1896.11.21
2.547 στίχοι · 20.878 λέξεις · 111 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
Τῆς 21 Νοεμβρίου 1896.
(Πέμπτη)
Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καταθέτω ἔγγραφον ἐπερώτησιν διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, καὶ ὅταν λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, τότε θὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου.
§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§3ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὁ βʹ τάξεως βοηθὸς τοῦ ἐν Πειραιεῖ Σηματοτηλεγραφείου, ὀνόματι Φουντάνας, αʹ) ἦναι ὑπήκοος Ἕλλην καὶ οὐχὶ Ἰταλός· βʹ) ἐὰν προσβληθεὶς τοὺς ὀφθαλμοὺς ἦναι ἐντελῶς ἄχρηστος, ὡς καταστραφείσης τῆς ὁράσεώς του· γʹ) ἐὰν φέρῃ τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα, δηλ. ἐὰν ἔχῃ δίπλωμα κυβερνήτου καὶ φέρῃ ἀποδείξεις ὅτι ὑπηρέτησεν ἐπὶ διετίαν εἰς τὸ Βασιλικὸν Ναυτικόν. Παρακαλῶ νὰ προσαγάγῃ τὸ βιβλίον ὑπηρεσίας καὶ ἐλέγχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὁ πρὸ αὐτοῦ προβιβασθεὶς Ἄγγελος Ἀναστασίου νομίμως ἐπροβιβάσθη, ἐὰν ἦναι ἀρχαιότερος τοῦ κ. Βίμπου, καὶ διατί, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐπροβίβασε δυνάμει τοῦ καταστατικοῦ νόμου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δύο κατ’ ἀρχαιότητα, προέβη εἰς τὸν προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Ἀγγέλου Ἀναστασίου.»
§4Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως, ἀπαντῶ τὰ ἑξῆς· ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ προβιβάσας τὸν Ἄγγελον Ἀναστασίου, ἀλλ’ ὁ προκάτοχός μου. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος, θέλω ζητήσει τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ καταθέσει εἰς τὴν Βουλὴν αὔριον.
§5ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔλαβε γνῶσιν ἄρθρου τῆς σημερινῆς «Ἀκροπόλεως», ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «Ἱερὰ ἐξέτασις ἐν Ἀθήναις». Ἐὰν ἐλάμβανε γνῶσιν, ἤθελε σπεύσει νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἔχωνται ἀληθείας τὰ ἐν τῇ ἐφημερίδι ταύτῃ γραφέντα. Εἶμαι ἐπίσης βέβαιος, ὅτι καὶ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας κ. Μπαϊρακτάρης, τὸν ὁποῖον γνωρίζω ὡς ἔχοντα εὐγενῆ αἰσθήματα καὶ γινώσκοντα νὰ πράττῃ τὸ καθῆκόν του, δὲν εὑρίσκεται εἰς γνῶσιν, ἤ, ἂν ἔδωκε διαταγὰς, δὲν ἔχει γνῶσιν πῶς ἐξετελέσθησαν αὗται. Δὲν πιστεύω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γραφῇ εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» ἄρθρον τοιοῦτον καὶ νὰ ἦναι μυθιστόρημα· διότι τὴν «Ἀκρόπολιν θεωρῶ ὡς ἐφημερίδα σοβαρωτάτην καὶ κατέχουσαν ἀξιοπρεπῆ θέσιν εἰς τὸν ἑλληνικὸν τύπον. Κύριοι Βουλευταὶ, βεβαίως οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν δὲν θὰ ἀνεγνώσατε τὸ ἄρθρον, πολλοὶ ὅμως θὰ τὸ ἀνεγνώσατε καὶ θὰ ἦσθε ἕτοιμοι νὰ ἐπερωτήσητε ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἂν δὲν σᾶς προελάμβανον. Καὶ ἐὰν οἱ 207 Βουλευταὶ δὲν ἤμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἑπομένως ἄνθρωποι ἐκ τῶν ἐκλεκτοτέρων, οὓς ἔχει ἡ Ἑλλὰς, καὶ ἐὰν ἤμεθα δήμιοι, κακοῦργοι, Νέρωνες, ἠθέλομεν συγκινηθῆ, ἀναγινώσκοντες τὸ τραγικὸν τοῦτο ἐπεισόδιον. Ἰδοὺ τί γράφει ἡ «Ἀκρόπολις» (ἀναγινώσκει): «Τὴν παρελθοῦσαν Κυριακὴν ὁ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Μαυρομιχάλη ἐν Νεαπόλει παντοπώλης ἀνακαλύπτει, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἑρμαρίου του ἔλειπον 130 περίπου δραχμαὶ εἰς χαλκόν. Καταδίδει τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν ἀστυνομίαν, καὶ ὑποδεικνύει ὡς ἔνοχον τὸν δωδεκαετῆ ὑπηρέτην του Νικόλαον Γιαμπάνην. Ὁ μικρὸς ὑπηρέτης συλλαμβάνεται καὶ ὁδηγεῖται εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Εἶναι Δευτέρα πρωΐ, καὶ ἐρωτώμενος ἂν ἔκλεψεν, ἀρνεῖται τοῦτο. Παραγγέλλεται λοιπὸν τὸ πρῶτο ξῦλο, τὸ ὁποῖον δίδεται ἀνηλεῶς εἰς τὸ κρατητήριον τοῦ Εʹ ἀστυνομικοῦ τμήματος, ὅπου κατηγγέλθη ἡ πρᾶξις. Ὁ δωδεκαετὴς μικρὸς ἀρνεῖται τὴν ἀποδιδομένην πρᾶξιν καὶ πάλιν. Λοιπὸν νέον ξυλοκόπημα! Δὲν γνωρίζομεν πόσα ἀκόμη ἐμεσολάβησαν, ἕως οὗ ἀπηλπισμένον τὸ δυστυχὲς λέγει, ὅτι αὐτὸ τὰ ἔκλεψε. Διὰ τὴν ὁμολογίαν του ταύτην τρώγει νέον ξύλον, ἐπειδὴ τόσον καιρὸν δὲν ὡμολόγει, καὶ ζητεῖται νὰ καταδειχθῇ τὸ μέρος, ὅπου ἔχει κρύψει τὰ χρήματα. Ἐδῶ πλέον τὰ εὑρίσκει πολὺ σκοῦρα τὸ δυστυχισμένο παιδάκι. Λέγει ὅτι τὰ ἔχει σὲ μία σακκοῦλα, ἀλλὰ ἐρευνοῦν καὶ δὲν τὰ βρίσκουν πουθενά. Καὶ οἱ ἀστυνομικοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι τοὺς γελᾷ. Λοιπὸν νέο ξύλο! — «Μὴ μὲ κτυπᾶτε», φωνάζει τὸ μικρὸ, «θὰ σᾶς τὰ δείξω». Καὶ ὑποδεικνύει εἰς τοὺς τυράννους του διάφορα μέρη. Λέγει ἕνα θεόν του, ἀπόντα, ὑποδεικνύει ἕνα ἄλλον ἄνθρωπον, ὅστις συλλαμβάνεται καὶ κρατεῖται ἀδίκως εἰς τὴν ἀστυνομίαν ἐπὶ 24 ὥρας, διότι δὲν γνωρίζει τίποτε. Λοιπὸν νέο ξύλο! Ὄχι μπάτσαις ὅμως, ὄχι κατακεφαλιαῖς, ὄχι μπούφλαις. Ξύλο μὲ τὸ σπαθὶ, μὲ κλωτσιαῖς, μὲ γροθιαῖς! Τοῦ δένουν τὰ ποδάρια στὸ κρεββάτι, τὸ ξαπλόνουν καὶ τὸ δέρνουν! Μὰ τὸ δέρνουν πολύ, καὶ τὸ παιδὶ σπαράσσει στὸ κρεββάτι, τρέμει, λιποψυχεῖ! Τὸ δέρνουν μέρα νύχτα, θὰ τὸ ἀφήνουν καὶ ἄϋπνο, τὸ βασανίζουν τρομερὰ καὶ αὐτὸ σπαρταρᾷ ὑπὸ τὴν πτέρναν τοῦ ἐπιτετραμμένου τὸ ξυλοκόπημα ἀστυφύλακος. Τὸ δέρνουν τὴν Δευτέραν, τὴν Τρίτην, καὶ χθὲς τὸ πρωΐ, μόλις δυνάμενον νὰ ὁμιλήσῃ, τὸ βγάζουν ἀπὸ τὸ κρατητήριον, τὸ συνοδεύει ὁ ὑπ’ ἀριθ. 1500 ἀστυφύλαξ, ἐποπτεύοντος ἑνὸς ἐνωμοτάρχου, καὶ τὸ βάζουν νὰ τοὺς δείξῃ πάλιν τὸ μέρος, ὅπου ἔκρυψε τὰ χρήματα. Σύρεται τὸ παιδάκι, τὸ δωδεκαετὲς αὐτὸ παιδάκι, καὶ γιὰ νὰ γλυτώσῃ τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὸ ξυλοκόπημα — ἀδιάφορον τί θὰ ἔτρωγε ὕστερον — πηγαίνει τὸν τρομερὸν ἀστυφύλακα εἰς ἓν ἄλλο μαγαζάκι τῆς Νεαπόλεως, λέγον ὅτι ἐκεῖ ἔχει τὰ χρήματα. Ἀλλ’ οὔτε ἐκεῖ εὑρίσκονται τὰ χρήματα, καὶ ἔξαλλος ὁ ἀστυφύλαξ τὸ δέρνει, καὶ τὸ σύρει πάλιν εἰς τὸ κρατητήριον. Τοῦ δίδει ξύλο στὸ δρόμο, ξύλο μετὰ λύσσης, μέχρι θανάτου! Ἐδῶ εἶναι, μόλις τολμᾷ νὰ εἴπῃ, καὶ χώνεται εἰς ἓν γειτονικὸν ἐκεῖ οἰνοπωλεῖον καὶ λιποθυμεῖ. Πίπτει ἀναίσθητον ἐκεῖ μέσα! Ἀπὸ ’πάνω του ὁ ἀστυφύλαξ. Ἀγριεύει καὶ μὲ τοῦ ἀγριωτέρου εἴδους κλωτσαῖς, μὲ τὸν δημιουργούμενον ἀπ’ αὐταῖς πόνον τὸ ἀναγκάζει νὰ ξελιγοθυμήσῃ. Ἀνοίγει τὰ μάτια του διὰ νὰ ἐκφράσῃ, συνερχόμενον ἐκ τῆς ἀναισθησίας τῆς λιποθυμίας, τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον ἐννοεῖ βαθειά, εἰς τὴν καρδιά, καὶ ὁ ἄγριος ἀστυφύλαξ τὸ ἁρπάζει, τὸ σύρει ἔξω, τὸ δέρνει στὸν δρόμο καὶ σύρων αὐτὸ ἡμιθανές, τὸ φέρει μέχρι τῆς πλατείας τοῦ Μπανίκα, ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ζωοδόχου Πηγῆς. Ὁ κόσμος πλέον περιτριγυρίζει τὸ σύμπλεγμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελοῦν ὁ ἀστυφύλαξ καὶ τὸ παιδάκι. Κόσμος πολύς, ὁ ὁποῖος ὅμως μένει βωβός, ἀπαθής! Καὶ ὁ ἀστυφύλαξ τὸ δέρνει διαρκῶς! «Τὴν βορείαν πλευρὰν τῆς μικρᾶς πλατείας τοῦ Μπανίκα ἐν Νεαπόλει ἀποτελοῦσι τρία μαγαζειά. Ἡ μία γωνία εἶναι οἰνοπωλεῖον, τὸ μεσαῖον ἓν μικρὸν ὑποδηματοποιεῖον, τὸ τρίτον ἓν ἐδωδιμοπωλεῖον. Τὸ ἔχει φέρει ὁ ἀστυφύλαξ μέχρι τοῦ ὑποδηματοποιείου, δέρων ἀνηλεῶς τὸ πτωχὸ παιδάκι, τὸ ὁποῖον μόνον βραχνὰς πλέον φωνὰς ἐξάγει. Ἐκεῖ, στὴν πόρτα τοῦ ὑποδηματοποιείου, σωριάζεται, λιποθυμεῖ τώρα διὰ δευτέραν φοράν! Καὶ ὁ κόσμος τὰ βλέπει ἀπαθῶς, ὁ κόσμος ὁ ὁποῖος ἔχει γεμίσει τὴν πλατεῖαν! Ὁ παπουτσῆς μεσολαβεῖ διὰ νὰ τὸ ξελιποθυμήσῃ. Βλέπων τὸ θέαμα ὁ ἀστυφύλαξ, αἰσθάνεται κἄποιαν συστολήν, φοβεῖται μὴ ἐξέπνευσε τὸ δυστυχισμένο ἀπὸ τὸ ξύλο, καὶ δὲν φέρει ἀντίδρασιν. Εἶναι καὶ ὁ ἀδελφός του ἐκεῖ, ὅστις ἐκ περιεργείας, μὴ γνωρίζων τί συμβαίνει, ἔσπευσε μὲ τὸν ἄλλον κόσμον, καὶ ὁ ὁποῖος ἐσεβάσθη τὸν ἀστυφύλακα, περιορισθεὶς μόνον νὰ ζητήσῃ ἰατρόν, διὰ νὰ ἴδῃ ἂν ζῇ ὁ ἀδελφός του. Δὲν ἐσχίσθη ἐκεῖ μὲ τὸν κλητῆρα, δὲν διεμαρτυρήθη ὁ ἀφελής! «Ὁ ἰατρὸς κ. Ι. Πούμπουρας εὑρίσκεται εὐτυχῶς καὶ σπεύδει, βοηθεῖ διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ζωὴν τὸ δυστυχὲς πλᾶσμα, καὶ ὅταν συνέρχηται, καταπλήττει ὅλον τὸν κόσμον μὲ τὰς ἀγρίας τὰς ἀσυναρτήτους φωνάς του. Ἐπαραλήρει! Προσεβλήθη ἀπὸ νευρικὸν παροξισμόν! Ἦτο τρελλό! Τὸ βράδυ–βράδυ κατωρθώσαμε νὰ τὸ ἴδωμεν. Τῇ μεσολαβήσει τοῦ μόνου διαμαρτυρηθέντος διὰ τὴν κατάστασιν ἀξιολόγου ἰατροῦ κ. Πούμπουρα, τὸ ἀναίσθητον παιδάκι καταλείπεται ἐκεῖ εἰς τὸ ὑποδηματοποιεῖον, ὅπου ἐλιποθύμησε καὶ ὅπου ἐφάνησαν τὰ πρῶτα συμπτώματα τῆς παραφροσύνης! κλπ.» Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, διότι εἶναι φρικτὸν νὰ διαπράττωνται ἐν μέσαις Ἀθήναις τοιαῦτα κακουργήματα.
§6Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ὑπεβλήθησαν 14 στρατιωτικὰ νομοσχέδια· ἐκ τούτων ἐψηφίσθησαν τὰ 6, μένουσι δ’ εἰσέτι ἀψήφιστα 8, τῶν ὁποίων τὰ 3 ἀφορῶσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, ἤτοι περὶ γενικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, περὶ συνθέσεως τοῦ ἐν εἰρήνῃ στρατοῦ καὶ περὶ ἐφεδρείας τοῦ κατὰ γῆν μονίμου στρατοῦ. Ταῦτα εἶναι τὰ σπουδαιότερα, καὶ παρακαλῶ νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπὴν καὶ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§8ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεων συνομολογηθεισῶν μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ διαφόρων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν, ἤτοι: αʹ) τῆς Νέας Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας· βʹ) τῆς Πανελληνίου Ἑταιρίας καὶ γʹ) τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν Γουδῆ, Μὰκ–Δούαλ καὶ Βάρβουρ, καὶ Διακάκη. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ τῆς στάσεως Καλυβίων μέχρις Ἀχελώου ποταμοῦ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀγρινίου– Μεσολογγίου.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 59–60).
§10ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Συγχρόνως καταθέτω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κέας Βουλευτής, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συγκοινωνίαν τῶν Κυκλάδων κλπ. Τὸ Ὑπουργεῖον προὐνόησεν ἐγκαίρως περὶ τῆς μὴ διακοπῆς τῆς συγκοινωνίας τῶν ἀγόνων λεγομένων μερῶν, ἀναγνωρίζον τὴν ζημίαν, ἥτις θὰ ἐπήρχετο εἴς τε τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα καὶ τὰ τοῦ Δημοσίου. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, μετὰ πολλὰς προσπαθείας καὶ τρεῖς δημοπρασίας ἄνευ ἀποτελέσματος, τὴν συγκοινωνίαν ἀνέλαβεν ἡ «Νέα Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα» δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας καὶ μετὰ συναγωνισμὸν ἴδιον, καθ’ ὃν ἔδωκε τὴν ἐλάσσονα προσφοράν. Πρὸ τῆς λήξεως τοῦ χρόνου τῆς μισθώσεως διετάχθη ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων νὰ προβῇ εἰς τὴν κατὰ νόμον δημοπρασίαν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον, θέλον καὶ τὴν συγκοινωνίαν νὰ ἐξυπηρετήσῃ, καὶ νὰ μὴ αὐξηθῇ, ἂν μὴ μειωθῇ, τὸ χορηγούμενον εἰς τὴν «Νέαν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν» μίσθωμα, ἠξίωσε νὰ γείνῃ γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων, ἄν τις τῶν ἄλλων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν ἦτο διατεθειμένη νὰ ποιήσηται μικροτέραν προσφοράν, ἢ ἄν ἡ «Νέα Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα» ἐδέχετο ν’ ἀναλάβῃ ὑποχρέωσιν, τιθεμένου ὡς μείζονος ὅρου προσφορᾶς ἐν δημοπρασίᾳ τοῦ νῦν καταβαλλομένου μισθώματος. Ἀλλὰ οὔτε ἡ «Νέα Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα» ἐδέχετο τοιοῦτον περιορισμόν, οὔτε ἐκ τῶν τριῶν ἄλλων ἑταιριῶν, τῶν δυναμένων νὰ συναγωνισθῶσι, καίτοι κατ’ ἐπανάληψιν προσεκλήθησαν διὰ τῆς Γενικῆς Διευθύσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, προσήνεγκέ τις προσφορὰν ἥττονα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως μὴ διακοπῇ ἡ συγκοινωνία, καὶ πεπεισμένον ὅτι, ἂν ἐνεργεῖτο δημοπρασία, τὸ ἀποτέλεσμα θ’ ἀπέβαινε κατὰ τοῦ Δημοσίου, προέβη εἰς ἰδιαιτέραν συμφωνίαν μετὰ τῆς «Νέας Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας», δι’ ἧς παρετάθη ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους ἡ μίσθωσις ἐπὶ τρεῖς μῆνας. Ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ θὰ καταβληθῶσι προσπάθειαι, ἵνα διὰ δημοπρασίας ἐπιτευχθῇ ἀποτέλεσμα κρεῖσσον. Ἐπὶ τούτῳ δὲ θὰ προσενεχθῶσιν αὖθις αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρίαι νὰ ποιήσωνται τὰς δεούσας δηλώσεις.
§11ΚΟΡΠΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Φαίνεται ὅτι δὲν διεβιβάσθη ἀκριβὴς ἡ παράκλησίς μου καὶ ἡ σύστασις. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν εἶδον δημοσιευμένην προκήρυξιν περὶ ἀνανεώσεως τῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Νέας Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας καὶ ὅτι ἔμαθον ἐξωδίκως, ὅτι ἀνενεώθη ἡ σύμβασις ἐπὶ τρίμηνον, ὅπερ δὲν ἀποδοκιμάζω· τοὐναντίον, προσέθεσα, τὸ μέτρον ἐπέσυρε τὰς εὐχαριστίας ἐμοῦ καὶ πάντων τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν νήσων. Παρεκάλεσα δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπόντα τότε, νὰ φροντίσῃ περὶ λήψεως ὁριστικωτέρου μέτρου, καὶ ἢ νὰ ἀνανεωθῇ ἡ σύμβασις, ἢ νὰ γείνῃ νέα προκήρυξις διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν ἀγόνων γραμμῶν. Δὲν κατέκρινα ἑπομένως τὸ μέτρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον τὸ ἐπεδοκίμασα· ἐὰν δ’ ἦτο παρὼν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, θ’ ἀπηλλάσσετο τοῦ κόπου νὰ ὑποβάλῃ τὰς σήμερον ὑποβαλλομένας πληροφορίας.
§12ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἀνεγνώσατε βεβαίως, πάντες, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ἐν ἁπάσαις ταῖς σημεριναῖς ἐφημερίσι κατακεχωρισμένην εἴδησιν, καθ’ ἣν πλεῖστοι ὅσοι ἀξιωματικοὶ διαφόρων ὅπλων παρῃτήθησαν τῆς ἰδιότητος αὐτῶν ὡς μελῶν τῆς Στρατιωτικῆς Λέσχης. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ αὕτη λέσχη εἶναι κατάστημα ὅλως ἰδιωτικὸν καὶ οὐδεμίαν σχέσιν ἔχον μὲ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ συνεπῶς, ὅτι πᾶς ἀξιωματικὸς ἀπόλυτον ἔχει δικαίωμα νὰ ᾖ ἢ νὰ μὴ ᾖ μέλος τῆς λέσχης, χωρὶς ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης διαθέσεως αὐτοῦ νὰ δίδωται εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζωμεν. Ἡ ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ὅμως τῆς σήμερον ἀναγραφεῖσα εἴδησις, καίτοι, ὡς εἶπον πρότερον, φέρει καθαρῶς ἰδιωτικὸν χαρακτῆρα, εἶναι ἐν τούτοις ἱκανὴ νὰ ἐμβάλῃ, ὡς ἐνέβαλε, τὴν κοινωνίαν πᾶσαν εἰς ἀνησυχίαν, πρᾶγμα περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἐπείσθην ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι σήμερον πλεῖστοι ὅσοι πολῖται μοὶ ἀπηύθυναν στερεότυπον περὶ τῆς παραιτήσεως τῶν ἀξιωματικῶν ἐρώτησιν. Ἐνόμιζον οἱ ἄνθρωποι, ὅτι παρ’ ἐμοῦ, ἀξιωματικοῦ ὄντος τοῦ πεζικοῦ, θὰ ἐμάνθανον τὰ αἴτια τὰ ὠθήσαντα τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τὸ διάβημα τοῦτο· ἐπὶ τῇ ἀπαντήσει μου δὲ, ὅτι ἐγὼ ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς γενικῆς ταύτης στρατιωτικῆς λέσχης δὲν εἶμαι μέλος αὐτῆς, ὡς καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ, καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου οὐδέποτε εἰσελθὼν εἰς αὐτὴν, οὐδὲν δύναμαι νὰ γινώσκω, ἐξέφραζον δυσπιστίαν τινὰ, ἡ ὁποία μὲ ἔκαμε νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐν αὐτοῖς ἐπεῤῥωνύετο ἡ ὑποψία, ὅτι σοβαρόν τι προμηνύεται. Εἶναι βέβαιον, Κύριοι, ὅτι, ἵνα προβῶσιν οἱ καθ’ ἑκατοντάδας μετρούμενοι ἀξιωματικοὶ εἰς τοῦτο, ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ μία αἰτία, ἔπρεπε νὰ δοθῇ μία ἀφορμή. Ἵνα δὲ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ κοινωνία ὑποπτευομένη καὶ ἀποροῦσα, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ αἴτια τῆς παραιτήσεως, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ ἔμαθεν ἤδη παρὰ τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου, τοῦ διευθύνοντος τὰ τῆς Λέσχης.
§13Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ ἐπελήφθη ἀνακρίσεων ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§14ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Χθὲς, κύριε Πρόεδρε, παρετήρησα, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐγένετο λόγος περὶ πράξεων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ σήμερον ἐπίσης γίνεται περὶ τούτου λόγος. Δὲν θεωρῶ καλὸν, ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πρὸ πάντων, νὰ ἀναφέρωνται ὀνόματα καὶ πράξεις ὡρισμένων ἀξιωματικῶν. Τοιαύτην γνώμην εἶχον καὶ ἔχω πάντοτε περὶ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ἐπειδὴ δὲ παρατηρῶ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἐν τῷ στρατῷ συμπτώματά τινα οὐχὶ εὐάρεστα, θεωρῶ καλὸν νὰ παρακαλέσω τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐν ὡρισμένῃ ἡμέρᾳ καὶ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει γένηται λόγος περὶ ὅλων τούτων, καθόσον, ἐπαναλαμβάνω, κ. Πρόεδρε, φρονῶ ὅτι ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τοιαῦτα ζητήματα, ἀφορῶντα πρὸ πάντων τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν τιμὴν τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν, δὲν πρέπει νὰ συζητῶνται. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἡ Βουλή, φρονῇ, ὡς ἐγώ, ὅτι πρέπει νὰ γένηται περὶ τούτου λόγος, τότε νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν, καὶ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει νὰ συζητήσωμεν πάντα ταῦτα.
§15ΚΡΙΤΣΑΣ. Σέβομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἠλείας συναδέλφου, καὶ ἐνισχύω μάλιστα τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθεῖσαν πρότασιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως, ἂν ὄντως πρόκειται περὶ ζητημάτων τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα δὲν συνεζητήθησαν ἐν ταῖς δημοσίαις τῆς Βουλῆς συνεδριάσεσι. Σέβομαι, λέγω, τὴν γνώμην του, καίτοι ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι, ἂν ὑπάρχωσι κακά τινα ἐν τῷ στρατῷ, ταῦτα θὰ θεραπευθῶσιν, ἐὰν ἐκτεθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ, δημοσίᾳ συνεδριαζούσῃ. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τοῦ στρατοῦ ἐν γένει· πρόκειται περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον αἴφνης ἀκουσθὲν ἐνεποίησεν ἔκπληξιν, καὶ δικαίως, διότι δὲν εἶναι σύμπτωμα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ παροραθῶσι. Πιθανὸν ἡ παραίτησις τῶν ἀξιωματικῶν νὰ ὀφείλεται εἰς λόγους ἀφορῶντας ἁπλῶς τὰ τῆς Λέσχης· δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἐντελῶς ἀπίθανον νὰ συμβαίνῃ τι σπουδαῖον καὶ ν’ ἀποβλέπῃ τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἰς ἓν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑποθέτουσι τὰ ἀναγράψαντα τὴν εἴδησιν ταύτην δημοσιογραφικὰ φύλλα. Διὰ τοῦτο καλὸν νομίζω ν’ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ αἴτιον ὑπὸ τοῦ ἐπισήμως ἀντιπροσωπεύοντος ἐνταῦθα τὸν στρατὸν, ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ ὁποίου βεβαίως θὰ ἀνακτήσῃ τὴν ἡσυχίαν της ἡ καταθορυβηθεῖσα κοινωνία.
§16ΚΟΡΠΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας περιώρισε τὸ θέμα του εἰς γεγονός, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν ἀνάγεται εἰς τὰ βουλευτικὰ ἡμῶν καθήκοντα· διότι, ἐὰν ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, εἴτε τοῦ σώματος Α εἴτε τοῦ σώματος Β, ὑπέβαλον τὴν παραίτησιν αὐτῶν, ἐν τῷ δικαιώματι τὸ ὁποῖον εἶχον, ἀπὸ τοῦ νὰ ὦσι μέτοχοι ἑνὸς ἰδιαιτέρου καταστήματος, τουτέστι τῆς Λέσχης, δὲν βλέπω τι, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ προσβάλλῃ τὴν πειθαρχίαν ἢ τὸν στρατὸν, ἢ νὰ δεικνύῃ παράβασιν καθήκοντός τινος, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὸν ἔλεγχον μιᾶς τοιαύτης πράξεως. Ἐὰν ὅμως ὅλα, ὅσα ἀναγράφονται ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ἦναι ἀκριβῆ, τότε βεβαίως πρέπει νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν εἴτε ἔκθεσιν ἐπίσημον ἀνακριτοῦ, τὸν ὁποῖον διέταξε νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, εἴτε παράσχῃ ἐπισήμους πληροφορίας, δὲν εἶναι, νομίζω, ὀρθὸν οὔτε ἐπιτετραμμένον νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅταν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς τοῦτο, δὲν ἔχωμεν ἀνὰ χεῖρας. Ἂς ἀναμένωμεν λοιπὸν μέχρις οὗ ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα συζητήσωμεν τότε εὐλόγως ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἠλείας, δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ἦναι θέμα, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ δύναται νὰ συζητηθῇ, ἀλλὰ πρέπει προηγουμένως νὰ προταθῇ συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν, καὶ ἐὰν γένηται ἡ περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως πρότασις δεκτή, τότε ἡ Βουλὴ εἶναι κυρίαρχος ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι ἂν βούληται.
§17Ι. ΣΕΧΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν, ἐμφαίνουσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ὑπαρχόντων, κατὰ βαθμὸν, ὅπλον ἢ σῶμα, ὁμοίαν κατάστασιν τῶν συνταξιούχων ἀξιωματικῶν, πρὸς δὲ κατάστασιν τῆς δυνάμεως τῶν ἵππων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν κτηνῶν τοῦ στρατοῦ καθ’ ὅπλον, ἵνα, συγκρίνοντες ταύτας μὲ τὰς ἐν προλαβούσῃ συνόδῳ κατατεθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὴν Βουλήν, ἴδωμεν ποῖαι αὐξομειώσεις ἐγένοντο εἰς τὴν δύναμιν τῶν ἀξιωματικῶν κλπ.
§18ΣΤΑΗΣ. Ἐξήλθομεν τοῦ ζητήματος, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ἐπανέλθω εἰς αὐτό. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἐξ Ἠλείας ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι πρέπει νὰ προκληθῇ μυστικὴ συνεδρίασις, ἵνα γένηται συζήτησις ἐπὶ τῶν τοῦ στρατοῦ καθόλου, τοῦ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν. Ἐνόσῳ δὲν πρόκειται περὶ προσώπων, ἀλλὰ περὶ πραγμάτων, βεβαίως ἔχομεν καθῆκον νὰ συζητήσωμεν τὰ πράγματα ταῦτα ἐν φανερᾷ συνεδριάσει. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐγὼ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐζήτησα, ὅπως γένηται μυστικὴ συνεδρία, προκειμένου περὶ «Μπουμπουλίνας», ἵνα διὰ μακρῶν ὁμιλήσωμεν περί τινων ὑποθέσεων, σχετικῶν μὲ τὰ στρατιωτικά, ἀλλὰ πάντως περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶχον στενὴν σχέσιν πρὸς τὰ τοῦ στρατοῦ, τοῦ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, ἤμεθα ὀπαδοὶ τοῦ Συνταγματικοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὀφείλομεν τὸν ἔλεγχον πάντες νὰ ἐπιζητῶμεν, ἔλεγχος δὲ δὲν ὑφίσταται, ἐνόσῳ δὲν ὑφίσταται δημοσιότης ἐν ταῖς συνεδρίαις, ἀδιάφορον ἐὰν μυστικὴ πράγματι συνεδρία δὲν ὑπάρχῃ, διότι οὐδὲν κρυπτὸν, ὃ μὴ φανερὸν γενήσεται. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τύπους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται συζήτησις περὶ στρατοῦ ἐν μυστικῇ συνεδρίᾳ, διότι ἡ μυστικὴ συνεδρία περὶ στρατοῦ εἶναι ὁ θάνατος τοῦ στρατοῦ, κυρίως ἕνεκα τῶν μετὰ ταῦτα διαδόσεων, ἴσως ὅλως ἀνυποστάτων. Ὁ στρατὸς δὲν εἶναι μόνον μέρος τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ὁπόταν δὲ περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας προκειμένου δὲν ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ συζητῶμεν δημοσίᾳ, βεβαίως δὲν σκεπτόμεθα ἀγαθὰ ὑπὲρ τῆς Πολιτείας ταύτης. Δὲν φρονῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρόκειται περὶ ἐγκλημμάτων ἀφορώντων τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελοῦντα τὸν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατόν, ἵνα συζητήσωμεν ἐν μυστικῇ συνεδρίᾳ, δὲν φρονῶ ὅτι θὰ ἀποδοθῇ μομφή τις πρὸς οἱονδήποτε ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὸ Ἑλληνικὸν στράτευμα, ἵνα συζητήσωμεν ἐν μυστικῇ συνεδρίᾳ· τοὐναντίον μάλιστα φρονῶ. Θὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τῶν πραγμάτων ἀκριβῶς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ γένωνται γνωστὰ, ἵνα θεραπευθῶσι τὰ κακῶς ἐν αὐτοῖς ἔχοντα, ἵνα θεραπευθῶσιν ἐκεῖνα τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα σήμερον κλονίζουν τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, καὶ ἂς προσποιῶνται οἱ ἐν τοῖς πράγμασιν, ὅτι δὲν βλέπουσι τὸν κλονισμὸν τοῦτον, ἂς προσποιῶνται ὅτι τὰ πάντα ἡσύχως ἔχουσιν. Ἵνα θεραπεύσωμεν τὴν κακὴν ταύτην κατάστασιν, ἐπαναλαμβάνω, πρέπει νὰ ἀποκαλύψωμεν τὰ πάντα πρὸς πάντας, πρέπει νὰ εἴπωμεν φανερὰ τὰ σῦκα σῦκα καὶ τὴν σκάφην σκάφην, πρέπει νὰ εἴπωμεν τίνες εἶναι οἱ ὑπαίτιοι τῆς τοιαύτης καταστάσεως.
§19ΤΟΜΑΝ. Ὄχι πάντα.
§20ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ τὰ ἀποκαλύψωμεν δημοσίᾳ, βεβαίως πρέπει νὰ προσδοκῶμεν τὴν βελτίωσιν τῆς κακῆς ταύτης καταστάσεως, ἐὰν ἦναι κακὴ αὕτη ἡ κατάστασις. Ἐνόσῳ οἱ ὑπαίτιοι ὑπάρχουσιν ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἐνεργείας ἡμῶν, βεβαίως ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐνεργήσωμεν ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς κακῆς ταύτης καταστάσεως καὶ ὑπὲρ τῆς τιμωρίας τῶν ὑπαιτίων ἐκείνων, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ ὑπαίτιοι ὑπάρχουσιν ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἐνεργείας τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν, καὶ τούτους τοὺς ὑπαιτίους πρέπει νὰ πατάξωμεν, ἵνα ἡ παροῦσα κατάστασις ἡμῶν βελτιωθῇ. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ καθέκαστα, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ φρονῶ, διαφωνῶν πρὸς τοὺς προλαλήσαντας, ὅτι τὸ γεγονὸς εἶναι μεγίστης σημασίας, ὅτι τὸ γεγονὸς εἶναι ἱστορικὸν σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ σταματήσωμεν. Τὸ γεγονὸς τῆς συγχρόνου παραιτήσεως τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ τῆς Στρατιωτικῆς Λέσχης, τῆς ὁποίας Πρόεδρος εἶναι ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, εἶναι σημεῖον ἱστορικὸν, πρὸ τοῦ ὁποίου πάντες οἱ δυνάμενοι πρέπει νὰ σταματήσουν, ἵνα ἐκεῖθεν ἐπισκοπήσωσι καλῶς τὰ τοῦ ὁρίζοντος, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν εἶναι αἴθριος.
§21ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐν συνεχεῖ, οὕτως εἰπεῖν, ἐπερωτήσει δύο προυτάθησαν ζητήματα, τὸ πρῶτον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Φθιώτιδος, ὅτι παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ γνωρίσῃ τὸν λόγον, οὗ ἕνεκα παρητήθη μεγάλη ὁμὰς ἀξιωματικῶν ἐκ τῆς Λέσχης τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ δεύτερον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου καὶ συναδέλφου ἐξ Ἠλείας Βουλευτοῦ, προτείνοντος μυστικὴν συνεδρίασιν, ὅπως ἐξετασθῶσι τὰ τοῦ στρατοῦ. Νομίζω ὅτι αἱ δύο αὗται προτάσεις πόῤῥω ἀπέχουσιν ἀλλήλων. Τὸ μὲν ἓν τῶν ζητημάτων εἶναι ἁπλοῦν συμβεβηκὸς, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκε τὴν δέουσαν ἀπάντησιν, ὅτι θὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τῆς ὁδοῦ, ἣν ὑπαγορεύει ἡ ὑπηρεσία. Δὲν ὀφείλομεν δὲ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ συμβὰν τοῦτο, διότι δὲν ἔχομεν τὰ φῶτα, καὶ διότι ἡ Κυβέρνησις, ἡ δυναμένη νὰ μάθῃ, δὲν δύναται ἤδη νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ τοῦ συμβεβηκότος τούτου. Ἀλλὰ τὸ δεύτερον ἔχει ὅλως διάφορον σημασίαν, καὶ μεγάλην σημασίαν, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ εὐφυὴς Βουλευτὴς Κυθήρων δὲν ἠθέλησε νὰ ἐννοήσῃ τοῦτο. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, ἐν μυστικῇ συνεδριάσει νὰ ἐξετασθῶσιν ἐγκλήματα, διότι ἐγκλήματα δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ στρατῷ, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ τοῦτο, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, αὐτὸ τὸ ἑτοιμοπόλεμον τοῦ ναυτικοῦ, διότι ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ εἴπω, ὅτι τὸ χθὲς ὑπὸ τοῦ ἐπισημοτέρου προσώπου τῆς Ἑλλάδος, τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, λεχθὲν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τῆς ἐπισήμου ταύτης θέσεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀκούει ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς, τὸ λεχθὲν, λέγω, ὅτι ὁ στόλος ἡμῶν εἶναι εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν, καὶ ὅτι δὲν δύναται οὔτε 5 μίλια νὰ πλεύσῃ τὴν ὥραν, νομίζετε ὅτι δὲν ἔβλαψε τὰ μέγιστα; δὲν ἔκαμε μεγίστην αἴσθησιν; δὲν ἐπτόησε καὶ ἀπήλπισεν ἅπαν τὸ Ἑλληνικόν; Ἐὰν ἐλέγετο ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, οὐδεμίαν αἴσθησιν θὰ ἐνεποίει, ἀλλὰ θὰ ἤνοιγε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμῶν, ὅπως λάβωμεν τὰ κατάλληλα μέτρα. Ἰδοὺ ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζητήθη ἡ μυστικὴ συνεδρίασις· διότι ἐκεῖ θὰ εἴπωμεν τότε, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, ποία εἶναι ἡ κατάστασις ἡμῶν, ἐὰν ἤμεθα ἢ δὲν ἤμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς περιστάσεις, αἵτινες δὲν ἀναμένουσιν ἡμᾶς, αἱ ὁποῖαι εἶναι πρὸ τῶν θυρῶν ἡμῶν. Δὲν κρίνω τὴν ὥραν κατάλληλον, ἵνα ἐπεκταθῶ ἐπὶ τούτου, διότι καὶ ἐγὼ ἀναμένω τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἓν μόνον λέγω, καὶ ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ κινδύνων προφανῶν, μελλόντων νὰ παρουσιασθῶσιν ἴσως μετ’ ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα, καὶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ συνέλθωμεν, ἀνεξαρτήτως ἀποχρώσεως πολιτικῆς, συμπολιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι, ἵνα λάβωμεν τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως ἀντιμετωπίσωμεν τὰς περιστάσεις, διότι ἄλλως θέλομεν λιθοβοληθῆ παρὰ τοῦ λαοῦ, ὡς προδόται, ἐὰν μὴ μεριμνήσωμεν περὶ τούτου.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπε περὶ τοῦ στόλου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατὰ Ἰούνιον ἢ Ἰούλιον τοῦ 1895 καὶ κατὰ Μάρτιον τοῦ 1896 ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ πλοῖα τοῦ στόλου δὲν εἶχον ἐπισκευασθῆ ἐν δέοντι, ἔμενον δὲ καὶ αἱ μηχαναὶ καὶ οἱ λέβητες χρῄζοντες ἐπισκευῆς. Πρὸς τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προέτεινε μέτρα κατὰ τὴν δευτέραν σύνοδον. Ἐπειδὴ δὲν ἐγένετο δυνατόν, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως χρόνου, νὰ ψηφισθῶσι τὰ μέτρα ταῦτα, ἐδόθησαν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς πιστώσεις, ἐργασίαι δὲ γίνονται, ὅπως ἐπισκευασθῶσι καὶ αἱ μηχαναὶ καὶ οἱ λέβητες. Τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ποιοῦμαι ὅμως παρατήρησιν πρὸς τοὺς ἀγορεύσαντας, ὅτι συζήτησις ἐπὶ προτάσεως περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται σήμερον, διότι δὲν ὑπάρχει πρότασις περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως. Ἡ ἐπιθυμία ἑνὸς τῶν κ. Βουλευτῶν, τὸν ὁποῖον τιμῶ ἰδιαζόντως, ἵνα γένηται συνεδρίασις μυστική, αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς πρότασις. Τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς διαγράφουσι κατὰ τίνα τρόπον γίνονται αἱ περὶ τούτου συζητήσεις. Ἐὰν λοιπὸν κατατεθῇ πρότασις ἔχουσα τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπογραφῶν, τὰς ὁποίας ὁ Κανονισμὸς ἀπαιτεῖ, τότε θὰ ἔλθῃ ὁ καιρός, ἵνα γένηται συζήτησις, ἂν πρέπῃ νὰ γένηται ἢ ὄχι μυστικὴ συνεδρίασις.
§23ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πάνθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὀρθότατα, ἐγὼ δὲ οὐδόλως εἰσῆλθον εἰς τὴν οὐσίαν, ἐὰν πρέπῃ νὰ γένηται ἢ ὄχι μυστικὴ συνεδρίασις, διότι, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε πάντες, ἀπὸ τοῦ 1874 ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἑπομένως γνωρίζω τὰ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐγὼ ἁπλῶς ἔῤῥιψα μίαν ἰδέαν, ἐπειδὴ δὲ φρονῶ, ὅτι πρόκειται περὶ ὑψίστων συμφερόντων τοῦ Κράτους, περὶ ὑψίστων συμφερόντων τοῦ ἔθνους, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα 10 μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπογράψωμεν τὴν πρότασιν, ἀλλὰ πρέπει ὁλόκληρος ἡ ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὅτι ἔχει τὸ μονοπώλιον τοῦ θάῤῥους, ἀπατᾶται πολύ, — πάντοτε δὲ περὶ θάῤῥους ὁμιλεῖ.—Ἂς μάθῃ, ὅτι ἐγὼ δὲν συνείθισα ποτὲ νὰ κρύπτωμαι ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μου. Ἔφερα τὴν πρότασιν ταύτην, διότι ὡς Ἕλλην φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει νὰ διασύρηται ἡ ὑπόληψις τοῦ στρατοῦ. Μὴ φρονεῖτε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὸ νὰ λέγωμεν ὅ,τι λέγομεν ἐνταῦθα, κάμνει τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ κάμνῃ. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν, ὅτι εἴμεθα κατὰ θάλασσαν τόσον ἕτοιμοι, ὥστε δυνάμεθα νὰ ναυμαχήσωμεν καὶ μὲ τὴν Ἀγγλίαν· ὅταν δὲ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ λέγωνται πράγματα, τὰ ὁποῖα τοὺς ἀπογοητεύουν, ἐπέρχεται ἡ καταστροφὴ καὶ ἡ ἀπογοήτευσις. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἐζήτησα καὶ ζητῶ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, ἐν καιρῷ δὲ τῷ δέοντι θὰ ὑποβάλω τὴν σχετικὴν πρότασιν, ὡς ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει. Ἠναγκάσθην, Κύριοι, νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας τινὰς ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐκ Κυθήρων κ. Βουλευτοῦ.
§24Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἂν ὄχι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποῖα εἶναι τὰ πλοῖα ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐμερίμνησε, διότι διήνυον καὶ διανύουν 5 μίλια καθ’ ὥραν. Ἐπιθυμῶ, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἀπαντήσητε. Ἐμεριμνήσατε περὶ τοῦ καταδρομικοῦ «Ναυάρχου Μιαούλη»; ναὶ ἢ ὄχι; Βεβαίως ἐμεριμνήσατε διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ λέβητος. Ἔχετε ὅμως ἔκθεσιν ἐπιτροπῆς, ἐὰν ὁ λέβης αὐτοῦ εἶχεν ἀνάγκην ἀντικαταστάσεως ἢ ὄχι; Καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω διὰ τὸ καταδρομικὸν «Ναύαρχον Μιαούλην» νὰ προσαγάγητε εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἡμερολόγιον τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῆς μηχανῆς, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ καταδρομικὸν «Ναύαρχος Μιαούλης» διήνυσε 13 μίλια τὴν ὥραν, ὅταν ἔκαμε τελευταίως τὸ ταξείδιον μὲ τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον. Ποῖα εἶναι τὰ ἄλλα πλοῖα, τὰ ὁποῖα διήνυον 5 μίλια καθ’ ὥραν; τίς ἔχει δώσει τὴν πληροφορίαν ταύτην εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως; Βεβαίως πρόκειται περὶ τῆς «Μυκάλης». Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐταξείδευσε μὲ 12½ μίλια τὴν ὥραν, καὶ οὐχὶ μὲ 5 μίλια, ὅταν ἔκαμε τὸ ταξείδιον αὑτοῦ μέχρι Ναυπλίου.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον περὶ τῆς ταχύτητος τοῦ πλοίου, εἶπον διὰ τοὺς διαῤῥέοντας αὐλούς.
§26ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν διαῤῥέουν 4 ἢ 5 αὐλοὶ ἑνὸς πλοίου, τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀσήμαντον, καὶ ἀμφιβάλλω ἐὰν ὁ κυβερνήτης εἶπεν ἓν τοιοῦτον λάθος. Ἡ «Μυκάλη» σήμερον διανύει 12½ καὶ 13 μίλια τὴν ὥραν, καὶ τὰ διήνυσε κατὰ τὸ ταξείδιον τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου. Ἀλλὰ πλὴν τούτου δὲν εἶναι «ἡ Μυκάλη», τὴν ὁποίαν ἀπεστείλατε εἰς Ναύπλιον, διὰ νὰ ρυμουλκήσῃ τὴν βυθοκόρον τοῦ Πειραιῶς; Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἰδία; Πῶς δὲν διέῤῥεον τότε οἱ αὐλοί; Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορῇ μὲ τοιαύτας ἀνακριβείας τὴν Βουλήν, ὅτι εὗρε τὸν στόλον ἐν πλήρει καὶ τελείᾳ ἀχρηστίᾳ. Ἀντικαθιστᾷ τοὺς λέβητας τῶν διαφόρων πλοίων καὶ βεβαίως· ἀλλὰ πῶς; ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω, ἂν ἔχητε ἔκθεσιν τοιαύτην. Ὁ «Μιαούλης» ἐπὶ 8 ὁλόκληρα ἔτη εὑρίσκεται ἀγκυροβολημένος εἰς τὸν Ναύσταθμον, δὲν ἐταξείδευσε ποτέ. Ἔπρεπε νὰ μνημονεύσητε τοῦ «Μιαούλη», ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἦναι σήμερον ἐκ τῶν μαχίμων πλοίων, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ καταστρώματος. Ὁ «Βασιλεὺς Γεώργιος» ἐπίσης δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἦναι πλοῖον πολεμικὸν σήμερον, ἕνεκεν τῆς ἐλλείψεως τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ καταστρώματος. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ θωρηκτά, νομίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δράσωσι καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἴσως.
§27Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπεθύμουν ἐν ἄλλῃ συνεδρίᾳ, τουτέστιν ἐν ἐκείνῃ, καθ’ ἣν ἤθελε συζητηθῆ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, νὰ δώσω πάσας τὰς πληροφορίας περὶ τῶν ἀπορημάτων, ἅτινα ἠκούσθησαν κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας. Ὡς διευθύνων ὅμως τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ προκαλούμενος ἐπανειλημμένως κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, νομίζω ὅτι καθῆκον ἔχω ἀπὸ τοῦδε νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινάς, τὸ μὲν ὅπως ἀπαντήσω εἰς τοὺς ἀξιοτίμους ἐπερωτῶντας, τὸ δὲ ὅπως καθησυχάσω τοὺς τυχὸν ἀνησυχοῦντας. Ἀπαντῶ δὲ μετὰ πλείστου θάῤῥους, διότι ἐγὼ πάντοτε εἶχον τὸ εὐτύχημα νὰ ἀνήκω εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, καὶ δὲν μετέβαινον ἐπανειλημμένως ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἑτέραν. Ἐὰν ἑπομένως ἐν τῷ παρελθόντι ὑπάρχωσι λάθη καὶ σφάλματα, ταῦτα βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ἀφορῶσιν εἰς ἐμὲ προσωπικῶς, ἢ εἰς τὴν πτέρυγα, ἧς ἀποτελῶ μέρος...
§28Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἤλλαξα χαρτοφυλάκιον διὰ νὰ ἀλλάξω.
§29Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ὑμῶν προσωπικῶς. Ὅταν ἐγένετο λόγος περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στόλου, οὐδεὶς βεβαίως ἰσχυρίσθη, ὡς ἠκούσθη ποθὲν ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ὅτι ὁ στόλος ἡμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιπαραταχθῇ πρὸς τὸν Ἀγγλικὸν στόλον. Ἀλλὰ καὶ ποτὲ δὲν ἠκούσθη, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στόλος δὲν ἤθελεν ἐπιτυχῶς ἐκτελέσει τὸ καθῆκον αὑτοῦ, ἐὰν ποτε παρίστατο περίστασις, κατ’ ἐκείνων, καθ’ ὧν ἴσως θέλει ἀναγκασθῆ νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὸ ποτέ. Ἡμεῖς ταῦτα μόνον δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι ἐκ διαφόρων καὶ ποικίλων αἰτιῶν, εὐθὺς ὡς παρελάβομεν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀντελήφθημεν, ὅτι οἱ λέβητες τῶν πλείστων πλοίων τοῦ στόλου, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον αἱ μηχαναὶ αὐτῶν, δὲν ἐλειτούργουν καλῶς. Δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο εἰς ἀμέλειαν τῶν ὑπευθύνων. Πιθανὸν τοῦτο νὰ προῆλθεν ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἀντικαταστάσεως καὶ ἐκ τῆς μακρᾶς λειτουργίας αὐτῶν, οὐχὶ δ’ ἐκ κακῆς διαχειρίσεως αὐτῶν. Τοῦτο ὅμως εἶναι βεβαιότατον, ὅτι οἱ λέβητες τῶν πολεμικῶν πλοίων, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ αἱ μηχαναὶ αὐτῶν, δὲν ἐλειτούργουν κατὰ τοὺς κανόνας, οὓς ἀπαιτεῖ ἡ ναυτικὴ ὑπηρεσία. Τοῦτο προκύπτει ἐξ ἐπανειλημμένων ἐκθέσεων σπουδαιοτάτης ἐπιτροπῆς, ἀποτελεσθείσης ἐξ ἀξιωματικῶν μηχανικῶν τε καὶ ναυπηγικῶν. Εὐθὺς ὡς ἀνελάβομεν τὰ τοῦ Ὑπουργείου, μελετήσαντες τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἔδει τοῦτο νὰ διορθωθῇ, εὕρομεν ὅτι θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ θεραπεία δι’ ἱδρύσεως ταμείου εἰδικοῦ περὶ λεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν τῶν πολεμικῶν πλοίων. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς παρὰ τῆς πτέρυγος τῆς ἀντιθέτου ἐπολεμήθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἠπειλήθημεν καὶ διὰ τῆς κωλυσιεργίας· καὶ ἐπειδὴ πολλὰ ὑπῆρχον τὰ νομοσχέδια, τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς παρελθούσης συνόδου, κατωρθώθη, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο μὴ γένηται νόμος τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς λοιπὸν εὐθὺς ἐσκέφθημεν περὶ τῆς πληρώσεως τῆς ἀνάγκης ταύτης, ἐὰν δὲ δὲν ἐλήφθη ἀμέσως ἡ πρόνοια, τοῦτο δὲν ὀφείλεται βεβαίως εἰς τὴν πτέρυγα, ἧς ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος. Εὐθὺς ὅμως ὡς παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐζήτησα, ὅπως δοθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἔκτακτος πίστωσις πρὸς θεραπείαν τῆς ἐλλείψεως, ἀμέσως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸ Συμβούλιον αὐτὸ μιᾷ φωνῇ παρεχώρησε τὴν πίστωσιν 1,700,000 δραχμῶν, καὶ διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης ἤρξατο θεραπευομένη ἡ κατάστασις τῶν λεβήτων καὶ τῶν μηχανῶν τοῦ στόλου. Μὲ ἠρώτα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σπετσῶν συνάδελφος, ἂν ὑπάρχῃ ἔκθεσις περὶ τοῦ «Ναυάρχου Μιαούλη», περὶ ἀντικαταστάσεως δηλονότι τῶν λεβήτων αὐτοῦ. Βεβαίως, Κύριοι, ὑπάρχει, καὶ δύναμαι νὰ καταθέσω αὐτήν, εὐθὺς ὡς ἐπιμείνητε. Μὲ ἠρώτα, ἢ δὲν μὲ ἠρώτα, ἀδιάφορον, ἂν ὑπάρχῃ ἔκθεσις περὶ τῶν λεβήτων τῆς θωρακοβάριδος «Β. Γεώργιος». Βεβαίως καὶ περὶ ταύτης ὑπάρχει ἔκθεσις, ὅτι οἱ λέβητες εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀντικατασταθῶσι. Μὲ ἠρώτα, ἢ δὲν μὲ ἠρώτα, ἀδιάφορον, ἂν περὶ τῶν ἀτμολεβήτων «Ἀχελώου», «Πηνειοῦ», «Ἀλφειοῦ» καὶ «Εὐρώτα» ὑπάρχῃ ἔκθεσις περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν λεβήτων αὐτῶν. Βεβαίως ὑπάρχει τοιαύτη, διότι οἱ λέβητες τῶν πλοίων τούτων εἶναι σπουδαίως ἐφθαρμένοι καὶ δὲν ὑπάρχει ἐν ἑνὶ λόγῳ πλοῖον τοῦ στόλου, οὗτινος οἱ λέβητες νὰ μὴ ἦναι ἀνάγκη νὰ ἐπισκευασθῶσιν, ἢ ν’ ἀντικατασταθῶσιν. Εἴμεθα ἆρά γε ἄξιοι καταδίκης, διότι, ἀφοῦ δὲν ἐδυνήθημεν διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ λάβωμεν τὰ προσήκοντα μέτρα, ἐζητήσαμεν δι’ ἐκτάκτου πιστώσεως, ἣν ἡ Βουλὴ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλει ἐγκρίνει, ὅπως θεραπεύσωμεν τὰς ἐλλείψεις ταύτας; Καὶ εἴμεθα ἆρά γε ἡμεῖς αἴτιοι, ἐὰν ἐν τοιαύτῃ τινὶ καταστάσει παρελάβομεν τὰ πλοῖα τοῦ στόλου; Ἀλλὰ τίς εἶπε ποτὲ, ὅτι καὶ ἐν τοιαύτῃ καταστάσει τῶν λεβήτων, οὐχὶ ἐπαρκῶς λειτουργούντων, καὶ τῶν μηχανῶν, οὐχὶ ἐλευθέρως κινουμένων, τίς εἶπέ ποτε, ὅτι, ἐὰν τὸ ἔθνος προεκαλεῖτο, δὲν ἤθελε δυνηθῆ ὁ στόλος ὁ Ἑλληνικὸς νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον αὐτοῦ; Ἀλλὰ, Κύριοι, ὡμίλησαν καὶ περὶ τῶν θωρηκτῶν. Περὶ τούτων εἶμαι ἐπίσης ἠναγκασμένος νὰ δώσω ὀλίγας διασαφήσεις, καὶ αὗται συνοψίζονται εἰς τὰ ἑξῆς. Εἶναι γνωστὸν κατὰ τίνα τρόπον ἐναυπηγήθησαν τὰ τρία θωρηκτὰ τοῦ ἡμετέρου στόλου, καὶ πῶς κατέπλευσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα προώρως, ἕνεκα τῶν λόγων, οὓς πάντες τότε ἐνθυμοῦνται, καὶ περὶ ὧν περιττὸν εἶναι σήμερον νὰ ποιήσωμαι μνείαν. Ἀλλὰ τὰ θωρηκτὰ, κατελθόντα ἐνταῦθα, ἦσαν ἱκανὰ πρὸς ἐπίθεσιν κατὰ ἀντιπάλου στόλου, δὲν εἶχον ὅμως τὴν δέουσαν ἱκανότητα πρὸς ἄμυναν ἑαυτῶν. Τοῦτο, Κύριοι, προκύπτει ἐκ πολλῶν ἐκθέσεων ἐπιτροπῶν, καὶ ἐξ ἐπιτροπῶν, ἃς ἐγὼ ἐσχημάτισα, καὶ ὧν τὰ ἔγγραφα ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἐν ὡρισμένῳ φακέλλῳ. Ἐλέχθη ποτὲ καὶ ἐγράφη ἔν τινι ἀνοικτῇ, νομίζω, ἐπιστολῇ, ὅτι διὰ τῆς ἀναγραφῆς καὶ μόνον 300,000 δραχμῶν Κυβέρνησις παρελθοῦσα ἐσκέπτετο περὶ τοῦ ἐξοπλισμοῦ τῶν τριῶν θωρηκτῶν. Ἀλλ’ ὅταν ἀκούσητε, Κύριοι, ὅτι διὰ 300,000 δραχμῶν οὔτε ἀπόπειρα σκέψεως δύναται νὰ γείνῃ πρὸς θεραπείαν τῶν πολλαπλῶν ἀναγκῶν τῶν θωρηκτῶν, βεβαίως, Κύριοι, θέλετε μειδιάσει. Καὶ περὶ ταύτης τῆς ἐλλείψεως τὴν δέουσαν πρόνοιαν ἔλαβεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, διότι συνεβλήθη μετὰ τῆς ἑταιρίας, τῆς ἐν Γαλλίᾳ, Forges et Chantiers, καὶ προέβη ἤδη εἰς τὴν παραλαβὴν τοῦ ἑνὸς τρίτου τῶν παραγγελθέντων ταχυβόλων διὰ τὰ θωρηκτά. Διότι τὰ ταχυβόλα τῶν «Ψαρῶν» ἐτελείωσαν καὶ παρελήφθησαν, καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἀποστέλλονται εἰς τὰ «Ψαρὰ», ἵνα τοποθετηθῶσιν ἐπ’ αὐτῶν, ἅτινα ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Περὶ ὅλων λοιπὸν ἐλήφθη ἡ δέουσα φροντὶς, ὅλαι αἱ ἐλλείψεις θεραπεύονται. Βεβαίως ἐν τῇ καταστάσει, ἐν ᾗ παρελήφθησαν τὰ πράγματα, δὲν ἦτο δυνατὸν, ἐλπίζω, ταχύτερον νὰ θεραπευθῶσιν αἱ ἐλλείψεις αὗται. Καὶ εἶναι ἆρά γε μόνον αὗται αἱ ἐλλείψεις; Ἴσως θὰ ἦτο ἀνάγκη εἰδικῆς συνεδρίας, ἵνα ἀναφέρῃ τις ὅλας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ὥρα δὲν εἶναι κατάλληλος. Ταῦτα τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσους ἐπηρώτησαν περὶ τοῦ ἐν σχέσει θέματος.
§30ΣΤΑΗΣ. Ὀφείλω, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐξοφλήσω ἕνα προσωπικὸν λογαριασμὸν πρὸς τὸν ἀξιότιμον καὶ ἀγαπητὸν ἐξ Ἠλείας συνάδελφον, ὃν βεβαιῶ, ὅτι, ἐὰν ἐγὼ δὲν ἔχω τὸ μονοπώλιον τοῦ θάῤῥους, βεβαίως ὅμως καὶ ἐκεῖνος δὲν ἔχει ἄλλο τι μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐπέδειξεν. Ἐγὼ τοὐναντίον πάντοτε εἶδα, ὁπόταν ἐπρόκειτο περὶ ἀγορεύσεων, αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἀπήτουν ἂν ὄχι θάῤῥος, ἀλλὰ εἶδός τι παῤῥησίας ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, μεταξὺ τῶν πρώτων τὸν ἀξιότιμον κ. ἐξ Ἠλείας συνάδελφον. Ἀλλ’ εἰς τὰ ζητήματα τοῦ πατριωτισμοῦ, περὶ ὧν ἐκαυχήθη πρὸ μικροῦ, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι τὸ μονοπώλιον δὲν ἔχει μόνος αὐτός. Περὶ τῶν ζητημάτων τοῦ πατριωτισμοῦ δύναται πᾶς Ἕλλην νὰ ἔχῃ τὰς αὐτὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος, καὶ ὁ λαλῶν, καὶ πᾶς ἄλλος, εἴτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἴτε ἀλλαχοῦ, ἀρκεῖ μόνον νὰ ἦναι Ἕλλην. Τὰ ζητήματα, κύριε Πρόεδρε, τὰ ἀφορῶντα τὸ στράτευμα κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, δὲν εἶναι ζητήματα προσωπικά, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι τοιαῦτα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται λόγος περὶ αὐτῶν εἰς μυστικὴν συνεδρίασιν, ὡς ἔλεγον πρὸ μικροῦ· τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὸ στράτευμα εἶναι ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων προνοεῖ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, εἶναι ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων οἱ νόμοι τοῦ Κράτους διὰ μακρῶν διαλαμβάνουσιν, εἶναι ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων ἡ Πολιτεία σύμπασα οὐσιωδέστατα ἐνδιαφέρεται. Περὶ τῶν ζητημάτων τούτων θέλετε νὰ ὁμιλήσωμεν ἐν μυστικῇ συνεδριάσει; Ἡμεῖς ἕνα πρέπει νὰ ἔχωμεν σκοπὸν, τίνι τρόπῳ νὰ ἐξεγείρωμεν τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Πολιτείας ὑπὲρ τῶν ζητημάτων τούτων, καὶ θέλει ἐξεγερθῆ τότε μόνον τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Πολιτείας, ὁπόταν μάθῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ σαπρία καὶ ποῦ ὑπάρχει. Ἐὰν θέλητε, ἐπαναλαμβάνω, νὰ διορθώσητε τὰ τοῦ στρατεύματος ἡμῶν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, δέον νὰ εἴπωμεν ἐλευθέρως τὰς ἐλλείψεις αὐτοῦ, νὰ εἴπωμεν τίνες οἱ ὑπαίτιοι τῆς καταστάσεως ταύτης, ὄχι νὰ ἐρχώμεθα διὰ φράσεων ἀορίστων, ὡς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πρὸ μικροῦ ἔπραξε, νὰ ἀποδίδωμεν μορφὴν ἐκεῖ, ὅπου ἴσως μόνον συγχαρητήρια πρέπει ν’ ἀποδοθῶσιν. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν συνεστάλη νὰ εἴπῃ μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι ἡ κυρία αἰτία τῆς μὴ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ταμείου κατασκευῆς ἀτμολεβήτων· ἐδήλωσε τουτέστιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι δὲν εἶχε τὴν δύναμιν αὐτὸς, ὡς μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ πείσῃ τοῦτο καὶ τὴν ἀκολουθοῦσαν αὐτὸ πλειοψηφίαν, ὅτι ἦτο ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ, καὶ κατέδειξεν ἢ τὴν ἀδυναμίαν τῆς πλειοψηφίας ἵνα ψηφίσῃ νόμον, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει μονονουχὶ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ, ἢ βεβαίως τὴν μὴ ἐμπιστοσύνην τῆς πλειοψηφίας πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Καὶ ὅμως δὲν παρῃτήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀλλὰ παραμένει ἀκόμη εἰς τὸ ὑπουργικὸν ἐκεῖνο ἑδώλιον! Βεβαίως πᾶς ἄλλος ὤφειλε νὰ παραιτηθῇ, μετὰ τὴν δυσπιστίαν, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ἡ Βουλή, μὴ ἐπιψηφίσασα νομοσχέδιον τοσαύτης κατὰ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν σπουδαιότητος! Δὲν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, τοῦ παρόντος ν’ ἀπαντήσω εἰς πάσας τὰς προτάσεις καὶ πάσας τὰς περιόδους τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἐπιφυλάσσομαι ὅμως ἐν ἄλλῃ καταλλήλῳ στιγμῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ μὴ προσθέσω, ὅτι πανθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν περὶ τοῦ «Ναυάρχου Μιαούλη» καὶ τοῦ «Γεωργίου» δὲν εἶναι ἀληθῆ...
§31Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑμεῖς ἔρχεσθε ἐνίοτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἂν θέλητε, δύνασθε νὰ ἴδητε καὶ νὰ πεισθῆτε.
§32ΣΤΑΗΣ. .. Δὲν εἶναι ἀληθῆ ὅσα εἶπε περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πλοίων ἐκείνων, διότι αἱ ἐκθέσεις δὲν μαρτυροῦσι πάνθ’ ὅσα εἶπε πρὸ μικροῦ, καὶ παρακαλῶ καὶ ἐπιμένω νὰ καταθέσῃ τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις· λέγω δὲ ἐπιμένω, διότι πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἂν δὲν ἐπιμένωμεν, δὲν θὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν. Ἐπιμένω ἑπομένως—καὶ θέλω ὑποβάλει καὶ ἐγγράφως, συμφώνως τῷ Κανονισμῷ, τὴν παράκλησίν μου ταύτην—ἐπιμένω νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις περὶ τῶν ἀτμολεβήτων καὶ τῶν μηχανῶν τῶν πλοίων τούτων. Τότε θὰ ἴδωμεν, τίνες οἱ συντάξαντες τὰς ἐκθέσεις, καὶ περὶ τίνων διαλαμβάνουσιν αἱ ἐκθέσεις αὗται. Ἀλλὰ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἴχνος τι ἀληθείας ἐν τοῖς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν λεχθεῖσι, ποῖος εἶναι ἀρά γε ὑπαίτιος; Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι κατά τι ἦσαν βεβλαμμένοι οἱ αὐλοὶ καὶ αἱ μηχαναὶ καὶ οἱ λέβητες τῶν πλοίων, περὶ ὧν ὁ λόγος. Τίς ἆρά γε εἶναι ὑπαίτιος; Καὶ δὲν ἐλαμβάνετο κατ’ ἔτος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους πίστωσις ἐπὶ τούτῳ, πρὸς συντήρησιν τῶν πλοίων αὐτῶν;...
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπατᾶσθε!
§34ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ.
§35Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§36ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγώ.
§37ΣΤΑΗΣ. .. Καὶ κατ’ ἔτος δὲν ἐξηντλεῖτο ἡ πίστωσις αὕτη, ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς ἐπισκευὴν τῶν πλοίων, τῶν ἐν ἐφεδρείᾳ εὑρισκομένων; Καὶ πῶς, ἀφοῦ διετίθετο ἡ πίστωσις, τὰ πλοῖα εὑρέθησαν ἐν κακῇ καταστάσει; Καὶ ἵνα εἴπωμεν τίνες οἱ ὑπαίτιοι, εἶναι ἀνάγκη μυστικῆς συνεδριάσεως, ὅπως σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν;
§38ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι.
§39ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἴσως εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ μυστικὴ συνεδρίασις, ἵνα εἴπῃ καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἐλλείψεων, περὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὸν ἠμπόδισε διὰ τῆς χειρὸς, ἵνα μὴ ἐξακολουθήσῃ περὶ αὐτῶν.
§40Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν εἶπον περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως.
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. «Εἰδικῆς» εἶπεν, «εἰδικῆς».
§42ΣΤΑΗΣ. Ἴσως δὲν ἤκουσα καλῶς, ἴσως εἶπε περὶ εἰδικῆς· ἔστω. Χαίρω ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀποκαλύψωμεν καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν, τίνες εἶναι οἱ αἴτιοι τῆς καταστάσεως ταύτης, καταστάσεως διὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος ἐδαπάνα πολλὰς χιλιάδας, τῶν ὁποίων τὸ σύνολον ἀνέρχεται βεβαίως εἰς ἑκατομμύρια.
§43Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς 5,000,000,
§44ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἠξεύρω πόσα· δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ γινώσκῃ πόσα, διότι ἡ κατάστασις τῶν ἀρχείων καὶ τῶν λογιστηρίων καὶ τῶν ἁρμοδίων γραφείων εἶναι τοιαύτη, ὥστε κανεὶς δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ἀκριβῶς πόσα, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ὁμιλῶμεν ἐπὶ ἀριθμῶν καὶ οὐχὶ ἐπὶ λέξεων, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἤμεθα ἐν τῇ μαθηματικῇ ἀκριβείᾳ τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ πάντως τὰ ποσὰ εἶναι μεγάλα. Καὶ τί ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐπὶ 18 μῆνας εὑρισκόμενος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὁ ἀνώτατος ἐκεῖ ἄρχων, ἵνα ἐμποδίσῃ τὴν κατάστασιν ταύτην; Οὐδὲν ἄλλο, ἢ νὰ μεταφέρῃ ἐν τῷ λιμένι τοῦ Πειραιῶς τὴν κωμῳδίαν, ἡ ὁποία ἐπαίζετο ἐπὶ τρία ἔτη ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, κωμῳδίαν, ἕνεκα τῆς ὁποίας μεταφέρονται ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν καὶ σήμερον ἔτι δι’ ἀτμοπλοίων τοῦ Δημοσίου ἐργάται, τεχνῖται, ξυλουργοὶ καὶ δὲν ἠξεύρω τίνες ἄλλοι, περὶ ὧν δὲν εἶναι τὰ τοῦ παρόντος νὰ ὁμιλήσω. Ταῦτα ἐπράξατε ἐπὶ 18 μῆνας! Ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεχθέντων παρ’ ὑμῶν περὶ τῶν θωρηκτῶν, περὶ ὧν ἐν καταλλήλῳ στιγμῇ θὰ ὁμιλήσωμεν, καὶ θ’ ἀποδείξωμεν ὅτι τὰ λεχθέντα παρ’ ὑμῶν οὔτε κατὰ κεραίαν δὲν ἦσαν ἀκριβῆ.
§45ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι, ἐὰν αὐτὸς δὲν ἔχῃ τὸ μονοπώλιον τοῦ θάῤῥους, οὐδ’ ἐγὼ ἔχω τὸ μονοπώλιον τοῦ πατριωτισμοῦ. Ἐγὼ εἶπον πρὸς αὐτὸν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ μονοπώλιον τοῦ θάῤῥους, διότι κατ’ ἐπανάληψιν εἶπεν, ὅτι ὅσοι προτείνουσι μυστικὴν συνεδρίασιν δὲν ἔχουσι τὸ θάῤῥος ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει νὰ συζητήσωσι πράγματα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐμὴν γνώμην δὲν πρέπει νὰ συζητῶνται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Εἶπεν ὅτι ἐγὼ ἰσχυρίσθην, ὅτι ἔχω τὸ μονοπώλιον τοῦ πατριωτισμοῦ. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι πατριῶται. Ἐζήτησα μόνον παρὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ὅπως συζητήσωμεν ἐν μυστικῇ συνεδριάσει ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐμὴν γνώμην δὲν πρέπει νὰ συζητήσωμεν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων εἶπεν, ὅτι καί τι ἄλλο ἔχω. Τὸν προκαλῶ νὰ εἴπῃ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔχω, καὶ τὸ ὁποῖον παρέλειψε νὰ εἴπῃ.
§46ΣΤΑΗΣ. Τὸν ἀγαπητὸν κ. συνάδελφον διαβεβαιῶ, ὅτι ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνόησεν, αὐτὸ καὶ εἶπον· τουτέστιν ὅτι δὲν ἔχει τὸ μονοπώλιον τοῦ πατριωτισμοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν τὸ εἶπον ἐν συνεχείᾳ, παρεμβληθείσης ἐν τῷ μεταξὺ ἄλλης τινὸς προτάσεως παρενθετικῆς, ἴσως ὁ κ. συνάδελφος δὲν τὸ ἤκουσεν. Ὥστε ἐλπίζω, ὅτι μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην εἶναι ἱκανοποιημένος.
§47ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ δὲ ἡ πρότασίς μου ἔλαβε διαστάσεις, ὡς μὴ ὤφελε, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μεταβῇ εἰς ἄλλο θέμα· διότι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα ὑπὲρ τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως, κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἐν ἡμέρᾳ τακτῇ θὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν, καὶ τότε ἐν μυστικῇ συνεδριάσει θὰ συζητήσωμεν, ἐὰν πρέπῃ νὰ γείνῃ μυστικὴ συνεδρίασις. Ἐὰν δὲ ἡ πλειονοψηφία δὲν θέλῃ νὰ γείνῃ μυστικὴ συνεδρίασις καὶ δὲν ἀποφασισθῇ νὰ γείνῃ, ἢ καὶ ἂν γείνῃ, μήπως εὐθὺς μετὰ ταῦτα δὲν δύναται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων καὶ πᾶς Βουλευτὴς νὰ συζητήσῃ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει; Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι προτείνομεν μυστικὴν συνεδρίασιν, δὲν κλείομεν τὸ στόμα οὐδενός. Ἀλλὰ ἂς ἦναι βέβαιος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὅτι, ὡς αὐτὸς, καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ πρᾶξις 500 ἀξιωματικῶν παραιτουμένων εἶναι πρᾶξις σοβαρὰ, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, διότι εἶναι καὶ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα πιθανὸν νὰ ἀγνοῇ οὗτος ἢ ἄλλοι, καὶ τὰ ὁποῖα ἡμεῖς γνωρίζομεν. Πρέπει λοιπὸν ἐν μυστικῇ συνεδριάσει νὰ συζητηθῶσι, διότι ἡ δημοσία συνεδρίασις ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων δύναται νὰ βλάψῃ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ ὑποβάλω πρότασιν ῥητὴν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως ἐν ἡμέρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν φρονῶ ἐγὼ ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ.
§48Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος παρεσύρθη ἀπὸ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶπε, κατὰ παραδρομὴν, ὑποθέτω, ὅτι ἀπαιτεῖται πρότασις ἔγγραφος, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀπαιτοῦνται 10 μόνον Βουλευταὶ, ὅπως γείνῃ ἡ πρότασις, ὁ δὲ τελευταῖον ψηφισθεὶς Κανονισμὸς ὁρίζει ἐν ἄρθρῳ 33 ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος, ὅτι «πᾶσα αἴτησις περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως κατὰ τὸ ἄρθρον 55 τοῦ Συντάγματος γίνεται ἐγγράφως ἢ προφορικῶς, σημειουμένων τῶν ὀνομάτων τῶν αἰτησάντων εἰς τὰ πρακτικά».
§49Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τοῦτο εἶπε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§50Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅταν κατατεθῇ πρότασις. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν τὸ εἶπε, τόσον τὸ καλλίτερον. Ἀπέχω, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐκφράσω γνώμην περὶ τῆς ἀνάγκης μυστικῆς συνεδριάσεως. Ἐπειδὴ ἐγὼ ἀντελήφθην ὡς εἶπον τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἐξηγήσω τί διατάσσει ὁ Κανονισμός· διότι, εὐθὺς ὡς δέκα Βουλευταὶ κρίνωσιν ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη μυστικῆς συνεδριάσεως, κλείονται αἱ θύραι καὶ ἄρχεται ἡ συζήτησις περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως, ἐὰν πρέπῃ νὰ γείνῃ, ἢ μὴ, τοιαύτη. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ παρέστην εἰς μυστικὴν συνεδρίασιν, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν δὲν ἤντλησα ἐκεῖθεν ἐπιχειρήματα πολλὰ ὑπὲρ τῶν μυστικῶν συνεδριάσεων. Ἀλλὰ ἀπέχω, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐκφράσω γνώμην ἐπὶ τοῦ παρόντος. Φρονῶ ὅμως, ὅτι μυστικὴν συνεδρίασιν μᾶλλον ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ζητήσῃ, ἐὰν νομίζῃ ὅτι ἔχει νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ἀνακοινώσῃ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, μὲ ἠνάγκασε νὰ ζητήσω τὸν λόγον ἓν βέλος, τὸ ὁποῖον ἐξετόξευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καθ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπειδὴ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν γεγονότα τινὰ, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ τὸν ἀναγκάσωσι νὰ μεταβάλῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν φαίνεται ἔχων. Ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ δὲν ἐψηφίσθη, καὶ ἐνῷ ἀνεκαλύφθησαν μεγάλαι ἐλλείψεις ἐν τῷ στόλῳ, δὲν ἠδύνατο νὰ τὰς διορθώσῃ· ὥστε τὴν εὐθύνην πρέπει νὰ τὴν φέρῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία καὶ ἠπείλησε τὴν Βουλὴν διὰ κωλυσιεργίας. Ὑποθέτω ὅτι καλῶς ἀντελήφθην τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Παρακάθημαι μεταξὺ τῶν τακτικωτέρων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι συμπτώματα κωλυσιεργίας καθ’ ὅλην τὴν περίοδον ταύτην δὲν εἴδομεν, εἰ καὶ συμφώνως μὲ τὸ δόγμα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αὕτη εἶναι ἐκπλήρωσις καθήκοντος.
§51ΣΑΚΚΗΣ. Τί κάμνετε τώρα;
§52Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κάποιος λέγει, ὅτι αὐτὸ κάμνομεν τώρα.
§53ΣΑΚΚΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ Κρητικὸν διὰ τῶν ἀτελευτήτων συζητήσεών σας ἔχασε τὴν σημασίαν του.
§54Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ πρακτικὰ, θὰ σᾶς εὕρωμεν ἐκεῖ καταβαλόντα διὰ τῶν ἐνστάσεων σας περὶ ἀπαρτίας, κατὰ σύστασιν τοῦ ἀρχηγοῦ σας, ἐξυμνήσαντος ἄλλοτε τὴν κωλυσιεργίαν, οὐκ ὀλίγα κεφάλαια.
§55ΣΑΚΚΗΣ. Πιθανὸν νὰ τὸ ἔπραξα, ἀλλὰ τὸ ἔπραξα ἐν καιρῷ, ὅταν ἔπρεπε νὰ τὸ πράξω.
§56Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐδῶ εἶναι ἡ ἀντίληψις ἑνὸς ἑκάστου περὶ καθήκοντος, κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν, ὅτι πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως περίπου ἔτους, νομίζω, ἐταξείδευσεν εἰς τὸ Ναύπλιον, καὶ εὗρε τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας εἶπεν, ἐν τῷ στόλῳ. Ἀλλὰ ἀφοῦ εὗρε τοιαύτας ἐλλείψεις ἐν τῷ στόλῳ, διατὶ δὲν ἐκάλεσε τὴν Βουλὴν ὅτε τὸ Σύνταγμα ἀπήτει, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ καλέσῃ αὐτὴν τὴν 1 Νοεμβρίου τοὐλάχιστον, τὴν ἐκάλεσε τὸν Ἰανουάριον;...
§57ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Τὰ εἴπετε πέρυσι.
§58Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀνάγκη καὶ τώρα νὰ σᾶς τὰ ἐπαναλάβω... Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην τῆς Βουλῆς, διατὶ μετὰ 35 συνεδριάσεις μόνον ἐκήρυξε τὴν λῆξιν τῆς Βʹ τακτικῆς συνόδου, καὶ παρὰ τὴν ῥητὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου βήματος ἔδωκεν, ὅτι μετὰ τοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνας θὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν, δὲν ἐκάλεσεν αὐτήν;...
§59Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Μετὰ 45 συνεδριάσεις.
§60Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔχετε δίκαιον, μετὰ 45 συνεδριάσεις· ἐνῷ τὸ ἐλάχιστον χρονικὸν ὅριον τῆς συνόδου εἶναι τρεῖς μῆνες... Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς, διατὶ παρέτρεξε τόσα νομοσχέδια, καὶ ἐπέμεινεν εἰς τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων δευτερευούσης καὶ τριτευούσης ἀξίας διὰ συνεδριάσεων εἰκοσιτετραώρων καὶ εἰκοσιεξαώρων; Ἐὰν εἶχεν ἀνάγκην τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ψήφισιν κατεπειγόντων νομοσχεδίων, διατὶ, μόλις συνῆλθεν ἡ Βουλὴ, ἐπαρουσιάσθη εἰς αὐτὴν μὲ τρία νομοσχέδια, τῶν ὁποίων βεβαίως ἡ κατεπειγότης δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ; Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ εἴπω, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ τις ὑπαίτιος τῆς μὴ ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔλεγε, βεβαίως δὲν πρέπει οὗτος νὰ ζητηθῇ εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, ἀφοῦ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ πρὸ μικροῦ πολὺς λόγος ἐγένετο περὶ πατριωτισμοῦ, τὸ μονοπώλιον τοῦ ὁποίου εἰς οὐδένα δύναμαι νὰ ἀναγνωρίσω, διότι συμμερίζομαι τὴν γνώμην τὴν ἐκδηλωθεῖσαν πρὸ μικροῦ, ὅτι εἰς πάντα Ἕλληνα ὑπάρχει καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πατριωτισμὸς, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν μελῶν τῆς πτέρυγος τῆς Κυβερνητικῆς, διότι τὸ ἡμιεπίσημον δημοσιογραφικὸν ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ σᾶς παραστήσῃ ὡς Τούρκους. Ἐνθυμεῖσθε καλῶς, τί κατ’ ἐπανάληψιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν δὲν νομίζω, ἔλεγον, ὅτι ὑπάρχει πλήμμυρα τοῦ πατριωτισμοῦ ἐντεῦθεν καὶ ἄμπωτις ἐκεῖθεν, καὶ ὅτι ἀναγνωρίζω ἐξ ἴσου τὸν πατριωτισμὸν εἰς ὅλους τοὺς παρακαθημένους ἐνταῦθα. Ἀκούσατε τώρα οὐχὶ ὅλα, ὅσα γράφει ἡ «Πρωΐα» σήμερον, ἀλλὰ μόνον δύο γραμμὰς (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐπικρατεῖ πλημμύρα πατριωτισμοῦ, εἰς τὴν Συμπολίτευσιν ἄμπωτις. Ἐκεῖ Ἕλληνες, ἐδῶ Τοῦρκοι». Ἐὰν ὁ συντάσσων τὰ πρακτικὰ τῆς «Πρωΐας» δὲν ἦτο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐν τῇ καλλιτέρᾳ θέσει, τὸν ὁποῖον ὅλοι γνωρίζομεν, ἐὰν δὲν ἐπληρόνετο ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ νὰ κάθηται ἐκεῖ καὶ νὰ χρησιμοποιῇ τὸν χρόνον του συντάσσων ταὐτοχρόνως τὰ πρακτικὰ τῆς «Πρωΐας», δὲν θὰ ἔκαμνον λόγον, διότι ἤθελον ἀποδώσει τὸ πρᾶγμα εἰς παρανόησιν, εἰς τὴν ἀκουστικὴν τοῦ Βουλευτηρίου· ἀλλὰ συνδυάζων τὴν φράσιν ταύτην μὲ τὸ λιβελλογραφικὸν σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ τὰς γραμμὰς ταύτας, ἐνόμισα καλὸν νὰ φέρω τὸν λόγον, ἀφοῦ ἐπῆλθε τὸ ζήτημα τοῦ πατριωτισμοῦ κατὰ τύχην, οὐχὶ διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι δὲν καταδέχομαι, ἀλλὰ διὰ νὰ εἴπω ὅτι εἰμὶ πάντοτε ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ τύπος πρόκειται νὰ προβῇ μέχρι καταχρήσεως.
§61Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπερώτησις περὶ τοῦ τύπου!
§62Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν σᾶς ἠρώτησα. Μερικοὶ νέοι συνάδελφοι ἔρχονται ἐδῶ μὲ πολλὴν ὁρμήν, καὶ προσφέρουσι θυσίας διὰ τῶν διακοπῶν. Ἀτυχῶς μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ ὁ κ. Ἀγγελόπουλος.
§63Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προσφέρω ὑπηρεσίαν εἰς σᾶς, ἐὰν σᾶς κρατήσω ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς λογικῆς καὶ τοῦ πρέποντος.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§65Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τότε, κύριε Πρόεδρε, δόσατε τὴν θέσιν σας εἰς τὸν κ. Ἀγγελόπουλον, διότι θέλει νὰ μὲ κρατήσῃ ἐντὸς τοῦ πρέποντος. Τὸ πρέπον βεβαίως δὲν περιμένω νὰ τὸ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Ἀγγελόπουλον, ὅστις ἔχει ἀνάγκην μαθημάτων· εἰσέρχομαι ἐνταῦθα ἀπὸ 15 ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα οἱ ἐκλογεῖς μου μὲ τιμῶσι διὰ τῆς ψήφου των, καὶ εἰσέρχομαι ἄνευ συνδυασμοῦ· ἐκεῖνοι δὲ εἶναι ἁρμοδιώτεροι νὰ κρίνωσιν, ὡς πρὸς τοῦτο, περὶ ἐμοῦ...
§66ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Μὰ εἶναι συζήτησις αὐτὴ κύριε Πρόεδρε; Προσωπικὰ θὰ ἀκούωμεν; Δὲν πᾶνε εἰς τὸ καπνιστήριον νὰ τὰ εἴπουν;
§67Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶμαι, Κύριοι, ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ τύπος πρόκειται νὰ προβῇ μέχρι καταχρήσεως. Καὶ διὰ τοῦτο οὐδέποτε ἐπεδοκίμασα τὴν καταδίωξιν τοῦ τύπου· καὶ φρονῶ τοῦτο ὄχι μόνον ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει εὑρισκόμενος, ἀλλὰ καὶ ὅταν, ἔστω καὶ ἐπ’ ὀλίγον, ἐπαρουσιάσθη εἰς ἐμὲ εὐκαιρία νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, μοὶ ἐζητήθη δὲ ἡ καταδίωξις αὐτοῦ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι εὐπρεπὲς εἰς δημοσιογραφικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἐκπροσωποῦσι τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁλοκλήρου πτέρυγος, νὰ λιβελλογραφῶσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, δαπάναις τοῦ δημοσίου ταμείου.
§68Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Τί ἔχει νὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ εἰς ὅλα αὐτά;
§69Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος δύναται νὰ λάβῃ μέτρα, διότι πιθανὸν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ μὲ ἐνόησε καλλίτερον ἀπὸ ὑμᾶς, κ. συνάδελφε, καὶ εἶναι ἄξιος βεβαίως νὰ κρατήσῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου.
§70ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠπόρησα, ἀκούσας τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἔχοντα γνώμην ἀλλοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν προηγουμένην σύνοδον ἐξέφρασε. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τότε εἶπεν, ὅτι εὗρεν ἐν παραλυσίᾳ τὸν στόλον καὶ ὅτι παρασκεύασεν αὐτὸν διὰ 170,000 δραχμῶν, ὁ δὲ βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας κ. Θεοτόκης συνεχάρη αὐτὸν καὶ τὸ ἔθνος, διότι εὗρε τοιοῦτον Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος παρασκεύασε τὸν στόλον διὰ τοσαύτης μόνον δαπάνης. Ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην εἶπε πολλάκις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι οὐδὲν ἔφερε πρὸς παρασκευὴν τοῦ στόλου, καθόσον πᾶν ὅ,τι ἔφερεν ἦτο ἐντελῶς ἄχρηστον καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου ἐζήτησε πολλάκις νὰ προσαγάγῃ ὁ Ὑπουργὸς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀπέῤῥιψεν ὅλον τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον οὗτος ἔφερεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν οὐδεμίαν ἔκθεσιν προσήγαγε. Σήμερον δὲ ἔρχεται καὶ σᾶς λέγει, ὅτι ὁ στόλος δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ πλεύσῃ εἰς Κρήτην! Καὶ διατὶ, κύριε Ὑπουργὲ, ἐλέγετε εἰς τὴν προηγουμένην σύνοδον ἄλλα, καὶ σήμερον τὰ ἐναντία; διατὶ δὲν παρεσκευάσατε ἐπὶ 18 μῆνας τὸν στόλον, ἀφοῦ σᾶς εἴπομεν ἡμεῖς, ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε ἐντὸς ὀλίγου καλεῖσθε νὰ δράσητε διὰ τοῦ στόλου; Καὶ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἔφερε κατηγορητήριον κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, εἰπὼν ὅτι ὁ στόλος δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ πλεύσῃ εἰς Κρήτην, ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος, ἵνα δικαιολογηθῇ, λέγει ὅτι πταίει ἡ Ἀντιπολίτευσις! Τί πταίει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία σᾶς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ λάβητε πρόνοιαν, διότι ἐντὸς ὀλίγου καλεῖσθε πρὸς δρᾶσιν, διότι τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα εἶναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν, καὶ εἴχετε τόσον χρόνον, ὥστε ὁ στόλος ἠδύνατο νὰ παρασκευασθῇ καὶ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο συμφέρον εἰς τὸ ἔθνος; Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀντὶ δράσεως, ἔφερε τὸν στόλον εἰς τὸ Φάληρον καὶ ἐκάπνιζεν! Αὐτὴν τὴν δρᾶσιν ἐνόει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν! Ἡμεῖς ὑπεδεικνύομεν, ὅτι ὑπῆρχεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν προϋπολογισμὸς, συνταχθεὶς ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπῃτοῦντο 4 ἢ 5 ἑκατομμύρια, ὅπως τὰ θωρηκτὰ παρασκευασθῶσιν ἐντελῶς, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔλεγεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος προϋπολογισμὸς, οὔτε τοιαῦτα ἔγγραφα, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ μετὰ τὰ Κρητικὰ λαμβάνει τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον καὶ στέλλει εἰς Γαλλίαν ἓν τῶν θωρηκτῶν, ἵνα παρασκευασθῇ, δηλαδὴ μετὰ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν προηγουμένην σύνοδον προέλεγε καὶ ὑπεδείκνυεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ εἰς ὅλην τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ τώρα ἔρχεται καὶ σᾶς λέγει, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἄφησε τὴν Κυβέρνησιν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ὠφελήσῃ τὸν στόλον! ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία εἶναι τόσον ἀνίσχυρος, ἔφερε κώλυμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει ὄπισθεν αὐτοῦ 160 Βουλευτάς! Ἀλλὰ ἐὰν δὲν εἶχε τὴν συγκατάθεσιν τῆς πλειονοψηφίας, διατὶ ἐκάθητο εἰς τὸ ἐδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ μένει εἰσέτι, ἐνῷ ὤφειλε νὰ παραιτηθῇ, καὶ μάλιστα μετὰ τὰ λεχθέντα προχθὲς παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξήνεγκε κατ’ αὐτοῦ κατηγορητήριον; Ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸ ἔθνος. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτῆς, καὶ ἐγκαίρως ὑπέδειξεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα σπουδαῖα πρὸς δρᾶσιν, οὐχὶ τὸ μέτρον τοῦ καπνίσματος τοῦ στόλου εἰς Φάληρον.
§71ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου παρεπονέθη χθὲς, ὅτι δὲν ἀπήντησα εἰς τὴν ἐπερώτησίν του περὶ καταθέσεως ἐγγράφων. Ἡ ἐπερώτησις μόλις χθὲς περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου, ἀποσταλεῖσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀπαντῶν εἰς αὐτὴν, λέγω ὅτι, καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ Κρητικὸν ζήτημα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα, δι’ οὓς λόγους καὶ προηγουμένως εἶπον. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τῶν ἐν Σμύρνῃ προξενικῶν ἀρχῶν, ἔδωκα ἤδη ἐντολὴν, καὶ πιστεύω ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ εἶναι ἤδη τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Περὶ τῶν ἄλλων ὅμως ζητημάτων ὁμολογῶ, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς κἄποιαν στενοχωρίαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ζητεῖ νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας τῶν Ἑλλήνων ἐν Τουρκίᾳ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ, ὡς γνωρίζετε ἴσως, ἀρχίζει ἀπὸ τοῦ 1837, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ζητῆτε τὰ ἔγγραφα ἀπὸ τοῦ 1837. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μοὶ ὑποδείξητε ποῖα ὡρισμένως ἔγγραφα ἢ ποίας ἐποχῆς ζητεῖτε, ἵνα δύναμαι νὰ σκεφθῶ, ἐὰν ἠμπορῶ νὰ τὰ καταθέσω· οὕτω γενικῶς ὅμως, δὲν δύναμαι ν’ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν αἴτησίν σας. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ταχυδρομείων, τὸ ὁποῖον ἤρχισε μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, εὑρίσκομαι εἰς τὴν αὐτὴν στενοχωρίαν. Ὡς πρὸς δὲ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, τοῦτο εἶναι πλέον συγκεκριμένον, καὶ θέλω ἴδει ποῖα ἔγγραφα δύναμαι νὰ καταθέσω.
§72Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν ἀπάντησιν, ἂν καὶ ὀλίγον ἀργά.
§73ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Χθὲς περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου ἡ αἴτησίς σας.
§74Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν συναδέλφων σας, καὶ ἤλθετε μάλιστα εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας μου καὶ ἠκούσατε, καὶ ἐπειδὴ ἐδήλωσα ὅτι πρόκειται νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὰ ἔγγραφα ἐγκαίρως. Ἕνεκα τούτου προέβην εἰς τὰ παράπονα· ἄλλως ἡ βραδύτης βαρύνει τὸ Προεδρεῖον. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα τῶν ἐγγράφων, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ Κρητικὸν ζήτημα. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα, ἴσως ὑπάρχει ἡ δυσχέρεια αὕτη, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπέβαλλεν ἀνακοίνωσιν περὶ τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ ζητήματα, περὶ ὧν ἐζήτησα ἔγγραφα, καὶ ἐὰν κατέθετε τὰ ἔγγραφα, ἃ κατ’ ἐκλογὴν ἐνόμιζον κατάλληλα, ὅπως ἐξηγήσωσι τὰς ἀνακοινώσεις του, ὑποθέτω ὅτι τοῦτο θὰ ἤρκει. Ἐκτὸς ὅμως τούτων τῶν ζητημάτων, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τὸ ζήτημα τῆς φυλακίδος, ἐὰν μὴ τὸ θεωρῇ ἐκκρεμὲς, καὶ ἐὰν μὴ προσβάλλῃ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Ἀλλὰ δὲν ἔδωκεν ἀπάντησιν ὡς πρὸς τοῦτο.
§75ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἀπήντησα, ὅταν εἶπον, ὅτι ὡς πρὸς δύο ζητήματα, ὧν ἓν σχετικὸν πρὸς τὸ Κρητικὸν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκκρεμῆ, δὲν θὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα· ἑπομένως ἐνόουν τὸ πρῶτον καὶ τὸ τρίτον.
§76Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὥστε, ὑποθέτω, εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ἐὰν παρασκευασθῶσι τὰ ἔγγραφα, θὰ προβῆτε εἰς τὰς δεούσας ἀνακοινώσεις καὶ ποῖα ἔγγραφα θὰ καταθέσητε κατ’ ἐκλογὴν ὑμῶν.
§77ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἤθελον προτιμήσει, ἐπειδὴ εἶναι ζήτημα 60 ἐτῶν, νὰ ἐλέγετε συγκεκριμένως τί ζητεῖτε.
§78Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ διαταχθῇ ἡ ὑπηρεσία νὰ καταθέσῃ ἓν σημείωμα, περιεκτικὸν τῶν ζητημάτων τούτων, καὶ ἐὰν κρίνητε ὅτι εἶναι ἀνάγκη καταθέσεως ἐγγράφων σχετικῶν, νὰ τὰ καταθέσητε.
§79ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἴδω.
§80Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὰ λεχθέντα πρὸ ὀλίγου ὑπὸ διαφόρων ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάστασιν τοῦ ἡμετέρου ναυτικοῦ, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν: αʹ) τὰ διάφορα συμβόλαια, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μετατροπὴν τῶν θωρηκτῶν, τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἱστῶν καὶ τὴν τοποθέτησιν τῶν ταχυβόλων· βʹ) τὰ συμβόλαια τῶν διαφόρων ἐν Πειραιεῖ ἐργοστασίων, ἅτινα ἀνέλαβον τὴν κατασκευὴν τῶν λεβήτων· γʹ) τὰς διαφόρους ἐκθέσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μετατροπὴν τῶν ἡμετέρων θωρηκτῶν· δʹ) τὰς διαφόρους ἐκθέσεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν λεβήτων τοῦ «Ναυάρχου Μιαούλη» καὶ ἐν γένει ὅλων τῶν πλοίων, τῶν ὁποίων οἱ λέβητες θ’ ἀντικατασταθοῦν, καὶ εʹ) τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν διαφόρων καταστημάτων, πρὸς τὰ ὁποῖα ἦλθεν εἰς συνεννόησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατασκευὴν τῶν τηλεβόλων. Διότι ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων. Ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ προκαλέσῃ, τοῦ ὀφείλω μίαν revanche.
§81Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διατυπώσατε, παρακαλῶ, ἐγγράφως τὰς αἰτήσεις σας.
§82Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα· ἀμέσως θὰ πράξω τοῦτο.
§83ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῶν πρὸ ὀλίγου λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Βόλου, θὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις, ἀλλ’ οὐχὶ μετὰ τῆς αὐτῆς ἀγανακτήσεως, μεθ’ ἧς ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία, ἵνα διδάξῃ στοιχειώδη καθήκοντα πρὸς τοὺς ἔχοντας τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεταδίδωσιν εἰς τὸ Πανελλήνιον ἀκριβῶς τὰ ἐν τῇ Βουλῇ λεγόμενα. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς φύσεως καὶ τῆς ἀνατροφῆς τῶν συντακτῶν τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Βόλου· ἐγὼ ὅμως ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, ἐν τῇ μερίμνῃ, ἡ ὁποία διακρίνει αὐτὸν πρὸς βελτίωσιν τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ σκεφθῇ καὶ εὕρῃ τρόπον τινὰ, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ ἐν τῇ Βουλῇ καθ’ ἑκάστην λεγόμενα νὰ δίδωνται, ἔστω καὶ ἐν περιλήψει, εἰς τὰς διαφόρους ἐφημερίδας· οὕτω δὲν θὰ ἐδικαιολογοῦντό τινες, γράφοντες ἀκριβῶς τ’ ἀντίθετα τῶν λεγομένων. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μεγαλειτέραν εὐχαρίστησιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ αἰσθανθῶ ἢ ὅταν ἀναγινώσκω εἰς τὰς ἐφημερίδας ὕβρεις ἐναντίον μου, διότι εἶναι γνωστὸν τὸ τοῦ Βήκονσφηλδ, ὅτι πολιτευόμενος ὁ ὁποῖος καθ’ ἑκάστην ἡμέραν δὲν ἀναγινώσκει εἰς τὰς ἐφημερίδας τοὐλάχιστον μίαν ὕβριν ἐναντίον του, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν ὅτι εἶναι πολιτευόμενος.
§84Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Συμφωνῶ.
§85ΣΤΑΗΣ. Ἀλλὰ γεγονότα παρ’ ἡμῶν ἐνταῦθα ἐκτιθέμενα, τὰ ὁποῖα ἔχουν σπουδαίαν ἐπήρειαν καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, δὲν πρέπει νὰ διαστρέφωνται καὶ νὰ μεταδίδωνται οὕτω διεστραμμένα εἰς τὸ κοινόν. Ἐγὼ χθὲς εἶπον ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ ἡμιεπισήμῳ ὀργάνῳ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ ῥητῶς καὶ σαφῶς εἶπον, ὅτι ὁ ταγματάρχης κ. Δημητριάδης ἐδήλωσεν ὅτι δὲν εἶχε διαταγὴν νὰ πυροβολήσῃ κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους κατεδίωκε κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἐν τούτοις ἀκριβῶς τοὐναντίον ἀναγράφει τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι κακοήθεια νὰ δημοσιεύωνται τοιαῦτα πράγματα. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐξελθὼν εἰς τὴν ξηρὰν ἐν Ἀντικυθήροις, εἶδον 300 ἐπαναστάτας, οὐχὶ ὅμως τοὺς καταδιωκομένους ἀξιωματικούς· ἐγὼ εἶπον, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐπαναστατῶν ἦσαν Κρῆτες, Μακεδόνες, Ἠπειρῶται, ἦτο σμῆνος ἀνθρώπων, τὸ ὁποῖον ἐμαίνετο νὰ πυροβολήσῃ κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀτμοπλοίου καὶ τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας, διότι εἰς τὸ χάος ἐκεῖνο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῶσι δέκα καὶ πέντε ἀξιωματικοὶ καὶ 50 ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται. Αὐτὰ εἶπον, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διαστρέφωνται τοιαῦτα γεγονότα. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, κ. Πρόεδρε, ἄν ἦναι δυνατὸν προσπαθήσατε νὰ εὕρητε τρόπον διορθώσεως τοῦ κακοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ καὶ συνεπείας.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ μόνος κατάλληλος τρόπος εἶναι ἡ ἔγκαιρος δημοσίευσις τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν.
§87ΣΤΑΗΣ. Οὐ μόνον τοῦτο εἶναι ἀκατόρθωτον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπετυγχάνετο καὶ ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπός, ἐνῷ ἐγὼ νομίζω ὅτι ὑπάρχει τρόπος θεραπείας τοῦ κακοῦ.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§89Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ζήτημα, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον δικαιολογεῖται, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαῖον καθίσταται, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν πλείονες ἐκθέσωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν, εἶναι τοῦτο, τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικὸν ζήτημα, πρὸς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀφορᾷ πᾶσα ἡ ἐνέργεια ἡμῶν. Οὕτω θέλομεν τοὐλάχιστον πορισθῆ τὴν μεγίστην ὠφέλειαν, ὅτι θέλει ἐπὶ τέλους διακριθῆ, ποῖαι εἶναι αἱ ἰδέαι ἡμῶν ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ, καὶ πρέπει ἐν τῷ μέλλοντι νὰ τηρηθῇ παρ’ ἡμῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἡ κορωνὶς πάντων τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων τὸ ἔθνος, καὶ ἔπρεπε νὰ ᾖναι ὁ κανὼν καὶ ὁ ὑπογραμμὸς ἡμῶν ἐν παντί. Τί θέλει τὸ ἔθνος; τοῦτο πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἐξακριβωθῇ, καὶ συμφώνως πρὸς τοῦτο, τὸ ὁποῖον θέλει καὶ ἐπιζητεῖ τὸ ἔθνος, πρέπει νὰ προσαρμοσθῇ πᾶσα ἡ δρᾶσις ἡμῶν. Μέχρι τοῦδε, Κύριοι, ὅλοι ἀντιλαμβανόμεθα, ὅτι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπῆρχε πλήρης ἀσάφεια ἰδεῶν, ὄχι ἐξ αἰτίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις μίαν εἶχε πάντοτε ἰδέαν, ἕνα καὶ μόνον ἐνδόμυχον ἔτρεφε πόθον, τὴν ἀποκατάστασιν μεγάλης Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἐξ αἰτίας τῶν ἑκάστοτε κυβερνώντων αὐτὸν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ὑψωθῶσι μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ τεθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἔθνους ἐν τῇ πορείᾳ αὐτοῦ τῇ ἐθνικῇ. Πρέπει νὰ λείψῃ ἐπὶ τέλους ἡ ἀσάφεια αὕτη τῶν ἰδεῶν, πρέπει, φρονῶ, πάντες νὰ συντελέσωμεν εἰς τὸ νὰ ληφθῇ μία ὡρισμένη ἀπόφασις, νὰ χαραχθῇ μία ὡρισμένη πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν πάντες οἱ κυβερνῶντες ἡμᾶς ἀπαρεγκλίτως νὰ τηρῶσι. Διότι τώρα, κ. Βουλευταί, οὐδεὶς γνωρίζει ποῦ βαδίζομεν· ἡ πολιτικὴ ἡμῶν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἄρνησις πάσης πολιτικῆς, ἐν τῇ δράσει δὲ ἡμῶν τῇ πολιτειακῇ οὐδεὶς δύναται νὰ εὕρῃ ὡρισμένον σκοπόν. Ἀντὶ τῆς καταστάσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν δύναται ἄλλως νὰ ἐξηγηθῇ, παρὰ ἐξ ἐλλείψεως σκοποῦ ὡρισμένου, πρὸς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ βαδίσωμεν, ἀντὶ τῆς καταστάσεως ταύτης, τῆς ἀθλίας ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, θὰ ἦτο προτιμότερον, ἐὰν ἀντὶ τῶν ἀσαφῶν ἰδεῶν περὶ ἐθνικῆς πολιτικῆς, τὰς ὁποίας διὰ τῶν πράξεών των ἀπέδειξαν μέχρι τοῦδε ὅτι εἶχον οἱ κυβερνῆταί μας, θὰ ἦτο προτιμότερον, ἂν ἀπηρνούμεθα πᾶσαν πολιτικὴν ἐθνικὴν, καὶ περιωρίζομεν τὸν ἐθνικὸν ἡμῶν προορισμὸν εἰς τὴν κοινωνικὴν τοὐλάχιστον προαγωγὴν ἡμῶν, εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τοὐλάχιστον τῶν ἀγαθῶν τῆς εἰρήνης. Τότε θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ ὀλιγωρία ἡμῶν, ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν πράγματα, διότι τότε δὲν θὰ εἴχομεν ἀνάγκην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε μᾶς ἔχουν ἀποῤῥοφήσει πλέον τοῦ 1½ δισεκατομμυρίου, καὶ οὔτε στρατὸν ἔχομεν, ἠκούσατε δὲ καὶ ὅσα παρ’ ἐλπίδα ἐλέχθησαν περὶ τοῦ ναυτικοῦ μας. Δὲν θὰ εἴχομεν ἀνάγκην οὔτε καὶ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τοῦ ὁποίου ἡ δαπάνη ἡ διπλωματικὴ πολὺ ἀνωφελῶς, ἵνα μὴ εἴπω ἐπιζημίως, ὡς ἀπεδείχθη μέχρι τοῦδε, ἐπεβάρυνε διὰ πολλῶν ἑκατομμυρίων τὸ ἔθνος. Καὶ θὰ ἐνόουν τὴν τοιαύτην πολιτικὴν, θὰ ἐνόουν τὴν ἀπάρνησιν πάσης ἐθνικῆς πολιτικῆς. Ἀλλὰ τοῦτο, τὸ ὁποῖον γίνεται τώρα παρ’ ἡμῖν, τὴν κατάστασιν, ἣν ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, τίς δύναται νὰ ἐννοήσῃ; Φαντασθῆτε, ἂν τὸ δισεκατομμύριον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπεῤῥόφησεν ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ παρασκευὴ ἡμῶν, ἡ μὴ ὑπάρχουσα, καὶ τὰ ἑκατομμύρια, μὲ τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπεβάρυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔμενον εἰς τὸν τόπον καὶ διετίθεντο ὑπὲρ τῆς κοινωνικῆς ἡμῶν προόδου, ὑπὲρ τῆς συγκοινωνίας ἡμῶν, ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας ἡμῶν, ἐὰν διετίθεντο πρὸς τελειοποίησιν τῶν καλῶν τεχνῶν καὶ τῶν ἐπιστημῶν, ἐν τῇ γενετείρᾳ μάλιστα ταύτῃ ἑστίᾳ τοῦ καλοῦ καὶ τῆς ἐπιστήμης, ποία θὰ ἦτο ἡ πρόοδος ἡμῶν! Ἤδη ὅμως καὶ ἐν ταύτῃ καθυστεροῦμεν καὶ ἐν παντὶ καθυστεροῦμεν. Καὶ οὐδεὶς δύναται, Κύριοι, νὰ ἐπιῤῥίψῃ μομφὴν, ἕνεκα τούτου, εἰς τὸν λαὸν τὸν Ἑλληνικόν, διότι ὁ λαὸς οὐδέποτε ἠρνήθη νὰ παράσχῃ εἰς τὰς Κυβερνήσεις αὑτοῦ πᾶν ὅ,τι τοῦ ὑπέδειξαν ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν παρασκευήν του καὶ διὰ τὴν ἐν γένει ὁδηγίαν τοῦ ἔθνους πρὸς τὸν ἐθνικὸν προορισμόν. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔτυχε τῶν καταλλήλων κυβερνητῶν,—καὶ δὲν ὁμιλῶ μόνον περὶ τῶν παρόντων, — οἱ ὁποῖοι νὰ τὸν ὁδηγήσωσι, νὰ διευθύνωσι καταλλήλως τὰς δυνάμεις αὑτοῦ, καὶ οἱ ὁποῖοι νὰ δύνανται νὰ ἐπωφεληθῶσι τοὐλάχιστον ἀπὸ τὰς περιστάσεις αἱ ὁποῖαι ἐνίοτε εὐνοϊκαὶ παρουσιάζονται εἰς αὐτό. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ ὁδὸς τοῦ πρέποντος καὶ τοῦ μεγαλείου δὲν εὑρίσκεται ἄνευ ὁδηγῶν εἰς τὰ ἔθνη, ὅτι οἱ κυβερνῆταί των εἶναι οἱ ὁδηγοῦντες αὐτά, δὲν ἀπαντᾷ δὲ ἐν τῇ ἱστορίᾳ οὐδὲν ἔθνος μεγαλουργῆσαν χωρὶς νὰ τύχῃ μεγαλοδόχου ἀρχηγοῦ. Δυστυχῶς ἡ φιλοδοξία τῶν κυβερνητῶν ἡμῶν ποτὲ δὲν φθάνει πέραν τῆς ἐκπορθήσεως τῆς ἀρχῆς. Τοῦτο ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι τὸ Παλλάδιον τῆς δόξης, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπουσιν· εἰς τοῦτο κατατρίβουσι πᾶσαν τὴν δύναμιν καὶ πᾶσαν τὴν εὐφυΐαν αὐτῶν, εἰς τὸ νὰ καταλάβωσι τὴν ἀρχήν, ἀναδεικνύμενοι νικηταὶ ἐν τῇ παλαίστρᾳ τῇ κομματικῇ, ὡς μόνον μέσον πρὸς τοῦτο ἔχοντες τὴν συναλλαγήν, τὴν φαγέδαιναν ταύτην καὶ τῶν μεγάλων ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ αὐτῆς τῆς ἐσωτερικῆς τοῦ τόπου προαγωγῆς. Εἶναι, Κύριοι, πικρὰ ἐνίοτε ἡ ἀλήθεια, ἀλλὰ δὲν πρέπει διὰ τοῦτο νὰ μὴ τὴν ἐκφράσωμεν ἀπροκαλύπτως, διότι ἡ ἀλήθεια, ἀπροκαλύπτως λεγομένη, δύναται νὰ μᾶς διαφωτίσῃ καὶ νὰ μᾶς σώσῃ. Πῶς νὰ μὴ λεχθῇ ἡ ἀλήθεια, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ παραίτιοι ὅλης αὐτῆς τῆς καταστάσεως; ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ παραίτιοι τοῦ νὰ μὴ λαμβανώμεθα ποσῶς ὑπ’ ὄψιν εἰς τοὺς συμμαχικοὺς συνδυασμοὺς τῶν ἄλλων ἐθνῶν; Διότι, διὰ νὰ λαμβανώμεθα ὑπ’ ὄψιν εἰς τοὺς συνδυασμοὺς τούτους, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν οὕτω στρατιωτικῶς καὶ ναυτικῶς, ὥστε νὰ βαρύνωμεν καὶ ἡμεῖς, ἔστω καὶ ἐπὶ μικρὸν, εἰς τὴν πλάστιγγα, ἐν τῇ ὁποίᾳ σταθμίζονται αἱ δυνάμεις τῶν ἰσχυρῶν. Ἀλλὰ ἡμεῖς εὑρισκόμεθα ἐν πληρεστάτῃ στρατιωτικῇ παραλυσίᾳ, διότι τὰς θυσίας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθημεν διὰ τὴν παρασκευὴν ἡμῶν, δὲν τὰς μετεχειρίσθησαν οἱ κυβερνῆται ἡμῶν πρὸς τοῦτον τὸν σκοπόν, ἀλλ’ ἐχρησίμευσαν αὗται πρὸς ἄλλους σκοποὺς, ἐντελῶς ἀλλοτρίους τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν προορισμοῦ, πρὸς σκοποὺς μάλιστα ἐντελῶς ἐγωϊστικούς. Πῶς δυνάμεθα νὰ ληφθῶμεν ὑπ’ ὄψιν, ἐν τοιαύτῃ εὑρισκόμενοι καταστάσει; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἤμεθα ἔρημοι συμμάχων; Καὶ ἐνῷ οὐδόλως δυνάμεθα νὰ συνεισφέρωμεν καὶ ἡμεῖς ὡς σύμμαχοι, δὲν ἐντρεπόμεθα νὰ δημοσιεύωμεν δηλώσεις, ὅτι δὲν προσεχωρήσαμεν εἰς τὴν Τριπλῆν Συμμαχίαν! Μὲ τὴν κατάστασιν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, βεβαίως τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς πρωτεύει. Εἶναι μεγάλαι αἱ ἀνάγκαι μας, αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ἡ στρατιωτικὴ παρασκευὴ, καὶ φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη περὶ αὐτοῦ, ὅτι μὲ τὰ ὀλίγα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες εὑρίσκουσιν ὅτι ἠδύναντο νὰ οἰκονομηθῶσιν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ ἐξ ἄλλων πόρων, ἠδύναντο νὰ ἱκανοποιηθῶσιν αἱ ἀνάγκαι μας, διὰ νὰ καταστῶμεν ἱκανοὶ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς περιστοιχίζουν καὶ αἱ ὁποῖαι σχεδὸν μᾶς προέλαβον. Αἱ ἀνάγκαι μας αἱ στρατιωτικαί, φρονῶ ὅτι εἶναι πολὺ ὑπέρτεραι ἀπὸ ὅσας τὰς φαντάζονται οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες. Γνωρίζουσιν οἱ στρατιωτικοὶ συνάδελφοι ἡμῶν, ὅτι πολλῶν στερούμεθα, ὅτι τὰ πυροβόλα ἡμῶν εἶναι παλαιᾶς προμηθείας καὶ ὅτι ὄχι μόνον ἀνάγκην ἔχομεν ν’ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὰ δι’ ὅσας ἔχομεν πυροβολαρχίας, ἢ τοὐλάχιστον διὰ τρεῖς ἐξ αὐτῶν, ἀλλ’ ἴσως καὶ δι’ ἄλλας τόσας πρέπει νὰ προμηθευθῶμεν τοιαῦτα, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο καὶ μόνον ἀπαιτοῦνται πολλὰ ἑκατομμύρια.
§90Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν στερούμεθα τίποτε. Ἔχομεν εἴκοσι πυροβολαρχίας, ὄχι τρεῖς, καὶ νεωτάτου συστήματος, ἔχομεν καὶ 120,000 ὅπλα Γκρᾶ.
§91Ν. ΣΧΙΝΑΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Ὑποτιμᾶτε τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις, διὰ τὸ ὁποῖον σεῖς ἐκάματε τόσον θόρυβον. Τὰ ὅπλα μας εἶναι λαμπρά.
§92ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποσῶς δὲν τὰς ὑποτιμῶ. Ἀπεναντίας ζητῶ νὰ τὰς αὐξήσω, νὰ τὰς ὑπερτιμήσω. Ἀλλ’ ἔχω πληροφορίας ἀπὸ ἀξιωματικοὺς ἀνωτέρους ...
§93ΠΕΤΑΛΑΣ. Κακῶς σᾶς ἐπληροφόρησαν.
§94ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ πιστεύω ὅτι ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπαληθεύσουν τοὺς λόγους μου ... Ἔχομεν ἀνάγκην ἐκτὸς τούτων ἐπιμελητείας, τῆς ὁποίας στερούμεθα, ἔχομεν ἀνάγκην ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, τῆς ὁποίας στερούμεθα. Στερούμεθα παντὸς εἴδους ὑλικοῦ πολέμου, καὶ κτήνη δὲν ἔχομεν. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐκγυμνάσωμεν τὰς ἡλικίας, τὸ ὁποῖον προϋποθέτει λογικωτέραν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ἡ ὁποία πάλιν προϋποθέτει ἀπομάκρυνσιν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ἀλλοτρίας τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν. Καὶ ὅλα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ γείνωσιν οὔτε ἐν βραχεῖ, οὔτε μὲ ὀλίγα ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ὁσαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι αἱ ἀνάγκαι ἡμῶν, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀποθαῤῥύνωσι. Τὰ ἔθνη δὲν ἀποθαῤῥύνονται. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην ἀνδρῶν, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐμπνεύσωσιν εἰς τὸ ἔθνος τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ θυσίαι αὐτοῦ δὲν θὰ χρησιμεύσωσι πλέον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς συναλλαγῆς καὶ τῆς μικροπολιτικῆς, εἰς τὴν ὁποίαν κυλιόμεθα μέχρι τοῦδε, ἔχομεν ἀνάγκην ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐμπνεύσωσι τὸν ἐνθουσιασμὸν εἰς τὸ ἔθνος, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐμπνεύσωσιν εἰς ἡμᾶς τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν μας σκοπῶν εἰλικρινῶς ἀφορῶσι. Τότε, ὅσον δήποτε μεγάλαι καὶ ἂν ἦναι αἱ ἀνάγκαι ἡμῶν, δύνανται εὐκόλως νὰ εὕρωσι τὰ μέσα, ὅσα πρὸς πλήρωσιν αὐτῶν ἀπαιτοῦνται. Διότι ὄχι μόνον ἀπέναντι τῆς ὑψηλῆς ταύτης ἐθνικῆς ἀνάγκης τῆς στρατιωτικῆς μας παρασκευῆς δύνανται καὶ ὀφείλουσι νὰ ὑποχωρήσωσιν ὅλαι αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους, δυνάμεναι καὶ ἀργότερον νὰ ἱκανοποιηθῶσιν, ἀλλ’ ἐπαναλέγω ὅτι, ὅταν ἐμπνευσθῇ εἰς τὸ ἔθνος ἡ πεποίθησις ὅτι βαδίζει ἀσφαλῶς πρὸς πλήρωσιν τῶν πόθων αὐτοῦ, ὅταν ἀναῤῥιπισθῇ ὁ ἐνθουσιασμὸς αὐτοῦ, τότε τὸ ἔθνος θὰ ἦναι πηγὴ ἀρκετή, διὰ νὰ ἀντλήσωμεν ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μᾶς χρειάζονται, καὶ τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐλευθέρα λωρὶς τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, τὴν ὁποίαν κατοικοῦμεν ἡμεῖς, ἀλλ’ ἔχει πολὺ εὐρέα καὶ πολὺ ἀλλήλων ἀπέχοντα τὰ ὅρια, ἀποτελεῖται δὲ ἀπὸ πληθυσμὸν πολλῶν ἑκατομμυρίων λαοῦ, τὰ αὐτὰ εὐγενῆ αἰσθήματα τρέφοντος, ἐμπνεομένου ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ καὶ μείζονος ἴσως πατριωτισμοῦ ἢ ἡμεῖς. Πιστεύω ὅμως, ὅτι οὐδεὶς ἐν συνειδήσει φρονεῖ, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἶναι ἀξία νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς ἡμᾶς τὴν τοιαύτην πεποίθησιν καὶ νὰ ἀναῤῥιπίσῃ εἰς τὸ ἔθνος τὸν τοιοῦτον ἐνθουσιασμόν. Μὲ τὴν κατάστασιν, Κύριοι, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τίποτε μέχρι τοῦδε ἀποτελεσματικὸν, ἓν δὲ μόνον ὑπελείπετο εἰς ἡμᾶς, ἡ ἐπὶ τὸ εὐνοϊκώτερον τροπὴ τῶν διεθνῶν πραγμάτων· καὶ, ὡς γνωρίζομεν, δύο τοιαῦται εὐνοϊκαὶ περιστάσεις ἐπαρουσιάσθησαν ὑπὲρ ἡμῶν, ἡ μία κατὰ τὸ 1885 καὶ ἡ ἄλλη τανῦν. Κατὰ παράδοξον δὲ συγκυρίαν, καὶ κατὰ τὰς δύο αὐτὰς περιστάσεις προΐστατο τῶν κοινῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Τότε, κατὰ τὸ 1885, ἄλλη ἐθνικότης, πολὺ νεωτέρα ἡμῶν ἐν τῇ ἡλικίᾳ τῆς ἐλευθερίας, καὶ ὀλιγώτερον ἀνεπτυγμένη καὶ ὀλιγώτερον συντεταγμένη τότε ἡμῶν, ἀλλὰ τυχοῦσα ἀνδρῶν ἐμπνεομένων ἀπὸ τὸ ἐθνικὸν ἰδεῶδες, ἔσχε τὸ θάῤῥῥος καὶ κατέλαβε τὴν Ρωμυλίαν, Ἑλληνικὴν μάλιστα ἐν μέρει, ἐναντίον τῶν συνθηκῶν, τὰς ὁποίας εἶχον συνάψει ἅπασαι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, προσφάτως τότε μάλιστα. Δὲν ἐπτοήθησαν ἐκεῖνοι ἀπὸ τὸ δόγμα τὸ κρατοῦν ἰδίως τότε ὑπὲρ τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνέφερε προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διαγωγὴν αὐτοῦ ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι. Δὲν ἐφαντάσθησαν ὅτι ἡ μικρὰ Ρωμυλία ἢ οἱαδήποτε ἄλλη λωρὶς τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας, ἀνακτῶσα τὴν ἐλευθερίαν της, ἤθελε δώσει ἀφορμὴν εἰς εὐρωπαϊκὸν πόλεμον, οὐδ’ ἐφοβήθησαν ὅτι αἱ Δυνάμεις, διὰ ν’ ἀποφύγωσι τὴν σύῤῥαξιν, ἤθελον ἐκ συμφώνου ἐπιτεθῆ κατ’ αὐτῶν, ὅπερ ἐφοβεῖτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἡμῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον διέγνωσαν ἐκεῖνοι, ὅτι ἀκριβῶς χάριν τῆς εἰρήνης, περὶ ἧς ἐνδιεφέροντο αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, ἤθελον σπεύσει νὰ θεωρήσωσιν ὡς καλῶς τετελεσμένον τὸ γεγονὸς, ὅπως τὸ ἐθεώρησαν καὶ ὅπως ἐπεδίκασαν τὴν Ἀνατολικὴν Ρωμυλίαν εἰς τὴν Βουλγαρίαν. Τί δὲ ἐπράξαμεν ἡμεῖς; Εἴχομεν τότε εἰς τὰ μεθόρια 10,000 στρατοῦ, καλῶς ὁπωσδήποτε παρεσκευασμένου, ἐνεδείκνυτο δὲ τὸ πρακτέον ἐκ τῶν περιστάσεων, καὶ τὰ μεθόρια τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας ἦσαν ἔρημα τότε φρουρᾶς. Ἀλλ’ ἡμεῖς, ἀντὶ νὰ διατάξωμεν τὸν στρατὸν νὰ εἰσβάλῃ καὶ καταλάβῃ τὴν Μακεδονίαν, περὶ ἄλλα ἐτυρβάζομεν. Τὶ θὰ ἐγίνετο, κύριοι Βουλευταὶ, ἂν ὁ στρατὸς ἡμῶν κατελάμβανε τότε τὴν Μακεδονίαν; Ποῖοι λόγοι θὰ ὑπῆρχον, ἵνα αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἀποφασίσωσι δυσμενέστερον ὡς πρὸς ἡμᾶς ἢ ὡς πρὸς τοὺς Βουλγάρους; Μήπως ἡμεῖς δὲν θὰ κατελαμβάνομεν χώραν Ἑλληνικὴν, τὴν Ἑλληνικωτάτην πασῶν; Διότι τίς σπουδαίως δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ πατρὶς τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου δὲν εἶναι Ἑλληνική; Δὲν ἀποδεικνύει ἄλλως τοῦτο ἡ ἱστορία αὐτῆς καὶ ὁ πληθυσμὸς ὁ Ἑλληνικὸς, ὁ ὁποῖος τὴν κατοικεῖ; Ἀντὶ τούτου ὅμως, Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε τὸ παιγνίδιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐτράπη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἀνεπέτασε τὴν σημαίαν τῆς εἰρηνοπολεμικῆς πολιτικῆς, ἐκήρυξε τὸ ἔθνος εἰς γενικὴν ἐπιστράτευσιν, ἐκάλεσεν ὑπὸ τὰς σημαίας 70,000 ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι φύρδην μίγδην περιεφέροντο ἀνὰ τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος, ἐσάλπιζε τότε ἡ Κυβέρνησίς μας τὸν Θούριον, νομίζουσα ὅτι ἤθελε πτοήσει τοὺς ἰσχυροὺς, κρατοῦσα τὸν δαυλὸν τοῦ πολέμου, καὶ ἐμιμήθη τὸν Τυρταῖον, διακηρύττουσα ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι θὰ πολεμήσωμεν μετὰ καὶ ἄνευ συμμάχων, μὲ ὅ,τι ἔχομεν καὶ ὅ,τι δὲν ἔχομεν. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πολιτικῆς ἐκείνης τὸ γνωρίζετε ποῖον ἦτο· νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ Κράτος μὲ βάρος πολλῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἐπέδρασαν εἰς τὸ κατρακύλισμα ἡμῶν πρὸς τὴν πτώχευσιν, ν’ ἀποστείλωμεν εἰς τὸν Ἅδην πολλὰς χιλιάδας ἰφθίμων Ἑλληνικῶν ψυχῶν, καὶ νὰ ἐπισύρωμεν ἐπὶ τὸ ἔθνος τὴν χλεύην πάντων! Ἄλλη εὐνοϊκὴ ὑπὲρ ἡμῶν περίστασις, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπαρουσιάσθη ἡ παροῦσα, ἡ γεννήσασα τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ καὶ τὸ ὁποῖον διεχειρίσθη ὁ αὐτὸς πολιτικὸς ἀνήρ. Γνωρίζετε ὅτι τὸ Ἀρμενικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔβραζεν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἀνατολήν, ὅτι αἱ περιπλοκαί, αἱ ὁποῖαι τὸ ἐπηκολούθησαν, συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ εὐκρινισθῇ ἡ στάσις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ ἤχθη εἰς φῶς, ὅτι τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐβασίζετο ἡ ὁμοφωνία τῶν Δυνάμεων δὲν ἦτο τὸ αὐτὸ, τὰ ἐρείσματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων τινὲς ἐκ τῶν Δυνάμεων ἐβάσιζον τὴν πολιτικὴν αὐτῶν, ἀπεδείχθησαν πολὺ ἐπισφαλῆ διὰ τὰ συμφέροντά των, καὶ ἠναγκάσθησαν εἰς ἄλλα νὰ ἀποβλέψωσι. Τοιοῦτον ἔρεισμα δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποτελέσῃ καὶ ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς ὁλόκληρος; Ἀλλὰ τίνες ἤθελον ἐνεργήσει πρὸς τοῦτο; Ἐκεῖνοι οἵτινες ἀλλοῦ προσέβλεπον; Ἐπῆλθον ἐν τούτοις αἱ σφαγαὶ τῆς Κρήτης, καὶ τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεώς μας ἁπλούστατον ἦτο καὶ ἁπλούστατα ἐνεδεικνύετο, διότι αἱ σφαγαὶ ἐκεῖναι ἐπέτεινον τὴν ἀγανάκτησιν τῶν εὐγενῶν λαῶν τῆς Δύσεως, ἀγανάκτησιν προερχομένην ἀπὸ τὴν θηριωδίαν τῶν Τούρκων, καὶ δὲν παρέλειψαν νὰ μᾶς ὠθῶσι σχεδὸν καὶ νὰ μᾶς παροτρύνωσιν, ἵνα ἐπαναλάβωμεν, ἵνα ἀναπαραστήσωμεν, ὅ,τι ἡ Βουλγαρία κατὰ τὸ 1885 ἔπραξε διὰ τὴν Ρωμυλίαν. Ἦσαν δέ, καθ’ ἃ λέγεται, κ. Βουλευταί, γνωστὰ ἐκ τῶν προτέρων εἰς τὴν Κυβέρνησίν μας τὰ μέλλοντα νὰ συμβῶσι, διότι ἠκούσατε λεχθὲν καὶ μὴ διαψευσθὲν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως ἐν Κρήτῃ πολὺ πρὸ τῶν σφαγῶν εἶχεν ὑποβάλει ἔκθεσιν εἰς τὴν Κυβέρνησίν μας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκθέτουσα τὰ λαβόντα τότε χώραν, προέλεγεν εἰς αὐτὴν, ὅτι ἐπέκειντο σφαγαί, καὶ ἐξελιπάρει τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐξέλθῃ ἐπὶ τέλους ἡ πολυπαθὴς Κρήτη ἀπὸ τῆς δεινῆς τυραννίας. Βεβαίως ἔπρεπε τότε ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν καὶ τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Εὐρώπης, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ γενόμενα, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ἔδωκα μικρὰν νύξιν, ἔπρεπε νὰ προετοιμάσῃ τὸν στόλον καὶ ἀναμείνῃ τὴν στιγμὴν τῆς δράσεως. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησίς μας οὐδεμίαν ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὰς παρακλήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως, καὶ ἐν γένει οὐδεμίαν εἰς τὸ καθ’ ὅλου Κρητικὸν ζήτημα ἔδωκε προσοχήν. Ἀντὶ νὰ διατάξῃ τὸν στόλον νὰ πλεύσῃ εἰς τὰ Κρητικὰ ὕδατα, ἅμα τῷ ἀκούσματι τῶν σφαγῶν, κατεγίνετο ἀκόμη καὶ τότε, ὅτε ἐσφάζοντο οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν ἐκεῖ, πῶς νὰ δυνηθῇ νὰ κατευνάσῃ τὴν ἐπανάστασιν, καὶ ἐκράτει μυστικὴν τὴν εἴδησιν τῶν σφαγῶν, τὴν ὁποίαν πρώτη αὐτὴ παντὸς ἄλλου ἔλαβεν, ἵνα μὴ ἐρεθίσῃ, ὡς ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὰ πνεύματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἵνα μὴ ἐξάψῃ τὸν ἐνθουσιασμὸν αὐτοῦ. Τί δικαιολογεῖται δὲ, κ. Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν παράλειψιν ταύτην; Ἡ δικαιολογία αὐτῆς εἶναι διττὴ, καὶ ἡ μία δικαιολογία της ἀναιρεῖ τὴν ἄλλην, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται ὅτι οὐδετέρα τούτων εἶναι ἀληθής. Δικαιολογεῖται ὅτι ἡ πολιτικὴ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἦτο ὑπὲρ τῆς εἰρήνης, καὶ ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη συνέπιπτε μετὰ τῶν πόθων τοῦ εἰρηνοφίλου μας Πρωθυπουργοῦ, καὶ δὲν ἀνελάμβανεν οὗτος τὴν εὐθύνην ἐγχειρήματος, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ταράξῃ τὴν γενικὴν εἰρήνην καὶ νὰ φέρῃ εἰς γενικὸν πόλεμον. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο, Κύριοι, ᾖναι ἀληθὲς, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, πόθεν ἐξῆγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῶν πλοίων μας εἰς Κρήτην ἤθελε ταράξει τὴν εὐρωπαϊκὴν εἰρήνην, καὶ πῶς δὲν εὕρισκεν ὅτι ἠδύνατο νὰ συμβῇ ὅ,τι ἄλλοτε διὰ τὴν Βουλγαρίαν, ἀκριβῶς ἵνα μὴ διαταραχθῇ ἡ εἰρήνη; Πῶς δὲν εὕρισκεν ὅτι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, χάριν ἴσα–ἴσα τῆς εἰρήνης, ἧς τὰ μεγάλα των συμφέροντα ἔχουσιν ἀνάγκην, ἤθελον σπεύσει νὰ ἀπαλλαγῶσιν ἐπὶ τέλους τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης, τοῦ θέτοντος αἰωνίως αὐτὰς εἰς τὸν κίνδυνον τῆς διαταράξεως τῆς εἰρήνης, καὶ θεωρήσωσιν ὡς καλῶς τετελεσμένον τὸ γεγονὸς τῆς καταλήψεως τῆς Κρήτης, ὅπως ἄλλοτε ἐθεώρησαν τὸ γεγονὸς τῆς καταλήψεως τῆς Ρωμυλίας; Διότι, κ. Βουλευταί, ἐὰν τὰ πλοῖά μας ἀπεστέλλοντο ἐκεῖ, ἓν ἐκ τῶν δύο ἤθελε συμβῆ· ἢ αἱ Δυνάμεις, ἐν ὁμοφωνίᾳ διατελοῦσαι, δὲν θὰ ἔστεργον εἰς τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἤθελον παραγγείλει τὴν Ἑλλάδα νὰ ὀπισθοχωρήσῃ, καὶ τότε οὐδεὶς θὰ εἶχε νὰ παραπονεθῇ κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι, ὅσον στιβαροὶ καὶ ἂν ἦναι οἱ βραχίονες αὐτοῦ, οὓς μᾶς ἐπεδείκνυε προχθές, δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς, ὅστις θὰ ἠξίου, ἵνα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντιστῇ κατὰ τῶν συνησπισμένων στρατῶν τῶν Μ. Δυνάμεων, ἢ ἤθελον διαφωνήσει, καὶ ἄλλαι μὲν ἤθελον υἱοθετήσει τὴν ἰδέαν τῆς ἑνώσεως, ἄλλαι δὲ ὄχι. Καὶ τότε ἡ λύσις τοῦ ζητήματος θὰ ἐξηρτᾶτο ἐκ τῆς ὑπερισχύσεως τῶν μὲν ἢ τῶν δὲ, πάντοτε ὅμως θὰ ἐτίθετο ὑπὸ λύσιν. Καὶ ἂν ὄχι ἄλλο, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶμεν κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι, ἐνῷ ὑπῆρχον εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ τάπητος, δὲν τὸ ἔπραξεν. Ἀλλ’ ἠδύνατο, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ τοιοῦτον ἐγχείρημα νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς γενικὴν περιπλοκὴν καὶ προκαλέσῃ γενικὸν πόλεμον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, κ. Βουλευταὶ, ποῖαι Δυνάμεις θὰ ἦσαν ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ὡς ἐκ τοῦ ἐγχειρήματος τούτου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἤθελον ἀποφασίσει νὰ προβῶσιν εἰς κήρυξιν πολέμου; Βεβαίως ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον συμφέρον νὰ στέρξωσιν εἰς τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, αὗται δὲ εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουσιν εἰς τὸν νοσφισμὸν τῆς Ἑλληνικῆς κληρονομίας, καὶ συμφέρει αὐταῖς, ἵνα ἡ Ἑλλὰς μένῃ πάντοτε μικρὰ καὶ ἀδύνατος νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὰς προθέσεις αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν καλούμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ συμφέροντα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουσι νὰ νοσφισθῶσι τὰ δικαιώματα ἡμῶν, καὶ ἂν ἡ εὐρωπαϊκὴ εἰρήνη τοῦτον ἔχῃ τὸν σκοπὸν, νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐποφθαλμιῶσιν εἰς τὴν κληρονομίαν ἡμῶν, νομίζω ὅτι τοιαύτη εἰρήνη προτιμότερον εἶναι νὰ λείψῃ. Τοὐναντίον μάλιστα, ὄχι μόνον δὲν πρέπει ἡμεῖς νὰ ὑποστηρίζωμεν τοιαύτην εἰρήνην, ὄχι μόνον δὲν πρέπει οἱ πόθοι τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν νὰ συμπίπτωσι μὲ τὴν ἀνθελληνικὴν ταύτην πολιτικὴν, ἀλλὰ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, πρέπει ἡμεῖς πρῶτοι νὰ θέσωμεν τὸν δαυλὸν τῆς διχονοίας καὶ τῆς ἔριδος· καὶ δυνάμεθα, θέτοντες τὸν δαυλὸν, νὰ ἀνάψωμεν πυρκαϊὰν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τῆς Ἀνατολῆς εἰς τὸ ἕτερον. Ἀλλὰ διὰ νὰ πράξωμεν τοῦτο, πρέπει πρῶτον νὰ ἐννοήσωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα, πρέπει ν’ ἀντιληφθῶμεν ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ἐν ᾗ διατελοῦμεν, καὶ νὰ ἐννοήσωμεν τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν. Ἡ δύναμις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐπαναλέγω, κ. Βουλευταὶ, δὲν περιορίζεται εἰς τὰ στενὰ ταῦτα ὅρια. Ἀλλοίμονον ἐὰν ὁ Ἑλληνισμὸς ἐπερίμενεν ἀπὸ ἡμᾶς, μὲ τὴν διοίκησιν μάλιστα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν τηροῦμεν! Ἐπὶ τέλους, λέγουσι, τί θέλετε; Νὰ περιπλέξωμεν τὸ ἔθνος εἰς πόλεμον πρὸς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν; Ἐλέχθησαν, Κύριοι, ἀρκετὰ προχθὲς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὄχι ἡμεῖς, ἀλλὰ ἡ γείτων ἐπικράτεια ἐνεφορεῖτο ἀπὸ τοιοῦτον φόβον, περιπλοκῆς πολέμου πρὸς ἡμᾶς, διότι, ὡς ἠκούσατε, αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκετο, δὲν τῇ ἐπέτρεπον νὰ ἀναῤῥιπισθῇ ὁλόκληρον τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι καθαρῶς Ἑλληνικὸν ζήτημα. Ἀλλ’ ἐπρόκειτο νὰ δώσωμεν ἡμεῖς ἀφορμὴν πολέμου πρὸς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν; Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα ἡμῶν ν’ ἀποστείλωμεν τὰ πλοῖά μας εἰς τὴν Κρητικὴν θάλασσαν, ἵνα προστατεύσωμεν τοὺς ὑπηκόους ἡμῶν, ἀφοῦ τοιαῦται ἐγίνοντο ἐκεῖ σφαγαί; Τίς ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ ἡμῖν τὸ καθῆκον, νὰ δώσωμεν βοήθειαν πρὸς τοὺς σφαζομένους ἀδελφοὺς ἡμῶν; Ἐν τίνι δὲ δικαιώματι ἤθελε μᾶς ἀπαγορευθῆ τοῦτο ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, ἀφοῦ καὶ αὗται ἐν τῷ αὐτῷ δικαιώματι καὶ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἀπέστελλον ἐκεῖ τὰ πλοῖά των; Ἀλλ’ ἡ ἀποστολὴ τῶν πλοίων μας ἐκεῖ, γιγνομένη ἐπικαίρως τότε, ὅταν ἐκρότει τὸ πυροβόλον τῶν Κρητῶν ἐν τῷ Βάμῳ, ὅταν οἱ Κρῆτες ἐπολιόρκουν τὸν τουρκικὸν στρατὸν, ἤθελε καταστήσει δυσχερῆ, ἢ μᾶλλον ἀδύνατον, τὴν ἀποστολὴν καὶ ἄλλου τουρκικοῦ στρατοῦ εἰς τὴν Κρήτην, ἡ παρουσία δὲ μόνη τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου ἐν τοῖς ὕδασι τῆς Κρήτης ἤρκει, ἵνα ἀναζωπυρωθῇ ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης καὶ καταστῇ ἀποτελεσματικὸς, διότι οἱ πολιορκούμενοι, ἕτοιμοι νὰ παραδοθῶσιν, ἤθελον παραδοθῆ, ἐὰν δὲν τοὺς ἔσωζεν ὁ νεωστὶ ἐλθὼν τουρκικὸς στρατός. Οἱ Κρῆτες ἤθελον ἀναθαῤῥήσει τότε καὶ ἤθελον προβῆ εἰς τὴν κατάλυσιν τῆς Τουρκικῆς κυριαρχίας καὶ τὴν κήρυξιν τῆς ἑνώσεως μετὰ τῆς Ἑλλάδος τῆς μεγαλονήσου καὶ μεγαλομάρτυρος. Ποῖοι δὲ λόγοι θὰ ὑπῆρχον, ἵνα αἱ Δυνάμεις μὴ ἀποφασίσωσι διὰ τὴν Κρήτην μὲ τὸ αὐτὸ μέτρον, μὲ τὸ ὁποῖον ἀπεφάσισαν ἄλλοτε ὑπὲρ τῶν Βουλγάρων; Τοὐναντίον μάλιστα, αἱ περιστάσεις ὑπὲρ ἡμῶν ἦσαν πολὺ εὐνοϊκώτεραι, ἡ διαφωνία τῶν Δυνάμεων ἦτο προφανὴς, τὸ δόγμα τὸ οἰκτρὸν τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας εἶχεν ἐντελῶς καταπέσει, οἱ λαοὶ δὲ τῆς Δύσεως ἅπαντες σχεδὸν διεκήρυσσον καὶ ἀπήτουν τὸν διαμελισμὸν τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας, καὶ ἐνθυμεῖσθε πῶς ἀπεκάλουν τὸν μέγαν Πατισάχ. Μόνη δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, κ. Βουλευταί, περὶ πολλοῦ ἐποιεῖτο τὴν φιλίαν τῆς γείτονος ἐπικρατείας, μόνη, ἐναντίον τῆς γενικῆς κατακραυγῆς ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ κατήντησε νὰ γείνῃ χωροφύλαξ αὐτῆς, διότι καὶ τὰ πλοῖα ἡμῶν, ἀντὶ νὰ τ’ ἀποστείλῃ ἐκεῖ, εἰς τὸν προορισμόν των, τ’ ἀπέστειλε νὰ καταδιώξωσι τοὺς ἐθελοντὰς, οἱ ὁποῖοι ἐκ πατριωτικοῦ αἰσθήματος μετέβαινον εἰς Κρήτην, ἵνα χύσωσι τὸ αἷμά των ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν των, καὶ διέτασσε, Κύριοι, τὴν κατάσχεσιν καὶ τῶν τροφῶν καὶ τῶν ὅπλων καὶ τῶν πολεμεφοδίων, τὰ ὁποῖα ἡ φιλανθρωπία ἀπέστελλεν ἐκεῖ, καὶ τὰ ὁποῖα ὅπλα, ὅπως τὸ εἶχε καταντήσει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὸ Κρητικὸν ζήτημα, δὲν ἠδύναντο πλέον νὰ χρησιμεύσωσιν ἢ μόνον πρὸς ἄμυναν τῶν σφαζομένων ὑπὸ τῶν τουρκικῶν ὀρδῶν ἀόπλων ἀδελφῶν ἡμῶν. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ποίαν ἰδέαν ἔχετε σεῖς περὶ ὅλων τούτων, δὲν γνωρίζω δὲ ποῖοι δύνανται νὰ θεωρηθῶσι πλέον ἄγριοι καὶ πλέον ὠμοὶ, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σφάζουσι τοὺς ἀόπλους, ἢ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ παραδοθῶσιν αὐτοὶ οἱ ἄοπλοι πρὸς σφαγήν. Εἶναι, κ. Βουλευταί, τοιαῦτα τὰ γενόμενα, ὥστε ἐμποιοῦσι τὴν ἀγανάκτησιν, καὶ ἀπορεῖ τις, πῶς εὑρέθησαν Ἕλληνες κυβερνῆται νὰ τὰ διαπράξωσιν. Ἐλησμόνησα, Κύριοι, νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἄλλης δικαιολογίας, τῆς πολιτικῆς ἀτολμίας του, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ κ. Πρωθυπουργός· διότι, ἐνῷ εἰς τὸν εἰσηγητήριον τοῦ προϋπολογισμοῦ λόγον του ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς εἰρηνικῆς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων πολιτικῆς, χθὲς, στενοχωρηθεὶς ὑπὸ τῆς λογικότητος τῶν ἐπιχειρημάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς τὴν δικαιολογίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ποτὲ δὲν ἤλπιζον ὅτι ἤθελον ἐξέλθει ἀπὸ τοῦ στόματος Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος· διότι ἔλεγε: Τί ἠθέλατε νὰ πράξω; Ζητεῖτε νὰ στείλω πλοῖα, καὶ δὲν ἐρωτᾶτε, ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ πλεύσωσι; Σήμερον μεταβάλλονται οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐλησμόνησεν ὅτι διέψευσε τὸν συνάδελφόν του Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἰσχυρισθέντα ὅτι «ἔπραξεν πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο ὑπὲρ τοῦ στόλου». Πέρυσι μᾶς ἔλεγεν ἐπισήμως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ στόλος μας διὰ τῶν προσπαθειῶν τῆς Κυβερνήσεως κατέστη ἱκανὸς οὐ μόνον πρὸς ἄμυναν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐπίθεσιν.
§95Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Τοιαύτας ἀνοησίας δὲν ἠδυνάμην νὰ εἴπω.
§96ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἤλπιζον ὅτι ἦσαν ἀνοησίαι τὰ λεχθέντα τότε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὸ ὁμολογεῖ σήμερον, διότι πάντες ἐνθυμούμεθα τοὺς λόγους του· ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἦσαν ἀληθῆ ὅσα ἔλεγε τότε, τὰ ὁποῖα ἀναγκάζεται σήμερον, πρὸς δικαιολογίαν τοῦ προϊσταμένου του, νὰ μετατρέψῃ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν τὰ πλοῖά μας δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ πλεύσωσι, ποίαν ἔννοιαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ διαταγὴ τῆς μετασταθμεύσεως αὐτῶν ἀπὸ τῆς Σαλαμῖνος εἰς τὸ Φάληρον; Διατὶ διετάσσοντο νὰ παραλάβωσι τὰ πυρομαχικὰ αὐτῶν καὶ νὰ ἦναι ἕτοιμα πρὸς ἀπόπλουν; Δὲν ἐγνώριζε τὴν κατάστασιν αὐτῶν ἡ Κυβέρνησίς μας; μόνον τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὴν ἀντελήφθη; Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦσαν ἱκανὰ, τίς πταίει; Ἐπὶ 15 ὅλους μῆνας ὑπῆρχε τὸ Κρητικὸν ζήτημα· τί ἔπραττε κατ’ αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησίς μας; Ἀλλὰ τίποτε, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι ἀληθές· τὸ μόνον ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ περιπέσῃ εἰς διάλληλον, καὶ θέλει νὰ δικαιολογήσῃ τὴν μίαν ἀπρονοησίαν αὑτοῦ δι’ ἄλλης πολὺ χείρονος ἀπρονοησίας. Ἐγὼ, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι ἀκόμη δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὸν λόγον τὸν δικαιολογοῦντα τὴν τοιαύτην ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως. Εὔχομαι νὰ μὴ ἦναι ἐκεῖνοι οἱ λόγοι, οἱ παρακινήσαντες αὐτὸν, τοὺς ὁποίους καὶ ἐγὼ καὶ πάντες ὑποπτεύεσθε· διότι παρετηρήσατε, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ὤκνησε νὰ ἐνασκήσῃ πᾶσαν τὴν ἐπιῤῥοὴν αὐτοῦ, ὅπως κατευνασθῇ ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις, δὲν ὤκνησεν, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ ἔθνους, ὡς ἀντιπροσωπεύων τὴν ἐπίσημον Ἑλλάδα, νὰ συντελέσῃ, ὅσον ἠδύνατο, ἵνα μὴ κηρυχθῇ ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῆς ἐπαναστατικῆς Συνελεύσεως. Καὶ ἀνεγινώσκομεν εἰς τὰς ἀγγλικὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐπίσημον πρόσωπον, ἀντιπροσωπεῦον τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἀγγλικὴν, προέβη εἰς δηλώσεις, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶναι εὐδιάθετος, ὅτι δὲν θέλει τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ δὲν ἤθελε πράγματι, ὡς τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσι. Διατί; Ἐρωτήσατέ την. Ἴσως διότι καὶ ἄλλοι δὲν τὴν ἤθελον. Εἶδα, Κύριοι, γεγραμμένον εἰς ὄργανον ῥωσικὸν, εἰς τὸν «Βοῤῥᾶν» τῶν Βρυξελλῶν, προκειμένου περὶ τῶν φημῶν τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Βασιλέως ἡμῶν ἐν Βιέννῃ, ὅτι δὲν πιστεύουσιν ἐκεῖνοι ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ προβῇ ὁ Βασιλεὺς εἰς τοιαύτην πρότασιν, εἰς πρότασιν δηλ. προσχωρήσεως ἡμῶν εἰς τὴν τριπλῆν συμμαχίαν, ἐναντίον τῆς θελήσεως καὶ τῶν αἰσθημάτων τῶν διευθυνόντων ἤδη τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος. Ἐγνώριζον ἐκεῖνοι τὰ αἰσθήματα τῆς Κυβερνήσεώς μας, καὶ ἐπὶ τούτων βασιζόμενοι, ἐφρόνουν ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ πιστευθῇ ἀντίθετος ἐνέργεια. Μήπως, Κύριοι, αὐτὰ τὰ προσωπικὰ αἰσθήματα τῶν διευθυνόντων τὰς τύχας ἡμῶν, συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ μὴ θέλῃ ἡ Κυβέρνησίς μας νὰ κηρυχθῇ ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος; Ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, τότε δικαίως ἐλέχθη, ὅτι ἡμεῖς ἐδῶ ἀποτελοῦμεν Κυβερνεῖον ξένης Δυνάμεως· καὶ δὲν γνωρίζομεν πάντες, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἀποβλέπει πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν; Ἐὰν δὲ ἡμεῖς, λόγῳ τῶν αἰσθημάτων ἡμῶν, τῶν προσωπικῶν μάλιστα αἰσθημάτων τοῦ Πρωθυπουργοῦ μας, ὑπείκωμεν εἰς τὰς συμβουλὰς ξένης πολιτικῆς, ἴδια ἐπιδιωκούσης συμφέροντα καὶ ἰδίας ἐχούσης βλέψεις, καὶ ἂν χάριν τῶν βλέψεων τούτων παραβλέπωμεν τὰ ἀπαράγραπτα ἡμῶν δικαιώματα ἐπὶ τῆς Δούλης Ἑλλάδος, τότε πράττομεν, φρονῶ, κἄτι τι πολὺ χεῖρον καὶ αὐτῆς τῆς Ἀνταλκιδείου συνθήκης, ἧς ἐμνήσθημεν προχθές. Ἐὰν ἡμεῖς, Κύριοι, γινώμεθα πράγματι ὄργανα ξένης πολιτικῆς, ἐποφθαλμιώσης εἰς τὰ δικαιώματα ἡμῶν, τότε ἡ Ἀνταλκίδειος συνθήκη πρέπει νὰ ὠχριάσῃ ἀπέναντι τῆς διαγωγῆς μας ταύτης. Διότι, κύριοι Βουλευταί, ἡ δήλωσις τοῦ ὑφυπουργοῦ τῆς Μ. Βρεττανίας δὲν ἐγένετο ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, ἄνευ λόγου καὶ ἀφορμῆς· προϋποθέτει δύο τινὰ ἡ σημαντικὴ καὶ ἐπίσημος αὕτη δήλωσις· ἀφ’ ἑνὸς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἀγγλικὴ ἐγνώριζε τὰς προθέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ βεβαίως τὰς ἐγνώριζεν ἐξ ἐγγράφων διαμειφθέντων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἀρνεῖται νὰ καταθέσῃ, μὴ ἐννοοῦσα ὅτι τοῦτο εἰς οὐδὲν τὴν ὠφελεῖ, ὅτι κρύπτεται καὶ φωνάζει,— ὡς λέγουσι κοινῶς—διότι τοῦτο τὸ γεγονὸς ἀποδεικνύεται οὐ μόνον ἐκ τῶν λόγων τοῦ ὑφυπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἐξελίξεως ὅλων τῶν γεγονότων καὶ ἐξ αὐτῆς ἀκόμη τῆς ἀρνήσεως τῆς Κυβερνήσεως, νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα. Ἄλλως, Κύριοι, γνωρίζομεν πάντες, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπαναστατικὴ τῆς Κρήτης ἐπρόκειτο νὰ ἀνακηρύξῃ τὴν ἕνωσιν. Εἰς τοῦτο ἐκαλεῖτο, καὶ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἐπεριμένετο ἡ κήρυξις τῆς ἑνώσεως. Διατὶ δὲν τὸ ἔπραξε; Διότι δὲν ἤθελεν ἡ Κρήτη τὴν ἕνωσιν; Οὐδεὶς σπουδαίως δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τοῦτο, χωρὶς νὰ ἀσεβήσῃ πρὸς τοὺς ἱεροὺς πόθους τῆς Κρήτης. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον, ὅπερ προϋποθέτει ἡ δήλωσις τοῦ ὑφυπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας, εἶναι ὅτι οὗτος ἐξηναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς ταύτην, λογοδοτῶν πρὸς τὸν μέγαν Ἀγγλικὸν λαὸν, ὅστις ἐδυσφόρει διὰ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ παρεπονεῖτο κατὰ τῆς Κυβερνήσεώς του, διατὶ δὲν ἐπρότεινε καὶ δὲν ὑπεστήριζε τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος· καὶ φυσικῶς ὁ ὑφυπουργὸς ἔλεγε πρὸς τὸν Ἀγγλικὸν λαόν: «τί θέλετε νὰ πράξωμεν ἡμεῖς, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος δὲν θέλει τὴν ἕνωσιν καὶ οὔτε τὴν ἐπρότεινε κἄν, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἀντιπράττει εἰς τὸ νὰ κηρυχθῇ ὑπὸ τῶν Κρητῶν ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος;» Καὶ μᾶς ἔλεγε προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν ἦλθεν ἡ πεπρωμένη ὥρα τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ πῶς νὰ ἔλθῃ, Κύριοι, ἡ πεπρωμένη αὕτη ὥρα, ἀφοῦ ἡμεῖς αὐτοὶ ἀντιπράττομεν εἰς τὴν ἕνωσιν; Δὲν θὰ παύσῃ, ἔλεγεν, ἡ Κρήτη στενάζουσα διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ Ἑλλὰς διὰ τὴν Κρήτην, καθὼς δὲν θὰ παύσῃ δακρύουσα καὶ πᾶσα ἄλλη Ἑλληνικὴ χώρα διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ Ἑλλὰς δι’ αὐτήν. Οὕτω, Κύριοι, ἐγκαινίζεται ἤδη ἡ πολιτικὴ τῶν στεναγμῶν καὶ τῶν δακρύων! Δὲν ἠξεύρω ποῦ βασιζόμενοι πολλοὶ εὑρίσκουσι τὴν πολιτικὴν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως σύμφωνον μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους καὶ δὲν θεωροῦσι τὴν διαγωγὴν αὐτῆς εἰς τὸ Κρητικὸν ζήτημα λόγον ἰσχυρὸν, ἵνα σκεφθῶσι καλλίτερον, ἐὰν τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα ἦναι καλῶς τοποθετημένα εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησίν μας. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως, ἐρειδομένη ἐπὶ τῆς ὑποστηρίξεως αὐτῶν, ζητεῖ διὰ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ταύτην διαγωγὴν νὰ τῇ ἐκφράσωμεν καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην μας, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὰ δοθέντα προνόμια εἰς τὴν Κρήτην ὀφείλονται εἰς τὴν ἐξιδιασμένην, εἰς τὴν ἐμπνευσμένην αὐτῆς διπλωματικὴν ἰδιοφυΐαν καὶ περίνοιαν! Τὰ προνόμια ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν οἰκτρὰν λύσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, καὶ τὰ ὁποῖα ὀφείλονται βεβαίως οὐχὶ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεώς μας, ἡ ὁποία, ὡς ἀντελήφθητε, κύριον μέλημα καὶ πόθον εἶχε τὴν κατεύνασιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ὀφείλονται εἰς τὴν φιλανθρωπίαν τῶν ἰσχυρῶν, ἐκβιασθεῖσαν ἀπὸ τὰς σφαγὰς τῶν Ἀρμενίων καὶ τὰς περιπλοκὰς, αἵτινες ἐπηκολούθησαν, θὰ δείξῃ ὁ χρόνος κατὰ πόσον θὰ ἦναι διαρκῆ καὶ κατὰ πόσον θὰ βοηθήσωσι τὴν εὐημερίαν τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, καὶ κατὰ πόσον θὰ ἦναι ἐπιζήμια εἰς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Ἠκούσατε ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, ὅτι ἡ Κρήτη δὲν διατελεῖ πλέον ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν μόνον τοῦ Σουλτάνου, ἀλλ’ ὅτι μετέχουσι τῆς κυριαρχίας αὐτῆς καὶ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, καὶ ἐννοεῖτε ἐντεῦθεν, ὁποῖον Σινικὸν τεῖχος ἡ Ἑλλὰς ἐγείρει μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς Κρήτης, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι δυσκολώτερον ἤδη νὰ πέσῃ καὶ τὸ ὁποῖον, ἵνα πέσῃ, θὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ὀρθοφροσύνης ἡμῶν. Ἐζήτησε μάλιστα νὰ ἐκβιάσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ λαοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργός· καὶ δὲν ἀναφέρω τοῦτο ἢ διὰ νὰ ἐννοήσητε κατὰ πόσον τὰ προνόμια ταῦτα εἶναι ἄξια εὐγνωμοσύνης, διότι ἡ εὐγνωμοσύνη, ἵνα ᾖ πραγματικὴ, πρέπει νὰ ἦναι αὐθόρμητος. Ἐζήτησε νὰ τοῦ δοθῇ στέφανος, καὶ τοιοῦτον ζητεῖ καὶ παρ’ ἡμῶν. Ἐὰν εὑρίσκετε τὴν πολιτικήν του εὔστοχον καὶ σύμφωνον μὲ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, στεφανώσατέ τον, κηρύξατέ τον νικητὴν καὶ τροπαιοῦχον. Τὸ κατ’ ἐμὲ, φρονῶ ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ γενικὴ τοῦ ἔθνους πεποίθησις, ὅτι αἱ περιστοιχοῦσαι ἡμᾶς περιστάσεις εἶναι πολὺ ὑπέρτεραι τῶν δυνάμεων καὶ τῆς ἱκανότητος τῆς Κυβερνήσεώς μας, καὶ ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτῆς ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι ἀπεδείχθη ἐντελῶς ἀντεθνικὴ, ἀντίθετος πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους, ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ καὶ πολὺ ἐπιζήμιος καὶ καταστρεπτικὴ τῶν συμφερόντων τούτων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη εἶναι ἀξία ἀποδοκιμασίας, κατακρίσεως καὶ μομφῆς. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§98ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ τελευταίᾳ αὐτοῦ ἀγορεύσει, μετὰ τῆς εὐλόγου ἐκείνης διαθέσεως, ὑπερηφανείας ἐθνικῆς, σᾶς ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐξ ἀφορμῆς λόγων τινῶν τοῦ Βήκονσφηλδ: «Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκφρασθῇ τις μετὰ περιφρονήσεως περὶ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἐπηρεάζει 6 ἢ 7 ἑκατομμύρια ὁμοφύλων;» Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω τί δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅταν ἀντὶ τῶν ἐκφράσεων τούτων προσέξῃ εἰς ἄλλους τινὰς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν συζήτησιν τὴν πρὸ ὀλίγων στιγμῶν γενομένην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐγένετο λόγος σχετικώτατος περὶ τοῦ ἑτοίμου ἢ τοῦ ἀνετοίμου τῶν πλοίων τοῦ στόλου ἡμῶν, καὶ ἡ συζήτησις αὕτη ὑπεμίμνησκε τὴν σχετικὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ἐν τῷ ἰδίῳ προχθεσινῷ λόγῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ περιέχεται ἡ φιλότιμος ἐκείνη διαμαρτυρία. Ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τῇ ἰδίᾳ περιέχεται ἡ ἐκπλήξασα πάντας δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ: «Ποία πλοῖα ἠθέλετε νὰ στείλωμεν εἰς Κρήτην; Τὰ πλοῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ πλεύσωσιν οὐδὲ 5 μίλια τὴν ὥραν καὶ τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην τῶν διοικούντων ἔτρεχον τὸν ἔσχατον κίνδυνον;» Ἀλλ’ ὅταν καὶ μόνον αὐτοὺς τοὺς λόγους ἀναπολήσωμεν, δὲν ἠξεύρω, ἂν δυνάμεθα ἐκείνην τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τοῦ ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ὁμιλήσῃ μετὰ περιφρονήσεως περὶ τοῦ Κράτους ἡμῶν, ἐὰν δυνάμεθα μετὰ θάῤῥους νὰ τὴν ἐπαναλάβωμεν! Διότι πᾶς τις ἠδύνατο νὰ μᾶς ἐρωτήσῃ: «Ποῖοι λοιπὸν εἶσθε σεῖς, ὡς Κράτος, ὡς Βουλή, ὡς Κυβέρνησις, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ὄχι μόνον μυκᾶται τὸ ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἡφαίστειον πανταχοῦ, ἀλλὰ μονονουχὶ ἐξεῤῥάγη πλέον, δὲν εἴχετε ἀκόμη τὰ πλοῖά σας ἕτοιμα νὰ τὰ στείλητε εἰς Κρήτην; Πῶς ὑπάρχοντα τὰ πλοῖα ταῦτα τὰ εἴχετε ἀνέτοιμα μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης τῆς κρισιμωτάτης;» Ἐὰν ταῦτα οὕτως ἔχωσιν, ἂς ὁμολογήσωμεν παῤῥησίᾳ, ὅτι ἡ λέξις «περιφρόνησις» εἶναι ἴσως ἐλαφρὰ, καὶ δὲν πρόκειται πλέον περὶ ἐλέγχου πολιτικῆς ἐξωτερικῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης, ἀλλὰ περὶ αὐτόχρημα φρικτῆς προδοσίας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς αὐτοὶ διεπράξαμεν καθ’ ἡμῶν αὐτῶν καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου! Καὶ πιστεύω, ὅτι ταῦτα ἀναλογιζόμενοι δὲν δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν κατ’ ἐξακολούθησιν ἀκόμη καὶ τώρα τὰ ζητήματα τὰ ἐθνικὰ μετὰ τῆς ἀπαθείας ἐκείνης, μεθ’ ἧς δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν καὶ πᾶν ἄλλο ζήτημα. Ἀλλὰ τί λέγω! Πάντα τὰ ἄλλα ζητήματα τὰ αἰσθανόμεθα καὶ τὰ πραγματευόμεθα μετ’ ἀληθοῦς ἐνδιαφέροντος, πρὸς δὲ τὰ τοιαῦτα ζητήματα πράγματι ἔχομεν ἀπαθῶς. Ἀλλ’ ἐὰν τὴν ἀπάθειαν ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν νὰ τὴν διατηρῶμεν μέχρι πρὸ ὀλίγου, εἴμεθα ἑκόντες ἄκοντες ἠναγκασμένοι ἤδη νὰ τὴν ἐγκαταλείψωμεν, διότι τὰ ζητήματα ταῦτα πλέον ἅπτονται καὶ αὐτῆς τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους. Δὲν ἀναισθητοῦμεν, πιστεύω, ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ βλέπωμεν καὶ νὰ μὴ αἰσθανώμεθα οὔτε τὰ περὶ ἡμᾶς γινόμενα, ἀλλ’ οὐδὲ τὰ ὑπὸ τοὺς πόδας ἡμῶν αἰσθητὰ ἐν αὐτῷ τῷ Κράτει. Μονονουχὶ αἱ φλόγες τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος ἐκρήγνυνται πλέον πανταχοῦ, ἅπτονται τῶν πτερύγων τῶν ἐνδυμάτων ἡμῶν, ψαύουσι καὶ καίουσιν αὐτὰς τὰς τρίχας τῶν κεφαλῶν ἡμῶν, κεφαλῶν ἀφρόνων καὶ οὐδεμίαν πρόνοιαν λαβουσῶν περὶ τοιούτων ἐθνικῶν κινδύνων. Ἡ ἐξουσία καὶ ὁ προορισμὸς τοῦ Κράτους ἐκφεύγει ἀπὸ τῶν χειρῶν τῶν κυβερνητῶν, ἑταιρίαι πλέον σχηματίζονται ἐθνικαί, ὅπως αὐταὶ διεξαγάγωσι τὰ μέγιστα τῶν ζητημάτων τοῦ Κράτους, τὰ ζητήματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Ἐὰν ἐπρόκειτο, Κύριοι, περί τινος τῶν ζητημάτων ἐκείνων τοῦ συνήθους, ὅσον καὶ ἐλεεινοῦ, παρ’ ἡμῖν πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ὁμολογῶ ὅτι οὐδαμῶς ἤθελον λάβει τὸν λόγον σήμερον. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον τόσῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν εἶναι βεβαίως εὐτυχὴς ὁ ἀγορεύων κατόπιν τῶν λαμπρῶν ὄντως ἀγορεύσεων, τὰς ὁποίας ἠκούσατε. Λέγων τοῦτο, βεβαίως περιλαμβάνω καὶ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον σπεύδω νὰ μνημονεύσω αὐτῆς, καθόσον εἶδον, ὅτι κατ’ ἐξακολούθησιν ἐξαίρεται ἡ ῥητορικὴ δεινότης, ἡ καλλιέπεια, τὰ ἄνθη τὰ ῥητορικὰ, διὰ τῶν ὁποίων διεκρίθη ἡ ἀγόρευσις τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀγορεύοντος περὶ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον ὅμως τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα ἐθεώρησεν ἐπιβλαβὲς νὰ καταθέσῃ. Προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, ἀμφιβάλλω, ἐὰν αἱ ἀγορεύσεις τῶν Πρωθυπουργῶν ἄλλων Κρατῶν ἔχωσι καὶ αὐτὸ ὡς ἐξέχον χαρακτηριστικόν, τὴν εὐγλωττίαν, καὶ πᾶν ἄλλο ἐπεζητοῦμεν νὰ ἴδωμεν παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνήθως χαρακτηρίζει τὰς ἀγορεύσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν εὐφράδειαν. Ἡ εὐφράδεια ἐν τοιούτῳ ζητήματι φοβοῦμαι μήπως εἶναι κατ’ εὐθὺν λόγον ἀνάλογος πρὸς τὴν ἔνδειαν τῶν πραγμάτων. Μήπως δεικνύει ἢ μᾶλλον ἐγείρει τοὐλάχιστον τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι αἱ φράσεις του δὲν εὑρίσκουν κανὲν ἐμπόδιον, διότι περιστρέφονται εἰς τὸ κενὸν, ἐν τῇ ἐρημίᾳ πάσης πολιτικῆς; Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον οὐδὲ ἀπὸ ἀπόψεως κομματικῆς τινος ὠφελείας, διότι ἀπεναντίας ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως πλέον ἢ ἐπαρκὴς ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἡ διεξαχθεῖσα συζήτησις. Λαμβάνω τὸν λόγον μᾶλλον, φρονῶν, ὅπως λίαν ὀρθῶς ὁ προαγορεύσας εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τοιοῦτον εἶναι τὸ ζήτημα, ὥστε πάντες πρέπει νὰ ἐκφράσωσι τὰς γνώμας αὑτῶν· οὐδὲ δυνάμεθα νὰ φοβώμεθα μήπως οἱ ἀκροώμενοι ἡμῶν, κορεσθέντες, δυσφορῶσιν ἐπὶ τῇ παρατάσει τῆς αὐτῆς συζητήσεως, μολονότι παρετήρησα, ὅτι ἠρχίσαμεν πλέον τὰ πράγματα τῆς πολιτείας ἡμῶν νὰ τὰ βλέπωμεν ὑπὸ θεατρικὴν μᾶλλον ἔποψιν. Εἶχον ἀληθῶς ἀκούσει ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἀναβολῇ, τῇ δι’ 24 ὥρας γενομένῃ, τῆς συζητήσεως τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, νὰ γίνηται λόγος περὶ ἐντυπώσεων τοῦ κοινοῦ, καὶ ὅτι οἱ ἀκροαταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰ εἰσιτήριά των, μόλις ἐπαρουσιάσθη ἡ ἀναγγελία, ὅτι ἡ παράστασις ἀναβάλλεται, ἔφευγον ἀπογοητευμένοι. Τοιαῦτα ἔγραφε προχθὲς τὸ πρωθυπουργικὸν ὄργανον. Καὶ εἶχε γείνῃ, ἐνθυμεῖσθε, λόγος περὶ ἑτοιμότητος καὶ ἀνετοιμότητος· «ἡμεῖς εἴμεθα ἕτοιμοι· σεῖς εἶσθε ἕτοιμοι; σεῖς εἶσθε ἀνέτοιμοι», καὶ κατόπιν αἱ ἐντυπώσεις τοῦ κοινοῦ ἐπὶ τῇ ἀναβολῇ τῶν 24 ὡρῶν.
§99Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὰς προθεσμίας μὴ λησμονεῖτε.
§100ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τῷ ὄντι, Κύριοι, ἐὰν οὕτως ἐπρόκειτο νὰ αἰσθανώμεθα καὶ κρίνωμεν καὶ περὶ αὐτῶν τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων, πρὸ πάντων ὡς μέσον ἀσκήσεων περὶ τὴν διεξαγωγὴν καὶ ἐκτίμησιν τῶν συζητήσεων πρέπει νὰ προμηθευθῶμεν ἴσως ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν μέθοδον τοῦ Ὀλλενδόρφου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διδασκαλίαν τινὰ παρὰ τοῦ Παντοπούλου» (γέλως). Τοιαῦται δυστυχῶς αἱ ἐντυπώσεις, ἃς πειρᾶται νὰ προξενήσῃ ἡμῖν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν του ὀργάνων! Ἀσχολούμεθα, Κύριοι, καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην περὶ Κρήτης, καὶ ὄχι βεβαίως πρώτην φοράν. Ἡ αἴθουσα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βουλευτηρίου ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ ἀνέκαθεν ἀντηχεῖ ἀπὸ τὸ ὄνομα τῆς ἡρωΐδος νήσου. Ἤθελέ τις ἀληθῶς νομίσει ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τμήματος χώρας τινὸς ξένης, ἀλλὰ περί τινος νομοῦ τοῦ Κράτους, περὶ τοῦ ὁποίου φυσικὸν εἶναι συχνότατα νὰ γίνωνται ἐπερωτήσεις διὰ τὴν κατάστασιν αὐτοῦ. Εἶναι ἴσως πρωτοφανὲς φαινόμενον ἐν τῇ ἱστορίᾳ, μία νῆσος μικρὰ, μία δρὰξ ἀνθρώπων νὰ παλαίῃ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐνιαυτῶν, ἐπὶ δεκαετηρίδας καὶ ἑκατονταετηρίδας ὁλοκλήρους, κατὰ μιᾶς Αὐτοκρατορίας, νὰ καθιστᾷ ἀνύπαρκτον ἐντελῶς τὴν πραγματικὴν ἐξουσίαν τῆς Αὐτοκρατορίας ἐν τῷ τόπῳ, νὰ ᾖναι πράγματι ἐλευθέρα καὶ ἀνεξάρτητος, ἀλλὰ τὴν ἐλευθερίαν της νὰ τὴν ἐνασκῇ, κρατοῦσα τὰ ὅπλα ἀνὰ χεῖρας. Καὶ ὁ λαὸς αὐτὸς, ζητῶν τὴν ἕνωσιν μετὰ τοῦ ὁμοφύλου Κράτους, νὰ ἐξακολουθῇ κρατούμενος ὑπὸ ξένην κυριαρχίαν! Ἐὰν ἀτελεστάτην τις συλλάβῃ ἰδέαν τῶν ἀτελευτήτων ἡρωϊκῶν ἀγώνων τῆς ἡρωϊκῆς αὐτῆς νήσου, δὲν δύναται εἰμὴ νὰ θεωρήσῃ, ὅτι στίγμα τοῦ αἰῶνος εἶναι τὸ νὰ καθυποτάσσηται καὶ κρατῆται αὕτη, ὄχι ἀπὸ μίαν Αὐτοκρατορίαν, ἀλλ’ ἀπὸ σύμπαντα τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου. Καὶ ἡ Κρήτη, διὰ τῶν ὅπλων ἀκαταπαύστως ζητοῦσα νὰ ἑνωθῇ μεθ’ ἡμῶν, δὲν κατεδέχθη ποτὲ νὰ ζητήσῃ νὰ περιπλέξῃ τὸ ἐλεύθερον τμῆμα τῆς πατρίδος χάριν προστασίας ἑαυτῆς, δὲν τείνει χεῖρα παρακλητικὴν διὰ τὴν ἐλευθερίαν της, δὲν ἐκπέμπει ἡ Κρήτη συνήθεις στεναγμοὺς καὶ κλαυθμοὺς ὑποδούλων πρὸς ἐλευθέρους ἢ ἰσχυροὺς, ἀλλὰ τοὺς ἡρωϊκοὺς στεναγμοὺς τῶν ὅπλων της διευθύνει πρὸς τοὺς τυράννους. Καὶ μᾶλλον αὐτὴ ἀνέλαβε τὴν προστασίαν καὶ ὑποστήριξιν τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἐὰν αὐτὸ σκέπτηται περὶ ἐθνικῶν πόθων. Δὲν ἐπαναστατεῖ ἡ Κρήτη ἁπλῶς, ὅπως ὑποτίθεται, μόνον διότι γίνονται κατατυραννήσεις καὶ σφαγαὶ ἀτόμων,—ταύτας ἀνταποδίδει διὰ τοῦ πολέμου,—ἀλλ’ ἐπαναστατεῖ καὶ ὅταν ἐκδίδωνται τὰ βεράτια διὰ τοὺς Βουλγάρους, καὶ ὅταν ἐγείρηται οἱονδήποτε ἐθνικὸν ζήτημα ὁπουδήποτε τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ δὲν ἀφήνει εὐκαιρίαν νὰ μὴ ἐκδηλώνῃ, ὅτι θεωρεῖ ἑαυτὴν ἀνήκουσαν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος! Γίνεται λ. χ. ἡ εἰκοσιπενταετηρὶς τῆς βασιλείας τοῦ Γεωργίου, καὶ ἡ Κρήτη στέλλει τοὺς ἀντιπροσώπους της. Πρόκειται περὶ τῆς ἐνηλικιώσεως τοῦ Διαδόχου; ἡ Κρήτη στέλλει τοὺς ἀντιπροσώπους της. Εἶναι αὐτὴ λαὸς ὑπόδουλος; εἶναι αὐτὴ ἐπαρχία τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους; Δὲν εἶναι μᾶλλον ἐπαρχία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν λυμαίνονται ὀρδαὶ ἐγκληματιῶν; Ἀπορῶ, Κύριοι, πῶς δύναται νὰ ἀτενίζῃ σύμπας ὁ Ἑλληνισμὸς αὐτὴν τὴν ἀληθῆ προστάτιδα αὐτοῦ, τὴν Κρήτην. Ἡ Κρήτη παριστᾷ τὸν Ἑλληνισμὸν ζῶντα, ἡ Κρήτη παρομοιάζει φαινόμενον ἡρωϊσμοῦ ἴσως πρωτοφανὲς ἐν τῇ ἱστορίᾳ. Καὶ κατόπιν τοιαύτης θέσεως τῆς Κρήτης ἡμεῖς πανηγυρίζομεν, διότι ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ὄχι διὰ τῆς δυνάμεως τῶν ὅπλων της, ἀλλὰ διὰ τῆς διπλωματικῆς ἡμῶν ἱκανότητος! Καὶ διαδηλοῦμεν εὐχαριστίας πρὸς τὰς Πρεσβείας, αὐτοκολακευόμενοι, διότι πρόκειται νὰ ἀνακουφισθῇ συνεπείᾳ τῶν διπλωματικῶν ἐνεργειῶν μας ἡ Κρήτη, πρόκειται νὰ λάβῃ προνόμιά τινα, ὡς νὰ μὴ ἔχῃ ἀνέκαθεν ἡ Κρήτη προνόμια, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἑκάστοτε διὰ τῶν βραχιόνων της, διὰ τοῦ ξίφους της, διὰ τοῦ πυροβόλου της. Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, δὲν εὑρίσκω ὕβριν μεγαλειτέραν κατὰ τῆς Κρήτης, παρὰ τὰς διαδηλώσεις ἐκείνας πρὸς ἔκφρασιν τῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς τὰς Δυνάμεις, καὶ εἰς ἐπίμετρον καυχώμεθα, ὅτι κατωρθώσαμεν ἡμεῖς ὑπὲρ αὐτῆς λύσιν εὐνοϊκὴν, καὶ μάλιστα ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἡ Εὐρώπη ἀνακηρύσσει μέριμναν παρεμφερῆ περὶ πάντων τῶν ὑπὸ τὴν Τουρκίαν λαῶν! Εἰσερχόμενοι, Κύριοι, εἰς τὴν ἔρευναν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ τελευταίῳ ἀγῶνι τῆς Κρήτης, ἀναγκαζόμεθα νὰ ἀναπολήσωμεν, ὅτι, ἐὰν ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ἑκατοστὴν ἴσως ταύτην φορὰν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Βουλευτηρίῳ, ἀλλ’ εἶναι ἡ πρώτη φορὰ μετὰ τὸ 1889, καθ’ ἣν προκαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ περὶ νέων ἀγώνων τῆς ἡρωΐδος νήσου. Τότε ἐπετιθέμεθα καὶ δεινὰς ἐξετοξεύομεν κατηγορίας ἐναντίον τῆς τότε Κυβερνήσεως, προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου ὑπερόχου ἀνδρὸς, καὶ διότι δὲν κατέθετε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα παρ’ ἐκείνου τότε ἐζητοῦμεν, καὶ διότι δὲν ἔλυσεν αἰσίως τότε τὸ Κρητικὸν ζήτημα. Ἀπῃτοῦμεν νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα, καὶ ἐκεῖνος τῷ ὄντι ἠρνήθη, λέγων ὅτι θεωρεῖ τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ἐκκρεμές. Ἀλλὰ πῶς ὡμίλει ἐπὶ τῇ ἀρνήσει τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων; Τίνα ἐκάλει ἐκκρεμότητα; Μήπως ὡμίλει περὶ μικρῶν ἀνωμαλιῶν ἐν τῇ ἐκτελέσει περατωθείσης λύσεως; Μήπως συνίστα ἀνέσεις καὶ ἀναπαύσεις καὶ ἀνατροφὴν πολιτικὴν εἰς τὸν Κρητικὸν λαὸν, ὅπως βαθμηδὸν διὰ πολλῶν σταθμῶν, ὧν ὁ ἀνώτατος ἡ αὐτονομία, γείνῃ ἄξιος τοῦ προορισμοῦ του; Μήπως παρίστα ὅτι ἀνάγκη ὡς οἷόν τε βραδύτερον νὰ ἀνακινηθῶσι ζητήματα ἐν τῇ Ἀνατολῇ; Μήπως ὡμίλει χαριτολογῶν καὶ ἀστεϊζόμενος; Ὄχι, Κύριοι! Οἱ λόγοι αὐτοῦ ἐξεῤῥηγνύοντο ἀπὸ τοῦ στήθους αὐτοῦ καὶ ἀπὸ τοῦ βάθους τῆς διανοίας καὶ τῆς καρδίας του ὡς ἀπὸ ἡφαιστείου μυκωμένου, διότι ἐξεφράζετο ἐν τοῖς λόγοις αὐτοῦ ἡ θέλησις τοῦ ἔθνους. (Ἀναγινώσκει ἐκ τῆς Ἐφημ. τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς): «Τοῦτο εἴπομεν πρὸς τὴν Εὐρώπην, καὶ εἴχομεν ἀπόφασιν νὰ προέλθωμεν ἡμεῖς εἰς ἐνέργειαν, ἀπεχούσης ἐκείνης, καίτοι ἐγινώσκομεν ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης ἡμῶν ἐνεργείας θὰ διεκυβεύοντο τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπέμβωμεν· διότι, ἂν ἐξηκολούθουν αἱ βιαιοπραγίαι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ παρασκευὴ ἡμῶν, ἔπρεπε νὰ κινηθῶμεν, ἔστω καὶ ἐπὶ κινδύνῳ νὰ καταστραφῶμεν μετὰ τῆς Κρήτης.» Καὶ κατωτέρω τί ἔλεγεν; (ἐξακολουθεῖ): «Ἠκούσατε τίνες εἶναι αἱ βάσεις τῆς πολιτικῆς ἡμῶν, ἠκούσατε ἐν τίνι πνεύματι εἰργαζόμεθα καὶ ἐν τοῖς πράγμασι τῆς Κρήτης καὶ ἐν τοῖς πράγμασι τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἠκούσατε τίς εἶναι ἡ στάσις ἡμῶν καὶ πρὸς τὴν Πύλην καὶ πρὸς τὰς Δυνάμεις· ἠκούσατε τί ἔχομεν νὰ ἐλπίζωμεν παρὰ τῆς Πύλης, τί ἔχομεν νὰ ἐλπίζωμεν παρὰ τῶν Δυνάμεων, καὶ τί ἡ ἔλλειψις πάσης ἐκεῖθεν ἐλπίδος ἐπάγεται περὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως... Πρέπει πρὸς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν τῆς ἐνεργείας ταύτης νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ Κυβέρνησιν, εἰς ἣν νὰ ἔχῃ πλήρη ἐμπιστοσύνην, ἵνα ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὴν νὰ διεξαγάγῃ τὴν δεδηλωμένην πολιτικὴν αὐτῆς.» Περιττὸν, Κύριοι, πλέον νὰ ἀναγνώσω. Δότε μοι, ἔλεγε, τινὰ προθεσμίαν, διότι παρασκευάζομαι. Ἐκήρυττε μονονουχὶ ὡς προσεχῆ τὸν πόλεμον κατὰ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ σαφῶς ἐδήλου πολιτικὴν ἐμπράκτου καὶ ταχείας ἐνεργείας. Καὶ τότε, ἁπαντῶν κατόπιν ἄλλων καὶ ἐγὼ, ἠναγκάσθην νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὑπερέβη μᾶλλον καὶ τὰ ὅρια τῶν ὑποχρεώσεων κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ὑποβαλὼν ἑαυτὸν εἰς τοιαύτας δηλώσεις καὶ εὐθύνας κηρύξεως προσεχοῦς πολέμου καὶ οὐδὲν ὀλιγώτερον. Καὶ ἔλεγε ταῦτα ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διὰ πάσης ἀληθῶς θυσίας, καὶ ἴσως ὑπὲρ τὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, προμηθεύων καὶ εἰς μέλλοντας διαδόχους διὰ πάσης θυσίας μέσα ἐνεργείας, βεβαίως παρεσκευάζετο· ἀλλ’ οὐδεμία χάρις πρὸς ἐκεῖνον! Καὶ ἰδοὺ ἔχομεν τῶν δύο ἐποχῶν τούτων τὸν παραλληλισμόν! Καὶ ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑπομνήσω, ὅτι βεβαίως ἐγὼ δὲν δύναμαι σήμερον νὰ ἔχω οὔτε τὸν φανατισμὸν τοῦ ἐξωμότου, οὔτε τὴν ὀργὴν τοῦ δυσηρεστημένου, ἀγορεύων σήμερον ἐναντίον τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ θέματι τούτῳ· διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐγὼ ἀπὸ ἐτῶν δὲν εἶμαι συντεταγμένος πρὸς τὸ σήμερον κυβερνῶν πολιτικὸν κόμμα, ἀλλὰ φέρω μᾶλλον τὰς ἀγαθὰς διαθέσεις τοῦ ἀπολαύσαντος φιλοξενίας ἐν τοῖς ἑδωλίοις τῆς πτέρυγος τῆς κυβερνητικῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῆς σήμερον ἀφ’ ἑνὸς μὲν παρέστησεν, ὅτι τὸ ζήτημα ἐλύθη, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀρνεῖται τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων. Καὶ ἐκαυχήθη, ὅτι ἐλύθη κυρίως ὑπ’ αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀπένειμε καὶ πρὸς ἄλλην τινὰ ἐξουσίαν ἔπαινον σχετικὸν, ἀλλ’ ὁ ἔπαινος οὗτος προήρχετο βεβαίως ἀπὸ τὴν τάσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ ἐτῶν, τῆς ἀφοσιώσεως πρὸς τὴν δύναμιν ἐκείνην· εἶναι ἐξῳκειωμένος πρὸ τὴν ἀφοσίωσιν ταύτην ἀπὸ σειρᾶς ἐνιαυτῶν. Ἀλλ’ ἄν πρόκειται περὶ πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν καλούμεθα νὰ ἐλέγξωμεν, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ εἴπητε, νὰ μοὶ εἴπῃ οἱοσδήποτε, ποίαν πολιτικὴν ἐπὶ τέλους εἴδετε, ἔστω ἐν τοῖς λόγοις αὐτοῦ; Καὶ περιττὸν νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς καλεῖ εἰς τὴν μελέτην τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ, ἀντιτάσσων κατὰ τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων, ὅτι ταῦτα οὐδὲν ἄλλο προσθέτουσιν, εἰμὴ ἐξήγησιν τῶν λόγων αὐτοῦ τῶν σημερινῶν. Καὶ ἰδοὺ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ παντὸς ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ ὡς στοιχεῖον κύρους τῶν ἰδεῶν του καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης θεωρεῖ τὴν ἀρχαιότητα! Ὁμιλῶν περὶ αὐτονομίας τῆς Κρήτης, ὡς περὶ ἀρχῆς, ἥτις πρέπει ἴσως νὰ ἐκταθῇ καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν ὑποδούλων Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν, σᾶς εἶπεν ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ: «Μὴ νομίσητε, ὅτι τὴν ἰδέαν τῆς αὐτονομίας τῆς Κρήτης συνέλαβον σήμερον· αὐτὴ ἡ ἰδέα μοὶ ἐπῆλθεν εἰς τὸν νοῦν ἀπὸ τοῦ 1867.» Τὸ εἶπεν ἆρά γε τοῦτο διὰ νὰ δείξῃ τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον προσέδωκεν ἡ πολυκαιρία εἰς τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, ἡ ὁποία, ὡς βλέπετε ἐν τῇ ἀγορεύσει του, ἐχρησίμευσεν ὡς στρόφιγξ ὅλης τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν ἰδέαν τῆς αὐτονομίας, τὸν πολικὸν αὐτὸν ἀστέρα τῆς πολιτικῆς του; Ἢ μήπως ἐφοβήθη μήπως κανεὶς ἄλλος οἰκειοποιηθῇ τὴν ἰδέαν αὐτὴν, καὶ ἠθέλησε νὰ ὑπομνήσῃ, ὅτι ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τριακονταετῆ παραγραφὴν κτητικήν; Καὶ ὡς εἴδετε, μᾶς ἐδήλωσεν, ὅτι ἔχει καὶ νόμιμον τίτλον, καθὼς λέγομεν ἡμεῖς οἱ νομικοὶ, διότι ὁ Ναπολέων Ιʹ εἶχε μεταδώσει εἰς αὐτὸν τὴν ἰδέαν! (ἱλαρότης). Δὲν ὑπολείπεται ἀληθῶς, παρὰ νὰ ὑπομνήσωμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι, προκειμένου περὶ δυσπιστίας πρὸς αὐτὸν ἐν τῇ διεξαγωγῇ ἐθνικῶν ζητημάτων, καὶ ἡ ἰδική μας ἰδέα, τῆς πρὸς αὐτὸν δυσπιστίας, δὲν εἶναι τωρινή, ἀλλ’ ἔχομεν δεκαετῆ ὑπὲρ αὐτῆς κτητικὴν παραγραφήν, διότι ἀρχίζει ἡ δυσπιστία μας ἀπὸ τοῦ 1886. Καὶ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐλέγξωμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐκ τῶν λόγων αὐτοῦ, καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς λόγους του νὰ ἀνιχνεύσωμεν τὴν ἐν τῷ ζητήματι τῆς Κρήτης πολιτικήν του ἐνέργειαν· διότι ἔγγραφα δὲν μᾶς προσάγει, καὶ ἴσως ἀληθῶς περιττὸν νὰ προσαγάγῃ ἔγγραφα, διότι τὸ καλλίτερον ἔγγραφον εἶναι αὐτὴ ἡ ἀγόρευσίς του. Τί βλέπομεν ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ; τί ἀναγινώσκομεν καὶ ὑπὸ τὰς γραμμὰς αὐτῆς; Βλέπομεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἔχοντα τὴν ἰδέαν μόνον τῆς αὐτονομίας τῆς Κρήτης ἀπὸ τοῦ 1867, καί, ὡς ὁμολογεῖ, προσηλωμένον ἔκτοτε εἰς τὴν ἰδέαν ἐκείνην. Καὶ μήπως ἡ ἰδέα τῆς αὐτονομίας διὰ τὴν Κρήτην καὶ μετὰ πάροδον τριακονταετίας παρίσταταί τι, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε σήμερον ἀμέσως νὰ πραγματοποιηθῇ; Οὐδαμῶς. Ἡ Κρήτη ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρίσταται ὡς ἄτακτον παιδίον, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Κρήτη νὰ μείνῃ εἰς τὴν ἰδίαν τάξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἦτο πρὸ τόσων ἐτῶν! Ἀρκετὸν ἐθεώρει τὸ νὰ μείνῃ ἐν τῇ τάξει τοῦ πολιτεύματος τῆς Χαλέπας κατόπιν, ὡς εἰς ἄλλην τάξιν καὶ βαθμίδα ἐπενοήθη ν’ ἀναβῇ, εἰς μίαν ἀτελεστέραν αὐτονομίαν. Τὰ τοιαῦτα παρίστανται ὡς σταθμὸς πολυετοῦς βεβαίως εἰρήνης. Ἐν τῷ σταθμῷ τούτῳ ἀνατρεφομένη καλῶς,—διότι ἔχει ἕως τώρα κακὴν ἀνατροφὴν—θὰ δυνηθῇ ἡ Κρήτη, μᾶς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πλέον νὰ ἀναπηδήσῃ εἰς ἄλλην τάξιν... τὴν αὐτονομίαν! Αὐτή, κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ὁ τελικὸς προορισμὸς τῆς Κρήτης! Περὶ δὲ ἑνώσεως; Περὶ αὐτῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκφράζεται ὡς περὶ ὀνείρου ἀπραγματοποιήτου κεφαλῶν ἐξημμένων! Λυποῦμαι, διότι ὁμιλοῦντες σήμερον περὶ Κρήτης ἀναγκαζόμεθα νὰ περιστρεφώμεθα εἰς τοιαύτας παρατηρήσεις· διότι ἀδύνατον ἄλλως νὰ ἐκφράσῃ κανεὶς τὴν ἰδέαν του καὶ τὰς ἐντυπώσεις του, τὰς ἐξ αὐτῶν τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ποίαν ἐντύπωσιν, ποίαν ἰδέαν νὰ συλλάβῃ περὶ αὐτοῦ καὶ τῆς πολιτικῆς του δράσεως, ὅταν ἀμέσως, ὡς προοίμιον τῶν λόγων του, μᾶς ἔφερεν, ὅτι συνέλαβε τὴν ἰδέαν τῆς αὐτονομίας τῆς Κρήτης κατὰ τὴν συνάντησίν του μὲ τὸν Ναπολέοντα Γʹ; Προκύπτει ἐξ αὐτῆς τῆς ἀγορεύσεώς του, ὅτι περὶ ἑνώσεως τῆς Κρήτης πρὸς τὴν Ἑλλάδα οὔτε ἐσκέφθη ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐὰν ταῦτα ἀποτελῶσι τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ ἓν ἄκρον τῆς ἀγορεύσεως καὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ τέλος καὶ ὁ ἐπίλογος αὐτῶν εἶναι ἐν τῇ ἀγορεύσει του οἱ στεναγμοὶ καὶ τὰ δάκρυα διὰ τὴν Κρήτην. Ἐντὸς αὐτῶν τῶν δύο σημείων περιέχονται τὰ αἰσθήματα, αἱ ἰδέαι καὶ ἡ πολιτικὴ ἐνέργεια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ εἶναι παράδοξον! στεναγμοὶ καὶ δάκρυα, ὅταν ἡ Κρήτη ἀπήλαυσε μονονουχὶ πλήρους αὐτονομίας! στεναγμοὶ καὶ δάκρυα, ὅταν ἐπάτησε τέλος τὸν ἕνα σταθμὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀνατρεφομένη ἐν εἰρήνῃ καὶ εὐτυχίᾳ, πρόκειται ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸν τελικόν, κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, προορισμὸν αὐτῆς, τὴν αὐτονομίαν! Ἀληθῶς ἰδέα τις φαίνεται ὅτι ὑπῆρχεν ὑπολανθάνουσα εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ. Οἱ στεναγμοὶ καὶ τὰ δάκρυα παριστῶσι τὸν ἀποχωρισμὸν τῆς Κρήτης ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ὑπάρχει παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ, ἰδίως τῶν ἐπαρχιῶν, περίπτωσις αἰσθήματός τινος, τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ παρομοιώσῃ πρὸς τὸ αἴσθημα τοῦτο τῶν στεναγμῶν καὶ τῶν δακρύων, τὸ ὁποῖον κατέλαβε τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῇ λύσει τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ μᾶς παραστήσῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς, ὑπάνδρευσε τὴν κόρην της, τὴν Κρήτην. Καὶ αἱ φιλόστοργοι μητέρες, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἀποκαταστήσωσι καλῶς τὰς θυγατέρας των, συγκινοῦνται, κλαίουν ἐπὶ τῷ ἀποχωρισμῷ, οὔτε λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψει, ὅτι καλῶς ἀποκατεστάθησαν αἱ θυγατέρες αὐτῶν. Καὶ πάντες ἡμεῖς, ὅσοι γνωρίζομεν τὰς ἐπαρχίας, ἀναπολοῦμεν τὴν συγκίνησιν ἐκείνην καὶ τὰς τῷ ὄντι θρηνώδεις καὶ συγκινητικὰς ἐκείνας μελῳδίας καὶ φωνὰς, τὰς ὁποίας καὶ τὰ ἐγχώρια ὄργανα παίζουσι, συνοδεύοντα τοὺς κλαυθμοὺς καὶ τοὺς στεναγμοὺς τῆς συγκινουμένης μητρὸς (ἱλαρότης). Καὶ δυνάμεθα ἴσως ἤδη καὶ αὐτὰ νὰ ἐπικαλεσθῶμεν, ὅπως συνοδεύσωσιν ἡμᾶς, κλαίοντα καὶ στενάζοντα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Κρήτης (ἱλαρότης). Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνῷ οὐδενὸς ἀναγκάζοντος παρέστησεν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔσωσε τὴν Κρήτην, μόλις ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ μᾶς δώσῃ τὰς ἀποδείξεις, παρίσταται αἴφνης μὴ θέλων νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα. Καὶ τότε εἰς τί θέλετε νὰ στηριχθῶμεν, κ. Πρωθυπουργέ; Ἀλλὰ μᾶς ἔδωκεν ἴσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμενοι πρέπει ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἔφερεν τὴν αἰσίαν λύσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Ποῖα εἶναι τὰ στοιχεῖα; «Ἐγὼ, Κύριοι, μᾶς λέγει, εἶμαι προκεχωρηκὼς τὴν ἡλικίαν, σεῖς ὅλοι εἶσθε νέοι.» Ποῖος δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ αὐτό;
§101ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος.
§102ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τοῦ κ. Σωτηροπούλου (ἱλαρότης) ἀληθῶς οὐδεὶς ἕτερος. Ἐγὼ, μᾶς λέγει, συνδιελέχθην μὲ τὸν Ναπολέοντα τῷ 1867· συνδιελέχθη κανεὶς ἀπὸ σᾶς; (γέλως).
§103ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κανείς.
§104ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, σᾶς λέγει, γνωρίζω τὴν πολιτικὴν τῆς Εὐρώπης, καὶ σεῖς εἶσθε νέοι, οἱ ὁποῖοι ὁμιλεῖτε, χωρὶς νὰ γνωρίζητε τὴν πολιτικὴν τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ διατὶ, κ. Πρωθυπουργὲ, δὲν μᾶς τὴν λέγετε αὐτὴν τὴν πολιτικὴν; Σεῖς, μᾶς λέγετε, ἀντλεῖτε τὰς πληροφορίας σας ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας. Πόθεν θέλετε νὰ τὰς ἀντλήσωμεν; Ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας βεβαίως, καὶ τὰς ἐντοπίας, ἀλλὰ καὶ τὰς εὐρωπαϊκὰς, καὶ ἀπὸ τοὺς λόγους τῶν Ὑπουργῶν τῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. Ἀπὸ τί ἄλλο; Ἀλλ’ ἐν ἐλλείψει ἐγγράφων, πρέπει ἴσως νὰ σᾶς παρακαλέσωμεν νὰ μᾶς ἐπιτρέψητε μαρτυρικὰς ἀποδείξεις διὰ τὴν πολιτικήν σας, τὴν τόσον μυστηριώδη, διὰ τῆς ὁποίας ἐπερατώθη αἰσίως ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης. Ἀλλ’ ἐν τοῖς πράγμασι τί μᾶς λέγετε; ὅτι εἴχετε τὴν ἰδέαν τῆς παροχῆς προνομίων εἰς τὴν Κρήτην, ἐπειδὴ ἐβλέπετε, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ γείνῃ ἡ ἕνωσις. Ἀλλ’ οὐδὲ νύξις κἂν ὑπάρχει, ὅτι ἐγένετό τις ἀληθὴς καὶ ἔμπρακτος ἐνέργεια περὶ τούτου παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο μᾶς τὸ λέγετε ἁπλῶς ὡς δεδομένον. Τὸ πολὺ–πολὺ, μᾶς λέγετε, ἠδυνάμεθα νὰ σκεπτώμεθα περὶ αὐτονομίας· καὶ διατί; διότι ἡ ἰδέα αὕτη ἦτο ἀπὸ τὸ 1867 ἐν τῇ κεφαλῇ μας! Πᾶσα ἄλλη ἰδέα προσέκρουεν ἀμέσως εἰς τὴν ἰδέαν τῆς αὐτονομίας, ἡ ὁποία ἦτο ἀρχὴ κυριεύουσα ὑμᾶς ἀπὸ τριακονταετίας. Καὶ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι «δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμέν τι ἄλλο, διότι θὰ διεταράσσετο ἡ εἰρήνη τῆς Εὐρώπης». Δὲν δύναταί τις ἀληθῶς νὰ εὕρῃ ποίαν ἄλλην κατάστασιν τῆς Εὐρώπης θὰ περιμένῃ ὁ ὑπόδουλος Ἑλληνισμός, διὰ νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δύναταί ποτε νὰ λύσῃ τὰς χεῖράς του, νὰ κινηθῇ. Ὅταν ἦναι ἐν ὁμοφωνίᾳ ἡ Εὐρώπη, δὲν ἐπιτρέπεται. Ὅταν ὑπολανθάνῃ διαίρεσις εἰς τὴν Εὐρώπην, πάλιν δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ εὐκαιρία. Τότε ποία εἶναι ἡ κατάλληλος εὐκαιρία; Ὅταν ἦναι ὁμόφωνος καὶ θέλῃ τὴν ἀκεραιότητα τῆς Τουρκίας, θὰ σᾶς στείλῃ βεβαίως τοὺς στόλους της, ὅπως σᾶς ἀποκλείσῃ ἀπὸ πάσης ἐνεργείας, διαταραττούσης τὴν εἰρήνην καὶ τὴν ἀκεραιότητα. Ἀλλ’ ἐὰν τὰ Κράτη ἐτρόμαζον, ἓν ἕκαστον διῃρημένα ὄντα, ὅπως σεῖς ὁμολογεῖτε, ἐὰν ἐτρόμαζον τὴν διατάραξιν τῆς εἰρήνης, οὐδεμίαν καλλιτέραν δύναταί τις νὰ φαντασθῇ εὐκαιρίαν ἀπὸ τὸν τρόμον αὐτὸν τῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, τρόμον οὐχὶ βεβαίως πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ τρόμον διὰ τὸν ἀπειλούμενον μεταξύ των κίνδυνον τοῦ ν’ ἀλληλοφαγωθῶσι· διότι, ἐὰν εἴχετε νὰ παρουσιάσητε εἰς τὴν Εὐρώπην, οὐχὶ διατάραξιν τῆς εἰρήνης, ἀλλὰ εἰρήνην ἀμέσως, σχετικῶς τοὐλάχιστον πρὸς τὴν προηγουμένην κατάστασιν ἐν Κρήτῃ, διὰ ποῖον λόγον ἤθελε διαταράξει τὴν εἰρήνην αὐτὴ ἡ Εὐρώπη, ἀποπειρωμένη νὰ ὑποτάξῃ τὴν ἤδη ἐλευθέραν Κρήτην; Οὐδαμῶς μᾶς ἐξηγήσατε. Διατὶ ἡ μόνη λύσις πρὸς ἀποκατάστασιν καὶ παγίωσιν τῆς εἰρήνης θὰ ἦτο ἡ διὰ τῆς ὑποδουλώσεως τῆς Κρήτης καὶ οὐχὶ ἡ διὰ τῆς ἐλευθερώσεως; Ἀλλ’ ἠθέλετε — καὶ τοῦτο ἐπάνω κάτω ὑποδεικνύει ὁ λόγος — ἠθέλετε ὅλη ἡ Εὐρώπη ὁμοφώνως ὄχι μόνον νὰ σᾶς εἴπῃ «κινηθῆτε», ἀλλὰ καὶ νὰ σᾶς συνοδεύσῃ ἴσως ἕως ἐκεῖ μὲ τοὺς στόλους της. Ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον μᾶς ὑπόσχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Κρήτης, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν πᾶς τις δὲν ὑπόσχεται ὑπὸ τοιούτους ὅρους οὐχὶ τῆς Κρήτης τὴν ἀπελευθέρωσιν, ἀλλὰ καὶ παντὸς ἐν τῷ κόσμῳ ὑποδούλου λαοῦ. Εὐκαιρία, φαίνεται, ἦτο, ὅταν ἀκόμη διετηρεῖτο τὸ δόγμα τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας ἐν Εὐρώπῃ, τότε, ὅτε ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἰδέας αὐτῆς ἔπρεπε νὰ ἀποκρούηται πᾶσα μεταβολή, διότι πᾶς ἀκρωτηριασμὸς παρεβίαζε τὸ δόγμα τοῦτο, χάριν τοῦ ὁποίου καὶ πόλεμον ἐκήρυττε σύμπασα ἡ Δυτικὴ Εὐρώπη. Ἄν ἡμεῖς, λέγοντες ταῦτα, δεικνύομεν μόνον, ὅτι εἴμεθα ἄπειροι, ἀλλὰ δὲν πιστεύω, ὅτι εἶναι ἄπειροι καὶ διπλωμάται τῆς Εὐρώπης, οἱ ὁποῖοι, ἀποκρινόμενοι εἰς τὰς ἐρωτήσεις δημοσιογράφων, ἔλεγον πρὸς αὐτούς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐνόησε τὴν περίστασιν καὶ τὴν εὐκαιρίαν. Μὲ συντάκτην μεγάλης ἐφημερίδος τοῦ Λονδίνου συνδιαλεγόμενος πεπειραμένος διπλωμάτης ἔλεγεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γνωρίζουν οἱ Ἕλληνες, ὅτι ἡ διπλωματία δὲν διαταράττει ἐκ πρωτοβουλίας τὴν εἰρήνην, ἀλλ’ ἐπικυροῖ τὰ τετελεσμένα γεγονότα. Δὲν εἶναι ἰδέα αὐτή, διὰ τὴν ὁποίαν χρειάζεται κανεὶς πεῖραν γεροντικήν. Εἰς οὐδεμίαν περίστασιν ἡ διπλωματία διετάραξε τὴν εἰρήνην. Εἰς οὐδεμίαν περίστασιν Κράτος οἱονδήποτε εὐρωπαϊκὸν δύναται ῥητῶς νὰ παρορμήσῃ ἕτερον εἰς πόλεμον, ν’ ἀναδεχθῇ εὐθύνην ἀπέναντι μικρῶν Κρατῶν. Περιμένετε τοιοῦτόν τι ποτέ; Ὅταν τοιαῦτα ἀκούωνται λεγόμενα σήμερον παρὰ Κυβερνήσεως Ἑλληνικῆς, ἀντὶ νὰ ἐλπίζωσιν οἱ ὑπόδουλοι ἡμῶν ἀδελφοί, ἀναγκάζονται ἐντελῶς ν’ ἀποβάλωσι πλέον πᾶσαν ἐλπίδα ἀπὸ ἡμᾶς. Δὲν ἦτο εὐκαιρία! Καὶ ὅταν βλέπητε τὸ μεγαθήριον τῆς θαλάσσης, τὸ ὁποῖον ἵστατο ἄλλοτε παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας, προστατεῦον αὐτήν, ὅταν βλέπητε τὸ μεγαθήριον τοῦτο ἐπιδεικνῦον σήμερον τοὺς χαυλιόδοντας αὐτοῦ κατὰ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας, δὲν ἠξεύρω ἄν δύνασθε νὰ φαντασθῆτε εὐνοϊκωτέραν εὐκαιρίαν, ὅπως τολμήσητε κἄτι τι, ὅταν ἔθνος, οἷον τὸ Ἀγγλικόν, διὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ αὐτοῦ τρόπον τινὰ μονονουχὶ ἐπικαλῆται ὑμᾶς, ἐὰν θέλητε νὰ συμπράξητε ἐπ’ ὠφελείᾳ ἐθνικῇ, ἵνα ἱκανοποιήσητε τὴν τετρωμένην φιλοτιμίαν του. Ἀλλὰ μήπως ἐμείνατε τοὐλάχιστον σιωπῶντες ἀπέναντι τῶν λόγων τοῦ Σώλσβαρυ καὶ καραδοκοῦντες; Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι,—λυποῦμαι, διότι δὲν ἔχω τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ φύλλον, ἵνα τὸ ἀναγνώσω ἐνώπιόν σας,— ὅτι δὲν παρέλειψεν οὐδὲ στιγμὴν τὸ δημοσιογραφικὸν ὄργανον τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος νὰ κάμῃ σφοδρὰς ἐπιτιμήσεις εἰς τὸν Σώλσβαρυ (ἱλαρότης). Καὶ ἔγραφεν ἡ «Πρωΐα» περὶ Σώλσβαρυ, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὰς τύχας τῶν λαῶν, δὲν ὁμιλοῦσιν ὡς αὐτός· εἶναι μία ἀπερισκεψία αὐτή, τὴν ὁποίαν διέπραξε, νὰ ὁμιλήσῃ οὕτως ἀνεπιφυλάκτως ἐναντίον τῆς Τουρκίας. Τὸν Σώλσβαρυ τὸν ἐχαρακτήρισεν ὡς ἕνα ἀσύνετον ἄνθρωπον, ὡς ἕνα μωρόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἠξεύρει τί λέγει, δὲν ἠξεύρει τί πράττει. Ποῖος; Τὸ δημοσιογραφικὸν ὄργανον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος! Καὶ διὰ ποῖον λόγον; Διότι ὁ Σώλσβαρυ ἀπεκήρυξε τὴν Τουρκίαν, καὶ παρέστησεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον τὴν ἀνάγκην νέων ἀκρωτηριασμῶν, ἡ δὲ Ἑλλὰς ἔσπευδε νὰ παρασταθῇ ὡς φύλαξ τῆς εἰρήνης τῆς Εὐρώπης καὶ ὡς ἐγκολπουμένη αὐτὴ τὸ δόγμα τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας! Δὲν ἦτο εὐκαιρία, ὅταν μία τοιαύτη Δύναμις ὠνόμαζε διὰ τῶν μεγάλων αὐτῆς ἀνδρῶν, ἐναντίον ἀληθῶς πάσης ἐπιφυλάξεως, τὴν ὁποίαν ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ θέτει ὡς κανόνα, ὠνόμαζε τὸν Σουλτάνον Μέγαν δολοφόνον!... Ὅταν βλέπητε λοιπὸν τοὺς Πρωθυπουργοὺς τῆς Ἀγγλίας, τοὺς μεγάλους ἐκείνους ἄνδρας, στεντορείᾳ τῇ φωνῇ κηρύττοντας εἰς τὸν κόσμον, ὅτι ἡ Τουρκία εἶναι σεσηπός τι, τὸ ὁποῖον χρῄζει ἐγχειρίσεως καὶ ἀκρωτηριασμοῦ, ὅταν βλέπητε πρωτοφανεῖς ἐν τῇ ἱστορίᾳ σφαγὰς, καὶ τὸν κόσμον ὅλον φρίττοντα καὶ ἐξεγειρόμενον, ὑμεῖς ἀξιοῦτε νὰ πιστεύωμεν ὑμᾶς, λέγοντας ὅτι δὲν ἦτο εὐκαιρία οὐδὲ νὰ στείλητε τὰ θωρηκτὰ πρὸς ἐκτέλεσιν στοιχειώδους καθήκοντος! Ἂν ἀλλαχοῦ ἠδύναντο νὰ κηρύττωνται ὅσα ὑπέμνησα καὶ νὰ ἀνακαλῶνται, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ ἐλευθέρου Κράτους τοῦ Ἀγγλικοῦ, ἐκ τῶν τοιούτων κηρυγμάτων καὶ δηλώσεων σχηματίζεται καὶ παγιοῦται κοινὴ γνώμη, καὶ οὐδεμία πλέον Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν κοινὴν ταύτην γνώμην. Ὅταν ἠκούετε Σώλσβαρυ καὶ Γλάδστωνα καὶ ἄλλους ἄλλων Κρατῶν ἡγέτας ὁμιλοῦντας οὕτω κατὰ Τουρκίας, σεῖς ἐλέγετε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀκόμη εὐκαιρία, διότι ἔπρεπε νὰ συμφωνήσωσιν ὅλοι, καὶ ἐπετίθεσθε κατὰ τῶν ἀποκηρυττόντων τὴν Τουρκίαν! Καὶ δὲν εἶναι νέα ἡ πολιτικὴ αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τοῦ ὅτι πρέπει νὰ συμφωνῶσιν ὅλοι! Κατὰ τὸ 1886 ἔλεγεν εἰς ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἔπρεπε νὰ συμφωνήσωσι καὶ νέοι καὶ γέροντες καὶ γυναῖκες καὶ παιδία καὶ γενικῶς πάντες! Εἶναι ὄχι πλέον ὑπὲρ τῆς πλειοψηφίας τουλάχιστον εἰς τὰ κινήματα ταῦτα, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς παμψηφίας. Ὅταν εἷς οἱοσδήποτε ἔχῃ καμμίαν ἀντίῤῥησιν, δὲν δύναται νὰ κινηθῇ κανὲν Κράτος! Οὕτω πρέπει νὰ ὑπάρχῃ παμψηφία καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην. Ἀλλ’ ὄχι μόνον παμψηφία, ἀλλὰ καὶ χειραγώγησις ἡμῶν καὶ βοήθεια. Ποῖα ἄλλα, Κύριοι, ἐπιχειρήματα ἔφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα μᾶς πείσῃ περὶ τῆς εὐδοκίμου αὐτοῦ ἐνεργείας ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι; Μᾶς εἶπε τὴν εἰρωνείαν τοῦ Βήκονσφηλδ, τὴν ὁποίαν ἐξέφραζεν εἰς τὸν ἀντιπροσωπεύοντα τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ Βερολίνειον Συνέδριον, διὰ νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι τῷ ἀπεδόθη χλευαστικῶς, ὅτι ἀπέβλεπε πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ ὄχι πρὸς τὴν Ῥωσσίαν, καὶ ὅτι εἰπὼν ὁ Βήκονσφηλδ ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος ἀπέβλεπον εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἔπραξε τοῦτο, ὅπως μυκτηρίσῃ. Εἶναι καμμία προσθήκη αὐτὴ ὑπὲρ τῆς εὐδοκίμου πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ὡς πολιτικὴν δρᾶσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἀγορεύσει του παρουσιάζει τὴν ἀπραξίαν, ἀφήνων νὰ ὑπονοῆται ἡ ἐνέργεια κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως. Τί μόνον ὑποδεικνύει εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, ὅτι ἔπραξεν; Ὅτι ὡμίλησε πρὸς τὰς Δυνάμεις καὶ προσεπάθησε νὰ τὰς πείσῃ διὰ λόγων, ἀλλ’ ἐξεδήλου πάντοτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δέχεται νὰ τὴν συκοφαντήσουν, ὡς προτιθεμένην νὰ διαταράξῃ τὴν εἰρήνην. Ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους εἰς ὅλην τὴν ἐνέργειάν του τοῦτο ἐτήρει, καὶ μᾶς εἶπε: τί θέλετε νὰ ζητῆτε νὰ σᾶς προσαγάγω τὰ ἔγγραφα; τὰ ἔγγραφα λέγουσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω προφορικῶς. Τί σᾶς λέγει προφορικῶς; Ὅτι ἐκήρυττεν ἐξ ἀρχῆς τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς εἰρήνης· δὲν ἐδέχετο νὰ τὸν συκοφαντήσῃ τις, ὅτι ἠδύνατο ἐν οἱᾳδήποτε περιστάσει νὰ διαταράξῃ τὴν εἰρήνην. Τοῦτο παρέστησεν ὡς ἐνέργειαν ὑπὲρ τῆς Κρήτης! Καὶ ἂν πρόκειται περὶ ἀξιώσεων τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν ἡγεμονίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰς σατυρίζει καὶ τὰς ἀξιώσεις ταύτας ὡς γελοίας, αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀξιώσεις, ἃς ξένοι Πρωθυπουργοὶ ἀνεγνώριζον! Ἀλλ’ ἐννοεῖ καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι ὅλα ταῦτα δὲν ἔχουσιν ὑπὲρ αὐτοῦ καμμίαν ἔννοιαν καὶ ἐπιῤῥοὴν, καὶ μία στιγμὴ ἰδίως ἐφελκύει τὴν προσοχὴν παντὸς κρίνοντος περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι, ὄντως φωτίζουσα, ἡ στιγμὴ τῆς ἀναγγελίας τῶν σφαγῶν· τὸ αἰσθάνεται τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐννοεῖ ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα πρὸ πάντων, ἐννοεῖ ποία εὐθύνη ζητεῖται παρ’ αὐτοῦ! Δὲν ζητεῖται παρ’ αὐτοῦ ἡ εὐθύνη τοῦ ὅτι ἔπρεπε νὰ πείσῃ τὴν Εὐρώπην διὰ λόγων, ἀλλ’ οὐδὲ κἄν ὅτι ἔπρεπεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἄρῃ ἀμέσως τὰ ὅπλα καὶ διαταράξῃ τὴν εἰρήνην· ἀλλὰ κυρίως ἡ εὐθύνη αὐτοῦ, ἡ καταφανὴς καὶ αὐταπόδεικτος, περιστρέφεται εἰς ἓν σημεῖον φωτεινὸν,—καὶ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο δὲν χρειάζονται τῷ ὄντι ἔγγραφα,—εἰς τὸ σημεῖον τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐνεργήσῃ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὴν κρισιμωτάτην μετὰ ταχύτητος. Ἐννοεῖ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀλλὰ πρὸς ἀπολογίαν ἐναντίον κατηγορίας, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀνάγκην ἐγγράφων, ἀλλὰ μόνον κοινῆς λογικῆς καὶ κοινῆς ἀντιλήψεως, πρὸς ἀπολογίαν ἠναγκάσθη νὰ καταφύγῃ εἰς ἕν, οὐχὶ ἀνακριβὲς, ἀλλ’ ὅλως ἀνυπόστατον, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἦτο στενοχωρημένος ἐν τούτῳ τῷ θέματι, διότι ἐδῶ πλέον δὲν χωροῦσι λέξεις καὶ φράσεις, προκειμένου περὶ τῆς ἀμέσου καὶ ταχείας ἀποστολῆς τῶν πλοίων. Ἡ στενοχωρία αὐτοῦ ἀπεδεικνύετο, ὅτε ἠναγκάσθη νὰ διαψεύσῃ καὶ τὸν συνυπουργόν του ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, νὰ διαψεύσῃ καὶ τὰ πασίδηλα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ μὲ ῥητορικὸν σχῆμα σᾶς ἔλεγε: «Ποῖα πλοῖα, μοὶ λέγετε; Δὲν δύναμαι νὰ ἐκφρασθῶ, μήπως βλάψω τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους!» Καὶ φοβούμενος νὰ ἐκφρασθῇ, παρίστα, πρὸς ἀπελπισίαν σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅτι καὶ τώρα ἀκόμη τὰ πλοῖα ἡμῶν τὰ θωρηκτὰ δὲν δύνανται νὰ κινηθῶσι παντάπασιν! Ἐνόμιζε, φαίνεται, λέγων τοῦτο, ὅτι δὲν ἔχει αὐτὸς εὐθύνην καμμίαν! Τῇ ἀληθείᾳ, Κύριοι, εἶναι νὰ φρίττῃ τις περὶ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν πρὸς χάριν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ δὲν περιορίζω μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ἀλλὰ περὶ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν φέρομεν πάντες ἡμεῖς! Δὲν θὰ ἦτο πλέον ὀλιγωρία αὐτὴ, θὰ ἦτο ἐσχάτη προδοσία καθ’ ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὕβρις ἅμα καὶ προδοσία ἀνηλεὴς κατὰ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, τοῦ δυστυχοῦς, ὁ ὁποῖος προσέφερε τὸν ἱδρῶτά του, ἵνα γείνωσι τὰ θωρηκτὰ αὐτά. Ἔπρεπε πολὺ νὰ συλλογισθῆτε, πρὶν ἢ ἐκστομίσητε τὴν ἰδέαν αὐτήν. Τί ὅμως ἀπεδείχθη; Ἀπεδείχθη ὅτι τὰ πλοῖα ἡμῶν, καὶ μάλιστα τὰ θωρηκτὰ, εἶναι εἰς ἀρίστην κατάστασιν καὶ ἐκ τῶν τελειοτέρων, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ τι χρῆζον συμπληρώσεως, τοῦτο εἶναι ἡ ἔλλειψις τῶν ταχυβόλων διὰ τὴν ἄμυναν. Διὰ τὴν ἐπίθεσιν εἶναι ἄριστα παρεσκευασμένα καὶ ἐκ τῶν τελειοτέρων θωρηκτῶν τῆς Εὐρώπης. Καὶ τί ἔχετε ἀπέναντί σας; Ἔχετε στόλον ἐχθρικόν; Οἱ πάντες γνωρίζομεν εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ Τουρκία ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν. Ἔχετε λοιπὸν πλοῖα θωρηκτὰ ἐκ τῶν καλλιτέρων τοῦ κόσμου· ἔχετε ναύτας, τῶν ὁποίων ὁ ἡρωϊσμὸς εἰς ὅλην τὴν Οἰκουμένην εἶναι ἀναμφισβήτητος. Καὶ πτοεῖσθε νὰ στείλητε τὰ πλοῖα εἰς τὴν Κρήτην, τὴν σφαζομένην! Καὶ εἴχετε ἀναμφισβήτητον τὸ δικαίωμα ἐξ αὐτοῦ τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἵνα πράξητε τὸ καθῆκον τοῦτο, τὸ ἱερὸν καὶ ἀπαραίτητον, ἐν τῇ ἀπροόπτῳ ἐκείνῃ στιγμῇ καὶ εὐκαιρίᾳ, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ ἡ αἰτίασις, ὅτι ἐπελήφθητε χειρῶν ἀδίκων, εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ στείλητε τὰ πλοῖα, οὐχὶ μόνον χάριν φιλανθρωπίας καὶ προστασίας ὑπηκόων Ἑλλήνων, ἀλλὰ κατὰ κανόνα ἀναγνωριζόμενον ἐν τῷ διεθνεῖ δικαίῳ. Ἡ ἐπέμβασις Κράτους εἰς τὴν ἐπικράτειαν καὶ τὰ δικαιώματα ἑτέρου ἐπιτρέπεται, ὅταν παραβιάζωνται τὰ δίκαια τῆς ἀνθρωπότητος. Θὰ τὰ ἐπέμπετε λοιπὸν πρὸς τὴν Κρήτην τὰ θωρηκτὰ λόγῳ πανθομολογουμένης παραβιάσεως τοῦ δικαίου τῆς ἀνθρωπότητος, καὶ ὄχι μόνον ἵνα προστατεύσητε τοὺς ὁμοφύλους ἡμῶν. Καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον ἱερὸν παντὸς Κράτους, ἀξιοῦντος νὰ κατατάσσηται εἰς τὴν χορείαν τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, ἠθέλετε ἐκτελέσει, πέμποντες ἀμέσως τὰ θωρηκτά, μόλις ἐμάθετε τὰς σφαγὰς ἀόπλων καὶ γυναικοπαίδων. Καὶ ποῖαι θὰ ἦταν αἱ συνέπειαι, καὶ ποίαν εὐθύνην ἠδύνασθε νὰ ἔχητε, ποίαν αἰτίασιν ἠδύνατο οἱαδήποτε Δύναμις νὰ σᾶς ἀπευθύνῃ διὰ τὴν αἰφνιδίαν αὐτὴν ἀνάγκην; Εὐθύνη καὶ αἰτίασις οὐδεμία, αἱ δὲ συνέπειαι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀγαθαί. Καὶ πρὸ παντὸς ἄλλου μία συνέπεια θὰ ἦτο, ὅτι οἱ Κρῆτες, καὶ βλέποντες μόνον τὰ πλοῖα τὰ Ἑλληνικά, ἤθελον πετάξει εἰς τὴν θάλασσαν τὸ ὑπάρχον ἐκεῖ μέρος τουρκικοῦ στρατοῦ, στρατιῶται ἡμῶν ἤθελον ἐξέλθει εἰς τὴν ξηράν, οὐχὶ πρὸς διατάραξιν τῆς εἰρήνης, ἀλλ’ ἵνα εἰρήνην σχετικὴν ἀποκαταστήσωσι. Καὶ τότε τί θὰ ἔκαμνεν ἡ Εὐρώπη; Θὰ ὑπέτασσε πάλιν τὴν Κρήτην, τὴν ἀπελευθερωθεῖσαν, διὰ νὰ μὴ διαταραχθῇ ἡ εἰρήνη; Ἤθελον αὐξήσει ἀκόμη αὐτὸ τὸ στίγμα τῆς ἀνθρωπότητος; Ἀλλ’ αὐτὸ ἦτο ἀδύνατον καὶ ἀκριβῶς ἀντίθετον τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, ἣν μᾶς ὁμολογεῖτε ὅτι εἶχεν ἡ Εὐρώπη. Τὰ τετελεσμένα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώρισε πάντοτε ἡ διπλωματία, καὶ ὅταν δὲν περιεβάλλοντο μὲ τοιαύτην ἱερὰν δικαιολογίαν, ἤθελε τ’ ἀναγνωρίσει ὑπὲρ τῆς Κρήτης καὶ τῆς ἀληθοῦς εἰρήνης. Τοιαῦται θὰ ἦσαν αἱ συνέπειαι αἱ λογικαὶ καὶ κατὰ τὴν παγκόσμιον πεῖραν προσδοκώμεναι ἐκ διαβήματος, ὅπερ κατὰ καθῆκον καὶ δικαίωμα ἠθέλετε ἐνεργήσει ἐκεῖ· οὐδεμία κακὴ συνέπεια ἐφαίνετο δυνατή, ἢ κἂν καταληπτή. Ἀλλά, Κύριοι, ματαίως ἠθέλετε προσπαθήσει νὰ ἐξηγήσητε ἐντελῶς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Δύνασθε νὰ τὴν ἐξηγήσητε, ἐὰν δυνηθῆτε νὰ τὴν χαρακτηρίσητε, νὰ τῇ δώσητε ὁρισμόν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἀδυνατῶ ἄλλως νὰ τὴν χαρακτηρίσω ἢ ὡς πολιτικὴν τῶν θεαμάτων, ὡς ἐκθεατρισμὸν πολιτικῆς, ἄν δὲν ὑπελάνθανε καὶ ἄλλο τι, ὅπερ δὲν δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω. Ἀποροῦσιν ἀξιότιμοι συνάδελφοι πολλοὶ, διατὶ τὰ πλοῖα νὰ καπνίζουν εἰς τὸ Φάληρον ἐπὶ ἡμέρας. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλοῦς! Εἰς τὸ ἔθνος ἐδόθη μία παράστασις θεαματικὴ ἐπιστρατεύσεως ἐπὶ τῆς ξηρᾶς· ἔπρεπε, φαίνεται, νὰ παραστήσωμεν καὶ τὸ θέαμα ἐπιστρατεύσεως θαλασσίας. Ἡ παράστασις οὐσιωδῶς ἡ αὐτή. Ἤλλαξε μόνον ἡ σκηνογραφία! Ἀπηλαύσατε τῆς παραστάσεως τῆς ξηρᾶς μὲ τὰς προσφωνήσεις καὶ τὰς ἀντιφωνήσεις! διατὶ νὰ μὴ ἔχητε ἰδέαν καὶ μιᾶς παραστάσεως ναυτικῆς; Ἡ πολιτικὴ τῶν θεαμάτων ἔπρεπε νὰ παρασταθῇ πλήρης, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπεφορτίσθη διὰ τὴν σκηνογραφίαν τοῦ θεάτρου νὰ σᾶς παρουσιάσῃ μίαν θαλασσογραφίαν πλοίων θωρηκτῶν εἰς τὸν ἀτμόν. Ἐκφράζεται τῳόντι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως στασιμότης μετ’ ἐκπομπῆς ἀτμῶν! (γέλως). Ἔρχεται κατόπιν τούτου, ὡς ἐπίλογος, ἡ πρόκλησις, ἵνα στενάξωμεν διὰ τὴν Κρήτην, ὅπως καὶ ἡ Κρήτη στενάζει δι’ ἡμᾶς. Καὶ λέγουν εἰς τὴν Κρήτην, ὅτι πρέπει ν’ ἀνατραφῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἡσυχάσῃ, νὰ ἀφήσῃ τὰ ὅπλα αὐτῆς, τὸ πολὺ λαμβάνουσα πρόνοιαν καὶ μέτρα κατὰ τῆς σκωριάσεως, διότι μόνον μετὰ χρόνον πολὺν δύναται νὰ τὰ ἀναλάβῃ, νὰ ἀνατραφῇ πολιτικῶς, νὰ ἀνατραφῇ κατὰ πᾶσαν διεύθυνσιν, νὰ βελτιώσῃ τὰ οἰκονομικά της, διὰ νὰ δυνηθῇ ποτε νὰ ἐκπληρώσῃ, ὡς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἀγορεύσει του, τὸν προορισμόν, τὸν ὁποῖον προώρισεν ἡ θεία πρόνοια εἰς τὸν Κρητικὸν λαόν! Βλέπετε, πρόκειται περὶ ἄλλου προορισμοῦ ἰδιαιτέρου, ὃν ἔχει ὁ Κρητικὸς λαός! Πρέπει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς ἀταξίας, πρέπει νὰ παύσῃ διαταράττουσα ἡ Κρήτη τὴν εἰρήνην τῆς Εὐρώπης καὶ τὴν εἰρήνην τὴν ἰδικήν μας, ν’ ἀποβάλῃ αὐτὴν τὴν ἀνατροφήν, ἣν ἔχει, τὴν κακὴν ἕξιν τοῦ νὰ μάχηται ἀκαταπαύστως! Ἀλλὰ ταῦτα λέγοντες, δὲν συλλογίζεσθε ὅτι χάνετε τὸν δεξιὸν βραχίονα τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Καὶ ἀληθῶς σήμερον, ὅπως μ’ ἐνθυμίζει ταύτην τὴν στιγμὴν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀγρινίου συνάδελφος, ἡ νέα γενεὰ τῆς Κρήτης, ὅπως ἤκουσα καὶ ἐγὼ, εἶναι ἀκατάσχετος, καὶ ἀκούει τις παραδείγματα ἡρωϊσμοῦ, τὰ ὁποῖα ἐνθυμίζουν ἀπομνημονεύματα ἱστορικά. Καὶ τοιαῦτα, Κύριοι, λέγων οὐδόλως, ἄπαγε, ἐννοῶ, ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο ἡ Κρήτη νὰ φροντίσῃ νὰ λάβῃ προνόμια καί τινα ἄνεσιν, ἐν ἐλλείψει ἑνώσεως πρὸς τὴν Ἑλλάδα, καὶ τοῦτο, διότι ἠδύνατο νὰ μᾶς συμφέρῃ ἡ κατάστασις ἡ μέχρι τοῦδε διὰ τὸ μέλλον. Ὄχι! ἄπαγε· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα καὶ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι, ἐὰν λαὸς, μαχόμενος ἡρωϊκῶς, ἀπωθῆται ἀπὸ τὸ ὁμόφυλον ἐλεύθερον Κράτος, πρὸς ὃ θέλει νὰ ἑνωθῇ, ἐὰν τὸ Κράτος δεικνύῃ ἀναισθησίαν πρὸς αὐτόν, μαχόμενον, τότε βεβαίως θ’ ἀπαγοητευθῇ, θὰ τραπῇ εἰς τὸν ὑλισμὸν, καὶ ἐὰν ἡ διοίκησίς του ᾖναι ἐφεξῆς καλὴ, τότε βεβαίως ἀνθρώπινον εἶναι καὶ ν’ ἀδιαφορήσῃ περὶ τῆς Ἑλλάδος, παρ’ ἧς ματαίως ἠθέλησέ ποτε νὰ ἀναμείνῃ ἐνεργὸν σύμπραξιν καὶ ἀρωγὴν ἀμοιβαίαν καὶ ἀνάλογον. Ἰδοὺ ὁ κίνδυνος, ὃν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ὑπέδειξε χθές. Δὲν σημαίνει τοῦτο, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ χαρῶμεν, ἐὰν τῆς Κρήτης τὰ προνόμια ἦσαν ἐπαρκῆ καὶ ἀνάλογα, πρέπει ὅμως νὰ θλιβῶμεν, ἐὰν ἡμεῖς δὲν ἐδείξαμεν προθυμίαν ἔμπρακτον, ὅπως συναγωνισθῶμεν μετ’ αὐτῆς, ὅπως θυσιάσωμέν τι, ἵνα ἀποτρέψωμεν αὐτὴν ἀπὸ τῆς ἀπογοητεύσεως καὶ τῆς εὐλόγου δυσαρεσκείας, ἵνα μὴ ἡ ἀπογοήτευσις τοὺς κάμῃ νὰ ἐπαναπαύωνται πλέον εἰς τὸν σταθμόν, εἰς ὃν ἐκράτησιν αὐτοὺς ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἐν σχέσει πρὸς ὑποδούλους ἀδελφοὺς, δὲν ἔχομεν τῶν καθηκόντων ἡμῶν συναίσθησιν πλήρη. Τὸ καθῆκον τοῦ Κράτους τοῦ ἐλευθέρου δὲν συνίσταται ἁπλῶς εἰς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ φροντίσῃ, ἐπεκτεῖνον τὴν χώραν, νὰ σώσῃ ἄλλους ἀπὸ τὸν ζυγὸν ὑποδούλων Ἑλλήνων, διότι συνηγωνίσθησαν καὶ ἐκεῖνοι, ὅπως ἔχωμεν ἡμεῖς τὴν ἐλευθέραν ταύτην γωνίαν, καὶ εἶναι ὅρος τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἑλλάδος, ὅπως τὸ ἔλεγον καὶ πρός τινα δημοσιογράφον, τὸ νὰ μεριμνᾷ ἀδιακόπως καὶ ἐμπράκτως ἡ Ἑλλὰς περὶ τῶν ὑποδούλων ἐπαρχιῶν. Δὲν ἔχει, οὕτως εἰπεῖν, δικαίωμα ὑπάρξεως ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς, παρὰ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς μερίμνης ὑπὲρ τῶν συναγωνισθέντων μετ’ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ἠδύνασθε μέχρι τοῦδε νὰ ὁμιλῆτε περὶ εἰρήνης, περὶ πολιτικῆς ἐξωτερικῆς, παύσατε ἀπὸ τοῦδε νὰ ὁμιλῆτε περὶ αὐτῶν. Ἡ Ἀνατολὴ ὁλόκληρος σείεται πλέον, καὶ ὅμως ἡ ἐξουσία φεύγει ἀπὸ τῶν χειρῶν τῶν κυβερνώντων ἡμᾶς, διότι ὁ λαὸς ἔχει καθήκοντα καὶ δικαιώματα ἀνώτερα τῶν ὑποχρεώσεων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀκούετε σήμερον Ἐθνικὰς Ἑταιρίας καὶ ἀοράτους Δυνάμεις! Πόθεν προέρχονται ταῦτα; Προέρχονται, διότι ἡ δύναμις, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἦναι ὁρατή, τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν, ἐξακολουθεῖ νὰ ἀπρακτῇ. Ἐὰν τὰ ἄλλα καθήκοντα ἡμῶν δὲν ᾐσθάνθημεν μέχρι τοῦδε, ἂς αἰσθανθῶμεν ἤδη τὸν κίνδυνον, ὃν ἀπειλεῖ ἡ τοιαύτη κατάστασις! Προκειμένου δὲ περὶ τῆς Κρήτης, ἂς εὐχηθῶμεν τῳόντι, ὅπως μὴ αἰσθανθῇ τὴν ἀγανάκτησιν ἐκείνην, ἣν ἠδύνατο νὰ αἰσθανθῇ ἐπὶ τῇ ὀλιγωρίᾳ ἡμῶν, οἵτινες ἐφοβούμεθα, μήπως αἱματωθῇ καμμία ῥὶς ἐκ τῶν τοῦ ἐλευθέρου Κράτους, ἐνῷ αὐτὴ αἱματοκυλίετο! Ἀπευθυνόμενοι πρὸς τὸν Κρητικὸν λαὸν, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἐὰν διὰ τῶν ἡρωϊκῶν βραχιόνων του ἔθραυσε τὰς ἁλύσεις τὰς βαρείας, ἃς εἶχεν ἄλλοτε, δὲν θὰ δυσκολευθῇ ἤδη ἀπὸ τὰς ἁλύσεις τὰς χρυσᾶς τῶν ἐπωμίδων τῶν Εὐρωπαίων ἀξιωματικῶν. Ταύτας βεβαίως εὐλαβῶς θὰ παραμερήσῃ, καὶ ἂν ὑπάρχουν ἔτι ἁλύσεις, ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας γνωρίζει ὁ Κρὴς νὰ θραύῃ, θὰ τὰς θραύσῃ, βέβαιος πλέον, ὅτι εἰς τὸ πρῶτον ἄκουσμα τοῦ ἡρωϊκοῦ του πυροβόλου ἡ μήτηρ Ἑλλὰς θὰ ῥιφθῇ ἀμέσως εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς Κρήτης. Καὶ ἐὰν ποτε μὲ διάδημα ἐλευθερίας στεφθῇ ὁ Ἑλληνισμὸς, ὡς τὸν πρῶτον καὶ καλλίτερον ἀδάμαντα τοῦ διαδήματός του θὰ θέσῃ τὸ ὄνομα τῆς Κρήτης. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§106ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν ἀναβάλλομεν;
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ γείνῃ διακοπή;
§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐπιθυμῆτε νὰ διακόψωμεν, προθύμως δεχόμεθα· ἀλλὰ μοὶ δίδεται εὐκαιρία νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπιθυμητὸν εἶναι νὰ φθάσωμεν εἰς πέρας, μάλιστα ἀφοῦ πρόκειται περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον μετὰ τὸ ἔργον τοῦτο ἔχομεν πολλὰ ἄλλα ἔργα, καὶ πρέπει νὰ σπεύσωμεν. Ἐὰν δὲ νομίζητε ὅτι δὲν ἐφωτίσθη ἀρκούντως ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκ τῶν λεχθέντων, τοῦτο εἶναι πλάνη, διότι ἐλέχθησαν πάντα. Βεβαίως δύνασθε νὰ προσθέσητε καὶ ἕτερα, ἀλλὰ τότε δέον νὰ κάμωμεν διακοπὴν, καὶ νὰ ἔλθωμεν αὖθις εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν.
§109ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι καὶ ἄλλοι ἐκτὸς τῶν ἐγγεγραμμένων θὰ ὁμιλήσουν· ὥστε, καὶ ἂν διακόψωμεν, δὲν θὰ τελειώσωμεν.
§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 20′ μ. μ.