1896.11.20
2.938 στίχοι · 23.680 λέξεις · 100 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
Τῆς 20 Νοεμβρίου 1896.
(Τετάρτη)
Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Βαλσαμάκης, Ξυδιᾶς, Φορέστης, Φωκᾶς καὶ Σβορῶνος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ προσθήκης ἐδαφίου εἰς τὸ ἄρθρον 33 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 58). Ὁ κ. Τσαμαδὸς ἔχει τὸν λόγον.
§2ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον τὴν Βουλὴν, διότι χθὲς δὲν ἔτυχον παρὼν κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν γενομένην περὶ καταθέσεως τῆς ἐκθέσεως τῆς ἀφορώσης εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς εἰς ἀργίαν τεθέντας ἕνεκα τῆς εἰς Κρήτην μεταβάσεώς των. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἁρμοδίου ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ παραβλάπτονται. Νομίζω ὅτι οὔτε ἡ πειθαρχία οὔτε τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ παραβλάπονται, ὅταν πρόκειται περὶ πράξεως πειθαρχικῆς ἢ ἐγκληματικῆς· καὶ τόσον εἶναι βέβαιον τοῦτο, ὥστε τὰς μὲν ἐκθέσεις τῶν στρατοδικῶν γνωρίζουσι πάντες, διότι εἶναι ἔγγραφα ἀνακοινούμενα εἰς πάντας, τὸ αὐτὸ δὲ δύναταί τις εἰπεῖν καὶ περὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς προκαλούσης τὴν πειθαρχικὴν ποινὴν ἀξιωματικοῦ ἐπὶ παραβάσει τινί.
§3ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δὲν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὑπάρχει ἔκθεσις· εἶπεν ὅτι τοιαῦτα ζητήματα δὲν πρέπει νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν Βουλήν.
§4Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔκθεσις.
§5ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τότε μὲ ἀπαλλάσσετε τοῦ κόπου τῆς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ὁμιλίας. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νομίζετε ὅτι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἐν τῇ νομιμότητι, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα ἄνευ ἐκθέσεως νὰ θέσῃ εἰς ἀργίαν οἱονδήποτε ἀξιωματικὸν δι’ οἱονδήποτε παράπτωμα; Ἔχομεν νόμους, καὶ πρέπει τούτους νὰ εὐλαβώμεθα. Ῥητὴ δὲ τοῦ νόμου διάταξις περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν ὑπαγορεύει τὴν πρόκλησιν ἐκθέσεως, διότι ἄλλως ἡ εἰς ἀργίαν μετάστασις τοῦ ἀξιωματικοῦ εἶναι παράνομος καὶ αὐθαίρετος, καὶ ἡ παρανομία καὶ αὐθαιρεσία τοῦ Ὑπουργοῦ βλάπτει τὴν πειθαρχίαν καὶ προσβάλλει τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ, διότι δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν παρανόμως τεθέντα εἰς ἀργίαν νὰ ἐπιδιώξῃ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ τὸ δίκαιόν του. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν κατέθεσεν ἔκθεσιν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἄσκοπον νὰ γνωρίσω ὑμῖν, ὅτι ὁ νόμος ᾼΒʹ τοῦ 1882 περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν ῥητῶς ἀναγράφει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς προκλήσεως ἐκθέσεως περὶ τοῦ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ἀργίας μέλλοντος νὰ μετατεθῇ ἀξιωματικοῦ διὰ πειθαρχικὸν παράπτωμα (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 7. Ἡ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ἀργίας διὰ προσκαίρου παύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως καὶ δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως μετάθεσις ἀξιωματικοῦ ἀποφασίζεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐπὶ τῇ ἐκθέσει τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, στηριζομένῃ ἐπὶ δικαιολογητικῶν ἐκθέσεων τῶν ἁρμοδίων στρατιωτικῶν ἀρχῶν, προκειμένου περὶ μεταθέσεως εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως, ἐπὶ γνωμοδοτήσεως δὲ τοῦ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 13 προβλεπομένου ἀνακριτικοῦ συμβουλίου, προκειμένου περὶ μεταθέσεως εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως.»
§6Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οὐχὶ τῶν Ἀρχηγείων.
§7ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Οὐχὶ τῶν Ἀρχηγείων, λέγει ὁ κ. Ὑπουργός· ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὅλως αὐθαιρέτως ἀποφαίνεται. Καὶ ποία εἶναι ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων, εἰμὴ τὸ Ἀρχηγεῖον, τὸ ὁποῖον ἄλλως μέχρι τοῦδε ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου δὲν ἔπαυσεν ἐνασκοῦν τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ μόνον θὰ παύσῃ νὰ ἐνασκῇ τοῦτο, ὅταν θὰ παύσῃ καὶ ἡ δικαιοδοσία του ἐπὶ τῶν σωμάτων; Τὸ Ἀρχηγεῖον εἶναι ἡ ἄμεσος προϊσταμένη ἀρχὴ πάντων τῶν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν του σωμάτων στρατοῦ, πᾶσα δὲ διαταγὴ, ἀπευθυνομένη πρὸς τὰ σώματα, διὰ τοῦ Ἀρχηγείου δέον νὰ ἀπευθύνηται. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν εἶναι τὸ Ἀρχηγεῖον· ἀλλὰ τίς εἶναι; τὸ σύνταγμα; τότε διατὶ νὰ μὴ ᾖναι τὸ τάγμα; ὁ λόχος; ὁ οὐλαμός; Τὸ Ἀρχηγεῖον, ὡς προϊσταμένη ἀρχή, ἤθελε διαμαρτυρηθῆ, καὶ δικαίως, διότι ἐγένετο ἀντιποίησις τῶν δικαιωμάτων του, καὶ διότι τοῦ ἐγένετο ἀφαίρεσις ἐξουσίας, ἥτις καθιστᾷ αὐτὸ ἀνίκανον νὰ διοικῇ τὸ στράτευμα, καθόσον τὴν τοιαύτην δικαιοδοσίαν ἀρύεται ἀπὸ τοὺς στρατιωτικοὺς κανονισμούς. Δὲν φρονῶ ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νόμου, τὸ μὲν διότι ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τὸ δὲ διότι ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ τοῦ στρατοῦ εἶναι τὰ κατὰ τόπους Ἀρχηγεῖα, καὶ ἂν προεκάλεσεν ἔκθεσιν ἄλλην παρὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν Ἀρχηγείων, αὕτη οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, εἶναι ὡς νὰ μὴ προεκλήθη, ὡς νὰ μὴ ἔλαβέ τις γνῶσιν τοῦ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον προσεγένετο εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς. Τὴν γνώμην ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δυστυχῶς ἔχει καὶ ὁ ἐκ Λοκρίδος κ. συνάδελφος, ὅστις χθὲς λαβὼν τὸν λόγον ὑπεστήριξεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐκθέσεως. Πιθανὸν νὰ ἐστηρίχθη εἰς θέσπισμά τι τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1863, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ διατελεῖ κατηργημένον καὶ ἐν ᾧ ἀληθῶς ἀναγράφεται ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται καὶ ἄνευ ἐκθέσεως τῆς ἁρμοδίας στρατιωτικῆς ἀρχῆς νὰ μεταθέσῃ εἰς ἀργίαν πάντα ἀξιωματικὸν ἐπὶ παραπτώματι πειθαρχικῷ. Ἀλλ’ ἐγώ, Κύριοι, εἰσέρχομαι καὶ εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Εἶναι τάχα δικαία ἡ ἐπιβληθεῖσα ποινὴ τῆς ἀργίας εἰς τοὺς νεαροὺς αὐτοὺς ἀξιωματικούς; Καὶ πρῶτον, ὤφειλε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ παραπέμψῃ τούτους εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, ἵνα δικασθῶσιν ἐπὶ λιποταξίᾳ; Νομίζω ὅτι ἡ ἱστορία τῶν προηγουμένων χρόνων καὶ ἡ συμπεριφορὰ τῶν πρώην συναδέλφων του τοῦ 1866, 1867, 1868 καὶ 1869, ἀνδρῶν ἐνδόξων, οἵτινες διῴκησαν τὸ στράτευμα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὡς ὁ Δημήτριος Μπότσαρης, ὁ Σκαρλάτος Σοῦτσος, ὁ Σπυρομήλιος κλπ., ἄλλως μαρτυρεῖ, διότι πάντες οὗτοι τοὺς ἐκ Κρήτης ἐπανελθόντας ἀξιωματικούς, τοὺς μεταβάντας διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, οὐ μόνον δὲν παρέπεμψαν ἐπὶ λιποταξίᾳ εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, οὔτε ἐπέβαλον αὐτοῖς πειθαρχικὴν ποινὴν, ἀλλὰ καὶ ἤμειψαν, πληρώσαντες τὰς ἀποδοχάς των καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς εἰς Κρήτην διαμονῆς των. Καὶ μήπως μεταξὺ ἡμῶν δὲν συνεδρεύουσι σήμερον ἀξιωματικοὶ μετασχόντες τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Δὲν φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ παραπομπὴ ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων ἦτο πρᾶξις λελογισμένη, ἀλλὰ κατὰ πλείονα λόγον δὲν φρονῶ, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς εἰς ἀργίαν μεταθέσεως δύναται νὰ δικαιολογηθῇ· διότι, ἐνῷ τὰ Στρατοδικεῖα διώρθωσαν, καὶ πολὺ δικαίως, τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ, τίς θὰ διορθώσῃ τὴν παράνομον καὶ αὐθαίρετον πρᾶξιν τῆς εἰς ἀργίαν μεταθέσεως τῶν ἀξιωματικῶν; Βεβαίως τὰ δικαστήρια. Ἀλλ’ ἤδη ἐξετάσωμεν διατὶ μετετέθησαν εἰς ἀργίαν οἱ νεαροὶ οὗτοι ἀξιωματικοί; Μετετέθησαν ἐπὶ ἀνυποταξίᾳ, ἀφοῦ ἀπηλλάγησαν τῆς κατηγορίας τῆς ἐπὶ λιποταξίᾳ, ἀθωωθέντες ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων. Μένει ὅμως ἀνεξήγητον, πῶς ἡ ἀνυποταξία ἐχαρακτηρίσθη ὡς πρᾶξις πειθαρχικῆς κολάσεως, ἀφοῦ ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις τοῦ νόμου, τιμωροῦσα τὸ ἔγκλημα τῆς ἀνυποταξίας. Τὸ ἄρθρον 207 τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πᾶς στρατιωτικός, ὅστις προσταχθεὶς νὰ βαδίσῃ κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, ἢ νὰ ἐκτελέσῃ ὁποιανδήποτε ἄλλην ὑπηρεσίαν, διαταχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ του, ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ ἢ ἐνόπλων ἐπαναστατῶν, ἀποποιεῖται νὰ ὑπακούσῃ, τιμωρεῖται μὲ θάνατον καὶ στρατιωτικὴν καθαίρεσιν» κλπ. Ἀλλὰ λέγουν, ὅτι κατά τι διάταγμα τοῦ 1861 δύναται ὁ ἀξιωματικὸς νὰ τεθῇ εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως ἕνεκα ἀνυποταξίας μὴ παρεχούσης ἀφορμὴν εἰς ποινικὴν καταδίωξιν. Ἀλλὰ ποῖα εἶναι ἐνταῦθα τὰ ὅρια τῆς ἀνυποταξίας καὶ πῶς δύνανται νὰ προσδιορισθῶσι ταῦτα ἄνευ γνωμοδοτήσεως τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς; Καὶ ἐνταῦθα ἀπαιτεῖται ἡ γνωμοδότησις τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅστις ἦτο ὁ μόνος ἁρμόδιος νὰ γνωματεύσῃ περὶ τῆς περιστάσεως ταύτης, ἣν τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἀποκρούω τελείως, καὶ ἀποφαίνομαι ὅτι οὐδεμία ὑπῆρξεν ἀνυποταξία. Ἐὰν ὑπῆρξε διαταγή τις, ἥτις προσεκάλεσεν αὐτοὺς εἰς τὸ καθῆκον, καὶ δὲν ὑπήκουσαν, βεβαίως ἁρμόδιον ἦτο τὸ Ἀρχηγεῖον ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν ὑπερέβησαν τὰ ὅρια τῆς πειθαρχικῆς ποινῆς. Φρονῶ δὲ, ὅτι παράνομος καὶ ἄδικος εἶναι ἡ εἰς ἀργίαν μετάθεσις ἀξιωματικῶν νέων, οἵτινες δὲν μετέβησαν εἰς Κρήτην ὅπως ἀποφύγωσι τὰ βάρη τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ὡς ἠθέλησάν τινες νὰ ἀποδώσωσιν εἰς αὐτοὺς, καὶ περὶ τῶν ὁποίων πολλὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προχθὲς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ὀρθῶς, ἐξάρας τὸν πατριωτισμὸν αὐτῶν καὶ τὸν ἔρωτα ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, τὸν διακαῆ ἀληθῶς ἔρωτα, ὅστις ὑπεκίνησεν αὐτοὺς νὰ μεταβῶσιν εἰς Κρήτην, καὶ τὰς ἀρετὰς καὶ τὴν φιλοτιμίαν αὐτῶν, ἀλλ’ ὅμως τοσοῦτον ἀδυσωπήτως συγκατατεθεὶς νὰ ὑπογραφῇ διάταξις, θέτουσα αὐτοὺς εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως, ὡς νὰ ἦσαν οἱ κοινότεροι τῶν ἀνθρώπων, ὑποπεσόντες συνεχῶς εἰς τοιούτου εἴδους πειθαρχικὰ παραπτώματα· διότι ἀκριβῶς τοῦτο μαρτυρεῖ ἡ βεβιασμένη πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ θέσῃ αὐτοὺς εἰς ἀργίαν καὶ νὰ τοὺς τιμωρήσῃ, ἐξευτελίζουσα αὐτοὺς συνάμα· διότι, ἂν αὐτοὶ διετάχθησαν καὶ δὲν ὑπήκουσαν, φέρετέ τους ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου, οὐδέποτε ὅμως δύνασθε, παραποιοῦντες τὸ γράμμα τοῦ νόμου, νὰ τιμωρήσητε αὐτοὺς διὰ πράξεις ἀνυπάρκτους. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι καθῆκον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους εἰς τὸ στράτευμα καὶ παύσῃ πλέον ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ ἔκρυθμος, ἥτις ἄλλως τε οὐδόλως συντελεῖ ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ τῆς πειθαρχίας.
§8Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅτε κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος μηνὸς Ἰουνίου τέσσαρες ὁπλῖται τοῦ ἐν Καρδίτσῃ ἕκτου εὐζωνικοῦ τάγματος ἐλιποτάκτησαν καὶ ἐτράπησαν τὴν πρὸς τὰ σύνορα ἄγουσαν, καὶ ἀμέσως ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ ἰδίου τάγματος ἐβάδισε κατ’ αὐτῶν, τοὺς προσέβαλε, καὶ τοὺς ἐπανέφερεν εἰς τὰς τάξεις, οἱ ὁπλῖται δ’ οὗτοι κατόπιν ἐτιμωρήθησαν πειθαρχικῶς, ὅτε, λέγω, συνέβη τοῦτο, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον πρὸς ἁπάσας τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς, διὰ τῆς ὁποίας προέτρεπεν αὐτὰς νὰ λάβωσι προληπτικὰ μέτρα κατὰ τῶν αὐθαιρέτως ἐγκαταλιμπανόντων τὰς τάξεις στρατιωτικῶν. Εὑρέθησαν τότε 13 ἀξιωματικοὶ διαφόρων ὅπλων, εἷς ἰατρὸς καὶ εἷς ἀξιωματικὸς τοῦ οἰκονομικοῦ, οἵτινες, ἀπειθήσαντες εἰς τὴν διαταγὴν ταύτην, καὶ ἐγκαταλείψαντες αὐθαιρέτως τὰ σώματά των, μετέβησαν ἄνευ ἀδείας εἰς Κρήτην. Τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς ἀπεστάλη ὅπως ἐπαναφέρῃ εἰς τὰς τάξεις, νὰ τοὺς προσκαλέσῃ δηλαδὴ νὰ ἐπανέλθουν, ὁ ταγματάρχης Δημητριάδης. Τοὺς ἐπρόφθασεν εἰς Ἀντικύθηρα, τοὺς ἐκάλεσε νὰ ἐπανέλθωσιν, ἀλλὰ ἐκεῖνοι οὐ μόνον ἠρνήθησαν, ἀλλὰ καὶ προσέθηκαν, ὅτι, ἐὰν βιαίως θελήσωσι νὰ τοὺς ἐπαναφέρωσι, θὰ ἀντιτάξωσι βίαν κατὰ τῆς βίας. Τοιοῦτόν τι δὲν ἐπρόκειτο βεβαίως, τουτέστι νὰ τοὺς ἐπαναφέρωσι βιαίως. Ἀκολούθως, ὅταν μετέβησαν εἰς Κρήτην, ἐστάλη εἰς αὐτοὺς διὰ τοῦ γενικοῦ προξένου κ. Γεννάδη διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου ἄλλη, ὅπως ἐπανακάμψωσιν εἰς τὰς τάξεις των, ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι ἐκ νέου δὲν ὑπήκουσαν. Ὅταν ἐπανῆλθον, παρεπέμφθησαν εἰς τὰ Στρατοδικεῖα ἐπὶ λιποταξίᾳ εἰς τὸ ἐξωτερικόν· τὰ Στρατοδικεῖα ἀπέλυσαν αὐτοὺς διὰ πλειοψηφίας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, χάριν τῆς πειθαρχίας, ἐρειδόμενον δὲ καὶ εἰς γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ ἔτους 1883, ὑπ’ ἀριθ. 133, διὰ τῆς ὁποίας τοῦτο ἀποφαίνεται ὅτι καὶ ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως τοῦ κατηγορουμένου ἀπὸ τῆς ποινικῆς καταδιώξεως δὲν παρακωλύεται ἡ πειθαρχικὴ τιμωρία, τὸ Ὑπουργεῖον, λέγω, ἔθεσεν αὐτοὺς εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως. Οἱ ἀξιωματικοὶ τίθενται εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως ἐπὶ τῇ ἐκθέσει τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, στηριζομένῃ ἐπὶ δικαιολογητικῶν ἐκθέσεων τῶν ἁρμοδίων στρατιωτικῶν ἀρχῶν. Αἱ ἐκθέσεις ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον (μία ἢ δύο, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς,) προτείνουσαι νὰ τεθῶσιν εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον, ἐνόμισε κατόπιν, πρὸς ἀποφυγὴν χρονοτριβῆς, ὅτι δύναται ἀπ’ εὐθείας νὰ τοὺς θέσῃ εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως, ἐρειδόμενον εἰς τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἡ ἀνωτέρα στρατιωτικὴ ἀρχὴ δι’ οἱονδήποτε λόγον δὲν ἀναφέρῃ ἐγκαίρως τὸ παράπτωμα, ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν εἴτε τὸ φύλλον τῶν ποινῶν καὶ τῶν ἱκανοτήτων, εἴτε τὰς πληροφορίας ἄλλων στρατιωτικῶν ἀρχῶν, ἐχουσῶν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπιτηρεῖν τὴν διαγωγὴν αὐτοῦ, ἢ τῶν στρατιωτικῶν ἐπιθεωρητῶν, ἢ τὰς ἐκθέσεις τῶν ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν ἀνακριτικῶν ἀρχῶν ἐν γένει καὶ ἐκτάκτων εἰσηγητῶν γενομένων ἀνακρίσεων, καὶ πειθόμενος περί τε τῆς παρεκτροπῆς καὶ τῆς ἀνάγκης τῆς τοῦ παραβάτου τιμωρήσεως διὰ τῆς θέσεως αὐτοῦ εἰς ἀργίαν ὑποβάλλει Ἡμῖν (δηλαδὴ εἰς τὸν Βασιλέα) πρότασιν ᾐτιολογημένην περὶ τῆς εἰς ἀργίαν μεταθέσεως αὐτοῦ δι’ ἀπολύσεως ἢ προσκαίρου ἀπὸ τῆς θέσεώς του παύσεως.» Ἐρειδόμενος λοιπὸν ἐπὶ τούτων πάντων, ὑπέβαλον εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα πρότασιν περὶ μεταθέσεως αὐτῶν εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως. Ἐνόμισα μάλιστα, ὅτι ἐφέρθην λίαν ἐπιεικῶς. Καὶ τοῦτο ἔπραξα χάριν τῆς ὑπολήψεως καὶ τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ. (Πολὺ ὡραῖα! πολὺ ὡραῖα! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§9ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὅτι ἡ πρᾶξις τῶν ἀξιωματικῶν τῶν μεταβάντων εἰς Κρήτην, καθ’ ἣν ἐποχὴν αὕτη εὑρίσκετο ἐν ἐπαναστάσει, ἦτο λιποταξία, οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ διαφωνῶ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ἐξέφρασαν τὴν γνώμην, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι δὲν ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον. Ἔχομεν, Κύριοι, νόμους, καὶ κατὰ τοὺς νόμους ἡ ἄνευ ἀδείας ἀπουσία στρατιωτικοῦ ἀπὸ τῶν τάξεών του ἐπὶ ὡρισμένην διάρκειαν ἀποτελεῖ τὸ ἀδίκημα τῆς λιποταξίας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν, ἐκτὸς τῶν Στρατοδικείων. Καλῶς λοιπὸν, κατ’ ἐμὲ, οἱ ἀξιωματικοὶ παρεπέμφθησαν ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου, ἔτι δὲ κάλλιον τοῦτο πρᾶξαν, δὲν ἔκρινεν ἐκείνους ἀξίους τῆς εἰς τοὺς λιποτάκτας ἐπιβαλλομένης ποινῆς, διότι ἐκ τῆς δίκης αὐτῶν ἀπεδείχθη ἐναργέστατα, ὅτι ἡ λιποταξία των δὲν ἦτο ἡ ὑπὸ τῶν νόμων προβλεπομένη, ἥτις ἔχει ὡς σκοπὸν τὴν ἀποφυγὴν τῶν στρατιωτικῶν βαρῶν, ὡς εἶπε πρὸ ὀλίγου καὶ ὁ ἐξ Ὕδρας συνάδελφος καὶ συνταγματάρχης κ. Τσαμαδὸς, ἀλλὰ, ὡς ὁ ἴδιος προσέθηκε, τὴν συμμετοχὴν αὐτῶν εἰς ἀγῶνα, κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ὁποίου οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν Κρῆτες ἔχυνον τὸ αἷμά των. Καλῶς λοιπὸν παρεπέμφθησαν, καλῶς ἠθωώθησαν, καὶ ἐπὶ τῆς ἀθωωτικῆς ταύτης ἀποφάσεως εἰς οὐδένα πλέον ἐπιτρέπεται οὔτε κρίσεις νὰ φέρῃ οὔτε μεταβολήν τινα, διότι αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων ἐν γένει εἰσὶ καὶ πρέπει νὰ ὦσι σεβασταί. Δὲν πρόκειται λοιπὸν σήμερον περὶ τοῦ ἂν ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῶσιν ἢ ἂν ἔπρεπε ν’ ἀθωωθῶσι, πρόκειται μόνον περὶ τοῦ ἂν δικαίως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐπέβαλεν εἰς 15 ἀξιωματικοὺς τὴν ποινὴν τῆς ἀργίας διὰ προσκαίρου παύσεως ἐπὶ παραπτώματι, τὸ ὁποῖον οὐδόλως πιστοποιεῖται. Τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ἐπὶ τῇ προτάσει βεβαίως τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ἐκδοθὲν, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἐτέθησαν εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως, διὰ τοῦ ὁποίου δηλαδὴ ἐπεβλήθη εἰς αὐτοὺς ἡ μεγαλειτέρα τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, — διότι ποινὴ εἶναι ἡ ἀργία, καὶ οὐχὶ ἁπλῆ μετάθεσις, ὡς ἠθέλησάν τινες νὰ τὴν παραστήσωσι, — λέγει ὅτι τίθενται οἱ ἀξιωματικοὶ ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ δι’ ἀνυποταξίαν μὴ παρέχουσαν στοιχεῖα πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν. Ἐγὼ ἀληθῶς δὲν ἐγίνωσκον ἐν πάσαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις τὸ παράπτωμα αὐτὸ τῶν ἀξιωματικῶν· τὸ ὑπέθετον δὲ τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἥρμοζεν εἰς αὐτὸ ἡ ἐπὶ τούτῳ ἐπιβληθεῖσα ποινὴ, καὶ διὰ τοῦτο ἤμην διατεθειμένος νὰ σιωπήσω· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, προκληθεὶς πρὸ ὀλίγου, τὸ ἀφηγήθη καὶ ἡ ἀφήγησις αὐτοῦ μὲ ἔπεισεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐνήργησε καλῶς. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸς παρέστησε τὴν ἀνυποταξίαν ὡς ἑξῆς. Εἶπεν ὅτι οἱ περὶ ὧν πρόκειται ἀξιωματικοὶ μετὰ τὴν ἐξ Ἀθηνῶν ἀναχώρησίν των καὶ πρὸ τῆς εἰς Κρήτην ἀφίξεώς των εὑρίσκοντο ἐν Ἀντικυθήροις, ὅπου συναντηθέντες μὲ τὸν ταγματάρχην κ. Δημητριάδην καὶ διαταχθέντες ὑπ’ αὐτοῦ νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὰς τάξεις των, οὐ μόνον δὲν ὑπήκουσαν εἰς τὴν διαταγὴν αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἦτο διαταγὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἠπείλησαν... δὲν γνωρίζω τι. Προσέξατε, Κύριοι, καλῶς· οὐ μόνον δὲν ὑπήκουσαν οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, τὴν διαβιβασθεῖσαν εἰς αὐτοὺς διὰ τοῦ ἐπὶ τούτῳ ἀποσταλέντος ταγματάρχου κ. Δημητριάδου, ἀλλὰ καὶ ἠπείλησαν. Οὕτω παρέστησε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὸ παράπτωμα, διὰ τὸ ὁποῖον οἱ 15 ἀξιωματικοὶ ἐτέθησαν εἰς ἀργίαν. Ἐγὼ δὲν ἔχω λόγους νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀγνοεῖ τὰ πράγματα, καὶ διὰ τοῦτο δέχομαι, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι ὑπέπεσαν εἰς τὸ παράπτωμα, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀφηγήθη αὐτό. Ἐρωτῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν, τὸ παράπτωμα τοῦτο εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τιμωροῦνται πειθαρχικῶς; εἶναι ἁπλοῦν πειθαρχικὸν παράπτωμα, ἢ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δικάζονται ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων καὶ τὰ ὁποῖα, ἂν ἀποδειχθῶσι, φέρουσι τοὺς δράστας αὐτῶν κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ Πολύγωνον πρὸς τουφεκισμόν; Βεβαίως τὸ δεύτερον· καὶ διὰ τοῦτο, ἂν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἦναι βέβαιος, ὅτι οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, ὤφειλε νὰ παραδώσῃ αὐτοὺς εἰς τὴν δικαιοσύνην τοῦ στρατοῦ, ὡς παρέδωσεν αὐτοὺς καὶ διὰ τὴν λιποταξίαν, καὶ οὐχὶ ν’ ἀποσιωπήσῃ τὴν πρᾶξιν καὶ νὰ ἐνθυμηθῇ ταύτην τότε, ὅτε ἡ ἀπόφασις τοῦ Στρατοδικείου ἱκανοποίησε μὲν τὴν κοινὴν γνώμην, κατεδίκασε δὲ τὸ κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων πεῖσμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη ἔλαβε χώραν καὶ ὅτι ἀδιαφιλονεικήτως εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἥρμοζεν ἡ ἐπιβληθεῖσα αὐτοῖς ποινή. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει, παρακαλῶ θερμῶς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ εἴπῃ διατὶ εἰς τὴν ποινὴν ταύτην ὑπέβαλε τὸν Γραββάνην...
§10ΑΘ. ΠΙΕΡΡΑΚΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸν Μάνον.
§11ΚΡΙΤΣΑΣ. .. τὸν Μάνον, τὸν Βάσον καὶ λοιποὺς, οἱ ὁποῖοι, ὡς εἶναι εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα γνωστὸν, δὲν συνηντήθησαν μετὰ τῶν ἄλλων, εἰμὴ εἰς Κρήτην; Τοῦτο, νομίζω, οὐδεμίαν ἀφήνει ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ποινὴ ἐπεβλήθη ἐκ πείσματος τῆς Κυβερνήσεως, πείσματος, τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον ἀκόμη δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποκρύψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτε ὡμίλει ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ὅτε, διηγούμενος τὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἠθέλησε νὰ παραβάλῃ τὴν λιποταξίαν τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς τὴν λιποταξίαν, τὴν ὁποίαν ἐπειράθησαν 15 ἡμέρας πρότερον εὔζωνοί τινες. Δὲν ἦτο, νομίζω, κατάλληλος ἡ στιγμὴ νὰ συγκρίνῃ τὴν λιποταξίαν 15 γνωστῶν ἀξιωματικῶν, ἀνεπτυγμένων καὶ καθ’ ὅλα ἀξιοτίμων, πρὸς τὴν ἀπόπειραν μεταβάσεως εἰς Μακεδονίαν τῶν στρατιωτῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων δὲν γινώσκομεν οὔτε τοὺς σκοποὺς, οὔτε τὴν ἀνάπτυξιν, οὔτε καὶ αὐτὴν τὴν προέλευσιν. Διὰ ταῦτα πάντα ὑποθέτω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παραδεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τιμωρήσας τοὺς ἀξιωματικοὺς ὑπέπεσεν εἰς σφάλμα, καὶ νὰ σπεύσῃ νὰ ἄρῃ τὴν ἐπιβληθεῖσαν αὐτοῖς ποινὴν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ διορθώσῃ τὴν αἰτιολογίαν αὐτῆς, γράφων ἀντ’ αὐτῆς: «διότι μετέβησαν ἄνευ ἀδείας εἰς Κρήτην, ἵνα συμμετάσχωσι τοῦ ὑπὲρ ἐλευθερίας αὐτῆς ἀγῶνος.»
§12ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Περὶ τῆς πράξεως τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργοῦ ἐῤῥήθησαν ἀρκετὰ ὑπὸ τῶν δύο ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν στρατιωτικῶν· ἐγὼ μόνον θέλω νὰ ἐπανορθώσω μίαν ἀνακρίβειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς περιέπεσεν ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του, ἀνακρίβειαν περὶ γεγονότος, ὅπερ, ἂν ἦτο ἀληθὲς, ἔπρεπε νὰ ἐπισύρῃ κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων καταδίωξιν καὶ ποινὴν βαρυτάτην, διότι βαρυτάτη ἦτο ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν κατήγγειλε κατ’ αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε καὶ ἐβεβαίωσεν ὡς ἐξαγόμενον ἀνακρίσεως, τὴν ὁποίαν διέταξεν οὗτος, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἀντέστησαν εἰς τὸν ἀποσταλέντα τότε ταγματάρχην κ. Δημητριάδην, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἠπείλησαν νὰ μετέλθωσι καὶ βίαν κατ’ αὐτοῦ, ἂν οὗτος ἐπεχείρει διὰ τῆς βίας νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ ἐνταῦθα. Βεβαιῶ, διότι γνωρίζω ἐν λεπτομερείᾳ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, ὅτι εἶναι ὅλως ἀνακριβὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἵνα δὲ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, παρακαλῶ καὶ προκαλῶ αὐτὸν νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅλα τὰ ἔγγραφα, ὅλας τὰς διεξαχθείσας ἀνακρίσεις, ἐκ τῶν ὁποίων θέλει ἀποδειχθῆ τρανῶς, ὅτι ὁ ταγματάρχης τοῦ πεζικοῦ κ. Δημητριάδης οὐ μόνον δὲν ἤκουσε τοιοῦτόν τι παρὰ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, ἀλλ’ οὔτε εἶδε κἄν αὐτοὺς, οὔτε ὡμίλησε μετ’ αὐτῶν.
§13ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Χθὲς, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης, ἐξέφερα δι’ ὀλίγων τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς του ἐκείνης· ἐπειδὴ ὅμως ἤδη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς ἀπεφάνθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι παρηρμήνευσα τὸν νόμον, καὶ ὅτι ἀνέτρεξα εἰς θεσπίσματα τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως...
§14ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ, εἶπον μὴ τυχὸν συνέβη τοῦτο, διότι δὲν ἤμην παρών.
§15ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. .. διὰ τοῦτο θέλω ἐπαναλάβει ὀλίγον λεπτομερέστερον τὰ πράγματα. Κύριοι, ὁ θεμελιώδης νόμος περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1851, ὡς εἶπον χθὲς—δὲν ἔχω δὲ πρόχειρον τοῦτον, ἵνα σᾶς τὸν ἀναγνώσω.—Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐδίδετο τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως προτείνῃ δι’ ἐκθέσεώς του πρὸς τὴν Α. Μ. τὴν εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως, ἢ εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως, μετάθεσιν ἀξιωματικοῦ, βασιζόμενος μόνον ἐπὶ ἐκθέσεων τῶν ἁρμοδίων στρατιωτικῶν ἀρχῶν. Τὸν νόμον ἐκεῖνον παρηκολούθησεν, ὡς εἶπον καὶ χθὲς, μετὰ ἓν ἔτος, τὸ 1852, διάταγμα κανονιστικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδίδοντο διασαφήσεις, καὶ εἰς μίαν τῶν διατάξεων τοῦ διατάγματος ἐκείνου ἀναφέρεται ῥητῶς, ὅτι, διὰ νὰ τεθῇ ἀξιωματικὸς εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως ἢ δι’ ἀπολύσεως, ἀπαιτεῖται ἔκθεσις ἁρμοδίας στρατιωτικῆς ἀρχῆς καὶ πρότασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν...
§16ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1882.
§17ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Εἶναι τὸ διάταγμα τοῦ 1852... Τὸ διάταγμα ἦτο, Κύριοι, ὀλίγον αὐθαίρετον, διότι ἡ ἀργία διὰ προσκαίρου παύσεως διαφέρει πολὺ τῆς ἀργίας δι’ ἀπολύσεως, καθόσον ἡ μὲν πρώτη ἐπιβάλλεται μὲν ὡς ποινὴ, ἀλλὰ ἐπιβάλλεται καὶ εἰς περιστάσεις ἄλλας, ὡς λ. χ. ἕνεκα χρονίου νοσήματος, ἕνεκα διαλύσεως σώματος, ὡς ἐπίσης ἕνεκα ἐπανόδου τῶν ἀξιωματικῶν ἐξ αἰχμαλωσίας. Ὡς ποινὴ ἐπιβαλλομένη ἡ ἀργία διὰ προσκαίρου παύσεως, δὲν ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸν ἀξιωματικὸν τὸ σπουδαιότερον καὶ τιμαλφέστερον πρᾶγμα, τὴν ἀρχαιότητα, ἐνῷ ἡ ποινὴ τῆς δι’ ἀπολύσεως ἀργίας ἔχει ὡς συνέπειαν τὴν ἀπώλειαν τῆς ἀρχαιότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ. Μετὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1852 ἦλθε τὸ διάταγμα τοῦ 1861· βλέπετε ὅτι δὲν εἶναι θέσπισμα, ἀλλὰ διάταγμα τοῦ 1861, τὸ ὁποῖον μετέτρεψε τὴν διάταξιν τοῦ πρώτου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκθεσιν τὴν ἀπαιτουμένην τῆς ἁρμοδίας στρατιωτικῆς ἀρχῆς, καὶ δι’ εἰδικῆς διατάξεως ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προτείνῃ τὴν εἰς ἀργίαν μετάθεσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ ὄχι πλέον ἐπὶ τῇ ἐκθέσει τῆς ἁρμοδίας στρατιωτικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία κακῶς παρεξηγήθη πάντοτε, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ὁ ἀρχηγὸς καὶ ὄχι ἄλλη τις ἀρχὴ, ἔδωκε, λέγω, τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προτείνῃ τὴν εἰς ἀργίαν μετάθεσιν, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ φύλλον ποιότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἔκθεσιν μιᾶς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς κλπ., ὅσα ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ τοῦ νόμου. Τοῦτο βεβαίως ἐνεῖχεν αὐθαιρεσίαν διὰ τὸν ἀξιωματικόν· οὐδεμία ὑπῆρχε πλέον ἀσφάλεια. Ὁ νόμος ὅμως τοῦ 1882 ἐκανόνισεν, ὅτι, ἵνα τεθῇ ἀξιωματικὸς εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεώς του, δὲν ἀρκεῖ ἡ ἔκθεσις τῆς ἁρμοδίας στρατιωτικῆς ἀρχῆς, δὲν ἀρκεῖ τὸ φύλλον ποιότητος, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ γνωμοδότησις Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου διὰ τὴν σοβαρωτέραν ποινήν. Ἔκτοτε δὲν ἐξεδόθη διάταγμα, καταργοῦν τὰς διατάξεις τοῦ διατάγματος τοῦ 1861, ὥστε μένει ἄρτιον τὸ διάταγμα τοῦτο. Ὁ νόμος τοῦ 1882 ἠθέλησε μόνον νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς κατὰ τῆς ποινῆς τῆς εἰς ἀργίαν μεταθέσεως δι’ ἀπολύσεως, ἥτις τοσαύτας σοβαρᾶς συνεπείας ἔχει διὰ τὸν ἀξιωματικόν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν παρηρμήνευσα ποσῶς τοὺς νόμους, ὅτι δὲν ἀνέτρεξα εἰς θεσπίσματα, ἀλλ’ εἰς νόμους καὶ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐπεξήγησαν τούτους, καὶ τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσι μέχρι σήμερον, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, διατελέσας Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πολλάκις θὰ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του τὰ διατάγματα ταῦτα καὶ θὰ συνεμορφώθη πρὸς αὐτά. Ὅταν ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ζητήματος, ἐὰν δηλ. ἡ Κυβέρνησις καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῶν Στρατοδικείων νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους τὴν ποινὴν τῆς ἀργίας διὰ προσκαίρου παύσεως, τοῦτο, φρονῶ, δὲν εἶναι ἀντικείμενον κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως· ἡ Κυβέρνησις ἔχει προηγούμενα, ἔχει γνωμοδότησιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὅτι δύναται ἡ διοικητικὴ ἐνέργεια νὰ ἐπέλθῃ καὶ μετὰ τὴν δικαστικὴν, ἢ καὶ πρὸ αὐτῆς, καὶ συνεπῶς, νομίζω, ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀντικείμενον ἐλέγχου τῆς Βουλῆς. Ἐπαναλέγω δὲ, ὅτι δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω τοῦτο· ἠθέλησα μόνον νὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ὁ ἴδιος ἐξήγησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, βασίζεται ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων νόμων καὶ διαταγμάτων, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης δὲν ἀμφιβάλλει πλέον, ὅτι, καὶ μὴ ὑπαρχούσης ἐκθέσεως,—ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη—ὁ Ὑπουργὸς ἐντὸς τοῦ νόμου ἐνήργησε.
§18ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος καταδικάζει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, καταλήγων τὸν λόγον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι κύριος νὰ πράττῃ ὅ,τι θέλει! Δὲν ἐξετάζει, εἶπεν, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ὁ Ὑπουργός. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀκριβῶς τὸ ζήτημα, ἐπ’ αὐτοῦ ἀκριβῶς φέρομεν τὸν λόγον, ὅταν ἡμεῖς, ποιούμενοι τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἀποδεικνύωμεν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρέβη τὰ νόμιμα, παρέβη τὰς διατάξεις τὰς θεμελιώδεις τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἐκεῖ ἀκριβῶς ἐστηρίχθημεν. Ὁ κ. Βουλευτής, θέλων νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ χθὲς λεχθέντα, ἀνέφερε νόμους καὶ διατάγματα, ἀνέφερε τὸν νόμον περὶ καταστάσεως τοῦ 1851. Ἀλλὰ τίς περὶ αὐτοῦ ὡμίλησεν; Ὁ νόμος τοῦ 1851 ἁπλῶς μόνον ὁμιλεῖ περὶ ἀργίας, μὴ θέτων ὅρια καὶ λεπτομερείας, καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο ὁ νόμος τοῦ 1882, θέλων νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰ ζητήματα, θέλων νὰ διακρίνῃ τὰς περιστάσεις, ὥρισεν ἀκριβῶς, ὅτι οὐδεὶς ἀξιωματικὸς τίθεται εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως πρὶν ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν λάβῃ ἔκθεσιν τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς, ὅτε δι’ ἰδίας αὑτοῦ ἐκθέσεως ὑποβάλλει τὸ περὶ τούτου διάταγμα εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς ὑπογραφήν. Λοιπὸν ἐρωτῶ, ἔπραξε τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Βεβαίως ὄχι· διότι δὲν προεκάλεσεν ἔκθεσιν. Ἀλλ’ ἆρά γε μήπως δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ προκαλέσῃ ἔκθεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ; Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν ὑπόκειται εἰς συζήτησιν, διότι εἶναι καταφανὲς, ὅτι ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ εἶναι καὶ ἡ ἁρμοδία ἀρχή. Ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος τὸ διάταγμα τοῦ 1861· ἀλλὰ περὶ τίνος ὁμιλεῖ τὸ διάταγμα τοῦ 1861; τὸ διάταγμα τοῦτο δὲν ποιεῖται λόγον περὶ τοῦ τρόπου τῆς μεταθέσεως εἰς ἀργίαν, ἀλλὰ ὁρίζει τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ αἰτήσηται τὰς ἐκθέσεις παρὰ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς, ὅπως μεταθέσῃ ἕνεκα πειθαρχικοῦ παραπτώματος ἀξιωματικὸν εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως, καὶ ἀναφέρει πλείστας ὅσας περιστάσεις. Δυστυχῶς ὅμως ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐκείνη, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶναι ἡ μόνη μὴ ἁρμόζουσα. Τὸ διάταγμα ἔχει τοὺς ἑξῆς λόγους (ἀναγινώσκει): «... 4. Δι’ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀξιωματικοῦ διαγωγὴν, διὰ πᾶσαν πρᾶξιν ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸ καθῆκον καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτοῦ, καὶ διὰ πᾶσαν εἴτε ἐκ προθέσεως, εἴτε ἐξ ἀμελείας τοῦ τῆς ὑπηρεσίας καθήκοντος, ὑπερβαίνουσαν τοὺς ὅρους τῶν μικροτέρων πειθαρχικῶν ποινῶν, ἢ δι’ ἀνυποταξίαν μὴ παρέχουσαν ἀφορμὴν εἰς ποινικὴν καταδίωξιν κατὰ τὴν § 3 τοῦ ἄρθρου 207 τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου.» Λοιπὸν κατόπιν τούτων ποῦ ὑπάρχει ἡ σύγχυσις; Εἶναι καθαρὸν τὸ ζήτημα, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐτήρησε τὸν νόμον, καταδιώξας πειθαρχικῶς ἀξιωματικοὺς ἐπὶ παραβάσει διατάξεων ἀναγομένων εἰς πράξεις ἐγκληματικάς. Ἐὰν, ὡς εἶπον, οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι διετάχθησαν νὰ ἐπανέλθωσι εἰς τὸ καθῆκον καὶ δὲν ὑπήκουσαν, καὶ ἠπείλησαν μάλιστα καὶ θάνατον κατὰ τοῦ ἀνωτέρου των, τοῦτο, ἐρωτῶ, εἶναι πρᾶξις δυναμένη νὰ τιμωρηθῇ πειθαρχικῶς, ὡς μὴ παρέχουσα ἀφορμὴν πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν; ἢ εἶναι πρᾶξις ἐγκληματικὴ, προβλεπομένη καὶ τιμωρουμένη ὑπὸ τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου; Περαίνων τὸν λόγον, προσθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις προσηνέχθη πρὸς τοὺς νεαροὺς τούτους ἀξιωματικοὺς ὡς πρὸς στρατιώτην ἢ σαλπιγκτὴν μὴ μεταβάντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του ἐπὶ 4 ἢ 5 ἡμέρας, ὃν τιμωρεῖ πειθαρχικῶς μὲ φυλάκισιν μηνὸς, διότι ἡ παρατεταμένη αὕτη ἀπουσία δὲν παρέσχεν ἀφορμὴν εἰς ποινικὴν καταδίωξιν. Οὕτως ἐτιμωρήθησαν καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ εἰς Κρήτην μεταβάντες, ἀφοῦ τὰ ἁρμόδια δικαστήρια ἠθώωσαν αὐτοὺς, κατηγορηθέντας ἐπὶ λιποταξίᾳ.
§19ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Λυποῦμαι ἀναγκαζόμενος νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, περὶ τῆς ὁποίας εἶμαι ὅλως ἀναρμόδιος, ἕνεκα γεγονότος λυπηροῦ, γεγονότος προελθόντος ἐξ ἀσυνέτου δράσεως κυβερνητικῆς, ἕνεκα τῆς ὁποίας μικροῦ δεῖν παριστάμεθα μάρτυρες λυπηρῶν σκηνῶν, αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἤθελον φέρει εἰς πένθος σύμπασαν τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Ἕνεκα τῶν τελευταίων γεγονότων, τῶν λαβόντων χώραν ἐν Κρήτῃ, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀνεχώρησαν ἀξιωματικοί τινες τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἵνα μεταβῶσιν ἐκεῖ, ὅπου τὸ καθῆκον πράγματι ἐκάλει αὐτοὺς, καὶ ἔνθα ἡ παρουσία αὐτῶν μεγάλας προσέφερε τῇ πατρίδι ὑπηρεσίας. Ἐκ συμπτώσεως συνηντήθην μετὰ τῶν ἀξιοτίμων τούτων ἀξιωματικῶν ἐν Ἀντικυθήροις, ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν ἔφθανεν ἡ «Κίσσα», ἡ πεμφθεῖσα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα συλλάβῃ, νουθετήσῃ ἢ δὲν γνωρίζω τί νὰ πράξῃ πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνωδεύοντο ἀπὸ δεκάδας, ἵνα μὴ εἴπω ἑκατοστύας, ἀνδρῶν ἐνόπλων. Ἡ μικρὰ νῆσος τῶν Ἀντικυθήρων ἦτο μεστὴ ἐπαναστατῶν, διότι δὲν ἦσαν μόνον τὰ σώματα τὰ περὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκεῖ, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ἐπαναστάται, περὶ τοὺς διακοσίους περίπου, οἵτινες ἀνέμενον, εὐθὺς ὡς ἤθελεν ἐπιτρέψει ὁ καιρὸς, ν’ ἀποβιβασθῶσιν εἰς Κρήτην. Ἕνεκα τῆς ἐπικρατούσης τότε σφοδρᾶς κακοκαιρίας προσήγγισεν εἰς Ἀντικύθηρα τὸ ἀτμόπλοιον, τὸ ὁποῖον ἔφερε τοὺς ἀξιωματικούς. Τοῦτο δὲ μαθόντες ἐν Κυθήροις οἱ ἐν τῇ «Κίσσῃ», κατεδίωξαν μέχρι τοῦ ἄκρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου τοὺς ἐπαναστάτας καὶ τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους τὸ καθῆκον ὡδήγει εὐθὺ πρὸς τὸ πεδίον τῆς Δόξης· ὡς εἶδον ὅμως οἱ ἐπαναστάται—βεβαίως ὄχι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται—καταφθάνουσαν τὴν «Κίσσαν», φέρουσαν ἀναπεπταμένην τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, ἐνόμισαν ὅτι πρόκειται περὶ καταδιώξεως καὶ συλλήψεως αὐτῶν, περὶ ἀπευκταίου τινός, καὶ ὅτι ὤφειλον νὰ ἐμποδίσωσιν εἰς αὐτὴν τὴν προσέγγισιν ἐν τῷ ὀρμίσκῳ τῶν Ἀντικυθήρων, παρευθὺς δὲ παραταχθέντες ὡς εἰς μάχην εἰς τοὺς κρημνοὺς τῆς νησίδος, ἤρχισαν τοὺς πυροβολισμοὺς κατὰ τῆς «Κίσσης», καὶ παρ’ ὀλίγον ἔπιπτον θύματα οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἐν τῇ «Κίσσῃ», οἱ ἄνδρες τοῦ πεζικοῦ, ἀνερχόμενοι εἰς ὀγδοήκοντα, καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς. Ἦτο τὰ μάλα δυσάρεστος ἡ θέσις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν στρατιωτῶν τούτων, ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐθαύμασα τὴν σύνεσιν τοῦ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν ταγματάρχου κ. Δημητριάδου, ὁ ὁποῖος ἠνάγκασε τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ἄνδρας νὰ καταπέσωσι πρηνεῖς ἐπὶ τοῦ καταστρώματος τοῦ πλοίου καὶ καταθέσωσι τὰ ὅπλα, ἀλλὰ νὰ μὴ προσβάλωσι τοὺς ἐν τῇ νήσῳ. Εὐτυχῶς ὁ κυβερνήτης τῆς «Κίσσης» ἀνέκρουσε πάραυτα πρύμναν, καὶ ὑπεχώρησεν, ἀγκυροβολήσας πολὺ μακρὰν τοῦ στομίου τοῦ ὁρμίσκου τῶν Ἀντικυθήρων. Ἀκριβῶς ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἰσηρχόμην καὶ ἐγώ, καὶ μετέβην εἰς συνάντησιν τοῦ κ. Δημητριάδου, ὁ ὁποῖος μοὶ ἐξέθεσε τὸν λόγον τῆς ἀφίξεώς του. Παρεκάλεσα αὐτὸν ν’ ἀπομακρυνθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν τῆς ἐπικινδύνου ζώνης, καὶ ἀνέλαβον νὰ φέρω ἐγὼ τὴν ἀπάντησιν τῶν ἐν τῇ νήσῳ ἀξιωματικῶν. Ἐξῆλθον καὶ εἶδόν τινας, ἴσως ἀξιωματικούς, ἴσως ὑπαξιωματικούς, πρὸς τοὺς ὁποίους κατέδειξα, ὅτι ἦτο ὅλως ἄτοπος ἡ συμπεριφορὰ τῶν πυροβολησάντων κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας, ὅτι ἐπέκειτο μάχη μεταξὺ ἀδελφῶν, καὶ τὰς συνεπείας αὐτῆς· ὑπεσχέθην δέ, ὅτι ἤθελον συμβιβασθῆ τὰ πράγματα. Ἀλλ’ οἱ ἐπαναστάται κατ’ οὐδένα λόγον ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν ἀποβίβασιν τῶν ἐν τῇ «Κίσσῃ» ἀξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν. Ταῦτα μοὶ εἶπον ὄχι οἱ ἀξιωματικοί, ἐπαναλαμβάνω, ἀλλ’ ἄλλοι ἐπαναστάται, ἐπαναστάται ἐκ Θεσσαλίας, ἐξ Ἠπείρου, ἐκ Κρήτης, ἐκ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐν τῷ μέσῳ δὲ ὅλων ἐκείνων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διακριθῇ ποῖος ἦτο ὁ δοὺς τὴν διαταγὴν τοῦ πυροβολισμοῦ. Πάντες ὡμίλουν ταὐτοχρόνως καὶ ἔλεγον ὅτι ἦτο αἶσχος νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν ἀποβίβασιν τῶν ἐν τῇ «Κίσσῃ». Φαντασθῆτε τί θὰ ἐγίνετο, ἐὰν ἐξετελοῦντο αἱ διαταγαὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐζήτει τὸ ἀπόσπασμα ἐκεῖνο νὰ συλλάβῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ δέσῃ τὸ πλοῖον αὐτῶν καὶ μεταφέρῃ αὐτὸ εἰς Πειραιᾶ, ὡς ἴσως εἶχε διαταχθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς γνωρίζετε τὰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας εἶχε δώσει ἡ Κυβέρνησις;
§21ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω τὰ λεχθέντα εἰς ἐμὲ παρὰ τῶν ἐν τῷ πλοίῳ. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Δημητριάδης διεμαρτύρετο, ὅτι δὲν εἶχε διαταγὴν νὰ πυροβολήσῃ κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ἄλλοι ὅμως ἐν τῷ πλοίῳ ἔλεγον τὰ ἐναντία, καὶ ἤθελον νὰ προβῶσι.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἠκούσατε αὐτά, γνωρίζω ὅμως, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ σώματα ἢ τὰ ἀποσπάσματα ὑπήκουσιν εἰς προϊστάμενον, ὁ ὁποῖος διοικεῖ αὐτά, ἑπομένως πειθαρχοῦσι καὶ ἀκούουσι τὰς διαταγὰς αὐτοῦ.
§23ΣΤΑΗΣ. Ἐδῶ ἐφαρμόζεται ἀκριβῶς τὸ «ἀπὸ τὴν πόλιν ἔρχομαι καὶ ’ς τὴν κορυφὴ κανέλλα!» (Θόρυβος).
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι λέγετέ τι, τὸ ὁποῖον προσβάλλει τὸν στρατόν, λέγετε ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ταγματάρχου κ. Δημητριάδου, ἠπείλουν ὅτι θὰ προβῶσι, καὶ δὲν ἤκουον τὰς διαταγὰς τοῦ προϊσταμένου των.
§25ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι ἠπείλουν, λέγω ὅ,τι ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. Δημητριάδου καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Δημητριάδου, τοῦ ἀποσταλέντος καὶ μεταβάντος εἰς Ἀντικύθηρα, ἵνα συλλάβῃ καὶ ἐπαναφέρῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς δεσμίους.
§26Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τοιαύτη διαταγὴ δὲν ἐδόθη.
§27ΣΤΑΗΣ. Διατὶ δὲν καταθέτετε τὴν ἔκθεσιν;
§28ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ. Σᾶς ἐπιτρέπω νὰ ἔλθητε νὰ ἴδητε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἔκθεσιν.
§29ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ τοιαύτην κοινοβουλευτικὴν τακτικὴν δὲν γνωρίζω, ἐγὼ γνωρίζω μίαν καὶ μόνην τακτικήν, ὅτι οἱ Ὑπουργοί, προκαλούμενοι ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν, καταθέτουσι τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἔγγραφον δὲ, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, οὐδὲ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπιτρέπεται νὰ ἴδῃ ὁ Βουλευτής. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ταγματάρχης κ. Δημητριάδης εἶπε πρὸς ἐμὲ, ὅτι οὐδεμίαν εἶχε διαταγὴν νὰ πυροβολήσῃ· εἶπον δὲ ῥητῶς, ὅτι οἱ ἄλλοι, ἴσως ἵνα φοβίσωσιν ἐμὲ, ἵνα μεταδώσω τὰ λεγόμενά των, πρὸς ἐκφόβησιν τῶν λοιπῶν, ἔλεγον ὅτι θὰ ἐνεργήσωσι. Βεβαίως ὅμως, ἐὰν οἱ ἐν τῇ νησίδι εὑρισκόμενοι ἀξιωματικοὶ δὲν ἐπεδείκνυον τὴν μεγάλην φρόνησιν, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξαν, βεβαίως ἠθέλομεν ἔχει λυπηρὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς ἀσυνέτου πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, ἀποστειλάσης ἓν πολεμικὸν πλοῖον καὶ στρατὸν, ἵνα καταδιώξῃ ἀξιωματικούς, μεταβαίνοντας νὰ ἀγωνισθῶσιν ὑπὲρ τῆς πατρίδος αὐτῶν. Γνωρίζω προσέτι, ὅτι ἤκουσα νὰ λέγηται ἐν Κυθήροις, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἐν τῇ «Κίσσῃ», οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται διέδιδον, ὅτι ἔχουσιν ἀπόφασιν νὰ συλλάβωσι τοὺς μεταβαίνοντας εἰς Κρήτην καὶ ὅτι εἶχον ἀπόφασιν, ἐὰν ἤθελον συναντήσει αὐτοὺς εἰς Κύθηρα, νὰ τοὺς μεταφέρωσι δεμένους εἰς Ἀθήνας. Ἄλλως τε τίνα λόγον εἶχεν ἡ ἀποστολὴ τοῦ ταγματάρχου μετὰ ὀγδοήκοντα στρατιωτῶν ἐνόπλων, ἕκαστος τῶν ὁποίων ἔφερε καὶ τριάκοντα φυσίγγια, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε διαταγὴ βίᾳ νὰ ἐπαναφέρωσι τοὺς λιποτακτήσαντας;
§30Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μὴ λέγετε ταῦτα περὶ στρατιωτῶν.
§31ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν σεῖς εἶσθε στρατιώτης, φέρων τὸ στέμμα, εἴμεθα καὶ ἡμεῖς στρατιῶται τῆς πατρίδος, καὶ τὰ λέγομεν διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσι τοιαῦται ἀσύνετοι διαταγαί, ὧν τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ πυροβοληθῇ ἡ Ἑλληνικὴ σημαία ὑπὸ Ἑλλήνων! Διαβεβαιῶ πάντας, ὅτι, ἐὰν ἐκ συμπτώσεως δὲν εὑρίσκετο τὴν ὥραν ἐκείνην Κύριός τις καὶ ἐγὼ, θὰ ἐπήρχετο συμπλοκὴ, ἡ ὁποία βεβαίως θὰ εἶχε δυσάρεστα ἀποτελέσματα.
§32Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐθαυμάσατε πρὶν τὴν μετριοπάθειαν τοῦ κ. Δημητριάδου· ἀλλὰ πῶς συμβιβάζεται ἡ μετριοπάθεια αὕτη μὲ τὰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας λέγετε ὅτι εἶχε, νὰ κτυπήσῃ;
§33ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι εἶχε διαταγὰς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως νὰ πυροβολήσῃ· σᾶς εἶπον ὅτι σῶμα 80 στρατιωτῶν, ὑπὸ ταγματάρχην, λοχαγοὺς, ὑπολοχαγοὺς, ποῖον ἄλλον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ σκοπὸν, καταδιώκων ἐνόπλους ἀξιωματικοὺς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, ἢ νὰ συλλάβῃ βίᾳ αὐτούς; Ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ἀντικρούσω τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ κ. Δημητριάδης ὑπέβαλεν ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν ᾗ βεβαιοῖ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ, κληθέντες παρ’ αὐτοῦ, δὲν ὑπήκουσαν εἰς τὰς διαταγὰς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας αὐτὸς τοῖς μετέδιδεν. Ἐγὼ βεβαιῶ, ὅτι ὁ κ. Δημητριάδης δὲν εἶδε τοὺς κ. κ. ἀξιωματικοὺς, οὐδὲ ἐγὼ εἶπον αὐτῷ τι κατ’ ἐντολὴν αὐτῶν.
§34Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἔκθεσις τοῦ ἐν Χανίοις προξένου τῆς Ἑλλάδος.
§35ΡΑΖΕΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§36ΚΡΙΤΣΑΣ. Μετὰ λύπης μου μεγάλης ἤκουσα ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Τὴν λύπην μου δὲ ταύτην ἀληθῶς μετριάζει κἄπως ἡ πεποίθησις, ὅτι ὁ συνάδελφός μας οὗτος παρεξήγησε τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Εἶπον ἀληθῶς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔπρεπε νὰ συγκρίνῃ τοὺς εὐζώνους—διότι μόνον περὶ στρατιωτῶν εὐζώνων ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ οὐχὶ περὶ ὑπαξιωματικῶν—πρὸς ἀξιωματικούς, γνωστοὺς εἰς ἅπασαν τὴν κοινωνίαν. Κατ’ ἀρχὴν, Κύριοι, ἀπαράβατον δὲν συνειθίζω νὰ κρίνω τοὺς ἀνθρώπους ἀναλόγως τῶν ἀξιωμάτων αὐτῶν, διότι εἶμαι τῆς πεποιθήσεως, ὅτι τινὲς κατέχουσι θέσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἔπρεπε νὰ κατέχωσιν. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ ἐκτιμῶ καὶ ἀγαπῶ, ὅσον ὀλίγοι, καὶ τοῦτο ἐναργῶς ἀποδεικνύει τὸ γεγονὸς, ὅτι πρῶτος ἐγὼ—καὶ καυχῶμαι διὰ τοῦτο—ὕψωσα τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τῶν ἐπὶ τόσα ἔτη παρορωμένων ὑπαξιωματικῶν, τῶν ὁποίων ἀξιεπαίνως μὲν, ὁπωσδήποτε ὅμως κατόπιν ἐμοῦ ὁ κ. συνάδελφος ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν. Δὲν ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ ὑπαξιωματικῶν, ἀλλὰ περὶ στρατιωτῶν, τοὺς ὁποίους βεβαίως ἐγὼ δὲν θὰ συγκρίνω πρὸς ἀξιωματικούς, διότι οὗτοι μέν εἰσιν ἀνεγνωρισμένης μορφώσεως, ἐκεῖνοι δὲ, ἢ τοὐλάχιστον τινὲς ἐξ ἐκείνων, εἶναι δυνατὸν νὰ στερῶνται καὶ τῆς ἐλαχίστης ἀναπτύξεως. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους περὶ τίνων στρατιωτῶν ἐπρόκειτο; περὶ στρατιωτῶν, οἵτινες λιποτακτήσαντες ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ μεταβῶσιν εἰς Μακεδονίαν, συνελήφθησαν μετὰ τινας ἡμέρας μεθυσθέντες· πρᾶγμα, ὅπερ μαρτυρεῖ, ὅτι οἱ στρατιῶται αὐτοὶ δὲν εἶναι ἐκ τῶν στρατιωτῶν, δι’ οὓς δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τόσῳ μεγάλην ἰδέαν, ὥστε νὰ τοὺς παραβάλωμεν πρὸς ἀξιωματικούς.
§37ΡΑΖΕΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§38ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐνισχύω καὶ ἐγὼ εὐχαρίστως τὴν σύστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν κατέληξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὡς πρὸς τὴν ἐπαναφορὰν τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἡ ὑπηρεσία ἀπέβαλεν. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπιμένει εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὡς πρὸς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, τὸν διαβεβαιῶ καὶ πάλιν, ὅτι κακῶς ἀντελήφθη. Δὲν εἶπον ἐγὼ, ὅτι μεθυσθέντες οἱ στρατιῶται ἀνεχώρησαν, εἶπον ὅτι ἀναχωρήσαντες συνελήφθησαν μεθυσθέντες, καὶ τοῦτο τὸ ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἐπιμένω δὲ εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι οὐδεμία πρέπει νὰ γίνηται σύγκρισις μεταξὺ ἀξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν καὶ ὅτι δὲν πρέπει καὶ αὐτὸς ὁ κ. συνάδελφος νὰ νομίζῃ ὅτι, οἵαν μόρφωσιν ἔχει ὁ ἀξιωματικός, τὴν ἰδίαν δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ὁ στρατιώτης.
§39ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κ. συναδέλφους νὰ μὴ φέρωσιν ἐν τῇ Βουλῇ τοιαῦτα σκανδαλώδη ζητήματα, τὰ ὁποῖα βλάπτουσι τὸν στρατόν. Νομίζω ὅτι τὸ στάδιον ἡμῶν εἶναι ἀλλοῦ καὶ οὐχὶ ἡ παροῦσα συζήτησις, ἥτις διασαλεύει τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατεύματος. Ὀφείλομεν νὰ διαφωτίσωμεν τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος, ὅτι στρατὸν δὲν ἔχομεν, ἡ δὲ πολιτικὴ παρέλυσεν αὐτὸν ἐντελῶς, καὶ νὰ καταδείξωμεν εἰς τε τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὀφείλουσι ν’ ἀφαιρέσωσι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀπὸ τὴν πολιτικήν. Ἐκεῖ πρέπει νὰ συνεννοηθῶμεν, οὐχὶ ν’ ἀγωνιζώμεθα εἰς τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα καταστρέφουσι τὴν πειθαρχίαν. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν, πρέπει νὰ χωρίσωμεν ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τὰ δύο ταῦτα Ὑπουργεῖα, ἄλλως ἀδίκως δαπανῶνται τόσα ἑκατομμύρια ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, διότι οὔτε στρατὸν ἔχομεν, οὔτε ναυτικόν.
§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καταθέτω γραπτὴν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§41ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§42ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Εἰς τὴν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Γεν. Λογιστηρίου δημοσιευομένην γενικὴν ληψοδοσίαν τοῦ δημοσίου ταμείου κατὰ τὴν 20 Σεπτεμβρίου 1896 σημειοῦται εἷς λογαριασμὸς ὑπὸ τὸν τίτλον «Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας. Λογαριασμὸς καταθέσεων ἐκπαιδευτικῶν τελῶν», μὲ χρέωσιν τῆς Τραπέζης μέχρι τέλους Αὐγούστου ἐ. ἔ. ἐκ δραχ. 422,000, μὲ πίστωσιν δὲ αὐτῆς ἐντὸς τοῦ Σεπτεμβρίου διὰ δραχ. 327,981, ὑπόλοιπον δὲ χρεώσεως κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ἐκ δραχ. 94,019. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν δραχ. 327,981, δι’ οὗ κατὰ τὸν Σεπτέμβριον πιστοῦται ἡ Τράπεζα, συμπίπτει ἀκριβῶς πρὸς τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1895 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν (κεφ. 31 ἄρθρ. 5) ἀναγραφομένην πίστωσιν. Ἐντεῦθεν δὲ τεκμαίρεται, ὅτι ἐξεδόθη χρηματικὸν ἔνταλμα, τοῦτο δὲ ἐξωφλήθη διὰ γραμματίου παραλαβῆς, χωρὶς νὰ ἐπιστραφῶσιν ἐκ τῆς Τραπέζης αἱ δραχ. 327,981. Ἀλλὰ τότε πῶς σημειοῦται κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἡ χρέωσις τῆς εἰρημένης Τραπέζης; Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις. βʹ) Διατὶ, ἐνῷ κατέθεσαν εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας 422,000, ἐξεδόθη ἔνταλμα διὰ δρ. 327,981 κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν πίστωσιν, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ ζητηθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις διὰ Β. Διατάγματος; γʹ) Ἂν ἐξεδόθη ἔνταλμα δραχ. 500,000 ὑπὲρ τῆς ἐπαρχικῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας εἰς βάρος τῆς χρήσεως 1895. δ) Νὰ δοθῇ ἀνάλυσις τῶν ἐν τοῖς ταμείοις ὑπολοίπων κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1896, ἅτινα ηὐξήθησαν ἐντὸς τοῦ 1895 ἀπὸ δρ. 14,951,433 εἰς δρ. 18,656,288, ἤτοι κατὰ δρ. 3,704,855, ἐναντίον τῶν περὶ τακτοποιήσεώς των τελευταίων νομοθετημάτων».
§43Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρειδόμενος ἐπὶ τῶν ὡραίων καὶ ἐνθουσιωδῶν φράσεων, δι’ ὧν ἐπέρανε χθὲς τὴν ἀγόρευσίν του ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν κ. ἀξιωματικῶν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δι’ ἃς φράσεις, ὡς μέλος τοῦ στρατοῦ, ἐκφράζω αὐτῷ τὰς εὐχαριστίας μου, θὰ παρακαλέσω, ὅπως αἱ ὡραῖαι αὗται φράσεις λάβωσι σάρκα, καὶ τότε ἀντὶ τῶν εὐχαριστιῶν θὰ ἐκφράσω αὐτῷ, ὡς μέλος τοῦ στρατοῦ, τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτοῦ· Θὰ παρακαλέσω, λέγω, ὅπως ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἔκτακτον ταύτην σύνοδον πάντα τὰ ἀναγκαῖα στρατιωτικὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων νὰ κατασταθῇ ὁ στρατός μας ἄξιος τοῦ ἐθνικοῦ προορισμοῦ του. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐμόρφωσεν εἰσέτι γνώμην καὶ πεποίθησιν περὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ, τότε θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν συζητήσεως, ἵνα ἅπαντες ἐν συμπνοίᾳ καὶ ἀδελφότητι καὶ μακρὰν πάσης πολιτικῆς διαμάχης ἀσχοληθῶμεν περὶ τοῦ ζωτικωτάτου καὶ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος, ἤτοι περὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, περὶ τῶν αἰτίων τῆς καχεκτικῆς καταστάσεως αὐτοῦ καὶ τῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ καταστήσωμεν τὸν στρατόν μας ἄξιον τοῦ ἐθνικοῦ προορισμοῦ του.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλκ. Δεληγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§45ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί ἔγεινεν ἡ πρότασις τοῦ κ. Παπαδιαμαντοπούλου;—ἂν καὶ δὲν εἴμεθα κατάλληλοι ἡμεῖς νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὸν Πρόεδρον τί πρέπει νὰ κάμῃ.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Δὲν εἶσθε οὔτε ὁ κατάλληλος νὰ διατάξητε τὸ Προεδρεῖον. Αἱ προτάσεις ὑποβάλλονται ἐγγράφως.
§47ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πιθανὸν νὰ μὴ ἀντελήφθην καλῶς τὸ πρᾶγμα, καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ ζητήσω συγγνώμην. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐζήτησα συγγνώμην, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Πατρῶν νὰ δηλώσῃ τί ἐζήτησε.
§48ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἀναγκαῖα νομοσχέδια, ὅπως καταστήσωμεν τὸν στρατὸν ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του.
§49ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι εὐχή.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλκιβιάδης Δεληγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§51ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τελευταῖον, Κύριοι, ἐπωλήθησαν τὰ παλαιὰ πυροβόλα καὶ βόμβαι...
§52Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὰ ἐπωλήσατε.
§53ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. .. καὶ ἐπωλήθησαν πρὸς 1½ λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν, ὡς ἐπληροφορήθην, τά τε ἐπὶ τῆς γῆς καὶ τὰ ὑπὸ τὴν γῆν. Οἱ δὲ ἀγορασταὶ μετεπώλησαν 100,000 ὀκάδας εἰς τὸν Διονύσιον Πανταζόπουλον, ἔμπορον ἐν Καλάμαις, ἀντὶ 6 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, οὗτος δὲ πάλιν μετεπώλησε ταῦτα εἰς Ἑταιρίαν τῆς Μασσαλίας ἀντὶ 13 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Ὥστε ἐκ τῆς πράξεως αὐτῆς τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ὅπως ἴδωμεν, ἂν τὰ πωληθέντα εἴδη ἐπωλήθησαν διὰ δημοπρασίας, συμφώνως τῷ νόμῳ, ἢ ἄλλως πῶς ἐδόθησαν, καὶ πότε ἐπωλήθησαν, καὶ διὰ ποῖον λόγον.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ Κρήτης.
§55Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅσοι εἶχον ἄκραν ἀνυπομονησίαν νὰ ἀκούσωσι τὴν συζήτησιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, δικαίως ἐξέφρασαν προχθὲς τὴν ἀπαρέσκειαν αὐτῶν, διότι εἶχεν ἀναβληθῆ ἡ συζήτησις ἐπὶ 24 ὥρας. Εἶμαι ὅμως περίεργος νὰ μάθω, ἐὰν ηὐχαριστήθησαν, διότι ἀκριβῶς μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν 24 ὡρῶν, οὐχὶ τῶν 24 μηνῶν,— ἴσως θὰ εἶχον τὴν γενναιότητα νὰ δώσωσιν εἰς ἡμᾶς προθεσμίαν καὶ 24 ἐτῶν—ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπελήφθη τῆς ἐξετάσεως τοῦ φλέγοντος ζητήματος. Βεβαίως ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐγκαίρως ἐνόησαν τὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, διακαῶς ποθούσης νὰ κλείσῃ τὴν Βουλήν, νὰ σιγήσῃ τὸ βῆμα, διότι ἐπιθυμεῖ τὸ σκότος. Καὶ διὰ τοῦτο, παρὰ τὴν ἐπίσημον ἐπαγγελίαν ἀπὸ τοῦ ὑψηλοῦ ἀξιώματος, εἰς ὃ τὸν ἀνεβίβασεν ἡ Πολιτεία, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσε νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βʹ Συνόδου, ἐνῷ ἡ πυρκαϊὰ τῆς Ἀνατολῆς εἶχεν ἤδη ἀρχίσει ἐκπέμπουσα τὰς ἀπειλητικὰς αὐτῆς φλόγας· τοιοῦτον, φαίνεται, εἶχε κομματικὸν συμφέρον ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἀπέδειξε διὰ τῶν κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς αὐταρχικῶν πράξεών της καὶ διὰ τῆς ἀδικαιολογήτου ἀποκρύψεως τῶν ζητηθέντων ἐγγράφων. Ἐὰν ὑπῆρχε καὶ ἀμφιβολία τις, συνεπληρώθη αὕτη μετὰ τὴν ὁμιλίαν τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐπιζητῇ τὸ σκότος, ἡ Ἀντιπολίτευσις ὀφείλει νὰ ζητήσῃ ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον, τὸ φῶς. Ὅθεν θὰ συζητήσωμεν ὡς ἐμπρέπει εἰς τὸ τοὺς πάντας ἀπασχολοῦν ἐθνικὸν ζήτημα, διότι ἤγγικεν ἡ ἡμέρα τῆς κρίσεως καὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ταὐτοχρόνως ἐπέστη καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπισταμένης ἐρεύνης ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὴ ὑπὸ τὰς κρισιμωτάτας περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν. Τὸ στάδιον τοῦ ἐλέγχου δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς ἀποδοκιμασίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἡ Βουλὴ πεισθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀξία μομφῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐπιδοκιμασίαν, ἐὰν, παρασυρομένη ἴσως ἐκ τῶν τηλεγραφημάτων τοῦ δημάρχου κ. Κολοκύθα καὶ τῶν ἐν τοῖς τηλεγραφικοῖς συγχαρητηρίοις ὁμοιοφρονούντων αὐτῷ, πεισθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησε τὴν ἐθνικὴν πορείαν. Δὲν γνωρίζω, διότι δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ βεβαιωθῶ, ἐὰν εἰς τοὺς εὐαρίθμους ἐκείνους δημάρχους, τοὺς ἐξαποστείλαντας τὰ ἔνθερμα ἐκεῖνα τηλεγραφήματα πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐμπιστευτικῶς ἀνεκοινώθησαν τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα, ἐὰν, πρὶν ἢ ἐμπλησθῶσιν ὑπὸ τοσαύτης ἀγαλλιάσεως, εἶχον ἐπαρκῶς μελετήσει τὸ νέον πολίτευμα τῆς Κρήτης, καὶ ἔσπευσαν, σχεδὸν αὐθημερόν, ὅπως τηλεγραφήσωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τὸν αὐτὸν περίπου τύπον, καὶ συγχαρῶσιν αὐτήν. Ἐκ τῆς συζητήσεως ἐνδέχεται καὶ ἡμεῖς νὰ πεισθῶμεν, ὅπως ἐπιδοκιμάσωμεν τὴν πορείαν αὐτῆς, καὶ δὴ νὰ θέσωμεν στέφανον ἀνθέων ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, στέφανον δάφνης ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς τὸ στάδιον τοῦ ἐλέγχου, εἴτε ἐξ ὑπερβολικῆς ἀνοχῆς, εἴτε ἐξ ἐπιεικείας ἄκρας, εἴτε καὶ ἐκ κομματικῶν συμπαθειῶν, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἐπιδοκιμάσῃ τὴν κυβερνητικὴν πορείαν, βεβαίως ὅμως ἐν τῷ δευτέρῳ σταδίῳ, περὶ τοῦ πρακτέου ἐν τῷ μέλλοντι, πολὺ θὰ προσέξῃ περὶ τῆς γνώμης της. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει πλημμύρα πατριωτισμοῦ ἐν τῇ πτέρυγι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἄμπωτις ἐν τῇ τῆς Συμπολιτεύσεως· δὲν παρακάθηνται ἐντεῦθεν Ἕλληνες καὶ ἐκεῖθεν Τοῦρκοι, ἀλλὰ πανταχόθεν ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, πατριῶται. Διὰ τοῦτο πρέπει ἐν τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς περὶ τῆς κυβερνητικῆς πορείας ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἐπιστηθῇ πλειότερον ἡ προσοχὴ τῆς πλειοψηφίας καὶ νὰ μὴ παρασυρθῇ ἐξ οἱουδήποτε ἄλλου λόγου· διότι, ἐὰν ἀναξίως οἱ κ.κ. Βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας θελήσωσι, μετὰ τὰ χειροκροτήματά των,—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω, τὰ οὐχὶ καταλλήλως ἀντηχήσαντα χθές,—νὰ θέσωσι στεφάνους ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν κεφαλῶν, βεβαίως ὅμως πρέπει νὰ σταματήσωσι τὰ βήματα τοῦ ἡγέτου τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος, ἐν ᾗ περιπτώσει πεισθῶσιν, ὅτι τὸ κυβερνητικὸν πρόγραμμα, ἡ πορεία περὶ τοῦ μέλλοντος, ἄγει κατὰ κρημνῶν, ὁδηγεῖ οὐχὶ πλέον αὐτούς, διότι μικρὸν τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ σύμπαντα τὸν Ἑλληνισμὸν εἰς τὸν ὄλεθρον. Ἡ συζήτησις ἤρξατο δι’ ἀγορεύσεως εἰσηγητηρίου εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ὅτε ἐξετυλίχθη ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ φωνῆς μαλακῆς καὶ ἠρέμου, σχεδὸν γλυκείας. Οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ, ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔδιδεν ἐντεῦθεν εὐχάς, ἐκεῖθεν ἐλπίδας καὶ εὐλογίας, περιέμενε δὲ ἄνθη καὶ δάφνας, ὡμίλει περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Ἀλλ’ εἰς ἐμέ, κύριοι συνάδελφοι, ἂς ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὑμῖν τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία μοὶ ἐγεννήθη ἐκ τοῦ τρόπου καὶ ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων καὶ ἐκ τῶν πορισμάτων τῆς πρωθυπουργικῆς ἀγορεύσεως. Ἐφαντάσθην γραΐδιον ἐν ἀγροῖς, ἔχον ἀσθενῆ ὅρασιν, ἀσθενεστέραν τὴν ἀκοήν, γραΐδιον συλλέγον ἐν τοῖς ἀγροῖς λάχανα ἐν ἀμεριμνησίᾳ. Δὲν ἔβλεπε τὴν καταιγίδα, δὲν ἤκουε τὰς βροντὰς, καὶ, ὅτε κατελήφθη ὑπὸ τῆς ἀγρίας θυέλλης, ὑπέστη τὰς συνεπείας. Ἐν ἀναλόγῳ θέσει εὑρεθεὶς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐξετέλεσε τὰς ἐπιβληθείσας αὐτῷ ἐκ τοῦ Γιλδὶζ διαταγὰς, αἱ ὁποῖαι τῷ ἐπεβλήθησαν. Ἐὰν ὅμως ἡ ἀγόρευσις ἐκείνη τοιαύτην εἰς ἐμὲ προὐξένησεν ἐντύπωσιν, ὅλως διάφορον προὐξένησεν ἡ χθεσινὴ ἀγόρευσίς του, διότι αὕτη ἀντιστρόφως ἔφερεν εἰς τὴν μνήμην μου τὰς ἐνδόξους ἡμέρας τῶν ὑπαιθρίων ἀγορεύσεων ἐν τῇ ὁδῷ Ζήνωνος ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀνεμνήσθην τοῦ «Ἕλληνες ἐσμέν», ὅπερ σχεδὸν καθ’ ἑκάστην ἀπήγγειλε τότε θεατρικώτατα πρὸς τοὺς κληρωτοὺς Ἀρκάδας καὶ Ἀκαρνᾶνας κατὰ τὰ ἔτη 1885–1886! Καὶ ἀνεμνήσθην τῶν κωμικοτραγικῶν ἐκείνων παραστάσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὅστις διὰ τοῦ τρόπου του τούτου ὁμιλῶν, καὶ ἐφ’ ὅσον χρόνον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν τὸν εἶχεν ἐννοήσει ἐπαρκῶς, ἐξηκολούθει προοδεύων εἰς τὸ πολιτικόν του στάδιον! Καὶ ἀνεμνήσθην τῶν ἀγορεύσεων αὐτοῦ εἰς Καρκαλοῦν τὴν ἐπιοῦσαν τῆς παύσεώς του, ἐν ἔτει 1892, τῶν συνταγματικῶν, τῶν πατριωτικῶν, τῶν ἐνθέρμων, τῶν ζωηρῶν, οὐχὶ τῶν γηραλέων, ὡς ἡ εἰσηγητήριός του ἀγόρευσις. Ἡλίκη μεταμόρφωσις! Ἀκριβέστερος ἴσως θὰ ἦμαι, ἐὰν προσθέσω, ὅτι μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἤκουον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ ἀνδήρου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀντιφωνοῦντα τῇ 24 Αὐγούστου ἓν μέλος τῆς Κεντρικῆς Κρητικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον, ὡς αὐτόκλητος ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, μετέβη ἐκεῖ, ἵνα εὐχαριστήσῃ τὰς Δυνάμεις, καὶ ἰδίως τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὸ εὐτυχὲς συμβεβηκὸς τῆς ἐκδόσεως τοῦ φιρμανίου! Ἔφθασεν ὅμως καὶ ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει ἀπέναντί του τὸ μέλος ἐκεῖνο τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα δώσῃ μόνον ἀντιφώνησιν φαιδρὰν ἐνώπιον ἀκροατηρίου παρεσκευασμένου. Αἱ ἀγορεύσεις τῶν τριῶν πρώτων ἀγορευσάντων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀντλησάντων ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν πραγμάτων ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα, ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς, καὶ ἀνῆλθεν, εἰς ἀπάντησιν τῶν τριῶν πρώτων ἀγορευσάντων ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα συντρίψῃ, ὡς περιεμένομεν, τὰ ἐπιχειρήματα αὐτῶν, διότι, ἂς βεβαιωθῇ, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἐπεθυμοῦμεν ἢ νὰ τὰ συντρίψῃ, συντριβομένων δὲ τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θ’ ἀπεδεικνύετο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς πατρίδος μας ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἠρκέσθη εἰς ὀλίγας λέξεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπανέλαβε δεκάκις, ἂν μὴ ἀπατῶμαι, τὴν λέξιν «καθῆκον». Ἀνέπτυξε μετὰ δειλίας, προδιδούσης ἐνοχὴν διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐθνικῆς ταύτης ὑποθέσεως, τὴν θεωρίαν περὶ καθήκοντος, καὶ εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μὲ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνος ἰδιαιτέρως ἀνέγνωσε, καὶ τὰ ὁποῖα οὔτε ἐγὼ οὔτε σεῖς ἔχετε, μὲ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀπὸ ἀνατολῶν μέχρι δυσμῶν, ἐμόρφωσε τὴν πεποίθησίν της περὶ τοῦ καθήκοντος, ὡς αὐτὴ τὸ ἐννοεῖ καὶ τὸ ἐξετέλεσεν, καὶ ὅτι ὀφείλετε νὰ ἀρκεσθῆτε εἰς τὴν περὶ τοῦ καθήκοντος ἀντίληψίν του. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, μὴ καὶ ὁ Ἐφιάλτης καὶ ὁ Ἰούδας ἄλλην ἰδέαν εἶχον περὶ τοῦ καθήκοντος; Καὶ ἐκεῖνοι, πράττοντες ὅσα ἔπραξαν, ἐξετέλουν, ὡς ἐφρόνουν, τὸ καθῆκόν των, ὡς ἐκεῖνοι ὅμως ἀντελαμβάνοντο αὐτοῦ, οὐχὶ δὲ καὶ ἄλλος τις ἐκτὸς αὐτῶν. Ἠδύνατο, κύριοι Βουλευταί, τότε ἀμέσως νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις, ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ ἴσως εἰς ἄλλο θέμα, διότι ἡ καταδίκη τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπῆρχεν ἐντεῦθεν μόνον (δεικνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν), ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς συνειδήσεις, πιστεύω, πάντων σχεδὸν τῶν Βουλευτῶν...
§56ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Διὰ λογαριασμόν σας;
§57Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ μὲ διακόπτητε.
§58ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Οὐδὲ εἰς σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ μᾶς ὑβρίζητε ὡς Ἰούδας.
§59Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ὑβρίζω κανένα· ψυχολογῶ ἐπὶ τῶν φυσιογνωμιῶν σας (ἱλαρότης ἐν τῇ ἀριστερᾷ)... Ἀλλ’ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν ὁποίαν ἀρκεῖ νὰ μνημονεύσω ἁπλῶς, διότι ὅλοι τὴν ἠκούσατε, ἔφερεν ἐπὶ τὸ βῆμα τὸν ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴν, μετὰ τοῦ ὁποίου περιττὸν νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἔχω πολιτικὴν συνάφειαν, ἀλλὰ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ὁποίου, εἰλικρινῶς ὀφείλω νὰ εἴπω, ὑπῆρξε συνεχὴς σειρὰ ῥαπισμάτων κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ κολάφων, οἵτινες ἔφερον τὸ αἷμα εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις πάραυτα ἔσπευσε νὰ καταλάβῃ τὸ βῆμα μετὰ τῶν δύο ἀείποτε ἀπαραιτήτων συντρόφων του, τοῦ ὑψηλοῦ του μελανοῦ πίλου καὶ τοῦ λευκοῦ μανδυλίου του. Ἀμέσως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόησε τὸν κίνδυνον,—διότι ἔχει μακρὰν πεῖραν, βεβαίως περισσοτέραν ἐμοῦ,—ἐνόησε τὴν ψυχολογικὴν στιγμήν, καὶ ἀνεζήτησεν εἰς τὰ ἑρμάρια τοῦ παρελθόντος ἀγόρευσίν τού τινα ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας πρὸ ἐτῶν ἔχει ἀποστηθίσει, διότι ἐν τῷ παρελθόντι πολὺ τῷ εἶχον χρησιμεύσει, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ τόπου. Καὶ ἀπὸ τοῦ εἰρηνοφίλου, τοῦ ὁμιλοῦντος περὶ εἰρήνης, τὸ πολὺ περὶ ἀμύνης, ἰδίως περὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ δόγμα τῆς ἀκεραιότητος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας,— περικοπή, τὴν ὁποίαν δὲν εὗρον εἰς τὴν δημοσιευθεῖσαν ἀγόρευσίν του,—ἀνεπήδησεν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν ἀρειμάνιος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἀνέτρεξε μέχρι τοῦ ἔτους 1867, ὅτε ἐτύγχανε πρέσβυς ἐν Παρισίοις καὶ ὡμίλει μετὰ τοῦ μακαρίτου Ναπολέοντος, ἔφθασε δὲ βαθμηδὸν μέχρι τῶν ἡμερῶν μας· ἐν τέλει ἔπλεξεν ἐγκώμιον ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ λησμονήσῃ τις τῶν ἀκροατῶν, διότι ἐπέτυχεν ἐν τῇ προκλήσει τῶν χειροκροτημάτων. Ἐπιθυμεῖ, ὡς μᾶς εἶπε, νὰ βλέπῃ τὸν στρατὸν «ὡς παρθένον ἄψογον». Θέλομεν ἐξετάσει βραδύτερον, ἐὰν καὶ τί περὶ τῆς παρθένου ταύτης ἔπραξεν. Ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας του ἦτο ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις τῶν ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος γενομένων κατ’ αὐτοῦ ζωηρῶν διαμαρτυριῶν, αἵτινες ἐντεῦθεν ἐξετοξεύθησαν κατ’ αὐτοῦ καὶ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Κατὰ τὴν ἤρεμον ἀγόρευσιν τοῦ κ. ἐξ Ἄνδρου Βουλευτοῦ καὶ τῶν κ.κ. ἐκ Κερκύρας καὶ Κραναίας συναδέλφων, κατὰ τοῦ τελευταίου τῶν ὁποίων ἀδίκως ἐπετέθη, διότι δὲν ἔχει τὴν ῥητορικὴν πεῖράν του, διετήρησε τὴν βεβιασμένην ἀφέλειαν, τὴν ὁποίαν ὅμως ἀπώλεσεν, ὅταν ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἀποτεινόμενος δὲ πρὸς τοὺς προαγορεύσαντας, ἔλεγε, λησμονήσας τὴν ἄρνησιν τῆς Κυβερνήσεως περὶ καταθέσεως τῶν ἐγγράφων (ἀναγινώσκει): «Ὡμίλησαν περὶ ἐγγράφων, ὅτι ἡμεῖς δὲν κατεθήκαμεν τὰ ἔγγραφα, ὅτι ἡμεῖς ἀρνούμεθα νὰ δώσωμεν φῶτα, διότι δὲν ἔχουσιν ἀληθῶς φῶτα. Ποῖα εἶναι τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἔφεραν ἐνταῦθα, διὰ τῶν ὁποίων φωτιζόμενοι ἐσχηματίσατε τὰς ἰδίας ὑμῶν γνώμας, καὶ ἐπειράθητε νὰ μεταδώσητε αὐτὰς εἰς ἡμᾶς; Τὰ ὑμέτερα φῶτά εἰσι τὰ ἀκούσματα τῶν ὁδῶν...» Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο, ἀσθενῶς βοηθηθεὶς καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως ῥίψῃ τὸ σκότος εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἐκράτησε δὲ τὸν φωτοβόλον φανὸν μόνον δι’ ἑαυτόν· ἐνῷ ἡμεῖς ἐξεσχιζόμεθα ζητοῦντες τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, ἵνα ὁμιλῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν, εὐθὺς διὰ τῆς ἀριθμητικῆς του ὑπεροχῆς ἀφῆκεν ἡμᾶς εἰς τὸ σκότος. Ἐρωτᾷ ἡμᾶς: «Διατὶ ἐμείνατε εἰς τὸ σκότος; Μὲ ποῖα φῶτα ὁμιλεῖτε;» Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰ εἶπε χθὲς αὐτὰ μὲ ὕφος σοβαρὸν καὶ ὀργίλον! Τίνα ἆρά γε εἶχεν ἀξίωσιν παρ’ ἡμῶν, ταῦτα λέγων; Μὴ ἐζήτει νὰ διατάξωμεν τὴν χωροφυλακὴν, ἵνα μεταβῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ παραλάβῃ τὸ φῶς, ὅπερ μᾶς ἀπέκρυψεν; Εὑρεθέντες εἰς τὸ σκότος, εἰς ὃ σκοπίμως μᾶς ἔῤῥιψεν ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως ἐφιλοτιμήθημεν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ συλλέξωμεν ὅσον ἠδυνήθημεν πλειότερον φῶς. Ἀτυχῶς διὰ τὴν Κυβέρνησιν, εὐτυχῶς διὰ τὸ ἔθνος, τὸ φῶς εἶναι ἄπλετον, τοσοῦτον, ὥστε βεβαίως οὐδένα ἀδικοῦμεν, καὶ προκειμένου δὲ λόγου περὶ ἐθνικῆς ὑποθέσεως, οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀγορευόντων ἤθελέ ποτε ἀναλάβει τοιαύτην βαρεῖαν εὐθύνην. Βεβαιοῦσιν ἡμᾶς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των· μᾶς προσθέτουσι «πιστεύσατε εἰς ὅσα σᾶς λέγομεν.» Ἀλλ’ ὀρθῶς ἀπαντῶμεν: «Ἐὰν θέλωμεν, σᾶς πιστεύομεν, ἀφοῦ δὲν παρέχετε ἡμῖν τὰς πηγὰς, ἐξ ὧν ἀντλεῖτε· ἀλλὰ καὶ τὸ παρελθόν σας δὲν δίδει ἡμῖν τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς πιστεύσωμεν, ἀφοῦ πολλαὶ τῶν διαβεβαιώσεων καὶ ἐπαγγελιῶν σας ἐξηλέγχθησαν πλέον ἢ ἅπαξ ὡς μὴ ἐρειδόμεναι ἐπὶ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀναγνώσωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ ἔγγραφα, ὅπως μορφώσωμεν ἰδίαν ἀντίληψιν.» Δὲν ἀγνοῶ, κύριοι Βουλευταὶ, τοὺς κανόνας τοὺς διέποντας τὰ περὶ τῆς καταθέσεως τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων· ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνηται, ὡς συνήθως, κατάχρησις καὶ νὰ κρύπτωνται οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ὄπισθεν τοῦ δακτύλου των, ἐπικαλούμενοι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ χαρακτηρίζοντες ὡς ἐκκρεμῆ ζητήματα καὶ αὐτὰ τὰ πρὸ τριακονταετίας λήξαντα. Εἴχομεν δεχθῆ νὰ καταθέσητε τὰ μέχρι τῆς 14 ἢ τῆς 15 Αὐγούστου 1896, διότι μετὰ τὴν ὁριστικὴν τοῦ δημοσιευθέντος φιρμανίου ἀποδοχὴν ὑπὸ τῶν Κρητῶν δὲν ὑπῆρχέ τι τὸ ἐκκρεμὲς ὡς πρὸς τὴν λήξασαν ἐπανάστασιν καὶ τὸ νέον πολίτευμα. Ἀλλ’ οὔτε σεῖς τὰ κατεθέσατε, οὔτε ἡ Βουλὴ σᾶς ἐπίστευσε, λέγοντας, ὅτι εἶναι ἔτι ἐκκρεμὲς τὸ Κρητικὸν ζήτημα. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, προκειμένου νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα, οὐχὶ τοπικῶς περὶ τῆς Κρήτης, διότι τὸ Κρητικὸν ζήτημα πάντοτε ἐθεώρησα ἐθνικὸν, ἀλλ’ ἐν εὐρύτητι τὰ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἐζήτησα ἔγγραφα καὶ ἄλλας πληροφορίας, συναφεῖς πάντοτε μὲ τὰ ἐθνικὰ ζητήματα. Ἐνθυμεῖσθε καλῶς, ὅτι εἶχον ζητήσει πληροφορίας περὶ τῆς ἀποστολῆς φυλακίδος εἰς Κωνσταντινούπολιν, περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἰθαγενείας, περὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος ἐν Τουρκίᾳ, περὶ τῶν κλεισθέντων ταχυδρομείων, ἐζήτησα πληροφορίας καὶ ἔγγραφα περὶ τοῦ ἐν Σμύρνῃ Προξενείου κτλ. Ἐδήλωσα δὲ τότε τὴν παράκλησίν μου, ὅπως δοθῇ ἐγκαίρως ἀπάντησις καὶ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα μέχρι τοῦ Σαββάτου, ἢ νὰ δηλώσῃ τὴν ἄρνησίν του ὁ Ὑπουργός. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, φαίνεται, ἐνόμισεν, ὅτι τῷ ὡμίλει ἴσως ὁ ἁμαξηλάτης του, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔδωκε προσοχὴν καὶ δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του. Διὰ τοῦτο ἔλεγον εἰς προηγουμένην συνεδρίαν, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψω ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, πρὶν ἢ δοθῇ εἰς ἐμὲ ἀπάντησις· εἶχον δὲ δικαίωμα νὰ προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἕως ὅτου δοθῇ ἡ ἀπάντησις, ὅλοι δὲ οἱ Βουλευταὶ εἶχον καθῆκον νὰ μὲ ὑποστηρίξωσιν εἰς τοῦτο, διότι ἡ τοιαύτη συμπεριφορὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀντανακλᾷ πρὸς ὅλους τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους καὶ εἶναι ἡ ἀναίρεσις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου. Τοῦτο δ’ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς συνάδελφον νὰ γράψῃ εἰς τὴν ἐφημερίδα του ἄλλα ἀντ’ ἄλλων. Πρώτην φορὰν, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν παρουσιάζεται τὸ ζήτημα τῆς καταθέσεως διπλωματικῶν ἐγγράφων. Ἔχομεν προηγούμενα, κοινοβουλευτικὴν νομολογίαν, ἡ ὁποία καταδικάζει τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν συμπεριφοράν της, διὰ τὸ σκότος, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ἔχομεν τὴν Κρητικὴν ἐπανάστασιν, τὴν διαρκέσασαν ἀπὸ τοῦ 1866 μέχρι τοῦ 1869, ὅτε κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα, μάλιστα δὲ ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τότε, ἀκριβῶς μετὰ τὴν προσχώρησιν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐν Παρισίοις Συνδιασκέψεως. Ἔχομεν τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1878 καὶ τὴν ἔξοδον τοῦ στρατοῦ μέχρι Δομοκοῦ, καὶ τότε κατετέθησαν ὅλα τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα. Ἐπίσης βραδύτερον τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς μεθοριακὰς συμπλοκὰς καὶ ἀκολούθως εἰς τὸ ἐπεισόδιον Νίκολσον· εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις ταύτας κατετέθησαν ἔγγραφα καὶ ἐδημοσιεύθησαν. Δὲν κατετέθησαν ὅμως ἐν ἔτει 1889, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶχε δηλώσει, ὅτι ἦτο ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς ἐνόπλου διαμαρτυρίας. Δέχομαι ὅτι κακῶς ποιοῦσα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν κατέθηκε τὰ ἔγγραφα. Λάβετε ὅμως τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσητε τοὺς μύδρους τοῦ τότε Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἐπίσης τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἰδίως τὰς ἀγορεύσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, ἐπὶ πολλὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Καὶ ἔλεγον πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν οἱ νῦν Ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀνῆλθον εἰς τὸ σημερινόν των ἀξίωμα τοιαῦτα ὑποστηρίζοντες: «ἐν τίνι δικαιώματι θεωρεῖτε ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα, ἀφοῦ ἐξεδόθη τὸ φιρμάνιον καὶ ἐδημοσιεύθη;» Καὶ καλῶς ἔλεγον. Εἶναι καλὸν ὅμως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἐξυπνήσω τὸν συνάδελφον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἀκούεται διόλου εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν, διότι ἐπιθυμῶ νὰ τὸν ἀκούσω καὶ κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν, ὁποίαν ἆρά γε ἔχει ἤδη γνώμην! Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὅλας τὰς ὡραίας περικοπὰς, εἰμὴ μόνον τρεῖς ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς του τῆς 5 Δεκεμβρίου 1889 (ἀναγινώσκει): «Ἡ πεποίθησις ἄρα τῶν Κρητῶν, Κύριοι, εἶναι αὕτη, ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχεν Ἑλληνικὸν Προξενεῖον ἐν Κρήτῃ, ἡ Κρήτη, ἐὰν δὲν ἦτο ἐλευθέρα, ἤθελεν ὅμως ἔχει ἤδη τὰ αἰτούμενα προνόμια αὐτῆς...» «Ζητοῦσι στεφάνους, διότι, ἐνῷ οἱ ταλαίπωροι Κρῆτες εἶχον κατορθώσει νὰ ἔρχωνται εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς αὐτὴν τὴν κυρίαρχον Δύναμιν, ἴσοι πρὸς ἴσους, ἔνοπλοι πρὸς ἐνόπλους, ἡ μεγαλεπήβολος πολιτεία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κατώρθωσε νὰ φέρῃ αὐτοὺς εἰς διαπραγματεύσεις δεσμίους πρὸς ὡπλισμένους!...» Καὶ ἀλλαχοῦ: «Τί θὰ λέγωσι τοῦ λοιποῦ οἱ διευθυνταὶ τῶν ξένων προπαγανδῶν πρὸς τοὺς Μακεδόνας καὶ τοὺς Θρᾷκας; «Ὑμεῖς, οἵτινες σπανίως ἐκ ποικίλων λόγων ἐλάβετε τὰ ὅπλα, τί περιμένετε παρὰ τῆς Ἑλλάδος αὐτῆς, ὅταν πρὸς τοὺς Κρῆτας, οἵτινες ἐν πάσῃ κρισίμῳ στιγμῇ τοῦ ἐλευθέρου βασιλείου ἔλαβον τὰ ὅπλα εἰς χεῖρας, καὶ ἐπότισαν διὰ τοῦ αἵματος αὑτῶν τὴν νῆσον καὶ τὰ ἐδάφη ἀκόμη τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ὅταν πρὸς τοὺς Κρῆτας τοιουτρόπως συμπεριεφέρθη ἡ ἐλευθέρα Ἑλλάς;» Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δύο μέτρα καὶ δύο σταθμὰ, καὶ ἀναλόγως τῶν περιστάσεων ποιεῖται χρῆσιν αὐτῶν, ἄλλα μὲν ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἄλλα ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι ἡ μόνη φορὰ, καθ’ ἣν διαμαρτύρεται, διότι καὶ εἰς τὸ ἐπεισόδιον τοῦ κ. Νίχολσον ἐδείχθη τοσοῦτον ἀμείλικτος, ὥστε, ἐνῷ εἶχον κατατεθῆ ὅλα τὰ ἔγγραφα, ἐζήτει τὴν κατάθεσιν καὶ ἰδιωτικῶν ἐπιστολῶν, μὴ ἀποδειλιῶν δὲ οὔτε πρὸ τοῦ ἀποῤῥήτου αὐτῶν, ἔλεγε πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι «λησμονεῖ ὅτι εἶναι Ὑπουργὸς συνταγματικοῦ Κράτους!» Ὀφείλομεν ὅμως νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ ἀξίωσις ἡμῶν νὰ θέλωμεν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν ἀποδεικνύεται ἡ καταδίκη τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ τὸ αἴσθημα τῆς αὐτοσυντηρήσεως εἶναι τὸ κρατοῦν. Ἀλλὰ μὴ τοὐλάχιστον εἴχομεν βασιλικὸν λόγον; Ὄχι μόνον βασιλικὸν λόγον δὲν εἴχομεν, ἀλλὰ καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Βασιλέως ἐγένετο ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Δὲν γνωρίζω ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔχει γνώμην περὶ τῶν σημερινῶν περιστάσεων, ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει κρισιμωτέρα περίστασις τῆς παρούσης, ἂν δὲ εἰς ἄλλα Κοινοβούλια εἴθισται μετὰ τὴν λύσιν ἐξωτερικῶν ζητημάτων νὰ γίνηται ἡ ἔναρξις τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν διὰ βασιλικοῦ λόγου, ὅπως δοθῇ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν ἡ εὐκαιρία νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν ἑαυτῆς γνώμην, διατὶ τάχα ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις δὲν διενοήθη ἔναρξιν διὰ βασιλικοῦ λόγου; Δὲν ὑπῆρχε δεδικαιολογημένη περίπτωσις; ἢ εὗρεν ἀνυπερβλήτους δυσχερείας εἰς εὐπρεπῆ διατύπωσιν τῆς λύσεως τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος; Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ αὐτοῦ μόνον, ἀλλὰ κυρίως περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος, περὶ αὐτῆς δὲ οἱ προαγορεύσαντες ὡμίλησαν, καὶ ὀρθῶς. Ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε βασιλικὸς λόγος, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε καθῆκον νὰ μὴ περιορισθῇ κατὰ τὴν εἰσηγητήριον ἀγόρευσιν εἰς τόσῳ πενιχρὰν ἀνακοίνωσιν περὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν ὑποθέσεων. Ἔσπευσε νὰ ψελλίσῃ τινὰ κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του, ἀλλ’ ὑπέπεσεν εἰς οὐσιώδεις παραλείψεις. Ὄχι μόνον δὲν ἀνέφερεν εἰς ἡμᾶς περὶ τῶν ἐπαναλήψεων τῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῆς Ρουμανίας, ὄχι μόνον δὲν εἶπε λέξιν τινὰ περὶ τῆς Κύπρου, διὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ἄγγλοι δημοσιολόγοι διῃρέθησαν εἰς δύο στρατόπεδα, τῶν μὲν ὑποστηριζόντων τὴν μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἕνωσιν, τῶν δὲ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ τὴν ἕνωσιν ἐκείνης ὡς τὴν τῆς Κρήτης, ἐν δὲ τῇ Κύπρῳ ἐγένετο κόμμα ἑνωτικὸν, ἐργαζόμενον ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως. Ὄχι μόνον δὲν ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οὐδὲ μίαν λέξιν, οὐδὲ μίαν πληροφορίαν, ἢ παρηγορίαν,—εἰς ποῖον ἆρά γε σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ἐθνικὸν τοῦτο ζήτημα; ἢ νομίζει, ὅτι ἦτο ἀνάξιον λόγου;— Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέπεσεν εἰς σπουδαιοτέραν παράλειψιν, τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν πρέπει νὰ τῷ ἐπιτρέψῃ καὶ δὲν θὰ τῷ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή. Οὐδεμίαν μὲν εἶπε λέξιν περὶ ὅλων τῶν ὑποδούλων Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπιμελῶς ἐσίγησε διὰ τὴν Μακεδονίαν. Δὲν ἔλαβε χώραν ἆρά γε ἐν Μακεδονίᾳ γεγονὸς ἄξιον ἀνακοινώσεως εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων; Εἶναι ψευδέστατα ὅσα αἱ ἑλληνικαὶ ἐφημερίδες καὶ αἱ ξέναι ἐδημοσίευσαν; Τόσον ἦτο ἀνάξιον λόγου τὸ θέμα; Δὲν ἔπρεπε νὰ μάθωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἀμέσως ἅμα συνερχόμενοι, τί ἐγένετο ἐν Μακεδονίᾳ; Ἀλλὰ καὶ τί ἠθέλατε νὰ σᾶς εἴπῃ; Νὰ σᾶς ἐξυμνήσῃ τοὺς ἁρματωλοὺς Μακεδόνας, οἵτινες ἀφύπνισαν τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα καὶ ἔδωκαν τεκμήριον τῆς ζωτικότητος τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ἐκεῖνοι οἱ εὐάριθμοι μαχηταὶ, οἵτινες ἄνευ μέσων καὶ ἐφοδίων, ἐν ἐποχῇ ἐθνικῆς ἀπογοητεύσεως καὶ τοῦ ἐσχάτου κινδύνου, μετέβησαν ἐκεῖ καὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσῃ ἡ διπλωματία περὶ Μακεδονίας ἐν σχέσει πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα; Μὴ περιμένετε περὶ τούτου νὰ ὁμιλήσῃ! διότι τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πλέον ἢ ἅπαξ ὠνόμασε τοὺς ἁρματωλοὺς τῆς Μακεδονίας «συμμορίτας λῃστρικῶν πράξεων.» Μία φωνή. Δὲν τοὺς ὠνόμασεν οὕτω.
§60Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ναί. Τοὺς ὠνόμασε συμμορίτας! Ἔχω ἐδῶ τὴν «Πρωΐαν», καὶ δὲν ἀγνοῶ τὴν σημασίαν τοῦ νομικοῦ ὅρου «συμμορίτας». Ναί! ὠνόμασε συμμορίτας ἐκείνους, πρὸ τῶν τάφων τῶν ὁποίων ἐγονυπέτησεν ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς κατανυκτικώτατα. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν παρέρχεται ἡμέρα, καθ’ ἣν νὰ μὴ ἀναγνώσωμεν πολλὰ καὶ ποικίλα περὶ τῶν συμμαχιῶν· ἀλλ’ εἶπεν εἰς ἡμᾶς σχετικόν τι κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του; Οὐδέν! Ὅταν ἐκεντήθη, ἢ ὅταν διετάχθη, ἠναγκάσθη νὰ λαλήσῃ ἐκτός· καὶ ἐντὸς δὲ τῆς Βουλῆς, ἐρωτηθεὶς, ἔσπευσε νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ἐν τῇ ἐφημερίδι του δημοσιευθεῖσαν δήλωσιν· ὅταν ἠρωτήθη ἐνταῦθα, προέβη μετὰ προθυμίας ἀρκετὰ χαρακτηριστικῆς εἰς τὴν δήλωσιν ἐκείνην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἀρνεῖται νὰ παράσχῃ εἰς ἡμᾶς καὶ τὴν μικροτέραν πληροφορίαν περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, διέψευσε δὲ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς προσεχώρησεν εἰς τὴν Τριπλῆν Συμμαχίαν, ἀλλ’ ἐπιμελῶς ἀπέφυγε νὰ εἴπῃ, ἂν προσεχώρησεν ἢ ἀπεχώρησεν ἀπὸ τὴν Διπλῆν! Ἐν τούτοις, Κύριοι, ἑκόντες ἄκοντες μὲ τὰ στοιχεῖα ταῦτα καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν τὰ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς....
§61ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εὑρισκόμεθα ἀκόμη εἰς τὸ προοίμιον!
§62Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ναί, εἶναι τὸ προοίμιον, διότι κρίνεται σήμερον ἡ τύχη τῆς πατρίδος σας! Ναί, εἶναι τὸ προοίμιον, διότι ἐντὸς ἴσως ὀλίγων μηνῶν θέλει κριθῆ, ἂν θὰ ὑπάρξῃ πλέον Ἑλληνικὸν Βασίλειον, καὶ ποῖον· καχεκτικὸν καὶ ἀσχολούμενον εἰς διορισμο–παυσο–μεταθέσεις, ἢ δυνάμενον νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τοὺς ἐθνικοὺς πόθους; Τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα συνδέεται μετά τε τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, περὶ τῶν ὁποίων πρὸ μικροῦ σαφῶς σᾶς ἔλεγεν ἀξιότιμος συνταγματάρχης, ὁ κ. ἐκ Δωρίδος Βουλευτὴς, ὅτι δαπανῶμεν διὰ στρατὸν καὶ στόλον δεκάδας ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ οὔτε στρατὸν οὔτε στόλον ἔχομεν· πρόκειται περὶ τοῦ στρατοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ εἷς Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν σήμερον σᾶς ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσητε τὰ ὑπουργικὰ νομοσχέδια. Ἀλλὰ πρὸ τούτου πρέπει νὰ συζητήσωμεν κατὰ τίνα τρόπον ἐπελήφθη ὁ ἡγέτης σας τῆς διορθώσεως τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Τῇ ἀληθείᾳ δὲν γνωρίζω ὑψηλότερον θέμα, ἐπιτακτικώτερον, μᾶλλον κατεπεῖγον καὶ ὀγκωδέστερον. Δεσπόζει ὅλων, εἶναι εἰς τὰς καρδίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ σύμπαντος. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ νὰ ἀρνηθῶ τὸν πατριωτισμὸν οὐδενός· ἀλλὰ διατὶ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λέγῃ, ὅτι ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐκείνη τὸ ἀντελαμβάνετο, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ δηλώσωμεν τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν; Δὲν σᾶς ἤκουσα διαμαρτυρομένους, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἠξίου ἀπὸ ἡμᾶς νὰ τὸν πιστεύσωμεν, μὲ τὴν ὠχρὰν ἐκείνην ἀνακοίνωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη. Δὲν ἀδικῶ ὑμᾶς, Κύριοι. Προέρχεσθε ἀπὸ τῶν σπλάγχνων τοῦ λαοῦ, ὡς ἡμεῖς, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ συγκινῆσθε διὰ τὰ παθήματα, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ σκεφθῆτε σπουδαίως· διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν εἰς τὸν ἔλεγχον φανῆτε συγκαταβατικοί, βεβαίως ὅμως περὶ τοῦ μέλλοντος θέλετε πολὺ σκεφθῆ, διότι εἶσθε ἄνθρωποι τοῦ τόπου, ἔχοντες ἠθικά, πρὸ πάντων ἠθικά, ἀλλὰ καὶ ὑλικὰ συμφέροντα ἐν τῷ τόπῳ, διότι ἀγαπᾶτε τὸν Ἑλληνισμὸν, ὡς πᾶς Ἕλλην, καὶ πλειότερον, ἀφοῦ ἀνετέθη ὑμῖν ἡ ἐν τῷ Ἐθνικῷ Συνεδρίῳ ἀντιπροσώπευσις τοῦ Πανελληνίου. Βεβαίως, ἐὰν ἐντεῦθεν σχηματισθῇ ἡ πεποίθησις ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων, πρέπει σύσσωμος ἡ Βουλή, ἐν ὁμοφωνίᾳ καὶ ἀδελφικῇ συμπνοίᾳ, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀτυχῶς ὅμως δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά· καὶ ἄλλοτε ἡ Βουλὴ παρέσχεν εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐμπιστοσύνην της, καὶ μετενόησε σκληρῶς, καὶ ἔκλαυσε πικρῶς· ἐπλήρωσεν ὁ τόπος πολὺ ἀκριβὰ τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν τότε. Διὰ τοῦτο ἐπάναγκες νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἦναι πρέπον καὶ δὲν ἦναι ἐπικίνδυνον νὰ δοθῇ ὁμοία ἐμπιστοσύνη καὶ σήμερον εἰς τὸν αὐτὸν ἄνθρωπον. Ἔχετε λοιπὸν ὑπομονὴν, ἐὰν δὲν ἐπιθυμῆτε νὰ κλαύσητε καὶ ἐν τῷ μέλλοντι πικρῶς. Εὐχαρίστως θέλω ἀκούσει πάντα ἀντιλέγοντα. Βεβαίως θέλω δώσει πᾶσαν ἐξήγησιν. Ἴσως ἐν τῇ θέρμῃ τοῦ λόγου μου ἐκφράζομαι ζωηρῶς, ἐνῷ οὐδένα ἔχω λόγον προσωπικὸν ἐναντίον τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, τοὐναντίον, λόγοι συμπαθείας, λόγοι φιλίας, ἐκτιμήσεως προσωπικῆς δύνανται νὰ μὲ συνδέωσι μετά τινων ἐκ τῶν μελῶν. Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑποβάλω τὴν σκέψιν μου, πῶς ἐγὼ ἐννοῶ τὸ ζήτημα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Νομίζω ὅτι ἐν τῇ Ἀνατολῇ μία ὑπῆρχε λύσις—ὑπῆρχε, λέγω, διότι δὲν ὑπάρχει— «ἡ ὁμοσπονδία τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς», διότι διὰ τῆς ὁμοσπονδίας θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προφυλαχθῶμεν ἐκ τῶν κινδύνων καὶ τῆς Ἄρκτου καὶ τῆς Δύσεως. Ἀλλ’ ὁ καιρὸς παρῆλθε, καὶ σήμερον δὲν δυνάμεθα σπουδαίως νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοιαύτης βάσεως. Οἱ καιροὶ οὐ μενετοὶ, διότι αἱ μεγάλαι Δυνάμεις τὴν Ἀνατολὴν θεωροῦσιν ὡς ἑστίαν συμφερόντων· ἑκάστη ζητεῖ πελάτας ἐν τῇ Μεσογείῳ, ἐν τῇ Ἀνατολῇ, πελάτας συμφερόντων, τὴν δὲ ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἐν τῇ Ἀνατολῇ βεβαίως ῥυθμίζει κατὰ τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντα ἑκάστη μεγάλη ἐπικράτεια, καὶ τὰ συνετῶς πολιτευόμενα κρατίδια τῆς Ἀνατολῆς ἐπωφελοῦνται τῶν περιστάσεων, καιροσκοποῦσιν. Ἐὰν ἡ Ρωσσία μὲ τὸν Σταυρὸν ἀνὰ χεῖρας ἐνεθύμιζεν εἰς τοὺς Βουλγάρους τὸ ὁμόφυλον καὶ ὁμόθρησκον, —περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἐφώτιζεν ὅτι ὑπάρχει καὶ εἰς τοὺς Κρῆτας καὶ Ἕλληνας (!) — ἡ Βουλγαρία δὲν ἀπέκρουσε τὴν ἐπιδειχθεῖσαν ῥωσσικὴν τρυφερότητα, ἀλλ’ ἀπέκτα τὴν ἀνακήρυξίν της εἰς ἡγεμονίαν. Τελευταῖον ἐπεσκέφθην τὴν πρωτεύουσαν τῆς Βουλγαρίας καὶ εὗρον ἐπὶ στήλης κεντρικῆς πλατείας: «Οὐχὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ σὺ μᾶς ἠλευθέρωσας», εἰς ἔκφρασιν χαρακτηριστικὴν εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα τῆς Ρωσσίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐξέφρασαν τὴν εὐγνωμοσύνην των, τὴν ὁποίαν διατηροῦσιν ὡς πρὸς τοῦτο, δὲν ἐδέησαν εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα ὑπὸ τὸ ἅρμα τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν τὰ συμφέροντα εἰς τὴν Ἀνατολὴν ἐπέβαλλον εἰς τὴν Ἀγγλίαν νὰ προβῇ εἰς τρυφερότητας πρὸς τὸν Βουλγαρικὸν λαὸν, ἐπωφελήθησαν τῶν περιστάσεων, ὡς καιροσκόποι, ἐξετέλεσαν τὸ πραξικόπημα τῆς Φιλιππουπόλεως, καὶ ἀπέκτησαν τὴν Ἀνατολικὴν Ρωμυλίαν, ὅτε οἱ Ἕλληνες ἔχασκον, ἀκούοντες τοὺς φιλοπολέμους λόγους τοῦ κ. Δηλιγιάννη, αἰφνιδίως ἀφυπνισθέντος. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ Κράτη, ἐπὶ τῶν ὁποίων αἱ ἐξωτερικαὶ ἐπιδράσεις εἶναι ζωηρότεραι, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀποκτήσωσιν ἐθνικὴν καὶ καιροσκόπον πολιτικὴν, τὰ ὁποῖα ἔχουσι κυματισμὸν ἄλλοτε ἔνθεν καὶ ἄλλοτε ἐκεῖθεν, ὑφίστανται δὲ ὡς ἐκ τούτου τὰς ὀδυνηρὰς συνεπείας. Ἐπὶ Ὄθωνος ἐπεκράτει ἐν Ἑλλάδι ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ, ἡ καιροσκόπος. Ἐὰν δὲν ὠφελήθη τὸ Κράτος ὑλικῶς διὰ τῆς ἐπεκτάσεως ὁρίων, ἀλλ’ ἠθικῶς πάντοτε εἶχε κέρδος, διότι τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα ἦτο εἰς τὸν κολοφῶνά του· ἡ μικρὰ Ἑλλὰς, ἡ ἔχουσα σύνορα μόνον ἀπὸ τῆς Ὄθρυος μέχρι τοῦ Ταϋγέτου, συνεκίνει σύμπαντα τὸν Ἑλληνισμὸν 6 ἢ 7 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1862 ἐχαράχθη ἄλλη ἐξωτερικὴ πολιτικὴ, ἥτις δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ δι’ αὐτῶν καὶ μόνον τῶν λέξεων: «τοῦ προτύπου βασιλείου ἐν τῇ Ἀνατολῇ». Θέλετε εὕρει, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὸ ἀπὸ 9)21 Δεκεμβρίου 1863 ἔγγραφον τοῦ ἐκτάκτου ἀπεσταλμένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ, τὸ ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, καταχωρηθὲν δὲ εἰς τὴν συλλογὴν τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων περὶ τῆς προσαρτήσεως τῆς Ἑπτανήσου, περικοπὴν περιέχουσαν κατὰ λέξιν ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Τῷ ὡμίλησα περὶ τῆς ἡμετέρας πολιτικῆς ἀπὸ τῆς 10ης Ὀκτωβρίου, ἥτις συνίστατο εἰς τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς δι’ ἐπαναστάσεων καὶ ταραχῶν πραγματοποιήσεως τῆς Μεγάλης ἰδέας, εἰς τὴν ἐπιδίωξιν δ’ αὐτῆς διὰ τῆς εἰρήνης καὶ τοῦ καλοῦ παραδείγματος, — πολιτικῆς, ἣν ὁ Βασιλεὺς διετύπωσεν ἐν τῇ προκηρύξει του, λέγων ὅτι θὰ κάμῃ τὴν Ἑλλάδα τύπον ἐλευθέρου Κράτους ἐν τῇ Ἀνατολῇ.» Καὶ ἀληθῶς ἡ προσλαλιὰ τοῦ Βασιλέως ἔχει ἐπὶ λέξεσιν (ἀναγινώσκει): «Σκοπὸς τῆς φιλοδοξίας μου ἔσται οὗτος, νὰ καταστήσω τὴν Ἑλλάδα, ἐφ’ ὅσον ἀπ’ ἐμοῦ ἐξήρτηται, πρότυπον βασιλείου ἐν τῇ Ἀνατολῇ». Τῆς πολιτικῆς ταύτης, κύριοι Βουλευταί, ἔχομεν ἐνταῦθα τὸν ἀνάδοχον, καὶ ἀνάδοχος εἶναι ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἰσῆγεν εἰς τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν τῇ 27 Μαρτίου 1864, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν συνθήκην περὶ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, κατὰ τὴν ψήφισιν τῆς ὁποίας μακρὰ ἐγένετο συζήτησις, καὶ ὡμίλησαν ῥήτορες ἐκ τῆς Ἑπτανήσου, κατὰ τὴν ὁποίαν Ἑπτανήσιος βουλευτὴς, ὁ κ. Δομενεγίνης, διεμαρτύρετο διὰ τὴν κατεδάφισιν τῶν φρουρίων τῆς Ἑπτανήσου, τὴν ἐπιβληθεῖσαν ὅμως ὡς ἐκ τοῦ συνόλου τῆς νέας πολιτικῆς, ὑφ’ ἥν παρεχωρήθη. Ἀλλὰ τίς ῥυθμίζει τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν εἰς τὰ συνταγματικὰ Κράτη; Τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν βεβαίως κανονίζει ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἐν συμπνοίᾳ ὅμως ἀείποτε μετὰ τοῦ Στέμματος. Ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι καὶ δὲν πρέπει νὰ ἦναι ξένος εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, διότι τοῦτο εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι. Θέλετε εὕρει ἐπὶ λέξεσιν εἰς τὸ ἄρθρον 32 αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀνώτατος ἄρχων τοῦ Κράτους, ἄρχει τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, κηρύττει πόλεμον, συνομολογεῖ συνθήκας εἰρήνης, συμμαχίας καὶ ἐμπορίας, ἀνακοινώνει δ’ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν» κλπ. Τὴν δ’ ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1864 ἕως 1895 ῥυθμισθεῖσαν ὁπωσδήποτε ἀρχικῶς, ἠθέλησαν ν’ ἀκολουθήσωσιν αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις. Ἀλλ’ ἔκτοτε, κύριοι Βουλευταί, ἐπῆλθε σύγκρουσις φυσική· διότι αἱ μὲν Κυβερνήσεις, αἵτινες καὶ μόναι φέρουσι τὴν συνταγματικὴν εὐθύνην, — διότι τὸ Στέμμα ἠθικῶς εἶναι ὑπεύθυνον ἐνώπιον τοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἱστορίας — αἱ Κυβερνήσεις ἠσπάσθησαν, ἐκτὸς ἀσημάντων ἐξαιρέσεων, τὴν Ἀγγλικὴν πολιτικήν. Ἀτυχῶς τὴν ἠσπάσθησαν εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν σημαιοφόρος τοῦ δόγματος τῆς ἀκεραιότητος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἦτο αὐτὴ αὕτη ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, καὶ διὰ τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ σύῤῥαξις, ἡ σύγκρουσις, ἡ ἀλληλομαχία τῶν δύο πολιτικῶν, τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἥτις ἦτο κεχαραγμένη εἰς τὰς καρδίας σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐλευθέρου τε καὶ ὑποδούλου, καὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ προτύπου ἐν τῇ Ἀνατολῇ βασιλείου, ἤτοι τῆς ὑπομονῆς, τῆς ἐγκαρτερήσεως, τῆς βελτιώσεως ἐσωτερικῶς καὶ τῆς προσδοκίας τῶν περιστάσεων, τῆς ἐξαρτηθείσης ἐκ τοῦ ἐλέους εἴτε τῆς Ἀγγλίας εἴτε τῆς Εὐρώπης ἐν καιρῷ τοῦ τουρκικοῦ διαμελισμοῦ. Ἐὰν λάβητε ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, θέλετε ἐξηγήσει πολλὰ ἱστορικὰ συμβάντα τοῦ παρελθόντος· θέλετε ἐνθυμηθῆ, ὅτι ὁ μεγαλείτερος Κρητικὸς ἀγὼν, ὅστις διήρκεσε τριετίαν περίπου, ἐν ἔτεσι 1866–1869, ἔληξε διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς ἐν Παρισίοις Συνδιασκέψεως... Ἀτυχῶς, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν προσχώρησιν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς Συνδιασκέψεως ἔχει ὑπογράψει ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ ἀπὸ 6 Δεκεμβρίου (25 Ἰανουαρίου) 1869 ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐν ἀκριβεῖ ἀντιγράφῳ ἐνταῦθα, καὶ τὸ ὁποῖον ὡς πρῶτόν του ἔργον ἀπηύθυνε πρὸς τὰς Δυνάμεις ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τί εἶναι ὅμως τὸ πρωτόκολλον τῆς Συνδιασκέψεως καὶ ὁποίαν ἀντεθνικὴν σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ προσχώρησις τῆς Ἑλλάδος εἰς αὐτὸ, δὲν θέλω νὰ ἀναμνησθῶ, τὸ μὲν διότι πάντες ἀτυχῶς γνωρίζομεν, τὸ δὲ διότι εἶναι προτιμότερον ἁπλῶς νὰ τὸ μνημονεύσω. Τοῦτο μόνον ἀναφέρω, ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις, οὐδεὶς Ἕλλην δύναται νὰ τηρήσῃ αὐτὸ, οὔτε ἐτήρησεν, ἐκτὸς τοῦ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του προσωπικῶς ὑποχρεωθέντος ἐφ’ ὅρου ζωῆς. Τὸ συμπέρασμα τῆς Κρητικῆς ἐκείνης ἐπαναστάσεως εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παρεσύρθη ὑπὸ τοῦ ἐθνικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐφήρμοσε τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, ἐν τέλει ἡ διάδοχος Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν τοῦ προτύπου βασιλείου ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἧς πατὴρ, ἀνάδοχος καὶ προφήτης ἐφαίνετο ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἐκ Γόρτυνος πολιτευτής. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ ἔτος 1878. Τίς δὲν γινώσκει τὴν ἔξοδον τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ μέχρι Δομοκοῦ; ἀλλὰ καὶ τίς δὲν γινώσκει, ὅτι μετὰ 24 ὥρας ὁ στρατὸς ἔλαβε διαταγὴν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ ἀρχικά του σύνορα; Καὶ τίς ἦτο Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κατ’ ἀμφοτέρας τὰς διαταγὰς; Ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως! Αὐτὸς, ὅστις καὶ μετὰ τὴν δευτέραν διαταγὴν οὐδένα εὗρε λόγον νὰ παραιτήσῃ τὸ χαρτοφυλάκιόν του! Ἐπεφυλάσσοντο ὅμως εἰς ἡμᾶς τὰ χείρονα ἐν ἔτεσι 1885 καὶ 1886. Αἱ ἐκλογαὶ τῆς 7 Ἀπριλίου τοῦ 1885 ἀνέδειξαν κατὰ πρῶτον Πρωθυπουργὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἤρχετο ἐν τῇ Κυβερνήσει κρατῶν ἀνὰ χεῖρας κλάδον ἐλαίας. Ἀλλὰ τὸ Βουλγαρικὸν πραξικόπημα τὸν ἠνάγκασε νὰ ἐνδυθῇ τάχιστα τὴν πανοπλίαν τοῦ Ἄρεως, ἀποῤῥίπτων μακρὰν αὑτοῦ τὸν κλάδον τῆς ἐλαίας. Ρυμουλκῶν καὶ ῥυμουλκούμενος, λησμονῶν τὰ οἰκονομικά του προγράμματα καὶ τὰ οἰκονομικά του σχέδια, κεντᾷ τὸν ἐνθουσιασμὸν, ὑπερθεματίζει εἰς τοὺς ἐνθουσιῶντας νέους, καὶ καλεῖ τὸν λαὸν εἰς τὰς μεγίστας τῶν θυσιῶν, μετ’ ἐνθουσιασμοῦ νεανίου, ὃν ὅμως χθὲς τόσῳ δριμέως κατέκρινε. Τίς ἀπὸ ὑμᾶς δὲν ἤκουσεν ἐνασμενιζόμενον καὶ ἐγκαυχώμενον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς μάχης τῶν Πλαταιῶν οὐδέποτε ὁ Ἑλληνισμὸς συνεκέντρωσεν ὑπὸ τὴν σημαίαν του ἀριθμὸν στρατιωτῶν μεγαλείτερον; Ναὶ, τὸν συνεκέντρωσε, διότι ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι πάντοτε ἕτοιμος εἰς θυσίας, εἰς θυσίας γενναίας χρήματος καὶ αἵματος· ναὶ, τὸν συνεκέντρωσε, διότι ἐπίστευσεν, ὅτι ἦτο ἡγέτης τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, τοῦ ἐθνικοῦ προγράμματος, καὶ δὲν ἐβαρυάλγησεν, οὔτε διότι ἐγκατέλειψε τὰ εἰρηνικὰ καὶ ἤρεμα αὑτοῦ ἔργα διὰ νὰ λάβῃ τὸ ὅπλον, καὶ δὲν ἐστενοχωρήθη, διότι ὑπεβλήθη εἰς μεγάλας χρηματικὰς θυσίας, ἀλλ’ ἀνέμενε τὸ πρόσταγμα τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐθνικῶν πόθων, καὶ δὲν ἐγόγγυσε, διότι ἔῤῥιψεν εἰς τὴν ῥάχιν του τὴν δυσβάστακτον ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἣν φέρει ἔτι, καὶ δὲν ἠρνήθη τὴν πληρωμὴν φόρων, καὶ δὲν ἠρνήθη νὰ ἀποστείλῃ τὰς ἐλπίδας τοῦ τόπου εἰς τὰ νοσοκομεῖα τῆς Θεσσαλίας, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι ὅλα ταῦτα γίνονται χάριν τοῦ ἐθνικοῦ προγράμματος καὶ εἰλικρινῶς μόνον χάριν αὐτοῦ. Ἀλλὰ πῶς ἔληξεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη; Περιμένετε ἀπὸ ἐμὲ νὰ τὸ μάθητε; Εἶναι λυπηρὸν, διότι δὲν ὑπάρχει Ἕλλην, ὅστις νὰ μὴ τὸ γνωρίζῃ, εἶναι πολὺ λυπηρὸν, διότι ἔκτοτε ἐῤῥίφθη ἡ δυσπιστία καὶ ἡ ἀθυμία καὶ ἡ δυσφόρησις τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐνῷ ἐκ τῶν βαρῶν εἶχε κυρτωθῆ ἡ ῥάχις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐνῷ μέγιστος ἀριθμὸς νέων ἀπέθανον ἐν τοῖς νοσοκομείοις τῆς Θεσσαλίας...
§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. 5,000.
§64Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. .. ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν, ὅτι ἓν μόνον εἶχεν ἐν τέλει καθῆκον, νὰ παραδώσῃ τὰς κλεῖδας εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ νὰ ῥίψῃ εἰς πάντας τοὺς ἄλλους τὴν εὐθύνην! Τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο πολεμικός, πολεμικώτατος· εἰς οὐδένα ἐπέτρεπε νὰ ἦναι πολεμικώτερος ἐκείνου. Ἐν τούτοις τότε ὅλαι αἱ Δυνάμεις ἦσαν ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος, διότι ἡ Γαλλία δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ πρωτοβουλίαν—δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὸν ἀποκλεισμὸν, ἀλλὰ πρωτοβουλίαν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ,—ἔλαβε μόνον μέρος εἰς τὴν φωνήν· ἔχω ἐδῶ τὸ περίφημον παράρτημα τῆς «Πρωΐας», τὸ ὁποῖον μετεβίβαζε τῷ κ. Δηλιγιάννῃ τὴν φωνὴν ἐκ Γαλλίας, διαψευσθεῖσαν καὶ ταύτην βραδύτερον πανηγυρικῶς! Τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐγνώριζε, φαίνεται, εἰ καὶ ἀρκετὰ ἡλικιωμένος, ὅσα μᾶς εἶπε χθὲς καὶ προχθὲς κατὰ τῶν ἀκαίρως ἐνθουσιώντων νέων. Τότε ἡ Ἑλλὰς ἔπλεε, φαίνεται, εἰς τὰ ἑκατομμύρια, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, ἐὰν μελετήσητε τὰς ἀγορεύσεις του, θέλετε μάθει, ὅτι κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1885 εὗρεν, ὡς μᾶς ἔλεγεν, εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν ἠξεύρω ποῖον ποσὸν, νομίζω ὅμως 20,500 δραχμὰς καὶ 11 λεπτά. Δὲν ἐγγυῶμαι περὶ τῆς ἀκριβείας, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μικρὸν ποσὸν εὗρε, καὶ διὰ τοῦτο δὲν κατέλαβεν ἀμέσως τὴν Βερολίνειον γραμμήν· ὕστερον διὰ τῶν φόρων εὗρε τὸ χρῆμα καὶ τὸ ἔθνος πρόθυμον εἰς θυσίας· ἐνθυμοῦμαι ὅμως ὅτι τὰ ἑκατοστὰ ἐμνημονεύθησαν πολλάκις, χάριν χαρακτηριστικῆς ἀκριβείας, ἥτις τὸν διακρίνει. Τότε τί ἔλεγον αἱ Δυνάμεις; Τίς τὸν ὤθει εἰς τὰ θούρια; Τότε ποῦ ἦσαν τὰ θωρηκτά; Τότε πόσα μίλια διήνυον τὰ Ἑλληνικὰ πολεμικὰ πλοῖα; Ποία δὲ ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ Ὀθωμανικοῦ στόλου τότε; ποία ἦτο ἰδίως ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Τουρκίας; ποία ἡ πρὸς αὐτὴν προστασία τῆς Ἀγγλίας; Ἦτο χείρων ἢ καλλιτέρα; Θὰ παρακαλέσω πολὺ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὲ φωτίσῃ περὶ τούτων πάντων, διότι μάτην ἐβασάνισα τὸν νοῦν μου, ὅπως ἐξηγήσω πῶς δύναται νὰ συμβιβασθῇ ἡ πολιτικὴ, ἥτις ἐκάλει τὸν λαὸν νὰ φάγῃ λάχανα, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του ἐν ἐποχῇ δυσμενείας τῶν Δυνάμεων, ἐν ἐποχῇ τόσης ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς στενοχωρίας, μὲ τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν αὐτὸς οὗτος ὁ ἴδιος κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας, καὶ διότι ἡ παροῦσα ἐποχὴ ἦτο ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ καλλιτέρα, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους πρὸ ἐμοῦ ἄλλοι ἐν πλάτει ἀνέπτυξαν, εἶναι δὲ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, ἀρκεῖ ἓν καὶ μόνον νὰ προσθέσω καὶ ὑπενθυμίσω εἰς ὑμᾶς· εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, διότι καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην δὲν ὑπάρχει τις ὁ ἀγνοῶν τοῦτο, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ἦτο ἡ σημαιοφόρος μέχρις ἐσχάτων τῆς ἀκεραιότητος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, εἶναι πρὸ δύο περίπου ἐτῶν ἡ σημαιοφόρος τῆς διαλύσεως τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Τοῦτο κατέδειξε διὰ πολλῶν τρόπων εἰς τοὺς θέλοντας νὰ βλέπωσι καὶ νὰ ἐννοῶσι. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐγγράφων τῶν διπλωματῶν, τῶν ὁποίων τὴν ἔννοιαν πρέπει νὰ ἀναγινώσκῃ τις μεταξὺ τῶν γραμμῶν. Ἕν γνωρίζω, ὅτι ὁ σεβαστὸς καὶ θαλερὸς γέρων, ὁ κ. Γλάδστων, καθ’ ἑκάστην ἀποκαλεῖ τὸν ἐστεμμένον τοῦ Βυζαντίου Μέγαν δολοφόνον! ἓν γνωρίζω καὶ πάντες ὑμεῖς, ὅτι, ἐνῷ ὁ σεβαστὸς γέρων τὰ αὐτὰ συνεχῶς ἐπαναλαμβάνει ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐπιτίμου ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς κραταιᾶς Ἀγγλίας τὰ αὐτὰ περίπου διὰ γλώσσης ἐπιβαλλομένης εἰς τὸ ἐπίσημον μέγα ἀξίωμά του λέγει. Τί περισσότερον τούτου θέλετε; Μὴ περιμένετε Ἄγγλους χωροφύλακας νὰ σᾶς ἐξαναγκάσωσι νὰ κινηθῆτε; Ἡ Τουρκία εἶχε στόλον τινὰ ἐν ἔτει 1886, ὃν βεβαίως δὲν ἔχει ἐν ἔτει 1896· διότι ἤδη, αὐθεντικῶς σᾶς βεβαιῶ, δὲν ἠδύνατο νὰ κινήσῃ ἓν κἄν πλοῖον ἀξιόμαχον, ὅταν δ’ ἔλαβον τὴν τόλμην νὰ ἐκφράσω ἐν τῇ δημοσιότητι τὴν περὶ τούτου ἀντίληψίν μου, ἣν εἶχον λάβει τὴν εὐκαιρίαν ἐν αὐτῇ τῇ Κωνσταντινουπόλει πρὸ μικροῦ νὰ σχηματίσω, ἡ «Σαμπὰχ» τῶν Ἀθηνῶν ἐπετέθη κατ’ ἐμοῦ λάβρως, ἐκείνη ἡ ἐφημερὶς, ἥτις ὅλας τὰς κατὰ τῆς Κρήτης εἰδήσεις ἐδημοσίευσε μὲ μεγάλα στοιχεῖα, ὅλας δὲ τὰς ὑπὲρ αὐτῆς μὲ μικρὰ, ἐκείνη ἡ ἐφημερὶς, ἥτις, χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ πόθεν ἔλαβε τὴν εἴδησιν, ἀνέγραψεν, ὅτι ἡ Τουρκία παρήγγειλεν ἀντιτορπιλλικὰ σκάφη, δυνάμενα νὰ ἐξολοθρεύσωσι πάντα στόλον, ἐνῷ δὲ ἀνέφερε τὰ μέλλοντα νὰ συμβῶσι, μεταφέρουσα ταῦτα ἐκ τῶν ὀθωμανικῶν ἐφημερίδων, οὐδὲν ἔλεγε περὶ τῆς ἐνεστώσης καταστάσεως τοῦ ὀθωμανικοῦ στόλου· ὅταν δ’ ἐδημοσίευσα διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου τὰς αὐθεντικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχον, τί δὲν ἤκουσα! Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε μᾶς διηγεῖτο χθὲς μελαγχολικῶς πόσα μίλια διήνυε τὸ ἀτμόπλοιον, δι’ οὗ πέρυσιν ἐταξείδευσεν εἰς Ναύπλιον, οὐδὲν ἀπεφάσισε νὰ εἴπῃ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τουρκικοῦ στόλου, ἵνα γνωρίζωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα· δὲν τὰ ἐγνώριζεν ἆρά γε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μόνος ἐγὼ τὰ ἐγνώριζα; Δὲν ἀδικῶ αὐτὸν ἐπὶ τοσοῦτον. Ἐλησμόνησε, φαίνεται, τὰ συμβάντα τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1886 καὶ τὴν ἀδεξιότητα αὐτοῦ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Ἡ ἱστορία θὰ δικάσῃ, ἐὰν εἰσέτι δὲν ἐδίκασε περὶ τούτων, ἀλλ’ ἂς μὴ περιμένῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπαίνους ἐκ τῶν κωμικοτραγικῶν ἐκείνων συμβάντων· διὰ τοῦτο ὀρθῶς ὁ ἐκ Κραναίας συνάδελφος ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη ὁ ἴδιος ν’ ἀνακαλέσῃ εἰς ἡμᾶς τὰ συμβάντα ἐκεῖνα· ἀληθῶς ἐξ αὐτῶν πᾶν ἄλλο ἢ νὰ ἀντλήσῃ ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς τελευταίας του πορείας δύναται. Τί ἀναφύεται λοιπὸν ἐκ τῆς πολιτικῆς τοῦ προτύπου βασιλείου ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ἐκ τῆς ἐθνικῆς; ὁ Εἰρηνοπόλεμος! Ἡ μὲν ἐπίσημος Ἑλλὰς, ὁσάκις ἀναφαίνεται ἐθνικὸν ζήτημα καὶ ἀναγκάζεται ὑπὸ τοῦ λαοῦ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν προαιωνίων πόθων, φαίνεται πολεμικὴ, εἶναι δὲ εἰρηνική. Θαυμάζω τὴν πρόοδον τοῦ τόπου τούτου ἐν πᾶσιν· ἀλλὰ αὕτη ὀφείλεται εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν, τὴν ὁποίαν ἀτυχῶς παρεμποδίζει ἡ ἐπίσημος Ἑλλάς· ἐκ τούτου δὲ φαίνεται, ὅτι ὁ τόπος οὗτος ἔχει ἀνάγκην Κυβερνήσεως, ἥτις νὰ πράττῃ τὸ ὀλιγώτερον κακόν. Ἂς ἀφεθῇ ἐλεύθερος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὴν πρόοδόν του· ἀλλ’ εἰς πᾶν βῆμα βελτιώσεως εὑρίσκει προσκόμματα ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, ὡσεὶ ὑπὸ κακοποιοῦ στοιχείου, χάρις εἰς τὸ κρατοῦν σύστημα τῆς γραφειοκρατίας, τῆς συγκεντρώσεως, τῆς πρωθυπουργικῆς τυραννίας καὶ τοῦ σάρακος τῆς κομματικῆς διαφθορᾶς. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἐπίσημος Ἑλλὰς ἀπεδείχθη ἐν τοῖς ἐσωτερικοῖς τοιαύτη, μὴ τοὐλάχιστον ἐπροστάτευσε τοὺς ὑποδούλους Ἕλληνας; Αἱμάσσει ἡ καρδία μου, θλίβεται δεινῶς, ἀλγεῖ, κύριοι Βουλευταὶ, πιστεύσατέ το, ὅταν συλλογίζωμαι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀκούονται περὶ τῆς καταστάσεως τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἠθέλησα ἐκ τοῦ σύνεγγυς νὰ ἐξακριβώσω ταῦτα, καὶ εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ μελετήσω αὐτὴν εἰς κέντρα τινὰ τῆς Ἀνατολῆς. Εὐτυχῶς εὗρον εἰς πολλὰ μέρη, οὐχὶ δὲ εἰς ὅλα, προσωπικὸν μὲ πρόθεσιν νὰ πράξῃ τὸ καλὸν, εὗρον μάλιστα προξενικοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ὁποίους ἐθαύμασα πῶς ἠδύναντο ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες ἐπεβάλλοντο εἰς αὐτοὺς ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των, εἰς ἄλλα δὲ ἀξιοθρήνητον κατάστασιν. Ἁπανταχοῦ ὅμως ἐλυπήθην διὰ τὴν ἀναλγησίαν τῶν κυβερνώντων, ἥτις ἐδείχθη πρὸς τὸν προξενικὸν κλάδον. Τὸ καθῆκόν του, φαίνεται, ἐκτελεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ὅπως τὸ ἀντιλαμβάνεται· κλείων τοὺς ὀφθαλμούς. Τὸ μόνον ἔργον, ὅπερ προὐνόησεν, εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν Προξενείων, ἐμοῦ ζωηρῶς τότε ἀντικρούσαντος τὸ νομοσχέδιόν του, ζητήσαντος δὲ τὴν βελτίωσιν τοῦ θεσμοῦ. Ἀλλὰ μὴ ἐλήφθη ἄλλη τις πρόνοια οἱαδήποτε περὶ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας; Οὐδεμία! Ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔῤῥιψε χθὲς ἄνθη καὶ ἐλπίδας, τί ἔπραξεν ὑπὲρ τῆς προξενικῆς ὑπαλληλίας, ἥτις εἶναι ἐκτεθειμένη μέχρι βαθμοῦ ἐπικινδύνου ἐν τῇ Ἀνατολῇ; Ἡ Πολιτεία ἐκτελεῖ ἐκτὸς ἄλλων καὶ τὸ ἄτοπον τοῦτο· ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ζητεῖ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας πολίτας φόρον εἰς χρυσὸν, ὃν οἱ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος πληρόνουσιν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐναντίον τῆς συνταγματικῆς διατάξεως περὶ ἰσότητος, ἀλλὰ δὲν πληρόνει εἰς χρυσὸν τοὺς προξενικοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρόνωσι χρυσὸν εἰς ὅλας των τὰς πληρωμὰς, ἀφοῦ μένουσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, εὑρίσκονται δὲ εἰς συνάφειαν διαρκῆ μετὰ προξένων τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ζῶσιν ἀξιοπρεπῶς. Δὲν ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐμφανισθῶσιν ὡς οἱ πρόξενοι τῶν ἄλλων πλουσίων Κρατῶν, ἀλλὰ δὲν ἦτο ὑπερβολικὴ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα ἄλλοτε, ὅτε εἶπον, ὅτι ὑφίστατο ἡ ἀνάγκη νὰ κανονισθῇ τὸ φράγκον πρὸς 1,35 τοὐλάχιστον, καὶ νὰ μὴ ὑποχρεώνωνται οὗτοι νὰ λαμβάνωσι τοὺς μισθούς των ἐν Ἀθήναις, ὑφιστάμενοι πρόσθετον περικοπὴν, ἐνῷ εὑρίσκονται εἰς κέντρα μεγάλων εἰσπράξεων. Ἄλλην ἡμέραν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου θέματος, ὡς καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς στρατολογίας τῶν προξένων καὶ πρακτόρων ἐκ τῶν τάξεων τῶν διαδηλωτῶν ἐν ἐκλογαῖς. Ἤδη ἁπλῶς ἠθέλησα νὰ καταδείξω ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὴν ἀδιαφορίαν τῶν Κυβερνήσεων πρὸς τὸν κλάδον ἐκεῖνον, ὅστις ἔπρεπε νὰ ἦναι ὁ σημαιοφόρος τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες ἠδύναντο καὶ ἔπρεπε νὰ ἦναι οἱ σκαπανεῖς καὶ οἱ πρόσκοποι τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, ἐνῷ ἤδη ἀτυχῶς καὶ κατὰ κανόνα εἶναι οἱ νεκροθάπται τοῦ Ἑλληνισμοῦ, χάρις εἰς τὴν ἐγκληματικὴν ἀδιαφορίαν ὅλων σχεδὸν τῶν Κυβερνήσεων. Λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶχεν ἐμπόδια· ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐπὶ 17 μῆνας διὰ τίνων διόπτρων ἔβλεπε; Διέκρινε τὸν οὐρανὸν αἴθριον, ἢ τὴν ἐπερχομένην καταιγίδα; Ἐὰν τὸν ἔβλεπεν αἴθριον, εἶχεν ἀσθενῆ μέχρι τυφλώσεως τὴν ὅρασιν· ἀλλ’ ἂν ἔβλεπε τὴν καταιγίδα, τί ἔπραξεν; Ἐμερίμνησεν ἐγκαίρως περὶ ἀποστολῆς φυλακίδος εἰς Κωνσταντινούπολιν; Ἐπροστάτευσε τοὺς δεινῶς μαστιζομένους συμπολίτας ἡμῶν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας; Οὐχί! Ἠθέλησε νὰ συμμαχήσῃ μὲ τὸν Ἀβδοὺλ–Χαμὴτ–Χάν! Ἀλλ’ ὁποῖον ἔλαβεν ἀντάλλαγμα; Δὲν ὑπάρχουσιν ἐκκρεμῆ ζητήματα, τὰ ὁποῖα λυόμενα ἠδύναντο νὰ βελτιώσωσι τὴν τύχην τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ Ἑλλήνων; δὲν εἶχε τὸ μέγα ζήτημα τῆς ἰθαγενείας, περὶ τοῦ ὁποίου ἄλλοτε ἐν ἐκτάσει θὰ ὁμιλήσω; δὲν εἶχε τὸ ζήτημα τῶν φόρων τῶν παρανόμως εἰσπραττομένων ἐπιτηδευμάτων; τὸ ζήτημα τῶν κλεισθέντων Ἑλληνικῶν ταχυδρομείων; Ἠσπάσθη ὅμως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὴν Ρωσσοτουρκικὴν πολιτικὴν ἀκριβῶς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν ἔλαβεν ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Ῥωσσίας εἰς χεῖράς του τὴν σημαίαν τῆς ἀκεραιότητος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ὡς ἐκεῖνος τὴν ἐννοεῖ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ καὶ πάλιν, τί ἔλαβεν ὡς ἀντάλλαγμα; Τὸν παρακαλῶ νὰ μοὶ ὑποδείξῃ ἄλλο τι, ἐκτὸς τοῦ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων παρασκευασθέντος ἰραδὲ, ὑπόπτου μέλλοντος καὶ χρησιμότητος. Διατί νὰ εὑρισκώμεθα συνεχῶς εἰς τὸ πλευρὸν τῶν προστατῶν τῆς Τουρκίας; «Ἐπιθυμῶ—ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς—ὁ στρατὸς τῆς Πατρίδος νὰ ὁμοιάζῃ πρὸς παρθένον ἄψογον....» Καὶ μόνος ὁ κ. Πρόεδρος ἐπιθυμεῖ τοῦτο; Ἂς μοὶ ὑποδείξῃ ἕνα Ἕλληνα, ὅστις δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν ἐπιθυμίαν. Εὐτυχῶς ἡ ἐπιθυμία του συναντᾶται πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν πάντων ἡμῶν (ἀναγινώσκει): «Ἐπιθυμῶ ὁ στρατὸς τῆς Πατρίδος νὰ ὁμοιάζῃ πρὸς παρθένον ἄψογον καὶ νὰ διαλάμπῃ ἐν τῷ στρατιωτικῷ παραστήματι, ἐν τῇ πειθαρχίᾳ καὶ τῇ τάξει, καὶ νὰ δακτυλοδεικτῆται μεταξὺ τῶν στρατῶν τῆς Ἀνατολῆς, ὡς εἷς τῶν διαπρεπῶν στρατῶν. Τοῦ στρατοῦ τῆς Πατρίδος ἡ ὑπόληψις εἶναι ἡ δύναμις τῆς Ἑλλάδος, αὐτοῦ ἡ ἀξία θέλει κινήσει τὰς Μεγάλας Δυνάμεις νὰ προσβλέψωσι πρὸς ἡμᾶς, καὶ θέλομεν εὐτυχήσει ἐν τῇ πεπρωμένῃ ὥρᾳ νὰ συνταυτίσωμεν τὰ συμφέροντα ἡμῶν μετὰ τῶν συμφερόντων ἐκείνων. Ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ τούτου σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἦσθε πάντοτε διατεθειμένοι, ἵνα προβῆτε εἰς πᾶσαν θυσίαν, διότι μὴ λησμονεῖτε, καὶ μάλιστα κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη ὑποθέτω ὅτι ἐδιδάχθητε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, ὅτι ἡ προκοπὴ καὶ ἡ ἀποκατάστασις τοῦ στρατοῦ, αὐτὴ μόνη θέλει βοηθήσει τὸν Ἑλληνισμόν, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολὴν, ἣν ἡ ἱστορία μετέδωκεν εἰς ἡμᾶς, καὶ ὁ Θεὸς προώρισε δι’ ἡμᾶς. (Ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ ἐκ τῶν θεωρείων).» Χειροκροτῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως (χειροκροτεῖ). Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸν ἐχειροκρότησα, θὰ τὸν ἐρωτήσω νὰ μοὶ εἴπῃ, τί ἔπραξεν ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ στρατοῦ; Ἀξιότιμον τοῦ Κοινοβουλίου μέλος ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος ἐδήλωσεν εἰς ἡμᾶς χθὲς, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας συναδέλφου, ὅστις ἔλεγεν, ὅτι ὁ στρατὸς ἔχει ἀνάγκην 22 ἑκατομμυρίων, ὅτι μόνον 10 ἑκατομμύρια δαπανῶνται ἐκ τῶν 16 ἑκατομμυρίων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ τὰ λοιπά;... Ἀλλὰ τί ἔπραξεν, ὅπως φέρῃ τὴν θεραπείαν ταύτην; Τί ἔπραξε περὶ τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ; Καὶ ὁπόσα δὲν ἐνήργησε κατὰ τῆς ἀψόγου παρθένου! Ὅλοι τὸ γνωρίζομεν· εἶναι τόσον πρόσφατα τὰ Λαρισαϊκά! Τρεῖς προϋπολογισμοὺς ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897· τὸν παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ ὑποδείξῃ ἐν αὐτοῖς εἰς ποίαν γραμμὴν εὑρίσκεται ἡ μέριμνά του ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ; Ἢ μὴ ἐνόμισεν ὅτι ἦτο κατάλληλος στιγμή, ἵνα, οὐχὶ ὡς ἐν Κοινοβουλίῳ, ἀλλ’ ὡς ἐν θεάτρῳ, ἀπαγγείλῃ ἕνα λόγον φιλοπόλεμον, ὅστις νὰ καταλήξῃ εἰς ἐπαίνους ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ὃν ἐθεώρησεν εὔκολον νὰ θωπεύσῃ ἤδη; Πρὸς τί τὰ ἐγκώμια; Ὑπάρχει τις, ὅστις νὰ μὴ τιμᾷ τὸν στρατόν; ὅστις νὰ μὴ ἐλπίζῃ εἰς αὐτόν; Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ἀποῤῥέοντα ἀπὸ τὰς τάξεις αὐτοῦ τοῦ στρατοῦ: ποῦ εἶναι αἱ γενικαὶ στρατιωτικαὶ ἀσκήσεις; Πρὸ ὀλίγων μηνῶν διῆλθον ἐκ Σόφιας καὶ εἶδον ὅτι δὲν παρήρχετο στιγμὴ ἄνευ ἀσκήσεως τοῦ Βουλγαρικοῦ στρατοῦ· τὸ αὐτὸ εὗρον ἐν Σερβίᾳ· τὰ αὐτὰ μανθάνω ὅτι γίνονται ἐν Μαυροβουνίῳ, ἐν Ρουμανίᾳ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους του, ἀπὸ τοῦ ὑψηλοτέρου μέχρι τοῦ χαμηλοτέρου,—διότι καὶ τὸ ἀνάστημα τῶν προαγορευσάντων ἐξήτασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,—πότε καὶ ὁποία ποτὲ ἐλήφθη σπουδαία περὶ τοῦ στρατοῦ πρόνοια, ἵνα ὁ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς ἔχῃ τὸ θάῤῥος ν’ ἀπαγγείλῃ ἐκείνας τὰς ὡραίας περὶ αὐτοῦ λέξεις; Ἐν Βουλγαρίᾳ καὶ ἐν Σερβίᾳ πράττουσι περὶ τοῦ στρατοῦ ὅ,τι λέγουσι περὶ αὐτοῦ, ἐνῷ σεῖς ἐνομίσατε, ὅτι ἦτο ἐπαρκὴς ἡ θεατρικὴ ἐγκωμίασις αὐτοῦ μόνον, ὅπως ἀναγράψητε κατόπιν τὰ χειροκροτήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δίδομεν τὴν προσήκουσαν ἐξήγησιν. Ἀλλὰ ὄχι! ἐλησμόνησα ὅτι ἐγένετο πρόνοια περὶ τοῦ στόλου, καὶ ἄδικον εἶναι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ κατακρίνῃ τὸν συνάδελφόν του, ὅτι δὲν εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν τὰ πολεμικὰ ἡμῶν πλοῖα. Ναί! προὐνόησεν, ἀλλὰ περὶ τῆς «Μπουμπουλίνας», ἐκ τῶν πιστώσεων δὲ, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν ἀτμολεβήτων! Ἀναμένω τὸ πόρισμα τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ θέματος...
§65Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὅ,τι λέγετε, εἶναι ἀνακριβέστατον. Ἐκ τοῦ 1,700,000, τὰς ὁποίας ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον ὡς ἔκτακτον πίστωσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους, οὐδὲ λεπτὸν ἐδαπανήθη ὑπὲρ τῆς «Μπουμπουλίνας».
§66Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ γενικῶς διὰ τὰ παρελθόντα ἔτη καὶ ὄχι μόνον διὰ τὸ τρέχον ἔτος· ὅ,τι εἶπον, ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ 1895 καὶ κατὰ τὸ 1896. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ποῖα μέτρα ἔλαβον ἐπὶ 17 μῆνας περὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου; Μελετήσατε τὰς ἡμερησίας διατάξεις, καὶ θέλετε εὕρει μόλις κατὰ τὴν Βʹ Σύνοδον ὑποβληθέντα ἐν σωρείᾳ νομοσχέδια, δίκην πυροτεχνημάτων, ὡς καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν τὰ ὠνόμασα.
§67ΝΙΚΟΛ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). 1,712,000 δραχμαὶ περίπου ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν ἀτμολεβήτων καὶ τῶν ἀτμομηχανῶν τῶν πολεμικῶν ἡμῶν πλοίων, αἵτινες εὑρέθησαν ἐν αἰσχροτάτῃ καταστάσει, 1,225,000 δραχ. ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπιόντος ἔτους διὰ τὸ πυροβολικὸν τῶν τριῶν θωρηκτῶν καὶ τὴν μετασκευὴν αὐτῶν· 1,280,000 δραχ. ἔχουσι προορισθῆ ἵνα ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1898 ἔτους, ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτοῦ γίνονται αἱ παρασκευαὶ τῶν θωρηκτῶν εἰς Τουλὼν τῆς Γαλλίας. Ἔχομεν λοιπὸν 2,500,000 δραχμὰς ἐν τοῖς δυσὶ τούτοις προϋπολογισμοῖς διὰ τὸ πυροβολικὸν τῶν τριῶν θωρηκτῶν καὶ διὰ τὰ θωρηκτὰ ἐν γένει, καὶ 1,712,000 διὰ τοὺς λέβητας καὶ τὰς μηχανὰς ἐν γένει τῶν πλοίων, ὅπερ περίπου φέρει τέσσαρα ἑκατομμύρια καὶ 200 χιλιάδας δραχμῶν διὰ τὴν παρασκευὴν τοῦ στόλου, χωρὶς νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ ἄλλαι ἀκόμη σχετικαὶ δαπάναι.
§68Ν. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς τὰ 1897;
§69Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα, καὶ εἰς τὰ 1896. Ἐκ τούτων δὲ δαπανῶμεν πρὸς προμήθειαν τῶν ταχυβόλων τῶν θωρηκτῶν, πρὸς εὔρυνσιν τῶν πυριταποθηκῶν αὐτῶν, πρὸς τροποποίησιν τῶν ἱστῶν, πρὸς ἐπαρκῆ φωτισμὸν αὐτῶν δι’ ἠλεκρικοῦ φωτὸς χάριν τῆς ἀμύνης, δι’ ἀποστακτήρια μηχανήματα καὶ ἐργαλεῖα καὶ πρὸς ἐπισκευὴν τῶν λεβήτων καὶ τῶν μηχανῶν τῶν ἀτμοπλοίων. Ὥστε βλέπετε, ὅτι δὲν εἶσθε ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, ὅταν λέγητε, ὅτι δὲν δαπανᾶται χρῆμα προσφόρως διὰ τὸν στόλον.
§70Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Γνωρίζω τὴν φιλοτιμίαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ οὐδόλως ἀδικῶ αὐτόν· ἐὰν κομματικοὶ λόγοι ἀπέστειλαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, εἶχεν ὅμως τὴν φιλοτιμίαν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς μελέτης τῶν ναυτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἀλλ’ εἶχεν ἀνάγκην προθεσμίας, καὶ διὰ τοῦτο μόλις κατὰ τὴν Βʹ Σύνοδον ὑπέβαλε τὰ νομοσχέδιά του, καὶ καλῶς ἔπραξε νὰ μὴ σπεύσῃ νὰ φέρῃ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύνατο ἐπαρκῶς νὰ μελετήσῃ πρὸ τῆς ὑποβολῆς των. Ἀλλὰ τίς φέρει τὴν εὐθύνην διὰ τὴν τοιαύτην τοποθέτησιν τοῦ κ. Λεβίδου καὶ συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς; Τὸν ἔφερε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ Ὑπουργεῖα θεωροῦνται ὡς ἀμοιβαὶ πρὸς φίλους τοῦ κόμματος. Καὶ τί ἠθέλατε πλειότερον νὰ πράξῃ ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὅστις ἐκ τοῦ μεγάρου τῆς Θέμιδος αἰφνιδίως ἐξεσφενδονίσθη εἰς τὸν Ποσειδῶνα; Ἔπραξεν ὅ,τι ἀνθρωπίνως ἠδύνατο, ἀλλ’ ἐσπαταλήθη ἀνεπιστρεπτεὶ χρόνος πολύτιμος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔβλεπε τὸν οὐρανὸν αἴθριον, ὡς φαίνεται ὅτι βλέπει αὐτὸν ἔτι, καὶ ὑπεσχέθη εἰς τοὺς φίλους του, τοὺς ἀνυπομονοῦντας διὰ τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, μὴ κυρωθέντος τοῦ νόμου, διότι ἐγένετο χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀρνησικυρίας, καλῶς δὲ τοῦτο,—ὡς ὅτε συνεζητήθη εἶπον,—καὶ ὑπεσχέθη, λέγω, ὅτι θὰ φέρῃ νομοσχέδιον περὶ νέου ἀστυνομικοῦ συστήματος, ὅταν «κατὰ τὸ προσεχὲς οἱ καιροὶ θέλωσιν εἶσθαι ὁμαλώτεροι»· ἀλλὰ χθὲς ἐφάνη ἐννοήσας τὴν καταιγίδα ἐρχομένην, κατόπιν ὅμως τῶν ἀγορεύσεων τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἔπραξε λοιπὸν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ ὄχι ἐγκαίρως, διότι ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ τὸ προσῆκον πρόγραμμα, ἀφοῦ ἡγεῖτο τῆς Κυβερνήσεως πολιτευτὴς, ὅστις ἀπὸ 32 ἐτῶν εὑρίσκεται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Αὐτὸ ὅμως τὸ πρόγραμμα τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὡς κυβερνήτου, οὐδαμοῦ ἀνεῦρον· τὸ ἀνεζήτησα κατὰ τὸ 1885, καὶ εὗρον ἀντίγραφον τοῦ παρελθόντος· τὸ ἀνεζήτησα τὸ 1890, ἀλλὰ τὰ αὐτὰ ἐπανελήφθησαν· τὸ ἀναζητῶ κατὰ τὰς τρεῖς τελευταίας Συνόδους, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἀντίγραφα μετὰ κακογραφιῶν!... Ἰδοὺ τὸ παράπονόν μου, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν. Αὐτὸ, κύριοι ἐκλεκτοὶ τῆς 16 Ἀπριλίου 1895, εἶναι τὸ παράπονον τοῦ λαοῦ. Συγγνώμην ζητῶ, κύριοι Βουλευταὶ, διότι σᾶς ἀπησχόλησα πολὺ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἀλλ’ αὕτη εἶναι ἡ βάσις, καὶ ἐξ αὐτῆς κρίνεται εὐκολώτερον πᾶν ἐθνικὸν ζήτημα. Ἐπιτρέψατέ μοι ἤδη νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις εἰδικώτερον ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Ἠκούσατε, κύριοι Βουλευταὶ, πῶς ἐνόει τὸ Κρητικὸν ζήτημα ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν ἔτει 1889, πῶς ἐνόει τοῦτο ὁ εὔγλωττος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος καὶ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, πῶς τὸ ἀντελαμβάνετο ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός. Φέρε ἐξετάσωμεν, ἐὰν καὶ ἤδη τὰ αὐτὰ φρονῶσιν. Ἀπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μέχρι τοῦ κ. Βάρβογλη, Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, φαίνεται, ὅτι οὐδὲν ἄλλο διέκρινον καθ’ ὅλην τὴν ὑπουργίαν των, εἰμὴ οὐρανὸν αἴθριον! Ὁ οὐρανὸς θὰ τοῖς ἐφαίνετο αἰθριώτατος, ὅταν ἐγὼ τὴν 1ην Ἰουλίου 1895 ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐπερωτήσω τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν Βουλγαρικῶν ἐπιδρομῶν εἰς τὴν Μακεδονίαν. Ἔλαβον ἀτελεστάτην, ἀδιάφορον ἀπάντησιν περὶ γεγονότος, ὅπερ ἐφάνη, ὅτι ἐθεώρησαν ἀνάξιον ἴσως καὶ προσοχῆς. Νομίζω ὅτι ἡ πρώτη Σύνοδος ἔληξε μετὰ παρακελεύσεως τοῦ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συναδέλφου, ὅπως ἔχωσιν ἐστραμμένα τὰ βλέμματα πρὸς τὴν Μακεδονίαν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν Βʹ Σύνοδον, τὴν 1 Φεβρουαρίου 1896, ὅτε ἐπείσθημεν πλειότερον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔβλεπε τὰ συμβαίνοντα, ἠθελήσαμεν νὰ προσφέρωμεν τὴν ὑπηρεσίαν ἡμῶν, καὶ νὰ συντελέσωμεν, ὅπως τέλος πάντων ἀνοιχθῶσιν οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος διὰ μακρῶν ἀνέπτυξε τὰ δεινοπαθήματα τῶν Κρητῶν ἐντεῦθεν. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸν ὀλιγοσύλλαβον ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ἦλθεν ὁ καιρὸς νὰ τὴν κρίνωμεν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὰ ἔγγραφά του (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα συναίσθησιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἡ περὶ τῶν ἐν ἑκάστῃ γωνίᾳ τῆς γῆς εὑρισκομένων Ἑλλήνων μέριμνα ἐπιβάλλει αὐτῇ, δὲν ἔλειψε διὰ συμβουλῶν, διὰ παραστάσεων καὶ παντὸς ἄλλου ἐν τῇ διαθέσει αὐτῆς μέσου, νὰ φροντίσῃ νὰ προασπίσῃ τὰ πραγματικὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους· ἔχει δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐν τοῖς ἐπ’ ἐσχάτων στάσις τοῦ ἀνδρείου λαοῦ τῆς μεγαλονήσου δεόντως ἐξετιμήθη παρὰ πάντων τῶν κεκλημένων νὰ κρίνωσι.» Καὶ τότε, ὡς ἤδη, ἀοριστολογῶν ἀπήγγειλε τὴν «περὶ τοῦ καθήκοντος» θεωρίαν του. Δὲν λησμονεῖτε ὅτι ὁ λαὸς τῆς Κρήτης εἶχε συνέλθει τὴν 3ην καὶ 10ην Σεπτεμβρίου 1895 εἰς Κλῆμα καὶ Κράπην, ὅτι πρὸ μηνῶν εἶχε συντάξει καὶ εἶχεν ὑποβάλει ὑπόμνημα εἰς τὰς μεγάλας Δυνάμεις διὰ τῶν ἐν Κρήτῃ προξένων, ἐν τῷ ὁποίῳ — καὶ προσέξατε εἰς τοῦτο καλῶς — δὲν ἐζήτει Χαλέπαν, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ Χαλέπαν, διότι ἐδοκίμασε τὴν γεῦσιν αὐτῆς καὶ ᾐσθάνθη τὴν πικρίαν της, ἀλλὰ νέον πολίτευμα μετ’ ἐγγυήσεων, ὥστε νὰ ἐφαρμοσθῶσι τὰ παραχωρηθέντα προνόμια, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ Βερολίνου. Ἀναφέρονται ἐν τῷ ὑπομνήματι, ὅπερ ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὴν στιγμὴν ταύτην, πάντα ὅσα ἐζήτει ἡ Κρήτη διὰ τῶν νομίμων ἀντιπροσώπων της, ἐνῷ δὲ ἔλεγεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὰ τοῦ καθήκοντος, οὐδὲν ὑπὲρ τῶν Κρητῶν ἐνήργει. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔκτοτε εἶχον παρέλθει μῆνες, μανθάνομεν ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδὲν εἶχε πράξει, ἵνα προλάβῃ τὴν συμφοράν, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἀρχῆς ἀπεδείχθη ἐστερημένη προνοίας, ἀλλὰ καὶ μὴ θελήσασα νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῶν ἡμετέρων παρατηρήσεων. Ὅταν δὲ ἐβλέπομεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀκολουθοῦντα τὴν πεπλανημένην ταύτην πορείαν, ὡς ἀτυχῶς πάντοτε εἰς τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα, ὅτι ὡδήγει τὴν Κρήτην εἰς τὸν ὄλεθρόν της, δὲν ἀπεδειλιάσαμεν νὰ ὑποβάλωμεν καὶ νέαν ἐπερώτησιν διὰ τοῦ ἐξ Οἰτύλου ἀξιοτίμου συναδέλφου κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 28 Φεβρουαρίου 1896, ὑπογεγραμμένην καὶ ὑπὸ ἄλλων συναδέλφων, τοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμνηρᾶς καὶ τοῦ ἐκ Δωρίδος (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὅτι, παραιτηθέντος τοῦ χριστιανοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τῆς Κρήτης Καραθεοδωρῆ πασσᾶ, διωρίσθη ἀντ’ αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Πύλης ὁ Ὀθωμανὸς τὸ θρήσκευμα Τουρχὰν πασσᾶς, κατ’ ἐπανειλημμένην παράβασιν τῆς ἐκ διεθνοῦς συνθήκης ἀποῤῥευσάσης συμβάσεως τῆς Χαλέπας. Ποίαν δ’ ἔλαβεν ἢ λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις πρόνοιαν πρὸς ἀποσόβησιν τῆς ἐπικειμένης δεινῆς ἐκρήξεως, ὡς ἐκ τοῦ ἐπικρατοῦντος ἔν τε τῇ Κρήτῃ καὶ παρὰ τοῖς ἐνταῦθα Κρησὶν ἀναβρασμοῦ.» Τὸν ἐρωτῶ καὶ ἤδη πάλιν, τί τότε ἔπραξεν; Ἂς προσκομίσῃ τὰ ἔγγραφα, ἵνα μὴ ἀδικῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐμερίμνησε διὰ νὰ προληφθῇ ὁ τότε ἐπικρεμάμενος κίνδυνος. Λοιπὸν δὲν εἶχε πληροφορίας περὶ τῆς Κρήτης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν; Δὲν ὑπῆρχον Ἕλληνες πρόξενοι ἐκεῖ; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔδειξεν ὡς ἀντιπολιτευόμενος τόσην στοργὴν πρὸς τοὺς Κρῆτας, δὲν ἐμερίμνησε νὰ πράξῃ, ἐρχόμενος ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ὅ,τι ὤφειλε. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 28 Φεβρουαρίου δὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι δὲν εἶχε μάθει καλῶς τὸ μάθημά του· ἐχρειάσθησαν 24 ὧραι, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν, χωρὶς πλέον νὰ ζητήσῃ τις παρ’ αὐτοῦ ἀπάντησιν, πρῶτος ἔλαβε τὸν λόγον, ἵνα ἐπαναλάβῃ πάλιν τὰ «περὶ τοῦ καθήκοντος» καὶ συστήσῃ τῇ Βουλῇ «ἐγκράτειαν γλώσσης». Ἀτυχῶς ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ ἴδιος ἔχει μεγάλην ἀνάγκην τῆς ἐγκρατείας τῆς γλώσσης μέχρι σιγῆς· διότι, ἂν κρίνω ἀπὸ τὸν μακρότατον λόγον, τὸν ὁποῖον ἐξεφώνησεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Χαμμερστάϊν, καὶ ἀπὸ τὸν συντομώτατον, τὸν ὁποῖον ἀπήγγειλε χθές, ἤθελον τῷ συστήσει ἀντὶ ἐγκρατείας τελείαν ἀποχήν· εἶναι πιθανῶς προτιμότερον νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύῃ πάντοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Περιττὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω τί καὶ τότε ἔλεγεν· ἐτελείωνεν ἡ ἀπάντησίς του οὕτω: «οὐκ ἐπαυσάμεθα οὔτε παυσόμεθα ἐκτελοῦντες τὸ καθῆκον». Καὶ ἀπήντων τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν χορταίνομεν μὲ τὰς περιφράσεις σας. Ἐὰν αὔριον κλεισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἀκούσωμεν τὴν Κρήτην κολυμβῶσαν εἰς τὸ αἷμά της, πιθανὸν νὰ ἔχητε τὴν φιλοτιμίαν νὰ παραιτηθῆτε, ἀλλὰ τοῦτο δὲν μᾶς ἀρκεῖ. Τί πράττετε περὶ τῆς Κρήτης, ἐνόσῳ εἶναι ἴσως καιρός; Κύριοι Βουλευταί, δὲν κατέθηκεν ἡ Κυβέρνησις ἔγγραφα, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω πῶς περιῆλθεν εἰς τὴν δημοσιότητα ἓν τηλεγράφημα, ἐκ τοῦ ὁποίου δύνασθε νὰ κρίνητε τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα. Ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἐφημερίδας, καὶ οὐδέποτε ἀνῃρέθη. Ἀναγινώσκω τὸ «Ἄστυ» τῆς 25 Ἀπριλίου 1896 (ἀναγινώσκει): «Νικόλαον Γεννάδην, πρόξενον. Χανία. «Μεγάλως ἀνησυχεῖ μάχη Σελιῶν. Ἐξασκήσατε ἅπασαν ἐπιῤῥοήν σας, ὅπως διαλυθῇ ἡ ἐπιτροπή. Εὑρίσκομαι εἰς διαπραγματεύσεις, ὅπως ἡ Πύλη δώσῃ τὸ πρώην καθεστὼς εἰς τοὺς Κρῆτας. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐμποδίζει με. «Σκουζές». Καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἐνθυμηθῆτε ταύτην τὴν στιγμὴν ὅσα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἐν Κρήτῃ ἐδημιουργήθη ἀπὸ τοῦ 1889 κατάστασις ἔκρυθμος δολοφονιῶν, κατάστασις τοιαύτη, ἥτις δὲν ἐπέτρεπε πλέον τὴν γαλήνην καὶ τὸ σταύρωμα τῶν χειρῶν. Βεβαίως, ὁσάκις ἐγὼ ἠρωτώμην ἀπὸ τοὺς Κρῆτας, καὶ ἐν ἔτει 1889 καὶ βραδύτερον, ἐφ’ ὅσον ἀκόμη ἤρτητο ἀπ’ ἐμοῦ, ἔλεγον ὅτι δὲν πρέπει νὰ κινηθῶσιν, ἐὰν μὴ συνεννοηθῶσι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὁμιλῶ ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος, ἐκ τοῦ τοῦ ὁποίου μὲ ἀκούουσιν οἱ Κρῆτες, μεθ’ ὧν ὡμίλουν. Βεβαίως, ἐὰν ἠρωτώμην ἐγὼ ὑπὸ τῶν Κρητῶν, πρὶν ἢ λάβωσι τὰ ὅπλα, ἤθελον προσπαθήσει νὰ μὴ προβῶσιν εἰς ἐπανάστασιν, ἀλλὰ τοῦτο, μόνον ἐφ’ ὅσον ἦτο κατορθωτὸν, ἠδύνατό τις νὰ συμβουλεύσῃ· δὲν θὰ μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον, ὅταν πλέον ἡ κατάστασις ἡ δολοφονικὴ δὲν ἐπέτρεπε τὴν ἀνοχὴν, νὰ λέγω αὐτοῖς: «ἐξακολουθεῖτε δολοφονούμενοι, διότι ἡμεῖς ἀκόμη δὲν ἀπεφασίσαμεν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ ὑμῶν!» Δὲν κατακρίνω τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν, πρὶν ἢ λάβωσι τὰ ὅπλα οἱ Κρῆτες, προσεπάθησε κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ παρεμποδίσῃ αὐτοὺς, ἀλλὰ τοῦτο, μόνον ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχε σκοπὸν νὰ λάβῃ μέτρα τινὰ, ὅπως πραγματοποιήσῃ τὰ αἰτήματά των, ἢ ἐὰν εἶχε σκοπὸν νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸν χρόνον, ἵνα βραδύτερον δράσῃ πρὸς ὄφελός των· ἀλλὰ κατακρίνω τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εἶχε τὴν τόλμην, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, νὰ λέγῃ εἰς τοὺς Κρῆτας: «ἠγωνίσθητε ἐπὶ αἰῶνας, ἠγωνίσθητε καὶ δι’ ἡμᾶς τοὺς ἐλευθέρους, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖτε βασανιζόμενοι, καταστρεφόμενοι, φονευόμενοι, σφαζόμενοι, διότι ἡμεῖς δὲν ἐσκέφθημεν νὰ προνοήσωμεν περὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, διότι ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν ἀκόμη τὴν ὑπογραφὴν μὲ ποινικὴν ῥήτραν ὅλων τῶν Δυνάμεων μέχρι τοῦ Δουκάτου τοῦ Γερολστάϊν, ὅτι «ἐὰν κινηθῶμεν θὰ μᾶς βοηθήσωσι»! Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ μὲ παρακολουθήσητε εἰς τὰς χρονολογίας, διότι νομίζω ὅτι αὗται θέλουν συντελέσει εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τοῦ ζητήματος. Τὸ ζήτημα κυρίως πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τῆς 7 Μαΐου 1896 μέχρι τῆς 14 Μαΐου 1896, ἀπὸ τὰς κινήσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τὰς πράξεις τῶν Κρητῶν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο...
§71ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἑπτὰ ἡμέρας;
§72Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα... Τὴν 7 Μαΐου 1896 ἔφθασεν εἰς Ἀθήναις ἡ εἴδησις τῆς πολιορκίας τοῦ Βάμου, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἐβεβαιώθη· ἡ εἴδησις ἐτηρήθη μυστική. Δὲν κατακρίνω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν τήρησιν τῆς μυστικότητος, ἐὰν εἶχε σχέδιόν τι, ἀτυχῶς ὅμως ἐκρατήθη μυστικὴ, διότι ἦτο ἡ τελευταία ἑβδομὰς ἀναπληρωτικῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς· μόνον διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐτηρήθη μυστικὴ, διότι φαίνεται, ὅτι ἐπὶ τῷ λυπηρῷ—διὰ τὴν Κυβέρνησιν— τούτῳ ἀγγέλματι, ὅτι οἱ Κρῆτες ἠδυνήθησαν νὰ πολιορκήσωσι τὸν τουρκικὸν στρατὸν, ἤθελε νὰ λάβῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ βοηθήσῃ τὰς ἐν Κρήτῃ τουρκικὰς ἀρχὰς, ἵνα λυθῇ ἡ πολιορκία καὶ πνιγῇ ἡ ἐπανάστασις. Δὲν ἀδικῶ τὴν Κυβέρνησιν, τοιαῦτα ὑποστηρίζων, διότι διηγοῦμαι ἱστορίαν· παρηκολούθησα πολὺ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ συμβάντα, ἄλλως τε σχεδὸν τὸ ὡμολόγησεν, ὅτι συνέπραττε μετὰ τῶν Τούρκων, ὅπως ἐμποδίσῃ τούς Κρῆτας νὰ λάβωσι τὰ ὅπλα, ἵνα μὴ ταράξῃ τὴν εἰρήνην τῆς Εὐρώπης! Τὴν 7 Ἰουνίου, εἶπον, ἦλθεν ἡ εἴδησις. Ἐὰν ἐτηρήθη μυστικὴ ἀπὸ τοὺς λοιποὺς, βεβαίως δὲν ἐτηρήθη μυστικὴ καὶ ἀπὸ τὸν Βασιλέα. Καὶ ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις, μὴ δίδουσα, φαίνεται, τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ δώσῃ, συνεβούλευσεν εἰς τὸν Βασιλέα νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς τὴν Κέρκυραν. Ὅταν ὁμιλῶ περὶ Βασιλέως ἐντεῦθεν, ἅπασαν τὴν συνταγματικὴν εὐθύνην ἐπιῤῥίπτω κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁμιλῶ ὡς ἀντιπρόσωπος συνταγματικοῦ Κράτους· διότι, ἂν συνεβούλευε τὸ Στέμμα, ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν ἐπετρέπετο ἡ ἀναχώρησις τοῦ Βασιλέως, καθόσον ὤφειλε ν’ ἀμφιβάλλῃ, τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα, ἐν διαφωνίᾳ οὐδὲν ἄλλο εἶχε νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, εἰμὴ νὰ παραιτηθῇ. Τί ἐννοεῖτε σεῖς τοὐλάχιστον; — διότι ἐγὼ ἄλλως δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐξηγήσω ἢ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τότε δὲν ἐγνώριζε ποῦ εὑρίσκετο ἡ κατάστασις τῆς Κρήτης, ἢ ὅτι εἶχε πεποίθησιν εἰς τὰς δυνάμεις τῶν Τούρκων, ὅπως καταπνίξῃ, μετ’ αὐτῶν συμμαχικῶς συνεργαζομένη, τὴν ἐπανάστασιν. Τὴν 12 Μαΐου 1896, ἡμέραν Κυριακὴν, μεσημβρίαν, ἐγένοντο αἱ σφαγαὶ τῶν Χανίων. Ἡ εἴδησις ἦλθεν αὐθημερὸν, καὶ ἡ πρώτη χριστιανικὴ κυρίαρχος ἐπικράτεια, ἡ εἰδοποιηθεῖσα περὶ τῶν σφαγῶν, ἦτο ἡ Ἑλλάς. Ἀλλὰ καὶ ἡ εἴδησις αὕτη ἐτηρήθη μυστική. Ἦτο ἡ ἡμέρα τῶν ἐκλογῶν, καὶ τὸ Κορδόνιον περὶ ἄλλα ἐτύρβαζεν! Ἡ Κυβέρνησις περὶ ἄλλα ἠσχολεῖτο. Ἐφοβεῖτο μὴ ἀπολέσῃ ἕνα ἀριθμὸν ἐν τῇ Βουλῇ. Τὸ πρᾶγμα σπουδαιότατον! Ὅλη ἡ ὑπόθεσις περιορίζεται εἰς τὸ πῶς ὑπεδέχθη τὴν εἴδησιν ταύτην τῶν σφαγῶν ἡ Κυβέρνησις. Ἐγνώριζεν ἢ δὲν ἐγνώριζε τί εἶναι Κρήτη; τίνες εἶναι οἱ Κρῆτες; Ἐγνώριζεν ἢ δὲν ἐγνώριζε τὴν κατάστασιν τῆς Τουρκίας καὶ τὴν διάθεσιν τῶν Δυνάμεων; Ἐγνώριζεν· ἀλλὰ πάντοτε ἐστηρίζετο εἰς τὸ ὅτι ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ τὰ κελεύσματα τῆς Ῥωσσοτουρκικῆς πολιτικῆς, ταῦτα δὲ τῷ ἐπέβαλλον νὰ μείνῃ ὁ Χαμὴτ εἰς τὸ Βυζάντιον ἀμέριμνος ἀπὸ ἐπαναστάσεις τῶν Κρητῶν, αἵτινες τῷ εἶναι παρὰ πολὺ ἀνησυχητικαί. Πότε ἐμάθομεν ἐν Ἀθήναις τὰς σφαγὰς τῶν Χανίων; Τῇ 14 Μαΐου 1896, ἡμέρᾳ Τρίτῃ, ὅτε πλέον ἀνηγγέλθη τὸ ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα τῆς νίκης τοῦ Κορδονίου. Ἐὰν μελετήσητε, Κύριοι, τὰς χρονολογίας ταύτας, θέλετε ἐξηγήσει πῶς ἐσκέπτετο ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ τί ἠθέλατε νὰ πράξῃ, Κύριοι; Νὰ καταλάβῃ τὴν Κρήτην; Αἱ περιστάσεις, σᾶς ἀπαντᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἦσαν ἐπίσης εὐνοϊκαὶ, ὡς αἱ τοῦ 1885 καὶ 1886! Τότε ὅλαι αἱ Δυνάμεις ἦσαν — πρέπει νὰ παραδεχθῇ τις — ὑπὲρ ἡμῶν, ἢ τοὐλάχιστον τινὲς ἐξ αὐτῶν, ἐνῷ ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι πᾶσαι ἦσαν καθ’ ἡμῶν. Δὲν ἐπαναλαμβάνω ὅσα πρὸ μικροῦ εἶπον. Νομίζω, ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπεται δισταγμός· σπανίως παρουσιάζονται εἰς τὰ ἔθνη περιστάσεις παρόμοιαι, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἰθύνωσι τὰς τύχας τῶν Κρατῶν κυβερνῆται, οἵτινες ἐκ τῶν προτέρων ἔχουσι σταθερὰν ἀπόφασιν περὶ τοῦ πρακτέου, οὐχὶ κυβερνῆται τῶν ἡμιμέτρων, προβαίνοντες ἓν βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρὸς, δύο πρὸς τὰ ὀπίσω, καὶ νὰ φοβῶνται ὅτι δύναται νὰ πάθῃ τὸ κόμμα, ἐὰν ἀφοσιωθῶσιν εἰς τὰς ἐνδεχομένας συνεπείας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἦτο εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον τὴν ἐννοεῖ ὁ Ἑλληνισμὸς, δὲν θὰ εἶχε δισταγμὸν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντός της, καὶ ἂν ἀκόμη ἐπρόκειτο νὰ συγκαταστραφῇ ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς μετὰ τῆς πολυπαθοῦς Κρήτης—ὅπερ ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον. Ἐρωτῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τί ἔπραξεν ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη κατὰ τῶν Βουλγάρων, ὅταν κατέλαβον τὴν Ἀνατολικὴν Ρωμυλίαν; Ἐκύρωσεν, ὡς συμβολαιογράφος, τὸ τετελεσμένον γεγονὸς τῆς παραβιάσεως τῆς Βερολινείου συνθήκης. Τὸ αὐτὸ θὰ ἔπραττε καὶ διὰ τὴν Κρήτην, ἥτις ἐζήτει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀποφάσεως. Ἀλλὰ θέλετε νὰ προχωρήσω; Χάριν τῆς Κυβερνήσεως δέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἦναι τόσον τολμηροὶ οἱ Ὑπουργοί μας, ἂν καὶ ἐφάνησαν τολμηρότεροι κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886, ἀκαίρως. Ἡ πρώτη χριστιανικὴ Δύναμις, ἡ λαβοῦσα τὴν εἴδησιν, ἦτο ἡ Ἑλλὰς, ὅτι ἐσφάζοντο οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν. Καὶ ὑπῆρχε δισταγμὸς; Καὶ δὲν εἶναι κυρίαρχον Κράτος ἡ Ἑλλάς; Καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ στείλῃ πάραυτα τὰ θωρηκτά; Καὶ δύναται νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς ἐπὶ δευτερόλεπτον εἰς τὴν συνείδησιν οἱουδήποτε Ἕλληνος; Καὶ τότε λοιπὸν εἰς τί χρησιμεύουσι τὰ θωρηκτά; Ἐὰν εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἀπρακτῶσι, πωλήσατέ τα, καὶ αὐξήσατε μερικὰς θέσεις, διὰ νὰ τὰς δώσητε εἰς φίλους σας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅμως ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του μᾶς εἶπε τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγνωρίζομεν. Μᾶς εἶπεν ὅτι ἐφοβεῖτο τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν ὑποτιμᾷ, διότι δὲν εἶναι τῆς γνώμης, δὲν ἠξεύρω τίνος τῶν προαγορευσάντων, ὅτι δύναται νὰ μυκτηρισθῇ ὁ ἐνθουσιασμὸς τῶν 7,000,000 Ἑλλήνων, τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ οἰκούντων. Ἐφοβεῖτο τὸν ἐνθουσιασμὸν, ἐφοβεῖτο μὴ τυχὸν δοθῇ εὐκαιρία νὰ γείνῃ λόγος περὶ τῆς Μακεδονίας. Πρὸς Θεοῦ! Γνωρίζω, ὅτι οἱ Βούλγαροι, τοὺς ὁποίους τελευταῖον ἐγνώρισα ἐν τῷ τόπῳ των, τὰ πάντα θυσιάζουσι διὰ νὰ ὑπεκκαύσωσι τὸν ἐνθουσιασμὸν, καὶ τὸ κατώρθωσαν. Ἐνῷ δὲ ξέναι ἐπιῤῥοαὶ ἠθέλησαν νὰ μεταχειρισθῶσι τὴν Βουλγαρίαν ὡς ὄργανον τῶν ἰδίων αὑτῶν συμφερόντων, ἐκεῖνοι ἀπέκτησαν αὐτοτελῆ πολιτικὴν, ἐθνικὴν πολιτικὴν, αὐτενέργειαν, διότι τὸ μάθημα τὸ ἔμαθον καλῶς, καὶ μόνον ἐν Ἑλλάδι δύναται νὰ ἀκουσθῇ Πρόεδρος Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον τὸν ἀνεβίβασαν χιλιάδες ἐκλογέων, νὰ λέγῃ, ὅτι ἐφοβεῖτο τὸν ἐνθουσιασμὸν τῶν Ἑλλήνων! Καὶ βεβαίως ἐφοβεῖτο τὸν ἐνθουσιασμὸν τῶν Ἑλλήνων, καὶ διὰ τοῦτο τὰ πλοῖα, κρύπτουσι πάντοτε εἰς Σαλαμῖνα καὶ τὰ ταξειδεύουσι μέχρι Φαλήρου, δὲν τοῖς ἐπιτρέπουσι δὲ νὰ περιπλέωσιν εἰς τὴν Ἀνατολὴν, ἵνα μὴ καλλιεργῆται τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα! Ὁποίαν δὲ ἐπίδρασιν ἔχει τοῦτο, πάντες οἱ ταξειδεύσαντες εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα δύνασθε νὰ γνωρίζητε καλῶς, ὁποίαν δὲ ἔσχεν ἐπιῤῥοὴν εἰς αὐτὸ τὸ Γιλδὶζ, ὅτε μικρὸς περίπλους Ἑλληνικῶν πλοίων ἐγένετο εἰς Μυτιλήνην καὶ Σμύρνην, ἔμαθον ἐν Κωνσταντινουπόλει διατελῶν, καὶ ὁποίας ἀπεκόμισαν ἐντυπώσεις οἱ πρέσβεις ὅλων τῶν Δυνάμεων, αὐτὴ ἡ Τουρκία. Τέλος θὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις; Εἴπατέ το φανερά. Ἀλλὰ τότε ἀπαλλάξατε τὸν τόπον ἀπὸ τὰ βάρη. Ἐὰν ὅμως ἐννοῆτε, ὅτι σπουδαιολογεῖτε, σκεφθῆτε τί πράττετε. Τί θὰ συνέβαινεν, ἂν μετέβαινον τὰ πλοῖα; Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς τὸ ἀναπτύξω; Τὸ ἐννοεῖτε. Τὰ πράγματα θὰ εἶχον ἄλλην φάσιν. Αἱ μετέπειτα σφαγαὶ δὲν θὰ ἐγίνοντο. Τὸ ὀλιγώτερον, ἡ Κρήτη θὰ εἶχε τὴν αὐτονομίαν της πλήρη, ὑπὸ τὰς ἐκτάκτως εὐμενεῖς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς εὑρισκόμεθα, αὐτονομίαν ὅμως, οὐχὶ ψευδοαυτονομίαν ἐν τῷ χάρτῃ, ἥτις, ἐὰν καταλλήλως κριθῇ, εἶναι χειροτέρα καὶ τῆς Χαλέπας, εἶναι χειροτέρα καὶ τοῦ ὀργανικοῦ νόμου τοῦ 1868, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους, ὁπόταν θέλητε, συζητοῦμεν, ἐάν ποτε ἐφαρμοσθῇ καὶ δὲν καταργηθῇ δι’ ἑνὸς φιρμανίου, ὡς ἔγεινεν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, μεθ’ ὅλον τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ ἰραδὲ, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου παρεβιάσθη ἐν ἔτει 1889. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος βραδύτερον συνέτρωγε μετὰ τοῦ Ἀσὴμ βέη καὶ ἐπιδεικτικῶς συνέκρουε τὸ ποτήριόν του ἐν Φαλήρῳ, ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ κατάστασις ἦτο ἀλλοία καὶ ἡ περίστασις δυσμενής· ὅθεν δὲν ἔπρεπε νὰ κινηθῶμεν! Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μόλις ἔμαθε τὰς σφαγὰς τῶν Χανίων, ἐτράπη τὴν πρὸς τὴν Πρεσβείαν ἐκείνην ἄγουσαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀνέμενε νὰ τῷ εἴπωσι «σταθῆτε! μὴ κινηθῆτε!», ἐνῷ καλῶς ἐγίνωσκεν, ἄν εἶχε τὴν διάθεσιν, τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσῃ κανένα. Ἀλλ’ ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐρωτήσεως, βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, ὅπου μετέβη, ὅπου ὅμως δὲν ἠμποδίσθη, ὡς ἐπισήμως διεψεύσθη ἐν ταῖς ἐφημερίσιν· ἀλλὰ διὰ νὰ καλυφθῇ ἡ κυβερνητικὴ ἀναλγησία, ἐπενοήθη τὸ κάπνισμα τῶν θωρηκτῶν, καὶ ἐγράφησαν ὅσα ἐγράφησαν περὶ τῆς παρεμποδίσεως δῆθεν ὑπὸ ξένης Δυνάμεως. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς αὐτὸ τὸ κωμικοτραγικὸν δρᾶμα τοῦ Νέου Φαλήρου, εἰς τὸ κάπνισμα τῶν θωρηκτῶν! Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ὡμίλησε περὶ τῶν ὁμιλιῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμε μετὰ τοῦ Ναπολέοντος τοῦ Γʹ, ἀφηγήθη ἡμῖν δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνας ἄλλας περιπετείας τοῦ διπλωματικοῦ βίου του, μᾶς διεσκέδασε πολὺ (ἱλαρότης), ἀλλὰ δὲν ἀπήντησεν εἰς τὴν σπουδαιοτέραν τῶν ἐρωτήσεων. Πρὸς τί τέλος πάντων ἐκάπνιζον τὰ θωρηκτὰ ἐκεῖνα εἰς τὸ Νέον Φάληρον; Ἐκάπνιζον, διότι ἐπρόκειτο νὰ μεταβῶσιν εἰς Κρήτην; Διὰ τί δὲν μετέβησαν; Ἐκάπνιζον, διὰ νὰ ἐξατμισθῇ, ὡς συνήθως μέχρι τοῦδε, ὁ ἐνθουσιασμὸς τοῦ λαοῦ; Ἄ! τότε εἶναι προδοσία τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐμπαιγμὸς μομφῆς βαρείας ἄξιος! Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπήρξατε πάντες ὑμεῖς εὐτυχέστεροι. Ἐγὼ ἐνέτεινα τὴν προσοχήν μου νὰ ἀκούσω καὶ φωτισθῶ· ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι οὐδεμίαν ἄλλην ἐξήγησιν, ἐκτὸς τῆς διὰ τοῦ ἀτμοῦ ἐξατμίσεως εὗρον. Πρὸς τί λοιπὸν τὰ θωρηκτὰ ἐκάπνιζον; Ἀπαντήσατε, διότι σιγῶντες ὁμολογεῖτε. Μᾶς εἶπον ὅμως, ὅτι δὲν ἤθελον νὰ ταράξωσι τὴν εἰρήνην τῆς Εὐρώπης· εἰργάσθησαν δὲ νὰ παρεμποδίσωσι τὴν διατάραξιν αὐτῆς. Ἀλλὰ λαλήσατε, ἐὰν δυνηθῆτε, πρὸς τί ἐκάπνιζον; Καὶ μάλιστα διατὶ ἀπατηλῶς ἐκάπνιζον, κατ’ ἀρχὰς μὲν ἀπὸ τοὺς λέβητας, βραδύτερον δὲ ἀπὸ τὰ μαγειρεῖα, χάριν οἰκονομίας τῶν ἀνθράκων, — διότι παρετείνετο τὸ κωμικοτραγικὸν τοῦτο θέαμα! Θέλετε ὅμως νὰ ἐννοήσητε διατὶ ἐκάπνιζον; Ἐρωτήσατε τοὺς παρευρεθέντας εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν ἀνθέων ἐν Κηφισίᾳ! Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θαλερὸς πρεσβύτης, ἐπιδεικτικῶς φέρων ῥόδον εἰς τὴν μπουτουνιέραν του, παρευρεθεὶς δὲ εἰς τὴν ἔκθεσιν, ἔλαβεν ἐκεῖ τὴν εἴδησιν τῆς λύσεως τῆς πολιορκίας τοῦ Βάμου. Ἡ χαρὰ του, ἐζωγραφισμένη ἐπὶ τοῦ προσώπου, ὡς μαρτυροῦσιν οἱ ἑωρακότες, δὲν περιγράφεται! Διηγήθησαν εἰς ἐμὲ, ὅτι ἀνεκοίνου τοῖς πᾶσι τὴν εὐχάριστον εἴδησιν τῆς λύσεως τῆς πολιορκίας· ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀγαλλιάσεώς του διὰ τὸν ἐνθουσιασμὸν ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῶν ἀνθέων τῷ ἦλθε καὶ ἡ εὐχάριστος αὕτη εἴδησις! Ἔ, κύριοι Βουλευταί! Δὲν ὁμιλῶ, μὴ ἀμφιβάλλετε ποσῶς, ἐκ κομματικοῦ ὑπολογισμοῦ. Πιθανὸν ὁ χαρακτήρ μου, ἴσως ὡς ἐκ τοῦ πατριωτικοῦ πόνου τῆς ἀγανακτήσεώς μου, νὰ μὲ παρασύρῃ εἰς ζωηροτέρας τοῦ δέοντος ἐκφράσεις· δύναμαι νὰ τὸ παραδεχθῶ· ἀλλὰ κατὰ βάσιν σᾶς παρακαλῶ νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ὁμιλῶ μὲ βαρυαλγοῦσαν καρδίαν. Θὰ ηὐχόμην τῇ στιγμῇ ταύτῃ νὰ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα ὁ ἡγέτης τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος καὶ νὰ διαψεύσῃ ὅλα, ὅσα λέγω. Θὰ ηὐχόμην τοὐλάχιστον νὰ ὁμολογήσῃ τὰς ἁμαρτίας του ἐν τῷ παρελθόντι, καὶ νὰ καλέσῃ ὁλόκληρον τὸν τόπον τοῦτον εἰς θυσίας, ἀλλὰ νὰ δώσῃ καὶ ἐγγυήσεις περὶ τῆς εἰλικρινείας του, διὰ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις καὶ νὰ στραφῶμεν εἰς τὰ σπουδαῖα ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει ὁ ἀπειλούμενος ἐθνισμὸς ἡμῶν. Ἀνάγκη ν’ ἀνακεφαλαιώσω ὅ,τι ὑποστηρίζω. Ἡ Κυβέρνησις περιέπεσεν ἀπὸ σφάλματος εἰς σφάλμα. Τῇ ἀληθείᾳ, ἐφιλοτιμήθη εἰς τοῦτο, ὥστε τὸ ἓν σφάλμα νὰ διαδεχθῇ τὸ ἕτερον. Ἔδειξεν ὀλιγωρίαν, ἀπρονοησίαν ἀσύγγνωστον, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι οὐδὲν ἔπραξεν ἐγκαίρως διὰ νὰ ἀποσοβήσῃ τὸ κακὸν, ἐνῷ ἠδύνατο, ἐπωφελουμένη τοὐλάχιστον τῆς Ρωσσοτουρκικῆς ἔστω συμμαχίας αὐτῆς, νὰ μεταχειρισθῇ τὰ δι’ αὐτῆς μέσα καὶ ἀντάξιόν τι τῶν περιστάσεων ν’ ἀποκτήσῃ ἐγκαίρως ὑπὲρ τῆς Κρήτης, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει σπουδαίως ἐπρόκειτο βραδύτερον νὰ ἐργασθῇ. Οὐδὲν τούτων ἔπραξεν, οὔτε ἐνόησε τὸ κρίσιμον τῆς Κρήτης· δὲν κατέλαβε τὴν Κρήτην, δὲν ἀπέστειλε τὰ θωρηκτά. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον μήπως ἔπραξε τὸ στοιχειωδέστερον τῶν καθηκόντων αὐτῆς, νὰ ἀφήσῃ τὸν ἰδιώτην Ἕλληνα νὰ βοηθήσῃ τοὺς σφαζομένους ἀδελφοὺς, νὰ ἀνοίξῃ τὸ βαλάντιόν του διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ τῆς ἀτυχοῦς Κρήτης γυναικόπαιδα; Μὴ τοὐλάχιστον συνετέλεσεν, ὡς ἄλλαι Κυβερνήσεις πρὸ αὐτῆς, εὑρεθεῖσαι εἰς τοιαύτας διεθνεῖς δυσχερείας, ἔπραξαν, ὅπως μορφωθῇ κέντρον,—ἀνώτερον πάσης ὑπονοίας ὅτι εἶναι ὄργανον αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐμπνεόμενον ἀπευθείας ὑπ’ αὐτῆς πρὸς ἀποπνιγμὸν τῆς ἐπαναστάσεως,—περὶ τὸ ὁποῖον νὰ ἐργασθῇ ἡ ἰδιωτικὴ Ἑλλάς; Ὄχι, κύριοι Βουλευταί! Ὁ συντάκτης τῆς «Πρωΐας», προσκληθεὶς νὰ λάβῃ μέρος εἰς ἐπιτροπὴν τῶν δημοσιογράφων διὰ συνδρομὰς ὑπὲρ τῶν γυναικοπαίδων Κρητῶν, οὐχὶ μόνον δὲν ἐδέχθη νὰ λάβῃ, ὡς ἐνθυμοῦμαι, αὐτὴν τὴν τιμὴν, ἀλλὰ καὶ παρέπεμψε τοὺς καλέσαντας αὐτὸν συναδέλφους του εἰς τὸν Ποινικὸν Νόμον!
§73ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γεγονός.
§74Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν σᾶς ἀρκεῖ αὐτὸ τὸ τεκμήριον, διὰ νὰ ἐννοήσητε πόσον ἀμείλικτος ἦτο ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία περιμένει στεφάνους; Ἀλλὰ θὰ μείνῃ ἀτυχῶς μόνον μὲ τὰ τηλεγραφήματα τοῦ δημάρχου κ. Κολοκύθα! Ἂς ἐξετάσωμεν ὅμως καὶ τὴν διπλωματικὴν ἐκστρατείαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τί ἔπραξεν; Ἠκούσατε τὰς ἀπαντήσεις του. Καὶ τί ἀπεδείχθη; Ὅτι δὲ ἔπραξε τίποτε. Τοὺς χοροὺς, τὰ συμπόσια, τὰς διασκεδάσεις, τὰς παροχὰς πρὸς τοὺς συμπατριώτας του! Ἀλλὰ περὶ Κρήτης; Οὐδὲν! Οὐδὲν λέγω ἀνακριβές. Αὐτὸ εἶναι ἐξηκριβωμένον ἐκ τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων, διότι οἱ ἴδιοι οἱ Ὑπουργοὶ ὡμολόγησαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠσχολεῖτο, ὅπως πάσῃ δυνάμει ἐμποδίσῃ πᾶσαν κίνησιν τῶν ἐπαναστατῶν, καὶ τότε μόνον ἀμφότεροι οἱ Ὑπουργοὶ ἀπεφάσισαν δι’ ἄλλης ὁδοῦ ν’ ἀποκτήσῃ ἡ Κρήτη ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα, ὅταν ἐπείσθησαν, ὅτι τὸ πρῶτον σχέδιόν των ἀπέτυχεν! Ἀλλὰ καὶ τότε τί ἐζήτησαν; Χαλέπαν! Ἔρωτα ὀλέθριον ἀπέδειξαν πρὸς τὴν Χαλέπαν! Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς, παρὰ τίνος ἔλαβον τὴν ἐντολὴν νὰ ζητήσωσι τὴν Χαλέπαν; Μόνον ἀπὸ τὸν Χαμὴτ ἠδύναντο νὰ λάβωσι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐντολὴν, ἵνα συνεννοηθῶσι μετὰ τῶν ἐπαναστατῶν περὶ τῆς Χαλέπας, διότι οἱ Κρῆτες δὲν ἐζήτησαν τὴν Χαλέπαν,—ἐδῶ εἶναι τὸ ὑπόμνημά των—ἐζήτουν νέον πολίτευμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἔχωσι τὴν ἐγγύησιν, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου καὶ ὅτι δὲν θὰ κατεβροχθίζετο ἀγρίως ἡ Χαλέπα δι’ ἑνὸς φιρμανίου, ὡς ἐν ἔτει 1889. Καὶ παρέστημεν θεαταὶ τοῦ λυπηροῦ ἐκείνου θεάματος, ἡ μὲν Κυβέρνησις νὰ περιμένῃ τὰ συγχαρητήρια, οἱ δ’ ἐν ἐπαναστάσει Κρῆτες ν’ ἀποδοκιμάζωσι τὸ δόλιον διάβημα τῆς Κυβερνήσεως. «Τίς σᾶς ἔδωκε τὴν ἐντολὴν, ἔλεγον, νὰ ζητήσητε δι’ ἡμᾶς τὴν Χαλέπαν;» Αὐτὸς εἶναι ὁ διπλωματικὸς θρίαμβος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ μόνος! Διότι, ὅταν οἱ Κρῆτες εἶδον μὲ τίνας ἔχουσι νὰ κάμωσιν, ὅτι οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἐλπίζωσι συνδρομὴν ἐκ τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως, ἡ θέσις τῶν Κρητῶν ἦτο ἀπελπιστική. Ἀλλ’ ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι τὸ ἠθικὸν θάῤῥος των, τὸ ὁποῖον πάντοτε διετήρησεν ἡ παραδειγματικὴ γενναιότης αὐτῶν, καὶ αἱ ἐξαιρετικῶς εὐνοϊκαὶ περιστάσεις, τὰ γενναιότατα τολμήματα τῶν ἐν Μακεδονίᾳ ἀρματωλῶν, ἠνάγκασαν τὰς Δυνάμεις νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ κλείσωσι τὴν ὀπὴν ἐκείνην, ἐξ ἧς ἠπειλεῖτο ἡ γενικὴ εἰρήνη, νὰ σβέσωσι τὴν πυρκαϊὰν ἐκείνην, ὅπως ἠδύναντο, καὶ ἐπελήφθησαν αὐταὶ πλέον ἀπ’ εὐθείας τῆς λύσεως τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Σᾶς τὸ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι τὰ προνόμια ἀπέκτησαν οἱ Κρῆτες διὰ τῶν Δυνάμεων, καὶ τὸ ἔλεγε μὲ τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐφαίνετο ἀναμένων συγχαρητήρια. Ὡμολόγει δηλαδή, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔμεινε θεωμένη τὰς Δυνάμεις καὶ τοὺς Κρῆτας. Ἀλλ’ ὄχι! τὸ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι δὲν ἔμεινε θεωμένη· εἰργάσθη συμφώνως μὲ τὰς ἐπιθυμίας τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὴ συνθηκολογήσωσιν, ὡς ἐν ἔτει 1878, ἐν τῇ συμβάσει τῆς Χαλέπας, οἱ Κρῆτες, διότι τότε ἦλθον εἰς πραγματικὴν συνθηκολογίαν, καὶ ἡ σύμβασις τῆς Χαλέπας εἶχε διεθνῆ χαρακτῆρα. Ἀλλὰ τέλος πάντων τί εἶναι τὸ νέον αὐτὸ πολίτευμα; Ἐφηρμόσθη; Σιγὴ νεκρική! Τίς ὅμως δὲν γινώσκει, ὅτι δὲν ἐφηρμόσθη, οὔτε ἐφαρμοσθήσεται, καὶ θέλετε μείνει μὲ μόνην τὴν ἀντιφώνησίν σας ἐκ τοῦ ἀνδήρου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν; Ἠκούσατε ὅτι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἀξιοῖ νὰ παρασκευάσωσιν αἱ Δυνάμεις τοὺς νόμους τῆς Κρήτης, καὶ νὰ τοὺς ἐπιβάλωσιν ἄνευ τῆς συζητήσεως ἐν τῇ Κρητικῇ Βουλῇ, ἐν ᾧ ῥηταὶ διατάξεις τοῦ τελευταίου φιρμανίου τὸ ἐναντίον διατάσσουσι. Δὲν πραγματεύομαι τὸ ζήτημα τοῦτο ἀκόμη, διότι εἶναι ἐκκρεμὲς, ἀλλὰ σταματῶ εἰς τοῦτο, ὅτι κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἀδεξιότητός της νὰ λάβωσι καὶ πάλιν τὰ ὅπλα οἱ Κρῆτες, διότι τὴν στιγμὴν ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλοῦμεν, τίς δὲν γινώσκει ὅτι ἡ Κρήτη δὲν εἶναι ἐν ἡσυχίᾳ; εἶναι σχεδὸν ἐν τῇ ἐνάρξει νέας ἐπαναστάσεως, καὶ ἑτοιμασθῆτε ἐγκαίρως. Κύριοι Βουλευταὶ, ὑποθέτω ὅτι δι’ ὅσων ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιόν σας ἔπεισα πάντας ὑμᾶς...
§75ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Μάλιστα!
§76Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐκτὸς τοῦ κυρίου Σταματιάδου, τοῦ συμπατριώτου μου, ὁ ὁποῖος δυσκόλως πείθεται, καὶ διὰ τοῦτο τὸν ἐξαιρῶ... Εὐελπιστῶ, λέγω, ὅτι ἔπεισα πάντας ὑμᾶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀξία οὐχὶ στεφάνων, ἀλλὰ μομφῆς ἀτυχῶς. Εἶναι ἀξία μομφῆς διὰ τὴν πεπλανημένην πορείαν της. Βεβαίως δὲν ἐξετέλεσε προδοσίαν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἀλλὰ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐξετέλεσεν, ἀντελήφθη κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συγχωρήσῃ τοιαῦτα καίρια εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα τραύματα. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ ἀναδόχου τῆς πολιτικῆς «τοῦ προτύπου ἐν τῇ Ἀνατολῇ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου» ἀπὸ τοῦ ἔτους 1864,—πρὸ 32 ἐτῶν —ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἰδιαιτέραν καὶ προσωπικὴν ὑποχρέωσιν διὰ τὴν τήρησιν τοῦ πρωτοκόλλου τῆς ἐν Παρισίοις Συνδιασκέψεως,—ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις τὴν μίαν ἡμέραν διέτασσε τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν νὰ ἐξέλθῃ εἰς Θεσσαλίαν, καὶ μετὰ 24 ὥρας ἐδέχετο ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τοὺς πρέσβεις τὴν αἰσχυντηλὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ,—ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅστις εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς ἀρχηγὸς τοῦ ὀδυνηροῦ εἰρηνοπολέμου τοῦ ἐν ἔτεσι 1885 καὶ 1886, —Κυβέρνησις προεδρευομένη ὑπὸ τοιούτου ἡγέτου, βεβαίως δὲν παρέχει καὶ διὰ τὸ μέλλον τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις, ὅπως ἐξακολουθήσῃ διευθύνουσα τὰς ἐθνικὰς ὑποθέσεις, καὶ μάλιστα ὑφ’ ἃς περιστάσεις διατελοῦμεν. Ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ πλειοψηφία ἐν τῷ ἐλέγχῳ ἦναι διατεθειμένη νὰ φανῇ συγκαταβατικὴ, διότι ἀνθρώπινον τὸ πλανᾶσθαι, οὐχ ἧττον ἂς σκεφθῇ ὡρίμως, ἂς σκεφθῇ λίαν ἐμβριθῶς, διότι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἔχει διάφορα συμφέροντα ἀπὸ ἡμᾶς διὰ πᾶν ὅ,τι συμβῇ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς δεούσης προνοίας. Ἴσως εἶναι καιρὸς ν’ ἀποστρατευθῇ ἐκ τῆς πολιτικῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως (ἱλαρότης ἐν τῇ δεξιᾷ). Θαυμάζω τὴν συνοχὴν τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος. Ἂς καθαιρέσῃ ἡγέτην ἀδέξιον, ὅστις δὲν ἀποσύρεται ἑκουσίως...
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λοιπὸν ὅριον ἡλικίας!
§78Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ναί! Τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ἐφαρμόσατε! Ἀνακηρύξατε ἄλλον ἡγέτην, διότι εἶσθε ἄξιοι κρείττονος τύχης.
§79ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Σᾶς! σᾶς! Δέχεσθε;
§80Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ (μειδιῶν). Ὅταν τὸ ἀποφασίσητε... (ἱλαρότης).
§81Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀπ’ ἐδῶ δέχεσθε. Ἀπ’ ἐκεῖ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα) δέχεσθε κανένα;
§82Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἂς ἦναι ὅθεν δήποτε, καὶ ἐκ τῶν Ὑπουργῶν ἐν ἀνάγκῃ, διότι πιστεύω, ὅτι οἱ ψιθυρισμοὶ ἐκεῖνοι περὶ δύο Ὑπουργῶν διαφωνησάντων πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, κἄτι τι θὰ ἐσήμαινον. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργικὸν χαρτοφυλάκιον εἶναι γλυκὺ (ἱλαρότης), καὶ διὰ τοῦτο σήμερον τοὺς βλέπω καθημένους εἰς τὴν θέσιν τῶν ἀπολογουμένων. Κύριοι! Ὁ Ἑλληνισμὸς ἐπιτακτικῶς καλεῖ ἡμᾶς εἰς τὸ καθῆκον, ὁ Ἑλληνισμὸς καλεῖ ἡμᾶς εἰς ἐκτάκτους θυσίας, ὁ Ἑλληνισμὸς καλεῖ ἡμᾶς νὰ ἤμεθα «εἰς προσοχήν»! Μόνον τυφλὸς καὶ κωφὸς δὲν βλέπει καλῶς, δὲν ἀκούει τὴν ἐρχομένην θύελλαν. Θὰ ἤμεθα εὐτυχεῖς, πολὺ εὐτυχεῖς, ἐὰν ἐδίδετο εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν προθεσμία μείζων τῆς ἀνοίξεως, καὶ ἐτῶν ἔτι, εἰ δυνατὸν· ἀλλὰ δὲν εἴμεθα κύριοι νὰ ὁρίσωμεν ἡμεῖς τὴν προθεσμίαν· ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν ἀκατασχέτως ἐπερχόμενον καθ’ ἡμῶν κίνδυνον. Ὁ τόπος ζητεῖ παρασκευάς. Ἀλλὰ προσέξατε καλῶς, ὡρίμως σκεφθῆτε, πρὶν ἢ καλέσητε τὸν τόπον εἰς θυσίας, τίνος εἴδους παρασκευὰς ἐννοοῦμεν. Ὁ ζητῶν αὐτὰς λαὸς δὲν ἐννοεῖ κατὰ τὰ προγράμματα τοῦ Γερμανικοῦ ἢ τοῦ Γαλλικοῦ ἐπιτελείου· ἐννοεῖ νὰ συνταχθῶμεν ἐκ τῶν ἐνόντων καὶ ἀναλόγως τῶν δυνάμεών μας, ὅπως ἀντιμετωπίσωμεν τὸν ἐπερχόμενον ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν κίνδυνον, μὲ πρόγραμμα ὅμως εὐρύτερον, ἐὰν συνέπιπτε νὰ ἔχωμεν τὴν εὐτυχίαν, ὅπως παρασχεθῇ εἰς ἡμᾶς μεγαλειτέρα προθεσμία, νὰ ἐξακολουθήσωμεν, ἀλλὰ σπουδαίως, οὐχὶ πρὸς Θεοῦ! μὲ καπνίσματα θωρηκτῶν ἐν Νέῳ Φαλήρῳ, οὐχὶ μὲ εἰρηνοπολέμους, τερματιζομένους διὰ τῆς μεθόδου τοῦ ἀποκλεισμοῦ. Πρέπει νὰ κλεισθῇ ἡ ὑποχώρησις κατὰ τῶν τοιαῦτα τυχὸν βουλευομένων. Ὁ λαὸς τὴν φορὰν ταύτην δὲν θὰ γείνῃ θῦμα οἰκτρόν. Ἐὰν δ’ ἀπεφασίσαμεν ν’ αὐτοκτονήσωμεν, ὡς ἔθνος, ἂς σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας ὡς τὸ γραΐδιον, περὶ οὗ ἔλεγον, ὅτι ἀμέριμνον συνέλεγε τὰ λάχανα, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ ζήσῃ ἡ Ἑλλὰς,—καὶ πρέπει νὰ ζήσῃ, διότι ἔχει ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἵνα θριαμβεύσῃ καθ’ ἅπασαν τὴν Ἀνατολὴν καὶ διακριθῇ μεταξὺ ὅλων τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς,—πρέπει ἐγκαίρως νὰ λάβωμεν τὰ προσήκοντα μέτρα. Ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χθὲς, ὅτι ἡ Κρήτη δὲν ἔχει ἀνάγκην μαχητῶν καὶ ὅτι ἦτο σπατάλη ἀνδρῶν ἡ λιποταξία τῶν ἐντίμων ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ ἡ Ἤπειρος; ἀλλ’ ἡ Μακεδονία; Αὗται καὶ ἄλλαι ὑπόδουλοι Ἑλληνικαὶ χῶραι ἔχουσιν ἀνάγκην μαχητῶν, ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ σπατάλης, θυσίας μαχητῶν. Σκεφθῆτε, σκεφθῶμεν ἅπαντες ἐγκαίρως, διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν μένει ἄνευ εὐθύνης. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ παρελθόντος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δύναται νὰ δείξῃ ἐπιείκειαν πρὸς τὴν πλειοψηφίαν, ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα τῆς πορείας τοῦ μέλλοντος ἔσται αὐστηρός, αὐστηρότατος. Θὰ σαρώσῃ πᾶν πρόσκομμα! (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§84ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ μακρᾶς ἀγορεύσεως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε χθὲς νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτῆς ἐν τῇ ἀνελίξει τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Ἠθέλησε νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι διέγνωσε καλῶς τὴν θέσιν καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ἡ θέσις καὶ αἱ ὑποχρεώσεις αὐτῆς τῇ ἐπέβαλλον. Νομίζω ὅτι ἄνευ κομματικῶν ὑπολογισμῶν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης ἐπιῤῥοῆς ἢ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ἡμῶν ἐπιβάλλουσιν, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα. Δύο, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἠκολούθησε πολιτικάς. Ἡ μία ἦτο πρὸ τῶν σφαγῶν τῶν Χανίων, ἡ ἑτέρα μετ’ αὐτάς. Πρὸ τῶν σφαγῶν τῶν Χανίων, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς εἶπεν ὅτι αἱ ἐνέργειαι αὐτοῦ ἔτεινον, ἵνα ἐμποδίσωσι τὴν ἔκρηξιν ἐπαναστάσεως ἐν Κρήτῃ. Ἀλλ’ ἡ ἐπανάστασις ἐν Κρήτῃ ἤρξατο ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1895, ὅτε ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως συνεκροτήθη ἐπὶ τῶν ὀρέων τῶν Σφακίων. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἦτο ἐπιτροπὴ ἐπαναστατικὴ κατὰ τοῦ καθεστῶτος ἐν Κρήτῃ. Αὕτη ἐζήτει τὴν ἀπόκτησιν πολιτεύματος διαφόρου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐλειτούργει. Δὲν περιωρίσθη δὲ εἰς τὰς ἀνακοινώσεις τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ὁ Κρητικὸς λαός, ἀλλὰ καὶ μάχας συνῆψε κατὰ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, μέγα μέρος τοῦ ὁποίου ἐπολιόρκησεν ἐν Βάμῳ. Ἐνῷ δὲ ἡ Κρήτη ἦτο ἐν πλήρει ἐπαναστάσει, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἐν Κρήτῃ τοιαύτη, καὶ ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτῆς ἔπρεπε νὰ τείνῃ εἰς τὴν παρεμπόδισιν ἐκρήξεως ἐπαναστάσεως. Τοιαύτην ἔχουσα γνώμην ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ χαράξῃ πολιτικὴν σύμφωνον μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ νὰ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀπῄτει ἡ διεύθυνσις τοῦ ζητήματος καὶ ἡ ἐπίτευξις ἀποτελεσμάτων ἀναλόγων πρὸς τὰς θυσίας τῆς μεγαλονήσου Κρήτης καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο, ὅταν ἔμαθε τὰς σφαγὰς ἐν Χανίοις, εὑρέθη παραζαλισμένη. Πιστεύσασα ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἐπανάστασις ἐν Κρήτῃ, καὶ μὴ ἔχουσα πολιτικὴν κεχαραγμένην, δὲν ἤξευρε τί ὤφειλε νὰ πράξῃ ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν περίπτωσιν τῆς δεινώσεως τῶν πραγμάτων. Δὲν ἐνόησε ποῖον καθῆκον ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ἔμαθε τὰς σφαγὰς τῶν Χανίων. Ἀλλὰ τὸ καθῆκον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἦτο τόσον ἐνδεδειγμένον, ὥστε καὶ χωρὶς αὐτὴ νὰ ἔχῃ πολιτικήν τινα ἐκ τῶν προτέρων διαγεγραμμένην καὶ χωρὶς νὰ ἐννοήσῃ καλῶς τί ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἐπεβλήθη τοῦτο εἰς αὐτήν, οὕτως εἰπεῖν, αὐτομάτως, καὶ διέταξεν αὕτη τὴν προετοιμασίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου. Τὸ καθῆκον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ σπεύσῃ ἐν Κρήτῃ, ὄχι μετ’ ἐχθρικοῦ τινος σκοποῦ πρὸς τὴν γείτονα αὐτοκρατορίαν, μετὰ τῆς ὁποίας συνδεόμεθα διὰ φιλικῶν σχέσεων, οὐχὶ ὅπως ταράξῃ τὴν εἰρήνην τῆς Εὐρώπης, ἀλλ’ ὅπως ἐκτελέσῃ στοιχειώδη ὑποχρέωσιν φιλανθρωπίας καὶ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς σφαζομένους ὁμοφύλους καὶ ἀδελφοὺς ἡμῶν. Τὸ καθῆκον τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὴ ἡ ἐπίσημος Τουρκία δὲν ἠδύνατο νὰ παραγνωρίσῃ, τὸ ὁποῖον στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἀλληλεθνοῦς δικαίου, ἐξετέλεσαν καὶ ἄλλαι Δυνάμεις, ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι μόνον τὸ συμφέρον τῆς φιλανθρωπίας εἶχον ὡς λόγον τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν. Δὲν ἐξετέλεσεν ὅμως ἡ Ἑλλὰς, ἥτις ἐκτὸς τοῦ λόγου τῆς φιλανθρωπίας εἶχε συνάμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύσῃ ὁμοφύλους καὶ ἀποδείξῃ ὅτι ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ αὐτῶν. Τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος τούτου ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἡ ἀποστολὴ Ἑλληνικῶν πλοίων εἰς Κρήτην δὲν ἦτο δυνατὴ, διότι τὰ πλοῖα ἡμῶν δὲν εἶχον τὰ προσόντα καὶ τὴν δύναμιν τὴν ἀπαιτουμένην, ὅπως ἐκτελέσωσι τοιαύτην ἀποστολήν. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι τὰ θωρηκτὰ ἡμῶν εὑρίσκοντο κατὰ τὰς ἀρχὰς Μαΐου εἰς τοιαύτην κατάστασιν; Ἔναυλοί εἰσιν εἰσέτι εἰς τὰς ἀκοὰς ἡμῶν αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἃς πρὸ δέκα περίπου μηνῶν ἐποιήσατο εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τῆς διορθώσεως τῶν ἐλλείψεων, ἃς εἶχεν εὕρει ἐν τῷ ναυτικῷ ἡμῶν, κατέστησε τὸν στόλον ἀξιόμαχον. Πάντες δὲ γνωρίζομεν πόσαι ἐγένοντο δαπάναι πρὸς βελτίωσιν τῶν τοῦ στόλου ἡμῶν. Ἐγὼ δὲ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἦτο ἐν τῇ ἀληθείᾳ, δηλῶν ταῦτα πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ὅτι πρόφασις ἁπλῆ εἶναι τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ πλοῖα δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ πλεύσωσιν εἰς Χανία. Ἀλλ’ ἐφοβήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μήπως πέμπων Ἑλληνικὰ πλοῖα εἰς Χανία διαταράξῃ τὴν εἰρήνην τῆς Εὐρώπης. Αἱ πληροφορίαι αὐτοῦ πᾶσαι, μᾶς εἶπε, συνετέλουν, ὅπως τὸν πείσωσιν ὅτι ὑπῆρχεν ὁμοφωνία τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἀπαγορεύουσα εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτου καθήκοντος. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπῆρχε τοιαύτη ὁμοφωνία καὶ ἐὰν αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τοιαύτην ἠδύναντο νὰ γεννήσωσι πεποίθησιν. Ἐξ ὅσων ὅμως γνωρίζομεν, ὁμοφωνία τοιαύτη κατὰ τὴν στιγμὴν τῶν ἐν Χανίοις σφαγῶν δὲν ὑπῆρχε μεταξὺ πασῶν τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων. Ὑπῆρχον Δυνάμεις θέλουσαι νὰ κατασταλῇ ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης διὰ τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου, ἀλλ’ ὑπῆρχον καὶ ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι ἤθελον νὰ λήξῃ αὕτη διὰ παραχωρήσεως ἀληθοῦς αὐτονομίας εἰς τὸν Κρητικὸν λαόν. Βεβαίως δὲ δὲν ὑπῆρχε Δύναμίς τις λέγουσα καθαρά: θέλω νὰ διαταράξω τὴν εἰρήνην τῆς Εὐρώπης, διότι εἰς οὐδεμίαν ἐκ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐπιτρέπει ὁ πεπολιτισμένος κόσμος τὴν ἐκδήλωσιν τοιαύτης γνώμης. Ἀλλ’ ἐπρόκειτο νὰ διαταράξωμεν τὴν εἰρήνην τῆς Εὐρώπης, ἢ νὰ ἐκτελέσωμεν ἐχθρικήν τινα πρᾶξιν κατὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, σπεύδοντες καὶ ἡμεῖς, ὅπως ἔσπευσαν καὶ ἄλλα Κράτη, νὰ πέμψωμεν πλοῖα, ὅπως παράσχωμεν εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν τὴν περίθαλψιν, τὴν ὁποίαν δικαιοῦνται ν’ ἀπαιτήσωσι παρ’ ἡμῶν; Βεβαίως ὄχι. Ἀλλ’ ἐφοβήθη καὶ ἕτερόν τι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐφοβήθη μήπως ἡ μετάβασις τῶν Ἑλληνικῶν πλοίων εἰς Χανία θερμάνῃ τὰ στήθη τῶν Κρητῶν. Δὲν ἠξεύρει, Κύριοι, ἐὰν τὰ στήθη τῶν Κρητῶν, τῶν μετὰ τόσου θάῤῥους πολεμούντων, ἦσαν ψυχρὰ, καὶ ἐφοβήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μήπως θερμανθῶσι διὰ τῆς ἀποστολῆς τῶν Ἑλληνικῶν πλοίων. Ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν, βεβαίως ταῦτα δὲν ἠδύναντο νὰ ὦσιν ἐκεῖνα, ἅτινα ἐφοβήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος. Τὰ πλοῖα ἡμῶν, μεταβαίνοντα εἰς Κρήτην, ἤθελον ἐπιῤῥώσει τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἡ χάριν φιλανθρωπικοῦ λόγου ἀποστολὴ τῶν Ἑλληνικῶν πλοίων νὰ ἐπιφέρῃ ὅ,τι ἐφοβήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὴν διαταγὴν δηλαδὴ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐν ὁμοφωνίᾳ, ἵνα ταῦτα φύγωσιν ἐκ τῶν Κρητικῶν ὑδάτων. Ἐλέχθη τοιοῦτόν τι καὶ ὅταν τὰ θωρηκτὰ ἡμῶν ἔσβυσαν τοὺς καπνίζοντας ἄνθρακας αὐτῶν ἐν Φαλήρῳ, ἀντὶ ν’ ἀναχωρήσωσιν εἰς Κρήτην. Ἐλέχθη τότε, ὡς δικαιολογία τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος Μεγάλης Δυνάμεως ἀπηγόρευσεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀποστολὴν πλοίων εἰς Κρήτην. Ἀλλὰ διεψεύσθη τοῦτο μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἐπισημότητος. Ἐὰν δὲ τότε διεψεύσθη ἐπισήμως ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Μεγάλης ταύτης Δυνάμεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπεδόθη ἡ τοιαύτη γνώμη, σήμερον ἡ λογικὴ καὶ ἡ ἐξέτασις τῶν πραγμάτων διαψεύδει τὴν γνώμην καὶ τοὺς φόβους, τοὺς ὁποίους ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ πεπολιτισμένη Εὐρώπη, αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις νὰ ἐκδιώξωσι τὰ πλοῖα ἡμῶν, τὰ ὁποῖα οὐδένα, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἐπρόκειτο νὰ ἐπιδιώξωσιν ἐχθρικὸν σκοπὸν ἐν Κρήτῃ, καὶ μόνον ἤθελον ἐκτελέσει καθῆκον φιλανθρωπίας, ὅμοιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐξετέλεσαν πλοῖα ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα μετέβησαν ἐκεῖ. Οὐδὲν παράδειγμα ἔχομεν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν ἐθνῶν τοιαύτης συμπεριφορᾶς τῶν Μεγάλων καὶ πεπολιτισμένων Δυνάμεων. Οὐδεμία δὲ ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ βάσιμος ὑποψία, μήπως ἡ παρουσία τῶν Ἑλληνικῶν πλοίων ἐν Χανίοις ἐξερεθίσῃ τοὺς Μουσουλμάνους καὶ ἐπαναληφθῶσιν αἱ σφαγαί, διότι ὁ φόβος εἶναι τὸ κυριώτερον μέσον τῆς συγκρατήσεως τῶν συμμοριῶν, τῶν φονευουτῶν ἀόπλους. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκεῖ παρουσίας τῶν ξένων πλοίων, ἥτις συνετέλεσεν εἰς τὴν κατάπαυσιν τῶν σφαγῶν. Ἀλλ’ ἐὰν οὐδὲν τοιοῦτον ἄτοπον ἠδυνάμεθα νὰ φοβηθῶμεν ἐκ τῆς ἀποστολῆς τῶν πλοίων ἡμῶν, θὰ εἴχομεν ὠφέλειάν τινα, στέλλοντες ταῦτα εἰς Κρήτην; Θὰ εἴχομεν βεβαίως τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν προσπορίζονται τὰ ἔθνη, ἅτινα ἀποδεικνύουσι θετικὸν ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτῶν, διὰ τῆς ἐκδηλώσεως, ὅτι δύνανται πρὸς ὑπεράσπισιν αὐτῶν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πᾶσαν θυσίαν, ἐπιβαλλομένην ὑπ’ αὐτῆς. Παραμελήσαντες τὰ στοιχειωδέστερα τῶν καθηκόντων ἡμῶν, καὶ ἀστόργως προσενεχθέντες πρὸς παλαίοντας καὶ σφαζομένους ὁμοφύλους ἡμῶν, ἀπεδείξαμεν δυστυχῶς εἰς τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ὅτι τὸ ὑπὲρ αὐτῶν ἐνδιαφέρον ἡμῶν εἶναι ἐνδιαφέρον φράσεων αἰσθηματικῶν καὶ οὐχὶ ἐνδιαφέρον θετικόν, ἐπιβάλλον καὶ εἰς ἡμᾶς, ὅπως καὶ εἰς πᾶν ἔθνος, τὸ καθῆκον πάσης δυνατῆς θυσίας πρὸς προάσπισιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων. Μόνον τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δεικνύουσι προθυμίαν καὶ ἀπόφασιν νὰ προβῶσιν εἰς τοιαύτας θυσίας, δύνανται νὰ προασπίσωσι τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Μόνον δὲ ταῦτα λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Παραγκωνίζονται δὲ τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα μόνον δι’ εὐχῶν καὶ δι’ αἰσθηματικῶν φράσεων ἐννοοῦσι νὰ προασπίσωσι τὰ συμφέροντά των. Ἡμεῖς περιωρίσθημεν νὰ ἐκτελῶμεν τὰ ἔργα ἁπλοῦ ἀγγελιαφόρου, ὅπως, καθ’ ἃ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, φωτίζωμεν τὰς Μεγάλας Δυνάμεις περὶ τῶν ἐν Κρήτῃ συμβαινόντων. Ἐπιστεύσαμεν δὲ, ὅτι, φωτίζοντες καὶ πληροφοροῦντες αὐτάς, ἠθέλομεν θεωρηθῆ παρ’ αὐτῶν ὡς ἔθνος, δυνάμενον καὶ διὰ πραγμάτων νὰ προασπίσῃ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Φερόμενοι οὕτω, ἐτέθημεν καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης. Αἱ Δυνάμεις δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ πληροφορήσωμεν αὐτὰς περὶ τῶν αἰσθημάτων καὶ τῶν διαθέσεων ἡμῶν καὶ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Εἶχον ἀνάγκην νὰ γνωρίσωσιν, ἐὰν τὰς διαθέσεις ἡμῶν ταύτας θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τὰς μεταβάλωμεν καὶ εἰς ἀποφάσεις καὶ ἐπιδιώξωμεν καὶ διὰ πραγμάτων τὴν ἐκτέλεσίν των. Περὶ τοῦ ἐναντίου ὅμως ἐπείσθησαν ἐκ τῆς πορείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο δὲ, Κύριοι, ἐὰν δὲν τὸ ἠκούσαμεν παρὰ τῶν διευθυνόντων τὰς τύχας ἄλλων ἐθνῶν, τὸ ἠκούσαμεν ὅμως παρ’ ἑνὸς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες διευθύνουσι τὰς τύχας τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Ὁ ὑφυπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ, ὁμιλῶν περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, καθαρῶς ἐδήλωσεν, ὅτι ἔχει πεποίθησιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θέλει τὴν Κρήτην. Πόθεν ἠρύσθη τὴν πεποίθησιν ταύτην, δὲν γνωρίζομεν. Εἶχεν ἀνακοινώσεις θετικωτέρας ἐντεῦθεν; ἐπείσθη περὶ τούτου ἐκ τῆς ἐν γένει πορείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; ἀγνοοῦμεν. Εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ πεποίθησις αὐτοῦ. Καὶ ὅταν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις τοιαύτην σχηματίζωσι πεποίθησιν περὶ τῶν Κρατῶν, ἅτινα ἔχουσι νὰ προασπίσωσιν ἐθνικὰ συμφέροντα ἐκτὸς τῶν ὁρίων αὐτῶν, παραβλέπουσιν αὐταὶ τὰ Κράτη ταῦτα, καὶ μόνον εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις συγκατατίθενται νὰ δώσωσι καὶ εἰς αὐτὰ ψυχία τινὰ ἐκ γενναιοφροσύνης. Ὅπως πεισθῆτε περὶ τούτου, ἀναμνήσθητε ὅ,τι χθὲς αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέφερε. Κατὰ τὸ 1867 ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Γαλλίας, πεπεισμένος καὶ τότε, ὅτι δὲν δύναται νὰ θιγῇ ἡ ἀκεραιότης τῆς Τουρκίας, διότι δὲν τὸ ἤθελον αἱ ἄλλαι Δυνάμεις, εἶπεν, ὅτι ἀναδέχεται νὰ ἐπιτύχῃ τὴν αὐτονομίαν τῆς Κρήτης, ἐὰν συνῄνει καὶ ἡ Ἑλλὰς. Ἐζητεῖτο τότε καὶ ἡ συναίνεσις τῆς Ἑλλάδος, διότι αὕτη ἔδειξεν, ὅτι δὲν περιωρίζετο μόνον εἰς φράσεις καὶ εἰς αἰσθήματα, ὅπως σήμερον, ὑπὲρ τῶν ὁμογενῶν ἡμῶν, ἀλλ’ ὅτι ἦτο πρόθυμος νὰ προβῇ καὶ εἰς θυσίας, καὶ προέβη εἰς τοιαύτας. Σήμερον, ἐξ ἰδίας ἡμῶν ὑπαιτιότητος, ἐτέθημεν ἐκτὸς τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἐκτὸς τῶν ἐπισήμων καὶ ἀποτελεσματικῶν ἐνεργειῶν, δι’ ὧν ἐπεδιώχθη ἡ λύσις αὐτοῦ. Ἡ Εὐρώπη ἤθελε τὴν εἰρήνην, καὶ χάριν αὐτῆς ἔπρεπε νὰ θέση τέρμα εἰς τὴν Κρητικὴν ἐπανάστασιν. Ἐπῆλθεν ἐπὶ τέλους ἡ ὁμοφωνία τῶν Δυνάμεων, ὅπως λυθῇ τὸ ζήτημα. Ὅτε δ’ ἐπῆλθεν ἡ ὁμοφωνία αὕτη, ἡ Εὐρώπη δὲν μᾶς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὡς Κράτος, ἀποδεῖξαν πραγματικὸν ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ὄχι μόνον δὲν ἠρωτήθημεν περὶ τοῦ τρόπου τῆς λύσεως αὐτοῦ, ὅπως συνέβη κατὰ τὸ 1867, ἀλλ’ ἐλύθη τὸ ζήτημα χωρὶς κἂν νὰ γνωρίζῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὰ καθέκαστα τῆς λύσεως αὐτοῦ. Τοὺς ὅρους δ’ αὐτῆς ἔμαθεν αὕτη καθ’ ἣν στιγμὴν ἐδημοσιεύετο ἐν Χανίοις τὸ σχετικὸν φιρμάνιον. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὑπῆρξε καὶ ἐντεῦθεν ἐνέργεια, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ἴσως εὔκαιρον νὰ ἀναμίξωμεν ἐν τῇ παρούσῃ συζητήσει, ἥτις εὐεργετικὴν πράγματι καὶ σπουδαίαν ἐξήσκησεν ἐπιῤῥοὴν, ὅπως προληφθῶσι μεγαλείτερα κακὰ ἐν Κρήτῃ. Ἀλλὰ καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἐνεργείας καὶ ἐπιῤῥοῆς ταύτης δὲν ἐφάνη ἱκανὴ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐπωφεληθῇ. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ἐπωφεληθῇ οὐδεμιᾶς ἑτέρας ἐπιῤῥοῆς ἐν τῇ διαχειρίσει καὶ τῇ διεξαγωγῇ τῶν καθέκαστα τῆς λύσεως, ἀφοῦ εἶχεν ἀποδείξει εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι τὰς ἐνεργείας τὰς περιώριζεν εἰς αἰσθήματα καὶ φράσεις, καὶ ὅτι ἐτέθη ἐκτὸς τοῦ ζητήματος, ἀνεπαρκὴς οὖσα, ὅπως διευθύνῃ αὐτὸ μετ’ οὐσιαστικοῦ ἐνδιαφέροντος. Ἐπῆλθεν ἡ λύσις, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε καὶ μετ’ αὐτὴν νὰ σταθμίσῃ τοὺς ὅρους αὐτῆς καὶ ἐννοήσῃ ὁποία εἶναι αὕτη καὶ τίνα ἀποτελέσματα δύναται νὰ ἔχῃ καὶ διὰ τὴν Κρήτην καὶ τὸν Ἑλληνισμόν. Μὴ σταθμίσασα δ’ ἐπαρκῶς τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, ἠθέλησε νὰ ἀντιποιηθῇ καὶ χαρακτηρίσῃ ὡς προϊὸν τῶν ἐνεργειῶν της τὴν ἐπελθοῦσαν λύσιν, καὶ προὐκάλεσεν ἐπιδοκιμασίαν καὶ εὐγνωμοσύνην παρὰ δημάρχων, παρὰ πολιτευομένων καὶ παρὰ συλλαλητηρίων. Ἀντὶ τούτων ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἂν ἐστάθμιζε καλῶς τὰ πράγματα, καὶ ἂν ἐνόει τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἐπέβαλλον αὐτῇ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, θλῖψιν ἔπρεπε νὰ ἠσθάνετο διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν λύσιν. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ τὰ ἐλαττώματα τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Χαλέπας· πάντες δ’ ὁμολογοῦσιν, ὅτι, ὅπως ἦτο οὗτος συντεταγμένος, δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν πολιτεύματος δυναμένου διὰ τῆς φυσικῆς αὐτοῦ ἀνελίξεως ν’ ἀπολήξῃ εἰς ἀληθῆ αὐτονομίαν, ἐξασφαλίζουσαν καὶ τὴν τάξιν καὶ τὴν πρόοδον ἐν Κρήτῃ. Κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐπαρουσιάζοντο κατὰ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ ἐμπόδια, καθιστῶντα ἀδύνατον τὴν ὁμαλὴν αὐτοῦ ἐφαρμογὴν καὶ ἀνέλιξιν. Αἱ τροποποιήσεις δέ, αἵτινες εἰσήχθησαν εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῆς Χαλέπας διὰ τοῦ φιρμανίου τοῦ Αὐγούστου, δὲν μεταβάλλουσι τὰς βάσεις αὐτοῦ καὶ δὲν διορθώνουσι τὰ ἐλαττώματά του. Εἰσάγουσιν ὅμως ἕνα νέον παράγοντα τῆς λειτουργίας αὐτοῦ διὰ τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἐπιβλέψεως, ἣν θὰ ἐξασκῇ ἐπ’ αὐτῆς ἐπιτροπεία συγκειμένη ἐκ τῶν προξένων τῶν ἓξ Μ. Δυνάμεων. Ἡ ἐπίβλεψις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων πρὸς ἐφαρμογὴν πολιτεύματος φιλελευθέρου ἤθελεν εἶσθαι ἀληθὲς εὐεργέτημα, ἐὰν περιωρίζετο εἰς τὴν ἐγγύησιν τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς. Θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ ταύτην, ἔστω καὶ μετὰ τινων δυσκολιῶν καὶ χρονοτριβῶν. Ἡ διαρκὴς ὅμως ἐξακολούθησις τοῦ τοιούτου ἐλέγχου καθ’ ὅλην τὴν ἀνέλιξιν τοῦ Κρητικοῦ πολιτεύματος καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ ἀποτελεῖ νέον παράγοντα καὶ στοιχεῖον παρακωλύσεως τῆς ὁμαλῆς αὐτοῦ λειτουργίας καὶ ἀναπτύξεως. Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ἑκάστη τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἔχει ἴδια συμφέροντα καὶ ἰδίας βλέψεις καὶ ἐν Ἀνατολῇ καὶ ἐν Μεσογείῳ. Πάντα τὰ συγκρουόμενα ταῦτα συμφέροντα καὶ αἱ βλέψεις θ’ ἀντιπροσωπεύωνται ἐν τῇ ἐπιτροπείᾳ τῶν προξένων, ἥτις θέλει ἐξασκεῖ ἓν εἶδος ἐπικυριαρχίας ἐπὶ τῆς Κρήτης, διότι τὸ φιρμάνιον τοῦ Αὐγούστου ἱδρύει ἐν Κρήτῃ ἓν εἶδος συγκυριαρχίας (Condominium) τῶν Μεγάλων Δυνάμεων μετὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἡ Κρήτη μένει μὲν ἐπαρχία Ὀθωμανική, ἀλλὰ παύει τοῦ νὰ διοικῆται ἐκ μόνης τῆς θελήσεως καὶ τῆς κυριαρχίας τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους. Ἐπὶ τῆς κυριαρχίας αὐτῆς ἐπιτίθεται ἑτέρα κυριαρχία τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων. Παρεδέχθησαν οἱ Κρῆτες τὸ πολίτευμα τοῦτο, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ πράξωσιν ἄλλως. Ἡ ἀστοργία, ἣν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔδειξε πρὸς αὐτούς, ἡ σκολιὰ πολιτική, ἣν ἠκολούθησεν, ἔπεισεν αὐτούς, ὅτι δὲν ἠδύναντο ν’ ἀναμένωσιν οὐδαμόθεν ὑποστήριξίν τινα, ὅπως ἐπιτύχωσί τι κάλλιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡ Εὐρώπη τοῖς προσέφερεν. Εἰς τὴν θέσιν δὲ τὴν δυσχερῆ, εἰς ἣν εὑρίσκοντο, ἄνευ ἀσφαλείας τῆς ζωῆς καὶ περιουσίας αὐτῶν, καθημερινῶς καὶ μετὰ στερήσεων παλαίοντες, καὶ οὐδαμόθεν βοηθούμενοι, δὲν ἠδύναντο ἢ νὰ δεχθῶσι πᾶσαν πρότασιν, ἐξασφαλίζουσαν εἰς αὐτοὺς τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν των. Ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου τούτου πολιτεύματος τῆς Κρήτης δὲν θὰ παρουσιάσῃ ἐπηυξημένας δυσκολίας κατὰ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ. Θὰ παρουσιάσῃ δι’ ἡμᾶς ἓν μεγαλείτερον ἄτοπον. Τὸ νέον τοῦτο πολίτευμα ἀπομακρύνει τὴν Κρήτην τῆς Ἑλλάδος. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν περὶ τῶν αἰσθημάτων τοῦ λαοῦ τῆς Κρήτης· ἦσαν, εἶναι καὶ θὰ ἦναι Ἑλληνικώτατα. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἀρκῶσι ταῦτα, ὅπως εἰς τὸ μέλλον δυνηθῇ καὶ αὕτη νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἡ Κρήτη εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἰσχυροτέρων βραχιόνων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὁσάκις ἡ Κρήτη ἐκινεῖτο, τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὸν Ἑλληνισμὸν ἐλύοντο ἢ ἐλάμβανον πάντοτε τροπὴν ὑπὲρ αὐτοῦ. Ὁσάκις δυσχέρειαι ἢ δυσκολίαι ἐπαρουσιάζοντο ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ Τουρκίᾳ καὶ αἱ δυσχέρειαι αὗται ἠπείλουν τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ ἐξέγερσις ἢ ἡ ἀπειλὴ τῆς ἐγέρσεως τῆς Κρήτης ἤρκει νὰ ἐνισχύσῃ τοὺς ἐργαζομένους ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τούτων. Ἡ Κρήτη δὲ ἦτο μέχρι προχθὲς ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον ἐπήρειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Παρ’ αὐτοῦ ἀνέμενε καὶ ὁδηγίας καὶ ὑποστήριξιν. Τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἠδύνατο νὰ εὕρῃ πάντοτε ἐν Κρήτῃ δύναμιν ἀναμφισβήτητον καὶ ἰσχυρὰν, ὁσάκις ἤθελε νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα ἐν Ἀνατολῇ. Κατὰ τὸ νέον ὅμως πολίτευμα, ἡ Κρήτη παύει πλέον ν’ ἀποτελῇ ἕν ὅλον μετὰ τοῦ ἄλλου ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ. Δὲν ἀνήκει ἡ Κρήτη πλέον ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Τουρκίαν, καὶ δὲν συμμετέχει καθ’ ὅμοιον τρόπον τῶν τυχῶν τῶν ἄλλων Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν. Ἡ Κρήτη μένει ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ τίθεται συνάμα καὶ ὑπὸ τὴν ἐπικυριαρχίαν τῆς Εὐρώπης. Πᾶν κίνημα τῆς Κρήτης, τὸ ὁποῖον ἤθελε γείνῃ εἴτε αὐτοβούλως, εἴτε ἐκ θελήσεως τῆς Ἑλλάδος πρὸς ὑποστήριξιν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων, δὲν θὰ συναντᾷ ἐνώπιον αὐτοῦ τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν μόνον, ἀλλὰ θὰ συναντᾷ συνάμα καὶ τὰς ἓξ Δυνάμεις, αἵτινες ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν καὶ ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα νὰ διαχειρίζωνται καὶ αὐταὶ ἐξ ὑψηλοτέρας ἀπόψεως τὰ τῆς Κρήτης. Ἄστοργος καὶ ἐπιβλαβὴς διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἦτο ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης. Δὲν ἐξετίμησεν ἐπαρκῶς τὰς περιστάσεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐξειλίχθη τὸ ζήτημα τοῦτο, κακῶς δ’ ἐξετίμησε τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ κάκιστα ἐξυπηρέτησεν αὐτά. Καὶ ἐνῷ τοιαῦτά εἰσι τ’ ἀποτελέσματα τῆς πορείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, ὅταν αἱ περιστάσεις ἔφερον τὴν Κρήτην πλησιέστερον πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ καθίστων δυνατὴν τὴν ἀπόκτησιν ὑπὲρ αὐτῆς πληρεστέρας αὐτονομίας, διὰ τῆς πορείας καὶ τῆς πολιτικῆς αὑτῆς ἀπεμάκρυνε τὴν Κρήτην, ἐνῷ, λέγω, τοιαῦτα ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς πορείας αὐτῆς, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὄχι μόνον ἐξακολουθεῖ πιστεύουσα ὅτι ἐξεπλήρωσε τὰ καθήκοντα αὑτῆς πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν, ἀλλὰ νομίζει ὅτι πρέπει καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν αὐτὴν πολιτικὴν εἰς τὸ μέλλον! Νομίζει ὅτι καὶ ἀπέναντι τῶν συμφερόντων τῶν ἄλλων Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τὴν αὐτὴν ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ πορείαν. Νομίζει ὅτι φωτίζουσα τὰς Μεγάλας Δυνάμεις καὶ μένουσα εἰς τὴν θέσιν της μ’ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας ἀπέναντι τῶν γεγονότων, δύναται νὰ προασπίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν θέλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα τῶν διπλωματικῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῶν Δυνάμεων καὶ τὸ τῶν συμμαχιῶν αὐτῆς. Μήτε σκόπιμος, μήτε ἐπωφελὴς δύναται νὰ ἦναι τοιαύτη συζήτησις. Δὲν εἴμεθα ἐκ τῶν Κρατῶν ἐκείνων, ἅτινα δύνανται νὰ ἐκλέξωσι τὰς συμμαχίας αὑτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο, βεβαίως δὲν ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν, μήτε χρήσιμον, ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ἐπὶ τῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῶν ἄλλων Δυνάμεων εἶναι καθαρά· ὀφείλομεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ γνωρίζωμεν τὰς διαθέσεις καὶ τὴν πορείαν ἑκάστης τῶν Δυνάμεων ἐκείνων, αἵτινες λύουσι τὰ ζητήματα ἐν τῷ κόσμῳ. Γνωρίζοντες ἀκριβῶς καὶ μελετῶντες ταῦτα, ὀφείλομεν νὰ προσπαθῶμεν, ὅπως, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, συνδυάζωμεν τὰ συμφέροντα καὶ τὴν πορείαν ἡμῶν μετὰ τῆς πορείας τῶν Δυνάμεων, ὧν τὰ συμφέροντα δὲν ἀντίκεινται πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ παρὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνάμεθα ἐν πάσῃ δεδομένῃ περιπτώσει ν’ ἀναμένωμεν θετικὴν ὑποστήριξιν. Ἀλλὰ διὰ νὰ πράξωμεν τοῦτο, πρέπει νὰ καταστήσωμεν τὴν Ἑλλάδα Κράτος, τὸ ὁποῖον νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῶν Δυνάμεων τούτων. Πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς θέσιν δυναμένην νὰ πείσῃ τὰς Δυνάμεις ἐκείνας, μεθ’ ὧν τὰ συμφέροντα ἡμῶν δύνανται νὰ συνδυασθῶσιν, ὅτι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἐνεργήσωμέν τι ἐν πάσῃ στιγμῇ δράσεως. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχωμεν στρατὸν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ναυτικόν. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν στρατὸν καὶ ναυτικόν, ὅπως δράσωμεν ἡμεῖς μόνοι ἐν Ἀνατολῇ. Καὶ ἂν ἠδυνάμεθα νὰ κινήσωμεν τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα, ὀφείλομεν διὰ παντὸς τρόπου ν’ ἀποφύγωμεν τοῦτο, διότι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ λύσωμεν αὐτό. Ἀλλ’ ἂν ὀφείλωμεν νὰ μὴ κινήσωμεν ἡμεῖς τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν λύσιν αὐτοῦ ἐπωφελῆ δι’ ἡμᾶς καὶ διότι δύνανται νὰ διακινδυνεύσωσι μέγιστα τοῦ Ἑλληνισμοῦ συμφέροντα, ἂν, λέγω, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς διὰ πρωτοβουλίας ἡμῶν νὰ πράξωμεν τοῦτο, δυνάμεθα ἆρά γε νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐξέγερσιν τοῦ ζητήματος τούτου; Βεβαίως ὄχι. Εἴτε ἕνεκα ἐσωτερικῶν λόγων τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, εἴτε καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς συμπληρώσεως ἢ τῆς διασπάσεως τῆς ὁμοφωνίας τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα δύναται ν’ ἀνακινηθῇ προσεχῶς. Ἡ ἀνακίνησις δὲ τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος θέλει θέσει ἐν κινδύνῳ τὰ ζωτικώτερα καὶ τὰ μεγαλείτερα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐνῷ δὲ τὰ πράγματα παρουσιάζουσι τοιαύτην πιθανότητα, ἐνῷ τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη πάσης τῆς Εὐρώπης, ἐνῷ τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη πάντων ἡμῶν, προεξάρχοντος αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τί πράττομεν ἡμεῖς, ὅπως ληφθῶμεν ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῶν Δυνάμεων ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα, ἐν περιπτώσει λύσεως τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, θὰ συμπέσωσι μὲ τὰ συμφέροντα ἡμῶν; Ἐπίστευον καὶ ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύω, ὅτι ἐν τῷ ναυτικῷ ἡμῶν γίνεται τι σοβαρὸν, ὅτι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας ἐψηφίσαμεν κατὰ τὰς δύο παρελθούσας συνόδους, καὶ ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας θὰ ψηφίσωμεν κατὰ τὴν παροῦσαν, ἐκτελοῦνται ἐπωφελῶς καὶ σκοπίμως, καὶ ὅτι δὲν θ’ ἀκούσωμεν πλέον, ὅτι τὰ πλοῖα ἡμῶν δὲν δύνανται νὰ κινηθῶσιν ἀποτελεσματικῶς. Τὴν γνώμην ταύτην ἠδύνατο νὰ κλονήσῃ ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ θωρηκτὰ ἡμῶν δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν κατὰ τὸν Μάϊον νὰ πλεύσωσιν εἰς Κρήτην...
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ θωρηκτῶν δὲν εἶπον· περὶ «Μυκάλης» καὶ περὶ ὁπλιταγωγῶν καὶ τῶν ἄλλων πλοίων τοῦ στόλου, οὐχὶ τῶν θωρηκτῶν.
§86ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡμιλήσατε περὶ τοῦ στόλου ἡμῶν ἐν γένει, προσθέσαντες ὅτι ὑπάρχουσι πλοῖα μὴ δυνάμενα νὰ διανύσωσι πέντε μίλια τὴν ὥραν.
§87Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν;
§88ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὴν θεωρῶ ἀναγκαίαν, διότι ἐγὼ δὲν παρεδέχθην τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔκαμα τοιαύτην δήλωσιν.
§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τοῦ φόβου ὅτι τὰ πλοῖα τοῦ στόλου ἡμῶν δὲν ἔχουσι πλήρεις τοὺς λέβητας αὐτῶν...
§91Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν;
§92ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν θεωρῶ περιττὴν, διότι δὲν παραδέχομαι ὡς ἀκριβὲς τοῦτο, ἐλπίζω δὲ καὶ πιστεύω, ὅτι σκοπίμως ἐκτελοῦνται αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας ἐψηφίσαμεν, καὶ ὅτι γίνεται ἐν τῷ στόλῳ ἡμῶν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν, ὅπως ἀποβῇ οὗτος ἄξιος τῆς ἀποστολῆς του καὶ παραστήσῃ ἡμᾶς εὐπροσώπους εἰς τὰς ξένας Δυνάμεις. Εὔχομαι τοῦτο καὶ τὸ ἐλπίζω. Ἀλλ’ ἂν ἐν τῷ στόλῳ ἡμῶν γίνεται τι, τί γίνεται ὅμως ἐν τῷ στρατῷ ἡμῶν; Ὅστις ἀνέγνωσε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, ἐπείσθη ὅτι οὐδὲν ἀπολύτως γίνεται πρὸς βελτίωσιν αὐτοῦ. Μόνον ἴσως ἡ ἀγορὰ μουσικῶν ὀργάνων δύναται νὰ παρουσιασθῇ ὡς πρόσθετός τις ἀνάπτυξις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897. Πᾶσαι αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι καὶ δαπάναι καὶ πᾶσα ἡ ἄλλη δρᾶσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἡ αὐτή, οἵα καὶ κατὰ τὸ 1896...
§93Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δρᾶσις ἀπαιτεῖ χρήματα.
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὴ ἀνυπομονεῖτε... Ποία δὲ εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ τὸ ἀναπτύξωμεν. Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν ἔχει ἀνάγκην ὀργανισμοῦ ἐφαρμοσίμου καὶ ἐφαρμοζομένου. Γνωρίζομεν δ’ ἐπίσης, ὅτι ἦλθον ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχέδια περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐν πολλοῖς ἀντιφάσκοντα πρὸς ἄλληλα, καὶ ὅτι ἀπῆλθον ταῦτα, μὴ συζητηθέντα. Γνωστὴ εἶναι ἐπίσης ἡ ἀνάγκη, ὅπως διακριθῶσιν αἱ καθαρῶς στρατιωτικαὶ ὑπηρεσίαι καὶ ἀφοσιωθῇ εἰς αὐτὰς ὁ στρατὸς ἡμῶν, ἀνατιθεμένων εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἄλλως ὀργανουμένην, τῶν ἔργων τῆς ἐσωτερικῆς ἀσφαλείας, τῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν λοιπῶν ὑπηρεσιῶν, αἵτινες ἀποῤῥοφῶσι σήμερον τὸν στρατὸν καὶ τὸν ἀποτρέπουσι τοῦ προορισμοῦ του. Τοῦτο θ’ αὐξήσῃ τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν δαπάνας, καὶ βεβαίως χρειάζονται χρήματα. Ἀλλὰ Κυβέρνησις θέλουσα πράγματι νὰ παρουσιασθῇ εὐπρόσωπος ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν εἶσθαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προασπίσῃ τὰ ἐθνικὰ αὐτῆς συμφέροντα, δύναται νὰ εὕρῃ τὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀπαιτούμενα χρήματα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτου. Δὲν δύναται νὰ εὕρῃ ἐν αὐτῷ ὅσα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κερκύρας εἶπε, δέκα δηλ. ἑκατομμύρια καὶ πλέον, ἀλλὰ θὰ εὕρῃ ποσὸν ἀρκετόν, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ ὅσα πρέπει καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἀμέσως πρὸς βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Ἂν καταργήσωμεν τὰς δαπάνας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁριστικῶς δυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν ἄνευ οὐδεμιᾶς βλάβης τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, ἂν ἀναβάλωμεν τὰς δαπάνας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἄνευ βλάβης τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν, θέλομεν εὕρει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους τέσσαρα ἢ πέντε ἑκατομμύρια, ἅτινα δυνάμεθα ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ δαπανήσωμεν εἰς τὴν δυνατὴν βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Δὲν ἔχω σήμερον μόνον τὴν γνώμην ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δυνάμεθα ἀβλαβῶς νὰ ἐξεύρωμεν τοιαύτην ἐλάττωσιν δαπανῶν. Τὴν γνώμην ταύτην ἐξέφρασα ἐπανειλημμένως, καὶ ὡς Βουλευτής, μὲ μόνην τὴν βουλευτικὴν εὐθύνην, καὶ ὡς ὑπεύθυνον μέλος ἑτέρας Κυβερνήσεως. Ἔχω δ’ ἐπίσης τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν καταρτίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν κατὰ τρόπον πείθοντα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι τὸ χρῆμα, ὅπερ λαμβάνει παρ’ αὐτοῦ τὸ Κράτος, χρησιμοποιεῖται εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν πραγματικῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους καὶ οὐχὶ πρὸς θεραπείαν τῶν συμφερόντων τῆς συναλλαγῆς, ἂν πείσωμεν περὶ τούτου τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ καταρτισμοῦ σοβαροῦ καὶ εἰλικρινοῦς προϋπολογισμοῦ, οὐδεμίαν θὰ εὕρῃ τὸ Κράτος ἀντίδρασιν ἢ δυσκολίαν, ἐὰν ἐν περιπτώσει ἀπολύτου ἀνάγκης ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ θυσίας χάριν ὑψίστων ἐθνικῶν συμφερόντων. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀντιδρᾷ δικαίως εἰς τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς αὐτὸν δυσανάλογα βάρη, ὅταν γνωρίζῃ, ὅτι τὸ οὕτω παρ’ αὐτοῦ λαμβανόμενον χρῆμα πρόκειται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων ἀχρήστων καὶ μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίων δαπανῶν. Οὐδέποτε ὅμως διστάζει νὰ ὑποβληθῇ εἰς θυσίας καὶ ἐκ τοῦ ὑστερήματός του, ὅταν πείθηται ὅτι ἀπαιτεῖ τοῦτο ἡ ἐξυπηρέτησις μεγάλων ἐθνικῶν συμφερόντων. Τοιοῦτον καταρτίζοντες τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, θὰ καταστήσωμεν δυνατὴν τὴν βελτίωσιν τῆς φορολογίας ἡμῶν ἐπὶ βάσεων δικαιοτέρων καὶ κατὰ τρόπον δυνάμενον ν’ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω σήμερον ἕτερον ζήτημα, συνδεόμενον καὶ μὲ τὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ θέσιν τῆς Ἑλλάδος καὶ μὲ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων ἡμῶν πρὸς τοὺς δανειστὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Θὰ συζητήσωμεν τοῦτο ἐν εὐθέτῳ στιγμῇ, ὅτε θ’ ἀποδειχθῶσι τὰ σφάλματα, ἅτινα διεπράξατο ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, τοῦ ὁποίου ἡ λύσις δὲν παρουσιάζει ἀνυρπεβλήτους δυσκολίας, ἂν καλῶς δίδωμεν καὶ ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν, διὰ τῆς ὁποίας δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὴν κατὰ τρόπον μὴ θυσιάζοντα τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ μὴ παραβλάπτοντα τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῆς. Θεωρῶ ὅμως ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως ἀποκρούσω τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ μὴ συντέλεσις τοῦ συμβιβασμοῦ μὲ τοὺς δανειστὰς τοῦ Δημοσίου εἶναι θετικὸν ἐμπόδιον εἰς τὴν ἐπιδίωξιν τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, ἅτινα ἀπαιτεῖ ἡ βελτίωσις καὶ ἡ ἀνόρθωσις τῶν ἐσωτερικῶν ἡμῶν πραγμάτων καὶ τῆς στρατιωτικῆς προπαρασκευῆς τῆς χώρας, τῆς ἀναγκαίας διὰ τὴν προάσπισιν τῶν συμφερόντων αὐτῆς. Οὐδὲν τοιοῦτον ἐμπόδιον παρουσιάζει ἡ μὴ συντέλεσις τοῦ συμβιβασμοῦ. Πολλῆς ὠφελείας οἰκονομικῶς, μεγίστης δὲ πολιτικῶς, ἔσται ὁ κανονισμὸς τῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸ τῆς συντελέσεως αὐτοῦ οὐδὲν ἐμποδίζει ἡμᾶς, ὅπως ἐπιδιώξωμεν τὴν ἀνόρθωσιν τῶν ἐσωτερικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἀπ’ ἐναντίας καὶ ἡ ἀνόρθωσις αὐτῶν καὶ ἡ βελτίωσις καὶ ἐνίσχυσις τῆς θέσεως ἡμῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ δύναται νὰ διευκολύνῃ σπουδαίως τὴν συντέλεσιν τοῦ κανονισμοῦ τούτου. Ἡ γνώμη, ὅτι τὰ πράγματα, ὡς ἔχουσι σήμερον ἐν Ἀνατολῇ, καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ παρασκευασθῶμεν στρατιωτικῶς, δὲν εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐκφράζω ἐγὼ σήμερον, ἢ τὴν ὁποίαν ἐξέφρασαν ἄλλοι συνάδελφοι πρὸ ἐμοῦ καὶ θὰ ἐκφράσωσιν ἀκολούθως καὶ ἄλλοι· εἶναι γνώμη καὶ πόθος παντὸς Ἕλληνος. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, μὴ ἐξαιρουμένου μήτε αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐννοεῖ, ὅτι πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ προετοιμασθῇ ἐντὸς τοῦ μέτρου τῶν δυνάμεων καὶ τῶν μέσων αὐτῆς. Πᾶσα δ’ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, παραγνωρίζουσα τοῦτο καὶ μὴ πράττουσα ὅ,τι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὴν ἐκ τῶν πραγμάτων, παραβιάζει μέγα καθῆκον, καὶ θέτει ἐν κινδύνῳ οὐ μόνον τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐκτὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ὁ πόθος τῆς προετοιμασίας τῆς Ἑλλάδος, τὸν ὁποῖον αἰσθάνεται πᾶς Ἕλλην σήμερον, δὲν εἶναι μόνον πόθος αἰσθηματικὸς καὶ ἀκαδημαϊκός. Ὁ πόθος οὗτος, ὡς γνωρίζομεν πάντες, ἀποκρυσταλλοῦται καὶ λαμβάνει θετικωτέραν ὑπόστασιν ἐντὸς τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἐπιζητεῖ δὲ καὶ τείνει εἰς τὴν ἐξεύρεσιν ὀργανισμῶν, διὰ τῶν ὁποίων θ’ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις αὐτοῦ. Τοιοῦτος ὀργανισμὸς ἔδει νὰ ᾖ ἡ νόμιμος Κυβέρνησις τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὅταν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος βλέπῃ, ὅτι τοὺς πόθους αὐτοῦ παρορᾷ ἡ νόμιμος αὐτοῦ Κυβέρνησις, ἀναγκάζεται ἐξ αὐτῆς τῆς δυνάμεως τῶν πραγμάτων νὰ ἐπιζητήσῃ ἄλλους ὀργανισμούς, ἐπαγγελλομένους τὴν πραγματοποίησιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅταν τοιοῦτοι ὀργανισμοί, ἐκτὸς τῆς νομίμου Κυβερνήσεως μορφούμενοι, ἀποκτήσωσι τὴν ἰσχύν, ἣν δύναται νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς ἡ ἐπαγγελία τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ἐθνικῶν πόθων, ποῦ θὰ μείνῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις; Θὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὴν ἡ ἁπλῆ ἀπόλαυσις τῆς ἐξουσίας πρὸς παῦσιν καὶ διορισμὸν ὑπαλλήλων; Δυσκόλως δύναταί τις νὰ πιστεύσῃ τοῦτο. Οἱ ὀργανισμοί, οἱ ἐπὶ τῶν πόθων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους στηριζόμενοι καὶ ὀργανούμενοι ἐκτὸς τῆς νομίμου Κυβερνήσεως, θὰ ἔλθωσι φυσικῶς εἰς σύγκρουσιν πρὸς αὐτὴν ἅμα τῇ πρώτῃ παρουσιασθησομένῃ ἀντιδράσει. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Πάντες γνωρίζομεν καὶ ἀντιλαμβανόμεθα αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπέλθῃ τοιαύτη σύγκρουσις, ὀλέθριαι ἔσονται αἱ συνέπειαι καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἀντιπροσωπεία, διαβλέπουσα τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους γεννᾷ καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν ἡ πολιτική, ἣν ἐφαρμόζει ἡ Κυβέρνησις, πειθομένη δὲ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ τοιαύτη πολιτικὴ ἔφερεν ἐν Κρήτῃ, ἣν ἀπεμάκρυνεν ἀντὶ νὰ πλησιάσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὀφείλει νὰ αἰσθανθῇ, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὴν καθῆκον ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ εἰς τὰς πτέρυγας τῆς Βουλῆς θέσις ἑκάστου ἐξ ἡμῶν. Ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, ἄνευ κομματικοῦ πνεύματος, ἄνευ φατριαστικῆς ὀπισθοβουλίας, νὰ σκεφθῶμεν ὡς Ἕλληνες, νὰ σκεφθῶμεν ὡς ἔχοντες καθήκοντα καὶ πρὸς τὸ Βασίλειον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκομεν, καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν, τοῦ ὁποίου ἀποτελοῦμεν μέρος. Οὕτω σκεπτόμενοι, θέλομεν πεισθῆ, ὅτι ὀφείλομεν, ἀποδοκιμάζοντες τὰ γενόμενα, νὰ παρακωλύσωμεν τὴν ἐξακολούθησιν πολιτικῆς πορείας, ἥτις δύναται νὰ θέσῃ τὸν Ἑλληνισμὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ βαθμίδι τῶν παραγόντων τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§96ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὁ κ. Χατζόπουλος, ὁ κ. Σιμόπουλος καὶ ὁ κ. Στάης.
§98ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε.
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀναβάλλομεν, κύριε Πρόεδρε, δι’ αὔριον;
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως δι’ αὔριον. (Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 45′ μ. μ.