1896.11.16
2.283 στίχοι · 18.364 λέξεις · 96 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7
Τῆς 16 Νοεμβρίου 1896.
(Σάββατον)
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὅπως ἀναγγείλῃ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος. Προσεφώνησε τὴν Α. Μ. καὶ ἡ Α. Μ. ἀντεφώνησε. Θὰ ἀναγνωσθῇ καὶ ἡ προσφώνησις καὶ ἡ ἀντιφώνησις.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Προσφώνησις. «Μεγαλειότατε. «Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων λαμβάνει τὴν τιμὴν ν’ ἀγγείλῃ τῇ Ὑμετέρᾳ Μεγαλειότητι, ὅτι τὸ Σῶμα, κληθὲν εἰς ἔκτακτον Σύνοδον καὶ καταρτισθέν, ἐπελάβετο τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ τὸ Προεδρεῖον ὑποβάλλει, ἐν ὀνόματι τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, πρός τε τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα καὶ πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὴν Βασίλισσαν τὰς συγχαρητηρίους εὐχὰς τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῷ εὐτυχεῖ γεγονότι τῶν ἀῤῥαβώνων τῆς Α. Βασιλικῆς Ὑψηλότητος τῆς Βασιλόπαιδος Μαρίας μετὰ τοῦ Μεγάλου Δουκὸς Γεωργίου Μιχαήλοβιτς. Εὔχεται δὲ τὸ Προεδρεῖον, Βασιλεῦ, ὅπως ἡ θεία Πρόνοια σκέπῃ σύμπαντα τὸν Βασιλικὸν τῆς Ἑλλάδος Οἶκον.» Ἀντιφώνησις. «Μετὰ χαρᾶς βλέπω ἐνώπιόν Μου τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ σᾶς συγχαίρω ἐπὶ τῇ πρὸς ὑμᾶς ἐμπιστοσύνῃ αὐτῆς. Εὐχαριστῶν δὲ ὑμᾶς διὰ τὰς συγχαρητηρίους εὐχὰς, ἃς καὶ ἐξ ὀνόματος τῆς Βουλῆς μοὶ ἀπευθύνετε ἐπὶ τῷ εὐτυχεῖ γεγονότι τῆς μνηστείας τῆς θυγατρός Μου, σᾶς παρακαλῶ, ὅπως γίνητε διερμηνεῖς τῶν εὐχαριστιῶν τούτων ἐμοῦ καὶ τῆς Βασιλίσσης πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. «Εὔχομαι ὅπως ὁ Θεὸς σκέπῃ τὴν φίλην Πατρίδα καὶ εὐοδῇ τὰ ἔργα τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἰωάννης Τερέζης, ἀρχειοφύλαξ τοῦ Ἐφετείου, κάτοικος Ναυπλίου, ἀποστέλλει ἀναφορὰν κατὰ τοῦ Ν. Γουνελίδου, μοιράρχου διοικητοῦ τῆς Μοιραρχίας Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὡς παρανόμως συλλαβόντος καὶ κατακρατήσαντος αὐτόν. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Κάτοικοι Λευκίμμης τῆς Κερκύρας διὰ τηλεγραφήματός των παραπονοῦνται κατὰ τοῦ αὐτόθι ἀστυνόμου, ὡς ἀναιτίως ἐπιτεθέντος κατὰ τοῦ δημάρχου Λευκιμμαίων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§4Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ τῆς τακτικῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1897. Ὡσαύτως νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 113 τοῦ νόμου ᾼΦΚΗʹ περὶ στρατολογίας. Ὅμοιον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου ΧϞΕʹ περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν. Ὅμοιον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν νόμου ᾼΛΓʹ. Ὅμοιον περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς ἐξαγορὰν ὑποχρεώσεων καθυστερουμένων κληρωτῶν πρὸ τοῦ ἔτους 1894, συμπεριλαμβανομένου, ἀπογραφῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 45–49). Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§6ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔλαβε σήμερον ἐκ Φιλιατρῶν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκοινώθη καὶ εἰς ἐμέ, διαφόρων πολιτῶν, παραπονουμένων κατὰ τοῦ ἐν Κυπαρισσίᾳ Εἰσαγγελέως κ. Λυκουρέζου, καὶ τί διέταξεν ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου. Περὶ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου προτίθεμαι εἰς προσεχῆ τινα συνεδρίασιν νὰ κάμω λόγον ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἡ διαγωγὴ αὐτοῦ ἀποβαίνει λίαν σκανδαλώδης, καὶ φοβοῦμαι μήπως προέλθουν ἐκ τούτου πολλὰ δυστυχήματα εἰς τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω. Περιορίζομαι σήμερον νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν ὁ ὑπάλληλος οὗτος νὰ τοποθετηθῇ εἰς τὴν Τριφυλίαν, διότι ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶναι γέννημα καὶ θρέμμα μιᾶς τῶν πόλεων τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, τῆς πόλεως Φιλιατρῶν. Καὶ πρέπει τις νὰ ἑρμηνεύῃ πολὺ Ἰουδαϊκῶς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι κωλύεται νὰ ὑπηρετῇ εἰς ἐπαρχίαν τινὰ μόνον ὁ καταγόμενος ἐκ πατρὸς, οὐχὶ δὲ καὶ ὁ καταγόμενος ἐκ μητρός. Ὁ κ. Λυκουρέζος εἶναι υἱὸς γυναικὸς ἐκ Φιλιατρῶν. Καθὸ τοιοῦτος, ἔχει ἐκεῖ κτήματα, στενοὺς συγγενεῖς καὶ πολλοὺς φίλους, ἐκ τῶν πρώτων δὲ αὐτοῦ βημάτων ἐφάνη, ὅτι εἶναι διατεθειμένος νὰ ὑπηρετήσῃ οὐχὶ τόσον τὴν Δικαιοσύνην, ὅσον τὰς ἀδυναμίας καὶ τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τῶν συγγενῶν του, οἱ ὁποῖοι πολιτεύονται εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον. Ἔδωκε δὲ πολλὰς ἀφορμὰς, ἕνεκα τῶν ὁποίων διάφοροι πολῖται, ὑπὲρ τοὺς 100, ἀπηύθυναν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, κατηγοροῦντες αὐτὸν διὰ διαφόρους παρεκτροπὰς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀντὶ νὰ διατάξῃ δικαστικὴν ἀνάκρισιν ἐπὶ τῶν καταγγελλομένων πράξεων, ἠρκέσθη ν’ ἀποστείλῃ ἐκεῖ ἕνα ἐφέτην, ὅπως λάβῃ ἁπλᾶς πληροφορίας περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ Εἰσαγγελέως. Δὲν γνωρίζω ποίας ἐντυπώσεις ἀπεκόμισεν ὁ ἀποσταλεὶς ἐκεῖ ἐφέτης, οὔτε ποίας πληροφορίας ἔδωκεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἐὰν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον, ἦναι ἀκριβεῖς, ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐνήργησε τὴν ἀνάκρισιν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ εἰς φῶς τὴν ἀλήθειαν, διότι, καθ’ ἣν ἡμέραν μετέβη εἰς τὰ Φιλιατρὰ, τὸν παρηκολούθησεν ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ μετὰ τούτου φιλικῶς συνδεόμενος ἀνακριτὴς, καὶ ἔβαλον εἰς κίνησιν πάντας τοὺς ἐκεῖ εὑρισκομένους συγγενεῖς καὶ φίλους τοῦ κ. Λυκουρέζου, ὅταν δὲ ὁ ἐφέτης ἐτοποθετήθη εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Εἰρηνοδικείου, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἐξέτασιν, παρεκάθησεν εἰς παρακείμενον δωμάτιον καὶ ὁ ἀνακριτὴς, ὁ δὲ δικαστικὸς κλητὴρ, ὅστις ἐπεφορτίσθη νὰ καλῇ τὰ διάφορα πρόσωπα καὶ ὅστις εἶναι τυφλὸν ὄργανον τῶν συγγενῶν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἔλεγεν εἰς πολλοὺς ἐξ αὐτῶν, ὅτι ἐκτὸς τοῦ κ. ἐφέτου τοὺς ζητεῖ καὶ ὁ ἀνακριτὴς διὰ νὰ τοὺς ἐξετάσῃ, εἴτε ὡς κατηγορουμένους εἴτε ὡς μάρτυρας, δι’ ἄλλας ὑποθέσεις, ἐφρόντιζε δὲ, ὥστε οἱ προσερχόμενοι, πρὶν φθάσουν εἰς τὸν ἐφέτην, νὰ βλέπουν πρῶτον τὸν ἀνακριτήν. Τοιαύτη ἀνάκρισις μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἀνάκρισις, ἀλλὰ παρῳδία ἀνακρίσεως, καὶ θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ μὴ ἤθελε διαταχθῆ, διότι εἰς οὐδὲν ἄλλο συνετέλεσεν, εἰμὴ νὰ δοθῇ εἰς τὸν κόσμον ἐκεῖνον νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι καὶ οἱ ἀνώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι δὲν δίδουν πολλὴν προσοχὴν εἰς τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν, ὅταν ταῦτα δὲν ὑποστηρίζωνται ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας. Ἐν τούτοις ὁ κ. Λυκουρέζος, ἐνθαῤῥυνόμενος ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν ταύτην, ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει οἱ ἑκατὸν καὶ ἐπέκεινα πολῖται, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ δικηγόροι καὶ κτηματίαι καὶ ἔμποροι, καὶ τὴν ἐζήτησεν οὐχὶ βεβαίως διὰ νὰ τὴν ἀναγνώσῃ ἁπλῶς, ἀλλὰ διὰ νὰ καταδιώξῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν τόλμην νὰ τὴν ὑποβάλουν· ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἐπιθυμίαν του ταύτην, διότι, φαίνεται, ἠθέλησε νὰ διδάξῃ τοὺς πολίτας, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναφέρωνται κατὰ τῶν ὑπαλλήλων, ὅσον καὶ ἂν ἀδικῶνται, ἀλλ’ ὀφείλουν νὰ ὑπομένουν μὲ εὐλάβειαν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν ἀναφορὰν ταύτην, εἰσάγει, ὅπως διαλαμβάνει τὸ τηλεγράφημα, δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως, εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ὅλους τοὺς ὑπογράψαντας τὴν ἀναφορὰν ἐπὶ ἐξυβρίσει, ἐνῷ ἡ ἀναφορὰ περιεῖχεν ὡρισμένα γεγονότα, ὡρισμένας κατηγορίας, διὰ τὰς ὁποίας ἔπρεπεν, ὡς εἶπον, νὰ γενῇ τακτικὴ ἀνάκρισις, καὶ ἐὰν δὲν ἀπεδεικνύοντο αὗται, τότε νὰ κατηγορηθῶσιν ἐπὶ συκοφαντίᾳ. Ἀλλ’ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἐνόμισε συμφερώτερον νὰ χαρακτηρίσῃ πάντα τὰ γενόμενα ὡς ἐξύβρισιν καὶ δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως νὰ τοὺς φέρῃ εἰς τὸ ἀκροατήριον. Ἀφήνω τώρα εἰς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ φαντασθῇ, τί θὰ γείνῃ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον. Ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἵσταται Εἰσαγγελεὺς μὴ διακρινόμενος ἐπὶ μετριοπαθείᾳ, ὁ ὁποῖος ἄγεται ἀπὸ πάθος ἐκδικήσεως κατὰ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν τόλμην νὰ τὸν κατηγορήσουν ἐνώπιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ προτίθεται νὰ μεταχειρισθῇ κατ’ αὐτῶν ὅλην τὴν δύναμιν καὶ τὸν ὄγκον τῆς ἐξουσίας. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος εἶναι ἑκατὸν καὶ ἐπέκεινα πολῖται, οἱ ὁποῖοι σύρονται εἰς τὸ δικαστήριον καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ φυλακισθοῦν, διότι ἐτόλμησαν νὰ παραστήσουν εἰς τὴν Ἀρχὴν τὰς παρεκτροπὰς τοῦ Εἰσαγγελέως. Τὴν ἔκρυθμον ταύτην κατάστασιν παρακαλῶ πολὺ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς, ἐὰν συμφέρῃ εἰς τὴν Δικαιοσύνην καὶ ἂν συμβιβάζηται μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ διατηρῆται ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ ὡς Εἰσαγγελεὺς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον εἶναι ἐντόπιος, ὄχι μόνον ἔχει ἐκεῖ πολλοὺς συγγενεῖς καὶ πολλὰς σχέσεις, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος δὲν ἠδυνήθη νὰ τηρήσῃ τὴν ἀπαιτουμένην σοβαρότητα καὶ ἀμεροληψίαν. Ἐπὶ τέλους παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἐὰν ἔλαβε τὸ τηλεγράφημα καὶ τί ἔπραξε πρὸς ἀναστολὴν τῆς ὁρμῆς τοῦ ὑπαλλήλου του.
§7Φ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔλαβον τοιοῦτον τηλεγράφημα, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν συγγένειαν τοῦ Εἰσαγγελέως, πρώτην φορὰν ἀκούω ὅτι κατάγεται ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἐκεῖθεν.
§8ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ πιστεύω· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ τηλεγράφημα, τὸ καταθέτω.
§9ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐφέτου, τοῦ ἀποσταλέντος ἐκεῖ, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης· νὰ τυπωθῇ δὲ ἡ ἔκθεσις αὕτη καὶ νὰ διανεμηθῇ, διὰ νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλή, ἂν τὰ παράπονα τοῦ κ. συναδέλφου ἔχουν ὑπόστασιν ἢ ὄχι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, κατήρτισα τὰς εἰδικὰς ἐπιτροπείας, εἰς τὰς ὁποίας θὰ παραπεμφθῶσι τὰ τέσσαρα νομοσχέδια. Καὶ πρώτην εἰδικὴν ἐπιτροπείαν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμου, ἐκ τῶν κυρίων Ν. Βαλσαμάκη, Δ. Βότση, Δ. Βουλπιώτου, Δ. Καΐρη καὶ Ἀθαν. Παραμυθιώτου. Δευτέραν εἰδικὴν ἐπιτροπείαν, εἰς ἣν θὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως δικηγορικῶν συλλόγων, ἐκ τῶν κυρίων Θ. Πέῤῥου, Ι. Πετρίδου, Ι. Τσερτίδου, Ν. Τριανταφυλλάκου καὶ Γ. Φιλαρέτου. Τέλος εἰδικὴν ἐπιτροπείαν, εἰς ἣν θὰ παραπεμφθῶσι τὰ νομοσχέδια περὶ ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν καὶ περὶ συστάσεως γεωργικῶν σταθμῶν, ἐκ τῶν κυρίων Κ. Βαρατάση, Κίμ. Βελλίνη, Λ. Δεληγεώργη, Α. Παναγιωτοπούλου, Ι. Σέχου, Γ. Τυπάλδου Κοζάκη καὶ Δ. Χατζοπούλου.
§11ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ εἶμαι μέλος καὶ ἄλλης ἐπιτροπῆς, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἔχω καιρὸν νὰ λάβω μέρος καὶ εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπήν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ εὕρητε καιρόν· ἔχω πεποίθησιν. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ζητεῖ τις ἄλλος τὸν λόγον;
§13ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Πολλάκις μετὰ δυσαρεσκείας ἠναγκάσθην νὰ προβῶ εἰς παραστάσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν κατά τινων ἀστυνομιῶν τῆς ἐξοχῆς τῆς ἐπαρχίας Κερκύρας. Σήμερον ἀναγκάζομαι νὰ ποιήσωμαι λόγον καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, διότι τὴν στιγμὴν ταύτην ἔλαβον τηλεγράφημα διαφόρων πολιτῶν ἐκ τοῦ δήμου Λευκιμμαίων, ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτει, ὅτι ὁ ἀστυνόμος Λευκίμμης, ἐνῷ πολῖται ἡσύχως διεσκέδαζον, χάριν ἑνὸς γάμου, ὁ ὁποῖος ἔλαβε χώραν ἐκεῖ, ἐπενέβη αὐθαιρέτως, διετάραξε τὴν κοινὴν ἡσυχίαν καὶ ἤρξατο προβαίνων εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν συνᾴδουσι βεβαίως πρὸς τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα. Ὁ δήμαρχος Λευκίμμης, τυχαίως ἐκεῖ παρευρεθεὶς, ἐνόμισε καλὸν νὰ παρέμβῃ, ὅπως καθησυχάσῃ τὰ πράγματα, ἀλλ’ ὁ ἀστυνόμος ἐστράφη καὶ κατ’ αὐτοῦ, τὸν ἐξύβρισε καὶ προέτεινε κατ’ αὐτοῦ περίστροφον. Τοιουτοτρόπως, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν τῇ μικρᾷ ἐκείνῃ κοινωνίᾳ διεταράχθη ἡ τάξις, καὶ διεταράχθη ὑπ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐτέθη ὑπὸ τοῦ νόμου, ὅπως τηρῇ τὴν τάξιν. Πέποιθα ἑπομένως, ὅτι ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ λάβητε ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως ὁ ἀστυνόμος οὗτος τιμωρηθῇ δεόντως. Γινώσκω ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν θὰ δώσητε εἰς ἐμέ. Μήπως ἀπαγορεύετε, θὰ μοὶ εἴπητε, εἰς τοὺς προσβληθέντας πολίτας νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια; Ναὶ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἠξεύρητε, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐφάνη πάντοτε ἐπιεικὴς πρὸς τοὺς ἀστυνόμους καὶ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, διότι ὡρμήθη ἀπὸ τὴν ἰδέαν νὰ μὴ καταπέσῃ διὰ τῆς τιμωρίας τὸ γόητρον τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς. Ἡ ἰδέα βεβαίως αὕτη εἶναι ἐσφαλμένη, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐφάνη πάντοτε ἐπιεικὴς πρὸς ὅλα τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν κατ’ ἀστυνόμων καὶ ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ ἀστυνομίας, πιστεύω ὅτι εἶναι ὥρα πλέον, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ πεισθῶσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε δὲν ἐπείσθησαν, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ἁρμόζει εἰς ἐλεύθερον Κράτος, ὁποῖον εἶναι ἡ Ἑλλὰς (εὖγε!), ὅτι τὰ ἔργα τοῦ στρατοῦ εἶναι ὑψηλότερα ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων· ὁ προορισμὸς τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι βεβαίως νὰ ἀστυνομεύῃ, ὁ προορισμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἶναι ὑψηλὸς, καὶ ἡ ἐργασία του μεγάλη, ὡς ἐκ τῆς ἀποστολῆς του. Ἑπομένως πρέπει νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, συμμορφούμενοι δὲ καὶ ἡμεῖς οἱ ἐλεύθεροι Ἕλληνες πρὸς τὰ λοιπὰ ἐλεύθερα Κράτη, πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὸν θεσμὸν τοῦτον, ὃν εἰς οὐδὲν ἐλεύθερον Κράτος ἀπαντῶμεν. Τὰ ὀλίγα ταῦτα λέγω τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅταν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καθὰ ὑπεσχέθη, φέρῃ νομοσχέδιον, ὅπως καταργήσῃ τὸν θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας (εὖγε!).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλκιβιάδης Δεληγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§15ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶμαι ἐντεταλμένος παρὰ τῶν ἐκλογέων μου, ἵνα ζητήσω τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, διότι καὶ πολὺ καταθλιπτικὸς εἶναι καὶ ἄδικος. Καὶ καταθλιπτικὸς μὲν, ὡς γνωρίζετε, διότι ἡ βεβαίωσις γίνεται παρὰ τῶν ἁρμοδίων καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν σκανδαλωδῶς πλαστὴ, καθόσον πολλάκις ἐβεβαιώθησαν ποσὰ, τὰ ὁποῖα οὐδόλως εἶχον οἱ οἰνοπαραγωγοί· καίτοι δ’ οὗτοι κατέφυγον εἰς τὰ δικαστήρια, ταῦτα ἀπεφάνθησαν, ὅτι εἶναι ἀναρμόδια, ἵνα ἀποφανθῶσι περὶ τῆς πλαστότητος τῶν πρωτοκόλλων. Ἄδικος δὲ, διότι πολλάκις τὸ γλεῦκος πωλεῖται ἀντὶ δύο ἢ τριῶν λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, καὶ μάλιστα εἰς τὴν Τρίπολιν καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα μέρη, ἐνῷ ὁ νόμιμος φόρος εἶναι 2 4/10 κατ’ ὀκᾶν, ὥστε εἰς τοὺς οἰνοπαραγωγοὺς οὐδεμία ὠφέλεια μένει διὰ τὸ καταβληθὲν παρ’ αὐτῶν κεφάλαιον, τὴν ἀξίαν τοῦ ἀγροῦ, ἐμφύτευσιν, ἀνάπτυξιν καὶ καλλιέργειαν, θείωσιν, τρυγητὸν καὶ ἔκθλιψιν, τὰ ὁποῖα καταβάλλουσιν. Ἑπομένως ἐργάζονται διὰ τὸ Δημόσιον καὶ τοὺς ἐνοικιαστάς. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, Κύριοι, ὁ οἶνος εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν σταφιδαμπέλων, καθόσον ἄνευ οἴνου εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ καλλιέργεια, διότι ὁ ἐργάτης προτιμᾷ τὸν οἶνον μᾶλλον ἢ τὴν ἄλλην τροφήν. Λοιπὸν καιρὸς εἶναι νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος οὗτος, καθόσον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν τελευταίων Βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἐβεβαίωσεν ὅτι θέλει ζητήσει τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, καὶ ἀπορῶ, πῶς εἰς τὸν εἰσηγητήριον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ λόγον του εἶπεν, ὅτι δὲν καταργεῖ αὐτὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ τὸ ὑπάρχον σύστημα δι’ ἄλλου συστήματος, ἵνα καὶ οἱ οἰνοπαραγωγοὶ μὴ ἀδικῶνται καὶ τὸ Δημόσιον μὴ ζημιῶται· διότι ἐκ τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραττομένων ὑπερόγκων ποσῶν ἐκ φόρων τοῦ οἴνου δὲν ὠφελεῖται τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ οἱ ἐνοικιασταί, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν ἀνώτεροι τῶν σπαήδων τῆς Τουρκίας καὶ τυραννοῦσι τοὺς οἰνοπαραγωγοὺς, καὶ ἕνεκα τῆς καταστάσεως ταύτης πολλοὶ ἐκ τῶν οἰνοπαραγωγῶν κατηγγέλθησαν, ὅτι ἀντέστησαν κατὰ τὴν βεβαίωσιν, καὶ ἐτιμωρήθησαν παρὰ τῶν δικαστηρίων. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, καὶ διότι οἱ ἐκλογεῖς μου ἐπέβαλον εἰς ἐμὲ τοῦτο, νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τοῦ οἴνου. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομίζῃ ὅτι τὸ τοιοῦτον βλάπτει εἰς τὸν συμβιβασμόν, ὡς ἰσχυρίσθη, δύναται νὰ φέρῃ ἄλλο σύστημα φορολογίας τοῦ οἴνου ὁμαλὸν καὶ δίκαιον. Καταθέτω τὸ νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναγράψῃ τοῦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι εἶναι ἐκ τῶν κατεπειγόντων νομοσχεδίων, ὅπως ψηφισθῇ, καθόσον ἐντὸς ὀλίγου θέλει γείνῃ ἡ ἐνοικίασις τῶν οἴνων καὶ θέλει ἐξακολουθήσει ἡ αὐτὴ κατάστασις ὡς πρὸς τοὺς οἰνοπαραγωγούς, οἷα καὶ εἰς τὰ προηγούμενα ἔτη.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 50).
§17ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§18ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπείγουσα καὶ ἀνεπίδεκτος ἀναβολῆς ἡ μεταβολὴ τῆς κρατούσης φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου. Δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, ὅτι ἡ φορολογία τοῦ οἴνου εἶναι ἡ ἐπαχθεστέρα τῶν φορολογιῶν. Εἶναι φορολογία, ἡ ὁποία ἄρδην ἀνατρέπει πᾶσαν τὴν παραγωγὴν τῆς ἀμπέλου, καὶ κατέστησε δυσχερεστάτην τὴν κατάστασιν τῶν ἀμπελοκτημόνων. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει τις ἐκπροσωπῶν ἀμπελοφόρον ἐπαρχίαν, ὁ ὁποῖος δὲν ἀντελήφθη ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ ἐλαττώματα τῆς φορολογίας ταύτης. Φρονῶ δὲ πεποιθότως, ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα δικαιολογία, ὅτι δὲν πρέπει τὸ παράπαν νὰ θιχθῶσι τὰ τῆς φορολογίας ἡμῶν ἐν ὅσῳ ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῶν δανειστῶν, εἶναι οὐχὶ ἀποχρῶσα. Αὐτὴ δὲ αὕτη ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία προέβαλλε τὸ δικαιολόγημα τοῦτο, ἐν ἄλλοις τὸ παρεβίασε, διότι καὶ τὰ δασμολογικὰ καὶ τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη μετεβλήθησαν, καὶ ἄλλα ἔσοδα, ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὑπεβλήθησαν εἰς μειώσεις. Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν ἀποχρῶσαν τὴν δικαιολογίαν, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀκόμη ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ, ὀφείλουσι πάντες οἱ παράγοντες οἶνον νὰ ὑποβάλλωνται εἰς αὐτὴν τὴν ἄνισον, τὴν ἄδικον, τὴν καταθλιπτικὴν φορολογίαν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ ζημιωθῇ ποσόν τι τὸ Δημόσιον, δὲν ἔπρεπε νὰ σταματήσωμεν πρὸ τούτου, διότι ἦτο δυνατὸν ἀλλαχόθεν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο νὰ ἀναπληρωθῇ· ἀλλὰ ἀφοῦ ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἀντικατάστασις τῆς φορολογίας διὰ συστήματος ἄλλου, ἧττον καταθλιπτικοῦ, ὑποσχομένου δὲ αὐτὴν ταύτην τὴν πρόσοδον τοῦ Δημοσίου ἀκεραίαν, δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ ἀναβάλλωμεν τὴν περὶ τούτου ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Πάντες ἐξέφρασαν τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει ἐν τῷ θέματι τοῦ συμβιβασμοῦ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἡμᾶς ὁ ξενικὸς ἔλεγχος· ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔλεγχος αὐστηρότερος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἀσκοῦσι σήμερον ἐφ’ ἡμᾶς οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὁμολογιούχων, ἐπιβάλλοντες εἰς ἡμᾶς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναβάλλωμεν οἱανδήποτε μεταῤῥύθμισιν τῆς φορολογίας ἡμῶν. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ τις ἀντίῤῥησις ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη δὲν ἐκανόνισαν τὰς μεθ’ ἡμῶν σχέσεις των, διότι ἡμεῖς πρόκειται νὰ διαῤῥυθμίσωμεν ἐπὶ τὸ κρεῖττον τὰ τῆς φορολογίας ἡμῶν. Ἐγὼ μάλιστα νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς, τὰ τῆς φορολογίας ἡμῶν νὰ διαῤῥυθμίσωμεν πρὶν ἢ ἀκόμη συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμὸς, διότι, ἐὰν ἐπιχειρήσωμεν μετὰ τοῦτον τὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς φορολογίας ἡμῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῇ εἰς αὐτοὺς ὑπόνοια, ὅτι ἐπιχειροῦμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔσοδα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἀνελάβομεν ὡρισμένας ἀπέναντι αὐτῶν ὑποχρεώσεις. Ὑπεβλήθησαν πρὸς τοῦτο νομοσχέδια παρὰ διαφόρων Βουλευτῶν, καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων συναδέλφου, καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας συναδέλφου, ὑπεβλήθη δὲ καὶ ὑπ’ ἐμοῦ κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον τῆς παρούσης περιόδου νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῆς κρατούσης φορολογίας διὰ τοῦ συστήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας· συνώδευσα δὲ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου δι’ εἰσηγητηρίου ἀγορεύσεως, δι’ ἧς νομίζω, ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ μειωθῶσι τὸ παράπαν τὰ τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου εἰσοδήματα. Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ ὅσα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, περιηγούμενος τὰς διαφόρους τῆς Ἑλλάδος ἐπαρχίας, ἐπηγγείλατο πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, ὑποσχόμενος τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ κρατοῦντος φορολογικοῦ συστήματος οὐ μόνον ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπὶ τῶν ζώων· ἀρκοῦμαι μόνον εἰς τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπανέλαβεν, ὅτι ἔχει δυσμενεστάτην τὴν γνώμην περὶ τῆς κρατούσης ἐπὶ τοῦ οἴνου φορολογίας, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τολμήσῃ οἱανδήποτε τῆς ὑφισταμένης φορολογίας μεταῤῥύθμισιν, λόγῳ ὅτι ὑπάρχει ἀκόμη ἐκκρεμὴς ὁ συμβιβασμός. Ὅταν ὅμως ἐκ τῆς μελέτης τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν θὰ μειωθῶσι τὸ παράπαν τὰ τοῦ Δημοσίου ἔσοδα, δὲν βλέπω τὸν λόγον, οὗ ἕνεκεν ὀφείλομεν νὰ μὴ βελτιώσωμεν ἕνα φόρον, ὁ ὁποῖος ἀπεδείχθη καταθλιπτικός, ἄδικος καὶ ἄνισος ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Λαμβάνω λοιπὸν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως τὰ νομοσχέδια, τὰ περὶ τοῦ θέματος τούτου ὑποβληθέντα, ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ ἀναγραφῶσι πρῶτα, ἵνα ἐπιληφθῇ Βουλὴ τοῦ θέματος τούτου καὶ οὕτω ἀπαλλάξωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπὸ τῆς ἐπαχθοῦς καὶ βαρβάρου φορολογίας.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν εὔγλωττον ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἀφορμὴν ἔδωκεν ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης, τοῦ κ. Δεληγιάννη. Ἀλλ’ ὑπέθετον ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ἀνταποκρινόμενος εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἀξιοῖ νὰ ἔχῃ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἤθελεν ἀναβάλει νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῆς εὐγλωττίας του ἐν τῷ χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ τάξις τῶν συζητήσεων δίδει εἰς ἕκαστον τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν προτεινομένων μέτρων. Σήμερον ὅμως ἐπρόκειτο νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὡς παραπέμπονται πάντα τὰ νομοσχέδια, κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἢ ἂν πρέπῃ ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ὅτε ἔμελλε νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Δὲν εἶχε προταθῆ πρὸς συζήτησιν ἡ οὐσία τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, διότι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ διχογνωμῶν. Ἐὰν ἤθελεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν τὰς γνώμας του περὶ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, ὑποθέτω ὅτι εἶχε πᾶσαν εὐκαιρίαν πρὸς τοῦτο, καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐντεῦθεν, ὅταν ἤθελε συζητηθῆ ἡ οὐσία τοῦ νόμου· ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος δυσφορεῖ τὰ μάλιστα διὰ τὰς καταπιέσεις, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἔσπευσε νὰ ἀγορεύσῃ σήμερον ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἐπὶ τῆς οὐσίας εἰς ἐμὲ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀγορεύσω· ἀγορεύω μόνον ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης, ὁ ὁποῖος ἐζήτησεν, ἵνα τὸ νομοσχέδιόν του ἀναγραφῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ συζητηθῇ, καὶ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης, αἱ ὁποῖαι ἐφαρμόζονται ἐπὶ πάντων τῶν νομοσχεδίων, κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται καὶ περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπέβαλον κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον τῆς Βουλῆς, καὶ περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, καὶ περὶ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης. Περὶ πάντων τούτων εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφασισθῇ, ἐὰν θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν, ἢ ἐὰν θ’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἀφοῦ τὰ νομοσχέδια δὲν ἀνεγράφησαν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ Βουλὴ ἐρωτᾶται μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς, ἢ πρὸ αὐτῆς, ἐὰν πρέπῃ νὰ παραπέμψῃ τὴν πρότασιν νόμου εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν. Ἑπομένως δέον νὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἀναγραφὴν τῶν περὶ ὧν πρόκειται προτάσεων νόμου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναγραφῶσι.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ παντὸς θὰ τυπωθῶσι.
§25Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἰδικόν μου καὶ τὸ τοῦ κ. Σιμοπούλου εἶναι τυπωμένα καὶ διανεμημένα ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου, κατὰ δὲ τὸν Κανονισμὸν, πᾶσα πρότασις νόμου ἀναγράφεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μετὰ παρέλευσιν 24 ὡρῶν ἀπὸ τῆς διανομῆς.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Ὁ κ. Χατζηπέτρος ἔχει τὸν λόγον.
§27ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Σπουδαῖον ζήτημα, κ. Πρόεδρε, ἀπασχολεῖ ἐπὶ πολὺ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν τύπον. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἡ ἕνωσις τῶν τροχιοδρόμων ἐν Νέῳ Φαλήρῳ, καὶ εἶναι ζήτημα συγκοινωνίας σπουδαιότατον. Ἡ ἑταιρία τῶν τροχιοδρόμων, καταβαλοῦσα πολλὰ χρήματα ἐν τῷ τόπῳ, νομίζω ὅτι δικαιοῦται καὶ ἐκ τοῦ νόμου νὰ ζητήσῃ τὴν ἕνωσιν τῶν γραμμῶν αὐτῶν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος, ἐπιφυλασσόμενος νὰ τὸ πράξω βραδύτερον, ὅτε θέλουσι κατατεθῆ τὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ ὑποβάλλω ἐπερώτησιν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἕνωσιν τῆς γραμμῆς τῶν τροχιοδρόμων ἐν Νέῳ Φαλήρῳ, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐν Νέῳ Φαλήρῳ δημοσία ὁδὸς, συντηρουμένη δαπάναις τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐὰν ἡ παραλία ἀνήκῃ εἰς τὸ Δημόσιον ἢ εἰς ἰδιώτας. Τὴν ἐπερώτησίν μου καταθέτω καὶ ἐγγράφως, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψει καὶ νὰ ἀπαντήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον.
§28Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ ἐγὼ, σχετικῶς τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἐκ Τρικκάλων συναδέλφου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ ἅπαντα τὰ σχετικὰ καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἡ ἑταιρία τῶν τροχιοδρόμων ἐξετέλεσεν ἁπάσας τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς, ὡς ὤφειλε, κατὰ τὴν συναφθεῖσαν σύμβασιν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως· ἐὰν δὲ δὲν ἐξετέλεσε τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας καθ’ ὁλοκληρίαν, τὸν παρακαλῶ νὰ ἐφαρμόσῃ ἐναντίον αὐτῆς ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, διότι πᾶσα ἑταιρία, ὡς εἶπον καὶ χθὲς καὶ ἄλλοτε, ἀναλαμβάνουσα οἱασδήποτε ὑποχρεώσεις πρὸς τὸ Κράτος, ὀφείλει νὰ ἐκπληρώνῃ ἅπαντας τοὺς ὅρους αὐτῶν μέχρις ἑνός. Ἐὰν δὲ τοῦτο πάντοτε ἐζητήσαμεν ἀπὸ Ἕλληνας ἐργολάβους, πολλῷ μᾶλλον πρέπει νὰ τὸ ζητήσωμεν ἀπὸ τοὺς ἀλλοδαποὺς οἱ ὁποῖοι ἔρχονται εἰς τὸν τόπον μας καὶ ἐκμεταλλεύονται αὐτόν. Βεβαίως καταβάλλουσι κεφάλαια, ἀλλὰ καταβάλλουσι ταῦτα ἐπὶ προσδοκίᾳ κέρδους, μεγαλειτέρου ἢ μικροτέρου, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων. Νομίζω δ’ ὅτι ἡ ἑταιρία τῶν τροχιοδρόμων ὀφείλει πρὸ παντὸς νὰ συμπληρώσῃ ἁπάσας τὰς γραμμὰς καὶ ἐκτελέσῃ πάσας τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς. Προστίθημι δ’ ἐπὶ πλέον καὶ μίαν ἄλλην ἐρώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Διὰ τίνος ἀδείας ἡ ἑταιρία τῶν τροχιοδρόμων προβαίνει καθ’ ἑκάστην εἰς διπλασιασμὸν γραμμῶν; Αὕτη, ὡς γνωρίζω, ἐνεργεῖ διακλαδώσεις τῶν γραμμῶν αὐτῆς ἄνευ ἀποφάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἀπὸ τοῦ Πανεπιστημίου ἡ πρὸς τοὺς Ἀμπελοκήπους γραμμὴ στραφεῖσα ἠκολούθησε τὴν ὁδὸν Ἀκαδημίας καὶ ἔπειτα ἐστράφη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, χωρὶς πρὸς τοῦτο νὰ ἐκδοθῇ νόμος προηγουμένως. Ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ πρὸ παντὸς ἡ γνώμη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διότι κατὰ τὸν περὶ δήμων νόμον «αἱ ὁδοὶ καὶ αἱ πλατεῖαι μετὰ τὸν χαρακτηρισμόν των θεωροῦνται ἀναφαίρετα κτήματα τῶν δήμων καὶ δὲν διατίθενται ἢ διὰ πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου». Ἑπομένως πρὸ παντὸς φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἔπειτα νὰ ζητηθῇ ἡ κύρωσις τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον παρελείφθη κατὰ τὰς διαφόρους ἐποχάς. Νῦν δὲ παρατηρῶ μίαν τακτικὴν, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖται παρὰ τῆς ἑταιρίας τῶν τροχιοδρόμων· ἐνῷ ἡ γραμμὴ τῆς ὁδοῦ Πατησίων ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἁπλῆ, ἐγένετο κατὰ τὰ δύο τρίτα διπλῆ· ἐνῷ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σταδίου ἦτο μία διασταύρωσις, ἐγένοντο ἤδη δύο διασταυρώσεις, καὶ ἀπὸ μικρῶν μεγεθύνονται καθ’ ἑκάστην, καὶ τόσα ἄλλα, τὰ ὁποῖα παραλείπω. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συμπληρώσῃ διὰ τούτων τὰς ζητηθείσας παρὰ τοῦ προλαλήσαντος πληροφορίας, τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§29ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως προσαγάγῃ πίνακα τῶν ὑπαλλήλων τῶν διωρισμένων ἐπὶ τῶν ὑδραυλικῶν Μεσσήνης καὶ μισθοδοτουμένων ἐξ αὐτῶν, ποῖοι καὶ πόσοι εἶναι, καὶ πόσον μισθὸν ἕκαστος λαμβάνει, διότι τοῦτο πολὺ ἐνδιαφέρει τοὺς Μεσσηνίους, καθόσον εἰς τὰ ὑδραυλικὰ Μεσσήνης οὐδεμία ἐργασία γίνεται, ἐνῷ πληρόνονται πολλοὶ ὑπάλληλοι, ὡς μανθάνω, ἐκ τοῦ ταμείου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον, ὡς φαίνεται, ἐχρησίμευσε καὶ χρησιμεύει διὰ διορισμὸν ὑπαλλήλων ἄνευ ἐργασίας.
§30ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους ὑπαρχόντων ἐξωφλημένων ἐνταλμάτων διὰ μισθοὺς προσωπικοῦ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖαι, ἵνα μετ’ ἐπιγνώσεως ἐπιψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα πῶς διετέθη εἰς τοὺς δήμους τοῦ Κράτους ἡ χορηγία τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν.
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον.
§32ΣΤΑΗΣ. Καὶ τὸ πρῶτον δύναμαι νὰ εἴπω, ἀξιότιμε συνάδελφε, ὅτι εἶναι σπουδαιότατον, διότι εἰς τὴν κατάστασιν τῶν ταμείων, τὴν δημοσιευομένην σήμερον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἀναφέρεται ποσὸν ὡς ὑπάρχον ἐν τοῖς ταμείοις, τὸ ὁποῖον πράγματι δὲν ὑπάρχει, διότι αἱ ἀποδείξεις τοῦ προσωπικοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον σήμερον εὑρίσκονται ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους ὡς μετρητὰ, ἐνῷ πράγματι ἔχει πληρωθῆ τὸ ἀντίτιμον εἰς τοὺς δικαιούχους, κρατοῦνται δὲ αἱ ἀποδείξεις τῶν λειτουργῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως εἰς χρέωσιν τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι ἴσως δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ καταβάλωσι τὸ ἀντίτιμον εἰς τὸ Δημόσιον, ἑπομένως εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον νὰ γνωρίζωμεν πόσον εἶναι τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους καὶ ἀντιπροσωπεύεται διὰ τῶν ἀποδείξεων τῶν λειτουργῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Συμφώνως δὲ μὲ τὸν Κανονισμὸν, ὑποβάλλω ἐγγράφως τὰς δύο ταύτας ἐπερωτήσεις. Παρακαλῶ ὅμως τοὺς ἀξιοτίμους Ὑπουργοὺς νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ καταθέσωσι τὰς ζητουμένας πληροφορίας ἐγκαίρως.
§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Γενικώτερον νομίζω, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, ἂν ἡ Βουλὴ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς πίνακα, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ σημειῶται κατὰ δήμους τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1896: αʹ) ποῖα τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἔσοδα ἑκάστου δήμου· βʹ) ποῖον τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ ἑνὸς προσθέτου ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, διότι πολλοὶ δῆμοι ἐψήφισαν τὸ ἓν τοῦτο ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν· γʹ) ποῖον τὸ ἀναγεγραμμένον ποσὸν ἐξόδων ἑκάστου δήμου, καὶ ἐκ τῶν ἐξόδων τούτων ποῖον ποσὸν ὁρίζεται διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν καὶ ποῖον ποσὸν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Φρονῶ ὅτι τοιουτοτρόπως θὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ τὴν εἰκόνα τῆς καταστάσεως τῶν δήμων μετὰ τὴν λειτουργίαν τῶν δύο τούτων νόμων. Ἤθελον ἐπίσης παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ ὑποβάλῃ πίνακα τῶν λειτουργούντων σήμερον δημοτικῶν σχολείων ἑκάστης κατηγορίας καὶ τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι διωρισμένον εἰς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν, διότι ἔχω ἀφορμὰς νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν ὅλοις ὁ νόμιμος ἀριθμὸς, ἀλλ’ ὑπάρχει εἴς τινα ἐξ αὐτῶν ὑπέρβασις, εἰς ἄλλα δ’ ἔλλειψις τοῦ πρέποντος ἀριθμοῦ διδασκάλων.
§34ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ, ὡς καὶ τὴν συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν τῶν ἀναγκαίων κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου συναδέλφου. Πάντες, ὅσοι ἔχετε ἀφορμὴν ἐκ τῶν συναδέλφων νὰ μελετήσητε τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν δήμων, γινώσκετε, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν δήμων δὲν δύνανται, ἀφ’ ἧς ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ὁ νέος περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως νόμος, νὰ διαθέσωσιν ἐκ τοῦ ταμείου των οὐδὲν λεπτὸν, τοῦτο δὲ, διότι οὐδεμία ἐργασία ἐγένετο, ἵνα οἱ ἁρμόδιοι γινώσκωσι τὸ ποσὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ ἐπιχορηγήσῃ εἰς ἕκαστον δῆμον. Μέχρι τοῦδε αἱ πληρωμαὶ τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων καὶ δημοδιδασκαλισσῶν γίνονται παρὰ τῶν ἁρμοδίων ταμείων συνεπείᾳ τοῦ ληφθέντος νομοθετικοῦ μέτρου, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς λογαριασμός, ὁπόσον ἐκ τῶν πληρωθέντων ἐπιβαρύνει τοὺς δήμους καὶ ὁπόσον ἐκ τούτων ἐπιβαρύνει τὸ Δημόσιον. Ὡς ἄμεσον συμπέρασμα τῆς καταστάσεως ταύτης ὑπῆρξεν, ὅπου ὑπάρχουσιν ἄποροι δῆμοι, οἱ ταμίαι νὰ ἀρνῶνται τὴν ἀπόδοσιν τῶν ὑπ’ αὐτῶν εἰσπραττομένων δημοτικῶν φόρων. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ὑπάρχουσι δῆμοι, οἱ πλείονες ἴσως, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν ὑπὸ τῶν δημοσίων ταμείων εἰσπραττομένων φόρων δὲν ἔλαβον οὐδὲ λεπτὸν, καὶ εὑρίσκονται οὕτως ἐν καθυστερήσει οἱ μισθοὶ τῶν δημάρχων, τῶν γραμματέων καὶ τῶν κλητήρων. Οἱ ταμίαι λέγουσι πρὸς τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας, ὅτι εἰσέτι δὲν ἐγένετο λογαριασμὸς, διὰ νὰ ἴδωσιν ἐὰν ὀφείλῃ τι τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων νὰ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς δήμους. Ὑπάρχει ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ ἡ σύγχυσις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀρθῇ, καὶ θὰ ἀρθῇ, ἐὰν γείνῃ γνωστὸν, ὁπόσα τὰ δημοτικὰ ἔσοδα, τὰ προωρισμένα εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν δημοδιδασκάλων καὶ δημοδιδασκαλισσῶν, ἐὰν ἐγένετο αὔξησις τοῦ δασμοῦ τῶν ὠνίων ἢ ἄλλων ἀμέσων φόρων, συνεπείᾳ τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως· πρέπει ὅμως πρὸ παντὸς νὰ ληφθῶσι τοιαῦτα μέτρα ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, ὥστε νὰ γινώσκῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἡ Βουλή, ἐὰν τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ἐξ 1,500,000 διὰ τὸ 1896 καὶ 2,000,000 διὰ τὸ 1897 διετέθη, καὶ κατὰ τίνα τρόπον, τίνες εἶναι οἱ ἄποροι δῆμοι, καὶ τίνες οἱ εὔποροι, διότι σήμερον οἱ μικροὶ, οἱ ἄποροι δῆμοι, εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν ἐντελῶς ἀπεγνωσμένην.
§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπεξηγῶν λέγω, ὅτι 1% ἐζήτησα νὰ σημειωθῇ ἐν τῷ πίνακι τούτῳ, διότι, κατά τινα ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τὰ δημοτικὰ ταμεῖα τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπεφάσισαν νὰ ἐπιβάλωσι τὸ 1%, δὲν δικαιοῦνται εἰς τὴν ἐπιχορήγησιν τοῦ Κράτους· αὐτοὶ δὲ οἱ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν δικαιοῦνται, εἶναι ἀκριβῶς οἱ πενέστεροι τῶν δήμων καὶ οἱ περισσότεροι.
§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως μετέβαλεν ὄχι μόνον τὰ τῆς ἐπιτηρήσεως καὶ μερίμνης τῆς Πολιτείας ἐπὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἀλλὰ καὶ τὸ οἰκονομικὸν μέρος τῆς νομοθεσίας ὡς πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν· ἐπειδὴ δ’ ἐφάνη εἰς ἡμᾶς, ὅτι, ὡς εἶχον νομοθετηθῆ τὰ οἰκονομικὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἦσαν ἐντελῶς σύμφωνα μὲ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις, διὰ τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προεβάλομεν, καὶ τὸ ὁποῖον τώρα εἶναι νόμος, εἰσηγάγομεν ἄλλο σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφάνη εἰς ἡμᾶς προσφορώτερον πρὸς τὴν ἐν γένει νομοθεσίαν, τὴν κανονίζουσαν τὰ τῆς διοικήσεως τῶν δήμων. Τὸ σύστημα εἶναι ὀλίγῳ πολύπλοκον, ἀλλ’ εἶναι εὐκρινὲς καὶ καταληπτὸν εἰς πάντα, ὅστις ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ μελετήσῃ τὸν νόμον κατὰ τὸ μέρος αὐτοῦ τοῦτο. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου, οἱ δῆμοι συμφώνως μὲ τὸ πολίτευμα, ὑπέχουσι τὰ βάρη τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ δαπανῶσι δι’ αὐτήν. Ἑπομένως ἕκαστος δῆμος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτοῦ περιλαμβάνει τὴν πίστωσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τὰ μέσα αὐτοῦ ἐπιτρέπουσιν· ὅταν δὲ τὰ ὑπάρχοντα μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτει ὁ δῆμος, ἤθελον ἐξαντληθῆ, καὶ δὲν ἤθελον ἐπαρκεῖ, ἵνα δι’ αὐτῶν παρασχεθῶσι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, διὰ τὴν διατήρησιν τῶν σχολείων τῶν ἐν τῷ δήμῳ, ἐδόθη εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα, ἢ μᾶλλον ἡ ὑποχρέωσις, νὰ ἐπιβαρύνωσι περισσότερον τοὺς δημότας αὐτῶν καὶ νὰ ζητήσωσι παρ’ αὐτῶν περισσότερα μέσα, ἵνα δυνηθῶσι διὰ τῶν ἰδίων αὐτῶν μέσων νὰ συντηρήσωσι τὰ ἐν τῷ δήμῳ δημοτικὰ σχολεῖα, ἀπαλλαγῇ δὲ τὸ Κράτος τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ προσέλθῃ εἰς ἐπικουρίαν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔπρεπε νὰ τεθῇ ὅριον εἰς τὸ δικαίωμα τῶν δήμων πρὸς ἐπιβάρυνσιν τῶν δημοτῶν, ὡρίσθη, ἵνα ἡ προστεθησομένη εἰσφορὰ φθάνῃ μέχρι ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ δημοτικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων. Ἀναποφεύκτως λοιπὸν ἔπρεπε νὰ περιμένωμεν, ἵνα συνταχθῶσιν οἱ προϋπολογισμοὶ πάντων τῶν δήμων, ὅπως συναχθῇ, ἂν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἠδυνήθη ἕκαστος δῆμος νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτοῦ πρὸς συντήρησιν τῶν ἐν τῷ δήμῳ δημοτικῶν σχολείων, ἂν τὰ ποσὰ ταῦτα ἐπαρκῶσι νὰ συντηρήσωσι τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ὅπως, ἂν τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν ἐπήρκουν, προσδιορισθῇ τότε τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον ὤφειλε κατὰ τὸν νόμον νὰ συνεισφέρῃ, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ δήμου καταβαλλόμενα καὶ κατασταθῇ δυνατὴ ἡ συντήρησις τῶν σχολείων. Οὗτος εἶναι ὁ μηχανισμὸς, ἐπειδὴ δὲ τὸ 1896 εἶναι τὸ πρῶτον ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται ὁ νόμος, οἱ ἐπιψηφισθέντες καὶ κυρωθέντες προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων δημοσιεύονται ἐν παραρτήματι τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, δύναται δὲ νὰ εὕρῃ ἐν τῷ παραρτήματι τούτῳ αὐτοὺς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ νὰ μελετήσῃ αὐτούς. Ἂν δὲ προϋπολογισμοὶ δήμων δὲν ἐδημοσιεύθησαν ἔτι ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, διότι ταῦτα δὲν συνῆλθον, ἢ δι’ ἄλλα κωλύματα, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν προώδευσεν ἡ ἐργασία. Πρέπει λοιπὸν νὰ περιμείνωμεν ἵνα συγκεντρωθῶσιν οἱ προϋπολογισμοὶ πάντων τῶν δήμων, νὰ μάθωμεν δὲ προσέτι πόσον ποσὸν θέλει εἰσπραχθῇ ἐκ τοῦ προσθέτου ἐκτάκτου δασμοῦ τοῦ ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν, διὰ νὰ κρίνωμεν, ἂν ὀφείλῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ συνεισφέρῃ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὑπὸ τῶν δήμων καταβαλλομένων, καὶ πόσον ὀφείλει νὰ συνεισφέρῃ. Τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται ἐντὸς τῶν ἓξ μηνῶν τοῦ ἔτους, οὔτε ἐντὸς τῶν ὀκτὼ μηνῶν. Ἑπομένων ἡ σύγχισις, ἡ ὁποία κατηγγέλθη, οὐ μόνον δὲν εἶναι ἀπίθανος, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἀναπόφευκτος. Σύγχισις τοιαύτη συμβαίνει κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν παντὸς νόμου, δι’ οὗ κατεστάθη πλήρης ὀργανισμός. Πάντες ἐνθυμούμεθα τοὺς θρήνους τῶν δημοδιδασκάλων κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι δὲν ἐξεδίδοντο ἐγκαίρως τὰ ἐντάλματα· ἀλλ’ ἡ Διοίκησις κανονίζει τὰς λεπτομερείας οὕτως, ὥστε νὰ αἴρῃ τὴν σύγχισιν, καὶ ἐν ἀνάγκῃ προσφεύγει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, προτείνουσα τὰ μέτρα, δι’ ὧν θέλει κατασταθῆ μᾶλλον εὐκίνητος ἡ μηχανή. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς συναδέλφους νὰ ἔχωσιν ὑπομονήν. Βεβαίως ὑπάρχει ἀνωμαλία, ἀλλ’ αὕτη θέλει ἀρθῆ εὐθὺς ὡς γείνῃ γνωστὸν τὸ ποσοστὸν, ὅπερ θέλουσιν εἰσπράξει οἱ δῆμοι ἐκ τοῦ ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν, ὅτε θέλομεν μάθει τί θέλει εἰσπράξει καὶ πόσα τὸ Δημόσιον θέλει εἰσενέγκει πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων.
§37ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε δὲν ἐγένετο διανομὴ ψηφισθέντος ποσοῦ;
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.
§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ στενοχωρία, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ ἀπορώτεροι δῆμοι τοῦ Κράτους, εἶναι γνωστὴ εἰς πάντας. Ὁπωσδήποτε ἡ Κυβέρνησις ὤφειλεν, ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ ψηφισθέντος νόμου στηριζομένη, νὰ ἔχῃ βάσιν τινὰ κατὰ τὴν διανομὴν εἰς τοὺς ἀπορωτέρους δήμους τῶν χορηγημάτων καὶ τῶν βοηθημάτων, τὰ ὁποῖα τὸ δημόσιον ταμεῖον δίδει, διότι ἄνευ βάσεώς τινος πῶς διένειμε τὸ 1,500,000, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896; πῶς δὲ ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τούτου ἔλαβε καὶ ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν ἐκ 500,000, τῆς ὁποίας τὴν κύρωσιν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν; Αἱ πληροφορίαι αἱ ζητηθεῖσαι ἐζητήθησαν διὰ νὰ φωτισθῶμεν καὶ ἡμεῖς, πῶς καὶ διατὶ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου ἐπὶ ἓν ἔτος ἐπέρχεται στενοχωρία οὐσιώδης καὶ σπουδαία εἰς τοὺς δήμους διὰ τὴν καταβολὴν τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις, εἰσηγησαμένη καὶ ὑποστηρίξασα αὐτὸν, ῥητῶς ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ προλάβῃ πᾶσαν τοιαύτην στενοχωρίαν. Νομίζω ὅτι αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι ἐζητήθησαν διὰ νὰ φωτισθῶμεν καὶ ἡμεῖς, πῶς λειτουργεῖ τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ δύνανται νὰ ἀναπτυχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, χωρὶς νὰ περιμένωμεν νὰ τελειοποιηθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ σύστημα, διὰ νὰ μάθωμεν τί συμβαίνει.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς καταθέτομεν εὐχαρίστως πᾶσαν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐν τοῖς ἀρχείοις ἡμῶν, ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ καταπαύσω τὴν ἀνησυχίαν τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, βεβαιῶν αὐτοὺς, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ἀκόμη ἀνοργάνωτος ἡ λειτουργία τοῦ συστήματος, εἶναι διότι εἴμεθα κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, καὶ κατὰ συνέπειαν ὑπάρχουν λόγοι ἀνυπέρβλητοι, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην.
§41ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ῥηθέντος, ὅτι μέχρις οὗ γνωσθῇ ὁποία ἔσται ἡ αὔξησις τῶν δημοτικῶν εἰσπράξεων ἐκ τῆς προσθήκης τοῦ 1% ἐπὶ τῶν δημοτικῶν δασμῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἁρμόδιοι νὰ κανονίσουν τὴν ἐπιχορήγησιν τοῦ Δημοσίου πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων· λαμβάνω δὲ ἀφορμὴν ἐκ τούτου, παρατηρῶ πρῶτον, ὅτι ὑπάρχουσι δῆμοι, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ὑπάρχει δασμὸς ὠνίων, διότι δὲν ὑπάρχει παρ’ αὐτοῖς ἐμπόριον ἢ εἰσαγωγὴ τοιαύτη, ὥστε νὰ θεωρηθῇ σκόπιμος ἡ ἐπιβολὴ δασμοῦ· τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια προεκλήθησαν νὰ αὐξήσουν τὸν δημοτικὸν δασμὸν κατὰ 1%, αὐτὰ δὲ ἀπήντησαν, ὅτι δὲν ἔχουσι δημοτικοὺς δασμούς· ἕτερα Δημοτικὰ Συμβούλια ἠρνήθησαν νὰ ἐπιβάλωσι τὸ 1%, δικαιολογοῦντα τὴν ἄρνησιν αὐτῶν ἐκ τῶν μεγάλων ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἤθελεν ἀναλάβει τὸ μικρόν των ἐμπόριον. Πᾶσαι αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι συγκεντρωμέναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸ πολλοῦ. Ἂν ἐπ’ αὐτῶν τῶν στοιχείων εἰργάζοντο οἱ ἁρμόδιοι, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κανονίσωσι τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Δημόσιον θὰ ἔλθῃ ἐπίκουρον εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἄλλοτε, κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐπῆλθε σύγχυσις, τὰ παράπονα δὲ τότε ἐπροβάλλοντο ἐκ μέρους τῶν δημοδιδασκάλων, διότι ἀπέβαινεν εἰς αὐτοὺς δύσκολος ἡ ἀπόληψις τοῦ μισθοῦ των· σήμερον τὰ παράπονα ἀπευθύνονται ὑπὸ τῶν δημάρχων, διότι τὸ πλεῖστον τῶν δημοτικῶν προσόδων, εἰς πολλοὺς δὲ δήμους τὸ ὅλον, εἰσπράττεται, ὑπὸ τῶν δημοσίων ταμιῶν, ὑποταμιῶν ἢ εἰσπρακτόρων, ἐλάχιστον δὲ μέρος αὐτῶν, εἰς πολλοὺς δὲ δήμους οὐδὲν, εἰσπράττεται ὑπὸ τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων· ἐγένοντο κατ’ ἀκολουθίαν οἱ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι ὑπόδουλοι τῶν ταμιῶν, οἵτινες, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἐγένετο λογαριασμὸς, ἀρνοῦνται πᾶσαν καταβολὴν εἰς τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας, χρειάζεται δὲ προσφυγὴ εἰς πρόσωπα πολιτικὰ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῶν ταμιῶν, ἵνα οὗτοι δώσωσι, λόγῳ ἐλεημοσύνης, εἰς τοὺς δημάρχους ποσόν τι. Δι’ αὐτὸ συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρον πρὸς κατάπαυσιν τοῦ ἀτόπου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον γεννᾷ εὔλογα παράπονα.
§42ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Νομίζω ὅτι, ὁπόταν ἡ Πολιτεία δὲν δύναται, ἕνεκα τῶν κρισίμων περιστάσεων, εἰς ἃς εὑρίσκεται, νὰ συντελέσῃ ἔργα ἀποβλέποντα εἰς ὠφέλειαν διαμερίσματός τινος τοῦ Κράτους, οἱ δὲ κάτοικοι προθύμως εἰσὶ διατεθειμένοι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς εἰσφορὰν τοιούτου ἔργου, νομίζω ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον, ὅπως διὰ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς χορηγήσῃ πάντα τὰ μέσα πρὸς ἐπιτέλεσιν τῶν τοιούτων ἔργων. Ἓν ἐξ αὐτῶν εἶναι ἡ διοχέτευσις τῆς κοίτης τοῦ χειμάῤῥου Σπερχειοῦ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος καὶ τῶν ἑκατέρωθεν τῶν ὀχθῶν αὐτοῦ ὑπαρχόντων ἑλῶν. Περὶ τούτου εἶχεν ἄλλοτε ἀνατεθῆ εἰς ἁρμόδιον μηχανικὸν ἡ μελέτη τῆς διευθετήσεως τῆς κοίτης τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ, καὶ ὁμολογουμένως ἡ μελέτη αὕτη ἐπετελέσθη, ἀλλ’ ἔκτοτε ἔμεινεν ἐῤῥιμένη εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν συνεπληρώθη δὲ τὸ ἔργον διὰ τῆς μελέτης, ἥτις ἀπαιτεῖται, ὅπως ὑποδειχθῶσιν αἱ δαπάναι πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου. Παρακαλῶ συνεπῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως συνεννοούμενος μετὰ τῆς Διευθύνσεως τῶν δημοσίων ἔργων δώσῃ ἐντολὴν εἰς τὸν ἁρμόδιον μηχανικὸν κ. Μενέϊκον, τὸν ὁμολογουμένως ἐκπληροῦντα εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκον αὐτοῦ, νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν σύνταξιν τῆς τοιαύτης μελέτης, ἥτις θέλει χρησιμεύσει εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, ἵνα δυνηθῶσι διὰ τῆς ἑκουσίας εἰσφορᾶς τῶν κατοίκων — τῶν τε παροχθίων ἰδιοκτητῶν, οἵτινες μεγάλως θέλουσιν ὠφεληθῆ ἐκ τοῦ ἔργου τούτου, καὶ τῶν λοιπῶν τάξεων τῆς πόλεως Λαμίας, αἵτινες ἐμμέσως θέλουσιν ὠφεληθῆ ἐκ τῆς ἐξυγιάνσεως τῶν μερῶν ἐκείνων, — νὰ κανονίσωσι τὸν τρόπον, δι’ οὗ διὰ τῆς εἰσφορᾶς ταύτης θὰ ἐξευρεθῇ τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν πρὸς ἐξυπηρέτησιν συνομολογηθησομένου δανείου, δι’ οὗ νὰ κατορθωθῇ ἡ ἐπιτέλεσις ἔργου οὐ μόνον κοινωφελοῦς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ἀλλὰ, δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ μεγάλως συντελέσοντος εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους.
§43ΤΖΑΝΕΤΑΤΟΣ ΦΩΚΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ δημοτικῶν συμφερόντων, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀπασχολήσω αὐτὴν ἐπ’ ὀλίγον ἐπὶ καταχρήσεώς τινος, ἥτις ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν λαμβάνει χώραν ἐν τῷ νομῷ Κεφαλληνίας. Πολλοὶ, ἔχοντες ἀπαιτήσεις κατὰ τῶν διαφόρων δήμων, ἐπέβαλον πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν συντηρητικὰς κατασχέσεις εἰς χεῖρας τῶν κατὰ καιροὺς ταμιῶν τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας ἐπὶ τοῦ πεμπτημορίου τῶν ὑπ’ αὐτῶν εἰσπραττομένων ἐσόδων τῶν ὀφειλετῶν δήμων,—σημειώσατε δὲ, ὅτι ἐν Ἑπτανήσῳ αἱ πλεῖσται πρόσοδοι τῶν δήμων εἰσπράττονται παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου.—Οἱ ταμίαι, ὡς εἰκὸς, ἐκράτησαν εἰς χεῖράς των τὰ κατασχεθέντα χρήματα, ἀλλ’ ἐπὶ διαφόροις προφάσεσι δὲν ἀπεδόθησαν εἰσέτι ταῦτα εἰς τοὺς ἐπιβαλόντας τὰς κατασχέσεις, τὸ δὲ χείριστον, οὐδὲ κἂν λόγον θέλουσι νὰ δώσωσι τῆς ἐπ’ αὐτῶν διαχειρίσεώς των εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους ὀφειλέτας δήμους. Δημοτικά τινα Συμβούλια τῶν δήμων τούτων ἐξελέξαντο ἐκ τῶν μελῶν αὐτῶν ἐπιτροπὰς, ὅπως ἐξελέγξωσι καὶ ἐκκαθαρίσωσι τοὺς ἐντεῦθεν προκύψαντας μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου λογαριασμούς των, ἀλλ’ εἴτε διότι τὰ σχετικὰ ψηφίσματα αὐτῶν δὲν ἐνεκρίθησαν ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, εἴτε διότι, καὶ ἂν ἐνεκρίθησαν, οἱ ταμίαι αὐθαιρέτως δὲν ἀνεγνώρισαν εἰς αὐτὰ δικαίωμα ἐξελέγξεως, οἱ λογαριασμοὶ οὗτοι μένουσιν εἰσέτι ἐκκρεμεῖς. Ἐντεῦθεν δὲ προέκυψεν ὀλεθρία ζημία εἰς τοὺς δήμους τούτους, διότι, ἐνῷ πολλοὶ τούτων διὰ τῶν ἐν λόγῳ κατασχέσεων ἐξώφλησαν πρὸ 5 ἢ 10 ἐτῶν περίπου τὰ ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐγένοντο εἰς χεῖρας τῶν ταμιῶν κατασχέσεις χρέη των, ἐξακολουθοῦσιν ἐν τούτοις νὰ καταβάλλωσι πρὸς τοὺς δικαιούχους, καὶ δικαίως, ἀφοῦ τὰ κατασχεθέντα χρήματα δὲν ἀπεδόθησαν εἰς αὐτούς. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου, ὅπερ καὶ τὸ σπουδαιότερον, στεροῦνται τῆς ἐλευθέρας διαχειρίσεως τοῦ πεμπτημορίου τῶν προσόδων των, ὅπερ συνεπείᾳ τῶν ὡς εἴρηται κατασχέσεων κατεκράτησαν καὶ κατακρατοῦσι πρὸ δεκαετίας οἱ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο διατελέσαντες ἐν Κεφαλληνίᾳ ταμίαι, ἐνῷ δι’ αὐτοῦ ἐν τῷ χρονικῷ τούτῳ διαστήματι πολλὰ ἠδύναντο νὰ ἐκτελέσωσιν ἀναγκαῖα καὶ ἀναπόφευκτα δημοτικὰ ἔργα ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ μὴ παρίστανται ὡς ἄποροι, ἐνῷ πραγματικῶς δὲν εἶναι τοιοῦτοι, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐκτελέσωσι τὸν προορισμόν των, ἕνεκα τῆς ἀμφιβόλου δῆθεν οἰκονομικῆς καταστάσεώς των. Τούτων ἕνεκα ὑποχρεοῦμαι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς μὴ νομίμου ταύτης ἐνεργείας τῶν κατὰ καιροὺς ταμιῶν τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας, διὰ τὴν ὁποίαν ὑπέχει εὐθύνην πρὸς ἀποζημίωσιν καὶ ἀπέναντι τῶν ἀδικηθέντων δήμων καὶ ἀπέναντι τῶν ἐνεργησάντων τὰς κατασχέσεις, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ διατάξῃ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν καὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ταμιῶν ἐπὶ τῶν δημοτικῶν τούτων χρημάτων.
§44Γ. ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάσας τὰς ἐκθέσεις τοῦ νομάρχου Κυκλάδων περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ λοιμοκαθαρτηρίου Δήλου, τὸ ἔγγραφον τοῦ προξένου Τουρκίας, παραπονουμένου πρὸς τὸν νομάρχην Κυκλάδων διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ λοιμοκαθαρτηρίου, καὶ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ὁ νομάρχης ἔδωκεν εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτό. Πρὸς τούτοις θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὰς διοικητικὰς ἀνακρίσεις, τὰς ὁποίας ἐνήργησεν ὁ ἀστυνόμος Μυκόνου ἐπὶ καταγγελίᾳ κατὰ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ λοιμοκαθαρτηρίου.
§45Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ποίας ἔχει πληροφορίας ἐπισήμους περὶ τῶν γενομένων καταστροφῶν ἐκ τῆς προχθεσινῆς θεομηνίας εἰς τὰς πόλεις τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, καὶ προσέτι ποῖα μέτρα ἔλαβεν ὑπὲρ τῶν ἀτυχῶν θυμάτων τῆς καταστροφῆς ταύτης.
§46ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ μεγάλη καὶ πρωτοφανὴς συμφορὰ, ἥτις συνεκίνησε πάντας, δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ συγκινήσῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εἶναι διατεθειμένη νὰ λάβῃ μέτρα τινὰ, τὰ ἀπαραίτητα, πρὸς περίθαλψιν τῶν παθόντων. Αἱ συμφοραὶ ὅμως καὶ αἱ καταστροφαὶ ἐν Πειραιεῖ πρὸ πάντων εἶναι πολὺ μεγάλαι. Ἀλλὰ τὰ θύματα εὐτυχῶς δὲν εἶναι τόσον πολλὰ, ὅσον ἐνομίζετο κατ’ ἀρχὰς ὅτι θὰ ἦσαν· νομίζω ὅτι, μέχρι τῆς ὥρας τοὐλάχιστον, δὲν ὑπερβαίνουσι τὰ πεντήκοντα. Καὶ εἰς πολλὰς ἐπαρχίας ἔβρεξεν, ἀλλ’ ἄνευ καταστροφῶν καὶ ζημιῶν.
§47ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μὲ σημειώσητε, διὰ νὰ ἀπαντήσω ἐγὼ αὔριον εἰς τὸν κ. Παγανέλην διὰ τὰ ἀφορῶντα τὸν ἰατρὸν τῆς Δήλου, διότι δὲν ἤμην παρὼν κατὰ τὴν ἐπερώτησιν.
§48Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰσαχθέντα νομοσχέδια.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγραφῶσιν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως ἐν τῇ ὑπὸ τοῦ διαρκοῦς Ναυτοδικείου καταγιγνωσκομένῃ ποινῇ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§50ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ λεκτικὸν τοῦ ἄρθρου 1, καθὼς καὶ τοῦ ἄρθρου 2, δὲν ἐκφράζει ἐπακριβῶς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον σκοπεῖ τὸν συμψηφισμὸν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως πρὸς τὸν τῆς ποινῆς τῆς καταγιγνωσκομένης ὑπὸ τοῦ Ναυτοδικείου, χωρὶς νὰ μεταβάλληται ἐντεῦθεν ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς ποινῆς καὶ τὸ εἶδος τῆς ποινῆς. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου, τότε δὲν δύναταί τις νὰ ἐννοήσῃ μήτε τὴν ἐπιγραφὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ μήτε τὴν πρώτην παράγραφον: «Ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως ὑπολογίζεται ὑπὲρ τοῦ καταδικασθέντος εἰς φυλάκισιν, εἱρκτὴν ἢ πρόσκαιρα δεσμά.» Ὑποθέτω ὅτι θέλει νὰ εἴπῃ ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως συμψηφίζεται πρὸς τὴν ποινὴν τὴν καταγνωσθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ναυτοδικείου, ἐὰν αὕτη ἦναι φυλάκισις, εἱρκτὴ ἢ πρόσκαιρα δεσμά. Δύναταί τις νὰ διατυπώσῃ ἀκριβέστερον τὸ ἄρθρον, ἐὰν διαγράψῃ ἐντελῶς τὸ ἐδάφιον αʹ, διατυπώσῃ δὲ ὡς ἑξῆς τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἄρθρου: «Τὸ Ναυτοδικεῖον ἐν τῇ ἀποφάσει τῇ καταγιγνωσκούσῃ τὴν ποινὴν φυλακίσεως, εἱρκτῆς ἢ προσκαίρων δεσμῶν κτλ.» Οὕτω ἀποφεύγομεν τὸ ἀσαφὲς ἐκεῖνο πρῶτον κῶλον. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει μία φράσις, ἥτις ἀποτελεῖ ἀληθῆ παραφωνίαν. Ποιοῦμαι δὲ ἤδη καὶ τὰς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 παρατηρήσεις, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, καθ’ ὅσον ἤθελε λάβει αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργός. Τὸ ἄρθρον 2 ὁρίζει ὅτι τὸ Ναυτοδικεῖον ἐξετάζει τὴν αἴτησιν ἐξ ἐπαγγέλματος, καὶ ἐὰν δὲν παραστῇ ὁ κατηγορούμενος. Ἡ ἔκφρασις «αἴτησις ἐξ ἐπαγγέλματος» ἐξεταζομένη ἀποτελεῖ νομικὴν παραφωνίαν. Ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον, ὅστις ὑποθέτω ὅτι δὲν ἦτο νομικὸς, ὑπέλαβεν ὅτι τὸ «ἐξ ἐπαγγέλματος» σημαίνει «μὴ παρισταμένου τοῦ κατηγορουμένου». Προτείνω λοιπὸν νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «ἐξ ἐπαγγέλματος».
§51Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ὅμοιον πρὸς προηγούμενον νόμον. Κατ’ ἀρχὰς ὑπεβλήθη ὁ νόμος ὁ ἀφορῶν τὴν ὡς πρὸς τοῦτο τροποποίησιν τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας· τὸν νόμον τοῦτον ἠκολούθησεν ὁ κοινὸς ποινικὸς νομοθέτης, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ τελευταίου τούτου νόμου τῆς ποινικῆς νομοθεσίας συνετάχθη τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἡ πρώτη περίοδος τοῦ πρώτου ἄρθρου οὐδαμῶς περιττεύει· εἶναι τεθειμένη ἐν τῇ πρώτῃ περιόδῳ τοῦ ἄρθρου τούτου ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Ποία εἶναι ἡ ἀρχή; Λέγει ὁ συντάκτης αὐτοῦ: «Ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως ὑπολογίζεται ὑπὲρ τοῦ καταδικασθέντος εἰς φυλάκισιν, εἱρκτὴν ἢ πρόσκαιρα δεσμά»· καὶ κατόπιν ἐξηγεῖ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐκτελεῖται· τουτέστι: «Τὸ Ναυτοδικεῖον, ἐν τῇ ἀποφάσει τῇ καταγιγνωσκούσῃ τὴν ποινὴν, προσδιορίζει τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ὁ καταδικασθεὶς διετέλεσεν ἐν προφυλακίσει, ἐφ’ ᾗ πράξει κατεδικάσθη, ἀφαιροῦν τοῦτον ἐκ τῆς ἐπιβληθείσης ποινῆς καὶ ὁρίζον τὸν χρόνον τῆς διαρκείας αὐτῆς. Ἐντεῦθεν ὅμως δὲν μεταβάλλεται τὸ εἶδος τῆς ποινῆς. Ἐὰν ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως ἦναι ἴσος πρὸς τὴν ἐπιβληθεῖσαν ποινὴν ἢ μείζων ταύτης, ὁ καταδικασθεὶς ἀπολύεται.» Τώρα, ἐὰν θέλητε ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὸ «ὑπολογίζεται ὑπὲρ τοῦ καταδικασθέντος», διὰ τῆς λέξεως «συμψηφίζεται», δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι προτιμότερον εἶναι τὸ πρῶτον, διότι ἡ λέξις συμψηφισμὸς ἴσως ἁρμόζει μᾶλλον εἰς τὸ ἀστικὸν δίκαιον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν παρατήρησιν τοῦ κυρίου συναδέλφου, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω πρὸς αὐτόν. Νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ αὕτη δύναται ν’ ἀντικρουσθῇ, διότι τί λέγει τὸ δεύτερον ἄρθρον; (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὁ κατηγορούμενος θεωρῇ ἐσφαλμένως γενόμενον τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως αὐτοῦ, δύναται νὰ αἰτήσηται ἀκριβέστερον αὐτοῦ ὑπολογισμόν, δι’ αἰτήσεως εἰσαγομένης ἀνυπερθέτως διὰ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου, ὅπερ ἐξετάζει τὴν αἴτησιν ἐξ ἐπαγγέλματος, καὶ ἂν δὲν παραστῇ ὁ κατηγορούμενος». Δηλ. δύναται νὰ παραστῇ καὶ ὁ αἰτῶν τὴν διόρθωσιν, ἀλλ’ ἐὰν ὁ αἰτήσας τὴν διόρθωσιν, ὁ καταδικασθεὶς, δὲν παραστῇ, δύναται καὶ πάλιν τὸ Ναυτοδικεῖον νὰ ἐξετάσῃ τὴν αἴτησιν αὐτοῦ. Δὲν ἔχω ὅμως ἀντίῤῥησιν, ὅπως διαγραφῇ τὸ «ἐξ ἐπαγγέλματος».
§52ΡΑΛΛΗΣ. Εἶπον ἤδη, ὅτι ὑπέβαλον τὰς παρατηρήσεις μου, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ τοῦτο, ὅπως δώσω τὸν καιρὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ αὐτάς· οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἐκ τοῦ προχείρου καὶ ἀμέσως θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν παρατηρήσεών μου ὁ κ. Ὑπουργός. Φρονῶ μάλιστα, ὅτι τὰς μελέτας αὐτοῦ καλὸν εἶναι νὰ ἐπεκτείνῃ ὄχι μόνον ἐπὶ τοῦ δευτέρου, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, διότι μελετῶν θὰ πεισθῇ, ὅτι τὰ νομοσχέδια δὲν ἀναγράφουσι τὴν ἀρχήν των ὡς ἐν ὁρισμῷ, ἀλλ’ ἐκ τῶν διατάξεων ἐνδείκνυται ἡ ἀρχὴ ἑκάστου αὐτῶν. Ἐὰν δ’ ὤφειλε ν’ ἀναγραφῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἔδει νὰ γείνῃ τοῦτο διὰ τρόπου καταληπτοῦ, διότι δὲν ἐννοεῖ ἐκεῖνος ὅστις θέλει νὰ ἐκφέρῃ ἔννοιάν τινα νομικήν, τί σημαίνει «ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως ὑπολογίζεται ὑπὲρ τοῦ καταδικασθέντος». Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπεκτείνῃ τὰς μελέτας του καὶ ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§54ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ἤθελε προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 2 ἐν «καὶ», ἤθελεν ἐξηγηθῆ κάλλιον ἡ ἔννοια τοῦ συντάξαντος τὸ ἄρθρον.
§55ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος δὲν εἶχεν ἀφορμὴν νὰ ἀσχολῆται εἰς τοὺς νομικοὺς ὅρους, ἄλλως θὰ ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ νομικὸς ὅρος «ἐξ ἐπαγγέλματος» σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει αἴτησις, καὶ ὅτι τὸ δικαστήριον ἄνευ αἰτήσεως ἐπιλαμβάνεται ζητήματός τινος καὶ τὸ λύει. Ἀλλὰ ἐνταῦθα δὲν δύναται νὰ γείνῃ χρῆσις τοῦ ὅρου τούτου, διότι ὑπάρχει αἴτησις. Ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,—καὶ βεβαίως δὲν ἦτο ὁ ὑπογράψας αὐτὸ Ὑπουργὸς, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι νομικὸς,—διετέλει ἐν πλήρει, ἐν ἐντελεῖ ἀγνοίᾳ τοῦ νομικοῦ ὅρου «ἐξ ἐπαγγέλματος». Ἐνόμισεν ὅτι οὕτως ὁρίζει, ὅτι τὸ Ναυτοδικεῖον δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τῆς αἰτήσεως, χωρὶς νὰ παρίσταται ὁ καταδικασθείς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑποχρεώσεως τῶν καλλιεργούντων γαίας ἢ φυτείας ἐθνικὰς ἢ ἐκκλησιαστικὰς εἰς ἀπότισιν δικαιώματος ἐπικαρπίας.
§57ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς διετυπώθη τὸ νομοσχέδιον, καὶ κυρίως ἡ δευτέρα διάταξις αὐτοῦ, δὲν δύναταί τις ἢ νὰ ἦναι κατὰ τῆς ἀρχῆς. Τὸ νομοσχέδιον ἀποβλέπει εἰς τὰς μὴ δηλωθείσας γαίας, τὰς ἐντεῦθεν αὐθαιρέτως κατεχομένας καὶ καλλιεργουμένας. Ὁ συντάκτης αὐτοῦ, ὑποθέτω, ἐσκόπει νὰ ἀσφαλίσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, τὸ ὁποῖον ἀνεγνωρίσθη ὡς ὀφειλόμενον τῷ Δημοσίῳ παρὰ τοῦ αὐθαιρέτως κατέχοντος καὶ καλλιεργοῦντος γαίας τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἕως ἐδῶ δὲν δύναταί τις νὰ ἦναι κατὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον καταργεῖ ἐντελῶς τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν καὶ τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, διότι ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς πρωτοκόλλου, τὸ ὁποῖον ἤθελε συνταχθῆ παρὰ τῶν ὁριοδεικτῶν καὶ τοῦ γεωμέτρου, πρὸς τοὺς ὁποίους ἤθελε δώσει ἐντολὴν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἢ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, λύονται ζητήματα ἀφορῶντα εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν. Καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὑπογράψας τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καὶ ὄχι συντάξας αὐτὸ,—διότι, ἐὰν τὸ συνέταττε, βεβαίως ἤθελε προσέξει ἐπὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, φρονεῖ ὅτι ἀσφαλίζει τοὺς συμπολίτας ἡμῶν διὰ τῆς διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας χορηγεῖ τὸ δικαίωμα τῆς προσφυγῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ μέρους ἐκείνου, κατὰ τοῦ ὁποίου συνετάχθη πρωτόκολλον. Ἕως ἐδῶ περιορίζεται ἡ πρόνοια τοῦ νομοσχεδίου, διότι περὶ τῶν περαιτέρω τὸ νομοσχέδιον σιωπᾷ. Λέγει μόνον τὰ ἑξῆς: «Ἕκαστον πρωτόκολλον καταμετρήσεως κοινοποιεῖται διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας πρὸς τὸν οἰκεῖον καλλιεργητὴν, ὅστις ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως ὀφείλει νὰ προτείνῃ δι’ ἀναφορᾶς ἢ πρὸς τὴν Οἰκονομικὴν Ἐφορίαν, ἢ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσας καὶ οἵας ἂν ἔχῃ ἀντιῤῥήσεις κατὰ τοῦ πρωτοκόλλου. Πρωτόκολλον, καθ’ οὗ δὲν ἐγένετο ἀντίῤῥησις ἐμπροθέσμως, καθίσταται ὁριστικὸν, καὶ ἡ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ βεβαίωσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας χωρεῖ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀναστολῆς». Τὸ πρωτόκολλον δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τὴν καλλιεργηθεῖσαν καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς, καὶ ἐντεῦθεν ὡς πρὸς τὸ ποσοστὸν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας, τὸ ὁποῖον θὰ καταβληθῇ πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ καὶ ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, διότι ἡ ἔρευνα ἡ διοικητικὴ διὰ τῶν γεωμετρῶν καὶ ὁριοδεικτῶν δύναται νὰ ἦναι πλημμελὴς, καὶ καθ’ ἡμέραν ἔχετε παραδείγματα τοιούτων πλημμελειῶν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς διοικητικῆς ταύτης ἀνακρίσεως ὡς πρὸς γαίας χαρακτηριζομένας ὡς ἀνηκούσας εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐν τῇ περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ πρωτόκολλον ἤθελεν ἀμφισβητηθῇ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας, δηλ. ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος κατὰ τοῦ ὁποίου συνετάχθη πρωτόκολλον ἤθελεν ὑποβάλει τὴν ἔνστασιν, ὅτι κακῶς οἱ ὁριοδεῖκται καὶ οἱ γεωμέτραι κατεμέτρησαν ἰδιοκτησίαν ἰδιωτικὴν, ἣν κατέχει ὁ ἰδιώτης ἐκ κληρονομίας τοῦ πατρός του ἢ ἔχει ἐξ ἀγορᾶς καὶ οὐδὲν δικαίωμα ἔχει τὸ Δημόσιον ἐπ’ αὐτῆς, τί θέλει συμβῆ; Οὐδὲν λέγει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ τρόπος τῆς συντάξεως αὐτοῦ κάμνει τινὰ νὰ ὑποθέσῃ περὶ τοῦ τρόπου τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιλαμβάνεται καὶ λύει τοῦτο· ἀλλὰ τότε οὗτος ὑποκαθίσταται εἰς τὰ δικαστήρια ὡς πρὸς τοιούτου εἴδους ἀμφισβητήσεις, ἀφορώσας εἰς τιμαλφέστατον δικαίωμα, τὸ τῆς ἰδιοκτησίας, καθίσταται δ’ οὕτω Καδῆς. Τοῦτο δὲν λέγω, ἵνα προσβάλω τὸν νῦν ἢ τὸν μέλλοντα Ὑπουργὸν, ἀλλὰ διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐρευνήσῃ καὶ ἐξακριβώσῃ ὅσα πρέπει νὰ ἐρευνηθῶσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου· πῶς λοιπὸν ἤθελεν ἀποφανθῆ; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν δὲν ὑπάρξῃ ὁ δήμιος—ἐπιτρέψατε τὴν ἔκφρασιν—τῆς ἰδιωτικῆς κτήσεως, θὰ ὑπάρξῃ τὸ θῦμα τῶν ἰδίων ὑπαλλήλων, μὴ δυνάμενος νὰ προβῇ εἰς ἐξέτασιν μαρτύρων, εἰς ἔρευναν ἐγγράφων, εἰς αὐτοψίαν, ἵνα βεβαιωθῇ, ἂν τὸ δεῖνα κτῆμα ἀνήκῃ εἰς ἰδιώτας ἢ εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐντεῦθεν τοῦ τοιούτου ζητήματος ἡ λύσις ἀνήκει εἰς τὰ δικαστήρια, τῶν ὁποίων τὴν δικαιοδοσίαν ἔρχεται νὰ καταργήσῃ τὸ δεύτερον ἄρθρον, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι, ὅστις ἔλαβε τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἦναι κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, διότι διὰ τοῦ τελευταίου κώλου τοῦ ἄρθρου 2 λύεται τὸ ζήτημα τῆς ἀμφισβητουμένης ἰδιοκτησίας μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἰδιώτου παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ἄρθρον 2 ὁρίζει πράγματι τοῦτο, πρὸς δὲ ὅτι τὸ πρωτόκολλον, καθ’ οὗ δὲν ἐγένετο ἀντίῤῥησις, καθίσταται ὁριστικὸν, ἀλλ’ οὕτω ἐπέρχεται κατάργησις καὶ τῶν διατάξεων τοῦ ἀστικοῦ νόμου περὶ παραγραφῆς, διότι ἀρκεῖ ἐντὸς μηνὸς νὰ μὴ ὑποβάλῃ τις ἀντίῤῥησιν, ἵνα χάσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν του. Αὐτὰ προκύπτουν ἐξ ἁπλῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου 2. Ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἔφθασεν εἰς αὐτὰ τὰ ἄτοπα, διότι δὲν ἐνόησε τὸν νόμον τοῦ 1880, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, καὶ ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει τοιαύτην τινὰ διαδικασίαν· ἀλλ’ ἐκεῖ ἐδόθη νέα προθεσμία πρὸς δήλωσιν τῶν αὐθαιρέτως κατεχομένων γαιῶν, ἵνα γνωσθῶσι τὰ πλεονάσματα τῶν γαιῶν ὑπὲρ τὰς γενομένας δηλώσεις, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν δηλώσεων τούτων προβαίνει ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἀντιῤῥήσεων, δηλαδὴ ἐκεῖνος, ὅστις ὑπέβαλε δήλωσιν, ἀναγνωρίζει ὅτι κατέχει αὐθαιρέτως ἰδιοκτησίαν τοῦ Δημοσίου, ζητεῖται δὲ μόνον ἡ κατάταξις τῆς γῆς τῆς δηλωθείσης εἰς μίαν τάξιν, ἵνα ἀναλόγως ἀποτίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας. Ἀλλ’ ὁ συντάκτης τοῦ παρόντος νομοσχεδίου παρέτρεξε τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου τοῦ 1880, καὶ ἔφθασεν εἰς τὰ ἄτοπα, ἅτινα ἐξέθηκα.
§58ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε, Κύριοι, διακεκριμένον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ψέξῃ ἢ ὑποστηρίξῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως δώσῃ τὴν πρέπουσαν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τοῦτο, καίτοι σμικρὸν κατὰ τὸ ἀνάστημα. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου σκοπεῖται ἡ διάλυσις μιᾶς λῃστρικῆς συμμορίας, ἡ ὁποία ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νόμων λῃστεύει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν σήμερον. Διὰ τούτου μετατρέπεται ὁ νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου λῃστεύεται ὁ λαὸς ὑφ’ ἑνὸς γεωμέτρου. Δυνάμει τοῦ νόμου ΩΛΕʹ τοῦ 1880, τοῦ ὁποίου ἡ ἰσχὺς ἀνενεοῦτο κατ’ ἔτος διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἀνετίθετο εἰς ἕνα γεωμέτρην, ὑπάλληλον τοῦ Δημοσίου, ἔχοντα μηνιαῖον μισθὸν 100 δραχμῶν, νὰ ἐκδίδῃ πρωτόκολλα καθ’ ὅλων τῶν κατεχόντων γαίας, εἴτε ἐθνικὰς, εἴτε ἰδιοκτήτους, νὰ βεβαιοῖ, ὅτι καλλιεργοῦσι χιλιάδας στρεμμάτων ἐθνικῶν, καὶ κατὰ τῶν πρωτοκόλλων τούτων νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἀντίῤῥησις· οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θέση χεῖρα ἐπὶ τοῦ πρωτοκόλλου αὐτοῦ, οὔτε ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Γνωρίζω ταῦτα, διότι οἱ συμπολῖταί μου πάσχουν. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑποφέρουσι πλεῖον τῶν ἄλλων, εἶναι οἱ συμμορφωθέντες πρὸς τὸν νόμον περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, διότι τὰ ὀνόματα ἐκείνων ἔχει πρόχειρα ὁ γεωμέτρης ἐκ τοῦ καταλόγου τοῦ ἐφόρου, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν καταλόγων τούτων συντάσσει πρωτόκολλα ὁ γεωμέτρης καθ’ ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ οὐδεμία ἀρχὴ ἔχει δικαίωμα νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπ’ αὐτῶν. Ἠρωτήθη τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, καὶ ἐγνωμοδότησεν, ὅτι οἱ ἀδικηθέντες πρέπει νὰ ἐγείρωσι πρόκλησιν εἰς ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, διότι τὰ πρωτόκολλα εἶναι ἀπρόσβλητα· τοῦτο ἐγένετο ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Τρικούπη, συνεπείᾳ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων.
§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπροτάθη νέα καταμέτρησις;
§60ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ὑπαρχούσης ἀμφισβητήσεως ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν. Τότε τὸ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ διατάξῃ νέαν καταμέτρησιν, καὶ ἂν μὲν τὸ Δημόσιον ἔχῃ ἄδικον, τὰ ἔξοδα τῆς καταμετρήσεως εἶναι εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, ἂν τὸ ἐναντίον, εἰς βάρος τοῦ ἰδιώτου. Μετὰ τὸν νόμον ΩΛΕʹ ἐξεδόθη ὁ νόμος τοῦ 1885, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε τὴν ἐνοικίασιν τῶν καλλιεργουμένων γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος κατηργήθη. Τὰ πρωτόκολλα τότε ἠδύναντο νὰ προσβληθῶσι δι’ ἀντιῤῥήσεων· ὁ δήμαρχος διηύθυνε τὰς ἀντιῤῥήσεις εἰς τὴν Ἐφορίαν, καὶ ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῶν ἀντιῤῥήσεων ἢ ἐνστάσεων εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὰς ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου· ἐὰν ἐντὸς μηνὸς δὲν ἠγείρετο ἀγωγὴ ἀπὸ μέρους τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ἔχανεν οὗτος πᾶν δικαίωμα. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν πρόκειται περὶ τούτου, διότι καταργηθέντος τοῦ νόμου ἐκείνου ἀνέζησε, λέγουν, ὁ νόμος τοῦ 1880. Τίνι τρόπῳ συντάσσονται τὰ πρωτόκολλα; Πολλάκις περὶ τούτου ἐγένετο λόγος καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Μεταβαίνουσιν οἱ γεωμέτραι εἰς τὰ χωρία, σημαίνουσι τοὺς κώδωνας τῶν ἐκκλησιῶν, καὶ ὅσοι δὲν προσέρχονται εἰς τὸν γεωμέτρην, ἵνα συνεννοηθῶσι μετ’ αὐτοῦ, ὑφίστανται πρωτόκολλα διὰ γαίας, τὰς ὁποίας δὲν εἶδον οὔτε κατ’ ὄνειρον, ἐπειδὴ διὰ τῶν πρωτοκόλλων αὐτῶν δὲν βεβαιοῦται ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρώσουν οἱ φορολογούμενοι. Ἀλλὰ κατόπιν συνέρχεται ἄλλη ἐπιτροπὴ, συνισταμένη ἀπὸ τὸν ἔφορον, τὸν δήμαρχον καὶ τὸν εἰρηνοδίκην, ἡ ὁποία κατατάσσει τὰς γαίας εἰς οἰκείας τάξεις, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τοιαύτης κατατάξεως κανονίζεται τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, χωρὶς ὁ φορολογούμενος νὰ γνωρίζῃ τι· διὰ τοῦτο μετὰ ἔτη λαμβάνει γνῶσιν τῆς λῃστρικῆς πράξεως τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῆς ἐπικαρπίας, καὶ ἐντεῦθεν ἡ βραδύτης, περὶ ἧς γίνεται λόγος ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει. Διὰ τοῦ προκειμένου δὲ νομοσχεδίου προστατεύεται κατά τι ὁ φορολογούμενος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἔνδικον μέσον κατὰ τοῦ πρωτοκόλλου. Ἤδη ἐπιτρέπεται νὰ ἀναφέρηται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εὑρίσκω ἀτέλειάν τινα, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον χθὲς τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν. Τὸ εὑρίσκω δὲ ἀτελὲς διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Γνωρίζετε τί γίνεται ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων· συνέρχεται ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ὅλως αὐθαιρέτως ἀποφαίνεται ἐπὶ τῶν αἰτήσεων τῶν παραπονουμένων κατὰ τῆς ἑκάστοτε συντάξεως τοῦ καταλόγου· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τίνων ἀποδεικτικῶν μέσων δέχεται τὰς ἀντιῤῥήσεις τινῶν καὶ ἀποῤῥίπτει ὁμοίας ἄλλων; Ἐπὶ τῇ βάσει τίνων βεβαιώσεων; Ἐὰν ἀποῤῥιφθῇ ἡ αἴτησίς των, οἱ ἐνιστάμενοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσιν ἀναθεώρησιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τίνων ἀποδεικτικῶν μέσων ἀποφαίνεται ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς τοιαύτης αἰτήσεως; Ζητεῖται ἡ βεβαίωσις τοῦ δημάρχου, περὶ τοῦ ἂν ὁ Α δημότης ἐξήσκησε τὸ ἐπιτήδευμά του, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε δημαρχικῆς βεβαιώσεως ἀποφαίνεται τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐπιτρέψατέ μοι ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι οὐδὲν γινώσκω ἐπισφαλέστερον ἀποδεικτικὸν μέσον τῆς δημαρχικῆς βεβαιώσεως. Πρὸς ἀπαλλαγὴν τῶν δυσχερειῶν τούτων, εἰς τὰς ὁποίας θέλει εὑρίσκεσθαι ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ παραδοχῆς ἢ μὴ τῶν αἰτήσεων τῶν παραπονουμένων, φέρω τὴν τροπολογίαν, καὶ ζητῶ, ὅπως πλὴν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προστρέχῃ ὁ ἐνιστάμενος ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου, καὶ ἵνα μὴ συμβῇ ὅ,τι συμβαίνει ἐπὶ τοῦ ἐπαράτου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου,— διότι γνωρίζω ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μαντινείας ἐκ τοῦ δήμου Καλτεζῶν καί τινων ἄλλων ἀπὸ τῆς 8 Ἀπριλίου συνεζητήθησαν αἱ ἀνακοπαὶ κατὰ τῶν πρωτοκόλλων τῶν μετρηθέντων οἴνων, καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ὁ εἰρηνοδίκης Καλτεζῶν, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου ὑπερτερήσαμεν τοὺς ἀντιπάλους μας χιλιάδας ψήφων, δὲν ἐξέδωκε τὰς ἀποφάσεις,—κανονίζεται διὰ τῆς τροπολογίας μου ὁ τρόπος τῆς διαδικασίας ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου. Ἡ τροπολογία μου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς αἰτήσεως νὰ ἀποφαίνηται περὶ τοῦ βασίμου ἢ μὴ ταύτης. Ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Ὑπουργεῖον ἀποῤῥίψῃ τὴν αἴτησιν, ἢ δὲν ἀποφανθῇ ἐπὶ ταύτης, δύναται ὁ αἰτῶν, ἄχρι τῆς ἐκτελέσεως τοῦ πρωτοκόλλου, νὰ εἰσαγάγῃ δι’ ἀνακοπῆς του τοὺς ἐν τῇ αἰτήσει ἰσχυρισμούς του ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου τῆς ἕδρας τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου κεῖνται τὰ καταμετρηθέντα κτήματα. Αἱ ἐπιδόσεις τῆς ἀνακοπῆς καὶ τῶν λοιπῶν δικογράφων γίνονται πρὸς τὸν ἔφορον, ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ Δημοσίου. Ἡ αἴτησις, ἡ ἀνακοπὴ καὶ ἅπασα ἡ περὶ τούτων διαδικασία ἐνεργεῖται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Πρὸς ἀπόδειξιν καὶ ἀνταπόδειξιν τῆς ἀνακοπῆς ἐπιτρέπονται καὶ μάρτυρες. Ἅπαντα τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα γνωστοποιοῦνται, ὑπὸ μὲν τοῦ ἀνακόπτοντος διὰ τῆς ἀνακοπῆς του, ὑπὸ δὲ τοῦ Δημοσίου ἄχρι τῆς παραμονῆς τῆς συζητήσεως τῆς ἀνακοπῆς, γιγνομένης τὴν πρώτην δικάσιμον τοῦ Εἰρηνοδικείου μετὰ 20 ἡμέρας ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως. Οἱ μάρτυρες καὶ πάντα τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα ἐξετάζονται κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τῆς ἀνακοπῆς, ὀφείλει δὲ ὁ εἰρηνοδίκης νὰ δημοσιεύῃ τὴν ὁριστικὴν καὶ τελεσίδικον ἀπόφασίν του ἅμα τῷ πέρατι τῆς συζητήσεως. Ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις μιᾶς καὶ μόνης προδικαστικῆς ἀποφάσεως καὶ μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ εἰρηνοδίκης ἐπιβάλῃ ἢ οἱ διάδικοι ἐπάγωσι καὶ ἀντεπάγωσιν ὅρκον πρὸς ἀπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν των, ἢ ἐν περιπτώσει λειπομαρτυρίου.» Γιγνομένης δεκτῆς τῆς τροπολογίας ταύτης, φρονῶ, ὅτι καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου θέλουσιν ἐξασφαλισθῆ καὶ οἱ φορολογούμενοι δὲν πρόκειται νὰ ἀδικηθῶσιν ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε γεωμετρῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου, διότι φρονῶ ἐκ πεποιθήσεως, ὅτι συμπληροῖ κατὰ τι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§61Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον πρὸ τοῦ ἐκ Μαντινείας ἀξιοτίμου συναδέλφου, διότι καὶ ἐγὼ προὐτιθέμην νὰ φέρω τὰς αὐτὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀρκετὰ εὐστόχως ὑπέβαλε, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω. Δὲν εἶχον παρασκευάσει τροπολογίαν· ἤκουσα ὅμως τὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, καὶ εὑρίσκω αὐτὴν κατὰ βάσιν ὀρθήν· εἰς τὰς λεπτομερείας δύνανται νὰ γείνωσιν ἀντιῤῥήσεις. Ὁμολογουμένως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ παρουσιάζει σπουδαῖα ζητήματα ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις. Θέλει νὰ θεραπεύσῃ τινὰ, δημιουργεῖ ὅμως ἄλλα χείρονα, καὶ ὀρθῶς παρετηρήθη, ὅτι οὐδὲν λαμβάνει μέτρον περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀσχοληθέντων πολὺ εἰς τοὺς εἰδικούς νόμους περὶ φυτειῶν, ἀλλ’ ἐμελέτησα ὀλίγον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ παρετήρησα ἰδίως εἰς τοὺς νόμους τοῦ 1877, τοῦ 1880 καὶ 1885 ἐν σχέσει πρὸς τὸν τοῦ 1889. Οἱ μέχρι τοῦδε νόμοι εἶχον τὴν διάκρισιν μεταξὺ τῆς ἀμφισβητήσεως τοῦ φόρου τῆς ἐπικαρπίας καὶ τῆς ἰδιοκτησίας· καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀμφισβήτησιν τοῦ φόρου τῆς ἐπικαρπίας, ὑπῆρχεν ἡ διαδικασία, προκειμένου λόγου περὶ ἐνοικιάσεων, ἢ διαγραφομένη εἰς τὸν νόμον τοῦ 1877 ἐν ἄρθρῳ 26· ἐπίσης ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου διεξήγετο αὕτη ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου ἐντὸς προθεσμίας ἀναλόγου πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀλλὰ προέβλεπεν ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας συνεζητοῦντο χωριστὰ, ἐνῷ ὁ νόμος οὗτος οὔτε ἀναφέρει τι ὡς πρὸς τοῦτο, οὔτε εἰς τὸν νῦν ἰσχύοντα περιλαμβάνει διάταξίν τινα σχετικήν. Δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι, ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια ἀνάλογος πρὸς τὴν ὑποβαλλομένην τροπολογίαν τοῦ ἐκ Μαντινείας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, θέλουσι γεννηθῆ πολλαὶ ἀμφιβολίαι καὶ περιπλοκαί. Ὑποστηρίζω λοιπὸν κατ’ ἀρχὴν τὴν τροπολογίαν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ ὡς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰς ἀμφισβητήσεις αὐτὰς, περὶ τῶν ὁποίων εἶπεν ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος συνάδελφος· διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου τοῦ 1885 δὲν ἀφεώρα μόνον εἰς τὰς ἐνοικιάσεις. Ὁ νόμος τοῦ 1885 ὡμίλει περὶ ἐνοικιάσεων, διότι τότε ἐνῳκιάζοντο, ἀλλὰ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχον οἱ ἐνοικιασταὶ, τὰ εἶχεν ἐπίσης καὶ τὸ Δημόσιον, ἑπομένως ἔπρεπε νὰ γείνῃ διαδικασία κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Κυρίως ὅμως εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, ἵνα ὑποβάλω μίαν ἀπορίαν, ἱκανῶς σπουδαίαν, σχετικὴν μὲ τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1885, τοῦ ἄρθρου 28, τὸ ὁποῖον δὲν κατηργήθη, διότι δὲν κατηργήθη καθ’ ὁλοκληρίαν ὁ νόμος τοῦ 1885, εἰμὴ μόνον, ὡς λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, «διὰ τοῦ νόμου ᾼΨΠΗʹ τοῦ 1889 (ἄρθρ. 2) κατηργήθησαν αἱ οἰκεῖαι διατάξεις τῶν ἄρθρων 17–26 τοῦ νόμου ᾼΤΜΔʹ, αἵτινες ἐκανόνιζον τὴν περὶ τῆς ἐξακριβώσεως τῶν καλλιεργηθεισῶν καὶ μὴ δηλωθεισῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν διαδικασίαν», κατὰ τὴν διάταξιν, λέγω, ταύτην, «αἱ περὶ προσκτήσεως γαιῶν καὶ φυτειῶν διὰ δηλώσεων διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1885 δὲν ἐφαρμόζονται εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας»— κακῶς ἐξεφράζετο ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἀλλὰ βεβαίως ἐνόει τὰς Θεσσαλικὰς καὶ τὴν Ἠπειρωτικήν. — Ἐνῷ δὲ ὑπάρχει τοιαύτη ῥητὴ ἀπαγόρευσις, ἐν Θεσσαλίᾳ ἐφαρμόζονται ἀκριβῶς αἱ διατάξεις αὗται, ἐπῆλθε δὲ μεγάλη σύγχυσις, καὶ ἀνεφύη τὸ ζήτημα μετὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν γαιῶν τῆς λίμνης Βοιβηΐδος. Αἱ τελευταῖαι πλήμμυραι ἐξηφάνισαν πάλιν τὸ ζήτημα, διότι κατέλαβον αὖθις τὰς γαίας, ἀλλ’ ἐγεννήθησαν ἐν τούτοις πολλὰ ζητήματα ἐν τῷ μεταξύ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω λοιπόν, ἐν τίνι δικαιώματι αἱ ἀρχαὶ ἐν Θεσσαλίᾳ ἐφαρμόζουσι τὰς περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν διατάξεις ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐνῷ ὑπάρχει ῥητὴ ἀπαγόρευσις, καὶ πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω τὴν ἐπερώτησίν μου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑπενθυμίζω καὶ ἄλλην ἐπερώτησιν πολλῶν συναδέλφων ἐκ Θεσσαλίας, δι’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν προηγουμένην σύνοδον, περὶ τῶν βοσκῶν τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄρχομαι ἀπὸ τῆς ἀποκρίσεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλω εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἐμνήσθη ἐργασιῶν τινων, τῶν ὁποίων οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι ἐπελάβοντο μετὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Βοιβηΐδος, ὑπέλαβε δὲ, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐζήτησε νὰ ἐφαρμόσῃ ἐπὶ τῆς ἀποξηρανθείσης ἐκτάσεως τὸν νόμον περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς. Ἀληθῶς ἔδωκα παραγγελίαν εἰς τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον, ὅταν ἀπεξηράνθη ἡ Βοιβηῒς, νὰ προβῇ εἰς ἐξετάσεις, περὶ ὧν θέλω ἀναφέρει ἀμέσως, ἀλλὰ παρεκάλεσα καὶ τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ καὶ αὐτὸς ἐξετάσεις, ὄχι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, ἀλλ’ ἐπὶ ἄλλου συγγενοῦς θέματος. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔκρινα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ πρὸ παντὸς, εἶναι ἐκεῖνο, περὶ οὗ παρεκάλεσα τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἤτοι τὸ θέμα τῆς ἐξετάσεως, ἐὰν ἡ ἀποξήρανσις τῆς Βοιβηΐδος ἦναι συμβεβηκὸς διαβατικὸν, ἢ ἐὰν ἡ ἀποξήρανσις ἦναι συμβεβηκὸς μόνιμον· ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, καὶ ἐὰν ἡ ἀποξήρανσις τῆς Βοιβηΐδος ἦτο συμβεβηκὸς διαβατικὸν, νὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο, ὅπως ἐξετασθῇ κατὰ τίνα τρόπον τὸ διαβατικὸν τοῦτο γεγονὸς δύναται νὰ κατασταθῇ μόνιμον. Ἡ γῆ εἶχεν ἀποκαλυφθῆ ἀπὸ τῶν ὑδάτων, οἱ μηχανικοὶ ἠδύναντο νὰ μεταβῶσι, νὰ ἐξετάσωσι καὶ κρίνωσι τίνες αἱ αἰτίαι, διὰ τὰς ὁποίας κατεκλύζετο τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο ὑπὸ τῶν ὑδάτων, καὶ νὰ ἄρωσιν αὐτὰς, ἄν ἦναι δυνατὸν. Ἀλλὰ συγχρόνως ἐζήτησα νὰ μάθω, ἂν ἡ ἀποκαλυφθεῖσα διὰ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Βοιβηΐδος ἔκτασις ἀνήκῃ εἰς τὸ Δημόσιον, ἢ εἰς ἰδιώτας, εἰς τίνας ἰδιώτας, καὶ κατὰ πόσην ἔκτασιν εἰς ἕκαστον, διότι δὲν ἐγνώριζον πόσα θέλει προκαλέσει ἔξοδα ἡ ἀπαιτουμένη ἐργασία, δι’ ἧς θὰ κατασταθῇ μόνιμον τὸ διαβατικὸν συμβεβηκὸς τῆς ἀποξηράνσεως, ἐὰν ἦναι τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο διαβατικόν. Ἔπρεπεν ἀληθῶς νὰ προπαρασκευάσω πᾶσαν τὴν ὕλην, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία, ἵνα, ἐὰν τὰ ἔξοδα ἦναι πολλὰ, καὶ δὲν ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ καταβάλῃ αὐτὰ, προκαλέσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κατανείμῃ αὐτὰ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἐπωφεληθῆ ἐκ τῆς ἀποξηράνσεως. Ἑπομένως, ἐὰν τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βόλου νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι ἐδόθησαν διαταγαὶ, ἵνα ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, ἔπρεπε νὰ ἄρω τὴν πλάνην αὐτοῦ ταύτην.
§63Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται περὶ παρανόμου ἐφαρμογῆς ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις τῶν νόμων περὶ ἐθνικῶν γαιῶν. Εἰς τὴν ἄλλην ἀνάγνωσιν θὰ φέρω, πιστεύω, τὰ πρωτόκολλα, ἐὰν τὰ εὕρω, ὡς ἐλπίζω.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς πρὸς τὴν Βοιβηΐδα λοιπὸν αὐτὴν ἐνετειλάμην τὴν ἐργασίαν. Ἐπανέρχομαι εἰς τὰ Θέματα, τὰ ὁποῖα προάγει πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω χάριτας εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπήλλαξε τῆς ἀνάγκης νὰ διηγηθῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἱστορίαν τῆς νομοθεσίας, τῆς κανονιζούσης τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐξακριβοῦται καὶ εἰσπράττεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας ἐπὶ γαιῶν ἐθνικῶν κατεχομένων ὑπὸ ἰδιωτῶν. Καὶ ἀπηλλάγην μὲν τῆς ἀνάγκης ταύτης, ὀφείλω ὅμως νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἡ νῦν κρατοῦσα νομοθεσία εἶναι αὐθαίρετος, καὶ ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγω, δὲν εἶναι τόσον ἀπαίσιον ἢ ἀποτρόπαιον, ὅσον παρεστάθη ὑπό τινος τῶν προαγορευσάντων, ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι εἶναι ἀποτρόπαιον τὸ σύστημα, καθ’ ὃ γίνεται ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας. Αὐτὸ τὸ ἀποτρόπαιον σύστημα ἐζήτησα νὰ ἀνατρέψω, διότι πολλάκις τιθεὶς τὴν ἐμὴν ὑπογραφὴν ἐπὶ ἐγγράφων καὶ διαταγῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ λειτουργοῦντος συστήματος, ἠσθάνθην καὶ ἐγὼ ἀγανάκτησιν. Τὴν αὐθαιρεσίαν λοιπὸν, ἥτις κρατεῖ μέχρι τοῦδε, καὶ τὴν ὁποίαν ἐνίσχυον οἱ γεωμέτραι καί τινες εἰρηνοδίκαι, κανονίζοντες αὐθαιρέτως, ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγχου καὶ βασάνου, τὰ ζητήματα ἐὰν τὸ Κράτος ἔχῃ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ δικαίωμα ἐπικαρπίας, καὶ πόσον δικαίωμα ἐπικαρπίας ἔχει δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ ζητήσῃ, αὐτὴν τὴν αὐθαιρεσίαν ἐζήτησα νὰ μεταβάλω, καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προεθέμην νὰ καταστήσω τὸν δυνατὸν ἔλεγχον καὶ νὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς τοὺς κατέχοντας νὰ παραστήσωσι τὰ δίκαιά των. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον διατάσσει νὰ συντάσσηται πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον κοινοποιεῖται εἰς τοὺς κατέχοντας, παρέχει δ’ οὕτω αὐτοῖς τὴν ἀφορμὴν νὰ ὑποβάλωσι τὰς ἐνστάσεις των. Τὸ νομοσχέδιον δὲν προβλέπει τί θέλει γίνεσθαι, ἐὰν οἱ κατέχοντες προβάλωσιν ἀντιῤῥήσεις, διότι οἱ νόμοι κανονίζουσι τί γίνεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει· κανονίζει μόνον τὸ νομοσχέδιον τί γίνεται, ἐὰν οἱ κατέχοντες δὲν προβάλωσιν ἀντιῤῥήσεις. Λοιπὸν μίαν μόνην περίπτωσιν κανονίζει τὸ νομοσχέδιον, τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν οὐδεμία ἀντίῤῥησις προβάλλεται ὑπὸ τῶν κατεχόντων κατὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῶν ν’ ἀποτίσωσι δικαίωμα ἐπικαρπίας καὶ κατὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ποσοῦ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ. Ἀλλὰ καθ’ ἣν περίπτωσιν ἤθελον προτείνει ἀντιῤῥήσεις, τὸ νομοσχέδιον σιωπᾷ. Διατί; Διότι πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσιν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους. Ἐὰν αἱ ἀντιῤῥήσεις ἦναι διότι ὁ κατέχων διεκδικεῖ δικαίωμα ἰδιοκτησίας, τὰ δικαστήρια θέλουσιν ἀποφανθῆ· ἐὰν αἱ ἀντιῤῥήσεις ἦναι διότι ὁ κατέχων διεκδικεῖ δικαίωμα νομῆς, τὰ δικαστήρια θέλουσιν ὡσαύτως ἀποφανθῆ. Ἐὰν ὅμως ὁ κατέχων προτείνῃ ἀντιῤῥήσεις, διότι ἡ ἔκτασις εἶναι μικροτέρα, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν θέλει διατάξει ἀναθεώρησιν τῆς καταμετρήσεως. Ἐὰν ὁ κατέχων ἰσχυρίζηται, ὅτι τὸ ποσὸν προσδιωρίσθη ὑπέρογκον, οἱ νόμοι τοῦ Κράτους διαγράφουν τίνι τρόπῳ ἐξακριβοῦται ἡ ἀκρίβεια. Διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀποτρόπαιον καὶ ἀνατρεπτικὸν, ἀλλ’ εἶναι καὶ εὔλογον, διότι αἴρει πάσας τὰς ἀδικίας, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο μέχρι τοῦδε. Ἤθελον εἶσθαι βάσιμοι αἱ ἀφορμαὶ, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦσι τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, ὅσοι παρέστησαν ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπέρχεται ἀνατροπὴ τῶν κειμένων νόμων, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἐκανόνιζε τὰ τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἀντικείμενον οὐχὶ τοῦτο, διότι κανονίζει τὰ περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας. Ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν προβάλλουσιν ἀντιῤῥήσεις καὶ οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τούτου ὑπέχουσι τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου, ἔχωσι δικαίωμα ἰδιοκτησίας, τὸ δικαίωμα αὐτῶν δὲν παραγράφεται, διότι οὐδεὶς νόμος διατάσσει ὅτι ὅσοι δὲν προβάλλουσιν ἀντιῤῥήσεις, ἀπολλῦσι πᾶν δικαίωμα. Οὐδεμία διάταξις τοῦ νομοσχεδίου δύναται νὰ παραβλάψῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας· μόνον ἀπόφασις δικαστικὴ, μόνον ἡ παραγραφὴ δύνανται νὰ ἀνατρέψωσιν αὐτό. Ταῦτα προβάλλων, δὲν ἀντιλέγω, ἵνα γένηται δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ἡ ὁποία κανονίζει κατὰ ἕνα τρόπον ἐλέγχου τὸν προσδιορισμὸν καὶ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν ἀπαιτήσεων, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν θίγει τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας, οὔτε διατάσσει τὸν κανονισμὸν αὐτῶν. Ἐνθυμοῦμαι διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκδοθῆ πρὸ 60 καὶ πλέον ἐτῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκανόνιζε τὰ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν δασῶν ἐξετελέσθη καὶ ἐκτελεῖται, ἀλλὰ ἐθεώρησα αὐτὸ ἀποτρόπαιον καὶ ἀντιβαῖνον εἰς πάντα λόγον δικαίου. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περιορίζεται νὰ κανονίσῃ μόνον τὸν τρόπον τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας.
§65ΡΑΛΛΗΣ. Εἶμαι εὐγνώμων πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας καὶ ἐγώ, διότι προὐνόησε νὰ ἐπανορθώσῃ κατὰ τὸ ἐφικτὸν τὰ ἄτοπα τῶν διατάξεων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Μετ’ ὀλίγον θὰ ἔλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε, καὶ ἡ ὁποία κατ’ ἀρχὴν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐν μέρει ἱκανοποιοῦσα τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἥτις ἔχει καὶ αὕτη τὰ ἄτοπά της, ὡς θέλω καταδείξει μετ’ ὀλίγον. Ὁ κ. Πρόεδρος ὅμως τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος, ἐπιμένω νὰ ἰσχυρίζωμαι, δὲν εἶναι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2 αὐτοῦ, ὅλως ἀλλοίαν ἔννοιαν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτὴς ἔδωκεν εἰς αὐτὸ καὶ ἐγώ, καὶ διετύπωσεν ὡς ἑξῆς τὴν ἔννοιαν τῆς διατάξεως ταύτης. Εἶπεν ὅτι πρόκειται περὶ ἐκείνων, οἵτινες οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν προέβαλον, ὡς πρὸς ἐκείνους δὲ, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον ἀντίῤῥησιν, δὲν προνοεῖ τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὸ νομοσχέδιον, διότι περὶ αὐτῶν προνοεῖ ἡ ἐν γένει νομοθεσία ἡμῶν, αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, αἱ διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ νόμου, αἵτινες κανονίζουσι καὶ τὴν διαδικασίαν καὶ τὴν ἁρμοδιότητα. Ἐγώ, ἵνα κατακρίνω τὴν διάταξιν, ἀνέγνωσα μὲν τὴν διάταξιν, ἀλλὰ προσέτρεξα καὶ εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, καὶ ἀκριβῶς διότι εὗρον τόσῳ παράτολμον τὴν διάταξιν, ὥστε ἦτο ἀδύνατον νὰ πιστεύσω τοὺς ὀφθαλμούς μου, νὰ πιστεύσω ὅτι ἐνόησα τὴν διάταξιν. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἀκριβῶς εὗρον τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀγνοῶν καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ὡς μὴ συντάξας αὐτά. Ἰδοὺ αὐτολεξεὶ τί λέγει ἡ ἔκθεσις (ἀναγινώσκει): «Οὐδὲν ἧττον ὅμως ἐπάναγκες κρίνεται, πρὸς ἄρσιν πάσης ἀμφιβολίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ πρὸς νομιμοποίησιν τῆς περὶ τῆς ἐξακριβώσεως καὶ βεβαιώσεως τοῦ δικαιώματος τούτου ἐνεργείας ἀφ’ ἑτέρου, ὅπως ἡ ὑποχρέωσις τῆς πληρωμῆς αὐτοῦ εἰσαχθῇ διὰ σαφοῦς καὶ ῥητοῦ θεσμοῦ, καὶ τοῦτο προτίθεται τὸ νῦν εἰσαγόμενον νομοσχέδιον» (εἶναι τὸ ἀντικείμενον τοῦ ἄρθρου 1, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἐσκέφθη ποτὲ νὰ ψέξῃ)· «ἐπειδὴ δὲ οἱ πολλοὶ τῶν καλλιεργητῶν, καθ’ ὧν συντάσσονται πρωτόκολλα, ἔρχονται μετὰ ἓν καὶ δύο ἔτη καὶ παραπονοῦνται κατὰ τοῦ καταλογισμοῦ, εἰς ὃν ὑπήχθησαν διὰ τῶν πρωτοκόλλων, διατεινόμενοι εἴτε ὅτι δὲν ἐκαλλιέργησαν τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐθνικὴν γῆν, εἴτε ὅτι ἡ καλλιεργηθεῖσα ἦτο ἰδιόκτητος αὐτῶν, εἴτε ὅτι δὲν ἦτο τόση, ἀλλ’ ἐλάσσων, ἡ δ’ ἐξέτασις τῶν παραπόνων τούτων, γιγνομένη μετὰ τοσοῦτον χρόνον, δὲν δύναται νὰ ἀγάγῃ εἰς ἀσφαλῆ καὶ ἀκριβῆ πορίσματα, διότι καὶ τὰ ἴχνη τῆς καλλιεργείας ἐκαλύφθησαν, καὶ καιρὸς ἐδόθη, ὅπως προπαρασκευασθῇ ἡ ὑποστήριξις τοῦ περὶ τοῦ ἐναντίου ἰσχυρισμοῦ, ἐπιφέρει δ’ ἀναβολὴν τούτων ἕνεκεν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν βεβαίωσιν, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ αὐτῶν τῶν ἐνεργησάντων τὴν καταμέτρησιν, οἵτινες προκατέβαλον ἐξ ἰδίων τὰς δαπάνας αὐτὰς διὰ λογαριασμὸν ἐκείνου, εἰσάγονται διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ διατάξεις, καθ’ ἃς, ἐπιτρεπομένης πάσης κατὰ τοῦ πρωτοκόλλου ἀντιῤῥήσεως ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου, δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐξετάσῃ ἐγκαίρως περὶ τοῦ βασίμου ἢ μὴ αὐτῆς καὶ προβῇ εἰς ἀπόφασιν, ἢ ἀπαλλάττον τὸν καλλιεργητὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ δικαιώματος τούτου, ἢ ὑποχρεοῦν αὐτὸν εἰς αὐτὴν διὰ τῆς καὶ κατὰ τούτου βεβαιώσεως αὐτοῦ.» Ἀκριβῶς αὕτη ἦτο ἡ κατηγορία, ἣν ἐξήνεγκον πρὸ ὀλίγου κατὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δι’ αὐτῆς ἀντιποιεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δικαιώματα καὶ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ἀνήκουσι μόνον εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ἠκούσατε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως αὐτοσχεδιάζοντα, μὲ τὴν ἑτοιμότητα, τὴν ὁποίαν ἀποδεικνύει πάντοτε εἰς τὰς συζητήσεις ἡμῶν, μίαν δικαιολογίαν ἐντελῶς ἀντικειμένην καὶ πρὸς τὸ γράμμα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία φέρει τὴν ὑπογραφήν του. Κατέκρινα τὴν ἀντιποίησιν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τῶν θεσμῶν ἡμῶν καὶ ἐκ τῶν νόμων τῶν δικαστικῶν ἀνήκουσιν ὄχι εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εἰς τὰ δικαστήρια. Ἡ ἱστορία, ἡ ἀληθὴς ὅμως ἱστορία, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὄχι ὡς διετυπώθη ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ἐν τῷ Νομικῷ Συμβουλίῳ, τοῦ ὁποίου ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μαντινείας, ἡ ἱστορία ἡ ἀληθὴς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς. Καταργηθεισῶν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1889 τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ 1885 περὶ τῆς καταβολῆς τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας, δὲν ὑπῆρχε διάταξις, δυνάμει τῆς ὁποίας νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς πολίτας, τοὺς κατέχοντας αὐθαιρέτως ἐθνικὰς γαίας, ἡ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν οὐδείς ποτε ἐσκέφθη ν’ ἀμφισβητήσῃ, ἡ ὑποχρέωσις αὐτῶν εἰς καταβολὴν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας· δὲν ὑπῆρχε πλέον διάταξις· καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε διάταξις, τὸ Νομικὸν Συμβούλιον μὲ τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, μὲ τὰς οἰκονομικὰς ἐφορίας, ἐθεώρησεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ θεσπίσῃ διατάξεις, καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας, νὰ παραγράφηται δυνάμει ἑνὸς φετφᾶ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἢ ἑνὸς ἐγγράφου οἰκονομικοῦ ἐφόρου τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ πολίτου Ἕλληνος, τὸ ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος κείμενον! Αὐτὰ εἶναι τὰ ἄτοπα τῆς γραφειοκρατίας, ἐκ τῆς ὁποίας διεπόμεθα, δὲν ἀποτελοῦσι δὲ ταῦτα τὴν ἱστορίαν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ ἱστορία τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λίαν ὀρθῶς χαρακτηρίσας καὶ ἀνατριχιάσας διὰ λογαριασμὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἰς τοιαῦτα ἄτοπα ἔδωκεν ἀφορμήν, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας. Ἡ ἱστορία εἶναι ἡ ἑξῆς, ἡ ἀληθὴς ἱστορία, ἡ προκύπτουσα ἐκ τῶν κειμένων· ἀνῆλθον δὲ μὲ ὅλα ταῦτα τὰ κείμενα ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ νὰ καταστήσω αὐτὴν μᾶλλον κατάδηλον. Ὁ νόμος, Κύριοι, τοῦ 1880, ὁ ὑπὸ στοιχεῖα ΩΛΕʹ, ἐπιγράφεται «περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως ἐπικαρπίας ἐκ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν διὰ τὸ ἔτος 1880», καὶ ἔχει ὡς πρώτην διάταξιν τὴν ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐξαιρεθεῖσαι τῆς διανομῆς ἐθνικαὶ καὶ ἐπισκοπικαὶ γαῖαι, ὡς καὶ τῶν διαλελυμένων Μονῶν, κατὰ τοὺς ἐκδοθέντας νόμους καὶ τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν Β. Διατάγματα, μέχρι τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ σκοποῦ, οὗ ἕνεκα ἐγένετο ἡ ἐξαίρεσις, παραχωροῦνται εἰς τοὺς μέχρι τοῦδε καλλιεργητὰς καὶ κατόχους, θεωρουμένους κατὰ παράκλησιν τοιούτους, ὅσοι ἤθελον συμμορφωθῆ μὲ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου.» Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη διάταξις, καὶ αὐτὸς ἦτο καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ ἔρχεται κατόπιν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 (ἀναγινώσκει): «Ἕκαστος κάτοχος καὶ καλλιεργητὴς ὀφείλει μέχρι τέλους Μαΐου ἐ. ἔ. νὰ ἐγχειρίσῃ τῷ ἁρμοδίῳ οἰκονομικῷ ἐφόρῳ εἰς διπλοῦν ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου δήλωσιν, περιγράφουσαν ἀκριβῶς τὰς γαίας καὶ τὴν ἔκτασιν αὐτῶν.» Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 4, «ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων δηλώσεων ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπὴ αʹ) κατατάσσει διὰ πράξεώς της ἕκαστον τεμάχιον εἰς τὴν οἰκείαν τοποθεσίαν καὶ προσδιορίζει τὴν καθ’ ἕκαστον στρέμμα τιμὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁριστικῶν ἐκτιμήσεων, τῶν ἐνεργηθεισῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, καὶ βʹ) ἀποφαίνεται συνάμα περὶ τῶν τεμαχίων ἐκείνων, περὶ ὧν δὲν ἐγένετο ὁριστικὴ ἐκτίμησις καὶ ὧν ἡ κατὰ στρέμμα τιμὴ ὁρίζεται εἰς δραχμὰς τριάκοντα.» Μέχρις ἐδῶ ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἄμεμπτος. Ἐπρόκειτο ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἀσφαλίσῃ ἓν δικαίωμα ἀναμφισβήτητον τοῦ Δημοσίου, κατέστησε δ’ ἀφ’ ἑτέρου μίαν διαδικασίαν, διὰ τῆς ὁποίας ὁ πολίτης ὁ ἔντιμος ἠδύνατο νὰ ἔχῃ πᾶσαν ἐγγύησιν περὶ τοῦ ὅτι ἤθελε τῷ ἐπιβληθῇ μόνον τὸ δικαίωμα τὸ νόμιμον τῆς ἐπικαρπίας, τὸ ὁποῖον δικαίως ἐζήτει παρ’ αὐτοῦ τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τοῦ νόμου παρεισέφρησε μία φράσις, ἡ ὁποία ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν καὶ εἰς τὴν κρατήσασαν νομολογίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν μετὰ ζωηροτάτων χρωμάτων ἐζωγράφησεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μαντινείας. Ἡ διάταξις αὕτη λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν διὰ καταμετρήσεως βεβαιωθῇ, ὅτι οὐδόλως ἐδηλώθησαν γαῖαι, περὶ ὧν διέλαβεν ὁ παρὼν νόμος, ἢ ὅτι ἡ δηλωθεῖσα ἔκτασις ᾖ ἐλάσσων τῆς πραγματικῆς πλέον τῶν εἴκοσιν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ὑποβάλλεται ὁ καλλιεργητὴς εἰς δικαίωμα ἐπικαρπίας τριπλάσιον τοῦ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ὁρισθέντος καὶ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς καταμετρήσεως.» Αὐτὸς ἦτο ὁ νόμος τοῦ 1880. Ὁ νόμος τοῦ 1885, ἀναγνωρίσας τὸ ἄτοπον τοῦ νόμου τοῦ 1880, ἀνέγραψε τὴν διαδικασίαν, τὴν ἐν τοῖς ἄρθροις 17 καὶ ἑξῆς τοῦ νόμου τοῦ 1885. Μετὰ τὸν νόμον αὐτὸν τοῦ 1885, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει ἀκροτελεύτιον διάταξιν, καθ’ ἣν «πᾶσα διάταξις τῶν προηγουμένων νόμων ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται», — πᾶσα διάταξις, καὶ ἑπομένως καταργεῖται καὶ ἡ διάταξις ἡ σχετικὴ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου τοῦ 1880 — ἔρχεται ὁ νόμος τοῦ 1889, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 2 διατάσσει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Περὶ τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν. — Ἡ ὑπὸ τῶν ἄρθρων 17–26 τοῦ ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1885 ΑΤΜΔʹ νόμου προβλεπομένη ἐνοικίασις τῶν ἀδηλώτων γαιῶν καὶ φυτειῶν καταργεῖται.» Ἀπέβλεψεν ὁ νόμος αὐτὸς εἰς τὴν κατάργησιν ὄχι τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας, τοῦ ἀναμφισβητήτως ὀφειλομένου εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας. Αἱ διατάξεις αὗται αἱ καταργηθεῖσαι περιλαμβάνουσιν ἀκριβῶς τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὀφείλεται εἰς τὸ Δημόσιον τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας. Ἐντεῦθεν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐξέθηκεν ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας καὶ τὸ ὁποῖον ἀναγράφει καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπάρχουσιν ἢ δὲν ὑπάρχουσιν αἱ διατάξεις αὗται; Ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας; Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀπαιτήσῃ τὸ Δημόσιον ἐπικαρπίαν ὑφίσταται ἀνεξαρτήτως οἱουδήποτε εἰδικοῦ νόμου. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν οἱοσδήποτε νόμος, ἡ θέσις τοῦ αὐθαιρέτως κατέχοντος κτήματα τοῦ Δημοσίου θὰ ἦτο χειροτέρα, παρὰ ἐὰν ὑφίστατο νόμος, οἷος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1880, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε κατὰ τὸ 1885 καὶ ὁ ὁποῖος ἐξηκολούθησε κατόπιν νὰ θεωρῆται ὑπάρχων, ἂν καὶ δὲν ὑπῆρχε πραγματικῶς, λόγῳ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου τοῦ 1880. Διότι ἐκ τοῦ κοινοῦ δικαίου ἔχει τὸ Δημόσιον τὸ δικαίωμα ν’ ἀποταθῇ πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατέχει τὸ κτῆμά του, καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ, ὅπως τῷ ἀποδώσῃ τὸ κτῆμά του καὶ τοὺς καρπούς. Οἱ νόμοι οἱ ἐκδοθέντες ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ γαιῶν, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ ἀμέσως τὸ Δημόσιον ἐπωφελέστερον, ἠθέλησαν νὰ φανῶσιν ἐπιεικεῖς πρὸς τοὺς τοιούτους κατόχους, καὶ τοὺς ἐχαρακτήρισαν ὡς κατὰ παράκλησιν κατέχοντας, ἀπῄτησαν δὲ παρ’ αὐτῶν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, ἀπῄτησαν παρὰ τῶν τοιούτων κατόχων μίαν δήλωσιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἐβεβαιοῦτο καὶ ἡ ἔκτασις, ἡ παρ’ αὐτῶν κατεχομένη, καὶ ἡ ποιότης. Ὁ νόμος τοῦ 1889 κατήργησε τὸν νόμον τοῦ 1885. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι κατήργησε τὸν νόμον τοῦ 1885, δὲν ἐπανέφερεν εἰς τὴν ζωὴν τὸν νόμον τοῦ 1880, καταργηθέντα διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1885. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, καὶ τὴν θεωρίαν αὐτὴν οὐδεὶς σήμερον πλέον ἀμφισβητεῖ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπανειλημμένως τὴν ἀνέπτυξεν ἐντεῦθεν, ἅμα ὡς καταργηθῇ εἷς νόμος δι’ ἑτέρου νόμου, δὲν δύναται ν’ ἀναβιώσῃ, μὴ ὑποβαλλόμενος εἰς τὴν διαδικασίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα, ὡς πρὸς τὴν ψήφισιν ἑκάστου νόμου, ἀπαιτοῦνται αἱ τρεῖς ἀναγνώσεις καὶ αἱ τρεῖς ψηφίσεις ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπαιτεῖται ἡ κύρωσις τοῦ Βασιλέως καὶ ἡ δημοσίευσις· ἀλλὰ ἡ γραφειοκρατία καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον προήγαγον μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου τὴν αὐθαιρεσίαν των, ὥστε νόμος καταργηθεὶς ν’ ἀναβιώσῃ, καίτοι μὴ ψηφισθεὶς παρὰ τῆς Βουλῆς, καίτοι μὴ κυρωθεὶς παρὰ τοῦ Βασιλέως. Τὰ ἄτοπα τοῦ ἄρθρου 2, ὅπως διετυπώθη, εἶναι ἀναμφισβήτητα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ ν’ ἀποφύγῃ νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι κακῶς διετυπώθη — καὶ δὲν βλέπω, ὅτι ὑπάρχει κἂν ζήτημα φιλοτιμίας αὐτοῦ ἢ οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναθέτει τὴν σύνταξιν ἑνὸς νομοσχεδίου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πάντοτε τοῦ Ὑπουργείου, — διὰ νὰ ἀποφύγῃ νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἄτοπον διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 2, προσέφυγεν εἰς τὴν συνήθη εὐστροφίαν τοῦ πνεύματός του, καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐσκόπει τοιοῦτόν τι τὸ νομοσχέδιον. Ὅτι ὅμως ἐσκόπει τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, προκύπτει ἐκ τῆς ἐκθέσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας, τὴν αὐτὴν ἔχων μετ’ ἐμοῦ γνώμην, μὲ προέλαβε καὶ ὑπέλαβεν, ὅτι ἐν μέρει διορθοῖ τὸ ἄτοπον τὸ ἐκ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου διὰ τῆς τροπολογίας του. Κατ’ ἀρχήν, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος, ἀλλ’ ἐν ταῖς λεπτομερείαις διΐσταμαι ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν, ὅπως διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μαντινείας. Τῆς τροπολογίας ἔλαβον γνῶσιν αὐτὴν τὴν στιγμήν· ἀλλ’ εἶναι τοιαύτη καὶ προσκρούει τοσοῦτον εἰς δικονομικὰς ἀρχὰς καὶ διατάξεις, ὥστε ἀληθῶς ἐκπλήσσεταί τις, ὅτι τόσον νοήμων καὶ τόσον εὔστροφος δικηγόρος προέβη εἰς τοιαύτην διατύπωσιν τῆς τροπολογίας του.
§66ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξηγήσατε τὸν λόγον.
§67ΡΑΛΛΗΣ. Ἀμέσως. Τίνες εἶναι αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, πρὸς τὰς ὁποίας ἀντιτίθεται καταφώρως ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μαντινείας; 1) Ζητεῖ προαπόδειξιν. Αὐτὸ λέγει ἡ σχετικὴ παράγραφος (ἀναγινώσκει): «Ἅπαντα τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα γνωστοποιοῦνται, ὑπὸ μὲν τοῦ ἀνακόπτοντος διὰ τῆς ἀνακοπῆς του, ὑπὸ δὲ τοῦ Δημοσίου ἄχρι τῆς παραμονῆς τῆς συζητήσεως τῆς ἀνακοπῆς, γιγνομένης τὴν πρώτην δικάσιμον τοῦ Εἰρηνοδικείου». 2) Ζητεῖ — ὅπερ εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς προαποδείξεως — ὅπως οἱ μάρτυρες ἐξετασθῶσι κατὰ τὴν πρώτην ἐπ’ ἀκροατηρίου συζήτησιν, καὶ μάλιστα ἄνευ ἐκδόσεως ἀποφάσεως! Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐξέτασις μαρτύρων—τοὐλάχιστον κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Δικονομίας— χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλουσι διαταχθῆ ἀποδείξεις, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν Μαντινείας, ὁ ὁποῖος δὲν στερεῖται μήτε νοημοσύνης μήτε ἐπιστημονικῆς δεινότητος, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ εἰκονίσῃ ἐν τῷ πνεύματί του τὴν διαδικασίαν. Προσέρχεται ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος καὶ ὁ ἐναγόμενος, μὲ μίαν σωρείαν μαρτύρων, καὶ ἀρχίζει ἀμέσως ὁ εἰρηνοδίκης—διότι δὲν τολμᾷ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν· μίαν ἀπόφασιν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ προδικαστικὴν,—καὶ μετὰ τὴν ἀπαγγελίαν τῶν ὀνομάτων τῶν μαρτύρων τοὺς ἐξετάζει· ἐπὶ τίνος θέματος; Δὲν ὑπάρχει θέμα, διότι δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις, ἡ ὁποία νὰ καθορίζῃ τὸ θέμα. Καὶ θὰ εἴπητε, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης προχείρως δύναται νὰ διατυπώσῃ τὸ θέμα· ἀλλ’ ἡ διατύπωσις τοῦ θέματος, ὡς γνωρίζετε, ἀξιότιμε συνάδελφε, ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενον τῶν μακροτάτων καὶ τῶν ἐπιμονωτάτων συζητήσεων ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων...
§68Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τούτου· ἀλλὰ παρατηρῶ μόνον, ὅτι εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπακοπούλου γίνεται λόγος περὶ τῶν λόγων τῆς ἀνακοπῆς, ὅτι ἐπὶ τῶν λόγων τῆς ἀνακοπῆς θὰ γείνῃ ἡ ἐξέτασις τῶν μαρτύρων. Τοῦτο νομίζω ὅτι σᾶς διαφεύγει.
§69ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας—καὶ σεῖς δὲν ὑστερεῖτε τοῦ συναδέλφου—ὅτι ὑπάρχει διάταξις ἐν τῇ Δικονομίᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν διατάσσεται μόνον ἀπόδειξις ἐπὶ τῶν οὐσιωδῶν ἰσχυρισμῶν τῶν διαδίκων.
§70ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλομεν νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν αὐτὸ τὸ σύστημα. Ἐὰν ἦτο σύμφωνος ὁ νόμος καὶ ἡ τροπολογία μου πρὸς τὴν Δικονομίαν, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ τὴν προτείνωμεν. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ καινοτομήσωμεν, καὶ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ζητοῦμεν τὴν καινοτομίαν αὐτὴν, τοὺς ἐξέθηκα· ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ἀναπτύξω εὐρύτερον τὴν τροπολογίαν μου. Ἐὰν ἦτο σύμφωνος πρὸς τὴν Δικονομίαν, δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ ἀπασχολῶμεν τὴν Βουλήν.
§71ΡΑΛΛΗΣ. Καινοτομοῦντες ὅμως, δὲν πρέπει νὰ φέρωμεν εἰς τὸ χάος καὶ τὴν σύγχισιν...
§72ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ δαιδάλου τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας πράττομεν τοῦτο.
§73ΡΑΛΛΗΣ. .. καὶ πρὸ πάντων ἐν τοῖς δικαστηρίοις. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ χάος, ἐὰν δυνάμει τῆς τροπολογίας ὑμῶν ὁ εἰρηνοδίκης ᾖναι ἠναγκασμένος ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν ἰσχυρισμῶν, ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν λόγων τῆς ἀνακοπῆς τοῦ ἀνακόπτοντος τὸ πρωτόκολλον νὰ ἐξετάζῃ μάρτυρας, καὶ νὰ ἐξετάζῃ τοιούτους ἐπ’ ἄπειρον καὶ ἄνευ σκοποῦ, διότι ἐκδικάζων μετ’ ὀλίγον κατ’ οὐσίαν τὴν ἀνακοπὴν δύναται ν’ ἀποῤῥίψῃ τοὺς σχετικοὺς ἰσχυρισμοὺς ἢ τοὺς σχετικοὺς λόγους ὡς ἀπαραδέκτους (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις μιᾶς καὶ μόνης προδικαστικῆς ἀποφάσεως καὶ μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ εἰρηνοδίκης ἐπιβάλῃ ἢ οἱ διάδικοι ἐπάγωσι καὶ ἀντεπάγωσιν ὅρκον πρὸς ἀπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν των, ἢ ἐν περιπτώσει λειπομαρτυρίου». Δὲν ἐκδίδεται παρὰ μόνον μία ἀπόφασις, κατὰ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Μαντινείας. Ἀπόφασις διατάττουσα τὴν ἐξέτασιν τῶν μαρτύρων δὲν ὑπάρχει, καὶ τότε τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Καδῆ τὰ μεταφέρει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον ἀπαλλάσσει, εἰς τὸν εἰρηνοδίκην. Τοὐλάχιστον θὰ ἐνόουν τὸ δικαίωμα τοῦ Καδῆ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ Καδῆ βεβαίως δὲν τὸ ἐννοῶ, καὶ μήτε εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἐννοήσῃ κανεὶς ἐξ ἡμῶν, εἰς χεῖρας τοῦ εἰρηνοδίκου, ὁποῖος εἶναι οὗτος σήμερον. Ἀλλοίμονον, Κύριοι, εἰς ἡμᾶς, ἐὰν τὸ τιμαλφέστατον δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὸ αὐθαίρετον!
§74Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει νὰ πάθῃ.
§75ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχει νὰ πάθῃ, ἐὰν τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὸ αὐθαίρετον τοῦ εἰρηνοδίκου, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δὲν χαίρει τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ αὐτοτέλειαν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ χαίρῃ ὁ ἀπονέμων τὴν κατωτέραν δικαιοσύνην, τὸν ἐπιούσιον αὐτὸν ἄρτον τοῦ λαοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἦναι ὑπέρτερος τῶν μικροσυμφερόντων καὶ μικροζηλοτυπιῶν τῶν τοπικῶν, ἐὰν δὲ πρὸ ὀλίγου κατέκρινα τὸ ἄρθρον 2, τὸ κατέκρινα διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξακριβώσῃ, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοιαύτης διαφορᾶς, περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ τις—καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο ἄτοπον—νὰ ἀνεχθῇ τις, ἵνα ὁ εἰρηνοδίκης, οἷον τὸν γνωρίζομεν, ἀποφαίνηται ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας τῆς ἀκινήτου, ἀνατρεπομένης ἐντεῦθεν καὶ τῆς ἄλλης θεμελιώδους διατάξεως τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, κατὰ τὴν ὁποίαν μόνον τὸ Πρωτοδικεῖον εἶναι ἁρμόδιον, ὅπως ἀποφαίνηται ἐπὶ τῶν τῆς νομῆς καὶ τῆς κυριότητος ζητημάτων. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν, Κύριοι, τὰς μεταῤῥυθμίσεις, τὰς ὁποίας θεωρῶ ὡς ἀναποφεύκτως καὶ ἐπειγόντως ἀναγκαίας ἐν τῇ Πολιτικῇ ἡμῶν Δικονομίᾳ, ἵνα δυνηθῇ νὰ λειτουργήσῃ ἡ δικαιοσύνη, καὶ θὰ ζητήσω, ὅπως ἀκριβῶς ἐκδίδωνται ἀποφάσεις ἐπ’ ἀκροατηρίου, ὡς ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Θὰ ἦναι μία πρόοδος καταπληκτικὴ αὕτη.
§76Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκαδίην αἰτεῖτε!
§77ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε μέγα λάθος· ἐλλείπει μόνον ἡ θέλησις.
§78ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνοῦμεν εἰς τὰς ἰδέας, ἀλλὰ διαφωνοῦμεν εἰς τὰ πράγματα.
§79ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ τρόπος οὗτος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ ἰδέαι αὗται. Ἵνα ἐπιβληθῇ εἰς τὸν δικαστὴν ἡ ἄμεσος ἔκδοσις τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, καθιστῶν μίαν ἐγγύησιν ὑπὲρ τῶν δικαζομένων διὰ τῆς δημοσιότητος τῶν ἀποφάσεων, ἀπαιτεῖται νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ἡ Πολιτικὴ Δικονομία ἡμῶν. Σήμερον ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία καθορίζει, ὅτι αἱ ἀποφάσεις δημοσιεύονται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, ἀποτελεῖ τύπον ἄσκοπον· καὶ ἐν τούτοις ἡ διάταξις ἐκείνη εἶναι ἡ οὐσία, ὅπως εἶναι ἅπασαι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, αἱ στρεβλωθεῖσαι καὶ παρερμηνευθεῖσαι. Τί ἐνόει τὸ Σύνταγμα, ὅταν ἀπῄτει παρὰ τοῦ δικαστοῦ νὰ ἐκδώσῃ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τὴν ἀπόφασίν του; Ἐνόει αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἴπετε· ἠθέλησε τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαστοῦ γιγνομένην ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς κοινῆς γνώμης τοῦ ἀκροατηρίου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις συζητήσεως θερμῆς καὶ συζητήσεως σπουδαίας· βεβαίως δὲν ἠθέλησε νὰ ἔρχηται ὁ δικαστὴς μετὰ τρεῖς, μῆνας, μετὰ ἓξ μῆνας ἀπὸ τῆς συζητήσεως, ὅτε ὅλαι αἱ ἐντυπώσεις ἐξητμίσθησαν, ὅτε τὸ ἀκρατήριον δὲν ὑπάρχει πλέον, νὰ ῥίπτῃ ἓν μαρουλόφυλλον καὶ νὰ λέγῃ: ἐκδίδεται ἡ ἀπόφασις τοῦ δεῖνα κατὰ τοῦ δεῖνα. Ἐὰν τοιοῦτος ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἔπρεπεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον νὰ τὸ καύσωμεν πρὸ καιροῦ. Ὁ σκοπὸς βεβαίως ἦτο ἄλλος· τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ Συντάγματος ἀπέβλεπεν εἰς μίαν ἐγγύησιν πραγματικὴν ὑπὲρ τῶν δικαζομένων. Τὴν ἐγγύησιν αὐτὴν τὴν βλέπω ὑπὲρ τῶν δικαζομένων εἰς τὴν τροπολογίαν σας, ἐπιβάλλουσαν τὴν ἄμεσον ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως· ἀλλὰ δὲν βλέπω τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ τοῦτο. Ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ τοῦτο, εἶναι νὰ τροποποιήσωμεν τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς ἡμῶν Δικονομίας, τὰς ἀφορώσας ἀκριβῶς εἰς τὰς ἀποδείξεις. Ἐὰν εἴπητε εἰς ἕνα Γάλλον, Γερμανόν, Ἄγγλον, Ἰταλὸν, οἱονδήποτε δικαστὴν, ὅτι ἐν τῇ πρακτικῇ τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια ἐκδίδουσιν ἀποφάσεις μετὰ τρεῖς μῆνας, μετὰ ἓξ μῆνας, μετὰ ἓν ἔτος ἀπὸ τῆς συζητήσεως τῶν ὑποθέσεων, θὰ μᾶς χαρακτηρίσῃ ὡς Ζουλού, διότι μόνον Ζουλουδικὴ δικαιοσύνη δύναται νὰ λειτουργῇ οὕτω. Ἀλλ’ ἵνα κατορθωθῇ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἄμεσος ἔκδοσις τῶν ἀποφάσεων, ὅπως πρέπει νὰ γίνεται καὶ ὅπως ὁρίζει τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἀνάγκη τινὲς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας νὰ μεταῤῥυθμισθῶσι. Κυρίως πρέπει νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν διαδικασίαν τοῦ interrogatoire sur faits et articles, τὴν προανάκρισιν παρὰ τοῦ δικαστοῦ. Καὶ γνωρίζετε πάντες, πῶς λαμβάνει χώραν ἡ προανάκρισις αὕτη. Καλεῖ ὁ δικαστὴς τοὺς διαδίκους — καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου καλεῖ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον καὶ ἐκεῖνον, κατὰ τοῦ ὁποίου γίνεται τὸ πρωτόκολλον, — εἰς δὲ τὸν παριστάμενον Βουλευτὴν Μαντινείας, ὡς δικηγόρον, ἢ τὸν συμπολίτην μου, λέγει «παραμερίσατε», καὶ ἐξακριβώνει τὰ περιστατικὰ τὰ πραγματικά. Τὰ περιστατικὰ τὰ πραγματικὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁμολογιῶν τῶν διαδίκων ἀναγράφονται εἰς πρακτικόν· μεθ’ ὃ ὁ δικαστὴς καλεῖ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Μαντινείας καὶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς, τοὺς δικηγόρους, καὶ τοῖς λέγει: «κοπιάστε, συζητήσατε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιωθέντων πραγματικῶν». Δὲν ἀναγράφετε δυστυχῶς τοιαύτην διαδικασίαν, ἀναγράφετε μόνον, ὅτι ὑποχρεοῦται ὁ διάδικος εἰς προαπόδειξιν, ἀναγράφετε ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν λόγων τῆς ἀνακοπῆς διεξάγεται ἡ μαρτυρικὴ ἀπόδειξις, ἄνευ ἀποφάσεως, διατασσούσης τὴν ἀπόδειξιν, ἀνατρέπετε δ’ ἄρδην καὶ τὴν ἁρμοδιότητα τῶν δικαστηρίων. Ταῦτα προτείνετε διὰ τῆς τροπολογίας σας. Βεβαίως ὁ σκοπὸς τῆς τροπολογίας σας εἶναι ἀξιέπαινος· διότι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα κατεδείξατε καὶ ἀπεδέχθη καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐγὼ μεθ’ ὑμᾶς ἐπανέλαβον, τὰ ἄτοπα ἐκεῖνα προσπαθεῖτε νὰ τὰ ἀπαλείψητε· ἀλλὰ δίδετε ἀφορμὴν εἰς ἄλλα ἄτοπα. Ὑπάρχει εἷς τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ τροπολογία ὑμῶν δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν σκοπὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπετε, καὶ τοῦτο, ἐὰν περιορίσωμεν τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς εἰς μόνον τὸ ἐτήσιον δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας...
§80ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1885.
§81ΡΑΛΛΗΣ. Ὅπως ὁ νόμος τοῦ 1885 ἀκριβῶς... Ἐπειδὴ δὲ εὑρισκόμεθα οὐχὶ εἰς τὴν πρώτην, ἀλλ’ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν, διὰ τοῦτο ἔλαβον τὴν τόλμην νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ τοσοῦτον τὴν Βουλήν, διότι θεωρῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων, ὅτι θίγει εἰς τὰ καίρια τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας, ἔχετε δὲ τόσον πικρὰν πεῖραν τῆς ὑπαλληλίας τῆς ἑλληνικῆς, ὥστε σεῖς σήμερον δὲν πρέπει νὰ ἀφήσητε τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ πολίτου Ἕλληνος, τοῦ συμπολίτου ἡμῶν, εἰς χεῖρας τῆς ὑπαλληλίας. Δύναται κάλλιστα, συγχωνευομένης καὶ τροποποιουμένης ἐν τισι τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μαντινείας, ἀλλὰ περιοριζομένων τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀποφάσεως τοῦ εἰρηνοδίκου ὡς πρὸς μόνον τὸ ζήτημα τῆς ἐπικαρπίας καὶ μὴ συνεπαγομένης τῆς διαδικασίας ταύτης ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, δύναται, λέγω, τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἀσφαλίσῃ καὶ τὸν πολίτην Ἕλληνα ἀπὸ πάσης ἐπιδρομῆς τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας του.
§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ κανονίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας ὑπὸ τῶν ὀφειλόντων νὰ ἀποδώσωσιν αὐτό, οὐχὶ δὲ νὰ κανονίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο δηλοῖ ἡ ῥητὴ φράσις τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ τῶν πραγμάτων ἡ κατάστασις, ἣν τὸ νομοσχέδιον σκοπεῖ νὰ κανονίσῃ. Ποῖαι εἶναι αἱ ἐκτάσεις αὐταί, αἱ ὁποῖαι κατέχονται ὑπὸ ἰδιωτῶν, ἀνήκουσιν ὅμως εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ζητεῖται ἤδη νὰ βεβαιωθῇ εὐλογώτερον καὶ δικαιότερον ἡ ὑποχρέωσις τῶν κατεχόντων πρὸς ἀπόδοσιν δικαιώματος ἐπικαρπίας; Εἶναι τὰ λεγόμενα πλεονάσματα τῶν δηλώσεων τῶν ἐθνικῶν γαιῶν. Ἐδηλώθησαν ἐθνικαὶ γαῖαι, ὁ δὲ νόμος προσδιώρισε πόσα στρέμματα ἔχει ἕκαστος οἰκογενειάρχης τὸ δικαίωμα νὰ δηλώσῃ· ἀλλ’ εἶχε τὸ Κράτος τόσους τεχνίτας, ἵνα καταμετρήσωσι πάσας τὰς ἐκτάσεις, τὰς ὁποίας ἐδήλωσαν οἱ πολῖται Ἕλληνες; Καὶ ἐὰν ἤθελεν ἔχει τὸ Κράτος τόσους γεωμέτρας καὶ μηχανικούς, πόσα ἔτη ἔπρεπε νὰ ἀσχοληθῶσιν, ἵνα καταμετρήσωσι πάσας ταύτας τὰς ἐκτάσεις; Λοιπὸν ἐδηλώθησαν ἐκτάσεις γαιῶν τόσαι, ὅσας ὁ νόμος ἐπέτρεψεν εἰς ἕκαστον πολίτην Ἕλληνα νὰ δηλώσῃ· ἀλλὰ δὲν ἐπῆλθεν ἡ καταμέτρησις αὐτῶν, καὶ ἕκαστος ἐγκατέστη, καὶ μόνος, ἢ τῇ βοηθείᾳ δύο συγχωρίων, διὰ τοῦ σχοινίου ἐνήργησε τὴν καταμέτρησιν. Ἀλλ’ εἴτε ἐν γνώσει εἴτε καὶ ἐκ πλάνης, κατέλαβον περισσοτέρας ἐκτάσεις· γνωστὸν δέ, ὅτι τὸ συμφέρον ἑλκύει πολλάκις τὸν ἄνθρωπον, καὶ πολλάκις παρασύρει αὐτὸν καὶ εἰς πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ πράξῃ. Δι’ αὐτὰς τὰς ἐκτάσεις, τὰς ὑπὸ τῶν δηλωσάντων ἐθνικὰς γαίας καταληφθείσας, ὁ νόμος διέταξεν ὅτι θεωρεῖ τοὺς κατόχους ὡς κατὰ παράκλησιν κατόχους. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου εἶναι ἐπιεικής, διότι ὑπῆρξεν ἔλλειψις τῆς Διοικήσεως. Ποία ἔλλειψις; Ὅτι δὲν κατεμέτρησε τὰς γαίας, ἵνα θέσῃ ὅρια ἑκάστης παραχωρήσεως. Σύνοιδεν ἡ Διοίκησις, ὅτι εἶναι ὑπαιτία τῆς καταστάσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐκήρυξεν αὐτοὺς διὰ τοῦ νόμου τούτου κατὰ παράκλησιν κατόχους. Πρόκειται λοιπὸν νὰ ἐξακριβωθῇ δικαίωμα ἰδιοκτησίας; Ὄχι· διότι ἕκαστος ἔχει τὸ παραχωρητήριόν του, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει, ὅτι 80, φέρ’ εἰπεῖν, στρέμματα παρεχωρήθησαν αὐτῷ, πρόκειται δὲ νὰ γένηται ἡ καταμέτρησις, ἵνα ἀποδειχθῇ μήπως ὑπὲρ τὰ 80 στρέμματα εἶναι τὰ καταληφθέντα. Διὰ τοῦτο ὁ νόμος δὲν ἐκαλεῖτο νὰ λύσῃ δικαίωμα ἰδιοκτησίας, ἐσιώπησε δ’ ἐντελῶς, ἵνα ἀφήσῃ ἀναλόγως τῶν περιστάσεων νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας· ἡ δὲ ἰσχύουσα νομοθεσία παρέχει πάντα τὰ μέσα, ἵνα κανονισθῶσι τὰ περὶ τούτου. Ἑπομένως σφαλλόμεθα, ἐὰν νομίζωμεν ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρόκειται νὰ λυθῶσι ζητήματα ἰδιοκτησίας. Ἤθελεν εἶσθαι τῷ ὄντι ἀπαίσιον τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν ἠθέλομεν ἐξαρτήσει τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἀπὸ ἑνὸς πρωτοκόλλου, τὸ ὁποῖον συνετάχθη, καὶ ἀπὸ τὴν παράλειψιν τοῦ κατόχου τῆς γῆς, ἵνα προβάλῃ κατ’ αὐτοῦ ἀντιῤῥήσεις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχει δικαίωμα νὰ διεκδικήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας του, καὶ ἐὰν τὸ πρωτόκολλον ἀφήσῃ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ ὑποχρεωθῇ νὰ ἀποτίσῃ δικαίωμα ἐπικαρπίας, τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας δὲν δύναται νὰ ἀναιρεθῇ ἢ καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος διατάσσει. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σκιαμαχῶμεν, ζητοῦντες καὶ ἀγωνιζόμενοι πῶς νὰ σώσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἀπὸ τῆς αὐθαιρέτου ἐνεργείας εἴτε τῆς Διοικήσεως, εἴτε τῶν μικρῶν ὀργάνων αὐτῆς. Πρόκειται νὰ κανονίσωμεν πότε ἀποδίδοται καὶ πῶς ἐξακριβοῦται τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας. Ἀποδίδοται ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι τοιοῦτον δικαίωμα. Τοῦτο λέγει τὸ ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκει): «Οἱ καλλιεργοῦντες γαίας ἐθνικὰς ἢ ἐκκλησιαστικάς, καὶ οἱ καρπούμενοι ἐθνικοϊδιοκτήτους γαίας, ἐφ’ ὅσον καὶ αἱ μὲν καὶ αἱ δὲ δὲν ἐδηλώθησαν κατὰ τὰς διατάξεις τῶν νόμων...» Ἐγὼ διὰ τοῦτο ἀποδέχομαι κατ’ ἀρχὴν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπακοπούλου. Ἐὰν ἤθελον ἐρωτηθῆ νὰ δηλώσω τὴν ἐνδόμυχόν μου γνώμην, δὲν θεωρῶ οὐδ’ αὐτὴν ἀναγκαίαν, διότι, ἐὰν τὴν ἐθεώρουν ἀναγκαίαν, ἤθελον περιλάβει αὐτὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τί ἤθελον περιλάβει; Ἤθελον περιλάβει τὴν δευτέραν περίπτωσιν, τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 ἀναφερομένην, κατὰ τὴν ὁποίαν συνετάχθησαν τὰ πρωτόκολλα, καὶ προέβαλον ἀντιῤῥήσεις οἱ καθ’ ὧν συνετάχθησαν. Ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου δὲν κανονίζει τὸ νομοσχέδιον, διότι κανονίζει μόνον τὴν ἑτέραν περίπτωσιν, τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ καθ’ ὧν συνετάχθησαν τὰ πρωτόκολλα δὲν ὑπέβαλον ἀντιῤῥήσεις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας ἐπιθυμεῖ νὰ κανονισθῶσι καὶ τὰ τῆς περιπτώσεως ταύτης, διὰ τοῦτο κατ’ ἀρχὴν δέχομαι τὴν τροπολογίαν αὐτοῦ, ἐπιφυλασσόμενος νὰ συζητήσω τὰς λεπτομερείας αὐτῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας, ὑποθέτω, δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, ἵνα βελτιώσῃ τὸ ἔργον του, ὡς καὶ ἡμεῖς προθύμως θέλομεν ἀποδεχθῆ πᾶσαν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§83ΒΟΤΣΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον φέρει, ὅτι ὁ ἔχων ἀντιῤῥήσεις κατὰ τοῦ πρωτοκόλλου ὀφείλει νὰ τὰς ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅλοι ἐπλανήθημεν, νομίσαντες ὅτι τὸ νομοσχέδιον καθιεροῖ μίαν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα δικάζῃ τὰς ἀντιῤῥήσεις ταύτας. Κατὰ τὰς δηλώσεις ὅμως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν εἶναι τοιαύτη, δηλαδὴ δι’ αὐτοῦ δὲν καθιεροῦται δικαιοδοσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα δικάζῃ τὰς ἀντιῤῥήσεις ταύτας. Ἀλλ’ ὡς κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, δὲν πρέπει νὰ μένωσιν ἀσαφεῖς οἱ νόμοι, διότι καθ’ ἑκάστην βλέπομεν νὰ ἔρχωνται τὰ δικαστήρια νὰ ἑρμηνεύωσιν οὕτως ἢ ἄλλως ἕνα νόμον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ σαφῶς ἡ ἔννοια τοῦ νόμου. Ἐὰν δὲ πρόκειται νὰ ἀποφασίσωμεν καὶ περὶ τῆς τύχης τῶν ἀντιῤῥήσεων, ἡ πρὸς τοῦτο ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ τροπολογία δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτή, διότι κατ’ αὐτὴν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει ἐντὸς τριῶν μηνῶν νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν. Κατόπιν ὅμως τῆς ἐξηγήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχει τοιαύτην δικαιοδοσίαν, δὲν θὰ ἀποφασίσῃ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἀποφασίζει καὶ ἀποῤῥίπτει τὰς ἀντιῤῥήσεις, τότε δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν προθεσμίαν ὁ ἐνιστάμενος νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ θὰ καθίσταται ἀμετάκλητον τὸ πρωτόκολλον, διότι ἡ τροπολογία λέγει «μέχρι τῆς ἐκτελέσεως τοῦ πρωτοκόλλου»· ἡ ἀπόφασις ὅμως, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκδώσῃ ὁ Ὑπουργὸς, δὲν θὰ κοινοποιῆται εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον· θὰ τὴν στέλλῃ εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, καὶ θὰ ἐπιλαμβάνηται ὁ ταμίας τῆς ἐκτελέσεώς της, καὶ ἑπομένως ἅμα ἐπέλθῃ αὕτη δὲν θὰ ᾖναι εἰς καιρὸν ὁ ἐνιστάμενος νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, κατὰ τὴν τροπολογίαν ταύτην. Προτιμότερον ἦτο νὰ παραδεχθῶμεν τὸν παλαιὸν νόμον, ὁ ὁποῖος λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὁ καλλιεργητὴς ἰσχυρίζηται, ὅτι δὲν ὑπόκειται τὸ κτῆμα εἰς ἀπόδοσιν δικαιώματος ἐπικαρπίας, ἢ προτείνῃ οἱανδήποτε ἄλλην ἀντίῤῥησιν, ὁ ἐνοικιαστὴς ὀφείλει, λαμβάνων ἐκ τοῦ γραφείου τῆς Ἐφορίας γνῶσιν τῆς ἐνστάσεως, νὰ φέρῃ ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 20 προθεσμίας τὴν διαφορὰν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου.» Ἐκτὸς τούτου ἡ διαδικασία τῆς προαποδείξεως, τὴν ὁποίαν ἡ τροπολογία εἰσάγει, καθ’ ἣν ὀφείλει νὰ ἐξετάζῃ μάρτυρας ὁ εἰρηνοδίκης ἐπὶ τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ ἐνισταμένου, χωρὶς νὰ ἐρευνᾷ, ἐὰν οἱ ἰσχυρισμοὶ οὗτοι ᾖναι οὐσιώδεις, δὲν εἶναι ποσῶς ἀναγκαία, καὶ δι’ αὐτῆς θὰ μεταῤῥυθμίσωμεν τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν μας ἄνευ λόγου καὶ ἄνευ ἀνάγκης. Ἡ διαδικασία ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου, εἰς ὃν ὑπάγονται αἱ κατὰ τῶν πρωτοκόλλων ἀντιῤῥήσεις, εἶναι ἁπλουστάτη καὶ σύντομος, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν περιορίσωμεν ἔτι μᾶλλον. Περιπλέον, Κύριοι, προκειμένου περὶ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ εἰρηνοδίκου, πρέπει νὰ μὴ ἀφήσωμεν αὐτὸν νὰ δικάζῃ ἀνεκκλήτως. Ἐὰν σήμερον ἀκούωνται φωναὶ κατὰ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, εἶναι, διότι οἱ εἰρηνοδίκαι δικάζουσιν ἀνεκκλήτως, καὶ ὑπάρχουσί τινες εἰρηνοδίκαι, οἵτινες, συνεννοούμενοι ἢ συνεταιριζόμενοι μετὰ τῶν ἐνοικιαστῶν, ἀδικοῦσι τοὺς φορολογουμένους. Ἐὰν λοιπὸν πρόκειται νὰ κανονίσωμεν διαδικασίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δικάζωνται αἱ ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλλωσιν οἱ κατέχοντες γαίας ἐθνικὰς, ἂς δεχθῶμεν τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ ὁ νόμος ὁ καταργηθεὶς ἐν ἄρθρῳ 22, μὲ μόνην τὴν τροποποίησιν, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης νὰ μὴ δικάζῃ ἀνεκκλήτως, καὶ ἡ ἀπόφασίς του νὰ μὴ ἀποτελῇ δεδικασμένον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ νὰ περιορίζηται μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐπικαρπίας, καὶ ἂς ἀφήσωμεν τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν ὅπως ἔχει, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ τὴν τροποποιήσωμεν, νὰ τὴν τροποποιήσωμεν ὅπως πρέπει.
§84ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ὅτι, ἐνῷ κατ’ ἀρχὴν εὑρίσκει τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀφορμὴν ψόγου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ εὑρίσκω ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλὴ, ἡ ἀντιπροσωπεύουσα τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἰδίως τῶν ἐπαρχιῶν, νὰ ἐκφράσῃ εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν προτίθεται νὰ ἀντιποιηθῇ δικαστικὰ δικαιώματα, ἀλλὰ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπὸ τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ τὴν τυραννίαν, τὴν ὁποίαν ἐξασκοῦσιν οἱ γεωμέτραι, οἱ ὁποῖοι τὸν κατέστησαν φόρου ὑποτελῆ. Μέχρι τοῦδε οἱ γεωμέτραι ἐξέδιδον πρωτόκολλον, κατὰ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ χεῖρα. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνοίγει μίαν θύραν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ προστατεύωνται οἱ καλλιεργηταὶ τῆς Ἑλληνικῆς γῆς. Ἐὰν εὑρίσκητε τὴν θύραν ταύτην στενὴν καὶ ἀνεπαρκῆ πρὸς προστασίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εὐρύνατέ την· ἀλλὰ δυστυχῶς περιορίζεσθε εἰς τὸ νὰ ψέγητε τὴν Κυβέρνησιν, νὰ χαριτολογῆτε δὲ, κατακρίνοντες τὴν καὶ ὑφ’ ὑμῶν ἐπαινεθεῖσαν τροπολογίαν μου. Ἐγὼ εὗρον ἀνεπαρκὲς τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διὰ τῆς τροπολογίας μου ζητῶ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ προσφεύγῃ εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Ἀλλὰ καὶ τὴν τροπολογίαν μου αὐτὴν κατακρίνει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς,—καίτοι συγχρόνως τὴν ἐπαινεῖ,—ὡς ἀντικειμένην εἰς τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ἀλλ’ ἂν ἦτο ἐπαρκὴς ἡ Πολιτικὴ Δικονομία πρὸς πρόληψιν τῶν ἤδη τελουμένων, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν ἀπασχολήσει τὴν Βουλήν· ἐὰν δὲ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἀποδεικτικὴν διαδικασίαν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, αἱ δίκαι αὗται δὲν ἤθελον τελειώσει ποτέ· οἱ εἰρηνοδίκαι ἤθελον ἐκδίδει ἀείποτε προδικαστικὰς ἀποφάσεις. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον διὰ τῆς τροπολογίας μου κανονίζεται μία διαδικασία ἐξαιρετική, νὰ ἀποφαίνηται ὁ εἰρηνοδίκης ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον· διότι δὲν πρόκειται περὶ σοβαροῦ ζητήματος. Σοβαρὸν εἶναι, ἐὰν λάβητε ἐν συνόλῳ τί ὑποφέρει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀλλ’ ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀντικείμενον ἑκάστης δίκης, δὲν εἶναι σπουδαῖον, διότι πρόκειται περὶ μικρῶν κτημάτων καὶ φόρου 40 ἢ 50 δραχμῶν ἀξίας. Πρόκειται λοιπὸν ν’ ἀποφανθῇ μία ἀρχὴ περὶ τοῦ κύρους τῶν πρωτοκόλλων, καὶ ἀποφαίνεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐὰν δὲν ἀρέσκωνται εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ οἱ φορολογούμενοι, νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην. Περὶ τίνος δὲ πρόκειται νὰ ἀποφαίνηται ὁ εἰρηνοδίκης; Μόνον ἐὰν ἦναι ἔγκυρον τὸ πρωτόκολλον τοῦτο· δηλαδὴ κατέχεται ἡ γῆ ὑπὸ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ πρωτόκολλον, καὶ ἡ γῆ αὕτη εἶναι ἐθνική; τὸ ζήτημα τῆς κατοχῆς δὲν λύεται. Ἐὰν νομίζητε ὅτι πρέπει νὰ σχετισθῇ ἡ τροπολογία μου πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1885, δύνασθε νὰ προσθέσητε διάταξιν σχετικήν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀφορμὴ νὰ βάλλητε μετὰ τόσης εὐφυΐας κατ’ ἐμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, εἰς τὴν γνώμην τοῦ ὁποίου προσεχώρησε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πατρῶν, ἐμέμφθη τῆς τροπολογίας μου, διότι, λέγει, ἐὰν τις ἰσχυρισθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διέταξε τὸν γεωμέτρην νὰ καταμετρήσῃ, εἶναι ἀντισυνταγματική, τότε ὁ εἰρηνοδίκης θὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἀποφανθῇ πρῶτον ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος τούτου ζητήματος. Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον ἰσχυρισμόν, θὰ ὁδηγηθῇ κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ φρενοκομεῖον. Δὲν δύναται ὁ ἀναφερόμενος νὰ ὑποβάλῃ ἄλλον ἰσχυρισμὸν ἢ ὅτι ἡ γῆ, τὴν ὁποίαν κατέχει, εἶναι ἰδιόκτητος, καὶ ὅτι δὲν εἶναι 60 στρέμματα, ἀλλὰ 40. Αὐτοὺς τοὺς δύο ἰσχυρισμοὺς δύναται νὰ ἐξετάσῃ ὁ εἰρηνοδίκης. Ζητῶ δὲ, ἵνα διὰ τῆς ἀνακοπῆς καὶ πρὸ τῆς ἐκδικάσεως αὐτῆς γνωστοποιῶνται τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα ταύτης, καὶ πρὸ τῆς συζητήσεώς της καὶ τὰ πρὸς ἀνταπόδειξιν μέσα τοῦ Δημοσίου. Τοῦτο βεβαίως εἶναί τι ἀντιβαῖνον εἰς τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας· ἀλλὰ διὰ τοῦτο προτείνεται ἡ διάταξις. Ἡ δὲ Πολιτικὴ Δικονομία δὲν περιβάλλεται ὑπὸ συνταγματικοῦ κύρους, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ τροποποιηθῇ. Ἀφοῦ μάλιστα ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θὰ ζητήσῃ νὰ ἐφαρμόζηται ἡ διάταξις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπέβαλον, παρ’ ἅπασι τοῖς πολιτικοῖς δικαστηρίοις, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ μετὰ τοσαύτης εὐφυΐας νὰ κατακρίνῃ τὴν πρότασίν μου. Εὑρίσκετε ἀτελῆ τὴν τροπολογίαν μου; Δύνασθε πολὺ εὐκολώτερον ἐμοῦ νὰ τὴν συμπληρώσητε, διότι τὰ φῶτά σας καὶ ἡ πεῖρά σας εἶναι πολὺ ἀνώτερα τῶν ἰδικῶν μου. Ἐγὼ χθὲς κατὰ τὴν 1 μετὰ μεσημβρίαν ἔλαβον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἕνεκα τῆς μικρᾶς μου πείρας συνέταξα τὴν τροπολογίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν κατ’ ἀρχὴν εὑρίσκετε ὀρθήν· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἔχει ἀνάγκην μετατροπῆς λεκτικῆς ἢ συμπληρώσεως; Θὰ σᾶς εὐγνωμονῶ, ἐὰν συντελέσητε εἰς τοῦτο. Ἐγὼ καυχῶμαι, ὅτι ἡ τροπολογία μου ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τόσα ἔγκριτα μέλη τῆς Βουλῆς.
§85ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἑρμηνείας τινὸς, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ἠδυνάμεθα νὰ ἀφεθῶμεν εἰς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ποιεῖται, ἢ νὰ ἀφεθῶμεν εἰς τοὺς γενικοὺς κανόνας τῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἑρμηνεία ἡ στηριζομένη εἰς τὴν κρίσιν τοῦ εἰσηγητοῦ, καὶ ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία περιστρέφεται εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου, πάντα ταῦτα εἶναι ἀκροσφαλῆ. Κατὰ τὰς ἀληθεῖς θεωρίας, οὔτε ἡ κρίσις τοῦ εἰσηγητοῦ λύει τὸ ζήτημα, ἀλλ’ οὐδὲ κἄν ἡ ἐξέτασις τοῦ ἀρχικοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου. Ὅταν ὁ νόμος ἐξέρχηται ἀπὸ τὴν χεῖρα τοῦ εἰσηγουμένου αὐτὸν, φεύγει ἐντελῶς ἀπὸ τὰς χεῖράς του, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐξετάζεται ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἀποδίδει, ἀλλ’ οὔτε ἐξετάζεται ὁ σκοπὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἀρχικῶς ὁ εἰσηγούμενος τὸν νόμον ἀπέβλεπεν. Ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι πολλάκις ἁπλῶς ἡ ἀφορμὴ τοῦ νόμου· ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ εἰσηγούμενος τὸν νόμον, εἶναι καὶ αὕτη μία ἀφορμὴ τοῦ νόμου. Ἀλλ’ αἱ τελειότεραι σήμερον κρατοῦσαι θεωρίαι περὶ ἑρμηνείας δὲν θεωροῦσι τὰ στοιχεῖα ταῦτα ὑποχρεωτικὰ, οὕτως εἰπεῖν, στοιχεῖα ἑρμηνείας. Φεύγει διὰ τῆς ψηφίσεως τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἀπὸ τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νόμου. Ὁ δικαστὴς ἢ ὁ ὁπωσδήποτε ἐφαρμόζων τὸν νόμον ἔχει νὰ ἐξετάσῃ τὸν νόμον, ὡς οὗτος ἔχει. Ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου ἐκλείπει, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ἀφανίζεται μετὰ τὴν ψήφισιν. Καὶ ταῦτα μὲν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἑρμηνείας, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν. Ἀλλ’ ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀκριβῶς ἐπειδή δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς εἰς τὸ νομοθέτημά του, νὰ τῷ ὑπομνήσω, ὅτι εἶναι ἐπιβαλλόμενον ἀπολύτως νὰ μεταβληθῇ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τοῦτο, καὶ νὰ ἐξηγηθῇ σαφῶς, διότι ὄχι μόνον δύναται νὰ ἐξαχθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀποφαίνεται γενικῶς, περιλαμβανομένης καὶ πάσης ἀμφισβητήσεως, ὄχι μόνον δύναται τοῦτο νὰ ὑποτεθῇ, ἀλλὰ καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ ἄλλο τι. Διατὶ ὑποθέτομεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀποφασίζει περὶ τῆς κυριότητος; διότι εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναρμόδιος; Μήπως ὁ εἰρηνοδίκης θ’ ἀποφασίσῃ περὶ κυριότητος; Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἦναι ἁρμόδιος ν’ ἀποφασίζῃ περὶ κυριότητος, μήπως εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἀποφαίνηται περὶ διαφορᾶς χρηματικῆς; Καὶ ἐκεῖ ἐπίσης ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀναρμόδιος, διότι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι διάδικος. Καὶ τί ἀλογώτερον, παρὰ νὰ ἀποφαίνηται διάδικος περὶ χρηματικῆς διαφορᾶς μεταξὺ ἑαυτοῦ καὶ τρίτου; Καὶ ὅμως ἔχομεν τὴν τερατωδεστέραν τῶν ἐξαιρέσεων ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἀποφαίνηται, ὅτι ἐγὼ π.χ. ἔχω νὰ πληρώσω 50 ἔστω δραχμὰς πρὸς τὸ Δημόσιον· ἐγὼ διαμαρτύρομαι, ὅτι ὄχι, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅμως εἰσπράττει τὰς δραχμὰς, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ τότε διατὶ δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀποφαίνεται περὶ παντὸς τοιούτου ἀμφισβητουμένου δικαιώματος; Ὁ δικαστὴς τοῦ κυρίου ζητήματος εἶναι δικαστὴς καὶ τοῦ παρεμπίπτοντος. Πότε δὲν εἶναι δικαστὴς τοῦ παρεμπίπτοντος; Ὅταν ἦναι λόγῳ ὕλης ἀναρμόδιος. Ἅμα δὲν ἦναι λόγῳ ὕλης ἀναρμόδιος, εἶναι δὲ δικαστὴς τῆς κυρίας αἰτήσεως, εἶναι δικαστὴς καὶ παντὸς παρεμπίπτοντος. Ὅταν λοιπὸν λέγητε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν αἰτήσεων αὐτῶν, περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἐὰν δηλ. ὁ δεῖνα ἦναι ὑπόχρεως νὰ πληρώσῃ φόρον ἐπικαρπίας, δύνασθε ἆρά γε νὰ λέγητε, ὅτι κατόπιν αὐτῆς τῆς διαδικασίας καὶ τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐξαιρετικῆς, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἀναθέτει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὸν κατὰ πρῶτον δικάζοντα, τὸν γεωμέτρην, δύνασθε ἆρά γε, ἐναντίον τοῦ νόμου πλέον, νὰ παρεισαγάγητε ἄλλην διαδικασίαν καὶ ἁρμοδιότητα δι’ οἱονδήποτε σχετικὸν ἀντικείμενον, εἴτε παρεμπῖπτον, εἴτε κύριον; Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον τοῦτο, διότι ὁ νόμος σαφῶς σᾶς λέγει: «περὶ ὑποχρεώσεως τῶν καλλιεργούντων γαίας ἢ φυτείας ἐθνικὰς ἢ ἐκκλησιαστικὰς εἰς ἀπότισιν δικαιώματος ἐπικαρπίας». Ποῦ θὰ στηριχθῇ ἡ ὑποχρέωσις; Πρῶτον εἰς τὸ πρωτόκολλον τοῦ γεωμέτρου. Ἀλλὰ τὸ πρωτόκολλον αὐτὸ ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἶναι τελεσίδικον. Ἀλλὰ μοὶ λέγετε, ἐπειδὴ ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νόμου εἶναι «περὶ ὑποχρεώσεως καλλιεργούντων γαίας ἐθνικὰς ἢ ἐκκλησιαστικὰς», ἡ ἀπόφασις τοῦ γεωμέτρου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θίγει τὸ ζήτημα, διότι εἶναι ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νόμου τοιαύτη. Ἀλλὰ τί πρὸς τοῦτο; Ποῖος εἶναι ὁ καλλιεργῶν, θὰ τὸ ἀποφασίσῃ ὁ γεωμέτρης, ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Πῶς ὑποθέτετε, ὅτι τοῦτο ἐξαιρεῖται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν; Εἶναι διαδικασία ἀκεραία, ἡ ὁποία ἀφῆκεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δικάσῃ περὶ τῶν τοιούτων ἀντικειμένων. Καὶ διατὶ νὰ παραξενευώμεθα, ὅτι ἐμπιστεύεται ὁ νόμος τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἀποφαίνηται; Μήπως δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐμπιστεύηταί τις τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, προκειμένου περὶ ἑνὸς τεμαχίου γῆς, ἐὰν τὸν ἐμπιστεύηται περὶ χρηματικῶν ἀπαιτήσεων ἀνωτέρας ἀξίας; Μήπως ἡ ἰδέα αὕτη πρέπει νὰ μᾶς μεταβάλῃ τὴν ἑρμηνείαν ἐπὶ τόσον καθαροῦ νόμου, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται μὲν ν’ ἀποφασίζῃ περὶ ἀπαιτήσεων χρηματικῶν μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἰδιώτου, ἀλλὰ δὲν δύναται ν’ ἀποφασίζῃ περὶ κυριότητος; μήπως πρέπει ν’ ἀποφαίνηται, προκειμένου περὶ χρημάτων μόνον, ἐὰν τὰ ὀφείλῃ ὁ φορολογούμενος ἢ ὄχι, ἀλλὰ περὶ κυριότητος δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀποφαίνηται; Ἀλλὰ οὐδὲ ἡ ἀξία τοῦ ἀντικειμένου δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ κανονίζῃ τὰ τοιαῦτα ζητήματα. Ἐὰν πρόκειται περὶ ἐμπιστοσύνης, ἐγὼ δύναμαι νὰ ἔχω πλήρη ἐμπιστοσύνην νὰ δικάζῃ περὶ ὅλων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἔρχεται αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ λέγει: ἐγὼ δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν. Λοιπὸν τοῦτο πρέπει σαφῶς, σαφέστατα νὰ τὸ καθορίσῃ ὁ νόμος, καὶ τότε ὡς πρὸς τὰ ἄλλα βλέπομεν εἰς τὰς λεπτομερείας. Καὶ ὡς πρὸς τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἤθελον νὰ παρατηρήσω μόνον, ὅτι δὲν ἁρμόζει, ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλληται, ὡς εἰς τρίτου βαθμοῦ δικαιοδοσίαν, εἰς τὸν εἰρηνοδίκην· πρῶτος βαθμὸς ὁ γεωμέτρης, δεύτερος βαθμὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τρίτος βαθμὸς ὁ εἰρηνοδίκης.
§86ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω αὐτό, διότι ἐνδεχόμενον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ τὴν αἴτησιν τοῦ φορολογουμένου, καὶ τότε ἀποφεύγει τὸ Δημόσιον τὰ δικαστικὰ ἔξοδα. Ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν δεχθῇ τὴν αἴτησιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δίδεται μία διέξοδος εἰς τὸν φορολογούμενον.
§87ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ κατ’ ἀρχὴν θεωρῶ, ὅτι τῶν ἐλευθέρων πολιτευμάτων ἴδιον εἶναι περὶ παντὸς δικαίου νὰ ὑπάρχῃ ἀγωγή, καὶ νὰ παρεμβαίνῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Καὶ προκειμένου περὶ χρηματικῶν δικαιωμάτων, ἡ ἐξουσία τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς εἶναι κἄτι τι, τὸ ὁποῖον μετὰ πολλῆς φειδοῦς πρέπει νὰ παρέχωμεν. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς τροπολογίας, ἀλλὰ νὰ εἰσάγηται ἡ ἀντίῤῥησις τοῦ ἰδιώτου ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου, καὶ νὰ ὑπάρχῃ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως. Ἐννοεῖται μία διαδικασία ἀπλοποιημένη, συντελοῦσα εἰς τὴν ταχύτητα, ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου γιγνομένων ὅλων τῶν πράξεων. Ἀλλὰ φρονῶ ὅπως δήποτε, ὅτι πρέπει σαφῶς, σαφέστατα νὰ δηλωθῇ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρόκειται ἁπλῶς ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ φόρου μόνον.
§88Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ πολλῶν εἶπεν, ἀλλὰ δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὸ κυριώτερον. Τῷ ἐπροτάθη ὅτι ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὑπάρχει ἡ ἑξῆς περικοπή: «ἐπειδὴ δὲ οἱ πολλοὶ τῶν καλλιεργητῶν, καθ’ ὧν συντάσσονται πρωτόκολλα, ἔρχονται μετὰ ἓν καὶ δύο ἔτη καὶ παραπονοῦνται κατὰ τοῦ καταλογισμοῦ, εἰς ὃν ὑπήχθησαν διὰ τῶν πρωτοκόλλων, διατεινόμενοι εἴτε ὅτι δὲν ἐκαλλιέργησαν τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐθνικὴν γῆν, εἴτε ὅτι ἡ καλλιεργηθεῖσα ἦτο ἰδιόκτητος αὐτῶν...» κλπ. Δηλ. μία περίπτωσις τῆς ἀμφισβητήσεως τῆς ἰδιοκτησίας, ὡς πόρισμα δ’ οὕτως εἰπεῖν τῆς ἐκθέσεως ἔρχεται ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου. Ἐντεῦθεν βεβαίως γεννᾶται πεποίθησις πλέον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἁρμόδιος καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἰδιοκτησίας. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὅλα ταῦτα δύνανται νὰ θεραπευθῶσιν ἁπλούστατα. Ἡ νομοθεσία περὶ ἐθνικῶν γαιῶν ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὸν νόμον τοῦ 1877, καὶ διὰ τοῦτο ἐγένοντο ὅσα ἐγένοντο. Ὁ νόμος οὗτος, ὁ ὁποῖος ἐγένετο τῇ εἰσηγήσει τοῦ μακαρίτου Ἐπαμεινώνδα Δεληγεώργη, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὸν τρόπον τῆς ἐνοικιάσεως, προέβλεπεν ὅλα τὰ ζητήματα· ἐν ἄρθρῳ 26 ἔλεγε τοῦτο: «Πᾶσαι αἱ ἐκ τῆς φορολογίας προερχόμεναι διαφοραὶ μεταξὺ ἐνοικιαστοῦ καὶ φορολογουμένου φέρονται ἐπιμελείᾳ αὐτῶν ἐντὸς μηνὸς ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου, καὶ δικάζονται ὑπ’ αὐτοῦ.» Λοιπὸν ἐδῶ ἀντὶ τοῦ «ἐνοικιαστοῦ» ἔχετε «τοῦ Δημοσίου», τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ προσθέσητε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σας. Ἰδοὺ τὸ ἐπίμαχον ζήτημα διατετυπωμένον κατὰ τὴν γνώμην μου τελείως. Ἀναγράψατε «φορολογουμένου καὶ Δημοσίου», καὶ ἔχετε ἀκριβῶς τὴν διάταξιν, τῆς ὁποίας ἔχομεν ἀνάγκην. Ἂν λοιπὸν γείνῃ μία μελέτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν παρατηρήσεων τῆς σημερινῆς συζητήσεως, δύναται νὰ τροποποιηθῇ ἀναλόγως τὸ νομοσχέδιον, καὶ τότε νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ.
§89ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§90ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφάνη διατεθειμένος εἰς τὸ νὰ δεχθῇ τροπολογίαν κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μαντινείας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα δοθῇ ὁ καιρὸς νὰ διατυπωθῇ ἡ τροπολογία.
§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδίως ἡ ἀναβολὴ καθίσταται ἀναγκαία δι’ ἄλλον λόγον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατεδηλώθη κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, βεβαίως δὲν εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων. Ἂν ἦτο δυνατὸν ἡ γνώμη αὕτη νὰ γένηται ἀποδεκτή, ἐλύοντο πάντα τὰ ζητήματα· ἤθελε μάλιστα ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἁμιλληθῆ νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν λαὸν ἀπὸ πάντα τὰ πρωτόκολλα. Ἂς καταργήσωμεν τὰ πρωτόκολλα τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἂς καταργήσωμεν τὰ ἐκ τοῦ οἴνου, ἂς ἀφήσωμεν ἐλεύθερον τὸν λαὸν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ βαδίσῃ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἡ Πολιτεία, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέλαβον, ὅτι δὲν ἐξεδηλώθη τοιαύτη γνώμη. Ἐξεδηλώθη ὅμως ὑπὸ πολλῶν ῥητόρων ἄλλη γνώμη. Ὁ εἰσηγησάμενος τὸ νομοσχέδιον τοῦτο βεβαιοῖ, ὅτι δι’ αὐτοῦ οὐδὲν ζήτημα λύεται, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε προταθῆ ἔνστασις κατὰ τοῦ κύρους τοῦ πρωτοκόλλου, ἀλλὰ πάντα μένουσι νὰ κανονισθῶσι, καθ’ ἃ οἱ νόμοι οἱ γενικοὶ ὁρίζουσιν. Ἀντετάχθη ὅμως, ὅτι ἐνδέχεται ὁ εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν γνώμην· ἀλλὰ τοῦτο πῶς θὰ ἀποδειχθῇ; Ἐνδέχεται νὰ γεννηθῶσιν ἀπορίαι, καὶ ἴσως ἀνάγκη ἑρμηνευτικοῦ νόμου. Ἐδηλώθη λοιπὸν ἐπιθυμία, ὥστε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη πρὸς ἐξήγησιν τοῦ νόμου, νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀναβληθῇ.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν. Θὰ προηγηθῇ ὅμως πάντοτε τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὡρίσθη νὰ συζητηθῇ τὴν Δευτέραν. Προβαίνομεν κατωτέρω εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν θέσεων τῶν βοηθῶν καὶ περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιστατῶν τῶν δημοσίων ἔργων.
§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὥρα εἶναι ὀγδόη.
§94ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, σχετικῶς μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν πιθανῶν τοῦ νομοσχεδίου. Τίς θὰ ἦναι δηλ. ἡ πραγματικὴ οἰκονομία, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου, ἢ ἂν θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις δαπάνης.
§95ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὑποβάλλω εἰς τὸ Προεδρεῖον τροποποιήσεις τινὰς, αἱ ὁποῖαι παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτ. ἀριθ. 54). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 μ. μ.