ διαταχθεῖσαι πρὸς τοῦτο ἐργασίαι, καὶ πῶς ἢ ποῦ
904ἐκτελοῦνται αἱ διαταχθεῖσαι ἐπισκευαὶ καὶ κατασκευαὶ ἀτμο-
905λεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν. Θὰ ἦτο εὐχάριστον, ἂν εὐθὺς
906ἐξ ἀρχῆς κατέθετεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν πλήρη
907τὴν πληροφορίαν, ἣν ζητῶ, ἵνα μὴ ἐπανερχώμεθα εἰς ἐπα-
908νειλημμένας αἰτήσεις. Καταθέτω καὶ σημείωμα γραπτὸν εἰς
909τὸ Προεδρεῖον περὶ τούτου.
910§38Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ.
911Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ ἄλλας ἐπερωτήσεις
912κατέθηκεν, ὡς πρὸς ἃς ἔδωκα τὰς δεούσας πληροφορίας. Ὡς
913πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, ἣν σήμερον ὑπέβαλεν, ἐπιφυλάττομαι νὰ
914ἀπαντήσω κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς πιστώσεως, διότι ἡ πί-
915στωσις αὕτη θέλει συζητηθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἐπειδὴ ἐδόθη
916δι’ ἐκτάκτου πιστώσεως, ἑπομένως δύναται νὰ γένηται εὐρεῖα
917συζήτησις τότε, ἂν ἐπιθυμῆτε, καὶ θέλετε λάβει ὅλας τὰς
918περὶ τούτου πληροφορίας. Πληροφορῶ ὅμως ὑμᾶς ἀπὸ τοῦδε
919τὰ ἑξῆς· ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐζήτησε παρο-
920μοίας πληροφορίας, εἰς ταύτην δὲ ἀπέστειλα σήμερον, ἢ χθὲς,
921νομίζω, τὸ ἔγγραφον, οὗτινος δυνάμει ἐζήτησα τὴν παραχώ-
922ρησιν τῶν πιστώσεων τούτων παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
923λίου, ἐκεῖ δὲ, εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο, εὑρίσκεται ἀναλελυμένη
924ὅλη ἡ μέλλουσα δαπάνη διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν πλοίων.
925Ἀλλὰ ταῦτα εὐρύτερον θέλουσι συζητηθῆ τότε, ἂν ζητήσητε.
926§39ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει
927νὰ περιορισθῶμεν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην· παρακαλῶ νὰ
928προσαχθῶσι πρὸ τῆς συζητήσεως, διότι ἄλλως ἐν μεταμεσο-
929νυκτίαις ὥραις, καθ’ ἃς γίνεται ἡ συζήτησις πολλάκις μετὰ
930σπουδῆς καὶ βίας, καὶ κατὰ τὴν κόπωσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται
931τότε ἡ Βουλὴ, δὲν θὰ ἦναι εὔκολον ν’ ἀντιληφθῇ αὐτῶν ἀμέ-
932σως. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητῶ, ἀνάγονται εἰς τὴν
933συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυ-
934τικῶν, γνωρίζομεν δὲ, πῶς συζητεῖται ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ
935τὰς ὥρας ἐκείνας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ προσαχθῶσιν ἀπὸ
936τοῦδε, καθόσον πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος.
937§40Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὰ
938νομοσχέδια συζητοῦνται κατὰ τρεῖς διαφόρους συζητήσεις.
939Ἑπομένως, ἂν δὲν δοθῶσι κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν αἱ
940πληροφορίαι, θέλουσι δοθῆ κατὰ τὴν δευτέραν, ἢ καὶ τρίτην.
941Ἐγὼ θέλω προσπαθήσει ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ προσ-
942αγάγω τὰς ζητουμένας πληροφορίας. Μόνον μίαν παρατή-
943ρησιν ἤθελον ἀπευθύνει πρὸς ὑμᾶς περὶ τῶν ἐκθέσεων τῆς
944ἐπιτροπῆς περὶ τῶν λεβήτων καὶ τῶν μηχανῶν τοῦ στόλου.
945Τὰς ἐκθέσεις ταύτας δύνασθε βεβαίως νὰ μοὶ κάμητε τὴν τι-
946μὴν νὰ ἴδητε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, δύναμαι νὰ
947δώσω ὑμῖν αὐτὰς καὶ ἰδιαιτέρως. Ἂν δὲ νομίσητε, ὅτι δύνα-
948σθε νὰ ποιήσητε περὶ τούτων λόγον ἐν τῇ Βουλῇ, ἀφήνω
949ὑμᾶς νὰ ἐκτιμήσητε.
950§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου εἴμεθα σύμφω-
951νοι ἀμφότεροι. Μεριμνῶμεν περὶ τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ βεβαίως.
952§42ΣΤΑΗΣ. Ἀπορῶ, πῶς ἠξίωσεν ὁ υἱὸς τοῦ Κανάρη νὰ
953δώσῃ προσοχὴν εἰς φράσεις, αἱ ὁποῖαι τόσον συχνὰ ἐξέρχον-
954ται ἐπιπολαίως ἐκ τῶν χειλέων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυ-
955τικῶν...
956§43Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύ-
957ριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ δηλώσητε εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν,
958ὅτι, ὁσάκις ὑβρίζῃ, ἐγὼ οὐδέποτε θέλω τὸν ἀξιώσει ἀπαν-
959τήσεως, οὐδὲ θὰ ζητήσω νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.
960§44ΣΤΑΗΣ. Οὔτε ὕβρισα, οὔτε ὑβρίζω, ἀλλὰ τὰ γεγονότα,
961ἐκτιθέμενα γυμνὰ, ὡς ἐγὼ συνήθως τὰ ἐκθέτω...
962§45Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δι’ αὐτὸ εἶναι ἄσεμνα.
963§46ΣΤΑΗΣ... Βεβαίως τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα σᾶς καταγ-
964γέλλομεν, ἐκτιθέμενα γυμνὰ, εἶναι τόσον ἄσεμνα, ὥστε δὲν
965δύνανται παρὰ νὰ σᾶς προσβάλλουν.
966Ἀπορῶ, ἐπαναλέγω, πῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Ψα-
967ρῶν ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὰ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυ-
968τικῶν λεχθέντα περὶ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, διότι πάντες ἠκού-
969σαμεν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐπιθεωρήσεως τοῦ στόλου, ἀλλὰ
970περὶ ἐπισκέψεως, διότι ῥητῶς ἐλέχθη, ὅτι ὁ Κανάρης δὲν εἶ-
971χεν ἐπισκεφθῆ ποτὲ τὰ θωρηκτά. Ἀπορῶ, πῶς ἐλησμόνησεν,
972ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἰσάγων ἄλλοτε νομοσχέδιον περὶ μηχανι-
973κῶν τοῦ στόλου, διεβεβαίου ὅτι δὲν ἔχει μηχανικοὺς τὸ πολε-
974μικὸν Ναυτικόν...
975§47Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδέποτε!
976§48ΣΤΑΗΣ. Τὸ εἴπετε· καὶ ὅταν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας εἴδετε
977τὴν ἐξέγερσιν, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη καθ’ ὑμῶν, καὶ σᾶς ἀνέφε-
978ρον τ’ ἀποτελέσματα τῶν πληροφοριῶν ἐκείνων, ἠναγκάσθητε
979ν’ ἀναιρέσητε ὅ,τι εἴχετε εἰπεῖ... Ἀπορῶ, πῶς ἐλησμόνησεν
980ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ
981τῶν Ναυτικῶν περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ στόλου, τὸν
982ὁποῖον κατώρθωσε νὰ διορθώσῃ μὲ 170,000 δραχμάς.
983§49Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀνακριβέστατον. Καὶ τοῦτο οὐδέποτε
984ἐλέχθη.
985§50ΣΤΑΗΣ. Καὶ αὐτὸ τὸ εἴπετε, κύριε Ὑπουργέ. Τὸ ἐνθυ-
986μεῖται ὁ κόσμος ὅλος· εἶναι δὲ ἀναγεγραμμένον εἰς τὰ ἐπί-
987σημα πρακτικά. Ἐγὼ μάλιστα, ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅταν τὸ
988ἐλέγετε, ὁ κ. Θεοτόκης σᾶς διέκοψε καὶ σᾶς συνεχάρη, διότι
989μὲ 170 χιλιάδας δραχμὰς κατωρθώσατε νὰ διορθώσητε τὸν
990στόλον καὶ νὰ τὸν καταστήσητε ἀξιόμαχον.
991§51Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἦτο ἁπλῆ εὐφυολογία τοῦ κ. Θεοτόκη,
992καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀπήντησα.
993§52ΣΤΑΗΣ. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν τὴν με-
994γάλην ἱστορίαν περὶ συστάσεως ταμείου κατασκευῆς λεβή-
995των καὶ μηχανῶν τοῦ στόλου, καὶ τί ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς
996πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ πῶς ἀνῄρεσε τοὺς
997λόγους του τὴν ἑπομένην, ὅτε ἐξηλέγχετο ὑπὸ τῶν μελῶν
998τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ πολιτεία σας, κύριε Ὑπουργὲ τῶν
999Ναυτικῶν, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ μία ἀναίρεσις. Ἀναί-
1000ρεσις τῶν χθὲς λεχθέντων κατὰ τὴν σήμερον, καὶ τῶν σήμε-
1001ρον λεχθέντων κατὰ τὴν αὔριον. Καὶ περὶ μὲν τῶν λεγομέ-
1002νων τοῦ κ. Λεβίδου οὐδὲ ὁ υἱὸς τοῦ Κανάρη οὐδὲ ἄλλος τις
1003ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ. Περὶ τῶν πράξεων ὅμως τοῦ Ὑπουργοῦ
1004τῶν Ναυτικῶν καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ Πολιτεία ἔχομεν καθῆκον νὰ
1005μεριμνῶμεν, μάλιστα δὲ ὅταν αἱ πράξεις του ἦναι ὀλέθριαι
1006εἰς τὴν Πολιτείαν. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὰ χθὲς καὶ σήμερον
1007καταγγελθέντα παρὰ τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας κ. Τσαμα-
1008δοῦ περὶ τῶν κατ’ ἐκλογὴν γενομένων προβιβασμῶν, ἀλλὰ
1009θέλω νὰ ἐξετάσω μόνον τὸ γεγονὸς, ὅτι ἄλλος τις Ὑπουργὸς
1010ἀχρόου Ὑπουργείου καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τῆς
1011ξηρᾶς, μόνον αὐτοὶ προήγαγον κατ’ ἐκλογὴν, καὶ τοῦτο, ἵνα
1012ἐνσπείρωσι τὴν διχόνοιαν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτι-
1013κοῦ, ἵνα διασπείρωσι μίση ἀδιάλλακτα μεταξὺ αὐτῶν (αἴ-
1014σθησις). Ἡ πολιτεία ὑμῶν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν,
1015εἰς οὐδὲν ἄλλο τείνει, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ χωρίσῃ τὸν κατὰ θά-
1016λασσαν στρατὸν, καὶ τὸν ἐχώρισε πράγματι. Πολλάκις δὲ
1017ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ σᾶς δώσω νύξεις, ὅτι ἡ πολιτεία ὑμῶν
1018εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀναμφιβόλως δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι
1019ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τὴν μέλλουσαν
1020δρᾶσιν...
1021§53Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μείνατε ἥσυχος.
1022§54ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ μένω ἥσυχος, ἂν πρόκειται
1023νὰ δράσητε ὡς ἐδράσατε κατὰ τὴν 13 Μαΐου.
1024§55Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅπως ἐδράσατε σεῖς, ὅταν σᾶς ἔφυγε τὸ
1025τιμόνι πλησίον τῆς Ὕδρας.
1026§56ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶχον δύναμιν νὰ ἐξαναγκάσω ὑμᾶς
1027νὰ ἐκτελέσητε τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἐδίδετε ἐν ἀγνοίᾳ
1028πάντων τῶν συναδέλφων σας Ὑπουργῶν...
1029§57Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ψεύδεσθε! (Θόρυβος).
1030§58ΣΤΑΗΣ. Μὲ τὰς διαψεύσεις δὲν γλυτώνετε, κ. Ὑπουργέ,
1031προκαλεῖτε μόνον τὸν οἶκτον. Δὲν θέλω νὰ εἴπω περισσότερα.
1032Ἕν μόνον θέλω νὰ προσθέσω, ὅτι εἷς ναυπηγὸς καὶ εἷς ὑπα-
1033ξιωματικὸς τορπιλλητὴς κατώρθωσαν νὰ τρέψουν εἰς ἄτακτον
1034φυγὴν τέσσαρα τουρκικὰ σκάφη διὰ μιᾶς ἀτμακάτου, ἡ ὁποία,
1035πρέπει νὰ ὁμολογήσουν, ὅτι ἦτο εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν.
1036Διὰ τῆς ἀτμακάτου ἐκείνης κατωρθώθη ἀπὸ τῆς 24 Ἰου-
1037λίου μέχρι τῆς 17 Αὐγούστου κανὲν τουρκικὸν πλοῖον νὰ μὴ
1038ἐμφανισθῇ οὔτε εἰς τὸ Καστέλλι τῆς Κισσάμου, οὔτε εἰς τὸ
1039Σέλινον, οὔτε εἰς τὰ Σφακιά, οὔτε εἰς τὰ ἄλλα παράλια τῆς
1040Κρήτης. Ταῦτα εἶναι γεγονότα, κύριε Ὑπουργέ, τὰ ὁποῖα δύ-
1041νασθε νὰ πληροφορηθῆτε παρὰ πάντων τῶν Κρητῶν, οἱ ὁποῖοι
1042προηγουμένως ἔτρεμον, συνεπείᾳ μάλιστα τῶν διαδόσεων, αἱ
1043ὁποῖαι ἀνεγράφοντο εἰς τὴν «Πρωΐαν», ὅτι τουρκικὰ τορπιλ-
1044λικὰ καὶ καταδρομικὰ σκάφη κατέπλευσαν εἰς τὴν Κρήτην.
1045Πάντες ἐζήτουν τὴν συνδρομὴν τῆς ἀτμακάτου, ἡ ὁποία
1046διέτρεχε μὲν 8 μίλια, εἶχεν ὅμως δύο τορπίλλας φοβεράς.
1047Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀτμάκατος, δὲν γνωρίζω ἂν οἱ μετα-
1048βάντες εἰς Κρήτην ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ θὰ ἔφθανον
1049ἐκεῖ.
1050Ἀλλὰ δὲν ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν
1051γεγονότων τούτων. Ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα καταστήσω γνω-
1052στὸν, καὶ ὀφείλουν νὰ τὸ μάθουν πάντες, ὅτι ἐν τῷ ναυτικῷ
1053ὑπάρχουν διαιρέσεις καὶ μίση ἄσπονδα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς
1054τῶν Ναυτικῶν, διὰ τῆς πολιτείας αὑτοῦ ἰδίως πρὸς τὰ ὑψηλὰ
1055πρόσωπα, ὑπεκκαίει οὕτω τὰ μίση, ὥστε βεβαίως ἡ Πολι-
1056τεία ἔχει καθῆκον, καὶ ἰδίᾳ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ λάβῃ σύν-
1057τονα μέτρα περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης.
1058§59Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Οἱ
1059ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ ἐκτιμῶσι τοὺς λόγους σας.
1060§60ΣΤΑΗΣ. Ἀγνοεῖ βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐπέ-
1061κειντο πρό τινων ἡμερῶν, ἴσως καὶ σήμερον ἐπίκεινται, μεθαύ-
1062ριον δ’ ἴσως λάβωσι χώραν γεγονότα πολὺ σημαντικώτερα
1063τῶν γεγονότων τῆς 20 Νοεμβρίου· διότι, ἂν τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο
1064εἶχε καὶ ἄλλας ἀφορμὰς, εἶχεν ἐπίσης καὶ τὴν διαίρεσιν τὴν
1065προκληθεῖσαν ὑπὸ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
1066τιωτικῶν ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.
1067§61ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἀναμιγνύητε τὸ
1068στρατιωτικὸν ζήτημα.
1069§62ΣΤΑΗΣ. Δὲν θὰ μὲ διδάξητε πῶς θὰ διεξαγάγω τὸ θέμα,
1070περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλῶ. Εἶσθε δὲ πολὺ ἠπατημένοι οἱ ἀξιω-
1071ματικοὶ οἱ ἐν τῇ Βουλῇ εὑρισκόμενοι, νομίζοντες ὅτι δύνασθε
1072νὰ κανονίσητε τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως ἑκάστου Βουλευ-
1073τοῦ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. Ἐὰν σεῖς ἀντιπροσω-
1074πεύετε τὸν στρατὸν ἀμέσως, ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύομεν καὶ τὸν
1075στρατὸν καὶ τὸ ἔθνος.
1076§63ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Δὲν γνωρίζετε τί συμβαίνει. Περὶ αὐτοῦ
1077πρόκειται.
1078§64ΣΤΑΗΣ. Ἂν σεῖς ἐνδιαφέρεσθε ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, διότι
1079εἶσθε μέλη αὐτοῦ, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι καὶ ἡμεῖς, ἂν ὄχι περισ-
1080σότερον, ἀλλ’ ἐξ ἴσου πρὸς ὑμᾶς ἐνδιαφερόμεθα ὑπὲρ αὐτοῦ.
1081Καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἀπεκρούσαμεν δίκαια παρά-
1082πονα ἀξιωματικῶν, ἵνα μὴ γεννήσωμεν τοιοῦτον ζήτημα ἐν
1083τῇ Βουλῇ, διότι γνωρίζομεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο ἐπι-
1084κίνδυνον, διότι γνωρίζομεν, ὅτι δὲν λείπει ἢ μόνον τὸ πῦρ,
1085ἵνα τὸ ἡφαίστειον ἀναφλεγῇ, δὲν εἴμεθα δὲ ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ
1086ὁποῖοι θὰ θέσωμεν τὴν πυράν. Ὀφείλομεν ἐν τούτοις νὰ εἴπω-
1087μεν, ὅτι αἱ τοιαῦται διακρίσεις εἶναι ἄδικοι. Διότι ἀδίκως
1088παρηγκωνίσθη ὁ κ. Γονατᾶς κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιθεώ-
1089ρησιν, θεωρηθεὶς στάσιμος ἀξιωματικὸς, ὅμοιον τοῦ ὁποίου θὰ
1090ἐκαυχᾶτο καὶ αὐτὴ ἡ Γερμανία, ἐὰν εἶχε. Διότι ἀδίκως
1091παρηγκωνίσθη ὁ διακεκριμένος ἐπιστήμων καὶ συγγραφεὺς
1092ἀντισυνταγματάρχης κ. Ἀποστόλου, διότι ἀδίκως παρηγ-
1093κωνίσθη ὁ ἀρχαιότατος καὶ ἱκανώτατος ταγματάρχης κ. Δρο-
1094σινός. Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω εἴκοσι, τριάκοντα παραδείγ-
1095ματα, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ προσώπων, πρόκειται περὶ
1096τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξωθεῖτε εἰς τὰ ἄκρα.
1097§65Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
1098Ὁ κ. Γονατᾶς καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοί, τοὺς ὁποίους
1099ὠνομάσατε, ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς στάσιμοι. Οὐδεὶς δὲ στά-
1100σιμος προβιβάζεται. Τοῦτο πρέπει νὰ τὸ ἠξεύρετε.
1101§66ΣΤΑΗΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
1102τικῶν χαρακτηρίζει ὡς στασίμους τοὺς μᾶλλον πεπαιδευμέ-
1103νους ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ.
1104§67Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ. Οὐχὶ ἐγώ· ὁ ἐπιθεωρητής.
1105§68ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα, ὁ ἐπιθεωρητής, ὅστις εἶναι ὁ Διάδο-
1106χος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου (αἴσθησις). Δὲν εἶπον, ὅτι σεῖς
1107εὐθύνεσθε διὰ τοῦτο. Σεῖς εὐθύνεσθε δι’ ἄλλα. Εὐθύνεσθε, διότι
1108προεβιβάσατε εἰκοσάδα ἀξιωματικῶν, διὰ νὰ φθάσητε εἰς ἕνα
1109εὐνοούμενον (θόρυβος).
1110§69Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ. Αὐτὰ εἶναι λόγια ἰδικά σας.
1111§70ΣΤΑΗΣ. Δὲν τὰ λέγω ἐγώ, τὰ λέγει ὁ στρατιωτικὸς
1112κόσμος.
1113§71Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ. Κανεὶς δὲν τὰ λέγει.
1114§72ΣΤΑΗΣ. Τὸ ἀποδεικνύουν τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι
1115τερατώδη. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, θὰ ἔχω-
1116μεν σπουδαῖα γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ συνταράξουν τὴν ἡσυ-
1117χίαν τοῦ τόπου (θόρυβος). Ἀπὸ τῶν κατωτάτων μέχρι τῶν
1118ἀνωτάτων βαθμίδων μόνον ἡ ἀδικία κρατεῖ....
1119§73ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πόθεν τὰ ἠξεύρετε αὐτά; Τί ἀοριστίαι
1120εἶναι αὐταί!
1121§74ΣΤΑΗΣ. Μὴ ἀνησυχεῖτε, κύριε συνάδελφε. Ἐγὼ σᾶς εἶ-
1122πον πολλὰ ὀνόματα καὶ πολλὰ πράγματα.
1123§75ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διὰ τὰ ὀνόματα σᾶς ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν
1124ὁ κ. Ὑπουργός.
1125§76ΣΤΑΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ θυμώνετε, διότι βλά-
1126πτετε τὴν ὑγείαν σας.
1127§77ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ ὁμιλῆτε περὶ ὡρισμένων γεγονότων καὶ
1128οὐχὶ ἀορίστως.
1129§78ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρακαλεῖται νὰ συμμορφῶ-
1130ται μὲ τὸν Κανονισμόν.
1131§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ νο-
1132μίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι ὀφείλω νὰ ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν εἰς
1133τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, τοὺς καθημένους εἴτε ἐπὶ τῆς δεξιᾶς
1134εἴτε ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, ὅτι τὰ ζητήματα τῆς πει-
1135θαρχίας τοῦ στρατοῦ δὲν δύνανται νὰ γίγνωνται ἀντικείμενον
1136συζητήσεως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ὅτι, φειδόμενοι τῆς τι-
1137μῆς καὶ τῆς ὑπολήψεως τοῦ στρατοῦ, πρέπει νὰ μὴ ἀναμι-
1138γνυώμεθα εἰς τοὺς ἐσωτερικοὺς κανονισμοὺς αὐτοῦ. Ἄλλως,
1139ἐὰν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ μεταφέρωμεν τὰς συζητήσεις περὶ
1140πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ, πράττομεν μέγα κακὸν εἰς τὸν τό-
1141πον ἡμῶν.
1142§80ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, μέγα κακὸν διαπράτ-
1143τομεν, τὰ περὶ πειθαρχίας ζητήματα προσπαθοῦντες νὰ μετα-
1144τρέψωμεν εἰς ἀντιπειθαρχικὰ ζητήματα· ἀλλ’ ἡμεῖς ἀκριβῶς
1145περὶ ἀντιπειθαρχικῶν κινημάτων ὁμιλοῦντες, ἀκριβῶς τὰ ἀντι-
1146πειθαρχικὰ κινήματα πατάσσομεν.
1147§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε, θέλετε
1148νὰ φέρητε σκάνδαλα εἰς τὴν Βουλήν! Τὸ ἐννοεῖτε; Σεῖς δὲν
1149δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ· ἡ πει-
1150θαρχία τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ
1151στρατοῦ. Ὁ στρατὸς ἔχει διαφόρους βαθμίδας, ἔχει ἀρχηγοὺς
1152σωμάτων, ἔχει προϊσταμένους αὐτῶν· οὗτοι εἶναι ἐπιτετραμ-
1153μένοι νὰ τηρῶσι τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ. Δὲν εἶναι ἔρ-
1154γον ἡμῶν νὰ ἀναμιγνυώμεθα εἰς ταύτην. Ἔργον ἡμῶν εἶναι
1155νὰ ἐξελέγχωμεν, ἐὰν παραβαίνωνται οἱ νόμοι, διότι, ἐὰν
1156ὑπάρχῃ που παράβασις τῶν νόμων, οἱ Ὑπουργοί εἰσιν ὑπεύ-
1157θυνοι νὰ δώσωσι λόγον. Ἀφήσατε ὅμως τὴν ἐκτίμησιν τῶν
1158προσώπων, ἀφήσατε τὴν φροντίδα τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως ἐν
1159τῷ στρατῷ. Μὴ μεριμνᾶτε περὶ τούτων, διότι θὰ μεριμνή-
1160σητε καὶ ἐπὶ βλάβῃ καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ τόπου.
1161§82ΣΤΑΗΣ. Χαίρω, κύριε Πρόεδρε, διότι μετεβλήθησαν αἱ
1162ἰδέαι τῶν Λαρισαϊκῶν καὶ τῶν Λαμιακῶν. (Θόρυβος ἐν τῇ
1163δεξιᾷ).
1164§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὰ εἶναι
1165λοιδορίαι καὶ συκοφαντίαι. Ὀφείλω νὰ εἴπω ἐν ὀνόματι τῆς
1166Ἀντιπολιτεύσεως τοῦ χρόνου ἐκείνου, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις
1167τοῦ χρόνου ἐκείνου δὲν ἐνείχετο οὐδὲ εἰς Λαμιακὰ, οὐδὲ εἰς
1168Λαρισαϊκά· συκοφαντεῖτε δὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετεῖχον τῆς
1169Ἀντιπολιτεύσεως. Ζητεῖτε νὰ παραγάγητε σκάνδαλα ἐν τῷ
1170Κοινοβουλίῳ καὶ τῇ κοινωνίᾳ.
1171§84ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀνέφερα πρόσωπα...
1172§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἔχει καθῆκον νὰ
1173τηρῇ τὸν Κανονισμόν. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, πρέπει νὰ ὑπάρ-
1174χωσι θέματα πρὸς συζήτησιν. Εἶναι ἐπερώτησις; Ἄς προ-
1175ταθῇ ἐπερώτησις, ἵνα ἀπαντήσωμεν. Ἀλλὰ νὰ ἀρχίζωμεν
1176ἱστορίας, σκοποῦντες δι’ αὐτῶν νὰ ἀναμοχλεύσωμεν τὸ παρελ-
1177θόν, ἵνα ὑποκαύσωμεν πάθη, τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἐπιζή-
1178μιον, ἀντιβαίνει δὲ εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς.
1179§86ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, συζητῶ ἐπερώτησιν ἀπὸ
1180τῆς χθὲς παρὰ τῆς Βουλῆς συζητουμένην.
1181§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν;
1182§88ΣΤΑΗΣ. Τὴν παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ Ὕδρας ὑποβληθεῖ-
1183σαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπήντησε καὶ ὁ κ. Ὑπουργός. Παρα-
1184δόξως βλέπω, ὅτι ταράσσονται πρόσωπα περὶ πραγμάτων,
1185τὰ ὁποῖα δὲν ἀπέδωκα εἰς αὐτά. Δὲν ἐννοοῦν ὅμως οἱ ταρασ-
1186σόμενοι, ὅτι διὰ τῆς ταραχῆς των αὐτῆς προκαλοῦσιν ἐκεῖνο,
1187τὸ ὁποῖον θέλουν ν’ ἀποφύγουν.
1188§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος τα-
1189ράσσεται;
1190§90ΣΤΑΗΣ. Ἄς πιστεύσουν οἱ ταρασσόμενοι, ὅτι, ἄν τὰ
1191παρ’ ἐμοῦ λεγόμενα στεροῦνται ὑποστάσεως, θὰ λησμονηθῶσι
1192καὶ πρὶν καταπαύσω ὁμιλῶν. Ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ ἀνακοι-
1193νώσω εἰς τὴν Βουλὴν πράγματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν κρίσιν
1194μου δὲν εἶναι ὀρθὰ, εἶναι ἐπικίνδυνα.
1195§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖτε ἐκτὸς τοῦ θέματος. Ὁ κ. Τσα-
1196μαδὸς ὡμίλησε περὶ θεμάτων ναυτικῶν. Ὑμεῖς ἀνατρέχετε
1197εἰς θέματα παρωχημένα.
1198§92ΣΤΑΗΣ. Εἶμαι ἐντὸς τοῦ θέματος, διότι πᾶν θέμα ἔχει
1199ἀκτῖνα τὸ ἄπειρον, καὶ ἐντὸς τοῦ ἀπείρου τὰ πάντα περι-
1200λαμβάνονται (ἱλαρότης). Ἐγὼ θεωρῶ τὸ ζήτημα, ὅπερ ἔθι-
1201ξεν ὁ κ. Τσαμαδὸς, σπουδαιότατον, καὶ πάλιν θὰ συζητή-
1202σωμεν περὶ αὐτοῦ, ὅταν κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι, τὰς
1203ὁποίας ἐζήτησα, διότι ἐκ τῶν πληροφοριῶν ἐκείνων θὰ κρί-
1204νωμεν κατὰ πόσον οἱ προβιβασμοὶ ἐγένοντο ἐντὸς τῶν ὁρίων
1205τῶν νόμων.
1206§93Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
1207Πάντες ἐπροβιβάσθησαν ἐντὸς τῶν ὀργανικῶν θέσεων. Οὐδεὶς
1208ὑπεράριθμος.
1209§94ΣΤΑΗΣ. Ὑπάρχει εἷς ὑπεράριθμος καὶ εἷς ἄνευ θέσεως...
1210§95Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ. Οὐδείς.
1211§96ΣΤΑΗΣ... Διότι ἐλησμονήσατε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν
1212Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐπροβιβάσατε ἀπὸ ἀντισυνταγματάρχου
1213εἰς συνταγματάρχην τὸν ὑπασπιστὴν τοῦ Διαδόχου, ὅτι ὁ
1214νόμος κελεύει, ὅτι τὸ ὅπλον καὶ ὁ βαθμὸς τῶν ὑπασπιστῶν
1215τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Διαδόχου ὁρίζονται διὰ Β. Διατάγμα-
1216τος. Ἐνῷ δὲ εἶχεν ἄλλοτε ὁρισθῆ διὰ Β. Διατάγματος ἡ
1217θέσις τοῦ ὑπασπιστοῦ τοῦ Διαδόχου, θέσις ἀντισυνταγματάρ-
1218χου, σεῖς προηγάγετε αὐτὸν εἰς συνταγματάρχην, χωρὶς νὰ
1219ἔχητε διάταγμα κανονίζον θέσιν συνταγματάρχου. Ἀλλὰ
1220περὶ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσωμεν ἐκτενέστερον προσεχῶς.
1221§97Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
1222Διὰ Β. Διατάγματος προεβιβάσθη· ἓν διάταγμα ἠκύρωσεν
1223ἄλλο.
1224§98ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ πρότερον.
1225§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάτα-
1226ξιν (θόρυβος).
1227§100ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε,
1228πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
1229§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν
1230διάταξιν.
1231§102ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι δά!
1232§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἦτο ἐγγεγραμμένος πρὸ τῆς
1233ἡμερησίας διατάξεως.
1234§104ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναί τις ἐγγεγραμμένος.
1235Παίζομεν ἐδῶ ἓν παιγνίδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται. Ὁ
1236κ. Μερλόπουλος πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία
1237ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα.
1238§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχον ἐρωτήσει, ἐὰν ἔχῃ ἄλλος τις τὸν λό-
1239γον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
1240§106ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠρωτήσατε κανένα.
1241§107ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Μὴ τοῖς δίδετε ἀπάντησιν, κύριε Πρόε-
1242δρε. Ὑμεῖς ἀντελήφθητε ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ἐζήτησε τὸν λό-
1243γον. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1244§108ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἐπικαλούμεθα τὴν μαρτυρίαν
1245ὑμῶν αὐτῶν, κύριε Πρόεδρε. Δὲν ἠρωτήσατε, ἐὰν ἄλλος τις
1246ζητεῖ τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλὰ μόλις
1247κατέπαυσεν ὁ κ. Στάης, εἴπετε «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμε-
1248ρησίαν διάταξιν.» Ὁ τρόπος ὁ νενομισμένος εἶναι ὁ ἑξῆς· ὁ
1249κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐρωτᾷ, ἐὰν ἄλλος τις πρὸ τῆς ἡμε-
1250ρησίας διατάξεως ἐπιθυμεῖ νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἐγὼ δὲ ἤμην
1251διατεθειμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως ἀπευθύνω ὀλίγας
1252λέξεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.
1253§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα πρὶν ἢ ὁ κ. Στάης λάβῃ
1254τὸν λόγον.
1255§110ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ἣν ὥραν ὁ κ. Στάης ὡμίλει,
1256ἐξηκολούθει τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων, καὶ δὲν εἴχομεν
1257ἀκόμη εἰσέλθει εἰς τὸ στάδιον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ
1258κατὰ συνέπειαν νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ὤφειλε νὰ ἐρωτήσῃ
1259τοὺς κ. Βουλευτάς, ἐὰν θέλει ἄλλος τις νὰ λάβῃ τὸν λόγον
1260πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
1261§111ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἠρώτησε δίς.
1262§112ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δύο λέξεις ἔχω
1263νὰ εἴπω. Γνωρίζετε, ἐὰν ἀπὸ συστήματός ποτε καὶ ἀπὸ σκο-
1264ποῦ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα κωλυσιεργήσω ἐν τῇ Βουλῇ· γνω-
1265ρίζετε ἐάν ποτε ἔφερον ἔνστασιν ἀπαρτίας ἐπὶ τοιούτῳ σκοπῷ.
1266Δὲν δύναται δέ τις νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ ἤδη, ζητῶν τὸν λόγον,
1267ἔπραττον τοῦτο, ὅπως παρακωλύσω, ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον,
1268ἐπὶ ματαίῳ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἐὰν τὴν στιγμὴν
1269αὐτὴν ἐζήτησα τὸν λόγον, τοῦτο ἔπραξα, διότι ἐπεθύμουν
1270δύο λέξεις μόνον νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
1271Ἐξωτερικῶν.
1272§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Αὔριον, αὔριον.
1273§114ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐπείγουσα ἡ ὑπόθεσις.
1274§115ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Παραβιάζεται ὁ Κανονισμός! Εἰσήλ-
1275θομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1276§116ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, ἐπιμένον-
1277τες παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν, διότι ἡ κρατοῦσα τάξις
1278εἶναι αὕτη, τὴν ὁποίαν εἶπον.
1279§117ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δόσατε γραπτὴν τὴν ἐπερώτησίν σας.
1280§118ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν χρειάζομαι ὁδηγίας περὶ τοῦ τρό-
1281που, καθ’ ὃν θὰ ὑποβάλω τὴν ἐπερώτησίν μου. Ἀλλὰ τέλος
1282ἐγὼ δὲν ἔχω διάθεσιν νὰ ἐπιμένω, ἀλλ’ εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται
1283ἡ εὐθύνη τῆς παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
1284§119Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐννοεῖτε νὰ μᾶς
1285ἐκβιάσητε;
1286§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1287§121Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν εἰσήλθομεν διόλου.
1288§122ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὴ ἡ νευροπάθεια, ἡ ὁποία καταλαμβάνει
1289δυστυχῶς πολλάκις τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἡ ὁποία μεταδίδεται
1290καὶ εἰς τὸ Προεδρεῖον, βεβαίως δὲν συντελεῖ εἰς τὸ νὰ διεξά-
1291γωνται αἱ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ τακτικῶς καὶ ἐν ἠρεμίᾳ.
1292Ἐκ τοῦ ὅτι ἐπῆλθε νευροπάθειά τις ἐν τῇ Βουλῇ κατόπιν
1293τῶν λόγων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων, σεῖς ἐνομίσατε,
1294ὅτι ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ σπεύσωμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμε-
1295ρησίαν διάταξιν, οὕτω δὲ κατωρθώσατε μόνον νὰ γεννήσητε
1296θόρυβον, ἀπαγορεύσαντες τὸν λόγον εἰς τὸν Βουλευτὴν ἐκ Μεσ-
1297σήνης. Καὶ περὶ τίνος, νομίζετε, ἐπρόκειτο; Ἐπρόκειτο περὶ
1298ἐπερωτήσεως ἀφορώσης εἰς τὴν μελετωμένην ἢ τὴν διαπραγ-
1299ματευομένην σύμβασιν μετὰ τῆς Τύνιδος. Περὶ αὐτοῦ ἐπρό-
1300κειτο. Ἀλλὰ ἐν τῇ σπουδῇ, τὴν ὁποίαν ἔδειξε καὶ τὸ Προε-
1301δρεῖον, κατόπιν τῆς νευροπαθείας τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε νὰ κλεί-
1302σῃ τὸ στόμα τοῦ Βουλευτοῦ διὰ παντὸς τρόπου, ὅπερ ἀντι-
1303βαίνει εἰς τὴν ἀξιοπρεπῆ διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων. Καὶ
1304δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξάγηται εὐπρεπῶς ἡ συζήτησις ἐν τῇ
1305Βουλῇ, ὅταν τὸ Προεδρεῖον νομίζῃ, ὅτι πρέπει διὰ παντὸς
1306τρόπου νὰ κλείσῃ τὸ στόμα τοῦ Βουλευτοῦ κατὰ τὸ στάδιον
1307τῶν ἐπερωτήσεων.
1308§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδέποτε ἐπεχείρησα τοιοῦτόν τι ἐγώ.
1309§124ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ ἐπείσθη ὁ κ. Πρόεδρος νὰ δηλώσῃ, ὅτι
1310εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἔκλεισε τὸ στόμα ὅλων.
1311Αἱ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ διεξάγονται κατ’ ἄλλον τρόπον,
1312καὶ ἡ διεύθυνσις τῶν συζητήσεων ἔπρεπε νὰ γείνῃ οὕτως, ὥστε
1313νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρὶν ἢ ἀναπτύ-
1314ξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν ἐπερώτησίν του.
1315§125ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Αὔριον, αὔ-
1316ριον.
1317§126ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε μέγα λάθος. Σήμερον θὰ γείνῃ (δια-
1318μαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
1319§127ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1320§128ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπητε εἰς τὸν Κύριον νὰ
1321καθίσῃ (διακοπαὶ καὶ θόρυβος).
1322§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
1323§130ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Αὔριον, αὔριον.
1324§131ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι περιττὸν οἱ Κύριοι νὰ φωνάζουν «αὔ-
1325ριον, αὔριον», διότι ἠξεύρετε ὅτι δυνάμεθα νὰ τοὺς ἐμποδί-
1326σωμεν μέχρι τῆς αὔριον νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1327ταξιν, ὅταν πρόκειται ἡ ἐκβίασις αὕτη νὰ μᾶς γείνῃ. (Ὁ κ.
1328Μελισσηνὸς γελᾷ). Μὴ γελᾷς! Εἶναι περιττὸν νὰ γελᾷς.
1329§132ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Γελῶ, διότι ἠμπορῶ νὰ γελῶ.
1330§133ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖς!
1331§134ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι γελῶσιν ἐν μὴ δέοντι,
1332ὅπως ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου, ἀφήνω εἰς τοὺς συναδέλφους νὰ
1333τοὺς χαρακτηρήσωσιν, ἐγὼ δὲ ἀσχολοῦμαι μόνον περὶ τῆς εὐ-
1334πρεπείας τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ σᾶς παρακαλῶ,
1335κύριε Πρόεδρε, νὰ δώσητε τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Μερλόπουλον.
1336§135ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐν πρώτοις θὰ εἴπω εἰς τὸν συνάδελ-
1337φον ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι εἶναι πολὺ ἠπατημένος, ἂν ἐνόμισεν
1338ὅτι μὲ ἀπειλὰς θὰ μᾶς κρατήσῃ ἐδῶ ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους
1339καὶ δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1340ταξιν, καὶ εἶναι πολὺ μικρός, ἂν νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ
1341κατορθώσῃ τοῦτο.
1342Ἔρχομαι ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως. Ἀντελήφθητε ἢ
1343ὄχι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάτα-
1344ξιν; Ἀντελήφθητε ἢ ὄχι, ὅτι οὐδεὶς εἶχε ζητήσει τὸν λόγον;
1345Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, διότι περὶ τούτου
1346ἐξεδώκατε τὴν ἀπόφασίν σας. Ἑπομένως, ἀφοῦ εἰσήλθομεν
1347ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νομίζω ὀρθὸν νὰ προβῶμεν
1348εἰς τὴν ψηφοφορίαν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ χθὲς ἀφήκαμεν ἐκκρεμῆ.
1349§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ, μάλιστα.
1350§137ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον, κύριε
1351Πρόεδρε.
1352§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν
1353διάταξιν.
1354§139ΜΑΝΕΣΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητή-
1355ματος, ὅτι δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1356§140ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Καὶ ἐγώ, καὶ ἐγώ.
1357§141ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἐπὶ οὐδενὶ λόγῳ
1358θέλομεν ἐπιτρέψει τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων νὰ ῥοφᾶται
1359ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον, ὅπως ῥοφῶνται τὰ μακαρόνια ἀπὸ τοὺς
1360Ναπολιτάνους. (Θορυβώδεις διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
1361§142Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τί
1362εἶναι αὐταὶ αἱ ὕβρεις! Ὑβρίζει τὸ Προεδρεῖον!
1363§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρό-
1364εδρε, πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως ὀφεί-
1365λω νὰ ζητήσω νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ ὁμιλήσω.
1366Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀπέδωκεν εἰς τὸ Προεδρεῖον
1367ἰδιότητας, αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἐλαττοῦσι τὴν πρὸς αὐτὸ ἐμ-
1368πιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶναι ἀνάγκη τὸ Κοινοβούλιον
1369ν’ ἀποφανθῇ, ἂν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
1370Βουλῆς. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
1371§144ΜΑΝΕΣΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τούτου.
1372Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἠθέλησεν ὁμολογου-
1373μένως νὰ φέρῃ τὴν ἁρμονίαν ἐν τῷ Σώματι, τὸ ὁποῖον δυσ-
1374τυχῶς, παρατρέχων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅπως φθάσῃ
1375εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, δὲν ἐξετέλεσε. Καὶ τῷ ὄντι, Κύριοι,—καὶ
1376φέρω παράδειγμα τὸ συμβὰν κατά τινα συνεδρίασιν τῆς προη-
1377γουμένης συνόδου τῆς Βουλῆς, προεδρεύοντος τοῦ ἀξιοτίμου
1378βουλευτοῦ Ζακύνθου κ. Ρώμα. Τότε ὁλόκληρος ἡ πτέρυξ ἡ
1379κυβερνητικὴ ἔλεγεν ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάτα-
1380ξιν, ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις ἔλεγεν, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν
1381ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλὰ ὁ προεδρεύων ἀντιπρόεδρος κ.
1382Ρώμας εἶπε: «Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, σᾶς διαβε-
1383βαιῶ, ὅτι δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν!»
1384Λοιπὸν δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν, ὅτι
1385«εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», ἀλλ’ ὁ κ. Πρόε-
1386δρος τῆς Βουλῆς εἶπε τοῦτο, χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ τὸ
1387εἴπῃ, διότι, ἐνῷ πρὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
1388Κυθήρων...
1389§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπῆρχε
1390κανεὶς ἐγγεγραμμένος.
1391§146ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν ἐγγράφονται πάντοτε. Ὁ κ. Βουλευτὴς
1392ἐκ Μεσσήνης ἐζήτησε τὸν λόγον πρὶν ἢ ἀκόμη ἀρχίσῃ τὴν
1393ἀγόρευσίν του ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων.
1394§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδόλως ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης ἐζή-
1395τησε τὸν λόγον.
1396§148ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν σεῖς ἀπηγγέλλετε
1397τὴν εἴσοδον τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐγὼ
1398ἐζήτησα τὸν λόγον.
1399§149ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης δὲν εἶναι ἐξ
1400ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι...
1401§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ναί, ἀλλὰ
1402ἐζήτησε τὸν λόγον, ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν ὅτι «εἰσερχό-
1403μεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τού-
1404του ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης τὸν λόγον;
1405§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης εἶπεν, ὅτι καθ’
1406ἣν ὥραν ἐγὼ ἔλεγον ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τῆς ἡμερησίαν διά-
1407ταξιν, ἐκεῖνος ἐζήτησε τὸν λόγον. Ἑπομένως δὲν ἦτο δυνα-
1408τὸν νὰ ἀκούσω.
1409§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπερώ-
1410τησίς του δι’ αὔριον. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
1411§153ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν τὸ ἀντελήφθη ὁ Πρόεδρος καὶ Βουλὴ
1412ἴσως, ὅτι ἐζήτησε τὸν λόγον. Τί δὲ ἐπρόκειτο; μήπως ἐπρό-
1413κειτο περὶ κωλυσιεργίας; ἐπρόκειτο νὰ εἴπῃ περὶ συμβάσεώς
1414τινος δύο λέξεις. Τὸ πεῖσμα δὲ αὐτὸ εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ;
1415§154Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι πεῖσμα.
1416§155ΜΑΝΕΣΗΣ. Πεῖσμα εἶναι. Δὲν ὁμιλῶ περὶ πείσματος
1417τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁμιλῶ περὶ γενικοῦ πεί-
1418σματος ἐκ μέρους σας, οἵτινες ὑποστηρίζετε ὅτι εἰσήλθομεν εἰς
1419τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, Ἐδῶ δὲν πρόκειται νὰ παραταθῇ ἡ
1420συζήτησις. Ὅλοι ἔχομεν συμφέρον—καὶ ἐγὼ μάλιστα θέλω
1421νὰ φύγω—νὰ τελειώσωμεν, ἀλλὰ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης
1422συνάδελφος, προκειμένου περὶ συμβάσεως σπουδαίας, ἤθελε νὰ
1423ἐπερωτήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως προσ-
1424αγάγῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας.
1425§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Αὔριον,
1426αὔριον.
1427§157ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἂν ἐπιμένητε εἰς τὸ αὔριον, θὰ ἐξακολου-
1428θήσωμεν ἀμφισβητοῦντες τοῦτο μέχρι τῆς αὔριον. (Φωναὶ
1429θορυβώδεις).
1430§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς, ὡς
1431πλειοψηφία, ἐπιθυμοῦμεν νὰ μὴ τεθῇ ποτὲ ἐν ἀμφιβολίᾳ ἡ
1432προθυμία, μεθ’ ἧς ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντα αὑτοῦ, τὰ ὁποῖα
1433ἀνέλαβε διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ὁ κ.
1434Πρόεδρος τῆς Βουλῆς βεβαιοῖ, ὅτι οὐδεὶς εἶχεν ἐγγραφῆ,
1435καθ’ ἣν ὥραν εἶπεν ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1436ταξιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης βεβαιοῖ, ὅτι καθ’ ἣν
1437ὥραν ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν ὅτι ἡ Βουλὴ μετέβη εἰς τὴν ἡμε-
1438ρησίαν διάταξιν, τότε ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης ἐζήτησε τὸν
1439λόγον. Ἑπομένως ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1440Βουλῆς ἐξέδωκεν, ὅτι ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερη-
1441σίαν διάταξιν, εἶναι ἀπόφασις ἐνδεικνυομένη ὑπὸ τῶν πραγμά-
1442των, διότι οὐδεὶς εἶχε ζητήσει πρότερον τὸν λόγον. Ἐπειδὴ
1443δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἁπλοῦς Βου-
1444λευτής, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἡγεῖται κόμματος πολιτικοῦ,
1445ὡμίλησε περὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς οὐχὶ μετὰ τῆς
1446προσηκούσης πρὸς αὐτὸν ἁβρότητος, εἰπὼν ὅτι καταπίνει ὡς
1447μακαρόνια τὰς ἐπερωτήσεις, παρακαλῶ τὴν πλειοψηφίαν νὰ
1448ἀποφανθῇ, ἂν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βου-
1449λῆς (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλ-
1450λως νὰ ἐργασθῶμεν. Εἶναι καθαρὰ πράγματα. Ὑβρίζεται
1451ὅλη ἡ Βουλή, ἀφοῦ αὕτη καταπίνει ὡς μακαρόνια τὰς ἐπε-
1452ρωτήσεις. Τί εἶναι οἱ λόγοι αὐτοί; Ποῖαι εἶναι αἱ παραβο-
1453λαὶ αὗται; ποία ἡ ὑπόθεσις;
1454§159ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἄκρα ἐπιείκεια
1455μόνον καὶ μόνον νὰ ἐκφρασθῇ πρὸς τὸ Προεδρεῖον ἡ ἐμπιστο-
1456σύνη τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι χάριν τῆς δικαιοσύνης
1457πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ μομφὴ κατὰ τοῦ συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς.
1458§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι.
1459§161ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,
1460ἀφήνω δὲ νὰ ἐκφράζῃ τὰς μομφὰς, τὰς ὁποίας κρίνει κατὰ
1461τὴν γνώμην του ὁ κ. Βουλευτής, ὁ προλαλήσας, ἐκ Ζακύνθου.
1462§162ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐγὼ τὰς ἐκφράζω καὶ ἐντὸς τῆς Βου-
1463λῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, καὶ ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου ἐκτὸς τοῦ
1464Κοινοβουλίου δὲν λησμονεῖ τὸν Μελισσηνόν.
1465§163ΡΑΛΛΗΣ (εἰρωνικῶς). Δὲν ἠξεύρω πῶς λέγεται κἄν ὁ
1466Κύριος.
1467§164ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἄν θέλετε, μανθάνετε.
1468§165ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ βεβαίως οὔτε ἀξιῶ νὰ γνωρίσω κἄν αὐ-
1469τὸν (φωναὶ θορυβώδεις).
1470§166ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Εἶναι ὑπεκφυγαί.
1471§167ΠΙΕΡΡΑΚΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἡσυχά-
1472σητε.
1473§168ΡΩΜΑΣ. Τότε ἂς μὴ προσβάλῃ ὁ κ. Ράλλης τὸν κ. Με-
1474λισσηνόν.
1475§169ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ράλλης ἀπήντησεν ὅπως
1476ἔπρεπεν εἰς τὸν συνάδελφόν σας.
1477§170ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐγὼ δηλῶ καὶ πάλιν, ὅτι ὁ Βουλευ-
1478τὴς Ζακύνθου δὲν λησμονεῖ τὸν Μελισσηνὸν ἐκτὸς τοῦ Κοινο-
1479βουλίου. Πιστεύω νὰ ἐννοῆτε πληρέστατα, τί θέλω νὰ εἴπω.
1480§171ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἀτμόσφαιρα ἐκτὸς τοῦ Κοινο-
1481βουλίου θέλει ψυχράνει κἄπως τὴν διάνοιαν τοῦ κ. Βουλευ-
1482τοῦ, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὁ συνάδελφός του δὲν συμμερίζεται τὰς
1483γνώμας καὶ τὰς ἰδέας τοῦ συναδέλφου του. Ἀλλ’ ἀπαντῶ,
1484λέγω, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις, ἐν τῇ ἐκ-
1485φρασθείσῃ ἀπορίᾳ μου διὰ τὴν σπουδὴν, τὴν ὁποίαν ἔδειξε
1486τὸ Προεδρεῖον, ἵνα εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κατό-
1487πιν τῆς νευροπαθείας, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ εὑρίσκετο,
1488ὅπως εἶπον ἐν τῇ πρώτῃ μου ἀγορεύσει, ἀπέδωκεν εἰς τοὺς
1489λόγους μου ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ
1490τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Προέ-
1491δρου τῆς Βουλῆς, ἐπρόκειτο περὶ τῆς τακτικῆς αὐτοῦ, ἐχα-
1492ρακτήρισα δὲ τὴν τακτικὴν αὐτὴν τῆς σπουδῆς, τοῦ νὰ εἰσ-
1493έλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὡς τακτικὴν δυναμέ-
1494νην νὰ παραβληθῇ πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον. Ἐὰν ἐξηρ-
1495τᾶτο ἐκ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ ἐκφωνῇ ὁποτεδήποτε,
1496ἐν τῷ μέσῳ μιᾶς ἀγορεύσεως ἢ ἐν τῷ τέλει μιᾶς ἀγορεύσεως,
1497«εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», οὕτω δὲ νὰ λήγῃ
1498τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων, στάδιον ἐπερωτήσεων δὲν θὰ
1499ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, καὶ ὁ ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται
1500ὡς τὸ κυριώτατον ἔργον τοῦ Βουλευτοῦ, ἤθελε διαγραφῆ,
1501διότι θὰ ἐξηρτᾶτο ἀμέσως ἐκ τῆς γνώμης τοῦ Προέδρου καὶ
1502ἐκ τῆς σπουδῆς τοῦ Προέδρου, ἅμα ὡς ἀναγνωσθῇ ὁ κατά-
1503λογος, νὰ δηλώσῃ, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1504ταξιν. Πῶς μέχρι τοῦδε διεξήγοντο αἱ συζητήσεις; Διεξή-
1505γοντο ὡς ἑξῆς. Ὁ Πρόεδρος ἐπανειλημμένως ἐκάλει τοὺς ἀγο-
1506ρεύοντας πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ἐπὶ τῇ μὴ αἰ-
1507τήσει τινὸς ἔλεγεν «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάτα-
1508ξιν». Ἀλλ’ ἡ περίστασις ἡ νῦν ἦτο ὅλως ἔκτακτος. Εἶχεν,
1509ὡς εἶπον, νευροπάθειά τις ἐγερθῆ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἀτυχῶς
1510εἰς τὴν νευροπάθειαν ταύτην συνετέλεσαν καὶ οἱ λόγοι τοῦ
1511κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι ἦσαν μὲν ἐν τῷ
1512δικαίῳ, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἐξηνέχθησαν μετά τινος ὀργῆς. Ἡ νευ-
1513ροπάθεια αὕτη μετεδόθη εἰς τὸ Προεδρεῖον, τὸ Προεδρεῖον δὲ
1514ἀμέσως, ὡς ἐκάθισεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων, ἐνόμισεν, ὅτι
1515ἔπρεπε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Περὶ αὐτοῦ
1516πρόκειται. Τώρα, ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
1517σεως, ὅτι μειοῦται ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Προεδρείου ἐκ τοῦ ὅτι
1518δὲν ἐφαρμόζεται νῦν ἡ τακτική, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη μέχρι
1519τοῦδε, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον, χά-
1520ριν τῆς εὐπρεπείας τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἂς προ-
1521καλέσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ὑπὲρ τοῦ Προεδρείου. Ἀλλὰ νο-
1522μίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1523Κυβερνήσεως ἔχουσι συμφέρον, ὅπως λείψῃ αὐτὴ ἡ νευροπά-
1524θεια. Δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ ἀπαραδέκτων, περὶ ἐνστάσεων
1525δικονομικῶν. Τὰ πάντα ἐν τῇ Βουλῇ διεξάγονται καλῇ τῇ
1526πίστει, καὶ τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων διαρκεῖ καλῇ τῇ
1527πίστει μέχρις ἐξαντλήσεως αὐτοῦ, καὶ τὸ στάδιον τὸ νομοθε-
1528τικὸν ἄρχεται καλῇ τῇ πίστει ἐπίσης, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν
1529νὰ θεωρήσῃ τις, ἐκ τοῦ ὅτι προέλαβεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1530Βουλῆς νὰ φωνάξῃ «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν»,
1531ὅτι ἔληξε τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων. Τί κέρδος θὰ ἔχητε
1532ἐντεῦθεν; Μήπως τάχα, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐπερωτήσεως ἀπο-
1533βλεπούσης εἰς κατανάλωσιν χρόνου, δὲν θὰ ὑπεβάλλετο αὕτη
1534αὔριον, καὶ ὁ χρόνος, ὅστις θὰ κατηναλίσκετο σήμερον, δὲν
1535θὰ κατηναλίσκετο αὔριον; Ἐὰν ἐζήτησα τὸν λόγον, ἔπραξα
1536τοῦτο διότι ἐθεώρησα, ὅτι ἔπρεπε νὰ παύσῃ ἡ νευροπάθεια.
1537§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ζητήματος προσω-
1538πικοῦ, θὰ παραχωρήσω τὴν ἕδραν μου εἰς τὸν κ. ἀντιπρόεδρον.
1539(Κατέρχεται ὁ κ. Πρόεδρος, καὶ καταλαμβάνει τὴν
1540ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Πετούσης).
1541§173ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν πρόκειται
1542περὶ ζητήματος προσωπικοῦ.
1543§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ὁ κ.
1544Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος καταπίνει τὸ στάδιον
1545τῶν ἐπερωτήσεων, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ.
1546§175ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τί θὰ σᾶς χρησιμεύσῃ;
1547§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς
1548θὰ διδάξῃ πάντας ὑμᾶς, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λέγητε ὅ,τι
1549θέλετε (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
1550§177ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ διδαχθῆτε ὑμεῖς (θο-
1551ρυβώδεις ἀναφωνήσεις ἐκ τῆς δεξιᾶς).
1552§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς δὲν
1553ἔχομεν ἀνάγκην διδασκαλίας, διότι ἡμεῖς δὲν περιυβρίζομεν
1554ποτὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, οὔτε ὅταν ἤμεθα ἐν τῇ
1555Ἀντιπολιτεύσει περιυβρίσαμέν ποτὲ τὸν Πρόεδρον (ἐπιδο-
1556κιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
1557§179ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν μετέρχησθε τὸν διδάσκαλον ἐδῶ, πρέ-
1558πει νὰ διδάσκητε τοὺς ἄλλους, διδασκόμενος ὑμεῖς (θόρυ-
1559βος καὶ ἀντεγκλήσεις).
1560§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰς εἰκό-
1561νας τῶν μακαρονίων ποτὲ δὲν τὰς ἀπεδώκαμεν εἰς τὸ Προε-
1562δρεῖον ἡμεῖς (θόρυβος).
1563§181ΡΑΛΛΗΣ. Βλέπετε ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κρατηθῆτε!
1564Δὲν τὸ βλέπετε αὐτό; Καὶ ἐν τούτοις εἰς τί χρησιμεύουσιν
1565ὅλα ταῦτα; Περὶ τίνος πρόκειται; Πρόκειται περὶ ὄνου
1566σκιᾶς (διακοπαί).
1567§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ μὴ λέγητε ὅ,τι δὲν πρέπει
1568νὰ λέγητε.
1569§183ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς νομίζετε ὅτι λέγομεν ὅ,τι δὲν πρέπει νὰ
1570λέγωμεν (φωναὶ θορυβώδεις καὶ διακοπαὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς).
1571Ἡσυχάσατε τέλος πάντων! Ἐννοήσατε ὅτι ἡ εὐπρέπεια ἐν
1572ταῖς συζητήσεσιν ἀκριβῶς κρατεῖ διὰ τῆς ἡσυχίας.
1573§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ὁμι-
1574λεῖτε τετάρτην ἤδη φοράν, ποίαν εὐπρέπειαν θέλετε; Τὰ
1575μακαρόνια εἶναι εὐπρέπεια ἐν ταῖς συζητήσεσι;
1576§185ΡΑΛΛΗΣ. Τετάρτην φορὰν ὁμιλῶ, ἀλλ’ ἐπὶ τίνος; ὁμιλῶ
1577διότι πρέπει νὰ καθορίσωμεν τὰ ζητήματα. Ἐὰν ἐπρόκειτο
1578πλέον περὶ τοῦ ἂν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,
1579ἀναμφισβητήτως θὰ ἦτο ἡ τετάρτη φορά· ἀλλὰ, βλέπετε,
1580καὶ σεῖς τὸ ἀνέχεσθε, καὶ ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐμποδίζει αὐτό,
1581διότι ἤδη πρόκειται περὶ τοῦ ἂν καλῶς ζητεῖται ἡ ἐμπιστο-
1582σύνη πρὸς τὸ Προεδρεῖον.
1583§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως·
1584διὰ νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι οἱ Λαζαρόνοι καταπίνουσι τὰ
1585μακαρόνια!
1586§187ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ πεισθῆτε καὶ ὑμεῖς καὶ ἡ Βουλὴ θὰ μάθῃ,
1587ὅτι ὁ Κανονισμὸς ξεσχίζεται, ὁσάκις ἦσθε πλειοψηφία (θόρυ-
1588βος ἐν τῇ δεξιᾷ).
1589§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ξεσχί-
1590ζεται, τηρεῖται. Δὲν ἐπιτρέπομεν τοιαύτας ἐκφράσεις! Δὲν
1591θὰ σᾶς τὸ ἐπιτρέψωμεν ποτὲ νὰ ξεσχίσητε τὸν Κανονισμόν!
1592§189ΡΑΛΛΗΣ. Περιορίσατε τὰς κινήσεις τῶν δακτύλων σας,
1593παρακαλῶ (φωναὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς).
1594§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν ὅσῳ εἴμεθα ἡμεῖς πλειοψη-
1595φία, δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν αὐτό.
1596§191ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν ἐξεσχίσατε σεῖς!
1597§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὸν ἐξεσχίσαμεν ποτέ. Οἱ
1598λόγοι σας ξεσχίζουσιν αὐτόν.
1599§193ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁσονδήποτε δριμεῖαι ἐκφράσεις ἑκατέ-
1600ρωθεν καὶ ἂν ἠκούσθησαν, ἐὰν ἦναί τινες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ,
1601οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ μείνωσι ψύχραιμοι μετὰ τὰ λεγό-
1602μενα ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ἐκεῖνοι παρακαλοῦσι νὰ πεισθῆτε,
1603κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν εὑρίσκουσι λόγον, δυνάμενον νὰ δικαιο-
1604λογήσῃ τὴν πρόκλησιν ἀποφάνσεως τῆς Βουλῆς περὶ ἐμπιστο-
1605σύνης αὐτῆς πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ πρὸς τὸ Προεδρεῖον, διότι
1606οἱ κατορθώσαντες νὰ μείνωσι ψύχραιμοι ἀπὸ ἑνὸς τετάρτου καὶ
1607ἐντεῦθεν σαφῶς διαβλέπουσιν, ὅτι ἐν ὅλῃ αὐτῇ τῇ ἐξεγέρσει,
1608ἐν ὅλῳ αὐτῷ τῷ ἐρεθισμῷ, ὁ ὁποῖος κατεδείχθη ἑκατέρωθεν,
1609οὐδὲν ἐλέχθη ἢ ὑπηνίχθη ἐκ προθέσεως ἐπιζητούσης νὰ δείξῃ
1610ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον, ἢ νὰ καταγνώσῃ
1611εἰς αὐτὸν ἐκ προθέσεως παραβίασιν τῶν διατάξεων τοῦ Κα-
1612νονισμοῦ. Ἔχω πεποίθησιν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ οὐσία τοῦ
1613πράγματος περιορίζεται ἁπλῶς εἰς μίαν ἁπλουστάτην παρα-
1614νόησιν. Πρὶν ἢ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων,
1615τοῦ ὁποίου ἡ ἀγόρευσις ἐξηρέθισε τὴν κατάστασιν καὶ ἐμά-
1616κρυνε τὴν ψυχραιμίαν ἀπὸ τῶν πλείστων τῶν ἐν τῷ Βου-
1617λευτηρίῳ, πρὶν ἢ ἐκεῖνος λάβῃ τὸν λόγον, ἀληθῶς ὁ κ. Πρόε-
1618δρος τῆς Βουλῆς ἠρώτησε: «Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμε-
1619ρησίας διατάξεως;» καὶ τότε ἠγέρθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυ-
1620θήρων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἠγόρευσε, καὶ ἡ ἀγό-
1621ρευσίς του ἀφῄρεσε τὴν ψυχραιμίαν ἀπὸ τοῦ Βουλευτηρίου.
1622Ὅταν ἐκεῖνος ἐτελείωσεν, ὁ κ. Πρόεδρος ἐσπευσμένως ἀνήγ-
1623γειλεν, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ.
1624Πρόεδρος βεβαίως δὲν ἠρώτησε, καὶ ὁ ἴδιος τὸ ὡμολόγησεν
1625ὅτι δὲν ἠρώτησεν, ἄν τις θέλῃ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως
1626νὰ ἀγορεύσῃ...
1627§194ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
1628κῶν). Καὶ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος.
1629§195ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ... Ὁμολογῶ καὶ ὅτι δὲν
1630ἦτό τις ἐγγεγραμμένος. Ἀλλ’ ἀναφέρομαι εἰς τὴν ἀντίληψιν
1631ὅλων ὑμῶν, εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τῆς
1632Βουλῆς, ἐὰν αἱ περὶ ἐπερωτήσεων συζητήσεις διεξάγωνται
1633διὰ τακτικῆς ἀναγραφῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐὰν καθ’
1634ἑκάστην συνεδρίασιν, καὶ ἂν συμπέσῃ νὰ ἦναι εἷς ἢ δύο ἐγ-
1635γεγραμμένοι, μετὰ τὴν ἐξάντλησιν αὐτῶν, δὲν ἐξακολουθοῦν
1636τριπλάσιαι καὶ τετραπλάσιαι ἐπερωτήσεις, χωρὶς νὰ ζητῆται
1637ἐγγραφή, ἀλλὰ διὰ τῆς ἁπλῆς ἀναγγελίας τῶν Βουλευτῶν
1638καὶ τῆς παρακλήσεως νὰ τοῖς δοθῇ ὁ λόγος, ἵνα ὑποβάλωσιν
1639ἐπερώτησιν. Ἐν τῇ ἀληθείᾳ εὑρίσκεται ὁ Πρόεδρος, λέγων ὅτι
1640εἶπεν «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Τοῦτο, κύριε
1641Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν τὸ Προεδρεῖον ἐπὶ
1642τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του ἐκφέρει, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν
1643δύναται νὰ ἀνακαλέσῃ, ἢ τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ ἀνακα-
1644λέσῃ, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων. Παρα-
1645καλῶ νὰ ἐννοηθῇ τοῦτο καλῶς. Ἡ δήλωσις τοῦ Προέδρου,
1646ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν εἶναι ἀπόφασις,
1647ἀλλ’ ἁπλουστάτη ἀναγγελία τίνος; Ἀναγγελία τοῦ ὅτι οὐ-
1648δεὶς πλέον ἐζήτησεν ἢ ἔλαβε τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας
1649διατάξεως. Τοῦτο σημαίνει τὸ «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν
1650διάταξιν», ὅτι δηλαδὴ τὴν στιγμὴν ταύτην οὐδεὶς εἶναι, ἵνα
1651ὁμιλήσῃ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Τὴν στιγμήν, καθ’
1652ἣν ὁ κ. Πρόεδρος ὄχι ἐξέφερεν ἀπόφασιν, ἵνα στενοχωρηθῶμεν
1653ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι ἀπαιτεῖται ὑποχώρησίς της, νὰ τὴν ἀνα-
1654καλέσῃ, διότι δὲν εἶναι ἀπόφασις, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνήγγει-
1655λεν αὐτὸ τὸ πραγματικὸν γεγονός, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος νὰ
1656ὁμιλήσῃ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
1657Μεσσήνης ἀκριβῶς ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐζήτησε τὸν λόγον.
1658Εἶναι πιθανώτατον, δι’ ἐμὲ βέβαιον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος δὲν τὸν
1659εἶδεν, οὐδὲ τὸν ἤκουσε, διότι εἶναι βεβαιότατον, ἔχομεν πεῖραν
1660ἡμεῖς ἐκ τῆς διευθύνσεως τῶν συνεδριάσεων κατὰ ταύτην τὴν
1661Σύνοδον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἐὰν τὸν ἔβλεπε, παρευθὺς ἤθελε
1662τὸν καλέσει νὰ λαλήσῃ· ὁ κ. Πρόεδρος συνέπεσε τὴν στιγμὴν
1663ἐκείνην νὰ μὴ τὸν ἴδῃ, ἡ Βουλὴ ὅμως τὸν εἶδεν· ὁ κ. Πρόε-
1664δρος σύνοιδεν, ὅτι, ὅταν ὁ ἐκ Κυθήρων κ. Βουλευτὴς ἐπερά-
1665τωσε τὴν ὁμιλίαν του, αὐτὸς δὲν ἠρώτησεν, ἐάν τις ἄλλος
1666ἦναι ἐγγεγραμμένος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ
1667εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει καθῆκον τοιοῦτον· δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἦναι ἐν
1668τῷ Κανονισμῷ ἀναγεγραμμένον καὶ τὸ νὰ ἐρωτᾷ ὁ Πρόεδρος
1669ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν, ἐὰν θέλῃ τις
1670τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλ’ ἐν τοσούτῳ
1671οὕτω γίνεται, αὐτὸ δὲ ἐξακολουθεῖ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν οἱ θέ-
1672λοντες νὰ ὁμιλήσουν. Εἶναι λοιπὸν ἐν τῷ δικαίῳ του ὁ κ.
1673Πρόεδρος, λέγων ὅτι ἀπήγγειλε τὸ ὅτι «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
1674ἡμερησίαν διάταξιν». Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθές, καὶ ἐπικαλοῦ-
1675μαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι καὶ τὸ γνωστότα-
1676τον εἰς ἡμᾶς «ἔχει τις ἄλλος τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας
1677διατάξεως;» δὲν τὸ ἐπανέλαβε μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Βου-
1678λευτοῦ ἐκ Κυθήρων. Πρὶν ἢ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς
1679ἐκ Κυθήρων ὁ κ. Πρόεδρος τὸ εἶπε, μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ.
1680Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων, καὶ ἐν τῇ ἐξάψει, ἡ ὁποία ἐπηκολού-
1681θησε τὴν ὁμιλίαν αὐτοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἠρώτησεν ἄν θέλῃ
1682ἄλλος τις τὸν λόγον, ἀλλ’ ἁπλῶς εἶπεν «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
1683ἡμερησίαν διάταξιν», ἐνῷ δὲ ἔλεγεν αὐτό, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
1684Μεσσήνης ὡμίλει. Ἐὰν ἐδίδετο ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν
1685ἐκ Μεσσήνης νὰ ἀπευθύνῃ ἐπερώτησιν, τῆς ὁποίας ἡ ἐκ τῶν
1686προτέρων σύντομος ἀναγγελία ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐπενοήθη,
1687ἵνα καταναλώσῃ χρόνον, οὐδὲ ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ, ἵνα συγ-
1688κρατήσῃ τὴν ἔξαψιν καὶ τὸν ἐρεθισμὸν, δὲν ἤθελον ἐκεῖ προβῆ
1689τὰ πράγματα, οὔτε τὴν ὥραν αὐτὴν ἠθέλομεν χάσει, κατὰ
1690δὲ τὴν ἐμὴν συνείδησιν καὶ πεποίθησιν, δὲν θέλει ὑποστῆ μείω-
1691σίν τινα τὸ Προεδρεῖον, οὐχὶ ἀνακαλοῦν ἀπόφασίν του, διότι
1692τοιαύτη οὐδεμία ὑπῆρξεν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀφῆνον νὰ νοηθῇ, ὅτι,
1693ὅτε ἀνήγγειλεν ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,
1694ὅτι δηλαδὴ οὐδεὶς ἄλλος ἤθελεν ὁμιλήσει πρὸ αὐτῆς, ἦτο ἐν
1695πλάνῃ, καὶ πλάνῃ μάλιστα λίαν εὐλόγῳ, διότι εἶναι ἀδύνα-
1696τον πρὸς ὅλας τὰς διευθύνσεις νὰ ἔχῃ ἐστραμμένα τὰ βλέμ-
1697ματα ὁ κ. Πρόεδρος.
1698Ταῦτα ἔχων ὑπ’ ὄψιν ἀπ’ ἀρχῆς, ἐδήλωσα ὅτι πρόκειται
1699περὶ παρανοήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν πᾶς ἄνθρωπος, καὶ ὁ ἀπα-
1700θέστερος καὶ ὁ ὀξυδερκέστερος, ὑπόκειται· καὶ οὕτως ἐξηγῶν
1701ὅλα, ὅσα ἐλέχθησαν, ἔχω τὴν πεποίθησιν, καὶ εἶμαι βέβαιος,
1702ὅτι ἐκφράζω τὴν γνώμην πάντων, ὅτι οὐδὲν ἐλέχθη πρὸς σκο-
1703πὸν ἐνδείξεως ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον.
1704Ἐὰν ὁ ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας ἐννοῇ ἐκ παντὸς τρόπου νὰ
1705ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς περὶ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ
1706Προεδρεῖον, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, εἶναι ἐλεύθερος νὰ
1707τὸ πράξῃ, καὶ ἡμεῖς θέλομεν ψηφίσει, ὅτι ἔχομεν ἐμπιστο-
1708σύνην, διότι οὐδὲν εἴπομεν δυνάμενον νὰ ἐνδείξῃ ἔλλειψιν ἐμπι-
1709στοσύνης. Διετυπώθησαν ἀληθῶς παράπονα διὰ πρᾶξίν τινα
1710συμβᾶσαν οὐχὶ μετὰ προθέσεως παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ
1711ἢ πιέσεως τῆς πλειοψηφίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς συγχύσεως καὶ τῆς
1712παρανοήσεως, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξήγησα. Θεωρῶ ὅτι τὸ ἐπει-
1713σόδιον αὐτὸ πρέπει νὰ θεωρηθῇ λῆξαν, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς
1714ἐκ Μεσσήνης νὰ ἀπευθύνῃ τὴν ἐπερώτησίν του καὶ νὰ εἰσέλ-
1715θωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς
1716ἐκ Μεσσήνης θέλῃ νὰ ἀναβάλῃ δι’ αὔριον.
1717§196ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ σήμερον διηύθυνα τὰς ἐργα-
1718σίας τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃν τρόπον διηύθυνα ταύτας καὶ χθὲς
1719καὶ πρώην. Ὁ τρόπος δὲ, καθ’ ὃν συζητοῦνται αἱ ἐπερωτή-
1720σεις τῆς Βουλῆς, εἶναι ὡρισμένος· δὲν εἶναι ὡρισμένος ἐν τῷ Κα-
1721νονισμῷ, ἀλλ’ εἶναι ὡρισμένος ἐν τῇ συνηθείᾳ. Ἀφ’ ἧς δ’ ἔχω τὴν
1722τιμὴν νὰ προΐσταμαι τῶν συνεδριῶν τῆς Βουλῆς, μίαν καὶ
1723τὴν αὐτὴν διεύθυνσιν ἔδωσα εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Πρὸ τῆς
1724ἐνάρξεως δηλονότι τῆς συνεδριάσεως, ἢ καὶ ὀλίγον μετὰ τὴν
1725ἔναρξιν αὐτῆς, οἱ Βουλευταὶ, ὅσοι ἐπιθυμοῦσι νὰ λάβωσι τὸν
1726λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δηλοῦσι τοῦτο, καὶ ἀνα-
1727γράφονται ὑπ’ ἐμοῦ ἐν τῷ βιβλίῳ τῷ ἐπὶ τοῦ Προεδρείου·
1728ἀφοῦ δ’ ἐξαντληθῇ ὁ ἀριθμὸς ὁ ἀναγεγραμμένος ἐν τῷ βιβλίῳ
1729τούτῳ, ἀποτείνω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἐρώτησιν: «ζητεῖ ἕτε-
1730ρός τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως»; Ἐπειδὴ
1731δὲ συνήθως πλέον τοῦ ἑνὸς ζητοῦσι τὸν λόγον, ἐγγράφω καὶ
1732τούτους. Σήμερον τί ἐγένετο; Ἀφοῦ ὁ βουλευτὴς ἐκ Δωρί-
1733δος κ. Μαστραπᾶς ἐπεράτωσε τὴν ἀγόρευσίν του, ἠρώτησα:
1734«ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως»; Εἰς
1735ἀπάντησιν ἠγέρθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων.
1736§197ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Καὶ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.
1737§198Α. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Καὶ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Ἔδωσα
1738λοιπὸν τὸν λόγον εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὸν κ. Στάην. Τοῦτο
1739ἐγένετο σήμερον, ὅ,τι συνήθως γίνεται τουτέστι. Μετὰ τὸν κ.
1740Στάην δὲν ἀνήγγειλαν οἱ ἄλλοι, ὅσοι ἐπεθύμουν νὰ ἀγορεύ-
1741σωσι πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δὲν ἀνήγγειλαν τὴν πρό-
1742θεσιν αὐτῶν. Τότε ἐγὼ, ὅταν ἔληξεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Στάη,
1743νομίσας ὅτι ἄλλος τις δὲν ἐπεθύμει νὰ ἀγορεύσῃ, ἀνήγγειλα
1744ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Βου-
1745λευτὴς ἐκ Μεσσήνης διϊσχυρίζεται,—καὶ οὐδένα ἔχω λόγον νὰ
1746ἀμφιβάλλω εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων του—ὅτι, καθ’ ἣν
1747ὥραν ἀπήγγελλον ἐγὼ τὴν φράσιν ὅτι «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
1748ἡμερησίαν διάταξιν», κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐπεθύμει νὰ
1749ὑποβάλῃ ἐπερώτησιν. Ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην τοῦ κ. Βου-
1750λευτοῦ τοῦτο λέγοντος, καὶ εἶπον ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμε-
1751ρησίαν διάταξιν· ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνήγγειλα, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς
1752τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νομίζω ὅτι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμ-
1753μένον ἐκ τῶν καθηκόντων μου νὰ εἴπω, ὅτι δίδω τὸν λόγον
1754εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσσήνης. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ Βουλὴ
1755ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ
1756νὰ πράξῃ τοῦτο, οὐδεμίαν θέλω φέρει ἀντίῤῥησιν. Ἀλλ’ ἐγὼ
1757νομίζω, ὅτι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα μόνος, ὡς Πρόεδρος τῆς
1758Βουλῆς, νὰ πράξω τοῦτο.
1759§199ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ τὸ Προεδρεῖον, ὅπως
1760ἀφ’ ἑνὸς μὲν βεβαιώσω γεγονότα τινὰ, λαβόντα ἀρτίως χώραν
1761κατὰ τὴν συνεδρίασιν τὴν ἑσπερινὴν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀνακοι-
1762νώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τέλει ἓν συμπέρασμα τῆς συζητή-
1763σεως. Καὶ ἐν πρώτοις ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πάνθ’ ὅσα
1764πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ἐκ Καλα-
1765βρύτων συνάδελφος κ. Ζαΐμης, πάντα ταῦτα εἶναι μέχρι κε-
1766ραίας ἀληθῆ. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι προτοῦ λάβῃ τὸν λόγον ὁ
1767ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βου-
1768λῆς ἠρώτησεν, ἐὰν ἄλλος τις πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως
1769ἔχῃ τὸν λόγον, καὶ μὴ λαβὼν ἀπάντησίν τινα ἐκ μέρους τί-
1770νος τῶν κ. κ. συναδέλφων, εἶπεν ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμε-
1771ρησίαν διάταξιν· ἀλλὰ μετὰ τοῦτο διεμαρτυρήθη ὁ ἐκ Κυθή-
1772ρων ἀξιότιμος Βουλευτὴς καί τις ἄλλος, τὸν ὁποῖον δὲν ἐνθυ-
1773μοῦμαι ἤδη, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος, πολὺ ὀρθῶς ποιῶν, ἔδωκε τὸν
1774λόγον εἰς τὸν ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅστις καὶ
1775ἔλαβεν αὐτὸν καὶ ὡμίλησε. Τώρα, ἐὰν τὸ πικρόχολον τῶν
1776λόγων τοῦ ἐκ Κυθήρων κ. Βουλευτοῦ ἐξηρέθισέ πως τὴν Βου-
1777λήν, καὶ ἰδίως τοὺς συναδέλφους τοὺς παρακαθημένους ἐν τῇ
1778πτέρυγι ἐκείνῃ (δεικνύει τὴν δεξιὰν), τοῦτο βεβαίως δὲν
1779εὐθύνει ἐμὲ, οὔτε τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἵτινες εἶχον τὴν
1780διάθεσιν, προτοῦ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ στάδιον τῆς ἡμερησίας
1781διατάξεως, νὰ λάβουν τὸν λόγον, ζητοῦντες αὐτὸν παρὰ τοῦ
1782κ. Προέδρου, καὶ νὰ ἀγορεύσωσιν ἐπὶ θεμάτων πάντη ἀσχέ-
1783των πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐξετύλιξεν ἐνώπιόν σας ὁ ἐκ Κυ-
1784θήρων ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἐπίσης ὀφείλω νὰ βεβαιώσω τὸ
1785γεγονὸς, ὅτι ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν μετὰ τὴν ἐπερώτησιν
1786τοῦ ἐκ Κυθήρων κ. Βουλευτοῦ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βου-
1787λῆς ἀνήγγελλεν εἰς Βουλὴν, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερη-
1788σίαν διάταξιν, ἐγὼ ὄρθιος ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης παρεκά-
1789λουν τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ τὸν λόγον, ἵνα ἀπευ-
1790θύνω ἐπερώτησίν τινα πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ὑπουρ-
1791γὸν, ἐπερώτησιν πάντη ἄσχετον πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον πρὸ
1792ὀλίγου ἐπραγματεύετο ὁ ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμος συνάδελφος.
1793Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος, ἕνεκα δεδικαιολογημένης ἀπροσεξίας,
1794ἔχων ἐνώπιόν του ἴσως τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ ἀλλαχοῦ
1795που ἔχων ἐστραμμένα τὰ βλέμματα ἢ τὴν ἀκοὴν, δὲν ἤκουσε
1796τὴν παράκλησίν μου καὶ δὲν μοὶ ἔδωσε τὸν λόγον, ἐν τῷ
1797μεταξὺ δὲ τούτῳ ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰσερχό-
1798μεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλ’ ἐὰν, κ. Πρόεδρε, τὸ
1799νὰ ἤμεθα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἢ νὰ ἤμεθα ἐκτὸς αὐτῆς
1800καὶ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ βουλόμενος τῶν Βουλευτῶν νὰ
1801ἀγορεύῃ ἐπὶ θεμάτων μὴ ὑπαρχόντων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ δια-
1802τάξει, ἐὰν ὁ τρόπος καὶ ἡ τάξις, καθ’ ἣν διεξάγονται αἱ συ-
1803ζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, ἐὰν τοῦτο, λέγω, ἦναι ζήτημα ταχύ-
1804τητος τῆς γλώσσης καὶ ἀντιλήψεως τῆς ἀκοῆς, βεβαίως ἔχετε
1805δίκαιον ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἔχει δίκαιον ὁ ἐκ
1806Καλαβρύτων ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅστις προέλαβεν ἐν τα-
1807χύτητι γλώσσης, ὡς ἄριστος δολιχοδρόμος τοῦ λόγου, πρὸ τοῦ
1808ἀκουσθῇ ἡ ἐμὴ φωνὴ, νὰ εἴπῃ ὅτι «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμε-
1809ρησίαν διάταξιν». Ἀλλ’ ὑποθέτω, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὰ ζητή-
1810ματα ταῦτα οὐδεὶς ἐκ τῶν συναδέλφων θὰ εὑρεθῇ ἵνα λύσῃ
1811κατὰ τρόπον τοιοῦτον, διότι, ἐὰν μοὶ δοθῇ ὁ λόγος, δὲν πρό-
1812κειται νὰ δημιουργήσωμεν ἀκυρότητά τινα δικονομικὴν, οὐδὲ
1813πρόκειται νὰ ἀνατρέψωμεν ἀπόφασίν τινα τῆς Βουλῆς, λη-
1814φθεῖσαν παρ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ θέματος τούτου,
1815ἐὰν εἰσήλθομεν ἢ μὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅτι εἶναι ἀπη-
1816γορευμένον πλέον νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς Βουλευτήν τινα, ἵνα
1817ὁμιλήσῃ περὶ θέματος μὴ σχετιζομένου μὲ τὴν ἡμερησίαν διά-
1818ταξιν.
1819Ὡς ὀρθῶς παρετήρει πρὸ ὀλίγου ὁ ἐξ Εὐρυτανίας ἀξιότι-
1820μος Βουλευτὴς, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀναγγέλλων εἰς
1821τὴν Βουλὴν ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν
1822ἀνήγγελλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόφασίν τινα ληφθεῖσαν παρ’
1823αὐτῆς, ἀλλ’ ἐπιστοποίει ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἐξ ἰδίας αἰ-
1824σθήσεως ἀντελήφθη, τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλ-
1825λος τις τῶν Βουλευτῶν, ἐπιθυμῶν ὅπως ὁμιλήσῃ πρὸ τῆς
1826ἡμερησίας διατάξεως. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι δὲν ὑπῆρ-
1827χεν ἐγγεγραμμένος τις, ὅπως ὁμιλήσῃ πρὸ τῆς ἡμερησίας δια-
1828τάξεως, ἀλλὰ τοῦτο καὶ μόνον δὲν ἀποτελεῖ λόγον, ὅπως
1829ἀποκλεισθῶσιν οἱ θέλοντες νὰ ὁμιλήσωσι, διότι ἐγὼ, ὡς πρὸ
1830ὀλίγου εἶπον, ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Πρόεδρος ἐξεφώ-
1831νει τὸ «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», ἐζήτουν
1832παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τὸν λόγον.
1833Ἰδοὺ, κύριε Πρόεδρε, εἰς ποῖα ἄτοπα περιάγει ἡμᾶς ἁπλῆ
1834παρανόησις, ἡ ὁποία, ἐξογκουμένη ἀπὸ λόγων εἰς λόγους καὶ
1835μεταβάλλουσα φύσιν, καταλήγει ἐπὶ τέλους εἰς πείσματα,
1836πείσματα μηδαμινὰ καὶ μὴ ἔχοντα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ ἀξίαν·
1837ἰδοὺ ποῦ καταλήγει ὁ τρόπος αὐτὸς τῶν συζητήσεων, εἰς τὸ
1838νὰ χάσωμεν μίαν ὥραν εἰς ματαίαν συζήτησιν· διότι, ἐὰν
1839καὶ ἐκεῖθεν καὶ ἐντεῦθεν ἐγίνοντο πάντοτε, ὄχι μόνον κατὰ
1840τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, — διότι ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι,
1841ὅτι πάντοτε πρέπει νὰ γίνωνται ἀμοιβαῖαι ὑποχωρήσεις, ἵνα
1842ὑπάρχῃ μεταξὺ ἡμῶν ἡ καλὴ πίστις καὶ ἡ ἄνεσις ἐν ταῖς συ-
1843ζητήσεσιν, — ἐὰν, λέγω, ἐγίνοντο ἀμοιβαῖαι ὑποχωρήσεις, ἠδύ-
1844νατο εὐκολώτατα νὰ ἀρθῇ ἀπὸ τοῦ ἐπεισοδίου ἡ παρανόη-
1845σις αὕτη, ἥτις μᾶς ἔκαμε νὰ δαπανήσωμεν ματαίως περὶ τὴν
1846μίαν ὥραν, ἠδυνάμεθα δὲ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἀπόφα-
1847σιν, ὥστε νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξω-
1848τερικῶν τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἐσκόπουν νὰ κάμω περὶ
1849θέματος σπουδαίου, ἐνδιαφέροντος τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν
1850καὶ τοὺς ἐν Τύνιδι ἐγκατεστημένους συμπολίτας ἡμῶν. Μετὰ
1851τοῦτο δὲ, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἀπῄτει πολὺν χρόνον, θὰ εἰσηρ-
1852χόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ θὰ εἴχομεν ἤδη ἐπι-
1853ληφθῆ τῶν ἔργων ἡμῶν τῶν νομοθετικῶν πρὸ μιᾶς ὥρας.
1854§200ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ὀφείλω νὰ δη-
1855λώσω, ὅτι μετὰ τὰς βεβαιώσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Πρό-
1856εδρος τῆς Βουλῆς, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἐκ
1857κακῆς πίστεως προέβη εἰς τὸ νὰ ἐκφωνήσῃ τὸ «εἰσερχόμεθα
1858εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς παρα-
1859νοήσεως. Ἴσως ἐγὼ δὲν θὰ ἔπραττον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν
1860ὅτι ἔπραξεν ὁ κ. Πρόεδρος, δηλαδὴ νὰ θεωρήσῃ ὅτι, ὅ,τι εἶπε
1861πρὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων, ὅταν
1862εἶπεν «ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;»
1863καὶ δὲν ἠγέρθησαν πάντες, ὅσοι εἶχον τὸν λόγον πρὸ τῆς
1864ἡμερησίας διατάξεως, ἤρκει διὰ νὰ θεωρήσῃ ὅτι ἐξηντλήθη
1865τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ζητήσῃ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερη-
1866σίας διατάξεως καὶ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Βουλευτοῦ Κυ-
1867θήρων. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως, καὶ διὰ τοῦτο
1868οὐδόλως καταλογίζω αὐτῷ κακὴν θέλησιν ἢ πρόθεσιν ἐκ τοῦ
1869ὅτι ἐδήλωσεν ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,
1870καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἐζήτει τὸν
1871λόγον. Διὰ τοῦτο, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἐπι-
1872μείνῃ νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς
1873Βουλῆς, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε εἴχομεν ἐμπιστοσύνην μήτε
1874εἰς τὴν Κυβέρνησιν μήτε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, θὰ
1875ἀπόσχωμεν τῆς ψηφοφορίας, διότι δὲν ἐξεφράσαμεν καμμίαν
1876δυσπιστίαν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
1877§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα
1878θὰ εἶχε μεγάλην σπουδαιότητα, ἐὰν ἦτο τοιοῦτον, ὁποῖον
1879ὑπέλαβον οἱ Κύριοι, οἵτινες ἐφάνησαν ἐνιστάμενοι κατὰ τῆς
1880ἀναγγελίας τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι εἰσέρχεται ἡ Βουλὴ εἰς
1881τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἐὰν ἦτο τοιοῦτον, ὁποῖον ὑπέλαβον
1882οἱ Κύριοι, ὁποῖον ἐπειράθησαν νὰ παραστήσωσιν εἰς τὴν Βου-
1883λήν, θὰ ἦτο ζήτημα μεγίστης σπουδαιότητος, διότι θὰ ἦτο
1884περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως, καὶ περιορισμός,
1885τὸν ὁποῖον διέπραττεν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ διερμηνεύων
1886τὸ φρόνημα τῆς πλειοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐπιτετραμ-
1887μένος τὴν τήρησιν τῆς τάξεως. Τοῦτο ἐζήτησαν νὰ παραστή-
1888σουν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸ ἐφρόνουν, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅταν
1889ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν ὅτι δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὸν
1890λόγον, διότι ἀπήγγειλεν ἤδη, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς
1891τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ ἡγέτης ἑνὸς πο-
1892λιτικοῦ κόμματος ὥρμησεν εἰς τὸ βῆμα, φωνάζων, ὅτι
1893«δὲν σὲ ἀφήνομεν νὰ παίξῃς ἐν οὐ παικτοῖς!» Λοιπὸν ὁ Πρόε-
1894δρος ὑπελήφθη καὶ παρεστάθη ὡς μὴ ἐκτελέσας τὸ καθῆ-
1895κόν του, ὡς παραβὰς τὸ καθῆκόν του, ἢ μᾶλλον περισσότε-
1896ρόν τι, ὡς περιορίσας τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὡς περιο-
1897ρίσας τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, καὶ αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τῆς
1898Βουλῆς ἐνώπιόν του δὲν εἶχεν, ὅταν εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσέρ-
1899χεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, οὐδενὸς δήλωσιν ὅτι θέλει
1900νὰ ἀγορεύσῃ. Ὅταν ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε λήξει τὸ στάδιον τῶν
1901ἐπερωτήσεων, προὐκάλεσε πάντας νὰ δηλώσωσιν, ἐὰν θέλωσι
1902νὰ λάβωσι τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἷς
1903μόνον ἢ δύο ἠγέρθησαν, ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς Βου-
1904λευτὴς καὶ ὁ ἐκ Κυθήρων, καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος ἔλαβον
1905ἀλληλοδιαδόχως τὸν λόγον. Ἑπομένως τί ἔμενε κενόν; Ἡ
1906Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλὰ τότε
1907ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἐπεθύμει νὰ δηλώσῃ, ὅτι θέλει
1908νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Οἱ νόμοι, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ὑπὲρ
1909τῶν ἀγρυπνούντων, καὶ ὅστις θέλει νὰ ἀσκήσῃ δικαίωμα,
1910πρέπει νὰ φροντίζῃ νὰ τὸ ἀσκήσῃ ἐγκαίρως.
1911Ἡ ἀπαγγελία, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι
1912ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τυγχάνει
1913τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον χωρίζει τὴν ἐλεγκτικὴν ἐξουσίαν τῆς
1914Βουλῆς ἀπὸ τὴν νομοθετικήν. Ὅταν τὸ ὅριον αὐτὸ χαραχθῇ,
1915δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν πάλιν εἰς τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον
1916κατελίπομεν. Ἐχαράχθη κακῶς; Ὁ κ. Πρόεδρος ἐν γνώσει
1917περιώρισε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου; Ὁ κ. Πρόεδρος εἶχεν
1918ἐνώπιόν του αἴτησιν καὶ ἠρνήθη νὰ ἀποδεχθῇ αὐτήν; Παν-
1919τάπασι. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν
1920του. Δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ
1921Ἀττικῆς παρέστησεν ὡς πόρισμα τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι, ἀφοῦ
1922ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν αὐτό, ἕπεται, ὅτι δὲν εἶχε κακὴν πίστιν,
1923καὶ διὰ τοῦτο στέργομεν. Οὐδεμίαν στιγμὴν εἶχε κακὴν πί-
1924στιν, οὐδὲ εἶχέ τις δικαίωμα νὰ ὑπολάβῃ ὅτι εἶχε κακὴν πί-
1925στιν, καὶ ἐὰν τὸ ὑπέλαβεν, ἠδίκησεν ἑαυτὸν, διότι ἡ ἀντί-
1926ληψίς του ἦτο πεπλανημένη καὶ ἡ κρίσις του ἔτρεξεν ὑπὲρ
1927τὸ δέον. Ἑπομένως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐξεπλήρωσε τὸ
1928καθῆκόν του.
1929Μένουσιν ὅμως αἱ πρὸς αὐτὸν αἰτιάσεις. Αἱ αἰτιάσεις ἦσαν
1930οὐ μόνον ἄδικοι, οὐ μόνον ἀντιτιθέμεναι εἰς τὸ φρόνημα τῆς
1931Βουλῆς, ὄχι μόνον ἐξεδήλουν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς
1932παρέβη τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ καὶ δι’ εἰκόνων ἦσαν αἰ-
1933τιάσεις ἔχουσαι ἀσχημοσύνην, ἑπομένως διὰ τοῦτο ἐζητήσα-
1934μεν, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ, ἐὰν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν
1935Πρόεδρον. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν ζητεῖται διὰ νὰ ἄρῃ
1936τὴν ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Πρόε-
1937δρον, ἀλλ’ ἵνα ἐκφράσῃ ἐμμέσως τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν
1938ἔχει ἐπὶ τῶν αἰτιάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν κατὰ τοῦ
1939Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπηύθυναν τὴν
1940αἰτίασιν, βεβαιώσωσι τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν εἶχον τὴν προαί-
1941ρεσιν οὔτε τὴν πρὸς τὸ Πρόεδρον ὀφειλομένην ἀνασκοπὴν νὰ
1942μειώσωσιν, ἐὰν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠσχημόνησαν πρὸς τὴν Βου-
1943λὴν διὰ τῶν ἀναρμόστων εἰκόνων, τὰς ὁποίας ἐξέθηκαν, ἐὰν
1944αὐτοὶ βεβαιώσωσιν ὅτι ταῦτα ἀδίκως εἶπον, βεβαίως ἡμεῖς
1945δὲν ἐπιμένομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Ἀλλ’ αὐτὰ ἐλέχθησαν,
1946καὶ ἠκούσθησαν ὑπὸ τοῦ κοινοῦ, καὶ θέλει γενῇ ἀναγραφὴ
1947τούτων ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Ἑπομένως πρέπει, ἐὰν δὲν γένη-
1948ται ἡ ἀνάκλησις αὐτῶν, νὰ γένηται ψηφοφορία.
1949§202ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἀδυνατῶ νὰ ἐννοήσω, τί θέλει ὁ κ. Πρόε-
1950δρος τῆς Κυβερνήσεως. Κωλυσιεργεῖ; Ἐννοεῖ νὰ καταναλώ-
1951σωμεν ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν εἰς συζήτησιν περὶ ὄνου
1952σκιᾶς; Ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος, τῆς Βουλῆς εἶπεν, ὅτι ἐθεώ-
1953ρησε περατωμένον τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων, καὶ διὰ τοῦτο
1954ἀνεφώνησεν ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νο-
1955μίζω ὅτι ἐξηντλήθη τὸ ζήτημα ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ὀφείλει
1956ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἀναβῇ εἰς τὴν ἕδραν του καὶ
1957νὰ καλέσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν Μεσσήνης νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
1958Ἐὰν δὲν πράξῃ τοῦτο, τότε διὰ τῆς ψηφοφορίας οὐδὲν ἕτε-
1959ρον πράττετε, εἰμὴ νὰ περιορίζητε τὸν λόγον, καθ’ ἣν στιγ-
1960μὴν δέχεσθε, ὅτι ἐκ μιᾶς ἁπλῆς δηλώσεως τοῦ κ. Προέδρου
1961τῆς Βουλῆς, γενομένης ἐξ ἀπροσεξίας...
1962§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παντάπασιν
1963ἐξ ἀπροσεξίας· διότι οὐδεὶς εἶχε ζητήσει τὸν λόγον.
1964§204ΡΑΛΛΗΣ. Ἐξ ἀπροσεξίας, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν
1965ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ
1966Κανονισμῷ, ὅτι πρέπει νὰ ζητῇ τις τὸν λόγον καὶ νὰ ἀνα-
1967γράφηται πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἰς τὰς τροποποιή-
1968σεις τοῦ Κανονισμοῦ, τὰς προταθείσας παρὰ τοῦ κ. Προέ-
1969δρου, ὑπάρχει ὁλόκληρος διαδικασία ὡς πρὸς τὰς ἐπερωτή-
1970σεις, καὶ ὅταν ἔλθῃ ὥρα, θὰ συζητήσωμεν κατὰ πόσον εἶναι
1971δυνατὸν νὰ γείνουν δεκταὶ αἱ τροποποιήσεις ἐκεῖναι, αἱ ἀφο-
1972ρῶσαι εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ λόγου. Ἀλλ’ ἐκ τοιούτων σκέ-
1973ψεων ἀναχωρῶν ὁ κ. Πρόεδρος, ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ
1974κλείσῃ τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων καὶ νὰ εἰσέλθῃ
1975εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πολλάκις μία ἀπροσεξία ἢ
1976μία παρανόησις ἔφερε τὸν Πρόεδρον νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰσερχόμεθα
1977εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλὰ πάντοτε ἐπεμείναμεν,
1978καὶ μᾶς ἐδόθη ὁ λόγος, διότι ἐθεωροῦμεν, ὅτι ἀκριβῶς πρέπει
1979νὰ ὑπάρχῃ τελεία ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἐπὶ τοῦ ζητήμα-
1980τος τοῦ ἐλέγχου καὶ τῶν ἐπερωτήσεων. Τώρα ὁ κ. Πρόεδρος
1981τῆς Κυβερνήσεως θέλει νὰ τὸ κανονίσῃ ἄλλως. Τοῦτο δὲν
1982τὸ δεχόμεθα. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο
1983νὰ ὁμιλήσῃ, δὲν θὰ χάσῃ τὸ δικαίωμά του. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ
1984ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ δίκαια
1985εἶναι τῶν ἀγρύπνων, αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς παράχορδον, διότι
1986τὰ δίκαια τοῦ Βουλευτοῦ Μεσσήνης εἶναι δίκαια ὁλοκλήρου
1987τῆς Βουλῆς, ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἂν πρέπῃ νὰ
1988προσέχῃ τις πάντοτε, μὴ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κηρύξῃ ὅτι
1989εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅταν θέλῃ νὰ ὁμι-
1990λήσῃ, ἀλλοίμονον εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου!
1991§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;
1992§206ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς, κύριε Πρόεδρε, ὑπὲρ τῶν
1993ἀγρύπνων ἐτάχθησαν τὰ δίκαια, καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦμεν νὰ
1994ἀκουσθῶμεν, διότι ἄγρυπνοι παρακολουθοῦμεν τὴν συζήτησιν
1995καὶ ἀναμένομεν, ὅπως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς στρέψῃ πρὸς
1996ἡμᾶς τὸ βλέμμα, ἵνα ζητήσωμεν τὸν λόγον. Δὲν ἔχει δίκαιον
1997ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπερασπίζων τὸν Πρόεδρον
1998τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃν τρόπον ὑπερασπίζεται αὐτὸν, διότι ἀντὶ
1999νὰ καταδείξῃ ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἔσφαλε, τοὐναν-
2000τίον καταδεικνύει αὐτὸν ἀνακόλουθον. Διότι σᾶς ἔλεγεν, ὅτι
2001ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ἀναγγελίας ὅτι εἰσήλ-
2002θομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐχάραξε τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον
2003χωρίζει τὰ ὅρια τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὰ ὅρια τῶν
2004ἐπερωτήσεων ἀπὸ τῶν κυρίως νομοθετικῶν ἐργασιῶν, καὶ δὲν
2005ἐπιτρέπεται νὰ ἐπανέλθωμεν. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς
2006καὶ ὀρθὸν, τοῦτο ἀκριβῶς καθιστᾷ ἀνακόλουθον τὸν Πρόε-
2007δρον τῆς Βουλῆς. Διότι τί συνέβη πρὸ ὀλίγου; Πρὸ ὀλίγου
2008ἀκόμη, προτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δηλώσῃ ὅτι εἰσήλ-
2009θομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἶχε δηλώσει τὸ αὐτὸ, ἐρω-
2010τήσας μάλιστα τότε, ἐάν τις τῶν Βουλευτῶν ἐπιθυμεῖ νὰ
2011λάβῃ τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Καὶ ἀφοῦ
2012ἐδήλωσεν ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀφοῦ
2013δηλαδὴ ἐχάραξε τὸ ὅριον, περὶ οὗ ὡμίλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
2014παρεστάθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καί τις ἄλλος, οἵτινες
2015ἐζήτησαν νὰ ὁμιλήσουν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Καὶ
2016τότε τὸ ὅριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2017σεως ἐθεώρησεν ἀνυπέρβλητον, παρεβιάσθη παρ’ αὐτοῦ τοῦ
2018Προέδρου τῆς Βουλῆς, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔδωκε
2019τὸν λόγον εἰς τὸν ζητήσαντα αὐτὸν συνάδελφον, μολονότι
2020εἶχε δηλώσει ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,
2021καθ’ ἣν στιγμὴν ἔπαυεν ἕτερος τῶν συναδέλφων ὁμιλῶν.
2022Δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον λοιπὸν θὰ ἀρνηθῇ τὸ Προε-
2023δρεῖον τὸν λόγον εἰς τοὺς ζητοῦντας αὐτόν. Ὅλη αὐτὴ ἡ
2024συζήτησις μᾶς ἤγαγε κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
2025γοῦ εἰς τὸ νὰ συζητῶμεν, ἐὰν πρέπῃ νὰ γείνῃ ψηφοφορία, ἵνα
2026δηλώσῃ ἡ Βουλὴ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Προεδρεῖον, τῆς ὁποίας
2027δηλώσεως, νομίζω, οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη, ἀφοῦ οὐδόλως ὁ
2028ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξέφρασεν ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης εἰς τὸ
2029Προεδρεῖον. Καὶ ἐὰν ἡ ἐμὴ μαρτυρία δύναται νὰ συντρέξῃ
2030εἰς τὴν πιστοποίησιν τῆς ἀκριβείας τῶν λόγων του, δύναμαι
2031νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι παρακαθήμενος ἐδῶ, παρὰ
2032τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς, δὲν ἤκουσα λεχθὲν τοιοῦ-
2033τόν τι, διότι τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ ἐμοῦ
2034ὁμοία εἶναι ἡ γνώμη, καὶ οὐδέποτε θέλομεν ἐκφράσει ἔλλει-
2035ψιν ἐμπιστοσύνης εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπάρχει
2036λοιπὸν λόγος τις, ὅπως καταλήξωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Ἐὰν
2037ὅμως εἰς τὴν ψηφοφορίαν ταύτην ἐπιμένῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2038Κυβερνήσεως, στηριζόμενος εἰς τὰς δυνάμεις του, ἡμεῖς δὲν
2039θέλομεν τὸν παρακολουθήσει, διότι, ὡς εἶπον, οὐδένα λόγον
2040ἔχομεν νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν.
2041§207ΣΤΑΗΣ. Πρὸ πάντων εἶχον καθῆκον νὰ λάβω τὸν λόγον
2042ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος διὰ νὰ βεβαιώσω τὸν
2043ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπαί-
2044τιος τῆς καταστάσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἔφερε τὰ παράπονα.
2045Ἴσως καὶ ἐγὼ συνετέλεσα εἰς τοῦτο, ἴσως καὶ συνάδελφοί τινες
2046τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ἀλλὰ ὁ κύριος παράγων τοῦ ἐρεθισμοῦ,
2047ἢ, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν αὐτὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν ἄλλοι
2048μετεχειρίσθησαν, τῆς νευροπαθείας, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ
2049εὑρέθη, εἶναι ἄλλος λόγος, ἴσως εἶναι τὸ πρῶτον ἐν τῇ ἡμε-
2050ρησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ταράτ-
2051τει τὰ νεῦρά τινων. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ δηλώσω ῥητῶς, ὅτι οὐδε-
2052μίαν ἀφορμὴν παραπόνου κατὰ τοῦ κ. Προέδρου ἐλάβομεν
2053ἐν τῷ διαστήματι τῶν ληξασῶν συνόδων· διότι ὁμολογουμέ-
2054νως ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διηύθυνε ταύτας
2055μετ’ ἄκρας ἀμεροληψίας. Συνέβαινεν ἐνίοτε νὰ παραπονεθῇ
2056τις, διότι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, μὴ ἔχων ὀξεῖαν
2057τὴν ὅρασιν, δὲν παρατηρεῖ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διὰ νεύματος
2058ζητοῦσι νὰ λάβωσι τὸν λόγον. Τοῦτο καὶ εἰς ἐμὲ συνέβη,
2059ἀλλ’ οὐδέποτε ἐξέφρασα παράπονον, διότι βεβαίως δὲν εἶναι
2060ὑπαίτιος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲν εἶδε τὰ νεύματα
2061ταῦτα. Ἀναμφιβόλως λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ
2062σήμερον ἔπραξεν ὅ,τι συνήθως πράττει, ἤτοι ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ
2063εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν χωρὶς ν’ ἀντιληφθῇ, ὅτι τινὲς,
2064μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶμαι καὶ ἐγὼ, ἐζήτησαν διὰ νεύματος
2065τὸν λόγον...
2066§208ΡΑΛΛΗΣ. Συνέβη καί τι πλέον, ἠθέλησε ἡ πλειοψηφία
2067νὰ ἐμποδίσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν Κυθήρων νὰ ὁμιλήσῃ.
2068§209ΣΤΑΗΣ. Δὲν γνωρίζω τοῦτο· γνωρίζω μόνον, ὅτι ὁ κ.
2069Πρόεδρος τῆς Βουλῆς βεβαίως δὲν ἀντελήφθη ὅτι ἐζήτησα τὸν
2070λόγον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εὐθὺς ὡς ἐγὼ ἀπεπεράτωσα
2071τὴν ὁμιλίαν, λαβὼν εἰς χεῖρας τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἶπεν
2072«εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Πρὶν δὲ ὁ ἀξιότι-
2073μος ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος ζητήσῃ τὸν λόγον καὶ πρὶν ὁ κ.
2074Πρόεδρος ἀποπερατώσῃ τὴν φράσιν του, ἐγὼ τὸν διέκοψα, καὶ
2075εἶπον: «κύριε Πρόεδρε!...» Δὲν εἴχομεν λοιπὸν εἰσέλθει εἰς τὴν
2076ἡμερησίαν διάταξιν. Τί δὲ λέγει ὁ Κανονισμός: Νομίζω ὅτι
2077ὑπάρχει ἐν τῷ ἄρθρῳ 23 διάταξις, ἡ ὁποία ἀποδίδει εἰς ἐμὲ
2078τὸ δίκαιον, διότι λέγει: «Ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος· συζήτησις
2079δὲν περατοῦται, πρὶν ἢ ἀγορεύσωσι πάντες οἱ ἐγγραφέντες καὶ
2080οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον.» Ὥστε, ἐὰν δὲν ἦναι ἐγγεγραμ-
2081μένοι, πρέπει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς βεβαίως νὰ ἐρωτήσῃ,
2082ἐὰν ἐζήτησέ τις ἢ ἐὰν ζητῇ τὸν λόγον. Καὶ τοῦτο πράττει
2083πάντοτε ὁ κ. Πρόεδρος· σήμερον μόνον δὲν τὸ ἔπραξεν, ἀλλὰ
2084ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκ προθέσεως,
2085δὲν ἔσφαλεν, ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τὸ
2086ἔπραξεν, εἴτε παθὼν καὶ αὐτὸς τὸ πάθημα, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ
2087κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ὅτι ἔπαθεν ἅπασα ἡ Βουλή,
2088ἢ μὲ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ εἰσέλθωμεν τὸ ταχύτερον εἰς τὴν
2089ἡμερησίαν διάταξιν, ἵνα γείνῃ ἡ ψηφοφορία ἐκείνη, ἡ ἐπὶ τοῦ
2090νομοσχεδίου περὶ προικίσεως τῆς βασιλόπαιδος· ἀλλὰ βεβαίως
2091ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ διαπράξῃ
2092ἀπόπειραν κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Ὑποθέτω ἑπο-
2093μένως, ὅτι ἀδίκως παρέρχεται ὁ χρόνος, ἡμεῖς δὲ δὲν ἔχομεν
2094σκοπὸν νὰ παρεμβάλωμεν προσκόμματα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς
2095Βουλῆς, ὡς ἀπέδειξε μέχρι τοῦδε ἡ ἀνάμιξις ἡμῶν ἐν ταῖς
2096συζητήσεσι τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ὁ μόνος σκοπὸς ἡμῶν
2097εἶναι νὰ διαφωτισθῶμεν καὶ ἡμεῖς καὶ διαφωτίσωμεν τὴν συ-
2098ζήτησιν. Λαμβάνομεν μέρος πολλάκις καὶ κατὰ τὴν 11 τῆς
2099νυκτὸς καὶ κατὰ τὸ μεσονύκτιον καὶ κατὰ τὴν 1 τῆς πρωΐας,
2100ἐνῷ ἠδυνάμεθα ν’ ἀναχωρήσωμεν, ὡς πράττουσιν οἱ φίλοι τῆς
2101Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι πολὺ σπανίως εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ
2102Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔπραξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ
2103οὐδὲ ἅπαξ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔφερεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας,
2104ἢ ἐζήτησε νὰ παρακωλύσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Χθὲς, κύριε
2105Πρόεδρε, ἐγένετο ψηφοφορία. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ, ὅτι ἦσαν 13
2106ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) παρόντες
2107καὶ 92 ἐκ τῆς ἄλλης, καὶ γινώσκετε ὅτι, ἂν ἤθελον 2 ἢ 3
2108ἐκ τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ν’ ἀναχωρήσουν, ἀπαρτία δὲν
2109θὰ ὑπῆρχεν, ἀλλὰ δὲν ἀνεχωρήσαμεν, διότι δὲν κυριαρχεῖ εἰς
2110τὰς ἐργασίας ἡμῶν τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον θέλετε ν’ ἀποδώ-
2111σητε ἡμῖν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ εὑρεθῇ λύσις τις, ἵνα ἐξα-
2112κολουθήσῃ ἡ συζήτησις, εἰσερχομένης τῆς Βουλῆς εἰς τὴν
2113ἡμερησίαν διάταξιν.
2114§210ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέ-
2115χθησαν, ὥστε ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἀσχέτως πρὸς τὸ δίκαιον καὶ
2116πρὸς τὸ πρέπον ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐπίμονος διά-
2117θεσις καὶ ἀπόφασις τοῦ ἡγέτου τῆς πλειοψηφίας περὶ τῆς
2118προκλήσεως ἀποφάνσεως τῆς Βουλῆς.
2119Τὰ μετὰ τὴν πρότασιν λεχθέντα καθιστῶσιν αὐτὴν περιτ-
2120τὴν, καὶ ἤλπιζον ὅτι δὲν θὰ ἠδύναντο ἄλλοι νὰ ἔχωσιν ἐναντίαν
2121γνώμην. Λυποῦμαι ὅτι παρὰ ταῦτα ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ
2122Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δεικνύει ὅτι αἰσθάνεται ὅτι ὑπάρχει
2123αἰτία ἐπιβάλλουσα τὴν ἀνάγκην τῆς προκλήσεως τοιαύτης
2124γνώμης. Ὁπωσδήποτε, καὶ ἂν πρὸς εὐχαρίστησίν μου παρῃ-
2125τεῖτο αὐτῆς τῆς γνώμης, καὶ ἂν πρὸς λύπην μου ἐπιμείνῃ
2126εἰς αὐτὴν τὴν γνώμην, δὲν λησμονῶ ὅτι, ὡς πρὸ ὀλίγου ἔλε-
2127γον, τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βου-
2128λῆς καὶ πρὸς τὸ Προεδρεῖον δὲν ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ ἀρνηθῶ-
2129μεν, ἐμπιστοσύνην δηλαδὴ ἐπιβαλλομένην ἐκ τοῦ τρόπου,
2130κατὰ τὸν ὁποῖον διεξήγαγε μέχρι τοῦδε τὰς συνεδριάσεις·
2131διότι πολιτικὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ Προεδρεῖον, ὡς πρὸς
2132τὸ κατασκεύασμα τῆς πλειοψηφίας, βεβαίως δὲν ἔχομεν, καὶ
2133διὰ τοῦτο τὸ Προεδρεῖον δὲν ἐγένετο καὶ διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν.
2134Ἐμπιστοσύνην ὅμως ὡς πρὸς τὴν ἄσκησιν τῶν ὑψηλῶν κα-
2135θηκόντων τοῦ Προέδρου ἔχομεν, καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην ταύ-
2136την δυνάμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν κάλλιον ὡς ἔλλειψιν παρα-
2137πόνων. Διὰ τοῦτο δὲ, ἐὰν προκληθῶ ἵνα ψηφίσω περὶ τοιαύ-
2138της ἐμπιστοσύνης, θέλω ψηφίσει ὑπὲρ ταύτης. Ἐπειδὴ ὅμως
2139ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ διατυπώσει τῆς γνώ-
2140μης του περὶ τῆς ἀνάγκης τοιαύτης τινὸς ἀποφάνσεως ἐκ μέ-
2141ρους τῆς Βουλῆς παρήνειρεν ἐννοίας ἑρμηνευτικὰς τοῦ Κανο-
2142νισμοῦ τῆς Βουλῆς, τοῦτο καθιστᾷ δύσκολον τὴν ψῆφον ὑπὲρ
2143τῆς προτάσεως εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἀσπάζονται οὐχὶ τὰς
2144περὶ ἀμερολήπτου διεξαγωγῆς τῶν συνεδριάσεων γνώμας τοῦ
2145ἡγέτου τῆς πλειοψηφίας, τὰς ὁποίας συμμερίζομαι, ἀλλὰ τὰς
2146περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Κανονισμοῦ ἑρμηνείας καὶ τὰς γνώ-
2147μας περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ διεξάγων-
2148ται αἱ συνεδριάσεις. Καὶ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν παρα-
2149δέχονται τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τοῦ
2150Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑποστηριζομένην. Ὁ κ. Πρόεδρος
2151τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἐφάνη
2152ἀγωνιζόμενος νὰ περιστείλῃ τὰ ὅρια τοῦ δικαιώματος τοῦ
2153ἐλέγχου, τοῦ ἀσκουμένου διὰ τῶν ἐπερωτήσεων, καὶ ἔχω τὴν
2154πεποίθησιν, ὅτι εἰς τὴν διατύπωσιν τοιούτων ἰδεῶν ὁ κ. Πρόε-
2155δρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προέβη κατεχόμενος ἀκόμη
2156ἀπὸ τὴν ὀργὴν, ἡ ὁποία, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον
2157ἤρξατο τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, τὸν κατέλαβε. Διότι πλειστά-
2158κις ἤκουσα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπερμαχοῦν-
2159τος τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, δὲν νομίζω δὲ, ὅτι συμβιβά-
2160ζονται πρὸς ταύτην ὅσα πρὸ ὀλίγου ἐλέχθησαν, καὶ δι’ ὧν
2161ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑποστηρίζει, ὅτι
2162δὲν εἶναι ὀρθὸν οὔτε πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ μέχρι τοῦδε
2163κρατῆσαν ὁμοιομόρφως πάντοτε καὶ ἀπαρεγκλίτως σύστημα,
2164ὁσάκις πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως προβάλλονται ἐπερω-
2165τήσεις καί τινες ἐξ αὐτῶν περατοῦνται καὶ ἐξαντλεῖται ὁ ἀριθ-
2166μὸς τῶν ἐγγεγραμμένων ὅπως ἀγορεύσωσι, νὰ ἐρωτᾷ ὁ κ.
2167Πρόεδρος, ἂν ὑπάρχῃ τις θέλων νὰ ἀγορεύσῃ καὶ νὰ μὴ περιο-
2168ρίζηται εἰς μόνον τὸ σημείωμα αὐτοῦ, ἐὰν ἦναί τις ἐγγεγραμ-
2169μένος. Τοῦτο ἀκαταπαύστως γίνεται τακτικῶς, καὶ πάντοτε
2170ἐν τῇ Βουλῇ, τοῦτο δὲ καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν Σύνοδον καὶ κατὰ
2171τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν ἐτηρήθη ἐν ἀρχῇ αὐτῆς ὑπὸ τοῦ
2172κ. Προέδρου. Θεωρῶ δὲ πολὺ ἐπικίνδυνον τὸ δόγμα, ὅτι, ὅταν
2173τις ἀγορεύῃ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, πρέπει πᾶς θέλων
2174νὰ ὁμιλήσῃ νὰ ἦναι προσηλωμένος εἰς τὰ χείλη τοῦ ἀγορεύ-
2175οντος, καὶ ἢ νὰ σπεύσῃ νὰ δηλώσῃ ὅτι θέλει νὰ λάβῃ τὸν
2176λόγον, ἢ νὰ περιμένῃ πότε θὰ καταπέσῃ, οὕτως εἰπεῖν, ἡ
2177τελευταία λέξις ἐκ τοῦ στόματος τοῦ ἀγορεύοντος, ἵνα ζη-
2178τήσῃ τὸν λόγον. Ὅταν τοῦτο ὑποστηρίζηται ὡς ἔννοια τοῦ
2179Κανονισμοῦ, ὑποστηρίζηται ὡς ἑρμηνεία, παρακαλῶ τὸν
2180ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος
2181ἔχει μακροτέραν ἡμῶν πεῖραν, νὰ ἐνθυμηθῇ ποσάκις ἔσχομεν
2182ἀφορμὴν νὰ ὑποδείξωμεν, ὅτι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν συ-
2183ζητήσεων δὲν ἐπεκράτει ἡ ἀμεροληψία, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ
2184ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ζαΐμης διεξάγει τὰς συνεδριάσεις. Καὶ εἶναι μὲν
2185ἐπιθυμητὸν νὰ μὴ λάβωμεν ποτὲ ἀφορμὴν νὰ μετανοήσωμεν
2186διὰ τοιαύτην ἑρμηνείαν, ἀλλ’ εἶναι ἐπιθυμητότερον νὰ μὴ
2187δοθῇ ἡ ἑρμηνεία αὕτη. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῇ Πρόεδρος
2188μὴ ἔχων ἐστραμμένα συνήθως τὰ βλέμματα πρὸς τὴν πλευ-
2189ρὰν τὴν ἀποτείνουσαν τὰς ἐπερωτήσεις, καὶ ὅταν ἐπερωτῶν
2190τις διακόψῃ πρὸς στιγμὴν τὸν λόγον διὰ νὰ ἀναπνεύσῃ ἢ
2191νὰ σπογγίσῃ ἁπλῶς τὸν ἱδρῶτα αὑτοῦ, νὰ εἴπῃ ἀμέσως «εἰσ-
2192ερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Αὐτὸ θέλει ὁ κ. Πρόε-
2193δρος τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ἐπειδὴ τοιαῦταί τινες ἰδέαι ἐξε-
2194φράσθησαν παρὰ τοῦ διατυπώσαντος, τὴν γνώμην ὅτι πρέπει
2195ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ εἰς πρότασιν, ἡ ὁποία ἐνέχει τοιαύ-
2196τας ἐννοίας, δὲν θὰ δώσω ψῆφον, χωρὶς διὰ τούτου νὰ δηλῶ
2197ὅτι αἰσθάνομαι λόγον τινὰ νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι ἀμερολήπτως
2198καὶ ἀφατριάστως ὁ κ. Πρόεδρος διεξάγει μέχρι τοῦδε τὰ ἔργα
2199αὑτοῦ.
2200Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐκφράζω καὶ πάλιν τὴν
2201ἐπιθυμίαν νὰ μὴ κατήντα ἡ Βουλὴ εἰς ἀπόφανσιν ἐπὶ ζητή-
2202ματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἠκούσθη ἐναντία γνώμη. Ἐὰν
2203ὅμως προκληθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, ἐπαναλαμβάνω ὅτι,
2204καίτοι δὲν ἔχω ἀφορμὴν ψόγου ἢ ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης
2205πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τὸ Προεδρεῖον, πρότασιν ὅμως περὶ
2206τούτων, ἐνέχουσαν τὰς ἐννοίας καὶ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας
2207ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέφερε, βεβαίως δὲν θὰ ψη-
2208φίσω, ὡς ἀντιβαίνουσαν πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχω.
2209§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ
2210Τριφυλίας κ. Γεωργακοπούλου.
2211§212ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ Βουλή, καταδη-
2212λοῦσα πλήρη ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, μετα-
2213βαίνει εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀνα-
2214γεγραμμένων»
2215§213ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἐντελῶς ἐλεύθερος ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ προ-
2216καλέσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν νομίζει ὅτι πρέπει
2217νὰ προκαλέσῃ, ἀλλὰ οὐδόλως θὰ ἐμποδίσῃ ἡμᾶς κατόπιν νὰ
2218παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ, ἐὰν εἰσήλθομεν εἰς
2219τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἢ ὄχι.
2220§214ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ ἔθεσε καθαρῶς ὁ κ. Πρόε-
2221δρος τῆς Βουλῆς, ὅστις μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν
2222ἀξιοπρεπείας καὶ ἀμεροληψίας, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς τῷ ἀμφι-
2223σβητεῖ, σᾶς εἶπε καθαρῶς, πῶς ἀντελήφθη τὰ πράγματα,
2224καὶ πῶς μετέβη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Σᾶς εἶπε δὲ, ὅτι,
2225ἐὰν ἄλλος τις ἐζήτησε νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν, καὶ μὴ ἀντιλη-
2226φθεὶς αὐτοῦ δὲν τῷ ἔδωκε τὸν λόγον, διὰ τοῦτο νομίζει ὅτι
2227δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν πάλιν εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτή-
2228σεων. Τοῦτο θεωρῶ ὡς δυνάμενον νὰ ἀπειλήσῃ τὴν ἀξιοπρέ-
2229πειαν τοῦ Προεδρείου καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν δι-
2230καιοῦται νὰ ζητῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ὁ Πρόεδρος αὐτῆς. Οὐδεὶς,
2231κύριε Πρόεδρε, ἀμφιβάλλει, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς
2232οὕτως ἐσκέφθη, διότι, ὡς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας
2233κ. Βουλπιώτης ὡμολόγησε καὶ πάντες ὁμολογοῦσιν, ἡ ἀξιο-
2234πρέπεια καὶ ἡ ἀνατροφὴ καὶ τὸ παρελθὸν τοῦ κ. Προέδρου
2235τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐπιβάλλωσιν αὐτῷ μετ’
2236ἀμεροληψίας νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις. Ὅταν τοιαύτην
2237ἔχωμεν πάντες πεποίθησιν, δὲν ἀνέμενον ποτὲ νὰ γείνῃ τοσαύτη
2238συζήτησις ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπε-
2239ρωτήσεως εἶναι δικαίωμα ἀπεριόριστον· οὐδείς ποτε ἐφαντάσθη
2240νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἢ νὰ μειώσῃ τὸ δικαίωμα ἢ νὰ περιο-
2241ρίσῃ αὐτὸ, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο
2242ὁ υἱὸς τοῦ Ζαΐμη καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βου-
2243λῆς. Ὅταν ταῦτα πάντα συντρέχωσι, δὲν γνωρίζω διατὶ ὁ
2244ἡγέτης τῆς ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπιμένει ὅτι ἠδύ-
2245νατο νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως, ἐὰν μετα-
2246βῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Οὔτε ὁ χρόνος, οὔτε αἱ
2247περιστάσεις, οὔτε τὸ πρᾶγμα σπεύδει, κύριε Πρόεδρε, καὶ νο-
2248μίζω ὅτι καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἡ ἐξαι-
2249ρετικὴ θέσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀπαιτοῦσι νὰ μετα-
2250βῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δικαιοῦντες οὕτω τὸν κ.
2251Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
2252§215ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανὸν νὰ ἐκορέσθητε τῆς συζητή-
2253σεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, καὶ εὐλόγως, διότι, ὡς μανθάνω τὴν
2254στιγμὴν ταύτην, ὑπῆρξε μακρά. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν πα-
2255ρευρέθην καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς προηγηθείσης συζητή-
2256σεως, καὶ εἰσῆλθον μόλις περὶ τὰ τέλη αὐτῆς, ἀλλ’ ἀσχέτως
2257πρὸς τὴν συζήτησιν, ἀσχέτως πρὸς τὸ προκαλέσαν αὐτὴν
2258ἐπεισόδιον, εἰς ἀπορίαν εὑρίσκομαι, ὑπὸ ποίαν ἆρά γε ἔννοιαν
2259πρόκειται νὰ ψηφισθῇ πρότασις περὶ ἐμπιστοσύνης τῆς Βου-
2260λῆς πρὸς τὸ Προεδρεῖον. Μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ ἦναι πρωτο-
2261φανὴς εἰς τὰ χρονικὰ τῶν Κοινοβουλίων τοιαύτη ψῆφος. Νο-
2262μίζω μάλιστα, ὅτι εἶναι ἀληθὴς ταπείνωσις τῆς θέσεως τοῦ
2263Προέδρου τὸ νὰ ζητῆτε νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ πρὸς αὐτὸν τὴν
2264ἐμπιστοσύνην της. Ζητεῖτε νὰ ἐκφράσῃ ἡ πλειονοψηφία τὴν
2265ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὸν Πρόεδρον, καὶ προκαλεῖτε οὕτω
2266τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ἐκφράσῃ τὴν δυσπιστίαν αὐτῆς. Τὸ
2267τοιοῦτον μοὶ φαίνεται πρωτοφανὲς, τὸ ὁποῖον μόνον εἰς τὸ
2268Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν. Καὶ
2269ἀφοῦ μάλιστα, ὡς γνωστὸν, ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν ἐκ-
2270λογὴν τοῦ Προέδρου ἔδωκε λευκὰ ψηφοδέλτια, ἤδη διὰ τῆς
2271ψήφου ἴσως, τὴν ὁποίαν προκαλεῖτε, ζητεῖτε εἰς τὰ λευκὰ
2272ἐκεῖνα ψηφοδέλτια νὰ ἐγγράψῃ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸ ὄνο-
2273μα τοῦ ἐκλεχθέντος ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας Προέδρου, ἐκφρά-
2274ζουσα καὶ αὐτὴ πρὸς αὐτὸν τὴν ἐμπιστοσύνην της· ἀλλ’ ἐὰν
2275ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διευθύνῃ μὲν τὰς συνεδριάσεις μετ’
2276ἀμεροληψίας, συμβῇ ὅμως νὰ μὴ ἀκούσῃ, ὡς ἄνθρωπος, ὅτι
2277ἐζήτησέ τις τὸν λόγον, ἢ προβαίνει παραιτέρω, νὰ μὴ συμ-
2278περιφερθῇ καλῶς πρός τινα Βουλευτὴν, εἶναι τοῦτο λόγος ἐκ-
2279φράσεως ἐμπιστοσύνης; Μὴ ἆρά γε πρόκειται ἡ ψηφοφορία
2280αὕτη ν’ ἀντιτάσσηται κατὰ παντὸς, ὅστις ἤθελε παρουσια-
2281σθῆ εἰς τὸ μέλλον παραπονούμενος κατὰ τοῦ Προέδρου; Τίνος
2282εἴδους ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς ζητεῖτε τὴν ἔκφρασιν; Μήπως
2283ζητεῖτε τὴν ἔκφρασιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν χαρακτῆρα τὸν
2284ἀτομικὸν τοῦ κ. Προέδρου; πρὸς τὴν εὐσυνειδησίαν αὐτοῦ;
2285Μήπως θέλετε νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἠγέρθη ἐν τῇ Βουλῇ τοιοῦ-
2286τον ζήτημα, ζήτημα περὶ τῆς εὐσυνειδησίας, ζήτημα περὶ
2287τοῦ χαρακτῆρος τοῦ κ. Προέδρου; Ψῆφος ἐμπιστοσύνης τῆς
2288Βουλῆς ζητεῖται ὑπὲρ τῶν κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων,
2289διότι πρόκειται νὰ ἐπιδοκιμάζηται ἡ πολιτικὴ αὐτῶν· ἀλλὰ
2290ἔχει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὡς τοιοῦτος πολιτικήν; Περὶ
2291τίνος ἐπρόκειτο; Ἐπρόκειτο περὶ συγκεκριμένου τινὸς περιστα-
2292τικοῦ, ἐὰν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅτε ἐζή-
2293τησέ τις τὸν λόγον, ἐὰν εἶχε δίκαιον ὁ Βουλευτὴς ἢ ἄδικον,
2294ἢ μᾶλλον ἐὰν ὁ Βουλευτὴς οὐδόλως ἀπίθανον νὰ εἶχε δί-
2295καιον, ἐναντίον τῆς ἀντιλήψεως τοῦ κ. Προέδρου· μήπως τοι-
2296οῦτον προηγούμενον καὶ τεκμήριον ἀλάνθαστον θέλετε νὰ
2297καθιερώσητε διὰ τὸ μέλλον; Τί σημαίνει αὐτὴ ἡ ἐμπιστοσύ-
2298νη; Σημαίνει τι, ἀλλὰ δυστυχῶς δυσάρεστον· προτείνεται ἡ
2299ἔκφρασις ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν Πρόεδρον, καὶ
2300ἐξευτελίζεται οὕτω τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ, διότι προφανῶς γίνε-
2301ται χρῆσις τῆς θέσεως τοῦ Προέδρου, ὡς ὀργάνου, ἵνα ἐκ-
2302φρασθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ
2303ἀξίωμα τοῦ Προέδρου οὕτω πως ὑποβιβάζεται ἀπὸ τὴν ὑψηλὴν
2304θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ διατηρεῖ ὁ Κανονισμὸς καὶ τὰ κοι-
2305νοβουλευτικὰ ἔθιμα. Ἀλλὰ μήπως ἠκούσατε ἔκφρασιν μομφῆς
2306παρά τινος τῶν Βουλευτῶν; Οὐχί. Δωρεὰν λοιπὸν θέλετε νὰ
2307καταβιβάσητε τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς οὐ μόνον ἀπὸ τὴν
2308θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν θέτει αὐτὸν ὁ Κανονισμὸς, ἀλλὰ καὶ
2309ἀπὸ τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἔθεσαν αὐτὸν αἱ ἐκφράσεις τῆς ὑπολή-
2310ψεως τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰς ὁποίας ἠκούσατε·
2311θέλετε νὰ καταβιβάσητε αὐτὸν εἰς τὴν κονίστραν τοῦ κομμα-
2312τισμοῦ. Καὶ ἂν κακῶς παρ’ ἡμῖν ἐθεωρήθη ἡ ἐκλογὴ τοῦ
2313Προέδρου ὡς ζήτημα πολιτικὸν, ἀφήσατε νὰ μείνῃ εἰς τοῦτο
2314καὶ μόνον ἡ κατάχρησις αὕτη, καὶ μὴ θεωρεῖτε τὸν Πρόε-
2315δρον ὡς κομματάρχην ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Μὴ ἀναμιγνύετε τὰ
2316ζητήματα τὰ πολιτικὰ μὲ τὰ ζητήματα τῆς ἐκτιμήσεως
2317πρὸς τὸ Προεδρεῖον. Ἐὰν περιτυλίξητε τὸν Πρόεδρον εἰς τὰ
2318δίκτυα τοῦ κομματισμοῦ, καταστρέφετε τὸ Προεδρεῖον.
2319§216Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψουν οἱ ἀξιό-
2320τιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐπανειλημμένως ἔλαβον τὸν λό-
2321γον, ὅπως πείσωσι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ
2322τῶν συζητήσεων, ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῷ ἀδίκῳ, νὰ εἴπω αὐ-
2323τοῖς, ὅτι ματαιοπονοῦσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2324ἔχει μακρὰν κοινοβουλευτικὴν πεῖραν, καὶ γνωρίζει κάλλιστα,
2325ὅτι ἐπιμένων δὲν συμμορφοῦται μὲ τὸν Κανοισμὸν, ὅτι δὲν εὑ-
2326ρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ. Ὥστε πᾶσα συμβουλὴ καὶ προτροπὴ
2327δὲν θὰ πείσῃ αὐτὸν, ὅτι ἔχει ἄδικον, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2328Κυβερνήσεως ἄλλα ἔχει ἐν τῷ νῷ καὶ ἄλλα λέγει. Ὁ κ.
2329Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει νὰ φανατίσῃ τὴν πλειοψη-
2330φίαν (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ). Μὴ θορυβεῖτε! Θὰ πεισθῆτε
2331περὶ αὐτοῦ. Θέλει νὰ φανατίσῃ τὴν πλειοψηφίαν, ἵνα ἐξακο-
2332λουθήσῃ τὰς συνειθισμένας παννυχίδας καὶ οὕτω μετὰ 3 ἢ 4
2333ἡμέρας ἀπαλλαγῇ καὶ τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τῆς μειοψηφίας.
2334Ὥστε δὲν βλέπω διατὶ οἱ ἀξιότιμοι ῥήτορες τῆς Ἀντιπολι-
2335τεύσεως θέλουσι νὰ πείσωσι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνή-
2336σεως περὶ τοῦ ἐναντίου.
2337§217ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον
2338τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ τὴν πλειοψηφίαν, νὰ μὴ ἐπιμένῃ
2339εἰς τὴν ψηφοφορίαν, καθόσον δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν
2340ὁποῖον ἐπιμένει. Διότι, εὐθὺς ὡς ἤρχισεν ἡ συζήτησις, διευ-
2341κρινίσθησαν τὰ πράγματα, καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Βουλευ-
2342τὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ
2343τις, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εὑρίσκεται ἐν τῷ ἀδίκῳ,
2344ἀλλ’ ὅτι προέβη εἰς τοῦτο, διότι δὲν ἀντελήφθη καλῶς, ὅτι ὁ
2345ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης ἐζήτησε τὸν λόγον. Ἐγὼ
2346λέγω, ὅτι καὶ καλῶς ἔπραξε, θέλων ν’ ἀποφύγῃ τὴν ταρα-
2347χὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀνεφάνη ἐν τῇ Βουλῇ· τοῦτο δὲ δὲν
2348τὸ ἔπραξεν ἐκ κακῆς προθέσεως. Ἑπομένως, ἀφοῦ οὐδεὶς ἀπο-
2349δίδει κακὴν πρόθεσιν, ἀφοῦ καλῶς διευκρίνησε τὰ λεχθέντα
2350ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι οὐδεὶς ἔχει παράπονον κατὰ
2351τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, τί ἐπιμένετε νὰ δείξητε σήμε-
2352ρον; πρὸς τί ἡ ἐπιμονή; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπι-
2353μένῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς ψηφοφορίαν, ἀλλὰ νὰ προβῶμεν εἰς
2354τὰς ἐργασίας μας.
2355§218ΚΟΡΠΑΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου,
2356καὶ διὰ τοῦτο θὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἀλη-
2357θῶς ἐζήτησε τὸν λόγον πρὶν ἢ ὁ κ. Πρόεδρος εἴπῃ «εἰσερχό-
2358μεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν»· εἶναι ἀναμφισβήτητον...
2359§219ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι! ὄχι!
2360§220ΚΟΡΠΑΣ. Μάλιστα, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλ’ ὅτι ὁ
2361κ. Πρόεδρος δὲν ἀντελήφθη τοῦτο, εἶναι ἐπίσης βεβαιότατον·
2362καὶ ἐγὼ, ὀλίγας στιγμὰς πρὸ τούτου ἐγερθεὶς διὰ νὰ ζητήσω
2363τὸν λόγον, παρετήρησα ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος δὲν μὲ ἀντελήφθη.
2364Προκειμένου ὅμως νὰ ψηφίσω, ἐὰν ἔχω ἐμπιστοσύνην, ὅτι ὁ
2365κ. Πρόεδρος διευθύνει τὰς συνεδριάσεις μετ’ εὐσυνειδησίας καὶ
2366ἀμεροληψίας, θὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τῆς προτάσεως ταύτης,
2367διότι τοιαύτην ἔχω πεποίθησιν.
2368§221ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ τὴν ἀνάγκην νὰ
2369δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ὑπάρχουσιν ἀκριβῶς ἐν τῇ
2370προτάσει, ἥτις ὑπεβλήθη, δύο ἰδέαι· ἡ μία ἐκφράζει ἐμπι-
2371στοσύνην πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἡ ἑτέρα, ἡ οὐ-
2372σιαστικὴ, εἶναι ἐὰν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἡ
2373πρώτη ἰδέα οὐδεμίαν ἀπήντησεν ἐν τῇ Βουλῇ ἀμφισβήτησιν,
2374οὐδεὶς τῶν ἀγορευσάντων ἐξέφερε δυσπιστίαν πρὸς τὸ Προε-
2375δρεῖον· δὲν ὑπάρχει ἑπομένως θέμα ψηφοφορίας. Ἀλλὰ μὴ
2376ὑπάρχοντος θέματος, διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, εἶναι
2377καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπώλεια χρόνου ἡ ψηφοφορία· καὶ ἐγὼ τοὐ-
2378λάχιστον θέλω ἀρνηθῆ ψῆφον, διότι δὲν δύναμαι νὰ ψηφο-
2379φορήσω ἐπὶ θέματος μὴ ὑπάρχοντος. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνη-
2380σις θέλῃ νὰ προκαλέσῃ ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ οὐσιαστικοῦ
2381θέματος, τὸ ὁποῖον εἶναι, ἐὰν εἰσήλθομεν ἢ ὄχι εἰς τὴν ἡμε-
2382ρησίαν διάταξιν, ἐπὶ τούτου δύναται νὰ γείνῃ ψηφοφορία,
2383ἐπὶ τοῦ ἄλλου ὅμως θέματος δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ, διότι
2384δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις.
2385§222ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ θέλω δι’ ὀλίγων ἐξηγήσει
2386τὴν ἄρνησιν τῆς ψήφου μου. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἐκφράσεως
2387ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐγὼ οὐ-
2388δένα δισταγμὸν θὰ εἶχον νὰ ἐκφράσω τὴν ἐμπιστοσύνην μου,
2389ἀλλὰ τὰ συμβάντα κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην οὐδόλως ἐκλό-
2390νισαν τὴν πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ λέξεις,
2391δι’ ὧν συνώδευσε τὴν αἴτησιν αὐτοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ.
2392Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περιεῖχον περιορισμοὺς τοῦ δικαιώ-
2393ματος τῆς Βουλῆς ἐν τῷ ἐλέγχῳ τῶν πράξεων τῆς Κυβερ-
2394νήσεως, ἐπειδὴ δὲ ἐλέχθησαν καὶ μετά τινος μομφῆς κατὰ τῆς
2395συμπεριφορᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει,
2396ἕνεκα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι πρὸς τὸ
2397Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ἡ
2398ὁποία ὑπεβλήθη, καὶ διὰ τοῦτο θέλω ἀπόσχει.
2399§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ράλλης ἐζήτησε τὸν χωρισμὸν τῆς
2400προτάσεως.
2401§224Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν
2402ἀντίῤῥησιν. Ἐγράφη οὕτως ἡ πρότασις, διότι αὕτη εἶναι ἡ
2403τακτικὴ ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις τῆς Εὐρώπης· ὅταν μετὰ συ-
2404ζήτησιν ἐπερωτήσεων πρόκειται νὰ κηρυχθῇ τὸ πέρας τῆς
2405συζητήσεως τῶν ἐπερωτήσεων, τότε ψηφίζει ἡ Βουλὴ τὴν
2406ἡμερησίαν διάταξιν, δηλ. ψηφίζει τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως.
2407Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι ἀπο-
2408κλείεται τὸ δικαίωμα τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουσι
2409νὰ ψηφοφορηθῇ, ἂν ἡ Βουλὴ μετέβη ἢ μὴ εἰς τὴν ἡμερη-
2410σίαν διάταξιν· ἡμεῖς θέτομεν τὸ ζήτημα, ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ
2411ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Προεδρεῖον ἢ οὔ· ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐκφέρῃ
2412ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Προεδρεῖον, δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφο-
2413ρίαν, ἐὰν μετέβη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἢ οὔ.
2414§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐρωτᾶται ἐπὶ τοῦ πρώτου μέ-
2415ρους τῆς προτάσεως, ἔχοντος ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλή, καταδη-
2416λοῦσα πλήρη ἐμπιστοσύνην πρὸν τὸν Πρόεδρον αὐτῆς...»
2417Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παρα-
2418δεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2419(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
2420ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Τρ. Σχινᾶ καὶ Ι. Γ. Λάπ-
2421πα, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον
2422ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2423Μιλτιάδης Δάλλας Ν Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ν
2424Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Χρ. Στεφανόπουλος Ν
2425Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Ν Γεώργ. Κρεστενίτης
2426Ν. Σμολέντς Ν Γεώργ. ΠαπακυριακόπουλοςΝ
2427Δημ. Οἰκονομίδης Ν Δημοσθ. Δόγκας Ν
2428Δημοσθ. Καΐρης Ν Ἰωάν. Σισίνης Ν
2429Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Στέφ. Σκουλούδης
2430Κωνστ. Νεγρεπόντης Ν Γεώργ. Πετούσης Ν
2431Ἰωάν. Πετρίδης Ἀριστου. Βαλέττας
2432Νικολ. Φαρμακόπουλος Ν Νικ. Νομικός Ν
2433Σωτήρ. Δανόπουλος Ν Πέτρος Δελένδας Ν
2434Χρ. Βότσαρης Κωνστ. Πεταλᾶς Ν
2435Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης ἀρν.
2436Σπυρ. Βαρζέλης Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν
2437Νικόλαος Λεβίδης Ν Θεόδ. Ζαΐμης
2438Κωνστ. Κολιάτσος Λεων. Πετιμεζᾶς
2439Δημοσθ. Σκυλίτσης Γεώργ. Σιβιτανίδης Ν
2440Ἀθαν. Μουτσόπουλος Ν Γιαννούσιος Τάκης Ν
2441Ι. Δ. Καλλιφρονᾶς Ν Νικ. Δαγρὲς Ν
2442Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Ν Κωνστ. Φλέσσας
2443Ἀλέξ. Σπ. Σοῦτσος Ν. Σάλμας Ν
2444Δ. Γ. Ράλλης ἀρν.Δημ. Τερτίπης
2445Ἀλέξ. Ψύλλας Ν Ἰωάν. Παλάσκας Ν
2446Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ν Ἰωάν. Σταμούλης Ν
2447Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Ν Κίμων Βελλίνης Ν
2448 Ξενοφ. Τσαμαγκίδης
2449Ἀθ. Ἴσκος Ἰωάν. Καζαμπάκας Ν
2450Κωνστ. Τοπάλης Ι. Στεφάνου Ν
2451Νικ. Σγινᾶς Ν Παν. Λεβέντης
2452Γεώργιος Φιλάρετος Ἀλέξ. Κοντόσταυλος
2453Νικ. Σταματιάδης Ν. Χατζηνικολῆς Ν
2454Ἰωάν. Γιαννακόπουλος Ν Γεώργ. Κόρπας Ν
2455Ἐπ. Μαυρομμάτης Ἀχιλ. Ἀγάθος Ν
2456Γ. Γρίβας Ν Κωνστ. Βασιλάκης
2457Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν Ἰωάν. Σέχος
2458Περ. Ἀλεξάκης Ν Νικ. Βασιλάκης Ν
2459Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀθ. Παραμυθιώτης Ν
2460Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος Ν Γεώργ. Θεοτόκης
2461Π. Λαμπρινόπουλος Ν Γεώργ. Καποδίστριας
2462Χαρ. Τζανετάκης Ν Δημ. Οἰκονόμου Ν
2463Γ. Λ. Πετροπουλάκης ἀρν.Δημ. Πετρίδης
2464Πολύμ. Ζαρίμπας Ν Π. Ζούζουλας Ν
2465Χρ. Μαστραπᾶς Κωνστ. Σκαρπέτης Ν
2466Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Ν
2467Κων. Παπαμιχαλόπουλος Νικόλαος Βαλσαμάκης
2468Π. Ρίτσος Ν Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς Ν
2469Ἀνδρ. Βασιλείου Ν Δημ. Σβορῶνος Ν
2470Σπ. Τσιτσάρας Ν Ἄθως Ρωμάνος
2471Δημ. Χατζόπουλος Διον. Καλούτσης
2472Δημ. Βουλπιώτης Σπ. Ε. Στάης
2473Μιχ. Ἰατρίδης Χ. Κ. Βοζίκης
2474Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ῥώμας Ν Νικ. Σταματόπουλος Ν
2475Κ. Δ. Βοῦλτσος Θ. Πέῤῥος Ν
2476Γ. Μελισσηνός Ν Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ν
2477Διον. Μυλωνᾶς Δημοσθ. Μανουσάκης Ν
2478Δημοσθ. Ματάλας Πανουρ. Πανουργιᾶς
2479Ἀρ. Μελετόπουλος Ν Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
2480Νικ. Γκουζούλης Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος Ν
2481Δημ. Πιπινόπουλος Ν Ἰω. Τσερτίδης Ν
2482Χασάν βέης Πετρεδὴν βέης Ν Χρ. Τζίνος Ν
2483Φιλώτας Ἰσχόμαχος Ν Δημ. Βότσης
2484Ἰωάννης Λάππας Ν Πίνδ. Ἀντωνόπουλος
2485Ἀλέξ. Ἀλεξανδρόγιαννος Ν Παναγ. Σάκκης Ν
2486Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν Δ. Ε. Καλογερόπουλος Ν
2487Π. Μπογδάνος Ν Νικ. Καράπαυλος
2488Β. Βασιλειάδης Ν Ἰωάννης Βρυώνης Ν
2489Ἀθ. Εὐταξίας Π. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
2490Ἰω. Μπακόπουλος Νικόλ. Δημητριάδης
2491Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Γ. Ν. Μπούμπουλης
2492Φίλ. Βάρβογλης Ν Ἀντ. Γουδῆς Ν
2493Ν. Τριανταφυλλάκος Ἀθ. Λαδόπουλος Ν
2494Ἠλ. Ζέγγελης Ν. Βαφειαδάκης Ν
2495Λάμπρος Σινανιώτης Ν Γ. Παγανέλης Ν
2496Ἰω. Βούτουνας Ν Ἀλοΐσιος Τόμαν
2497Γ. Μαλέας Ν. Δρόσος Ν
2498Γ. Νικολαΐδης Ν Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν
2499Λεων. Δεληγεώργης Σωτ. Χατζηγάκης Ν
2500Μιλτ. Γουλιμῆς Νικ. Ταρμπάζης Ν
2501Παν. Μερλόπουλος ἀρν Κωνστ. Χατζηπέτρος Ν
2502Περ. Μποῦτος Ν Θεόδ. Κριεμάδης Ν
2503Ἀλκ. Δεληγιάννης Εὐστ. Κοκκέβης Ν
2504Ἀντ. Καρατζάς Ν. Γεωργακόπουλος Ν
2505Πέτρ. Ταταράκης Ν Σωτήρ. Σωτηρόπουλος
2506Γεώργ. Κουλούρης Ν Δημ. Καμαριώτης
2507Ὄθων Μαύρος Ν Διον. Στάϊκος
2508Ἐλευθ. Μυζώνιος Ν Ἀριστόβουλος Μάνεσης
2509Μιλτ. Βαρότσης Ν Σπ. Δεϊμέζης Ν
2510Γεώργ. Σισμάνης Ν Θεόδ. Λιμπρίτης Ν
2511Γεώργ. Πλατανιώτης Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
2512Ἰω. Καναβός Θεόδ. Γκίκας Ν
2513Γ. Φαρμακόπουλος Ν Παντελῆς Γκίκας Ν
2514Μιχ. Ἰατρὸς Νικ. Τσαμαδός
2515Α. Πετσάλης Ν Χριστόδουλος Στεριάδης Ν
2516Παῦλος Ραζέλος Νικόλ. Κοντογιάννης Ν
2517Ἄθ. Πιεῤῥάκ. Μαυρομιχάλης Κομνᾶς Τράκας Ν
2518Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ν Ν. Χατζῖσκος
2519Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν Τριαντάφυλλος Σχινᾶς Ν
2520Χαρ. Κανελλόπουλος Ν Δημ. Κρίτσας
2521Π. Λαμπρούλιας Ν Μιχ. Κακαρᾶς Ν
2522Σπ. Τυπάλδος Φορέστης Ν Γ. Ἀβέρωφ Ν
2523Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς Κ. Βαρατάσης Ν
2524Θεόδ. Βελλιανίτης Ν Ἀλεξ. Μ. Κανάρης Ν
2525Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ἰω. Α. Κανάρης Ν
2526Λ. Καραλίβανος
2527§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 129. Ἐκ τούτων 125
2528ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, κατὰ τῆς προτάσεως οὐδείς,
2529καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἐξεδήλωσε
2530πλήρη ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς διὰ
2531ψήφων 125.
2532Ἤδη πρόκειται εἰς ψηφοφορίαν ἡ δευτέρα πρότασις, ἐὰν
2533δηλ. ἡ Βουλὴ εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2534§227ΚΩΝ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δι’ ἀναστάσεως.
2535§228Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅπως θέ-
2536λουσιν οἱ Κύριοι.
2537§229ΡΑΛΛΗΣ. Δι’ ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορον, ἐὰν θὰ γείνῃ δι’ ἀνα-
2538στάσεως ἢ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Θεωρῶ ὅμως, ὅτι εἶναι
2539κάκιστον προηγούμενον, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται εἰς τὴν νομολο-
2540γίαν τῆς Βουλῆς, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφαίνηται ἐὰν
2541εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἢ ὄχι.
2542§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσῆλθεν
2543εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
2544(Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2545§231Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τώρα ἔχο-
2546μεν τὴν ψήφισιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2547προικὸς τῆς βασιλόπαιδος Μαρίας. Ἐγένετο ψηφοφορία, ἐὰν
2548ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου θὰ γείνῃ φανερὰ ἢ μυστικὴ ψηφοφορία.
2549Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι θὰ γείνῃ φανερά. Τώρα λοιπὸν πρέ-
2550πει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου
2551δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2552§232ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
2553§233ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μεταξὺ δύο ψηφο-
2554φοριῶν δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε.
2555§234Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύναται νὰ
2556δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφόν του.
2557§235ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Πρόκειται μόνον περὶ δικαιολογίας τῆς ψή-
2558φου μου, καὶ νομίζω ὅτι ἔχω τοιοῦτον δικαίωμα.
2559§236ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
2560§237ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Φρονῶ ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ὑπὸ τὴν ψῆ-
2561φον τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου, ὡς ἐγένετο, ὑπῆρξε σφάλμα
2562τῆς Κυβερνήσεως, διότι αὕτη δὲν ἐξετίμησε τὰς περιστάσεις,
2563τὰς ὁποίας διέρχεται ὁ τόπος, περιστάσεις ἐξωτερικὰς, περι-
2564στάσεις ἐσωτερικὰς, ὑφεστώσας καὶ ὑποφαινομένας. Διὰ
2565τοῦτο θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον· ἐλπίζω δὲ, ὅτι τὸ
2566σφάλμα, τὸ ὁποῖον διέπραξεν ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἐπανορθώσῃ
2567ἡ σύνεσις καὶ ἡ μεγαλοφροσύνη τοῦ Ἡγεμόνος, ἀρνουμένου
2568νὰ κυρώσῃ τὸν νόμον.
2569§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομο-
2570σχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2571(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
2572τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Μ. Κανάρη καὶ
2573Ι. Τσερτίδου, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτό-
2574κολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2575Μιλτ. Δάλλας Ν
2576Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ἀθ. Ἴσκος
2577Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Ν Κωνστ. Τοπάλης
2578Ν. Σμόλενιτς Ν Νικ. Σχινᾶς άρν.
2579Δημ. Οἰκονομίδης Ν Γεώργ. Φιλάρετος Ο
2580Δημοτό. Καΐρης Νικ. Σταματιάδης
2581Ἔπαμ. Ἐμπειρίκος Ἰω. Γιαννακόπουλος Ν
2582Κωνστ. Νεγρεπόντης Ν Ἔπ. Μαυρομμάτης Ο
2583Ἰωάν. Πετρίδης Ι. Γρίβας Ν
2584Νικ. Φαρμακόπουλος Ν Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν
2585Σωτ. Δανόπουλος Ν Περ. Ἀλεξάκης Ν
2586Χρ. Βότσαρης Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης
2587Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ν Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν
2588Σπυρ. Βαρζέλης Π. Λαμπρινόπουλος Ν
2589Νικόλαος Λεβίδης Ν Χαρίλ. Τζανετάκης Ν
2590Κωνστ. Κολιάτσος Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ο
2591Δημοσθ. Σκυλίτσης Πολύμ. Ζαρίμπας Ν
2592Ἀθ. Μουτσόπουλος Ν Χρ. Μαστραπᾶς
2593Ι. Δ. Καλλιφρονᾶς Ν Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν
2594Ἀλέξ. Γ. Σκουζές Ν Κ. Παπαμιχαλόπουλος
2595Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος Π. Ρίτσος Ν
2596Δημ. Γ. Ράλλης Ο Ἀνδρ. Βασιλείου Ν
2597Ἀλέξ. Ψύλλας Ν Σπ. Τσιτσάρας Ν
2598Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ν Δημ. Χατζόπουλος
2599Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Ν Δημ. Βουλπιώτης Ν
2600Μιχ. Ἰατρίδης Νικ. Γκουζούλης
2601Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ῥώμας Ν Δημ. Πιπινόπουλος Ν
2602Κ. Δ. Βοῦλτσος Χασὰν βέης Πετρεδὴν βέηςΝ
2603Γ. Μελισσηνός Ν Φιλώτας Ἰσχύμαχος Ν
2604Διον. Μυλωνᾶς Ἰω. Λάππας Ν
2605Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ν Ἀ. Ἀλεξανδρόγιαννος Ν
2606Χ. Στεφανόπουλος Ν Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν
2607Γεώργ. Κρεστενίτης Π. Μπογδάνος Ν
2608Γ. Παπακυριακόπουλος Ν Β. Βασιλειάδης Ν
2609Δημοσθ. Δόγκας Ἀθαν. Εὐταξίας
2610Ἰω. Σισίνης Ν Ἰω. Μπακόπουλος
2611Στέφ. Σκουλούδης Ν Ἀρ. Σακελλαρόπουλος
2612Γεώργ. Πετούσης Ν Φίλ. Βάρβογλης Ν
2613Ἀριστομ. Βαλέττας Ο Ν. Τριανταφυλλάκος
2614Νικ. Νομικός Ν Ἠλ. Ζέγγελης
2615Πέτρος Δελενδάς Ν Λάμπρος Σινανιώτης Ν
2616Κωνστ. Πεταλᾶς Ἰω. Βούτουνας Ν
2617Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν Γ. Μαλέας Ο
2618Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν Γ. Νικολαΐδης Ν
2619Θεόδ. Ζαΐμης Λεων. Δεληγεώργης Ν
2620Δ. Πετιμεζᾶς Μιλτ. Γουλιμῆς
2621Γεώργ. Σιβιτανίδης Ν Παν. Μερλόπουλος Ο
2622Γιαννούσιος Τάκης Ν Περ. Μποῦτος Ν
2623Νικ. Δαγρές Ἀλκ. Δεληγιάννης Ο
2624Κων. Φλέσσας Ο Ἀντ. Καρατζᾶς
2625Ν. Σάλμας Ν Πέτρ. Ταταράκης Ν
2626Δημ. Τερτίπης Γεώργ. Κουλούρης Ν
2627Ἰω. Παλάσκας Ν Ὄθων Μαῦρος Ν
2628Ἰω. Σταμούλης Ν Ἐλευθ. Μυκώνιος Ν
2629Κίμων Βελλίνης Ν Μιλτ. Βαρότσης Ν
2630Ξενοφ. Τσαμαγκίδης Γεώργ. Σισμάνης Ν
2631Ἰωάννης Καζαμπάκας Ν Γεώργ. Πλατανιώτης
2632Ι. Στεφάνου Ν Ἰω. Καναβᾶς
2633Παν. Λεβέντης Γ. Φαρμακόπουλος Ν
2634Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Μιχ. Π. Ἰατρός
2635Ν. Χατζηνικολῆς Ν Δ. Πετσάλης Ν
2636Γεώργ. Κόρπας Ν Παῦλος Ραζέλος
2637Ἀχιλ. Ἀγάθος Ν Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχ. Ν
2638Κωνστ. Βασιλάκης Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
2639Ἰω. Σέχος Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
2640Νικ. Βασιλάκης Ν Χαράλ. Κανελλόπουλος Ν
2641Ἀθ. Παραμυθιώτης Ν Παν. Λαμπρούλιας Ν
2642Γεώργιος Θεοτόκης Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης Ν
2643Γεώργ. Καποδίστριας Ν Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς
2644Δημ. Οἰκονόμου Θεόδ. Βελλιανίτης Ν
2645Δ. Πετρίδης Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ν
2646Π. Ζούζουλας Ν Λ. Καραλίβανος
2647Κωνστ. Σκαρπέτης Ν Πανούργ. Πανουργιᾶς
2648Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
2649Νικολ. Βαλσαμάκης Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος
2650Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς ἀρν.Ἰω. Τσερτίδης Ν
2651Δημ. Σβορῶνος Ο Χρ. Τζῖνος Ν
2652Ἄθως Ῥωμάνος Δημ. Βότσης
2653Διον. Καλούτσης Πίνδ. Ἀντωνόπουλος
2654Σπ. Ε. Στάης Ο Παν. Σάκκης
2655Χ. Κ. Βοζίκης Δημ. Ε. Καλογερόπουλος Ν
2656Νικ. Σταματόπουλος Ν Νικ. Καράπαυλος
2657Θ. Πέῤῥος Ν Ἰω. Βρυώνης Ν
2658Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ν Π. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
2659Δημοσθ. Μανούσακης Ν Νικολ. Δημητριάδης
2660Δημοσθ. Ματάλας Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης
2661Ἀριστ. Μελετόπουλος Ν Ἀντ. Γουδῆς Ν
2662Ἀθ. Λαδόπουλος Ν Θεόδ. Λιμπρίτης Ν
2663Ν. Βαφειαδάκης Ν Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
2664Γ. Παγανέλης Ν Θεόδ. Γκίκας Ν
2665Ἀλοΐσιος Τόρμαν Παντελῆς Γκίκας Ο
2666Ν. Δρόσος Ν Νικ. Τσαμαδὸς Ν
2667Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Χριστόδουλος Στεριάδης Ν
2668Σωτ. Χατζηγάκης Ν Νικολ. Κοντογιάννης Ν
2669Νικ. Ταρμπάζης Ν Κομνᾶς Τράκας Ν
2670Κων. Χατζηπέτρος Ν Νικ. Χατζῖσκος
2671Θεόδ. Κριεμάδης Ν Τριαντάφυλλος Σχινᾶς Ο
2672Εὐστ. Κοκκέβης Ν Δημ. Κρίτσας Ο
2673Ν. Γεωργακόπουλος Μιχ. Κακαρᾶς
2674Σωτήρ. Σωτηρόπουλος Γ. Ἀβέρωφ Ν
2675Δημ. Καμαριώτης Κ. Βαρατάσης Ν
2676Διον. Στάϊκος Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν
2677Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ἰω. Α. Κανάρης Ν
2678Σπ. Δεϊμέζης Ν
2679§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 134. Ἐκ τούτων 118
2680εἶπον Ναί, 14 Ὄχι, καὶ 2 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως
2681ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο δεκτὴ διὰ ψήφων 118.
2682Προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου.
2683(Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1
2684καὶ 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συ-
2685ζήτησιν).
2686§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν.
2687(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 50′ μ. μ. Ἐπαναλαμ-
2688βάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.).
2689§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
2690(Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζή-
2691τησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥή-
2692σεως, τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια:
26931) Περὶ καταργήσεως τῆς εἰσπράξεως προσθέτου τέ-
2694λους ἐπὶ τῶν βραχειῶν ἐπιστολῶν κτ.λ. 2) Περὶ ἀνταλ-
2695λαγῆς ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ
2696τῆς Ἀγγλίας. 5) Περὶ ἐκποιήσεως κτημάτων τῆς Βαλ-
2697λιανείου δωρεᾶς ὑπὲρ τῆς Βαλλιανείου Βιβλιοθήκης.
26984) Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθη-
2699σαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ
27001896 ἐκ δραχ. 154,940. 5) Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγ-
2701μάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώ-
2702σεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1895 ἐκ δραχμῶν 159,142.51.
27036) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋ-
2704πολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ 1896
2705ἐκ δραχ. 52,922.50. 7) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώ-
2706σεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2707Οἰκονομικῶν τοῦ ἔτους 1896 ἐκ δραχμῶν 750,000.
27088) Περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 50,000 πρὸς
2709βοήθειαν τῶν ἐκ πλημμύρας ζημιωθέντων).
2710§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει
2711νομοσχέδιον πρέπει νὰ ἀναβληθῇ, διότι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπι-
2712τροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατετέθη μὲν σήμερον, ἀλλὰ
2713οὔτε ἐτυπώθη, οὔτε διενεμήθη.
2714Προβαίνομεν εἰς τὸ ἀμέσως ἑπόμενον, ἤτοι εἰς τὸ ἑνδέκατον
2715ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
2716Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταβολῆς ἐκ τοῦ
2717δημοσίου ταμείου δρ. 421,519.88 διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ
2718σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν καὶ περὶ εἰσαγωγῆς εἰς τὸ
2719δημόσιον ταμεῖον φράγκων χρυσῶν 312,236.95.
2720(Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον
2721ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
2722Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς
2723γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ
2724ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια:
2725Περὶ τῶν πρὸς πληρωμὴν τῶν κατασκευαζομένων
2726ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἀναγραφο-
2727μένων ἐν τοῖς περὶ τούτου παραρτήμασι τοῦ προϋπο-
2728λογισμοῦ ἐσόδων καὶ ἐξόδων.
2729Περὶ ἐξόδων μεταφορᾶς καὶ ἀποστολῆς τῶν δημο-
2730σίων χρημάτων.
2731Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν δαπάνης πρὸς συμ-
2732πλήρωσιν ἐλλείψεων ἐν τῷ Ἐφηβείῳ Ἀβέρωφ κτλ.
2733Περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως περὶ κατασκευῆς καὶ
2734ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρομικῆς διακλαδώσεως τῆς
2735γραμμῆς Ἀγρινίου–Μεσολογγίου).
2736§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2737κυρώσεως συμβάσεων μετὰ τῆς νέας Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑται-
2738ρίας, τῆς Πανελληνίου Ἀτμοπλοΐας καὶ τῶν ἑταιριῶν Γου-
2739δῆ, Μακ–Δούαλ καὶ Διακάκη.
2740§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουρ-
2741γὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε τροπολογίαν, πρὸς ἐκπλήρω-
2742σιν ἐπιθυμίας ἐκδηλωθείσης ἐνταῦθα. Καλὸν εἶναι νὰ τὸ ἀνα-
2743βάλωμεν ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
2744§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
2745Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν
2746θέσεων τῶν βοηθῶν καὶ περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν
2747ἐπιστατῶν τῶν δημοσίων ἔργων.
2748(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤ-
2749ῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ
2750ἄρθρα 1–5, ὡς ἔχουσι).
2751§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
2752Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τῶν βουλευ-
2753τῶν κ.κ. Λεβέντη, Τοπάλη, Νεγρεπόντη, Δρόσου καὶ Παγα-
2754νέλη, περὶ προσθήκης δευτέρας παραγράφου, ἐχούσης ὡς ἑξῆς:
2755«Οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο διοριζόμενοι ὡς προσωρινοὶ
2756ἐπιστάται, ὧν ὁ μισθὸς ἐπιβαρύνει τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, πλὴν
2757τοῦ προϊσταμένου αὐτῶν, διορίζονται προτάσει τῶν οἰκείων
2758λιμενικῶν ἐπιτροπῶν, αἵτινες ὁρίζουσι καὶ τὰ τῆς μισθοδο-
2759σίας των.»
2760§247ΔΑΛΛΑΣ. Δὲν πρέπει νὰ ὁρίζηται διὰ τοῦ νόμου ἡ μι-
2761σθοδοσία;
2762§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ προτεί-
2763νουν τὸν μισθὸν αὐτοί, ἀλλὰ θὰ διορίζῃ ὁ Ὑπουργός. Δια-
2764τηρεῖται ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ.
2765§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τρο-
2766πολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πε-
2767ρισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2768(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’
2769ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα
2770τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς γʹ συζή-
2771τησιν).
2772§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2773διαχειρίσεως καὶ προστασίας τῶν δασῶν.
2774(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤ-
2775ῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς
2776ἔχουσι, τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1–18)
2777§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκεται).
2778§252ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νὰ ᾖναι ἀναπαλλοτρίωτον καὶ
2779ἀπαράγραπτον, εἶναι καταληπτόν· ἀλλὰ τὸ «οἱ ὁπωσδήποτε
2780καταλαβόντες δάσος ἀποβάλλονται διοικητικῶς», δὲν τὸ ἐννοῶ.
2781§253Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλ. ἡ κα-
2782τοχὴ αὐτῶν δὲν ἀναγνωρίζεται· εἶναι κατοχὴ, τὴν ὁποίαν
2783λαμβάνουσιν ἐκνόμως, ἡ διάταξις δὲ θέτει εἰς τὴν θέσιν τοῦ
2784ἐναγομένου τὸ Δημόσιον.
2785§254ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ ἰδιώτης καὶ τὸ Δημόσιον δύ-
2786νανται νὰ ἐξωθοῦν τὴν βίαν διὰ τῆς βίας. Ἂν πρόκειται περὶ
2787τοῦ δικαιώματος τούτου τοῦ ἰδιώτου, ἠδύνατο καὶ νὰ μὴ
2788ὑπάρχῃ ἡ διάταξις αὕτη. Τί προσθέτει τοῦτο εἰς τὰς δια-
2789τάξεις τοῦ κοινοῦ δικαίου; Ὑποθέσατε ὅτι κατέχει τις δάσος
2790ἰδιωτικόν· ἔρχεται ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ καὶ τὸν ἀποβάλλει διοι-
2791κητικῶς, διότι κατέχει δάσος. Ποῖος θὰ κρίνῃ, ἂν τὸ δάσος
2792δὲν εἶναι δημόσιον;
2793§255Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ δικα-
2794στήρια.
2795§256ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν δὲν ἀποβάλλεται διοικητικῶς.
2796Λοιπὸν, ἂν πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ κατὰ τὸ κοι-
2797νὸν δίκαιον ὑπάρχοντος, δὲν προσθέτει τίποτε ἡ διάταξις αὕτη·
2798διότι καὶ ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον ἔχει τὸ δι-
2799καίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἰδιώτης, δηλ. νὰ ἀποβάλλῃ διὰ
2800τῶν ὀργάνων του τὸν ἐξωθοῦντα αὐτὸ ἐκ τῆς νομῆς, καὶ νὰ
2801τὸν ἀποβάλλῃ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς εἰσβολῆς τῆς βιαίας.
2802Λοιπὸν τὸ «ἀποβάλλεται διοικητικῶς» τί προσθέτει; προσθέ-
2803τει τὴν ἄρνησιν τῆς δικαιοδοσίας τῆς δικαστικῆς.
2804§257Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι αὐτὴ
2805ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου.
2806§258ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν δύναται νὰ παρεξηγῆται.
2807§259Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πραγματεύεται περὶ τῶν δα-
2808σῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον,
2809ὅτε πρέπει νὰ ἐξωθῆται ὁ καταλαμβάνων.
2810§260ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος θὰ κρίνῃ, ἂν δάσος τι εἶναι δη-
2811μόσιον ἢ ἰδιωτικόν;
2812§261Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν τὸ Δημόσιον ἤθελεν ἀπο-
2813διώξει τὸν ἰδιώτην ἑνὸς δάσους μὴ ἀνεγνωρισμένου ὡς δη-
2814μοσίου, αὐτὸς θέλει προσφύγει ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου καὶ
2815θέλει πληρωθῆ καὶ ἀποζημίωσιν.
2816§262ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, γίνεται σή-
2817μερον ὄχι μόνον διὰ δημόσια κτήματα, ἀλλὰ καὶ διὰ τρί-
2818τους. Τὸ Δημόσιον βοηθεῖ πολλάκις ἰδιώτας, ὅπως ἐπανέλ-
2819θουν εἰς τὴν κατοχήν· ἰδίως εἰς ἐκείνας τὰς περιπτώσεις, καθ’
2820ἃς παράγουν τὰ δικαιώματά των ἐκ τοῦ Δημοσίου, τὸ Δη-
2821μόσιον βοηθεῖ ἰδιώτας, ὅπως ἐπανέλθουν εἰς τὴν κατοχήν.
2822Ἐπίσης καὶ τὸ Δημόσιον πράττει τοῦτο δι’ ἑαυτό. Δὲν ἦτο
2823ἀνάγκη τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπως ἀποκτήσῃ
2824τὸ δικαίωμα νὰ ἀποβάλλῃ τῆς κατοχῆς τὸν ἐν αὐτῇ βίᾳ
2825εἰσελθόντα. Τὸ νὰ ἀναγράφηται τοῦτο ἰδικιτέρως, ὅτι ἀπο-
2826βάλλει διοικητικῶς τὸν εἰσβαλόντα, ἔχει ἄλλην ἔννοιαν.
2827§263Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ πᾶσα
2828ἡ νομοθεσία ἡ μέχρι τοῦδε περὶ δασῶν καταργεῖται, δὲν ὑπάρ-
2829χει τι πλέον, τὸ δὲ νομοσχέδιον προτίθεται τὴν κωδικοποίη-
2830σιν τῶν περὶ δασῶν διατάξεων, διὰ τοῦτο ἐτέθη, ὅτι τὸ Δη-
2831μόσιον δύναται ν’ ἀποδιώξῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καταλαμβά-
2832νουσι βίᾳ δάσος δημόσιον.
2833§264ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ ὑπάρχει ἐν τῷ ἀστικῷ δικαίῳ.
2834§265Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν παρανόμως ἀποδιωχθῇ, θὰ
2835ζητήσῃ ἀποζημιώσεις.
2836§266ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναπτύξω τὴν
2837ἰδέαν μου, ἵνα γείνω σαφέστερος. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δύναμαι
2838ἴσως ν’ ἀναφερθῶ καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς νομοθεσίας περὶ
2839δασῶν, διότι, ὡς γνωστὸν, ὑπῆρξεν ἓν διάταγμα, τὸ διάταγμα
2840τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον, ὄχι ἴσως ἀδικαιολογήτως, ἐχαρακτη-
2841ρίσθη ὡς διάταγμα δημευτικόν. Κατὰ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο,
2842ὅστις εἶχεν ἀξιώσεις ἐπὶ δασῶν, ἀξιώσεις ἰδιοκτησίας, ἔπρεπε
2843νὰ προσαγάγῃ τοὺς τίτλους του ἐντὸς ἑνὸς ἔτους· ἐὰν δὲν
2844ἤθελε πράξει τοῦτο, ἐθεωρεῖτο ἔκπτωτος παντὸς δικαιώμα-
2845τος. Τὸ διάταγμα βεβαίως εἶχέ τι τὸ δημευτικὸν, ἀλλὰ τέ-
2846λος πάντων καὶ τὰ δικαστήρια ἐθεώρησαν ὅτι εἶναι ὑποχρεω-
2847μένα νὰ σεβασθοῦν τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, περιεστράφη δὲ ἡ νο-
2848μολογία εἰς ἄλλο, εἰς τὸ ζήτημα, τί εἶναι δάσος. Καὶ ὑπάρ-
2849χουν ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατὰ τὰς ὁποίας δά-
2850σος εἶναι ὅταν ἔχῃ τινὰ σχετικὴν πυκνότητα, ὅτι δάσος δὲν
2851εἶναι ὅταν ὑπάρχωσι δένδρα ἀραιὰ ἐπὶ μιᾶς μεγάλης ἐκτά-
2852σεως. Τὸ ζήτημα βεβαίως ἀπέβαινε πραγματικόν, ἀλλ’ εἰς
2853τοῦτο κυρίως περιεστράφη ἡ νομολογία, ἀποδίδουσα δάση
2854εἰς ἰδιώτας πολλούς, οἱ ὁποῖοι ἠξίουν ἰδιοκτησίαν ἐπὶ δασῶν,
2855χωρὶς νὰ ἔχωσι παρουσιάσει τοὺς τίτλους των. Ἔτυχε νὰ
2856μελετήσω τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπὸ ἐτῶν πολ-
2857λῶν, διότι συνέπεσε νὰ ἔχω ἓν ἀναμφισβήτητον, ἀνεγνωρισμέ-
2858νον δάσος, τὸ ὁποῖον εἶναι κατακεχωρισμένον ἐν τῷ πρωτο-
2859κόλλῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
2860§267Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠξεύρω ὅτι
2861εἶσθε ἰδιοκτήτης δάσους, ἀλλὰ τὰς λεπτομερείας δὲν γνωρίζω.
2862§268ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρξε δὲ μία ἄλλη κατηγορία τῶν
2863διαφιλονεικουμένων δασῶν, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεωρηθοῦν
2864ὡς δάση ἀφιέμενα εἰς μίαν τινὰ καταχρηστικὴν νομήν. Δί-
2865δουσιν ἐγγυήσεις καὶ νέμονται ἐπὶ ἔτη οἱ ἔχοντες ἀξιώσεις,
2866εἶναι δὲ καὶ ἔσονται διαφιλονεικούμενα, διότι δὲν ἐπερατώθη-
2867σαν εἰσέτι οὔτε ἐπισπεύδονται πρὸς περάτωσιν αἱ ἀμφισβη-
2868τήσεις περὶ τῶν τοιούτων δασῶν. Εἶναι αὐταὶ αἱ δύο κατη-
2869γορίαι. Εἶναι καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἴσως κατέχονται ὑπὸ ἰδιω-
2870τῶν, διότι πιθανὸν νὰ περιέπεσεν εἰς ἀχρηστίαν τὸ διάταγμα
2871ἐκεῖνο τοῦ 1836.
2872§269Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ἀμφιβάλλω.
2873§270ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον γίνεται χρῆ-
2874σις αὐτοῦ τοῦ διατάγματος, ἢ κατὰ πόσον ἡ διάταξις αὕτη
2875ὑπονοεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ διατάγματος ἐκείνου.
2876§271Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ γνω-
2877ρίζω, ὅτι τὰ εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τῆς οἰκογενείας μου δάση
2878περιῆλθον ὅλα εἰς τὸ Δημόσιον, διότι δὲν ἐφρόντισαν οἱ ἰδιο-
2879κτῆται ἐγκαίρως νὰ παρουσιάσουν τοὺς τίτλους.
2880§272ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁποία τίθεται ἐν
2881τῷ νομοσχεδίῳ, μήπως ὑπονοεῖ τὰς συνεπείας τοῦ διατάγμα-
2882τος ἐκείνου; Διότι, ἐὰν ὑπονοῇ τοῦτο, τότε πάντες ἐκεῖνοι,
2883οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπαρουσίασαν τίτλους, καὶ οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ
2884εὑρίσκωνται εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ πολλοὶ τῶν ὁποίων δύ-
2885νανται νὰ κατέχωσιν ἀπὸ ἐτῶν δάση, ἀποβάλλονται αὐτῶν
2886διοικητικῶς. Τότε ἐννοῶ τὴν διάταξιν αὐτήν.
2887§273Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτοί, ὅσοι δὲν ἐπαρουσίασαν
2888ἐμπροθέσμως τοὺς τίτλους των, ὅσοι ἐθεωρήθησαν ὅτι δὲν εἶ-
2889ναι πλέον ἰδιοκτῆται τῶν δασῶν καὶ ἔχουσι δίκας ἐν τῷ δι-
2890καστηρίῳ, καὶ κατέχουσι δάση ἐπίδικα, αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ
2891διωχθῶσι.
2892§274ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ἐπὶ τούτῳ ἐπαναλαμβάνω τὴν
2893ἐρώτησίν μου. Οἱ κατέχοντες δάση δημόσια ἀποβάλλονται
2894διοικητικῶς. Τὸ ζήτημα πάντοτε ἔγκειται εἰς τοῦτο, ποῖος
2895θὰ κρίνῃ τὴν προϋπόθεσιν αὐτήν, τὴν ἀναγκαίαν καὶ ἀπα-
2896ραίτητον, τῆς διοικητικῆς αὐτῆς ἀποβολῆς; Περὶ τούτου
2897πρόκειται· διότι, ἅμα δὲν πρόκειται νὰ κρίνῃ τοῦτο ἡ διοι-
2898κητικὴ ἀρχή, δὲν ἔχετε ἀνάγκην τῆς διατάξεως αὐτῆς.
2899§275Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἀμφι-
2900σβητήσεως τοῦ δάσους καὶ περὶ καταλήψεως δάσους, πρόκει-
2901ται προσέτι καὶ περὶ ἄλλου τινός, περὶ καταλήψεως γαιῶν.
2902Ἐν τῷ δάσει εἰσέρχονται, κόπτουν μερικὰ δένδρα, παρασκευά-
2903ζουσιν ἕνα ἀγρὸν, φυτεύουν μίαν ἄμπελον· λοιπὸν τὸ Δημό-
2904σιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνεγνωρισμένος καὶ ἀναντίῤῥητος ἰδιο-
2905κτήτης τοῦ δάσους, λαμβάνει τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς διώξῃ.
2906§276ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ μεταβάλωμεν
2907τοὺς κανόνας τοῦ δικαίου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
2908§277Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν μεταβάλλονται.
2909§278ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταβάλλονται· διότι, ὅταν λέγητε
2910ὅτι «οἱ καταλαβόντες δάση δημόσια ἀποβάλλονται διοικη-
2911τικῶς», καταργεῖτε τὸ δικαίωμα τῆς κατοχῆς· διότι κατέ-
2912λαβε δάσος δημόσιον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὸ κατέλαβε λ. χ. πρὸ
2913πενταετίας...
2914§279ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ ἑνὸς ἔτους καὶ μιᾶς ἡμέρας.
2915§280ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήνω τὸ «πρὸ ἑνὸς ἔτους καὶ μιᾶς
2916ἡμέρας». Ἀλλ’ ἐγὼ προβαίνω περκιτέρω, ἵνα καταστήσω τὸ
2917πρᾶγμα μᾶλλον αἰσθητόν... Λοιπὸν ὁ καταλαβὼν πρὸ πενταε-
2918τίας ἢ δεκαετίας δάσος τίθεται ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς διατά-
2919ξεως αὐτῆς, διότι δύναται ὁ ἔφορος νὰ τῷ εἴπῃ: «Κύριε, ἀπο-
2920βάλλεσαι διοικητικῶς, διότι κατέλαβες πρὸ δεκαετίας δημό-
2921σιον δάσος· πήγαινε εἰς τὰ δικαστήρια νὰ διεκδικήσῃς». Μετα-
2922βάλλετε τὸ δικαίωμα τῆς κατοχῆς, προσδιορίζετε τὴν θέσιν
2923ἐνάγοντος καὶ ἐναγομένου, καὶ τὴν προσδιορίζετε διοικητι-
2924κῶς, καὶ νομίζετε ὅτι δὲν μεταβάλλετε τὴν δικαιοδοσίαν τὴν
2925δικαστικὴν, δὲν προσκρούετε ἀμέσως εἰς τὰς θεμελιώδεις βά-
2926σεις τῆς Πολιτείας, καὶ τοῦτο ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου!
2927§281Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὑπάρχῃ
2928δισταγμὸς, δὲν ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀποδεχθῶ τὴν διαγραφὴν τοῦ
2929ἄρθρου εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
2930§282ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς μελετηθῇ τὸ πρᾶγμα.
2931§283ΣΑΚΚΗΣ. Ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτα-
2932νίας λαβὼν ἀφορμὴν, θέλω νὰ παραστήσω εἰς τὸν κ. Πρόε-
2933δρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν συγ-
2934κεκριμένην περίπτωσιν καὶ ἀναγομένην εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἣν
2935ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω. Ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ
2936ὑπάρχει δάσος, Χίλια Χωριὰ καλούμενον, κατεστραμμένον πρὸ
2937ἀμνημονεύτων ἐτῶν κατὰ τὸ πλεῖστον, καὶ ἡ καταστροφὴ
2938αὕτη ἐξηκολούθησε μέχρι σήμερον, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ,
2939ὅτι τὸ δάσος τοῦτο δὲν ὑφίσταται πλέον, μεταβληθὲν εἰς
2940ἀγροὺς, ἀμπέλους, σταφιδαμπέλους καὶ διαφόρους ἄλλας φυ-
2941τείας. Δυστυχῶς ἡ καταστροφὴ τῆς δασικῆς ταύτης περιο-
2942χῆς ἐγένετο πρόξενος μεγίστων συμφορῶν εἰς τοὺς κατόχους
2943ἀγρῶν ἢ ἄλλων κτημάτων ἐν τῇ περιοχῇ ταύτῃ, διότι αἱ
2944κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ζητοῦσι τὴν ἀποβολήν των ἐκ τῶν
2945κτημάτων τούτων, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι καλλιεργοῦσιν ἐν δασικῇ
2946περιφερείᾳ. Εἰς μάτην διαμαρτύρονται οἱ κάτοχοι τῶν γαιῶν
2947τούτων, ὅτι δάσος δὲν ὑφίσταται, ὅτι κατέχουσι τὰς γαίας
2948ταύτας πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων καὶ ἐδήλωσαν οἱ πλεῖστοι
2949ἐξ αὐτῶν συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ διανομῆς τῆς ἐθνι-
2950κῆς γῆς. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις προέβη, εἶναι ἀληθὲς, εἰς
2951ἓν βῆμα βελτιώσεως τῆς καταστάσεως ταύτης, ἀναγνωρίσασα,
2952συνεπείᾳ παραστάσεών μου, τὰς ἀντιῤῥήσεις τὰς γενομένας
2953ὑπὸ τῶν κατόχων τῶν γαιῶν τούτων, ἀλλὰ τὰς ἀντιῤῥήσεις
2954τὰς ἀναγομένας μόνον εἰς φυτείας, τὸ τοιοῦτον δὲ δὲν ἀρκεῖ.
2955Νομίζω ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως τοὐλάχι-
2956στον ὄχι μόνον ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλας
2957τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ὑπὸ τοιαύτας
2958συνθήκας, ἀπαλλαγῶσιν εἰς τὸ μέλον τῆς ἀφορήτου ταύτης
2959καταστάσεως, ἥτις ἄλλως, ἐνῷ οὐδὲν κέρδος θέλει προσπο-
2960ρίσει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καθόσον πρόκειται περὶ ἀνυ-
2961πάρκτων δασικῶν περιφερειῶν, τοὐναντίον χρησιμεύει εἰς τὸ
2962νὰ ἐπαυξάνῃ τὴν αἰσχροκέρδειαν ἐνίων ὀργάνων τῆς ἐξουσίας,
2963ἐντεταλμένων τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν. Γνωρίζω, Κύριοι, ὑπὸ
2964ποίας συνθήκας φυλάσσονται τὰ δάση σήμερον, καὶ νομίζω
2965ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξηγηθῶ περισσότερον ἐν τῇ περιστάσει
2966ταύτῃ. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑπο-
2967στηρίζω ἐν τῇ Βουλῇ, ἀληθῶς διὰ τῶν νομοθετημάτων, ἅτινα
2968ἐπαρουσίασεν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἅτινα τὴν στιγμὴν ταύτην
2969εὑρίσκονται ὑπὸ συζήτησιν, ἐπιδιώκει ὄχι μόνον τὴν διάσωσιν
2970τῶν δασῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐν τῷ μέλλοντι εὐκολωτέραν δια-
2971χείρισιν καὶ διοίκησιν αὐτῶν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἀρκεῖ
2972τοῦτο. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 19, ἂν μὴ σαφέστερον καθο-
2973ρισθῇ, θέλει ἐξακολουθήσει νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὰ αὐτὰ ἀτο-
2974πήματα τοῦ παρελθόντος, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὸς ὁ σεβα-
2975στός μοι ἀρχηγὸς καὶ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀρχη-
2976γὸς ὢν τότε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε συνεπείᾳ ἐπερωτή-
2977σεώς μου συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ, ἀνε-
2978γνώρισε τὴν μεγίστην ἀδικίαν, ἡ ὁποία προσεγίνετο εἰς τοὺς
2979κατοίκους τοῦ δήμου Βουφράδος, τοὺς καλλιεργοῦντας
2980ἀγροὺς ἐν τῷ ἀνυπάρκτῳ πλέον δάσει τῶν Χιλίων Χωρίων,
2981καὶ ἔσπευσε νὰ μεθέξῃ τῆς συζητήσεως καὶ ὑποστηρίξῃ τὴν
2982ἐπερώτησίν μου, συνέπεια τῆς ὁποίας ὑπῆρξεν ἡ ἀναστολὴ
2983τῶν διαταγῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ὧν
2984ἐζητεῖτο ἡ ἀποβολὴ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἀγροτῶν τοῦ δή-
2985μου Βουφράδος.
2986§284Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν εὐλό-
2987γως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας ἔχῃ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν συμ-
2988πολιτῶν του, καὶ ἐὰν ἕκαστος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἔχῃ ἐν-
2989διαφέρον, ἵνα προστατευθῶσιν οἱ συμπολῖται αὐτοῦ, ὅπως μὴ
2990ἀδικῶνται, θέλετε ἀποδώσει καὶ εἰς ἐμὲ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦτο·
2991γνωρίζει δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας, ὅτι περὶ μὲν τοῦ δά-
2992σους τοῦ ἐν Πυλίᾳ, περὶ τοῦ ὁποίου ἠγόρευσε, πλεῖστοι τῶν
2993εἰς τὸ δάσος τοῦτο εἰσελθόντων εἰσὶ Γορτύνιοι, ὡσαύτως γνω-
2994ρίζουσιν οἱ κ. κ. Βουλευταὶ ἐξ Ὀλυμπίας, ὅτι καὶ οἱ εἰσδύ-
2995σαντες εἰς τὰ δάση τῶν δήμων Βώλακος καὶ Σκιλλοῦντος
2996τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης εἰσὶν ἐπίσης κατὰ τὸ πλεῖστον Γορτύ-
2997νιοι. Ἑπομένως θέλετε ἀποδεχθῆ, ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ αὐτὸ
2998ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχετε καὶ ὑμεῖς, δὲν θὰ νομίσητε δὲ,
2999ὅτι ἐγὼ ἐκ πνεύματος ἴσως ταμιευτικοῦ θέλω νὰ ἀναιρέσω τὰ
3000δικαιώματα τῶν συνεπαρχιωτῶν μου καὶ ἀποδιώξω αὐτοὺς
3001τοῦ δάσους. Χρεωστῶ ὅμως νὰ ποιήσωμαι τὴν παρατήρη-
3002σιν, ὅτι ἐκείνους μὲν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐφείλκυσαν τὴν προσοχὴν
3003τῆς διοικήσεως, εἰσέδυσαν εἰς τὰ δάση, καὶ λανθανόντως κα-
3004τώρθωσαν ν’ ἀποψιλώσωσιν ἐκτάσεις ἐν τοῖς δάσεσι καὶ νὰ
3005καταβάλωσι κεφάλαια, νὰ ἐμφυτεύσωσιν ἀμπέλους καὶ στα-
3006φιδαμπέλους, εἶναι σκληρὸν νὰ ζητήσωμεν ν’ ἀποβάλωμεν
3007ἡμεῖς· ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσέδυσαν καὶ κατέλαβον ἀγροὺς,
3008οἱ ὁποῖοι δὲν κατέβαλον κεφάλαια διὰ τοὺς ἀγροὺς τού-
3009τους, νομίζω ὅτι δὲν δύνανται εὐλόγως νὰ ἀξιώσωσιν, ὅτι
3010ἔχουσι δικαίωμα εἰς τὴν ἐπιείκειαν τοῦ Κράτους, καὶ θέλου-
3011σιν ἀναγνωρίσει, ὅτι τὸ Κράτος δύναται εὐλόγως νὰ εἴπῃ αὐ-
3012τοῖς, ὅτι τὸ μέρος ἐκεῖνο ἦτο δάσος, ὅτι δὲ οὗτοι εἰσέδυσαν ἐν
3013τῷ μέσῳ τοῦ δάσους, ὅτι ἔκοψαν δένδρα, παρεσκεύασαν οὕ-
3014τως ἔκτασιν στρεμμάτων τινῶν, τὰ ὁποῖα περικυκλοῦνται
3015ἀπὸ τὸ δάσος, καὶ ἑπομένως νὰ εἴπῃ αὐτοῖς, ὅτι οὐδὲν ἔχουσι
3016δικαίωμα. Ἡ τοιαύτη ἀξίωσις τοῦ Δημοσίου δὲν δύναται νὰ
3017θεωρηθῇ ὡς σκληρὰ καὶ ἄδικος. Αὐτὴν ἔχω τὴν γνώμην,
3018καὶ ἐνθυμεῖσθε καλῶς, ὅτι, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ συμπολιτῶν
3019σας ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου,
3020ἔλαβον καὶ ἐγὼ μέρος πρὸς ὑπεράσπισιν αὐτῶν, καὶ ἐντὸς
3021τῶν ὁρίων τούτων ὑπερησπίσθην αὐτούς. Λοιπὸν δὲν πρέπει
3022νὰ ζητῶμεν νὰ ἀναγνωρισθῶσιν ὅτι οὗτοι ἔχουσι δικαίωμα
3023ἰδιοκτησίας καὶ κατοχῆς ἐπὶ ἀγρῶν, τοὺς ὁποίους παρεσκεύα-
3024σαν ἐντὸς δασικῆς περιφερείας, δηλ. ἐντὸς περιφερείας, ἡ ὁποία
3025κυκλοῦται ἀπὸ δάσος.
3026§285ΣΑΚΚΗΣ. Τὸ ἐν λόγῳ δάσος, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσα,
3027εἶναι κατεστραμμένον πρὸ 50 ἐτῶν καὶ πλέον.
3028§286Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσι δένδρα;
3029§287ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσιν. Ὁλόκληρος ὁ δῆμος Βου-
3030φράδος ἦτο δασικὴ περιφέρεια, ἀλλ’ ἤδη δὲν ὑφίσταται
3031τοιαύτη.
3032§288Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ οὔτε
3033δασικὴ περιφέρεια, ἀφοῦ πρὸ 50 ἐτῶν ἔπαυσε νὰ ἦναι δάσος.
3034§289ΣΑΚΚΗΣ. Πρὸ δύο ἀκόμη μηνῶν ἐζήτησεν ἡ Διοίκησις
3035νὰ ἀποβάλῃ τοὺς πλείστους τῶν καλλιεργητῶν τῶν ἀγρῶν
3036τούτων, καὶ ἐγὼ ἔσπευσα νὰ ἀναφέρω τὰ παράπονα ταῦτα
3037τῶν συμπολιτῶν μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ
3038δὲ Ὑπουργεῖον, ἀναγνωρίσαν τὸ δίκαιον αὐτῶν, ἔσπευσε νὰ
3039διατάξῃ τοὺς ἁρμοδίους, ὅπως παύσωσι τὴν παρεμπόδισιν
3040τῆς καλλιεργείας τῶν τοιούτων ἀγρῶν.
3041§290ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως εἰς τὴν Πυλίαν συμ-
3042βαίνει ἐξαιρετικῶς.
3043§291ΣΑΚΚΗΣ. Ἡ ἔκτασις τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος δάσους ἀνήρ-
3044χετο εἰς 50,000 στρεμμάτων, δὲν ὑφίστανται ὅμως σήμερον
3045οὔτε 5,000 στρέμματα, καὶ ταῦτα κατὰ τὸ πλεῖστον κατε-
3046στραμμένα. Καὶ διὰ νὰ σωθῇ τὸ ἐλάχιστον τοῦτο, παρέστησα
3047πλειστάκις τὴν ἀνάγκην τῆς ὁροθετήσεως τοῦ δάσους τούτου
3048καὶ τὸν περιορισμὸν αὐτοῦ εἰς τὸ ὄρος Μπαγκλαβᾶ, καὶ οὕτω
3049διὰ τῆς ὁροθετήσεως ταύτης ἤθελε σωθῆ δάσος πλουσιώτα-
3050τον καὶ χρησιμώτατον, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα
3051ἀκόμη ἐχρησίμευεν εἰς τὸ νὰ προμηθεύῃ ναυπηγήσιμον ξυ-
3052λείαν εἰς τοὺς Ἀθηναίους πρὸς κατασκευὴν τοῦ στόλου των.
3053Ὑπάρχουν δρῦς ἐν αὐτῷ πανάρχαιαι. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸν
3054Παυσανίαν, θὰ ἴδητε, ὅτι τὰ πλοῖα τότε τῶν Ἀθηναίων, αἱ
3055τριήρεις, κατεσκευάζοντο ἐκ τοῦ δάσους αὐτοῦ. Καὶ ἐν τού-
3056τοις τὸ δάσος τοῦτο, τὸ τόσον πολύτιμον, δυστυχῶς κατα-
3057στρέφεται ὁλονὲν, ἕνεκα τῆς ἀκηδίας τῶν ἁρμοδίων, οἵτινες
3058δὲν ἔσπευσαν νὰ ὁροθετήσωσι τὸ πραγματικὸν δάσος, ἀλλὰ
3059ζητοῦσι νὰ ἐπαναφέρωσιν εἰς τὴν ζωὴν τὸ μὴ ὑπάρχον τοιοῦ-
3060τον. Ἐπαναλαμβάνω λέγων, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη εἰς
3061οὐδὲν ἄλλο συντελεῖ, παρὰ εἰς τὸ νὰ πιέζωνται οἱ πολῖται, οἱ
3062καλλιεργοῦντες ἐν τῇ δασικῇ ταύτῃ περιφερείᾳ, τῇ μὴ ὑφιστα-
3063μένῃ πλέον, καὶ εἰς τὸ νὰ θεραπεύηται ἡ αἰσχροκέρδεια τῶν
3064ἐπιτετραμμένων τὴν φύλαξιν τῆς περιφερείας ταύτης ὀργάνων.
3065§292Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τῶν παρατηρήσεων, τὰς
3066ὁποίας πρὸ ὀλίγου ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνά-
3067δελφος ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19, καὶ τὰς ὁποίας θεωρῶ εὐλόγους
3068καὶ ὀρθοτάτας, ἀφοῦ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ
3069εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ὑπεστήριξε...
3070§293Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον, ὅτι
3071δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ δεχθῶ τὴν διαγραφὴν κατὰ τὴν τρί-
3072την ἀνάγνωσιν, διότι πρέπει νὰ λάβω πληροφορίας.
3073§294ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ... Ἐκτὸς τῶν παρατηρήσεων τούτων,
3074ἔχω ἄλλην τινὰ παρατήρησιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, καὶ δὴ
3075ὡς πρὸς τὴν πρώτην διάταξιν. Κατὰ τὴν πρώτην διάταξιν
3076τοῦ ἄρθρου τούτου, τὰ δημόσια δάση εἶναι ἀναπαλλοτρίωτα
3077καὶ ἀπαράγραπτα. Καὶ τὸν μὲν χαρακτηρισμὸν τοῦ ἀναπαλ-
3078λοτριώτου τῶν δημοσίων δασῶν τὸν ἐννοῶ, διότι δύναται ἡ
3079νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ κηρύξῃ ἓν κτῆμα δημόσιον ἀναπαλ-
3080λοτρίωτον, ἀλλὰ τὸν ὅρον τοῦ ἀπαραγράπτου δὲν δύναμαι
3081νὰ ἐννοήσω.
3082§295Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ δεκαετὴς παραγραφὴ καὶ ἡ
3083τριακονταετὴς καὶ ἡ τεσσαρακονταετὴς ἀργοῦσι.
3084§296ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ μέλλοντι;
3085§297Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
3086§298ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, ἐὰν ἐννοῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅτι
3087ἡ διάταξις αὕτη ἰσχύει καὶ διὰ τὸ παρελθόν...
3088§299Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Μόνον διὰ τὸ
3089μέλλον νομοθετοῦμεν.
3090§300ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ διατάξεως, Κύριοι, ἡ ὁποία
3091ἀνατρέπει ἄρδην τὰς ἀρχὰς, τὰς διεπούσας μέχρι τοῦδε τὴν
3092ἰδιοκτησίαν τῶν δασῶν. Ἀναγράφει ἐν τῇ πρώτῃ διατάξει
3093τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νομοσχεδίου, νομοσχεδίου ἀφορῶντος μό-
3094νον εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δασῶν, τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὰ δάση
3095τὰ δημόσια εἶναι ἀναπαλλοτρίωτα καὶ ἀπαράγραπτα, χα-
3096ρακτηρίζει δηλαδὴ τὰ δάση πλέον ὡς ἀνήκοντα ὄχι εἰς τὴν
3097ἰδιωτικὴν κτῆσιν τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ὡς ἀνήκοντα εἰς τὴν
3098τάξιν ἐκείνην τῶν ἀκινήτων κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν
3099εἰς τὴν κοινὴν χρῆσιν· διότι μόνον τὰ ἀκίνητα ταῦτα ἡ νο-
3100μοθεσία ἡμῶν, συμφώνως μὲ τὸν νόμον περὶ διακρίσεως κτη-
3101μάτων, θεωρεῖ ὡς ἀναπαλλοτρίωτα καὶ ἀπαράγραπτα. Ἠδύ-
3102νατο κάλλιστα ὁ νομοθέτης — καὶ οὐδεμία διάταξις συνταγ-
3103ματικὴ ἠμπόδιζεν αὐτὸν — νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνακήρυξιν
3104ταύτην τῆς ἀρχῆς, ἵνα, ὡς αἱ ὁδοὶ, ὡς αἱ πλατεῖαι, ὡς ὁ
3105αἰγιαλὸς, ἐπίσης καὶ τὰ δάση χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀναπαλ-
3106λοτρίωτα καὶ ἐντεῦθεν ἀπαράγραπτα. Ἡ δευτέρα λέξις «ἀπα-
3107ράγραπτα» συμπληροῖ τὴν ἔννοιαν τῆς πρώτης λέξεως «ἀνα-
3108παλλοτρίωτα»· πᾶν ὅ,τι εἶναι ἀναπαλλοτρίωτον, ἀναγκαίως
3109εἶναι καὶ ἀπαράγραπτον. Καὶ εἶπον ἤδη, ὅτι οὐδεμία δυσχέ-
3110ρεια εἶναι, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ, ὅτι ἀντιστρα-
3111τεύεται ἡ διάταξις αὕτη τῆς πρώτης περιόδου τοῦ ἄρθρου,
3112αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἢ πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς
3113ἰδιοκτησίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς γενικότητος τῆς διατάξεως ἄμεσος
3114συνέπεια καὶ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς κηρύσσον-
3115ται τὰ δάση τὰ δημόσια ἀναπαλλοτρίωτα, ἀπαράγραπτα,
3116ἐπέρχεται, λέγω, ἐκ τῆς τοιαύτης ἀνακηρύξεως τῆς ἀρχῆς τοῦ
3117ἀναπαλλοτριώτου καὶ ἀπαραγράπτου τῶν δασῶν, τὸ ἀναδρο-
3118μικὸν τῆς διατάξεως. Πῶς θὰ διακρίνῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
3119βερνήσεως, ὡς ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ ἐκ Μεσσήνης ἀξιότιμος
3120συνάδελφος, τὰ δάση τοῦ Δημοσίου, τὰ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως
3121καὶ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ, καὶ τὰ δάση τοῦ Δημο-
3122σίου, τὰ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν καὶ κύρωσιν τοῦ νόμου; Οἱον-
3123δήποτε δάσος δημόσιον καθίσταται, δυνάμει τῆς πρώτης δια-
3124τάξεως τοῦ ἄρθρου 19, δάσος ἀναπαλλοτρίωτον καὶ ἀπα-
3125ράγραπτον, ἀλλ’ ἐντεῦθεν ἀναγκαίως φθάνομεν εἰς ἑτέραν συνέ-
3126πειαν, ἡ ὁποία ἔχει τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἐξῆγον πρὸ
3127ὀλίγου, ὅτι ἀνατρέπει ἄρδην τὰς διατάξεις τῆς νομοθεσίας
3128ἡμῶν ἐπὶ τῆς ἐν γένει ἰδιοκτησίας, προσβάλλει κεκτημένα
3129δικαιώματα, ἀφαιρεῖ δὲ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀποφαίνεσθαι περὶ
3130ζητήματος ἰδιοκτησίας ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν καὶ τὸ
3131μεταθέτει εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχήν. Ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν
3132νὰ περιορίσῃ τις τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ ἄρθρου 19, νὰ
3133χαρακτηρίσῃ δηλαδή τις ὡς ἀναπαλλοτρίωτα καὶ ἀπαρά-
3134γραπτα ὄχι μόνον τὰ τοῦ Δημοσίου δάση, τὰ εὑρισκόμενα
3135ἤδη εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ Α, καὶ τὰ δάση ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
3136εὑρίσκονται τυχὸν εἰς τὴν κατοχὴν ἰδιωτῶν, τεινόντων εἰς
3137παραγραφὴν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, ἀναγκαίως φθάνο-
3138μεν εἰς τὴν συνέπειαν, ὅτι καὶ τὰ κεκτημένα ἐντεῦθεν δι-
3139καιώματα ἐπὶ τῶν δασῶν, τὸ κεκτημένον δηλαδὴ δικαίωμα
3140τῆς νομῆς, θὰ κριθῇ διοικητικῶς. Ἀφαιρεῖται ἐντεῦθεν ἐκ τῆς
3141δικαστικῆς ἀρχῆς ἡ κρίσις ἐπὶ ζητήματος καθαρῶς δικαστι-
3142κῆς φύσεως, ἐπὶ ζητήματος ἀμφισβητουμένης ἰδιοκτησίας,
3143διότι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας, ἡ προϋπόθεσις,
3144ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχει νὰ σταθμίσῃ ἡ Διοίκησις, εἶναι, ἐὰν τὸ δά-
3145σος, περὶ οὗ πρόκειται, ἦναι δημόσιον ἢ ἰδιωτικόν. Τί ὠφελεῖ
3146αὐτὴ ἡ προϋπόθεσις, ἀφοῦ διοικητικῶς δύναται νὰ προβαίνῃ
3147ἡ Διοίκησις; Σημειώσατε ὅτι ψηφίζομεν νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ
3148καθορίσῃ τὰ δικαιώματα τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ θὰ
3149περιορίσῃ τὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Ἀφοῦ, λέγω, ἀφαιροῦμεν
3150ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς καὶ δίδομεν εἰς τὴν διοικητικὴν τὸ
3151δικαίωμα νὰ κρίνῃ ἐὰν δύναται τὸ Δημόσιον νὰ ἀποβάλλῃ
3152τινὰ ἀπὸ τῆς κατοχῆς τοῦ δάσους, ἐννοεῖται ὅτι ἀναγνωρί-
3153ζομεν εἰς τὴν Διοίκησιν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ, ἐὰν τὸ δάσος
3154ἦναι δημόσιον ἢ ἰδιωτικόν. Αὐτὸ προσβάλλει τὴν συνταγμα-
3155τικὴν ἀρχὴν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν.
3156Τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ προστατεύῃ τὸ Δημόσιον τὰ τῆς κοι-
3157νῆς χρήσεως ἀντικείμενα εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἀλλὰ πάλιν
3158τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν Διοίκησιν. Βεβαίως,
3159ἐὰν πρόκειται περὶ μιᾶς πλατείας, ἡ ὁποία εἶναι ἀνεγνωρι-
3160σμένη ὡς τοιαύτη καὶ λειτουργεῖ, οὐδεὶς θὰ σκεφθῇ ὅτι ἔχει
3161ἀνάγκην τὸ Δημόσιον νὰ προσκαλέσῃ τὸν εἰρηνοδίκην ἢ τὸν
3162ἀστυνόμον, ὅπως καταῤῥίψῃ ἓν οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον ἐκεῖ
3163προχείρως κατεσκευάσθη ὑπό τινος, ὅπως ἀποκτήσῃ δικαίωμα
3164κατοχῆς, ἀλλὰ διὰ νὰ δυνηθῇ τὸ Δημόσιον νὰ προασπίσῃ
3165δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς ἰδιοκτησίαν κοινῆς χρήσεως,
3166πάλιν ἔχει ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξου-
3167σίαν. Ἀλλὰ κατόπιν τῆς νέας διατάξεως φθάνομεν εἰς τὴν
3168ἐντελῶς ἀντισυνταγματικὴν συνέπειαν, ὅτι ἀρκεῖ διοικητικῶς
3169νὰ χαρακτηρισθῇ ἓν δάσος ὡς δημόσιον, διὰ νὰ δυνηθῇ τὸ
3170Ὑπουργεῖον νὰ διατάξῃ διοικητικῶς τὴν ἀποβολὴν τοῦ κα-
3171τέχοντος. Καὶ τότε καταργοῦμεν ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ
3172ἀστικοῦ ἡμῶν νόμου, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν κτῆσιν τῶν κτη-
3173μάτων.
3174Τὸ διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθη ἀλη-
3175θῶς ὡς δημευτικόν, ὑπῆρξε πολὺ πλέον προστατευτικὸν εἰς
3176τὸ ζήτημα αὐτὸ, καίτοι ἐνομοθετήθη πολὺ πρὸ τοῦ Συν-
3177τάγματος. Ἰδοὺ ὅμως μετὰ πόσης ἐπιφυλακτικότητος ἐκφρά-
3178ζεται τὸ ἄρθρον 3 αὐτοῦ (ἀναγινώσκει):
3179«Ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς δημοσιεύσεως τοῦ
3180»παρόντος νόμου ὀφείλουν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ὑπὸ τὰ ἄρθρα
3181»1 καὶ 2 δασῶν νὰ παρουσιάσωσιν εἰς τὴν ἡμετέραν ἐπὶ τῶν
3182»Οἰκονομικῶν Γραμματείαν, ἢ ἀπ’ εὐθείας διὰ τῶν ἁρμοδίων
3183»ὑπαλλήλων, τοὺς νομίμους τίτλους τῆς ἰδιοκτησίας των.
3184»Ἡ Γραμματεία θέλει ἐξετάσει αὐτοὺς, θέλει τοὺς ἀναγνωρί-
3185»σει ἢ ἀποῤῥίψει, καὶ εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν θέλει ἐπι-
3186»σήμως δώσει τὴν κατοχὴν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, εἰς δὲ τὴν
3187»δευτέραν θέλει ἀποπέμψει τὰς ἐλλειπούσας νομίμων ἀπο-
3188»δείξεων ἀξιώσεις αὐτῶν ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων δικαστηρίων...»
3189Ὁρίζει μίαν προθεσμίαν ἑνὸς ἔτους, ὅπως οἱ κάτοχοι δα-
3190σῶν ὑποβάλωσι τοὺς τίτλους των καὶ δικαιολογήσωσι τὴν
3191κατοχήν των· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι δὲν ἤθελον συμμορ-
3192φωθῆ πρὸς τὴν διάταξιν αὐτὴν, δὲν ἐπιλαμβάνεται ἀμέσως
3193τοῦ ζητήματος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἐπιλαμ-
3194βάνεται δυνάμει τοῦ διατάγματος τοῦ 1836 τοῦ δικαιώ-
3195ματος, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ ἄρθρον τοῦ νομο-
3196σχεδίου περὶ τοῦ ἂν τὸ δάσος ἀνήκῃ εἰς τὸ Δημόσιον ἢ εἰς
3197ἰδιοκτήτην, ἀλλὰ παραπέμπει τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τῶν δι-
3198καστηρίων. Καὶ ἀμέσως κατωτέρω λέγει:
3199«... Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ὅμως μέχρι τῆς τελευ-
3200»ταίας δικαστικῆς ἀποφάσεως περὶ τῆς ἰδιοκτησίας μένει ἡ
3201»κατοχὴ τοῦ διαφιλονεικουμένου δάσους ἀναφαίρετος εἰς ὃν
3202»εὑρίσκεται.»
3203Καὶ τότε ἀντὶ νὰ ἀποδεικνύηται δημευτικὸν τὸ διάταγμα
3204τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον ὅμως καθ’ ἑαυτὸ δύναται νὰ χαρακτη-
3205ρισθῇ τοιοῦτον, διότι τὴν παραγραφὴν τὴν τεσσαρακονταετῆ
3206τὴν καθώρισε μονοετῆ, ἀποδεικνύεται προστατευτικὸν τῆς
3207ἰδιοκτησίας. Ἐδῶ δὲ τί λέγομεν; Ἡμεῖς ἀνεκηρύξαμεν τὴν
3208ἀρχὴν τοῦ ἀναπαλλοτριώτου καὶ τοῦ ἀπαραγράπτου, ἐμμέ-
3209σως δὲ καθαιροῦμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἀφαιροῦντες ἀπὸ τὸν
3210ἰδιοκτήτην τυχὸν τοῦ δάσους, τὸν ὁπωσδήποτε νεμόμενον τὸ
3211δάσος, ἀφαιροῦντες τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν δικαιο-
3212σύνην. Καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως εἶναι ἀναφαίρε-
3213τον, ἀλλ’ ἐπίσης ἀναφαίρετον εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιο-
3214κτησίας καὶ τῆς νομῆς. Ἀνατρέπετε τὴν διάταξιν τοῦ Συν-
3215τάγματος, ἀνατρέπετε καὶ τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας εἰς
3216τὴν προστασίαν τῆς ἰδιοκτησίας.
3217Αὐτὰ εἶναι τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔρχονται κατόπιν
3218τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ
3219πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὑτῆς καὶ νὰ προσπαθήσῃ
3220ὁπωσδήποτε διὰ μιᾶς τροποποιήσεως νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ δι-
3221καίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, νὰ περιορίσῃ δὲ ἐντὸς τῆς δικαιο-
3222δοσίας της τὴν Διοίκησιν, ἀποδίδουσα τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτι-
3223μήσεως πάλιν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, κατὰ τὰ νόμιμα
3224τὰ ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τῶν κειμένων νόμων.
3225§301Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον ποιή-
3226σει τὴν ἀνακοίνωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὴν τρίτην
3227ἀνάγνωσιν δὲν ἤθελον ἔχει ἀντίῤῥησιν, ἵνα ἀντικατασταθῇ ἡ
3228διάταξις, ἐὰν ἐκ τῆς μεταγενεστέρας μελέτης, τὴν ὁποίαν
3229ἤθελον ποιήσει μεταξὺ τῆς δευτέρας καὶ τῆς τρίτης ἀναγνώ-
3230σεως, ἤθελον πεισθῆ περὶ τούτου. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἀφήσω
3231ἄνευ παρατηρήσεως καὶ πάντα τὰ λεχθέντα.
3232Ἐν πρώτοις δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀτ-
3233τικῆς, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπαραγράπτου εἶναι συνέπεια τοῦ
3234δικαιώματος τοῦ ἀναπαλλοτριώτου, καὶ ὅτι ταῦτα τὰ δύο
3235ἀναιροῦσι τὸ κεκτημένον δικαίωμα. Ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ἀνα-
3236παλλοτριώτου προσβάλει τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου, διότι
3237ἀφαιρεῖ ἀπὸ αὐτὸ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαλλοτριώσῃ τὸ κτῆμά
3238του, ἐπειδὴ ἰδιώτης τις ἔχει διανοηθῆ νὰ κατέχῃ καὶ νὰ νέ-
3239μηται καὶ νὰ πωλῇ δάσος, τὸ δικαίωμα δὲ τοῦ ἀπαραγρά-
3240πτου δὲν προσβάλλει δικαίωμα τοῦ Δημοσίου, προσβάλλει
3241ὅμως δικαίωμα τρίτων, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ἠδυνήθησαν νὰ κατα-
3242λάβωσι τὸ δάσος καὶ νὰ νέμωνται αὐτὸ, ὁ νόμος ἀπαγορεύει
3243αὐτοῖς νὰ ὠφεληθῶσιν ἀπὸ τὴν παραγραφήν. Ἑπομένως τὸ
3244δικαίωμα τοῦ ἀναπαλλοτριώτου καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπα-
3245ραγράπτου εἶναι δύο διάφορα δικαιώματα, τῶν ὁποίων ἑκά-
3246τερον προσβάλλει καὶ ἀναιρεῖ κεκτημένα δικαιώματα. Ἡ
3247περίπτωσις ὅμως τοῦ ἄρθρου 19 οὐδὲν ἔχει κοινὸν μὲ τὸ διά-
3248ταγμα τοῦ 1836. Τὸ διάταγμα τοῦ 1836 ἐξεδόθη ἐν χρόνῳ,
3249ὁ ὁποῖος ὁμοιάζει μὲ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς δημιουργίας τοῦ κό-
3250σμου. Τὸ Κράτος ἐσχηματίσθη, δὲν ἐγνώριζε δὲ, ἐὰν ἔχῃ δάση
3251ἀνήκοντα εἰς αὐτό. Εἶχε μὲν δικαίωμα νὰ διεκδικήσῃ τὰ
3252δάση ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Δημόσιον,
3253ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζε ποῖα εἶναι αὐτά. Διὰ τοῦτο προσέφυγεν
3254εἰς τρόπον ὅμοιον πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον μεταχειρίζονται εἰς
3255τὴν μετατροπὴν τῶν δανείων. Εἶπεν ὅτι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ
3256ἀποδείξω ὅτι ἔχω δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ σεῖς πρέπει νὰ ἔχητε
3257τίτλους, ἂν δὲ δὲν ἔχετε τίτλους, τοῦτο σημαίνει, ὅτι τὸ δά-
3258σος δὲν ἀνήκει εἰς σᾶς, ἀλλ’ εἰς τὸ Δημόσιον.» Τοῦτο εἶναι,
3259σχεδὸν εἰπεῖν, δημευτικὸν ἐν τῷ διατάγματι, διότι τὸ Δη-
3260μόσιον, ἐνῷ δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τίτλους, ἵνα ἀποδείξῃ τὴν
3261κυριότητα ἐπὶ τοῦ δάσους, ἐκήρυσσεν ὅμως ἑαυτὸ ἰδιοκτήτην
3262παντὸς δάσους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οἱ ἰδιῶται δὲν εἶχον τίτλους
3263ἰδιοκτησίας. Ἀλλὰ τὸ διάταγμα τοῦτο ἐκτελεῖται ἤδη ἐπὶ
326464 ἔτη, δὲν εἴμεθα δὲ πλέον εἰς τὴν ἐπιοῦσαν τῆς δημιουρ-
3265γίας τοῦ Κόσμου, εἴμεθα Βασίλειον ἀπὸ 64 ἐτῶν, δὲν εὑρι-
3266σκόμεθα εἰς τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη τότε τὸ
3267Κράτος, ὅτε ἐπήγετο νὰ ἀνεύρῃ ποῖα δάση ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα
3268κατεῖχον οἱ πολῖται, ἀνῆκον εἰς αὐτούς, καὶ τίνες αὐτῶν εἶχον
3269τίτλους, τίνες δὲ δὲν εἶχον, ἵνα σεβασθῇ τὴν ἰδιοκτησίαν ἐκεί-
3270νων, οἵτινες εἶχον τίτλους. Ἤθελεν εἶσθαι πρᾶξις αὐθαίρετος
3271καὶ ἀγρία τοῦ Δημοσίου, ἐὰν, ἐνῷ αὐτὸ δὲν εἶχε τίτλους, ἤθελε
3272διώξει ἀπὸ τὰ δάση καὶ τοὺς ἔχοντας τίτλους.
3273Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ὁ
3274Νόμος, δὲν εἶναι τόσον ἄδικος, ὅσον παρεστάθη. Ἀλλὰ οἱ κατα-
3275λαβόντες δάση κατέλαβον δάση, ἢ κατέλαβον χώραν κειμένην
3276ἐν δάσει; Οἱ εἰσελθόντες εἰς τὰ δάση δὲν κατέλαβον δάση,
3277εἰσῆλθον εἰς τὰ δάση, διὰ νὰ μεταβάλουν τὰ δάση εἰς γῆν
3278ὑποκειμένην εἰς καλλιέργειαν· αὐτοὺς λοιπὸν πῶς θέλετε νὰ
3279τοὺς παραπέμψωμεν εἰς τὰ δικαστήρια, ὅπως παραστήσωσι
3280τὴν πρὸ χρόνων κατοχὴν αὐτῶν;
3281Ἀλλὰ πάντα ταῦτα, εἶπον, ὅτι λέγω μόνον ἐπειδὴ ἐλέχθη-
3282σαν, καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσα εἰς
3283τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐὰν μετὰ μελέτην, τὴν ὁποίαν ἤθελον ἐπι-
3284χειρήσει κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, δὲν πορισθῶ ἀντίῤῥησίν
3285τινα, δὲν θέλω διστάσει κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ δια-
3286γράψω τὸ ἄρθρον.
3287§302ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρησεν
3288ὅτι διὰ τῆς ἐκφράσεως τοῦ ἄρθρου 19, λέγοντος ὅτι τὰ δάση
3289εἶναι ἀναπαλλοτρίωτα, τίθεται περιορισμὸς εἰς τὸ Δημόσιον
3290νὰ πωλῇ τὸ δάσος. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Μήπως
3291διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἀπαγορεύεται νὰ εἰσαχθῇ ἄλλος νό-
3292μος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δίδωται τὸ δικαίωμα τῆς πωλήσεως;
3293§303Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι ἐν ὅσῳ
3294ἰσχύει ὁ νόμος.
3295§304ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ τὸ Δημόσιον δύναται διὰ τῆς εἰσαγω-
3296γῆς ἑνὸς νόμου νὰ προβῇ κατόπιν εἰς ἀπαλλοτρίωσιν, τοῦτο
3297σημαίνει, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαλλοτρίωτον τὴν σήμερον. Μήπως
3298τὸ Δημόσιον δύναται ὡρισμένων κτημάτων ν’ ἀπαλλοτριώσῃ
3299τὴν ἰδιοκτησίαν; Καὶ διὰ νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτον δικαίωμα
3300ἀπαλλοτριώσεως, πρέπει τὸ κτῆμα νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν κατη-
3301γορίαν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐκποιηθῶσι, πρέπει νὰ
3302πρόκειται περὶ φθαρτῶν κτημάτων, ἢ περὶ ἄλλων τοιούτων.
3303Ἀλλὰ τὸ Δημόσιον διὰ μόνης διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν
3304Οἰκονομικῶν, εἴτε δι’ ἐκδόσεως Β. Διατάγματος, δὲν δύνα-
3305ται νὰ ἐκποιήσῃ περιουσίαν ἐθνικήν. Ἀναγκαίως πρέπει νὰ
3306ὑπάρξῃ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἐκποίησιν, καὶ τοιοῦ-
3307τος νόμος ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐκποίησιν τοῦ δάσους. Ἐν-
3308τεῦθεν ἕπεται, ὅτι ἡ λέξις «ἀναπαλλοτρίωτος» δὲν ἀποβλέπει
3309εἰς περιορισμὸν τοῦ Δημοσίου· ἡ λέξις ἐτέθη ἐκεῖ, ὅπως ἐκ-
3310φράσῃ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδουν οἱ νομικοὶ εἰς τὰς δύο
3311ἐκφράσεις, «ἀναπαλλοτρίωτον» καὶ «ἀπαράγραπτον». Ὅ,τι
3312εἶναι ἀναπαλλοτρίωτον, εἶναι καὶ ἀπαράγραπτον· ἠθέλη-
3313σαν δηλαδὴ νὰ καθορίσουν, ὅτι οὐδεὶς τρίτος ἰδιώτης δύνα-
3314ται νὰ ἀποκτήσῃ δικαίωμα ἐπὶ δάσους. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
3315Κυβερνήσεως δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἀναγνώσῃ τὸν νόμον περὶ
3316διακρίσεως τῶν κτημάτων, καὶ θὰ ἴδῃ ὅτι τὰ κτήματα τοῦ
3317Δημοσίου, τὰ τῆς κοινῆς χρήσεως, αὐτὰ εἶναι ἀναπαλλο-
3318τρίωτα καὶ ἀπαράγραπτα. Αὐτὴ ἡ ἔκφρασις «ἀναπαλλο-
3319τρίωτος» ἐνέχει ἐν ἑαυτῇ καὶ τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν
3320δύναται νὰ τ’ ἀπαλλοτριώσῃ, διότι τὸ Δημόσιον δὲν δύναται,
3321ἔστω καὶ διὰ νόμου, ν’ ἀπαλλοτριώσῃ τὸν αἰγιαλόν. Ἀλλὰ
3322ὅταν πρόκειται περὶ κτήματος ἀναπαλλοτριώτου, δύναται
3323διὰ νόμου νὰ τὸ ἀπαλλοτριώσῃ.
3324Τοῦτο ὅμως δὲν ἔχει καμμίαν σπουδαιότητα, διότι εἴτε
3325εἰς τὴν μίαν ἔννοιαν ἀφορᾷ ἡ λέξις «ἀναπαλλοτρίωτος», εἴτε
3326εἰς τὰς δύο ἐννοίας, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Τὸ ζήτημα εἶναι,
3327τίς θὰ ἦναι ἡ συνέπεια τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ παρόντι νόμῳ.
3328Συνέπεια ἄμεσος θὰ ἦναι, ὅτι προσβάλλονται ὅλα τὰ μέχρι
3329τοῦδε κεκτημένα δικαιώματα, διότι δὲν καθορίζεται ὅτι ἀνα-
3330παλλοτρίωτα καὶ ἀπαράγραπτα εἶναι μόνα τὰ δάση ἐκεῖνα,
3331τὰ ὁποῖα κατέχει σήμερον τὸ Δημόσιον. Ἐὰν σήμερον ἀπο-
3332καλυφθῇ ὅτι δάσος τοῦ Δημοσίου κατέχεται παρ’ ἰδιώτου,
3333τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχον εἰς χεῖρας τὴν διάτα-
3334ξιν ταύτην, θέλει προβῆ εἰς τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ δάσους ὡς
3335δημοσίου καὶ θέλει διατάξει τὴν ἀποβολὴν ἐκ τῆς κατοχῆς
3336τοῦ κατέχοντος αὐτό. Οὔτε σημασίαν τινὰ ἔχει ὅ,τι εἶπεν ὁ
3337κ. Πρωθυπουργός, ἐὰν πρόκειται περὶ χώρου ἐντὸς τοῦ δάσους
3338ἢ περὶ τοῦ δάσους, διότι ὅ,τι καθορίζεται περὶ τοῦ ὅλου,
3339καθορίζεται καὶ περὶ τοῦ μέρους, διότι εἴτε τὸ ὅλον εἴτε μέ-
3340ρος καταλάβῃ, ἀναγκαίως ψηφίζεται τὸ ἀναπαλλοτρίωτον
3341καὶ ἀπαράγραπτον, ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ἀφήσωμεν τὴν
3342διάταξιν ὡς ἔχει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ τὴν ἐφαρμόσωμεν
3343εἰς τὸ μέρος, ὅπως εἰς τὸ ὅλον, ἀλλὰ πάντοτε θ’ ἀντιστρα-
3344τευθῶμεν εἰς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν τῶν ἐξουσιῶν,
3345διότι δι’ αὐτῆς δίδομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν
3346τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίζῃ οἱανδήποτε κτῆσιν ὡς δημο-
3347σίαν, καὶ ἐντεῦθεν διοικητικῶς νὰ ἐπιλαμβάνηται αὐτῆς, ἀπο-
3348διωκομένου παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας τοῦ κατέχοντος.
3349(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 19, ὡς ἔχει).
3350§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 20 (ἀναγινώσκεται).
3351§306ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπε-
3352σχέθη ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις τὰς γενομέ-
3353νας, καὶ δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο θὰ βελτιωθῇ.
3354Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ λαμβάνει χαρα-
3355κτῆρα νομικὸν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
3356σεως νὰ ὑπενθυμίσω εἰς αὐτὸν, ὅτι ἓν ἐκ τῶν πρωτίστων, περὶ
3357τῶν ὁποίων δέον νὰ σκεφθῇ, εἶναι, ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς,
3358προκειμένου περὶ δασῶν, νὰ παύσῃ ἐκείνη ἡ ἀβεβαιότης, ἥτις
3359ὑπάρχει ὡς πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν δασῶν, καὶ τοῦτο
3360δὲν θὰ ἦτο ἀδύνατον. Τῷ ὄντι εἶναι ἄδικον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον
3361ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι. Εἶναι κάτι τι λίαν ἄτοπον αὐτὸ, τὸ
3362ὁποῖον ὑπάρχει, προκειμένου περὶ δασῶν, τὰ ὁποῖα καὶ ἡμεῖς
3363ἀναγνωρίζομεν ὥς τι ἄξιον πολιτικῆς μερίμνης, χάριν τοῦ
3364Δημοσίου καὶ τοῦ Κράτους. Ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι δάση τινὰ
3365εὐάριθμα, ἀνεγνωρισμένα ὡς ἰδιόκτητα, καὶ ἔχομεν μίαν κατη-
3366γορίαν διαφιλονεικουμένων δασῶν· ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντι-
3367κείμενον ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ὑπάγηται εἰς
3368τοιαύτην κατηγορίαν, εἶναι τὰ δάση. Εἶναι προτιμότερον, τὸ
3369Δημόσιον ν’ ἀποφασίσῃ νὰ παραχωρήσῃ ὁριστικῶς εἰς τοὺς
3370ἔχοντας τοιαύτας ἀξιώσεις καὶ νεμομένους τὰ δάση αὐτὰ, ἢ
3371νὰ μένωσι ταῦτα ὑπὸ ἀβεβαιότητα. Ὁ κύριος ὁ ὁριστικὸς τοῦ
3372δάσους θέλει φροντίσει περὶ τῆς διασώσεως αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅταν
3373ἀφήνητε αὐτὸν, τὸν κατέχοντα τὸ δάσος, ἐν τῇ ἀβεβαιότητι,
3374θέλει φροντίσει οὗτος νὰ ἁρπάσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα
3375εἰσοδήματα καὶ μὲ κατανάλωσιν τοῦ κεφαλαίου. Διὰ τοῦτο
3376θεωρῶ προτιμότερον νὰ σπεύσῃ τὸ Δημόσιον, καθ’ ἕνα οἱονδή-
3377ποτε τρόπον, νὰ περατώσῃ τὰς δίκας, παραβλέπον καὶ χα-
3378ρίζον ἀκόμη, ἵνα θέση τέρμα εἰς τὴν παροῦσαν κατάστα-
3379σιν τῆς ἀβεβαιότητος. Πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ληφθῶσι μέ-
3380τρα, ὅπως καθορισθῇ ἡ ἰδιοκτησία τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν
3381δασῶν διὰ συντάξεως κτηματολογίου, ἢ ἄλλως.
3382§307Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπὸ μίαν ἄλλην ἔποψιν θεωρῶ
3383καὶ ἐγὼ ἀτυχῆ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 19. Τὸ ἄρθρον 19
3384θέλει νὰ καθιερώσῃ τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὰ δημόσια δάση εἶναι
3385ἀναπαλλοτρίωτα καὶ ἀπαράγραπτα. Τοιαύτη διάταξις περὶ
3386ἀναπαλλοτριώτου καὶ ἀπαραγράπτου ὑπάρχει καθιερωμένη
3387ἐν τῷ νόμῳ ὡς πρὸς τὰ δημόσια ἢ δημοτικὰ κοινὰ κτή-
3388ματα. Καθιερουμένη ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐπὶ τοιούτων πραγμά-
3389των, ἐννοεῖται ὅτι ἀσφαλῶς εἶναι καθιερωμένη, διότι ταῦτα
3390ἐκ τοῦ νόμου εἶναι γνωστά· π. χ. εἶναι ἀπαράγραπτα καὶ
3391ἀναπαλλοτρίωτα ὁ αἰγιαλὸς, αἱ πλατεῖαι, αἱ δημόσιαι
3392ὁδοί, οὐδεμία δὲ ἀμφισβήτησις δύναται νὰ γεννηθῇ, ἐὰν αἰ-
3393γιαλός τις ἦναι αἰγιαλὸς, ἐὰν πλατεῖά τις ἦναι πλατεῖα,
3394ἐὰν ὁδὸς δημοσία ἦναι ὁδὸς δημοσία. Ἀλλ’ ὅταν ὁ νόμος
3395λέγῃ, ὅτι τὰ δημόσια δάση εἶναι ἀναπαλλοτρίωτα καὶ ἀπα-
3396ράγραπτα, γεννᾶται εὐθὺς τὸ ζήτημα, ποῖα εἶναι τὰ δημό-
3397σια δάση; Ὑπάρχουσιν ἐκ τοῦ νόμου καθωρισμένα; Ὄχι.
3398Εἶναι μάλιστα πραγματικὸν γεγονὸς, καὶ πραγματικὸν γε-
3399γονὸς, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἀποδεικνύεται τὸ Δημόσιον κύριον
3400ἐκ τίτλων βεβαίων, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι κάτοχός τις π. χ. ἐντὸς
3401τῆς προθεσμίας δὲν ἐπαρουσίασεν ἰδιοκτησίας τίτλους. Ἐὰν
3402λοιπὸν τὸ Δημόσιον ἰσχυρίζεται ὅτι δάσος τι εἶναι ἀπαρά-
3403γραπτον καὶ ἄλλος τις ἰσχυρίζεται ὅτι τὸ δάσος αὐτὸ δὲν
3404ἀνῆκε ποτὲ εἰς τὸ Δημόσιον, πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι
3405δημόσιον τὸ δάσος. Καλὸν λοιπὸν εἶναι, ὅπως τὸ Δημόσιον,
3406εἴτε διὰ νομοθετικῶν μέτρων, εἴτε κατ’ ἄλλον τρόπον, καθο-
3407ρίσῃ ποῖα εἶναι τὰ δημόσια δάση. Ἀλλαχοῦ ὑπάρχουσι τὰ
3408κτηματολόγια, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶναι ἀπόδειξις ἀναμ-
3409φισβήτητος, ἀλλὰ μετὰ θετικότητος δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ
3410τις, ὅτι δάσος τι, τὸ ὁποῖον ἐσημειώθη εἰς τὸ κτηματολό-
3411γιον μετὰ διαδικασίαν ὡρισμένην, τὴν παρομαρτοῦσαν εἰς
3412τὴν σύνταξιν τοῦ κτηματολογίου, εἶναι ἰδιωτικὸν ἢ δημό-
3413σιον. Ἀλλ’ ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα ἐν Ἑλλάδι, δὲν θὰ
3414τύχῃ ὁ νομοθέτης τοῦ σκοποῦ, ἐὰν δὲν φροντίσῃ νὰ ὁρισθῇ
3415κατά τινα τρόπον ποῖα δάση εἶναι εἶναι δημόσια ἐν Ἑλλάδι.
3416Πρό τινος καιροῦ ἤρχισαν νὰ καθορίζωνται δι’ ὁροθετήσεως
3417τὰ δάση τὰ ἰδιωτικὰ, ἀλλὰ δάση δύνανται νὰ παράγωνται
3418ἐπ’ ἄπειρον· ἐκεῖ, ὅπου σήμερον δὲν ὑπάρχει δάσος, δύναται
3419μετὰ 10 ἢ μετὰ 20 ἔτη νὰ ὑπάρξῃ δάσος. Πρέπει λοιπὸν
3420γενικώτερον τὰ τῶν δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν δασῶν νὰ καθο-
3421ρισθῶσι, καὶ νὰ ὑπάρχῃ ἐκ τοῦ νόμου κεκυρωμένη καὶ γνω-
3422στὴ ἡ ἰδιοκτησία τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ὡρισμένων δασῶν, τῶν
3423ὁποίων καὶ ἡ ὁροθέτησις ἐγένετο καὶ ἐπισημοποιήθη καθ’ ὡρι-
3424σμένον τρόπον. Ἐφ’ ὅσον μένουσιν ἀόριστα, ἀμφισβητήσιμα
3425τὰ τῶν δημοσίων δασῶν, ἡ διάταξις αὕτη, μεθ’ ὅλον τὸ
3426ἀπόλυτον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει, δυνατὸν νὰ μὴ κλείσῃ τὴν
3427θύραν πρὸς τὰς ἀμφισβητήσεις καὶ τὰς καταλήψεις τὰς ἀδί-
3428κους καὶ αὐθαιρέτους. Οὐδὲ δύναται ἡ ἀποβολὴ ὑπὸ τῆς
3429διοικητικῆς ἀρχῆς ἀπὸ τῆς κατοχῆς δάσους τινὸς, τὸ ὁποῖον
3430ἀμφισβητεῖ τὸ Δημόσιον, νὰ ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου
3431τὸ δάσος τοῦτο, τοὐλάχιστον κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον.
3432§308Κ. ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους προαγο-
3433ρεύσαντας νὰ σχετίσωσι τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 19 πρὸς τὴν
3434διάταξιν τοῦ ἄρθρ. 1 τοῦ νόμου ᾼΧΝʹ τοῦ ἔτους 1888· καθόσον
3435διαφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀποκλείον-
3436ται τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιωτῶν καὶ περιορίζονται· τοὐναντίον
3437φρονῶ, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου παρέχονται πλείονα δικαι-
3438ώματα εἰς αὐτοὺς ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο διὰ τοῦ νό-
3439μου ΑΧΝʹ, ὅστις καὶ σήμερον ἐξακολουθεῖ μένων ἐν ἰσχύϊ.
3440Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ὡρίζετο ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ
3441τὸν δήμαρχον, τὸν γεωμέτρην καὶ τὸν ἔφορον, ἥτις ἐξετέλει
3442τὴν ὁροθέτησιν καὶ ἀποτερμάτισιν τῶν δασῶν, δὲν ἐπετρέπετο
3443δὲ κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης οὐδὲν ἕτερον ἔνδικον μέσον
3444ἢ μόνον προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
3445Ἤδη δίδεται τοὐλάχιστον τὸ δικαίωμα εἰς αὐτοὺς νὰ προσφύ-
3446γωσιν εἰς τὰ δικαστήρια. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ διὰ τοῦ
3447νόμου τούτου ἐξακολουθεῖ διατελῶν ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος ΑΧΝʹ,
3448καὶ ἑπομένως προϋποτίθεται ὅτι αἱ διατάξεις αὐτοῦ, καίτοι
3449δὲν ἐξετελέσθησαν, θὰ ἐκτελεσθῶσι, νομίζω καλὸν εἰς τὸ δεύ-
3450τερον μέρος τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 19 νὰ τεθῇ, ὅπως
3451ἀρθῇ πᾶσα ἀμφιβολία, ὅτι οἱ ὁπωσδήποτε καταλαβόντες
3452δημόσια δάση, μετὰ τὴν ἀποτερμάτισιν αὐτῶν ἀποβάλλονται
3453διοικητικῶς· διότι τότε θὰ ἔχωμεν τὴν περιφέρειαν τῶν δα-
3454σῶν ὡρισμένην, καὶ πᾶς ὅστις ἤθελεν εἰσέλθει εἰς δάση, προ-
3455φανῶς ἤθελε καταλάβει γαίας τοῦ Δημοσίου. Θὰ προτείνω
3456τὴν τροποποίησιν ταύτην, ἡ ὁποία ἐλπίζω ὅτι ὁπωσδήποτε
3457φέρει τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἰς συμβιβασμὸν πρός τε τὸ δίκαιον
3458καὶ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ τοῦ ἀστι-
3459κοῦ δικαίου.
3460§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 19 ἔχει ψηφισθῆ· ὥστε ἡ συζή-
3461τησις νῦν εἶναι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 20.
3462§310ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἐγὼ ὡμίλουν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
346319 μετὰ τὴν ψήφισίν του. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴ θεωρηθῇ
3464ὅτι ὡμίλησα διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
3465§311ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 20 θὰ παρατηρήσω ὅτι ἀκριβῶς
3466ἔρχεται νὰ κυρώσῃ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου ἐξή-
3467νεγκον. Τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἐκχέρ-
3468σωσις, ἐκρίζωσις ἢ ἀπαλλοτρίωσις ἄνευ νόμου τῶν εἰς διαχει-
3469ριστικὸν σύστημα ὑπαγομένων κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ παρόντος
3470νόμου δασῶν, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ διανομὴ τῶν κοινοτικῶν
3471μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς κοινότητος, οὐδὲ ἡ ἀπαλλοτρίωσις αὐ-
3472τῶν. Λέγει ὅτι τὰ δάση τοῦ Δημοσίου δύνανται ν’ ἀπαλλο-
3473τριωθῶσι, καὶ μένει μόνη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 19, ὅτι εἶναι
3474ἀπαράγραπτα. Θέλω ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι διὰ τὰ δάση τὰ
3475ἀνήκοντα εἰς διαχειριστικὸν σύστημα ἀπαγορεύεται ἡ ἐκχέρ-
3476σωσις, ἐκρίζωσις ἢ ἀπαλλοτρίωσις, ὡς πρὸς δὲ τὰ κοινοτικὰ, ἡ
3477διανομή. Ὡς πρὸς αὐτὰ τὰ δάση, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια,
3478διότι ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ληφθῇ τοιαύτη,
3479θέλομεν θίξει τὴν ἰδιωτικὴν ἰδιοκτησίαν, κατὰ τοσοῦτο μᾶλ-
3480λον, καθόσον παρ’ ἡμῖν ἡ διανομὴ θεωρεῖται ὡς μεταβιβαστι-
3481κὴ τῆς κυριότητος, ἐπειδὴ δὲ διὰ τῆς διανομῆς ἐπέρχεται ἡ
3482ἀπαλλοτρίωσις, ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ
3483ἄρθρου 20 ἀπαγορεύει καὶ τὴν διανομὴν τῆς ἰδιοκτησίας τῶν
3484δασῶν, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἀδιαιρέτως μεταξὺ
3485ἰδιωτῶν καὶ Δημοσίου.
3486§312ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ τοιαῦτα θέματα τῆς διανομῆς
3487δὲν ἐννοεῖ νὰ περιορίσῃ ὁ νόμος· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ἀναπαλ-
3488λοτρίωτον, φαίνεται ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου δὲν ἐν-
3489νοεῖ ἢ νὰ καθιερώσῃ μίαν γενικὴν ἀρχὴν ἀναλλοίωτον καὶ,
3490οὕτως εἰπεῖν, μὴ ἐπιδεχομένην μεταβολήν. Τώρα δὲν εἶναι ζή-
3491τημα, ὅτι εἷς νόμος νεώτερος δύναται νὰ ἀνατρέψῃ τὸν προη-
3492γούμενον, ἀλλ’ ὑπάρχουσι νόμοι τινὲς, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρί-
3493ζονται τοσοῦτον θεμελιώδεις, ὥστε δύναται νὰ θεωρήσῃ τις
3494ὡς ἀνατροπὴν θεμελιωδῶν νόμων τὴν μεταβολὴν τοιούτου νό-
3495μου. Οἱ τοιοῦτοι νόμοι, προκειμένου ν’ ἀναγνωρίσωσι γενικὴν
3496ἀρχὴν, καταντῶσιν, οὕτως εἰπεῖν, ἔχοντες ἀξιώσεις αἰωνιό-
3497τητος. Τοιοῦτόν τι ἠθέλησεν ὁ νόμος νὰ καθιερώσῃ διὰ τοῦ
3498ἄρθρου 19, νὰ περιλάβῃ τὰ δημόσια δάση εἰς τὴν χορείαν
3499ἐκείνων τῶν κτημάτων τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέ-
3500πεται ν’ ἀπαλλοτριῶνται, ἵνα δώσῃ τὴν σημασίαν ταύτην,
3501τὴν πολύτιμον, εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν δασῶν. Ἀλλὰ τὸ
3502τοιοῦτον, εἰ καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως εἶναι εὔλογον, προκειμένου
3503περὶ δασῶν, διότι εἶναι γνωστὸν τὸ πολύτιμον τοῦ ἀντικει-
3504μένου τῆς ἰδιοκτησίας ταύτης, πρέπει ἆρά γε ἐν νόμῳ ν’ ἀνα-
3505γνωρισθῇ; Νομίζω ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἀποδέχηταί τις τὴν ἰδέαν
3506αὐτὴν, δὲν πρέπει νὰ τεθῇ αὕτη ἐν τῷ νόμῳ, διότι πιθανὸν
3507νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἓν δάσος π. χ. διὰ
3508πράξεως νομοθετικῆς νὰ θεωρηθῇ χρήσιμον διὰ τὰ δημόσια
3509συμφέροντα νὰ ἐκποιηθῇ διὰ νόμου πρός τινα ἑταιρίαν,
3510πρός τινα ἰδιώτην, ὁ ὁποῖος ὑπόσχεται, παρέχων τὴν ἀναγ-
3511καίαν ἐγγύησιν, κάρπωσιν τοῦ δάσους ἐπωφελῆ. Πρέπει νὰ
3512θεωρηθῇ ὁ νόμος αὐτὸς, ὁ νέος, ἀνατρέπων μίαν ἀρχὴν θεω-
3513ρηθεῖσαν διηνεκῆ;
3514§313Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος
3515τροποποιεῖ νόμον.
3516§314ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο εἶπον ἐξ ἀρχῆς, κ.
3517Πρόεδρε, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔχει τὴν ἔννοιαν νὰ κατατάξῃ
3518τὰ δάση εἰς ἐκείνας τὰς κτήσεις τοῦ Δημοσίου, αἱ ὁποῖαι εἶ-
3519ναι ἀναπαλλοτρίωτοι.
3520§315Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν γενι-
3521κὸν τι συμφέρον ἤθελεν ὑπαγορεύσει εἰς Κυβέρνησίν τινα, ἵνα
3522ἀποφασίσῃ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, ὅπως ἐκποιηθῇ
3523δάσος τι, πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἐθνικοῦ συμφέροντος, βεβαίως ὁ
3524νόμος οὗτος δύναται νὰ ψηφισθῇ.
3525§316ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δύναται νὰ μεταβληθῇ καὶ τὸ
3526ἀναπαλλοτρίωτον τῶν αἰγιαλῶν. Μήπως τὸ ἀναπαλλοτρίω-
3527τον τῶν αἰγιαλῶν εἶναι διὰ τοῦ Συντάγματος καθιερωμένον;
3528διὰ νόμου εἶναι καὶ τοῦτο καθιερωμένον.
3529Αἱ διατάξεις αὗται τοῦ νόμου δύνανται βεβαίως νὰ ὑπο-
3530βληθῶσιν εἰς μεταβολὰς νομοθετικάς. Ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ
3531διακρίσεως κτημάτων ἤθελεν οὐχὶ νὰ κανονίσῃ ἰδιοκτησίαν
3532τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ νὰ ἀναγνωρίσῃ θεμελιωδῶς καὶ αἰωνίως
3533ἀρχήν τινα, ἡ ὁποία πηγάζει οὐχὶ ἐκ περιστάσεων τοπικῶν,
3534παροδικῶν, αἱ ὁποῖαι πολλάκις κανονίζουσι τὴν νομοθέτησιν,
3535ἀλλὰ ἐκ περιστάσεων διαρκῶν εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, τὸ φυσικὸν
3536δίκαιον τῆς ἰδιοκτησίας. Ὁ νόμος, ἀποδίδων σημασίαν εἰς τὰ
3537δάση, ἠθέλησε νὰ κατατάξῃ ταῦτα εἰς τὴν κατηγορίαν
3538ταύτην. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου.
3539§317Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο θέτει τὴν δευτέ-
3540ραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 19, διότι, προκειμένου νὰ κατα-
3541ληφθῇ ὡς ἰδιοκτησία τὸ δάσος, τὸ Δημόσιον δὲν προστρέχει
3542εἰς τὰ δικαστήρια, ἀλλ’ ἐξάγει τὸν καταλαβόντα διὰ τῆς
3543διοικητικῆς ἀρχῆς, ὅπως ἤθελεν ἀποδιώξει τις ἐκεῖνον, ὅστις
3544ἤθελε καταλάβει αἰγιαλόν.
3545§318ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω, διότι οὕτω ἐσυστηματοποιήθη
3546ἡ διαφωνία μας· διότι ἑκάτερος τῶν διαφωνούντων εἶναι
3547συνεπὴς πρὸς τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν θέτει. Ὁ ἀξιότιμος συνά-
3548δελφος εἶπεν, ὅτι αὕτη εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ ἄρθρου, ὅτι τὰ δη-
3549μόσια δάση ἐννοεῖ νὰ τὰ ἀναγάγῃ εἰς τὴν περιωπὴν τῶν
3550αἰγιαλῶν καὶ τῶν φρουρίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναπαλλοτρίω-
3551τα, καὶ συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν, συμπεραίνει ὅτι, ὅπως ἀπὸ
3552τοῦ αἰγιαλοῦ δύναται νὰ ἐξώσῃ τὸν ἰδιώτην τὸ Κράτος,
3553οὕτω καὶ ἀπὸ τῶν δασῶν. Τὸ ἀναπαλλοτρίωτον ὅμως, προ-
3554κειμένου περὶ τῶν δασῶν, δὲν πρέπει, κατ’ ἐμὲ, νὰ ἀναγνω-
3555ρισθῇ ὡς τοιαύτη ἀρχή, διότι πιθανώτατον, ὡς ἔχουσι τὰ
3556καθ’ ἡμᾶς, νὰ θεωρηθῶσι πλειστάκις ἴσως ὅλα τὰ δάση ἀπαλ-
3557λοτριώσιμα ὑπὸ ὅρους. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, ἀφοῦ ἔχομεν τὴν
3558ἐγγύησιν τοῦ νόμου, νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ ἀναπολλοτρίω-
3559τον τῶν δασῶν ὡς ἀρχήν. Διὰ τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι ἐν γένει
3560τὸ ἄρθρον θὰ ἐγκαταλειφθῇ.
3561§319ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ
3562ἄρθρου 20. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο συμπεριλαμβάνονται ὅλα
3563τὰ δάση, τὰ ὑπαγόμενα εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ παρόντος νό-
3564μου, δηλαδὴ τὰ ὑπαγόμενα εἰς τὸ διαχειριστικὸν σύστημα...
3565§320ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν σας. Μεταξὺ τῶν
3566δασῶν τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ διαχειριστικὸν σύστημα εἶναι
3567καὶ τὰ δάση, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν ἐξ ἀδιαιρέτου εἰς τὸ Δημό-
3568σιον καὶ εἰς ἰδιώτας, ἀλλὰ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἀπαγο-
3569ρεύεται εἰς τὸν ἰδιώτην νὰ ἐκποιήσῃ τὴν μερίδα του, καὶ εἰς
3570τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὸ λάβῃ
3571ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
3572(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 20, ὡς ἔχει).
3573§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 21 (ἀναγινώσκεται).
3574§322ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν πρακτικώτερον καὶ πολυτι-
3575μότερον, παρὰ τὸ νὰ κατορθωθῇ, ὅσον εἶναι δυνατὸν, ἡ ἀνα-
3576δάσωσις. Ἡ γενικὴ ἀναδάσωσις εἶναι ὄνειρον, καὶ δυσχερὲς
3577νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἴσως ἐν Ἑλλάδι δὲν παρουσιάζει τὰς
3578δυσχερείας, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἀλλαχοῦ. Καὶ ξένοι ἀλη-
3579θῶς παρετήρησαν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἡ αὔξησις τῶν δένδρων εἶ-
3580ναι καταπληκτικῶς ἀνωτέρα ἢ ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ
3581ἐπινοήσωμεν πάντα τὰ μέσα καὶ μετὰ θυσιῶν, ἵνα φθάσωμεν
3582εἰς ἀποτέλεσμα ἀναδασώσεως. Ἀλλ’ ἐνταῦθα τὸ ἄρθρον τοῦ
3583νομοσχεδίου λέγει, ὅτι ἐπὶ 30 ἔτη θὰ ἀπαλλάσσηται τοῦ
3584φόρου ὁ ἐπιχειρῶν τὴν ἀναδάσωσιν. Θὰ ἐνόουν τοῦτο, ἐὰν
3585ἐπρόκειτο περὶ φόρου στρεμματικοῦ, ἀλλ’ ἐδῶ στρεμματικὸν
3586φόρον δὲν ἔχομεν· ἐγὼ ἐπιλαμβάνομαι τῆς ἀναδασώσεως ἑνὸς
3587μέρους γυμνοῦ καὶ φυτεύω κάμποσα δένδρα· θὰ ἀπαλλάττω-
3588μαι ἐπὶ 30 ἔτη παντὸς φόρου ἢ δικαιώματος τοῦ Δημοσίου;
3589Δὲν σᾶς φαίνεται τοῦτο, ὅτι δὲν παρέχει τὴν ἀπαιτουμένην
3590ἐγγύησιν ἐναντίον μιᾶς καταχρήσεως; Διότι, ἐὰν πρόκειται
3591συγχρόνως νὰ καλλιεργήσῃ τὴν ἔκτασιν αὐτὴν, καὶ διότι
3592ἐφύτευσεν ὀλίγα δένδρα, νὰ ἀπαλλάσσηται τοῦ φόρου, τὸ
3593πρᾶγμα εἶναι ὑπερβολικὸν, διότι τοῦτο δύναται νὰ κατορ-
3594θώσῃ τις ἐπὶ μιᾶς ἐκτάσεως μεγίστης.
3595§323Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ
3596ὁρίσωμεν, τί ἐστὶ ἀναδάσωσις, καὶ τότε θέλομεν φθάσει εἰς
3597λύσιν τῆς ἀπορίας, ἣν προβάλλετε. Ἀναδάσωσις εἶναι ἡ
3598ἐμφύτευσις, εἴτε διὰ σπορᾶς εἴτε διὰ φύτρων, ἐκτάσεως με-
3599γάλης διὰ δένδρων ἀγρίων· ἡ ἔκτασις αὕτη τῆς γῆς ἐπὶ
3600διάστημα 30 ἐτῶν ἀπαλλάσσεται παντὸς φόρου καὶ δικαιώ-
3601ματος, ἐννοεῖται δὲ φόρου καὶ δικαιώματος ἐπὶ τῶν παρα-
3602γομένων ἐκ τοῦ δάσους προϊόντων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν
3603κατὰ τὸ διάστημα τῶν 30 ἐτῶν ὁ ἰδιοκτήτης νὰ παρα-
3604γάγῃ· τοιαῦτα προϊόντα εἶναι καύσιμα ξύλα, τὰ ὁποῖα
3605πληρόνουν τέλος, κηκίδια, καὶ ἄλλα τινὰ τῶν δένδρων προϊ-
3606όντα, τὰ ὁποῖα λέγονται δασικά.
3607§324ΔΑΛΛΑΣ. Εἶναι ὀλίγα τὰ 30 ἔτη.
3608§325Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσωμεν τοῦτο.
3609§326ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἀνέφερε
3610προϊόντα, τὰ ὁποῖα θὰ προκύψωσι μετὰ 30 ἔτη.
3611§327Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐντὸς
3612τῶν 30 ἐτῶν δύναται νὰ παραγάγῃ καυσόξυλα, ῥητίνην
3613καὶ ἄλλα δασικὰ προϊόντα.
3614(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 21, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀνα-
3615γινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ
3616ἄρθρα 22–26).
3617§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 27 (ἀναγινώσκεται).
3618§329ΔΑΛΛΑΣ. Περὶ τοῦ ποινικοῦ μέρους τῶν διατάξεων τοῦ
3619νόμου τούτου ἐπιφυλάσσομαι νὰ κάμω ἐκτενῆ λόγον κατὰ
3620τὴν τρίτην συζήτησιν. Περιορίζομαι ἤδη νὰ ὑποβάλω ὑπ’
3621ὄψιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δύο παρατηρήσεις.
3622Καλὸν θὰ ἦτο, ἐὰν ἔθετεν ὡς βάσιν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ
3623ὅρου τοῦ προστίμου καὶ οὐχὶ τὴν αὔξησιν.
3624§330Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιθυμῶ
3625νὰ ἀκούσω τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς ὁρίζετε.
3626§331ΔΑΛΛΑΣ. Ἀπὸ τριῶν δραχμῶν μέχρις 60. Διότι εἶναι
3627πασίγνωστον, ὅτι καὶ ὁ νῦν ἰσχύων νόμος, ὁ ὁποῖος θέτει τὸν
3628ἐλάχιστον ὅρον τῶν 30 δραχμῶν, δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὰ
3629Πταισματοδικεῖα, διότι εἶναι φυσικὸν, ὅταν ὁ δικαστὴς βλέπῃ
3630ὅτι εἷς παραβάτης τῶν διατάξεων περὶ δασῶν ἔκαμε παράβα-
3631σιν 10 δραχμῶν, νὰ διστάζῃ νὰ τὸν τιμωρήσῃ μὲ ποινὴν 60
3632δραχμῶν. Εἶναι μία δυσαναλογία μεταξὺ τῆς παραβάσεως
3633καὶ τῆς ποινῆς. Καὶ νομίζω ὅτι τοιουτοτρόπως δὲν προστα-
3634τεύομεν τὰ δάση, ἀλλὰ καθιεροῦμεν ἀτιμωρησίαν.
3635§332Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔλαβον σημείωσιν.
3636§333ΔΑΛΛΑΣ. Ἐπίσης εἶχον νὰ ὑποβάλω δευτέραν παρατή-
3637ρησιν ἐπὶ τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 27. Τὸ ἐδάφιον τοῦτο
3638ὁρίζει, ὅτι ἐξαιροῦνται τοῦ φόρου τῆς ὑλοτομίας τὰ καυσό-
3639ξυλα, ὅταν ἐνεργῆται ἡ μεταφορὰ κατὰ ἓν φορτίον. Ὁ πα-
3640λαιὸς νόμος, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὥριζε τρία φορτία, ἀλλὰ καὶ
3641ἐκείνη ἡ διάταξις ἦτο πολὺ καταθλιπτική. Μοὶ φαίνεται
3642ὅτι ὁ ὁρισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ζώων ἔχει τι τὸ καταθλι-
3643πτικὸν καὶ τὸ ὅλως ἀλυσιτελές· διότι, ὅταν ὑποθέσητε ὅτι
3644ὑπάρχει εἷς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἤδη δύο ἢ τρία ὑπο-
3645ζύγια, ὁ τοιοῦτος δὲν εἶναι ἔμπορος, ἀλλ’ ἀναγκάζεται ὁ ἄν-
3646θρωπος αὐτὸς νὰ μετέρχηται πρὸς πορισμὸν τῶν πρὸς τὸ ζῆν
3647τὴν πώλησιν καυσοξύλων· τοῦτον εἶναι περιττὸν νὰ ὑποβά-
3648λωμεν εἰς ἀριθμὸν ζώων, διότι τὸ τοιοῦτον θὰ δώσῃ ἀφορμὴν
3649εἰς καταχρήσεις τῶν δασοφυλάκων, οὐδὲ μοὶ φαίνεται ὅτι προ-
3650λαμβάνεται κατάχρησίς τις διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ζώων, ἀφοῦ
3651ἀναγνωρίζετε ὅτι τὰ μεταφερόμενα ὑπὸ τῶν χωρικῶν πρὸς πώ-
3652λησιν διὰ τῶν ἰδίων ὑποζυγίων καυσόξυλα ἐξαιροῦνται τῆς
3653φορολογίας. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἓν τοιοῦτον μικρὸν ἐμπόριον δὲν
3654πρέπει νὰ τὸ περιορίσητε. Ἄλλως τε εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ
3655ἐνεργοῦντες τὴν ὑλοτομίαν τῶν καυσοξύλων δὲν δύνανται νὰ
3656τὴν ἐνεργήσωσι μόνοι, ἀλλὰ συνεταιρίζονται δύο ἢ τρεῖς, καὶ
3657ὁ μὲν ὑλοτομεῖ, ὁ δ’ ἕτερος μεταφέρει τὰ καυσόξυλα πρὸς
3658πώλησιν.
3659Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ, ὅτι, ἀφοῦ ἔχομεν τοὺς
3660ὅρους «πρὸς πώλησιν διὰ τῶν ἰδίων ὑποζυγίων μεταφερό-
3661μενα», θὰ ἦτο περιττὸν καὶ μάταιον, προκειμένου μάλιστα
3662περὶ μεταφορᾶς καυσοξύλων, νὰ ὁρίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν
3663ζώων.
3664§334ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει τοιοῦτόν τι τὸ νομοσχέδιον.
3665§335ΔΑΛΛΑΣ. Λέγει «μέχρις ἑνὸς φορτίου».
3666§336ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅπαξ καθ’ ἡμέραν ἢ καθ’ ἑβδομάδα;
3667§337ΔΑΛΛΑΣ. Ἀσχέτως πρὸς χρονικὰς διαιρέσεις.
3668§338ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς διατάξεις, αἱ
3669ὁποῖαι βεβαίως εἶναι σπουδαιόταται καὶ πρέπει νὰ ἐφελκύ-
3670σωσιν ἰδιαζόντως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι καὶ
3671διατάξεις ποινικαὶ καὶ διατάξεις ἁπτόμεναι τῶν στοιχειω-
3672δῶν δικαιωμάτων καὶ συμφερόντων καὶ τῶν πρωτίστων ἀναγ-
3673κῶν αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, καὶ δὴ τοῦ μᾶλλον πενομένου λαοῦ
3674καὶ τῆς πολυπληθεστέρας ἐν παντὶ τόπῳ τάξεως. Εἰς τὰ
3675θέματα ταῦτα βεβαίως πρέπει πολὺ νὰ προσέξωμεν, καὶ πᾶς
3676τις θὰ ἦτο διατεθειμένος ἀμέσως ἐναντίον πάσης φορολογίας,
3677προκειμένου περὶ καυσοξύλων, ἀποβλέπων ἰδίως εἰς τὰς
3678ἀνάγκας τοῦ λαοῦ τῶν ἐπαρχιῶν, τῶν πτωχῶν τάξεων· ἀλλὰ
3679μία ἄλλη ἰδέα εἶναι, ἡ ὁποία ἀναχαιτίζει αὐτὴν τὴν τόσον
3680εὔλογον συμπάθειάν μας, ἡ ἰδέα μήπως πρόκειται περί κιν-
3681δύνου τῶν δασῶν, ἐὰν ἀφήσωμεν ἐλευθέραν, ἐὰν ἀφήσωμεν
3682ἀφορολόγητον τὴν ξύλευσιν· διότι δὲν πιστεύω ὅτι προε-
3683δρεύει ἐν τῷ θέματι τούτῳ ἡ ἰδέα τῆς φορολογίας, ἡ ἰδέα ἡ
3684ταμιευτική.
3685§339Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυ-
3686νατὸν ἡ ἰδέα αὕτη νὰ κρατήσῃ.
3687§340ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρατήσῃ ἰδια-
3688ζόντως ἡ ἰδέα ἡ ταμιευτική, διότι δὲν θὰ πρόκειται περὶ
3689σπουδαίας τινὸς εἰσπράξεως.
3690§341Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἦτο
3691δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τοιαύτην ἀστυνομίαν δασονομικὴν, ὥστε
3692νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι δὲν ἤθελον πωλεῖσθαι ὡς καυσόξυλα
3693ἢ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ὁρίζει, βεβαίως ἔπρεπε ν’ ἀφεθῇ
3694πᾶσα ποινικὴ διάταξις, διότι ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως δὲν
3695εἶναι παντάπασι ταμιευτικὸς, ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως εἶναι
3696νὰ περιστείλῃ τὰς καταχρήσεις, ὁ δὲ νόμος προσδιορίζει τίνα
3697εἴδη ξυλείας πρέπει νὰ γίνωνται καυσόξυλα, καὶ κατωτέρω
3698ἀναγράφει τὰ εἴδη ταῦτα, ἀπεξηραμένα δένδρα, ῥάβδους,
3699ῥίζας, ξηράδια, βλαστοὺς, κλαδία, θάμνους χωρὶς κορμῶν, καὶ
3700κορμοὺς σκολιοὺς ἢ βεβλαμμένους, καὶ τὰ λοιπά.
3701§342ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ «κατακείμενα» εἶναι τὸ χειρότερον.
3702§343ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐδῶ, μετὰ τὴν ἐξήγησιν, τὴν
3703ὁποίαν προσεδόκων, τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς
3704Κυβερνήσεως, ὠθούμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ τὸ καθῆκον νὰ
3705ἐννοήσωμεν καλῶς τὸ ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλομεν
3706νὰ νομοθετήσωμεν, ἵνα νομοθετήσωμεν σκοπίμως, νὰ γνωρί-
3707ζωμεν πρὸς τί νομοθετοῦμεν καὶ ἐὰν αἱ διατάξεις τῶν νομο-
3708σχεδίων, τὰς ὁποίας ψηφίζομεν, φθάνουσιν εἰς τὸ σκοπούμενον,
3709καὶ πρὸ πάντων νὰ μὴ περιερχώμεθα εἰς σύγχυσιν ἰδεῶν καὶ
3710εἰς σύγχυσιν σκοπῶν. Καὶ εἴδετε ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
3711βερνήσεως εἶπεν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ταμιευτικοῦ σκοποῦ,
3712καὶ ὅτι, ἐὰν εἶχε βεβαιότητα ὅτι δὲν θὰ συνέβαινον κατα-
3713χρήσεις, βεβαίως ἤθελεν ἀφήσει ἀπόλυτον ἐλευθερίαν, προκει-
3714μένου περὶ καυσοξύλων. Λοιπὸν ἐπιβάλλομεν τοὺς περιορι-
3715σμοὺς εἰς τὰ καυσόξυλα, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλομεν ἐνταῦθα,
3716ὄχι διότι θέλομεν νὰ περιορίσωμεν τὴν κατάχρησιν· μὴ δυνά-
3717μενοι νὰ περιορίσωμεν τὴν κατάχρησιν, περιορίζομεν τὸ δι-
3718καίωμα τοῦ πενομένου λαοῦ. Ἐδῶ εἶναι ἡ σύγκρουσις τῶν σκο-
3719πῶν. Δὲν δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὴν κατάχρησιν, διότι θὰ
3720κόπτωνται ἀντὶ καυσοξύλων ἄλλα ξύλα, καὶ ἵνα περιορίσωμεν
3721τὴν κατάχρησιν, περιορίζομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν
3722ὡς ἀναμφισβήτητον δικαίωμα, φυσικόν, οὕτως εἰπεῖν, δι-
3723καίωμα, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ θερμαίνηταί τις ἐκ τῶν ξηρῶν
3724ξύλων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἓν δάσος.
3725§344Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ
3726ὑλοτομία πρὸς ξύλευσιν καυσοξύλων δὲν ἐπιτρέπεται· χρησι-
3727μοποιοῦνται τὰ ξηρὰ καὶ κατακείμενα.
3728§345ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐπιβάλλομεν περιορισμοὺς εἰς τὰ
3729ξηρὰ καὶ τὰ κατακείμενα, καὶ ἐπιβάλλομεν περιορισμούς,
3730διότι φοβούμεθα τὴν κατάχρησιν καὶ διότι δὲν δυνάμεθα νὰ
3731ἔχωμεν ἀσφαλῆ τὴν φύλαξιν. Πρέπει νὰ τακτοποιήσωμεν
3732καὶ ταξινομήσωμεν, οὕτως εἰπεῖν, τὰς ἰδέας ἡμῶν ἐπὶ τοῦ
3733θέματος τούτου, διότι εἶναι προφανεστάτη ἀλήθεια, ὅτι,
3734ἐπειδὴ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν φύλαξιν τῶν δασῶν, ὠθού-
3735μεθα εἰς τὰς διατάξεις ταύτας. Ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν
3736φύλαξιν τῶν δασῶν ἐν Ἑλλάδι, ἐκ προχείρου παρατηρήσεως
3737ἐπὶ τῶν προχειροτέρων στατιστικῶν πληροφοριῶν ἠθέλομεν
3738συναγάγει, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος θὰ ὑπῆρχε νὰ μείνῃ ἡ Ἑλλὰς
3739ἄνευ δασῶν, νὰ ἠλαττοῦτο τὸ κεφάλαιον, διότι ἡ κατ’ ἔτος
3740παραγωγὴ θὰ ἦτο πλέον ἢ ἐπαρκὴς διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ τό-
3741που· δὲν ἠθέλομεν φοβεῖσθαι παντάπασιν ἀπώλειαν κεφαλαίου.
3742Ἀλλὰ ποῖον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φθείρει ἐν Ἑλλάδι τὰ δάση;
3743Εἶναι ἆρά γε ἡ κάρπωσις τῶν δασῶν, ἔστω καὶ μετά τινος
3744καταχρήσεως; Αὐτὴ εἶναι, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ τὴν ἀπώλειαν
3745τοῦ κεφαλαίου; Διότι περὶ τούτου πρόκειται πάντοτε, νὰ
3746μὴ ἀπόλλυται τὸ κεφάλαιον· ἄν ἦτο δυνατόν, κατὰ πᾶν ἔτος
3747νὰ καταναλίσκηται τόσον ποσόν, ὅση εἶναι ἡ ἐτησία παρα-
3748γωγή, δηλαδὴ ἐφ’ ὅσον αὐξάνει ὑλικῶς τὸ ποσὸν τὸ δασικόν,
3749ἡ ξυλεία καὶ ἐν Ἑλλάδι θὰ ἔχῃ πλέον ἑκατομμυρίου κυβι-
3750κῶν μέτρων παραγωγήν, μὲ ὅλην τὴν καταστροφήν, τὴν
3751ὁποίαν ὑπέστησαν τὰ δάση· διότι, ἐὰν παρατηρήσητε εἰς
3752στατιστικάς, καὶ ἰδίως εἰς μίαν τῶν νεωτέρων στατιστικῶν
3753τοῦ Foville, θέλετε εὕρει τὴν Ἑλλάδα κατατασσομένην
3754μεταξὺ τῶν ἐπικρατειῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὸν μέσον ὅρον—
3755ἵνα μὴ εἴπω τι περισσότερον—τῶν δασικῶν ἐκτάσεων, ἀνα-
3756λόγως τῆς ὅλης ἐκτάσεως. Ἐὰν ἐξαιρέσητε τὴν Ρωσσίαν
3757καὶ τὴν Σουηδίαν καὶ τὴν Νορβηγίαν καὶ ἓν ἢ δύο ἄλλα
3758Κράτη, ἡ Ἑλλὰς προηγεῖται πολλῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν
3759ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τὴν δασικήν. Καὶ δύναμαι προχείρως νὰ
3760δώσω σημείωσιν ληφθεῖσαν ἐκ στατιστικῶν. Ἀλλὰ δὲν θέλω
3761νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον. Καὶ ἐνῷ ἔχομεν ἔκτασιν δασικὴν ἱκα-
3762νήν, ἐὰν ὑπολογίσωμεν καὶ τὸν πληθυσμόν, εὑρίσκομεν ὅτι ἡ
3763δασικὴ ἔκτασις τῆς Ἑλλάδος ἔπρεπε νὰ ἦναι λίαν ἐπαρκής,
3764διότι δὲν λαμβάνεται μόνον ὑπ’ ὄψιν ἡ ἔκτασις, λαμβάνεται
3765ὑπ’ ὄψιν καὶ ὁ πληθυσμός. Καὶ ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν πληθυ-
3766σμὸν τῆς Ἑλλάδος, τότε θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει δασι-
3767κὴν ἔκτασιν μεγαλειτέραν ἴσως τῶν πλείστων ἐπικρατειῶν,
3768αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον ἐπαρκοῦσιν εἰς ἑαυτὰς διὰ τῶν δασῶν
3769των, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ ἐξαγωγὴν.
3770§346ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποίαν θέσιν ἔχει ἡ Ἑλλὰς κατ’
3771ἔκτασιν;
3772§347ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμέσως νὰ σᾶς εἴπω. (Ἀναγινώσκει
3773ἐκ στατιστικῶν τοῦ Foville καὶ ἄλλων καὶ ἐξ ἰδίας
3774δημοσιευθείσης πραγματείας στατιστικὴν ἀναλογίαν
3775πασῶν τῶν χωρῶν).
3776Ἀλλ’ ἐνῷ κατ’ ἔκτασιν δασικήν, κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὴν
3777ὅλην ἔκτασιν, ἡ Ἑλλὰς δὲν καθυστερεῖ ἐκείνων τῶν ἐπικρα-
3778τειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπαρκοῦσι διὰ τῶν δασῶν των εἰς τὸν πλη-
3779θυσμὸν αὐτῶν, ὅταν ὑπολογίσητε τὴν ἀραιότητα τοῦ πλη-
3780θυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος, θὰ εὕρητε ὅτι ἡ Ἑλλὰς προηγεῖται
3781ὅλων αὐτῶν, καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς πλησιάζει ἴσως πρὸς τὴν
3782Σουηδίαν καὶ τὴν Ρωσσίαν...
3783§348ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τὸ ποιὸν τῶν δασῶν νὰ μᾶς εἴπητε.
3784§349ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς
3785αὐτό... Ἐὰν ὑπολογίσητε τὴν ἀναλογίαν τοῦ πληθυσμοῦ,
3786—διότι ὁ πληθυσμὸς θὰ καταναλώσῃ τὸ δάσος, δὲν τὸ κατα-
3787ναλίσκει ἡ ἔκτασις τῆς χώρας,—θὰ ἴδητε τὴν διαφοράν. Ἡ
3788Γερμανία ἔχει 86 κατοίκους ἐπὶ 10 ἐκταρίων. Ἡ Γαλλία ἔχει
378972. Ἡ Ἑλλὰς τί ἔχει; 31. Λοιπὸν κατ’ ἀναλογίαν πληθυ-
3790σμοῦ ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὀλιγώτερα τοῦ ἡμίσεως ἐπὶ
3791τῆς ἀναλογίας τῆς ἐκτάσεως.
3792Ἀλλὰ προσθέτω ἄλλο τι. Τὰ δάση τὰ ἐν Ἑλλάδι εἶναι
3793δυνατὸν νὰ τὰ χρησιμοποιήσητε, ὅπως χρησιμοποιοῦνται ἀλ-
3794λαχοῦ τὰ δάση, ἵνα γίνηται κατανάλωσις αὐτῶν; Τὰ δάση
3795τὰ ἐν Ἑλλάδι μένουσι κατὰ τὸ πλεῖστον ἀχρησιμοποίητα,
3796πρῶτον διότι δὲν ἔχετε συγκοινωνίαν, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ τὸν
3797καταλανωτὴν μέχρι τῶν ὀρέων, τῶν κορυφῶν, ἵνα κατανα-
3798λώσῃ τὸ δάσος, δεύτερον, διότι δὲν ἔχομεν τὴν ποιότητα τῆς
3799ξυλείας· ὥστε, οἱανδήποτε ἐλευθερίαν καὶ ἂν ἀφήσητε εἰς τὰ
3800κέντρα τῆς καταναλώσεως τὰ μεγαλεῖτερα, θὰ φέρητε ξυ-
3801λείαν εὐρωπαϊκήν. Ὅταν λάβητε λοιπὸν αὐτὰ τὰ τρία
3802ὑπ’ ὄψει, τὴν ἀραιότητα τοῦ πλυθυσμοῦ, τὴν ἀκαταλληλό-
3803τητα τῆς ξυλείας τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τὴν δυσκολίαν τῆς
3804συγκοινωνίας καὶ τῆς μεταφορᾶς, θέλετε ἐκπλαγῆ βεβαίως,
3805πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φοβώμεθα ἐξάντλησιν τοῦ δασικοῦ
3806κεφαλαίου ἐν Ἑλλάδι ἐκ τῆς καταναλώσεως.
3807Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα καταστρέφονται. Ἀπὸ τὴν κατανάλωσιν
3808ἆρά γε; Διόλου. Ὁσηνδήποτε καὶ ἂν κάμητε κατανάλωσιν,
3809δὲν καταστρέφονται ἀπὸ τὴν κατανάλωσιν, Ἀπὸ τί; Ἀπὸ
3810τὴν κατάχρησιν. Ἀπὸ ποίαν κατάχρησιν; Νομίζετε μόνον
3811ἀπὸ τὸ κόψιμον, ἀπὸ τὴν ὑλοτομίαν; Καὶ εἰς τοῦτο ἀπα-
3812τᾶσθε. Καὶ ἠπόρησα, ὅταν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι
3813περισσοτέρα κατανάλωσις γίνεται διὰ τῶν ὑλοτομιῶν, ἐνῷ
3814ἀκούομεν πλειστάκις καὶ συχνότατα βλέπομεν εἰς τὰς
3815ἐφημερίδας: «ἐπυρπολήθησαν τόσαι χιλιάδες πεῦκα καὶ ἐλά-
3816ται». Καὶ νὰ ἀφήσητε ὁλόκληρα χωρία νὰ κόπτωσιν ἀδια-
3817κόπως ἐπὶ ἔτη, δὲν θὰ κατορθώσητε νὰ κάμητε τὴν κατα-
3818στροφήν, τὴν ὁποίαν ἡ πυρκαϊὰ ἐπροξένησεν εἰς ἓν δάσος!
3819Μόνον λοιπὸν αἱ πυρκαϊαὶ ἐν Ἑλλάδι φέρουσιν ἢ ἀπειλοῦσι
3820τὴν καταστροφὴν τῶν δασῶν. Μία πυρκαϊὰ εἰς δάσος ἰσοδυ-
3821ναμεῖ μὲ ἀπειρίαν ἄλλων καταχρήσεων.
3822§350ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
3823§351ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ φοβώμεθα
3824τὴν ἔλλειψιν δασῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ τὴν μὴ ἀνάπτυξιν αὐ-
3825τῶν, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ κακὸν αὐτὸ τῶν πυρκαϊῶν.
3826Ἀλλ’ ὅταν λέγωμεν περὶ φυλάξεως δασῶν, ἐδῶ πλέον θὰ
3827σᾶς εἴπω ὅτι θέλομεν νὰ ἀπατῶμεν ἡμᾶς αὐτούς. Πῶς φυ-
3828λάσσονται τὰ δάση ἐν Εὐρώπῃ; Ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν πόσοι
3829φύλακες ἀναλογοῦσι κατ’ ἔκτασιν εἰς τὰ Κράτη τὰ πεπο-
3830λιτισμένα, ὅπου ὑπάρχει συγκοινωνία, ὑπάρχουσι δάση συμ-
3831πεπυκνωμένα; Γνωρίζετε ποίας δαπάνας καταβάλλουσι τὰ
3832Κράτη ἐκεῖνα διὰ τὴν συντήρησιν τῶν δασῶν; Ἡμεῖς θέλο-
3833μεν, δαπανῶντες 144 χιλιάδας δρ. κατ’ ἔτος, νὰ εἰσπράττωμεν
3834ἐκ δασῶν,—καὶ ποίων δασῶν; Ἑλληνικῶν δασῶν, διεσπαρ-
3835μένων,—νὰ εἰσπράττωμεν 1½ ἑκατομμύριον· νὰ εἰσπράττω-
3836μεν 1½ ἑκατομμύριον καὶ νὰ δαπανῶμεν 144 χιλιάδας διὰ
3837τὴν φύλαξιν! Καὶ νομίζομεν ὅτι ἔχομεν φύλαξιν! Ἠξεύρετε,
3838Κύριοι, τί δαπανᾷ ἡ Γερμανία διὰ τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν
3839καὶ τί εἰσπράττει; Εἰσπράττει 60 ἑκατομμύρια, δαπανᾷ 37.
3840Ὑπάρχουσι δὲ Κράτη ἐν Εὐρώπῃ, τὰ ὁποῖα δαπανῶσιν 80%.
3841Ἀρκοῦνται νὰ ἔχωσιν 20 ἑκατομμύρια, δαπανῶντα 80. Ἀρ-
3842κοῦνται νὰ ἔχωσιν 20 ἑκατομμύρια κέρδος, δαπανῶντα 80
3843ἑκατομμύρια. Διατὶ πράττουσι τοῦτο; Διὰ τὸν ἁπλούστα-
3844τον λόγον, ὅτι πρόκειται περὶ ἀντικειμένου πολυτίμου, περὶ
3845ἀντικειμένου, τοῦ ὁποίου ἡ διατήρησις συνδέεται μὲ τὴν
3846ὕπαρξιν τῶν ἀνθρώπων. Ἡμεῖς τί θέλομεν; Δαπανῶμεν 144
3847χιλιάδας διὰ τὰ δάση, τὰ διεσκορπισμένα, τῆς Ἑλλάδος,
3848καὶ ἀποροῦμεν διατὶ καταστρέφονται τὰ δάση!
3849§352Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ διὰ
3850ποίαν αἰτίαν δαπανῶμεν τόσον ὀλίγα;
3851§353ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν ἔχομεν.
3852§354Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ μόνον.
3853§355ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ διατί;
3854§356Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι δὲν ἔχομεν ὄργανα, οὔτε
3855φύλακας οὔτε διοικητάς.
3856§357ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε δὲ φύλακας 298, καὶ 50
3857ἀστυφύλακας, 348,— πλησιάζουσι τὸν ἀριθμὸν τῶν 400—
3858ἵνα φυλάξωσι τὴν δασικὴν ἔκτασιν. Ἀναλογεῖ εἷς φύλαξ ἐν
3859Ἑλλάδι ἐπὶ 20,000 στρεμμάτων δασικῆς ἐκτάσεως. Πόσην
3860ἔκτασιν φυλάττει ὁ δασοφύλαξ ἐν Γαλλίᾳ; 230 ἑκτάρια.
3861§358Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ναί· ἀλλὰ ὁ φύλαξ ἐν Γαλλίᾳ
3862δὲν εἶναι ὁ δασοφύλαξ τῆς Ἑλλάδος. Ἐκεῖνος ἠξεύρει τί φυ-
3863λάττει, ὁ ἰδικός μας δὲν ἠξεύρει.
3864§359ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τί νὰ ἠξεύρῃ; Λοιπὸν ὁ δασοφύλαξ
3865ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ἔχει τὴν συγκοινωνίαν, ὅπου πρόκειται νὰ
3866φυλάξῃ δάσος συμπεπυκνωμένον καὶ μονοκόμματον, οὕτως
3867εἰπεῖν, ὅπως εἶπον, ἔχει νὰ φυλάξῃ 2 χιλιάδας στρέμματα· ὁ
3868δασοφύλαξ τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ φυλάξῃ 20 χιλιάδας.
3869Καὶ σπουδαιολογεῖτε τότε, φρονοῦντες ὅτι θὰ ἔχητε φύλαξιν
3870δασῶν! Ὁ δασοφύλαξ θὰ περιέλθῃ καὶ θὰ μεταβῇ εἰς τὸ
3871χωρίον ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ὁ δεῖνα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐχθρὸς ἐκείνου,
3872ὁ ὁποῖος τὸν ἔστειλε τὸν δασοφύλακα ἐκεῖνον, καὶ θὰ ὑπάγῃ
3873νὰ κόψῃ πρωτόκολλον ἐκεῖ, καὶ κατόπιν θὰ ὑπάγῃ εἰς ἄλλο
3874χωρίον, διὰ νὰ εὕρῃ ἄλλον ἐχθρόν.
3875§360ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔδωκε σημείωσιν εἰς αὐτὸν ὁ ἀπο-
3876στείλας.
3877§361ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι τοῦ ἔδωκε σημείωσιν τοιαύτην.
3878Ἐὰν ἐπρόκειτο ὁ δασοφύλαξ αὐτὸς νὰ ἀνακαλύψῃ ἐκείνους
3879πράγματι, οἱ ὁποῖοι εἶναι πρόξενοι τῆς καταστροφῆς, καὶ
3880ἐὰν ἤθελεν ἐξομολογηθῆ εἰς ὑμᾶς, θὰ σᾶς ἔλεγεν, ὅτι «μοὶ
3881ἀναθέτετε ἓν ἔργον, τὸ ὁποῖον...»
3882§362ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἕκαστος χωροφύλαξ ἔχει ταρίφαν·
3883ὅστις δώσῃ τόσον, τοῦ ἐπιτρέπεται.
3884§363ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ... «Ἐφ’ ὅσον δὲ καὶ καλὰ θέλετε νὰ
3885ἦμαι δασοφύλαξ, ἀναγκάζομαι καὶ ἐγὼ νὰ πιστεύσω, ὅτι μὲ
3886θέλετε...»
3887§364ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε συνάδελφε; Δὲν
3888τὰ ἀναπτύσσετε καλλίτερα ἐκτενέστερον εἰς τὴν τρίτην
3889ἀνάγνωσιν, διὰ νὰ μὴ ἦναι καὶ ἡ Βουλὴ κεκμηκυῖα, ὅπως
3890σᾶς ἀκούσῃ μετὰ περισσοτέρας εὐχαριστήσεως;—διότι εἶναι
3891πολὺ ὡραῖα αὐτά· ἔχετε τόσον καλὰ μελετήσει τὸ ζήτημα
3892αὐτό...
3893§365ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ παράκλησίς μου, τὴν
3894ὁποίαν ἠδυνάμην νὰ κάμω, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὰ ἀφήσω
3895εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ θὰ χρησιμεύσωσιν
3896ὅπως μελετηθῶσιν ἐγκαίρως διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν,
3897δι’ αὐτὸ ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις μου.
3898§366ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν ὑποβάλλετε τροπολογίας, ὅπου
3899νομίζετε ὅτι χρειάζονται;
3900§367ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς τὸ ἀφήσωμεν. Δὲν θέλω νὰ σᾶς
3901κουράσω. Θέλω ὅμως ἐκ προοιμίων παρακαλέσει, εἰς τὴν
3902τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ μὴ σπεύσωμεν.
3903(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 27, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀνα-
3904γινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς
3905καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
3906§368ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3907Ὥρα 12 καὶ 30′ τῆς νυκτός.