Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΔ · Σύνοδος ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Συνεδρίαση 15

1896.11.26

3.216 στίχοι · 25.080 λέξεις · 2 πίνακες · 115 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1896.11.26
Προεδρεία
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗ
Περίοδος
ΙΔ
Σύνοδος
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1897)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15

Τῆς 26 Νοεμβρίου 1896.

(Τρίτη)

Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατάδικοι τῶν ἐν Ἀθήναις ἐπανορθωτικῶν φυλακῶν ζητοῦσι δι’ ἀναφορᾶς των, ὅπως ὁ χρόνος, ὃν διήνυσαν ὡς ὑπόδικοι, προσμετρηθῇ εἰς τὴν ποινὴν αὐτῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.

§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται νὰ δοθῇ ἄδεια, ἵνα ἐκποιηθῶσιν οἰκίαι τινὲς, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, ὡς ἐπιμελούμενον τῆς οἰκοδομῆς τῆς Βαλλιανείου Βιβλιοθήκης, καὶ αἵτινες προῆλθον ἐκ τῆς πτωχεύσεως τοῦ Μενελάου Νεγρεπόντη. Ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἄδεια, ἵνα αἱ οἰκίαι αὗται ἐκποιηθῶσιν, ἀλλ’ οὐχὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐκποιοῦνται τὰ ἐθνικὰ φθαρτὰ κτήματα. Εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 πίστωσις 400,000 δραχμῶν διὰ νὰ διανεμηθῇ ἐπὶ ὡρισμένης βάσεως ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς εἰς τοὺς ζημιωθέντας ἐκ τῆς πτωχεύσεως τοῦ ἐργολάβου ἐργάτας καὶ ἐργολάβους τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Ἡ διανομὴ ἐγένετο, ἀλλὰ δὲν προσῆλθον πάντες, ἵνα λάβωσι τὰ ἀπονεμηθέντα αὐτοῖς, καὶ ὑπολείπεται ποσὸν 85 περίπου χιλιάδων δραχμῶν. Ἐπειδὴ ἡ χρῆσις ἔκλεισε, ζητοῦμεν νὰ ἀκυρωθῇ μὲν ἡ πίστωσις τοῦ 1895, νὰ μεταφερθῇ δὲ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1896.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 68–69). Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, κατέθεσεν ἀναφορὰν 58 καταδίκων, κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς Συγγροῦ, δι’ ἧς ἐξαιτοῦνται νὰ ληφθῇ καὶ ὑπὲρ αὐτῶν διὰ νομοθετήματος τὸ μέτρον περὶ προσμετρήσεως τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως εἰς τὸν χρόνον τῆς ποινῆς, ὅπερ διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΙΔʹ τοῦ 1892 ἐλήφθη διὰ τοὺς ἔκτοτε καταδικαζομένους. Τὰ παρὰ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Βόλου κ. Ν. Σχινᾶ αἰτηθέντα ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἐνοικίασιν τῶν λατομείων μαρμάρων Πεντέλης, κατετέθησαν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Ἐπίσης κατετέθησαν παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης αἰτηθέντα ἔγγραφα καὶ ἐκθέσεις αἱ ἀφορῶσαι τὴν κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος ἐπιθεώρησιν τῶν Γυμνασίων τοῦ Κράτους. Ὁ ἐκ Πάλλης βουλευτὴς κ. Σπυρίδων Τυπάλδος Φορέστης κατέθεσε πρότασιν νόμου περὶ χορηγίας ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Ληξουρίου διὰ τὴν αὐτόθι Φιλαρμονικὴν Σχολὴν ἐτησίου βοηθήματος δρ. 1200. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 70). Οἱ ἐκ Κυνουρίας βουλευταὶ κ. κ. Χ. Βοζίκης καὶ Θ. Πέῤῥος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ διαθέσεως προσόδων τῶν δήμων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 70).

§4ΠΕΡΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἀφορᾷ εἰς τὸ ἑξῆς. Οἱ δῆμοι δὲν ἔχουσι τὰ μέσα τῆς διοικήσεώς των. Πολλοὶ δῆμοι ἔχουσι πρόσοδον κατ’ ἔτος 2 ἢ 3 χιλιάδων δραχμῶν· ἀφαιρουμένων τῶν ἐξόδων τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν εἰσφορῶν διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, δὲν μένει ποσὸν οὔτε διὰ τὸ ἐνοίκιον τοῦ καταστήματος, οὔτε διὰ μισθοὺς κλητήρων ἢ δημοτικῶν ὑπαλλήλων. Ὑποβάλλομεν τὴν πρότασιν, ἵνα τοὐλάχιστον 2 χιλιάδες δραχμῶν ἐκ τῶν ἐσόδων ἀφεθῶσι διὰ τὴν διοίκησιν τῶν δήμων, διότι ἄλλως οὗτοι παραλύουσι.

§5ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὰ ὀκτὼ δέκατα τῶν δήμων τοῦ Κράτους εὑρίσκονται εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Κυνουρίας βουλευτὴς κ. Πέῤῥος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ μεταῤῥυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 72). Ὁ κ. Μάνεσης ἔχει τὸν λόγον.

§7ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ἄλλου θέματος, ἢ ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος;

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίου θέματος;

§9ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι διετελοῦμεν χθὲς ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐξακολουθήσεως τῆς συζητήσεως, ἥτις ἀνεβλήθη, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ παραστῇ κατὰ τὴν συζήτησιν. Καὶ εἶναι ἐγγεγραμμένοι καὶ ἄλλοι νὰ ὁμιλήσουν.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δίδω τὸν λόγον εἰς τὸν πρῶτον ζητήσαντα. Ἐὰν οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι προὐτίθεντο ν’ ἀγορεύσωσι χθές, ἐπιμένουν ν’ ἀγορεύσωσι σήμερον, παρακαλῶ νὰ ζητήσουν τὸν λόγον, διότι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συνεζητεῖτο χθές, δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.

§11ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναί τινες ἐγγεγραμμένοι.

§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅστις θέλει ν’ ἀγορεύσῃ ἐκ τῶν χθὲς ἐγγεγραμμένων, παρακαλῶ νὰ τὸ δηλώσῃ.

§14ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§16ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον πάντες δίδουσι τὴν πρέπουσαν σημασίαν εἰς τὸ γνωστὸν γεγονὸς τῆς δημοσιευθείσης ἐπιστολῆς τῆς Α. Μεγαλειότητος, ἢ θεωροῦσιν ὅτι πάντα πλέον τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος πρέπει νὰ τὰ παρατρέχωμεν, ὡς μὴ σοβαρά. Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη τάσις, διότι τὸ πολίτευμα ἐν γένει ἐξηυτελίσθη, δύναμαι ἴσως νὰ συμφωνήσω· ἀλλ’ ἐὰν θεωρῇ τις ὅτι τὸ θέμα τοῦτο ἀρκούντως συνεζητήθη καὶ ἐξετιμήθη, δὲν δύναμαι νὰ τὸ δεχθῶ. Ἄλλοτε ἀληθῶς ὑπῆρχε περὶ τὰ τοιαῦτα ὑπερευαισθησία, ἀλλ’ ἡ πάροδος τοῦ χρόνου καὶ αἱ δοκιμασίαι, φαίνεται, τὴν ὑπερευαισθησίαν ταύτην ἤμβλυναν παρὰ πολὺ καὶ τὴν μετέβαλον εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον, εἰς ἀναισθησίαν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ὅστις, φρονῶν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἁπλῶς ξηρὸν συνταγματικὸν χάρτην, ἀλλὰ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, νομίζει ὅτι ἔχομεν τοιοῦτον καὶ ἀπὸ τῆς προχθές, πλανᾶται πλάνην μεγάλην. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα παρ’ ἡμῖν ὑπέστη προχθὲς αἴφνης ἀλλοίωσιν ῥιζικήν. Ἀλλὰ πρὶν ἐξετάσω τοῦτο, ποία ἦτο ἡ ἀφετηρία τῆς συζητήσεως; Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ μειονοψηφοῦντα ἐπροτείναμεν μίαν ἀναβολὴν, διότι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς δι’ ἐπιστολῆς του, δημοσιευθείσης ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, προέτεινεν ὁλόκληρον σύστημα μέτρων, ῥιζικῶς ἐπηρεάζον τὸν προϋπολογισμόν. Ἔπρεπεν ἆρά γε ἡμεῖς νὰ παρέλθωμεν τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὀλιγωροῦντες αὐτοῦ; Ἐὰν τὸ Συμβούλιον τοῦ Στέμματος ἔχῃ τοιαύτην ἀξίωσιν, ἂς ἐκφράσῃ αὐτὴν καθαρῶς, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἦναι διατεθειμένη νὰ ἀποδεχθῇ τοιαύτην πρὸς τὴν Βασιλικὴν ἀρχὴν ὀλιγωρίαν. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διατὶ δὲν προβαίνετε εἰς τὰς ἐργασίας; Ἠμπορεῖτε νὰ συζητήσητε ἐπὶ τῶν προτάσεων τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ ἂν θέλητε, νὰ τὰς παραδεχθῆτε, ἄλλως νὰ τὰς ἀποῤῥίψητε. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, φαίνεται, φρονεῖ, ὅτι ὤφειλε καὶ ὁ Βασιλεὺς νὰ μορφώσῃ ἓν σύστημα κυβερνητικὸν οἱονδήποτε, καθ’ ὃν τρόπον καὶ πᾶν μέλος τῆς Βουλῆς καὶ πᾶς πολιτευτὴς, καὶ ὅπως δημοσιεύονται διὰ τῶν ἐφημερίδων αἱ γνῶμαι παντὸς, οὕτω καὶ ὁ Βασιλεὺς νὰ δημοσιεύσῃ τὸ σύστημά του ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὡσεὶ ἐλθὼν εἰς συνέντευξιν πρὸς τὸν Διευθυντὴν αὐτῆς. Τίς κωλύει, σᾶς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει καὶ τὰς γνώμας τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἐδημοσίευσε διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τὸ πρόγραμμά του; Ἀλλὰ τὰ μειοψηφοῦντα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὔτε τοιαύτας περὶ τῆς θέσεως τῆς Βασιλείας ἰδέας ἔχουσιν, οὔτε φρονοῦσιν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἠδύνατο νὰ θαλασσοπλοῇ ἄνευ πυξίδος, ἄνευ πηδαλίου. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ βεβαίως δὲν ἤθελε σπουδαίως ἐργάζεσθαι, ἐὰν ἠδύνατο ἕκαστον μέλος αὐτῆς νὰ κατασκευάσῃ ἰδιοῤῥύθμως ἓν οἱονδήποτε σύστημα. Ἡ ἐπιτροπὴ, ὅπως καὶ ἡ Βουλὴ, ἐργάζεται ἐπὶ προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες καθοδηγοῦσι τὰς ἐργασίας ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων. Καὶ τοσούτῳ μᾶλλον εἶναι τοῦτο ἀπαραίτητον, καθόσον πολλάκις τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου προϋπολογισμοῦ αἱ Κυβερνήσεις, σχετίζονται πρὸς περιστάσεις, περὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ κρίνῃ συνήθως μόνη ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν προτείνωνται τοιαῦται ἰδέαι περὶ ἀναγκῶν ἐκτάκτων καὶ ἐπειγουσῶν παρ’ ἀντιπολιτευομένων, προτείνονται ἐκ τοῦ αἰσθήματος τοῦ μεγάλου ἐνδιαφέροντος διὰ τὰ πράγματα τοῦ τόπου, ἀλλὰ κυρίως ἁρμοδία εἶναι ἡ Κυβέρνησις νὰ καταδείξῃ, ἐὰν ὑπάρχωσι περιστάσεις, διὰ τὰς ὁποίας χρειάζονται νέα μέτρα. Καὶ τὰ μειοψηφοῦντα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τί ἔπραξαν ἀπέναντι τοῦ ἐκτάκτου καὶ ἀπροσδοκήτου γνωστοῦ γεγονότος; Εἶπον, ἂς σπεύσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν αὐτοστιγμεὶ, νὰ ἐρωτήσωμεν αὐτὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δυνάμεθα ἄνευ διακοπῆς τινος νὰ ἐργασθῶμεν, καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους. Ὑπῆρχεν ἐν τούτῳ πρόθεσίς τις κωλυσιεργίας; Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, ὅτι οὔτε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν γένει οὔτε ἡ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ μειοψηφία ἔχει τὴν ἐλαχίστην διάθεσιν πρὸς παρεμπόδισιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· τοὐναντίον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πᾶσα προθυμία ἐξεδηλοῦτο ὑπὸ τῶν μειοψηφούντων μελῶν, ὅπως εὐκολύνωσι τὰς ἐργασίας καὶ ἐπισπεύσωσιν αὐτὰς καὶ μέχρις ὑπερβολῆς. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν ἔχωμεν κατὰ τὴν περίοδον ταύτην φαινόμενόν τι κωλυσιεργίας τῆς μειοψηφίας κατὰ τῆς πλειοψηφίας, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ μᾶς παραστήσῃ ἓν ἄλλο φαινόμενον πρωτοφανὲς κωλυσιεργίας τοῦ Ὑπουργείου κατὰ τοῦ Στέμματος. Τὸ Στέμμα ὑποβάλλει ἰδέας, δημοσιεύει ταύτας εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀγορεύει περὶ διαφόρων ἰδεῶν αὐτῆς, τὰς ὁποίας δὲν δύναται καὶ νὰ κατανοήσῃ τις, καὶ ἀναβάλλει τὴν ἐκτέλεσιν ἐπειγουσῶν καὶ ὡρισμένων προτάσεων τοῦ Στέμματος. Αὐτὸ εἶναι καθαρὰ κωλυσιεργία. Καὶ ἀνεστράφησαν τῳόντι, ὅπως ἀξιότιμος συνάδελφος λέγει τὴν στιγμὴν ταύτην, οἱ ὅροι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος παρ’ ἡμῖν. Καὶ δὲν διστάζω νὰ ἐπαναλάβω τὴν ὑπενθυμιζομένην μοι ἔκφρασίν μου, τὴν ὁποίαν ἅμα τῇ πρώτῃ ἐντυπώσει ἐκ τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης ἐξέφρασα ἔν τινι δωματίῳ τῆς Βουλῆς, παρόντων πολλῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἐρωτώμενος, δὲν ἐνθυμοῦμαι ὑπὸ τίνος, ποίαν ἐντύπωσιν συνέλαβον ἐκ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως, εἶπον ἀληθῶς, ὅτι πρὸ παντὸς ἀνεστράφησαν οἱ ὅροι τοῦ πολιτεύματος, διότι ἀντὶ νὰ ἔχωμεν τοὺς Ὑπουργοὺς συμβούλους τοῦ Στέμματος, ἔχομεν τὸν Βασιλέα σύμβουλον τοῦ Ὑπουργείου. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἐὰν δὲν ἦσθε εἰς κατάστασιν νὰ ἐργασθῆτε, μὴ ἐργάζεσθε, ἐργάζονται οἱ ἄλλοι· ὑπέδειξε δὲ, ὅτι εἶναι κατόπιν ἐνδεχόμενον ὅλη αὐτὴ ἡ ἐργασία νὰ ᾖναι ματαία, διότι ἡ Κυβέρνησις κατόπιν θὰ φέρῃ τὰς δηλώσεις της ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονῇ, ὅτι εἶναι ἀληθὴς ἐργασία τὸ νὰ περατωθῇ ὅπως δήποτε ἡ ἐντολὴ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡμεῖς δὲν φέρομεν πρόσκομμα. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἀπεχώρησα, καθ’ ἣν ἔννοιαν πλήρη μεταχειριζόμεθα τὴν λέξιν. Δύναμαι νὰ παραμένω παρευρισκόμενος, ἐὰν ἦναι ἀνάγκη διὰ τὴν ἀπαρτίαν, θὰ δηλώσω δὲ μόνον τὴν ἀδυναμίαν μου, ἵνα συζητῶ ἐπὶ ἀνυπάρκτων προτάσεων. Δὲν ἠξεύρω, μετὰ τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ νὰ ἀναβάλῃ πρὸ ὀλίγου, ὡς ἔμαθον, τὴν ἐργασίαν περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν προέρχεται τοῦτο ἀπὸ τῆς προθέσεως τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ σχετικὰς δηλώσεις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διότι, ἂν προτίθεται τοῦτο, δύναται νὰ τὸ πράξῃ σήμερον ἢ αὔριον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἂς σπεύσῃ νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ἀγορεύωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ παρεμπίπτοντος, ἐφ’ ὅσον ἡ συζήτησις δὲν ἔχει καὶ σημασίαν ἄλλην αὐτοτελῆ καὶ ἀνεξάρτητον τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ τῆς σημασίας ταύτης, τῆς συνταγματικῆς ἐννοῶ καὶ κοινοβουλευτικῆς, ἐπιτραπήτω μοι ἤδη νὰ ἐκφράσω τὰς γνώμας μου. Ἄν φρονῆτε, Κύριοι, ὅτι εἶναι πολίτευμα κοινοβουλευτικὸν αὐτὸ, τὸ νὰ τίθεται ὑπὸ ἔλεγχον ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία, καὶ αἱ ἰδέαι αὐτῆς ὑπὸ ἔλεγχον ἄμεσον καὶ ἐπίσημον, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τὸ προπύργιον τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργείου, ἆ! τότε βεβαίως τὸ ἐπεισόδιον, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι κἄτι τι τόσον πρωτοφανὲς καὶ ἰδιόῤῥυθμον, ὥστε ἤθελε δεικνύει, ὅτι ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰ τέλη τοῦ δεκάτου ἐνάτου αἰῶνος δὲν ἔχει τὴν ἐλαχίστην ἔννοιαν περὶ τῆς ἀξίας καὶ τῶν ὅρων τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ συνταγματικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν ὑπάρχωσιν οἱ φρονοῦντες ὅτι τὸ Στέμμα δύναται νὰ ᾖ ἔκθετον ἐν ταῖς προτάσεσι καὶ ταῖς ἰδέαις αὐτοῦ, ἔκθετον, ἵνα ἄνευ ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, ἔστω καὶ διὰ μίαν στιγμὴν, συζητῶνται αἱ ἰδέαι αὐτοῦ, οἱ τοιαῦτα φρονοῦντες δὲν ἔχουσιν ἀντίληψιν καὶ ἐπίγνωσιν τῶν ἀντιστοίχων συνεπειῶν, αἵτινες δύνανται νὰ πηγάσωσιν ἐξ αὐτοῦ τοῦ φαινομένου, τὸ ὁποῖον ἐκ πρώτης ὄψεως παρίσταται ἐπουσιῶδες καὶ ἀσήμαντον...

§17ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ἀσχέτως πρὸς τὰς χθεσινὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν φρονεῖτε ὅτι ἡ δημοσίευσις τῆς ἐπιστολῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καθορίζει τὴν εὐθύνην ἑκάστου καὶ τὴν μεταθέτει ἐκεῖ, ὅπου ἀνήκει;

§18ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ περιμείνατε... Ὁ μηχανισμὸς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἔχει τι πολύπλοκον ἀληθῶς καὶ πλασματικὸν, ἀλλὰ καὶ λίαν τεχνικόν. Ἄν τὸ ἐξετάσητε κατὰ τὴν κοινὴν λογικὴν, τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα δὲν εἶναι, εἰμὴ ἓν σύνολον παραλογισμῶν, διότι ἐν πρώτοις σᾶς δημιουργεῖ ἓν πλάσμα, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχῃ πρᾶξις ἐξουσίας τινὸς ἄνευ εὐθύνης, σᾶς πλάττει μίαν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸ θεωρεῖ δρῶσαν καὶ ἡμεῖς κηρύττομεν δρῶσαν καὶ ὀφείλουσαν νὰ δρᾷ, καὶ ἐν τούτοις ἀνεύθυνον. Εἶναί τι παραλογώτερον τούτου; Καὶ ὅμως καθιερώθησαν καὶ διάφοροι ἐκφράσεις, ὅπως ἐκφράζηται τὸ ἀνεύθυνον τοῦτο, ἐκφράσεις ἀληθῶς ἀκατανόητοι κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ χαρακτηριστικώταται. Δόγμα, ὅσον ἀλλόκοτον, τόσον καὶ προσιδιάζον τῷ συνταγματικῷ πολιτεύματι, εἶναι, ὅτι ὁ Βασιλεὺς οὐδέποτε πράττει τὸ κακόν. Τοῦ τοιούτου δόγματος συνέπεια ἄμεσος εἶναι, ὅτι δὲν δύνασθε ποτὲ οἱ ὑπεύθυνοι Ὑπουργοὶ ν’ ἀποδώσητε εἰς τὸν Βασιλέα πρᾶξιν, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν, δὲν δύνασθε νὰ ἀποδώσητε ποτὲ, εἰμὴ πρᾶξιν ἀναμφισβητήτως ἀγαθὴν καὶ ὠφέλιμον καὶ ἀνεπίδεκτον οἱουδήποτε ἐλέγχου. Πᾶσαν ἄλλην πρᾶξιν ἐπὶ πολιτικῶν ζητημάτων, ἡ ὁποία δύναται νὰ συζητηθῇ, πρέπει νὰ προασπίζητε διὰ τῆς ἰδίας ὑμῶν εὐθύνης, πρέπει νὰ εἴπητε ὅτι ἐπήγασεν ἐκ τῆς συμβουλῆς ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶσθε οἱ μόνοι ὑπεύθυνοι...

§19Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπε.

§20ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπε καὶ δὲν τὸ εἶπε. Ἀλλὰ ἔχετε ὑπομονήν... Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐθεώρησα, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρᾶξις οὐδ’ ἰδιωτικὴ τοῦ Βασιλέως, δι’ ἣν οἱ σύμβουλοι τοῦ Στέμματος νὰ μὴ θεωρῶνται ὑπεύθυνοι. Διὰ τοῦτο προέβησαν, ὄχι μόνον οἱ παρ’ ἡμῖν δημοσιολόγοι, ἀλλὰ καὶ ἐξοχώτατοι πολιτικοὶ τοῦ κόσμου, νὰ ἐκφρασθῶσιν, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ διὰ πράξεις ἀκόμη τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου τοῦ Βασιλέως. Ἀλλὰ μήπως τοῦτο ὑποτίθεται μειοῦν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, δεσμεῦον τὸν Βασιλέα καὶ καθιστῶν αὐτὸν ὑποχείριον τῶν συμβούλων του; Ὄχι! ἀλλὰ τοῦτο μᾶλλον ἀνυψοῖ τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν καὶ καθιστᾷ αὐτὴν ἀπρόσβλητον ἀπὸ πάσης μομφῆς καὶ αἰτιάσεως, ἐνῷ συγχρόνως δεικνύει ὁποίαν σημασίαν ἀποδίδει τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν Βασιλείαν, ὥστε πᾶσα αὐτῆς πρᾶξις νὰ θεωρῆται ἐπιδρῶσα εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἄν τοῦτο τὸ ἀπρόσβλητον, τὸ ἀνεξέλεγκτον, τὸ ἀνεύθυνον, τὸ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὴν συνταγματικὴν Βασιλείαν, δὲν ἔχετε πλέον συνταγματικὸν πολίτευμα, ἔχετε Μοναρχίαν ἢ ἄλλως τὸ χειρότερον τῶν πολιτευμάτων, διότι δύνασθε τὴν Βασιλείαν νὰ τὴν ἐκθέτητε εἰς πᾶν εἶδος ἐπικρίσεως, νὰ τὴν ἐκθέτητε καὶ νὰ τὴν φέρητε ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ἐξελεγχομένην ὅτι προτείνει πράγματα ἐπιβλαβῆ, ἐνῷ συγχρόνως τὴν ἔχετε περιωρισμένην. Ἀφαιρεῖτε οὕτω καὶ τὴν αἴγλην τῆς Βασιλικῆς ἀρχῆς, καὶ ἀφαιροῦντες τὴν αἴγλην ἀπὸ τῆς Βασιλικῆς ἀρχῆς, καταστρέφετε τὴν ἀξίαν αὐτῆς καὶ φθείρετε τὸ πολίτευμα, ἐνῷ πρέπει νὰ συλλογίζησθε, ὅτι τὴν θέσιν τῆς Βασιλείας πρέπει νὰ τηρῆτε πολὺ ὑψηλὰ, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον παρὰ λαῷ φιλοβασιλικῷ καὶ ἔχοντι ἀνάγκην τοῦ Βασιλικοῦ γοήτρου τοῦτο δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς στοιχεῖον ἐνεργείας καὶ δράσεως μεγάλης ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Ὁ Βασιλεὺς δρᾷ, καὶ θέλομεν νὰ δρᾷ, κατὰ τὴν συνειθισθεῖσαν ἔκφρασιν, ἀλλ’ ἡ δρᾶσις αὐτοῦ κανονίζεται ὑπὸ ὅρων καὶ κανόνων ἀπαραιτήτων. Ὁ Βασιλεὺς ἐκτιμᾷ σύστημα πολιτικὸν τῆς μιᾶς πολιτικῆς μερίδος ἢ τῆς ἄλλης, ἢ ἔστω τοῦ ἑνὸς πολιτευτοῦ ἢ τοῦ ἄλλου, κρίνει ἐπὶ τοῦ συνόλου καὶ καλεῖ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον τὸ σύνολον τοῦ συστήματος, τὸ εἰς αὐτὸν ἀποδεκτὸν, ὑποδεικνύει. Ὁ Βασιλεὺς δρᾷ καὶ ἐν ταῖς συσκέψεσι, τὰς ὁποίας διεξάγει μετὰ τῶν ὑπευθύνων συμβούλων, καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς πρέπει νὰ ἐκθέτῃ γνώμας καὶ περὶ τῶν ἐλαχίστων κυβερνητικῶν πράξεων πρὸς τοὺς ὑπευθύνους Ὑπουργοὺς, παρ’ ὧν εἶναι βέβαιον, ὅσον καὶ εὐνόητον, ὅτι αἱ γνῶμαι αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψει. Ἀλλὰ τί θέλετε εἴπει, ὅταν, ἐπειδὴ ἔχει ὁ Βασιλεὺς τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐκφέρῃ γνώμας πρὸς ὑμᾶς καὶ περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ δεῖνος προσώπου εἰς δημοσίαν τινὰ θέσιν, διότι τὸ θεωρεῖ ἀκατάλληλον, ἂν μία τοιαύτη γνώμη ἐδημοσιεύετο, ποῖος λόγος ὑπάρχει νὰ μὴ δημοσιεύωνται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ὅλαι αἱ γνῶμαι τοῦ Βασιλέως, αἱ ὁποῖαι ἀνταλλάσσονται ἐν ταῖς μετὰ τῶν Ὑπουργῶν καθημεριναῖς συσκέψεσι; Καὶ ὅμως ἀρκεῖ ν’ ἀναγνωρίσητε προηγούμενον τοιοῦτον, ἀρκεῖ ν’ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἄμεσος αὕτη ἐπικοινωνία Βασιλέως καὶ λαοῦ, διὰ νὰ ἔχητε ἀμέσως οὐσιωδῶς Μοναρχίαν καὶ ὄχι κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἐκφράζεται ἐπισήμως γνώμας περὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων, εἰμὴ διὰ τοῦ Ὑπουργείου. Ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ παρέχῃ καὶ παρέχει βεβαίως ἐπίῤῥωσιν εἰς πᾶσαν ἰδέαν κυβερνητικὴν, εἰς τὸ σύστημα τῶν συμβούλων, τοὺς ὁποίους ἔχει παρ’ ἑαυτῷ, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται αἱ ἰδέαι αὐτοῦ νὰ ἐκφράζωνται ἐπισήμως, εἰμὴ διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Ἂν θεωρήσητε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ ἐκφράζῃ γνώμας ἐπὶ τῶν καθέκαστα καὶ νὰ δημοσιεύῃ ταύτας διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ δεχθῆτε καὶ τὰς συνεπείας· ἅμα ὡς ὁ Βασιλεὺς ἀφεθῇ εἰς ἄμεσον πολιτικὴν ἐπικοινωνίαν πρὸς τὸν λαὸν, ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, δὲν ἔχετε πολίτευμα συνταγματικὸν, ἔχετε Μοναρχίαν, ὑπεύθυνον μὲν ἀπέναντι τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ μὲ ἐξουσίαν ἀπεριόριστον καὶ ἀνεξάρτητον ἀπὸ πάσης ἄλλης πολιτειακῆς ἀρχῆς. Καὶ σπεύδω νὰ τὸ εἴπω, ὅτι δεικνύω ταῦτα ὄχι ἕνεκα ἰδεῶν καὶ προκαταλήψεων φιλελευθέρων καὶ ἐνθουσιασμοῦ, οὕτως εἰπεῖν, ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Τὰ πολιτεύματα εἶναι μέσα, δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Πολιτειῶν. Ἂν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἔπαυσε λειτουργοῦν εὐδοκίμως ἐν Ἑλλάδι, ἂς ἐκλέξωμεν ἄλλο πολίτευμα, ἂς φέρωμεν τὴν Μοναρχίαν μεθ’ ὅλων αὐτῆς τῶν συνεπειῶν ὡς καὶ τῶν πλεονεκτημάτων, ἀλλ’ ἂν θέλετε συνταγματικὸν καὶ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, προσέχετε νὰ μὴ φέρητε τὸν Βασιλέα νὰ ἐκφράζῃ γνώμας διὰ τοῦ ἐπισήμου ὀργάνου τῆς Κυβερνήσεως. Μὴ νομίσητε, ὅτι εἶναι δυνατὸν, ὡς ἠξιώσατε, νὰ ἐπιφυλαχθῆτε ὅτι δύνασθε, ἔστω καὶ κατὰ κεραίαν ἢ μίαν συλλαβήν, ὑμεῖς οἱ Ὑπουργοὶ νὰ μὴ ἐκτελέσητε ὅσα τὸ γράμμα τοῦ Βασιλέως περιέχει. Ἄλλοι εἶναι ἐλεύθεροι ἀπέναντι τοῦ γράμματος τοῦ Βασιλέως, σεῖς ὅμως εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ ἐκτελέσητε. Μᾶς εἴπετε προχθές: «μὴ ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ Βασιλέως, διότι ἔχομεν τοὺς ὑπευθύνους Ὑπουργούς» Ἀλλὰ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τίνων εἶναι ὑπεύθυνος; ποίαν εὐθύνην ἐννοεῖ διὰ τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν τοῦ Βασιλέως; Εἶμαι περίεργος νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ! Εἶσθε ὑπεύθυνος, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἀληθῶς ἐξέφρασεν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐξέφρασε; οὐδεὶς τὸ ἀμφισβητεῖ. Εἶσθε ὑπεύθυνος, ὅτι αὐτὰ ἐδημοσιεύθησαν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ζήτημα. Περὶ τίνος, παρακαλῶ, εἶσθε ὑπεύθυνος; Ἀλλὰ μοὶ ἀπηντήσατε προχθὲς, ὅτι εἶσθε ὑπεύθυνος περὶ τοῦ ὅτι ἐνεκρίθη (νομίζω παρενεβάλετε τοιαύτην ἰδέαν) νὰ δημοσιευθῶσιν αἱ ἰδέαι αὐταὶ τοῦ Βασιλέως διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Πολὺ καλά! Εἶσθε ὑπεύθυνος. Λοιπὸν ὁρίσατε, δόσατε τὸν λόγον, διατὶ ἐνεκρίνατε τὴν φορὰν ταύτην ἐξαιρετικῶς αἱ ἰδέαι τοῦ Βασιλέως νὰ δημοσιευθῶσι διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως; Μᾶς λέγετε ὅτι εἶσθε ὑπεύθυνος, ἀλλὰ δὲν μᾶς δίδετε τὸν λόγον καὶ τὴν ἐξήγησιν. Ἀστεία ἀληθῶς εὐθύνη αὕτη, ἐφ’ ἧς οὐδ’ ἐξήγησις δίδεται!

§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σᾶς εἶπεν ὅτι ὑπάρχει λόγος.

§22ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, ἡ μεταῤῥύθμισις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, νομίζω, ἐπὶ τὸ ἀστειότερον. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος σᾶς λέγει, ὅτι ὑπῆρχε λόγος νὰ δημοσιευθῇ ἡ ἰδέα τοῦ Βασιλέως διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὁ λόγος αὐτὸς μένει ἄγνωστος εἰς τὴν Βουλήν! Βλέπετε ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον εἶναι πολίτευμα λογοδοσίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐλέγχου, δημοσιότητος, μετεβλήθη εἰς κἄτι τι ἄλλο μυστηριῶδες, ὡς ἂν ἔχωμεν καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἐκκρεμῆ διπλωματικὰ ζητήματα. Πῶς εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ὑπάρχῃ λόγος ἀπόκρυφος, ὅπως αἱ ἰδέαι τοῦ Βασιλέως δημοσιευθῶσι διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως; Μόνον ἂν ἠμπορῇ νὰ ὑπάρχῃ λόγος μὴ ἀνακοινούμενος, διότι δὲν εἶναι σοβαρός, μόνον οὕτω δύναται νὰ ἐξηγηθῇ τοιοῦτον μέτρον, ἀλλ’ ἄλλος λόγος ἀπόκρυφος, ἐπιβάλλων νὰ δημοσιευθῶσιν αἱ ἰδέαι τοῦ Βασιλέως διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀκατανόητον πῶς δύναται νὰ ὑπάρχῃ. Ἓν ἐκ τῶν δύο· ἢ πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ προτάσεις τοῦ Βασιλέως, καὶ οὕτω δὲν εἶναι καταληπτὸν διατὶ νὰ μὴ ἦναι ἐξ ἀρχῆς καὶ προτάσεις τοῦ Ὑπουργείου, ἢ δὲν πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσι, καὶ οὕτως ἐξευτελίζεται ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία. Καὶ παριστᾶτε τὸν Βασιλέα εἰσερχόμενον εἰς τὴν ἐξέτασιν σχεδίων μικροπολιτικῆς καὶ ἐντυπώσεων, διότι ἐντελῶς ἀποκλείεται πᾶς λόγος συμφέροντος τοῦ Κράτους ὅπως αἱ ἰδέαι τοῦ Βασιλέως δημοσιευθῶσι διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Κατέδειξα, φρονῶ, δι’ ὅσων εἶπον, ὅτι τὰ περὶ εὐθύνης λεχθέντα εἶναι λέξεις κεναί. Ὑπεύθυνος, ἂν θέλῃ νὰ σπουδαιολογήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἶναι κυρίως ἐπὶ τῆς οὐσίας καὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης, διότι δὲν ἐπιτρέπεται οὐδὲ στιγμὴν νὰ ἐκτίθεται ἡ γνώμη τοῦ Βασιλέως ἄνευ τοῦ προασπισμοῦ τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, κάκιστα δὲ εἴπατε, ὅτι, ἂν θέλετε, θὰ ἐκτελέσητε τὰς προτάσεις τοῦ Βασιλέως, καὶ ἂν δὲν θέλετε, δὲν θὰ τὰς ἐκτελέσητε. Ὑποτίθεται, ὅτι συνεννοήθη μεθ’ ὑμῶν ὁ Βασιλεὺς πρὸ τοῦ δημοσιευθῇ ἡ ἐπιστολή, διότι ἄλλως δὲν ἠθέλατε ἐπιτρέψει νὰ δημοσιευθῇ, ἐκτὸς μόνον ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ καταδολίευσις τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Στέμματος. Καὶ αὕτη μὲν εἶναι ἡ ἄποψις τῶν δικαιωμάτων τῆς Βασιλείας· ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη ἄποψις τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῶν θεωριῶν τῆς δεδηλωμένης· θεωρῶ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ νὰ καλῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν τοὺς πολιτευτὰς ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἐγκρίνει τὰς ἰδέας καὶ τὸ ὑποβεβλημένον εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην πλῆρες σύστημα, εἶναι ἀπόλυτον. Εἶπον καὶ προχθές, ὑπὸ ποίους ὅρους ἐκ τῶν ὑστέρων παρίσταται ἐν τῇ πράξει περιωρισμένον, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα κατὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος ἡμῶν εἶναι ἀπόλυτον. Ἐν τῷ μηχανισμῷ ὅμως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ὑπάρχουν οἱ ὅροι τῆς προφυλάξεως τοῦ Στέμματος ἀπὸ τῆς προώρου ἐκθέσεως καὶ τῆς ἀμέσου ἐκθέσεως τῶν ἐν τοῖς καθέκαστα ἰδεῶν αὐτοῦ. Ὅταν ἀποδέχησθε οἱ ὑπεύθυνοι Ὑπουργοὶ τὸ διάβημα τοῦτο τοῦ Βασιλέως, ὅπως ἐκτεθῇ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Στέμματος, καὶ ἡ εὐθύνη ἡ ἠθικὴ αὐτοῦ ἐκτεθῇ ἐπισήμως διὰ τῆς προτάσεως μέτρων ὡρισμένων, καὶ μάλιστα ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν, πρέπει νὰ δεχθῆτε τὴν συνέπειαν τὴν ἐνδεχομένην ἐν περιπτώσει διαφωνίας ὑμῶν καὶ πρὸς τὴν ἐλαχίστην τῶν τοιούτων γνωμῶν καὶ πρὸς τὴν ἐλαχίστην τῶν λεπτομερειῶν. Ἐπέρχεται ἀμέσως τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον αὐτοῦ πρὸς τὸν τόπον, ὅπως ἀποκαταστήσῃ τὴν ἰδίαν ἑαυτοῦ δύναμιν καὶ ἀξιοπρέπειαν, καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῶν δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλως, εἰμὴ διὰ τῆς ἀποπομπῆς τοῦ Ὑπουργείου. Λέγων ταῦτα, θέλω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι προασπιζόμενος τὴν Βασιλικὴν ἀξιοπρέπειαν, προτασσόμενος ὑπὲρ τοῦ Στέμματος, πρέπει νὰ συλλογίζηται καὶ τὰ ἴδια ἑαυτοῦ δικαιώματα· καὶ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει, ὡς Πρωθυπουργὸς ἐνδεδειγμένος ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας, εἶναι, ὅπως μὴ τὸ Στέμμα σπεύδῃ νὰ ἐπεμβαίνῃ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν ἑνὸς προγράμματος. Ἡ θέσις κοινοβουλευτικοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐνεδείχθη εἰς τὸ Στέμμα καὶ ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, δὲν πρέπει ἴσως νὰ ἦναί τι τόσον ἀκροσφαλὲς, ὥστε νὰ δύναται εἰς τὴν ἐλαχίστην διχογνωμίαν ἐσπευσμένως νὰ ἀποβάλληται τῆς ἀρχῆς. Ἀλλὰ σεῖς καθ’ ὑμῶν αὐτῶν ἐδημιουργήσατε τὸ καθῆκον τοῦ Βασιλέως, ὅπως μὴ σᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ διαφωνήσητε εἰς τὸ ἐλάχιστον πρὸς αὐτὸν, οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμήν. Κατεβιβάσατε τὴν θέσιν ὑμῶν, χωρὶς ἴσως νὰ τὸ ἐννοήσητε, ἀλλ’ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ἐπιβαρύνει εὐτυχῶς μόνον ὑμᾶς. Καὶ ὅταν, ταῦτα σκεπτόμενοι, τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς θεωρῶμεν, ὅτι ἐγένοντο προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ἐπισημοτάτου τῶν τρόπων δηλωθεῖσαι καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ ἔθνος, ὅταν ἔχωμεν λοιπὸν προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, σᾶς φαίνεται παράδοξον, ὅτι σπεύδομεν πρὸς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἐρωτήσωμεν αὐτὴν, ἐπὶ τίνων βάσεων πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν; Καὶ σπεύδοντες νὰ ἐρωτήσωμεν, παρέστημεν ἐνώπιον φαινομένου τῷ ὄντι ἀλλοκότου. Εἴδομεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν χαριεντιζόμενον μὲ τὴν ἰδέαν τῆς εὐθύνης καὶ τοῦ ἀνευθύνου. «Εἶμαι ὑπεύθυνος! Ἐρωτᾶτε μήπως ὑπάρχει διαφωνία;» Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δικαίως γελῶν εἶπεν: «Ἐὰν ὑπῆρχε διαφωνία, δὲν θὰ ἐκαθήμεθα εἰς τὰς θέσεις ταύτας». Ἀλλὰ ἐνῷ ἔλεγε τὰ τοιαῦτα, δὲν βλέπομεν εἰς τί ὑπάρχει συμφωνία. Ὑπάρχει, λέγουσι, συμφωνία, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσονται τὴν γνώμην των ἐπὶ τῶν ἰδεῶν τοῦ Βασιλέως! Εἶναι αὕτη συμφωνία; Ἀναγκαζόμενοι νὰ τηρήσωμεν τοὺς στοιχειώδεις κανόνας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ τῆς λογικῆς, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ συμφωνία ἡ ἀληθὴς ὑπονοεῖ, ὅτι ἐδέχθη ὁ Βασιλεὺς νὰ γράψῃ μίαν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, τῆς ὁποίας τὸ περιεχόμενον ἐκ συμφώνου συνέταξε, νὰ δημοσιευθῇ αὐτὴ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ παρίσταται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ παραδέχηται μὲν, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ παραδέχηται αὐτήν! Εἰς ταῦτα μᾶς ἄγει ἡ ἰδέα ἁρμονίας Στέμματος πρὸς Ὑπουργεῖον. Πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ φαντασθῶμεν τὸν Βασιλέα τοσοῦτον συνταγματικὸν καὶ κοινοβουλευτικὸν, ὥστε ν’ ἀποδεχθῇ νὰ γείνῃ καὶ συμπαιγνίας μὴ σοβαρᾶς ὄργανον, ὅπως προστατεύσῃ τὸ Κοινοβουλευτικὸν Ὑπουργεῖον ἐν παντὶ σχεδίῳ αὐτοῦ! Καὶ ἀληθῶς, ἂν περὶ ἄλλου Πρωθυπουργοῦ ἠδύνατο νὰ ἐκφρασθῇ ἡ συκοφαντία, ὅτι εὑρίσκεται διαφωνῶν πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, κατὰ τοῦ σήμερον Πρωθυπουργοῦ οὐδεμία τοιαύτη συκοφαντία εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπευθυνθῇ, διότι εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν προηγουμένων, ὅτι οὐδεμίαν στιγμὴν ἤθελε μείνει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ὑπῆρχε διαφωνία πρὸς τὸ Στέμμα. Τόσον μάλιστα ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ἔχει τὴν εὐλάβειαν ταύτην πρὸς τὰς ἰδέας αὐτὰς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὥστε ἀπεδείχθη καὶ ἐκ προηγουμένων περιστάσεων, ὅτι σπεύδει νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ τῆς ὀχληρᾶς ταύτης θέσεως, τοῦ νὰ διαφωνῇ καὶ κατ’ ἐλάχιστον πρὸς τὸ Στέμμα, ὡς Πρωθυπουργὸς Ἐν τούτοις, Κύριοι, ὁποῖά τινα εἰσέτι ἀκούομεν; Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ σᾶς ἐνθυμίσω ὅσα ἔχετε ἔναυλα εἰς τὰς ἀκοάς σας, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀμέσως εἶπε: «παραδεχόμεθα τὰς ἰδέας τοῦ Βασιλέως»· εἶτα: «Θὰ τὸ μάθητε κατόπιν, ἐὰν τὰς παραδεχώμεθα καθ’ ὁλοκληρίαν, ἢ ἐν μέρει· Θὰ τὸ ἴδητε κατόπιν» καὶ κατόπιν: «ἐὰν τὰς παραδεχώμεθα, θὰ εἰσαγάγωμεν προτάσεις εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν δὲν τὰς παραδεχώμεθα, θὰ τὰς ἀποῤῥίψωμεν». Αὐτὴ εἶναι ἀντικειμενικῶς καὶ ἐν τοῖς πράγμασιν ἡ συμφωνία μετὰ τῶν ἰδεῶν τοῦ Στέμματος. Ὁμολογητέον ἐν τούτοις, ὅτι ὑπῆρξε στιγμή, καθ’ ἣν αἴφνης ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐμπνευσθεὶς ἀπὸ τὰς ἰδέας τοῦ συμβούλου τοῦ Στέμματος, τοῦ κυβερνῶντος τὸν τόπον ἐν περιστάσεσι κρισίμοις, τὴν ἔμπνευσιν ταύτην συνέλαβε πλήρη καὶ ἀκεραίαν. Αἱ περιστάσεις αἱ κρίσιμοι παρέστησαν πρὸς στιγμὴν ἀπειλοῦσαι καὶ αὐτὴν τὴν δημοσίαν τάξιν ἐξ ἐνεργειῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐνῷ ὅλος ὁ κόσμος ὑπὸ ὅλως διαφορετικὰς ἐντυπώσεις διατελεῖ καὶ ἐξ ὅσων δημοσιεύονται καθ’ ἑκάστην περὶ συναντωμένων ἰδεῶν τοῦ Στέμματος ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου διαφόρων πολιτευομένων, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκάλυψεν αἴφνης, ὅτι διατελοῦμεν ἐπὶ κρατῆρος φρικτῆς ἀνατροπῆς τῶν καθεστώτων καὶ ἀναρχίας, ἕνεκα ἐνεργειῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ εὐτυχῶς, ὡς εἴδετε, συγχρόνως καὶ αὐτοστιγμεὶ, χάρις εἰς τὴν ἄμεσον πρόνοιαν αὐτοῦ, κατεστάλη πᾶς τοιαύτης φύσεως κίνδυνος! Συγχρόνως εἴδομεν καὶ τὸν κίνδυνον καὶ τὴν καταστολήν. Εἴδετε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀρξάμενον ἐντόνου τινὸς διδαχῆς πρὸς τοὺς πολιτευομένους, οἱ ὁποῖοι θορυβοῦσι καὶ παταγοῦσιν· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἔλεγε προχθὲς, ὅτι, ἐὰν σκέπτεσθέ τινες νὰ ἀντλήσητε δύναμιν πολιτικὴν ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ τὴν ἀντλήσετε ἀλλαχοῦ... Ἕως ἐδῶ, Κύριοι, αἱ ἐντυπώσεις ἡμῶν ὅλων, πιστεύω, εἶναι σύμφωνοι πρὸς ὅσα ἐκ προκαταλήψεως καὶ διαφόρων διαδόσεων ἠδύνατο πᾶς τις νὰ ὑποθέσῃ, ἕως ἐδῶ φαίνεται ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπισείων τὴν δύναμιν τῆς πλειοψηφίας ἀπέναντι πάσης ἄλλης ἐξουσίας. Ποῖος ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἐπρόκειτο καὶ ἐδῶ χθὲς περὶ ταραξιῶν; Ὅπως προέβαινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀμέσως ἡ φορὰ τοῦ λόγου ἦτο νὰ εἴπῃ: «πρέπει νὰ μάθωσιν, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον ἐπιβάλλει τὰς Κυβερνήσεις, καὶ ὄχι δύναμις ἄλλη.» Ἄλλως τίνος ἕνεκα ἆρά γε θὰ ἐγίνετο ἐκείνη ἡ ἀπειλὴ πρὸς τοὺς θέλοντας νὰ ἀντλήσωσι πολιτικὴν δύναμιν, ἢ μίαν ἄλλην πηγὴν ἐξουσίας; Ἀλλ’ ἐνῷ προέβαινε λέγων ὅτι οἱ τοιοῦτοι πρέπει νὰ ἦναι πολιτευταὶ, τί ἐπάγει; «Πολιτευταὶ σώφρονες, ὑποτασσόμενοι εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους»!! Τότε ἀληθῶς ἐσυλλογίσθην, ὁποίους κινδύνους διετρέξαμεν! Φαντασθῆτε τὸν κ. Σωτηρόπουλον μαχόμενον ὄπισθεν ὁδοφραγμάτων, τὸν κ. Θεοτόκην ἐφορμῶντα κατὰ τῶν Ἀνακτόρων, τὸν κ. Συλόπουλον καὶ τὸν κ. Σκουλούδην κηρύττοντας πόλεμον κατὰ κεφαλαιούχων καὶ Τραπεζῶν, καὶ τὸν κ. Καραπάνον ἐκστρατεύοντα κατὰ τῶν μεγάλων ἰδιοκτητῶν! (γέλωτες). Φαντασθῆτε ὁποῖοι κίνδυνοι ἠπείλησαν τὴν δημοσίαν τάξιν ἐκ τοιούτων ἀναρχικῶν στοιχείων! Ἀλλ’ εὐτυχῶς ὑπάρχει Πρωθυπουργὸς γρηγορῶν, ὅστις, μόλις εἶδεν αὐτὰ τὰ σημεῖα τῆς ἀναρχίας, ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ ὑποδείξῃ εἰς τοὺς τοιούτους Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι σκέπτονται ν’ ἀντλήσωσι τὴν δύναμίν των ἀπὸ ἐπαναστάσεις, ἀνωμαλίας καὶ ταραχὰς, ὅτι πρέπει νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες αὐστηρῶς θὰ ἐφαρμοσθῶσιν. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν ταῦτα. Αἱ σημεριναὶ περιστάσεις τοῦ τόπου ἀληθῶς δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ χανώμεθα εἰς λόγους, καὶ ἔπρεπε τὸ παράδειγμα τούτου νὰ μᾶς δώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνῷ ἐλέγχει ἡμᾶς διὰ συζητήσεις μακρὰς, οὐδόλως ὀκνεῖ αὐτὸς κατ’ ἐπανάληψιν νὰ ἐξαντλῆται εἰς ἀπειρίαν λόγων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπὶ τέλους νὰ μὴ ἐξάγωμεν οὐδὲν συμπέρασμα. Δὲν φρονῶ, Κύριοι, ἐγὼ, ὅτι οἱ Πρωθυπουργοὶ, ὅταν πρόκειται μάλιστα περὶ μεριμνῶν, αἱ ὁποῖαι ἴσως δὲν πρέπει νὰ ἐκτίθενται ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Δημοσίου, δὲν φρονῶ, ὅτι περὶ πάντων, πάντοτε καὶ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν δύνανται νὰ δίδωσι λόγον. Τοὐναντίον σήμερον, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ δύο λέξεις μᾶς ἐνέπνεε τὴν ἰδέαν καὶ προσδοκίαν, ὅτι ὑπάρχει τι ἐν τῇ κεφαλῇ αὐτοῦ, σχετικὸν πρὸς ἀπειλούμενα ἐθνικὰ συμφέροντα, δυσκόλως θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προβαίνωμεν εἰς μακρὰς συζητήσεις. Τότε τί ἐχρειάζοντο αἱ ἐπανειλημμέναι αὐτοῦ ἀγορεύσεις; Ἡ συντομία τῶν λόγων Πρωθυπουργῶν, περιβαλλομένη ἀληθῶς τὸ μυστήριον σχεδίων ἐν ταῖς κεφαλαῖς αὐτῶν καὶ μέλλουσαν δρᾶσιν, θὰ ἐπεβάλλετο καὶ εἰς ἡμᾶς. Ἀλλὰ βλέπομεν ὅτι δὲν ἦτο μὲν κενὴ ἡ κεφαλὴ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἦτο πλήρης, ἀλλὰ πλήρης λέξεων μᾶλλον δυστυχῶς καὶ οὐχὶ πραγματικῶν καὶ ὡρισμένων σχεδίων. Ἄν καὶ δὲν εἴμεθα ὑπὸ τὸ κράτος πολιτικῶν ἰδεῶν καὶ περιστάσεων, ὁποῖαι ἐπεκράτησαν εἰς ἄλλο Κράτος μέγα, μεγαλυνθὲν κατὰ τὴν τελευταίαν ἑκατονταετηρίδα, θὰ ηὐχόμην νὰ ἦτο εἰς θέσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Βίσμαρκ πρὸς τὴν Βουλὴν τῆς Πρωσσίας, προκαλούμενος νὰ ἐξηγηθῇ, ὅτε ἀνενδότως μετὰ τοῦ Μόλτκε καὶ τοῦ Ῥοὺν προέβαινεν εἰς μεταῤῥυθμίσεις καὶ βελτιώσεις τῶν τοῦ στρατοῦ. Εἶπε τότε πρὸς τὴν Βουλὴν τῆς Πρωσσίας ἐν συνεδριάσει κατὰ τὸ 1863: «Ὅταν θὰ συλλάβωμεν τὴν ἰδέαν νὰ κινηθῶμεν εἰς πόλεμον, θὰ τὸ πράξωμεν, εἴτε θέλετε, εἴτε δὲν θέλετε»! Δότε μοι καὶ διὰ τὸ Κράτος ἡμῶν τὴν αὐθαιρεσίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἐμπνέωσιν ἀληθεῖς ἀποφάσεις καὶ σύστημα ἐνεργείας τινὸς πραγματικὸν, ἐν τῇ κεφαλῇ ὑμῶν ὑπάρχον, μετέλθετε ὁπωσδήποτε τοιαύτην τινὰ γλῶσσαν, καὶ τότε δυνάμεθα ἀληθῶς νὰ μὴ καταναλισκώμεθα εἰς λόγους πολλούς. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁμολογοῦμεν, ὅτι τὸ Κράτος ἡμῶν καὶ τὸ ἔθνος διατρέχει κρισίμους περιστάσεις, ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ μᾶς ὑποδείξῃ ὅτι ἔχει ἀληθὲς σχέδιον παρασκευῆς καὶ ἐν καιρῷ ἐνεργείας, ἐξαντλεῖται αὐτὴ αὕτη εἰς λόγους, μᾶς ἀφήνει μετεώρους ἐν πᾶσι! καὶ ἐνῷ σπεύδομεν νὰ μάθωμεν, ἂν αἱ ἰδέαι τοῦ Βασιλέως, αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν εἰς τὸν λαὸν, θὰ πραγματωθῶσιν, ἡ Κυβέρνησις μᾶς λέγει λόγους, καὶ μᾶς παραπέμπει εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, ἵνα ἴδωμεν, τίς οἶδε πότε, τὰ σχέδιά της! Ταῦτα εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ἐποχὴν ἠδύναντο νὰ ἐπιτραπῶσι, σήμερον ὅμως δὲν ἐπιτρέπονται, διότι σήμερον βεβαίως πᾶσα στιγμὴ παρερχομένη πρέπει νὰ θεωρῆται ὡς ζημία δυσεπανόρθωτος ἐθνική. Ἢ πρέπει τέλος σπουδαίως νὰ αἰσθανθῶμεν ταῦτα, ἢ τὰ πάντα νὰ παραιτήσωμεν. Βλέπετε τὸν Βασιλέα ἐκθέτοντα τὰς γνώμας του περὶ μέτρων ἀπαραιτήτων καὶ ἐπειγόντων, κατὰ τὸ γράμμα αὐτοῦ. Καὶ βεβαίως, ἐὰν ἐννοοῦμεν καὶ αἰσθανόμεθα ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτεθῶμεν εἰς κινδύνους, πρέπει πρωτίστως νὰ σκεφθῶμεν περὶ στρατοῦ· διότι πάντες γνωρίζουσιν, ὅτι ἀνησυχοῦσιν οἱ ἀποτελοῦντες τὸν στρατὸν, διότι δὲν ἐννοοῦσι ποτὲ εἰς δεδομένην στιγμὴν νὰ ἡττηθῶσιν ἐκ τῆς ἐλλείψεως στοιχειώδους παρασκευῆς, ἐννοοῦσι νὰ παρασκευάσητε αὐτοὺς καταλλήλως. Τῶν τοιούτων κινδύνων βεβαίως πάντες οἱ δυνάμενοι ὡς τάχιον νὰ τοὺς προλάβωσι ὑπέχουσι βαρεῖαν εὐθύνην. Πρέπει λοιπὸν, ἐὰν σκέπτεσθέ τι σπουδαῖον, νὰ ἐκφρασθῆτε ὡς τάχιον περὶ τῶν ἰδεῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὸ κείμενον τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως. Οὐδεμία ἀναβολὴ ἐπιτρέπεται. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν, εἶναι σολοικισμὸς κοινοβουλευτικὸς, τὸν ὁποῖον εἰς πᾶσαν ἄλλην στιγμὴν ἠδυνάμεθα νὰ καταδικάσωμεν, προκειμένου περὶ τῆς θέσεως τοῦ Στέμματος, ἀλλ’ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην παραιτοῦμεν πάντα ταῦτα· φέρετε ὅμως γνώμην θετικὴν, ἐντὸς βεβαίως τῶν ὅρων τοῦ δυνατοῦ περὶ τῶν πρακτέων περὶ στρατοῦ, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ ὕψιστον καθῆκον ὑμῶν διὰ τὰς τύχας ὅλου τοῦ ἔθνους.

§23ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μοὶ φαίνεται ἄπορον, πῶς ἡ πρότασις, ἡ γενομένη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῶν συναδέλφων μου τῆς μειονοψηφίας, εὗρεν οὐ μόνον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐναντίωσιν, ἀλλὰ μεγαλειτέραν ἔτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ Κράτους. Διότι, ἐὰν αὕτη καλῶς ἐξετασθῇ, ἔχουσα οὕτω: «Ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἀναβάλῃ τὰς ἐργασίας της ἐπὶ τῆς προεξελέγξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, μέχρις ὅτου ἐπὶ τῶν γνωμῶν, αἵτινες διὰ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως ἐδηλώθησαν, ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ πράγματα τῆς χώρας, εἰσαχθῶσιν αἱ προσήκουσαι πιστώσεις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι βεβαίως θὰ φέρωσι τελείαν ἀλλοίωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους», καταδηλοῖ εὐλάβειαν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Βασιλέως, σεβασμὸν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν· διότι ἡ γνώμη τοῦ Βασιλέως, ἡ οὕτω φανερῶς ἐκδηλωθεῖσα ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ἔχει τι ὅλως τὸ ἐξαιρετικόν. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ καὶ λαμβάνῃ γνώμας παρὰ τῶν συμβούλων του, ἀλλ’ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐξεδηλώθη ἡ γνώμη τοῦ Βασιλέως δι’ ἐπιστολῆς πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, δημοσιευθείσης ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἐμφαίνει τὸ ἔκτακτον τῶν περιστάσεων καὶ τὸ ἐξαιρετικὸν τῆς γνώμης. Ἠκούσατε τὴν ἱστορίαν τῶν διαγγελμάτων ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον Βόλου, τὸν εἰδικὸν εἰς τὰ Συνταγματικὰ ζητήματα, καὶ ἐμάθετε ὅτι τρία τοιαῦτα μέχρι τοῦδε ἐξεδόθησαν, ἓν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος καὶ δύο ὑπὸ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου. Τὰ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου ἀπηθύνοντο πρὸς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1864, ἔφερον δὲ τὰς ὑπογραφὰς ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μεταξὺ τῶν ὁποίων διεκρίνετο ἡ ὑπογραφὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, Ὑπουργοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Διὰ τοῦ πρώτου ὁ Βασιλεὺς παρεπονεῖτο εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι παρέτεινε τὰς ἐργασίας αὑτῆς ἐπὶ μακρὸν χρόνον, καὶ ὅτι ἓν ἔτος παρῆλθεν ἀπὸ τῆς καθόδου αὐτοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα, χωρὶς ἡ Συνέλευσις νὰ περατώσῃ τὸ πολίτευμα· προέτεινε λοιπὸν νὰ συμπληρώσῃ τὸ ὑπόλοιπον μέρος τοῦ Συντάγματος κατὰ σχέδιον ἐλάχιστα διαφέρον ἀπὸ τὸ σχέδιον τὸ συζητούμενον ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, ἀπῄτησεν ἐντὸς 10 ἡμερῶν τὴν ψήφισιν τοῦ σχεδίου, ὅπως εἰσήγετο, ἐὰν δὲ ἡ Συνέλευσις δὲν ἤθελε πράξει τοῦτο, ἐπεφύλασσε τὴν ἰδίαν γνώμην. Καὶ εἶχε τὸ δικαίωμα τοιοῦτόν τι ν’ ἀπευθύνῃ πρὸς τὴν Συνέλευσιν, διότι παρίστατο ἀφανὴς ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία, ἡ δὲ Συνέλευσις, ἔχουσα συντακτικὴν ἐξουσίαν, ἤθελε νὰ καταστήσῃ τὸ πολίτευμα ἀντικείμενον μακροτάτων συζητήσεων· ἔπρεπε δὲ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην. Ἡ Συνέλευσις ἐπέσπευσε τὰς συζητήσεις, καὶ δὲν εἶχε, νομίζω, λήξει ἡ προθεσμία, ὅτε τὸ πολίτευμα ἦτο ἕτοιμον. Τότε ἕτερον διάγγελμα ἀπηύθυνε, μὲ τὰς ὑπογραφὰς τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ, ἀποδεχόμενος τὸ πολίτευμα, ἔφερε τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὤφειλεν ἡ Συνέλευσις νὰ σκεφθῇ περισσότερον ἐπὶ τῶν διατάξεων αὐτοῦ, τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἀναθεώρησιν, καὶ ἐξήνεγκε γνώμην, ἥτις δὲ ἦτο πεπλανημένη. Ἔκτοτε παρῆλθον 30 καὶ πλέον ἔτη, καὶ πρώτην φορὰν ὁ Βασιλεὺς δημοσίᾳ ἐκφέρει γνώμην, οὐχὶ περὶ καταρτισμοῦ νόμου τινὸς, ἀλλὰ περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας· καὶ ἂν καλῶς μελετήσητε τὸ διάγγελμα, εἶναι καταδίκη τοῦ παρελθόντος, ἐκφερομένη διὰ στόματος τοῦ Βασιλέως. Διὰ τοῦτο, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, εἶπον ὅτι ἄπορον εἶναι, πῶς τὴν πρότασιν τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας, ἡ ὁποία ἐδείκνυεν εὐλάβειαν πρὸς τὸν Βασιλέα, σεβασμὸν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν ἀπεδέχθησαν εὐθὺς ἀμέσως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ τῇ Βουλῇ. Τὸ πρῶτον λάθος διωρθώθη σήμερον· ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐσταμάτησε τὰς ἐργασίας της μέχρι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, καὶ εἴπομεν νὰ περιμένωμεν...

§24ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ὄχι! ἐζητήσαμεν πληροφορίας πρὸ ἡμερῶν, καὶ αὐτὰς περιμένομεν.

§25ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἤμην παρών. Εἴπομεν σήμερον, ὅτι θὰ σταματήσωμεν τὰς συζητήσεις ἡμῶν καὶ τὴν προεξέλεγξιν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν.

§26Ι. ΑΝΤΩΝΩΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Δὲν εἴπομεν αὐτά.

§27ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Θέλετε νὰ μὲ διαψεύσητε; Εἴπομεν ὅτι θὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν, διότι σήμερον θ’ ἀποφασισθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐν τῇ Βουλῇ.

§28ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐπῃνέσατε τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, διότι ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἐζήτησαν δι’ ἐγγράφου τῆς ἐπιτροπῆς ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν σημειώματα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρουν ἀπαραίτητα πρὸς ἀκριβῆ μελέτην καὶ προεξέλεγξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τοῦτο δὲ, ὡς ἔκτοτε ἐδηλώθη, ἐγένετο ἐκ πρωτοβουλίας ἐμοῦ, καὶ τὸ ἐνθυμεῖσθε βεβαίως καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Καλαβρύτων, ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν, δὲν μᾶς ἦλθον· σήμερον δὲ ἀπηυθύναμεν νεώτερον ἔγγραφον πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπαναλαμβάνομεν τὸ αἴτημα, δηλοῦντες ὅτι ἄνευ τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν δὲν δυνάμεθα νὰ προεξελέγξωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἰδοὺ διατί ἀνεβάλομεν τὴν συζήτησιν.

§29ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὅ,τι εἴπατε, εἶναι ἀληθές, ἀλλ’ ἐπίσης ἀληθὲς εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγὼ σήμερον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της ἐπί τινας ἡμέρας.

§30ΜΠΟΥΤΟΣ. Αὐτὴν τὴν φορὰν δὲν λέγετε ἀλήθειαν.

§31ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν συνειθίζω νὰ ψεύδωμαι, καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ ἀνακαλέσητε (θόρυβος).

§32ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν συνειθίζω νὰ ἀνακαλῶ· δὲν ἐσκόπουν ὅμως νὰ σᾶς προσβάλω. Σᾶς λέγω μόνον, ὅτι αὐτὴν τὴν φορὰν λέγετε ἀνακριβείας. Ἴσως ἀντελήφθητε ἐσφαλμένως.

§33ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω εἰς κανένα νὰ εἴπῃ ὅτι ψεύδομαι. Τέλος πάντων σήμερον ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις, ἔστω δι’ οὓς λόγους ἀνέφερον οἱ συνάδελφοι. Ἀπορίας ἄξιον ὅμως εἶναι, πῶς εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς δὲν ἐσταμάτησαν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην, ὅπως δώσωμεν τὸν καιρὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν γνωμῶν τοῦ Βασιλέως, διότι, ὡς προεῖπον, τὸ πρῶτον ἤδη ὁ Βασιλεὺς ἐκφέρει γνώμην κατὰ τρόπον ἐπίσημον περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, ἀπευθύνει δὲ τὴν ἐπιστολὴν ταύτην πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δημοσιεύεται αὕτη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀναδημοσιεύεται ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων, κατέστη ἑπομένως κτῆμα ὅλου τοῦ κόσμου. Ὅλος ὁ πεπολιτισμένος κόσμος ἀνέγνωσεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐξεδήλωσε γνώμην, διὰ τῆς ὁποίας καταδικάζει τὸ παρελθόν...

§34ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ τὸ παρόν.

§35ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. .. Καὶ ἐξεδήλωσε γνώμην, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, περὶ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας. Καὶ δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι πρέπον εἰς τὴν τοιαύτην γνώμην τοῦ Βασιλέως νὰ δοθῇ ἀπάντησις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς; Ὅταν δὲ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν κατὰ ποίαν στιγμὴν ἡ γνώμη τοῦ Βασιλέως ἐξεδηλώθη, τότε θὰ ἐκτιμήσῃ καὶ τὴν ἔκτακτον σημασίαν, ἣν αὕτη ἔχει διὰ τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐπερατοῦτο κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ἡ συζήτησις περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἀκριβῶς δὲ καθ’ ἣν στιγμὴν ἔληγεν, ἐδημοσιεύετο ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ποῖον ἦτο τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως, ὑμεῖς τὸ γνωρίζετε· ἐγὼ δὲν θὰ θελήσω νὰ κατηγορήσω ὡρισμένην Κυβέρνησιν, θὰ εἴπω μόνον, ὅτι τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως ἦτο, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην στιγμὴν τοῦ ἐθνικοῦ βίου εὑρέθη ἀνέτοιμος. Καὶ εὑρέθη ἀνέτοιμος ὄχι διὰ τὰς ἐλλείψεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως μόνον, ἀλλὰ διὰ τὰς ἐλλείψεις ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, ὅσαι ὑπηρέτησαν τὸν τόπον τοῦτον. Καὶ ὅταν φαντάζωμαι ὁποία θὰ ἦτο ἡ θέσις τῆς πατρίδος μου, ἐὰν κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἡ χώρα ἦτο συντεταγμένη στρατιωτικῶς, λυποῦμαι, διότι εὑρίσκω, ὅτι ἡ πατρίς μου ἀπώλεσεν εὐκαιρίαν καλλίστην νὰ δοξασθῇ, ὄχι πλέον ὡς Ἑλλάς, ἀλλ’ ὡς ἔθνος πεπολιτισμένον· διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν συνείθισα ποτὲ νὰ ἀρνοῦμαι τὸν πατριωτισμὸν οὔτε εἰς τοὺς ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) οὔτε εἰς τοὺς ἐντεῦθεν (δεικνύει τὴν δεξιὰν) καθημένους, καὶ δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ᾐσθάνετο τὴν χώραν ἑτοίμην, ἤθελε τολμήσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο καθῆκον ὄχι μόνον ἐθνικὸν, ἀλλ’ ἦτο καθῆκον φιλανθρωπικὸν, ἤθελε δ’ οὕτω ἀποδείξει καὶ πάλιν ἡ Ἑλλάς, ὅτι ἀναλαμβάνει αὐτὴ νὰ ἀμύνηται κατὰ τῶν βαρβάρων. Ὅταν ὁλόκληρος ὁ πεπολιτισμένος κόσμος ἐδυσφόρει καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἐν Εὐρώπῃ ἤσχαλλε κατὰ τοῦ μεγάλου τυράννου, οὐδεὶς δὲ ἐτόλμα, διὰ τὴν κατ’ ἀλλήλων ἀντιζηλίαν, ὁποία θὰ ἦτο ἡ θέσις τῆς πατρίδος, ἐὰν ἡμεῖς ἐτολμῶμεν, συντεταγμένοι ὄντες; Ἠθέλομεν ἔχει ὄπισθεν ἡμῶν, δύναμαι μετὰ πεποιθήσεως νὰ τὸ εἴπω, ὁλόκληρον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, καὶ θὰ ἐξετελοῦμεν ὄχι μόνον ἱερὰν ὑποχρέωσιν πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ καθῆκον πρὸς τὸν πολιτισμόν. Ὅταν λοιπὸν, Κύριοι, ἡ συζήτησις κατέπαυε, καὶ ἀπεδείκνυε, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, ὅτι εἴμεθα ἀνέτοιμοι, αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν ἐδημοσιεύθη ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως. Ὁ Βασιλεὺς λέγει διὰ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης πρὸς ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν, ὅτι μέχρι τοῦδε κάκιστα ἐπολιτεύθημεν, καὶ λέγει τοῦτο ὄχι μόνον διὰ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς πατρίδος, ἀλλὰ καὶ δι’ ἑαυτόν· διότι εἶναι μὲν ὁ Βασιλεὺς ἀνεύθυνος, ἀλλ’ ἔχει ἱστορικὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ διαγράψῃ. Ἡ ἱστορία θὰ εἴπῃ, ὅτι μέχρι τῆς προχθὲς ἡ Ἑλλάς, εἴτε διὰ τοῦτον εἴτε δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον, εὑρέθη ἀνέτοιμος, ταύτην δὲ τὴν ἱστορικὴν ἀλήθειαν οὐδεὶς δύναται νὰ ἐξαλείψῃ. Δὲν ἦτο δὲ πρέπον, Κύριοι, ἀφοῦ τὸ γεγονὸς τοιαύτην ἔχει σημασίαν, νὰ γείνῃ τὸ πρῶτον ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ; Δὲν εἶναι προσῆκον νὰ ὑποδειχθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ τὰς σχετικὰς πιστώσεις, καὶ ἐκεῖ, κατὰ τὴν συζήτησιν, ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, τίνα ἔχει γνώμην ἐπὶ τῶν γνωμῶν τοῦ Βασιλέως; Διότι περὶ τοῦ ὁποίαν γνώμην ἔχει ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐπιτρέπεταί τις νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὡς καλῶς παρετήρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐφ’ ὅσον παρακάθηνται εἰς τὰ ἑδώλια οἱ Ὑπουργοί, σημαίνει τοῦτο, ὅτι ἀπεδέχθησαν τὴν γνώμην τοῦ Βασιλέως καὶ ἡ δημοσίευσις τῆς ἐπιστολῆς εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὸ αὐτὸ ὑποδηλοῖ. Κατὰ τύπους μὲν δύναται νὰ ἔχῃ τι τὸ πλημμελὲς, ὅτι δὲν φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως ἔφεραν τὰ δύο προηγούμενα διαγγέλματα, ἀλλὰ τοῦτο δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἐκ τούτου, ἐκ τοῦ προσώπου, πρὸς ὃ ἀπηυθύνετο· διότι ἡ ἐπιστολὴ ἀπηυθύνετο πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θὰ ἦτο ὀξύμωρον νὰ φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Ὑπουργῶν ἐπιστολή, ἡ ὁποία πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπηυθύνετο. Λοιπὸν πρέπον εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τάχιστα τὰς πιστώσεις, τὰς σχετιζομένας πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, διὰ τῶν ὁποίων αἱ γνῶμαι τοῦ Βασιλέως θὰ κατασταθῶσι πρᾶγμα· διότι τὰς σχετικὰς πιστώσεις θὰ τὰς ἐξεύρῃ ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως ὄχι ἐκ τοῦ ἀέρος λαμβάνουσα τὰ χρήματα, ἀλλ’ εἴτε διὰ φορολογίας, εἴτε διὰ δανείων, εἴτε διὰ οἰκονομιῶν· καθ’ οἱονδήποτε δὲ τρόπον καὶ ἂν ἐξεύρῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ χρήματα, ἔχει ἀνάγκην ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐπεξεργασθῇ ἐκ νέου τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶπον ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτι ἀπορίας ἄξιον εἶναι, πῶς τὴν πρότασιν εὐθὺς ἀμέσως δὲν ἀπεδέχθη καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ Βουλή, ὅπως ὑποχρεωθῇ, ὡς τάχιστα, ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ τὰς πιστώσεις τὰς σχετικὰς, ἵνα μὴ μείνῃ ἡ γνώμη τοῦ Βασιλέως ἄνευ ἀπαντήσεως. Διότι ἡ γνώμη τοῦ Βασιλέως ἀπηυθύνθη, ὡς εἶπον, εἰς τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ἐγένετο κτῆμα ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ θὰ ἦτο ἀπρέπεια καὶ ἀσέβεια καὶ ἀνευλάβεια, ἐὰν ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἔμενον αἱ γνῶμαι τοῦ Βασιλέως ἄνευ ἀπαντήσεως. Ὁπωσδήποτε ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ δώσωμεν οἱανδήποτε θέλομεν ἀπάντησιν, οἱανδήποτε ἡμεῖς νομίζομεν συμφέρουσαν εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ κατ’ ἀρχὴν οὐδεὶς θέλει εὑρεθῆ ἐνταῦθα ἀντιλέγων, ὅτι συμφέρον εἰς τὸ Κράτος εἶναι, τὰ τοῦ στρατοῦ νὰ ὀργανωθῶσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ὑποστῶμεν καὶ δευτέραν ἀποτυχίαν εἰς τὸ μέλλον. Ἐὰν δὲ οὕτω πολιτευθῶμεν καὶ σωφρόνως καὶ ταχέως, καὶ ἑτοιμάσωμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς ὅσον τὸ δυνατὸν ἀσφαλῶς καὶ καλῶς, τότε δυνάμεθα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν συνδρομὴν τοῦ στρατοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του πρὸς τὴν πατρίδα, τότε δυνάμεθα ὑπερηφάνως νὰ λέγωμεν, ὅτι δὲν προτιθέμεθα νὰ διαταράξωμεν τὴν εἰρήνην τῆς Εὐρώπης, οὔτε νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας· ἐὰν ὅμως οἱ κίνδυνοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς περικυκλοῦσι πανταχόθεν, ἐκραγῶσι, θὰ εὑρεθῶμεν ἅπαντες εἰς τὰς θέσεις μας, ἀλλὰ θὰ εὑρεθῶμεν ἕτοιμοι νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἡρμήνευσε τὰ φρονήματά μου, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐξηγήσω, ἐὰν ἡ διερμήνευσις αὕτη ἦτο ὀρθὴ ἢ μή. Ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅτι αὐτὸς γνωρίζει ἢ εἰκάζει, ὅτι ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἦτο στρατιωτικῶς ἑτοίμη, ἐγώ, ὡς διευθύνων τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἤθελον ἀμέσως ἐκπληρώσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνισμὸς ποθεῖ. Ἡ εἰκασία αὕτη αὐτοῦ βεβαιῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβής. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει πολλὰ καὶ ποικίλα συμφέροντα, ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες διοικοῦσιν αὐτὴν νῦν, ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον διοικήσει αὐτὴν εἰς τὸ μέλλον, ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι τὰ βλέμματα αὐτῶν ἐπὶ πάντων τούτων τῶν συμφερόντων. Καὶ ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν εἶσθαι ἑτοίμη στρατιωτικῶς οὕτως, ὅσον τὸ Κράτος καὶ ὁ πληθυσμὸς αὐτοῦ καὶ τὰ μέσα αὐτοῦ ἐπιτρέπουσιν, ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἦτο συνετὸν, ἐὰν ἔμελλε νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα παράτολμον κίνημα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἤθελε διαπράξει κατὰ τὴν τελευταίαν κρίσιν τῆς Κρητικῆς ὑποθέσεως. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἔλεγεν ὁ πρίγκηψ Βίσμαρκ κατὰ τὸ 1863 ἢ 1864, ἠδύνατο νὰ τὸ εἴπῃ, ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ εἴπῃ, καὶ ἐὰν ἔλεγε τοιοῦτόν τι, ἤθελεν ὑποληφθῇ ὅτι παραφρονεῖ. Ἐὰν ὁ Βίσμαρκ κατὰ νοῦν εἶχε νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὰ ὅρια τὰ πρὸς δυσμὰς τοῦ Γερμανικοῦ Κράτους, ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ στρέψῃ τὰ ὄμματά του καὶ πρὸς Βοῤῥᾶν καὶ πρὸς Νότον καὶ πρὸς Δυσμὰς καὶ πρὸς Μεσημβρίαν, οὐδ’ ἐπιτρέπεται αὐτῷ νὰ διακινδυνεύσῃ τὴν τύχην καὶ τὸ μέλλον τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ, διότι ἐν μιᾷ χώρᾳ οἱ ὁμόφυλοι καὶ οἱ ὁμοεθνεῖς του, δυσφοροῦντες κατὰ τῶν βασάνων καὶ τῆς κακοδιοικήσεως, ἀναγκάζονται νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ ὅπλα. «Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἑτοίμη...» Ἐπεθύμουν νὰ ἐννοήσωμεν, τί ἐννοοῦσι διὰ τοῦ ὅρου «ἑτοίμη». Ἐννοοῦσι διὰ τοῦ ὅρου «ἑτοίμη» ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνόει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἢ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνόει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος; Ἐννοοῦσιν ὅτι πρέπει νὰ παραιτήσωμεν πᾶσαν ἄλλην μέριμναν, πᾶσαν ἄλλην φροντίδα περὶ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, πᾶν καθῆκον ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, καὶ νὰ μετατρέψωμεν πάντα τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ πᾶσαν τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν αὐτοῦ καὶ πᾶσαν τὴν κίνησιν αὐτοῦ ἐπὶ ἓν καὶ μόνον, ἐπὶ τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας; Καὶ ἐὰν τοῦτο ἤθελεν ἐνοήσει τις, ἢ ἐὰν τοῦτο ἤθελε προταθῆ πρὸς συζήτησιν, ἢ ἐὰν τοῦτο ἤθελε γενῆ ἀποδεκτὸν ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀποτελεῖ τὴν Κυβέρνησιν, τί ἤθελε συμβῆ, ἐὰν τὰ ἐν τῇ Ἀνατολῇ πράγματα καὶ τὰ ἐν τῇ Εὐρώπῃ πράγματα ἤθελε διαῤῥυθμίσει βεβιασμένως, καὶ ἀδίκως ἴσως, ὁ πανταχοῦ κρατῶν φόβος τοῦ πολέμου; Διηρπάζετο ἐπαρχία, ἡ ὁποία ὑπὸ τῆς Εὐρώπης εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ὅτι εἶναι ὁ προμαχὼν τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατὰ τοῦ Βουλγαρικοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἀρτίως εἶχε σχηματισθῆ, ἡμεῖς δὲ προεβαίνομεν, ὄχι ἵνα πολεμήσωμεν, ἀλλ’ εἰς διαμαρτυρίαν καὶ εἰς παρασκευὴν, ὅπως ἐν ἀνάγκῃ, συνεννοούμενοι μετ’ ἄλλων, πράξωμεν ὅτι τὸ καθῆκον τῆς πατρίδος ἀπῄτει, πρὸς διάσωσιν τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ἀνάστροφος πολιτικὴ τῆς Εὐρώπης, καὶ πολιτικὴ ἄδικος, ἐνέκρινε καὶ ἀνεγνώριζε παράδειγμα ἐπικίνδυνον καὶ ἐπιβλαβὲς, διότι ἡ θεσμοθέτις Εὐρώπη ἐνίσχυσε καὶ ἐνεθάῤῥυνε τὴν διάῤῥηξιν τῶν δεσμῶν, τοὺς ὁποίους αὐτὴ αὕτη ἡ Εὐρώπη εἶχε κατεργασθῆ, ἴσως ἀσυμφόρως εἰς αὐτὴν τὴν Εὐρώπην, διότι οἱ ὑπολογισμοὶ αὐτῆς ἀπεδείχθησαν μὴ ἀκριβεῖς. Ἀλλ’ ἀνάστροφος, λέγω, πολιτικὴ ἐματαίωσε τὴν ἀπόπειραν καὶ τὰς προσπαθείας ἡμῶν, καὶ ἐνῷ ἕνδεκα παρῆλθον ἔκτοτε ἔτη, ὑπάρχουσιν ἀκόμη οἱ ὀλολύζοντες καὶ τίλλοντες τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς, διότι ἐδαπανήσαμεν ὅσα ἐδαπανήσαμεν, ἂν καὶ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήσαμεν, τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν ἀκόμη συντηροῦσι τὸν στρατὸν μέχρι καὶ τοῦ ἔτους τούτου. Ἡμεῖς οὐδέποτε διενοήθημεν νὰ παραδεχθῶμεν τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἀπήγγειλαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι καθῆκον ἔχομεν νὰ συμπληρώσωμεν τὰ κενὰ, τὰ ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ συμπληρώσωμεν αὐτὰ κατὰ τρόπον, ὅστις οὔτε νὰ ἐξαντλήσῃ μέχρι τῶν ἄκρων τὸ Κράτος οὔτε νὰ ἐγείρῃ βλέμματα ἐκτός ἡμῶν ἐφ’ ἡμᾶς, βλέμματα ἐταστικὰ καὶ ζητοῦντα καὶ προσπαθοῦντα νὰ διεισδύσουν εἰς τοὺς διαλογισμοὺς τοὺς μυχίους ἡμῶν. Κατὰ τοῦτο διαφέρουσι τὰ μέτρα, τὰ ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ Ἡγεμόνος περιεχόμενα, πρὸς τὰ μέτρα τὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου προταθέντα ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ἐμνημόνευσα πρὸ μικροῦ. Ἀλλὰ «ἀνατροπὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος»! Ὁμιλοῦσι περὶ διαγγελμάτων, ὁμιλοῦσι περὶ τῶν κινδύνων, εἰς τοὺς ὁποίους ὠθήσαμεν τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, περὶ τῆς μειώσεως τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς εὐλαβείας τῆς ὀφειλομένης πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, ἧς μειώσεως ἕνεκα ἐπάγεται ἡ μείωσις τῆς αἴγλης τοῦ Στέμματος καὶ τῆς μεγαλειότητος τοῦ Θρόνου. Τί ἐστὶ διάγγελμα; Καὶ πρόκειται περὶ διαγγέλματος; Ποῖος σᾶς ἐδίδαξε τὸ Συνταγματικὸν δίκαιον, ὑμᾶς, οἵτινες ὁμιλεῖτε περὶ διαγγέλματος; Καὶ μεταξὺ ὑμῶν, τῶν ταῦτα λεγόντων, ὑπάρχουσι πολιτευταί, οἱ ὁποῖοι ἀναφυλλίζουσι τὸ πολίτευμα 15 καὶ 20 ἔτη, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ διδάσκωσιν αὐτὸ καὶ ὄχι νὰ ζητῶσι νὰ παρασύρωσιν ἡμᾶς εἰς ἑρμηνείας μὴ ὀρθὰς τοῦ πολιτεύματος. Διαγγέλματα λέγονται τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ μία τῶν ἐν τῇ Πολιτείᾳ καθεστηκυιῶν νομίμων ἐξουσιῶν ἀπευθύνει πρὸς τὴν ἄλλην. Καὶ ἀπηύθυνεν ὁ Βασιλεὺς διάγγελμα πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἀντιπροσώπων; Καὶ ὁμιλεῖτε περὶ διαγγέλματος! Ὁ Βασιλεὺς ἀπηύθυνεν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν πρῶτον σύμβουλον, τὸν ὁποῖον τῇ ἐνδείξει τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ λαοῦ ἐξελέξατο καὶ ἔχει παρ’ ἑαυτῷ. Τί ἔχει ἡ Βουλὴ περὶ τούτου; Ἐὰν αὐτός, ὅστις ἔλαβε τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως, προέβη εἰς δημοσίευσιν αὐτῆς, καὶ διὰ τῆς πράξεως ταύτης δηλώσας ὅτι ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ τὸ αὐτὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον δηλοῦται διὰ τῆς ἐπιστολῆς ὅτι ἔχει ὁ Ἡγεμὼν, ἐὰν αὐτὸς δὲν ἐκτελέσῃ τὰ ἐν τῇ ἐπιστολῇ, βεβαίως ὁ Ἡγεμὼν ἔχει ἀφορμὴν καὶ δικαίωμα νὰ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ πολίτευμα ἀνέθηκεν εἰς αὐτὸν, νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ τοὺς Ὑπουργούς. Καὶ ἐπὶ πάντων τῶν θεμάτων καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς θέμασι τοῖς ὑπερτάτοις, τὰ ὁποῖά εἰσι συναφῆ μετὰ τῆς ἱστορίας τοῦ παρελθόντος καὶ μετὰ τῶν ἐλπίδων τοῦ μέλλοντος, καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς θέμασιν, ὁδηγοῦνται ἀπὸ ἰδέας μικροτήτων, καὶ προβαίνουσιν εἰς ἐπικρίσεις συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα ἐτελέσθησαν οὕτως ἢ ἄλλως, καὶ ῥίπτουσιν ὑπαινιγμοὺς περὶ ἐπιστολῶν καὶ διαταγῶν τοῦ Βασιλέως, ὑπαινιγμοὺς ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔῤῥιψε τὸ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργεῖον κατὰ τὰ 1892. Πάντα ταῦτά εἰσι θέματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ φέρωμεν εἰς συζήτησιν κατὰ τὴν ὥραν ταύτην; Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς ἐνέκρινεν ὅτι ἔπρεπε νὰ παύσῃ ἐμὲ καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς κατὰ τὰ 1892, οὐδεὶς ἠμφισβήτησε τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ Βασιλεὺς δικαίωμα ἔχει νὰ μᾶς παύσῃ, ἐὰν κρίνῃ ὅτι τοῦτο ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς φαίνεται ὅτι δὲν κρίνει τοῦτο ὡς ἐπιβαλλόμενον ἀπὸ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Οἱ σπεύδοντες, οἱ ἀνυπόμονοι, ἂς ἔχωσιν ὑπομονὴν, ἴσως παρουσιασθῇ εὐκαιρία τοιαύτη, ἵνα ὁ Βασιλεὺς ἐνασκήσῃ τοιοῦτον δικαίωμα καθ’ ἡμῶν, ἴσως παρουσιασθῇ εὐκαιρία, ἵνα ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐκδηλώσῃ τὴν μείωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης της πρὸς ἡμᾶς, ὅτε θέλομεν ἀφήσει τὴν θέσιν μας, ἵνα τὴν καταλάβωσιν ἄλλοι. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὁ πόθος οὗτος πρέπῃ νὰ ἀναβάλληται, δὲν πρέπει νὰ θερμαίνῃ τοὺς τελοῦντας τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ἰδίως ὁ πόθος οὗτος εἶναι ἄκαιρος, καὶ προτρέπω πάντας ὑμᾶς, φίλοι συνάδελφοι, νὰ ἀναβάλητε τοὺς τοιούτους πόθους, ἵνα ἴδωμεν πρὸ παντὸς τί πρέπει νὰ πράξωμεν, ἵνα βοηθήσωμεν ὅσον δυνάμεθα, ἵνα προσενέγκωμεν ὅσας δυνάμεθα ὑπηρεσίας εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐν κακῇ καταστάσει. «Ἀλλὰ ποίας ἰδέας ἔχεται ὑμεῖς»; μᾶς λέγουσιν. Ἔχω τὰς ἰδέας, ὅτι πρέπει νὰ ὀργανωθῶμεν πληρέστερον στρατιωτικῶς, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰς προσθέτους αὐτοῦ ἐργασίας, μὲ τὰς ὁποίας οὗτος ἐπασχολεῖται, ὅτι πρέπει τὰ ἔφιππα σώματα νὰ καταρτισθῶσι μᾶλλον ἀρτίως, ὅτι ἡ ἐφεδρεία νὰ ἀσκῆται, ὅτι ἐὰν αἱ ἀποθῆκαι τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς δὲν περιέχωσιν ὅσα πρέπει νὰ περιέχωσι, πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ἵνα καὶ εἰς αὐτὰς εἰσαγάγωμεν ὅ,τι δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν. Πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα φρονῶ, πᾶσαι αὗται αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἔχω, νομίζετε ὅτι ἐγεννήθησαν ἐν ἐμοὶ χθὲς καὶ πρώην; Δὲν ὡμίλησα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον εἰς ὑμᾶς περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ ἀποξενώσωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰς προστεθείσας αὐτῷ ἀλλοτρίας ὑπηρεσίας; Δὲν εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως ἀρτιωτέρας τῆς χωροφυλακῆς; Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἵτινες, πρὶν ἢ γένηται λόγος τις περὶ συμπληρώσεως κενῶν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ, ἐφροντίσαμεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν συνδρομὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἵνα μᾶς παράσχῃ τὰ μέσα ταῦτα; Καὶ ἐπειδὴ αἱ περιστάσεις δὲν εὐκόλυναν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ μᾶς παράσχῃ ταῦτα, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἵτινες ἀνελάβομεν ὑπ’ εὐθύνην ἡμῶν κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς νὰ σπεύσωμεν νὰ πληρώσωμεν, ἐφ’ ὅσον ἐξήρτητο ἀπὸ ἡμᾶς, τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον; Ἀλλὰ, Κύριοι, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ἀκριβῶς, τί ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ζητεῖ καὶ ἐπιθυμεῖ. Ἡμεῖς δὲν σκοποῦμεν νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτας παρασκευὰς, ἐκτάκτους καὶ σπασμωδικὰς, πρὸς τὰς ὁποίας ἴσως ἤθελεν εὑρεθῆ τὸ Κράτος ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἀδυναμίᾳ, διότι δὲν σκοποῦμεν, εὐθὺς ὡς τὰς παρασκευὰς συμπληρώσωμεν, νὰ ὠθήσωμεν τὸ Κράτος καὶ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν αὐτοῦ νὰ προβῇ πέραν τῶν ὁρίων· σκοποῦμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὰ κενὰ τοῦ στρατοῦ, ἵνα δύνηται ὁ στρατὸς νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις μελετῶν εὐρυτέρων, ὅταν καθαρισθῇ ὁ ὁρίζων τῆς Εὐρώπης καὶ ὅταν ἤθελεν ἐνδειχθῆ εἰς ἡμᾶς, ὅτι αἱ περιστάσεις δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν ἀπὸ ἀδιαφόρων εἰς χρησίμους καὶ ἀπὸ ἀλλοτρίων εἰς ἐνδιαφερούσας ἡμᾶς. Ἀλλὰ διατὶ ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ζητεῖ νὰ διακόψῃ πᾶσαν ἐργασίαν, ἕως ἂν φέρωμεν τὰς προτάσεις ταύτας; Ἔλεγέ τις πρὸ μικροῦ, ὅτι πᾶσα ἡμέρα παρερχομένη εἶναι ἀπώλεια διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἤκουσα τὰς φράσεις ταύτας πρὸ 14 ἢ 15 ἐνιαυτῶν· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ προβῶ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ παρελθόντος, ὀφείλω νὰ εὐλαβηθῶ αὐτὸ, ἀλλὰ δὲν εἶμαι οὔτε ἐξ ἐκείνων, οἵτινες συμμερίζονται τὰς περὶ τοῦ παρελθόντος γνώμας τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ. Ἐψηφίσθη ἀληθῶς κατὰ τὸ 1892 νόμος περὶ ἀδείας δανείου 40 ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ὁπλισμοὺς τοῦ Κράτους καὶ εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἦτο ἡ τρίτη ὥρα μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ὅταν ἀνέβην ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα ἀντιλέξω πρὸς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο τοῦ δανείου τούτου ἡ συνομολόγησις, καὶ ἐνθυμοῦμαι τί μοὶ συνέβησαν, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἀναμνήσω ἤδη εἰς ἐκείνους, οἵτινες καὶ τότε ἦσαν μέλη τῆς Βουλῆς. Μετ’ ὀλίγα ἔτη συνωμολογήθη ἄλλο δάνειον μέγα, ἐξ 170 ἑκατομμυρίων, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε συγχωνευθῆ τὸ δάνειον τῶν 40 ἑκατομμυρίων, καὶ ἐν τῷ δανείῳ τῶν 170 ἑκατομμυρίων ὑπῆρχεν ἡ προαίρεσις, ἀνηγγελμένη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι μέγα ποσὸν αὐτοῦ θέλει χρησιμεύσει εἰς ἐξοπλισμοὺς τοῦ Κράτους, εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων. Ἀλλὰ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν οἱ ἐξοπλισμοί. Περιστάσεις ἀνώτεραι τῆς θελήσεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνων, πλοκαὶ δυσχερειῶν τῆς διοικήσεως ἀπέτρεψαν αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ ἔργου τούτου, καὶ ἐσκέφθησαν κατόπιν δι’ ἄλλου συνδυασμοῦ μετὰ δανείου περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν θωρηκτῶν. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐγὼ ἤμην ἐν τῇ θέσει αὐτῶν, ἂν ἤθελον διοικήσῃ οὕτω, καὶ οὕτω διαχειρισθῆ τὰς πιστώσεις ἐκείνας· ἐκεῖνοι ὅμως, οἵτινες ἦσαν ἐν τῇ διοικήσει, οὕτως ἔκριναν. Δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω αὐτούς. Ἐὰν διεφώνουν καὶ τότε, ἐὰν διαφωνῶ καὶ τώρα, ἀφήνω νὰ κρίνῃ αὐτοὺς ἡ ἱστορία, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ὅμως νὰ δώσω ἀπαισίαν καὶ μέλαιναν ψῆφον κατ’ αὐτῶν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ἔδιδε πρὸ μικροῦ εἰς αὐτούς. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὁ τόπος τῶν ἀπροόπτων. Ἄλλως ἄρχεταί τις τοῦ ἔργου, καὶ ἄλλως ἐν τῷ μέσῳ περιπλοκαὶ παρατρέπουσιν αὐτὸν, καὶ εἰς ἄλλα καταλήγει ἀποτελέσματα. Τίς οἶδε, καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες τότε διεχειρίζοντο τὰ κοινὰ, ὑπὸ τίνων σκέψεων ἢ προσκομμάτων ἢ περιπλοκῶν παρετράπησαν! Ἐπειδὴ δὲ μάλιστα δὲν εἶναι ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, ἂς μὴ ἀναμιμνησκώμεθα αἰωνίως αὐτῶν, καὶ ἂς παραπέμψωμεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἱστορίαν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιῤῥίψητε εὐθύνην καὶ εἰς ἡμᾶς, διότι καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν δὲν ἀπεχωρίσθη ὁ στρατὸς ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων αὑτῷ ἔργων; διότι δὲν ἐγένοντο ὁπλισμοὶ τοσοῦτοι καὶ τοιοῦτοι, οἷοι πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῷ Κράτει; Δὲν ἐνθυμεῖσθε ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἐκλήθημεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Δὲν ἐνθυμεῖσθε ποῖά τινα ἐνομίζομεν ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπέβαλλεν ἡμῖν νὰ ἐπαγγελθῶμεν πρὸς τὸν λαόν; Ἐπηγγέλθημεν περισυλλογὴν τῶν κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην ναυαγίων, δὲν ἐννοοῦμεν ὅμως, ἵνα λάβωμεν τὸ ξίφος καὶ ἑπομένως περιβάλωμεν τὰ σώματα ἡμῶν διὰ παντὸς ὅπλου ἀμύνης καὶ ἐπιθέσεως, οὔτε παρελίπομεν ὅμως, μόλις ὡς ἐφάνησαν ἐλαφρά τινα καὶ ἀραιὰ νέφη ἐπὶ τοῦ ὁρίζοντος, νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὴν χωροφυλακὴν καὶ νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὰς ἀνάγκας, αἵτινες ἐφαίνοντο ἡμῖν, ὅτι ἐδημιουργοῦντο ὑπὸ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων. «Καὶ πῶς θέλετε ἐκτελέσει τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ Ἡγεμόνος;» Θέλομεν τὰ ἐκτελέσει διὰ πιστώσεων, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, καὶ διὰ νόμων, οἵτινες πρέπει νὰ ψηφισθῶσι καὶ κυρωθῶσι, τροποποιοῦντες ἄλλους νόμους συναφεῖς πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. «Νὰ παύσωμεν λοιπὸν πᾶσαν ἐργασίαν ἕως νὰ φέρητε τοὺς νόμους τούτους»! Νομίζω ὅτι ἡ μέθοδος εἶναι μέθοδος παραλυτικὴ, καὶ ἐφ’ ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς, δὲν σκοποῦμεν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παραλύσῃ πᾶσαν ἐργασίαν ἐσωτερικὴν, καὶ πᾶσαν ἀνάγκην τῆς διοικήσεως νὰ ἐγκαταλείψῃ ἐντελῶς. Ἡμεῖς θέλομεν προβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ μετ’ ὀλίγον καὶ μετά τινας ἑβδομάδας καὶ μετὰ ἄλλας ἑβδομάδας, διαφόρους προτάσεις. Ἡ Βουλὴ θέλει βασανίσει αὐτάς. Ἐὰν ἡ ψήφισις τῶν προτάσεων τούτων φέρῃ μεταβολὴν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, θέλουσιν αὗται παραπεμφθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις θέλει μελετήσει αὐτὰς καὶ θέλει φέρει τὴν ἐπ’ αὐτῶν γνώμην της. Ἀλλὰ θέλουσι πάντως μεταβληθῆ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τῶν ἡμετέρων προτάσεων; Θέλουσι μεταβληθῆ τὰ τῶν ἐσόδων αὐτοῦ; Θέλουσι μεταβληθῆ τὰ τῶν ἐξόδων αὐτοῦ; Ἐγὼ ἀμφιβάλλω. Καὶ ἂν ἤθελον προταθῆ προτάσεις, αἵτινες ἤθελον ἐπηρεάζει τὰ ἔσοδα, εὐχερέστατον ἔργον θέλει εἶσθαι, ἵνα τὰ ἐκ τῶν προτάσεων τούτων προσδοκώμενα ἔσοδα προστεθῶσιν εἰς τὰ ἔσοδα τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ὑπισχνοῦμαι, ὅτι θέλω φέρει προτάσεις, ἵνα δι’ αὐτῶν ζητήσω παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν μεταβολὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Τὰ ἔξοδα θέλουσι μείνει ἀναγεγραμμένα, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, θέλω δὲ πάντως — καὶ διὰ τοῦτο δίδω πλήρη ὑπόσχεσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ εἰς τοὺς συμπολίτας μου — ἐπιμεληθῆ καὶ ἀσχοληθῆ, ἐὰν μείνω ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἵνα ἡ διαχείρισις τῶν ἐξόδων τούτων γένηται μετὰ τοσαύτης φειδοῦς, ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας τῆς διοικήσεως, καὶ ὡς διὰ τῆς φειδοῦς κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν πιστώσεων τοῦ Κράτους ἠδυνήθημεν νὰ ἐλαττώσωμεν μέχρι τοῦδε τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, θέλομεν ὡσαύτως δαπανήσει καὶ κατὰ τὸ 1897, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν διοικοῦντες, ποσὰ ὀλιγώτερα τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων. Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε συμβῆ — δὲν γνωρίζω ἂν ἐπ’ ἀγαθῷ ἢ κακῷ τῆς Ἑλλάδος — νὰ μὴ ἐπέλθῃ διατάραξίς τις ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ἑπομένως πλήρης ὁμοφροσύνη ἐν τῇ Εὐρώπῃ νὰ εὕρῃ διεξόδους ἀπροόπτους εἰς τὰς δυσχερεστάτας πλοκὰς, αἵτινες ἐξυφάνθησαν ἐκ τῶν ἀτελειῶν τῆς διοικήσεως, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἐκ τῆς ἐλλείψεως πάσης διοικήσεως, τὸ Κράτος δὲν θέλει ὑποφέρει κανένα κλονισμόν. «Ἀλλὰ λοιπὸν πόθεν θέλετε ἀντλήσει τὰ κεφάλαια, τῶν ὁποίων ἔχετε ἀνάγκην, ἵνα ἐφαρμόσητε, οὐχὶ τὸ πρόγραμμα — διότι δὲν εἶναι πρόγραμμα — ἵνα ἐφαρμόσητε τὰς γνώμας ὑμῶν ταύτας, τὰς σκοπούσας τὴν πλήρωσιν τῶν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ ὑπαρχόντων κενῶν;» Μήπως δυνάμεθα νὰ πράξωμέν τι ἐν ἀγνοίᾳ ὑμῶν; Ἡμεῖς οὐδεμίαν ἔχομεν ἐξουσίαν. Ὑμεῖς καὶ ὁ Βασιλεὺς ἔχετε τὴν ἐξουσίαν, διότι ὑμεῖς εἶσθε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ Κράτους Θέλομεν λοιπὸν ἐλθεῖ πρὸς ὑμᾶς μὲ τὰς προτάσεις ἡμῶν, σεῖς δὲ θὰ ἀποφανθῆτε ἐπ’ αὐτῶν. Καὶ δὲν ἔχετε μικρὰν ὑπομονήν; Καὶ ζητεῖτε σήμερον, διότι, ὡς λέγετε, πᾶσα στιγμὴ ἢ πᾶσα ἡμέρα παρερχομένη εἶναι ἀπώλεια διὰ τὸν Ἑλληνισμόν! Δὲν ἔχετε μικρὰν ὑπομονὴν, ἵνα μάθητε ποίας θὰ προβάλωμεν εἰς ὑμᾶς προτάσεις, ἵνα ἐξελέγξητε ταύτας κατὰ τὴν ἰδίαν ὑμῶν συνείδησιν καὶ κατὰ τὰς ἰδίας ὑμῶν γνώμας; Διὰ τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον δὲν συνεφώνησε μὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τὰ μειοψηφοῦντα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ προέβαλον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ παρακαλῶμεν καὶ τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς νὰ παραιτήσωσι τὴν ἀξίωσιν τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν των, καὶ τὴν Βουλήν, ἂν ταῦτα ἐπιμένωσι, νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν ἀξίωσιν αὐτῶν ταύτην.

§37ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου ἀγορεύων σᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ γνῶμαι, αἱ ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ Βασιλέως, τῇ δημοσιευθείσῃ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι γνῶμαι ἰδικαί του. Εἶναι ὁ τρίτος προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλήν, καὶ οὐδὲ ἴχνος τῶν γνωμῶν τούτων ἀναφαίνεται ἐν ἅπασι τούτοις τοῖς προϋπολογισμοῖς. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ὁπότε συνεζητοῦμεν τὸ ἐπιψηφισθὲν νομοσχέδιον, τὸ ἀστυνομικὸν, καὶ μὴ ἐπικυρωθὲν, οὐδὲ ἀπάντησιν ἔδωκε πρὸς ἐμὲ τότε, κραυγάζοντα: «Ἀξιότιμε κ. Πρωθυπουργὲ, εἶναι εἰς χεῖράς σου νὰ ἀπαλλάξῃς τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων ὑπηρεσιῶν, εἶναι εἰς χεῖράς σου νὰ ἀπαλλάξῃς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων.» Καὶ ἦτο εἰς χεῖράς του, διότι τότε ἔλεγε, συμφωνῶν μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ὤφειλε νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἁπάσας τὰς ξένας ταύτας ὑπηρεσίας καὶ ὑπέβαλλεν ὀργανισμὸν αὐτῆς. Διατὶ δὲν ἐπεψήφισε τοῦτον; Δὲν εἶχε τὴν πλειοψηφίαν; Ἀντετάχθημεν εἰς τοῦτο ἡμεῖς; Μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου ἡμῶν! Ἡ ἐπιστολή, Κύριοι, τοῦ Βασιλέως, ἀποδεικνύει τὴν μορφὴν οὐχὶ μόνον ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ παρόν. Ἐπὶ τρεῖς ὁλοκλήρους συνόδους συνερχόμεθα ἐνταῦθα, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς παρούσης. Ὁ Βασιλεὺς λέγει: «ποθῶ πρὸ ἐτῶν τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων ὑπηρεσιῶν», ὡς νὰ λέγῃ «δὲν κατώρθωσα τοῦτο, καὶ ἀπελπισθεὶς ἀποτείνομαι ἤδη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν», ἀναλαμβάνων οὕτω ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ ἔθνους διὰ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, ἡ ὁποία διατάσσει νὰ δημοσιευθῇ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη, Κύριοι, δὲν εἶναι ἰδιώτου πρὸς ἰδιώτην, δὲν εἶναι ἐπιστολὴ ἀφορῶσα εἰς ἰδίας ὑποθέσεις, ἀλλ’ εἰς ὑποθέσεις δημοσίας. Εἶναι ἐπιστολὴ τοῦ Ἡγεμόνος πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν αὐτοῦ, εἶναι καθαρὰ διαταγή, ὑπὸ τύπον ἐπιστολῆς, διότι οὕτως εἴθισται νὰ ἀπευθύνωνται αἱ διαταγαὶ τῶν Ἡγεμόνων πρὸς τοὺς Πρωθυπουργούς. Ἡ διαταγὴ αὕτη ἐπιτάσσει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἰδεῶν τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ, διότι λέγει: «ἐμπιστεύομαι τὴν ἐκτέλεσιν εἰς τὴν Κυβέρνησίν μου», καὶ δὲν λέγει «τὴν νῦν Κυβέρνησίν μου», ἀλλὰ λέγει «τὴν Κυβέρνησίν μου», διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις αὕτη δὲν ἐκτελέσῃ ταῦτα, βεβαίως θέλει ἀντικαταστήσει ταύτην. Εἶναι λοιπὸν πρωτοβουλία σήμερον τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ πρωτοβουλία ἀξιέπαινος. Ἐγώ, Κύριοι, ὅτε κατὰ τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ἐμάνθανον τὴν εἴδησιν τὴν διαδιδομένην, ὅτι ἐπιστολὴ τοῦ Ἡγεμόνος ἐστάλη πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ὅτι αὐτὴ κατεχωρίσθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀσπάζεται τὰς γνώμας αὐτάς, ἀναγνώσας, Κύριοι, ταύτην, ὁμολογουμένως, οὐχὶ μόνον ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀξιωματικὸς, ἀνήκων εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἔτριβον ἀπὸ χαρὰν τὰς χεῖρας, ὅτι τέλος πάντων ἀπεφασίσθη νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις, καὶ ἀνέμενον, Κύριοι, ἐρχόμενος κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς συνεδριάσεως, νὰ ἀκούσω τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ εἴπετέ μοι σεῖς, οἱ πολιτικώτεροι ἐμοῦ, ἃς μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ καταναλώσας ὁλόκληρον τὸν βίον αὐτοῦ ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, ἃς μοὶ εἴπῃ, ἂν τοιαύτη ἐπιστολὴ ἦναί τι σύνηθες, ἦναί τι κανονικὸν, ἢ ἦναί τι σπάνιον, ἔκτακτον, ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσι λαμβάνον χώραν. Δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ἐξ εὐλαβείας, ἐξ ἁβρότητος πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, ἐξ εὐλαβείας πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὸ ἔθνος, πρὸς τὸ ὁποῖον ἐκοινοποιήθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐπιστολὴ, νὰ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα καὶ νὰ εἴπῃ: «Κύριοι, ὁ Βασιλεὺς μοὶ ἀπηύθυνε τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, καὶ ἐκφράζει τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ, ὅπως ληφθῶσι τὰ μέτρα ταῦτα πρὸς διοργάνωσιν, πρὸς μεταῤῥύθμισιν ἐπὶ τὰ βελτίω τῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι «προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν τὰ σχετικὰ μέτρα, διότι ταύτας τὰς γνώμας ἀσπάζομαι»; Ἢ ἔστω ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅ,τι σήμερον εἶπεν, ὅτι τὰς γνώμας ταύτας εἶχε, καὶ ἑπομένως θὰ τὰς ἐφαρμόσῃ σήμερον, ἔστω καὶ ἀργὰ (mieux vaut tard, que jamais). Ἀλλὰ εἴμεθα, Κύριοι, ὑποχρεωμένοι νὰ μανθάνωμεν ταῦτα ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ὡς νὰ μὴ συνεδριάζωμεν, ὡς νὰ μὴ ὦμεν ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ὡς νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν ἀπαίτησιν ἐπὶ τέλους νὰ μᾶς κοινοποιηθῇ τοιοῦτόν τι! Σήμερον ἔπρεπε νὰ μάθωμεν τοῦτο ἀπὸ τὸν κ. Παγανέλην, τὸν ἰδιαίτερον φίλον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἔλεγε πρὸς τὸν κ. Πετιμεζᾶν, καὶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς πρὸς ἕτερον μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ὁποίαν ἐπὶ τέλους γνώμην ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐκ τίνων πόρων προτίθεται νὰ ἐκτελέσῃ ταῦτα! Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατεγίνετο μὲ τὸ σφαιριστήριον ἄλλοτε, καὶ διὰ τοῦτο ἡ γνώμη του ἐγένετο ἡμῖν γνωστή, ὡς καραμπόλα, ἀπὸ σπόντα! Ἐγὼ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔχω πεῖραν, — εἶναι δευτέρα περίοδος, καθ’ ἣν εἰσέρχομαι εἰς τὴν Βουλὴν, — ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην τοιοῦτον ἐπίσημον γεγονὸς νὰ μὴ τὸ ἐννοήσω ἐκδηλούμενον παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι θὰ ἦτο εὐλάβεια πρὸς τὸν Ἡγεμόνα νὰ μᾶς δηλώσῃ ποῖα μέτρα προτίθεται νὰ λάβῃ, καὶ νὰ μὴ ματαιοπονῶμεν ἐπὶ δύο συνεδριάσεις, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθῇ ἐργαζομένη ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἢ ὄχι· διότι τί εὐλογοφανέστερον ἀπὸ τὴν πρόθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ πρόκειται ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπηρετοῦσιν ἀξιωματικοί; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ πλεῖσται ὅσαι μεταβολαὶ ἐπιφέρονται; Ἢ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι ἡ ἐσωτερικὴ πολιτικὴ κατὰ τοῦτο δὲν ἤλλαξεν; Ἦτο μέχρι τοῦδε πολιτικὴ τῆς ἀδρανείας, καὶ σήμερον εἶναι πολιτικὴ διαῤῥυθμίσεως τῶν κακῶς ἐχόντων. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, ἂν καὶ εἶμαι εὐχαριστημένος ἐκ τῆς σημερινῆς δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐπὶ τέλους θὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα. Ὅτε ἡμεῖς, τουτέστι τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, ὄχι μόνον ἐν ταύτῃ τῇ περιόδῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ, ἐξέφρασε τὰς γνώμας αὑτοῦ περὶ τῶν στρατιωτικῶν, ἐκραύγαζον ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων ἠδυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν τὰ τοῦ στρατοῦ, καὶ μετὰ τριήμερον ἀγόρευσιν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον ἔλεγον καὶ ἐξώρκιζον τοὺς πάντας νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τοῦ στρατοῦ, περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τοῦ ὑψίστου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξήρτηται ἡ ἐθνικὴ τιμὴ, ἡ ἐθνικὴ ὕπαρξις· διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν, ἔλεγον, τὴν αὐτὴν ὁδὸν, θέλομεν διαγραφῆ ἐκ τοῦ χάρτου τῶν ζώντων ἐθνῶν, δὲν θέλομεν ὑπολογισθῆ ἐν μέλλουσι πολεμικοῖς συνδυασμοῖς, θέλομεν καταληφθῆ ὑπὸ ἀπροόπτων γεγονότων καὶ θέλομεν καταντήσει τὸ ἐξουθένωμα τοῦ λαοῦ τῆς Ἀνατολῆς. Τὰς γνώμας ταύτας ἐξέθηκα καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ ἐν ταῖς συναντήσεσιν. Ἀλλὰ διατὶ, ἂν εἴχετε τὰς αὐτὰς γνώμας, δὲν τὰς ἐθέτετε εἰς ἐνέργειαν; Δὲν ἦσθε μελετημένοι πρὸς τοῦτο, καὶ ὅταν σήμερον ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ἡγεμόνος σᾶς ἐπιτάσσῃ, ἔρχεσθε καὶ λέγετε ὅτι θὰ σκεφθῆτε τὰ μέτρα. Ἀλλὰ, Κύριοι, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐνθυμεῖσθε, ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔσπευδε διὰ μιᾶς καὶ μόνης συνεδριάσεως νὰ λάβῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ὅταν ἐπὶ 36 ὁλοκλήρους ὥρας συνεδριάζομεν ἐνταῦθα, ἄνευ διακοπῆς, τῇ πρωΐᾳ κατὰ τὴν 10ην ὥραν ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἔλεγον: «Κύριε Πρωθυπουργὲ, δὲν ἐκόπασεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὁ σάλος· λάβετε πρόνοιαν, μὴ καταληφθῶμεν ὑπὸ τῶν περιστάσεων, φροντίσατε, εἰ δυνατὸν, ἀπὸ τοῦδε νὰ περικόψητε τὰς ματαίας δαπάνας, νὰ οἰκονομήσητε, ἂν δύνασθε, τὰ ἀναγκαιοῦντα ποσὰ, τὰ ὁποῖα νὰ δώσητε εἰς τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα». Καὶ ἐνθυμεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἔλεγον, ὅτι τὴν μερίδα τοῦ λέοντος πρέπει νὰ λάβωσι τὰ Ὑπουργεῖα ταῦτα, καὶ συνῄνει καὶ συγκατένευε διὰ τῆς κεφαλῆς, διότι ηὐχαριστεῖτο νὰ καλλιτερεύσῃ τὸν κλάδον, ὃν διευθύνει. Καὶ κατελήφθημεν ὑπὸ τῶν περιστάσεων, καὶ ἐφάνημεν ἀνίκανοι οὐχὶ μόνον νὰ προστατεύσωμεν τὸν Κρητικὸν ἀγῶνα, ἀλλὰ νὰ σώσωμεν κἂν τὸ γόητρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Δὲν ἐννοῶ ἐγὼ τὰ ἀδύνατα, δὲν ἐννοῶ τὸν παραλογισμὸν, ὅτι σήμερον δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν ἑκατὸν ἑκατομμύρια διὰ τὸν στρατόν. Ἀλλὰ διὰ τῶν αὐτῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας προορίζομεν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δυνάμεθα νὰ καταρτίσωμεν τὰ τοῦ στρατοῦ. Βεβαίως ἔχομεν ἀνάγκην δαπανῶν πρὸς βελτίωσιν τοῦ ὑλικοῦ, διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἱππικῶν σωμάτων. Βεβαίως ἔχομεν ἀνάγκην μέτρων, ὅπως ἐπιβάλωμεν τὴν δικαιοσύνην ἐν τῷ στρατῷ. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, προεξάρχοντος τότε τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἐλέγομεν: «ἀφομοιώσατε τοὺς μισθοὺς», διότι ὁμολογουμένως ἀδικοῦνται οἱ τῶν μὴ τεχνικῶν σωμάτων ἀξιωματικοί· οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος διακρίσεως τῶν μισθῶν, διότι σήμερον ἡ ἐπιστήμη δὲν ὁμιλεῖ πλέον περὶ πεζικοῦ, ἀλλὰ περὶ πεζοῦ, δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἱππικοῦ, ἀλλὰ περὶ ἱππέως, ἀναγράφουσα ὡς ἀρχὴν τὴν μόρφωσιν τοῦ ἀτόμου, τουτέστιν ἀπαιτεῖ τὴν αὐτὴν μόρφωσιν εἰς ὅλα τὰ σώματα. Καὶ ποῖα μέτρα ἐλάβετε διὰ νὰ δείξητε, ὅτι εἴχετε τὰς γνώμας ταύτας; Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ προσωπικὸς φίλος μου, εἶχε τὴν διάθεσιν νὰ παρουσιάσῃ τινὰ, σεῖς τὰ ἐῤῥίψατε εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνητε νὰ ψηφισθοῦν. Ἀδιάφορον ἂν δὲν ἤμην σύμφωνος εἰς τὰς λεπτομερείας, ἀλλὰ τέλος Βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας, ἀνήκοντες εἰς τὸν στρατὸν, ἐλάμβανον τὸν λόγον καὶ σᾶς προέτρεπον, καὶ σεῖς ἀπεφύγετε! Πῶς λοιπὸν δύνασθε ν’ ἀποδείξητε εἰς ἡμᾶς, ὅτι εἴχετε τοιαύτην πολιτικὴν ἐσωτερικὴν, μεταῤῥυθμιστικήν; Πῶς θὰ ἐκπληρώσητε αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σήμερον προβλέπετε; Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων βεβαίως, ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν εἶσθε ἱκανοὶ νὰ τὰ θέσητε εἰς ἐνέργειαν· ἀναμένω νὰ ἴδω, ἐὰν ἐσπευσμένως θὰ λάβητε τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως μὴ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι παρουσιασθῆτε ἀνέτοιμοι, ὡς κατὰ τὸ παρελθόν. Ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐχλεύασεν ἐκείνους, οἵτινες ἔλεγον, ὅτι κατὰ τὴν περίοδον τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ ὠφεληθῇ. Δὲν ἔλαβον τὸν λόγον ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου, ἂν ὄχι ἄλλο τι, ἐπὶ 16 ὅλους μῆνας ἐκοπίασα, καὶ ὑπέστην ἀγογγύστως ὅσα ἡ ἐπανάστασις ἐπάγει. Καὶ τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1866 στρατὸς 70 χιλιάδων ἀνδρῶν, ἐκτὸς τῶν Τούρκων Κρητῶν, ἐπάλαιε πρὸς τοὺς μαχητὰς ἐκείνους, μετὰ τῶν ὁποίων συνηγωνιζόμην, ὅτι 35 ὅλα πλοῖα ἐπολιόρκουν τὴν νῆσον καὶ παρέπλεον διαρκῶς τὰς ἀκτὰς τῆς Κρήτης; Καὶ σήμερον ἡ Τουρκία δὲν ἐτόλμα νὰ στείλῃ ἓν πλοῖον ἐπὶ τῇ ἁπλῇ ἰδέᾳ, ὅτι ἠδύναντο νὰ παρουσιασθῶσι τὰ Ἑλληνικὰ θωρηκτά.

§38ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα;

§39ΜΑΝΕΣΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἀμέσως. Ἐὰν, ἐπειδὴ τὸ εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς μερίδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, καὶ θέλω νὰ πιστοποιηθῇ, 3½ χιλιάδες στρατοῦ μόνον ὑπῆρχον ἐν Κρήτῃ, 4,000 ἔστω, ἐὰν, Κύριοι, τὰ θωρηκτὰ ἡμῶν ἐπαρουσιάζοντο μὲ δύο μόνον συντάγματα καὶ μίαν πυροβολαρχίαν, ἠδύνατο νὰ καταληφθῇ ἡ Κρήτη, διότι ταῦτα ἤθελον χρησιμεύσει ὡς στήριγμα χιλιάδων ἀνδρείων Κρητῶν· διότι μάθετε, ὅτι οἱ σημερινοὶ Κρῆτες εἶναι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ὑπέρτεροι τῶν τοῦ 1866, εἶναι ἔτι μᾶλλον ἐξησκημένοι, διότι ἐν μείζονι ἐλευθερίᾳ ἀνεπτύχθησαν στρατιωτικῶς, καὶ μεῖζον θάῤῥος ἀπέκτησαν, κύριοι δὲ κατὰ θάλασσαν, εὐκόλως ἤθελον γείνῃ κύριοι καὶ κατὰ ξηράν. Καὶ τί ἤθελον σᾶς εἴπει τότε αἱ Δυνάμεις; «ἐξέλθετε ἐκεῖθεν»; Ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ τὸ εἴπουν. Καὶ ἂν ἐπέμενον καὶ τὸ ἔλεγον, ἠδύνασθε νὰ εἴπητε πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν: «Tout est perdu sauf l'honeur!». «Τὸ πᾶν ἀπώλετο πλὴν τῆς τιμῆς.» Ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐμείναμεν ἀνάλγητοι, ἀλλ’ ἐσπεύσαμεν νὰ συνδράμωμεν κινδυνεύοντας ἀδελφοὺς, καὶ τοῦτο ἤθελε παράσχει ἡμῖν μέγα ἠθικὸν κέρδος. Ἀλλὰ ποία ὁμοφωνία τῶν Δυνάμεων ἤθελε σᾶς ἀποβάλει ἐκεῖθεν; Ἡ Ἀγγλία, ἡ ὁποία εἶχε δεχθῆ ῥάπισμα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Ἀρμενικοῦ; ἐκείνη, ἡ ὁποία διὰ τοῦ φανοῦ τοῦ Διογένους ἐπεδίωκε τὴν ἐξέγερσιν τῶν λαῶν καὶ διεκήρυττε τὸν διαμελισμὸν τῆς Τουρκίας, ὅπως λάβῃ ἱκανοποίησιν ἀπέναντι τῆς ἀποτυχίας διπλωματικῶς; Δὲν ἐτολμήσαμεν, Κύριοι, καὶ ὁ μὴ τολμῶν οὐδὲν κερδίζει. Δὲν ἐτόλμησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι τὸ πᾶν θὰ χαθῇ. Καὶ ἐγὼ τί νομίζετε κατακρίνω; τὸν πατριωτισμόν του; βεβαίως ὄχι· δὲν ἔχω τοιοῦτον θάῤῥος. Καὶ σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ τὸν ἄνδρα, καὶ τὴν πεῖραν αὐτοῦ καὶ τὸν πατριωτισμόν. Ἀλλὰ κατακρίνω τὴν ἀτολμίαν αὐτοῦ, τὴν σύμφωνον ἄλλως τε πρὸς τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν φέρει. Ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ ἀποδειχθῇ καὶ πάλιν, ὅτι θέλομεν νὰ ῥίψωμεν στάκτην εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς, ἀντλῶ δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὴν φορὰν ταύτην θὰ ληφθῇ πρόνοια οἱαδήποτε, ἀποφασιστικὴ, καὶ τοῦτο, διότι ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ Ἡγεμὼν ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν ἀμέσως νὰ ἀσπασθῇ τὰς γνώμας αὐτοῦ. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὴν φορὰν ταύτην ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ εἰσέλθῃ ἐπὶ τῆς ἀληθοῦς ὁδοῦ ὁ στρατός. Διότι, ἂν καὶ ἤδη ἡ Κυβέρνησις ἀμελήσῃ, οὐ μόνον θὰ δώσῃ λόγον εἰς τὴν Ἱστορίαν, ἀλλὰ λίαν προσεχῶς εἰς αὐτὸ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον καυχᾶται, ὅτι ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν.

§40ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, καὶ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου, τὸν ἐκ Τριχωνίας Βουλευτὴν, καὶ πάντα ὅστις μοὶ ἐπέτρεψε νὰ ὁμιλῶ ἐξ ὀνόματος αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς συναδέλφους, τὰς ἐννοίας τοῦ Βασιλικοῦ γράμματος νὰ μὴ τὰς ἀναζητῶσι μήτε εἰς τὰς σκέψεις των, μήτε εἰς τοὺς πόθους των, μήτε εἰς τὰς ἰδέας περὶ τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος, τὰς ὁποίας εἷς ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἔχει. Τὴν ἔννοιαν τοῦ Βασιλικοῦ γράμματος καὶ τῶν λόγων τοῦ Βασιλέως εἷς μόνος δύναται ν’ ἀποδώσῃ, καὶ εἷς μόνος εἶναι ἁρμόδιος ν’ ἀποδώσῃ ἐνταῦθα· ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰς ὃν ἀπετάθη ὁ Βασιλεύς. Εἶναι ἐντελῶς σόλοικον καὶ ἐντελῶς ἀντισυνταγματικὸν νὰ θέλωμεν ἡμεῖς, οὐδεμίαν ἔχοντες ἰδιότητα πρὸς τοῦτο, νὰ διερμηνεύσωμεν κατὰ τὰς ἰδίας ἡμῶν σκέψεις, ἔστω καὶ κατὰ τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς καὶ ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος, τοὺς λόγους ἐκείνους, τῶν ὁποίων μόνον εἷς ἐπίσημος διερμηνεὺς παρίσταται ἐνώπιον ἡμῶν, ἡ Κυβέρνησις, ἡ σύμβουλος τοῦ Στέμματος. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο οὔτε κατ’ ἐλάχιστον θὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς τὸ γράμμα τὸ Βασιλικόν. Βασιλεὺς ἄνευ γνώμης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ, καὶ ἐὰν εἰς τοιοῦτον Βασιλέα ἀπέβλεπεν ὁ συνταγματικὸς ἡμῶν χάρτης, βεβαίως ἔπρεπεν ἀμέσως ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὸν τροχὸν αὐτὸν τὸν περιττὸν νὰ διαγράψῃ. Ὁ Βασιλεὺς ἐκδηλοῖ τὴν γνώμην του, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῶν ἐν γένει συμφερόντων τῆς χώρας, πρὸς τοὺς συμβούλους αὐτοῦ, εἴτε διὰ προφορικῶν διαλέξεων, εἴτε ἐγγράφως καὶ δι’ ἐπιστολῶν. Οὐδένα ἔχω λόγον ν’ ἀσχοληθῶ, ὅπως χαρακτηρίσω τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως ὡς διάγγελμα ἢ ὡς ἁπλῆν ἐπιστολήν. Οὐδεμίαν ἔννοιαν ἔχει δι’ ἐμὲ ἡ συζήτησις αὕτη. Ἐὰν δὲ ἔλαβον τὸν λόγον, ἔπραξα τοῦτο, ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ὅπως σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ θελήσητε ν’ ἀποδώσητε εἰς τὸ γράμμα τὸ Βασιλικὸν ἀλλοίαν ἔννοιαν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ ἐπίσημος ἀντιπρόσωπος τοῦ Στέμματος ἐνταῦθα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, ὅπως ἐπιστήσω τὴν ὑμετέραν προτοχὴν ἐπὶ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο, κατόπιν τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς, ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ ἐνταῦθα, ὅτι ἡ Βασιλικὴ ἐπιστολὴ οὔτε κατ’ ἐλάχιστον συνεπάγεται μεταβολὴν πολιτικῆς, ὅτι αἱ ἔννοιαι, αἱ περιλαμβανόμεναι ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ Βασιλέως εἶναι αἱ ἔννοιαι αὐταὶ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ σᾶς ἔλεγε: «Μήπως δὲν ἀναγνωρίζω τὰ κενὰ τὰ ἐν τῷ στρατῷ; μήπως δὲν ἀναγνωρίζω τὴν ἀτέλειαν τῆς ἐκγυμνάσεως αὐτοῦ καὶ τὴν ἀτέλειαν τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ; Μήπως, δὲν ὀφείλω νὰ μεριμνήσω περὶ τῶν ἀτελειῶν αὐτοῦ; Μήπως ἐὰν μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρω τὰ μέσα νὰ πληρώσω τὰς ἀποθήκας ἡμῶν, δὲν ἤθελον πράξει τοῦτο; Καὶ κατὰ τί νομίζετε ὅτι αἱ γνῶμαι, αἱ ἐξενεχθεῖσαι διὰ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως, διαφέρουσι τῆς γνώμης ἡμῶν;» Ἐγὼ οὐδόλως θέλω νὰ ἐπιῤῥίψω ἐπὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν μομφήν, ὅτι πάντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μνημονεύονται ἐν τῇ Βασιλικῇ ἐπιστολῇ, διέφυγον τὴν προσοχήν του, κυβερνῶντος τὸν τόπον ἀπὸ 18 ἤδη μηνῶν. Ἀλλ’ ἐθαύμασα καὶ ἐξεπλάγην, ὅτε ἀμέσως κατόπιν, πρὸ δέκα λεπτῶν πρὶν ἢ λάβῃ τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριχωνίας Βουλευτής, ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λέγοντος: «Διατὶ ἀνυπομονεῖτε; Ὑπομείνατε ἐπ’ ὀλίγον. Δόσατέ μας ὀλίγον χρόνον, ἵνα σκεφθῶμεν περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ σᾶς ὑποβάλωμεν, περὶ τῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ πληρώσωμεν τὰ ἐν τῷ στρατῷ κενά, —τὰ ἀναγνωρισθέντα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ μακροῦ χρόνου—περὶ τῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ σκέψεις αὐταὶ τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ἐκδηλωθεῖσαι διὰ τοῦ γράμματος τοῦ Βασιλέως, αἱ ἔννοιαι, τὰς ὁποίας εἰς αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις ἀπέδωκεν.» Ἀλλὰ, πρὸς Θεοῦ, τοιαύτην αὐτοκαταδίκην ἐκ μέρους Κυβερνήσεως, δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον δύναταί τις νὰ ἐπιθυμῇ. Ἐπὶ 18 ὅλους μῆνας, —καὶ περὶ αὐτοῦ τοῦ παρελθόντος ὡμίλει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μαντινείας, διότι δὲν πρόκειται ἐνώπιον ἡμῶν ὁ ἔλεγχος τοῦ ἀπωτάτου παρελθόντος, ἐκείνου τοῦ παρελθόντος, ὅπερ ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν· εἰς ὑμᾶς συμφέρει ν’ ἀνατρέχητε εἰς τὸ ἀπώτατον παρελθὸν, διότι δὲν ὑπάρχει ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἐδικαιοῦτο καὶ ὅστις θὰ εἶχε καθῆκον νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν κατακρίνετε, ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδένα ἔχομεν λόγον, ὅπως ἀνατρέχωμεν εἰς τὸ ἀπώτατον ἐκεῖνο παρελθὸν, οὐδὲ πρόκειται νὰ ζητήσωμεν εὐθύνην περὶ τοῦ παρελθόντος ἐκείνου, διότι, ὡς εἶπον, τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν, καὶ μόνος ἐκεῖνος, ὅστις προτίθεται ἀκριβῶς νὰ συγχύσῃ τὰς ἐννοίας καὶ νὰ καταστήσῃ ἀδιέξοδον καὶ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν κατάστασιν, ἐκεῖνος ἀνατρέχει εἰς τὸ ἀπώτατον παρελθόν· ἡμεῖς συζητοῦμεν καὶ ἔχομεν καθῆκον νὰ συζητῶμεν περὶ τοῦ ἀμέσως παρελθόντος, τὸ ὁποῖον συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ τὸ παρόν, τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ τὸ προσεχέστατον μέλλον, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ παρελθόντος σᾶς ἐρωτῶ, —ἐπὶ 18 ὅλους μῆνας τί ἐπράξατε, ὅπως ἐπιτελέσητε καθῆκον στοιχειῶδες, ὅπερ εἴχετε πρὸς τὸ ἔθνος, πρὸς τὴν χώραν, τὸ καθῆκον τὸ στοιχειῶδες, ὅπερ εἴχετε πρὸς τὸν στρατόν; Πῶς ἐπληρώσατε τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζετε καὶ ἀναγνωρίζει ἡ Βασιλικὴ ἐπιστολή; Τίς ὑπῆρξεν ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ στρατοῦ, ἣν ἐπετελέσατε, καὶ πῶς ἐπὶ 18 ὅλους μῆνας τοιαύτην ἀπεδείξατε ὀλιγωρίαν, προσμειδιῶντες μόνον πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ οἰκτείροντες ἐκείνους, οἵτινες σᾶς ὑπεδείκνυον τὴν σοβαρότητα τῶν περιστάσεων; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπνεύσητε τὴν πεποίθησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος, ὅτι θὰ ἦσθε ἐπαρκεῖς πρὸς τὰς περιστάσεις καὶ ὅτι θὰ δυνηθῆτε νὰ πράξητέ τι ὑπὲρ τοῦ τόπου; Ἐδῶ κεῖται τὸ ζήτημα. Εἴτε διάγγελμα τὸ ὀνομάσητε, εἴτε ἐπιστολήν, εἴτε γράμμα, εἴτε εἶσθε σύμφωνοι, εἴτε δὲν εἶσθε σύμφωνοι πρὸς τὰς ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ ἐννοίας, εἴτε εἶναι ἴδιαι ὑμῶν ἔννοιαι καὶ σκέψεις, εἴτε εἶναι σκέψεις τοῦ Βασιλέως, εἶναι ὅμως ἔννοιαι καὶ σκέψεις τοσοῦτον στοιχειώδεις, ὥστε δύναταί τις νὰ τὰς χαρακτηρίσῃ ὡς κοινοτοπίας, διότι κοινοτοπία ἀληθῶς εἶναι ἡ γνώμη, ὅτι τέλος πρέπει νὰ ἐκπαιδευθῇ καὶ ἐκγυμνασθῇ ὁ στρατὸς, ἡ γνώμη, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ περισπᾶται ἀπὸ ἀλλοτρίας ὑπηρεσίας, ἡ γνώμη, ὅτι πρέπει νὰ παύσωμεν ἐξαντλοῦντες τὰς ἐξηντλημένας ἤδη ἀποθήκας ἡμῶν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ σκεπτώμεθα ὡς ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ προσεχεστάτου μέλλοντος, καὶ ὄχι ὡς ἐσκέπτεσθε σεῖς κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης. Ζητεῖτε προθεσμίαν ἀκόμη, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ τακτική σας, ζητεῖτε προθεσμίαν δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζετε ὡς ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖα διὰ τὸν στρατὸν, ὡς ἐπείγοντα, ὡς ἐπιβαλλόμενα ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτοῦ, καὶ ἀποδεικνύετε, ὅτι δὲν ἠξεύρετε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι· καὶ δικαιολογεῖσθε, λέγοντες ὅτι σᾶς συμβουλεύομεν νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν πολιτικὴν τοῦ Βουλευτοῦ Κερκύρας ἢ τὴν πολιτικὴν τοῦ Βουλευτοῦ Παρνασσίδος, ἐνῷ ζητοῦμεν παρ’ ὑμῶν νὰ ἐπιτελέσητε τὸ καθῆκόν σας. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἡ πολιτική, ἣν παρεστήσατε ὡς πολιτικὴν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας ἢ ὡς πολιτικὴν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, εἶναι οἷα τὴν παρεστήσατε,—αὐτὸ ἀπόκειται εἰς αὐτοὺς νὰ τὸ εἴπωσιν,—ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶναι τόσον παράλογος, ὥστε νὰ σκέπτηται ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει αὔριον νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον. Ἂν προέβαλον οἱ συνάδελφοι τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας προέβαλον, τὰς προέβαλον ἐκ μόνης μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς σκέψεως καὶ ἰδέας ἀναχωροῦντες, ἐκ τῆς σκέψεως, ὅτι ὁπωσδήποτε ἡ κατάστασις ἡ σημερινὴ δὲν εἶναι πλέον ἀνεκτή, ὅτι ἡ ὀλιγωρία, ἡ καθ’ ὅλας τὰς περιστάσεις τὰς μέχρι σήμερον ἀποδειχθεῖσα ἀληθῶς ἀσύγγνωστος, ἡ ὀλιγωρία αὕτη πρέπει νὰ παύσῃ. Φρονεῖτε ὅτι τὸ σχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας δὲν εἶναι τὸ ἁρμόζον, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦ Βουλευτοῦ Παρνασσίδος δὲν εἶναι τὸ ἁρμόζον. Ἡμεῖς οὐδέποτε ἐζητήσαμεν, ὅπως ἀποδεχθῆτε τὸ σχέδιον αὐτῶν ἢ ἡμῶν, ἐζητήσαμεν, ὅπως ἐκεῖνο, ὅπερ θεωρεῖτε ὡς ἐπιβαλλόμενον ὑμῖν, ἐκπληρώσητε, διατυποῦντες τὰ μέτρα, ἅτινα θεωρεῖτε ὡς ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖα, ἅτινα ἐπαγγέλλεσθε ὡς ἀναπόφευκτα ἀκριβῶς πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον λέγετε, ὅτι ἔχετε. Αὐτὸ ζητοῦμεν παρ’ ὑμῶν· ζητοῦντες δὲ αὐτὸ παρ’ ὑμῶν, φρονῶ, Κύριοι, ὅτι εἴμεθα ἐν τῷ δικαίῳ, ἀφοῦ τοιαύτη παρίσταται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τοῦ Βασιλέως ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἡ γνώμη τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῶν τοῦ στρατοῦ, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ βαρύνῃ, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπὶ πάσης συμφορᾶς αὐτοῦ αὐτὸς κυρίως εὐθύνεται. Ταῦτα μαρτυρεῖ καὶ ἡ ἀρχαιοτέρα καὶ ἡ νεωτέρα ἱστορία. Ἀλλὰ τὴν περὶ τοῦ στρατοῦ γνώμην τοῦ Ἡγεμόνος, τὴν γνώμην αὐτὴν ὑμῶν ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἀπαιτήσῃ, ὅπως προβάλητε τὰ μέτρα ἐκεῖνα, δι’ ὧν νομίζετε, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀκατανόητος κατάστασις θὰ θεραπευθῇ. Σεῖς λέγετε «ἀφήσατέ μας νὰ σκεφθῶμεν». Ἀλλ’ ἕως πότε αὐτὴ ἡ προθεσμία τῆς διασκέψεως; Ἐσκέφθητε καθ’ ὅλην τὴν πρώτην σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἐσκέφθητε καθ’ ὅλην τὴν δευτέραν σύνοδον τῆς Βουλῆς, καλεῖτε τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον, ὅτε ἔπρεπε νὰ τὴν καλέσητε εἰς τακτικὴν, διὰ νὰ παρατείνητε τὸν χρόνον τῆς διασκέψεως ἐπὶ τετραετίαν· ἀλλὰ καὶ μετὰ τέσσαρα ἔτη εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον θὰ εὑρεθῆτε, εἰς ὃ σήμερον εὑρίσκεσθε πρὸς πάσας τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους. Μὴ τάχα κατὰ ἓν βῆμα προώδευσε τὸ ζήτημα τῆς ἐν γένει διοικήσεως; Μὴ κατὰ ἓν βῆμα προώδευσε τὸ ζήτημα τὸ δικαστικόν; Μὴ κατὰ ἓν βῆμα προώδευσε τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ; Καὶ κατὰ τί ἐβελτιώθη ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ; Ἀποδείξατέ μας, τί ἐπράξατε μέχρι τοῦδε, διότι αἱ κεναὶ λέξεις τῆς περισυλλογῆς καὶ τῆς ἀνορθώσεως οὐδεμίαν ἔχουσιν ἔννοιαν, ὅταν τοιαύτη παρίσταται ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ διὰ τοῦ Βασιλικοῦ γράμματος, ὅταν σεῖς σήμερον λέγητε, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην προθεσμίας, ὅπως σκεφθῆτε περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑποβληθῶσι παρ’ ὑμῶν καὶ ἅτινα ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσι παρ’ ὑμῶν πρὸ χρόνου μακροῦ, καὶ ἀφ’ ὧν ἀπεκδέχεσθε τὴν βελτίωσιν. Ἀλλ’ ἂν μετὰ 18 μῆνας καὶ μὲ τὴν μακρὰν πεῖραν μακροῦ καὶ ἀτυχοῦς πολιτικοῦ σταδίου δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζητε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει ἀμέσως καὶ ἐπειγόντως νὰ ληφθῶσι διὰ τὴν διόρθωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, καταργεῖτε τὴν θέσιν, ἣν κατέχετε, καταργεῖτε δὲ τὴν θέσιν καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν θεσμῶν καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς χώρας καὶ ἐπὶ ζημίᾳ ὑμῶν αὐτῶν. Τὰ συμβαίνοντα κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ἀποδεικνύουσιν, ὅτι καταργεῖτε τὴν θέσιν ἐπὶ ζημίᾳ τῶν θεσμῶν, διότι οὐδεὶς, οὐδὲ ὑμεῖς δύνασθε νὰ καυχηθῆτε, ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους πολιτευόμεθα σήμερον, οἱ θεσμοὶ ἐνισχύονται, οἱ θεσμοὶ ἑδραιοῦνται. Καταργεῖτε, λέγω, τὴν θέσιν, πρὸς ζημίαν τῆς χώρας, διότι αἱ περιστάσεις δὲν εἶναι μενεταὶ, καὶ τὸ γνωρίζετε. Προσπαθήσατε ὅσον θέλετε νὰ κρυβῆτε ὄπισθεν τοῦ δακτύλου σας, τὸν ὁποῖον ἀπειλητικῶς σείετε ἐντεῦθεν, δὲν γνωρίζω τίνα ἀπειλοῦντες, ἀλλ’ οὐδεὶς πλέον θὰ πλανηθῇ ἐκ τῶν παχυτάτων λόγων, τοὺς ὁποίους ἐκφέρετε· ὅλοι γνωρίζομεν τὸ μοιραῖον τέλος, τὸ ὁποῖον ἀναμένει ὑμᾶς μετ’ ὀλίγον, ἀλλ’ ἀτυχῶς καὶ τὴν χώραν, διότι, ἐν ὅσῳ Κυβέρνησις οὕτω πολιτευομένη διέπει τὰ τῆς χώρας, τὰ ἀτυχήματα τῶν κατεχόντων τὴν Κυβέρνησιν, τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἀτυχήματα κοινὰ καὶ διὰ τὴν χώραν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐθεώρησεν, ὅτι ὑπῆρχε περίπτωσις, ὅπως ἀνατρέξῃ πάλιν καὶ ζητήσῃ στεφάνους διὰ τὴν πολιτείαν του ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἡ στιγμή, καθ’ ἣν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ ἐκ νέου τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος ἡ Βουλή. Τίς ὑπῆρξεν ἡ ἐτυμηγορία τοῦ δημοσίου φρονήματος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἐπὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως, τὸ γνωρίζετε καὶ τὸ αἰσθάνεσθε ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν διὰ νὰ καλύψουν τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως...

§41ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα! μάλιστα!

§42ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἂν δὲν τὸ αἰσθάνεσθε, θὰ τὸ αἰσθανθῆτε, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, καὶ ἡ ὥρα δὲν εἶναι μακράν. Πρὶν δὲ ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν νὰ ζητῆτε τοῖχον διὰ νὰ κτυπήσητε τὴν κεφαλήν σας, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀνοίξητε τοὺς ὀφθαλμούς σας. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι οὐδεμίαν κατ’ ἐμὲ ἔχει ἔννοιαν ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἂν ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως ἦναι ἐπιστολὴ ἢ γράμμα, ἢ διάγγελμα· ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ σχετίσῃ τις τὴν γραφὴν ταύτην τὴν Βασιλικὴν πρὸς τοὺς λόγους, οἵτινες ἐξηνέχθησαν κατὰ τὸ 1885 διὰ στόματος τοῦ Βασιλέως. Καὶ ὑπέδειξεν ἡμῖν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ὁμοιότητα τῶν δύο περιστάσεων· ἀνενεχθεὶς εἰς τὰς τοῦ 1885, ἐθεώρησεν, ὅτι αἱ περιστάσεις ἦσαν αἱ αὐταὶ κατὰ τε τὸ 1885 καὶ κατὰ τὴν ἄρτι λήξασαν Κρητικὴν ἐπανάστασιν, καὶ παθὼν τὴν συμφορὰν, ἣν ἔπαθε κατὰ τὸ 1885, ἐθεώρησεν ὅτι κατὰ τὸ 1896 τὴν ἀντίθετον πολιτείαν ἔπρεπε νὰ τραπῇ. Ἀλλὰ ἀπέδειξε, προσπαθήσας νὰ παραλληλίσῃ τὰς δύο περιστάσεις, ὅτι οὐδὲν ἐνόησε κατὰ τὸ 1885, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τοιαύτας συμφορὰς ἤγαγε καὶ ἑαυτὸν καὶ τὴν χώραν, ὅτι οὐδὲν ἐνόησεν ἐκ τῶν περιστάσεων τοῦ 1896, καὶ οὕτω ἀφῆκε νὰ τῷ διαφύγῃ τοιαύτη εὐκαιρία, ὅπως καταστήσῃ τὴν βάσιν αἰσιωτέρου μέλλοντος διὰ τὸν Ἑλληνισμόν, ὅπως ἀποδείξῃ τὴν Ἑλλάδα δευτέρας τάξεως ναυτικὴν δύναμιν ἐν τῇ Μεσογείῳ, καὶ συγχρόνως ἀποδείξῃ αὐτὴν τὸν κύριον παράγοντα τῆς λύσεως τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Ἤκουσα τὸν κ. Βουλευτὴν Τυρνάβου, λέγοντα «διατὶ ἐζητεῖτε ν’ ἀνάψητε τὸν πόλεμον ἐν Κρήτῃ;» Δὲν ἠξεύρω ἐὰν εἶχε καλύβην τινὰ ἐν Κρήτῃ, ἣν ἠγωνίζετο νὰ προφυλάξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Τυρνάβου. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδέποτε ἀπεβλέψαμεν εἰς τὸ νὰ μεταφέρωμεν τὴν πυρκαϊὰν ἢ τὸν πόλεμον ἐν Κρήτῃ, ἀπεβλέψαμεν μόνον εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματα τοῦ λαοῦ τῆς Κρήτης, τὰ ὁποῖα δὲν ἐννοεῖ οὔτε ἐνόησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Τυρνάβου, τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματα τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ἅτινα εἶναι καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐν τῇ συμπράξει δὲ—ἔχομεν πάντοτε ὡς πρόγραμμα—ἐν τῇ συμπράξει τοῦ ἔσω καὶ ἔξω Ἑλληνισμοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν οἱ πόθοι ὅλων ἡμῶν. Ἀλλὰ τὰς σκέψεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τυρνάβου καὶ ἄλλοι ἔχουσιν ἐν Κρήτῃ, ὑβρίζουσιν ὅμως διὰ τῆς γλώσσης, ἣν μετέρχονται καὶ ἐκεῖνοι, ὑβρίζουσι, λέγω, τοὺς μάρτυρας τοῦ Ἀρκαδίου, τὰς ἑκατόμβας τῶν ἀλησμονήτων ἡρώων, οἵτινες ἀπέβλεψαν, θυσιάζοντες τὰ πάντα, τὰς περιουσίας των, τὴν ζωὴν των, τὰς συζύγους καὶ τὰ τέκνα των, ἀπέβλεψαν μόνον εἰς ἕν, εἰς τὴν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ εἰς τὴν κοινὴν πατρίδα. Ἀλλ’ ἂν τοιαύτην ἔσχε τὴν ἀντίληψιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῶν προσφάτων περιστάσεων, τίνα ἐλπίδα ἔχετε ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ κρίνῃ ἀσφαλέστερον τὰς μετ’ ὀλίγον ἐπελευσομένας; Πῶς δύνασθε νὰ ἐλπίσητε, ὅτι εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ εὐοδοθῶσι; Τὸ 1885 βεβαίως ἐδημιούργησε μίαν συμφορὰν διὰ τὸν Ἑλληνισμόν, καὶ ἐδημιούργησε τὴν συμφορὰν ταύτην ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ τότε καὶ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ Βασιλικοὶ λόγοι, οἱ ἐξενεχθέντες ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῶν ἀνακτόρων, ἠνάγκασαν αὐτὸν τότε νὰ μεταβάλῃ πολιτικήν, νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐπιτέλεσιν καὶ ἐκτέλεσιν πολιτείας, ἡ ὁποία δὲν ἥρμοζεν οὐδὲ εἰς τὸν χαρακτῆρά του, οὐδὲ εἰς τὴν ἰδιοσυγκρασίαν του, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὰς σκέψεις του, καὶ ἡ γραφὴ τοῦ Βασιλέως ἡ χθεσινή, ἡ προχθεσινή, ἀναγκάζει αὐτὸν νὰ μεταβάλῃ πολιτείαν. Τὰ ἀποτελέσματα, μὴ ἔχετε ἀμφιβολίαν, θὰ ἦναι τὰ αὐτά· συμφορὰ κατὰ τὸ 1885, συμφορὰ κατὰ τὸ 1897!

§43ΘΕΟΤΟΚΗΣ. «Δὲν ἦτο διάγγελμα τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ ἦτο ἐπιστολή». Συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τοῦτο μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἀλλὰ τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ἐδικαιοῦτο ὁ Βασιλεὺς νὰ γράψῃ, καὶ διαφωνῶ πληρέστατα πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ν’ ἀμφισβητήσωσιν αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Ὁ Βασιλεὺς δικαιοῦται νὰ ἔχῃ γνώμην, δικαιοῦται τὴν γνώμην ταύτην νὰ ἐκδηλώσῃ, δὲν δύναμαι δὲ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐκδήλωσις τοιαύτης γνώμης εἶναι κατάργησις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Βασιλέως, νομίζω ὅτι τοῦ δικαιώματος τούτου δέον νὰ ποιῆται χρῆσιν ἐν περιστάσεσιν ὅλως ἀνωμάλοις, δέον νὰ ποιῆται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, ὅταν ἡ χρῆσις αὐτοῦ δύναται νὰ συντελέσῃ, ὅπως ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν τροχιὰν τὴν χαρασσομένην ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης, καὶ ἀπὸ τῆς ὁποίας δὲν δύναταί τις ν’ ἀπομακρυνθῇ, χωρὶς παντοίους νὰ προκαλέσῃ κινδύνους. Ποία ἡ σημασία, Κύριοι, τῆς ἐπιστολῆς τῆς ἀπευθυνθείσης πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη πλήρη τὴν εὐθύνην διὰ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως; Διὰ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης ἠθέλησεν ὁ Βασιλεὺς νὰ χαράξῃ νέαν πολιτικὴν καὶ νὰ ἐπιβάλῃ ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησίν του, ἢ ἁπλῶς, ὡς ὑποστηρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργός, διηρμήνευσε τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεώς του; Τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει μεγίστην σημασίαν, διότι, ἐὰν γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐπανειλημμένως ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἡ σημασία τῆς ἐπιστολῆς καταντᾷ νὰ ἦναι μηδαμινή. Ἀλλὰ τοιαύτην σημασίαν βεβαίως δὲν ἔχει. Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντα, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις τὴν πολιτικὴν αὑτῶν ἐκδηλοῦσι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβαλλομένου. Τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δικαιούμεθα ν’ ἀναζητήσωμεν καὶ νὰ εὕρωμεν τὰ βάσεις τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν σκοπεῖ ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ὄχι μόνον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δικαιούμεθα τὰς βάσεις ταύτας νὰ ἀναζητήσωμεν, ἀλλὰ δικαιούμεθα νὰ ἀνατρέξωμεν καὶ εἰς τὰς συζητήσεις, αἵτινες διεξήχθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἴδωμεν ποῖαι γνῶμαι κατὰ τὰς συζητήσεις ταύτας ἐξηνέχθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν εὕρωμεν τὰς γνώμας ταύτας συμφώνους πρὸς τὸν προϋπολογισμόν, ἀσφαλῶς δυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν σκοπεύει νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις· ἐὰν δὲ κατόπιν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐπῆλθε τροπὴ εἰς τὰς ὑποδεικνυομένας διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποφάσεις, ὅτι ἐγκατελείφθησαν αἱ ὑποδειχθεῖσαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς γνῶμαι, δικαιούμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι ἐπῆλθε τροπὴ εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι αὕτη ὀφείλεται εἰς τὴν ἐπιῤῥοὴν τοῦ Βασιλέως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι διὰ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν ὁ Βασιλεὺς ἢ νὰ διερμηνεύσῃ ὅσα ἐν τῷ νῷ ἡ Κυβέρνησίς του εἶχε καὶ ὅσα ἐμελέτα νὰ πραγματοποιήσῃ. Ἀλλὰ πῶς δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ νῷ αὐτῆς εἶχε τὴν πολιτικήν, τὴν ἐν τῇ ἐπιστολῇ δι’ ὑποδείξεων ὡρισμένων χαραττομένην, ὅταν βλέπω, ὅτι, ἐνῷ ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ γίνεται λόγος περὶ συμπληρώσεως τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐφίππων σωμάτων, ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ ἐλαττοῦται ἡ πέρυσιν χορηγηθεῖσα δι’ ἱππωνείαν πίστωσις κατὰ 195,000 δραχμὰς; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεύρωμεν ἐν τῇ ἐλαττώσει ταύτῃ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς ἰδέας τῆς συμπληρώσεως τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐφίππων σωμάτων; Καὶ τοῦτο ζητεῖτε παρ’ ἡμῶν, κύριε Πρωθυπουργέ; Ζητεῖτε δηλαδὴ νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι δι’ ἐλαττώσεως πιστώσεως ἐκδηλοῦται ἡ μέριμνα πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὑπαρχουσῶν ἀναγκῶν; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλητε εἰς λογικοὺς ἄνδρας τοιαῦτα συμπεράσματα; Εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι, ὅταν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰσάγωνται προϋπολογισμοὶ ὅμοιοι μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, καὶ ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος τοῦ 1896 ἦναι ἀντιγραφὴ σχεδὸν τοῦ 1895, εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι καὶ πρὸ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως ἐν τῷ νῷ ὑμῶν ὑπῆρξεν ἡ ἰδέα τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς, ἰδέα βεβαίως ὅλως ἀλλοτρία τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896; Καὶ ὅταν, Κύριοι, κατὰ τὴν διεξαχθεῖσαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος ἐξεθέσαμεν τὰς γνώμας ἡμῶν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ταχείας στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, διερμηνεύοντες τὰς λογικὰς καὶ δεδικαιολογημένας ἀπαιτήσεις τῆς κοινῆς γνώμης, καὶ ὑποστηρίζοντες μέτρα, τὰ ὁποῖα αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουσι, σχετιζόμενα πάντοτε μὲ τὴν ἐν εἰρήνῃ κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, διότι περὶ τῆς ἐν εἰρήνῃ καταστάσεως τοῦ στρατοῦ ἐπρόκειτο, καὶ προέβημεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἰδεῶν μας περὶ τοῦ πιθανοῦ τῆς εὑρέσεως τῶν μέσων, ὅπως διὰ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας τὰς τακτικὰς πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ τῆς εἰρήνης, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν εἰς τὰ παρ’ ἡμῶν λεχθέντα, εἰρωνευόμενος, μυκτηρίζων καὶ σκώπτων ἡμᾶς, καὶ χαρακτηρίζων τὰ παρ’ ἡμῶν προτεινόμενα μέτρα ὡς ἀδυνάτου ἐφαρμογῆς. Ὑπεστηρίξατε, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν αἱ γνῶμαι ἡμῶν νὰ γείνωσι δεκταί, διότι ἐλλείπουσι τὰ μέσα πρὸς πραγματοποίησιν αὐτῶν. Καὶ ὅταν ταῦτα πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἐλέγετε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς πείσητε σήμερον, ὅτι καὶ πρὸ τῆς ἐπιστολῆς ἐν τῷ νῷ ὑμῶν ὑπῆρχε πολιτικὴ στρατιωτικῶν παρασκευῶν, ἀπαιτοῦσα περισσοτέρας δαπάνας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀπαιτοῦσι τὰ ὑφ’ ἡμῶν προτεινόμενα μέτρα; Διότι, ἐνῷ τότε ἐλέγομεν, ὅτι ἀναγκαίως ἐπιβάλλεται νὰ παύσῃ ὁ στρατὸς ἀσχολούμενος εἰς ὑπηρεσίας ἐξερχομένας τοῦ αὐστηροῦ κύκλου τῶν ἔργων αὐτοῦ, ἐνῷ τότε ἐλέγομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τῶν ἐφίππων σωμάτων, ἐνῷ τότε ἐλέγομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν περὶ βελτιώσεως τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν σύντονον ἐκγύμνασιν αὐτοῦ, εἰς τὰς προτάσεις αὐτὰς δὲν περιελάβομεν καὶ μόνιμον στρατόπεδον, τοῦ ὁποίου βεβαίως ἡ δαπάνη θέλει κατὰ πολὺ αὐξήσει τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν, τῶν παρ’ ἡμῶν ὑποδειχθεισῶν ὡς ἀναγκαίων. Ἀλλὰ τότε, καίτοι περὶ μικροτέρας ἐπρόκειτο δαπάνης, ἀπήντα ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι μέσα χρηματικὰ δὲν ὑπάρχουσι πρὸς πραγματοποίησιν τῶν παρ’ ἡμῶν ὑποδεικνυομένων μέτρων. Ποῦ εὑρίσκετε τὰ μέσα τὰ χρηματικὰ σήμερον, κύριε Πρωθυπουργέ; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ἐκτὸς προφανοῦς ἀντιφάσεως, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὑποδεικνυόμενα σήμερον, δὲν ἀποτελοῦσι πολιτικὴν νέαν, εἰς ἣν οὐδόλως ἀπέβλεπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτε ἀνεσκεύαζε τὰ παρ’ ἡμῶν λεχθέντα; Διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πολιτικῆς, ἐπαναλαμβάνω, ἐν τῷ νῷ ὑμῶν ὑπαρχούσης καὶ μὴ εἰσέτι ἐκδηλωθείσης, βεβαίως δὲν ἠθέλετε προσπαθήσει, ἵνα ἐκ τῶν προτέρων πείσητε ἐκείνους, τοὺς ὁποίους μετ’ ὀλίγον ἠθέλετε προσκαλέσει, ὅπως ψηφίσωσι τὰς ἀναγκαίας δαπάνας πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς ταύτης, νὰ τοὺς πείσητε, λέγω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ Ἑλλὰς εἰς τοιαύτας δαπάνας νὰ ἐπαρκέσῃ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἐπεβλήθη, ὅτι ἐκρίθη ἀναγκαῖον, ἵνα τῆς κοινῆς γνώμης αἱ ἀπαιτήσεις ἱκανοποιηθῶσι, καὶ συνεπείᾳ τῆς ἐπιβολῆς ταύτης τῆς κοινῆς γνώμης ἀπεστάλη εἰς ὑμᾶς ἡ γνωστὴ ἐπιστολή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ νέαν πολιτικήν, μὲ ὅλας τὰς περὶ τοῦ ἐναντίου διαβεβαιώσεις ὑμῶν. Καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἴδω τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς πατρίδος μου ὁμολογοῦντα, ὅτι πράγματι περὶ νέας πολιτικῆς πρόκειται, διότι ἡ ὁμολογία αὕτη ἤθελε μοὶ δώσει τὴν ἐλπίδα καὶ ἤθελε δώσει τὴν ἐλπίδα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη δεόντως θέλει ἐξυπηρετηθῆ. Ὅταν ὅμως βλέπω ὑμᾶς ὑποστηρίζοντας, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὑποδεικνυόμενα ἐν τῇ ἐπιστολῇ, εἶναι τὰ ἄγνωστα ἐκεῖνα, περὶ ὧν οὐδεμία ἐλήφθη φροντίς, τότε βεβαίως γεννᾶται ἡ ἀμφιβολία περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ μέτρα ταῦτα θέλετε ἐκτελέσει. Καὶ ὅτι ἡ ἀμφιβολία αὕτη εἶναι δικαία, δὲν τὸ ἀπέδειξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ ὅσα εἶπε καὶ χθὲς ἐπανειλημμένως καὶ σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Διότι χθές, ἐρωτηθεὶς περὶ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐσκόπει νὰ ὑποβάλῃ, καὶ τῶν πιστώσεων, ἃς ἐσκόπει νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα τὰ μέτρα, τὰ ὑποδειχθέντα παρὰ τοῦ Βασιλέως πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν, τῶν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ ὑπαρχόντων, πραγματοποιηθῶσιν, εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν δύναται ἐκ τῶν προτέρων νὰ ὁρίσῃ, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ ἡ ὑπόθεσις, ὅτι ἢ ὅλα τὰ μέτρα θὰ πραγματοποιηθῶσιν ἢ μέρος αὐτῶν.

§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν;

§45ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.

§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐζήτουν νὰ ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἦτο πρόωρος ἡ ἀξίωσις τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι ἤθελε παρουσιασθῆ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ εὐκαιρία, ἵνα ἐξενέγκῃ οἵας ἂν ἔχῃ γνώμας ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων. Διὰ τοῦτο ἔλεγον εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν δήλωσιν, ἣν ἐποιησάμην, ὅτι τὸ πρόγραμμα, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ Ἡγεμόνος, εἰσὶ μέτρα ἀποφασισμένα ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἂς ὑποθέσωμεν διαφόρους ἐνδεχομένας περιπτώσεις. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι συμβαίνει ἢ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία ὁμολογεῖ ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι ἐνδεδειγμένα ὑπ’ αὐτῆς, νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὰ μέτρα ταῦτα, ἢ νὰ ἐκτελέσῃ τινὰ ἐξ αὐτῶν, ἢ ὅσα ἐκτελέσει νὰ ἐκτελέσῃ ταῦτα κακῶς καὶ οὐχὶ καλῶς. Ἐπὶ πασῶν τούτων τῶν ὑποθέσεων ἡ Βουλὴ θέλει ἐν καιρῷ κρίνει. Λοιπὸν διατὶ ἀνησυχοῦσιν, εἶπον, προώρως καὶ προκαλοῦσι ζητήματα, ἵνα λογοκοπῶμεν ἐν τῇ Βουλῇ;

§47ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἰδοὺ διατὶ θὰ ἀνησύχουν, κ. Πρωθυπουργέ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ἐὰν τὰ μέτρα ταῦτα ἀπετέλουν τὴν πολιτικὴν ὑμῶν καὶ πρὸ τῆς ἐπιστολῆς, καὶ ἐὰν πρὸ τῆς ἐπιστολῆς ἐσκέπτεσθε νὰ ὑποβάλητε τὰ μέτρα...

§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ τὸ γνωρίζητε. Γνωρίζουσι τοῦτο τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ ὁποῖα ἀπὸ πολλοῦ ἐργάζονται.

§49ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ τότε ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπω, ποῖον προϋπολογισμὸν ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βουλήν; Ἐγὼ εἶχον πάντοτε πεποίθησιν ἐπὶ τὴν εἰλικρίνειαν τῆς ἐνεργείας ὑμῶν. Λυποῦμαι δὲ, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ ἐρωτήσω, ὑπεβάλατε ἀνειλικρινῆ προϋπολογισμόν;

§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸν, τὸν ὁποῖον προεβάλομεν, αὐτὸν ἐπιμένομεν νὰ ἐκτελέσωμεν. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο, ἔλεγον εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ζητήσωμεν πιστώσεις διὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλωμεν, καὶ τότε ἴσως τὸ περίσσευμα ἀποβῇ εἰς ἔλλειμμα.

§51ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα εἶναι ἐκ τῶν θεμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀποτελῶσι τὸ ἀντικείμενον τῶν σπουδαιοτέρων σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶ, ὅτι, ὅταν ἐφθάσατε εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἴχετε ἐν τῷ νῷ ὑμῶν πολιτικὴν οἵαν ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως χαράττει, καὶ ὅτι δὲν ἀνεγράφη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν μέτρων, περὶ ὧν ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως ἀσχολεῖται; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ «ἀντέγραψα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐπιφυλάσσομαι ὅμως τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον νὰ καταστρέψω δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων»; Εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ πιστευτὸν τοῦτο, καὶ μάλιστα, ὅταν ὑποστηρίζηται ὑπὸ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλάκις ὑπεστήριξεν, ὅτι αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις ἐπιτρέπονται μόνον, ὅταν αἱ ἀνάγκαι, εἰς τὰς ὁποίας ἀναφέρονται, δὲν ἦσαν γνωσταὶ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ;

§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν πρόκειται νὰ διαταράξωσι τὸ ἰσοζύγιον. Σᾶς εἶπον ἐγώ, ὅτι διὰ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας θέλομεν φέρει, πρόκειται νὰ διαταραχθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ;

§53ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅσα καὶ ἂν λέγητε, δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ μᾶς πείσητε. Γνωρίζομεν τὴν δεινότητα ὑμῶν τὴν ῥητορικὴν, καὶ γνωρίζομεν αὐτὴν ἐκ πείρας πικρᾶς, ἀλλὰ ὅσα καὶ ἂν λέγητε, δὲν θὰ δυνηθῆτε ποτὲ ν’ ἀποδείξητε, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν συνετάσσετε τὸν προϋπολογισμὸν, τὰς ἀνάγκας ταύτας εἴχετε ὑπ’ ὄψιν.

§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ ὑμᾶς οὐδέποτε θὰ τὸ ἀποδείξω.

§55ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν θὰ τὸ ἀποδείξητε! Περὶ τῶν σχεδίων ὑμῶν διατελοῦμεν ἐν πλάνῃ, καὶ μεθ’ ἡμῶν ἐν πλάνῃ διατελεῖ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός.

§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἄλλοτε ἐπλανήθη ἀπὸ ὑμᾶς, ἀπὸ ἐμὲ οὐδέποτε ἐπλανήθη. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§57ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Χειροκροτήσατε, Κύριοι, διότι ἐκ πεποιθήσεως χειροκροτεῖτε, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θὰ λησμονήσω, ὅτι ἡ ῥητορικὴ δεινότης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ περὶ τὸ λέγειν εὐστροφία αὐτοῦ ὑπῆρξε τοσαύτη, ὥστε κατώρθωσε νὰ χειροκροτηθῇ παρ’ ὑμῶν, καὶ ὅταν ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι εἶναι γελοῖον νὰ ὑποστηρίζῃ τις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἡγεσίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ! (Θόρυβος).

§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδέποτε εἶπον τοῦτο.

§59ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Χειροκροτήσατε ὅσον θέλετε, ἀλλ’ ἀφήσατε, παρακαλῶ, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰς ἰδέας των μετὰ μετριοπαθείας καὶ ἁβρότητος ἐκφράζουσιν. Ἐν ὅσῳ δὲν βλέπετε ἐν τοῖς λόγοις μου ἔννοιαν ὑβριστικήν, μὴ μὲ διακόπτετε, καὶ ἐπιτρέψατε νὰ ἐκφράσω, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη, εἴτε παλαιὰ εἶναι, εἴτε νέα καὶ ἐπιβεβλημένη, θὰ εὕρῃ ὑμᾶς προθύμους, ὅπως ἀκολουθήσητε αὐτὴν μετὰ τῆς θελήσεως, ὅπως εἰλικρινῶς ἐργασθῆτε ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας αὐτῆς πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀπαιτήσεων τῆς κοινῆς γνώμης καὶ πραγματοποίησιν τῶν πόθων τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ ἡ συζήτησις ἐκεῖ, ἀφ’ ὅπου ἤρχισε, καὶ νομίζω τοῦτο, διότι πιστεύω, ὅτι θετικὰ συμφέροντα τῆς χώρας ἐπιβάλλουσιν αὐτό. Θεωρῶ εὔλογον τὴν ἀπορίαν, ἡ ὁποία ἐξεφράσθη, διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει νὰ προπαρασκευασθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ βάσει ὑπολογισμῶν ἀνεπαρκῶν καὶ κατὰ συνέπειαν μὴ εἰλικρινῶν. Νομίζω τοῦτο, διότι ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην, ὅτι πράγματι ἐπῆλθε μεταβολὴ ῥιζικὴ εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς ἐπιστολῆς τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Θεωρῶ δὲ ἀναγκαίαν τὴν διάκρισιν ταύτην, διότι οὐσιώδη ὀφείλει νὰ ἐξασκήσῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν σκέψεων ἡμῶν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πολιτικῆς γνωστῆς καὶ προδιαγεγραμμένης ἤδη, ἤθελεν ἀποβῆ ὅλως περιττὴ συζήτησις, ἥτις διαρκεῖ ἀπὸ δέκα ἡμερῶν καὶ πλέον, διότι καὶ ἡ συζήτησις τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος κυρίως ἀφεώρα καὶ ἐσκόπει τὸ μέλλον. Ἐὰν ὑπῆρχε πολιτική, ὑποσχομένη εἰς τὸ ἔθνος καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι θέλουσι πληρωθῆ τὰ κενὰ ἐν τῷ στρατῷ, ὅτι θέλει συνταχθῆ ὁ στρατός, ὅπως ἀπαιτοῦσι τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, δὲν ἦτο πλέον ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα περὶ τοῦ τί δέον γενέσθαι. Ἀλλὰ τοιαύτη δὲν ὑπῆρχεν ἡ πολιτικὴ αὕτη καθιεροῦται μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς ἐπιστολῆς τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως. Πολιτικὴ δὲ, ἥτις πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ δι’ ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, δὲν εἶναι ὑγιὴς πολιτική. Ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἡ στρατιωτικὴ στενώτατα συνδέεται μετὰ τῆς οἰκονομικῆς αὐτῆς πολιτικῆς, καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις φέρῃ ἐν ἀντιθέσει τὴν στρατιωτικὴν αὐτῆς πολιτικὴν πρὸς τὴν οἰκονομικήν, καθιστᾷ μὴ ἐφαρμόσιμον καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην. Ἡ πολιτική, ἣν ἔχομεν σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν, εἶναι πολιτικὴ προελθοῦσα ἐκ τῆς ἐκφράσεως τοῦ ἔθνους, ἐκ τοῦ πόθου, τὸν ὁποῖον πολυειδῶς ἐξεδήλωσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Τὸν πόθον δὲ τοῦτον, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀμφισβητήσωμεν, ὅτι κατενόησε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν καὶ λαβὼν ἐπανειλημμένως τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ δυσχερὲς τῶν περιστάσεων, καὶ ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴν βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ ὁ πόθος του οὗτος ἦτο πόθος αἰσθηματικός, μὴ συνδυαζόμενος μὲ τὴν θετικὴν αὐτοῦ πολιτικήν, ἥτις κατοπτρίζεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Μεγάλη ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐπιθυμίας οἱασδήποτε καὶ τῆς ἐξευρέσεως τῶν μέσων πρὸς πραγμάτωσιν αὐτῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐγνωρίζομεν πρὸ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως, καὶ τῆς πολιτικῆς, ἣν θέλομεν ἰδεῖ ἐφαρμοζομένην μετὰ τὴν ἐπιστολὴν ταύτην. Ὁ πόθος οὗτος τοῦ ἔθνους, ὁ πανταχόθεν ἐκφρασθεὶς, ἐξετιμήθη δεόντως ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὅστις ἀπὸ γενικωτέρας καὶ ὑψηλοτέρας περιωπῆς δύναται νὰ σταθμίσῃ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Βασιλείου. Ἀπόῤῥοια δὲ τῆς τοιαύτης ἐκτιμήσεως εἶναι ἡ ἐπιστολὴ αὐτοῦ, ἡ ὁποία πᾶσαν τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ προκαλέσῃ. Ἀπόῤῥοια ἐπίσης τῆς τοιαύτης ἐκτιμήσεως εἶναι ἡ ἐπελθοῦσα μεταβολὴ εἰς τὴν θετικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι, Κύριοι, σοβαρὸν τὸ ἰσχυρίζεσθαι, ὅτι αἱ ἐνδείξεις τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως συμπίπτουσι μὲ τὴν προηγουμένην γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Χθὲς ἀκόμη εἴδομεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεχόμενον—διότι δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως—τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιστολῆς, ἀλλὰ ἐπιφυλαττόμενον, καὶ διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς, καὶ ἰσχυριζόμενον, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναμείνῃ νὰ ἴδῃ κατὰ πόσον θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ περιεχόμενον αὐτῆς, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει· χθὲς ἀκόμη ἠπόρει, διότι ἡμεῖς ἠθέλομεν νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον ἡμῶν καὶ νὰ φέρῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν νέαν πολιτικήν, διότι μόνον ἐπὶ τούτων δυνάμεθα νὰ φέρωμεν γνώμην θετικήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ συζητήσωμεν ἔκφρασιν γνώμης, προερχομένην παρὰ τοῦ Βασιλέως, δυνάμεθα ὅμως νὰ συζητήσωμεν μέτρα, τὰ ὁποῖα προτίθενται τὴν ἐκτέλεσιν τῆς γνώμης του ταύτης, ἥτις ἀποῤῥέει ἐκ τῶν πόθων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, ὡς ἀνεπτύξαμεν καὶ ἡμεῖς κατὰ τὰς προηγουμένας συζητήσεις. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐδημοσιεύθη ἡ ἐπιστολὴ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ νὰ εἰσδύσω εἰς αὐτοὺς, διότι οὐδεμίαν μᾶς ἔδωκεν ἐξήγησιν περὶ τούτων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι, ἐκδηλοῦσιν ἓν ἀναντίῤῥητον γεγονός, ὅτι ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν νέαν πολιτικὴν διὰ τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν πράγματα καὶ νέαν πολιτικὴν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν. Δὲν εἶναι, Κύριοι, ἐπιλήψιμον τὸ νὰ μεταβάλλῃ ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ γνώμην. Ἔχει καθῆκον μάλιστα, ὅταν τὸ ἔθνος ἐμπιστεύηται εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὰς τύχας του, νὰ μεταβάλλῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὅταν μελετῶν τὰ πράγματα καὶ σταθμίζων αὐτὰ εὕρῃ, ὅτι ἡ προτέρα αὐτοῦ γνώμη εἶναι ἐσφαλμένη. Ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν τὸ καθῆκον νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην τὴν ἐπιβαλλομένην ἐκ τοῦ ἀληθοῦς συμφέροντος τοῦ τόπου. Ἀλλὰ πρέπει ἡ μελέτη καὶ ἡ ἐξέτασις τῶν πραγμάτων νὰ ἐπιφέρῃ τὴν μεταβολὴν ταύτην, ὅπως μὴ αὕτη καταστῇ ἐπιλήψιμος. Ἐὰν ὅμως ἡ μεταβολὴ ἔρχεται ἀπότομος καὶ ἄνευ προηγουμένης μελέτης, τοῦτο δεικνύει, ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὰ καὶ ἡ γνώμη ἡ ἐπερχομένη μετὰ τὴν τοιαύτην μεταβολήν. Τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα ἔχουσιν ἐλαττώματα, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ ἀρετάς, μία δὲ τῶν σπουδαιοτέρων τούτων εἶναι, ὅτι οἱ καλούμενοι εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν δὲν καλοῦνται τυχαίως, ἀλλ’ ὑποδεικνύονται προηγουμένως ἐκ τῶν μελετῶν καὶ τῶν γνώσεών των περὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων τῶν ἀφορώντων τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Ἂν μεταβάλῃ τις γνώμην ἄνευ τοιαύτης μελέτης καὶ προετοιμασίας, πράττει τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀποδεικνύει ὅτι καὶ πρὶν καὶ μετὰ ταῦτα δὲν ἐστάθμισε καλῶς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Τοῦτο εἶναι, Κύριοι, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ πᾶσαν τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Φοβούμεθα μήπως καὶ μετὰ τὴν παραδοχὴν νέας πολιτικῆς δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ τι σοβαρὸν καὶ ἀνάλογον τῶν περιστάσεων καὶ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ὑπεστήριξε πολιτικὴν πολεμικήν. Ἀπεναντίας οἱ πλεῖστοι, καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτῶν, ὑπεστηρίξαμεν ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος ἐπιβάλλει, ὅπως μὴ ἐπιδιώξῃ τὴν διατάραξιν τῆς εἰρήνης, διότι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διαχειρισθῇ τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα καὶ νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἔγερσιν τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ὀφείλομεν σοβαρῶς νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ τί πρέπει νὰ πράξωμεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἔχομεν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προτίθεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ, καὶ νὰ μάθωμεν, πῶς θὰ συνδυάσῃ ταῦτα μετὰ τῆς οἰκονομικῆς αὑτῆς πολιτικῆς. Θὰ ἐπιδιώξῃ οἰκονομίας; καὶ τίνας; Θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν αὔξησιν τῶν πόρων; καὶ κατὰ τίνα τρόπον; Ἐὰν δὲ οὐδὲν τούτων πράξῃ, ποῦ θὰ εὕρῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα χρειάζεται διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς νέας πολιτικῆς, διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν κενῶν τοῦ στρατοῦ, διὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ, ὅπως πρέπει νὰ συνταχθῇ ἐν εἰρήνῃ, διὰ τὴν ἀποχώρισιν ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τῶν ὑπηρεσιῶν, αἵτινες εἶναι ἀνατεθειμέναι εἰς αὐτὸν καὶ αἵτινες πρέπει νὰ διακριθῶσιν εἰς ὑπηρεσίας συντελούσας εἰς τὸν προορισμὸν αὐτοῦ καὶ εἰς ὑπηρεσίας ἀνηκούσας εἰς τὴν διοίκησιν; Πάντα ταῦτα ἀπαιτοῦσι δαπάνας, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι ἄνευ δαπάνης ἀνωτέρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς, δύναται νὰ τὰ ἐκτελέσῃ, βεβαίως πλανᾶται. Καὶ δικαίως ἡμεῖς δυσπιστοῦμεν περὶ τῆς ἐφαρμογῆς μέτρων σοβαρῶν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ τὸν ἀτελῆ προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει ἐνώπιον αὐτῆς, ἐὰν πρόκειται νὰ ληφθῶσι σπουδαῖα καὶ σοβαρὰ μέτρα πρὸς σύνταξιν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ κάμῃ τοιαύτην συζήτησιν περὶ τῶν ἐν γένει οἰκονομικῶν τῆς χώρας καὶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ φέρῃ ἡ μεταῤῥύθμισις τοῦ προϋπολογισμοῦ συμφώνως μὲ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἶπον, ὅτι θεωρῶ ἀνάγκην ἐπιβαλλομένην καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἐκ τῶν προτέρων μελετηθῇ τὸ σύνολον τῶν μέτρων τῶν ἀφορώντων τὴν στρατιωτικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ὅλην οἰκονομικὴν αὐτῆς πολιτικήν. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι, ἀνεξαρτήτως παντὸς ἄλλου ἐχθροῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἔχομεν καὶ ἕτερον ἐχθρικὸν στρατόπεδον ἐν τῇ Δύσει, τὸ ὁποῖον σχηματίζει ἡ κακὴ θέσις ἡμῶν ἀπέναντι τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου. Δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ καταπολεμήσωμεν αὐτὸ διὰ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς. Θὰ τὸ ἐξουδετερώσωμεν μόνον ὅταν συνδυάσωμεν τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν μὲ πολιτικὴν οἰκονομικὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ πείσωμεν τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ὅτι δὲν θίγομεν οὔτε τὰς ὑποσχέσεις τὰς δοθείσας εἰς αὐτοὺς, οὔτε τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει ἡ θέσις ἡμῶν καὶ ἡ ὑποστήριξις τῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Τοῦτο δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μελετηθῇ μεμονωμένως, ἀλλ’ ἐν συνδυασμῷ μὲ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς νέας αὑτῆς στρατιωτικῆς πολιτικῆς. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ ἀναστείλωσι πᾶσαν ἐπὶ τούτου ἐπεξεργασίαν, μέχρις οὗ οὗτος συμπληρωθῇ διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν πράγματι σοβαρῶς ἐπιθυμῇ νὰ παραδεχθῇ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ὁ πόθος καὶ ἡ γνώμη παντὸς τοῦ ἔθνους ἐπιβάλλει. Ἀποκρούουσα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ἀδικεῖ καὶ ἑαυτὴν καὶ τὴν Βουλὴν, καὶ βλάπτει ἀναμφισβητήτως καὶ τὴν γνώμην τὴν θεμελιώδη, ἐπὶ τῆς ὁποίας καὶ αὐτὴ στηρίζεται, τὴν τῆς συντάξεως τῆς χώρας, ἐὰν δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων καὶ πόρων ἐπιχειρήσῃ πολεμικὴν παρασκευήν. Ἡμεῖς ἐπιδιώκομεν διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τὴν σύνταξιν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων κατὰ τρόπον ἀσφαλίζοντα εἰς ἡμᾶς στρατιωτικὴν δύναμιν, προωρισμένην οὐχὶ ὅπως προκαλέσῃ διατάραξίν τινα ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἀλλ’ ὅπως χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς χώρας καὶ εἰς τὴν προάσπισιν τῶν συμφερόντων αὐτῆς, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε παρουσιασθῆ ἀνάγκη.

§61ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν παρατείνεται ἡ προκειμένη συζήτησις, παραίτιος τῆς παρατάσεως εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειοψηφίας, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἄν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ προταθεῖσα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρότασις τῆς μειοψηφίας, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τὸ φρόνημα τῆς μειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἐγίνετο δεκτὴ, καὶ ἂν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας συγκατετίθετο νὰ ἀναβληθῇ ἡ περαιτέρω ἐπεξεργασία τοῦ προϋπολογισμοῦ μέχρις ὑποβολῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐφρόνει ἀναγκαῖα μετὰ τὴν ἐπιστολὴν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ἡ συζήτησις δὲν ἤθελε λάβει, ἣν ἔλαβεν ἔκτασιν. Ἡ προταθεῖσα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς μειοψηφίας πρότασις ἦτο φυσικωτάτη, ὑπηγορεύετο ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναί τι ἐνεργοῦν αὐτομάτως καὶ τοπικῶς, ἐκπροσωπεῖ καὶ τὴν γνώμην καὶ τὰ φρονήματα τοῦ Κοινοβουλίου. Πᾶσα ἡ ἐργασία αὐτῆς, πᾶσαι αἱ ἰδέαι αὐτῆς συνδέονται ἀναποσπάστως πρὸς τὰ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ γιγνόμενα. Παρεπέμφθη πρὸς ἐξέτασιν εἰς αὐτὴν προϋπολογισμὸς οὐδεμίαν περιέχων ἢ ἐνδεικνύων πρόνοιαν ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῶς συντάξεως τῆς χώρας· ἡ ἐπιτροπὴ χωρεῖ εἰς τὸ ἔργον, ἐξετάζει τὰ ἔσοδα, προβαίνει καὶ μέχρι τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐξόδων Ὑπουργείων τινῶν, ὅτε δημοσιεύεται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐπιστολὴ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ἐν τῇ ὁποίᾳ διατυποῦται πρόγραμμα στρατιωτικῆς παρασκευῆς καὶ ἀναγράφονται μέτρα ἐπιβάλλοντα δαπάνας καὶ προκαλοῦντα σκέψεις περὶ δημιουργίας πόρων, ὅπως ἀντιμετωπίσωσι τὰς δαπάνας. Ἡ μειοψηφία προτείνει ν’ ἀναβληθῇ ἡ περαιτέρω ἐπεξεργασία, μέχρις οὗ τὰ μέτρα ταῦτα ἀνακοινωθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν, μέχρις οὗ αἱ προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως γείνωσι γνωσταὶ καὶ ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δυνηθῇ νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἐφικτοῦ τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰ οἰκονομικὰ καὶ ταμιευτικὰ ἀποτελέσματα, τ’ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἢ ἐν τῇ μεταῤῥυθμίσει αὐτῶν. Προκειμένου νὰ αὐξηθῶσιν αἱ νῦν ἀναγεγραμμέναι πιστώσεις καὶ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς ἀναλόγου τῶν ἐσόδων αὐξήσεως, ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς ῥιζικῶς μεταῤῥυθμισθήσεται. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἐμπνεομένη ἀπὸ τὰς γνώμας καὶ τὰς ἰδέας τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν ταύτην, φρονοῦσα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ εἰς τὸ πέρας ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα ὁ προϋπολογισμὸς, οἷος ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ προκληθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου. Κατὰ τὴν γνώμην ἄρα τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ διὰ τῆς ἐπιστολῆς τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἐγκαινιζομένη πολιτικὴ τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν οὐδεμίαν ἔχει ἢ δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους 1897, τὴν γνώμην ὅμως ταύτην τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐθεώρησεν ὡς μὴ σπουδαίαν ἡ μειοψηφία, καὶ ἤνεγκε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Συμμερίζομαι τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποδέχονται ὡς φυσικὸν ἑρμηνευτὴν τῆς Βασιλικῆς ἐπιστολῆς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἤτοι τὴν Κυβέρνησιν, δὲν θέλω δὲ τὴν στιγμὴν ταύτην συζητήσει, ἐὰν τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι ἐνδείκνυνται ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ, εἶχε πρότερον ἡ Κυβέρνησις, ἢ τὰς συνέλαβεν ἀφ’ οὗ ἐδημοσιεύθη ἡ Βασιλικὴ ἐπιστολὴ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἔχω ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν ταύτην τὴν ἐπιστολήν, καὶ ἐξετάζω, ἐὰν δι’ αὐτῆς ἐπιβάλλονται δαπάναι ἀνώτεραι ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897. Εὑρίσκω πρῶτον, ὅτι αἱ ἐν τῇ ἐπιστολῇ τῆς Α. Μ. ἐνδεικνύμεναι ἀνάγκαι, δὲν διαφέρουσιν οὐδαμῶς ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ὑπεδείχθησαν ὑφ’ ἡμῶν. Δὲν ἀξιῶ, ὅτι προεβάλομεν πολιτικὸν πρόγραμμα νέον εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἀξιῶ, ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦτο εἶναι ἄγνωστον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἢ ὅτι δι’ αὐτοῦ προεβάλομεν μέτρα μὴ συζητηθέντα ἐν τῷ παρελθόντι· τοὐναντίον ὡμολόγησα ἤδη, ὅτι προβάλλοντες ὅ,τι προεβάλομεν, διερμηνεύομεν τὸ φρόνημα τὸ ἐθνικόν· προβάλλοντες ὅ,τι προεβάλομεν, ἐπαναλαμβάνομεν συστάσεις καὶ ἰδέας, ἃς ὑπεστήριξαν ἕτεροι πολιτευταὶ εἰς προηγουμένας περιόδους βουλευτικάς, συζητοῦντες περὶ τῶν μέτρων τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας. Ἐνεδείξαμεν τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποχωρισθῇ ὁ στρατὸς ἡμῶν ἀπὸ τῶν ὑπηρεσιῶν, αἵτινες σήμερον ἀπασχολοῦσιν αὐτὸν, καὶ νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὸν ἀληθῆ αὐτοῦ προορισμόν. Εἶναι ἰδέα καινή; Τὴν ἰδέαν ταύτην ἤκουσα ἐντεῦθεν πολλάκις ὑποστηριζομένην καὶ ὑπὸ κυβερνητῶν καὶ ὑπὸ πολιτευτῶν ἄλλων. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἰδέα αὕτη, καίτοι πολλάκις ἐπαγγελθεῖσα, δὲν ἐπραγματοποιήθη, καὶ ἐπειδὴ αἱ περιστάσεις αἱ σημεριναὶ ἐπιβάλλουσιν ἐπιτακτικῶς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν ἡμῶν, ἐνεδείξαμεν ταύτην, ὡς ἀπαραίτητον, ὡς ἀναγκαίαν. Ἀλλ’ ἵνα τοῦτο ἐπιτευχθῇ, εἶναι δυνατὸν αἱ πιστώσεις, αἱ ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, νὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς; Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπασχολήσητε σύμπαντα τὸν στρατὸν εἰς τὸν ἀληθῆ αὐτοῦ προορισμόν, εἰς τὰ κυρίως στρατιωτικὰ αὐτοῦ ἔργα, ἐὰν δὲν λάβητε πρόνοιαν νὰ δημιουργήσητε ἢ νὰ διοργανώσητε δύναμιν ἑτέραν, εἰς τὴν ὁποίαν δέον νὰ ἀνατεθῶσι τὰ καθήκοντα, ἅτινα ἐπιβάλλει ἡ τήρησις τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, καὶ πλὴν τούτου τὰ καθήκοντα πασῶν τῶν βοηθητικῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας σήμερον ἐκτελεῖ ὁ στρατός; Ἵνα τὸν στρατὸν ἀπασχολήσητε εἰς τὸν κύριον αὐτοῦ προορισμόν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὀργανώσητε τὴν χωροφυλακὴν οὕτως, ὥστε νὰ ἀναλάβῃ πάσας ταύτας τὰς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε πρὸ μικροῦ: «μήπως δὲν προεβάλομεν εἰς ἄλλην σύνοδον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς;» Ναί, εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἰσήχθη εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἄνευ σπουδαίας προαιρέσεως, ἵνα τοῦτο μεταβληθῇ εἰς νόμον. Δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν ἐπήρκεσε τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τίς δὲν ἐνθυμεῖται ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπησχολήθη ἐπὶ εἰκοσιτετράωρον καὶ πλέον πρὸς συζήτησιν νομοσχεδίου ἀφορῶντος εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας; Δύναταί τις σήμερον, ὡς ἔχουσι τὰ παρ’ ἡμῖν, ν’ ἀποδώσῃ σπουδαιότητα μείζονα εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, παρὰ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς; Ἐὰν σοβαρῶς, ἐὰν σπουδαίως ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζε τότε, ὅτι ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο νὰ μεταβληθῇ εἰς νόμον, ὅπως ἡ χωροφυλακὴ ἀναλάβῃ ἁπάσας τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, ἐπιτευχθῇ δ’ οὕτω ἡ τοῦ στρατοῦ ἀπασχόλησις εἰς τὰ κύρια αὐτοῦ ἔργα, ὤφειλε νὰ δηλώσῃ τοῦτο καὶ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι ὅμως γνωστόν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, οὗτινος ἡ κατάρτισις πᾶν ἄλλο ἐνεδείκνυεν ἢ τὴν ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς ἀνάληψιν τῶν βοηθητικῶν ὑπηρεσιῶν, ἐῤῥίφθη εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἄνευ τῆς προθέσεως τοῦ νὰ μεταβληθῇ εἰς νόμον, καθόσον οὐδὲ εἰς πρώτην συζήτησιν ἦλθεν. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, τίς ὑπέχει εὐθύνην ἐπὶ ταῖς ἐργασίαις τῆς Βουλῆς, εἰμὴ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας; Ἀλλ’ ἵνα τὸν στρατὸν ἀπασχολήσητε εἰς τὰ κύρια αὐτοῦ στρατιωτικὰ ἔργα, εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρήσητε τὸν θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσητε 300 ἀξιωματικούς, οἵτινες εἶναι χρησιμώτατοι εἰς τὸ στράτευμα, ἀσχολουμένους εἰς τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα; Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀναγκαῖον νὰ ὀργανώσητε ἄλλως τὰ τῆς ἀστυνομίας, ὥστε οἱ ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ σήμερον ἀπασχολούμενοι ἀξιωματικοὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις αὐτῶν, καὶ μετὰ τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν ἀσχοληθῶσιν εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν, ἤτοι εἰς τὸν ἀληθῆ τοῦ στρατοῦ προορισμόν; Ἐγὼ πάντοτε ἐφρόνουν καὶ ὑπεστήριξα, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ γνώμην εἰς πάντα τὰ ἀφορῶντα τὴν διοίκησιν, πολλῷ δὲ μᾶλλον εἰς τ’ ἀφορῶντα τὸν στρατὸν, οὗτινος, κατὰ τὸ θεμελιῶδες ἡμῶν πολίτευμα, εἶναι ἀρχηγός. Ἡ πραγματοποίησις ὅμως καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν γνωμῶν καὶ ἰδεῶν τοῦ Βασιλέως γίνεται ἐπὶ εὐθύνῃ τῶν Ὑπουργῶν, οὓς, καίτοι διοριζομένους ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, κατέστησεν ὑπευθύνους τὸ πολίτευμα. Προκειμένου δὲ περὶ τῶν ἐν τῇ Βασιλικῇ ἐπιστολῇ, περὶ ἧς ὁ λόγος, μέτρων, ἅτινα ἀποτελοῦσι πρόγραμμα τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν συντάξεως καὶ διοικήσεως, αἱ παρ’ ἡμῖν κοινοβουλευτικαὶ συζητήσεις δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, οἵτινες καὶ διὰ μόνης τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως τῆς ἐπιστολῆς, πολλῷ δὲ μᾶλλον διὰ τῶν πρὸς τὴν Βουλὴν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὴν εὐθύνην πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος τούτου. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην συζητοῦνται τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν Βασιλικὴν ἐπιστολήν. Ἐν αὐτῇ γίνεται λόγος περὶ συστάσεως μονίμου στρατοπέδου. Δὲν συζητῶ ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ μέτρου, ἐὰν τὸ μόνιμον στρατόπεδον ἦναι προτιμότερον τοῦ μὴ μονίμου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ὅταν πρόκειται περὶ μονίμου στρατοπέδου, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑφίσταται ἀνάγκη μιᾶς δαπάνης ὑπερβαινούσης τὸ ἑκατομμύριον; Ὅταν ἐν τῇ Βασιλικῇ ἐπιστολῇ γίγνηται λόγος περὶ συγκλήσεως ἐφεδρείας καὶ περὶ ἐκγυμνάσεως αὐτῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ληφθῇ συνάμα ἡ προσήκουσα πρόνοια περὶ τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον; Ὅταν ἐν τῇ ἐπιστολῇ τῆς Α. Μ. γίγνηται λόγος περὶ καταρτισμοῦ τῶν ἐφίππων σωμάτων, καὶ ὅταν ἦναι γνωστόν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην τοὐλάχιστον 3,000 ἵππων, οἵτινες ἀπαιτοῦσι δαπάνην τριῶν ἑκατομμυρίων, εἶναι δυνατὸν ὁ προϋπολογισμὸς νὰ μὴ προβλέπῃ περὶ τῆς πιστώσεως ταύτης; Δὲν συζητῶ ἐπὶ τοῦ ἑτέρου θέματος, τὸ ὁποῖον θίγει ἡ ἐπιστολὴ τῆς Α. Μεγαλειότητος, δηλαδὴ περὶ τοῦ καταλληλοτέρου διὰ τὸν στρατὸν ἡμῶν ὅπλου, οὔτε θέλω νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐν τῇ Βασιλικῇ ἐπιστολῇ γίνεται λόγος περὶ τούτου, διότι ἐν τῇ ἐπιστολῇ τὰ περὶ ἐκλογῆς τοῦ καταλληλοτέρου ὅπλου ἀφίενται εἰς ἐπιτροπὴν συστηθησομένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Λαμβάνω ὅμως ὡς ὑπόθεσιν, ὅτι ἡ συστηθησομένη ἐπιτροπὴ γνωματεύει, ὅτι δὲν εἶναι τὸ ἐν χρήσει σήμερον ὑπάρχον παρ’ ἡμῖν ὅπλον τὸ καταλληλότερον, καὶ ὅτι δέον νὰ προμηθευθῶμεν ὅπλα ἐπαναληπτικά· τίς δὲν γινώσκει, ὅτι, διὰ νὰ προμηθευθῶμεν ὅπλα τοιαῦτα ποσοῦ ἀναλόγου, ἤτοι 100,000, μετὰ 1000 φυσιγγίων δι’ ἕκαστον ὅπλον, ἔχομεν ἀνάγκην 28,000,000 φράγ. εἰς χρυσόν; Τίς ἐξ ἡμῶν δὲν γινώσκει, ὅτι, ἵνα ἔχωμεν ταῦτα, ἀπαιτεῖται νὰ διαῤῥεύσῃ πολὺς χρόνος, μέχρις οὗ παραγγελθῶσι καὶ κατασκευασθέντα παραδοθῶσιν εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ, ἀνεξαρτήτως ἐνδεχομένων ἀπροόπτων πολιτικῶν κωλυμάτων περὶ τῆς ἐν εὐρωπαϊκῷ καταλλήλῳ ἐργοστασίῳ κατασκευῆς αὐτῶν; Τὸ σπουδαιότερον ὅμως, ὅπερ δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν, εἶναι, ὅτι πολλοῦ ἔχομεν ἀνάγκην χρόνου, καὶ ἀφοῦ παραλάβωμεν τά τε ὅπλα καὶ τὰς πυριτοβολάς, ὅπως ἀσκηθῶσιν εἰς τὸν χειρισμὸν τοῦ νέου ὅπλου, καὶ μάλιστα ἐπαναληπτικοῦ, οἱ ἄνδρες τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ στρατοῦ καὶ τῆς ἐφεδρείας. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως, ἐπαναλαμβάνω, τούτου, μόνον τὰ ἕτερα μέτρα, ἤτοι ἡ ἀναδιοργάνωσις τῆς χωροφυλακῆς, ὅπως ἀναλάβῃ πάσας τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας καὶ τὰ καθήκοντα τῆς ἀστυνομίας, ὁ καταρτισμὸς τῶν ἐφίππων σωμάτων διὰ τῆς προμηθείας ἵππων καὶ ἡμιόνων, ἡ σύστασις μονίμου στρατοπέδου, ἡ πρόσκλησις καὶ ἐκγύμνασις τοὐλάχιστον δύο ἡλικιῶν τῆς ἐφεδρείας, καὶ ἡ συμπλήρωσις τῶν ἀποθηκῶν τοῦ ἱματισμοῦ, πάντα ταῦτα ἀπαιτοῦσι δαπάνην 10,000,000 δραχ. ἢ τοὐλάχιστον 8,000,000 Πόθεν ταῦτα θέλομεν πορισθῆ; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε πρὸ ὀλίγου: «τίς εἶπεν ὑμῖν, ὅτι προτίθεται ἡ Κυβέρνησις νὰ προβάλῃ τὴν αὔξησιν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων πιστώσεων»; Ὅταν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔχητε πιστώσεις ἐκ δραχ. 16,000,000, πῶς εἶναι δυνατόν, δι’ οἱασδήποτε μεθόδου διαχειριστικῆς καὶ ἂν πρόκειται νὰ ἐκτελέσητε τὸν προϋπολογισμόν, διὰ τῶν 16 ἑκατομμυρίων νὰ ἐπαρκέσητε εἰς πάσας ταύτας τὰς ἀνάγκας; Προσθέτως μάλιστα ἐδήλωσεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων δὲν πρόκειται νὰ μεταβληθῇ. Ἄρα πρόκειται νὰ ἀναπτυχθῇ τοσαύτη διαχειριστικὴ ἱκανότης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε τὰ ἔσοδα τὰ ὑπάρχοντα ν’ αὐξήσωσιν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν ν’ ἀποδώσωσι πλεόνασμα προσεγγίζον, ἂν μὴ ὑπερβαῖνον, τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 10,000,000. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, κατὰ τίνα μηχανισμὸν εἶναι δυνατὸν τὰ ἔσοδα οὕτω νὰ διαῤῥυθμισθῶσιν, ὥστε νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς πάσας ταύτας τὰς ἀνάγκας. Φρονῶ ἄλλως τε, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ σωφρονοῦσα Ἑλληνικὴ Βουλή, ἥτις δύναται νὰ ψηφίσῃ προϋπολογισμὸν μετ’ ἐλλείμματος, ἐκ τῶν προτέρων γνωστοῦ, 10,000,000. Δὲν κρίνω ἐπάναγκες νὰ συζητήσω ἐπί τινος ἑτέρου ἰσχυρισμοῦ, προβληθέντος ὑπό τινων μελῶν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐντεῦθεν ἐπαναληφθέντος, ὅτι ὑπάρχουσι χρήματα, ὑπάρχουσιν ἑκατομμύριά τινα, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ λάβωμεν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκ τοῦ παρ’ αὐτῇ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὑπάρχουσι χρήματά τινα ἀποτεταμιευμένα παρὰ τῇ Τραπέζῃ ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ νόμου, τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς σύστασιν στρατιωτικοῦ ταμείου. Ἐγὼ δὲ προσθέτω, ὅτι ὑπάρχουσι καί τινα χρήματα, προερχόμενα ἐκ καταθέσεων παρὰ τῇ Τραπέζῃ ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, χάριν ἀνεγέρσεως διδακτικῶν κτιρίων, ὑπάρχουσιν ἕτεραί τινες καταθέσεις, προελθοῦσαι ἀπὸ τὴν ἐκποίησιν τῆς δυνάμει τοῦ περὶ παρακρατήσεως νόμου εἰσαχθείσης εἰς τὰς δημοσίους ἀποθήκας σταφίδος. Ἀλλὰ αἱ καταθέσεις αὗται δύνανται νὰ ληφθῶσι καὶ νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας; Πρῶτον πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐὰν δύναται σήμερον ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ποσόν τι ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δηλαδὴ ἐκ τοῦ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ, θέλει εὑρεθῆ ἐν ἀδυναμίᾳ βραδύτερον ὡς πρὸς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως· διότι τὸ χρῆμα τὸ κατατιθέμενον ἐν τῷ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν εἶναι χρῆμα ἐκτὸς τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰλημμένον. Ἐὰν εἰς δεδομένας ἐποχὰς τὸ ποσὸν τῶν καταθέσεων τούτων ἦναι ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ὑπῆρχε κατατεθειμένον πρό τινος χρόνου, βεβαίως τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ Κράτους ἀλλαχόθεν ἠλαττώθη. Ὑπάρχουσιν ἐποχαὶ τοῦ ἔτους, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ πληρωμαὶ εἶναι κατώτεραι τῶν ἐσόδων, τότε δὲ τὸ ἀπόθεμα τοῦτο κατατίθεται εἰς τὸν ἀνοικτὸν λογαριασμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλαι τοῦ ἔτους ἐποχαὶ, καθ’ ἃς τὰ ἔσοδα εἶναι κατώτερα τῶν ἐξόδων, καὶ τότε λαμβάνονται ἐκεῖθεν τὰ ἀναγκαῖα χρήματα διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως. Ὅπως δὲ πρό τινων ἡμερῶν ὁμιλῶν ἐντεῦθεν ἀπέδειξα, ἡ σημερινὴ κατάστασις τῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, ἡ κατάστασις τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ τοῦ Κράτους, δὲν διαφέρει τὸ παράπαν ἀπὸ τὴν κατάστασιν τοῦ ἐνεργητικοῦ, ἡ ὁποία ὑφίστατο κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1894· διότι ὑπάρχουσι πληρωμαί, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐκκρεμεῖς· διότι, ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπάρχουσιν ἀσκεπῆ χρέη τοῦ δημοσίου ταμείου, ὑπάρχουσι ληψοδοσίαι ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων εἰς δεδομένην στιγμὴν ἡ χρηματικὴ κατάστασις μεταβάλλεται· ἀλλὰ ταῦτα πάντα οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Τὸ δημόσιον ταμεῖον ὀφείλει, ἐκτὸς τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, εἰς τοὺς δήμους, εἰς τὰς λόγῳ ἐγγυήσεως καταθέσεις κλπ. Ἀλλὰ καὶ καθ’ ἣν ὑπόθεσιν οὔτε ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων οὔτε ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων πρόκειται νὰ μεταβληθῇ, ὡς ἰσχυρίσθη ἐντεῦθεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πάντως ὅμως πρέπει νὰ ἐνδειχθῶσι τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θέλει πορισθῆ ὅσα χρήματα ἀναγκαιοῦσι διὰ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, πάντως πρέπει νὰ ἐνδειχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ μηχανισμός, καθ’ ὃν θέλουσι ταῦτα ἐκτελεσθῆ, ἢ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν εἴτε τὰ ἔσοδα εἴτε τὰ ἔξοδα, τὰ ἤδη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα, πρέπει νὰ διαῤῥυθμισθῶσιν, ἵνα παρέχωσι τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλουσιν ἐκτελεσθῆ ὅσα μέτρα προβάλλονται διὰ τῆς δημοσιευθείσης εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἐπιστολῆς τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι ἕτεροι συνάδελφοι ἐντεῦθεν εἶπον ἡμῖν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡ ἐγκαινιζομένη διὰ τῆς Βασιλικῆς ἐπιστολῆς εἶναι πολιτικὴ νέα. Ἐγὼ μόνον προστίθημι, ὅτι διὰ τῆς ἐπιστολῆς τῆς Α. Μ. εἰσάγεται πράγματι μία πολιτική, ἐπιβαλλομένη ἰδίως ὑπὸ τῶν σημερινῶν περιστάσεων, σκοποῦσα τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, πολιτικὴ, ἥτις δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῇ διανοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως. Μέχρι τοῦδε εὑρισκόμεθα ἐν τῇ πεπατημένῃ ὁδῷ, εὑρισκόμεθα ἐν τῇ ἀδρανείᾳ, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ τακτική, ἣν ἠκολούθει μέχρι τῆς προχθὲς ἡ Κυβέρνησις, ἤτοι ἡ τακτικὴ τῆς ἀδρανείας καὶ ὀλιγωρίας, δύναται νὰ λάβῃ τὸν χαρακτηρισμὸν πολιτικῆς. Ἐὰν ὄντως τὰ μέτρα, τὰ ὑπὸ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως ἐνδεικνυόμενα, ὑπῆρχον ἐν τῷ νῷ τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν αἱ προθέσεις καὶ αἱ μέχρι τοῦδε πράξεις ταύτης παρεῖχον τὸ ἐνδόσιμον, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῶσι ταῦτα ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐκδοθῇ ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἡ ἐπιστολὴ αὕτη; Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως, οἵα ἡ δημοσιευθεῖσα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἐνδεικνύει προφανῶς οὐ μόνον τὸ ἔκτακτον καὶ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, ἐν αἷς διατελοῦμεν, ἀλλὰ μεταβολὴν τῆς ὑφισταμένης πολιτικῆς, ἀποτελεῖ δὲ πρόγραμμα στρατιωτικῆς διοικήσεως ὅλως διάφορον τοῦ προγράμματος, ὅπερ εἶχεν ἐν ἐφαρμογῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε καμμία ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ ἡ πολιτικὴ ἡ ὑφεστῶσα, πρὸς τί ἡ ἐπιστολὴ τῆς Α. Μεγαλειότητος; Ἀλλ’ ὅτι νέα ἐγκαινίζεται ἢ εἰσάγεται πολιτικὴ διὰ τῶν ἐνδείξεων τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, εἶναι ἀναντίῤῥητον. Διότι, ἐὰν πράγματι ἐν τῇ διανοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρχεν ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις τῆς χώρας, ἐὰν μάλιστα ἦτο ἀκριβὲς ὅ,τι ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε μὲν πάσας τὰς ἰδέας ταύτας, ἀλλὰ δὲν ἐνόει τὰς ἰδέας ταύτας νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ τρόπον προκαλοῦντα τὴν προσοχὴν εἴτε τῶν ἔσω εἴτε τῶν ἔξω, ἀλλ’ ἐνόει νὰ τὰς ἐκτελέσῃ ἠρέμα καὶ ἀθορύβως, τίς ὁ καταλληλότερος τρόπος πρὸς τὴν ἀθόρυβον καὶ ἤρεμον ἐφαρμογὴν τῶν τοιούτων ἰδεῶν; Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν ἔδει ν’ ἀναγραφῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μέτρων τούτων πιστώσεις πρὸς πλήρωσιν τῶν ἐν τῇ στρατιωτικῇ διοικήσει ὑφισταμένων κενῶν, ὡς ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ ἐνδεικνυόμενα ὑπὸ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως μέτρα. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ θορυβηθῇ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ τῆς Κυβερνήσεως ἐνεργείᾳ, οὐδεὶς δὲ ἠδύνατο νὰ ὑπολάβῃ τὴν ἐνέργειαν ταύτην ὡς σκοποῦσαν εἴς τι ἔκτακτον, ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῶσι τὰ κενὰ, τὰ ὑφιστάμενα ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Ἀλλ’ ὅταν ὑποβάλλῃ προϋπολογισμὸν, μηδεμίαν περὶ τούτου λαμβάνοντα πρόνοιαν, ὅταν ὑποβάλλῃ προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ὡς πρὸς τὰς ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ προβλέψεις ἐλαττοῦται τῶν προϋπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, καὶ ὅταν, μετὰ τὴν τοιαύτην ἀπρονοησίαν καὶ ὀλιγωρίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγκάζηται ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς νὰ ἐνδείξῃ δι’ ἐπιστολῆς καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὰ μέτρα τὰ ἀπαραίτητα πρὸς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν, ἐρωτῶ, εἶναι ὁ τρόπος οὗτος ὁ μᾶλλον ἀθόρυβος; εἶναι ὁ μᾶλλον ἤρεμος; εἶναι τὸ σύστημα, καθ’ ὃ δύνανται τὰ τοῦ στρατοῦ νὰ παρασκευασθῶσι, χωρὶς νὰ προκληθῇ οὐδενὸς ἡ προσοχὴ ἐπ’ αὐτῶν; Ἡ δι’ ἐπιστολῆς, ὅταν δὲν ἀνέγνωμεν ἐν τῷ τριακονταετεῖ παρελθόντι εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, παρέμβασις τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως δὲν πείθει ὑμᾶς, ὅτι ἀπέβησαν μάταιαι αἱ κατ’ ἰδίαν ὑπ’ αὐτοῦ γενόμεναι παρακελεύσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τοῦθ’ ὅπερ ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ πέμψῃ τοιαύτην ἐπιστολήν; Δὲν θέλω νὰ συζητήσω ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δηλώσεων, αἱ ὁποῖαι ὑποστηρίζουσι τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰ ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ Βασιλέως ἀναγραφόμενα μέτρα νὰ μὴ ἐκτελεσθῶσιν, ἢ νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐν μέρει καὶ κατὰ σύστημα ὁδηγοῦν εἰς τὴν ἀποτυχίαν τοῦ σκοποῦ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, φρονῶ πεποιθότως, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ πολιτικὴν νέαν δι’ ἐπιστολῆς, τῆς ὁποίας καὶ μόνη ἡ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσίευσις προσέδωκεν ὕψιστον κῦρος εἰς τὴν ἀναμενομένην στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας ἀπέναντι παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εὐθὺς ὡς ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη τὰς ἐνδείξεις ταύτας τῆς ἐπιστολῆς, πάντα τὰ μέτρα, τὰ ὑπὸ τῆς ἐπιστολῆς ἐνδεικνυόμενα, εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις πλήρως καὶ εἰλικρινῶς νὰ ἐκτελέσῃ. Ἀλλὰ πρὸς πραγματοποίησιν τῶν μέτρων τούτων, πρὸς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ οἰκονομικὴ σύνταξις, πρὸς ἣν κυρίως ἀφορᾷ ἡ διεξαγομένη συζήτησις. Ἡ Ἀντιπολίτευσις πρώτη, διερμηνεύουσα τὸ δημόσιον φρόνημα, ὑπέδειξε τὴν ἀνάγκην τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως. Προέβη καὶ περαιτέρω· ὑπέδειξε καὶ τὴν οἰκονομικὴν σύνταξιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ παράσχῃ τὰ πρὸς τοῦτο χρηματικὰ μέσα· προέβη εἰς πρόγραμμα θετικῆς πολιτικῆς, ἐνῷ δὲν εἶναι σύνηθες τοῦτο εἰς τὰς Ἀντιπολιτεύσεις· προέλαβε τὴν Κυβέρνησιν, ὑποδείξασα τὴν θετικὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ, ἵνα ἐφαρμόσῃ τὸ σύστημα τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ ὀλίγου ὁμιλῶν ἐντεῦθεν, ἔλεγεν, ὅτι πάσας τὰς ἰδέας ἡμῶν τὰς θεωρεῖ ἑώλους, οὐδεμίαν δίδων εἰς αὐτὰς σημασίαν. Ἀλλ’ ἐὰν ἀφ’ ἑτέρου οἰκειοποιεῖται ἢ ἀποδέχεται ὡς ἰδίας ἰδέας τὰ μέτρα τὰ ἐνδεικνυόμενα ὑπὸ τῆς ἐπιστολῆς τῆς Α. Μ., διατὶ ἀρνεῖται, ὅτι ἀποδέχεται καὶ πάσας τὰς ἰδέας ἡμῶν περὶ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας; Ἡμεῖς δὲν δυσαρεστούμεθα, βλέποντες τὴν Κυβέρνησιν προσχωρήσασαν, μετὰ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως, εἰς τὸ σύστημα τῆς ἀμέσου καὶ συντόνου συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Λυπούμεθα μόνον, βλέποντες αὐτὴν ἐνδοιάζουσαν πρὸ τῆς ἐπιβαλλομένης αὐτῇ οἰκονομικῆς συντάξεως, ἥτις θέλει παράσχει τὰ μέσα πρὸς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν. Πρὸς τοῦτο ἐζητήσαμεν νὰ ἀναβληθῇ ἡ περαιτέρω ἐπεξεργασία τοῦ προϋπολογισμοῦ, μέχρις οὗ τὰ μέτρα ταῦτα ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, εἴτε διὰ νομοσχεδίων εἴτε διὰ μεταβολῆς τῶν πιστώσεων. Εἶναι δὲ ἄλλως τοῦτο συνηθέστατον. Ἐπῆλθε πολλάκις ἐν τῷ παρελθόντι κυβερνητικὴ μεταβολή, καθ’ ὃν χρόνον ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς εὑρίσκετο ἐν τῷ μέσῳ ἢ περὶ τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ πᾶσα ἡ περαιτέρω ἐργασία αὐτῆς ἐθεωρήθη ἄσκοπος, καὶ ἀνεβλήθη τὸ ἔργον αὐτῆς μέχρις οὗ διὰ δηλώσεων τῆς νέας Κυβερνήσεως ὑποδειχθῇ τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ νέα Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ διοικήσῃ. Ὑπάρχει ἁπλούστερόν τι, σύνηθες παρ’ ἡμῖν. Συζητεῖται νομοσχέδιόν τι, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προβάλλεται μία μεταῤῥύθμισις ὑπὸ μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐνίοτε δὲ καὶ ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως· ὡς ἀναγκαία συνέπεια εἶναι ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου συζητήσεως, μέχρις οὗ ὑποβληθῇ ἡ τροποποίησις, ἡ δυναμένη νὰ καταστήσῃ ἀρτιώτερον τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ πολλῷ σπουδαιοτέρου, πρόκειται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, φρονῶ ὅτι ἀμφότερα θέλουσιν ὑποστῆ μεταβολήν, καὶ μεταβολὴν σπουδαιοτάτην, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων· ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων, διὰ νὰ πορισθῶμεν ἐξ αὐτῶν τὰ μέσα, ὧν ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας· ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων θὰ μεταῤῥυθμισθῇ ἀναγκαίως, διότι πάντων σχεδὸν τῶν Ὑπουργείων αἱ ἀναγεγραμμέναι πιστώσεις δὲν δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν εἰς ἃ ποσὰ ἀνεγράφησαν. Θέλει μεταῤῥυθμισθῆ πρωτίστως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, θέλει μεταῤῥυθμισθῆ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ὡς ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ ὡς ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγραφομένου διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν. Ὅταν λοιπὸν πρόκειται ἅπας ὁ προϋπολογισμὸς τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων ν’ ἀνατραπῇ, νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ περαιτέρω ἡ ἐπεξεργασία τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ἐγὼ μάλιστα νομίζω, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐδημοσιεύθη ἡ ἐπιστολὴ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ἔδει καὶ αἱ τῆς Βουλῆς ἐργασίαι νὰ διακοπῶσι, μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις προσκομίσῃ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου πάντα τὰ μέτρα, τὰ συντελοῦντα ἢ ἀποδεικνύοντα, ὅτι σπουδαίως ἐργάζεται καὶ σκέπτεται νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ μέτρα τὰ ἐνδεικνυόμενα ὑπὸ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως. Τὸ νὰ συζητῶμεν δὲ σήμερον, ἂν πρέπῃ νὰ χωρήσῃ περαιτέρω ἡ ἐπεξεργασία τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τὸ νὰ προβάλληται ἡ γνώμη ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας, τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν κωλύουσι τὰ μέτρα ταῦτα τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἴσως δὲ καὶ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ὡς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν κατενοήθη προσηκόντως τὸ ἐξόχως κρίσιμον τῶν περιστάσεων, καὶ ἀποδεικνύουσι προσέτι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν κρίνει ἑαυτὴν ἐπαρκῆ πρὸς ἐφαρμογὴν πλήρους τοῦ προγράμματος τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως, ὅπερ ἐπιβάλλει ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως, διερμηνεύοντος εἰλικρινῶς τὸ ἐθνικὸν φρόνημα. Ὑποστηρίζω λοιπὸν τὴν πρότασιν, ὅτι εἶναι ἀνέφικτος ἡ περαιτέρω ἐπεξεργασία τοῦ προϋπολογισμοῦ, μετὰ τὴν δημοσιευθεῖσαν ἐπιστολὴν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, πρὶν ἢ ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος διαῤῥυθμισθῇ κατὰ τὰς ἐνδείξεις τῆς Βασιλικῆς ἐπιστολῆς. Φρονῶ τέλος, ὅτι ἡ Βουλή, συναισθανομένη τὴν σοβαρότητα καὶ τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, δὲν θὰ διστάσῃ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην, καθόσον, ἀποῤῥίπτουσα τὴν πρότασιν ταύτην, ἀποφασίζουσα νὰ χωρήσῃ ἡ ἐπεξεργασία τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σύστημα, καθ’ ὃ θέλουσιν ἐκτελεσθῆ πλήρως τὰ τόσον σοβαρά, τὰ τόσον σπουδαῖα καὶ τόσον ἐπίκαιρα μέτρα, τὰ ἐνδειχθέντα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ ἐπισπάσαντα οὐ μόνον τὴν ἐπιδοκιμασίαν, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐνθουσιασμὸν σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, θέλει παράσχει τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν συναισθάνεται ἐπαρκῶς τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, ἃς διέρχεται τὸ ἔθνος ἡμῶν.

§62Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁμολογουμένως ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐνώπιον ἀπροχωρήτου. Τὸ ἀπροχώρητον αὐτὸ ἐδημιούργησεν ἡ ἐπιστολὴ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν. Ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ ἄλλας ἰδέας κατήρτισε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1897, ὑπὸ ἄλλας ἰδέας εἰσηγήσατο αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν, ὑπὸ τὰς ἰδέας αὐτὰς ἐζήτησεν, ὅπως παραπεμφθῇ πρὸς ἐπεξεργασίαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἄλλας ἰδέας εἰσάγει ἡ ἐπιστολὴ τῆς Α. Μ. πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διεβεβαίωσεν ἀληθῶς πολλάκις, ὅτι αἱ ἰδέαι τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως εἶναι καὶ ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ταύτας εἶχε καὶ πρίν. Ὑπό τινα ἔποψιν οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν διαβεβαίωσιν αὐτὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας διατυποῖ ἡ ἐπιστολή, εἴτε ὡς μέτρον γενικόν, εἴτε ὡς διατύπωσις πολιτικῆς, βεβαίως εἶναι ἰδέαι, τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχει Ἕλλην, ὅστις νὰ μὴ πρεσβεύῃ. Οὐδεμίαν ἔχω διάθεσιν ἐγὼ ν’ ἀμφισβητήσω, ὅτι καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰς αὐτὰς εἶχεν ἰδέας. Ἀλλ’ ὅσῳ παλαιότεραι αἱ ἰδέαι, τόσῳ ὀλιγώτερον ὠφελεῖ αὐτὸν τοῦτο, διότι ὅ,τι σήμερον ἐνώπιον τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς εἶναι τεθειμένον, εἶναι οὐχὶ τίς ἔχει τὰς ἰδέας περὶ παρασκευῆς τοῦ τόπου, διότι τινὰ πράγματα κατέστησαν τόσον κοινὰ, ὥστε κατέστησαν γενικὸν πάντων πρόγραμμα καὶ μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν καὶ μεταξὺ τῶν πολιτικῶν, ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον τὸ ταχύτερον καὶ ἐκ τῶν ἐνόντων θέλει κατορθωθῆ νὰ παρασκευασθῇ ὁ τόπος στρατιωτικῶς, ὥστε νὰ ἦναι ἕτοιμος ἐν πρώτῃ περιστάσει νὰ ἐνεργήσῃ. Οὐδόλως τὸ ζήτημα τῆς παρασκευῆς ἐτέθη ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἔθηκεν, ἵνα εὐκόλως τὸ καταπολεμήσῃ, ὅτι δηλαδὴ ζητοῦμεν σήμερον παρασκευὰς, ὅπως ἅμα συμπληρωθῶσι διατάξωμεν τὸν στρατὸν νὰ κινήσῃ ἐκτὸς τῶν συνόρων. Βεβαίως τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον ἐπανέλαβε, συνδυαζόμενον μετ’ ἄλλων, τὰ ὁποῖα εἰς προηγουμένας συνεδριάσεις εἶπε, δίδει τὴν εἰκόνα τῶν διαθέσεων, διότι κυρίως περὶ διαθέσεων ἐν τῇ πολιτικῇ αὐτῇ πρόκειται τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπὶ 18 μῆνας ἔχων τὴν Κυβέρνησιν, καὶ διευθύνων μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰ στρατιωτικὰ, οὐδὲν ἔπραξεν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δίδουσιν αὐτῷ τὸ δικαίωμα, ὥστε σήμερον νὰ ἐπικαλῆται τὰς ἰδέας τῆς ἐπιστολῆς ὡς ἰδίας αὐτοῦ ἰδέας. Πιθανὸν μεταξὺ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ δεχθῇ τις, ὅτι φέρουσιν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς παρασκευῆς, νὰ ἐπρότεινε καὶ ἡ Κυβέρνησις τοιαῦτα, ἀλλὰ μὴ ἐπιμείνασα εἰς αὐτὰ, μηδὲ θεωρήσασα ταῦτα ἐπείγοντα, μηδὲ συνδέσασα πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐποχῆς καὶ πρὸς τοὺς κινδύνους τοὺς ἀπειλοῦντας ἡμᾶς, βεβαίως δὲν ἀνταπεκρίθη πρὸς τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιστολὴ νῦν ζητεῖ νὰ καθιερώσῃ, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐξ ὅσων ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος καὶ ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐπιστολῆς εἶπεν, ἐνόησε νὰ ὑποστηρίξῃ. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Κυβέρνησις, εἶχεν αὐτὰς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶπεν ὅτι ἔχει, ἄλλη ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ διοίκησις αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς 18 μῆνας τῶν τοῦ στρατοῦ, ἄλλη δὲ θὰ ἦτο καὶ χωρὶς τῶν μέσων τῶν οἰκονομικῶν καὶ χωρὶς τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας σήμερον προκαλεῖ ἡ ἐπιστολὴ τῆς Α. Μεγαλειότητος. Προϋπῆρχεν, ὅπως καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν εἶπον, τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ οὐδέποτε ἐνῃσχολήθη, οὐδόλως δὲ εἰργάσθη, ἵνα βελτιώσῃ αὐτὸ, ὁ κ. Πρωθυπουργός. Αὐτὴ δὲ ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπὶ τόσον χρόνον ἀφῆκε τὸν στρατὸν, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν εἶχε τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ Κυβέρνησις φροντίζουσα περὶ παρασκευῆς. Ἐν πάσῃ διοικήσει, ἡ ὁποία ἐννοεῖ νὰ παρασκευάσῃ τὸν στρατὸν πρὸς πόλεμον, πρὸς πόλεμον μᾶλλον ἢ ἧττον μεμακρυσμένον, ἀλλὰ πρὸς πόλεμον ἄφευκτον, ἡ πρώτη ἐργασία, τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ, εἶναι ἡ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ στρατοῦ. Ματαία ἡ παρασκευὴ ἄνευ καταλλήλου προσωπικοῦ τοῦ στρατοῦ. Δὲν δύναται Κυβέρνησις νὰ ἰσχυρίζηται ὅτι παρασκευάζει στράτευμα πρὸς πόλεμον, ὅταν δὲν δέχηται καὶ δὲν ἐφαρμόζῃ ἐν εἰρήνῃ τὴν ἀρχὴν, ὅτι οὐδεὶς ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ διοικῇ εἴτε ἐν τοῖς κατωτέροις βαθμοῖς, εἴτε ἐν τοῖς ἀνωτέροις ἐν τῷ στρατῷ, ὅστις δὲν εἶναι ἀληθῶς παρεσκευασμένος καὶ ἱκανὸς, ὅπως καὶ ἐν πολέμῳ καὶ εὐθὺς τὴν ἐπαύριον διατασσόμενος ὁδηγήσῃ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ἄνδρας ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ. Ὅταν τοιαύτην ἀρχὴν μία Κυβέρνησις, μία διοίκησις στρατιωτική, δὲν ἀκολουθῇ, δὲν τῇ ἐπιτρέπεται νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι παρασκευάζει στρατὸν πρὸς πόλεμον. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ εἰσέλθω εἰς ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἱκανότητος τῶν προσώπων, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει τις μεταξὺ ἡμῶν, ἀγνοῶν ὅτι ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, τὴν θεμελιώδη, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ γείνῃ τι, ἄξιον ἐμπιστοσύνης, ὁ στρατὸς ἡμῶν χωλαίνει, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ ὡς καὶ αἱ προηγούμεναι οὐδὲν ἔπραξαν ἀπολύτως πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Ἕνεκα τοῦ κακοῦ προσωπικοῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ στρατιωτικὴ ἀληθῶς διοίκησις. Ὅταν λοιπὸν τὰ προσωπικὰ ζητήματα ἔχωσιν οὕτως ἀθλίως, οὕτως ἀπελπιστικῶς, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς Κυβέρνησιν νὰ λέγῃ, ὅτι μελετᾷ καὶ ἐργάζεται περὶ τῆς παρασκευῆς τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὄχι μόνον παρέστησε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑποδεικνύει ἡ ἐπιστολὴ, ὡς ἴδια αὐτοῦ, ἀλλὰ παρέστησαν αὐτὰ, ὅτι εἶναι οὐδὲν ἄλλο ἢ ἁπλᾶ κενὰ, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ πληρωθῶσι. Τὸ πᾶν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἐν τῇ διοικήσει, ὅτι εἶναι κενὸν, τὸ ὁποῖον σκέπτεται νὰ πληρώσῃ. Ἀλλὰ τὸ κενὸν αὐτὸ, τὸ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ, ὁμοιάζει τὸν πίθον τῶν Δαναΐδων. Ἀπὸ 50 ἐτῶν πληροῦται, ἀλλ’ εἰς μάτην, διότι πυθμὴν δὲν ὑπάρχει. Ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην, εἶναι νὰ εὑρεθῇ τέλος τις, ὅστις νὰ θέσῃ αὐτὸν τὸν πυθμένα. Τοῦτον, ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἐκ τοῦ πολιτεύματος, ἐκ τῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει, προωρισμένος εἶναι νὰ θέσῃ ὁ Βασιλεὺς, καὶ ὅ,τι διὰ τῆς ἐπιστολῆς γίνεται, ὡς εἰσήγησις μιᾶς πολιτικῆς, ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ χρόνου νὰ ἦναι ὁ καθημερινὸς κανὼν τῆς Βασιλείας, καὶ τότε τὰ τοῦ στρατοῦ ἄνευ μεγάλων θυσιῶν σήμερον καὶ ἄνευ τῶν στενοχωριῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα καὶ δι’ ἃς συζητοῦμεν ἀπὸ τόσων ἡμερῶν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἔπρεπε νὰ ἦναι ὁ στρατός. Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως βεβαίως ἔχει μίαν ἔννοιαν. Τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι μόνον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὁ ἐντεταλμένος ὅπως δώσῃ. Ὑπὸ μίαν ἔποψιν τοῦτο εἶναι ὀρθὸν, ὅτι δηλαδὴ ἐκείνη θὰ ἦναι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐπιστολὴ τῆς Α. Μ., τὴν ὁποίαν τὰ πράγματα θέλουσιν ἀποδείξει, ὅταν, ἐφαρμοζομένων βαθμηδὸν τῶν ἐν αὐτῇ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Βασιλέως. Ἐὰν μίαν ἡμέραν συμφωνήσῃ εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἢ θὰ διαταχθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, βεβαίως ἡ ἔννοια τῆς ἐπιστολῆς θὰ ἦναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν θέλουσι συμφωνήσει ἀμφότεροι νὰ δώσωσιν εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἔχομεν τὸ δικαίωμα πάντες νὰ ἑρμηνεύωμεν τὴν ἐπιστολὴν καὶ νὰ δίδωμεν τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν νομίζομεν ὅτι ἔχει. Τὸ κατ’ ἐμὲ, διατεθειμένος εἶμαι νὰ δώσω εἰς αὐτὴν εὐρυτέραν ἔννοιαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἠθέλησάν τινες νὰ δώσωσι, καὶ νὰ θεωρήσω αὐτὴν, ὅτι πραγματικῶς εἶναι ἓν πρόγραμμα στρατιωτικῆς διοικήσεως, τοῦ ὁποίου τὴν τύχην ἀγνοῶ, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον σήμερον εὑρίσκω, ὅτι εἶναι ἀληθὲς πρόγραμμα. Εἶναι πρόγραμμα, διότι θεωρῶ ὅτι ἁπλῶς εἶναι ἐνδεικτικὴ καὶ ὅτι δὲν ἐνόησε νὰ περιλάβῃ μόνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἢ ῥητῶς προβάλλει, ἢ συμβουλεύει ὅπως ἡ Κυβέρνησις μελετήσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐπιφυλάσσεται, πιστεύω, δι’ ἄλλων μέτρων καὶ διὰ καθημερινῆς, συστηματικῆς, εἰλικρινοῦς, ἐπιμόνου ἐπιτηρήσεως τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων νὰ συμπληροῖ καὶ ἐπεκτείνῃ τὸ πρόγραμμα. Νομίζω ὁπωσδήποτε, ὅτι ἄνευ τοιαύτης ἐπιμόνου ἐργασίας τοῦ Στέμματος, ἄνευ ἐπιτηρήσεως καθημερινῆς περὶ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν στρατιωτικῶν νόμων καὶ τῶν κανονισμῶν πρὸς μόρφωσιν καὶ ἄσκησιν τοῦ στρατεύματος, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ βελτίωσις αὐτοῦ. Νομίζω δὲ, ὅτι δι’ οὐδενὸς ἄλλου τρόπου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσι τοιαῦτα ἀποτελέσματα ὑπὲρ παρασκευῆς στρατεύματος. Οὕτως ἠθέλησε καὶ οὕτω διέταξε τὸ πολίτευμα Τοῦτο ἀπαιτεῖ καὶ ἡ φύσις τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. Τὸ πολίτευμα τὰ τοῦ στρατοῦ ἀνέθηκε κυρίως εἰς τὸν Βασιλέα. Κηρῦξαν αὐτὸν ἀρχηγὸν τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν δυνάμεων, καὶ δὸν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα τοῦ κηρύττειν τὸν πόλεμον, ἀναγνωρίσαν δ’ αὐτὸν συγχρόνως ἀρχηγὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τὸν ἕνα τῶν παραγόντων τῆς νομοθετικῆς, ἐνόησε νὰ συγκεντρώσῃ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Ἡγεμόνος πᾶσαν τὴν ἀναγκαίαν δύναμιν, ὅπως παρασκευάζῃ τὸ στράτευμα τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύναται δι’ αὐτοῦ νὰ ἐξασκήσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ πολίτευμα ἀπένειμεν αὐτῷ, τὸ δικαίωμα τοῦ κηρύττειν τὸν πόλεμον. Θὰ ἦτο παράλογον νὰ δίδῃ τὸ πολίτευμα εἰς τὸν Ἡγεμόνα τὸ δικαίωμα τοῦ ἄρχειν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ κηρύττειν τὸν πόλεμον καὶ συγχρόνως νὰ μὴ ἀπονέμῃ αὐτῷ πᾶσαν τὴν ἀναγκαίαν ἐξουσίαν, ὅπως παρασκευάζῃ τὸ στράτευμα αὐτὸ ἱκανὸν πρὸς τοῦτο. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ μέσα καὶ τὴν δύναμιν νὰ παρασκευάζῃ τὸν στρατὸν ἱκανὸν, ἵνα ὑπερασπίζῃ τὸ Κράτος ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης. Ἀφοῦ ἔχει τὴν εὐθύνην ὁ Βασιλεὺς, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ μέσα, ὅπως καὶ μὴ παραλίπῃ, ἐλλείψει στρατοῦ, δίκαιον πόλεμον καὶ ἐπιτυχῶς διεξάγῃ αὐτὸν, ἅπαξ κηρυχθέντα. Λοιπὸν ἐν τῷ πολιτεύματι ἡ ἐξουσία αὕτη τοῦ Βασιλέως ἐφωδιάσθη μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως, ἥτις εἶναι ἀναγκαία, ὅπως πραγματοποιῇ ἐν ἀνάγκῃ τὴν ἀποστολὴν ταύτην, ὅπως δηλονότι ᾖναι ἀρχηγὸς πραγματικῶν καὶ ἐπαρκῶν στρατιωτικῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὄχι μόνον εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν δυνάμεων ὁ Βασιλεὺς, ἀλλὰ εἶναι περιβεβλημένος καὶ δι’ ἄλλων ἐξουσιῶν, τῆς ἐξουσίας τῆς νομοθετικῆς ἐν συμπράξει μετὰ τῆς Βουλῆς, καὶ τῆς ἐξουσίας τῆς ἐκτελεστικῆς. Ἄρχει λοιπὸν τοῦ στρατεύματος, ἀλλ’ εἶναι συγχρόνως εἷς ἐκ τῶν δύο παραγόντων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ μάλιστα ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξ ἄλλων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει, ἤτοι τοῦ δικαιώματος τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τοῦ διαλύειν τὴν Βουλὴν, ἔχει πολὺ ὑπερτέραν ἐξουσίαν ἐντὸς χρονικῶν ὁρίων ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχει αὐτὴ ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους. Ὅταν εἰς αὐτὸν τὸν ἀρχηγὸν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων ἔχῃ ἀναγνωρίσει τὸ πολίτευμα τὴν ἰδιότητα τοῦ νὰ ᾖναι συνάμα ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, βεβαίως ἔδωκεν ὅλην τὴν δύναμιν καὶ ὅλα τὰ δικαιώματα, ὅπως παρασκευάζῃ πρὸς πόλεμον τὸ στράτευμα, δὲν εἶναι δὲ πιστευτὸν, ὅτι Βουλὴ, βλέπουσα τὸν ἡγεμόνα τοῦ τόπου πραγματικῶς, μετὰ εἰλικρινείας, μετὰ ζήλου ἐργαζόμενον ὑπὲρ μορφώσεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, δὲν θέλει παράσχει εἰς αὐτὸν πᾶσαν ὑποστήριξιν. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἤδη διαφαίνεται ἐν τῇ Βασιλικῇ ἐπιστολῇ ὡς ἐπιζητούμενον ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ὑπῆρξεν ἐκ τοῦ πολιτεύματος τὸ καθῆκον αὐτοῦ. Ὁ Βασιλεὺς εἰς αὐτὸ ἔπρεπεν ἀπ’ ἀρχῆς νὰ ἀσχολῆται. Τὸ Στέμμα, μετερχόμενον ὅλην τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχει, ὅπως παρασκευάζῃ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν ἐν εἰρήνῃ πρὸς πόλεμον, θὰ κατώρθου τοῦτο, ἂν ἤθελε. Διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι, ἐὰν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν ὁ Βασιλεὺς, ὅπως ἄρχῃ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὰ μέσα νὰ παρασκευάζῃ αὐτάς. Πῶς εἶναι δυνατὸν, Ἡγεμὼν, ὅστις εἶναι προωρισμένος ἐκ τοῦ νόμου, αὐτὸς νὰ κηρύττῃ τὸν πόλεμον καὶ αὐτὸς νὰ καθοδηγήσῃ τὸν στρατὸν κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, νὰ μὴ ἐνδιαφέρηται, μηδὲ νὰ παρασκευάζῃ ἑαυτὸν καὶ τὸ στράτευμα πρὸς τοιοῦτον σκοπόν; Ἀναγκαίως τὸ πολίτευμα ἠθέλησεν, ὅπως ὁ Βασιλεὺς, ἵνα ᾖ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, παρακολουθῇ, ἐπιβλέπῃ, παρασκευάζῃ αὐτὸν, πρὸς τοῦτο δ’ ἐχορήγησε τὴν δύναμιν καὶ τὰ μέσα, ὅσα συντελοῦσι πρὸς τὸν σκοπὸν, ἀρκεῖ νὰ θέλῃ ὁ Βασιλεύς. Πιθανὸν ὅμως ἡ ἐπιστολὴ, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν ὁ Βασιλεὺς, νὰ ἀποδειχθῇ μετὰ τινα χρόνον, ὅτι οὐδένα σκοπὸν εἶχε παρασκευῆς στρατεύματος πρὸς τοιοῦτον σκοπόν. Τότε βεβαίως θέλομεν μορφώσει τὴν γνώμην αὐτήν, ἀλλὰ θέλομεν τὴν μορφώσει, βλέποντες ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν ὑπέβαλε τὰ μέτρα τὰ προσήκοντα, οὔτε εἰς τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως. Ἐκ τῆς Κυβερνήσεως ἐξήρτηται ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀξία τῆς ἐπιστολῆς καὶ ἡ σπουδαιότης. Πρὶν δοθῇ ὁ ἀναγκαῖος χρόνος τῇ Κυβερνήσει πρὸς ἔναρξιν ἐκτελέσεως τῶν ἐν τῇ ἐπιστολῇ, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ δώσωμεν τὴν ὁριστικὴν περὶ αὐτῆς γνώμην. Ἀλλὰ ἐνῷ ἑρμηνεύω οὕτω τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως, ὅτι δηλ. ἀποτελεῖ ἓν πρόγραμμα στρατιωτικόν, ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἀμφιβολίας ἐγέννησεν ἐν ἐμοὶ καὶ ἡ χθεσινὴ καὶ ἡ σημερινὴ ὁμιλία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν καὶ ὡς πρὸς τὴν σημασίαν τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατέχεται ὑπὸ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν, καὶ δι’ ὅσων περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος εἶπε καὶ δι’ ὅσων σήμερον εἶπεν, ἀπέδειξεν, ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ περιμένῃ τὰ πάντα ἐκ τῆς εὐμενείας τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἢ ἐκ τῶν διαιρέσεων αὐτῶν. Ὑπάρχουν ὁμολογουμένως πολλοί, αὐτὰς τὰς ἰδέας ἔχοντες, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ ἀσχολῆται πολὺ μὲ στρατιωτικὰς ἢ ναυτικὰς παρασκευάς, καὶ ὅτι πρέπει κυρίως νὰ ἐλπίζῃ ἀπὸ τὴν εὐμένειαν τῶν Μεγάλων Κρατῶν, ἢ ἀπὸ τὴν διαίρεσιν αὐτῶν, ἡ ὁποία δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς πόλεμον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς πιθανῶς νὰ ὠφεληθῶμεν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ ἐμπνέεται ἀπὸ διαφόρους ἰδέας. Νομίζω ὅτι ὁ Βασιλεύς, ὅστις καλλίτερον παντὸς ἄλλου δύναται νὰ γνωρίζῃ ποῖαι αἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐπικρατοῦσαι σήμερον ἰδέαι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐνδεχόμενα, παραδεχθεὶς τὴν πολιτικὴν τῶν παρασκευῶν, ἐνόησεν, ἢ ὅτι δὲν πρέπει ἐντελῶς ἐκ τῆς εὐμενείας ἢ τῆς διαιρέσεως τῶν ξένων Κρατῶν νὰ ἐλπίζωμεν, ἢ ὅτι, ἐὰν δὲν παρασκευασθῶμεν συγχρόνως, δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν ὅσα τὸ ἔθνος ἐπιθυμεῖ. Διὰ τοῦτο πέποιθα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ, εὐθὺς ὡς ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως περιῆλθεν εἰς τὴν δημοσιότητα, νὰ ὑποβάλῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα νομίζει ὁ Πρωθυπουργός, ὅτι μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τῶν ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ Βασιλέως ἐπιβάλλονται. Ἦτο δὲ τοῦτο ὄχι μόνον ἀναγκαῖον, ὅπως δείξῃ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἐξαγάγῃ τὸν τόπον ἐκ τῆς ἀνησυχίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐῤῥίφθη, ἀναγνώσας ἐπιστολήν, ἡ ὁποία φέρει εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀπορῶ δέ, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος πολλάκις ἐπανέλαβεν ὅτι δὲν μετέρχεται τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν μετέρχονται οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, θορυβοῦντες καὶ ἐπιδεικνύοντες τὰ προγράμματα αὐτῶν περὶ παρασκευῶν,—διότι αὐτὸς ἐννοεῖ νὰ ἐργάζηται ἄνευ θορύβου καὶ ἐπιδείξεως, διότι τοῦτο ἐπιβάλλει τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους,—ἀπορῶ, λέγω, πῶς ἐδέχθη, ὅπως τὰ τῶν πολεμικῶν παρασκευῶν γείνωσιν ἤδη κατὰ τὸν τρόπον τὸν πλέον ἐπίσημον καὶ ἐπιδεικτικόν, τιθέμενα εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως καὶ ἀνακοινούμενα πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τὸν τόπον καὶ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν δι’ ἐπιστολῆς αὐτοῦ τοῦ Βασιλέως. Προφανῶς περισσοτέραν ἐντύπωσιν παράγει ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς καὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ πολιτικὴ ἐνεργείας, ἡ ὁποία προτείνεται ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος, παρὰ πολιτικὴ ἐνεργείας, ἥτις διατυποῦται ὑπὸ Κυβερνήσεως. Ὁ Ἡγεμὼν εἶναι τὸ πλέον μόνιμον καὶ συντηρητικὸν στοιχεῖον τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου ἡ πολιτεία δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ μεταβληθῇ, ἐνῷ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐκήρυξε μία Κυβέρνησις, δύναται ταχέως παρ’ ἄλλης νὰ μεταβληθῇ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι περισσότερον κλονισμὸν φέρει ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς ἡ μέθοδος τῆς ἀπευθείας δι’ ἐπιστολῶν τοῦ Βασιλέως ἀνακοινώσεως τῶν τοιούτων ἀποφάσεων, παρὰ ἡ ἔμμεσος δι’ ἀνακοινώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐπιῤῥοή, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῶν χρηματιστηρίων ἰδίως ἐξασκεῖ τοιαύτη ἐκδήλωσις πολιτικῆς, εἶναι τόσον μεγαλειτέρα, ὅσον περισσότερον βραδύνει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ μέτρα αὐτῆς. Πᾶς τις ἀφήνεται ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι μεγάλα ἐλλείμματα ἀπειλοῦσι τὸν προϋπολογισμόν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι προσεπάθησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ διαβεβαιώσῃ ἡμᾶς, ὅτι κατ’ οὐδὲν ἐκ τῶν στρατιωτικῶν μέτρων του θὰ μεταβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι διὰ πιστώσεων θὰ μεταβάλῃ τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον ὁ προϋπολογισμὸς ἐδημιούργησε. Ποῖαι θὰ ἦναι αἱ πιστώσεις αὗται, ἀφίεται εἰς τὴν φαντασίαν τῶν ἀγορῶν. Εἷς δύναται νὰ φαντάζηται, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1897 θὰ παρουσιάσῃ αὔξησιν 10 ἑκατομμυρίων, ἄλλος 20 ἢ 30 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ὅσον μεγαλείτερα εἶναι τὰ ἐλλείμματα, τόσον μεγαλείτερος ὁ φόβος ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζογραμματίου. Οὐδὲν ἄλλο ἐπηρεάζει περισσότερον τὸ χαρτονόμισμα, ὅσον ὁ φόβος τῶν ἐλλειμμάτων. Ὅταν ὅμως γνωρίζῃ ἡ ἀγορὰ ἀκριβῶς, ὅτι αἱ μεταβολαὶ, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως συνεπάγεται, θὰ περιορισθῶσιν εἰς δαπάνην γνωστὴν καὶ ὡρισμένην, καὶ ὅτι αὕτη θέλει καλυφθῆ διὰ τῶν πόρων τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε δι’ ἄλλων πόρων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ προκαλέσουν ἐλλείμματα, ἡ ἐπιῤῥοὴ θὰ ἦναι πολὺ μικροτέρα, ἴσως θὰ ἦναι μηδαμινή. Ἐντὸς δύο ἡμερῶν νομίζω ὅτι κατὰ δύο μονάδας ἢ κατὰ τρεῖς ὑψώθη ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ ἦτο πολὺ μεγαλειτέρα ἡ ὕψωσις, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὐτυχῶς δὲν εἶχεν ἠσφαλισμένον ποσὸν ἐπαρκὲς εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον, ὅπερ τὴν ἀπαλλάσσει τῆς ἀνάγκης νὰ προβῇ εἰς ἀγορὰν χρυσοῦ διὰ τῆς ἀγορᾶς ἡμῶν. Λοιπὸν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ σπεύσῃ, ὅπως ἄρῃ τὰς ἀμφιβολίας καὶ τοὺς φόβους, οἵτινες βεβαίως κατέχουν τὴν ἀγορὰν καὶ οἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαλειφθῶσι διὰ τῶν ἀορίστων βεβαιώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, φόβους ὅτι ἀπειλοῦνται ἐκ τῆς ἐπιστολῆς μεταβολαὶ μεγάλαι εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἡ Κυβέρνησις ἀπέδειξε διὰ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως, ὅτι ἀπεδέχθη τὰς ἐν αὐτῇ γνώμας, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ προβῇ εἰς δαπάνας. Ἄλλως θὰ παραβιάσῃ τὸ πρόγραμμα στρατιωτικῆς ἐργασίας, τὸ ὁποῖον κατήρτισε μετὰ τοῦ Βασιλέως. Ἔχει λοιπὸν καθῆκον νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὰ μέτρα, ὄχι μόνον διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ τόπου, τοῦ νὰ ἴδῃ οὗτος τὸ ταχύτερον ποῖα μέτρα ἐξελέξατο ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ συγχρόνως, ὅπως ἄρῃ καὶ πάσας τὰς ἀμφιβολίας, αἵτινες ἐπικρατοῦσιν ἐν τῇ ἀγορᾷ, ὅσον ἀφορᾷ τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῆς στρατιωτικῆς πολιτικῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς, ὅτι πρέπει νὰ ἀνασταλῇ ἡ περαιτέρω ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἕως ὅτου ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς Βασιλικῆς ἐπιστολῆς σκοπεῖ νὰ ὑποβάλῃ. Νομίζω δὲ, ὅτι ἔφθασαν τὰ πράγματα εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε δὲν θὰ ἦναι μεγάλη ἡ βλάβη, διότι οὔτε ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀναβάλῃ ἐπὶ πολὺ τὰς προτάσεις αὐτῆς, οὔτε αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς ἢ τῆς Βουλῆς θὰ πάθωσιν, ἐὰν ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας ἀναβληθῇ ἡ ἐργασία ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅταν δὲ τὰ μέτρα αὐτὰ ὑποβληθῶσιν, ὅταν δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναγγείλῃ καὶ τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας θεωρεῖ ἀναγκαίας διὰ τὴν μεταβολὴν τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν νέων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, τότε θὰ ἦναι δυνατὸν ἄνευ βλάβης νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς ἡ ἐπιτροπὴ καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ πραγματικοῦ, διότι ὁ σήμερον ὑποβληθεὶς δὲν εἶναι πλέον πραγματικὸς, καθόσον συνετάχθη ὑπὸ τὸ κράτος ἄλλων ἀρχῶν. Ἄλλας ἀρχὰς ἔχει σήμερον καὶ ἄλλας εἶχε πρὶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ δύο τοὐλάχιστον Ὑπουργεῖα, ἡ Κυβέρνησις. Αἱ ἀρχαὶ αὗται ἤδη ἐπιβάλλουν μεταβολὰς, τὰς μεταβολὰς δὲ ταύτας πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ Βουλὴ, πρὶν ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον.

§64ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.

§65ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον (Θόρυβος).

§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν θέλετε, ἂς διακόψωμεν. Ἀλλὰ πόσον;

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ καὶ διάλογοι). (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 50′).

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον.

§69ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ.....

§70ΣΤΑΗΣ. Τὸν λόγον, σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Νομίζω ὅτι ἔλαβε χώραν παρανόησις· διότι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ διακοπὴ, ἢ νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον, ὁ κ. Πρόεδρος, προτοῦ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἀπεχώρησε τῆς ἕδρας τοῦ Προέδρου, καὶ τοιουτοτρόπως...

§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Πρόεδρος εἶπε «διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν».

§73ΣΤΑΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Καὶ πρὶν ἢ ἀποφανθῇ, λέγω, ἡ Βουλὴ, ἀπεχώρησεν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ οὕτως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ἐλάλησε, χωρὶς νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Προέδρου δὲν ἦτο ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.

§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀπεδέξατο, ὡς ἀποδεκτὴν γενομένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως, καὶ ὅταν ἐγὼ τὸ ἐπρότεινα, ὁ κ. Πρόεδρος τὸ ἤκουσε καὶ τὸ ἀπήγγειλε, τότε δὲ ἀπῆλθεν. Οἱ Κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἤκουσαν ὡσαύτως τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἤθελον νὰ ἐπανέλθωσιν· ἡμεῖς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν γνώμην αὐτῶν.

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἔπραξα ὅ,τι καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν συνήθως συμβαίνει, ὅτε κατὰ τὴν ὀγδόην ἢ ὀγδόην καὶ ἡμίσειαν γίγνεται διακοπὴ, ἐδήλωσα δὲ, ὅτι διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν, διότι ἐνόμιζον ὅτι ἔχω τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς.

§76ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι τρεῖς ἢ τέσσαρες μόνον τῶν Βουλευτῶν τῆς πτέρυγος ταύτης ἐνόησαν ὅτι πρόκειται περὶ διακοπῆς, πάντες δὲ οἱ ἄλλοι δὲν τὸ ἐνόησαν. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οἱ πολλοὶ, τοὺς ὁποίους ἤκουσα, ἰσχυρίζοντο ὅτι ἀνεβλήθη διὰ τὴν αὔριον. Ἂν νομίζετε πρέπον νὰ ἐξακολουθήσητε, ἀφοῦ οὕτω συνέβησαν τὰ πράγματα, δύνασθε νὰ ἐξακολουθήσητε. Δὲν πρόκειται μήτε περὶ ἀπαρτίας μήτε περὶ κωλυσιεργίας.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον.

§78ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἰς τὸ βῆμα μὲ φέρει ζήτημα προσωπικὸν, κατ’ ἐμοῦ ἐγερθὲν παρά τινος τῶν κ. Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μὴ παρόντος ἐνταῦθα. Ἐπειδὴ τὸ προσωπικὸν τοῦτο ζήτημα ἤχθη ἐμοῦ ἀπόντος, νομίζω δὲ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀκολουθήσω τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος ἠκολούθησε, διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ὅπως μὴ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος, δι’ ὃ ἐζήτησα τοῦτον, ἀλλ’ ἐν καιρῷ θέλω ἐπιφυλαχθῆ νὰ ἀπαντήσω ὡς δεῖ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν ὅτι οὕτως ὤφειλε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἐμοῦ.

§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά, πολὺ καλά.

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον; (Οὐδεὶς ἀποκρίνεται). Κηρύσσω τὴν συζήτησιν περατωμένην. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Φιλαρέτου, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Μετὰ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως—ἧς τὰ μέτρα διὰ τῆς δημοσιεύσεως αὐτῆς ἀπεδέχθη ἡ Κυβέρνησις—ἡ προεξεργασία τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποβαίνει ἀνέφικτος, πρὶν ἢ οὗτος μεταῤῥυθμισθῇ».

§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Γρηγορίου Μαυρομαρᾶ καὶ Κίμωνος Βελλίνη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Μιλτ. Δάλλας Χρ. Μαστραπᾶς
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ο
Κωνστ. Ἀσημακόπουλος ΟΚ. Παπαμιχαλόπουλος
Ν. Σμόλενιτς ΟΠ. Ρίτσος
Δημ. Οἰκονομίδης ΟἈνδρ. Βασιλείου Ο
Δημοσθ. Καΐρης Σπ. Τσιτσάρας Ο
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Δημ. Χατζόπουλος
Κωνστ. Νεγρεπόντης ΟΔημ. Βουλπιώτης
Ἰωάνν. Πετρίδης ΟΜιχ. Ἰατρίδης Ο
Ν. Φαρμακόπουλος Ἀλέξ. Σ. Κ. Ρώμας Ο
Σωτήρ. Δανόπουλος ΟΚ. Δ. Βοῦλτσος
Χρ. Βότσαρης Γ. Μελισσηνός Ο
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Διον. Μυλωνᾶς Ο
Σπυρ. Βαρζέλης Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ο
Νικόλαος Λεβίδης ΟΧ. Στεφανόπουλος Ο
Κωνστ. Κολιάτσος Γεώργιος Κρεστενίτης
Δημοσθ. Σκυλίτσης Γεώργ. Παπακυριακόπουλος Ο
Ἀθ. Μουτσόπουλος ΟΔημοσθ. Δόγκας Ο
Ι. Δ. Καλλιφρονᾶς ΟἸω. Σισίνης Ο
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΟΣτέφ. Σκουλούδης
Ἀλέξ. Σχ. Σοῦτσος Γεώργ. Πετούσης Ο
Δ. Γ. Ράλλης Ἀριστομ. Βαλέττας
Ἀλέξ. Ψύλλας ΟΝικ. Νομικός Ο
Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΟΠέτρος Δελένδας Ο
Γ. Κοζάκης Τυπάλδος ΟΚωνστ. Πεταλᾶς Ο
Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο
Ἀθ. Ἴσκος Παναγ. Θρ. Ζαΐμης
Κωνστ. Τοπάλης ΟΘεόδ. Ζαΐμης
Νικ. Σχινᾶς Λ. Πετιμεζᾶς
Γεώργ. Φιλάρετος Γεώργ. Σιβιτανίδης Ο
Νικ. Σταματιάδης ΟΓιαννούσιος Τάκης Ο
Ἰω. Γιαννακόπουλος Ν. Δαγρὲς
Ἐπ. Μαυρομμάτης Κωνστ. Φλέσσας
Ι. Γρίβας Ν. Σάλμας Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟΔημ. Τερτίπης
Θεόδ. Ἀλεξάκης ΟἸω. Παλάσκας
Ἰω. Β. Δηλιγιάννης Ἰω. Σταμούλης
Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΟΚίμων Βελλίνης Ο
Π. Λαμπρινόπουλος ΟΞενοφ. Τσαμαγκίδης
Χαρ. Τζανετάκης ΟἸωάννης Καζαμπάκας
Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ι. Στεφάνου Ο
Πολύμερος Ζαρίμπας Παν. Λεβέντης Ο
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Μιχ. Π. Ἰατρὸς
Ν. Χατζηνικολῆς ΟΑ. Πετσάλης Ο
Γεώργ. Κόρπας Παῦλος Ραζέλος
Ἀχιλ. Ἀγάθος Ἀθ. Πιεῤῥάκ. Μαυρομιχάλης
Κωνστ. Βασιλάκης Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
Ἰω. Σέχος ΟἈσημ. Χριστόπουλος Ο
Νικ. Βασιλάκης ΟΧαράλ. Κανελλόπουλος Ο
Ἀθ. Παραμυθιώτης ΟΠαναγ. Λαμπρούλιας Ο
Γεώργ. Θεοτόκης Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης Ο
Γεώργ. Καποδίστριας Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς Ο
Δημ. Οἰκονόμου ΟΘεόδ. Βελλιανίτης
Δημ. Πετρίδης Ἀνάρ. Σιμόπουλος
Π. Ζούζουλας ΟΛ. Καραλίβανος
Κωνσταν. Σκαρπέτης ΟΠανούρ. Πανουργιᾶς
Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ο
Νικ. Βαλσαμάκης ΟἈχιλ. Γεροκωστόπουλος Ο
Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς ΟἸω. Τσερτίδης Ο
Δημ. Σβορώνος ΟΧρ. Τζίνος Ο
Ἄθως Ρωμάνος Δημ. Βότσης
Διον. Καλούτσης ΟΠίνδ. Ἀντωνόπουλος
Σπ. Ε. Στάης Παναγ. Σάκκης Ο
Χ. Κ. Βοζίκης ΟΔημ. Ε. Καλογερόπουλος Ο
Νικ. Σταματόπουλος ΟΝικ. Καράπαυλος
Θ. Πέῤῥος ΟἸω. Βρυώνης Ο
Γεώργ. Μαυρομιχάλης ΟΠ. Ἄν. Καβαλλιεράτος
Δημοσθ. Μανούσακης Νικολ. Δημητριάδης
Δημοσθ. Ματάλας Γ. Ν. Μπούμπουλης
Ἀριστ. Μελετόπουλος Ἀντ. Γουδῆς Ο
Νικ. Γκουζούλης Ἀθ. Λαδόπουλος Ο
Δημ. Πιπινόπουλος ΟΝ. Βαφειαδάκης Ο
Χασὰν βέης Πετρεδὴν βέηςΟΓ. Παγανέλης Ο
Φιλώτας Ἰσχύμαχος ΟἈλοΐσιος Τόμαν
Ἰω. Λάππας ΟΝ. Δρόσος Ο
Α. Ἀλεξανδρόγιαννος ΟΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΟΣωτ. Χατζηγάκης Ο
Π. Μπογδάνος Νικ. Ταρμπάζης
Β. Βασιλειάδης ΟΚ. Χατζηπέτρος
Ἀθ. Εὐταξίας Θεόδ. Κριεμάδης Ο
Ἰω. Μπακόπουλος Εὐστ. Κοκκέβης Ο
Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ν. Γεωργακόπουλος Ο
Φίλ. Βάρβογλης ΟΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
Ν. Τριανταφυλλάκος Δημ. Καμαριώτης
Ἡλ. Ζέγγελης Διον. Στάϊκος
Λάμπρος Σινανιώτης ΟἈριστόβουλος Μάνεσης
Ἰω. Βούτουνας ΟΣπ. Δεϊμέζης Ο
Γ. Μαλέας Θεόδ. Λιμπρίτης Ο
Γ. Νικολαΐδης ΟἸω. Παπαδόπουλος Ο
Λεων. Δεληγεώργης Θεόδ. Γκίκας Ο
Μιλτ. Γουλιμῆς Παντελῆς Γκίκας Ο
Παν. Μερλόπουλος Νικ. Τσαμαδὸς
Περ. Μποῦτος ΟΧριστόδ. Στεριάδης Ο
Ἀλκ. Δεληγιάννης Νικολ. Κοντογιάννης Ο
Ἀντ. Καρατζᾶς Κομνᾶς Τράκας
Πέτρ. Ταταράκης Ν. Χατζῖσκος
Γεώργ. Κουλούρης ΟΤριαντάφυλλος Σχιᾶς
Ὄθων Μαῦρος ΟΔημ. Κρίτσας
Ἐλευθ. Μυκώνιος ΟΜιχ. Κακαρᾶς Ο
Μιλτ. Βαρδάσης ΟΓ. Ἀβέρωφ Ο
Γεώργ. Σισμάνης ΟΚ. Βαρατάσης Ο
Γεώργ. Πλατανιώτης Ἀλεξ. Μ. Κανάρης
Ἰω. Καναβὸς Ἰωάν. Α. Κανάρης Ο
Γ. Φαρμακόπουλος

§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 110. Ἐκ τούτων 1 εἶπε Ναὶ, καὶ 109 εἶπον Ὄχι. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέτου ἀπεῤῥίφθη. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς ΙΔʹ Περιόδου. Κεφάλαιον Αʹ. «Βουλή». (Ἀναγνωσθὲν κατ’ ἄρθρον γίνεται δεκτὸν τὸ Κεφάλαιον Αʹ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Βʹ. «Γραφεῖον Βουλῆς».

§85ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ κεφαλαίου Βʹ καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ κεφαλαίου Γʹ ἐσημειώθη κατὰ λάθος μισθὸς τοῦ διορθωτοῦ τῶν ἐντύπων καὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν δραχμὰς 240, ἀντὶ 270 τοῦ πρώτου καὶ 280 τοῦ δευτέρου. Δέον νὰ διορθωθῇ, ὡς εἶναι καὶ ἐν τῷ Κανονισμῷ.

§86ΚΡΙΤΣΑΣ. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀνεγράφησαν μισθοὶ οὐχὶ συμφώνως τῷ Κανονισμῷ. Ἐνταῦθα ὁ μισθὸς π. χ. τοῦ συντάκτου τῶν πρακτικῶν ὁρίζεται εἰς δρ. 320, ἐνῷ ὁ Κανονισμὸς ἀναγράφει 280, ὁ μισθὸς τοῦ διεκπεραιωτοῦ σημειοῦται δραχ. 240, ἐνῷ κατὰ τὸν Κανονισμὸν εἶναι 190.

§87ΛΑΠΠΑΣ. Ἔλαβον τὸν μισθὸν τοῦ βαθμοῦ των.

§88ΚΡΙΤΣΑΣ. Οὐδεμία μεταβολὴ δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ.

§89Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Τοῦτο ὁρίζεται ῥητῶς ἐν ἄρθρῳ 77 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.

§90Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν εἶναι σπουδαιοτάτη. Ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἶναι ἰδίᾳ ἐπίπονος, ἀπαιτεῖ μεγάλην προσοχὴν, καὶ τὸ προσωπικὸν τῆς συντάξεως τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν δὲν εἶναι πολυμελές. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, διότι ἔχω πεῖραν τοῦ πράγματος, ὅτι ψυχὴ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς εἶναι ἀρχαῖος ὑπάλληλος, ὁ κύριος Πολυζωΐδης. Ὁ κ. Πολυζωΐδης, ἐπιθεωρητὴς τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, ἔχει μισθοδοσίαν 280 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἤδη δὲ ἐλαττοῦται ὅλως ἀδίκως ἡ μισθοδοσία του διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ παρὰ τὸν Κανονισμὸν, εἰς δραχμὰς 240...

§91ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Περὶ τούτου ἐγένετο λόγος, ὅτι κατὰ λάθος ἐσημειώθη 240.

§92Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Τότε δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε.

§93ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διὰ τοῦ τελευταίου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων νόμου ἐγένετο ἀφομοίωσις τῶν βαθμῶν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς πρὸς διαφόρους βαθμοὺς τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ὑπουργείων, δὲν ἐγένετο ὅμως, ὡς ἀπαιτεῖται, διὰ νόμου ἀφομοίωσις καὶ τῶν μισθῶν. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἀναγράφει δι’ ἑκάστην θέσιν καὶ δι’ ἕκαστον ὑπάλληλον ὡρισμένον μισθόν. Ἐφ’ ὅσον ὁ Κανονισμὸς εἶναι ἐν ἰσχύϊ, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ψηφίσῃ μισθὸν ἀνώτερον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται ἐν τῷ Κανονισμῷ. Ἀλλ’ ἐν κεφαλαίῳ Βʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς οἱ μισθοὶ πέντε ὑπαλλήλων εἶναι διάφοροι τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον ἀναγράφει ὁ Κανονισμός. Προτείνω λοιπὸν νὰ κανονισθῶσιν οἱ μισθοὶ αὐτῶν συμφώνως πρὸς τὸ ἐν τῷ Κανονισμῷ ἀναγραφόμενον μισθολόγιον.

§94ΣΤΑΗΣ. Ἐν τῷ 77 ἄρθρῳ τοῦ ἐν ἰσχύϊ Κανονισμοῦ ἀναγράφεται ἡ ἑξῆς διάταξις: «Οὐδεμία δαπάνη ἐπιτρέπεται διὰ τὸ προσωπικὸν πέραν τοῦ ἀναγεγραμμένου μισθολογίου ἐν τῷ παρόντι ἄρθρῳ καὶ ἐν τῷ προηγουμένῳ». Τὸ ἄρθρον δὲ τοῦτο, τὸ 77, καὶ τὸ προηγούμενον 76 ἀναγράφουσι καὶ τὰς θέσεις καὶ τοὺς μισθούς. Χωρὶς νὰ τροποποιηθῇ ἑπομένως ὁ ἐν ἰσχύϊ Κανονισμὸς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ τὸ μισθολόγιον τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἀναφερομένων ἐν τοῖς μνησθεῖσιν ἄρθροις. Εὑρίσκω ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπὴ ὄχι μόνον παρὰ τὰ κεκανονισμένα ἐπέφερε μεταβολὰς εἰς τὸ Βʹ κεφάλαιον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ, καθὼς καὶ εἰς ἄλλα ἄρθρα καὶ κεφάλαια, ἀλλὰ παραδόξως τὰς μεταβολὰς ταύτας δὲν ὑπηγόρευσε πνεῦμα ἱκανοποιήσεως τῶν ἐργαζομένων ὑπαλλήλων ἐν τῇ Βουλῇ. Τοὐναντίον φαίνεται ὅτι ἤθελον νὰ τιμωρήσωσιν οἱ τὰς τροποποιήσεις προτείναντες τοὺς ἀληθῶς ἐργαζομένους ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τοῦ θέματος δὲ τούτου θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν, ἂν σκέπτηται ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ τὸν προϋπολογισμὸν, ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ.

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα, ὡς ἀνέπτυξεν αὐτὸ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν. Ὁ Κανονισμὸς ἀναγράφει τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων. Ἰδιαίτερον δὲ ἄρθρον ὁρίζει, ὅτι οὐδεὶς μισθὸς δύναται νὰ ἀναγραφῇ, πλὴν τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὰ ἄρθρα 76 καὶ 77. Ἑπομένως ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ δὲν δύναται νὰ γείνῃ δεκτὴ, ἐφ’ ὅσον δὲν συμφωνεῖ, ὡς πρὸς τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑπαλλήλων, μὲ τὸν Κανονισμόν.

§96ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε ν’ ἀφομοιώσῃ τὸν μισθὸν μὲ τὴν βαθμολογίαν ἑκάστου ὑπαλλήλου.

§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ προτείνητε μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ.

§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς ἄλλοι μισθοὶ ἢ οἱ ἀναγραφόμενοι ἐν τῷ Κανονισμῷ. Ἄλλως πρέπει νὰ προταθῇ μεταβολὴ τοῦ Κανονισμοῦ.

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μισθοὶ ἐν τῷ Κεφαλαίῳ Βʹ θέλουσιν ἀναγραφῆ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ.

§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ Κεφάλαιον Βʹ, τροποποιημένον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς πρὸς τοὺς μισθούς. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 19–26 «ἔξοδα ὑπηρεσίας» τοῦ Κεφαλαίου Βʹ).

§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Γʹ. «Στενογραφικὸν Γραφεῖον».

§103ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐνταῦθα πρέπει ὁ μισθὸς τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν νὰ ἀναγραφῇ, ὡς ἔχει ἐν τῷ Κανονισμῷ, δρ. 280, καὶ ὄχι 240.

§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει καὶ ἐπὶ τούτου γείνῃ διόρθωσις, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Γʹ μὲ τὴν τροποποίησιν τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν).

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Δ. «Βιβλιοθήκη Βουλῆς».

§107ΣΑΚΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου κεφαλαίου, τοῦ ἀφορῶντος τὰ ἔξοδα τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, θέλω παρατηρήσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ Ἐφορία τῆς Βιβλιοθήκης δὲν εἰδοποιήθη ἐγκαίρως, ἵνα ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν αὑτῆς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς, ἀναγκάζομαι νὰ ζητήσω, ὡς ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης, ἀπ’ εὐθείας παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἀναγραφὴν τῶν σχετικῶν πιστώσεων, συμφώνως πρὸς τὸν ὑπ’ ἐμοῦ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς κατατεθέντα προϋπολογισμόν. Τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον παρουσιάζω κατά τι ἠλαττωμένον, ὡς πρός τινας τῶν δαπανῶν τῆς Βιβλιοθήκης, ζητῶ ὅμως τὴν ἀναγραφὴν ἐκτάκτων τινῶν πιστώσεων, διότι τῇ αἰτήσει τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς θέλομεν προβῆ εἰς τὴν μεταφορὰν τῶν βιβλίων δύο αἰθουσῶν τῆς Βιβλιοθήκης εἰς ἕτερα δωμάτια, καθόσον αἱ κενούμεναι αὗται αἴθουσαι θέλουσι χρησιμεύει ὡς ἐντευκτήρια τῶν κ. κ. Βουλευτῶν κατὰ τὰς ὥρας τὰς ἐργασίμους τῆς Βουλῆς, καὶ ὡς ἀναγνωστήρια κατὰ τὰς ὥρας τὰς μὴ ἐργασίμους. Ἡ ἑτέρα πίστωσις ἀποβλέπει εἰς τὴν τακτοποίησιν τῶν δωματίων, τῶν ἕνεκα τῆς τοποθετήσεως τῶν θερμαγωγῶν (calorifères) βλαβέντων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τῆς σχηματισθείσης πέρυσιν ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐξετάσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς Βιβλιοθήκης, συνιστᾶται ἡ αὔξησις τῆς δαπάνης δι’ ἀγορὰν βιβλίων, καθόσον ἡ Βιβλιοθήκη ἔχει ἀνάγκην πολλῶν ἐλλειπόντων, χρησίμων διὰ τὸν προορισμὸν αὐτῆς, ἀλλ’ αἱ οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι τοῦ Κράτους ἐπιβάλλουσι νὰ ἀφήσωμεν διὰ τὸ μέλλον τὴν μέριμναν ταύτην.

§108ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὡς ἀρκετὰ τὰ ἀναγεγραμμένα ἔξοδα.

§109ΣΑΚΚΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὠφείλατε νὰ καλέσητε τὸν ἔφορον, ἵνα ποιήσηται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὰς δεούσας παραστάσεις περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Βιβλιοθήκης, καὶ τότε νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς αἰτουμένης πιστώσεως. Πρόκειται περὶ Βιβλιοθήκης, ἧς ἡ ἀξία ὑπερβαίνει τὰ 4,000,000. Χρῄζει λοιπὸν πρὸς συντήρησιν αὐτῆς δαπανῶν, ἃς δὲν δυνάμεθα νὰ παραλείψωμεν ἄνευ βλάβης αὐτῆς.

§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὰς ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης προτεινομένας τροποποιήσεις, τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ἀφορῶν τὰ ἔξοδα τῆς Βιβλιοθήκης, μεταβάλλεται ὡς ἑξῆς.

§111ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Ἔξοδα Βιβλιοθήκης.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἔξοδα Ἐφορείας, γραφικὰ κλπ. Δρ.2,600
Ὀφειλόμενα ἐξ ἀγορᾶς βιβλίων τῆς Δʹ Συνόδου
τῆς ΙΓʹ περιόδου » 1,300
Ὀφειλόμενα ἐξ ἀγορᾶς βιβλίων τῆς Αʹ Συνόδου
τῆς ΙΔʹ περιόδου » 450
Ὀφειλόμενα ἐξ ἀγορᾶς βιβλίων τῆς Βʹ Συνόδου
τῆς ΙΔʹ περιόδου » 45
Δετικὰ βιβλίων » 1,200
Διὰ ξυλουργικὰς ἐργασίας » 600
Συνδρομὴ ξένων ἐφημερίδων καὶ περιοδικῶν » 5,800
Ἔκτακτος πίστωσις διὰ μεταφορὰν τῶν δύο
ἀναγνωστήριων » 2,000
Ἔκτακτος πίστωσις διὰ τὴν μετὰ τὴν ἐγκατά-
στασιν τῶν θερμαγωγῶν ἀπαιτουμένην διευ-
θέτησιν δύο δωματίων » 1,200

§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὰς προτάσεις τοῦ ἐφόρου;

§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς ΙΔʹ Περιόδου, ὡς ἐτροποποιήθη, δραχ. τετρακόσιαι ὀγδοήκοντα ἐννέα χιλιάδες καὶ ἑπτακόσιαι ἑβδομήκοντα πέντε (489,775). Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ ἐκ Κορινθίας βουλευτὴς κ. Δ. Οἰκονόμου ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ ὑποχρεώσεως τῶν καλλιεργούντων γαίας ἢ φυτείας ἐθνικὰς ἢ ἐκκλησιαστικὰς εἰς ἀπότισιν δικαιώματος ἐπικαρπίας. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 75). Ὡσαύτως οἱ κ. κ. Π. Λεβέντης, Κ. Τοπάλης, Κ. Νεγρεπόντης, Ν. Δρόσος καὶ Γ. Παγανέλης ὑπέβαλον τροπολογίαν διὰ προσθήκης ἄρθρου 6 εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ὑπὸ στοιχ. ᾼΧΚΑʹ τῆς 24 Δεκεμβρίου 1887 καὶ ͵ΒΣΠΕʹ τῆς 6 Ἰουλίου 1895 νόμων θέσεων τῶν βοηθῶν καὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιστατῶν τῶν δημοσίων ἔργων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 74.) Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. (Γίνεται δεκτόν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, Ὥρα 11 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
2Τῆς 26 Νοεμβρίου 1896.
3(Τρίτη)
4Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυ-
6ροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατάδικοι τῶν ἐν Ἀθήναις ἐπανορθωτικῶν
8φυλακῶν ζητοῦσι δι’ ἀναφορᾶς των, ὅπως ὁ χρόνος, ὃν διή-
9νυσαν ὡς ὑπόδικοι, προσμετρηθῇ εἰς τὴν ποινὴν αὐτῶν.
10Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
11§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
12γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομο-
13σχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ-
14ται νὰ δοθῇ ἄδεια, ἵνα ἐκποιηθῶσιν οἰκίαι τινὲς, αἵτινες ἀνή-
15κουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, ὡς ἐπιμελούμενον τῆς οἰκοδομῆς τῆς
16Βαλλιανείου Βιβλιοθήκης, καὶ αἵτινες προῆλθον ἐκ τῆς πτω-
17χεύσεως τοῦ Μενελάου Νεγρεπόντη. Ζητεῖται διὰ τοῦ νομο-
18σχεδίου ἡ ἄδεια, ἵνα αἱ οἰκίαι αὗται ἐκποιηθῶσιν, ἀλλ’ οὐχὶ
19ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐκποιοῦνται τὰ ἐθνικὰ
20φθαρτὰ κτήματα.
21Εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 πί-
22στωσις 400,000 δραχμῶν διὰ νὰ διανεμηθῇ ἐπὶ ὡρισμένης
23βάσεως ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς εἰς τοὺς ζημιωθέντας ἐκ τῆς
24πτωχεύσεως τοῦ ἐργολάβου ἐργάτας καὶ ἐργολάβους τοῦ σι-
25δηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Ἡ διανομὴ ἐγένετο, ἀλλὰ
26δὲν προσῆλθον πάντες, ἵνα λάβωσι τὰ ἀπονεμηθέντα αὐτοῖς,
27καὶ ὑπολείπεται ποσὸν 85 περίπου χιλιάδων δραχμῶν.
28Ἐπειδὴ ἡ χρῆσις ἔκλεισε, ζητοῦμεν νὰ ἀκυρωθῇ μὲν ἡ πίστω-
29σις τοῦ 1895, νὰ μεταφερθῇ δὲ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τὴν χρῆ-
30σιν τοῦ 1896.
31§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
32ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
33(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 68–69).
34Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λι-
35μηρᾶς, κατέθεσεν ἀναφορὰν 58 καταδίκων, κρατουμένων ἐν
36ταῖς φυλακαῖς Συγγροῦ, δι’ ἧς ἐξαιτοῦνται νὰ ληφθῇ καὶ
37ὑπὲρ αὐτῶν διὰ νομοθετήματος τὸ μέτρον περὶ προσμετρή-
38σεως τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως εἰς τὸν χρόνον τῆς ποι-
39νῆς, ὅπερ διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΙΔʹ τοῦ 1892 ἐλήφθη διὰ τοὺς
40ἔκτοτε καταδικαζομένους.
41Τὰ παρὰ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Βόλου κ. Ν. Σχινᾶ αἰτη-
42θέντα ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἐνοικίασιν τῶν λατο-
43μείων μαρμάρων Πεντέλης, κατετέθησαν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς
44Βουλῆς.
45Ἐπίσης κατετέθησαν παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τὰ
46ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης αἰτηθέντα ἔγγραφα καὶ
47ἐκθέσεις αἱ ἀφορῶσαι τὴν κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος ἐπιθεώρησιν
48τῶν Γυμνασίων τοῦ Κράτους.
49Ὁ ἐκ Πάλλης βουλευτὴς κ. Σπυρίδων Τυπάλδος Φορέ-
50στης κατέθεσε πρότασιν νόμου περὶ χορηγίας ἐκ τοῦ λιμε-
51νικοῦ ταμείου Ληξουρίου διὰ τὴν αὐτόθι Φιλαρμονικὴν Σχο-
52λὴν ἐτησίου βοηθήματος δρ. 1200. Θέλει τυπωθῆ καὶ δια-
53νεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 70).
54Οἱ ἐκ Κυνουρίας βουλευταὶ κ. κ. Χ. Βοζίκης καὶ Θ. Πέῤῥος
55ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ διαθέσεως προσόδων τῶν
56δήμων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα,
57ἀριθ. 70).
58§4ΠΕΡΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἀφορᾷ εἰς τὸ ἑξῆς. Οἱ δῆμοι δὲν
59ἔχουσι τὰ μέσα τῆς διοικήσεώς των. Πολλοὶ δῆμοι ἔχουσι
60πρόσοδον κατ’ ἔτος 2 ἢ 3 χιλιάδων δραχμῶν· ἀφαιρουμένων
61τῶν ἐξόδων τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ
62τῶν εἰσφορῶν διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, δὲν μένει
63ποσὸν οὔτε διὰ τὸ ἐνοίκιον τοῦ καταστήματος, οὔτε διὰ μι-
64σθοὺς κλητήρων ἢ δημοτικῶν ὑπαλλήλων. Ὑποβάλλομεν
65τὴν πρότασιν, ἵνα τοὐλάχιστον 2 χιλιάδες δραχμῶν ἐκ τῶν
66ἐσόδων ἀφεθῶσι διὰ τὴν διοίκησιν τῶν δήμων, διότι ἄλλως
67οὗτοι παραλύουσι.
68§5ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὰ ὀκτὼ δέκατα τῶν δήμων τοῦ Κρά-
69τους εὑρίσκονται εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν.
70§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Κυνουρίας βουλευτὴς κ. Πέῤῥος ὑπο-
71βάλλει πρότασιν νόμου περὶ μεταῤῥυθμίσεως ἄρθρων τινῶν
72τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
73(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 72).
74Ὁ κ. Μάνεσης ἔχει τὸν λόγον.
75§7ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ἄλλου θέματος, ἢ ἐπὶ τοῦ συ-
76ζητουμένου θέματος;
77§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίου θέματος;
78§9ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι διετελοῦμεν χθὲς ὑπὸ τὴν ἐν-
79τύπωσιν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐξακολουθήσεως τῆς συζητήσεως,
80ἥτις ἀνεβλήθη, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν
81ἠδύνατο πλέον νὰ παραστῇ κατὰ τὴν συζήτησιν. Καὶ εἶναι
82ἐγγεγραμμένοι καὶ ἄλλοι νὰ ὁμιλήσουν.
83§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δίδω τὸν λόγον εἰς τὸν πρῶτον ζη-
84τήσαντα. Ἐὰν οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι προὐτίθεντο ν’ ἀγορεύσωσι
85χθές, ἐπιμένουν ν’ ἀγορεύσωσι σήμερον, παρακαλῶ νὰ ζητή-
86σουν τὸν λόγον, διότι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συνεζητεῖτο χθές,
87δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
88§11ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναί τινες ἐγγεγραμμένοι.
89§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρ-
90χει ὁ ἀντιλέγων.
91§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅστις θέλει ν’ ἀγορεύσῃ ἐκ τῶν χθὲς ἐγ-
92γεγραμμένων, παρακαλῶ νὰ τὸ δηλώσῃ.
93§14ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ.
94§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
95§16ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον πάντες δί-
96δουσι τὴν πρέπουσαν σημασίαν εἰς τὸ γνωστὸν γεγονὸς τῆς
97δημοσιευθείσης ἐπιστολῆς τῆς Α. Μεγαλειότητος, ἢ θεωροῦσιν
98ὅτι πάντα πλέον τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν λειτουργίαν τοῦ
99κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος πρέπει νὰ τὰ παρατρέχωμεν,
100ὡς μὴ σοβαρά.
101Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη τάσις, διότι τὸ πολίτευμα ἐν γένει
102ἐξηυτελίσθη, δύναμαι ἴσως νὰ συμφωνήσω· ἀλλ’ ἐὰν θεωρῇ τις
103ὅτι τὸ θέμα τοῦτο ἀρκούντως συνεζητήθη καὶ ἐξετιμήθη, δὲν
104δύναμαι νὰ τὸ δεχθῶ. Ἄλλοτε ἀληθῶς ὑπῆρχε περὶ τὰ τοιαῦ-
105τα ὑπερευαισθησία, ἀλλ’ ἡ πάροδος τοῦ χρόνου καὶ αἱ δοκι-
106μασίαι, φαίνεται, τὴν ὑπερευαισθησίαν ταύτην ἤμβλυναν παρὰ
107πολὺ καὶ τὴν μετέβαλον εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον, εἰς ἀναισθησίαν.
108Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ὅστις, φρονῶν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν
109ἁπλῶς ξηρὸν συνταγματικὸν χάρτην, ἀλλὰ κοινοβουλευτικὸν
110πολίτευμα, νομίζει ὅτι ἔχομεν τοιοῦτον καὶ ἀπὸ τῆς προχθές,
111πλανᾶται πλάνην μεγάλην. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα
112παρ’ ἡμῖν ὑπέστη προχθὲς αἴφνης ἀλλοίωσιν ῥιζικήν.
113Ἀλλὰ πρὶν ἐξετάσω τοῦτο, ποία ἦτο ἡ ἀφετηρία τῆς
114συζητήσεως;
115Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ μειονο-
116ψηφοῦντα ἐπροτείναμεν μίαν ἀναβολὴν, διότι ἡ Α. Μ. ὁ Βα-
117σιλεὺς δι’ ἐπιστολῆς του, δημοσιευθείσης ἐν τῇ Ἐφημερίδι
118τῆς Κυβερνήσεως, προέτεινεν ὁλόκληρον σύστημα μέτρων, ῥι-
119ζικῶς ἐπηρεάζον τὸν προϋπολογισμόν. Ἔπρεπεν ἆρά γε ἡμεῖς
120νὰ παρέλθωμεν τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὀλιγωροῦντες αὐτοῦ; Ἐὰν τὸ
121Συμβούλιον τοῦ Στέμματος ἔχῃ τοιαύτην ἀξίωσιν, ἂς ἐκφρά-
122σῃ αὐτὴν καθαρῶς, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις
123ἦναι διατεθειμένη νὰ ἀποδεχθῇ τοιαύτην πρὸς τὴν Βασιλικὴν
124ἀρχὴν ὀλιγωρίαν.
125Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διατὶ δὲν προβαίνετε εἰς τὰς
126ἐργασίας; Ἠμπορεῖτε νὰ συζητήσητε ἐπὶ τῶν προτάσεων τοῦ
127Βασιλέως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ ἂν θέλητε, νὰ τὰς παραδεχθῆτε,
128ἄλλως νὰ τὰς ἀποῤῥίψητε. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, φαίνεται,
129φρονεῖ, ὅτι ὤφειλε καὶ ὁ Βασιλεὺς νὰ μορφώσῃ ἓν σύστημα
130κυβερνητικὸν οἱονδήποτε, καθ’ ὃν τρόπον καὶ πᾶν μέλος τῆς
131Βουλῆς καὶ πᾶς πολιτευτὴς, καὶ ὅπως δημοσιεύονται διὰ τῶν
132ἐφημερίδων αἱ γνῶμαι παντὸς, οὕτω καὶ ὁ Βασιλεὺς νὰ δη-
133μοσιεύσῃ τὸ σύστημά του ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνή-
134σεως, ὡσεὶ ἐλθὼν εἰς συνέντευξιν πρὸς τὸν Διευθυντὴν αὐτῆς.
135Τίς κωλύει, σᾶς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ λάβητε ὑπ’
136ὄψει καὶ τὰς γνώμας τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἐδημοσίευσε
137διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τὸ πρόγραμμά του;
138Ἀλλὰ τὰ μειοψηφοῦντα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προ-
139ϋπολογισμοῦ οὔτε τοιαύτας περὶ τῆς θέσεως τῆς Βασιλείας
140ἰδέας ἔχουσιν, οὔτε φρονοῦσιν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἠδύνατο νὰ
141θαλασσοπλοῇ ἄνευ πυξίδος, ἄνευ πηδαλίου. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ
142Προϋπολογισμοῦ βεβαίως δὲν ἤθελε σπουδαίως ἐργάζεσθαι, ἐὰν
143ἠδύνατο ἕκαστον μέλος αὐτῆς νὰ κατασκευάσῃ ἰδιοῤῥύθμως
144ἓν οἱονδήποτε σύστημα. Ἡ ἐπιτροπὴ, ὅπως καὶ ἡ Βουλὴ,
145ἐργάζεται ἐπὶ προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες καθοδη-
146γοῦσι τὰς ἐργασίας ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων. Καὶ τοσού-
147τῳ μᾶλλον εἶναι τοῦτο ἀπαραίτητον, καθόσον πολλάκις τὰ
148μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου προϋπο-
149λογισμοῦ αἱ Κυβερνήσεις, σχετίζονται πρὸς περιστάσεις, περὶ
150τῶν ὁποίων δύναται νὰ κρίνῃ συνήθως μόνη ἡ Κυβέρνησις.
151Ἐὰν προτείνωνται τοιαῦται ἰδέαι περὶ ἀναγκῶν ἐκτάκτων
152καὶ ἐπειγουσῶν παρ’ ἀντιπολιτευομένων, προτείνονται ἐκ τοῦ
153αἰσθήματος τοῦ μεγάλου ἐνδιαφέροντος διὰ τὰ πράγματα τοῦ
154τόπου, ἀλλὰ κυρίως ἁρμοδία εἶναι ἡ Κυβέρνησις νὰ καταδεί-
155ξῃ, ἐὰν ὑπάρχωσι περιστάσεις, διὰ τὰς ὁποίας χρειάζονται νέα
156μέτρα. Καὶ τὰ μειοψηφοῦντα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τί ἔπραξαν
157ἀπέναντι τοῦ ἐκτάκτου καὶ ἀπροσδοκήτου γνωστοῦ γεγονότος;
158Εἶπον, ἂς σπεύσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν αὐτοστιγμεὶ, νὰ ἐρωτή-
159σωμεν αὐτὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δυνάμεθα ἄνευ διακο-
160πῆς τινος νὰ ἐργασθῶμεν, καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους. Ὑπῆρχεν ἐν
161τούτῳ πρόθεσίς τις κωλυσιεργίας; Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, ὅτι
162οὔτε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν γένει οὔτε ἡ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ μειοψη-
163φία ἔχει τὴν ἐλαχίστην διάθεσιν πρὸς παρεμπόδισιν τῶν ἐρ-
164γασιῶν τῆς Βουλῆς· τοὐναντίον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋ-
165πολογισμοῦ πᾶσα προθυμία ἐξεδηλοῦτο ὑπὸ τῶν μειοψηφούν-
166των μελῶν, ὅπως εὐκολύνωσι τὰς ἐργασίας καὶ ἐπισπεύσωσιν
167αὐτὰς καὶ μέχρις ὑπερβολῆς. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν ἔχωμεν κατὰ τὴν
168περίοδον ταύτην φαινόμενόν τι κωλυσιεργίας τῆς μειοψη-
169φίας κατὰ τῆς πλειοψηφίας, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ
170μᾶς παραστήσῃ ἓν ἄλλο φαινόμενον πρωτοφανὲς κωλυσιερ-
171γίας τοῦ Ὑπουργείου κατὰ τοῦ Στέμματος. Τὸ Στέμμα ὑπο-
172βάλλει ἰδέας, δημοσιεύει ταύτας εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς
173Κυβερνήσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀγορεύει περὶ διαφόρων ἰδεῶν
174αὐτῆς, τὰς ὁποίας δὲν δύναται καὶ νὰ κατανοήσῃ τις, καὶ
175ἀναβάλλει τὴν ἐκτέλεσιν ἐπειγουσῶν καὶ ὡρισμένων προτά-
176σεων τοῦ Στέμματος. Αὐτὸ εἶναι καθαρὰ κωλυσιεργία. Καὶ
177ἀνεστράφησαν τῳόντι, ὅπως ἀξιότιμος συνάδελφος λέγει τὴν
178στιγμὴν ταύτην, οἱ ὅροι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύμα-
179τος παρ’ ἡμῖν. Καὶ δὲν διστάζω νὰ ἐπαναλάβω τὴν ὑπενθυ-
180μιζομένην μοι ἔκφρασίν μου, τὴν ὁποίαν ἅμα τῇ πρώτῃ ἐν-
181τυπώσει ἐκ τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης ἐξέφρασα ἔν τινι δωματίῳ
182τῆς Βουλῆς, παρόντων πολλῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἐρω-
183τώμενος, δὲν ἐνθυμοῦμαι ὑπὸ τίνος, ποίαν ἐντύπωσιν συνέλαβον
184ἐκ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως, εἶπον ἀληθῶς, ὅτι πρὸ παντὸς
185ἀνεστράφησαν οἱ ὅροι τοῦ πολιτεύματος, διότι ἀντὶ νὰ ἔχωμεν
186τοὺς Ὑπουργοὺς συμβούλους τοῦ Στέμματος, ἔχομεν τὸν Βα-
187σιλέα σύμβουλον τοῦ Ὑπουργείου.
188Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἐὰν δὲν ἦσθε εἰς κατά-
189στασιν νὰ ἐργασθῆτε, μὴ ἐργάζεσθε, ἐργάζονται οἱ ἄλλοι·
190ὑπέδειξε δὲ, ὅτι εἶναι κατόπιν ἐνδεχόμενον ὅλη αὐτὴ ἡ ἐρ-
191γασία νὰ ᾖναι ματαία, διότι ἡ Κυβέρνησις κατόπιν θὰ φέρῃ
192τὰς δηλώσεις της ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυ-
193πουργὸς φρονῇ, ὅτι εἶναι ἀληθὴς ἐργασία τὸ νὰ περατωθῇ
194ὅπως δήποτε ἡ ἐντολὴ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡμεῖς δὲν φέρομεν
195πρόσκομμα. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἀπεχώρησα, καθ’ ἣν ἔν-
196νοιαν πλήρη μεταχειριζόμεθα τὴν λέξιν. Δύναμαι νὰ παρα-
197μένω παρευρισκόμενος, ἐὰν ἦναι ἀνάγκη διὰ τὴν ἀπαρτίαν,
198θὰ δηλώσω δὲ μόνον τὴν ἀδυναμίαν μου, ἵνα συζητῶ ἐπὶ ἀνυ-
199πάρκτων προτάσεων.
200Δὲν ἠξεύρω, μετὰ τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐν τῇ
201ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ νὰ ἀναβάλῃ πρὸ ὀλίγου,
202ὡς ἔμαθον, τὴν ἐργασίαν περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιω-
203τικῶν, ἐὰν προέρχεται τοῦτο ἀπὸ τῆς προθέσεως τῆς Κυβερ-
204νήσεως νὰ ὑποβάλῃ σχετικὰς δηλώσεις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν,
205διότι, ἂν προτίθεται τοῦτο, δύναται νὰ τὸ πράξῃ σήμερον ἢ αὔ-
206ριον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἂς σπεύσῃ νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ
207ἀπὸ τοῦ νὰ ἀγορεύωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ πα-
208ρεμπίπτοντος, ἐφ’ ὅσον ἡ συζήτησις δὲν ἔχει καὶ σημασίαν
209ἄλλην αὐτοτελῆ καὶ ἀνεξάρτητον τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπὶ τοῦ
210Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ τῆς σημασίας ταύτης, τῆς
211συνταγματικῆς ἐννοῶ καὶ κοινοβουλευτικῆς, ἐπιτραπήτω μοι
212ἤδη νὰ ἐκφράσω τὰς γνώμας μου.
213Ἄν φρονῆτε, Κύριοι, ὅτι εἶναι πολίτευμα κοινοβουλευτι-
214κὸν αὐτὸ, τὸ νὰ τίθεται ὑπὸ ἔλεγχον ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία,
215καὶ αἱ ἰδέαι αὐτῆς ὑπὸ ἔλεγχον ἄμεσον καὶ ἐπίσημον, χωρὶς νὰ
216ὑπάρχῃ τὸ προπύργιον τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργείου, ἆ! τότε
217βεβαίως τὸ ἐπεισόδιον, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι κἄτι τι τόσον
218πρωτοφανὲς καὶ ἰδιόῤῥυθμον, ὥστε ἤθελε δεικνύει, ὅτι ἡ Βουλὴ
219τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰ τέλη τοῦ δεκάτου ἐνάτου αἰῶνος δὲν
220ἔχει τὴν ἐλαχίστην ἔννοιαν περὶ τῆς ἀξίας καὶ τῶν ὅρων τοῦ
221μηχανισμοῦ τοῦ συνταγματικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύ-
222ματος. Ἐὰν ὑπάρχωσιν οἱ φρονοῦντες ὅτι τὸ Στέμμα δύναται
223νὰ ᾖ ἔκθετον ἐν ταῖς προτάσεσι καὶ ταῖς ἰδέαις αὐτοῦ, ἔκθετον,
224ἵνα ἄνευ ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, ἔστω καὶ διὰ μίαν στιγμὴν, συ-
225ζητῶνται αἱ ἰδέαι αὐτοῦ, οἱ τοιαῦτα φρονοῦντες δὲν ἔχουσιν
226ἀντίληψιν καὶ ἐπίγνωσιν τῶν ἀντιστοίχων συνεπειῶν, αἵτινες
227δύνανται νὰ πηγάσωσιν ἐξ αὐτοῦ τοῦ φαινομένου, τὸ ὁποῖον
228ἐκ πρώτης ὄψεως παρίσταται ἐπουσιῶδες καὶ ἀσήμαντον...
229§17ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ἀσχέτως πρὸς τὰς χθεσινὰς δηλώσεις
230τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν φρονεῖτε ὅτι ἡ δημοσίευσις τῆς
231ἐπιστολῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καθορίζει τὴν
232εὐθύνην ἑκάστου καὶ τὴν μεταθέτει ἐκεῖ, ὅπου ἀνήκει;
233§18ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ περιμείνατε... Ὁ
234μηχανισμὸς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἔχει τι πο-
235λύπλοκον ἀληθῶς καὶ πλασματικὸν, ἀλλὰ καὶ λίαν τεχνικόν.
236Ἄν τὸ ἐξετάσητε κατὰ τὴν κοινὴν λογικὴν, τὸ συνταγματι-
237κὸν πολίτευμα δὲν εἶναι, εἰμὴ ἓν σύνολον παραλογισμῶν,
238διότι ἐν πρώτοις σᾶς δημιουργεῖ ἓν πλάσμα, ὅτι δύναται νὰ
239ὑπάρχῃ πρᾶξις ἐξουσίας τινὸς ἄνευ εὐθύνης, σᾶς πλάττει
240μίαν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸ θεωρεῖ δρῶσαν καὶ ἡμεῖς
241κηρύττομεν δρῶσαν καὶ ὀφείλουσαν νὰ δρᾷ, καὶ ἐν τούτοις
242ἀνεύθυνον. Εἶναί τι παραλογώτερον τούτου; Καὶ ὅμως κα-
243θιερώθησαν καὶ διάφοροι ἐκφράσεις, ὅπως ἐκφράζηται τὸ
244ἀνεύθυνον τοῦτο, ἐκφράσεις ἀληθῶς ἀκατανόητοι κατ’ οὐ-
245σίαν, ἀλλὰ χαρακτηριστικώταται. Δόγμα, ὅσον ἀλλόκοτον,
246τόσον καὶ προσιδιάζον τῷ συνταγματικῷ πολιτεύματι, εἶ-
247ναι, ὅτι ὁ Βασιλεὺς οὐδέποτε πράττει τὸ κακόν. Τοῦ τοι-
248ούτου δόγματος συνέπεια ἄμεσος εἶναι, ὅτι δὲν δύνασθε ποτὲ
249οἱ ὑπεύθυνοι Ὑπουργοὶ ν’ ἀποδώσητε εἰς τὸν Βασιλέα πρᾶξιν,
250ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν, δὲν δύνασθε νὰ
251ἀποδώσητε ποτὲ, εἰμὴ πρᾶξιν ἀναμφισβητήτως ἀγαθὴν καὶ
252ὠφέλιμον καὶ ἀνεπίδεκτον οἱουδήποτε ἐλέγχου. Πᾶσαν ἄλλην
253πρᾶξιν ἐπὶ πολιτικῶν ζητημάτων, ἡ ὁποία δύναται νὰ συζη-
254τηθῇ, πρέπει νὰ προασπίζητε διὰ τῆς ἰδίας ὑμῶν εὐθύνης,
255πρέπει νὰ εἴπητε ὅτι ἐπήγασεν ἐκ τῆς συμβουλῆς ὑμῶν, οἱ
256ὁποῖοι εἶσθε οἱ μόνοι ὑπεύθυνοι...
257§19Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπε.
258§20ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπε καὶ δὲν τὸ εἶπε. Ἀλλὰ ἔχετε
259ὑπομονήν... Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐθεώρησα, ὅτι δὲν ὑπάρχει
260πρᾶξις οὐδ’ ἰδιωτικὴ τοῦ Βασιλέως, δι’ ἣν οἱ σύμβουλοι τοῦ
261Στέμματος νὰ μὴ θεωρῶνται ὑπεύθυνοι. Διὰ τοῦτο προέβη-
262σαν, ὄχι μόνον οἱ παρ’ ἡμῖν δημοσιολόγοι, ἀλλὰ καὶ ἐξοχώ-
263τατοι πολιτικοὶ τοῦ κόσμου, νὰ ἐκφρασθῶσιν, ὅτι οἱ Ὑπουρ-
264γοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ διὰ πράξεις ἀκόμη τοῦ ἰδιωτικοῦ
265βίου τοῦ Βασιλέως. Ἀλλὰ μήπως τοῦτο ὑποτίθεται μειοῦν
266τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, δεσμεῦον τὸν Βα-
267σιλέα καὶ καθιστῶν αὐτὸν ὑποχείριον τῶν συμβούλων του;
268Ὄχι! ἀλλὰ τοῦτο μᾶλλον ἀνυψοῖ τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν
269καὶ καθιστᾷ αὐτὴν ἀπρόσβλητον ἀπὸ πάσης μομφῆς καὶ αἰ-
270τιάσεως, ἐνῷ συγχρόνως δεικνύει ὁποίαν σημασίαν ἀποδίδει
271τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν Βασιλείαν, ὥστε πᾶσα αὐτῆς πρᾶξις νὰ
272θεωρῆται ἐπιδρῶσα εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἄν τοῦτο
273τὸ ἀπρόσβλητον, τὸ ἀνεξέλεγκτον, τὸ ἀνεύθυνον, τὸ ἀφαι-
274ρέσητε ἀπὸ τὴν συνταγματικὴν Βασιλείαν, δὲν ἔχετε πλέον
275συνταγματικὸν πολίτευμα, ἔχετε Μοναρχίαν ἢ ἄλλως τὸ
276χειρότερον τῶν πολιτευμάτων, διότι δύνασθε τὴν Βασιλείαν
277νὰ τὴν ἐκθέτητε εἰς πᾶν εἶδος ἐπικρίσεως, νὰ τὴν ἐκθέτητε
278καὶ νὰ τὴν φέρητε ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῇ δημοσιογρα-
279φίᾳ, ἐξελεγχομένην ὅτι προτείνει πράγματα ἐπιβλαβῆ, ἐνῷ
280συγχρόνως τὴν ἔχετε περιωρισμένην. Ἀφαιρεῖτε οὕτω καὶ
281τὴν αἴγλην τῆς Βασιλικῆς ἀρχῆς, καὶ ἀφαιροῦντες τὴν αἴ-
282γλην ἀπὸ τῆς Βασιλικῆς ἀρχῆς, καταστρέφετε τὴν ἀξίαν αὐ-
283τῆς καὶ φθείρετε τὸ πολίτευμα, ἐνῷ πρέπει νὰ συλλογίζησθε,
284ὅτι τὴν θέσιν τῆς Βασιλείας πρέπει νὰ τηρῆτε πολὺ ὑψηλὰ,
285τόσῳ μᾶλλον, καθόσον παρὰ λαῷ φιλοβασιλικῷ καὶ ἔχοντι
286ἀνάγκην τοῦ Βασιλικοῦ γοήτρου τοῦτο δύναται νὰ χρησιμο-
287ποιηθῇ ὡς στοιχεῖον ἐνεργείας καὶ δράσεως μεγάλης ὁλοκλή-
288ρου τοῦ ἔθνους. Ὁ Βασιλεὺς δρᾷ, καὶ θέλομεν νὰ δρᾷ, κατὰ
289τὴν συνειθισθεῖσαν ἔκφρασιν, ἀλλ’ ἡ δρᾶσις αὐτοῦ κανονίζε-
290ται ὑπὸ ὅρων καὶ κανόνων ἀπαραιτήτων. Ὁ Βασιλεὺς ἐκτιμᾷ
291σύστημα πολιτικὸν τῆς μιᾶς πολιτικῆς μερίδος ἢ τῆς ἄλ-
292λης, ἢ ἔστω τοῦ ἑνὸς πολιτευτοῦ ἢ τοῦ ἄλλου, κρίνει ἐπὶ τοῦ
293συνόλου καὶ καλεῖ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον τὸ
294σύνολον τοῦ συστήματος, τὸ εἰς αὐτὸν ἀποδεκτὸν, ὑποδεικνύει.
295Ὁ Βασιλεὺς δρᾷ καὶ ἐν ταῖς συσκέψεσι, τὰς ὁποίας διεξάγει
296μετὰ τῶν ὑπευθύνων συμβούλων, καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ
297Βασιλεὺς πρέπει νὰ ἐκθέτῃ γνώμας καὶ περὶ τῶν ἐλαχίστων
298κυβερνητικῶν πράξεων πρὸς τοὺς ὑπευθύνους Ὑπουργοὺς,
299παρ’ ὧν εἶναι βέβαιον, ὅσον καὶ εὐνόητον, ὅτι αἱ γνῶμαι
300αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψει.
301Ἀλλὰ τί θέλετε εἴπει, ὅταν, ἐπειδὴ ἔχει ὁ Βασιλεὺς τὸ δι-
302καίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐκφέρῃ γνώμας πρὸς ὑμᾶς καὶ
303περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ δεῖνος προσώπου εἰς δημοσίαν τινὰ
304θέσιν, διότι τὸ θεωρεῖ ἀκατάλληλον, ἂν μία τοιαύτη γνώμη
305ἐδημοσιεύετο, ποῖος λόγος ὑπάρχει νὰ μὴ δημοσιεύωνται διὰ
306τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ὅλαι αἱ γνῶμαι τοῦ
307Βασιλέως, αἱ ὁποῖαι ἀνταλλάσσονται ἐν ταῖς μετὰ τῶν
308Ὑπουργῶν καθημεριναῖς συσκέψεσι; Καὶ ὅμως ἀρκεῖ ν’ ἀνα-
309γνωρίσητε προηγούμενον τοιοῦτον, ἀρκεῖ ν’ ἀναγνωρισθῇ ἡ
310ἄμεσος αὕτη ἐπικοινωνία Βασιλέως καὶ λαοῦ, διὰ νὰ ἔχητε
311ἀμέσως οὐσιωδῶς Μοναρχίαν καὶ ὄχι κοινοβουλευτικὸν πολί-
312τευμα. Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἐκφράζεται ἐπισήμως γνώμας περὶ
313τῶν δημοσίων πραγμάτων, εἰμὴ διὰ τοῦ Ὑπουργείου. Ὁ
314Βασιλεὺς δύναται νὰ παρέχῃ καὶ παρέχει βεβαίως ἐπίῤῥωσιν
315εἰς πᾶσαν ἰδέαν κυβερνητικὴν, εἰς τὸ σύστημα τῶν συμβού-
316λων, τοὺς ὁποίους ἔχει παρ’ ἑαυτῷ, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο
317δὲν ἐπιτρέπεται αἱ ἰδέαι αὐτοῦ νὰ ἐκφράζωνται ἐπισήμως,
318εἰμὴ διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Ἂν θεωρήσητε, ὅτι ὁ
319Βασιλεὺς δύναται νὰ ἐκφράζῃ γνώμας ἐπὶ τῶν καθέκαστα
320καὶ νὰ δημοσιεύῃ ταύτας διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερ-
321νήσεως, πρέπει νὰ δεχθῆτε καὶ τὰς συνεπείας· ἅμα ὡς ὁ
322Βασιλεὺς ἀφεθῇ εἰς ἄμεσον πολιτικὴν ἐπικοινωνίαν πρὸς τὸν
323λαὸν, ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, δὲν ἔχετε
324πολίτευμα συνταγματικὸν, ἔχετε Μοναρχίαν, ὑπεύθυνον μὲν
325ἀπέναντι τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ μὲ ἐξουσίαν ἀπε-
326ριόριστον καὶ ἀνεξάρτητον ἀπὸ πάσης ἄλλης πολιτειακῆς
327ἀρχῆς. Καὶ σπεύδω νὰ τὸ εἴπω, ὅτι δεικνύω ταῦτα ὄχι ἕνεκα
328ἰδεῶν καὶ προκαταλήψεων φιλελευθέρων καὶ ἐνθουσιασμοῦ,
329οὕτως εἰπεῖν, ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Τὰ
330πολιτεύματα εἶναι μέσα, δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Πολιτειῶν.
331Ἂν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἔπαυσε λειτουργοῦν εὐδο-
332κίμως ἐν Ἑλλάδι, ἂς ἐκλέξωμεν ἄλλο πολίτευμα, ἂς φέρω-
333μεν τὴν Μοναρχίαν μεθ’ ὅλων αὐτῆς τῶν συνεπειῶν ὡς καὶ
334τῶν πλεονεκτημάτων, ἀλλ’ ἂν θέλετε συνταγματικὸν καὶ κοι-
335νοβουλευτικὸν πολίτευμα, προσέχετε νὰ μὴ φέρητε τὸν Βα-
336σιλέα νὰ ἐκφράζῃ γνώμας διὰ τοῦ ἐπισήμου ὀργάνου τῆς
337Κυβερνήσεως. Μὴ νομίσητε, ὅτι εἶναι δυνατὸν, ὡς ἠξιώσατε,
338νὰ ἐπιφυλαχθῆτε ὅτι δύνασθε, ἔστω καὶ κατὰ κεραίαν ἢ μίαν
339συλλαβήν, ὑμεῖς οἱ Ὑπουργοὶ νὰ μὴ ἐκτελέσητε ὅσα τὸ
340γράμμα τοῦ Βασιλέως περιέχει. Ἄλλοι εἶναι ἐλεύθεροι ἀπέ-
341ναντι τοῦ γράμματος τοῦ Βασιλέως, σεῖς ὅμως εἶσθε ὑπο-
342χρεωμένοι νὰ τὸ ἐκτελέσητε. Μᾶς εἴπετε προχθές: «μὴ ὁμι-
343λεῖτε περὶ τοῦ Βασιλέως, διότι ἔχομεν τοὺς ὑπευθύνους Ὑπουρ-
344γούς» Ἀλλὰ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,
345ἐπὶ τίνων εἶναι ὑπεύθυνος; ποίαν εὐθύνην ἐννοεῖ διὰ τὴν ἐπι-
346στολὴν αὐτὴν τοῦ Βασιλέως; Εἶμαι περίεργος νὰ μοὶ ἀπαν-
347τήσῃ! Εἶσθε ὑπεύθυνος, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς
348ἀληθῶς ἐξέφρασεν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐξέφρασε; οὐδεὶς τὸ ἀμφι-
349σβητεῖ. Εἶσθε ὑπεύθυνος, ὅτι αὐτὰ ἐδημοσιεύθησαν διὰ τῆς
350Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου δὲν
351ὑπάρχει ζήτημα. Περὶ τίνος, παρακαλῶ, εἶσθε ὑπεύθυνος;
352Ἀλλὰ μοὶ ἀπηντήσατε προχθὲς, ὅτι εἶσθε ὑπεύθυνος περὶ τοῦ
353ὅτι ἐνεκρίθη (νομίζω παρενεβάλετε τοιαύτην ἰδέαν) νὰ δη-
354μοσιευθῶσιν αἱ ἰδέαι αὐταὶ τοῦ Βασιλέως διὰ τῆς Ἐφημερί-
355δος τῆς Κυβερνήσεως. Πολὺ καλά! Εἶσθε ὑπεύθυνος. Λοιπὸν
356ὁρίσατε, δόσατε τὸν λόγον, διατὶ ἐνεκρίνατε τὴν φορὰν ταύ-
357την ἐξαιρετικῶς αἱ ἰδέαι τοῦ Βασιλέως νὰ δημοσιευθῶσι διὰ
358τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως; Μᾶς λέγετε ὅτι εἶσθε
359ὑπεύθυνος, ἀλλὰ δὲν μᾶς δίδετε τὸν λόγον καὶ τὴν ἐξήγη-
360σιν. Ἀστεία ἀληθῶς εὐθύνη αὕτη, ἐφ’ ἧς οὐδ’ ἐξήγησις
361δίδεται!
362§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σᾶς εἶπεν ὅτι ὑπάρχει λόγος.
363§22ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, ἡ μεταῤῥύθμισις τοῦ
364κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, νομίζω, ἐπὶ τὸ ἀστειότερον.
365Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος σᾶς λέγει, ὅτι ὑπῆρχε λόγος νὰ δη-
366μοσιευθῇ ἡ ἰδέα τοῦ Βασιλέως διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυ-
367βερνήσεως, ἀλλ’ ὁ λόγος αὐτὸς μένει ἄγνωστος εἰς τὴν Βουλήν!
368Βλέπετε ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον
369εἶναι πολίτευμα λογοδοσίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐλέγχου,
370δημοσιότητος, μετεβλήθη εἰς κἄτι τι ἄλλο μυστηριῶδες, ὡς
371ἂν ἔχωμεν καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἐκκρεμῆ διπλωμα-
372τικὰ ζητήματα. Πῶς εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ὑπάρχῃ λόγος
373ἀπόκρυφος, ὅπως αἱ ἰδέαι τοῦ Βασιλέως δημοσιευθῶσι διὰ
374τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως; Μόνον ἂν ἠμπορῇ νὰ
375ὑπάρχῃ λόγος μὴ ἀνακοινούμενος, διότι δὲν εἶναι σοβαρός,
376μόνον οὕτω δύναται νὰ ἐξηγηθῇ τοιοῦτον μέτρον, ἀλλ’ ἄλλος
377λόγος ἀπόκρυφος, ἐπιβάλλων νὰ δημοσιευθῶσιν αἱ ἰδέαι τοῦ
378Βασιλέως διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀκα-
379τανόητον πῶς δύναται νὰ ὑπάρχῃ. Ἓν ἐκ τῶν δύο· ἢ πρό-
380κειται νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ προτάσεις τοῦ Βασιλέως, καὶ οὕτω
381δὲν εἶναι καταληπτὸν διατὶ νὰ μὴ ἦναι ἐξ ἀρχῆς καὶ προ-
382τάσεις τοῦ Ὑπουργείου, ἢ δὲν πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσι, καὶ
383οὕτως ἐξευτελίζεται ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία. Καὶ παριστᾶτε τὸν
384Βασιλέα εἰσερχόμενον εἰς τὴν ἐξέτασιν σχεδίων μικροπολιτι-
385κῆς καὶ ἐντυπώσεων, διότι ἐντελῶς ἀποκλείεται πᾶς λόγος
386συμφέροντος τοῦ Κράτους ὅπως αἱ ἰδέαι τοῦ Βασιλέως δημο-
387σιευθῶσι διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.
388Κατέδειξα, φρονῶ, δι’ ὅσων εἶπον, ὅτι τὰ περὶ εὐθύνης
389λεχθέντα εἶναι λέξεις κεναί. Ὑπεύθυνος, ἂν θέλῃ νὰ σπου-
390δαιολογήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἶναι κυρίως ἐπὶ τῆς οὐσίας
391καὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης, διότι δὲν ἐπι-
392τρέπεται οὐδὲ στιγμὴν νὰ ἐκτίθεται ἡ γνώμη τοῦ Βασιλέως
393ἄνευ τοῦ προασπισμοῦ τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, κάκιστα
394δὲ εἴπατε, ὅτι, ἂν θέλετε, θὰ ἐκτελέσητε τὰς προτάσεις τοῦ Βα-
395σιλέως, καὶ ἂν δὲν θέλετε, δὲν θὰ τὰς ἐκτελέσητε. Ὑποτίθεται,
396ὅτι συνεννοήθη μεθ’ ὑμῶν ὁ Βασιλεὺς πρὸ τοῦ δημοσιευθῇ ἡ
397ἐπιστολή, διότι ἄλλως δὲν ἠθέλατε ἐπιτρέψει νὰ δημοσιευθῇ,
398ἐκτὸς μόνον ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ καταδολίευσις τῆς ἀξιο-
399πρεπείας τοῦ Στέμματος. Καὶ αὕτη μὲν εἶναι ἡ ἄποψις τῶν
400δικαιωμάτων τῆς Βασιλείας· ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη ἄποψις
401τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῶν ὑπευθύνων
402Ὑπουργῶν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῶν θεωριῶν τῆς δεδηλω-
403μένης· θεωρῶ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ νὰ καλῇ εἰς
404τὴν ἐξουσίαν τοὺς πολιτευτὰς ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἐγκρίνει
405τὰς ἰδέας καὶ τὸ ὑποβεβλημένον εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην
406πλῆρες σύστημα, εἶναι ἀπόλυτον. Εἶπον καὶ προχθές, ὑπὸ
407ποίους ὅρους ἐκ τῶν ὑστέρων παρίσταται ἐν τῇ πράξει περιω-
408ρισμένον, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα κατὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα
409τοῦ Συντάγματος ἡμῶν εἶναι ἀπόλυτον. Ἐν τῷ μηχανισμῷ
410ὅμως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ὑπάρχουν οἱ ὅροι
411τῆς προφυλάξεως τοῦ Στέμματος ἀπὸ τῆς προώρου ἐκθέσεως
412καὶ τῆς ἀμέσου ἐκθέσεως τῶν ἐν τοῖς καθέκαστα ἰδεῶν αὐ-
413τοῦ. Ὅταν ἀποδέχησθε οἱ ὑπεύθυνοι Ὑπουργοὶ τὸ διάβημα
414τοῦτο τοῦ Βασιλέως, ὅπως ἐκτεθῇ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Στέμ-
415ματος, καὶ ἡ εὐθύνη ἡ ἠθικὴ αὐτοῦ ἐκτεθῇ ἐπισήμως διὰ τῆς
416προτάσεως μέτρων ὡρισμένων, καὶ μάλιστα ὑπὸ τὰς περιστά-
417σεις, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν, πρέπει νὰ δεχθῆτε τὴν συνέπειαν
418τὴν ἐνδεχομένην ἐν περιπτώσει διαφωνίας ὑμῶν καὶ πρὸς τὴν
419ἐλαχίστην τῶν τοιούτων γνωμῶν καὶ πρὸς τὴν ἐλαχίστην τῶν
420λεπτομερειῶν. Ἐπέρχεται ἀμέσως τὸ δικαίωμα τοῦ Βασι-
421λέως, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον αὐτοῦ πρὸς τὸν τόπον,
422ὅπως ἀποκαταστήσῃ τὴν ἰδίαν ἑαυτοῦ δύναμιν καὶ ἀξιοπρέ-
423πειαν, καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῶν δικαιωμάτων τοῦ Στέμμα-
424τος δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλως, εἰμὴ διὰ τῆς ἀποπομπῆς
425τοῦ Ὑπουργείου. Λέγων ταῦτα, θέλω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν
426κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι προασπιζόμενος τὴν Βασιλικὴν ἀξιο-
427πρέπειαν, προτασσόμενος ὑπὲρ τοῦ Στέμματος, πρέπει νὰ συλ-
428λογίζηται καὶ τὰ ἴδια ἑαυτοῦ δικαιώματα· καὶ τὸ δικαίωμα,
429τὸ ὁποῖον ἔχει, ὡς Πρωθυπουργὸς ἐνδεδειγμένος ὑπὸ τῆς πλειο-
430ψηφίας, εἶναι, ὅπως μὴ τὸ Στέμμα σπεύδῃ νὰ ἐπεμβαίνῃ ἐπὶ
431τῶν λεπτομερειῶν ἑνὸς προγράμματος. Ἡ θέσις κοινοβουλευ-
432τικοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐνεδείχθη εἰς τὸ Στέμμα καὶ
433ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ
434λαοῦ, δὲν πρέπει ἴσως νὰ ἦναί τι τόσον ἀκροσφαλὲς, ὥστε νὰ
435δύναται εἰς τὴν ἐλαχίστην διχογνωμίαν ἐσπευσμένως νὰ ἀπο-
436βάλληται τῆς ἀρχῆς. Ἀλλὰ σεῖς καθ’ ὑμῶν αὐτῶν ἐδημιουρ-
437γήσατε τὸ καθῆκον τοῦ Βασιλέως, ὅπως μὴ σᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ
438διαφωνήσητε εἰς τὸ ἐλάχιστον πρὸς αὐτὸν, οὐδ’ ἐπὶ μίαν
439στιγμήν.
440Κατεβιβάσατε τὴν θέσιν ὑμῶν, χωρὶς ἴσως νὰ τὸ ἐννοή-
441σητε, ἀλλ’ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ἐπιβαρύνει εὐτυχῶς μόνον
442ὑμᾶς. Καὶ ὅταν, ταῦτα σκεπτόμενοι, τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς
443θεωρῶμεν, ὅτι ἐγένοντο προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ
444ἐπισημοτάτου τῶν τρόπων δηλωθεῖσαι καὶ εἰς τὴν Βουλὴν
445καὶ εἰς τὸ ἔθνος, ὅταν ἔχωμεν λοιπὸν προτάσεις τῆς Κυβερνή-
446σεως, σᾶς φαίνεται παράδοξον, ὅτι σπεύδομεν πρὸς τὴν Βου-
447λὴν, διὰ νὰ ἐρωτήσωμεν αὐτὴν, ἐπὶ τίνων βάσεων πρέπει νὰ
448ἐργασθῶμεν; Καὶ σπεύδοντες νὰ ἐρωτήσωμεν, παρέστημεν
449ἐνώπιον φαινομένου τῷ ὄντι ἀλλοκότου. Εἴδομεν τὸν κ. Πρω-
450θυπουργὸν χαριεντιζόμενον μὲ τὴν ἰδέαν τῆς εὐθύνης καὶ τοῦ
451ἀνευθύνου. «Εἶμαι ὑπεύθυνος! Ἐρωτᾶτε μήπως ὑπάρχει δια-
452φωνία;» Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δικαίως γελῶν εἶπεν: «Ἐὰν ὑπῆρχε
453διαφωνία, δὲν θὰ ἐκαθήμεθα εἰς τὰς θέσεις ταύτας». Ἀλλὰ
454ἐνῷ ἔλεγε τὰ τοιαῦτα, δὲν βλέπομεν εἰς τί ὑπάρχει συμφω-
455νία. Ὑπάρχει, λέγουσι, συμφωνία, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσονται τὴν
456γνώμην των ἐπὶ τῶν ἰδεῶν τοῦ Βασιλέως! Εἶναι αὕτη συμ-
457φωνία; Ἀναγκαζόμενοι νὰ τηρήσωμεν τοὺς στοιχειώδεις κα-
458νόνας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ τῆς
459λογικῆς, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ συμφωνία ἡ ἀληθὴς
460ὑπονοεῖ, ὅτι ἐδέχθη ὁ Βασιλεὺς νὰ γράψῃ μίαν ἐπιστολὴν
461πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, τῆς ὁποίας τὸ περιεχόμενον ἐκ συμ-
462φώνου συνέταξε, νὰ δημοσιευθῇ αὐτὴ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς
463Κυβερνήσεως, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ παρίσταται ἐνώπιον
464τῆς Βουλῆς καὶ νὰ παραδέχηται μὲν, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ παρα-
465δέχηται αὐτήν! Εἰς ταῦτα μᾶς ἄγει ἡ ἰδέα ἁρμονίας Στέμ-
466ματος πρὸς Ὑπουργεῖον. Πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ φαντα-
467σθῶμεν τὸν Βασιλέα τοσοῦτον συνταγματικὸν καὶ κοινο-
468βουλευτικὸν, ὥστε ν’ ἀποδεχθῇ νὰ γείνῃ καὶ συμπαιγνίας μὴ
469σοβαρᾶς ὄργανον, ὅπως προστατεύσῃ τὸ Κοινοβουλευτικὸν
470Ὑπουργεῖον ἐν παντὶ σχεδίῳ αὐτοῦ!
471Καὶ ἀληθῶς, ἂν περὶ ἄλλου Πρωθυπουργοῦ ἠδύνατο νὰ
472ἐκφρασθῇ ἡ συκοφαντία, ὅτι εὑρίσκεται διαφωνῶν πρὸς τὸν
473Ἡγεμόνα, κατὰ τοῦ σήμερον Πρωθυπουργοῦ οὐδεμία τοιαύ-
474τη συκοφαντία εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπευθυνθῇ, διότι εἶναι γνω-
475στὸν ἐκ τῶν προηγουμένων, ὅτι οὐδεμίαν στιγμὴν ἤθελε μείνει
476εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ὑπῆρχε διαφωνία πρὸς τὸ Στέμμα.
477Τόσον μάλιστα ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ἔχει τὴν εὐλάβειαν
478ταύτην πρὸς τὰς ἰδέας αὐτὰς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὥστε
479ἀπεδείχθη καὶ ἐκ προηγουμένων περιστάσεων, ὅτι σπεύδει νὰ
480τὸν ἀπαλλάξῃ τῆς ὀχληρᾶς ταύτης θέσεως, τοῦ νὰ διαφωνῇ
481καὶ κατ’ ἐλάχιστον πρὸς τὸ Στέμμα, ὡς Πρωθυπουργὸς
482Ἐν τούτοις, Κύριοι, ὁποῖά τινα εἰσέτι ἀκούομεν; Εἶναι
483περιττὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ σᾶς ἐνθυμίσω ὅσα ἔχετε ἔναυ-
484λα εἰς τὰς ἀκοάς σας, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀμέσως εἶπε:
485«παραδεχόμεθα τὰς ἰδέας τοῦ Βασιλέως»· εἶτα: «Θὰ τὸ μά-
486θητε κατόπιν, ἐὰν τὰς παραδεχώμεθα καθ’ ὁλοκληρίαν, ἢ ἐν
487μέρει· Θὰ τὸ ἴδητε κατόπιν» καὶ κατόπιν: «ἐὰν τὰς παραδε-
488χώμεθα, θὰ εἰσαγάγωμεν προτάσεις εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν δὲν
489τὰς παραδεχώμεθα, θὰ τὰς ἀποῤῥίψωμεν». Αὐτὴ εἶναι ἀντι-
490κειμενικῶς καὶ ἐν τοῖς πράγμασιν ἡ συμφωνία μετὰ τῶν ἰδεῶν
491τοῦ Στέμματος.
492Ὁμολογητέον ἐν τούτοις, ὅτι ὑπῆρξε στιγμή, καθ’ ἣν
493αἴφνης ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐμπνευσθεὶς ἀπὸ τὰς ἰδέας τοῦ
494συμβούλου τοῦ Στέμματος, τοῦ κυβερνῶντος τὸν τόπον ἐν
495περιστάσεσι κρισίμοις, τὴν ἔμπνευσιν ταύτην συνέλαβε πλήρη
496καὶ ἀκεραίαν. Αἱ περιστάσεις αἱ κρίσιμοι παρέστησαν πρὸς
497στιγμὴν ἀπειλοῦσαι καὶ αὐτὴν τὴν δημοσίαν τάξιν ἐξ ἐνερ-
498γειῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐνῷ ὅλος ὁ κόσμος ὑπὸ
499ὅλως διαφορετικὰς ἐντυπώσεις διατελεῖ καὶ ἐξ ὅσων δημοσι-
500εύονται καθ’ ἑκάστην περὶ συναντωμένων ἰδεῶν τοῦ Στέμμα-
501τος ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου διαφόρων πολιτευομένων, ὁ ἀξιό-
502τιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκάλυψεν αἴφνης, ὅτι
503διατελοῦμεν ἐπὶ κρατῆρος φρικτῆς ἀνατροπῆς τῶν καθεστώ-
504των καὶ ἀναρχίας, ἕνεκα ἐνεργειῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ
505εὐτυχῶς, ὡς εἴδετε, συγχρόνως καὶ αὐτοστιγμεὶ, χάρις εἰς τὴν
506ἄμεσον πρόνοιαν αὐτοῦ, κατεστάλη πᾶς τοιαύτης φύσεως
507κίνδυνος! Συγχρόνως εἴδομεν καὶ τὸν κίνδυνον καὶ τὴν κατα-
508στολήν. Εἴδετε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀρξάμενον ἐντόνου
509τινὸς διδαχῆς πρὸς τοὺς πολιτευομένους, οἱ ὁποῖοι θορυβοῦσι
510καὶ παταγοῦσιν· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν
511Ἀντιπολίτευσιν, ἔλεγε προχθὲς, ὅτι, ἐὰν σκέπτεσθέ τινες νὰ
512ἀντλήσητε δύναμιν πολιτικὴν ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ
513τὴν ἀντλήσετε ἀλλαχοῦ... Ἕως ἐδῶ, Κύριοι, αἱ ἐντυπώ-
514σεις ἡμῶν ὅλων, πιστεύω, εἶναι σύμφωνοι πρὸς ὅσα ἐκ προ-
515καταλήψεως καὶ διαφόρων διαδόσεων ἠδύνατο πᾶς τις νὰ
516ὑποθέσῃ, ἕως ἐδῶ φαίνεται ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπισείων τὴν δύ-
517ναμιν τῆς πλειοψηφίας ἀπέναντι πάσης ἄλλης ἐξουσίας. Ποῖος
518ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἐπρόκειτο καὶ ἐδῶ χθὲς περὶ ταρα-
519ξιῶν; Ὅπως προέβαινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀμέσως ἡ φορὰ
520τοῦ λόγου ἦτο νὰ εἴπῃ: «πρέπει νὰ μάθωσιν, ὅτι τὸ Κοινο-
521βούλιον ἐπιβάλλει τὰς Κυβερνήσεις, καὶ ὄχι δύναμις ἄλλη.»
522Ἄλλως τίνος ἕνεκα ἆρά γε θὰ ἐγίνετο ἐκείνη ἡ ἀπειλὴ πρὸς
523τοὺς θέλοντας νὰ ἀντλήσωσι πολιτικὴν δύναμιν, ἢ μίαν ἄλ-
524λην πηγὴν ἐξουσίας; Ἀλλ’ ἐνῷ προέβαινε λέγων ὅτι οἱ τοι-
525οῦτοι πρέπει νὰ ἦναι πολιτευταὶ, τί ἐπάγει; «Πολιτευταὶ
526σώφρονες, ὑποτασσόμενοι εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους»!! Τότε
527ἀληθῶς ἐσυλλογίσθην, ὁποίους κινδύνους διετρέξαμεν! Φαντα-
528σθῆτε τὸν κ. Σωτηρόπουλον μαχόμενον ὄπισθεν ὁδοφραγμά-
529των, τὸν κ. Θεοτόκην ἐφορμῶντα κατὰ τῶν Ἀνακτόρων, τὸν
530κ. Συλόπουλον καὶ τὸν κ. Σκουλούδην κηρύττοντας πόλεμον
531κατὰ κεφαλαιούχων καὶ Τραπεζῶν, καὶ τὸν κ. Καραπάνον
532ἐκστρατεύοντα κατὰ τῶν μεγάλων ἰδιοκτητῶν! (γέλωτες).
533Φαντασθῆτε ὁποῖοι κίνδυνοι ἠπείλησαν τὴν δημοσίαν τάξιν
534ἐκ τοιούτων ἀναρχικῶν στοιχείων! Ἀλλ’ εὐτυχῶς ὑπάρχει
535Πρωθυπουργὸς γρηγορῶν, ὅστις, μόλις εἶδεν αὐτὰ τὰ σημεῖα
536τῆς ἀναρχίας, ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ ὑποδείξῃ εἰς τοὺς τοιούτους
537Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι σκέπτονται ν’ ἀντλήσωσι τὴν δύναμίν των
538ἀπὸ ἐπαναστάσεις, ἀνωμαλίας καὶ ταραχὰς, ὅτι πρέπει νὰ
539ὑποταχθῶσιν εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες αὐστηρῶς
540θὰ ἐφαρμοσθῶσιν.
541Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν ταῦτα. Αἱ σημεριναὶ περιστάσεις τοῦ
542τόπου ἀληθῶς δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ χανώμεθα εἰς λόγους, καὶ
543ἔπρεπε τὸ παράδειγμα τούτου νὰ μᾶς δώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
544Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνῷ ἐλέγχει ἡμᾶς διὰ συζητήσεις
545μακρὰς, οὐδόλως ὀκνεῖ αὐτὸς κατ’ ἐπανάληψιν νὰ ἐξαντλῆται
546εἰς ἀπειρίαν λόγων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπὶ τέλους νὰ μὴ ἐξάγω-
547μεν οὐδὲν συμπέρασμα. Δὲν φρονῶ, Κύριοι, ἐγὼ, ὅτι οἱ Πρω-
548θυπουργοὶ, ὅταν πρόκειται μάλιστα περὶ μεριμνῶν, αἱ ὁποῖαι
549ἴσως δὲν πρέπει νὰ ἐκτίθενται ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἔλεγχον
550τοῦ Δημοσίου, δὲν φρονῶ, ὅτι περὶ πάντων, πάντοτε καὶ ἀνὰ
551πᾶσαν στιγμὴν δύνανται νὰ δίδωσι λόγον. Τοὐναντίον σήμε-
552ρον, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ δύο λέξεις μᾶς ἐνέπνεε τὴν
553ἰδέαν καὶ προσδοκίαν, ὅτι ὑπάρχει τι ἐν τῇ κεφαλῇ αὐτοῦ,
554σχετικὸν πρὸς ἀπειλούμενα ἐθνικὰ συμφέροντα, δυσκόλως θὰ
555ἠδυνάμεθα νὰ προβαίνωμεν εἰς μακρὰς συζητήσεις. Τότε τί
556ἐχρειάζοντο αἱ ἐπανειλημμέναι αὐτοῦ ἀγορεύσεις; Ἡ συντο-
557μία τῶν λόγων Πρωθυπουργῶν, περιβαλλομένη ἀληθῶς τὸ
558μυστήριον σχεδίων ἐν ταῖς κεφαλαῖς αὐτῶν καὶ μέλλουσαν
559δρᾶσιν, θὰ ἐπεβάλλετο καὶ εἰς ἡμᾶς. Ἀλλὰ βλέπομεν ὅτι δὲν
560ἦτο μὲν κενὴ ἡ κεφαλὴ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἦτο πλήρης,
561ἀλλὰ πλήρης λέξεων μᾶλλον δυστυχῶς καὶ οὐχὶ πραγματι-
562κῶν καὶ ὡρισμένων σχεδίων.
563Ἄν καὶ δὲν εἴμεθα ὑπὸ τὸ κράτος πολιτικῶν ἰδεῶν καὶ
564περιστάσεων, ὁποῖαι ἐπεκράτησαν εἰς ἄλλο Κράτος μέγα, με-
565γαλυνθὲν κατὰ τὴν τελευταίαν ἑκατονταετηρίδα, θὰ ηὐχό-
566μην νὰ ἦτο εἰς θέσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν
567Βουλὴν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Βίσμαρκ πρὸς τὴν Βουλὴν
568τῆς Πρωσσίας, προκαλούμενος νὰ ἐξηγηθῇ, ὅτε ἀνενδότως
569μετὰ τοῦ Μόλτκε καὶ τοῦ Ῥοὺν προέβαινεν εἰς μεταῤῥυθμί-
570σεις καὶ βελτιώσεις τῶν τοῦ στρατοῦ. Εἶπε τότε πρὸς τὴν
571Βουλὴν τῆς Πρωσσίας ἐν συνεδριάσει κατὰ τὸ 1863: «Ὅταν
572θὰ συλλάβωμεν τὴν ἰδέαν νὰ κινηθῶμεν εἰς πόλεμον, θὰ τὸ
573πράξωμεν, εἴτε θέλετε, εἴτε δὲν θέλετε»! Δότε μοι καὶ διὰ τὸ
574Κράτος ἡμῶν τὴν αὐθαιρεσίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν δύνανται
575νὰ ἐμπνέωσιν ἀληθεῖς ἀποφάσεις καὶ σύστημα ἐνεργείας τι-
576νὸς πραγματικὸν, ἐν τῇ κεφαλῇ ὑμῶν ὑπάρχον, μετέλθετε
577ὁπωσδήποτε τοιαύτην τινὰ γλῶσσαν, καὶ τότε δυνάμεθα ἀλη-
578θῶς νὰ μὴ καταναλισκώμεθα εἰς λόγους πολλούς. Ἀλλ’ ἐνῷ
579ὁμολογοῦμεν, ὅτι τὸ Κράτος ἡμῶν καὶ τὸ ἔθνος διατρέχει
580κρισίμους περιστάσεις, ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ μᾶς ὑποδείξῃ
581ὅτι ἔχει ἀληθὲς σχέδιον παρασκευῆς καὶ ἐν καιρῷ ἐνεργείας,
582ἐξαντλεῖται αὐτὴ αὕτη εἰς λόγους, μᾶς ἀφήνει μετεώρους ἐν
583πᾶσι! καὶ ἐνῷ σπεύδομεν νὰ μάθωμεν, ἂν αἱ ἰδέαι τοῦ Βασι-
584λέως, αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν εἰς τὸν λαὸν, θὰ πραγματωθῶ-
585σιν, ἡ Κυβέρνησις μᾶς λέγει λόγους, καὶ μᾶς παραπέμπει εἰς
586τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, ἵνα ἴδωμεν, τίς οἶδε πότε, τὰ σχέ-
587διά της!
588Ταῦτα εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ἐποχὴν ἠδύναντο νὰ ἐπιτρα-
589πῶσι, σήμερον ὅμως δὲν ἐπιτρέπονται, διότι σήμερον βεβαίως
590πᾶσα στιγμὴ παρερχομένη πρέπει νὰ θεωρῆται ὡς ζημία
591δυσεπανόρθωτος ἐθνική. Ἢ πρέπει τέλος σπουδαίως νὰ αἰ-
592σθανθῶμεν ταῦτα, ἢ τὰ πάντα νὰ παραιτήσωμεν. Βλέπετε
593τὸν Βασιλέα ἐκθέτοντα τὰς γνώμας του περὶ μέτρων ἀπα-
594ραιτήτων καὶ ἐπειγόντων, κατὰ τὸ γράμμα αὐτοῦ. Καὶ βε-
595βαίως, ἐὰν ἐννοοῦμεν καὶ αἰσθανόμεθα ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ
596ἐκτεθῶμεν εἰς κινδύνους, πρέπει πρωτίστως νὰ σκεφθῶμεν περὶ
597στρατοῦ· διότι πάντες γνωρίζουσιν, ὅτι ἀνησυχοῦσιν οἱ ἀποτε-
598λοῦντες τὸν στρατὸν, διότι δὲν ἐννοοῦσι ποτὲ εἰς δεδομένην
599στιγμὴν νὰ ἡττηθῶσιν ἐκ τῆς ἐλλείψεως στοιχειώδους παρα-
600σκευῆς, ἐννοοῦσι νὰ παρασκευάσητε αὐτοὺς καταλλήλως. Τῶν
601τοιούτων κινδύνων βεβαίως πάντες οἱ δυνάμενοι ὡς τάχιον νὰ
602τοὺς προλάβωσι ὑπέχουσι βαρεῖαν εὐθύνην.
603Πρέπει λοιπὸν, ἐὰν σκέπτεσθέ τι σπουδαῖον, νὰ ἐκφρασθῆτε
604ὡς τάχιον περὶ τῶν ἰδεῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὸ
605κείμενον τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως. Οὐδεμία ἀναβολὴ ἐπι-
606τρέπεται. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν, εἶναι σολοικισμὸς
607κοινοβουλευτικὸς, τὸν ὁποῖον εἰς πᾶσαν ἄλλην στιγμὴν ἠδυ-
608νάμεθα νὰ καταδικάσωμεν, προκειμένου περὶ τῆς θέσεως τοῦ
609Στέμματος, ἀλλ’ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην παραιτοῦμεν
610πάντα ταῦτα· φέρετε ὅμως γνώμην θετικὴν, ἐντὸς βεβαίως τῶν
611ὅρων τοῦ δυνατοῦ περὶ τῶν πρακτέων περὶ στρατοῦ, διότι τοῦτο
612ἀποτελεῖ ὕψιστον καθῆκον ὑμῶν διὰ τὰς τύχας ὅλου τοῦ ἔθνους.
613§23ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μοὶ φαίνεται ἄπορον, πῶς ἡ
614πρότασις, ἡ γενομένη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
615ὑπὸ τῶν συναδέλφων μου τῆς μειονοψηφίας, εὗρεν οὐ μόνον
616ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐναντίωσιν, ἀλλὰ μεγαλειτέραν ἔτι ἐν τῇ αἰ-
617θούσῃ ταύτῃ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ Κράτους. Διότι,
618ἐὰν αὕτη καλῶς ἐξετασθῇ, ἔχουσα οὕτω: «Ἡ ἐπιτροπὴ νὰ
619ἀναβάλῃ τὰς ἐργασίας της ἐπὶ τῆς προεξελέγξεως τοῦ
620προϋπολογισμοῦ, μέχρις ὅτου ἐπὶ τῶν γνωμῶν, αἵτινες διὰ
621τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως ἐδηλώθησαν, ὡς πρὸς τὰ στρα-
622τιωτικὰ πράγματα τῆς χώρας, εἰσαχθῶσιν αἱ προσήκουσαι
623πιστώσεις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι βεβαίως θὰ φέ-
624ρωσι τελείαν ἀλλοίωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους»,
625καταδηλοῖ εὐλάβειαν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Βασιλέως, σε-
626βασμὸν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν· διότι ἡ γνώ-
627μη τοῦ Βασιλέως, ἡ οὕτω φανερῶς ἐκδηλωθεῖσα ἐπὶ τῶν
628στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ἔχει τι ὅλως τὸ ἐξαι-
629ρετικόν. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίω-
630μα νὰ δίδῃ καὶ λαμβάνῃ γνώμας παρὰ τῶν συμβούλων του,
631ἀλλ’ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐξεδηλώθη ἡ γνώμη τοῦ Βασιλέως
632δι’ ἐπιστολῆς πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, δημοσιευθείσης ἐν τῇ
633Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἐμφαίνει τὸ ἔκτακτον τῶν περι-
634στάσεων καὶ τὸ ἐξαιρετικὸν τῆς γνώμης. Ἠκούσατε τὴν ἱστο-
635ρίαν τῶν διαγγελμάτων ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον Βό-
636λου, τὸν εἰδικὸν εἰς τὰ Συνταγματικὰ ζητήματα, καὶ ἐμά-
637θετε ὅτι τρία τοιαῦτα μέχρι τοῦδε ἐξεδόθησαν, ἓν ὑπὸ τοῦ
638Βασιλέως Ὄθωνος καὶ δύο ὑπὸ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου.
639Τὰ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου ἀπηθύνοντο πρὸς τὴν Συνέ-
640λευσιν τοῦ 1864, ἔφερον δὲ τὰς ὑπογραφὰς ὁλοκλήρου τοῦ
641Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μεταξὺ τῶν ὁποίων διεκρίνετο ἡ
642ὑπογραφὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, Ὑπουργοῦ τότε
643ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Διὰ τοῦ πρώτου ὁ Βασιλεὺς παρεπο-
644νεῖτο εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι παρέτεινε τὰς ἐργασίας αὑτῆς
645ἐπὶ μακρὸν χρόνον, καὶ ὅτι ἓν ἔτος παρῆλθεν ἀπὸ τῆς κα-
646θόδου αὐτοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα, χωρὶς ἡ Συνέλευσις νὰ πε-
647ρατώσῃ τὸ πολίτευμα· προέτεινε λοιπὸν νὰ συμπληρώσῃ τὸ
648ὑπόλοιπον μέρος τοῦ Συντάγματος κατὰ σχέδιον ἐλάχιστα
649διαφέρον ἀπὸ τὸ σχέδιον τὸ συζητούμενον ὑπὸ τῆς Συνελεύ-
650σεως, ἀπῄτησεν ἐντὸς 10 ἡμερῶν τὴν ψήφισιν τοῦ σχεδίου,
651ὅπως εἰσήγετο, ἐὰν δὲ ἡ Συνέλευσις δὲν ἤθελε πράξει τοῦτο,
652ἐπεφύλασσε τὴν ἰδίαν γνώμην. Καὶ εἶχε τὸ δικαίωμα τοιοῦτόν τι
653ν’ ἀπευθύνῃ πρὸς τὴν Συνέλευσιν, διότι παρίστατο ἀφανὴς
654ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία, ἡ δὲ Συνέλευσις, ἔχουσα συντακτικὴν
655ἐξουσίαν, ἤθελε νὰ καταστήσῃ τὸ πολίτευμα ἀντικείμενον
656μακροτάτων συζητήσεων· ἔπρεπε δὲ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν
657κατάστασιν ἐκείνην. Ἡ Συνέλευσις ἐπέσπευσε τὰς συζητή-
658σεις, καὶ δὲν εἶχε, νομίζω, λήξει ἡ προθεσμία, ὅτε τὸ πολί-
659τευμα ἦτο ἕτοιμον. Τότε ἕτερον διάγγελμα ἀπηύθυνε, μὲ
660τὰς ὑπογραφὰς τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ, ἀπο-
661δεχόμενος τὸ πολίτευμα, ἔφερε τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὤφειλεν
662ἡ Συνέλευσις νὰ σκεφθῇ περισσότερον ἐπὶ τῶν διατάξεων αὐ-
663τοῦ, τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἀναθεώρησιν, καὶ ἐξήνεγκε
664γνώμην, ἥτις δὲ ἦτο πεπλανημένη. Ἔκτοτε παρῆλθον 30
665καὶ πλέον ἔτη, καὶ πρώτην φορὰν ὁ Βασιλεὺς δημοσίᾳ ἐκφέρει
666γνώμην, οὐχὶ περὶ καταρτισμοῦ νόμου τινὸς, ἀλλὰ περὶ τῶν
667στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας· καὶ ἂν καλῶς μελετή-
668σητε τὸ διάγγελμα, εἶναι καταδίκη τοῦ παρελθόντος, ἐκφερο-
669μένη διὰ στόματος τοῦ Βασιλέως.
670Διὰ τοῦτο, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, εἶπον ὅτι ἄπορον
671εἶναι, πῶς τὴν πρότασιν τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας, ἡ
672ὁποία ἐδείκνυεν εὐλάβειαν πρὸς τὸν Βασιλέα, σεβασμὸν πρὸς
673τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν ἀπεδέχθησαν εὐ-
674θὺς ἀμέσως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ τῇ Βουλῇ. Τὸ πρῶτον λά-
675θος διωρθώθη σήμερον· ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ
676ἐπιτροπὴ ἐσταμάτησε τὰς ἐργασίας της μέχρι τοῦ Ὑπουρ-
677γείου τῆς Παιδείας, καὶ εἴπομεν νὰ περιμένωμεν...
678§24ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ὄχι! ἐζητήσαμεν πληροφορίας πρὸ
679ἡμερῶν, καὶ αὐτὰς περιμένομεν.
680§25ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἤμην παρών. Εἴπομεν σήμερον,
681ὅτι θὰ σταματήσωμεν τὰς συζητήσεις ἡμῶν καὶ τὴν προ-
682εξέλεγξιν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ
683τῶν Ναυτικῶν.
684§26Ι. ΑΝΤΩΝΩΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Δὲν εἴπο-
685μεν αὐτά.
686§27ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Θέλετε νὰ μὲ διαψεύσητε;
687Εἴπομεν ὅτι θὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν, διότι σήμερον
688θ’ ἀποφασισθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐν τῇ Βουλῇ.
689§28ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐπῃνέσατε τὰ μέλη τῆς
690πλειονοψηφίας, διότι ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἐζήτησαν δι’
691ἐγγράφου τῆς ἐπιτροπῆς ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
692τιωτικῶν σημειώματα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρουν ἀπαραίτητα πρὸς
693ἀκριβῆ μελέτην καὶ προεξέλεγξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
694Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τοῦτο δὲ, ὡς ἔκτοτε ἐδη-
695λώθη, ἐγένετο ἐκ πρωτοβουλίας ἐμοῦ, καὶ τὸ ἐνθυμεῖσθε
696βεβαίως καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Καλαβρύτων, ὁ κ.
697Πετιμεζᾶς. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν, δὲν μᾶς
698ἦλθον· σήμερον δὲ ἀπηυθύναμεν νεώτερον ἔγγραφον πρὸς τὸν
699κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπαναλαμβάνομεν τὸ αἴτημα,
700δηλοῦντες ὅτι ἄνευ τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν δὲν δυνά-
701μεθα νὰ προεξελέγξωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουρ-
702γείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἰδοὺ διατί ἀνεβάλομεν τὴν συζή-
703τησιν.
704§29ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὅ,τι εἴπατε, εἶναι ἀληθές,
705ἀλλ’ ἐπίσης ἀληθὲς εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγὼ σήμε-
706ρον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της
707ἐπί τινας ἡμέρας.
708§30ΜΠΟΥΤΟΣ. Αὐτὴν τὴν φορὰν δὲν λέγετε ἀλήθειαν.
709§31ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν συνειθίζω νὰ ψεύδωμαι, καὶ
710παρακαλῶ νὰ τὸ ἀνακαλέσητε (θόρυβος).
711§32ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν συνειθίζω νὰ ἀνακαλῶ· δὲν ἐσκόπουν
712ὅμως νὰ σᾶς προσβάλω. Σᾶς λέγω μόνον, ὅτι αὐτὴν τὴν φο-
713ρὰν λέγετε ἀνακριβείας. Ἴσως ἀντελήφθητε ἐσφαλμένως.
714§33ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω εἰς κανένα νὰ
715εἴπῃ ὅτι ψεύδομαι.
716Τέλος πάντων σήμερον ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις, ἔστω δι’
717οὓς λόγους ἀνέφερον οἱ συνάδελφοι. Ἀπορίας ἄξιον ὅμως
718εἶναι, πῶς εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς δὲν ἐσταμάτησαν εἰς τὴν πρότασιν
719ταύτην, ὅπως δώσωμεν τὸν καιρὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ
720τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν γνωμῶν τοῦ Βασιλέως,
721διότι, ὡς προεῖπον, τὸ πρῶτον ἤδη ὁ Βασιλεὺς ἐκφέρει γνώ-
722μην κατὰ τρόπον ἐπίσημον περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Κρά-
723τους, ἀπευθύνει δὲ τὴν ἐπιστολὴν ταύτην πρὸς τὸν Πρόεδρον
724τῆς Κυβερνήσεως, δημοσιεύεται αὕτη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς
725Κυβερνήσεως, καὶ ἀναδημοσιεύεται ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων, κατέ-
726στη ἑπομένως κτῆμα ὅλου τοῦ κόσμου. Ὅλος ὁ πεπολιτισμέ-
727νος κόσμος ἀνέγνωσεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐξεδήλωσε γνώμην, διὰ
728τῆς ὁποίας καταδικάζει τὸ παρελθόν...
729§34ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ τὸ παρόν.
730§35ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ... Καὶ ἐξεδήλωσε γνώμην, ὡς
731ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, περὶ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς
732χώρας. Καὶ δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι πρέπον εἰς τὴν τοιαύτην
733γνώμην τοῦ Βασιλέως νὰ δοθῇ ἀπάντησις ἐκ μέρους τῆς
734Βουλῆς;
735Ὅταν δὲ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν κατὰ ποίαν στιγμὴν ἡ γνώμη
736τοῦ Βασιλέως ἐξεδηλώθη, τότε θὰ ἐκτιμήσῃ καὶ τὴν ἔκτα-
737κτον σημασίαν, ἣν αὕτη ἔχει διὰ τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐπερα-
738τοῦτο κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ἡ συζήτησις περὶ τοῦ
739Κρητικοῦ ζητήματος, ἀκριβῶς δὲ καθ’ ἣν στιγμὴν ἔληγεν,
740ἐδημοσιεύετο ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως διὰ τῆς Ἐφημερί-
741δος τῆς Κυβερνήσεως. Ποῖον ἦτο τὸ πόρισμα τῆς συζητή-
742σεως, ὑμεῖς τὸ γνωρίζετε· ἐγὼ δὲν θὰ θελήσω νὰ κατηγορήσω
743ὡρισμένην Κυβέρνησιν, θὰ εἴπω μόνον, ὅτι τὸ πόρισμα τῆς συ-
744ζητήσεως ἦτο, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην
745στιγμὴν τοῦ ἐθνικοῦ βίου εὑρέθη ἀνέτοιμος. Καὶ εὑρέθη ἀνέ-
746τοιμος ὄχι διὰ τὰς ἐλλείψεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως
747μόνον, ἀλλὰ διὰ τὰς ἐλλείψεις ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, ὅσαι
748ὑπηρέτησαν τὸν τόπον τοῦτον. Καὶ ὅταν φαντάζωμαι ὁποία
749θὰ ἦτο ἡ θέσις τῆς πατρίδος μου, ἐὰν κατ’ ἐκείνην τὴν στιγ-
750μὴν ἡ χώρα ἦτο συντεταγμένη στρατιωτικῶς, λυποῦμαι,
751διότι εὑρίσκω, ὅτι ἡ πατρίς μου ἀπώλεσεν εὐκαιρίαν καλλί-
752στην νὰ δοξασθῇ, ὄχι πλέον ὡς Ἑλλάς, ἀλλ’ ὡς ἔθνος πεπο-
753λιτισμένον· διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν συνείθισα ποτὲ νὰ
754ἀρνοῦμαι τὸν πατριωτισμὸν οὔτε εἰς τοὺς ἐκεῖθεν (δεικνύει
755τὴν ἀριστερὰν) οὔτε εἰς τοὺς ἐντεῦθεν (δεικνύει τὴν δε-
756ξιὰν) καθημένους, καὶ δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν
757ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ᾐσθάνετο τὴν χώ-
758ραν ἑτοίμην, ἤθελε τολμήσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο καθῆκον
759ὄχι μόνον ἐθνικὸν, ἀλλ’ ἦτο καθῆκον φιλανθρωπικὸν, ἤθελε
760δ’ οὕτω ἀποδείξει καὶ πάλιν ἡ Ἑλλάς, ὅτι ἀναλαμβάνει
761αὐτὴ νὰ ἀμύνηται κατὰ τῶν βαρβάρων. Ὅταν ὁλόκληρος
762ὁ πεπολιτισμένος κόσμος ἐδυσφόρει καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἐν
763Εὐρώπῃ ἤσχαλλε κατὰ τοῦ μεγάλου τυράννου, οὐδεὶς δὲ
764ἐτόλμα, διὰ τὴν κατ’ ἀλλήλων ἀντιζηλίαν, ὁποία θὰ ἦτο ἡ
765θέσις τῆς πατρίδος, ἐὰν ἡμεῖς ἐτολμῶμεν, συντεταγμένοι ὄντες;
766Ἠθέλομεν ἔχει ὄπισθεν ἡμῶν, δύναμαι μετὰ πεποιθήσεως νὰ
767τὸ εἴπω, ὁλόκληρον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, καὶ θὰ ἐξε-
768τελοῦμεν ὄχι μόνον ἱερὰν ὑποχρέωσιν πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς
769ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ καθῆκον πρὸς τὸν πολιτισμόν.
770Ὅταν λοιπὸν, Κύριοι, ἡ συζήτησις κατέπαυε, καὶ ἀπε-
771δείκνυε, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, ὅτι εἴμεθα ἀνέτοιμοι,
772αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν ἐδημοσιεύθη ἡ ἐπιστολὴ τοῦ
773Βασιλέως. Ὁ Βασιλεὺς λέγει διὰ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης
774πρὸς ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν, ὅτι μέχρι τοῦδε κάκιστα ἐπολι-
775τεύθημεν, καὶ λέγει τοῦτο ὄχι μόνον διὰ τοὺς πολιτικοὺς
776ἄνδρας τῆς πατρίδος, ἀλλὰ καὶ δι’ ἑαυτόν· διότι εἶναι μὲν
777ὁ Βασιλεὺς ἀνεύθυνος, ἀλλ’ ἔχει ἱστορικὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν
778οὐδεὶς δύναται νὰ διαγράψῃ. Ἡ ἱστορία θὰ εἴπῃ, ὅτι μέχρι
779τῆς προχθὲς ἡ Ἑλλάς, εἴτε διὰ τοῦτον εἴτε δι’ ἐκεῖνον τὸν
780λόγον, εὑρέθη ἀνέτοιμος, ταύτην δὲ τὴν ἱστορικὴν ἀλήθειαν
781οὐδεὶς δύναται νὰ ἐξαλείψῃ.
782Δὲν ἦτο δὲ πρέπον, Κύριοι, ἀφοῦ τὸ γεγονὸς τοιαύτην ἔχει
783σημασίαν, νὰ γείνῃ τὸ πρῶτον ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως
784ἐν τῇ Βουλῇ; Δὲν εἶναι προσῆκον νὰ ὑποδειχθῇ εἰς τὴν Κυ-
785βέρνησιν, ὅτι ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ τὰς σχετικὰς πιστώσεις,
786καὶ ἐκεῖ, κατὰ τὴν συζήτησιν, ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, τίνα ἔχει
787γνώμην ἐπὶ τῶν γνωμῶν τοῦ Βασιλέως; Διότι περὶ τοῦ ὁποίαν
788γνώμην ἔχει ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐπιτρέπεταί τις νὰ ἀμφιβάλλῃ,
789ὡς καλῶς παρετήρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐφ’ ὅσον παρακάθην-
790ται εἰς τὰ ἑδώλια οἱ Ὑπουργοί, σημαίνει τοῦτο, ὅτι ἀπεδέχθη-
791σαν τὴν γνώμην τοῦ Βασιλέως καὶ ἡ δημοσίευσις τῆς ἐπι-
792στολῆς εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὸ αὐτὸ ὑπο-
793δηλοῖ. Κατὰ τύπους μὲν δύναται νὰ ἔχῃ τι τὸ πλημμελὲς,
794ὅτι δὲν φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως ἔφεραν
795τὰ δύο προηγούμενα διαγγέλματα, ἀλλὰ τοῦτο δύναται νὰ
796δικαιολογηθῇ ἐκ τούτου, ἐκ τοῦ προσώπου, πρὸς ὃ ἀπηυθύ-
797νετο· διότι ἡ ἐπιστολὴ ἀπηυθύνετο πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς
798Κυβερνήσεως, καὶ θὰ ἦτο ὀξύμωρον νὰ φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς
799τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Ὑπουργῶν ἐπιστολή,
800ἡ ὁποία πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπηυθύνετο.
801Λοιπὸν πρέπον εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις νὰ
802φέρῃ τάχιστα τὰς πιστώσεις, τὰς σχετιζομένας πρὸς τὸν
803προϋπολογισμὸν, διὰ τῶν ὁποίων αἱ γνῶμαι τοῦ Βασιλέως θὰ
804κατασταθῶσι πρᾶγμα· διότι τὰς σχετικὰς πιστώσεις θὰ τὰς
805ἐξεύρῃ ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως ὄχι ἐκ τοῦ ἀέρος λαμβάνουσα
806τὰ χρήματα, ἀλλ’ εἴτε διὰ φορολογίας, εἴτε διὰ δανείων,
807εἴτε διὰ οἰκονομιῶν· καθ’ οἱονδήποτε δὲ τρόπον καὶ ἂν ἐξεύρῃ
808ἡ Κυβέρνησις τὰ χρήματα, ἔχει ἀνάγκην ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ
809Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐπεξεργασθῇ ἐκ νέου τὸν προϋπολογισμὸν
810τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶπον ἀπ’
811ἀρχῆς, ὅτι ἀπορίας ἄξιον εἶναι, πῶς τὴν πρότασιν εὐθὺς ἀμέ-
812σως δὲν ἀπεδέχθη καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ
813ἡ Βουλή, ὅπως ὑποχρεωθῇ, ὡς τάχιστα, ἡ Κυβέρνησις νὰ
814εἰσαγάγῃ τὰς πιστώσεις τὰς σχετικὰς, ἵνα μὴ μείνῃ ἡ γνώμη
815τοῦ Βασιλέως ἄνευ ἀπαντήσεως. Διότι ἡ γνώμη τοῦ Βασι-
816λέως ἀπηυθύνθη, ὡς εἶπον, εἰς τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ἐγένετο
817κτῆμα ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ θὰ ἦτο ἀπρέπεια καὶ ἀσέβεια
818καὶ ἀνευλάβεια, ἐὰν ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἔμενον αἱ γνῶμαι
819τοῦ Βασιλέως ἄνευ ἀπαντήσεως. Ὁπωσδήποτε ἡμεῖς δυνά-
820μεθα νὰ δώσωμεν οἱανδήποτε θέλομεν ἀπάντησιν, οἱανδήποτε
821ἡμεῖς νομίζομεν συμφέρουσαν εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ κατ’
822ἀρχὴν οὐδεὶς θέλει εὑρεθῆ ἐνταῦθα ἀντιλέγων, ὅτι συμφέρον
823εἰς τὸ Κράτος εἶναι, τὰ τοῦ στρατοῦ νὰ ὀργανωθῶσι κατὰ
824τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ὑποστῶμεν καὶ δευτέραν ἀπο-
825τυχίαν εἰς τὸ μέλλον. Ἐὰν δὲ οὕτω πολιτευθῶμεν καὶ σω-
826φρόνως καὶ ταχέως, καὶ ἑτοιμάσωμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς ὅσον τὸ
827δυνατὸν ἀσφαλῶς καὶ καλῶς, τότε δυνάμεθα νὰ ἐπικαλε-
828σθῶμεν τὴν συνδρομὴν τοῦ στρατοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ καθή-
829κοντός του πρὸς τὴν πατρίδα, τότε δυνάμεθα ὑπερηφάνως νὰ
830λέγωμεν, ὅτι δὲν προτιθέμεθα νὰ διαταράξωμεν τὴν εἰρήνην
831τῆς Εὐρώπης, οὔτε νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῆς
832ὁμόρου ἐπικρατείας· ἐὰν ὅμως οἱ κίνδυνοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς
833περικυκλοῦσι πανταχόθεν, ἐκραγῶσι, θὰ εὑρεθῶμεν ἅπαντες
834εἰς τὰς θέσεις μας, ἀλλὰ θὰ εὑρεθῶμεν ἕτοιμοι νὰ ἐκτελέσω-
835μεν τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς
836ἀριστερᾶς).
837§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὁ
838κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἡρμήνευσε τὰ φρονήματά μου,
839εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐξηγήσω, ἐὰν ἡ διερμήνευσις αὕτη ἦτο
840ὀρθὴ ἢ μή.
841Ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅτι
842αὐτὸς γνωρίζει ἢ εἰκάζει, ὅτι ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἦτο στρατιωτι-
843κῶς ἑτοίμη, ἐγώ, ὡς διευθύνων τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους,
844ἤθελον ἀμέσως ἐκπληρώσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνισμὸς
845ποθεῖ. Ἡ εἰκασία αὕτη αὐτοῦ βεβαιῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβής.
846Ἡ Ἑλλὰς ἔχει πολλὰ καὶ ποικίλα συμφέροντα, ἐκεῖνοι
847δὲ, οἵτινες διοικοῦσιν αὐτὴν νῦν, ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον
848διοικήσει αὐτὴν εἰς τὸ μέλλον, ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι τὰ βλέμ-
849ματα αὐτῶν ἐπὶ πάντων τούτων τῶν συμφερόντων. Καὶ ἐὰν
850ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν εἶσθαι ἑτοίμη στρατιωτικῶς οὕτως, ὅσον τὸ
851Κράτος καὶ ὁ πληθυσμὸς αὐτοῦ καὶ τὰ μέσα αὐτοῦ ἐπιτρέ-
852πουσιν, ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἦτο συνετὸν, ἐὰν ἔμελλε νὰ ἐξυπηρε-
853τήσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα παράτολμον κίνημα, τὸ ὁποῖον ἡ
854Ἑλλὰς ἤθελε διαπράξει κατὰ τὴν τελευταίαν κρίσιν τῆς
855Κρητικῆς ὑποθέσεως.
856Ἐκεῖνο, ὅπερ ἔλεγεν ὁ πρίγκηψ Βίσμαρκ κατὰ τὸ 1863
857ἢ 1864, ἠδύνατο νὰ τὸ εἴπῃ, ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς
858Ἑλλάδος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ εἴπῃ, καὶ ἐὰν ἔλεγε τοιοῦ-
859τόν τι, ἤθελεν ὑποληφθῇ ὅτι παραφρονεῖ. Ἐὰν ὁ Βίσμαρκ
860κατὰ νοῦν εἶχε νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὰ ὅρια τὰ πρὸς δυσμὰς τοῦ
861Γερμανικοῦ Κράτους, ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος πρέπει
862νὰ στρέψῃ τὰ ὄμματά του καὶ πρὸς Βοῤῥᾶν καὶ πρὸς Νότον
863καὶ πρὸς Δυσμὰς καὶ πρὸς Μεσημβρίαν, οὐδ’ ἐπιτρέπεται
864αὐτῷ νὰ διακινδυνεύσῃ τὴν τύχην καὶ τὸ μέλλον τοῦ ὅλου
865Ἑλληνισμοῦ, διότι ἐν μιᾷ χώρᾳ οἱ ὁμόφυλοι καὶ οἱ ὁμοεθνεῖς
866του, δυσφοροῦντες κατὰ τῶν βασάνων καὶ τῆς κακοδιοικήσεως,
867ἀναγκάζονται νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ ὅπλα.
868«Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἑτοίμη...» Ἐπεθύμουν νὰ ἐννοή-
869σωμεν, τί ἐννοοῦσι διὰ τοῦ ὅρου «ἑτοίμη». Ἐννοοῦσι διὰ τοῦ
870ὅρου «ἑτοίμη» ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνόει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
871Κερκύρας, ἢ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνόει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρ-
872νασσίδος; Ἐννοοῦσιν ὅτι πρέπει νὰ παραιτήσωμεν πᾶσαν
873ἄλλην μέριμναν, πᾶσαν ἄλλην φροντίδα περὶ τῆς ἐσωτερι-
874κῆς διοικήσεως, πᾶν καθῆκον ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, καὶ νὰ
875μετατρέψωμεν πάντα τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ πᾶσαν τὴν
876οἰκονομικὴν δύναμιν αὐτοῦ καὶ πᾶσαν τὴν κίνησιν αὐτοῦ ἐπὶ
877ἓν καὶ μόνον, ἐπὶ τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας;
878Καὶ ἐὰν τοῦτο ἤθελεν ἐνοήσει τις, ἢ ἐὰν τοῦτο ἤθελε προ-
879ταθῆ πρὸς συζήτησιν, ἢ ἐὰν τοῦτο ἤθελε γενῆ ἀποδεκτὸν
880ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀποτελεῖ τὴν Κυβέρνησιν, τί
881ἤθελε συμβῆ, ἐὰν τὰ ἐν τῇ Ἀνατολῇ πράγματα καὶ τὰ ἐν
882τῇ Εὐρώπῃ πράγματα ἤθελε διαῤῥυθμίσει βεβιασμένως, καὶ
883ἀδίκως ἴσως, ὁ πανταχοῦ κρατῶν φόβος τοῦ πολέμου; Διηρ-
884πάζετο ἐπαρχία, ἡ ὁποία ὑπὸ τῆς Εὐρώπης εἶχεν ἀναγνωρι-
885σθῆ ὅτι εἶναι ὁ προμαχὼν τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατὰ τοῦ Βουλ-
886γαρικοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἀρτίως εἶχε σχηματισθῆ, ἡμεῖς
887δὲ προεβαίνομεν, ὄχι ἵνα πολεμήσωμεν, ἀλλ’ εἰς διαμαρτυ-
888ρίαν καὶ εἰς παρασκευὴν, ὅπως ἐν ἀνάγκῃ, συνεννοούμενοι μετ’
889ἄλλων, πράξωμεν ὅτι τὸ καθῆκον τῆς πατρίδος ἀπῄτει, πρὸς
890διάσωσιν τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ἀνάστροφος πο-
891λιτικὴ τῆς Εὐρώπης, καὶ πολιτικὴ ἄδικος, ἐνέκρινε καὶ ἀνε-
892γνώριζε παράδειγμα ἐπικίνδυνον καὶ ἐπιβλαβὲς, διότι ἡ θε-
893σμοθέτις Εὐρώπη ἐνίσχυσε καὶ ἐνεθάῤῥυνε τὴν διάῤῥηξιν τῶν
894δεσμῶν, τοὺς ὁποίους αὐτὴ αὕτη ἡ Εὐρώπη εἶχε κατεργα-
895σθῆ, ἴσως ἀσυμφόρως εἰς αὐτὴν τὴν Εὐρώπην, διότι οἱ ὑπο-
896λογισμοὶ αὐτῆς ἀπεδείχθησαν μὴ ἀκριβεῖς. Ἀλλ’ ἀνάστρο-
897φος, λέγω, πολιτικὴ ἐματαίωσε τὴν ἀπόπειραν καὶ τὰς προσ-
898παθείας ἡμῶν, καὶ ἐνῷ ἕνδεκα παρῆλθον ἔκτοτε ἔτη, ὑπάρ-
899χουσιν ἀκόμη οἱ ὀλολύζοντες καὶ τίλλοντες τὰς τρίχας τῆς
900κεφαλῆς, διότι ἐδαπανήσαμεν ὅσα ἐδαπανήσαμεν, ἂν καὶ
901αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήσαμεν, τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν ἀκόμη
902συντηροῦσι τὸν στρατὸν μέχρι καὶ τοῦ ἔτους τούτου.
903Ἡμεῖς οὐδέποτε διενοήθημεν νὰ παραδεχθῶμεν τὸ πρό-
904γραμμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας καὶ ὁ κ.
905Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἀπήγγειλαν ἀπὸ τοῦ βήματος
906τούτου. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι καθῆκον ἔχομεν νὰ συμπληρώ-
907σωμεν τὰ κενὰ, τὰ ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ
908συμπληρώσωμεν αὐτὰ κατὰ τρόπον, ὅστις οὔτε νὰ ἐξαντλήσῃ
909μέχρι τῶν ἄκρων τὸ Κράτος οὔτε νὰ ἐγείρῃ βλέμματα ἐκτός
910ἡμῶν ἐφ’ ἡμᾶς, βλέμματα ἐταστικὰ καὶ ζητοῦντα καὶ προσ-
911παθοῦντα νὰ διεισδύσουν εἰς τοὺς διαλογισμοὺς τοὺς μυχίους
912ἡμῶν. Κατὰ τοῦτο διαφέρουσι τὰ μέτρα, τὰ ἐν τῇ ἐπιστολῇ
913τοῦ Ἡγεμόνος περιεχόμενα, πρὸς τὰ μέτρα τὰ ἀπὸ τοῦ βή-
914ματος τούτου προταθέντα ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν, τῶν ὁποίων
915τὰ ὀνόματα ἐμνημόνευσα πρὸ μικροῦ.
916Ἀλλὰ «ἀνατροπὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος»!
917Ὁμιλοῦσι περὶ διαγγελμάτων, ὁμιλοῦσι περὶ τῶν κινδύνων,
918εἰς τοὺς ὁποίους ὠθήσαμεν τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύμα-
919τος, περὶ τῆς μειώσεως τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς εὐλαβείας τῆς
920ὀφειλομένης πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, ἧς μειώσεως ἕνεκα ἐπάγε-
921ται ἡ μείωσις τῆς αἴγλης τοῦ Στέμματος καὶ τῆς μεγαλειό-
922τητος τοῦ Θρόνου. Τί ἐστὶ διάγγελμα; Καὶ πρόκειται περὶ
923διαγγέλματος; Ποῖος σᾶς ἐδίδαξε τὸ Συνταγματικὸν δίκαιον,
924ὑμᾶς, οἵτινες ὁμιλεῖτε περὶ διαγγέλματος; Καὶ μεταξὺ ὑμῶν,
925τῶν ταῦτα λεγόντων, ὑπάρχουσι πολιτευταί, οἱ ὁποῖοι ἀνα-
926φυλλίζουσι τὸ πολίτευμα 15 καὶ 20 ἔτη, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε
927νὰ διδάσκωσιν αὐτὸ καὶ ὄχι νὰ ζητῶσι νὰ παρασύρωσιν ἡμᾶς
928εἰς ἑρμηνείας μὴ ὀρθὰς τοῦ πολιτεύματος. Διαγγέλματα λέ-
929γονται τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ μία τῶν ἐν τῇ Πο-
930λιτείᾳ καθεστηκυιῶν νομίμων ἐξουσιῶν ἀπευθύνει πρὸς τὴν
931ἄλλην. Καὶ ἀπηύθυνεν ὁ Βασιλεὺς διάγγελμα πρὸς τὴν Βου-
932λὴν τῶν Ἀντιπροσώπων; Καὶ ὁμιλεῖτε περὶ διαγγέλματος!
933Ὁ Βασιλεὺς ἀπηύθυνεν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν πρῶτον σύμ-
934βουλον, τὸν ὁποῖον τῇ ἐνδείξει τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ
935λαοῦ ἐξελέξατο καὶ ἔχει παρ’ ἑαυτῷ. Τί ἔχει ἡ Βουλὴ περὶ
936τούτου; Ἐὰν αὐτός, ὅστις ἔλαβε τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βασι-
937λέως, προέβη εἰς δημοσίευσιν αὐτῆς, καὶ διὰ τῆς πράξεως
938ταύτης δηλώσας ὅτι ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ τὸ αὐτὸ
939φρόνημα, τὸ ὁποῖον δηλοῦται διὰ τῆς ἐπιστολῆς ὅτι ἔχει ὁ
940Ἡγεμὼν, ἐὰν αὐτὸς δὲν ἐκτελέσῃ τὰ ἐν τῇ ἐπιστολῇ, βε-
941βαίως ὁ Ἡγεμὼν ἔχει ἀφορμὴν καὶ δικαίωμα νὰ ἀσκήσῃ τὸ
942δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ πολίτευμα ἀνέθηκεν εἰς αὐτὸν, νὰ
943διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ τοὺς Ὑπουργούς.
944Καὶ ἐπὶ πάντων τῶν θεμάτων καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς θέμασι
945τοῖς ὑπερτάτοις, τὰ ὁποῖά εἰσι συναφῆ μετὰ τῆς ἱστορίας τοῦ
946παρελθόντος καὶ μετὰ τῶν ἐλπίδων τοῦ μέλλοντος, καὶ ἐν
947αὐτοῖς τοῖς θέμασιν, ὁδηγοῦνται ἀπὸ ἰδέας μικροτήτων, καὶ
948προβαίνουσιν εἰς ἐπικρίσεις συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα ἐτελέ-
949σθησαν οὕτως ἢ ἄλλως, καὶ ῥίπτουσιν ὑπαινιγμοὺς περὶ ἐπι-
950στολῶν καὶ διαταγῶν τοῦ Βασιλέως, ὑπαινιγμοὺς ὅτι ὁ
951Βασιλεὺς ἔῤῥιψε τὸ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργεῖον κατὰ τὰ 1892.
952Πάντα ταῦτά εἰσι θέματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ φέρωμεν εἰς
953συζήτησιν κατὰ τὴν ὥραν ταύτην; Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς ἐνέκρι-
954νεν ὅτι ἔπρεπε νὰ παύσῃ ἐμὲ καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς κατὰ τὰ
9551892, οὐδεὶς ἠμφισβήτησε τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ αὐτὴν
956τὴν στιγμὴν ὁ Βασιλεὺς δικαίωμα ἔχει νὰ μᾶς παύσῃ, ἐὰν
957κρίνῃ ὅτι τοῦτο ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὰ συμφέροντα τοῦ Κρά-
958τους· ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς φαίνεται ὅτι δὲν κρίνει τοῦτο ὡς ἐπι-
959βαλλόμενον ἀπὸ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Οἱ σπεύδοντες,
960οἱ ἀνυπόμονοι, ἂς ἔχωσιν ὑπομονὴν, ἴσως παρουσιασθῇ εὐκαι-
961ρία τοιαύτη, ἵνα ὁ Βασιλεὺς ἐνασκήσῃ τοιοῦτον δικαίωμα
962καθ’ ἡμῶν, ἴσως παρουσιασθῇ εὐκαιρία, ἵνα ἡ ψῆφος τῆς Βου-
963λῆς ἐκδηλώσῃ τὴν μείωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης της πρὸς ἡμᾶς,
964ὅτε θέλομεν ἀφήσει τὴν θέσιν μας, ἵνα τὴν καταλάβωσιν
965ἄλλοι. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὁ πόθος οὗτος πρέπῃ νὰ ἀναβάλληται,
966δὲν πρέπει νὰ θερμαίνῃ τοὺς τελοῦντας τὸν πολιτικὸν ἀνταγω-
967νισμὸν κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ἰδίως ὁ πόθος οὗτος εἶναι ἄκαι-
968ρος, καὶ προτρέπω πάντας ὑμᾶς, φίλοι συνάδελφοι, νὰ ἀνα-
969βάλητε τοὺς τοιούτους πόθους, ἵνα ἴδωμεν πρὸ παντὸς
970τί πρέπει νὰ πράξωμεν, ἵνα βοηθήσωμεν ὅσον δυνάμεθα, ἵνα
971προσενέγκωμεν ὅσας δυνάμεθα ὑπηρεσίας εἰς τὰ ἐθνικὰ συμ-
972φέροντα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐν κακῇ καταστάσει.
973«Ἀλλὰ ποίας ἰδέας ἔχεται ὑμεῖς»; μᾶς λέγουσιν. Ἔχω
974τὰς ἰδέας, ὅτι πρέπει νὰ ὀργανωθῶμεν πληρέστερον στρατιω-
975τικῶς, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰς
976προσθέτους αὐτοῦ ἐργασίας, μὲ τὰς ὁποίας οὗτος ἐπασχολεῖ-
977ται, ὅτι πρέπει τὰ ἔφιππα σώματα νὰ καταρτισθῶσι μᾶλ-
978λον ἀρτίως, ὅτι ἡ ἐφεδρεία νὰ ἀσκῆται, ὅτι ἐὰν αἱ ἀποθῆκαι
979τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς δὲν περιέχωσιν ὅσα πρέπει νὰ περιέ-
980χωσι, πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ἵνα καὶ εἰς αὐτὰς εἰσαγάγωμεν
981ὅ,τι δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν. Πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα φρο-
982νῶ, πᾶσαι αὗται αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἔχω, νομίζετε ὅτι ἐγεν-
983νήθησαν ἐν ἐμοὶ χθὲς καὶ πρώην; Δὲν ὡμίλησα κατὰ τὴν
984παρελθοῦσαν σύνοδον εἰς ὑμᾶς περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ ἀπο-
985ξενώσωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰς προστεθείσας αὐτῷ ἀλλο-
986τρίας ὑπηρεσίας; Δὲν εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον
987περὶ ὀργανώσεως ἀρτιωτέρας τῆς χωροφυλακῆς; Ἡμεῖς δὲν
988εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἵτινες, πρὶν ἢ γένηται λόγος τις περὶ συμ-
989πληρώσεως κενῶν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ, ἐφροντίσαμεν
990νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν συνδρομὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας,
991ἵνα μᾶς παράσχῃ τὰ μέσα ταῦτα; Καὶ ἐπειδὴ αἱ περιστάσεις
992δὲν εὐκόλυναν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ μᾶς παράσχῃ
993ταῦτα, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἵτινες ἀνελάβομεν ὑπ’ εὐθύνην ἡμῶν
994κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς νὰ σπεύσωμεν νὰ πληρώσω-
995μεν, ἐφ’ ὅσον ἐξήρτητο ἀπὸ ἡμᾶς, τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον;
996Ἀλλὰ, Κύριοι, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ἀκριβῶς, τί ἕκαστος
997ἐξ ἡμῶν ζητεῖ καὶ ἐπιθυμεῖ. Ἡμεῖς δὲν σκοποῦμεν νὰ προβῶ-
998μεν εἰς τοιαύτας παρασκευὰς, ἐκτάκτους καὶ σπασμωδικὰς,
999πρὸς τὰς ὁποίας ἴσως ἤθελεν εὑρεθῆ τὸ Κράτος ἐν τῇ οἰκονο-
1000μικῇ ἀδυναμίᾳ, διότι δὲν σκοποῦμεν, εὐθὺς ὡς τὰς παρασκευὰς
1001συμπληρώσωμεν, νὰ ὠθήσωμεν τὸ Κράτος καὶ τὴν στρατιω-
1002τικὴν δύναμιν αὐτοῦ νὰ προβῇ πέραν τῶν ὁρίων· σκοποῦμεν
1003νὰ συμπληρώσωμεν τὰ κενὰ τοῦ στρατοῦ, ἵνα δύνηται ὁ στρα-
1004τὸς νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις μελετῶν εὐρυτέρων, ὅταν κα-
1005θαρισθῇ ὁ ὁρίζων τῆς Εὐρώπης καὶ ὅταν ἤθελεν ἐνδειχθῆ εἰς
1006ἡμᾶς, ὅτι αἱ περιστάσεις δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν ἀπὸ
1007ἀδιαφόρων εἰς χρησίμους καὶ ἀπὸ ἀλλοτρίων εἰς ἐνδιαφερούσας
1008ἡμᾶς.
1009Ἀλλὰ διατὶ ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολο-
1010γισμοῦ ζητεῖ νὰ διακόψῃ πᾶσαν ἐργασίαν, ἕως ἂν φέρωμεν τὰς
1011προτάσεις ταύτας; Ἔλεγέ τις πρὸ μικροῦ, ὅτι πᾶσα ἡμέρα
1012παρερχομένη εἶναι ἀπώλεια διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν, καὶ ἐνθυμοῦ-
1013μαι ὅτι ἤκουσα τὰς φράσεις ταύτας πρὸ 14 ἢ 15 ἐνιαυτῶν·
1014ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ προβῶ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ παρελθόντος,
1015ὀφείλω νὰ εὐλαβηθῶ αὐτὸ, ἀλλὰ δὲν εἶμαι οὔτε ἐξ ἐκείνων,
1016οἵτινες συμμερίζονται τὰς περὶ τοῦ παρελθόντος γνώμας τοῦ
1017κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ. Ἐψηφίσθη ἀληθῶς κατὰ τὸ
10181892 νόμος περὶ ἀδείας δανείου 40 ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ
1019χρησιμεύσῃ εἰς ὁπλισμοὺς τοῦ Κράτους καὶ εἰς κατασκευὴν
1020σιδηροδρόμων, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἦτο ἡ τρίτη ὥρα μετὰ τὸ
1021μεσονύκτιον, ὅταν ἀνέβην ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα ἀντι-
1022λέξω πρὸς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο
1023τοῦ δανείου τούτου ἡ συνομολόγησις, καὶ ἐνθυμοῦμαι τί μοὶ
1024συνέβησαν, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἀναμνήσω ἤδη
1025εἰς ἐκείνους, οἵτινες καὶ τότε ἦσαν μέλη τῆς Βουλῆς. Μετ’
1026ὀλίγα ἔτη συνωμολογήθη ἄλλο δάνειον μέγα, ἐξ 170 ἑκα-
1027τομμυρίων, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε συγχωνευθῆ τὸ δάνειον τῶν 40
1028ἑκατομμυρίων, καὶ ἐν τῷ δανείῳ τῶν 170 ἑκατομμυρίων ὑπῆρ-
1029χεν ἡ προαίρεσις, ἀνηγγελμένη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀναγε-
1030γραμμένη ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι μέγα ποσὸν αὐτοῦ θέλει χρησι-
1031μεύσει εἰς ἐξοπλισμοὺς τοῦ Κράτους, εἰς κατασκευὴν σιδηρο-
1032δρόμων. Ἀλλὰ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν
1033οἱ ἐξοπλισμοί. Περιστάσεις ἀνώτεραι τῆς θελήσεως ἐκείνων,
1034οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνων, πλοκαὶ δυσχερειῶν τῆς διοικήσεως ἀπέ-
1035τρεψαν αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ ἔργου τούτου, καὶ ἐσκέφθησαν κα-
1036τόπιν δι’ ἄλλου συνδυασμοῦ μετὰ δανείου περὶ τῆς κατα-
1037σκευῆς τῶν θωρηκτῶν. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐγὼ ἤμην ἐν
1038τῇ θέσει αὐτῶν, ἂν ἤθελον διοικήσῃ οὕτω, καὶ οὕτω διαχει-
1039ρισθῆ τὰς πιστώσεις ἐκείνας· ἐκεῖνοι ὅμως, οἵτινες ἦσαν ἐν τῇ
1040διοικήσει, οὕτως ἔκριναν. Δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω αὐτούς. Ἐὰν
1041διεφώνουν καὶ τότε, ἐὰν διαφωνῶ καὶ τώρα, ἀφήνω νὰ κρίνῃ
1042αὐτοὺς ἡ ἱστορία, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ὅμως νὰ δώσω ἀπαισίαν
1043καὶ μέλαιναν ψῆφον κατ’ αὐτῶν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐκ Μαντι-
1044νείας Βουλευτὴς ἔδιδε πρὸ μικροῦ εἰς αὐτούς.
1045Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὁ
1046τόπος τῶν ἀπροόπτων. Ἄλλως ἄρχεταί τις τοῦ ἔργου, καὶ
1047ἄλλως ἐν τῷ μέσῳ περιπλοκαὶ παρατρέπουσιν αὐτὸν, καὶ εἰς
1048ἄλλα καταλήγει ἀποτελέσματα. Τίς οἶδε, καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες
1049τότε διεχειρίζοντο τὰ κοινὰ, ὑπὸ τίνων σκέψεων ἢ προσκομ-
1050μάτων ἢ περιπλοκῶν παρετράπησαν! Ἐπειδὴ δὲ μάλιστα δὲν
1051εἶναι ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, ἂς μὴ ἀναμιμνησκώμεθα αἰωνίως
1052αὐτῶν, καὶ ἂς παραπέμψωμεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἱστορίαν. Ἀλλὰ
1053πρέπει νὰ ἐπιῤῥίψητε εὐθύνην καὶ εἰς ἡμᾶς, διότι καθ’ ὅλον τὸ
1054παρελθὸν δὲν ἀπεχωρίσθη ὁ στρατὸς ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων αὑτῷ
1055ἔργων; διότι δὲν ἐγένοντο ὁπλισμοὶ τοσοῦτοι καὶ τοιοῦτοι, οἷοι
1056πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῷ Κράτει; Δὲν ἐνθυμεῖσθε ὑπὸ ποίας
1057περιστάσεις ἐκλήθημεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Δὲν ἐνθυμεῖσθε
1058ποῖά τινα ἐνομίζομεν ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπέβαλλεν
1059ἡμῖν νὰ ἐπαγγελθῶμεν πρὸς τὸν λαόν; Ἐπηγγέλθημεν περι-
1060συλλογὴν τῶν κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην ναυαγίων, δὲν
1061ἐννοοῦμεν ὅμως, ἵνα λάβωμεν τὸ ξίφος καὶ ἑπομένως περιβάλω-
1062μεν τὰ σώματα ἡμῶν διὰ παντὸς ὅπλου ἀμύνης καὶ ἐπιθέ-
1063σεως, οὔτε παρελίπομεν ὅμως, μόλις ὡς ἐφάνησαν ἐλαφρά τινα
1064καὶ ἀραιὰ νέφη ἐπὶ τοῦ ὁρίζοντος, νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὴν χω-
1065ροφυλακὴν καὶ νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὰς ἀνάγκας, αἵτινες ἐφαίνοντο
1066ἡμῖν, ὅτι ἐδημιουργοῦντο ὑπὸ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων.
1067«Καὶ πῶς θέλετε ἐκτελέσει τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀνεγρά-
1068φησαν ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ Ἡγεμόνος;» Θέλομεν τὰ ἐκτελέ-
1069σει διὰ πιστώσεων, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, καὶ διὰ νό-
1070μων, οἵτινες πρέπει νὰ ψηφισθῶσι καὶ κυρωθῶσι, τροποποιοῦν-
1071τες ἄλλους νόμους συναφεῖς πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν στρατιω-
1072τικῶν πραγμάτων. «Νὰ παύσωμεν λοιπὸν πᾶσαν ἐργασίαν ἕως
1073νὰ φέρητε τοὺς νόμους τούτους»! Νομίζω ὅτι ἡ μέθοδος εἶναι
1074μέθοδος παραλυτικὴ, καὶ ἐφ’ ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς, δὲν
1075σκοποῦμεν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παραλύσῃ πᾶ-
1076σαν ἐργασίαν ἐσωτερικὴν, καὶ πᾶσαν ἀνάγκην τῆς διοικήσεως
1077νὰ ἐγκαταλείψῃ ἐντελῶς. Ἡμεῖς θέλομεν προβάλει εἰς τὴν
1078Βουλὴν, καὶ μετ’ ὀλίγον καὶ μετά τινας ἑβδομάδας καὶ μετὰ
1079ἄλλας ἑβδομάδας, διαφόρους προτάσεις. Ἡ Βουλὴ θέλει βα-
1080σανίσει αὐτάς. Ἐὰν ἡ ψήφισις τῶν προτάσεων τούτων φέρῃ
1081μεταβολὴν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, θέλουσιν αὗται παραπεμ-
1082φθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις θέλει μελε-
1083τήσει αὐτὰς καὶ θέλει φέρει τὴν ἐπ’ αὐτῶν γνώμην της.
1084Ἀλλὰ θέλουσι πάντως μεταβληθῆ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ
1085διὰ τῶν ἡμετέρων προτάσεων; Θέλουσι μεταβληθῆ τὰ τῶν
1086ἐσόδων αὐτοῦ; Θέλουσι μεταβληθῆ τὰ τῶν ἐξόδων αὐτοῦ;
1087Ἐγὼ ἀμφιβάλλω. Καὶ ἂν ἤθελον προταθῆ προτάσεις, αἵτινες
1088ἤθελον ἐπηρεάζει τὰ ἔσοδα, εὐχερέστατον ἔργον θέλει εἶσθαι,
1089ἵνα τὰ ἐκ τῶν προτάσεων τούτων προσδοκώμενα ἔσοδα προσ-
1090τεθῶσιν εἰς τὰ ἔσοδα τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμ-
1091μένα. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ὑπισχνοῦμαι, ὅτι θέλω φέρει προ-
1092τάσεις, ἵνα δι’ αὐτῶν ζητήσω παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας
1093τὴν μεταβολὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Τὰ ἔξοδα θέλουσι
1094μείνει ἀναγεγραμμένα, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὡς ἔχουσιν ἐν
1095τῷ προϋπολογισμῷ, θέλω δὲ πάντως — καὶ διὰ τοῦτο δίδω
1096πλήρη ὑπόσχεσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ εἰς τοὺς συμπολί-
1097τας μου — ἐπιμεληθῆ καὶ ἀσχοληθῆ, ἐὰν μείνω ἐν τῇ Κυ-
1098βερνήσει, ἵνα ἡ διαχείρισις τῶν ἐξόδων τούτων γένηται μετὰ
1099τοσαύτης φειδοῦς, ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὰς
1100ἀπολύτους ἀνάγκας τῆς διοικήσεως, καὶ ὡς διὰ τῆς φειδοῦς
1101κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν πιστώσεων τοῦ Κράτους ἠδυνήθημεν
1102νὰ ἐλαττώσωμεν μέχρι τοῦδε τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, θέλομεν
1103ὡσαύτως δαπανήσει καὶ κατὰ τὸ 1897, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν
1104διοικοῦντες, ποσὰ ὀλιγώτερα τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀνα-
1105γεγραμμένων.
1106Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε συμβῆ — δὲν γνωρίζω ἂν
1107ἐπ’ ἀγαθῷ ἢ κακῷ τῆς Ἑλλάδος — νὰ μὴ ἐπέλθῃ διατάραξίς τις
1108ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ἑπομένως πλήρης ὁμοφροσύνη ἐν τῇ Εὐ-
1109ρώπῃ νὰ εὕρῃ διεξόδους ἀπροόπτους εἰς τὰς δυσχερεστάτας
1110πλοκὰς, αἵτινες ἐξυφάνθησαν ἐκ τῶν ἀτελειῶν τῆς διοικήσεως,
1111ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἐκ τῆς ἐλλείψεως πάσης διοικήσεως, τὸ Κρά-
1112τος δὲν θέλει ὑποφέρει κανένα κλονισμόν.
1113«Ἀλλὰ λοιπὸν πόθεν θέλετε ἀντλήσει τὰ κεφάλαια, τῶν
1114ὁποίων ἔχετε ἀνάγκην, ἵνα ἐφαρμόσητε, οὐχὶ τὸ πρόγραμμα
1115— διότι δὲν εἶναι πρόγραμμα — ἵνα ἐφαρμόσητε τὰς γνώμας
1116ὑμῶν ταύτας, τὰς σκοπούσας τὴν πλήρωσιν τῶν ἐν τῇ διοι-
1117κήσει τοῦ στρατοῦ ὑπαρχόντων κενῶν;» Μήπως δυνάμεθα νὰ
1118πράξωμέν τι ἐν ἀγνοίᾳ ὑμῶν; Ἡμεῖς οὐδεμίαν ἔχομεν ἐξου-
1119σίαν. Ὑμεῖς καὶ ὁ Βασιλεὺς ἔχετε τὴν ἐξουσίαν, διότι ὑμεῖς
1120εἶσθε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ Κράτους Θέλομεν λοιπὸν ἐλθεῖ
1121πρὸς ὑμᾶς μὲ τὰς προτάσεις ἡμῶν, σεῖς δὲ θὰ ἀποφανθῆτε
1122ἐπ’ αὐτῶν. Καὶ δὲν ἔχετε μικρὰν ὑπομονήν; Καὶ ζητεῖτε σήμε-
1123ρον, διότι, ὡς λέγετε, πᾶσα στιγμὴ ἢ πᾶσα ἡμέρα παρερχο-
1124μένη εἶναι ἀπώλεια διὰ τὸν Ἑλληνισμόν! Δὲν ἔχετε μικρὰν
1125ὑπομονὴν, ἵνα μάθητε ποίας θὰ προβάλωμεν εἰς ὑμᾶς προτά-
1126σεις, ἵνα ἐξελέγξητε ταύτας κατὰ τὴν ἰδίαν ὑμῶν συνείδησιν
1127καὶ κατὰ τὰς ἰδίας ὑμῶν γνώμας; Διὰ τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον
1128δὲν συνεφώνησε μὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τὰ μειοψηφοῦντα
1129μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ προέβαλον κατὰ
1130τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ
1131παρακαλῶμεν καὶ τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς νὰ
1132παραιτήσωσι τὴν ἀξίωσιν τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν των,
1133καὶ τὴν Βουλήν, ἂν ταῦτα ἐπιμένωσι, νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν
1134ἀξίωσιν αὐτῶν ταύτην.
1135§37ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1136πρὸ ὀλίγου ἀγορεύων σᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ γνῶμαι, αἱ ἐν τῇ
1137ἐπιστολῇ τοῦ Βασιλέως, τῇ δημοσιευθείσῃ διὰ τῆς Ἐφημερί-
1138δος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι γνῶμαι ἰδικαί του. Εἶναι ὁ τρίτος
1139προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλήν, καὶ
1140οὐδὲ ἴχνος τῶν γνωμῶν τούτων ἀναφαίνεται ἐν ἅπασι τού-
1141τοις τοῖς προϋπολογισμοῖς. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυ-
1142βερνήσεως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ὁπότε συνεζητοῦ-
1143μεν τὸ ἐπιψηφισθὲν νομοσχέδιον, τὸ ἀστυνομικὸν, καὶ μὴ
1144ἐπικυρωθὲν, οὐδὲ ἀπάντησιν ἔδωκε πρὸς ἐμὲ τότε, κραυγά-
1145ζοντα: «Ἀξιότιμε κ. Πρωθυπουργὲ, εἶναι εἰς χεῖράς σου νὰ
1146ἀπαλλάξῃς τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων ὑπηρεσιῶν,
1147εἶναι εἰς χεῖράς σου νὰ ἀπαλλάξῃς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ
1148τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων.» Καὶ ἦτο εἰς χεῖράς του,
1149διότι τότε ἔλεγε, συμφωνῶν μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ὤφειλε νὰ παρα-
1150δώσῃ εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἁπάσας τὰς ξένας ταύτας ὑπη-
1151ρεσίας καὶ ὑπέβαλλεν ὀργανισμὸν αὐτῆς. Διατὶ δὲν ἐπεψήφισε
1152τοῦτον; Δὲν εἶχε τὴν πλειοψηφίαν; Ἀντετάχθημεν εἰς τοῦτο
1153ἡμεῖς; Μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου ἡμῶν! Ἡ
1154ἐπιστολή, Κύριοι, τοῦ Βασιλέως, ἀποδεικνύει τὴν μορφὴν οὐχὶ
1155μόνον ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ παρόν.
1156Ἐπὶ τρεῖς ὁλοκλήρους συνόδους συνερχόμεθα ἐνταῦθα, ὑπὸ
1157τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως
1158τῆς παρούσης. Ὁ Βασιλεὺς λέγει: «ποθῶ πρὸ ἐτῶν τὴν ἀπαλ-
1159λαγὴν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων ὑπηρεσιῶν», ὡς νὰ
1160λέγῃ «δὲν κατώρθωσα τοῦτο, καὶ ἀπελπισθεὶς ἀποτείνομαι ἤδη
1161πρὸς τὴν Κυβέρνησιν», ἀναλαμβάνων οὕτω ὑποχρέωσιν ἀπέ-
1162ναντι τοῦ ἔθνους διὰ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, ἡ ὁποία δια-
1163τάσσει νὰ δημοσιευθῇ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.
1164Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη, Κύριοι, δὲν εἶναι ἰδιώτου πρὸς ἰδιώτην,
1165δὲν εἶναι ἐπιστολὴ ἀφορῶσα εἰς ἰδίας ὑποθέσεις, ἀλλ’ εἰς ὑπο-
1166θέσεις δημοσίας. Εἶναι ἐπιστολὴ τοῦ Ἡγεμόνος πρὸς τὸν
1167Πρωθυπουργὸν αὐτοῦ, εἶναι καθαρὰ διαταγή, ὑπὸ τύπον ἐπι-
1168στολῆς, διότι οὕτως εἴθισται νὰ ἀπευθύνωνται αἱ διαταγαὶ
1169τῶν Ἡγεμόνων πρὸς τοὺς Πρωθυπουργούς. Ἡ διαταγὴ αὕτη
1170ἐπιτάσσει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἰδεῶν τῶν περιλαμβανομένων ἐν
1171τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ, διότι λέγει: «ἐμπιστεύομαι τὴν ἐκτέλε-
1172σιν εἰς τὴν Κυβέρνησίν μου», καὶ δὲν λέγει «τὴν νῦν Κυ-
1173βέρνησίν μου», ἀλλὰ λέγει «τὴν Κυβέρνησίν μου», διότι,
1174ἐὰν ἡ Κυβέρνησις αὕτη δὲν ἐκτελέσῃ ταῦτα, βεβαίως θέλει
1175ἀντικαταστήσει ταύτην.
1176Εἶναι λοιπὸν πρωτοβουλία σήμερον τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ
1177πρωτοβουλία ἀξιέπαινος. Ἐγώ, Κύριοι, ὅτε κατὰ τὴν δια-
1178κοπὴν τῆς συνεδριάσεως τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ἐμάν-
1179θανον τὴν εἴδησιν τὴν διαδιδομένην, ὅτι ἐπιστολὴ τοῦ Ἡγε-
1180μόνος ἐστάλη πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ὅτι αὐτὴ κατε-
1181χωρίσθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ὁποίας
1182ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀσπάζεται τὰς γνώμας
1183αὐτάς, ἀναγνώσας, Κύριοι, ταύτην, ὁμολογουμένως, οὐχὶ μό-
1184νον ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀξιωμα-
1185τικὸς, ἀνήκων εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἔτριβον ἀπὸ χα-
1186ρὰν τὰς χεῖρας, ὅτι τέλος πάντων ἀπεφασίσθη νὰ ληφθῇ
1187πρόνοιά τις, καὶ ἀνέμενον, Κύριοι, ἐρχόμενος κατὰ τὴν ἐπα-
1188νάληψιν τῆς συνεδριάσεως, νὰ ἀκούσω τὰς δηλώσεις τοῦ κ.
1189Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ εἴπετέ μοι σεῖς, οἱ πολιτικώτεροι ἐμοῦ,
1190ἃς μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ καταναλώσας
1191ὁλόκληρον τὸν βίον αὐτοῦ ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ πολιτεύ-
1192ματι, ἃς μοὶ εἴπῃ, ἂν τοιαύτη ἐπιστολὴ ἦναί τι σύνηθες,
1193ἦναί τι κανονικὸν, ἢ ἦναί τι σπάνιον, ἔκτακτον, ἐν ἐκτάκτοις
1194περιστάσεσι λαμβάνον χώραν.
1195Δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ἐξ εὐλαβείας, ἐξ ἁβρότητος πρὸς
1196τὸν Ἡγεμόνα, ἐξ εὐλαβείας πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ
1197Ἔθνους, ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὸ ἔθνος, πρὸς τὸ ὁποῖον ἐκοι-
1198νοποιήθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐπι-
1199στολὴ, νὰ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα καὶ νὰ εἴπῃ: «Κύριοι, ὁ Βασιλεὺς
1200μοὶ ἀπηύθυνε τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, καὶ ἐκφράζει τὴν ἐπι-
1201θυμίαν αὐτοῦ, ὅπως ληφθῶσι τὰ μέτρα ταῦτα πρὸς διοργά-
1202νωσιν, πρὸς μεταῤῥύθμισιν ἐπὶ τὰ βελτίω τῶν τοῦ στρατοῦ,
1203καὶ ὅτι «προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν τὰ σχε-
1204τικὰ μέτρα, διότι ταύτας τὰς γνώμας ἀσπάζομαι»; Ἢ ἔστω
1205ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅ,τι σήμερον εἶπεν, ὅτι τὰς γνώμας ταύτας
1206εἶχε, καὶ ἑπομένως θὰ τὰς ἐφαρμόσῃ σήμερον, ἔστω καὶ ἀργὰ
1207(mieux vaut tard, que jamais). Ἀλλὰ εἴμεθα, Κύριοι,
1208ὑποχρεωμένοι νὰ μανθάνωμεν ταῦτα ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ὡς
1209νὰ μὴ συνεδριάζωμεν, ὡς νὰ μὴ ὦμεν ἀντιπρόσωποι τοῦ
1210ἔθνους, ὡς νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν ἀπαίτησιν ἐπὶ τέλους νὰ μᾶς
1211κοινοποιηθῇ τοιοῦτόν τι! Σήμερον ἔπρεπε νὰ μάθωμεν τοῦτο
1212ἀπὸ τὸν κ. Παγανέλην, τὸν ἰδιαίτερον φίλον τοῦ κ. Πρω-
1213θυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἔλεγε πρὸς τὸν κ. Πετιμεζᾶν, καὶ ὁ κ.
1214Πετιμεζᾶς πρὸς ἕτερον μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ὁποίαν ἐπὶ τέλους
1215γνώμην ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐκ τίνων πόρων προτίθεται
1216νὰ ἐκτελέσῃ ταῦτα! Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατεγί-
1217νετο μὲ τὸ σφαιριστήριον ἄλλοτε, καὶ διὰ τοῦτο ἡ γνώμη
1218του ἐγένετο ἡμῖν γνωστή, ὡς καραμπόλα, ἀπὸ σπόντα! Ἐγὼ
1219σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔχω πεῖραν, — εἶναι δευτέρα περίοδος, καθ’
1220ἣν εἰσέρχομαι εἰς τὴν Βουλὴν, — ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην τοιοῦτον
1221ἐπίσημον γεγονὸς νὰ μὴ τὸ ἐννοήσω ἐκδηλούμενον παρὰ τοῦ
1222κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι θὰ ἦτο εὐλάβεια πρὸς τὸν Ἡγεμόνα
1223νὰ μᾶς δηλώσῃ ποῖα μέτρα προτίθεται νὰ λάβῃ, καὶ νὰ
1224μὴ ματαιοπονῶμεν ἐπὶ δύο συνεδριάσεις, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἐξα-
1225κολουθῇ ἐργαζομένη ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἢ
1226ὄχι· διότι τί εὐλογοφανέστερον ἀπὸ τὴν πρόθεσιν τῆς ἐπι-
1227τροπῆς; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσῃ τὸν προϋπολο-
1228γισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ πρόκειται
1229ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἐν τῇ ὁποίᾳ
1230ὑπηρετοῦσιν ἀξιωματικοί; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσῃ
1231τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν,
1232ἀφοῦ πλεῖσται ὅσαι μεταβολαὶ ἐπιφέρονται; Ἢ πῶς εἶναι
1233δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι ἡ ἐσωτερικὴ πολιτικὴ κατὰ
1234τοῦτο δὲν ἤλλαξεν; Ἦτο μέχρι τοῦδε πολιτικὴ τῆς ἀδρα-
1235νείας, καὶ σήμερον εἶναι πολιτικὴ διαῤῥυθμίσεως τῶν κακῶς
1236ἐχόντων. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, ἂν καὶ εἶμαι
1237εὐχαριστημένος ἐκ τῆς σημερινῆς δηλώσεως τοῦ κ. Πρω-
1238θυπουργοῦ, ὅτι ἐπὶ τέλους θὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα.
1239Ὅτε ἡμεῖς, τουτέστι τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν
1240νὰ ἀνήκω, ὄχι μόνον ἐν ταύτῃ τῇ περιόδῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ
1241παρελθούσῃ, ἐξέφρασε τὰς γνώμας αὑτοῦ περὶ τῶν στρατιω-
1242τικῶν, ἐκραύγαζον ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
1243περὶ τῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων ἠδυνάμεθα νὰ βελτιώσω-
1244μεν τὰ τοῦ στρατοῦ, καὶ μετὰ τριήμερον ἀγόρευσιν κατὰ τὴν
1245παρελθοῦσαν περίοδον ἔλεγον καὶ ἐξώρκιζον τοὺς πάντας νὰ
1246λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τοῦ στρατοῦ, περὶ τοῦ ζητήματος
1247αὐτοῦ τοῦ ὑψίστου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξήρτηται ἡ ἐθνικὴ τιμὴ,
1248ἡ ἐθνικὴ ὕπαρξις· διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν, ἔλεγον, τὴν
1249αὐτὴν ὁδὸν, θέλομεν διαγραφῆ ἐκ τοῦ χάρτου τῶν ζώντων
1250ἐθνῶν, δὲν θέλομεν ὑπολογισθῆ ἐν μέλλουσι πολεμικοῖς συν-
1251δυασμοῖς, θέλομεν καταληφθῆ ὑπὸ ἀπροόπτων γεγονότων καὶ
1252θέλομεν καταντήσει τὸ ἐξουθένωμα τοῦ λαοῦ τῆς Ἀνατο-
1253λῆς. Τὰς γνώμας ταύτας ἐξέθηκα καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ
1254καὶ ἐν ταῖς συναντήσεσιν. Ἀλλὰ διατὶ, ἂν εἴχετε τὰς αὐτὰς
1255γνώμας, δὲν τὰς ἐθέτετε εἰς ἐνέργειαν; Δὲν ἦσθε μελετημέ-
1256νοι πρὸς τοῦτο, καὶ ὅταν σήμερον ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ἡγεμόνος
1257σᾶς ἐπιτάσσῃ, ἔρχεσθε καὶ λέγετε ὅτι θὰ σκεφθῆτε τὰ μέτρα.
1258Ἀλλὰ, Κύριοι, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βου-
1259λῆς ἐνθυμεῖσθε, ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔσπευδε διὰ μιᾶς
1260καὶ μόνης συνεδριάσεως νὰ λάβῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ὅταν
1261ἐπὶ 36 ὁλοκλήρους ὥρας συνεδριάζομεν ἐνταῦθα, ἄνευ διακο-
1262πῆς, τῇ πρωΐᾳ κατὰ τὴν 10ην ὥραν ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ
1263τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ
1264ἔλεγον: «Κύριε Πρωθυπουργὲ, δὲν ἐκόπασεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὁ
1265σάλος· λάβετε πρόνοιαν, μὴ καταληφθῶμεν ὑπὸ τῶν περιστά-
1266σεων, φροντίσατε, εἰ δυνατὸν, ἀπὸ τοῦδε νὰ περικόψητε τὰς
1267ματαίας δαπάνας, νὰ οἰκονομήσητε, ἂν δύνασθε, τὰ ἀναγ-
1268καιοῦντα ποσὰ, τὰ ὁποῖα νὰ δώσητε εἰς τὰ δύο πολεμικὰ
1269Ὑπουργεῖα». Καὶ ἐνθυμεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν,
1270ὅτι ἔλεγον, ὅτι τὴν μερίδα τοῦ λέοντος πρέπει νὰ λάβωσι τὰ
1271Ὑπουργεῖα ταῦτα, καὶ συνῄνει καὶ συγκατένευε διὰ τῆς κε-
1272φαλῆς, διότι ηὐχαριστεῖτο νὰ καλλιτερεύσῃ τὸν κλάδον, ὃν
1273διευθύνει. Καὶ κατελήφθημεν ὑπὸ τῶν περιστάσεων, καὶ ἐφά-
1274νημεν ἀνίκανοι οὐχὶ μόνον νὰ προστατεύσωμεν τὸν Κρητι-
1275κὸν ἀγῶνα, ἀλλὰ νὰ σώσωμεν κἂν τὸ γόητρον τοῦ Ἑλλη-
1276νισμοῦ! Δὲν ἐννοῶ ἐγὼ τὰ ἀδύνατα, δὲν ἐννοῶ τὸν παραλο-
1277γισμὸν, ὅτι σήμερον δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν ἑκατὸν ἑκα-
1278τομμύρια διὰ τὸν στρατόν. Ἀλλὰ διὰ τῶν αὐτῶν δαπα-
1279νῶν, τὰς ὁποίας προορίζομεν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρα-
1280τιωτικῶν, δυνάμεθα νὰ καταρτίσωμεν τὰ τοῦ στρατοῦ. Βε-
1281βαίως ἔχομεν ἀνάγκην δαπανῶν πρὸς βελτίωσιν τοῦ ὑλικοῦ,
1282διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἱππικῶν σωμάτων. Βεβαίως ἔχο-
1283μεν ἀνάγκην μέτρων, ὅπως ἐπιβάλωμεν τὴν δικαιοσύνην ἐν
1284τῷ στρατῷ. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
1285σύνοδον, προεξάρχοντος τότε τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς,
1286ἐλέγομεν: «ἀφομοιώσατε τοὺς μισθοὺς», διότι ὁμολογουμένως
1287ἀδικοῦνται οἱ τῶν μὴ τεχνικῶν σωμάτων ἀξιωματικοί· οὐδεὶς
1288ὑπάρχει λόγος διακρίσεως τῶν μισθῶν, διότι σήμερον ἡ
1289ἐπιστήμη δὲν ὁμιλεῖ πλέον περὶ πεζικοῦ, ἀλλὰ περὶ πεζοῦ,
1290δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἱππικοῦ, ἀλλὰ περὶ ἱππέως, ἀναγράφουσα ὡς
1291ἀρχὴν τὴν μόρφωσιν τοῦ ἀτόμου, τουτέστιν ἀπαιτεῖ τὴν αὐ-
1292τὴν μόρφωσιν εἰς ὅλα τὰ σώματα. Καὶ ποῖα μέτρα ἐλά-
1293βετε διὰ νὰ δείξητε, ὅτι εἴχετε τὰς γνώμας ταύτας; Ἐὰν
1294ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ προσωπικὸς φίλος μου,
1295εἶχε τὴν διάθεσιν νὰ παρουσιάσῃ τινὰ, σεῖς τὰ ἐῤῥίψατε εἰς
1296τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνητε νὰ ψη-
1297φισθοῦν. Ἀδιάφορον ἂν δὲν ἤμην σύμφωνος εἰς τὰς λεπτομε-
1298ρείας, ἀλλὰ τέλος Βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας, ἀνήκοντες εἰς
1299τὸν στρατὸν, ἐλάμβανον τὸν λόγον καὶ σᾶς προέτρεπον, καὶ
1300σεῖς ἀπεφύγετε! Πῶς λοιπὸν δύνασθε ν’ ἀποδείξητε εἰς ἡμᾶς,
1301ὅτι εἴχετε τοιαύτην πολιτικὴν ἐσωτερικὴν, μεταῤῥυθμιστικήν;
1302Πῶς θὰ ἐκπληρώσητε αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σήμερον προβλέπετε;
1303Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων βεβαίως, ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς εἴπω,
1304ὅτι δὲν εἶσθε ἱκανοὶ νὰ τὰ θέσητε εἰς ἐνέργειαν· ἀναμένω νὰ
1305ἴδω, ἐὰν ἐσπευσμένως θὰ λάβητε τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως
1306μὴ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι παρουσιασθῆτε ἀνέτοιμοι, ὡς κατὰ
1307τὸ παρελθόν.
1308Ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐχλεύασεν
1309ἐκείνους, οἵτινες ἔλεγον, ὅτι κατὰ τὴν περίοδον τοῦ Κρητικοῦ
1310ζητήματος ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ ὠφεληθῇ. Δὲν ἔλαβον τὸν
1311λόγον ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου,
1312ἂν ὄχι ἄλλο τι, ἐπὶ 16 ὅλους μῆνας ἐκοπίασα, καὶ ὑπέστην
1313ἀγογγύστως ὅσα ἡ ἐπανάστασις ἐπάγει. Καὶ τίς δύναται νὰ
1314ἀρνηθῇ, ὅτι κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1866 στρατὸς 70
1315χιλιάδων ἀνδρῶν, ἐκτὸς τῶν Τούρκων Κρητῶν, ἐπάλαιε πρὸς
1316τοὺς μαχητὰς ἐκείνους, μετὰ τῶν ὁποίων συνηγωνιζόμην, ὅτι
131735 ὅλα πλοῖα ἐπολιόρκουν τὴν νῆσον καὶ παρέπλεον διαρκῶς
1318τὰς ἀκτὰς τῆς Κρήτης; Καὶ σήμερον ἡ Τουρκία δὲν ἐτόλμα
1319νὰ στείλῃ ἓν πλοῖον ἐπὶ τῇ ἁπλῇ ἰδέᾳ, ὅτι ἠδύναντο νὰ πα-
1320ρουσιασθῶσι τὰ Ἑλληνικὰ θωρηκτά.
1321§38ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα;
1322§39ΜΑΝΕΣΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἀμέσως. Ἐὰν, ἐπειδὴ τὸ
1323εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς μερίδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, καὶ θέλω νὰ
1324πιστοποιηθῇ, 3½ χιλιάδες στρατοῦ μόνον ὑπῆρχον ἐν Κρήτῃ,
13254,000 ἔστω, ἐὰν, Κύριοι, τὰ θωρηκτὰ ἡμῶν ἐπαρουσιά-
1326ζοντο μὲ δύο μόνον συντάγματα καὶ μίαν πυροβολαρχίαν,
1327ἠδύνατο νὰ καταληφθῇ ἡ Κρήτη, διότι ταῦτα ἤθελον χρη-
1328σιμεύσει ὡς στήριγμα χιλιάδων ἀνδρείων Κρητῶν· διότι μά-
1329θετε, ὅτι οἱ σημερινοὶ Κρῆτες εἶναι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ
1330ὑπέρτεροι τῶν τοῦ 1866, εἶναι ἔτι μᾶλλον ἐξησκημένοι,
1331διότι ἐν μείζονι ἐλευθερίᾳ ἀνεπτύχθησαν στρατιωτικῶς, καὶ
1332μεῖζον θάῤῥος ἀπέκτησαν, κύριοι δὲ κατὰ θάλασσαν, εὐκόλως
1333ἤθελον γείνῃ κύριοι καὶ κατὰ ξηράν. Καὶ τί ἤθελον σᾶς εἴπει
1334τότε αἱ Δυνάμεις; «ἐξέλθετε ἐκεῖθεν»; Ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ
1335τὸ εἴπουν. Καὶ ἂν ἐπέμενον καὶ τὸ ἔλεγον, ἠδύνασθε νὰ
1336εἴπητε πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν: «Tout est perdu sauf
1337l'honeur!». «Τὸ πᾶν ἀπώλετο πλὴν τῆς τιμῆς.» Ὅτι ἡμεῖς
1338δὲν ἐμείναμεν ἀνάλγητοι, ἀλλ’ ἐσπεύσαμεν νὰ συνδράμωμεν
1339κινδυνεύοντας ἀδελφοὺς, καὶ τοῦτο ἤθελε παράσχει ἡμῖν μέγα
1340ἠθικὸν κέρδος. Ἀλλὰ ποία ὁμοφωνία τῶν Δυνάμεων ἤθελε
1341σᾶς ἀποβάλει ἐκεῖθεν; Ἡ Ἀγγλία, ἡ ὁποία εἶχε δεχθῆ
1342ῥάπισμα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Ἀρμενικοῦ; ἐκείνη, ἡ ὁποία
1343διὰ τοῦ φανοῦ τοῦ Διογένους ἐπεδίωκε τὴν ἐξέγερσιν τῶν
1344λαῶν καὶ διεκήρυττε τὸν διαμελισμὸν τῆς Τουρκίας, ὅπως
1345λάβῃ ἱκανοποίησιν ἀπέναντι τῆς ἀποτυχίας διπλωματικῶς;
1346Δὲν ἐτολμήσαμεν, Κύριοι, καὶ ὁ μὴ τολμῶν οὐδὲν κερδίζει.
1347Δὲν ἐτόλμησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι τὸ
1348πᾶν θὰ χαθῇ. Καὶ ἐγὼ τί νομίζετε κατακρίνω; τὸν πατριω-
1349τισμόν του; βεβαίως ὄχι· δὲν ἔχω τοιοῦτον θάῤῥος. Καὶ σέ-
1350βομαι καὶ ἐκτιμῶ τὸν ἄνδρα, καὶ τὴν πεῖραν αὐτοῦ καὶ τὸν
1351πατριωτισμόν. Ἀλλὰ κατακρίνω τὴν ἀτολμίαν αὐτοῦ, τὴν
1352σύμφωνον ἄλλως τε πρὸς τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν φέρει.
1353Ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ ἀποδειχθῇ καὶ πάλιν, ὅτι θέλομεν νὰ
1354ῥίψωμεν στάκτην εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς, ἀντλῶ δὲ τὴν πεποί-
1355θησιν, ὅτι τὴν φορὰν ταύτην θὰ ληφθῇ πρόνοια οἱαδήποτε,
1356ἀποφασιστικὴ, καὶ τοῦτο, διότι ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν λαμ-
1357βάνει ὁ Ἡγεμὼν ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν
1358ἀμέσως νὰ ἀσπασθῇ τὰς γνώμας αὐτοῦ. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμ-
1359βάνω, ὅτι τὴν φορὰν ταύτην ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρ-
1360μόσῃ τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ εἰσέλθῃ ἐπὶ τῆς
1361ἀληθοῦς ὁδοῦ ὁ στρατός. Διότι, ἂν καὶ ἤδη ἡ Κυβέρνησις
1362ἀμελήσῃ, οὐ μόνον θὰ δώσῃ λόγον εἰς τὴν Ἱστορίαν, ἀλλὰ
1363λίαν προσεχῶς εἰς αὐτὸ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον
1364καυχᾶται, ὅτι ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν.
1365§40ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, καὶ τὸν ἀξιότιμον φίλον
1366μου, τὸν ἐκ Τριχωνίας Βουλευτὴν, καὶ πάντα ὅστις μοὶ ἐπέ-
1367τρεψε νὰ ὁμιλῶ ἐξ ὀνόματος αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς
1368συναδέλφους, τὰς ἐννοίας τοῦ Βασιλικοῦ γράμματος νὰ μὴ τὰς
1369ἀναζητῶσι μήτε εἰς τὰς σκέψεις των, μήτε εἰς τοὺς πόθους
1370των, μήτε εἰς τὰς ἰδέας περὶ τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκον-
1371τος, τὰς ὁποίας εἷς ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἔχει. Τὴν ἔννοιαν τοῦ
1372Βασιλικοῦ γράμματος καὶ τῶν λόγων τοῦ Βασιλέως εἷς μόνος
1373δύναται ν’ ἀποδώσῃ, καὶ εἷς μόνος εἶναι ἁρμόδιος ν’ ἀποδώσῃ
1374ἐνταῦθα· ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰς ὃν ἀπετάθη ὁ Βασιλεύς.
1375Εἶναι ἐντελῶς σόλοικον καὶ ἐντελῶς ἀντισυνταγματικὸν νὰ
1376θέλωμεν ἡμεῖς, οὐδεμίαν ἔχοντες ἰδιότητα πρὸς τοῦτο, νὰ
1377διερμηνεύσωμεν κατὰ τὰς ἰδίας ἡμῶν σκέψεις, ἔστω καὶ κατὰ
1378τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς καὶ ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος, τοὺς
1379λόγους ἐκείνους, τῶν ὁποίων μόνον εἷς ἐπίσημος διερμηνεὺς
1380παρίσταται ἐνώπιον ἡμῶν, ἡ Κυβέρνησις, ἡ σύμβουλος τοῦ
1381Στέμματος. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο οὔτε κατ’ ἐλάχιστον θὰ δια-
1382φωνήσω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν
1383ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς τὸ γράμμα τὸ Βασιλικόν.
1384Βασιλεὺς ἄνευ γνώμης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ, καὶ ἐὰν
1385εἰς τοιοῦτον Βασιλέα ἀπέβλεπεν ὁ συνταγματικὸς ἡμῶν χάρ-
1386της, βεβαίως ἔπρεπεν ἀμέσως ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὸν
1387τροχὸν αὐτὸν τὸν περιττὸν νὰ διαγράψῃ. Ὁ Βασιλεὺς ἐκδηλοῖ
1388τὴν γνώμην του, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῶν ἐν γένει
1389συμφερόντων τῆς χώρας, πρὸς τοὺς συμβούλους αὐτοῦ, εἴτε διὰ
1390προφορικῶν διαλέξεων, εἴτε ἐγγράφως καὶ δι’ ἐπιστολῶν. Οὐ-
1391δένα ἔχω λόγον ν’ ἀσχοληθῶ, ὅπως χαρακτηρίσω τὴν ἐπι-
1392στολὴν τοῦ Βασιλέως ὡς διάγγελμα ἢ ὡς ἁπλῆν ἐπιστολήν.
1393Οὐδεμίαν ἔννοιαν ἔχει δι’ ἐμὲ ἡ συζήτησις αὕτη. Ἐὰν δὲ
1394ἔλαβον τὸν λόγον, ἔπραξα τοῦτο, ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ὅπως σᾶς
1395παρακαλέσω νὰ μὴ θελήσητε ν’ ἀποδώσητε εἰς τὸ γράμμα
1396τὸ Βασιλικὸν ἀλλοίαν ἔννοιαν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν
1397ὁ ἐπίσημος ἀντιπρόσωπος τοῦ Στέμματος ἐνταῦθα, ἀφ’ ἑτέ-
1398ρου δὲ, ὅπως ἐπιστήσω τὴν ὑμετέραν προτοχὴν ἐπὶ τὰς δη-
1399λώσεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο, κατόπιν τῆς τοιαύτης ἑρμη-
1400νείας, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
1401βερνήσεως ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς, ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς, τὴν
1402ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ ἐνταῦθα, ὅτι ἡ Βασιλικὴ ἐπιστολὴ οὔτε
1403κατ’ ἐλάχιστον συνεπάγεται μεταβολὴν πολιτικῆς, ὅτι αἱ
1404ἔννοιαι, αἱ περιλαμβανόμεναι ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ Βασιλέως
1405εἶναι αἱ ἔννοιαι αὐταὶ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ σᾶς ἔλεγε: «Μή-
1406πως δὲν ἀναγνωρίζω τὰ κενὰ τὰ ἐν τῷ στρατῷ; μήπως δὲν
1407ἀναγνωρίζω τὴν ἀτέλειαν τῆς ἐκγυμνάσεως αὐτοῦ καὶ τὴν
1408ἀτέλειαν τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ; Μήπως, δὲν ὀφείλω νὰ
1409μεριμνήσω περὶ τῶν ἀτελειῶν αὐτοῦ; Μήπως ἐὰν μοὶ ἦτο
1410δυνατὸν νὰ εὕρω τὰ μέσα νὰ πληρώσω τὰς ἀποθήκας ἡμῶν,
1411δὲν ἤθελον πράξει τοῦτο; Καὶ κατὰ τί νομίζετε ὅτι αἱ
1412γνῶμαι, αἱ ἐξενεχθεῖσαι διὰ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως,
1413διαφέρουσι τῆς γνώμης ἡμῶν;» Ἐγὼ οὐδόλως θέλω νὰ ἐπιῤ-
1414ῥίψω ἐπὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν μομφήν, ὅτι πάντα ἐκεῖνα,
1415τὰ ὁποῖα μνημονεύονται ἐν τῇ Βασιλικῇ ἐπιστολῇ, διέφυ-
1416γον τὴν προσοχήν του, κυβερνῶντος τὸν τόπον ἀπὸ 18
1417ἤδη μηνῶν. Ἀλλ’ ἐθαύμασα καὶ ἐξεπλάγην, ὅτε ἀμέσως
1418κατόπιν, πρὸ δέκα λεπτῶν πρὶν ἢ λάβῃ τὸν λόγον ὁ ἀξιό-
1419τιμος ἐκ Τριχωνίας Βουλευτής, ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
1420λέγοντος: «Διατὶ ἀνυπομονεῖτε; Ὑπομείνατε ἐπ’ ὀλίγον.
1421Δόσατέ μας ὀλίγον χρόνον, ἵνα σκεφθῶμεν περὶ τῶν μέτρων,
1422τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ σᾶς ὑποβάλωμεν, περὶ τῶν μέτρων, διὰ
1423τῶν ὁποίων θὰ πληρώσωμεν τὰ ἐν τῷ στρατῷ κενά, —τὰ
1424ἀναγνωρισθέντα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
1425ἀπὸ μακροῦ χρόνου—περὶ τῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων πρό-
1426κειται νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ σκέψεις αὐταὶ τῆς Κυβερνή-
1427σεως, αἱ ἐκδηλωθεῖσαι διὰ τοῦ γράμματος τοῦ Βασιλέως, αἱ
1428ἔννοιαι, τὰς ὁποίας εἰς αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις ἀπέδωκεν.» Ἀλλὰ,
1429πρὸς Θεοῦ, τοιαύτην αὐτοκαταδίκην ἐκ μέρους Κυβερνήσεως,
1430δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον δύναταί τις νὰ ἐπιθυμῇ. Ἐπὶ 18
1431ὅλους μῆνας, —καὶ περὶ αὐτοῦ τοῦ παρελθόντος ὡμίλει ὁ
1432ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μαντινείας, διότι δὲν πρόκειται ἐνώπιον
1433ἡμῶν ὁ ἔλεγχος τοῦ ἀπωτάτου παρελθόντος, ἐκείνου τοῦ
1434παρελθόντος, ὅπερ ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν· εἰς ὑμᾶς συμφέ-
1435ρει ν’ ἀνατρέχητε εἰς τὸ ἀπώτατον παρελθὸν, διότι δὲν ὑπάρ-
1436χει ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἐδικαιοῦτο καὶ ὅστις θὰ εἶχε καθῆκον
1437νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν κατακρίνετε, ἀλλ’
1438ἡμεῖς οὐδένα ἔχομεν λόγον, ὅπως ἀνατρέχωμεν εἰς τὸ ἀπώ-
1439τατον ἐκεῖνο παρελθὸν, οὐδὲ πρόκειται νὰ ζητήσωμεν εὐθύ-
1440νην περὶ τοῦ παρελθόντος ἐκείνου, διότι, ὡς εἶπον, τὸ παρελ-
1441θὸν ἐκεῖνο ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν, καὶ μόνος ἐκεῖνος, ὅστις
1442προτίθεται ἀκριβῶς νὰ συγχύσῃ τὰς ἐννοίας καὶ νὰ κατα-
1443στήσῃ ἀδιέξοδον καὶ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν κατάστασιν,
1444ἐκεῖνος ἀνατρέχει εἰς τὸ ἀπώτατον παρελθόν· ἡμεῖς συζη-
1445τοῦμεν καὶ ἔχομεν καθῆκον νὰ συζητῶμεν περὶ τοῦ ἀμέσως
1446παρελθόντος, τὸ ὁποῖον συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ τὸ πα-
1447ρόν, τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ τὸ προσεχέστατον μέλλον, καὶ
1448ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ παρελθόντος σᾶς ἐρωτῶ, —ἐπὶ 18 ὅλους μῆνας
1449τί ἐπράξατε, ὅπως ἐπιτελέσητε καθῆκον στοιχειῶδες, ὅπερ
1450εἴχετε πρὸς τὸ ἔθνος, πρὸς τὴν χώραν, τὸ καθῆκον τὸ στοι-
1451χειῶδες, ὅπερ εἴχετε πρὸς τὸν στρατόν; Πῶς ἐπληρώσατε τὰ
1452κενὰ, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζετε καὶ ἀναγνωρίζει ἡ Βασιλικὴ
1453ἐπιστολή; Τίς ὑπῆρξεν ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ στρατοῦ, ἣν
1454ἐπετελέσατε, καὶ πῶς ἐπὶ 18 ὅλους μῆνας τοιαύτην ἀπεδεί-
1455ξατε ὀλιγωρίαν, προσμειδιῶντες μόνον πρὸς τὸν Ὑπουργὸν
1456τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ οἰκτείροντες ἐκείνους, οἵτινες σᾶς ὑπε-
1457δείκνυον τὴν σοβαρότητα τῶν περιστάσεων; Πῶς εἶναι δυνα-
1458τὸν νὰ ἐμπνεύσητε τὴν πεποίθησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ
1459τὸ ἔθνος, ὅτι θὰ ἦσθε ἐπαρκεῖς πρὸς τὰς περιστάσεις καὶ
1460ὅτι θὰ δυνηθῆτε νὰ πράξητέ τι ὑπὲρ τοῦ τόπου; Ἐδῶ κεῖ-
1461ται τὸ ζήτημα. Εἴτε διάγγελμα τὸ ὀνομάσητε, εἴτε ἐπιστο-
1462λήν, εἴτε γράμμα, εἴτε εἶσθε σύμφωνοι, εἴτε δὲν εἶσθε σύμφω-
1463νοι πρὸς τὰς ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ ἐννοίας, εἴτε εἶναι ἴδιαι
1464ὑμῶν ἔννοιαι καὶ σκέψεις, εἴτε εἶναι σκέψεις τοῦ Βασιλέως,
1465εἶναι ὅμως ἔννοιαι καὶ σκέψεις τοσοῦτον στοιχειώδεις, ὥστε
1466δύναταί τις νὰ τὰς χαρακτηρίσῃ ὡς κοινοτοπίας, διότι κοι-
1467νοτοπία ἀληθῶς εἶναι ἡ γνώμη, ὅτι τέλος πρέπει νὰ ἐκπαι-
1468δευθῇ καὶ ἐκγυμνασθῇ ὁ στρατὸς, ἡ γνώμη, ὅτι πρέπει νὰ
1469παύσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ περισπᾶται ἀπὸ ἀλλοτρίας ὑπηρεσίας, ἡ
1470γνώμη, ὅτι πρέπει νὰ παύσωμεν ἐξαντλοῦντες τὰς ἐξηντλη-
1471μένας ἤδη ἀποθήκας ἡμῶν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ σκεπτώμεθα
1472ὡς ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ προσεχεστάτου μέλ-
1473λοντος, καὶ ὄχι ὡς ἐσκέπτεσθε σεῖς κατὰ τὸν παρελθόντα
1474Ἰούνιον περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης.
1475Ζητεῖτε προθεσμίαν ἀκόμη, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ τακτική
1476σας, ζητεῖτε προθεσμίαν δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζετε ὡς
1477ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖα διὰ τὸν στρατὸν, ὡς ἐπείγοντα, ὡς
1478ἐπιβαλλόμενα ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτοῦ, καὶ ἀποδεικνύετε,
1479ὅτι δὲν ἠξεύρετε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι· καὶ δικαιολογεῖ-
1480σθε, λέγοντες ὅτι σᾶς συμβουλεύομεν νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν πο-
1481λιτικὴν τοῦ Βουλευτοῦ Κερκύρας ἢ τὴν πολιτικὴν τοῦ Βου-
1482λευτοῦ Παρνασσίδος, ἐνῷ ζητοῦμεν παρ’ ὑμῶν νὰ ἐπιτελέσητε
1483τὸ καθῆκόν σας. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἡ πολιτική, ἣν
1484παρεστήσατε ὡς πολιτικὴν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κερ-
1485κύρας ἢ ὡς πολιτικὴν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασ-
1486σίδος, εἶναι οἷα τὴν παρεστήσατε,—αὐτὸ ἀπόκειται εἰς αὐ-
1487τοὺς νὰ τὸ εἴπωσιν,—ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν καὶ
1488οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶναι τόσον παράλογος, ὥστε νὰ σκέπτηται
1489ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει αὔριον νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον. Ἂν
1490προέβαλον οἱ συνάδελφοι τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας προέβαλον,
1491τὰς προέβαλον ἐκ μόνης μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς σκέψεως καὶ
1492ἰδέας ἀναχωροῦντες, ἐκ τῆς σκέψεως, ὅτι ὁπωσδήποτε ἡ κατά-
1493στασις ἡ σημερινὴ δὲν εἶναι πλέον ἀνεκτή, ὅτι ἡ ὀλιγωρία, ἡ
1494καθ’ ὅλας τὰς περιστάσεις τὰς μέχρι σήμερον ἀποδειχθεῖσα
1495ἀληθῶς ἀσύγγνωστος, ἡ ὀλιγωρία αὕτη πρέπει νὰ παύσῃ.
1496Φρονεῖτε ὅτι τὸ σχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας
1497δὲν εἶναι τὸ ἁρμόζον, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦ Βουλευτοῦ Παρνασ-
1498σίδος δὲν εἶναι τὸ ἁρμόζον. Ἡμεῖς οὐδέποτε ἐζητήσαμεν, ὅπως
1499ἀποδεχθῆτε τὸ σχέδιον αὐτῶν ἢ ἡμῶν, ἐζητήσαμεν, ὅπως
1500ἐκεῖνο, ὅπερ θεωρεῖτε ὡς ἐπιβαλλόμενον ὑμῖν, ἐκπληρώσητε,
1501διατυποῦντες τὰ μέτρα, ἅτινα θεωρεῖτε ὡς ἀναποφεύκτως
1502ἀναγκαῖα, ἅτινα ἐπαγγέλλεσθε ὡς ἀναπόφευκτα ἀκριβῶς
1503πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον λέγετε, ὅτι ἔχετε.
1504Αὐτὸ ζητοῦμεν παρ’ ὑμῶν· ζητοῦντες δὲ αὐτὸ παρ’ ὑμῶν,
1505φρονῶ, Κύριοι, ὅτι εἴμεθα ἐν τῷ δικαίῳ, ἀφοῦ τοιαύτη παρί-
1506σταται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τοῦ Βασιλέως ἡ
1507κατάστασις τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἡ γνώμη τοῦ Βασιλέως ἐπὶ
1508τῶν τοῦ στρατοῦ, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον ἐκ τῆς θέσεως ταύ-
1509της, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ βαρύνῃ, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀρ-
1510χηγὸς τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπὶ πάσης συμφορᾶς αὐτοῦ αὐτὸς
1511κυρίως εὐθύνεται. Ταῦτα μαρτυρεῖ καὶ ἡ ἀρχαιοτέρα καὶ ἡ
1512νεωτέρα ἱστορία. Ἀλλὰ τὴν περὶ τοῦ στρατοῦ γνώμην τοῦ
1513Ἡγεμόνος, τὴν γνώμην αὐτὴν ὑμῶν ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐθνικὴ
1514ἀντιπροσωπεία, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἀπαι-
1515τήσῃ, ὅπως προβάλητε τὰ μέτρα ἐκεῖνα, δι’ ὧν νομίζετε, ὅτι
1516ἡ τοιαύτη ἀκατανόητος κατάστασις θὰ θεραπευθῇ. Σεῖς λέ-
1517γετε «ἀφήσατέ μας νὰ σκεφθῶμεν». Ἀλλ’ ἕως πότε αὐτὴ
1518ἡ προθεσμία τῆς διασκέψεως; Ἐσκέφθητε καθ’ ὅλην τὴν πρώ-
1519την σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἐσκέφθητε καθ’ ὅλην τὴν δευτέραν
1520σύνοδον τῆς Βουλῆς, καλεῖτε τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνο-
1521δον, ὅτε ἔπρεπε νὰ τὴν καλέσητε εἰς τακτικὴν, διὰ νὰ
1522παρατείνητε τὸν χρόνον τῆς διασκέψεως ἐπὶ τετραετίαν·
1523ἀλλὰ καὶ μετὰ τέσσαρα ἔτη εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον θὰ εὑρε-
1524θῆτε, εἰς ὃ σήμερον εὑρίσκεσθε πρὸς πάσας τὰς ὑποθέσεις τοῦ
1525Κράτους. Μὴ τάχα κατὰ ἓν βῆμα προώδευσε τὸ ζήτημα τῆς
1526ἐν γένει διοικήσεως; Μὴ κατὰ ἓν βῆμα προώδευσε τὸ ζή-
1527τημα τὸ δικαστικόν; Μὴ κατὰ ἓν βῆμα προώδευσε τὸ ζή-
1528τημα τοῦ συμβιβασμοῦ; Καὶ κατὰ τί ἐβελτιώθη ἡ κατά-
1529στασις τοῦ στρατοῦ; Ἀποδείξατέ μας, τί ἐπράξατε μέχρι
1530τοῦδε, διότι αἱ κεναὶ λέξεις τῆς περισυλλογῆς καὶ τῆς ἀνορ-
1531θώσεως οὐδεμίαν ἔχουσιν ἔννοιαν, ὅταν τοιαύτη παρίσταται
1532ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ διὰ τοῦ Βασιλικοῦ γράμματος,
1533ὅταν σεῖς σήμερον λέγητε, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην προθεσμίας,
1534ὅπως σκεφθῆτε περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑπο-
1535βληθῶσι παρ’ ὑμῶν καὶ ἅτινα ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσι παρ’
1536ὑμῶν πρὸ χρόνου μακροῦ, καὶ ἀφ’ ὧν ἀπεκδέχεσθε τὴν βελ-
1537τίωσιν. Ἀλλ’ ἂν μετὰ 18 μῆνας καὶ μὲ τὴν μακρὰν πεῖραν
1538μακροῦ καὶ ἀτυχοῦς πολιτικοῦ σταδίου δὲν εἶσθε εἰς θέσιν
1539νὰ γνωρίζητε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει ἀμέσως καὶ ἐπει-
1540γόντως νὰ ληφθῶσι διὰ τὴν διόρθωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ
1541στρατοῦ, καταργεῖτε τὴν θέσιν, ἣν κατέχετε, καταργεῖτε δὲ
1542τὴν θέσιν καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν θεσμῶν καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς
1543χώρας καὶ ἐπὶ ζημίᾳ ὑμῶν αὐτῶν. Τὰ συμβαίνοντα κατὰ
1544τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ἀποδεικνύουσιν, ὅτι καταρ-
1545γεῖτε τὴν θέσιν ἐπὶ ζημίᾳ τῶν θεσμῶν, διότι οὐδεὶς, οὐδὲ
1546ὑμεῖς δύνασθε νὰ καυχηθῆτε, ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς
1547ὁποίους πολιτευόμεθα σήμερον, οἱ θεσμοὶ ἐνισχύονται, οἱ
1548θεσμοὶ ἑδραιοῦνται. Καταργεῖτε, λέγω, τὴν θέσιν, πρὸς ζη-
1549μίαν τῆς χώρας, διότι αἱ περιστάσεις δὲν εἶναι μενεταὶ, καὶ
1550τὸ γνωρίζετε. Προσπαθήσατε ὅσον θέλετε νὰ κρυβῆτε ὄπισθεν
1551τοῦ δακτύλου σας, τὸν ὁποῖον ἀπειλητικῶς σείετε ἐντεῦθεν,
1552δὲν γνωρίζω τίνα ἀπειλοῦντες, ἀλλ’ οὐδεὶς πλέον θὰ πλα-
1553νηθῇ ἐκ τῶν παχυτάτων λόγων, τοὺς ὁποίους ἐκφέρετε· ὅλοι
1554γνωρίζομεν τὸ μοιραῖον τέλος, τὸ ὁποῖον ἀναμένει ὑμᾶς μετ’
1555ὀλίγον, ἀλλ’ ἀτυχῶς καὶ τὴν χώραν, διότι, ἐν ὅσῳ Κυβέρνη-
1556σις οὕτω πολιτευομένη διέπει τὰ τῆς χώρας, τὰ ἀτυχήματα
1557τῶν κατεχόντων τὴν Κυβέρνησιν, τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυ-
1558βέρνησιν, εἶναι ἀτυχήματα κοινὰ καὶ διὰ τὴν χώραν.
1559Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐθεώρησεν, ὅτι ὑπῆρχε περίπτωσις,
1560ὅπως ἀνατρέξῃ πάλιν καὶ ζητήσῃ στεφάνους διὰ τὴν πολι-
1561τείαν του ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι
1562δὲν εἶναι ἡ στιγμή, καθ’ ἣν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ ἐκ νέου τῆς
1563ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος ἡ Βουλή. Τίς ὑπῆρξεν ἡ ἐτυμη-
1564γορία τοῦ δημοσίου φρονήματος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου
1565καὶ ἐπὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως, τὸ γνωρίζετε καὶ
1566τὸ αἰσθάνεσθε ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι
1567ἐψήφισαν διὰ νὰ καλύψουν τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως...
1568§41ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα! μάλιστα!
1569§42ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἂν δὲν τὸ αἰσθάνεσθε, θὰ τὸ αἰσθανθῆτε,
1570ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, καὶ ἡ ὥρα δὲν εἶναι μακράν. Πρὶν δὲ ἔλθῃ
1571ἡ ὥρα, καθ’ ἣν νὰ ζητῆτε τοῖχον διὰ νὰ κτυπήσητε τὴν κε-
1572φαλήν σας, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀνοίξητε τοὺς ὀφθαλμούς σας.
1573Εἶπον, Κύριοι, ὅτι οὐδεμίαν κατ’ ἐμὲ ἔχει ἔννοιαν ἡ συζή-
1574τησις περὶ τοῦ ἂν ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως ἦναι ἐπιστολὴ ἢ
1575γράμμα, ἢ διάγγελμα· ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ σχετίσῃ τις
1576τὴν γραφὴν ταύτην τὴν Βασιλικὴν πρὸς τοὺς λόγους, οἵτινες
1577ἐξηνέχθησαν κατὰ τὸ 1885 διὰ στόματος τοῦ Βασιλέως.
1578Καὶ ὑπέδειξεν ἡμῖν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ὁμοιό-
1579τητα τῶν δύο περιστάσεων· ἀνενεχθεὶς εἰς τὰς τοῦ 1885,
1580ἐθεώρησεν, ὅτι αἱ περιστάσεις ἦσαν αἱ αὐταὶ κατὰ τε τὸ 1885
1581καὶ κατὰ τὴν ἄρτι λήξασαν Κρητικὴν ἐπανάστασιν, καὶ παθὼν
1582τὴν συμφορὰν, ἣν ἔπαθε κατὰ τὸ 1885, ἐθεώρησεν ὅτι κατὰ
1583τὸ 1896 τὴν ἀντίθετον πολιτείαν ἔπρεπε νὰ τραπῇ. Ἀλλὰ
1584ἀπέδειξε, προσπαθήσας νὰ παραλληλίσῃ τὰς δύο περιστά-
1585σεις, ὅτι οὐδὲν ἐνόησε κατὰ τὸ 1885, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τοι-
1586αύτας συμφορὰς ἤγαγε καὶ ἑαυτὸν καὶ τὴν χώραν, ὅτι οὐδὲν
1587ἐνόησεν ἐκ τῶν περιστάσεων τοῦ 1896, καὶ οὕτω ἀφῆκε
1588νὰ τῷ διαφύγῃ τοιαύτη εὐκαιρία, ὅπως καταστήσῃ τὴν
1589βάσιν αἰσιωτέρου μέλλοντος διὰ τὸν Ἑλληνισμόν, ὅπως ἀπο-
1590δείξῃ τὴν Ἑλλάδα δευτέρας τάξεως ναυτικὴν δύναμιν ἐν τῇ
1591Μεσογείῳ, καὶ συγχρόνως ἀποδείξῃ αὐτὴν τὸν κύριον παρά-
1592γοντα τῆς λύσεως τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Ἤκουσα τὸν
1593κ. Βουλευτὴν Τυρνάβου, λέγοντα «διατὶ ἐζητεῖτε ν’ ἀνάψητε
1594τὸν πόλεμον ἐν Κρήτῃ;» Δὲν ἠξεύρω ἐὰν εἶχε καλύβην τινὰ
1595ἐν Κρήτῃ, ἣν ἠγωνίζετο νὰ προφυλάξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Τυρνά-
1596βου. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδέποτε ἀπεβλέψαμεν εἰς τὸ νὰ μεταφέρω-
1597μεν τὴν πυρκαϊὰν ἢ τὸν πόλεμον ἐν Κρήτῃ, ἀπεβλέψαμεν μό-
1598νον εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματα
1599τοῦ λαοῦ τῆς Κρήτης, τὰ ὁποῖα δὲν ἐννοεῖ οὔτε ἐνόησεν ὁ
1600κ. Βουλευτὴς Τυρνάβου, τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματα τοῦ
1601Κρητικοῦ λαοῦ, ἅτινα εἶναι καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐν τῇ
1602συμπράξει δὲ—ἔχομεν πάντοτε ὡς πρόγραμμα—ἐν τῇ συμ-
1603πράξει τοῦ ἔσω καὶ ἔξω Ἑλληνισμοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ πραγ-
1604ματοποιηθῶσιν οἱ πόθοι ὅλων ἡμῶν. Ἀλλὰ τὰς σκέψεις τοῦ κ.
1605Βουλευτοῦ Τυρνάβου καὶ ἄλλοι ἔχουσιν ἐν Κρήτῃ, ὑβρίζουσιν
1606ὅμως διὰ τῆς γλώσσης, ἣν μετέρχονται καὶ ἐκεῖνοι, ὑβρίζουσι,
1607λέγω, τοὺς μάρτυρας τοῦ Ἀρκαδίου, τὰς ἑκατόμβας τῶν ἀλη-
1608σμονήτων ἡρώων, οἵτινες ἀπέβλεψαν, θυσιάζοντες τὰ πάντα,
1609τὰς περιουσίας των, τὴν ζωὴν των, τὰς συζύγους καὶ τὰ
1610τέκνα των, ἀπέβλεψαν μόνον εἰς ἕν, εἰς τὴν ἑνότητα τοῦ
1611Ἑλληνισμοῦ καὶ εἰς τὴν κοινὴν πατρίδα.
1612Ἀλλ’ ἂν τοιαύτην ἔσχε τὴν ἀντίληψιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1613Κυβερνήσεως τῶν προσφάτων περιστάσεων, τίνα ἐλπίδα
1614ἔχετε ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ κρίνῃ ἀσφαλέστερον τὰς μετ’ ὀλί-
1615γον ἐπελευσομένας; Πῶς δύνασθε νὰ ἐλπίσητε, ὅτι εἰς χεῖ-
1616ρας αὐτοῦ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ
1617εἶναι δυνατὸν νὰ εὐοδοθῶσι; Τὸ 1885 βεβαίως ἐδημιούργησε
1618μίαν συμφορὰν διὰ τὸν Ἑλληνισμόν, καὶ ἐδημιούργησε τὴν
1619συμφορὰν ταύτην ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ τότε καὶ νῦν Προέδρου
1620τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ Βασιλικοὶ λόγοι, οἱ ἐξενεχθέντες ἀπὸ
1621τοῦ ἐξώστου τῶν ἀνακτόρων, ἠνάγκασαν αὐτὸν τότε νὰ μετα-
1622βάλῃ πολιτικήν, νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐπιτέλεσιν καὶ ἐκτέλεσιν
1623πολιτείας, ἡ ὁποία δὲν ἥρμοζεν οὐδὲ εἰς τὸν χαρακτῆρά του,
1624οὐδὲ εἰς τὴν ἰδιοσυγκρασίαν του, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὰς σκέψεις
1625του, καὶ ἡ γραφὴ τοῦ Βασιλέως ἡ χθεσινή, ἡ προχθεσινή,
1626ἀναγκάζει αὐτὸν νὰ μεταβάλῃ πολιτείαν. Τὰ ἀποτελέσματα,
1627μὴ ἔχετε ἀμφιβολίαν, θὰ ἦναι τὰ αὐτά· συμφορὰ κατὰ τὸ
16281885, συμφορὰ κατὰ τὸ 1897!
1629§43ΘΕΟΤΟΚΗΣ. «Δὲν ἦτο διάγγελμα τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ
1630ἦτο ἐπιστολή». Συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τοῦτο μὲ τὸν
1631κ. Πρωθυπουργόν. Ἀλλὰ τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ἐδικαιοῦτο
1632ὁ Βασιλεὺς νὰ γράψῃ, καὶ διαφωνῶ πληρέστατα πρὸς ἐκεί-
1633νους, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ν’ ἀμφι-
1634σβητήσωσιν αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Ὁ Βασιλεὺς δικαιοῦται νὰ
1635ἔχῃ γνώμην, δικαιοῦται τὴν γνώμην ταύτην νὰ ἐκδηλώσῃ, δὲν
1636δύναμαι δὲ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐκδήλωσις τοιαύτης γνώμης εἶναι
1637κατάργησις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἐνῷ
1638ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Βασιλέως, νομίζω ὅτι τοῦ
1639δικαιώματος τούτου δέον νὰ ποιῆται χρῆσιν ἐν περιστάσε-
1640σιν ὅλως ἀνωμάλοις, δέον νὰ ποιῆται χρῆσιν τοῦ δικαιώ-
1641ματος, ὅταν ἡ χρῆσις αὐτοῦ δύναται νὰ συντελέσῃ, ὅπως
1642ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν τροχιὰν τὴν χαρασσομένην
1643ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης, καὶ ἀπὸ τῆς ὁποίας δὲν δύναταί τις
1644ν’ ἀπομακρυνθῇ, χωρὶς παντοίους νὰ προκαλέσῃ κινδύνους.
1645Ποία ἡ σημασία, Κύριοι, τῆς ἐπιστολῆς τῆς ἀπευθυνθείσης
1646πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις
1647ἀπεδέχθη πλήρη τὴν εὐθύνην διὰ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς
1648Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως; Διὰ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης ἠθέ-
1649λησεν ὁ Βασιλεὺς νὰ χαράξῃ νέαν πολιτικὴν καὶ νὰ ἐπιβάλῃ
1650ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησίν του, ἢ ἁπλῶς, ὡς ὑποστηρίζει
1651ὁ κ. Πρωθυπουργός, διηρμήνευσε τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνή-
1652σεώς του; Τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει μεγίστην σημασίαν, διότι,
1653ἐὰν γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐπανειλημμένως
1654ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἡ σημασία τῆς ἐπιστολῆς
1655καταντᾷ νὰ ἦναι μηδαμινή. Ἀλλὰ τοιαύτην σημασίαν βε-
1656βαίως δὲν ἔχει. Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντα, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις
1657τὴν πολιτικὴν αὑτῶν ἐκδηλοῦσι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ,
1658τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβαλλομένου. Τὸν προϋπολογισμὸν
1659τοῦτον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δι-
1660καιούμεθα ν’ ἀναζητήσωμεν καὶ νὰ εὕρωμεν τὰ βάσεις τῆς
1661πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν σκοπεῖ ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις.
1662Ἀλλ’ ὄχι μόνον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δικαιούμεθα τὰς
1663βάσεις ταύτας νὰ ἀναζητήσωμεν, ἀλλὰ δικαιούμεθα νὰ ἀνα-
1664τρέξωμεν καὶ εἰς τὰς συζητήσεις, αἵτινες διεξήχθησαν ἐνώπιον
1665τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἴδωμεν ποῖαι γνῶμαι κατὰ τὰς συζη-
1666τήσεις ταύτας ἐξηνέχθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν
1667εὕρωμεν τὰς γνώμας ταύτας συμφώνους πρὸς τὸν προϋπολο-
1668γισμόν, ἀσφαλῶς δυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν τὴν πολιτικὴν,
1669τὴν ὁποίαν σκοπεύει νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις· ἐὰν δὲ
1670κατόπιν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐπῆλθε τροπὴ εἰς τὰς ὑποδεικνυομέ-
1671νας διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποφάσεις, ὅτι ἐγκατελείφθη-
1672σαν αἱ ὑποδειχθεῖσαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς γνῶμαι, δικαιού-
1673μεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι ἐπῆλθε τροπὴ εἰς τὴν πολιτι-
1674κὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι αὕτη ὀφείλεται εἰς τὴν ἐπιῤ-
1675ῥοὴν τοῦ Βασιλέως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι διὰ
1676τῆς ἐπιστολῆς ταύτης οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν ὁ Βασιλεὺς ἢ νὰ
1677διερμηνεύσῃ ὅσα ἐν τῷ νῷ ἡ Κυβέρνησίς του εἶχε καὶ ὅσα
1678ἐμελέτα νὰ πραγματοποιήσῃ. Ἀλλὰ πῶς δύναμαι νὰ ὑπο-
1679θέσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ νῷ αὐτῆς εἶχε τὴν πολιτι-
1680κήν, τὴν ἐν τῇ ἐπιστολῇ δι’ ὑποδείξεων ὡρισμένων χαραττο-
1681μένην, ὅταν βλέπω, ὅτι, ἐνῷ ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ γίνεται
1682λόγος περὶ συμπληρώσεως τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐφίππων σωμά-
1683των, ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ ἐλαττοῦται ἡ πέ-
1684ρυσιν χορηγηθεῖσα δι’ ἱππωνείαν πίστωσις κατὰ 195,000
1685δραχμὰς; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεύρωμεν ἐν τῇ ἐλαττώσει
1686ταύτῃ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς ἰδέας τῆς συμπληρώσεως τῶν
1687ἀναγκῶν τῶν ἐφίππων σωμάτων; Καὶ τοῦτο ζητεῖτε παρ’
1688ἡμῶν, κύριε Πρωθυπουργέ; Ζητεῖτε δηλαδὴ νὰ πιστεύσω-
1689μεν, ὅτι δι’ ἐλαττώσεως πιστώσεως ἐκδηλοῦται ἡ μέριμνα
1690πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὑπαρχουσῶν ἀναγκῶν; Καὶ εἶναι δυνα-
1691τὸν νὰ ἐπιβάλητε εἰς λογικοὺς ἄνδρας τοιαῦτα συμπερά-
1692σματα; Εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι, ὅταν ἐνώπιον
1693τῆς Βουλῆς εἰσάγωνται προϋπολογισμοὶ ὅμοιοι μὲ τὸν προϋ-
1694πολογισμὸν τοῦ 1896, καὶ ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος τοῦ
16951896 ἦναι ἀντιγραφὴ σχεδὸν τοῦ 1895, εἶναι δυνατόν,
1696λέγω, νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι καὶ πρὸ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασι-
1697λέως ἐν τῷ νῷ ὑμῶν ὑπῆρξεν ἡ ἰδέα τῆς στρατιωτικῆς παρα-
1698σκευῆς, ἰδέα βεβαίως ὅλως ἀλλοτρία τοῦ προϋπολογισμοῦ
1699τοῦ 1895 καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896; Καὶ ὅταν,
1700Κύριοι, κατὰ τὴν διεξαχθεῖσαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζή-
1701τησιν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος ἐξεθέσαμεν τὰς γνώμας
1702ἡμῶν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ταχείας στρατιωτικῆς καὶ ναυ-
1703τικῆς συντάξεως τῆς χώρας, διερμηνεύοντες τὰς λογικὰς καὶ
1704δεδικαιολογημένας ἀπαιτήσεις τῆς κοινῆς γνώμης, καὶ ὑπο-
1705στηρίζοντες μέτρα, τὰ ὁποῖα αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουσι,
1706σχετιζόμενα πάντοτε μὲ τὴν ἐν εἰρήνῃ κατάστασιν τοῦ
1707στρατοῦ, διότι περὶ τῆς ἐν εἰρήνῃ καταστάσεως τοῦ στρα-
1708τοῦ ἐπρόκειτο, καὶ προέβημεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἰδεῶν
1709μας περὶ τοῦ πιθανοῦ τῆς εὑρέσεως τῶν μέσων, ὅπως διὰ τοῦ
1710τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας τὰς
1711τακτικὰς πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ τῆς εἰρήνης, ὁ κ.
1712Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν εἰς τὰ παρ’ ἡμῶν λεχθέντα, εἰρω-
1713νευόμενος, μυκτηρίζων καὶ σκώπτων ἡμᾶς, καὶ χαρακτηρίζων
1714τὰ παρ’ ἡμῶν προτεινόμενα μέτρα ὡς ἀδυνάτου ἐφαρμογῆς.
1715Ὑπεστηρίξατε, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν αἱ
1716γνῶμαι ἡμῶν νὰ γείνωσι δεκταί, διότι ἐλλείπουσι τὰ μέσα
1717πρὸς πραγματοποίησιν αὐτῶν. Καὶ ὅταν ταῦτα πρὸ τριῶν
1718ἡμερῶν ἐλέγετε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς πείσητε σήμερον,
1719ὅτι καὶ πρὸ τῆς ἐπιστολῆς ἐν τῷ νῷ ὑμῶν ὑπῆρχε πολι-
1720τικὴ στρατιωτικῶν παρασκευῶν, ἀπαιτοῦσα περισσοτέρας
1721δαπάνας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀπαιτοῦσι τὰ ὑφ’ ἡμῶν προτεινό-
1722μενα μέτρα; Διότι, ἐνῷ τότε ἐλέγομεν, ὅτι ἀναγκαίως ἐπιβάλ-
1723λεται νὰ παύσῃ ὁ στρατὸς ἀσχολούμενος εἰς ὑπηρεσίας ἐξερ-
1724χομένας τοῦ αὐστηροῦ κύκλου τῶν ἔργων αὐτοῦ, ἐνῷ τότε ἐλέ-
1725γομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τῶν ἐφίππων σωμά-
1726των, ἐνῷ τότε ἐλέγομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν περὶ βελτιώ-
1727σεως τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀσχοληθῶ-
1728μεν εἰς τὴν σύντονον ἐκγύμνασιν αὐτοῦ, εἰς τὰς προτάσεις αὐ-
1729τὰς δὲν περιελάβομεν καὶ μόνιμον στρατόπεδον, τοῦ ὁποίου
1730βεβαίως ἡ δαπάνη θέλει κατὰ πολὺ αὐξήσει τὸ ποσὸν τῶν δα-
1731πανῶν, τῶν παρ’ ἡμῶν ὑποδειχθεισῶν ὡς ἀναγκαίων. Ἀλλὰ
1732τότε, καίτοι περὶ μικροτέρας ἐπρόκειτο δαπάνης, ἀπήντα ὁ
1733κ. Πρωθυπουργός, ὅτι μέσα χρηματικὰ δὲν ὑπάρχουσι πρὸς
1734πραγματοποίησιν τῶν παρ’ ἡμῶν ὑποδεικνυομένων μέτρων.
1735Ποῦ εὑρίσκετε τὰ μέσα τὰ χρηματικὰ σήμερον, κύριε Πρω-
1736θυπουργέ; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ἐκτὸς προ-
1737φανοῦς ἀντιφάσεως, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὑποδεικνυόμενα σήμε-
1738ρον, δὲν ἀποτελοῦσι πολιτικὴν νέαν, εἰς ἣν οὐδόλως ἀπέβλε-
1739πεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτε ἀνεσκεύαζε τὰ παρ’ ἡμῶν λε-
1740χθέντα; Διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πολιτικῆς, ἐπαναλαμβάνω,
1741ἐν τῷ νῷ ὑμῶν ὑπαρχούσης καὶ μὴ εἰσέτι ἐκδηλωθείσης, βε-
1742βαίως δὲν ἠθέλετε προσπαθήσει, ἵνα ἐκ τῶν προτέρων πείσητε
1743ἐκείνους, τοὺς ὁποίους μετ’ ὀλίγον ἠθέλετε προσκαλέσει, ὅπως
1744ψηφίσωσι τὰς ἀναγκαίας δαπάνας πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς πολι-
1745τικῆς ταύτης, νὰ τοὺς πείσητε, λέγω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ
1746Ἑλλὰς εἰς τοιαύτας δαπάνας νὰ ἐπαρκέσῃ.
1747Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἐπεβλήθη, ὅτι ἐκρίθη
1748ἀναγκαῖον, ἵνα τῆς κοινῆς γνώμης αἱ ἀπαιτήσεις ἱκανοποιη-
1749θῶσι, καὶ συνεπείᾳ τῆς ἐπιβολῆς ταύτης τῆς κοινῆς γνώμης
1750ἀπεστάλη εἰς ὑμᾶς ἡ γνωστὴ ἐπιστολή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ
1751νέαν πολιτικήν, μὲ ὅλας τὰς περὶ τοῦ ἐναντίου διαβεβαιώ-
1752σεις ὑμῶν. Καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἴδω τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς
1753πατρίδος μου ὁμολογοῦντα, ὅτι πράγματι περὶ νέας πολιτικῆς
1754πρόκειται, διότι ἡ ὁμολογία αὕτη ἤθελε μοὶ δώσει τὴν ἐλ-
1755πίδα καὶ ἤθελε δώσει τὴν ἐλπίδα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν,
1756ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη δεόντως θέλει ἐξυπηρετηθῆ. Ὅταν
1757ὅμως βλέπω ὑμᾶς ὑποστηρίζοντας, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὑποδει-
1758κνυόμενα ἐν τῇ ἐπιστολῇ, εἶναι τὰ ἄγνωστα ἐκεῖνα, περὶ ὧν
1759οὐδεμία ἐλήφθη φροντίς, τότε βεβαίως γεννᾶται ἡ ἀμφιβο-
1760λία περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ μέτρα ταῦτα θέ-
1761λετε ἐκτελέσει. Καὶ ὅτι ἡ ἀμφιβολία αὕτη εἶναι δικαία,
1762δὲν τὸ ἀπέδειξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ ὅσα εἶπε καὶ χθὲς ἐπα-
1763νειλημμένως καὶ σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Διότι
1764χθές, ἐρωτηθεὶς περὶ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐσκόπει
1765νὰ ὑποβάλῃ, καὶ τῶν πιστώσεων, ἃς ἐσκόπει νὰ ζητήσῃ
1766παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα τὰ μέτρα, τὰ ὑποδειχθέντα παρὰ τοῦ
1767Βασιλέως πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν, τῶν ἐν τῇ διοικήσει
1768τοῦ στρατοῦ ὑπαρχόντων, πραγματοποιηθῶσιν, εἶπεν εἰς τὴν
1769Βουλήν, ὅτι δὲν δύναται ἐκ τῶν προτέρων νὰ ὁρίσῃ, ὅτι δύ-
1770ναται νὰ γείνῃ ἡ ὑπόθεσις, ὅτι ἢ ὅλα τὰ μέτρα θὰ πραγ-
1771ματοποιηθῶσιν ἢ μέρος αὐτῶν.
1772§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε
1773τὴν ἄδειαν;
1774§45ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
1775§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐζή-
1776τουν νὰ ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἦτο πρόωρος ἡ ἀξίωσις
1777τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπο-
1778λογισμοῦ, καὶ ὅτι ἤθελε παρουσιασθῆ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς
1779τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ εὐκαιρία, ἵνα ἐξε-
1780νέγκῃ οἵας ἂν ἔχῃ γνώμας ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων. Διὰ τοῦτο
1781ἔλεγον εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν δήλωσιν, ἣν ἐποιησάμην,
1782ὅτι τὸ πρόγραμμα, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν ἐν
1783τῇ ἐπιστολῇ τοῦ Ἡγεμόνος, εἰσὶ μέτρα ἀποφασισμένα ὑπὸ τῆς
1784ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἂς ὑποθέσωμεν διαφόρους ἐνδεχομένας
1785περιπτώσεις. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι συμβαίνει ἢ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξου-
1786σία, ἡ ὁποία ὁμολογεῖ ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι ἐνδεδειγμένα
1787ὑπ’ αὐτῆς, νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὰ μέτρα ταῦτα, ἢ νὰ ἐκτελέσῃ τινὰ
1788ἐξ αὐτῶν, ἢ ὅσα ἐκτελέσει νὰ ἐκτελέσῃ ταῦτα κακῶς καὶ οὐχὶ
1789καλῶς. Ἐπὶ πασῶν τούτων τῶν ὑποθέσεων ἡ Βουλὴ θέλει ἐν
1790καιρῷ κρίνει. Λοιπὸν διατὶ ἀνησυχοῦσιν, εἶπον, προώρως καὶ
1791προκαλοῦσι ζητήματα, ἵνα λογοκοπῶμεν ἐν τῇ Βουλῇ;
1792§47ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἰδοὺ διατὶ θὰ ἀνησύχουν, κ. Πρωθυπουργέ,
1793διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ἐὰν τὰ μέτρα ταῦτα
1794ἀπετέλουν τὴν πολιτικὴν ὑμῶν καὶ πρὸ τῆς ἐπιστολῆς, καὶ
1795ἐὰν πρὸ τῆς ἐπιστολῆς ἐσκέπτεσθε νὰ ὑποβάλητε τὰ μέτρα...
1796§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ δὲν
1797εἶσθε εἰς θέσιν νὰ τὸ γνωρίζητε. Γνωρίζουσι τοῦτο τὰ γραφεῖα
1798τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ ὁποῖα ἀπὸ πολλοῦ
1799ἐργάζονται.
1800§49ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ τότε ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπω,
1801ποῖον προϋπολογισμὸν ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βουλήν; Ἐγὼ εἶχον
1802πάντοτε πεποίθησιν ἐπὶ τὴν εἰλικρίνειαν τῆς ἐνεργείας ὑμῶν.
1803Λυποῦμαι δὲ, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ ἐρωτήσω, ὑπεβάλατε ἀνει-
1804λικρινῆ προϋπολογισμόν;
1805§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸν, τὸν
1806ὁποῖον προεβάλομεν, αὐτὸν ἐπιμένομεν νὰ ἐκτελέσωμεν. Ἀλλὰ
1807μετὰ τοῦτο, ἔλεγον εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ζητήσωμεν πιστώσεις
1808διὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλωμεν, καὶ τότε ἴσως τὸ
1809περίσσευμα ἀποβῇ εἰς ἔλλειμμα.
1810§51ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι τὸ στρα-
1811τιωτικὸν ζήτημα εἶναι ἐκ τῶν θεμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα
1812πρέπει ν’ ἀποτελῶσι τὸ ἀντικείμενον τῶν σπουδαιοτέρων σκέ-
1813ψεων τῆς Κυβερνήσεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶ, ὅτι,
1814ὅταν ἐφθάσατε εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
1815Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἴχετε ἐν τῷ νῷ ὑμῶν πολι-
1816τικὴν οἵαν ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως χαράττει, καὶ ὅτι δὲν
1817ἀνεγράφη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν πρὸς
1818ἐφαρμογὴν τῶν μέτρων, περὶ ὧν ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως
1819ἀσχολεῖται; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε κατὰ τὴν σύνταξιν
1820τοῦ προϋπολογισμοῦ «ἀντέγραψα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ πα-
1821ρελθόντος ἔτους, ἐπιφυλάσσομαι ὅμως τὸν προϋπολογισμὸν
1822τοῦτον νὰ καταστρέψω δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων
1823πιστώσεων»; Εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ πιστευτὸν τοῦτο, καὶ μά-
1824λιστα, ὅταν ὑποστηρίζηται ὑπὸ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βή-
1825ματος τούτου πολλάκις ὑπεστήριξεν, ὅτι αἱ ἔκτακτοι πιστώ-
1826σεις ἐπιτρέπονται μόνον, ὅταν αἱ ἀνάγκαι, εἰς τὰς ὁποίας ἀνα-
1827φέρονται, δὲν ἦσαν γνωσταὶ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπο-
1828λογισμοῦ;
1829§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν πρό-
1830κειται νὰ διαταράξωσι τὸ ἰσοζύγιον. Σᾶς εἶπον ἐγώ, ὅτι διὰ
1831τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας θέλομεν φέρει, πρόκειται νὰ δια-
1832ταραχθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ;
1833§53ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅσα καὶ ἂν λέγητε, δὲν
1834θὰ δυνηθῆτε νὰ μᾶς πείσητε. Γνωρίζομεν τὴν δεινότητα ὑμῶν
1835τὴν ῥητορικὴν, καὶ γνωρίζομεν αὐτὴν ἐκ πείρας πικρᾶς, ἀλλὰ
1836ὅσα καὶ ἂν λέγητε, δὲν θὰ δυνηθῆτε ποτὲ ν’ ἀποδείξητε, ὅτι
1837καθ’ ἣν στιγμὴν συνετάσσετε τὸν προϋπολογισμὸν, τὰς ἀνάγ-
1838κας ταύτας εἴχετε ὑπ’ ὄψιν.
1839§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ ὑμᾶς οὐδέποτε θὰ τὸ ἀπο-
1840δείξω.
1841§55ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν θὰ τὸ ἀποδείξητε! Περὶ τῶν σχεδίων
1842ὑμῶν διατελοῦμεν ἐν πλάνῃ, καὶ μεθ’ ἡμῶν ἐν πλάνῃ δια-
1843τελεῖ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
1844§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἄλλοτε
1845ἐπλανήθη ἀπὸ ὑμᾶς, ἀπὸ ἐμὲ οὐδέποτε ἐπλανήθη. (Χειρο-
1846κροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
1847§57ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Χειροκροτήσατε, Κύριοι, διότι ἐκ πεποι-
1848θήσεως χειροκροτεῖτε, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θὰ λησμονήσω, ὅτι ἡ ῥη-
1849τορικὴ δεινότης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ περὶ τὸ λέγειν εὐ-
1850στροφία αὐτοῦ ὑπῆρξε τοσαύτη, ὥστε κατώρθωσε νὰ χειρο-
1851κροτηθῇ παρ’ ὑμῶν, καὶ ὅταν ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
1852του, ὅτι εἶναι γελοῖον νὰ ὑποστηρίζῃ τις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέ-
1853πει νὰ ἔχῃ τὴν ἡγεσίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ! (Θόρυβος).
1854§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδέποτε εἶπον τοῦτο.
1855§59ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Χειροκροτήσατε ὅσον θέλετε, ἀλλ’ ἀφή-
1856σατε, παρακαλῶ, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου εἰς ἐκείνους, οἱ
1857ὁποῖοι τὰς ἰδέας των μετὰ μετριοπαθείας καὶ ἁβρότητος ἐκ-
1858φράζουσιν. Ἐν ὅσῳ δὲν βλέπετε ἐν τοῖς λόγοις μου ἔννοιαν
1859ὑβριστικήν, μὴ μὲ διακόπτετε, καὶ ἐπιτρέψατε νὰ ἐκφράσω,
1860ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη, εἴτε παλαιὰ εἶναι, εἴτε νέα καὶ ἐπιβε-
1861βλημένη, θὰ εὕρῃ ὑμᾶς προθύμους, ὅπως ἀκολουθήσητε αὐτὴν
1862μετὰ τῆς θελήσεως, ὅπως εἰλικρινῶς ἐργασθῆτε ὑπὲρ τῆς ἐπι-
1863τυχίας αὐτῆς πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀπαιτήσεων τῆς κοινῆς
1864γνώμης καὶ πραγματοποίησιν τῶν πόθων τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
1865§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἐπα-
1866νέλθῃ ἡ συζήτησις ἐκεῖ, ἀφ’ ὅπου ἤρχισε, καὶ νομίζω τοῦτο,
1867διότι πιστεύω, ὅτι θετικὰ συμφέροντα τῆς χώρας ἐπιβάλλου-
1868σιν αὐτό. Θεωρῶ εὔλογον τὴν ἀπορίαν, ἡ ὁποία ἐξεφράσθη,
1869διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει νὰ προπαρα-
1870σκευασθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ βάσει ὑπο-
1871λογισμῶν ἀνεπαρκῶν καὶ κατὰ συνέπειαν μὴ εἰλικρινῶν. Νο-
1872μίζω τοῦτο, διότι ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην, ὅτι πράγματι
1873ἐπῆλθε μεταβολὴ ῥιζικὴ εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως
1874μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς ἐπιστολῆς τῆς Α. Μ. τοῦ Βασι-
1875λέως. Θεωρῶ δὲ ἀναγκαίαν τὴν διάκρισιν ταύτην, διότι οὐ-
1876σιώδη ὀφείλει νὰ ἐξασκήσῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν σκέψεων ἡμῶν.
1877Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πολιτικῆς γνωστῆς καὶ προδιαγεγραμ-
1878μένης ἤδη, ἤθελεν ἀποβῆ ὅλως περιττὴ συζήτησις, ἥτις
1879διαρκεῖ ἀπὸ δέκα ἡμερῶν καὶ πλέον, διότι καὶ ἡ συζήτησις
1880τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος κυρίως ἀφεώρα καὶ ἐσκόπει τὸ
1881μέλλον. Ἐὰν ὑπῆρχε πολιτική, ὑποσχομένη εἰς τὸ ἔθνος καὶ
1882τὴν Βουλήν, ὅτι θέλουσι πληρωθῆ τὰ κενὰ ἐν τῷ στρατῷ,
1883ὅτι θέλει συνταχθῆ ὁ στρατός, ὅπως ἀπαιτοῦσι τὰ συμφέ-
1884ροντα τῆς χώρας, δὲν ἦτο πλέον ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν
1885ἐνταῦθα περὶ τοῦ τί δέον γενέσθαι. Ἀλλὰ τοιαύτη δὲν ὑπῆρ-
1886χεν ἡ πολιτικὴ αὕτη καθιεροῦται μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς
1887ἐπιστολῆς τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως. Πολιτικὴ
1888δὲ, ἥτις πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ δι’ ἐκτάκτων καὶ ἀναπλη-
1889ρωματικῶν πιστώσεων, δὲν εἶναι ὑγιὴς πολιτική. Ἡ πολι-
1890τικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἡ στρατιωτικὴ στενώτατα συνδέεται
1891μετὰ τῆς οἰκονομικῆς αὐτῆς πολιτικῆς, καὶ ὅταν ἡ Κυβέρ-
1892νησις φέρῃ ἐν ἀντιθέσει τὴν στρατιωτικὴν αὐτῆς πολιτικὴν
1893πρὸς τὴν οἰκονομικήν, καθιστᾷ μὴ ἐφαρμόσιμον καὶ τὴν μίαν
1894καὶ τὴν ἄλλην. Ἡ πολιτική, ἣν ἔχομεν σήμερον ἐνώπιον
1895ἡμῶν, εἶναι πολιτικὴ προελθοῦσα ἐκ τῆς ἐκφράσεως τοῦ
1896ἔθνους, ἐκ τοῦ πόθου, τὸν ὁποῖον πολυειδῶς ἐξεδήλωσεν ὁ
1897Ἑλληνικὸς λαός. Τὸν πόθον δὲ τοῦτον, δὲν δυνάμεθα νὰ
1898ἀμφισβητήσωμεν, ὅτι κατενόησε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
1899βερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν
1900καὶ λαβὼν ἐπανειλημμένως τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ
1901ζητήματος, μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ δυσχερὲς τῶν περι-
1902στάσεων, καὶ ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴν βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ
1903ὁ πόθος του οὗτος ἦτο πόθος αἰσθηματικός, μὴ συνδυαζόμε-
1904νος μὲ τὴν θετικὴν αὐτοῦ πολιτικήν, ἥτις κατοπτρίζεται ἐν
1905τῷ προϋπολογισμῷ. Μεγάλη ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐπιθυμίας
1906οἱασδήποτε καὶ τῆς ἐξευρέσεως τῶν μέσων πρὸς πραγμάτω-
1907σιν αὐτῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς πολιτικῆς, τὴν
1908ὁποίαν ἐγνωρίζομεν πρὸ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως, καὶ
1909τῆς πολιτικῆς, ἣν θέλομεν ἰδεῖ ἐφαρμοζομένην μετὰ τὴν ἐπι-
1910στολὴν ταύτην. Ὁ πόθος οὗτος τοῦ ἔθνους, ὁ πανταχό-
1911θεν ἐκφρασθεὶς, ἐξετιμήθη δεόντως ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὅστις
1912ἀπὸ γενικωτέρας καὶ ὑψηλοτέρας περιωπῆς δύναται νὰ σταθ-
1913μίσῃ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς
1914τοῦ Βασιλείου. Ἀπόῤῥοια δὲ τῆς τοιαύτης ἐκτιμήσεως εἶναι
1915ἡ ἐπιστολὴ αὐτοῦ, ἡ ὁποία πᾶσαν τὴν προσοχὴν ἡμῶν
1916ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ προκαλέσῃ. Ἀπόῤῥοια ἐπίσης
1917τῆς τοιαύτης ἐκτιμήσεως εἶναι ἡ ἐπελθοῦσα μεταβολὴ εἰς
1918τὴν θετικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως.
1919Δὲν εἶναι, Κύριοι, σοβαρὸν τὸ ἰσχυρίζεσθαι, ὅτι αἱ ἐνδεί-
1920ξεις τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως συμπίπτουσι μὲ τὴν προη-
1921γουμένην γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Χθὲς ἀκόμη εἴδομεν τὸν
1922κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεχόμενον—διότι δὲν ἠδύ-
1923νατο νὰ πράξῃ ἄλλως—τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιστολῆς, ἀλλὰ
1924ἐπιφυλαττόμενον, καὶ διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, τὴν ἐφαρμογὴν
1925αὐτῆς, καὶ ἰσχυριζόμενον, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναμείνῃ
1926νὰ ἴδῃ κατὰ πόσον θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ περιεχόμενον αὐτῆς, ἐν
1927ὅλῳ ἢ ἐν μέρει· χθὲς ἀκόμη ἠπόρει, διότι ἡμεῖς ἠθέλομεν νὰ
1928ἔλθῃ ἐνώπιον ἡμῶν καὶ νὰ φέρῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, διὰ τῶν
1929ὁποίων ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν νέαν πολιτι-
1930κήν, διότι μόνον ἐπὶ τούτων δυνάμεθα νὰ φέρωμεν γνώμην
1931θετικήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ συζητήσω-
1932μεν ἔκφρασιν γνώμης, προερχομένην παρὰ τοῦ Βασιλέως,
1933δυνάμεθα ὅμως νὰ συζητήσωμεν μέτρα, τὰ ὁποῖα προτί-
1934θενται τὴν ἐκτέλεσιν τῆς γνώμης του ταύτης, ἥτις ἀποῤῥέει
1935ἐκ τῶν πόθων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, ὡς ἀνεπτύ-
1936ξαμεν καὶ ἡμεῖς κατὰ τὰς προηγουμένας συζητήσεις.
1937Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐδημοσιεύθη ἡ
1938ἐπιστολὴ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ νὰ εἰσδύσω
1939εἰς αὐτοὺς, διότι οὐδεμίαν μᾶς ἔδωκεν ἐξήγησιν περὶ τούτων
1940ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οἱοιδήποτε καὶ ἂν
1941ἦναι, ἐκδηλοῦσιν ἓν ἀναντίῤῥητον γεγονός, ὅτι ἔχομεν ἐνώ-
1942πιον ἡμῶν νέαν πολιτικὴν διὰ τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν πράγ-
1943ματα καὶ νέαν πολιτικὴν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν.
1944Δὲν εἶναι, Κύριοι, ἐπιλήψιμον τὸ νὰ μεταβάλλῃ ὁ πολιτι-
1945κὸς ἀνὴρ γνώμην. Ἔχει καθῆκον μάλιστα, ὅταν τὸ ἔθνος
1946ἐμπιστεύηται εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὰς τύχας του, νὰ μεταβάλλῃ
1947τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὅταν μελετῶν τὰ πράγματα καὶ σταθ-
1948μίζων αὐτὰ εὕρῃ, ὅτι ἡ προτέρα αὐτοῦ γνώμη εἶναι ἐσφαλ-
1949μένη. Ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν τὸ καθῆκον νὰ παραδεχθῇ τὴν
1950γνώμην τὴν ἐπιβαλλομένην ἐκ τοῦ ἀληθοῦς συμφέροντος τοῦ
1951τόπου. Ἀλλὰ πρέπει ἡ μελέτη καὶ ἡ ἐξέτασις τῶν πραγμά-
1952των νὰ ἐπιφέρῃ τὴν μεταβολὴν ταύτην, ὅπως μὴ αὕτη κατα-
1953στῇ ἐπιλήψιμος. Ἐὰν ὅμως ἡ μεταβολὴ ἔρχεται ἀπότομος
1954καὶ ἄνευ προηγουμένης μελέτης, τοῦτο δεικνύει, ὅτι δὲν εἶναι
1955σοβαρὰ καὶ ἡ γνώμη ἡ ἐπερχομένη μετὰ τὴν τοιαύτην μετα-
1956βολήν.
1957Τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα ἔχουσιν ἐλαττώματα,
1958ἀλλ’ ἔχουσι καὶ ἀρετάς, μία δὲ τῶν σπουδαιοτέρων τούτων
1959εἶναι, ὅτι οἱ καλούμενοι εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν δὲν
1960καλοῦνται τυχαίως, ἀλλ’ ὑποδεικνύονται προηγουμένως ἐκ
1961τῶν μελετῶν καὶ τῶν γνώσεών των περὶ τῶν διαφόρων ζη-
1962τημάτων τῶν ἀφορώντων τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Ἂν
1963μεταβάλῃ τις γνώμην ἄνευ τοιαύτης μελέτης καὶ προετοι-
1964μασίας, πράττει τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς
1965βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀποδεικνύει ὅτι
1966καὶ πρὶν καὶ μετὰ ταῦτα δὲν ἐστάθμισε καλῶς τὰ συμφέ-
1967ροντα τῆς χώρας.
1968Τοῦτο εἶναι, Κύριοι, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ πᾶσαν
1969τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Φοβούμεθα μήπως καὶ μετὰ τὴν παρα-
1970δοχὴν νέας πολιτικῆς δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ τι σοβαρὸν καὶ
1971ἀνάλογον τῶν περιστάσεων καὶ τῶν συμφερόντων τῆς χώ-
1972ρας. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ὑπεστήριξε πολιτικὴν πολεμικήν. Ἀπε-
1973ναντίας οἱ πλεῖστοι, καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτῶν, ὑπεστηρίξαμεν ὅτι
1974τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος ἐπιβάλλει, ὅπως μὴ ἐπιδιώξῃ τὴν
1975διατάραξιν τῆς εἰρήνης, διότι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διαχει-
1976ρισθῇ τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα καὶ νὰ
1977ἐμποδίσωμεν τὴν ἔγερσιν τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ὀφείλο-
1978μεν σοβαρῶς νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ τί πρέπει νὰ πράξωμεν
1979ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἔχομεν ἀνάγκην
1980νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προτίθεται ἡ Κυ-
1981βέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ, καὶ νὰ μάθωμεν, πῶς θὰ συνδυάσῃ
1982ταῦτα μετὰ τῆς οἰκονομικῆς αὑτῆς πολιτικῆς. Θὰ ἐπιδιώξῃ
1983οἰκονομίας; καὶ τίνας; Θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν αὔξησιν τῶν πόρων;
1984καὶ κατὰ τίνα τρόπον; Ἐὰν δὲ οὐδὲν τούτων πράξῃ, ποῦ
1985θὰ εὕρῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα χρειάζεται διὰ τὴν ἐφαρμογὴν
1986τῆς νέας πολιτικῆς, διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν κενῶν τοῦ
1987στρατοῦ, διὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ, ὅπως πρέπει νὰ συνταχθῇ
1988ἐν εἰρήνῃ, διὰ τὴν ἀποχώρισιν ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τῶν ὑπηρε-
1989σιῶν, αἵτινες εἶναι ἀνατεθειμέναι εἰς αὐτὸν καὶ αἵτινες πρέπει
1990νὰ διακριθῶσιν εἰς ὑπηρεσίας συντελούσας εἰς τὸν προορισμὸν
1991αὐτοῦ καὶ εἰς ὑπηρεσίας ἀνηκούσας εἰς τὴν διοίκησιν; Πάντα
1992ταῦτα ἀπαιτοῦσι δαπάνας, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι
1993ἄνευ δαπάνης ἀνωτέρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ὁ προ-
1994ϋπολογισμὸς, δύναται νὰ τὰ ἐκτελέσῃ, βεβαίως πλανᾶται. Καὶ
1995δικαίως ἡμεῖς δυσπιστοῦμεν περὶ τῆς ἐφαρμογῆς μέτρων σο-
1996βαρῶν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ τὸν ἀτελῆ
1997προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει ἐνώπιον αὐτῆς, ἐὰν πρόκει-
1998ται νὰ ληφθῶσι σπουδαῖα καὶ σοβαρὰ μέτρα πρὸς σύνταξιν
1999τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋ-
2000πολογισμοῦ νὰ κάμῃ τοιαύτην συζήτησιν περὶ τῶν ἐν γένει
2001οἰκονομικῶν τῆς χώρας καὶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ
2002ὁποῖα δύναται νὰ φέρῃ ἡ μεταῤῥύθμισις τοῦ προϋπολογισμοῦ
2003συμφώνως μὲ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως.
2004Διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἶπον, ὅτι θεωρῶ ἀνάγκην ἐπιβαλλομέ-
2005νην καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπο-
2006λογισμοῦ, ὅπως ἐκ τῶν προτέρων μελετηθῇ τὸ σύνολον τῶν
2007μέτρων τῶν ἀφορώντων τὴν στρατιωτικὴν πολιτικὴν τῆς Κυ-
2008βερνήσεως, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ὅλην οἰκονομικὴν αὐτῆς
2009πολιτικήν. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι, ἀνεξαρτήτως
2010παντὸς ἄλλου ἐχθροῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἔχομεν καὶ ἕτερον
2011ἐχθρικὸν στρατόπεδον ἐν τῇ Δύσει, τὸ ὁποῖον σχηματίζει ἡ
2012κακὴ θέσις ἡμῶν ἀπέναντι τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου.
2013Δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ καταπολεμήσωμεν αὐτὸ διὰ τῆς στρα-
2014τιωτικῆς παρασκευῆς. Θὰ τὸ ἐξουδετερώσωμεν μόνον ὅταν
2015συνδυάσωμεν τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν μὲ πολιτικὴν
2016οἰκονομικὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ πείσωμεν τοὺς δανειστὰς
2017ἡμῶν, ὅτι δὲν θίγομεν οὔτε τὰς ὑποσχέσεις τὰς δοθείσας εἰς
2018αὐτοὺς, οὔτε τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει ἡ θέσις
2019ἡμῶν καὶ ἡ ὑποστήριξις τῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Τοῦτο
2020δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μελετηθῇ μεμονωμένως, ἀλλ’ ἐν συν-
2021δυασμῷ μὲ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θέλει ὑποβά-
2022λει εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς νέας αὑτῆς στρατιω-
2023τικῆς πολιτικῆς.
2024Διὰ τοῦτο καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολο-
2025γισμοῦ πρέπει νὰ ἀναστείλωσι πᾶσαν ἐπὶ τούτου ἐπεξεργα-
2026σίαν, μέχρις οὗ οὗτος συμπληρωθῇ διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα
2027προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν πράγματι σοβα-
2028ρῶς ἐπιθυμῇ νὰ παραδεχθῇ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ὁ
2029πόθος καὶ ἡ γνώμη παντὸς τοῦ ἔθνους ἐπιβάλλει.
2030Ἀποκρούουσα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ἀδικεῖ καὶ ἑαυτὴν καὶ
2031τὴν Βουλὴν, καὶ βλάπτει ἀναμφισβητήτως καὶ τὴν γνώμην
2032τὴν θεμελιώδη, ἐπὶ τῆς ὁποίας καὶ αὐτὴ στηρίζεται, τὴν
2033τῆς συντάξεως τῆς χώρας, ἐὰν δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων καὶ
2034πόρων ἐπιχειρήσῃ πολεμικὴν παρασκευήν. Ἡμεῖς ἐπιδιώκο-
2035μεν διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τὴν σύνταξιν τῶν στρατιωτι-
2036κῶν ἡμῶν δυνάμεων κατὰ τρόπον ἀσφαλίζοντα εἰς ἡμᾶς
2037στρατιωτικὴν δύναμιν, προωρισμένην οὐχὶ ὅπως προκαλέσῃ δια-
2038τάραξίν τινα ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἀλλ’ ὅπως χρησιμεύσῃ εἰς τὴν
2039ἐνίσχυσιν τῆς χώρας καὶ εἰς τὴν προάσπισιν τῶν συμφερόν-
2040των αὐτῆς, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε παρουσιασθῆ ἀνάγκη.
2041§61ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν παρατείνεται ἡ προκειμένη συζή-
2042τησις, παραίτιος τῆς παρατάσεως εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τῆς κοι-
2043νοβουλευτικῆς πλειοψηφίας, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
2044γικοῦ Συμβουλίου. Ἄν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν
2045ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ προταθεῖσα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν
2046τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρότασις τῆς μειοψηφίας, ἡ ὁποία ἐκπρο-
2047σωπεῖ τὸ φρόνημα τῆς μειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἐγίνετο δεκτὴ,
2048καὶ ἂν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας συγκατετίθετο νὰ ἀνα-
2049βληθῇ ἡ περαιτέρω ἐπεξεργασία τοῦ προϋπολογισμοῦ μέχρις
2050ὑποβολῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐφρόνει
2051ἀναγκαῖα μετὰ τὴν ἐπιστολὴν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ἡ
2052συζήτησις δὲν ἤθελε λάβει, ἣν ἔλαβεν ἔκτασιν.
2053Ἡ προταθεῖσα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ
2054ὑπὸ τῆς μειοψηφίας πρότασις ἦτο φυσικωτάτη, ὑπηγορεύε-
2055το ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ
2056Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναί τι ἐνεργοῦν αὐτομάτως καὶ τοπι-
2057κῶς, ἐκπροσωπεῖ καὶ τὴν γνώμην καὶ τὰ φρονήματα τοῦ Κοι-
2058νοβουλίου. Πᾶσα ἡ ἐργασία αὐτῆς, πᾶσαι αἱ ἰδέαι αὐτῆς
2059συνδέονται ἀναποσπάστως πρὸς τὰ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ γιγνό-
2060μενα. Παρεπέμφθη πρὸς ἐξέτασιν εἰς αὐτὴν προϋπολογισμὸς
2061οὐδεμίαν περιέχων ἢ ἐνδεικνύων πρόνοιαν ὑπὲρ τῆς στρατιωτι-
2062κῶς συντάξεως τῆς χώρας· ἡ ἐπιτροπὴ χωρεῖ εἰς τὸ ἔργον,
2063ἐξετάζει τὰ ἔσοδα, προβαίνει καὶ μέχρι τῆς ἐξετάσεως τῶν
2064ἐξόδων Ὑπουργείων τινῶν, ὅτε δημοσιεύεται ἐν τῇ Ἐφη-
2065μερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐπιστολὴ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως,
2066ἐν τῇ ὁποίᾳ διατυποῦται πρόγραμμα στρατιωτικῆς παρασκευῆς
2067καὶ ἀναγράφονται μέτρα ἐπιβάλλοντα δαπάνας καὶ προκα-
2068λοῦντα σκέψεις περὶ δημιουργίας πόρων, ὅπως ἀντιμετωπίσωσι
2069τὰς δαπάνας. Ἡ μειοψηφία προτείνει ν’ ἀναβληθῇ ἡ περαι-
2070τέρω ἐπεξεργασία, μέχρις οὗ τὰ μέτρα ταῦτα ἀνακοινωθῶσιν
2071ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν, μέχρις οὗ αἱ προτά-
2072σεις τῆς Κυβερνήσεως γείνωσι γνωσταὶ καὶ ἑπομένως ἡ ἐπι-
2073τροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δυνηθῇ νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἐφικτοῦ
2074τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰ οἰκονομικὰ καὶ
2075ταμιευτικὰ ἀποτελέσματα, τ’ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋ-
2076πολογισμῷ, ἢ ἐν τῇ μεταῤῥυθμίσει αὐτῶν. Προκειμένου νὰ
2077αὐξηθῶσιν αἱ νῦν ἀναγεγραμμέναι πιστώσεις καὶ νὰ ληφθῇ
2078πρόνοια περὶ τῆς ἀναλόγου τῶν ἐσόδων αὐξήσεως, ὁ ὑποβλη-
2079θεὶς προϋπολογισμὸς ῥιζικῶς μεταῤῥυθμισθήσεται.
2080Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἐμπνεομένη ἀπὸ τὰς γνώμας
2081καὶ τὰς ἰδέας τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβου-
2082λίου, ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν ταύτην, φρονοῦσα, ὅτι εἶναι
2083δυνατὸν νὰ χωρήσῃ εἰς τὸ πέρας ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς,
2084νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα ὁ προϋπολογισμὸς, οἷος ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς
2085Κυβερνήσεως, καὶ νὰ προκληθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ
2086προϋπολογισμοῦ τούτου. Κατὰ τὴν γνώμην ἄρα τῆς πλειο-
2087ψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ διὰ τῆς ἐπιστολῆς τῆς Α. Μ. τοῦ
2088Βασιλέως ἐγκαινιζομένη πολιτικὴ τῶν στρατιωτικῶν παρα-
2089σκευῶν οὐδεμίαν ἔχει ἢ δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ
2090προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους 1897, τὴν γνώμην ὅμως
2091ταύτην τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐθεώρησεν ὡς μὴ
2092σπουδαίαν ἡ μειοψηφία, καὶ ἤνεγκε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς
2093Βουλῆς.
2094Συμμερίζομαι τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποδέχονται
2095ὡς φυσικὸν ἑρμηνευτὴν τῆς Βασιλικῆς ἐπιστολῆς τὸν κ. Πρω-
2096θυπουργόν, ἤτοι τὴν Κυβέρνησιν, δὲν θέλω δὲ τὴν στιγμὴν
2097ταύτην συζητήσει, ἐὰν τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι ἐνδείκνυνται
2098ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ, εἶχε πρότερον ἡ Κυβέρνησις, ἢ τὰς
2099συνέλαβεν ἀφ’ οὗ ἐδημοσιεύθη ἡ Βασιλικὴ ἐπιστολὴ ἐν τῇ
2100Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἔχω ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν ταύ-
2101την τὴν ἐπιστολήν, καὶ ἐξετάζω, ἐὰν δι’ αὐτῆς ἐπιβάλλονται
2102δαπάναι ἀνώτεραι ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προ-
2103ϋπολογισμῷ τοῦ 1897. Εὑρίσκω πρῶτον, ὅτι αἱ ἐν τῇ ἐπι-
2104στολῇ τῆς Α. Μ. ἐνδεικνύμεναι ἀνάγκαι, δὲν διαφέρουσιν οὐδα-
2105μῶς ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ὑπεδείχθησαν ὑφ’ ἡμῶν. Δὲν ἀξιῶ, ὅτι
2106προεβάλομεν πολιτικὸν πρόγραμμα νέον εἰς τὴν Βουλήν, δὲν
2107ἀξιῶ, ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦτο εἶναι ἄγνωστον εἰς τὸν Ἑλλη-
2108νικὸν λαόν, ἢ ὅτι δι’ αὐτοῦ προεβάλομεν μέτρα μὴ συζη-
2109τηθέντα ἐν τῷ παρελθόντι· τοὐναντίον ὡμολόγησα ἤδη, ὅτι
2110προβάλλοντες ὅ,τι προεβάλομεν, διερμηνεύομεν τὸ φρόνημα
2111τὸ ἐθνικόν· προβάλλοντες ὅ,τι προεβάλομεν, ἐπαναλαμβάνο-
2112μεν συστάσεις καὶ ἰδέας, ἃς ὑπεστήριξαν ἕτεροι πολιτευταὶ εἰς
2113προηγουμένας περιόδους βουλευτικάς, συζητοῦντες περὶ τῶν μέ-
2114τρων τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώ-
2115ρας. Ἐνεδείξαμεν τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποχωρισθῇ ὁ στρατὸς ἡμῶν
2116ἀπὸ τῶν ὑπηρεσιῶν, αἵτινες σήμερον ἀπασχολοῦσιν αὐτὸν, καὶ
2117νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὸν ἀληθῆ αὐτοῦ προορισμόν. Εἶναι ἰδέα καινή;
2118Τὴν ἰδέαν ταύτην ἤκουσα ἐντεῦθεν πολλάκις ὑποστηριζομένην
2119καὶ ὑπὸ κυβερνητῶν καὶ ὑπὸ πολιτευτῶν ἄλλων. Ἐπειδὴ
2120ὅμως ἡ ἰδέα αὕτη, καίτοι πολλάκις ἐπαγγελθεῖσα, δὲν ἐπραγ-
2121ματοποιήθη, καὶ ἐπειδὴ αἱ περιστάσεις αἱ σημεριναὶ ἐπιβάλ-
2122λουσιν ἐπιτακτικῶς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν ἡμῶν, ἐνεδεί-
2123ξαμεν ταύτην, ὡς ἀπαραίτητον, ὡς ἀναγκαίαν. Ἀλλ’ ἵνα
2124τοῦτο ἐπιτευχθῇ, εἶναι δυνατὸν αἱ πιστώσεις, αἱ ἀναγεγραμ-
2125μέναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, νὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς; Πῶς
2126εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπασχολήσητε σύμπαντα τὸν στρατὸν εἰς
2127τὸν ἀληθῆ αὐτοῦ προορισμόν, εἰς τὰ κυρίως στρατιωτικὰ
2128αὐτοῦ ἔργα, ἐὰν δὲν λάβητε πρόνοιαν νὰ δημιουργήσητε ἢ νὰ
2129διοργανώσητε δύναμιν ἑτέραν, εἰς τὴν ὁποίαν δέον νὰ ἀνατε-
2130θῶσι τὰ καθήκοντα, ἅτινα ἐπιβάλλει ἡ τήρησις τῆς δημο-
2131σίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, καὶ πλὴν τούτου τὰ καθήκοντα
2132πασῶν τῶν βοηθητικῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας σήμερον ἐκτε-
2133λεῖ ὁ στρατός; Ἵνα τὸν στρατὸν ἀπασχολήσητε εἰς τὸν κύ-
2134ριον αὐτοῦ προορισμόν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὀργανώσητε τὴν χω-
2135ροφυλακὴν οὕτως, ὥστε νὰ ἀναλάβῃ πάσας ταύτας τὰς ὑπη-
2136ρεσίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε πρὸ μι-
2137κροῦ: «μήπως δὲν προεβάλομεν εἰς ἄλλην σύνοδον τῆς Βου-
2138λῆς νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς;» Ναί,
2139εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι τὸ νομο-
2140σχέδιον ἐκεῖνο εἰσήχθη εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἄνευ σπουδαίας
2141προαιρέσεως, ἵνα τοῦτο μεταβληθῇ εἰς νόμον. Δὲν δύναταί τις
2142νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν ἐπήρκεσε τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν συζή-
2143τησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τίς δὲν ἐνθυμεῖται ὅτι ἡ Βουλὴ
2144ἀπησχολήθη ἐπὶ εἰκοσιτετράωρον καὶ πλέον πρὸς συζήτησιν
2145νομοσχεδίου ἀφορῶντος εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου περὶ ὁδο-
2146ποιΐας; Δύναταί τις σήμερον, ὡς ἔχουσι τὰ παρ’ ἡμῖν, ν’ ἀπο-
2147δώσῃ σπουδαιότητα μείζονα εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, παρὰ εἰς
2148τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς; Ἐὰν σοβα-
2149ρῶς, ἐὰν σπουδαίως ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζε τότε, ὅτι ἔπρεπε τὸ
2150νομοσχέδιον ἐκεῖνο νὰ μεταβληθῇ εἰς νόμον, ὅπως ἡ χωρο-
2151φυλακὴ ἀναλάβῃ ἁπάσας τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, ἐπι-
2152τευχθῇ δ’ οὕτω ἡ τοῦ στρατοῦ ἀπασχόλησις εἰς τὰ κύρια
2153αὐτοῦ ἔργα, ὤφειλε νὰ δηλώσῃ τοῦτο καὶ συστήσῃ εἰς τὴν
2154Βουλὴν τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι
2155ὅμως γνωστόν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, οὗτινος ἡ κατάρ-
2156τισις πᾶν ἄλλο ἐνεδείκνυεν ἢ τὴν ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς ἀνά-
2157ληψιν τῶν βοηθητικῶν ὑπηρεσιῶν, ἐῤῥίφθη εἰς τὸ γραφεῖον
2158τῆς Βουλῆς ἄνευ τῆς προθέσεως τοῦ νὰ μεταβληθῇ εἰς νό-
2159μον, καθόσον οὐδὲ εἰς πρώτην συζήτησιν ἦλθεν. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ
2160περιπτώσει, τίς ὑπέχει εὐθύνην ἐπὶ ταῖς ἐργασίαις τῆς Βου-
2161λῆς, εἰμὴ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας;
2162Ἀλλ’ ἵνα τὸν στρατὸν ἀπασχολήσητε εἰς τὰ κύρια αὐτοῦ
2163στρατιωτικὰ ἔργα, εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρήσητε τὸν θεσμὸν
2164τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσητε
2165300 ἀξιωματικούς, οἵτινες εἶναι χρησιμώτατοι εἰς τὸ στρά-
2166τευμα, ἀσχολουμένους εἰς τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα; Δὲν
2167εἶναι λοιπὸν ἀναγκαῖον νὰ ὀργανώσητε ἄλλως τὰ τῆς ἀστυ-
2168νομίας, ὥστε οἱ ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ σήμερον ἀπασχο-
2169λούμενοι ἀξιωματικοὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις αὐτῶν,
2170καὶ μετὰ τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν ἀσχοληθῶσιν εἰς τὴν ἐκπαί-
2171δευσιν, ἤτοι εἰς τὸν ἀληθῆ τοῦ στρατοῦ προορισμόν;
2172Ἐγὼ πάντοτε ἐφρόνουν καὶ ὑπεστήριξα, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ
2173Βασιλεὺς δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ γνώμην εἰς πάντα
2174τὰ ἀφορῶντα τὴν διοίκησιν, πολλῷ δὲ μᾶλλον εἰς τ’ ἀφορῶντα
2175τὸν στρατὸν, οὗτινος, κατὰ τὸ θεμελιῶδες ἡμῶν πολίτευμα,
2176εἶναι ἀρχηγός. Ἡ πραγματοποίησις ὅμως καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν
2177γνωμῶν καὶ ἰδεῶν τοῦ Βασιλέως γίνεται ἐπὶ εὐθύνῃ τῶν
2178Ὑπουργῶν, οὓς, καίτοι διοριζομένους ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, κα-
2179τέστησεν ὑπευθύνους τὸ πολίτευμα.
2180Προκειμένου δὲ περὶ τῶν ἐν τῇ Βασιλικῇ ἐπιστολῇ, περὶ
2181ἧς ὁ λόγος, μέτρων, ἅτινα ἀποτελοῦσι πρόγραμμα τῆς στρα-
2182τιωτικῆς ἡμῶν συντάξεως καὶ διοικήσεως, αἱ παρ’ ἡμῖν κοι-
2183νοβουλευτικαὶ συζητήσεις δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ
2184εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, οἵτινες καὶ διὰ μόνης τῆς ἐν τῇ Ἐφη-
2185μερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως τῆς ἐπιστολῆς, πολλῷ
2186δὲ μᾶλλον διὰ τῶν πρὸς τὴν Βουλὴν δηλώσεων τοῦ κ. Πρω-
2187θυπουργοῦ, ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὴν εὐθύνην πρὸς
2188ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος τούτου. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύ-
2189την συζητοῦνται τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν Βασιλικὴν ἐπιστολήν.
2190Ἐν αὐτῇ γίνεται λόγος περὶ συστάσεως μονίμου στρατοπέ-
2191δου. Δὲν συζητῶ ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ μέτρου, ἐὰν τὸ μόνιμον
2192στρατόπεδον ἦναι προτιμότερον τοῦ μὴ μονίμου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ,
2193ὅταν πρόκειται περὶ μονίμου στρατοπέδου, εἶναι δυνατὸν νὰ
2194μὴ ὑφίσταται ἀνάγκη μιᾶς δαπάνης ὑπερβαινούσης τὸ ἑκα-
2195τομμύριον; Ὅταν ἐν τῇ Βασιλικῇ ἐπιστολῇ γίγνηται λόγος
2196περὶ συγκλήσεως ἐφεδρείας καὶ περὶ ἐκγυμνάσεως αὐτῆς, εἶναι
2197δυνατὸν νὰ μὴ ληφθῇ συνάμα ἡ προσήκουσα πρόνοια περὶ
2198τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον; Ὅταν
2199ἐν τῇ ἐπιστολῇ τῆς Α. Μ. γίγνηται λόγος περὶ καταρτισμοῦ
2200τῶν ἐφίππων σωμάτων, καὶ ὅταν ἦναι γνωστόν, ὅτι ἔχομεν
2201ἀνάγκην τοὐλάχιστον 3,000 ἵππων, οἵτινες ἀπαιτοῦσι δαπά-
2202νην τριῶν ἑκατομμυρίων, εἶναι δυνατὸν ὁ προϋπολογισμὸς νὰ
2203μὴ προβλέπῃ περὶ τῆς πιστώσεως ταύτης;
2204Δὲν συζητῶ ἐπὶ τοῦ ἑτέρου θέματος, τὸ ὁποῖον θίγει ἡ
2205ἐπιστολὴ τῆς Α. Μεγαλειότητος, δηλαδὴ περὶ τοῦ καταλλη-
2206λοτέρου διὰ τὸν στρατὸν ἡμῶν ὅπλου, οὔτε θέλω νὰ ὑπομνήσω
2207ὑμῖν τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐν τῇ Βασιλικῇ ἐπιστολῇ γί-
2208νεται λόγος περὶ τούτου, διότι ἐν τῇ ἐπιστολῇ τὰ περὶ ἐκλογῆς
2209τοῦ καταλληλοτέρου ὅπλου ἀφίενται εἰς ἐπιτροπὴν συστηθησο-
2210μένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Λαμβάνω ὅμως ὡς ὑπόθεσιν, ὅτι ἡ
2211συστηθησομένη ἐπιτροπὴ γνωματεύει, ὅτι δὲν εἶναι τὸ ἐν χρήσει
2212σήμερον ὑπάρχον παρ’ ἡμῖν ὅπλον τὸ καταλληλότερον, καὶ ὅτι
2213δέον νὰ προμηθευθῶμεν ὅπλα ἐπαναληπτικά· τίς δὲν γινώσκει,
2214ὅτι, διὰ νὰ προμηθευθῶμεν ὅπλα τοιαῦτα ποσοῦ ἀναλόγου,
2215ἤτοι 100,000, μετὰ 1000 φυσιγγίων δι’ ἕκαστον ὅπλον, ἔχομεν
2216ἀνάγκην 28,000,000 φράγ. εἰς χρυσόν; Τίς ἐξ ἡμῶν δὲν γινώ-
2217σκει, ὅτι, ἵνα ἔχωμεν ταῦτα, ἀπαιτεῖται νὰ διαῤῥεύσῃ πολὺς χρό-
2218νος, μέχρις οὗ παραγγελθῶσι καὶ κατασκευασθέντα παραδο-
2219θῶσιν εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ, ἀνεξαρτήτως ἐνδεχο-
2220μένων ἀπροόπτων πολιτικῶν κωλυμάτων περὶ τῆς ἐν εὐρω-
2221παϊκῷ καταλλήλῳ ἐργοστασίῳ κατασκευῆς αὐτῶν; Τὸ σπου-
2222δαιότερον ὅμως, ὅπερ δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν, εἶναι, ὅτι πολ-
2223λοῦ ἔχομεν ἀνάγκην χρόνου, καὶ ἀφοῦ παραλάβωμεν τά τε
2224ὅπλα καὶ τὰς πυριτοβολάς, ὅπως ἀσκηθῶσιν εἰς τὸν χειρι-
2225σμὸν τοῦ νέου ὅπλου, καὶ μάλιστα ἐπαναληπτικοῦ, οἱ ἄνδρες
2226τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ στρατοῦ καὶ τῆς ἐφεδρείας.
2227Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως, ἐπαναλαμβάνω, τούτου, μόνον τὰ ἕτερα
2228μέτρα, ἤτοι ἡ ἀναδιοργάνωσις τῆς χωροφυλακῆς, ὅπως ἀνα-
2229λάβῃ πάσας τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας καὶ τὰ καθήκοντα
2230τῆς ἀστυνομίας, ὁ καταρτισμὸς τῶν ἐφίππων σωμάτων διὰ
2231τῆς προμηθείας ἵππων καὶ ἡμιόνων, ἡ σύστασις μονίμου στρα-
2232τοπέδου, ἡ πρόσκλησις καὶ ἐκγύμνασις τοὐλάχιστον δύο ἡλι-
2233κιῶν τῆς ἐφεδρείας, καὶ ἡ συμπλήρωσις τῶν ἀποθηκῶν τοῦ
2234ἱματισμοῦ, πάντα ταῦτα ἀπαιτοῦσι δαπάνην 10,000,000
2235δραχ. ἢ τοὐλάχιστον 8,000,000 Πόθεν ταῦτα θέλομεν πο-
2236ρισθῆ; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε πρὸ ὀλίγου:
2237«τίς εἶπεν ὑμῖν, ὅτι προτίθεται ἡ Κυβέρνησις νὰ προβάλῃ τὴν
2238»αὔξησιν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων πιστώ-
2239»σεων»; Ὅταν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2240Στρατιωτικῶν ἔχητε πιστώσεις ἐκ δραχ. 16,000,000, πῶς
2241εἶναι δυνατόν, δι’ οἱασδήποτε μεθόδου διαχειριστικῆς καὶ ἂν
2242πρόκειται νὰ ἐκτελέσητε τὸν προϋπολογισμόν, διὰ τῶν 16
2243ἑκατομμυρίων νὰ ἐπαρκέσητε εἰς πάσας ταύτας τὰς ἀνάγκας;
2244Προσθέτως μάλιστα ἐδήλωσεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυ-
2245βερνήσεως, ὅτι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων δὲν πρόκει-
2246ται νὰ μεταβληθῇ. Ἄρα πρόκειται νὰ ἀναπτυχθῇ τοσαύτη
2247διαχειριστικὴ ἱκανότης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε τὰ ἔσοδα
2248τὰ ὑπάρχοντα ν’ αὐξήσωσιν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἦναι δυ-
2249νατὸν ν’ ἀποδώσωσι πλεόνασμα προσεγγίζον, ἂν μὴ ὑπερβαῖ-
2250νον, τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 10,000,000. Ἐγὼ ὁμολογῶ,
2251ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, κατὰ τίνα μηχανισμὸν εἶναι
2252δυνατὸν τὰ ἔσοδα οὕτω νὰ διαῤῥυθμισθῶσιν, ὥστε νὰ ἐπαρ-
2253κέσωσιν εἰς πάσας ταύτας τὰς ἀνάγκας. Φρονῶ ἄλλως τε,
2254ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ σωφρονοῦσα Ἑλληνικὴ Βουλή, ἥτις δύναται
2255νὰ ψηφίσῃ προϋπολογισμὸν μετ’ ἐλλείμματος, ἐκ τῶν προτέ-
2256ρων γνωστοῦ, 10,000,000.
2257Δὲν κρίνω ἐπάναγκες νὰ συζητήσω ἐπί τινος ἑτέρου ἰσχυ-
2258ρισμοῦ, προβληθέντος ὑπό τινων μελῶν τῆς πλειοψηφίας τῆς
2259ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐντεῦθεν ἐπαναληφθέν-
2260τος, ὅτι ὑπάρχουσι χρήματα, ὑπάρχουσιν ἑκατομμύριά τινα,
2261τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ λάβωμεν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
2262πέζης ἐκ τοῦ παρ’ αὐτῇ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ τοῦ δανείου
2263τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὑπάρχουσι χρήματά τινα
2264ἀποτεταμιευμένα παρὰ τῇ Τραπέζῃ ἐκ τῆς λειτουργίας
2265τοῦ νόμου, τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς
2266σύστασιν στρατιωτικοῦ ταμείου. Ἐγὼ δὲ προσθέτω, ὅτι ὑπάρ-
2267χουσι καί τινα χρήματα, προερχόμενα ἐκ καταθέσεων παρὰ
2268τῇ Τραπέζῃ ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, χάριν ἀνεγέρσεως
2269διδακτικῶν κτιρίων, ὑπάρχουσιν ἕτεραί τινες καταθέσεις, προελ-
2270θοῦσαι ἀπὸ τὴν ἐκποίησιν τῆς δυνάμει τοῦ περὶ παρακρατή-
2271σεως νόμου εἰσαχθείσης εἰς τὰς δημοσίους ἀποθήκας σταφίδος.
2272Ἀλλὰ αἱ καταθέσεις αὗται δύνανται νὰ ληφθῶσι καὶ νὰ
2273χρησιμοποιηθῶσι πρὸς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας;
2274Πρῶτον πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐὰν δύναται σήμε-
2275ρον ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ποσόν τι ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγ-
2276καστικῆς κυκλοφορίας, δηλαδὴ ἐκ τοῦ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ,
2277θέλει εὑρεθῆ ἐν ἀδυναμίᾳ βραδύτερον ὡς πρὸς τὴν θεραπείαν
2278τῶν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως· διότι τὸ χρῆμα τὸ κατατιθέ-
2279μενον ἐν τῷ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
2280φορίας δὲν εἶναι χρῆμα ἐκτὸς τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν πιστώ-
2281σεων τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰλημμένον. Ἐὰν εἰς δεδομένας
2282ἐποχὰς τὸ ποσὸν τῶν καταθέσεων τούτων ἦναι ἀνώτερον τοῦ
2283ποσοῦ, ὅπερ ὑπῆρχε κατατεθειμένον πρό τινος χρόνου, βεβαίως
2284τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ Κράτους ἀλλαχόθεν ἠλαττώθη. Ὑπάρ-
2285χουσιν ἐποχαὶ τοῦ ἔτους, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ πληρωμαὶ εἶναι
2286κατώτεραι τῶν ἐσόδων, τότε δὲ τὸ ἀπόθεμα τοῦτο κατατί-
2287θεται εἰς τὸν ἀνοικτὸν λογαριασμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
2288φορίας· ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλαι τοῦ ἔτους ἐποχαὶ, καθ’ ἃς
2289τὰ ἔσοδα εἶναι κατώτερα τῶν ἐξόδων, καὶ τότε λαμβάνονται
2290ἐκεῖθεν τὰ ἀναγκαῖα χρήματα διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς διοική-
2291σεως. Ὅπως δὲ πρό τινων ἡμερῶν ὁμιλῶν ἐντεῦθεν ἀπέδειξα,
2292ἡ σημερινὴ κατάστασις τῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, ἡ
2293κατάστασις τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ τοῦ Κράτους, δὲν
2294διαφέρει τὸ παράπαν ἀπὸ τὴν κατάστασιν τοῦ ἐνεργητικοῦ,
2295ἡ ὁποία ὑφίστατο κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1894· διότι
2296ὑπάρχουσι πληρωμαί, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐκκρεμεῖς· διότι, ἐκτὸς
2297τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπάρχουσιν ἀσκεπῆ χρέη τοῦ δημοσίου
2298ταμείου, ὑπάρχουσι ληψοδοσίαι ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ,
2299ὡς ἐκ τῶν ὁποίων εἰς δεδομένην στιγμὴν ἡ χρηματικὴ κατά-
2300στασις μεταβάλλεται· ἀλλὰ ταῦτα πάντα οὐδεμίαν ἔχουσιν
2301ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ
2302ἐξόδων. Τὸ δημόσιον ταμεῖον ὀφείλει, ἐκτὸς τῶν ἐξόδων τοῦ
2303προϋπολογισμοῦ, εἰς τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, εἰς τοὺς δήμους, εἰς
2304τὰς λόγῳ ἐγγυήσεως καταθέσεις κλπ.
2305Ἀλλὰ καὶ καθ’ ἣν ὑπόθεσιν οὔτε ὁ προϋπολογισμὸς τῶν
2306ἐσόδων οὔτε ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων πρόκειται νὰ
2307μεταβληθῇ, ὡς ἰσχυρίσθη ἐντεῦθεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς
2308Κυβερνήσεως, πάντως ὅμως πρέπει νὰ ἐνδειχθῶσι τὰ μέσα,
2309διὰ τῶν ὁποίων θέλει πορισθῆ ὅσα χρήματα ἀναγκαιοῦσι διὰ
2310τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, πάντως πρέπει νὰ ἐν-
2311δειχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ μηχανισμός, καθ’ ὃν θέλουσι ταῦτα
2312ἐκτελεσθῆ, ἢ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν εἴτε τὰ ἔσοδα εἴτε τὰ ἔξοδα,
2313τὰ ἤδη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα, πρέπει νὰ διαῤ-
2314ῥυθμισθῶσιν, ἵνα παρέχωσι τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλουσιν ἐκτελε-
2315σθῆ ὅσα μέτρα προβάλλονται διὰ τῆς δημοσιευθείσης εἰς τὴν
2316Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἐπιστολῆς τῆς Α. Μ. τοῦ Βα-
2317σιλέως.
2318Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι ἕτεροι συνάδελ-
2319φοι ἐντεῦθεν εἶπον ἡμῖν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡ ἐγκαινιζομένη διὰ
2320τῆς Βασιλικῆς ἐπιστολῆς εἶναι πολιτικὴ νέα. Ἐγὼ μόνον
2321προστίθημι, ὅτι διὰ τῆς ἐπιστολῆς τῆς Α. Μ. εἰσάγεται πράγ-
2322ματι μία πολιτική, ἐπιβαλλομένη ἰδίως ὑπὸ τῶν σημερινῶν
2323περιστάσεων, σκοποῦσα τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώ-
2324ρας, πολιτικὴ, ἥτις δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῇ διανοίᾳ τῆς Κυβερ-
2325νήσεως. Μέχρι τοῦδε εὑρισκόμεθα ἐν τῇ πεπατημένῃ ὁδῷ,
2326εὑρισκόμεθα ἐν τῇ ἀδρανείᾳ, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ,
2327ὅτι ἡ τακτική, ἣν ἠκολούθει μέχρι τῆς προχθὲς ἡ Κυβέρνη-
2328σις, ἤτοι ἡ τακτικὴ τῆς ἀδρανείας καὶ ὀλιγωρίας, δύναται
2329νὰ λάβῃ τὸν χαρακτηρισμὸν πολιτικῆς. Ἐὰν ὄντως τὰ μέ-
2330τρα, τὰ ὑπὸ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως ἐνδεικνυόμενα,
2331ὑπῆρχον ἐν τῷ νῷ τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν αἱ προθέσεις καὶ αἱ
2332μέχρι τοῦδε πράξεις ταύτης παρεῖχον τὸ ἐνδόσιμον, ὅτι ἐπρό-
2333κειτο νὰ ἐκτελεσθῶσι ταῦτα ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ἦτο ἀνάγκη
2334νὰ ἐκδοθῇ ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἡ ἐπιστολὴ αὕτη;
2335Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως, οἵα ἡ δημοσιευθεῖσα ἐν τῇ Ἐφη-
2336μερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἐνδεικνύει προφανῶς οὐ μόνον τὸ ἔκ-
2337τακτον καὶ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, ἐν αἷς διατελοῦμεν,
2338ἀλλὰ μεταβολὴν τῆς ὑφισταμένης πολιτικῆς, ἀποτελεῖ δὲ
2339πρόγραμμα στρατιωτικῆς διοικήσεως ὅλως διάφορον τοῦ προ-
2340γράμματος, ὅπερ εἶχεν ἐν ἐφαρμογῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν δὲν
2341ὑπῆρχε καμμία ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ ἡ πολιτικὴ ἡ ὑφε-
2342στῶσα, πρὸς τί ἡ ἐπιστολὴ τῆς Α. Μεγαλειότητος; Ἀλλ’ ὅτι
2343νέα ἐγκαινίζεται ἢ εἰσάγεται πολιτικὴ διὰ τῶν ἐνδείξεων
2344τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, εἶναι ἀναντίῤῥητον. Διότι, ἐὰν πράγ-
2345ματι ἐν τῇ διανοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρχεν ἡ στρατιω-
2346τικὴ σύνταξις τῆς χώρας, ἐὰν μάλιστα ἦτο ἀκριβὲς ὅ,τι
2347ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυ-
2348βέρνησις εἶχε μὲν πάσας τὰς ἰδέας ταύτας, ἀλλὰ δὲν ἐνόει
2349τὰς ἰδέας ταύτας νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ τρόπον προκαλοῦντα τὴν
2350προσοχὴν εἴτε τῶν ἔσω εἴτε τῶν ἔξω, ἀλλ’ ἐνόει νὰ τὰς ἐκτε-
2351λέσῃ ἠρέμα καὶ ἀθορύβως, τίς ὁ καταλληλότερος τρόπος πρὸς
2352τὴν ἀθόρυβον καὶ ἤρεμον ἐφαρμογὴν τῶν τοιούτων ἰδεῶν;
2353Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν
2354ἔδει ν’ ἀναγραφῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν
2355μέτρων τούτων πιστώσεις πρὸς πλήρωσιν τῶν ἐν τῇ στρατιω-
2356τικῇ διοικήσει ὑφισταμένων κενῶν, ὡς ἐχαρακτήρισεν ὁ κ.
2357Πρωθυπουργὸς τὰ ἐνδεικνυόμενα ὑπὸ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βα-
2358σιλέως μέτρα. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ
2359θορυβηθῇ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ τῆς Κυβερνήσεως ἐνεργείᾳ, οὐδεὶς
2360δὲ ἠδύνατο νὰ ὑπολάβῃ τὴν ἐνέργειαν ταύτην ὡς σκοποῦσαν
2361εἴς τι ἔκτακτον, ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῶσι τὰ κενὰ, τὰ
2362ὑφιστάμενα ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Ἀλλ’ ὅταν
2363ὑποβάλλῃ προϋπολογισμὸν, μηδεμίαν περὶ τούτου λαμβά-
2364νοντα πρόνοιαν, ὅταν ὑποβάλλῃ προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος
2365ὡς πρὸς τὰς ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ προβλέψεις ἐλαττοῦται τῶν
2366προϋπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, καὶ ὅταν, μετὰ τὴν
2367τοιαύτην ἀπρονοησίαν καὶ ὀλιγωρίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγ-
2368κάζηται ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς νὰ ἐνδείξῃ δι’ ἐπιστολῆς καὶ
2369νὰ ἐπιβάλῃ τὰ μέτρα τὰ ἀπαραίτητα πρὸς τὴν στρατιωτι-
2370κὴν σύνταξιν, ἐρωτῶ, εἶναι ὁ τρόπος οὗτος ὁ μᾶλλον ἀθόρυ-
2371βος; εἶναι ὁ μᾶλλον ἤρεμος; εἶναι τὸ σύστημα, καθ’ ὃ δύ-
2372νανται τὰ τοῦ στρατοῦ νὰ παρασκευασθῶσι, χωρὶς νὰ προ-
2373κληθῇ οὐδενὸς ἡ προσοχὴ ἐπ’ αὐτῶν; Ἡ δι’ ἐπιστολῆς, ὅταν
2374δὲν ἀνέγνωμεν ἐν τῷ τριακονταετεῖ παρελθόντι εἰς τὴν Ἐφη-
2375μερίδα τῆς Κυβερνήσεως, παρέμβασις τῆς Α. Μ. τοῦ Βασι-
2376λέως δὲν πείθει ὑμᾶς, ὅτι ἀπέβησαν μάταιαι αἱ κατ’ ἰδίαν
2377ὑπ’ αὐτοῦ γενόμεναι παρακελεύσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τοῦθ’
2378ὅπερ ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ πέμψῃ τοιαύτην ἐπιστολήν;
2379Δὲν θέλω νὰ συζητήσω ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου
2380Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δηλώσεων, αἱ ὁποῖαι ὑποστηρί-
2381ζουσι τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰ ἐν τῇ ἐπιστολῇ
2382τοῦ Βασιλέως ἀναγραφόμενα μέτρα νὰ μὴ ἐκτελεσθῶσιν, ἢ νὰ
2383ἐκτελεσθῶσιν ἐν μέρει καὶ κατὰ σύστημα ὁδηγοῦν εἰς τὴν
2384ἀποτυχίαν τοῦ σκοποῦ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, φρονῶ πεποιθότως, ὅτι,
2385εὐθὺς ὡς ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ
2386ἐπιβάλῃ πολιτικὴν νέαν δι’ ἐπιστολῆς, τῆς ὁποίας καὶ μόνη
2387ἡ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσίευσις προσέ-
2388δωκεν ὕψιστον κῦρος εἰς τὴν ἀναμενομένην στρατιωτικὴν σύν-
2389ταξιν τῆς χώρας ἀπέναντι παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εὐθὺς
2390ὡς ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη τὰς ἐνδείξεις ταύτας τῆς ἐπι-
2391στολῆς, πάντα τὰ μέτρα, τὰ ὑπὸ τῆς ἐπιστολῆς ἐνδεικνυό-
2392μενα, εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις πλήρως καὶ εἰλικρι-
2393νῶς νὰ ἐκτελέσῃ.
2394Ἀλλὰ πρὸς πραγματοποίησιν τῶν μέτρων τούτων, πρὸς
2395τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, πρέπει νὰ προηγηθῇ
2396ἡ οἰκονομικὴ σύνταξις, πρὸς ἣν κυρίως ἀφορᾷ ἡ διεξαγομένη
2397συζήτησις. Ἡ Ἀντιπολίτευσις πρώτη, διερμηνεύουσα τὸ δη-
2398μόσιον φρόνημα, ὑπέδειξε τὴν ἀνάγκην τῆς στρατιωτικῆς
2399συντάξεως. Προέβη καὶ περαιτέρω· ὑπέδειξε καὶ τὴν οἰκονο-
2400μικὴν σύνταξιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ παράσχῃ τὰ πρὸς τοῦτο
2401χρηματικὰ μέσα· προέβη εἰς πρόγραμμα θετικῆς πολιτικῆς,
2402ἐνῷ δὲν εἶναι σύνηθες τοῦτο εἰς τὰς Ἀντιπολιτεύσεις· προέ-
2403λαβε τὴν Κυβέρνησιν, ὑποδείξασα τὴν θετικὴν οἰκονομικὴν
2404πολιτικήν, τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ, ἵνα ἐφαρμόσῃ
2405τὸ σύστημα τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόε-
2406δρος τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ ὀλίγου ὁμιλῶν ἐντεῦθεν, ἔλεγεν,
2407ὅτι πάσας τὰς ἰδέας ἡμῶν τὰς θεωρεῖ ἑώλους, οὐδεμίαν δίδων
2408εἰς αὐτὰς σημασίαν.
2409Ἀλλ’ ἐὰν ἀφ’ ἑτέρου οἰκειοποιεῖται ἢ ἀποδέχεται ὡς
2410ἰδίας ἰδέας τὰ μέτρα τὰ ἐνδεικνυόμενα ὑπὸ τῆς ἐπιστολῆς
2411τῆς Α. Μ., διατὶ ἀρνεῖται, ὅτι ἀποδέχεται καὶ πάσας τὰς
2412ἰδέας ἡμῶν περὶ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας;
2413Ἡμεῖς δὲν δυσαρεστούμεθα, βλέποντες τὴν Κυβέρνησιν προσχω-
2414ρήσασαν, μετὰ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως, εἰς τὸ σύστημα
2415τῆς ἀμέσου καὶ συντόνου συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν δυνά-
2416μεων τῆς χώρας. Λυπούμεθα μόνον, βλέποντες αὐτὴν ἐνδοιά-
2417ζουσαν πρὸ τῆς ἐπιβαλλομένης αὐτῇ οἰκονομικῆς συντάξεως,
2418ἥτις θέλει παράσχει τὰ μέσα πρὸς τὴν στρατιωτικὴν σύν-
2419ταξιν.
2420Πρὸς τοῦτο ἐζητήσαμεν νὰ ἀναβληθῇ ἡ περαιτέρω ἐπεξερ-
2421γασία τοῦ προϋπολογισμοῦ, μέχρις οὗ τὰ μέτρα ταῦτα ὑπο-
2422βληθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, εἴτε διὰ νομοσχεδίων εἴτε διὰ μετα-
2423βολῆς τῶν πιστώσεων. Εἶναι δὲ ἄλλως τοῦτο συνηθέστατον.
2424Ἐπῆλθε πολλάκις ἐν τῷ παρελθόντι κυβερνητικὴ μεταβολή,
2425καθ’ ὃν χρόνον ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ τῆς
2426Βουλῆς εὑρίσκετο ἐν τῷ μέσῳ ἢ περὶ τὸ τέρμα τῶν ἐργα-
2427σιῶν αὐτῆς. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ πᾶσα ἡ περαιτέρω
2428ἐργασία αὐτῆς ἐθεωρήθη ἄσκοπος, καὶ ἀνεβλήθη τὸ ἔργον
2429αὐτῆς μέχρις οὗ διὰ δηλώσεων τῆς νέας Κυβερνήσεως ὑπο-
2430δειχθῇ τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ νέα Κυβέρνησις ἐννοεῖ
2431νὰ διοικήσῃ. Ὑπάρχει ἁπλούστερόν τι, σύνηθες παρ’ ἡμῖν.
2432Συζητεῖται νομοσχέδιόν τι, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προ-
2433βάλλεται μία μεταῤῥύθμισις ὑπὸ μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύ-
2434σεως, ἐνίοτε δὲ καὶ ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως· ὡς
2435ἀναγκαία συνέπεια εἶναι ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου
2436τούτου συζητήσεως, μέχρις οὗ ὑποβληθῇ ἡ τροποποίησις, ἡ
2437δυναμένη νὰ καταστήσῃ ἀρτιώτερον τὸ συζητούμενον νομο-
2438σχέδιον. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ πολλῷ σπουδαιοτέρου, πρό-
2439κειται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων.
2440Τὸ ἐπ’ ἐμοί, φρονῶ ὅτι ἀμφότερα θέλουσιν ὑποστῆ μετα-
2441βολήν, καὶ μεταβολὴν σπουδαιοτάτην, καὶ ὁ προϋπολογι-
2442σμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων· ὁ προϋ-
2443πολογισμὸς τῶν ἐσόδων, διὰ νὰ πορισθῶμεν ἐξ αὐτῶν τὰ μέσα,
2444ὧν ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν σύντα-
2445ξιν τῆς χώρας· ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων θὰ μεταῤ-
2446ῥυθμισθῇ ἀναγκαίως, διότι πάντων σχεδὸν τῶν Ὑπουργείων
2447αἱ ἀναγεγραμμέναι πιστώσεις δὲν δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν
2448εἰς ἃ ποσὰ ἀνεγράφησαν. Θέλει μεταῤῥυθμισθῆ πρωτίστως ὁ
2449προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, θέλει μεταῤ-
2450ῥυθμισθῆ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιω-
2451τικῶν, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν,
2452ὡς πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ὁ προϋπολογισμὸς
2453τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ὡς ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν
2454τελῶν καὶ ὡς ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγραφομένου διὰ τὴν στοι-
2455χειώδη ἐκπαίδευσιν.
2456Ὅταν λοιπὸν πρόκειται ἅπας ὁ προϋπολογισμὸς τῶν τε
2457ἐσόδων καὶ ἐξόδων ν’ ἀνατραπῇ, νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν
2458νὰ χωρήσῃ περαιτέρω ἡ ἐπεξεργασία τοῦ προϋπολογισμοῦ;
2459Ἐγὼ μάλιστα νομίζω, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐδημοσιεύθη ἡ
2460ἐπιστολὴ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ἔδει καὶ αἱ τῆς Βουλῆς
2461ἐργασίαι νὰ διακοπῶσι, μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις προσκομίσῃ
2462ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου πάντα τὰ μέτρα, τὰ συντελοῦντα
2463ἢ ἀποδεικνύοντα, ὅτι σπουδαίως ἐργάζεται καὶ σκέπτεται
2464νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ μέτρα τὰ ἐνδεικνυόμενα ὑπὸ τῆς ἐπιστολῆς
2465τοῦ Βασιλέως. Τὸ νὰ συζητῶμεν δὲ σήμερον, ἂν πρέπῃ νὰ
2466χωρήσῃ περαιτέρω ἡ ἐπεξεργασία τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ
2467τὸ νὰ προβάλληται ἡ γνώμη ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειο-
2468ψηφίας, τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν
2469κωλύουσι τὰ μέτρα ταῦτα τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ προϋπολο-
2470γισμοῦ, ἴσως δὲ καὶ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ὡς
2471ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν κατε-
2472νοήθη προσηκόντως τὸ ἐξόχως κρίσιμον τῶν περιστάσεων, καὶ
2473ἀποδεικνύουσι προσέτι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν κρίνει ἑαυτὴν
2474ἐπαρκῆ πρὸς ἐφαρμογὴν πλήρους τοῦ προγράμματος τῆς στρα-
2475τιωτικῆς συντάξεως, ὅπερ ἐπιβάλλει ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασι-
2476λέως, διερμηνεύοντος εἰλικρινῶς τὸ ἐθνικὸν φρόνημα.
2477Ὑποστηρίζω λοιπὸν τὴν πρότασιν, ὅτι εἶναι ἀνέφικτος ἡ
2478περαιτέρω ἐπεξεργασία τοῦ προϋπολογισμοῦ, μετὰ τὴν δημο-
2479σιευθεῖσαν ἐπιστολὴν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, πρὶν ἢ ὁ
2480προϋπολογισμὸς οὗτος διαῤῥυθμισθῇ κατὰ τὰς ἐνδείξεις τῆς
2481Βασιλικῆς ἐπιστολῆς.
2482Φρονῶ τέλος, ὅτι ἡ Βουλή, συναισθανομένη τὴν σοβαρό-
2483τητα καὶ τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, δὲν θὰ διστάσῃ νὰ
2484ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην, καθόσον, ἀποῤῥίπτουσα τὴν
2485πρότασιν ταύτην, ἀποφασίζουσα νὰ χωρήσῃ ἡ ἐπεξεργασία
2486τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις γνωρίσῃ εἰς τὴν
2487Βουλὴν τὸ σύστημα, καθ’ ὃ θέλουσιν ἐκτελεσθῆ πλήρως τὰ
2488τόσον σοβαρά, τὰ τόσον σπουδαῖα καὶ τόσον ἐπίκαιρα μέτρα,
2489τὰ ἐνδειχθέντα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ ἐπισπάσαντα οὐ μόνον
2490τὴν ἐπιδοκιμασίαν, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐνθουσιασμὸν σύμπαντος
2491τοῦ Ἑλληνισμοῦ, θέλει παράσχει τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν συναι-
2492σθάνεται ἐπαρκῶς τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, ἃς διέρχεται
2493τὸ ἔθνος ἡμῶν.
2494§62Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁμολογουμένως ἡ Βουλὴ εὑρί-
2495σκεται ἐνώπιον ἀπροχωρήτου. Τὸ ἀπροχώρητον αὐτὸ ἐδη-
2496μιούργησεν ἡ ἐπιστολὴ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως πρὸς τὸν
2497Πρωθυπουργόν. Ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ ἄλλας ἰδέας κατήρτισε
2498τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1897, ὑπὸ ἄλλας ἰδέας εἰση-
2499γήσατο αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν, ὑπὸ τὰς ἰδέας αὐτὰς ἐζή-
2500τησεν, ὅπως παραπεμφθῇ πρὸς ἐπεξεργασίαν εἰς τὴν ἐπιτρο-
2501πὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἄλλας ἰδέας εἰσάγει ἡ ἐπι-
2502στολὴ τῆς Α. Μ. πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν. Ὁ κ. Πρόεδρος
2503τῆς Κυβερνήσεως διεβεβαίωσεν ἀληθῶς πολλάκις, ὅτι αἱ
2504ἰδέαι τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως εἶναι καὶ ἰδέαι τῆς Κυ-
2505βερνήσεως, καὶ ὅτι ταύτας εἶχε καὶ πρίν.
2506Ὑπό τινα ἔποψιν οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν
2507διαβεβαίωσιν αὐτὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ
2508ἰδέαι, τὰς ὁποίας διατυποῖ ἡ ἐπιστολή, εἴτε ὡς μέτρον γε-
2509νικόν, εἴτε ὡς διατύπωσις πολιτικῆς, βεβαίως εἶναι ἰδέαι, τὰς
2510ὁποίας δὲν ὑπάρχει Ἕλλην, ὅστις νὰ μὴ πρεσβεύῃ. Οὐδε-
2511μίαν ἔχω διάθεσιν ἐγὼ ν’ ἀμφισβητήσω, ὅτι καὶ ὁ Πρόεδρος
2512τῆς Κυβερνήσεως τὰς αὐτὰς εἶχεν ἰδέας. Ἀλλ’ ὅσῳ παλαιότεραι
2513αἱ ἰδέαι, τόσῳ ὀλιγώτερον ὠφελεῖ αὐτὸν τοῦτο, διότι ὅ,τι σήμε-
2514ρον ἐνώπιον τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς εἶναι τεθειμένον, εἶναι
2515οὐχὶ τίς ἔχει τὰς ἰδέας περὶ παρασκευῆς τοῦ τόπου, διότι τινὰ
2516πράγματα κατέστησαν τόσον κοινὰ, ὥστε κατέστησαν γενικὸν
2517πάντων πρόγραμμα καὶ μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν καὶ μεταξὺ
2518τῶν πολιτικῶν, ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον τὸ ταχύτερον καὶ
2519ἐκ τῶν ἐνόντων θέλει κατορθωθῆ νὰ παρασκευασθῇ ὁ τόπος
2520στρατιωτικῶς, ὥστε νὰ ἦναι ἕτοιμος ἐν πρώτῃ περιστάσει
2521νὰ ἐνεργήσῃ. Οὐδόλως τὸ ζήτημα τῆς παρασκευῆς ἐτέθη
2522ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὅπως ὁ κ.
2523Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἔθηκεν, ἵνα εὐκόλως τὸ κατα-
2524πολεμήσῃ, ὅτι δηλαδὴ ζητοῦμεν σήμερον παρασκευὰς, ὅπως
2525ἅμα συμπληρωθῶσι διατάξωμεν τὸν στρατὸν νὰ κινήσῃ ἐκτὸς
2526τῶν συνόρων. Βεβαίως τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον ἐπανέ-
2527λαβε, συνδυαζόμενον μετ’ ἄλλων, τὰ ὁποῖα εἰς προηγουμέ-
2528νας συνεδριάσεις εἶπε, δίδει τὴν εἰκόνα τῶν διαθέσεων, διότι
2529κυρίως περὶ διαθέσεων ἐν τῇ πολιτικῇ αὐτῇ πρόκειται τοῦ κ.
2530Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπὶ 18 μῆνας ἔχων
2531τὴν Κυβέρνησιν, καὶ διευθύνων μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰ
2532στρατιωτικὰ, οὐδὲν ἔπραξεν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δίδουσιν
2533αὐτῷ τὸ δικαίωμα, ὥστε σήμερον νὰ ἐπικαλῆται τὰς ἰδέας
2534τῆς ἐπιστολῆς ὡς ἰδίας αὐτοῦ ἰδέας. Πιθανὸν μεταξὺ τῶν
2535μέτρων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ δεχθῇ τις, ὅτι φέρουσιν εἰς τὴν
2536λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς παρασκευῆς, νὰ ἐπρότεινε καὶ ἡ
2537Κυβέρνησις τοιαῦτα, ἀλλὰ μὴ ἐπιμείνασα εἰς αὐτὰ, μηδὲ θεω-
2538ρήσασα ταῦτα ἐπείγοντα, μηδὲ συνδέσασα πρὸς τὰς ἀνάγκας
2539τῆς ἐποχῆς καὶ πρὸς τοὺς κινδύνους τοὺς ἀπειλοῦντας ἡμᾶς,
2540βεβαίως δὲν ἀνταπεκρίθη πρὸς τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἡ
2541ἐπιστολὴ νῦν ζητεῖ νὰ καθιερώσῃ, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐξ
2542ὅσων ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος καὶ ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐπι-
2543στολῆς εἶπεν, ἐνόησε νὰ ὑποστηρίξῃ. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2544Κυβερνήσεως, ὡς Κυβέρνησις, εἶχεν αὐτὰς τὰς ἰδέας, τὰς
2545ὁποίας εἶπεν ὅτι ἔχει, ἄλλη ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ διοίκησις αὐ-
2546τοῦ ἐπὶ τοὺς 18 μῆνας τῶν τοῦ στρατοῦ, ἄλλη δὲ θὰ ἦτο
2547καὶ χωρὶς τῶν μέσων τῶν οἰκονομικῶν καὶ χωρὶς τῶν πιστώ-
2548σεων, τὰς ὁποίας σήμερον προκαλεῖ ἡ ἐπιστολὴ τῆς Α. Μεγα-
2549λειότητος. Προϋπῆρχεν, ὅπως καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν εἶπον,
2550τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα
2551τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ οὐδέποτε ἐνῃσχολήθη, οὐδόλως δὲ
2552εἰργάσθη, ἵνα βελτιώσῃ αὐτὸ, ὁ κ. Πρωθυπουργός. Αὐτὴ δὲ ἡ
2553κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπὶ τόσον χρόνον ἀφῆκε τὸν στρα-
2554τὸν, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν εἶχε τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐν-
2555νοοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ Κυβέρνησις φροντίζουσα περὶ παρα-
2556σκευῆς. Ἐν πάσῃ διοικήσει, ἡ ὁποία ἐννοεῖ νὰ παρασκευάσῃ
2557τὸν στρατὸν πρὸς πόλεμον, πρὸς πόλεμον μᾶλλον ἢ ἧττον μεμα-
2558κρυσμένον, ἀλλὰ πρὸς πόλεμον ἄφευκτον, ἡ πρώτη ἐργασία, τῆς
2559ὁποίας πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ, εἶναι ἡ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ στρατοῦ.
2560Ματαία ἡ παρασκευὴ ἄνευ καταλλήλου προσωπικοῦ τοῦ στρα-
2561τοῦ. Δὲν δύναται Κυβέρνησις νὰ ἰσχυρίζηται ὅτι παρασκευά-
2562ζει στράτευμα πρὸς πόλεμον, ὅταν δὲν δέχηται καὶ δὲν ἐφαρ-
2563μόζῃ ἐν εἰρήνῃ τὴν ἀρχὴν, ὅτι οὐδεὶς ἀξιωματικὸς πρέπει
2564νὰ διοικῇ εἴτε ἐν τοῖς κατωτέροις βαθμοῖς, εἴτε ἐν τοῖς ἀνωτέ-
2565ροις ἐν τῷ στρατῷ, ὅστις δὲν εἶναι ἀληθῶς παρεσκευασμένος
2566καὶ ἱκανὸς, ὅπως καὶ ἐν πολέμῳ καὶ εὐθὺς τὴν ἐπαύριον δια-
2567τασσόμενος ὁδηγήσῃ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ἄνδρας ἐναντίον τοῦ
2568ἐχθροῦ. Ὅταν τοιαύτην ἀρχὴν μία Κυβέρνησις, μία διοίκησις
2569στρατιωτική, δὲν ἀκολουθῇ, δὲν τῇ ἐπιτρέπεται νὰ ἰσχυρίζη-
2570ται, ὅτι παρασκευάζει στρατὸν πρὸς πόλεμον. Δὲν εἶναι
2571τοῦ παρόντος νὰ εἰσέλθω εἰς ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως τοῦ
2572στρατοῦ ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἱκανό-
2573τητος τῶν προσώπων, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει τις μεταξὺ ἡμῶν,
2574ἀγνοῶν ὅτι ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, τὴν θεμελιώδη, ἄνευ τῆς
2575ὁποίας δὲν δύναται νὰ γείνῃ τι, ἄξιον ἐμπιστοσύνης, ὁ στρα-
2576τὸς ἡμῶν χωλαίνει, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ ὡς
2577καὶ αἱ προηγούμεναι οὐδὲν ἔπραξαν ἀπολύτως πρὸς βελτίω-
2578σιν τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Ἕνεκα τοῦ κακοῦ προσωπικοῦ
2579δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ στρατιωτικὴ ἀληθῶς διοίκησις.
2580Ὅταν λοιπὸν τὰ προσωπικὰ ζητήματα ἔχωσιν οὕτως
2581ἀθλίως, οὕτως ἀπελπιστικῶς, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς Κυ-
2582βέρνησιν νὰ λέγῃ, ὅτι μελετᾷ καὶ ἐργάζεται περὶ τῆς παρα-
2583σκευῆς τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2584ὄχι μόνον παρέστησε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑποδεικνύει ἡ ἐπι-
2585στολὴ, ὡς ἴδια αὐτοῦ, ἀλλὰ παρέστησαν αὐτὰ, ὅτι εἶναι
2586οὐδὲν ἄλλο ἢ ἁπλᾶ κενὰ, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ πληρω-
2587θῶσι. Τὸ πᾶν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἐν τῇ διοικήσει, ὅτι εἶναι
2588κενὸν, τὸ ὁποῖον σκέπτεται νὰ πληρώσῃ. Ἀλλὰ τὸ κενὸν
2589αὐτὸ, τὸ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ, ὁμοιάζει τὸν πίθον τῶν
2590Δαναΐδων. Ἀπὸ 50 ἐτῶν πληροῦται, ἀλλ’ εἰς μάτην, διότι
2591πυθμὴν δὲν ὑπάρχει. Ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην,
2592εἶναι νὰ εὑρεθῇ τέλος τις, ὅστις νὰ θέσῃ αὐτὸν τὸν πυθμένα.
2593Τοῦτον, ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἐκ τοῦ πολιτεύματος, ἐκ τῆς
2594ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει, προωρισμένος εἶναι νὰ θέσῃ ὁ
2595Βασιλεὺς, καὶ ὅ,τι διὰ τῆς ἐπιστολῆς γίνεται, ὡς εἰσήγησις
2596μιᾶς πολιτικῆς, ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ χρόνου νὰ ἦναι ὁ καθη-
2597μερινὸς κανὼν τῆς Βασιλείας, καὶ τότε τὰ τοῦ στρατοῦ ἄνευ
2598μεγάλων θυσιῶν σήμερον καὶ ἄνευ τῶν στενοχωριῶν, εἰς τὰς
2599ὁποίας εὑρισκόμεθα καὶ δι’ ἃς συζητοῦμεν ἀπὸ τόσων ἡμερῶν,
2600θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἔπρεπε νὰ
2601ἦναι ὁ στρατός.
2602Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως βεβαίως ἔχει μίαν ἔννοιαν. Τὴν
2603ἔννοιαν αὐτὴν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι
2604μόνον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὁ ἐντεταλμένος
2605ὅπως δώσῃ. Ὑπὸ μίαν ἔποψιν τοῦτο εἶναι ὀρθὸν, ὅτι δηλαδὴ
2606ἐκείνη θὰ ἦναι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐπιστολὴ τῆς Α.
2607Μ., τὴν ὁποίαν τὰ πράγματα θέλουσιν ἀποδείξει, ὅταν, ἐφαρ-
2608μοζομένων βαθμηδὸν τῶν ἐν αὐτῇ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
2609νήσεως θὰ τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Βασιλέως. Ἐὰν μίαν ἡμέ-
2610ραν συμφωνήσῃ εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς
2611τὴν Βουλὴν ἢ θὰ διαταχθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξου-
2612σίας, βεβαίως ἡ ἔννοια τῆς ἐπιστολῆς θὰ ἦναι ἐκείνη, τὴν
2613ὁποίαν θέλουσι συμφωνήσει ἀμφότεροι νὰ δώσωσιν εἰς αὐτήν.
2614Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον,
2615ἔχομεν τὸ δικαίωμα πάντες νὰ ἑρμηνεύωμεν τὴν ἐπιστολὴν
2616καὶ νὰ δίδωμεν τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν νομίζομεν ὅτι ἔχει.
2617Τὸ κατ’ ἐμὲ, διατεθειμένος εἶμαι νὰ δώσω εἰς αὐτὴν εὐρυ-
2618τέραν ἔννοιαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἠθέλησάν τινες νὰ δώσωσι,
2619καὶ νὰ θεωρήσω αὐτὴν, ὅτι πραγματικῶς εἶναι ἓν πρόγραμμα
2620στρατιωτικῆς διοικήσεως, τοῦ ὁποίου τὴν τύχην ἀγνοῶ, ἀλλὰ τὸ
2621ὁποῖον σήμερον εὑρίσκω, ὅτι εἶναι ἀληθὲς πρόγραμμα. Εἶναι πρό-
2622γραμμα, διότι θεωρῶ ὅτι ἁπλῶς εἶναι ἐνδεικτικὴ καὶ ὅτι δὲν
2623ἐνόησε νὰ περιλάβῃ μόνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἢ ῥητῶς προ-
2624βάλλει, ἢ συμβουλεύει ὅπως ἡ Κυβέρνησις μελετήσῃ καὶ ὑπο-
2625βάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐπιφυλάσσεται, πιστεύω, δι’ ἄλλων
2626μέτρων καὶ διὰ καθημερινῆς, συστηματικῆς, εἰλικρινοῦς, ἐπι-
2627μόνου ἐπιτηρήσεως τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων νὰ συμ-
2628πληροῖ καὶ ἐπεκτείνῃ τὸ πρόγραμμα. Νομίζω ὁπωσδήποτε,
2629ὅτι ἄνευ τοιαύτης ἐπιμόνου ἐργασίας τοῦ Στέμματος, ἄνευ
2630ἐπιτηρήσεως καθημερινῆς περὶ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν στρα-
2631τιωτικῶν νόμων καὶ τῶν κανονισμῶν πρὸς μόρφωσιν καὶ ἄσκη-
2632σιν τοῦ στρατεύματος, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ βελ-
2633τίωσις αὐτοῦ. Νομίζω δὲ, ὅτι δι’ οὐδενὸς ἄλλου τρόπου εἶναι
2634δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσι τοιαῦτα ἀποτελέσματα ὑπὲρ παρα-
2635σκευῆς στρατεύματος. Οὕτως ἠθέλησε καὶ οὕτω διέταξε τὸ
2636πολίτευμα Τοῦτο ἀπαιτεῖ καὶ ἡ φύσις τῶν στρατιωτικῶν
2637πραγμάτων. Τὸ πολίτευμα τὰ τοῦ στρατοῦ ἀνέθηκε κυρίως
2638εἰς τὸν Βασιλέα. Κηρῦξαν αὐτὸν ἀρχηγὸν τῶν κατὰ ξηρὰν
2639καὶ κατὰ θάλασσαν δυνάμεων, καὶ δὸν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα
2640τοῦ κηρύττειν τὸν πόλεμον, ἀναγνωρίσαν δ’ αὐτὸν συγχρόνως
2641ἀρχηγὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τὸν ἕνα τῶν παρα-
2642γόντων τῆς νομοθετικῆς, ἐνόησε νὰ συγκεντρώσῃ εἰς τὰς χεῖρας
2643τοῦ Ἡγεμόνος πᾶσαν τὴν ἀναγκαίαν δύναμιν, ὅπως παρα-
2644σκευάζῃ τὸ στράτευμα τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύναται δι’ αὐτοῦ
2645νὰ ἐξασκήσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ πολίτευμα ἀπέ-
2646νειμεν αὐτῷ, τὸ δικαίωμα τοῦ κηρύττειν τὸν πόλεμον. Θὰ
2647ἦτο παράλογον νὰ δίδῃ τὸ πολίτευμα εἰς τὸν Ἡγεμόνα τὸ
2648δικαίωμα τοῦ ἄρχειν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ κηρύττειν τὸν πό-
2649λεμον καὶ συγχρόνως νὰ μὴ ἀπονέμῃ αὐτῷ πᾶσαν τὴν ἀναγ-
2650καίαν ἐξουσίαν, ὅπως παρασκευάζῃ τὸ στράτευμα αὐτὸ ἱκανὸν
2651πρὸς τοῦτο. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ
2652πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ μέσα καὶ τὴν δύναμιν νὰ παρασκευάζῃ
2653τὸν στρατὸν ἱκανὸν, ἵνα ὑπερασπίζῃ τὸ Κράτος ἐν ὥρᾳ ἀνάγ-
2654κης. Ἀφοῦ ἔχει τὴν εὐθύνην ὁ Βασιλεὺς, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ
2655τὰ δικαιώματα καὶ τὰ μέσα, ὅπως καὶ μὴ παραλίπῃ, ἐλλεί-
2656ψει στρατοῦ, δίκαιον πόλεμον καὶ ἐπιτυχῶς διεξάγῃ αὐτὸν,
2657ἅπαξ κηρυχθέντα.
2658Λοιπὸν ἐν τῷ πολιτεύματι ἡ ἐξουσία αὕτη τοῦ Βασιλέως
2659ἐφωδιάσθη μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως, ἥτις εἶναι ἀναγκαία,
2660ὅπως πραγματοποιῇ ἐν ἀνάγκῃ τὴν ἀποστολὴν ταύτην,
2661ὅπως δηλονότι ᾖναι ἀρχηγὸς πραγματικῶν καὶ ἐπαρκῶν
2662στρατιωτικῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων. Κατὰ
2663τὸ Σύνταγμα, ὄχι μόνον εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῶν κατὰ ξηρὰν
2664καὶ κατὰ θάλασσαν δυνάμεων ὁ Βασιλεὺς, ἀλλὰ εἶναι
2665περιβεβλημένος καὶ δι’ ἄλλων ἐξουσιῶν, τῆς ἐξουσίας τῆς
2666νομοθετικῆς ἐν συμπράξει μετὰ τῆς Βουλῆς, καὶ τῆς
2667ἐξουσίας τῆς ἐκτελεστικῆς. Ἄρχει λοιπὸν τοῦ στρατεύματος,
2668ἀλλ’ εἶναι συγχρόνως εἷς ἐκ τῶν δύο παραγόντων τῆς νομο-
2669θετικῆς ἐξουσίας, καὶ μάλιστα ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξ ἄλλων δι-
2670καιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει, ἤτοι τοῦ δικαιώματος τοῦ διο-
2671ρίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τοῦ διαλύειν τὴν
2672Βουλὴν, ἔχει πολὺ ὑπερτέραν ἐξουσίαν ἐντὸς χρονικῶν ὁρίων
2673ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχει αὐτὴ ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους.
2674Ὅταν εἰς αὐτὸν τὸν ἀρχηγὸν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυ-
2675τικῶν δυνάμεων ἔχῃ ἀναγνωρίσει τὸ πολίτευμα τὴν ἰδιότητα
2676τοῦ νὰ ᾖναι συνάμα ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας,
2677βεβαίως ἔδωκεν ὅλην τὴν δύναμιν καὶ ὅλα τὰ δικαιώματα,
2678ὅπως παρασκευάζῃ πρὸς πόλεμον τὸ στράτευμα, δὲν εἶναι δὲ
2679πιστευτὸν, ὅτι Βουλὴ, βλέπουσα τὸν ἡγεμόνα τοῦ τόπου
2680πραγματικῶς, μετὰ εἰλικρινείας, μετὰ ζήλου ἐργαζόμενον ὑπὲρ
2681μορφώσεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, δὲν θέλει
2682παράσχει εἰς αὐτὸν πᾶσαν ὑποστήριξιν.
2683Λοιπὸν νομίζω, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἤδη διαφαίνεται ἐν τῇ
2684Βασιλικῇ ἐπιστολῇ ὡς ἐπιζητούμενον ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος
2685ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ὑπῆρξεν ἐκ τοῦ πολιτεύματος τὸ καθῆκον
2686αὐτοῦ. Ὁ Βασιλεὺς εἰς αὐτὸ ἔπρεπεν ἀπ’ ἀρχῆς νὰ ἀσχο-
2687λῆται. Τὸ Στέμμα, μετερχόμενον ὅλην τὴν ἐξουσίαν, τὴν
2688ὁποίαν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχει, ὅπως παρασκευάζῃ τὴν
2689στρατιωτικὴν δύναμιν ἐν εἰρήνῃ πρὸς πόλεμον, θὰ κατώρθου
2690τοῦτο, ἂν ἤθελε. Διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι, ἐὰν
2691ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν ὁ Βασιλεὺς, ὅπως
2692ἄρχῃ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα
2693καὶ τὰ μέσα νὰ παρασκευάζῃ αὐτάς. Πῶς εἶναι δυνατὸν,
2694Ἡγεμὼν, ὅστις εἶναι προωρισμένος ἐκ τοῦ νόμου, αὐτὸς νὰ
2695κηρύττῃ τὸν πόλεμον καὶ αὐτὸς νὰ καθοδηγήσῃ τὸν στρα-
2696τὸν κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, νὰ μὴ ἐνδιαφέρηται, μηδὲ νὰ παρα-
2697σκευάζῃ ἑαυτὸν καὶ τὸ στράτευμα πρὸς τοιοῦτον σκοπόν;
2698Ἀναγκαίως τὸ πολίτευμα ἠθέλησεν, ὅπως ὁ Βασιλεὺς, ἵνα
2699ᾖ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, παρακολουθῇ, ἐπιβλέπῃ, παρα-
2700σκευάζῃ αὐτὸν, πρὸς τοῦτο δ’ ἐχορήγησε τὴν δύναμιν καὶ τὰ
2701μέσα, ὅσα συντελοῦσι πρὸς τὸν σκοπὸν, ἀρκεῖ νὰ θέλῃ ὁ Βα-
2702σιλεύς.
2703Πιθανὸν ὅμως ἡ ἐπιστολὴ, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς τὸν
2704Πρωθυπουργὸν ὁ Βασιλεὺς, νὰ ἀποδειχθῇ μετὰ τινα χρόνον,
2705ὅτι οὐδένα σκοπὸν εἶχε παρασκευῆς στρατεύματος πρὸς τοιοῦ-
2706τον σκοπόν. Τότε βεβαίως θέλομεν μορφώσει τὴν γνώμην
2707αὐτήν, ἀλλὰ θέλομεν τὴν μορφώσει, βλέποντες ὅτι ἡ Κυβέρ-
2708νησις οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν ὑπέβαλε τὰ μέτρα τὰ προσήκον-
2709τα, οὔτε εἰς τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως. Ἐκ τῆς Κυβερ-
2710νήσεως ἐξήρτηται ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀξία τῆς ἐπιστολῆς καὶ
2711ἡ σπουδαιότης. Πρὶν δοθῇ ὁ ἀναγκαῖος χρόνος τῇ Κυβερ-
2712νήσει πρὸς ἔναρξιν ἐκτελέσεως τῶν ἐν τῇ ἐπιστολῇ, δὲν εἶναι
2713δίκαιον νὰ δώσωμεν τὴν ὁριστικὴν περὶ αὐτῆς γνώμην. Ἀλλὰ
2714ἐνῷ ἑρμηνεύω οὕτω τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως, ὅτι δηλ.
2715ἀποτελεῖ ἓν πρόγραμμα στρατιωτικόν, ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἀρνοῦ-
2716μαι, ὅτι ἀμφιβολίας ἐγέννησεν ἐν ἐμοὶ καὶ ἡ χθεσινὴ καὶ ἡ
2717σημερινὴ ὁμιλία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς
2718τὴν ἔκτασιν καὶ ὡς πρὸς τὴν σημασίαν τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς.
2719Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατέχεται ὑπὸ
2720τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν, καὶ δι’ ὅσων περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητή-
2721ματος εἶπε καὶ δι’ ὅσων σήμερον εἶπεν, ἀπέδειξεν, ἐκ τῆς
2722ἰδέας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ περιμένῃ τὰ πάντα ἐκ τῆς
2723εὐμενείας τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἢ ἐκ τῶν διαιρέσεων αὐ-
2724τῶν. Ὑπάρχουν ὁμολογουμένως πολλοί, αὐτὰς τὰς ἰδέας
2725ἔχοντες, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ ἀσχολῆται πολὺ μὲ
2726στρατιωτικὰς ἢ ναυτικὰς παρασκευάς, καὶ ὅτι πρέπει κυρίως
2727νὰ ἐλπίζῃ ἀπὸ τὴν εὐμένειαν τῶν Μεγάλων Κρατῶν, ἢ ἀπὸ
2728τὴν διαίρεσιν αὐτῶν, ἡ ὁποία δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς πό-
2729λεμον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς πιθανῶς νὰ ὠφεληθῶμεν.
2730Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ ἐμπνέεται ἀπὸ διαφόρους
2731ἰδέας. Νομίζω ὅτι ὁ Βασιλεύς, ὅστις καλλίτερον παντὸς
2732ἄλλου δύναται νὰ γνωρίζῃ ποῖαι αἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐπι-
2733κρατοῦσαι σήμερον ἰδέαι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐν τῇ Ἀνατολῇ
2734ἐνδεχόμενα, παραδεχθεὶς τὴν πολιτικὴν τῶν παρασκευῶν,
2735ἐνόησεν, ἢ ὅτι δὲν πρέπει ἐντελῶς ἐκ τῆς εὐμενείας ἢ τῆς
2736διαιρέσεως τῶν ξένων Κρατῶν νὰ ἐλπίζωμεν, ἢ ὅτι, ἐὰν δὲν
2737παρασκευασθῶμεν συγχρόνως, δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν ὅσα
2738τὸ ἔθνος ἐπιθυμεῖ. Διὰ τοῦτο πέποιθα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
2739ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ, εὐθὺς ὡς ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως περι-
2740ῆλθεν εἰς τὴν δημοσιότητα, νὰ ὑποβάλῃ τὰ μέτρα, τὰ
2741ὁποῖα νομίζει ὁ Πρωθυπουργός, ὅτι μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τῶν
2742ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ Βασιλέως ἐπιβάλλονται. Ἦτο δὲ τοῦτο
2743ὄχι μόνον ἀναγκαῖον, ὅπως δείξῃ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν
2744θέλησιν τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἐξαγάγῃ τὸν τόπον
2745ἐκ τῆς ἀνησυχίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐῤῥίφθη, ἀναγνώσας ἐπι-
2746στολήν, ἡ ὁποία φέρει εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ
2747προϋπολογισμοῦ. Ἀπορῶ δέ, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
2748νήσεως, ὁ ὁποῖος πολλάκις ἐπανέλαβεν ὅτι δὲν μετέρχεται τὴν
2749πολιτικήν, τὴν ὁποίαν μετέρχονται οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, θο-
2750ρυβοῦντες καὶ ἐπιδεικνύοντες τὰ προγράμματα αὐτῶν περὶ
2751παρασκευῶν,—διότι αὐτὸς ἐννοεῖ νὰ ἐργάζηται ἄνευ θο-
2752ρύβου καὶ ἐπιδείξεως, διότι τοῦτο ἐπιβάλλει τὸ συμφέρον τοῦ
2753Κράτους,—ἀπορῶ, λέγω, πῶς ἐδέχθη, ὅπως τὰ τῶν πο-
2754λεμικῶν παρασκευῶν γείνωσιν ἤδη κατὰ τὸν τρόπον τὸν
2755πλέον ἐπίσημον καὶ ἐπιδεικτικόν, τιθέμενα εἰς τὸ στόμα
2756τοῦ Βασιλέως καὶ ἀνακοινούμενα πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τὸν
2757τόπον καὶ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν δι’ ἐπιστολῆς αὐτοῦ τοῦ
2758Βασιλέως. Προφανῶς περισσοτέραν ἐντύπωσιν παράγει ἐπὶ
2759τῆς ἀγορᾶς καὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ πολι-
2760τικὴ ἐνεργείας, ἡ ὁποία προτείνεται ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος,
2761παρὰ πολιτικὴ ἐνεργείας, ἥτις διατυποῦται ὑπὸ Κυβερνή-
2762σεως. Ὁ Ἡγεμὼν εἶναι τὸ πλέον μόνιμον καὶ συντηρητικὸν
2763στοιχεῖον τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου ἡ πολιτεία δὲν εἶναι πι-
2764θανὸν νὰ μεταβληθῇ, ἐνῷ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐκήρυξε μία
2765Κυβέρνησις, δύναται ταχέως παρ’ ἄλλης νὰ μεταβληθῇ.
2766Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι περισσότερον κλονισμὸν φέρει ἐπὶ τῆς
2767ἀγορᾶς ἡ μέθοδος τῆς ἀπευθείας δι’ ἐπιστολῶν τοῦ Βασι-
2768λέως ἀνακοινώσεως τῶν τοιούτων ἀποφάσεων, παρὰ ἡ ἔμ-
2769μεσος δι’ ἀνακοινώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐπιῤῥοή, τὴν
2770ὁποίαν ἐπὶ τῶν χρηματιστηρίων ἰδίως ἐξασκεῖ τοιαύτη ἐκ-
2771δήλωσις πολιτικῆς, εἶναι τόσον μεγαλειτέρα, ὅσον περισσότε-
2772ρον βραδύνει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ μέτρα αὐτῆς.
2773Πᾶς τις ἀφήνεται ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι μεγάλα ἐλλείμ-
2774ματα ἀπειλοῦσι τὸν προϋπολογισμόν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι προσ-
2775επάθησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ διαβεβαιώσῃ
2776ἡμᾶς, ὅτι κατ’ οὐδὲν ἐκ τῶν στρατιωτικῶν μέτρων του θὰ
2777μεταβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀρνη-
2778θῇ, ὅτι διὰ πιστώσεων θὰ μεταβάλῃ τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον
2779ὁ προϋπολογισμὸς ἐδημιούργησε. Ποῖαι θὰ ἦναι αἱ πιστώ-
2780σεις αὗται, ἀφίεται εἰς τὴν φαντασίαν τῶν ἀγορῶν. Εἷς δύ-
2781ναται νὰ φαντάζηται, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1897 θὰ
2782παρουσιάσῃ αὔξησιν 10 ἑκατομμυρίων, ἄλλος 20 ἢ 30 ἑκα-
2783τομμυρίων. Ἀλλ’ ὅσον μεγαλείτερα εἶναι τὰ ἐλλείμματα,
2784τόσον μεγαλείτερος ὁ φόβος ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζογραμ-
2785ματίου. Οὐδὲν ἄλλο ἐπηρεάζει περισσότερον τὸ χαρτονόμι-
2786σμα, ὅσον ὁ φόβος τῶν ἐλλειμμάτων. Ὅταν ὅμως γνωρίζῃ
2787ἡ ἀγορὰ ἀκριβῶς, ὅτι αἱ μεταβολαὶ, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιστολὴ
2788τοῦ Βασιλέως συνεπάγεται, θὰ περιορισθῶσιν εἰς δαπάνην
2789γνωστὴν καὶ ὡρισμένην, καὶ ὅτι αὕτη θέλει καλυφθῆ διὰ
2790τῶν πόρων τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε δι’ ἄλλων πόρων, οἱ
2791ὁποῖοι δὲν θὰ προκαλέσουν ἐλλείμματα, ἡ ἐπιῤῥοὴ θὰ ἦναι
2792πολὺ μικροτέρα, ἴσως θὰ ἦναι μηδαμινή. Ἐντὸς δύο ἡμερῶν
2793νομίζω ὅτι κατὰ δύο μονάδας ἢ κατὰ τρεῖς ὑψώθη ἡ τιμὴ
2794τοῦ φράγκου. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ ἦτο πολὺ μεγαλειτέρα
2795ἡ ὕψωσις, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὐτυχῶς δὲν εἶχεν ἠσφαλισμένον
2796ποσὸν ἐπαρκὲς εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων
2797τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον, ὅπερ τὴν ἀπαλ-
2798λάσσει τῆς ἀνάγκης νὰ προβῇ εἰς ἀγορὰν χρυσοῦ διὰ τῆς ἀγο-
2799ρᾶς ἡμῶν.
2800Λοιπὸν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις
2801πρέπει νὰ σπεύσῃ, ὅπως ἄρῃ τὰς ἀμφιβολίας καὶ τοὺς φό-
2802βους, οἵτινες βεβαίως κατέχουν τὴν ἀγορὰν καὶ οἵτινες δὲν
2803εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαλειφθῶσι διὰ τῶν ἀορίστων βεβαιώσεων
2804τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, φόβους ὅτι ἀπειλοῦνται ἐκ τῆς ἐπι-
2805στολῆς μεταβολαὶ μεγάλαι εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἡ Κυ-
2806βέρνησις ἀπέδειξε διὰ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἐπιστολῆς τοῦ
2807Βασιλέως, ὅτι ἀπεδέχθη τὰς ἐν αὐτῇ γνώμας, καὶ διὰ τοῦτο
2808εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ προβῇ εἰς δαπάνας. Ἄλλως θὰ
2809παραβιάσῃ τὸ πρόγραμμα στρατιωτικῆς ἐργασίας, τὸ ὁποῖον
2810κατήρτισε μετὰ τοῦ Βασιλέως. Ἔχει λοιπὸν καθῆκον νὰ
2811σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὰ μέτρα, ὄχι μόνον διὰ νὰ θεραπεύσῃ
2812τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ τόπου, τοῦ νὰ ἴδῃ οὗτος τὸ ταχύτερον ποῖα
2813μέτρα ἐξελέξατο ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ συγχρόνως, ὅπως ἄρῃ
2814καὶ πάσας τὰς ἀμφιβολίας, αἵτινες ἐπικρατοῦσιν ἐν τῇ ἀγορᾷ,
2815ὅσον ἀφορᾷ τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῆς στρατιωτικῆς
2816πολιτικῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν.
2817Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν,
2818τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς, ὅτι
2819πρέπει νὰ ἀνασταλῇ ἡ περαιτέρω ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ
2820Προϋπολογισμοῦ, ἕως ὅτου ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ μέτρα,
2821τὰ ὁποῖα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς Βασιλικῆς ἐπιστολῆς σκοπεῖ νὰ
2822ὑποβάλῃ. Νομίζω δὲ, ὅτι ἔφθασαν τὰ πράγματα εἰς τοιοῦ-
2823τον σημεῖον, ὥστε δὲν θὰ ἦναι μεγάλη ἡ βλάβη, διότι οὔτε
2824ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀναβάλῃ ἐπὶ πολὺ τὰς προτάσεις
2825αὐτῆς, οὔτε αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς ἢ τῆς Βουλῆς θὰ
2826πάθωσιν, ἐὰν ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας ἀναβληθῇ ἡ
2827ἐργασία ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅταν δὲ τὰ μέτρα
2828αὐτὰ ὑποβληθῶσιν, ὅταν δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναγγείλῃ
2829καὶ τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας θεωρεῖ ἀναγκαίας διὰ τὴν
2830μεταβολὴν τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν
2831νέων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, τότε θὰ ἦναι δυνατὸν ἄνευ βλά-
2832βης νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς ἡ ἐπιτροπὴ καὶ νὰ
2833ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ
2834τοῦ πραγματικοῦ, διότι ὁ σήμερον ὑποβληθεὶς δὲν εἶναι πλέον
2835πραγματικὸς, καθόσον συνετάχθη ὑπὸ τὸ κράτος ἄλλων
2836ἀρχῶν. Ἄλλας ἀρχὰς ἔχει σήμερον καὶ ἄλλας εἶχε πρὶν, ὅσον
2837ἀφορᾷ τὰ δύο τοὐλάχιστον Ὑπουργεῖα, ἡ Κυβέρνησις. Αἱ
2838ἀρχαὶ αὗται ἤδη ἐπιβάλλουν μεταβολὰς, τὰς μεταβολὰς δὲ
2839ταύτας πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋ-
2840πολογισμοῦ καὶ ἡ Βουλὴ, πρὶν ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τοῦ προϋ-
2841πολογισμοῦ.
2842§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον.
2843§64ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
2844§65ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον (Θόρυβος).
2845§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν θέλετε,
2846ἂς διακόψωμεν. Ἀλλὰ πόσον;
2847§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν.
2848(Θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ καὶ διάλογοι).
2849(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ. μ. Ἐπαναλαμ-
2850βάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 50′).
2851§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ.
2852Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον.
2853§69ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ.....
2854§70ΣΤΑΗΣ. Τὸν λόγον, σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
2855Νομίζω ὅτι ἔλαβε χώραν παρανόησις· διότι, καθ’ ἣν στιγ-
2856μὴν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ διακοπὴ, ἢ νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν
2857αὔριον, ὁ κ. Πρόεδρος, προτοῦ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἀπε-
2858χώρησε τῆς ἕδρας τοῦ Προέδρου, καὶ τοιουτοτρόπως...
2859§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
2860§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Πρόε-
2861δρος εἶπε «διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν».
2862§73ΣΤΑΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Καὶ πρὶν ἢ ἀποφανθῇ, λέγω,
2863ἡ Βουλὴ, ἀπεχώρησεν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ οὕτως ὁ
2864ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβε τὸν λόγον καὶ
2865ἐλάλησε, χωρὶς νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Προέ-
2866δρου δὲν ἦτο ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
2867§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Πρόεδρος
2868τῆς Βουλῆς ἀπεδέξατο, ὡς ἀποδεκτὴν γενομένην ὑπὸ τῆς
2869Βουλῆς, τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως, καὶ ὅταν ἐγὼ τὸ
2870ἐπρότεινα, ὁ κ. Πρόεδρος τὸ ἤκουσε καὶ τὸ ἀπήγγειλε, τότε
2871δὲ ἀπῆλθεν. Οἱ Κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἤκουσαν ὡσαύ-
2872τως τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἤθελον νὰ ἐπανέλθωσιν· ἡμεῖς δὲν ἦτο
2873δυνατὸν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν γνώμην αὐτῶν.
2874§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἔπραξα ὅ,τι καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν
2875συνήθως συμβαίνει, ὅτε κατὰ τὴν ὀγδόην ἢ ὀγδόην καὶ
2876ἡμίσειαν γίγνεται διακοπὴ, ἐδήλωσα δὲ, ὅτι διακόπτεται ἡ
2877συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν, διότι ἐνόμιζον ὅτι ἔχω τὴν συγ-
2878κατάθεσιν τῆς Βουλῆς.
2879§76ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι τρεῖς ἢ τέσ-
2880σαρες μόνον τῶν Βουλευτῶν τῆς πτέρυγος ταύτης ἐνόησαν
2881ὅτι πρόκειται περὶ διακοπῆς, πάντες δὲ οἱ ἄλλοι δὲν τὸ ἐνόη-
2882σαν. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οἱ πολλοὶ, τοὺς ὁποίους ἤκουσα,
2883ἰσχυρίζοντο ὅτι ἀνεβλήθη διὰ τὴν αὔριον. Ἂν νομίζετε πρέ-
2884πον νὰ ἐξακολουθήσητε, ἀφοῦ οὕτω συνέβησαν τὰ πράγματα,
2885δύνασθε νὰ ἐξακολουθήσητε. Δὲν πρόκειται μήτε περὶ ἀπαρ-
2886τίας μήτε περὶ κωλυσιεργίας.
2887§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον.
2888§78ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἰς τὸ βῆμα μὲ φέρει ζήτημα προσωπι-
2889κὸν, κατ’ ἐμοῦ ἐγερθὲν παρά τινος τῶν κ. Βουλευτῶν τῆς
2890Ἀντιπολιτεύσεως, μὴ παρόντος ἐνταῦθα. Ἐπειδὴ τὸ προσω-
2891πικὸν τοῦτο ζήτημα ἤχθη ἐμοῦ ἀπόντος, νομίζω δὲ ὅτι δὲν
2892πρέπει νὰ ἀκολουθήσω τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος ἠ-
2893κολούθησε, διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ μοὶ ἐπιτρέ-
2894ψητε, ὅπως μὴ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος, δι’ ὃ ἐζή-
2895τησα τοῦτον, ἀλλ’ ἐν καιρῷ θέλω ἐπιφυλαχθῆ νὰ ἀπαντήσω
2896ὡς δεῖ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν ὅτι οὕτως ὤφειλε νὰ
2897ὁμιλήσῃ περὶ ἐμοῦ.
2898§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά, πολὺ καλά.
2899§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον; (Οὐδεὶς ἀπο-
2900κρίνεται). Κηρύσσω τὴν συζήτησιν περατωμένην.
2901Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Φι-
2902λαρέτου, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς:
2903«Μετὰ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως—ἧς τὰ μέτρα διὰ τῆς
2904δημοσιεύσεως αὐτῆς ἀπεδέχθη ἡ Κυβέρνησις—ἡ προεξεργα-
2905σία τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποβαίνει ἀνέφικτος, πρὶν ἢ οὗτος
2906μεταῤῥυθμισθῇ».
2907§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δι’ ὀνομα-
2908στικῆς κλήσεως.
2909§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλα-
2910ρέτου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν Ὄχι.
2911(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
2912τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Γρη-
2913γορίου Μαυρομαρᾶ καὶ Κίμωνος Βελλίνη, κατὰ τὸ ἑπό-
2914μενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2915Μιλτ. Δάλλας Χρ. Μαστραπᾶς
2916Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ο
2917Κωνστ. Ἀσημακόπουλος ΟΚ. Παπαμιχαλόπουλος
2918Ν. Σμόλενιτς ΟΠ. Ρίτσος
2919Δημ. Οἰκονομίδης ΟἈνδρ. Βασιλείου Ο
2920Δημοσθ. Καΐρης Σπ. Τσιτσάρας Ο
2921Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Δημ. Χατζόπουλος
2922Κωνστ. Νεγρεπόντης ΟΔημ. Βουλπιώτης
2923Ἰωάνν. Πετρίδης ΟΜιχ. Ἰατρίδης Ο
2924Ν. Φαρμακόπουλος Ἀλέξ. Σ. Κ. Ρώμας Ο
2925Σωτήρ. Δανόπουλος ΟΚ. Δ. Βοῦλτσος
2926Χρ. Βότσαρης Γ. Μελισσηνός Ο
2927Κωνστ. Γ. Καραπάνος Διον. Μυλωνᾶς Ο
2928Σπυρ. Βαρζέλης Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ο
2929Νικόλαος Λεβίδης ΟΧ. Στεφανόπουλος Ο
2930Κωνστ. Κολιάτσος Γεώργιος Κρεστενίτης
2931Δημοσθ. Σκυλίτσης Γεώργ. Παπακυριακόπουλος Ο
2932Ἀθ. Μουτσόπουλος ΟΔημοσθ. Δόγκας Ο
2933Ι. Δ. Καλλιφρονᾶς ΟἸω. Σισίνης Ο
2934Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΟΣτέφ. Σκουλούδης
2935Ἀλέξ. Σχ. Σοῦτσος Γεώργ. Πετούσης Ο
2936Δ. Γ. Ράλλης Ἀριστομ. Βαλέττας
2937Ἀλέξ. Ψύλλας ΟΝικ. Νομικός Ο
2938Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΟΠέτρος Δελένδας Ο
2939Γ. Κοζάκης Τυπάλδος ΟΚωνστ. Πεταλᾶς Ο
2940 Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο
2941Ἀθ. Ἴσκος Παναγ. Θρ. Ζαΐμης
2942Κωνστ. Τοπάλης ΟΘεόδ. Ζαΐμης
2943Νικ. Σχινᾶς Λ. Πετιμεζᾶς
2944Γεώργ. Φιλάρετος Γεώργ. Σιβιτανίδης Ο
2945Νικ. Σταματιάδης ΟΓιαννούσιος Τάκης Ο
2946Ἰω. Γιαννακόπουλος Ν. Δαγρὲς
2947Ἐπ. Μαυρομμάτης Κωνστ. Φλέσσας
2948Ι. Γρίβας Ν. Σάλμας Ο
2949Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟΔημ. Τερτίπης
2950Θεόδ. Ἀλεξάκης ΟἸω. Παλάσκας
2951Ἰω. Β. Δηλιγιάννης Ἰω. Σταμούλης
2952Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΟΚίμων Βελλίνης Ο
2953Π. Λαμπρινόπουλος ΟΞενοφ. Τσαμαγκίδης
2954Χαρ. Τζανετάκης ΟἸωάννης Καζαμπάκας
2955Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ι. Στεφάνου Ο
2956Πολύμερος Ζαρίμπας Παν. Λεβέντης Ο
2957Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Μιχ. Π. Ἰατρὸς
2958Ν. Χατζηνικολῆς ΟΑ. Πετσάλης Ο
2959Γεώργ. Κόρπας Παῦλος Ραζέλος
2960Ἀχιλ. Ἀγάθος Ἀθ. Πιεῤῥάκ. Μαυρομιχάλης
2961Κωνστ. Βασιλάκης Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
2962Ἰω. Σέχος ΟἈσημ. Χριστόπουλος Ο
2963Νικ. Βασιλάκης ΟΧαράλ. Κανελλόπουλος Ο
2964Ἀθ. Παραμυθιώτης ΟΠαναγ. Λαμπρούλιας Ο
2965Γεώργ. Θεοτόκης Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης Ο
2966Γεώργ. Καποδίστριας Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς Ο
2967Δημ. Οἰκονόμου ΟΘεόδ. Βελλιανίτης
2968Δημ. Πετρίδης Ἀνάρ. Σιμόπουλος
2969Π. Ζούζουλας ΟΛ. Καραλίβανος
2970Κωνσταν. Σκαρπέτης ΟΠανούρ. Πανουργιᾶς
2971Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ο
2972Νικ. Βαλσαμάκης ΟἈχιλ. Γεροκωστόπουλος Ο
2973Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς ΟἸω. Τσερτίδης Ο
2974Δημ. Σβορώνος ΟΧρ. Τζίνος Ο
2975Ἄθως Ρωμάνος Δημ. Βότσης
2976Διον. Καλούτσης ΟΠίνδ. Ἀντωνόπουλος
2977Σπ. Ε. Στάης Παναγ. Σάκκης Ο
2978Χ. Κ. Βοζίκης ΟΔημ. Ε. Καλογερόπουλος Ο
2979Νικ. Σταματόπουλος ΟΝικ. Καράπαυλος
2980Θ. Πέῤῥος ΟἸω. Βρυώνης Ο
2981Γεώργ. Μαυρομιχάλης ΟΠ. Ἄν. Καβαλλιεράτος
2982Δημοσθ. Μανούσακης Νικολ. Δημητριάδης
2983Δημοσθ. Ματάλας Γ. Ν. Μπούμπουλης
2984Ἀριστ. Μελετόπουλος Ἀντ. Γουδῆς Ο
2985Νικ. Γκουζούλης Ἀθ. Λαδόπουλος Ο
2986Δημ. Πιπινόπουλος ΟΝ. Βαφειαδάκης Ο
2987Χασὰν βέης Πετρεδὴν βέηςΟΓ. Παγανέλης Ο
2988Φιλώτας Ἰσχύμαχος ΟἈλοΐσιος Τόμαν
2989Ἰω. Λάππας ΟΝ. Δρόσος Ο
2990Α. Ἀλεξανδρόγιαννος ΟΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν
2991Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΟΣωτ. Χατζηγάκης Ο
2992Π. Μπογδάνος Νικ. Ταρμπάζης
2993Β. Βασιλειάδης ΟΚ. Χατζηπέτρος
2994Ἀθ. Εὐταξίας Θεόδ. Κριεμάδης Ο
2995Ἰω. Μπακόπουλος Εὐστ. Κοκκέβης Ο
2996Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ν. Γεωργακόπουλος Ο
2997Φίλ. Βάρβογλης ΟΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
2998Ν. Τριανταφυλλάκος Δημ. Καμαριώτης
2999Ἡλ. Ζέγγελης Διον. Στάϊκος
3000Λάμπρος Σινανιώτης ΟἈριστόβουλος Μάνεσης
3001Ἰω. Βούτουνας ΟΣπ. Δεϊμέζης Ο
3002Γ. Μαλέας Θεόδ. Λιμπρίτης Ο
3003Γ. Νικολαΐδης ΟἸω. Παπαδόπουλος Ο
3004Λεων. Δεληγεώργης Θεόδ. Γκίκας Ο
3005Μιλτ. Γουλιμῆς Παντελῆς Γκίκας Ο
3006Παν. Μερλόπουλος Νικ. Τσαμαδὸς
3007Περ. Μποῦτος ΟΧριστόδ. Στεριάδης Ο
3008Ἀλκ. Δεληγιάννης Νικολ. Κοντογιάννης Ο
3009Ἀντ. Καρατζᾶς Κομνᾶς Τράκας
3010Πέτρ. Ταταράκης Ν. Χατζῖσκος
3011Γεώργ. Κουλούρης ΟΤριαντάφυλλος Σχιᾶς
3012Ὄθων Μαῦρος ΟΔημ. Κρίτσας
3013Ἐλευθ. Μυκώνιος ΟΜιχ. Κακαρᾶς Ο
3014Μιλτ. Βαρδάσης ΟΓ. Ἀβέρωφ Ο
3015Γεώργ. Σισμάνης ΟΚ. Βαρατάσης Ο
3016Γεώργ. Πλατανιώτης Ἀλεξ. Μ. Κανάρης
3017Ἰω. Καναβὸς Ἰωάν. Α. Κανάρης Ο
3018Γ. Φαρμακόπουλος
3019§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 110. Ἐκ τούτων
30201 εἶπε Ναὶ, καὶ 109 εἶπον Ὄχι. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ πρό-
3021τασις τοῦ κ. Φιλαρέτου ἀπεῤῥίφθη.
3022Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
3023Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βου-
3024λῆς τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς ΙΔʹ Περιόδου.
3025Κεφάλαιον Αʹ. «Βουλή».
3026(Ἀναγνωσθὲν κατ’ ἄρθρον γίνεται δεκτὸν τὸ Κεφά-
3027λαιον Αʹ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
3028§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Βʹ. «Γραφεῖον Βουλῆς».
3029§85ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ κεφαλαίου Βʹ καὶ
3030ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ κεφαλαίου Γʹ ἐσημειώθη κατὰ λάθος
3031μισθὸς τοῦ διορθωτοῦ τῶν ἐντύπων καὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν
3032ἐστενογραφημένων πρακτικῶν δραχμὰς 240, ἀντὶ 270 τοῦ
3033πρώτου καὶ 280 τοῦ δευτέρου. Δέον νὰ διορθωθῇ, ὡς εἶναι
3034καὶ ἐν τῷ Κανονισμῷ.
3035§86ΚΡΙΤΣΑΣ. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
3036ἀνεγράφησαν μισθοὶ οὐχὶ συμφώνως τῷ Κανονισμῷ. Ἐνταῦθα
3037ὁ μισθὸς π. χ. τοῦ συντάκτου τῶν πρακτικῶν ὁρίζεται εἰς δρ.
3038320, ἐνῷ ὁ Κανονισμὸς ἀναγράφει 280, ὁ μισθὸς τοῦ διεκπε-
3039ραιωτοῦ σημειοῦται δραχ. 240, ἐνῷ κατὰ τὸν Κανονισμὸν
3040εἶναι 190.
3041§87ΛΑΠΠΑΣ. Ἔλαβον τὸν μισθὸν τοῦ βαθμοῦ των.
3042§88ΚΡΙΤΣΑΣ. Οὐδεμία μεταβολὴ δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ
3043τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
3044§89Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Τοῦτο ὁρί-
3045ζεται ῥητῶς ἐν ἄρθρῳ 77 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
3046§90Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία τῶν ἐστενο-
3047γραφημένων πρακτικῶν εἶναι σπουδαιοτάτη. Ἡ ὑπηρεσία
3048αὕτη εἶναι ἰδίᾳ ἐπίπονος, ἀπαιτεῖ μεγάλην προσοχὴν, καὶ τὸ
3049προσωπικὸν τῆς συντάξεως τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν
3050δὲν εἶναι πολυμελές. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, διότι ἔχω πεῖραν
3051τοῦ πράγματος, ὅτι ψυχὴ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς εἶναι ἀρ-
3052χαῖος ὑπάλληλος, ὁ κύριος Πολυζωΐδης. Ὁ κ. Πολυζωΐδης,
3053ἐπιθεωρητὴς τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, ἔχει μισθο-
3054δοσίαν 280 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἤδη δὲ ἐλαττοῦται ὅλως
3055ἀδίκως ἡ μισθοδοσία του διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βου-
3056λῆς, καὶ παρὰ τὸν Κανονισμὸν, εἰς δραχμὰς 240...
3057§91ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Περὶ τούτου ἐγένετο λόγος, ὅτι κατὰ
3058λάθος ἐσημειώθη 240.
3059§92Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Τότε δὲν ἔχω νὰ προσ-
3060θέσω τίποτε.
3061§93ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διὰ τοῦ τελευταίου περὶ
3062προσόντων τῶν ὑπαλλήλων νόμου ἐγένετο ἀφομοίωσις τῶν
3063βαθμῶν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς πρὸς διαφόρους βαθμοὺς
3064τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ὑπουργείων, δὲν ἐγένετο ὅμως, ὡς ἀπαι-
3065τεῖται, διὰ νόμου ἀφομοίωσις καὶ τῶν μισθῶν. Ὁ Κανονισμὸς
3066τῆς Βουλῆς ἀναγράφει δι’ ἑκάστην θέσιν καὶ δι’ ἕκαστον
3067ὑπάλληλον ὡρισμένον μισθόν. Ἐφ’ ὅσον ὁ Κανονισμὸς εἶναι
3068ἐν ἰσχύϊ, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ψηφίσῃ μισθὸν ἀνώτερον
3069ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται ἐν τῷ Κανονισμῷ. Ἀλλ’ ἐν
3070κεφαλαίῳ Βʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς οἱ μισθοὶ πέντε
3071ὑπαλλήλων εἶναι διάφοροι τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον ἀναγράφει
3072ὁ Κανονισμός. Προτείνω λοιπὸν νὰ κανονισθῶσιν οἱ μισθοὶ
3073αὐτῶν συμφώνως πρὸς τὸ ἐν τῷ Κανονισμῷ ἀναγραφόμενον
3074μισθολόγιον.
3075§94ΣΤΑΗΣ. Ἐν τῷ 77 ἄρθρῳ τοῦ ἐν ἰσχύϊ Κανονισμοῦ ἀνα-
3076γράφεται ἡ ἑξῆς διάταξις: «Οὐδεμία δαπάνη ἐπιτρέπεται διὰ
3077τὸ προσωπικὸν πέραν τοῦ ἀναγεγραμμένου μισθολογίου ἐν τῷ
3078παρόντι ἄρθρῳ καὶ ἐν τῷ προηγουμένῳ». Τὸ ἄρθρον δὲ τοῦτο,
3079τὸ 77, καὶ τὸ προηγούμενον 76 ἀναγράφουσι καὶ τὰς θέσεις
3080καὶ τοὺς μισθούς. Χωρὶς νὰ τροποποιηθῇ ἑπομένως ὁ ἐν ἰσχύϊ
3081Κανονισμὸς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ τὸ μισθολόγιον
3082τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἀναφερομένων ἐν τοῖς μνησθεῖσιν ἄρθροις.
3083Εὑρίσκω ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπὴ ὄχι μόνον παρὰ
3084τὰ κεκανονισμένα ἐπέφερε μεταβολὰς εἰς τὸ Βʹ κεφάλαιον τοῦ
3085ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ, καθὼς καὶ εἰς ἄλλα ἄρθρα
3086καὶ κεφάλαια, ἀλλὰ παραδόξως τὰς μεταβολὰς ταύτας δὲν
3087ὑπηγόρευσε πνεῦμα ἱκανοποιήσεως τῶν ἐργαζομένων ὑπαλ-
3088λήλων ἐν τῇ Βουλῇ. Τοὐναντίον φαίνεται ὅτι ἤθελον νὰ τι-
3089μωρήσωσιν οἱ τὰς τροποποιήσεις προτείναντες τοὺς ἀληθῶς
3090ἐργαζομένους ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τοῦ θέματος δὲ
3091τούτου θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν, ἂν σκέπτηται ἡ Βουλὴ νὰ
3092παραδεχθῇ τὸν προϋπολογισμὸν, ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς ἐπι-
3093τροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ.
3094§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα, ὡς ἀνέπτυξεν αὐτὸ ὁ κ. Βου-
3095λευτὴς ἐκ Κυθήρων, δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν. Ὁ Κανο-
3096νισμὸς ἀναγράφει τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων. Ἰδιαίτερον
3097δὲ ἄρθρον ὁρίζει, ὅτι οὐδεὶς μισθὸς δύναται νὰ ἀναγραφῇ, πλὴν
3098τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὰ ἄρθρα 76 καὶ 77. Ἑπομένως ἡ
3099πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ δὲν δύναται νὰ
3100γείνῃ δεκτὴ, ἐφ’ ὅσον δὲν συμφωνεῖ, ὡς πρὸς τὴν μισθοδοσίαν
3101τῶν ὑπαλλήλων, μὲ τὸν Κανονισμόν.
3102§96ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε ν’ ἀφομοιώσῃ τὸν
3103μισθὸν μὲ τὴν βαθμολογίαν ἑκάστου ὑπαλλήλου.
3104§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ προτείνητε μεταβολὴν τοῦ
3105Κανονισμοῦ.
3106§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀναν-
3107τίῤῥητον, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ προϋπολο-
3108γισμῷ τῆς Βουλῆς ἄλλοι μισθοὶ ἢ οἱ ἀναγραφόμενοι ἐν τῷ
3109Κανονισμῷ. Ἄλλως πρέπει νὰ προταθῇ μεταβολὴ τοῦ Κα-
3110νονισμοῦ.
3111§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μισθοὶ ἐν τῷ Κεφαλαίῳ Βʹ θέλουσιν
3112ἀναγραφῆ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ.
3113§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
3114§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ Κεφάλαιον Βʹ,
3115τροποποιημένον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς πρὸς
3116τοὺς μισθούς.
3117(Γίνονται εἶτα δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 19–26
3118«ἔξοδα ὑπηρεσίας» τοῦ Κεφαλαίου Βʹ).
3119§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Γʹ. «Στενογραφικὸν Γραφεῖον».
3120§103ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐνταῦθα πρέπει ὁ μισθὸς τοῦ ἐπιθεωρητοῦ
3121τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν νὰ ἀναγραφῇ, ὡς ἔχει ἐν
3122τῷ Κανονισμῷ, δρ. 280, καὶ ὄχι 240.
3123§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
3124§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει καὶ ἐπὶ τούτου γείνῃ διόρθωσις,
3125συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν.
3126(Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Γʹ μὲ τὴν τροποποίη-
3127σιν τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν ἐστενογραφημέ-
3128νων πρακτικῶν συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν).
3129§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Δ. «Βιβλιοθήκη Βουλῆς».
3130§107ΣΑΚΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου κεφαλαίου, τοῦ ἀφορῶν-
3131τος τὰ ἔξοδα τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, θέλω παρατη-
3132ρήσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ Ἐφορία τῆς Βιβλιοθήκης
3133δὲν εἰδοποιήθη ἐγκαίρως, ἵνα ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν
3134αὑτῆς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς, ἀναγ-
3135κάζομαι νὰ ζητήσω, ὡς ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης, ἀπ’ εὐθείας
3136παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἀναγραφὴν τῶν σχετικῶν πιστώσεων,
3137συμφώνως πρὸς τὸν ὑπ’ ἐμοῦ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς
3138κατατεθέντα προϋπολογισμόν. Τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον
3139παρουσιάζω κατά τι ἠλαττωμένον, ὡς πρός τινας τῶν δαπα-
3140νῶν τῆς Βιβλιοθήκης, ζητῶ ὅμως τὴν ἀναγραφὴν ἐκτάκτων
3141τινῶν πιστώσεων, διότι τῇ αἰτήσει τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς
3142Βουλῆς θέλομεν προβῆ εἰς τὴν μεταφορὰν τῶν βιβλίων δύο
3143αἰθουσῶν τῆς Βιβλιοθήκης εἰς ἕτερα δωμάτια, καθόσον αἱ
3144κενούμεναι αὗται αἴθουσαι θέλουσι χρησιμεύει ὡς ἐντευκτή-
3145ρια τῶν κ. κ. Βουλευτῶν κατὰ τὰς ὥρας τὰς ἐργασίμους
3146τῆς Βουλῆς, καὶ ὡς ἀναγνωστήρια κατὰ τὰς ὥρας τὰς
3147μὴ ἐργασίμους. Ἡ ἑτέρα πίστωσις ἀποβλέπει εἰς τὴν
3148τακτοποίησιν τῶν δωματίων, τῶν ἕνεκα τῆς τοποθετήσεως
3149τῶν θερμαγωγῶν (calorifères) βλαβέντων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι
3150κατὰ τὴν γνώμην τῆς σχηματισθείσης πέρυσιν ἐπιτροπῆς, ἵνα
3151ἐξετάσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς Βιβλιοθήκης, συνιστᾶται ἡ αὔξη-
3152σις τῆς δαπάνης δι’ ἀγορὰν βιβλίων, καθόσον ἡ Βιβλιοθήκη
3153ἔχει ἀνάγκην πολλῶν ἐλλειπόντων, χρησίμων διὰ τὸν προορι-
3154σμὸν αὐτῆς, ἀλλ’ αἱ οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι τοῦ Κράτους ἐπι-
3155βάλλουσι νὰ ἀφήσωμεν διὰ τὸ μέλλον τὴν μέριμναν ταύτην.
3156§108ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὡς ἀρκετὰ τὰ
3157ἀναγεγραμμένα ἔξοδα.
3158§109ΣΑΚΚΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὠφείλατε νὰ καλέσητε
3159τὸν ἔφορον, ἵνα ποιήσηται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὰς δεούσας
3160παραστάσεις περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Βιβλιοθήκης, καὶ τότε
3161νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς αἰτουμένης πιστώσεως. Πρό-
3162κειται περὶ Βιβλιοθήκης, ἧς ἡ ἀξία ὑπερβαίνει τὰ 4,000,000.
3163Χρῄζει λοιπὸν πρὸς συντήρησιν αὐτῆς δαπανῶν, ἃς δὲν δυνά-
3164μεθα νὰ παραλείψωμεν ἄνευ βλάβης αὐτῆς.
3165§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὰς ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐφόρου
3166τῆς Βιβλιοθήκης προτεινομένας τροποποιήσεις, τὸ τελευταῖον
3167μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ἀφορῶν τὰ ἔξοδα τῆς Βιβλιο-
3168θήκης, μεταβάλλεται ὡς ἑξῆς.
3169§111ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
3170Ἔξοδα Βιβλιοθήκης.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3171Ἔξοδα Ἐφορείας, γραφικὰ κλπ. Δρ.2,600
3172Ὀφειλόμενα ἐξ ἀγορᾶς βιβλίων τῆς Δʹ Συνόδου
3173τῆς ΙΓʹ περιόδου » 1,300
3174Ὀφειλόμενα ἐξ ἀγορᾶς βιβλίων τῆς Αʹ Συνόδου
3175τῆς ΙΔʹ περιόδου » 450
3176Ὀφειλόμενα ἐξ ἀγορᾶς βιβλίων τῆς Βʹ Συνόδου
3177τῆς ΙΔʹ περιόδου » 45
3178Δετικὰ βιβλίων » 1,200
3179Διὰ ξυλουργικὰς ἐργασίας » 600
3180Συνδρομὴ ξένων ἐφημερίδων καὶ περιοδικῶν » 5,800
3181Ἔκτακτος πίστωσις διὰ μεταφορὰν τῶν δύο
3182ἀναγνωστήριων » 2,000
3183Ἔκτακτος πίστωσις διὰ τὴν μετὰ τὴν ἐγκατά-
3184στασιν τῶν θερμαγωγῶν ἀπαιτουμένην διευ-
3185θέτησιν δύο δωματίων » 1,200
3186§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὰς προτάσεις τοῦ
3187ἐφόρου;
3188§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Δὲν ὑπάρ-
3189χει ἀντίῤῥησις.
3190§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3191Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς
3192τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς ΙΔʹ Περιόδου, ὡς ἐτροποποιήθη,
3193δραχ. τετρακόσιαι ὀγδοήκοντα ἐννέα χιλιάδες καὶ ἑπτακόσιαι
3194ἑβδομήκοντα πέντε (489,775).
3195Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
3196ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3197Ὁ ἐκ Κορινθίας βουλευτὴς κ. Δ. Οἰκονόμου ὑπέβαλε τρο-
3198πολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ ὑποχρεώσεως τῶν καλ-
3199λιεργούντων γαίας ἢ φυτείας ἐθνικὰς ἢ ἐκκλησιαστικὰς εἰς
3200ἀπότισιν δικαιώματος ἐπικαρπίας. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανε-
3201μηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 75).
3202Ὡσαύτως οἱ κ. κ. Π. Λεβέντης, Κ. Τοπάλης, Κ. Νεγρε-
3203πόντης, Ν. Δρόσος καὶ Γ. Παγανέλης ὑπέβαλον τροπολο-
3204γίαν διὰ προσθήκης ἄρθρου 6 εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ καταρ-
3205γήσεως τῶν κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ὑπὸ στοιχ. ᾼΧΚΑʹ
3206τῆς 24 Δεκεμβρίου 1887 καὶ ͵ΒΣΠΕʹ τῆς 6 Ἰουλίου 1895
3207νόμων θέσεων τῶν βοηθῶν καὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν
3208ἐπιστατῶν τῶν δημοσίων ἔργων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
3209(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 74.)
3210Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως
3211καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ δημο-
3212σίου λογιστικοῦ.
3213(Γίνεται δεκτόν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον,
3214ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
3215§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις,
3216Ὥρα 11 μ. μ.