Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΔ · Session ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Sitting 12

1896.11.22

4,340 rows · 34,007 words · 2 tables · 175 turns

Date
1896.11.22
Presidency
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗ
Period
ΙΔ
Session
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1897)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12

Τῆς 22 Νοεμβρίου 1896.

(Παρασκευή).

Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, καὶ μετά τινας παρατηρήσεις τῶν κ.κ. Γ. Φιλαρέτου καὶ Σπ. Ε. Στάη διορθωθέντα ἐπικυροῦνται).

§1Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς κ. Ἀλκιβ. Δεληγιάννης μοὶ ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν περὶ πωληθέντων παλαιῶν πυροβόλων. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ἀπαντῶ τὰ ἀκόλουθα. Πυροβόλα μόνον τέσσαρα παλαιοῦ συστήματος σιδηρᾶ, εὑρισκόμενα κεχωσμένα ἐν τῷ φρουρίῳ Ζακύνθου, ἐξεποιήθησαν διὰ πλειοδοτικῆς δημοπρασίας ἐπαναληπτικῆς, συμφώνως τοῖς κεκανονισμένοις τύποις καὶ ὁρισμοῖς, κατὰ μῆνα Ἰούλιον λήγοντος ἔτους, κατακυρωθέντων τῶν πρακτικῶν τῆς δημοπρασίας ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἰδιώτου Μπάφα ἀντὶ λεπτῶν δύο καὶ ἡμίσεως κατ’ ὀκᾶν. Ἡ δ’ ἐκποίησις αὕτη ἐγένετο κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ ἐν Ζακύνθῳ φρουράρχου, πληροφοροῦντος ὅτι ἦσαν ἐντελῶς ἄχρηστα. Εἰσεπράχθη δὲ χρηματικὸν ποσὸν ἐκ δραχ. 48 καὶ 80/00. Ἡ ὑπηρεσία ἐξεποίησεν ὡσαύτως κατὰ μῆνα Μάρτιον λήγοντος ἔτους περὶ τὰς 150 χιλιάδας ὀκάδων ἀχρήστου χυτοσιδήρου ἐκ παλαιῶν σφαιρῶν πυροβόλων, εὑρισκομένων ἐν Πύλῳ, δι’ ἐπανειλημμένης πλειοδοτικῆς δημοπρασίας, κατακυρωθέντων τῶν πρακτικῶν ἐπ’ ὀνόματι τῶν ἀδελφῶν Κλεισιώνη ἀντὶ λεπ. 1¼ κατ’ ὀκᾶν, μὴ παρουσιασθέντος ἑτέρου πλειοδότου, κατὰ τὴν περὶ τούτου ἀναφορὰν τῆς Διευθύνσεως τοῦ Ὁπλοστασίου.

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικηγόροι ἐκ Κυπαρισσίας, τηλεγραφικῶς ἀναφερόμενοι πρὸς τὴν Βουλήν, λέγουσιν, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν προέβη εἰς ἔλεγχον κατὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ εἰσαγγελέως κ. Λυκουρέζου. Κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ προξενικὰ Σμύρνης, ὡς καὶ τὰ ζητηθέντα περὶ τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ, τῶν διεξαχθεισῶν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἐπίσης κατετέθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὰ ἔγγραφα τὰ ζητηθέντα ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δρόσου καὶ Κοκκέβη περὶ τοῦ εἰρηνοδίκου Τήνου καὶ τοῦ εἰσαγγελέως Κυπαρισσίας.

§3ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ τηλεγράφημα τῶν ἐκ Κυπαρισσίας δικηγόρων.

§4ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Νὰ κατατεθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐφέτου κ. Δημητριάδου, καὶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.

§5ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Κύριον Πρόεδρον Βουλῆς. Ἀθήνας. «Σεβαστὸς πολιτευτὴς κ. Σωτηρόπουλος ἐξ ἐσφαλμένων ὅλως πληροφοριῶν προέβη εἰς ἄδικον ἔλεγχον ὑπηρεσίας ἐνταῦθα εἰσαγγελέως κ. Λυκουρέζου, ἀμερολήπτως πάνυ καὶ χρηστῶς ἐκπληροῦντος καθήκοντά του.» «Οἱ δικηγόροι Κυπαρισσίας. «Ζαχαρόπουλος, Παπαλεξόπουλος, Κ. Τσίμης, Π. Ἰατρόπουλος, Καραβίτης, Κυριλλόπουλος, Ἀποστολόπουλος, Μανωλόπουλος, Κοκκέβης, Πιπιλῆς, Μελισσηνὸς, Γεωργακόπουλος, Καραπατᾶς, Γιαννακόπουλος, Κακαβᾶς.»

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλκιβιάδης Δεληγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§7ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῶν πωληθέντων παλαιῶν πυροβόλων, πιστεύω ὅτι εἶναι ἀκριβές. Ἀλλὰ θέλω παρακαλέσει αὐτὸν, ἵνα καταθέσῃ καὶ τὰ ἔγγραφα τῆς δημοπρασίας, διότι γνωρίζω, ὅτι ὄχι μόνον ὅσα εἶπεν, ἀλλὰ πλείονα ἐπωλήθησαν, πολλαὶ ὀκάδες, καὶ ὅτι ἐπωλήθησαν 1½ λεπτὸν τὴν ὀκᾶν, ἐνῷ ὁ ἀγοραστὴς ἔμπορος τῆς Μασσαλίας τὰ ἠγόρασε κατόπιν ἀντὶ 13 λεπ. κατ’ ὀκᾶν, ὥστε τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη πολλὰ, καὶ ὄχι ὅσα ἔλεγε προχθὲς ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἑπομένως ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων τοῦ πλειστηριασμοῦ θέλει φωτίσει τὴν Βουλὴν, ἄν πραγματικῶς ἐτηρήθησαν ὅλαι αἱ διατυπώσεις τοῦ νόμου περὶ δημοπρασίας τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, διότι ἐγὼ ἔχω διαφορετικὰς πληροφορίας, καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, ὅτι εἶναι μέγα, καὶ ὡς πρὸς τὴν πώλησιν. Μεταβαίνω εἰς ἕτερον ζήτημα. Εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ ἡμερῶν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρατηρῶ ὅτι ἔχει ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὑπ’ ἀριθμὸν 37. Παρακαλῶ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, νὰ θέσητε αὐτὸ μεταξὺ τῶν πρώτων, καὶ ἂν ὑμεῖς νομίζητε ὅτι δὲν εἶναι ἐπεῖγον, παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως περὶ τῆς ἐγγραφῆς αὐτοῦ μεταξὺ τῶν πρώτων, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον ἐπειγόντων καὶ ἀναγκαίων ὅπως ψηφισθῇ πρὸ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ τμήματος τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ παρὰ τῆς Βουλῆς, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πρόκειται ἐντὸς ὀλίγου νὰ ἐκτεθῇ ὁ φόρος οὗτος εἰς δημοπρασίαν καὶ ἐνοικιασθῇ εἰς ἐνοικιαστάς, οἱ ὁποῖοι εἶναι, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἀνώτεροι περὶ τὰς βιαιοπραγίας κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν καὶ αὐτῶν τῶν Τούρκων σπαχήδων, διότι πολλάκις ὁ φορολογούμενος, ἐνῷ δὲν ἔχει οὐδὲ ὀκᾶν οἴνου, αἴφνης εὑρίσκεται ἐγγεγραμμένος ἐν πρωτοκόλλῳ καταμετρήσεως ὅτι εἶχεν ἐν βυτίοις 2 καὶ 3 χιλιάδας ὀκάδας οἴνου, ὡς δ’ ἔχει ὁ νόμος, διὰ τὴν ἐγκληματικὴν ταύτην πρᾶξιν τιμωροῦνται οἱ ἐνοικιασταὶ μόνον διὰ προστίμου, καὶ οὕτω καταβασανίζουσι τὸν λαὸν διὰ τὴν ψευδῆ αὐτὴν βεβαίωσιν, διότι τὰ ἀποτελοῦντα τὴν τῆς καταμετρήσεως ἐπιτροπὴν πρόσωπα εἶναι αὐτοὶ οἱ ἐνοικιασταί, ἢ συγγενεῖς ἢ φίλοι στενοὶ αὐτῶν, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ πρόστιμον, ἐάν τις καταγγείλῃ αὐτούς. Πολλάκις ἔκαμαν ἀντιῤῥήσεις οἱ δυστυχεῖς φορολογούμενοι, ἀλλὰ τὰ Εἰρηνοδικεῖα ἀπεφάνθησαν, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἁρμοδιότητα, ἄλλως δὲ ἀπέῤῥιψαν αὐτὰς, καὶ οὕτω πολλοὶ ἀπώλεσαν καὶ τὰ ἔξοδά των, καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὴν προτέραν αὐτῶν κατάστασιν, πληρώσαντες καὶ τὰ ἔξοδα τῶν ἐνοικιαστῶν. Περὶ τῆς προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὀφείλει ἡ Βουλὴ ἀμέσως νὰ ἀποφανθῇ, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἀποφανθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§8ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καταρτίζεται νομοσχέδιον περὶ τούτου, κύριε Βουλευτὰ, τὸ ὁποῖον θὰ κατατεθῇ τὴν προσεχῆ Δευτέραν. Τότε δὲ δύνανται νὰ συζητηθῶσι ταὐτοχρόνως καὶ τὰ δύο.

§9ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Πολὺ καλά.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;... Οὐδεὶς εἶναι ἐγγεγραμμένος. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τῆς Κρήτης. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§11ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς, ὡς πιστεύω, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπάρχει Ἕλλην ἐντὸς τῆς αἰθούσης, εἴτε ἐκτὸς αὐτῆς, ὁ μὴ εὑρίσκων δεδικαιολογημένην καὶ ἐπιβεβλημένην ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων τὴν ἐξ ἐπερωτήσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προαχθεῖσαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συζήτησιν, ἧς σκοπὸς εἶναι ἡ ἐξέτασις τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι. Μέχρι τῆς προχθὲς δὲν ἐξήρουν ἐκ τῶν τοιαύτην ἐχόντων γνώμην οὐδὲ τοὺς ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν θώκων καθημένους, διότι ἐφρόνουν, ὅτι οὗτοι, εἰς τοὺς ὁποίους οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὸ ἀκραιφνὲς τῆς φιλοπατρίας αἴσθημα, κατατιθέντες εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τῆς ὑπ’ αὐτῶν διαχειρισθείσης ἐθνικῆς ὑποθέσεως, ἤθελον ἴδει εὐχαρίστως ἐξελεγχομένην τὴν πολιτείαν αὐτῶν ἐν ζητήματι ἐξόχως ἐθνικῷ. Λυποῦμαι, διότι ὑστέρησαν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ἐπιβαλλομένου εἰς αὐτοὺς καθήκοντος, ἀρνηθέντες νὰ προσαγάγωσι τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἔγγραφα. Ἡ προσαγωγὴ τῶν ἐγγράφων ἤθελε διευκολύνει καὶ διαφωτίσει τὴν συζήτησιν, ἤθελε καταστήσει εὐχερέστερον τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, καὶ ἤθελεν ἴσως κωλύσει, εὐλόγους ἄλλως, κατὰ τῆς Κυβερνήσεως αἰτιάσεις. Ἀφοῦ ἐπέτρεψαν εἰς ἑαυτοὺς νὰ πιστεύωσιν, ὅτι αἱ προσπάθειαι καὶ αἱ ἐνέργειαί των συνεβάλοντο εἰς τὴν ἐπιτευχθεῖσαν λύσιν, ἀφοῦ διεκήρυξαν, ὅτι διὰ τῆς ἐπιτευχθείσης λύσεως ἐπερατώθη τὸ στάδιον τῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἦτο, κατ’ ἐμὲ, ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτοὺς νὰ ἀρνηθῶσι τὴν εἰς τὴν Βουλὴν προσαγωγὴν τῶν αἰτηθέντων ἐγγράφων. Ἡ μὴ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων παρέχει τὴν εὔλογον ὑπόνοιαν, ὅτι ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει τι τὸ ἐλέγχον καθυστέρησιν, παράλειψιν ἢ ὀλιγωρίαν ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν ἐπιβαλλομένων αὐτῇ καθηκόντων. Πάντων τῶν ἐθνῶν αἱ Κυβερνήσεις εἶναι οἱ νόμιμοι αὐτῶν ἀντιπρόσωποι ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν διεθνῶν αὐτῶν σχέσεων, ἀσκοῦσι δὲ τὰ ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τῶν σχέσεων τούτων καθήκοντα καὶ δικαιώματά των ἐν πάσῃ μὲν ἐλευθερίᾳ, ἀλλ’ ἐν ἀμερίστῳ εὐθύνῃ. Μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων τῶν ἐθνῶν τῶν μοναρχικῶς διοικουμένων καὶ τῶν ἐθνῶν τῶν συνταγματικῶς διοικουμένων ὑπάρχει τις διαφορά. Αἱ πρῶται ῥυθμίζουσι τὰ τῶν διεθνῶν σχέσεων ὡς αὗται κρίνουσι καλλίτερον, ὀφείλουσαι εὐθύνας εἰς μόνην τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὴν ἱστορίαν· αἱ Κυβερνήσεις ὅμως τῶν συνταγματικῶς διοικουμένων ἐθνῶν ὑποβάλλονται εἴς τινα περιορισμόν· ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τῶν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ὀφείλουσι νὰ ὁδηγῶνται ὑπὸ τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖον διερμηνεύεται ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου, εἰς ὅ δίδουσι λόγον εὐθὺς ὡς αἱ κυβερνητικαὶ ἐνέργειαι καταλήξωσιν εἰς ὡρισμένην τινὰ λύσιν. Ἡ δοσιλογία τῶν Ὑπουργῶν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ὁ ἐξ αὐτῆς προκαλούμενος κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος δὲν ἔχει μόνον τὸν σκοπὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἤδη πραχθέντων ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν. Ἔχει καὶ ἕτερον λόγον· ἐκ τῶν συζητήσεων, ἃς ὁ ἔλεγχος οὗτος προκαλεῖ, ἐνδεικνύεται τὸ φρόνημα τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας περὶ τῆς ἐν τῷ μέλλοντι τηρητέας πολιτικῆς. Ὅταν ἡ Βουλὴ πείθηται περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν Ὑπουργῶν ἐν τῷ λήξαντι σταδίῳ, περιβάλλει αὐτοὺς διὰ νέας ἰσχύος, ἥτις εἶναι χρήσιμος εἰς τοὺς κυβερνῶντας ἐν τῇ περαιτέρω πολιτείᾳ των. Ἰδοὺ διατὶ ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει Ἕλλην, ὁ μὴ εὑρίσκων δεδικαιολογημένην τὴν προκειμένην συζήτησιν· ἰδοὺ διατὶ ἐξεδήλωσα τὴν λύπην μου ἐπὶ τῇ ἀρνήσει τῆς Κυβερνήσεως πρὸς κατάθεσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων. Τὴν ἔλλειψιν τῶν ἐγγράφων ἀνεπλήρωσεν ἐν μέρει ἡ τελευταία ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἥτις παρέσχεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀσφαλὲς ἔδαφος πρὸς συζήτησιν. Ἡ αὐτονομουμένη μικρὰ αὕτη γωνία τῆς Ἑλληνικῆς χώρας δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀξιώσεις Κράτους ἀξίου τοῦ ὀνόματος, ἐὰν καὶ πρὸς στιγμὴν ἀποβάλῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι κυρίαν ἔχει ἀποστολὴν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν μόνιμον ἀποκατάστασιν τῶν μὴ εἰσέτι ἀπελευθερωθέντων Ἑλλήνων. Ἡμᾶς τοὺς βιοῦντας ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Κράτει δὲν μᾶς συνδέει πρὸς τοὺς διατελοῦντας εἰσέτι ὑπὸ τὸν ξενικὸν ζυγὸν ἀδελφοὺς ἡμῶν μόνον ὁ δεσμὸς τῆς θρησκείας καὶ τῆς γλώσσης, μᾶς συνδέει ἡ κοινὴ καταγωγή, μᾶς συνδέουσιν οἱ κοινοὶ ἀγῶνες, μᾶς συνδέουσιν οἱ κοινοὶ πόθοι. Εὐλόγως ὑπολαμβάνεται τὸ ἐλεύθερον Κράτος ὡς ἡγέτης τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ εὐλόγως οἱ ἐν αὐτῷ οἰκοῦντες καὶ οἱ ἐκτὸς αὐτοῦ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπεκδέχονται πᾶσαν ἐνέργειαν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν διαρκῆ ἀποκατάστασιν τῶν μὴ εἰσέτι ἀπελευθερωθέντων Ἑλλήνων. Νομίζω δὲ, ὅτι εἰς σφάλμα περιέπεσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἰσχυρισθεὶς ἐντεῦθεν, ὅτι ἤθελε χαρακτηρισθῆ τὸ Κράτος ἡμῶν γελοῖον, ἐὰν ἠξίου τὴν ἡγεμονίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ἠσθάνθη ὅμως ἀμέσως τὸ λάθος του, καὶ ἐφρόντισεν ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ ἀγορεύσει του νὰ τὸ διορθώσῃ, διότι δύο ἀνέφερε γεγονότα, ἐνδεικνύοντα, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος φρονεῖ τὸ ἐναντίον. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερεν, ὅτι ὡς πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις κατὰ τὸ 1867 ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ τότε αὐτοκράτορος τῆς Γαλλίας Ναπολέοντος Γʹ, ὅστις τῷ εἶπεν, ὅτι δὲν ἐγένετο αὐτῷ δυνατὸν νὰ πράξῃ τι ὑπὲρ τῆς Κρήτης, διότι μεγάλην εὕρισκεν ἀντίδρασιν παρ’ ἄλλαις Δυνάμεσιν, ἀλλ’ ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς ἐστέργομεν τὴν αὐτονομίαν τῆς Κρήτης, ἠδύνατο ν’ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τοῦτο, ὅπως πείσῃ καὶ τὰς ἄλλας Δυνάμεις καὶ τὴν Πύλην, ἵνα παραχωρηθῇ εἰς τὴν Κρήτην ἡ αὐτονομία. Ἀλλ’ ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Γαλλίας ἀπηυθύνετο πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος καὶ ᾐτεῖτο τὴν συναίνεσιν τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἐργασθῇ διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς αὐτονομίας εἰς τὴν Κρήτην, τί ἄλλο ἐνεδείκνυεν ἢ ὅτι ἀναγνωρίζει τὴν Ἑλλάδα, ὡς ἔχουσαν τὴν ἡγεσίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἀνέφερεν ὁ ἴδιος ἐν τῇ αὐτῇ ἀγορεύσει του, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, τί εἶπεν ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν γινώσκω, ἐὰν ταῦτα εἶπεν, ἀλλὰ καὶ ἂν τὰ εἶπεν, εἶναι γνώμη ἀτομική. Τὸ φρόνημα τῆς Ἀγγλίας καὶ τῶν ἄλλων Μεγάλων Δυνάμεων περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἶναι διάφορον. «Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐξασκεῖ ἐπιῤῥοὴν τοιαύτην, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συγκινήσῃ ἓξ ἢ ἑπτὰ ἑκατομμύρια ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν ἰσχυρῶν τῆς Εὐρώπης». Εἶναι ἢ δὲν εἶναι αὕτη ἐπαρκὴς ὁμολογία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὸ ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἔχει τὴν σημαίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ἔχομεν λοιπὸν ἠθικὰς ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς εἰσέτι ὑπὸ τὸν ξενικὸν ζυγὸν διατελοῦντας Ἕλληνας· ἂν δὲ τοιαύτας ὑποχρεώσεις ἔχομεν πρὸς πάντας τοὺς ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος Ἕλληνας, αἱ ὑποχρεώσεις αὗται ἀποβαίνουσιν ἐπιτακτικώτεραι καὶ ἱερώτεραι ἀπέναντι τῶν ἐν τῇ πολυπαθεῖ μεγαλονήσῳ τῆς Κρήτης οἰκούντων Ἑλλήνων. Καθ’ ὃν χρόνον καὶ τὸ ἡμέτερον Βασίλειον καὶ ἅπας ὁ Ἑλληνισμὸς διετέλει ὑπὸ τὴν δουλείαν, οὐ μόνον ἐκ τοῦ ἐλευθέρου νῦν Βασιλείου, ἀλλὰ καὶ ἐν Κρήτῃ πολλαὶ ἐξηγέρθησαν ἐπαναστάσεις πρὸς ἀποτίναξιν τοῦ ξενικοῦ ζυγοῦ. Κατὰ δὲ τὸν γενικὸν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀγῶνα ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας οἱ ἐν Κρήτῃ Ἕλληνες ἠγωνίζοντο μετὰ τῶν πατέρων ἡμῶν τὸν κοινὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον ἐθεώρουν ἀνεπίδεκτον διαιρέσεως· δὲν ἐμάχοντο δὲ μόνον εἰς τὴν ἑαυτῶν πατρίδα, ἀλλ’ ἐμάχοντο καὶ εἰς πάσας τὰς μάχας καὶ εἰς πάντα τὰ πεδία τοῦ νῦν ἐλευθέρου Βασιλείου. Περιττὸν νὰ ἀναμνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὁποῖον πένθος ἐπέσκηψεν, ὁποῖον ἄλγος κατέλαβε τὰς καρδίας τῶν ἀγωνιστῶν πατέρων ἡμῶν, ὅταν πλοκὴ περιστάσεων, ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς των, ἀπεχώρησε τὴν Κρήτην καὶ ἀφῆκεν αὐτὴν ὑπὸ τὸν ξενικὸν ζυγόν. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἄρχονται αἱ μεγαλείτεραι κατὰ τῶν Ἑλλήνων καταπιέσεις, διότι ἡ κυρίαρχος δύναμις ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης συνέλαβε τὸ σχέδιον νὰ καταπνίξῃ τὸν ἐν Κρήτῃ Ἑλληνισμόν· ἐφ’ ὅσον προεβάλλετο ἀντίστασις ἀπὸ μέρους τῶν ἐν Κρήτῃ Ἑλλήνων, ἐπὶ τοσοῦτον ἐπετείνοντο τὰ ἀπανθρωπότερα καὶ βαρβαρώτερα τῶν μέσων πρὸς καταστροφὴν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Σειρὰ ἐπαναστάσεων ἐσημειώθη ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποκατεστάθη τὸ ἐλεύθερον Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος. Τίς ἐξ ἡμῶν δὲν ἐνθυμεῖται τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον διεξήγαγον οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν Κρῆτες ἐπὶ τριετίαν, ἀνθιστάμενοι κατὰ τῆς κυριάρχου δυνάμεως; Εἰς πεντήκοντα καὶ πλέον χιλιάδας εἶχεν ἀνέλθει ὁ ἐν Κρήτῃ συγκεντρωθεὶς τουρκικὸς στρατὸς, καὶ ὅμως ἡ δρὰξ ἐκείνη τῶν ἡρώων Κρητῶν ἀνθίστατο κατὰ τῆς κυριάρχου δυνάμεως, ὑπέκυψε δ’ ἐπὶ τέλους, μετὰ τριετῆ ἀγῶνα, ἀλλ’ ὑπέκυψεν ἀφοῦ ἅπασα ἡ Εὐρώπη, ὑποκύπτουσα εἰς τὸ κρατῆσαν δόγμα τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας, συνεβούλευσε νὰ ὑποταχθῇ καὶ αὖθις ὑπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγὸν ἡ Κρήτη. Ἔκτοτε παρὰ τοῖς ἐν Ἑλλάδι σκεπτομένοις διὰ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐμορφώθη ἡ γνώμη, ὅτι, ἵνα συντελέσῃ τὸ ἐλεύθερον Βασίλειον ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν δούλων ἀδελφῶν, ὀφείλει νὰ παρασκευασθῇ κατὰ θάλασσαν καὶ κατὰ ξηράν. Ὅτε κατὰ τὸ 1889 κατεπονήθη ἡ τότε ἐγερθεῖσα ἐπανάστασις καὶ κατηργήθησαν τὰ δικαιώματα, τὰ χορηγηθέντα ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Χαλέπας, κατεδείχθη τότε αἰσθητότερον τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, νὰ παρασκευασθῇ στρατιωτικῶς καὶ ναυτικῶς, οὕτως ὥστε νὰ δύναται αὕτη νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν, τοὺς διατελοῦντας ὑπὸ τὸν ξενικὸν ζυγόν. Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι αἱ στρατιωτικαὶ καὶ ναυτικαὶ δυνάμεις ἡμῶν κατὰ τὸν τελευταῖον Κρητικὸν ἀγῶνα διετέλουν εἰς ἣν κατὰ τὸ 1889 κατάστασιν. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας συνάδελφον, νὰ παρατηρήσῃ πρὸς αὐτὸν, ἴσως δὲ βραδύτερον καὶ πρὸς ἐμὲ, ὅτι ἡμεῖς, οἵτινες ὑπεστηρίξαμεν τὴν προκάτοχον τῆς παρούσης Κυβέρνησιν κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, οὐδὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ συνηγορῶμεν ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς συντάξεως τῆς χώρας. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι προσῆκον ἐν τοιούτῳ θέματι, ἐν τοιαύτῃ συζητήσει, νὰ κατερχώμεθα εἰς ἀντεγκλήσεις ἀφορώσας τὸ παρελθόν· τὸ χειρόκτιον ῥίπτει καὶ αὖθις πρῶτος ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐγκαλῶν ἡμᾶς ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ὡς μὴ ἔχοντας τὸ δικαίωμα νὰ προβάλωμεν τὴν σημαίαν τῆς ἀμέσου συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὰ ἁμαρτήματα τοῦ παρελθόντος, δὲν δύναται νὰ θεωρήσῃ ἀμέτοχον τὸν ἔντιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, καὶ πρὸ τοῦ 1882 καὶ μετὰ ταῦτα, διῴκησε τὴν Ἑλλάδα· ὥστε, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἰς βάρος τοῦ παρελθόντος πρέπει πάντα τὰ ἁμαρτήματα νὰ ῥίψωμεν, μέρος τῶν ἁμαρτημάτων τούτων ὀφείλει ν’ ἀναλάβῃ εἰς ἴδιον λογαριασμὸν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσῃ, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὸν τελευταῖον Κρητικὸν ἀγῶνα ἦτο ὁ στόλος ἡμῶν καλλίτερον καὶ πληρέστερον παρεσκευασμένος, ἐὰν εἰς αὐτὸν προσετέθησαν τρία θωρηκτά, μηδόλως ὑστεροῦντα τῶν θωρηκτῶν τῶν μεγάλων ἐπικρατειῶν καὶ δυνάμενα ν’ ἀντιταχθῶσι μετὰ πιθανότητος ἐπιτυχίας κατὰ τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς γείτονος ἐπικρατείας, τοῦτο ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὴν διοίκησιν ἐκείνην, κατὰ τῆς ὁποίας ἐξετόξευσε καὶ νῦν αἰτιάσεις ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν ἔχομεν σήμερον ὁπλισμὸν μὴ ὑστεροῦντα τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐν τῷ πυροβολικῷ καὶ ἐν τῷ πεζικῷ ἡμῶν, ἐὰν ἔχομεν σήμερον στρατῶνας καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, ποῦ ὀφείλονται πάντα ταῦτα, εἰμὴ εἰς τὴν διοίκησιν ἐκείνην, κατὰ τῆς ὁποίας ἐγείρουσι πάντοτε αἰτιάσεις, ἵνα δικαιολογήσωσι τὸ παρόν; Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν διενοήθην νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι δὲν συνεπληρώθη ὡς ἔδει ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις τῆς χώρας, ἀλλὰ δὲν συνεπληρώθη, διότι ὑπῆρχεν ἄλλος ὁ σκοπὸς, εἰς τὸν ὁποῖον διέβλεπεν ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὡς ἐκ τῆς πρὸ τοῦ 1882 διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, εἶχεν ἐγερθῆ παρ’ ἡμῖν τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα τοσοῦτον κρίσιμον, τοσοῦτον ὀξὺ, ὥστε ὤφειλε πᾶς ὁ κυβερνῶν τὴν Ἑλλάδα πρὸ παντὸς νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα μὴ περιέλθωμεν εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, διότι πρὸ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς συντάξεως ἔδει νὰ προκληθῇ ἡ οἰκονομικὴ σύνταξις. Ἀλλὰ φορὰ περιστάσεων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως καὶ ἐκείνων καὶ πάντων ἡμῶν, περιήγαγεν ἡμᾶς εἰς τὴν κατάστασιν τῆς πτωχεύσεως. Ἀλλὰ μετὰ τὴν πτώχευσιν εἶναι ἐπιβεβλημένον ἡμῖν τὴν αὐτὴν πολιτικὴν τὴν οἰκονομικὴν νὰ μετερχώμεθα καὶ σήμερον; Ἐὰν δὲ πρόκειται καὶ αὖθις τὴν αὐτὴν αἰτίασιν νὰ ἀπευθύνωσι καθ’ ἡμῶν, διότι ἀγορεύομεν ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς καὶ τῆς ναυτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, ἠδυνάμην νὰ παρατηρήσω καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ σπουδαιότερον ἐφόδιον παντὸς πολιτικοῦ ἀνδρὸς εἶναι τὰ ἐν τῷ παρελθόντι ὑπ’ αὐτοῦ πραχθέντα σφάλματα. Τοῦτο δύναταί τις νὰ τὸ εἴπῃ διὰ πάντα σωφρονοῦντα ἰδιώτην περὶ τῶν ἰδίων αὐτοῦ ὑποθέσεων, πολλῷ δὲ μᾶλλον δι’ ἐκείνους, οἵτινες κυβερνῶσι μίαν χώραν. Ἐὰν διεπράχθησαν ἐν τῷ παρελθόντι σφάλματα, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι τὰ σφάλματα ταῦτα κωλύουσιν ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ σκεπτώμεθα καὶ ἐργαζώμεθα νῦν σκοπιμώτερον, ὅπως τὰ τοῦ παρελθόντος σφάλματα διορθώσωμεν, καὶ ὁδηγούμενοι ἐκ τῆς κεκτημένης πείρας ἐγκαταστήσωμεν νέαν πορείαν. Τὰ τοῦ τελευταίου Κρητικοῦ ἀγῶνος, κατ’ ἐμὴν ἐκτίμησιν, δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς τρεῖς χρονικὰς περιόδους. Ἡ πρώτη περίοδος ἀνάγεται εἰς τὰ γενόμενα μέχρι τῆς 3ης Μαΐου 1896, ἤτοι μέχρι τῆς πολιορκίας τοῦ Βάμου· τὰ τῆς δευτέρας περιόδου ἀνάγονται εἰς τὰ γενόμενα ἀπὸ τῆς 3ης Μαΐου μέχρι τῆς 17ης ἢ 20ῆς Μαΐου, καὶ τὰ τῆς τρίτης περιόδου ἀνάγοντα εἰς τὰ ἐντεῦθεν γενόμενα. Κατὰ τὴν Αʹ περίοδον, ὡμολογήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἐμερίμνα καὶ προσεπάθει παντὶ σθένει, ὅπως εἰρηνεύσῃ τὴν Κρήτην, ὅπως πείσῃ τοὺς διατεθειμένους νὰ ἐξεγερθῶσι κατὰ τοῦ κυβερνητικοῦ καθεστῶτος, ἵνα μείνουν ὑποτεταγμένοι καὶ εὐπειθοῦντες πρὸς τὴν κυρίαρχον δύναμιν. Δὲν κατώρθωσε νὰ πείσῃ τοὺς ἐν Κρήτῃ Ἕλληνας νὰ ἐγκαταλείψωσι πάντα αὐτῶν τὰ αἰτήματα καὶ νὰ ὑποταχθῶσιν ὑπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγόν. Ἀλλ’ ἐὰν κατώρθου νὰ πείσῃ αὐτοὺς νὰ μὴ ἀναλάβωσιν ἀνὰ χεῖρας τὰ ὅπλα, ἐρωτῶ, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσι τὰ προνόμια ἢ τὰ δικαιώματα, ὅσα ἐπὶ τοσοῦτον ἐξῆρεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Ἐὰν οἱ Κρῆτες ὑπήκουον εἰς τὰ κελεύσματα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀποτρεπούσης αὐτοὺς ἐκ παντὸς κινήματος καὶ ἐπιταττούσης τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως νὰ διαλυθῇ, θὰ ἐπήρχετο ἡ λύσις τῆς παραχωρήσεως τῶν προνομίων, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ καυχᾶται ἡ Κυβέρνησις; Ὀφείλει λοιπὸν ἀναγκαίως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνομολογήσῃ τὸ σφαλερὸν τῆς πολιτικῆς της ἀπέναντι τῶν Κρητῶν, ἢ ν’ ἀποδεχθῇ, ὅτι ἡ ἐπελθοῦσα λύσις οὐδὲν ἔχει τὸ κοινὸν πρὸς τὰς ἐνεργείας καὶ προσπαθείας αὐτῆς. Ἡ ἐν Κρήτῃ ἐπανάστασις, ὡς πάντες οἱ παρακολουθήσαντες ταύτην γνωρίζουσιν, ἤρξατο παρασκευαζομένη ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰουλίου τοῦ παρελθόντος ἔτους. Κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, πάντες ἐνθυμούμεθα, εἰς ὁποίας διετέλει δυσχερείας ἡ γείτων ἐπικράτεια, ὡς ἐκ τοῦ Ἀρμενικοῦ ζητήματος, ὁπόσον ἦτο περιδεὴς καὶ ὁπόσον ἐμερίμνα, ἵνα μὴ κίνημά τι ἐπαναστατικὸν ἐγερθῇ εἰς ἕτερόν τι τμῆμα τῆς ἐπικρατείας της. Ἐν τοιαύτῃ δυσχερεῖ θέσει εὑρισκομένης τῆς γείτονος ἐπικρατείας, τῶν πραγμάτων τῆς Κρήτης παρασκευαζόντων ἐπανάστασιν κατὰ τοῦ Κρητικοῦ καθεστῶτος, δὲν ἦτο ἐπιβεβλημένον τῇ Ἑλληνικῇ Κυβερνήσει νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς εὐκαιρίας ταύτης καὶ ζητήσῃ ὅ,τι τότε ἐζήτουν οἱ ἐν Κρήτῃ Ἕλληνες; Ἀλλὰ περὶ τοιαύτης ἐνεργείας οὐδεμία ἐγένετο μνεία οὔτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως οὔτε ἀλλαχόθεν. Δυστυχῶς δὲ ἐβεβαιώθη, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην περὶ ἑνὸς ἐμερίμνα, οὐδεμίαν νὰ δώσῃ ἀφορμὴν καὶ ἐνόχλησιν εἰς τὴν γείτονα ἐπικράτειαν, ἵνα μὴ δυσχεράνῃ τὴν θέσιν αὐτῆς, ἵνα μή, ὡς ἀξιοῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐμβάλῃ εἰς κίνδυνον τὴν διατήρησιν τῆς ὁμοφωνίας τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων. Εἶναι ὅμως γνωστόν, ὅτι ἀκριβῶς ἐν τῷ ζητήματι τῷ Ἀρμενικῷ ἀνεφύη διαφωνία μεταξὺ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων· καὶ ὑπῆρξε Δύναμις μεγάλη, ἥτις ἐθεωρήθη ὡς ἡττηθεῖσα ἐν τῷ ζητήματι ἐκείνῳ, ἥτις—δεδικαιολογημένως παρεστάθη ὑπὸ ἑτέρων συναδέλφων—μετὰ προθυμίας ἤθελεν ὑποστηρίξει πᾶν ἕτερον κίνημα τῶν ὑπὸ τὴν γείτονα ἐπικράτειαν διατελούντων ὑποδούλων, ἐπερχόμενον εἴτε καθ’ ὃν χρόνον παρίστατο τὸ Ἀρμενικὸν, ἤτοι ἀμέσως μετ’ αὐτό. Οὐδὲν φυσικώτερον διὰ τὴν Μεγάλην ταύτην Δύναμιν ἢ νὰ ἐπιζητῇ εὐκαιρίαν, ὅπως ἀνυψώσῃ τὸ ἑαυτῆς γόητρον, μειωθὲν ὁπωσδήποτε ἐν τῷ Ἀρμενικῷ ζητήματι, ὅπως οἱονεὶ ἐκδικηθῇ ἐπὶ τῇ προηγηθείσῃ ἀποτυχίᾳ. Δὲν ἦτο βεβαίως ἐπάναγκες νὰ μᾶς καλέσῃ ἡ Δύναμις αὕτη, ὅπως κινηθῶμεν, ἔστω καὶ διπλωματικῶς· ἡ ὑποστήριξις αὐτῆς ἦτο ἐκ προκαταβολῆς γνωστή. Πρὸς ταύτην τὴν Δύναμιν ὤφειλε νὰ στρέψῃ τὰ βλέμματα αὐτῆς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ ταύτης τὴν ὑποστήριξιν καὶ συνδρομὴν νὰ ἐπικαλεσθῇ πρὸς τελεσφόρον ἔκβασιν τῶν ὑπὲρ τῆς δεινοπασχούσης Κρήτης ἐνεργειῶν καὶ προσπαθειῶν της. Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησίς μας ἐπροτίμησε τὴν πολιτικὴν τῆς ἀδρανείας, τὰ δὲ βλέμματά της εἶχεν ἐστραμμένα πρὸς ἄλλας Δυνάμεις, ἐχούσας συμφέροντα, ἥκιστα συμβιβαζόμενα πρὸς τοὺς ἡμετέρους ἐθνικοὺς πόθους. Κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον, ἀφοῦ ἐκλείσθησαν αἱ θύραι τοῦ Κρητικοῦ Βουλευτηρίου, ἐν ᾧ ἐπρόκειτο νὰ προβάλωσι τὰ αἰτήματά των οἱ Χριστιανοὶ Βουλευταὶ, ἡ κληθεῖσα τότε Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως ἀπηύθυνε τὸ γνωστὸν ὑπόμνημα πρὸς πάντας τοὺς προξένους τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων καὶ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε διὰ τοῦ ἐν Χανίοις προξένου. Τὰ ὑποβληθέντα αἰτήματα ἦσαν περίπου ὅμοια πρὸς ἐκεῖνα, ἅτινα τελευταῖον ἐγένοντο ἀποδεκτά. Ἐπειδὴ δὲ ἡ κατὰ τῆς χορηγίας τῶν αἰτημάτων τούτων ἀντίστασις τῆς γείτονος ἐπικρατείας ἦτο γνωστή, βέβαιον ἀπέβαινεν, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῆ ἀπέναντι ἐπαναστάσεως πάντων τῶν ἐν Κρήτῃ Ἑλλήνων, διότι γνωσταί εἰσιν αἱ καταπιέσεις, τὰς ὁποίας ὑφίσταντο, γνωσταὶ δὲ αἱ χρηματικαὶ δυσχέρειαι, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο ἡ Κρήτη ὡς ἐκ τῆς διαθέσεως τῶν προσόδων αὐτῆς ὑπὸ τῆς κυριάρχου Δυνάμεως δι’ ἄλλας αὐτῆς ἀνάγκας. Διήλθομεν δύο βουλευτικὰς συνόδους. Κατὰ τὴν δευτέραν, ἤτοι τὴν ἀμέσως προηγουμένην, ἐξ ἐπερωτήσεων ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐγένετο ὑπόμνησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἐπεβάλλοντο εἰς αὐτήν. Δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, πῶς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶχε προνοήσει, δὲν εἶχε πεισθῆ, ὅτι ἐπρόκειτο τὰ τῆς Κρήτης πράγματα νὰ ἐπιδεινωθῶσι. Τὸ προνοεῖν εἶναι ἡ κυρία ἀρετὴ τῶν κυβερνώντων. Ἐὰν τὰ τῆς Κρήτης εἶχον ὡς πάντες ἀντελαμβανόμεθα αὐτὰ, ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐκ τῶν ἐνόντων συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, δὲν ἐπετρέπετο δὲ αὐτῇ νὰ διαθέτῃ τὸν χρόνον καὶ τὰς μερίμνας της περὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ἐπείγοντα. Ἐὰν τὴν πρόνοιαν ταύτην ἐλάμβανε, φρονεῖτε ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον παρεστάθη ἀνάγκη, δὲν ἠδύνατο εἴτε ὁ στόλος ἡμῶν νὰ ἐνεργήσῃ, εἴτε ὁ στρατὸς ἡμῶν συγκεντρούμενος νὰ παρέχῃ ἡμῖν τὸ δικαίωμα νὰ φρονῶμεν, ὅτι ἤμεθα παρεσκευασμένοι; Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 καὶ ὁ τοῦ 1896 περὶ οὐδενὸς τούτων ἐμερίμνησαν· ἦσαν πιστὸν ἀντίγραφον τῶν προϋπολογισμῶν, οἵτινες ἐπὶ τῶν παρελθόντων Ὑπουργείων εἶχον ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐν τῷ πρώτῳ σταδίῳ λοιπὸν ὁμολογεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πᾶσα ἡ ἐργασία αὐτῆς, ὡς πρὸς τὰ ἐν Κρήτῃ πράγματα, ἕνα εἶχε σκοπὸν, νὰ πείσῃ τοὺς Κρῆτας νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τὴν κυρίαρχον Δύναμιν. Ὅτε δὲ καὶ πάλιν ἐκλείσθησαν αἱ θύραι τοῦ Βουλευτηρίου, ὅπως μὴ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ τῶν ἐν Κρήτῃ Ἑλλήνων, ἐκδοθέντος ἰραδὲ, δι’ οὗ ἀνεβάλλοντο αἱ ἐργασίαι τῆς Κρητικῆς Βουλῆς, τότε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεως προέβη εἰς διαβήματα, ὅπως ἀνακληθῇ τὰ περὶ ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Κρητικῆς Βουλῆς διάταγμα. Ἐπετεύχθη δ’ ὄντως ἡ ἀνάκλησις, ἴσως καὶ δι’ ἐπιῤῥοῆς τινος ξενικῆς. Ἀλλ’ ὅταν τοῦτο ἐγένετο, τὰ ἐν Κρήτῃ εἶχον χωρήσει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἦτο ἀδύνατον νὰ προληφθῇ ἡ περαιτέρω αὐτῶν ἐξέλιξις. Γνωστὸν ἦτο, ὅτι, ὅταν ἡ εἴδησις αὕτη ἀφίκετο εἰς Κρήτην, ἐπολιορκεῖτο ὁ τουρκικὸς στρατὸς ἐν Βάμῳ, γνωστὸν δὲ εἶναι προσέτι, ὅτι, διαρκούσης τῆς πολιορκίας, ἡ Κυβέρνησις ἐσυμβούλευσε τὴν διάλυσιν. Ἐπῆλθον τέλος αἱ σφαγαὶ τῶν Χανίων, πρώτη δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔλαβε τὴν περὶ τούτου εἴδησιν. Δὲν θέλω ἐπαναλάβει ὅσα ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες εἶπον περὶ τοῦ θέματος τούτου, θέλω ἐξετάσει μόνον τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δικαιολογίαν ἐπὶ ἀδρανείᾳ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν τελεσθεισῶν σφαγῶν κατὰ τῶν Χριστιανῶν. Τρία προέβαλε δικαιολογήματα· τὸ πρῶτον, ὅτι ὁ στόλος ἡμῶν δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἐκκινήσῃ, ὅτι τὰ πλοῖα ἡμῶν δὲν ἠδύναντο νὰ πλεύσωσι πλέον τῶν πέντε μιλίων καθ’ ὥραν· τὸ δεύτερον, ὅτι ἦτο δυνατὸν διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Κρήτης ν’ ἀναφλεχθῇ τὸ αἴσθημα καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς τῶν Κρητῶν καὶ οὕτω γεννηθῶσι ζητήματα εὐρωπαϊκὰ, παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, αἵτινες ἐκ παντὸς τρόπου ἐπεζήτουν τὴν διατήρησιν τῆς εἰρήνης. Καὶ τρίτον, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ μᾶς ἀναγκάσωσιν αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις νὰ ἐπαναφέρωμεν εἰς τὸ Φάληρον τὸν στόλον ἡμῶν, οὕτω δὲ ἤθελε μειωθῆ τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Προκειμένου περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν διετέλει ὁ στόλος ἡμῶν, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ ὅ,τι πάντες γινώσκομεν, διότι πάντες γινώσκομεν πῶς ἔχουσι τὰ τοῦ στόλου· ζῶμεν ἐν μικρᾷ κοινωνίᾳ καὶ συγχρωτιζόμεθα μετὰ τῶν διαχειριζομένων τὰ τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, ὅστις ἔλεγε: «Τίς σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ στόλος ἡμῶν δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἐνεργήσῃ; Καὶ ἂν εἶχεν ἐλλείψεις, αὐταὶ δὲν ἐκώλυον τὴν δρᾶσιν». Ἀλλὰ τίς εἶναι ὁ δυνάμενος νὰ συνομολογήσῃ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ πλοῖα δὲν ἠδύναντο νὰ πλεύσωσιν, εἰμὴ μόνον πέντε μίλια καθ’ ὥραν;

§12Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν εἶπεν αὐτὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.

§13ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν παρατηρεῖ, ὅτι δὲν εἶπε ταῦτα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω τετυπωμένον τὸν λόγον του, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω τὴν σχετικὴν περικοπήν· ἂν ὑπάρχῃ τις ὁ φρονῶν, ὅτι ἐσφαλμένως ἀντιλαμβάνομαι τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὲ διορθώσῃ (ἀναγινώσκει): «Ὁ στόλος, τοῦ ὁποίου ἡ μεγαλειτέρα δύναμίς εἰσι τὰ τρία θωρηκτὰ, εἶχεν ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι καθίστων καὶ ταῦτα οὐχὶ ὡς δύναμιν, οἵαν προσδοκᾷ ὁ θεώμενος αὐτά· καὶ τὰ πλοῖα τοῦ στόλου δὲν γνωρίζω, ἂν ἠδύναντο νὰ διανύσωσι πλέοντα πέντε μίλια, καὶ αὐτὰ, κατὰ τὴν γνώμην τῶν διοικούντων, ἔτρεχον τὸν ἔσχατον κίνδυνον». Ταῦτα αὐταῖς λέξεσιν εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.

§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τῶν ἄλλων πλοίων ἔλεγον ταῦτα.

§15ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἄλλων πλοίων’ ἐπρόκειτο περὶ τῶν θωρηκτῶν, διότι πάντες οἱ περὶ ἀποστολῆς τοῦ στόλου ἡμῶν εἰς Κρήτην λαλήσαντες ἀνέφερον ὡρισμένως τὰ θωρηκτά. Τὰ θωρηκτά, τὰ καπνίζοντα καὶ ἀπρακτοῦντα ἐν Φαλήρῳ, ἦσαν τὸ θέμα τῶν συζητήσεων. Ὅταν λοιπὸν καὶ σήμερον ὁμολογῆτε, ὅτι ὁ στόλος ἡμῶν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἐνεργήσῃ, νὰ εὑρεθῇ ἐγκαίρως εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Κρήτης καὶ προστατεύσῃ τοὺς Ἕλληνας ἰδίᾳ ὑπηκόους, τῶν ὁποίων τινὲς καὶ ἐσφάγησαν, καὶ προστατεύσῃ πάντας τοὺς χριστιανοὺς Ἕλληνας σφαζομένους, νομίζετε ὅτι ἠδύνατο ὡς κώλυμα νὰ προβληθῇ ἡ κατάστασις τοῦ στόλου ἡμῶν; Τὸ λεχθὲν περὶ τοῦ στόλου ἡμῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς βλασφημία. Ἀλλ’ ἐξεταστέον, ἐὰν ὄντως ἡ παρουσία τῶν πλοίων ἠδύνατο νὰ παραβλάψῃ τὰς διεθνεῖς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος. Ἠδύνατο ἡ παρουσία τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Κρήτης, κατὰ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀναζωπυρήσῃ τὸν εἰς τὰ στήθη τῶν ἀδελφῶν Κρητῶν ἐνθουσιασμὸν καὶ αὐτῶν τῶν ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Βασιλείῳ οἰκούντων, οὕτω δὲ νὰ γεννηθῶσι διπλωματικαὶ περιπλοκαί, ὧν ἕνεκεν ἠδύνατο νὰ ὑποληφθῇ ἡ Ἑλλὰς ὡς κατεργαζομένη τὴν διάσπασιν τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, αἵτινες φαίνοντοι ἀσπαζόμεναι καὶ ὑποστηρίζουσαι τὸ δόγμα τῆς ἀκεραιότητος τῆς γείτονος ἐπικρατείας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου ἐν Κρήτῃ κατὰ τὴν ψυχολογικὴν ἐκείνην στιγμήν, ἥτις ὄντως παρεῖχεν ἡμῖν τὴν εὐμενεστέραν τῶν εὐκαιριῶν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἄμεσον τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος λύσιν, ἄνευ τῶν θυσιῶν, αἵτινες κατόπιν κατέστησαν ἀναγκαῖαι, ἄνευ τῆς χύσεως τοσούτου αἵματος, ἄνευ τῶν δῃώσεων καὶ βεβηλώσεων καὶ τόσων καταστροφῶν, ὅσας ὑπέστη ἡ μεγαλομάρτυς Κρήτη· διότι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι πᾶσαι αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις εἰσὶ συνησπισμέναι περὶ τὸ δόγμα τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας, ὅταν ἤθελον εὑρεθῆ πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, ἤθελον κυρώσει τοῦτο ἀμέσως, ὅπως προλάβωσι πᾶσαν ἑτέραν διατάραξιν, πᾶσαν ἑτέραν ἔκρηξιν ἐπαναστατικὴν καὶ ἐν γένει πᾶσαν διπλωματικὴν εὐρωπαϊκὴν περιπλοκήν. Ὑπάρχουσι πολλὰ τὰ προηγούμενα. Αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις ἔχουσι βεβαίως τὸ συμφέρον νὰ μὴ διαταράσσηται ἡ εὐρωπαϊκὴ εἰρήνη· ἀλλ’ ἐὰν ἤθελον εὑρεθῆ πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, ἤθελον βεβαίως κυρώσει αὐτό. Ὑπάρχει τὸ προηγούμενον τοῦ 1885, ὅτε ἡ Βουλγαρία κατέλαβε τὴν Ἀνατολικὴν Ρωμυλίαν. Τότε παρεβιάζετο ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου, τότε τὸ δόγμα τῆς ἀκεραιότητος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἦτο ἐν πληρεστάτῃ ἐπικρατήσει, τότε πᾶσαι αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις διετέλουν ἐν πληρεστάτῃ ὁμοφωνίᾳ καὶ συμπνοίᾳ. Καὶ ὅμως αὗται περὶ ἑνὸς καὶ μόνου ἐσκέφθησαν, νὰ κυρώσωσι τὸ τετελεσμένον γεγονὸς καὶ παρακωλύσωσι πᾶσαν περαιτέρω διατάραξιν τῆς εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης. Ἀλλ’ ἐκράτει ἆρα ἡ αὐτὴ κατάστασις μεταξὺ τῶν ἰσχυρῶν τῆς Εὐρώπης κατὰ τὸ τελευταῖον τοῦτο ἔτος, οἵα ὑπῆρξεν εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν; Πάντες γινώσκομεν, ὅτι ὑπῆρχε Δύναμις ἐνδιαφερομένη νὰ παρατείνῃ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν διετέλει ἡ γείτων ἐπικράτεια, νὰ παρατείνῃ τὴν φθισιῶσαν αὐτῆς θέσιν, μέχρις οὗ τὰ σχέδια ταύτης πραγματοποιηθῶσιν. Ὑπῆρχον καὶ ἕτεραι Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον τὸ ἀντίθετον συμφέρον, εἶχον δὲ καὶ ἠθικὸν συμφέρον νὰ ἱκανοποιηθῶσι διὰ τὴν διπλωματικὴν ἧτταν, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν τῷ Ἀρμενικῷ ζητήματι. Ὅταν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅσα ἐγράφοντο εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας, ὅσα ἐλέχθησαν παρ’ ἐπισήμων προσώπων περὶ τῆς ἐπιμέμπτου ἀδρανείας καὶ ἀνετοιμότητος εἰς ἣν διετέλει ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην στιγμήν, θέλετε πεισθῆ, ὅτι, ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐδείκνυε τὴν προσήκουσαν δεξιότητα καὶ τόλμην, τὸ ζήτημα τὸ Κρητικὸν ἤθελεν εἶσθαι λελυμένον ἄνευ οὐδεμιᾶς θυσίας. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις ἤθελον πᾶσαι ἑνωθῆ, ἵνα ὑποχρεώσωσι τὸν Ἑλληνικὸν στόλον νὰ ἐπιστρέψῃ ἐκ Κρήτης εἰς Φάληρον, ὅπερ ἀπίθανον, ἐρωτῶ, κατὰ τί ἤθελεν ἐλαττωθῆ τὸ γόητρον τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Εἰς τόσας προηγουμένας περιστάσεις αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις ὑπεχρέωσαν τὸ μικρὸν ἡμῶν Κράτος νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς ἀποφάτεις αὐτῶν, ἀλλ’ οὐδεὶς εὑρέθη νὰ κατακρίνῃ τὴν Ἑλλάδα, διότι ὑπέκυψεν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης. Ὅτε κατὰ τὸ 1869 ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέγραφε τὸ πρωτόκολλον τῆς προσχωρήσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς εὐρωπαϊκῆς συνδιασκέψεως, ἔλεγεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον: «Ὑπεγράψαμεν τὸ πρωτόκολλον, ὑπείκοντες εἰς τὸν νόμον τῆς ἀνάγκης· ἢ θέλετε τὸ μικρὸν ἡμῶν Κράτος νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὰς ἀποφάσεις Εὐρώπης, καὶ δὲν νομίζετε, ὅτι καὶ πολλὰ πρωτόκολλα ὤφειλεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ὑπογράψῃ, ἐὰν ἡ Εὐρώπη ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὴν τοῦτο;» Καὶ ὅταν κατόπιν τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ 1885 ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη ἀπέκλεισε τὴν Ἑλλάδα διὰ τῶν στόλων αὐτῆς, καὶ ὑπεχρέωσε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ διαλύσῃ τὴν ἐπιστράτευσιν, ὑπῆρξέ τις ὁ κατακρίνας τὴν Ἑλλάδα, διότι ὑπέκυψεν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοὐναντίον ἤθελε συμβῆ. Τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος ἤθελεν ἀνυψωθῆ, διότι ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι προθύμως καὶ μετ’ ἐθελοθυσίας ἐκπληροῖ τὸ πρὸς τοὺς μήπω ἀπελευθερωθέντας Ἕλληνας καθῆκόν της, ἀλλὰ ἡ Εὐρώπη ἀνθίσταται κατὰ πάσης ἐνεργείας τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος. Ἡ μὴ μετάβασις τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου εἰς Κρήτην ἔσχε ὡς ἀποτέλεσμα, τὸ νὰ διαλυθῇ ἡ πολιορκία τοῦ Βάμου, νὰ συγκεντρωθῇ ἐπαρκὴς στρατὸς τῆς κυριάρχου δυνάμεως ἐν Κρήτῃ καὶ ἐπακολουθήσωσιν αἱ γνωσταὶ δηώσεις, αἱματοχυσίαι καὶ καταστροφαὶ τῶν χριστιανῶν κατοίκων τῆς πολυπαθοῦς Μεγαλονήσου. Ἐὰν δὲ μεταβῶμεν εἰς τὸ τρίτον στάδιον, τὸ μετὰ τὰς σφαγὰς τῶν Χανίων, τὸ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς πολιορκίας τοῦ Βάμου, ὁποίαν βλέπομεν τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεως; Διαρκὴς ἀβουλία, ἔλλειψις παντὸς σχεδίου, ἐνδοιασμοὶ ἐν πάσῃ ἐνεργείᾳ, ὑπόνοιαι περὶ μηχανοῤῥαφιῶν, ὑπονομευουσῶν τὴν διατήρησιν τῶν ὑπουργικῶν χαρτοφυλακίων. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις, ἐν τῇ ὁποίᾳ διετέλει ἡ Εὐρώπη, καὶ ἐπήρειά τις ἐκ τῆς Ἑλλάδος, οὐχὶ βεβαίως ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίᾳ ἡ ἀντοχὴ τῶν μαχομένων ἡρωϊκῶς Κρητῶν, συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ ἐπέλθῃ ἡ γνωστὴ λύσις. Ἡ ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ἐπιβληθεῖσα λύσις ἐνέδειξε τὴν ὑφισταμένην μεταξὺ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων διχογνωμίαν, διότι ὁ φόβος μήπως ἡ παράτασις τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἡ ἔκρηξις ἑτέρου ἐπαναστατικοῦ κινήματος ἐν τῇ γείτονι ἐπικρατείᾳ, διατελούσῃ ἐν καταστάσει ἐκρύθμῳ, ἐπιδεινώσωσι τὴν θέσιν ταύτην καὶ ὑποχρεώσωσι τὴν Εὐρώπην νὰ προβῇ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ὅλου Ἀνατολικοῦ ζητήματος, ἐπέβαλλεν εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις τὴν ἐπίσπευσιν μιᾶς λύσεως, ἔστω καὶ ἀτελοῦς. Εἰς τοιαύτην λύσιν προῆλθον, γινώσκοντες, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἱκανοποιηθῇ, ὡς ἀπαλλασσομένη ἐκ τῶν ὀχλήσεων τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς παρίστατο διὰ τοῦ στόλου αὐτῆς ἐν Κρήτῃ, ὁ αὐτὸς φόβος ἤθελεν ἐπιβάλει εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις τὴν ὁριστικὴν λύσιν, ἤτοι τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Ἡ λύσις αὕτη ἐπῆλθεν, ἀκούσης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· ἐν τούτοις εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπέτρεψεν εἰς ἑαυτὴν νὰ παραδεχθῇ, ὅτι συνετέλεσεν ἐπὶ τῇ λύσει ταύτῃ, καὶ ἐδέχθη συγχαρητήρια πανταχόθεν ἐπὶ τῇ «εὐκταίᾳ» ταύτῃ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος λύσει. Εἰς τὴν ἐπιτευχθεῖσαν λύσιν δὲν ἀποδίδω τὴν σπουδαιότητα, ἣν ἀποδίδει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καίτοι ὁ ἴδιος ἀνωμολόγησεν, ὅτι ἡ λύσις αὕτη εἶναι προσωρινή, καίτοι οὗτος ἀνωμολόγησεν, ὅτι ἡ λύσις αὕτη εἶναι ὁ σταθμὸς, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἡ Κρήτη θέλει βραδύτερον ἐπιτύχει τὴν πραγματοποίησιν τοῦ πόθου αὐτῆς, ἤτοι τῆς ἑνώσεώς της μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Ἐθεωρήθη ὡς μέγιστον πλεονέκτημα, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου—ἄς τὸ ὀνομάσωμεν οὕτω—πολιτεύματος τῆς Κρήτης ἐτέθη ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν Δυνάμεων. Ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐντεῦθεν προχθὲς λαλῶν, παρέσχε νύξιν, ὅπως μὴ θεωρήσωμεν τὴν ἐποπτείαν ταύτην τῶν Δυνάμεων ὡς μέγιστον πλεονέκτημα. Καὶ βεβαίως, ὅταν ἦναι γνωστὸν, ὅτι ἑκάστη τῶν ἀναλαβουσῶν τὴν ἐποπτείαν ταύτην Δυνάμεων διάφορα ἔχει ἐν τῇ Ἀνατολῇ συμφέροντα, τίς δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡ ἐποπτεία αὕτη θέλει συντελέσει εἰς τὴν εἰλικρινῆ τοῦ νέου πολιτεύματος ἐφαρμογήν; Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ διατρίψω ἐπὶ πλέον οὔτε ἐπὶ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐχαρακτήρισαν τὴν στάσιν τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι, οὔτε ἐπὶ τῶν μειονεκτημάτων τῆς ἐπιτευχθείσης λύσεως, οὔτε θέλω ἀσχοληθῆ εἰς τὸ θέμα τῆς ἐλαττωματικῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν διεθνῶν ἡμῶν σχέσεων ἐν σχέσει καὶ πρὸς τὸ Κρητικὸν καὶ πρὸς τὸ Ἀνατολικὸν ἐν γένει ἢ μᾶλλον Ἑλληνικὸν ζήτημα, διότι νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν προλαλησάντων, καὶ διότι ἀπεδείχθη ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει καὶ διαχειρίσει τῶν διεθνῶν ἡμῶν σχέσεων δὲν ἀπέδειξεν οὐδὲ τὴν προσήκουσαν ἀντίληψιν, οὐδὲ ἠκολούθησε τὴν διεύθυνσιν, ἥτις ἐπεβάλλετο εἰς μικρὸν Κράτος, οἷον τὸ ἡμέτερον· δὲν ἐφάνη ἐπαρκῶς κατανοηθὲν ὑπ’ αὐτῆς, ὅτι τὰ μικρὰ Κράτη δὲν δύνανται νὰ προσκολλῶνται μονίμως πρὸς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην τῶν ἰσχυρῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, ἀλλ’ ὀφείλουσιν, ἐνεργοῦντα ἀνεξαρτήτως, νὰ προσβλέπωσιν εἰς μόνας ἐκείνας, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα ἐν δεδομέναις περιστάσεσι συμβιβάζονται πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν θέλω, λέγω, ἀσχοληθῆ ἐπὶ πλέον εἰς τὸ θέμα τοῦτο, διότι οὐδὲν τὸ παραγόμενον ἐκ τῆς παρατάσεως τῶν συζητήσεων τούτων πρακτικὸν κέρδος· θέλω μόνον συζητήσει περὶ τῶν διδαγμάτων, τὰ ὁποῖα πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀντλήσῃ ἐκ τῆς ἀποτυχίας αὐτῆς ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι, περὶ τῶν διδαγμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ ἀντλήσῃ ἐκ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ ἡ γείτων ἡμῶν ἐπικράτεια, περὶ τῶν διδαγμάτων τέλος, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ ἀντλήσῃ ἐκ τῆς ἐπικειμένης λύσεως τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡμολογήθη, ὅτι ὅλως διάφοροι εἶναι αἱ περιστάσεις καὶ αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας σήμερον διατελοῦμεν ἐν τῇ λύσει τῇ ἐπικειμένῃ τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Ἕν καὶ μόνον δὲν ὡμολογήθη ὑπὸ τῶν σήμερον κυβερνώντων, ὅτι μία καὶ μόνη ὑπάρχει ἡ ἐπιτακτικὴ φωνὴ καὶ γνώμη τοῦ ἔθνους ἡμῶν, νὰ μὴ μείνωμεν ἐπὶ πλέον μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, νὰ μὴ παραμείνωμεν ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε διετελοῦμεν ὡς πρὸς τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας. Νομίζω, ὅτι ἐπῆλθεν ἡ ὥρα, καθ’ ἣν πρέπει ῥητῶς καὶ ὡρισμένως ν’ ἀποφασισθῇ, ὁποία ἔσται ἡ ἐν τῷ μέλλοντι πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τῶν διεθνῶν αὐτῆς σχέσεων· εἶναι ἀπαραίτητον νὰ λυθῇ ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ, ὁποίαν πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Ἑλλὰς πολιτικήν· τὴν ἐθνικὴν πολιτικήν, ἢ τὴν ἀποκληθεῖσαν ἄλλοτε οἰκοκυριστικὴν πολιτικήν; Περιττὸν νὰ ἐξηγήσω εἰς ὑμᾶς, ὁποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς οἰκοκυριστικῆς πολιτικῆς· νὰ καταργήσωμεν στρατὸν καὶ στόλον, νὰ συντηρήσωμεν μόνον δύναμίν τινα πρὸς συντήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἡμῶν ἀνάπτυξιν. Καὶ ὄντως, ἐὰν διετελοῦμεν ὑφ’ ἃς συνθήκας διατελοῦσιν ἄλλα μικρὰ Κράτη, οἷον ἡ Ἑλβετία, τὸ Βέλγιον καί τινα ἄλλα ἀκόμη Κρατίδια, αὐτὴ ἦτο ἡ πολιτικὴ ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς ἡμᾶς. Ἀλλὰ δυνάμεθα τὴν πολιτικὴν ταύτην ἡμεῖς ν’ ἀκολουθήσωμεν; Ἐὰν ἐπέλθῃ ἡ λύσις τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος καὶ ἐν τῇ λύσει ταύτῃ ἡμεῖς ἀπομείνωμεν οἷοι εἴμεθα σήμερον, καὶ ἐὰν μετά τινα χρόνον πᾶσαι αἱ ἄλλαι αἱ ἐκτὸς τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου ἑλληνικαὶ ἐπαρχίαι καταληφθῶσιν ὑπὸ ἄλλης ἰσχυρᾶς Δυνάμεως, δὲν φρονεῖτε, ὅτι διατρέχει κίνδυνον αὐτὴ ἡ αὐτονομία τῆς νῦν αὐτονομουμένης καὶ ἐλευθέρας Ἑλληνικῆς γωνίας; Δὲν θὰ ὑπολαμβάνηται τότε ὡς μία ἐπαρχία, καὶ ὄχι ὡς Κράτος; Δὲν θέλομεν ἀπολέσει ὅ,τι δι’ ἀγώνων ἀπεκτήθη, ὅ,τι δι’ αἱμάτων πολλῶν κατωρθώθη νὰ ἐπιτευχθῇ; Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀληθὴς Ἕλλην, ὁ ὁποῖος τὴν οἰκοκυριστικὴν ταύτην πολιτικὴν ἀποδέχεται, ὄχι διότι δὲν φρονεῖ ταύτην ὡς συμβιβαζομένην πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν ἀνάπτυξιν καὶ πρὸς τὴν εὐημερίαν τὴν ἐσωτερικὴν, ἀλλὰ διότι προβλέπει, ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς ταύτης ἡ Ἑλλὰς θέλει ἴσως ἀποβῆ εἰς μέλλοντα χρόνον ἐπαρχία ἐπικρατείας τινὸς μεγάλης. Ἐπιβάλλεται ἡ ἐθνικὴ πολιτική. Ἀλλ’ ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ ἐπάγεται καὶ βάρη, καὶ πρὸς τὰ βάρη ταῦτα πρέπει νὰ μὴ ἐνδοιάζωμεν· πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς περιστάσεις, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπέστη ἐν τῷ παρελθόντι πολλὰς τὰς ἐπιβαρύνσεις, τὰς ὑπέστη πρὸς ἕνα σκοπὸν ἠθικόν, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὸ στίγμα τῆς πτωχεύσεως, τὰς ὑπέστη ἀγογγύστως· δὲν ἐπετεύχθη δυστυχῶς ὁ σκοπὸς οὗτος. Πρόκειται νῦν περὶ σκοποῦ ἄλλου, ἀσυγκρίτως ἀνωτέρου. Πρόκειται περὶ τοῦ ἐθνικοῦ μεγαλείου καὶ τῆς πληρώσεως τῶν προαιωνίων τοῦ Ἕλληνος πόθων· νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι διατεθειμένος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ὑποστῇ καὶ νέας πρὸς τοῦτο ἐπιβαρύνσεις, ἵνα ἴδῃ τοὺς εὐλόγους αὐτοῦ πόθους ἐκπληρουμένους; Ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης προέκυψεν, ὅτι αἱ δαπάναι, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται ἡ χώρα ἡμῶν χάριν ἰδίως τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως αὐτῆς, εἶναι ἄσκοποι. Ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἀνήκοντες εἰς τὸν στρατὸν, ὡμολόγησαν, ὅτι τὰ 15 ἢ 16 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα κατ’ ἔτος δαπανῶνται χάριν τοῦ στρατοῦ, δαπανῶνται ἀσκόπως, διότι στρατὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματος δὲν ἔχομεν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν κατανοεῖται μόνον ὑπὸ τῆς κοινωνίας, κατανοεῖται καὶ ὑπ’ αὐτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοί εἰσι μέλη τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Πάντες οἱ φιλότιμοι συμπολῖται ἡμῶν, οἵτινες κατετάχθησαν εἰς τὸν στρατὸν, κατανοοῦσιν ὡς ἄριστα τὴν φθισιῶσαν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦσι τὰ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Πάντες οὗτοι διατελοῦσιν εἰς ψυχολογικὴν κατάστασιν, τῆς ὁποίας ἔχομεν πολλὰ τὰ συμπτώματα, πάντες οὗτοι ἀνεπιφυλάκτως ὁμολογοῦσιν, ὅτι ἀπηλπίσθησαν περὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῶν· οὐδεμίαν ἔχουσι πλέον πεποίθησιν ἐπὶ τοὺς πολιτευομένους ἰδίως ἄνδρας τοῦ τόπου ἡμῶν· διότι πολλάκις ἤκουσαν πομπώδεις καὶ παχεῖς λόγους περὶ ἀναδιοργανώσεως καὶ βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ τῆς δράσεως καὶ προόδου αὐτῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε εἶδον τοὺς λόγους τούτους μεταβληθέντας εἰς σάρκα. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν προχθὲς ἐντεῦθεν, ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν ἐκ Κραναίας ἀξιότιμον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του ἐπαινέσει τοὺς φιλοτίμους ἐκείνους ἀξιωματικούς, οἵτινες μετέβησαν εἰς Κρήτην, ἵνα προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος, καὶ ἐπετίμησεν αὐτὸν, διότι τὴν πρᾶξιν ἐκείνην τῶν φιλοτίμων ἀξιωματικῶν ἐπῄνεσεν, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πολλὰς θεωρίας μετέδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ, περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς εἰς τὸ καθῆκον προσηλώσεως παντὸς καταταχθέντος εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν. Καὶ εἶχε μὲν δίκαιον τὰς τοιαύτας θεωρίας ὑποστηρίζων ἐντεῦθεν, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι, ἐὰν τὰ τοῦ στρατοῦ εἶχον ἄλλως, ἐὰν περὶ αὐτοῦ ἐλαμβάνετο ἡ προσήκουσα πρόνοια παρὰ τῶν ἰθυνόντων τὰς τύχας τοῦ τόπου τούτου, βεβαίως οἱ φιλότιμοι ἐκεῖνοι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς Κρήτην, γινώσκοντες ὅτι εἶχον ἄλλον προορισμὸν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὴν πατρίδα αὐτῶν διὰ τῆς βελτιώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ, διὰ τῆς πλήρους καὶ ἀρτίας συντάξεως τῶν τοῦ στρατοῦ, δὲν εἶχον λόγον νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα καὶ μεταβῶσιν εἰς Κρήτην. Καὶ ἠκούσαμεν προχθὲς ἐν τῇ αὐτῇ ἀγορεύσει του τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν ποιούμενον ἀποστροφήν τινα πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ μετὰ ὄντως πομπώδους καὶ εὐγλώττου φράσεως· ἔλεγε, πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀπευθυνόμενος, ὅτι πρὸς αὐτοὺς προσβλέπει ὡς πρὸς τὸ μέλλον τῆς πατρίδος, τὸ παράστημα αὐτῶν ἐπιχέει βάλσαμον εἰς τὴν καρδίαν του, ἡ ὁποία ἐκ πολλῶν ἄλλων ποτίζεται πικριῶν. Ἀπευθυνόμενος δὲ πρὸς τὴν Βουλήν, ἔλεγεν: «Ἐστὲ γενναῖοι εἰς πᾶσαν παραχώρησιν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, διότι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς θὰ προσελκύσῃ καὶ τὴν εὐμένειαν τῶν ἰσχυρῶν τῆς Εὐρώπης, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων.» Καὶ πράγματι, δὲν γινώσκω ποία ὑπῆρξεν ἡ ἐντύπωσις ἐφ’ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ ὅμως συνεκινήθην, ἀκούων τοῦ Πρωθυπουργοῦ οὕτως ὁμιλοῦντος πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, διότι λησμονήσας τὰ πράγματα ὑπέλαβον πρὸς στιγμὴν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις τοιαύτην ἀπευθύνει ἀποστροφὴν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, τοσοῦτον πομπώδεις καὶ κολακευτικοὺς λόγους πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐπιδαψιλεύει, εἶναι βεβαίως ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ τόπου ἡμῶν, ὅστις ἐμερίμνησε διὰ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, ὅστις εἰργάσθη διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν ἡμῶν, ὅστις παρεσκεύασε καὶ ἐφωδίασε τὸν στρατὸν οὕτως, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀναβολῆς, ἐν δεδομένῃ στιγμῇ ἢ ἀνάγκῃ, εἰς κατάστασιν ἐμπόλεμον. Μετὰ τὴν συγκίνησιν ὅμως ταύτην ἔῤῥιψα ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον μᾶς ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸ 1897. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δύο ἐτῶν, ἤτοι τοῦ 1895 καὶ 1896, ἐγίνωσκον ἤδη, ὅτι οὐδεμία, οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη, εἶχε ληφθῆ πρόνοια· ἐξήτασα ἐπισταμένως τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, δηλαδὴ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ μέλλοντος,—οὐχὶ τοῦ παρελθόντος ἢ τοῦ παρόντος—καὶ εὗρον δυστυχῶς αὐτὸν ὄχι μόνον ἀντιγραφέντα ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896, ἀλλὰ καὶ ἐλαττούμενον ὡς πρὸς τὰς ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ προνοίας καὶ προβλέψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀνέγνων, ἐπὶ παραδείγματι, ὅτι δι’ ἱππωνείαν εἰς μὲν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 ἀνεγράφη καὶ ἐδαπανήθη βεβαίως πίστωσις ἐκ δραχμῶν 445,000, εἰς δὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 ἡ πίστωσις αὕτη ἐλαττοῦται κατὰ 195,000. Οὐδεμίαν δὲ ἀνέγνων ἐν αὐτῷ πίστωσιν οὐδὲ διὰ στρατιωτικὰς ἀσκήσεις, οὐδὲ δι’ ἱματισμόν, οὐδὲ διὰ προμήθειαν πολεμικοῦ ὑλικοῦ, οὐδὲ δι’ οὐδεμίαν ἀνάγκην ἢ βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ οἰκειοποιηθῶ εἰδικὰς γνώσεις περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν στρατόν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ στοιχειωδῶν πραγμάτων, δὲν εἶχον ἀνάγκην εἰμὴ νὰ συμβουλευθῶ αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν, νὰ συμβουλευθῶ στοιχειώδη τινὰ περὶ στρατοῦ γραφέντα, διὰ νὰ ἴδω ὁπόσων ἵππων ἔχει ἀνάγκην ὁ στρατὸς, οἷος πρέπει νὰ ᾖναι κατὰ τὸν ὀργανισμόν. Τί εἶδον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὡς πρὸς τὸ πυροβολικὸν, ἐπὶ παραδείγματι, τὸ ὁποῖον συγκροτεῖται ἀπὸ 20 πυροβολαρχίας, ἐκ τῶν ὁποίων 9 εἶναι πυροβολαρχίαι ὀρειβατικαὶ, 11 δὲ πεδιναί; Δι’ ἑκάστην τῶν ὀρειβατικῶν πυροβολαρχιῶν εἶναι ἀπαιτούμενοι 25 τοὐλάχιστον ἵπποι, δι’ ἑκάστην δὲ τῶν πεδινῶν πυροβολαρχιῶν εἶναι ἀπαιτούμενοι τοὐλάχιστον 160 ἵπποι, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἀπαιτοῦνται 1985 ἵπποι· πόσοι δὲ ὑπάρχουσι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, ἀνεξαρτήτως ἐὰν οἱ ὑπάρχοντες ἦναι χρήσιμοι; 342· ἤτοι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προμηθευθῶμεν 1643 τοὐλάχιστον ἀκόμη ἵππους, ἵνα ᾖ δυνατὸν τὸ πυροβολικὸν ἐν ὥρᾳ εἰρήνης νὰ ἦναι ἐπαρκῶς ἐφωδιασμένον, νὰ ἦναι ἐπαρκῶς παρεσκευασμένον, ὅπως ἐκπαιδευθῶσιν οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὸ ἄνδρες καὶ ὦσι χρήσιμοι καὶ ἕτοιμοι νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα. Εἰς τὸ ἱππικὸν εἶναι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, 3 συντάγματα· ἕκαστον τῶν συνταγμάτων ἔχει 4 ἴλας, ἑκάστη τῶν ἰλῶν τούτων, κατὰ τὰ στοιχειωδῶς ἀπαιτούμενα, ἔχει ἀνάγκην 120 ἵππων, ἤτοι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχωσιν εἰς τὸ ἱππικὸν ἵπποι 1440· πόσοι δὲ ὑπάρχουσιν; ἑπτακόσιοι μόνον· ὥστε ἔχομεν ἀνάγκην τοὐλάχιστον 700, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀμφίβολος χρησιμότης τῶν ὑπαρχόντων καὶ χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ποσὸν τῶν ἵππων, οἵτινες εἶναι ἀναγκαῖοι διὰ τὰς συζυγαρχίας καὶ δι’ ἄλλας ὑπηρεσίας. Ἔχομεν ἄρα ἀνάγκην ἐπείγουσαν τοὐλάχιστον 3,000 ἵππων, ὅπως μετὰ τῶν ὑπαρχόντων ἔχωμεν συμπεπληρωμένον τὸ ποσὸν τῶν ἵππων, οἵτινες εἶναι ἀναγκαῖοι ἐν ὥρᾳ εἰρήνης διὰ τὸν στρατὸν ἡμῶν. Καὶ ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1897 μειώνει τὴν δι’ ἱππωνείαν πίστωσιν κατὰ 200,000 δραχμάς! Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ μέλλοντος, τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν γινώσκωμεν, ὅτι μετ’ ὀλίγον θέλομεν κληθῆ νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἔχομεν ἐπισήμως διαπεπιστωμένον, ὅτι οὐδεμία, οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη, λαμβάνεται πρόνοια περὶ στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας· ἔχομεν δὲ καὶ τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τούτου τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας πλέον τῶν πιστώσεων τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ προϋπολογισμῷ. Εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας συνάδελφον, ὁμιλήσαντα ἐντεῦθεν ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐντεῦθεν ἔλεγε: «Πῶς θέλετε νὰ μεριμνήσωμεν ὑπὲρ τῆς ναυτικῆς καὶ στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, ὅταν τὰ μέσα ἡμῶν τὰ οἰκονομικὰ δὲν μᾶς ἐπιτρέπωσι τοῦτο;» Προσέθετο δὲ συνάμα, καυχώμενος ἐπὶ τούτῳ: «Ἐγὼ εἰς ἓν καὶ μόνον ἠσχολήθην, νὰ ἐλαττώσω δι’ οἰκονομιῶν τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως καὶ νὰ περιορίσω ταύτας εἰς τὸ ποσὸν τῶν 67 ἑκατομμυρίων· ἃς ἔλθῃ ἕτερός τις, ἔχων τὸ θάῤῥος νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως ἀπὸ ἑξήκοντα ἑπτὰ εἰς πεντήκοντα ἑπτὰ ἑκατομμύρια, ἵνα ἴδῃ τότε, ἐὰν ἦναι δυνατὸν ὁ τόπος νὰ διοικηθῇ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν αἱ σημεριναὶ εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου ταμείου νὰ μείνωσιν ἀκέραιοι.» Πάντες δὲ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εὐφυολογῶν ἔλεγε πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας συνάδελφον, ὅτι γινώσκει μὲν αὐτὸν ὡς ἔχοντα ἀνάστημα ὑψηλὸν, ἀλλὰ δὲν νομίζει, ὅτι ἔχει καὶ τοὺς βραχίονας ἰσχυροὺς, ὅπως τοιοῦτον πρόγραμα ἐφαρμόσῃ, ἐάν ποτε κληθῇ εἰς τὴν ἀρχήν. Ἐγὼ δὲν ἀναμένω ἐπιεικεστέραν ἢ εὐμενεστέραν τὴν κρίσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ἐμῶν βραχιόνων· ὡς ἐκ τούτου δὲν θέλω προβάλει τοὺς βραχίονάς μου, ὅπως ἄρω τὴν εὐρυολόγον ταύτην εἰρωνείαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν κατὰ τοῦ ἐκ Κερκύρας συναδέλφου ἀπευθυνθεῖσαν· θέλω προστρέξει εἰς ἕτερον βραχίονα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἰσχυρότερος καὶ τῶν ἐμῶν βραχιόνων καὶ τῶν βραχιόνων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Θέλω προστρέξει εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, θέλω προστρέξει εἰς τὰ ἐπίσημα κείμενα, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν ὑπαρχόντων μέσων, εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ καὶ διά τινων μεταῤῥυθμίσεων φορολογικῶν νὰ ἔχωμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶναι ἀναγκαῖον, διὰ νὰ συντάξωμεν τὰς ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς ἡμῶν δυνάμεις οὕτως, ὥστε νὰ δυνάμεθα θαῤῥούντως ν’ ἀξιῶμεν, ὅτι ἔχομεν ὄντως στόλον, ὅτι ἔχομεν ὄντως στρατὸν, οὐχὶ μέγαν, οὐχὶ βεβαίως ἐφάμιλλον τῶν μεγάλων στρατῶν τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ στρατὸν δυνάμενον νὰ ἁμιλληθῇ πρὸς τοὺς στρατοὺς, οἵτινες ὑφίστανται ἐν τῇ Ἰλλυρικῇ χερσονήσῳ, πρὸς τὸν στρατὸν τῆς γείτονος ἐπικρατείας, πρὸς τὸν ὁποῖον εἶναι πιθανὸν νὰ εὑρεθῶμεν ἀντιμέτωποι. Ὑποθέτω, ὅτι ἀπέναντι τοῦ βραχίονος τούτου δύσκολον εἶναι ν’ ἀντιταχθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ἂν ἔχῃ τοὺς βραχίονας ἰσχυροὺς, ὅσον καὶ ἂν ἦναι βέβαιον, ὅτι οἱ βραχίονες ἑνὸς Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἰσχυρότεροι τῶν βραχιόνων ἑνὸς Βουλευτοῦ. Δὲν χρειάζονται δὲ πρὸς τοῦτο οὔτε βραχίονες, οὔτε ἀναστήματα· χρειάζονται δύο τινὰ, ἰσχυρὰ θέλησις καὶ πεφωτισμένη διάνοια. Μόνον τὰ δύο αὐτὰ εἶναι ἀναγκαῖα. Δύνασθε, ὅταν τὰ δύο ταῦτα ἔχητε, νὰ ἐκτελέσητε τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, δύνασθε νὰ ἀνυψώσητε τὸ γόητρον τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δύνασθε μετὰ θάῤῥους καὶ πεποιθήσεως ν’ ἀτενίσητε πρὸς τὴν πραγματοποίησιν τῶν δικαίων καὶ εὐλόγων πόθων τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ ἐπικειμένῃ λύσει τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Πολλάκις ἐλέχθη ἐντεῦθεν καὶ ὑπὸ κυβερνητῶν τῆς χώρας ἡμῶν καὶ ὑπὸ ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι, ἵνα ἔχωμεν στρατὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματος, πρέπει ν’ ἀπασχολήσωμεν αὐτὸν εἰς τὸν ἀληθῆ τοῦ προορισμὸν, πρέπει νὰ ἔχωμεν διακεκριμένον καὶ κεχωρισμένον τὸν στρατὸν ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τὸν στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν ἐλέχθη μόνον, ἐπανειλημμένως ἐγένοντο καὶ ἀπόπειραι πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ἰδέας ταύτης, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐπετεύχθη. Καὶ πρότερον μὲν δὲν ἐπετεύχθη, διότι ἐθεωρεῖτο ὡς ἀναγκαίως προηγουμένη καὶ προτιμωμένη ἡ οἰκονομικὴ τῆς χώρας σύνταξις, πρὸς ἣν κυρίως ἀπέβλεπεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, κατὰ τῆς ὁποίας τοσαύτας ἐντεῦθεν ἐξήνεγκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς αἰτιάσεις. Ἀλλ’ ὅπως κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἐκπαιδεύσεως διακεκριμένον τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας, τίνος πράγματος ἔχομεν ἀνάγκην; Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀνοργανώσωμεν καὶ αὐξήσωμεν τὴν χωροφυλακὴν, εἰς ταύτην δὲ νὰ ἀναθέσωμεν πάσας τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἐκτελεῖ σήμερον ὁ στρατός. Ἐὰν ἡ χωροφυλακὴ ἀναλάβῃ τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν, ἐξαιρέσει μόνον ἐκείνων, αἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὰς ἕδρας τῶν συνταγμάτων, ἔνθα εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τῶν ὁπλιτῶν τοῦ συντάγματος ἄνευ βλάβης τῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐκτελῆται ἡ ὑπηρεσία αὕτη, ἐὰν ἀναλάβῃ ἡ χωροφυλακὴ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν συνδεομένην πρὸς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων προσόδων, ἐὰν ἀναλάβῃ τὴν καταδίωξιν τῶν φυγοποίνων καὶ φυγοδίκων, καὶ ἐν γένει τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ χωροφυλακὴ διοργανωθῇ οὕτως, ὥστε νὰ ἐπαρκῇ εἰς πάσας τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, καὶ ἐὰν εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἀναθέσωμεν ἀκόμη καὶ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, τότε μόνον δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀποκλειστικὴν τοῦ στρατοῦ ἐπασχόλησιν εἰς τὸν κύριον αὐτοῦ προορισμόν. Φρονῶ δὲ πεποιθότως, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύσις σήμερον, προκειμένου περὶ τῆς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους, εἰμὴ αὕτη, ἡ ἀνάθεσις τῶν καθηκόντων τῶν ἀστυνομικῶν εἰς τὴν χωροφυλακήν. Τὸ κρατοῦν νῦν σύστημα αὐτὸν εἶχεν ἀρχικῶς τὸν χαρακτῆρα, ἤτοι τὴν ἀνάθεσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων εἰς τὴν χωροφυλακήν, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀπέβαλε τὸν ἀρχικὸν χαρακτῆρα, καὶ ἀπέσπασεν ἐκ τοῦ στρατοῦ περισσοτέρους τοῦ δέοντος ἀξιωματικοὺς τῶν ἄλλων ὅπλων καὶ ἰδίως τοῦ πεζικοῦ. Ὑπῆρξα ἀληθῶς εἷς τῶν συνηγόρων τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε, ὡς ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, κατέστη ὁ θεσμὸς οὗτος θεραπαινὶς τοῦ κόμματος, σήμερον, ὅτε αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν νὰ μὴ ἀπασχολῶμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ εἰς ἕτερα ἔργα, πλὴν τῶν κυρίως στρατιωτικῶν· σήμερον, ὅτε ἐπιβάλλεται ἡμῖν ἡ ἀνάγκη νὰ ἐφαρμόσωμεν οἰκονομίας εἰς πάντας τοὺς λοιποὺς κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐν οἷς καὶ εἰς τὴν ἀστυνομίαν, εἶναι δὲ ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι, ἐὰν ἡ χωροφυλακὴ ἀναλάβῃ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἀπασχολῶνται εἰς αὐτὴν τόσοι ἀξιωματικοί, ὅσοι ὑπάρχουσι σήμερον, διότι εἶναι δυνατὸν ἡ ὑπηρεσία ἡ ἀστυνομική, ἐκτὸς τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, ν’ ἀνατεθῇ εἰς ὑπαξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, εἰς ἐνωμοτάρχας, — εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι σήμερον εἰς τὴν χωροφυλακὴν κατατάσσονται νέοι, οἵτινες ἐξῆλθον τοῦ Πανεπιστημίου, οἵτινες εἶναι ἄριστα κατηρτισμένοι καὶ δύνανται νὰ ἐκτελῶσι τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα εὐστοχώτερον καὶ σκοπιμώτερον, πολλῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, οἵτινες ἔλαβον μόρφωσιν στρατιωτικὴν ἥκιστα πρόσφορον πρὸς ἐκτέλεσιν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, — ἐὰν ἀνοργανώσωμεν τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς καὶ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν αὐτῆς εἰς 8 χιλιάδας, ἐὰν τὴν χωροφυλακὴν καταρτίσωμεν οὐχὶ ἐκ τῶν κληρούχων, ἤτοι ἐκ τῆς ἀπογραφῆς, ἀλλὰ δι’ ἐθελοντῶν, ἐὰν ἐπανέλθῃ ὁ ἀρχικὸς τῆς χωροφυλακῆς ὀργανισμός, τροποποιούμενος κατὰ λόγον τῶν σημερινῶν περιστάσεων καὶ ἕνεκα τῆς ἀνάγκης τῆς εἰς αὐτὸν ἀναθέσεως τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, εἶναι δυνατὸν καὶ τὰ καθήκοντα τὰ ἀστυνομικὰ καὶ τὰ καθήκοντα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τὰ καθήκοντα πασῶν τῶν βοηθητικῶν ὑπηρεσιῶν, πάντα ταῦτα νὰ ἐκτελῇ ἡ χωροφυλακή, καὶ οὕτως ὁ στρατὸς ἡμῶν νὰ μείνῃ ἐλεύθερος, ἵνα ἀσχολῆται εἰς τὸν ἀληθῆ αὐτοῦ προορισμόν, εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν. Ἀλλὰ πρὸς τὴν τοιαύτην τοῦ στρατοῦ σύνταξιν ἀπαιτοῦνται μέσα χρηματικὰ πλείονα τῶν ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897 προβλεπομένων. Ἵνα ταῦτα ἐξευρεθῶσιν, ἵνα ὑποδειχθῇ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ταῦτα δύνανται νὰ ἐξευρεθῶσιν, εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμὲ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γινώσκητε, ἐὰν ἐξετελέσθησαν αἱ ἐπαγγελίαι τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἐπαγγελίαι δοθεῖσαι πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πρὸ τῶν τελευταίων ἐκλογῶν, ἐπαγγελίαι δοθεῖσαι καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἐπαγγελίαι συνοψιζόμεναι εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἡ περισυλλογὴ καὶ ἡ ἀνόρθωσις. Ἡ περισυλλογὴ ὑποθέτει προϋπάρχον ναυάγιον, ὑποθέτει Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐκτελεῖ χρέη ναυαγιαιρεσιακῆς ἐπιτροπῆς· ἀνόρθωσις δὲ προϋποθέτει καταπεσὸν ἢ ἠρειπωμένον οἰκοδόμημα, ἀποστολὴ δὲ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τὸ ἔργον τοῦ ἀνοικοδομοῦντος ἢ ἐπιδιορθοῦντος ἀρχιτέκτονος. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ παρελθόν· δὲν ἀνάγεται τοῦτο εἰς τὸ τῆς σημερινῆς μου ἀγορεύσεως θέμα. Μοὶ ἐδόθη ἄλλοτε ἀφορμὴ καὶ ἀπέδειξα τίνες εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι ἐπὶ τῇ σημερινῇ οἰκονομικῇ ἡμῶν καταστάσει· ὀφείλω ὅμως νὰ συζητήσω καὶ ἐφελκύσω τὴν ὑμετέραν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ θέματος, ἂν αἱ ἐπαγγελίαι τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἐξεπληρώθησαν ἐν τῇ ἐκτελέσει. Ἐξετέλεσεν ὅσα ἐπηγγέλθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ μὲν τῶν ἐκλογῶν ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, μετ’ αὐτὰς δὲ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸ ἡμέτερον Κοινοβούλιον; Εἶπον ὑμῖν πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς μέγιστον κατόρθωμα αὐτοῦ ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατώρθωσε τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως νὰ ἐλαττώσῃ εἰς 67 ἑκατομμύρια. Ἐξεταστέον, ἂν ἦναι τοῦτο ἀληθές. Λαμβάνω ἀνὰ χεῖρας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, καὶ εὑρίσκω εἰς αὐτὸν ἀναγεγραμμένα ἔξοδα ἐκ δρ. 93,752,569· ἀφαιρῶ ἐκ τούτων τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐκ δραχμῶν 21,690,895, καὶ εὑρίσκω ὑπόλοιπον 72,061,674. Ἐὰν ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν τὰ χαρακτηριζόμενα ὡς ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ κατὰ τὰς ἀναγραφομένας πιστώσεις προσδιοριζόμενα διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, ἐκ δρ. 1,436,763, ἔχομεν διὰ δαπάνας τῆς διοικήσεως 70,624,911. Ποῦ λοιπὸν εἶναι ὁ περιορισμὸς τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως εἰς 67 ἑκατομμύρια; Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσω καὶ τοὺς προηγουμένους προϋπολογισμούς, τοὺς ὑποβληθέντας ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐξετάζω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 καὶ εὑρίσκω ἔξοδα ἀναγεγραμμένα κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ 96,923,540. Ἀφαιρῶ τὴν πίστωσιν διὰ τὸ δημόσιον χρέος 21,692,059, ἀπομένουσι δαπάναι τῆς διοικήσεως 75,231,481. Αἱ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων– Καλαμῶν πιστώσεις δὲν ὑπερβαίνουσι τὸ ἓν ἑκατομμύριον, διότι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δαπανηθέντων κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ τρέχον ἔτος δύο περίπου ἑκατομμυρίων τὸ ἓν ἐλήφθη ἐκ τῆς παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καταθέσεως ἐξ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 24 ἑκατομμυρίων, καὶ 600,000 ἐλήφθησαν ἐκ τῆς δημευθείσης ἐγγυήσεως τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης, ὥστε ἀπέμειναν ὁπωσδήποτε 74 ἑκατομμύρια διὰ δαπάνας διοικήσεως. Προβαίνω περαιτέρω. Ἐξετάζω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, καὶ εὑρίσκω ἐν αὐτῷ, ὅτι τὰ πληρωθέντα ἔξοδα μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1896, δηλ. κατὰ τοὺς 21 μῆνας τῆς χρήσεως, εἶναι 89,118,496, ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ἀπῄτησεν 22,615,214, ἄρα αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως ἀνῆλθον εἰς 66,503,282, προσθήκη δὲ τῶν 4 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ὑπολογίζονται ὡς δαπάναι τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, ἔχομεν πάλιν δαπάνας τῆς διοικήσεως 70,503,282. Ἀλλ’ ἵνα πεισθῆτε, ἂν ἦναι ἀκριβὲς τὸ προβληθὲν ὡς κατόρθωμα, ὅτι περιώρισε, καθ’ ὃν χρόνον διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως εἰς δραχ. 67,000,000, βεβαίως πρέπει καλῶς νὰ γινώσκητε, ἂν πράγματι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τὰς δαπάνας αὐτὰς τῆς διοικήσεως εἶχεν ἀναγάγει εἰς ποσὸν ἀνώτερον, καὶ ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις κατώρθωσε ταύτας νὰ περιορίσῃ. Ἀναγκάζομαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δημοσιευθέντα ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1894, ἢ μᾶλλον τὴν κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν, διότι, καίτοι δὲν εἶναι ὁ ἀπολογισμὸς δημοσιευμένος, εἶναι ὅμως ἡ προσωρινὴ κατάστασις τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1895, ἡ ὁποία δὲν διαφέρει τοῦ ἀπολογισμοῦ· διότι ὡς ἀπόδειξιν τούτου ἀναφέρομαι εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1893, ὅστις ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1894 παρουσιάζει ἐλαχίστην διαφοράν, ἤτοι χιλιάδων τινῶν δραχμῶν ἔν τε τοῖς ἐσόδοις καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν λοιπὸν τοῦτον τῆς χρήσεως 1894 ἐδαπανήθησαν 85,153,325, διὰ τὸ δημόσιον χρέος ἐπληρώθησαν 22,284,778. Ἄρα αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως ἀνῆλθον εἰς 62,848,547. Ποῦ ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπιτευχθεῖσα βελτίωσις; Ἀλλὰ προβαίνω καὶ περαιτέρω. Ἐξετάζω τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1893, τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897. Εἰς αὐτὸν εὑρίσκω, ὅτι ἐδαπανήθησαν 92,133,565· ἀφαιρουμένων τῶν δαπανηθέντων δι’ ἔκτακτα ἔξοδα, ἤτοι διὰ σιδηροδρόμους, 4,882,664, ὑπολείπονται 87,250,901. Ἀφαιρουμένων τῶν πληρωθέντων διὰ τὸ δημόσιον χρέος 25,931,680, ὁποῖαι ἦσαν αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως κατὰ τὸ 1893; Τὸ ὅλον αὐτῶν ἀνῆλθεν εἰς 61,329,221. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ μίαν ἄλλην ἐπίσημον ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδεικνύουσαν, ὅτι αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως ἐν τῷ παρελθόντι οὐδέποτε ἀνῆλθον εἰς 67,000,000, εἰς ὅσα ὡς κατόρθωμα ἀνέφερεν ἐντεῦθεν ὅτι ὑπεβίβασε καὶ περιώρισεν οὗτος τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὸ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν δημοσιευθὲν τεῦχος τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἔχομεν ἐν τῷ τεύχει τούτῳ τὰς ὁδηγίας, αἵτινες ἐδόθησαν εἰς τοὺς πρέσβεις ἡμῶν, ὅπως διαπραγματευθῶσι τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ. Εὑρίσκομεν ἐν αὐτοῖς λεπτομερῆ μελέτην τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ὅπως ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ προσφέρῃ εἰς τὰς δανειστὰς ἡμῶν πλείονα τῶν ὅσων ἐνετάλησαν, κατὰ τὰς ὁδηγίας ταύτας, νὰ προσφέρωσι. Κατ’ αὐτὰς ταύτας τὰς ὁδηγίας, τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἀνῆλθον τῷ 1888 εἰς 60,679,365, τῷ 1889 εἰς 61,593,114, τῷ 1890 εἰς 63,112,692, τῷ 1891 εἰς 60,804,314, καὶ τῷ 1892 ἀνῆλθον μόνον εἰς 66,100,970. Τὰ ποσὰ δὲ ταῦτα περιλαμβάνουσι καὶ ὅσα κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχον ἀφαιρεθῆ λόγῳ τῆς ὀφειλῆς τοῦ Κράτους πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Ποῦ λοιπὸν εὑρίσκεται τὸ κατόρθωμα, ἐπὶ τῷ ὁποίῳ ἐκαυχήθη πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι δηλ. κατώρθωσε νὰ περιορίσῃ τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως εἰς 67,000,000; Τουναντίον, κατώρθωσε νὰ ἀναβιβάσῃ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἄνω τῶν 67 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ καθ’ ὅλα τὰ παρελθόντα ἔτη ἦσαν πολλῷ ἐλάσσονα τῶν 67 ἑκατομμυρίων. Παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ δείξητε ὑπομονήν τινα προσέχοντες εἰς τὴν μελέτην ταύτην τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, διότι ἡ μελέτη αὕτη θὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν, ἂν δυνάμεθα νὰ ἐξεύρωμεν τὰ μέσα πρὸς τὴν προσήκουσαν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας. Ἡ μελέτη αὕτη θὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ παράπαν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν αὐτὴ εἰς ἑαυτὴν ἀπέδωκεν ἀποστολήν, τῆς περισυλλογῆς καὶ ἀνορθώσεως. Ἡ μελέτη αὕτη θὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι, ἂν ἄλλως διεχειρίζοντο τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, καὶ ἂν σκοπιμώτερον διεῤῥυθμίζοντο τὰ τῶν δημοσίων ἡμῶν δαπανῶν, ἠθέλομεν ἔχει ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους τὰ χρηματικὰ μέσα, τὰ ἀναγκαῖα πρὸς τὴν σύνταξιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας ἡμῶν. Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους αἱ περιστάσεις ἐνεδείκνυον τὴν ἀνάγκην τῆς προσηκούσης συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων. Ἐὰν δὲ ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις κατενόει καλῶς τὰς περιστάσεις, ἠθέλομεν ἤδη ἔχει κρείσσονα τὴν σύνταξιν τὴν στρατιωτικὴν καὶ δὲν ἠθέλομεν ἀκούει τὴν ἐπὶ ἀδρανείᾳ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μομφὴν τῶν ἐπισήμων ἐκείνων ξένων, οἵτινες διέκειντο μὲν φιλικῶς πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ μᾶς ἐχαρακτήριζον ὡς διατελοῦντας ἐν ἀδυναμίᾳ. Τίς δὲν ἐνθυμεῖται τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐνταῦθα Ἀγγλικῆς Πρεσβείας πρὸς τὴν Κυβέρνησίν της; Εἶναι λοιπὸν ἀναγκαῖον νὰ γινώσκωμεν, ὁποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἀμέσως προηγουμένων ἐτῶν, ἵνα ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν, οἵτινες ἐξετελέσθησαν ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, κρίνωμεν, ἐὰν ἐπῆλθέ τις βελτίωσις, ἢ ἐπῆλθε χειροτέρευσις. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς παρεληλυθὸς ἀπομεμακρυσμένον· ἂς περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀπολογισμῶν τῶν δύο προηγουμένων ἐτῶν, ἤτοι τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ 1893 καὶ 1894. Ὁ ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1893 παρουσιάζει, μεταξὺ εἰσπραχθέντων ἐσόδων καὶ πληρωθέντων ἐξόδων, περίσσευμα 4,589,857. Ἐὰν δὲ εἰς ταῦτα προστεθῶσι καὶ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ διὰ τοὺς σιδηροδρόμους γενόμενα, ἐκ δραχμῶν 4,882,664, ἔχομεν περίσσευμα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ 9,472,521. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1893 ἐπεβαρύνθη μὲ δημόσιον χρέος ἀνώτερον ἐκείνου, μὲ τὸ ὁποῖον ἐπεβαρύνθησαν αἱ μεταγενέστεραι χρήσεις, ἤτοι τῶν 1894 καὶ ἐφεξῆς, διότι κατὰ τὸ 1893 ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς χρυσὸν αἱ δόσεις, αἱ ὀφειλόμεναι πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Ἡ διαφορὰ δὲ μεταξὺ τῶν δύο ποσοτήτων, αἵτινες ἐπληρώθησαν διὰ τὸ δημόσιον χρέος, εἶναι δραχμαὶ 3,647,202. Ὥστε ἡ χρῆσις τοῦ 1893 δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς παρουσιάσασα περίσσευμα 13,119,723. Ἡ χρῆσις τοῦ 1894, εἶναι γνωστὸν, διότι καὶ ἄλλοτε ἐγένετο ἐντεῦθεν λόγος, ὅτι παρουσιάζει περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 17,741,816. Ἐὰν ἐκ τούτων ἐκπέσωμεν τὰς ἐξ ἐκπτώσεως τοῦ ἐργολάβου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης προερχομένας εἰσπράξεις ἐκ δραχμῶν 4,117,000, ἀπομένει περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 13,624,816. Ἐὰν καὶ ἐκ τούτων ἐκπέσωμεν ὅσα εἰσεπράχθησαν ἐκ τῆς νομισματοποιΐας, δρ. 1,268,000, μεῖον 250,000, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν, ἤτοι 1,018,000, ἔχομεν περίσσευμα τῆς χρήσεως 1894 ἐκ δραχμῶν 12,606,816. Ἵνα κρίνωμεν περὶ τῆς ἐπελθούσης βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἐφ’ ᾗ ἐκαυχήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν χρῆσιν τοῦ 1895, ἡ ὁποία διεχειρίσθη, κατὰ τὸ πλεῖστον τοὐλάχιστον, ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν ἔχομεν μὲν τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως, οὐδὲ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1896, τὴν συμπληροῦσαν τοὺς 22 μῆνας, ἔχομεν ὅμως τὴν κατάστασιν τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου τοῦ 1896, εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ὁ τελευταῖος μὴν ἑκάστης χρήσεως πάντοτε παρουσιάζει ἔξοδα ἀνώτερα τῶν ἐσόδων, διότι πολλαί εἰσιν αἱ δαπάναι, αἵτινες τακτοποιοῦνται κατὰ τὸν τελευταῖον μῆνα τῆς χρήσεως, ὀλίγισται δὲ αἱ εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐντὸς τοῦ τελευταίου μηνὸς πραγματοποιοῦνται. Εἶναι, ἐπὶ παραδείγματι, πᾶσαι αἱ δαπάναι, αἱ γενόμεναι χάριν τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, εἶναι τὰ ἐκκρεμῆ χρηματικὰ ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα τακτοποιοῦνται κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως, καὶ πάντοτε ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν, πλεοναζουσῶν τῶν δαπανῶν κατὰ δύο περίπου ἑκατομμύρια. Διὰ τοῦτο περιορίζομαι νὰ συγκρίνω τὰ ἔσοδα τοῦ 1894, τὰ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως ταύτης πραγματοποιηθέντα, πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1895 μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1896, τὸ ὁποῖον δὲν παρουσιάζει πλεονέκτημά τι ὑπὲρ τῆς πρώτης τούτων, διότι ὁ Ὀκτώβριος θὰ παρουσιάσῃ μᾶλλον ηὐξημένας τὰς δαπάνας. Ἔχομεν δὲ ἐκ τῆς συγκρίσεως ταύτης μίαν ἐπὶ πλέον διαφορὰν δρ. 10,080,466 κατὰ τὸ 1894. Αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1894 πλεονάζουσι τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1895 κατὰ 10,000,000. Πόθεν προέρχεται τοῦτο; Βεβαίως δὲν ἐνδιαφέρει ὑμᾶς ἡ λεπτομέρεια, ἀλλὰ δύνασθε ἐν γενικαῖς γραμμαῖς νὰ γινώσκητε, ὅτι αἱ ἐλαττώσεις τῆς χρήσεως τοῦ 1895 ἐπῆλθον ἀκριβῶς εἰς τοὺς φόρους ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους τῷ ὄντι ἐνδεικνύεται ἡ μέριμνα καὶ ἡ διαχειριστικὴ ἱκανότης μιᾶς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ παραδείγματι εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους ὑπάρχει πλεόνασμα κατὰ τὸ 1894 δραχμῶν 541,000, εἰς τοὺς φόρους τῆς καταναλώσεως 837,080, εἰς τὰ τέλη καὶ δικαιώματα 989,000. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ διαφορὰν δαπανῶν μεταξὺ τῆς χρήσεως τοῦ 1894 καὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1895. Ἡ διαφορὰ αὕτη τῶν δαπανῶν ἀνέρχεται εἰς 3,965,129, δηλαδὴ κατὰ τὸ 1895 ἐπληρώθησαν ἐπὶ πλέον 4 ἑκατομμύρια περίπου, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν πληρωμῶν τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου τοῦ 1896, αἵτινες θέλουσι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀναβιβάσει εἰς 6 ἑκατομμύρια τοὐλάχιστον. Ποῦ κυρίως ἡ διαφορὰ αὕτη ἀνάγεται; Μόνον τὰ μεγάλα ποσὰ θὰ ἀναφέρω ὑμῖν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ παραδείγματι, ὑπάρχει μία διαφορὰ 1,265,000. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 327,000. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν 1,023,380. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν 702,000 καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν 604,000 καὶ καθεξῆς. Ἵνα ὦ ὅμως ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ σημειώσω, ὁποῖαι ὑπῆρξαν αἱ διαφοραὶ μεταξὺ τῆς χρήσεως τοῦ 1895 καὶ τῆς τοῦ 1894 κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου τοῦ ἀμέσως ἐπιόντος ἔτους, δηλαδὴ κατὰ τοὺς 21 πρώτους μῆνας ἑκατέρας τῶν χρήσεων τούτων. Ἡ χρῆσις τοῦ 1894, ὡς εἶπον ὑμῖν πρότερον, παρουσιάζει περίσσευμα 17 ἑκατομμυρίων. Ὁποῖον ἔσεται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χρήσεως τοῦ 1895; Ἵνα κρίνωμεν περὶ τούτου, ἀρκεῖ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1895 διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1894. Αὕτη εἶναι ἡ μόνη ἀναλογία, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν, ἵνα εὑρεθῶμεν ἐν ἀκριβείᾳ. Μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1895 διὰ τὴν χρῆσιν 1894 ἐδαπανήθησαν 83,438,153. Διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1895 μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1896 ἐδαπανήθησαν 89,442,442, ἤτοι ἔχομεν διαφορὰν 4 ἑκατομμυρίων ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ἔχομεν καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα διαφορὰν 6 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὀφείλω ν’ ἀνακοινώσω ὑμῖν, ὅτι κατὰ τὰ ἐνδεδειγμένα ἀποτελέσματα μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1896 ἡ χρῆσις τοῦ 1895 θὰ παρουσιάσῃ ἓν περίσσευμα 2 ἑκατομμυρίων περίπου, ἀπέναντι 12 ἑκατομμυρίων περισσεύματος τοῦ 1894 καὶ 13 ἑκατομμυρίων τοῦ 1893. Ἡ δὲ χρῆσις τοῦ 1896, τῆς ὁποίας ἔχομεν γνωστὰ τὰ ἀποτελέσματα μόνον τῶν 8 πρώτων μηνῶν, ὁποῖα θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα; Περίπου μᾶς τὸ ἀνήγγειλεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· διότι, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ὁποῖαι εἶναι αἱ χορηγηθεῖσαι πιστώσεις, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ὁποῖαι εἶναι αἱ εἰσπράξεις τῶν 8 πρώτων μηνῶν, καὶ κατ’ ἀναλογίαν τῶν ἄλλων ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἀντίστοιχον χρονικὸν διάστημα τοῦ παρελθόντος ἔτους, θέλομεν καταλήξει εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα. Προϋπολογίζονται ἔσοδα 95,262,196, τὰ 9/12 εἰσὶν 71,446,647. Εἰσπραχθέντα μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1896 εἰσὶ 56,923,882, εἰσπράξιμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προϋπολογισθέντων 14,522,765. Προϋπολογισθέντα ἔξοδα καὶ πιστώσεις 96,879,773· ἐκ τούτων τὰ 9/12 εἰσὶν 71,159,829. Πληρωθέντα μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1896 εἰσὶ 45,888,784. Πληρωτέα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πιστώσεων 25,271,045. Κατὰ ταῦτα, τὸ πιθανὸν περίσσευμα τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896 θ’ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ποσὸν 286,818. Ἀλλ’ ὅπως περισσότερον πεισθῆτε, ὅτι ἡ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι ἢ μῦθος, ἀρκεῖ νὰ ἀναφερθῶ εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897, προχείρως δὲ νὰ σᾶς ἀναφέρω ἀνακριβείας, αἱ ὁποῖαι θὰ σᾶς πείσωσιν, ὅτι ἐπαισθητὴ ἐπῆλθεν ἡ ἐπὶ τὰ χείρω τροπὴ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὶς ἐν τῷ εἰσηγητηρίῳ αὐτοῦ λόγῳ, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Βουλήν, εἶπεν, ὅτι ἐθάῤῥησε νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897 κατὰ δύο ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον τῶν ἀναγραφέντων ἐν προϋπολογισμῷ τοῦ 1896. Ἡ ἐντύπωσις ἦτο εἰς πάντας εὐάρεστος, μετ’ εὐχαριστήσεως δὲ προσέτρεξα εἰς τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅταν διενεμήθη τοῦτο πρὸς τοὺς κκ. Βουλευτάς, ἀλλ’ εἰς αὐτὸ ἀνέγνων, ὅτι ἡ διαφορὰ ἐπὶ πλέον μεταξὺ τῶν ἐσόδων τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1897 καὶ 1896 εἶναι 81,743 ἀντὶ τῶν 2 ἑκατομμυρίων. Ἔλεγεν, ἵνα παραστήσῃ τὰ ἐπιτευχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ ἀποτελέσματα, τὰ ἐνδεικνυόμενα ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897, ὅτι ἐν τῇ καταρτίσει τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἀμέσως παρελθόντων ἐτῶν 1895 καὶ 1896 κατώρθωσέ τι, τὸ ὁποῖον πρότερον δὲν εἶχε κατορθωθῆ, δηλαδὴ κατώρθωσεν, ἰδίως ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα τὰ ἀναγραφέντα εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοὺς ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντας, πάντα ταῦτα νὰ εἰσπραχθῶσι, καὶ μετά τινος πλεονάσματος. Συνέκρινε δὲ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα πρὸς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ προκάτοχοί του βεβαίως δυοῖν θάτερον ὑφίσταντο, ἢ πλάνην περὶ τοὺς ὑπολογισμούς, ἢ σκοπόν τινα ἕτερον προετίθεντο, ἵνα ἐξαπατήσωσι τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὸ κοινόν. Καὶ ἐὰν μὲν τὴν σύγκρισιν ταύτην περιώριζεν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1894, οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἐπικρίνῃ τὴν τοιαύτην καυχησιολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἰδίως ἀνεφέρθη εἰς τὰ πρὸ τοῦ 1894 ἔτη, δηλαδὴ εἰς τὰ ἔτη ἐκεῖνα, κατὰ τὰ ὁποῖα τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἀνεγράφοντο ἢ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιώσεων. Γνωστὸν εἶναι εἰς πάντας ἡμᾶς, ὅσοι ἠσχολήθητε εἰς τὴν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων μελέτην, ὅτι μέχρι τοῦ 1894 ἀνεγράφοντο τὰ ποσὰ τῶν ἐσόδων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιώσεων. Μόνον ἀπὸ τοῦ 1894 καὶ ἐντεῦθεν καθιερώθη τὸ σύστημα, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ συνηγόρουν καὶ πρότερον ἀκόμη, τὸ σύστημα, ὅπως ἀναγράφωνται τὰ ἔσοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων. Ἐὰν λοιπὸν παρουσιάζηταί τις διαφορὰ μεταξὺ εἰσπραχθέντων καὶ προϋπολογισθέντων ἐσόδων ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν παρελθόντων ἐτῶν, αὕτη ἀποδοτέα εἰς τὸ σύστημα, τὸ πρότερον κρατοῦν, τοῦ νὰ ἀναγράφωνται τὰ ἔσοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιώσεων. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ διαφορὰ μεγάλη ἐν σχέσει πρὸς τὸ 1895 κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1894, ὅτε τὸ αὐτὸ σύστημα ἐφηρμόσθη, τότε καὶ μόνον δύναται νὰ κριθῇ ὡς βάσιμος ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὅμως, ἐὰν συγκρίνητε τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1891, ἐὰν δηλαδὴ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰς εἰσπράξεις τῆς χρήσεως ταύτης καὶ τὰς συγκρίνητε πρὸς τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφέντα, θέλετε παρατηρήσει πλεονάσματα μείζονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 ὡς πρός τινα μόνον τῶν ἐσόδων παρουσιάζει. Καὶ ἐν τῇ αὐτῇ ἀγορεύσει του ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρίσθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπανέλαβε καὶ προχθές, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας συνάδελφον, ὅτι κατώρθωσε τὰ ἔξοδα νὰ περιορίσῃ εἰς 67 ἑκατομμύρια. Καὶ ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν: «Μὴ ἀπατᾶσθε ἐκ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους θέλετε ἀναγνώσει εἰς τὰς καταστάσεις, διότι ὑπάρχουσί τινα ἔκτακτα ἔξοδα, διὰ τὰ ὁποῖα ἄλλοτε συνωμολογοῦντο δάνεια καὶ ἐπληρόνοντο, καὶ τὰ ὁποῖα ἤδη ἐπλήρωσα ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ». Ἀλλὰ ἀπέφυγε νὰ ὀνομάσῃ ταῦτα, ἵνα κρίνωμεν, ἐὰν ὄντως τὰ ἔξοδα ταῦτα ἦναι ἔκτακτα καὶ ἐὰν ὄντως διὰ τοιαύτας δαπάνας ἄλλοτε αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεως κατέφευγον εἰς τὴν συνομολόγησιν δανείων. Εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ 1895, 1896 καὶ 1897, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οὐδὲν ἄλλο ἔκτακτον ἔξοδον ἀναγράφεται, δυνάμενον ὄντως νὰ ἔχῃ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ἐκτάκτου, ἢ μόνον αἱ δαπάναι διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν. Ἀλλ’ αἱ δαπάναι αὗται, ὡς εἶναι γνωστόν, ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ διὰ τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897 εἰς 3,300,000, ἐκ τῶν ὁποίων δέον νὰ ἐκπέσητε τὰ 2,000,000, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τοῦ δανείου τῶν 24,000,000, αἵτινες ἦσαν κατατεθειμέναι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἀπὸ τὴν δημευθεῖσαν ἐγγύησιν τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης. Ὥστε ἡ ὅλη δαπάνη εἶναι ἓν ἢ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον. Ποῦ λοιπὸν αἱ ἄλλαι ἔκτακτοι δαπάναι τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ 1895 καὶ 1896; Ἐσφαλμένως ἄρα ἔλεγεν ἐντεῦθεν, ὅτι, πλὴν τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους πληρωθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1895, ἐπληρώθησαν εἰς ἔκτακτα δραχ. 4,000,000, καὶ οὕτως αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως περιωρίσθησαν εἰς 67,000,000. Παραδέχεται ὡς πιθανὰς δαπάνας τοῦ 1896 ἐν ὅλῳ ἐκ δραχ. 96,923,540. Ὅταν ἔχητε 96,000,000, ἐξ αὐτῶν δὲ ἀφαιρέσητε 22,000,000 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, βεβαίως δὲν ἔχετε ὑπόλοιπον 67,000,000, ἀλλὰ 74,000,000. Προβάλλει τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι τὰ ἑπτὰ ἐδαπανήθησαν εἰς ἐκτάκτους δαπάνας, χωρὶς νὰ τὰς ἀναφέρῃ, ἵνα κρίνωμεν, ἐὰν ὄντως ὑπάρχωσι τοιαῦται, διότι, ὡς ἀνέφερον προηγουμένως, μία καὶ μόνη ὑπάρχει ὄντως ἔκτακτος δαπάνη, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, ἥτις διὰ τὰ τρία ἔτη ἀνέρχεται εἰς 3,300,000. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 οὐδὲν τοιοῦτον ἔξοδον ἀναγράφεται. Ἐν τέλει τῆς καταστάσεως τοῦ Σεπτεμβρίου ἀναγράφονται πιστώσεις ἀναπληρωματικαὶ ἐκ δραχμῶν 4,764,942, ἀλλ’ αὗται εἰς οὐδὲν ἔκτακτον ἀναφέρονται, καθόσον ἐκ τούτων 1,019,842 ἀνάγονται εἰς τὸ δημόσιον χρέος καὶ 1,177,406 εἰς ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας. Ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν δὲ τοῦ ἔτους 1896, αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ἐντεῦθεν, ὅτι αἱ πιστώσεις ἀνέρχονται εἰς 90 ἑκατομμύρια· ὑπολογίζει ἀναπληρωματικὰς 6,000,000, τὸ ὅλον 96,000,000. Ἐὰν ἐκ τούτων ἀφαιρεθῶσιν 21,707,000 διὰ τὸ δημόσιον χρέος, ἔχετε ὑπόλοιπον 74,293,000. Ἐὰν ἐκ τούτων ἐκπέσητε 1,000,000 διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, ἔχετε 73,293,000. Πῶς λοιπὸν κατωρθώθη νὰ προστεθῶσι δαπάναι ἐκ δραχμῶν 7,000,000, δὲν ἠδυνήθην, ἐγὼ τοὐλάχιστον, νὰ πεισθῶ ἐκ τῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα κατέθεσεν ἡ Κυβέρνησις. Εἰς ἐφημερίδας κυβερνητικὰς ἀνέγνων καὶ ἐντεῦθεν ἐλέχθη, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἰδίως τῆς χρήσεως τοῦ 1896 ηὔξησαν κατὰ 2 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, ὅτι δὲ τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἔκτακτον μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Διοικήσεως, ὅπως περιστείλῃ τὴν λαθρεμπορίαν, ὅπως ἐπιτηρῇ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν φορολογικῶν νόμων. Ἦτο φυσικὸν νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ὄντως ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ αὔξησις ἡ διατυμπανισθεῖσα. Ἐὰν ἀφαιρέσητε ὡς μόνην αὔξησιν τῶν ἐσόδων τὴν ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν τῶν τελωνειακῶν προελθοῦσαν, εἰς πάντα τὰ ἄλλα κεφάλαια τῶν ἐσόδων θέλετε ἴδει μείωσιν· θέλετε ἴδει ἐλάττωσιν πρὸ πάντων εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους, ὅπου ἰδίως ἐνδεικνύεται ἡ ἱκανότης καὶ ἡ ἐπιμέλεια τῆς Διοικήσεως, θέλετε ἴδει ἐλάττωσιν εἰς τὰ μονοπώλια, ὅπου πάλιν ἐνδεικνύεται ἡ μέριμνα τῆς Διοικήσεως πρὸς πρόληψιν τοῦ λαθρεμπορίου, ὡς καὶ εἰς τὰ ἔσοδα τὰ διακρινόμενα ὑπὸ τὸν τίτλον «τέλη καὶ δικαιώματα». Μόνον εἰς ἓν κεφάλαιον τῶν ἐσόδων ὑπάρχει αὔξησις, αὕτη δὲ ὑπάρχει εἰς τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ ἔτους, προερχομένη ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη τῶν σιτηρῶν, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἰσήχθησαν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο σιτηρὰ πλείονα, τῶν τοῦ παρελθόντος· εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ Ὀλυμπιακοὶ ἀγῶνες συνετέλεσαν, ἵνα γένηται περισσοτέρα εἰσαγωγὴ ἐμπορευμάτων. Ἀλλὰ πάντων τούτων τὸ περίσσευμα καλύπτεται ἐκ τοῦ ἐλλείμματος τῶν ἄλλων ἐσόδων. Παρακαλῶ νὰ μὴ ἀνησυχῆτε ἐκ τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους ἔχω ἐνώπιόν μου, διότι δὲν πρόκειται νὰ μεταδώσω εἰς ὑμᾶς πάντας τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς εἰς τὰς καταστάσεις ταύτας ἀναγεγραμμένους. Τὰς καταστάσεις ταύτας συνέταξα διὰ νὰ ἐξαγάγω τὰ ἀναγκαῖα πορίσματα, τὰ ὁποῖα καὶ μόνα πρόκειται νὰ γένωνται ὑμῖν γνωστά. Κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψιν, ἡ ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897 πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1894 ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν 7,551,196· εἰς τὴν διαφορὰν ταύτην δέον νὰ προστεθῇ τὸ ἀναγραφόμενον ἔσοδον ἐξ εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Τὸ ἔσοδον τοῦτο ἀναγράφεται ὡς ἀνελευσόμενον εἰς τὸ ποσὸν 1,200,000. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ εἰσηγησάμενος τὸν προϋπολογισμὸν ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι δὲν θὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον, πρὶν ἀκόμη συμπληρωθῇ τὸ ἔτος, νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω ἕτερον λόγον, οὗ ἕνεκεν νομίζω λίαν ἐξωγκωμένον τὸ ἔσοδον τοῦτο· ἔχω ὑπ’ ὄψει τὰς εἰσπράξεις τῶν δύο προηγουμένων ἐτῶν, καὶ γινώσκω, ὅτι κατὰ τὸ 1894 εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων δραχ. 721,499, κατὰ δὲ τὸ 1895 μόνον 382,555. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν τοιαῦτα ἀποτελέσματα εἰσπράξεως, δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν 1,200,000; Καὶ δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψει τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1895, ἀλλὰ λαμβάνω τὸν μέσον ὅρον, καὶ οὕτω παραδέχομαι ὡς εἰσπράξιμον ἐκ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας τὸ ποσὸν 600,000. Ἑπομένως ἡ διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς 8,151,196. Ἐκ τούτων πρέπει νὰ ἐκπεσθῶσι τὰ μὴ ἀναγραφόμενα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Αʹ)Ἐξ ἐκπτώσεως τῶν ἐργολάβων τοῦ σι-
δηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης 3,911,058
Βʹ)Ἐξ εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς δη-
μοτικῆς ἐκπαιδεύσεως 2,091,040
Γʹ)Ἐκ νομισματοποιΐας, ἀφαιρουμένων τῶν
ἐξόδων ἐκ δραχμῶν 250,000 1,018,000
7,020,098

Ἑπομένως ἔχομεν πάντοτε ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν 1,131,098. Εἰς τὸν ἕτερον πίνακα, ὃν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, ἀναγράφονται τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1894, τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1895, τὰ γνωστὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1896 καὶ τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897. Ἐκ τοῦ πίνακος τούτου συνάγεται τὸ πόρισμα, ὅτι ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν προϋπολογιζομένων διὰ τὸ 1897 ἐξόδων πρὸς τὰς γενομένας κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1894 δαπάνας ἐν συνόλῳ ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν δρ. 10,808,982. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ γινώσκητε καὶ τὸ πόρισμα μιᾶς συγκρίσεως μεταξὺ τῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1896, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου ἕως 30 Σεπτεμβρίου, πρὸς τὸ πόρισμα τῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1894. Ἡ διαφορὰ δὲ αὕτη τῶν δαπανῶν μέχρι 30 Σεπτεμβρίου εἶναι 10,703,000. Ἐπειδὴ δὲ ἐντεῦθεν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897 ἐλέχθη, ὅτι κατωρθώθησαν πολλὰ πρὸς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, κατωρθώθη δὲ νὰ μειωθῇ καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου, εἶναι ἀνάγκη νὰ παρατηρήσω ὅτι, ὅταν πρόκειται νὰ κάμητε περὶ τῆς χρηματικῆς καταστάσεως, δέον νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, οὐχὶ μόνον τὰ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ προκύπτοντα ἀποτελέσματα, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ ληψοδοσίας τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν ἐν γένει ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους. Κατὰ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, τὸ παρουσιαζόμενον κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1896 ταμιευτικὸν ἀποτέλεσμα εἶναι ὅμοιον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο τῇ 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1894· τὸ παράπαν δὲν ἐβελτιώθη ἔκτοτε ἡ κατάστασις. Διῆλθον, ὡς βλέπετε, ἐπιτροχάδην τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐπιφυλάσσομαι ἐν ὥρᾳ καταλλήλῳ ἐκτενέστερον περὶ τούτου νὰ συζητήσω, ἵνα σᾶς πείσω, ὅτι βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων δὲν ἐπετεύχθη, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπῆλθεν ἔκτοτε χειροτέρευσις. Ἀνεκοίνωσα ὅμως ὑμῖν τὰ πορίσματα τῆς μελέτης ταύτης, διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ πορισθῶμεν τὰς πιστώσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ τὴν στρατιωτικὴν καὶ τὴν ναυτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας. Εἶναι δὲ ἀνάγκη τὰ περὶ τούτου νὰ συζητηθῶσιν ἀπὸ τοῦδε, ἵνα ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1897 μὴ ψηφισθῇ ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ἐὰν ἀναμείνωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν ψηφισθῇ ὡς συνήθως ψηφίζεται παρ’ ἡμῖν, οὐδὲν θέλομεν ἐπιτύχει ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφορῶμεν. Ὡς ἔλεγον ὑμῖν προηγουμένως, μετὰ πάσας τὰς ἀφαιρέσεις, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκον, ἵνα γένηται ἀκριβὴς ἡ σύγκρισις πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1894, ὑπάρχει ἀναμφισβήτητος διαφορὰ ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1894, τοὐλάχιστον 1,000,000 ἐν τοῖς ἐσόδοις, ὥστε στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν κατὰ τὸ 1894 εἰσπραχθέντων νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς ἓν πλεόνασμα ἐσόδων 1,000,000. Εἴχομεν ὅμως κατὰ τὸ 1894 ἕτερόν τι ἔσοδον, ὃ ἄρδην ἀνετράπη, τῇ προτάσει τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως· τὸ ἔσοδον τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Εἶπον ὅτι ἄρδην ἀνετράπη, διότι κατὰ μὲν τὸ τρίτον κατηργήθησαν τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, κατὰ δὲ τὸ ὑπόλοιπον ὁ προορισμὸς τῶν εἰσπράξεων τούτων ἔλαβεν ἄλλην διεύθυνσιν. Κατὰ τὸ πλεῖστον κατατίθενται αἱ ὑπόλοιποι εἰσπράξεις παρά τινι Τραπέζῃ, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς οἰκοδομὰς δημοτ. σχολείων, ἓν δὲ ποσοστὸν διατίθεται εἰς συνδρομὴν τοῦ Πανεπιστημίου λόγῳ τῶν δαπανῶν τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ. Νομίζω ὅτι ἐν τῇ κρισίμῳ ταύτῃ ὥρᾳ, τὴν ὁποίαν διανύει τὸ ἔθνος ἡμῶν, δὲν εἶναι πρέπον νὰ περικόψωμεν ἔσοδα, τὰ ὁποῖα καλῶς ἐλειτούργησαν καὶ τὰ ὁποῖα ἀπέδωκαν εἰς ἡμᾶς 1,500,000. Μικρὰ ὑπῆρξεν ἡ ἀνακούφισις τῆς σπουδαζούσης νεολαίας ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ τρίτου τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν οἰκοδόμησιν δημοτικῶν σχολείων, νομίζω ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν ταύτην εἰς μέλλοντας χρόνους, ὅτε αἱ πρόσοδοι ἡμῶν ἔσονται βελτίονες. Καὶ τὸ ποσοστὸν, ὅπερ διατίθεται ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου, δύναται νὰ καταργηθῇ, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Πανεπιστημίου καλῶς ἐλειτούργει καὶ ἄνευ αὐτοῦ. Ἐὰν ἐπαναφέρωμεν τὸ ἔσοδον τοῦτο ἄρτιον, οἷον ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1895, ἐὰν μεταβάλωμεν τὸν ὑφεστῶτα περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως νόμον καὶ ἀφήσωμεν τὴν μέριμναν περὶ οἰκοδομήσεως δημοτικῶν σχολείων εἰς εὐθετώτερον χρόνον, θέλομεν ἔχει ἐντεῦθεν δρ. 1,500,000, ὥστε ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν 2,500,000 θετικά. Δυνάμεθα ὅμως νὰ μεταβάλωμεν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων χωρὶς νὰ ἀνατραπῶσιν ἢ νὰ παραβλαφθῶσιν αἱ ὑπηρεσίαι, διὰ τῶν ὁποίων ἐνεργοῦνται αἱ εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων. Μόνον θ’ ἀναβληθῶσι μερικὰ ἔργα διὰ χρόνον μέλλοντα. Δὲν εἶναι τοσοῦτον κατεπείγουσα ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τούτων, ὅσον κατεπείγουσα καὶ ἐπιβάλλουσα εἶναι ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ σύνταξις τῆς χώρας. Ἀνέφερα ἤδη ὑμῖν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὰς ἐπὶ πλέον διαφορὰς τῶν πιστώσεων μεταξὺ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1894 καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897. Ἔχομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ πλέον διαφορὰν 245,000, κατὰ τὸ πλεῖστον προερχομένην ἀπὸ τὴν ἀνασύστασιν τῶν τεσσάρων Πρεσβειῶν. Δὲν γινώσκω, Κύριοι, τίνα ὑμεῖς ἔχετε ἰδέαν περὶ διατηρήσεως τῶν Πρεσβειῶν. Ἡ ἀνασύστασις τῶν τριῶν Πρεσβειῶν ἕνα εἶχε σκοπὸν, τὴν διευκόλυνσιν τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ. Ῥητῶς ἐντεῦθεν ἐλέχθη, ὅτι ἡ ἀνασύστασις τῶν ἐν Λονδίνῳ, Παρισίοις καὶ Βερολίνῳ Πρεσβειῶν πρὸς αὐτὸν κυρίως τὸν σκοπὸν ἐγένετο. Ἐγένετο μάλιστα καὶ ἕτερόν τι· αἱ ἀποδοχαὶ αὐτῶν ηὐξήθησαν κατὰ 18,000 δραχ. δι’ ἑκάστην· προσετέθησαν, δηλονότι εἰς τοὺς πρότερον κεκανονισμένους μισθοὺς δραχ. 54,000. Δὲν νομίζω ὅτι θέλουσι πάθει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐὰν ἐπαναφέρωμεν τὰ τῶν Πρεσβειῶν εἰς ὃ σημεῖον ὑπῆρχον πρότερον, ἐντεῦθεν δὲ οἰκονομήσωμεν τὸ ποσὸν τῶν 200,000 δραχμῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχομεν ἐπὶ πλέον πιστώσεις κατὰ τὸ 1897, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1894, δραχ. 3,871,620· ἐκ τούτων τὸ τρίτον ἀφορᾷ εἰς δαπάνας τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, τὸ δὲ ὑπόλοιπον εἰς αὔξησιν τῶν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν πιστώσεων. Δὲν ὑπάρχει, νομίζω, Ἕλλην ἀντιπρόσωπος, ὁ μὴ φρονῶν, ὅτι δέον τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἡ συγκοινωνία ἐν μέρει ν’ ἀναπτυχθῇ ὅσον ἔνεστι παρ’ ἡμῖν. Ἀλλ’ ἐὰν μὲ τὰς ὑπαρχούσας ὁδοὺς ἐζήσαμεν τόσα ἔτη, νομίζετε ὅτι, ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις ἢ συμπλήρωσις ὁδῶν τινων διά τινα χρόνον, θὰ καταστραφῶσι τὰ συμφέροντα τῆς χώρας ἡμῶν; Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρὶν ἢ ἀκόμη ἀνέλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ὁμιλῶν πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, ἔλεγεν ὅτι μία τῶν ἀποστολῶν τῆς Κυβερνήσεως ἔσεται ἡ συμπλήρωσις τῶν μὴ εἰσέτι ἐκτελεσθέντων ἔργων τῶν σιδηροδρόμων. Ῥητῶς δὲ ἀνέφερε τὸν σιδηρόδρον Πειραιῶς–Λαρίσης καὶ ἰδιαιτέρως ἐμνημόνευσε τῶν δύο τμημάτων μέχρι Θηβῶν καὶ Χαλκίδος· ἀλλὰ, καίτοι ἐγίνωσκεν ὅτι τὰ ὑλικὰ τὰ ἐκτεθειμένα ἐν τῷ ὑπαίθρῳ καὶ ἐν γένει αἱ ἐργασίαι αἱ ἐκτελεσθεῖσαι διὰ δαπάνης 25,000,000 ὁσημέραι φθείρονται, οὐδεμίαν περὶ τούτων ἔλαβε πρόνοιαν. Δὲν ἠθέλησε ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ προκάτοχος αὐτοῦ εἶχε παραδεχθῆ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δύο τούτων τμημάτων, τὴν συνομολόγησιν ἑνὸς μικροῦ ἐσωτερικοῦ πρὸς τοῦτο δανείου, ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς νὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου, ἀλλ’ ἐπίστευεν ὅτι δύναται ἐκ τῶν τακτικῶν προσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ συμπληρώσῃ τὰ δύο ταῦτα τμήματα τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Ἐν τούτοις τὸ ἔργον ἐκεῖνο ὁπωσδήποτε ἀνεβλήθη, ἐπὶ προφανεστάτῃ βλάβῃ τῶν δημοσίων συμφερόντων. Διατὶ νὰ μὴ ἀναβληθῶσι καὶ τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας διά τινα εἰσέτι χρόνον; Ἔχομεν ἀρκετὰς ὁδοὺς, ὥστε νὰ μὴ θεωρηθῇ ἡ ἔλλειψις τῶν λοιπῶν ὡς πρόσκομμα διὰ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας. Ἔχομεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δαπάνας ἐπὶ πλέον, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1894, ἐκ δραχμῶν 954,966, αὗται δὲ ἀναφέρονται εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, ἀναφέρονται δὲ ἰδίως εἰς τὴν στοιχειώδη. Προκειμένου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, εἶναι ἄπορον, πῶς κατωρθώθη, ἀφοῦ οἱ δῆμοι, οἱ πλεῖστοι τοὐλάχιστον, ἐπεβαρύνθησαν μὲ νέους δημοτικοὺς φόρους διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δασμῶν τῶν ὠνίων, ἀφοῦ σχολεῖα νέα δὲν συνηστήθησαν, πῶς, λέγω, κατωρθώθη, ὥστε ἡ δαπάνη τοῦ Δημοσίου σήμερον νὰ ἦναι μείζων ἐκείνης, ἡ ὁποία ἀπῃτεῖτο ἐπὶ τοῦ πρώην καθεστῶτος, ἤτοι ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ προηγούμενον. Κατὰ τὸ σύστημα τὸ προηγούμενον ἀνεγράφοντο δαπάναι διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν ἐκ τεσσάρων περίπου ἑκατομμυρίων, ἐδαπανῶντο δὲ πράγματι 3,700,000, εἰσεπράττοντο ἐκ τῶν δήμων 2,500,000, ἡ δαπάνη δὲ τοῦ Δημοσίου χάριν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἀνήρχετο εἰς δραχ. 1,200,000. Ὑπὸ τὸ νέον καθεστὼς, μὲ τὸν νέον νόμον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου τόσα πολλὰ ἐλέχθησαν, κατὰ μὲν τὸ 1896 ἀνεγράφη πίστωσις, ἐξαντληθεῖσα ἴσως μέχρι τοῦδε, ἐξ 1,500,000, ἐθεωρήθη δὲ ἡ πίστωσις αὕτη ἀνεπαρκὴς, καὶ διὰ τὸ 1897 ζητεῖται πίστωσις πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἐκ δρ. 2,000,000. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νέου νόμου, τὸ νέον σύστημα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως,—δὲν θέλω ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ τὸ ἐξετάσω ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, εἰμὴ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ταμιευτικὴν,—ὑπῆρξε λίαν ἐπιζήμιον. Ἐγὼ δὲ γινώσκω, ὅτι ἀρχικῶς ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπηγορεύθη ὑπὸ λόγων οἰκονομικῶν, διότι ἡ ἀρχικὴ ἰδέα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ κατορθωθῇ, ὥστε τὸ Κράτος νὰ μὴ ὑποβάλληται εἰς θυσίαν τινὰ χάριν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα δὲν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ προκείμενον, εἰμὴ κατὰ τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ἡ ἀναγραφομένη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν πίστωσις ἐκ 2,000,000 δρ. βεβαίως εἶναι ὑπερβολική. Βεβαίως, ἂν πρόκειται νὰ δαπανηθῇ τοσούτῳ μέγα ποσὸν ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, τοῦτο θὰ ἐλέγχῃ ἐλαττωματικὴν διοίκησιν. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ ἐπιχορήγησις τοῦ Κράτους, ὡς ἀπεδείχθη καὶ ὑπὸ τὸ προηγούμενον καθεστὼς, ἐκ δραχ: 1,000,000 εἶναι ἐπαρκεστάτη, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἰς τοὺς δήμους ἐπεβλήθησαν διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς δημοτικῆς φορολογίας ἐπιβαρύνσεις ἕνεκα τοῦ νέου νόμου τοὐλάχιστον ἐκ δραχμῶν 500,000. Δυνάμεθα ἑπομένως τὴν πίστωσιν τὴν ἀναγραφομένην εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 ἐκ 2,000,000 νὰ τὴν περιορίσωμεν εἰς 1,000,000, ἄνευ κινδύνου νὰ πάθῃ τι ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις. Ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας συναδέλφου προεβλήθη ἡ ἰδέα, ὅτι δυνάμεθα διὰ περικοπῆς καὶ ἄλλων δαπανῶν εἰς τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα νὰ πορισθῶμεν οὐκ εὐκαταφρόνητον ποσόν· εἰς τοῦτον δὲ ἀπαντῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρετήρησεν, ὅτι περιεκόπησαν ὅσον ἦτο ἐφικτὸν αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως, καὶ οὐδεμία εἶναι δυνατὴ οἰκονομία ἐν τῷ μέλλοντι. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην ταύτην τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν νομίζω ὅτι διὰ περικοπῶν δαπανῶν ἐν τοῖς πολιτικοῖς Ὑπουργείοις δυνάμεθα μεγάλα ποσὰ νὰ πορισθῶμεν· νομίζω ὅμως ὅτι ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν 1,000,000. Οὕτω δὲ διασκευάζοντες τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1897, θέλομεν ἔχει τὸ ποσὸν τῶν δρ. 5,972,000, διασκευάζοντες δὲ, ὡς εἶπον, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, θέλομεν ἔχει τὸ ποσὸν τῶν 2,500,000, ἤτοι θέλομεν ἔχει χάριν τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας 8,472,000. Τίνος ποσοῦ ἔχομεν ἀνάγκην διὰ νὰ συντάξωμεν τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας ἡμῶν, ἵνα λειτουργήσωσιν οἱ ὑπάρχοντες ὀργανισμοί; Ἵνα ἔχωμεν στρατὸν ἐν τοιαύτῃ καταστάσει, ὥστε νὰ δύναται ἐν ἀνάγκῃ νὰ μεταβληθῇ εἰς ἐμπόλεμον δύναμιν, τίνος χρηματικοῦ ποσοῦ ἔχομεν ἀνάγκην; Ἐλέχθη, ὅτι πρὸς τοῦτο εἶναι ἀναγκαία ἡ εὕρεσις τοὐλάχιστον δέκα ἑκατομμυρίων. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην· ἐπὶ τούτῳ δὲ συνεβουλεύθην καὶ εἰδικωτέρους ἐμοῦ περὶ τὰ στρατιωτικά. Δὲν πρόκειται περὶ στρατοῦ ἐν ἐπιστρατεύσει, πρόκειται περὶ στρατοῦ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης· ἄν ἐν ὥρᾳ εἰρήνης ἔχομεν στρατὸν 20,000 ἀνδρῶν ἐξ ὅλων τῶν σωμάτων, ἐξαιρέσει τῆς χωροφυλακῆς, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι ἀναλόγως τῶν μέσων ἡμῶν καὶ τοῦ πληθυσμοῦ ἡμῶν ἔχομεν στρατὸν εἰρήνης, ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν. Ἀλλ’ ἵνα ἐκπαιδεύσωμεν, ὡς ἐλέχθη καὶ πρότερον, τὸν στρατὸν, ἵνα ὁ στρατὸς ἀσχολῆται ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ ἔργα τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἀπαλλαγῇ πασῶν τῶν βοηθητικῶν ὑπηρεσιῶν, πρέπει νὰ ἀσχολῆται ἀδιαλείπτως εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν. Πρέπει λοιπὸν πρωτίστως νὰ ὀργανώσωμεν τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, νὰ σχηματίσωμεν τοῦτο οὐχὶ ἐκ τῆς ἀπογραφῆς, ἤτοι ἐκ τῶν κληρούχων, ἀλλ’ ἐξ ἐθελοντῶν, νὰ ἀναβιβάσωμεν τὸν ἀριθμὸν αὐτῆς εἰς 8,000 τοὐλάχιστον, ὅπως ἀναλάβῃ καὶ τὰ ἔργα τῆς ἀστυνομίας καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, καὶ συνάμα πάσας τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἐκτελεῖ σήμερον ὁ στρατός. Ὅπως τοῦτο ἐπιτύχωμεν, τίνος πιστώσεως ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὴν χωροφυλακήν; Σήμερον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀναγράφεται πίστωσις διὰ τὴν χωροφυλακὴν ἐκ δρ. 2,200,000, ἐν δὲ τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν ἀστυνομίαν ἀναγράφεται πίστωσις 3,200,000, ἤτοι αἱ διὰ τὴν χωροφυλακὴν καὶ τὴν ἀστυνομίαν ἀναγραφόμεναι πιστώσεις ἀνέρχονται εἰς 5,400,000 δρ. Ἵνα ὅμως τὴν χωροφυλακὴν συμπληρώσωμεν δι’ ἐθελοντῶν, ἵνα αὕτη ὀργανωθῇ εἰς τρόπον, ὥστε πάσας τὰς ὑπηρεσίας, τὰς εἰς αὐτὴν ἀνατεθειμένας, νὰ ἐκπληροῖ ἐπαρκῶς, δέον νὰ τὴν ἀναβιβάσωμεν εἰς 8,000 ἄνδρας, καὶ νὰ δαπανῶμεν ὑπὲρ αὐτῆς τὸ ποσὸν τῶν 8,500,000, νὰ προσθέσωμεν δηλονότι εἰς τὰς ὑπαρχούσας, εἰς τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897 πιστώσεις δρ. 3,100,000. Ὅπως ἔχωμεν στρατὸν ἐξ 20,000 ἀνδρῶν, ἔχομεν ἀνάγκην δαπάνης κατ’ ἄτομον τοὐλάχιστον 800 δραχμῶν. Ὑπάρχουν πολλοὶ οἱ φρονοῦντες, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκὲς τὸ ποσὸν τῶν 800 δραχμῶν, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅταν μετὰ φειδοῦς καὶ μετ’ αὐστηρότητος οἱ διευθύνοντες τὰ τοῦ στρατοῦ καθορίζωσι τὰ τῶν δαπανῶν αὐτοῦ, ὅταν πολυτελεῖς τινες ὑπηρεσίαι ἐκλείψωσιν ἢ καταργηθῶσιν, ὅταν δι’ ὀργανισμοῦ νεωτέρου πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν διαῤῥυθμισθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αὐστηρᾶς οἰκονομίας, εἶναι δυνατὸν διὰ 16,000,000 δραχ. κατ’ ἔτος νὰ συντηρῶμεν στρατὸν ἐξ 20,000 ἀνδρῶν. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· εἶναι ἀνάγκη νὰ διαθέτωμεν κατ’ ἔτος τοὐλάχιστον 700,000 δραχμὰς διὰ τὰς γενικὰς ἀσκήσεις τοῦ στρατοῦ, διότι ἄνευ ἀσκήσεων ἐν στρατοπέδοις δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατόν. Οὕτω αἱ πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν θέλουσιν ἀνέλθει ἐν σταθερῷ προϋπολογισμῷ εἰς 25,200,000, ἂν δὲ ἐκ τούτων ἐκπέσωμεν τὰ 3,200,000, αἱ ὁποῖαι δαπανῶνται διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν καὶ περὶ ὧν ἀναγράφεται τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, θέλομεν ἔχει ἀνάγκην πιστώσεως ἐξ 22,000,000 δραχ. διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντὶ τῶν 16,000,000, ἤτοι θέλομεν προσθέσει πίστωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ δραχ. 5,654,689. Προκειμένου ὅμως περὶ σταθεροῦ προϋπολογισμοῦ, προκειμένου νὰ κανονίσωμεν τὰς δαπάνας ἐν τοιούτῳ προϋπολογισμῷ οὕτως, ὥστε ἀπροσκόπτως νὰ λειτουργῶσιν οἱ ὀργανισμοὶ καὶ τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, δέον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ αἱ πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶναι ἀνεπαρκεῖς, διότι καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ δέον νὰ προσθέσωμεν πίστωσιν ἐξ ἑνὸς τοὐλάχιστον ἑκατομμυρίου· πρέπει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν νὰ ἔχῃ ἐν σταθερῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις 8 ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ δύνανται νὰ ἐκπαιδεύωνται τὰ πληρώματα, διὰ νὰ δύνανται οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ ἀσκῶνται εἰς γενικὰ γυμνάσια, διὰ νὰ μὴ ὑφίσταται αὐτὴ ἡ μεγάλη φειδωλία περὶ τὰ γυμνάσια τὰ ναυτικά, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα, ὅπως παρασκευάσωσι στόλον ἀξιόμαχον. Ἄν λοιπὸν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν προσθέσωμεν 1,000,000, ἤτοι τὰς σήμερον ἀναγεγραμμένας 7,000,487 ἀναβιβάσωμεν εἰς 8,000,000, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσθέσωμεν πίστωσιν δραχ. 999,573, ἤτοι ἐν ὅλῳ διὰ τὰ δύο Ὑπουργεῖα τὸ ποσὸν δραχ. 6,654,202. Ἔλεγον πρότερον, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν ἐκ τῆς σκοπιμωτέρας διασκευῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων δρ. 8,472,000, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχω ἐνδοιασμούς τινας, μήτοι πάντα τὰ ἀναγραφέντα μέτρα δὲν ἐκτελεσθῶσιν ἀκριβῶς κατὰ τὸ πρῶτον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ ἔτος, δι’ αὐτὸ ἀντὶ δρ. 8,500,000 περιώρισα τὰς πιστώσεις εἰς μόνον 6,500,000, ἤτοι κατὰ 2 ἑκατομμύρια ὀλιγώτερον· διότι εἶναι ἐνδεχόμενον αἱ οἰκονομίαι τῶν 2,000,000, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα, νὰ μὴ πραγματοποιηθῶσι πᾶσαι· διότι ἐξ ὅσων ἀνέφερα ὑμῖν οἰκονομιῶν ἴσως θεωρηθῇ ἀναγκαῖον νὰ ἐκπεσθῶσι διὰ τὸ ἔτος τοῦτο αἱ πιστώσεις αἱ ἀναγεγραμμέναι χάριν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν· οὕτω δὲ τὸ ποσὸν, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, τὸ ἔχομεν πλῆρες. Θὰ ἔχωμεν ἐκ τῆς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 ἐπαναφορᾶς τῶν ἐσόδων 1,000,000, θὰ ἔχωμεν ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν 1,500,000, θὰ ἔχωμεν ἐκ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 δρ. 3,771,820, ἐκ τῆς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 διαῤῥυθμίσεως τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δραχ. 200,000, ἐκ τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 1,000,000. Θὰ κατορθωθῇ τέλος νὰ γένωνται εἰς ἅπαντα τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα οἰκονομίαι, ἤτοι περικοπαὶ τῶν ἀναγραφομένων νῦν πιστώσεων ἐκ δραχ. 500,000. Ἄν ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τὸ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν ἐκ δρ. 1,400,000, θὰ ἔχωμεν ὁπωσδήποτε τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 6,571,820, ὅπερ εἶναι ἀπαραίτητον πρὸς αὔξησιν τῶν πιστώσεων τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἐπειδὴ δ’ ἐπεκαλέσθην ἐπανειλημμένως τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1894, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ κανονισθῶσι τά τε ἔσοδα καὶ ἰδίως τὰ ἔξοδα τοῦ 1897, ἐξαιρέσει τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα, ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν, ὅτι κατὰ τὸ 1894 οὐδὲν ὑπῆρχεν ἔκτακτον, συντελέσαν εἰς αὔξησιν τῶν ἐσόδων, καθόσον μείζων ἦτο κατ’ αὐτὸ ἡ ὑποτίμησις καὶ ἀζητησία τοῦ κυριωτέρου ἡμῶν προϊόντος, τῆς σταφίδος, αἱ λοιπαὶ πρόσοδοι δὲν διετέλουν ὑπὸ εὐνοϊκωτέρας τῶν νῦν συνθήκας, ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία ἦτο κατά τι χείρων, ὡς ἐκ τῆς ἀζητησίας τῆς σταφίδος, τὰ δὲ δημόσια ἡμῶν ἔξοδα, τὰ χρήσιμα εἴτε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους εἴτε διὰ τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως, ἦσαν οἷα ἔπρεπε νὰ ὦσι καὶ νῦν· ἅπασαι αἱ ὑπηρεσίαι τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως ἐλειτούργησαν κανονικῶς. Διηνύσαμεν τὸ 1894 οὐχὶ χειρότερον τῶν μετ’ αὐτὸ ἐτῶν. Ἔσχομεν μάλιστα τὸ πλεονέκτημα νὰ διοικώμεθα ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, εἰσηγουμένη εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, ἐκαυχήθη, ὅτι ἐπήνεγκεν οἰκονομίας εἰς τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως ὑπὲρ τὰ 6,000,000. Διατὶ λοιπὸν καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν πιστώσεις διὰ τὸ 1897 ἀνωτέρας τῶν τοῦ 1894; Καὶ ταῦτα μὲν πάντα διὰ τὰς πιστώσεις τὰς ἀναγκαίας ἐν σταθερῷ προϋπολογισμῷ πρὸς συντήρησιν, οὕτως εἰπεῖν, συντεταγμένου καλῶς στρατοῦ καὶ ναυτικοῦ. Ἀλλὰ μόνον τοιούτων πιστώσεων ἔχομεν ἀνάγκην; Εἶναι ἆρά γε καὶ ὁ στρατὸς καὶ τὸ ναυτικὸν ἡμῶν ἀρκούντως ἐφωδιασμένα διὰ πολεμικοῦ ὑλικοῦ, ὥστε μὲ μόνον τὰς πιστώσεις ταύτας νὰ δυνηθῶμεν εὐλόγως νὰ ἀξιῶμεν ὅτι συνετάξαμεν τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν τῆς χώρας ἡμῶν; Νομίζω ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην προμηθείας πολεμικοῦ ὑλικοῦ δι’ ἀμφότερα τὰ Ὑπουργεῖα, ἰδίως ὅμως καὶ ἐπειγόντως διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην πιστώσεως πρὸς αὔξησιν τῶν πυροβολαρχιῶν ἀπὸ 20 εἰς 24. Πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν τυχὸν ἐφθαρμένων πυροβόλων, πρὸς προμήθειαν νέων καὶ πρὸς ἐντελῆ καταρτισμὸν τῶν διὰ τὸ πυροβολικὸν ἀναγκαίων ὀχημάτων, ὑπολογίζεται ὡς ἀπαραίτητος δαπάνη 4 ἑκατομμυρίων...

§16Ι. ΣΕΧΟΣ. Πόσων;

§17ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τεσσάρων ἑκατομμυρίων... Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἀναφέρω ὑμῖν ἐν λεπτομερείᾳ ἀριθμοὺς καθ’ ἕκαστον τῶν εἰδῶν τούτων, διότι νομίζω, ὅτι καὶ ὁ διακόψας με συνάδελφος καὶ ἕτεροι συνάδελφοι εἰδικοί, ἐντριβεῖς περὶ τὰ στρατιωτικά, δύνανται, λαμβάνοντες ἀνὰ χεῖρας τὸν προϋπολογισμόν, καὶ γινώσκοντες τὰ ὑπάρχοντα ὑλικά, νὰ ὑπολογίσωσι τὴν ἀναγκαίαν δαπάνην. Κατ’ ἐμὲ, στηριχθέντα εἰς γνώμας εἰδικωτάτων ἀνδρῶν, τὸ ποσὸν 4,000,000 εἶναι ἐπαρκὲς πρὸς τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον τοῦτο· ἔχομεν ἀνάγκην προμηθείας ἵππων, τοὐλάχιστον τριῶν χιλιάδων, ἂν δὲ ὑπολογίσωμεν χιλίας δραχμὰς δι’ ἕκαστον ἵππον, ἔχομεν ἀνάγκην τριῶν ἑκατομμυρίων. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προμηθευθῶμεν ἱματισμὸν, διότι ὁ ὑπάρχων εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ὑφισταμένας ἀνάγκας, ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται νὰ ἔχωμεν ἀριθμὸν στρατιωτῶν ἀνώτερον. Ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς τοῦτο 2 ἑκατομμυρίων. Ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς ἱκανοποίησιν ἄλλων ἐλλείψεων ἐν τῷ μηχανικῷ καὶ ἱππικῷ καὶ ἀλλαχοῦ ἑνὸς ἔτι ἑκατομμυρίου, ἔχομεν ἀνάγκην δέκα ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ναυτικὸν ἔχομεν ἐλλείψεις· διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι ἡ ληφθεῖσα ἀξιέπαινος φροντὶς πρὸς τελείαν κατάρτισιν τῶν θωρηκτῶν, πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ἐφθαρμένων λεβήτων καὶ πρὸς πλήρωσιν ἑτέρων μικροτέρων ἀναγκῶν τοῦ ὑπάρχοντος στόλου εἶναι ἐπαρκὴς, ὅπως θεωρηθῇ ἀρτία ἡ δύναμις τοῦ στόλου ἡμῶν. Ὡς ἔθνος ναυτικὸν, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ὑπάρχοντα τορπιλλοβόλα τοὐλάχιστον ἕξ, δυνάμεως ἀνωτέρας τῶν ὑπαρχόντων, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι, ἂν κατὰ τὰ ἄλλα τὸ ναυτικὸν τῆς γείτονος ἐπικρατείας ἦναι ὑποδεέστερον τοῦ ἡμετέρου, ὡς πρὸς τὸν τορπιλλικὸν ὅμως στόλον, αὕτη ὑπερτερεῖ. Ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς τοῦτο νὰ δαπανήσωμεν 3,600,000 φράγκων χρυσῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προμηθευθῶμεν ἓν τοὐλάχιστον καταδρομικόν. Προκειμένου περὶ ἐλλείψεων ἐν τῷ ναυτικῷ, αὗται εἶναι πολλαί· δὲν ἀρκεῖ ἕν, χρειάζονται δύο καταδρομικά, χρειάζονται δύο ἀντιτορπιλλικά. Πρέπει νὰ ἔχωμεν δεξαμενήν. Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸν Ναύσταθμον ἡμῶν ἐφωδιασμένον ἐπαρκέστερον, ὥστε πᾶσαι αἱ ἐπισκευαὶ τοῦ στόλου ἡμῶν νὰ γίνωνται ἐνταῦθα. Ἀλλὰ περὶ τῶν ἐλλείψεων τούτων, ὧν ἡ πλήρωσις δεῖται καὶ χρόνου μακροῦ καὶ δαπάνης μεγίστης, δὲν πρόκειται νῦν νὰ μεριμνήσωμεν. Δέον ν’ ἀναμείνωμεν εὐνοϊκωτέρας περιστάσεις. Διὰ τοῦτο σήμερον περιορίζομαι μόνον εἰς τὴν προμήθειαν 6 τορπιλλοβόλων καὶ ἑνὸς καταδρομικοῦ. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην 10,000,000 δραχ. διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ 5,000,000 φράγκων χρυσῶν διὰ τὸ ναυτικόν, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δραχ. 18,000,000. Δυνάμεθα τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ λάβωμεν ἐκ τῶν τακτικῶν προσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ; Βεβαίως ὄχι. Γινώσκω, ὁποία ἴσως θὰ μοὶ δοθῇ ἀπάντησις, ὅτι θὰ καταφύγωμεν πάλιν εἰς τὴν δανειστικὴν πολιτικήν, κατὰ τῆς ὁποίας ἀμείλικτος ἐχθρὸς ἐκηρύχθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐὰν τῷ ὄντι πρόκειται νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν δανειστικὴν πολιτικήν, ἵνα διὰ δανείου ἐπιχειρήσωμέν τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀπαραίτητον, καὶ τὸ ὁποῖον δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν, ἠδυνάμην νὰ συνταχθῶ πρὸς τὴν γνώμην ταύτην· προκειμένου ὅμως περὶ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν μίαν ἐξαίρεσιν, δυνάμεθα νὰ καταφύγωμεν εἰς ἓν δάνειον καὶ νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων διὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ. Δὲν ὁμιλῶ δὲ περὶ δανείου ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, διότι γινώσκω, ὁποῖαι ὑφίστανται δυσχέρειαι πρὸς ἐπιτυχίαν τοιούτου δανείου, γινώσκω ὅτι, ἐνόσῳ ἔχομεν ἐκκρεμεῖς τὰς σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῶν πιστωτῶν τοῦ Κράτους, δύσκολον εἶναι ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ νὰ εὑρῇ εὐχερῶς δάνειον. Ἐπειδὴ περὶ συμβιβασμοῦ ὁ λόγος, καίτοι πρόκειται ἐν εἰδικῇ συζητήσει τὰ περὶ τούτου νὰ συζητηθῶσι, νομίζω οὐχ ἧττον, ὅτι ἠδύνατο ὁ συμβιβασμὸς νὰ ᾖναι τετελεσμένος ἐὰν μετὰ δραστηριότητος μείζονος, μετὰ μεθόδου κρείσσονος ἐπελαμβάνετο ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεων. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν ἐνδιατρίβω σήμερον, διότι εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος ἡμῶν. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παραδεχθῶ, ὅτι, διότι ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ προέλθωμεν εἰς τὴν σύνταξιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ἐὰν ἀναβάλωμεν πᾶσαν διαῤῥύθμισιν τῆς φορολογίας ἡμῶν, πᾶσαν σύνταξιν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν τῆς χώρας ἡμῶν, μέχρις οὗ συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμός, νομίζω, ὅτι καθ’ ἣν ἡμέραν ἤθελεν οὗτος συντελεσθῆ, ἤθελεν ἴσως εὕρει ἡμᾶς ἐν χείρονι καταστάσει, ὥστε ἴσως καὶ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θέλομεν ἀναλάβει νὰ πληρώσωμεν πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους, νὰ μὴ ᾖναι εὔκολον νὰ εὑρεθῇ. Οὐδὲν κοινὸν μεταξὺ τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν καθ’ ἡμᾶς, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ προβληθῇ παρ’ αὐτῶν ἡ ἀξίωσις, ὅτι, ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς στέργῃ εἰς μείζονας ἐπιβαρύνσεις χάριν ὑψίστης ἐθνικῆς ἀνάγκης, χάριν αὐτῆς τῆς συντηρήσεως τοῦ Κράτους, δικαιοῦνται οὗτοι νὰ μετάσχουν εἰς τὸ ἐκ τῶν νέων ἐπιβαρύνσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ προκῦψον πλεόνασμα τῶν ἐσόδων. Νομίζω, ὅτι οὐδὲ εἰς αὐτῶν τὴν διάνοιαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει, ἐν ὅσῳ δὲν συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμός, νὰ εὑρισκώμεθα εἰς ἐκκρεμῆ καὶ ἀδρανῆ κατάστασιν. Ἀλλὰ προβάλλεται ἀμέσως τὸ ἐρώτημα: κατὰ τίνα τρόπον δυνάμεθα νὰ προμηθευθῶμεν τὸ δάνειον τοῦτο, ἢ μᾶλλον τίνες εἰσὶν οἱ πόροι, τοὺς ὁποίους δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἑνὸς τοιούτου δανείου; Αὔξησις τῆς ὑφεστώσης φορολογίας οὔτε συζητήσεως εἶναι δεκτική, καθόσον ἐπαρκῶς εἶναι βεβαρυμένος ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Δύναται ὅμως νὰ ἐξευρεθῇ εἷς νέος πόρος, χωρὶς ἐκ τούτου νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν αἱ παραγωγικαὶ τῆς κοινωνίας τάξεις, ἴσως δὲ καὶ μετὰ παροχῆς οὐσιωδῶν πλεονεκτημάτων ὑπὲρ τῆς ὑγιεινῆς τῶν κατοίκων. Τοιοῦτος πόρος εἶναι τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐπεβλήθη ὑπὸ τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν τοῦ Κράτους ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων αὐτοῦ, ὑπελήφθη ὡς προτιμοτέρα τοῦ μονοπωλίου ἡ ἐπιβολὴ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, ὅπως ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ βιομηχανία τῆς οἰνοπνευματοποιΐας. Ἡ λειτουργία τοῦ φόρου τούτου, εἰσπραττομένου ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, προσέκοψε, καὶ ὡς ἐκ τῶν ἐγερθέντων παραπόνων ὑπὸ τῶν οἰνοπαραγωγῶν, οἵτινες ἐκ τῶν στεμφύλων παράγουσιν εἰς μικρὰς ποσότητας οἰνόπνευμα (σοῦμα), καὶ ὡς ἐκ τῶν πιέσεων καὶ καταχρήσεων, ὅσας ἐπάγεται ἡ παρέμβασις κατωτέρων ὑπαλλήλων. Ὡς ἐκ τούτου ὁ φόρος οὗτος ἀπέτυχεν, ὡς ἐκ τῶν ἐπανειλημμένων δὲ μεταῤῥυθμίσεων τοῦ σχετικοῦ νόμου ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη σχεδὸν ἐμηδενίσθη. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897 ἀναγράφεται ὡς πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἐκ δραχμῶν 73,770 ἐκ δικαιώματος καταναλώσεως ζύθου. Ἡ φορολογία τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν δυσχερῶς λειτουργεῖ καὶ παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι, κάλλιον ἡμῶν ὠργανισμένοις. Ἐν Γαλλίᾳ ἄπειροι ἐγένοντο μεταῤῥυθμίσεις τοῦ ἀρχικοῦ νόμου, μετὰ παρέλευσιν δὲ δεκάδων ἐτῶν κατωρθώθη τελευταῖον ἡ ἀπρόσκοπτος τῆς φορολογίας ταύτης ἐφαρμογή. Ἐν Ἐλβετίᾳ, μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ φόρου, λειτουργεῖ ἀπὸ τοῦ 1886 ἡ μονοπωλία τῶν οἰνοπνευμάτων ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Ἐν Ῥωσσίᾳ ἀπὸ τῆς φορολογίας μετέβησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰς τὴν ὑπὲρ τοῦ Κράτους μονοπωλίαν. Ἐν Γερμανίᾳ ἐπανειλημμένως προεβλήθη τὸ μονοπώλιον, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο ἀποδεκτόν, διότι περιελάμβανε τὸν ζῦθον. Παρ’ ἡμῖν τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων ἐπιβάλλεται πρωτίστως ὑπὸ ὑγιεινῶν λόγων. Μὴ λειτουργουσῶν τῶν ἀγορανομικῶν διατάξεων, γίνεται χρῆσις ἢ μᾶλλον κατάχρησις οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, κάκιστα κατειργασμένων καὶ πολλὰ τὰ δηλητηριώδη μόρια ἐμπεριλαμβανόντων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ βιομηχανία τῆς οἰνοπνευματοποιΐας προήχθη παρ’ ἡμῖν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπαισθητῶς, καὶ ἐγκατεστάθησαν ἐργοστάσιά τινα, δυνάμενα νὰ ἁμιλλῶνται πρὸς τὰ ἐν Εὐρώπῃ λειτουργοῦντα. Ἡ πρόοδος ὅμως αὐτῶν συνετέλεσεν εἰς τὴν μόρφωσιν μικρᾶς βιομηχανίας, ἥτις ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως κεφαλαίων καὶ ἐκ τῆς κερδοσκοπικῆς τάσεως ἤρξατο παράγουσα πνευματώδη ποτὰ εὐθηνὰ μὲν, ἀλλ’ ἀνθυγιεινά. Τῶν μικρῶν δὲ τούτων βιομηχάνων ὁ ἀριθμὸς ὁσημέραι αὐξάνει, ἡ δὲ νοθεία ἢ ἡ ἀτελὴς κατασκευὴ πνευματωδῶν ποτῶν τοσαύτας ἔλαβε παρ’ ἡμῖν διαστάσεις, ὥστε κινδυνεύει νὰ καταστρέψῃ καὶ τὴν μεγάλην βιομηχανίαν, ἥτις πρὸς παραγωγὴν καλῆς ποιότητος ὑπεβλήθη εἰς μεγάλας θυσίας, ἰδίως πρὸς προμήθειαν τελειοτέρων μηχανημάτων. Λόγοι λοιπὸν ὑγιεινῆς καὶ λόγοι ὑποστηρίξεως τῆς ἀξίας τοῦ ὀνόματος βιομηχανίας συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς μονοπωλίας. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕτερος λόγος, ἡ ὑπὲρ τῆς σταφίδος ὀφειλομένη προστασία. Ἡ οἰνοπνευματοποίησις ἑνὸς μέρους τῆς παραγομένης σταφίδος θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ὑφισταμένης ἀνισοῤῥοπίας μεταξὺ τῆς παραγωγῆς καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς καταναλώσεως. Εἴτε τὸ λόγῳ παρακρατήσεως εἰσπραττόμενον ὑπὸ τοῦ Κράτους ποσὸν σταφίδος, εἴτε τὸ λόγῳ ἐγγείου φόρου εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ εἰς χρήματα νῦν εἰσπραττομένου, εἴτε τὸ μὴ χρησιμοποιούμενον δι’ ἐμπορίαν, δύναται νὰ μεταβάλληται εἰς οἰνόπνευμα ἐν τοῖς διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους ἐργαζομένοις ἐργοστασίοις, καὶ νὰ ἐξάγηται εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἔνθα δύναται νὰ συναγωνίζηται πρὸς τὸ ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν παραγόμενον. Παρ’ ἡμῖν τὸ οἰνόπνευμα τιμᾶται πρὸς δραχ. 1,40 ἕως 1,50 κατ’ ὀκᾶν. Τὸ ἐν Εὐρώπῃ ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν παραγόμενον, οὗτινος κυρίως γίνεται χρῆσις, τιμᾶται πρὸς φράγκα 33–40 κατὰ ἑκατόλιτρον (77 ὀκάδες), ἤτοι κατ’ ὀκᾶν λεπτὰ 80 ἐν τῷ τόπῳ τῆς παραγωγῆς του. Δύο ὑφίστανται παρ’ ἡμῖν δυσχέρειαι διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς μονοπωλίας. Τὰ μικρὰ ῥακοσταλακτήρια, ὧν ποιοῦνται χρῆσιν οἱ ἀμπελοκτήμονες, ὑποβάλλοντες εἰς ἀποστάλαξιν τὰ στέμφυλα, καὶ τὰ ὑφιστάμενα νῦν ἐργοστάσια οἰνοπνευματοποιΐας. Τὴν πρώτην δυσχέρειαν δυνάμεθα νὰ ὑπερβάλωμεν, ἐὰν ἀφήσωμεν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας, ὅπως δύνωνται τὰ ἴδια αὐτῶν στέμφυλα νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς ἀπόσταξιν, τὸ δὲ προϊὸν αὐτῶν νὰ μὴ δύνανται νὰ μεταπωλῶσιν, εἰμὴ μόνον πρὸς τὸ μονοπώλιον. Ἐν Ἑλβετίᾳ ἐνομοθετήθη πλήρης ἐλευθερία εἰς τὴν κατασκευὴν οἰνοπνεύματος ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν διὰ τῆς ἰδίας ἑκάστου αὐτῶν ἐσοδείας, δι’ οἱουδήποτε καρποῦ, ἐκτὸς τῶν γεωμήλων. Ἐκ τῆς ἐλευθερίας ταύτης τῶν γαιοκτημόνων ὑπολογίζεται ὡς ἐπερχομένη μείωσις τῆς δημοσίας προσόδου κατὰ τὸ ⅕ Ἡ δευτέρα δυσχέρεια, ἤτοι ἡ ὕπαρξις εἰδικῶν ἐργοστασίων, δύναται νὰ ὑπερβληθῇ, ἐὰν τὸ Κράτος ἢ ἡ εἰς λογαριασμὸν αὐτοῦ ἐργαζομένη ἑταιρία ὑποχρεωθῇ νὰ χρησιμοποιῇ ὅσα ἐξ αὐτῶν εἰσι καλῶς ὠργανισμένα καὶ ἐφωδιασμένα πρὸς παραγωγὴν τελείου καὶ καθαροῦ οἰνοπνεύματος καὶ ἑτέρων οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν. Τὰ τῆς μονοπωλίας τῶν οἰνοπνευμάτων δὲν δύναται βεβαίως νὰ διαχειρισθῇ τὸ Κράτος διὰ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τὴν διαχείρισιν θ’ ἀναλάβῃ Ἑταιρία ἐργαζομένη ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀσκουμένην ὑπὸ εἰδικῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἡ Ἑταιρία αὕτη θέλει ὑποχρεωθῇ νὰ ἐγκαταστήσῃ εἰδικὸν κατάλληλον ἐργοστάσιον ἐν Πάτραις πρὸς οἰνοπνευματοποίησιν τῆς σταφίδος, ὅπως τὸ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀποστελλόμενον οἰνόπνευμα ἦναι περιβεβλημένον ὑπὸ τῆς ἐγγυήσεως τῆς ἐπισήμου, ὅτι παρήχθη ἐκ σταφίδος. Ἡ αὐτὴ Ἑταιρία θέλει ὑποχρεωθῆ νὰ ἔλθῃ εἰς συμφωνίας μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν λειτουργούντων νῦν παρ’ ἡμῖν μεγάλων ἐργοστασίων, ὅπως οὐ μόνον ἀγοράσῃ τὸ ἀποτεταμιευμένον ἤδη παρ’ αὐτοῖς ποσὸν οἰνοπνεύματος καὶ οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν ἐπὶ τιμῇ ἀφινούσῃ εἰς αὐτοὺς λογικόν τι κέρδος, ἀλλὰ καὶ συμφωνήσῃ περὶ τῆς ἐν τῷ μέλλοντι λειτουργίας αὐτῶν πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος πληροῦντος τοὺς ὑγιεινοὺς ὅρους καὶ παραδιδομένου εἰς τὸ μονοπώλιον ἐπὶ τιμῇ καταλιπούσῃ εἰς αὐτοὺς κέρδος λογικόν. Βεβαίως ὑπὸ τὴν μονοπωλίαν ἡ μικρὰ βιομηχανία τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, ἡ στερουμένη τῶν μηχανημάτων καὶ μέσων, δι’ ὧν παράγεται οἰνόπνευμα καλῆς ποιότητος, θέλει παύσει ἐργαζομένη. Πρὸς τοὺς ἐκ τῆς παύσεως ταύτης ζημιωθησομένους δύναται νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις διὰ τὴν ἀξίαν τῶν ὀλίγων εἰδικῶν μηχανημάτων, ὧν δὲν δύναται νὰ γένηται ἄλλη χρῆσις. Τὸ οἰνόπνευμα καὶ τὰ οἰνοπνευματώδη ποτὰ ἐν γένει, τὰ πρὸς πόσιν χρήσιμα, θὰ πωλῶνται ἐντὸς φιαλῶν, ἐσφραγισμένων ὑπὸ τῶν πρακτόρων τῆς Ἑταιρίας. Τὸ οἰνόπνευμα τὸ χρησιμοποιούμενον ὑπὸ τῆς βιομηχανίας θὰ πωλῆται ὡσαύτως ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας ἐντὸς δοχείων ἐσφραγισμένων καὶ περιεχόντων 10 μέχρις 100 ὀκάδων. Παρ’ ἡμῖν ἐλλείπουσι δυστυχῶς στατιστικαὶ πληροφορίαι, ὅπως ὑπολογίσωμεν τὸ περίπου κατ’ ἔτος καταναλισκόμενον ποσὸν οἰνοπνευμάτων, εἴτε πρὸς πόσιν εἴτε πρὸς ἄλλας χρήσεις. Ἐν Ἑλβετίᾳ ἡ ἐτησία κατανάλωσις τοῦ πρὸς πόσιν alcool ἀνέρχεται εἰς ἑκατόλιτρα (hectolitrs) 172,537, (λαμβάνομεν δὲ ὡς βάσιν τὴν μικροτέραν κατανάλωσιν, τὴν τοῦ 1895,) ἤτοι εἰς λίτρας 17,253,700, ἤτοι ὀκάδας 13,457,886.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Εἰσεπράχθησαν ἐκ τούτων μέν. φρ. 9,825,346
Ἐκ τοῦ διὰ βιομηχανικὰς χρήσεις. » 1,964,204
Ἐκ πωλήσεως βαρελίων. » 74,734
Εἰσαγωγή. τέλος οἰνοπνευματωδῶν εἰδῶν» 720,074
φρ.12,584,358
Ἀφαιρουμένων τῶν δαπανῶν » 7,081,982
Καθαρὸν κέρδος ἐκ φρ. 5,502,376

Μέσος ὅρος καταναλώσεως ἐπὶ κατοίκων 3,023,449 λίτραι 5,71, ἤτοι ὀκάδες 4 45/400 κατ’ ἄτομον. Ἐὰν ἐπρόκειτο τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν νὰ παραδεχθῶμεν δι’ ἡμᾶς, ἔδει νὰ ὑπολογίσωμεν ἐτησίαν κατανάλωσιν ἐπὶ 2,500,000 κατοίκων, πρὸς ὀκάδας 4 κατ’ ἄτομον, ἐξ ὀκάδων 10,000,000. Ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῶμεν ὡς ἧττον τῶν Ἑλβετῶν οἰνοπνευματοπότας τοὺς ἡμετέρους συμπολίτας, καὶ ὑπολογίσωμεν μόνον 2 ὀκάδας κατ’ ἄτομον, ἤτοι τὸ ἥμισυ τοῦ ἐν Ἑλβετίᾳ καταναλισκομένου, θὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ καταναλώσεως 5,000,000 ὀκάδων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔτι τὸ καταναλώσιμον ποσὸν περιορίσωμεν εἰς μόνον ὀκάδας 3,000,000, καὶ ἂν τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου ὁρίσωμεν εἰς δραχμὴν 1 κατ’ ὀκᾶν, θὰ ἔχωμεν πρόσοδον καθαρὰν δραχ. 3,000,000. Εἰς τοῦτο δέον νὰ προστεθῇ τὸ κέρδος, ὅπερ θέλει παραχθῆ ἐκ τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, ἰδίᾳ δὲ τοῦ Cognac, τοῦ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καταναλισκομένου. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ἡ ὑφεστῶσα τιμὴ τοῦ οἰνοπνεύματος δὲν θέλει ὑπερτιμηθῆ κατὰ λόγον τοῦ ἐπιβαρύνοντος αὐτὸ δικαιώματος τοῦ Δημοσίου. Ἐν Ἑλβετίᾳ ἐπὶ ὀκάδων 13,457,886 ὑφίσταται τὸ μονοπώλιον δαπάνας ἐκ φρ. 7,673,994, ἤτοι κατ’ ὀκᾶν 57/100 τοῦ φράγκου. Δέον δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐν Ἑλβετίᾳ τὰ ¾ τοῦ οἰνοπνεύματος ἀγοράζονται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Παρ’ ἡμῖν αἱ μὲν πρῶται ὗλαι δέον νὰ ὑπολογισθῶσι πρὸς λεπ. 60 κατ’ ὀκᾶν, αἱ δὲ ἐν γένει δαπάναι τῆς κατασκευῆς καὶ τῆς διοικήσεως εἰς λεπτὰ 20. Τῇ προσθήκῃ δὲ τῆς μιᾶς δραχμῆς ὑπὲρ τῆς μονοπωλίας, θέλει πωλεῖσθαι τὸ οἰνόπνευμα πρὸς δραχμὰς 1 80/00 κατ’ ὀκᾶν, ἤτοι κατὰ λεπτὰ 30–40 πλέον τῆς σημερινῆς. Ἠναγκάσθην νὰ μεταδώσω ὑμῖν λεπτομερείας τινὰς περὶ τοῦ μονοπωλίου τῶν οἰνοπνευμάτων, καὶ ἰδίᾳ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ ἐν Ἑλβετίᾳ λειτουργοῦν μονοπώλιον, ἵνα πεισθῆτε, ὅτι δύναται νὰ λειτουργήσῃ τοῦτο καὶ παρ’ ἡμῖν ἀπροσκόπτως καὶ ἄνευ διαταράξεως τῶν κοινωνικῶν ἕξεων τῆς χώρας ἡμῶν. Δὲν νομίζω ὅτι κατὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ μονοπωλίου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγερθῶσιν εὔλογα παράπονα παρὰ τῶν ἀμπελοκτημόνων, διότι οὐδεὶς πρόκειται νὰ ζημιωθῇ. Οἱ ἀμπελοκτηματίαι θὰ ὦσιν ἐλεύθεροι νὰ κατασκευάζωσι σοῦμαν ἐκ τῶν ἰδίων στεμφύλων. Τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι, θέλουσιν ἐξακολουθεῖ ἐργαζόμενα διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι, ἐπειδὴ παρ’ ἡμῖν ἥκιστα κατάλληλον πρὸς διοίκησιν τοιαύτης ἐπιχειρήσεως εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ οἱ διευθύνοντες τὰς σχετικὰς ὑπηρεσίας ὑπάλληλοι, εἶναι δυνατὸν νὰ χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἴς τινα Ἑταιρίαν, ἐργαζομένην ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀσκουμένην δι’ εἰδικοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ συζητήσω σήμερον. Ἐκ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ μονοπωλίου, εἴτε καὶ κατὰ τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν ἐν τῇ φορολογίᾳ τοῦ καπνοῦ, εἴτε διὰ τῆς παραχωρήσεως εἰς Ἑταιρίαν, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πρόσοδον τριῶν ἑκατομμυρίων, βεβαίως δὲ πρόσοδον ἀσφαλῆ 2 ἑκατομμυρίων μέχρις οὗ λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως. Ἔχομεν λοιπὸν τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἑνὸς δανείου ἐκ δραχ. 20 ἑκατομμυρίων, δανείου ἀναγκαιοτάτου διὰ τὴν ἀρτίαν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, ἢ μᾶλλον διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ἀναγκαίου πρὸς τοῦτο ὑλικοῦ. Διὰ τοῦ δανείου τούτου καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν πιστώσεων ἐν τῷ ἐτησίῳ προϋπολογισμῷ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν συντεταγμένην τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν ἡμῶν δύναμιν. Τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ μονοπωλίου τῶν οἰνοπνευμάτων ὑπέδειξα εἰς ὑμᾶς, ὅπως δι’ αὐτῆς δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν ἓν δάνειον ἐξ 20 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχωσιν ἄλλοι πόροι, ἔχοντες τὰ πλεονεκτήματα τοῦ μονοπωλίου τῶν οἰνοπνευμάτων, μὴ ἐπιβαρύνοντες δηλονότι τὰς παραγωγικὰς τῆς ἡμετέρας κοινωνίας τάξεις, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν προτίμησιν αὐτῶν. Ὑπὸ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ ἐκ Λοκρίδος, ὑπεστηρίχθη ἄλλοτε ἡ παρ’ ἡμῖν εἰσαγωγὴ τοῦ μονοπωλίου τῆς πυρίτιδος καὶ ἐν γένει τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, οὐ μόνον λόγῳ ταμιευτικῷ, ἀλλὰ καὶ χάριν ἔτι τῆς κοινῆς ἀσφαλείας, διότι τὰ ἐργοστάσια τὰ λειτουργοῦντα παρ’ ἡμῖν ἐγένοντο παραίτια πολλῶν δυστυχημάτων. Ἐκ τοῦ μονοπωλίου τούτου ὑπελογίσθη τὸ κέρδος τοῦ Δημοσίου εἰς ἓν ἑκατομμύριον. Ἐγένετο ὡσαύτως λόγος καὶ περὶ τοῦ μονοπωλίου τῆς κινίνης, ἐξ ἧς θὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον πρόσοδόν τινα καὶ θὰ παρέχῃ κινίνην καλῆς ποιότητος. Ἀλλὰ πάντων τούτων ὑπερτερεῖ τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων, διότι δι’ αὐτοῦ ἐξυπηρετοῦνται αἱ ὑγιειναὶ συνθῆκαι τοῦ τόπου, ὑποστηρίζεται ἡ ἀληθὴς βιομηχανία, δημιουργεῖται δὲ πόρος ἀσφαλὴς τοῦ Κράτους. Ἐξ ὅσων εἶπον ὑμῖν ἐπείσθητε βεβαίως, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα πρὸς τῆς ἐντελοῦς ἐλλείψεως τῶν χρηματικῶν μέσων, ἅτινα κρίνονται ἀπαραίτητα διὰ τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας. Δυνάμεθα ἄνευ βλάβης τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, ἄνευ τοῦ κινδύνου τῆς ἐλαττώσεως τῶν δημοσίων εἰσπράξεων, ἄνευ ἀνεπανορθώτου βλάβης τῶν ἀναγκαίων μέσων συγκοινωνίας, δυνάμεθα, ἐπαναλαμβάνω, νὰ αὐξήσωμεν τὰς πιστώσεις τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν κατὰ ποσὸν ἐπαρκοῦν εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ τε στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Δυνάμεθα ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τῶν παραγωγικῶν κοινωνικῶν τάξεων νὰ δημιουργήσωμεν ἕνα νέον πόρον τοῦ Κράτους, χρησιμεύοντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀναγκαίου διὰ προμήθειαν πολεμικοῦ ὑλικοῦ δανείου. Πρὸς τοῦτο ὅμως εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐγκαινισθῇ παρ’ ἡμῖν νέον κυβερνητικὸν σύστημα, νὰ ἀναλάβῃ δὲ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ Κυβέρνησις ἰσχυρᾶς θελήσεως καὶ διανοίας. Ἐπιβάλλεται ἄρα ἡμῖν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἦναι ἐπαρκὴς ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις πρὸς ἐφαρμογὴν τοιούτου συστήματος. Εἶναι τὸ ἔργον ἡρωϊκόν, πολλαὶ θὰ ἀπαιτηθῶσι δυσχέρειαι, πολλὰ συμφέροντα θὰ προσβληθῶσι, πολλὰ παράπονα θὰ ἐγερθῶσιν ἐκ μέρους τῶν φρονούντων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἀνέγερσις δημοτικῶν διδακτηρίων, ἐκ μέρους τῶν φρονούντων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀνακοπῇ ἡ κατασκευὴ νέων ὁδῶν, ἐκ μέρους τῶν φρονούντων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπαναφέρωμεν τὰ ἐν μέρει καταργηθέντα ἐκπαιδευτικὰ τέλη, ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων ὑπὲρ τῆς μικρᾶς οἰνοπνευματοποιητικῆς βιομηχανίας. Ἀλλὰ Κυβέρνησις αἰσθανομένη τὴν ἀποστολὴν, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὴν ἐν τοιαύτῃ κρισίμῳ ἐθνικῇ στιγμῇ, δὲν πρέπει νὰ ἐνδοιάσῃ πρὸ τῶν δυσχερειῶν τούτων. Εἶναι ἀνάγκη ἐπὶ τέλους νὰ ἀνανήψωμεν ἐκ τοῦ ληθάργου, εἰς τὸν ὁποῖον διατελοῦμεν, καὶ οὐ μόνον νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ναυτικῆς καὶ στρατιωτικῆς συντάξεως ἡμῶν, οὐ μόνον ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀνήκουσαν ἡμῖν μετοχὴν ἐν τῇ ἐπικειμένῃ λύσει τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ καὶ ὅπως προλάβωμεν τοὺς ἀπειλοῦντας τὴν ἐσωτερικὴν ἡμῶν εὐημερίαν κινδύνους. Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ὦμεν εἰλικρινεῖς· πρέπει νὰ βλέπωμεν τοὺς περὶ ἡμᾶς κινδύνους. Πρέπει πρὸ πάντων νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας γίνεται λόγος περὶ δυσαρέστων τινῶν ἐπεισοδίων ἐν τοῖς κύκλοις τῶν ἀξιωματικῶν, τὰ ἐπεισόδια ταῦτα ἔχουσι τὴν ἀφετηρίαν ἐκ τῆς μὴ εὐαρέστου γενικῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς σύμπτωμα καχεκτικῆς καταστάσεως, ἢ μᾶλλον ψυχολογικῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἡ ἀπόγνωσις, εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦσιν οἱ ἄνδρες τοῦ στρατοῦ, μὴ βλέποντες πρὸ ἑαυτῶν οὔτε σταδιοδρομίαν τινὰ, οὔτε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα αὐτῶν. Ἐκ τούτου ὅλα τὰ φαινόμενα, περὶ τῶν ὁποίων γίνεται λόγος. Ἡ ἔλλειψις δὲ πεποιθήσεως καὶ ἐπὶ τὴν Βουλὴν καὶ ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐπὶ τοὺς λόγους πάντων ἡμῶν δύναται νὰ ὠθήσῃ τοὺς τολμηροτέρους αὐτῶν εἰς διαβήματα ἐπιβλαβῆ καὶ ἥκιστα ἐθνωφελῆ. Διατὶ λοιπὸν, ἐνῷ γινώσκομεν τὸ φάρμακον πρὸς θεραπείαν τῆς κοινωνικῆς νόσου, διατὶ τοῦ φαρμάκου τούτου τὴν λῆψιν νὰ ἀναβάλλωμεν; Διατὶ νὰ μὴ ἀποδεχθῶμεν ἀμέσως καὶ ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀναβολῆς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουσιν αἱ περιστάσεις, τὴν ὁποίαν ὑποδεικνύει αὐτὸ τὸ ἔθνος, καὶ ἥτις καὶ μόνη δύναται νὰ ὁδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων; Εἶναι ἀνάγκη ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ τὸν μεταῤῥυθμίσῃ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ σύνταξις τῆς χώρας, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ παραβλαφθῇ ἡ οἰκονομικὴ σύνταξις τῆς χώρας. Ἔχει ἡ πλειονοψηφία τὸ θάῤῥος νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν; θὰ ἦναι ἀξία συγχαρητηρίων ἐκ μέρους τοῦ ἔθνους. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πρό τινων ἡμερῶν ἐντεῦθεν, ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ περισσότερον τῶν ὅσων ἔπραξε· τὸ μόνον κατόρθωμά του ἦτο νὰ περιορίσῃ τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως εἰς 67 ἑκατομμύρια,—ὅπερ ὅμως δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὡς δι’ ἀριθμῶν ἐπισήμων ἀπέδειξα—πέραν δὲ τούτου πρέπει νὰ εὑρεθῶσιν ἰσχυρότεροι βραχίονες, ἀναστήματα ὑψηλότερα, ἵνα ἀναλάβωσι τὸ ἔργον τῆς εὑρέσεως τῶν διὰ τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας χρηματικῶν μέσων. Οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ὑπέδειξα ὑμῖν, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν εἶναι κεκλεισμένη ἡ θύρα πρὸς εὕρεσιν τῶν μέσων τούτων. Ἀλλὰ καὶ πρὸς εὕρεσιν τῶν χρηματικῶν μέσων καὶ πρὸς ἐγκαίνισιν νέου Κυβερνητικοῦ συστήματος καὶ πρὸς πραγματοποίησιν ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἣν ἐπιβάλλουσιν αἱ περιστάσεις, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀπεδείχθη ἀνεπαρκής. Ἀπέδειξε τὴν καθυστέρησιν καὶ ἀνεπάρκειαν αὐτῆς ἡ μέχρι τοῦδε πολιτεία της. Ὅσα οἱ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες ῥήτορες ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπον ὑμῖν ἐντεῦθεν, ὅσα κἀγὼ μετέδωκα ὑμῖν, καὶ ἰδίᾳ ὅσα ὁ ἴδιος Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησε διὰ τῆς τελευταίας αὐτοῦ ἀγορεύσεως, πείθουσιν ὑμᾶς βεβαίως, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς μας ἐν τῇ διεξαγωγῇ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος οὐδεμίαν ἐπέδειξε κυβερνητικὴν εὐτολμίαν καὶ δεξιότητα, ἐξηλέγχθη δὲ ὅλως ἀνεπαρκής. Ἡ Κυβέρνησις ἐξηλέγχθη καθυστερήσασα εἰς τὴν ἐκ τῶν ἐνόντων παρασκευὴν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ἐξηλέγχθη ὡς μὴ κατανοοῦσα τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, ἐν αἷς εὑρίσκεται ἡ πατρὶς ἡμῶν. Ἐξηλέγχθη ὡς ἀνεπαρκὴς πρὸς λῆψιν τῶν ἀναγκαίων μέτρων διὰ τὴν στρατιωτικήν, τὴν ναυτικὴν καὶ τὴν οἰκονομικὴν σύνταξιν τῆς χώρας. Αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν ἐντεῦθεν, ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ πρὸς τοῦτο, ὑπολαβὼν ὡς ἐπαρκὲς κατώρθωμά του τὸν ἰδανικὸν περιορισμὸν τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως εἰς 67,000,000, ἐνῷ οἱ προκάτοχοί του διώκουν μὲ 61,000,000. Θὰ κληθῆτε μετ’ ὀλίγον νὰ δώσητε ψῆφον ἐπὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Ἡ ψῆφος ὑμῶν ἔχει διπλῆν ἔννοιαν. Ἡ μὲν ἀνάγεται εἰς τὴν ἐπιδοκιμασίαν ἢ ἀποδοκιμασίαν τῶν πεπραγμένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ ἀνάγεται εἰς τὴν τηρητέαν ἐν τῷ μέλλοντι πολιτικήν, τὴν ὑπὸ τῶν σημερινῶν περιστάσεων ἐπιβαλλομένην. Οὐδεμίαν δ’ ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι διερμηνεύοντες τὸ φρόνημα τοῦ ἔθνους, θέλετε ἄρει τὴν μέχρι τοῦδε χορηγηθεῖσαν παρ’ ὑμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνην. Πιστεύω, ὅτι δὲν θέλετε θεωρήσει ὡς πραγματοποιουμένην τὴν ἐντολὴν ὑμῶν διὰ τῆς καταργήσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, διὰ τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων νόμου καὶ διὰ τῆς κατασκευῆς ὁδῶν, ἥτις οὐδὲν ἔχει τὸ κατεπεῖγον. Πέπεισμαι ὅτι θέλετε καλῶς ἐκτιμήσει τὰς ἐκτάκτους καὶ κρισίμους στιγμὰς, ἃς διανύει τὸ ἔθνος ἡμῶν, καὶ θέλετε ἐννοήσει, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀπεδείχθη καὶ εἶναι ἀνεπαρκὴς, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὰς σημερινὰς περιστάσεις καὶ ὁδηγήσῃ τὴν χώραν εἰς τὸν προορισμόν της. Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν ἐξ ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως τῶν περιστάσεων, ἢ ἐκ πλάνης, δώσητε λευκὴν ψῆφον, οὐδεμίαν πρέπει νὰ ἔχητε ἀμφιβολίαν, ὅτι, εἴτε παρ’ ὑμῶν αὐτῶν, μᾶλλον φωτιζομένων, εἴτε ὑπὸ τῶν διαδόχων σας, θὰ ἐπιβληθῇ ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἅπαν τὸ ἔθνος ἀσπάζεται, καὶ ἥτις θέλει ὁδηγήσει αὐτὸ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν εὐλόγων πόθων του.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στάης ἔχει τὸν λόγον.

§19ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις μέχρι τοῦ πέρατος τῆς συζητήσεως, καὶ ἐπιθυμῇ ἡ Βουλὴ, δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν ἐπ’ ὀλίγον· ἐὰν ὅμως πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ αὔριον, τότε νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.

§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εὔχομαι, εἶναι νὰ δοθῇ πέρας εἰς τὴν συζήτησιν, διότι πάνθ’ ὅσα λέγονται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἀκούονται ὑπὸ τῶν ἀκροωμένων ἡμῶν, δὲν εἶναι πάντα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ λέγωνται, οὐδέ εἰσι χρήσιμα εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐπεθύμουν νὰ τεθῇ τέρμα, διότι οὐδὲ νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη περισοτέρων πρὸς φωτισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ δημοσίου φρονήματος. Οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἀγορεύσωσι, βεβαίως θέλουσιν ἀγορεύσει, ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ τελειώσωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην σήμερον. Διὰ τοῦτο, ἐὰν οἱ Κύριοι θέλωσι νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν μετὰ ἡμίσειαν ὥραν, δεχόμεθα, ἄλλως νὰ ἐξακολουθήσωμεν μέχρι τέλους.

§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ ἐξακολουθήσωμεν.

§22ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριοι συνάδελφοι, ἀσπαζόμενος τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ προσπαθήσω, ὁμιλῶν περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, νὰ περιορισθῶ ἐντὸς τοῦ θέματος. Ὀφείλω ὅμως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος κατέθηκε πάντα τὰ σχετικὰ τῇ συζητουμένῃ ὑποθέσει.

§23ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πότε τὰ κατέθηκε;

§24ΣΤΑΗΣ. Κατετέθησαν τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀγορεύων τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ποῖα ἔγγραφα νὰ καταθέσωμεν; Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰσὶν ἔγγραφα, ἐν οἷς ἐκτίθενται αἱ ἐνέργειαι, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μετῆλθεν ἐν Κρήτῃ καὶ ἐν Εὐρώπῃ. Ταῦτα τὰ ἔγγραφα δὲν λέγουσιν ἄλλο τι ἢ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βεβαιοῦμεν ἡμεῖς.» Πᾶν δ’ ὅ,τι ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει ἔντυπον πρὸ ἡμῶν· ἄρα τὰ ἔγγραφα κατετέθησαν. Καὶ ἀληθῶς κατετέθησαν, διότι ἀκριβῶς γινώσκομεν τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, καὶ τὴν γινώσκομεν μεθ’ ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, τῶν ὁποίων πᾶς τις ἔχει ἀνάγκην, ἵνα συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος. Ποῖαι δὲ εἶναι αἱ λεπτομέρειαι, αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐθὺς κατωτέρω ἀναφέρει ἐν τῇ ἀγορεύσει, τῇ πρὸ μικροῦ μνημονευθείσῃ (ἀναγινώσκει): «Ἡμεῖς πολιτικὴν εἴχομεν (λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως) μέχρι τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον διεπράχθησαν αἱ σφαγαὶ ἐν Χανίοις, πολιτικὴν εἴχομεν, νὰ μὴ ἐνθαῤῥύνωμεν τὸν Κρητικὸν ἀγῶνα, ἵνα προβῇ μέχρι τῆς ἐπαναστάσεως. Ἀλλὰ μετὰ τὴν διάπραξιν τῶν σφαγῶν μετεβάλομεν θέσιν, ἐπιθυμοῦντες καὶ προσπαθοῦντες, ἐπειδὴ ἐβλέπομεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ ἐκπλήρωσις τῶν πόθων τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῶν πόθων τῶν Κρητῶν, ἐπιθυμοῦντες καὶ προσπαθοῦντες, λέγω, νὰ συντελέσωμεν, ἵνα ὁ Κρητικὸς λαὸς ἀποκτήσῃ ὅσον οἷόν τε περισσότερα δικαιώματα καὶ προνόμια.» Ἰδοὺ ἑπομένως πάντα τὰ ἔγγραφα, τ’ ἀναγκαιοῦντα πρὸς συζήτησιν τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καθορίζει ἀκριβῶς τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων περιλαμβάνεται ἡ δρᾶσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν τελευταίαν Κρητικὴν ἐπανάστασιν, τὴν συνταράξασαν σύμπαντα τὸν Ἑλληνισμὸν, ἐλεύθερον καὶ δοῦλον. Τὰ ὅρια ταῦτα εἶναι δύο σημεῖα, κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὰ δύο ταῦτα σημεῖα θέλω καὶ ἐγὼ ἐξετάσει, καὶ μόνον ταῦτα. Θὰ ἐξετάσω τὴν κυβερνητικὴν δρᾶσιν μέχρι τῆς στιγμῆς τῶν σφαγῶν, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν αὕτη ἦτο πράγματι ὁποία ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρίζεται ὅτι ἦτο, τουτέστιν ἐὰν σκοπὸν εἶχε νὰ μὴ ἐνθαῤῥύνῃ τὸν Κρητικὸν λαὸν πρὸς ἐπανάστασιν, καὶ μετὰ τὰς σφαγὰς θὰ ἐξετάσω, ἂν πράγματι ἡ Κυβέρνησις ἐπεδίωξε νὰ ἐπιτύχῃ «ὅσον οἷόν τε περισσότερα δικαιώματα καὶ προνόμια ὑπὲρ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ». Τὸ θέμα βεβαίως συνεζητήθη τοσοῦτον εὐρέως, ὥστε πᾶς τις δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι σχεδὸν ἐξηντλήθη, εἶναι δὲ ὀχληρότατον νὰ ἐπανέρχηταί τις ἐπὶ τῶν ἤδη λεχθέντων· διότι, ἐὰν δὲν προκαλῇ ἄλλο τι, βεβαίως προκαλεῖ τὴν ἀποχώρησιν τῶν συναδέλφων ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐγὼ δὲ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι ν’ ἀγορεύωσι κενῶν ὄντων τῶν ἐδωλίων, ἐνίοτε μάλιστα ἔχω τὴν ἰδιοτροπίαν νὰ προτείνω καὶ ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἵνα οὕτω λαμβάνω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ βλέπω ἀγορεύων πάντας τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος μὴ ἀνησυχεῖτε. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν διατρέχετε τοιοῦτον κίνδυνον (γέλως). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πολιτικὴν εἶχε μέχρι τῆς 12 Μαΐου 1896 νὰ μὴ ἐνθαῤῥύνῃ τὸν Κρητικὸν λαὸν πρὸς ἐπανάστασιν! Ἄς ἐξετάσωμεν ἐὰν εἶχεν ὄντως τοιοῦτον σκοπὸν καὶ ἂν ἡ ἐνέργειά του ἦτο σύμφωνος πρὸς τὴν ὑποδεικνυομένην πολιτείαν του. Τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν 23 Ἀπριλίου 1895, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κρητικὴ Βουλὴ ἐπανέλαβε τὰς ἐργασίας αὑτῆς μετὰ ἑξαετῆ διακοπήν; Διότι γινώσκετε πάντες, ὅτι τὴν 23 Ἀπριλίου 1895 ἡ Κρήτη εὑρίσκετο ἤδη ἐν ἐπαναστάσει μὴ ἐκδηλωθείσῃ, ἀλλ’ ἐπαπειλουμένῃ. Εἶναι γνωστὸν ἐπίσης, ὅτι ὀλίγον μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Κρητικῆς Βουλῆς οἱ ἐν Ἀθήναις Κρῆτες, οἱ ἔγκριτοι καὶ ὑψηλὰ κατέχοντες ἀξιώματα, ὑπέβαλον ὑπόμνημα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς συνεδριαζούσης Κρητικῆς Βουλῆς.

§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πότε;

§26ΣΤΑΗΣ. Εἶπον, ὀλίγον μετὰ τὴν 23 Ἀπριλίου 1895, κατὰ Μάϊον τοῦ 1895. Διὰ τοῦ ὑπομνήματος τούτου ὑπεδεικνύετο, ὡς ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον νὰ ζητηθῇ διὰ τῆς Κρητικῆς Βουλῆς ἡ κατάργησις τοῦ φιρμανίου, διὰ τοῦ ὁποίου εἶχε καταργηθῆ ἡ σύμβασις τῆς Χαλέπας καὶ ἡ τροποποίησις αὐτῆς ἐν τοῖς πλείστοις. Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε γνῶσιν τοῦ ἀποσταλέντος εἰς τὴν Κρητικὴν Βουλὴν ὑπομνήματος διὰ τοῦ γενικοῦ προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις, ἐθορυβήθη καὶ ἐζήτησε πάσῃ θυσίᾳ νὰ παραπείσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Κρητικῆς Βουλῆς καὶ τοὺς Βουλευτὰς Κρῆτας νὰ μὴ εἰσαγάγωσι τὸ ὑπόμνημα ἐκεῖνο εἰς τὴν Κρητικὴν Βουλήν, διότι διέβλεπεν, ὅτι ἡ μὴ ἀποδοχὴ τῶν ἐν τῷ ὑπομνήματι ὅρων θὰ ἐπετάχυνε τὴν ἔκρηξιν τῆς, ὡς πρὸ ὀλίγου ἔλεγον, ἐπαπειλουμένης ἐπαναστάσεως. Πολλαὶ καὶ ποικίλαι κατεβλήθησαν προσπάθειαι ὑπὸ τοῦ γενικοῦ προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Κρήτῃ, ἵνα ἀναχαιτίσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Κρητικῆς Βουλῆς καὶ τοὺς Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι ἐσκόπουν νὰ ὑποβάλωσι καὶ ἀπαιτήσωσι τὴν παραδοχὴν τῶν διὰ τοῦ ὑπομνήματος αἰτουμένων...

§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ Μάϊον τοῦ 1895;

§28ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα... Κατώρθωσεν ὁ γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις νὰ διαιρέσῃ τοὺς Κρῆτας Βουλευτάς. Τοιαύτη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ προσπάθεια τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ ἐνθαῤῥύνῃ εἰς ἐπανάστασιν τοὺς Κρῆτας, προσπάθεια ἀσύνετος, εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελέσασα ἢ εἰς τὸ νὰ προπαρασκευάσῃ τὸ πεδίον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤθελον λάβει χώραν τὰ πρῶτα τῆς ἐπαναστάσεως γεγονότα, διότι ἡ διαίρεσις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ γενικοῦ προξένου αὑτῆς ἐν Χανίοις, συνεννοουμένου μετὰ τοῦ γενικοῦ διοικητοῦ Καραθεοδωρῆ πασσᾶ ἐν Κρήτῃ, οὐδὲν ἄλλο ἦτο ἢ προπαρασκευὴ εἰς ἐπανάστασιν. Ἀλλ’ οὐδὲ τὰ ἔγγραφα καὶ τὰ τηλεγραφήματα καὶ οἱ ἐπὶ τούτῳ ἀπεσταλμένοι εἰς Κρήτην κατώρθωσαν νὰ πείσωσι τοὺς Βουλευτὰς, ὅπως μὴ ὑποβάλωσι τὸ ὑπόμνημα. Διὸ ὁ γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις, ἐκ συμφώνου μετὰ τοῦ Καραθεοδωρῆ πασσᾶ καί τινων Χριστιανῶν καὶ Τούρκων Βουλευτῶν, ἀπεφάσισαν νὰ προβῶσιν εἰς τὸ γνωστὸν πραξικόπημα, τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Κρητικῆς Βουλῆς, καίτοι τὸ δίμηνον χρονικὸν διάστημα τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς δὲν εἶχε παρέλθει. Ἡ παράνομος αὕτη λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Κρητικῆς Βουλῆς εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα ἄμεσον τὴν κήρυξιν τῆς ἐπαναστάσεως, διότι ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Κρητικῆς Βουλῆς ἀμέσως ἔφερε τὴν σύστασιν τοῦ πυρῆνος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως. Οὕτω δὲ ἐγεννήθη ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης χρονολογεῖται ἡ ἐπίσημος ἀνακήρυξις τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία βεβαιοῦται διὰ τοῦ ἑξῆς ἐπισήμου ἐγγράφου, ὅπερ ἀπηύθυνεν ὁ πρῶτος πυρὴν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως πρὸς τὸν Κρητικὸν λαὸν (ἀναγινώσκει): «Ἀγαπητοὶ συμπατριῶται. «Ἡ κατάστασις τῆς ἡμετέρας πατρίδος δὲν ἦτο καλὴ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ὑπὸ πᾶσαν μὲν ἔποψιν, ἰδίᾳ ὅμως λόγῳ δημοσίας ἀσφαλείας· ἀλλὰ κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας κατέστη πλέον ἀφόρητος, ἕνεκα τῶν διαπραττομένων φόνων ὑπὸ τῶν Μωαμεθανῶν κατὰ τῶν ἐργατικῶν καὶ φιλησύχων Χριστιανῶν. «Ἐνθυμεῖσθε τοὺς φόνους, οἵτινες διεπράχθησαν εἰς Κυδωνίαν κατὰ τῶν ὁπλαρχηγῶν ἐκ τῶν ἐπιφανεστέρων τῆς ἡμετέρας νήσου. Δὲν ἐλησμονήσατε δὲ καὶ τὰ γεγονότα τοῦ Ἀποκορώνου, καθ’ ἃ τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας, οἱ Ἀλβανοὶ καὶ ἐντόπιοι Μουσουλμάνοι χωροφύλακες, ἐφόνευσαν ἀόπλους καὶ εἰρηνικούς Χριστιανοὺς ἄνευ λόγου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἔνοπλοι Χριστιανοὶ περὶ τοὺς 1500 ἐπολιόρκησαν τὴν ἕδραν τῆς διοικήσεως Σφακίων καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ συμπλακῶσι μετὰ τοῦ στρατοῦ. «Κατόπιν συνέβησαν τὰ αὐτὰ ἐν ἄλλῃ ἐπαρχίᾳ τῆς νήσου, εἰς Σέλινον, ὅπου ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἐφονεύθησαν 8 φιλήσυχοι Χριστιανοί. Σήμερον δὲ συμβαίνουσι ταῦτα εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης, καὶ αὔριον πιθανὸν νὰ συμβῶσι τὰ ἴδια ἀλλαχοῦ. «Γνωρίζετε ἐπίσης, ὅτι αἱ προβλεπόμεναι περιστάσεις, οὐ πρὸ πολλοῦ παρεκίνησαν τοὺς ἐν Ἀθήναις ἀρίστους συμπατριώτας μας νὰ γράψωσι πρὸς τὴν Βουλήν μας, ὅπως ζητήσῃ ὅ,τι κατὰ τὸ 1889 ἐχάσαμεν καὶ κἄτι μάλιστα παραπάνω, ἤτοι νὰ ζητήσῃ τὸ πρώην καθεστὼς μὲ βελτιώσεις· ἀλλ’ ἡ Βουλή μας ἔκλεισε, χωρὶς νὰ κάμῃ περὶ τῶν ἀφαιρεθέντων προνομίων μας λόγον. «Αἱ ἐξωτερικαὶ περιστάσεις εἶναι σήμερον εὐνοϊκαὶ» (καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της) «καὶ καθ’ ἑκάστην γίνονται εὐνοϊκώτεραι διὰ τοὺς ὑποδούλους λαοὺς τῆς Τουρκίας, διότι ἡ Χριστιανικὴ Εὐρώπη ἤρχισε νὰ ἀναγνωρίζῃ τὰ ἀνθρώπινα δίκαια τῶν ὑποδούλων καὶ νὰ θέτῃ αὐτοὺς ὑπὸ τὴν προστασίαν της». (Ἂς ἀκούσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τί λέγουσιν οἱ ἐνθουσιώδεις νέοι, οἱ ἐστερημένοι πάσης πείρας καὶ μηδαμῶς γνωρίζοντες τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τῆς Εὐρώπης!) «Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν τούτους, ἤτοι διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατάστασιν τῆς ἡμετέρας νήσου καὶ ἕνεκα τῆς ἀκατασχέτου ὁρμῆς τῶν περιστάσεων, ἐκρίναμεν ἀναγκαῖον νὰ συνέλθῃ ὁ Χριστιανικὸς λαός, ἵνα σκεφθῇ περὶ τῆς τύχης αὑτοῦ. «Θεωροῦμεν δὲ κατάλληλον παρά ποτε ἄλλοτε τὴν περίστασιν, ἵνα ὑψώσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν φωνήν μας ὑπὲρ τῶν δικαίων μας, καὶ ἀποτεινόμενοι πρὸς τὰς φιλανθρώπους Εὐρωπαϊκὰς Κυβερνήσεις, ἱκετεύσωμεν αὐτάς, ὅπως ἀναγνωρίσωσι καὶ ὑποστηρίξωσι τὰ δίκαια ἡμῶν, ὡς ἀνεγνώρισαν καὶ ἐπιμένουσι παρὰ τῇ Ὑψηλῇ Πύλῃ νὰ παραδεχθῇ τὰ δίκαια τῶν Χριστιανικῶν λαῶν, οἵτινες μάλιστα δὲν ἔχουσι θυσιάσει ὅσα ἡ Κρήτη πρὸς τελείαν ἀπελευθέρωσιν αὐτῆς. «Ἐπειδὴ ὅμως τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ζητηθῇ ἡ βελτίωσις τοῦ πολιτεύματός μας καὶ ἡ καλλιτέρευσις τῆς καταστάσεως τῆς ἡμετέρας πατρίδος, θὰ ἦναι εἰρηνικά, διότι θὰ στηρίζωμεν τὰ αἰτήματά μας ἐπὶ τοῦ δικαίου, ὅπερ ἔχομεν ὑπὲρ ἡμῶν, προτρέπομεν πάντα φιλόπατριν ἐπαρχιώτην νὰ μὴ προβῇ, ὅσῳ καὶ ἂν προκαλῆται, εἰς ἀντεκδικήσεις ἢ ἄδικα ἔργα, διότι ταῦτα ἀντιστρατεύονται εἰς τὰ συμφέροντα τῆς ἐνδόξου ἡμῶν πατρίδος. «Ὄθεν πρὸς τὸν εἰρημένον σκοπὸν καλοῦμεν ἅπαντας τοὺς συμπατριώτας ἡμῶν, τὸν Χριστιανικὸν λαὸν τῆς νήσου, ἵνα παρευρεθῇ, καθ’ ὅσον εἶναι αὐτῷ δυνατόν, τὴν 3 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. εἰς θέσιν Κλῆμα, κειμένην μεταξὺ Σφακίων καὶ τῆς ἐπαρχίας Ἀποκορώνου, ὅπου θέλει ληφθῆ ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις καὶ θέλουσι συνταχθῇ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. «Ἐξεδόθη τῇ 20 Αὐγούστου 1895 ἐν Χανίοις». Τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα παρεμποδίσῃ κατὰ τὸ πρῶτον τοῦτο βῆμα, ἵνα μὴ ἐνθαῤῥύνῃ, ὡς ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοὺς Κρῆτας εἰς ἐπανάστασιν; Ἀκριβῶς ὅ,τι δὲν ἔπρεπε νὰ πράξῃ, ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξώθει τοὺς Κρῆτας εἰς ἐπανάστασιν. Διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἔκλεισε τὴν Κρητικὴν Βουλήν, ἀφ’ ἑτέρου δὲν εἶχε τὴν ἱκανότητα, δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ πείσῃ τὸν πρῶτον πυρῆνα τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως, ὅτι δὲν ἦτο ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδύναντο νὰ ζητήσωσι τὴν μεταβολὴν τοῦ καθεστῶτος, δὲν ἦτο ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ βοηθήσῃ αὐτούς, ἀλλὰ καὶ ἠδύνατο καὶ δὲν ἠδύνατο, κατὰ τὴν γνωστὴν μέθοδον, φανερὰ μὲν μειλίχιος, κρυφίως δὲ πολέμιος πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως. Καὶ μονονουχὶ συνεταιρίσθη μετὰ τοῦ Καραθεοδωρῆ πασσᾶ καὶ ἀπεφάσισαν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ γενικοῦ προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις τὴν καταδίωξιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως. Οὕτως ἐξηναγκάσθη ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως νὰ εἰδοποιήσῃ τὰ μέλη αὑτῆς, τὰ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους εὑρισκόμενα, ὅτι πρέπει νὰ συνέλθῃ εἰς γενικὴν συνάθροισιν ὁ Κρητικὸς λαός. Πράγματι δὲ τὴν 3 καὶ 10 Σεπτεμβρίου 1895 ἐν Κλήματι καὶ Κράπῃ συνῆλθεν ὁ Κρητικὸς λαός, ὄχι, ὅπως ἐφρόνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅπως διεβεβαίωσεν ἐν τῇ ἀγορεύσει του, ὄχι ὀλίγοι τινὲς, ἀλλ’ ὁ λαὸς τῆς Κρήτης συνῆλθεν ἐν Κλήματι καὶ Κράπῃ, ἀνεγνώρισεν ἐπισήμως τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως καὶ συνέταξε τὸ γνωστὸν ὑπόμνημα τῶν Χριστιανῶν τῆς Κρήτης, τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς Κυβερνήσεις. Περὶ τοῦ ὑπομνήματος τούτου δὲν θὰ ὁμιλήσω, διότι ὡμίλησαν ἄλλοι συνάδελφοι. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐγκαίρως διὰ τοῦ γενικοῦ αὑτῆς ἐν Χανίοις προξένου ἔλαβε γνῶσιν τοῦ ὑπομνήματος τούτου. Τί δ’ ἔπραξε τότε, ἵνα μὴ ἐνθαῤῥύνῃ τοὺς Κρῆτας εἰς ἐπανάστασιν; Πόλεμον κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως, πόλεμον, καταδίωξιν ἀμείλικτον! Ὁ πόλεμος καὶ ἡ καταδίωξις ἐκ μέρους τοῦ γενικοῦ προξένου τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ γενικοῦ διοικητοῦ τῆς Κρήτης κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως ἠνάγκασαν αὐτήν, ὅπως ἀπὸ εἰρηνικῆς ἐπιτροπῆς μετατραπῇ εἰς πολεμικήν. Ἀνέλαβε τὰ ὅπλα, καὶ ἀπεφάσισεν ἐῤῥωμένως ν’ ἀντισταθῇ κατὰ τῶν παρεκτροπῶν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ τουρκικοῦ ὄχλου καὶ τῶν ἄλλων ὀρδῶν τῶν Βεγγαζίων καὶ τῶν Χαλικούτιδων, οἱ ὁποῖοι πάντες συλλήβδην κατεδίωκον ἀμειλίκτως τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως. Ἀλλὰ ὁ γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις ὑπεκίνει τὴν καταδίωξιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως, διότι ἡ Κυβέρνησίς του ἐνόμιζεν, ὅτι διὰ τῆς καταδιώξεως ταύτης θὰ εὕρισκε τὴν ἀπολεσθεῖσαν ἡσυχίαν αὑτῆς, ὑπὲρ τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ θυσιάσῃ ὄχι μόνον τὴν Κρήτην, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα (Θόρυβος). Αὐτὴ ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι γεγονότα πάντα ταῦτα, ὡς ἐξάγεται ἐκ μεμαρτυρημένων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν εἰς χεῖρας ἡμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα ἂν σᾶς ἐπιδείξωμεν, θὰ εἴπητε ὅτι εἶναι ψευδῆ. Ἀλλὰ ταχέως θὰ ἔλθῃ στιγμή, καθ’ ἣν δὲν θὰ δύνασθε πλέον ν’ ἀμφισβητήσητε τὸ κῦρος τῶν ἐγγράφων τούτων, διότι ἡ Κυανῆ Βίβλος δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ δημοσιευθῇ, ἐν αὐτῇ δὲ θὰ δημοσιευθῶσι τὰ ἔγγραφα, περὶ ὧν νῦν σᾶς ὁμιλῶ καὶ διὰ τῶν ὁποίων θὰ δειχθῇ σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι δὲν ἔλεγεν ἀκριβῆ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰ τῆς πολιτείας αὐτῆς ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι. Ἐν τούτοις τὴν κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως καταδίωξιν εἶχον ὀργανώσει ἐπιστημονικῶς, ἐν πλήρει στρατιωτικῇ συντάξει. Ὁ τουρκικὸς στρατὸς μετὰ μεμελετημένου σχεδίου ἐξεκίνησε κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως, ἡ ὁποία εὐτυχῶς, εἰδοποιηθεῖσα ἐγκαίρως, ἔλαβε τὰ κατάλληλα αὑτῆς προφυλακτικὰ μέτρα. Οὕτω δ’ ἐπῆλθεν ἡ πρώτη μάχη εἰς Κάμπους τῆς Κυδωνίας, καθ’ ἣν 800 στρατιῶται Τοῦρκοι ἡττήθησαν καὶ ὑπεχώρησαν. Ἡ πρώτη αὕτη μάχη ἐν Κάμποις τῆς Κυδωνίας ἀνησύχησε τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὅμως ἐξηκολούθει νὰ φρονῇ, ὅτι ἔπρεπε καὶ ἠδύνατο νὰ διαλυθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως, ἡ ὁποία, ὡς ἔλεγε τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπηρτίζετο «ἀπὸ νέους ἐνθουσιώδεις, ἐστερημένους πάσης πείρας καὶ μηδαμῶς γνωρίζοντας τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τῆς Εὐρώπης»!!! Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμιζεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μειρακίων τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ καὶ ἐγνώριζεν, ὅτι οἱ ἄνδρες, οἱ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως ἀπαρτίζοντες, ἠδύναντο νὰ διδάξωσι πολλοὺς ἄλλους, ἀξιοῦντας τὸ δίπλωμα τοῦ διδασκάλου ἐν τῇ καθόλου πολιτικῇ. Μάτην ἔγραφεν ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως μετὰ τὴν ἐν Κάμποις ἧτταν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ πρὸς τὸν γενικὸν πρόξενον τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις, τὸν ὁποῖον παρεκάλει νὰ μεταβιβάσῃ τὸ ἔγγραφον αὑτῆς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἔχει ἀμετάτρεπτον ἀπόφασιν νὰ μὴ ὑποχωρήσῃ κατ’ οὐδένα λόγον, ὅτι ὁ Κρητικὸς λαὸς σύμπας εἶναι σύμφωνος, ὅτι ἡ ἐπανάστασις θὰ γενικευθῇ καθ’ ἅπασαν τὴν Κρήτην, ἐὰν τὸ ἐν Κλήματι καὶ Κράπῃ τῆς 3 καὶ 10 Σεπτεμβρίου 1895 ὑπόμνημα δὲν γένηται δεκτόν. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐφρόνει, ὅτι ἐπανάστασις δὲν ὑπῆρχεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀσημάντου κινήματος, τὸ ὁποῖον θὰ λήξῃ ἅμα τῇ διαλύσει τῆς ὀχληρᾶς ἐκείνης Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως. Καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμία ἀπάντησις ἐδόθη τῇ Ἐπιτροπῇ τῆς Μεταπολιτεύσεως παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ γενικοῦ αὑτῆς ἐν Χανίοις προξένου. Ἀλλὰ εἰς τὴν σιγὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως διὰ τῆς δευτέρας μάχης ἐν Βρύσαις τῶν Ἀποκορώνων, καθ’ ἣν τὰ Κρητικὰ ὅπλα νίκην ἤραντο περιφανῆ. Κατετροπώθησαν 2500 τακτικοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως καὶ τῶν ἐν αὐτῇ συναγωνιζομένων Κρητῶν. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἦσαν ἱκανὰ, ἵνα δώσωσι νὰ ἐννοήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι ὁ Κρητικὸς λαὸς ἠσπάζετο τὰς ἀρχὰς τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως καὶ οὐχὶ τῶν Βουλευτῶν, οὓς κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ Ἑλλ. Κυβέρνησις εἶχε παραπλανήσει διὰ τοῦ γενικοῦ ἐν Χανίοις προξένου αὑτῆς, καὶ ἐξηκολούθει ὁ γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλλάδος νὰ προτρέπῃ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως νὰ διαλυθῇ, καὶ ἐξηκολούθει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ φρονῇ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τὸν Κρητικὸν λαὸν εἰς ἐπανάστασιν, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τὸν Καραθεοδωρῆ πασσᾶν εἰς καταδίωξιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως. Ἐν τούτοις αἱ ἀνησυχίαι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπολλαπλασιάσθησαν εὐθὺς ὡς ἐγένοντο γνωστὰ τὰ καθέκαστα τῆς μάχης ἐν Βρύσαις, ἔσπευσε δὲ ὁ γενικὸς ἐν Χανίοις πρόξενος αὑτῆς νὰ βεβαιώσῃ τὸ πρῶτον τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως, ὅτι θὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως χορηγηθῇ ὅ,τι δυνατὸν ἐκ τῶν αἰτημάτων αὐτῆς, ἀρκεῖ ν’ ἀποσυρθῇ καὶ νὰ διαλυθῇ, καίτοι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἠκούσατε, ἐξηκολούθει νὰ ἐφαρμόζῃ τὸ πρῶτον μέρος τῆς πολιτικῆς αὑτοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ χειμὼν βαρὺς εἶχεν ἐνσκήψει ἐν Κρήτῃ, διότι ἤδη εὑρισκόμεθα περὶ τὰ τέλη Νοεμβρίου 1895, ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως εἶχεν ἀποσυρθῆ εἰς Φραγκοκάστελλον τῶν Σφακίων, ἵνα ἐκεῖ διαχειμάσῃ. Τὴν προσωρινὴν ταύτην ἀνακωχὴν τῆς ἐν Κρήτῃ ἐπαναστάσεως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐξέλαβεν ὡς ἐπιτυχίαν τοῦ σχεδίου αὐτῆς, τῆς διαλύσεως τουτέστι τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως. Οὕτω δὲ ἡσύχασε καὶ ἔδρεπε τὰς δάφνας τῶν νικηφόρων αὐτῆς σχεδίων, λησμονήσασα ὁποίαν ἀπόφασιν ἀνδρικὴν εἶχε λάβει ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως. Ἐν τούτοις ὁ γενικὸς πρόξενος ἐν Χανίοις ἐξηκολούθει τὰς ἀποπείρας αὐτοῦ πρὸς διάλυσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως. Καὶ ἐπειδὴ ἡ μόνη αὐτοῦ ἐνέργεια εἶχεν ἀποτύχει, ἐσκέφθη νὰ καλέσῃ καὶ τοὺς λοιποὺς ἐν Χανίοις συναδέλφους αὐτοῦ εἰς βοήθειαν, πρὸς πραγμάτωσιν τοῦ σκοποῦ του. Μόνος ὅμως ὁ ἐν Χανίοις Γάλλος πρόξενος κ. Βλὰν ἐφάνη πρόθυμος νὰ συνδράμῃ ὅλαις δυνάμεσι τὸν Ἕλληνα πρόξενον, ἵνα διαλυθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως· ἔγραψε δὲ πρὸς τοῦτο, κοινῇ συνεννοήσει, πρὸς τὸν ἐν Ρεθύμνῃ Γάλλον πράκτορα κ. Λ. Σκουνάτσον ἐπιστολὴν, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ δημοσιεύσῃ ταύτην εἰς χιλιάδας ἀντιτύπων καὶ διανείμῃ αὐτὰ ἀνὰ πᾶσαν καλύβην Κρητικήν. Ἐξετελέσθη δὲ κατὰ γράμμα ἡ ἐντολὴ αὕτη ὑπὸ τοῦ ἐν Ρεθύμνῃ Γάλλου πράκτορος. Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη εἶναι πολλῆς σημασίας, διὸ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ν’ ἀναγνώσω αὐτὴν πρὸς ὑμᾶς· ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατάστασις βαδίζει πολὺ κακῶς εἰς τὴν Κρήτην, καὶ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι οἱ Κρῆτες βαδίζουν ἐνώπιον μεγάλου κινδύνου. Μήπως τὰ ἀπαρτίζοντα τὴν Ἐπιτροπὴν μέλη θέλωσι νὰ προκαλέσωσιν, ὅπως καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1889, μίαν στρατιωτικὴν κατοχὴν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου; Οἱ Κρῆτες ἔπαθον ἀρκετὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὥστε δὲν δύνανται νὰ ἐπιθυμῶσι τὴν ἐπαναφορὰν μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως. «Ἤδη φαίνεται, ὅτι τινὲς τῶν Κρητῶν πιστεύουσιν ὅτι Εὐρωπαϊκαί τινες Δυνάμεις εὐνοοῦν τὰς ἐνεργείας τῆς ἐπιτροπῆς. Οὐδὲν τούτου ψευδέστερον. Πρέπει νὰ τὸ γνωρίσωσιν οἱ περὶ ὑμᾶς, καὶ σᾶς ἐξουσιοδοτῶ νὰ τὸ διακοινώσητε, ὅτι ὅλαι αἱ Δυνάμεις ἀποδοκιμάζουν τὰς ἐνεργείας τῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τῶν ὁποίων κινδυνεύουν νὰ ὁδηγήσωσι τὸν τόπον πολὺ ταχέως εἰς δυστυχήματα. «Πρέπει νὰ μάθωσιν ἐπίσης, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ παραχωρηθῇ μία γενικὴ ἀμνηστεία, διὰ τὸν λόγον ὅτι θὰ δυσαρεστήσῃ τοὺς Μουσουλμάνους. «Ὁ τόπος ὅθεν ὀφείλει νὰ γνωρίσῃ εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ὀφείλουσι νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸν τόπον καὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς Ἑλλάδα—εἶναι περὶ τοὺς 15 ἐκεῖνοι, οἵτινες ὀφείλουν τὸ ταχύτερον ν’ ἀναχωρήσουν.—Ἀφοῦ οἱ ἀρχηγοὶ οὗτοι ἀναχωρήσουν, οἱ πρόξενοι θὰ ἐνεργήσωσι πᾶν τὸ δυνατὸν, ὅπως ἀποφασίσῃ ἡ Διοίκησις νὰ λησμονήσῃ καὶ ἀφήσῃ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰ χωρία των ἐκεῖνοι, οἵτινες ἡνώθησαν μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς. «Εἰπέτε καὶ ἐπαναλάβετε ταῦτα εἰς τοὺς κύκλους σας, διότι τὰ δυστυχήματα ἐσπευσμένως ἔρχονται ἐν Κρήτῃ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ δύνανται οἱ Κρῆτες νὰ μὲ μεμφθῶσιν, ὅτι δὲν τοὺς εἰδοποίησα ἐγκαίρως. Ἡ Πύλη ἐξαπέστειλε 4,000 στρατιώτας, κρατεῖ δὲ ἀκόμη 7,000–8,000 ἑτοίμους νὰ τοὺς πέμψῃ εἰς Κρήτην. Εἶναι λοιπὸν καιρὸς νὰ λήξῃ ἡ κατάστασις αὕτη, καὶ τόσον περισσότερον, καθόσον οὔτε ἡ Ἑλλάς, μετὰ τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν ἔδωκεν ὁ Βασιλεὺς καὶ τὸ Ὑπουργεῖόν του εἰς τοὺς ξένους πρεσβευτάς, οὔτε οὐδεμία Εὐρωπαϊκὴ Δύναμις θὰ παράσχῃ τὴν ἐλαχίστην βοήθειαν εἰς τοὺς Κρῆτας, καὶ ἡ Τουρκία, ὡς εἰς τὰ 1889, θ’ ἀφεθῇ ἐλευθέρα νὰ ἐνεργήσῃ ὅπως αὐτὴ θέλει.» Δὲν πιστεύω ὁ ἐν Χανίοις πρόξενος τῆς Γαλλίας καὶ ὁ πράκτωρ αὐτῆς ἐν Ρεθύμνῃ ἐξ ἰδίας βουλήσεως καὶ αὐθορμήτως νὰ ἐποιήσαντο χρῆσιν τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως ἡμῶν καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐξ ἀσυνέτου ἴσως ἐντεῦθεν διαταγῆς πρὸς τὸν ἐν Χανίοις γενικὸν πρόξενον τῆς Ἑλλάδος ἐδόθη ἡ ἄδεια αὕτη.

§29Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ποίας χρονολογίας εἶναι, κύριε συνάδελφε, τὸ ἀναγνωσθὲν ἔγγραφον τοῦ Γάλλου προξένου;

§30ΣΤΑΗΣ. Τῆς 17 Δεκεμβρίου 1895. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἶχε πεισθῆ πλέον, ὅτι τὰ πάντα ἡσύχαζον ἐν Κρήτῃ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐφρόνει, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως εἶχε τελείως διαλυθῆ, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐφρόνει, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ Γάλλου προξένου εἶχε διαλύσει καὶ διασκορπίσει, ὡς διὰ μαγικῆς ῥάβδου, τὰ δαιμόνια ἐκεῖνα, τὰ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως συγκροτοῦντα. Καὶ δὲν τὸ ἐφρόνει ἀδίκως, διότι ὁ χειμὼν, ὁ βαρὺς μάλιστα χειμὼν, δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ ἔργον αὐτῶν, νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐργαζόμενα καὶ διὰ τῆς γραφίδος καὶ διὰ τῶν ὅπλων πρὸς πραγμάτωσιν τῶν ἐν τῷ ὑπομνήματι τῆς 3 καὶ 10 Σεπτεμβρίου αἰτημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τέλους μόνον διὰ τῆς ἀνδρικῆς αὐτῶν ἐμμονῆς καὶ στάσεως ἐπέτυχον. Εὐθὺς ὅμως, ὡς ὁ χειμὼν ἐπέτρεψε τὴν κάθοδον, ἐπανῆλθεν ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως ἐκ Φραγκοκαστέλλου τῶν Σφακίων εἰς Ἀποκόρωνα, ἀπειλοῦσα πλέον καὶ τὸν γενικὸν διοικητὴν τῆς Κρήτης, καὶ οὐχὶ παρακαλοῦσα τὸν γενικὸν πρόξενον νὰ μεσιτεύσῃ παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ Κυβερνήσει, ἵνα παραχωρηθῶσι τὰ αἰτηθέντα. Ἡ εἰς Ἀποκόρωνα δὲ ἐμφάνισις τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως φρίκην ἐνεποίησε καὶ εἰς τὴν ἡμετέραν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Πύλην, ἡ ὁποία πάραυτα ἀπέπεμψε τὸν χριστιανὸν Καραθεοδωρῆ πασσᾶν ἐκ Κρήτης, διορίσασα ἀντ’ αὐτοῦ τὸν Τοῦρκον Τουρχὰν–πασσᾶν. Ἀπέναντι τῶν ἐνεργειῶν, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔλεγε διὰ τοῦ γενικοῦ αὑτῆς προξένου ἐν Κρήτῃ ὅτι καταβάλλει, ὅπως ἱκανοποιηθῶσιν αἱ ἀπαιτήσεις τῶν Κρητῶν, ἀπέναντι, λέγω, τῶν ἐνεργειῶν τούτων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τῇ ἐδόθη ὑπὸ τῆς Πύλης ὁ κόλαφος τῆς ἀπολύσεως τοῦ Χριστιανοῦ διοικητοῦ καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τούτου ὑπὸ τοῦ Τούρκου Τουρχάν. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ, εὐθὺς ὡς εἶδεν, ὅτι εἰς ἀπάντησιν τῆς νέας αὐτῆς ἐμφανίσεως καὶ τῶν νέων αὐτῆς ἀπειλῶν ἡ Πύλη ἀπέλυσε τὸν Χριστιανὸν διοικητὴν καὶ διώρισεν ἀντ’ αὐτοῦ τὸν Τοῦρκον, συνεκρότησε τὴν τρίτην καὶ τετάρτην μάχην, τὰς γνωστὰς μάχας τῆς Ἐπισκοπῆς τῆς Ρεθύμνης καὶ τῶν Σελιῶν τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν μάχην τῆς Ἐπισκοπῆς τῆς Ρεθύμνης ἐπῆλθεν ἡ μάχη τῶν Σελιῶν. Κατεταράχθη ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς μετέδωκε τὴν ταραχήν του εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος τηλεγραφεῖ τὸ γνωστὸν τηλεγράφημα, ἐν σπασμωδικῇ συγκινήσει, πρὸς τὸν γενικὸν πρόξενον τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις. Ἀνεγνώσθη καὶ παρ’ ἄλλου συναδέλφου τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ἀλλὰ, παρακαλῶ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ ἀναγνώσω καὶ ἐγὼ (ἀναγινώσκει): «Νικόλαον Γεννάδην, πρόξενον. Χανία. «Μεγάλως ἀνησυχεῖ μάχη Σελιῶν. Ἐξασκήσατε ἅπασαν ἐπιῤῥοήν σας, ὅπως διαλυθῇ ἡ Ἐπιτροπή. Εὑρίσκομαι εἰς διαπραγματεύσεις, ὅπως ἡ Πύλη δώσῃ τὸ πρώην καθεστὼς εἰς τοὺς Κρῆτας. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐμποδίζει με. Σκουζές.» Σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι εὑρισκόμεθα περὶ τὸ πρῶτον δεκαπενθήμερον τοῦ Ἀπριλίου, κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε διὰ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι πολιτικὴν εἶχε νὰ μὴ ἐνθαῤῥύνῃ τοὺς Κρῆτας εἰς ἐπανάστασιν...

§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1895;

§32ΣΤΑΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε. Πρόκειται περὶ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1896. Πρόκειται περὶ τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἐκοινοποιήθη παρὰ τοῦ προξένου εἰς πάντα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, Κύριοι, εἶναι σπουδαιότατον. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο εἶναι τὸ αἶσχος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὁ ἐξευτελισμὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, εἶναι ὁ ἐξευτελισμὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ! (Θόρυβος).

§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν ἰδικήν σας ἐκτίμησιν.

§34ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως. Καὶ παντὸς γινώσκοντος τὰ πράγματα, ὅπως ἐγὼ τὰ γινώσκω.

§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παντὸς σκεπτομένου ὅπως σκέπτεσθε σεῖς.

§36ΣΤΑΗΣ. Διότι διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου ταυτοχρόνως διέταξεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος τὸν γενικὸν αὐτῆς πρόξενον ἐν Χανίοις, τί νομίζετε, Κύριοι; Νὰ διαφθείρῃ τὰς συνειδήσεις τῶν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας αὐτῶν μαχομένων, νὰ δωροδοκήσῃ τοὺς ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου τοῦ Ἔθνους ἀγωνιζομένους, νὰ ἐξαγοράσῃ τοὺς ἄνδρας, τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως! (Αἴσθησις).

§37ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Σᾶς λέγω ὅτι δὲν εἶναι ἀληθῆ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§38ΣΤΑΗΣ. Καθήσατε κάτω!

§39ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ τὸν ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν. (Φωναὶ ἐπιδοκιμασίας ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν πρέπει νὰ ψεύδησθε! (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς, ἀντεγκλήσεις ἑκατέρωθεν).

§41Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὴν ἀριστεράν). Δὲν πρέπει νὰ ἀνέχησθε καὶ σεῖς νὰ ἐξευτελίζηται ἐπὶ τοσοῦτον ἡ Κυβέρνησις τῆς Πατρίδος σας. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§42ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἱκανὴ ν’ ἀπολογηθῇ... Κύριε Πρόεδρε, μὴ ἐπιτρέπετε διακοπάς.

§43ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κατέρχεται μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ. (Φωναί, θόρυβος, ἀπειλαί, ἀντεγκλήσεις).

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§45ΣΤΑΗΣ. Μόνον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπιτρέπω διακοπάς.

§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς.

§47ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἀσχημονεῖτε, θὰ διακόπτησθε (θόρυβος).

§48ΣΤΑΗΣ. Πρὸς ἀκαταλογίστους βεβαίως δὲν ὀφείλεται ἀπάντησις.

§49ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε ὁ ἀκαταλογιστότερος καὶ ὁ αὐθαδέστερος πάντων (θόρυβος καὶ φωναί).

§50ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτὴ, κύριε Πρόεδρε!

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶνε ἀμοιβαῖα.

§52ΣΤΑΗΣ. Πᾶσα ὕβρις, κ. Πρόεδρε, πρὸς τὸν ἀγορεύοντα ἀπευθύνεται πρὸς τὸ Προεδρεῖον, διότι ὁ ἀγορεύων εἶναι ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Προεδρείου, καὶ δύναται τοῦτο νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ, παρεκτρεπόμενον, εἰς τὴν τάξιν.

§53ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀγορεύω ἐπὶ τῇ ἀξιοπρεπείᾳ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἐξυβρίσατε (ἀντεγκλήσεις καὶ θόρυβος).

§54ΣΤΑΗΣ. Θ’ ἀπαντήσω μόνον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι εἶναι ψεῦδος (θόρυβος).

§55ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Νὰ μὴ διακόπτηται, κ. Πρόεδρε, ὁ ῥήτωρ, ἀλλὰ τὸ ἐπιτρέπει ὁ Κανονισμὸς νὰ λέγωνται ψεύδη; (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).

§56ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχουν κανὲν προνόμιον οἱ Ὑπουργοὶ νὰ διακόπτουν. Ὀφείλουν ν’ ἀπαντήσουν κατόπιν.

§57ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μὴ φωνάζεις!

§58ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, φωνάζω.

§59ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶσαι ἀκαταλόγιστος.

§60ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Σεῖς εἶσθε ἀκαταλόγιστος (ἀντεγκλήσεις).

§61ΣΤΑΗΣ. Χαίρω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι εἶναι ψεῦδος τὰ περὶ δωροδοκίας, διότι, ἵνα εἴπῃ τοῦτο, σημαίνει ὅτι τὸ φρονεῖ, ὅτι τὸ πιστεύει. Ἀγνοῶν δὲ τὰ γεγονότα, ἐκπληροῖ καθῆκον στοιχειῶδες, διαψεύδων ἐμέ. Ἀγνοεῖ ὅμως ἐπίσης, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην ὑπάρχουσιν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου τινὲς ἐξ ἐκείνων, πρὸς οὓς ἐπροτάθη ἡ δωροδοκία, καὶ ἀκούουσι μετ’ ἐκπλήξεως, ἂν οὐχὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως ὅμως τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ψευδόμενον! Ἐὰν δ’ ἐπετρέπετο ἡ μαρτυρικὴ ἀπόδειξις, ἤθελον καλέσει αὐτοὺς νὰ δώσωσι μαρτυρίαν, ἵνα διαψεύσω τοὺς διαψεύσαντάς με. Σᾶς ἀκούουσι μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως, παρευρισκόμενα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις, πρὸς τὰ ὁποῖα προσεφέρθησαν 300 δραχμαὶ μηνιαίως, ἵνα ἀναχωρήσωσιν εἰς Κύθηρα καὶ διαλύσωσι τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως. Δὲν ὑπάρχει καμμία διαφορὰ μεταξὺ τῶν 300 δραχμῶν καὶ τῶν 30 ἀργυρίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπροδόθη ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ὄχι! ὑπάρχει μία διαφορά, ὅτι ἐδώκατε δεκαπλάσιον ποσόν. (Θόρυβος καὶ διακοπαὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν ἐπιτρέπω, κ. Πρόεδρε, διακοπάς.

§62ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅταν λέγωνται τοιαῦτα ἀνύπαρκτα πράγματα...

§63Γ. ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Λοιπὸν δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ διαψεύδωσι τὰς ἀνακριβείας;

§64ΣΤΑΗΣ. Κατόπιν ἂς λάβωσι τὸν λόγον.

§65ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγωνται τοιαῦτα πράγματα. Ἐπίστευον πρὸς στιγμήν, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐξ ἀγνοίας του ἔλεγε τὰ τοιαῦτα, διότι ὅταν εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἐνόμιζον ὅτι, ὡς ἄνθρωπος λογικὸς, ἔπρεπε νὰ τὸ παραδεχθῇ.

§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μὴ διακόπτετε! Νὰ μὴ διακόπτωσι, κ. Πρόεδρε.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀγορεύωσιν, ὅταν ζητήσωσι τὸν λόγον (θόρυβος).

§68ΜΑΝΕΣΗΣ. Λέγει τὸ Σύνταγμα, ὅτι δύνανται νὰ διακόπτωσι;

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.

§70ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν τὸ λέγει.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὕτω κατὰ τὸ παρελθὸν ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Συντάγματος. Ἐν ἔτει 1885 οὕτως ἐφηρμόσθη.

§72ΚΡΙΤΣΑΣ. Πρέπει νὰ ζητήσωσι τὸν λόγον πρότερον.

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι διακοπὴ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, εἶναι ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς θέλει νὰ δώσῃ.

§74Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν κάμνει καμμίαν ἐξαίρεσιν, κύριε Πρόεδρε.

§75ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ καυτηριασθῇ ἡ πρᾶξις. Εἴτε εἶναι εἴτε δὲν εἶναι ἐν γνώσει τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον γινώσκουσι πολλοὶ, εἶναι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον διαβεβαιοῦσι πάντες οἱ ἀπαρτίσαντες τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως, ὅτι ὁ γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλλάδος προσέφερεν εἰς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν 300 δραχμὰς κατὰ μῆνα.

§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος θὰ τὰς ἔδιδε;

§77ΣΤΑΗΣ. Θὰ τὰς ἔδιδον αἱ 80,000 δραχμῶν, αἱ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸν γενικὸν ἐν Χανίοις πρόξενον ἐπὶ τούτῳ χορηγηθεῖσαι.

§78ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι καταβιβάζετε τοὺς Κρῆτας, παριστῶντες ὅτι μάχονται, ἵνα λαμβάνωσι 300 δραχμὰς, καὶ οὐχὶ ἵνα ὑπερασπίσωσι τὸ ἔδαφος τῆς πατρίδος των.

§79ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν εἶπεν ὅτι ἐδέχθησαν.

§80ΣΤΑΗΣ. Πράγματι ἔπρεπε νὰ ἦναι τὰ ἐκ γρανίτου στήθη τῶν Κρητῶν, ἵνα ἀντισταθῶσιν εἰς τὰς προτάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν διαφθείρονται ψυχαὶ καὶ φρονήματα, οἷα τὰ τῶν Κρητῶν, διὰ τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον δύναται ἐπιτυχῶς νὰ μεταχειρίζηται εἰς ἄλλας περιστάσεις ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός.

§81ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, ἀκριβῶς.

§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Χρεωστῶ νὰ ἐπαναλάβω αὖθις ἐπισήμως, ὅτι τὰ λεγόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ψεύδη, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς βεβαιοῖ ὅτι ἀντελήφθη ταῦτα ἰδίαις αἰσθήσεσιν, ὀνομάζω αὐτὸν συκοφάντην, ἐὰν δὲ δὲν βεβαιοῖ ὅτι ἀντελήφθη ἰδίαις αἰσθήσεσι ταῦτα, ἀλλ’ ὅτι ἄλλος εἶπεν αὐτῷ ταῦτα, λέγω ὅτι ὁ εἰπὼν ταῦτα αὐτῷ ἐψεύσθη πρὸς αὐτόν.

§83ΣΤΑΗΣ. Χαίρω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξακολουθεῖ νὰ φρονῇ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλαβε τοῦτο χώραν. Δὲν θὰ ὀκνήσω ὅμως ἀπὸ τοῦ νὰ ἀποστείλω πρὸς αὐτὸν μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα τὸν διαβεβαιώσωσιν, ὅτι δυστυχῶς ἔλαβε χώραν ἡ προδοτικὴ αὕτη πρᾶξις.

§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ διαβεβαιώσωσι ψεύδη πρός με, καὶ δὲν θέλω δεχθῆ τοὺς ψεύστας.

§85ΣΤΑΗΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν κατώρθωσεν ὁ κ. πρόξενος διὰ τῆς μεθόδου ταύτης νὰ διαλύσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως, ἔλεγε πρὸς αὐτούς: «Εὑρίσκομαι εἰς διαπραγματεύσεις, ὅπως ἡ Πύλη δώσῃ τὸ πρώην καθεστώς· ἡ Ἐπιτροπὴ μὲ ἐμποδίζει»...

§86ΡΑΛΛΗΣ. Πότε αὐτό;

§87ΣΤΑΗΣ. Σᾶς εἶπον, μεταξὺ 10 καὶ 15 Ἀπριλίου... Ἀντὶ δὲ τοῦ πρώην καθεστῶτος, τῆς Χαλέπας τουτέστι, τί παρεχώρησεν ἡ Πύλη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία προσεπάθει νὰ μὴ ἐνθαῤῥύνῃ τοὺς Κρῆτας εἰς ἐπανάστασιν κατὰ τῆς κυριάρχου Δυνάμεως; Τὸ γνωστὸν φιρμάνι τῆς 22 Ἀπριλίου 1896! Τὸ φιρμάνιον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου (ἀναγινώσκει): «Δι’ Ὑψηλοῦ Αὐτοκρατορικοῦ διατάγματος ἀνεβλήθη προσωρινῶς, ἕνεκα τῶν γνωστῶν ἐνεστωσῶν περιστάσεων, ἡ σύγκλησις τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως. «Ἡ Γενικὴ Διοίκησις, προκηρύττουσα τοῦτο, γνωστὸν ἅμα ποιεῖται, ὅτι ἡ Γενικὴ Συνέλευσις συγκληθήσεται ἐν Χανίοις κατὰ τὰ κεκανονισμένα καὶ δι’ ἐπὶ τούτῳ προσκλήσεως ἐντὸς τοῦ δευτέρου δεκαπενθημέρου τοῦ μηνὸς Αὐγούστου τρέχ. ἔτους. «Ἐν Χανίοις, 22 Ἀπριλίου 1896. «Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς Κρήτης «Τουρχάν.» Ταῦτα εἶναι τὰ γεγονότα. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἧς προσεπάθει νὰ μὴ ἐνθαῤῥύνῃ τοὺς Κρῆτας εἰς ἐπανάστασιν! Ἀπελύετο ὁ Χριστιανὸς διοικητὴς, ἀνεβάλλοντο αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, διωρίζετο Τοῦρκος διοικητὴς, κατεπατοῦντο πρὸ μικροῦ κτηθέντα προνόμια, καὶ ὅμως ἐφρόνει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἐνεθαῤῥύνοντο εἰς ἐπανάστασιν οἱ Κρῆτες! Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἦτο ἀνίκανος ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν Πύλην καὶ εἰς τὸν Τουρχὰν, δὲν ἦσαν ὅμως ἀνίκανοι ν’ ἀπαντήσουν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἠγωνίζετο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ διαλύσῃ! Γνωρίζετε δὲ πάντες, πῶς ἀπήντησαν ἐκεῖνοι εἰς τὸ φιρμάνι τοῦ Τουρχάν. Ἀπήντησαν διὰ τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἀνύψωσε τὸ γόητρον σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀπήντησαν διὰ τῆς πολιορκίας τοῦ Βάμου. Δὲν θὰ ἐξετάσω ἐγὼ τὸ γεγονὸς τῆς πολιορκίας τοῦ Βάμου· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξυμνήσω τὰ ἐξ αὐτοῦ ἀγαθὰ ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὰ γινώσκουσι πάντες. Καὶ αὐτὴ ἡ Πύλη ἔσπευσε νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν ἐπαναστατῶν πολιορκητῶν συνθηκολόγησιν. Ἡ πολιορκία τοῦ Βάμου ἤρξατο τὴν 3ην Μαΐου 1896, καὶ μέχρι τῆς 12 Μαΐου, ὅτε ἐγένοντο αἱ σφαγαὶ, ὑπελείποντο ἐννέα ὅλαι ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας ἐξηκολούθει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις «νὰ μὴ ἐνθαῤῥύνῃ τοὺς Κρῆτας εἰς ἐπανάστασιν». Οὐδὲ ἡ πρώτη μάχη ἐν Κάμποις τῆς Κυδωνίας, οὐδὲ ἡ δευτέρα μάχη ἐν Βρύσαις τοῦ Ἀποκορώνου, οὐδ’ ἡ τρίτη μάχη τῆς Ἐπισκοπῆς Ρεθύμνης, οὐδὲ ἡ τετάρτη μάχη τῶν Σολιῶν τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, οὐδὲ ἡ πολιορκία τοῦ Βάμου ἤρκεσαν, ἵνα πείσωσι τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ Κρήτη ἐκαίετο! Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐγίνωσκε τὰ πάντα, ἀλλ’ ἐδίσταζεν, ἐφοβεῖτο, ἔτρεμε! Τὰ γεγονότα τοῦ 1885 ἐπανελαμβάνοντο τὰ αὐτὰ καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν τάξιν. Ἀλλ’ ἂς ἀντιπαρέλθω τὴν σύγκρισιν ταύτην, διότι ἄλλοι συνάδελφοι ὡμίλησαν περὶ αὐτῆς. Ἀπορῶ ὅμως, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἀντιγραφεὺς καὶ μιμητὴς τῶν πράξεων τῶν ἄλλων, δὲν ἠκολούθησε τοὐλάχιστον τὴν πολιτικὴν τῶν κατὰ τὸ 1889 πολιτικῶν αὐτοῦ ἀντιπάλων. Δὲν ἐπίστευον ποτὲ, ὅτι ἀληθῆ ἔλεγεν ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1889, ὅτε διεβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ὅτι «ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐννοεῖ τὴν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος συζήτησιν ὡς μέλλουσαν νὰ κανονίσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος ἢ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τὸ μέλλον». Ἔκτοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλου, ὅτι, ἄν ποτε ἐν τῷ μέλλοντι ἀναφανῇ καὶ πάλιν τὸ Κρητικὸν ζήτημα καὶ διευθύνῃ ἐκεῖνος τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος, ἡ πολιτική του θὰ ἦναι νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν πολιτικήν! ἡ πολιτική του θὰ ἦναι πολιτικὴ τῶν νεκρῶν. Ἀλλ’ οἱ νεκροὶ δὲν διευθύνουσιν ἔθνη, καὶ μάλιστα ἔθνη ὀργῶντα πρὸς δρᾶσιν καὶ ἐκπλήρωσιν τοῦ ἀναμφισβητήτου αὐτῶν προορισμοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχε τὸ θάῤῥος οὐδὲ ἐν τοῖς ἐλαχίστοις νὰ μιμηθῇ τοὺς ἄλλους. «Ἡ ἐμπορία τῶν ὅπλων καὶ τῶν ἐφοδίων εἶναι ἐλευθέρα, καὶ οἱ λιμένες τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐλεύθεροι καὶ ἀναπεπταμένοι», ἔλεγον ἐκεῖνοι. Καὶ ἐπέτρεπον τὴν ἐμπορίαν τῶν ὅπλων καὶ τῶν ἐφοδίων. Ἀλλ’ οὗτος καὶ ἐπέτρεπε καὶ δὲν ἐπέτρεπε, καὶ ἐχορήγει καὶ κατέσχε, καὶ ἔδιδε καὶ ἐλάμβανεν· ἐξηπάτα καὶ ἐξηπατᾶτο! καὶ ἔτριζε τοὺς ὀδόντας, καὶ ἔτρεμον οἱ ὀδόντες αὐτοῦ ἐκ φόβου! (ἱλαρότης ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Δὲν ὑπῆρξέ τι, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔπραξε καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ, καὶ ἐμπρὸς καὶ ὀπίσω, καὶ ἄνω καὶ κάτω! Τοιαύτη τις ἦτο ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν ὀλίγων λέξεων, ὅτι «δὲν ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τὸν Κρητικὸν λαὸν εἰς ἐπανάστασιν». Καὶ πράγματι δὲν τὸν ἐνεθάῤῥυνεν, ἀλλὰ τὸν ἔσπρωξεν ὅλαις δυνάμεσιν εἰς ἐπανάστασιν, ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς, διότι ἡ ἀσύνετος κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως ἀντίδρασις τῆς Κυβερνήσεως ἐπολλαπλασίαζε τὴν ἐνέργειαν τῶν ὑπὲρ αὐτῆς ἐνεργούντων καὶ κατὰ τῶν Τούρκων ἀγωνιζομένων ἐν Κρήτῃ. Ἀλλ’ ἐν ᾧ οἱ πολιορκηταὶ τοῦ ἐν Βάμῳ τουρκικοῦ στρατοῦ, στρατοῦ τακτικοῦ καὶ ὡπλισμένου ὡς ἄριστα, στρατοῦ ἐμπείρου εἰς τὰς μάχας καὶ τὰς κακουχίας τοῦ πολέμου, διεπραγματεύοντο μετὰ τῶν ξένων προξένων—οὐχὶ μετὰ τοῦ Ἕλληνος, διότι δὲν κατεδέχοντο νὰ ὁμιλῶσι μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, —τὰ τῆς παραδόσεως τῆς ἐκ 1500 στρατιωτῶν φρουρᾶς τοῦ Βάμου, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πάντα λίθον ἐκίνει, ἵνα διαλύσῃ τὴν πολιορκίαν τοῦ Βάμου! Καὶ δὲν εἶδεν ὅτι ἡ πολιορκία τοῦ Βάμου ἐχορήγησεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν κατάλληλον στιγμὴν καὶ περίστασιν, ἵνα ἐπιτύχῃ οὐχὶ τὴν αὐτονομίαν τῆς Κρήτης, τὸ ὄνειρον τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς μακαρίας ἐποχῆς Ναπολέοντος τοῦ Γʹ, τὴν ἀνωτάτην βαθμίδα τῆς κλίμακος, περὶ τῆς ὁποίας πολλὰ εὐφυῶς ἐλέχθησαν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἀλλὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν αἰωνίων καὶ ἀναλλοιώτων πόθων τῶν Κρητῶν καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλ’ ἡ εὐκαιρία ἀπέπτη! διότι αἱ ἐπικείμεναι ἐν μέσαις Ἀθήναις ἐκλογικαὶ διαμάχαι δὲν ἐπέτρεπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκέπτηται περὶ Βάμου καὶ τῆς τύχης τῶν ἀπίστων Ἀγαρινῶν! Ἡ εὐκαιρία ἀπέπτη, διότι τὸ γεγονὸς τῆς μεσημβρίας τῆς 12 Μαΐου 1896 ἐπεσκίασε τὰ πάντα, πλὴν τῆς ταὐτοχρόνου περιφανοῦς νίκης τῶν Ἀττικαρχῶν, τὴν ὁποίαν ἑώρτασαν καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν συμποσίῳ, ἐν ᾧ ταὐτοχρόνως ἐγίνωσκον, ὅτι ἐλάμβανον χώραν αἱ σφαγαὶ τῶν Χανίων, διότι εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸν, ὅτι οὐ μόνον πέντε ἡμέρας πρὸ τῶν σφαγῶν τούτων διενέμοντο ὅπλα ὑπὸ τοῦ Τουρχὰν πασσᾶ εἰς τὸν ἐν Χανίοις τουρκικὸν ὄχλον, οὐ μόνον ὅτι ἀνεμένετο σφαγὴ ἐν Χανίοις κατὰ τὴν Κυριακὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἑώρταζον τὸ Κουρμπὰν–Μπαϊρὰμ οἱ Τοῦρκοι, ὡς ἐξ ἐπισήμου ἀλληλογραφίας ὑπὸ χρονολογίαν 10 Μαΐου 1896 ἐξάγεται, ἀλλὰ προσέτι, ὅτι τὴν 12 Μαΐου τὸ ἑσπέρας διεβιβάζετο ἐντεῦθεν τηλεγράφημα πρὸς τοὺς «Καιροὺς» τοῦ Λονδίνου, ἀγγέλλον τὰς ἐν Χανίοις σφαγὰς, διότι τὸ παγκόσμιον τοῦτο φύλλον τῆς Δευτέρας 13/25 Μαΐου ἐδημοσίευσε τὸ τηλεγράφημα τοῦτο! Ἀλλ’ ἡ ἀπώλεια μιᾶς βουλευτικῆς ἕδρας θὰ ἐπέδρα ἐπὶ τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως περισσότερον τῆς ἀπωλείας τῆς Κρήτης· διὸ ἀπέκρυψεν ἐπιμελῶς τὰς ἐν Χανίοις σφαγὰς τῆς 12 Μαΐου! Ἀληθῶς, Κύριοι, πρὸ τῆς ἀπαισίας ταύτης χρονολογίας τῆς 12 Μαΐου 1896 σταματᾷ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς. Εἶναι τόσα τὰ γεγονότα, εἶναι τόση ἡ συῤῥοὴ τῶν ἐπελθόντων ἀτυχῶν γεγονότων διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν, ὥστε δὲν γινώσκει τις ποῖον πρῶτον, ποῖον δεύτερον, ποῖον τελευταῖον νὰ ἐξετάσῃ. Τὴν σύγχυσιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐγκληματικὴν αὐτῆς ἀδράνειαν, τὰ ὑπουργικὰ συμβούλια, τὰς συνεντεύξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ξένων Δυνάμεων, τὰς διαψεύσεις, τὰς ἐκτοπίσεις, τὴν ἐξέγερσιν τῆς κοινῆς γνώμης, τὰς ψευδεῖς πολεμικὰς παρασκευὰς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὸ κάπνισμα τῶν θωρηκτῶν τῶν ἄνευ πυρομαχικῶν, ἄνευ ἐφοδίων τοὐτέστι πρὸς πόλεμον, ὡς ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γινώσκω. Καὶ ἂς μὴ μὲ διαψεύσῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, ἵνα μὴ τὸν διαψεύσωσι πέντε ἄλλοι συνάδελφοι, παρακαθήμενοι τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς ἀμφοτέρας ταύτας τὰς πτέρυγας. Τὸ γεγονὸς τῆς σφαγῆς τῶν Χανίων, ὡς εἶπον, ἐγένετο γνωστὸν ἐνταῦθα τὴν 12 Μαΐου μ. μ. ἐκ τηλεγραφήματος τοῦ ἐν Χανίοις Ἕλληνος προξένου, διότι συνέβη οἱ ἄλλοι πρόξενοι νὰ μὴ ἔχωσι μεθ’ ἑαυτῶν τὰ κρυπτογραφικὰ λεξικά των, ἅτε διαμένοντες ἐν Χαλέπᾳ. Οὕτω δὲ μόνον διὰ τοῦ Ἕλληνος προξένου μετεδόθη ἡ εἴδησις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ κρατήσῃ ταῦτα μυστικά, τοὐλάχιστον μέχρι τῆς εἰς Χανία ἀφίξεως τοῦ στόλου, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ φθάσῃ ἐκεῖσε δέκα ὥρας μετὰ τὴν ἐκ Φαλήρου ἀναχώρησίν του. Σημειώσατε ὅτι κατὰ τὰς σφαγὰς ἐκείνας διὰ τῆς σφαγῆς τοῦ Ἕλληνος καβάση κατεπατήθη ἡ Ἑλληνικὴ σημαία, διότι ὁ καβάσης παντὸς Προξενείου εἶναι ἐπίσημον ὄργανον αὐτοῦ, φέρον τὸ ἔμβλημα τῆς ἐθνικότητος τοῦ Προξενείου του, οὐδεμία δὲ διαφορὰ εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως θὰ παρετηρεῖτο, ἐὰν ἀντὶ τοῦ καβάση ἐσφάζετο ὁ γενικὸς αὐτῆς πρόξενος.

§88Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐσφάγη καὶ ὁ Ρῶσσος καβάσης.

§89ΣΤΑΗΣ. Ἀλλὰ τὰ ῥωσσικὰ πλοῖα κατέφθασαν ἀμέσως εἰς Κρήτην.

§90ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τί ἔκαμαν;

§91ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως, οὐχὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπραττον τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως, καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν δὲν θὰ ἐξετάσω αὐτό· ἐγὼ ἐξετάζω τὰ γεγονότα. Ἐκ τῶν σφαγῶν τῆς 12 Μαΐου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐθορυβήθη, συνεκινήθη καὶ κατελήφθη ὑπὸ σπασμωδικῶν κινήσεων, τὰς ὁποίας ἐπηύξησεν ἡ ἐξέγερσις τοῦ δημοσίου φρονήματος ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Τὰς σπασμωδικὰς κινήσεις τῆς Κυβερνήσεως χαρακτηριστικώτατα παριστῶσιν αἱ διαταγαί της περὶ καπνίσματος τῶν ἐν Φαλήρῳ ὁρμούντων θωρηκτῶν, διότι μόνον περὶ καπνίσματος ἐπρόκειτο, ὡς ἦτο γνωστὸν εἰς πολλοὺς καὶ ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ σταλῶσιν εἰς Κρήτην τὰ θωρηκτά, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐμεγαλύνετο ἡ Ἑλλάς, πρὸς δόξαν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν πρόνοιαν τῆς κατασκευῆς αὐτῶν;...

§92ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὰ θωρηκτὰ δὲν ἀνήκουν εἰς τοῦτον ἢ εἰς ἐκεῖνον. Ἀνήκουσιν εἰς τὸ ἔθνος.

§93ΣΤΑΗΣ. .. Πρὸς δόξαν ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ἡ σκιὰ,—διότι ἡμεῖς μόνον σκιὰ ἐκείνου εἴμεθα—σᾶς καταταράττει! Πρὸς δόξαν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 30 8βρίου 1889 ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ἡ σχέσις τοῦ στόλου πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης καὶ πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι ἄμεσος. Ἡ σχέσις ὅμως αὕτη δὲν δύναται νὰ ἦναι καταληπτὴ εἰς τοὺς μηδὲν ἄλλο διαγιγνώσκοντας ἐκ τοῦ ζητήματος τούτου ἢ ὄργανα πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ.» Ταῦτα ἔλεγεν ὁ μέγας ἐκεῖνος πατριώτης, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ 1889 εἶχεν ἐπιληφθῆ τῆς προπαρασκευῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία θὰ ἔδιδε τὴν Κρήτην εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀμαχητεί. Ἀλλὰ πράγματι ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς, ἡ ἐμπάθεια, ἡ μικρότης τῶν φρονημάτων, δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὸν ἀξιόμαχον ἑλληνικὸν στόλον νὰ ἐπιδείξῃ τὴν ὑπερήφανον αὐτοῦ ἑλληνικὴν σημαίαν εἰς τοὺς κατασφαζομένους ἀδελφοὺς ἡμῶν ὑπὸ τῶν ἀγρίων στιφῶν τῶν ἐν Χανίοις ἀπίστων· δὲν ἐπέτρεψαν, ἵνα μὴ ἡ θέα αὐτῶν θερμάνῃ, ὡς ἐλέχθη ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, τὰ στήθη τῶν Κρητῶν! Ἀλλ’ ἂς μὴ ἐξετάσω ἐπὶ πλέον τὸ θέμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον θίγει τὰς τρυφερωτάτας χορδὰς πάσης ἑλληνικῆς καρδίας, καὶ ἂς σᾶς εἴπω, ὅτι ἀπὸ τῆς 3 καὶ 10 Σεπτεμβρίου 1895, ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τουτέστι τοῦ ὑπομνήματος τῶν Χριστιανῶν τῆς Κρήτης πρὸς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις, συνελήφθη τὸ σχέδιον νὰ καταστῶσιν ἄχρηστα τὰ θωρηκτὰ ἡμῶν, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην Ἄγγλων καὶ Ἀμερικανῶν ναυάρχων εἶναι θωρηκτὰ πρώτης τάξεως, ἢ τοὐλάχιστον νὰ εὑρεθῶσιν ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, ὥστε νὰ ἦναι ἀδύνατος ἡ χρησιμοποίησις αὐτῶν. Οὕτω δὲ ἀπεφασίσθη ὁ μετασχηματισμὸς τῶν θωρηκτῶν καὶ ὁ ἐξοπλισμὸς αὐτῶν διὰ ταχυβόλων, ἐνῷ οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη πρὸς τὸν μετασχηματισμὸν τοῦτον, κατὰ τὴν γνώμην εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἠδύναντο δὲ νὰ ἐξοπλίσωσι τὰ θωρηκτὰ ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ διὰ τῶν ἐν Ναυστάθμῳ ταχυβόλων καὶ οὕτως ἀπεστέλλοντο καὶ ἀφωπλίζοντο τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο τὰ θωρηκτὰ ἡμῶν εἰς Ἑσπερίαν, ἵνα μὴ παρευρίσκωνται ἐνταῦθα κατὰ τὰς κρισίμους ἐκείνας στιγμὰς τοῦ Ἑλληνισμοῦ!

§94Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, δὲν εἶναι ἀληθές.

§95ΣΤΑΗΣ. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ἀλλ’ ἐπίσης ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐκάπνιζον τὰ ἐν Φαλήρῳ θωρηκτὰ, ἵνα κατευνάσωσι τὴν ἐξεγερθεῖσαν κοινὴν γνώμην, ἵνα ἐξαπατήσωσι τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τὸν κόσμον σύμπαντα. Ναὶ, ἵνα ἐξαπατήσωσι, διότι ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἐκάπνιζον ἐν Φαλήρῳ, χωρὶς νὰ φέρωσιν οὐδὲ μίαν κἂν βολὴν πολέμου, διότι εἶχον ἀποθέσει ταύτας πρὸ πολλοῦ εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Ναυστάθμου, χάριν τοῦ εἰς Ἑσπερίαν πλοῦ αὐτῶν. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι τὰ πολεμικὰ πλοῖα, εἰσερχόμενα εἰς δεξαμενὰς πρὸς καθαρισμὸν ἢ ἐπισκευὴν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φέρωσιν ἐπ’ αὐτῶν τὰ πυρομαχικά των. Ὡς ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γινώσκω,—ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν καί τινων μελῶν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπὶ τῶν ναυτικῶν ἐπιτροπείας, μεθ’ ὧν τότε μετεβαίνομεν εἰς Ναύσταθμον,—τέσσαρας ἡμέρας μετὰ τὰς σφαγὰς τῶν Χανίων, ἤτοι ἀφοῦ τρεῖς ὅλας ἡμέρας ἐκάπνιζον ἐν Φαλήρῳ τὰ θωρηκτὰ, μετέβησαν εἰς Ναύσταθμον τὴν 16 Μαΐου πρὸς παραλαβὴν τῶν πυρομαχικῶν.

§96Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν;

§97ΣΤΑΗΣ. Ὄχι! εὐχαριστῶ· γνωρίζω ἀρκετά.

§98Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως καὶ περισσότερα ἀπὸ ἐμὲ, διότι ἐκάματε καὶ ἐκστρατείαν.

§99ΣΤΑΗΣ. Ἐκστρατείαν διὰ μιᾶς ἀτμακάτου, ἡ ὁποία ἀφῆκεν ἐλεύθερα τὰ παράλια τῆς Κισσάμου καὶ χάριν τῆς ὁποίας εἶχεν ἐλευθέραν καὶ τακτικὴν συγκοινωνίαν ἡ Κρήτη μετὰ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Ἀλλὰ περὶ τῆς ἱστορίας ταύτης θὰ ὁμιλήσω ἄλλοτε.

§100Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε ’ποῦ ἐχάσατε τὸ τιμόνι εἰς τὴν Ὕδραν ἀπ’ ἔξω, καὶ ἐῤῥυμούλκησεν ὑμᾶς ἐμπορικὸν πλοῖον.

§101ΣΤΑΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ διακόπτητε καὶ νὰ ἐξωθῆτε τὰ πράγματα, ἵνα μὴ διὰ τῆς ὠθήσεως ταύτης καταξεσχισθῇ τὸ προσωπεῖον, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου κρύπτεσθε.

§102Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ὅσα λέγετε εἶναι ψεύδη, καὶ τὰ περὶ πυροβόλων καὶ τὰ περὶ μετασχηματισμοῦ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἄλλως καὶ ἀόριστα.

§103ΣΤΑΗΣ. Εὐτυχῶς τὰ λεγόμενα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν οὐδεὶς πλέον λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, ἀπὸ τῆς παρελθούσης Τρίτης, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διέψευσε πάσας τὰς τοῦ παρελθόντος καυχησιολογίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν διὰ τῆς ἐπισήμου ἐκείνης δηλώσεως περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στόλου ἡμῶν. Ἔπρεπε δὲ πράγματι νὰ ἔχῃ τις χαλκοῦν προσωπεῖον, ἵνα μετὰ τὰ λεχθέντα ἐκεῖνα παρακάθηται ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως (Θόρυβος). Ἀλλ’ ὡς ἂν μὴ ἤρκουν ταῦτα, Κύριοι, ἦλθεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ σᾶς ἠρώτα: «Ποῖα πλοῖα νὰ στείλωμεν εἰς τὴν Κρήτην;» Καὶ εὐθὺς ἀμέσως σᾶς ἔλεγεν, ὅτι «ὁ στόλος, τοῦ ὁποίου ἡ μεγαλειτέρα δύναμις ἦσαν τὰ τρία θωρηκτὰ, εἶχεν ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι καθίστων καὶ ταῦτα οὐχὶ ὡς δύναμιν οἵαν προσδοκᾷ ὁ θεώμενος αὐτὰ, καὶ τὰ πλοῖα τοῦ στόλου δὲν γνωρίζω ἂν ἠδύναντο νὰ διανύσωσι πλέοντα πέντε μίλια, καὶ αὐτὰ, κατὰ τὴν γνώμην τῶν διοικούντων, ἔτρεχον τὸν ἔσχατον κίνδυνον»!!! Καὶ ταῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡσεὶ ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἀτμοτελωνίδος Σύρου ἢ Πατρῶν ἢ Κερκύρας, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι καὶ ἡ «Μυκάλη» καὶ ἡ «Σφακτηρία» καὶ ὁ «Μιαούλης» διανύουσι κατὰ μέσον ὅρον πλέον τῶν 12 μιλίων καθ’ ὥραν, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι τὰ τρία ἡμῶν θωρηκτὰ διανύουσι κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 15 μίλια καθ’ ὥραν, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν ἔτρεχον τὸν ἔσχατον κίνδυνον οὐδὲ τὰ πλοῖα τὰ χρησιμοποιούμενα εἰς τοὺς πλοῦς τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας καὶ τοῦ Pére Didon. Ἀλλ’ ἡ ἐπίσημος ἐκείνη καταδίκη τοῦ στόλου ἡμῶν εἶναι βλασφημία, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ ἀνεχθῇ· εἶναι βλασφημία κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους, εἶναι βλασφημία κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας, ἀπὸ τῶν παλαιοτάτων μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων, εἶναι βλασφημία κατὰ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους! Ἀληθῶς τοιαύτην βλασφημίαν δὲν ἐπίστευον νὰ ἀκούσω παρὰ τοῦ ἰθύναντος τὰς τύχας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους κατ’ ἐπανάληψιν, παρ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἶχε κατορθώσει νὰ ἠλεκτρίσῃ πᾶσαν Ἑλληνικὴν καρδίαν, καὶ τὴν ἐμὴν ἑπομένως, ἵνα προστρέξωμεν ὑπὸ τὰς σημαίας τῆς Πατρίδος κατὰ τὸ 1885 καὶ παραστῶμεν μάρτυρες, ὡς ἐγὼ αὐτὸς παρέστην, κατὰ τὸ φοβερὸν δρᾶμα τῆς Κούτρας, καθ’ ὃ εἴδομεν τὴν καταισχύνην τῶν ἑλληνικῶν ὅπλων, τὸν ἐξευτελισμὸν καὶ τὴν ἀτίμωσιν, προσαφθέντα εἰς τὸ μέτωπον τῶν 300 ἐκείνων εὐζώνων, τοὺς ὁποίους περιήγαγεν ἡ τουρκικὴ θηριωδία ἀνὰ τὰ χωρία καὶ τὰς πόλεις τῆς Μακεδονίας. Ὡς νὰ μὴ ἤρκουν ταῦτα, ἦλθεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μαράνῃ καὶ σβύσῃ διὰ παντὸς τὸ ἔνθεον πῦρ τοῦ πατριωτισμοῦ, τὸ ὁποῖον φλέγει τὰ στήθη παντὸς Ἕλληνος ὑποδούλου ἢ εἰς τὴν δούλην διαμένοντος, τὸ ἔνθεον ἐκεῖνο πῦρ τοῦ πατριωτισμοῦ, οὗ ἕνεκα προσέτρεχον ἄλλοτέ ποτε εἰς τὸν «Ν. Μιαούλην», καταπλεύσαντα εἰς τὸν λιμένα Σμύρνης, καὶ μετὰ δακρύων καὶ εὐλαβείας γονυπετεῖς ἠσπάζοντο τὴν κλίμακα, τὰς λέμβους καὶ τὰ πυροβόλα αὐτοῦ, μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας, μείζονος τῆς πρὸς τὰς ἁγίας εἰκόνας ὀφειλομένης, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, δὲν αἰσθάνομαι πλέον τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν ἐβλασφήμησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐμπαικτικῶς ὁμιλήσας περὶ τῆς μόνης δυνάμεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι πλέον ὁ διερμηνευτὴς τῶν αἰσθημάτων τοῦ ἐλευθέρου καὶ δούλου Ἑλληνισμοῦ, δι’ ἐμὲ αἱ λέξεις του ἐκεῖναι: «ἡ Κρήτη θὰ στενάζῃ διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ στενάζῃ διὰ τὴν Κρήτην», εἶναι λέξεις ὑβριστικαὶ καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ διὰ τὴν Κρήτην. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν τὰ τοῦ πατριωτισμοῦ ζητήματα καὶ αἱ παραδόσεις τοῦ Τόπου εἶναι ζητήματα «εὐθυμίας» διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἔπαυσα νὰ θεωρῶ αὐτὸν ὡς τὸν ἐπίσημον διερμηνευτὴν τῆς κοινῆς γνώμης τοῦ ἐλευθέρου λαοῦ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ταῦτα περὶ τοῦ πρώτου σημείου, περὶ τὸ ὁποῖον περιεστράφη ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως μέχρι τῶν σφαγῶν τῆς 12 Μαΐου 1896. Περὶ τῆς δευτέρας πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ν’ ἀποκτήσῃ τουτέστιν ὁ Κρητικὸς λαὸς διὰ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς «ὅσον οἷόν τε περισσότερα δικαιώματα καὶ προνόμια», δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπῃ τις πολλά, ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ Κρητικὸς λαὸς ὤφειλε «νὰ στέρξῃ τὸ πολίτευμα τῆς Χαλέπας, ἵνα ἀναῤῥιχηθῇ μέχρι τῆς ἀνωτάτης βαθμίδος τῆς κλίμακος, ἤτοι μέχρι τῆς αὐτονομίας»!! ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐτηλεγράφει, ὅτι εὑρίσκετο εἰς διαπραγματεύσεις, ὅπως ἡ Πύλη δώσῃ τὴν Χαλέπαν εἰς τοὺς Κρῆτας, ἀφοῦ ἔγκριτον καὶ διακεκριμένον πρόσωπον ἐκ Χανίων ἔγραφε τὴν 31 Μαΐου 1896 (ἀναγινώσκει): «Ὁ πρόξενος τῆς... μᾶς ἀνέγνω ἐπιστολὴν τοῦ αὐτόθι πρέσβεώς του κ...., ὅστις ἀπαντῶν εἰς τὸν πρόξενόν του τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα, λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἡ Ἑλλάς, ἀναμιχθεῖσα, ὡς μὴ ὤφειλε, περιορίζει ἀτυχῶς τὸ πρᾶγμα εἰς τὸ πρώην καθεστώς, διὰ τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς συμφωνίαν μετὰ τῆς Πύλης, τῇ μεσολαβήσει Γαλλίας καὶ Ρωσσίας.» Εἶναι πολὺ σημαντικὴ ἡ ἀπάντησις αὕτη τοῦ πρέσβεως.

§104ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἡ δημοσιευθεῖσα ἐπιστολή;

§105ΣΤΑΗΣ. Οὐχί! Πρόκειται περὶ ἐπιστολῆς δημοσιευθείσης 20 ἡμέρας μετὰ τὰς σφαγάς, μετὰ τὴν ἐξέγερσιν τοῦ δημοσίου φρονήματος ἐν Ἑλλάδι, μετὰ τὰς περιφανεῖς νίκας τῶν Κρητῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον προκαλέσει τὰ συλλαλητήρια καὶ τὰς ἐπιτροπὰς τῶν ἐράνων. Περὶ τῆς πολιτικῆς ἑπομένως ταύτης οὐδὲ λόγος κἂν πρέπει νὰ γένηται, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐφρόνει καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ φρονῇ, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ἀναλόγους περιστάσεις τῆς ἐποχῆς τοῦ Ιʹ Ναπολέοντος! Ἀλλ’ ἡ κοινὴ γνώμη, ἐγκαίρως ἀντιληφθεῖσα τῆς καταστάσεως ταύτης, ἐξηγέρθη καὶ ἀνέλαβεν ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτῆς τὸν Κρητικὸν ἀγῶνα. Ἡ ἐξέγερσις ὅμως αὕτη ἐσκότισε τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἔστρεψε τὴν προσοχὴν αὐτῆς εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις συλλαλητήρια. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, πῶς ἐσχηματίσθη τὸ ὑπὲρ τῆς Κρήτης Ἐθνικὸν Κομιτάτον, τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέλος, καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου τὰ κυβερνητικὰ ὄργανα ἐπετέθησαν μετὰ μανίας καὶ λύσσης, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὴν κομματικὴν αὐτῶν ἐμπάθειαν. Ἐν τούτοις καὶ ἐγὼ καὶ πάντες οἱ τὸ Κομιτάτον ἀποτελοῦντες ἐδηλώσαμεν κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι δὲν ἠθέλομεν ἐπιτρέψει τὴν μεταβολὴν τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος εἰς κομματικόν· ἐγὼ μάλιστα ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἐδήλωσα, ὅτι μόνον ἐθνικὸν σκοπὸν εἶχεν ἡ σύστασις τοῦ Κομιτάτου, καὶ ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτοῦ διενεργούμενα συλλαλητήρια μόνον σκοπὸν θὰ εἶχον τὴν ἀναζωπύρησιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος ὑπὲρ τῶν ἀγωνιζομένων Κρητῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔβλεπε πανταχοῦ μηχανοῤῥαφίας καὶ συνωμοσίας ἐναντίον αὐτοῦ, διότι τὴν 29 Μαΐου, προκειμένου νὰ λάβῃ χώραν τὸ πρῶτον συλλαλητήριον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐμφανισθῇ ἐπισήμως τὸ ὑπὲρ τῆς Κρήτης Κομιτάτον καὶ ἐξηγήσῃ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, νὰ καταδείξῃ τοὺς ἐπαπειλοῦντας τοὺς ἐν Κρήτῃ ἀγωνιζομένους κινδύνους, νὰ ζητήσῃ ταχεῖαν καὶ γενναίαν τὴν συνδρομὴν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὑπὲρ αὐτῶν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέλαβεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μελανῶν σημαιῶν, ἡγουμένων ἀντικυβερνητικῆς διαδηλώσεως, καὶ περιώρισε τοὺς ἀξιωματικοὺς πάντας εἰς τοὺς στρατῶνας αὐτῶν, κατεπλημμύρησε τὴν πόλιν πεζῶν καὶ ἐφίππων στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, περιεκύκλωσε τὰ ἀνάκτορα διὰ λόχων εὐζώνων, καὶ κατέσπειρεν ἐντὸς τοῦ βασιλικοῦ κήπου πολλοὺς ἐξ αὐτῶν! Πάντα δὲ ταῦτα οὐδὲν ἄλλο ἐδήλουν ἢ τὴν ἀμηχανίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία διὰ τῶν ἀνοήτων καὶ γελοίων αὐτῆς πράξεων κατέῤῥιψε καὶ τὸ τελευταῖον αὐτῆς γόητρον. Ὀφείλω ἐνταῦθα νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Ράλλης, τοῦ ὁποίου δὲν εἶμαι πολιτικὸς φίλος, ἀλλὰ μετὰ τοῦ ὁποίου ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος κατ’ ἐπανάληψιν ὡμίλησα ἰδιαιτέρως καὶ ἐζήτησα τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἐντόνως ἐτόνισεν, ὅτι πρέπει νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως μὴ τὰ συλλαλητήρια καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κομιτάτου μετατραπῶσιν ἀπὸ καθαρῶς ἐθνικὰ εἰς κομματικά. Ἀλλὰ καίτοι ἐγίνωσκε ταῦτα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς οὐδένα ἐπείθετο, ἀλλ’ ἤρχισε πράγματι τὰς μηχανοῤῥαφίας του κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Κομιτάτου ὑπὲρ τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος. Δὲν μᾶς ἤρκουν αἱ ἄλλαι μέριμναι καὶ αἱ πολλαὶ ἐνοχλήσεις, αἱ ἐκ τῆς εὐθύνης τῆς ἀναδοχῆς συλλογῆς ἐράνων, μάλιστα ἐν Ἑλλάδι, ἔνθα ἡ ἐλαχίστη μομφὴ, ἡ δυναμένη νὰ ἀποδοθῇ εἰς τοὺς ἀναμιγνυομένους εἰς τὰ τοιαῦτα, εἶναι ἡ ἰδιοτέλεια, ἀλλ’ εἴχομεν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἀντενεργοῦσαν καὶ συκοφαντοῦσαν διὰ τῆς αὐθαιρέτως συσταθείσης Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν ᾗ καὶ πειθήνια ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως εἶχον λάβει μέρος, διὰ τῶν ἐπισήμων αὐτῆς ὀργάνων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, τῶν νομαρχῶν, τῶν δημάρχων, τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια τοῦ Κομιτάτου ὑπὲρ τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος, βεβαίως δὲν ἁρμόζει εἰς ἐμὲ νὰ ἱστορήσω, οὐδὲ νὰ ἀναγνώσω τὸ ἀπὸ 1ης Σεπτεμβρίου 1896 ἐν Βάμῳ εὐχαριστήριον γράμμα τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως διὰ πάσας τὰς ἐνεργείας τοῦ Κομιτάτου ὑπὲρ τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος, ὡς ἐπίσης δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναγνώσω τὸ ἕτερον ἔγγραφον τῆς αὐτῆς Ἐπιτροπῆς, ὑπὸ τὴν αὐτὴν χρονολογίαν, διὰ τοῦ ὁποίου στιγματίζεται πᾶσα ἐνέργεια τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον...

§106ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ὑποβολιμαῖον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον δὲν φέρει οὔτε ὑπογραφάς. Μὴ τὸ περιβάλλετε μὲ τοιούτους τίτλους, διότι ἡ ἐργασία τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως εἶχε λήξει. Ἂν ἡ σφραγὶς ἔμεινεν εἰς τὰς χεῖρας ἑνὸς Κουντουράκη, οὗτος δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ ὑβρίσῃ πρόσωπα σεβαστά.

§107ΣΤΑΗΣ. Ἰδοὺ ὅτι ὁμολογεῖτε, ὅτι καὶ τὴν σφραγῖδα τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως φέρει, καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Προέδρου αὐτῆς· ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἁρμόζει εἰς ὑμᾶς νὰ ἀναλάβητε τὴν ὑπεράσπισιν ὑμῶν αὐτῶν, ἀφοῦ μάλιστα ἐγὼ ἀνέλαβον ν’ ἀποδείξω, ὅτι τὰ ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ καθ’ ὑμῶν ἀτομικῶς δὲν εἶναι ἀκριβῆ, διότι εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι ἄνευ τῆς ἐπιμόνου ὑμῶν εἰς τὰ τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς ἀναμίξεως, χωρὶς νὰ ἦσθε μέλος αὐτῆς, ἡ Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ οὐδὲ ἓν φυσίγγιον θ’ ἀπέστελλεν εἰς Κρήτην. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, οὔτε εἰς ἐμὲ οὔτε εἰς ὑμᾶς ἁρμόζει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τῆς ἐνεργείας τῶν σωματείων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν ἐνεργὸν μέρος. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις, ἵνα κατευνάσῃ τὴν ἐξεγερθεῖσαν κοινὴν γνώμην, διέδιδε διὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, ὅτι ἀπέστειλεν ὅπλα καὶ ἐφόδια εἰς τὴν Κρήτην, ἐνῷ τότε ἦτο τοῖς πᾶσι γνωστὸν, ὅτι οὐδ’ αὐτὴ ἡ Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ εἶχε σκεφθῆ περὶ ἀποστολῆς ὅπλων καὶ φυσιγγίων, καὶ πρὸ πάντων φυσιγγίων, εἰς τοὺς ἀπόλυτον αὐτῶν ἀνάγκην ἔχοντας ἐν Κρήτῃ. Ἡ Κυβέρνησις τότε, ὡς εἶπον, ἵνα εἶχε σκοπὸν, νὰ ἐξουδετερώσῃ τὰς ὑπὲρ τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος ἐνεργείας τοῦ Ἐθνικοῦ Κομιτάτου. Πόλεμος τότε κατὰ τοῦ Κομιτάτου, ὅπως πόλεμος χθὲς καὶ σήμερον κατὰ τῆς ἀοράτου Ἐθνικῆς Ἑταιρίας, ἡ ὁποία ἀπὸ πολλοῦ χρόνου καταταράττει τοὺς κυβερνητικοὺς κύκλους, ἢ ὁποία ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν ὑψίστων συμφερόντων τοῦ Κράτους, τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλὰ καθ’ ἡμῶν, τῶν ἀποτελεσάντων τὸ Κομιτάτον, ἐπιτυχῶς ἔστρεψε τὰ βέλη αὑτῆς ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τῆς Ἐθνικῆς ὅμως Ἑταιρίας, ὡς ἀοράτου, ἀδυνατεῖ νὰ πράξῃ τι, καὶ ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ της φωρᾶται καταγέλαστος διὰ τῶν καταγελάστων αὐτῆς ἐνεργειῶν. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθές, κ. Πρόεδρε, ὅτι προεφυλακίζετε τοὺς ἡρωϊκοὺς ἀρχηγούς, πρὶν ἢ μεταβῶσιν εἰς Μακεδονίαν, καὶ ἐῤῥίπτετε πάλιν εἰς τὰς φυλακὰς τοὺς πρώτους ἐπανερχομένους ἐξ αὐτῶν, μεθ’ ὅλας τὰς δάφνας τοῦ ἡρωϊσμοῦ καὶ τῆς τιμίας αὐτῶν ἐν Μακεδονίᾳ πολιτείας, χαρακτηρίζοντες αὐτοὺς ὡς λῃσταντάρτας; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι συνελαμβάνετε ἐντίμους ἀξιωματικοὺς ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐῤῥίπτετε εἰς τὰς φυλακάς, ἐπὶ τῇ μόνῃ ὑπονοίᾳ ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐνθαῤῥύνωσι τὸν ἐν Μακεδονίᾳ ἀγῶνα; Δὲν ἀπεκαλέσατε σεῖς διὰ τοῦ ἡμιεπισήμου ὀργάνου σας λῃστὰς τοὺς τιμίους προμάχους τῆς Πατρίδος, τοὺς ὁποίους ἐθαύμασαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ξένων Δυνάμεων ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐσεβάσθησαν καὶ αὐτοὶ οἱ Τοῦρκοι; Δὲν ἐχαρακτηρίσατε ὡς λάμψιν ψευδοχρυσοκόνεως τὴν αἴγλην τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρίας; Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς εἶδεν ἡ Κυβέρνησις ἐξεγειρομένην τὴν κοινὴν γνώμην ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς ἀοράτου Ἑταιρίας, ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ βαρυσημάντου αὐτῆς προγράμματος, ἤλλαξε σχέδιον. Μὴ νομίσητε δέ, ὅτι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος τῆς Ἐθνικῆς ἀοράτου Ἑταιρίας, διότι ἀπαγορεύεται ἡ ἀνάμιξις τῶν μελῶν αὐτῆς εἰς τὰ τῆς πολιτικῆς, καὶ ἑπομένως οἱ ἐνεργὸν μέρος ἔχοντες εἰς τὰ τῆς πολιτικῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι μέλη αὐτῆς.

§108ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε λοιπὸν τοῦτο;

§109ΣΤΑΗΣ. Τὸ ἤκουσα παρά τινος ἀοράτου μέλους τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρίας. Ἡ Ἐθνικὴ, βλέπετε, Ἑταιρία εἶναι πανταχοῦ παροῦσα, χωρὶς νὰ ἦναι οὐδαμοῦ· ὁρᾷ τὰ πάντα, χωρὶς νὰ ὁρᾶται παρ’ οὐδενός· κατασκοπεύει τὰ πάντα, χωρὶς νὰ ᾖναι δυνατὸν παρ’ οὐδενὸς νὰ κατασκοπευθῇ. Ἀλλ’ ἔλεγον, ὅτι εὐθὺς ὡς εἶδεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι συνεταράχθη ὁ Ἑλληνισμὸς ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ προγράμματος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρίας, εὐθὺς ὡς εἶδε τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα γονυπετοῦσαν εἰς τὰ πανδήμως τελεσθέντα μνημόσυνα ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν πεσόντων ἐν Μακεδονίᾳ, ἐφοβήθη, ἀπεσύρθη ὡς κοχλίας εἰς τὸ περικάλυμμα αὐτοῦ, καὶ ἐκεῖθεν συνέλαβε νέον σχέδιον καταδιώξεως κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρίας, τὴν σύστασιν τουτέστιν ἄλλης Ἑταιρίας, τοῦ Ἐθνικοῦ Κέντρου, ἵνα διὰ τούτου καταπολεμήσῃ ἐκείνην, ἵνα διὰ τῆς αἴγλης τῶν ὀνομάτων, λαϊκῶν καὶ κληρικῶν, τὰ ὁποῖα προσεπάθησε νὰ ἐγκαταστήσῃ ἐν αὐτῷ, πολεμήσῃ τὴν γιγαντιαίοις βήμασιν ἐπεκτεινομένην Ἐθνικὴν Ἑταιρίαν. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἀπέτυχε καὶ εἰς τοῦτο. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι δὲ οἱ ἁρμόδιοι νὰ συστήσω αὐτοῖς τὴν παῦσιν τοῦ πολέμου κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρίας, παρὰ τῆς ὁποίας τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος πολλὰ προσδοκᾷ. Ἀλλ’ ἐνῷ οὕτως εἶχον τὸ καθ’ ἡμᾶς, εἰς ποίαν ἄρά γε στάσιν εὑρίσκοντο τὰ τῆς Κρήτης; Ἡ ἐπανάστασις εἶχε γενικευθῆ καὶ εἰς τὰς ἀνατολικὰς ἐπαρχίας τῆς Κρήτης, τὰς ὁποίας τὸ Ἐθνικὸν Κομιτάτον ἐφρόνει, παρὰ τὴν γνώμην τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἄλλων ἁρμοδίων ἐν Ἀθήναις, ὅτι ὤφειλε νὰ ἐπαναστατήσῃ, ἵνα ἐπέλθῃ ὡς τάχιστα ἡ ἀναμενομένη λύσις τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος· πράγματι δὲ τὸ Ἐθνικὸν Κομιτάτον ἐπανεστάτησε τὰς ἀνατολικὰς ἐπαρχίας διὰ τῆς ἀποστολῆς τοῦ γνωστοῦ Ἰω. Νταφώτη μετὰ 100 περίπου ἐπιλέκτων ἀγωνιστῶν. Εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὁποίαν σύγχυσιν, ὁποῖον τρόμον εἶχεν ἐνσπείρει τὸ σῶμα τοῦτο εἰς τὸν τουρκικὸν στρατὸν, τὸν ὁποῖον κατετρόπωσε καὶ εἰς ἄτακτον ἔτρεψε φυγήν, ὁπουδήποτε συνήντα αὐτόν. Οὕτως ἐκαίετο ἡ Κρήτη ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, καὶ αἱ φλόγες μέχρι τῶν Κυθήρων ἦσαν ὁραταὶ, μάχαι πανταχοῦ καὶ ἧτται τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, καταστροφαὶ ἐλαιῶν, καταστροφαὶ παντοίων δένδρων, καταστροφαὶ οἰκιῶν καὶ χωρίων ὁλοκλήρων, βεβηλώσεις ναῶν καὶ νεκρῶν! Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος, ὅτι ἐζήτει τὴν Χαλέπαν διὰ τὴν πυρπολουμένην Κρήτην, καὶ ὁ στόλος ἐξηκολούθει νὰ καπνίζῃ ἐν Φαλήρῳ, ἔνθα ἐλάμβανε χώραν ἡ ἀξιοθρήνητος σφαγὴ τῆς προσωπικῆς ἀτομικότητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, συμποσιάζοντος καὶ συνευθυμοῦντος, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐλάμβανον χώραν αἱ φρικώδεις σφαγαὶ τῆς Ἀνωπόλεως ὑπὸ τῶν Μουσουλμανικῶν ὀρδῶν, μετὰ τοῦ ἐπισήμου αὐτῶν ἀντιπροσώπου, μετὰ τοῦ ὁποίου συνέκρουσε πλῆρες ποτήριον οἴνου ἐρυθροῦ, πρὸς παράστασιν τοῦ χυνομένου αἵματος ἐκεῖ κάτω!

§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἴπετε, κ. Βουλευτὰ, εἶναι ὕβρις. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὴν ἀνακαλέσητε, ἄλλως εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.

§111ΣΤΑΗΣ. Ἀλλ’ ἤδη αἱ Δυνάμεις ἰδίᾳ πρωτοβουλίᾳ εἶχον ἀναλάβει τὴν διευθέτησιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, χωρὶς οὐδεμίαν γνῶσιν νὰ λάβῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, χωρὶς οὐδεμίαν γνώμην νὰ ἐκφέρῃ περὶ αὐτῆς. Εἶναι δὲ γνωστὴ, Κύριοι, ἡ οἰκτρὰ καὶ ἀντεθνικὴ λύσις τοῦ Κρητικοῦ δράματος, τοῦ ἀρξαμένου τὴν 3 Σεπτεμβρίου 1895 καὶ λήξαντος τὴν 15 Αὐγούστου 1896. Εἶπον ἀντεθνικὴ, διότι πᾶσα ἄλλη λύσις, πλὴν τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, εἶναι ἀντεθνικὴ καὶ προδοτική. Καὶ ἤδη ἐπανέλθετε, ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τὸ βῆμα, οὐχὶ ἵνα δρέψητε δάφνας ὁμοίας πρὸς τὰς τῆς παρελθούσης Τρίτης, οὐχὶ ἵνα πείσητέ τινα, ὅτι τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπαπειλοῦσι τὸ καθεστὼς, δὲν προεκαλέσατε μόνος ὑμεῖς διὰ τῆς ἀστόχου πολιτείας σας, οὐχὶ ἵνα πείσητέ τινα ὅτι δὲν ἐθυσιάσατε τὸν ἐν τῇ Μεσογείῳ ἱερὸν βωμὸν τῆς Ἐλευθερίας εἰς τὸν βωμὸν τοῦ Κόμματος — οὐχί! Ἀλλ’ ἵνα δηλώσητε ὅτι πάντα, ὅσα εἴπετε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης κατὰ τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, κατὰ τῶν πατροπαραδότων ἡμῶν ὑποθηκῶν, δὲν τὰ εἴπετε σεῖς· ἵνα δηλώσητε, ὅτι ἡ κατὰ τῆς ναυτικῆς δυνάμεως τῆς χώρας ὁμολογία σας ἦτο βλασφημία· ἵνα ἀναιρέσητε τὴν ἄλλην βλασφημίαν, ὅτι ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς δὲν εἶναι ὁ νόμιμος καὶ φυσικὸς θεματοφύλαξ τῶν ἀργούντων δικαιωμάτων τοῦ ἀλυτρώτου Ἑλληνισμοῦ. Ἀνέλθετε ταχέως ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ζητήσατε συγγνώμην παρὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἐλευθέρας καὶ δούλης Ἑλλάδος, ὧν τὰ ὕψιστα συμφέροντα ἐβλάψατε λόγῳ καὶ ἔργῳ, ὅσον οὐδείς ποτε τῶν ἀμειλίκτων ἐχθρῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ζητήσατε συγγνώμην, καὶ ἴσως τότε οἱ δικασταὶ ἡμῶν φανῶσιν ἐπιεικεῖς, κρίνοντες τὸ ἀσύγγνωστον ἁμάρτημά σας.

§112Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, δὲν θὰ ἀνηρχόμην οὐδόλως ἐπὶ τοῦ βήματος, διότι φρονῶ ὅτι ζήτημα, οἷον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ ἢ ὑπὸ φῶς εὐρύτατον, καὶ φῶς τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ διαχυθῇ σήμερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἕκαστος ὑμῶν δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην, ἂν ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ χυθῇ φῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἢ ὄχι. Ἐγὼ ἓν μόνον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω εἰς πάντας ὑμᾶς, ὅτι καταγόμενος ἐκ Κρήτης εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας νὰ παρακολουθῶ μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἀπὸ τοῦ 1895, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς μετὰ πάροδον ἑξαετίας, καθ’ ἣν ἐννόμως ἀγωνιζόμενος ὁ Κρητικὸς λαὸς δὲν προέβη εἰς ἐκλογὴν Βουλευτῶν, οὐδὲ τῶν λοιπῶν αἱρετῶν ἀρχῶν, ἵνα μὴ ἀναγνωρίσῃ τὸ αὐθαίρετον φιρμάνιον τοῦ 1889, ὅπερ παρὰ τὰς συνθήκας κατήργει τὴν σύμβασιν τῆς Χαλέπας, κληθεῖσα πρώτην φορὰν ἡ Βουλή, ἵνα συνεχίσῃ τὰς ἐννόμους διαμαρτυρίας τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ἐξετέλεσε μὲν κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς καὶ ἀπῆλθεν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ δώσῃ τὴν λύσιν, δι’ ἣν κυρίως ὁ Κρητικὸς λαὸς ἔστερξε νὰ προσέλθῃ εἰς ἐκλογὰς Βουλευτῶν. Ὁ λαὸς τῆς Κρήτης ἀπῄτει τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ πρώην καθεστῶτος, τὴν ἐπαναφορὰν τῶν ἀφαιρεθέντων προνομίων, περὶ τῶν ὁποίων ἤκουσα δυστυχῶς πολλὰ χλευαστικὰ λεγόμενα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀληθῶς, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅλως ἀκαδημαϊκῶς τὴν σημασίαν τῶν προνομίων ἐκείνων, δι’ ἡμᾶς, τοὺς εὑρισκομένους ἐν πλήρει ἀναπαύσει, ἐν πλήρει ἀσφαλείᾳ, ἴσως τὸ πολίτευμα τῆς Χαλέπας δὲν εἶναι ἄξιον μεγάλης σημασίας. Ἀλλὰ διὰ τοὺς Κρῆτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ διάγωσιν ἐν πάσῃ ἡμέρᾳ ὑπὸ τὸν βαρὺν ζυγὸν τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, τὸ πολίτευμα τῆς Χαλέπας, ἡ μικρὰ ἐκείνη ἐλάφρυνσις, ὅσον καὶ ἂν ἦναι μικρὰ, δὲν εἶναι περιφρονητέα. Καὶ ἂς μὲ συγχωρήσῃ πᾶς ὅστις ἐναντίαν γνώμην ἐξήνεγκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ μὴ συμφωνήσω μετ’ αὐτοῦ, διότι ὡς Κρὴς βαθύτερον αἰσθάνομαι τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον καὶ πᾶς Κρὴς, εὑρισκόμενος ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἀπέναντι τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, αἰσθάνεται. Ἑπομένως τὰ προνόμια τῆς Χαλέπας, ὑπὲρ ὧν ἐπὶ ἑξαετίαν μετὰ πρωτοφανοῦς πολιτικῆς ἐμμονῆς ἠγωνίζετο ὁ Κρητικὸς λαὸς, ὑπὲρ ὧν ἀνενδότως εἰργάσθησαν αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, περὶ ὧν μακρὰ ἐγράφησαν ἐν τῷ εὐρωπαϊκῷ καὶ ἡμεδαπῷ τύπῳ, ἦσαν ὄντως πλείστου λόγου ἄξια, ἐθεωρήθησαν δὲ ὡς ἡ πρώτη διεθνὴς ἐπιτυχία τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Διὰ τοῦ πολιτεύματος ἐκείνου ἐδημιουργεῖτο ἀνεκτή τις κατάστασις, ἐδημιουργεῖτο ἰσονομία, ἡ ὁποία ἐπέτρεπεν εἰς τοὺς Κρῆτας νὰ ἀναμένωσι τὴν πλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν ἐκείνων πόθων, τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω ἂν πρέπῃ νὰ ὀνομάσωμεν προαιωνίους, ἀλλὰ πάντως πρέπει νὰ χρονολογήσωμεν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καθ’ ἣν ἀπώλεσε τὴν ἀνεξαρτησίαν του τὸ Ἑλληνικὸν Γένος. Καὶ οἱ πόθοι οὗτοί εἰσιν οἱ πόθοι οὐ μόνον τῶν Κρητῶν, ἀλλὰ πάντων τῶν Ἑλλήνων. Οὐδεὶς Ἕλλην ὑστερεῖ κατὰ τὸ αἴσθημα τοῦτο, γνωρίζω δὲ, καὶ γνωρίζετε πάντες βεβαίως, τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὰ ἀκατάβλητα αἰσθήματα, τὸ ἀδούλωτον φρόνημα, τὴν συνεκτικὴν δύναμιν ἐλευθέρας καὶ ἀλυτρώτου Ἑλλάδος, γνωρίζομεν τὰ ἀδελφικὰ αἰσθήματα τῆς Ἠπείρου, τῆς Μακεδονίας, τῆς Θράκης, τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ πασῶν ἔτι τῶν χωρῶν, ἔνθα Ἕλληνες οἰκοῦντες καὶ τὴν γλῶσσαν αὐτῶν ἀπώλεσαν· ἐὰν ὅμως οἱ Κρῆτες συνηθέστερον τῶν ὑπὸ τὸν Τουρκικὸν ζυγὸν ἑτέρων ἀδελφῶν ἡμῶν δράττονται τῶν ὅπλων, προέρχεται τοῦτο, διότι βοηθοῦνται ὑπὸ τῆς τοπογραφικῆς θέσεως τῆς πατρίδος αὑτῶν καὶ πολλῶν ἄλλων περιστάσεων, αἵτινες ἐπιτρέπουσιν εἰς αὑτοὺς, ὡς ἀντιπροσώπους τοῦ ὅλου ὑποδούλου γένους, νὰ ἐκπληρῶσι συνεχέστερον καὶ μετὰ πλείονος θάῤῥους τὰ πατριωτικά των αἰσθήματα. Λέγω λοιπὸν, ὅτι οἱ Κρῆτες ἠδύναντο βεβαίως καὶ μὲ αὐτὴν τὴν Χαλέπαν νὰ ἀναμένωσι περιστάσεις κρείσσονας, καὶ οἱ Κρῆτες, οἱ ὁποῖοι εἶναι χειρισταὶ ὄχι μόνον τοῦ ὅπλου, ἀλλὰ καὶ τῆς πολιτικῆς μετὰ δεξιότητος, ἦσαν εἰς θέσιν νὰ κρίνωσιν, ἐὰν ἡ ἐποχὴ ἦτο κατάλληλος διὰ νὰ ἀνακηρύξωσι τὴν ἕνωσιν, διὰ νὰ φροντίσωσι περὶ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως αὑτῶν. Αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς πολιτικῆς εἶναι ἐφάμιλλοι πρὸς πολιτικοὺς τῆς Εὐρώπης, ἔκριναν ὅτι ἡ περίστασις ἐκείνη ἦτο κατάλληλος, ἵνα ἀποκτήσωσι δικαιώματά τινα, δικαιώματα, τὰ ὁποῖα θὰ τοῖς ἐπέτρεπον, τὸ μὲν ἵνα ζήσωσι, τὸ δὲ ἵνα φροντίσωσι καὶ παρασκευάσωσι τὰ μέσα αἰσιωτέρου μέλλοντος. Διὰ τοῦτο θέλετε ἴδει, ὅτι εἰς πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα συνετάσσοντο ἐν Κρήτῃ, ἐνῷ πάντοτε ἐξεφράζοντο ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως, καταλήγουσι πάντοτε εἰς συμπεράσματα τείνοντα εἰς βελτίωσιν καὶ ἐξασφάλισιν τοῦ νέου Κρητικοῦ πολιτεύματος. Ἀφ’ ἧς λοιπὸν στιγμῆς δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιτύχωσι λύσιν εὐκταίαν ὑπὲρ τῆς ἐπανόδου τῶν προνομίων, ἐγεννήθη ἡ ἰδέα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ διαμαρτύρησις κατὰ τῆς μὴ ἐπαναφορᾶς τῶν προνομίων. Ἐκ τούτου ἐγεννήθη ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὑπεράνθρωπον ἐπιμονὴν τῶν ἀνθρώπων τούτων εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐπεχείρησαν, τῆς μεταπολιτεύσεως. Καὶ σημειώσατε καλῶς τοῦτο, ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεκλήθη Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως. Αὐτὸς ὁ τίτλος, αὐτὴ ἡ ὀνομασία, αὐτὴ ἡ λέξις δηλοῖ τὸν σκοπὸν αὐτῆς. Δὲν ἦτο ἐπιτροπή, ἡ ὁποία προέθετο νὰ ἀνακηρύξῃ τὸ δόγμα τῆς ἑνώσεως, οὔτε νὰ μεριμνήσῃ περὶ ταύτης, ἀλλὰ νὰ βελτιώσῃ τὸ πολίτευμα τῆς Κρήτης. Τοῦτον τὸν τίτλον ἔλαβε, καὶ τοιαύτην ἔννοιαν εἶχον πάντα τὰ ἔγγραφα καὶ ὑπομνήματα αὐτῆς, τὰ πρὸς τοὺς προξένους τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ὑποβληθέντα, μὴ παραλειψάσης νὰ συντάξῃ καὶ τὸ νέον πολίτευμα, δι’ οὗ ἐπανήρχετο τὸ πρώην καθεστὼς μὲ εὐρυτέρας παραχωρήσεις, μὲ εὐρύτερα δικαιώματα. Ἐγὼ αὐτὸς εὑρισκόμην εἰς ἀλληλογραφίαν μετὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1895, ἔπεμπον αὐτῇ καὶ χρηματικὰς βοηθείας, καὶ ἃς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσω ἐντεῦθεν τοῦτο πρώτην ἤδη φορὰν πρὸς αὐτόν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐν οὐδεμιᾷ σχέσει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διετέλουν, οὐδ’ ἀντήλλαξα σκέψεις μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν Κρητικῶν πραγμάτων. Ἐνόμισα ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀφήσω ἄνευ χρηματικῶν μέσων τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἔπεμπον εἰς αὐτοὺς χρηματικὰ μέσα, ὡς τοῦτο ἔπραξαν καὶ ἕτεροι ἐνταῦθα, τὰ ὁποῖα ἐποριζόμην ἀπ’ εὐθείας ἐξ Αἰγύπτου, διότι ἐξ Αἰγύπτου καὶ ἐξ ἀρχῆς καὶ τὴν τελευταίαν φορὰν —μεταπηδῶ εἰς τὸ τέλος—ὁ ἐκεῖ Ἑλληνισμὸς ἔπεμπεν ἡμῖν μεγάλα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων διετηρήσαμεν τὴν ἐπανάστασιν. Ἔπεμπον λοιπὸν ἐξ ἀρχῆς εἰς τοὺς τῆς Ἐπιτροπῆς μικρὰς δόσεις χρημάτων, δι’ ὧν ἔλεγον εἰς αὐτοὺς νὰ φροντίσωσι νὰ διατηρήσωσιν ἑαυτοὺς μέχρις οὗ ἔλθῃ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ἡ νόμιμος ἀρχὴ τῆς νήσου, ἡ Βουλή, θὰ δυνηθῇ νὰ διαπραγματευθῇ μετὰ τῆς Πύλης περὶ τῶν παρὰ τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου καταλυθέντων προνομίων τῆς συμβάσεως τῆς Χαλέπας. Ἔγραφον εἰς αὐτούς: «Διατηρήσατε τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην, ἀλλ’ ἀποφύγετε τὰς συγκρούσεις, ἐξαγοράσατε δὲ καιρὸν μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ κληθῇ ἡ Βουλή.» Καὶ ἔγραφε πρὸς ἐμὲ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως: «Δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς ἡμῶν νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν ἕνωσιν, ἀλλὰ μόνον νὰ βελτιώσωμεν τὴν θέσιν ἡμῶν. Τὴν βελτίωσιν ταύτην ἀπεκδεχόμεθα, καὶ πρὸς τοῦτο εὐγνωμόνως δεχόμεθα τὰ χρήματα ὑμῶν.» Οὕτω τὰ πράγματα διεξήγοντο μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν οἱ διοικοῦντες τὴν Κρήτην Χριστιανοί, —καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ μία ἀποστροφή, τὴν ὁποίαν θὰ κάμω,—Χριστιανοὶ ὑπάλληλοι τῆς Πύλης, οἵτινες δὲν εἶναι πάντοτε καλλίτεροι τῶν Ὀθωμανῶν ὑπαλλήλων, δὲν εἶναι χριστιανικώτεροι τῶν Ὀθωμανῶν, πολλάκις δ’ ἔτυχεν ἡ Κρήτη διοικήσεως ἀνθρωπινωτέρας ἐκ μέρους τῶν Τούρκων ὑπαλλήλων παρὰ ἐκ τῶν Χριστιανῶν. Τὴν ἀποστροφὴν ταύτην τὴν κάμνω, διότι δὲν πρέπει νὰ ἀπατώμεθα, οὐδὲ πρέπει νὰ ἀποκρύπτωμεν τὰ πράγματα. Ὁ Τοῦρκος ἔχει τὴν τόλμην τῶν ἰδεῶν αὑτοῦ, ὁ Χριστιανὸς ὑπάλληλος δειλιᾷ, μὴ τυχὸν θεωρηθῇ παρὰ τοῦ αὐθέντου αὐτοῦ ὡς ὕποπτος. Λέγω λοιπὸν, ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν ὁ διοικητὴς τῆς Κρήτης ἐπαμφοτέριζεν, ὁτὲ μὲν ὑπισχνούμενος, ὁτὲ δὲ ἀναιρῶν τὰς ὑποσχέσεις του, ὁτὲ ἐνεργῶν, ὅπως διαλύσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως, ὁτὲ δὲ ἐρχόμενος μετ’ αὐτῆς εἰς διαπραγματεύσεις, τὰ πράγματα ἔβαινον οὕτως. Ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλο ἢ νὰ ἀναμείνῃ τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ τῶν Κρητῶν, ἐρχομένη ἵνα συνεχίσῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς, ἤθελεν ἀναλάβει νὰ ἀρχίσῃ τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ οὕτω τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐπέλθει, δὲν ἤθελον διαταράξει καὶ τῆς Κρήτης τὴν ἡσυχίαν; Καὶ λέγων «τῆς Κρήτης τὴν ἡσυχίαν», δὲν λέγω τι τυχαῖον· διότι, ἐὰν ἡμεῖς, μεταβάντες κατὰ τὸ 1866 εἰς Κρήτην, ἀφήσαμεν τὰς ἀναπαύσεις μας, ἐπράττομεν τοῦτο οἰκείᾳ βουλήσει, ἐν ἀσφαλείᾳ τοὺς οἰκείους ἡμῶν ἔχοντες, ἀλλ’ οἱ Κρῆτες, προβαίνοντες εἰς ἐπαναστάσεις, ἐκβιάζονται ὑπὸ τῆς κακοδιοικήσεως τῆς ὀθωμανικῆς πρὸς τοῦτο, εἰσὶ δὲ ἠναγκασμένοι ἢ νὰ κρατῶσιν ἐν τῇ νήσῳ τὰς οἰκογενείας των, ἢ νὰ πέμπωσι ταύτας εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ὅπου ἡ ἀδελφικὴ περίθαλψις δὲν ἀρκεῖ νὰ γλυκάνῃ τὸν ἄρτον τῆς ξενητιᾶς. Καὶ ἐπειδὴ πολὺς λόγος ἐγένετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τῶν ἐσχάτως κατελθόντων εἰς Κρήτην ἀξιωματικῶν, δηλῶ ὅτι καὶ ἐγὼ εἶμαι μεταξὺ τῶν συναδέλφων, οἵτινες ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ μεταβῶσιν εἰς Κρήτην κατὰ τὸ 1866, τῇ προτροπῇ καὶ ἀδείᾳ τῶν ἁρμοδίων. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀείμνηστος Χ. Ζυμβρακάκης μ’ ἐκάλεσε καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ μεταβῶ εἰς τὴν ἀγωνιζομένην πατρίδα μας, καὶ θεωρῶ ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, διότι εἶμαι ὁ πρῶτος τῶν ἀξιωματικῶν τῶν εἰς Κρήτην κατελθόντων. Λέγω ταῦτα, διότι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν τότε κατελθόντων εἰς Κρήτην καὶ τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπανάστασιν. Ἐξακολουθῶ τὸν λόγον μου. Ὁ Ἀπρίλιος εἶναι ὁ μὴν, καθ’ ὃν συνέρχεται ἡ Κρητικὴ Βουλή. Τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς τοῦ ἔτους τούτου ἀνέμενεν ἐναγωνίως ὁ Κρητικὸς λαὸς, τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς ἀνέμενεν ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως, ἵνα πρὸς αὐτὴν ἀναθέσῃ τὸ μεταπολιτευτικὸν αὐτῆς ἔργον, καὶ εἰσέλθωσιν οὕτω τὰ πράγματα εἰς κανονικωτέραν ὁδὸν, τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς ἀνεμένομεν καὶ πάντες ἡμεῖς ἐνταῦθα, οἱ διηνεκῶς μετὰ τῆς Κρήτης ἐπικοινωνοῦντες. Δυστυχῶς ἡ Πύλη ἀνέτρεψε πάντων τὰς προσδοκίας, πάντων τὰς σκέψεις, καὶ ῥίπτουσα ἔλαιον εἰς τὴν πυρὰν, καὶ οἱονεὶ ποθοῦσα τὴν ἔκρηξιν τοῦ ἡφαιστείου καὶ εἰς τὴν κλαγγὴν τῶν ὅπλων ἀρεσκομένη, ἀναβάλλει αἴφνης τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς διὰ τὸν Σεπτέμβριον. Σύνθημα ταραχῆς καὶ θορύβου καὶ ἀναστατώσεως τῶν πάντων ὑπῆρξεν ἡ ἀναβολὴ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κρητικοῦ Κοινοβουλίου. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐπέρχονται ῥαγδαῖα τὰ γεγονότα καὶ διαδέχονται ἄλληλα μετὰ καταπληκτικῆς ταχύτητος· ἡ πολιορκία τοῦ Βάμου, αἱ σφαγαὶ τῶν Χανίων, ἡ ἐπανάστασις καθ’ ὅλην τὴν νῆσον. Ταῦτα πάντα ἐπῆλθον τοσοῦτον γοργῶς, ὥστε οὐδεμία Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ προλάβῃ αὐτὰ, οὐδὲ νὰ διευθύνῃ αὐτά. Γνωρίζω ἐν τούτοις, ὅτι ἅμα τῷ ἀγγέλματι τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κρητικοῦ Κοινοβουλίου ἐγένοντο αἱ δέουσαι παραστάσεις, καὶ κατεδείχθη ἁρμοδίως τὸ ἐπιβλαβὲς τῆς ἀναβολῆς τῆς συγκλήσεως, καὶ ὑπεδείχθησαν αἱ σοβαραὶ συνέπειαι τοῦ νέου τούτου πολιτικοῦ τῆς Πύλης πραξικοπήματος. Ἐπὶ ἑξαετίαν ἡ νῆσος ἠγωνίζετο ἐννόμως ὑπὲρ τῆς ἀνακτήσεως τῶν καταπατηθέντων προνομίων, ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως διέτριβεν εἰς τὰ ὄρη, ἐπιζητοῦσα τὴν ἀνάκτησιν τῶν προνομίων διὰ τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, διότι, ὡς γνωστόν, ἡ Πύλη οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν. Σημειωτέον ὅτι ἕνεκα τῆς ταχείας φορᾶς τῶν πραγμάτων οἱ Κρῆτες, προβάντες εἰς τὴν πολιορκίαν τοῦ Βάμου, δὲν εἰδοποίησαν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ τὸν ἐν Χανίοις ἀντιπρόσωπον αὐτῆς. Οἱ Κρῆτες ἔλαβον τὰ ὅπλα, ἐξαναγκασθέντες ἐκ τῆς πολιτικῆς καὶ πολεμικῆς στάσεως τῆς Τουρκίας κατ’ αὐτῶν, καὶ ἀμυνόμενοι ὑπὲρ ἑστιῶν καὶ βωμῶν, εἰρηνικῶς δὲ καὶ ἐννόμως ἐπιθυμοῦντες τὴν ἀνάκτησιν τῶν ἀπολεσθέντων προνομίων. Διαβεβαιῶ δέ, ὅτι εἰς πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως, ἐπανελάμβανον ὅτι δὲν προτίθενται νὰ κηρύξωσι τὴν ἕνωσιν, ἀλλὰ μόνον τὴν βελτίωσιν καὶ τὴν ἐπαναφορὰν τῆς συμβάσεως τῆς Χαλέπας. Τί παρέλειψεν ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Μὴ τυχὸν ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ Κεντρική, ἥτις ἕλκει τὴν καταγωγὴν ἀπὸ τοῦ 1841 καὶ τοσοῦτον ἔδρασε κατὰ τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν τοῦ 1866, ἥτις περιέθαλψε τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1878 καὶ 1879, ἐξ ἧς προέκυψεν ἡ σύμβασις τῆς Χαλέπας, δὲν εἶχεν ἐπαρκὲς κῦρος, ἵνα μεριμνήσῃ καὶ πάλιν περὶ τῶν Κρητικῶν πραγμάτων; Ὁ σεβαστὸς ἐκεῖνος πανελλήνιος πρεσβύτης, ὁ ὑπὸ τοῦ ἔθνους κληθεὶς πρόεδρος τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελεν ἐν τούτοις νὰ τὸν ὀνομάζωσι Πρόεδρον, ὁ σεβαστὸς ἐκεῖνος γέρων δὲν εἶχε κῦρος νὰ μεριμνήσῃ; ἢ ἤθελεν ὑποτεθῆ ποτε, ὅτι ὁ πατριωτισμὸς αὐτοῦ καὶ τὸ ὑπὲρ τῆς Κρήτης ἐνδιαφέρον ἐμειώθη; Ἐὰν τὸ σῶμα αὐτοῦ ἐγήρασε, δὲν ἐγήρασεν ὅμως καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὰ αἰσθήματα αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀκμαιότατα διατηροῦνται καὶ ἱκανὰ εἶναι νὰ θερμάνωσι τὰς ψυχὰς πολλῶν νεωτέρων. Ἐπὶ ὁλοκλήρους ὥρας, μεθ’ ὅλην τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ, εἰργάζετο ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, οὐδαμῶς πτοούμενος ἐκ τῶν κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ῥιπτομένων ἀδικωτάτων βελῶν. Ἢ μήπως τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, γνωστὰ ἐπίσης καὶ ἐκ προγενεστέρων ἐπαναστάσεων, γνωστὰ καθ’ ὅλην τὴν Κρήτην διὰ τὰς ὑπὲρ αὐτῆς ἐπὶ μακρὰ ἔτη ὑπηρεσίας των, δὲν ἔπραξαν καὶ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν ταύτην ὅ,τι τὸ καθῆκον ἐκέλευε καὶ αἱ ὑποχρεώσεις ὑπεδείκνυον; Δυστυχῶς δὲν ζῶσιν ἅπαντα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ 1866. Ὁ ἀείμνηστος Ἀντώνιος Παπαδάκης ἐξ Ἡρακλείου, ὅστις θνήσκων τὴν ἐξ ἑκατομμυρίων περιουσίαν του ἀφῆκεν ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν ζῇ· ὁ σεβαστὸς ἐκεῖνος ἀνὴρ, ὅστις μακρὰν βιοῖ τῆς Ἑλλάδος, ὁ Σκαλτσούνης, ἐὰν ἦτο ἐνταῦθα, θὰ ἐλάμβανε μέρος εἰς τὴν Κεντρικὴν Ἐπιτροπήν, λαμβάνει ὅμως εὐτυχῶς μέρος εἰς ἑτέραν ὑπὲρ τῆς Κρήτης ἐπιτροπήν, ἐκεῖ μεταβαίνων· ὁ ἀείμνηστος Μελᾶς δὲν ζῇ, καὶ πολλοὶ ἄλλοι, οἵτινες ἐφάνησαν ἄξιοι τῆς ἀποστολῆς των. Προσελαμβάνοντο ἀλληλοδιαδόχως ἕτεροι πρὸς ἀντικατάστασιν, οἱ ὁποῖοι ἂν δὲν ἦναι εἰς τὸ ὕψος τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, ὧν καὶ οἱ νεώτεροι, ἀσχολοῦνται ὅμως ὑπὲρ τῶν Κρητικῶν ὑποθέσεων ἀπὸ εἰκοσαετίας, ἀνελάμβανον δὲ τὴν φροντίδα νὰ μεριμνήσωσι, στηριζόμενοι ἐπὶ περιστάσεων ἁρμοδίως ὑποδεικνυομένων. Κατὰ τὸν Μάϊον τρ. ἔ. ἦτο στιγμὴ ἀληθῶς κρισιμωτάτη. Ἡ Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ ἐστερεῖτο χρημάτων, ἐστερεῖτο τῶν ἀπαιτουμένων πολεμικῶν μέσων, ἀνάγκην δ’ ἀπόλυτον καὶ ταχεῖαν τούτων εἶχεν ὁ Κρητικὸς λαός, ὁ ἐξαναγκασθεὶς ὑπὸ τῆς Πύλης διὰ σειρᾶς ἀνόμων πράξεων νὰ ἐπιληφθῇ τῶν ὅπλων, καίτοι μὴ ὢν προπαρεσκευασμένος καὶ ἑτοιμοπόλεμος ἑπομένως. Γνωρίζουσα τὴν παντελῆ ἔλλειψιν τῶν ἐφοδίων ἡ Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ, ἔπρεπε νὰ πράξῃ τὰ πάντα, ἵνα μὴ ὑστερήσῃ ὁ Κρητικὸς λαὸς, ὡς κατὰ τὸ 1889, τῶν ἀπαιτουμένων βοηθειῶν. Κινεῖται δραστηρίως, καὶ αἱ εἰσφοραὶ ἀμέσως ἤρξαντο πληροῦσαι τὰ κενὰ ταμεῖα αὐτῆς. Δι’ ἑνὸς τηλεγραφήματός της πρὸς τοὺς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Ἕλληνας λαμβάνει ἀμέσως γενναῖον ποσὸν, δι’ οὗ πληροῦνται αἱ πρῶται ἀνάγκαι τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος. Τὴν φωνὴν τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς εἰσήκουσεν ἀμέσως ὁ Ἑλληνισμὸς, καὶ προσῆλθεν ἐπίκουρος καὶ ἀρωγὸς τοῦ ἐθνικοῦ αὐτῆς ἔργου. Προσῆλθεν ἐπίκουρος, διότι ἐγνώριζε τίνες ἀποτελοῦσιν αὐτὴν, διότι ἐγνώριζε καὶ ἐκ προγενεστέρων ἔργων αὐτῆς τὸ λυσιτελὲς τῆς ἐργασίας αὐτῆς. Ἂς εἴπωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ἀναλάβωσι τὸν ἀγῶνα, ποίας χρηματικὰς δυνάμεις ἠδύναντο νὰ εὕρωσι, ποῦ θαῤῥοῦντες ἀνελάμβανον τὸν ἀγῶνα κατὰ τὰς πρώτας στιγμὰς μάλιστα, διότι, ὡς γνωστὸν, αἱ πρῶται στιγμαί εἰσιν αἱ μᾶλλον κρίσιμοι. Περιττὸν ἀληθῶς νὰ εἴπω πλειότερα, διότι ἅπαντες ἀνομολογοῦσι τὴν ἐπιτυχῆ παρέμβασιν αὐτῆς. Ἡ Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ ἐξετέλεσε καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἀγῶνος καὶ μεταγενεστέρως τὸ ὑπέρτατον αὐτῆς καθῆκον μετὰ συνέσεως ζηλευτῆς καὶ ἐμπειρίας σεβαστῆς, τῇ ἀρωγῇ τοῦ Πανελληνίου, ὅπερ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ περιέβαλε δι’ ὑπερτάτου κύρους τὸ ἔργον αὐτῆς. Δὲν ἀποτελῶ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ὥστε δύναμαι νὰ ὁμιλῶ ἐλευθέρως. Εὑροῦσα ἄνευ πολεμικῶν μέσων τὸν τόπον, ἐντελῶς ἀνέτοιμον καὶ ἀπροπαράσκευον, ἠδυνήθη ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ, ἀθορύβως μὲν, ἀλλὰ πάντοτε ἐπιτυχῶς διὰ τῶν ἐπανειλημμένων ἀποστολῶν αὐτῆς, νὰ ἐφοδιάσῃ ἐπαρκῶς καὶ δι’ ὅπλων καὶ διὰ πολεμικῶν εἰδῶν ὁλόκληρον τὴν νῆσον, ἤδη ἔχουσαν ἐπαρκῆ τὰ μέσα καὶ δυνηθεῖσαν διὰ τῶν ἀνδρείων αὐτῆς τέκνων νὰ συντρίψῃ τὴν ἐπηρμένην ὀφρὺν τῶν Ὀθωμανῶν. Τὰ ἀτμόπλοια καὶ ἱστιοφόρα αὐτῆς πολλάκις διεσταυροῦντο, κομίζοντα τὰ πρέποντα καὶ χρήσιμα διὰ τοὺς πολεμιστὰς καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς Κρῆτας. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπεπειράθη νὰ κωλύσῃ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν, ὡς ἐλέχθη, ἔθεσε φρουρὰς εἰς τὰ παράλια καὶ διέταξε νὰ ἐπιτηρῶνται τὰ ἀποπλέοντα εἰς Κρήτην πλοῖα τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐξετέλει καθῆκον, διότι δὲν ἐνόει νὰ ἀραιωθῶσιν αἱ τάξεις τοῦ στρατοῦ διὰ τῶν εἰς Κρήτην ἀπερχομένων στρατιωτικῶν. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ εἴπω ἐνταῦθα, ὅτι καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ἀνωτέρα ἐξουσία ἐν Κρήτῃ, καὶ ἡ Συνέλευσις μεταγενεστέρως ῥητῶς ἔγραφον πρὸς τὴν Κεντρικὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι ἡ Κρήτη ἀνάγκην μόνον πολεμεφοδίων καὶ ὅπλων ἔχει, οὐδόλως δὲ μαχητῶν. Ἡ Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ, καὶ καλῶς γνωρίζουσα τὴν ἐν Κρήτῃ κατάστασιν καὶ εἰσακούουσα τῶν παραστάσεων τῆς Συνελεύσεως, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν, ἀπέφευγε τὴν ἀποστολὴν ἀνδρῶν εἰς Κρήτην, διότι ἡ Κρήτη δύναται νὰ διαθέσῃ 40,000 πολεμιστὰς, διὰ νὰ ἀναστατώσῃ τὴν Τουρκίαν ἐπὶ πολὺν χρόνον, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ παρακωλύσῃ τὴν μετάβασιν εἰς Κρήτην τῶν Κρητῶν καὶ τῶν ἀρχηγῶν, οἵτινες διὰ τόσων ἐπαναστάσεων συνδέονται μετὰ τῆς νήσου, συνετέλεσε μάλιστα εἰς τὴν ταχεῖαν αὐτῶν μετάβασιν, ἐφοδιάσασα αὐτοὺς καταλλήλως. Κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1866 ἐπάλαισαν οἱ Κρῆτες κατὰ στρατοῦ 70,000, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Τουρκία ἐδαπάνησε πολλὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς ἠρύετο ἐκ τῶν χριστιανικῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης καὶ δι’ ὧν παρεσκεύασε καὶ στόλον καὶ στρατὸν ἀξιόμαχον· ὁ στρατὸς ἐκεῖνος δὲν ἦτο ὡς τὰ σημερινὰ περιμαζώματα, τ’ ἀποτελοῦντα τὸν τουρκικὸν στρατόν. Λαβὼν τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω ἐπὶ ζητήματος προσωπικοῦ, προκληθέντος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ προτάσεων, αἵτινες ἀνεπτύχθησαν ἐνώπιον ὑμῶν ὑπὸ διαφόρων προαγορευσάντων περὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως ἡ Ἑλλὰς σκεφθῇ περὶ συμπληρώσεως τῶν στρατιωτικῶν αὑτῆς δυνάμεων. Ἡ ἀνάγκη τῶν τοιούτων παρασκευῶν, δέον καλῶς νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι δὲν θέλει προκαλέσει παροδικάς τινας προσπαθείας, εἰς ἃς θέλομεν ἐπαρκέσει, ἀκολουθοῦντες τὰς συμβουλὰς τοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὅστις συνέστησεν ἡμῖν, ὅπως, περικόπτοντες τὰς ὑπὸ τοῦ εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ ἔτος 1897 προβλεπομένας δαπάνας ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν δημοσίων ἔργων, διαθέσωμεν ταύτας πρὸς στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας. Καὶ διὰ πόσον καιρὸν θέλετε νὰ διατεθῶσι τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον; Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ἅπαξ βελτιοῦντες τὰ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας διά τινα ἔτη, θέλετε ἐπιτύχει ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ τὴν λύσιν ὅλων τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων, τῶν ἀφορώντων τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἵνα μετὰ τοῦτο ἐπανέλθητε εἰς τὴν μέριμναν τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκείνων, ἀφ’ ὧν ἐστερήσατε τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς προαγωγῆς αὐτῶν; Ἂν θέλετε νὰ παρασκευάσητε στρατιωτικῶς τὴν χώραν, ὡς ἔχετε καθῆκον, θὰ πράξητε τοῦτο δι’ ἰδίων πόρων. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπηρετήσω, ὡς τμηματάρχης τοῦ προσωπικοῦ, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπὸ τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς νῦν Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1890 ἕως 1892· τότε συνέταξα ἴδιον νομοσχέδιον περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου ὑλικοῦ στρατοῦ, δι’ οὗ θὰ ἐθεραπεύοντο αἱ ἑκάστοτε παρουσιαζόμεναι ἀνάγκαι καὶ περὶ ὧν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προνοῇ ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Οἱ πόροι τοῦ ταμείου τούτου, βάσιν ἔχοντες τὰς προσόδους τὰς προερχομένας ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου καὶ ἀνερχομένας εἰς τὸ ποσὸν τοῦ 1,700,000 περίπου δραχμῶν, καὶ ἑτέρας ἐπιπροσθέτως διατεθείσας ὑπὲρ τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ, θὰ ἐχρησίμευον πρὸς ἀνανέωσιν τοῦ φθειρομένου ὁπλισμοῦ καὶ ἀντικατάστασιν αὐτοῦ, ὁσάκις ἡ πρόοδος τῶν στρατιωτικῶν ἐπιστημῶν θὰ ἐπέβαλλεν ἀναποφεύκτως τὴν τοιαύτην μέριμναν. Καθ’ ἑκάστην συζητεῖται καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀναφέρεται περὶ τῆς ἀνάγκης τελειοτέρου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ὀργανισμὸς θὰ εἴπῃ τακτοποίησις ὑπαρχόντων πραγμάτων, διὰ δὲ τῆς νῦν στρατολογίας δὲν λαμβάνομεν κατ’ ἔτος, εἰμὴ μόνον 6,500 ἕως 7,000 ἀνδρῶν πρὸς ἐκγύμνασιν, οὕτω δὲ ὁλόκληρος ἡ ἐφεδρεία ἀποτελεῖται ἐξ 60 τὸ πολὺ χιλιάδων ἀνδρῶν· ὑπολογίσατε ἤδη τὰς ἐπερχομένας ἐξαιρέσεις, τοὺς θανάτους, τὰς ἀναποφεύκτους ἀπαλλαγὰς, καὶ θὰ πεισθῆτε, ὅτι καλοῦντες αὐτὴν δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ παρατάξητε οὔτε 45,000 ἀνδρῶν. Καὶ ποῦ θέλετε νὰ ἀπέλθωσιν αἱ 45 αὗται χιλιάδες; κατὰ τίνος ἐχθροῦ θέλουσιν ἀντεπεξέλθει καὶ ποίας τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν τῆς Ἑλλάδος, τιθεμένης ἐν πολέμῳ, θέλουσι θεραπεύσει; Ἄφετε κατὰ μέρος ὅλα ἐκεῖνα τὰ τεχνάσματα, δι’ ὧν φαντάζονταί τινες ὅτι διεξάγονται ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον οἱ πόλεμοι, ἢ ὅτι ἀποστέλλοντες δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ σωματίδια στρατοῦ θὰ ἐπιτύχητέ τι γενναῖον. Θὰ ἀντιπαρατάξητε στράτευμα μέγα καὶ ἑνιαῖον, τὸ ὁποῖον θ’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ἐχθρικὸν, ὅπερ ἐπίσης, ὁμοίως προελαῦνον, θὰ ἐπιζητήσῃ τὸ ταχύτερον, εἰσελαῦνον εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν, νὰ περατώσῃ πόλεμον, οὗτινος παρατεινομένου, καὶ ἂν νικᾷ, πάλιν ὄλεθρον θέλει ἐπιφέρει τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ, διότι γνωστὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῶν Ἀνατολικῶν πραγμάτων. Ἡ μόνη ἀμφιβολία, ἥτις ἀπομένει ἡμῖν, εἶναι μόνον, ἐὰν ἡ βλάβη ταύτης ἔσται πρὸς ὄφελος τῆς Ἑλλάδος. Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι, καὶ ἂν εὕρωμεν στιγμὴν, καθ’ ἣν τὸ τουρκικὸν στράτευμα ἔσεται ἠσχολημένον ἐν ἄλλοις μέρεσιν, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς θ’ ἀντιμετωπίσῃ μικρὰν τουρκικὴν δύναμιν. Εἰς τὰς ἰδίας λοιπὸν δυνάμεις στηριχθῆτε, προκειμένου ν’ ἀντιμετωπίσητε τοιοῦτον κίνδυνον ἐθνικὸν, καὶ ἂν θέλητε νὰ ὦμεν σοβαροὶ, παρασκευάσατε τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν δυνάμεις ἐπαρκῶς. Ὑπάρχουσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ὅπως καταθρυμματισθῇ ἡ δύναμις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐν τῇ κρισίμῳ δὲ διὰ τοῦτον στιγμῇ εὑρεθῇ ἡ Τουρκία ἀπηλλαγμένη πάσης μερίμνης καὶ πρὸς τὰ Σερβικὰ καὶ πρὸς τὰ Βουλγαρικὰ καὶ πρὸς τὰ Ῥωσσικὰ αὐτῆς σύνορα. Ἐπανερχόμενος λέγω, ὅτι πρέπει νὰ δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀντιπαρατάξῃ τοὐλάχιστον 70,000 στρατοῦ· δὲν νομίζω δὲ τοῦτο ἀδύνατον. Ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀῤῥένων εἰσὶν ἐγγεγραμμένοι ἄνδρες καλούμενοι εἰς στράτευσιν περὶ τὰς εἴκοσιν ἕως εἴκοσι πέντε χιλιάδας κατ’ ἔτος. Εἰς πάντα τὰ εὐρωπαϊκὰ Κράτη αἱ ἐξαιρέσεις λόγῳ ἀνικανότητος καὶ αἱ ἀπαλλαγαὶ ἕνεκα οἰκογενειακῶν λόγων δὲν ὑπερβαίνουσι τὸ ἓν τρίτον τῶν κληρουμένων, ἑπομένως εἰς ἡμᾶς ἐπιβάλλεται νὰ ἐκγυμνάσωμεν τὰ ἕτερα δύο τρίτα, ἤτοι περὶ τὰς 15,000 ἀνδρῶν καθ’ ἕκαστον ἔτος· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ διατηρήσητε τούτους ὑπὸ τὰς σημαίας 24 μῆνας, ἀρκεσθῆτε εἰς 15 μόνον μῆνας, οὕτως ὥστε οἱ καθ’ ἕκαστον ἔτος προσερχόμενοι ἐπὶ τρεῖς μῆνας νὰ συνυπηρετῶσι μετὰ τῶν ἤδη ἐκγεγυμνασμένων, οἵτινες θέλουσι μεταδώσει τοῖς νεοσυλλέκτοις τὰς παραδόσεις καὶ τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα, ὅπερ ἀπαραίτητον διὰ τὴν ταχυτέραν ἀφομοίωσιν. Οὕτω, ἀντὶ τῶν 7,500 ἀνδρῶν, οὓς ἐκγυμνάζετε κατ’ ἔτος, δύνασθε διὰ τῆς αὐτῆς δαπάνης νὰ ἐκγυμνάσητε πλείονας, ἤτοι 11,500 ἄνδρας, διὰ τῆς δαπάνης, εἰς ἣν σήμερον ὑποβάλλεσθε διὰ τοὺς ἐννέα ὑπολειπομένους μῆνας μέχρι τῶν 24 μηνῶν. Ἐὰν δ’ ἐπαυξήσητε κατὰ ἓν μόνον ἑκατομμύριον καὶ διακοσίας χιλιάδας δρ. τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένην ἑκάστοτε δαπάνην πρὸς ἐξάσκησιν τῶν 3,500 ὑπολειπομένων ἐξ ἑκάστης ἐνιαυσίου κληρώσεως, ἔχετε 150,000 ἀνδρῶν ἐκγεγυμνασμένων ἐν ἐφεδρείᾳ, ἐξ ὧν ἐν ὥρᾳ πολέμου θέλετε συμπληρώσει τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἣν ἐθεώρησα ἀναγκαίαν, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἐχθρικὰς δυνάμεις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ παρατακτὸς μόνον στρατὸς ἐν ἑνὶ μέρει, περὶ οὗ πρέπει νὰ μεριμνήσητε, καὶ οὐδέποτε πρέπει νὰ ὑπολάβητε, ὅτι ἐκ τῆς ἐφεδρείας σας θέλει ὑπολειφθῆ περίσσευμα, διότι γνωστὸν εἶναι ποῖαι μεταβολαὶ ἐπέρχονται ἐν μιᾷ δεκαετίᾳ, ποῖα τὰ ὅρια, ἐν οἷς περικλείεται ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἐφεδρείας. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ζητῶμεν, ἵνα ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ τὰ πάντα συντελεσθῶσι. Διοικητικὰ εἶναι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, δι’ ὧν ὁ στρατὸς θέλει ἐπαρκέσει, ἐὰν ἐντὸς ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν προσεχῶς ἤθελε κληθῆ πρὸς δρᾶσιν· ἐὰν ὅμως θέσητε ὡς πρόγραμμα, ὅτι οὐδεμία ἡμέρα πρέπει νὰ ἀπολεσθῇ διὰ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, ἄρξασθε ἀπὸ τοῦδε τροποποιοῦντες τὸν περὶ στρατολογίας νόμον, θεμελιοῦντες οὕτω τὴν βάσιμον ἐλπίδα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θέλει ἀποκτήσει στρατὸν ἀντάξιον τοῦ δι’ ὃν προορίζετε τοῦτον σκοπόν. Προσθέτω ἤδη, ὅτι, ἀφοσιουμένου τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατεύματος εἰς τὸ κύριον αὐτοῦ ἔργον, καὶ ἀπαλλασσομένου ὅλων ἐκείνων τῶν ὑπηρεσιῶν, αἵτινες ἀπομακρύνουσιν αὐτὸ ἀπὸ τούτου, καὶ συμπληρουμένης τῆς χωροφυλακῆς, δι’ ἣν ἐπιβάλλεται πρόσθετός τις δαπάνη, θὰ δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς, ἔχουσα ἐπαρκὲς στράτευμα, νὰ ἐπωφεληθῇ τῶν πολιτικῶν ἐκείνων περιστάσεων τῆς Ἀνατολῆς, αἵτινες, ἐμβριθῶς κρινόμεναι, ἤθελον θεωρηθῆ ὡς αἱ ἁρμόζουσαι πρὸς πραγμάτωσιν τῶν δικαίων πόθων παντὸς Ἕλληνος. Δὲν ἐννοῶ διατὶ οἱ μέχρι τοῦδε λαβόντες τὸν λόγον ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τάσσουσιν ἐν Κρήτῃ τὸ πεδίον τοῦ πολέμου, καὶ ἐκεῖ ἐπεθύμουν, ἵνα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ τῆς πολιτικῆς της εἶχεν ἀγάγει τὸν πόλεμον· διότι δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλητε, ὅτι πιθανώτατον ἦτο ἡ Ἑλλὰς, μετερχομένη πολιτικὴν, οἵαν ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑποδεικνύει, νὰ ἦγεν εἰς ἄφευκτον πόλεμον· προκειμένου δὲ περὶ πολέμου, ἀπορῶ πῶς τοῦτον τάσσουσιν ἐν Κρήτῃ. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς θέλῃ νὰ προβῇ εἰς πράξεις, αἵτινες προκαλοῦσι τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, ἰδοὺ ἡ Μακεδονία, ἡ χώρα ἐκείνη, ἀφ’ ἧς οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν πρέπει νὰ ἀποστρέψωμεν τὴν προσοχήν μας. Δὲν βλέπω διατὶ θέλετε νὰ προκαλέσητε τὸν πόλεμον ἐν Κρήτῃ· ἐκεῖ ὁ πόλεμος εἶναι δυσχερὴς, καὶ δὲν ἔχει παρὰ τοπικὴν μόνον σημασίαν. Ἐγὼ βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν θὰ κηρύξητε τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας ἐν Μακεδονίᾳ, πέντε καὶ δέκα χιλιάδες Κρητῶν θὰ σπεύσωσιν ἀγωνιζόμενοι ἐκεῖσε μεθ’ ἡμῶν, ὅπου νικῶντες θέλετε ἐπιβάλει τὸν νόμον εἰς τὸν ἀντίπαλον, δι’ οὗ οὐχὶ μόνον θέλει κριθῆ ὁριστικῶς ἡ τύχη τῆς χώρας ἐκείνης, ἐν ᾗ θέλετε στήσει τρόπαια νίκης, ἀλλὰ καὶ πάσης ἄλλης χώρας Ἑλληνικῆς. Συντόμως ὑπέδειξα ὑμῖν, κύριοι Βουλευταὶ, πῶς θεωρῶ, ὅτι πρέπει νὰ πορισθῶμεν τὸ ἀπαιτούμενον χρῆμα καὶ τοὺς ἀναγκαιοῦντας ἄνδρας πρὸς συγκρότησιν ἀξιομάχου δυνάμεως. Τὴν δύναμιν ὀργανώσατε οὐχὶ πολυτελῶς, ἀλλὰ μετὰ φειδοῦς· περικόψατε περιττὰς θέσεις, καὶ μεριμνήσατε περὶ ἐκείνων, αἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν καλὴν διοίκησιν στρατεύματος, χρησιμοποιήσατε δὲ ἅπαν τὸ ὑπάρχον ὑλικὸν βαθμοφόρων, διότι οὗτοι δὲν παρασκευάζονται, οὐδὲ δημιουργοῦνται ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ. Ταῦτα νομίζω ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ὑμῖν. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν ζήτημα, ὅπερ μὲ ἔφερεν ἐπὶ τοῦ βήματος, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴν νὰ μὴ θεωρήσῃ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, ὅπερ ἐμνημόνευσα, τὸ ἀσεβῶς ἀποφαινόμενον περὶ προσώπων σεβαστῶν, ὡς ἄξιον οὐδεμιᾶς μνείας, ἀφοῦ τοῦτο στερεῖται πάντων τῶν γνωρισμάτων γνησίου ἐγγράφου, τῶν συντακτῶν αὐτοῦ ἰδιοποιουμένων τὰ δικαιώματα τῆς Ἐπαναστατικῆς τῶν Κρητῶν Συνελεύσεως, ἥτις πολὺ πρότερον εἶχε κηρύξει τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν της. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§113ΣΤΑΗΣ. Λυποῦμαι διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος παρεξηγεῖ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Ἐγὼ εἰς προσωπικὰ δὲν θὰ καταβιβάσω τὸ ὑψηλὸν ζήτημα τῆς Κρήτης, ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὡς πρὸς τὰ τῆς ἐνεργείας τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι τὴν πρώτην ἀποστολὴν πολεμοφοδίων πρὸς τοὺς ἀγωνιζομένους ἐν Κρήτῃ ἀδελφοὺς ἀπέστειλεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρία, καὶ ὄχι ἡ Κεντρικὴ Ἐπιτροπή.

§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλσαμάκης ἔχει τὸν λόγον.

§115ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ διακόψωμεν.

§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος.

§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι! νὰ ἐξακολουθήσωμεν.

§118ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ διακόψωμεν ἐπὶ μίαν ὥραν, διὰ νὰ φάγωμεν.

§119ΣΤΑΗΣ. Εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα συνεχῶς ἐργαζόμενοι, ἄνευ διακοπῆς, ἀπὸ τῆς 4ης ὥρας μ. μ. μέχρι τῆς 10ης. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις τὴν ἑσπέραν ταύτην, βεβαίως ἠδυνάμεθα νὰ παραμείνωμεν καὶ μίαν καὶ δύο ἀκόμη ὥρας· ἀλλὰ πρόκειται νὰ ὁμιλήσωσιν ἀκόμη 4 ἢ 5 συνάδελφοι.

§120ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τοὺς ἀκούομεν.

§121ΣΤΑΗΣ. Πρέπει νὰ διευθύνῃ τὰς ἐργασίας μας ἡ καλὴ πίστις, ἧς ἄνευ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν. Ἀληθῶς χθὲς ἀπεφασίσθη νὰ τελειώσῃ σήμερον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς συνετελέσαμεν εἰς τὸ νὰ ἄρξηται ἐπ’ αὐτοῦ ἡ συζήτησις εὐθὺς ὡς κατηρτίσθη ἡ ἀπαρτία, χωρὶς οὐδεμία ἐπερώτησις νὰ γένηται, ἐνῷ ὑπάρχουσι σπουδαῖα ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠδύναντο νὰ ὑποβληθῶσιν ἐπερωτήσεις. Ἀκριβῶς δὲ τὴν 4 καὶ ½ εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, συμφωνήσαντες πάντες οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, οὐδεμία νὰ γένηται ἐπερώτησις, ἵνα περατωθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος συζήτησις. Ἀλλ’ ἤδη ἐδήλωσαν καὶ ἕτεροι συνάδελφοι, ὅτι θὰ ὁμιλήσωσιν, ὁ κ. Δεληγεώργης, ὁ κ. Φλέσσας, ὁ κ. Βαλσαμάκης. Πλὴν τούτου δὲ ὡμίλησεν ὁ κ. Λιμπρίτης, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο ἐγγεγραμμένος. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περατωθῇ σήμερον ἡ συζήτησις. Ἐὰν ὅμως θέλητε νὰ διεξαγάγητε τὴν συζήτησιν μόνοι σας, τότε προχωρήσατε.

§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὁρίστε, κύριε Βαλσαμάκη.

§123ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Περὶ καθηκόντων καὶ ὑποχρεώσεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπέναντι τῶν Κρητῶν καὶ πάντων τῶν δούλων ἡμῶν ἀδελφῶν συμφωνοῦμεν πάντες· οὐδεμία διαφωνία ὡς πρὸς τοῦτο μεταξὺ ἡμῶν ὑπάρχει, καὶ κατὰ συνέπειαν ὅ,τι περὶ τούτου ἐλέχθη, πᾶν ὅ,τι ἀνεφέρετο εἰς τὰ κατορθώματα τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν Κρητῶν καὶ εἰς τὰς ἡρωϊκὰς πράξεις αὐτῶν, νομίζω ὅτι ἠκούσθη μετ’ εὐχαριστήσεως παρὰ πάντων ἡμῶν· οὐχ ἧττον ὅμως ἡ ἐπανάληψις ἠδύνατο νὰ λείψῃ. Ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς Κρῆτας; Τοιοῦτον εἶναι τὸ προβληθὲν ζήτημα παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡγέτης σπουδαίας μερίδος ταῦτα μᾶς ἔλεγεν, ὅτι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἠκούσθησαν τὰ ἐν Χανίοις λαβόντα χώραν, μία φωνὴ ἠκούσθη καὶ μία γνώμη ἠκούσθη μεταξὺ πάντων καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος: ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἐξαποστείλῃ τὸν στόλον της ἀμέσως εἰς τὴν Κρήτην. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, τοιαύτη γνώμη ὑπῆρξε καὶ τοιαύτη ἠκούσθη φωνή. Ἀλλὰ δὲν ἦτο αὐτὴ καὶ μόνη. Ἠκούσθη καὶ ἑτέρα φωνή, καὶ ὑπεστηρίχθη καὶ ἑτέρα γνώμη, ἀντίθετος τῆς πρώτης, διότι ὑπῆρξε καὶ ἡ γνώμη, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκετο τὸ Κράτος, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διετέλει ἡ Εὐρωπαϊκὴ διπλωματία, ἐξαπέστελλε τὸν στόλον της εἰς Κρήτην, ἴσως τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦσαν ἐπιβλαβῆ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν λύσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Τὴν γνώμην ταύτην, Κύριοι, ἐξέφρασα καὶ ἐγὼ εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς, καὶ τὴν γνώμην ταύτην ἐξηκολούθησα νὰ ἔχω μέχρι σήμερον, διότι καὶ τὰ ἐπελθόντα γεγονότα ἐπεκύρωσαν τὴν γνώμην ταύτην. Τὰ ἐπελθόντα γεγονότα κατέδειξαν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καλῶς ἐκτιμήσασα τὰς περιστάσεις, ἔπραξεν ὅ,τι τὸ ἑαυτῆς καθῆκον ἐπέβαλλεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῆς Κρήτης, καὶ ἐὰν τὴν σήμερον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ἐπετεύχθη, βεβαίως ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν πρόνοιαν καὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐπερίμενα τὴν συζήτησιν, τὴν ἐγερθεῖσαν παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχεν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γεγονότων σχηματίσει τοιαύτην γνώμην. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐπίκουρος τῆς γνώμης ταύτης προσῆλθεν ὁ προτελευταῖος προαγορεύσας, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κυθήρων, ὅστις, πρὸς συμπλήρωσιν τῶν μέχρι τοῦδε παρὰ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπικαλεσθέντων, ἐπεκαλέσθη τὰς ἰδίας αὐτοῦ πληροφορίας· ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων οὐδὲν ἄλλο ἦσαν ἢ μαρτυρίαι οὐχὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἀλλὰ συλλεχθεῖσαι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διήρκεσε τὸ Κρητικὸν ζήτημα, παρ’ ἄλλων προσώπων, καὶ τὰς ὁποίας ἀφῆκεν εἰς τὰς κρίσεις σας. Ὅταν δέ τις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεκαλεῖτο τὰς μαρτυρίας ταύτας, καὶ τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἐξήγαγεν, ἐκ τῶν προτέρων πείθεται, ὅτι...

§124ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν δέχηται τὴν ἀναβολὴν ἢ ὄχι.

§125ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μὴ διακόπτετε!

§126ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω πρότασιν, ὑποστηριζομένην συμφώνως τῷ Κανονισμῷ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν.

§127ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Μὴ διακόπτετε! Ὅταν ὡμιλῆτε σεῖς, οὐδεὶς σᾶς διέκοψε (Διάλογοι, ἀντεγκλήσεις).

§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ὑπεβλήθη πρότασις ἀναβολῆς, πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.

§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ δύναται ἀγορεύοντος τοῦ ῥήτορος νὰ ὑποβληθῇ τοιαύτη πρότασις;

§130ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἂς φέρουν ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.

§131Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Συνέβη καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον δυσχεραίνει τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Δεληγεώργης εἶχε ζητήσει τὸν λόγον.

§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλσαμάκης εἶχε ζητήσει τὸν λόγον πρὸ τοῦ κ. Δεληγεώργη.

§133Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔρχεται ὡς ἀντιλέγων. Ὡμίλησεν ὁ κ. Λυμπρίτης.

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λυμπρίτης ὡμίλησεν ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.

§135Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄπορον εἶναι, πῶς ἐγείρονται τοιαῦτα ζητήματα, καθ’ ἣν ὥραν ἀγορεύει ὁ ῥήτωρ!

§136ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τὸ 29 ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ὑποβάλλεται ἀνὰ πᾶσαν στάσιν παντὸς ζητήματος, ἀρκεῖ μόνον νὰ ὑποστηρίζηται παρὰ 10 Βουλευτῶν. Ἡ πρότασίς μου ὑποστηρίζεται· ἄρα κατὰ τὸν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἀληθῶς ἐφαρμόζετε μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας, πρέπει νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν.

§137ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ὄχι ὅμως νὰ διακόπτητε τὸν ἀγορεύοντα καὶ νὰ ὑποβάλλητε τοιαύτην πρότασιν.

§138ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐπιθυμοῦμεν ὅλοι ν’ ἀκούσωμεν μετὰ προσοχῆς τοῦ ἐκ Κραναίας ἀξιοτίμου συναδέλφου, διότι γνωρίζομεν τὰς γνώσεις του καὶ τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιχύσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος· σᾶς ὀμνύομεν ὅμως, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν ν’ ἀντιληφθῶμεν· ἐκουράσθημεν. Νομίζω ὅτι θέλετε νὰ ἐξασκήσητε βίαν, ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει.

§139ΣΤΑΗΣ. Ν’ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην σας, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου.

§140Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶπε χθὲς σαφῶς καὶ ὡρισμένως, ὅτι τὸ ζήτημα θὰ τελειώσῃ σήμερον τὸ ἑσπέρας, ἐπὶ τῇ βεβαιώσει δὲ ταύτῃ, ἐδέχθη χθὲς τὴν ἀναβολὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας. Σήμερον, εὐθὺς ὡς ἤρξατο ἡ συνεδρίασις, οὐδεμία ἐγένετο ἐπερώτησις, καὶ ἀμέσως εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· πρῶτος κατέλαβε τὸ βῆμα ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιότιμος Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἀπήγγειλε, κατὰ τὸ σύνηθες, πολλά, ὁμιλήσας περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων. Διατὶ, κύριοι συνάδελφοι, δὲν τὸν ἐπανεφέρατε εἰς τὸ θέμα; ἐπεριμένατε νὰ τὸ πράξωμεν ἡμεῖς; ἔπρεπε νὰ εἴχετε τὸ θάῤῥος νὰ τὸ πράξητε σεῖς.

§141ΚΡΙΤΣΑΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἤμεθα ἡμεῖς οἱ ἁρμόδιοι νὰ ἐπιβάλωμεν σιγὴν εἰς τὸν ἐκ Παρνασσίδος ἀξιότιμον Βουλευτήν. Ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὴν ὄρεξιν νὰ ὁμιλῇ μέχρι τῆς πρωΐας. Ἡμεῖς, εὐλαβεῖς πρὸς τὸν Κανονισμὸν καὶ τὴν τάξιν κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, νομίζομεν ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ ἀκροασθῶμεν καὶ ἐκείνου καὶ παντὸς ἄλλου. Ἀλλ’ ὁμολογοῦμεν, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην κατέστημεν ἀνίκανοι νὰ ἀκροασθῶμεν. Θέλετε νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν βάσανον τὸν κύριον Βαλσαμάκην νὰ ὁμιλῇ, ἡμῶν χασμωμένων; Ἄς ὁμιλήσῃ, δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν· ἓν ἔχομεν νὰ πράξωμεν, νὰ ἀπέλθωμεν, ἵνα κοιμηθῶμεν.

§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἠρώτησε, ποία εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ Κανονισμοῦ. Καθ’ ὅσον γνωρίζω, δὲν εἶναι συνήθεια ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ νὰ ὑποβάλληται πρότασις περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως καθ’ ἣν ὥραν ἀγορεύει τις. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Δὲν ἐνθυμοῦμαι παράδειγμα διακοπῆς ἀγορεύοντος διὰ τοιοῦτον λόγον.

§143ΣΤΑΗΣ. Θέλω νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασίν μου καὶ νὰ μὴ ἀφήσω αὐτὴν ἔκθετον, ἂν ὄχι εἰς τὰς προσβολὰς τῆς λογικῆς, πάντως ὅμως εἰς τὰ τοῦ ἀστείου, διότι παρατηρῶ, ὅτι περὶ ἀστείου πρόκειται. Τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι σαφέστατον, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ τὸ ἀναγνώσω· ἐκ τῆς ἀναγνώσεως δὲ θέλει καταδηλωθῆ, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι ἀκριβῶς ἀντίθετον πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος ἐξήνεγκε, διότι ἡ συνήθεια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικρατήσῃ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον 29 τοῦ ἐν ἰσχύϊ Κανονισμοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα πρότασις περὶ ἀναβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, ἢ περὶ προτάξεως ἄλλων ἀντικειμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δέον νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ δέκα ἄλλων Βουλευτῶν...» Ὡς πάντες ἠκούσατε, δὲν γίνεται μνεία ἐν τῷ Κανονισμῷ οὔτε περὶ ἀγορεύοντος...

§144Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐφαρμόσητε, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει τὰς διακοπάς.

§145ΣΤΑΗΣ. .. οὔτε ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀγορεύσεώς τινος, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ γενικῶς ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει καὶ ἀπαιτεῖ, ἵνα ἡ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ὑποβαλλομένη πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀντικειμένου ὑπὸ συζήτησιν ὑποστηρίζηται παρὰ δέκα Βουλευτῶν. Ὅταν λέγῃ «ὑπὸ συζήτησιν», σημαίνει ἀκριβῶς, ὅτι συζητοῦμεν, ὅτι ὁμιλοῦμεν, διότι ὅταν δὲν ὁμιλῶμεν, βεβαίως δὲν συζητοῦμεν. Εἶναι τόσον φανερὸν τοῦτο, κ. Πρόεδρε, ὥστε διαβλέπω ἐν τῷ προσώπῳ σας ὅτι συναινεῖτε.

§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συναινῶ. Μὲ ἠρωτήσατε ποία εἶναι ἡ γνώμη μου.

§147ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ εὐλαβοῦμαι πολὺ τῆς γνώμης σας, τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ἤκουσα ἐπὶ τοῦ 29 ἄρθρου, τὴν ἤκουσα ἐπὶ τῆς συνηθείας. (Διάλογοι). Ἡμεῖς ἔχομεν ὅλοι τὴν καλὴν διάθεσιν νὰ συντρέξωμεν εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, εἴμεθα προθυμότατοι, ἀλλὰ διὰ τῆς παρακαίρου ἐπιμονῆς καὶ τῶν ἀντεγκλήσεων δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπός, ὃν πάντες ἐπιδιώκομεν.

§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ ζητήματος τάξεως, ἔχω δὲ καθῆκον νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι σαφής, ἐπιτρέπουσα κατὰ πᾶσαν στάσιν τῆς συζητήσεως νὰ γίνηται πρότασις ἀναβολῆς, στάσις δὲ συζητήσεως εἶναι εὐθὺς ὡς διαδέχεται ὁ εἷς τὸν προαγορεύσαντα ῥήτορα. Θέλετε νὰ σᾶς πείσω διὰ τοῦ ἀντιθέτου, διὰ τοῦ ἀτόπου; Εἶχε δικαίωμα ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων νὰ προσέλθῃ ἐνταῦθα καὶ ὑποβάλῃ πρότασιν ἀναβολῆς καὶ διακόψῃ τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος ῥήτορα; Ὁ Κανονισμὸς ἀπαγορεύει τὰς διακοπὰς, ἐὰν δ’ ἐτίθετο ὁ Κανονισμὸς ἐν ἐφαρμογῇ, προσῆκε νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ διακοπὴ αὐτοῦ, τότε δὲ πῶς ἤθελε δυνηθῆ νὰ προτείνῃ τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς; Ἡ ἔννοια τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι σαφής. Ἄς ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας ἐξηκολούθει νὰ ἀγορεύῃ, καὶ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἐζήτει: «Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὁμιλήσω»· δὲν ἠθέλετε εἰπεῖ αὐτῷ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπονται αἱ διακοπαί; Ἀφοῦ δὲ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ, πῶς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν ἀναβολῆς; Τὰ πράγματα εἶναι εὐκρινῆ. Ἀφοῦ καταβῇ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας τοῦ βήματος, δύναται πᾶς ὁ βουλόμενος νὰ προβάλῃ πρότασιν ἀναβολῆς· οὐδεὶς ἀντιλέγει. Ἀλλ’ ἀγορεύοντος τοῦ κ. Βουλευτοῦ, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀφήνηται εἰς τὴν διάκρισιν παντὸς Βουλευτοῦ νὰ διακόπτῃ αὐτὸν, νὰ προβάλλῃ πρότασιν ἀναβολῆς, διότι τοῦτο εἶναι ἀθέτησις τῆς εὐλαβείας τῆς ὀφειλομένης πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.

§149ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος τάξεως, καὶ ὡς πρὸς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, εἶναί τινες, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀντιθέτους γνώμας. Οὔτε ὥρα κατάλληλος εἶναι, οὔτε θέλω νὰ συζητήσω περὶ τοῦ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἡρμηνεύθη καὶ ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε ὁ Κανονισμὸς, ἢ ἂν πρέπῃ οὗτος νὰ μεταβληθῇ, καὶ τὰ περὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ἄλλως νὰ θεσπισθῶσιν· ἀλλ’ ὅ,τι συνήθως γίνεται ἀφ’ ὅτου λειτουργεῖ ὁ Κανονισμὸς, δὲν εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξεν. Ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς δὲν ἐθεωρήθη συνήθως ὡς διακοπή. Διακοπὴ θεωρεῖται, κατὰ τὴν κρατήσασαν μέχρι τοῦδε ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἑρμηνείαν καὶ ἐφαρμογήν, τὸ παρεμβαίνειν ἐν τῇ συζητήσει, καὶ μετέχειν τῆς συζητήσεως, καὶ ποιεῖσθαι ἐπανορθώσεις, καὶ ἐπιφέρειν παρατηρήσεις πρὸς τὸν ὁμιλοῦντα. Ὅταν ὅμως πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ ἔνστασις περὶ ἐλλείψεως ἀπαρτίας, ἢ ἔνστασις περὶ ἀναβολῆς...

§150ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἄλλο αὐτό.

§151ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ...πάντοτε, ὅσον ἐνθυμοῦμαι, τοῦτο δὲν ἐθεωρήθη ὡς διακοπὴ, ἀλλ’ ὡς πρότασις παρεμπίπτουσα, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐζητήθη ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς. Ἔχομεν ἄπειρα παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ἀναβολὴν διὰ τὴν ἐπιοῦσαν καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁμιλίας ἀγορεύοντος, ὁ ὁποῖος ἐξηκολούθησεν αὐτὴν τῇ ἐπαύριον.

§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ συνεννόησιν.

§153ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ εἴπητε, ἂν συνέπιπτεν ὁ κ. Βαλσαμάκης νὰ ἦναι ἐκ τῶν ἰδιοφυϊῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων τοσάκις ἐλάβομεν πεῖραν καὶ αἱ ὁποῖαι ἐπὶ ὥρας πέντε καὶ ἓξ καὶ ὀκτὼ καὶ δέκα δύνανται νὰ κρατῶσι τὸ βῆμα σκοπίμως, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, προκαλουμένη, νὰ ἀναβάλῃ διὰ τὴν ἐπιοῦσαν συνεδρίασιν τὴν ἐξακολούθησιν αὐτῆς τῆς διαθέσεως τῆς καταφανοῦς πρὸς σπατάλην χρόνου;

§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ στέργοντος τοῦ ῥήτορος;

§155ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τῇ ἀληθείᾳ, ἂν ἀπέστερξέ τις τοιαύτην πρότασιν καὶ ἀπόφασιν, εἴτε ἐκ τῶν εἰλικρινῶς συζητούντων, εἴτε ἐκ τῶν κωλυσιεργούντων, δὲν μεσολαβεῖ δὲ χρόνος νὰ ἀναζητήσω ἐν τοῖς πρακτικοῖς τοιαῦτα παραδείγματα. Ἀσχέτως ὅμως πρὸς τὰς παρατηρήσεις ταύτας, κύριε Πρόεδρε, ἂν καλῶς ἀντελήφθην, ἡ ἔκφρασις ἐπιθυμίας μεγάλης μερίδος Βουλευτῶν, μετὰ πολλῆς προσοχῆς, μετὰ πολλῆς προσηλώσεως τὴν συζήτησιν παρακολουθησάντων, ἐπὶ ὥρας συναπτὰς ἕξ, ἡ ἔκφρασις τῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς παρακλήσεως ταύτης ἐξεδηλώθη πρὶν ἢ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ κ. ἐκ Κραναίας συνάδελφος. Οὔτε προσεδοκᾶτο μάλιστα ἡ κλῆσις τοῦ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ ἐπὶ τὸ βῆμα, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι χθὲς ἑσπέρας ἀνηγγέλθη, ὅτι ἐν τῇ σειρᾷ τῶν μελλόντων νὰ ὁμιλήσωσι μετὰ τὸν κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴν ἦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Εἶμαι, κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῶν χθὲς τὸ ἑσπέρας παρακαλεσάντων τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς ἡγέτην τῆς πλειοψηφίας, νὰ συναινέσῃ εἰς τὸ νὰ ἀναβάλωμεν διὰ σήμερον τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως...

§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μόνον νὰ ἀναβάλωμεν;

§157ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. .. καὶ δηλωσάντων, ὅτι καθ’ ὅλους τοὺς ὑπολογισμοὺς ὑμῶν ἤθελεν ἐντὸς τῆς σήμερον τελειώσει ἡ συζήτησις. Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ.

§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἴπομεν. Ἐὰν δὲν ἦτο αὐτὸ, δὲν ἤθελον στέρξει οὔτε χθές.

§159ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, οὔτε θέλω ἀρνηθῆ ποτέ τὴν ἀλήθειαν. Εἶμαι ἐκ τῶν παρακαλεσάντων χθὲς καὶ ἐκ τῶν δηλωσάντων, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις· καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν, καὶ ἡ διάθεσις ἡμῶν εἰς τὸ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ὑπόσχεσις, ἡ δοθεῖσα χθὲς, ἐξεδηλώθη ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως· εἴδετε σήμερον, ὅτι δὲν κατηναλώθη ὥρα πρὸς ἐπερωτήσεις, ὅτι παρὰ πᾶσιν ἐπρυτάνευσεν ἡ συναίσθησις τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ τελειώσῃ σήμερον ἡ συζήτησις αὕτη. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ γνωρίζει, ὅτι ἐπῆλθέ τι ἐντελῶς ἀπρόοπτον ἔξω τῶν ὑπολογισμῶν πάντων ἡμῶν, ὅτι τις τῶν ἀγορευσάντων — δὲν θέλω νὰ κατακρίνω τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναπτύξῃ τὸ ζήτημα, — κατηνάλωσεν ὥραν τριπλασίαν ἴσως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εὐλόγως πάντες ὑπεθέτομεν ὅτι πᾶς ὁ θέλων νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως ταύτης ἤθελε καταναλώσει. Ἓν ἄτοπον ἀπροσδόκητον ἐντελῶς. Δεύτερον ἄτοπον: Ὁμιλοῦντος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ ἐζήτησέ τις τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς προσωπικὸν ζήτημα, καὶ ὑποθέτω ὅτι πρὸς τοῦτο κατηναλώθησαν, ἂν ὄχι ὁλόκληρος ὥρα, ¾ τοὐλάχιστον ὥρας...

§160ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἕν τέταρτον.

§161ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. .. χωρὶς κἂν νὰ ὁμιλήσῃ περὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Ἠκούσαμεν συστήματα στρατιωτικὰ, θεωρίας περὶ τοῦ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ κρείττων ἡ σύνταξις τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, πῶς πρέπει νὰ σχηματισθῶσι ταμεῖα εἰδικὰ καὶ νὰ ἐξευρεθῶσιν εἰδικοὶ πόροι,—τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν ἀπετέλουν ἀπάντησιν εἰς προσωπικὸν ζήτημα.— Τοῦτο ἦτο ἐκτροπὴ ἀπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦτο ἦτο ἐκτροπὴ ἀπὸ τῆς τάξεως, ἥτις πρέπει νὰ κρατῇ ἐν τῇ Βουλῇ. Αἱ ἀταξίαι κατηνάλωσαν ὥραν ἀρκετὴν, καὶ ἤγαγον ἡμᾶς ἐδῶ.

§162ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Καὶ ὑμεῖς κατηναλώσατε περισσότεραν.

§163ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ἀπὸ σκοποῦ ἐντεῦθεν παρελκύονται αἱ συζητήσεις. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, παρακολουθήσας τὰς δώδεκα αὐτὰς συνεδριάσεις, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς μέχρι τῆς λήξεως αὐτῶν, ὅτι τοιαύτην τινὰ τάσιν κατὰ τὰς δώδεκα αὐτὰς συνεδριάσεις δὲν εἶδον ἐντεῦθεν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν διεῖδον καὶ καμμίαν ἀπόπειραν ἐκεῖθεν πρὸς πίεσιν τῆς μειοψηφίας ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ κριθῇ μετὰ πείσματος ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς ὑπέβαλε, νὰ πεισθῇ δὲ ἡ πλειοψηφία καὶ ὁ ἀξιότιμος αὐτῆς ἡγέτης, ὅτι ὅ,τι ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς εἶπε καὶ ὅ,τι ὁ κ. ἐκ Φθιώτιδος σαφέστερον ἀνέπτυξεν, εἶναι ἡ ἀληθὴς ἐξήγησις τῆς παρακλήσεως αὐτῆς, τῆς γινομένης παρὰ τὰ χθὲς συμφωνηθέντα, τὸ ὁμολογῶ, δικαιολογουμένως ὅμως ἐκ τοῦ ὅτι ἐπῆλθέ τι ἐντελῶς ἀπρόοπτον, ἐπῆλθε θεομηνία (γέλωτες) Εἶναι ἓξ ὧραι, κατὰ τὰς ὁποίας ἀτενῶς προσηλωμένην τὴν προσοχὴν ἔχοντες ἀκούομεν. Πρὸ μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας προὐτάθη νὰ διακόψωμεν, ἵνα γευματίσωμεν καὶ ἐπανέλθωμεν, χωρὶς οὔτε διακοπὴ νὰ γείνῃ, διὰ νὰ μὴ χαθῇ ἡ ὥρα. Ὁμιλῶ μετὰ ἐπιμονῆς τινος ἐν τῇ πληρεστάτῃ πεποιθήσει, ὅτι οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἐμφοροῦμαι ὑπὸ πλαγίων σκέψεων.

§164Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε πεισθῆ διὰ τῶν βραχέων, τὰ ὁποῖα θέλω εἰπεῖ. Ἀφοῦ ὁ ῥήτωρ λάβῃ τὸν λόγον παρὰ τοῦ Προέδρου καὶ ἄρξηται αὐτοῦ, οὔτε ἡ πλειοψηφία οὔτε ἡ μειοψηφία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ αὐτὸν τὸν λόγον. Μόνον ἓν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον αὐτοῦ, ἡ βεβαίωσις ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸν λόγον ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Κραναίας. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς Κραναίας συναινῇ νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀγόρευσίν του δι’ αὔριον, μάλιστα, στέργομεν. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὁ κ. Βουλευτὴς Κραναίας δὲν συναινεῖ εἰς τοῦτο, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ, ἵνα ἀγορεύσῃ, καὶ ἐὰν δὲν ὑποστηρίξῃ ταύτην, ἀθετεῖ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§165ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁρίστε, κύριε Βαλσαμάκη.

§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (πρὸς τὸν κ. Βαλσαμάκην). Ἐὰν θέλητε νὰ ἀναβάλητε δι’ αὔριον, ἡμεῖς ἀποδεχόμεθα τὴν γνώμην σας· ἀλλὰ δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ σᾶς ἀναγκάσωμεν νὰ καταβῆτε ἀπὸ τοῦ βήματος.

§167ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐὰν οἱ κύριοι συνάδελφοι ἔχωσι τοιαύτην τινὰ ἐπιθυμίαν, ἐγὼ θέλω ἀποδεχθῆ τὴν ἐπιθυμίαν των.

§168ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐμπρός! ἐμπρός!

§169ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρ’ ὅλων ἐν γένει τῶν ἀξιοτίμων ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπανελήφθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀξία μομφῆς, ἀξία καταδίκης, καὶ ὅτι μομφῆς ἄξιοι εἶναι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι δώσει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ψῆφον, διότι, ὅτε ἔφθασεν ἡ εἴδησις περὶ τῶν λαβόντων χώραν ἐν Χανίοις, δὲν ἐξαπέστειλεν ἀμέσως τὸν στόλον της. Τὴν ἀποστολὴν τοῦ στόλου ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρησαν πάντες ὡς λύσιν τοῦ ζητήματος, συμφώνως ταῖς εὐχαῖς τοῦ ἔθνους ὅλου καὶ αὐτῆς τῆς Κρήτης. Καὶ διατὶ, κύριοι συνάδελφοι, ἡ μὴ ἀποστολὴ τοῦ στόλου εἰς Κρήτην ἐπέφερε τὸ ναυάγιον τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Κρήτης; καὶ κατὰ τί ἡ ἀποχὴ τοῦ στόλου ἔβλαψε τὸ ζήτημα; ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, ποῖα τὰ ἐπιχειρήματα ἢ τὰ γεγονότα τὰ ἐπικαλεσθέντα παρὰ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ πείσωσιν ὅτι πράγματι ἡ ἀποστολὴ τοῦ στόλου εἰς Κρήτην, ἡ ἐμφάνισις αὐτοῦ εἰς τὰ ὕδατα ἐκεῖνα ἤθελεν ἐκ τῶν προτέρων ἐξασφαλίσει καὶ παγιώσει τὴν ἐθνικὴν ἀποκατάστασιν τῆς νήσου Κρήτης; Οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περιωρίσθησαν εἰς αὐτὸ καὶ μόνον τὸ γεγονὸς τῆς ἀποστολῆς τοῦ στόλου. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Βόλου συνάδελφος προέβη καὶ περαιτέρω· προσέθετο δηλ. ὅτι μεταβαίνων ἐκεῖ ὁ στόλος ἤθελεν ἀποβιβάσει Ἑλληνικὸν στρατὸν, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἤθελε καταλάβει τὴν νῆσον, καὶ μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς νήσου θὰ εἴχομεν τετελεσμένον γεγονὸς πρὸς τὴν Εὐρωπαϊκὴν διπλωματίαν, καὶ ἀπέναντι τοῦ τετελεσμένου γεγονότος ἤθελε κύψει ἡ Εὐρώπη ἅπασα, τὸ ζήτημα τῆς ἀκεραιότητος ἤθελε παραγκωνισθῆ, αἱ Δυνάμεις, αἱ ὑποστηρίζουσαι τὴν ἀκεραιότητα τῆς Τουρκίας, ἤθελον ἀποδεχθῆ καὶ ἤθελον ἀνακηρύξει τὴν ἀνεξαρτησίαν. Τοιαύτη εἰκὼν, παριστανομένη παρὰ τοῦ κ. ἐκ Βόλου συναδέλφου, καὶ θέλγει καὶ ἐνθουσιᾷ καὶ παρασύρει συνάμα, ἀλλ’ ἔχει τὴν μεγίστην ἔλλειψιν, ὅτι εἶναι ἁπλῆ εἰκὼν, ἥτις δύναται νὰ συλληφθῇ ἐν τῇ φαντασίᾳ, ἀλλ’ ὅταν κατέλθῃ τις εἰς τὴν πραγματικότητα, ἀποσβέννυται καὶ δὲν ἀφήνει ἴχνος τι εἰς τὰς πεποιθήσεις τοῦ ἀκροωμένου, εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ θέλοντος ἐπὶ ἑδραίων βάσεων νὰ σχηματίσῃ γνώμην. Ἡ ἀποστολὴ τοῦ στόλου ἦτο βεβαίως εὔκολος, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποσταλῇ στόλος, φέρων μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ ἀριθμὸν στρατοῦ, ἀριθμὸν τοιοῦτον, δυνάμενον νὰ καταλάβῃ τὴν νῆσον, ἀπῄτει καιρὸν καὶ χρόνον· καὶ ἄν ἔτι ὁ στρατὸς οὗτος ἦτο ἕτοιμος, καὶ ἄν τὸ Κράτος ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ εὐθὺς ἀμέσως τὸ ἀναγκαιοῦν ποσὸν τοῦ στρατοῦ διὰ μίαν τοιαύτην ἐπιχείρησιν, βεβαίως θὰ παρήρχετο χρόνος, καὶ χρόνος πολὺς, ἕως ὅτου ἐκτελεσθῶσιν αἱ τοιαῦται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διαταγαί. Ἀλλ’ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἡ Τουρκία καὶ αἱ Δυνάμεις δὲν ἤθελον μάθει τὰς προπαρασκευὰς τῆς Ἑλλάδος; Καὶ τὰς τοιαύτας προπαρασκευὰς, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Εὐρώπης, ἡ Εὐρώπη δὲν ἤθελε παρεμποδίσει, καὶ ἑπομένως πρὶν φθάσωσι τὰ πλοῖα, δὲν ἤθελον εὕρει ἀντιμετώπους τὰς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις, ἐμποδιζούσας πᾶσαν ἐνέργειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου ἐπὶ τῆς νήσου ἐκείνης; Ἀλλ’ ἄς ὑποθέσωμεν ὅτι κατέφθανεν ὁ στόλος εἰς τὰ Κρητικὰ ὕδατα. Νομίζετε ὅτι ὁ στόλος, καταφθάνων ἐκεῖ, ἠδύνατο τόσον εὐκόλως νὰ ἐνεργήσῃ, τόσον εὐκόλως νὰ γείνῃ κάτοχος τῆς νήσου, τόσον ταχέως νὰ γείνῃ κάτοχος τῶν φρουρίων αὐτῆς, νὰ καταβάλῃ τὸν τουρκικὸν στρατὸν καὶ τοὺς ἐνόπλους Τουρκοκρῆτας, οἵτινες βεβαίως καὶ αὐτοὶ ἐμπνέονται ὑπὲρ τῆς ἐπικρατήσεως αὐτῶν ἐξ αὐτῶν ἐκείνων τῶν αἰσθημάτων καὶ τῆς ἰδέας, ἐκ τῆς ὁποίας ἐμπνέονται καὶ οἱ λοιποὶ κάτοικοι τῆς Κρήτης ὑπὲρ τοῦ ἀντιθέτου; Ταῦτα πάντα, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, εἶναι εἰκὼν θέλγουσα καὶ ἐνθουσιῶσα, ἀλλ’ εἰκὼν, τῆς ὁποίας τὸ πραγματοποιήσιμον ἠδύνατο ἐγκαίρως νὰ ματαιωθῇ καὶ παρὰ τῆς Τουρκίας καὶ παρὰ τῶν Δυνάμεων, αἵτινες εἶχον συμφέρον νὰ προλάβωσι τοιαύτην ῥῆξιν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας... Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, παρατηρῶ ὅτι εἶναι κουρασμένη ἡ Βουλὴ, καὶ ἐπιθυμεῖ τὴν ἀναβολήν. Διὰ τοῦτο ὑποχρεοῦμαι νὰ παύσω ἀγορεύων.

§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ ὑμᾶς ἐξαρτᾶται.

§171ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ παραιτοῦμαι, ἐὰν πρόκειται νὰ τελειώσωμεν.

§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ ἀναβάλητε δι’ αὔριον... Ἄλλως εἶναι καὶ ἄλλοι μεθ’ ὑμᾶς νὰ ἀγορεύσωσι. Δὲν θὰ τελειώσωμεν ἀπόψε.

§173ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τότε ἄς ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.

§174ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.

§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ 45′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
2Τῆς 22 Νοεμβρίου 1896.
3(Παρασκευή).
4Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ
6τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, καὶ μετά τινας παρα-
7τηρήσεις τῶν κ.κ. Γ. Φιλαρέτου καὶ Σπ. Ε. Στάη διορ-
8θωθέντα ἐπικυροῦνται).
9§1Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
10Ὁ ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς κ. Ἀλκιβ. Δεληγιάννης μοὶ ἀπηύ-
11θυνεν ἐπερώτησιν περὶ πωληθέντων παλαιῶν πυροβόλων. Ἐπὶ
12τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ἀπαντῶ τὰ ἀκόλουθα.
13Πυροβόλα μόνον τέσσαρα παλαιοῦ συστήματος σιδηρᾶ,
14εὑρισκόμενα κεχωσμένα ἐν τῷ φρουρίῳ Ζακύνθου, ἐξεποιή-
15θησαν διὰ πλειοδοτικῆς δημοπρασίας ἐπαναληπτικῆς, συμ-
16φώνως τοῖς κεκανονισμένοις τύποις καὶ ὁρισμοῖς, κατὰ μῆνα
17Ἰούλιον λήγοντος ἔτους, κατακυρωθέντων τῶν πρακτικῶν τῆς
18δημοπρασίας ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἰδιώτου Μπάφα ἀντὶ λεπτῶν
19δύο καὶ ἡμίσεως κατ’ ὀκᾶν. Ἡ δ’ ἐκποίησις αὕτη ἐγένετο
20κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ ἐν Ζακύνθῳ φρουράρχου, πληρο-
21φοροῦντος ὅτι ἦσαν ἐντελῶς ἄχρηστα. Εἰσεπράχθη δὲ χρημα-
22τικὸν ποσὸν ἐκ δραχ. 48 καὶ 80/00.
23Ἡ ὑπηρεσία ἐξεποίησεν ὡσαύτως κατὰ μῆνα Μάρτιον
24λήγοντος ἔτους περὶ τὰς 150 χιλιάδας ὀκάδων ἀχρήστου
25χυτοσιδήρου ἐκ παλαιῶν σφαιρῶν πυροβόλων, εὑρισκομένων ἐν
26Πύλῳ, δι’ ἐπανειλημμένης πλειοδοτικῆς δημοπρασίας, κατα-
27κυρωθέντων τῶν πρακτικῶν ἐπ’ ὀνόματι τῶν ἀδελφῶν Κλει-
28σιώνη ἀντὶ λεπ. 1¼ κατ’ ὀκᾶν, μὴ παρουσιασθέντος ἑτέρου
29πλειοδότου, κατὰ τὴν περὶ τούτου ἀναφορὰν τῆς Διευθύνσεως
30τοῦ Ὁπλοστασίου.
31§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικηγόροι ἐκ Κυπαρισσίας, τηλεγραφικῶς
32ἀναφερόμενοι πρὸς τὴν Βουλήν, λέγουσιν, ὅτι ὁ κ. Σωτηρό-
33πουλος ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν προέβη εἰς ἔλεγχον κατὰ
34τῆς ὑπηρεσίας τοῦ εἰσαγγελέως κ. Λυκουρέζου.
35Κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ προξενικὰ
36Σμύρνης, ὡς καὶ τὰ ζητηθέντα περὶ τῶν διαπραγματεύσεων
37τοῦ συμβιβασμοῦ, τῶν διεξαχθεισῶν ὑπὸ τῆς προκατόχου
38Κυβερνήσεως. Ἐπίσης κατετέθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
39τῆς Δικαιοσύνης τὰ ἔγγραφα τὰ ζητηθέντα ὑπὸ τῶν βου-
40λευτῶν κ.κ. Δρόσου καὶ Κοκκέβη περὶ τοῦ εἰρηνοδίκου Τήνου
41καὶ τοῦ εἰσαγγελέως Κυπαρισσίας.
42§3ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ τηλε-
43γράφημα τῶν ἐκ Κυπαρισσίας δικηγόρων.
44§4ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Νὰ κατατεθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐφέτου κ.
45Δημητριάδου, καὶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
46§5ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
47«Κύριον Πρόεδρον Βουλῆς. Ἀθήνας.
48«Σεβαστὸς πολιτευτὴς κ. Σωτηρόπουλος ἐξ ἐσφαλμένων
49ὅλως πληροφοριῶν προέβη εἰς ἄδικον ἔλεγχον ὑπηρεσίας ἐν-
50ταῦθα εἰσαγγελέως κ. Λυκουρέζου, ἀμερολήπτως πάνυ καὶ
51χρηστῶς ἐκπληροῦντος καθήκοντά του.»
52«Οἱ δικηγόροι Κυπαρισσίας.
53«Ζαχαρόπουλος, Παπαλεξόπουλος, Κ. Τσίμης, Π. Ἰα-
54τρόπουλος, Καραβίτης, Κυριλλόπουλος, Ἀποστολόπουλος,
55Μανωλόπουλος, Κοκκέβης, Πιπιλῆς, Μελισσηνὸς, Γεωργα-
56κόπουλος, Καραπατᾶς, Γιαννακόπουλος, Κακαβᾶς.»
57§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλκιβιάδης Δεληγιάννης ἔχει τὸν
58λόγον.
59§7ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ σημείωμα, τὸ
60ὁποῖον κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν περὶ
61τῶν πωληθέντων παλαιῶν πυροβόλων, πιστεύω ὅτι εἶναι ἀκρι-
62βές. Ἀλλὰ θέλω παρακαλέσει αὐτὸν, ἵνα καταθέσῃ καὶ τὰ
63ἔγγραφα τῆς δημοπρασίας, διότι γνωρίζω, ὅτι ὄχι μόνον ὅσα
64εἶπεν, ἀλλὰ πλείονα ἐπωλήθησαν, πολλαὶ ὀκάδες, καὶ ὅτι
65ἐπωλήθησαν 1½ λεπτὸν τὴν ὀκᾶν, ἐνῷ ὁ ἀγοραστὴς ἔμπορος
66τῆς Μασσαλίας τὰ ἠγόρασε κατόπιν ἀντὶ 13 λεπ. κατ’ ὀκᾶν,
67ὥστε τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη πολλὰ, καὶ ὄχι ὅσα ἔλεγε προ-
68χθὲς ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἑπομένως ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγρά-
69φων τοῦ πλειστηριασμοῦ θέλει φωτίσει τὴν Βουλὴν, ἄν πραγ-
70ματικῶς ἐτηρήθησαν ὅλαι αἱ διατυπώσεις τοῦ νόμου περὶ δη-
71μοπρασίας τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, διότι ἐγὼ ἔχω
72διαφορετικὰς πληροφορίας, καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, ὅτι
73εἶναι μέγα, καὶ ὡς πρὸς τὴν πώλησιν.
74Μεταβαίνω εἰς ἕτερον ζήτημα. Εἰσήγαγον εἰς τὴν Βου-
75λὴν πρὸ ἡμερῶν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου
76ἐπὶ τοῦ οἴνου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρατηρῶ ὅτι ἔχει ἐγ-
77γραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὑπ’ ἀριθμὸν 37. Παρα-
78καλῶ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, νὰ θέσητε αὐτὸ μεταξὺ τῶν πρώ-
79των, καὶ ἂν ὑμεῖς νομίζητε ὅτι δὲν εἶναι ἐπεῖγον, παρακαλῶ
80νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως περὶ τῆς ἐγ-
81γραφῆς αὐτοῦ μεταξὺ τῶν πρώτων, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ
82νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον ἐπειγόντων καὶ ἀναγ-
83καίων ὅπως ψηφισθῇ πρὸ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ
84τμήματος τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ
85προϋπολογισμοῦ παρὰ τῆς Βουλῆς, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον
86πρόκειται ἐντὸς ὀλίγου νὰ ἐκτεθῇ ὁ φόρος οὗτος εἰς δημο-
87πρασίαν καὶ ἐνοικιασθῇ εἰς ἐνοικιαστάς, οἱ ὁποῖοι εἶναι, ὡς
88εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἀνώτεροι περὶ τὰς βιαιοπραγίας κατὰ τὴν
89βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν καὶ αὐτῶν τῶν Τούρκων σπαχή-
90δων, διότι πολλάκις ὁ φορολογούμενος, ἐνῷ δὲν ἔχει οὐδὲ ὀκᾶν
91οἴνου, αἴφνης εὑρίσκεται ἐγγεγραμμένος ἐν πρωτοκόλλῳ κατα-
92μετρήσεως ὅτι εἶχεν ἐν βυτίοις 2 καὶ 3 χιλιάδας ὀκάδας οἴνου,
93ὡς δ’ ἔχει ὁ νόμος, διὰ τὴν ἐγκληματικὴν ταύτην πρᾶξιν
94τιμωροῦνται οἱ ἐνοικιασταὶ μόνον διὰ προστίμου, καὶ οὕτω
95καταβασανίζουσι τὸν λαὸν διὰ τὴν ψευδῆ αὐτὴν βεβαίωσιν,
96διότι τὰ ἀποτελοῦντα τὴν τῆς καταμετρήσεως ἐπιτροπὴν
97πρόσωπα εἶναι αὐτοὶ οἱ ἐνοικιασταί, ἢ συγγενεῖς ἢ φίλοι στε-
98νοὶ αὐτῶν, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ πρόστιμον, ἐάν τις
99καταγγείλῃ αὐτούς. Πολλάκις ἔκαμαν ἀντιῤῥήσεις οἱ δυστυ-
100χεῖς φορολογούμενοι, ἀλλὰ τὰ Εἰρηνοδικεῖα ἀπεφάνθησαν, ὅτι
101δὲν ἔχουσιν ἁρμοδιότητα, ἄλλως δὲ ἀπέῤῥιψαν αὐτὰς, καὶ
102οὕτω πολλοὶ ἀπώλεσαν καὶ τὰ ἔξοδά των, καὶ ἐπανῆλθον
103εἰς τὴν προτέραν αὐτῶν κατάστασιν, πληρώσαντες καὶ τὰ
104ἔξοδα τῶν ἐνοικιαστῶν.
105Περὶ τῆς προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὀφείλει ἡ Βου-
106λὴ ἀμέσως νὰ ἀποφανθῇ, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἀποφανθῇ δι’
107ὀνομαστικῆς κλήσεως.
108§8ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καταρτίζεται νομοσχέδιον περὶ
109τούτου, κύριε Βουλευτὰ, τὸ ὁποῖον θὰ κατατεθῇ τὴν προσεχῆ
110Δευτέραν. Τότε δὲ δύνανται νὰ συζητηθῶσι ταὐτοχρόνως καὶ
111τὰ δύο.
112§9ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Πολὺ καλά.
113§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας
114διατάξεως;... Οὐδεὶς εἶναι ἐγγεγραμμένος.
115Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
116Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως
117περὶ τῆς Κρήτης.
118Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
119§11ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς, ὡς πιστεύω, κύριοι Βουλευταὶ,
120ὑπάρχει Ἕλλην ἐντὸς τῆς αἰθούσης, εἴτε ἐκτὸς αὐτῆς, ὁ μὴ
121εὑρίσκων δεδικαιολογημένην καὶ ἐπιβεβλημένην ὑπὸ τῶν ἐθνι-
122κῶν συμφερόντων τὴν ἐξ ἐπερωτήσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
123προαχθεῖσαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συζήτησιν, ἧς σκοπὸς εἶναι ἡ
124ἐξέτασις τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Κρητικῷ
125ζητήματι. Μέχρι τῆς προχθὲς δὲν ἐξήρουν ἐκ τῶν τοιαύτην
126ἐχόντων γνώμην οὐδὲ τοὺς ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν θώκων καθη-
127μένους, διότι ἐφρόνουν, ὅτι οὗτοι, εἰς τοὺς ὁποίους οὐδεὶς δύ-
128ναται νὰ ἀρνηθῇ τὸ ἀκραιφνὲς τῆς φιλοπατρίας αἴσθημα,
129κατατιθέντες εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τῆς ὑπ’ αὐτῶν
130διαχειρισθείσης ἐθνικῆς ὑποθέσεως, ἤθελον ἴδει εὐχαρίστως ἐξε-
131λεγχομένην τὴν πολιτείαν αὐτῶν ἐν ζητήματι ἐξόχως ἐθνικῷ.
132Λυποῦμαι, διότι ὑστέρησαν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ἐπιβαλλομέ-
133νου εἰς αὐτοὺς καθήκοντος, ἀρνηθέντες νὰ προσαγάγωσι τὰ
134σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἔγγραφα. Ἡ προσαγωγὴ
135τῶν ἐγγράφων ἤθελε διευκολύνει καὶ διαφωτίσει τὴν συζή-
136τησιν, ἤθελε καταστήσει εὐχερέστερον τὸν κοινοβουλευτικὸν
137ἔλεγχον, καὶ ἤθελεν ἴσως κωλύσει, εὐλόγους ἄλλως, κατὰ τῆς
138Κυβερνήσεως αἰτιάσεις. Ἀφοῦ ἐπέτρεψαν εἰς ἑαυτοὺς νὰ πι-
139στεύωσιν, ὅτι αἱ προσπάθειαι καὶ αἱ ἐνέργειαί των συνεβά-
140λοντο εἰς τὴν ἐπιτευχθεῖσαν λύσιν, ἀφοῦ διεκήρυξαν, ὅτι διὰ
141τῆς ἐπιτευχθείσης λύσεως ἐπερατώθη τὸ στάδιον τῶν ἐνερ-
142γειῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἦτο, κατ’ ἐμὲ, ἐπι-
143τετραμμένον εἰς αὐτοὺς νὰ ἀρνηθῶσι τὴν εἰς τὴν Βουλὴν
144προσαγωγὴν τῶν αἰτηθέντων ἐγγράφων. Ἡ μὴ κατάθεσις
145τῶν ἐγγράφων παρέχει τὴν εὔλογον ὑπόνοιαν, ὅτι ἐν τῇ ἐξε-
146λίξει τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει τι τὸ ἐλέγχον
147καθυστέρησιν, παράλειψιν ἢ ὀλιγωρίαν ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν
148ἐπιβαλλομένων αὐτῇ καθηκόντων.
149Πάντων τῶν ἐθνῶν αἱ Κυβερνήσεις εἶναι οἱ νόμιμοι αὐτῶν
150ἀντιπρόσωποι ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν διεθνῶν αὐτῶν σχέσεων,
151ἀσκοῦσι δὲ τὰ ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τῶν σχέσεων τούτων καθή-
152κοντα καὶ δικαιώματά των ἐν πάσῃ μὲν ἐλευθερίᾳ, ἀλλ’ ἐν
153ἀμερίστῳ εὐθύνῃ. Μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων τῶν ἐθνῶν τῶν
154μοναρχικῶς διοικουμένων καὶ τῶν ἐθνῶν τῶν συνταγματικῶς
155διοικουμένων ὑπάρχει τις διαφορά. Αἱ πρῶται ῥυθμίζουσι τὰ
156τῶν διεθνῶν σχέσεων ὡς αὗται κρίνουσι καλλίτερον, ὀφείλου-
157σαι εὐθύνας εἰς μόνην τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὴν ἱστορίαν· αἱ
158Κυβερνήσεις ὅμως τῶν συνταγματικῶς διοικουμένων ἐθνῶν
159ὑποβάλλονται εἴς τινα περιορισμόν· ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τῶν
160τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ὀφείλουσι νὰ ὁδηγῶνται ὑπὸ
161τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖον διερμηνεύεται ὑπὸ τοῦ
162Κοινοβουλίου, εἰς ὅ δίδουσι λόγον εὐθὺς ὡς αἱ κυβερνητικαὶ
163ἐνέργειαι καταλήξωσιν εἰς ὡρισμένην τινὰ λύσιν. Ἡ δοσιλο-
164γία τῶν Ὑπουργῶν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ὁ ἐξ αὐτῆς
165προκαλούμενος κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος δὲν ἔχει μόνον τὸν
166σκοπὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν
167ἤδη πραχθέντων ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν. Ἔχει καὶ ἕτερον λό-
168γον· ἐκ τῶν συζητήσεων, ἃς ὁ ἔλεγχος οὗτος προκαλεῖ, ἐν-
169δεικνύεται τὸ φρόνημα τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας περὶ τῆς
170ἐν τῷ μέλλοντι τηρητέας πολιτικῆς. Ὅταν ἡ Βουλὴ πεί-
171θηται περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν Ὑπουργῶν ἐν τῷ λήξαντι
172σταδίῳ, περιβάλλει αὐτοὺς διὰ νέας ἰσχύος, ἥτις εἶναι χρή-
173σιμος εἰς τοὺς κυβερνῶντας ἐν τῇ περαιτέρω πολιτείᾳ των.
174Ἰδοὺ διατὶ ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει
175Ἕλλην, ὁ μὴ εὑρίσκων δεδικαιολογημένην τὴν προκειμένην
176συζήτησιν· ἰδοὺ διατὶ ἐξεδήλωσα τὴν λύπην μου ἐπὶ τῇ ἀρ-
177νήσει τῆς Κυβερνήσεως πρὸς κατάθεσιν τῶν σχετικῶν ἐγγρά-
178φων. Τὴν ἔλλειψιν τῶν ἐγγράφων ἀνεπλήρωσεν ἐν μέρει ἡ
179τελευταία ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουρ-
180γικοῦ Συμβουλίου, ἥτις παρέσχεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀσφαλὲς
181ἔδαφος πρὸς συζήτησιν.
182Ἡ αὐτονομουμένη μικρὰ αὕτη γωνία τῆς Ἑλληνικῆς χώ-
183ρας δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀξιώσεις Κράτους ἀξίου τοῦ ὀνόμα-
184τος, ἐὰν καὶ πρὸς στιγμὴν ἀποβάλῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι κυρίαν
185ἔχει ἀποστολὴν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν μόνιμον ἀποκατάστα-
186σιν τῶν μὴ εἰσέτι ἀπελευθερωθέντων Ἑλλήνων. Ἡμᾶς τοὺς
187βιοῦντας ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Κράτει δὲν μᾶς συνδέει πρὸς τοὺς
188διατελοῦντας εἰσέτι ὑπὸ τὸν ξενικὸν ζυγὸν ἀδελφοὺς ἡμῶν
189μόνον ὁ δεσμὸς τῆς θρησκείας καὶ τῆς γλώσσης, μᾶς συνδέει
190ἡ κοινὴ καταγωγή, μᾶς συνδέουσιν οἱ κοινοὶ ἀγῶνες, μᾶς
191συνδέουσιν οἱ κοινοὶ πόθοι. Εὐλόγως ὑπολαμβάνεται τὸ ἐλεύ-
192θερον Κράτος ὡς ἡγέτης τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ εὐλόγως οἱ
193ἐν αὐτῷ οἰκοῦντες καὶ οἱ ἐκτὸς αὐτοῦ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς
194Κυβερνήσεως ἀπεκδέχονται πᾶσαν ἐνέργειαν, ἀφορῶσαν εἰς
195τὴν διαρκῆ ἀποκατάστασιν τῶν μὴ εἰσέτι ἀπελευθερωθέν-
196των Ἑλλήνων. Νομίζω δὲ, ὅτι εἰς σφάλμα περιέπεσεν ὁ
197ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἰσχυ-
198ρισθεὶς ἐντεῦθεν, ὅτι ἤθελε χαρακτηρισθῆ τὸ Κράτος ἡμῶν
199γελοῖον, ἐὰν ἠξίου τὴν ἡγεμονίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ἠσθάνθη
200ὅμως ἀμέσως τὸ λάθος του, καὶ ἐφρόντισεν ἐν αὐτῇ ταύτῃ
201τῇ ἀγορεύσει του νὰ τὸ διορθώσῃ, διότι δύο ἀνέφερε γεγο-
202νότα, ἐνδεικνύοντα, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος φρονεῖ τὸ ἐναντίον. Ὁ
203ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερεν, ὅτι ὡς
204πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις κατὰ τὸ 1867 ἐκλήθη
205ὑπὸ τοῦ τότε αὐτοκράτορος τῆς Γαλλίας Ναπολέοντος Γʹ,
206ὅστις τῷ εἶπεν, ὅτι δὲν ἐγένετο αὐτῷ δυνατὸν νὰ πράξῃ
207τι ὑπὲρ τῆς Κρήτης, διότι μεγάλην εὕρισκεν ἀντίδρασιν
208παρ’ ἄλλαις Δυνάμεσιν, ἀλλ’ ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς ἐστέργομεν τὴν
209αὐτονομίαν τῆς Κρήτης, ἠδύνατο ν’ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον
210τοῦτο, ὅπως πείσῃ καὶ τὰς ἄλλας Δυνάμεις καὶ τὴν Πύλην,
211ἵνα παραχωρηθῇ εἰς τὴν Κρήτην ἡ αὐτονομία. Ἀλλ’ ὅταν
212ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Γαλλίας ἀπηυθύνετο πρὸς τὸν ἀντιπρό-
213σωπον τῆς Ἑλλάδος καὶ ᾐτεῖτο τὴν συναίνεσιν τῆς Ἑλλά-
214δος, ὅπως ἐργασθῇ διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς αὐτονομίας εἰς τὴν
215Κρήτην, τί ἄλλο ἐνεδείκνυεν ἢ ὅτι ἀναγνωρίζει τὴν Ἑλλάδα,
216ὡς ἔχουσαν τὴν ἡγεσίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ;
217Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἀνέφερεν ὁ ἴδιος ἐν τῇ αὐτῇ ἀγορεύσει του, ὅτι
218δὲν πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, τί εἶπεν ἐν τῷ Ἀγγλικῷ
219Κοινοβουλίῳ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν γινώσκω, ἐὰν
220ταῦτα εἶπεν, ἀλλὰ καὶ ἂν τὰ εἶπεν, εἶναι γνώμη ἀτομική.
221Τὸ φρόνημα τῆς Ἀγγλίας καὶ τῶν ἄλλων Μεγάλων Δυνά-
222μεων περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἶναι διάφορον. «Κράτος,
223»τὸ ὁποῖον ἐξασκεῖ ἐπιῤῥοὴν τοιαύτην, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ
224»συγκινήσῃ ἓξ ἢ ἑπτὰ ἑκατομμύρια ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς Ἰλλυ-
225»ρικῆς χερσονήσου καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
226»μὴ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν ἰσχυ-
227»ρῶν τῆς Εὐρώπης». Εἶναι ἢ δὲν εἶναι αὕτη ἐπαρκὴς ὁμο-
228λογία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὸ ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν
229Βασίλειον ἔχει τὴν σημαίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ἔχομεν λοι-
230πὸν ἠθικὰς ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς εἰσέτι ὑπὸ τὸν ξενικὸν ζυ-
231γὸν διατελοῦντας Ἕλληνας· ἂν δὲ τοιαύτας ὑποχρεώσεις ἔχο-
232μεν πρὸς πάντας τοὺς ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος Ἕλληνας, αἱ ὑπο-
233χρεώσεις αὗται ἀποβαίνουσιν ἐπιτακτικώτεραι καὶ ἱερώτεραι
234ἀπέναντι τῶν ἐν τῇ πολυπαθεῖ μεγαλονήσῳ τῆς Κρήτης οἰ-
235κούντων Ἑλλήνων. Καθ’ ὃν χρόνον καὶ τὸ ἡμέτερον Βασί-
236λειον καὶ ἅπας ὁ Ἑλληνισμὸς διετέλει ὑπὸ τὴν δουλείαν, οὐ
237μόνον ἐκ τοῦ ἐλευθέρου νῦν Βασιλείου, ἀλλὰ καὶ ἐν Κρήτῃ
238πολλαὶ ἐξηγέρθησαν ἐπαναστάσεις πρὸς ἀποτίναξιν τοῦ ξε-
239νικοῦ ζυγοῦ. Κατὰ δὲ τὸν γενικὸν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀγῶνα
240ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας οἱ ἐν Κρήτῃ Ἕλληνες ἠγωνίζοντο μετὰ
241τῶν πατέρων ἡμῶν τὸν κοινὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον ἐθεώρουν
242ἀνεπίδεκτον διαιρέσεως· δὲν ἐμάχοντο δὲ μόνον εἰς τὴν ἑαυ-
243τῶν πατρίδα, ἀλλ’ ἐμάχοντο καὶ εἰς πάσας τὰς μάχας καὶ
244εἰς πάντα τὰ πεδία τοῦ νῦν ἐλευθέρου Βασιλείου.
245Περιττὸν νὰ ἀναμνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὁποῖον πένθος ἐπέ-
246σκηψεν, ὁποῖον ἄλγος κατέλαβε τὰς καρδίας τῶν ἀγωνιστῶν
247πατέρων ἡμῶν, ὅταν πλοκὴ περιστάσεων, ἀνεξαρτήτων τῆς
248θελήσεώς των, ἀπεχώρησε τὴν Κρήτην καὶ ἀφῆκεν αὐτὴν ὑπὸ
249τὸν ξενικὸν ζυγόν. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἄρχονται αἱ με-
250γαλείτεραι κατὰ τῶν Ἑλλήνων καταπιέσεις, διότι ἡ κυρίαρ-
251χος δύναμις ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης συνέλαβε τὸ σχέδιον νὰ
252καταπνίξῃ τὸν ἐν Κρήτῃ Ἑλληνισμόν· ἐφ’ ὅσον προεβάλλετο
253ἀντίστασις ἀπὸ μέρους τῶν ἐν Κρήτῃ Ἑλλήνων, ἐπὶ τοσοῦ-
254τον ἐπετείνοντο τὰ ἀπανθρωπότερα καὶ βαρβαρώτερα τῶν
255μέσων πρὸς καταστροφὴν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Σειρὰ ἐπαναστά-
256σεων ἐσημειώθη ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποκα-
257τεστάθη τὸ ἐλεύθερον Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος. Τίς ἐξ ἡμῶν
258δὲν ἐνθυμεῖται τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον διεξήγαγον οἱ ἀδελφοὶ
259ἡμῶν Κρῆτες ἐπὶ τριετίαν, ἀνθιστάμενοι κατὰ τῆς κυριάρ-
260χου δυνάμεως; Εἰς πεντήκοντα καὶ πλέον χιλιάδας εἶχεν
261ἀνέλθει ὁ ἐν Κρήτῃ συγκεντρωθεὶς τουρκικὸς στρατὸς, καὶ ὅμως
262ἡ δρὰξ ἐκείνη τῶν ἡρώων Κρητῶν ἀνθίστατο κατὰ τῆς κυ-
263ριάρχου δυνάμεως, ὑπέκυψε δ’ ἐπὶ τέλους, μετὰ τριετῆ ἀγῶνα,
264ἀλλ’ ὑπέκυψεν ἀφοῦ ἅπασα ἡ Εὐρώπη, ὑποκύπτουσα εἰς τὸ
265κρατῆσαν δόγμα τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας, συνεβού-
266λευσε νὰ ὑποταχθῇ καὶ αὖθις ὑπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγὸν ἡ
267Κρήτη. Ἔκτοτε παρὰ τοῖς ἐν Ἑλλάδι σκεπτομένοις διὰ τὸ
268μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐμορφώθη ἡ γνώμη, ὅτι, ἵνα συντε-
269λέσῃ τὸ ἐλεύθερον Βασίλειον ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν
270δούλων ἀδελφῶν, ὀφείλει νὰ παρασκευασθῇ κατὰ θάλασσαν
271καὶ κατὰ ξηράν. Ὅτε κατὰ τὸ 1889 κατεπονήθη ἡ τότε
272ἐγερθεῖσα ἐπανάστασις καὶ κατηργήθησαν τὰ δικαιώματα,
273τὰ χορηγηθέντα ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Χαλέ-
274πας, κατεδείχθη τότε αἰσθητότερον τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον
275ἐπεβάλλετο εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, νὰ παρασκευασθῇ
276στρατιωτικῶς καὶ ναυτικῶς, οὕτως ὥστε νὰ δύναται αὕτη
277νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν, τοὺς διατελοῦντας
278ὑπὸ τὸν ξενικὸν ζυγόν. Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι αἱ
279στρατιωτικαὶ καὶ ναυτικαὶ δυνάμεις ἡμῶν κατὰ τὸν τελευ-
280ταῖον Κρητικὸν ἀγῶνα διετέλουν εἰς ἣν κατὰ τὸ 1889
281κατάστασιν. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος Πρόε-
282δρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν
283ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας συνάδελφον, νὰ παρατηρήσῃ πρὸς αὐ-
284τὸν, ἴσως δὲ βραδύτερον καὶ πρὸς ἐμὲ, ὅτι ἡμεῖς, οἵτινες ὑπε-
285στηρίξαμεν τὴν προκάτοχον τῆς παρούσης Κυβέρνησιν κατὰ
286τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, οὐδὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ συνηγο-
287ρῶμεν ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς συντάξεως τῆς
288χώρας. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι προσῆκον ἐν τοιούτῳ θέματι,
289ἐν τοιαύτῃ συζητήσει, νὰ κατερχώμεθα εἰς ἀντεγκλήσεις ἀφο-
290ρώσας τὸ παρελθόν· τὸ χειρόκτιον ῥίπτει καὶ αὖθις πρῶτος
291ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐγκαλῶν ἡμᾶς
292ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ὡς μὴ ἔχοντας τὸ δικαίωμα νὰ
293προβάλωμεν τὴν σημαίαν τῆς ἀμέσου συντάξεως τῶν στρα-
294τιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐὰν λάβῃ
295τις ὑπ’ ὄψιν τὰ ἁμαρτήματα τοῦ παρελθόντος, δὲν δύναται νὰ
296θεωρήσῃ ἀμέτοχον τὸν ἔντιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,
297διότι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, καὶ πρὸ τοῦ 1882 καὶ μετὰ ταῦτα,
298διῴκησε τὴν Ἑλλάδα· ὥστε, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἰς βάρος τοῦ
299παρελθόντος πρέπει πάντα τὰ ἁμαρτήματα νὰ ῥίψωμεν, μέ-
300ρος τῶν ἁμαρτημάτων τούτων ὀφείλει ν’ ἀναλάβῃ εἰς ἴδιον
301λογαριασμὸν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
302βουλίου. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσῃ, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὸν
303τελευταῖον Κρητικὸν ἀγῶνα ἦτο ὁ στόλος ἡμῶν καλλίτερον
304καὶ πληρέστερον παρεσκευασμένος, ἐὰν εἰς αὐτὸν προσετέθη-
305σαν τρία θωρηκτά, μηδόλως ὑστεροῦντα τῶν θωρηκτῶν τῶν
306μεγάλων ἐπικρατειῶν καὶ δυνάμενα ν’ ἀντιταχθῶσι μετὰ πι-
307θανότητος ἐπιτυχίας κατὰ τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς γεί-
308τονος ἐπικρατείας, τοῦτο ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὴν διοίκησιν
309ἐκείνην, κατὰ τῆς ὁποίας ἐξετόξευσε καὶ νῦν αἰτιάσεις ὁ κ.
310Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν ἔχομεν σήμερον
311ὁπλισμὸν μὴ ὑστεροῦντα τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐν τῷ πυροβολικῷ
312καὶ ἐν τῷ πεζικῷ ἡμῶν, ἐὰν ἔχομεν σήμερον στρατῶνας καὶ
313ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, ποῦ ὀφείλονται πάντα ταῦτα, εἰμὴ
314εἰς τὴν διοίκησιν ἐκείνην, κατὰ τῆς ὁποίας ἐγείρουσι πάντοτε
315αἰτιάσεις, ἵνα δικαιολογήσωσι τὸ παρόν;
316Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν διενοήθην νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι δὲν συνεπληρώθη
317ὡς ἔδει ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις τῆς χώρας, ἀλλὰ δὲν συνεπλη-
318ρώθη, διότι ὑπῆρχεν ἄλλος ὁ σκοπὸς, εἰς τὸν ὁποῖον διέ-
319βλεπεν ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὡς ἐκ τῆς πρὸ τοῦ
3201882 διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, εἶχεν ἐγερ-
321θῆ παρ’ ἡμῖν τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα τοσοῦτον κρίσιμον, το-
322σοῦτον ὀξὺ, ὥστε ὤφειλε πᾶς ὁ κυβερνῶν τὴν Ἑλλάδα πρὸ
323παντὸς νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα μὴ περιέλθωμεν εἰς κατάστασιν
324πτωχεύσεως, διότι πρὸ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς συν-
325τάξεως ἔδει νὰ προκληθῇ ἡ οἰκονομικὴ σύνταξις. Ἀλλὰ φορὰ
326περιστάσεων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως καὶ ἐκείνων καὶ πάν-
327των ἡμῶν, περιήγαγεν ἡμᾶς εἰς τὴν κατάστασιν τῆς πτω-
328χεύσεως. Ἀλλὰ μετὰ τὴν πτώχευσιν εἶναι ἐπιβεβλημένον
329ἡμῖν τὴν αὐτὴν πολιτικὴν τὴν οἰκονομικὴν νὰ μετερχώμεθα
330καὶ σήμερον; Ἐὰν δὲ πρόκειται καὶ αὖθις τὴν αὐτὴν αἰτία-
331σιν νὰ ἀπευθύνωσι καθ’ ἡμῶν, διότι ἀγορεύομεν ὑπὲρ τῆς
332στρατιωτικῆς καὶ τῆς ναυτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, ἠδυ-
333νάμην νὰ παρατηρήσω καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς
334Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ σπουδαιότερον ἐφό-
335διον παντὸς πολιτικοῦ ἀνδρὸς εἶναι τὰ ἐν τῷ παρελθόντι ὑπ’
336αὐτοῦ πραχθέντα σφάλματα. Τοῦτο δύναταί τις νὰ τὸ εἴπῃ
337διὰ πάντα σωφρονοῦντα ἰδιώτην περὶ τῶν ἰδίων αὐτοῦ ὑπο-
338θέσεων, πολλῷ δὲ μᾶλλον δι’ ἐκείνους, οἵτινες κυβερνῶσι μίαν
339χώραν. Ἐὰν διεπράχθησαν ἐν τῷ παρελθόντι σφάλματα, δὲν
340ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι τὰ σφάλματα ταῦτα κωλύουσιν ἡμᾶς
341ἀπὸ τοῦ νὰ σκεπτώμεθα καὶ ἐργαζώμεθα νῦν σκοπιμώτερον,
342ὅπως τὰ τοῦ παρελθόντος σφάλματα διορθώσωμεν, καὶ ὁδηγού-
343μενοι ἐκ τῆς κεκτημένης πείρας ἐγκαταστήσωμεν νέαν πορείαν.
344Τὰ τοῦ τελευταίου Κρητικοῦ ἀγῶνος, κατ’ ἐμὴν ἐκτίμη-
345σιν, δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς τρεῖς χρονικὰς περιόδους. Ἡ
346πρώτη περίοδος ἀνάγεται εἰς τὰ γενόμενα μέχρι τῆς 3ης
347Μαΐου 1896, ἤτοι μέχρι τῆς πολιορκίας τοῦ Βάμου· τὰ τῆς
348δευτέρας περιόδου ἀνάγονται εἰς τὰ γενόμενα ἀπὸ τῆς 3ης
349Μαΐου μέχρι τῆς 17ης ἢ 20ῆς Μαΐου, καὶ τὰ τῆς τρίτης
350περιόδου ἀνάγοντα εἰς τὰ ἐντεῦθεν γενόμενα. Κατὰ τὴν Αʹ
351περίοδον, ὡμολογήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυ-
352βερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἐμερίμνα καὶ προσεπάθει
353παντὶ σθένει, ὅπως εἰρηνεύσῃ τὴν Κρήτην, ὅπως πείσῃ τοὺς
354διατεθειμένους νὰ ἐξεγερθῶσι κατὰ τοῦ κυβερνητικοῦ καθε-
355στῶτος, ἵνα μείνουν ὑποτεταγμένοι καὶ εὐπειθοῦντες πρὸς τὴν
356κυρίαρχον δύναμιν. Δὲν κατώρθωσε νὰ πείσῃ τοὺς ἐν Κρήτῃ
357Ἕλληνας νὰ ἐγκαταλείψωσι πάντα αὐτῶν τὰ αἰτήματα καὶ
358νὰ ὑποταχθῶσιν ὑπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγόν. Ἀλλ’ ἐὰν κατώρ-
359θου νὰ πείσῃ αὐτοὺς νὰ μὴ ἀναλάβωσιν ἀνὰ χεῖρας τὰ ὅπλα,
360ἐρωτῶ, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσι τὰ προνόμια ἢ τὰ δι-
361καιώματα, ὅσα ἐπὶ τοσοῦτον ἐξῆρεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόε-
362δρος τῆς Κυβερνήσεως; Ἐὰν οἱ Κρῆτες ὑπήκουον εἰς τὰ κε-
363λεύσματα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀποτρεπούσης αὐτοὺς
364ἐκ παντὸς κινήματος καὶ ἐπιταττούσης τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς
365Μεταπολιτεύσεως νὰ διαλυθῇ, θὰ ἐπήρχετο ἡ λύσις τῆς παρα-
366χωρήσεως τῶν προνομίων, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ καυχᾶται ἡ Κυβέρ-
367νησις; Ὀφείλει λοιπὸν ἀναγκαίως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνομο-
368λογήσῃ τὸ σφαλερὸν τῆς πολιτικῆς της ἀπέναντι τῶν Κρη-
369τῶν, ἢ ν’ ἀποδεχθῇ, ὅτι ἡ ἐπελθοῦσα λύσις οὐδὲν ἔχει τὸ κοι-
370νὸν πρὸς τὰς ἐνεργείας καὶ προσπαθείας αὐτῆς.
371Ἡ ἐν Κρήτῃ ἐπανάστασις, ὡς πάντες οἱ παρακολουθή-
372σαντες ταύτην γνωρίζουσιν, ἤρξατο παρασκευαζομένη ἀπὸ
373τοῦ μηνὸς Ἰουλίου τοῦ παρελθόντος ἔτους. Κατὰ τὸν χρό-
374νον ἐκεῖνον, πάντες ἐνθυμούμεθα, εἰς ὁποίας διετέλει δυσχε-
375ρείας ἡ γείτων ἐπικράτεια, ὡς ἐκ τοῦ Ἀρμενικοῦ ζητήματος,
376ὁπόσον ἦτο περιδεὴς καὶ ὁπόσον ἐμερίμνα, ἵνα μὴ κίνημά τι
377ἐπαναστατικὸν ἐγερθῇ εἰς ἕτερόν τι τμῆμα τῆς ἐπικρατείας
378της. Ἐν τοιαύτῃ δυσχερεῖ θέσει εὑρισκομένης τῆς γείτονος
379ἐπικρατείας, τῶν πραγμάτων τῆς Κρήτης παρασκευαζόν-
380των ἐπανάστασιν κατὰ τοῦ Κρητικοῦ καθεστῶτος, δὲν ἦτο
381ἐπιβεβλημένον τῇ Ἑλληνικῇ Κυβερνήσει νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς
382εὐκαιρίας ταύτης καὶ ζητήσῃ ὅ,τι τότε ἐζήτουν οἱ ἐν Κρήτῃ
383Ἕλληνες; Ἀλλὰ περὶ τοιαύτης ἐνεργείας οὐδεμία ἐγένετο
384μνεία οὔτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως οὔτε ἀλλαχόθεν. Δυστυχῶς
385δὲ ἐβεβαιώθη, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἐπο-
386χὴν ἐκείνην περὶ ἑνὸς ἐμερίμνα, οὐδεμίαν νὰ δώσῃ ἀφορ-
387μὴν καὶ ἐνόχλησιν εἰς τὴν γείτονα ἐπικράτειαν, ἵνα μὴ δυσ-
388χεράνῃ τὴν θέσιν αὐτῆς, ἵνα μή, ὡς ἀξιοῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
389Κυβερνήσεως, ἐμβάλῃ εἰς κίνδυνον τὴν διατήρησιν τῆς ὁμο-
390φωνίας τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων.
391Εἶναι ὅμως γνωστόν, ὅτι ἀκριβῶς ἐν τῷ ζητήματι τῷ Ἀρ-
392μενικῷ ἀνεφύη διαφωνία μεταξὺ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων·
393καὶ ὑπῆρξε Δύναμις μεγάλη, ἥτις ἐθεωρήθη ὡς ἡττηθεῖσα ἐν
394τῷ ζητήματι ἐκείνῳ, ἥτις—δεδικαιολογημένως παρεστάθη
395ὑπὸ ἑτέρων συναδέλφων—μετὰ προθυμίας ἤθελεν ὑποστηρί-
396ξει πᾶν ἕτερον κίνημα τῶν ὑπὸ τὴν γείτονα ἐπικράτειαν δια-
397τελούντων ὑποδούλων, ἐπερχόμενον εἴτε καθ’ ὃν χρόνον παρί-
398στατο τὸ Ἀρμενικὸν, ἤτοι ἀμέσως μετ’ αὐτό. Οὐδὲν φυσικώτε-
399ρον διὰ τὴν Μεγάλην ταύτην Δύναμιν ἢ νὰ ἐπιζητῇ εὐκαι-
400ρίαν, ὅπως ἀνυψώσῃ τὸ ἑαυτῆς γόητρον, μειωθὲν ὁπωσδήποτε
401ἐν τῷ Ἀρμενικῷ ζητήματι, ὅπως οἱονεὶ ἐκδικηθῇ ἐπὶ τῇ προη-
402γηθείσῃ ἀποτυχίᾳ. Δὲν ἦτο βεβαίως ἐπάναγκες νὰ μᾶς κα-
403λέσῃ ἡ Δύναμις αὕτη, ὅπως κινηθῶμεν, ἔστω καὶ διπλωμα-
404τικῶς· ἡ ὑποστήριξις αὐτῆς ἦτο ἐκ προκαταβολῆς γνωστή.
405Πρὸς ταύτην τὴν Δύναμιν ὤφειλε νὰ στρέψῃ τὰ βλέμματα
406αὐτῆς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ ταύτης τὴν ὑποστήριξιν
407καὶ συνδρομὴν νὰ ἐπικαλεσθῇ πρὸς τελεσφόρον ἔκβασιν τῶν
408ὑπὲρ τῆς δεινοπασχούσης Κρήτης ἐνεργειῶν καὶ προσπαθειῶν
409της. Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησίς μας ἐπροτίμησε τὴν πολιτικὴν
410τῆς ἀδρανείας, τὰ δὲ βλέμματά της εἶχεν ἐστραμμένα πρὸς
411ἄλλας Δυνάμεις, ἐχούσας συμφέροντα, ἥκιστα συμβιβαζόμενα
412πρὸς τοὺς ἡμετέρους ἐθνικοὺς πόθους. Κατὰ μῆνα Σεπτέμ-
413βριον, ἀφοῦ ἐκλείσθησαν αἱ θύραι τοῦ Κρητικοῦ Βουλευτη-
414ρίου, ἐν ᾧ ἐπρόκειτο νὰ προβάλωσι τὰ αἰτήματά των οἱ
415Χριστιανοὶ Βουλευταὶ, ἡ κληθεῖσα τότε Ἐπιτροπὴ τῆς Μετα-
416πολιτεύσεως ἀπηύθυνε τὸ γνωστὸν ὑπόμνημα πρὸς πάντας
417τοὺς προξένους τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων καὶ πρὸς τὴν Ἑλ-
418ληνικὴν Κυβέρνησιν, εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε διὰ τοῦ ἐν Χανίοις
419προξένου. Τὰ ὑποβληθέντα αἰτήματα ἦσαν περίπου ὅμοια
420πρὸς ἐκεῖνα, ἅτινα τελευταῖον ἐγένοντο ἀποδεκτά. Ἐπειδὴ δὲ
421ἡ κατὰ τῆς χορηγίας τῶν αἰτημάτων τούτων ἀντίστασις
422τῆς γείτονος ἐπικρατείας ἦτο γνωστή, βέβαιον ἀπέβαινεν,
423ὅτι ἤθελεν εὑρεθῆ ἀπέναντι ἐπαναστάσεως πάντων τῶν ἐν
424Κρήτῃ Ἑλλήνων, διότι γνωσταί εἰσιν αἱ καταπιέσεις, τὰς
425ὁποίας ὑφίσταντο, γνωσταὶ δὲ αἱ χρηματικαὶ δυσχέρειαι,
426εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο ἡ Κρήτη ὡς ἐκ τῆς διαθέσεως
427τῶν προσόδων αὐτῆς ὑπὸ τῆς κυριάρχου Δυνάμεως δι’ ἄλ-
428λας αὐτῆς ἀνάγκας.
429Διήλθομεν δύο βουλευτικὰς συνόδους. Κατὰ τὴν δευτέραν,
430ἤτοι τὴν ἀμέσως προηγουμένην, ἐξ ἐπερωτήσεων ῥητόρων
431τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐγένετο ὑπόμνησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν
432περὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἐπεβάλλοντο εἰς αὐτήν. Δὲν
433δύναμαι νὰ πιστεύσω, πῶς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶχε
434προνοήσει, δὲν εἶχε πεισθῆ, ὅτι ἐπρόκειτο τὰ τῆς Κρήτης
435πράγματα νὰ ἐπιδεινωθῶσι. Τὸ προνοεῖν εἶναι ἡ κυρία ἀρετὴ
436τῶν κυβερνώντων. Ἐὰν τὰ τῆς Κρήτης εἶχον ὡς πάντες
437ἀντελαμβανόμεθα αὐτὰ, ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν
438Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐκ τῶν ἐνόντων συντάξεως
439τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, δὲν
440ἐπετρέπετο δὲ αὐτῇ νὰ διαθέτῃ τὸν χρόνον καὶ τὰς μερί-
441μνας της περὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ἐπείγοντα. Ἐὰν τὴν
442πρόνοιαν ταύτην ἐλάμβανε, φρονεῖτε ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον παρε-
443στάθη ἀνάγκη, δὲν ἠδύνατο εἴτε ὁ στόλος ἡμῶν νὰ ἐνεργήσῃ,
444εἴτε ὁ στρατὸς ἡμῶν συγκεντρούμενος νὰ παρέχῃ ἡμῖν τὸ δι-
445καίωμα νὰ φρονῶμεν, ὅτι ἤμεθα παρεσκευασμένοι; Ἀλλ’ ὁ
446προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 καὶ ὁ τοῦ 1896 περὶ οὐδενὸς τού-
447των ἐμερίμνησαν· ἦσαν πιστὸν ἀντίγραφον τῶν προϋπολογι-
448σμῶν, οἵτινες ἐπὶ τῶν παρελθόντων Ὑπουργείων εἶχον ψη-
449φισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
450Ἐν τῷ πρώτῳ σταδίῳ λοιπὸν ὁμολογεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι
451πᾶσα ἡ ἐργασία αὐτῆς, ὡς πρὸς τὰ ἐν Κρήτῃ πράγματα, ἕνα
452εἶχε σκοπὸν, νὰ πείσῃ τοὺς Κρῆτας νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τὴν
453κυρίαρχον Δύναμιν. Ὅτε δὲ καὶ πάλιν ἐκλείσθησαν αἱ θύραι
454τοῦ Βουλευτηρίου, ὅπως μὴ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ τῶν ἐν Κρήτῃ
455Ἑλλήνων, ἐκδοθέντος ἰραδὲ, δι’ οὗ ἀνεβάλλοντο αἱ ἐργασίαι
456τῆς Κρητικῆς Βουλῆς, τότε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ
457ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεως προέβη εἰς διαβήματα, ὅπως
458ἀνακληθῇ τὰ περὶ ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Κρητικῆς
459Βουλῆς διάταγμα. Ἐπετεύχθη δ’ ὄντως ἡ ἀνάκλησις, ἴσως
460καὶ δι’ ἐπιῤῥοῆς τινος ξενικῆς. Ἀλλ’ ὅταν τοῦτο ἐγένετο, τὰ
461ἐν Κρήτῃ εἶχον χωρήσει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἦτο ἀδύνατον
462νὰ προληφθῇ ἡ περαιτέρω αὐτῶν ἐξέλιξις. Γνωστὸν ἦτο, ὅτι,
463ὅταν ἡ εἴδησις αὕτη ἀφίκετο εἰς Κρήτην, ἐπολιορκεῖτο ὁ
464τουρκικὸς στρατὸς ἐν Βάμῳ, γνωστὸν δὲ εἶναι προσέτι, ὅτι,
465διαρκούσης τῆς πολιορκίας, ἡ Κυβέρνησις ἐσυμβούλευσε τὴν
466διάλυσιν. Ἐπῆλθον τέλος αἱ σφαγαὶ τῶν Χανίων, πρώτη
467δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔλαβε τὴν περὶ τούτου εἴδησιν.
468Δὲν θέλω ἐπαναλάβει ὅσα ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες εἶπον
469περὶ τοῦ θέματος τούτου, θέλω ἐξετάσει μόνον τὴν ὑποβλη-
470θεῖσαν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δικαιολογίαν ἐπὶ
471ἀδρανείᾳ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν τελε-
472σθεισῶν σφαγῶν κατὰ τῶν Χριστιανῶν. Τρία προέβαλε δι-
473καιολογήματα· τὸ πρῶτον, ὅτι ὁ στόλος ἡμῶν δὲν ἦτο εἰς
474κατάστασιν νὰ ἐκκινήσῃ, ὅτι τὰ πλοῖα ἡμῶν δὲν ἠδύναντο
475νὰ πλεύσωσι πλέον τῶν πέντε μιλίων καθ’ ὥραν· τὸ δεύτε-
476ρον, ὅτι ἦτο δυνατὸν διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ
477στόλου εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Κρήτης ν’ ἀναφλεχθῇ τὸ αἴσθημα
478καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς τῶν Κρητῶν καὶ οὕτω γεννηθῶσι ζητή-
479ματα εὐρωπαϊκὰ, παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν Μεγάλων Δυνά-
480μεων, αἵτινες ἐκ παντὸς τρόπου ἐπεζήτουν τὴν διατήρησιν
481τῆς εἰρήνης. Καὶ τρίτον, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ μᾶς ἀναγ-
482κάσωσιν αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις νὰ ἐπαναφέρωμεν εἰς τὸ
483Φάληρον τὸν στόλον ἡμῶν, οὕτω δὲ ἤθελε μειωθῆ τὸ γόη-
484τρον τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
485Προκειμένου περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν διετέ-
486λει ὁ στόλος ἡμῶν, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ ὅ,τι
487πάντες γινώσκομεν, διότι πάντες γινώσκομεν πῶς ἔχουσι τὰ
488τοῦ στόλου· ζῶμεν ἐν μικρᾷ κοινωνίᾳ καὶ συγχρωτιζόμεθα
489μετὰ τῶν διαχειριζομένων τὰ τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν. Ἀρκοῦμαι
490εἰς τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουρ-
491γοῦ, ὅστις ἔλεγε: «Τίς σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ στόλος ἡμῶν δὲν
492»ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἐνεργήσῃ; Καὶ ἂν εἶχεν ἐλλείψεις,
493»αὐταὶ δὲν ἐκώλυον τὴν δρᾶσιν». Ἀλλὰ τίς εἶναι ὁ δυνάμε-
494νος νὰ συνομολογήσῃ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
495σεως, ὅτι τὰ πλοῖα δὲν ἠδύναντο νὰ πλεύσωσιν, εἰμὴ μόνον
496πέντε μίλια καθ’ ὥραν;
497§12Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν
498εἶπεν αὐτὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
499§13ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν
500παρατηρεῖ, ὅτι δὲν εἶπε ταῦτα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
501σεως. Ἔχω τετυπωμένον τὸν λόγον του, καὶ παρακαλῶ νὰ
502μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω τὴν σχετικὴν περικοπήν· ἂν
503ὑπάρχῃ τις ὁ φρονῶν, ὅτι ἐσφαλμένως ἀντιλαμβάνομαι τῶν
504λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως,
505παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὲ διορθώσῃ (ἀναγινώσκει):
506«Ὁ στόλος, τοῦ ὁποίου ἡ μεγαλειτέρα δύναμίς εἰσι τὰ
507»τρία θωρηκτὰ, εἶχεν ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι καθίστων καὶ
508»ταῦτα οὐχὶ ὡς δύναμιν, οἵαν προσδοκᾷ ὁ θεώμενος αὐτά·
509»καὶ τὰ πλοῖα τοῦ στόλου δὲν γνωρίζω, ἂν ἠδύναντο νὰ
510»διανύσωσι πλέοντα πέντε μίλια, καὶ αὐτὰ, κατὰ τὴν γνώ-
511»μην τῶν διοικούντων, ἔτρεχον τὸν ἔσχατον κίνδυνον».
512Ταῦτα αὐταῖς λέξεσιν εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
513§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τῶν
514ἄλλων πλοίων ἔλεγον ταῦτα.
515§15ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἄλλων πλοίων’
516ἐπρόκειτο περὶ τῶν θωρηκτῶν, διότι πάντες οἱ περὶ ἀποστολῆς
517τοῦ στόλου ἡμῶν εἰς Κρήτην λαλήσαντες ἀνέφερον ὡρισμένως
518τὰ θωρηκτά. Τὰ θωρηκτά, τὰ καπνίζοντα καὶ ἀπρακτοῦντα
519ἐν Φαλήρῳ, ἦσαν τὸ θέμα τῶν συζητήσεων.
520Ὅταν λοιπὸν καὶ σήμερον ὁμολογῆτε, ὅτι ὁ στόλος ἡμῶν ἦτο
521εἰς κατάστασιν νὰ ἐνεργήσῃ, νὰ εὑρεθῇ ἐγκαίρως εἰς τὰς ἀκτὰς
522τῆς Κρήτης καὶ προστατεύσῃ τοὺς Ἕλληνας ἰδίᾳ ὑπηκόους,
523τῶν ὁποίων τινὲς καὶ ἐσφάγησαν, καὶ προστατεύσῃ πάντας
524τοὺς χριστιανοὺς Ἕλληνας σφαζομένους, νομίζετε ὅτι ἠδύνατο
525ὡς κώλυμα νὰ προβληθῇ ἡ κατάστασις τοῦ στόλου ἡμῶν; Τὸ
526λεχθὲν περὶ τοῦ στόλου ἡμῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δύ-
527ναται νὰ θεωρηθῇ ὡς βλασφημία.
528Ἀλλ’ ἐξεταστέον, ἐὰν ὄντως ἡ παρουσία τῶν πλοίων ἠδύ-
529νατο νὰ παραβλάψῃ τὰς διεθνεῖς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος.
530Ἠδύνατο ἡ παρουσία τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου εἰς τὰς ἀκτὰς
531τῆς Κρήτης, κατὰ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,
532νὰ ἀναζωπυρήσῃ τὸν εἰς τὰ στήθη τῶν ἀδελφῶν Κρητῶν
533ἐνθουσιασμὸν καὶ αὐτῶν τῶν ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Βασιλείῳ οἰ-
534κούντων, οὕτω δὲ νὰ γεννηθῶσι διπλωματικαὶ περιπλοκαί, ὧν
535ἕνεκεν ἠδύνατο νὰ ὑποληφθῇ ἡ Ἑλλὰς ὡς κατεργαζομένη
536τὴν διάσπασιν τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, αἵτινες φαίνοντοι
537ἀσπαζόμεναι καὶ ὑποστηρίζουσαι τὸ δόγμα τῆς ἀκεραιότητος
538τῆς γείτονος ἐπικρατείας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ
539Ἑλληνικοῦ στόλου ἐν Κρήτῃ κατὰ τὴν ψυχολογικὴν ἐκείνην
540στιγμήν, ἥτις ὄντως παρεῖχεν ἡμῖν τὴν εὐμενεστέραν τῶν εὐ-
541καιριῶν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ,
542ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἄμεσον τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος λύ-
543σιν, ἄνευ τῶν θυσιῶν, αἵτινες κατόπιν κατέστησαν ἀναγκαῖαι,
544ἄνευ τῆς χύσεως τοσούτου αἵματος, ἄνευ τῶν δῃώσεων καὶ
545βεβηλώσεων καὶ τόσων καταστροφῶν, ὅσας ὑπέστη ἡ μεγα-
546λομάρτυς Κρήτη· διότι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι πᾶσαι αἱ Εὐρω-
547παϊκαὶ Δυνάμεις εἰσὶ συνησπισμέναι περὶ τὸ δόγμα τῆς ἀκε-
548ραιότητος τῆς Τουρκίας, ὅταν ἤθελον εὑρεθῆ πρὸ τετελεσμέ-
549νου γεγονότος, ἤθελον κυρώσει τοῦτο ἀμέσως, ὅπως προλά-
550βωσι πᾶσαν ἑτέραν διατάραξιν, πᾶσαν ἑτέραν ἔκρηξιν ἐπανα-
551στατικὴν καὶ ἐν γένει πᾶσαν διπλωματικὴν εὐρωπαϊκὴν
552περιπλοκήν. Ὑπάρχουσι πολλὰ τὰ προηγούμενα.
553Αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις ἔχουσι βεβαίως τὸ συμφέρον νὰ μὴ
554διαταράσσηται ἡ εὐρωπαϊκὴ εἰρήνη· ἀλλ’ ἐὰν ἤθελον εὑρεθῆ
555πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, ἤθελον βεβαίως κυρώσει αὐτό.
556Ὑπάρχει τὸ προηγούμενον τοῦ 1885, ὅτε ἡ Βουλγαρία κατέ-
557λαβε τὴν Ἀνατολικὴν Ρωμυλίαν. Τότε παρεβιάζετο ἡ συνθήκη
558τοῦ Βερολίνου, τότε τὸ δόγμα τῆς ἀκεραιότητος τῆς Ὀθωμα-
559νικῆς Αὐτοκρατορίας ἦτο ἐν πληρεστάτῃ ἐπικρατήσει, τότε
560πᾶσαι αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις διετέλουν ἐν πληρεστάτῃ ὁμο-
561φωνίᾳ καὶ συμπνοίᾳ. Καὶ ὅμως αὗται περὶ ἑνὸς καὶ μόνου
562ἐσκέφθησαν, νὰ κυρώσωσι τὸ τετελεσμένον γεγονὸς καὶ παρα-
563κωλύσωσι πᾶσαν περαιτέρω διατάραξιν τῆς εὐρωπαϊκῆς εἰ-
564ρήνης. Ἀλλ’ ἐκράτει ἆρα ἡ αὐτὴ κατάστασις μεταξὺ τῶν
565ἰσχυρῶν τῆς Εὐρώπης κατὰ τὸ τελευταῖον τοῦτο ἔτος, οἵα
566ὑπῆρξεν εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν; Πάντες γινώσκομεν, ὅτι
567ὑπῆρχε Δύναμις ἐνδιαφερομένη νὰ παρατείνῃ τὴν κατάστασιν,
568εἰς ἣν διετέλει ἡ γείτων ἐπικράτεια, νὰ παρατείνῃ τὴν φθι-
569σιῶσαν αὐτῆς θέσιν, μέχρις οὗ τὰ σχέδια ταύτης πραγματο-
570ποιηθῶσιν. Ὑπῆρχον καὶ ἕτεραι Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον τὸ
571ἀντίθετον συμφέρον, εἶχον δὲ καὶ ἠθικὸν συμφέρον νὰ ἱκανο-
572ποιηθῶσι διὰ τὴν διπλωματικὴν ἧτταν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη-
573σαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν τῷ Ἀρμενικῷ ζητήματι. Ὅταν
574δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅσα ἐγράφοντο εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἐφη-
575μερίδας, ὅσα ἐλέχθησαν παρ’ ἐπισήμων προσώπων περὶ τῆς ἐπι-
576μέμπτου ἀδρανείας καὶ ἀνετοιμότητος εἰς ἣν διετέλει ἡ Ἑλ-
577λὰς κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην στιγμήν, θέλετε πεισθῆ, ὅτι,
578ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐδείκνυε τὴν προσήκουσαν δεξιό-
579τητα καὶ τόλμην, τὸ ζήτημα τὸ Κρητικὸν ἤθελεν εἶσθαι λε-
580λυμένον ἄνευ οὐδεμιᾶς θυσίας. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι αἱ
581Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις ἤθελον πᾶσαι ἑνωθῆ, ἵνα ὑποχρεώσωσι
582τὸν Ἑλληνικὸν στόλον νὰ ἐπιστρέψῃ ἐκ Κρήτης εἰς Φάληρον,
583ὅπερ ἀπίθανον, ἐρωτῶ, κατὰ τί ἤθελεν ἐλαττωθῆ τὸ γόητρον
584τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Εἰς τόσας
585προηγουμένας περιστάσεις αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις ὑπεχρέωσαν
586τὸ μικρὸν ἡμῶν Κράτος νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς ἀποφάτεις αὐτῶν,
587ἀλλ’ οὐδεὶς εὑρέθη νὰ κατακρίνῃ τὴν Ἑλλάδα, διότι ὑπέκυ-
588ψεν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης.
589Ὅτε κατὰ τὸ 1869 ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
590σεως ὑπέγραφε τὸ πρωτόκολλον τῆς προσχωρήσεως τῆς Ἑλ-
591λάδος εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς εὐρωπαϊκῆς συνδιασκέψεως,
592ἔλεγεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον: «Ὑπεγράψαμεν τὸ
593»πρωτόκολλον, ὑπείκοντες εἰς τὸν νόμον τῆς ἀνάγκης· ἢ θέ-
594»λετε τὸ μικρὸν ἡμῶν Κράτος νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὰς ἀποφά-
595»σεις Εὐρώπης, καὶ δὲν νομίζετε, ὅτι καὶ πολλὰ πρωτόκολ-
596»λα ὤφειλεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ὑπογράψῃ, ἐὰν ἡ Εὐρώπη ἐπέ-
597»βαλλεν εἰς αὐτὴν τοῦτο;» Καὶ ὅταν κατόπιν τῆς ἐπιστρατεύ-
598σεως τοῦ 1885 ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη ἀπέκλεισε τὴν Ἑλλάδα
599διὰ τῶν στόλων αὐτῆς, καὶ ὑπεχρέωσε τὴν Ἑλληνικὴν Κυ-
600βέρνησιν νὰ διαλύσῃ τὴν ἐπιστράτευσιν, ὑπῆρξέ τις ὁ κατα-
601κρίνας τὴν Ἑλλάδα, διότι ὑπέκυψεν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς
602Εὐρώπης; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοὐναντίον ἤθελε συμβῆ. Τὸ
603γόητρον τῆς Ἑλλάδος ἤθελεν ἀνυψωθῆ, διότι ἤθελεν ἀπο-
604δειχθῆ, ὅτι προθύμως καὶ μετ’ ἐθελοθυσίας ἐκπληροῖ τὸ πρὸς
605τοὺς μήπω ἀπελευθερωθέντας Ἕλληνας καθῆκόν της, ἀλλὰ
606ἡ Εὐρώπη ἀνθίσταται κατὰ πάσης ἐνεργείας τοῦ Βασιλείου
607τῆς Ἑλλάδος.
608Ἡ μὴ μετάβασις τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου εἰς Κρήτην ἔσχε
609ὡς ἀποτέλεσμα, τὸ νὰ διαλυθῇ ἡ πολιορκία τοῦ Βάμου, νὰ
610συγκεντρωθῇ ἐπαρκὴς στρατὸς τῆς κυριάρχου δυνάμεως ἐν
611Κρήτῃ καὶ ἐπακολουθήσωσιν αἱ γνωσταὶ δηώσεις, αἱματο-
612χυσίαι καὶ καταστροφαὶ τῶν χριστιανῶν κατοίκων τῆς πο-
613λυπαθοῦς Μεγαλονήσου.
614Ἐὰν δὲ μεταβῶμεν εἰς τὸ τρίτον στάδιον, τὸ μετὰ τὰς
615σφαγὰς τῶν Χανίων, τὸ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς πολιορκίας
616τοῦ Βάμου, ὁποίαν βλέπομεν τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεως;
617Διαρκὴς ἀβουλία, ἔλλειψις παντὸς σχεδίου, ἐνδοιασμοὶ ἐν
618πάσῃ ἐνεργείᾳ, ὑπόνοιαι περὶ μηχανοῤῥαφιῶν, ὑπονομευουσῶν
619τὴν διατήρησιν τῶν ὑπουργικῶν χαρτοφυλακίων. Ἀλλ’ ἡ
620κατάστασις, ἐν τῇ ὁποίᾳ διετέλει ἡ Εὐρώπη, καὶ ἐπήρειά τις
621ἐκ τῆς Ἑλλάδος, οὐχὶ βεβαίως ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίᾳ
622ἡ ἀντοχὴ τῶν μαχομένων ἡρωϊκῶς Κρητῶν, συνετέλεσαν εἰς τὸ
623νὰ ἐπέλθῃ ἡ γνωστὴ λύσις. Ἡ ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ἐπιβληθεῖσα
624λύσις ἐνέδειξε τὴν ὑφισταμένην μεταξὺ τῶν Μεγάλων Δυνά-
625μεων διχογνωμίαν, διότι ὁ φόβος μήπως ἡ παράτασις τῆς Κρη-
626τικῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἡ ἔκρηξις ἑτέρου ἐπαναστατικοῦ κινή-
627ματος ἐν τῇ γείτονι ἐπικρατείᾳ, διατελούσῃ ἐν καταστάσει
628ἐκρύθμῳ, ἐπιδεινώσωσι τὴν θέσιν ταύτην καὶ ὑποχρεώσωσι τὴν
629Εὐρώπην νὰ προβῇ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ὅλου Ἀνατολικοῦ ζητή-
630ματος, ἐπέβαλλεν εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις τὴν ἐπίσπευσιν
631μιᾶς λύσεως, ἔστω καὶ ἀτελοῦς. Εἰς τοιαύτην λύσιν προ-
632ῆλθον, γινώσκοντες, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν
633ἱκανοποιηθῇ, ὡς ἀπαλλασσομένη ἐκ τῶν ὀχλήσεων τῆς Κρη-
634τικῆς ἐπαναστάσεως. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς παρίστατο διὰ τοῦ στό-
635λου αὐτῆς ἐν Κρήτῃ, ὁ αὐτὸς φόβος ἤθελεν ἐπιβάλει εἰς
636τὰς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις τὴν ὁριστικὴν λύσιν, ἤτοι τὴν
637ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος.
638Ἡ λύσις αὕτη ἐπῆλθεν, ἀκούσης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερ-
639νήσεως· ἐν τούτοις εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνη-
640σις ἐπέτρεψεν εἰς ἑαυτὴν νὰ παραδεχθῇ, ὅτι συνετέλεσεν ἐπὶ
641τῇ λύσει ταύτῃ, καὶ ἐδέχθη συγχαρητήρια πανταχόθεν ἐπὶ τῇ
642«εὐκταίᾳ» ταύτῃ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος λύσει. Εἰς τὴν
643ἐπιτευχθεῖσαν λύσιν δὲν ἀποδίδω τὴν σπουδαιότητα, ἣν ἀπο-
644δίδει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καίτοι ὁ ἴδιος
645ἀνωμολόγησεν, ὅτι ἡ λύσις αὕτη εἶναι προσωρινή, καίτοι
646οὗτος ἀνωμολόγησεν, ὅτι ἡ λύσις αὕτη εἶναι ὁ σταθμὸς, ἀπὸ
647τοῦ ὁποίου ἡ Κρήτη θέλει βραδύτερον ἐπιτύχει τὴν πραγμα-
648τοποίησιν τοῦ πόθου αὐτῆς, ἤτοι τῆς ἑνώσεώς της μετὰ τῆς
649μητρὸς Ἑλλάδος.
650Ἐθεωρήθη ὡς μέγιστον πλεονέκτημα, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ
651νέου—ἄς τὸ ὀνομάσωμεν οὕτω—πολιτεύματος τῆς Κρήτης
652ἐτέθη ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν Δυνάμεων. Ἀξιότιμος συνά-
653δελφος, ἐντεῦθεν προχθὲς λαλῶν, παρέσχε νύξιν, ὅπως μὴ θεω-
654ρήσωμεν τὴν ἐποπτείαν ταύτην τῶν Δυνάμεων ὡς μέγιστον
655πλεονέκτημα. Καὶ βεβαίως, ὅταν ἦναι γνωστὸν, ὅτι ἑκάστη
656τῶν ἀναλαβουσῶν τὴν ἐποπτείαν ταύτην Δυνάμεων διάφορα
657ἔχει ἐν τῇ Ἀνατολῇ συμφέροντα, τίς δύναται νὰ πιστεύσῃ,
658ὅτι ἡ ἐποπτεία αὕτη θέλει συντελέσει εἰς τὴν εἰλικρινῆ τοῦ
659νέου πολιτεύματος ἐφαρμογήν;
660Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ διατρίψω ἐπὶ πλέον οὔτε ἐπὶ
661τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐχαρακτήρισαν τὴν στάσιν τῆς
662ἡμετέρας Κυβερνήσεως ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι, οὔτε ἐπὶ
663τῶν μειονεκτημάτων τῆς ἐπιτευχθείσης λύσεως, οὔτε θέλω
664ἀσχοληθῆ εἰς τὸ θέμα τῆς ἐλαττωματικῆς διαῤῥυθμίσεως
665τῶν διεθνῶν ἡμῶν σχέσεων ἐν σχέσει καὶ πρὸς τὸ Κρητικὸν
666καὶ πρὸς τὸ Ἀνατολικὸν ἐν γένει ἢ μᾶλλον Ἑλληνικὸν
667ζήτημα, διότι νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν
668προλαλησάντων, καὶ διότι ἀπεδείχθη ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι
669ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει καὶ διαχειρίσει τῶν
670διεθνῶν ἡμῶν σχέσεων δὲν ἀπέδειξεν οὐδὲ τὴν προσήκουσαν
671ἀντίληψιν, οὐδὲ ἠκολούθησε τὴν διεύθυνσιν, ἥτις ἐπεβάλλετο
672εἰς μικρὸν Κράτος, οἷον τὸ ἡμέτερον· δὲν ἐφάνη ἐπαρκῶς
673κατανοηθὲν ὑπ’ αὐτῆς, ὅτι τὰ μικρὰ Κράτη δὲν δύνανται
674νὰ προσκολλῶνται μονίμως πρὸς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην τῶν
675ἰσχυρῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, ἀλλ’ ὀφείλουσιν, ἐνεργοῦντα
676ἀνεξαρτήτως, νὰ προσβλέπωσιν εἰς μόνας ἐκείνας, τῶν ὁποίων
677τὰ συμφέροντα ἐν δεδομέναις περιστάσεσι συμβιβάζονται πρὸς
678τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν θέλω, λέγω, ἀσχο-
679ληθῆ ἐπὶ πλέον εἰς τὸ θέμα τοῦτο, διότι οὐδὲν τὸ παραγό-
680μενον ἐκ τῆς παρατάσεως τῶν συζητήσεων τούτων πρακτικὸν
681κέρδος· θέλω μόνον συζητήσει περὶ τῶν διδαγμάτων, τὰ
682ὁποῖα πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀντλήσῃ ἐκ τῆς ἀποτυχίας αὐτῆς
683ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι, περὶ τῶν διδαγμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ
684Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ ἀντλήσῃ ἐκ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν
685ὁποίαν διατελεῖ ἡ γείτων ἡμῶν ἐπικράτεια, περὶ τῶν διδαγ-
686μάτων τέλος, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ ἀντλήσῃ ἐκ τῆς
687ἐπικειμένης λύσεως τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος.
688Ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡμο-
689λογήθη, ὅτι ὅλως διάφοροι εἶναι αἱ περιστάσεις καὶ αἱ συν-
690θῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας σήμερον διατελοῦμεν ἐν τῇ λύσει τῇ
691ἐπικειμένῃ τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Ἕν καὶ μόνον δὲν
692ὡμολογήθη ὑπὸ τῶν σήμερον κυβερνώντων, ὅτι μία καὶ
693μόνη ὑπάρχει ἡ ἐπιτακτικὴ φωνὴ καὶ γνώμη τοῦ ἔθνους
694ἡμῶν, νὰ μὴ μείνωμεν ἐπὶ πλέον μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖ-
695ρας, νὰ μὴ παραμείνωμεν ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς
696ὁποίας μέχρι τοῦδε διετελοῦμεν ὡς πρὸς τὰς στρατιωτικὰς
697καὶ ναυτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας.
698Νομίζω, ὅτι ἐπῆλθεν ἡ ὥρα, καθ’ ἣν πρέπει ῥητῶς καὶ
699ὡρισμένως ν’ ἀποφασισθῇ, ὁποία ἔσται ἡ ἐν τῷ μέλλοντι
700πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τῶν διεθνῶν αὐτῆς
701σχέσεων· εἶναι ἀπαραίτητον νὰ λυθῇ ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ,
702ὁποίαν πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Ἑλλὰς πολιτικήν· τὴν ἐθνι-
703κὴν πολιτικήν, ἢ τὴν ἀποκληθεῖσαν ἄλλοτε οἰκοκυριστικὴν
704πολιτικήν; Περιττὸν νὰ ἐξηγήσω εἰς ὑμᾶς, ὁποία εἶναι ἡ ἔν-
705νοια τῆς οἰκοκυριστικῆς πολιτικῆς· νὰ καταργήσωμεν στρα-
706τὸν καὶ στόλον, νὰ συντηρήσωμεν μόνον δύναμίν τινα πρὸς
707συντήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν
708ἐσωτερικὴν ἡμῶν ἀνάπτυξιν. Καὶ ὄντως, ἐὰν διετελοῦμεν ὑφ’
709ἃς συνθήκας διατελοῦσιν ἄλλα μικρὰ Κράτη, οἷον ἡ Ἑλβε-
710τία, τὸ Βέλγιον καί τινα ἄλλα ἀκόμη Κρατίδια, αὐτὴ ἦτο
711ἡ πολιτικὴ ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς ἡμᾶς. Ἀλλὰ δυνάμεθα τὴν
712πολιτικὴν ταύτην ἡμεῖς ν’ ἀκολουθήσωμεν; Ἐὰν ἐπέλθῃ ἡ
713λύσις τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος καὶ ἐν τῇ λύσει ταύτῃ
714ἡμεῖς ἀπομείνωμεν οἷοι εἴμεθα σήμερον, καὶ ἐὰν μετά τινα
715χρόνον πᾶσαι αἱ ἄλλαι αἱ ἐκτὸς τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου ἑλ-
716ληνικαὶ ἐπαρχίαι καταληφθῶσιν ὑπὸ ἄλλης ἰσχυρᾶς Δυνά-
717μεως, δὲν φρονεῖτε, ὅτι διατρέχει κίνδυνον αὐτὴ ἡ αὐτονομία
718τῆς νῦν αὐτονομουμένης καὶ ἐλευθέρας Ἑλληνικῆς γωνίας;
719Δὲν θὰ ὑπολαμβάνηται τότε ὡς μία ἐπαρχία, καὶ ὄχι ὡς
720Κράτος; Δὲν θέλομεν ἀπολέσει ὅ,τι δι’ ἀγώνων ἀπεκτήθη,
721ὅ,τι δι’ αἱμάτων πολλῶν κατωρθώθη νὰ ἐπιτευχθῇ; Δὲν εἶ-
722ναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀληθὴς Ἕλλην, ὁ ὁποῖος τὴν
723οἰκοκυριστικὴν ταύτην πολιτικὴν ἀποδέχεται, ὄχι διότι δὲν
724φρονεῖ ταύτην ὡς συμβιβαζομένην πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν ἀνά-
725πτυξιν καὶ πρὸς τὴν εὐημερίαν τὴν ἐσωτερικὴν, ἀλλὰ διότι
726προβλέπει, ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς ταύτης ἡ Ἑλλὰς θέλει
727ἴσως ἀποβῆ εἰς μέλλοντα χρόνον ἐπαρχία ἐπικρατείας τινὸς
728μεγάλης. Ἐπιβάλλεται ἡ ἐθνικὴ πολιτική. Ἀλλ’ ἡ ἐθνικὴ
729πολιτικὴ ἐπάγεται καὶ βάρη, καὶ πρὸς τὰ βάρη ταῦτα πρέπει
730νὰ μὴ ἐνδοιάζωμεν· πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος ν’ ἀντιμετω-
731πίσωμεν τὰς περιστάσεις, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ
732Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπέστη ἐν τῷ παρελθόντι πολλὰς τὰς ἐπι-
733βαρύνσεις, τὰς ὑπέστη πρὸς ἕνα σκοπὸν ἠθικόν, διὰ νὰ ἀπο-
734φύγῃ τὸ στίγμα τῆς πτωχεύσεως, τὰς ὑπέστη ἀγογγύστως·
735δὲν ἐπετεύχθη δυστυχῶς ὁ σκοπὸς οὗτος. Πρόκειται νῦν περὶ
736σκοποῦ ἄλλου, ἀσυγκρίτως ἀνωτέρου. Πρόκειται περὶ τοῦ ἐθνι-
737κοῦ μεγαλείου καὶ τῆς πληρώσεως τῶν προαιωνίων τοῦ Ἕλ-
738ληνος πόθων· νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι διατεθειμένος ὁ Ἑλλη-
739νικὸς λαὸς νὰ ὑποστῇ καὶ νέας πρὸς τοῦτο ἐπιβαρύνσεις, ἵνα
740ἴδῃ τοὺς εὐλόγους αὐτοῦ πόθους ἐκπληρουμένους;
741Ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης προέκυψεν, ὅτι αἱ δαπάναι, εἰς
742τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται ἡ χώρα ἡμῶν χάριν ἰδίως τῆς στρα-
743τιωτικῆς συντάξεως αὐτῆς, εἶναι ἄσκοποι. Ἀξιότιμοι συνά-
744δελφοι, ἀνήκοντες εἰς τὸν στρατὸν, ὡμολόγησαν, ὅτι τὰ 15 ἢ
74516 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα κατ’ ἔτος δαπανῶνται χάριν τοῦ
746στρατοῦ, δαπανῶνται ἀσκόπως, διότι στρατὸν ἄξιον τοῦ ὀνό-
747ματος δὲν ἔχομεν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν κατανοεῖται μόνον ὑπὸ
748τῆς κοινωνίας, κατανοεῖται καὶ ὑπ’ αὐτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοί
749εἰσι μέλη τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Πάντες οἱ φιλότιμοι συμ-
750πολῖται ἡμῶν, οἵτινες κατετάχθησαν εἰς τὸν στρατὸν, κατα-
751νοοῦσιν ὡς ἄριστα τὴν φθισιῶσαν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν
752διατελοῦσι τὰ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Πάντες οὗτοι διατελοῦσιν
753εἰς ψυχολογικὴν κατάστασιν, τῆς ὁποίας ἔχομεν πολλὰ τὰ
754συμπτώματα, πάντες οὗτοι ἀνεπιφυλάκτως ὁμολογοῦσιν,
755ὅτι ἀπηλπίσθησαν περὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῶν· οὐδεμίαν ἔχουσι
756πλέον πεποίθησιν ἐπὶ τοὺς πολιτευομένους ἰδίως ἄνδρας τοῦ
757τόπου ἡμῶν· διότι πολλάκις ἤκουσαν πομπώδεις καὶ παχεῖς
758λόγους περὶ ἀναδιοργανώσεως καὶ βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ
759καὶ περὶ τῆς δράσεως καὶ προόδου αὐτῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε
760εἶδον τοὺς λόγους τούτους μεταβληθέντας εἰς σάρκα.
761Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν προχθὲς
762ἐντεῦθεν, ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν ἐκ Κραναίας ἀξιότιμον συνάδελ-
763φον, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του ἐπαινέσει τοὺς φιλοτί-
764μους ἐκείνους ἀξιωματικούς, οἵτινες μετέβησαν εἰς Κρήτην,
765ἵνα προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶ-
766νος, καὶ ἐπετίμησεν αὐτὸν, διότι τὴν πρᾶξιν ἐκείνην τῶν φι-
767λοτίμων ἀξιωματικῶν ἐπῄνεσεν, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ὁ
768κ. Πρωθυπουργὸς πολλὰς θεωρίας μετέδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν
769περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ, περὶ τῆς ἀνάγ-
770κης τῆς εἰς τὸ καθῆκον προσηλώσεως παντὸς καταταχθέντος
771εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν. Καὶ εἶχε μὲν δίκαιον τὰς τοιαύτας
772θεωρίας ὑποστηρίζων ἐντεῦθεν, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι, ἐὰν τὰ
773τοῦ στρατοῦ εἶχον ἄλλως, ἐὰν περὶ αὐτοῦ ἐλαμβάνετο ἡ προσή-
774κουσα πρόνοια παρὰ τῶν ἰθυνόντων τὰς τύχας τοῦ τόπου
775τούτου, βεβαίως οἱ φιλότιμοι ἐκεῖνοι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι
776μετέβησαν εἰς Κρήτην, γινώσκοντες ὅτι εἶχον ἄλλον προορι-
777σμὸν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὴν πατρίδα αὐτῶν διὰ
778τῆς βελτιώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ, διὰ τῆς πλήρους καὶ ἀρτίας
779συντάξεως τῶν τοῦ στρατοῦ, δὲν εἶχον λόγον νὰ ἐγκαταλεί-
780ψωσι τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα καὶ μεταβῶσιν εἰς Κρήτην.
781Καὶ ἠκούσαμεν προχθὲς ἐν τῇ αὐτῇ ἀγορεύσει του τὸν ἀξιό-
782τιμον Πρωθυπουργὸν ποιούμενον ἀποστροφήν τινα πρὸς τοὺς
783ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ μετὰ ὄντως πομπώ-
784δους καὶ εὐγλώττου φράσεως· ἔλεγε, πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς
785τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀπευθυνόμενος, ὅτι πρὸς αὐτοὺς
786προσβλέπει ὡς πρὸς τὸ μέλλον τῆς πατρίδος, τὸ παράστημα
787αὐτῶν ἐπιχέει βάλσαμον εἰς τὴν καρδίαν του, ἡ ὁποία ἐκ
788πολλῶν ἄλλων ποτίζεται πικριῶν. Ἀπευθυνόμενος δὲ πρὸς
789τὴν Βουλήν, ἔλεγεν: «Ἐστὲ γενναῖοι εἰς πᾶσαν παραχώρησιν
790»πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, διότι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς
791»θὰ προσελκύσῃ καὶ τὴν εὐμένειαν τῶν ἰσχυρῶν τῆς Εὐρώ-
792»πης, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν πλήρωσιν
793»τῶν ἐθνικῶν πόθων.»
794Καὶ πράγματι, δὲν γινώσκω ποία ὑπῆρξεν ἡ ἐντύπωσις ἐφ’
795ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ ὅμως συνεκινήθην, ἀκούων τοῦ
796Πρωθυπουργοῦ οὕτως ὁμιλοῦντος πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν στρα-
797τὸν, διότι λησμονήσας τὰ πράγματα ὑπέλαβον πρὸς στιγμὴν,
798ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις τοιαύτην ἀπευθύνει ἀποστροφὴν
799πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, τοσοῦτον πομπώδεις καὶ κολα-
800κευτικοὺς λόγους πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐπιδαψιλεύει, εἶναι
801βεβαίως ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ τόπου ἡμῶν, ὅστις ἐμερίμνησε
802διὰ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, ὅστις εἰργάσθη
803διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν στρατὸν καὶ τὸ
804ναυτικὸν ἡμῶν, ὅστις παρεσκεύασε καὶ ἐφωδίασε τὸν στρατὸν
805οὕτως, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ ἄνευ τῆς ἐλα-
806χίστης ἀναβολῆς, ἐν δεδομένῃ στιγμῇ ἢ ἀνάγκῃ, εἰς κατά-
807στασιν ἐμπόλεμον.
808Μετὰ τὴν συγκίνησιν ὅμως ταύτην ἔῤῥιψα ἓν βλέμμα ἐπὶ
809τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον μᾶς ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις
810διὰ τὸ 1897. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν
811δύο ἐτῶν, ἤτοι τοῦ 1895 καὶ 1896, ἐγίνωσκον ἤδη, ὅτι οὐδε-
812μία, οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη, εἶχε ληφθῆ πρόνοια· ἐξήτασα ἐπιστα-
813μένως τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, δηλαδὴ τὸν προϋπο-
814λογισμὸν τοῦ μέλλοντος,—οὐχὶ τοῦ παρελθόντος ἢ τοῦ παρόν-
815τος—καὶ εὗρον δυστυχῶς αὐτὸν ὄχι μόνον ἀντιγραφέντα ἐκ
816τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896, ἀλλὰ καὶ ἐλαττούμενον ὡς
817πρὸς τὰς ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ προνοίας καὶ προβλέψεις τῆς Κυ-
818βερνήσεως. Ἀνέγνων, ἐπὶ παραδείγματι, ὅτι δι’ ἱππωνείαν εἰς
819μὲν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 ἀνεγράφη καὶ ἐδαπανήθη
820βεβαίως πίστωσις ἐκ δραχμῶν 445,000, εἰς δὲ τὸν προϋπο-
821λογισμὸν τοῦ 1897 ἡ πίστωσις αὕτη ἐλαττοῦται κατὰ
822195,000. Οὐδεμίαν δὲ ἀνέγνων ἐν αὐτῷ πίστωσιν οὐδὲ διὰ
823στρατιωτικὰς ἀσκήσεις, οὐδὲ δι’ ἱματισμόν, οὐδὲ διὰ προμή-
824θειαν πολεμικοῦ ὑλικοῦ, οὐδὲ δι’ οὐδεμίαν ἀνάγκην ἢ βελτίω-
825σιν τῶν τοῦ στρατοῦ. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ οἰκειοποιηθῶ
826εἰδικὰς γνώσεις περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν στρατόν, ἀλλὰ
827προκειμένου περὶ στοιχειωδῶν πραγμάτων, δὲν εἶχον ἀνάγκην
828εἰμὴ νὰ συμβουλευθῶ αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν, νὰ συμβου-
829λευθῶ στοιχειώδη τινὰ περὶ στρατοῦ γραφέντα, διὰ νὰ ἴδω
830ὁπόσων ἵππων ἔχει ἀνάγκην ὁ στρατὸς, οἷος πρέπει νὰ ᾖναι
831κατὰ τὸν ὀργανισμόν.
832Τί εἶδον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὡς πρὸς τὸ πυροβολικὸν,
833ἐπὶ παραδείγματι, τὸ ὁποῖον συγκροτεῖται ἀπὸ 20 πυροβο-
834λαρχίας, ἐκ τῶν ὁποίων 9 εἶναι πυροβολαρχίαι ὀρειβατικαὶ,
83511 δὲ πεδιναί; Δι’ ἑκάστην τῶν ὀρειβατικῶν πυροβολαρχιῶν
836εἶναι ἀπαιτούμενοι 25 τοὐλάχιστον ἵπποι, δι’ ἑκάστην δὲ τῶν
837πεδινῶν πυροβολαρχιῶν εἶναι ἀπαιτούμενοι τοὐλάχιστον 160
838ἵπποι, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἀπαιτοῦνται 1985 ἵπποι· πόσοι δὲ ὑπάρ-
839χουσι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, ἀνεξαρτήτως ἐὰν οἱ ὑπάρ-
840χοντες ἦναι χρήσιμοι; 342· ἤτοι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προμη-
841θευθῶμεν 1643 τοὐλάχιστον ἀκόμη ἵππους, ἵνα ᾖ δυνατὸν
842τὸ πυροβολικὸν ἐν ὥρᾳ εἰρήνης νὰ ἦναι ἐπαρκῶς ἐφωδιασμέ-
843νον, νὰ ἦναι ἐπαρκῶς παρεσκευασμένον, ὅπως ἐκπαιδευθῶσιν
844οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὸ ἄνδρες καὶ ὦσι χρήσιμοι καὶ ἕτοιμοι νὰ
845ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα.
846Εἰς τὸ ἱππικὸν εἶναι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, 3 συντάγματα· ἕκα-
847στον τῶν συνταγμάτων ἔχει 4 ἴλας, ἑκάστη τῶν ἰλῶν τούτων,
848κατὰ τὰ στοιχειωδῶς ἀπαιτούμενα, ἔχει ἀνάγκην 120 ἵππων,
849ἤτοι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχωσιν εἰς τὸ ἱππικὸν ἵπποι 1440·
850πόσοι δὲ ὑπάρχουσιν; ἑπτακόσιοι μόνον· ὥστε ἔχομεν ἀνάγκην
851τοὐλάχιστον 700, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀμφίβολος
852χρησιμότης τῶν ὑπαρχόντων καὶ χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ
853ποσὸν τῶν ἵππων, οἵτινες εἶναι ἀναγκαῖοι διὰ τὰς συζυγαρ-
854χίας καὶ δι’ ἄλλας ὑπηρεσίας. Ἔχομεν ἄρα ἀνάγκην ἐπείγου-
855σαν τοὐλάχιστον 3,000 ἵππων, ὅπως μετὰ τῶν ὑπαρχόντων
856ἔχωμεν συμπεπληρωμένον τὸ ποσὸν τῶν ἵππων, οἵτινες εἶναι
857ἀναγκαῖοι ἐν ὥρᾳ εἰρήνης διὰ τὸν στρατὸν ἡμῶν. Καὶ ὅμως
858ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1897 μειώνει τὴν δι’ ἱππωνείαν πίστω-
859σιν κατὰ 200,000 δραχμάς!
860Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν τὸν προϋπολογισμὸν
861τοῦ μέλλοντος, τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν γι-
862νώσκωμεν, ὅτι μετ’ ὀλίγον θέλομεν κληθῆ νὰ ψηφίσωμεν τὸν
863προϋπολογισμὸν τοῦτον, ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως,
864ἔχομεν ἐπισήμως διαπεπιστωμένον, ὅτι οὐδεμία, οὐδὲ ἡ ἐλα-
865χίστη, λαμβάνεται πρόνοια περὶ στρατιωτικῆς συντάξεως
866τῆς χώρας· ἔχομεν δὲ καὶ τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τούτου τοῦ
867κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
868μεριμνήσῃ περὶ στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας πλέον
869τῶν πιστώσεων τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ προϋπολογισμῷ.
870Εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας συνάδελφον, ὁμιλήσαντα ἐντεῦ-
871θεν ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς συντάξεως τῆς χώρας,
872ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐντεῦθεν ἔλεγε: «Πῶς
873»θέλετε νὰ μεριμνήσωμεν ὑπὲρ τῆς ναυτικῆς καὶ στρατιωτι-
874»κῆς συντάξεως τῆς χώρας, ὅταν τὰ μέσα ἡμῶν τὰ οἰκονο-
875»μικὰ δὲν μᾶς ἐπιτρέπωσι τοῦτο;» Προσέθετο δὲ συνάμα,
876καυχώμενος ἐπὶ τούτῳ: «Ἐγὼ εἰς ἓν καὶ μόνον ἠσχολήθην,
877»νὰ ἐλαττώσω δι’ οἰκονομιῶν τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως
878»καὶ νὰ περιορίσω ταύτας εἰς τὸ ποσὸν τῶν 67 ἑκατομμυ-
879»ρίων· ἃς ἔλθῃ ἕτερός τις, ἔχων τὸ θάῤῥος νὰ ἀναλάβῃ τὴν
880»ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως ἀπὸ
881»ἑξήκοντα ἑπτὰ εἰς πεντήκοντα ἑπτὰ ἑκατομμύρια, ἵνα ἴδῃ
882»τότε, ἐὰν ἦναι δυνατὸν ὁ τόπος νὰ διοικηθῇ, ἐὰν ἦναι δυ-
883»νατὸν αἱ σημεριναὶ εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου ταμείου νὰ μεί-
884»νωσιν ἀκέραιοι.»
885Πάντες δὲ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εὐφυολογῶν ἔλεγε πρὸς τὸν ἀξιό-
886τιμον ἐκ Κερκύρας συνάδελφον, ὅτι γινώσκει μὲν αὐτὸν ὡς
887ἔχοντα ἀνάστημα ὑψηλὸν, ἀλλὰ δὲν νομίζει, ὅτι ἔχει καὶ
888τοὺς βραχίονας ἰσχυροὺς, ὅπως τοιοῦτον πρόγραμα ἐφαρμόσῃ,
889ἐάν ποτε κληθῇ εἰς τὴν ἀρχήν. Ἐγὼ δὲν ἀναμένω ἐπιεικε-
890στέραν ἢ εὐμενεστέραν τὴν κρίσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερ-
891νήσεως περὶ τῶν ἐμῶν βραχιόνων· ὡς ἐκ τούτου δὲν θέλω
892προβάλει τοὺς βραχίονάς μου, ὅπως ἄρω τὴν εὐρυολόγον ταύ-
893την εἰρωνείαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν κατὰ τοῦ ἐκ Κερ-
894κύρας συναδέλφου ἀπευθυνθεῖσαν· θέλω προστρέξει εἰς ἕτερον
895βραχίονα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἰσχυρότερος καὶ τῶν ἐμῶν βραχιόνων
896καὶ τῶν βραχιόνων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
897Θέλω προστρέξει εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, θέλω προστρέξει εἰς τὰ
898ἐπίσημα κείμενα, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν
899ὑπαρχόντων μέσων, εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ
900ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ καὶ διά τινων μεταῤῥυθμίσεων
901φορολογικῶν νὰ ἔχωμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶναι ἀναγ-
902καῖον, διὰ νὰ συντάξωμεν τὰς ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς ἡμῶν
903δυνάμεις οὕτως, ὥστε νὰ δυνάμεθα θαῤῥούντως ν’ ἀξιῶμεν, ὅτι
904ἔχομεν ὄντως στόλον, ὅτι ἔχομεν ὄντως στρατὸν, οὐχὶ μέγαν,
905οὐχὶ βεβαίως ἐφάμιλλον τῶν μεγάλων στρατῶν τῆς Εὐρώ-
906πης, ἀλλὰ στρατὸν δυνάμενον νὰ ἁμιλληθῇ πρὸς τοὺς στρα-
907τοὺς, οἵτινες ὑφίστανται ἐν τῇ Ἰλλυρικῇ χερσονήσῳ, πρὸς τὸν
908στρατὸν τῆς γείτονος ἐπικρατείας, πρὸς τὸν ὁποῖον εἶναι πι-
909θανὸν νὰ εὑρεθῶμεν ἀντιμέτωποι. Ὑποθέτω, ὅτι ἀπέναντι τοῦ
910βραχίονος τούτου δύσκολον εἶναι ν’ ἀντιταχθῇ ὁ κ. Πρόεδρος
911τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ἂν ἔχῃ τοὺς βραχίονας ἰσχυροὺς,
912ὅσον καὶ ἂν ἦναι βέβαιον, ὅτι οἱ βραχίονες ἑνὸς Πρωθυπουρ-
913γοῦ εἶναι ἰσχυρότεροι τῶν βραχιόνων ἑνὸς Βουλευτοῦ.
914Δὲν χρειάζονται δὲ πρὸς τοῦτο οὔτε βραχίονες, οὔτε ἀνα-
915στήματα· χρειάζονται δύο τινὰ, ἰσχυρὰ θέλησις καὶ πεφω-
916τισμένη διάνοια. Μόνον τὰ δύο αὐτὰ εἶναι ἀναγκαῖα. Δύ-
917νασθε, ὅταν τὰ δύο ταῦτα ἔχητε, νὰ ἐκτελέσητε τὸ πρὸς
918τὴν πατρίδα καθῆκον, δύνασθε νὰ ἀνυψώσητε τὸ γόητρον
919τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δύνασθε μετὰ
920θάῤῥους καὶ πεποιθήσεως ν’ ἀτενίσητε πρὸς τὴν πραγματοποί-
921ησιν τῶν δικαίων καὶ εὐλόγων πόθων τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ
922ἐπικειμένῃ λύσει τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος.
923Πολλάκις ἐλέχθη ἐντεῦθεν καὶ ὑπὸ κυβερνητῶν τῆς χώ-
924ρας ἡμῶν καὶ ὑπὸ ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι, ἵνα ἔχωμεν
925στρατὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματος, πρέπει ν’ ἀπασχολήσωμεν αὐ-
926τὸν εἰς τὸν ἀληθῆ τοῦ προορισμὸν, πρέπει νὰ ἔχωμεν διακε-
927κριμένον καὶ κεχωρισμένον τὸν στρατὸν ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τὸν
928στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν ἐλέχθη μόνον, ἐπανειλημμένως
929ἐγένοντο καὶ ἀπόπειραι πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ἰδέας ταύτης,
930ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐπετεύχθη. Καὶ πρότερον μὲν δὲν ἐπε-
931τεύχθη, διότι ἐθεωρεῖτο ὡς ἀναγκαίως προηγουμένη καὶ προ-
932τιμωμένη ἡ οἰκονομικὴ τῆς χώρας σύνταξις, πρὸς ἣν κυρίως
933ἀπέβλεπεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, κατὰ τῆς ὁποίας τοσαύτας
934ἐντεῦθεν ἐξήνεγκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς αἰτιάσεις. Ἀλλ’ ὅπως
935κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἐκπαιδεύσεως διακεκριμέ-
936νον τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας, τίνος πράγματος ἔχομεν
937ἀνάγκην; Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀνοργανώσωμεν καὶ αὐξήσω-
938μεν τὴν χωροφυλακὴν, εἰς ταύτην δὲ νὰ ἀναθέσωμεν πάσας
939τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἐκτελεῖ σήμερον ὁ
940στρατός. Ἐὰν ἡ χωροφυλακὴ ἀναλάβῃ τὴν φρούρησιν τῶν
941φυλακῶν, ἐξαιρέσει μόνον ἐκείνων, αἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὰς
942ἕδρας τῶν συνταγμάτων, ἔνθα εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τῶν ὁπλι-
943τῶν τοῦ συντάγματος ἄνευ βλάβης τῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐκτε-
944λῆται ἡ ὑπηρεσία αὕτη, ἐὰν ἀναλάβῃ ἡ χωροφυλακὴ τὴν
945ὑπηρεσίαν τὴν συνδεομένην πρὸς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων
946προσόδων, ἐὰν ἀναλάβῃ τὴν καταδίωξιν τῶν φυγοποίνων καὶ
947φυγοδίκων, καὶ ἐν γένει τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας·
948ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ χωροφυλακὴ διοργανωθῇ οὕτως, ὥστε
949νὰ ἐπαρκῇ εἰς πάσας τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, καὶ ἐὰν εἰς
950τὴν χωροφυλακὴν ἀναθέσωμεν ἀκόμη καὶ τὴν ἀστυνομικὴν
951ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, τότε μόνον δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν
952τὴν ἀποκλειστικὴν τοῦ στρατοῦ ἐπασχόλησιν εἰς τὸν κύριον
953αὐτοῦ προορισμόν. Φρονῶ δὲ πεποιθότως, ὅτι δὲν ὑπάρχει
954ἄλλη λύσις σήμερον, προκειμένου περὶ τῆς ἀστυνομίας
955τοῦ Κράτους, εἰμὴ αὕτη, ἡ ἀνάθεσις τῶν καθηκόντων τῶν
956ἀστυνομικῶν εἰς τὴν χωροφυλακήν. Τὸ κρατοῦν νῦν σύστημα
957αὐτὸν εἶχεν ἀρχικῶς τὸν χαρακτῆρα, ἤτοι τὴν ἀνάθεσιν τῶν
958ἀστυνομικῶν καθηκόντων εἰς τὴν χωροφυλακήν, ἀλλ’ ἐν τῇ
959ἐφαρμογῇ ἀπέβαλε τὸν ἀρχικὸν χαρακτῆρα, καὶ ἀπέσπασεν
960ἐκ τοῦ στρατοῦ περισσοτέρους τοῦ δέοντος ἀξιωματικοὺς τῶν
961ἄλλων ὅπλων καὶ ἰδίως τοῦ πεζικοῦ.
962Ὑπῆρξα ἀληθῶς εἷς τῶν συνηγόρων τοῦ θεσμοῦ τῆς στρα-
963τιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε, ὡς ἐκ τῆς καταρ-
964γήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, κατέστη ὁ θεσμὸς
965οὗτος θεραπαινὶς τοῦ κόμματος, σήμερον, ὅτε αἱ περιστάσεις
966ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν νὰ μὴ ἀπασχολῶμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς
967τοῦ στρατοῦ εἰς ἕτερα ἔργα, πλὴν τῶν κυρίως στρατιωτικῶν·
968σήμερον, ὅτε ἐπιβάλλεται ἡμῖν ἡ ἀνάγκη νὰ ἐφαρμόσωμεν
969οἰκονομίας εἰς πάντας τοὺς λοιποὺς κλάδους τῆς δημοσίας
970ὑπηρεσίας, ἐν οἷς καὶ εἰς τὴν ἀστυνομίαν, εἶναι δὲ ἐκτὸς
971πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι, ἐὰν ἡ χωροφυλακὴ ἀναλάβῃ
972τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι ἀναγ-
973καῖον νὰ ἀπασχολῶνται εἰς αὐτὴν τόσοι ἀξιωματικοί, ὅσοι
974ὑπάρχουσι σήμερον, διότι εἶναι δυνατὸν ἡ ὑπηρεσία ἡ ἀστυ-
975νομική, ἐκτὸς τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν,
976ν’ ἀνατεθῇ εἰς ὑπαξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, εἰς ἐνωμο-
977τάρχας, — εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι σήμερον εἰς τὴν χωροφυλακὴν
978κατατάσσονται νέοι, οἵτινες ἐξῆλθον τοῦ Πανεπιστημίου, οἵ-
979τινες εἶναι ἄριστα κατηρτισμένοι καὶ δύνανται νὰ ἐκτελῶσι
980τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα εὐστοχώτερον καὶ σκοπιμώτερον,
981πολλῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, οἵτινες ἔλαβον
982μόρφωσιν στρατιωτικὴν ἥκιστα πρόσφορον πρὸς ἐκτέλεσιν
983ἀστυνομικῶν καθηκόντων, — ἐὰν ἀνοργανώσωμεν τὸ σῶμα τῆς
984χωροφυλακῆς καὶ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν αὐτῆς εἰς 8 χιλιά-
985δας, ἐὰν τὴν χωροφυλακὴν καταρτίσωμεν οὐχὶ ἐκ τῶν κλη-
986ρούχων, ἤτοι ἐκ τῆς ἀπογραφῆς, ἀλλὰ δι’ ἐθελοντῶν, ἐὰν
987ἐπανέλθῃ ὁ ἀρχικὸς τῆς χωροφυλακῆς ὀργανισμός, τροπο-
988ποιούμενος κατὰ λόγον τῶν σημερινῶν περιστάσεων καὶ
989ἕνεκα τῆς ἀνάγκης τῆς εἰς αὐτὸν ἀναθέσεως τῆς ἀστυνομικῆς
990ὑπηρεσίας, εἶναι δυνατὸν καὶ τὰ καθήκοντα τὰ ἀστυνομικὰ
991καὶ τὰ καθήκοντα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τὰ καθή-
992κοντα πασῶν τῶν βοηθητικῶν ὑπηρεσιῶν, πάντα ταῦτα νὰ
993ἐκτελῇ ἡ χωροφυλακή, καὶ οὕτως ὁ στρατὸς ἡμῶν νὰ μείνῃ
994ἐλεύθερος, ἵνα ἀσχολῆται εἰς τὸν ἀληθῆ αὐτοῦ προορισμόν,
995εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν.
996Ἀλλὰ πρὸς τὴν τοιαύτην τοῦ στρατοῦ σύνταξιν ἀπαιτοῦν-
997ται μέσα χρηματικὰ πλείονα τῶν ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ
998τοῦ 1897 προβλεπομένων. Ἵνα ταῦτα ἐξευρεθῶσιν, ἵνα ὑπο-
999δειχθῇ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ταῦτα δύνανται νὰ ἐξευρεθῶσιν, εἶναι
1000ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμὲ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω εἰς τὴν ἐξέτασιν
1001τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀνάγκη
1002νὰ γινώσκητε, ἐὰν ἐξετελέσθησαν αἱ ἐπαγγελίαι τῆς σημερι-
1003νῆς Κυβερνήσεως, ἐπαγγελίαι δοθεῖσαι πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν
1004λαὸν πρὸ τῶν τελευταίων ἐκλογῶν, ἐπαγγελίαι δοθεῖσαι καὶ
1005εἰς τὴν Βουλήν, ἐπαγγελίαι συνοψιζόμεναι εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ
1006ἀποστολὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἡ περισυλλογὴ
1007καὶ ἡ ἀνόρθωσις. Ἡ περισυλλογὴ ὑποθέτει προϋπάρχον ναυά-
1008γιον, ὑποθέτει Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐκτελεῖ χρέη ναυαγιαι-
1009ρεσιακῆς ἐπιτροπῆς· ἀνόρθωσις δὲ προϋποθέτει καταπεσὸν ἢ
1010ἠρειπωμένον οἰκοδόμημα, ἀποστολὴ δὲ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι
1011τὸ ἔργον τοῦ ἀνοικοδομοῦντος ἢ ἐπιδιορθοῦντος ἀρχιτέκτονος.
1012Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ παρελθόν· δὲν ἀνάγεται τοῦτο εἰς τὸ
1013τῆς σημερινῆς μου ἀγορεύσεως θέμα. Μοὶ ἐδόθη ἄλλοτε ἀφορ-
1014μὴ καὶ ἀπέδειξα τίνες εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι ἐπὶ τῇ σημερινῇ
1015οἰκονομικῇ ἡμῶν καταστάσει· ὀφείλω ὅμως νὰ συζητήσω καὶ
1016ἐφελκύσω τὴν ὑμετέραν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ θέματος, ἂν αἱ
1017ἐπαγγελίαι τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἐξεπληρώθησαν ἐν τῇ
1018ἐκτελέσει. Ἐξετέλεσεν ὅσα ἐπηγγέλθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος
1019τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ μὲν τῶν ἐκλογῶν ἀπευθυνόμενος πρὸς
1020τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, μετ’ αὐτὰς δὲ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸ
1021ἡμέτερον Κοινοβούλιον;
1022Εἶπον ὑμῖν πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργι-
1023κοῦ Συμβουλίου, ὡς μέγιστον κατόρθωμα αὐτοῦ ἀνέφερεν εἰς
1024τὴν Βουλὴν, ὅτι κατώρθωσε τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως νὰ ἐλατ-
1025τώσῃ εἰς 67 ἑκατομμύρια. Ἐξεταστέον, ἂν ἦναι τοῦτο ἀλη-
1026θές. Λαμβάνω ἀνὰ χεῖρας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, καὶ
1027εὑρίσκω εἰς αὐτὸν ἀναγεγραμμένα ἔξοδα ἐκ δρ. 93,752,569·
1028ἀφαιρῶ ἐκ τούτων τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τὴν ὑπηρε-
1029σίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐκ δραχμῶν 21,690,895, καὶ εὑρί-
1030σκω ὑπόλοιπον 72,061,674. Ἐὰν ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν
1031τὰ χαρακτηριζόμενα ὡς ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ κατὰ τὰς ἀνα-
1032γραφομένας πιστώσεις προσδιοριζόμενα διὰ τὸν σιδηρόδρομον
1033Μύλων–Καλαμῶν, ἐκ δρ. 1,436,763, ἔχομεν διὰ δαπάνας τῆς
1034διοικήσεως 70,624,911. Ποῦ λοιπὸν εἶναι ὁ περιορισμὸς τῶν
1035δαπανῶν τῆς διοικήσεως εἰς 67 ἑκατομμύρια;
1036Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσω καὶ τοὺς προηγουμένους
1037προϋπολογισμούς, τοὺς ὑποβληθέντας ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου
1038τῆς Κυβερνήσεως. Ἐξετάζω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896
1039καὶ εὑρίσκω ἔξοδα ἀναγεγραμμένα κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ
1040κ. Πρωθυπουργοῦ 96,923,540. Ἀφαιρῶ τὴν πίστωσιν διὰ
1041τὸ δημόσιον χρέος 21,692,059, ἀπομένουσι δαπάναι τῆς
1042διοικήσεως 75,231,481. Αἱ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–
1043Καλαμῶν πιστώσεις δὲν ὑπερβαίνουσι τὸ ἓν ἑκατομμύριον,
1044διότι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δαπανηθέν-
1045των κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ τρέχον ἔτος δύο περίπου ἑκα-
1046τομμυρίων τὸ ἓν ἐλήφθη ἐκ τῆς παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ
1047καταθέσεως ἐξ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 24 ἑκατομμυρίων,
1048καὶ 600,000 ἐλήφθησαν ἐκ τῆς δημευθείσης ἐγγυήσεως τῆς
1049Βιομηχανικῆς Τραπέζης, ὥστε ἀπέμειναν ὁπωσδήποτε 74
1050ἑκατομμύρια διὰ δαπάνας διοικήσεως.
1051Προβαίνω περαιτέρω. Ἐξετάζω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
10521895, καὶ εὑρίσκω ἐν αὐτῷ, ὅτι τὰ πληρωθέντα ἔξοδα μέχρι
105330 Σεπτεμβρίου 1896, δηλ. κατὰ τοὺς 21 μῆνας τῆς χρή-
1054σεως, εἶναι 89,118,496, ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους
1055ἀπῄτησεν 22,615,214, ἄρα αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως ἀνῆλ-
1056θον εἰς 66,503,282, προσθήκη δὲ τῶν 4 ἑκατομμυρίων, τὰ
1057ὁποῖα ὑπολογίζονται ὡς δαπάναι τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, ἔχο-
1058μεν πάλιν δαπάνας τῆς διοικήσεως 70,503,282.
1059Ἀλλ’ ἵνα πεισθῆτε, ἂν ἦναι ἀκριβὲς τὸ προβληθὲν ὡς κα-
1060τόρθωμα, ὅτι περιώρισε, καθ’ ὃν χρόνον διεχειρίζετο τὰ οἰκο-
1061νομικὰ τοῦ Κράτους, τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως εἰς δραχ.
106267,000,000, βεβαίως πρέπει καλῶς νὰ γινώσκητε, ἂν πράγ-
1063ματι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τὰς δαπάνας αὐτὰς τῆς διοι-
1064κήσεως εἶχεν ἀναγάγει εἰς ποσὸν ἀνώτερον, καὶ ὅτι ἡ σημε-
1065ρινὴ Κυβέρνησις κατώρθωσε ταύτας νὰ περιορίσῃ. Ἀναγκά-
1066ζομαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
1067δημοσιευθέντα ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1894, ἢ μᾶλλον
1068τὴν κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν, διότι, καίτοι
1069δὲν εἶναι ὁ ἀπολογισμὸς δημοσιευμένος, εἶναι ὅμως ἡ προσω-
1070ρινὴ κατάστασις τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1895, ἡ ὁποία δὲν δια-
1071φέρει τοῦ ἀπολογισμοῦ· διότι ὡς ἀπόδειξιν τούτου ἀναφέ-
1072ρομαι εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1893, ὅστις ἐν παραβολῇ
1073πρὸς τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1894
1074παρουσιάζει ἐλαχίστην διαφοράν, ἤτοι χιλιάδων τινῶν δραχ-
1075μῶν ἔν τε τοῖς ἐσόδοις καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις.
1076Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν λοιπὸν τοῦτον τῆς χρήσεως 1894
1077ἐδαπανήθησαν 85,153,325, διὰ τὸ δημόσιον χρέος ἐπληρώ-
1078θησαν 22,284,778. Ἄρα αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως ἀνῆλ-
1079θον εἰς 62,848,547. Ποῦ ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπι-
1080τευχθεῖσα βελτίωσις;
1081Ἀλλὰ προβαίνω καὶ περαιτέρω. Ἐξετάζω τὸν ἀπολογισμὸν
1082τοῦ 1893, τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν
1083ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
10841897. Εἰς αὐτὸν εὑρίσκω, ὅτι ἐδαπανήθησαν 92,133,565·
1085ἀφαιρουμένων τῶν δαπανηθέντων δι’ ἔκτακτα ἔξοδα, ἤτοι
1086διὰ σιδηροδρόμους, 4,882,664, ὑπολείπονται 87,250,901.
1087Ἀφαιρουμένων τῶν πληρωθέντων διὰ τὸ δημόσιον χρέος
108825,931,680, ὁποῖαι ἦσαν αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως κατὰ
1089τὸ 1893; Τὸ ὅλον αὐτῶν ἀνῆλθεν εἰς 61,329,221.
1090Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ μίαν ἄλλην ἐπίσημον ὁμολογίαν αὐτοῦ
1091τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδεικνύουσαν, ὅτι αἱ
1092δαπάναι τῆς διοικήσεως ἐν τῷ παρελθόντι οὐδέποτε ἀνῆλθον
1093εἰς 67,000,000, εἰς ὅσα ὡς κατόρθωμα ἀνέφερεν ἐντεῦθεν
1094ὅτι ὑπεβίβασε καὶ περιώρισεν οὗτος τὰ ἔξοδα τῆς διοική-
1095σεως. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὸ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν δημοσιευθὲν
1096τεῦχος τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς διαπραγμα-
1097τεύσεις τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἔχομεν ἐν τῷ τεύχει τούτῳ τὰς
1098ὁδηγίας, αἵτινες ἐδόθησαν εἰς τοὺς πρέσβεις ἡμῶν, ὅπως δια-
1099πραγματευθῶσι τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ. Εὑρίσκομεν ἐν αὐτοῖς
1100λεπτομερῆ μελέτην τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπολογισμῶν
1101τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ὅπως ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν
1102δύναται νὰ προσφέρῃ εἰς τὰς δανειστὰς ἡμῶν πλείονα τῶν
1103ὅσων ἐνετάλησαν, κατὰ τὰς ὁδηγίας ταύτας, νὰ προσφέρωσι.
1104Κατ’ αὐτὰς ταύτας τὰς ὁδηγίας, τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως
1105ἀνῆλθον τῷ 1888 εἰς 60,679,365, τῷ 1889 εἰς 61,593,114,
1106τῷ 1890 εἰς 63,112,692, τῷ 1891 εἰς 60,804,314,
1107καὶ τῷ 1892 ἀνῆλθον μόνον εἰς 66,100,970. Τὰ ποσὰ δὲ
1108ταῦτα περιλαμβάνουσι καὶ ὅσα κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ
1109ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχον ἀφαιρεθῆ λόγῳ
1110τῆς ὀφειλῆς τοῦ Κράτους πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας.
1111Ποῦ λοιπὸν εὑρίσκεται τὸ κατόρθωμα, ἐπὶ τῷ ὁποίῳ ἐκαυ-
1112χήθη πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι δηλ. κατώρθωσε νὰ περιορίσῃ
1113τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως εἰς 67,000,000; Τουναντίον,
1114κατώρθωσε νὰ ἀναβιβάσῃ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἄνω τῶν
111567 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ καθ’ ὅλα τὰ παρελθόντα ἔτη ἦσαν
1116πολλῷ ἐλάσσονα τῶν 67 ἑκατομμυρίων.
1117Παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ δείξητε ὑπομονήν τινα
1118προσέχοντες εἰς τὴν μελέτην ταύτην τῶν ἀφορώντων εἰς
1119τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, διότι ἡ μελέτη αὕτη θὰ διαφωτίσῃ τὴν
1120Βουλήν, ἂν δυνάμεθα νὰ ἐξεύρωμεν τὰ μέσα πρὸς τὴν προσή-
1121κουσαν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας. Ἡ
1122μελέτη αὕτη θὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ
1123παράπαν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν αὐτὴ εἰς ἑαυ-
1124τὴν ἀπέδωκεν ἀποστολήν, τῆς περισυλλογῆς καὶ ἀνορθώσεως.
1125Ἡ μελέτη αὕτη θὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι, ἂν ἄλλως διε-
1126χειρίζοντο τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, καὶ ἂν σκοπιμώτερον διεῤῥυθ-
1127μίζοντο τὰ τῶν δημοσίων ἡμῶν δαπανῶν, ἠθέλομεν ἔχει ἀπὸ
1128τοῦ παρελθόντος ἔτους τὰ χρηματικὰ μέσα, τὰ ἀναγκαῖα
1129πρὸς τὴν σύνταξιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων
1130τῆς χώρας ἡμῶν. Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἀπὸ τοῦ
1131παρελθόντος ἔτους αἱ περιστάσεις ἐνεδείκνυον τὴν ἀνάγκην
1132τῆς προσηκούσης συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνά-
1133μεων. Ἐὰν δὲ ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις κατενόει καλῶς τὰς
1134περιστάσεις, ἠθέλομεν ἤδη ἔχει κρείσσονα τὴν σύνταξιν τὴν
1135στρατιωτικὴν καὶ δὲν ἠθέλομεν ἀκούει τὴν ἐπὶ ἀδρανείᾳ τῆς
1136Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μομφὴν τῶν ἐπισήμων ἐκείνων ξένων,
1137οἵτινες διέκειντο μὲν φιλικῶς πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ μᾶς ἐχαρα-
1138κτήριζον ὡς διατελοῦντας ἐν ἀδυναμίᾳ. Τίς δὲν ἐνθυμεῖται
1139τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐνταῦθα Ἀγγλικῆς Πρεσβείας πρὸς τὴν Κυ-
1140βέρνησίν της;
1141Εἶναι λοιπὸν ἀναγκαῖον νὰ γινώσκωμεν, ὁποῖα ὑπῆρξαν
1142τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως τῶν προϋπολογισμῶν τῶν
1143ἀμέσως προηγουμένων ἐτῶν, ἵνα ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἀπο-
1144τελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν, οἵτινες ἐξετελέσθησαν ὑπὸ
1145τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, κρίνωμεν, ἐὰν ἐπῆλθέ τις βελ-
1146τίωσις, ἢ ἐπῆλθε χειροτέρευσις.
1147Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς παρεληλυθὸς
1148ἀπομεμακρυσμένον· ἂς περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν ἐξέτα-
1149σιν τῶν ἀπολογισμῶν τῶν δύο προηγουμένων ἐτῶν, ἤτοι
1150τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ 1893 καὶ 1894. Ὁ ἀπολογισμὸς τῆς
1151χρήσεως τοῦ 1893 παρουσιάζει, μεταξὺ εἰσπραχθέντων ἐσό-
1152δων καὶ πληρωθέντων ἐξόδων, περίσσευμα 4,589,857. Ἐὰν
1153δὲ εἰς ταῦτα προστεθῶσι καὶ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ διὰ τοὺς
1154σιδηροδρόμους γενόμενα, ἐκ δραχμῶν 4,882,664, ἔχομεν
1155περίσσευμα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ 9,472,521.
1156Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1893 ἐπεβαρύνθη μὲ
1157δημόσιον χρέος ἀνώτερον ἐκείνου, μὲ τὸ ὁποῖον ἐπεβαρύνθησαν
1158αἱ μεταγενέστεραι χρήσεις, ἤτοι τῶν 1894 καὶ ἐφεξῆς, διότι
1159κατὰ τὸ 1893 ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς χρυσὸν αἱ
1160δόσεις, αἱ ὀφειλόμεναι πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Ἡ δια-
1161φορὰ δὲ μεταξὺ τῶν δύο ποσοτήτων, αἵτινες ἐπληρώθησαν
1162διὰ τὸ δημόσιον χρέος, εἶναι δραχμαὶ 3,647,202. Ὥστε ἡ
1163χρῆσις τοῦ 1893 δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς παρουσιάσασα
1164περίσσευμα 13,119,723. Ἡ χρῆσις τοῦ 1894, εἶναι γνωστὸν,
1165διότι καὶ ἄλλοτε ἐγένετο ἐντεῦθεν λόγος, ὅτι παρουσιάζει
1166περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 17,741,816. Ἐὰν ἐκ τούτων ἐκπέ-
1167σωμεν τὰς ἐξ ἐκπτώσεως τοῦ ἐργολάβου τοῦ σιδηροδρό-
1168μου Πειραιῶς–Λαρίσης προερχομένας εἰσπράξεις ἐκ δραχμῶν
11694,117,000, ἀπομένει περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 13,624,816.
1170Ἐὰν καὶ ἐκ τούτων ἐκπέσωμεν ὅσα εἰσεπράχθησαν ἐκ τῆς
1171νομισματοποιΐας, δρ. 1,268,000, μεῖον 250,000, τὰ ὁποῖα
1172ἐδαπανήθησαν, ἤτοι 1,018,000, ἔχομεν περίσσευμα τῆς
1173χρήσεως 1894 ἐκ δραχμῶν 12,606,816.
1174Ἵνα κρίνωμεν περὶ τῆς ἐπελθούσης βελτιώσεως τῶν οἰκο-
1175νομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἐφ’ ᾗ ἐκαυχήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1176Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν χρῆσιν τοῦ 1895,
1177ἡ ὁποία διεχειρίσθη, κατὰ τὸ πλεῖστον τοὐλάχιστον, ὑπὸ τῆς
1178σημερινῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν ἔχομεν μὲν τὸν ἀπολογισμὸν
1179τῆς χρήσεως, οὐδὲ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ Ὀκτω-
1180βρίου τοῦ 1896, τὴν συμπληροῦσαν τοὺς 22 μῆνας, ἔχομεν
1181ὅμως τὴν κατάστασιν τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου τοῦ 1896,
1182εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ὁ τελευταῖος μὴν ἑκάστης χρήσεως πάν-
1183τοτε παρουσιάζει ἔξοδα ἀνώτερα τῶν ἐσόδων, διότι πολλαί
1184εἰσιν αἱ δαπάναι, αἵτινες τακτοποιοῦνται κατὰ τὸν τελευ-
1185ταῖον μῆνα τῆς χρήσεως, ὀλίγισται δὲ αἱ εἰσπράξεις, αἱ
1186ὁποῖαι ἐντὸς τοῦ τελευταίου μηνὸς πραγματοποιοῦνται.
1187Εἶναι, ἐπὶ παραδείγματι, πᾶσαι αἱ δαπάναι, αἱ γενόμεναι
1188χάριν τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, εἶναι τὰ
1189ἐκκρεμῆ χρηματικὰ ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα τακτοποιοῦνται
1190κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως, καὶ πάντοτε ὑπάρχει διαφορὰ
1191μεταξὺ εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν, πλεοναζουσῶν τῶν δαπα-
1192νῶν κατὰ δύο περίπου ἑκατομμύρια. Διὰ τοῦτο περιορίζομαι
1193νὰ συγκρίνω τὰ ἔσοδα τοῦ 1894, τὰ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν
1194τῆς χρήσεως ταύτης πραγματοποιηθέντα, πρὸς τὰς εἰσπρά-
1195ξεις τοῦ 1895 μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1896, τὸ ὁποῖον δὲν
1196παρουσιάζει πλεονέκτημά τι ὑπὲρ τῆς πρώτης τούτων, διότι
1197ὁ Ὀκτώβριος θὰ παρουσιάσῃ μᾶλλον ηὐξημένας τὰς δαπά-
1198νας. Ἔχομεν δὲ ἐκ τῆς συγκρίσεως ταύτης μίαν ἐπὶ πλέον
1199διαφορὰν δρ. 10,080,466 κατὰ τὸ 1894. Αἱ εἰσπράξεις
1200τοῦ 1894 πλεονάζουσι τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1895 κατὰ
120110,000,000. Πόθεν προέρχεται τοῦτο; Βεβαίως δὲν ἐνδια-
1202φέρει ὑμᾶς ἡ λεπτομέρεια, ἀλλὰ δύνασθε ἐν γενικαῖς γραμ-
1203μαῖς νὰ γινώσκητε, ὅτι αἱ ἐλαττώσεις τῆς χρήσεως τοῦ
12041895 ἐπῆλθον ἀκριβῶς εἰς τοὺς φόρους ἐκείνους, εἰς τοὺς
1205ὁποίους τῷ ὄντι ἐνδεικνύεται ἡ μέριμνα καὶ ἡ διαχειριστικὴ
1206ἱκανότης μιᾶς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ παραδείγματι εἰς τοὺς ἀμέ-
1207σους φόρους ὑπάρχει πλεόνασμα κατὰ τὸ 1894 δραχμῶν
1208541,000, εἰς τοὺς φόρους τῆς καταναλώσεως 837,080, εἰς
1209τὰ τέλη καὶ δικαιώματα 989,000. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ διαφο-
1210ρὰν δαπανῶν μεταξὺ τῆς χρήσεως τοῦ 1894 καὶ τῆς χρή-
1211σεως τοῦ 1895. Ἡ διαφορὰ αὕτη τῶν δαπανῶν ἀνέρχεται
1212εἰς 3,965,129, δηλαδὴ κατὰ τὸ 1895 ἐπληρώθησαν ἐπὶ
1213πλέον 4 ἑκατομμύρια περίπου, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει
1214τῶν πληρωμῶν τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου τοῦ 1896, αἵτινες θέ-
1215λουσι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀναβιβάσει εἰς 6 ἑκατομμύρια τοὐλά-
1216χιστον.
1217Ποῦ κυρίως ἡ διαφορὰ αὕτη ἀνάγεται; Μόνον τὰ μεγάλα
1218ποσὰ θὰ ἀναφέρω ὑμῖν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν,
1219ἐπὶ παραδείγματι, ὑπάρχει μία διαφορὰ 1,265,000. Εἰς τὸ
1220Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 327,000. Εἰς τὸ Ὑπουρ-
1221γεῖον τῶν Στρατιωτικῶν 1,023,380. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1222Ναυτικῶν 702,000 καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν
1223604,000 καὶ καθεξῆς. Ἵνα ὦ ὅμως ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, νομίζω
1224ἀναγκαῖον νὰ σημειώσω, ὁποῖαι ὑπῆρξαν αἱ διαφοραὶ μεταξὺ
1225τῆς χρήσεως τοῦ 1895 καὶ τῆς τοῦ 1894 κατὰ τὴν 30 Σε-
1226πτεμβρίου τοῦ ἀμέσως ἐπιόντος ἔτους, δηλαδὴ κατὰ τοὺς 21
1227πρώτους μῆνας ἑκατέρας τῶν χρήσεων τούτων. Ἡ χρῆσις τοῦ
12281894, ὡς εἶπον ὑμῖν πρότερον, παρουσιάζει περίσσευμα 17
1229ἑκατομμυρίων. Ὁποῖον ἔσεται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χρήσεως
1230τοῦ 1895; Ἵνα κρίνωμεν περὶ τούτου, ἀρκεῖ νὰ λάβωμεν
1231ὑπ’ ὄψει τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο τὸν Ὀκτώβριον
1232τοῦ 1895 διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1894. Αὕτη εἶναι ἡ μόνη
1233ἀναλογία, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν, ἵνα εὑρε-
1234θῶμεν ἐν ἀκριβείᾳ. Μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1895 διὰ τὴν
1235χρῆσιν 1894 ἐδαπανήθησαν 83,438,153. Διὰ τὴν χρῆσιν
1236τοῦ 1895 μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1896 ἐδαπανήθησαν
123789,442,442, ἤτοι ἔχομεν διαφορὰν 4 ἑκατομμυρίων ὡς πρὸς
1238τὰ ἔσοδα, ἔχομεν καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα διαφορὰν 6 ἑκα-
1239τομμυρίων.
1240Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὀφείλω ν’ ἀνακοινώσω ὑμῖν,
1241ὅτι κατὰ τὰ ἐνδεδειγμένα ἀποτελέσματα μέχρι τῆς 30 Σε-
1242πτεμβρίου 1896 ἡ χρῆσις τοῦ 1895 θὰ παρουσιάσῃ ἓν
1243περίσσευμα 2 ἑκατομμυρίων περίπου, ἀπέναντι 12 ἑκατομμυ-
1244ρίων περισσεύματος τοῦ 1894 καὶ 13 ἑκατομμυρίων τοῦ 1893.
1245Ἡ δὲ χρῆσις τοῦ 1896, τῆς ὁποίας ἔχομεν γνωστὰ τὰ ἀπο-
1246τελέσματα μόνον τῶν 8 πρώτων μηνῶν, ὁποῖα θὰ ἔχῃ ἀπο-
1247τελέσματα; Περίπου μᾶς τὸ ἀνήγγειλεν ὁ ἀξιότιμος Πρόε-
1248δρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· διότι,
1249ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ὁποῖαι εἶναι αἱ χορηγηθεῖσαι πιστώ-
1250σεις, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ὁποῖαι εἶναι αἱ εἰσπράξεις τῶν
12518 πρώτων μηνῶν, καὶ κατ’ ἀναλογίαν τῶν ἄλλων ἔχοντες
1252ὑπ’ ὄψει τὸ ἀντίστοιχον χρονικὸν διάστημα τοῦ παρελθόντος
1253ἔτους, θέλομεν καταλήξει εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα. Προϋπολο-
1254γίζονται ἔσοδα 95,262,196, τὰ 9/12 εἰσὶν 71,446,647. Εἰσ-
1255πραχθέντα μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1896 εἰσὶ 56,923,882,
1256εἰσπράξιμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προϋπολογισθέντων 14,522,765.
1257Προϋπολογισθέντα ἔξοδα καὶ πιστώσεις 96,879,773· ἐκ τού-
1258των τὰ 9/12 εἰσὶν 71,159,829. Πληρωθέντα μέχρι τέλους Σε-
1259πτεμβρίου 1896 εἰσὶ 45,888,784. Πληρωτέα ἐπὶ τῇ βάσει
1260τῶν πιστώσεων 25,271,045. Κατὰ ταῦτα, τὸ πιθανὸν
1261περίσσευμα τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896 θ’ ἀνέλθῃ εἰς τὸ πο-
1262σὸν 286,818.
1263Ἀλλ’ ὅπως περισσότερον πεισθῆτε, ὅτι ἡ βελτίωσις τῶν
1264οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις,
1265δὲν εἶναι ἢ μῦθος, ἀρκεῖ νὰ ἀναφερθῶ εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν
1266ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν
1267εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897, προχείρως δὲ νὰ
1268σᾶς ἀναφέρω ἀνακριβείας, αἱ ὁποῖαι θὰ σᾶς πείσωσιν, ὅτι
1269ἐπαισθητὴ ἐπῆλθεν ἡ ἐπὶ τὰ χείρω τροπὴ τῶν οἰκονομικῶν
1270ἡμῶν πραγμάτων. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
1271Συμβουλίου δὶς ἐν τῷ εἰσηγητηρίῳ αὐτοῦ λόγῳ, ἀπευθυνό-
1272μενος πρὸς τὴν Βουλήν, εἶπεν, ὅτι ἐθάῤῥησε νὰ αὐξήσῃ τὰ
1273ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897 κατὰ δύο ἑκατομμύρια
1274ἐπὶ πλέον τῶν ἀναγραφέντων ἐν προϋπολογισμῷ τοῦ 1896.
1275Ἡ ἐντύπωσις ἦτο εἰς πάντας εὐάρεστος, μετ’ εὐχαριστήσεως
1276δὲ προσέτρεξα εἰς τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅταν διενε-
1277μήθη τοῦτο πρὸς τοὺς κκ. Βουλευτάς, ἀλλ’ εἰς αὐτὸ ἀνέγνων,
1278ὅτι ἡ διαφορὰ ἐπὶ πλέον μεταξὺ τῶν ἐσόδων τῶν προϋπολο-
1279γισμῶν τοῦ 1897 καὶ 1896 εἶναι 81,743 ἀντὶ τῶν 2 ἑκα-
1280τομμυρίων.
1281Ἔλεγεν, ἵνα παραστήσῃ τὰ ἐπιτευχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ ἀπο-
1282τελέσματα, τὰ ἐνδεικνυόμενα ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν
1283Βουλὴν προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897, ὅτι ἐν τῇ καταρτίσει τῶν
1284προϋπολογισμῶν τῶν ἀμέσως παρελθόντων ἐτῶν 1895 καὶ
12851896 κατώρθωσέ τι, τὸ ὁποῖον πρότερον δὲν εἶχε κατορθωθῆ,
1286δηλαδὴ κατώρθωσεν, ἰδίως ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα τὰ ἀναγραφέντα
1287εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοὺς ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντας,
1288πάντα ταῦτα νὰ εἰσπραχθῶσι, καὶ μετά τινος πλεονάσματος.
1289Συνέκρινε δὲ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα πρὸς τοὺς προϋπολο-
1290γισμοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ προκά-
1291τοχοί του βεβαίως δυοῖν θάτερον ὑφίσταντο, ἢ πλάνην περὶ
1292τοὺς ὑπολογισμούς, ἢ σκοπόν τινα ἕτερον προετίθεντο, ἵνα ἐξα-
1293πατήσωσι τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὸ κοινόν. Καὶ ἐὰν μὲν τὴν
1294σύγκρισιν ταύτην περιώριζεν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1894, οὐδεὶς
1295ἠδύνατο νὰ ἐπικρίνῃ τὴν τοιαύτην καυχησιολογίαν τοῦ ἀξιο-
1296τίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἰδίως ἀνεφέρθη εἰς
1297τὰ πρὸ τοῦ 1894 ἔτη, δηλαδὴ εἰς τὰ ἔτη ἐκεῖνα, κατὰ τὰ
1298ὁποῖα τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἀνεγράφοντο ἢ ἐπὶ
1299τῇ βάσει τῶν βεβαιώσεων.
1300Γνωστὸν εἶναι εἰς πάντας ἡμᾶς, ὅσοι ἠσχολήθητε εἰς τὴν
1301τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων μελέτην, ὅτι μέχρι τοῦ
13021894 ἀνεγράφοντο τὰ ποσὰ τῶν ἐσόδων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
1303βεβαιώσεων. Μόνον ἀπὸ τοῦ 1894 καὶ ἐντεῦθεν καθιερώθη
1304τὸ σύστημα, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ συνηγόρουν καὶ πρό-
1305τερον ἀκόμη, τὸ σύστημα, ὅπως ἀναγράφωνται τὰ ἔσοδα ἐπὶ
1306τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων. Ἐὰν λοιπὸν παρουσιάζηταί τις
1307διαφορὰ μεταξὺ εἰσπραχθέντων καὶ προϋπολογισθέντων ἐσό-
1308δων ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν παρελθόντων ἐτῶν, αὕτη
1309ἀποδοτέα εἰς τὸ σύστημα, τὸ πρότερον κρατοῦν, τοῦ νὰ ἀνα-
1310γράφωνται τὰ ἔσοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιώσεων. Ἀλλ’ ἐὰν
1311ὑπάρχῃ διαφορὰ μεγάλη ἐν σχέσει πρὸς τὸ 1895 κατὰ τὴν
1312χρῆσιν τοῦ 1894, ὅτε τὸ αὐτὸ σύστημα ἐφηρμόσθη, τότε
1313καὶ μόνον δύναται νὰ κριθῇ ὡς βάσιμος ἡ παρατήρησις τοῦ
1314ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὅμως, ἐὰν συγκρί-
1315νητε τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1891, ἐὰν δηλαδὴ
1316λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰς εἰσπράξεις τῆς χρήσεως ταύτης καὶ τὰς
1317συγκρίνητε πρὸς τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφέντα, θέ-
1318λετε παρατηρήσει πλεονάσματα μείζονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα
1319ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 ὡς πρός τινα μόνον τῶν ἐσόδων
1320παρουσιάζει. Καὶ ἐν τῇ αὐτῇ ἀγορεύσει του ὁ ἀξιότιμος
1321Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρίσθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπα-
1322νέλαβε καὶ προχθές, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερ-
1323κύρας συνάδελφον, ὅτι κατώρθωσε τὰ ἔξοδα νὰ περιορίσῃ εἰς
132467 ἑκατομμύρια. Καὶ ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν: «Μὴ ἀπα-
1325τᾶσθε ἐκ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους θέλετε ἀναγνώσει εἰς τὰς
1326καταστάσεις, διότι ὑπάρχουσί τινα ἔκτακτα ἔξοδα, διὰ τὰ
1327ὁποῖα ἄλλοτε συνωμολογοῦντο δάνεια καὶ ἐπληρόνοντο, καὶ
1328τὰ ὁποῖα ἤδη ἐπλήρωσα ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ προϋ-
1329πολογισμοῦ». Ἀλλὰ ἀπέφυγε νὰ ὀνομάσῃ ταῦτα, ἵνα κρί-
1330νωμεν, ἐὰν ὄντως τὰ ἔξοδα ταῦτα ἦναι ἔκτακτα καὶ ἐὰν ὄν-
1331τως διὰ τοιαύτας δαπάνας ἄλλοτε αἱ προκάτοχοι Κυβερνή-
1332σεως κατέφευγον εἰς τὴν συνομολόγησιν δανείων. Εἰς τοὺς προϋ-
1333πολογισμοὺς τοῦ 1895, 1896 καὶ 1897, ἀξιότιμοι συνά-
1334δελφοι, οὐδὲν ἄλλο ἔκτακτον ἔξοδον ἀναγράφεται, δυνάμενον
1335ὄντως νὰ ἔχῃ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ἐκτάκτου, ἢ μόνον αἱ
1336δαπάναι διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν. Ἀλλ’ αἱ
1337δαπάναι αὗται, ὡς εἶναι γνωστόν, ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ διὰ
1338τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897 εἰς 3,300,000,
1339ἐκ τῶν ὁποίων δέον νὰ ἐκπέσητε τὰ 2,000,000, τὰ ὁποῖα
1340προέρχονται ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τοῦ δανείου τῶν 24,000,000,
1341αἵτινες ἦσαν κατατεθειμέναι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ
1342ἀπὸ τὴν δημευθεῖσαν ἐγγύησιν τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης.
1343Ὥστε ἡ ὅλη δαπάνη εἶναι ἓν ἢ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον.
1344Ποῦ λοιπὸν αἱ ἄλλαι ἔκτακτοι δαπάναι τῶν ἀπολογισμῶν
1345τοῦ 1895 καὶ 1896; Ἐσφαλμένως ἄρα ἔλεγεν ἐντεῦθεν, ὅτι,
1346πλὴν τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους πληρωθέν-
1347των ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1895, ἐπληρώθησαν εἰς ἔκτα-
1348κτα δραχ. 4,000,000, καὶ οὕτως αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως
1349περιωρίσθησαν εἰς 67,000,000. Παραδέχεται ὡς πιθανὰς
1350δαπάνας τοῦ 1896 ἐν ὅλῳ ἐκ δραχ. 96,923,540. Ὅταν
1351ἔχητε 96,000,000, ἐξ αὐτῶν δὲ ἀφαιρέσητε 22,000,000 διὰ
1352τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, βεβαίως δὲν ἔχετε ὑπό-
1353λοιπον 67,000,000, ἀλλὰ 74,000,000. Προβάλλει τὸν
1354ἰσχυρισμὸν, ὅτι τὰ ἑπτὰ ἐδαπανήθησαν εἰς ἐκτάκτους δαπά-
1355νας, χωρὶς νὰ τὰς ἀναφέρῃ, ἵνα κρίνωμεν, ἐὰν ὄντως ὑπάρ-
1356χωσι τοιαῦται, διότι, ὡς ἀνέφερον προηγουμένως, μία καὶ
1357μόνη ὑπάρχει ὄντως ἔκτακτος δαπάνη, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν
1358σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, ἥτις διὰ τὰ τρία ἔτη ἀνέρ-
1359χεται εἰς 3,300,000. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 οὐδὲν
1360τοιοῦτον ἔξοδον ἀναγράφεται. Ἐν τέλει τῆς καταστάσεως τοῦ
1361Σεπτεμβρίου ἀναγράφονται πιστώσεις ἀναπληρωματικαὶ ἐκ
1362δραχμῶν 4,764,942, ἀλλ’ αὗται εἰς οὐδὲν ἔκτακτον ἀναφέ-
1363ρονται, καθόσον ἐκ τούτων 1,019,842 ἀνάγονται εἰς τὸ δημό-
1364σιον χρέος καὶ 1,177,406 εἰς ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας.
1365Ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν δὲ τοῦ ἔτους 1896, αὐτὸς οὗτος ὁ
1366ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ἐντεῦθεν, ὅτι αἱ
1367πιστώσεις ἀνέρχονται εἰς 90 ἑκατομμύρια· ὑπολογίζει ἀνα-
1368πληρωματικὰς 6,000,000, τὸ ὅλον 96,000,000. Ἐὰν ἐκ
1369τούτων ἀφαιρεθῶσιν 21,707,000 διὰ τὸ δημόσιον χρέος, ἔχετε
1370ὑπόλοιπον 74,293,000. Ἐὰν ἐκ τούτων ἐκπέσητε 1,000,000
1371διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, ἔχετε 73,293,000.
1372Πῶς λοιπὸν κατωρθώθη νὰ προστεθῶσι δαπάναι ἐκ δραχμῶν
13737,000,000, δὲν ἠδυνήθην, ἐγὼ τοὐλάχιστον, νὰ πεισθῶ ἐκ
1374τῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα κατέθεσεν ἡ Κυβέρνησις.
1375Εἰς ἐφημερίδας κυβερνητικὰς ἀνέγνων καὶ ἐντεῦθεν ἐλέ-
1376χθη, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἰδίως τῆς χρήσεως τοῦ 1896 ηὔξη-
1377σαν κατὰ 2 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, ὅτι δὲ τοῦτο ὀφείλεται
1378εἰς τὴν ἔκτακτον μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Διοική-
1379σεως, ὅπως περιστείλῃ τὴν λαθρεμπορίαν, ὅπως ἐπιτηρῇ τὴν
1380ἐφαρμογὴν τῶν φορολογικῶν νόμων. Ἦτο φυσικὸν νὰ ἐξε-
1381τάσω, ἐὰν ὄντως ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ αὔξησις ἡ διατυμπανισθεῖσα.
1382Ἐὰν ἀφαιρέσητε ὡς μόνην αὔξησιν τῶν ἐσόδων τὴν ἐκ τῶν
1383εἰσαγωγικῶν δασμῶν τῶν τελωνειακῶν προελθοῦσαν, εἰς πάντα
1384τὰ ἄλλα κεφάλαια τῶν ἐσόδων θέλετε ἴδει μείωσιν· θέ-
1385λετε ἴδει ἐλάττωσιν πρὸ πάντων εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους,
1386ὅπου ἰδίως ἐνδεικνύεται ἡ ἱκανότης καὶ ἡ ἐπιμέλεια τῆς Διοι-
1387κήσεως, θέλετε ἴδει ἐλάττωσιν εἰς τὰ μονοπώλια, ὅπου πά-
1388λιν ἐνδεικνύεται ἡ μέριμνα τῆς Διοικήσεως πρὸς πρόληψιν
1389τοῦ λαθρεμπορίου, ὡς καὶ εἰς τὰ ἔσοδα τὰ διακρινόμενα ὑπὸ
1390τὸν τίτλον «τέλη καὶ δικαιώματα». Μόνον εἰς ἓν κεφάλαιον
1391τῶν ἐσόδων ὑπάρχει αὔξησις, αὕτη δὲ ὑπάρχει εἰς τὴν πρώ-
1392την ἑξαμηνίαν τοῦ ἔτους, προερχομένη ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον
1393ἀπὸ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη τῶν σιτηρῶν, διότι εἶναι γνωστὸν,
1394ὅτι εἰσήχθησαν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο σιτηρὰ πλείονα, τῶν τοῦ
1395παρελθόντος· εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ Ὀλυμπια-
1396κοὶ ἀγῶνες συνετέλεσαν, ἵνα γένηται περισσοτέρα εἰσαγωγὴ
1397ἐμπορευμάτων. Ἀλλὰ πάντων τούτων τὸ περίσσευμα καλύ-
1398πτεται ἐκ τοῦ ἐλλείμματος τῶν ἄλλων ἐσόδων.
1399Παρακαλῶ νὰ μὴ ἀνησυχῆτε ἐκ τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους
1400ἔχω ἐνώπιόν μου, διότι δὲν πρόκειται νὰ μεταδώσω εἰς ὑμᾶς
1401πάντας τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς εἰς τὰς καταστάσεις ταύτας ἀνα-
1402γεγραμμένους. Τὰς καταστάσεις ταύτας συνέταξα διὰ νὰ
1403ἐξαγάγω τὰ ἀναγκαῖα πορίσματα, τὰ ὁποῖα καὶ μόνα πρό-
1404κειται νὰ γένωνται ὑμῖν γνωστά. Κατὰ τὸν πίνακα, τὸν
1405ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψιν, ἡ ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ τοῦ προϋπολο-
1406γισμοῦ τοῦ 1897 πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1894 ἀνέρχε-
1407ται εἰς τὸ ποσὸν 7,551,196· εἰς τὴν διαφορὰν ταύτην δέον
1408νὰ προστεθῇ τὸ ἀναγραφόμενον ἔσοδον ἐξ εἰσφορᾶς τῶν δή-
1409μων ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Τὸ ἔσοδον τοῦτο
1410ἀναγράφεται ὡς ἀνελευσόμενον εἰς τὸ ποσὸν 1,200,000. Καὶ
1411εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ εἰσηγησάμενος τὸν προϋπολογισμὸν
1412ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι δὲν θὰ εἰσ-
1413πραχθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον, πρὶν ἀκόμη
1414συμπληρωθῇ τὸ ἔτος, νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ὁ θεσμὸς τῆς στρα-
1415τιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω ἕτερον λόγον, οὗ ἕνεκεν
1416νομίζω λίαν ἐξωγκωμένον τὸ ἔσοδον τοῦτο· ἔχω ὑπ’ ὄψει τὰς
1417εἰσπράξεις τῶν δύο προηγουμένων ἐτῶν, καὶ γινώσκω, ὅτι κατὰ
1418τὸ 1894 εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων δραχ.
1419721,499, κατὰ δὲ τὸ 1895 μόνον 382,555. Ὅταν λοιπὸν
1420ἔχωμεν τοιαῦτα ἀποτελέσματα εἰσπράξεως, δυνάμεθα νὰ ὑπο-
1421λογίσωμεν 1,200,000; Καὶ δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψει τὰς εἰσ-
1422πράξεις τοῦ 1895, ἀλλὰ λαμβάνω τὸν μέσον ὅρον, καὶ οὕτω
1423παραδέχομαι ὡς εἰσπράξιμον ἐκ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων
1424ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας τὸ ποσὸν 600,000. Ἑπο-
1425μένως ἡ διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς 8,151,196.
1426Ἐκ τούτων πρέπει νὰ ἐκπεσθῶσι τὰ μὴ ἀναγραφόμενα εἰς
1427τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1428Αʹ)Ἐξ ἐκπτώσεως τῶν ἐργολάβων τοῦ σι-
1429 δηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης 3,911,058
1430Βʹ)Ἐξ εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς δη-
1431 μοτικῆς ἐκπαιδεύσεως 2,091,040
1432Γʹ)Ἐκ νομισματοποιΐας, ἀφαιρουμένων τῶν
1433 ἐξόδων ἐκ δραχμῶν 250,000 1,018,000
1434 7,020,098
1435Ἑπομένως ἔχομεν πάντοτε ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν 1,131,098.
1436Εἰς τὸν ἕτερον πίνακα, ὃν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, ἀναγράφονται τὰ
1437ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1894, τὰ ἀποτελέσματα
1438τῆς χρήσεως τοῦ 1895, τὰ γνωστὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέ-
1439σματα τῆς χρήσεως τοῦ 1896 καὶ τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὸν
1440προϋπολογισμὸν τοῦ 1897. Ἐκ τοῦ πίνακος τούτου συνάγε-
1441ται τὸ πόρισμα, ὅτι ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν προϋπολογι-
1442ζομένων διὰ τὸ 1897 ἐξόδων πρὸς τὰς γενομένας κατὰ τὴν
1443χρῆσιν τοῦ 1894 δαπάνας ἐν συνόλῳ ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν
1444δρ. 10,808,982.
1445Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ γινώσκητε καὶ τὸ πόρισμα μιᾶς συγ-
1446κρίσεως μεταξὺ τῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1896, ἀπὸ 1
1447Ἰανουαρίου ἕως 30 Σεπτεμβρίου, πρὸς τὸ πόρισμα τῶν δαπα-
1448νῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1894. Ἡ διαφορὰ δὲ αὕτη τῶν δαπα-
1449νῶν μέχρι 30 Σεπτεμβρίου εἶναι 10,703,000. Ἐπειδὴ δὲ ἐν-
1450τεῦθεν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897
1451ἐλέχθη, ὅτι κατωρθώθησαν πολλὰ πρὸς βελτίωσιν τῶν οἰκο-
1452νομικῶν πραγμάτων, κατωρθώθη δὲ νὰ μειωθῇ καὶ τὸ ποσὸν
1453τῶν ἐντόκων γραμματίων ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου,
1454εἶναι ἀνάγκη νὰ παρατηρήσω ὅτι, ὅταν πρόκειται νὰ κάμητε
1455περὶ τῆς χρηματικῆς καταστάσεως, δέον νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, οὐχὶ
1456μόνον τὰ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ προκύπτοντα ἀποτελέσματα,
1457ἀλλὰ καὶ τὰς ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ ληψοδοσίας τοῦ δημο-
1458σίου ταμείου, διότι ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου προσδιορίζεται
1459ἀπὸ τὴν ἐν γένει ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους. Κατὰ τὴν κατάστα-
1460σιν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, τὸ παρουσιαζόμενον κατὰ τὴν
146130 Σεπτεμβρίου 1896 ταμιευτικὸν ἀποτέλεσμα εἶναι ὅμοιον
1462πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο τῇ 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1894· τὸ
1463παράπαν δὲν ἐβελτιώθη ἔκτοτε ἡ κατάστασις.
1464Διῆλθον, ὡς βλέπετε, ἐπιτροχάδην τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν οἰκο-
1465νομικὴν πολιτικὴν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐπιφυλάσ-
1466σομαι ἐν ὥρᾳ καταλλήλῳ ἐκτενέστερον περὶ τούτου νὰ συζη-
1467τήσω, ἵνα σᾶς πείσω, ὅτι βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγ-
1468μάτων δὲν ἐπετεύχθη, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπῆλθεν ἔκτοτε χειροτέ-
1469ρευσις. Ἀνεκοίνωσα ὅμως ὑμῖν τὰ πορίσματα τῆς μελέτης ταύ-
1470της, διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐκ
1471τῶν ἐνόντων νὰ πορισθῶμεν τὰς πιστώσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι
1472εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ τὴν στρατιωτικὴν καὶ τὴν ναυτικὴν σύν-
1473ταξιν τῆς χώρας. Εἶναι δὲ ἀνάγκη τὰ περὶ τούτου νὰ συζη-
1474τηθῶσιν ἀπὸ τοῦδε, ἵνα ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ὁ προϋπολογι-
1475σμὸς τοῦ 1897 μὴ ψηφισθῇ ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερ-
1476νήσεως· διότι, ἐὰν ἀναμείνωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολο-
1477γισμοῦ, ἐὰν κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν ψηφισθῇ ὡς συνήθως
1478ψηφίζεται παρ’ ἡμῖν, οὐδὲν θέλομεν ἐπιτύχει ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ,
1479εἰς τὸν ὁποῖον ἀφορῶμεν.
1480Ὡς ἔλεγον ὑμῖν προηγουμένως, μετὰ πάσας τὰς ἀφαιρέσεις,
1481τὰς ὁποίας ἐπήνεγκον, ἵνα γένηται ἀκριβὴς ἡ σύγκρισις πρὸς
1482τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1894, ὑπάρχει ἀναμφι-
1483σβήτητος διαφορὰ ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1894, τοὐλάχιστον
14841,000,000 ἐν τοῖς ἐσόδοις, ὥστε στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν κατὰ
1485τὸ 1894 εἰσπραχθέντων νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς ἓν πλεόνασμα
1486ἐσόδων 1,000,000.
1487Εἴχομεν ὅμως κατὰ τὸ 1894 ἕτερόν τι ἔσοδον, ὃ ἄρδην
1488ἀνετράπη, τῇ προτάσει τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως· τὸ ἔσοδον
1489τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Εἶπον ὅτι ἄρδην ἀνετράπη, διότι
1490κατὰ μὲν τὸ τρίτον κατηργήθησαν τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη,
1491κατὰ δὲ τὸ ὑπόλοιπον ὁ προορισμὸς τῶν εἰσπράξεων τούτων
1492ἔλαβεν ἄλλην διεύθυνσιν. Κατὰ τὸ πλεῖστον κατατίθενται αἱ
1493ὑπόλοιποι εἰσπράξεις παρά τινι Τραπέζῃ, ἵνα χρησιμεύσωσιν
1494εἰς οἰκοδομὰς δημοτ. σχολείων, ἓν δὲ ποσοστὸν διατίθεται εἰς
1495συνδρομὴν τοῦ Πανεπιστημίου λόγῳ τῶν δαπανῶν τοῦ βοη-
1496θητικοῦ προσωπικοῦ. Νομίζω ὅτι ἐν τῇ κρισίμῳ ταύτῃ ὥρᾳ,
1497τὴν ὁποίαν διανύει τὸ ἔθνος ἡμῶν, δὲν εἶναι πρέπον νὰ περι-
1498κόψωμεν ἔσοδα, τὰ ὁποῖα καλῶς ἐλειτούργησαν καὶ τὰ ὁποῖα
1499ἀπέδωκαν εἰς ἡμᾶς 1,500,000. Μικρὰ ὑπῆρξεν ἡ ἀνακού-
1500φισις τῆς σπουδαζούσης νεολαίας ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ
1501τρίτου τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν οἰκοδό-
1502μησιν δημοτικῶν σχολείων, νομίζω ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀναβά-
1503λωμεν ταύτην εἰς μέλλοντας χρόνους, ὅτε αἱ πρόσοδοι ἡμῶν
1504ἔσονται βελτίονες. Καὶ τὸ ποσοστὸν, ὅπερ διατίθεται ὑπὲρ
1505τοῦ Πανεπιστημίου, δύναται νὰ καταργηθῇ, ἀφοῦ ἡ ὑπηρε-
1506σία τοῦ Πανεπιστημίου καλῶς ἐλειτούργει καὶ ἄνευ αὐτοῦ.
1507Ἐὰν ἐπαναφέρωμεν τὸ ἔσοδον τοῦτο ἄρτιον, οἷον ὑπῆρχε
1508κατὰ τὸ 1895, ἐὰν μεταβάλωμεν τὸν ὑφεστῶτα περὶ στοι-
1509χειώδους ἐκπαιδεύσεως νόμον καὶ ἀφήσωμεν τὴν μέριμναν
1510περὶ οἰκοδομήσεως δημοτικῶν σχολείων εἰς εὐθετώτερον χρό-
1511νον, θέλομεν ἔχει ἐντεῦθεν δρ. 1,500,000, ὥστε ὡς πρὸς τὸν
1512προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν 2,500,000
1513θετικά. Δυνάμεθα ὅμως νὰ μεταβάλωμεν καὶ τὸν προϋπολο-
1514γισμὸν τῶν ἐξόδων χωρὶς νὰ ἀνατραπῶσιν ἢ νὰ παραβλα-
1515φθῶσιν αἱ ὑπηρεσίαι, διὰ τῶν ὁποίων ἐνεργοῦνται αἱ εἰσπρά-
1516ξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων. Μόνον θ’ ἀναβληθῶσι μερικὰ ἔργα
1517διὰ χρόνον μέλλοντα. Δὲν εἶναι τοσοῦτον κατεπείγουσα ἡ ἐκ-
1518τέλεσις τῶν ἔργων τούτων, ὅσον κατεπείγουσα καὶ ἐπιβάλ-
1519λουσα εἶναι ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ σύνταξις τῆς
1520χώρας.
1521Ἀνέφερα ἤδη ὑμῖν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὰς ἐπὶ πλέον
1522διαφορὰς τῶν πιστώσεων μεταξὺ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1894
1523καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897. Ἔχομεν εἰς τὸ Ὑπουρ-
1524γεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ πλέον διαφορὰν 245,000, κατὰ
1525τὸ πλεῖστον προερχομένην ἀπὸ τὴν ἀνασύστασιν τῶν τεσ-
1526σάρων Πρεσβειῶν. Δὲν γινώσκω, Κύριοι, τίνα ὑμεῖς ἔχετε ἰδέαν
1527περὶ διατηρήσεως τῶν Πρεσβειῶν. Ἡ ἀνασύστασις τῶν τριῶν
1528Πρεσβειῶν ἕνα εἶχε σκοπὸν, τὴν διευκόλυνσιν τῶν διαπραγ-
1529ματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ. Ῥητῶς ἐντεῦθεν ἐλέχθη, ὅτι ἡ
1530ἀνασύστασις τῶν ἐν Λονδίνῳ, Παρισίοις καὶ Βερολίνῳ Πρε-
1531σβειῶν πρὸς αὐτὸν κυρίως τὸν σκοπὸν ἐγένετο. Ἐγένετο μά-
1532λιστα καὶ ἕτερόν τι· αἱ ἀποδοχαὶ αὐτῶν ηὐξήθησαν κατὰ
153318,000 δραχ. δι’ ἑκάστην· προσετέθησαν, δηλονότι εἰς τοὺς
1534πρότερον κεκανονισμένους μισθοὺς δραχ. 54,000. Δὲν νομίζω
1535ὅτι θέλουσι πάθει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐὰν ἐπανα-
1536φέρωμεν τὰ τῶν Πρεσβειῶν εἰς ὃ σημεῖον ὑπῆρχον πρότε-
1537ρον, ἐντεῦθεν δὲ οἰκονομήσωμεν τὸ ποσὸν τῶν 200,000 δραχ-
1538μῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχομεν ἐπὶ πλέον
1539πιστώσεις κατὰ τὸ 1897, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν
1540τοῦ 1894, δραχ. 3,871,620· ἐκ τούτων τὸ τρίτον ἀφορᾷ εἰς
1541δαπάνας τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, τὸ δὲ ὑπόλοι-
1542πον εἰς αὔξησιν τῶν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν πιστώσεων. Δὲν ὑπάρ-
1543χει, νομίζω, Ἕλλην ἀντιπρόσωπος, ὁ μὴ φρονῶν, ὅτι δέον τὰ
1544ἔργα τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἡ συγκοινωνία ἐν μέρει ν’ ἀναπτυχθῇ
1545ὅσον ἔνεστι παρ’ ἡμῖν.
1546Ἀλλ’ ἐὰν μὲ τὰς ὑπαρχούσας ὁδοὺς ἐζήσαμεν τόσα ἔτη,
1547νομίζετε ὅτι, ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις ἢ συμπλήρωσις ὁδῶν
1548τινων διά τινα χρόνον, θὰ καταστραφῶσι τὰ συμφέροντα τῆς
1549χώρας ἡμῶν; Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ
1550πρὶν ἢ ἀκόμη ἀνέλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ὁμιλῶν πρὸς τοὺς ἐκ-
1551λογικοὺς συλλόγους, ἔλεγεν ὅτι μία τῶν ἀποστολῶν τῆς Κυ-
1552βερνήσεως ἔσεται ἡ συμπλήρωσις τῶν μὴ εἰσέτι ἐκτελεσθέν-
1553των ἔργων τῶν σιδηροδρόμων. Ῥητῶς δὲ ἀνέφερε τὸν σιδηρό-
1554δρον Πειραιῶς–Λαρίσης καὶ ἰδιαιτέρως ἐμνημόνευσε τῶν
1555δύο τμημάτων μέχρι Θηβῶν καὶ Χαλκίδος· ἀλλὰ, καίτοι ἐγί-
1556νωσκεν ὅτι τὰ ὑλικὰ τὰ ἐκτεθειμένα ἐν τῷ ὑπαίθρῳ καὶ ἐν
1557γένει αἱ ἐργασίαι αἱ ἐκτελεσθεῖσαι διὰ δαπάνης 25,000,000
1558ὁσημέραι φθείρονται, οὐδεμίαν περὶ τούτων ἔλαβε πρόνοιαν.
1559Δὲν ἠθέλησε ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ προκά-
1560τοχος αὐτοῦ εἶχε παραδεχθῆ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δύο τού-
1561των τμημάτων, τὴν συνομολόγησιν ἑνὸς μικροῦ ἐσωτερικοῦ
1562πρὸς τοῦτο δανείου, ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς νὰ ἐπιβαρυνθῇ
1563μὲ τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου
1564τούτου, ἀλλ’ ἐπίστευεν ὅτι δύναται ἐκ τῶν τακτικῶν προσό-
1565δων τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ συμπληρώσῃ τὰ δύο ταῦτα
1566τμήματα τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Ἐν τούτοις
1567τὸ ἔργον ἐκεῖνο ὁπωσδήποτε ἀνεβλήθη, ἐπὶ προφανεστάτῃ
1568βλάβῃ τῶν δημοσίων συμφερόντων. Διατὶ νὰ μὴ ἀναβληθῶσι
1569καὶ τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας διά τινα εἰσέτι χρόνον; Ἔχομεν
1570ἀρκετὰς ὁδοὺς, ὥστε νὰ μὴ θεωρηθῇ ἡ ἔλλειψις τῶν λοιπῶν
1571ὡς πρόσκομμα διὰ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας.
1572Ἔχομεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ
1573τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δαπάνας ἐπὶ πλέον, ἐν συγκρί-
1574σει πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1894, ἐκ δραχμῶν 954,966,
1575αὗται δὲ ἀναφέρονται εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, ἀναφέρον-
1576ται δὲ ἰδίως εἰς τὴν στοιχειώδη. Προκειμένου περὶ στοιχειώ-
1577δους ἐκπαιδεύσεως, εἶναι ἄπορον, πῶς κατωρθώθη, ἀφοῦ οἱ
1578δῆμοι, οἱ πλεῖστοι τοὐλάχιστον, ἐπεβαρύνθησαν μὲ νέους δη-
1579μοτικοὺς φόρους διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δασμῶν τῶν ὠνίων,
1580ἀφοῦ σχολεῖα νέα δὲν συνηστήθησαν, πῶς, λέγω, κατωρ-
1581θώθη, ὥστε ἡ δαπάνη τοῦ Δημοσίου σήμερον νὰ ἦναι μείζων
1582ἐκείνης, ἡ ὁποία ἀπῃτεῖτο ἐπὶ τοῦ πρώην καθεστῶτος, ἤτοι
1583ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ προηγούμενον.
1584Κατὰ τὸ σύστημα τὸ προηγούμενον ἀνεγράφοντο δαπάναι
1585διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν ἐκ τεσσάρων περίπου ἑκα-
1586τομμυρίων, ἐδαπανῶντο δὲ πράγματι 3,700,000, εἰσεπράτ-
1587τοντο ἐκ τῶν δήμων 2,500,000, ἡ δαπάνη δὲ τοῦ Δημο-
1588σίου χάριν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἀνήρχετο εἰς δραχ.
15891,200,000. Ὑπὸ τὸ νέον καθεστὼς, μὲ τὸν νέον νόμον, ὑπὲρ
1590τοῦ ὁποίου τόσα πολλὰ ἐλέχθησαν, κατὰ μὲν τὸ 1896 ἀνε-
1591γράφη πίστωσις, ἐξαντληθεῖσα ἴσως μέχρι τοῦδε, ἐξ 1,500,000,
1592ἐθεωρήθη δὲ ἡ πίστωσις αὕτη ἀνεπαρκὴς, καὶ διὰ τὸ 1897
1593ζητεῖται πίστωσις πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἐκ δρ. 2,000,000.
1594Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νέου νόμου, τὸ νέον
1595σύστημα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως,—δὲν θέλω ἐπὶ τοῦ πα-
1596ρόντος νὰ τὸ ἐξετάσω ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, εἰμὴ ὑπὸ τὴν ἔπο-
1597ψιν τὴν ταμιευτικὴν,—ὑπῆρξε λίαν ἐπιζήμιον. Ἐγὼ δὲ γι-
1598νώσκω, ὅτι ἀρχικῶς ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος τῆς δημο-
1599τικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπηγορεύθη ὑπὸ λόγων οἰκονομικῶν, διότι
1600ἡ ἀρχικὴ ἰδέα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτο
1601νὰ κατορθωθῇ, ὥστε τὸ Κράτος νὰ μὴ ὑποβάλληται εἰς θυ-
1602σίαν τινὰ χάριν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ ταῦτα
1603πάντα δὲν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ προκείμενον, εἰμὴ κατὰ
1604τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ἡ ἀναγραφομένη εἰς τὸν προϋπολογι-
1605σμὸν πίστωσις ἐκ 2,000,000 δρ. βεβαίως εἶναι ὑπερβολική.
1606Βεβαίως, ἂν πρόκειται νὰ δαπανηθῇ τοσούτῳ μέγα ποσὸν
1607ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, τοῦτο θὰ ἐλέγχῃ ἐλαττωματι-
1608κὴν διοίκησιν. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ ἐπιχορήγησις τοῦ Κρά-
1609τους, ὡς ἀπεδείχθη καὶ ὑπὸ τὸ προηγούμενον καθεστὼς, ἐκ
1610δραχ: 1,000,000 εἶναι ἐπαρκεστάτη, διότι εἶναι γνωστὸν,
1611ὅτι εἰς τοὺς δήμους ἐπεβλήθησαν διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς δη-
1612μοτικῆς φορολογίας ἐπιβαρύνσεις ἕνεκα τοῦ νέου νόμου τοὐλά-
1613χιστον ἐκ δραχμῶν 500,000.
1614Δυνάμεθα ἑπομένως τὴν πίστωσιν τὴν ἀναγραφομένην εἰς
1615τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 ἐκ 2,000,000 νὰ τὴν περιο-
1616ρίσωμεν εἰς 1,000,000, ἄνευ κινδύνου νὰ πάθῃ τι ἡ στοι-
1617χειώδης ἐκπαίδευσις. Ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας συνα-
1618δέλφου προεβλήθη ἡ ἰδέα, ὅτι δυνάμεθα διὰ περικοπῆς καὶ
1619ἄλλων δαπανῶν εἰς τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα νὰ πορισθῶμεν
1620οὐκ εὐκαταφρόνητον ποσόν· εἰς τοῦτον δὲ ἀπαντῶν ὁ κ. Πρόε-
1621δρος τῆς Κυβερνήσεως, παρετήρησεν, ὅτι περιεκόπησαν ὅσον
1622ἦτο ἐφικτὸν αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως, καὶ οὐδεμία εἶναι
1623δυνατὴ οἰκονομία ἐν τῷ μέλλοντι. Δὲν συμμερίζομαι τὴν
1624γνώμην ταύτην τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν
1625νομίζω ὅτι διὰ περικοπῶν δαπανῶν ἐν τοῖς πολιτικοῖς Ὑπουρ-
1626γείοις δυνάμεθα μεγάλα ποσὰ νὰ πορισθῶμεν· νομίζω ὅμως
1627ὅτι ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν
16281,000,000. Οὕτω δὲ διασκευάζοντες τὸν προϋπολογισμὸν τῶν
1629ἐξόδων τοῦ 1897, θέλομεν ἔχει τὸ ποσὸν τῶν δρ. 5,972,000,
1630διασκευάζοντες δὲ, ὡς εἶπον, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν
1631ἐσόδων, θέλομεν ἔχει τὸ ποσὸν τῶν 2,500,000, ἤτοι θέλομεν
1632ἔχει χάριν τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας 8,472,000.
1633Τίνος ποσοῦ ἔχομεν ἀνάγκην διὰ νὰ συντάξωμεν τὰς στρα-
1634τιωτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας ἡμῶν, ἵνα λειτουργήσωσιν οἱ
1635ὑπάρχοντες ὀργανισμοί; Ἵνα ἔχωμεν στρατὸν ἐν τοιαύτῃ
1636καταστάσει, ὥστε νὰ δύναται ἐν ἀνάγκῃ νὰ μεταβληθῇ εἰς
1637ἐμπόλεμον δύναμιν, τίνος χρηματικοῦ ποσοῦ ἔχομεν ἀνάγκην;
1638Ἐλέχθη, ὅτι πρὸς τοῦτο εἶναι ἀναγκαία ἡ εὕρεσις τοὐλά-
1639χιστον δέκα ἑκατομμυρίων. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην· ἐπὶ
1640τούτῳ δὲ συνεβουλεύθην καὶ εἰδικωτέρους ἐμοῦ περὶ τὰ στρα-
1641τιωτικά. Δὲν πρόκειται περὶ στρατοῦ ἐν ἐπιστρατεύσει, πρό-
1642κειται περὶ στρατοῦ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης· ἄν ἐν ὥρᾳ εἰρήνης ἔχομεν
1643στρατὸν 20,000 ἀνδρῶν ἐξ ὅλων τῶν σωμάτων, ἐξαιρέσει τῆς
1644χωροφυλακῆς, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι
1645ἀναλόγως τῶν μέσων ἡμῶν καὶ τοῦ πληθυσμοῦ ἡμῶν ἔχομεν
1646στρατὸν εἰρήνης, ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν. Ἀλλ’ ἵνα ἐκπαι-
1647δεύσωμεν, ὡς ἐλέχθη καὶ πρότερον, τὸν στρατὸν, ἵνα ὁ στρα-
1648τὸς ἀσχολῆται ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ ἔργα τοῦ προορισμοῦ
1649αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἀπαλλαγῇ πασῶν τῶν βοηθητικῶν ὑπηρε-
1650σιῶν, πρέπει νὰ ἀσχολῆται ἀδιαλείπτως εἰς τὴν ἐκπαίδευ-
1651σιν. Πρέπει λοιπὸν πρωτίστως νὰ ὀργανώσωμεν τὸ σῶμα τῆς
1652χωροφυλακῆς, νὰ σχηματίσωμεν τοῦτο οὐχὶ ἐκ τῆς ἀπογρα-
1653φῆς, ἤτοι ἐκ τῶν κληρούχων, ἀλλ’ ἐξ ἐθελοντῶν, νὰ ἀναβι-
1654βάσωμεν τὸν ἀριθμὸν αὐτῆς εἰς 8,000 τοὐλάχιστον, ὅπως
1655ἀναλάβῃ καὶ τὰ ἔργα τῆς ἀστυνομίας καθ’ ἅπαν τὸ Κρά-
1656τος, καὶ συνάμα πάσας τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας
1657ἐκτελεῖ σήμερον ὁ στρατός. Ὅπως τοῦτο ἐπιτύχωμεν, τίνος
1658πιστώσεως ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὴν χωροφυλακήν; Σήμερον ἐν
1659τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνα-
1660γράφεται πίστωσις διὰ τὴν χωροφυλακὴν ἐκ δρ. 2,200,000, ἐν
1661δὲ τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ
1662τὴν ἀστυνομίαν ἀναγράφεται πίστωσις 3,200,000, ἤτοι αἱ
1663διὰ τὴν χωροφυλακὴν καὶ τὴν ἀστυνομίαν ἀναγραφόμεναι
1664πιστώσεις ἀνέρχονται εἰς 5,400,000 δρ. Ἵνα ὅμως τὴν χωρο-
1665φυλακὴν συμπληρώσωμεν δι’ ἐθελοντῶν, ἵνα αὕτη ὀργανωθῇ
1666εἰς τρόπον, ὥστε πάσας τὰς ὑπηρεσίας, τὰς εἰς αὐτὴν ἀνατε-
1667θειμένας, νὰ ἐκπληροῖ ἐπαρκῶς, δέον νὰ τὴν ἀναβιβάσωμεν εἰς
16688,000 ἄνδρας, καὶ νὰ δαπανῶμεν ὑπὲρ αὐτῆς τὸ ποσὸν τῶν
16698,500,000, νὰ προσθέσωμεν δηλονότι εἰς τὰς ὑπαρχούσας,
1670εἰς τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897 πι-
1671στώσεις δρ. 3,100,000. Ὅπως ἔχωμεν στρατὸν ἐξ 20,000
1672ἀνδρῶν, ἔχομεν ἀνάγκην δαπάνης κατ’ ἄτομον τοὐλάχιστον
1673800 δραχμῶν. Ὑπάρχουν πολλοὶ οἱ φρονοῦντες, ὅτι εἶναι
1674ἀνεπαρκὲς τὸ ποσὸν τῶν 800 δραχμῶν, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω,
1675ὅτι, ὅταν μετὰ φειδοῦς καὶ μετ’ αὐστηρότητος οἱ διευθύνον-
1676τες τὰ τοῦ στρατοῦ καθορίζωσι τὰ τῶν δαπανῶν αὐτοῦ,
1677ὅταν πολυτελεῖς τινες ὑπηρεσίαι ἐκλείψωσιν ἢ καταργηθῶσιν,
1678ὅταν δι’ ὀργανισμοῦ νεωτέρου πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν
1679στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν διαῤῥυθμισθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς
1680αὐστηρᾶς οἰκονομίας, εἶναι δυνατὸν διὰ 16,000,000 δραχ.
1681κατ’ ἔτος νὰ συντηρῶμεν στρατὸν ἐξ 20,000 ἀνδρῶν.
1682Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· εἶναι ἀνάγκη νὰ διαθέτωμεν κατ’
1683ἔτος τοὐλάχιστον 700,000 δραχμὰς διὰ τὰς γενικὰς ἀσκή-
1684σεις τοῦ στρατοῦ, διότι ἄνευ ἀσκήσεων ἐν στρατοπέδοις δὲν
1685δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατόν. Οὕτω αἱ πιστώσεις τοῦ Ὑπουρ-
1686γείου τῶν Στρατιωτικῶν θέλουσιν ἀνέλθει ἐν σταθερῷ προϋ-
1687πολογισμῷ εἰς 25,200,000, ἂν δὲ ἐκ τούτων ἐκπέσωμεν τὰ
16883,200,000, αἱ ὁποῖαι δαπανῶνται διὰ τὴν στρατιωτικὴν
1689ἀστυνομίαν καὶ περὶ ὧν ἀναγράφεται τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν
1690εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν,
1691θέλομεν ἔχει ἀνάγκην πιστώσεως ἐξ 22,000,000 δραχ. διὰ
1692τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντὶ τῶν 16,000,000,
1693ἤτοι θέλομεν προσθέσει πίστωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1694Στρατιωτικῶν ἐκ δραχ. 5,654,689. Προκειμένου ὅμως περὶ
1695σταθεροῦ προϋπολογισμοῦ, προκειμένου νὰ κανονίσωμεν τὰς
1696δαπάνας ἐν τοιούτῳ προϋπολογισμῷ οὕτως, ὥστε ἀπροσκό-
1697πτως νὰ λειτουργῶσιν οἱ ὀργανισμοὶ καὶ τοῦ κατὰ ξηρὰν στρα-
1698τοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, δέον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ
1699αἱ πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶναι ἀνεπαρ-
1700κεῖς, διότι καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ δέον νὰ προσθέσω-
1701μεν πίστωσιν ἐξ ἑνὸς τοὐλάχιστον ἑκατομμυρίου· πρέπει τὸ
1702Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν νὰ ἔχῃ ἐν σταθερῷ προϋπολογισμῷ
1703πιστώσεις 8 ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ δύνανται νὰ ἐκπαιδεύωνται
1704τὰ πληρώματα, διὰ νὰ δύνανται οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ ἀσκῶν-
1705ται εἰς γενικὰ γυμνάσια, διὰ νὰ μὴ ὑφίσταται αὐτὴ ἡ με-
1706γάλη φειδωλία περὶ τὰ γυμνάσια τὰ ναυτικά, τὰ ὁποῖα
1707εἶναι ἀπαραίτητα, ὅπως παρασκευάσωσι στόλον ἀξιόμαχον.
1708Ἄν λοιπὸν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν προσθέσω-
1709μεν 1,000,000, ἤτοι τὰς σήμερον ἀναγεγραμμένας 7,000,487
1710ἀναβιβάσωμεν εἰς 8,000,000, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσθέσωμεν
1711πίστωσιν δραχ. 999,573, ἤτοι ἐν ὅλῳ διὰ τὰ δύο Ὑπουρ-
1712γεῖα τὸ ποσὸν δραχ. 6,654,202. Ἔλεγον πρότερον, ὅτι ἠδυ-
1713νάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν ἐκ τῆς σκοπιμωτέρας διασκευῆς
1714τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων δρ. 8,472,000,
1715ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχω ἐνδοιασμούς τινας, μήτοι πάντα τὰ ἀναγρα-
1716φέντα μέτρα δὲν ἐκτελεσθῶσιν ἀκριβῶς κατὰ τὸ πρῶτον τῆς
1717ἐφαρμογῆς τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ ἔτος, δι’ αὐτὸ ἀντὶ δρ.
17188,500,000 περιώρισα τὰς πιστώσεις εἰς μόνον 6,500,000,
1719ἤτοι κατὰ 2 ἑκατομμύρια ὀλιγώτερον· διότι εἶναι ἐνδεχόμε-
1720νον αἱ οἰκονομίαι τῶν 2,000,000, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα,
1721νὰ μὴ πραγματοποιηθῶσι πᾶσαι· διότι ἐξ ὅσων ἀνέφερα
1722ὑμῖν οἰκονομιῶν ἴσως θεωρηθῇ ἀναγκαῖον νὰ ἐκπεσθῶσι διὰ
1723τὸ ἔτος τοῦτο αἱ πιστώσεις αἱ ἀναγεγραμμέναι χάριν τοῦ
1724σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν· οὕτω δὲ τὸ ποσὸν, τοῦ ὁποίου
1725ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας,
1726τὸ ἔχομεν πλῆρες. Θὰ ἔχωμεν ἐκ τῆς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπο-
1727λογισμοῦ τοῦ 1894 ἐπαναφορᾶς τῶν ἐσόδων 1,000,000, θὰ
1728ἔχωμεν ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν 1,500,000, θὰ ἔχωμεν
1729ἐκ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1730Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894
1731δρ. 3,771,820, ἐκ τῆς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ
1732τοῦ 1894 διαῤῥυθμίσεως τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1733Ἐξωτερικῶν δραχ. 200,000, ἐκ τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουρ-
1734γείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 1,000,000. Θὰ κατορθωθῇ τέ-
1735λος νὰ γένωνται εἰς ἅπαντα τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα οἰ-
1736κονομίαι, ἤτοι περικοπαὶ τῶν ἀναγραφομένων νῦν πιστώσεων
1737ἐκ δραχ. 500,000. Ἄν ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν
1738τὸ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν ἐκ δρ. 1,400,000,
1739θὰ ἔχωμεν ὁπωσδήποτε τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 6,571,820, ὅπερ
1740εἶναι ἀπαραίτητον πρὸς αὔξησιν τῶν πιστώσεων τῶν Ὑπουρ-
1741γείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν.
1742Ἐπειδὴ δ’ ἐπεκαλέσθην ἐπανειλημμένως τὸν ἀπολογισμὸν
1743τοῦ 1894, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ κανονισθῶσι τά τε ἔσο-
1744δα καὶ ἰδίως τὰ ἔξοδα τοῦ 1897, ἐξαιρέσει τῶν ἀναγομένων
1745εἰς τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα, ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν,
1746ὅτι κατὰ τὸ 1894 οὐδὲν ὑπῆρχεν ἔκτακτον, συντελέσαν εἰς
1747αὔξησιν τῶν ἐσόδων, καθόσον μείζων ἦτο κατ’ αὐτὸ ἡ ὑπο-
1748τίμησις καὶ ἀζητησία τοῦ κυριωτέρου ἡμῶν προϊόντος, τῆς
1749σταφίδος, αἱ λοιπαὶ πρόσοδοι δὲν διετέλουν ὑπὸ εὐνοϊκωτέρας
1750τῶν νῦν συνθήκας, ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία ἦτο κατά τι
1751χείρων, ὡς ἐκ τῆς ἀζητησίας τῆς σταφίδος, τὰ δὲ δημόσια
1752ἡμῶν ἔξοδα, τὰ χρήσιμα εἴτε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημο-
1753σίου χρέους εἴτε διὰ τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως, ἦσαν οἷα
1754ἔπρεπε νὰ ὦσι καὶ νῦν· ἅπασαι αἱ ὑπηρεσίαι τῶν διαφόρων
1755κλάδων τῆς διοικήσεως ἐλειτούργησαν κανονικῶς. Διηνύσα-
1756μεν τὸ 1894 οὐχὶ χειρότερον τῶν μετ’ αὐτὸ ἐτῶν. Ἔσχομεν
1757μάλιστα τὸ πλεονέκτημα νὰ διοικώμεθα ὑπὸ τῆς σημερινῆς
1758Κυβερνήσεως, ἥτις, εἰσηγουμένη εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπο-
1759λογισμὸν τοῦ 1895, ἐκαυχήθη, ὅτι ἐπήνεγκεν οἰκονομίας εἰς
1760τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως ὑπὲρ τὰ 6,000,000. Διατὶ
1761λοιπὸν καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν πιστώσεις διὰ τὸ 1897 ἀνω-
1762τέρας τῶν τοῦ 1894;
1763Καὶ ταῦτα μὲν πάντα διὰ τὰς πιστώσεις τὰς ἀναγκαίας
1764ἐν σταθερῷ προϋπολογισμῷ πρὸς συντήρησιν, οὕτως εἰπεῖν,
1765συντεταγμένου καλῶς στρατοῦ καὶ ναυτικοῦ. Ἀλλὰ μόνον
1766τοιούτων πιστώσεων ἔχομεν ἀνάγκην; Εἶναι ἆρά γε καὶ ὁ
1767στρατὸς καὶ τὸ ναυτικὸν ἡμῶν ἀρκούντως ἐφωδιασμένα διὰ πο-
1768λεμικοῦ ὑλικοῦ, ὥστε μὲ μόνον τὰς πιστώσεις ταύτας νὰ δυ-
1769νηθῶμεν εὐλόγως νὰ ἀξιῶμεν ὅτι συνετάξαμεν τὸν στρατὸν
1770καὶ τὸ ναυτικὸν τῆς χώρας ἡμῶν; Νομίζω ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην
1771προμηθείας πολεμικοῦ ὑλικοῦ δι’ ἀμφότερα τὰ Ὑπουργεῖα,
1772ἰδίως ὅμως καὶ ἐπειγόντως διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιω-
1773τικῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην πιστώσεως πρὸς αὔξησιν τῶν πυρο-
1774βολαρχιῶν ἀπὸ 20 εἰς 24. Πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν τυχὸν
1775ἐφθαρμένων πυροβόλων, πρὸς προμήθειαν νέων καὶ πρὸς ἐν-
1776τελῆ καταρτισμὸν τῶν διὰ τὸ πυροβολικὸν ἀναγκαίων ὀχη-
1777μάτων, ὑπολογίζεται ὡς ἀπαραίτητος δαπάνη 4 ἑκατομ-
1778μυρίων...
1779§16Ι. ΣΕΧΟΣ. Πόσων;
1780§17ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τεσσάρων ἑκατομμυρίων... Δὲν νομίζω
1781ἀναγκαῖον νὰ ἀναφέρω ὑμῖν ἐν λεπτομερείᾳ ἀριθμοὺς καθ’
1782ἕκαστον τῶν εἰδῶν τούτων, διότι νομίζω, ὅτι καὶ ὁ διακόψας
1783με συνάδελφος καὶ ἕτεροι συνάδελφοι εἰδικοί, ἐντριβεῖς περὶ τὰ
1784στρατιωτικά, δύνανται, λαμβάνοντες ἀνὰ χεῖρας τὸν προϋπο-
1785λογισμόν, καὶ γινώσκοντες τὰ ὑπάρχοντα ὑλικά, νὰ ὑπολογί-
1786σωσι τὴν ἀναγκαίαν δαπάνην. Κατ’ ἐμὲ, στηριχθέντα εἰς γνώ-
1787μας εἰδικωτάτων ἀνδρῶν, τὸ ποσὸν 4,000,000 εἶναι ἐπαρκὲς
1788πρὸς τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον τοῦτο· ἔχομεν ἀνάγκην
1789προμηθείας ἵππων, τοὐλάχιστον τριῶν χιλιάδων, ἂν δὲ ὑπο-
1790λογίσωμεν χιλίας δραχμὰς δι’ ἕκαστον ἵππον, ἔχομεν ἀνάγ-
1791κην τριῶν ἑκατομμυρίων. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προμηθευθῶ-
1792μεν ἱματισμὸν, διότι ὁ ὑπάρχων εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ δὲν ἀντα-
1793ποκρίνεται εἰς τὰς ὑφισταμένας ἀνάγκας, ἀφοῦ μάλιστα
1794πρόκειται νὰ ἔχωμεν ἀριθμὸν στρατιωτῶν ἀνώτερον. Ἔχομεν
1795ἀνάγκην πρὸς τοῦτο 2 ἑκατομμυρίων. Ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς
1796ἱκανοποίησιν ἄλλων ἐλλείψεων ἐν τῷ μηχανικῷ καὶ ἱππικῷ
1797καὶ ἀλλαχοῦ ἑνὸς ἔτι ἑκατομμυρίου, ἔχομεν ἀνάγκην δέκα
1798ἑκατομμυρίων δραχμῶν.
1799Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ναυτικὸν ἔχομεν ἐλλείψεις· διότι δὲν δυ-
1800νάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι ἡ ληφθεῖσα ἀξιέπαινος φροντὶς
1801πρὸς τελείαν κατάρτισιν τῶν θωρηκτῶν, πρὸς ἀντικατάστασιν
1802τῶν ἐφθαρμένων λεβήτων καὶ πρὸς πλήρωσιν ἑτέρων μικροτέ-
1803ρων ἀναγκῶν τοῦ ὑπάρχοντος στόλου εἶναι ἐπαρκὴς, ὅπως
1804θεωρηθῇ ἀρτία ἡ δύναμις τοῦ στόλου ἡμῶν. Ὡς ἔθνος ναυτι-
1805κὸν, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ὑπάρχοντα τορ-
1806πιλλοβόλα τοὐλάχιστον ἕξ, δυνάμεως ἀνωτέρας τῶν ὑπαρχόν-
1807των, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι, ἂν κατὰ τὰ ἄλλα τὸ ναυτικὸν
1808τῆς γείτονος ἐπικρατείας ἦναι ὑποδεέστερον τοῦ ἡμετέρου, ὡς
1809πρὸς τὸν τορπιλλικὸν ὅμως στόλον, αὕτη ὑπερτερεῖ. Ἔχομεν
1810ἀνάγκην πρὸς τοῦτο νὰ δαπανήσωμεν 3,600,000 φράγκων
1811χρυσῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προμηθευθῶμεν ἓν τοὐλάχι-
1812στον καταδρομικόν. Προκειμένου περὶ ἐλλείψεων ἐν τῷ ναυτι-
1813κῷ, αὗται εἶναι πολλαί· δὲν ἀρκεῖ ἕν, χρειάζονται δύο κατα-
1814δρομικά, χρειάζονται δύο ἀντιτορπιλλικά. Πρέπει νὰ ἔχωμεν
1815δεξαμενήν. Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸν Ναύσταθμον ἡμῶν ἐφωδια-
1816σμένον ἐπαρκέστερον, ὥστε πᾶσαι αἱ ἐπισκευαὶ τοῦ στόλου
1817ἡμῶν νὰ γίνωνται ἐνταῦθα. Ἀλλὰ περὶ τῶν ἐλλείψεων τού-
1818των, ὧν ἡ πλήρωσις δεῖται καὶ χρόνου μακροῦ καὶ δαπάνης
1819μεγίστης, δὲν πρόκειται νῦν νὰ μεριμνήσωμεν. Δέον ν’ ἀνα-
1820μείνωμεν εὐνοϊκωτέρας περιστάσεις.
1821Διὰ τοῦτο σήμερον περιορίζομαι μόνον εἰς τὴν προμήθειαν
18226 τορπιλλοβόλων καὶ ἑνὸς καταδρομικοῦ. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγ-
1823κην 10,000,000 δραχ. διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτι-
1824κῶν, καὶ 5,000,000 φράγκων χρυσῶν διὰ τὸ ναυτικόν, ἤτοι
1825ἐν ὅλῳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δραχ. 18,000,000. Δυνά-
1826μεθα τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ λάβωμεν ἐκ τῶν τακτικῶν προσό-
1827δων τοῦ προϋπολογισμοῦ; Βεβαίως ὄχι. Γινώσκω, ὁποία ἴσως
1828θὰ μοὶ δοθῇ ἀπάντησις, ὅτι θὰ καταφύγωμεν πάλιν εἰς τὴν
1829δανειστικὴν πολιτικήν, κατὰ τῆς ὁποίας ἀμείλικτος ἐχθρὸς
1830ἐκηρύχθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐὰν
1831τῷ ὄντι πρόκειται νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν δανειστικὴν πο-
1832λιτικήν, ἵνα διὰ δανείου ἐπιχειρήσωμέν τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι
1833ἀπαραίτητον, καὶ τὸ ὁποῖον δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν, ἠδυ-
1834νάμην νὰ συνταχθῶ πρὸς τὴν γνώμην ταύτην· προκειμένου
1835ὅμως περὶ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς συντάξεως τῆς χώ-
1836ρας, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν μίαν ἐξαίρεσιν,
1837δυνάμεθα νὰ καταφύγωμεν εἰς ἓν δάνειον καὶ νὰ ἐπιβαρύνωμεν
1838τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων διὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον
1839εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ. Δὲν ὁμιλῶ δὲ περὶ
1840δανείου ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, διότι γινώσκω, ὁποῖαι ὑφίστανται
1841δυσχέρειαι πρὸς ἐπιτυχίαν τοιούτου δανείου, γινώσκω ὅτι,
1842ἐνόσῳ ἔχομεν ἐκκρεμεῖς τὰς σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῶν πιστω-
1843τῶν τοῦ Κράτους, δύσκολον εἶναι ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ
1844νὰ εὑρῇ εὐχερῶς δάνειον.
1845Ἐπειδὴ περὶ συμβιβασμοῦ ὁ λόγος, καίτοι πρόκειται ἐν
1846εἰδικῇ συζητήσει τὰ περὶ τούτου νὰ συζητηθῶσι, νομίζω οὐχ
1847ἧττον, ὅτι ἠδύνατο ὁ συμβιβασμὸς νὰ ᾖναι τετελεσμένος ἐὰν
1848μετὰ δραστηριότητος μείζονος, μετὰ μεθόδου κρείσσονος ἐπε-
1849λαμβάνετο ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν συντέ-
1850λεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεων. Ἀλλὰ περὶ τού-
1851του δὲν ἐνδιατρίβω σήμερον, διότι εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος
1852ἡμῶν. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παραδεχθῶ, ὅτι, διότι ὑπάρχουσιν
1853ἐκκρεμεῖς αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Κράτους,
1854δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ προέλθωμεν εἰς τὴν σύν-
1855ταξιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας.
1856Ἐὰν ἀναβάλωμεν πᾶσαν διαῤῥύθμισιν τῆς φορολογίας ἡμῶν,
1857πᾶσαν σύνταξιν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν τῆς χώρας ἡμῶν,
1858μέχρις οὗ συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμός, νομίζω, ὅτι καθ’ ἣν
1859ἡμέραν ἤθελεν οὗτος συντελεσθῆ, ἤθελεν ἴσως εὕρει ἡμᾶς ἐν
1860χείρονι καταστάσει, ὥστε ἴσως καὶ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θέ-
1861λομεν ἀναλάβει νὰ πληρώσωμεν πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους, νὰ
1862μὴ ᾖναι εὔκολον νὰ εὑρεθῇ. Οὐδὲν κοινὸν μεταξὺ τοῦ συμ-
1863βιβασμοῦ καὶ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν καθ’ ἡμᾶς, οὐδὲ εἶναι
1864δυνατὸν νὰ προβληθῇ παρ’ αὐτῶν ἡ ἀξίωσις, ὅτι, ἐὰν ὁ Ἑλ-
1865ληνικὸς λαὸς στέργῃ εἰς μείζονας ἐπιβαρύνσεις χάριν ὑψίστης
1866ἐθνικῆς ἀνάγκης, χάριν αὐτῆς τῆς συντηρήσεως τοῦ Κράτους,
1867δικαιοῦνται οὗτοι νὰ μετάσχουν εἰς τὸ ἐκ τῶν νέων ἐπιβα-
1868ρύνσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ προκῦψον πλεόνασμα τῶν ἐσό-
1869δων. Νομίζω, ὅτι οὐδὲ εἰς αὐτῶν τὴν διάνοιαν εἶναι δυνατὸν
1870νὰ ἔλθῃ ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει, ἐν ὅσῳ δὲν συντελεσθῇ ὁ συμβι-
1871βασμός, νὰ εὑρισκώμεθα εἰς ἐκκρεμῆ καὶ ἀδρανῆ κατάστασιν.
1872Ἀλλὰ προβάλλεται ἀμέσως τὸ ἐρώτημα: κατὰ τίνα τρόπον
1873δυνάμεθα νὰ προμηθευθῶμεν τὸ δάνειον τοῦτο, ἢ μᾶλλον τίνες
1874εἰσὶν οἱ πόροι, τοὺς ὁποίους δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν διὰ τὴν
1875ὑπηρεσίαν ἑνὸς τοιούτου δανείου;
1876Αὔξησις τῆς ὑφεστώσης φορολογίας οὔτε συζητήσεως εἶναι
1877δεκτική, καθόσον ἐπαρκῶς εἶναι βεβαρυμένος ὁ Ἑλληνικὸς
1878λαός. Δύναται ὅμως νὰ ἐξευρεθῇ εἷς νέος πόρος, χωρὶς ἐκ τού-
1879του νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν αἱ παραγωγικαὶ τῆς κοινωνίας τάξεις,
1880ἴσως δὲ καὶ μετὰ παροχῆς οὐσιωδῶν πλεονεκτημάτων ὑπὲρ τῆς
1881ὑγιεινῆς τῶν κατοίκων. Τοιοῦτος πόρος εἶναι τὸ μονοπώλιον
1882τῶν οἰνοπνευμάτων ὑπὲρ τοῦ Κράτους.
1883Ὅτε τὸ πρῶτον ἐπεβλήθη ὑπὸ τῶν οἰκονομικῶν δυσχε-
1884ρειῶν τοῦ Κράτους ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων αὐτοῦ, ὑπελήφθη
1885ὡς προτιμοτέρα τοῦ μονοπωλίου ἡ ἐπιβολὴ φόρου ἐπὶ τῶν
1886οἰνοπνευμάτων, ὅπως ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ βιομηχανία τῆς οἰνο-
1887πνευματοποιΐας. Ἡ λειτουργία τοῦ φόρου τούτου, εἰσπρατ-
1888τομένου ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, προσέ-
1889κοψε, καὶ ὡς ἐκ τῶν ἐγερθέντων παραπόνων ὑπὸ τῶν οἰνοπα-
1890ραγωγῶν, οἵτινες ἐκ τῶν στεμφύλων παράγουσιν εἰς μικρὰς
1891ποσότητας οἰνόπνευμα (σοῦμα), καὶ ὡς ἐκ τῶν πιέσεων καὶ
1892καταχρήσεων, ὅσας ἐπάγεται ἡ παρέμβασις κατωτέρων ὑπαλ-
1893λήλων. Ὡς ἐκ τούτου ὁ φόρος οὗτος ἀπέτυχεν, ὡς ἐκ τῶν
1894ἐπανειλημμένων δὲ μεταῤῥυθμίσεων τοῦ σχετικοῦ νόμου ἡ
1895πρόσοδος τοῦ Δημοσίου κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη σχεδὸν ἐμη-
1896δενίσθη. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897 ἀναγράφεται ὡς
1897πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἐκ δραχμῶν 73,770 ἐκ δικαιώματος
1898καταναλώσεως ζύθου.
1899Ἡ φορολογία τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν δυσχερῶς λει-
1900τουργεῖ καὶ παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι, κάλλιον ἡμῶν ὠργανισμένοις.
1901Ἐν Γαλλίᾳ ἄπειροι ἐγένοντο μεταῤῥυθμίσεις τοῦ ἀρχικοῦ νό-
1902μου, μετὰ παρέλευσιν δὲ δεκάδων ἐτῶν κατωρθώθη τελευταῖον
1903ἡ ἀπρόσκοπτος τῆς φορολογίας ταύτης ἐφαρμογή. Ἐν Ἐλ-
1904βετίᾳ, μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ φόρου, λειτουργεῖ ἀπὸ τοῦ
19051886 ἡ μονοπωλία τῶν οἰνοπνευμάτων ὑπὲρ τοῦ Κράτους.
1906Ἐν Ῥωσσίᾳ ἀπὸ τῆς φορολογίας μετέβησαν κατὰ τὰ τελευ-
1907ταῖα ἔτη εἰς τὴν ὑπὲρ τοῦ Κράτους μονοπωλίαν. Ἐν Γερμα-
1908νίᾳ ἐπανειλημμένως προεβλήθη τὸ μονοπώλιον, ἀλλὰ δὲν ἐγέ-
1909νετο ἀποδεκτόν, διότι περιελάμβανε τὸν ζῦθον.
1910Παρ’ ἡμῖν τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων ἐπιβάλλεται
1911πρωτίστως ὑπὸ ὑγιεινῶν λόγων. Μὴ λειτουργουσῶν τῶν ἀγο-
1912ρανομικῶν διατάξεων, γίνεται χρῆσις ἢ μᾶλλον κατάχρησις
1913οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, κάκιστα κατειργασμένων καὶ πολλὰ
1914τὰ δηλητηριώδη μόρια ἐμπεριλαμβανόντων. Εἶναι ἀληθές,
1915ὅτι ἡ βιομηχανία τῆς οἰνοπνευματοποιΐας προήχθη παρ’ ἡμῖν
1916κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπαισθητῶς, καὶ ἐγκατεστάθησαν ἐρ-
1917γοστάσιά τινα, δυνάμενα νὰ ἁμιλλῶνται πρὸς τὰ ἐν Εὐρώπῃ
1918λειτουργοῦντα. Ἡ πρόοδος ὅμως αὐτῶν συνετέλεσεν εἰς τὴν
1919μόρφωσιν μικρᾶς βιομηχανίας, ἥτις ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως κε-
1920φαλαίων καὶ ἐκ τῆς κερδοσκοπικῆς τάσεως ἤρξατο παράγουσα
1921πνευματώδη ποτὰ εὐθηνὰ μὲν, ἀλλ’ ἀνθυγιεινά. Τῶν μικρῶν
1922δὲ τούτων βιομηχάνων ὁ ἀριθμὸς ὁσημέραι αὐξάνει, ἡ δὲ νο-
1923θεία ἢ ἡ ἀτελὴς κατασκευὴ πνευματωδῶν ποτῶν τοσαύτας
1924ἔλαβε παρ’ ἡμῖν διαστάσεις, ὥστε κινδυνεύει νὰ καταστρέψῃ
1925καὶ τὴν μεγάλην βιομηχανίαν, ἥτις πρὸς παραγωγὴν καλῆς
1926ποιότητος ὑπεβλήθη εἰς μεγάλας θυσίας, ἰδίως πρὸς προμή-
1927θειαν τελειοτέρων μηχανημάτων.
1928Λόγοι λοιπὸν ὑγιεινῆς καὶ λόγοι ὑποστηρίξεως τῆς ἀξίας
1929τοῦ ὀνόματος βιομηχανίας συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς μονοπω-
1930λίας. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕτερος λόγος, ἡ ὑπὲρ τῆς σταφί-
1931δος ὀφειλομένη προστασία. Ἡ οἰνοπνευματοποίησις ἑνὸς μέ-
1932ρους τῆς παραγομένης σταφίδος θέλει συντελέσει εἰς τὴν
1933ἐλάττωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ὑφισταμένης ἀνισοῤῥο-
1934πίας μεταξὺ τῆς παραγωγῆς καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς κατα-
1935ναλώσεως. Εἴτε τὸ λόγῳ παρακρατήσεως εἰσπραττόμενον
1936ὑπὸ τοῦ Κράτους ποσὸν σταφίδος, εἴτε τὸ λόγῳ ἐγγείου
1937φόρου εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ εἰς χρήματα νῦν εἰσπραττο-
1938μένου, εἴτε τὸ μὴ χρησιμοποιούμενον δι’ ἐμπορίαν, δύναται
1939νὰ μεταβάλληται εἰς οἰνόπνευμα ἐν τοῖς διὰ λογαριασμὸν
1940τοῦ Κράτους ἐργαζομένοις ἐργοστασίοις, καὶ νὰ ἐξάγηται
1941εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἔνθα δύναται νὰ συναγωνίζηται πρὸς τὸ
1942ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν παραγόμενον.
1943Παρ’ ἡμῖν τὸ οἰνόπνευμα τιμᾶται πρὸς δραχ. 1,40 ἕως
19441,50 κατ’ ὀκᾶν. Τὸ ἐν Εὐρώπῃ ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν παρα-
1945γόμενον, οὗτινος κυρίως γίνεται χρῆσις, τιμᾶται πρὸς φράγκα
194633–40 κατὰ ἑκατόλιτρον (77 ὀκάδες), ἤτοι κατ’ ὀκᾶν
1947λεπτὰ 80 ἐν τῷ τόπῳ τῆς παραγωγῆς του. Δύο ὑφίστανται
1948παρ’ ἡμῖν δυσχέρειαι διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς μονοπωλίας.
1949Τὰ μικρὰ ῥακοσταλακτήρια, ὧν ποιοῦνται χρῆσιν οἱ ἀμπε-
1950λοκτήμονες, ὑποβάλλοντες εἰς ἀποστάλαξιν τὰ στέμφυλα,
1951καὶ τὰ ὑφιστάμενα νῦν ἐργοστάσια οἰνοπνευματοποιΐας. Τὴν
1952πρώτην δυσχέρειαν δυνάμεθα νὰ ὑπερβάλωμεν, ἐὰν ἀφή-
1953σωμεν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας, ὅπως δύνωνται
1954τὰ ἴδια αὐτῶν στέμφυλα νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς ἀπόσταξιν,
1955τὸ δὲ προϊὸν αὐτῶν νὰ μὴ δύνανται νὰ μεταπωλῶσιν, εἰμὴ
1956μόνον πρὸς τὸ μονοπώλιον. Ἐν Ἑλβετίᾳ ἐνομοθετήθη πλή-
1957ρης ἐλευθερία εἰς τὴν κατασκευὴν οἰνοπνεύματος ὑπὸ τῶν
1958ἰδιοκτητῶν διὰ τῆς ἰδίας ἑκάστου αὐτῶν ἐσοδείας, δι’ οἱου-
1959δήποτε καρποῦ, ἐκτὸς τῶν γεωμήλων. Ἐκ τῆς ἐλευθερίας
1960ταύτης τῶν γαιοκτημόνων ὑπολογίζεται ὡς ἐπερχομένη
1961μείωσις τῆς δημοσίας προσόδου κατὰ τὸ ⅕ Ἡ δευτέρα
1962δυσχέρεια, ἤτοι ἡ ὕπαρξις εἰδικῶν ἐργοστασίων, δύναται νὰ
1963ὑπερβληθῇ, ἐὰν τὸ Κράτος ἢ ἡ εἰς λογαριασμὸν αὐτοῦ ἐργα-
1964ζομένη ἑταιρία ὑποχρεωθῇ νὰ χρησιμοποιῇ ὅσα ἐξ αὐτῶν
1965εἰσι καλῶς ὠργανισμένα καὶ ἐφωδιασμένα πρὸς παραγωγὴν
1966τελείου καὶ καθαροῦ οἰνοπνεύματος καὶ ἑτέρων οἰνοπνευμα-
1967τωδῶν ποτῶν.
1968Τὰ τῆς μονοπωλίας τῶν οἰνοπνευμάτων δὲν δύναται
1969βεβαίως νὰ διαχειρισθῇ τὸ Κράτος διὰ τῶν δημοσίων ὑπαλ-
1970λήλων. Τὴν διαχείρισιν θ’ ἀναλάβῃ Ἑταιρία ἐργαζομένη
1971ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀσκουμένην ὑπὸ εἰδικῶν
1972δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἡ Ἑταιρία αὕτη θέλει ὑποχρεωθῇ
1973νὰ ἐγκαταστήσῃ εἰδικὸν κατάλληλον ἐργοστάσιον ἐν Πάτραις
1974πρὸς οἰνοπνευματοποίησιν τῆς σταφίδος, ὅπως τὸ εἰς τὴν
1975ἀλλοδαπὴν ἀποστελλόμενον οἰνόπνευμα ἦναι περιβεβλημένον
1976ὑπὸ τῆς ἐγγυήσεως τῆς ἐπισήμου, ὅτι παρήχθη ἐκ σταφίδος.
1977Ἡ αὐτὴ Ἑταιρία θέλει ὑποχρεωθῆ νὰ ἔλθῃ εἰς συμφωνίας
1978μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν λειτουργούντων νῦν παρ’ ἡμῖν
1979μεγάλων ἐργοστασίων, ὅπως οὐ μόνον ἀγοράσῃ τὸ ἀποτετα-
1980μιευμένον ἤδη παρ’ αὐτοῖς ποσὸν οἰνοπνεύματος καὶ οἰνο-
1981πνευματωδῶν ποτῶν ἐπὶ τιμῇ ἀφινούσῃ εἰς αὐτοὺς λογικόν τι
1982κέρδος, ἀλλὰ καὶ συμφωνήσῃ περὶ τῆς ἐν τῷ μέλλοντι λει-
1983τουργίας αὐτῶν πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος πληροῦντος
1984τοὺς ὑγιεινοὺς ὅρους καὶ παραδιδομένου εἰς τὸ μονοπώλιον ἐπὶ
1985τιμῇ καταλιπούσῃ εἰς αὐτοὺς κέρδος λογικόν. Βεβαίως ὑπὸ
1986τὴν μονοπωλίαν ἡ μικρὰ βιομηχανία τῆς οἰνοπνευματο-
1987ποιΐας, ἡ στερουμένη τῶν μηχανημάτων καὶ μέσων, δι’ ὧν
1988παράγεται οἰνόπνευμα καλῆς ποιότητος, θέλει παύσει ἐργα-
1989ζομένη. Πρὸς τοὺς ἐκ τῆς παύσεως ταύτης ζημιωθησομένους
1990δύναται νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις διὰ τὴν ἀξίαν τῶν ὀλίγων εἰδι-
1991κῶν μηχανημάτων, ὧν δὲν δύναται νὰ γένηται ἄλλη χρῆσις.
1992Τὸ οἰνόπνευμα καὶ τὰ οἰνοπνευματώδη ποτὰ ἐν γένει, τὰ
1993πρὸς πόσιν χρήσιμα, θὰ πωλῶνται ἐντὸς φιαλῶν, ἐσφραγι-
1994σμένων ὑπὸ τῶν πρακτόρων τῆς Ἑταιρίας. Τὸ οἰνόπνευμα
1995τὸ χρησιμοποιούμενον ὑπὸ τῆς βιομηχανίας θὰ πωλῆται
1996ὡσαύτως ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας ἐντὸς δοχείων ἐσφραγισμένων
1997καὶ περιεχόντων 10 μέχρις 100 ὀκάδων. Παρ’ ἡμῖν ἐλλείπουσι
1998δυστυχῶς στατιστικαὶ πληροφορίαι, ὅπως ὑπολογίσωμεν τὸ
1999περίπου κατ’ ἔτος καταναλισκόμενον ποσὸν οἰνοπνευμάτων,
2000εἴτε πρὸς πόσιν εἴτε πρὸς ἄλλας χρήσεις.
2001Ἐν Ἑλβετίᾳ ἡ ἐτησία κατανάλωσις τοῦ πρὸς πόσιν
2002alcool ἀνέρχεται εἰς ἑκατόλιτρα (hectolitrs) 172,537,
2003(λαμβάνομεν δὲ ὡς βάσιν τὴν μικροτέραν κατανάλωσιν, τὴν
2004τοῦ 1895,) ἤτοι εἰς λίτρας 17,253,700, ἤτοι ὀκάδας
200513,457,886.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2006Εἰσεπράχθησαν ἐκ τούτων μέν. φρ. 9,825,346
2007Ἐκ τοῦ διὰ βιομηχανικὰς χρήσεις. » 1,964,204
2008Ἐκ πωλήσεως βαρελίων. » 74,734
2009Εἰσαγωγή. τέλος οἰνοπνευματωδῶν εἰδῶν» 720,074
2010 φρ.12,584,358
2011Ἀφαιρουμένων τῶν δαπανῶν » 7,081,982
2012Καθαρὸν κέρδος ἐκ φρ. 5,502,376
2013Μέσος ὅρος καταναλώσεως ἐπὶ κατοίκων 3,023,449
2014λίτραι 5,71, ἤτοι ὀκάδες 4 45/400 κατ’ ἄτομον.
2015Ἐὰν ἐπρόκειτο τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν νὰ παραδεχθῶμεν
2016δι’ ἡμᾶς, ἔδει νὰ ὑπολογίσωμεν ἐτησίαν κατανάλωσιν ἐπὶ
20172,500,000 κατοίκων, πρὸς ὀκάδας 4 κατ’ ἄτομον, ἐξ ὀκάδων
201810,000,000. Ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῶμεν ὡς ἧττον τῶν
2019Ἑλβετῶν οἰνοπνευματοπότας τοὺς ἡμετέρους συμπολίτας, καὶ
2020ὑπολογίσωμεν μόνον 2 ὀκάδας κατ’ ἄτομον, ἤτοι τὸ ἥμισυ
2021τοῦ ἐν Ἑλβετίᾳ καταναλισκομένου, θὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ κα-
2022ταναλώσεως 5,000,000 ὀκάδων.
2023Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔτι τὸ καταναλώσιμον ποσὸν περιορίσωμεν
2024εἰς μόνον ὀκάδας 3,000,000, καὶ ἂν τὸ δικαίωμα τοῦ Δημο-
2025σίου ὁρίσωμεν εἰς δραχμὴν 1 κατ’ ὀκᾶν, θὰ ἔχωμεν πρόσοδον
2026καθαρὰν δραχ. 3,000,000. Εἰς τοῦτο δέον νὰ προστεθῇ τὸ
2027κέρδος, ὅπερ θέλει παραχθῆ ἐκ τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν,
2028ἰδίᾳ δὲ τοῦ Cognac, τοῦ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καταναλι-
2029σκομένου. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ἡ ὑφεστῶσα τιμὴ τοῦ οἰνο-
2030πνεύματος δὲν θέλει ὑπερτιμηθῆ κατὰ λόγον τοῦ ἐπιβαρύ-
2031νοντος αὐτὸ δικαιώματος τοῦ Δημοσίου. Ἐν Ἑλβετίᾳ ἐπὶ
2032ὀκάδων 13,457,886 ὑφίσταται τὸ μονοπώλιον δαπάνας ἐκ
2033φρ. 7,673,994, ἤτοι κατ’ ὀκᾶν 57/100 τοῦ φράγκου. Δέον δὲ
2034νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐν Ἑλβετίᾳ τὰ ¾ τοῦ οἰνοπνεύ-
2035ματος ἀγοράζονται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Παρ’ ἡμῖν αἱ μὲν
2036πρῶται ὗλαι δέον νὰ ὑπολογισθῶσι πρὸς λεπ. 60 κατ’ ὀκᾶν,
2037αἱ δὲ ἐν γένει δαπάναι τῆς κατασκευῆς καὶ τῆς διοικήσεως
2038εἰς λεπτὰ 20. Τῇ προσθήκῃ δὲ τῆς μιᾶς δραχμῆς ὑπὲρ τῆς
2039μονοπωλίας, θέλει πωλεῖσθαι τὸ οἰνόπνευμα πρὸς δραχμὰς
20401 80/00 κατ’ ὀκᾶν, ἤτοι κατὰ λεπτὰ 30–40 πλέον τῆς
2041σημερινῆς.
2042Ἠναγκάσθην νὰ μεταδώσω ὑμῖν λεπτομερείας τινὰς περὶ
2043τοῦ μονοπωλίου τῶν οἰνοπνευμάτων, καὶ ἰδίᾳ τὰ ἀφορῶντα
2044εἰς τὸ ἐν Ἑλβετίᾳ λειτουργοῦν μονοπώλιον, ἵνα πεισθῆτε,
2045ὅτι δύναται νὰ λειτουργήσῃ τοῦτο καὶ παρ’ ἡμῖν ἀπροσκό-
2046πτως καὶ ἄνευ διαταράξεως τῶν κοινωνικῶν ἕξεων τῆς χώρας
2047ἡμῶν. Δὲν νομίζω ὅτι κατὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ μονοπωλίου εἶναι
2048δυνατὸν νὰ ἐγερθῶσιν εὔλογα παράπονα παρὰ τῶν ἀμπελοκτη-
2049μόνων, διότι οὐδεὶς πρόκειται νὰ ζημιωθῇ. Οἱ ἀμπελοκτηματίαι
2050θὰ ὦσιν ἐλεύθεροι νὰ κατασκευάζωσι σοῦμαν ἐκ τῶν ἰδίων στεμ-
2051φύλων. Τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι, θέλουσιν
2052ἐξακολουθεῖ ἐργαζόμενα διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως·
2053ἐννοεῖται δὲ, ὅτι, ἐπειδὴ παρ’ ἡμῖν ἥκιστα κατάλληλον πρὸς
2054διοίκησιν τοιαύτης ἐπιχειρήσεως εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ
2055οἱ διευθύνοντες τὰς σχετικὰς ὑπηρεσίας ὑπάλληλοι, εἶναι δυ-
2056νατὸν νὰ χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἴς τινα Ἑταιρίαν,
2057ἐργαζομένην ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀσκουμέ-
2058νην δι’ εἰδικοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου.
2059Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται
2060νὰ συζητήσω σήμερον. Ἐκ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ μονοπω-
2061λίου, εἴτε καὶ κατὰ τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν ἐν τῇ φορολο-
2062γίᾳ τοῦ καπνοῦ, εἴτε διὰ τῆς παραχωρήσεως εἰς Ἑταιρίαν,
2063δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πρόσοδον τριῶν ἑκατομμυρίων, βεβαίως
2064δὲ πρόσοδον ἀσφαλῆ 2 ἑκατομμυρίων μέχρις οὗ λειτουργήσῃ
2065ἀπροσκόπτως. Ἔχομεν λοιπὸν τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὸ
2066ὁποῖον μᾶς εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἑνὸς δανείου
2067ἐκ δραχ. 20 ἑκατομμυρίων, δανείου ἀναγκαιοτάτου διὰ τὴν
2068ἀρτίαν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, ἢ
2069μᾶλλον διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ἀναγκαίου πρὸς τοῦτο ὑλι-
2070κοῦ. Διὰ τοῦ δανείου τούτου καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν πι-
2071στώσεων ἐν τῷ ἐτησίῳ προϋπολογισμῷ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν
2072συντεταγμένην τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν ἡμῶν δύναμιν.
2073Τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ μονοπωλίου τῶν οἰνοπνευμάτων ὑπέ-
2074δειξα εἰς ὑμᾶς, ὅπως δι’ αὐτῆς δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν ἓν δά-
2075νειον ἐξ 20 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον διὰ
2076τὴν προμήθειαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ.
2077Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχωσιν ἄλλοι πόροι, ἔχοντες τὰ πλεονεκτή-
2078ματα τοῦ μονοπωλίου τῶν οἰνοπνευμάτων, μὴ ἐπιβαρύνοντες
2079δηλονότι τὰς παραγωγικὰς τῆς ἡμετέρας κοινωνίας τάξεις,
2080οὐδεμίαν ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν προτίμησιν αὐτῶν. Ὑπὸ
2081ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ ἐκ Λοκρίδος, ὑπεστηρίχθη ἄλ-
2082λοτε ἡ παρ’ ἡμῖν εἰσαγωγὴ τοῦ μονοπωλίου τῆς πυρί-
2083τιδος καὶ ἐν γένει τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, οὐ μόνον λόγῳ
2084ταμιευτικῷ, ἀλλὰ καὶ χάριν ἔτι τῆς κοινῆς ἀσφαλείας, διότι
2085τὰ ἐργοστάσια τὰ λειτουργοῦντα παρ’ ἡμῖν ἐγένοντο παραί-
2086τια πολλῶν δυστυχημάτων. Ἐκ τοῦ μονοπωλίου τούτου
2087ὑπελογίσθη τὸ κέρδος τοῦ Δημοσίου εἰς ἓν ἑκατομμύριον.
2088Ἐγένετο ὡσαύτως λόγος καὶ περὶ τοῦ μονοπωλίου τῆς κι-
2089νίνης, ἐξ ἧς θὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον πρόσοδόν τινα καὶ θὰ πα-
2090ρέχῃ κινίνην καλῆς ποιότητος. Ἀλλὰ πάντων τούτων ὑπερ-
2091τερεῖ τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων, διότι δι’ αὐτοῦ ἐξυ-
2092πηρετοῦνται αἱ ὑγιειναὶ συνθῆκαι τοῦ τόπου, ὑποστηρίζεται
2093ἡ ἀληθὴς βιομηχανία, δημιουργεῖται δὲ πόρος ἀσφαλὴς τοῦ
2094Κράτους.
2095Ἐξ ὅσων εἶπον ὑμῖν ἐπείσθητε βεβαίως, ὅτι δὲν εὑρισκό-
2096μεθα πρὸς τῆς ἐντελοῦς ἐλλείψεως τῶν χρηματικῶν μέσων,
2097ἅτινα κρίνονται ἀπαραίτητα διὰ τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυ-
2098τικὴν σύνταξιν τῆς χώρας. Δυνάμεθα ἄνευ βλάβης τῶν δια-
2099φόρων ὑπηρεσιῶν, ἄνευ τοῦ κινδύνου τῆς ἐλαττώσεως τῶν δη-
2100μοσίων εἰσπράξεων, ἄνευ ἀνεπανορθώτου βλάβης τῶν ἀναγ-
2101καίων μέσων συγκοινωνίας, δυνάμεθα, ἐπαναλαμβάνω, νὰ αὐξή-
2102σωμεν τὰς πιστώσεις τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν
2103καὶ τῶν Ναυτικῶν κατὰ ποσὸν ἐπαρκοῦν εἰς τὴν κανονικὴν
2104λειτουργίαν τοῦ τε στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Δυνάμεθα
2105ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τῶν παραγωγικῶν κοινωνικῶν τάξεων νὰ
2106δημιουργήσωμεν ἕνα νέον πόρον τοῦ Κράτους, χρησιμεύοντα
2107εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀναγκαίου διὰ προμήθειαν πολεμικοῦ
2108ὑλικοῦ δανείου. Πρὸς τοῦτο ὅμως εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐγ-
2109καινισθῇ παρ’ ἡμῖν νέον κυβερνητικὸν σύστημα, νὰ ἀναλάβῃ
2110δὲ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ Κυβέρνησις ἰσχυρᾶς θελήσεως καὶ
2111διανοίας.
2112Ἐπιβάλλεται ἄρα ἡμῖν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἦναι ἐπαρκὴς
2113ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις πρὸς ἐφαρμογὴν τοιούτου συστήματος.
2114Εἶναι τὸ ἔργον ἡρωϊκόν, πολλαὶ θὰ ἀπαιτηθῶσι δυσχέρειαι,
2115πολλὰ συμφέροντα θὰ προσβληθῶσι, πολλὰ παράπονα θὰ ἐγερ-
2116θῶσιν ἐκ μέρους τῶν φρονούντων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ
2117ἀνέγερσις δημοτικῶν διδακτηρίων, ἐκ μέρους τῶν φρονούντων,
2118ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀνακοπῇ ἡ κατασκευὴ νέων ὁδῶν, ἐκ μέ-
2119ρους τῶν φρονούντων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπαναφέρωμεν τὰ ἐν
2120μέρει καταργηθέντα ἐκπαιδευτικὰ τέλη, ἐκ μέρους τῶν ἐν-
2121διαφερομένων ὑπὲρ τῆς μικρᾶς οἰνοπνευματοποιητικῆς βιομη-
2122χανίας. Ἀλλὰ Κυβέρνησις αἰσθανομένη τὴν ἀποστολὴν, ἥτις
2123ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὴν ἐν τοιαύτῃ κρισίμῳ ἐθνικῇ στιγμῇ,
2124δὲν πρέπει νὰ ἐνδοιάσῃ πρὸ τῶν δυσχερειῶν τούτων. Εἶναι
2125ἀνάγκη ἐπὶ τέλους νὰ ἀνανήψωμεν ἐκ τοῦ ληθάργου, εἰς τὸν
2126ὁποῖον διατελοῦμεν, καὶ οὐ μόνον νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς
2127ναυτικῆς καὶ στρατιωτικῆς συντάξεως ἡμῶν, οὐ μόνον ὅπως
2128ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀνήκουσαν ἡμῖν μετοχὴν ἐν τῇ ἐπικει-
2129μένῃ λύσει τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ καὶ ὅπως προ-
2130λάβωμεν τοὺς ἀπειλοῦντας τὴν ἐσωτερικὴν ἡμῶν εὐημερίαν
2131κινδύνους. Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ὦμεν εἰλικρινεῖς· πρέπει νὰ
2132βλέπωμεν τοὺς περὶ ἡμᾶς κινδύνους. Πρέπει πρὸ πάντων νὰ
2133ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας γίνεται
2134λόγος περὶ δυσαρέστων τινῶν ἐπεισοδίων ἐν τοῖς κύκλοις τῶν
2135ἀξιωματικῶν, τὰ ἐπεισόδια ταῦτα ἔχουσι τὴν ἀφετηρίαν ἐκ
2136τῆς μὴ εὐαρέστου γενικῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ ἡμῶν,
2137δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς σύμπτωμα καχεκτικῆς καταστά-
2138σεως, ἢ μᾶλλον ψυχολογικῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐδη-
2139μιούργησεν ἡ ἀπόγνωσις, εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦσιν οἱ ἄν-
2140δρες τοῦ στρατοῦ, μὴ βλέποντες πρὸ ἑαυτῶν οὔτε σταδιο-
2141δρομίαν τινὰ, οὔτε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πα-
2142τρίδα αὐτῶν. Ἐκ τούτου ὅλα τὰ φαινόμενα, περὶ τῶν ὁποίων
2143γίνεται λόγος. Ἡ ἔλλειψις δὲ πεποιθήσεως καὶ ἐπὶ τὴν Βου-
2144λὴν καὶ ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐπὶ τοὺς λόγους πάντων
2145ἡμῶν δύναται νὰ ὠθήσῃ τοὺς τολμηροτέρους αὐτῶν εἰς δια-
2146βήματα ἐπιβλαβῆ καὶ ἥκιστα ἐθνωφελῆ.
2147Διατὶ λοιπὸν, ἐνῷ γινώσκομεν τὸ φάρμακον πρὸς θερα-
2148πείαν τῆς κοινωνικῆς νόσου, διατὶ τοῦ φαρμάκου τούτου τὴν
2149λῆψιν νὰ ἀναβάλλωμεν; Διατὶ νὰ μὴ ἀποδεχθῶμεν ἀμέσως
2150καὶ ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀναβολῆς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν
2151ἐπιβάλλουσιν αἱ περιστάσεις, τὴν ὁποίαν ὑποδεικνύει αὐτὸ
2152τὸ ἔθνος, καὶ ἥτις καὶ μόνη δύναται νὰ ὁδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς
2153τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων;
2154Εἶναι ἀνάγκη ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνη-
2155σιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ τὸν
2156μεταῤῥυθμίσῃ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν
2157διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ στρατιωτικὴ
2158καὶ ναυτικὴ σύνταξις τῆς χώρας, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ παρα-
2159βλαφθῇ ἡ οἰκονομικὴ σύνταξις τῆς χώρας. Ἔχει ἡ πλειονο-
2160ψηφία τὸ θάῤῥος νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν; θὰ ἦναι
2161ἀξία συγχαρητηρίων ἐκ μέρους τοῦ ἔθνους.
2162Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πρό τινων ἡμερῶν ἐντεῦθεν, ὅτι
2163οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ περισσότερον τῶν ὅσων ἔπραξε· τὸ μό-
2164νον κατόρθωμά του ἦτο νὰ περιορίσῃ τὰς δαπάνας τῆς διοική-
2165σεως εἰς 67 ἑκατομμύρια,—ὅπερ ὅμως δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὡς δι’
2166ἀριθμῶν ἐπισήμων ἀπέδειξα—πέραν δὲ τούτου πρέπει νὰ εὑ-
2167ρεθῶσιν ἰσχυρότεροι βραχίονες, ἀναστήματα ὑψηλότερα, ἵνα
2168ἀναλάβωσι τὸ ἔργον τῆς εὑρέσεως τῶν διὰ τὴν στρατιωτικὴν
2169καὶ ναυτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας χρηματικῶν μέσων. Οἱ
2170ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ὑπέδειξα ὑμῖν, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν
2171εἶναι κεκλεισμένη ἡ θύρα πρὸς εὕρεσιν τῶν μέσων τούτων.
2172Ἀλλὰ καὶ πρὸς εὕρεσιν τῶν χρηματικῶν μέσων καὶ πρὸς
2173ἐγκαίνισιν νέου Κυβερνητικοῦ συστήματος καὶ πρὸς πραγμα-
2174τοποίησιν ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἣν ἐπιβάλλουσιν αἱ περιστάσεις,
2175ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀπεδείχθη ἀνεπαρκής. Ἀπέδειξε τὴν
2176καθυστέρησιν καὶ ἀνεπάρκειαν αὐτῆς ἡ μέχρι τοῦδε πολι-
2177τεία της.
2178Ὅσα οἱ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες ῥήτορες ἐκ τῆς Ἀντιπολι-
2179τεύσεως εἶπον ὑμῖν ἐντεῦθεν, ὅσα κἀγὼ μετέδωκα ὑμῖν, καὶ
2180ἰδίᾳ ὅσα ὁ ἴδιος Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησε διὰ τῆς τελευ-
2181ταίας αὐτοῦ ἀγορεύσεως, πείθουσιν ὑμᾶς βεβαίως, ὅτι ἡ Κυ-
2182βέρνησίς μας ἐν τῇ διεξαγωγῇ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος οὐ-
2183δεμίαν ἐπέδειξε κυβερνητικὴν εὐτολμίαν καὶ δεξιότητα,
2184ἐξηλέγχθη δὲ ὅλως ἀνεπαρκής.
2185Ἡ Κυβέρνησις ἐξηλέγχθη καθυστερήσασα εἰς τὴν ἐκ τῶν
2186ἐνόντων παρασκευὴν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνά-
2187μεων τῆς χώρας. Ἐξηλέγχθη ὡς μὴ κατανοοῦσα τὸ κρίσι-
2188μον τῶν περιστάσεων, ἐν αἷς εὑρίσκεται ἡ πατρὶς ἡμῶν. Ἐξη-
2189λέγχθη ὡς ἀνεπαρκὴς πρὸς λῆψιν τῶν ἀναγκαίων μέτρων διὰ
2190τὴν στρατιωτικήν, τὴν ναυτικὴν καὶ τὴν οἰκονομικὴν σύν-
2191ταξιν τῆς χώρας. Αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν ἐντεῦ-
2192θεν, ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ πρὸς τοῦτο, ὑπολαβὼν ὡς
2193ἐπαρκὲς κατώρθωμά του τὸν ἰδανικὸν περιορισμὸν τῶν δαπα-
2194νῶν τῆς διοικήσεως εἰς 67,000,000, ἐνῷ οἱ προκάτοχοί του
2195διώκουν μὲ 61,000,000.
2196Θὰ κληθῆτε μετ’ ὀλίγον νὰ δώσητε ψῆφον ἐπὶ ζητήματος
2197ἐμπιστοσύνης. Ἡ ψῆφος ὑμῶν ἔχει διπλῆν ἔννοιαν. Ἡ μὲν ἀνά-
2198γεται εἰς τὴν ἐπιδοκιμασίαν ἢ ἀποδοκιμασίαν τῶν πεπραγμένων
2199ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ ἀνάγεται εἰς τὴν τηρητέαν ἐν τῷ μέλ-
2200λοντι πολιτικήν, τὴν ὑπὸ τῶν σημερινῶν περιστάσεων ἐπιβαλ-
2201λομένην. Οὐδεμίαν δ’ ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι διερμηνεύοντες τὸ φρό-
2202νημα τοῦ ἔθνους, θέλετε ἄρει τὴν μέχρι τοῦδε χορηγηθεῖσαν παρ’
2203ὑμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνην. Πιστεύω, ὅτι δὲν θέλετε
2204θεωρήσει ὡς πραγματοποιουμένην τὴν ἐντολὴν ὑμῶν διὰ τῆς
2205καταργήσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, διὰ τῆς καταργή-
2206σεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διὰ τῆς καταργήσεως
2207τοῦ περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων νόμου καὶ διὰ τῆς
2208κατασκευῆς ὁδῶν, ἥτις οὐδὲν ἔχει τὸ κατεπεῖγον. Πέπεισμαι
2209ὅτι θέλετε καλῶς ἐκτιμήσει τὰς ἐκτάκτους καὶ κρισίμους
2210στιγμὰς, ἃς διανύει τὸ ἔθνος ἡμῶν, καὶ θέλετε ἐννοήσει, ὅτι
2211ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀπεδείχθη καὶ εἶναι ἀνεπαρκὴς, ὅπως
2212ἀντιμετωπίσῃ τὰς σημερινὰς περιστάσεις καὶ ὁδηγήσῃ τὴν
2213χώραν εἰς τὸν προορισμόν της.
2214Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν ἐξ ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως τῶν περιστά-
2215σεων, ἢ ἐκ πλάνης, δώσητε λευκὴν ψῆφον, οὐδεμίαν πρέπει
2216νὰ ἔχητε ἀμφιβολίαν, ὅτι, εἴτε παρ’ ὑμῶν αὐτῶν, μᾶλλον φω-
2217τιζομένων, εἴτε ὑπὸ τῶν διαδόχων σας, θὰ ἐπιβληθῇ ἡ ἐθνικὴ
2218πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἅπαν τὸ ἔθνος ἀσπάζεται, καὶ ἥτις
2219θέλει ὁδηγήσει αὐτὸ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν εὐλόγων
2220πόθων του.
2221§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στάης ἔχει τὸν λόγον.
2222§19ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρία-
2223σις μέχρι τοῦ πέρατος τῆς συζητήσεως, καὶ ἐπιθυμῇ ἡ Βουλὴ,
2224δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν ἐπ’ ὀλίγον· ἐὰν ὅμως πρόκειται νὰ
2225ἐξακολουθήσῃ καὶ αὔριον, τότε νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
2226§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο τὸ
2227ὁποῖον εὔχομαι, εἶναι νὰ δοθῇ πέρας εἰς τὴν συζήτησιν, διότι
2228πάνθ’ ὅσα λέγονται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἀκούονται ὑπὸ
2229τῶν ἀκροωμένων ἡμῶν, δὲν εἶναι πάντα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα
2230ἠδύναντο νὰ λέγωνται, οὐδέ εἰσι χρήσιμα εἰς τὰ συμφέροντα
2231τοῦ Κράτους. Ἐπεθύμουν νὰ τεθῇ τέρμα, διότι οὐδὲ νομίζω
2232ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη περισοτέρων πρὸς φωτισμὸν τῆς Βου-
2233λῆς καὶ τοῦ δημοσίου φρονήματος. Οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι θέ-
2234λουσι νὰ ἀγορεύσωσι, βεβαίως θέλουσιν ἀγορεύσει, ἐπιθυμῶ
2235ὅμως νὰ τελειώσωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην σήμερον. Διὰ
2236τοῦτο, ἐὰν οἱ Κύριοι θέλωσι νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν
2237καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν μετὰ ἡμίσειαν ὥραν, δεχόμεθα, ἄλλως
2238νὰ ἐξακολουθήσωμεν μέχρι τέλους.
2239§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ ἐξακο-
2240λουθήσωμεν.
2241§22ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριοι συνάδελφοι, ἀσπα-
2242ζόμενος τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ προσπαθήσω,
2243ὁμιλῶν περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, νὰ περιορισθῶ ἐντὸς
2244τοῦ θέματος. Ὀφείλω ὅμως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ εὐχαριστήσω
2245τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος κατέθηκε πάντα
2246τὰ σχετικὰ τῇ συζητουμένῃ ὑποθέσει.
2247§23ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πότε τὰ κατέθηκε;
2248§24ΣΤΑΗΣ. Κατετέθησαν τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην, διότι ὁ
2249κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀγορεύων τὴν ἡμέραν ἐκείνην
2250ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ποῖα ἔγγραφα νὰ καταθέσωμεν;
2251»Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ
2252»Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰσὶν ἔγγραφα, ἐν οἷς ἐκτί-
2253»θενται αἱ ἐνέργειαι, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις
2254»μετῆλθεν ἐν Κρήτῃ καὶ ἐν Εὐρώπῃ. Ταῦτα τὰ ἔγγραφα
2255»δὲν λέγουσιν ἄλλο τι ἢ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βεβαιοῦμεν
2256»ἡμεῖς.»
2257Πᾶν δ’ ὅ,τι ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
2258ὑπάρχει ἔντυπον πρὸ ἡμῶν· ἄρα τὰ ἔγγραφα κατετέθησαν.
2259Καὶ ἀληθῶς κατετέθησαν, διότι ἀκριβῶς γινώσκομεν τὴν
2260πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, καὶ τὴν
2261γινώσκομεν μεθ’ ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, τῶν ὁποίων πᾶς τις
2262ἔχει ἀνάγκην, ἵνα συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος.
2263Ποῖαι δὲ εἶναι αἱ λεπτομέρειαι, αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2264Κυβερνήσεως εὐθὺς κατωτέρω ἀναφέρει ἐν τῇ ἀγορεύσει, τῇ
2265πρὸ μικροῦ μνημονευθείσῃ (ἀναγινώσκει):
2266«Ἡμεῖς πολιτικὴν εἴχομεν (λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
2267βερνήσεως) μέχρι τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον διεπράχθησαν
2268αἱ σφαγαὶ ἐν Χανίοις, πολιτικὴν εἴχομεν, νὰ μὴ ἐνθαῤῥύ-
2269νωμεν τὸν Κρητικὸν ἀγῶνα, ἵνα προβῇ μέχρι τῆς ἐπα-
2270ναστάσεως. Ἀλλὰ μετὰ τὴν διάπραξιν τῶν σφαγῶν
2271μετεβάλομεν θέσιν, ἐπιθυμοῦντες καὶ προσπαθοῦντες,
2272ἐπειδὴ ἐβλέπομεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ ἐκπλήρωσις
2273τῶν πόθων τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῶν πόθων τῶν Κρη-
2274τῶν, ἐπιθυμοῦντες καὶ προσπαθοῦντες, λέγω, νὰ συν-
2275τελέσωμεν, ἵνα ὁ Κρητικὸς λαὸς ἀποκτήσῃ ὅσον οἷόν τε
2276περισσότερα δικαιώματα καὶ προνόμια.»
2277Ἰδοὺ ἑπομένως πάντα τὰ ἔγγραφα, τ’ ἀναγκαιοῦντα πρὸς
2278συζήτησιν τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Κρητικῷ
2279ζητήματι.
2280Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καθορίζει ἀκριβῶς τὰ
2281ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων περιλαμβάνεται ἡ δρᾶσις τῆς Ἑλ-
2282ληνικῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν τελευταίαν Κρητικὴν ἐπα-
2283νάστασιν, τὴν συνταράξασαν σύμπαντα τὸν Ἑλληνισμὸν,
2284ἐλεύθερον καὶ δοῦλον. Τὰ ὅρια ταῦτα εἶναι δύο σημεῖα, κατὰ
2285τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὰ δύο ταῦτα σημεῖα
2286θέλω καὶ ἐγὼ ἐξετάσει, καὶ μόνον ταῦτα. Θὰ ἐξετάσω τὴν
2287κυβερνητικὴν δρᾶσιν μέχρι τῆς στιγμῆς τῶν σφαγῶν, ἵνα ἴδω-
2288μεν, ἐὰν αὕτη ἦτο πράγματι ὁποία ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
2289βερνήσεως ἰσχυρίζεται ὅτι ἦτο, τουτέστιν ἐὰν σκοπὸν εἶχε νὰ
2290μὴ ἐνθαῤῥύνῃ τὸν Κρητικὸν λαὸν πρὸς ἐπανάστασιν, καὶ μετὰ
2291τὰς σφαγὰς θὰ ἐξετάσω, ἂν πράγματι ἡ Κυβέρνησις ἐπε-
2292δίωξε νὰ ἐπιτύχῃ «ὅσον οἷόν τε περισσότερα δικαιώματα καὶ
2293προνόμια ὑπὲρ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ».
2294Τὸ θέμα βεβαίως συνεζητήθη τοσοῦτον εὐρέως, ὥστε πᾶς
2295τις δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι σχεδὸν ἐξηντλήθη, εἶναι δὲ ὀχλη-
2296ρότατον νὰ ἐπανέρχηταί τις ἐπὶ τῶν ἤδη λεχθέντων· διότι,
2297ἐὰν δὲν προκαλῇ ἄλλο τι, βεβαίως προκαλεῖ τὴν ἀποχώρη-
2298σιν τῶν συναδέλφων ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐγὼ δὲ δὲν
2299εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι ν’ ἀγορεύωσι κενῶν
2300ὄντων τῶν ἐδωλίων, ἐνίοτε μάλιστα ἔχω τὴν ἰδιοτροπίαν νὰ
2301προτείνω καὶ ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἵνα οὕτω λαμβάνω
2302τὴν εὐχαρίστησιν νὰ βλέπω ἀγορεύων πάντας τοὺς φίλους
2303τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος μὴ ἀνησυχεῖτε. Σᾶς
2304βεβαιῶ, ὅτι δὲν διατρέχετε τοιοῦτον κίνδυνον (γέλως).
2305Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πολιτικὴν εἶχε μέχρι
2306τῆς 12 Μαΐου 1896 νὰ μὴ ἐνθαῤῥύνῃ τὸν Κρητικὸν λαὸν
2307πρὸς ἐπανάστασιν! Ἄς ἐξετάσωμεν ἐὰν εἶχεν ὄντως τοιοῦτον
2308σκοπὸν καὶ ἂν ἡ ἐνέργειά του ἦτο σύμφωνος πρὸς τὴν ὑπο-
2309δεικνυομένην πολιτείαν του. Τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ
2310τὴν 23 Ἀπριλίου 1895, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κρητικὴ Βουλὴ
2311ἐπανέλαβε τὰς ἐργασίας αὑτῆς μετὰ ἑξαετῆ διακοπήν; Διότι
2312γινώσκετε πάντες, ὅτι τὴν 23 Ἀπριλίου 1895 ἡ Κρήτη εὑρί-
2313σκετο ἤδη ἐν ἐπαναστάσει μὴ ἐκδηλωθείσῃ, ἀλλ’ ἐπαπειλου-
2314μένῃ. Εἶναι γνωστὸν ἐπίσης, ὅτι ὀλίγον μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν
2315ἐργασιῶν τῆς Κρητικῆς Βουλῆς οἱ ἐν Ἀθήναις Κρῆτες, οἱ ἔγ-
2316κριτοι καὶ ὑψηλὰ κατέχοντες ἀξιώματα, ὑπέβαλον ὑπόμνημα
2317πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς συνεδριαζούσης Κρητικῆς Βουλῆς.
2318§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πότε;
2319§26ΣΤΑΗΣ. Εἶπον, ὀλίγον μετὰ τὴν 23 Ἀπριλίου 1895,
2320κατὰ Μάϊον τοῦ 1895.
2321Διὰ τοῦ ὑπομνήματος τούτου ὑπεδεικνύετο, ὡς ἀπαραι-
2322τήτως ἀναγκαῖον νὰ ζητηθῇ διὰ τῆς Κρητικῆς Βουλῆς ἡ
2323κατάργησις τοῦ φιρμανίου, διὰ τοῦ ὁποίου εἶχε καταργηθῆ
2324ἡ σύμβασις τῆς Χαλέπας καὶ ἡ τροποποίησις αὐτῆς ἐν τοῖς
2325πλείστοις. Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε γνῶσιν τοῦ ἀποσταλέντος εἰς
2326τὴν Κρητικὴν Βουλὴν ὑπομνήματος διὰ τοῦ γενικοῦ προξέ-
2327νου τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις, ἐθορυβήθη καὶ ἐζήτησε πάσῃ
2328θυσίᾳ νὰ παραπείσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Κρητικῆς Βουλῆς
2329καὶ τοὺς Βουλευτὰς Κρῆτας νὰ μὴ εἰσαγάγωσι τὸ ὑπόμνημα
2330ἐκεῖνο εἰς τὴν Κρητικὴν Βουλήν, διότι διέβλεπεν, ὅτι ἡ μὴ
2331ἀποδοχὴ τῶν ἐν τῷ ὑπομνήματι ὅρων θὰ ἐπετάχυνε τὴν ἔκρη-
2332ξιν τῆς, ὡς πρὸ ὀλίγου ἔλεγον, ἐπαπειλουμένης ἐπαναστάσεως.
2333Πολλαὶ καὶ ποικίλαι κατεβλήθησαν προσπάθειαι ὑπὸ τοῦ
2334γενικοῦ προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Κρήτῃ, ἵνα ἀναχαιτίσῃ
2335τὸν Πρόεδρον τῆς Κρητικῆς Βουλῆς καὶ τοὺς Βουλευτὰς, οἱ
2336ὁποῖοι ἐσκόπουν νὰ ὑποβάλωσι καὶ ἀπαιτήσωσι τὴν παραδο-
2337χὴν τῶν διὰ τοῦ ὑπομνήματος αἰτουμένων...
2338§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ Μάϊον τοῦ 1895;
2339§28ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα... Κατώρθωσεν ὁ γενικὸς πρόξενος τῆς
2340Ἑλλάδος ἐν Χανίοις νὰ διαιρέσῃ τοὺς Κρῆτας Βουλευτάς.
2341Τοιαύτη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ προσπάθεια τοῦ κ. Προέδρου τῆς
2342Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ ἐνθαῤῥύνῃ εἰς ἐπανάστασιν τοὺς Κρῆ-
2343τας, προσπάθεια ἀσύνετος, εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελέσασα ἢ εἰς
2344τὸ νὰ προπαρασκευάσῃ τὸ πεδίον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤθελον λά-
2345βει χώραν τὰ πρῶτα τῆς ἐπαναστάσεως γεγονότα, διότι ἡ
2346διαίρεσις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις
2347διὰ τοῦ γενικοῦ προξένου αὑτῆς ἐν Χανίοις, συνεννοουμένου
2348μετὰ τοῦ γενικοῦ διοικητοῦ Καραθεοδωρῆ πασσᾶ ἐν Κρήτῃ,
2349οὐδὲν ἄλλο ἦτο ἢ προπαρασκευὴ εἰς ἐπανάστασιν. Ἀλλ’ οὐδὲ
2350τὰ ἔγγραφα καὶ τὰ τηλεγραφήματα καὶ οἱ ἐπὶ τούτῳ ἀπε-
2351σταλμένοι εἰς Κρήτην κατώρθωσαν νὰ πείσωσι τοὺς Βου-
2352λευτὰς, ὅπως μὴ ὑποβάλωσι τὸ ὑπόμνημα. Διὸ ὁ γενικὸς
2353πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις, ἐκ συμφώνου μετὰ τοῦ
2354Καραθεοδωρῆ πασσᾶ καί τινων Χριστιανῶν καὶ Τούρκων
2355Βουλευτῶν, ἀπεφάσισαν νὰ προβῶσιν εἰς τὸ γνωστὸν πραξι-
2356κόπημα, τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Κρητικῆς Βουλῆς,
2357καίτοι τὸ δίμηνον χρονικὸν διάστημα τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς
2358δὲν εἶχε παρέλθει.
2359Ἡ παράνομος αὕτη λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Κρητικῆς
2360Βουλῆς εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα ἄμεσον τὴν κήρυξιν τῆς ἐπανα-
2361στάσεως, διότι ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Κρητικῆς Βουλῆς
2362ἀμέσως ἔφερε τὴν σύστασιν τοῦ πυρῆνος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς
2363Μεταπολιτεύσεως. Οὕτω δὲ ἐγεννήθη ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Με-
2364ταπολιτεύσεως, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης χρονολογεῖται
2365ἡ ἐπίσημος ἀνακήρυξις τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης, ἡ
2366ὁποία βεβαιοῦται διὰ τοῦ ἑξῆς ἐπισήμου ἐγγράφου, ὅπερ
2367ἀπηύθυνεν ὁ πρῶτος πυρὴν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύ-
2368σεως πρὸς τὸν Κρητικὸν λαὸν (ἀναγινώσκει):
2369«Ἀγαπητοὶ συμπατριῶται.
2370«Ἡ κατάστασις τῆς ἡμετέρας πατρίδος δὲν ἦτο καλὴ
2371κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ὑπὸ πᾶσαν μὲν ἔποψιν, ἰδίᾳ ὅμως
2372λόγῳ δημοσίας ἀσφαλείας· ἀλλὰ κατὰ τοὺς τελευταίους
2373μῆνας κατέστη πλέον ἀφόρητος, ἕνεκα τῶν διαπραττομένων
2374φόνων ὑπὸ τῶν Μωαμεθανῶν κατὰ τῶν ἐργατικῶν καὶ φιλη-
2375σύχων Χριστιανῶν.
2376«Ἐνθυμεῖσθε τοὺς φόνους, οἵτινες διεπράχθησαν εἰς Κυδω-
2377νίαν κατὰ τῶν ὁπλαρχηγῶν ἐκ τῶν ἐπιφανεστέρων τῆς ἡμετέ-
2378ρας νήσου. Δὲν ἐλησμονήσατε δὲ καὶ τὰ γεγονότα τοῦ Ἀπο-
2379κορώνου, καθ’ ἃ τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας, οἱ Ἀλβανοὶ καὶ ἐντό-
2380πιοι Μουσουλμάνοι χωροφύλακες, ἐφόνευσαν ἀόπλους καὶ εἰρηνι-
2381κούς Χριστιανοὺς ἄνευ λόγου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἔνοπλοι Χρι-
2382στιανοὶ περὶ τοὺς 1500 ἐπολιόρκησαν τὴν ἕδραν τῆς διοικήσεως
2383Σφακίων καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ συμπλακῶσι μετὰ τοῦ στρατοῦ.
2384«Κατόπιν συνέβησαν τὰ αὐτὰ ἐν ἄλλῃ ἐπαρχίᾳ τῆς νήσου,
2385εἰς Σέλινον, ὅπου ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἐφονεύθησαν 8 φιλήσυχοι
2386Χριστιανοί. Σήμερον δὲ συμβαίνουσι ταῦτα εἰς τὰ πρόθυρα τῆς
2387πρωτευούσης, καὶ αὔριον πιθανὸν νὰ συμβῶσι τὰ ἴδια ἀλλαχοῦ.
2388«Γνωρίζετε ἐπίσης, ὅτι αἱ προβλεπόμεναι περιστάσεις, οὐ
2389πρὸ πολλοῦ παρεκίνησαν τοὺς ἐν Ἀθήναις ἀρίστους συμπα-
2390τριώτας μας νὰ γράψωσι πρὸς τὴν Βουλήν μας, ὅπως ζητήσῃ
2391ὅ,τι κατὰ τὸ 1889 ἐχάσαμεν καὶ κἄτι μάλιστα παραπάνω,
2392ἤτοι νὰ ζητήσῃ τὸ πρώην καθεστὼς μὲ βελτιώσεις· ἀλλ’ ἡ
2393Βουλή μας ἔκλεισε, χωρὶς νὰ κάμῃ περὶ τῶν ἀφαιρεθέντων
2394προνομίων μας λόγον.
2395«Αἱ ἐξωτερικαὶ περιστάσεις εἶναι σήμερον εὐνοϊκαὶ» (καὶ
2396παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της)
2397«καὶ καθ’ ἑκάστην γίνονται εὐνοϊκώτεραι διὰ τοὺς ὑποδούλους
2398λαοὺς τῆς Τουρκίας, διότι ἡ Χριστιανικὴ Εὐρώπη ἤρχισε νὰ
2399ἀναγνωρίζῃ τὰ ἀνθρώπινα δίκαια τῶν ὑποδούλων καὶ νὰ θέτῃ
2400αὐτοὺς ὑπὸ τὴν προστασίαν της». (Ἂς ἀκούσῃ ὁ κ. Πρόεδρος
2401τῆς Κυβερνήσεως, τί λέγουσιν οἱ ἐνθουσιώδεις νέοι, οἱ ἐστερη-
2402μένοι πάσης πείρας καὶ μηδαμῶς γνωρίζοντες τὴν πολιτικὴν
2403κατάστασιν τῆς Εὐρώπης!) «Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν τού-
2404τους, ἤτοι διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατάστασιν τῆς ἡμετέρας νή-
2405σου καὶ ἕνεκα τῆς ἀκατασχέτου ὁρμῆς τῶν περιστάσεων, ἐκρί-
2406ναμεν ἀναγκαῖον νὰ συνέλθῃ ὁ Χριστιανικὸς λαός, ἵνα σκεφθῇ
2407περὶ τῆς τύχης αὑτοῦ.
2408«Θεωροῦμεν δὲ κατάλληλον παρά ποτε ἄλλοτε τὴν περί-
2409στασιν, ἵνα ὑψώσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν φωνήν μας ὑπὲρ τῶν δι-
2410καίων μας, καὶ ἀποτεινόμενοι πρὸς τὰς φιλανθρώπους Εὐρω-
2411παϊκὰς Κυβερνήσεις, ἱκετεύσωμεν αὐτάς, ὅπως ἀναγνωρίσωσι
2412καὶ ὑποστηρίξωσι τὰ δίκαια ἡμῶν, ὡς ἀνεγνώρισαν καὶ ἐπι-
2413μένουσι παρὰ τῇ Ὑψηλῇ Πύλῃ νὰ παραδεχθῇ τὰ δίκαια
2414τῶν Χριστιανικῶν λαῶν, οἵτινες μάλιστα δὲν ἔχουσι θυσιάσει
2415ὅσα ἡ Κρήτη πρὸς τελείαν ἀπελευθέρωσιν αὐτῆς.
2416«Ἐπειδὴ ὅμως τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ζητηθῇ ἡ
2417βελτίωσις τοῦ πολιτεύματός μας καὶ ἡ καλλιτέρευσις τῆς
2418καταστάσεως τῆς ἡμετέρας πατρίδος, θὰ ἦναι εἰρηνικά, διότι
2419θὰ στηρίζωμεν τὰ αἰτήματά μας ἐπὶ τοῦ δικαίου, ὅπερ ἔχο-
2420μεν ὑπὲρ ἡμῶν, προτρέπομεν πάντα φιλόπατριν ἐπαρχιώτην
2421νὰ μὴ προβῇ, ὅσῳ καὶ ἂν προκαλῆται, εἰς ἀντεκδικήσεις ἢ
2422ἄδικα ἔργα, διότι ταῦτα ἀντιστρατεύονται εἰς τὰ συμφέροντα
2423τῆς ἐνδόξου ἡμῶν πατρίδος.
2424«Ὄθεν πρὸς τὸν εἰρημένον σκοπὸν καλοῦμεν ἅπαντας τοὺς
2425συμπατριώτας ἡμῶν, τὸν Χριστιανικὸν λαὸν τῆς νήσου, ἵνα
2426παρευρεθῇ, καθ’ ὅσον εἶναι αὐτῷ δυνατόν, τὴν 3 Σεπτεμ-
2427βρίου ἐ. ἔ. εἰς θέσιν Κλῆμα, κειμένην μεταξὺ Σφακίων καὶ
2428τῆς ἐπαρχίας Ἀποκορώνου, ὅπου θέλει ληφθῆ ἡ ὁριστικὴ
2429ἀπόφασις καὶ θέλουσι συνταχθῇ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
2430«Ἐξεδόθη τῇ 20 Αὐγούστου 1895 ἐν Χανίοις».
2431Τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα παρεμποδίσῃ κατὰ τὸ πρῶ-
2432τον τοῦτο βῆμα, ἵνα μὴ ἐνθαῤῥύνῃ, ὡς ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος
2433τῆς Κυβερνήσεως, τοὺς Κρῆτας εἰς ἐπανάστασιν; Ἀκριβῶς
2434ὅ,τι δὲν ἔπρεπε νὰ πράξῃ, ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξώθει
2435τοὺς Κρῆτας εἰς ἐπανάστασιν. Διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἔκλεισε τὴν
2436Κρητικὴν Βουλήν, ἀφ’ ἑτέρου δὲν εἶχε τὴν ἱκανότητα, δὲν
2437εἶχε τὴν δύναμιν νὰ πείσῃ τὸν πρῶτον πυρῆνα τῆς Ἐπιτρο-
2438πῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως, ὅτι δὲν ἦτο ἐποχή, κατὰ τὴν
2439ὁποίαν ἠδύναντο νὰ ζητήσωσι τὴν μεταβολὴν τοῦ καθεστῶ-
2440τος, δὲν ἦτο ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ
2441βοηθήσῃ αὐτούς, ἀλλὰ καὶ ἠδύνατο καὶ δὲν ἠδύνατο, κατὰ τὴν
2442γνωστὴν μέθοδον, φανερὰ μὲν μειλίχιος, κρυφίως δὲ πολέμιος
2443πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως. Καὶ μονονουχὶ
2444συνεταιρίσθη μετὰ τοῦ Καραθεοδωρῆ πασσᾶ καὶ ἀπεφάσισαν
2445ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ γενικοῦ προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Χα-
2446νίοις τὴν καταδίωξιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως.
2447Οὕτως ἐξηναγκάσθη ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως
2448νὰ εἰδοποιήσῃ τὰ μέλη αὑτῆς, τὰ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τοῦ Κρά-
2449τους εὑρισκόμενα, ὅτι πρέπει νὰ συνέλθῃ εἰς γενικὴν συνάθροι-
2450σιν ὁ Κρητικὸς λαός. Πράγματι δὲ τὴν 3 καὶ 10 Σεπτεμ-
2451βρίου 1895 ἐν Κλήματι καὶ Κράπῃ συνῆλθεν ὁ Κρητικὸς
2452λαός, ὄχι, ὅπως ἐφρόνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ
2453ὅπως διεβεβαίωσεν ἐν τῇ ἀγορεύσει του, ὄχι ὀλίγοι τινὲς,
2454ἀλλ’ ὁ λαὸς τῆς Κρήτης συνῆλθεν ἐν Κλήματι καὶ Κράπῃ,
2455ἀνεγνώρισεν ἐπισήμως τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως
2456καὶ συνέταξε τὸ γνωστὸν ὑπόμνημα τῶν Χριστιανῶν τῆς
2457Κρήτης, τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς Κυβερνήσεις.
2458Περὶ τοῦ ὑπομνήματος τούτου δὲν θὰ ὁμιλήσω, διότι ὡμίλη-
2459σαν ἄλλοι συνάδελφοι. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐγκαίρως
2460διὰ τοῦ γενικοῦ αὑτῆς ἐν Χανίοις προξένου ἔλαβε γνῶσιν
2461τοῦ ὑπομνήματος τούτου. Τί δ’ ἔπραξε τότε, ἵνα μὴ ἐνθαῤ-
2462ῥύνῃ τοὺς Κρῆτας εἰς ἐπανάστασιν; Πόλεμον κατὰ τῆς Ἐπι-
2463τροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως, πόλεμον, καταδίωξιν ἀμείλι-
2464κτον! Ὁ πόλεμος καὶ ἡ καταδίωξις ἐκ μέρους τοῦ γενικοῦ
2465προξένου τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ γενικοῦ διοικητοῦ τῆς Κρή-
2466της κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως ἠνάγκασαν
2467αὐτήν, ὅπως ἀπὸ εἰρηνικῆς ἐπιτροπῆς μετατραπῇ εἰς πολεμι-
2468κήν. Ἀνέλαβε τὰ ὅπλα, καὶ ἀπεφάσισεν ἐῤῥωμένως ν’ ἀντι-
2469σταθῇ κατὰ τῶν παρεκτροπῶν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ
2470τοῦ τουρκικοῦ ὄχλου καὶ τῶν ἄλλων ὀρδῶν τῶν Βεγγαζίων
2471καὶ τῶν Χαλικούτιδων, οἱ ὁποῖοι πάντες συλλήβδην κατεδίω-
2472κον ἀμειλίκτως τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως. Ἀλλὰ
2473ὁ γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις ὑπεκίνει τὴν
2474καταδίωξιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως, διότι ἡ
2475Κυβέρνησίς του ἐνόμιζεν, ὅτι διὰ τῆς καταδιώξεως ταύτης θὰ
2476εὕρισκε τὴν ἀπολεσθεῖσαν ἡσυχίαν αὑτῆς, ὑπὲρ τῆς ὁποίας θὰ
2477ἠδύνατο νὰ θυσιάσῃ ὄχι μόνον τὴν Κρήτην, ἀλλὰ καὶ τὴν
2478ἐλευθέραν Ἑλλάδα (Θόρυβος).
2479Αὐτὴ ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι γεγονότα
2480πάντα ταῦτα, ὡς ἐξάγεται ἐκ μεμαρτυρημένων ἐγγράφων, τὰ
2481ὁποῖα ἔχομεν εἰς χεῖρας ἡμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα ἂν σᾶς ἐπιδεί-
2482ξωμεν, θὰ εἴπητε ὅτι εἶναι ψευδῆ. Ἀλλὰ ταχέως θὰ ἔλθῃ
2483στιγμή, καθ’ ἣν δὲν θὰ δύνασθε πλέον ν’ ἀμφισβητήσητε τὸ
2484κῦρος τῶν ἐγγράφων τούτων, διότι ἡ Κυανῆ Βίβλος δὲν θὰ
2485βραδύνῃ νὰ δημοσιευθῇ, ἐν αὐτῇ δὲ θὰ δημοσιευθῶσι τὰ ἔγ-
2486γραφα, περὶ ὧν νῦν σᾶς ὁμιλῶ καὶ διὰ τῶν ὁποίων θὰ δειχθῇ
2487σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι δὲν ἔλεγεν ἀκριβῆ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
2488Τρίτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰ τῆς πο-
2489λιτείας αὐτῆς ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι.
2490Ἐν τούτοις τὴν κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύ-
2491σεως καταδίωξιν εἶχον ὀργανώσει ἐπιστημονικῶς, ἐν πλήρει
2492στρατιωτικῇ συντάξει. Ὁ τουρκικὸς στρατὸς μετὰ μεμελε-
2493τημένου σχεδίου ἐξεκίνησε κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μετα-
2494πολιτεύσεως, ἡ ὁποία εὐτυχῶς, εἰδοποιηθεῖσα ἐγκαίρως, ἔλαβε
2495τὰ κατάλληλα αὑτῆς προφυλακτικὰ μέτρα. Οὕτω δ’ ἐπῆλθεν
2496ἡ πρώτη μάχη εἰς Κάμπους τῆς Κυδωνίας, καθ’ ἣν 800
2497στρατιῶται Τοῦρκοι ἡττήθησαν καὶ ὑπεχώρησαν.
2498Ἡ πρώτη αὕτη μάχη ἐν Κάμποις τῆς Κυδωνίας ἀνησύ-
2499χησε τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὅμως ἐξηκολούθει νὰ φρονῇ, ὅτι
2500ἔπρεπε καὶ ἠδύνατο νὰ διαλυθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπο-
2501λιτεύσεως, ἡ ὁποία, ὡς ἔλεγε τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην ὁ κ.
2502Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπηρτίζετο «ἀπὸ νέους ἐνθουσιώ-
2503δεις, ἐστερημένους πάσης πείρας καὶ μηδαμῶς γνωρίζοντας
2504τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τῆς Εὐρώπης»!!!
2505Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμιζεν, ὅτι ἐπρόκειτο
2506περὶ μειρακίων τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ γνω-
2507ρίζῃ καὶ ἐγνώριζεν, ὅτι οἱ ἄνδρες, οἱ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς
2508Μεταπολιτεύσεως ἀπαρτίζοντες, ἠδύναντο νὰ διδάξωσι πολ-
2509λοὺς ἄλλους, ἀξιοῦντας τὸ δίπλωμα τοῦ διδασκάλου ἐν τῇ
2510καθόλου πολιτικῇ.
2511Μάτην ἔγραφεν ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως μετὰ
2512τὴν ἐν Κάμποις ἧτταν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ πρὸς τὸν γε-
2513νικὸν πρόξενον τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις, τὸν ὁποῖον παρεκά-
2514λει νὰ μεταβιβάσῃ τὸ ἔγγραφον αὑτῆς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν
2515Κυβέρνησιν, ὅτι ἔχει ἀμετάτρεπτον ἀπόφασιν νὰ μὴ ὑποχω-
2516ρήσῃ κατ’ οὐδένα λόγον, ὅτι ὁ Κρητικὸς λαὸς σύμπας εἶναι
2517σύμφωνος, ὅτι ἡ ἐπανάστασις θὰ γενικευθῇ καθ’ ἅπασαν τὴν
2518Κρήτην, ἐὰν τὸ ἐν Κλήματι καὶ Κράπῃ τῆς 3 καὶ 10 Σε-
2519πτεμβρίου 1895 ὑπόμνημα δὲν γένηται δεκτόν. Ἀλλ’ ἡ
2520Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐφρόνει, ὅτι ἐπανάστασις δὲν ὑπῆρχεν,
2521ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀσημάντου κινήματος, τὸ ὁποῖον θὰ λήξῃ
2522ἅμα τῇ διαλύσει τῆς ὀχληρᾶς ἐκείνης Ἐπιτροπῆς τῆς Μετα-
2523πολιτεύσεως. Καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμία ἀπάντησις ἐδόθη τῇ
2524Ἐπιτροπῇ τῆς Μεταπολιτεύσεως παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυ-
2525βερνήσεως διὰ τοῦ γενικοῦ αὑτῆς ἐν Χανίοις προξένου. Ἀλλὰ
2526εἰς τὴν σιγὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν ἡ Ἐπι-
2527τροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως διὰ τῆς δευτέρας μάχης ἐν Βρύ-
2528σαις τῶν Ἀποκορώνων, καθ’ ἣν τὰ Κρητικὰ ὅπλα νίκην ἤραντο
2529περιφανῆ. Κατετροπώθησαν 2500 τακτικοῦ τουρκικοῦ στρα-
2530τοῦ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως καὶ τῶν ἐν αὐτῇ
2531συναγωνιζομένων Κρητῶν. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἦσαν ἱκανὰ, ἵνα
2532δώσωσι νὰ ἐννοήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι ὁ Κρητικὸς
2533λαὸς ἠσπάζετο τὰς ἀρχὰς τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολι-
2534τεύσεως καὶ οὐχὶ τῶν Βουλευτῶν, οὓς κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ Ἑλλ.
2535Κυβέρνησις εἶχε παραπλανήσει διὰ τοῦ γενικοῦ ἐν Χανίοις
2536προξένου αὑτῆς, καὶ ἐξηκολούθει ὁ γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλ-
2537λάδος νὰ προτρέπῃ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως νὰ
2538διαλυθῇ, καὶ ἐξηκολούθει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ φρονῇ,
2539ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τὸν Κρητικὸν λαὸν εἰς ἐπα-
2540νάστασιν, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τὸν Καραθεοδωρῆ
2541πασσᾶν εἰς καταδίωξιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύ-
2542σεως. Ἐν τούτοις αἱ ἀνησυχίαι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνή-
2543σεως ἐπολλαπλασιάσθησαν εὐθὺς ὡς ἐγένοντο γνωστὰ τὰ
2544καθέκαστα τῆς μάχης ἐν Βρύσαις, ἔσπευσε δὲ ὁ γενικὸς ἐν
2545Χανίοις πρόξενος αὑτῆς νὰ βεβαιώσῃ τὸ πρῶτον τὴν Ἐπι-
2546τροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως, ὅτι θὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσ-
2547πάθειαν, ὅπως χορηγηθῇ ὅ,τι δυνατὸν ἐκ τῶν αἰτημάτων αὐ-
2548τῆς, ἀρκεῖ ν’ ἀποσυρθῇ καὶ νὰ διαλυθῇ, καίτοι ὁ κ. Πρόεδρος
2549τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἠκούσατε, ἐξηκολούθει νὰ ἐφαρμόζῃ τὸ
2550πρῶτον μέρος τῆς πολιτικῆς αὑτοῦ.
2551Ἐπειδὴ ὅμως ὁ χειμὼν βαρὺς εἶχεν ἐνσκήψει ἐν Κρήτῃ,
2552διότι ἤδη εὑρισκόμεθα περὶ τὰ τέλη Νοεμβρίου 1895, ἡ
2553Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως εἶχεν ἀποσυρθῆ εἰς Φραγ-
2554κοκάστελλον τῶν Σφακίων, ἵνα ἐκεῖ διαχειμάσῃ. Τὴν προσω-
2555ρινὴν ταύτην ἀνακωχὴν τῆς ἐν Κρήτῃ ἐπαναστάσεως ἡ Ἑλ-
2556ληνικὴ Κυβέρνησις ἐξέλαβεν ὡς ἐπιτυχίαν τοῦ σχεδίου αὐτῆς,
2557τῆς διαλύσεως τουτέστι τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύ-
2558σεως. Οὕτω δὲ ἡσύχασε καὶ ἔδρεπε τὰς δάφνας τῶν νικη-
2559φόρων αὐτῆς σχεδίων, λησμονήσασα ὁποίαν ἀπόφασιν ἀνδρι-
2560κὴν εἶχε λάβει ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως.
2561Ἐν τούτοις ὁ γενικὸς πρόξενος ἐν Χανίοις ἐξηκολούθει
2562τὰς ἀποπείρας αὐτοῦ πρὸς διάλυσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μετα-
2563πολιτεύσεως. Καὶ ἐπειδὴ ἡ μόνη αὐτοῦ ἐνέργεια εἶχεν ἀπο-
2564τύχει, ἐσκέφθη νὰ καλέσῃ καὶ τοὺς λοιποὺς ἐν Χανίοις συνα-
2565δέλφους αὐτοῦ εἰς βοήθειαν, πρὸς πραγμάτωσιν τοῦ σκοποῦ
2566του. Μόνος ὅμως ὁ ἐν Χανίοις Γάλλος πρόξενος κ. Βλὰν ἐφά-
2567νη πρόθυμος νὰ συνδράμῃ ὅλαις δυνάμεσι τὸν Ἕλληνα πρό-
2568ξενον, ἵνα διαλυθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως·
2569ἔγραψε δὲ πρὸς τοῦτο, κοινῇ συνεννοήσει, πρὸς τὸν ἐν Ρεθύμνῃ
2570Γάλλον πράκτορα κ. Λ. Σκουνάτσον ἐπιστολὴν, μὲ τὴν ἐντο-
2571λὴν νὰ δημοσιεύσῃ ταύτην εἰς χιλιάδας ἀντιτύπων καὶ δια-
2572νείμῃ αὐτὰ ἀνὰ πᾶσαν καλύβην Κρητικήν. Ἐξετελέσθη δὲ
2573κατὰ γράμμα ἡ ἐντολὴ αὕτη ὑπὸ τοῦ ἐν Ρεθύμνῃ Γάλλου
2574πράκτορος.
2575Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη εἶναι πολλῆς σημασίας, διὸ παρακαλῶ
2576νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ν’ ἀναγνώσω αὐτὴν πρὸς ὑμᾶς· ἔχει δὲ ὡς
2577ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
2578«Ἡ κατάστασις βαδίζει πολὺ κακῶς εἰς τὴν Κρήτην, καὶ
2579πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι οἱ Κρῆτες βαδίζουν ἐνώπιον μεγάλου
2580κινδύνου. Μήπως τὰ ἀπαρτίζοντα τὴν Ἐπιτροπὴν μέλη θέ-
2581λωσι νὰ προκαλέσωσιν, ὅπως καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1889, μίαν
2582στρατιωτικὴν κατοχὴν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ στρατιωτικοῦ νό-
2583μου; Οἱ Κρῆτες ἔπαθον ἀρκετὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην,
2584ὥστε δὲν δύνανται νὰ ἐπιθυμῶσι τὴν ἐπαναφορὰν μιᾶς τοιαύ-
2585της καταστάσεως.
2586«Ἤδη φαίνεται, ὅτι τινὲς τῶν Κρητῶν πιστεύουσιν ὅτι
2587Εὐρωπαϊκαί τινες Δυνάμεις εὐνοοῦν τὰς ἐνεργείας τῆς ἐπιτρο-
2588πῆς. Οὐδὲν τούτου ψευδέστερον. Πρέπει νὰ τὸ γνωρίσωσιν οἱ
2589περὶ ὑμᾶς, καὶ σᾶς ἐξουσιοδοτῶ νὰ τὸ διακοινώσητε, ὅτι ὅλαι
2590αἱ Δυνάμεις ἀποδοκιμάζουν τὰς ἐνεργείας τῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ
2591τῶν ὁποίων κινδυνεύουν νὰ ὁδηγήσωσι τὸν τόπον πολὺ τα-
2592χέως εἰς δυστυχήματα.
2593«Πρέπει νὰ μάθωσιν ἐπίσης, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ παρα-
2594χωρηθῇ μία γενικὴ ἀμνηστεία, διὰ τὸν λόγον ὅτι θὰ δυσα-
2595ρεστήσῃ τοὺς Μουσουλμάνους.
2596«Ὁ τόπος ὅθεν ὀφείλει νὰ γνωρίσῃ εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπι-
2597τροπῆς, ὅτι ὀφείλουσι νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸν τόπον καὶ νὰ
2598μεταβῶσιν εἰς Ἑλλάδα—εἶναι περὶ τοὺς 15 ἐκεῖνοι, οἵτινες
2599ὀφείλουν τὸ ταχύτερον ν’ ἀναχωρήσουν.—Ἀφοῦ οἱ ἀρχηγοὶ
2600οὗτοι ἀναχωρήσουν, οἱ πρόξενοι θὰ ἐνεργήσωσι πᾶν τὸ δυνα-
2601τὸν, ὅπως ἀποφασίσῃ ἡ Διοίκησις νὰ λησμονήσῃ καὶ ἀφήσῃ
2602νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰ χωρία των ἐκεῖνοι, οἵτινες ἡνώθησαν
2603μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς.
2604«Εἰπέτε καὶ ἐπαναλάβετε ταῦτα εἰς τοὺς κύκλους σας,
2605διότι τὰ δυστυχήματα ἐσπευσμένως ἔρχονται ἐν Κρήτῃ, εἰς
2606τρόπον ὥστε νὰ μὴ δύνανται οἱ Κρῆτες νὰ μὲ μεμφθῶσιν, ὅτι
2607δὲν τοὺς εἰδοποίησα ἐγκαίρως. Ἡ Πύλη ἐξαπέστειλε 4,000
2608στρατιώτας, κρατεῖ δὲ ἀκόμη 7,000–8,000 ἑτοίμους νὰ τοὺς
2609πέμψῃ εἰς Κρήτην. Εἶναι λοιπὸν καιρὸς νὰ λήξῃ ἡ κατά-
2610στασις αὕτη, καὶ τόσον περισσότερον, καθόσον οὔτε ἡ Ἑλλάς,
2611μετὰ τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν ἔδωκεν ὁ Βασιλεὺς καὶ τὸ Ὑπουρ-
2612γεῖόν του εἰς τοὺς ξένους πρεσβευτάς, οὔτε οὐδεμία Εὐρω-
2613παϊκὴ Δύναμις θὰ παράσχῃ τὴν ἐλαχίστην βοήθειαν εἰς
2614τοὺς Κρῆτας, καὶ ἡ Τουρκία, ὡς εἰς τὰ 1889, θ’ ἀφεθῇ
2615ἐλευθέρα νὰ ἐνεργήσῃ ὅπως αὐτὴ θέλει.»
2616Δὲν πιστεύω ὁ ἐν Χανίοις πρόξενος τῆς Γαλλίας καὶ ὁ
2617πράκτωρ αὐτῆς ἐν Ρεθύμνῃ ἐξ ἰδίας βουλήσεως καὶ αὐθορ-
2618μήτως νὰ ἐποιήσαντο χρῆσιν τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως
2619ἡμῶν καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐξ ἀσυνέτου
2620ἴσως ἐντεῦθεν διαταγῆς πρὸς τὸν ἐν Χανίοις γενικὸν πρόξε-
2621νον τῆς Ἑλλάδος ἐδόθη ἡ ἄδεια αὕτη.
2622§29Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ποίας χρονολογίας εἶναι, κύριε συνά-
2623δελφε, τὸ ἀναγνωσθὲν ἔγγραφον τοῦ Γάλλου προξένου;
2624§30ΣΤΑΗΣ. Τῆς 17 Δεκεμβρίου 1895.
2625Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἶχε πεισθῆ πλέον, ὅτι τὰ πάντα
2626ἡσύχαζον ἐν Κρήτῃ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐφρόνει, ὅτι ἡ
2627Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως εἶχε τελείως διαλυθῆ, ἡ Ἑλ-
2628ληνικὴ Κυβέρνησις ἐφρόνει, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ Γάλλου προ-
2629ξένου εἶχε διαλύσει καὶ διασκορπίσει, ὡς διὰ μαγικῆς ῥάβδου,
2630τὰ δαιμόνια ἐκεῖνα, τὰ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως
2631συγκροτοῦντα. Καὶ δὲν τὸ ἐφρόνει ἀδίκως, διότι ὁ χειμὼν, ὁ
2632βαρὺς μάλιστα χειμὼν, δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπι-
2633τροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ ἔργον
2634αὐτῶν, νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐργαζόμενα καὶ διὰ τῆς γραφίδος
2635καὶ διὰ τῶν ὅπλων πρὸς πραγμάτωσιν τῶν ἐν τῷ ὑπομνή-
2636ματι τῆς 3 καὶ 10 Σεπτεμβρίου αἰτημάτων αὐτῶν, τὰ
2637ὁποῖα ἐπὶ τέλους μόνον διὰ τῆς ἀνδρικῆς αὐτῶν ἐμμονῆς καὶ
2638στάσεως ἐπέτυχον. Εὐθὺς ὅμως, ὡς ὁ χειμὼν ἐπέτρεψε τὴν
2639κάθοδον, ἐπανῆλθεν ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως ἐκ
2640Φραγκοκαστέλλου τῶν Σφακίων εἰς Ἀποκόρωνα, ἀπειλοῦσα
2641πλέον καὶ τὸν γενικὸν διοικητὴν τῆς Κρήτης, καὶ οὐχὶ παρα-
2642καλοῦσα τὸν γενικὸν πρόξενον νὰ μεσιτεύσῃ παρὰ τῇ Ἑλ-
2643ληνικῇ Κυβερνήσει, ἵνα παραχωρηθῶσι τὰ αἰτηθέντα.
2644Ἡ εἰς Ἀποκόρωνα δὲ ἐμφάνισις τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μετα-
2645πολιτεύσεως φρίκην ἐνεποίησε καὶ εἰς τὴν ἡμετέραν Κυβέρνησιν
2646καὶ εἰς τὴν Πύλην, ἡ ὁποία πάραυτα ἀπέπεμψε τὸν χριστιανὸν
2647Καραθεοδωρῆ πασσᾶν ἐκ Κρήτης, διορίσασα ἀντ’ αὐτοῦ τὸν
2648Τοῦρκον Τουρχὰν–πασσᾶν. Ἀπέναντι τῶν ἐνεργειῶν, τὰς ὁποίας
2649ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔλεγε διὰ τοῦ γενικοῦ αὑτῆς προ-
2650ξένου ἐν Κρήτῃ ὅτι καταβάλλει, ὅπως ἱκανοποιηθῶσιν αἱ
2651ἀπαιτήσεις τῶν Κρητῶν, ἀπέναντι, λέγω, τῶν ἐνεργειῶν τού-
2652των τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τῇ ἐδόθη ὑπὸ τῆς Πύλης
2653ὁ κόλαφος τῆς ἀπολύσεως τοῦ Χριστιανοῦ διοικητοῦ καὶ
2654τῆς ἀντικαταστάσεως τούτου ὑπὸ τοῦ Τούρκου Τουρχάν.
2655Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ, εὐθὺς ὡς εἶδεν, ὅτι εἰς ἀπάντησιν τῆς
2656νέας αὐτῆς ἐμφανίσεως καὶ τῶν νέων αὐτῆς ἀπειλῶν ἡ Πύλη
2657ἀπέλυσε τὸν Χριστιανὸν διοικητὴν καὶ διώρισεν ἀντ’ αὐτοῦ
2658τὸν Τοῦρκον, συνεκρότησε τὴν τρίτην καὶ τετάρτην μάχην,
2659τὰς γνωστὰς μάχας τῆς Ἐπισκοπῆς τῆς Ρεθύμνης καὶ τῶν
2660Σελιῶν τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν
2661μάχην τῆς Ἐπισκοπῆς τῆς Ρεθύμνης ἐπῆλθεν ἡ μάχη τῶν
2662Σελιῶν.
2663Κατεταράχθη ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς με-
2664τέδωκε τὴν ταραχήν του εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτε-
2665ρικῶν, ὁ ὁποῖος τηλεγραφεῖ τὸ γνωστὸν τηλεγράφημα, ἐν σπα-
2666σμωδικῇ συγκινήσει, πρὸς τὸν γενικὸν πρόξενον τῆς Ἑλλά-
2667δος ἐν Χανίοις. Ἀνεγνώσθη καὶ παρ’ ἄλλου συναδέλφου τὸ
2668τηλεγράφημα τοῦτο, ἀλλὰ, παρακαλῶ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ
2669τὸ ἀναγνώσω καὶ ἐγὼ (ἀναγινώσκει):
2670«Νικόλαον Γεννάδην, πρόξενον. Χανία.
2671«Μεγάλως ἀνησυχεῖ μάχη Σελιῶν. Ἐξασκήσατε ἅπασαν
2672ἐπιῤῥοήν σας, ὅπως διαλυθῇ ἡ Ἐπιτροπή. Εὑρίσκομαι εἰς
2673διαπραγματεύσεις, ὅπως ἡ Πύλη δώσῃ τὸ πρώην καθεστὼς
2674εἰς τοὺς Κρῆτας. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐμποδίζει με. Σκουζές.»
2675Σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι εὑρισκόμεθα περὶ τὸ πρῶτον δε-
2676καπενθήμερον τοῦ Ἀπριλίου, κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον, κατὰ
2677τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε διὰ τῶν ἐπι-
2678σήμων ἐγγράφων, ὅτι πολιτικὴν εἶχε νὰ μὴ ἐνθαῤῥύνῃ τοὺς
2679Κρῆτας εἰς ἐπανάστασιν...
2680§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται
2681περὶ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1895;
2682§32ΣΤΑΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε. Πρόκειται περὶ τοῦ Ἀπρι-
2683λίου τοῦ 1896. Πρόκειται περὶ τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ
2684ὁποῖον ἐκοινοποιήθη παρὰ τοῦ προξένου εἰς πάντα τὰ μέλη
2685τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως.
2686Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, Κύριοι, εἶναι σπουδαιότατον. Τὸ
2687τηλεγράφημα τοῦτο εἶναι τὸ αἶσχος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερ-
2688νήσεως, εἶναι ὁ ἐξευτελισμὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, εἶναι ὁ
2689ἐξευτελισμὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ! (Θόρυβος).
2690§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν
2691ἰδικήν σας ἐκτίμησιν.
2692§34ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως. Καὶ παντὸς γινώσκοντος τὰ πράγ-
2693ματα, ὅπως ἐγὼ τὰ γινώσκω.
2694§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παντὸς σκε-
2695πτομένου ὅπως σκέπτεσθε σεῖς.
2696§36ΣΤΑΗΣ. Διότι διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου ταυ-
2697τοχρόνως διέταξεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς ἐλευ-
2698θέρας Ἑλλάδος τὸν γενικὸν αὐτῆς πρόξενον ἐν Χανίοις, τί
2699νομίζετε, Κύριοι; Νὰ διαφθείρῃ τὰς συνειδήσεις τῶν ὑπὲρ τῆς
2700ἐλευθερίας αὐτῶν μαχομένων, νὰ δωροδοκήσῃ τοὺς ὑπὲρ τοῦ
2701μεγαλείου τοῦ Ἔθνους ἀγωνιζομένους, νὰ ἐξαγοράσῃ τοὺς
2702ἄνδρας, τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπο-
2703λιτεύσεως! (Αἴσθησις).
2704§37ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Σᾶς
2705λέγω ὅτι δὲν εἶναι ἀληθῆ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε. (Ἐπι-
2706δοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
2707§38ΣΤΑΗΣ. Καθήσατε κάτω!
2708§39ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ τὸν ἀνακαλέσητε εἰς τὴν
2709τάξιν. (Φωναὶ ἐπιδοκιμασίας ἐκ τῆς δεξιᾶς).
2710§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν πρέπει
2711νὰ ψεύδησθε! (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς, ἀντεγ-
2712κλήσεις ἑκατέρωθεν).
2713§41Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὴν ἀριστεράν). Δὲν
2714πρέπει νὰ ἀνέχησθε καὶ σεῖς νὰ ἐξευτελίζηται ἐπὶ τοσοῦτον
2715ἡ Κυβέρνησις τῆς Πατρίδος σας. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς
2716ἀριστερᾶς).
2717§42ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἱκανὴ ν’ ἀπολογηθῇ...
2718Κύριε Πρόεδρε, μὴ ἐπιτρέπετε διακοπάς.
2719§43ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κατέρχεται μέχρι τοῦ ση-
2720μείου αὐτοῦ. (Φωναί, θόρυβος, ἀπειλαί, ἀντεγκλήσεις).
2721§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
2722§45ΣΤΑΗΣ. Μόνον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπι-
2723τρέπω διακοπάς.
2724§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς.
2725§47ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἀσχημονεῖτε, θὰ δια-
2726κόπτησθε (θόρυβος).
2727§48ΣΤΑΗΣ. Πρὸς ἀκαταλογίστους βεβαίως δὲν ὀφείλεται
2728ἀπάντησις.
2729§49ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε ὁ ἀκαταλογιστότερος καὶ
2730ὁ αὐθαδέστερος πάντων (θόρυβος καὶ φωναί).
2731§50ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν εἶναι
2732κατάστασις αὐτὴ, κύριε Πρόεδρε!
2733§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶνε ἀμοιβαῖα.
2734§52ΣΤΑΗΣ. Πᾶσα ὕβρις, κ. Πρόεδρε, πρὸς τὸν ἀγορεύοντα
2735ἀπευθύνεται πρὸς τὸ Προεδρεῖον, διότι ὁ ἀγορεύων εἶναι ὑπὸ
2736τὴν προστασίαν τοῦ Προεδρείου, καὶ δύναται τοῦτο νὰ τὸν
2737ἀνακαλέσῃ, παρεκτρεπόμενον, εἰς τὴν τάξιν.
2738§53ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀγορεύω ἐπὶ τῇ ἀξιοπρε-
2739πείᾳ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἐξυβρί-
2740σατε (ἀντεγκλήσεις καὶ θόρυβος).
2741§54ΣΤΑΗΣ. Θ’ ἀπαντήσω μόνον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
2742Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι εἶναι ψεῦδος (θόρυβος).
2743§55ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Νὰ μὴ διακόπτηται, κ. Πρόεδρε, ὁ ῥήτωρ,
2744ἀλλὰ τὸ ἐπιτρέπει ὁ Κανονισμὸς νὰ λέγωνται ψεύδη; (Θό-
2745ρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
2746§56ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχουν κανὲν προνόμιον οἱ
2747Ὑπουργοὶ νὰ διακόπτουν. Ὀφείλουν ν’ ἀπαντήσουν κατόπιν.
2748§57ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μὴ φωνάζεις!
2749§58ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, φωνάζω.
2750§59ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶσαι ἀκαταλόγιστος.
2751§60ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Σεῖς εἶσθε ἀκαταλόγιστος
2752(ἀντεγκλήσεις).
2753§61ΣΤΑΗΣ. Χαίρω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν
2754ὅτι εἶναι ψεῦδος τὰ περὶ δωροδοκίας, διότι, ἵνα εἴπῃ τοῦτο,
2755σημαίνει ὅτι τὸ φρονεῖ, ὅτι τὸ πιστεύει. Ἀγνοῶν δὲ τὰ γεγο-
2756νότα, ἐκπληροῖ καθῆκον στοιχειῶδες, διαψεύδων ἐμέ. Ἀγνοεῖ
2757ὅμως ἐπίσης, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην ὑπάρχουσιν ἐντὸς τοῦ
2758Βουλευτηρίου τινὲς ἐξ ἐκείνων, πρὸς οὓς ἐπροτάθη ἡ δωροδοκία,
2759καὶ ἀκούουσι μετ’ ἐκπλήξεως, ἂν οὐχὶ τὸν Πρόεδρον τῆς
2760Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως ὅμως τὸν Ὑπουργὸν τῶν
2761Ἐξωτερικῶν ψευδόμενον! Ἐὰν δ’ ἐπετρέπετο ἡ μαρτυρικὴ
2762ἀπόδειξις, ἤθελον καλέσει αὐτοὺς νὰ δώσωσι μαρτυρίαν, ἵνα
2763διαψεύσω τοὺς διαψεύσαντάς με. Σᾶς ἀκούουσι μέλη τῆς
2764Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως, παρευρισκόμενα ἐν τοῖς
2765ἀκροατηρίοις, πρὸς τὰ ὁποῖα προσεφέρθησαν 300 δραχμαὶ
2766μηνιαίως, ἵνα ἀναχωρήσωσιν εἰς Κύθηρα καὶ διαλύσωσι τὴν
2767Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως. Δὲν ὑπάρχει καμμία δια-
2768φορὰ μεταξὺ τῶν 300 δραχμῶν καὶ τῶν 30 ἀργυρίων, διὰ
2769τῶν ὁποίων ἐπροδόθη ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ὄχι!
2770ὑπάρχει μία διαφορά, ὅτι ἐδώκατε δεκαπλάσιον ποσόν.
2771(Θόρυβος καὶ διακοπαὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς).
2772Δὲν ἐπιτρέπω, κ. Πρόεδρε, διακοπάς.
2773§62ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅταν
2774λέγωνται τοιαῦτα ἀνύπαρκτα πράγματα...
2775§63Γ. ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Λοιπὸν δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς
2776Ὑπουργοὺς νὰ διαψεύδωσι τὰς ἀνακριβείας;
2777§64ΣΤΑΗΣ. Κατόπιν ἂς λάβωσι τὸν λόγον.
2778§65ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγωνται τοιαῦτα πράγ-
2779ματα. Ἐπίστευον πρὸς στιγμήν, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐξ ἀγνοίας
2780του ἔλεγε τὰ τοιαῦτα, διότι ὅταν εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἀλη-
2781θὲς, ἐνόμιζον ὅτι, ὡς ἄνθρωπος λογικὸς, ἔπρεπε νὰ τὸ παρα-
2782δεχθῇ.
2783§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μὴ δια-
2784κόπτετε! Νὰ μὴ διακόπτωσι, κ. Πρόεδρε.
2785§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι
2786τὸ δικαίωμα νὰ ἀγορεύωσιν, ὅταν ζητήσωσι τὸν λόγον
2787(θόρυβος).
2788§68ΜΑΝΕΣΗΣ. Λέγει τὸ Σύνταγμα, ὅτι δύνανται νὰ δια-
2789κόπτωσι;
2790§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
2791§70ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν τὸ λέγει.
2792§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὕτω κατὰ τὸ παρελθὸν ἐφηρμόσθη ἡ
2793διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Συντάγματος.
2794Ἐν ἔτει 1885 οὕτως ἐφηρμόσθη.
2795§72ΚΡΙΤΣΑΣ. Πρέπει νὰ ζητήσωσι τὸν λόγον πρότερον.
2796§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι διακοπὴ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουρ-
2797γοῦ, εἶναι ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς θέλει νὰ δώσῃ.
2798§74Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν κάμνει καμμίαν ἐξαί-
2799ρεσιν, κύριε Πρόεδρε.
2800§75ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ καυτη-
2801ριασθῇ ἡ πρᾶξις. Εἴτε εἶναι εἴτε δὲν εἶναι ἐν γνώσει τῆς Κυ-
2802βερνήσεως, εἶναι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον γινώσκουσι πολλοὶ, εἶναι
2803γεγονὸς, τὸ ὁποῖον διαβεβαιοῦσι πάντες οἱ ἀπαρτίσαντες τὴν
2804Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως, ὅτι ὁ γενικὸς πρόξενος
2805τῆς Ἑλλάδος προσέφερεν εἰς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν 300 δραχμὰς
2806κατὰ μῆνα.
2807§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος θὰ τὰς ἔδιδε;
2808§77ΣΤΑΗΣ. Θὰ τὰς ἔδιδον αἱ 80,000 δραχμῶν, αἱ ὑπὸ τοῦ
2809Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸν γενικὸν ἐν Χανίοις
2810πρόξενον ἐπὶ τούτῳ χορηγηθεῖσαι.
2811§78ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι καταβιβάζετε τοὺς
2812Κρῆτας, παριστῶντες ὅτι μάχονται, ἵνα λαμβάνωσι 300
2813δραχμὰς, καὶ οὐχὶ ἵνα ὑπερασπίσωσι τὸ ἔδαφος τῆς πα-
2814τρίδος των.
2815§79ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν εἶπεν ὅτι ἐδέχθησαν.
2816§80ΣΤΑΗΣ. Πράγματι ἔπρεπε νὰ ἦναι τὰ ἐκ γρανίτου στήθη
2817τῶν Κρητῶν, ἵνα ἀντισταθῶσιν εἰς τὰς προτάσεις τοῦ κ.
2818Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν διαφθείρονται ψυχαὶ καὶ
2819φρονήματα, οἷα τὰ τῶν Κρητῶν, διὰ τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον
2820δύναται ἐπιτυχῶς νὰ μεταχειρίζηται εἰς ἄλλας περιστάσεις
2821ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός.
2822§81ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, ἀκριβῶς.
2823§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Χρεωστῶ νὰ
2824ἐπαναλάβω αὖθις ἐπισήμως, ὅτι τὰ λεγόμενα ὑπὸ τοῦ κ.
2825Βουλευτοῦ εἶναι ψεύδη, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς βεβαιοῖ ὅτι
2826ἀντελήφθη ταῦτα ἰδίαις αἰσθήσεσιν, ὀνομάζω αὐτὸν συκοφάν-
2827την, ἐὰν δὲ δὲν βεβαιοῖ ὅτι ἀντελήφθη ἰδίαις αἰσθήσεσι
2828ταῦτα, ἀλλ’ ὅτι ἄλλος εἶπεν αὐτῷ ταῦτα, λέγω ὅτι ὁ εἰπὼν
2829ταῦτα αὐτῷ ἐψεύσθη πρὸς αὐτόν.
2830§83ΣΤΑΗΣ. Χαίρω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξα-
2831κολουθεῖ νὰ φρονῇ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλαβε τοῦτο
2832χώραν. Δὲν θὰ ὀκνήσω ὅμως ἀπὸ τοῦ νὰ ἀποστείλω πρὸς
2833αὐτὸν μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως ἐν τῷ
2834Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα τὸν διαβεβαιώσωσιν, ὅτι
2835δυστυχῶς ἔλαβε χώραν ἡ προδοτικὴ αὕτη πρᾶξις.
2836§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ διαβε-
2837βαιώσωσι ψεύδη πρός με, καὶ δὲν θέλω δεχθῆ τοὺς ψεύστας.
2838§85ΣΤΑΗΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν κατώρθωσεν ὁ κ. πρόξενος διὰ
2839τῆς μεθόδου ταύτης νὰ διαλύσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μετα-
2840πολιτεύσεως, ἔλεγε πρὸς αὐτούς: «Εὑρίσκομαι εἰς διαπραγ-
2841ματεύσεις, ὅπως ἡ Πύλη δώσῃ τὸ πρώην καθεστώς· ἡ Ἐπι-
2842τροπὴ μὲ ἐμποδίζει»...
2843§86ΡΑΛΛΗΣ. Πότε αὐτό;
2844§87ΣΤΑΗΣ. Σᾶς εἶπον, μεταξὺ 10 καὶ 15 Ἀπριλίου... Ἀντὶ
2845δὲ τοῦ πρώην καθεστῶτος, τῆς Χαλέπας τουτέστι, τί παρε-
2846χώρησεν ἡ Πύλη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία προσεπάθει νὰ
2847μὴ ἐνθαῤῥύνῃ τοὺς Κρῆτας εἰς ἐπανάστασιν κατὰ τῆς κυριάρ-
2848χου Δυνάμεως; Τὸ γνωστὸν φιρμάνι τῆς 22 Ἀπριλίου 1896!
2849Τὸ φιρμάνιον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου (ἀναγινώσκει):
2850«Δι’ Ὑψηλοῦ Αὐτοκρατορικοῦ διατάγματος ἀνεβλήθη
2851προσωρινῶς, ἕνεκα τῶν γνωστῶν ἐνεστωσῶν περιστάσεων, ἡ
2852σύγκλησις τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως.
2853«Ἡ Γενικὴ Διοίκησις, προκηρύττουσα τοῦτο, γνωστὸν ἅμα
2854ποιεῖται, ὅτι ἡ Γενικὴ Συνέλευσις συγκληθήσεται ἐν Χανίοις
2855κατὰ τὰ κεκανονισμένα καὶ δι’ ἐπὶ τούτῳ προσκλήσεως ἐντὸς
2856τοῦ δευτέρου δεκαπενθημέρου τοῦ μηνὸς Αὐγούστου τρέχ.
2857ἔτους.
2858«Ἐν Χανίοις, 22 Ἀπριλίου 1896.
2859«Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς Κρήτης
2860«Τουρχάν.»
2861Ταῦτα εἶναι τὰ γεγονότα. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυ-
2862βερνήσεως, δι’ ἧς προσεπάθει νὰ μὴ ἐνθαῤῥύνῃ τοὺς Κρῆτας εἰς
2863ἐπανάστασιν! Ἀπελύετο ὁ Χριστιανὸς διοικητὴς, ἀνεβάλ-
2864λοντο αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, διωρίζετο Τοῦρκος διοικητὴς,
2865κατεπατοῦντο πρὸ μικροῦ κτηθέντα προνόμια, καὶ ὅμως
2866ἐφρόνει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἐνεθαῤῥύνοντο εἰς
2867ἐπανάστασιν οἱ Κρῆτες!
2868Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἦτο ἀνίκανος ν’ ἀπαν-
2869τήσῃ εἰς τὴν Πύλην καὶ εἰς τὸν Τουρχὰν, δὲν ἦσαν ὅμως
2870ἀνίκανοι ν’ ἀπαντήσουν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἠγωνίζετο ἡ
2871Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ διαλύσῃ! Γνωρίζετε δὲ πάντες,
2872πῶς ἀπήντησαν ἐκεῖνοι εἰς τὸ φιρμάνι τοῦ Τουρχάν. Ἀπήν-
2873τησαν διὰ τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἀνύψωσε τὸ γόητρον
2874σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀπήντησαν διὰ τῆς πολιορκίας
2875τοῦ Βάμου. Δὲν θὰ ἐξετάσω ἐγὼ τὸ γεγονὸς τῆς πολιορκίας
2876τοῦ Βάμου· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξυμνήσω τὰ ἐξ αὐτοῦ ἀγαθὰ
2877ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὰ γινώσκουσι πάντες. Καὶ αὐτὴ ἡ
2878Πύλη ἔσπευσε νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν ἐπαναστατῶν πολιορκη-
2879τῶν συνθηκολόγησιν.
2880Ἡ πολιορκία τοῦ Βάμου ἤρξατο τὴν 3ην Μαΐου 1896,
2881καὶ μέχρι τῆς 12 Μαΐου, ὅτε ἐγένοντο αἱ σφαγαὶ, ὑπελεί-
2882ποντο ἐννέα ὅλαι ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας ἐξηκολούθει ἡ
2883Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις «νὰ μὴ ἐνθαῤῥύνῃ τοὺς Κρῆτας εἰς
2884ἐπανάστασιν». Οὐδὲ ἡ πρώτη μάχη ἐν Κάμποις τῆς Κυδω-
2885νίας, οὐδὲ ἡ δευτέρα μάχη ἐν Βρύσαις τοῦ Ἀποκορώνου, οὐδ’ ἡ
2886τρίτη μάχη τῆς Ἐπισκοπῆς Ρεθύμνης, οὐδὲ ἡ τετάρτη μάχη
2887τῶν Σολιῶν τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, οὐδὲ ἡ πολιορκία τοῦ
2888Βάμου ἤρκεσαν, ἵνα πείσωσι τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι
2889ἡ Κρήτη ἐκαίετο!
2890Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐγίνωσκε τὰ πάντα, ἀλλ’ ἐδί-
2891σταζεν, ἐφοβεῖτο, ἔτρεμε! Τὰ γεγονότα τοῦ 1885 ἐπανε-
2892λαμβάνοντο τὰ αὐτὰ καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν τάξιν. Ἀλλ’ ἂς
2893ἀντιπαρέλθω τὴν σύγκρισιν ταύτην, διότι ἄλλοι συνάδελφοι
2894ὡμίλησαν περὶ αὐτῆς.
2895Ἀπορῶ ὅμως, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κατ’
2896ἐξοχὴν ἀντιγραφεὺς καὶ μιμητὴς τῶν πράξεων τῶν ἄλλων,
2897δὲν ἠκολούθησε τοὐλάχιστον τὴν πολιτικὴν τῶν κατὰ τὸ
28981889 πολιτικῶν αὐτοῦ ἀντιπάλων. Δὲν ἐπίστευον ποτὲ, ὅτι
2899ἀληθῆ ἔλεγεν ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1889,
2900ὅτε διεβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ὅτι «ἡ
2901Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐννοεῖ τὴν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος
2902συζήτησιν ὡς μέλλουσαν νὰ κανονίσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς
2903Ἑλλάδος ἢ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τὸ μέλλον».
2904Ἔκτοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλου, ὅτι, ἄν
2905ποτε ἐν τῷ μέλλοντι ἀναφανῇ καὶ πάλιν τὸ Κρητικὸν ζή-
2906τημα καὶ διευθύνῃ ἐκεῖνος τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος, ἡ πο-
2907λιτική του θὰ ἦναι νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν πολιτικήν! ἡ πολι-
2908τική του θὰ ἦναι πολιτικὴ τῶν νεκρῶν. Ἀλλ’ οἱ νεκροὶ δὲν
2909διευθύνουσιν ἔθνη, καὶ μάλιστα ἔθνη ὀργῶντα πρὸς δρᾶσιν καὶ
2910ἐκπλήρωσιν τοῦ ἀναμφισβητήτου αὐτῶν προορισμοῦ.
2911Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχε τὸ θάῤῥος
2912οὐδὲ ἐν τοῖς ἐλαχίστοις νὰ μιμηθῇ τοὺς ἄλλους. «Ἡ ἐμπορία
2913τῶν ὅπλων καὶ τῶν ἐφοδίων εἶναι ἐλευθέρα, καὶ οἱ λιμένες
2914τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐλεύθεροι καὶ ἀναπεπταμένοι», ἔλεγον
2915ἐκεῖνοι. Καὶ ἐπέτρεπον τὴν ἐμπορίαν τῶν ὅπλων καὶ τῶν
2916ἐφοδίων. Ἀλλ’ οὗτος καὶ ἐπέτρεπε καὶ δὲν ἐπέτρεπε, καὶ ἐχο-
2917ρήγει καὶ κατέσχε, καὶ ἔδιδε καὶ ἐλάμβανεν· ἐξηπάτα καὶ
2918ἐξηπατᾶτο! καὶ ἔτριζε τοὺς ὀδόντας, καὶ ἔτρεμον οἱ ὀδόντες
2919αὐτοῦ ἐκ φόβου! (ἱλαρότης ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Δὲν ὑπῆρξέ
2920τι, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔπραξε καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ, καὶ ἐμπρὸς
2921καὶ ὀπίσω, καὶ ἄνω καὶ κάτω!
2922Τοιαύτη τις ἦτο ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἐχαρακτήρισεν
2923ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν ὀλίγων λέξεων, ὅτι
2924«δὲν ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τὸν Κρητικὸν λαὸν
2925εἰς ἐπανάστασιν». Καὶ πράγματι δὲν τὸν ἐνεθάῤῥυνεν, ἀλλὰ
2926τὸν ἔσπρωξεν ὅλαις δυνάμεσιν εἰς ἐπανάστασιν, ἠθικῶς καὶ
2927ὑλικῶς, διότι ἡ ἀσύνετος κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως ἀντίδρασις
2928τῆς Κυβερνήσεως ἐπολλαπλασίαζε τὴν ἐνέργειαν τῶν ὑπὲρ
2929αὐτῆς ἐνεργούντων καὶ κατὰ τῶν Τούρκων ἀγωνιζομένων ἐν
2930Κρήτῃ.
2931Ἀλλ’ ἐν ᾧ οἱ πολιορκηταὶ τοῦ ἐν Βάμῳ τουρκικοῦ στρα-
2932τοῦ, στρατοῦ τακτικοῦ καὶ ὡπλισμένου ὡς ἄριστα, στρατοῦ
2933ἐμπείρου εἰς τὰς μάχας καὶ τὰς κακουχίας τοῦ πολέμου, διε-
2934πραγματεύοντο μετὰ τῶν ξένων προξένων—οὐχὶ μετὰ τοῦ
2935Ἕλληνος, διότι δὲν κατεδέχοντο νὰ ὁμιλῶσι μετὰ τοῦ ἀντι-
2936προσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, —τὰ τῆς παραδόσεως
2937τῆς ἐκ 1500 στρατιωτῶν φρουρᾶς τοῦ Βάμου, ἡ Ἑλληνικὴ
2938Κυβέρνησις πάντα λίθον ἐκίνει, ἵνα διαλύσῃ τὴν πολιορκίαν
2939τοῦ Βάμου! Καὶ δὲν εἶδεν ὅτι ἡ πολιορκία τοῦ Βάμου ἐχο-
2940ρήγησεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν κατάλληλον
2941στιγμὴν καὶ περίστασιν, ἵνα ἐπιτύχῃ οὐχὶ τὴν αὐτονομίαν
2942τῆς Κρήτης, τὸ ὄνειρον τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερ-
2943νήσεως ἀπὸ τῆς μακαρίας ἐποχῆς Ναπολέοντος τοῦ Γʹ, τὴν
2944ἀνωτάτην βαθμίδα τῆς κλίμακος, περὶ τῆς ὁποίας πολλὰ
2945εὐφυῶς ἐλέχθησαν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἀλλὰ τὴν ἐκπλή-
2946ρωσιν τῶν αἰωνίων καὶ ἀναλλοιώτων πόθων τῶν Κρητῶν
2947καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλ’ ἡ εὐκαιρία ἀπέπτη! διότι αἱ
2948ἐπικείμεναι ἐν μέσαις Ἀθήναις ἐκλογικαὶ διαμάχαι δὲν ἐπέ-
2949τρεπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκέπτηται περὶ Βάμου καὶ
2950τῆς τύχης τῶν ἀπίστων Ἀγαρινῶν! Ἡ εὐκαιρία ἀπέπτη,
2951διότι τὸ γεγονὸς τῆς μεσημβρίας τῆς 12 Μαΐου 1896 ἐπε-
2952σκίασε τὰ πάντα, πλὴν τῆς ταὐτοχρόνου περιφανοῦς νίκης τῶν
2953Ἀττικαρχῶν, τὴν ὁποίαν ἑώρτασαν καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος
2954τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν
2955συμποσίῳ, ἐν ᾧ ταὐτοχρόνως ἐγίνωσκον, ὅτι ἐλάμβανον χώραν
2956αἱ σφαγαὶ τῶν Χανίων, διότι εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸν, ὅτι οὐ
2957μόνον πέντε ἡμέρας πρὸ τῶν σφαγῶν τούτων διενέμοντο ὅπλα
2958ὑπὸ τοῦ Τουρχὰν πασσᾶ εἰς τὸν ἐν Χανίοις τουρκικὸν ὄχλον,
2959οὐ μόνον ὅτι ἀνεμένετο σφαγὴ ἐν Χανίοις κατὰ τὴν Κυρια-
2960κὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἑώρταζον τὸ Κουρμπὰν–Μπαϊρὰμ οἱ Τοῦρ-
2961κοι, ὡς ἐξ ἐπισήμου ἀλληλογραφίας ὑπὸ χρονολογίαν 10
2962Μαΐου 1896 ἐξάγεται, ἀλλὰ προσέτι, ὅτι τὴν 12 Μαΐου τὸ
2963ἑσπέρας διεβιβάζετο ἐντεῦθεν τηλεγράφημα πρὸς τοὺς «Και-
2964ροὺς» τοῦ Λονδίνου, ἀγγέλλον τὰς ἐν Χανίοις σφαγὰς, διότι
2965τὸ παγκόσμιον τοῦτο φύλλον τῆς Δευτέρας 13/25 Μαΐου
2966ἐδημοσίευσε τὸ τηλεγράφημα τοῦτο!
2967Ἀλλ’ ἡ ἀπώλεια μιᾶς βουλευτικῆς ἕδρας θὰ ἐπέδρα ἐπὶ
2968τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως περισσότερον τῆς
2969ἀπωλείας τῆς Κρήτης· διὸ ἀπέκρυψεν ἐπιμελῶς τὰς ἐν Χα-
2970νίοις σφαγὰς τῆς 12 Μαΐου!
2971Ἀληθῶς, Κύριοι, πρὸ τῆς ἀπαισίας ταύτης χρονολογίας
2972τῆς 12 Μαΐου 1896 σταματᾷ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς. Εἶναι τόσα
2973τὰ γεγονότα, εἶναι τόση ἡ συῤῥοὴ τῶν ἐπελθόντων ἀτυχῶν
2974γεγονότων διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν, ὥστε δὲν γινώσκει τις ποῖον
2975πρῶτον, ποῖον δεύτερον, ποῖον τελευταῖον νὰ ἐξετάσῃ. Τὴν
2976σύγχυσιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐγκληματικὴν αὐτῆς ἀδρά-
2977νειαν, τὰ ὑπουργικὰ συμβούλια, τὰς συνεντεύξεις τοῦ Ὑπουρ-
2978γοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ξένων
2979Δυνάμεων, τὰς διαψεύσεις, τὰς ἐκτοπίσεις, τὴν ἐξέγερσιν
2980τῆς κοινῆς γνώμης, τὰς ψευδεῖς πολεμικὰς παρασκευὰς τῆς
2981Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὸ κάπνισμα τῶν θωρηκτῶν τῶν
2982ἄνευ πυρομαχικῶν, ἄνευ ἐφοδίων τοὐτέστι πρὸς πόλεμον, ὡς
2983ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γινώσκω. Καὶ ἂς μὴ μὲ διαψεύσῃ ὁ κ.
2984ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, ἵνα μὴ τὸν διαψεύσωσι πέντε
2985ἄλλοι συνάδελφοι, παρακαθήμενοι τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς
2986ἀμφοτέρας ταύτας τὰς πτέρυγας.
2987Τὸ γεγονὸς τῆς σφαγῆς τῶν Χανίων, ὡς εἶπον, ἐγένετο γνω-
2988στὸν ἐνταῦθα τὴν 12 Μαΐου μ. μ. ἐκ τηλεγραφήματος τοῦ
2989ἐν Χανίοις Ἕλληνος προξένου, διότι συνέβη οἱ ἄλλοι πρό-
2990ξενοι νὰ μὴ ἔχωσι μεθ’ ἑαυτῶν τὰ κρυπτογραφικὰ λεξικά των,
2991ἅτε διαμένοντες ἐν Χαλέπᾳ. Οὕτω δὲ μόνον διὰ τοῦ Ἕλλη-
2992νος προξένου μετεδόθη ἡ εἴδησις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυ-
2993βέρνησιν, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ κρατήσῃ ταῦτα μυστικά, τοὐ-
2994λάχιστον μέχρι τῆς εἰς Χανία ἀφίξεως τοῦ στόλου, ὁ ὁποῖος
2995ἠδύνατο νὰ φθάσῃ ἐκεῖσε δέκα ὥρας μετὰ τὴν ἐκ Φαλήρου
2996ἀναχώρησίν του. Σημειώσατε ὅτι κατὰ τὰς σφαγὰς ἐκείνας
2997διὰ τῆς σφαγῆς τοῦ Ἕλληνος καβάση κατεπατήθη ἡ Ἑλλη-
2998νικὴ σημαία, διότι ὁ καβάσης παντὸς Προξενείου εἶναι ἐπίση-
2999μον ὄργανον αὐτοῦ, φέρον τὸ ἔμβλημα τῆς ἐθνικότητος τοῦ
3000Προξενείου του, οὐδεμία δὲ διαφορὰ εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς
3001Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως θὰ παρετηρεῖτο, ἐὰν ἀντὶ τοῦ καβάση
3002ἐσφάζετο ὁ γενικὸς αὐτῆς πρόξενος.
3003§88Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐσφάγη καὶ ὁ Ρῶσσος καβάσης.
3004§89ΣΤΑΗΣ. Ἀλλὰ τὰ ῥωσσικὰ πλοῖα κατέφθασαν ἀμέσως
3005εἰς Κρήτην.
3006§90ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τί ἔκαμαν;
3007§91ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως, οὐχὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπραττον τὰ
3008ἑλληνικὰ πλοῖα. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐκτι-
3009μήσεως, καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν δὲν θὰ ἐξετάσω αὐτό· ἐγὼ
3010ἐξετάζω τὰ γεγονότα.
3011Ἐκ τῶν σφαγῶν τῆς 12 Μαΐου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνη-
3012σις ἐθορυβήθη, συνεκινήθη καὶ κατελήφθη ὑπὸ σπασμωδικῶν
3013κινήσεων, τὰς ὁποίας ἐπηύξησεν ἡ ἐξέγερσις τοῦ δημοσίου
3014φρονήματος ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Τὰς σπασμω-
3015δικὰς κινήσεις τῆς Κυβερνήσεως χαρακτηριστικώτατα παρι-
3016στῶσιν αἱ διαταγαί της περὶ καπνίσματος τῶν ἐν Φαλήρῳ
3017ὁρμούντων θωρηκτῶν, διότι μόνον περὶ καπνίσματος ἐπρόκειτο,
3018ὡς ἦτο γνωστὸν εἰς πολλοὺς καὶ ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπε-
3019δείχθη.
3020Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ σταλῶσιν εἰς Κρήτην τὰ θωρηκτά,
3021διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐμεγαλύνετο ἡ Ἑλλάς, πρὸς δόξαν ἐκεί-
3022νου, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν πρόνοιαν τῆς κατασκευῆς αὐτῶν;...
3023§92ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὰ θωρηκτὰ δὲν ἀνήκουν εἰς τοῦτον ἢ
3024εἰς ἐκεῖνον. Ἀνήκουσιν εἰς τὸ ἔθνος.
3025§93ΣΤΑΗΣ... Πρὸς δόξαν ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ἡ σκιὰ,—διότι
3026ἡμεῖς μόνον σκιὰ ἐκείνου εἴμεθα—σᾶς καταταράττει! Πρὸς
3027δόξαν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 30 8βρίου
30281889 ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ἡ σχέσις τοῦ στόλου πρὸς
3029τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης καὶ πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ Ἑλληνι-
3030σμοῦ εἶναι ἄμεσος. Ἡ σχέσις ὅμως αὕτη δὲν δύναται νὰ ἦναι
3031καταληπτὴ εἰς τοὺς μηδὲν ἄλλο διαγιγνώσκοντας ἐκ τοῦ
3032ζητήματος τούτου ἢ ὄργανα πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ.»
3033Ταῦτα ἔλεγεν ὁ μέγας ἐκεῖνος πατριώτης, ὁ ὁποῖος ἀπὸ
3034τοῦ 1889 εἶχεν ἐπιληφθῆ τῆς προπαρασκευῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία
3035θὰ ἔδιδε τὴν Κρήτην εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀμαχητεί. Ἀλλὰ
3036πράγματι ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς, ἡ ἐμπάθεια, ἡ μικρό-
3037της τῶν φρονημάτων, δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὸν ἀξιόμαχον ἑλλη-
3038νικὸν στόλον νὰ ἐπιδείξῃ τὴν ὑπερήφανον αὐτοῦ ἑλληνικὴν
3039σημαίαν εἰς τοὺς κατασφαζομένους ἀδελφοὺς ἡμῶν ὑπὸ τῶν
3040ἀγρίων στιφῶν τῶν ἐν Χανίοις ἀπίστων· δὲν ἐπέτρεψαν, ἵνα
3041μὴ ἡ θέα αὐτῶν θερμάνῃ, ὡς ἐλέχθη ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης,
3042τὰ στήθη τῶν Κρητῶν!
3043Ἀλλ’ ἂς μὴ ἐξετάσω ἐπὶ πλέον τὸ θέμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον
3044θίγει τὰς τρυφερωτάτας χορδὰς πάσης ἑλληνικῆς καρδίας, καὶ
3045ἂς σᾶς εἴπω, ὅτι ἀπὸ τῆς 3 καὶ 10 Σεπτεμβρίου 1895, ἀπὸ
3046τῆς ὑποβολῆς τουτέστι τοῦ ὑπομνήματος τῶν Χριστιανῶν τῆς
3047Κρήτης πρὸς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις, συνελήφθη τὸ σχέδιον
3048νὰ καταστῶσιν ἄχρηστα τὰ θωρηκτὰ ἡμῶν, τὰ ὁποῖα κατὰ
3049τὴν γνώμην Ἄγγλων καὶ Ἀμερικανῶν ναυάρχων εἶναι θωρη-
3050κτὰ πρώτης τάξεως, ἢ τοὐλάχιστον νὰ εὑρεθῶσιν ὑπὸ τοι-
3051αύτας περιστάσεις, ὥστε νὰ ἦναι ἀδύνατος ἡ χρησιμοποίη-
3052σις αὐτῶν. Οὕτω δὲ ἀπεφασίσθη ὁ μετασχηματισμὸς τῶν
3053θωρηκτῶν καὶ ὁ ἐξοπλισμὸς αὐτῶν διὰ ταχυβόλων, ἐνῷ οὐ-
3054δεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη πρὸς τὸν μετασχηματισμὸν τοῦτον,
3055κατὰ τὴν γνώμην εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἠδύναντο δὲ νὰ ἐξοπλίσωσι
3056τὰ θωρηκτὰ ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ διὰ τῶν ἐν Ναυστάθμῳ
3057ταχυβόλων καὶ οὕτως ἀπεστέλλοντο καὶ ἀφωπλίζοντο τὸ ἓν
3058μετὰ τὸ ἄλλο τὰ θωρηκτὰ ἡμῶν εἰς Ἑσπερίαν, ἵνα μὴ πα-
3059ρευρίσκωνται ἐνταῦθα κατὰ τὰς κρισίμους ἐκείνας στιγμὰς
3060τοῦ Ἑλληνισμοῦ!
3061§94Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὸ,
3062τὸ ὁποῖον λέγετε, δὲν εἶναι ἀληθές.
3063§95ΣΤΑΗΣ. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ἀλλ’ ἐπί-
3064σης ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐκάπνιζον τὰ ἐν Φαλήρῳ θωρηκτὰ, ἵνα
3065κατευνάσωσι τὴν ἐξεγερθεῖσαν κοινὴν γνώμην, ἵνα ἐξαπατή-
3066σωσι τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τὸν κόσμον σύμπαντα. Ναὶ, ἵνα
3067ἐξαπατήσωσι, διότι ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἐκάπνιζον ἐν Φαλήρῳ,
3068χωρὶς νὰ φέρωσιν οὐδὲ μίαν κἂν βολὴν πολέμου, διότι εἶχον
3069ἀποθέσει ταύτας πρὸ πολλοῦ εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Ναυ-
3070στάθμου, χάριν τοῦ εἰς Ἑσπερίαν πλοῦ αὐτῶν. Εἶναι δὲ γνω-
3071στὸν, ὅτι τὰ πολεμικὰ πλοῖα, εἰσερχόμενα εἰς δεξαμενὰς πρὸς
3072καθαρισμὸν ἢ ἐπισκευὴν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φέρωσιν ἐπ’
3073αὐτῶν τὰ πυρομαχικά των.
3074Ὡς ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γινώσκω,—ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν
3075μαρτυρίαν καί τινων μελῶν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπὶ τῶν ναυ-
3076τικῶν ἐπιτροπείας, μεθ’ ὧν τότε μετεβαίνομεν εἰς Ναύσταθ-
3077μον,—τέσσαρας ἡμέρας μετὰ τὰς σφαγὰς τῶν Χανίων, ἤτοι
3078ἀφοῦ τρεῖς ὅλας ἡμέρας ἐκάπνιζον ἐν Φαλήρῳ τὰ θωρηκτὰ,
3079μετέβησαν εἰς Ναύσταθμον τὴν 16 Μαΐου πρὸς παραλαβὴν
3080τῶν πυρομαχικῶν.
3081§96Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μοὶ
3082δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν;
3083§97ΣΤΑΗΣ. Ὄχι! εὐχαριστῶ· γνωρίζω ἀρκετά.
3084§98Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως καὶ περισσότερα ἀπὸ ἐμὲ, διότι
3085ἐκάματε καὶ ἐκστρατείαν.
3086§99ΣΤΑΗΣ. Ἐκστρατείαν διὰ μιᾶς ἀτμακάτου, ἡ ὁποία ἀφῆ-
3087κεν ἐλεύθερα τὰ παράλια τῆς Κισσάμου καὶ χάριν τῆς ὁποίας
3088εἶχεν ἐλευθέραν καὶ τακτικὴν συγκοινωνίαν ἡ Κρήτη μετὰ
3089τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Ἀλλὰ περὶ τῆς ἱστορίας ταύτης θὰ
3090ὁμιλήσω ἄλλοτε.
3091§100Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε ’ποῦ ἐχάσατε τὸ τιμόνι εἰς τὴν Ὕδραν
3092ἀπ’ ἔξω, καὶ ἐῤῥυμούλκησεν ὑμᾶς ἐμπορικὸν πλοῖον.
3093§101ΣΤΑΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ διακόπτητε καὶ νὰ ἐξωθῆτε τὰ
3094πράγματα, ἵνα μὴ διὰ τῆς ὠθήσεως ταύτης καταξεσχισθῇ
3095τὸ προσωπεῖον, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου κρύπτεσθε.
3096§102Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ὅσα λέγετε εἶναι
3097ψεύδη, καὶ τὰ περὶ πυροβόλων καὶ τὰ περὶ μετασχηματισμοῦ.
3098Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἄλλως καὶ ἀόριστα.
3099§103ΣΤΑΗΣ. Εὐτυχῶς τὰ λεγόμενα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
3100τῶν Ναυτικῶν οὐδεὶς πλέον λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, ἀπὸ τῆς πα-
3101ρελθούσης Τρίτης, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διέ-
3102ψευσε πάσας τὰς τοῦ παρελθόντος καυχησιολογίας τοῦ Ὑπουρ-
3103γοῦ τῶν Ναυτικῶν διὰ τῆς ἐπισήμου ἐκείνης δηλώσεως περὶ
3104τῆς καταστάσεως τοῦ στόλου ἡμῶν. Ἔπρεπε δὲ πράγματι
3105νὰ ἔχῃ τις χαλκοῦν προσωπεῖον, ἵνα μετὰ τὰ λεχθέντα ἐκεῖνα
3106παρακάθηται ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν παρὰ τὸ πλευρὸν
3107τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως (Θόρυβος).
3108Ἀλλ’ ὡς ἂν μὴ ἤρκουν ταῦτα, Κύριοι, ἦλθεν ὁ κ. Πρόε-
3109δρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ σᾶς ἠρώτα: «Ποῖα πλοῖα νὰ στεί-
3110λωμεν εἰς τὴν Κρήτην;» Καὶ εὐθὺς ἀμέσως σᾶς ἔλεγεν, ὅτι
3111«ὁ στόλος, τοῦ ὁποίου ἡ μεγαλειτέρα δύναμις ἦσαν τὰ τρία
3112θωρηκτὰ, εἶχεν ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι καθίστων καὶ ταῦτα
3113οὐχὶ ὡς δύναμιν οἵαν προσδοκᾷ ὁ θεώμενος αὐτὰ, καὶ τὰ πλοῖα
3114τοῦ στόλου δὲν γνωρίζω ἂν ἠδύναντο νὰ διανύσωσι πλέοντα
3115πέντε μίλια, καὶ αὐτὰ, κατὰ τὴν γνώμην τῶν διοικούντων,
3116ἔτρεχον τὸν ἔσχατον κίνδυνον»!!!
3117Καὶ ταῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡσεὶ
3118ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἀτμοτελωνίδος Σύρου ἢ Πατρῶν ἢ Κερ-
3119κύρας, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι καὶ ἡ «Μυκάλη»
3120καὶ ἡ «Σφακτηρία» καὶ ὁ «Μιαούλης» διανύουσι κατὰ
3121μέσον ὅρον πλέον τῶν 12 μιλίων καθ’ ὥραν, ἀφοῦ εἶναι γνω-
3122στὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι τὰ τρία ἡμῶν θωρηκτὰ διανύουσι κατ’
3123ἐλάχιστον ὅρον 15 μίλια καθ’ ὥραν, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν,
3124ὅτι δὲν ἔτρεχον τὸν ἔσχατον κίνδυνον οὐδὲ τὰ πλοῖα τὰ χρη-
3125σιμοποιούμενα εἰς τοὺς πλοῦς τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας καὶ
3126τοῦ Pére Didon.
3127Ἀλλ’ ἡ ἐπίσημος ἐκείνη καταδίκη τοῦ στόλου ἡμῶν εἶναι
3128βλασφημία, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ ἀνεχθῇ·
3129εἶναι βλασφημία κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους, εἶναι βλασφη-
3130μία κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας, ἀπὸ τῶν παλαιοτάτων
3131μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων, εἶναι βλασφημία κατὰ τοῦ
3132μέλλοντος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους! Ἀληθῶς τοιαύτην βλα-
3133σφημίαν δὲν ἐπίστευον νὰ ἀκούσω παρὰ τοῦ ἰθύναντος τὰς
3134τύχας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους κατ’ ἐπανάληψιν, παρ’ ἐκεί-
3135νου, ὁ ὁποῖος εἶχε κατορθώσει νὰ ἠλεκτρίσῃ πᾶσαν Ἑλληνι-
3136κὴν καρδίαν, καὶ τὴν ἐμὴν ἑπομένως, ἵνα προστρέξωμεν ὑπὸ
3137τὰς σημαίας τῆς Πατρίδος κατὰ τὸ 1885 καὶ παραστῶμεν
3138μάρτυρες, ὡς ἐγὼ αὐτὸς παρέστην, κατὰ τὸ φοβερὸν δρᾶμα
3139τῆς Κούτρας, καθ’ ὃ εἴδομεν τὴν καταισχύνην τῶν ἑλληνικῶν
3140ὅπλων, τὸν ἐξευτελισμὸν καὶ τὴν ἀτίμωσιν, προσαφθέντα εἰς
3141τὸ μέτωπον τῶν 300 ἐκείνων εὐζώνων, τοὺς ὁποίους περιή-
3142γαγεν ἡ τουρκικὴ θηριωδία ἀνὰ τὰ χωρία καὶ τὰς πόλεις
3143τῆς Μακεδονίας.
3144Ὡς νὰ μὴ ἤρκουν ταῦτα, ἦλθεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
3145βερνήσεως, ἵνα μαράνῃ καὶ σβύσῃ διὰ παντὸς τὸ ἔνθεον πῦρ
3146τοῦ πατριωτισμοῦ, τὸ ὁποῖον φλέγει τὰ στήθη παντὸς Ἕλ-
3147ληνος ὑποδούλου ἢ εἰς τὴν δούλην διαμένοντος, τὸ ἔνθεον
3148ἐκεῖνο πῦρ τοῦ πατριωτισμοῦ, οὗ ἕνεκα προσέτρεχον ἄλλοτέ
3149ποτε εἰς τὸν «Ν. Μιαούλην», καταπλεύσαντα εἰς τὸν λιμένα
3150Σμύρνης, καὶ μετὰ δακρύων καὶ εὐλαβείας γονυπετεῖς ἠσπά-
3151ζοντο τὴν κλίμακα, τὰς λέμβους καὶ τὰ πυροβόλα αὐτοῦ,
3152μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας, μείζονος τῆς πρὸς τὰς ἁγίας
3153εἰκόνας ὀφειλομένης, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ὀφείλω νὰ
3154τὸ ὁμολογήσω, δὲν αἰσθάνομαι πλέον τὴν ἐκτίμησιν καὶ
3155τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ
3156τῆς στιγμῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν ἐβλασφήμησεν ὁ κ. Πρόεδρος
3157τῆς Κυβερνήσεως, ἐμπαικτικῶς ὁμιλήσας περὶ τῆς μόνης δυ-
3158νάμεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι πλέον ὁ διερμη-
3159νευτὴς τῶν αἰσθημάτων τοῦ ἐλευθέρου καὶ δούλου Ἑλληνι-
3160σμοῦ, δι’ ἐμὲ αἱ λέξεις του ἐκεῖναι: «ἡ Κρήτη θὰ στενάζῃ
3161διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ στενάζῃ διὰ τὴν Κρή-
3162την», εἶναι λέξεις ὑβριστικαὶ καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ διὰ
3163τὴν Κρήτην. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν τὰ τοῦ πα-
3164τριωτισμοῦ ζητήματα καὶ αἱ παραδόσεις τοῦ Τόπου εἶναι
3165ζητήματα «εὐθυμίας» διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,
3166ἔπαυσα νὰ θεωρῶ αὐτὸν ὡς τὸν ἐπίσημον διερμηνευτὴν τῆς
3167κοινῆς γνώμης τοῦ ἐλευθέρου λαοῦ τῆς Ἑλλάδος.
3168Καὶ ταῦτα περὶ τοῦ πρώτου σημείου, περὶ τὸ ὁποῖον περιε-
3169στράφη ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως μέχρι τῶν σφαγῶν τῆς
317012 Μαΐου 1896.
3171Περὶ τῆς δευτέρας πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ν’ ἀπο-
3172κτήσῃ τουτέστιν ὁ Κρητικὸς λαὸς διὰ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς
3173«ὅσον οἷόν τε περισσότερα δικαιώματα καὶ προνόμια», δὲν
3174εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπῃ τις πολλά, ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυ-
3175βερνήσεως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ Κρητικὸς
3176λαὸς ὤφειλε «νὰ στέρξῃ τὸ πολίτευμα τῆς Χαλέπας, ἵνα
3177ἀναῤῥιχηθῇ μέχρι τῆς ἀνωτάτης βαθμίδος τῆς κλίμακος,
3178ἤτοι μέχρι τῆς αὐτονομίας»!! ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτε-
3179ρικῶν ἐτηλεγράφει, ὅτι εὑρίσκετο εἰς διαπραγματεύσεις, ὅπως
3180ἡ Πύλη δώσῃ τὴν Χαλέπαν εἰς τοὺς Κρῆτας, ἀφοῦ ἔγκρι-
3181τον καὶ διακεκριμένον πρόσωπον ἐκ Χανίων ἔγραφε τὴν 31
3182Μαΐου 1896 (ἀναγινώσκει):
3183«Ὁ πρόξενος τῆς... μᾶς ἀνέγνω ἐπιστολὴν τοῦ αὐτόθι
3184πρέσβεώς του κ...., ὅστις ἀπαντῶν εἰς τὸν πρόξενόν του
3185τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα, λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἡ Ἑλλάς,
3186»ἀναμιχθεῖσα, ὡς μὴ ὤφειλε, περιορίζει ἀτυχῶς τὸ πρᾶγμα εἰς
3187»τὸ πρώην καθεστώς, διὰ τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς συμφωνίαν
3188»μετὰ τῆς Πύλης, τῇ μεσολαβήσει Γαλλίας καὶ Ρωσσίας.»
3189Εἶναι πολὺ σημαντικὴ ἡ ἀπάντησις αὕτη τοῦ πρέσβεως.
3190§104ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἡ δημοσιευθεῖσα ἐπιστολή;
3191§105ΣΤΑΗΣ. Οὐχί! Πρόκειται περὶ ἐπιστολῆς δημοσιευθεί-
3192σης 20 ἡμέρας μετὰ τὰς σφαγάς, μετὰ τὴν ἐξέγερσιν τοῦ
3193δημοσίου φρονήματος ἐν Ἑλλάδι, μετὰ τὰς περιφανεῖς νίκας
3194τῶν Κρητῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον προκαλέσει τὰ συλλαλητήρια
3195καὶ τὰς ἐπιτροπὰς τῶν ἐράνων.
3196Περὶ τῆς πολιτικῆς ἑπομένως ταύτης οὐδὲ λόγος κἂν πρέ-
3197πει νὰ γένηται, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐφρό-
3198νει καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ φρονῇ, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ἀναλόγους
3199περιστάσεις τῆς ἐποχῆς τοῦ Ιʹ Ναπολέοντος! Ἀλλ’ ἡ κοινὴ
3200γνώμη, ἐγκαίρως ἀντιληφθεῖσα τῆς καταστάσεως ταύτης,
3201ἐξηγέρθη καὶ ἀνέλαβεν ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτῆς τὸν Κρη-
3202τικὸν ἀγῶνα. Ἡ ἐξέγερσις ὅμως αὕτη ἐσκότισε τὴν Κυβέρ-
3203νησιν καὶ ἔστρεψε τὴν προσοχὴν αὐτῆς εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις
3204συλλαλητήρια.
3205Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, πῶς ἐσχηματίσθη τὸ ὑπὲρ τῆς
3206Κρήτης Ἐθνικὸν Κομιτάτον, τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν
3207τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέλος, καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου τὰ κυβερνη-
3208τικὰ ὄργανα ἐπετέθησαν μετὰ μανίας καὶ λύσσης, ἡ ὁποία
3209χαρακτηρίζει τὴν κομματικὴν αὐτῶν ἐμπάθειαν. Ἐν τού-
3210τοις καὶ ἐγὼ καὶ πάντες οἱ τὸ Κομιτάτον ἀποτελοῦντες ἐδη-
3211λώσαμεν κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι δὲν ἠθέλομεν ἐπιτρέψει τὴν
3212μεταβολὴν τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος εἰς κομματικόν· ἐγὼ μάλιστα
3213ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς ἀστυ-
3214νομίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἐδή-
3215λωσα, ὅτι μόνον ἐθνικὸν σκοπὸν εἶχεν ἡ σύστασις τοῦ Κομι-
3216τάτου, καὶ ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτοῦ διενεργούμενα συλλαλητήρια
3217μόνον σκοπὸν θὰ εἶχον τὴν ἀναζωπύρησιν τοῦ ἐθνικοῦ φρο-
3218νήματος ὑπὲρ τῶν ἀγωνιζομένων Κρητῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόε-
3219δρος τῆς Κυβερνήσεως ἔβλεπε πανταχοῦ μηχανοῤῥαφίας καὶ
3220συνωμοσίας ἐναντίον αὐτοῦ, διότι τὴν 29 Μαΐου, προκειμένου
3221νὰ λάβῃ χώραν τὸ πρῶτον συλλαλητήριον, κατὰ τὸ ὁποῖον
3222ἔπρεπε νὰ ἐμφανισθῇ ἐπισήμως τὸ ὑπὲρ τῆς Κρήτης Κομιτά-
3223τον καὶ ἐξηγήσῃ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, νὰ καταδείξῃ τοὺς ἐπα-
3224πειλοῦντας τοὺς ἐν Κρήτῃ ἀγωνιζομένους κινδύνους, νὰ ζη-
3225τήσῃ ταχεῖαν καὶ γενναίαν τὴν συνδρομὴν τοῦ Ἑλληνισμοῦ
3226ὑπὲρ αὐτῶν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέλαβεν, ὅτι
3227ἐπρόκειτο περὶ μελανῶν σημαιῶν, ἡγουμένων ἀντικυβερνη-
3228τικῆς διαδηλώσεως, καὶ περιώρισε τοὺς ἀξιωματικοὺς πάντας
3229εἰς τοὺς στρατῶνας αὐτῶν, κατεπλημμύρησε τὴν πόλιν πεζῶν
3230καὶ ἐφίππων στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, περιεκύκλωσε τὰ
3231ἀνάκτορα διὰ λόχων εὐζώνων, καὶ κατέσπειρεν ἐντὸς τοῦ βα-
3232σιλικοῦ κήπου πολλοὺς ἐξ αὐτῶν!
3233Πάντα δὲ ταῦτα οὐδὲν ἄλλο ἐδήλουν ἢ τὴν ἀμηχανίαν
3234τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία διὰ τῶν ἀνοήτων καὶ γελοίων
3235αὐτῆς πράξεων κατέῤῥιψε καὶ τὸ τελευταῖον αὐτῆς γόητρον.
3236Ὀφείλω ἐνταῦθα νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττι-
3237κῆς συνάδελφος κ. Ράλλης, τοῦ ὁποίου δὲν εἶμαι πολιτικὸς
3238φίλος, ἀλλὰ μετὰ τοῦ ὁποίου ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος
3239κατ’ ἐπανάληψιν ὡμίλησα ἰδιαιτέρως καὶ ἐζήτησα τὴν γνώ-
3240μην αὐτοῦ, ἐντόνως ἐτόνισεν, ὅτι πρέπει νὰ καταβάλωμεν
3241πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως μὴ τὰ συλλαλητήρια καὶ ὁ σκο-
3242πὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κομιτάτου μετατραπῶσιν ἀπὸ καθαρῶς
3243ἐθνικὰ εἰς κομματικά. Ἀλλὰ καίτοι ἐγίνωσκε ταῦτα ὁ κ.
3244Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς οὐδένα ἐπείθετο, ἀλλ’ ἤρχισε
3245πράγματι τὰς μηχανοῤῥαφίας του κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ
3246Κομιτάτου ὑπὲρ τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος. Δὲν μᾶς ἤρκουν αἱ
3247ἄλλαι μέριμναι καὶ αἱ πολλαὶ ἐνοχλήσεις, αἱ ἐκ τῆς εὐθύ-
3248νης τῆς ἀναδοχῆς συλλογῆς ἐράνων, μάλιστα ἐν Ἑλλάδι,
3249ἔνθα ἡ ἐλαχίστη μομφὴ, ἡ δυναμένη νὰ ἀποδοθῇ εἰς τοὺς
3250ἀναμιγνυομένους εἰς τὰ τοιαῦτα, εἶναι ἡ ἰδιοτέλεια, ἀλλ’
3251εἴχομεν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἀντενεργοῦσαν καὶ συκοφαντοῦσαν
3252διὰ τῆς αὐθαιρέτως συσταθείσης Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν ᾗ
3253καὶ πειθήνια ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως εἶχον λάβει μέρος,
3254διὰ τῶν ἐπισήμων αὐτῆς ὀργάνων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, τῶν
3255νομαρχῶν, τῶν δημάρχων, τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν καὶ
3256τῶν προξενικῶν ἀρχῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ.
3257Ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια τοῦ Κομιτάτου ὑπὲρ τοῦ Κρη-
3258τικοῦ ἀγῶνος, βεβαίως δὲν ἁρμόζει εἰς ἐμὲ νὰ ἱστορήσω, οὐδὲ
3259νὰ ἀναγνώσω τὸ ἀπὸ 1ης Σεπτεμβρίου 1896 ἐν Βάμῳ εὐ-
3260χαριστήριον γράμμα τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως
3261διὰ πάσας τὰς ἐνεργείας τοῦ Κομιτάτου ὑπὲρ τοῦ Κρητικοῦ
3262ἀγῶνος, ὡς ἐπίσης δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναγνώσω
3263τὸ ἕτερον ἔγγραφον τῆς αὐτῆς Ἐπιτροπῆς, ὑπὸ τὴν αὐτὴν
3264χρονολογίαν, διὰ τοῦ ὁποίου στιγματίζεται πᾶσα ἐνέργεια
3265τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι
3266δίκαιον...
3267§106ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ὑποβολιμαῖον ἔγγραφον, τὸ
3268ὁποῖον δὲν φέρει οὔτε ὑπογραφάς. Μὴ τὸ περιβάλλετε μὲ τοι-
3269ούτους τίτλους, διότι ἡ ἐργασία τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπο-
3270λιτεύσεως εἶχε λήξει. Ἂν ἡ σφραγὶς ἔμεινεν εἰς τὰς χεῖρας
3271ἑνὸς Κουντουράκη, οὗτος δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ ὑβρίσῃ πρόσωπα
3272σεβαστά.
3273§107ΣΤΑΗΣ. Ἰδοὺ ὅτι ὁμολογεῖτε, ὅτι καὶ τὴν σφραγῖδα τῆς
3274Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως φέρει, καὶ τὴν ὑπογραφὴν
3275τοῦ Προέδρου αὐτῆς· ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς παρατη-
3276ρήσω, ὅτι δὲν ἁρμόζει εἰς ὑμᾶς νὰ ἀναλάβητε τὴν ὑπερά-
3277σπισιν ὑμῶν αὐτῶν, ἀφοῦ μάλιστα ἐγὼ ἀνέλαβον ν’ ἀπο-
3278δείξω, ὅτι τὰ ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ καθ’ ὑμῶν ἀτομικῶς δὲν
3279εἶναι ἀκριβῆ, διότι εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι ἄνευ τῆς
3280ἐπιμόνου ὑμῶν εἰς τὰ τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς ἀναμίξεως,
3281χωρὶς νὰ ἦσθε μέλος αὐτῆς, ἡ Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ οὐδὲ ἓν
3282φυσίγγιον θ’ ἀπέστελλεν εἰς Κρήτην.
3283Ἀλλ’ ὡς εἶπον, οὔτε εἰς ἐμὲ οὔτε εἰς ὑμᾶς ἁρμόζει νὰ
3284ἐξετάσωμεν τὰ τῆς ἐνεργείας τῶν σωματείων ἐκείνων, εἰς τὰ
3285ὁποῖα ἐλάβομεν ἐνεργὸν μέρος. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις, ἵνα
3286κατευνάσῃ τὴν ἐξεγερθεῖσαν κοινὴν γνώμην, διέδιδε διὰ τῶν
3287ὀργάνων αὐτῆς, ὅτι ἀπέστειλεν ὅπλα καὶ ἐφόδια εἰς τὴν
3288Κρήτην, ἐνῷ τότε ἦτο τοῖς πᾶσι γνωστὸν, ὅτι οὐδ’ αὐτὴ ἡ
3289Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ εἶχε σκεφθῆ περὶ ἀποστολῆς ὅπλων καὶ
3290φυσιγγίων, καὶ πρὸ πάντων φυσιγγίων, εἰς τοὺς ἀπόλυτον αὐ-
3291τῶν ἀνάγκην ἔχοντας ἐν Κρήτῃ. Ἡ Κυβέρνησις τότε, ὡς εἶ-
3292πον, ἵνα εἶχε σκοπὸν, νὰ ἐξουδετερώσῃ τὰς ὑπὲρ τοῦ Κρητι-
3293κοῦ ἀγῶνος ἐνεργείας τοῦ Ἐθνικοῦ Κομιτάτου. Πόλεμος
3294τότε κατὰ τοῦ Κομιτάτου, ὅπως πόλεμος χθὲς καὶ σήμερον
3295κατὰ τῆς ἀοράτου Ἐθνικῆς Ἑταιρίας, ἡ ὁποία ἀπὸ πολ-
3296λοῦ χρόνου καταταράττει τοὺς κυβερνητικοὺς κύκλους, ἢ
3297ὁποία ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν ὑψί-
3298στων συμφερόντων τοῦ Κράτους, τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης
3299τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ.
3300Ἀλλὰ καθ’ ἡμῶν, τῶν ἀποτελεσάντων τὸ Κομιτάτον, ἐπι-
3301τυχῶς ἔστρεψε τὰ βέλη αὑτῆς ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τῆς
3302Ἐθνικῆς ὅμως Ἑταιρίας, ὡς ἀοράτου, ἀδυνατεῖ νὰ πράξῃ τι,
3303καὶ ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ της φωρᾶται καταγέλαστος διὰ τῶν
3304καταγελάστων αὐτῆς ἐνεργειῶν.
3305Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθές, κ. Πρόεδρε, ὅτι προεφυλακίζετε
3306τοὺς ἡρωϊκοὺς ἀρχηγούς, πρὶν ἢ μεταβῶσιν εἰς Μακεδονίαν,
3307καὶ ἐῤῥίπτετε πάλιν εἰς τὰς φυλακὰς τοὺς πρώτους ἐπανερ-
3308χομένους ἐξ αὐτῶν, μεθ’ ὅλας τὰς δάφνας τοῦ ἡρωϊσμοῦ καὶ
3309τῆς τιμίας αὐτῶν ἐν Μακεδονίᾳ πολιτείας, χαρακτηρίζοντες
3310αὐτοὺς ὡς λῃσταντάρτας; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι συνε-
3311λαμβάνετε ἐντίμους ἀξιωματικοὺς ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐῤῥίπτετε
3312εἰς τὰς φυλακάς, ἐπὶ τῇ μόνῃ ὑπονοίᾳ ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐνθαῤ-
3313ῥύνωσι τὸν ἐν Μακεδονίᾳ ἀγῶνα; Δὲν ἀπεκαλέσατε σεῖς διὰ
3314τοῦ ἡμιεπισήμου ὀργάνου σας λῃστὰς τοὺς τιμίους προμά-
3315χους τῆς Πατρίδος, τοὺς ὁποίους ἐθαύμασαν οἱ ἀντιπρόσωποι
3316τῶν ξένων Δυνάμεων ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐσεβάσθησαν καὶ αὐ-
3317τοὶ οἱ Τοῦρκοι; Δὲν ἐχαρακτηρίσατε ὡς λάμψιν ψευδοχρυσο-
3318κόνεως τὴν αἴγλην τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρίας;
3319Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς εἶδεν ἡ Κυβέρνησις ἐξεγειρομένην τὴν κοι-
3320νὴν γνώμην ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς ἀοράτου Ἑταιρίας, ἅμα τῇ
3321δημοσιεύσει τοῦ βαρυσημάντου αὐτῆς προγράμματος, ἤλλαξε
3322σχέδιον. Μὴ νομίσητε δέ, ὅτι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος
3323τῆς Ἐθνικῆς ἀοράτου Ἑταιρίας, διότι ἀπαγορεύεται ἡ
3324ἀνάμιξις τῶν μελῶν αὐτῆς εἰς τὰ τῆς πολιτικῆς, καὶ ἑπομέ-
3325νως οἱ ἐνεργὸν μέρος ἔχοντες εἰς τὰ τῆς πολιτικῆς δὲν εἶναι
3326δυνατὸν νὰ γείνωσι μέλη αὐτῆς.
3327§108ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε λοιπὸν τοῦτο;
3328§109ΣΤΑΗΣ. Τὸ ἤκουσα παρά τινος ἀοράτου μέλους τῆς
3329Ἐθνικῆς Ἑταιρίας. Ἡ Ἐθνικὴ, βλέπετε, Ἑταιρία εἶναι παν-
3330ταχοῦ παροῦσα, χωρὶς νὰ ἦναι οὐδαμοῦ· ὁρᾷ τὰ πάντα, χω-
3331ρὶς νὰ ὁρᾶται παρ’ οὐδενός· κατασκοπεύει τὰ πάντα, χωρὶς
3332νὰ ᾖναι δυνατὸν παρ’ οὐδενὸς νὰ κατασκοπευθῇ.
3333Ἀλλ’ ἔλεγον, ὅτι εὐθὺς ὡς εἶδεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι συνε-
3334ταράχθη ὁ Ἑλληνισμὸς ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ προγράμ-
3335ματος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρίας, εὐθὺς ὡς εἶδε τὴν ἐλευθέραν
3336Ἑλλάδα γονυπετοῦσαν εἰς τὰ πανδήμως τελεσθέντα μνημό-
3337συνα ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν πεσόντων ἐν Μακεδονίᾳ, ἐφοβήθη,
3338ἀπεσύρθη ὡς κοχλίας εἰς τὸ περικάλυμμα αὐτοῦ, καὶ ἐκεῖθεν
3339συνέλαβε νέον σχέδιον καταδιώξεως κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑται-
3340ρίας, τὴν σύστασιν τουτέστιν ἄλλης Ἑταιρίας, τοῦ Ἐθνικοῦ
3341Κέντρου, ἵνα διὰ τούτου καταπολεμήσῃ ἐκείνην, ἵνα διὰ
3342τῆς αἴγλης τῶν ὀνομάτων, λαϊκῶν καὶ κληρικῶν, τὰ ὁποῖα
3343προσεπάθησε νὰ ἐγκαταστήσῃ ἐν αὐτῷ, πολεμήσῃ τὴν γι-
3344γαντιαίοις βήμασιν ἐπεκτεινομένην Ἐθνικὴν Ἑταιρίαν. Ἀλλ’
3345εὐτυχῶς ἀπέτυχε καὶ εἰς τοῦτο. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι δὲ οἱ
3346ἁρμόδιοι νὰ συστήσω αὐτοῖς τὴν παῦσιν τοῦ πολέμου κατὰ
3347τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρίας, παρὰ τῆς ὁποίας τὸ Ἑλληνικὸν
3348ἔθνος πολλὰ προσδοκᾷ.
3349Ἀλλ’ ἐνῷ οὕτως εἶχον τὸ καθ’ ἡμᾶς, εἰς ποίαν ἄρά γε στάσιν
3350εὑρίσκοντο τὰ τῆς Κρήτης; Ἡ ἐπανάστασις εἶχε γενικευθῆ καὶ
3351εἰς τὰς ἀνατολικὰς ἐπαρχίας τῆς Κρήτης, τὰς ὁποίας τὸ Ἐθνι-
3352κὸν Κομιτάτον ἐφρόνει, παρὰ τὴν γνώμην τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτρο-
3353πῆς καὶ τῶν ἄλλων ἁρμοδίων ἐν Ἀθήναις, ὅτι ὤφειλε νὰ ἐπα-
3354ναστατήσῃ, ἵνα ἐπέλθῃ ὡς τάχιστα ἡ ἀναμενομένη λύσις τοῦ
3355Κρητικοῦ ζητήματος· πράγματι δὲ τὸ Ἐθνικὸν Κομιτάτον
3356ἐπανεστάτησε τὰς ἀνατολικὰς ἐπαρχίας διὰ τῆς ἀποστολῆς
3357τοῦ γνωστοῦ Ἰω. Νταφώτη μετὰ 100 περίπου ἐπιλέκτων
3358ἀγωνιστῶν. Εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὁποίαν σύγχυσιν, ὁποῖον
3359τρόμον εἶχεν ἐνσπείρει τὸ σῶμα τοῦτο εἰς τὸν τουρκικὸν στρα-
3360τὸν, τὸν ὁποῖον κατετρόπωσε καὶ εἰς ἄτακτον ἔτρεψε φυγήν,
3361ὁπουδήποτε συνήντα αὐτόν. Οὕτως ἐκαίετο ἡ Κρήτη ἀπ’
3362ἄκρου εἰς ἄκρον, καὶ αἱ φλόγες μέχρι τῶν Κυθήρων ἦσαν ὁρα-
3363ταὶ, μάχαι πανταχοῦ καὶ ἧτται τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ,
3364καταστροφαὶ ἐλαιῶν, καταστροφαὶ παντοίων δένδρων, κατα-
3365στροφαὶ οἰκιῶν καὶ χωρίων ὁλοκλήρων, βεβηλώσεις ναῶν καὶ
3366νεκρῶν! Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μαρτυρεῖ ὁ
3367ἴδιος, ὅτι ἐζήτει τὴν Χαλέπαν διὰ τὴν πυρπολουμένην Κρή-
3368την, καὶ ὁ στόλος ἐξηκολούθει νὰ καπνίζῃ ἐν Φαλήρῳ, ἔνθα
3369ἐλάμβανε χώραν ἡ ἀξιοθρήνητος σφαγὴ τῆς προσωπικῆς ἀτο-
3370μικότητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, συμποσιάζοντος
3371καὶ συνευθυμοῦντος, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐλάμβανον χώραν αἱ
3372φρικώδεις σφαγαὶ τῆς Ἀνωπόλεως ὑπὸ τῶν Μουσουλμανικῶν
3373ὀρδῶν, μετὰ τοῦ ἐπισήμου αὐτῶν ἀντιπροσώπου, μετὰ τοῦ
3374ὁποίου συνέκρουσε πλῆρες ποτήριον οἴνου ἐρυθροῦ, πρὸς παρά-
3375στασιν τοῦ χυνομένου αἵματος ἐκεῖ κάτω!
3376§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἴπετε, κ. Βουλευτὰ, εἶναι
3377ὕβρις. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις κατ’
3378αὐτὸν τὸν τρόπον. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὴν ἀνακαλέσητε,
3379ἄλλως εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
3380§111ΣΤΑΗΣ. Ἀλλ’ ἤδη αἱ Δυνάμεις ἰδίᾳ πρωτοβουλίᾳ εἶχον
3381ἀναλάβει τὴν διευθέτησιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, χωρὶς
3382οὐδεμίαν γνῶσιν νὰ λάβῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, χωρὶς
3383οὐδεμίαν γνώμην νὰ ἐκφέρῃ περὶ αὐτῆς.
3384Εἶναι δὲ γνωστὴ, Κύριοι, ἡ οἰκτρὰ καὶ ἀντεθνικὴ λύσις
3385τοῦ Κρητικοῦ δράματος, τοῦ ἀρξαμένου τὴν 3 Σεπτεμβρίου
33861895 καὶ λήξαντος τὴν 15 Αὐγούστου 1896. Εἶπον ἀντε-
3387θνικὴ, διότι πᾶσα ἄλλη λύσις, πλὴν τῆς ἑνώσεως τῆς Κρή-
3388της μετὰ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, εἶναι ἀντεθνικὴ καὶ προ-
3389δοτική.
3390Καὶ ἤδη ἐπανέλθετε, ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνή-
3391σεως, ἐπὶ τὸ βῆμα, οὐχὶ ἵνα δρέψητε δάφνας ὁμοίας πρὸς τὰς
3392τῆς παρελθούσης Τρίτης, οὐχὶ ἵνα πείσητέ τινα, ὅτι τὰ ση-
3393μεῖα τῶν καιρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπαπειλοῦσι τὸ καθεστὼς, δὲν
3394προεκαλέσατε μόνος ὑμεῖς διὰ τῆς ἀστόχου πολιτείας σας,
3395οὐχὶ ἵνα πείσητέ τινα ὅτι δὲν ἐθυσιάσατε τὸν ἐν τῇ Μεσο-
3396γείῳ ἱερὸν βωμὸν τῆς Ἐλευθερίας εἰς τὸν βωμὸν τοῦ Κόμ-
3397ματος — οὐχί! Ἀλλ’ ἵνα δηλώσητε ὅτι πάντα, ὅσα εἴπετε
3398ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης κατὰ τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τοῦ Ἑλ-
3399ληνισμοῦ, κατὰ τῶν πατροπαραδότων ἡμῶν ὑποθηκῶν, δὲν
3400τὰ εἴπετε σεῖς· ἵνα δηλώσητε, ὅτι ἡ κατὰ τῆς ναυτικῆς δυ-
3401νάμεως τῆς χώρας ὁμολογία σας ἦτο βλασφημία· ἵνα ἀναι-
3402ρέσητε τὴν ἄλλην βλασφημίαν, ὅτι ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς δὲν
3403εἶναι ὁ νόμιμος καὶ φυσικὸς θεματοφύλαξ τῶν ἀργούντων δι-
3404καιωμάτων τοῦ ἀλυτρώτου Ἑλληνισμοῦ.
3405Ἀνέλθετε ταχέως ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ζητήσατε συγγνώμην
3406παρὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἐλευθέρας καὶ δούλης Ἑλλάδος,
3407ὧν τὰ ὕψιστα συμφέροντα ἐβλάψατε λόγῳ καὶ ἔργῳ, ὅσον
3408οὐδείς ποτε τῶν ἀμειλίκτων ἐχθρῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ζητή-
3409σατε συγγνώμην, καὶ ἴσως τότε οἱ δικασταὶ ἡμῶν φανῶσιν
3410ἐπιεικεῖς, κρίνοντες τὸ ἀσύγγνωστον ἁμάρτημά σας.
3411§112Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, δὲν θὰ ἀνηρχόμην
3412οὐδόλως ἐπὶ τοῦ βήματος, διότι φρονῶ ὅτι ζήτημα, οἷον εἶναι
3413τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ ἢ
3414ὑπὸ φῶς εὐρύτατον, καὶ φῶς τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ διαχυθῇ
3415σήμερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἕκαστος ὑμῶν δύναται
3416νὰ ἔχῃ γνώμην, ἂν ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ χυθῇ φῶς ἐπὶ
3417τοῦ ζητήματος τούτου ἢ ὄχι. Ἐγὼ ἓν μόνον εἶμαι ὑποχρεω-
3418μένος νὰ εἴπω εἰς πάντας ὑμᾶς, ὅτι καταγόμενος ἐκ Κρήτης
3419εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας νὰ παρακο-
3420λουθῶ μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς τὴν συζήτησιν ταύτην.
3421Ἀπὸ τοῦ 1895, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς μετὰ πάροδον ἑξαετίας,
3422καθ’ ἣν ἐννόμως ἀγωνιζόμενος ὁ Κρητικὸς λαὸς δὲν προέβη
3423εἰς ἐκλογὴν Βουλευτῶν, οὐδὲ τῶν λοιπῶν αἱρετῶν ἀρχῶν, ἵνα
3424μὴ ἀναγνωρίσῃ τὸ αὐθαίρετον φιρμάνιον τοῦ 1889, ὅπερ
3425παρὰ τὰς συνθήκας κατήργει τὴν σύμβασιν τῆς Χαλέπας,
3426κληθεῖσα πρώτην φορὰν ἡ Βουλή, ἵνα συνεχίσῃ τὰς ἐννόμους
3427διαμαρτυρίας τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ἐξετέλεσε μὲν κατὰ τὸ
3428μᾶλλον ἢ ἧττον τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς καὶ ἀπῆλθεν, ἀλλὰ
3429δὲν ἠδυνήθη νὰ δώσῃ τὴν λύσιν, δι’ ἣν κυρίως ὁ Κρητικὸς
3430λαὸς ἔστερξε νὰ προσέλθῃ εἰς ἐκλογὰς Βουλευτῶν. Ὁ λαὸς
3431τῆς Κρήτης ἀπῄτει τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ πρώην καθεστῶτος,
3432τὴν ἐπαναφορὰν τῶν ἀφαιρεθέντων προνομίων, περὶ τῶν
3433ὁποίων ἤκουσα δυστυχῶς πολλὰ χλευαστικὰ λεγόμενα ἀπὸ
3434τοῦ βήματος τούτου. Ἀληθῶς, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅλως
3435ἀκαδημαϊκῶς τὴν σημασίαν τῶν προνομίων ἐκείνων, δι’ ἡμᾶς,
3436τοὺς εὑρισκομένους ἐν πλήρει ἀναπαύσει, ἐν πλήρει ἀσφαλείᾳ,
3437ἴσως τὸ πολίτευμα τῆς Χαλέπας δὲν εἶναι ἄξιον μεγάλης
3438σημασίας. Ἀλλὰ διὰ τοὺς Κρῆτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
3439εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ διάγωσιν ἐν πάσῃ ἡμέρᾳ ὑπὸ τὸν βα-
3440ρὺν ζυγὸν τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, τὸ πολίτευμα τῆς
3441Χαλέπας, ἡ μικρὰ ἐκείνη ἐλάφρυνσις, ὅσον καὶ ἂν ἦναι μικρὰ,
3442δὲν εἶναι περιφρονητέα. Καὶ ἂς μὲ συγχωρήσῃ πᾶς ὅστις ἐναν-
3443τίαν γνώμην ἐξήνεγκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ μὴ συμ-
3444φωνήσω μετ’ αὐτοῦ, διότι ὡς Κρὴς βαθύτερον αἰσθάνομαι τὸν
3445πόνον, τὸν ὁποῖον καὶ πᾶς Κρὴς, εὑρισκόμενος ἀμέσως ἢ ἐμ-
3446μέσως ἀπέναντι τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, αἰσθάνεται.
3447Ἑπομένως τὰ προνόμια τῆς Χαλέπας, ὑπὲρ ὧν ἐπὶ ἑξαετίαν
3448μετὰ πρωτοφανοῦς πολιτικῆς ἐμμονῆς ἠγωνίζετο ὁ Κρητικὸς
3449λαὸς, ὑπὲρ ὧν ἀνενδότως εἰργάσθησαν αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερ-
3450νήσεις, περὶ ὧν μακρὰ ἐγράφησαν ἐν τῷ εὐρωπαϊκῷ καὶ ἡμε-
3451δαπῷ τύπῳ, ἦσαν ὄντως πλείστου λόγου ἄξια, ἐθεωρήθησαν
3452δὲ ὡς ἡ πρώτη διεθνὴς ἐπιτυχία τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος.
3453Διὰ τοῦ πολιτεύματος ἐκείνου ἐδημιουργεῖτο ἀνεκτή τις κα-
3454τάστασις, ἐδημιουργεῖτο ἰσονομία, ἡ ὁποία ἐπέτρεπεν εἰς τοὺς
3455Κρῆτας νὰ ἀναμένωσι τὴν πλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν ἐκείνων πό-
3456θων, τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω ἂν πρέπῃ νὰ ὀνομάσωμεν προ-
3457αιωνίους, ἀλλὰ πάντως πρέπει νὰ χρονολογήσωμεν ἀπὸ τῆς
3458ἡμέρας ἐκείνης, καθ’ ἣν ἀπώλεσε τὴν ἀνεξαρτησίαν του τὸ
3459Ἑλληνικὸν Γένος. Καὶ οἱ πόθοι οὗτοί εἰσιν οἱ πόθοι οὐ μό-
3460νον τῶν Κρητῶν, ἀλλὰ πάντων τῶν Ἑλλήνων. Οὐδεὶς Ἕλ-
3461λην ὑστερεῖ κατὰ τὸ αἴσθημα τοῦτο, γνωρίζω δὲ, καὶ γνωρί-
3462ζετε πάντες βεβαίως, τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὰ ἀκατάβλητα
3463αἰσθήματα, τὸ ἀδούλωτον φρόνημα, τὴν συνεκτικὴν δύναμιν
3464ἐλευθέρας καὶ ἀλυτρώτου Ἑλλάδος, γνωρίζομεν τὰ ἀδελφικὰ
3465αἰσθήματα τῆς Ἠπείρου, τῆς Μακεδονίας, τῆς Θράκης, τῆς
3466Μικρᾶς Ἀσίας καὶ πασῶν ἔτι τῶν χωρῶν, ἔνθα Ἕλληνες
3467οἰκοῦντες καὶ τὴν γλῶσσαν αὐτῶν ἀπώλεσαν· ἐὰν ὅμως οἱ
3468Κρῆτες συνηθέστερον τῶν ὑπὸ τὸν Τουρκικὸν ζυγὸν ἑτέρων
3469ἀδελφῶν ἡμῶν δράττονται τῶν ὅπλων, προέρχεται τοῦτο, διότι
3470βοηθοῦνται ὑπὸ τῆς τοπογραφικῆς θέσεως τῆς πατρίδος αὑτῶν
3471καὶ πολλῶν ἄλλων περιστάσεων, αἵτινες ἐπιτρέπουσιν εἰς αὑ-
3472τοὺς, ὡς ἀντιπροσώπους τοῦ ὅλου ὑποδούλου γένους, νὰ ἐκπλη-
3473ρῶσι συνεχέστερον καὶ μετὰ πλείονος θάῤῥους τὰ πατριωτικά
3474των αἰσθήματα.
3475Λέγω λοιπὸν, ὅτι οἱ Κρῆτες ἠδύναντο βεβαίως καὶ μὲ αὐτὴν
3476τὴν Χαλέπαν νὰ ἀναμένωσι περιστάσεις κρείσσονας, καὶ οἱ
3477Κρῆτες, οἱ ὁποῖοι εἶναι χειρισταὶ ὄχι μόνον τοῦ ὅπλου, ἀλλὰ
3478καὶ τῆς πολιτικῆς μετὰ δεξιότητος, ἦσαν εἰς θέσιν νὰ κρίνω-
3479σιν, ἐὰν ἡ ἐποχὴ ἦτο κατάλληλος διὰ νὰ ἀνακηρύξωσι τὴν
3480ἕνωσιν, διὰ νὰ φροντίσωσι περὶ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως
3481αὑτῶν. Αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὴν
3482διαχείρισιν τῆς πολιτικῆς εἶναι ἐφάμιλλοι πρὸς πολιτικοὺς τῆς
3483Εὐρώπης, ἔκριναν ὅτι ἡ περίστασις ἐκείνη ἦτο κατάλληλος, ἵνα
3484ἀποκτήσωσι δικαιώματά τινα, δικαιώματα, τὰ ὁποῖα θὰ τοῖς
3485ἐπέτρεπον, τὸ μὲν ἵνα ζήσωσι, τὸ δὲ ἵνα φροντίσωσι καὶ παρα-
3486σκευάσωσι τὰ μέσα αἰσιωτέρου μέλλοντος. Διὰ τοῦτο θέλετε
3487ἴδει, ὅτι εἰς πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα συνετάσσοντο ἐν
3488Κρήτῃ, ἐνῷ πάντοτε ἐξεφράζοντο ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀποκατα-
3489στάσεως, καταλήγουσι πάντοτε εἰς συμπεράσματα τείνοντα
3490εἰς βελτίωσιν καὶ ἐξασφάλισιν τοῦ νέου Κρητικοῦ πολιτεύματος.
3491Ἀφ’ ἧς λοιπὸν στιγμῆς δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιτύχωσι λύ-
3492σιν εὐκταίαν ὑπὲρ τῆς ἐπανόδου τῶν προνομίων, ἐγεννήθη ἡ
3493ἰδέα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ διαμαρτύρησις κατὰ τῆς μὴ ἐπα-
3494ναφορᾶς τῶν προνομίων. Ἐκ τούτου ἐγεννήθη ἡ Ἐπιτροπὴ
3495τῆς Μεταπολιτεύσεως. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὑπερ-
3496άνθρωπον ἐπιμονὴν τῶν ἀνθρώπων τούτων εἰς τὴν ἰδέαν,
3497τὴν ὁποίαν ἐπεχείρησαν, τῆς μεταπολιτεύσεως. Καὶ σημειώ-
3498σατε καλῶς τοῦτο, ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεκλήθη Ἐπιτροπὴ τῆς
3499Μεταπολιτεύσεως. Αὐτὸς ὁ τίτλος, αὐτὴ ἡ ὀνομασία, αὐτὴ
3500ἡ λέξις δηλοῖ τὸν σκοπὸν αὐτῆς. Δὲν ἦτο ἐπιτροπή, ἡ ὁποία
3501προέθετο νὰ ἀνακηρύξῃ τὸ δόγμα τῆς ἑνώσεως, οὔτε νὰ μερι-
3502μνήσῃ περὶ ταύτης, ἀλλὰ νὰ βελτιώσῃ τὸ πολίτευμα τῆς
3503Κρήτης. Τοῦτον τὸν τίτλον ἔλαβε, καὶ τοιαύτην ἔννοιαν εἶ-
3504χον πάντα τὰ ἔγγραφα καὶ ὑπομνήματα αὐτῆς, τὰ πρὸς τοὺς
3505προξένους τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ὑποβληθέντα, μὴ παρα-
3506λειψάσης νὰ συντάξῃ καὶ τὸ νέον πολίτευμα, δι’ οὗ ἐπανήρ-
3507χετο τὸ πρώην καθεστὼς μὲ εὐρυτέρας παραχωρήσεις, μὲ εὐ-
3508ρύτερα δικαιώματα. Ἐγὼ αὐτὸς εὑρισκόμην εἰς ἀλληλογρα-
3509φίαν μετὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως ἀπὸ τοῦ
3510Νοεμβρίου τοῦ 1895, ἔπεμπον αὐτῇ καὶ χρηματικὰς βοη-
3511θείας, καὶ ἃς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ
3512δηλώσω ἐντεῦθεν τοῦτο πρώτην ἤδη φορὰν πρὸς αὐτόν. Κατὰ
3513τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐν οὐδεμιᾷ σχέσει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν
3514διετέλουν, οὐδ’ ἀντήλλαξα σκέψεις μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς
3515Κυβερνήσεως περὶ τῶν Κρητικῶν πραγμάτων. Ἐνόμισα ὅτι
3516δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀφήσω ἄνευ χρηματικῶν μέσων τὰ μέλη
3517τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἔπεμπον
3518εἰς αὐτοὺς χρηματικὰ μέσα, ὡς τοῦτο ἔπραξαν καὶ ἕτεροι
3519ἐνταῦθα, τὰ ὁποῖα ἐποριζόμην ἀπ’ εὐθείας ἐξ Αἰγύπτου,
3520διότι ἐξ Αἰγύπτου καὶ ἐξ ἀρχῆς καὶ τὴν τελευταίαν φορὰν
3521—μεταπηδῶ εἰς τὸ τέλος—ὁ ἐκεῖ Ἑλληνισμὸς ἔπεμπεν ἡμῖν
3522μεγάλα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων διετηρήσαμεν τὴν ἐπανά-
3523στασιν. Ἔπεμπον λοιπὸν ἐξ ἀρχῆς εἰς τοὺς τῆς Ἐπιτροπῆς μι-
3524κρὰς δόσεις χρημάτων, δι’ ὧν ἔλεγον εἰς αὐτοὺς νὰ φροντίσωσι
3525νὰ διατηρήσωσιν ἑαυτοὺς μέχρις οὗ ἔλθῃ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ἡ
3526νόμιμος ἀρχὴ τῆς νήσου, ἡ Βουλή, θὰ δυνηθῇ νὰ διαπραγμα-
3527τευθῇ μετὰ τῆς Πύλης περὶ τῶν παρὰ τὴν συνθήκην τοῦ Βερο-
3528λίνου καταλυθέντων προνομίων τῆς συμβάσεως τῆς Χαλέπας.
3529Ἔγραφον εἰς αὐτούς: «Διατηρήσατε τὴν διαμαρτυρίαν ταύ-
3530την, ἀλλ’ ἀποφύγετε τὰς συγκρούσεις, ἐξαγοράσατε δὲ καιρὸν
3531μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ κληθῇ ἡ Βουλή.» Καὶ ἔγραφε
3532πρὸς ἐμὲ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως: «Δὲν εἶναι ὁ
3533σκοπὸς ἡμῶν νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν ἕνωσιν, ἀλλὰ μόνον νὰ βελ-
3534τιώσωμεν τὴν θέσιν ἡμῶν. Τὴν βελτίωσιν ταύτην ἀπεκδεχό-
3535μεθα, καὶ πρὸς τοῦτο εὐγνωμόνως δεχόμεθα τὰ χρήματα
3536ὑμῶν.»
3537Οὕτω τὰ πράγματα διεξήγοντο μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’
3538ἣν οἱ διοικοῦντες τὴν Κρήτην Χριστιανοί, —καὶ ἂς μοὶ ἐπι-
3539τραπῇ μία ἀποστροφή, τὴν ὁποίαν θὰ κάμω,—Χριστιανοὶ
3540ὑπάλληλοι τῆς Πύλης, οἵτινες δὲν εἶναι πάντοτε καλλίτεροι
3541τῶν Ὀθωμανῶν ὑπαλλήλων, δὲν εἶναι χριστιανικώτεροι τῶν
3542Ὀθωμανῶν, πολλάκις δ’ ἔτυχεν ἡ Κρήτη διοικήσεως ἀνθρω-
3543πινωτέρας ἐκ μέρους τῶν Τούρκων ὑπαλλήλων παρὰ ἐκ τῶν
3544Χριστιανῶν. Τὴν ἀποστροφὴν ταύτην τὴν κάμνω, διότι δὲν
3545πρέπει νὰ ἀπατώμεθα, οὐδὲ πρέπει νὰ ἀποκρύπτωμεν τὰ
3546πράγματα. Ὁ Τοῦρκος ἔχει τὴν τόλμην τῶν ἰδεῶν αὑτοῦ, ὁ
3547Χριστιανὸς ὑπάλληλος δειλιᾷ, μὴ τυχὸν θεωρηθῇ παρὰ τοῦ
3548αὐθέντου αὐτοῦ ὡς ὕποπτος.
3549Λέγω λοιπὸν, ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν ὁ διοι-
3550κητὴς τῆς Κρήτης ἐπαμφοτέριζεν, ὁτὲ μὲν ὑπισχνούμενος,
3551ὁτὲ δὲ ἀναιρῶν τὰς ὑποσχέσεις του, ὁτὲ ἐνεργῶν, ὅπως δια-
3552λύσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως, ὁτὲ δὲ ἐρχόμενος
3553μετ’ αὐτῆς εἰς διαπραγματεύσεις, τὰ πράγματα ἔβαινον οὕ-
3554τως. Ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο
3555τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλο ἢ νὰ ἀναμείνῃ τὴν στιγμὴν,
3556κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ τῶν Κρητῶν, ἐρχομένη ἵνα συνε-
3557χίσῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς, ἤθελεν ἀναλάβει νὰ ἀρχίσῃ τὰς
3558διαπραγματεύσεις, καὶ οὕτω τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα
3559ἤθελον ἐπέλθει, δὲν ἤθελον διαταράξει καὶ τῆς Κρήτης τὴν
3560ἡσυχίαν; Καὶ λέγων «τῆς Κρήτης τὴν ἡσυχίαν», δὲν λέγω τι
3561τυχαῖον· διότι, ἐὰν ἡμεῖς, μεταβάντες κατὰ τὸ 1866 εἰς
3562Κρήτην, ἀφήσαμεν τὰς ἀναπαύσεις μας, ἐπράττομεν τοῦτο
3563οἰκείᾳ βουλήσει, ἐν ἀσφαλείᾳ τοὺς οἰκείους ἡμῶν ἔχοντες,
3564ἀλλ’ οἱ Κρῆτες, προβαίνοντες εἰς ἐπαναστάσεις, ἐκβιάζονται
3565ὑπὸ τῆς κακοδιοικήσεως τῆς ὀθωμανικῆς πρὸς τοῦτο, εἰσὶ δὲ
3566ἠναγκασμένοι ἢ νὰ κρατῶσιν ἐν τῇ νήσῳ τὰς οἰκογενείας των,
3567ἢ νὰ πέμπωσι ταύτας εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ὅπου ἡ
3568ἀδελφικὴ περίθαλψις δὲν ἀρκεῖ νὰ γλυκάνῃ τὸν ἄρτον τῆς
3569ξενητιᾶς.
3570Καὶ ἐπειδὴ πολὺς λόγος ἐγένετο ἀπὸ τοῦ βήματος
3571τούτου περὶ τῶν ἐσχάτως κατελθόντων εἰς Κρήτην ἀξιω-
3572ματικῶν, δηλῶ ὅτι καὶ ἐγὼ εἶμαι μεταξὺ τῶν συναδέλ-
3573φων, οἵτινες ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ μεταβῶσιν εἰς Κρήτην
3574κατὰ τὸ 1866, τῇ προτροπῇ καὶ ἀδείᾳ τῶν ἁρμοδίων. Ἐν-
3575θυμοῦμαι ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀείμνη-
3576στος Χ. Ζυμβρακάκης μ’ ἐκάλεσε καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ
3577μεταβῶ εἰς τὴν ἀγωνιζομένην πατρίδα μας, καὶ θεωρῶ ἐμαυ-
3578τὸν εὐτυχῆ, διότι εἶμαι ὁ πρῶτος τῶν ἀξιωματικῶν τῶν εἰς
3579Κρήτην κατελθόντων. Λέγω ταῦτα, διότι ὑπάρχει διαφορὰ
3580μεταξὺ τῶν τότε κατελθόντων εἰς Κρήτην καὶ τῶν κατὰ τὴν
3581τελευταίαν ἐπανάστασιν.
3582Ἐξακολουθῶ τὸν λόγον μου. Ὁ Ἀπρίλιος εἶναι ὁ μὴν,
3583καθ’ ὃν συνέρχεται ἡ Κρητικὴ Βουλή. Τὴν σύγκλησιν τῆς
3584Βουλῆς τοῦ ἔτους τούτου ἀνέμενεν ἐναγωνίως ὁ Κρητικὸς
3585λαὸς, τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς ἀνέμενεν ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς
3586Μεταπολιτεύσεως, ἵνα πρὸς αὐτὴν ἀναθέσῃ τὸ μεταπολιτευ-
3587τικὸν αὐτῆς ἔργον, καὶ εἰσέλθωσιν οὕτω τὰ πράγματα εἰς
3588κανονικωτέραν ὁδὸν, τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς ἀνεμένομεν
3589καὶ πάντες ἡμεῖς ἐνταῦθα, οἱ διηνεκῶς μετὰ τῆς Κρήτης
3590ἐπικοινωνοῦντες. Δυστυχῶς ἡ Πύλη ἀνέτρεψε πάντων τὰς
3591προσδοκίας, πάντων τὰς σκέψεις, καὶ ῥίπτουσα ἔλαιον εἰς τὴν
3592πυρὰν, καὶ οἱονεὶ ποθοῦσα τὴν ἔκρηξιν τοῦ ἡφαιστείου καὶ εἰς
3593τὴν κλαγγὴν τῶν ὅπλων ἀρεσκομένη, ἀναβάλλει αἴφνης τὴν
3594σύγκλησιν τῆς Βουλῆς διὰ τὸν Σεπτέμβριον. Σύνθημα τα-
3595ραχῆς καὶ θορύβου καὶ ἀναστατώσεως τῶν πάντων ὑπῆρξεν
3596ἡ ἀναβολὴ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κρητικοῦ Κοινοβουλίου.
3597Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐπέρχονται ῥαγδαῖα τὰ γεγο-
3598νότα καὶ διαδέχονται ἄλληλα μετὰ καταπληκτικῆς ταχύτη-
3599τος· ἡ πολιορκία τοῦ Βάμου, αἱ σφαγαὶ τῶν Χανίων, ἡ ἐπα-
3600νάστασις καθ’ ὅλην τὴν νῆσον. Ταῦτα πάντα ἐπῆλθον
3601τοσοῦτον γοργῶς, ὥστε οὐδεμία Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ προ-
3602λάβῃ αὐτὰ, οὐδὲ νὰ διευθύνῃ αὐτά. Γνωρίζω ἐν τούτοις, ὅτι
3603ἅμα τῷ ἀγγέλματι τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κρη-
3604τικοῦ Κοινοβουλίου ἐγένοντο αἱ δέουσαι παραστάσεις, καὶ
3605κατεδείχθη ἁρμοδίως τὸ ἐπιβλαβὲς τῆς ἀναβολῆς τῆς συγ-
3606κλήσεως, καὶ ὑπεδείχθησαν αἱ σοβαραὶ συνέπειαι τοῦ νέου
3607τούτου πολιτικοῦ τῆς Πύλης πραξικοπήματος. Ἐπὶ ἑξαε-
3608τίαν ἡ νῆσος ἠγωνίζετο ἐννόμως ὑπὲρ τῆς ἀνακτήσεως τῶν
3609καταπατηθέντων προνομίων, ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἡ Ἐπιτροπὴ
3610τῆς Μεταπολιτεύσεως διέτριβεν εἰς τὰ ὄρη, ἐπιζητοῦσα τὴν
3611ἀνάκτησιν τῶν προνομίων διὰ τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν
3612τοῦ Κοινοβουλίου, διότι, ὡς γνωστόν, ἡ Πύλη οὐδὲν δικαίωμα
3613ἔχει ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν. Σημειωτέον ὅτι ἕνεκα τῆς τα-
3614χείας φορᾶς τῶν πραγμάτων οἱ Κρῆτες, προβάντες εἰς τὴν
3615πολιορκίαν τοῦ Βάμου, δὲν εἰδοποίησαν τὴν Ἑλληνικὴν Κυ-
3616βέρνησιν, οὐδὲ τὸν ἐν Χανίοις ἀντιπρόσωπον αὐτῆς.
3617Οἱ Κρῆτες ἔλαβον τὰ ὅπλα, ἐξαναγκασθέντες ἐκ τῆς πολι-
3618τικῆς καὶ πολεμικῆς στάσεως τῆς Τουρκίας κατ’ αὐτῶν, καὶ
3619ἀμυνόμενοι ὑπὲρ ἑστιῶν καὶ βωμῶν, εἰρηνικῶς δὲ καὶ ἐννόμως
3620ἐπιθυμοῦντες τὴν ἀνάκτησιν τῶν ἀπολεσθέντων προνομίων.
3621Διαβεβαιῶ δέ, ὅτι εἰς πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐλάμβα-
3622νον παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως, ἐπανελάμ-
3623βανον ὅτι δὲν προτίθενται νὰ κηρύξωσι τὴν ἕνωσιν, ἀλλὰ μό-
3624νον τὴν βελτίωσιν καὶ τὴν ἐπαναφορὰν τῆς συμβάσεως τῆς
3625Χαλέπας. Τί παρέλειψεν ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ ἐπὶ τοῦ
3626προκειμένου; Μὴ τυχὸν ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ Κεντρική, ἥτις ἕλκει
3627τὴν καταγωγὴν ἀπὸ τοῦ 1841 καὶ τοσοῦτον ἔδρασε κατὰ
3628τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν τοῦ 1866, ἥτις περιέθαλψε τὴν
3629ἐπανάστασιν τοῦ 1878 καὶ 1879, ἐξ ἧς προέκυψεν ἡ σύμ-
3630βασις τῆς Χαλέπας, δὲν εἶχεν ἐπαρκὲς κῦρος, ἵνα μεριμνήσῃ
3631καὶ πάλιν περὶ τῶν Κρητικῶν πραγμάτων; Ὁ σεβαστὸς
3632ἐκεῖνος πανελλήνιος πρεσβύτης, ὁ ὑπὸ τοῦ ἔθνους κληθεὶς πρό-
3633εδρος τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελεν ἐν τού-
3634τοις νὰ τὸν ὀνομάζωσι Πρόεδρον, ὁ σεβαστὸς ἐκεῖνος γέρων δὲν
3635εἶχε κῦρος νὰ μεριμνήσῃ; ἢ ἤθελεν ὑποτεθῆ ποτε, ὅτι ὁ πα-
3636τριωτισμὸς αὐτοῦ καὶ τὸ ὑπὲρ τῆς Κρήτης ἐνδιαφέρον ἐμειώθη;
3637Ἐὰν τὸ σῶμα αὐτοῦ ἐγήρασε, δὲν ἐγήρασεν ὅμως καὶ ἡ ψυχὴ
3638καὶ τὰ αἰσθήματα αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀκμαιότατα διατηροῦνται
3639καὶ ἱκανὰ εἶναι νὰ θερμάνωσι τὰς ψυχὰς πολλῶν νεωτέρων.
3640Ἐπὶ ὁλοκλήρους ὥρας, μεθ’ ὅλην τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ, εἰργά-
3641ζετο ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, οὐδαμῶς πτοούμε-
3642νος ἐκ τῶν κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ῥιπτομένων ἀδικωτάτων βε-
3643λῶν. Ἢ μήπως τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, γνω-
3644στὰ ἐπίσης καὶ ἐκ προγενεστέρων ἐπαναστάσεων, γνωστὰ καθ’
3645ὅλην τὴν Κρήτην διὰ τὰς ὑπὲρ αὐτῆς ἐπὶ μακρὰ ἔτη ὑπη-
3646ρεσίας των, δὲν ἔπραξαν καὶ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν ταύτην
3647ὅ,τι τὸ καθῆκον ἐκέλευε καὶ αἱ ὑποχρεώσεις ὑπεδείκνυον;
3648Δυστυχῶς δὲν ζῶσιν ἅπαντα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ
36491866. Ὁ ἀείμνηστος Ἀντώνιος Παπαδάκης ἐξ Ἡρακλείου,
3650ὅστις θνήσκων τὴν ἐξ ἑκατομμυρίων περιουσίαν του ἀφῆκεν
3651ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν ζῇ· ὁ σεβαστὸς ἐκεῖνος ἀνὴρ,
3652ὅστις μακρὰν βιοῖ τῆς Ἑλλάδος, ὁ Σκαλτσούνης, ἐὰν ἦτο
3653ἐνταῦθα, θὰ ἐλάμβανε μέρος εἰς τὴν Κεντρικὴν Ἐπιτροπήν,
3654λαμβάνει ὅμως εὐτυχῶς μέρος εἰς ἑτέραν ὑπὲρ τῆς Κρήτης
3655ἐπιτροπήν, ἐκεῖ μεταβαίνων· ὁ ἀείμνηστος Μελᾶς δὲν ζῇ, καὶ
3656πολλοὶ ἄλλοι, οἵτινες ἐφάνησαν ἄξιοι τῆς ἀποστολῆς των. Προσ-
3657ελαμβάνοντο ἀλληλοδιαδόχως ἕτεροι πρὸς ἀντικατάστασιν,
3658οἱ ὁποῖοι ἂν δὲν ἦναι εἰς τὸ ὕψος τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, ὧν καὶ
3659οἱ νεώτεροι, ἀσχολοῦνται ὅμως ὑπὲρ τῶν Κρητικῶν ὑποθέσεων
3660ἀπὸ εἰκοσαετίας, ἀνελάμβανον δὲ τὴν φροντίδα νὰ μεριμνή-
3661σωσι, στηριζόμενοι ἐπὶ περιστάσεων ἁρμοδίως ὑποδεικνυομέ-
3662νων. Κατὰ τὸν Μάϊον τρ. ἔ. ἦτο στιγμὴ ἀληθῶς κρισιμωτά-
3663τη. Ἡ Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ ἐστερεῖτο χρημάτων, ἐστερεῖτο
3664τῶν ἀπαιτουμένων πολεμικῶν μέσων, ἀνάγκην δ’ ἀπόλυτον
3665καὶ ταχεῖαν τούτων εἶχεν ὁ Κρητικὸς λαός, ὁ ἐξαναγκασθεὶς
3666ὑπὸ τῆς Πύλης διὰ σειρᾶς ἀνόμων πράξεων νὰ ἐπιληφθῇ τῶν
3667ὅπλων, καίτοι μὴ ὢν προπαρεσκευασμένος καὶ ἑτοιμοπόλεμος
3668ἑπομένως. Γνωρίζουσα τὴν παντελῆ ἔλλειψιν τῶν ἐφοδίων ἡ
3669Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ, ἔπρεπε νὰ πράξῃ τὰ πάντα, ἵνα μὴ ὑστε-
3670ρήσῃ ὁ Κρητικὸς λαὸς, ὡς κατὰ τὸ 1889, τῶν ἀπαιτου-
3671μένων βοηθειῶν. Κινεῖται δραστηρίως, καὶ αἱ εἰσφοραὶ ἀμέ-
3672σως ἤρξαντο πληροῦσαι τὰ κενὰ ταμεῖα αὐτῆς. Δι’ ἑνὸς τη-
3673λεγραφήματός της πρὸς τοὺς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Ἕλληνας λαμ-
3674βάνει ἀμέσως γενναῖον ποσὸν, δι’ οὗ πληροῦνται αἱ πρῶται
3675ἀνάγκαι τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος. Τὴν φωνὴν τῆς Κεντρικῆς
3676Ἐπιτροπῆς εἰσήκουσεν ἀμέσως ὁ Ἑλληνισμὸς, καὶ προσῆλθεν
3677ἐπίκουρος καὶ ἀρωγὸς τοῦ ἐθνικοῦ αὐτῆς ἔργου. Προσῆλθεν
3678ἐπίκουρος, διότι ἐγνώριζε τίνες ἀποτελοῦσιν αὐτὴν, διότι ἐγνώ-
3679ριζε καὶ ἐκ προγενεστέρων ἔργων αὐτῆς τὸ λυσιτελὲς τῆς ἐρ-
3680γασίας αὐτῆς. Ἂς εἴπωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ἀνα-
3681λάβωσι τὸν ἀγῶνα, ποίας χρηματικὰς δυνάμεις ἠδύναντο νὰ
3682εὕρωσι, ποῦ θαῤῥοῦντες ἀνελάμβανον τὸν ἀγῶνα κατὰ τὰς
3683πρώτας στιγμὰς μάλιστα, διότι, ὡς γνωστὸν, αἱ πρῶται στιγ-
3684μαί εἰσιν αἱ μᾶλλον κρίσιμοι. Περιττὸν ἀληθῶς νὰ εἴπω πλει-
3685ότερα, διότι ἅπαντες ἀνομολογοῦσι τὴν ἐπιτυχῆ παρέμβασιν
3686αὐτῆς.
3687Ἡ Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ ἐξετέλεσε καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν
3688τοῦ ἀγῶνος καὶ μεταγενεστέρως τὸ ὑπέρτατον αὐτῆς καθῆκον
3689μετὰ συνέσεως ζηλευτῆς καὶ ἐμπειρίας σεβαστῆς, τῇ ἀρωγῇ
3690τοῦ Πανελληνίου, ὅπερ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ περιέ-
3691βαλε δι’ ὑπερτάτου κύρους τὸ ἔργον αὐτῆς. Δὲν ἀποτελῶ
3692μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ὥστε δύναμαι νὰ ὁμιλῶ ἐλευ-
3693θέρως. Εὑροῦσα ἄνευ πολεμικῶν μέσων τὸν τόπον, ἐντελῶς
3694ἀνέτοιμον καὶ ἀπροπαράσκευον, ἠδυνήθη ἐν βραχυτάτῳ χρό-
3695νῳ, ἀθορύβως μὲν, ἀλλὰ πάντοτε ἐπιτυχῶς διὰ τῶν ἐπανει-
3696λημμένων ἀποστολῶν αὐτῆς, νὰ ἐφοδιάσῃ ἐπαρκῶς καὶ δι’
3697ὅπλων καὶ διὰ πολεμικῶν εἰδῶν ὁλόκληρον τὴν νῆσον, ἤδη
3698ἔχουσαν ἐπαρκῆ τὰ μέσα καὶ δυνηθεῖσαν διὰ τῶν ἀνδρείων αὐ-
3699τῆς τέκνων νὰ συντρίψῃ τὴν ἐπηρμένην ὀφρὺν τῶν Ὀθωμανῶν.
3700Τὰ ἀτμόπλοια καὶ ἱστιοφόρα αὐτῆς πολλάκις διεσταυροῦντο,
3701κομίζοντα τὰ πρέποντα καὶ χρήσιμα διὰ τοὺς πολεμιστὰς
3702καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς Κρῆτας. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπεπειράθη
3703νὰ κωλύσῃ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν, ὡς ἐλέχθη, ἔθεσε
3704φρουρὰς εἰς τὰ παράλια καὶ διέταξε νὰ ἐπιτηρῶνται τὰ ἀπο-
3705πλέοντα εἰς Κρήτην πλοῖα τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐξετέλει καθῆκον,
3706διότι δὲν ἐνόει νὰ ἀραιωθῶσιν αἱ τάξεις τοῦ στρατοῦ διὰ
3707τῶν εἰς Κρήτην ἀπερχομένων στρατιωτικῶν. Ἂς μοὶ ἐπιτρα-
3708πῇ δὲ νὰ εἴπω ἐνταῦθα, ὅτι καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολι-
3709τεύσεως, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ἀνωτέρα ἐξουσία ἐν Κρήτῃ, καὶ ἡ
3710Συνέλευσις μεταγενεστέρως ῥητῶς ἔγραφον πρὸς τὴν Κεντρι-
3711κὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι ἡ Κρήτη ἀνάγκην μόνον πολεμεφοδίων καὶ
3712ὅπλων ἔχει, οὐδόλως δὲ μαχητῶν. Ἡ Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ,
3713καὶ καλῶς γνωρίζουσα τὴν ἐν Κρήτῃ κατάστασιν καὶ εἰσα-
3714κούουσα τῶν παραστάσεων τῆς Συνελεύσεως, ἐφ’ ὅσον ἦτο
3715δυνατὸν, ἀπέφευγε τὴν ἀποστολὴν ἀνδρῶν εἰς Κρήτην, διότι
3716ἡ Κρήτη δύναται νὰ διαθέσῃ 40,000 πολεμιστὰς, διὰ νὰ
3717ἀναστατώσῃ τὴν Τουρκίαν ἐπὶ πολὺν χρόνον, ἀλλὰ δὲν ἠθέ-
3718λησε νὰ παρακωλύσῃ τὴν μετάβασιν εἰς Κρήτην τῶν Κρη-
3719τῶν καὶ τῶν ἀρχηγῶν, οἵτινες διὰ τόσων ἐπαναστάσεων συν-
3720δέονται μετὰ τῆς νήσου, συνετέλεσε μάλιστα εἰς τὴν ταχεῖαν
3721αὐτῶν μετάβασιν, ἐφοδιάσασα αὐτοὺς καταλλήλως. Κατὰ
3722τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1866 ἐπάλαισαν οἱ Κρῆτες κατὰ
3723στρατοῦ 70,000, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Τουρκία ἐδαπάνησε πολλὰ
3724ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς ἠρύετο ἐκ τῶν χριστιανι-
3725κῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης καὶ δι’ ὧν παρεσκεύασε καὶ στό-
3726λον καὶ στρατὸν ἀξιόμαχον· ὁ στρατὸς ἐκεῖνος δὲν ἦτο ὡς
3727τὰ σημερινὰ περιμαζώματα, τ’ ἀποτελοῦντα τὸν τουρκικὸν
3728στρατόν.
3729Λαβὼν τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω ἐπὶ ζητήματος προσω-
3730πικοῦ, προκληθέντος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων Βουλευ-
3731τοῦ, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις
3732ἐπὶ προτάσεων, αἵτινες ἀνεπτύχθησαν ἐνώπιον ὑμῶν ὑπὸ δια-
3733φόρων προαγορευσάντων περὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως ἡ Ἑλλὰς σκε-
3734φθῇ περὶ συμπληρώσεως τῶν στρατιωτικῶν αὑτῆς δυνάμεων.
3735Ἡ ἀνάγκη τῶν τοιούτων παρασκευῶν, δέον καλῶς νὰ ἐν-
3736νοήσωμεν, ὅτι δὲν θέλει προκαλέσει παροδικάς τινας προσπα-
3737θείας, εἰς ἃς θέλομεν ἐπαρκέσει, ἀκολουθοῦντες τὰς συμβουλὰς
3738τοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὅστις συνέστησεν
3739ἡμῖν, ὅπως, περικόπτοντες τὰς ὑπὸ τοῦ εἰσαχθέντος προϋπολογι-
3740σμοῦ διὰ τὸ ἔτος 1897 προβλεπομένας δαπάνας ὑπὲρ τῆς δημο-
3741τικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν δημοσίων ἔργων, διαθέσωμεν ταύτας
3742πρὸς στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας. Καὶ διὰ πόσον καιρὸν
3743θέλετε νὰ διατεθῶσι τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ-
3744τον; Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ἅπαξ βελτιοῦντες τὰ τῆς στρατιωτικῆς
3745συντάξεως τῆς χώρας διά τινα ἔτη, θέλετε ἐπιτύχει ἐν τῷ
3746διαστήματι τούτῳ τὴν λύσιν ὅλων τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων,
3747τῶν ἀφορώντων τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἵνα μετὰ
3748τοῦτο ἐπανέλθητε εἰς τὴν μέριμναν τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκείνων,
3749ἀφ’ ὧν ἐστερήσατε τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς προαγω-
3750γῆς αὐτῶν; Ἂν θέλετε νὰ παρασκευάσητε στρατιωτικῶς τὴν
3751χώραν, ὡς ἔχετε καθῆκον, θὰ πράξητε τοῦτο δι’ ἰδίων πό-
3752ρων. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπηρετήσω, ὡς τμηματάρχης τοῦ
3753προσωπικοῦ, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπὸ τὸν
3754σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς νῦν Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1890 ἕως
37551892· τότε συνέταξα ἴδιον νομοσχέδιον περὶ συστάσεως εἰδι-
3756κοῦ ταμείου ὑλικοῦ στρατοῦ, δι’ οὗ θὰ ἐθεραπεύοντο αἱ ἑκά-
3757στοτε παρουσιαζόμεναι ἀνάγκαι καὶ περὶ ὧν δὲν εἶναι δυνα-
3758τὸν νὰ προνοῇ ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Οἱ
3759πόροι τοῦ ταμείου τούτου, βάσιν ἔχοντες τὰς προσόδους τὰς
3760προερχομένας ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου
3761καὶ ἀνερχομένας εἰς τὸ ποσὸν τοῦ 1,700,000 περίπου δραχ-
3762μῶν, καὶ ἑτέρας ἐπιπροσθέτως διατεθείσας ὑπὲρ τοῦ αὐτοῦ σκο-
3763ποῦ, θὰ ἐχρησίμευον πρὸς ἀνανέωσιν τοῦ φθειρομένου ὁπλι-
3764σμοῦ καὶ ἀντικατάστασιν αὐτοῦ, ὁσάκις ἡ πρόοδος τῶν στρα-
3765τιωτικῶν ἐπιστημῶν θὰ ἐπέβαλλεν ἀναποφεύκτως τὴν τοιαύτην
3766μέριμναν.
3767Καθ’ ἑκάστην συζητεῖται καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
3768ἀναφέρεται περὶ τῆς ἀνάγκης τελειοτέρου ὀργανισμοῦ τοῦ
3769στρατοῦ, ἀλλ’ ὀργανισμὸς θὰ εἴπῃ τακτοποίησις ὑπαρχόντων
3770πραγμάτων, διὰ δὲ τῆς νῦν στρατολογίας δὲν λαμβάνομεν
3771κατ’ ἔτος, εἰμὴ μόνον 6,500 ἕως 7,000 ἀνδρῶν πρὸς ἐκγύ-
3772μνασιν, οὕτω δὲ ὁλόκληρος ἡ ἐφεδρεία ἀποτελεῖται ἐξ 60 τὸ
3773πολὺ χιλιάδων ἀνδρῶν· ὑπολογίσατε ἤδη τὰς ἐπερχομένας
3774ἐξαιρέσεις, τοὺς θανάτους, τὰς ἀναποφεύκτους ἀπαλλαγὰς,
3775καὶ θὰ πεισθῆτε, ὅτι καλοῦντες αὐτὴν δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ
3776παρατάξητε οὔτε 45,000 ἀνδρῶν. Καὶ ποῦ θέλετε νὰ ἀπέλ-
3777θωσιν αἱ 45 αὗται χιλιάδες; κατὰ τίνος ἐχθροῦ θέλουσιν
3778ἀντεπεξέλθει καὶ ποίας τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν τῆς Ἑλ-
3779λάδος, τιθεμένης ἐν πολέμῳ, θέλουσι θεραπεύσει; Ἄφετε κατὰ
3780μέρος ὅλα ἐκεῖνα τὰ τεχνάσματα, δι’ ὧν φαντάζονταί τινες
3781ὅτι διεξάγονται ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον οἱ πόλεμοι, ἢ ὅτι ἀπο-
3782στέλλοντες δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ σωματίδια στρατοῦ θὰ ἐπιτύ-
3783χητέ τι γενναῖον. Θὰ ἀντιπαρατάξητε στράτευμα μέγα καὶ
3784ἑνιαῖον, τὸ ὁποῖον θ’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ἐχθρικὸν, ὅπερ ἐπίσης,
3785ὁμοίως προελαῦνον, θὰ ἐπιζητήσῃ τὸ ταχύτερον, εἰσελαῦνον
3786εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν, νὰ περατώσῃ πόλεμον, οὗτινος παρα-
3787τεινομένου, καὶ ἂν νικᾷ, πάλιν ὄλεθρον θέλει ἐπιφέρει τῇ
3788Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ, διότι γνωστὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῶν
3789Ἀνατολικῶν πραγμάτων. Ἡ μόνη ἀμφιβολία, ἥτις ἀπομένει
3790ἡμῖν, εἶναι μόνον, ἐὰν ἡ βλάβη ταύτης ἔσται πρὸς ὄφελος τῆς
3791Ἑλλάδος. Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι, καὶ ἂν εὕρωμεν στιγμὴν,
3792καθ’ ἣν τὸ τουρκικὸν στράτευμα ἔσεται ἠσχολημένον ἐν ἄλ-
3793λοις μέρεσιν, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς θ’ ἀντιμετωπίσῃ μικρὰν
3794τουρκικὴν δύναμιν. Εἰς τὰς ἰδίας λοιπὸν δυνάμεις στηριχθῆτε,
3795προκειμένου ν’ ἀντιμετωπίσητε τοιοῦτον κίνδυνον ἐθνικὸν, καὶ
3796ἂν θέλητε νὰ ὦμεν σοβαροὶ, παρασκευάσατε τὰς στρατιωτι-
3797κὰς ἡμῶν δυνάμεις ἐπαρκῶς.
3798Ὑπάρχουσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ὅπως καταθρυμματισθῇ ἡ
3799δύναμις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐν τῇ κρισίμῳ δὲ διὰ τοῦτον στιγμῇ
3800εὑρεθῇ ἡ Τουρκία ἀπηλλαγμένη πάσης μερίμνης καὶ πρὸς τὰ
3801Σερβικὰ καὶ πρὸς τὰ Βουλγαρικὰ καὶ πρὸς τὰ Ῥωσσικὰ
3802αὐτῆς σύνορα.
3803Ἐπανερχόμενος λέγω, ὅτι πρέπει νὰ δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ
3804ἀντιπαρατάξῃ τοὐλάχιστον 70,000 στρατοῦ· δὲν νομίζω δὲ
3805τοῦτο ἀδύνατον. Ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀῤῥένων εἰσὶν ἐγγε-
3806γραμμένοι ἄνδρες καλούμενοι εἰς στράτευσιν περὶ τὰς εἴκοσιν
3807ἕως εἴκοσι πέντε χιλιάδας κατ’ ἔτος. Εἰς πάντα τὰ εὐρωπαϊκὰ
3808Κράτη αἱ ἐξαιρέσεις λόγῳ ἀνικανότητος καὶ αἱ ἀπαλλαγαὶ
3809ἕνεκα οἰκογενειακῶν λόγων δὲν ὑπερβαίνουσι τὸ ἓν τρίτον τῶν
3810κληρουμένων, ἑπομένως εἰς ἡμᾶς ἐπιβάλλεται νὰ ἐκγυμνάσω-
3811μεν τὰ ἕτερα δύο τρίτα, ἤτοι περὶ τὰς 15,000 ἀνδρῶν
3812καθ’ ἕκαστον ἔτος· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ διατηρήσητε τούτους ὑπὸ
3813τὰς σημαίας 24 μῆνας, ἀρκεσθῆτε εἰς 15 μόνον μῆνας, οὕ-
3814τως ὥστε οἱ καθ’ ἕκαστον ἔτος προσερχόμενοι ἐπὶ τρεῖς μῆνας
3815νὰ συνυπηρετῶσι μετὰ τῶν ἤδη ἐκγεγυμνασμένων, οἵτινες θέ-
3816λουσι μεταδώσει τοῖς νεοσυλλέκτοις τὰς παραδόσεις καὶ τὸ
3817στρατιωτικὸν πνεῦμα, ὅπερ ἀπαραίτητον διὰ τὴν ταχυτέραν
3818ἀφομοίωσιν.
3819Οὕτω, ἀντὶ τῶν 7,500 ἀνδρῶν, οὓς ἐκγυμνάζετε κατ’ ἔτος,
3820δύνασθε διὰ τῆς αὐτῆς δαπάνης νὰ ἐκγυμνάσητε πλείονας,
3821ἤτοι 11,500 ἄνδρας, διὰ τῆς δαπάνης, εἰς ἣν σήμερον ὑπο-
3822βάλλεσθε διὰ τοὺς ἐννέα ὑπολειπομένους μῆνας μέχρι τῶν 24
3823μηνῶν. Ἐὰν δ’ ἐπαυξήσητε κατὰ ἓν μόνον ἑκατομμύριον καὶ
3824διακοσίας χιλιάδας δρ. τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφο-
3825μένην ἑκάστοτε δαπάνην πρὸς ἐξάσκησιν τῶν 3,500 ὑπολειπο-
3826μένων ἐξ ἑκάστης ἐνιαυσίου κληρώσεως, ἔχετε 150,000 ἀνδρῶν
3827ἐκγεγυμνασμένων ἐν ἐφεδρείᾳ, ἐξ ὧν ἐν ὥρᾳ πολέμου θέλετε συμ-
3828πληρώσει τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἣν ἐθεώρησα ἀναγκαίαν, ὅπως
3829ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἐχθρικὰς δυνάμεις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ παρατα-
3830κτὸς μόνον στρατὸς ἐν ἑνὶ μέρει, περὶ οὗ πρέπει νὰ μεριμνήσητε,
3831καὶ οὐδέποτε πρέπει νὰ ὑπολάβητε, ὅτι ἐκ τῆς ἐφεδρείας σας
3832θέλει ὑπολειφθῆ περίσσευμα, διότι γνωστὸν εἶναι ποῖαι μετα-
3833βολαὶ ἐπέρχονται ἐν μιᾷ δεκαετίᾳ, ποῖα τὰ ὅρια, ἐν οἷς περι-
3834κλείεται ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἐφεδρείας.
3835Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ζητῶμεν, ἵνα ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ
3836τὰ πάντα συντελεσθῶσι. Διοικητικὰ εἶναι τὰ μέτρα ἐκεῖνα,
3837δι’ ὧν ὁ στρατὸς θέλει ἐπαρκέσει, ἐὰν ἐντὸς ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν
3838προσεχῶς ἤθελε κληθῆ πρὸς δρᾶσιν· ἐὰν ὅμως θέσητε ὡς
3839πρόγραμμα, ὅτι οὐδεμία ἡμέρα πρέπει νὰ ἀπολεσθῇ διὰ τὴν
3840στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, ἄρξασθε ἀπὸ τοῦδε τρο-
3841ποποιοῦντες τὸν περὶ στρατολογίας νόμον, θεμελιοῦντες οὕτω
3842τὴν βάσιμον ἐλπίδα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θέλει ἀποκτήσει στρα-
3843τὸν ἀντάξιον τοῦ δι’ ὃν προορίζετε τοῦτον σκοπόν.
3844Προσθέτω ἤδη, ὅτι, ἀφοσιουμένου τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατεύ-
3845ματος εἰς τὸ κύριον αὐτοῦ ἔργον, καὶ ἀπαλλασσομένου ὅλων
3846ἐκείνων τῶν ὑπηρεσιῶν, αἵτινες ἀπομακρύνουσιν αὐτὸ ἀπὸ
3847τούτου, καὶ συμπληρουμένης τῆς χωροφυλακῆς, δι’ ἣν ἐπι-
3848βάλλεται πρόσθετός τις δαπάνη, θὰ δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς,
3849ἔχουσα ἐπαρκὲς στράτευμα, νὰ ἐπωφεληθῇ τῶν πολιτικῶν
3850ἐκείνων περιστάσεων τῆς Ἀνατολῆς, αἵτινες, ἐμβριθῶς κρι-
3851νόμεναι, ἤθελον θεωρηθῆ ὡς αἱ ἁρμόζουσαι πρὸς πραγμάτω-
3852σιν τῶν δικαίων πόθων παντὸς Ἕλληνος.
3853Δὲν ἐννοῶ διατὶ οἱ μέχρι τοῦδε λαβόντες τὸν λόγον ἐκ
3854τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τάσσουσιν ἐν Κρήτῃ τὸ
3855πεδίον τοῦ πολέμου, καὶ ἐκεῖ ἐπεθύμουν, ἵνα ἡ παροῦσα Κυ-
3856βέρνησις διὰ τῆς πολιτικῆς της εἶχεν ἀγάγει τὸν πόλεμον·
3857διότι δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλητε, ὅτι πιθανώτατον ἦτο ἡ
3858Ἑλλὰς, μετερχομένη πολιτικὴν, οἵαν ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπο-
3859δεικνύει, νὰ ἦγεν εἰς ἄφευκτον πόλεμον· προκειμένου δὲ περὶ
3860πολέμου, ἀπορῶ πῶς τοῦτον τάσσουσιν ἐν Κρήτῃ.
3861Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς θέλῃ νὰ προβῇ εἰς πράξεις, αἵτινες προ-
3862καλοῦσι τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, ἰδοὺ ἡ Μακεδονία,
3863ἡ χώρα ἐκείνη, ἀφ’ ἧς οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν πρέπει νὰ ἀποστρέ-
3864ψωμεν τὴν προσοχήν μας. Δὲν βλέπω διατὶ θέλετε νὰ προ-
3865καλέσητε τὸν πόλεμον ἐν Κρήτῃ· ἐκεῖ ὁ πόλεμος εἶναι δυσχε-
3866ρὴς, καὶ δὲν ἔχει παρὰ τοπικὴν μόνον σημασίαν. Ἐγὼ βε-
3867βαιῶ ὑμᾶς, ὅτι τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν θὰ κηρύξητε τὸν πό-
3868λεμον κατὰ τῆς Τουρκίας ἐν Μακεδονίᾳ, πέντε καὶ δέκα
3869χιλιάδες Κρητῶν θὰ σπεύσωσιν ἀγωνιζόμενοι ἐκεῖσε μεθ’
3870ἡμῶν, ὅπου νικῶντες θέλετε ἐπιβάλει τὸν νόμον εἰς τὸν
3871ἀντίπαλον, δι’ οὗ οὐχὶ μόνον θέλει κριθῆ ὁριστικῶς ἡ τύχη
3872τῆς χώρας ἐκείνης, ἐν ᾗ θέλετε στήσει τρόπαια νίκης, ἀλλὰ
3873καὶ πάσης ἄλλης χώρας Ἑλληνικῆς.
3874Συντόμως ὑπέδειξα ὑμῖν, κύριοι Βουλευταὶ, πῶς θεωρῶ,
3875ὅτι πρέπει νὰ πορισθῶμεν τὸ ἀπαιτούμενον χρῆμα καὶ τοὺς
3876ἀναγκαιοῦντας ἄνδρας πρὸς συγκρότησιν ἀξιομάχου δυνά-
3877μεως. Τὴν δύναμιν ὀργανώσατε οὐχὶ πολυτελῶς, ἀλλὰ μετὰ
3878φειδοῦς· περικόψατε περιττὰς θέσεις, καὶ μεριμνήσατε περὶ
3879ἐκείνων, αἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν καλὴν διοίκησιν στρα-
3880τεύματος, χρησιμοποιήσατε δὲ ἅπαν τὸ ὑπάρχον ὑλικὸν βαθ-
3881μοφόρων, διότι οὗτοι δὲν παρασκευάζονται, οὐδὲ δημιουρ-
3882γοῦνται ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ.
3883Ταῦτα νομίζω ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ὑμῖν. Ὅσον δὲ
3884ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν ζήτημα, ὅπερ μὲ ἔφερεν ἐπὶ τοῦ βή-
3885ματος, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κυθήρων Βουλευ-
3886τὴν νὰ μὴ θεωρήσῃ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, ὅπερ ἐμνημόνευσα,
3887τὸ ἀσεβῶς ἀποφαινόμενον περὶ προσώπων σεβαστῶν, ὡς
3888ἄξιον οὐδεμιᾶς μνείας, ἀφοῦ τοῦτο στερεῖται πάντων τῶν
3889γνωρισμάτων γνησίου ἐγγράφου, τῶν συντακτῶν αὐτοῦ ἰδιο-
3890ποιουμένων τὰ δικαιώματα τῆς Ἐπαναστατικῆς τῶν Κρη-
3891τῶν Συνελεύσεως, ἥτις πολὺ πρότερον εἶχε κηρύξει τὴν λῆξιν
3892τῶν ἐργασιῶν της. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
3893§113ΣΤΑΗΣ. Λυποῦμαι διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος παρε-
3894ξηγεῖ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Ἐγὼ εἰς προσωπικὰ δὲν θὰ
3895καταβιβάσω τὸ ὑψηλὸν ζήτημα τῆς Κρήτης, ὀφείλω ὅμως
3896νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου
3897συναδέλφου, ὡς πρὸς τὰ τῆς ἐνεργείας τῆς Κεντρικῆς Ἐπι-
3898τροπῆς, ὅτι τὴν πρώτην ἀποστολὴν πολεμοφοδίων πρὸς τοὺς
3899ἀγωνιζομένους ἐν Κρήτῃ ἀδελφοὺς ἀπέστειλεν ἡ Ἐθνικὴ
3900Ἑταιρία, καὶ ὄχι ἡ Κεντρικὴ Ἐπιτροπή.
3901§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλσαμάκης ἔχει τὸν λόγον.
3902§115ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ διακό-
3903ψωμεν.
3904§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος.
3905§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι! νὰ
3906ἐξακολουθήσωμεν.
3907§118ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ διακό-
3908ψωμεν ἐπὶ μίαν ὥραν, διὰ νὰ φάγωμεν.
3909§119ΣΤΑΗΣ. Εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα συνεχῶς ἐργαζόμενοι, ἄνευ
3910διακοπῆς, ἀπὸ τῆς 4ης ὥρας μ. μ. μέχρι τῆς 10ης. Ἐὰν
3911ἐπρόκειτο νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις τὴν ἑσπέραν ταύτην, βεβαίως
3912ἠδυνάμεθα νὰ παραμείνωμεν καὶ μίαν καὶ δύο ἀκόμη ὥρας·
3913ἀλλὰ πρόκειται νὰ ὁμιλήσωσιν ἀκόμη 4 ἢ 5 συνάδελφοι.
3914§120ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τοὺς ἀκούομεν.
3915§121ΣΤΑΗΣ. Πρέπει νὰ διευθύνῃ τὰς ἐργασίας μας ἡ καλὴ
3916πίστις, ἧς ἄνευ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν. Ἀλη-
3917θῶς χθὲς ἀπεφασίσθη νὰ τελειώσῃ σήμερον ἡ συζήτησις ἐπὶ
3918τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς συνετελέσα-
3919μεν εἰς τὸ νὰ ἄρξηται ἐπ’ αὐτοῦ ἡ συζήτησις εὐθὺς ὡς κατηρ-
3920τίσθη ἡ ἀπαρτία, χωρὶς οὐδεμία ἐπερώτησις νὰ γένηται, ἐνῷ
3921ὑπάρχουσι σπουδαῖα ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠδύναντο
3922νὰ ὑποβληθῶσιν ἐπερωτήσεις. Ἀκριβῶς δὲ τὴν 4 καὶ ½
3923εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, συμφωνήσαντες πάν-
3924τες οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, οὐδεμία νὰ γένηται ἐπερώτησις,
3925ἵνα περατωθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητή-
3926ματος συζήτησις. Ἀλλ’ ἤδη ἐδήλωσαν καὶ ἕτεροι συνάδελφοι,
3927ὅτι θὰ ὁμιλήσωσιν, ὁ κ. Δεληγεώργης, ὁ κ. Φλέσσας, ὁ κ.
3928Βαλσαμάκης. Πλὴν τούτου δὲ ὡμίλησεν ὁ κ. Λιμπρίτης, ὁ
3929ὁποῖος δὲν ἦτο ἐγγεγραμμένος. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν
3930νὰ περατωθῇ σήμερον ἡ συζήτησις. Ἐὰν ὅμως θέλητε νὰ
3931διεξαγάγητε τὴν συζήτησιν μόνοι σας, τότε προχωρήσατε.
3932§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὁρίστε, κύ-
3933ριε Βαλσαμάκη.
3934§123ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Περὶ καθηκόντων καὶ ὑποχρεώσεων
3935τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπέ-
3936ναντι τῶν Κρητῶν καὶ πάντων τῶν δούλων ἡμῶν ἀδελφῶν
3937συμφωνοῦμεν πάντες· οὐδεμία διαφωνία ὡς πρὸς τοῦτο
3938μεταξὺ ἡμῶν ὑπάρχει, καὶ κατὰ συνέπειαν ὅ,τι περὶ τού-
3939του ἐλέχθη, πᾶν ὅ,τι ἀνεφέρετο εἰς τὰ κατορθώματα τῶν
3940ἀδελφῶν ἡμῶν Κρητῶν καὶ εἰς τὰς ἡρωϊκὰς πράξεις αὐτῶν,
3941νομίζω ὅτι ἠκούσθη μετ’ εὐχαριστήσεως παρὰ πάντων ἡμῶν·
3942οὐχ ἧττον ὅμως ἡ ἐπανάληψις ἠδύνατο νὰ λείψῃ.
3943Ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις
3944πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς Κρῆτας; Τοιοῦτον εἶναι τὸ προβληθὲν
3945ζήτημα παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
3946Ἡγέτης σπουδαίας μερίδος ταῦτα μᾶς ἔλεγεν, ὅτι τὴν
3947στιγμήν, καθ’ ἣν ἠκούσθησαν τὰ ἐν Χανίοις λαβόντα χώραν,
3948μία φωνὴ ἠκούσθη καὶ μία γνώμη ἠκούσθη μεταξὺ πάντων
3949καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος: ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ
3950ἐξαποστείλῃ τὸν στόλον της ἀμέσως εἰς τὴν Κρήτην. Καὶ
3951ἀληθῶς, Κύριοι, τοιαύτη γνώμη ὑπῆρξε καὶ τοιαύτη ἠκού-
3952σθη φωνή. Ἀλλὰ δὲν ἦτο αὐτὴ καὶ μόνη. Ἠκούσθη καὶ ἑτέρα
3953φωνή, καὶ ὑπεστηρίχθη καὶ ἑτέρα γνώμη, ἀντίθετος τῆς
3954πρώτης, διότι ὑπῆρξε καὶ ἡ γνώμη, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ
3955Κυβέρνησις, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκετο
3956τὸ Κράτος, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διετέλει
3957ἡ Εὐρωπαϊκὴ διπλωματία, ἐξαπέστελλε τὸν στόλον της εἰς
3958Κρήτην, ἴσως τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦσαν ἐπιβλαβῆ, καθ’
3959ὅσον ἀφορᾷ τὴν λύσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Τὴν γνώ-
3960μην ταύτην, Κύριοι, ἐξέφρασα καὶ ἐγὼ εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς, καὶ
3961τὴν γνώμην ταύτην ἐξηκολούθησα νὰ ἔχω μέχρι σήμερον,
3962διότι καὶ τὰ ἐπελθόντα γεγονότα ἐπεκύρωσαν τὴν γνώμην
3963ταύτην. Τὰ ἐπελθόντα γεγονότα κατέδειξαν, ὅτι ἡ Ἑλλη-
3964νικὴ Κυβέρνησις, καλῶς ἐκτιμήσασα τὰς περιστάσεις, ἔπρα-
3965ξεν ὅ,τι τὸ ἑαυτῆς καθῆκον ἐπέβαλλεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων
3966καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῆς Κρήτης, καὶ ἐὰν τὴν
3967σήμερον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ἐπετεύχθη, βεβαίως ὀφείλεται
3968καὶ εἰς τὴν πρόνοιαν καὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυ-
3969βερνήσεως.
3970Ἐπερίμενα τὴν συζήτησιν, τὴν ἐγερθεῖσαν παρὰ τῆς Ἀντι-
3971πολιτεύσεως, καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχεν ἐκ
3972τῶν μέχρι τοῦδε γεγονότων σχηματίσει τοιαύτην γνώμην.
3973Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐπίκουρος τῆς γνώμης ταύτης προσῆλθεν ὁ
3974προτελευταῖος προαγορεύσας, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κυθή-
3975ρων, ὅστις, πρὸς συμπλήρωσιν τῶν μέχρι τοῦδε παρὰ τῶν
3976ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπικαλεσθέντων, ἐπεκαλέσθη
3977τὰς ἰδίας αὐτοῦ πληροφορίας· ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ
3978κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων οὐδὲν ἄλλο ἦσαν ἢ μαρτυρίαι οὐχὶ ἐξ
3979ἰδίας ἀντιλήψεως, ἀλλὰ συλλεχθεῖσαι καθ’ ὅλον τὸ διά-
3980στημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διήρκεσε τὸ Κρητικὸν ζήτημα, παρ’
3981ἄλλων προσώπων, καὶ τὰς ὁποίας ἀφῆκεν εἰς τὰς κρίσεις σας.
3982Ὅταν δέ τις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπε-
3983καλεῖτο τὰς μαρτυρίας ταύτας, καὶ τὰ συμπεράσματα, τὰ
3984ὁποῖα ἐξήγαγεν, ἐκ τῶν προτέρων πείθεται, ὅτι...
3985§124ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν δέχηται
3986τὴν ἀναβολὴν ἢ ὄχι.
3987§125ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μὴ διακό-
3988πτετε!
3989§126ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω πρότασιν, ὑποστη-
3990ριζομένην συμφώνως τῷ Κανονισμῷ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν.
3991§127ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Μὴ διακόπτετε! Ὅταν ὡμιλῆτε σεῖς,
3992οὐδεὶς σᾶς διέκοψε (Διάλογοι, ἀντεγκλήσεις).
3993§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ὑπεβλήθη πρότασις ἀναβολῆς, πρέ-
3994πει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
3995§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ δύνα-
3996ται ἀγορεύοντος τοῦ ῥήτορος νὰ ὑποβληθῇ τοιαύτη πρό-
3997τασις;
3998§130ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἂς φέρουν ἔν-
3999στασιν μὴ ἀπαρτίας.
4000§131Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Συνέβη καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον δυσ-
4001χεραίνει τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Δεληγεώργης εἶχε ζητήσει τὸν
4002λόγον.
4003§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλσαμάκης εἶχε ζητήσει τὸν λό-
4004γον πρὸ τοῦ κ. Δεληγεώργη.
4005§133Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔρχεται ὡς ἀντι-
4006λέγων. Ὡμίλησεν ὁ κ. Λυμπρίτης.
4007§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λυμπρίτης ὡμίλησεν ἐπὶ προσωπι-
4008κοῦ ζητήματος.
4009§135Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄπορον εἶναι, πῶς ἐγείρονται
4010τοιαῦτα ζητήματα, καθ’ ἣν ὥραν ἀγορεύει ὁ ῥήτωρ!
4011§136ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τὸ 29 ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ πρό-
4012τασις περὶ ἀναβολῆς ὑποβάλλεται ἀνὰ πᾶσαν στάσιν παντὸς
4013ζητήματος, ἀρκεῖ μόνον νὰ ὑποστηρίζηται παρὰ 10 Βου-
4014λευτῶν. Ἡ πρότασίς μου ὑποστηρίζεται· ἄρα κατὰ τὸν Κανο-
4015νισμόν, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἀληθῶς ἐφαρμόζετε
4016μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας, πρέπει νὰ ἐρωτήσητε τὴν
4017Βουλήν.
4018§137ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ὄχι ὅμως νὰ διακόπτητε τὸν ἀγορεύοντα
4019καὶ νὰ ὑποβάλλητε τοιαύτην πρότασιν.
4020§138ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐπιθυμοῦμεν ὅλοι ν’ ἀκούσωμεν μετὰ προσο-
4021χῆς τοῦ ἐκ Κραναίας ἀξιοτίμου συναδέλφου, διότι γνωρίζο-
4022μεν τὰς γνώσεις του καὶ τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιχύσῃ
4023ἐπὶ τοῦ ζητήματος· σᾶς ὀμνύομεν ὅμως, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς
4024θέσιν ν’ ἀντιληφθῶμεν· ἐκουράσθημεν. Νομίζω ὅτι θέλετε νὰ
4025ἐξασκήσητε βίαν, ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει.
4026§139ΣΤΑΗΣ. Ν’ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην σας, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ
4027τῆς προτάσεώς μου.
4028§140Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶπε χθὲς σαφῶς καὶ
4029ὡρισμένως, ὅτι τὸ ζήτημα θὰ τελειώσῃ σήμερον τὸ ἑσπέρας,
4030ἐπὶ τῇ βεβαιώσει δὲ ταύτῃ, ἐδέχθη χθὲς τὴν ἀναβολὴν ὁ κ.
4031Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας.
4032Σήμερον, εὐθὺς ὡς ἤρξατο ἡ συνεδρίασις, οὐδεμία ἐγένετο
4033ἐπερώτησις, καὶ ἀμέσως εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
4034ταξιν· πρῶτος κατέλαβε τὸ βῆμα ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιότι-
4035μος Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἀπήγγειλε, κατὰ τὸ σύνηθες,
4036πολλά, ὁμιλήσας περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων. Διατὶ, κύριοι
4037συνάδελφοι, δὲν τὸν ἐπανεφέρατε εἰς τὸ θέμα; ἐπεριμένατε
4038νὰ τὸ πράξωμεν ἡμεῖς; ἔπρεπε νὰ εἴχετε τὸ θάῤῥος νὰ τὸ
4039πράξητε σεῖς.
4040§141ΚΡΙΤΣΑΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἤμεθα ἡμεῖς οἱ ἁρμόδιοι νὰ
4041ἐπιβάλωμεν σιγὴν εἰς τὸν ἐκ Παρνασσίδος ἀξιότιμον Βουλευ-
4042τήν. Ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἠδύνατο νὰ
4043ἔχῃ τὴν ὄρεξιν νὰ ὁμιλῇ μέχρι τῆς πρωΐας. Ἡμεῖς, εὐλαβεῖς
4044πρὸς τὸν Κανονισμὸν καὶ τὴν τάξιν κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς
4045Βουλῆς, νομίζομεν ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ ἀκροασθῶμεν καὶ
4046ἐκείνου καὶ παντὸς ἄλλου. Ἀλλ’ ὁμολογοῦμεν, ὅτι τὴν στιγ-
4047μὴν ταύτην κατέστημεν ἀνίκανοι νὰ ἀκροασθῶμεν. Θέλετε
4048νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν βάσανον τὸν κύριον Βαλσαμάκην νὰ
4049ὁμιλῇ, ἡμῶν χασμωμένων; Ἄς ὁμιλήσῃ, δὲν ἔχομεν ἀντίῤ-
4050ῥησιν· ἓν ἔχομεν νὰ πράξωμεν, νὰ ἀπέλθωμεν, ἵνα κοιμη-
4051θῶμεν.
4052§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἠρώ-
4053τησε, ποία εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ Κανο-
4054νισμοῦ. Καθ’ ὅσον γνωρίζω, δὲν εἶναι συνήθεια ἐν τῷ Κοινο-
4055βουλίῳ νὰ ὑποβάλληται πρότασις περὶ ἀναβολῆς τῆς συζη-
4056τήσεως καθ’ ἣν ὥραν ἀγορεύει τις. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
4057Δὲν ἐνθυμοῦμαι παράδειγμα διακοπῆς ἀγορεύοντος διὰ τοιοῦ-
4058τον λόγον.
4059§143ΣΤΑΗΣ. Θέλω νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασίν μου καὶ νὰ
4060μὴ ἀφήσω αὐτὴν ἔκθετον, ἂν ὄχι εἰς τὰς προσβολὰς τῆς
4061λογικῆς, πάντως ὅμως εἰς τὰ τοῦ ἀστείου, διότι παρατηρῶ,
4062ὅτι περὶ ἀστείου πρόκειται. Τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Κανονισμοῦ
4063εἶναι σαφέστατον, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ τὸ ἀναγνώσω· ἐκ τῆς
4064ἀναγνώσεως δὲ θέλει καταδηλωθῆ, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ νόμου
4065εἶναι ἀκριβῶς ἀντίθετον πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ.
4066Πρόεδρος ἐξήνεγκε, διότι ἡ συνήθεια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
4067ἐπικρατήσῃ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον 29 τοῦ
4068ἐν ἰσχύϊ Κανονισμοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
4069«Πᾶσα πρότασις περὶ ἀναβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν
4070ἀντικειμένου, ἢ περὶ προτάξεως ἄλλων ἀντικειμένων ἐν τῇ
4071ἡμερησίᾳ διατάξει, δέον νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ δέκα ἄλλων
4072Βουλευτῶν...»
4073Ὡς πάντες ἠκούσατε, δὲν γίνεται μνεία ἐν τῷ Κανονισμῷ
4074οὔτε περὶ ἀγορεύοντος...
4075§144Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐφαρμόσητε, κύριε Πρόε-
4076δρε, τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει τὰς
4077διακοπάς.
4078§145ΣΤΑΗΣ... οὔτε ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀγορεύσεώς τινος,
4079ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ γενικῶς ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει καὶ ἀπαιτεῖ,
4080ἵνα ἡ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ὑποβαλλομένη πρότασις περὶ ἀνα-
4081βολῆς ἀντικειμένου ὑπὸ συζήτησιν ὑποστηρίζηται παρὰ
4082δέκα Βουλευτῶν. Ὅταν λέγῃ «ὑπὸ συζήτησιν», σημαίνει
4083ἀκριβῶς, ὅτι συζητοῦμεν, ὅτι ὁμιλοῦμεν, διότι ὅταν δὲν ὁμι-
4084λῶμεν, βεβαίως δὲν συζητοῦμεν. Εἶναι τόσον φανερὸν τοῦτο,
4085κ. Πρόεδρε, ὥστε διαβλέπω ἐν τῷ προσώπῳ σας ὅτι συναι-
4086νεῖτε.
4087§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συναινῶ. Μὲ ἠρωτήσατε ποία εἶναι
4088ἡ γνώμη μου.
4089§147ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ εὐλαβοῦμαι πολὺ τῆς γνώμης σας, τὴν
4090ὁποίαν ὅμως δὲν ἤκουσα ἐπὶ τοῦ 29 ἄρθρου, τὴν ἤκουσα ἐπὶ
4091τῆς συνηθείας. (Διάλογοι).
4092Ἡμεῖς ἔχομεν ὅλοι τὴν καλὴν διάθεσιν νὰ συντρέξωμεν εἰς
4093τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, εἴμεθα προ-
4094θυμότατοι, ἀλλὰ διὰ τῆς παρακαίρου ἐπιμονῆς καὶ τῶν
4095ἀντεγκλήσεων δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπός, ὃν πάντες ἐπιδιώ-
4096κομεν.
4097§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται
4098περὶ ζητήματος τάξεως, ἔχω δὲ καθῆκον νὰ μετάσχω τῆς συ-
4099ζητήσεως. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι σα-
4100φής, ἐπιτρέπουσα κατὰ πᾶσαν στάσιν τῆς συζητήσεως νὰ γί-
4101νηται πρότασις ἀναβολῆς, στάσις δὲ συζητήσεως εἶναι εὐθὺς
4102ὡς διαδέχεται ὁ εἷς τὸν προαγορεύσαντα ῥήτορα. Θέλετε νὰ
4103σᾶς πείσω διὰ τοῦ ἀντιθέτου, διὰ τοῦ ἀτόπου; Εἶχε δικαίωμα
4104ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων νὰ προσέλθῃ ἐνταῦθα καὶ ὑποβάλῃ
4105πρότασιν ἀναβολῆς καὶ διακόψῃ τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος ῥή-
4106τορα; Ὁ Κανονισμὸς ἀπαγορεύει τὰς διακοπὰς, ἐὰν δ’ ἐτί-
4107θετο ὁ Κανονισμὸς ἐν ἐφαρμογῇ, προσῆκε νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ
4108διακοπὴ αὐτοῦ, τότε δὲ πῶς ἤθελε δυνηθῆ νὰ προτείνῃ τὴν
4109πρότασιν τῆς ἀναβολῆς; Ἡ ἔννοια τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι σα-
4110φής. Ἄς ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας ἐξη-
4111κολούθει νὰ ἀγορεύῃ, καὶ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἐζή-
4112τει: «Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὁμιλήσω»· δὲν ἠθέ-
4113λετε εἰπεῖ αὐτῷ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπονται αἱ διακοπαί; Ἀφοῦ δὲ
4114δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ, πῶς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ
4115ὑποβάλῃ πρότασιν ἀναβολῆς; Τὰ πράγματα εἶναι εὐκρινῆ.
4116Ἀφοῦ καταβῇ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας τοῦ βήματος,
4117δύναται πᾶς ὁ βουλόμενος νὰ προβάλῃ πρότασιν ἀναβολῆς·
4118οὐδεὶς ἀντιλέγει. Ἀλλ’ ἀγορεύοντος τοῦ κ. Βουλευτοῦ, δὲν ἐπι-
4119τρέπεται νὰ ἀφήνηται εἰς τὴν διάκρισιν παντὸς Βουλευτοῦ νὰ
4120διακόπτῃ αὐτὸν, νὰ προβάλλῃ πρότασιν ἀναβολῆς, διότι τοῦτο
4121εἶναι ἀθέτησις τῆς εὐλαβείας τῆς ὀφειλομένης πρὸς τὴν ἐλευ-
4122θερίαν τοῦ λόγου.
4123§149ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος τάξεως, καὶ
4124ὡς πρὸς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρόεδρος
4125τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, εἶναί τινες, οἱ
4126ὁποῖοι ἔχουσιν ἀντιθέτους γνώμας. Οὔτε ὥρα κατάλληλος
4127εἶναι, οὔτε θέλω νὰ συζητήσω περὶ τοῦ ἂν καλῶς ἢ κακῶς
4128ἡρμηνεύθη καὶ ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε ὁ Κανονισμὸς, ἢ ἂν
4129πρέπῃ οὗτος νὰ μεταβληθῇ, καὶ τὰ περὶ τοῦ προκειμένου
4130ζητήματος ἄλλως νὰ θεσπισθῶσιν· ἀλλ’ ὅ,τι συνήθως γίνεται
4131ἀφ’ ὅτου λειτουργεῖ ὁ Κανονισμὸς, δὲν εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον
4132ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξεν. Ἡ πρότασις
4133τῆς ἀναβολῆς δὲν ἐθεωρήθη συνήθως ὡς διακοπή. Διακοπὴ
4134θεωρεῖται, κατὰ τὴν κρατήσασαν μέχρι τοῦδε ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ
4135ἑρμηνείαν καὶ ἐφαρμογήν, τὸ παρεμβαίνειν ἐν τῇ συζητήσει,
4136καὶ μετέχειν τῆς συζητήσεως, καὶ ποιεῖσθαι ἐπανορθώσεις, καὶ
4137ἐπιφέρειν παρατηρήσεις πρὸς τὸν ὁμιλοῦντα. Ὅταν ὅμως
4138πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ ἔνστασις περὶ ἐλλείψεως ἀπαρτίας,
4139ἢ ἔνστασις περὶ ἀναβολῆς...
4140§150ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἄλλο αὐτό.
4141§151ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ...πάντοτε, ὅσον ἐνθυμοῦμαι,
4142τοῦτο δὲν ἐθεωρήθη ὡς διακοπὴ, ἀλλ’ ὡς πρότασις παρεμπί-
4143πτουσα, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐζητήθη ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς. Ἔχο-
4144μεν ἄπειρα παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἀπεφά-
4145σισεν ἀναβολὴν διὰ τὴν ἐπιοῦσαν καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁμι-
4146λίας ἀγορεύοντος, ὁ ὁποῖος ἐξηκολούθησεν αὐτὴν τῇ ἐπαύριον.
4147§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ συνεν-
4148νόησιν.
4149§153ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ εἴπητε, ἂν συνέ-
4150πιπτεν ὁ κ. Βαλσαμάκης νὰ ἦναι ἐκ τῶν ἰδιοφυϊῶν ἐκείνων,
4151τῶν ὁποίων τοσάκις ἐλάβομεν πεῖραν καὶ αἱ ὁποῖαι ἐπὶ ὥρας
4152πέντε καὶ ἓξ καὶ ὀκτὼ καὶ δέκα δύνανται νὰ κρατῶσι τὸ βῆ-
4153μα σκοπίμως, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, προκαλουμένη,
4154νὰ ἀναβάλῃ διὰ τὴν ἐπιοῦσαν συνεδρίασιν τὴν ἐξακολούθησιν
4155αὐτῆς τῆς διαθέσεως τῆς καταφανοῦς πρὸς σπατάλην χρόνου;
4156§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ στέργον-
4157τος τοῦ ῥήτορος;
4158§155ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τῇ ἀληθείᾳ, ἂν ἀπέστερ-
4159ξέ τις τοιαύτην πρότασιν καὶ ἀπόφασιν, εἴτε ἐκ τῶν εἰλικρι-
4160νῶς συζητούντων, εἴτε ἐκ τῶν κωλυσιεργούντων, δὲν μεσολαβεῖ
4161δὲ χρόνος νὰ ἀναζητήσω ἐν τοῖς πρακτικοῖς τοιαῦτα παρα-
4162δείγματα.
4163Ἀσχέτως ὅμως πρὸς τὰς παρατηρήσεις ταύτας, κύριε Πρόε-
4164δρε, ἂν καλῶς ἀντελήφθην, ἡ ἔκφρασις ἐπιθυμίας μεγάλης με-
4165ρίδος Βουλευτῶν, μετὰ πολλῆς προσοχῆς, μετὰ πολλῆς προση-
4166λώσεως τὴν συζήτησιν παρακολουθησάντων, ἐπὶ ὥρας συνα-
4167πτὰς ἕξ, ἡ ἔκφρασις τῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς παρακλήσεως
4168ταύτης ἐξεδηλώθη πρὶν ἢ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ κ. ἐκ Κρα-
4169ναίας συνάδελφος. Οὔτε προσεδοκᾶτο μάλιστα ἡ κλῆσις τοῦ κ.
4170ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ ἐπὶ τὸ βῆμα, διότι γνωστὸν εἶναι,
4171ὅτι χθὲς ἑσπέρας ἀνηγγέλθη, ὅτι ἐν τῇ σειρᾷ τῶν μελλόντων
4172νὰ ὁμιλήσωσι μετὰ τὸν κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴν ἦτο ὁ κ.
4173Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Εἶμαι, κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῶν
4174χθὲς τὸ ἑσπέρας παρακαλεσάντων τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ
4175Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς ἡγέτην τῆς πλειοψηφίας, νὰ
4176συναινέσῃ εἰς τὸ νὰ ἀναβάλωμεν διὰ σήμερον τὴν ἐξακολού-
4177θησιν τῆς συζητήσεως...
4178§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μόνον νὰ
4179ἀναβάλωμεν;
4180§157ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ... καὶ δηλωσάντων, ὅτι καθ’ ὅλους τοὺς
4181ὑπολογισμοὺς ὑμῶν ἤθελεν ἐντὸς τῆς σήμερον τελειώσει ἡ συ-
4182ζήτησις. Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ.
4183§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἴπο-
4184μεν. Ἐὰν δὲν ἦτο αὐτὸ, δὲν ἤθελον στέρξει οὔτε χθές.
4185§159ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, οὔτε θέλω ἀρνηθῆ
4186ποτέ τὴν ἀλήθειαν. Εἶμαι ἐκ τῶν παρακαλεσάντων χθὲς καὶ
4187ἐκ τῶν δηλωσάντων, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τελειώσῃ ἡ συζή-
4188τησις· καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν, καὶ ἡ διάθεσις ἡμῶν εἰς τὸ νὰ
4189πραγματοποιηθῇ ἡ ὑπόσχεσις, ἡ δοθεῖσα χθὲς, ἐξεδηλώθη ἀπὸ
4190τῆς ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως· εἴδετε σήμερον, ὅτι δὲν κατηνα-
4191λώθη ὥρα πρὸς ἐπερωτήσεις, ὅτι παρὰ πᾶσιν ἐπρυτάνευσεν ἡ
4192συναίσθησις τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ τελειώ-
4193σῃ σήμερον ἡ συζήτησις αὕτη. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ γνωρίζει, ὅτι
4194ἐπῆλθέ τι ἐντελῶς ἀπρόοπτον ἔξω τῶν ὑπολογισμῶν πάντων
4195ἡμῶν, ὅτι τις τῶν ἀγορευσάντων — δὲν θέλω νὰ κατακρίνω
4196τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνα-
4197πτύξῃ τὸ ζήτημα, — κατηνάλωσεν ὥραν τριπλασίαν ἴσως ἐκεί-
4198νης, τὴν ὁποίαν εὐλόγως πάντες ὑπεθέτομεν ὅτι πᾶς ὁ θέλων
4199νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως ταύτης ἤθελε καταναλώσει. Ἓν
4200ἄτοπον ἀπροσδόκητον ἐντελῶς.
4201Δεύτερον ἄτοπον: Ὁμιλοῦντος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων
4202Βουλευτοῦ καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ ἐζήτησέ
4203τις τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς προσωπικὸν ζήτημα, καὶ
4204ὑποθέτω ὅτι πρὸς τοῦτο κατηναλώθησαν, ἂν ὄχι ὁλόκληρος
4205ὥρα, ¾ τοὐλάχιστον ὥρας...
4206§160ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἕν τέταρτον.
4207§161ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ... χωρὶς κἂν νὰ ὁμιλήσῃ περὶ προσω-
4208πικοῦ ζητήματος. Ἠκούσαμεν συστήματα στρατιωτικὰ, θεω-
4209ρίας περὶ τοῦ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ κρείττων ἡ σύν-
4210ταξις τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώ-
4211ρας, πῶς πρέπει νὰ σχηματισθῶσι ταμεῖα εἰδικὰ καὶ νὰ
4212ἐξευρεθῶσιν εἰδικοὶ πόροι,—τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν ἀπετέλουν
4213ἀπάντησιν εἰς προσωπικὸν ζήτημα.— Τοῦτο ἦτο ἐκτροπὴ ἀπὸ
4214τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦτο ἦτο ἐκτροπὴ ἀπὸ τῆς τάξεως, ἥτις
4215πρέπει νὰ κρατῇ ἐν τῇ Βουλῇ. Αἱ ἀταξίαι κατηνάλωσαν
4216ὥραν ἀρκετὴν, καὶ ἤγαγον ἡμᾶς ἐδῶ.
4217§162ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Καὶ ὑμεῖς κατηναλώσατε περισσότεραν.
4218§163ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύ-
4219της δὲν ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ἀπὸ σκοποῦ ἐν-
4220τεῦθεν παρελκύονται αἱ συζητήσεις. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω,
4221παρακολουθήσας τὰς δώδεκα αὐτὰς συνεδριάσεις, ἀπὸ τῆς
4222ἀρχῆς μέχρι τῆς λήξεως αὐτῶν, ὅτι τοιαύτην τινὰ τάσιν
4223κατὰ τὰς δώδεκα αὐτὰς συνεδριάσεις δὲν εἶδον ἐντεῦθεν.
4224Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν διεῖδον καὶ καμμίαν ἀπόπει-
4225ραν ἐκεῖθεν πρὸς πίεσιν τῆς μειοψηφίας ἐκ μέρους τῆς πλειο-
4226ψηφίας, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ κριθῇ μετὰ
4227πείσματος ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευ-
4228τὴς ὑπέβαλε, νὰ πεισθῇ δὲ ἡ πλειοψηφία καὶ ὁ ἀξιότιμος
4229αὐτῆς ἡγέτης, ὅτι ὅ,τι ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς εἶπε καὶ
4230ὅ,τι ὁ κ. ἐκ Φθιώτιδος σαφέστερον ἀνέπτυξεν, εἶναι ἡ ἀληθὴς
4231ἐξήγησις τῆς παρακλήσεως αὐτῆς, τῆς γινομένης παρὰ τὰ
4232χθὲς συμφωνηθέντα, τὸ ὁμολογῶ, δικαιολογουμένως ὅμως ἐκ
4233τοῦ ὅτι ἐπῆλθέ τι ἐντελῶς ἀπρόοπτον, ἐπῆλθε θεομηνία
4234(γέλωτες) Εἶναι ἓξ ὧραι, κατὰ τὰς ὁποίας ἀτενῶς προση-
4235λωμένην τὴν προσοχὴν ἔχοντες ἀκούομεν. Πρὸ μιᾶς καὶ
4236ἡμισείας ὥρας προὐτάθη νὰ διακόψωμεν, ἵνα γευματίσωμεν
4237καὶ ἐπανέλθωμεν, χωρὶς οὔτε διακοπὴ νὰ γείνῃ, διὰ νὰ μὴ
4238χαθῇ ἡ ὥρα. Ὁμιλῶ μετὰ ἐπιμονῆς τινος ἐν τῇ πληρεστάτῃ
4239πεποιθήσει, ὅτι οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἐμφοροῦμαι
4240ὑπὸ πλαγίων σκέψεων.
4241§164Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε πει-
4242σθῆ διὰ τῶν βραχέων, τὰ ὁποῖα θέλω εἰπεῖ. Ἀφοῦ ὁ ῥήτωρ
4243λάβῃ τὸν λόγον παρὰ τοῦ Προέδρου καὶ ἄρξηται αὐτοῦ, οὔτε
4244ἡ πλειοψηφία οὔτε ἡ μειοψηφία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαι-
4245ρέσῃ ἀπὸ αὐτὸν τὸν λόγον. Μόνον ἓν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν
4246λόγον αὐτοῦ, ἡ βεβαίωσις ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
4247Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸν λόγον
4248ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Κραναίας. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς
4249Κραναίας συναινῇ νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀγόρευσίν του δι’ αὔριον,
4250μάλιστα, στέργομεν. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὁ κ. Βουλευτὴς Κραναίας
4251δὲν συναινεῖ εἰς τοῦτο, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν
4252ἐλευθερίαν αὐτοῦ, ἵνα ἀγορεύσῃ, καὶ ἐὰν δὲν ὑποστηρίξῃ ταύ-
4253την, ἀθετεῖ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. (Ἐπιδοκιμασίαι
4254ἐκ τῆς δεξιᾶς).
4255§165ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁρίστε, κύριε Βαλσαμάκη.
4256§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (πρὸς τὸν κ. Βαλσαμάκην).
4257Ἐὰν θέλητε νὰ ἀναβάλητε δι’ αὔριον, ἡμεῖς ἀποδεχόμεθα τὴν
4258γνώμην σας· ἀλλὰ δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ σᾶς ἀναγκάσωμεν
4259νὰ καταβῆτε ἀπὸ τοῦ βήματος.
4260§167ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐὰν οἱ κύριοι συνάδελφοι ἔχωσι τοιαύ-
4261την τινὰ ἐπιθυμίαν, ἐγὼ θέλω ἀποδεχθῆ τὴν ἐπιθυμίαν των.
4262§168ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐμπρός! ἐμπρός!
4263§169ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρ’ ὅλων ἐν γένει τῶν ἀξιοτίμων ῥη-
4264τόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπανελήφθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
4265εἶναι ἀξία μομφῆς, ἀξία καταδίκης, καὶ ὅτι μομφῆς ἄξιοι εἶναι
4266καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι δώσει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ψῆ-
4267φον, διότι, ὅτε ἔφθασεν ἡ εἴδησις περὶ τῶν λαβόντων χώραν
4268ἐν Χανίοις, δὲν ἐξαπέστειλεν ἀμέσως τὸν στόλον της. Τὴν
4269ἀποστολὴν τοῦ στόλου ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνή-
4270σεως ἐθεώρησαν πάντες ὡς λύσιν τοῦ ζητήματος, συμφώνως
4271ταῖς εὐχαῖς τοῦ ἔθνους ὅλου καὶ αὐτῆς τῆς Κρήτης. Καὶ
4272διατὶ, κύριοι συνάδελφοι, ἡ μὴ ἀποστολὴ τοῦ στόλου εἰς Κρή-
4273την ἐπέφερε τὸ ναυάγιον τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως τῆς
4274Κρήτης; καὶ κατὰ τί ἡ ἀποχὴ τοῦ στόλου ἔβλαψε τὸ ζή-
4275τημα; ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, ποῖα τὰ ἐπιχειρήματα ἢ τὰ γε-
4276γονότα τὰ ἐπικαλεσθέντα παρὰ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολι-
4277τεύσεως, διὰ νὰ πείσωσιν ὅτι πράγματι ἡ ἀποστολὴ τοῦ στό-
4278λου εἰς Κρήτην, ἡ ἐμφάνισις αὐτοῦ εἰς τὰ ὕδατα ἐκεῖνα ἤθε-
4279λεν ἐκ τῶν προτέρων ἐξασφαλίσει καὶ παγιώσει τὴν ἐθνικὴν
4280ἀποκατάστασιν τῆς νήσου Κρήτης;
4281Οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περιω-
4282ρίσθησαν εἰς αὐτὸ καὶ μόνον τὸ γεγονὸς τῆς ἀποστολῆς τοῦ
4283στόλου. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Βόλου συνάδελφος προέβη καὶ περαι-
4284τέρω· προσέθετο δηλ. ὅτι μεταβαίνων ἐκεῖ ὁ στόλος ἤθελεν
4285ἀποβιβάσει Ἑλληνικὸν στρατὸν, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἤθελε
4286καταλάβει τὴν νῆσον, καὶ μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς νήσου θὰ
4287εἴχομεν τετελεσμένον γεγονὸς πρὸς τὴν Εὐρωπαϊκὴν διπλω-
4288ματίαν, καὶ ἀπέναντι τοῦ τετελεσμένου γεγονότος ἤθελε κύψει
4289ἡ Εὐρώπη ἅπασα, τὸ ζήτημα τῆς ἀκεραιότητος ἤθελε πα-
4290ραγκωνισθῆ, αἱ Δυνάμεις, αἱ ὑποστηρίζουσαι τὴν ἀκεραιότητα
4291τῆς Τουρκίας, ἤθελον ἀποδεχθῆ καὶ ἤθελον ἀνακηρύξει τὴν
4292ἀνεξαρτησίαν. Τοιαύτη εἰκὼν, παριστανομένη παρὰ τοῦ κ. ἐκ
4293Βόλου συναδέλφου, καὶ θέλγει καὶ ἐνθουσιᾷ καὶ παρασύρει
4294συνάμα, ἀλλ’ ἔχει τὴν μεγίστην ἔλλειψιν, ὅτι εἶναι ἁπλῆ εἰκὼν,
4295ἥτις δύναται νὰ συλληφθῇ ἐν τῇ φαντασίᾳ, ἀλλ’ ὅταν κατέλθῃ
4296τις εἰς τὴν πραγματικότητα, ἀποσβέννυται καὶ δὲν ἀφήνει ἴχνος
4297τι εἰς τὰς πεποιθήσεις τοῦ ἀκροωμένου, εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ
4298θέλοντος ἐπὶ ἑδραίων βάσεων νὰ σχηματίσῃ γνώμην. Ἡ ἀπο-
4299στολὴ τοῦ στόλου ἦτο βεβαίως εὔκολος, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀπο-
4300σταλῇ στόλος, φέρων μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ ἀριθμὸν στρατοῦ, ἀριθ-
4301μὸν τοιοῦτον, δυνάμενον νὰ καταλάβῃ τὴν νῆσον, ἀπῄτει και-
4302ρὸν καὶ χρόνον· καὶ ἄν ἔτι ὁ στρατὸς οὗτος ἦτο ἕτοιμος, καὶ
4303ἄν τὸ Κράτος ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ εὐθὺς ἀμέσως τὸ ἀναγ-
4304καιοῦν ποσὸν τοῦ στρατοῦ διὰ μίαν τοιαύτην ἐπιχείρησιν, βε-
4305βαίως θὰ παρήρχετο χρόνος, καὶ χρόνος πολὺς, ἕως ὅτου ἐκ-
4306τελεσθῶσιν αἱ τοιαῦται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διαταγαί.
4307Ἀλλ’ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἡ Τουρκία καὶ αἱ Δυνάμεις δὲν
4308ἤθελον μάθει τὰς προπαρασκευὰς τῆς Ἑλλάδος; Καὶ τὰς
4309τοιαύτας προπαρασκευὰς, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Εὐρώπης, ἡ
4310Εὐρώπη δὲν ἤθελε παρεμποδίσει, καὶ ἑπομένως πρὶν φθάσωσι
4311τὰ πλοῖα, δὲν ἤθελον εὕρει ἀντιμετώπους τὰς Εὐρωπαϊκὰς
4312Δυνάμεις, ἐμποδιζούσας πᾶσαν ἐνέργειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ στό-
4313λου ἐπὶ τῆς νήσου ἐκείνης; Ἀλλ’ ἄς ὑποθέσωμεν ὅτι κατέ-
4314φθανεν ὁ στόλος εἰς τὰ Κρητικὰ ὕδατα. Νομίζετε ὅτι ὁ στό-
4315λος, καταφθάνων ἐκεῖ, ἠδύνατο τόσον εὐκόλως νὰ ἐνεργήσῃ,
4316τόσον εὐκόλως νὰ γείνῃ κάτοχος τῆς νήσου, τόσον ταχέως νὰ
4317γείνῃ κάτοχος τῶν φρουρίων αὐτῆς, νὰ καταβάλῃ τὸν τουρ-
4318κικὸν στρατὸν καὶ τοὺς ἐνόπλους Τουρκοκρῆτας, οἵτινες βε-
4319βαίως καὶ αὐτοὶ ἐμπνέονται ὑπὲρ τῆς ἐπικρατήσεως αὐτῶν
4320ἐξ αὐτῶν ἐκείνων τῶν αἰσθημάτων καὶ τῆς ἰδέας, ἐκ τῆς
4321ὁποίας ἐμπνέονται καὶ οἱ λοιποὶ κάτοικοι τῆς Κρήτης
4322ὑπὲρ τοῦ ἀντιθέτου; Ταῦτα πάντα, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω,
4323εἶναι εἰκὼν θέλγουσα καὶ ἐνθουσιῶσα, ἀλλ’ εἰκὼν, τῆς ὁποίας
4324τὸ πραγματοποιήσιμον ἠδύνατο ἐγκαίρως νὰ ματαιωθῇ καὶ
4325παρὰ τῆς Τουρκίας καὶ παρὰ τῶν Δυνάμεων, αἵτινες εἶχον
4326συμφέρον νὰ προλάβωσι τοιαύτην ῥῆξιν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ
4327Τουρκίας... Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, παρατηρῶ ὅτι εἶναι κου-
4328ρασμένη ἡ Βουλὴ, καὶ ἐπιθυμεῖ τὴν ἀναβολήν. Διὰ τοῦτο
4329ὑποχρεοῦμαι νὰ παύσω ἀγορεύων.
4330§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ ὑμᾶς
4331ἐξαρτᾶται.
4332§171ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ παραιτοῦμαι, ἐὰν πρόκειται νὰ
4333τελειώσωμεν.
4334§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ ἀναβάλητε δι’
4335αὔριον... Ἄλλως εἶναι καὶ ἄλλοι μεθ’ ὑμᾶς νὰ ἀγορεύσωσι.
4336Δὲν θὰ τελειώσωμεν ἀπόψε.
4337§173ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τότε ἄς ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
4338§174ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
4339§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
4340Ὥρᾳ 10 καὶ 45′ μ. μ.