1896.11.25
1.767 στίχοι · 14.162 λέξεις · 87 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
Τῆς 25 Νοεμβρίου 1896.
(Δευτέρα)
Ὥρα 4 καὶ 25′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἰωάννης Ἐμμανουὴλ Πολιουδάκης, πολιτευτὴς Κρήτης, παρακαλεῖ νὰ δοθῇ εἰς τὰ τέκνα του τακτικὸν χρηματικὸν βοήθημα. Ἐπίσης ὁ Γεώργιος Δασκαλογιάννης, ὁπλαρχηγὸς Χανίων Κρήτης, παρακαλεῖ νὰ δοθῇ εἰς τὴν οἰκογένειάν του ὅμοιον βοήθημα. Ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Πατρῶν, τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω. Ἀπευθύνεται πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς ἅπαντας τοὺς Βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν (ἀναγινώσκει): «Ὁ λαὸς τῶν Πατρῶν, συνελθὼν σήμερον ἐν συλλαλητηρίῳ ἐν τῇ πλατείᾳ Γεωργίου Αʹ, καὶ ἀκροασάμενος τοῦ πρώην μέλους τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Χρήστου Κορύλλου, λαλήσαντος περὶ τῆς σημερινῆς θέσεως τοῦ λιμενικοῦ τῆς πόλεως ζητήματος, ἐνετείλατο ἡμῖν, ὅπως σᾶς διαβιβάσωμεν τὴν εὐχὴν καὶ ἀπόφασίν του, ἵνα δοθῇ πέρας εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, μόνον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 47 τῆς μεταξὺ ἐργολάβου ἑταιρίας καὶ λιμενικῆς ἐπιτροπῆς συμβάσεως, ἤτοι τῆς διὰ διαιτησίας λύσεως. «Διαβιβάζοντες ὑμῖν τὴν θέλησιν ταύτην τοῦ λαοῦ, παρακαλοῦμεν, ὅπως ἐνεργήσητε παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ἵνα ἐπισπευσθῇ ἡ προτεινομένη λύσις, ἐγκριθῇ δὲ καὶ ἡ ἁρμοδίως ψηφισθεῖσα ἐλάττωσις λιμενικοῦ φόρου εἰς 5%, πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ δεινῶς πάσχοντος ἐμπορίου.» «Ἡ Ἐπιτροπή.» (Ἕπονται αἱ ὑπογραφαί). Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη σύγκειται ἀπὸ τοὺς καλλιτέρους ἐμπόρους τῆς πόλεως Πατρῶν. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἐν γνώσει τοῦ ζητήματος τούτου.
§3ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τί ζητοῦν;
§4ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ διαιτησίας νὰ λυθῇ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἐργολάβου ἑταιρίας καὶ τῆς λιμενικῆς πιτροπῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, εἶπον, ἐν γνώσει τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἐνετείλατο—γνωρίζω καλῶς— τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως προσπαθήσῃ νὰ λύσῃ τὴν διαφορὰν ταύτην, καθόσον ἡ ἐκκρεμότης τοῦ ζητήματος τούτου παραβλάπτει σπουδαίως τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ λιμένος καὶ τῆς πόλεως.
§5ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Νὰ σταλῇ τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§6ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τούτοις θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ, εἰ δυνατόν, σημείωμα τῆς μέσης ἀξίας τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων καὶ προϊόντων ἐκ Γαλλίας καὶ Ρωσσίας. Καταθέτω καὶ ἐγγράφως τὴν σύστασιν ταύτην εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ νὰ σταλῇ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§7ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κύριοι συνάδελφοι, ἐγεννήθη σήμερον τὸ ζήτημα, ἂν δύναται αὕτη νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰς ἐργασίας της μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς ἐπιστολῆς τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὴν γνώμην τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰς ἐργασίας της, πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις δηλώσῃ ποῖαι πιστώσεις θ’ ἀναγραφῶσι καὶ ποῖαι μεταβολαὶ θὰ ἐπέλθωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μετὰ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐνέδειξεν ἡ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως. Ἐκ τῆς γνώμης ταύτης ὁρμώμενος, προέτεινα, ὅπως γένηται μικρά τις διακοπὴ, διὰ νὰ δοθῇ ὁ κατάλληλος χρόνος εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς γνώμας της περὶ τῶν λεπτομερειῶν τῆς νέας ταύτης πολιτικῆς, καὶ ὑποβάλῃ τὰ κατάλληλα μέτρα καὶ ζητήσῃ τὰς ἀπαιτουμένας πιστώσεις πρὸς πραγματοποίησιν τῆς πολιτικῆς ταύτης. Μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐποιήσαντο ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, ἐνόμισαν ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον αὐτοῖς ν’ ἀποχωρήσωσιν, ἀναμένοντα τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως.
§8ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐζήτησαν τὴν ἀναβολὴν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς δι’ ἐπιστολῆς του πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν ὑποδεικνύει μέτρα, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις σπουδαίως θέλει μεταβάλει τόν τε προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων καὶ τὰ ποσὰ τῶν ζητουμένων πιστώσεων διὰ τοῦ ὑπὸ ἐξέτασιν προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1897. Μετὰ εὐρυτάτην ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης συζήτησιν, ἧς μετέσχον πάντα τὰ παρόντα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ἀνήκοντα εἴς τε τὴν πλειοψηφίαν καὶ τὴν μειοψηφίαν, ἡ ἐπιτροπὴ διὰ μεγάλης πλειοψηφίας παρεδέχθη τὴν ἑξῆς πρότασίν μου: Ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἀποτελεῖ σῶμα αὐτοτελὲς, κεκτημένον πάντα τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τμῆμα ταύτης, ἐκτελοῦν τὰς παραγγελίας καὶ τὰς ὁδηγίας τοῦ σώματος, εἰς ὃ ἀνήκει· ὅτι συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 55 τοῦ Κανονισμοῦ ἔλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ ἐπεξεργασθῇ κατ’ ἄρθρον τὸν ἀποσταλέντα αὐτῇ γενικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1897,—τὴν ἐντολὴν δὲ ταύτην ἐξακολουθεῖ ἤδη ἐπιτελοῦσα·—ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ, λαμβάνουσα ἀφορμὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὑπὸ τῶν μελῶν αὐτῆς, κρίνῃ ἀναγκαίαν τὴν ἀναβολὴν ἢ διακοπὴν ἢ οἱανδήποτε ἄλλην τροποποίησιν τῶν ἐργασιῶν μας, ἢ ἂν ὑποβαλλομένας εἰς αὐτὴν νέας προτάσεις, ὁπωσδήποτε σχετιζομένας πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, διαβιβάσῃ πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν, τότε καὶ μόνον αὕτη ὀφείλει νὰ συμμορφωθῇ ἀκριβῶς πρὸς τὰς παραγγελίας τοῦ Σώματος. Ἐν πάσῃ ἄλλῃ περιπτώσει, ἐνόσῳ ἡ ἐπιτροπὴ διατελεῖ ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ, οὔτε τὰ μέλη οὔτε ὁ πρόεδρος αὐτῆς ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ διακόψωσιν ἢ νὰ ἀναβάλωσι τὰς ἐργασίας, κηρυσσόμενοι οἱονεὶ ἐν ἀπεργίᾳ, καὶ ἀπεργίᾳ αὐθαιρέτῳ. Μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεώς μου ταύτης, ἡ ἐπιτροπὴ, ἐξακολουθοῦσα τὸν ἔργον αὐτῆς, προέβη εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, μετὰ τοῦτο δ’ ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν, καθόσον εἶχεν ἤδη ἀρχίσει ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς. Ἤδη ἐπαναληφθείσης τῆς προτάσεως καὶ ἐνώπιον τοῦ Σώματος, εἰς αὐτὸ ἀπόκειται ν’ ἀποφασίσῃ, ἂν πρέπῃ νὰ διακοπῶσιν ἢ ἀναβληθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς ἀορίστως ἢ ὡρισμένως, μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τροποποιήσεις εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν εὑρίσκω δικαιολογουμένην ὑπὸ ἀνάγκης τινὸς τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, συνεπῶς θέλω καταψηφίσει τὴν περὶ ταύτης πρότασιν· διότι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ἀνάγκην νέων πιστώσεων πέραν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων, δύναται νὰ ζητήσῃ ταύτας ὑπὸ τὸν τύπον, ὃν διαγράφει τὸ ἄρθρον 18 τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ὅπερ οὐδένα ὅρον τίθησιν, οὔτε εἰδικήν τινα περίπτωσιν ἀπαιτεῖ εἰς τὴν χορήγησιν ἐκτάκτων πιστώσεων. Κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν νέων πιστώσεων ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ λογιστικοῦ νόμου, νὰ ζητήσῃ καὶ τὸν ἀντίστοιχον πόρον, ἂν τοιοῦτος δὲν προκύπτῃ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἄσκοπος ἑπομένως ἡ περὶ μελλόντων καὶ ἀγνώστων συζήτησις. Ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπιφορτισθῇ νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ πραγμάτων, τότε καὶ μόνον θὰ δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ προθύμως τὸ καθῆκόν της.
§9Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγεννήθη, κύριοι, Βουλευταὶ, ἡ ἰδέα, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ σταματήσῃ τὴν ἐργασίαν της, διὰ νὰ λάβῃ καιρὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ποίαν γνώμην ἔχει περὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν εἰς τὸ ἑξῆς θέλει ἀκολουθήσει, ἐκ τοῦ ἑξῆς λόγου. Ὁ προϋπολογισμὸς, ὅπως εἶχεν ὑποβληθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως ὑπεδείκνυε τὴν πολιτικὴν αὐτῆς, καὶ ἰδίως ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικόν· ὅπως ἦτο διεσκευασμένος ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, τίποτε ἄλλο δὲν ἀπεδείκνυεν ἢ ὅτι θέλομεν μείνει εἰς τὸ καθεστώς. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπηυθύνθη ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἡ ἐπιστολή, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε, καὶ ἀφοῦ ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως τῇ ἐντολῇ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἕπεται ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη τῆς Κυβερνήσεως ἀνῃρέθη ἐντελῶς, καὶ ἡ δημοσίευσις τῆς ἐπιστολῆς τῆς Α. Μ. τοῦτο ἐνδεικνύει.
§10ΣΑΚΚΗΣ. Κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἴσως ἀπουσιάζετε...
§11ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοῦτο ἐνδεικνύει ἡ δημοσίευσις τῆς ἐπιστολῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπηρνήθη πλέον τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἐβάσιζεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος πρὸς ἐπεξεργασίαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἑπομένως ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς καὶ ἡ ἐργασία ἐπ’ αὐτοῦ ἦτο ματαία. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πύλου, διακόψας με, εἶπεν, ὡς ἠκούσατε, ὅτι ἀπουσίαζον, φαίνεται, κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἀπουσίαζον ποσῶς, Κύριοι· ἤμην ἐδῶ. Ἤκουσα ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο φρονῶ καὶ ἐγὼ καὶ ὅλα τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τίποτε ἄλλο δὲν ἐνόουν, παρὰ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ καθεστῶτος, ἀκριβῶς, ἐκτὸς ἐὰν διὰ φράσεών τινων ἀορίστων, ἃς συνειθίζουν νὰ παρενείρωσιν ἐν τοῖς λόγοις αὐτῶν, νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ προσαρμόζωσιν τὴν πολιτικήν των εἰς πᾶσαν ἀνάγκην, νὰ τὴν μεταῤῥυθμίζωσιν ἑκάστοτε κατὰ τὴν παρουσιαζομένην ἀνάγκην. Ἡ ἐπιστολή, Κύριοι, τοῦ Βασιλέως εἴδετε, τί περιέχει. Περιέχει κεφάλαια, τὰ ὁποῖα διὰ νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἀπαιτοῦσιν ἴσως πολλὰ ἑκατομμύρια. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ ἐκτάκτων μόνον δαπανῶν, — διότι εἶπον τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας, ὅτι δυνάμεθα διὰ πιστώσεων ἐκτάκτων νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ὑποδεικνύει ἡ ἐπιστολὴ τῆς Α. Μ.—ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ τακτικῶν ἀναγκῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἀπαιτοῦνται τακτικαὶ δαπάναι. Δὲν ἐπεμβαίνω ποσῶς ἤδη, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἐν παραδείγματι ἡ Α. Μ. προτείνει, ἵνα ὁ στρατὸς ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὰς ἀλλοτρίας εἰς τὸν προορισμόν του ὑπηρεσίας. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς ὁ στρατὸς δὲν θὰ καταγίνηται εἰς τὰ ἔργα τῆς χωροφυλακῆς, τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν θὰ καταγίνηται εἰς τὰ ἔργα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἡ φρούρησις πλέον δὲν θὰ γίνεται ὑπὸ στρατιωτῶν, οὔτε ὅτι τὰ δάση θὰ φυλάσσωνται ὑπὸ στρατιωτῶν· ἀλλ’ ὅλα ταῦτα νομίζω ὅτι εἶναι θέματα ἀφορῶντα ὀργανικοὺς νόμους, τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὸν νόμον περὶ χωροφυλακῆς, τὸν νόμον περὶ δασοφυλάκων, τὸν περὶ τηλεγραφοφυλάκων, καὶ τόσους ἄλλους. Τί νὰ συζητήσωμεν ἡμεῖς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ; Ὅλα αὐτὰ τὰ κεφάλαια ἀποτελοῦσιν ἰδίως τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν προεξέλεγξιν εἴχομεν φθάσει. Τί νὰ συζητήσωμεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν πρόκειται ἐκ βάθρων νὰ ἀνατρέψωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίζεται τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο; Νὰ συζητήσωμεν περὶ ἀστυνομίας; περὶ χωροφυλακῆς; περὶ τόσων ἄλλων ἀντικειμένων; Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ ἡ ἐπιστολὴ τῆς Α. Μ. ἀποδεικνύει ὅτι θ’ ἀνατραπῶσιν, ἡ δημοσίευσις δὲ τῆς ἐπιστολῆς τῆς Α. Μ. ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ἐκ τῶν προτέρων εἶχε τοιαύτας γνώμας, τὰς ὁποίας ἐδῶ ἠρνήθη ἀναφανδόν, εἴτε μή, εἶχε ἔχουσα λόγους νὰ μὴ φανερώσῃ τὴν πολιτικήν τοῦ ἔθνους, τὰς ἀπέκρυψε, εἴτε ὑποδείξασα αὐτὰς δι’ ἀορίστων φράσεων, ἀνέμενε τὴν στιγμήν, ἵνα δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων τὰς πραγματοποιήσῃ. Ὁπωσδήποτε ὅμως τὸ γεγονὸς τῆς δημοσιεύσεως τῆς Βασιλικῆς ἐπιστολῆς ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προσεχώρησεν εἰς τὰς ἰδέας τῆς Α. Μ. καὶ ἑπομένως ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἤλλαξεν ἐντελῶς. Ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν εἰς τοῦτο· ἡμεῖς τὰς ἰδέας αὐτὰς ἀπὸ πολλοῦ τὰς ἐξεστομίσαμεν, καὶ χαίρομεν ἤδη, διότι ἐδόθη ὤθησις ἄνωθεν, ἵνα αἱ ἰδέαι μας γείνωσιν ἀποδεκταὶ καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι, ἐὰν αἱ ἰδέαι αὗται πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ἔχομεν ἀνάγκην μέσων πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῶν, τὰ μέσα δὲ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ θὰ τὰ εὕρωμεν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς πρόκειται ν’ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τῆς νέας πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, δικαιούμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ γνωρίσωμεν τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, πρὶν ἐπεξεργασθῶμεν τὸν προϋπολογισμόν. Μέχρι τοῦδε δὲν ἠδυνήθημεν νὰ γνωρίσωμεν κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη τὰς γνώμας τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ κατὰ πόσον ἐννοεῖ νὰ τὰς ἐφαρμόσῃ. Διὰ προσωρινῶν μέτρων δηλαδὴ ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις τὰς παρούσας περιστάσεις μόνον νὰ ἐξοικονομήσῃ; ἢ ἐννοεῖ ὡς γενικὰ μέτρα καὶ τακτικὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ Βασιλέως ἐνδεικνυόμενα; Διότι, ἐὰν πρόκειται περὶ τακτικῶν μέτρων, ἐὰν πρόκειται τὸν στρατόν μας νὰ τὸν ὀργανώσωμεν διὰ παντὸς ὅπως πρέπει, τότε ἔχομεν ἀνάγκην ῥιζικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποτελέσωσι τὴν βάσιν πολιτικῆς νέας. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐνόμισαμεν, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσῃ ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς, ἕως ὅτου δοθῇ ὁ καιρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκθέσῃ τὴν γνώμην της. Τί ἐννοεῖ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς τοῦ Βασιλέως; Ἐννοεῖ νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν παλαιάν; ἢ, ὅπως ἡμεῖς φρονοῦμεν, ἐννοεῖ νὰ μεταβάλῃ πολιτικὴν καὶ ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν γνώμην τοῦ ἔθνους ἐν γένει; Καὶ ἐὰν τοῦτο ἐννοῇ, μέχρι ποίου σημείου ἐννοεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς παραγγελίας—ἃς τὰς εἴπω οὕτω—τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως; Ἰδού, Κύριοι, ὅτι εἴμεθα ἐν τῷ δικαίῳ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ περιμένωμεν τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ· διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἐπεξεργασία τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ δὲν γίνεται μόνον διὰ τὸν τύπον, διὰ νὰ διέλθῃ δηλαδὴ ἐκεῖθεν ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν. Ἐὰν διὰ τὸν τύπον γίνεται, τότε βεβαίως ἔχουσι δίκαιον τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας, ἐπιθυμοῦντα νὰ διέλθωμεν τὸ ταχύτερον τὰ διάφορα κεφάλαια καὶ κονδύλια τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐδῶ· ἀλλ’ ἐὰν τῷ ὄντι ἡ ἐπεξεργασία ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἔχῃ τι σπουδαῖον, πρέπει νὰ περιμένωμεν τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐπὶ τίνος θὰ ἐργασθῶμεν, τί θὰ συζητήσωμεν. Αὐτὰ, Κύριοι, ἐνόμισα καλὸν νὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ἡ μέριμνα τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι πρόωρος. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ κανονίζονται τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Οἱ διοικοῦντες καὶ κυβερνῶντες, διαχειριζόμενοι τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, καὶ γνωρίζοντες διὰ τοῦτο πόσων ἔχουσιν ἀνάγκην μέτρων καὶ κατὰ τίνα τρόπον σκοποῦσι νὰ πορισθῶσιν αὐτὰ, οὗτοι προβάλλουσιν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὰς σκέψεις των διὰ τοῦ εἰσαγομένου προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλήν, ἡ δὲ Βουλὴ ἀποφαίνεται. Ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς ὁ συνταχθεὶς δὲν ἐπαρκῇ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐγένετο ἐν αὐτῷ λόγος, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσάγει εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις, εἴτε διὰ δηλώσεων, ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς ἔχῃ ψηφισθῆ, εἴτε διὰ νόμων αὐτοτελῶν, διὰ τῶν ὁποίων ζητεῖ τὴν ἀπόφασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν νέων προτάσεων αὐτοῦ. Ἡμεῖς μέχρι τοῦδε δὲν προεβάλομεν τοιαύτην πρότασιν. Ἀλλὰ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ἔλαβεν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τῆς ἐπιστολῆς δὲ τοῦ Βασιλέως πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μνημονεύονται κενὰ, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ διοικήσει καὶ τῶν ὁποίων ἡ πλήρωσις συνιστᾶται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐὰν τοῦτο ἀντιβαίνῃ ἢ δὲν ἀντιβαίνῃ εἰς τὰς περὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας γνώμας τοῦ Ὑπουργείου, θέλει δειχθῆ διὰ τοῦ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸ Στέμμα. Ἐὰν ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀνακοινώνει τὸ Στέμμα διὰ τῆς ἐπιστολῆς του πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου, τὸ Ὑπουργεῖον θέλει προβάλει εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεις ἢ προτάσεις. Ἐὰν τὴν γνώμην ταύτην οἱ Ὑπουργοὶ ἀπεδέχθησαν μόνον σήμερον, διότι τὸ Στέμμα ἐνέδειξεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἀνάγκην, ἢ ἂν εἶχον αὐτὴν πρότερον, καὶ τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὰς σχέσεις τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸ Στέμμα, διότι τὸ Στέμμα τότε θέλει κληθῆ νὰ προβῇ εἰς ἀποφάσεις περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει διοικηθῆ τὸ Κράτος καὶ θέλει κυβερνηθῆ, ἀφοῦ οἱ Ὑπουργοὶ θέλουσι δηλώσει, ὅτι ἔχουσιν ἄλλην γνώμην ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Στέμμα. Δὲν βλέπω λοιπὸν ἀφορμὴν πρὸς συζήτησιν κατὰ τὴν παροῦσαν ὥραν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐὰν ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἤθελε προβάλει εἰς τὴν Βουλὴν οὐδεμίαν πρότασιν, πάλιν τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει εὐθύνην καὶ ἀπέναντι τοῦ Στέμματος καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, καὶ τότε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐλέγξῃ τὸ Ὑπουργεῖον, διότι δὲν ἐτήρησε τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε διὰ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἡγεμόνος πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ,—διότι περὶ πολιτικῆς ἀλλοίας δὲν πρόκειται. Δὲν εἶναι μεταβολὴ πολιτικῆς ἡ πλήρωσις κενῶν, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ διοικήσει, ἀλλ’ εἶναι ἀποκατάστασις διοικήσεως πλήρους, ἐπαρκούσης καθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ὑποχρεώσεις. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ἐποιήσατο παρατήρησιν, ὅτι, ἂν δὲν ὑποβληθῶσι προτάσεις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἐξετάσῃ ταύτας συγχρόνως μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑποτίθεται, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐργάζεται τυπικῶς μόνον. Παντάπασι· διότι, οἱαιδήποτε προτάσεις καὶ ἂν προταθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, εἴτε περὶ μεταβολῆς τῶν ἐξόδων, εἴτε περὶ μεταβολῆς τῶν ἐσόδων, θέλουσιν ὑποβληθῆ πάντως εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ὅταν προταθῶσιν αἱ προτάσεις, τότε ἡ ἐπιτροπὴ θέλει ἀσχοληθῆ μὲ αὐτὰς, ἐὰν δὲ αἱ προτάσεις αὗται ἀνατρέπωσι τὸν προϋπολογισμὸν καὶ περιορίζωσι τὰ ποσὰ αὐτοῦ καὶ ἐπάγωσιν ἄλλην βλάβην, ἡ ἐπιτροπὴ θέλει προβάλει γνώμην εἰς τὴν Βουλὴν. Σήμερον ἡ συζήτησις περὶ τούτου μοὶ φαίνεται πρόωρος.
§13ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ εἶχον τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ προτείνας τὴν ἀναβολήν· ἀναγκάζομαι δὲ νὰ λάβω τὸν λόγον δι’ ὀλίγας στιγμὰς, διότι παρατηρῶ, ὅτι κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔχει λίαν περιωρισμένην δικαιοδοσίαν, καὶ ἑπομένως ἐπεθύμουν νὰ ἴδω, ποία εἶναι ἡ δικαιοδοσία, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλω ἴσως νὰ ὑποβιβασθῶ καὶ ἐγὼ, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὁδηγίας περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον φρονεῖ ὅτι καλοῦμαι νὰ ἐκτελέσω τὰ καθήκοντά μου, τὰ ὁποῖα μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀναθέσῃ ἡ Βουλή, ὅπως καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Διότι μανθάνω αἴφνης τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐξετάζει ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξελέγχουσα προκαταρκτικῶς αὐτόν. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐξετάζει πάντα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐξετάζει καὶ ἡ Βουλή, ὅταν ἐλέγχῃ τὸν προϋπολογισμόν. Τί εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ; Εἶναι μία ἀντιπροσωπεία, αὐτὸ τοῦτο ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ὅπως προεπεξεργασθῇ τὸν προϋπολογισμὸν ὑφ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις. Δὲν ὑπάρχει θέμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐξετάσῃ ἡ ἐπιτροπή, ἀφοῦ τὸ θέμα τοῦτο θὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή. Ἡ ἐπιτροπὴ σκοπὸν καὶ προορισμὸν ἔχει τὴν διευκόλυνσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐξαιρουμένου μόνον τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἀποφάσεως, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει μόνον ἐν τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, διότι βεβαίως ἡ ἐπιτροπὴ δὲν πρόκειται νὰ λύσῃ κανὲν ζήτημα ὁριστικῶς. Πάντα τὰ ἄλλα ἡ ἐπιτροπὴ τὰ ἐξετάζει μὲ τὴν αὐτὴν εὐρύτητα, μὲ τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Βουλή. Ἡ διαφορὰ εἶναι μόνον, ὅτι τὰ ἐξετάζει προκαταρκτικῶς, ὅπως συνεισφέρῃ τὰς πληροφορίας αὑτῆς εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς διευκόλυνσιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Μάλιστα δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει εὐρύτητα πλειοτέραν ἡ ἐπιτροπή, ὑπὸ τὸν ὅρον τὸν ὑποδειχθέντα, τῆς ἐπιφυλάξεως δηλαδὴ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλή· ἔχει εὐρύτητα πλειοτέραν ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῷ ἐλέγχῳ. Ἡ ἐπιτροπὴ καὶ εἰς τὰς γενικότητας ἀσχολεῖται, ἀλλὰ καὶ εἰς πάσας τὰς λεπτομερείας, καὶ εἰσάγει πάντα τὰ φῶτα εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐπόψεως ἐκείνης τοῦ πολιτικοῦ, οὕτως εἰπεῖν, ἐλέγχου, τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς πράξεως ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν πάντες, τότε μόνον ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀναρμοδίως ἐπελήφθη. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα νὰ ἐξετάσωμεν τὴν συνταγματικὴν ἔποψιν, τὴν κοινοβουλευτικὴν ἔποψιν τῆς πράξεως ταύτης. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιστάσει ταύτῃ ἴσως δύναται καὶ ἡ Βουλή νὰ μὴ τὸ ἐξετάσῃ ὡς ζήτημα, οὕτως εἰπεῖν, οἰκογενειακὸν δύο ἐξουσιῶν, αἱ ὁποῖαι συμπράττουσι καὶ ἀποτελοῦσι μίαν μόνον ἐξουσίαν. Δύναται λοιπὸν ἴσως ἡ Βουλή καὶ νὰ τὸ παρατρέξῃ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν θὰ παρέμβῃ εἰς τοῦτο. Ἡμεῖς, ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, δυνάμεθα νὰ ἐπέμβωμεν, διότι εἴμεθα μέλη τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν πιστεύω ὅτι δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν προξενεῖ ἐντύπωσίν τινα ἓν γεγονὸς, μοναδικὸν ἴσως παρ’ ἡμῖν, τὸ γεγονὸς τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως, συμβουλεύοντος τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν πρακτέων. Ἀλλὰ ἐνταῦθα περὶ τίνος πρόκειται; παρέστησαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν καθηκόντων τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὄχι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐξετάσεως τῆς συνταγματικῆς ἢ τῆς κοινοβουλευτικῆς, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐξετάσεως τῆς οἰκονομικῆς. Δὲν θὰ κρίνῃ ἡ ἐπιτροπὴ γενικῶς περὶ ὅλων τῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνδείκνυνται ὡς ἄξιαι ἱκανοποιήσεως; δὲν θὰ ἐξετάσῃ περὶ τῶν πόρων τοῦ τόπου καὶ τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων αἱ ἀνάγκαι αὗται, αἱ ἀπὸ τοῦδε ἐνδεικνυόμεναι, θὰ ἱκανοποιηθῶσι; Καὶ τί ἐξετάζει λοιπὸν ἡ ἐπιτροπή; ἐπεθύμουν τοῦτο νὰ μάθω, διότι ἤκουσα αἰφνιδίως, ὅτι ὑφιστάμεθα ἀποτόμως ἕνα ὑποβιβασμὸν τοιοῦτον, ὁ ὁποῖος μᾶς φέρει εἰς συζήτησιν περὶ τοῦ ὁρίου τῶν καθηκόντων ἡμῶν. Ἡ μεγάλη σπουδαιότης τῆς πράξεως καὶ τοῦ γεγονότος βεβαίως ἐντείνει τὸ δικαίωμα τῆς προταθείσης ἐν τῇ ἐπιτροπῇ προτάσεως· διότι περὶ τίνος πρόκειται; Ὁ Βασιλεὺς, δι’ ἐπιστολῆς δημοσιευομένης εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, δίδει γνώμας περὶ τῶν πραγμάτων τοῦ τόπου. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐντύπωσις ἐκ πρώτης ὄψεως τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, ἐξεταζομένου, οὕτως εἰπεῖν, οὐσιαστικῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἦναι καταπληκτική, διότι ἀποδεικνύει ὅ,τι καὶ τεκμαίρεται, τὴν μέριμναν δηλ. τοῦ Βασιλέως κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις τοῦ τόπου. Βεβαίως ἡ δημοσίευσις διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως συμπληροῖ, ἀποτελεῖ καὶ ἐμφανίζει ἀμέσως τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργείου ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ Βασιλέως. Ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ περιστραφῇ εἰς τὸ πῶς ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι ἡ ἐπιστολή, ἐκφέρουσα γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς βεβαίως δύναται νὰ ἐκφέρῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ ἀδιακόπῳ αὐτοῦ σχέσει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, διατὶ ἐθεώρησεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔπρεπεν ἡ ἔκφρασις αὕτη τῆς γνώμης νὰ δημοσιευθῇ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ προκειμένου περὶ τῶν πράξεων τῆς Βασιλείας, ἐγὼ καὶ πάντες, πιστεύω, ἀποδίδομεν βεβαίως μεγάλην ἔννοιαν καὶ ἐν τῇ διανοίᾳ ἡμῶν. Πᾶσα πρᾶξις τοῦ Βασιλέως, καὶ ἡ ἐλαχίστη, ἐνασκεῖ μεγίστην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰ τῆς Πολιτείας καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργείου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐκτείνεται βεβαίως εἰς πᾶσαν, καὶ τὴν ἐλαχίστην, πρᾶξιν τοῦ Βασιλέως. Ἐνθυμοῦμαι τί μᾶς ἔλεγεν ἄλλοτε ἀπὸ τῆς ἕδρας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ὁ μακαρίτης Διομήδης Κυριακός, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐκ τῶν συντηρητικωτέρων συνταγματιολόγων, ἐπαναλαμβάνων ὅ,τι ἐν Ἀγγλίᾳ ἄλλοτε ἐλέχθη· ἔλεγεν, ὅτι κατὰ τὰς ἰδέας του τὸ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ κληθῇ νὰ ἀπαντήσῃ, ὡς ὑπεύθυνον, καὶ περὶ τοῦ πίλου ἀκόμη, τὸν ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς ἐφόρεσεν εἰς τὸν περίπατον, διότι δύναται νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅτι πᾶσαι αἱ πράξεις αὐτοῦ, καὶ αὐταὶ αἱ ὁποῖαι ὑποτίθεται ὅτι περιστρέφονται ἐν τῷ ἰδιωτικῷ βίῳ, σχετίζονται ἔστω μόνον πρὸς τὴν αἴγλην τοῦ Στέμματος, καὶ ταύτης ἔχει ἀνάγκην ἓν Ὑπουργεῖον ὑπεύθυνον. Καὶ δύναται νὰ ὑποτεθῇ λοιπόν, ὅτι δὲν καλεῖται ἓν Ὑπουργεῖον νὰ δώσῃ τὸν λόγον, διατὶ ἐδημοσίευσε μίαν ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως; Τὸ Ὑπουργεῖον ἤθελε παρασταθῆ μικρὰν ἔχον ἰδέαν περὶ τῆς σημασίας τῶν Βασιλικῶν πράξεων, ἐὰν ὅπως δήποτε προκαλούμενον δὲν ἤθελε σπεύσει νὰ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους τοιαύτης δημοσιεύσεως ἐπισήμου. Περὶ τούτου βεβαίως πρέπει νὰ ἀναμένωμεν καὶ ν’ ἀπεκδεχώμεθα τὰς ἐξηγήσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐθεώρησεν ἐπίκαιρον νὰ ἐξηγήσῃ τὸ φαινόμενον, ἴσως καὶ διότι προεκλήθη ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως ἡ ἀπάντησις αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦτο δὲν σημαίνει· ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀμφιβάλλωμεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει μετὰ τὴν συζήτησιν ταύτην σπεύσει νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλήν· διότι βεβαίως ἀποδίδει σημασίαν μεγάλην εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης τοῦ Βασιλέως, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπανερχόμενος εἰς τὰ ἐν ἀρχῇ, λέγω ὅτι δὲν σπεύδω, ἀλλὰ παρακαλῶ μόνον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς φωτίσῃ πληρέστερον, ἕως ποῦ ἐκτείνονται, κατὰ τὴν ἰδέαν του, τὰ ὅρια τῶν καθηκόντων ἡμῶν, ὡς μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι, ἐὰν ὑφίσταται ὅριόν τι, πρέπει νὰ μᾶς διαγραφῇ, ἵνα μὴ ματαιοπονῶμεν. Τοῦτο, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸ Ὑπουργεῖον, πρὶν ἀπαντήσω οὐσιαστικώτερον.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἀπευθύνεται νέα ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν ὁ πρῶτον ἀγορεύσας δὲν ἀπηύθυνεν. Ὁ πρῶτον ἀγορεύσας ἐξέθηκε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέλαβον ὅτι ἔπρεπε νὰ διακόψωσι πᾶσαν ἐργασίαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἀπηύθυνεν ἄλλην ἐπερώτησιν, μὲ ἐκάλεσε νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἡ πρός με ἐπιστολὴ τοῦ Ἡγεμόνος. Μοὶ φαίνεται ὅτι καὶ εἰς τοῦτο δύναμαι ν’ ἀπαντήσω, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι ἡ ἀπάντησίς μου δὲν θέλει πληρώσει πάντα τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ διανοίᾳ ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας. Διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐδημοσιεύθη ἐπιστολὴ τοῦ Ἡγεμόνος πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πραγματευομένη περὶ τῶν δημοσίων ὑποθέσεων. Καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ σταλῇ πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοιαύτη ἐπιστολὴ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ νὰ μὴ δημοσιευθῇ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως; Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς ἔκρινεν, ὅτι προσῆκεν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς ἐμὲ γνώμην τινὰ προφορικῶς, ἤθελε τὸ πράξει, ἀλλὰ ὁ Βασιλεὺς ἔκρινεν, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀπήτουν ν’ ἀνακοινώσῃ τὰς γνώμας αὑτοῦ εἰς ἐμὲ δι’ ἐπιστολῆς. Αἱ γνῶμαι αὗται ἦσαν ἐντελῶς ἀλλότριαι τῶν διανοημάτων ἐμοῦ ἢ τῶν διανοημάτων τῆς Κυβερνήσεως; Αἱ γνῶμαι αὗται ἀνῄρουν τὸ φρόνημα, τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις εἶχε περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς ὥρας ταύτας; Αὐτὸ εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς ἡμᾶς νὰ ἐξετάσωμεν· διότι, ἐὰν ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας περιέχει ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ἡγεμόνος πρὸς ἡμᾶς, ἀνῄρουν τὰς γνώμας ἡμῶν περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τότε ἢ ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰς ἰδίας ἡμῶν γνώμας, ὅπερ ἐπῆγεν ἐφ’ ἡμᾶς ἠθικήν τινα εὐθύνην, ἢ ἔπρεπε νὰ παραιτηθῶμεν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, διότι δὲν ἠθέλομεν εἶσθαι κατάλληλοι, ἵνα ἐκτελέσωμεν γνώμας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς δὲν ἐθεωροῦμεν ὀρθάς. Ἀλλὰ διὰ νὰ δημοσιευθῇ ἐπιστολὴ καὶ νὰ μὴ ἐπέλθωσι τοιαῦτα ἀποτελέσματα, εὐθὺς ὡς περιῆλθεν ἡ ἐπιστολὴ εἰς χεῖράς μου, καὶ ἑπομένως διὰ νὰ δημοσιευθῇ ἡ ἐπιστολὴ καὶ νὰ μὴ παραγάγῃ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, τοῦτο ἐξεδήλου, ὅτι αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναγράψει ὁ Ἡγεμὼν ἐν τῇ ἐπιστολῇ του πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἦσαν καὶ γνῶμαι τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι καὶ οὗτοι εἶχον αὐτὰς ταύτας τὰς γνώμας. Ἐάν τινες ἐξ ὑμῶν νομίζωσιν, ὅτι αἱ μέχρι τοῦδε σχέσεις ἡμῶν μὲ τὸ Κοινοβούλιον ἐξεδήλουν, ὅτι δὲν εἴχομεν τὰς γνώμας ταύτας, ἔχουσι δίκαιον νὰ ἐπικρίνωσι, καὶ εἰς ἡμᾶς μένει ν’ ἀποδείξωμεν, ἐὰν ἔκρινον ὀρθῶς ἢ μὴ ὀρθῶς. Ἀλλὰ εὐθὺς ὡς ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ἡγεμόνος, περιελθοῦσα εἰς χεῖρας ἡμῶν, δὲν ἐπήνεγκε τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκα, εὐθὺς μάλιστα ὡς ἡ ἐπιστολὴ ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο ἀπεδείκνυεν, ὅτι αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ἡγεμόνος περιεῖχεν, ἦσαν γνῶμαι τῆς Κυβερνήσεως. Τώρα, ἐὰν αἱ γνῶμαι αὗται δὲν ἦναι ὀρθαί, ἐὰν δὲν συντελῶσι πρὸς πλήρωσιν ὅλων τῶν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τὸ Κοινοβούλιον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγξῃ ταῦτα. Ἐὰν αἱ γνῶμαι αὗται ἦναι ἀτελεῖς, ἐὰν ἔπρεπε νὰ συμπληρωθῶσι, τὸ Κοινοβούλιον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραστήσῃ τὰς ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ τοιαύτην γνώμην, ἐὰν ἐξ ἐναντίας ἔχῃ γνώμην, ὅτι τὰ θέματα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν δι’ ἐπιστολῆς τοῦ Ἡγεμόνος, εἶναι θέματα ἐξυπηρετοῦντα τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐλπίζω ὅτι θέλει εἶσθαι πᾶσα ἡ Βουλὴ σύμφωνος καὶ θέλει ἐπικυρώσει τὴν γνώμην καὶ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ἐρωτῶσι, τί θέλετε προτείνει πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν γνωμῶν αὐτῶν; Θέλομεν βεβαίως προτείνει, οὐδὲ θέλομεν ἀφήσει τὸ Κοινοβούλιον ἄνευ προτάσεων· διότι, ἐὰν ἠθέλομεν ἀφήσει τὸ Κοινοβούλιον ἄνευ προτάσεων, ὅταν τοῦτο προβῇ εἰς συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλει ἐλέγξει ἡμᾶς, ὡς μὴ φροντίσαντας νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς εἴχομεν ἀναγνωρίσει καὶ ὁμολογήσει διὰ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἡγεμόνος. Ἀλλὰ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἐπιστολῆς νὰ ζητῆτε νὰ προβάλω προτάσεις, βεβαίως εἶναι τὸ πρᾶγμα πρόωρον, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι πρόωρος. Ἀλλὰ ποῖαί εἰσιν αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας θέλομεν προβάλει; θέλουσιν εἶσθαι πᾶσαι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἀναγράφει ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ἡγεμόνος; θέλουσιν εἶσθαί τινες ἐξ αὐτῶν ἢ πᾶσαι; Θέλει ἔλθει ἡμέρα, καθ’ ἣν θέλετε πληροφορηθῆ περὶ τούτου, καὶ θέλετε ἐξετάσει; τότε δικαίωμα ἔχετε νὰ ἐξασκήσητε πάντα ἔλεγχον. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται ἡ συζήτησις αὕτη. Ἡ ὑπόνοια δὲ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ὑποβιβάζομεν τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἀφαιροῦμεν ἀπ’ αὐτὴν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει, εἶναι πάντῃ ἀβάσιμος. Ἡμεῖς δὲν ὑποβιβάζομεν τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν περικόπτομεν, οὐδὲ ἔχομεν δικαίωμα νὰ περικόπτωμεν τὰ δικαιώματα αὐτῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔχει πάντα καὶ ἀκέραια τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἀποστολὴ αὐτῆς, ἥτις ἔχει καταγωγὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἀνέθηκεν εἰς αὐτήν. Ἐὰν νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνῃ ἐν τῇ γνώμῃ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀτελὴς καὶ πρέπει νὰ συμπληρωθῇ πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες ὑποδεικνύονται διὰ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἡγεμόνος, δύναται νὰ τὸ πράξῃ· ἐὰν νομίζῃ ὅτι αἱ ἐγγραφαὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρέπει νὰ ἀνατραπῶσι, δύναται νὰ τὸ πράξῃ, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, θέλομεν ἀποδείξει, ἐὰν ἡ γνώμη αὕτη αὐτῆς ἤθελεν εἶσθαι ὀρθὴ ἢ ὄχι. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πολὺ ἔσπευσαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προκαλοῦντα τὴν συζήτησιν ταύτην.
§15ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μεγαλειτέραν δικαιολογίαν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ σημερινῇ συνεδριάσει, δὲν ἀνέμενον ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαιώσας ὅτι ἡ δημοσίευσις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐπιστολῆς τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἐνδεικνύει, ὅτι αἱ γνῶμαι περὶ τῆς τηρητέας ἐν τῷ μέλλοντι πολιτικῆς εἶναι αἱ αὐταί, ὁποῖαι εἶναι καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν λοιπὸν ὑπάρχῃ τοιαύτη ὁμοφωνία, ὁποίαν ἐβεβαίωσεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τί ἕπεται; ὅτι δὲν ὑπάρχει προϋπολογισμὸς ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῇ ἐπιστολῇ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἀνατρέπουσιν ἄρδην τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἂς ἀναμένῃ ἡ Βουλή, καὶ ἔχει καιρὸν νὰ ἀναμένῃ μέχρις οὗ δηλώσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐάν τινα ἐκ τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ Βασιλέως θὰ παραδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἢ ὅλα, καὶ ποῖα. Ἄρα καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἀκόμη εἶναι ἀοριστοτέρα ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἄρα ἀκόμη δὲν ὑπάρχει οὔτε καθ’ ὑπόνοιαν προϋπολογισμός, ἀφοῦ δὲν ἔχει πολιτικὴν ἐκπεφρασμένην ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ τί ἄλλο ἐβεβαίωσε σήμερον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον ἡμῶν, εἰμὴ ὅτι δὲν ἔχει πολιτικήν, ὅταν σᾶς εἶπεν, ὅτι παραδέχεται μὲν τὰ ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ Βασιλέως ἀναφερόμενα, ὡς ἐνδεικνύοντα τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ συνάμα εἶπεν ὅτι δύναται νὰ παραδεχθῇ τινα τούτων, δύναται δὲ νὰ ἀποῤῥίψῃ ἄλλα;
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς διακόψω. Ἐγὼ ἐποιησάμην ὑποθέσεις, καὶ διὰ τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν ἐξέθηκα πάντα τὰ ἐνδεχόμενα νὰ συμβῶσι. Δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ συμβῇ αὐτὸ, δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐκτελεσθῶσι παντάπασι τὰ ἐν τῇ ἐπιστολῇ διαλαμβανόμενα. Εἶπον, ἔχετε ὑπομονὴν, ἵνα ἴδητε, καὶ τότε κρίνητε· δὲν εἶπον ὅτι ἡμεῖς δὲν θέλομεν ἐκτελέσει πάντα.
§17ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν τὸ εἶπον οὔτε ἐγώ.
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴπετε, ἀφοῦ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἐκτελεσθῶσι πάντα, ἄρα δὲν ὑπάρχει ἡ πολιτικὴ ἐκείνη πλέον, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐξηγήσατε. Ἡμεῖς δὲν ἠλλάξαμεν πολιτικήν· ἔχομεν μίαν καὶ τὴν αὐτήν.
§19ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ διακοπὴ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτο περιττὴ, διότι καὶ ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ ἐνδεχομένων, ὡς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ὁμιλεῖ ἐπὶ ὑποθέσεων, καὶ τὸ «ἐὰν» εἶναι ὑποθετικὸν, ὡς καὶ αἱ ἐδικαί μου φράσεις· ἑπομένως, ὅταν ἐγὼ ἔλεγον, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις τοῦτο νὰ δεχθῇ ἢ τοῦτο νὰ μὴ δεχθῇ, ἐνόουν ὅτι ὡμίλουν περὶ ὑποθέσεως, δὲν ἐνόουν νὰ ἀποδώσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τοῦτο, ὅτι θετικῶς θὰ ἀποῤῥίψῃ τὰς γνώμας τοῦ Βασιλέως. Ἐὰν τοῦτο ἐνόμισε καὶ ἐτρόμαξε, ζητῶ συγγνώμην. Ἀλλὰ προσέθηκε νέον ἀκόμη ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς γνώμης μου· εἶπεν ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν ἐνδιαφέρουν τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ τί ἐστὶ λοιπὸν ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Νομίζετε ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τὴν Βουλὴν, νὰ σκέπτηται καὶ ν’ ἀποφαίνηται περὶ ἀνυπάρκτων πραγμάτων; Ὄταν δὲν ἔχῃ βάσιν τινὰ, ἐφ’ ἧς νὰ σκεφθῇ, ποίαν σημασίαν θὰ ἔχωσιν αἱ γνῶμαι ἑκάστου τῶν μελῶν αὐτῆς; Δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν μελῶν ὡς προσώπων, ἀλλ’ ὡς μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς· πρόκειται περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς νὰ ἀξιῶτε παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐργάζηται καὶ νὰ μελετᾷ ἐπὶ πραγμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἂν φέρῃ τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἀπόφασιν, δύνασθε νὰ εἴπητε ὕστερον, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐργασία ἦτο περιττὴ καὶ ματαία. Ἄν τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐννοοῦν οὕτω πως νὰ ἐκπληροῦν τὸ καθῆκόν των, ἐγὼ δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν αὐταπάρνησιν τῆς φιλοτιμίας των νὰ τὸ πράξω.
§20ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταλέγωμαι μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὑπεστήριξα δὲ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ συνάδελφος, ὁ ἄρτι ἐκ τοῦ βήματος κατελθὼν, ἀνέπτυξεν ἐνώπιον ὑμῶν, τουτέστι τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ τὰς νέας αὐτῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τροποποιήσεις. Ἠπόρησα μάλιστα, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν ἀρχῇ μὲν τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ περιώρισε τὰ δικαιώματα τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν τέλει δ’ ἐπεξέτεινε ταῦτα, ὡς ἐπίσης ἠπόρησα, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐλησμόνησε τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει εἴς τινα τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προπολογισμοῦ,— διότι ὁ συνάδελφος οὗτος ὡμίλει κατ’ ἐντολὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ...
§21ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ποῖος εἶναι; ποῖος εἶναι;
§22ΣΤΑΗΣ. .. Ἐξητήσαμεν μάλιστα νὰ δηλωθῇ τοῦτο, καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐδήλωσε ῥητῶς, ὅτι δίδει πληροφορίας κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§23ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ τὸ εἴπω αὐτό· εἶναι τὰ πράγματα, εἶναι δημοσιευμένον ἔγγραφον.
§24ΣΤΑΗΣ. Εἶναι γνωστὸν, κύριοι συνάδελφοι, τί περιέχει ἡ δημοσιευθεῖσα ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τῆς 22 Νοεμβρίου 1896. Συνεπείᾳ δὲ τῶν ἐν αὐτῇ ἐνδείξεων ἐπροτείναμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὴν ἀναβολὴν τῶν συζητήσεων, διότι τὴν ἐπιστολὴν ἐκείνην, δημοσιευθεῖσαν ἐν τῇ ἐπισήμῳ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἐθεωρήσαμεν ὡς ἐκδηλοῦσαν τὰς σκέψεις, τὰς γνώμας καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως. Καίτοι ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ μικροῦ, ὅτι ἴσως ἐκτελέσει μέρος, ἴσως τὸ σύνολον τῶν ἐν τῇ ἐπιστολῇ ἐκείνῃ σκέψεων, ἐν τούτοις οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄμεσον σχέσιν αὐτῆς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται, ὡς ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν ἐξ Εὐρυτανίας κ. συνάδελφον, περὶ συμπληρώσεως τῶν κενῶν. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν πρόκειται νὰ συμπληρώσῃ τὰ κενὰ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἐν τῇ Βασιλικῇ ἐπιστολῇ. Γινώσκω μόνον, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἐν αὐτοῖς περιλαμβάνεται ἡ δαπάνη τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἡ ὁποία θὰ καταργηθῇ, ὡς ἐπιτάσσει ἡ παράδοξος καὶ πρωτοφανὴς εἰς τὰ συνταγματικὰ χρονικὰ ἐπιστολή, — διότι ὅμοιον γεγονὸς εἰς συνταγματικὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη οὐδαμοῦ ἀναφέρεται. Διὰ τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης ῥητῶς ἐπεβάλλετο πλέον ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ στρατοῦ ἀπὸ πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι τὰ ἄμεσα ἔργα αὐτοῦ. Ἔπρεπεν ἑπομένως ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ δαπάνη τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔπρεπε νὰ προστεθῇ νέα δαπάνη, ἴσως ἑκατομμυρίων, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν χωροφυλακήν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀναλάβῃ τὰ τῆς ἐπιτηρήσεως τῶν φυλακῶν, τὰ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, τὰ ἀστυνομικὰ, τὰ καθήκοντα τῶν δασοφυλάκων, τὰ καθήκοντα τῶν τηλεγραφοφυλάκων, καὶ πλεῖστα ὅσα ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνατεθειμένα σήμερον εἰς τὸν στρατόν. Ταῦτα πάντα ῥητῶς ἐν τῇ ἐπιστολῇ ἐκείνῃ ἀναφέρονται, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς δημοσιεύσεως αὐτῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἀπεδέχθη πάντα ταῦτα. Ἀφοῦ δὲ ἀπεφασίσθη ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν, δὲν ἀπαιτοῦνται πρὸς τοῦτο δαπάναι; δὲν ἔχομεν ἀνάγκην πιστώσεων ἑκατομμυρίων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους; Ἀλλὰ μόνον ταῦτα περιλαμβάνονται ἐν τῇ ἐπιστολῇ ἐκείνῃ; Δὲν ἀναφέρεται ἐν αὐτῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἱδρυθῇ μόνιμον στρατόπεδον; Καὶ τίς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι ἵδρυσις μονίμου στρατοπέδου ἀπαιτεῖ δαπάνας ἑκατομμυρίων; Καὶ δὲν ἀναφέρεται ῥητῶς ἐν τῇ ἐπιστολῇ, ὅτι θὰ κληθῶσι 10 ἕως 12 χιλιάδες ἀνδρῶν ἐκ τῆς ἐφεδρείας; Καὶ αἱ χιλιάδες αὗται, καλούμεναι πρὸς ἐξάσκησιν, ἔστω καὶ ἐπὶ μικρὸν χρονικὸν διάστημα, δὲν θ’ ἀπαιτήσωσι δαπάνην ἑκατομμυρίων; Καὶ ἠρωτήσαμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πόθεν θὰ πορισθῶσι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, καὶ ἠκούσαμεν κατ’ ἐντολὴν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα ἔχουσι πρόχειρα, διότι ὁ ἀκένωτος θησαυρὸς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας παρέχει 20 ἑκατομμύρια, καὶ ἕτερα 5 ἑκατομμύρια τὰ ἔντοκα γραμμάτια, ὡς καὶ 860,000 κατατεθειμένας ἐν ταῖς Τραπέζαις ἐκ στρατιωτικῶν ἀνταλλαγμάτων, ἐκ τοῦ τελευταίου νόμου τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν λήξασαν σύνοδον, καὶ ἴσως καὶ διπλάσια τούτων, διότι ὁ πρὸς ἐξαγορὰν χρόνος θὰ παραταθῇ διὰ νέου νόμου. Μᾶς ἔλεγον δὲ, νὰ μὴ ὁμιλῶμεν περὶ ἑκατομμυρίων, διότι τοιαῦτα ἔχουσιν ὅσα θέλουσι! Προσέθετον μάλιστα, ὅτι ἡ πολιτική των εἶναι ἀνέκαθεν ἡ πολιτικὴ τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν! ἡ μόνη δὲ διαφορά, μᾶς ἔλεγον, μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν εἶναι, ὅτι σεῖς ἀνεπτύξατε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς σιωπηλῶς ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελέσωμεν! Καὶ ἀνέπτυξαν διὰ μακρῶν τὴν θεωρίαν, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ μὴ ὁμιλῇ τις καὶ νὰ δρᾷ, παρὰ νὰ ὁμιλῇ καὶ νὰ μὴ δρᾷ! Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔχει μόνον θεωρητικὰ καθήκοντα, ν’ ἀποφαίνηται γνώμας τουτέστι καὶ εὐχὰς πρὸς τὴν Βουλήν, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα τῶν συνταγματικῶν Κοινοβουλίων ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιβάλλεται, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης πολλάκις προεκάλεσε παραιτήσεις Ὑπουργῶν, διότι ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὴν γνώμην, ἣν εἶχε μέλος τι τοῦ Ὑπουργείου, ἢ καὶ τῆς πλειοψηφίας τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον τότε ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, Κύριοι, ἀπὸ τῆς 22 Νοεμβρίου 1896 δὲν ὑπάρχει πλέον κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, διότι τὸ κατήργησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Δυστυχῶς, Κύριοι, κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, τὰς δυσκόλους ἡμέρας, ἐπρόκειτο νὰ ἴδωμεν καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι τῷ ὄντι κατάργησις εἶναι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἡ δημοσίευσις τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτάσσονται ὡρισμένα μέτρα νὰ ἐκτελεσθῶσι, μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις οὐδ’ ἐσκέπτετο κἄν. Δὲν ἁρμόζει εἰς ἐμὲ νὰ ἀναπτύξω θεωρίας συνταγματικὰς, ἀλλὰ εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος, καὶ ὅτι οὐδεμία πρᾶξις αὐτοῦ ἰσχύει, οὐδ’ ἐκτελεῖται, ἂν μὴ ἦναι προσυπογεγραμμένη παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅστις διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του καθίσταται ὑπεύθυνος. Τί δ’ ἄρά γε ἐσκόπει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ κατορθώσῃ διὰ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης; ἤθελε νὰ ἀποβάλῃ τὴν εὐθύνην; παντάπασι· διότι τὴν εὐθύνην ἀκεραίαν φέρει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· ἠθέλησε μόνον νὰ μετατοπίσῃ διὰ τοὺς πολλοὺς ἐπιτηδείως αὐτὴν, ἤθελε νὰ ἀποδείξῃ εἰς τοὺς πολλοὺς, τίς ὁ ἠθικὸς ὑπεύθυνος τῆς καταστροφῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤθελε νὰ δείξῃ εἰς τοὺς πολλοὺς, περὶ ὧν φροντίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἐννοήσωσι τὸ τοῦ ἀνευθύνου δόγμα, ὅτι αὐτὸς ἄκων ἐκτελεῖ βασιλικὰς θελήσεις,—διότι οἱ πολλοὶ δὲν γινώσκουσιν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ θέλῃ, δὲν δικαιοῦται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην Αὑτοῦ, εἰμὴ μόνον διὰ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ· διότι οἱ πολλοὶ ἀγνοοῦσιν, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ Βασιλέως εἶναι νεκρὸν γράμμα, ἂν δὲν ἦναι καὶ γνώμη τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελεν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν μεγάλην ταύτην εὐθύνην νὰ τὴν μετατοπίσῃ, ἤθελε διὰ τοῦ πυροτεχνήματος τούτου, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ κατασβέσῃ τὸ ἡφαίστειον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πάντες εὑρισκόμεθα. Ἀλλὰ συμβουλεύσας τὴν δημοσίευσιν τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης, δὲν συνεβούλευσε τ’ ἀληθῆ καὶ συμφέροντα τῇ Πολιτείᾳ ἡμῶν. Ἔβλαψεν, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ. Ἔῤῥιψεν ἔλαιον ἐπὶ τῆς πυρᾶς, ἀντὶ ὕδατος. Μία φωνή. Δημοκοπεῖτε!
§25ΣΤΑΗΣ. Ἡμεῖς εἴμεθα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, καὶ ἐν τῇ Συμπολιτεύσει καὶ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει εὑρισκόμενοι, οὐδέποτε δημοκοποῦμεν, ἀλλ’ ἔχομεν ὡρισμένην πάντοτε γνώμην, ἐνῷ σεῖς, εἴτε ἐν τῇ Συμπολιτεύσει εἴτε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει εὑρισκόμενοι, ἔχετε ὡρισμένην γνώμην καὶ πολιτικήν· ἡ πολιτική σας εἶναι νὰ μὴ ἔχητε καμμίαν πολιτικὴν, καὶ δι’ αὐτὸ ζητεῖτε νὰ ὀχυρωθῆτε ὄπισθεν οἱουδήποτε ὀχυρώματος· ἀλλὰ ἡ Βασιλεία εἶναι κακὸν ὀχύρωμα· διότι, ἂν προσβληθῇ τὸ ὀχύρωμα αὐτὸ, προσβάλλεται ἡ βάσις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, πράγματι δὲ σήμερον κλονίζονται τὰ θεμέλια τῆς Πολιτείας, καὶ ἀπὸ χρόνου μακροῦ οὐδὲν ἄλλο βλέπομεν, εἰμὴ σειρὰν πράξεων κυβερνητικῶν, διὰ τῶν ὁποίων σαλεύονται τὰ θεμέλια τοῦ καθεστῶτος.
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς πολὺ συνεχῶς ὁμιλεῖ περὶ ἀνατροπῆς τοῦ καθεστῶτος καὶ τῆς βάσεως τῆς Πολιτείας. Ἔχω τὴν εὐκολίαν νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι τὸ καθεστὼς εἶναι ἀκλόνητον, καὶ στηρίζεται ἐπὶ βάσεων ἀκλονήτων, ἂν δέ τις ἤθελε τολμήσει νὰ ἀνατρέψῃ τὰς βάσεις τῆς Πολιτείας, ἤθελεν εὕρει τοὺς παρὰ τοῦ νόμου τεταγμένους νὰ τιμωρήσωσιν αὐτὸν, καὶ νὰ τὸν ἀποστείλωσιν ἐκεῖ, ὅπου τοῦ ἁρμόζει νὰ μένῃ.
§27ΣΤΑΗΣ. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τιθέμενοι ἐπὶ κεφαλῆς κινημάτων ζητοῦμεν νὰ σαλεύσωμεν τὰς βάσεις τῆς Πολιτείας. Δὲν ἐτέθημεν ἐπὶ κεφαλῆς οὔτε Λαμιακῶν οὔτε Λαρισαϊκῶν κινημάτων, τοὐναντίον ἡμεῖς πάντοτε ψέγομεν ταῦτα. Ἡμεῖς ῥητῶς λέγομεν, ὅτι πρέπει νὰ διαφυλάξωμεν ὡς ἱερὸν τὰ ὅρια τὰ παρὰ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν καθοριζόμενα δι’ ἑκάστην τῶν τριῶν ἀνεγνωρισμένων ἐξουσιῶν, ἐνῷ σεῖς καταστρέφετε ταύτας, ἵνα ὀχυρωθῆτε ὄπισθεν τοῦ βασιλικοῦ ὀχυρώματος, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ᾖναι δι’ ὑμᾶς ἐπὶ πολὺν χρόνον ἀσφαλές. Καὶ ἄλλοτε δὲ ἠκούσαμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰπόντα ὅσα πρὸ μικροῦ εἶπεν, ἵνα ἀπειλήσῃ δι’ ἀπειλῶν, αἱ ὁποῖαι οὐδὲ τὰ μειράκια κἂν πτοοῦσι. Λυποῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλεῖ πάντοτε στηριζόμενος ἐπὶ βάσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι τόσον ἀσταθεῖς, ὥστε τὰ λεγόμενά του δὲν ἔχουν καμμίαν ἐν τῇ πραγματικότητι θέσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμοιάζει μὲ κάλαμον, ὁ ὁποῖος λυγίζει καὶ ἀκολουθεῖ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἀνέμου, καὶ διὰ τοῦτο νομίζει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατασυντριβῇ. Ἐγὼ τὸν συμβουλεύω, καίτοι πολὺ νεώτερος, νὰ μὴ προκαλῇ τοιαῦτα ῥεύματα ὁρμητικὰ, διότι τὰ ῥεύματα ταῦτα πολλάκις καὶ αὐτοὺς τοὺς εὐλυγίστους καλάμους ἐκριζοῦσι.
§28ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ἐπὶ ἁπλουστάτου θέματος, Κύριοι, ὁποῖον τὸ ἀνακινηθὲν ὑπὸ τοῦ πρώτου ἐνεγκόντος τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ ἐκτραπῶ εἰς τοὺς πολιτικοὺς συλλογισμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους παραδόξως ἐξετράπησαν οἱ ἐντεῦθεν ἀγορεύσαντες. Τὸ ζήτημα θεωρῶ ἁπλούστατον. Τὰ μέλη ὄντως τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἴδομεν σήμερον παρακαθήσαντα καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων...
§29ΣΤΑΗΣ. Εἶναι ἀσθενὴς ἡ μνήμη σας.
§30ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. .. εἰσῆλθον μετά τινος ὕφους θριαμβευτικοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ εὐθὺς ἀμέσως ἔφεραν τὴν πρότασιν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν προεξέλεγξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις δηλώσῃ ποῖαι εἶναι αἱ ἀλλοιώσεις αἱ χρηματικαὶ, τὰς ὁποίας ἡ πλήρωσις τῶν ἀναγκῶν, περὶ ὧν ἀναφέρει ἡ ἐπιστολὴ τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος, θὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Παρετηρήσαμεν ἐκ περιτροπῆς οἱ ἀντιλέγοντες, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς συντάσσεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, ὅτι ἐπὶ ὑποθέσεων καὶ ἐπὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα, καὶ ἂν εἰσήχθησαν ἔτι εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἂν ἀνεγράφησαν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν ἐγένοντο νόμος, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ στηριζώμεθα, προεξελέγχοντες τὸν προϋπολογισμόν· ὅτι δὲν ἀποτελοῦμεν ἢ τμῆμα τῆς Βουλῆς, ῥητὴν ἔχον ἐντολήν· ποίαν; τὴν ἐντολὴν νὰ ἐξελέγξῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἐστάλη πρὸς αὐτὸ, νὰ ἐξελέγξῃ αὐτὸν εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τοὺς ἀριθμοὺς καὶ εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰς πολιτικὰς ἐννοίας. Οὐδ’ ἀποκλείω ἐγὼ ἀπὸ τῶν καθηκόντων τῆς ἐπιτροπῆς τὴν γενικωτέραν ἔρευναν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Θὰ ἐνθυμεῖται δὲ, δὲν ἀμφιβάλλω, ὁ κ. Βουλευτὴς Κραναίας, ὅτι, ὅταν ἐπερατώθη ἡ ἐπὶ τῶν ἐσόδων συζήτησις, ἠρώτησα, ἂν ἔχῃ τις νὰ ἐπιφέρῃ γενικὰς παρατηρήσεις, ἐκτὸς τῶν κατ’ ἰδίαν γενομένων. Εἴπομεν εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, ὅτι, ἐνόσῳ ἡ ἐπιστολὴ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς παραστατικοὺς ποσῶν καὶ ἀναγεγραμμένους ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἡ Κυβέρνησις θέλει εἰσαγάγει τὰ σχετικὰ νομοσχέδια. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν πρόκειται νὰ γείνωσι νόμοι ὑπὸ ἐχεμύθειαν, ἀλλὰ ἀφοῦ ὑποβληθῶσι, θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε δ’ ἀπόκειται αὐτῇ ἡ περὶ τούτων ἔρευνα. Ἡ ἐντολὴ ἡμῶν κατὰ ταῦτα εἶναι περιωρισμένη. Ὀφείλομεν νὰ ἐρευνήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ὡς παρεδόθη ἡμῖν, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις παραδεχθῇ τὸ ὅλον ἢ μέρος τῶν μέτρων τῶν περιεχομένων εἰς τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως, τότε ὀφείλομεν ν’ ἀσχοληθῶμεν περὶ τῶν χρηματικῶν δαπανῶν, ἃς ἡ πραγματοποίησις τῶν μέτρων τούτων θ’ ἀπαιτήσῃ. Μετὰ τοῦτο, καὶ ἐνῷ ἀκριβῶς τὸ πόρισμα τὸ ἐκ τῆς συζητήσεως ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ εἰς ψηφοφορίαν, εἴδομεν, οὐχὶ μετ’ ἐκπλήξεως, τὸν ἕνα μετὰ τὸν ἄλλον τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῆς μειονοψηφίας ἀπερχόμενα, ἐκινδυνεύομεν δὲ νὰ μείνωμεν ἄνευ ἀπαρτίας, ὅτε εὐτυχῶς ἦλθεν ὁ κ. Ἀγγελόπουλος καὶ προέβημεν εἰς ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς γνωστῆς προτάσεως, ἥτις εἶχεν ὑποβληθῆ ὑφ’ ἑνὸς τῶν ἀποχωρησάντων, καὶ ἡ ὁποία δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἀποῤῥιφθῇ, ὡς καὶ ἀπεῤῥίφθη. Δὲν καλοῦμαι, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, νὰ ἐκτραπῶ εἰς συζήτητιν τῶν πολιτικῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἔθιξάν τινες τῶν προαγορευσάντων. Βεβαίως ἕκαστος ἐξ ἡμῶν δικαιοῦται καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν νὰ ἐγείρῃ πολιτικὴν συζήτησιν καὶ νὰ ὑπολαμβάνῃ ἑαυτὸν ἄξιον νὰ θέσῃ τὴν πυρκαϊὰν εἰς τὸ Πανελλήνιον! Ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι ἀπόλυτος. Ὁ τρόπος τῆς χρήσεως αὐτοῦ εἶναι ζήτημα ἰδιοσυγκρασίας, εἶναι ζήτημα ἀντιλήψεως, ἴσως ὅμως κυρίως ἀδυναμίας πρὸς τὸ ῥυθμίζειν τὴν πολιτείαν τῶν οὕτω κρινόντων μὲ τὸ προσῆκον καὶ εὐπρεπές. Ὀφείλω μίαν τελευταίαν παρατήρησιν. Πράγματι, ὅσον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας τὰς ἀπαιτουμένας πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναφερομένων ἐν τῇ ἐπιστολῇ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἀναγκῶν, ὁμολογῶ ὅτι ἀπαντῶν εἰς τὴν σπουδαιοφανῆ ἀπορίαν τῶν κ. συναδέλφων, τῶν ἐρωτώντων «τίνα προϋπολογισμὸν φέρετε ἐνταῦθα; πόθεν θὰ ἀρυσθῶμεν τὰ χρήματα;» εἶπον πρὸς αὐτούς: «Μελετήσατε τὰς μηνιαίας καταστάσεις τῶν Τραπεζῶν, μελετήσατε τὸν νόμον περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ θέλετε εὕρει τὴν ἀπάντησιν.» Ὁ δὲ ἀγαπητός μοι φίλος καὶ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Βαλέττας μοὶ εἶπε: «τὰ γνωρίζομεν αὐτά!» Ἀλλὰ τότε τί ἐρωτᾶτε λοιπὸν, οἱονεὶ ἀποροῦντες; Ὅταν ἡ Κυβέρνησις προτείνῃ τὰ μέτρα αὐτῆς, θέλει μεριμνήσει περὶ τῶν πόρων καὶ θέλει ἐνδείξει αὐτούς. Ταῦτα εἶναι τὰ γεγονότα, Κύριοι, περὶ τῶν ὁποίων ἐκαλούμην καὶ ὤφειλον νὰ παράσχω τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας παρέσχον.
§31ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ἄρτι λαλήσας, δὲν θὰ ἐπιχειρήσω νὰ ἀναιρέσω, ἐὰν κατά τι δὲν ἔχωνται ἀκριβείας. Ἓν ὀφείλω μόνον νὰ δηλώσω, ὅτι, ὡς περιέγραψε τὰ γενόμενα, τὰ περιέγραψε, καθ’ ὃν τρόπον ἡ φαντασία αὐτοῦ τῷ ἐπέβαλε νὰ τὰ καλλύνῃ.
§32Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, βεβαιῶ ὅτι πάντα συνέβησαν, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου συνάδελφος ἐξέθεσεν αὐτά.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἀντιλήψεως.
§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένει κατ’ ἐξοχὴν ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἡ πολιτικὴ, ἡ ἐνδεικνυομένη διὰ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως πρὸς αὐτὸν, εἶναι ἡ αὐτὴ πρὸς τὴν πολιτικὴν, ἣν αὐτὸς ἀνέκαθεν εἶχε καὶ ἐπιμένει εἰς τοῦτο, ὡς φαίνεται, οὐχὶ μόνον ἐκ λόγων φιλοτιμίας, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον τινὰ πρακτικώτερον λόγον. Νομίζει ἴσως, ὅτι διὰ τοῦ τοιούτου ἰσχυρισμοῦ του ἠδύνατο νὰ λύσῃ καὶ τὸ προκληθὲν νῦν ζήτημα ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς. Ὡς ἐδικαιολογήθη ἤδη διὰ τῆς τελευταίας ἀγορεύσεώς του ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, αὐτός, ὢν ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς καὶ συντάξεως τῆς χώρας, ἄφησεν ἀδιάθετον ἓν περίσσευμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897 ἐκ δύο ἑκατομμυρίων, ἀκριβῶς, ὅπως χρησιμοποιήσῃ αὐτό, ἐν ἀνάγκῃ καὶ πλέον αὐτοῦ, ἐπὶ κινδύνῳ μεταβολῆς τοῦ περισσεύματος εἰς ἔλλειμμα, πρὸς τὸν εἰρημένον σκοπόν. Τούτου δὲ οὕτως ἔχοντος, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχήσῃ νῦν περὶ τῶν μέσων, δι’ ὧν θὰ ἐφηρμόζετο ἡ πολιτική, ἡ ἐνδεικνυομένη διὰ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως, ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔσχεν ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ ἱκανὸν δι’ αὐτὴν περιθώριον. Ἐγώ, Κύριοι, λαβὼν κατὰ τὴν ἡγουμένην συνεδρίασιν τὸν λόγον εὐθὺς μετ’ αὐτόν, ἀπέδειξα, ὡς νομίζω, κατὰ τρόπον ἀναντίλεκτον, ὅτι, καθ’ ἃ ῥητῶς εἶχε δηλώσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν προϋπολογισμὸν, τὸ περίσσευμα τῶν δύο ἑκατομμυρίων διὰ πᾶν ἄλλο εἶναι προωρισμένον ἢ διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἡμῶν σύνταξιν. Τοῦτο ἔγεινεν ἔτι καταφανέστερον ἐκ τῆς πρώτης αὐτοῦ ἀγορεύσεως ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, καθ’ ἣν ἀπέκρουσεν ἀπροκαλύπτως τὴν περὶ αὐτῆς γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δηλώσας, ὅτι ἐλλείπουσι τὰ μέσα, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι πλέον οἰκονομίαι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅπως δι’ αὐτῶν ἐν μέρει τοὐλάχιστον καλυφθῶσιν αἱ στρατιωτικαὶ δαπάναι. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰδίᾳ ἀφήνει ἀναπολόγητον τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὡς πρὸς τὸν ἰσχυρισμόν του, εἶναι τὸ γεγονὸς αὐτὸ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως, ἥτις βεβαίως δὲν θὰ ἐγράφετο, οὐδὲ θὰ ἐδημοσιεύετο ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν αὐτὸς εἶχε τὴν αὐτὴν γνώμην πρὸς ἐκείνην, ἣν ὁ Ἄναξ τῷ ἐνδεικνύει. Ἡγεμὼν, ἀπευθύνων τοιαύτας ἐπιστολὰς πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν του καὶ ἐπιβάλλων τὴν ἄμεσον δημοσίευσίν των, ἄνευ λόγου σπουδαίου, ἄνευ διαφωνίας γνώμης, ὡς παρίσταται νῦν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ σώας τὰς φρένας. Ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος καὶ σώας ἔχει τὰς φρένας καὶ ἐπὶ νοημοσύνῃ καὶ ὀξύτητι ἀντιλήψεως διακρίνεται. Ἡ Α. Μ. κατεῖδε τὸ βάραθρον, εἰς ὃ ἐξώθει τὰ πράγματα ἡ Κυβέρνησίς του, ὀλιγωροῦσα τῶν τοῦ στρατοῦ, πρὸς ἀποφυγὴν δὲ τοῦ ἐντεῦθεν κινδύνου ἔγνω νὰ ὑπαγορεύσῃ εἰς αὐτὴν ἀλλαγὴν πολιτικῆς, ἀλλαγὴν συστήματος. Περὶ τούτου οὐδεμία, οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη ἐπιτρέπεται πλέον ἀμφιβολία. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐτέθη ἤδη πρὸ τοῦ διλήμματος, ἢ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην τοῦ Βασιλέως ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον πρὸς τὴν γνώμην, ἣν τέως εἶχεν, ἢ νὰ παραιτηθῇ. Αὐτὸς προετίμησε τὸ πρῶτον, διότι δὲν ἠθέλησεν, ὡς φαίνεται, ἐν οὕτω κρισίμῳ ὥρᾳ τῆς πατρίδος νὰ στερήσῃ ταύτην τῶν πολυτίμων ὑπηρεσιῶν του. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ζήτημα προσωπικῆς ἐκτιμήσεως, ζήτημα ἰδιοσυγκρασίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν, ὅτι συνεβιβάζετο πρὸς τὴν φιλοτιμίαν του, πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειάν του, οὐ μόνον νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν γνώμην τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ καὶ νὰ δημοσιεύσῃ τὴν ἐπιστολὴν, δι’ ἧς ἡ γνώμη αὕτη τῷ ἐπεβλήθη, ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως οὕτω μὴ ὑπολειφθῇ ἴχνος ἀμφιβολίας περὶ τοῦ πράγματος. Ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν, ὅτι, ἐὰν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν θέσιν του, θὰ ἐπολιτευόμεθα ἄλλως. Θὰ προετιμῶμεν νὰ ὑποβάλωμεν τὴν παραίτησίν μας ἐκ τῆς ἀρχῆς εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ θὰ συνεβουλεύομεν τοῦτον νὰ καλέσῃ εἰς τὰ πράγματα ἐκείνους, οἵτινες, ἀνέκαθεν ἀσπαζόμενοι καὶ ὑποστηρίζοντες τὴν γνώμην αὐτοῦ, εἶναι εἰς θέσιν καὶ νὰ ἐφαρμόσωσιν αὐτὴν εὐθὺς ἅμα δοθείσης τῆς πρὸς τοῦτο εὐκαιρίας εἰς αὐτούς. Οὕτω πως δὲν θὰ εὑρίσκετο νῦν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φαίνηται τόσον οἰκτρῶς ἀντιφάσκων πρὸς ἑαυτὸν, ὥστε, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἰσχυρίζεται ὅτι καὶ αὐτὸς εἶχεν ἀνέκαθεν τὴν αὐτὴν γνώμην πρὸς τὸν Βασιλέα, ἀφ’ ἑτέρου νὰ λέγῃ πρὸς ὑμᾶς: «Δότε μοι ὀλίγον καιρὸν, Κύριοι, ὅπως μελετήσω αὐτὴν καὶ ἴδω, ἐὰν δύναμαι νὰ ἐφαρμόσω αὐτὴν ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει· δότε μοι τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ὅπως μετὰ τὴν μελέτην μου ταύτην συντάξω καὶ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τ’ ἀναγκαῖα νομοσχέδια». Οὕτω πῶς δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὸς νὰ δημοσιεύσῃ καὶ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος Βασιλικὴν ἐπιστολὴν, ἥτις, τοσοῦτον προκαλέσασα ἤδη θόρυβον, θὰ ἔχῃ καὶ ἄλλα θλιβερὰ ἐπακόλουθα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἐνόμισε πρέπον νὰ εἴπῃ τινὰ καὶ περὶ τῶν μέχρι τοῦδε διεξαχθεισῶν διαπραγματεύσεων περὶ συμβιβασμοῦ. Εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν ἐν καιρῷ τὰς περὶ αὐτοῦ προτάσεις της εἰς τοὺς ἐν Παρισίοις συνελθόντας ἀντιπροσώπους τῶν κομιτάτων τῶν πιστωτῶν μας, οὗτοι δὲ ἀνθυπέβαλον ἰδίας προτάσεις· ἀλλὰ μεταξὺ ἐκείνων καὶ τούτων ὑπῆρχε τόσον μεγάλη ἡ ἀπόστασις, ὥστε ἐδέησε νὰ διακοπῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις. Οὐδὲν ἧττον καὶ οὕτω δὲν ἀπέβαλεν αὐτὸς τὴν ἐλπίδα τῆς ἐπαναλήψεως τούτων. Τὴν ἐλπίδα ὅμως ταύτην πρέπει βεβαίως ν’ ἀποβάλωμεν νῦν, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως. Δι’ αὐτῆς κηρύσσεται αἴφνης ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ δὴ τόσον ἐπιδεικτικῶς, τόσον θορυβωδῶς, ὑπὲρ τῆς ἀμέσου στρατιωτικῆς συντάξεως καὶ παρασκευῆς ἡμῶν, ἥτις, ὡς διαγράφεται αὕτη ἐν τῷ Βασιλικῷ ἐγγράφῳ, θ’ ἀπαιτήσῃ δαπάνας πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Τίνα δὲ γνώμην θὰ σχηματίσωσιν οὕτω περὶ ἡμῶν οἱ πιστωταί; Μέχρι τῆς χθὲς διεβεβαίου αὐτοὺς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν ἀπορίαν, ὥστε δυσκολευόμεθα νὰ καταβάλωμεν εἰς αὐτοὺς καὶ αὐτὰ τὰ 30% ἐπὶ τῶν ὀφειλομένων τόκων, ἅτινα ἀνεγνωρίσαμεν εἰς αὐτοὺς διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου· νῦν δὲ διὰ τῆς πολιτικῆς τῶν ἀμέσων στρατιωτικῶν παρασκευῶν, ἣν αἴφνης προκηρύττομεν, ἀποδεικνύομεν ὅτι εἴμεθα εἰς θέσιν πολλὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων νὰ δαπανήσωμεν, ἐκτὸς τῶν μέχρι τοῦδε συνήθων καὶ τακτικῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Δὲν δυσχεραίνεται ἢ μᾶλλον δὲν καθίσταται οὕτω σχεδὸν ἀνέφικτος ἡ συνομολόγησις τοῦ συμβιβασμοῦ, καθ’ ὃν χρόνον αὕτη εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην ἔποψιν καὶ χάριν αὐτῆς τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν συντάξεως; Δὲν ἐκθέτομεν οὕτω τὴν Ἑλλάδα εἰς νέας ὕβρεις καὶ λοιδορίας, εἰς τὴν ἀντιπάθειαν τῶν ξένων, καθ’ ὃν χρόνον αὐτὴ εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε ἔχει ἀνάγκην εὔφημος νὰ γίνηται περὶ αὐτῆς λόγος, ἔχει ἀνάγκην τῶν συμπαθειῶν τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου; Ἡ μειονοψηφία, Κύριοι, τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχε πληρέστατα δίκαιον νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν περαιτέρω προεπεξεργασίαν τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ. Ἄν αἱ περὶ στρατιωτικῆς ἡμῶν συντάξεως γνῶμαι τοῦ Βασιλέως, ἃς ἠσπάσθη ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἐπιστολῆς του ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, δὲν πρόκειται νὰ μείνωσι καὶ αὐταὶ κεναὶ ἐπαγγελίαι, ὡς αἱ συνήθεις ἐπαγγελίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἂν δὲν πρόκειται νὰ τεθῶσιν ἐν ἀμφιβόλῳ οἱ Βασιλικοὶ λόγοι, ἐπὶ ἀμαυρώσει τοῦ γοήτρου τοῦ Στέμματος, τότε ἀνάγκη πᾶσα νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν σχετικῶν μέτρων εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτῶν ν’ ἀναθεωρήσῃ καὶ ἀνασυντάξῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Οὕτω δὲ καὶ μόνον μετεῤῥυθμισμένον δύναται καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ προεπεξεργασθῇ καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐπιψηφίσωμεν αὐτόν. Τὰ μέτρα, ἅτινα ὑπαγορεύουσιν αἱ γνῶμαι τοῦ Βασιλέως, ἐπιβάλλουσι ῥιζικὰς μεταβολὰς καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα αὐτοῦ. Προκειμένου ὁ στρατὸς ν’ ἀπομακρυνθῇ πασῶν τῶν ἀλλοτρίων τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ του σκοποῦ ὑπηρεσιῶν, πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν καὶ τοὺς τηλεγραφοφύλακας, ἐπίσης καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δασοφυλακήν. Προκειμένου δὲ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς, περὶ συστάσεως μονίμου στρατοπέδου, περὶ συγκλήσεως καὶ ἐκγυμνάσεως ἡλικιῶν ἐφεδρείας, καὶ περὶ προμηθείας ὅπλων καὶ συμπληρώσεως τῶν κενῶν τῶν ἐφίππων σωμάτων, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν δύναται νὰ παραμείνῃ, ὡς ἔχει νῦν, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅπως δ’ ἐξευρεθῶσιν οἱ ἀναγκαῖοι εἰς πάντα ταῦτα πόροι, ἀνάγκη πᾶσα, ἢ νέαι οἰκονομίαι νὰ γείνωσιν ἐν παντὶ κλάδῳ καὶ οὕτω ν’ ἀναθεωρηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ὅλων τῶν Ὑπουργείων, ἢ ν’ αὐξήσωσιν αἱ πρόσοδοι τοῦ Δημοσίου δι’ ἀναθεωρήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ἢ καὶ ἀμφότερα ταῦτα νὰ γείνωσι. Μόνον οὕτω πράττοντες θ’ ἀποδείξωμεν ὅτι σπουδάζομεν καὶ δὲν ἐννοοῦμεν νὰ παίζωμεν οὔτε μὲ τὸ γόητρον τοῦ Στέμματος, οὔτε μὲ τὰ ἱερώτατα τῶν αἰσθημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἐπειδὴ ἐγώ, πρὸς τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως, πιστεύω ὅτι αὕτη σπουδάζουσα καὶ οὐχὶ παίζουσα ἀπεδέχθη τὰς γνώμας τοῦ Βασιλέως καὶ ἐδημοσίευσεν αὐτὰς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καὶ ἐφαρμόσῃ αὐτάς, ὅτι δὲ πρὸς τοῦτο θὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ σχετικὰ μέτρα, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τούτων καὶ θ’ ἀναθεωρήσῃ καὶ ἀνασυντάξῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι εἶχε πληρέστατα δίκαιον ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θεωρήσασα καθαρὰν ματαιοπονίαν τὴν περαιτέρω προεπεξεργασίαν τοῦ ἤδη ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ καὶ προτείνασα τὴν ἀναβολὴν τῶν ἐργασιῶν της, ἕως οὗ ἡ Κυβέρνησις, μεταῤῥυθμίσασα αὐτὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπ’ αὐτῆς ἀποδεκτῶν γενομένων γνωμῶν τοῦ Βασιλέως, τὸν ὑποβάλῃ ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλὴν. Ἠπόρησα, Κύριοι, μὲ τὴν ἐξενεχθεῖσαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀρχαίου καὶ πεπειραμένου οἰκονομικοῦ ὑπαλλήλου. Ὁ κ. Βουλευτὴς Τροιζηνίας εἶπεν ὅτι, καὶ ἐν περιπτώσει ἐφαρμογῆς τῶν μέτρων, τῶν ἐνδεικνυμένων ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ Βασιλέως, δὲν παρίσταται ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθόσον αἱ οὕτως ἀπαιτηθησόμεναι νέαι δαπάναι δύνανται νὰ καλυφθῶσι καὶ δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων. Ἐγὼ νομίζω ὅτι εἰς ἄνδρα τόσον ἐντριβῆ περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, εἰς ἄνδρα, ὅστις καὶ τὸ Γενικὸν ἡμῶν Λογιστήριον ἔχει διευθύνει ἐπὶ μακρόν, καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἔχει προεδρεύσει, ὡς ὁ κ. Δειμέζης, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπετρέπετο νὰ ἐξενέγκῃ τὴν σήμερον τοιαύτην γνώμην. Αὐτὸς γινώσκει κάλλιον παντὸς ἄλλου, ὅτι, ἂν ἦναί τι τὸ κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν συντελέσαν εἰς τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους, τοῦτο εἶναι ἡ ἐν τῷ παρελθόντι γενομένη κατάχρησις τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, αἵτινες ἐνίοτε ἀνήρχοντο εἰς ἑκατομμύρια πολλά, εἰς δεκάδας ὅλας ἑκατομμυρίων. Ὁ περὶ δημοσίου ἡμῶν λογιστικοῦ νόμος ἀναγνωρίζει ὡς ἐκτάκτους πιστώσεις μόνον ἐκείνας, τὰς ὁποίας δὲν δύναταί τις νὰ προΐδῃ ἐκ τοῦ προτέρου, ὡς ἐν περιπτώσει ἐκρήξεως πολέμου, ἐν περιπτώσει θεομηνίας, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἀναγκάζεται νὰ ἐπέλθῃ ἐπίκουρος τῶν ἐξ αὐτῆς παθόντων κατοίκων. Ἀλλ’ εἶναι ἀπρόοπτος ἡ ἀνάγκη τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν παρασκευῆς, καθ’ ὃν χρόνον μάλιστα αὕτη οὑτωσὶ ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καθ’ ὃν χρόνον τόσος λόγος γίνεται περὶ αὐτῆς; Αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις, ἐπὶ ἀναγκῶν μὴ ἀπροβλέπτων, καὶ πρὶν ἦσάν τι ἔκρυθμον καὶ ἀσυγχώρητον, ὡς τοιαῦται κατακριθεῖσαι ὑφ’ ἡμῶν πάντοτε δριμέως, ἀλλὰ μετὰ τὴν γενομένην ἤδη πικρὰν πεῖραν ἐξ αὐτῶν, μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν ἤδη καταστροφὴν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, δὲν ἐπιτρέπεται, νομίζω, οὐδὲ λόγος πλέον νὰ γίνεται περὶ αὐτῶν, καὶ δι’ ἄλλους λόγους, μάλιστα δὲ διὰ τὸν ἑξῆς. Ἔκτακτος πίστωσις, Κύριοι, δυναμένη νὰ ἀνέλθῃ εἰς ἑκατομμύρια πολλὰ, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, προϋποθέτει πάντοτε καὶ ἔκτακτον πόρον, δι’ οὗ δύναταί τις νὰ καλύψῃ αὐτήν. Καὶ πρὶν μὲν χάριν τῶν τοιούτων ἐκτάκτων πόρων ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἔκκλησιν εἰς τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν, νὰ συνομολογήσωμεν δάνεια. Ἀφ’ ὅτου ὅμως τὸ Κράτος περιῆλθε καὶ διατελεῖ ἔτι εἰς πτώχευσιν, πῶς δύναται νὰ γείνῃ πλέον λόγος περὶ δημοσίας πίστεως, περὶ συνομολογήσεως δανείου; Ἀλλ’ ἓν τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔσπευσεν ἤδη νὰ δηλώσῃ, ὅτι χάριν τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν ἔχομεν προχείρους πόρους, ἐκτὸς τοῦ συνήθους προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὡς τὰ ἀδιάθετα ποσὰ ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐξ ἐντόκων γραμματίων καὶ εἴ τινα ἄλλα παραπλήσια, ἅτινα ὑπελόγισεν εἰς 25 περίπου ἑκατομμύρια δραχ. Ἀλλὰ τί θὰ πρωτοκάμωμεν μὲ αὐτὰ τὰ 25 χάρτινα ἑκατομμύρια; Ἔχομεν ἀνάγκην, ἐν περιπτώσει ἀντικαταστάσεως μόνον τοῦ ὅπλου,—καὶ ταύτην βεβαίως θὰ προτείνῃ ἡ ἐπὶ τούτῳ συσταθησομένη ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, κατὰ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως,—ὡς 100,000 ὅπλων νεωτάτου ἐπαναληπτικοῦ συστήματος, ταῦτα δὲ ὁμοῦ μετὰ τῶν πυρομαχικῶν των θὰ στοιχίσωσιν ἕκαστον πρὸς 200 φρ. χρυσᾶ τοὐλάχιστον, ἤτοι θ’ ἀπαιτήσωσιν ἐν ὅλῳ περὶ τὰ 20,000,000 φρ. χρ. Καὶ διὰ τὴν ἀπόκτησιν ταύτην ἥκιστα ἐπαρκοῦσι τὰ 25 ἑκατομμύρια χαρτίνων δραχμῶν. Πῶς δὲ θὰ καλύψωμεν τότε τὰς ἄλλας δαπάνας, τὰς ἀπαιτηθησομένας διὰ τὴν ἐφαρμογὴν ὅλων τῶν μέτρων, τῶν ἐνδεικνυομένων ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ Βασιλέως; Καὶ νομίζετε ὅτι εἶναι τόσον εὔκολον, ὡς ὑπολαμβάνει ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου, νὰ ῥίψητε αἴφνης 25 ἑκατομμύρια τραπεζικῶν γραμματίων εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ νὰ μεταβάλητε αὐτὰ εἰς χρυσόν; Δὲν ἐννοεῖτε ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο καίριον δι’ αὐτὴν τραῦμα, καὶ θὰ συνεπήγετο ἀληθῆ ἀναστάτωσιν εἰς τὸν χρηματιστικὸν καὶ τὸν οἰκονομικὸν καθόλου κόσμον ἐν ἡμῖν; Μὲ τοιαύτας στιγμιαίας ἐπιπνοίας, Κύριοι, οἷα ἡ τοῦ μνημονευθέντος συναδέλφου, δὲν λύονται τόσον μεγάλα καὶ σπουδαῖα ζητήματα, οἷον τὸ στρατιωτικόν. Ἀνάγκη πᾶσα αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μίαν ὁριστικὴν ἀπόφασιν περὶ αὐτοῦ καὶ νὰ προβάλῃ μεμελετημένα τὰ σχετικὰ μέτρα τῆς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὴ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους κατάστασιν, πρὸς αὐτὸν τὸν προϋπολογισμόν του. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει διὰ τοῦτο καθῆκον, καὶ καθῆκον ἐπιτακτικὸν, ἀφοῦ ἅπαξ ἐδήλωσεν, ὅτι τὴν πολιτικὴν, τὴν ἐνδεικνυομένην ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ δημοσιευθείσῃ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιστολῇ αὐτοῦ, ἀποδέχεται ὡς ἰδίαν, νὰ προβῇ πάραυτα εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν σχετικῶν μέτρων εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἰς τὴν ἐπὶ τῇ βάσει τούτων ῥιζικὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ ὑποβληθέντος ἤδη προϋπολογισμοῦ, ὁπότε βεβαίως καὶ αὐτὸς καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ὀφείλουσι νὰ παραδεχθῶσι τὴν πρότασιν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς τὴν μόνην ὀρθὴν καὶ δικαίαν. Οὕτω πως καὶ μόνον θὰ ἀποδείξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως δὲν ἐγράφη, οὐδ’ ἐδημοσιεύθη ἁπλῶς πρὸς τὸ Θεαθῆναι. Οὕτω πως καὶ μόνον θ’ ἀποδείξῃ, ὅτι καὶ ἐν αὐτῇ τῇ κρισιμωτάτῃ ὥρᾳ διὰ τὸ ἔθνος ἡμῶν δὲν παίζει μὲ τὰ ἱερώτατα τῶν αἰσθημάτων του, δὲν παίζει μὲ αὐτὴν τὴν τιμὴν καὶ ἀξιοπρέπειαν τοῦ Στέμματος. Πρέπει νὰ ἐννοήσῃ καλῶς, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ διαβουκοληθῇ διὰ λόγων κενῶν. Καὶ ὁ λαὸς καὶ ὁ στρατὸς ἀπαιτοῦσι νῦν ἔργα παρ’ ὑμῶν, καὶ εἰς τὰ ἔργα ταῦτα καλεῖσθε νὰ προβῆτε ἀμέσως, κύριε Πρωθυπουργέ. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλομεν προχωρήσει εἰς τὰ ἔργα, ὅταν ἡμεῖς νομίζωμεν ὅτι πρέπει νὰ προχωρήσωμεν. Δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται δὲ νὰ καταναλισκώμεθα εἰς λόγους, διότι καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐξυπηρετῶμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ταῦτα δ’ ἐξυπηρετοῦμεν ἄνευ πομπωδῶν διακηρύξεων καὶ ἐπαγγελιῶν, ὅτι θέλομεν ἐξακολουθήσει τὴν τακτικὴν ταύτην ἢ ἐκείνην. Ἐάν τινες νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ θορυβῶσι διὰ λόγων παταγωδῶν, καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ἀντλήσωσιν ἐλπίδας ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, ἐλπίζουσιν ὅτι θέλουσιν ἀντλήσει τοιαύτας ἐκτὸς αὐτοῦ, πλανῶνται, καὶ θέλομεν διδάξει αὐτοὺς, ἐὰν ἐπιχειρήσωσι νὰ πραγματοποιήσωσι τοιαύτην πολιτικὴν, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι πολιτευταὶ σώφρονες, ὑποτασσόμενοι εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, τηροῦντες τὰ ὑπὸ τούτων διατασσόμενα. Ἐνταῦθα, ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ὑπάρχει ὑπεύθυνος Κυβέρνησις, ὑποστηριζομένη ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας· ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν δύνασθε νὰ ἐργασθῆτε, πράξατε ὅ,τι θέλετε. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ θέλει ἐργασθῆ, καὶ ἂν μείνῃ μόνη, ὅταν ἡμεῖς ἐγκαταλείψητε τὴν θέσιν σας. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην σας, εἶναι κυρία νὰ τὸ πράξῃ, καὶ ἡμεῖς θέλομεν ἀπέλθει εἰς τὰς οἰκίας μας. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην ἡμῶν, σεῖς εἶσθε μειοψηφία, καὶ δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε ὅσον θέλετε καὶ ὅ,τι θέλετε, ἀλλὰ ὀφείλετε νὰ ὑποτάσσησθε εἰς τὴν πλειοψηφίαν. Καὶ ποία ἡ ἀφορμὴ, ἥτις προὐκάλεσε τὰς συζητήσεις ταύτας; Ποῖα εἶναι τὰ θέματα; Ἠκούσατε ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τινὲς, εἴτε ἀποτελοῦντες τὴν ὅλην μειοψηφίαν, εἴτε ἀποτελοῦντες ὁμάδας ἐν τῇ μειοψηφίᾳ, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσι, προτρέπουσι, παρακινοῦσι νὰ προβῶμεν εἰς ἐκτάκτους ἐφοπλισμούς, νὰ ἐπικηρύξωμεν ἐπιστρατείαν, νὰ προβῶμεν εἰς παρασκευὰς σπασμωδικὰς, νὰ πολεμήσωμεν. Ἡμεῖς οὐδέποτε εἴχομεν τὴν πολιτικὴν ταύτην, οὐδὲ νῦν ἔχομεν αὐτὴν, οὐδὲ συμβουλεύομεν αὐτήν. Πολιτικὴ ἡμῶν εἶναι, ὅπου ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ ὑπάρχουσι κενὰ, τῶν ὁποίων, ἡ πλήρωσις ἐπιβάλλεται καὶ ἐν τακτικῇ καταστάσει τῶν πραγμάτων, νὰ προβῶμεν νὰ πληρώσωμεν τὰ κενὰ ταῦτα. Τοῦτο ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς περὶ τοῦ στρατοῦ μεριμνῶντας. Αὐτὴ ἡ πολιτικὴ εἶναι ἡ ἡμετέρα, αὐτὴν τὴν πολιτικὴν συμβουλεύει καὶ ὁ Ἡγεμὼν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσεν ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὴν τὴν πολιτικὴν θέλομεν ἐκτελέσει, ἐφ’ ὅσον εἶναι εἰς ἡμᾶς ἀνατεθειμένη ἡ ἐπιμέλεια τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Πᾶς δ’ ὅστις ἤθελεν ἐνθυμηθῆ, τί ἔλεγον καταλήγων τὸν λόγον μου, ὅταν εἰσήγαγον τὸν προϋπολογισμόν, θέλει εὑρεῖ, ὅτι εἴμεθα ἐν τῇ αὐτῇ ὁδῷ. Ἀλλὰ διατὶ ὁ Ἡγεμὼν ἀπηύθυνε τὴν ἐπιστολήν; λόγος, δι’ ὃν ἀπηύθυνε τὴν ἐπιστολὴν, δὲν εἶναι ἄγνωστος εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ ἀναλαμβάνομεν πᾶσαν τὴν ἐπὶ ταύτῃ εὐθύνην· ἐὰν δὲν ἀνελαμβάνομεν τὴν εὐθύνην, ἠθέλομεν ἀπέλθει. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ λόγος; Ἡ Βουλὴ ἔχει ὑπευθύνους Ὑπουργοὺς ἐνώπιόν της, καὶ δύναται παρ’ αὐτῶν νὰ ζητήσῃ λόγον. Σήμερον λέγομεν, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλομεν προβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα πληρώσωμεν τὰ κενὰ τῆς στρατιωτικῆς διοικήσεως, θέλομεν τὰ προβάλει. Ἀπαιτοῦνται 300 ἑκατομμύρια; ἀρκοῦσιν 100 ἑκατομμύρια; εἶναι 50 ἑκατομμύρια; ἢ 5 ἑκατομμύρια; Ἡ Βουλὴ θέλει τὸ μάθει. Ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις εὕρῃ αὐτὰ ἀνεπαρκῆ, ἂς προτείνῃ γνώμην, καὶ ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφανθῆ. Ἂν εὕρῃ αὐτὰ ὑπερβολικὰ, ἂς προτείνῃ τὴν ἐλάττωσιν. Ἀλλὰ τί συζητοῦμεν σήμερον; ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς σημερινῆς συζητήσεως; ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐργαζομένη. Ἡ μειοψηφία νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ ἐργαζομένη, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ποιήσηται ἔκκλησιν τῆς ἀποφάσεως τῆς πλειοψηφίας αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν. Ἂς προβάλῃ τότε θέμα πρὸς ψηφοφορίαν.
§36Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εἰλικρινῶς λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησε καὶ τὴν τρίτην φορὰν εἰς τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι καὶ ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ οὐδὲν ἄλλο ἀνεῦρεν ἐκτὸς μηχανοῤῥαφιῶν, ἵνα τῷ ἀφαιρέσωσι τὸ ἀξίωμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Λυποῦμαι εἰλικρινῶς, διότι τοιαύτην ὑπόνοιαν ἔχει, ἀναξίαν παντὸς, πολὺ δὲ περισσότερον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐὰν δὲ εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην παρακάθηται ἔστω καὶ εἷς τοιαῦτα μηχανευόμενος, εἶναι τῇ ἀληθείᾳ ἀνάξιος τῆς ἐντολῆς, ἣν ἔλαβε παρὰ τοῦ λαοῦ. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις, νομίζων ὅτι διὰ τοιούτων συζητήσεων δύναται νὰ ἀναπηδήσῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, οἱ ἐκλογεῖς του πρέπει νὰ τὸν ἀποκηρύξωσιν, ὡς προδότην τῆς πατρίδος του. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ διὰ τριῶν ἀγορεύσεών του προσεπάθησε νὰ ἀντικρούσῃ τοὺς ἀγορεύσαντας κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ἠκούσατε, οὐδένα πείθοντα, προεκάλεσεν ἡμᾶς εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ψήφων, ὡσεὶ πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον νὰ λυθῇ διὰ τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν ψήφων. Ἐὰν οὐδὲν ζήτημα λύεται ὁριστικῶς διὰ τοιαύτης ἀπαριθμήσεως, ἐὰν μὴ καὶ τὰ πράγματα ἦναι σύμφωνα, πολὺ ὀλιγώτερον τοιαῦτα ζητήματα σοβαρὰ, οἷον καὶ τὸ συζητούμενον. Τὸ ζήτημα, κύριοι Βουλευταὶ, δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο μέρη. Τὸ ἓν εἶναι ζήτημα κανονισμοῦ ὡς πρὸς τὴν προεξεργασίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ ζήτημα τοῦτο θεωρῶ ἐξηντλημένον, διότι, ὅ,τι καὶ ἂν εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὐδένα θέλει πείσει, ὅτι νομοσχέδιον προϋπολογισμοῦ δὲν ὑφίσταται, τοιούτου δὲ μὴ ὑφισταμένου, οὐδεμία δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις, ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται περὶ σκιαμαχίας. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὰ ἐπιχειρήματα τῶν προαγορευσάντων· λέγω μόνον, ὅτι εἶμαι συμφωνότατος ὡς πρὸς τὰ πορίσματα καὶ τὰ συμπεράσματα αὐτῶν. Ἀλλὰ διὰ τοῦ ζητήματος τούτου ἀνεφύη τὸ δεύτερον μέρος, τὸ συνταγματικόν, χάριν δὲ τῆς ἱστορίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ ὅπως ἐννοήσωμεν πρὸ τίνος περιπτώσεως εὑρισκόμεθα, θὰ παρακαλέσω τοὺς συναδέλφους, ὅπως εὐαρεστηθῶσι ν’ ἀκούσωσι καὶ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν. Πρὸ παντὸς ὅμως σπεύδω νὰ ἐκπληρώσω καθῆκον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις, παρούσης τῆς Βουλῆς, περιεφρόνησε τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ δὲν προέβη εἰς ἀνακοίνωσιν τῆς ἐπιστολῆς, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς δημοσίευσιν αὐτῆς, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ πεπειραμένος,—διότι φέρει τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ κάτωθι βασιλικοῦ διαγγέλματος, ἀποσταλέντος εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν πρὸ 32 ἐτῶν, — δὲν ἐνεθυμήθη τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχε πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους. Γνῶσιν τῆς ἐπιστολῆς, κύριοι Βουλευταί, ἐλάβομεν ἐκ τῶν ἐφημερίδων, καὶ ὅσοι ηὐτύχησαν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης νὰ λάβωσι τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ αὐτῆς. Ἐγὼ δὲν εἶδον τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἔχω εἰς χεῖράς μου ὅμως τὴν ἐφημερίδα, ἡ ὁποία διερμηνεύει τὰ πολιτικὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ φρονήματα, καὶ ἐπ’ αὐτῆς θὰ στηριχθῶ, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω, διὰ δύο λόγους· διὰ νὰ ἀκουσθῇ ὁλόκληρος εἰς τὴν Βουλήν, ἔγγραφον δὲ τοιοῦτον πρέπει νὰ ἦναι κατακεχωρισμένον ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται δὲ νὰ γείνῃ τοῦτο, ἐὰν δὲν ἀναγνωσθῇ, καὶ δεύτερον, ἵνα ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν τὸ κείμενον, ὅπως ἐννοηθῶσι κάλλιον τὰ ἐξ αὐτοῦ ἀναφυόμενα ζητήματα (ἀναγινώσκει): «Ἀθήνησι τῇ 22 Νοεμβρίου 1896. «Κύριε Πρωθυπουργέ. «Τὰ κατὰ τὸ ἔαρ τελεσθέντα γενικὰ γυμνάσια μονάδων στρατοῦ ἀπέδειξαν ἐπιβαλλομένην τὴν ἀνάγκην τελέσεως τοιούτων διὰ μεγαλειτέρων ὁμάδων. «Ἐπιθυμῶν δὲ, ὅπως ἡ ἐκγύμνασις τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀποτελέσῃ τὸ θεμέλιον τῆς ὀργανώσεως αὐτοῦ καὶ καταστήσῃ αὐτὸν ἄξιον τῆς ἀποστολῆς του, κρίνω ἐπείγουσαν τὴν σύστασιν μονίμου στρατοπέδου, ἐν ᾧ ἀποχωριζόμενος ὁ στρατὸς ἐκ τῶν ἔργων τῆς συνήθους ἐν ταῖς πόλεσιν ὑπηρεσίας, θέλει ἐπιδοθῆ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν στρατιωτικῶν ἔργων καὶ μεγάλων γυμνασίων, ἀφοσιούμενος ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν στρατιωτικὴν αὐτοῦ ἐκπαίδευσιν. «Πρὸς τοῦτο θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ κληθῇ ἡ ἐφεδρεία ὑπὸ τὰς σημαίας πρὸς σχηματισμὸν δυνάμεως ἐκ δέκα μέχρι δώδεκα χιλιάδων ἀνδρῶν, συμπληρωθῶσι δὲ καὶ πᾶσαι αἱ ἀνάγκαι τῶν ἐφίππων σωμάτων. «Ἐπάναγκες ἐπίσης θεωρῶ νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ὅπως ἀποφανθῇ περὶ τοῦ διὰ τὸν στρατὸν καταλληλοτέρου ὅπλου, ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν προμήθειαν τοῦ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀποδεκτοῦ γενησομένου συστήματος. «Διὰ τῶν μέτρων τούτων καὶ τῶν πρὸς ταῦτα σχετιζομένων συμπληρωτικῶν πέποιθα ὅτι θέλει ἐξασφαλισθῆ ἡ ἐπιτυχία τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. «Ἀπὸ ἐτῶν ἤδη, κύριε Πρωθυπουργέ, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐπασχολεῖται εἰς ποικίλας ὑπηρεσίας, ἐξερχομένας τοῦ αὐστηροῦ κύκλου τῶν ἔργων αὐτοῦ, εἶναι δὲ καιρὸς νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν μόνην σύμφωνον τῷ προορισμῷ του ἐπασχόλησιν, τὴν σύντονον ἐκγύμνασιν αὐτοῦ καὶ τὸν κατὰ τὸ μέτρον τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους τελειότερον καταρτισμόν του. «Τὴν πραγμάτωσιν διακαοῦς πόθου μου περὶ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας θέλει ἐγκαινίσει ἡ σύστασις τοῦ μονίμου τούτου στρατοπέδου, ἣν ἐμπιστεύομαι εἰς τὴν Κυβέρνησίν μου.
«Ὅλως Ὑμέτερος
«ΓΕΩΡΓΙΟΣ.
«Πρὸς τὸν Κύριον «Θεόδωρον Π. Δηλιγιάννην «Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.» Οὐδεμία μετὰ ταῦτα ὑπάρχει ὑπογραφὴ Ὑπουργοῦ. Τὴν ἱστορίαν τῆς ἐπιστολῆς, Κύριοι, ἡ Βουλὴ καλῶς γινώσκει. Δὲν ἀνεφάνη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἄνευ λόγου· ὅλοι γνωρίζομεν αὐτόν. Ἡ ἐν τῇ Βουλῇ γενομένη συζήτησις, τὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀναπτυχθέντα, τὰ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῷ στρατῷ τελεσθέντα καὶ μεγάλως τοὺς πάντας συγκινήσαντα, κατέδειξαν πασιφανῶς, πασιδήλως, τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἥτις εἶναι μία καὶ μόνη, ἡ ἐκ τῶν ἐνόντων παρασκευὴ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Εἶχεν ὑποβληθῆ προϋπολογισμὸς, εὑρισκόμενος ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς προεπεξεργαζομένης αὐτόν. Βεβαίως ὑπὸ τοῦ Ἄνακτος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐμελετήθη ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς εὑρέθη ἀνεπαρκής. Ἐδημοσιεύθη μία ἐπιστολὴ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρῶτον τότε εἴδομεν τὴν ἐξωτερικὴν ἐμφάνισιν αὐτῆς. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἕνεκα τῆς δυσπιστίας, εἰς τὴν ὁποίαν στηρίζεται τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα,—δόγμα τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πλέον ἢ ἅπαξ διδάσκει πάντοτε πρὸς τοὺς νεωτέρους του ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅταν ὅμως ἦναι ἀντιπολιτευόμενος,—δὲν ἐπιτρέπεται ὁ συγχρωτισμὸς, οὕτως εἰπεῖν, τῶν ἐξουσιῶν, ἡ ἀνάμιξις τῆς μὲν εἰς τὴν δέ. Εἷς καὶ μόνος τρόπος ὑπάρχει, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Στέμμα δύναται νὰ ἐκδηλώσῃ γνώμην πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ, ὁ Βασιλικὸς λόγος, ὑπ’ εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως, διότι αὕτη δὲν δύναται νὰ λείψῃ· ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἕτερος τρόπος, τὸ διάγγελμα. Ἡ ἱστορία διδάσκει εἰς ἡμᾶς, ὅτι καὶ εἰς τὰ Γαλλικὰ Συντάγματα ὑπῆρχον διατάξεις, ἐπιτρέπουσαι τὴν διὰ διαγγελμάτων ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν Σωμάτων· ἤδη ἀκόμη ὁ Συνταγματικὸς νόμος τῆς Γαλλίας τῆς 3 Φεβρουαρίου 1861 ἐν ἄρθρῳ 71 ῥητῶς ἀναγράφει τοιαύτην διάταξιν, καθ’ ἣν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δύναται ν’ ἀποστέλλῃ διαγγέλματα, καὶ γίνεται συζήτησις ἐπὶ τῶν διαγγελμάτων· ἐπίσης δὲ ὅταν ἀπαγγέλληται Βασιλικὸς λόγος, πάντοτε μὲ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Μέχρι τοῦδε παρ’ ἡμῖν δύο καὶ μόνον διαγγέλματα ἀπεστάλησαν, ἀμφότερα δὲ εἰς τὰς Ἐθνοσυνελεύσεις, τὸ μὲν τὴν 20 Φεβρουαρίου 1844, ὑποβληθὲν εἰς τὴν Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν διὰ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἄνευ ὑπογραφῶν, οὐχὶ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῶν πληρεξουσίων καὶ ἀνεκοίνωσε τὸ περιεχόμενον, προκειμένου λόγου περὶ τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος· ἕτερον διάγγελμα, ὡς πάντες γινώσκετε, τὸ τῆς 6 Ὀκτωβρίου 1864, ὑπεβλήθη εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 7 Ὀκτωβρίου 1864, φέρον τὰς ὑπογραφὰς ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μεταξὺ τῶν ὁποίων θέλετε εὕρει καὶ τὴν τοῦ νῦν κ. Προέδρου ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, τότε Ὑπουργοῦ, τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ τὴν τοῦ κ. ἐκ Τριφυλίας συναδέλφου, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τοῦ διαγγέλματος ἐκείνου, ὡς καλῶς γινώσκετε, εἶχε δηλώσει ὁ Βασιλεὺς, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ νέον σχέδιον Συντάγματος διὰ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα αὐτοῦ...
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο.
§38Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ποῖον;
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσι νέα ἄρθρα.
§40Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὐθὺς μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ διαγγέλματος, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ ὑπέβαλε σχέδιον πρὸς τοῦτο.
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ψηφισθῶσι τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα.
§42Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀκριβέστερον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ διάγγελμα προέτεινε νὰ ψηφισθῶσι τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα. Δὲν γνωρίζω ἄλλα διαγγέλματα (ψιθυρισμοί). Ἀκούω ψιθυριζόμενόν τι, καὶ ἐπεθύμουν νὰ τὸ μάθω.
§43ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τοῦ ἰδίου μηνὸς, τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1864, φέρον καὶ ἐκεῖνο τὰς ὑπογραφὰς τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ἦσαν διαγγέλματα πρὸς τὰς Ἐθνοσυνελεύσεις.
§44Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ δημοσιευθὲν εἶναι ἐπιστολὴ, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατ’ ἐπανάληψιν εἶπεν; ἢ εἶναι διάγγελμα, ὡς τὸ ἐβάπτισεν ὁ τύπος;
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι! παντάπασι δὲν εἶναι πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν ἀποτείνεται εἰς αὐτήν. Ἡ Βουλὴ μένει κυρία ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι νομίζει.
§46Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως μένει κυρία, καὶ θὰ ἔμενε κυρία, καὶ ἐὰν ἦτο διάγγελμα, διότι τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναφαίρετα.
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπιστολὴ ἐσκόπει νὰ καταστήσῃ καταδήλους τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιστολὴ ἀναγράφει, προτίθενται. Νομίζω ὅτι ἐξηγοῦμαι ἀρκετά.
§48Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐσκόπει;...
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ καταδηλώσῃ τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιστολὴ ἀναγράφει, προτίθενται. Ποίους σκοποὺς προτίθενται τὰ μέτρα; Προτίθενται τὰ μέτρα ἔκτακτον στρατιωτικὴν παρασκευὴν, ἐσπευσμένην συμπλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους πρὸς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς δὲν ἐξεδηλώσαμεν ὅτι εἴχομεν, ὅταν εἰσηγάγομεν τὸν προϋπολογισμόν; Ἢ προτίθενται μόνον τὰ μέτρα τὴν πλήρωσιν τῶν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ ὑπαρχόντων κενῶν, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσι διὰ τὴν ὁμαλὴν καὶ ἔῤῥυθμον λειτουργίαν τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἐν καταστάσει εἰρήνης;
§50Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄλλη ἄποψις, ἡ ἄποψις ἐὰν μετεβάλατε ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, ἢ λαμβάνετε μέτρα περὶ τοῦ μέλλοντος, ἢ θέλετε νὰ συμπληρώσητε τὰ κενὰ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ οὕτως ἢ ἄλλως, κατ’ οὐσίαν ἔχετε προτάσεις περὶ μέτρων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ τοῦτο δι’ ἐμὲ ἀρκεῖ, ὅπως ὑποστηρίξω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω, ὅτι δηλαδὴ κατὰ τύπους μὲν εἶναι ἐπιστολὴ, κατ’ οὐσίαν δὲ διάγγελμα, παρὰ τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἄρθρου 29, καὶ παρὰ ἀκόμη τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ τῶν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευομένων, ὅστις οὐδαμοῦ ἀναγράφει τὴν δημοσίευσιν ἐπιστολῶν τοῦ Βασιλέως ἢ οἱουδήποτε ἄλλου. Γνωρίζω καλῶς, ὅτι ἄλλοτε ἐδημοσιεύθησαν ἐπιστολαὶ τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ δι’ ἀνακοίνωσιν οἰκογενειακῶν συμβάντων, αἱ ὁποῖαι φέρουσιν ἄλλον χαρακτῆρα, δὲν ἐξετάζω δὲ, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐδημοσιεύθησαν, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ συζητήσῃ τις ἐπ’ αὐτῶν, σπουδαίως τοὐλάχιστον. Ἐνταῦθα ὅμως ἔχομεν πρόγραμμα περὶ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, καὶ πρόγραμμα διάφορον πρὸς τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμόν. Τώρα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι δεξιὸς πηδαλιοῦχος, τοὐλάχιστον τὸ νομίζει, δὲν εἶχε καμμίαν δυσκολίαν νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιχειρήσωμεν ἀνασκαφὰς εἰς τὴν εἰσηγητήριον ἀγόρευσίν του, διὰ νὰ εὕρωμεν τὴν δεῖνα λέξιν, τὴν δεῖνα φράσιν, τὴν δεῖνα ἀποσιώπησιν, ὅπως ἀνακαλύψωμεν ὅτι ἔκτοτε εἶχε κατὰ νοῦν ταῦτα· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν τὰ εἶπε κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του, προσθέτει, τὰ εἶπε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἢ τὰ ἐξεδήλωσε διὰ σχημάτων, καὶ ὅτι διὰ τῆς ἐπιστολῆς ἐγένετο ἁπλῆ συνάντησις γνωμῶν προϋπαρχουσῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ λέγῃ ταῦτα, ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ μοὶ ἐπιδείξητε, τίς εἶναι ὁ δυνάμενος νὰ δώσῃ τὴν ἐλαχίστην πίστιν εἰς τοιαύτας ἀστείας διαβεβαιώσεις. Βεβαίως σολοικισμὸς, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην,—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω,—εἶναι ἡ δημοσίευσις τῆς ἐπιστολῆς ἐπὶ τοιούτου θέματος, ἄνευ προσυπογραφῆς ὑπουργικῆς. Τοῦτο μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω ἀπ’ εὐθείας εὐθύνας παρὰ τοῦ ὑπογραφομένου ἐν τῇ ἐπιστολῇ, ἀλλὰ βεβαίως οὔτε παρεξετράπην μέχρι τοῦδε, οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι θὰ παρεκτραπῶ, διότι ἐν Συνταγματικῷ Κράτει, ἐν πάσῃ περιπτώσει, αἱ εὐθῦναι δέον νὰ ζητῶνται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· οὐδεὶς δύναται νὰ λησμονήσῃ, ὅτι οἱ σύμβουλοι τοῦ Στέμματος κακῶς συνεβούλευσαν τὸ Στέμμα, ὅπως προβῇ εἰς τὴν τοιαύτην δημοσίευσιν,—διότι βεβαίως ἐγένετο τῇ συναινέσει τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ κατὰ συμβουλὴν τῶν ὑπευθύνων καὶ παρὰ τὰ ἄρθρα 29 καὶ 30 τοῦ Συντάγματος. «Οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως», λέγει τὸ ἄρθρον 30, «ἰσχύει, ἂν δὲν ἦναι προσυπογεγραμμένη παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅστις διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του καθίσταται ὑπεύθυνος...» «Οὐδεμία πρᾶξις», λέγει τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐνταῦθα ἔχομεν, τρόπον τινὰ, εἰσηγητήριον ἀγόρευσιν, διότι ὁ Βασιλεὺς πλέον ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἐνεστώτων, καὶ προέτεινεν ὡρισμένα μέτρα. Ἐὰν, λέγω, ὁ Βασιλεὺς ἐξεδήλωσε γνώμην, ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο ἄνευ προσυπογραφῆς ὑπουργικῆς; Θέλω ἐξετάσει, ἐὰν κατ’ οὐσίαν διαφωνῇ ἢ συμφωνῇ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραλίπω, ὅτι κακῶς συνεβούλευσαν τὸ Στέμμα νὰ γείνῃ ἡ δημοσίευσις τῆς ἐπιστολῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει: «Διατὶ παραζαλίζεσθε; τὰ πράγματα αὐτὰ εἶναι ἀσήμαντα καὶ ἀνάξια λόγου». Γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι δίδει μεγαλειτέραν σημασίαν εἰς πολὺ μικρότερα πράγματα· δὲν γνωρίζω δὲ, πόσοι μύδροι ἤθελον ἐκτοξευθῆ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐὰν ὁ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς δὲν ἦτο Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως! Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀπευθύνω πρὸς αὐτὸν τὴν ἐρώτησιν: Ὁ Βασιλεὺς, ὡς λέγει, οὐδὲν εἶπεν ἢ ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις ἐσκέπτετο. Ἀλλὰ τότε πρὸς τί ἡ δημοσίευσις; Ὁ Βασιλεὺς βεβαίως εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀλληλογραφήσῃ μεθ’ οἱουδήποτε ἤθελε, καὶ πολὺ περισσότερον μετὰ τῶν συμβούλων του, διότι ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι μηχανὴ πρὸς ὑπογραφὴν, καὶ ἀκριβῶς τοῦτο εἶναι τὸ παράπονον τοῦ τόπου, καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνακούφισις τὴν στιγμὴν ταύτην, εἶναι ὅτι οὐδέποτε ἐξεδήλωσε γνώμην τινὰ ἐπὶ τῶν ἐνεστώτων. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ γνώμη αὕτη ἦναι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τί ἡ δημοσίευσις; ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ διαφωνία, πῶς παρακάθηται ἐκεῖ, εἰς τὴν θέσιν τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων; Βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ὑπάρχει συμφωνία, ἀλλ’ ἂς μείνῃ ἥσυχος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ συνυπουργοί του, οὔτε ἐγὼ οὔτε κανεὶς, πιστεύω, θὰ στερηθῇ τοσοῦτον προνοίας, τοσοῦτον ἀκριβοῦς ἐκτιμήσεως τῶν ἐνεστώτων, ὥστε νὰ νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ τῆς περιστάσεως ταύτης, ἵνα δώσῃ κτύπημα εἰς τὸ Στέμμα καὶ σπεύσῃ νὰ λάβῃ τὴν εὐθύνην. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνήθως λέγει πολλὰ, ἀλλ’ ἀποφεύγει τὰ οὐσιώδη καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν τὸν συμφέρουσι. Διατὶ ἐπὶ τόσων γεγονότων, ἐπὶ τόσων ἄλλων συμβάντων ἐπὶ 32 ἔτη, πολλάκις σπουδαιοτάτων συμβάντων, ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔστειλε τοιαύτην ἐπιστολὴν καὶ δὲν ἐδημοσιεύθη τοιαύτη ἐπιστολὴ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως; Τί ἤθελε νὰ πιστοποιηθῇ διὰ τῆς δημοσιεύσεως; ὅτι λαμβάνει τὴν πρωτοβουλίαν τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας; Εἶναι εὐχάριστον, λίαν εὐχάριστον.
§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ.
§52Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διότι εἶναι ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, ὡς ὀρθῶς λέγει καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀλλὰ τὴν πρωτοβουλίαν τὴν λαμβάνει ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐδημοσιεύθη ἡ ἐπιστολή, ἥτις εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς τὸν καταπλασματώδη προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὑποβληθῆ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει «τί θέλετε; ὑπευθύνους; ἐδῶ εἴμεθα, ἕτοιμοι πάντοτε νὰ σᾶς δώσωμεν εὐθύνας». Τὸ γνωρίζομεν, καὶ ἕτοιμος εἶναι νὰ μᾶς λέγῃ «ἐλᾶτε καὶ νὰ μετρηθῶμεν», διότι ἡμεῖς γνωρίζομεν τοῦτο, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ μᾶς προκαλῇ· οὔτε ἔχομεν τὴν ἐλπίδα νὰ μεταβάλωμεν τὴν περὶ τούτου ἐναντίαν πεποίθησίν του. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ εἴπωμεν ἐντεῦθεν τὴν ἀλήθειαν, ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα πάντες ἐν τῷ αὐτῷ διαῤῥέοντι πλοίῳ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶπέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἦτο προσῆκον, διότι μὲ τὸν τρόπον τὸν ἀφελέστατον, τὸν ὁποῖον πολὺ συχνὰ μεταχειρίζεται, μετὰ προσπεποιημένης ὅμως πάντοτε ἀφελείας, ἔλεγεν ὅτι ὑπεβλήθη μία ἐπιστολή, προτείνονται διάφορα μέτρα, ἀλλ’ ἔχετε καιρὸν νὰ ἴδητε ποῖα ἀπ’ αὐτὰ δεχόμεθα καὶ ποῖα δὲν δεχόμεθα, εἶσθε πάντοτε εἰς καιρὸν νὰ μᾶς κρίνητε. Καὶ ἐὰν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἔχωσι μορφώσει οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ γνώμην, ἂν ἦναι ἢ δὲν ἦναι σύμφωνοι μὲ τὴν γνώμην τοῦ Βασιλέως, δὲν ὑπάρχει διαφωνία; Δὲν πιστεύω νὰ παρεμόρφωσα τοὺς λόγους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι οὐδένα πρὸς τοῦτο ἔχω σκοπόν· ἀλλὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγων ἔτι στιγμῶν ἔλεγε πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους: «Ναί, ὁ Βασιλεὺς ἐξεδήλωσε γνώμας, ὑπέβαλεν ἰδέας, ὑπέδειξε μέτρα ἐπὶ τοῦ φλέγοντος ζητήματος· ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς θὰ κρίνωμεν, ἂν τὰ ἀποδεχώμεθα». Λοιπὸν ἐδημοσιεύθη ἡ ἐπιστολὴ πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ μεμορφωμένην γνώμην, ἐὰν θέλῃ ἀποδεχθῇ ταύτην.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν εἶπον ἂν τὰ κρίνωμεν ἢ ἂν τὰ ἀποδεχώμεθα. Ἡ Βουλὴ θέλει πληροφορηθῆ, ἐὰν θὰ τὰ ἐκτελέσωμεν, ἀφοῦ ἡμεῖς ἀποδεχόμεθα αὐτά.
§54Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ἀντίληψις ἡ ἰδική μου — καὶ πιστεύω καὶ τῶν λοιπῶν συναδέλφων — εἶναι αὕτη, ὅτι προτείνονται διάφορα μέτρα. Ἐξ αὐτῶν...
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλετε ἰδεῖ ἐν τῇ ἀποδοχῇ.
§56Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ πόσα; ἐν ὅλῳ; ἢ τινά;
§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκ τῶν προτάσεων ἡμῶν θέλετε πληροφορηθῆ. Ἐγὼ ἐποιησάμην πάσας τὰς δυνατὰς ὑποθέσεις.
§58Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ μείνῃ πάντοτε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἐνδέχεται νὰ ἐκφράζῃ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι δὲν εἶσθε αὐτὴν τὴν στιγμὴν σύμφωνοι, καὶ τοῦτο ἀρκεῖ, ἵνα εἴπω, ὅτι ὡμολογήσατε τὴν διαφωνίαν σας.
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἀναιρέσω τοῦτο· διότι, ἐὰν ὑπῆρχε διαφωνία, δὲν ἠθέλομεν κάθησθαι εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια οὔτε ἐγὼ οὔτε οἱ συνάδελφοί μου.
§60Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐξέφυγε τῶν χειλέων σας.
§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐξέφυγεν. Ἐποιησάμην ὑποθέσεις. Ἐπιθυμεῖτέ τι, τὸ ὁποῖον φαντάζεσθε, καὶ θέλετε νὰ τὸ συνδυάσητε μετὰ τοῦ πόθου ὑμῶν. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα ἀκόμη. Ἔχετε ὑπομονήν· ἴσως ἔλθῃ ἡ ὥρα (ἱλαρότης).
§62Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πολὺ βεβιασμένως καταγίνεται συνεχῶς νὰ μεταδώσῃ τὰς ἐντυπώσεις του, ὅτι ὑπάρχει τόση συμφωνία μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ του, μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων του, μεταξὺ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἔλαβε, καὶ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ ὑποπίπτει εἰς σφάλματα ἀνάξια τῆς νοημοσύνης του· διότι ὅλοι γνωρίζομεν τὴν νοημοσύνην αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν θέλω ἀναλύσει μίαν πρὸς μίαν τὰς παραγράφους τῆς Βασιλικῆς ἐπιστολῆς, διότι, ὅταν προταθῶσι τὰ μέτρα, θέλει δοθῆ εἰς ἡμᾶς ἡ περὶ τούτου ἀφορμή· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παρέλθω ἀπαρατήρητον φράσιν τινὰ, ἥτις εἶναι ἡ καταδίκη τῆς Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ ἐτῶν ἤδη, κύριε Πρωθυπουργέ, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐπασχολεῖται εἰς ποικίλας ὑπηρεσίας, ἐξερχομένας τοῦ αὐστηροῦ κύκλου τῶν ἔργων αὐτοῦ, εἶναι δὲ καιρὸς νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν μόνην σύμφωνον τῷ προορισμῷ του ἐπασχόλησιν, τὴν σύντονον ἐκγύμνασιν αὐτοῦ καὶ τὸν κατὰ τὸ μέτρον τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους τελειότερον καταρτισμόν του.» Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Βόλου κ. Σχινᾶς μοὶ ἐδείκνυε νὰ εἴπω ταῦτα ἀπ’ ἐκεῖ (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὰ εἴπω καὶ ἀπ’ ἐκεῖ· ἀλλ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εὑρίσκω Ὑπουργοὺς παρακαθημένους ἐκεῖ· Ὑπουργοὺς εὑρίσκω ἐνταῦθα (δεικνύει τὴν δεξιὰν), καὶ πρὸς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς ἐκεῖ ἀπεστάλη ἡ ἐπιστολή.
§63Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ τὰ εἴπωμεν τώρα. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε (γέλωτες).
§64Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἄν μὴ ἀπατῶμαι, 17 μῆνες παρῆλθον ἀφ’ ὅτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέλαβε τὸ βαρὺ φορτίον νὰ διευθύνῃ καὶ πάλιν τὸ Κράτος· ὑπέβαλε τρεῖς προϋπολογισμούς, καὶ εἰς οὐδένα ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν τούτων θέλετε εὕρει τὰς ἰδέας ταύτας, καὶ ἰδίως τὴν τελευταίαν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον: «Ἀπὸ ἐτῶν ἤδη, κύριε Πρωθυπουργέ...» Τώρα εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως, εἶναι ζήτημα ἀντιλήψεως καὶ ἄς εἴπω, καὶ ζήτημα καθήκοντος, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πολλάκις μᾶς εἶπε. Πιθανὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ εὑρίσκῃ, ὅτι αὐτὸ εἶναι μία θωπεία, καὶ ὄχι κόλαφος, εἶναι, νομίζω, μία θωπεία ὁμοία πρὸς ἐκείνην τοῦ 1892· ἀλλ’ οἱ καιροὶ μεταβάλλονται, καὶ αἱ ἰδέαι...
§65ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διὰ σᾶς δὲν εἶναι θωπεία; Δὲν ὑπήρξατε καὶ σεῖς Ὑπουργός;
§66Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς τί;
§67ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος λέγει «πρὸ πολλοῦ».
§68Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τρεῖς μῆνας μᾶς ἀφήσατε, καὶ ἀπὸ ἡμᾶς ζητεῖτε τὰ πάντα! Ἐν τούτοις εὐχαρίστως δυνάμεθα νὰ σᾶς δώσωμεν λογοδοσίαν ἐν καιρῷ τῷ δέοντι.
§69ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὀλίγον εἶναι τρεῖς μῆνες;
§70Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, διότι δὲν ἤλθετε ὁμαλῶς, διὰ τοῦτο ὁ τόπος σᾶς εἶπε: «σᾶς εὐχαριστῶ καὶ σᾶς ἀποχαιρετῶ».
§71Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ μοὶ δώσητε ὑλικὸν καὶ θὰ παρατείνω τὴν ὁμιλίαν μου (ἱλαρότης). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνακαλεῖ κατ’ ἐπανάληψιν ὅσα εἶπεν ἐντεῦθεν, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι ἡ καταλληλοτέρα στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἀνακαλεῖ. Εἶπεν ὅτι δὲν ἤλθομεν ὁμαλῶς, ἐνῷ ἤλθομεν ὁμαλώτατα, διότι τὸ Στέμμα ἐκάλεσε τὴν πλειοψηφίαν...
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐνθυμεῖσθε, κύριε Φιλάρετε, τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου ἦσθε μέλος, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893;
§73Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὴν ἐνθυμοῦμαι. Τὴν ἐπανελάβετε εἰς ἄλλην συζήτησιν, καὶ προσπαθῶ νὰ ἐνθυμῶμαι ὅσα λέγετε, διότι δὲν ἐπαναλαμβάνονται πάντοτε κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον.
§74ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προεκλήθη ἄλλοτε νὰ εἴπῃ διατὶ παρητήθη, καὶ λέγει ὅτι πιθανὸν εἶναι σεῖς νὰ μὴ ἐνθυμεῖσθε τὰ γεγονότα. Ἐπειδὴ ἦλθεν ἡ στιγμὴ αὐτὴ, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ τὰ εἴπωμεν (γέλωτες).
§75Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. .. Ἐκλήθη ἡ πλειοψηφία· ἡ πλειοψηφία δὲν ἐδέχθη. Ἐκλήθη ἡ μειοψηφία. Δικαίωμα τοῦ Στέμματος ἦτο ἀναφαίρετον νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξεν. Οὔτε ἡ πρώτη φορὰ εἶναι, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐφηρμόσθη τοῦτο, οὔτε ἡ τελευταία, διότι, ὅταν Κυβέρνησις ὠθῇ τὸν τόπον εἰς τὸν ὄλεθρον, ὡς ὡδήγησε τὸν τόπον κατὰ τὰ 1885–1886 καὶ κατὰ τὸ 1892, νομίζετε ὅτι τὸ Στέμμα πρέπει νὰ μείνῃ μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας; Ὅταν Κυβέρνησις ὁδηγῇ εἰς τὸν ὄλεθρον, ὡς ἀτυχῶς ὁδηγεῖ καὶ τὴν φορὰν ταύτην ἀναμφισβητήτως, νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι μηχανὴ πρὸς ὑπογραφὴν ὁ Βασιλεὺς καὶ νὰ μένῃ μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας; Βεβαίως ὁμαλὸν εἶναι νὰ σχηματίζωνται αἱ Κυβερνήσεις ἀπὸ τὰς πλειοψηφίας, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ περιστάσεις ἐπιβλητικαί,— καὶ τοιαύτη ἦτο ἡ τοῦ 1892—κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιβάλλεται ὁ σχηματισμὸς Κυβερνήσεων καὶ ἐκ τῶν μειοψηφιῶν. Περιττὸν νὰ ἀναφέρω τὰ ἱστορικὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1875 καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε.
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄλλοτε.
§77Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ θέμα. Ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θὰ δώσω εὐρυτέραν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Κύριοι, ἐὰν εἶπον ὅσα εἶπον περὶ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως κατὰ τύπους, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι διὰ τοῦτο δὲν ἐπιδοκιμάζω, ὅτι ὁ Βασιλεὺς σκέπτεται περίπου, ὡς σκέπτεται ὁλόκληρος ὁ τόπος, ζητῶν τὴν ἐκ τῶν ἐνόντων στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐθεωρήθη εἶδος ἀνακουφίσεως, ὅτι ἀπεφάσισεν ὁπωσδήποτε νὰ ἐκφράσῃ γνώμην τινά. Ἀλλ’ ἡ γνώμη αὕτη ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις. Μεθ’ ὅλου δὲ τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὀφείλω νὰ ἔχω πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος ὁμιλῶν μετὰ παῤῥησίας, νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ἠδύνατο νὰ τὴν ἀποστείλῃ ὀλίγον ἐνωρίτερον.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι συνταγματικὸν νὰ γίνωνται παρατηρήσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ Στέμματος. Συνταγματικὸν εἶναι νὰ ζητῆται λόγος παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ πάσας τὰς πράξεις, διὰ πάσας τὰς παραλείψεις τοῦ Στέμματος.
§79Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ δημοσίευσις ἐπιστολῆς ἄνευ ὑπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα ὄχι μόνον νὰ εἴπω ὅσα εἶπον, ἀλλὰ πολὺ περισσότερα.
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ὑπεύθυνος ὁ Ὑπουργός.
§81Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σταματῶ ὅμως εἰς τὰ ὅρια τὰ προσήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλω εἰς ἐμὲ αὐτόν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐνταῦθα ἔγκειται τὸ σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐξέθηκε τὸ Στέμμα εἰς εὐθύνας προσωπικάς.
§82ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ εἰς ἐλέγχους (γέλωτες).
§83Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐπαναλάβω, ὁμιλῶν ὡς ἀντιπρόσωπος συνταγματικοῦ Κράτους καὶ ζητῶν εὐθύνας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν πάντοτε...
§84ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ μάλιστα.
§85Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. .. ὅτι, ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸν Μεγαλόσταυρον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν 13 Δεκεμβρίου 1895, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ τῷ εἶχεν ἀποστείλει μίαν ὁμοίαν ἐπιστολήν. Ἀλλὰ κάλλιον ἀργὰ, παρὰ ποτέ. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ἡ δημοσίευσις τῆς ἐπιστολῆς βαρυτάτας ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑπεύθυνον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, τὸν ἠθικῶς ὑπεύθυνον ἀπέναντι τοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἱστορίας. Καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἀνακούφισις, ὅτι τὸ Στέμμα ἐξεδήλωσε γνώμην τινὰ ἐπὶ τῶν ἐνεστώτων, μία καὶ μόνον δυσπιστία ὑπάρχει, μὴ τυχὸν πρόκειται περὶ ἐξατμίσεως, καὶ ἂν πρόκειται περὶ ἐξατμίσεως, βεβαίως οὐδεὶς ἄλλος, ἐκτὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο καταλληλότερος πρὸς τοῦτο, διότι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσε τὰ μέτρα ταῦτα, ἔχων δύο ὄψεις, ἔμπροσθεν μὲν τὸν πόλεμον, ὄπισθεν δὲ τὴν εἰρήνην, φαινόμενος μὲ τὴν πανοπλίαν τοῦ Ἄρεως ἐκ τῆς μιᾶς πλευρᾶς καὶ ἐκ τῆς ἄλλης εἰρηνικώτατος, μαλακώτατος, φοβούμενος τὸ αἷμα, διότι τὸ αἷμα ἐνδέχεται νὰ τὸν κάμῃ νὰ κινδυνεύσῃ καὶ τὴν πρωθυπουργίαν του. Τὸ θέμα, Κύριοι, εἶναι σοβαρὸν, καὶ περιττὸν νὰ τὸ ὑποδείξω ἐγώ· τὸ αἰσθάνεσθε πάντες ὑμεῖς, τὸ αἰσθάνεται ὅλος ὁ τόπος, ὅστις συνεκινήθη ἐπὶ τῷ διαβήματι. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς εἶπε φράσιν τινὰ, παρανοηθεῖσαν ἴσως, ἡ ὁποία ἔδωκε τὴν ἀφορμὴν νὰ ἐκτοξεύσῃ ἀπειλὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σκέπτονται τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος, ἐνῷ ὁ κ. ἐκ Κυθήρων πᾶν ἄλλο εἶπεν ἢ τοῦτο, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ἃς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω ἐγὼ σαφέστερον τὴν γνώμην ταύτην, ὅτι σαλεύεται τὸ ἔδαφος, ὅτι βαδίζει ἐπὶ ὀλισθηροῦ ἐδάφους, ὅτι ἡ ἐξουσία διαφεύγει ἐκ τῶν χειρῶν του, ἔχομεν δὲ πάντες συμφέρον εἰς τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, ἔχομεν πάντες καθῆκον νὰ θυσιάσωμεν τὰ πάντα χάριν τῶν ἀπειλουμένων ἐθνικῶν συμφερόντων. Σήμερον ἔτι, κύριοι Βουλευταὶ, ἐφημερίς τις φαίνεται πληροφορημένη καλλίτερον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐκείνη ἡ ἐφημερὶς, ἥτις ἔδωκε τὴν εὐχαρίστησιν εἰς αὐτὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ὡραίαν ἐκείνην δήλωσίν του περὶ τῆς ἀπομακρύνσεώς του ἐκ τῆς Τριπλῆς Συμμαχίας, ἥτις ἐδημιούργησεν ἀφορμὰς, ἵνα γραφῶσιν ὅσα ἐγράφησαν ἐν τῷ εὐρωπαϊκῷ τύπῳ, τὰ ὁποῖα θέλετε ἐντὸς ὀλίγου ἀναγνώσει πάντες. Ἡ αὐτὴ ἐφημερὶς «Ἐμπρὸς» δημοσιεύει σήμερον μεταξὺ ἄλλων καὶ τὴν εἴδησιν, ὅτι (ἀναγινώσκει) «τὰ Σερβικὰ φύλλα ἀναγγέλλουσι σήμερον— χθὲς δηλαδὴ — ὅτι ἐν Σκοπείοις ἔγεινε στάσις ἐναντίον τοῦ Ἕλληνος Μητροπολίτου. Χιλιάδες Σέρβων ἐκ τῶν πέριξ χωρίων, συγκεντρωθέντες ἐκεῖ, περιεκύκλωσαν τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον, εἰσέβαλον ἄγριοι εἰς τὸν Ἑλληνικὸν ναὸν καὶ ἔκαυσαν τὰ Ἑλληνικὰ βιβλία. Ταὐτοχρόνως ὑψώσαντες τὴν Σερβικὴν σημαίαν ἐκραύγαζον: «Κάτω οἱ Ἕλληνες! Ζήτω ἡ Σερβία»! Ὁ Ἕλλην Μητροπολίτης καὶ οἱ ἱερεῖς, μὴ δυνάμενοι νὰ ἀντιστῶσι κατὰ τῆς ἐπιδρομῆς, ἔφυγον. Ἡ Σερβικὴ Κυβέρνησις ἀπαιτεῖ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου, ἀπειλοῦσα, ὅτι θὰ γεννήσῃ σχίσμα. Αἱ Τουρκικαὶ ἀρχαὶ ἀπέχουσιν ἐντελῶς, θεώμεναι ἀπαθῶς τὰ συμβαίνοντα.» Καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, μεθ’ ὅλην τὴν ἐγκράτειαν, τὴν ὁποίαν μᾶς ὑπέδειξε καὶ μᾶς συνεβούλευσε, καὶ τὴν ὁποίαν μᾶς ὑπέδειξε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, ἂν ταῦτα ἦναι ἀκριβῆ, διότι ταῦτα ἔρχονται τὴν ἐπιοῦσαν ἄλλης εἰδήσεως, ἀναγραφείσης εἰς ἐφημερίδας τῆς Πετρουπόλεως, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ Μακεδονικὸν θὰ λυθῇ διὰ τῶν Σέρβων καὶ τῶν Βουλγάρων. Μὴ εἶναι ἡ ἔναρξις τῆς ἐκτελέσεως τοῦ σχεδίου τούτου; Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ, ὅπως δώσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, διότι πιστεύω τέλος πάντων, ὅτι τὰ ἐξωτερικὰ συμφέροντα οὐδεμίαν ὑφίστανται ζημίαν, ἐὰν μάθωσι καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ τὸ ἀληθὲς καὶ τὸ ψευδὲς, διότι πιστεύω τέλος πάντων, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἔχουσι δικαιώματά τινα νὰ μανθάνωσι τοιαύτας στοιχειώδεις πληροφορίας. Διὰ ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παίζει ἐν οὐ παικτοῖς· ἡ δυσθυμία, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸν λαὸν, ἡ ὑποψία καὶ ἡ ἀνησυχία εἶναι, ὅτι φοβεῖται μὴ τυχὸν κατὰ συμβουλὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐδημοσιεύθη μία ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως, ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ὅπως ζητηθῇ συνυπεύθυνος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, ὅπως γείνῃ τὸ πρῶτον βῆμα νεωτέρου εἰρηνοπολέμου· εἶναι βέβαιον δὲ, κύριοι Βουλευταί, καὶ οἱ ἐντεῦθεν καὶ οἱ ἐκεῖθεν, ὅτι τόσον ἀκριβὰ ὁ τόπος ἐπλήρωσε τὸν εἰρηνοπόλεμον τοῦ 1885–1886, ὥστε εἰς κανένα δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐπαναλάβῃ τὸ κωμικοτραγικὸν ἐκεῖνο δρᾶμα, τὸ ὁποῖον ἀφῆκεν ὄπισθέν του ἀνεξάλειπτα τὰ ἴχνη οἰκονομικῶς, ἐθνικῶς, πολιτικῶς. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἡμεῖς ἀναγκαζόμεθα νὰ ἀπουσιάσωμεν ἐντεῦθεν δι’ ἄλλους λόγους, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον καὶ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 30′ μ. μ.