1896.03.17
4.073 στίχοι · 31.510 λέξεις · 516 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42
Τῆς 17 Μαρτίου 1896.
(Κυριακή).
Ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι τοῦ χωρίου Χώνικα τοῦ δήμου Προσυμναίων δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν ζητοῦσι διόρθωσιν τοῦ καταλογισμοῦ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας κ. Σωτηρόπουλος ὑποβάλλει ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλοῦνται καὶ αὖθις οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλωσι τὰς πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ζητηθείσας παρ’ ἐμοῦ πληροφορίας περὶ τῶν λόγῳ πολιτικῆς ἢ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἢ ἄλλως πως μισθοδοτουμένων Βουλευτῶν· ἐπιμένω δὲ εἰς τοῦτο, καθόσον μανθάνω, ὅτι πάντες οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, τῶν ὁποίων ἡ μισθοδοσία ὑπερέβαινε τὴν ληφθεῖσαν παρ’ αὐτῶν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν, ἔλαβον τὴν διαφοράν, μόνον δὲ εἰς ἐμὲ καθυστερεῖται αὕτη.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετούσης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ἐπιθυμῶν, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐνισχύσω τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, φέρω τὸν λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐλπίζων ὅτι θὰ τύχω τῆς συνδρομῆς ὑμῶν ἐπὶ τῆς δικαίας αἰτήσεώς μου. Κατὰ τὸ ἔτος 1877 ἐγένετο ὁ Ρωσοτουρκικὸς πόλεμος. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πλῆθος ὁμογενῶν, ἐνθουσιώντων νέων, ἔσπευδον εἰς τὰς σημαίας τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ· πολλοὶ παῖδες τῶν ἔξω ὁμογενῶν, μὲ τὴν γλυκεῖαν ἐλπίδα ὅτι θὰ ὑπερασπισθῶσι τὰ ὑπόδουλα μέρη, πρὸς ἀνάκτησιν τῆς ἐλευθερίας των, κατετάχθησαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν, ἀλλὰ δυστυχῶς, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζε, δὲν ἠδυνήθη τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον· οὐχ ἧττον οἱ παῖδες ἐκεῖνοι ἔμειναν κατατεταγμένοι ἐν τῷ στρατῷ. Μεταξὺ αὐτῶν ἦτο καί τις ἐκ Κερασοῦντος, ὀνόματι Κοζάνης, λοχίας νῦν τοῦ ἱππικοῦ. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἱερὸν καὶ ἐπιβαλλόμενον τὸ καθῆκον νὰ λάβω τὸν λόγον ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι εὐτυχήσας νὰ λάβω μέρος κατὰ τὴν Θεσσαλικὴν ἐπανάστασιν, ἔσχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ γνωρίσω τὸν νέον αὐτόν, ὑπηρετήσαντα εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἱεροῦ τῶν Θηβαίων λόχου ἐπὶ 4 μῆνας, εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν. Ἐὰν δύναταί τις ἐκ τοῦ ἱεροῦ λόχου νὰ διαφιλονεικήσῃ τὸ γέρας τῶν πρωτείων, οὗτος εἶναι ὁ λοχίας Κοζάνης, ὁ ὑπηρετῶν σήμερον εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἱππικοῦ. Οὗτος, ὑπὸ ἔποψιν καρτερίας καὶ πειθαρχίας, ὑπὸ ἔποψιν ἀφοσιώσεως εἰς τὴν ἱερὰν ὑπόθεσιν τῆς πατρίδος καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἀνδρείας, πάντοτε διεκρίθη ἐν τοῖς πρώτοις. Τοιουτοτρόπως καὶ τῶν συστρατιωτῶν του καὶ τῶν ἀρχηγῶν του ἀπέσπασε πάντοτε θερμὰ τὰ συγχαρητήρια. Γεννηθεὶς ὑπὸ καλῶν καὶ εὐπόρων γονέων, εἶδε τὴν τύχην δυσμενῆ καὶ τὴν περιουσίαν του ἐκ τυχαίων γεγονότων ἀπολεσθεῖσαν. Τοιοῦτος ἔτυχεν εἰς αὐτὸν κλῆρος! Μία μόνον χρηματικὴ ἐλπὶς τῷ ἐναπέμενεν, εἶχε μίαν ἐκρεμῆ ἀπόφασιν μεγάλης ποσότητος καθ’ ἑνὸς ὁμογενοῦς Πετροκοκκίνου· ἐζήτησε νὰ ἐκτελέσῃ πρό τινος χρόνου τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἀλλὰ διὰ λόγους, τῶν ὁποίων τὰς λεπτομερείας δὲν γνωρίζω, ἡ ἐξουσία, ἐπεμβᾶσα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως εἰς τὸ ξενοδοχεῖον τῶν Ξένων, τῷ ἀπηγόρευσε τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ οὕτω ἀπώλεσε πᾶσαν ἐλπίδα περὶ τῆς πατρικῆς του περιουσίας· τῷ ἔμεινεν ὅμως ἡ ἐλπὶς, ὅτι ὁ ὑπηρετῶν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, ὡς ἀληθὴς Ἕλλην καὶ ὡς ἀληθὴς στρατιώτης, ἀμείβεται ὑπὸ τῆς πατρίδος ἐν δικαίῳ μέτρῳ. Ἤδη ὑπηρετεῖ ἐπὶ 18 πλήρη ἔτη. Εἶναι τὸ παράδειγμα τοῦ σεμνοῦ στρατιώτου, εἶναι τὸ παράδειγμα τοῦ πειθαρχοῦντος στρατιώτου, τοῦ ἀξιοπρεποῦς ὑπαξιωματικοῦ, τοῦ εὐσταλοῦς καὶ σεμνοῦ συγχρόνως. Ἀλλ’ ὁ ὑπαξιωματικὸς οὗτος πλὴν τῶν ἀρετῶν αὐτῶν ἔχει καὶ μίαν ἰδιάζουσαν ἰδιοφυΐαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ μὲν ἐγνώρισα κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1878 εἰς τὴν Θεσσαλίαν, δὲν ἠδυνάμην ὅμως νὰ κρίνω τὸ τάλαντον τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, στερούμενος εἰδικῶν γνώσεων· ἐνθυμοῦμαι ὅμως περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας προδιέγραψεν εἰς ἡμᾶς σχέδια, τῶν ὁποίων ἡ ἐπιτυχία ἤθελεν εἶσθαι πλήρης, ἂν ἠθέλομεν ἐκτελέσει αὐτά, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων. Ἡμεῖς, ἐμφορούμενοι μόνον ἀπὸ τὸν πόθον νὰ ὑπηρετήσωμεν τὴν πατρίδα, ἐξήλθομεν ἄνευ οὐδενὸς σχεδίου, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὸν τόπον, πρὸς ὃν φερόμεθα, οὐδεμίαν πεῖραν διοικήσεως στρατιωτικῆς ἔχοντες καὶ οὐδὲν γνωρίζοντες, πλὴν τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς τιμῆς· οὐχ ἧττον ἀπεκομίσαμεν ἐκεῖθεν ἔντιμον παρελθὸν, διότι ἐντίμως ὑπηρετήσαμεν. Τὴν ἰδιοφυΐαν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ τούτου μαρτυροῦσι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα συνέγραψε καὶ ἐξακολουθεῖ συγγράφων περὶ στρατιωτικῶν πραγμάτων. Τὰ ἔργα ταῦτα κρίνονται ἄξια πολλῆς προσοχῆς. Τοῦτο ὑποστηρίζουσιν ἄνδρες τοῦ στρατοῦ τῶν τεχνικῶν ὅπλων, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ ὀλίγην προσοχὴν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὰ καταθέτετε εἰς τὸ Προεδρεῖον τὰ ἔγγραφα αὐτά;
§6ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Παραλείπων ὅλα τὰ λοιπὰ, θὰ σᾶς ἀναγνώσω μόνον ἓν, τοῦ συνταγματάρχου κ. Στράτου. Ὅταν περὶ αὐτοῦ τοῦ λοχίου ἔγραψεν ἡ «Ἀκρόπολις», ὁ συνταγματάρχης κ. Στράτος, ἀναγνώσας τὸ ἄρθρον τῆς «Ἀκροπόλεως» ἐκάλεσε τὸν λοχίαν Κοζάνην καὶ τῷ εἶπεν: «ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἔκαμες.» Ὅταν δὲ ἐμελέτησε ταῦτα, ὁ κ. Στράτος ἔδωσεν εἰς αὐτὸν τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκω πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «Ἡ πραγματεία τοῦ λοχίου τοῦ ἱππικοῦ Κοζάνη Ἰωάννου «Περὶ ἀγῶνος» εἶναι λίαν ἐνδιαφέρουσα, συνεπῶς ὠφέλιμος διὰ πάντας τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ μας. Ἐν αὐτῇ διϋλίζεται, οὕτως εἰπεῖν, ὁ Κανονισμὸς ἀσκήσεων τοῦ πεζικοῦ μέχρι τῶν τοῦ συντάγματος, λίαν εὐδοκίμως καὶ ὠφελίμως διά τε ἀνωτέρους καὶ κατωτέρους βαθμοφόρους· αἱ ἐπ’ αὐτῶν κρίσεις του λίαν συγκεκριμμέναι καὶ πολλάκις εὔστοχοι· ἄριστα δὲ συνδέει ταύτας ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς γνώμας ἀρίστων στρατιωτικῶν συγγραφέων τῆς Εὐρώπης. Ἑπομένως ἡ πραγματεία αὕτη, τακτοποιουμένη ὑπὸ τοῦ ἰδίου, ἵνα ἀφαιρεθῶσι πᾶσαι αἱ ἐπαναλήψεις, παραπομπαὶ καί τινα περιττὰ, ὡς λίαν γνωστὰ, δύναται νὰ κατασταθῇ χρήσιμος εἰς τὸν στρατόν. Τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ἀναφερόμενον καὶ προτεινόμενον ὡς σύστημα ἴδιον διὰ τὴν μάχην ἔχει ἀνάγκην ἐφαρμογῆς ἐν τῷ πεδίῳ πρὸς διευκρίνησιν, οὐχ ἧττον εἶναι λίαν λογικὸν, καθ’ ἡμᾶς, ὡς παρουσιάζον πλεονεκτήματα διά τε τὴν στοιχειώδη τακτικὴν πρὸς ἁπλοποίησιν καὶ τὴν τακτικὴν τοῦ πεζικοῦ ἐν τῇ μάχῃ, ὡς καὶ τῶν τριῶν ὅπλων ἀπέναντι τῆς δράσεως τῶν νέων ἐπαναληπτικῶν ὅπλων, τῆς ἀκάπνου πυρίτιδος καὶ τελειοτέρας ἐνεργείας τοῦ πυροβολικοῦ. Οὕτως ἔχουσα καθ’ ἡμᾶς ἡ πραγματεία αὕτη, περιποιεῖ μεγάλην τιμὴν εἰς τὴν ἐπιμέλειαν, ὑπομονὴν, ἐπιμονὴν καὶ ὀρθὴν κρίσιν τοῦ συγγράψαντος ταύτην· ἔτι δὲ πλεῖον, διότι ὁ συγγραφεὺς εἶναι ἁπλοῦς ὑπαξιωματικὸς, ὅστις διὰ τῆς ἐργασίας του ταύτης ἀποδεικνύεται ὅτι ἦτο ἄξιος καλλιτέρας τύχης.» Ἐπληροφορήθην ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ διάταγμα περὶ προβιβασμοῦ τοῦ λοχίου Κοζάνη εἰς ἀνθυπασπιστὴν μετά τινων ἄλλων, δὲν γνωρίζω δὲ διὰ τίνας λόγους μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο τοῦτο. Ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου ἦναι ἀληθεῖς, παρακαλῶ θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ τούτου, τὴν δὲ Βουλὴν παρακαλῶ νὰ μὲ συντρέξῃ εἰς τὴν σύστασίν μου ταύτην, ὅπως ἱκανοποιηθῇ ὁ Κερασούντιος Ἕλλην, ὅστις ἦλθεν ἐνταῦθα μὲ τόσον γλυκείας ἐλπίδας εἰς ὑπεράσπισιν ἱερᾶς ὑποθέσεως, καὶ ὅστις, παραμένων εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὸν στρατὸν, καταγινόμενος εἰς ἔργα ἀνώτερα τῆς θέσεώς του.
§7ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἀφικνεῖται ἐνταῦθα ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῆς Σερβίας. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι Βασιλεὺς Κράτους, μετὰ τοῦ ὁποίου τὸ ἔθνος ἡμῶν, ἕνεκα ταυτότητος συμφερόντων, πιθανώτατα θὰ συνδεθῇ διὰ στενωτέρας φιλίας, ἐπεθύμουν νὰ μάθω, εἰ δυνατόν, ἐὰν ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα ἡ Κυβέρνησις πρὸς ὑποδοχὴν αὐτοῦ, διότι φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ὑποδεχθῶμεν αὐτὸν ὅσον οἷόν τε ἐγκαρδιώτερον καὶ μεγαλοπρεπέστερον, ὅπως ἀποδείξωμεν, ὅτι καὶ ἡμεῖς τρέφομεν τὰ αὐτὰ αἰσθήματα, ἅτινα διαφοροτρόπως ἐπέδειξαν ἡμῖν οἱ Σέρβοι, ὀφείλομεν ν’ ἀποδείξωμεν τῷ νεαρῷ Βασιλεῖ, ὅτι τοὺς Σέρβους πάντοτε συνεπαθήσαμεν καὶ ἠγαπήσαμεν, ὀφείλομεν τέλος νὰ ἀποδείξωμεν εἰς αὐτὸν, ὅτι διακαῶς ἐπιθυμοῦμεν, ὅπως συνδεθῶμεν διὰ στενῆς καὶ ἀδιαῤῥήκτου φιλίας, πρὸς κοινὸν συμφέρον ἀμφοτέρων τῶν Κρατῶν ἐν τῷ μέλλοντι.
§8Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ δι’ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων ζητηθέντα ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν διαθήκην τοῦ μακαρίτου ἀρχιεπισκόπου Δωροθέου Σχολαρίου.
§9ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Χθὲς περὶ τὴν δείλην, ἐν καιρῷ συνεδριάσεως, ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν πρακτικῶν μοὶ προσήγαγε πρὸς διόρθωσιν ἓν φύλλον ἐκ τῆς ἐστενογραφημένης ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως διορθώσω διακοπήν τινα ἐμήν· διότι, ὡς μοὶ εἶπεν, οὗτος, προτιθέμενος νὰ δημοσιεύσῃ τὸν λόγον του, ἐπεθύμει νὰ θεωρήσω καὶ τὴν ἐμὴν διακοπὴν, ἣν θὰ συνεδημοσίευεν, ὅπως μὴ αὕτη τυπωθῇ ἡμαρτημένη. Ἡ διακοπὴ ἦτο ἡ ἑξῆς. Ἀγορεύων ὁ κύριος Ὑπουργὸς, καὶ θέλων ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του νὰ ἐπιδειχθῇ, ὅτι εἶναι ἐνήμερος εἰς ὅλα τὰ ζητήματα, καὶ ἰδίως εἰς ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων ὑποβάλλει νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν, εἶπε σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι ἡ Θεολογία ἔχει τρεῖς κλάδους. Πιστεύω ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ θὰ ἐνθυμεῖται τοῦτο. Ἐγὼ τὸν διώρθωσα πάραυτα, εἰπὼν ὅτι ἡ Θεολογία ἔχει 4 καὶ οὐχὶ 3 κλάδους. Ἀνέμενον νὰ ἴδω δημοσιευομένην τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, τὴν περικοπὴν τοῦ λόγου του, ὅτι ἡ Θεολογία ἔχει 3 κλάδους, καὶ τὴν ἰδικήν μου διακοπὴν, διορθοῦντος αὐτὸν, ὅτι αὕτη ἔχει 4 κλάδους· ἀντὶ τούτου ὅμως ἰδοὺ τί ἀναγινώσκω ἐν τῇ δημοσιευθείσῃ ἀγορεύσει τοῦ κ. Πετρίδου (ἀναγινώσκει): «... Δὲν ἀντιλέγω, ὅτι ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ καὶ ἡ Σχολὴ ἡ Φυσικομαθηματικὴ ἔχουσι πλείστας ἀτελείας, διότι στεροῦνται καθηγητῶν· διότι ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ, ἡ ὁποία ἔχει τέσσαρας κλάδους, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον 10 ἢ 9 καθηγητὰς, καὶ ὅμως ἔχει τέσσαρας, καὶ τὸ τμῆμα τὸ μαθηματικὸν ἀποτελεῖται σήμερον ἐκ δύο μόνον καθηγητῶν.» Ἕπεται εἰς ταῦτα «Εὐταξίας» μὲ ἀποσιωπητικά. Φοβούμενος μήπως ἀκολούθως εἰς τὸ τεῦχος τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν δημοσιευθῇ ἡ διακοπή μου μετὰ τοὺς λόγους τούτους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ θεωρηθῇ ὡς καθαρὰ ματαιολογία, διότι, ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς λέγει 4 κλάδους, ἐγὼ τὸν διακόπτω καὶ τὸν διορθῶ, λέγων ἐπίσης 4 κλάδους, ἐνόμισα καλὸν νὰ φέρω τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπανορθώσω τὸ ἄτοπον καὶ ὅπως καταδείξω συγχρόνως μίαν παραχάραξιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω εἰς τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, — διότι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ «Πρωΐᾳ», — ἀλλ’ εἰς τὴν τάσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς παραχάραξιν τῶν λόγων του, ἐφ’ ᾗ διακρίνεται σχεδὸν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἡ δημοσιευθεῖσα ἀγόρευσίς του.
§10ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατατίθενται ἐν τῇ Βουλῇ, δίδονται ἐντὸς τῆς αἰθούσης εἰς χεῖρας τῶν Βουλευτῶν ἐπὶ ἀποδείξει, ἡ ὁποία μᾶς ζητεῖται διὰ τὰ πρὸ ὀλίγου κατατεθέντα ἔγγραφα. Ὅταν πρόκειται νὰ ἐξέλθωσι τὰ ἔγγραφα ἐκτὸς τῆς αἰθούσης, τὸ ἐννοῶ.
§11ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ δεχθῶμεν ὡς ἀρχήν τι ὅλοι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὸν Κανονισμόν. Τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Κανονισμοῦ ὁρίζει, ὅτι τὰ ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὴν Βουλὴν προσαγόμενα ἔγγραφα παραδίδονται ἐπὶ ἀποδείξει εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, οὕτω δὲ παραδίδονται καὶ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.
§12ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῇ αἰθούσῃ;
§13ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου.
§14ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε βεβαίως· καὶ τὸ ἀπαιτοῦμεν μάλιστα.
§15ΣΤΑΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς εἶναι σαφέστατος. Δίδεται ἀπόδειξις, ὅταν πρόκειται νὰ παραληφθῶσι τὰ ἔγγραφα ἐκτὸς τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς.
§16ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἐργολάβος τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Λουτροῦ εἰς Τσαοῦσι εἶχε κηρυχθῆ ἔκπτωτος, διότι δὲν εἶχε κάμει καλὴν τὴν ἐργασίαν καὶ διότι εἶχεν ἐγκαταλείψει αὐτήν· ἀλλ’ ἀπό τινος καιροῦ ἐπανέλαβε τὴν ἐργασίαν. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διατὶ ὁ ἐργολάβος ἐπανέλαβεν ἐργασίαν, διὰ τὴν ὁποίαν εἶχε κηρυχθῆ ἔκπτωτος; Ὁ ἐργολάβος οὗτος ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, διότι ὅλη ἡ ἐργασία αὐτοῦ δὲν ἦτο σύμφωνος τῷ σχεδίῳ, καθόσον αἱ γέφυραι εἶναι λίαν ἐπισφαλεῖς, μὴ κατασκευασθεῖσαι κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης καὶ δι’ ἀναλόγου ὑλικοῦ, οὔτε τοποθετηθεῖσαι εἰς τὸ μέρος, ὅπερ εἶχεν ὁρισθῆ, καὶ χρήματα δ’ εἶχε λάβει πλέον τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει. Τοῦτο εἶναι πρωτοφανὲς, καὶ ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς διατελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ. Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ ἡμᾶς, πῶς ἐπανέλαβεν ὁ ἐργολάβος οὗτος τὰς ἐργασίας, ἐνῷ πρὸ τεσσάρων ἐτῶν εἶχεν ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ καὶ ἔχει ἐγκαταλείψει πρὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἔτους αὐτήν, καὶ ἠναγκάσθη ἕνεκα τούτου ἡ Κυβέρνησις νὰ κηρύξῃ αὐτὸν ἔκπτωτον; Εἰς δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πάλιν ὑπενθυμίζω, διὰ τρίτην ἤδη φοράν, ἵνα προσαγάγῃ πίνακα τῶν ἀξιωματικῶν τῆς φάλαγγος τῆς τιμῆς. Περὶ τούτου ἔχω ὑποβάλει ἔγγραφον ἐπερώτησιν, ἀφ’ ἧς ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ μέχρι σήμερον οὐδεμίαν ἔλαβον ἀπάντησιν. Παρακαλῶ λοιπὸν αὐτόν, ὅπως προσαγάγῃ τὸν πίνακα τοῦτον, ὡς ἔχω διατυπώσει τὴν ἐπερώτησίν μου, διότι ἐπὶ τούτου ἔχω νὰ εἴπω τινά.
§17Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐνεργοῦ φάλαγγος, τὴν κατέθηκα, καὶ εὑρίσκετε αὐτὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν φάλαγγα τῆς τιμῆς, αἱ ἐπιτόπιοι ἀρχαί, εἰς τὰς ὁποίας ἀπηυθύνθην, ἀπήντησαν ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἐπίτιμος ἀξιωματικός.
§18ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διαβεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ὑπάρχουσιν εἰς τὰς Καλάμας ἄνθρωποι 86 ἐτῶν καὶ δὲν ἦλθον εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα, ἐνῷ εἶναι προηγούμενοι ἄλλων, τοὺς ὁποίους ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§19Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ. Τὴν εἴδετε τὴν κατάστασιν;
§20ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν θέλητε, δύναμαι νὰ σᾶς ὀνομάσω καὶ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐπροβιβάσατε μάλιστα ἅπαξ ἢ δὶς, ἐνῷ ἄλλους ἐγκατελείψατε καὶ δὲν ἐφέρατε εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα, καίτοι πεινοῦσι. Διὰ τοῦτο ζητῶ τὸν πίνακα αὐτόν.
§21Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ. Πρὸ 20 ἡμερῶν ἔχω καταθέσει ἕνα πίνακα, τὸν ὁποῖον δύνασθε νὰ ἴδητε εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§22ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκαῖον θεωρῶ, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, ὅπως καὶ ἐγὼ ἀπευθύνω λέξεις τινὰς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀληθῶς ἡ ὁδὸς, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι πολυπαθής. Ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ ταύτης ἀπεφασίσθη κατὰ τὸ 1890 ἢ 1891 ὑπὸ τῆς προλαβούσης Κυβερνήσεως, τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἔκτοτε πολλὰς ὑπέστη μεταβολὰς τὸ σχεδιάγραμμα τῆς ὁδοῦ ταύτης, καὶ τέλος ἐπερατώθη τὸ ἔργον καὶ παρεδόθη εἰς κοινὴν χρῆσιν ἡ ὁδὸς αὕτη, ἡ ὁποία ἄλλως δὲν εἶναι καὶ μεγάλη, ἀλλὰ μόνον 2 χιλιομέτρων. Ἀλλὰ δὲν δύναται δυστυχῶς νὰ χρησιμοποιηθῇ, διότι στερεῖται τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων τεχνικῶν ἔργων. Ἐλλείπουσι δηλ. αἱ γέφυραι, αἱ ὁποῖαι δὲν κατεστρώθησαν ἀκόμη. Συνιστῶ λοιπὸν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν, ἵνα ἐξετάσῃ διὰ τοῦ νομομηχανικοῦ Μεσσηνίας, ἐὰν τὰ διαδιδόμενα ἦναι ἀκριβῆ, καὶ διατάξῃ τὴν ἐπισκευήν.
§23ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν παρεδόθη ἡ ὁδὸς αὕτη καὶ ἂν παρεδόθη ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου· δι’ αὐτὸ θέλω τὰ ἔγγραφα, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν κατεσκευάσθη ἡ ὁδὸς αὕτη, ὡς καὶ τὰ τεχνικὰ ἔργα, καὶ πῶς ἐπανῆλθεν ὁ ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος εἶχε κηρυχθῆ ἔκπτωτος.
§24ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἀληθὲς εἶναι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ὁδὸς, περὶ ἧς ἐποιήσαντο λόγον οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι, ἤρξατο κατασκευαζομένη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1891, καὶ ἐσχάτως ἐτελείωσαν τὰ πολλὰ ἔργα, καὶ κατὰ τοῦτο ὁ ἔντιμος συνάδελφος κύριος Δεληγιάννης δὲν εἶναι ἐν γνώσει τῶν διατρεχόντων. Ἐπερατώθησαν τὰ ἁπλᾶ ἔργα καὶ πρόκειται νὰ παραδοθῇ ἡ ὁδὸς ὡς πρὸς τοῦτο τὸ μέρος. Ἀκριβὲς δ’ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἔντιμος κ. Μερλόπουλος, ὅτι, ἐνῷ τὰ ἁπλᾶ ἔργα κατεσκευάσθησαν καὶ εἶναι ἕτοιμα, ὑπολείπονται τὰ τεχνικὰ ἔργα, τουτέστιν ἡ τοποθέτησις τῶν σιδηρῶν γεφυρῶν. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ σπεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ δώσῃ διαταγὰς, ἵνα τεθῶσιν αἱ γέφυραι, ὅπως οὕτω δοθῇ εἰς χρῆσιν ἡ ὁδὸς αὕτη.
§25Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Σύρου τοῦ κ. Α. Βεκονοπούλου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρεται, ὅτι οἱ αὐτόθι καπνέμποροι καὶ καπνοπῶλαι ὑφίστανται φοβερὰς πιέσεις ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ἐκεῖ καπνεργοστασίου. Δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν κόπωσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη, παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ λάβῃ πρόνοιαν πρὸς διόρθωσιν τοῦ καταγγελλομένου ἀτόπου.
§26ΜΑΝΕΣΗΣ. Πάντες οἱ καπνοπῶλαι καὶ καπνέμποροι Σύρου πιέζονται συστηματικῶς παρὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ αὐτόθι καπνοκοπτηρίου, ὁ ὁποῖος πιθανὸν νὰ ἦναι τίμιος καὶ καλὸς ὑπάλληλος, ἀλλ’ ἴσως προβαίνῃ εἰς τὰς τοιαύτας πιέσεις ἐκ δυστροπίας.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐκ Σύρου πρὸ πολλοῦ χρόνου μοὶ ἐποιήσαντο τοιαύτας παραστάσεις. Ἐπελήφθην τῆς ἐξετάσεως αὐτῶν, τελευταῖον δὲ συνεκεντρώθησαν τὰ ἔγγραφα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ θέλω μελετήσει τὴν ὑπόθεσιν.
§28ΤΟΜΑΝ. Ἐγὼ πρῶτος ὤφειλον νὰ δηλώσω, ὅτι τὰ παράπονα τῶν καπνεμπόρων καὶ καπνοπωλῶν εἶναι βάσιμα, καὶ ὅτι ὁ ἐν λόγῳ ὑπάλληλος εἶναι ἔντιμος ὑπάλληλος, ἀλλὰ ἑρμηνεύει στενῶς, ἰουδαϊκῶς, οὕτως εἰπεῖν, τὸν σχετικὸν νόμον, καὶ ὡς ἐκ τούτου κατέστη ἀφόρητος.
§29Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἐζήτησαν πρὸ ἱκανῶν ἡμερῶν πληροφορίας τινὰς περὶ τοῦ Βασανείου κληροδοτήματος. Ταύτας καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν.
§30ΣΤΑΗΣ. Εἰς τὸν δῆμον Πλαταμώδους τῆς Τριφυλίας ὑπάρχει δημοτικὸν σχολεῖον θηλέων, τὸ κατάστημα τοῦ ὁποίου ἀνήκει εἰς ἰδιώτην. Εὐτυχῶς διὰ τοὺς κατοίκους τοῦ δήμου ἐκείνου, εἶχε λήξει τὸ μισθωτήριον συμβόλαιον, καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ δῆμος πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην, πάραυτα, ἕνεκα τοῦ ἀκαταλλήλου τοῦ οἰκήματος ἐκείνου, μετεφέρθη τὸ σχολεῖον εἰς ἄλλην κατάλληλον οἰκίαν. Περὶ τοῦ σχολείου τούτου ὑπάρχει ἐπίσημος ἔκθεσις τῶν ἰατρῶν Φωκ. Φωτιάδου καὶ Δημ. Χρυσανθοπούλου, ἥτις λέγει, ὅτι τὸ σχολεῖον ἀπήρτιζον δύο δωμάτια μικρὰ καὶ ἀνήλια, κάτωθεν τῶν ὁποίων ὑπῆρχε σταῦλος δι’ ἵππους καὶ ἄλλα ζῷα. Καταθέτω τὴν ἔκθεσιν τῶν ἰατρῶν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή.
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, προτείνετε ἐπερώτησιν;
§32ΣΤΑΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ προτείνω μόνον ἐπερώτησιν, ἀλλὰ νὰ ἐλέγξω πρᾶξιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ.
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ πρὸ τούτου νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάλητε ἐπερώτησιν, ἵνα φέρῃ ὁ Ὑπουργὸς τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ συζητήσωμεν.
§34ΣΤΑΗΣ. Θὰ διατυπώσω τὴν ἐπερώτησίν μου. Ἐνῷ ἡ κατάστασις αὕτη τοῦ σχολείου ἦτο γνωστὴ καὶ εἰς τὸν δήμαρχον καὶ εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, διὰ τοῦ ἐγγράφου δὲ τούτου καὶ πρὸς τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὸν ἐν Καλάμαις διαμένοντα, καὶ ἐνῷ ὁ δήμαρχος εἶχε μεταφέρει τὸ σχολεῖον ἀπὸ τοῦ ἀχυρῶνος αὐτοῦ εἰς ἄλλο κατάλληλον οἴκημα, ὁ ἐπιθεωρητὴς ἀπέστειλε τὸ ἑξῆς ἔγγραφον τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω: «Πρὸς τὸν κ. εἰρηνοδίκην Πλαταμώδους. — Ἐπιστρέφων τὸ ὑπ’ ἀριθ. 304 ἐπισημειωτικὸν ὑμῶν ἔγγραφον μεθ’ ὅλων τῶν σχετικῶν, παρακαλῶ νὰ παραγγείλητε τῷ κ. δημάρχῳ Πλαταμώδους, ἵνα ἐπαναφέρῃ τὸ σχολεῖον εἰς ὃ ἦτο πρότερον οἴκημα τοῦ Γεωργίου Ἀγγελοπούλου, μέχρι τῆς αὐτόσε ἀφίξεώς μου, διότι ἐνήργησε κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ ͵ΒΤΜΘʹ νόμου, μετενεγκὼν ἄνευ ἐγκρίσεώς μου τὸ σχολεῖον εἰς ἄλλο οἴκημα καὶ ὑποβαλὼν οὕτω τὸν δῆμον εἰς ζημίαν....»
§35ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι δημόσιον ἔγγραφον· πῶς εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τοῦ κ. Βουλευτοῦ;
§36ΣΤΑΗΣ. «.... διατάξητε δὲ τὸν οἰκοδεσπότην Γεώργιον Ἀγγελόπουλον, ἵνα ἄρῃ τὴν κόπρον τῶν ζώων καὶ ἄλλας ἀκαθαρσίας, ἃς καταγγέλλουσιν οἱ κύριοι ἰατροὶ ἐν τῇ συνημμένῃ ἐκθέσει.» Νὰ μεταφέρῃ 125 κοράσια ἐντὸς ἑνὸς σταύλου! Καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς αὐτὸς, κύριε Ὑπουργὲ, εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐκαλέσατε νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν διαγωνισμὸν τῶν διδακτικῶν βιβλίων, ἵνα συντάξῃ τὰς μεροληπτικὰς καὶ γελοίας ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέγνωσα ἄλλοτε. Περιττὸν θεωρῶ νὰ ἀναφέρω τὸ ψήφισμα καὶ τὴν διαμαρτυρίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὡς καὶ τοῦ δημάρχου, ὅτι ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐν Καλάμαις εὑρισκόμενος, ζητεῖ νὰ μετατεθῇ τὸ δημοτικὸν σχολεῖον ἀπὸ καταλλήλου οἰκήματος εἰς ἕνα σταῦλον. Λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ φροντίσητε, ὅπως αὐτοὶ οἱ κύριοι ἐπιθεωρηταὶ, πλεῖστοι τῶν ὁποίων εἶναι κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου διωρισμένοι, διότι ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι οὗτοι πρέπει νὰ ἔχωσι μεμαρτυρημένως γνώσεις παιδαγωγικὰς, ὧν τελείως ἀμοιροῦσι, νὰ φροντίσητε, λέγω, ὅπως αὐτοὶ οἱ κύριοι ἐπιθεωρηταὶ μὴ καταστρέψωσι τελείως τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, τὴν μόνην ἐκπαίδευσιν, ἡ ὁποία παρ’ ἡμῖν ἔχει λόγον ὑποστάσεως, διότι ἐκ τῆς ὅλης ἐκπαιδεύσεως μόνη ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις πράγματι εἶναι εὐεργετικὴ διὰ τὸ Κράτος. Ἐὰν διωρίσατε σεῖς ὁ εἰδικὸς ἐπιθεωρητὰς, οἱ ὁποῖοι θὰ καταστρέψουν αὐτὴν, νομίζω ὅτι μέγα ἄδικον ἐπράξατε, καὶ πολὺ ἀδίκως ἐπεβαρύνατε τοὺς δήμους διὰ τοιαύτης δαπάνης. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως θέλει συγκινηθῆ ἐπὶ τέλους καὶ θέλει λάβει τὰ κατάλληλα μέτρα.
§37ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς— διότι δυστυχῶς ὀλίγισται ἡμέραι ὑπολείπονται ἀκόμη ἐργασίας κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην—παρασκευάσῃ καὶ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας καὶ κτηματίας τοῦ δήμου Ἀθηναίων νὰ ἀποτίνωσι τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν, δηλαδὴ τοὺς φόρους οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων, εἰς 4 τριμήνους δόσεις. Οὕτω πως καὶ ἡ δυσχέρεια θὰ ἐκλείψῃ καὶ τὸ Δημόσιον ἀσφαλῶς θέλει εἰσπράττει τοὺς φόρους.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Πάλλης βουλευτὴς κ. Σπ. Τυπάλδος Φορέστης ὑποβάλλει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διατάξῃ τὸν νομάρχην Κεφαλληνίας, ἵνα προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν καὶ ἔγκρισιν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δήμων τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας, καθόσον ὡς ἐκ τῆς παρατάσεως καὶ οἱ δῆμοι ζημιοῦνται καὶ οἱ δημοδιδάσκαλοι δὲν πληρόνονται».
§39Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς γεγονὸς σχετιζόμενον μὲ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ εὐηρεστήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ. Γνωρίζω τὸ πολύτιμον τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς, καὶ βεβαίως δὲν ἤθελον ἀποσχολήσει αὐτήν, ἂν μὴ ἐπρόκειτο περὶ σπουδαιοτάτου, διότι φοβοῦμαι, ὅτι ὄπισθεν τῶν κατατεθεισῶν πληροφοριῶν ὑπάρχει πλέον κατάχρησις ὄχι βεβαίως τῶν τελευταίων μηνῶν, ἀλλὰ προγενεστέρου χρόνου. Ὁ μακαρίτης συμπολίτης ἡμῶν ἐκ Πορταριᾶς Πανταζῆς Βασάνης, ἔχων περιουσίαν 2 περίπου ἑκατομμυρίων...
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θ’ ἀναπτύξητε τὴν ἐπερώτησιν;
§41Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ προσδιορισθῇ ἄλλη ἡμέρα πρὸς συζήτησιν, διότι πρέπει νὰ λάβωμεν γνῶσιν καὶ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι.
§43Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐλάβετε γνῶσιν τῆς καταθέσεως τῶν πληροφοριῶν.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὕτω γίνεται· προσδιορίζεται ἡμέρα. Νομίζω ὅτι εἶναι κατάχρησις ὅ,τι ἤδη πράττετε.
§45Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ κάμητε, εἶναι κατάχρησις. Ἐγὼ ὀλίγας παρατηρήσεις ἔχω νὰ ὑποβάλω, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδόλως ἔχει γνῶσιν τοῦ κληροδοτήματος, καὶ ὀφείλω χάριτας εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε πρῶτος τὴν ἐπερώτησιν.
§46Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Γνωρίζω τὰ περὶ τούτου, διότι εἶχον δημοσιευθῆ εἰς φυλλάδιον.
§47Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ εἴπω· δυνάμεθα δὲ νὰ μὴ συζητήσωμεν, ἀλλὰ νὰ ἀναφέρω περὶ τίνος πρόκειται. Ὁ μακαρίτης Βασάνης ἀφῆκε τὰ 60 ἑκατοστὰ τῆς περιουσίας του, συγκειμένης ἐκ 2 περίπου ἑκατομμυρίων χρ. φράγ., εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπως γείνῃ Ναυτικὴ Σχολὴ, διὰ τὴν ὁποίαν ὅμως νὰ μὴ δαπανηθῇ ποσὸν ἀνώτερον τῶν 500,000 χρυσῶν φράγκων, τὸ δὲ ὑπόλοιπον νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν ἀξιωματικῶν εἰς τὴν Εὐρώπην, εἴτε εἰς τὴν Ἀμερικήν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ κατατεθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τὴν Τράπεζαν ἐντόκως. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ ἀνέλθῃ εἰς 1,200,000. Μέχρι τοῦδε, κατὰ τὴν γενομένην ἐκκαθάρισιν, εἰσῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ ποσὸν 745,000 χρυσῶν φράγκων εἰς διαφόρους δόσεις, ἡ πρώτη τῶν ὁποίων εἶναι ἐκ φράγκων 207,000. Καὶ διὰ μὲν τὴν δόσιν ταύτην ὑπελογίσθη διαφορὰ νομισματικὴ ἐκ δραχμῶν 90,000, γενομένη κατὰ τὸ 1892, νομίζω, ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Δεϊμέζη, ἔκτοτε ὅμως, τὸ 1893 καὶ 1894, εἰσῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ποσὸν ἐκ 500,000 περίπου φράγκων χρυσῶν, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν κατελογίσθη νομισματικὴ διαφορά, ἡ νομισματικὴ δὲ διαφορὰ ἐπὶ ποσοῦ 500,000 φράγκων εἶναι μεγάλη. Κατὰ τὴν πληροφορίαν δὲ, τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, αὕτη δὲν ὑπελογίσθη.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ὅταν ἐκκαθαρισθῇ ἡ περιουσία, ὅταν πρόκειται νὰ γένηται χρῆσις αὐτῆς, τὸ Δημόσιον θέλει πληρώσει τὴν νομισματικὴν διαφορὰν, ἥτις ὑπῆρχε κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν εἰσεπράχθησαν χρήματα. Λοιπὸν, ἐὰν εἰσεπράχθησαν χρήματα κατὰ τὸ 1894, θέλει πληρώσει τὴν νομισματικὴν διαφοράν, ἡ ὁποία ὑπῆρχε κατὰ τὸν μῆνα ἐκεῖνον, καθ’ ὃν εἰσεπράχθησαν τὰ χρήματα· ἐὰν εἰσεπράχθησαν χρήματα κατὰ τὸ 1895, θέλει πληρώσει τὴν νομισματικὴν διαφοράν, ἡ ὁποία ὑπῆρχε κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον.
§49Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διατὶ ἐγένετο ὁ ὑπολογισμὸς διὰ τὴν τρίτην δόσιν καὶ ὄχι διὰ τὰς ἄλλας;
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἀλλ’ ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ κληροδοτήματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἰδίαν περιουσίαν, προωρισμένην εἰς ὡρισμένον σκοπὸν, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφήσῃ τὴν περιουσίαν αὐτὴν ἀναμεμιγμένην μὲ τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου.
§51Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δέχομαι ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι θὰ γείνῃ τοῦτο, ἀλλ’ ὑπάρχει παράβασις, ὅτι δὲν κατετέθη εἰς τὴν Τράπεζαν, μένει ἄτοκος. Ἀλλὰ τὸ χείριστον πάντων εἶναι, ὅτι τὸ χρῆμα αὐτὸ ἐδαπανήθη δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν· ἐὰν ἐδαπανήθη, κακῶς ἐδαπανήθη. Δὲν εἶναι δυνατόν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, εἶναι τόδε, ὅτι εἶχεν ἀποσταλῆ ὑπὸ προκατόχου ἐμοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνώτερος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς Τάνταν, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ τῆς περιουσίας, ὅτι αὐτὸς ἐξήτασε τὰ τῆς περιουσίας καὶ ὅτι ἐπανῆλθεν, ἀλλ’ εἶχεν ἀνάγκην τῶν βιβλίων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον κομισθῆ ἔτι ἐνταῦθα. Ἐπειδὴ δὲ ἦτο δύσκολον νὰ μετακομισθῶσιν ἐνταῦθα, ἡ ὑπόθεσις ἔμενεν ἐκκρεμὴς, τελευταῖον ὅμως ἐκομίσθησαν καὶ τὰ βιβλία, καὶ πρόκειται νὰ περατωθῇ ἡ ἐργασία αὕτη. Εὐθὺς ὡς περατωθῇ ἡ ἐργασία, θέλει ἐκκαθαρισθῆ ἡ περιουσία καὶ θέλει ἐκτελεσθῆ τὸ προσῆκον.
§53Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔπρεπεν ὅμως τὰ διάφορα ποσὰ νὰ κατατίθενται εἰς τὴν Τράπεζαν.
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν θὰ λάβω τὴν ὑπόθεσιν ἀνὰ χεῖρας, θέλω καθαρίσει πάντα ταῦτα καὶ θέλω ἐκτελέσει τὴν διαθήκην πιστῶς.
§55Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, καὶ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, διότι δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ τακτοποιήσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἦσθε βέβαιος.
§57ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ συμπληρώσῃ τὰς πληροφορίας. Κατὰ τὸ σημείωμα τὸ κατατεθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πιθανῶς θὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν, εἶναι 1,200,000 χρυσῶν φράγκων, ἑπομένως, ἐὰν μέχρι τοῦδε ἀπεστάλησαν 745,000, ὑπολείπονται εἰσέτι 450,000. Πρὸ καιροῦ, φαίνεται, δὲν ἀπεστάλησαν ἄλλα χρήματα. Θὰ παρακαλέσω διὰ τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ φροντίσῃ καὶ λάβῃ πληροφορίας, καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ ποῖον λόγον καθυστερεῖ τὸ ὑπολειπόμενον ποσὸν τῶν 450,000 φράγκων, ποῖαι δυσκολίαι ὑπάρχουσι, καὶ ἐὰν ἦναι πιθανὸν καὶ πότε εἶναι πιθανὸν νὰ ληφθῇ καὶ τὸ ποσὸν αὐτό.
§58ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω ἀφορμὴν ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κυθήρων ὡς πρὸς τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων, ὅπως ἀπευθύνω παράκλησιν καὶ σύστασίν τινα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας σχετικήν. Μοὶ γράφουσιν ἐκ Τριπόλεως, ὅτι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας ἀργεῖ, ἀφ’ ἧς ἤρχισεν ἐφαρμοζόμενος ὁ νέος νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἀργεῖ, διότι ἀπουσιάζει ἐκεῖθεν ὁ ἀρχιεπίσκοπος, ὁ δὲ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν προνοεῖ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀναπληρώσεως τοῦ προέδρου τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Μοὶ γράφουσιν ἐκεῖθεν, ὅτι ὁ νομαρχιακὸς ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ νομῷ Ἀρκαδίας ἔχει καὶ σκοπεῖ νὰ εἰσαγάγῃ πολλὰς ὑποθέσεις, σχετιζομένας πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον δὲν συνεδριάζει, δι’ ὃν λόγον προεῖπον. Συνιστῶ λοιπὸν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἵνα λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα.
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακληθῇ ἡ σεβασμιότης του νὰ ἐπανέλθῃ ἐκεῖ.
§60ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς σεβασμιότητος αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ περὶ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν αὐτὴν δυσάρεστον θέσιν μὲ τὸν ἅγιον Μαντινείας, νὰ πάσχουν δηλαδὴ καὶ νὰ ἦναι ἠναγκασμένοι νὰ μένωσιν ἐπὶ μακρὸν χρόνον μακρὰν τῆς ἕδρας των. Ὁ ἅγιος Μαντινείας εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων ἀρχιερέων μας· ἀλλ’ ἀφοῦ πάσχει, τί θέλετε νὰ κάμῃ; Ἐκτὸς τούτου δυνατὸν νὰ ἦναι καὶ ἀνίατον τὸ νόσημά του καὶ νὰ ἀπουσιάζῃ ἐπὶ ἓν καὶ δύο ἔτη· πρέπει λοιπὸν κατὰ τὸν χρόνον αὐτὸν νὰ μένῃ ἀργὸν τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον; Βεβαίως αὐτὰ τὰ ἄτοπα ἐπισυμβαίνουσιν, ὅταν τὰ νομοσχέδια συντάσσωνται ἐπὶ τοῦ γόνατος.
§61ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τῇ προτάσει πολλῶν φίλων τῆς ὑπουργικῆς πτέρυγος, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς διέγραψεν ἐν τῇ δευτέρᾳ ἀναγνώσει τοῦ νομοσχεδίου τὸν ἀρχιερέα, ὡς πρόεδρον τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἔθεσεν ἀντ’ αὐτοῦ τὸν πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἔβαλε τῆς φωναῖς τότε καὶ εἶπεν ὅτι «εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀποκλείεται ἡ Ἐκκλησία τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ μόνον ἐν Ἑλλάδι», καὶ ἐπὶ μόνῃ τῇ ἀξιώσει τοῦ Κυρίου αὐτοῦ ἔμεινεν ὁ ἀρχιερεὺς ὡς πρόεδρος. Ἤδη οἱ Κύριοι κατακρίνουσι τὸ νομοσχέδιον!
§62ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ τότε καὶ νῦν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀναπόσπαστος τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τῆς πρώτης πνευματικῆς τροφῆς τοῦ λαοῦ, ἥτις εἶναι ἐν ταὐτῷ καὶ ἀγωγή. Ἀγωγὴ δὲ ἄνευ θρησκείας, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, εἶναί τι ὅλως ἀκατανόητον. Οὐδεὶς λαὸς, ὄχι μόνον χριστιανικὸς, ἀλλὰ καὶ οἱουδήποτε θρησκεύματος, δύναται νὰ φαντασθῇ ἀγωγὴν ἄνευ θρησκείας. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἔχῃ μέρος εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἡ Ἐκκλησία καὶ νὰ ἔχῃ μέρος διὰ τοῦ ἀνωτάτου της ἀντιπροσώπου. Ἀλλὰ ὑποστηρίζων ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀντιπροσωπεύηται αὐτὴ διὰ τοῦ ἐπισκόπου της, δὲν ἐνόουν ὅτι ἔπρεπε νὰ μένῃ οὗτος ἄνευ ἀναπληρωτοῦ. Τοῦτο εἶναι ἀπερισκεψία τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἔθεσε τὸν ἐπίσκοπον, χωρὶς νὰ ὁρίσῃ καὶ τὸν ἀναπληρωτήν του.
§63ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι πολὺ περίεργον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δὲν κατέθεσε τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν σκανδαλώδη ὑπόθεσιν τῆς κληρονομίας τοῦ πρώην Μητροπολίτου Λαρίσης Δωροθέου ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῶν ἄλλων καταστημάτων τῶν ἀγαθοεργῶν, κληρονομίας ἀνερχομένης εἰς 345 χιλιάδας δραχμὰς. Εἶναι δὲ ἄξιον περιεργείας, κ. Πρόεδρε, πῶς πάντοτε εἰς τοιαύτας περιπτώσεις σπεύδουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ προκαταλάβουν τὴν κοινὴν γνώμην διὰ ψευδῶν διαδόσεων, πάταγον ἐγείροντες διὰ τῶν ἐφημερίδων, καὶ ἀνὰ τὴν πόλιν σπείροντες διὰ τῶν διαφόρων αὐτῶν ὀργάνων ἀλλοῖα ὅλως τῆς ἀληθείας πράγματα... (θόρυβος).
§64ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Κύριε Πρόεδρε, ἀναπτύσσει ἐπερώτησιν;
§65ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται περὶ ληστεύσεως τοῦ Πανεπιστημίου!
§66ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρόκειται περὶ κωλυσιεργίας.
§67ΣΤΑΗΣ. Εὐτυχῶς δὲν ὑπάρχει πλέον ὁ προϋπολογισμὸς, διὰ νὰ ὑποθέσητε τοῦτο.
§68ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὑπάρχουν νομοσχέδια.
§69ΣΤΑΗΣ. Ἡσυχάσατε, θὰ ψηφισθοῦν ὅλα τὰ νομοσχέδιά σας. Εἶναι ἄξιον, λέγω, κ. Πρόεδρε, περιεργείας, ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, ἀντὶ τοὐναντίον νὰ ζητήσωσι νὰ διαφωτίσωσι καὶ ἡμᾶς καὶ τὴν κοινὴν γνώμην, ἠθέλησαν νὰ ἐμποδίσουν τὴν διαλεύκανσιν, τὴν ὁποίαν ἡ κοινωνία καὶ ἡμεῖς ἐζητήσαμεν, διότι ἡμεῖς εἴμεθα πρόθυμοι,—τὸ ὁμολογῶ εὐχαρίστως,—νὰ ζητήσωμεν συγγνώμην, ἐὰν τὰ πράγματα μᾶς διαψεύσωσιν, ἐὰν δειχθῇ ὅτι αἱ αἰτιάσεις μας κατὰ τῶν ὑπευθύνων δὲν εἶναι ἀληθεῖς, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ὦσιν ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐξωδίκως ἔλαβον, γινώσκετε δὲ πάντες, ὅτι αἱ πληροφορίαι δίδονται εὐχερῶς...
§70ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ συμβαίνει.
§71ΣΤΑΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Αἰγιαλείας, ὅτι ζητεῖτε νὰ ἐλαττώσητε τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς ὑμᾶς.
§72ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐλαττώσω ὅλως διόλου τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι οἱ ἀναφερόμενοι πρὸς ὑμᾶς ἔχουσι λόγους ἰδιαιτέρους, καὶ σεῖς σπεύδετε νὰ τοὺς ἀνακοινώσητε, χωρὶς νὰ ἔχητε γνῶσιν ἀκριβῆ τῶν πραγμάτων. Ἐγὼ ἔχω πεποίθησιν καὶ ὑπόληψιν ἀπεριόριστον πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως γίνεσθε ὄργανον ἄλλων.
§73ΣΤΑΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι θὰ πεισθῆτε καὶ σεῖς ταχέως, διότι εἶναι σαφεστάτη ἡ ὑπόθεσις. Καίτοι τὰ ἔγγραφα τὰ κατατεθέντα εἶναι πολλά, ἐντούτοις ἐκ δύο καὶ μόνον ἐγγράφων εἶναι καταφανὴς ἡ ὅλη ὑπόθεσις καὶ ἡ πλάνη, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσεν ἡ ὁμὰς τῶν νομομαθῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ λαβοῦσα μέρος εἰς τὴν γνωμάτευσιν ταύτην. Ἀφ’ ἑνὸς ὑπάρχει ἡ γνωμάτευσις ἡ φέρουσα ὀνόματα σεβαστὰ νομομαθῶν...
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰσέρχεσθε εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως!
§75ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἀναγνώσωμεν ὅμως καὶ ἡμεῖς τὰ ἔγγραφα.
§77ΣΤΑΗΣ. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπέγραψε τὸν συμβιβασμὸν, ὑποθέτω ὅτι θὰ τὰ εἶχεν ἀναγνώσει.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι πρᾶξις ὑπὸ ἔλεγχον ἡ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
§79ΕΥΤΑΞΙΑΣ (εἰρωνικῶς). Μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν!
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ μὴ διακόπτητε, παρακαλῶ. Δύναται νὰ προσδιορισθῇ ἡ αὔριον ἢ μεθαύριον, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ἔχομεν μελετήσει τὰ ἔγγραφα πάντες.
§81ΣΤΑΗΣ. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ ἔγγραφα δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην μελέτης· διότι πρόκειται περὶ ἁπλῆς ὑποθέσεως.
§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἔγγραφα πρέπει νὰ ἀναγνωσθῶσιν ἀπὸ τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, πρὶν ἢ γείνῃ ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζητε σεῖς καὶ νὰ μὴ γνωρίζωσιν οἱ ἄλλοι.
§83ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸ μικρὸν χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον ἀπομένει πρὸς ἐργασίαν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ τὰ λάβωσι πάντες οἱ κ. κ. Βουλευταὶ κατ’ οἶκον πρὸς μελέτην, ἐγὼ θὰ ἀναγνώσω μόνον τὰ σπουδαῖα (θόρυβος).
§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν· πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
§85ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προσδιορισθῇ ἡ αὔριον ὡς ἡμέρα συζητήσεως, διὰ νὰ λάβωμεν γνῶσιν καὶ ἡμεῖς τῶν ἐγγράφων. Προτείνω λοιπὸν τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν αὔριον, ἵνα ἴδωμεν, ἂν ἔχητε δίκαιον ὑμεῖς, ὡς λέγετε, νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν θέσιν μας ἀπ’ ἐδῶ καὶ νὰ ἔλθωμεν πρὸς ὑμᾶς.
§86ΣΤΑΗΣ. .. (διακοπαί, θόρυβος, ἀντεγκλήσεις).
§87ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ πρότασις ἀναβολῆς...
§88ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει.
§89ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχει.
§90ΣΤΑΗΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις ἀναβολῆς.
§91ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πρόκειται περὶ προσδιορισμοῦ ἡμέρας.
§92ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε....
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀφήσω νὰ προχωρήσητε.
§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν. Θὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα· ἔστω ἡ αὔριον.
§95ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Αὔριον, αὔριον.
§96ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν 13 Μαρτίου ὑπέβαλον ἐγὼ ἔγγραφον ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἠθέλησα νὰ ἀναπτύξω, μετὰ τὰς παρατηρήσεις μάλιστα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Τὴν 14... (κωδωνοκρουσία τοῦ Προέδρου, φωναὶ θορυβώδεις δεξιόθεν).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλήσατε περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἡμέρας.
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, μὴ ἐπιτρέπετε καμμίαν ἀνάπτυξιν. Θὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα.
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα, μάλιστα (θόρυβος).
§100ΡΑΛΛΗΣ. Θέλομεν νὰ μάθωμεν περὶ τίνος πρόκειται. Ἐννοεῖτε νὰ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον; (Φωναὶ καὶ ὁμιλίαι ἁπάντων συγχρόνως, σύγχυσις, κραυγαί. Οἱ Βουλευταὶ ἑκατέρωθεν ὄρθιοι· θόρυβος καὶ σάλος).
§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀφαιροῦμεν τὸν λόγον.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε, Κύριοι· δὲν εἶναι κατάστασις πραγμάτων αὐτή! (μόλις κοποῦται ὁ θόρυβος).
§103ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἡσυχάσητε, καὶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος. (Ὀρθοῦνται οἱ Βουλευταὶ ἐκ νέου, ἀπειλητικαὶ κινήσεις χειρῶν ἑκατέρωθεν, ἀντεγκλήσεις, σύγχυσις μετὰ βοῆς).
§104ΡΑΛΛΗΣ (μετὰ τὸν σάλον). Κύριε Πρόεδρε, ἀνεφύη ζήτημα παρεμπῖπτον. Ὅπως ἀντελήφθην ἐν τῷ μέσῳ τοῦ θορύβου, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβαλε τὴν γνώμην, ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ ἀναπτύξεως ἐπερωτήσεως, πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς διὰ νὰ γείνῃ ἀνάπτυξις, καὶ ὅτι ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πλειοψηφίας νὰ καθορίσῃ ἡμέραν...
§105ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι! ὄχι! δὲν εἶπεν ἔτσι, κύριε Βουλευτά. (Διάλογοι ζωηροὶ καὶ διακοπαί).
§106ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ εἴπω τι, τὸ ὁποῖον ἀντελήφθην. Ἀκριβῶς, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῶν λόγων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς προστασίας σας, ὅπως ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του. Ἔχει τὴν ἡλικίαν καὶ τὴν πεῖραν νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἐννοίας του. Λοιπὸν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, ὅπως ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντελήφθην ἐν τῷ μέσῳ τοῦ θορύβου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θεωρεῖ, ὅτι ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιβάλλεται μετὰ τὴν διατύπωσιν τῆς ἐπερωτήσεως καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐγγράφων νὰ ἐπέλθῃ καὶ μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, καθορίζουσα τὸν χρόνον τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεως. Δύνασθε νὰ ἀναδιφήσητε ὅσον θέλετε τὸν Κανονισμὸν, δὲν θὰ εὕρητε τοιαύτην τινὰ διάταξιν. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως εἰς οὐδένα ὑποβάλλεται τύπον καὶ εἰς οὐδένα ὑποβάλλεται περιορισμόν. Οὐδεμία διάταξις ἐν τῷ Κανονισμῷ προβλέπει περὶ τοῦ τρόπου εἴτε τῆς διατυπώσεως εἴτε τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἐπερωτήσεων. Διατί; Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι, ἂν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως ὑπεβάλλετο εἰς οἱανδήποτε διατύπωσιν, ὡς πρός τε τὸν τρόπον τῆς ἐκθέσεως τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπερωτᾶται ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὡς πρὸς τὸν χρόνον, ἤθελεν ἐξουδετερωθῆ διὰ μιᾶς ἀποφάσεως τῆς πλειοψηφίας πάντοτε· διότι τίς ἐμποδίζει τὴν πλειοψηφίαν, καὶ τὴν νῦν καὶ τὴν πρώην καὶ τὴν μέλλουσαν, ἀπὸ τοῦ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κ. Στάην: «τὴν ἐπερώτησίν σου θὰ ἀναπτύξῃς μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ σήμερον, τὴν 1 Μαΐου ἢ τὴν 1 Ἀπριλίου»; Ἐὰν τοιοῦτόν τι περιελάμβανεν ὁ Κανονισμὸς, ἤθελε καταργήσει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ ὡς δικαίωμα ὑπέρτερον καὶ τοῦ νομοθετικοῦ δικαιώματος, ὅπερ κέκτηται ἡ Βουλή. Λοιπὸν ἀκριβῶς περὶ αὐτοῦ πρόκειται, καὶ θαυμάζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὰς φιλελευθέρους ἰδέας καὶ τὰς κοινοβουλευτικὰς, τὰς ὁποίας ἐπαγγέλλεται, ἔρχεται σήμερον νὰ κλείσῃ τὸ στόμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων, καὶ νὰ τῷ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του, ἀφοῦ τὴν διετύπωσεν ἤδη, ἀφοῦ προσεκομίσθησαν τὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἀναπτύξῃ αὐτὴν (διακοπαί).
§107Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν ἐγγράφων.
§108ΡΑΛΛΗΣ. Λέγουν ὅτι ἡ ὑποβολὴ, ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων δὲν ἀρκεῖ· ὁ συμπολίτης μου πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν, καὶ μέχρις ὅτου ἑπομένως ὁ συμπολίτης μου καὶ οἱ ἄλλοι 138 συνάδελφοί του τῆς πλειοψηφίας δὲν λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν, ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων πρέπει νὰ κλείσῃ τὸ στόμα του καὶ δὲν δύναται νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του!
§109Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον, σᾶς εἴπομεν.
§110ΡΑΛΛΗΣ. Τότε πλέον, Κύριοι, τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως θὰ ἐξαρτᾶται ὄχι ἐκ τῆς πλειοψηφίας τοὐλάχιστον, ἡ ὁποία δύναται νὰ παράσχῃ ποιάν τινὰ ἐγγύησιν, ἀλλ’ ἐξ ἑνὸς ἑκάστου τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἀφοῦ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφός μου λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τῶν κατατεθέντων, θὰ ἔλθῃ ὁ παρακείμενος αὐτῷ, ὁ κ. Βουλευτὴς Γυθείου (δεικνύει τὸν κ. Τζανετάκην), καὶ θὰ εἴπῃ: «Ἐγὼ δὲν ἔλαβον γνῶσιν», καὶ ἑπομένως ἀπὸ τῆς αὔριον θὰ μεταθέσωμεν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως διὰ μεθαύριον...
§111ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι! ὄχι!
§112ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως, Κύριοι, πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀρχῆς.
§113Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ μιᾶς στιγμῆς κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα.
§114ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται, λέγω, περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀρχῆς, περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως ἐκ μέρους τοῦ Βουλευτοῦ. Τὸ δικαίωμα δὲ τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ διατυπωθῇ ἡ ἐπερώτησις, οὐδαμοῦ, οὔτε ἐν τῷ Συντάγματι οὔτε ἐν τῷ Κανονισμῷ, καθωρίσθη· διότι, ἂν καθωρίζετο ὁ τρόπος, ἤθελε περιορισθῆ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως, ὁ δὲ συνταγματικὸς ἡμῶν χάρτης ἐχαρακτήρισε τὸ δικαίωμα αὐτὸ ὡς ἀπεριόριστον. Μόνον κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον καθώρισεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, δηλαδὴ ἐδέχθη πάντοτε ἡ Βουλή, ὅπως μὴ ἀμέσως μετὰ τὴν διατύπωσιν τῆς ἐπερωτήσεως προβαίνῃ ὁ ἐπερωτῶν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς, ἀλλὰ νὰ ἀρκῆται εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς ἐπερωτήσεως καὶ νὰ ζητῇ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων· ἅμα ὅμως κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα, ποτὲ δὲν ἠρνήθη οἱαδήποτε πλειοψηφία καὶ οἱαδήποτε Βουλή, ὅταν ἐπρόκειτο ὄχι περὶ τοιούτου ὡρισμένου ζητήματος, ἀλλὰ περὶ οἵας δήποτε ἄλλης ἐπερωτήσεως, δὲν ἠρνήθη εἰς τὸν ἐπερωτῶντα τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του. Ἡ Βουλὴ θὰ σχηματίσῃ γνώμην ὄχι μελετῶσα...
§115ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀλλὰ πῶς; (θόρυβος).
§116ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, ἀφήσατέ με νὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου... Ὄχι μελετῶντες οἱ Βουλευταὶ ἓν πρὸς ἓν ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ ἀκούοντες τὸν ἐπερωτῶντα, ἀκούοντες καὶ τὸν ἀπαντῶντα Ὑπουργὸν, θὰ σχηματίσωσι γνώμην.
§117ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ὅταν ἦναι ἔγγραφα, πρέπει νὰ τὰ ἀναγνώσωμεν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§119ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ ἀρνηθῶ εἰς εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Αἰγιαλείας νὰ μὲ διακόψῃ.
§120ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ σᾶς διακόψω.
§121ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω λόγον προσωπικὸν, ἀλλ’ εἶμαι ὑπὲρ τῆς τάξεως· διότι, ἂν πᾶς τις διακόψῃ, θὰ φθάσωμεν εἰς χάβραν, ὅπως ἤμεθα πρὸ ὀλίγου.
§122ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὴν ἄδειαν.
§123ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ ἔχετε τὴν ἄδειαν, ὁρίστε, διακόψατε.
§124ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε ὅτι διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς προφορικῆς θὰ σχηματίσωμεν γνώμην. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, προκειμένου νὰ μελετηθῶσιν ἔγγραφα, δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ προφορικὴ ἀνάπτυξις εἴτε τοῦ ἑνὸς εἴτε τοῦ ἄλλου, διὰ νὰ πείσῃ. Ἡμεῖς, ἐκ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ μορφώσωμεν γνώμην, ἐπειδὴ εἶναι σοβαρὸν τὸ ζήτημα, ζητοῦμεν τὴν ἀναβολήν. Λοιπὸν ἡμεῖς ἐκ πρώτης ὄψεως ἀκούομεν τὸν κ. Βουλευτὴν Κυθήρων· ἀλλὰ νὰ μὴ λάβωμεν γνῶσιν τῶν ἐγγράφων; Ὄχι διότι εἴμεθα ἐναντίοι τῆς προτάσεως, ἀλλὰ...
§125ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠδυνάμην νὰ σᾶς διακόψω, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἀφῆκα (ἱλαρότης). Προβάλλετε μίαν ἀπορίαν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ δικαία. Λέγετε ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν θέσητε τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσητε. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ δικαίωμά σας δὲν δύναται νὰ περιορίσῃ...
§126ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι...
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§128ΡΑΛΛΗΣ. .. δὲν δύναται νὰ περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτῶντος, διότι αὐτὸ τὸ δικαίωμά σας ἤθελε καταργήσει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτῶντος, καὶ ἤθελε φθάσει εἰς συμπεράσματα, εἰς οἷα ὁ συμπολίτης μου, ὅστις εἶπεν, ὅτι: «ἐν ὅσῳ δὲν λάβω ἐγὼ τὴν δικογραφίαν καὶ δὲν σχηματίσω γνώμην, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεως»! Ἰδοὺ εἰς τί καταλήγει τὸ δικαίωμά σας! Τὸ δικαίωμά σας ἔχει μίαν κύρωσιν, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ λάβητε τὰ ἔγγραφα καὶ τὰ μελετήσητε ἔχει τὴν ἑξῆς κύρωσιν, ὅτι, ὅταν προκύψῃ ἡ συζήτησις, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀχθῇ εἰς συμπέρασμα ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἐπερωτῶντος καὶ ἐκ τῶν ἐξηγήσεων τοῦ Ὑπουργοῦ, δύναται νὰ προβάλῃ τὴν ἀναβολήν, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ παρεμποδίσητε τὸν ἐπερωτῶντα νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Θαυμάζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον στοιχειώδους, ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἐγεννήθη, ὄχι πλέον ἀπὸ τοῦ 1864, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1862, δηλ. καθ’ ὅσον χρόνον εὑρισκόμεθα ὑπὸ συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, θαυμάζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε διάφορον νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πάντοτε ὑπεστήριζε. Καὶ κατὰ τοσοῦτο μᾶλλον σήμερον ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων, καθόσον εὑρισκόμεθα εἰς τὴν παραμονὴν τῆς λήξεως τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Ἂν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ γνώμη οἱουδήποτε ἐκ τῶν ἀρνουμένων τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Κυθήρων νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του, δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ κατορθώσῃ κατὰ τὰς τρεῖς ἑπομένας συνεδριάσεις νὰ τὴν ἀναπτύξῃ· καὶ ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχωσι συμφέροντα σπουδαιότατα, καὶ νομίζω ὅτι ὑπάρχουσι συμφέροντα σπουδαιότατα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσι τὴν ἄμεσον ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς,—διότι δὲν καταλογίζω εὐθύνην ἄμεσον ἐπὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης...
§129ΣΤΑΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§130ΡΑΛΛΗΣ. .. ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπλανήθη, ὅπως ἐπλανήθησαν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐγνωμοδότησαν ὑπὲρ τοῦ συμβιβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπεκύρωσε διὰ τῆς ὑπογραφῆς του, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ ὁ συμβιβασμός· — ἀλλὰ πρόκειται περὶ μιᾶς ἀπάτης, γενομένης εἴτε πρὸς τὴν Σύγκλητον εἴτε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, εἴτε κατὰ τῆς Συγκλήτου εἴτε κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, νομίζω δ’ ὅτι πρέπει ἀμέσως νὰ σπεύσῃ, ἀποδεικνυομένης τῆς ὑποθέσεως ταύτης, νὰ δώσῃ ἐντολὴν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅπως τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀπάτης ἐξαλειφθῇ διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ, ὅπως ἐκεῖνος ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνοσφίσθησαν χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς ἱεροὺς σκοποὺς, τὰ ὁποῖα διετέθησαν ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου, τὰ ὁποῖα διετέθησαν ὑπὲρ Ὀρφανοτροφείου ἐν τῷ δήμῳ Τρικκαίων, τὰ ὁποῖα διετέθησαν ὑπὲρ Γηροκομείου τοῦ δήμου Τρικκαίων, ὅπως αὐτὰ τὰ χρήματα μὴ τὰ καταπίωσι. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Καὶ ὅταν περὶ αὐτοῦ πρόκειται, θαυμάζω, Κύριοι, διὰ τὸν θόρυβον, τὸν ὁποῖον ἐγείρετε. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, πρόκειται νὰ ἀσπίσωσι συμφέροντα ὑπέρτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀσπίσῃ ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων. Ἀλλὰ σεῖς θορυβεῖτε, χωρὶς νὰ γνωρίζητε περὶ τίνος πρόκειται! Νομίζετε ὅτι καὶ ἤδη κωλυσιεργοῦμεν, ὅπως ἐνομίζετε ὅτι ἐκωλυσιεργοῦμεν κατὰ τὰς 24 ὥρας, κατὰ τὰς ὁποίας ἠναγκάσθημεν νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἀπνευστεὶ, μᾶς ἐπεῤῥίψατε δὲ ὡς μομφὴν τὴν κωλυσιεργίαν, τὴν ὁποίαν σεῖς ἀνεπετάσατε ὡς σημαίαν, διότι εὑρίσκεσθε ὑπὸ τὴν αὐτὴν σημαίαν, τὴν σημαίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ οὐδέποτε ἐπέτρεψα τὴν κωλυσιεργίαν· τὴν ἐπολέμησα πάντοτε· καὶ τὸ εἴδετε ἐδῶ καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τοῦτο, ὅτι συνετέλεσα πολλάκις εἰς τὸ νὰ δύναται νὰ ἐργασθῇ ἡ Βουλή, καὶ φέτος καὶ πέρυσιν. Ἐγὼ, λέγω, οὐδέποτε ἀνεπέτασα τὴν σημαίαν τῆς κωλυσιεργίας. Ἂν ἐπρόκειτο ὅμως νὰ ἀναπετάσω τὴν σημαίαν ταύτην, προκειμένου περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίων, οἷα εἶναί τινα ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, βεβαίως ἤθελον τὴν ὑψώσει· διότι, ἂν πρόκειται νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι ἐπὶ παντὸς τοῦ εἰσαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑλλάδος διὰ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται, ἂν πρόκειται νὰ διασπαθισθῶσι δημόσια χρήματα διὰ τῆς ἐκτελέσεως ἔργων δημοσίων ὑπὲρ προσώπων, νομίζω ὅτι δικαιολογοῦμαι εἰς τὸ νὰ ἀνυψώσω τὴν σημαίαν τῆς κωλυσιεργίας. Ἀλλὰ δὲν προτίθεμαι νὰ τὸ πράξω. Θὰ ἀναμείνω τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καὶ θὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τίνος πρόκειται. Ἀλλὰ μὴ ἀμελεῖτε, Κύριοι, καὶ τὰ συμφέροντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἀσπίσῃ μία ἐπερώτησις, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ μία ἐπερώτησις, καὶ μὴ παρατρέχετε αὐτὰ, μὴ δὲ, πρὸς Θεοῦ! θίγετε τὸ ὑπέρτατον αὐτὸ δικαίωμά σας.
§131ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Γνωρίζετε ἐκ τῆς προηγουμένης μου ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν συγχρόνως μὲ τὴν τοῦ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ ἔκαμον, ὅτι ἐνδιαφέρομαι ἐπίσης, ὅπως καὶ ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς καὶ εἴ τις ἄλλος, καὶ ἴσως καὶ περισσότερον, καὶ θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως, διατὶ περισσότερον...
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως.
§134ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐνδιαφέρομαι, λέγω, ἐπίσης περὶ τῆς διαλευκάνσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι ἐγὼ εἶμαι δημότης τοῦ δήμου Τρικαίων, ἔχω δὲ ἐπίσης τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι καὶ δημοτικὸς σύμβουλος, καὶ νομίζω, ὅτι ἔχω ὁπωσδήποτε πλειοτέραν εὐθύνην, ὅπως ἀναπτυχθῶσι τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι νομίζω ὅτι τῆς περιουσίας ταύτης κύριον δὲν εἶναι τὸ Πανεπιστήμιον, ἀλλ’ ὅτι αὕτη ἀνήκει εἰς τὸν δῆμον Τρικκαίων...
§135Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἐνῷ συζητοῦμεν ἐπὶ ἄλλων θεμάτων.
§136ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀμέσως. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας (Θόρυβος).
§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴμεθα ἐπὶ ἄλλων θεμάτων.
§138ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο καὶ πρόκειται νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν κατετέθησαν. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ κατατεθῇ τὸ ψήφισμα τοῦ δήμου Τρικκαίων, τὸ πρὸ 8 ἡμερῶν, ὡς λέγουσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, γενόμενον, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου, ὡς λέγουσιν ἐκεῖνοι, συνήνεσεν ὁ δῆμος Τρικκαίων εἰς τὸν γενόμενον συμβιβασμόν. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, τὸ πρᾶγμα ἔχει σοβαρώτατον χαρακτῆρα, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ κριθῇ, ἂν τὸ Πανεπιστήμιον ἠδύνατο ἢ δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὸν συμβιβασμόν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τὸ πρακτικὸν αὐτὸ δὲν προσάγεται, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦ φακέλλου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων, ἐγὼ δὲν λάβω γνῶσιν, νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις δὲν δύναται νὰ γείνῃ ταύτην τὴν ἑσπέραν. Εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ δοθῇ καὶ εἰς ἐμὲ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ὅπως λάβω γνῶσιν τοῦ φακέλλου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, διότι ἄλλως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ὑπερασπισθῶ τὰ δικαιώματα τοῦ δήμου μου, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀσκήσω καὶ ἐγὼ τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον θέλει νὰ ἀσκήσῃ ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτής. Νομίζω δὲ, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἰσότης μεταξὺ ἡμῶν. Ἑπομένως ἐπιμένω ζητῶν τὴν ἀναβολήν.
§139ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ θέλω νὰ μελετήσω τὸν φάκελλον, διότι καὶ ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι, ὡς δημότης Τρικκαίων, νὰ μάθω εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη καὶ κατὰ πόσον ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων ἔχει ἢ δὲν ἔχει δίκαιον. Ἂς ὁρισθῇ ἡ αὔριον ὡς ἡμέρα συζητήσεως, ἵνα λάβωμεν καὶ ἡμεῖς ὑπ’ ὄψιν τὸν φάκελλον. Διατὶ νὰ ἐπιμένωσι νὰ γείνῃ ἀπόψε συζήτησις, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν γνῶσιν τῶν ἐγγράφων; Ἡ ἐπιμονή των εἶναι ἀκατανόητος. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἂν δέχηται, ἵνα ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης γείνῃ αὔριον, ὅπως λάβωμεν τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ μελετήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§140ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν, Κύριοι, καὶ κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, τὰ ἀνέκαθεν κρατοῦντα παρ’ ἡμῖν καὶ εἰς τὰ Κοινοβούλια ὅλου τοῦ κόσμου, ὁ ἀπευθύνων ἐπερώτησιν πρὸς ἕνα Ὑπουργὸν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν διατυπώσῃ δι’ ὀλίγων ἢ διὰ μακρῶν, καὶ ὅταν θέλῃ νὰ στηρίξῃ αὐτὴν εἰς ἐπίσημα ἔγγραφα, ζητεῖ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, διὰ νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τῆς ἀναγγελίας τῆς ἐπερωτήσεώς του καὶ διὰ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ζητεῖ, οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ δίδει τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅπως πρῶτος αὐτὸς μελετήσῃ πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ ἦναι ἕτοιμος νὰ δώσῃ λόγον, ἅμα τῷ ζητηθῇ. Εὐθὺς δὲ ὡς ὁ Ὑπουργὸς καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἐκ τοῦ ἐπερωτῶντος πλέον ἐξαρτᾶται, ἂν θέλῃ ἀμέσως νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἢ ἂν ἔχῃ ἀνάγκην νὰ μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα ἐπὶ μακρὸν, εἴτε ἐνταῦθα, εἴτε κατ’ οἶκον. Ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα τὰ κατατεθέντα εἶναι τόσον ὀλίγα, ἡ ὑπόθεσις εἶναι τόσον ἁπλῆ, ὥστε ὁ ἐπερωτήσας δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του· διὸ ἐνόμισεν, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν νὰ φέρῃ τὸν λόγον ἀμέσως ἐπ’ αὐτῆς, διότι νομίζει, ὅτι δύναται νὰ σωθῇ σπουδαία περιουσία τοῦ δήμου Τρικκαίων ἢ τοῦ Πανεπιστημίου, διαρπαζομένη. Τὸ δικαίωμα τοῦτο οὐδεὶς δύναται εἰς αὐτὸν νὰ ἀρνηθῇ. Ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, εἶναι ὁ ἐπερωτώμενος Ὑπουργός· ἀλλ’ ὁ ἐπερωτώμενος Ὑπουργὸς τίνα δύναται νὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν; Αὐτὸς ἐζήτησεν ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ Ὑπουργείου τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, πρὶν δὲ καταθέσῃ ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, τὰ ἐμελέτησε βεβαίως καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν. Τώρα πρόκειται περὶ τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ θὰ ἀκούσῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων, θὰ ἀκούσῃ καὶ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἐὰν εὑρίσκῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς γενομένης ἀναπτύξεως νὰ φωτισθῇ, καὶ ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα, τότε δύναται νὰ ζητήσῃ ἀναβολὴν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν κρίνῃ ἀναγκαῖον, νὰ διατάξῃ καὶ τὴν τύπωσιν τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων, ἵνα φωτισθῇ οὕτω ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν. Λοιπὸν ὁ Βουλευτὴς ὁ ἐπερωτήσας, ἀφοῦ ἔδωκε τὸν καιρὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἔχει τὸ δικαίωμα ἀμέσως νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αἰτηθέντων ἐγγράφων, ὁ δὲ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι καταλαμβάνεται ἐξ ἀπροόπτου. Ἔχει μελετήσει καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν, ἡ δὲ Βουλὴ, μόνον ἅμα ἀκούσῃ αὐτοὺς τοὺς δύο, δύναται νὰ ἀποφασίσῃ τὴν ἀναβολὴν, ἢ νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς ἀπόφασιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾶν. Εὐθὺς ὡς θελήσητε νὰ καθιερώσητε ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων τὴν ἀναβολὴν, τότε σεῖς μὲν θέλετε ἀναβολὴν μιᾶς ἡμέρας, ἄλλοι θὰ ἔλθουν καὶ θὰ ζητήσουν ἀναβολὴν δι’ ἕνα μῆνα, ἄλλοι δι’ ἓν ἔτος. Τοῦτο ὅμως θὰ ἦτο ἀνατροπὴ τοῦ πολιτεύματος, θὰ ἦτο ἀνατροπὴ τοῦ ἱερωτέρου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐνταῦθα. Βεβαίως πολλοὶ ἐξ ὑμῶν παρακάθησθε ἐνταῦθα διὰ πρώτην φορὰν, δὲν ὑπήρξατε ἀντιπολιτευόμενοι, ἀλλὰ τάχιον ἢ βράδιον θὰ περιέλθητε εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, καὶ θὰ αἰσθανθῆτε τότε, ὁποῖον ἀληθῶς πρόσκομμα εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον παρεμβάλλετε σήμερον κατὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶσθε ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ὅτι δὲ τὸ πρῶτον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχετε, εἶναι ὁ ἔλεγχος τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι, ἂν τὸ δικαίωμα τοῦτο σᾶς καταπατηθῇ, εἶναι περιττὸν πλέον νὰ παρακάθησθε ἐνταῦθα. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ παλαίμαχος τῶν κοινοβουλευτικῶν δικαιωμάτων, ὁ ἀείποτε ἐξαναστὰς ὄχι κατὰ τῆς ἀναβολῆς ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ προσδιορισμοῦ ἡμέρας πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως, διότι, ὡς ἄλλοτε ἔλεγε γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀναβάλληται τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾶν, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὑποστηρίζων νῦν τὴν ἐναντίαν γνώμην, δὲν πράττει ἄλλο τι ἢ ζητεῖ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ πρωτίστου κοινοβουλευτικοῦ δικαιώματος. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος τοιαῦτα ἐδόξαζε καὶ ὑπεστήριζεν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, βεβαίως ἐν στιγμῇ παραφορᾶς ἠθέλησε νὰ διακόψῃ σήμερον τὸν κ. Βουλευτὴν Κυθήρων καὶ νὰ τῷ εἴπῃ, ὅτι «δὲν ἀρκεῖ ὅτι πρὸ δύο ἑβδομάδων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπηρωτήθη, δὲν ἀρκεῖ ὅτι αὐτὸς εἶχεν ὅλον τὸν καιρὸν, ἵνα μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ πρέπει καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ τὰ δώσῃ, ἵνα τὰ μελετήσωμεν, καὶ ὁπόταν τὰ μελετήσωμεν, τότε νὰ συζητήσωμεν.» Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καθορῶν νῦν τὸ ἄτοπον τῆς τοιαύτης ἀξιώσεως, τοῦ τοιούτου ἰσχυρισμοῦ του, θὰ προτείνῃ αὐτὸς οὗτος, ὅπως προβῇ ἀμέσως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, καθ’ ὃ ἔχει ἀναφαίρετον δικαίωμα, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του.
§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ἦτο εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ὁ πρώην Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνῆκον καὶ ἐγώ· τότε ἐκανονίσθη ὁ τρόπος τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐπερωτήσεων, ὅπως κατατίθεται ἡ ἐπερώτησις, εἴτε γραπτὴ εἴτε προφορικὴ, ἂν ζητοῦνται δι’ αὐτῆς ἔγγραφα, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ καταθέτῃ τὰ ἔγγραφα ἐν προσεχεῖ ἡμέρᾳ, ἢ τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας, μετὰ τοῦτο δὲ, τῇ προτάσει τοῦ ἐπερωτῶντος, νὰ προσδιορίζηται ἡμέρα συζητήσεως· ἀλλὰ δὲν εἶναι ποτὲ ἀνεκτὸν νὰ προσδιορίζῃ ὁ ἐπερωτῶν ὡς ἡμέραν συζητήσεως αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν κομίζονται τὰ ἔγγραφα, διότι οὐχὶ μόνος ὁ Ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἕκαστος Βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα νὰ ἀναγνώσῃ τὰ ἔγγραφα καὶ πορισθῇ τὰς πληροφορίας, ὧν ἔχει ἀνάγκην· ἐπειδὴ δὲ τὸ διάστημα μιᾶς μόνον ἡμέρας, ἤτοι μέχρι τῆς ἐπιούσης, εἶναι τόσον βραχὺ, οὐδ’ ἀρκεῖ νὰ παρασχεθῇ εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἡ εὐκολία νὰ ἀναγνώσωσι τὰ ἔγγραφα, ὅσοι θέλουσιν, ἐνδέχεται νὰ ὑπάρξῃ γνώμη, ὅτι οὐδέποτε πρέπει νὰ προσδιορίζηται ἡ ἐπιοῦσα πρὸς συζήτησιν πολλῷ δ’ ἧσσον νὰ ἀπαιτῶσι τὴν αὐτὴν ἡμέραν νὰ συζητήσωσι, τὴν ἐπερώτησιν. Αὐτὸ εἶναι ἀναίρεσις τοῦ ἐλέγχου, ἐνδέχεται μάλιστα νὰ λάβῃ χώραν συνεννόησις μεταξὺ τοῦ Βουλευτοῦ τοῦ ἐπερωτῶντος καὶ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅπως οὕτω καλυφθῶσι πᾶσαι αἱ πράξεις. Ζητοῦντες λοιπὸν νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα, εἰς οὐδένα περιορισμὸν τίθεμεν τὸν ἔλεγχον. Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐλέγχου, ἡ πρᾶξις δ’ εἶναι τετελεσμένη, οὐδένα κίνδυνον διατρέχει ὁ ἔλεγχος, ἐὰν δὲν γένηται ἀμέσως ἡ συζήτησις. Ταῦτα εἶναι πρωτοφανῆ, οὐδέποτε δ’ ἡμεῖς, καὶ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει διατελοῦντες, ἠμφισβητήσαμεν τοιοῦτόν τι κατὰ τὸ παρελθόν.
§142ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πάντα τὰ λεχθέντα εἰσὶν ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, οὐδὲ προέκειτο ὡς θέμα, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, οὐδὲ ζητεῖται λόγος παρά τινος. Ἐὰν πρόκειται μετὰ μίαν ἢ δύο συνόδους, ἢ αὔριον, νὰ παραιτήσωμεν τὴν ἀρχὴν, οὐδὲ περὶ τούτου πρόκειται νὰ συζητήσωμεν. Ταῦτά εἰσι θέματα ἀναγόμενα εἰς τὴν συνείδησιν ἑκάστου πολιτικοῦ ἀνδρὸς καὶ οὐχὶ τῆς Βουλῆς. Διατελεῖ ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἐν ὅσῳ νομίζει ὅτι πρέπει, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ διαχειρίζηται τὰ κοινὰ, ὅτι ὀφείλει νὰ ὑπηρετῇ τὴν πατρίδα. Ἀπέρχεται, ὅταν νομίζῃ ὅτι δὲν εἶναι χρήσιμος. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μετέτρεψε τὴν συζήτησιν. Πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, καὶ προβαίνει ἐν τῷ μέσῳ, παριστῶν ὅτι κινδυνεύει τὸ δικίωμα καὶ ὅτι ὑπονομεύεται παρ’ ἡμῶν, καὶ μᾶς προτρέπουσι νὰ συλλογισθῶμεν, ὅτι θὰ ἤμεθα ἐν μειοψηφίᾳ αὔριον, ὡς ἂν νὰ μὴ διήλθομεν τὸ πλεῖστον τοῦ βίου ἡμῶν ἐν μειοψηφίᾳ! Ἐγὼ, ἀνατρέχων εἰς τὸ παρελθὸν, ἀνευρίσκω ὅτι οἱ πλεῖστοι ἡμῶν ἐν μειοψηφίᾳ διεβίωσαν. Σήμερον πρόκειται περὶ τῆς τάξεως, ἡ δὲ τάξις ἐξασφαλίζει τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν ἀγαθοπιστίαν, ἡ τάξις προπαρασκευάζει τὴν αἰσίαν ἔκβασιν τῆς συζητήσεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προκληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς συζήτησιν ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζει, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὰ ἔγγραφα ὑπ’ ὄψιν; Ζητοῦμεν νὰ τεθῶσι πάντες ἐν ἴσῃ μοίρᾳ, δὲν εἴμεθα δὲ ἐν ἴσῃ μοίρᾳ, ὅταν τὰ ἔγγραφα γνωρίζῃ εἷς καὶ οὐχὶ πάντες. Ὅταν ὑμεῖς εἴπετε, ὅτι ἀπέθανεν ὁ Λαρίσης, ὅτι ἀφῆκε περιουσίαν, ὅτι ἡ διαθήκη ἐθεωρήθη ἄκυρος, ὅτι ἐγένετο συμβιβασμὸς καὶ τὰ παρόμοια, καὶ μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως ἐζητήσατε τὰ ἔγγραφα, ταῦτα κατετέθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἀμέσως ἤρχισεν ἡ συζήτησις, ἀλλὰ πρὸς τίνα σκοπὸν γίνεται αὕτη; Πρέπει νὰ μᾶς ἀφήσητε νὰ ἀναγνώσωμεν τὰ ἔγγραφα, διότι τότε μόνον θὰ συζητήσωμεν καλῇ τῇ πίστει. Διὰ τοῦτο εἴπομεν, ὅτι πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ἡ αὔριον. Τὴν ἑσπέραν δὲ ταύτην οὐδεμία προσήκει νὰ γείνῃ συζήτησις. Τὸ νὰ προτείνηται δὲ, ὅτι πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ἡ πρώτη Μαΐου πρὸς συζήτησιν, εἶναι πρότασις ἐνέχουσα τὸ ἄσεμνον, καὶ μὴ ἔχουσα ἐνταῦθα τὸν τόπον της.
§144ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθη, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε προβληθῇ ὡς ἡμέρα ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεως ἡ 1 Μαΐου, τοῦτο ἤθελε θεωρηθῇ ὡς αὐθάδεια. Ἂν ἡ Κυβέρνησις φθάνῃ μέχρι τοῦ σημείου τῆς καταπτώσεως, ὥστε νὰ παίξῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τοιούτων προτάσεων, βεβαίως ἤθελε παραβῆ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ τίς ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς τῆς ἀναπτύξεως τῆς προτάσεως ἢ τῆς συζητήσεως διὰ τὴν 1 Μαΐου καὶ τῆς ἀναβολῆς δι’ αὔριον; Δὲν ὑπάρχει διαφορά. Ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλετε δεχθῆ τὸ δικαίωμα τὸ ἀναφαίρετον τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων, νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του, ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς θὰ ἐπρότεινε τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔριον. Ἀλλ’ ἐνόσῳ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεως τίθεται ὑπὸ ἀμφισβήτησιν...
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐνήσκησε.
§146ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνήσκησε τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγγελίας, ἀλλ’ οὐχὶ τῆς ἀναπτύξεως (θόρυβος). Λέγω ὅτι, ἅμα ἐξαρτήσητε τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως ἐκ τῆς θελήσεως τῆς πλειοψηφίας, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ποῦ θέλει μᾶς φέρει τοιαύτη ἀπόφασις. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἐλεύθερον. Ἀφοῦ κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα, ζητεῖτε τὴν ἀναβολὴν τῆς ἀναπτύξεως, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεως δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀναβάλητε. Δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Κανονισμῷ διάταξις, δίδουσα τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὴν πλειοψηφίαν. Δύναται μόνον μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν, καὶ πρὸ τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων νὰ μὴ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἀπόφασιν. Ἀλλὰ λέγουσι πολλοί: «θέλομεν νὰ μελετήσωμεν τὰ ἔγγραφα, ἵνα πεισθῶμεν.» Περὶ τίνος νὰ πεισθῆτε; γνωρίζετε περὶ τίνος πρόκειται; Ἀναγκαίως θὰ ὑπάρξῃ εἷς εἰσηγητής, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ ἐπερωτῶν.
§147ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω μίαν ἐξήγησιν εἰς τοὺς Κυρίους. Πρῶτος ἐπρότεινα τὴν ἀναβολὴν, διότι, εἶπον, χωρὶς νὰ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, χωρὶς νὰ μελετήσωμεν καὶ ἐν γνώσει δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας,—διότι δυνατὸν νὰ προκληθῇ καὶ ψηφοφορία—δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ συζήτησις. Τόσα ἐλέχθησαν κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων καλῇ τῇ πίστει εἰσήγαγε τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, διότι οὕτω πως ἤκουσε τὰ γεγονότα. Δὲν θέλομεν ὅμως ἡμεῖς νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν γνώμην τῶν δύο ἀντιδίκων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων εἶναι ἀντίδικοι...
§148ΣΤΑΗΣ. Δὲν γνωρίζετε, τί θὰ εἴπω.
§149ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἐπειδὴ δ’ ἐγὼ ἦλθον πρώτην φορὰν ἐνταῦθα, θέλω νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου εὐσυνειδήτως καὶ ἀκριβῶς. Καὶ ὅταν ἔκαμε τὴν πρότασιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπεστήριξα αὐτὴν, διότι τὴν εὗρον δεδικαιολογημένην. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἐζήτησα τὴν ἀναβολήν.
§150ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα ἐπίτηδες, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι μετὰ τὴν ὁμιλίαν μου οὐδεὶς ἐκ τῶν Βουλευτῶν τῆς πλειονοψηφίας θὰ τολμήσῃ νὰ συζητήσῃ περαιτέρω περὶ τοῦ θέματος...
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ὅρος εἶναι ὀλίγον βαρύς.
§152ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἀκούσατέ μου, καὶ θέλετε μὲ δικαιώσει... Ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτήσαντος ἢ μᾶλλον τοῦ ἀναπτύξαντος τὴν ἐπερώτησιν μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, εἶναι ἀναφαίρετον, ὅπως καὶ τὸ Σύνταγμα ὥρισε καὶ ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀνέπτυξε, καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις, φέρω πρὸς ἀπόδειξιν καὶ τὴν γνώμην ἀρχαιοτάτου πολιτευτοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν τόπον διώκησε καὶ μακρὰν ἔχει ἱστορίαν κοινοβουλευτικήν. Ὅτε κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς παρελθούσης περιόδου διετύπωσα ἐπερώτησιν πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τῶν ἐρεῶν, τῶν χορηγηθεισῶν παρὰ τοῦ καταστήματος Πυῤῥῆ, ὑπέβαλον γραπτὴν τὴν ἐπερώτησίν μου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθεσε τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα. Ἀνέγνων ταῦτα, καὶ δὲν εὗρον ἐν αὐτοῖς τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς τελευταῖον σχηματισθείσης πρὸς παραλαβὴν τῶν ἐρεῶν. Ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα καὶ εἶπον ὅτι ἔπρεπε νὰ προσκομίσῃ ὁ Ὑπουργὸς καὶ τοῦτο. Εἷς τῶν Βουλευτῶν τῆς ὑπουργικῆς πτέρυγος τότε εἶπε: «δὲν ἀναβάλλετε τουλάχιστον τότε νὰ ἔλθητε νὰ ἀναπτύξητε τὴν ἐπερώτησίν σας;» Ἐνόμιζον ὅτι ἠδυνάμην νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου, ἀλλ’ εἶπον ὅτι ἔπρεπε νὰ κατατεθῇ τὸ πρωτόκολλον. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος τότε εἶπε: «Κύριε Βουλευτὰ, ἔχετε ἀνάγκην σεῖς τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου, ἵνα προβῆτε;...» (Ὑπάρχουσι τὰ πρακτικά).
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, βεβαίως.
§154ΜΑΝΕΣΗΣ. «...Ἐὰν σεῖς δὲν ἔχητε ἀνάγκην αὐτοῦ, δύνασθε ἀμέσως νὰ προβῆτε, καὶ οὐδεὶς θὰ ἔχῃ τὴν τόλμην νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς σας». Τί συμβαίνει σήμερον; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κατέθηκε τὰ ἔγγραφα τὰ ζητηθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κυθήρων· ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κυθήρων, ὁ μόνος ἁρμόδιος, ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπερωτήσεως, λαβὼν γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, ἔρχεται καὶ λέγει: «τὸ θέμα εἶναι ἁπλοῦν· θὰ σᾶς τὸ ἀναπτύξω, ἔχω δὲ λόγους σπουδαίους, διὰ τοὺς ὁποίους νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν, διότι πρόκειται νὰ σώσωμεν συμφέροντα καὶ συμφέροντα μεγάλα τοῦ Δημοσίου», καὶ ἡ Βουλὴ λέγει, νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον! Καὶ ἂν αὔριον δὲν ἔχωμεν, Κύριοι, συνεδρίασιν, ἡ Βουλὴ θὰ διατελῇ ἐν γνώσει τοῦ θέματος; Ὄχι. Ἐὰν δὲ καθιερώσωμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς δὲν γνωρίζω πῶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει εἷς ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, τότε θέλομεν 207 ἡμέρας.
§155ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶπε περὶ τῆς αὔριον.
§156ΜΑΝΕΣΗΣ. Παρακαλῶ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῆς αὔριον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὡς ἀρχὴν δὲν πρέπει νὰ τὸ θέσητε. Πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ ἔγγραφα κατετέθησαν, ὁ δὲ εἰσηγητὴς τῆς ἐπερωτήσεως, λαβὼν γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, ἄρχεται τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεως. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν πεισθῇ μετὰ τὴν γενησομένην ἀνάπτυξιν, τότε λέγομεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἀπόφασιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον. Τότε τὸ ἐννοῶ. Ἀλλ’ ὅταν ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπερωτήσεως σᾶς λέγῃ: «δὲν ἔχετε ἀνάγκην· ἰδοὺ δύο ἁπλᾶ ἔγγραφα, ἡ ἀνάγνωσις τῶν ὁποίων θὰ σᾶς πείσῃ περὶ τίνος πρόκειται, περὶ τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον διατρέχει ἓν κληροδότημα», σεῖς λέγετε αὔριον! Καὶ ἂν αὔριον δὲν ἔχωμεν συνεδρίασιν, εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας! Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ζήτημα τόσον ἁπλοῦν τὸ κατεστήσατε ζήτημα κομματικὸν, ἐνῷ ἄλλοτε, εἰς ὁμοίαν περίπτωσιν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἐναντίαν γνώμην.
§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχουσι τὰ αὐτὰ στοιχεῖα καὶ κατὰ τὰς δύο περιπτώσεις. Ἡμεῖς δὲν εἴχετε ἀναπτύξει ἐπερώτησιν, ὑμεῖς ἐζητήσατε ἔγγραφα περὶ κατασκευῆς ἐρέας καὶ παραχωρήσεως ἐρέας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἐβεβαίωσε περὶ ποίας ὑποθέσεως πρόκειται, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς διαθήκης τοῦ πρώην Μητροπολίτου Δωροθέου Σχολαρίου, ὅτι διὰ τῆς διαθήκης ταύτης ὁ ἀποθανὼν Μητροπολίτης ἐκληροδότησε τόσα χρήματα, ταῦτα μὲν πρὸς τοῦτον τὸν ἀγαθοεργὸν σκοπὸν, ταῦτα δὲ πρὸς ἐκεῖνον τὸν ἀγαθοεργὸν σκοπὸν, ὅτι ἐγένετο ἡ ἀκύρωσις τῆς διαθήκης, ὅτι ἐγένετο συμβιβασμὸς, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεγνωρίσθησαν τὰ δικαιώματα τῶν κληροδόχων, ὅτι διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ ἐμειώθη ἡ περιουσία, ἡ προωρισμένη δι’ ἀγαθοεργοὺς σκοπούς. Καὶ κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα, θέλει δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησιν. Ἀλλ’ ἵνα ἡ συζήτησις ἀγάγῃ εἰς ἀποτέλεσμα, πρέπει πάντες νὰ ἤμεθα ἐν ἴσῃ μοίρᾳ, πρέπει πάντες νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν ἐγγράφων. Διὰ τοῦτο ἐζητήθη, ἵνα ἡ συζήτησις ἀναβληθῆ ἐπὶ τὴν αὔριον.
§158ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κυθήρων τότε ἔλαβε πληροφορίας τυχαίας, καὶ τὰς διετύπωσεν εἰς γραπτὴν ἐπερώτησιν· σήμερον ἔλαβε τὰ ἔγγραφα, καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του. Δὲν δύνασθε νὰ ἀναβάλλιτε πάντοτε.
§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἢ τότε ἔπραξε κακῶς, προβὰς εἰς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του, ἢ τώρα δὲν ἔχει δίκαιον.
§160ΜΑΝΕΣΗΣ. Τότε εἴχετε δικαίωμα νὰ εἴπητε εἰς αὐτὸν «μὴ ἀναπτύξητε τὴν ἐπερώτησιν, ἀλλ’ ἁπλῶς ὑποβάλετε αὐτήν». Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε πρόκειται νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησιν, κατὰ δικαίωμα ἀναφαίρετον, τὸ ὁποῖον ἔχει, δὲν δύνασθε νὰ ἀναβάλητε. Ἀλλοίμονον, ἐὰν δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν πλειονοψηφίαν νὰ ὁρίζῃ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως ἑκάστης ἐπερωτήσεως! Μὴ χορηγεῖτε τὰ δικαιώματά σας, Κύριοι, εἰς κανένα. Δύνασθε νὰ ἀκολουθῆτε τὰς ἀρχάς σας, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ σᾶς ἐλέγξῃ, ἐὰν ἡ πεποίθησίς σας ἦναι αὕτη, ἀλλὰ μὴ δώσητε εἰς κανένα τὰ δικαιώματά σας, διότι, ἐὰν αὔριον μετατεθῆτε εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν θὰ ἔχητε δικαίωμα νὰ ἐπερωτᾶτε, διότι θὰ ἔχῃ δικαίωμα ἡ πλειονοψηφία νὰ λέγῃ «ἂς ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον, διότι δὲν ἐλάβομεν γνῶσιν τῶν ἐγγράφων», καὶ θὰ ἔχῃ δικαίωμα εἷς Βουλευτὴς νὰ σᾶς εἴπῃ: «διατὶ αὔριον; ἡμεῖς εἴμεθα 140, καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν γνῶσιν τούτων ὅλοι». Καὶ νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ καταστρέψητε δικαιώματα καθιερωμένα ὑπὸ τοῦ Συντάγματος; Νομίζετε ὅτι, ὅταν ἔλθῃ εἷς Βουλευτὴς καὶ σᾶς εἴπῃ «θέλω νὰ λάβω γνῶσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, καὶ ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως», νομίζετε ὅτι ἔχετε δικαίωμα νὰ δώσητε τὴν ἀναβολὴν ταύτην; Ὄχι! Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπερωτήσεως, ἔχει δικαίωμα νὰ ἀναπτύξῃ αὐτὴν, καὶ ἂν ἐκ τῆς συζητήσεως δὲν προέλθῃ πόρισμα σαφὲς, ὅπως ληφθῇ ἀπόφασις, τότε ἐννοῶ νὰ εἴπητε: «ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φωτισθῇ, πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν». Δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν τοιαύτην ἀρχήν. Ἐὰν ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπερωτήσεως, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κυθήρων, συγκατατίθηται νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον, μάλιστα· ἀλλὰ τότε ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἡ πλειονοψηφία ὅπως δήποτε νὰ συνεδριάσῃ ἡ Βουλὴ καὶ αὔριον.
§161ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
§162ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν γνωρίζετε, Κύριοι, τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα· τὸ τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα, δὲν τὸ γνωρίζει κανεὶς (διακοπαί).
§163Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ....
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
§165Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ....
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν, καὶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§167ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐπιμένω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν ἀρχὴν τοιαύτην. Ἐὰν ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπερωτήσεως, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, βλέπῃ ὅτι δὲν δύναται νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ σήμερον, καὶ εὑρίσκῃ τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν αὔριον συντρέχουσαν πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον πάντες ἐπιδιώκομεν, τότε δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ μὴ ἀναβάλωμεν· ἀλλ’ ὅταν αἱ πλειονοψηφίαι μόναι ἀποφασίζωσιν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, καθιεροῦσιν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ πολεμήσῃ τοὐλάχιστον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι σήμερον, εἰς τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ βίου του, ὡς ὁ ἴδιος ἐπαναλαμβάνει, δὲν πρέπει νὰ καθιερώσῃ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἴσως θὰ ἐπαναλάβωσιν εἰς τὸ μέλλον οἱ μέλλοντες νὰ διοικήσωσι τὴν χώραν, τότε δὲ αὐτὸς ὡς αἴτιος θὰ κατακρίνηται. Ἔχω λοιπὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἴδιος δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἐξέθηκα, ἀλλ’ ὅτι θὰ συγκατατεθῇ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, τοῦ προτείναντος τὴν ἐπερώτησιν, περὶ μὴ ἀναβολῆς διὰ τὴν αὔριον.
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς, δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ βεβαιῶ τὸν προαγορεύσαντα, ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην τῆς διδασκαλίας του.
§169ΜΑΝΕΣΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μαθήματα δὲν ἐζήτησα παρ’ ὑμῶν, οὐδὲ ἔχετε δικαίωμα νὰ μοὶ δώσητε μαθήματα.
§171ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν ἔδωκα μαθήματα.
§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς Βουλευτὴς, ἔχετε δικαίωμα νὰ ἀγορεύητε, νὰ λέγητε τὴν γνώμην σας, νὰ ἐξηγῆτε τὴν πεποίθησίν σας· ἀλλὰ νὰ μὲ συμβουλεύητε τί πρέπει ἐγὼ νὰ πράξω, δὲν ἔχετε δικαίωμα. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον παρατηρῶ πρὸς ὑμᾶς, εἶναι, ὅτι ἐδώκατε μέγαν τόνον εἰς τὴν φωνήν σας, ὅταν ἐλέγετε, ὅτι πρόκειται ἡ πλειοψηφία νὰ παραχωρήσῃ τὴν ψῆφόν της εἰς ἐμὲ, ἐνῷ δὲν καταγγέλλετε, τίς ἐζήτησε ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν νὰ παραχωρήσῃ τὴν ψῆφόν της εἰς ἐμέ.
§173ΜΑΝΕΣΗΣ. Τὰ δικαιώματά της.
§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βάσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ ἀλληλεγγύη μεταξὺ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῶν κυβερνώντων, τοὺς ὁποίους ὑποστηρίζει ἡ πλειοψηφία. Τὴν ἀλληλεγγύην ταύτην εὑρίσκετε ἐν ταῖς πράξεσι τῆς πλειοψηφίας καὶ ἡμῶν. Ὡς τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὰς πράξεις τῆς πλειοψηφίας, καὶ ἡ πλειοψηφία εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει. Αὕτη εἶναι ἡ βάσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἐζητήθη ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν νὰ παραχωρήσῃ τὴν ψῆφόν της εἰς οὐδένα, ἐζητήθη ὅμως τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον, ἵνα αἱ συζητήσεις διεξάγωνται ἐν ἀγαθοπιστίᾳ, ἵνα μὴ δυσφημῶνται πρόσωπα ἀπόντα ἄνευ ἀφορμῆς.
§175ΜΑΝΕΣΗΣ. Ποῖα πρόσωπα;
§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἵνα μὴ ἀποδίδωνται αἰτιάσεις, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τις ὁ δυνάμενος ν’ ἀποκριθῇ, νὰ παραστήσῃ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι ἐκεῖνο δὲν εἶναι ἀκριβές. Καὶ τοῦτο ἐγένετο καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦμεν, ἵνα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν καὶ τῶν ὁποίων ἔλαβε γνῶσιν ὁ προτείνων τὴν ἐπερώτησιν, ἀφεθῶσιν εἰς τὸ γραφεῖον καὶ λάβωσι πάντες οἱ βουλόμενοι γνῶσιν αὐτῶν, ὥστε αὔριον νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν. Ἐάν τις προτείνῃ αὔριον ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῶν ἐγγράφων καὶ πρέπει νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν ἑπομένην ἡ συζήτησις, θέλουσι ἀποκριθῆ αὐτῷ, ὅτι οἱ νόμοι εἶναι διὰ τοὺς ἀγρυπνοῦντας. Ὅταν ὁρισθῇ ἡ αὔριον, αὔριον θὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, ἀδιάφορον ἂν οὗτος ἔλαβε γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, ὁ ἕτερος δὲ δὲν ἔλαβεν· οὐδεὶς πλέον δύναται νὰ ζητήσῃ νέαν ἀναβολήν. Ἄν ὁ κ. ἐπερωτῶν, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἔχει τὴν προαίρεσιν νὰ συντελέσῃ εἰς κωλυσιεργίαν, στέρξῃ νὰ προσδιορισθῇ ἡ ἡμέρα τῆς αὔριον, ὁ προσδιορισμὸς θέλει γενῆ χωρὶς καμίαν ἀντίῤῥησιν.
§177ΜΑΝΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἔδωκα συμβουλὴν, ἐξέφρασα ἁπλῶς γνώμην, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ μοὶ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ λαμβάνει πάντοτε ἀμέσως ὡς προσβολὴν τὰ λεγόμενα παρά τινος Βουλευτοῦ.
§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τίποτε δὲν θεωρῶ προσβολήν.
§179ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐθεώρησεν ὡς προσβολήν, ὅτι εἶπον εἰς τὴν πλειονοψηφίαν νὰ μὴ παραχωρήσῃ εἰς κανένα, εἴτε ἀρχηγὸν, εἴτε Πρωθυπουργὸν, εἴτε οἱονδήποτε, τὰ δικαιώματά της. Εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὡς Βουλευτὴς, τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσω, χωρὶς νὰ δίδω συμβουλὴν εἰς κανένα. Ἐγὼ μάλιστα προεκάλεσα τὴν γνώμην αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς παρελθούσης περιόδου, καὶ τότε μοὶ εἶπεν, ὅτι «οὐδεὶς δύναται νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ προβῆτε εἰς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς σας», καὶ ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη, τὴν ὁποίαν τοσάκις κατέκρινεν ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπεχώρησε, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν: «ἐὰν ἀγαπᾶτε, συζητήσατε». Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἀπειλεῖ νὰ μὴ ἔχωμεν τόνον φωνῆς, ποθεῖ νὰ ἤμεθα βραχνιασμένοι. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ἐντονωτάτην τὴν φωνήν. Ἐὰν καὶ ἐγὼ ἔχω τοιαύτην φωνὴν, νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἓν προσόν.
§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως τοῦτο ἁρμόζει εἰς τὸν στρατιωτικόν σας βαθμὸν, ἀλλὰ τὸ νὰ δίδῃ τις τόνον εἰς τὴν φωνήν του, ἀποτελεῖ κίνδυνον.
§181ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λέγω, ἔχει ἐντονωτάτην τὴν φωνὴν, μεθ’ ὅλα τὰ 78 αὐτοῦ ἔτη, ἀπαιτεῖ δὲ ἀπὸ ἐμὲ, πολὺ νεώτερον καὶ στρατιωτικὸν, φωνὴν ἄτονον καὶ φθισικήν· ἐὰν τοιαύτην εἶχον, θὰ μὲ ἔθετεν εἰς ἀποστρατείαν (γέλωτες).
§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι· σᾶς βεβαιῶ.
§183ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Λοιπὸν αὔριον, αὔριον.
§184Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀφοῦ ὁ ἐπερωτῶν δέχεται, νομίζω ὅτι ἔληξε τὸ ζήτημα.
§185ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤκουσα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰπόντος ὅτι ἐγὼ ἔστερξα εἰς τὴν ἀναβολήν· ἀλλ’ ἐγὼ τουλάχιστον δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ εἶπον τοιοῦτόν τι.
§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἤκουσα λεχθὲν παρὰ φίλου σας.
§187ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ, ὅταν ἠγόρευσα, δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶσθε κύριος νὰ στέρξητε ἢ ὄχι.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§190Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ πολλῆς μου ἀνησυχίας παρατηρῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ἡμέρας, εἰς καιροὺς ὑπονοιῶν. Ἴσως ὁ κάματος, ἴσως ἡ ἀϋπνία, τὴν ὁποίαν ἐδοκίμασαν...
§191Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἴσως ἡ σκορδαλλιά! (γέλωτες).
§192Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. ἴσως ὁ ἀκατάσχετος πόθος τοῦ πολλὰ λαλεῖν, τοῦ περισσότερα λέγειν, ἔφερε κλονισμόν τινα εἰς τὰ νεῦρα, καὶ ὁ κλονισμὸς ἐκεῖνος συνετέλεσε καὶ συντελεῖ εἰς τὸ νὰ παρουσιάζῃ εἰς τὴν ψυχὴν καὶ τὸ πνεῦμα ἐνίων ὑπονοίας καὶ φόβους περὶ ἐνδεχομένων μεγάλων κινδύνων. Ἐνθυμεῖσθε χθὲς, ποῖος θόρυβος καὶ ποῖος ὀρυμαγδὸς ὠρόρει εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε νὰ ἀρξώμεθα τῆς συζητήσεως νομοσχεδίων· σύσσωμος ἠγέρθη ἡ πτέρυξ ἐκείνη καὶ διεμαρτυρήθη, ὅτι ὁ ἔλεγχος, ὁ πολυθρύλητος ἔλεγχος, πρόκειται νὰ καταργηθῇ· διατί; Διότι ἀπολέσαντες τὸν καιρὸν εἰς κωλυσιεργίας καὶ εἰς ἐπανειλημμένας ἐνστάσεις μὴ ἀπαρτίας, εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συζητήσωμεν νομοσχέδια εἰς προκεχωρημένην ὥραν. Καὶ σήμερον παρατηρῶ,—μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν χθὲς, ὅτι ὁ ἔλεγχος δὲν πρόκειται νὰ καταργηθῇ, καὶ ὅτι τὸ Σύνταγμα θὰ μένῃ ἐν ἰσχύϊ,—καὶ σήμερον ἐν τούτοις παρατηρῶ, ὅτι οἱ αὐτοὶ φόβοι ἐκδηλοῦνται. Ἡ ἁπλουστάτη πρότασις, ὅπως ἐν καλῇ πίστει καὶ εἰλικρινείᾳ συζητήσωμεν αὔριον περὶ τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς ὁ κ. Στάης, δὲν ὑποκρύπτει ἄλλο τι ἢ πρόθεσιν καταργήσεως τοῦ ἐλέγχου! Μέχρι τοῦδε εἴχομεν τὸ Σύνταγμα, τώρα ἤρχισε πάλιν ὁ ἔλεγχος. Εἶναι ἡ αὐτὴ ψύχωσις! Τί ζητοῦμεν ἡμεῖς; Ζητοῦμεν, ὅπως ἐν ἴσῃ μοίρᾳ συζητήσωμεν ὑπόθεσιν ἁπλουστάτην. Μήπως ἐζητήσαμεν νὰ ἀναβάλωμεν αὐτὴν κατὰ τὴν πρώτην Ἀπριλίου, ἡμέραν δηλαδή, ἥτις εἶναι πλησίον καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἴσως θὰ ἦτο καταλληλότερον ἵνα συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων; Ἡμεῖς εἴπομεν ἁπλούστατα «αὔριον». Ἐὰν ἦσαν καλῆς πίστεως οἱ συζητηταί, ἐὰν ἦσαν καὶ ἁβροὶ τοὺς τρόπους, ἤθελον συγχωρήσει εἰς ἡμᾶς τὴν ἁπλουστάτην ταύτην αἴτησιν, μετὰ τόσης εὐγενείας προβαλλομένην ὑφ’ ἡμῶν· διότι τί λέγομεν ἡμεῖς; Πρόκειται περὶ δικαστικῆς ἀποφάσεως, πρόκειται περὶ διαθήκης, περὶ ἀναγκαστικῆς πράξεως, περὶ ἀγωγῆς, περὶ νομικῶν ἐν γένει ζητημάτων, καὶ ζητοῦμεν 24 μόνον ὡρῶν ἀναβολήν, ἵνα μελετήσωμεν τὰ ἔγγραφα, τὰ προσκομισθέντα εἰς ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Εἶναι τοῦτο τόσον ἀπελπιστικόν, τόσον ἐπικίνδυνον, ὥστε νὰ φαντάζωνται οἱ Κύριοι οὗτοι, ὅτι διὰ τῆς ἀναβολῆς ταύτης πρόκειται νὰ καταργήσωμεν τὸν ἔλεγχον καὶ δὲν ἠξεύρω τί σπουδαιότερον ἄλλο; Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὁ ὁποῖος θὰ θέλῃ βεβαίως νὰ συζητήσῃ τὴν ἐπερώτησίν του μετὰ καλῆς πίστεως, θὰ δεχθῇ καὶ θὰ στέρξῃ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν σήμερον. Ἄλλως τε εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, ὅπου ὑπάρχει Κοινοβούλιον καὶ ὅπου συμπαρεδρεύει ἡ καλὴ πίστις, τοῦτο γίνεται. Προαναγγέλλονται αἱ ἐπερωτήσεις, κατατίθενται τὰ ἔγγραφα, ὁρίζεται ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα ἐκείνη, ἀναπτύσσονται αἱ διάφοροι γνῶμαι τῶν ἐπερωτώντων καὶ τῶν συζητούντων. Τοῦτο πρόκειται νὰ γείνῃ παρ’ ἡμῖν αὔριον ὡς πρῶτον θέμα νὰ ὁρισθῇ ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Στάη, καὶ ἐν ἴσῃ μοίρᾳ ὅλοι, γνῶσται τῶν ἐγγράφων, νὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα.
§193Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑποθέτω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καθ’ ὃν τρόπον συζητοῦμεν δύναται νὰ ἐξακολουθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ πολλὴν ὥραν, χωρὶς νὰ φθάσωμεν εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ θιασώτης τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν γίνονται αἱ ἐπερωτήσεις, ἀλλὰ πρέπει νὰ διακρίνωμεν, ἐὰν ὑπάρχῃ διάταξις ἐν τῷ Κανονισμῷ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ διάταξις ἐν τῷ Κανονισμῷ, πρέπει νὰ ἴδωμεν ἐὰν ὑπάρχῃ ἔθιμον. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι κατὰ τὰ κρατοῦντα ἔθιμα ἡ ὑποβολὴ ἐπερωτήσεως καὶ ἡ ἀνάπτυξις αὐτῆς δύναται νὰ γείνῃ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, ἐὰν δὲ μοὶ ἐδίδετο καιρὸς, ἠδυνάμην νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπερωτήσεις κατὰ δεκάδας, ἐὰν ὄχι κατὰ ἑκατοντάδας, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν μακρὸν αὐτοῦ πολιτικὸν βίον ἔφερεν ἐπερωτήσεις, τὰς ἀνέπτυξε, προεκάλεσε συζητήσεις, χωρὶς νὰ προαναγγείλῃ αὐτάς. Πρόχειρον δύναμαι νὰ φέρω παράδειγμα τὸ ζήτημα τῆς παραδόσεως τοῦ Πλευρίτου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν τὸ ἔπραξε, τὸ ἐπράξαμεν πολλοὶ καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν. Ἀκριβῶς δὲ, διότι ὑπῆρχε κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον κάκιστον καὶ καταναλίσκεται ὁ χρόνος τῆς Βουλῆς, εἶχον ὑποβάλει μετ’ ἄλλων συναδέλφων πρότασιν, ὅπως τροποποιηθῇ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς αὐτό. Ἀλλὰ τὴν πρότασιν ἐκείνην ἐκθύμως ἀντέκρουσεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑποστηρίξας, ὅτι οὐδεὶς ἀπολύτως περιορισμὸς δύναται νὰ ἐπέλθῃ εἰς τοῦτο ὑπὸ οἱανδήποτε ἔννοιαν, καὶ ἐν πάσῃ στιγμῇ πρέπει νὰ ἐνασκῆται ὁ ἔλεγχος.
§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§195Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως συμπληρώσῃ τὸ ἔργον αὑτῆς, ὅτι οἱ κ. συνάδελφοι κατέχονται ὑπὸ ἀνυπομονησίας, ἵνα ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτήν, ἀναγνωριζομένου τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, νὰ εὐαρεστηθῇ, λαμβάνων ὑπ’ ὄψει τὰς περιστάσεις ταύτας, νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του, ὄχι ὅμως ὡς ὑποχρέωσιν, ἀλλ’ ὡς αὐθόρμητον δήλωσιν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸ προκεχωρημένον τῆς ὥρας.
§196ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ δύο ἀναμφισβητήτων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα μάτην ἀντιτίθενται, χωρὶς νὰ ἀλληλοαναιρῶνται. Πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτῶντος καὶ περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς ἢ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτῶντος, ὅπως ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησιν αὑτοῦ, εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ περιορίσῃ, ὡς ἀπεριόριστον εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ὅπως μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως ἀποφασίσῃ, ἐὰν θέλῃ νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἐπερώτησις· τοῦτο δὲ κρατεῖ εἰς ἅπαντα τὰ Κοινοβούλια. Τοῦτο θέλομεν ἴδει ὅτι λαμβάνει χώραν πανταχοῦ. Ὁ ἐπερωτῶν ἀναγγέλλει τὴν ἐπερώτησιν αὑτοῦ, ὁρίζεται ἡμέρα πρὸς συζήτησιν, καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἀναπτύσσει τὴν ἐπερώτησίν του. Ἐνταῦθα τοῦτο ἐγένετο. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἀνήγγειλε τὴν ἐπερώτησιν αὑτοῦ καὶ ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, ἀπεφασίσθη δέ, ἵνα μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων λάβῃ χώραν ἡ ἀνάπτυξις καὶ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως. Τοῦτο δὲν ἀπεφασίσθη μόνον καθ’ ἣν ἡμέραν ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλε τὴν ἐπερώτησιν αὑτοῦ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς τελευταίας ἢ προτελευταίας συνεδριάσεως, ὅτε εἶχε λάβει τὸν λόγον, ὅπως ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς του, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησεν, ὅπως μὴ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, εἰμὴ μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, διότι τοῦτο εἶχεν ἀποφασισθῆ. Σήμερον κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του. Ἐν τίνι δὲ δικαιώματι θὰ ζητήσωμεν ἡμεῖς νὰ ἀφαιρέσωμεν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων τὸ δικαίωμα, ὅπως ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησιν αὑτοῦ; Ἐὰν ἐλαμβάνομεν τοιαύτην ἀπόφασιν, ἠθέλομεν καταντήσει εἰς τὸ ν’ ἀπαγορεύηται ὁ λόγος εἰς τὸν Βουλευτὴν ὑπὸ τοῦ ἔχοντος ἑκάστοτε τὴν δύναμιν τῆς πλειονοψηφίας.
§197ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ἡ ἐνάσκησις παντὸς δικαιώματος βεβαίως δὲν ὑπόκειται εἰς περιορισμούς, παρὰ ἐφ’ ὅσον συγκρούεται μὲ δικαίωμα ἄλλων. Βεβαίως ἔχει δικαίωμα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς νὰ ὑποβάλῃ οἱανδήποτε θέλει ἐπερώτησιν, ἀλλ’ ἔχομεν ἐξ ἴσου δικαίωμα ὅλοι οἱ Βουλευταὶ νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν σχετικῶν πρὸς τὴν ἐπερώτησίν του ἐγγράφων. Ὅταν ζητῶνται καὶ κατατίθενται ἔγγραφα, δὲν χρησιμοποιοῦνται, ἵνα λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν μόνον ὁ ζητῶν αὐτά. Ἀφοῦ προβάλλεται ἐπερώτησις, ἔχομεν τὸ δικαίωμα πάντες νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν σχετικῶν πρὸς αὐτὴν ἐγγράφων, καὶ νὰ ἴδωμεν τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, χωρὶς ὁ ἐπερωτῶν νὰ ἀξιοῖ τὸ προνόμιον τοῦ νὰ παραλάβῃ ταῦτα καὶ χρησιμοποιήσῃ αὐτὰ μόνος αὐτὸς εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του, ἀφοῦ πρόκειται νὰ προκληθῇ γενικὴ συζήτησις. Δὲν πρόκειται σήμερον ἁπλῶς περὶ ὑποβολῆς ἐπερωτήσεως· σήμερον ὁ ἐπερωτῶν ἐπιμένει νὰ φέρῃ πρὸς συζήτησιν τὴν ἐπερώτησίν του. Ἔχομεν ἑπομένως τὸ δικαίωμα νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων. Ἐὰν δ’ ἡ πλειοψηφία δέχηται ἐντὸς τῆς αὔριον νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις, καὶ μόλις 24 ὡρῶν νὰ δοθῇ χρόνος πρὸς μελέτην τῶν ἐγγράφων, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἀντιτίθεται εἰς τὴν προταθεῖσαν ἀναβολήν.
§198ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἕνα καὶ μόνον λόγον προβάλλουσι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ πάντες οἱ ἄλλοι, οἱ συνηγορήσαντες ὑπὲρ τοῦ προσδιορισμοῦ ἡμέρας πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων. Εἶπον ὅτι, ἀφοῦ κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα, πρέπει προηγουμένως οἱ κ. Βουλευταὶ πάντες νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν, ὅπως ἐν ἴσῃ μοίρᾳ δυνηθῶσι νὰ συζητήσωσιν. Ὅλοι ἔχομεν τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλ’ ὅταν θελήσωσιν ὅλοι οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ ἐνασκήσωσι τὸ δικαίωμα αὐτὸ, πρὶν ἀναπτύξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν ἐπερώτησίν του, τοῦτο θὰ ἦτο ὡς ἐὰν ἠρνοῦντο εἰς αὐτὸν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του. Διότι δύναται κάλλιστα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ὁρισθῇ ἡ ἀνάπτυξις αὕτη μετὰ μίαν, δύο, πέντε ἡμέρας, ἢ καὶ μετὰ ἕνα, δύο, τέσσαρας καὶ πέντε μῆνας. Ἡ σημερινὴ πλειονοψηφία λέγει, ὅτι ἀρκεῖται εἰς μίαν ἡμέραν, ἀλλὰ καθιερωθείσης ἅπαξ τῆς τοιαύτης ἀρχῆς, δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἄλλη πλειονοψηφία, ἡ ὁποία νὰ εἴπῃ, ὅτι τότε καὶ μόνον πρέπει νὰ ἀναπτύσσηται ἡ ἐπερώτησις ὑπὸ τοῦ ὑποβάλλοντος αὐτὴν Βουλευτοῦ, ἀφοῦ προηγουμένως λάβωσι γνῶσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων ὅλοι οἱ κ. Βουλευταί. Ἐκείνη δὲ ἡ πλειονοψηφία θὰ εἴπῃ ἴσως, λογικώτερον καὶ εἰλικρινέστερον σκεπτομένη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ νὰ λάβωσι γνῶσιν ὅλοι οἱ Βουλευταὶ, καὶ οὕτω νὰ ζητήσῃ προθεσμίαν πέντε ἢ δέκα ἡμερῶν, ἢ ἑνὸς καὶ δύο μηνῶν. Πρέπει ὅμως, κ. Βουλευταὶ, ὁ ἐπερωτῶν νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι πιθανὸν αὐτὸς νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀνάπτυξίς του θὰ ἦναι τόσον σαφὴς, ὥστε δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων, τόσον σαφὴς, ὥστε νὰ μὴ εὑρεθῇ ἀνὴρ ἔντιμος καὶ σεβόμενος ἑαυτὸν, ὁ ὁποῖος νὰ ζητήσῃ ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως εἰς ἄλλην ἡμέραν. Τίς δὲ θὰ ζητήσῃ τοιαύτην ἀναβολὴν, ὅταν μάθῃ ὅτι πρόκειται περὶ ἐγκλήματος, ἐξ ὅσων θ’ ἀναπτύξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων; Βεβαίως πάντων ὑμῶν ἡ συνείδησις θὰ ἐξεγερθῇ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ θὰ ζητήσητε τὴν ἀνάμιξιν τῆς Εἰσαγγελίας. Τότε θὰ πεισθῆτε περιπλέον, ὅτι ἔγκλημα διαπράττει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προτείνει τὴν ἀναβολήν. Ἀλλ’ ἔχει καὶ λόγον ἕτερον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἄμεσον ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του, διότι ἀμφιβάλλει, ἐὰν αὔριον θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν, ἀφοῦ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀμφιβάλλει περὶ τούτου, ὡς ἀπέδειξεν αὕτη ἤδη χθὲς ἑσπέρας, ἐπιμείνασα ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Ἀλλ’ ἐὰν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἀμφέβαλλεν, ἐὰν θὰ εἴχομεν σήμερον συνεδρίασιν, πόσῳ μᾶλλον πρέπει ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων νὰ ἀμφιβάλλῃ νῦν, ἐὰν θὰ ἔχωμεν τοιαύτην αὔριον! Ἀφοῦ ἄλλως τε αὐτὸς δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἵνα συγκροτηθῇ ἀπαρτία, ἔχει λόγους ὑπὲρ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀμφιβάλλῃ, ἐὰν αὔριον θὰ ἦναι συνεδρίασις. Ὅταν δ’ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρόκειται περὶ ὑποθέσεως ἁπλῆς, σαφοῦς, ἀναντιλέκτου, ὅταν ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀναπτύσσων αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν ἐπερώτησίν του, δυνατὸν οὕτω νὰ προληφθῇ ἀληθὲς ἔγκλημα, ἀληθὴς κατάχρησις, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν νὰ ἀναπτύξῃ ἀμέσως τὴν ἐπερώτησιν, ἐπιβάλλεται δὲ καὶ εἰς ὑμᾶς, σεβομένους καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἡμῶν δικαιώματα καὶ τὸ ἱερὸν ἐκεῖνο ἵδρυμα, τὸ Πανεπιστήμιον...
§199Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς τὸ ἐσεβάσθητε χθές!
§200ΣΤΑΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις θὰ ἀποδείξῃ, ὁπόσον δίκαιον εἴχομεν ἡμεῖς χθὲς, εἰπόντες ὅσα εἴπομεν.
§201Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ σπεύδετε.
§202ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ σπεύδω, διότι πρόκειται περὶ ἀποκαλύψεως τῆς ἀληθείας, σεῖς ὅμως, ἐμποδίζοντες τὴν ἀποκάλυψιν τῆς ἀληθείας, βεβαίως πᾶν ἄλλο ἐπιδιώκετε.
§203Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ἐξελεγχθῇ ἀμέσως.
§204Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μέχρι τοῦδε δὲν εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ καταγγελίας ἐγκλήματος διαπραχθέντος, τὸ ὁποῖον ἐκρύπτετο. Πρώτην φορὰν τὸ ἀκούομεν...
§205ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ τοῦτο εἶπον κατ’ ἐπανάληψιν.
§206Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἐγένετο συμβιβασμὸς, καὶ ὅτι ἐπλανήθησαν οἱ ποιήσαντες τὸν συμβιβασμὸν, καὶ ἐπλανήθη ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ἐγκρίνας αὐτόν. Δὲν εἴπετε ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ προληφθῇ καὶ νὰ ἀποκαλυφθῇ, καὶ ἐὰν δὲν ἀποκαλυφθῇ σήμερον, ἐνδέχεται νὰ καλυφθῇ αὔριον, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ προληφθῇ. Ἄν τὰ τῆς ὑποθέσεως ἔχωσιν οὕτω, τότε τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐντελῶς διάφορον. Ἐγώ, ἐπειδὴ βεβαιώνει τοῦτο εἷς Βουλευτὴς, τὸ ἀξίωμα τοῦ ὁποίου μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ προσέξω, διὰ τοῦτο, ἐὰν πράγματι πρόκειται ν’ ἀποκαλυφθῇ ἔγκλημα διαπραχθὲν, ὄχι μόνον τώρα, ἀλλὰ καὶ τὴν πρωΐαν ἀκόμη ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συνεδριάσωμεν, ἤθελον βεβαίως ἐνδώσει, διότι χρεωστῶ νὰ παρέχω πᾶσαν συνδρομὴν εἰς τὴν ἀνακάλυψιν ἐγκλημάτων, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ταῦτα. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν εἶναι γνωστὸν ὅτι ἔλαβε χώραν ἐγκληματικὴ πρᾶξις, ἐὰν δὲ προβάλληται νῦν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀποκαλύψεως ἐγκλήματος καὶ καταστολῆς αὐτοῦ, παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν, ὅπως εὐκολύνῃ τὴν ἀποκάλυψιν.
§207ΕΥΤΑΞΙΑΣ.....
§208ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ κ. Στάης.
§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ν’ ἀκούσωμεν· δὲν πρέπει νὰ χάσωμεν οὔτε στιγμήν.
§210ΕΥΤΑΞΙΑΣ.....
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὸν κ. Στάην.
§212ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἐτελείωσα ἀκόμη τὸν λόγον μου.
§213Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ χάνωμεν καιρόν· ν’ ἀποκαλυφθῇ τὸ ἔγκλημα.
§214ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁρίστε, κύριε Στάη.
§215ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει παρεξήγησις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθη, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του ἀμέσως· πῶς εἶναι δυνατὸν ἑπομένως νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς;
§216ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς τὴν ἀποσύρω.
§217ΣΤΑΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 13 Μαρτίου, ὅτε ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἠθέλησα δι’ ὀλίγων νὰ ἐξηγήσω περὶ τίνων τὰ ἔγγραφα ταῦτα διαλαμβάνουσι, διότι βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν τὴν ἐπερώτησίν μου νὰ ἀναπτύξω διὰ σημείων συμβολικῶν, ὅπως ἠξίου ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καίτοι ἐπρόκειτο περὶ σπουδαιοτάτου θέματος· ἠθέλησα λοιπὸν δι’ ὀλίγων λέξεων συντόμως νὰ γνωρίσω ὑμῖν περὶ τίνος ἀκριβῶς ἐπρόκειτο, καὶ εἶπον ὅτι ἐπρόκειτο περὶ κλοπῆς περιουσίας 345,000 φράγκων, ὅτι ἐπρόκειτο, κατὰ τὰς ἐξωδίκους πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχον, νὰ νομιμοποιηθῇ κλοπὴ 92,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τούτου· ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσε νὰ μὲ διακόψῃ καὶ νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, ὅτι πρέπει νὰ ἀναμείνω τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Ἐγὼ δὲ τότε συνήνεσα. Κατὰ τὴν 14 Μαρτίου ὑπέμνησα καὶ πάλιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διὰ τίνα λόγον δὲν κατέθηκε τὰ ἔγγραφα, ἐκεῖνος δὲ προσέθηκεν, ὅτι ἐζήτησε ταῦτα δι’ ἐγγράφου ἀπὸ τὴν Πρυτανείαν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ὅτι θέλει σπεύσει νὰ τὰ καταθέσῃ εὐθὺς ὡς ἤθελε τὰ λάβει. Καὶ τότε πάλιν ἠρκέσθην εἰς ταῦτα. Καὶ ἕτερος δὲ συνάδελφος ἐκ Τρικκάλων, ἐνδιαφερόμενος, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας, ἐξ ἧς κατάγεται ὁ ἀείμνηστος Δωρόθεος, διετύπωσεν ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν του, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἐκείνῃ, καὶ ἵνα δώσω ἐξήγησίν τινα εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, τὸν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐπερωτῶντα, προσέθηκα ὀλίγας λέξεις· ἀλλ’ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσε καὶ τότε νὰ μὲ διακόψῃ, ἐγὼ δὲ καὶ τότε συνήνεσα νὰ μὴ συνεχίσω τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὁμιλίαν μου, καὶ εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Σήμερον μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ἐζήτησα νὰ τὰ ἴδω ἀμέσως· εἶναι πολλὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἶναι ἐν ὅλῳ ἑπτά, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ τις τελείαν γνῶσιν ἀμέσως ὅλων τῶν ἐγγράφων ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ στιγμῇ. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγὼ ἐγίνωσκον τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἠδυνάμην νὰ ἀναπτύξω αὐτήν, χωρὶς νὰ ἔχω ἀνάγκην τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ παραχωρήσῃ πρὸς μελέτην. Περὶ τῆς ἀποφάσεως ὅμως τῆς Βουλῆς δὲν ἤμην ὁ ἁρμόδιος νὰ ἐκφέρω γνώμην· ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν, ἢ νὰ τὴν διακόψῃ, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἁρμόδιος καὶ ὑπόχρεως νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος ἠναγκάσθη νὰ μελετήσῃ πάντα τὰ ἔγγραφα, πάντα —τὸ τονίζω—τὰ προσαχθέντα ἐνώπιον αὐτοῦ, ἵνα ἐγκρίνῃ τὸν συμβιβασμὸν, ὁ ὁποῖος ἐγένετο μεταξὺ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῶν κληρονόμων τοῦ μακαρίτου Δωροθέου. Εἶχον λοιπὸν ἐγὼ ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἠδύνατο νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν. Τώρα ἔρχεται ἡ πλειοψηφία καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ λέγει, ὅτι «δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ φωτισθῶμεν ἐκ τῆς ἀναπτύξεως, τὴν ὁποίαν θὰ κάμητε σεῖς», συμπεριλαμβάνονται δὲ εἰς τὸ «σεῖς» οἱ δυνάμενοι καὶ ὑποχρεούμενοι νὰ ἐξηγήσουν τὰ πράγματα, βεβαίως δὲ δυνάμενος καὶ ὑπόχρεως ἦτο καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἔρχεται λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ λέγει, ὅτι δὲν ἔχει πεποίθησιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν! Εὐτυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεγνώρισε πανηγυρικῶς, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἀναφαίρετον, ὅτι, ἐὰν δὲν συναινέσῃ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ὑποθέσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις· καὶ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι τῇ συναινέσει μόνον ἐμοῦ, τοῦ εἰσαγαγόντος τὴν ὑπόθεσιν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν αὔριον. Ἄλλοτε, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι μεταξὺ τῶν ἀποτελούντων τὴν πλειοψηφίαν, κατὰ τὸ 1892, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐπετίθετο λάβρως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους, πολλάκις δὲ καὶ ἐπὶ ἡμέρας, ἐξηκολούθουν αἱ ἐπερωτήσεις, ἐνθυμοῦμαι θερμοτάτην ἀγόρευσιν τοῦ νῦν κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἧς ἀπεδείκνυε, συναινοῦντος καὶ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν Βουλευτοῦ Βάλτου διὰ καταπληκτικῆς πλειοψηφίας, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἶναι ἀπεριόριστον, καὶ πρέπει νὰ ἦναι τοιοῦτον, πρὸς κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος· χαίρω δὲ, βλέπων τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἔχοντα πάντοτε τὰς αὐτὰς ἀρχὰς καὶ τὰ αὐτὰ φρονήματα περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ ἑπομένως τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἔρχομαι νὰ ἐξασκήσω τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία ἐχορήγησεν εἰς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη βεβαίως, ὡς ἔχει ἤδη, καθ’ ἣν ἔχει λάβει ἤδη τροπὴν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναχαιτισθῇ, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐτελέσθη τὸ ἔγκλημα, καὶ δυστυχῶς δὲν δύναται νὰ προληφθῇ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὅμως ἐκ Λοκρίδος εἶπεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προληφθῇ. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι πάντες γινώσκουσι τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἑπομένως εἶναι περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ καθέκαστα αὐτῆς...
§218ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὰ ἠξεύρομεν.
§219ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τὸ 1888, τῇ 29 Ἰουνίου, ἀπεβίωσεν ἐν Ἀθήναις ὁ μακαρίτης Δωρόθεος, πρώην Μητροπολίτης Λαρίσης, ἐγκαταλιπὼν περιουσίαν συνισταμένην ἐκ 345, νομίζω, χιλιάδων δραχμῶν· κληρονόμος ἦτο τὸ Πανεπιστήμιον, κληροδόχοι δὲ ἦσαν ὁ δῆμος Τρικκαίων καὶ ἀγαθοεργά τινα καταστήματα...
§220ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ κληρονόμος;
§221ΣΤΑΗΣ. Τὸ Πανεπιστήμιον.
§222Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ποῖος κληρονόμος καὶ ποῖος κληροδόχος;
§223ΣΤΑΗΣ. Κληρονόμος τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ καταπιστευματοδόχος ὁ δῆμος Τρικκαίων καὶ ἀγαθοεργά τινα καταστήματα. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν.
§224Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ μάθωμεν τὸ ἔγκλημα.
§225ΣΤΑΗΣ. Περὶ τούτου ἀκριβῶς θὰ ὁμιλήσω. Τὸ Πανεπιστήμιον εἶχε προσκαλέσει τοὺς εὐεργετουμένους διὰ τῆς διαθήκης νὰ λάβωσι τὰ κληροδοτήματα αὐτῶν. Μεταξὺ τῶν εὐεργετουμένων ἦτο καὶ ἡ ἀδελφὴ τοῦ ἀποθανόντος Μητροπολίτου, ἡ ὁποία ἔλαβε μέρος εἰς τὸν συμβιβασμὸν, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2569 ἐπισήμου συμβολαίου τῆς 13 Ἰουλίου 1888 τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Γ. Ι. Παπούλα, δεχθεῖσα δραχ. 2,000, ὅπως ὥριζεν ἡ διαθήκη, καὶ ἀνεγνώρισε τὰ ἑξῆς διὰ τοῦ ἐπισήμου τούτου συμβολαίου (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὴν λῆψιν τῶν 2,000 δραχ. οὐδεμίαν ἔχω ἀξίωσιν ἢ ἀπαίτησιν, πηγάζουσαν ἐκ τῆς κληρονομίας τοῦ ἀποβιώσαντος πρώην ἀρχιεπισκόπου Λαρίσης, ἀναγνωρίζουσα ὡς ἰσχυρὰν καὶ ἔγκυρον τὴν διαληφθεῖσαν διαθήκην.» Ἐνῷ λοιπὸν ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐκ τῆς διαθήκης ἦτο ἡ μόνη ἐνδιαφερομένη, ἀνεγνώρισε δι’ ἐπισήμου συμβολαιογραφικῆς πράξεως, ὅτι ἡ διαθήκη εἶναι ἔγκυρος, καὶ ἔλαβε συνεπεία τοῦ ἐγκύρου τῆς διαθήκης τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα καθώριζεν ὁ διαθέτης εἰς αὐτὴν, καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ ἀμφισβητηθῇ τὸ ἔγκυρον τῆς διαθήκης, καὶ ἂν ἀκόμη ἡ διαθήκη εἶχε προχρονολογηθῆ, διότι φαίνεται ὅτι τὴν διαθήκην ὁ μακαρίτης εἶχε γράψει ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου, μετά τινα δὲ ἔτη εἶπον εἰς αὐτὸν, φαίνεται, ὅτι ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου ἡ διαθήκη δὲν εἶναι ἔγκυρος, καὶ ἠθέλησε νὰ τὴν ἀντιγράψῃ ἐπὶ χαρτοσήμου, τὸ ὁποῖον εἶχε μεταγενεστέραν χρονολογίαν τῆς διαθήκης, ἡ ὁποία ἀντεγράφη ὁλόκληρος, μετὰ τῆς ἐν αὐτῇ χρονολογίας, καὶ ἐντεῦθεν ἦτο δυνατὸν νὰ προκύψῃ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ γνησίου τῆς διαθήκης, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ὅλως ξένον τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, τῆς διαρπαγῆς τουτέστι τῶν 92 χιλιάδων δραχμῶν...
§226ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἦτο ἐγγράμματος ἢ ἀγράμματος αὕτη;
§227ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἠξεύρω.
§228ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἀναλύσατέ το.
§229ΣΤΑΗΣ. Λάβετε τὰ ἔγγραφα καὶ συζητήσατε, ἅμα θέλετε... Ἐνῷ λοιπὸν δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ προσβληθῇ τὸ κῦρος τῆς διαθήκης, τῆς κηρυχθείσης ἐγκύρου διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 7024 ἀποφάσεως τῆς 1 Ἰουλίου 1888 τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, ἐγείρεται ἀγωγὴ περὶ ἀκυρώσεως τῆς διαθήκης παρ’ ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶχεν ἀναγνωρίσει αὐτὴν καὶ εἶχε λάβει καὶ τὸ κληροδότημά της. Τώρα οἱ ἄμεσον ἔχοντες τὴν εὐθύνην ὤφειλον νὰ μάθωσιν, ὅτι δὲν εἶχεν ἐγείρει ἡ ἀδελφὴ τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου τὴν ἀγωγήν, ἀλλ’ ἄλλος.
§230Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος;
§231ΣΤΑΗΣ. Ἐκεῖνος, πρὸς ὃν εἶχον παραχωρηθῆ δι’ ἀπάτης, ὡς λέγουσι, τὰ κληρονομικὰ δικαιώματα τῆς ἀδελφῆς τοῦ ἀποθανόντος Μητροπολίτου. Ἀφοῦ εἶχεν ἤδη παραιτηθῆ αὕτη, εὑρέθη κἄποιος, ὁ ὁποῖος, ὡς λέγουσιν, ἐξηπάτησεν αὐτήν...
§232Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι γνωστὸν τὸ ὄνομα τοῦ κἄποιου;
§233ΣΤΑΗΣ. Εἶναι, ἀλλὰ δὲν τὸ εὗρον ἐν τοῖς ἐγγράφοις καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀναφέρω· εἶναι γνωστὸν ὅμως.
§234Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶμαι καλῆς πίστεως, δὲν γνωρίζω τὴν ὑπόθεσιν, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἐρωτῶ.
§235ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀγωγὴ ἠγέρθη ἐπ’ ὀνόματι τῆς ἀδελφῆς του.
§236ΣΤΑΗΣ. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ προσβληθῇ ἡ διαθήκη ἐπὶ ἀκυρότητι. Προσεβλήθη λοιπὸν ἡ διαθήκη, καὶ ἐγεννήθη ἡ δίκη, ἡ ὁποία ἐπί τινα χρόνον ἔμεινεν ἐκκρεμής, καὶ εἶτα εἶχε τελείως ἐγκαταλειφθῆ. Αἰφνιδίως ἔρχεται τὸ Πανεπιστήμιον, κατόπιν μάλιστα γνωμοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ὑπογράψει διακεκριμένοι νομομαθεῖς...
§237ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ποῖοι εἶναι;
§238ΣΤΑΗΣ. Εἶναι ὁ Δαμασκηνὸς, ὁ Κωστῆς, ὁ Κρασσᾶς καὶ ὁ Δημαρᾶς, οἱ ὁποῖοι συνιστῶσι νὰ σπεύσῃ τὸ Πανεπιστήμιον νὰ συμβιβασθῇ, ἐνῷ τὸ Πανεπιστήμιον οὔτε τὸν δῆμον Τρικκαίων ἀντεπροσώπευεν, οὔτε δικαίωμα ἑπομένως εἶχε νὰ συμβιβασθῇ διὰ λογαριασμόν του. Φαίνεται ὅμως, ὅτι οἱ κ. καθηγηταὶ ἠγνόουν τὸ συμβόλαιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποκρυβῆ.
§239ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὸ ἤξευραν;
§240ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν δὲν τὸ ἠγνόουν, εἶναι ἔνοχοι αὐτοί.
§241ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναγνώσατε τὸ ἔγγραφον.
§242ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα (ἀναγινώσκει): «Γνωμοδότησις. «Τῷ κυρίῳ Πρυτάνει τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. «Ἐπὶ τῶν ὑποβληθέντων ἡμῖν ζητημάτων ἀποφαινόμεθα ὡς ἑξῆς: «Κατὰ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ περὶ διαθηκῶν νόμου, ἡ ἰδιόγραφος διαθήκη δέον ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος νὰ φέρῃ τὴν ἡμέραν, τὸν μῆνα καὶ τὸ ἔτος τῆς συντάξεως αὐτῆς, ἅτινα πάντα δέον νὰ ἀποδεικνύωνται ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου τῆς διαθήκης. «Ἡ ἐν τῇ διαθήκῃ μνεία τῆς ἡμέρας, τοῦ μηνὸς καὶ τοῦ ἔτους τῆς συντάξεως αὐτῆς σκοπὸν ἔχει, ὅπως ἐξ αὐτῆς τῆς διαθήκης ᾖ βέβαιον, τίς ὁ χρόνος, καθ’ ὃν συνετάχθη, διότι μετὰ τοῦ χρόνου τῆς συντάξεως αὐτῆς συνδέονται καὶ πολλὰ ἔννομα ἀποτελέσματα. «Ἐὰν ἡ διαθήκη φέρῃ τὴν ἡμέραν, τὸν μῆνα καὶ τὸ ἔτος τῆς συντάξεως αὐτῆς, ἀλλ’ εἶναι συνάμα ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ διαθήκη δὲν συνετάχθη καθ’ ὃν χρόνον βεβαιοῖ ἐν αὐτῇ ὁ διαθέτης, ὅτι ἔγραψε τὴν ἰδιόγραφον αὐτοῦ διαθήκην, ὑπάρχει ψευδὴς χρονολογία τῆς διαθήκης, μὴ ἐκπληροῦσα τὸν ὅρον τοῦ νόμου, ἧς ἕνεκα ἡ διαθήκη εἶναι τυπικῶς ἄκυρος. «Ἐν τῷ προκειμένῳ θέματι ἡ ἰδιόγραφος τοῦ Σχολαρίου διαθήκη φέρει, ὅτι συνετάχθη τὴν 2 Φεβρουαρίου 1884, ἐνῷ τὸ ὑδάτινον τοῦ χαρτοσήμου σημεῖον, ἐφ’ οὗ ἐγράφη ἡ διαθήκη, φέρει ἔτος ἐκτυπώσεως αὐτοῦ 1887, κατὰ τὴν περὶ τούτου δοθεῖσαν ἡμῖν προφορικῶς διαβεβαίωσιν. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, πρόκειται διαθήκη, ἧς ὁ ἐν αὐτῷ σημειούμενος χρόνος συντάξεως, ἤτοι ἡ 2 Φεβρουαρίου 1884, ἐξελέγχεται ψευδὴς ἐκ τοῦ ὑδατίνου τοῦ χαρτοσήμου σημείου, ἤτοι ὑπάρχει προχρονολογία ἐν τῇ διαθήκῃ (testament antidaté). Ἡ ἀσυμφωνία τῆς ἐν τῇ διαθήκῃ σημειουμένης χρονολογίας τῆς συντάξεως αὐτῆς πρὸς τὸν ἀληθῆ χρόνον τῆς συντάξεως αὐτῆς, συμπίπτοντα μετὰ τὸ ἔτος 1887, ὡς δηλοῦται ἐκ τοῦ ὑδατίνου σημείου τοῦ χαρτοσήμου, ὡς παντελὴς ἔλλειψις χρονολογίας λογίζεται, ἀκυρότητα αὐτῆς ἐπαγομένη. («La preuve de fausseté de la date peut résulter notament de la circonstance que le testament est écrit sur du papier timbré dont l’ émission est postérieure à la date qui’ il port». Aubry et Rau VII. p. 103, Demolombe XXI Nº 87.) «Τούτου οὕτως ἔχοντος, βεβαίως συμφέρει εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, γεγραμμένον κληρονόμον, νὰ συμβιβασθῇ μετὰ τῆς μόνης ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμου, τῆς ἐγειράσης τὴν περὶ ἀκυρότητος τῆς διαθήκης ἀγωγὴν, διότι οὕτω ἐκλείπει καὶ πᾶν ζήτημα περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Πανεπιστημίου ἐν ἰδιότητι κληρονόμου γενομένης πρὸς τοὺς κληροδόχους πληρωμῆς δραχμῶν 43,000. «Τὸ χάριν τοῦ συμβιβασμοῦ πληρωθὲν ποσὸν βεβαίως βαρύνει καὶ τὸν κληροδόχον δῆμον Τρικκαίων καὶ τοὺς λοιποὺς, διότι, ἀφοῦ ἀποδεδειγμένως ἄκυρος ἦν ἡ διαθήκη, οὗ ἕνεκα ματαιοῦνται αἱ κληροδοσίαι, ὠφελεῖται ἐκ τούτου ὁ δῆμος Τρικκαίων καὶ οἱ λοιποί. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν παρέχει δυσχερείας, διότι διὰ τῆς διαθήκης εὐρυτάτη παρέχεται ἐξουσία εἰς τὸν κληρονόμον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν κληροδοσιῶν τούτων. «Ἐὰν γείνῃ συμβιβασμὸς μεταξὺ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῆς μόνης ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμου, ἤτοι τῆς ἐναγούσης, δέον νὰ διατυπωθῇ οὕτω: «Ἡ ἐνάγουσα, λαβοῦσα τὸ ποσὸν δραχ...., παραιτεῖται τῆς ἐνασκήσεως παντὸς ἀνεξαιρέτως οἱουδήποτε ἐνδίκου μέσου, χορηγουμένου αὐτῇ ὑπὸ τοῦ νόμου, ὡς τυχὸν ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμῳ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ διαθήκη ἤθελεν εἶσθαι ἄκυρος, ἕνεκεν οἱουδήποτε τυπικοῦ ἢ οὐσιαστικοῦ λόγου ἀκυρότητος τῆς διαθήκης, ἐφ’ ᾧ παραιτεῖται σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τῆς ἀπὸ...... ἀγωγῆς αὐτῆς περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἀπὸ 2 Φεβρουαρίου 1884 διαθήκης τοῦ Σχολαρίου, ἀναγνωρίζουσα, ὅσον ἀφορᾷ αὐτὴν, ἐκ διαθήκης κληρονόμον τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἰσχυρὰν τὴν διαθήκην.» «Ἐκ τῆς τοιαύτης παραιτήσεως, γινομένης ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου, οὐδὲν δικαίωμα περιέρχεται εἰς τοὺς μετ’ αὐτὴν ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμους, διότι ἡ ἐνάγουσα, ἐνασκοῦσα τὸ τυχὸν κληρονομικὸν αὐτῆς ἐξ ἀδιαθέτου δικαίωμα, παρῃτήθη παντὸς οἱουδήποτε ἐνδίκου μέσου κατὰ τῆς διαθήκης.» «Ν. Δαμασκηνὸς, Ἀλκ. Κρασσᾶς, «Κ. Ν. Κωστῆς, Ν. Δημαρᾶς.»
§243Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποίαν χρονολογίαν ἔχει ἡ γνωμοδότησις;
§244ΣΤΑΗΣ. 15 Νοεμβρίου 1895.
§245ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ὁ συμβιβασμὸς πότε ἔχει γείνῃ;
§246ΣΤΑΗΣ. Ὁ παλαιὸς κατὰ τὸ 1888.
§247ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶναι συμβιβασμός.
§248ΣΤΑΗΣ. Ἐξωφλήθη τὸ κληροδότημα, καὶ ἀνεγνωρίσθη τὸ κῦρος τῆς διαθήκης· δὲν ἦτο ἑπομένως δυνατὸν νὰ προσβληθῇ ἐκ νέου.
§249Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπὶ τίνι λόγῳ προσέβαλον τὴν διαθήκην;
§250ΣΤΑΗΣ. Προσέβαλον τὴν διαθήκην, ὡς σᾶς εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ, διότι εὑρέθη καὶ δευτέρα ἰδιόχειρος διαθήκη, γεγραμμένη ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, καὶ ἡ χρονολογία ἡ γεγραμμένη ἐπὶ τοῦ ἁπλοῦ χάρτου ἦτο ἡ αὐτὴ μὲ τὴν χρονολογίαν τὴν γεγραμμένην ἐν τῷ ἐνσήμῳ χάρτῃ, ἐπὶ δὲ τοῦ ἐνσήμου χάρτου ἐφαίνετο χρονολογία μεταγενεστέρα. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται.
§251ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πότε ἔγεινεν ὁ συμβιβασμὸς τοῦ Πανεπιστημίου;
§252ΣΤΑΗΣ. Τὴν 28 Φεβρουαρίου 1896. Αὐθημερὸν ἐγένετο ὁ συμβιβασμὸς καὶ αὐθημερὸν ἐδόθη ἡ ἔγκρισις ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως!
§253ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μᾶς διαβάζετε τὸ συμβόλαιον;
§254ΣΤΑΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι ὅτι, ἐνῷ τὸ Πανεπιστήμιον δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ προέλθῃ εἰς συμβιβασμόν, μάλιστα μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ συμβολαίου ὑπ’ ἀριθ. 2569 τῆς 13 Ἰουλίου 1888, προῆλθεν εἰς τοιοῦτον, ὁ ὁποῖος ἐχορήγησεν 92 χιλιάδας δραχμὰς εἰς τρίτα πρόσωπα, καὶ ὁ ὁποῖος ἐζημίωσε καὶ τὸ Πανεπιστήμιον καὶ τὸν δῆμον Τρικκαίων, καὶ εἶναι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ ἄλλη δίκη κατὰ τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ ὁποία νὰ ζημιώσῃ αὐτὸ ἴσον ποσὸν μὲ τὰς 340,000, πλὴν τῶν 20,000, τὰς ὁποίας διὰ τῆς διαθήκης εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸ Πανεπιστήμιον, ἂν ἀπεδέχετο τὴν κληρονομίαν, ἢ καὶ τῶν 70,000 ἀκόμη, τὰς ὁποίας πάλιν, ἂν ἀπεδέχετο τὴν κληρονομίαν, θὰ ἐλάμβανε τὸ Πανεπιστήμιον, ἂν μέχρι τοῦ πέρατος τῆς τριακονταετίας ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἀποδοχῆς ἐκανόνιζε τὰ τῆς διευθετήσεως τοῦ κληροδοτήματος ὅπως ὥριζεν ἡ διαθήκη· διότι ἡ διαθήκη λέγει, ὅτι ἐπὶ 30 ἔτη τὸ Πανεπιστήμιον θὰ τοκίζῃ καὶ ἀνατοκίζῃ καταθέτον εἰς τὴν Τράπεζαν τοὺς τόκους τοῦ μεγάλου τούτου κληροδοτήματος. Ἂν λοιπὸν κατὰ τὸ διάστημα τῶν τριάκοντα τούτων ἐτῶν τὸ Πανεπιστήμιον ἀνεδέχετο νὰ ἀναλάβῃ τὴν διευθέτησιν τοῦ κληροδοτήματος, τότε θὰ ἐλάμβανε 20+70=90 χιλιάδας.
§255Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφθάσαμεν εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῶν νομομαθῶν, οἱ ὁποῖοι ἐγνωμοδότησαν νὰ ἐπέλθῃ συμβιβασμὸς μεταξὺ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῆς ἐναγούσης. Μετὰ τὴν γνωμοδότησιν ταύτην τί ἐγένετο;
§256ΣΤΑΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι εἰς τὴν γνωμοδότησιν ταύτην παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ἂν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψει, ἀδύνατον ἦτο νὰ γείνῃ συμβιβασμός. Μετὰ ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μετέβησαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὑπέγραψεν ἀμέσως τὸν συμβιβασμόν.
§257ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις περὶ συμβιβασμοῦ καὶ τὴν ἐνέκρινεν ὁ Ὑπουργός.
§258ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα· καὶ ἐπλήρωσεν ἤδη τὸ Πανεπιστήμιον 92 χιλιάδας δραχμάς.
§259Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Συνωμολογήθη ὁ συμβιβασμός;
§260ΣΤΑΗΣ. Συνωμολογήθη, καὶ ἐπλήρωσε τὸ Πανεπιστήμιον 92,000 δραχμὰς πρὸς τὸν πληρεξούσιον τῆς ἐναγούσης (αἴσθησις).
§261Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν ὑπῆρξε πλάνη; ἢ δολιότης;
§262ΣΤΑΗΣ. Πλάνη, φρονῶ.
§263Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον εἶχε συνομολογηθῆ κατὰ τὸ 1888, ἐδόθη καὶ ἡ γνωμοδότησις καὶ ἡ ὑπογραφή;
§264ΣΤΑΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου.
§265Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τίς ὁ πλανήσας; εἶναι γνωστός;
§266ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε διὰ νὰ ἀποδείξω ἐγὼ τὰ πράγματα.
§267ΣΤΑΗΣ (πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν). Πρέπει νὰ τὰ μελετήσητε καὶ σεῖς.
§268Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε πρόκειται περὶ ἐγκλήματος.
§269Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἄν ἦναι πλάνη, εἶναι ἔγκλημα;
§270ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶχε γνῶσιν τῶν πραγμάτων.
§271Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἴπετε περὶ ἐγκλήματος, καὶ τώρα λέγετε περὶ πλάνης.
§272ΣΤΑΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐπλανήθη, ἄλλοι δὲ διέπραξαν ἔγκλημα.
§273Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖοι;
§274ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ κατὰ τὴν γνώμην μου λέγω, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιτετραμμένοι τὴν περιφρούρησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Πανεπιστημίου, ὤφειλον πρὸ πάντων νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει αὐτὸ τὸ συμβόλαιον (δεικνύει ἔγγραφον).
§275ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μεταξὺ τίνων εἶναι τὸ συμβόλαιον αὐτό;
§276ΣΤΑΗΣ. Μεταξὺ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῆς ἀδελφῆς τοῦ ἀποθανόντος Μητροπολίτου. Ἡ συζήτησις θὰ διαφωτίσῃ τὰ πράγματα. (Ἐγείρονται οἱ κ. κ. Μερλόπουλος καὶ Ἀγγελόπουλος, ὅπως ἀγορεύσωσι).
§277ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλέσατε τοὺς Κυρίους ν’ ἀφήσουν νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Εὐταξίας.
§278ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν θέλῃ νὰ προηγηθῇ ὁ κ. Ἀγγελόπουλος, εὐχαρίστως.
§279ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος εἶναι ἀντιλέγων;
§280Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐνδιαφέρον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ἀκούσῃ πρῶτον τὸν κ. Εὐταξίαν. Ὁ κ. Εὐταξίας, ἀντιθέτως πρὸς τὸν κ. Στάην, ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἴσως μετὰ μίαν ὥραν πρόκειται νὰ προλάβωμεν φοβερὸν ἔγκλημα.
§281ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, προηγοῦμαι ἐγώ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑμεῖς εἶσθε ὁ ἀντιλέγων, ἂν θέλητε νὰ προηγηθῆτε, εὐχαρίστως σᾶς παραχωρῶ τὴν θέσιν μου, ἄλλως θὰ προηγηθῶ ἐγώ.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ διευθύνω τὴν συνεδρίασιν καὶ οὐδεὶς ἄλλος. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος εἶναι ἐγγεγραμμένος· κατόπιν ἔρχονται κατὰ σειρὰν οἱ κ. κ. Μερλόπουλος, Ράλλης, Κριεμάδης, Εὐταξίας, Χατζηπέτρος. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§283Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί συνέβη. Ἐπειδὴ ὁ κ. Στάης δὲν εἶναι νομικὸς καὶ δὲν ἐξέθηκε νομικῶς τὰ πράγματα, πρόκειται δὲ νὰ φωτισθῶμεν καὶ νομικῶς, ποῦ εἶναι ἰδίως τὸ σκάνδαλον καὶ ποῦ ἔγκειται τὸ μέγα ἔγκλημα, διὰ τοῦτο νομίζω καλλίτερον νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἢ ὁ κ. Εὐταξίας ἢ ὁ κ. Μερλόπουλος.
§284Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδίως ὁ κ. Εὐταξίας.
§285ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτήσου, κύριε Ἀγγελόπουλε.
§286Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑποχωρῶ.
§287ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἂς ἔλθῃ ὁ κ. Εὐταξίας.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§289ΛΑΜΠΡΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας.
§290ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸν ἀκούσητε καὶ τὸν κ. Εὐταξίαν.
§291ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Εὐταξίας...
§292ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὑπομονήν.
§293ΤΟΜΑΝ (πρὸς τὸν κ. Μερλόπουλον). Ὑμεῖς ἔχετε τὸν λόγον. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ προχωρήσητε, ἂν δὲν θέλητε νὰ παραιτηθῆτε ὑπὲρ ἄλλου. Ἡ Βουλὴ παρεκάλεσεν ὑμᾶς νὰ στέρξητε, ὅπως δώσῃ συμπληρωτικάς τινας πληροφορίας ὁ κ. Εὐταξίας, καὶ οὐχὶ νὰ παραχωρήσητε τὴν θέσιν ὑμῶν.
§294ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ συμπληρωτικῶν πληροφοριῶν, πρόκειται περὶ τοῦ πορίσματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξαγάγωμεν ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων αὐτῶν. (Φωναὶ πανταχόθεν καὶ θόρυβος· σύγχυσις γνωμῶν).
§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§296ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας προηγουμένως εἶπεν, ὅτι καὶ στιγμὴ ἀκόμη ἂν παρέλθῃ, καταστρέφονται τὰ συμφέροντα τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ὅτι πρόκειται περὶ ἐγκλήματος.
§297ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ ἐπαναλάβω. Περὶ ἐγκλήματος θὰ σᾶς ὁμιλήσω καὶ ἐγώ. Ὁ πρὸ ὀλίγου ὁμιλήσας κ. ἐκ Κυθήρων συνάδελφος κατέληξεν ἀπορῶν, ἂν πρόκειται ἢ περὶ δόλου ἢ περὶ πλάνης. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν γεγονότων τοιοῦτον συμπέρασμα διλημματικὸν δὲν ἐπιτρέπεται. Πρόκειται καθαρῶς, καθαρώτατα, περὶ δόλου. Ἡ ἱστορία τῆς ὑποθέσεως εἶναι ἁπλῆ, εἶναι σαφεστάτη. Διὰ διαθήκης τοῦ μακαρίτου Δωροθέου, Μητροπολίτου Λαρίσης, ἅπασα ἡ περιουσία αὐτοῦ ἐκ 320,000 δρ., συνισταμένη ἐκ κινητῶν, ἀξιῶν καὶ ἀκινήτων, κατελείπετο εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως τοῦτο λάβῃ προκαταβολικῶς ἐκ τῆς περιουσίας δραχμὰς 20,000, ὡς δαπάνην τῆς ἐκτελέσεως τῆς διαθήκης, νέμηται δὲ τὴν περιουσίαν ὅλην ἐπὶ τριακονταετίαν. Ὤρισε δὲ ὑποκατάστατον τῆς κληρονομίας τὴν Ριζάρειον Σχολὴν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲ ἡ Ριζάρειος Σχολὴ ἀπεποιεῖτο, προσδιώριζε κληρονόμον τὸν δῆμον Τρικκαίων, προσδιώριζε δὲ καὶ πρὸς ποίους σκοποὺς ἤθελε χρησιμοποιηθῇ ἡ περιουσία αὕτη. Ἡ χρῆσις αὐτῆς εἶναι ἐξόχως ἀγαθοεργὸς καὶ φιλάνθρωπος, ἤτοι διὰ τῆς διαθήκης παρηγγέλλετο ἡ ἵδρυσις νοσοκομείου καὶ ἄλλων φιλανθρωπικῶν καταστημάτων ἐν τῷ δήμῳ Τρικκαίων. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαθήκη τοῦ μακαρίτου Δωροθέου, Μητροπολίτου Λαρίσης. Φέρει χρονολογίαν τοῦ 1884· δὲν ἐνθυμοῦμαι δὲ τὴν ἡμέραν ἀκριβῶς. Ἡ διαθήκη αὕτη, Κύριοι, προσεβλήθη ὡς ἄκυρος. Ἡ ἐγείρασα τὴν ἀγωγὴν περὶ ἀκυρότητος τῆς διαθήκης εἶναι ἡ ἀδελφὴ τοῦ μακαρίτου Μητροπολίτου, ἡ ἐγγυτέρα δηλ. αὐτοῦ συγγενής, ἡ ὁποία ἐν τῇ ἐξ ἀδιαθέτου διαδοχῇ ἐν τῇ περιουσίᾳ τοῦ ἀποβιώσαντος Μητροπολίτου εἶναι ἡ μόνη ἔχουσα δικαίωμα, ὅπως ἐγείρῃ ἀγωγὴν περὶ ἀκυρώσεως τῆς διαθήκης.
§298Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ποῖον λόγον ἔφερε τῆς ἀκυρότητος;
§299ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως. Ὡς λόγον δὲ τῆς ἀκυρότητος προέβαλε τὴν προχρονολόγησιν τῆς διαθήκης, τουτέστιν ὅτι, ἐνῷ ἡ διαθήκη ἔφερε χρονολογίαν τοῦ 1884, ὅπως ἀπεδεικνύετο ἐκ τῶν ὑδατίνων σημείων τοῦ χαρτοσήμου, ἐφ’ οὗ εἶχε συνταχθῆ ἡ ἰδιόχειρος διαθήκη τοῦ Μητροπολίτου, ἡ διαθήκη αὕτη συνετάχθη τὸ 1887, διότι τοιαύτην χρονολογίαν ἔφερε τὸ χαρτόσημον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἦτο γεγραμμένη ἡ διαθήκη· ἐντεῦθεν ἐξήχθη τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐπροχρονολογήθη ἡ διαθήκη καὶ συνεπῶς δὲν ἐτηρήθη ἡ διάταξις τοῦ ψηφίσματος τοῦ Κυβερνήτου περὶ διαθηκῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἰδιόχειρος διαθήκη ὀφείλει νὰ φέρῃ τὴν ἡμέραν, τὸν μῆνα καὶ τὸ ἔτος τῆς συντάξεως αὐτῆς, γεγονὸς ὅπερ συνεπήγετο ἀκυρότητα. Ἀλλὰ διὰ τῆς διαθήκης ταύτης, Κύριοι, εἰς τὴν ἀδελφήν του ὁ Μητροπολίτης ὁ ἀποθανὼν κατέλιπε κληροδότημα 2,000 δραχμῶν, νομίζω, ἡ δὲ ἀδελφὴ τοῦ Μητροπολίτου οὐδέποτε ἐφαντάσθη, ὅτι ἡ διαθήκη τοῦ ἀδελφοῦ της εἶναι ἄκυρος, οὔτε διενόηθη κἂν νὰ προσβάλῃ ποτὲ τὴν διαθήκην ἐπὶ ἀκυρότητι· προσῆλθεν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, τὸ ἐγκαταστὰν ἤδη καὶ ὑπεισελθὸν εἰς τὴν περιουσίαν τοῦ ἀποβιώσαντος, καὶ ἐζήτησεν, ὅπως λάβῃ τὸ κληροδότημα αὐτῆς, δυνάμει τῆς κηρυχθείσης κυρίας διαθήκης, τὸ δὲ Πανεπιστήμιον, ἐκπληροῦν τὴν ὑποχρέωσίν του, κατέβαλε τὸ ἐκ 2,000 δραχμῶν κληροδότημα εἰς τὴν ἀδελφὴν τοῦ ἀποβιώσαντος. Ἐπὶ τούτῳ δὲ συνετάχθη ἐν Ἀθήναις κατὰ τὸ 1888 τὸ ἐξοφλητικὸν τοῦτο συμβόλαιον, ἡ ἐξοφλητικὴ αὕτη ἀπόδειξις, ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου Γ. Ι. Παπούλα...
§300ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ποῖος ἦτο πρύτανις;
§301ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν. Ἄλλως τε ἐκ τοῦ συμβολαίου δὲν δύνασθε νὰ ἐξαγάγητε ποῖος ἦτο πρύτανις κατὰ τὸ 1888, διότι τοῦτο δὲν εἶναι συμβόλαιον μεταξὺ δύο συμβαλλομένων, εἶναι ὁμολογία συμβολαιογραφικὴ τῆς δικαιούχου, διὰ τῆς ὁποίας δηλοῖ ἡ ἀδελφὴ τοῦ ἀποθανόντος, ὅτι λαβοῦσα τὰς 2,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἐδικαιοῦτο ἐκ τῆς περιουσίας τοῦ ἀδελφοῦ της νὰ λάβῃ λόγῳ κληροδοτήματος, ἐξοφλεῖ πᾶσαν ὑποχρέωσιν τοῦ Πανεστημίου, ὅτι οὐδὲν ἐν τῷ μέλλοντι θέλει ἀξιώσει, ἐπὶ πλέον δὲ, ἐπειδὴ, φαίνεται, παρὰ τοῖς διοικοῦσι τὰ τοῦ Πανεπιστημίου ὑπῆρχεν ἐνδοιασμός τις καὶ φόβος περὶ ἐνδεχομένης ἐγέρσεως ἀγωγῆς κατὰ τοῦ κύρους τῆς διαθήκης, δηλοῖ ἐν τῷ συμβολαίῳ, ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ κῦρος τῆς διαθήκης, τίθεται δὲ ἡ φράσις αὕτη: «ἀναγνωρίζουσα ὡς ἰσχυρὰν καὶ ἔγκυρον τὴν ἰδιόγραφον διαθήκην τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῆς».
§302ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ....
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§304ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δέχεται διακοπάς.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν δέχηται ὁ ἀγορεύων, δὲν δέχεται ὁ Πρόεδρος.
§306ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι τὸ συμβόλαιον αὐτὸ εἶναι ἀντιγεγραμμένον ἀπὸ τὰ βιβλία τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ζητῶ τὸν λόγον.
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· θὰ σᾶς ἐγγράψω· ἀλλὰ εἶναι δέκα προηγούμενοι.
§308ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ θὰ εἴπω ποῖος εἶναι ὁ γραμματεὺς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ὁποῖος ἐγνώριζε τὸ ἔγγραφον αὐτὸ (ψιθυρισμοί).
§309ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τοῦ 1889, ὁπότε ἐγένετο ἡ ἐξόφλησις τοῦ χρέους τούτου. Ἐν τούτοις ἡ ἀδελφὴ τοῦ Μητροπολίτου, τίς οἶδεν εἰς τίνων κακοβούλων ἐπιδρομέων κατὰ τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου τὰς δολίας εἰσηγήσεις πεισθεῖσα, τίς οἶδε τίνων ἐξυπηρετοῦσα τὰ πλάγια καὶ αἰσχρὰ συμφέροντα, ἐν ἀγνοίᾳ τῆς σημασίας τῶν πράξεων, εἰς τὰς ὁποίας προέβαινεν, ἤγειρεν ἀγωγὴν κατὰ τὸ 1889 κατὰ τοῦ Πανεπιστημίου, ἀγωγήν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ τὴν ἀκύρωσιν τῆς διαθήκης.
§310ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πότε ἠγέρθη ἡ ἀγωγή;
§311ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1889, τῇ 15 Σεπτεμβρίου, ἐκοινοποιήθη δὲ τῇ 29 Σεπτεμβρίου 1889.
§312Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν ἐξόφλησιν;
§313ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετά.
§314ΤΟΜΑΝ. Τὴν ἔχετε τὴν ἀγωγὴν αὐτήν;
§315ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (δεικνύων τὸν φάκελλον). Ἐδῶ εἶναι.
§316ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὸ συμβόλαιον;
§317ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι προγενέστερον. Ἐγένετο τῇ 13 Ἰουλίου 1888.
§318ΤΟΜΑΝ. Ἐξεδόθη καμμία ἀπόφασις ἐπ’ αὐτῆς;
§319ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· οὐδεμία ἀπόφασις, διότι ἡ ἀγωγὴ δὲν συνεζητήθη. Ἠγέρθη, Κύριοι, ἡ ἀγωγὴ αὕτη. Ἡ ἀγωγὴ αὕτη, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἔμεινεν ἐκκρεμὴς, δὲν συνεζητήθη, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ, διότι ἡ ἐγείρασα αὐτὴν, ἢ μᾶλλον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὤθησαν τὴν ἀδελφὴν τοῦ Μητροπολίτου νὰ ἐγείρῃ τὴν ἀγωγὴν, ἐγνώριζον, ὅτι νομίμως οὐδὲν ἠδύναντο νὰ προσδοκῶσιν ἐκ τῆς συζητήσεως τοιαύτης ἀγωγῆς· σκοπίμως δὲ δὲν προέβησαν εἰς τὴν συζήτησιν μέχρι τοῦ 1896, ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη· Διατὶ δὲν προέβησαν εἰς τὴν συζήτησιν; ὁ λόγος εἶναι προφανὴς, καὶ ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἀνεμένετο ἡ κατάλληλος εὐκαιρία, ὅπως διαρπασθῶσιν 100,000 δραχμαὶ ἀπὸ τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου, ὅπως εὑρεθῇ ἡ κατάλληλος εὐκαιρία, ἵνα ληστευθῶσιν 100,000 δραχμαί. Καὶ εὑρέθη ὄντως ἡ εὐκαιρία αὕτη ἤδη, καὶ ἰδοὺ ὅτι ἐτελέσθη ὁ συμβιβασμός. Ἐντεῦθεν ἐξηγεῖται ἡ μὴ συζήτησις τῆς ἀγωγῆς ἐπὶ ἑπταετίαν ὁλόκληρον. Ἐσχάτως ἐπεδιώχθη ὁ συμβιβασμὸς αὐτὸς, παραδόξως δὲ, ἡ Πρυτανεία τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ διοικοῦσα τὰ τῆς περιουσίας αὐτοῦ, ἡ ἐπὶ μακρὰ ἔτη εὑρισκομένη εἰς γνῶσιν ἀκριβῆ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἔρχεται εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ πληρεξουσίου τῆς ἐναγούσης...
§320ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ πληρεξούσιος αὐτός;
§321ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μουζάλας τις δικηγόρος, ὄπισθεν τοῦ Μουζάλα ὅμως κρύπτονται ἄλλα πρόσωπα.
§322ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ, οἱ κρυπτόμενοι;
§323ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τοὺς ἀνακαλύψῃ ἡ ἀνακριτικὴ ἀρχή.... Εἷς, λέγω, πρύτανις τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἔρχεται εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ πληρεξουσίου τῆς ἐναγούσης, καὶ, χωρὶς νὰ διστάσῃ, ἀφοῦ ἐγνώριζε τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀφοῦ ἔχει εἰς χεῖράς του τὴν ὁμολογίαν τῆς ἐναγούσης, κατὰ τὴν ὁποίαν αὕτη ἀνεγνώριζεν ἀπόλυτον κῦρος εἰς τὴν διαθήκην τοῦ ἀδελφοῦ της, προκαλεῖ τὴν γνωμοδότησιν νομομαθῶν, ἵνα ὀχυρωθῇ ὄπισθεν αὐτῆς. Καὶ πῶς τὴν προκαλεῖ; κατὰ τρόπον δολιώτατον, ἀποκρύπτων δηλ. ἀπὸ τοὺς νομομαθεῖς τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ ἐπίσημα, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ νομομαθεῖς ἠδύναντο νὰ φωτισθῶσι καὶ νὰ ἐκφέρωσι πεφωτισμένην κρίσιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως κατὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀποκρύπτων τὴν ὁμολογίαν τῆς ἐναγούσης, ἐκ τῆς ὁποίας καταφαίνεται, ὅτι ἡ διαθήκη εἶναι ἀπολύτως ἔγκυρος. Καὶ ὅτι αὕτη ἀπεκρύβη ἀπὸ τοὺς νομομαθεῖς, ἔχετε τρανωτάτην ἀπόδειξιν, ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν νομομαθῶν πηγάζουσαν, ἐκ τῆς ὁποίας ἀριδήλως ἀποδεικνύεται, ὅτι εἰς τὴν κρίσιν τῶν νομομαθῶν τούτων ὑπεβλήθησαν ἀντίγραφον τῆς διαθήκης μόνον, ἡ ἀγωγὴ καὶ προφορικαὶ πληροφορίαι.
§324ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶσθε δικηγόρος, γνωρίζετε δ’ ὅτι, ὅταν εἰς ἕνα δικηγόρον ὑποβάλληται ἓν ζήτημα, τοῦ στέλλονται τὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει ν’ ἀποφανθῇ. Εἶναι δυνατὸν ἡ Πρυτανεία νὰ μὴ ἔστειλε τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ μὴ ἀνέγραψε τὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπε ν’ ἀποφανθῶσιν οἱ νομομαθεῖς;
§325ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§326ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὰ ἔγγραφα τὰ ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν· εἴπετε ἡμῖν; πρὸς διαφώτισίν μας, ὑπάρχει τοιοῦτον ἔγγραφον, ναὶ ἢ ὄχι;
§327ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ἃ ἐξάγεται ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως, δὲν προεκλήθη αὕτη ἐγγράφως, ἀλλὰ προφορικῶς, καὶ σκοπίμως προεκλήθη οὕτω πως, ἵνα μὴ δοθῇ ὅπλον κατὰ τῆς Πρυτανείας τοῦ Πανεπιστημίου. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προκληθῇ ἐγγράφως, διότι τότε θὰ ἀνεγράφοντο τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπεβάλλοντο ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν νομομαθῶν, ἡ δὲ Πρυτανεία εἶχε τὸ δόλιον συμφέρον νὰ ἀποκρύψῃ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἠσφάλιζε τὰ δικαιώματα τοῦ Πανεπιστημίου. Ἰδοὺ, Κύριοι, τί ἐξάγεται ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν ἐπιστημόνων (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ περὶ διαθηκῶν νόμου, ἡ ἰδιόγραφος διαθήκη δέον, ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, νὰ φέρῃ τὴν ἡμέραν, τὸν μῆνα καὶ τὸ ἔτος τῆς συντάξεως αὐτῆς, ἅτινα πάντα δέον ν’ ἀποδεικνύωνται ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου τῆς διαθήκης... «Ἐὰν γείνῃ συμβιβασμὸς μεταξὺ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῆς μόνης ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμου, ἤτοι τῆς ἐναγούσης, πρέπει νὰ διατυπωθῇ οὕτω...» Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον οἱ νομομαθεῖς δίδουν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, περὶ τοῦ πῶς νὰ διατυπωθῇ ὁ μέλλων συμβιβασμὸς, ῥητῶς λέγεται, ὅτι ὀφείλει τὸ Πανεπιστήμιον νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς ἐναγούσης, ἵνα αὕτη ἀναγνωρίσῃ τὸ κῦρος τῆς διαθήκης. Τί ἕπεται ἐντεῦθεν; ἕπεται ὅτι οἱ νομομαθεῖς, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπεβλήθη ἡ ὑπόθεσις, δὲν εἶχον γνῶσιν οὔτε ἐξ ἐγγράφων οὔτε ἐκ προφορικῶν ἀνακοινώσεων, ὅτι εἶχεν ἐπέλθει ἤδη ἡ ἀναγνώρισις αὕτη.
§328ΣΚΟΥΖΕΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι συνειθισμένον ποτὲ νὰ ὑποβάλλῃ εἷς ἰδιώτης, πολλῷ δὲ μᾶλλον τὸ Πανεπιστήμιον, νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν γνωμοδότησιν ἑνὸς Νομικοῦ Συμβουλίου ζήτημα προφορικῶς, χωρὶς νὰ στέλλῃ ἔγγραφον;
§329ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συνηθέστατα ὑποβάλλονται εἰς τὴν κρίσιν δικηγόρων τὰ ζητήματα προφορικῶς μόνον, ἀλλ’ ἐδῶ, Κύριοι, ὑπῆρχεν εἰδικὸς λόγος, ὅπως προφορικῶς καὶ μόνον προφορικῶς ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν κρίσιν τῶν νομομαθῶν τὰ ζητήματα καὶ αἱ πληροφορίαι, ὅπως μὴ ὑπάρχῃ ὅπλον κατὰ τῆς Πρυτανείας. Θὰ ἦσαν πολὺ μωροὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπεχείρουν διὰ δόλου, διὰ λῃστοπραξιῶν τοιούτων, τὴν διαρπαγὴν τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου, ἐὰν ἔδιδον καὶ τὰ ὅπλα, διὰ τῶν ὁποίων ἐκ τοῦ προχείρου θὰ ἐξηλέγχετο ἡ δολιότης των αὕτη. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς προβαίνει εἰς εἰκασίας περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν γίνονται αἱ δικηγορικαὶ γνωμοδοτήσεις, ἵνα μᾶς εἴπῃ ὅτι πιθανὸν νὰ ὑπεβλήθησαν πάντα τὰ ἔγγραφα. Ἀλλ’ ἔγγραφον τοιοῦτον, ὡς ἡ ἐξοφλητικὴ ὁμολογία, ἂν ὑπεβάλλετο, ἦτο δυνατὸν νὰ παροραθῇ παρὰ οἱωνδήποτε δικηγόρων, καὶ μάλιστα καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἀφοῦ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ εἶναι ἡ κλεὶς ὅλης τῆς ὑποθέσεως; Ἂς ἀφήσωμεν τὰς εἰκασίας, αἵτινες δὲν ἔχουν καμμίαν ἔννοιαν, ἀφοῦ τὰ πράγματα εἶναι τόσον σαφῆ καὶ αὐταπόδεικτα. Τὰ μετὰ τὴν γνωμοδότησιν ἠκούσατε ἤδη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κυθήρων. Ἡ Πρυτανεία ἔσπευσεν ἀμέσως, ἐν τῇ ἄκρᾳ αὑτῆς μερίμνῃ καὶ τῇ στοργῇ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Πανεπιστημίου, φοβουμένη μὴ τυχὸν ἐκ τῆς ἀναβολῆς ἐπὶ μίαν μόνην ἡμέραν ἐπέλθῃ ζημία εἰς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, ἔσπευσε νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν συμβιβαστικὴν μετὰ τῆς ἐναγούσης, καὶ ἐπὶ πλέον ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας τὸν συμβιβασμόν.
§330ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Πότε ἔγεινεν ὁ συμβιβασμός;
§331ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδού, Κύριοι, τί λέγει τὸ ἔγγραφον. Ἀναγινώσκω τοῦτο διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Πρυτανεία τοῦ Ἐθν. Πανεπιστημίου πρὸς τὸ Σεβ. Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. «Ὡς γνωστόν, ὁ μακαρίτης Μητροπολίτης Λαρίσης Δωρόθεος Σχολάριος ἐκληροδότησεν ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν αὑτοῦ εἰς τὸ ἡμέτερον Πανεπιστήμιον, συμποσουμένην εἰς 320,000 σχεδὸν δραχμὰς, ἀλλὰ μετὰ ὑποχρεώσεών τινων παραχωρήσεως διαφόρων ποσῶν εἰς διάφορα πρόσωπα ἢ ἱδρύματα. Ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων τούτων αἱ μὲν ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ ἐκπληρωθῶσιν, αἱ δὲ μετὰ 30 ἔτη εἰς τὸν δῆμον Τρικκαίων καὶ εἰς κοινωφελῆ ἱδρύματα ἐν Κωνσταντινουπόλει. Δυστυχῶς ὅμως ἡ διαθήκη δὲν ἦτο κατὰ τοὺς νομίμους τύπους συντεταγμένη, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ζῶσα ἀδελφὴ τοῦ Δωροθέου ἀπειλεῖ νὰ ἀνατρέψῃ αὐτήν· ὁ δὲ λόγος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κυρίως στηρίζεται, εἶναι νομικῶς ἰσχυρότατος, διότι ἡ διαθήκη, ἡ φέρουσα χρονολογίαν 1884 (2 Φεβρουαρίου) εἶναι γεγραμμένη ἐπὶ χαρτοσήμου, οὗτινος τὰ ὑδάτινα γράμματα φέρουσιν ἔτος ἐκτυπώσεως 1887. Τοῦτο δ’ εἶναι λόγος ἀκυρότητος τῆς διαθήκης. «Ἡ Σύγκλητος, βλέπουσα τὸν μέγιστον κίνδυνον καὶ τὴν ζημίαν, τὴν ἐκ τῆς ἀνατροπῆς τῆς διαθήκης δυναμένην νὰ προσγένηται τῷ Πανεπιστημίῳ, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἡ πραγματικὴ περιουσία σήμερον ἐκ τοῦ Δωροθέου δὲν ὑπερβαίνει τὰς 250,000 δραχμὰς, καθόσον ἕνεκα τῆς ἐκπτώσεως τῶν χρεωγράφων ἐμειώθη κατὰ 70,000 περίπου δραχμὰς, πιπτούσης δὲ τῆς διαθήκης, ὑποχρεοῦται νὰ ἀποδώσῃ ὁλόκληρον τὴν ἀπ’ ἀρχῆς παραληφθεῖσαν περιουσίαν τῶν δραχ. 320,000, διώρισεν ἐπιτροπὴν ἐκ καθηγητῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς, ἤτοι τῶν κ. κ. Ν. Δαμασκηνοῦ, Κ. Ν. Κωστῆ, Α. Κρασσᾶ καὶ Ν. Δημαρᾶ, ἵνα γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ πρακτέου. Αὕτη δὲ, μετὰ ἐπανειλημμένα συμβούλια καὶ μετὰ ἐπισταμένην ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, ἀπεφήνατο, ὅτι, καὶ δυναμένης νὰ ὑποστηριχθῇ τῆς ἐγκυρότητος τῆς διαθήκης, εἶναι ἄφευκτος ἀνάγκη νὰ δεχθῶμεν τὸν παρὰ τῆς ἀδελφῆς τοῦ Δωροθέου προτεινόμενον συμβιβασμόν. Συμφώνως δὲ τῇ γνωμοδοτήσει ταύτῃ ἡ Σύγκλητος ἀπεφάσισεν ἐν τῇ τελευταίᾳ αὑτῆς συνεδριάσει, ἵνα γείνῃ ὁ συμβιβασμὸς, καταβάλλοντος τοῦ Πανεπιστημίου τῇ μὲν ἀδελφῇ τοῦ Δωροθέου 100,000 δραχμὰς, τῷ δὲ δήμῳ Τρικκαίων 40,000 δραχμὰς μόνον. «Διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ τούτου δύναται τὸ Πανεπιστήμιον ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἀπώλειαν ὁλοκλήρου τῆς κληροδοτηθείσης περιουσίας, καὶ νὰ σώσῃ μέρος αὐτῆς ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἤτοι 100,000 δρ. καὶ τοὺς τόκους αὐτῶν ἐπὶ 30 ἔτη, μετὰ τὰ ὁποῖα θὰ ὑπολειφθῶσιν αὐτῷ μικραί τινες ὑποχρεώσεις ἐπὶ τῆς διαθήκης. «Πέμποντες ὑμῖν ἀπόσπασμα τῆς ἀποφάσεως τῆς Συγκλήτου περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, παρακαλοῦμεν τὸ Σεβ. Ὑπουργεῖον νὰ ἐγκρίνῃ καὶ τοῦτο τὸν ἐν λόγῳ συμβιβασμὸν, πρὸς ἀποφυγὴν μεγίστων ζημιῶν καὶ ἀφεύκτων διὰ τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον. Παρακαλοῦμεν δὲ νὰ ἔχωμεν ὡς τάχιον τὴν ἔγκρισιν ταύτην, διότι ὁ ἐκ Θεσσαλίας ἐλθὼν πληρεξούσιος τῆς ἀδελφῆς τοῦ Δωροθέου δὲν δύναται, ἕνεκα τῶν δικηγορικῶν του ὑποθέσεων, νὰ παραμείνῃ, εἰμὴ μόνον ὀλίγας ἡμέρας ἐνταῦθα. «Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Φεβρουαρίου 1896. «Εὐπειθέστατος «Ὁ Πρύτανις «Α. Διομήδης Κυριακός.» Ἡ συνεδρίασις τῆς Συγκλήτου, κατὰ τὴν ὁποίαν συνεζητήθη καὶ ἀπεφασίσθη ὁ συμβιβασμὸς, ἐγένετο τῇ 17 Φεβρουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους. Τοῦτο λέγει τὸ ἀντίγραφον τῶν πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς Συγκλήτου. Λέγει ὅτι ἡ Σύγκλητος ἔσπευσεν, ἐν τῇ ἄκρᾳ αὑτῆς μερίμνῃ, μὴ τυχὸν ἐπέλθῃ ζημία τις εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Πανεπιστημίου, μὴ τυχὸν ἐκ τῆς ἀναβολῆς λάβῃ καιρὸν ἡ ἐνάγουσα καὶ συζητήσῃ τὴν ἀγωγὴν καὶ βαρύνωσι τὸ Πανεπιστήμιον αἱ ἐντεῦθεν ὑποχρεώσεις, ἔσπευσεν ὅπως ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν τοῦ συμβιβασμοῦ παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Εἶναι ὄντως περίεργος ἡ σπουδὴ τῶν διοικούντων τὰ τοῦ Πανεπιστημίου, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησαν νὰ ὑφαρπάσωσι τὴν ἔγκρισιν ἐπὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, ὡς ἐπίσης καὶ ἡ σπουδὴ, μετὰ τῆς ὁποίας παραδόξως καὶ ἀδικαιολογήτως, τολμῶ νὰ εἴπω, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἄγεται εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ δώσῃ τὴν ἔγκρισίν του, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, ὡς ὤφειλε, καὶ ζητήσῃ καὶ αὐτὴν ἔτι τὴν γνώμην νομομαθῶν, καὶ δὴ τοῦ νομικοῦ συμβούλου τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἀφοῦ εἶχε μάλιστα λάβει τὸ ἐνδόσιμον νὰ δυσπιστῇ πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ Πανεπιστημίου ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κυθήρων. Ἀλλ’ ἔθεσε τὴν χεῖρά του ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου ὁ κύριος Ὑπουργὸς, καὶ διὰ μιᾶς λέξεως, «ἐκτελεστέον», ἀπεφάσισεν, ὅπως λῃστευθῶσιν 100,000 δραχ. τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ 100 λεπτῶν!
§332ΓΕΩΡΓ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ κ. Στάης ἰσχυρίσθη πρὸ ὀλίγου, ὅτι τὴν αὐτὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐγένετο ὁ συμβιβασμὸς, ἐστάλη πρὸς ἔγκρισιν εἰς τὸν Ὑπουργόν.
§333ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν ἐγγράφων δὲν ἐξάγεται βεβαίως πληροφορία περὶ τοῦ πότε ἔγεινεν ὁ συμβιβασμός. Ἡ συνεδρίασις τῆς Συγκλήτου ἦτο τὴν 17 Φεβρουαρίου, καὶ ἡ γνωμοδότησις τῶν νομομαθῶν μετὰ τῶν πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως ὑπεβλήθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν 27 Φεβρουαρίου. Ὁ συμβιβασμὸς δὲ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ. Κύριοι, καταλήγων τὸν λόγον μου, ὀφείλω νὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ ἀρχόμενος αὐτοῦ, ὀφείλω νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν δὲν πρόκειται περὶ πλάνης, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ εἴπωμεν τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ πρόκειται ἀναντιῤῥήτως περὶ δόλου, ὅστις συνεπάγεται εἰς τὸ ἀνώτατον ἐκπαιδευτικὸν καθίδρυμα, τὸ ἔχον ἱερὰν καὶ ἐθνικὴν ἀποστολὴν, ζημίαν 100,000 δραχμῶν. Προκειμένου δὲ περὶ τοιούτου καταχθονίου δόλου, περὶ τοιαύτης ἐγκληματικῆς πράξεως, ἔχει καθῆκον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ πρὸ πάντων αὐτὸς, τοῦ ὁποίου ἐκ συναρπαγῆς ἐλήφθη ἡ ὑπογραφὴ, ἔχει καθῆκον καὶ ἡ Κυβέρνησις, μεριμνῶσα περὶ τῆς ἰδίας ὑπολήψεως καὶ τῶν συμφερόντων τῆς ἀνωτάτης ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως, νὰ πατάξῃ τὸ ἔγκλημα, νὰ ῥίψῃ βαρεῖαν χεῖρα ἐπὶ τῶν ἐργατῶν αὐτοῦ, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι οὗτοι. Ἔχει δὲ καθῆκον καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ παραγγελίαν τοῖς ἁρμοδίοις πρὸς ἐνέργειαν τακτικῆς ἀνακρίσεως, πρὸς ἀνακάλυψιν καὶ τιμωρίαν τῶν ἐνόχων.
§334Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ ἐκφράσω γνώμην, χωρὶς νὰ ἀκούσω πρῶτον τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λοκρίδος συνάδελφον.
§335ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἤθελον νὰ ἀποδείξω Κύριοι, ὅτι ὁ μόνος ἁρμόδιος νὰ ἔχῃ γνώμην περὶ ἀναβολῆς ἢ μὴ τῆς ἀναπτύξεως ἐπερωτήσεώς τινος, εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ ἐπερωτῶν. Ἵνα δὲ σᾶς πείσω περὶ τούτου, μετεχειρίσθην τὸ ἑξῆς ἐπιχείρημα. Ἐὰν ὁ ἐπερωτῶν εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον καταγγέλλων αὐτὸς ἀμέσως, ἐλπίζει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ προλάβῃ, δὲν ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀκούσῃ αὐτοῦ ἀμέσως; Αὐτὰ ἰσχυρίσθην ἐγώ. Ἀκολούθως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἀνέπτυξεν, ὡς ἀνέπτυξε, τὴν ἐπερώτησίν του, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠρώτησεν αὐτόν: «Τί νομίζετε; πρόκειται περὶ δόλου ἢ πλάνης;» Ἐγὼ ἔσπευσα τότε, ἐπειδὴ εἶδον διστάζοντα τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Κυθήρων ν’ ἀποφανθῇ γνώμην, καὶ εἶπον ἀντ’ αὐτοῦ, ὅτι πρόκειται περὶ δόλου. Τοῦτο κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν συνάγεται ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων, ἔργον δὲ τῆς δικαιοσύνης εἶναι ν’ ἀνακαλύψῃ καὶ καταδείξῃ τοὺς διαπράξαντας αὐτόν. Πῶς δὲ συνάγεται ἐκ τῶν ἐγγράφων ὁ δόλος; Πρόκειται, Κύριοι, περὶ δύο κυρίως ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ τεθῶσιν ἐνώπιον τῆς Πρυτανείας καὶ τῆς Συγκλήτου τοῦ Πανεπιστημίου, πρὸς δὲ τῶν νομομαθῶν, ὧν ἐζητήθη ἡ γνώμη. Πρῶτον, ἐὰν ἡ διαθήκη τοῦ μακαρίτου Σχολαρίου ἦτο ἔγκυρος ἢ ὄχι, καὶ δεύτερον, ἐὰν ἡ προσβαλοῦσα τὸ κῦρος τῆς διαθήκης ἀδελφὴ τοῦ Σχολαρίου, ἀφοῦ διὰ τῆς παρούσης συμβολαιογραφικῆς πράξεως (ἐπιδεικνύει αὐτὴν), ἐδήλωσεν ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ κῦρος τῆς διαθήκης καὶ παραιτεῖται παντὸς κληρονομικοῦ δικαιώματος, δύναται πλέον νὰ προσβάλῃ τὴν διαθήκην καὶ ἐγείρῃ ἀξιώσεις ἐπὶ τῆς κληρονομίας τοῦ ἀδελφοῦ της. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ κληθέντες νὰ γνωμοδοτήσωσι περὶ τῆς ὑποθέσεως, ἦσαν ἢ δόλιοι ἢ μωροί, οὕτως ὥστε, ἀφοῦ εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς αὐτοὺς μία τοιαύτη συμβολαιογραφικὴ πρᾶξις, οἵα ἡ προκειμένη, νὰ τὴν παραγνωρίσωσιν ὅλως διόλου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἠρώτησε τὸν πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντα, ἐὰν δὲν ὑπεβλήθη εἰς τοὺς καθηγητάς, τοὺς γνωμοδοτήσαντας, καὶ ἡ συμβολαιογραφικὴ αὐτὴ πρᾶξις. Ἀλλ’ ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεώς των καταφαίνεται, ὅτι μόνον ἡ προσβληθεῖσα διαθήκη ὑπεβλήθη εἰς αὐτούς. Ἐγὼ μάλιστα προβαίνω ἔτι περαιτέρω, καὶ λέγω ὅτι, ἵνα παραδεχθῶ ὅτι οἱ κύριοι καθηγηταί, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν συμβολαιογραφικὴν πρᾶξιν τῆς ἀδελφῆς, ἀπηξίωσαν αὐτὴν οἱασδήποτε προσοχῆς, πρέπει νὰ πιστεύσω, ὅτι αὐτοὶ ἦσαν ἢ δόλιοι, ἢ μωροί. Ἀλλ’ ἀποδέχομαι μᾶλλον, πρὸς τιμήν των, ὅτι δὲν εἶχον αὐτῆς τὸ παράπαν γνῶσιν, οὐδὲ κἂν τῆς ἐγκριθείσης ἀγωγῆς, ὅτι δὲ ὑπεβλήθη εἰς αὐτοὺς μόνη ἡ διαθήκη ἐν ἀντιγράφῳ, μὲ τὴν προφορικὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐπὶ τοῦ πρωτοτύπου αὐτῆς δὲν συμφωνεῖ ἡ χρονολογία τῆς διαθήκης μὲ τὴν τοῦ χαρτοσήμου. Ἐρωτηθέντες ἐπὶ μόνῃ τῇ βάσει ταύτῃ, ἐὰν ἦτο ἔγκυρος ἢ μὴ ἡ διαθήκη, ἐγνωμοδότησαν καθ’ ἣν ἕκαστος εἶχε γνώμην, ὅτι δηλαδὴ ἡ διαθήκη, ἀναφέρουσα χρονολογίαν μὴ συμφωνοῦσαν πρὸς τὴν τοῦ χαρτοσήμου, εἶναι ἄκυρος. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐὰν ὑπεβάλλετο εἰς αὐτοὺς καὶ ἡ προκειμένη συμβολαιογραφικὴ πρᾶξις, δὲν θὰ ἠρκοῦντο εἰς τὸ νὰ γνωμοδοτήσωσι μόνον περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ τοῦ ἀκύρου τῆς διαθήκης. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων, ἂν δὲν ὑπῆρχε δολία πρόθεσις, ἔδει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἦτο ἡ συμβολαιογραφικὴ πρᾶξις. Ὁ μακαρίτης Δωρόθεος, Κύριοι, εἶχε γράψει τὴν διαθήκην του ἰδιοχείρως ἐν ἔτει 1884, ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, ἡ τοιαύτη δὲ διαθήκη εἶναι ἔγκυρος, ἐγκυροτάτη. Ἀλλ’ εὑρέθη τις, ὅστις τὸν συνεβούλευσεν, ὡς φαίνεται, ὅτι, ὅπως ἔχῃ τοιαύτη διαθήκη κῦρος, ὤφειλε νὰ ἦναι γεγραμμένη ἐπὶ ἐνσήμου χάρτου, αὐτὸς δὲ, ἀδαὴς περὶ τὰ τοιαῦτα, ἔσπευσε νὰ ἀγοράσῃ χαρτόσημον, ἐφ’ οὗ ἀντέγραψε mot-à-mot τὴν διαθήκην μὲ τὴν πρώτην χρονολογίαν. Εἰς τὰ ἔγγραφά του δὲ εὑρέθησαν καὶ αἱ δύο διαθῆκαι.
§336Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ λέγετε ἀνακριβείας.
§337ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ, ὡς θὰ ἐνοήσατε ἤδη, δὲν στηρίζω εἰς τοῦτο τὰ ἐπιχειρήματά μου. Καθ’ ἃς ὅμως ἔχω πληροφορίας, εὑρέθησαν εἰς τὰ ἔγγραφά του καὶ ἡ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου διαθήκη καὶ ἡ ἐπὶ ἐνσήμου· ἡ τελευταία αὐτὴ μὲ χρονολογίαν τοῦ ἔτους 1887.
§338ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν ἡ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου διαθήκη ἐκηρύχθη κῦρος ἔχουσα. Ὑπάρχουσι τὰ πρακτικά. Ἀνευρέθη δὲ τῇ φροντίδι τοῦ πρυτάνεως τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν ἐκηρύχθη κυρία. Ἀφοῦ δὲ ἡ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου ἐκηρύχθη κυρία, δὲν πρέπει νὰ γίνεται λόγος περὶ τῆς ἐπὶ χαρτοσήμου.
§339ΣΤΑΗΣ. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν εἶναι τῆς 3 Μαρτίου 1890.
§340ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Τρικκάλων, ἐνδιαφερομένου εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, μανθάνομεν, ὅτι ἡ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου διαθήκη εὑρέθη μεταξὺ τῶν ἐγγράφων τοῦ μακαρίτου Δωροθέου, καὶ ὅτι ἐκηρύχθη ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν κυρία. Ἐξηγήσατε δὲ τώρα, Κύριοι, τὴν τόλμην τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, θελήσαντος πρὸ μικροῦ νὰ μὲ διαψεύσῃ! Πῶς λοιπὸν εἰσήχθη εἰς τὸ μέσον ἡ ἐπὶ χαρτοσήμου διαθήκη; Αἱ γνῶμαι τῶν νομομαθῶν διχάζονται ὡς πρὸς τὸ κῦρος τῆς τοιαύτης διαθήκης. Ὑπάρχουσι νομομαθεῖς ἔγκριτοι καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ, οἵτινες δὲν θεωροῦσιν ἱκανὴν μόνην τὴν διαφορὰν τῆς χρονολογίας τῆς διαθήκης καὶ τοῦ ἐνσήμου χάρτου, ὅπως ᾖ αὕτη ἄκυρος. Κατ’ αὐτοὺς, πρέπει νὰ ᾖναι ἀποδεδειγμένον, ἢ ὅτι ὑπάρχει δόλος, ἢ ὅτι ὁ συντάκτης τῆς διαθήκης διετέλει ἐν παραφροσύνῃ. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι ζητήματα νομικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἐνδιαφέρουσιν ἡμᾶς. Ἐγὼ παραδέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἡ διαθήκη ἡ ἐπὶ χαρτοσήμου ἦτο ἄκυρος καὶ ἄχρηστος ὅλως διόλου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί ὤφειλε νὰ πράξῃ τὸ Πανεπιστήμιον; νὰ καταφύγῃ πρὸ παντὸς εἰς τὴν ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου διαθήκην, ἡ ὁποία ἦτο ἔγκυρος, ἐγκυροτάτη, καὶ ἡ ὁποία, ὡς τοιαύτη, εἶχε κηρυχθῆ κυρία ὑπὸ τοῦ ἐνταῦθα Πρωτοδικείου. Εἰς τὴν διαθήκην ταύτην εἶχε κατὰ πρῶτον τὸ Πανεπιστήμιον νὰ στηριχθῇ καὶ κατὰ δεύτερον εἰς τὴν συμβολαιογραφικὴν αὐτὴν πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἡ ἀδελφὴ τοῦ Σχολαρίου, λαβοῦσα τὸ διατεθὲν ὑπὲρ αὐτῆς ποσὸν, ἀναγνωρίζει τὸ κῦρος τῆς διαθήκης, καὶ παραιτεῖται παντὸς δικαιώματος ἐπὶ τῆς κληρονομίας τοῦ ἀδελφοῦ της. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἰς τὴν Πρυτανείαν καὶ τὴν Σύγκλητον τοῦ Πανεπιστημίου, ἐχούσας ἐνώπιον αὑτῶν τὰ δύο ταῦτα ἔγγραφα, τὴν ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου διαθήκην καὶ τὴν συμβολαιογραφικὴν πρᾶξιν, οὐδεμία ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ ἀμφιβολία περὶ τοῦ δικαίου της. Ἀλλὰ, ὡς φαίνεται, τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἔγγραφα ἀπεκρύβησαν σκοπίμως ἀπὸ τῆς Πρυτανείας καὶ τῆς Συγκλήτου, ὑπεβλήθη δὲ εἰς αὐτὰς μόνη ἡ ἐπὶ χαρτοσήμου διαθήκη, ἐφ’ ἧς ἐγερθείσης ἀμφιβολίας, προεκλήθη ἡ γνώμη τῶν νομομαθῶν. Ἐὰν ἡ Σύγκλητος καὶ ἡ Πρυτανεία εἶχον γνῶσιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἐγγράφων, ἢ δὲν θὰ ἠρώτων διόλου τοὺς νομομαθεῖς, ἢ θὰ ἔθετον εἰς αὐτοὺς τὰ ἑξῆς ζητήματα. Πρῶτον, ἀπέναντι τῆς ὡς ἀκύρου προσβαλλομένης διαθήκης ἐπὶ ἐνσήμου χάρτου ἦτο ἔγκυρος ἡ ἄλλη διαθήκη, ἡ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου; Δεύτερον, ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ συμβολαιογραφικὴ αὕτη πρᾶξις, διὰ τῆς ὁποίας ἡ διαθήκη τοῦ Δωροθέου ἀναγνωρίζεται παρὰ τῆς ἀδελφῆς του ὡς ἔγκυρος καὶ παραιτεῖται αὕτη παντὸς δικαιώματος, δύναται νῦν αὐτὴ νὰ προσβάλῃ τὴν διαθήκην καὶ νὰ ἐγείρῃ ἀξιώσεις ἐπὶ τῆς κληρονομίας τοῦ ἀδελφοῦ της; Ταῦτα εἶναι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐτίθεντο ἐνώπιον τῶν νομομαθῶν, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε δολία προαίρεσις παρ’ ἐκείνοις, οἵτινες ἦσαν εἰς θέσιν νὰ διαφωτίσωσι καὶ τὴν Πρυτανείαν καὶ τὴν Σύγκλητον καὶ τοὺς νομομαθεῖς.
§341ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Διὰ τοῦτο ἠρώτησα ἐγὼ, ἐὰν ὑπεβλήθη.
§342ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν νομομαθῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι οὔτε τὰ κύρια ζητήματα οὔτε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτούς. Ὑπεβλήθη μόνον τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἠδύναντο αὐτοὶ εὐκόλως καὶ νὰ παραχθῶσιν εἰς γνωμοδότησιν ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Πανεπιστημίου. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Τώρα ποῦ ἔγκειται ἡ δολία αὕτη προαίρεσις; Οἱ νομομαθεῖς, κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν, ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος καὶ καλῇ τῇ πίστει ἐξέδωκαν τὴν γνωμοδότησιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκαν, στηριχθέντες εἰς μόνην τὴν ἐπὶ ἐνσήμου χάρτου διαθήκην καὶ ἀπαντήσαντες πρὸς μόνον τὸ τεθὲν αὐτοῖς ἐρώτημα περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου αὐτῆς. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ ἐπιῤῥίψωμεν δολίαν προαίρεσιν εἰς τὴν Πρυτανείαν καὶ τὴν Σύγκλητον; Πρύτανις εἶναι ὁ κ. Α. Δ. Κυριακός, συγκλητικοὶ δὲ, οἱ ζητήσαντες τὴν τοιαύτην γνωμοδότησιν, εἶναι οἱ κύριοι Σακελλαρόπουλος, Κατσαρᾶς, Κωστῆς, Ἀγγελόπουλος, Χατζηδάκης, Χατζημιχάλης, Καραμήτσας, Ρώσης, Ἀργυρόπουλος. Ἐγώ, Κύριοι, παραδέχομαι ὅλους αὐτοὺς ὡς ἐντίμους καὶ ἀκεραίους. Βεβαίως κατὰ νομικὸν πλάσμα αὐτοὶ εἶναι οἱ διαχειρισταὶ τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου, αὐτοὶ ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι γνῶσιν τοῦ δοῦναι καὶ λαβεῖν αὐτοῦ, πρὸς δὲ τῶν συμβάσεων, εἰς ἃς αὐτὸ προέρχεται πρὸς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον· ἀλλὰ ταῦτα πάντα κατὰ νομικὸν μόνον πλάσμα, διότι αὐτοὶ κατ’ ἔτος ἀλλάσσουσι, δὲν γνωρίζουσι δὲ τί εἶχε συμβῆ πρὸ ἑνὸς ἢ πρὸ δύο καὶ πλειόνων ἐτῶν. Λοιπὸν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δολία παρ’ αὐτοῖς προαίρεσις. Ἀλλὰ ποῦ ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ ἀναζητηθῇ αὕτη; Ἐνήμερος, Κύριοι, εἰς ὅλας τὰς ὑποθέσεις τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ὁ κυρίως εἰσηγητὴς αὐτῶν καὶ ἐνώπιον τοῦ πρυτάνεως καὶ ἐνώπιον τῆς Συγκλήτου εἶναι ὁ γραμματεὺς αὐτοῦ. Περὶ αὐτοῦ ὑποτίθεται ὅτι ἔχει γνῶσιν ὅλων τῶν ζητημάτων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας του, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ γνῶσιν αὐτῶν, πρὶν ἢ κάμῃ εἰσήγησιν περὶ αὐτῶν φροντίζει καὶ λαμβάνει τὰς δεούσας πληροφορίας καὶ ἀναγινώσκει πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Μετ’ αὐτὸν ἐνήμερος εἰς τὰς δικαστικὰς ἰδίᾳ ὑποθέσεις εἶναι ὁ δικηγόρος τοῦ Πανεπιστημίου, ὅστις εἶναι καὶ ὁ εἰσηγητὴς αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ πρυτάνεως καὶ τῆς Συγκλήτου, καὶ τοῦ ὁποίου πρὸ παντὸς ἀκούεται ἡ γνώμη ἐπὶ τῶν διαφόρων νομικῶν ζητημάτων, ἐπὶ τῶν διαφόρων δικῶν...
§343Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δικηγόρος τοῦ Πανεπιστημίου ποῖος εἶναι;
§344ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ὄνομά του δὲν ἀναφέρεται εἰς τὰ κατατεθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔγγραφα. Ἡ Δικαιοσύνη, εἰς ἣν πρέπει νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἂς ἀνακαλύψῃ καὶ ἂς καταδιώξῃ αὐτόν. Ἐγὼ ἀνέλαβον μόνον νὰ καταδείξω τὸ συντελεσθὲν ἔγκλημα ἐπὶ διαρπαγῇ τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου. Νομίζω δὲ, ὅτι μετὰ τὰ ἐκτεθέντα εἰς οὐδένα σεβόμενον ἑαυτὸν ὑπολείπεται ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τοῦ τελεσθέντος ἐγκλήματος. Εἰς τὴν Βουλὴν βεβαίως δὲν ἐναπόκειται πλέον ἄλλο τι ἢ νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως προκαλέσῃ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Εἰσαγγελίας εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν. Τοῦτο, Κύριοι, ἀπαιτεῖ πλέον τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ Πανεπιστημίου· τοῦτο ἐπιβάλλει αὐτὴ ἡ τιμὴ καὶ ἀξιοπρέπεια καὶ τοῦ πρυτάνεως καὶ τῶν συγκλητικῶν καὶ τῶν γνωμοδοτησάντων νομομαθῶν.
§345Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχον καθόλου ἄδικον, καθὼς βλέπω, ὅτε πρὸ ὥρας ἐζητεῖτο νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, νὰ προτείνω, ἵνα παραπεμφθῇ ἡ συζήτησις εἰς τὴν πρώτην Ἀπριλίου· διότι ἀληθῶς ἐνόμιζον καὶ νομίζω, ὅτι ἡ ἡμέρα αὕτη ἤθελεν εἶσθαι ἡ καταλληλοτέρα πρὸς τοιαύτην συζήτησιν, καθόσον αἱ ἀνακρίβειαι, αἵτινες ἐλέχθησαν ἐνταῦθα, ἀφ’ ἧς συζητοῦμεν, μόνον πρὸς τοὺς ἀστείους θρύλους καὶ τὰς τερατώδεις διαδόσεις, αἱ ὁποῖαι κυκλοφοροῦσι τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς τριόδους τῆς πόλεως ἐκ συγκεχωρημένης συνηθείας, δύνανται νὰ παραβληθῶσι, καὶ μόνον τοιαύτην ἡμέραν ἐδύναντο αἱ ἀνακρίβειαι αὗται νὰ λεχθῶσιν ἐνταῦθα, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ τύχωσιν ἀνοχῆς καὶ συγγνώμης ἐκ μέρους τῶν ἀκουόντων. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω ἐν γένει, ὅτι ἀπληστία πρὸς τὴν δόξαν καὶ τὸ ἀκόρεστον εἰς ἀπόκτησιν κλέους καὶ κήδους κοινοβουλευτικοῦ ὠθοῦσι τοὺς θαυμασίους ἀντιπροσώπους τῆς Λοκρίδος καὶ τῶν Κυθήρων εἰς ὅσα σήμερον τερατολογοῦσι. Δὲν προφθάνουσιν ἀληθῶς, παρατηρῶ, νὰ μαρανθῶσιν οἱ στέφανοι, νὰ ξηρανθῶσιν αἱ δάφναι, τὰς ὁποίας ἀλλεπαλλήλως θέτουσιν ἐπὶ τῆς φιλοδόξου κεφαλῆς των. Μόλις τοποθετεῖται ἡ μία, καὶ τρέχουσιν ἀμέσως μετὰ φιλοτιμίας ἀξιοθαυμάστου εἰς ἀναζήτησιν νέων, ἐνδοξοτέρων τῶν παλαιῶν. Χθὲς ἐθαυμάζομεν πάντες, μετὰ ποίας σπουδῆς καὶ προθυμίας συνέλεγον ἀφθόνως τοιαύτας καὶ διὰ τῶν δύο χειρῶν, ἄλλοτε μὲν καταφερόμενοι ἐναντίον τῶν καθηγητῶν καὶ σπουδαστῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ προῖκα διασύροντες τὴν ὑπόληψιν αὐτῶν, ἢ κατονειδίζοντες τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἢ ἐλέγχοντες τὸν προϋπολογισμόν. Σήμερον βλέπομεν αὐτοὺς καὶ εἴδομεν ἕως τώρα ζητοῦντας νὰ περιβληθῶσι νέον στέφανον, ὅστις βεβαίως θ’ ἀποθανατίσῃ αὐτοὺς, τὸν στέφανον τοῦ Δωροθέου Σχολαρίου. Ἀλλὰ φέρε ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἦναι τῳόντι ἐκ δάφνης ὁ στέφανος οὗτος, ἢ ἀποτελῆται ἐκ προχείρων καὶ λίαν εὐώνων προϊόντων τῶν ἐν Σεπολίοις λαχανοκήπων (γέλωτες). Περὶ τίνος πρόκειται ἀκριβῶς σήμερον; Ὁ Δωρόθεος Σχολάριος, Μητροπολίτης Λαρίσης, ἀποθνήσκων ἀφῆκε διαθήκην, διὰ τῆς ὁποίας ἐγκατέστησε κληρονόμον τὸ Πανεπιστήμιον, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, ἵνα, ἐκτὸς ἄλλων κληροδοτημάτων καὶ 20,000 ὑπὲρ αὑτοῦ, μετὰ 30 ἔτη τοκίζον καὶ ἀνατοκίζον εἰς τὸ διάστημα τοῦτο αὐτὴν, παραδώσῃ τὴν περιουσίαν εἰς τὸν δῆμον Τρικκαίων, χάριν φιλανθρωπικῶν σκοπῶν καὶ ἱδρυμάτων, παρακρατοῦν μόνον 70,000 δρ. ἐκ τοῦ ὅλου τούτου ποσοῦ.
§346ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Οὐδὲ πεντάρα θὰ ὑπῆρχε μετὰ 30 ἔτη.
§347Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναπτύσσω τὸ ἱστορικὸν εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἡ Βουλὴ δὲν γνωρίζει ἀκριβῶς τὰ πράγματα, καὶ πρὸ παντὸς ἄλλου ἀναγκαῖον εἶναι νὰ γνωρίζῃ ταῦτα. Διὰ τῆς διαθήκης αὐτῆς ἐπιβάλλονται, ὡς εἶπον, καὶ διάφορα κληροδοτήματα. Μεταξὺ τῶν κληροδοτημάτων τούτων ἦτο καὶ ἓν ἐκ 2,000 δραχμῶν εἰς τὴν ἀδελφὴν τοῦ διαθέτου Ἀγγελικὴν Εὐθυμίου. Ἡ κληροδόχος μετὰ τὸν θάνατον τοῦ διαθέτου προσῆλθεν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἐζήτησε νὰ λάβῃ τὰς 2,000 δραχμὰς, τὰς ἀφεθείσας εἰς αὑτήν. Αἱ ἀρχαὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἐζήτησαν παρ’ αὐτῆς, κατὰ τὰ εἰθισμένα, διότι ἦτο ἐντελῶς ἄξεστος καὶ ἀγράμματος, πρᾶξιν ἀναγνωριστικήν. Μετέβη μόνη εἰς ἕνα συμβολαιογράφον, ἐδήλωσε μονομερῶς, ὅτι εἶναι ἀγράμματος, ὅτι ἔλαβε τὰς 2,000 δραχμὰς, καὶ ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίωσιν ἐκ τῆς διαθήκης, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζει ὡς ἔγκυρον· ἔλαβεν οὕτω τὰς 2,000 δραχμὰς, καὶ ἀπῆλθε. Κατόπιν ὅμως, μετὰ πάροδον πολλῶν μηνῶν, 14 νομίζω, φαίνεται ὅτι ἐψιθυρίσθη εἰς τὸ οὖς αὐτῆς, ὅτι κακῶς ἔπραξεν, ἀποδεχθεῖσα τὸ κληροδότημα, ὅτι ἡ διαθήκη εἶναι ἐντελῶς ἄκυρος καὶ ὅτι αὕτη δύναται νὰ λάβῃ τὸ ὅλον, 300 δηλ. χιλιάδας τῆς περιουσίας τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῆς, ὡς μόνη ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμος. Καὶ ἦν ἄκυρος ἡ διαθήκη, εἶπον εἰς αὐτήν, διότι τὸ χαρτόσημον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγράφη ἡ διαθήκη, εἶναι ἄλλου ἔτους, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν ὑδατίνων σημείων, ἢ ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐγράφη ἡ διαθήκη· διότι, ἐνῷ ὁ διαθέτης λέγει, ὅτι γράφει τὴν διαθήκην του εἰς τὰ 1884, τὸ χαρτόσημον εἶναι τοῦ ἔτους 1887. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων λοιπὸν ὁρμηθεῖσα ἡ ἐν λόγῳ Ἀγγελικὴ Εὐθυμίου, κινεῖ πρὸ καιροῦ ἀγωγὴν ἐναντίον τοῦ Πανεπιστημίου, ζητοῦσα τὴν ἀκύρωσιν τῆς διαθήκης. Ἠγέρθη λοιπὸν τοῦτο τὸ κύριον καὶ πρῶτον ζήτημα· ἡ διαθήκη αὕτη, ἡ γεγραμμένη ἐπὶ χαρτοσήμου ἄλλης χρονολογίας ἢ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐδήλου ὁ διαθέτης, εἶναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος; Ἡ Σύγκλητος τοῦ Πανεπιστημίου ἀνέθηκε τὴν λύσιν τοῦ νομικοῦ τούτου ζητήματος εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν καθηγητῶν κ.κ. Ν. Δαμασκηνοῦ, τοῦ καὶ δικηγόρου τοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, Ἀλκ. Κρασσᾶ, Κ. Κωστῆ καὶ Ν. Δημαρᾶ. Καὶ οἱ τέσσαρες οὗτοι ὁμοφώνως ἀποφαίνονται, ὅτι τοιαύτη διαθήκη, ἔχουσα fausse date, ψευδῆ χρονολογίαν, εἶναι ἄκυρος. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία. Πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ὁμιλῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἔλεγεν, ὅτι ἡ νομολογία ὡς πρὸς τοῦτο εἶναι διηρημένη ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Γερμανίᾳ καὶ δὲν ἠξεύρω ποῦ τῆς Εὐρώπης...
§348ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ σᾶς φέρω αὔριον 100 μάρτυρας.
§349Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ περιμένωμεν τοὺς μάρτυρας τούτους... Δὲν γνωρίζω τί συμβαίνει ἐν Γερμανίᾳ. Ἀλλὰ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Βελγίῳ σταθερὰ εἶναι ἡ νομολογία, ὅτι τοιαύτη διαθήκη, ἔχουσα fausse date, εἶναι ἄκυρος. Ἔχομεν τὴν νομολογίαν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τῆς Γαλλίας, ἔχομεν τὴν νομολογίαν τοῦ Ἐφετείου τῆς Ἀμιένης καὶ ἄλλων Ἐφετείων, τὴν νομολογίαν τοῦ Ἐφετείου καὶ τοῦ Ἀκυρωτικοῦ τῶν Βρυξελλῶν...
§350ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Ὑπάρχει fausse date ἐδῶ, ὅπως ἐννοοῦσιν οἱ Γάλλοι;
§351Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§352ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον, ὅτι δὲν ὑπάρχει fausse date.
§353Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περιμένω ν’ ἀκούσω τὴν ἀπόδειξιν ταύτην· θὰ ἦναι πολὺ περίεργος.
§354Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀφοῦ τὸ χαρτόσημον εἶναι τοῦ 1887 καὶ ἡ διαθήκη τοῦ 1884, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πρόκειται, περὶ fausse date.
§355Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω τὰ ἐπιστημονικὰ φῶτα τοῦ κ. Εὐταξία εἰς ποῖον σημεῖον ἐξικνοῦνται. Γνωρίζω ὅτι ἐσπούδασεν εἰς τὴν Ριζάρειον Σχολὴν, καὶ δὲν ἔχω πολλὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν νομικὴν αὐτοῦ μάθησιν, διότι εἰς τὴν Ριζάρειον διδάσκεται, ὑποθέτω, ἡ χριστιανικὴ ἠθικὴ, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἡ νομικὴ ἐπιστήμη.
§356Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι νομικὸν, εἶναι ζήτημα πραγματικόν. Τὸ ἂν ἡ διαθήκη, ἡ γεγραμμένη ἐπὶ χαρτοσήμου, ὅπερ φέρει μεταγενεστέραν ἐπὶ τοῦ ὑδατίνου σημείου χρονολογίαν, ἦναι ψευδοῦς χρονολογίας, καὶ ἑπομένως ἄκυρος διὰ τοῦτο, δὲν θὰ ἀποδειχθῇ ἐκ τούτου καὶ μόνου· διότι δύναται νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἀντεγράφη ἁπλῶς προγενεστέρα διαθήκη ἐπὶ μεταγενεστέρας ἐποχῆς χαρτοσήμου, ὅτε οὐδεμία ὑπάρχει προχρονολόγησις.
§357Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτα, ἀπορῶ ἀληθῶς, πῶς λέγονται παρ’ ὑμῶν, ὁ ὁποῖος εἶσθε νομικός. Ὁ διαθέτης λέγει, ὅτι «σήμερον 15 Μαρτίου 1894 συντάσσω τὴν διαθήκην μου», καὶ ἐνῷ γράφει τὴν χρονολογίαν ταύτην, τὸ χαρτόσημον, ἐφ’ οὗ γράφει, ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι τρία ἔτη μεταγενέστερον. Εἶναι δυνατόν, δικαστήριον νὰ κηρύξῃ ὅτι ἔχει βεβαίαν χρονολογίαν τοιαύτη διαθήκη; Εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ κηρύξῃ αὐτὴν ἔγκυρον; Ἡ νομολογία ἡ Γαλλικὴ, εἶπον εἰς ὑμᾶς, εἶναι σύμφωνος καὶ σταθερὰ ὡς πρὸς τοῦτο, ὅτι τοιαύτη διαθήκη εἶναι ἄκυρος. Δύναμαι νὰ φέρω ὅμοιον παράδειγμα διαθήκης μιᾶς κυρίας Blanche, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαράλλακτον πρὸς τὸ ἐπασχολοῦν ἡμᾶς καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἡ διαθήκη ἐκηρύχθη ἄκυρος. Καὶ ἡ νομολογία ἡ Γαλλικὴ καὶ ἡ νομολογία τοῦ Βελγίου, ἐπαναλαμβάνω, ἀναγνωρίζουσιν ὅτι τοιαύτη διαθήκη εἶναι ἄκυρος. Ἀλλ’ ἐγείρεται μετὰ τοῦτο εὐθὺς ἄλλο ζήτημα· ἐὰν ἦναι ἄκυρος ἡ διαθήκη αὕτη, ἡ ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου γεγραμμένη, τότε δὲν εἶναι ἔγκυρος ἡ ὁμοία αὐτῆς, ἡ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου γεγραμμένη, διότι, ὡς ἠκούσατε ἤδη, ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον δύο διαθῆκαι ὅμοιαι, ἀπαράλλακτοι καθ’ ὅλα, ἡ μία ἐπὶ χαρτοσήμου, ἡ ἄλλη δὲ μετά τινα χρόνον ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου. Ἀλλὰ περὶ τῆς διαθήκης αὐτῆς τῆς δευτέρας οὐδεμία ἀμφιβολία ἐπίσης ὑπάρχει, ὅτι εἶναι ἄκυρος· διὰ ποῖον λόγον; Διότι δὲν εὑρέθη ἀποδεδειγμένως καὶ ἀδιαφιλονεικήτως μεταξὺ τῶν ἐγγράφων τοῦ διαθέτου, ἀλλὰ εὑρέθη, ὡς δὲν ἀμφισβητεῖται, εἰς τὰ ἔγγραφα πνευματικῆς τινος θυγατρὸς αὐτοῦ, ὡς τὴν ὀνομάζει. Καὶ ἄπορον μοὶ ἐφάνη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Κριεμάδης, ὅστις εἶναι καὶ εὐφυέστατος καὶ διακεκριμένος δικηγόρος, ὅτι ἡ διαθήκη αὕτη εἶναι κυρία...
§358ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὁ κ. Στάης λέγει, ὅτι ἔχει τὸν ἀριθμὸν τῆς ἀποφάσεως, δι’ ἧς ἐκηρύχθη ἔγκυρος ἡ διαθήκη· τὴν ἀπόφασιν τὴν ἠξεύρει. Ἐγὼ λέγω, ὅτι διὰ πρακτικοῦ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν ἀνεγνωρίσθη ὡς κυρία.
§359Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις κανενὸς δικαστηρίου, κηρύττουσα ἔγκυρον τὴν διαθήκην ταύτην. Ἄν ὑπῆρχε τοιαύτη ἀπόφασις, δὲν θὰ ὑπῆρχε κἂν ζήτημα, οὔτε συζήτησις.
§360Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μίαν ἐρώτησιν, παρακαλῶ.
§361Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§362Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ διαθήκη αὕτη, ἡ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου γεγραμμένη, εἶπον ἡμῖν, ὅτι ἐπεκυρώθη ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου. Εἶναι ἀληθές;
§363Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§364Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ πληροφορηθῶ· εὑρέθη μεταξὺ τῶν ἐγγράφων τοῦ διαθέτου; καὶ ὑπάρχει ἀπόφασις, ἀναγνωρίζουσα ὅτι αὕτη εὑρέθη μεταξὺ τῶν ἐγγράφων τοῦ διαθέτου;
§365Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§366Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε δὲν ὑπάρχει διαθήκη ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Διότι, ἵνα ὑπάρχῃ τοιαύτη, δέον νὰ εὑρεθῇ μεταξὺ τῶν ἐγγράφων τοῦ διαθέτου, κατὰ τὸ ψήφισμα τοῦ Κυβερνήτου.
§367ΣΤΑΗΣ. Νὰ δώσω ἐγὼ τὴν ἀπάντησιν. Ὑπάρχουσι τὰ πρακτικὰ τῆς συζητήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν τῆς 3 Μαρτίου 1890.
§368Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς εἶσθε δεδικαιολογημένος, κ. Στάη, διότι δὲν εἶσθε νομικὸς καὶ δὲν ἐννοεῖτε τὰ ζητήματα ταῦτα.
§369ΣΤΑΗΣ. Πρόκειται περὶ βεβαιώσεως τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον σεῖς δὲν θέλετε ν’ ἀποκαλυφθῇ.
§370Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς εἶσθε δεδικαιολογημένος, ἐπαναλαμβάνω, λέγων ταῦτα, διότι δὲν εἶσθε νομικός, ἀλλ’ οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι νομικοί, ὁ κ. Κριεμάδης...
§371ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον ἀπόφασιν, εἶπον πρακτικόν. Νομίζω ὅτι διαφέρει πολὺ τὸ ἓν τοῦ ἄλλου.
§372Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διαθήκη αὕτη ἐπαρουσιάσθη εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν, ὅπως παρουσιάζονται ὅλαι αἱ διαθῆκαι· συνετάχθη πρακτικόν, κατὰ τὰ εἰθισμένα, καὶ ἡ διαθήκη ἐκηρύχθη κυρία, ὄχι ἔγκυρος. Ἄλλο διαθήκη κυρία καὶ ἄλλο διαθήκη ἔγκυρος. Ὅλαι αἱ διαθῆκαι εἶναι κύριαι· τί μὲ τοῦτο;
§373ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ κυρίαν διαθήκην εἶπον.
§374Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προσάγονται εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ κατατίθενται καὶ γίνεται πρακτικόν· ἀλλὰ διαθήκη ἔγκυρος δὲν ὑπῆρξεν, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ κηρυχθῇ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἔγκυρος διαθήκη μὴ εὑρεθεῖσα εἰς τὰ ἔγγραφα τοῦ διαθέτου.
§375ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἠθέλατε ἀπαλλαχθῆ ὅλου τοῦ κόπου αὐτοῦ τῆς μακρᾶς ἀγορεύσεώς σας, ἐὰν ἐλαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν ἓν καὶ μόνον γεγονὸς, ὅτι κατὰ τὸ 1888 ἡ ἀδελφὴ τοῦ μακαρίτου Μητροπολίτου ἦλθε καὶ ἔλαβε τὸ κληροδότημα, καὶ ἐπὶ τῇ ἀπολήψει τοῦ κληροδοτήματος ἀνεγνώρισε τὸ κῦρος τῆς διαθήκης.
§376ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἔχει τόσον καλῶς μελετήσει τὸ ζήτημα, ὥστε περὶ ὅλων αὐτῶν θὰ μᾶς κάμῃ λόγον. Μὴ ἐπηρεάζεσθε ἐξ ὅσων ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην νὰ μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα. Ἂς μὴ τὸν διακόπτωμεν, ἵνα ἀκολουθήσῃ τὴν σειρὰν τοῦ λόγου του καὶ μᾶς φωτίσῃ περὶ ὅλων.
§377Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω νὰ κατορθώσω τοῦτο εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ εἰς τὸν νοῦν παντὸς καλῆς πίστεως συζητητοῦ οὐδ’ ἡ παραμικρὰ ὑπόνοια, οὐδὲ σκιὰ ἀμφιβολίας, ὅτι αἱ ἀρχαὶ τοῦ Πανεπιστημίου πολὺ ὀρθῶς ἐξετίμησαν τὰ πράγματα, καὶ πολὺ φρονίμως προέβησαν εἰς σύνταξιν συμβιβασμοῦ, σωτηρίου διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ δήμου Τρικκαίων. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι ἡ μία διαθήκη, ἡ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἄκυρος, διότι εἶναι ἀναντίῤῥητον τὸ γεγονὸς, ὅτι δὲν εὑρέθη μεταξὺ τῶν ἐγγράφων του, ἀλλὰ εὑρέθη μετὰ χρόνον ἀπὸ τῆς πρώτης ἐπὶ τοῦ ἐνσήμου χάρτου ὑπὸ μιᾶς πνευματικῆς θυγατρός του, καὶ παρ’ αὐτῆς ἐπαρουσιάσθη εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον. Ἡ δευτέρα διαθήκη, ἡ ἐπὶ τοῦ ἐνσήμου χάρτου, ἐπίσης δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι ἄκυρος, διότι ἔχει ψευδῆ χρονολογίαν, καὶ κατὰ τὴν νομολογίαν, ὡς εἶπον πρὸς ὑμᾶς, τὴν παραδεδεγμένην καὶ ἀποδεκτὴν παρ’ ὅλων τῶν ἐπιστημόνων, εἶναι ἄκυρος ἡ διαθήκη ἡ ἔχουσα ψευδῆ χρονολογίαν. Τώρα ἔρχεται τὸ σπουδαιότερον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ὅλος ὁ θόρυβος. Ἡ ἀδελφὴ τοῦ διαθέτου Ἀγγελικὴ Εὐθυμίου, παραλαβοῦσα τὸ κληροδότημα, ὑπέγραψε μονομερῆ πρᾶξιν ἀναγνωρίσεως τῆς διαθήκης.
§378ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν.
§379Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει μεγάλην σημασίαν. Διὰ τῆς πράξεως ταύτης ἐδήλου, ὅτι παραλαμβάνει τὸ κληροδότημα, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἀπαίτησιν, καὶ ἀναγνωρίζει τὸ κῦρος τῆς διαθήκης. Καὶ λέγουσιν εἰς ἡμᾶς οἱ θορυβοῦντες, ὅτι τὴν ἀναγνωριστικὴν ταύτην πρᾶξιν δὲν ὑπέβαλον οἱ ἁρμόδιοι εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν νομομαθῶν, καὶ ὅτι ἡ ἀπόκρυψις αὕτη ἐνέχει δόλον, ὑποκρύπτει πρόθεσιν καταχρήσεως. Τὸ Συμβούλιον τῶν νομομαθῶν ἠρωτήθη περὶ ἑνὸς θέματος, ἐὰν ἦναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος ἡ διαθήκη, φέρουσα ψευδῆ ἡμερομηνίαν, διότι μόνον περὶ τούτου ἐπετρέπετο ποιά τις ἀμφιβολία. Ἀλλὰ ἐπετρέπετο εἰς νομικὸν, καὶ δὴ καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, οἷος εἶναι ὁ κ. Δαμασκηνὸς, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τοὺς συναδέλφους του, ὅτι ὑπῆρχε πρᾶξις ἀναγνωρίσεως τῆς διαθήκης ὑπὸ τῆς Ἀγγελικῆς Εὐθυμίου, καὶ νὰ ἐρωτήσῃ, ἂν αὕτη ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα πλέον νὰ προσβάλῃ τὸ κῦρος αὐτῆς; Μόνον ὁ κ. Στάης καὶ ὁ κ. Εὐταξίας δύνανται νὰ ἐρωτήσωσι τοιοῦτόν τι, οὐχὶ δὲ νομικὸς, καὶ μάλιστα ὡς ὁ κ. Δαμασκηνὸς, καθόσον γνωστότατον εἶναι εἰς πάντα τελειόφοιτον τῆς Νομικῆς, ὅτι πρᾶξις ἀναγνωρίσεως διαθήκης ἀκύρου καὶ παραίτησις αὐτῆς ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ λόγου τῆς ἀκυρότητος γενομένη, οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, οὐδεμίαν ἰσχὺν, οὐδὲν κῦρος. Ὅλοι οἱ συγγραφεῖς, οἱ ἑρμηνευταὶ τοῦ Ρωμαϊκοῦ νόμου, ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι τοῦτο οὕτως ἔχει. Κληροδόχος ἦτο ἡ Ἀγγελικὴ Εὐθυμίου, ἡ ὁποία ἀπεδέχθη τὸ κληροδότημα καὶ παρῃτήθη, ἐν ἀγνοίᾳ ἐντελῶς οὖσα τῶν λόγων τῆς ἀκυρότητος, τὴν ὁποίαν οὔτε τὸ Πανεπιστήμιον κἂν τότε ἐγνώριζεν, ὅτε ἀπέτινεν εἰς αὐτὴν τὸ κληροδότημα, διότι, ἂν ἐγνώριζεν, θὰ συνῆπτε συμβόλαιον, σύμβασιν ἀμφιμερῆ, καὶ θὰ ἐλάμβανεν ἄλλα μέτρα, ἵνα ἐξασφαλισθῇ. Δὲν ὑπῆρχε κανὲν πρόβλημα πρὸς λύσιν, καμμία ἀμφιβολία, κανὲν νομικὸν ζήτημα πρὸς ἐξέτασιν, διότι ἡ Ἀγγελικὴ Εὐθυμίου εἶχε καὶ μετὰ τὴν πρᾶξιν τῆς ἀναγνωρίσεως πληρέστατα τὸ νόμιμον δικαίωμα νὰ προσβάλῃ τὸ κῦρος τῆς διαθήκης. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις ἢ νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἐν γνώσει διατελοῦσα τῆς ἀκυρότητος, ἀντὶ περιουσίας 300 χιλιάδων δραχ. θὰ ἐδέχετο νὰ λάβῃ μόνον 2,000, ὅτι θὰ ἐξεχώρει τὰ δικαιώματα αὑτῆς ἀντὶ πινακίου φακῆς. Μόνον παράφρων θὰ ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ καὶ παράφρων ἂν ἦτο, ἡ παραίτησις αὐτῆς δὲν θὰ εἶχεν ἰσχύν. Δὲν ἦτο λοιπὸν ζήτημα τοῦτο νὰ ὑποβληθῇ εἰς τοὺς νομικούς, καὶ διὰ τοῦτον τὸν ἁπλούστατον λόγον δὲν ὑπεβλήθη. Εἰς τοῦτο λοιπὸν τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα, εἰς τὸ ὁποῖον στηρίζονται, βλέπετε, ὅτι δὲν ὑπάρχει δόλος, ὑπάρχει σέβας πρὸς ἑαυτὸν, διότι δὲν θὰ ἐμαρτύρει σέβας πρὸς ἑαυτὸν ὁ νομικὸς καὶ νομοδιδάσκαλος ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἐζήτει τὴν γνώμην συναδέλφων του περὶ ζητήματος ἁπλουστάτου, καθαρωτάτου, λελυμένου σαφῶς καὶ γνωστοῦ εἰς ὅλους. Ἡ διαθήκη λοιπὸν ἡ πρώτη ἦτο ἄκυρος, διότι ἔφερε μεμαρτυρημένως ψευδῆ χρονολογίαν, ἡ δευτέρα ἦτο ἄκυρος, διότι δὲν εὑρέθη ἐντὸς τῶν ἐγγράφων τοῦ διαθέτου, ἡ πρᾶξις τῆς ἀναγνωρίσεως καὶ τῆς παραιτήσεως ἦτο ἄνευ σημασίας καὶ ἰσχύος· αἱ τρεῖς δηλαδὴ σανίδες, ἐφ’ ὧν ἐδύνατο νὰ πατήσῃ τὸ Πανεπιστήμιον καὶ νὰ σωθῇ, εὑρέθησαν μετὰ προσεκτικὴν ἐξέτασιν σεσηπυῖαι καὶ αἱ τρεῖς, ἕτοιμοι νὰ καταῤῥεύσωσι μετὰ πατάγου εἰς τὸ πρῶτον βῆμα, καὶ νὰ συμπαρασύρωσι κατὰ πιθανότητα 999‰ καὶ τὸ Πανεπιστήμιον καὶ τὸν δῆμον Τρικκαίων εἰς τὸν ὄλεθρον, δηλ. εἰς τὴν ἀπώλειαν ὁλοκλήρου τῆς περιουσίας Σχολαρίου. Τί ὑπελείπετο εἰς τὸ Πανεπιστήμιον νὰ πράξῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ἄλλο δὲν ὑπῆρχε μέσον σωτηρίας, εἰμὴ νὰ πατήσῃ εἰς τὴν ἄλλην, ἡ ὁποία προσεφέρετο εἰς αὐτὸ, εἰς τὴν σανίδα τοῦ συμβιβασμοῦ. Τοῦτο δὲ καὶ ἔπραξε, πολὺ ὀρθῶς καὶ πολὺ σωφρόνως κρίνον καὶ περὶ τῶν συμφερόντων τῶν ἰδίων τοῦ Πανεπιστημίου καὶ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου τοῦ κ. Κριεμάδη. Τώρα ὁ δῆμος Τρικκαίων ἐζημιώθη ἐκ τοῦ τοιούτου συμβιβασμοῦ; Φέρε ἐξετάσωμεν καὶ τοῦτο...
§380Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζετε, ὅτι τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν;
§381Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συνδέεται καὶ ἡ ἐξέτασις αὕτη πρὸς τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ πλησιάζει καὶ ἡ πρωΐα, ἀναβάλλω τὴν ἐξέτασιν ταύτην, ἀφοῦ καὶ ἄλλως δὲν προέβαλέ τις καμμίαν ἀντίῤῥησιν περὶ τούτου.
§382Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Μετὰ τὴν εὔγλωττον ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτοῦ ἐφρόνουν ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ λάβω τὸν λόγον, καθόσον διελεύκανε τόσῳ σαφῶς καὶ εὐκρινῶς τὴν ὑπόθεσιν καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας καὶ τοὺς νομίμους ὅρους, ὥστε οὐδὲν ἀφῆκε χρῆζον περαιτέρω ἀναπτύξεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ ἀγορεύσεις τινῶν τῶν προλαλησάντων κ. Βουλευτῶν καὶ οἱ ἐντέχνως παρεμβληθέντες ὑπαινιγμοὶ αὐτῶν ἔθιγον τὴν εὐθύνην μου, εἶχον καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ. Ἤμην λίαν ἐνησχολημένος ἡμέραν τινὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὅτε ὁ κ. πρύτανις μοὶ διεμήνυσεν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔλθῃ πρός με μετά τινος ἐπιτροπῆς τῆς Συγκλήτου καὶ μοὶ ἀνακοινώσῃ ἐπείγουσάν τινα καὶ σοβαρὰν ὑπόθεσιν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Ἂν καὶ ἤμην λίαν ἐνησχολημένος, ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ ἐνδώσω εἰς τὴν ἐπίμονον αἴτησιν τοῦ κ. πρυτάνεως, ἀναβάλλων πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν, καὶ ὥρισα αὐτῷ ὥραν, ὅπως προσέλθῃ μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ πράγματι προσῆλθε πρός με ὁ κ. πρύτανις καὶ ὁ καθηγητὴς κ. Δημαρᾶς, καὶ μοὶ εἶπον ὅτι ἔρχονται ἐντεταλμένοι παρὰ τῆς Ἀκαδημαϊκῆς Συγκλήτου, καὶ μετ’ αὐτῶν καὶ ὁ καθηγητὴς κ. Κρασσᾶς, ὅστις καθ’ ὁδὸν ἀπησχολήθη παρά τινος, ὅπως μὲ παρακαλέσωσι νὰ ἀκροασθῶ τὰς ἀνακοινώσεις αὐτῶν περὶ ζητήματος δυναμένου, ἂν ἀναβληθῇ, νὰ ἐπιφέρῃ μεγίστας ζημίας εἰς τὴν περιουσίαν τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐνόησα ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτης ὑποθέσεως, καὶ χάριν ταύτης καὶ τοῦ σοβαροῦ χαρακτῆρος τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες προσῆλθον, ἐδέχθην τὴν αἴτησίν των, καὶ διέταξα νὰ μὴ δεχθῶσιν οὐδένα ἐν τῷ γραφείῳ μου, μέχρις οὗ ἀπέλθωσιν οἱ κύριοι καθηγηταί· προσεκάλεσα δὲ καὶ τὸν γενικὸν γραμματέα. Ὁ κ. πρύτανις μοὶ προσεκόμισε μόνος τὸ ἔγγραφον τῆς Πρυτανείας, δι’ οὗ ἐζητεῖτο ἡ ἀναγκαία πίστωσις, καὶ τὴν πρᾶξιν τῆς Συγκλήτου περὶ τοῦ ἐν λόγῳ συμβιβασμοῦ, καὶ μοὶ παρέστησεν, ὅτι διατρέχει κίνδυνον σοβαρώτατον ἡ περιουσία τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ἐπειδὴ, μοὶ εἶπεν ὁ κ. πρύτανις, εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ ἀναβληθῇ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἡ ὑπόθεσις, ἐνετείλατο ἡ Ἀκαδημαϊκὴ Σύγκλητος δύο εἰδικούς, τοὺς δύο καθηγητὰς τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου, τοὺς κ. Κρασσᾶν καὶ Δημαρᾶν, ἵνα δώσωσι τὰς ἀναγκαίας νομικὰς ἐξηγήσεις καὶ ἀναπτύξωσι τοὺς ἰσχυροὺς λόγους τῆς ἀκυρότητος τῶν δύο διαθηκῶν· μοὶ προσέθηκεν ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἢ ὅτι καὶ ἐγένετο ἐκχώρησις, μήπω κοινοποιηθεῖσα τῇ Πρυτανείᾳ, τῶν ἐπὶ τῆς κληρονομίας δικαιωμάτων τῆς ἀδελφῆς τοῦ Μητροπολίτου Δωροθέου πρὸς τρίτον, ὅτε θὰ ἦτο ἀδύνατος πλέον πᾶσα διαπραγμάτευσις περὶ συμβιβασμοῦ.
§383ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως παρακάθηται ἐν τῇ Βουλῇ ὁ τρίτος αὐτός;
§384Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ ἐκδοχεὺς, ὁ τρίτος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, εἶναι δικηγόρος, δὲν παρακάθηται δὲ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§385Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τότε διὰ μακρᾶς καὶ μεστῆς πειστικῶν ἐπιχειρημάτων νομικῶν ὁμιλίας μὲ ἐβεβαίωσεν ὁ καθηγητὴς τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου κ. Δημαρᾶς, ὅτι εἶναι ὠφέλιμος ἢ μᾶλλον σωτήριος καὶ λίαν ἐπείγων ὁ συμβιβασμὸς, καὶ δὲν πρέπει νὰ παρεμβληθῇ δυσχέρειά τις. Καὶ ὁμολογῶ ὅτι μὲ κατέπεισεν, ἀποδείξας σαφέστατα, ὅτι ἐπεβάλλετο ὁ συμβιβασμὸς, πρὸς σωτηρίαν τοῦ Πανεπιστημίου, ὅτι ἀμφότεραι αἱ διαθῆκαί εἰσιν ἄκυροι, ἡ μὲν πρώτη, διότι δὲν εἶχεν ὡρισμένην καὶ σαφῆ χρονολογίαν, ἡ δὲ ἄλλη, ὅτι δὲν εὑρέθη εἰς τὰ ἔγγραφα, τοῦ διαθέτου, ἀλλ’ εὑρέθη εἰς μίαν πνευματικὴν θυγατέρα αὐτοῦ· ὁ δὲ κύριος Δαμασκηνὸς, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐπιμελητὴς τῆς ὑποθέσεως ἐξ ἀρχῆς, ἐπρότεινε πρὸ ἐτῶν νὰ δοθῇ ἡ ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου διαθήκη αὕτη, ἵνα δημοσιευθῇ. Ὑποθέτω δὲ ὅτι οἱ τέσσαρες καθηγηταὶ τῆς Νομικῆς Σχολῆς, οἱ γνωμοδοτήσαντες ὑπὲρ τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐγίνωσκον τοὺς λόγους τῆς ἀκυρότητος ἑκατέρων τῶν διαθηκῶν, δὲν δύναμαι μόνον νὰ σᾶς βεβαιώσω, ἐὰν ἐγίνωσκον καὶ τὸ ἔγγραφον τῆς παραιτήσεως. Μὲ ἐβεβαίωσαν λοιπὸν οἱ κ. καθηγηταὶ, ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ διαθήκη, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, καὶ ὅτι μόνον διὰ τόκους δέκα ἐτῶν, ἀκυρουμένης τῆς διαθήκης, θὰ ἐπλήρονε τὸ Πανεπιστήμιον, ἐὰν δὲν ἐγίνετο ὁ συμβιβασμὸς, ὑπὲρ τὰς 100 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ προσέτι ὅτι ἔμελλε νὰ ζημιωθῇ τὸ Πανεπιστήμιον καὶ 40,000 ἢ 50,000, τὰς ὁποίας εἶχε καταβάλει εἰς κληροδοτήματα τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ὤφειλε νὰ ἐπιστρέψῃ ταῦτα. Προσέτι δὲ, ὅτι τὰ ἀρχικὰ χρεώγραφα τῆς κληρονομίας εἶχεν ἀντικαταστήσει τὸ Πανεπιστήμιον δι’ ἄλλων, καὶ ὅτι ὤφειλε νὰ καταβάλῃ καὶ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς αὐτῶν μετὰ τὴν γενομένην μεγάλην ἔκπτωσιν. Μοὶ παρέστησαν δὲ, ὅτι, ἐὰν ἐγίνετο ὁ συμβιβασμὸς, ὄχι μόνον τὸ μεγαλείτερον μέρος τῆς κληρονομίας ἤθελεν ἀπομείνει εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν τόκων καὶ κληροδοτημάτων ἐκ 200,000 δραχμῶν ἤθελε σωθῆ, καὶ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τῶν χρεωγράφων δὲν ἤθελε καταβάλει. Πλὴν τούτου μοὶ παρεστάθη, ὅτι θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα τὸ Πανεπιστήμιον νὰ ἐπιδείξῃ καὶ τὸ ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τοῦ δήμου Τρικκαίων ἐπερχόμενον εὐάρεστον ἀποτέλεσμα ἐκ τοῦ συμβιβασμοῦ. Διότι, ἐὰν ἠκυροῦτο ἡ διαθήκη, θὰ ἐχάνετο ὁλόκληρον τὸ τοῦ δήμου κληροδότημα, καὶ ἑπομένως θὰ ἠδύνατο εὐκόλως νὰ συμβιβασθῇ καὶ πρὸς τὸν δῆμον τοῦτον τὸ Πανεπιστήμιον. Εὐλόγως ἔχω μεγάλην ἐμπιστοσύνην καὶ τιμῶ τοὺς σοφοὺς τούτους ἄνδρας, ἀνωτάτους τῆς νομικῆς ἐπιστήμης λειτουργοὺς, καὶ μάλιστα πρὸς τὸν καθηγητὴν κ. Δαμασκηνὸν, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐξ ἀρχῆς δικηγόρος τῆς ὑποθέσεως, ὡς μὲ ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Δημαρᾶς. Ἐθεώρησα ἑπομένως, ὅτι ὤφειλον, καὶ ὡς Ὑπουργὸς καὶ ὡς Ἕλλην, νὰ παράσχω ταῖς Πανεπιστημιακαῖς ἀρχαῖς πᾶσαν ὑποστήριξιν, ὅπως μὴ ἕνεκεν ἐμοῦ ἐπέλθωσι τηλικαῦται φοβεραὶ ζημίαι εἰς τὴν περιουσίαν τοῦ Πανεπιστημίου. Θὰ εἶχον βαρυτάτην εὐθύνην καὶ θὰ μὲ ἔτυπτεν ἡ συνείδησις. Τίς ἐξ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ ἐσκέπτετο ἄλλως; Κατὰ τὸ ἀνακοινωθέν μοι δὲ ὑπὸ τοῦ κ. Πρυτάνεως ἔγγραφον τῆς πράξεως τῆς Ἀκαδημαϊκῆς Συγκλήτου, ἥτις εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὴν γνωμοδότησιν τῶν τεσσάρων καθηγητῶν τῆς Νομικῆς, φαίνεται λαβὼν τὸ λόγον ὁ κ. Κωστῆς, τὸν ὁποῖον ἐξαιρέτως τιμῶ διά τε τὴν παιδείαν καὶ ἀρετὴν αὐτοῦ, καὶ τὸν ὁποῖον πολὺ σέβομαι, καὶ ὁ ὁποῖος κ. Κωστῆς προστίθησιν εἰς ταῦτα, ὅτι «ἐπανειλημμένως διασκεφθέντες καὶ συζητήσαντες εὕρομεν ὡς ἐπείγουσαν τὴν ἀνάγκην τοῦ συμβιβασμοῦ πρὸς ἀποσόβησιν τῆς ἐπικρεμαμένης εἰς τὴν περιουσίαν τοῦ Πανεπιστημίου μεγίστης ζημίας». Ταῦτα συνέβησαν κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπέγραψα τὴν ἔγκρισιν τῆς ζητηθείσης παρὰ τῆς Συγκλήτου διὰ τῆς Πρυτανείας πιστώσεως, ὅπως γένηται ὁ συμβιβασμός. Διότι περὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ συμβιβασμοῦ οὐδὲν δικαίωμα εἶχον· ἡ Σύγκλητος κατὰ τοῦτο εἶχε πλήρη ἐξουσίαν. Δὲν ἠδυνάμην, κύριοι Βουλευταὶ, ὡς, πιστεύω, φρονεῖτε πάντες, νὰ ἀναλάβω βαρεῖαν εὐθύνην καὶ νὰ ἀρνηθῶ τὴν ἔγκρισιν τῆς πιστώσεως, μεθ’ ὅσα μοὶ εἶπεν ὁ κ. πρύτανις καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Συγκλήτου. Δὲν ἔκρινα εὔλογον νὰ ἀναβάλω, ὅπως ἐρωτήσω καὶ τὸν νομικὸν σύμβουλον τοῦ Ὑπουργείου κ. Θεοδωρίδην. Ὑπέδειξα μάλιστα τοῦτο, ἀλλ’ ὁ κ. πρύτανις μοὶ ἔλεγε: «Σὲ ἐξορκίζω, ὄχι μόνον ὡς Ὑπουργὸν, ἀλλὰ καὶ ὡς Ἕλληνα πατριώτην, νὰ μὴ ἀναβάλῃς τὴν ἔγκρισιν, διότι κινδυνεύει μεγάλως περιουσία σημαντικὴ τοῦ Πανεπιστημίου». Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἔκρινα καθῆκόν μου, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διακινδυνεύσω τὴν περιουσίαν τοῦ Πανεπιστημίου. Διότι ἐφοβούμην, μήπως ἐκ τῆς ἀναβολῆς ταύτης γείνω πρόξενος ἀνεπανόρθωτου τῷ Πανεπιστημίῳ ζημίας, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ μὲ ἔτυπτεν ἡ συνείδησις καθ’ ὅλον τὸν βίον. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ ὑπόθεσις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ ἐμέ. Ἐβεβαιώθην δὲ σήμερον παρὰ σοβαρῶν νομομαθῶν καὶ καθηγητῶν, ὅτι αὐτοὶ οἱ Κύριοι εἶχον πληρέστατα δίκαιον νὰ ἐγείρωσι τὴν ἀγωγὴν, διότι ὅταν ἀπέθανεν ὁ ἀδελφὸς τῆς Ἀγγελικῆς Εὐθυμίου, ὁ μακαρίτης Μητροπολίτης Λαρίσης Δωρόθεος, ἔσπευσεν αὕτη νὰ λάβῃ τὰς δύο χιλιάδας δραχμὰς, μὴ γνωρίζουσα τὸ ἄκυρον τῆς διαθήκης, μὲ ἐβεβαίωσαν δὲ, ὅτι πάντες οἱ νομικοὶ ἔχουσι τὴν γνώμην ταύτην, ὅτι εὐθὺς ὡς ἐπληροφορήθη ἡ κληρονόμος ὅτι ἡ διαθήκη ἐκείνη εἶναι ἄκυρος, εἶχε δικαίωμα, καίτοι παραιτηθεῖσα, νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν, ἥτις θὰ ἐγίνετο δεκτή, καὶ ὅτι θὰ κατώρθωνεν ἐκείνη νὰ λάβῃ ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν τοῦ ἀδελφοῦ της. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐῤῥίψαν τοιαύτην μομφήν...
§386Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Οὐδεὶς ἔῤῥιψε μομφὴν καθ’ ὑμῶν.
§387Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὄχι κατ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐῤῥίφθη τοιαύτη μομφή, εἴτε δικαία εἴτε ἄδικος, κατὰ τῶν ἀρχῶν τοῦ Πανεπιστημίου, εἴτε τῆς Συγκλήτου, εἴτε τοῦ Πρυτάνεως, εἴτε τοῦ δικηγόρου τοῦ διευθύνοντος τὸ δικαστικὸν τμῆμα τοῦ Πανεπιστημίου, ἂν καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς τούτων ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἔπραξεν ἄλλο, εἰμὴ εὐσυνειδήτως ὅ,τι τὸ καθῆκον ἐπέβαλλεν αὐτῷ. Φρονῶ ὅτι ἔχω καθῆκον ἐπιβεβλημένον, ὡς Ὑπουργὸς, νὰ φροντίσω, ὅπως διασωθῇ ἡ ὑπόληψις τοῦ Πανεπιστημίου καὶ εὑρεθῇ ὁ ἐγκληματίας, ἐὰν τοιοῦτος τυχὸν ὑπάρχῃ, θέλω αὔριον καταφύγει εἰς ὅλα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, καὶ θέλω παρακαλέσει τὴν ἁρμοδίαν δικαστικὴν ἀρχὴν νὰ ἐπιληφθῇ ἀνακριτικῆς ἐνεργείας· φρονῶ δ’ ὅτι ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ θέλει καταβάλει πᾶσαν ἐπιμέλειαν, ἵνα εὑρεθῇ ὁ ἔνοχος, ἐὰν ὑπάρχῃ. Ἔχω καθῆκον ὕψιστον νὰ κρατήσω εἰς τὸ ἠθικὸν ὕψος τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον, πρὸς ὃ εὐλαβῶς ἀτενίζει σύμπας ὁ Ἑλληνισμός. (Εὖγε! ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων).
§388ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ πραγματικὰ γεγονότα μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε εὐκόλως δύναταί τις νὰ σύρῃ τὰ συμπεράσματα ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ τῆς ὑποθέσεως. Ἔχομεν ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἔτη ὁλόκληρα πρὸ τοῦ συμβιβασμοῦ ἐλήφθη τὸ κληροδότημα παρὰ τῆς ἀδελφῆς τοῦ ἀρχιεπισκόπου πρώην Λαρίσης, ὅτι συνετάχθη ἓν συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου αὕτη ὡμολόγει τὴν πρὸς αὐτὴν καταβολὴν ἐκ μέρους τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ κληροδοτήματος, καὶ παρῃτεῖτο πάσης ἀξιώσεως κατὰ τῆς κληρονομίας, ἀνεγνώριζε δὲ καὶ τὴν διαθήκην. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον ἀναμφισβήτητον γεγονὸς, προκῦπτον ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων. Δεύτερον γεγονὸς, προκῦπτον ἐξ ἐγγράφων ἐπισήμων, εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ 1890 εὑρέθη τὸ πρωτότυπον, οὕτως εἰπεῖν, τῆς διαθήκης· ποῦ εὑρέθη, δὲν γνωρίζομεν, ἀλλὰ διὰ νὰ δημοσιεύσῃ αὐτὴν τὴν διαθήκην, τὴν δευτέραν, τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ νὰ τὴν κηρύξῃ κυρίαν, ἕπεται ὅτι ἦτο κατατεθειμένη παρὰ συμβολαιογράφῳ. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐντελῶς δευτερεῦον ζήτημα. Τρίτον γεγονὸς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ στηρίξωμεν τὰ συμπεράσματά μας, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίου πρὸ ὀλίγου ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας· σᾶς εἶπεν ὅτι παρέστη ὁ πρύτανις, συνοδευόμενος παρά τινος τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ παρέστησεν εἰς αὐτὸν, ὅτι ἐπέκειτο ζημία ἄμεσος εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν ἔπρεπε νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ συνομολογηθέντος συμβιβασμοῦ μεταξὺ τῆς ἀδελφῆς τοῦ διαθέτου καὶ τοῦ Πανεπιστημίου. Ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας,—διότι ἀμφέβαλλον περὶ τῆς δηλώσεώς του— ἠρώτησα, ἐὰν ὁ πρύτανις ἢ οἱ συνοδεύοντες αὐτὸν καθηγηταὶ ἔκαμον μνείαν τοῦ συμβολαίου τοῦ ἀναγνωριστικοῦ, ὁ δὲ κύριος Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι οὐδόλως τῷ ἐγένετο μνεία αὐτοῦ τοῦ συμβολαίου. Τὸ παράδοξον εἶναι, ὅτι τὰ γεγονότα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀληθῶς μετ’ ἐκτάκτου καλλιεπείας, δὲν ἀνεγράφησαν μὲν ἐν τῇ γνωμοδοτήσει τῶν καθηγητῶν, δὲν ἀνηνέχθησαν δὲ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ἡ ἔγκρισις τοῦ μελετωμένου συμβιβασμοῦ καὶ τοῦ κατόπιν συνομολογηθέντος. Δύναταί τις νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε γνώμην περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ νομικοῦ, κατὰ πόσον ἡ ἀναγνώρισις τῆς διαθήκης ἔστω καὶ παρ’ ἀγραμμάτου, ἔστω καὶ παρὰ γυναικὸς, δύναται νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ὁ ἀναγνωρίσας τοιαύτην διαθήκην νὰ ζητήσῃ διὰ νέας ἀγωγῆς τὴν ἀκύρωσιν αὐτῆς, καίτοι ἀνεγνώρισε τὴν διαθήκην, καίτοι ἔλαβε τὸ κληροδότημα· δύναται ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος νὰ ἔχῃ πᾶς τις οἱανδήποτε γνώμην καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν γνώμην ὑπὲρ τῆς τοιαύτης λύσεως τοῦ ζητήματος, δηλαδὴ ὅτι δύναται ὁ ἀναγνωρίσας τὴν διαθήκην, ὁ λαβὼν τὸ κληροδότημα, νὰ τὴν προσβάλῃ ἐκ νέου, βεβαίως θὰ ἀποροῦν καὶ θὰ ἐξίστανται, ὅτι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον, εἰ καί πως ἀσήμαντον, ἠδύνατο λυόμενον οὕτως ἢ ἄλλως νὰ δώσῃ τὴν δίκην εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν μνημονεύει ἡ γνωμοδότησις τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν ἀνηγγέλθη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Διατὶ ἀπεκρύβη; Ἦτο τόσον ἀσήμαντον καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ τῆς συντάξεως τοῦ συμβολαίου ἐκείνου τοῦ μονομεροῦς καὶ τῆς λήψεως τοῦ κληροδοτήματος; Ἀλλὰ τὸ ἕτερον γεγονὸς τῆς ἀνευρέσεως τῆς ἰδιοχείρου διαθήκης, τῆς γεγραμμένης ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου, εἶναι τόσον ἀσήμαντον, ὥστε νὰ τὸ παρέλθουν ἐπίσης ἐν σιγῇ; Καὶ οἱ ἄκρῳ δακτύλῳ γευσάμενοι τῆς πράξεως τῆς δικηγορικῆς καὶ δικαστικῆς γνωρίζουσιν, ὅτι ἀκριβῶς, ἐὰν ὑπῆρχον ζητήματα ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ ἐκείνου, ὅστις ἐκ τοῦ νόμου ἦτο ἁρμόδιος νὰ ἐγκρίνῃ τὸν συμβιβασμὸν, ἦσαν ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ ζητήματα τῆς ἀνευρέσεως τῆς ἑτέρας ἰδιοχείρου διαθήκης, τῆς γεγραμμένης ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου, τὸ γεγονὸς τῆς συντάξεως συμβολαίου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐβεβαιοῦτο ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ καταβολὴ τοῦ κληροδοτήματος πρὸς τὴν ἀδελφὴν τοῦ διαθέτου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ ἀναγνώρισις παρ’ αὐτῆς τῆς διαθήκης, ἔστω καὶ ἀκύρου. Τί ἀποδεικνύει ἡ παρασιώπησις τοιούτων αὕτη γεγονότων; Ἀποδεικνύει, κατ’ ἐμὲ, ἀναφισβήτητον δολίαν προαίρεσιν παρὰ τίνων; Αὐτὸ δὲν δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω, ἀλλ’ ἓν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι μήτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας διετέλει ἐν γνώσει αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, μήτε οἱ καθηγηταὶ, οἱ γνωμοδοτήσαντες ὑπὲρ τοῦ συμβιβασμοῦ.
§389Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Νομίζω, ἢ μᾶλλον φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ὁ κ. Δαμασκηνὸς ἐγίνωσκε τοῦτο.
§390ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐάν τις τῶν ἀποτελεσάντων μέρος τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον προεκλήθη παρὰ τοῦ Πανεπιστημίου νὰ ἀποφανθῇ, ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ γινώσκῃ. Ἐὰν ἐγίνωσκεν αὐτὴν τὴν περίστασιν καὶ δὲν τὴν ἐδήλωσε, βεβαίως αὐτὸς δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ νὰ θεωρηθῇ ὡς παραλείψας καθῆκον στοιχειῶδες, τὸ ὁποῖον εἶχε πρὸς τὸν ἐντολέα του, τὸ Πανεπιστήμιον. Λοιπὸν ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτῶν τῶν γεγονότων, τῶν ἀναμφισβητήτων καὶ τῶν τόσον σπουδαίων, δὲν ἐπεστήθη ἡ προσοχὴ τῶν ἁρμοδίων, μήτε τῆς Συγκλήτου, ὅτε ἐγνωμοδότει ὑπὲρ τοῦ συμβιβασμοῦ, μήτε τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅτε ἐνέκρινε τὸν συμβιβασμὸν, τὸν συνομολογηθέντα. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ φακέλλῳ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα καθιστῶσιν ἔτι μᾶλλον ἀκατανόητον αὐτὴν τὴν παράλειψιν· τὰ ἔγγραφα δὲ ταῦτα εἶναι ἡ ἀγωγὴ, ἡ ὁποία ἐμνημονεύθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσσήνης, καὶ ἡ ὁποία φέρει χρονολογίαν τὸ ἔτος 1889. Παραδόξως ἡ ἀγωγὴ αὕτη, ἡ ὁποία ἀπέβλεπεν εἰς τὴν κατάκτησιν περιουσίας τοιαύτης, 320,000 δρ. μετρητῶν καὶ δύο οἰκιῶν ἐν Νέῳ Φαλήρῳ, κεῖται νεκρὰ, ὑπνώττει ἐπὶ ὁλόκληρον ἑξαετίαν! πότε δὲ ἀφυπνίζεται τέλος πάντων ἡ ἀγωγὴ αὕτη; Θὰ τὸ εὕρητε εἰς τὴν δικογραφίαν, ἐν τῷ φακέλλῳ, θὰ τὸ εὕρητε εἰς τὴν δικογραφίαν, ἐν τῇ ὑπ’ ἀριθ. 3733 τῆς 29 Δεκεμβρίου 1895 πράξει τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν, διὰ τῆς ὁποίας κηρύσσεται κατεπείγουσα ἡ ἐν λόγῳ ἀγωγή, ἡ πρὸ ἑξαετίας κοινοποιηθεῖσα, καὶ ὁρίζεται δικάσιμος αὐτῆς ἡ 12 Δεκεμβρίου, ἡμέρα Τρίτη, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ κοινοποιηθῇ ἡ πρᾶξις πρὸ 6 ἡμερῶν, Εὑρίσκω δὲ ἐν τῇ πράξει ταύτῃ κἄτι τι ἀκατανόητον, ὅτι, ἐνῷ ἡ πρᾶξις φέρει χρονολογίαν τῆς 29 Δεκεμβρίου 1895, δι’ αὐτῆς καθορίζεται ὡς δικάσιμος ἡ 12 Δεκεμβρίου 1895.
§391ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι λάθος εἰς τὴν ἀντιγραφήν.
§392ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ εἶναι τῆς 29 Νοεμβρίου· ἐξηγεῖται ὅμως τὸ λάθος αὐτὸ, τὸ ἀντιγραφικὸν, καὶ ἐκ τῆς κοινοποιήσεως τῆς πράξεως καὶ ἐκ τῆς παραγγελίας πρὸς κοινοποίησιν. Ἡ παραγγελία φέρει χρονολογίαν 1 Δεκεμβρίου, ἡ δὲ κοινοποίησις ἐγένετο τὴν 2 Δεκεμβρίου, ἕπεται ἑπομένως, ὅτι τὴν 29 Νοεμβρίου ἐξεδόθη ἡ πρᾶξις τοῦ Προέδρου. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε θαυμάζει τις, ὅτι ἐπὶ 6 ἔτη ὁλόκληρα ἐκοιμᾶτο ἡ ὑπόθεσις, καὶ μόνον τὴν 29 Νοεμβρίου 1895 ἀφυπνίζεται αὕτη, καὶ προκαλεῖται ἡ πρᾶξις περὶ τῆς κατὰ προτίμησιν συζητήσεως αὐτῆς.
§393ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ γνωμοδότησις τῶν νομικῶν ποίαν χρονολογίαν φέρει;
§394ΡΑΛΛΗΣ. Τῆς 15 Νοεμβρίου 1895.
§395ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε 14 ἡμέρας πρὸ τῆς πράξεως τοῦ Προέδρου.
§396ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ τῆς πράξεως περὶ προτιμήσεως ἐγένετο ἡ γνωμοδότησις. Ἡ ἀπόφασις τῆς Συγκλήτου ἐπέρχεται τὴν 17 Φεβρουαρίου 1896· δὲν ἀναφέρεται ἀκριβῶς ἡ ἡμερομηνία, ἀλλὰ λέγει ἐνταῦθα: «Ἀπόσπασμα ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς τελευταίας συνεδρίας τῆς Συγκλήτου (17 Φεβρουαρίου)». Ὑποθέτω ὅτι θὰ εἶναι τοῦ 1896, ἀναμφισβητήτως. Κατόπιν αὐτῶν τῶν ἐγγράφων ἐπῆλθεν ἡ ἔγκρισις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος λέγει τὰ ἑξῆς εἰς τὸ ἀπὸ 27 Φεβρουαρίου 1896 ἔγγραφόν του, μετὰ 10 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῶν πρακτικῶν τῆς τελευταίας συνεδρίας τῆς Συγκλήτου (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὴν Πρυτανείαν τοῦ Ἐθν. Πανεπιστημίου. «Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1186 καὶ ἀπὸ 27 φθίνοντος ὑμετέρου ἐγγράφου πληροφοροῦμεν ὑμᾶς, ὅτι ἐγκρίνομεν πίστωσιν ἑκατὸν τεσσαράκοντα χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὸν ὑπὸ τῆς Ἀκαδημαϊκῆς Συγκλήτου ἐν τῇ συνεδρίᾳ αὐτῆς τῆς 17 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ἀποφασισθέντα συμβιβασμὸν μεταξὺ τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς ἐναγομένου, ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τῆς ἀδελφῆς τοῦ τελευτήσαντος ἀρχιεπισκόπου πρώην Λαρίσης Δωροθέου Σχολαρίου, ὡς κληρονόμου αὐτοῦ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ δήμου Τρικκαίων, ὡς κληροδόχου, ἤτοι ἑκατὸν μὲν χιλιάδων δραχ. διὰ τὴν ἀδελφὴν τοῦ Σχολαρίου, τεσσαράκοντα δὲ χιλιάδων δρ. διὰ τὸν δῆμον Τρικκαίων, ἐπὶ τῷ ὅρῳ νὰ παραιτηθῶσιν ἀμφότεροι πάσης περαιτέρω ἀξιώσεώς των κατὰ τοῦ Πανεπιστημίου» Ἰδοὺ δὲ καὶ τὸ σχετικὸν πρακτικὸν τῆς Συγκλήτου τοῦ Πανεπιστημίου (ἀναγινώσκει): «Ἀπόσπασμα ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς τελευταίας συνεδρίας τῆς Συγκλήτου (17 Φεβρουαρίου). «Κατόπιν ὁ κ. πρύτανις ἀνακοινοῖ τὸ ζήτημα τῆς διαθήκης τοῦ Δωροθέου Σχολαρίου. Ἡ διαθήκη αὕτη, λέγει ὁ κ. πρύτανις, εἶναι ἐντελῶς ἄκυρος, διότι ἡ μὲν διαθήκη φέρει ἡμερομηνίαν τοῦ ἔτους 1884, τὰ δὲ ὑδάτινα γράμματα τοῦ χαρτοσήμου φέρουσι μεταγενεστέραν χρονολογίαν. Κατὰ δὲ τὴν γνώμην πάντων τῶν νομομαθῶν ἀνεξαιρέτως, καὶ ξένων καὶ ἡμετέρων, ὁ λόγος οὗτος συνεπιφέρει τὴν ἀκυρότητα τῆς διαθήκης. Ἐξητάσαμεν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν πολλοῖς συμβουλίοις ἐπιτροπῆς ἐκ καθηγητῶν τῆς Νομικῆς, κατελήξαμεν δὲ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐν τῇ παρούσῃ περιστάσει ἐπιβάλλεται ἡμῖν ὁ συμβιβασμὸς, πρὸς ἀποφυγὴν μεγαλειτέρων ζημιῶν. «Ἡ ἀδελφὴ τοῦ Σχολαρίου, ἡ προσβαλοῦσα τὴν διαθήκην, δέχεται 100,000 δρ. πρὸς συμβιβασμόν. Καὶ μετὰ τοῦ δήμου Τρικαίων...» (παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας, διότι ἐπ’ αὐτοῦ οὐδεὶς ἐγένετο λόγος, καὶ τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν νομικὴν, εἶναι τὸ σπουδαιότερον μέρος τῆς ὑποθέσεως) «δυνάμεθα νὰ συμβιβασθῶμεν, τῆς λοιπῆς περιουσίας ἀπομενούσης τῷ Πανεπιστημίῳ. Τοὐναντίον, ἂν ἀκυρωθῇ ἡ διαθήκη, ὅπερ εἶναι ἄφευκτον, θὰ ἀπολέσῃ τὰ πάντα τὸ Πανεπιστήμιον, ὑποχρεούμενον νὰ πληρώσῃ, ἅπασαν τὴν δοθεῖσαν περιουσίαν τοῦ Δωροθέου, ἥτις ἀπὸ τῆς παραδόσεως αὐτῆς μέχρι σήμερον ὑπέστη μεγάλην μείωσιν, ἕνεκα τῆς μεταβολῆς τῶν χρεωγράφων καὶ τῆς ἐπελθούσης πτώσεως τῆς ἀξίας τῶν κατὰ 70,000 δρ. περίπου. «Ὁ κ. Κωστῆς προσθέτει εἰς ταῦτα, ὅτι «ἐπανειλημμένως διασκεφθέντες καὶ συζητήσαντες μετὰ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπεφάνθημεν ὑπὲρ τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἡ διαθήκη εἶναι ἄκυρος, ταύτης δὲ ἀκυρουμένης, τὸ Πανεπιστήμιον θὰ ὑποστῇ μεγάλας ζημίας, ἃς δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν, συμβιβαζόμενοι.»
§397ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἔγγραφον τοῦ πρυτάνεως τὸ ὁποῖον συνοδεύει τὸ πρακτικὸν τῆς Συγκλήτου, ὑπάρχει;
§398ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα· τὸ ἔγγραφον τοῦ πρυτάνεως φέρει χρονολογίαν 27 Φεβρουαρίου 1896, καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὸ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Μεσσήνης κ. Μερλοπούλου προηγουμένως ἀναγνωσθέν).
§399ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πότε ἐδόθη ἡ ἔγκρισις παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§400ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν 27 Φεβρουαρίου, ἤτοι τὴν αὐτὴν ἡμέραν τῆς ἀποστολῆς τοῦ ἐγγράφου τοῦ πρυτάνεως. Τώρα ἐπὶ οἱασδήποτε ἄλλης ὑποθέσεως πᾶς Ὑπουργὸς ἤθελεν ἀναγκαίως ὑποβάλει τὸ ζήτημα εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ κακίσω δι’ αὐτὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς τῆς Παιδείας, διότι, ἔχων τὴν γνωμοδότησιν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τὴν παράστασιν ἀκόμη τὴν προφορικὴν ἐκ μέρους αὐτῶν περὶ τοῦ ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Πανεπιστημίου ὁ συμβιβασμός, ἠδύνατο κάλλιστα νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὴν γνώμην αὐτήν.
§401Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν εἶχον δικαίωμα ἐγὼ νὰ ἀποφανθῶ ἐπὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐγὼ μόνον εἶχον δικαίωμα ἐπὶ τῆς πιστώσεως· αὐτὴν ἠδυνάμην νὰ ἀρνηθῶ. Οἱ Κύριοι λοιπὸν αὐτοὶ μὲ παρεκάλουν, ὄχι νὰ ἀκροασθῶ τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀλλὰ νὰ ἐπισπεύσω τὴν χορήγησιν τῆς πιστώσεως, καὶ ἵνα μὲ πείσωσι νὰ μὴ ἀναβάλω, μοὶ ἐξήγησαν τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ.
§402ΡΑΛΛΗΣ. Ἴσως εἶναι τὸ μόνον πταῖσμα, τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ σᾶς ἀποδώσῃ· διότι, ἀφοῦ ἡ συνομολόγησις τοῦ συμβιβασμοῦ δὲν ἐξηρτᾶτο ἐξ ὑμῶν, ἀφοῦ ὁ συμβιβασμὸς ἐγένετο, δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν σπουδὴν ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦλθον, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Πανεπιστημίου, ὅπως σᾶς παρακαλέσωσι νὰ ἐγκρίνητε τὴν πίστωσιν.
§403Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶχε γείνῃ ὁ συμβιβασμός· ἔπρεπε νὰ δοθῶσι τὰ χρήματα, διὰ νὰ γείνῃ.
§404ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ τὴν ἔγκρισιν τῆς πιστώσεως ἐγένετο ὁ συμβιβασμός.
§405Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὸ Κακουργοδικεῖον, ’ποῦ ἐφωνάζετε ὅτι θὰ μᾶς στείλητε, ὁ κ. Ράλλης μᾶς ἔστειλεν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον!
§406ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πταῖσμα ἀπέδωκεν ὁ κ. Ράλης μόνον εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§407ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ καταλογίζω εἰς βάρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μόνον τὴν σπουδὴν εἰς τὴν χορήγησιν τῆς πιστώσεως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προκύπτει πραγματικῶς πάλιν ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι, ὅτι δὲν συνωμολογήθη ὁ συμβιβασμὸς πρὸ τῆς χορηγίας τῆς πιστώσεως, ἀλλ’ ὁ συμβιβασμὸς ἀπεφασίσθη παρὰ τῆς Συγκλήτου. Ἐζητήθη λοιπὸν πίστωσις πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συντάξεως τοῦ συμβολαίου τοῦ συμβιβασμοῦ, εἶχεν ὅμως ἐπέλθῃ ὁ συμβιβασμὸς, δηλαδὴ ἐγένετο μία πρότασις ἐκ μέρους τῆς ἀδελφῆς τοῦ ἀποβιώσαντος Μητροπολίτου, καὶ ἡ πρότασις αὕτη ἐγένετο δεκτὴ παρὰ τῆς Συγκλήτου, ἐπρόκειτο δὲ νὰ συνταχθῇ τὸ συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπισήμως θὰ κατηρτίζετο ὁ συμβιβασμὸς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ κατεβάλλετο εἰς αὐτὴν τὸ κληροδότημα τῶν 100,000.
§408Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κατώρθωσα καὶ ἠλάττωσα τὸ ποσὸν κατὰ 8,000 δραχμάς.
§409ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει, κατ’ ἐμὲ, ἀμφιβολία, ὅτι ἔλαβε χώραν δόλος. Τίνα βαρύνει ὁ δόλος, δὲν γνωρίζω, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφανθῇ τις ἐκ τοῦ προχείρου ἐπὶ τοιούτου ζητήματος. Βεβαίως λοιπὸν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις παρὰ τῆς εἰσαγγελικῆς καὶ ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ χορηγηθῶσιν ὅλα τὰ σχετικά. Ἀλλὰ θαυμάζω μὲ τὰς Ἀρχὰς τοῦ Πανεπιστημίου δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, διὰ τὴν τάσιν πρὸς ἁρπαγὴν, τὴν ὁποίαν ἀπέδειξαν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι,—καὶ ἴσως δὲν παρέστησαν τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἀκριβῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν,—πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τῆς διαθήκης τοῦ πρώην Λαρίσης ἐγκαθίστατο μόνος κληρονόμος τὸ Πανεπιστήμιον. Ἀλλὰ καθωρίζετο ὑπὲρ αὐτοῦ ἓν καταπίστευμα δρ. 20,000, καταβλητέων ἀμέσως, καὶ δραχμῶν 70,000, καταβλητέων μετὰ τριάκοντα ἔτη, ἢ, ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελε λάβει τὰς δραχμὰς 20,000 ἀμέσως, ἓν καταπίστευμα δραχμῶν 150,000 ἐν ὅλῳ, μετὰ τριάκοντα ἔτη καταβλητέων πρὸς αὐτό. Τὸ δὲ ὑπόλοιπον τῆς περιουσίας τί ἐγίνετο; — διότι ἠκούσατε, ὅτι πρόκειται περὶ περιουσίας 320,000 δραχ. μετρητῶν καὶ δύο ἢ τριῶν ἐν Νέῳ Φαλήρῳ οἰκιῶν — τὸ ὑπόλοιπον τῆς περιουσίας διετίθετο ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως ἀγαθοεργῶν ἱδρυμάτων ἐν τῷ δήμῳ Τρικκαίων, τῇ πατρίδι τοῦ πρώην Λαρίσης· ἐπρόκειτο νὰ ἀνεγερθῇ ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ, κατὰ τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης, ἓν Ὀρφανοτροφεῖον καὶ ἓν Γηροκομεῖον. (Ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν μέρος τῆς διαθήκης). Αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ διαθέτου· ἐὰν δ’ ἐγκατέστησε κληρονόμον τὸ Πανεπιστήμιον, ἐὰν ὥρισεν ὡς ὑποκατάστατον τοῦ Πανεπιστημίου τὴν Ῥιζάρειον Σχολὴν, ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Πανεπιστήμιον δὲν ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὴν κληρονομίαν, ἐὰν ὥρισε κατὰ τρίτον λόγον, ἢ κατὰ δεύτερον λόγον, ὑποκατάστατον τὸν δῆμον Τρικκαίων, ἔπραξε τοῦτο, μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τῆς διαθήκης, καὶ ἐὰν ὥρισε τὴν καταβολὴν 20 χιλιάδων δραχμῶν ἀμέσως πρὸς τὸν κληρονόμον αὐτοῦ, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἐκ τῶν τριῶν, τὸ Πανεπιστήμιον ἢ ἡ Ῥιζάρειος Σχολὴ ἢ ὁ δῆμος Τρικκίων, ἐὰν τοῖς ὥρισεν ἀμοιβὴν μετὰ τριακονταετίαν 70,000 ἢ ἀμοιβὴν 150,000, ὥρισε τὰ ποσὰ ταῦτα μόνον πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν διατάξεων τῆς διαθήκης του διὰ τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν τῶν ἠθικῶν προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα πᾶς τις δύναται νὰ ἔχῃ πᾶσαν ἐμπιστοσύνην· ἠθικὸν καὶ νομικὸν πρόσωπον τὸ Πανεπιστήμιον, ἠθικὸν καὶ νομικὸν πρόσωπον ἡ Ῥιζάρειος Σχολὴ, ἠθικὸν καὶ νομικὸν πρόσωπον ὁ δῆμος. Ἐν τούτοις τί συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου; — καὶ ἐνταῦθα κατηγορῶ τὰς Ἀρχὰς τοῦ Πανεπιστημίου. — Τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου Τρικκαίων ἐτέθησαν κατὰ μέρος, συνεννοήθησαν δὲ ἀκριβῶς μετὰ τῆς ἀδελφῆς, ὅπως ἁρπάσωσι τὴν περιουσίαν αὐτὴν, ἡ ὁποία καθωρίζετο διὰ τῆς διαθήκης ὑπὲρ τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων ἐκεῖ. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἂν τὰ γεγονότα ταῦτα, τὰ ὁποῖα προκύπτουσιν ἐκ τῆς διαθήκης, τῷ ἀνεκοινώθησαν. Σᾶς εἶπον αὐτά, κύριε Ὑπουργέ;
§410Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τὸ Πανεπιστήμιον ἠθέλησε νὰ ἁρπάσῃ, τοῦτο νὰ ἐξηγήσητε κύριε Ράλλη.
§411Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Σᾶς τὸ ἐξήγησα καὶ πρὶν (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Ράλλην). Μοὶ παρέστησαν, ὅτι ὑπηρετοῦσιν ἐπίσης τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου Τρικκαίων, ὅπως καὶ τὰ τοῦ Πανεπιστημίου· μοὶ εἶπον καὶ τὸν νομικὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον δὲν ἐνθυμοῦμαι· ἐν τίνι δικαιώματι δηλαδή.
§412Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς διοικητὴς ἀλλοτρίων.
§413Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὡς διοικητὴς ἀλλοτρίων· ὅτι, ἂν ἀκυρωθῇ ἡ διαθήκη,—καὶ εἶχον ἐκεῖνοι πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἠκυροῦτο,—ὁ δῆμος Τρικκαίων θὰ ἔχανε τὸ ὅλον.
§414ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρέστησαν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ διαθήκῃ διατάξεις τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι καθορίζουσι τὸν σκοπόν;
§415Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως.
§416ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠρωτήσατε, τὸ Πανεπιστήμιον ποῦ στηρίζει τὰ δικαιώματά του ἐπ’ αὐτῆς τῆς περιουσίας, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἀφήνεται αὐτὴ ἡ περιουσία αὐτῷ, οἱ ὅροι αὐτοὶ ἤθελον ἐκλείψει;
§417Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Σᾶς τὸ ἐξήγησα. Αὐτοὶ ἐπρόκειτο νὰ ἀποκρούσουν τὴν φοβερὰν καταστροφήν.
§418ΡΑΛΛΗΣ. Πολὺ καλά· τὴν καταστροφὴν αὐτὴν ὤφειλον νὰ τὴν ἀποκρούσουν ὄχι ὑπὲρ ἑαυτῶν, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον ἀπέβλεπον εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Πανεπιστημίου οἱ ὅροι τῆς διαθήκης· θὰ ἐνόουν δὲ τοιοῦτόν τινα συμβιβασμόν· ἐκ τῶν 320 χιλιάδων ἔδωκαν 92,000 εἰς τὴν ἀδελφὴν τοῦ Μητροπολίτου.
§419Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ 40,000 εἰς τὸν δῆμον Τρικκαίων.
§420ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι 40,000. Αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς, κατ’ ἐμὲ, ἀκατανόητον, προερχόμενον ἐκ τῶν Ἀρχῶν τοῦ Πανεπιστημίου, διότι ἐκ τοῦ ὅτι προῆλθον εἰς ἕνα συμβιβασμὸν πρὸς τὴν ἀδελφὴν τοῦ διαθέτου, οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος, ὅπως ἐπέλθῃ συμβιβασμὸς καὶ μὲ τὸν δῆμον Τρικκαίων, εἰς ὃν νὰ καταβάλῃ τὸ Πανεπιστήμιον τὰς 40,000 τοῦ κληροδοτήματος ἐκείνου, διότι δὲν εἶχε δικαίωμα.
§421Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡμιλήσατε περὶ ἁρπαγῆς. Τὸ Πανεπιστήμιον εἶπεν εἰς τὸν δῆμον Τρικκαίων: «Θέλετε νὰ συμβιβασθῆτε, ὥστε ἀντὶ νὰ σᾶς δώσω μετὰ 30 ἔτη τὰς χιλιάδας αὐτάς, νὰ λάβητε τώρα 40,000;»
§422ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἠδύνατο — καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ ἐμέ· — καὶ ὄχι μόνον δὲν ἠδύνατο, ἀλλ’ αὔριον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ διατάξῃ νὰ ἀκυρωθῇ ἡ πρᾶξις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Τρικκαίων· δὲν εἶναι δὲ δυνατόν, παρὰ νὰ ἀκυρωθῇ...
§423Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά· μὴ λέγετε ὅμως ὅτι ἁρπάζει.
§424ΡΑΛΛΗΣ. .. διότι ὑπὸ τοιούτους ὅρους εἶναι περιττὸν νὰ γράφῃ τις διαθήκην καὶ εἶναι περιττὸν νὰ διαθέτῃ, ὅταν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς διαθέσεως 6 ἢ 7 δημοτικῶν συμβούλων νὰ καταστρέφηται ἡ θέλησις τοῦ διαθέτου.
§425Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι ἄνωθεν τῶν δημοτικῶν συμβούλων εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§426ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδόλως εἶχε λάβει γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, καὶ ὅτι ἅμα ὡς, ἐκ τῆς γενομένης σήμερον συζητήσεως, ἔλαβε γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως, ἐσκέφθη νὰ παραγγείλῃ τηλεγραφικῶς εἰς τὸν νομάρχην Τρικκάλων νὰ ἀκυρώσῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
§427Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν πιστεύω ὅτι θὰ δεχθῇ.
§428ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Τρικκαίων, διαβεβαιῶ ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Τρικκαίων οὐδέποτε μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἐξήτασε τοιοῦτον ζήτημα, μήτε ἐξέδωκε ψήφισμα.
§429Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ποῖος κίνδυνος ἁρπαγῆς ὑπάρχει;
§430ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἀπορῶ ὅμως καὶ ἐγὼ, ὅπως καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ἕνεκα τίνος λόγου τὸ Πανεπιστήμιον, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ γνώμη τοῦ δήμου Τρικκαίων, προέβη εἰς συμβιβασμὸν (ψιθυρισμοί).
§431ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ἐὰν ὁ συμβιβασμὸς ἦναι νόμιμος, τότε καλῶς ἐγένετο, διότι τὸ Πανεπιστήμιον δὲν ἐπρόκειτο νὰ νοσφισθῇ τι ἐξ αὐτοῦ· 100,000 δίδει εἰς τὴν ἀδελφὴν τοῦ διαθέτου, 70,000 δικαιοῦται νὰ κρατήσῃ, ἀπομένουσι δὲ καὶ 40,000 εἰς χεῖρας τοῦ Πανεπιστημίου διὰ τὸν δῆμον Τρικκαίων. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ τὰ δώσῃ μετὰ 30 ἔτη καὶ τὰ ἔδωκε σήμερον... (διαμαρτυρίαι ἀριστερόθεν). Δὲν λέγω ὅτι καλῶς συνεβιβάσθη· ἂν ὅμως συνεβιβάσθη νομίμως, σήμερον δὲν ζημιοῦται ὁ δῆμος Τρικκαίων, διότι ἀπομένει ὑπὲρ αὐτοῦ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τὸ ποσὸν τῶν 40 χιλιάδων.
§432ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς;
§433ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Διότι 210,000 δρ. ἦτο ἡ ἀξία τῶν δύο οἰκιῶν· ἔδωκεν 100,000 διὰ τὸν συμβιβασμὸν, 70 ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ, ἄρα 40,000 μένουν διὰ τὸν δῆμον Τρικκαίων.
§434ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι 300,000. Καὶ λέγει ἡ πρᾶξις τοῦ Πανεπιστημίου, ὅτι ἀπομένει ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου ἓν ποσὸν 120,000. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, πῶς ἀπομένει ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου αὐτὸ τὸ ποσόν; καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἔχουσα τὴν ἐποπτείαν ἐφ’ ὅλων αὐτῶν τῶν νομικῶν καὶ τῶν ἠθικῶν προσώπων, νὰ ἀνεχθῇ αὐτὴν τὴν ἀλληλοαρπαγήν;
§435Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος κίνδυνος.
§436ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἤδη τοιοῦτος κίνδυνος.
§437ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κίνδυνος ὑπῆρχε μέχρι τῆς 15 Μαρτίου.
§438ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ βλέπω τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 1186 καὶ ἀπὸ 27 φθίνοντος ὑμετέρου ἐγγράφου (λέγει ὁ Ὑπουργὸς πρὸς τὴν Πρυτανείαν) ἐγκρίνομεν πίστωσιν 140,000 δρ. διὰ τὸν ἀποφασισθέντα συμβιβασμὸν μεταξὺ Πανεπιστημίου καὶ ἀδελφῆς Δωροθέου Σχολαρίου ἀφ’ ἑνὸς καὶ Πανεπιστημίου καὶ δήμου Τρικκαίων ἀφ’ ἑτέρου, ἐπὶ τῷ ὅρῳ νὰ παραιτηθῶσιν ἀμφότεροι πάσης περαιτέρω ἀξιώσεώς των κατὰ τοῦ Πανεπιστημίου.» Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν—ἀκριβῶς κατὰ τοῦτο εὐθύνεται—πῶς ἐνέκρινεν ἕνα τοιοῦτον συμβιβασμὸν πρὸς τὸν δῆμον Τρικκαίων; πῶς ἠνέχθη, ἂν ἐγνώριζε τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης, αὐτὴν τὴν ἁρπαγὴν,—καὶ ἂς διαμαρτύρηται ὁ συμπολίτης μου—πῶς ἠνέχθη αὐτὴν τὴν ἁρπαγὴν ἐκ μέρους τοῦ Πανεπιστημίου κατὰ τοῦ δήμου Τρικκαίων;
§439ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὴν τὴν κατάργησιν τῶν ὅρων τῆς διαθήκης.
§440ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει μόνον κατάργησις. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, Κύριοι ὅτι αὐταὶ αἱ διαθῆκαι εἶναι ἓν παληόχαρτο, τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ σχίζῃ ὁποτεδήποτε· ἀλλ’ εἰς αὐτὰς τὰς διαθήκας καὶ τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἐπέδειξαν εἰς τὰς διαθήκας πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων αὐτῶν, ὀφείλονται τὰ πλεῖστα τῶν ἱδρυμάτων, καὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν καὶ τῶν φιλανθρωπικῶν, ὅτι δ’ ἅμα ὡς ἀποδείξῃ τὴν ἐλαχίστην ἀνευλάβειαν ἡ Πολιτεία πρὸς τὰς διατάξεις τῶν διαθηκῶν, πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ διαθέτου, μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι οὐδεὶς θὰ ὑπάρξῃ τόσον μωρὸς, ὥστε νὰ ἐμπιστευθῇ ἡμῖν ὑπὲρ ὡρισμένου σκοποῦ τὴν περιουσίαν του. Αὐτὴ εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ἀρχὴ, ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ, ἐπὶ τῆς ὁποίας δυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν τὰς ἐλπίδας μας διὰ τὴν προαγωγὴν τῶν ἐκπαιδευτικῶν καὶ τῶν φιλανθρωπικῶν ἡμῶν καταστημάτων, καὶ τὴν θεμελιώδη αὐτὴν ἀρχὴν κατέῤῥιψεν, ἴσως ἐξ ἀγνοίας, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, δεχθεὶς ὅπως συμβιβασθῇ τὸ Πανεπιστήμιον πρὸς τὸν δῆμον Τρικκαίων καὶ τῷ δώσῃ ὡς τσὲπ–χαρτζιλίκι 40 χιλιάδας. Δὲν ἐπρόκειτο, Κύριοι, νὰ πάρῃ ὁ δῆμος Τρικκαίων 40 χιλιάδας· ἐπρόκειτο νὰ ἱδρυθῶσι δύο καταστήματα φιλανθρωπικά.
§441Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐὰν ἦτο ἄκυρος ἡ διαθήκη, θὰ τὰ ἔπαιρνε ὅλα ἡ ἀδελφή.
§442ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἦτο ἄκυρος ἡ διαθήκη,—σᾶς τὸ παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως—θὰ ἦτο ἄκυρος ὡς πρὸς τὴν ἀδελφήν· ὁ συμβιβασμὸς δὲ πρὸς τὴν ἀδελφὴν ἤρκει, ὅπως ἰσχύσῃ ἡ διαθήκη ἀπέναντι παντός. Τὸ περιπλέον δὲν ἐννοῶ ἐγώ. Δέχομαι ὅτι σᾶς ἐπλάνησαν ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα, ὅτι δὲν σᾶς παρέστησαν τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπεφάσισαν τὸν συμβιβασμὸν, καὶ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐνέκρινεν αὐτόν· δέχομαι ὅτι σᾶς ἐπλάνησαν ὡς πρὸς αὐτὸ, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σᾶς πλανήσουν ὡς πρὸς τὸ ἕτερον· ἀλλ’ ἂν ἐπλανήθητε ὡς πρὸς αὐτὸ, βεβαίως ἐκ σφάλματος τῆς ὑπηρεσίας ἐπλανήθητε· διότι ὅστις γνωρίζει εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς, καταλαμβάνει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάθηται νὰ ξεφυλλίζῃ ἓν πρὸς ἓν τὰ ἔγγραφα τὰ ὑποβαλλόμενα ἑκάστοτε καὶ ἐπὶ ἑκάστης ὑποθέσεως πρὸς αὐτόν· βεβαίως, λέγω, σᾶς ἐπλάνησεν ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία δὲν σᾶς παρέστησεν, ὅτι πρόκειται δι’ αὐτοῦ τοῦ συμβιβασμοῦ νὰ παραβιασθῶσι ῥηταὶ καὶ κατηγορηματικαὶ διατάξεις τῆς διαθήκης. Αἱ 40 χιλιάδες κατεβλήθησαν ἢ θὰ καταβληθῶσιν εἰς τὸν δῆμον Τρικκαίων, ἂν ἐπέλθῃ συμβιβασμός· ἀλλὰ πῶς θὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ διατάξεις τῆς διαθήκης περὶ ἀνεγέρσεως καταστημάτων; Δὲν φοβεῖσθε ὅτι θὰ γείνουν «γυαλιὰ–καρφιὰ»; (αἴσθησις). Καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, παρὰ νὰ γείνουν «γυαλιὰ–καρφιὰ» ἐκ μέρους τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ἤθελε δεχθῆ ποτε τοιοῦτον συμβιβασμὸν, ἤθελεν ἀντὶ πινακίου φακῆς πωλήσει τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα χορηγεῖ εἰς τὸν δῆμον ἡ διαθήκη. Ἐδῶ κεῖται τὸ ζήτημα, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας, καὶ νὰ ἐρευνήσητε, τίς ὑπῆρξεν ὁ αἴτιος τῆς πλάνης, ὡς πρὸς τὸν συμβιβασμὸν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν δῆμον Τρικκαίων.
§443Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκλήθη, ἵνα ἀποφήνηται γνώμην ἐπὶ θεμάτων, ἐπὶ τῶν πλείστων τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἁρμοδία: «Εἶναι ἄκυρος ἡ διαθήκη, ἥτις δὲν ἔχει βεβαίαν χρονολογίαν, ἢ εἶναι ἔγκυρος; Ἡ διαθήκη τοῦ ἀποθανόντος Σχολαρίου ἔχει βεβαίαν χρονολογίαν ἢ ψευδῆ; Τὸ ἐξοφλητικὸν, τὸ ὁποῖον ἔγραψεν ἡ ἀδελφὴ τοῦ Σχολαρίου, ἀποκλείει πᾶσαν περκιτέρω πρότασιν κατὰ τοῦ κύρους τῆς διαθήκης, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἦτο ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἀτελείας τῆς διαθήκης ἡ δοῦσα τὸ ἐξοφλητικόν;» Πάντα ταῦτα εἶναι θέματα ξένα τῆς Βουλῆς, οὔτε εἶναι κατηρτισμένη αὕτη νὰ ἐξετάζῃ ἐπὶ τῶν τοιούτων θεμάτων, οὔτε τὸν χρόνον ἔχει, ἀφοῦ μάλιστα σήμερον μόλις τὰ ἔγγραφα κατετέθησαν. Ὁ φίλος μου ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς μοὶ ἔδωκε τώρα νὰ ἀναγνώσω χωρίον πραγματείας τοῦ μακαρίτου Παπαῤῥηγοπούλου· ἀλλὰ τὸ χωρίον περιέχει γνώμην νομικὴν, ἐφ’ ἧς ἁρμόδιά εἰσι νὰ ἀποφανθῶσι τὰ δικαστήρια, οὐχὶ δὲ ἡμεῖς. Θὰ εἶχε πλήρη ἁρμοδιότητα ἡ Βουλή, ἂν ἐπρόκειτο περὶ ὑπουργικῆς εὐθύνης, ἂν ἐπρόκειτο περὶ παραβάσεως ἢ παραλείψεως, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ Ὑπουργός. Ἀλλ’ οἱ ἀγορεύσαντες εἶπον, ὅτι δὲν ἀποδέχονται ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἦτο ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων, ὅτι μετὰ δόλου ἐνήργησεν. Ἀλλὰ φρονοῦσιν ὅτι ἐνήργησε μετ’ ἀπροσεξίας; ὅτι ἐνήργησε μετ’ ἐπιπολαιότητος; Ἄς προβάλωσι πρότασιν. Ἀλλ’ ἐτελέσθη ἔγκλημα ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ Πανεπιστημίου; Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀρθῶς εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει παρακαλέσει τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα νὰ ἐπιλάβηται τῆς ἐρεύνης τῶν πραγμάτων· καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ μὴ ἐπιλάβηται οὗτος τῆς ὑποθέσεως, διότι ὅσα ἐλέχθησαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε, ἐὰν δὲν ἤθελεν ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐπιληφθῆ, ἤθελε μείνει ἡ ὑπόληψις καὶ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ πάντων τῶν ἀναμεμιγμένων εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ ὑπὸ νέφος μελανὸν, τὸ ὁποῖον βλάπτει καὶ τὰ ἄτομα αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Πανεπιστημίου, εἰς τὸ ὁποῖον φιλογενεῖς ἄνθρωποι διέθεσαν πολλάκις τὴν περιουσίαν αὐτῶν. Νομίζω ὅτι περαιτέρω δὲν πρέπει νὰ καταναλώσωμεν χρόνον. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς θέλει παρακληθῆ νὰ ἀναμιχθῇ καὶ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Τοῦτο, νομίζω, ἀρκεῖ. Πάντα τὰ ἄλλα εἰσὶ περιττά. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§444ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μάλιστα, μάλιστα, αὐτὸ θέλομεν.
§445ΡΑΛΛΗΣ. Καί τι πλέον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παρακληθῇ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του.
§446Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ συμβιβασμὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἔφθασε τὸ Πανεπιστήμιον, ἤθελε προσβάλει συμφέροντα τρίτων, τῶν ὁποίων τὸ Πανεπιστήμιον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τὰ συμφέροντα, βεβαίως θέλουσιν ἐγείρει ἀγωγὰς κατὰ τοῦ Πανεπιστημίου οἱ τρίτοι, ἔχουσι δὲ δικαίωμα νὰ κινηθῶσι κατὰ τοῦ Πανεπιστημίου.
§447ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν θὰ προσθέσω λεπτομέρειαν, ἡ ὁποία παρελείφθη κατὰ τὰς συζητήσεις. Βεβαίως μία τῶν σπουδαιοτέρων παραλείψεων τῶν ὑποβαλόντων εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῶν νομομαθῶν τὸ ζήτημα περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ ἦτο, ὅτι δὲν συνυπέβαλον μετὰ τῶν ἄλλων ἐγγράφων καὶ τὴν παραίτησιν τῆς ἀδελφῆς τοῦ ἀποθανόντος Μητροπολίτου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι συντελεστικώτατον ἤθελεν εἶσθαι εἰς μόρφωσιν ὀρθῆς γνώμης ἐκ μέρους τῶν νομομαθῶν, ἂν εἶχον καὶ τὸ πρωτότυπον τῆς ἄλλης διαθήκης, τὸ ἀνευρεθὲν βραδύτερον, ἔστω καὶ ἐκτὸς τῶν ἐγγράφων τοῦ ἀποθανόντος, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκηρύχθη παρὰ τοῦ Πρωτοδικείου ὡς κυρία διαθήκη, ὡς γνησία, ὡς προερχομένη δηλονότι ἐκ τῆς χειρὸς αὐτῆς τοῦ ἀποθανόντος. Αὕτη θ’ ἀπετέλει τὸ σπουδαιότατον τῶν στοιχείων πρὸς μόρφωσιν ὀρθῆς γνώμης τῶν δικαστῶν περὶ τοῦ κύρους τῆς διαθήκης τῆς ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου. Δικαστὴς, ἔχων ὑπ’ ὄψει διαθήκην γεγραμμένην ἐπὶ χαρτοσήμου, ἀλλὰ φέρουσαν ἡμερομηνίαν προγενεστέραν τῆς χρονολογίας, τὴν ὁποίαν σημειοῖ τὸ ὑδάτινον σημεῖον τοῦ χαρτοσήμου, δύναται, ἔχων ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν διαθήκην τὴν ἰδιόγραφον τοῦ διαθέτου, τὴν ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου, ἡ ὁποία, ὡς ἐλέχθη, εἶναι πανομοία τῆς ἐπὶ χαρτοσήμου, καθαρὰ ἀντιγραφὴ λέξιν πρὸς λέξιν ἡ μία τῆς ἄλλης, θέλει ἀναγκαίως περιέλθει εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα, ὅτι ἡ διαθήκη ἡ ἐπὶ χαρτοσήμου εἶναι ἁπλῆ καθ’ ὅλα ἀντιγραφὴ τῆς ἄλλης διαθήκης, ἀντιγραφείσης μεταγενέστερον ἐπὶ χαρτοσήμου ἀπαραλλάκτως, καὶ ἑπομένως μὲ τὴν ἡμερομηνίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερε, τοῦ 1884. Θὰ συνῆγεν ἑπομένως, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε ἔλλειψις χρονολογίας, οὔτε ἀκυρότης ἑπομένως, κατὰ τὸ διάταγμα τοῦ Κυβερνήτου. Δὲν ὑπάρχει ἀληθὴς χρονολογία, ὅταν ἦναι βέβαιον, ὅτι ἄλλος ὁ χρόνος τῆς συντάξεως μιᾶς διαθήκης καὶ ἄλλος ὁ ἐν αὐτῇ σημειωθείς. Ὅταν ὅμως βεβαιοῦται, ὅτι ἁπλῶς ἀντεγράφη εἰς μεταγενέστερον χρόνον προηγουμένως συνταχθεῖσα διαθήκη, χωρὶς οὐδὲν νὰ μεταβληθῇ, ἑπομένως οὔτε ἡ ἡμερομηνία, οὐδεμία ὑπάρχει ἔλλειψις χρονολογίας, οὐδεμία ἀβεβαία ἢ ψευδὴς χρονολογία. Ἂν ἀπέναντι αὐτῶν τῶν δύο διαθηκῶν ἤθελεν εὑρεθῆ ὁ σύλλογος τῶν νομομαθῶν, ὁ ὁποῖος ἐξήνεγκε τὴν γνώμην, ὅτι ἡ διαθήκη ἡ ἐν τῷ χαρτοσήμῳ εἶναι ἄκυρος, λόγῳ ψευδοῦς χρονολογίας, βεβαίως ἤθελε διαφόρως ἀποφανθῆ, διότι ἤθελεν ἴδει δύο διαθήκας ἀπαραλλάκτους καθ’ ὅλα καὶ γεγραμμένας μὲ τὴν ἰδίαν γραφὴν τοῦ διαθέτου, αἱ ὁποῖαι ἦσαν καθαρὰ ἀντιγραφὴ ἡ μία τῆς ἄλλης ἀπὸ τῆς πρώτης λέξεως μέχρι τῆς τελευταίας. Εἰς ποῖον συμπέρασμα ἤθελον φθάσει οἱ νομομαθεῖς, βλέποντες ὅτι ἡ ἡμερομηνία τῆς ἀντιγεγραμμένης, δηλαδὴ ἡ ἡμερομηνία τῆς ἀντιγραφῆς, εἶναι μεταγενεστέρα τῆς ἡμερομηνίας τῆς συντάξεως; Ἤθελον συμπεράνει, ὅτι ἡ δευτέρα διαθήκη εἶναι ἀντίγραφον τῆς πρώτης, ὅτι ἀντεγράφη ἐπὶ χαρτοσήμου μεταγενεστέρου ἀναγκαίως τῆς συντάξεως, ὅτι ὁ διαθέτης δὲν ἐσκόπει νὰ γράψῃ νέαν διαθήκην, ἀλλὰ νὰ ἀντιγράψῃ τὴν ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου ἀρχικῶς γραφεῖσαν, καὶ ὅτι, ὑπ’ οὐδενὸς νόμου ἀπαγορευομένης τῆς ἀντιγραφῆς, ἡ διαθήκη εἶναι ἔγκυρος. Ἡ ἀνάκρισις λοιπὸν, ἥτις τυχὸν θὰ διαταχθῇ, πρέπει νὰ συνάψῃ καὶ τὰς δύο διαθήκας, καὶ αὐτὰς ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν νὰ προβῇ εἰς ἐξέτασιν, καὶ νὰ βεβαιώσῃ, ἂν οἱ νομομαθεῖς, ὅταν ἀπεφάνθησαν, εἶχον καὶ τὰς δύο διαθήκας ἐνώπιον αὑτῶν. Ἂν εἶχον ὑπ’ ὄψιν ἀμφοτέρας, ἀδύνατον νὰ ἐπείσθησαν ὅτι ἡ διαθήκη ἡ ἐπὶ χαρτοσήμου εἶναι ἄκυρος λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ χαρτόσημον σημειοῖ μεταγενεστέραν χρονολογίαν, διότι δὲν εἶναι νομικὴ ἀρχὴ, ὅτι, ὅταν σημειῶται ἁπλῶς ἐπί τινος χαρτοσήμου διαφορετικὴ ἡμερομηνία ἐκείνης, τὴν ὁποίαν σημειοῖ ὁ διαθέτης ὡς ἡμερομηνίαν τῆς συντάξεως τῆς διαθήκης αὐτοῦ, ἡ διαθήκη εἶναι ἄκυρος. Οὐδένα νόμον θὰ εὕρητε διατάσσοντα τοῦτο, διότι εἶναι πραγματικὸν ζήτημα. Ἡ σύγκρισις τῶν δύο διαθηκῶν πείθει περὶ τοῦ κύρους, περὶ τῆς ἐγκύρου ἡμερομηνίας τῆς δευτέρας διαθήκης, διότι εἶναι ἀντίγραφον τῆς πρώτης, ἐπὶ χάρτου κατασκευασθέντος μετὰ τὴν πρώτην· ἑπομένως δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἀκυρότητος. Θεωρῶ λοιπὸν τὴν διαθήκην ἔγκυρον καὶ ἰσχυρὰν, διότι δὲν ἤκουσα παρ’ οὐδενὸς, ὅτι ὑπάρχει ἄλλος λόγος ἀκυρότητος ἐν τῇ δευτέρᾳ διαθήκῃ, ἐκτὸς τοῦ ἐκ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ χαρτοσήμου.
§448ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀκυρότητος εἶναι ἐντελῶς ἀλλότριον πρὸς τὴν Βουλὴν, δὲν ἀνέπτυξα αὐτό. Ἀνέφερα μόνον τὰ γεγονότα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ καὶ τῶν νομομαθῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν του πρὸς χορήγησιν τῆς πιστώσεως, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἐγένετο ὁ συμβιβασμός. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀκυρότητος εἶναι ἀκριβῶς ὡς τὸ ἔθεσεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὅσα δὲ ἄλλα ἐλέχθησαν περὶ τῆς ἀκυρότητος εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατα. Καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ἐκπλήσσεταί τις διὰ τὴν γνωμοδότησιν τῶν νομικῶν, καθόσον ἐν τῇ γνωμοδοτήσει αὐτῶν ἀναφέρεται ὡς ὁμοφρονῶν ὁ Demolombe. Παραδόξως δὲ, ὁ Demolombe παραδέχεται τὴν γνώμην τοῦ κ. Δεληγεώργη, καθορίζων ὅτι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ ψευδὴς χρονολογία ἐν τῇ διαθήκῃ ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὅτι προῆλθεν ἐξ ἀπροσεξίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἡ διαθήκη ἄκυρος. Παρετήρησε δὲ λίαν ὀρθῶς ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅτι ἐκ τῆς παραβολῆς τῆς διαθήκης τῆς ἰδιοχείρου, τῆς ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, πρὸς τὴν διαθήκην τὴν ἐπὶ χαρτοσήμου, δεικνύεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Demolombe, εἰς τὸν ὁποῖον παραδόξως ἀναφέρονται οἱ Κύριοι αὐτοὶ, κατὰ παραπομπὴν—αὐτὸ εἶναι τὸ περίεργον—εἰς τὸν ἀριθ. 89 (ἀναγινώσκει): «Que si, au contraire, ils étaient susceptibles d’ être réparés, de manère à ce que l'on pût retrouver l'indication exacte des jours, mois et an, où le testament a été fait, la cause de la nullité disparaîtrait; car il serait démontré que ces vices n'existent qu'en apparence, et que le testament renferme une date réguliére». Τουτέστιν: «Ἐὰν τοὐναντίον τὰ μειονεκτήματα ταῦτα ἦσαν ἐπιδεκτικὰ ἐπανορθώσεως κατὰ τρόπον ἐνδεικνύοντα ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν, τὸν μῆνα καὶ τὸ ἔτος τῆς συντάξεως τῆς διαθήκης, ὁ λόγος τῆς ἀκυρότητος ἤθελεν ἐκλίπει, διότι θ’ ἀπεδεικνύετο ὅτι τὰ ἐν λόγῳ μειονεκτήματα ὑπάρχουσι μόνον κατ’ ἐπιφάνειαν, καὶ ὅτι ἡ διαθήκη περιέχει χρονολογίαν τακτικήν.»
§449Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ἀγγελόπουλος προσέφυγεν εἰς τὴν βιβλιοθήκην, ἵνα φέρῃ ἄλλους συγγραφεῖς, καὶ νομίζω ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οἱ ἁρμόδιοι νὰ ἀκούωμεν.
§450ΡΑΛΛΗΣ. Ὅλη ἡ ὑπεράσπισις ἐστηρίχθη ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ὅτι ἡ διαθήκη εἶναι ἄκυρος, καὶ αὐτὸ κυρίως, ἡ βεβαίωσις τοῦ ἀκύρου τῆς διαθήκης καὶ ἡ βεβαίωσις τῆς ἐπικειμένης ζημίας τοῦ Πανεπιστημίου, ἔπεισε τὸν Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ τὴν συναίνεσίν του εἰς χορήγησιν τῆς πιστώσεως, ἀλλὰ παραδόξως, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι λέγουσι ταῦτα, καὶ παρὰ τοῖς ὁποίοις δὲν εὗρε χάριν μήτε ἡ περιουσία τοῦ Πανεπιστημίου μήτε ἡ περιουσία τοῦ δήμου Τρικκαίων, παραδόξως μνημονεύουν ἀκριβῶς τὸν συγγραφέα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τοιαύτην ἀποφαίνεται γνώμην, καὶ μνημονεύουν ἐν τῇ γνωμοδοτήσει τὸν Demolombe, σελ. 87. Εἰς τὴν σελίδα 87 εὗρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἀναφέρουσιν, ἀλλὰ δὲν εὗρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα ἐγὼ πρότερον ἐν ἀριθ. 89, ὅπερ ἀναιρεῖ ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναφέρουν ἐν τῇ γνωμοδοτήσει των. Ἐντεῦθεν προκύπτει ἄνευ ἀμφιβολίας, ὅτι ὑπῆρξε δόλος, καὶ ὅτι δόλος ὑπηγόρευσε τὴν γνωμοδότησίν των.
§451ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη δὲν ἦτο ἄκαιρος, διότι κατ’ αὐτὴν διετρανώθη ἓν ἔγκλημα, ὅπερ ἡ Βουλὴ, σεβομένη ἑαυτὴν, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν εὐχὴν, ὅπως παραπεμφθῇ εἰς τὴν δικαστικὴν καταδίωξιν. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἠδίκησε τοὺς καθηγητὰς, εἰπὼν ὅσα εἶπε περὶ τῆς γνωμοδοτήσεώς των, διότι βεβαίως ἡ γνωμοδότησίς των θὰ εἶχε τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον αὐτὸς τῇ ἀπέδωκεν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤμεθα βεβαιωμένοι, ὅτι οἱ καθηγηταὶ εἶχον ὑπ’ ὄψει αὐτῶν καὶ τὴν ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου διαθήκην.
§452ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν εἶχον.
§453ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν, δὲν προκύπτει ὅτι εἶχον αὐτοὶ ὑπ’ ὄψει τὸ πρωτότυπον. Εἰς τὴν γνωμοδότησίν των πᾶν ἄλλο δύναται νὰ ἐπιῤῥίψῃ τις ἢ τὸν δόλον, ἐκτὸς ἐὰν μεταξὺ τῶν γνωμοδοτησάντων ἦτο καὶ ὁ δικηγόρος τοῦ Πανεπιστημίου, εἰς ὃν πρέπει κατ’ ἀνάγκην ν’ ἀποδώσωμεν δόλον καὶ περὶ τὴν εἰσήγησιν καὶ περὶ τὴν γνωμοδότησιν.
§454ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1896. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§455ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται τώρα τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὸν καθηγητὴν Θεόδωρον Παπαδημητρακόπουλον. Ἡ ψηφοφορία θὰ γείνῃ μυστικὴ διὰ σφαιριδίων, συμφώνως πρὸς τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ Κανονισμοῦ. Ταὐτοχρόνως θὰ γείνῃ μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ, πρὸς ἐκλογὴν τῶν μελῶν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ὡς καὶ ἡ ψηφοφορία πρὸς ἐκλογὴν τοῦ κοσμήτορος τῆς Βουλῆς. (Ἐνταῦθα ὁ προεδρεύων ἀντιπρόεδρος κ. Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας παραχωρεῖ τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου εἰς τὸν βʹ ἀντιπρόεδρον κ. Ν. Δρόσον. Προσκομισθεισῶν τῶν καλπῶν, ἄρχεται ἡ ψηφοφορία, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Κ. Χατζηπέτρου καὶ Χ. Τζανετάκη. Μετὰ τὸ πέρας δ’ αὐτῆς γίνεται ἡ διαλογή).
§456ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 131. Τὸ νομοσχέδιον περὶ συντάξεως τοῦ κ. Θ. Παπαδημητρακοπούλου ἐγένετο δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, διὰ ψήφων 116 κατὰ 15. Διὰ τὴν θέσιν τοῦ κοσμήτορος τῆς Βουλῆς ἔλαβον ψήφους: 105 ὁ κ. Λάππας, 20 ὁ κ. Πετσάλης, 9 ὁ κ. Σταματιάδης, καὶ ἀνὰ μίαν οἱ κ. κ. Κακαρᾶς, Παλάσκας, Ἰσχόμαχος καὶ Βοζίκης. Εὑρέθη δὲ καὶ ἓν λευκὸν ψηφοδέλτιον. Ἑπομένως κοσμήτωρ τῆς Βουλῆς ἐξελέγη δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας ὁ κ. Ἰωάννης Γ. Λάππας, βουλευτὴς Λεβαδείας. Ὡς μέλη τῆς ἐξεταστικῆς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἔλαβον ψήφους: ὁ κ. Ἀσημ. Χριστόπουλος 97, ὁ κ. Ἀθ. Μουτσόπουλος 95, ὁ κ. Γ. Μαυρομιχάλης 92, ὁ κ. Χρ. Βότσαρης 88, ὁ κ. Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας 88, ὁ κ. Γ. Πετούσης 74, ὁ κ. Ἀλέξ. Μ. Κανάρης 28, ὁ κ. Σπ. Ε. Στάης 27 καὶ ὁ κ. Ἀλοΐσιος Τόμαν 27. Οὗτοι εἶναι οἱ σχετικῶς πλειονοψηφήσαντες. Ἐπιλαχόντες εἶναι: Ι. Κανάρης, λαβὼν ψήφους 23, Ἀριστομ. Βαλέτας 22, Κ. Κολιάτσος 10, Π. Γκίκας 8, Κ. Πεταλᾶς 5, Ι. Παλάσκας 5, Ν. Σχινᾶς 4, Α. Βασιλείου 2, καὶ οἱ κ. κ. Ἀλκ. Δεληγιάννης, Α. Γουδῆς, Γ. Πετροπουλάκης, Σπ. Τ. Φορέστης, Τυπάλδος Ξυδιᾶς, Ν. Δημητριάδης, Δημ. Σβορῶνος, Θ. Γκίλας καὶ Θ. Κριεμάδης ἀνὰ 1. Εὑρέθη δὲ καὶ ἓν λευκὸν ψηφοδέλτιον. Ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ καταρτίζεται ἐκ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ἀσημ. Χριστοπούλου Ἀθ. Μουτσοπούλου, Γ. Μαυρομιχάλη, Χρ. Βότσαρη, Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμα, Γ. Πετούση, Ἀλέξ. Μ. Κανάρη, Σπ. Ε. Στάη καὶ Ἀλοϊσίου Τόμαν.
§457ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας. Ἀναμφιβόλως ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου ἀνήκει εἰς τὴν πλειοψηφίαν, καὶ δι’ αὐτὸ ἡ μειοψηφία ἐστερήθη μιᾶς θέσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ· ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθη, ὅπως ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ καταρτισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν, δηλ. νὰ ἐκπροσωπηθῇ ἡ πλειοψηφία διὰ διπλασίου ἀριθμοῦ τῶν ἐκ τῆς μειοψηφίας. Ἐν τούτοις ἀκριβῶς ἐνταῦθα προέκυψε τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐκ τῆς πλειοψηφίας ἐξελέγησαν ἑπτὰ, ἐκ δὲ τῆς μειοψηφίας δύο. Ἀναγκαῖον συμπέρασμα εἶναι, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ τελευταίου πλειοψηφήσαντος ἐκ τῶν τῆς πλειοψηφίας εἶναι ἄκυρος, καὶ ἐντεῦθεν θὰ θεωρηθῇ ὡς ἔγκυρος ἡ ἐκλογὴ τοῦ πλειοψηφήσαντος ἐκ τῆς μειοψηφίας. Εἰς παρελθοῦσαν ἐποχὴν, οὐχὶ τυχαίως, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐπεχειρήθη τοιοῦτόν τι, ἐπεχειρήθη νὰ κατορθωθῇ, ὅπως ἡ μειοψηφία ἀποκλεισθῇ ἐκ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν διὰ τῆς ἐκλογῆς μειοψηφίας ἐκ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας, ἀλλὰ τότε πάντες οἱ ἑδρεύοντες κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην ἐν τῇ Βουλῇ ἐξηγέρθησαν κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἀτόπου, καὶ πρῶτος μεταξὺ τῶν ἐξεγερθέντων ἦτο ὁ Βουλευτὴς Γόρτυνος. Εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα ἐφθάσαμεν καὶ νῦν, ἀλλὰ τυχαίως, διότι εὑρέθησάν τινες ἐκ τῆς πλειοψηφίας, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ψηφίσωσιν ἄλλους, παρὰ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔτυχον τῆς σχετικῆς πλειοψηφίας ἐκ τῶν μειοψηφησάντων μελῶν. Ἔχομεν λοιπὸν ἐκ τῆς πλειοψηφίας ἑπτὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκ δὲ τῆς μειοψηφίας δύο. Ὥστε ἡ ἐκλογὴ αὕτη τοῦ ἑβδόμου κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν ψήφων θὰ ἀκυρωθῇ, καὶ ἑπομένως θὰ περιληφθῇ εἰς τὸ ψηφοδέλτιον, ὡς σχετικῶς πλειοψηφήσας, ἐκ τῆς μειοψηφίας ὁ ἐρχόμενος ὡς δεύτερος ἐπιλαχών.
§458Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῦ στηρίζεσθε;
§459ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ ἐπιτροπαὶ ἐκλέγονται διὰ ψηφοδελτίων, ἕκαστον τῶν ὁποίων περιλαμβάνει τὰ δύο τρίτα τῶν ἐκλεκτέων. Ἡ διάταξις αὕτη κυροῖ—καὶ πάντοτε οὕτω πως ἡρμηνεύθη—τὸ δικαίωμα τῆς μειοψηφίας εἰς τὸ νὰ μετέχῃ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι πάντοτε ἀνεγνωρίσθη, ὅτι καταρτίζονται κατὰ τὰ δύο μὲν τρίτα ἐκ μελῶν τῆς πλειοψηφίας, κατὰ τὸ ἓν δὲ τρίτον ἐκ μελῶν τῆς μειοψηφίας. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἠθέλομεν περιλάβει εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς ὡς ἕβδομον τὸν ἐκ τῆς πλειοψηφίας, ἤτοι ἑπτὰ ἐκ τῆς πλειοψηφίας καὶ δύο ἐκ τῆς μειοψηφίας, ἤθελον ἀνατραπῆ οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους κατέστησε τὸ 51 ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ἄτοπον θέλει προκύψει καταφανέστερον ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὡς ἑξῆς ἐξετάσητε τὸ πρᾶγμα· ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τί ἤθελε προκύψει, ἂν ἐδίδετο τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὴν πλειοψηφίαν, νὰ διανέμῃ τὰς ψήφους της εἰς πλειοψηφίαν καὶ μειοψηφίαν; θὰ ἀπεκλείετο ἡ μειοψηφία ἐκ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ θὰ ἐγίνετο καί τι πλέον, τὸ ὁποῖον θὰ καθίστα τὸν θεσμὸν τῶν ἐπιτροπῶν παρῳδίαν, διότι θὰ διωρίζοντο ἐκ τῆς πλειοψηφίας ἀντιγνωμοῦντες ὡς μέλη τῆς μειοψηφίας, καὶ θὰ παρίστανεν ἡ πλειοψηφία ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τὴν πλειοψηφίαν καὶ τὴν μειοψηφίαν καὶ τὰς γνώμας αὐτῆς, ἐνῷ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς ἠθέλησεν ὁ Κανονισμὸς νὰ περιλαμβάνωνται ὅλαι αἱ γνῶμαι, καὶ διὰ τοῦτο καθώρισε τὸ ἄρθρον 51, ὅτι τὰ δύο τρίτα μόνον τῶν μελῶν ἑκάστης ἐπιτροπῆς πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ τὸ ψηφοδέλτιον τῆς πλειοψηφίας, ἄλλως θὰ ἔλεγεν, ὅτι τὰ μέλη τῶν ἐπιτροπῶν ἐκλέγονται κατὰ πλειοψηφίαν. Τίνα ἔννοιαν θὰ ἀποδώσητε εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, ἂν ἠδύνατο ἡ πλειοψηφία νὰ ἐκλέγῃ αὐτὴ τοὺς ἀντιφρονοῦντας ἢ τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, τὰ ὁποῖα θὰ συνεργασθῶσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ μετὰ τῆς πλειοψηφίας;
§460ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα τὰ ψηφοδέλτια ἔφερον τὸν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ ὁριζόμενον ἀριθμὸν ὀνομάτων. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 51 ἐφηρμόσθη· ἓν μόνον ψηφοδέλτιον, ὡς ἀντελήφθη ἡ Βουλή, περιεῖχεν ἑπτά.
§461Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἄκυρον εἶναι τὸ τελευταῖον ὄνομα, ἡ ἐγγραφὴ τοῦ τελευταίου ὀνόματος. Ἐπειδὴ ἓξ πρέπει νὰ ἐγγράφωνται, ἐνεγράφησαν δὲ ἑπτὰ, ὁ τελευταῖος βεβαίως δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλεχθῇ. Αὐτὸς ὁ τελευταῖος εἶναι ὁ κ. Ἰωάν. Κανάρης.
§462ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἐνεγράφησαν ἑπτὰ καὶ δὲν γνωρίζομεν τίνα κατὰ προτίμησιν ἤθελε διαγράψει ὁ ἐγγράψας, ἕπεται ὅτι ὁλόκληρον τὸ ψηφοδέλτιον εἶναι ἄκυρον.
§463Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τὸ ἀποτέλεσμα. Τὰ ψηφοδέλτια συνετάχθησαν σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 51. Δὲν δύναται τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀκυρώσῃ ψηφοδέλτιον. Πῶς θὰ τὸ ἀκυρώσῃ; ποῦ θὰ στηριχθῇ;
§464ΤΟΜΑΝ. Ἐγὼ οὐδεμίαν εἶχον ἐκδηλώσει ἐπιθυμίαν νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τινὲς τῶν συναδέλφων εἶχον τὴν καλωσύνην νὰ ἐκλέξωσι καὶ ἐμὲ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς· εὐγνωμονῶ αὐτοῖς ἐπὶ τούτῳ, ἀλλὰ δηλῶ, ὅτι παραιτοῦμαι τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ.
§465ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ εἶχον πλήρη πεποίθησιν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Σύρου, καὶ δὲν ἠδυνάμην ποτὲ οὐδὲ καθ’ ὑπόνοιαν νὰ σκεφθῶ, ὅτι δὲν θὰ ἐξετέλει τὸ καθῆκόν του, λαμβάνων μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ ζητήματος ἀρχῆς, πρόκειται περὶ τῆς ἀκεραίας ἐκπροσωπήσεως ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς καὶ τῆς μειοψηφίας. Διὰ τοῦτο προέβαλον τὴν παρατήρησιν αὐτήν. Ἡ παραίτησις τοῦ κ. Τόμαν τυχαίως ἔρχεται νὰ διευκολύνῃ τὸ ζήτημα.
§466Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν ὁ κ. Τόμαν δὲν παρῃτεῖτο, οὐδεὶς εἶχε δικαίωμα νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογήν του. Δύναται νὰ ἐνίσταται πάντοτε ὁ ἐκλεχθεὶς, διαμαρτυρόμενος ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογήν του.
§467ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ αἱ ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων δὲν πρέπει ν’ ἀκολουθῶσι τὸν Κανονισμόν, ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν αὐτῶν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἑκάστοτε πρέπει νὰ προσδιορίζῃ εἰδικὴν ἐπιτροπὴν καὶ τοῦτο τὸ λέγω ἐξ ἰδίας πείρας, διότι ἔχω θλιβερὰν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, ὅταν ἀκολουθῇ τὸν Κανονισμόν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἠκολουθήσατε τὸν Κανονισμόν, ἡ θέσις τοῦ ἑβδόμου ἀριθμοῦ ἀνήκει εἰς τὸν κ. Βαλέτταν, διότι ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀνήκουν εἰς τὴν πλειοψηφίαν. Ἐπειδὴ δὲ ἄλλος ἐκ τῆς μειοψηφίας δὲν εἶναι ἀποκλειστικός, τρίτον μέλος εἶναι ὁ κ. Βαλέττας. Ἅμα ἀκολουθήσητε τὴν ἀρχὴν τοῦ Κανονισμοῦ, οὕτω πως θὰ κανονίσητε τὸ ζήτημα.
§468ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον, στηριζόμενον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ, θεωρεῖ ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔγκυρος.
§469ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἄρθρον 51 ἔχει ὡρισμένην νομολογίαν, καθ’ ἣν αἱ ἐπιτροπαὶ καταρτίζονται κατὰ τὰ ⅔ ἐκ τῆς πλειοψηφίας καὶ κατὰ ⅓ ἐκ τῆς μειοψηφίας. Ὁσάκις δὲ συνέβη τὸ ἐναντίον, ἐθεωρήθη τοῦτο καταστρατήγησις τοῦ νόμου. Κατὰ τὸ 1892 δὲν ὑπῆρχεν ἀριθμὸς ἀνάλογος Βουλευτῶν ἐν τῇ μειοψηφίᾳ, ἵν’ ἀποδώσῃ τὸ ⅓ τῶν ἐπιτροπῶν. Νομίζω δ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, καθ’ ἃ δέον νὰ ἐξασφαλίζηται εἰς τὴν μειοψηφίαν τὸ ⅓ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς. Ἐὰν καθιερωθῇ ἡ ἀρχή, ἣν ὁ κ. Πρόεδρος θέλει, θὰ συμβῇ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἀποκλεισθῇ ἐκ τυχαίου συμβάντος ἡ μειοψηφία. Πρέπει λοιπὸν τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ κατ’ ἀρχήν.
§470Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὑπάρχῃ κακὴ πίστις.
§471ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν κατὰ τύχην ἀπεκλείοντο ἐξ ὁλοκλήρου ὅλα τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, τί θὰ ἐλέγετε;
§472Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑποβάλετε τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ· ἀλλ’ ἐνόσῳ ὁ Κανονισμὸς δὲν ἀναφέρῃ τι, δὲν βλέπω τι τὸ παράτυπον.
§473ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸν Κανονισμὸν ἔχει ἑρμηνεύσει ἡ Βουλὴ κατὰ τοιοῦτον τρόπον πάντοτε. Δὲν πρόκειται περὶ καλῆς ἢ κακῆς πίστεως, ἀλλὰ περὶ τυχαίου συμβάντος. Ἐρωτῶ, δύναται πλέον νὰ γείνῃ λόγος περὶ ἐλέγχου εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀποκλειομένης ἐξ αὐτῆς τῆς μειοψηφίας;
§474ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Ἵνα διευκολύνω τὴν Βουλήν, παρακαλῶ νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησίν μου ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς.
§475ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Δύνανται νὰ παραιτῶνται τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς; (θόρυβος), καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔρχεται ὁ ἐπιλαχὼν;
§476ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐκλογὴ δὲν εἶναι βεβαίως ὑποχρεωτική. Τὸ ζήτημα ὅμως εἶναι, κατὰ πόσον δύναται νὰ ἔλθῃ ὁ ἐπιλαχών, ἢ πρέπει νὰ γείνῃ νέα ἐκλογή. Ἀλλὰ τοῦτο ἀφορᾷ τὴν μειοψηφίαν, ἂν θὰ ἔλθῃ ὁ Βουλευτὴς Θήρας ἢ ἕτερός τις (θόρυβος).
§477ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ παραίτησις τοῦ κ. Ρώμα, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς Θήρας δὲν δύναται νὰ λάβῃ μέρος.
§478ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τὸ ἐδήλωσα ἤδη.
§479Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀνωμαλία προῆλθε, διότι μέλος τι τῆς μειοψηφίας δὲν ἐψηφοφόρησε.
§480ΣΤΑΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου εἶχε δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ ἢ μή, ὑπάρχει παράδειγμα κατὰ τὸ παρελθόν, ὅτι δύνανται νὰ παραιτῶνται μέλη ἐπιτροπῶν. Ἄλλοτε ἐψηφίσθη διάταξις ἐν τῷ Κανονισμῷ, καθ’ ἣν, ἐὰν δὲν προσήρχοντο τὰ μέλη τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ἵνα σχηματίσωσιν ἀπαρτίαν, εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Πρόεδρος ν’ ἀντικαταστήσῃ ταῦτα διὰ μελῶν τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς.
§481Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπόντας ἢ κωλυομένους, οὐχὶ παραιτουμένους.
§482ΣΤΑΗΣ. Ὁ κωλυόμενος εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ παραιτηθῆ καὶ νὰ μὴ ἔχῃ δηλώσει τοῦτο. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τρικκάλων, ὅτι δῆθεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Θήρας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ, εἶναι ἀμφισβητούμενον, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς Θήρας ἔλαβε πάσας τὰς ψήφους τῆς μειοψηφίας. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ κ. Βαλέττα καὶ τοῦ τελευταίου ἐκλεγέντος, τοῦ κ. Τόμαν, εἶναι πέντε ψῆφοι, ἀλλ’ αὗται προῆλθον ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας.
§483ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε;
§484ΣΤΑΗΣ. Οἱ ἀριθμοὶ ὁμιλοῦσι κάλλιον ἐμοῦ εἰς ἐκείνους, οἵτινες δύνανται νὰ τοὺς ἐννοήσωσι.
§485ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Πῶς γνωρίζετε ποῖον ἐψήφισα ἐγώ;
§486ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος τόπος, ἵνα δώσω μαθήματα ἀριθμητικῆς. Ὅταν μοὶ δώσητε τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς ψηφοφορίας, εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς εἴπω πόσαι πολλαπλαῖ ψῆφοι ἐδόθησαν. Ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τούτου ἐξάγεται, ὅτι πέντε ἐκ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ ἡμῶν...
§487Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι οἱ ἀριθμοὶ ὀρθοί, προκειμένου περὶ μυστικῆς ψηφοφορίας.
§488ΣΤΑΗΣ. .. Ἑπομένως ὁ Βουλευτὴς Θήρας δὲν δικαιοῦται νὰ παραιτηθῇ.
§489ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Τόμαν. Ἤδη πρόκειται περὶ τοῦ κ. Ι. Κανάρη, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπών. Ἀντ’ αὐτοῦ παραιτεῖται ὁ κ. Ρώμας (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
§490ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ζήτημα δὲν δύνασθε νὰ λύσητε αὐθαιρέτως. Θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§491ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλη ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, δὲν ἔχει σκοπὸν, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐξελέχθη ὡς ὤφειλε νὰ ἐκλεχθῇ, κατὰ τὸν Κανονισμὸν· ⅔ ἐκ τῆς πλειοψηφίας, οἱ κύριοι, Ρώμας, Χριστόπουλος, Βότσαρης, Μουτσόπουλος, Πετούσης καὶ Γ. Μαυρομιχάλης, καὶ ⅓ ἐκ τῆς μειοψηφίας, οἱ κύριοι Στάης, Ἀλέξ. Μ. Κανάρης καὶ Βαλέττας. Οἱ ἕτεροι δύο συνάδελφοι, ὁ κ. Τόμαν καὶ ὁ κ. Ι. Κανάρης, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται ὅτι τυγχάνουσι μέλη τῆς πλειοψηφίας, δὲν εἶναι πράγματι μέλη τῆς πλειοψηφίας, διότι τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας, ἵνα θεωρηθῶσιν ὡς τοιαῦτα, πρέπει νὰ πλειοψηφήσωσι πράγματι, πρέπει νὰ λάβωσι τὰς ἡμισείας ψήφους ἐκ τῆς πλειοψηφίας πλέον μιᾶς. Ἀλλ’ ὁ κ. Τόμαν καὶ ὁ κ. Ι. Κανάρης δὲν ἔλαβον τὰς ψήφους αὐτάς; ἔλαβεν ὁ κ. Τόμαν ψήφους 27, ὁ δὲ κ. Ι. Κανάρης ψήφους 23...
§492ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ προκληθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς· ὑμεῖς ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς.
§493ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς ἀπηγγείλατε, ὅτι ἐξελέχθη ὁ κ. Τόμαν, ἐγὼ δὲ διαφωνῶ, καὶ λέγω ὅτι δὲν ἐξελέχθη ὁ κ. Τόμαν, οὐδὲ ὁ κ. Ι. Κανάρης, διότι καὶ ὁ κ. Τόμαν καὶ ὁ κ. Κανάρης δὲν ἔλαβον τὰς πλείονας ψήφους τῆς πλειοψηφίας.
§494Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μία μόνον λύσις δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Φρονῶ ὅτι οἱ ἐκλεγόμενοι ἔχουσι δικαίωμα νὰ παραιτῶνται, ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἀποδέχηται ἢ νὰ μὴ ἀποδέχηται τὰς παραιτήσεις αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Τόμαν παρῃτήθη, καὶ οὐδεὶς ἀντεῖπεν εἰς τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Τόμαν, ἂν καὶ δὲν ἠρωτήθη ἡ Βουλή, οὐδ’ ἀπεφήνατο ὅτι ἀποδέχεται τὴν παραίτησιν· ὑποτίθεται ὅμως, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι διορθοῦται τὸ πρᾶγμα· ἀλλὰ μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Τόμαν, εὑρέθη ὅτι ὑπάρχει ἀκόμη εἷς ἐκ τῆς πλειοψηφίας μεταξὺ τῶν ἐκλεχθέντων. Ἰσχυρίσθημεν ὅτι ἡ ἐκλογὴ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἄκυρος διὰ τοῦτο, διότι δὲν ὑπάρχει παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ· ἡ ἐκλογὴ ἐγένετο συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ πράττῃ ὅ,τι θέλει. Ὑπάρχει ἓν ἀπόφθεγμα Ἀγγλικόν, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον πράττει ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ πράττῃ ὅ,τι θέλει, πρέπει δὲ νὰ πράττῃ ὅ,τι δικαιοῦται νὰ πράττῃ, δὲν ἔχει δὲ δικαίωμα νὰ ἀκυροῖ ἐκλογὰς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Τόμαν παρῃτήθη καὶ δὲν ἐγένετο ἀντίῤῥησις ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔστερξε τὴν παραίτησιν αὐτοῦ.
§495ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν στέργομεν, παρὰ μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι πρόκειται ν’ ἀντικατασταθῇ ὑπὸ μέλους τῆς μειοψηφίας.
§496Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ στέρξῃ εἰς τὴν παραίτησιν αὐτήν. Τότε ὑπολείπεται ὁ κ. Ι. Κανάρης ἐκ τῆς πλειοψηφίας. Ὁ κ. Κανάρης, ἐὰν θέλῃ, ἂς μιμηθῇ τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Τόμαν· τότε καλεῖται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὁ κ. Βουλευτὴς Θήρας.
§497ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Κανάρης παρῃτήθη.
§498Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ἐδήλωσε παραίτησιν, τότε λύεται τὸ ζήτημα.
§499ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ ἴδωμεν, ἐὰν θὰ δεχθῇ τώρα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θήρας.
§500ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ πρῶτον, ὅτι δύνανται οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Τόμαν καὶ Ι. Κανάρης νὰ παραιτηθῶσι; καὶ δεύτερον, δέχεται τὰς παραιτήσεις αὐτῶν καὶ ὅτι ἔρχονται οἱ ἐπιλαχόντες;
§501ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα· δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§502ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς. Ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ κατηρτίσθη ἀπὸ τοὺς ἑξῆς κ.κ. βουλευτάς: Ἀσημ. Χριστόπουλον, Ἀθ. Μουτσόπουλον, Γ. Μαυρομιχάλην, Χρ. Βότσαρην, Γ. Πετούσην, Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμαν, Ἀλέξ. Μ. Κανάρην, Σπ. Ε. Στάην καὶ Ἀριστομ. Βαλέτταν.
§503ΡΑΛΛΗΣ. Ὀφείλω, κύριε Πρόεδρε, νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν νομιμοφροσύνην, τὴν ὁποίαν ἀπέδειξεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο.
§504Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω ἄλλως.
§505ΡΑΛΛΗΣ. Ἄλλοι ἔπραξαν ἄλλως.
§506ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ δηλώσεως τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τοῦ δήμου Μαντινείας τῆς ὁμωνύμου ἐπαρχίας.
§507Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μίαν πρότασιν ἔχω, νὰ προστεθῇ ὡσαύτως καὶ τὸ χωρίον Βουλγαρινὴ τοῦ δήμου Καστανέας τῆς ἐπαρχίας Ἁγυιᾶς, τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι ἐπρότειναν τὰς δηλώσεις των, ἀλλὰ εἰς δῆμον ἄλλον, καὶ οὐχὶ εἰς τὸν δῆμον τοῦ ὁποίου εἶναι μέλη, διότι ἕνεκα γεωργικῶν περιστάσεων καλλιεργοῦσι γαίας εἰς ἄλλον δῆμον.
§508ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναγνώσητε, κύριε Πρόεδρε, οὐχὶ τὴν πρότασιν νόμου.
§509ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι πρότασις νόμου.
§510Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κακῶς ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀφοῦ προετάθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον, τοῦτο θὰ προτιμηθῇ.
§511ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ παροχῆς προθεσμίας πρὸς δήλωσιν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον εἰς αʹ συζήτησιν).
§512ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.
§513Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§514ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου γίνεται ἄρθρον 1. Προστίθεται δὲ ἄρθρον 2, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§515Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον. Ἡ ὥρα εἶναι 5, πρέπει νὰ ἀποχωρήσωμεν, νὰ ἐπανέλθωμεν δὲ εἰς τὰς 4 μετὰ μεσημβρίαν.
§516ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 5 π. μ. τῆς ἐπιούσης.