Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΔ · Session Β› Sitting 28

1896.02.28

5,168 rows · 39,336 words · 2 tables · 392 turns

Date
1896.02.28
Presidency
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗ
Period
ΙΔ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1896)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28

Τῆς 28 Φεβρουαρίου 1896.

(Τετάρτη).

Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Μεγάλου Σπηλαίου δι’ ἀναφορᾶς του ἐξαιτεῖται νὰ ἀπαλλαγῇ ἡ Μονὴ ἐκ τῆς εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ δήμαρχος Φύλλου τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης διὰ τηλεγραφήματός του ἀναφέρει, ὅτι ὁ ἐπόπτης τῶν Ζαππείων κτημάτων, συνεπείᾳ διαταγῶν τοῦ Ὑπουργείου, κατέλαβεν ἐκκλησιαστικὰ οἰκήματα τοῦ χωρίου Τεκελῆ τοῦ εἰρημένου δήμου. Ὁ ἀπόστρατος ἐπιλοχίας τοῦ πεζικοῦ Πέτρος Παπαθανασιάδης, κάτοικος Ἀγρινίου, δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ αὔξησιν τῆς συντάξεώς του. Ὁ ἐκ Πάλλης βουλευτὴς κ. Σπ. Τυπάλδος Φορέστης ἀποτείνει τὰς ἑξῆς τρεῖς ἐρωτήσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.

§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ: 1ον) Ἐὰν αἱ ἀνοργάνωτοι Μοναὶ ὑπάγωνται εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν 8% ἐπὶ τοῦ ἀνεκκαθαρίστου εἰσοδήματος αὐτῶν. 2ον) Ἐὰν εἰς τὰς ἐνοριακὰς ἐκκλησίας ὑπάγωνται καὶ αἱ ἰδιόκτητοι, εἴτε εἰς ἕνα ἀνήκουσιν, εἴτε εἰς πολλοὺς, ὡς εἶναι τὰ ἀδελφάτα, ὀνομαζόμεναι συναδελφικαὶ ἐκκλησίαι. 3ον) Πόθεν θὰ ἐκλέγωνται τὰ ἐκκλησιαστικὰ συμβούλια τῶν συναδελφικῶν ἐκκλησιῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, ἔνθα ὑπάρχουσι τοιαῦται.»

§3ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ δοθῶσιν ἐγκαίρως αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι, διότι θέλουσι χρησιμεύσει κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν νομοσχεδίων.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ραζέλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§5ΡΑΖΕΛΟΣ. Γινώσκει ἡ Βουλή, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς βουλευτὴς κ. Παπαμιχαλόπουλος κατὰ παρελθοῦσαν συνεδρίαν τῆς Βουλῆς διὰ μακρῶν ἀπησχόλησεν αὐτὴν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Εἰς τὴν ὁμιλίαν του ἐκείνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπήντησε λακωνικώτατα καὶ ἀορίστως, ἀλλ’ ἐνθαῤῥυντικῶς, ὡς πρὸς τὴν προστασίαν τῶν κινδυνευόντων συμφερόντων καὶ προνομιῶν τῆς νήσου. Ἤδη γεγονὸς σοβαρὸν ἀνηγγέλθη, ὅτι ἔλαβε χώραν, τὸ ὁποῖον προανήγγειλεν ἔκτοτε ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Ἐπὶ τούτου ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπερώτησιν, ὑπογεγραμμένην παρὰ τῶν κ. κ. Παπαμιχαλοπούλου, Φιλαρέτου, Μαστραπᾶ καὶ ἐμοῦ. Ἡ ἐπερώτησις ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι παραιτηθέντος τοῦ χριστιανοῦ γενικοῦ διοικητοῦ τῆς Κρήτης Καραθεοδωρῆ–πασσᾶ, διωρίσθη ἀντ’ αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Πύλης ὁ Ὀθωμανὸς τὸ θρήσκευμα Τουρχὰν–πασσᾶς, κατ’ ἐπανειλημμένην παράβασιν τῆς ἐκ διεθνοῦς συνθήκης ἀποῤῥευσάσης συμβάσεως τῆς Χαλέπας. Ποίαν δὲ ἔλαβεν ἢ λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις πρόνοιαν πρὸς ἀποσόβησιν τῆς ἐπικειμένης δεινῆς ἐκρήξεως, ὡς ἐκ τοῦ ἐπικρατοῦντος ἔν τε τῇ Κρήτῃ καὶ παρὰ τοῖς ἐνταῦθα Κρησὶν ἀναβρασμοῦ.»

§6Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἠδύνατο νὰ σιγήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐζήτησα ἀμέσως τὸν λόγον. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἐπρόσεξεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς, διότι ἄλλως δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ δώσῃ ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν, καθόσον εἶναι ἀτυχῶς ἀληθὴς ἡ εἴδησις· δὲν δύναται δὲ νὰ ὑποστηρίξῃ κἄν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς ἐπερωτήσεως, διὰ ν’ ἀπαντήσῃ, ὄχι μόνον διὰ τὴν σπουδαιότητα τῆς ἐπερωτήσεως, ἀλλὰ καὶ διότι πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συναδέλφου πρὸ 28 ἡμερῶν καὶ ἐπανελήφθη τελευταῖον ὑπὸ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος.

§7ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὡς πρὸς τὸ γεγονὸς, εἶναι βεβαίως ἀληθές· γεν. διοικητὴς διωρίσθη ὁ Τουρχὰν–πασσᾶς, καὶ ὑποδιοικητὴς χριστιανὸς, ὁ Βυθηνὸς ἐφέντης. Ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ, ἐπιφυλάσσομαι.

§8Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ἐπιφύλαξις αὕτη μόνον ὑπὸ τὰ ἐπιδοτήρια θὰ ἠδύνατο νὰ τεθῇ, διότι δὲν πρόκειται περὶ γεγονότος ἀγνώστου, τὸ ὁποῖον ἴσως θὰ περιμένῃ μετὰ προθεσμίαν νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων, ἥτις εἶναι παροῦσα. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπερωτηθεὶς κατὰ τὴν 1 Φεβρουαρίου 1896, ἔλαβε τὸν λόγον καὶ λέξιν πρὸς λέξιν ἀπήγγειλε τὴν ἀπάντησιν, ἡ ὁποία καὶ διὰ στοιχείων τῶν 12 στιγμῶν ἐτυπώθη εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, εἶναι δὲ συντομωτάτη. Ἰδοὺ αὕτη (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα συναίσθησιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἡ περὶ τῶν ἐν ἑκάστῃ γωνίᾳ τῆς γῆς εὑρισκομένων Ἑλλήνων μέριμνα ἐπιβάλλει αὐτῇ, δὲν ἔλειψε διὰ συμβουλῶν, διὰ παραστάσεων καὶ παντὸς ἄλλου ἐν τῇ διαθέσει αὐτῆς μέσου νὰ φροντίσῃ νὰ προασπίσῃ τὰ πραγματικὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους». Λέξεις πομπώδεις, εὐέλπιδες, αἱ ὁποῖαι καταλήγουν εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα: «Ἔχει δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐν τοῖς ἐπ’ ἐσχάτων στάσις τοῦ ἀνδρείου λαοῦ τῆς μεγαλονήσου δεόντως ἐξετιμήθη παρὰ πάντων τῶν κεκλημένων νὰ κρίνωσιν.» Ὡμίλησε διὰ διπλωματικῆς γλώσσης καὶ λακωνικώτατα. Ἐν τῇ ἀοριστίᾳ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶπε πολλὰ, καὶ δὲν εἶπε τίποτε. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἠρκέσθη· σεβασθεῖσα τὸ ζήτημα, ἐσίγησε, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀνέμενε ν’ ἀκούσῃ καὶ διὰ πραγμάτων τὰς ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἡμέραν τινὰ ὁ ἐκ Λοκρίδος κ. συνάδελφος ἀνήγγειλεν, ὅτι ἐδόθη ἡ παραίτησις τοῦ τέως γενικοῦ διοικητοῦ τῆς Κρήτης καὶ ἀναμένεται ὁ διορισμὸς Ὀθωμανοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι καὶ αὐτὸς ἔχει τὰς πληροφορίας αὐτὰς, ἀλλὰ δὲν εἶναι βέβαιος καὶ περὶ τοῦ διορισμοῦ Ὀθωμανοῦ. Ἰδοὺ αἱ πληροφορίαι· ὁ ὑπουργὸς μᾶς εἶπε πρὸ μικροῦ, ὅτι τὸ ἔμαθε, καὶ θ’ ἀπαντήσῃ! Κύριοι συνάδελφοι, καθ’ ὃν χρόνον ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία πέραν τοῦ μεσονυκτείου συζητεῖ περὶ τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἔχωσιν ἢ νὰ μὴ ἔχωσιν οἱ δημόται Νυμφασίας, ὑποσκάπτονται τὰ θεμέλια τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπειλητικῶς, ἐπικινδύνως· δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ ἐπαναπαυθῶμεν εἰς τὰς διπλωματικὰς ἀοριστίας. Ἤδη εἶναι καιρὸς νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως. Φοβοῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ἄγαν φιλοπόλεμος κατὰ τὸ 1885, ἐγένετο ὑπὲρ τὸ δέον εἰρηνικὸς κατὰ τὸ 1896. Φοβοῦμαι ὅτι ἡ ἀδελφοποίησις τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Τούρκων, γενομένη ἄνευ ἀνταλλάγματος, ἀλλὰ πρὸς διευκόλυνσιν τῶν τουρκικῶν σχεδίων, μᾶς παρασκευάζει μεγάλους κινδύνους. Τί περιμένομεν; ν’ ἀκούσωμεν τοὺς Κρῆτας ἐν ἀπογνώσει δράττοντας τὰ ὅπλα μίαν ἔτι φορὰν, διὰ νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τῶν αἱματηρῶν σφαγῶν; Καὶ ποῦ εἶναι ἡ ἐπαγγελία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐξετιμήθη ἡ στάσις τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ καὶ αἱ συμβουλαὶ, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἂν σπουδαιολογῶμεν, εἶναι καιρὸς νὰ μάθωμεν ἐπὶ τέλους ποῦ εὑρισκόμεθα.

§9Χ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Νὰ καταλήξητε εἰς ἓν συμπέρασμα.

§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἂς ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὅταν ἀπαντήσῃ, θὰ μάθωμεν ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὸν Κρητικὸν λαὸν ἀπὸ τοὺς κινδύνους.

§11ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Διετάχθη ἓν σύνταγμα ἐκ Χαλκίδος νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας, καὶ ὑποθέτω ὅτι εἶναι κήρυξις πολέμου.

§12Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἀναγνωρίζω πληρεξουσίους τῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες ὀφείλουσι ν’ ἀπαντῶσιν ἀπ’ εὐθείας.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στάϊκος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.

§14ΔΙΟΝ. ΣΤΑΙΚΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ συμπληρώσῃ τὴν δύναμιν τοῦ Λιμεναρχείου Πειραιῶς, ὅπερ εἶναι τὸ κυριώτερον Λιμεναρχεῖον, διότι ἡ σήμερον ὑπάρχουσα δύναμις εἶναι ἀνεπαρκής, προκειμένου μάλιστα κατ’ αὐτὰς νὰ καταπλεύσουν εἰς τὸν λιμένα Πειραιῶς πολλὰ πλοῖα καὶ στόλοι μεγάλοι. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ συμπληρώσῃ τὴν δύναμιν αὐτοῦ, διότι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θὰ λάβῃ ἀνάγκην νὰ ὑπάγῃ μὲ βάρκαν εἰς τὰ πλοῖα. Παρακαλῶ δὲ συνάμα νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τοὺς 60 ὑπαξιωματικούς, τοὺς ὁποίους ἐγκατέλειψε διαθεσίμους. Οἱ ἄνδρες αὐτοὶ ὑπηρέτησαν καὶ ὑπηρετοῦσιν ἀκόμη, εἶναι δὲ ἄδικον νὰ ῥιφθῶσιν εἰς τοὺς δρόμους, διότι εἶναι πτωχοὶ καὶ οἰκογενειάρχαι. Παρακαλῶ, ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς μικρὰ βοήθεια. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, νὰ φροντίσητε.

§15Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πρὸ ἱκανοῦ χρόνου ἐν Πειραιεῖ, χάριν τῆς ἀστυνομίας τοῦ λιμένος, σταθμεύει ἡ ἡμιολία «Αὔρα». Αὕτη ἐδωρήθη ὑπὸ τοῦ Βαρβάκη.

§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠγοράσθη.

§17Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὡς ἐκ τῆς παλαιότητος αὐτῆς εἶναι εἰς ἐντελῆ ἀχρηστίαν· διὰ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία ἐνόμισεν, ὅτι εἷς καὶ μόνον ναύτης εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς φρούρησιν τοῦ σκάφους. Ἐπειδὴ ὅμως ἐν Πειραιεῖ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχωσι ναῦταί τινες, καὶ ἕνεκα τῆς ἀστυνομίας τοῦ λιμένος καὶ δι’ ἄλλους λόγους, διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐκδοθείσης, ἀπεφασίσθη νὰ καταπλεύσῃ ἐκ Ναυστάθμου εἰς Πειραιᾶ τὸ «Ἄκτιον», οὗτινος ἡ δύναμις νομίζομεν ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὸν λιμένα Πειραιῶς καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας, ἃς ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέδειξεν. Ὡς πρὸς τοὺς διαθεσίμους ὑπαξιωματικούς, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, συντάσσουσα τὸν προϋπολογισμὸν, ἐνόμισεν ἀναγκαῖον, ἀκολουθοῦσα κατὰ τοῦτο καὶ τὴν γνώμην τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν, νὰ φέρῃ εἰς ἐφαρμογὴν τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου, οὓς εἶχε καταρτίσει ὁ Γάλλος ναύαρχος Λεζέν. Εὐθὺς ὅμως, ὡς ἐτέθησαν οἱ ὀργανισμοὶ οὗτοι εἰς ἐνέργειαν, εὑρέθη ὅτι ὑπῆρχον ἐν τῷ στόλῳ 70 καὶ ἐπέκεινα ὑπεράριθμοι ὑπαξιωματικοί. Πῶς ἐγένετο, ὥστε νὰ ἔχωμεν τοσούτους ὑπεραρίθμους ὑπαξιωματικούς; Ἡ ἀπάντησις εἶναι εὐχερής. Ἐπίεζον οἱ ἔχοντες συμφέρον τοὺς κατὰ καιρὸν Ὑπουργοὺς τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐπ’ ἐσχάτων μάλιστα ἐνομίσθη ἀναγκαῖον, ἵνα γένωνται ἀθρόοι προβιβασμοὶ ὑπαξιωματικῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης. Ἐγὼ οὐδένα προεβίβασα εἰς ὑπαξιωματικόν.

§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς ποίαν ἐποχήν;

§19Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ Ἀπρίλιον ἢ Μάϊον τοῦ προηγουμένου ἔτους· ἀλλὰ ὑπῆρχον καὶ προηγουμένως ὑπεράριθμοι, προσέθεσαν ὅμως καὶ ἄλλους, διότι ὑπεχώρουν εἰς τὰς πιέσεις τῶν διόπων, οἵτινες βεβαίως ἐζήτουν νὰ γένωνται ὑπαξιωματικοί. Ἐνῷ δὲ ἴσχυον οἱ ὀργανισμοὶ τοῦ Λεζὲν καὶ τότε, δὲν ἐκωλύθησαν νὰ προαγάγωσι διόπους εἰς ὑπαξιωματικούς. Εὑρέθημεν λοιπὸν πρὸ τοῦ ἑξῆς διλήμματος: ἢ νὰ μεταβάλωμεν τοὺς ὀργανισμοὺς τοῦ ναυάρχου Λεζὲν καὶ νὰ ἔχωμεν πλείονας ὑπαξιωματικούς, ἀχρήστους ὅμως, ἤ, ἐπειδὴ αὐτοὶ κατέστησαν ἑαυτοὺς ὑπεραρίθμους, ἐξ ἰδίας ὑπαιτιότητος, πιέσαντες τοὺς Ὑπουργοὺς, νὰ θέσωμεν αὐτοὺς εἰς διαθεσιμότητα. Ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ διλήμματος ἐνόμισα, ὅτι δὲν εἶχον, ἢ νὰ προτιμήσω τὴν δευτέραν γνώμην, τουτέστι τοὺς ὄντας πράγματι ὑπεραρίθμους νὰ θέσω ἐν διαθεσιμότητι. Τὸ μέτρον τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐπιδοκιμασθῇ παρὰ παντὸς εὖ φρονοῦντος. Ἐὰν βεβαίως ἠθέλομεν νὰ φέρωμεν αὐτοὺς εἰς ἐνέργειαν, τοῦτο εἶναι εὐκολώτατον· θέλομεν αὐξήσει ὅμως τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 80 χιλιάδας δραχμῶν ἐτησίως. Ἐκτὸς δὲ τῆς ζημίας ταύτης, ἥτις εἶναι χρηματικὴ, θέλομεν φέρει καὶ τὴν ἀταξίαν εἰς τὰ πληρώματα τοῦ στόλου, καθόσον βεβαίως οἱ ὑπεράριθμοι ὑπαξιωματικοὶ δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν εὐκοσμίαν τοῦ στόλου, εἰσὶ πρόσωπα ὑπεράριθμα, φέροντα τὴν ἀταξίαν, εἴτε πρόκειται περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, εἴτε πρόκειται περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης. Οὐχ ἧττον γίνεται σκέψις, ὅπως κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον χρησιμοποιηθῶσιν οἱ ὑπεράριθμοι οὗτοι ὑπαξιωματικοὶ, καὶ μελετᾶται σύστημά τι, καθ’ ὃ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν ἐν τῷ μέλλοντι, νὰ τοποθετηθῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν φάρων καὶ φανῶν οἱ ὑπεράριθμοι οὗτοι ὑπαξιωματικοί· ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἐντελῶς ὥριμον, καὶ μέχρις ὅτου τοιοῦτον μέτρον ληφθῇ, βεβαίως αὐτοὶ θέλουσιν ἐξακολουθήσει ὄντες ὑπεράριθμοι. Ἐφ’ ὅσον εἴτε ἀποστρατεύονται οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ὑπαξιωματικοὶ, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους ἀποχωροῦσιν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης, θέλουσι βεβαίως ἀναπληροῦσθαι οὗτοι ἐκ τῶν ἤδη τεθέντων ἐν διαθεσιμότητι.

§20Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι πνεῦμα νομιμοφροσύνης ὑπέδειξεν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν, ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο βεβαίως εἶναι ἄστοχον, διότι 76 ὑπαξιωματικοὶ τοῦ ἡμετέρου ναυτικοῦ ἐῤῥίφθησαν εἰς τὰς ἀγυιὰς, διατί; Ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ του ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ τοῦτο βεβαίως ἔπαινον πρέπει νὰ ἐπισύρῃ εἰς αὐτόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐγένοντο πιέσεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, καὶ τούτου ἕνεκα ἐγένοντο ὑπερβάσεις. Ἠρώτησα καθ’ ἣν στιγμὴν ὡμίλει, ἐκεῖνος δὲ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι αἱ μεγαλείτεραι ὑπερβάσεις ἐγένοντο κατὰ μῆνα Ἀπρίλιον ἢ Μάϊον τοῦ 1895, δηλαδὴ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Βασιλικοῦ Ὑπουργείου. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐξετασθῇ εὐρύτερον ἡ εὐθύνη τῶν ὑπευθύνων. Θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ, ὅτε δὲν θὰ ὑπάρξῃ δύναμίς τις ἀνθρωπίνη, οἱαδήποτε, ἥτις νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων νὰ ζητήσῃ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν εὐθύνην τῶν ὑπευθύνων, εἰ καὶ οἱ ἀνεύθυνοι διατελοῦσι πάντοτε ἠθικῶς ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τῆς τε Βουλῆς καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἱστορίας. Ἀλλὰ εἴτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ὑπουργείου, εἴτε καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ, πιεζόμενοι ἢ μὴ πιεζόμενοι, ὑπερέβησαν τὸν νόμιμον ἀριθμὸν, νομίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι θέλομεν πράξει ἔργον δικαιοσύνης, ἐὰν θέσωμεν τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς ὑπαξιωματικοὺς εἰς τὸ δίλημμα τῆς αὐτοκτονίας ἢ τοῦ ἐγκλήματος; Δύο ὁδοὶ μόνον μένουσιν εἰς αὐτοὺς, ἄνδρας συνδέσαντας τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον αὐτῶν μὲ ὡρισμένον κλάδον ἐθνικὸν καὶ οἱ ὁποῖοι ἤδη αἰφνηδίως βλέπουσι διὰ μιᾶς διαψευδομένας τὰς ἐλπίδας αὐτῶν καὶ ἑαυτοὺς εὑρισκομένους εἰς χάος. Τί μένει εἰς αὐτούς; Ἢ νὰ αὐτοκτονήσωσιν, ἢ νὰ γείνωσι λῃστοπειραταί! Πῶς θὰ ζήσωσιν αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαί των; Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν βεβαίως εὑρέθη εἰς μεγάλην δυσχέρειαν, διότι ἀφ’ ἑνὸς εἶχε νόμον ὀργανικὸν, εἶχεν ἐνώπιον αὐτοῦ ὡρισμένον ἀριθμὸν, καὶ δὲν ἤθελε νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν οἱ πρὸ αὐτοῦ· ἤθελε νὰ λάβῃ μέτρον· ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ λάβῃ; Νομοθετικῶς αὐξανομένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν προσωρινῶς, καὶ ἐφ’ ὅσον κενοῦνται αἱ θέσεις, νὰ μὴ γίνωνται προβιβασμοὶ, οὐδέποτε ὅμως νὰ ῥίψῃ εἰς τὴν ἔκτακτον ταύτην δυσχέρειαν 76 ὑπαξιωματικοὺς, διὰ νὰ πληρώσωσι τὰς ἁμαρτίας τῶν ὑπευθύνων. Τὸ ἄδικον εἶναι τόσον μέγα, ὥστε δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἐνδιαφέρηται ὀλιγώτερον ἐμοῦ, ὅσον καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀναθεωροῦσα τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, θὰ λάβῃ ἐγκαίρως δικαιότερόν τι μέτρον.

§21Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἴπετε, ὅτι διὰ νόμου ἔπρεπε νὰ αὐξήσωμεν τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ὑπαξιωματικῶν· ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, οἱ ὀργανισμοὶ, οἱ ἀφορῶντες τὴν διοίκησιν τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου, ὡς καὶ τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων τῆς ξηρᾶς, ἀκολουθοῦσιν ὡρισμένους κανόνας. Δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ συγκροτήσητε τὰ πληρώματα λόγῳ ὑπαξιωματικῶν κατὰ τὸ δοκοῦν, διότι τότε διατὶ νὰ μὴ ὁρίσητε ἀκόμη ἄλλους 70 ὑπαξιωματικούς; Δὲν ἔγκειται εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸ αὐθαίρετον, νὰ αὐξάνῃ ἢ νὰ ἐλαττώνῃ τοὺς ὑπαξιωματικούς. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἀναλογοῦσιν εἰς ὡρισμένον ἀριθμὸν ναυτῶν, τὰ δὲ πληρώματα συντάσσονται κατὰ τρόπον ἐπιστημονικὸν, χάριν τοῦ Ναυτικοῦ. Διότι εὑρέθησαν ὑπεράριθμοι ὑπαξιωματικοὶ, οἵτινες ἐξήγησα ὑμῖν πῶς ἐγένοντο τοιοῦτοι, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι λόγος δικαιολογητικὸς τοῦτο, ἵνα εἴπωμεν «ἂς αὐξήσωμεν τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ὑπαξιωματικῶν»· διότι, αὐξάνοντες τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ὑπαξιωματικῶν, δὲν ἀκολουθεῖτε κανένα ἐκ τῶν κανόνων, οἵτινες διέπουσι τὸ σύστημα τοῦ καταρτισμοῦ τῶν πληρωμάτων. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, ἄλλο τι μέτρον, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ εὕρητε. Ἀλλ’ ἄλλο μέτρον δὲν ὑπάρχει, ἐκτὸς ἐκείνου, ὅπερ ὑπέδειξα ὑμῖν, καὶ περὶ οὗ εἶχε γείνῃ μακρὰ μελέτη, ὅπερ δὲ δὲν κατωρθώθη νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἕνεκα πολλῶν καὶ ποικίλων λόγων. Ἐγὼ πέποιθα, ὅτι θέλει ἔλθει ἐποχὴ, ἥτις δὲν ἀπέχει πολὺ, καθ’ ἣν οἱ ὑπαξιωματικοὶ, οἱ τεθέντες εἰς διαθεσιμότητα, βεβαίως θέλουσι χρησιμοποιηθῆ. Θέλουσι χρησιμοποιηθῆ εἰς τοὺς Φάρους; Θέλουσι χρησιμοποιηθῆ εἰς τὰ Λιμεναρχεῖα; Θέλουσι χρησιμοποιηθῆ ἀλλαχοῦ; Βεβαίως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ἀπὸ τοῦδε νὰ δηλώσω πρὸς ὑμᾶς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ προτείνετε, βεβαίως δὲν βασίζεται εἰς τὸ συμφέρον τοῦ στόλου· διότι εἶναι γνώμη λίαν μὲν φιλάνθρωπος, ἥκιστα ὅμως στρατιωτική.

§22ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Χθὲς ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὑπέβαλε τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων εἶχον ζητήσει παρ’ αὐτοῦ. Ἐν τῷ πίνακι ὅμως τῷ κατατεθέντι δὲν ὑπάρχει ἡ συμπλήρωσις τῶν ἐρωτημάτων μου, διότι ἐκτὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τεθέντων ἐν διαθεσιμότητι, ἐκτὸς τοῦ κλάδου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκουσιν, ἐζήτησα καὶ τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας ἑνὸς ἑκάστου ἐξ αὐτῶν. Ὁ πίναξ ὁ κατατεθεὶς δὲν περιλαμβάνει τοιοῦτόν τι.

§23Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἰδοὺ διατί δὲν περιλαμβάνει τοῦτο, διότι, ὡς θέλετε παρατηρήσει, ὁ πίναξ αὐτὸς εἶχε τυπωθῆ πρὸ τῆς ὑμετέρας ἐπερωτήσεως. Τώρα, ὅτε ὑπεβάλετε τὴν ἐπερώτησιν ὑμῶν, θέλω ὑποβάλει συμπληρωτικὸν πίνακα, ὅστις θέλει περιέχει ὅ,τι ζητεῖτε· ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μαντεύσω, ὅτι ἠθέλατε ζητήσει μετά τινας ἡμέρας ἐκεῖνο, ὅπερ ζητεῖτε ἤδη.

§24ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν ἀνεγίνωσκε τὴν ἐπερώτησίν μου, βεβαίως δὲν θὰ ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ νέου τὸν παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ὑποβληθέντα ἄλλοτε πίνακα, ἀλλὰ βεβαίως θὰ ὑπέβαλλε πίνακα σύμφωνον τῇ ἐπερωτήσει μου, καὶ συνεπῶς δὲν θὰ εὑρισκόμεθα καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν συμπληρωτικὸν πίνακα. Ἤδη θὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ἂν δύναται, νὰ δώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν πληροφορίαν, ἂν οἱ παρὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ προβιβασθέντες ὑπαξιωματικοὶ καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ὀργανισμοῦ ἐπροβιβάσθησαν τοὐλάχιστον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ, συνεπείᾳ προτάσεων τῶν κυβερνητῶν τῶν πλοίων καὶ προτάσεως τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου.

§25Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοῦτο βεβαίως δὲν πιστεύω νὰ νομίζητε, ὅτι εὐθύνει ἐμέ.

§26ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Εἶπον ἀκριβῶς, ὅτι τοῦτο εὐθύνει τὸν προκάτοχον ὑμῶν. Ἀλλὰ δύνασθε νὰ μοὶ δώσητε τὴν τοιαύτην πληροφορίαν;

§27Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν δύναμαι ἀμέσως ταύτην τὴν στιγμὴν, νὰ δώσω ὑμῖν τοιαύτην τινὰ πληροφορίαν, διότι δὲν κατέγεινα εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα μάθω, ἐὰν ὑπάρχωσι προτάσεις. Ἐὰν ὅμως οἱ προβιβασμοὶ οὗτοι τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐγένοντο καὶ ἄνευ προτάσεων τῶν κυβερνητῶν τῶν πλοίων, τότε τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ χειρότερον.

§28ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγένοντο οἱ προβιβασμοὶ καθ’ ὑπέρβασιν;

§29Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.

§30ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργός. Ἐγένετο ὑπέρβασις τῶν θέσεων τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ ὀργανισμῷ τῶν πλοίων, ὡς καὶ ἐν τῷ ὀργανισμῷ τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ.

§31Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐγὼ, πρὶν ἢ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην τοῦ νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν οἱ ὀργανισμοὶ τοῦ ναυάρχου Lejeune, εὗρον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου μελέτην λίαν σπουδαίαν, ὡς λέγουσιν οἱ ἁρμόδιοι,—διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω τόσῳ μεγάλην περὶ ταῦτα εἰδικότητα,—ἐξ ἧς φαίνεται, ὅτι ἄλλοτέ ποτε εἶχε συσταθῆ τριμελής τις ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ἧς τὰ δύο μέλη, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἦσαν ὁ μακαρίτης Βότσαρης καὶ ὁ κ. Βατσαξῆς, πλοίαρχος τοῦ βασιλικοῦ ναυτικοῦ, καὶ τρίτος τις, οὗτινος τὸ ὄνομα κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην λησμονῶ. Ἐὰν λοιπὸν ἠκολούθουν τὸν ὀργανισμὸν τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου, ὃν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη εἶχε συντάξει, δὲν ἠθέλομεν ἔχει 74 μόνον ὑπεραρίθμους ὑπαξιωματικοὺς, ἀλλ’ ἴσως 130 ἢ 125, διότι αἱ βάσεις, ἃς ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη τῶν τριῶν ἀξιωματικῶν εἶχεν ἀκολουθήσει, ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἠλάττουν κατὰ πολὺ τὸν ἀριθμὸν τῶν βαθμοφόρων. Συνεπείᾳ ὅμως μελετῶν καὶ συζητήσεων τῶν ἁρμοδίων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσωμεν μᾶλλον τοὺς ὀργανισμοὺς τοῦ ναυάρχου Lejeune. Καὶ διότι ἠκολουθήσαμεν τοὺς ὀργανισμοὺς τούτους, εὑρέθησαν σήμερον, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη ὡς πρὸς τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ἀριθμοῦ, 65 ἕως 70 ὑπεράριθμοι ὑπαξιωματικοί.

§32ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. 72.

§33Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ἠκολουθοῦμεν τὴν γνώμην τῶν τριῶν ἐγχωρίων ἀξιωματικῶν, βεβαίως οἱ ὑπεράριθμοι σήμερον ὑπαξιωματικοὶ θὰ ἦσαν 120 ἕως 130.

§34ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Βεβαίως. Ἀλλοίμονον, ἐὰν πάντες οἱ Ὑπουργοὶ ἔπραττον ὅ,τι ἔπραξεν ὁ προκάτοχος ὑμῶν! Καὶ ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ, πῶς δὲν προέβητε μέχρι τοῦδε εἰς πρότασιν περὶ παραπομπῆς αὐτοῦ εἰς εἰδικὸν δικαστήριον, ἐκτὸς ἐὰν νομίζητε ὅτι ἐπῆλθε πλήρης ἡ ἱκανοποίησις τοῦ νόμου, διότι ἐθέσατε εἰς διαθεσιμότητα τοὺς παρὰ τὸν νόμον προβιβασθέντας. Καὶ εἶναι δίκαιον, ἐρωτῶ, νὰ τιμωρῶνται οἱ μηδὲν πταίσαντες ὑπαξιωματικοὶ, ὁ δὲ παρανομήσας Ὑπουργὸς νὰ μένῃ ἀτιμώρητος; Καὶ τότε πῶς θὰ διατηρηθῇ τὸ κράτος τῶν νόμων, ὅταν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀναγνωρίζωμεν ὅτι ἐπῆλθε παράβασις τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ καταδιώξωμεν τὸν παρανομήσαντα Ὑπουργόν; Καὶ ὅταν αὐτοὶ οἱ ἐκτελεσταὶ τῶν νόμων παραβαίνωσι τούτους, δυνάμεθα νὰ θεωρηθῶμεν ὡς εὐνομούμενον Κράτος; Καὶ συμφέρει εἰς ἡμᾶς τοῦτο; Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ καταδιώξωμεν τὸν παρανομήσαντα Ὑπουργόν, τότε δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων, οἵτινες βεβαίως, μὴ δυνάμενοι ὡς ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἀναλάβωσιν ἐργασίαν εἰς ἐμπορικὰ πλοῖα, θὰ στερηθῶσι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Ἔμαθον—καὶ ἐπαινῶ ὑμᾶς διὰ τοῦτο—ὅτι τινὰς ἐκ τῶν εἰς τὸν κλάδον τῶν ξυλουργῶν ἀνηκόντων ὑπαξιωματικῶν ἀπεστείλατε εἰς τὸν Ναύσταθμον, ὡς ἡμερομισθίους ξυλουργούς· περὶ τῶν ἄλλων ὅμως οὐδὲ κἂν σκέψις ἐγένετο, δι’ ὃ καὶ κακίζω ὑμᾶς. Δὲν γνωρίζω ποῖον μέτρον ἐλάβετε κατὰ τὴν ἐνέργειαν ταύτην, ἤτοι ἐὰν ἐθέσατε εἰς διαθεσιμότητα τοὺς καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ὀργανισμοῦ προβιβασθέντας ὑπαξιωματικούς, ἤ, μὴ θέσαντες τούτους, ἂν ἐθέσατε ἐξ ὅλων τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἐὰν περιελάβετε εἰς τὸ μέτρον τοῦτο πάντας τοὺς ὑπαξιωματικοὺς, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν, ἐθέσατε τούτους συνεπείᾳ προτάσεων τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου καὶ τῶν κυβερνητῶν τῶν πλοίων, ἢ προέβητε ἄνευ προτάσεων;

§35Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Προσεπάθησα νὰ εὕρω σύστημά τι, καθ’ ὃ οὐδεὶς τῶν ὑπαξιωματικῶν νὰ δύνηται νὰ παραπονεθῇ, τιθέμενος εἰς διαθεσιμότητα. Εὗρον λοιπὸν, ὅτι δικαιότατον σύστημα ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία ἐλάμβανε τοὺς ἐπ’ ἐσχάτων προβιβασθέντας, διότι αὐτοὶ κατέστησαν ἑαυτοὺς ὑπεραρίθμους. Ἐὰν ἠκολούθουν τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων, δηλαδὴ τῶν ἀξιωματικῶν κυβερνητῶν πλοίων, ἢ τῶν διοικητῶν οἱουδήποτε ναυτικοῦ καταστήματος, φοβοῦμαι, ὅτι ἤθελον ἐπέλθει ἀδικήματα, διότι πιθανὸν οἱ κυβερνῆται τῶν πλοίων, ἢ οἱ διοικηταὶ ναυτικῶν καταστημάτων, νὰ ἔκρινον, ὅτι ἔπρεπε νὰ γένωνται διαθέσιμοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον θεωρηθῆ ὑπεράριθμοι, ἐνῷ ὑπεράριθμοί εἰσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἕνεκα τῶν παρανόμων προβιβασμῶν ἐγένοντο τοιοῦτοι. Διὰ τοῦτο ἐπίστευσα, ὅτι νομιμώτερον καὶ δικαιότερον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἠρχόμην ἐκ τοῦ τέλους καὶ προεχώρουν εἰς τὴν ἀρχὴν, δηλαδὴ ἐκεῖνοι, οἵτινες σήμερον προεβιβάσθησαν, αὐτοὶ νὰ ἦναι οἱ πρῶτοι ὑπεράριθμοι, καὶ νὰ τίθενται εἰς διαθεσιμότητα, καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ἀνερχόμεθα οὕτω βαθμηδὸν εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ εὑρίσκομεν τοὺς ὑπεραρίθμους. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, ὅπερ εὑρίσκω, πιστεύω δὲ ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ εὑρίσκει, ὡς τὸ νομιμώτερον καὶ τὸ δικαιότερον.

§36ΑΛΕΞ. Κ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Μεταξὺ τῶν τεθέντων εἰς διαθεσιμότητα εἶναι ὑπαξιωματικοὶ ἀρίστης ἱκανότητος.

§37Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δύνανται νὰ ἦναι ἀρίστης ἱκανότητος, καὶ εἶναι, ἀλλ’ οὐδεὶς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προβιβάσῃ αὐτοὺς, ὑφισταμένου ὀργανισμοῦ, διαμαρτυρομένου κατὰ τῶν τοιούτων προβιβασμῶν. Τοῦτο δὲ δὲν ἐγένετο μόνον περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἐγένετο καὶ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, ὡς ἠκούσατε πέρυσιν, ὅτι ἐπροβίβασαν πέραν τῶν ἀριθμῶν ἀξιωματικούς, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ κατεπατήθη ἡ ἀρχαιότης ἄλλων, οἵτινες σήμερον λαμβάνουσι τοὺς βαθμοὺς διὰ τῶν δικαστηρίων. Εἴμεθα δὲ τὸ μόνον Κράτος τῆς Εὐρώπης, οὗτινος ἀξιωματικοὶ λαμβάνουσι τοὺς βαθμοὺς καὶ διὰ τῶν δικαστηρίων, καὶ δικαίως, ὡς καταπατηθείσης τῆς ἀρχαιότητος αὐτῶν.

§38Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ὀνομάσητε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπροβιβάσθησαν παρανόμως. Αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχουσι πάντοτε τὴν ἀξίαν των.

§39Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὴν ἀξίαν αὐτῶν· πρόκειται, ὅτι ἐγένοντο προβιβασμοὶ ἐναντίον τοῦ νόμου περὶ ἀριθμῶν. Ὡς πρὸς τὴν ἄλλην ἐρώτησιν δὲ, ἣν ἐν ἀρχῇ τῆς ἐπερωτήσεως αὐτοῦ ἐποιήσατο ὁ κ. Βουλευτὴς Ν. Ψαρῶν, ὅτι τουτέστι τέσσαρες ἢ πέντε ὑπαξιωματικοὶ ἐτοποθετήθησαν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ὡς ξυλουργοὶ, ἢ δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖα ἄλλα ἔργα, κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν δύναμαι νὰ δώσω ὑμῖν πληροφορίαν τινὰ, καθόσον δὲν ἐνθυμοῦμαι... Ὑποθέτω ὅτι δὲν ὡμιλήσατε εἰρωνικῶς.

§40ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ δὲν χωρεῖ εἰρωνεία. Τοιαύτας πληροφορίας ἔχω ἐγώ.

§41Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν οἱ ὑπεράριθμοι ὑπαξιωματικοὶ, τουτέστιν οἱ εἰς διαθεσιμότητα τεθέντες, νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς ἄλλας ἐργασίας τοῦ στόλου, ἐν τῷ Ναυστάθμῳ π. χ., νομίζω ὅτι τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι λίαν φιλάνθρωπον καὶ λίαν δίκαιον.

§42ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς βεβαίως εἶπε πολλὰ κατὰ τοῦ προκατόχου αὐτοῦ...

§43Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν κατηγόρησα κανένα.

§44ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. .. ὅτι παρέβη τὸν νόμον. Ἀλλὰ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν οἱ προβιβασθέντες ὑπαξιωματικοὶ εἶχον ἀναγραφῆ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐμισθοδοτήθησαν, διότι ἄλλως ὑπάρχει μία παράβασις, καθόσον ἐμισθοδότησεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον δικαίωμα, διότι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν εἶχον ἀναγραφῆ.

§45ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἓν ἐκ τῶν μέτρων, τῶν ληπτέων περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων, εἶναι, φρονῶ, καὶ τοῦτο, ν’ ἀποσταλῶσιν οὗτοι εἰς τὰς διαφόρους ἐργασίας τοῦ Ναυστάθμου, ὡς ἡμερομίσθιοι ἐργάται, μέχρις οὗ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐξεύρῃ τρόπον, ἵνα ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ σῶμα αὐτῶν.

§46ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ Ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας κατὰ τὴν ἀποδημίαν τοῦ Βασιλέως ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1896.

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 185).

§48Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ἀφορώντων τὴν ἀνέγερσιν νέων οἰκοδομῶν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας.

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 186).

§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐγὼ καταθέτω δύο νομοσχέδια, ἓν «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 144 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ», καὶ ἕτερον περὶ συστάσεως δύο συνεργείων, ἀσχοληθησομένων εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν τιμημάτων τῶν παραχωρηθεισῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν κατὰ τὸν νόμον περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 187–188). Ὁ κ. Τσαμαδὸς ἔχει τὸν λόγον.

§52ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησίν μου κατὰ παρελθοῦσαν συνεδρίαν, ἐποιήσατο ἀποστροφὴν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Ἂν τολμήσητε, προσέλθετε νὰ ὑπερασπίσητε αὐτόν!» δηλαδὴ τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅστις διενήργησε τὴν προμήθειαν τῶν ῥινῶν. Ἀληθῶς ὁ τόνος τῆς φωνῆς, ὡς καὶ ἡ ἄνευ ἀμφιβολίας διαβεβαίωσις, μοὶ ἐκλόνησαν τὴν πεποίθησιν, καὶ μολονότι ἤμην πεπεισμένος, ὅτι ἡ προμήθεια ἐγένετο καθ’ ὅλους τοὺς τύπους τῆς νομιμότητος, οὐχ ἧττον εἶπον κατ’ ἐμαυτόν: «δυνατὸν νὰ ἐπλανήθη, καὶ νὰ συνέβη ἄτοπόν τι ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν»· ἀλλὰ ὅτε ὁ φάκελλος κατετέθη, τὸ μυστήριον ἀπεκαλύφθη, καὶ πάντες ἐγενόμεθα γνῶσται τοῦ ἐμπεριεχομένου. Λυποῦμαι διότι δὲν δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ ποιήσωμαι τὴν αὐτὴν ἀποστροφὴν, καὶ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργὸν νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν «ἂν τολμήσητε, προσέλθετε νὰ ὑπερασπισθῆτε τὴν ὑπόθεσίν σας», διότι δυστυχῶς ὁ ἀριθμὸς καλύπτει αὐτόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς βεβαίως, τοιαύτην ποιούμενος ἀποστροφὴν, ὑπηνίσσετο κατάχρησιν, διὸ καὶ κατηγορίαν ἀπηύθυνε κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, ὡς ἀφειδῶς δαπανήσαντος τὸ χρῆμα, ὅπως προμηθευθῇ ἀντικείμενα μὲν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ οὐχὶ τῆς ἐπειγούσης ἀνάγκης, οὐχὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἀλλὰ πολλῷ μεταγενεστέρας χρήσεως, πολλῷ μεταγενεστέρων ἐτῶν. Ἔδει λοιπὸν νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ νὰ ἀποδειχθῇ, ἐὰν ἀληθῶς οὕτως ἔχῃ αὕτη, τουτέστιν ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος προέβη εἰς τὴν προμήθειαν ἀχρήστων ὑλικῶν, τό γε νῦν ἔχον, χρησίμων μετὰ δεκαετίαν. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις, δυστυχῶς διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, δὲν συνηγορεῖ ὑπὲρ αὐτοῦ· διότι τί βλέπομεν ἐνταῦθα; Τὸ πρῶτον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, εἶναι ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου καὶ διαλαμβάνον ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ὑποβάλλετε εἰς Ὑπουργεῖον ταχέως πίνακα ἐμφαίνοντα ποσότητα, ποιότητα, διαστάσεις κτλ. ἀναγκαιουσῶν κατὰ τὸ 1895 ἔτος ῥινῶν πρὸς ἐφοδιασμὸν ἀποθηκῶν, συνοδευόμενον μετὰ σχεδιαγραμμάτων. Ὅμοιον πίνακα μετὰ σχεδιαγραμμάτων θέλετε διατάξει νὰ ὑποβάλῃ διὰ τοῦ Διευθυντηρίου καὶ ἡ Ὑποβρύχιος Ἄμυνα δι’ ἀναγκαιούσας αὐτῇ ῥίνας κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο», τὸ 1895...

§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποίας χρονολογίας εἶναι τὸ ἔγγραφον;

§54ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τῆς 11 Νοεμβρίου 1895.

§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ Μπούμπουλη;

§56ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα... Ἀπευθύνεται λοιπὸν πρὸς τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου, πρὸς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν, καὶ τί ζητεῖ παρ’ αὐτῆς; κατάλογον τῶν ῥινῶν, τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1895. Τί ἄλλο ἠδύνατο νὰ πράξῃ ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ τί ἤθελε πράξει ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς διὰ τὰς ῥίνας τοῦ 1896 ἢ 1897; Ὁ ἀληθὴς κατάλογος ὑπεβλήθη, συμφώνως ταῖς διαταγαῖς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὑπό τε τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης καὶ τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ Ναυστάθμου, τουτέστι τῶν δύο ἀρχηγῶν τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, εὐτυχῶς δὲ ὁ κατάλογος εἶναι πλήρης. Τί παρουσιάζει ὁ κατάλογος αὐτός; 180 δωδεκάδας ἐπὶ πλέον ἐκείνων, τὰ ὁποίας ἐπρομηθεύθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Πῶς δὲ ἐγένετο ἡ προμήθεια; ἡ προμήθεια ἐγένετο κατὰ τοὺς κεκανονισμένους τύπους. Ἀπετάθη τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὰ καταστήματα ἐκεῖνα, ἅτινα προμηθεύουσι τὸ Ἀγγλικὸν, τὸ Γαλλικὸν τὸ Ἱσπανικὸν ναυτικὸν, καὶ τὰ καταστήματα ὑπέβαλον τὸν τιμοκατάλογον, καὶ ἐκ τούτου ἐγένοντο αἱ παραγγελίαι, συμφώνως πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ Ναυστάθμου, αἱ δὲ τιμαὶ, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐνεκρίθη ἡ προμήθεια, εἶναι κατὰ 45% ἐπὶ ἔλαττον τοῦ τιμοκαταλόγου, ὅπως δίδονται καὶ εἰς τὰ λοιπὰ ναυτικὰ τῆς Εὐρώπης. Ἐνταῦθα λήγει τὸ στάδιον τῆς ἐνεργείας τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Μπούμπουλη, περὶ τοῦ ὁποίου τοσοῦτος ἐγένετο λόγος καὶ τοσαῦται ἀπηγγέλθησαν μομφαὶ καὶ κατηγορίαι. Ἔρχεται ἤδη τὸ δεύτερον στάδιον, διὰ τὸ ὁποῖον ποσῶς δὲν εὐθύνεται ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἅμα τῇ ἀφίξει τῶν ῥινῶν εἰς τὴν ἡμεδαπὴν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διέταξε κατὰ τὰ κεκανονισμένα τὸν Ναύσταθμον νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν πρὸς παραλαβὴν αὐτῶν, καὶ ἀληθῶς τὸ Διευθυντήριον συνέστησε τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις καὶ προέβη εἰς τὴν παραλαβὴν αὐτῶν, ἢ μᾶλλον δὲν παρέλαβεν αὐτὰς, ἀλλὰ συνέταξε πρωτόκολλον ἀνικανότητος, πρωτόκολλον ἀποδοκιμασίας, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι αἱ ῥῖναι αὗται, ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν δοκιμὴν, εὑρέθησαν ἀκατάλληλοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν συνεργείων. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, διευθυνόμενον τότε ὑπὸ Ὑπουργοῦ τῆς ὑπηρεσίας, ἐνεργοῦν ἀμερολήπτως καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Δημοσίου,—τοὐλάχιστον οὕτω δέον νὰ θεωρηθῇ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην — ὁ Ὑπουργὸς, λέγω, τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὁ ὁποῖος οὐδὲν συμφέρον εἶχεν οὔτε νὰ κατηγορήσῃ οὔτε νὰ ὑπερασπίσῃ τὰς πράξεις τῶν προκατόχων του...

§57ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ποῖος ἦτο;

§58ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τοῦ 1895 μέχρι τῆς συγκροτήσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως... Ὁ Ὑπουργὸς οὗτος λοιπὸν, γινώσκων τὰ τοῦ Ναυτικοῦ, διότι εἶναι ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ, ὑπηρετήσας ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν εἰς τὸ Ναυτικὸν, καὶ νῦν Μοίραρχος τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας, δὲν ἐπείσθη εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ πολὺ ὀρθῶς, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἀξιωματικοὺς κατὰ τὸ πλεῖστον τοῦ μαχίμου καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ βεβαίως αὐτοὶ δὲν ἦσαν οἱ ἁρμόδιοι νὰ ἐξελέγξωσι τὴν ποιότητα καὶ τὴν στερεότητα τῶν ἐργαλείων αὐτῶν. Προσέφυγε λοιπὸν εἰς τὸν ἀληθῆ ἔλεγχον, εἰς τὴν ἰδιωτικὴν βιομηχανίαν, καὶ ἀπέστειλεν ἐκ τῶν ῥινῶν αὐτῶν ἱκανὸν ἀριθμὸν πρὸς δοκιμὴν εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Τζὼν–Μὰκ–Δουὰλ, ὅπερ χαίρει φήμην ἀρίστου καταστήματος, ὡς εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν ἐν Ἑλλάδι, εἰς τὸ κατάστημα Ἀργυρίου τινὸς, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω, ἀλλ’ ὡς πληροφοροῦμαι, καὶ τοῦτο ἀπολαύει κοινῆς ὑπολήψεως, καὶ εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Μόσνερ, ὁ ὁποῖος ἐπίσης χαίρει φήμην ἀξιολόγου τεχνίτου. Ἡ ἔκθεσις αὐτῶν τῶν καταστηματαρχῶν, κατὰ τὸ κείμενον τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου, μαρτυρεῖ τὴν ἐξαίρετον ποιότητα τῶν ῥινῶν, καὶ ὅτι (ἀναγινώσκει): «αἱ ῥῖναι, δοκιμασθεῖσαι ἐπισταμένως καὶ διὰ πεπειραμένων καὶ εἰδικῶν τεχνιτῶν, ἐκρίθησαν ἀρίστης ποιότητος, ὡς οὖσαι ἐκ χάλυβος πρωτίστης ποιότητος, καὶ ὅτι οἱ ὀδόντες αὐτῶν οὐδαμῶς ἐθραύσθησαν κατὰ τὴν δοκιμὴν ταύτην.» Τὸ Ὑπουργεῖον λοιπὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐρειδόμενον ἐπὶ τῆς γνωματεύσεως τῶν εἰδικῶν τούτων καταστημάτων, διέταξε τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου νὰ παραλάβῃ, καὶ τοῦτο παρέλαβε τὰς ῥίνας ταύτας.

§59ΣΤΑΗΣ. Ὑπάρχει τὸ ἔγγραφον τῶν καταστηματαρχῶν αὐτῶν;

§60ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αὐτὸ σᾶς ἀνέγνωσα.

§61ΣΤΑΗΣ. Ἀνεγνώσατε τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου.

§62ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀνέγνωσα τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον μνημονεύει τὰς ἐκθέσεις τῶν καταστημάτων.

§63ΣΤΑΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐν τῷ φακέλλῳ ὑπάρχει καὶ τὸ ἔγγραφον τῶν καταστηματαρχῶν.

§64ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑπάρχει, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἀναγινώσκων τὰς ἐκθέσεις ἑκάστου τῶν καταστημάτων τούτων· συλλήβδην σᾶς ἀνέγνωσα τὸ περιεχόμενον αὐτῶν, ὡς τὸ διετύπωσε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου.

§65ΚΟΡΠΑΣ. Τίς συνέστησε τὴν ἐπιτροπὴν ἐξ ἀξιωματικῶν μαχίμων καὶ οἰκονομικῶν; Τὸ Ὑπουργεῖον ἢ τὸ Διευθυντήριον;

§66ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου.

§67Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν περιελαμβάνοντο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐργοστασιάρχαι καὶ μηχανικοὶ τοῦ Ναυστάθμου;

§68ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τῶν ἐργοστασίων τεχνῖται ἦσαν μέλη τῆς ἐπιτροπῆς.

§69ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Προέβη εἰς δοκιμασίας ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη;

§70ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Προέβη καὶ ἀπεφάνθη, ὅτι οἱ ὀδόντες τῶν ῥινῶν θραύονται· ἀλλὰ τὰ εἰδικὰ καταστήματα ἀποφαίνονται ὅτι δὲν ἐθραύσθησαν οἱ ὀδόντες. Εἶναι ζήτητα ἱκανότητος τεχνιτῶν, διότι ὅλοι οἱ τεχνῖται δὲν χειρίζονται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τὰς ῥίνας, οἱ ἐπιδέξιοι τεχνῖται χειρίζονται πολὺ καλλίτερον τὴν ῥίνην, παρὰ οἱ ἀδέξιοι. Καὶ ἐνταῦθα πρέπει σπουδαίως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅταν πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου, διότι τὰ καταστήματα τοῦ Τζὼν–Μὰκ–Δουὰλ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶσιν ἀμαθεῖς τεχνίτας καὶ ἀνικάνους, διότι δὲν συμφέρει εἰς αὐτὰ νὰ ἔχωσι τοιούτους, ἐνῷ εἰς τὸν Ναύσταθμον εἶναι δυνατὸν νὰ παρεισδύσωσι καὶ ἀνίκανοι τεχνῖται. Μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ λήγει ἡ ὑπόθεσις τῶν ῥινῶν, ἥτις, ὡς βλέπετε, οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προσάψῃ τοιαύτην μομφὴν καὶ δὴ κατηγορητήριον ν’ ἀπαγγείλῃ κατὰ τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ.

§71Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἦσαν ἀκατάλληλοι αἱ ῥῖναι, θὰ ηὐθύνετο ὁ Ὑπουργός;

§72ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι· θὰ ηὐθύνοντο ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρέλαβον τὰς ῥίνας, διότι αἱ συμφωνίαι, ὑποθέτω, θὰ ἦσαν μετὰ προηγουμένην δοκιμὴν, καὶ δι’ αὐτὸ τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου, γινῶσκον τὸν ὅρον αὐτὸν, συνέστησε τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν καὶ παραλαβὴν τῶν ῥινῶν.

§73ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν, ὅτι ἠγοράσθησαν τόσαι ῥῖναι, ὅσαι θὰ ἤρκουν διὰ τοὺς Ναυστάθμους πάντας τῆς Εὐρώπης.

§74ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μὴ σπεύδετε, παρακαλῶ· ἀκριβῶς περὶ τούτου πρόκειται ἤδη. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, καταγγέλλων τὴν πρᾶξιν, κατήγγειλε συγχρόνως, ὅτι ἡ προμήθεια ὑπῆρξε δυσανάλογος πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ἡ προμήθεια ἐγένετο ὄχι δι’ ἓν ἔτος, ὅπως ἔδει νὰ γείνῃ, ἀλλ’ ἐγένετο διὰ δεκαετίαν...

§75Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διὰ 14 ἔτη.

§76ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἔστω διὰ 14 ἔτη· συμφωνῶ μεθ’ ὑμῶν... Τοῦτο πρέπει ἀληθῶς νὰ ἐξετάσωμεν, καὶ εἰς τοῦτο θέλω ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν ὑμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅπως πεισθῇ περὶ τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ, τί ἔπραξεν; ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Ναύσταθμον νὰ πληροφορήσῃ αὐτὸν, πόσαι ῥῖναι ἐδαπανήθησαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς παραλαβῆς αὐτῶν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου, ἔλαβε δὲ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἐξήχθησαν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ πολεμικοῦ Ναυστάθμου 2,500 διὰ μίαν ἑξαμηνίαν, διότι τοσοῦτος χρόνος περίπου,—ὑποθέτω, διότι δὲν φαίνεται ἐκ τῶν ἐγγράφων,—ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ ὑλικοῦ τούτου ἐκ τῶν ἀποθηκῶν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1895 παρῆλθε, καὶ συμπεραίνει ὅτι, ἀφοῦ 2,500 καὶ 2,500 κάμνουν 5,000 δι’ ὅλον τὸ ἔτος, ἄρα μέχρι τῶν 32 χιλιάδων τῆς προμηθείας ἡ διάρκεια θὰ ἦναι ἓξ ἐτῶν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐνταῦθα καὶ ἐγὼ θὰ ποιήσωμαι τὴν παρατήρησιν, τί ἐνήργησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅπως περιστείλῃ τῶν ἀρχηγῶν τὰς ψευδεῖς διαβεβαιώσεις; — διότι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, ὁ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης καὶ ὁ τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ Ναυστάθμου, εἶναι οἱ βεβαιώσαντες τὸν ἀριθμὸν τοῦτον· διότι, ὡς ἀνέγνωσα, τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, προκειμένου λόγου περὶ τῆς παραγγελίας, διελάμβανε νὰ ἀναφέρωσι πρὸς αὐτὸ πόσος ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1895. Ἐὰν λοιπὸν αὐτοὶ ἀνέφεραν ψευδῆ ἀριθμὸν, ἐὰν ὑπελόγισαν κακῶς, εὐθύνεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν; Καὶ πῶς ἄλλως ἤθελεν ἐνεργήσει ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, καὶ πῶς ἄλλως θὰ ἐνήργει σήμερον, εἰμὴ στηριζόμενος ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἀρχηγῶν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ; Ἐὰν λοιπὸν οἱ ἀρχηγοὶ οὗτοι κακῶς ὑπελόγισαν τὸν ἀριθμὸν, καὶ ψευδῶς ἀνέφερον πρὸς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν, ὅτι 32 χιλιάδων ῥινῶν ἔχει ἀνάγκην ὁ Ναύσταθμος διὰ τὸ 1895, τί ἐπὶ τούτῳ ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργός; κατήγγειλε τούτους; ἐτιμώρησεν αὐτοὺς πρὸς παραδειγματισμόν; Οὐδὲν τούτων ἔπραξεν, ἀλλὰ ἀπήγγειλε κατηγορητήριον κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης! Περαίνων τὸν λόγον, συνιστῶ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ὑποθέσεως καὶ νὰ ποιήσηται τὴν καταγγελίαν κατὰ τῶν ὑπολόγων, τότε δὲ θὰ μάθῃ διὰ τίνα λόγον — ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος — οἱ ἀρχηγοὶ οὗτοι τῶν ὑπηρεσιῶν ἀνέφερον ψευδῶς ἀριθμὸν τετραπλάσιον ἢ πενταπλάσιον ἐκείνου, ὅστις ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1895.

§77Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἄπορον εἶναι ἀληθῶς, πῶς ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ἐνῷ ἔχει ἐνώπιον αὐτοῦ ἔγγραφα ἐπίσημα καὶ ποιεῖται λόγον περὶ αὐτῶν, ἀποκρύπτει, βεβαίως ἐκ πλάνης, πράγματα γεγραμμένα καὶ ὑπογεγραμμένα μάλιστα. Ἔλεγε πρὸ μικροῦ καὶ ἠκούσατε ὅλοι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἣν συνέστησεν ὁ κύριος Διευθυντὴς τοῦ Β. Ναυστάθμου, δὲν εἶχεν εἰδικότητα, διότι ἀπηρτίζετο ἐκ μαχίμων ἀξιωματικῶν καὶ οἰκονομικῶν. Ἄπορον εἶναι, πῶς δὲν προσέθηκεν ὁ προαγορεύσας, ὅτι μετεῖχον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοί! Ἀκούσατε τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀπέῤῥιψε τὰς ῥίνας ἐκείνας: «Ἐν Σαλαμῖνι, σήμερον κλπ. Ἡμεῖς, Θρ. Κανάρης, ἀντιπλοίαρχος, ὑποδιευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου, ὡς πρόεδρος, Λ. Ζάκας, φροντιστὴς, ἔφορος τοῦ ὑλικοῦ, Δ. Τσαμαδὸς, ὑποφροντιστὴς, ἐπιστάτης τῶν ἀποθηκῶν, Δ. Λαζαρίμος, μηχανικὸς Αʹ τάξεως, Γ. Σουρῆς, μηχανικὸς Βʹ τάξεως, διοικητὴς τῶν συνεργείων, Χ. Κωνσταντινίδης, ὑπομηχανικὸς Αʹ τάξεως κλπ.» Ἐκτὸς ὅμως τούτων, ὡς ἔλεγον, ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ὁ Μέμητσας, ἀρχικελευστὴς καὶ μηχανικὸς, Νόνης, ἀρχιεργοστασιάρχης λεβητοποιείου, Χασάφης, ἐργοστασιάρχης ἐφαρμογείου, πάντες ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ. Τὸ δὲ πρωτόκολλον τῶν ἀνωτέρω ἔλεγε τὰς ῥίνας ταύτας τεθραυσμένας κατὰ τοὺς ὀδόντας, ἐστομωμένας «... ἐν γένει δὲ ἡ ἀντοχὴ αὐτῶν εἶναι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ μικροτέρα τῶν ἐν τοῖς συνεργείοις μεταχειριζομένων, συνεπῶς κρίνομεν αὐτὰς οὐχὶ καλῆς ποιότητος.» Ἔχομεν λοιπὸν τρεῖς εἰδικοὺς ἄνδρας καὶ εἰδικωτάτους ἀξιωματικοὺς, ἐκ τῶν ἱκανωτέρων, οὓς ἔχει ὁ στόλος. Πρόκειται λοιπὸν περὶ μὴ εἰδημόνων ἀνδρῶν; Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν εἰρημένων ἀξιωματικῶν, ἐκλήθησαν καὶ οἱ ὡς ἐκ τῆς πείρας αὐτῶν εἰδικώτατοι, ὁ ἀρχικελευστὴς καὶ μηχανικὸς, ὁ ἀρχιεργοστασιάρχης λεβητοποιὸς, καὶ ὁ ἐργοστασιάρχης τοῦ ἐφαρμογείου. Ἀλλὰ περὶ τούτου τώρα πλέον δὲν πρόκειται, διότι εἶναι καθαρώτερον καὶ τοῦ φωτὸς, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπιτροπῆς, ἀποτελεσθείσης ἐκ παντὸς ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ μία ἐπιτροπὴ, ἐκ μαχίμων ἀξιωματικῶν, οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες καὶ αὐτοὶ ἔχουσιν εἰδικότητα, ὡς ἐκ τῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς πολυχρονίου ὑπηρεσίας αὐτῶν παρὰ τοῖς ὑλικοῖς τοῦ Ναυστάθμου, καὶ ἐκ μηχανικῶν τοῦ στόλου. Κύριοι, ζῶμεν ὅλοι ἐνταῦθα, καὶ γνωρίζομεν, ὅτι εὐθὺς ὡς θελήσῃ τις νὰ συγκεντρώσῃ ὑπογραφὰς ἐργοστασιαρχῶν, ἵνα ἀναιρέσῃ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι καὶ πολὺ δύσκολον. Ἐπειδὴ δὲ χθὲς ἐλέγετο, ὅτι οἱ ἐμπειροτέχναι ἐκεῖνοί εἰσι καὶ ἐπιστήμονες, ἐγὼ ἀπαντῶ, ὅτι οὐδένα τίτλον ἐπιστήμονος εὗρον εἰς αὐτοὺς, δὲν εὗρον, ἂν ὁ κ. Mosner ἔχῃ δίπλωμα οἱασδήποτε μηχανικῆς Σχολῆς, ἢ ὁ κ. Ἀργυρίου, ὁ φίλος ἐργοστασιάρχης, οἷον ἔχουσιν ὁ κ. Λαζαρίμος καὶ οἱ ἄλλοι μηχανικοὶ τοῦ στόλου. Ἄπορον δὲ, πῶς ἀνέλαβε νὰ ὑπερασπισθῇ τόσῳ σαθρὰν ὑπόθεσιν, ἧς ἄλλως ἐγὼ δὲν ἤμην εἰσηγητὴς ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος δι’ ἐπερωτήσεως ἐζήτησε νὰ προσαγάγω τὸν φάκελλον. Προσήγαγον αὐτὸν, καὶ ἵνα εὐκολύνω τὴν μελέτην, ἐποιησάμην τὰς παρατηρήσεις, ἃς προχθὲς ἠκούσατε. Λοιπὸν περὶ τῆς ποιότητος τῶν ῥινῶν οὐδεμία συζήτησις δύναται νὰ γένηται. Τίς εὐθύνεται; Ἐὰν εὐθύνηται ὁ παραγγείλας Ὑπουργὸς, ἢ ὁ παραλαβὼν, ἐγὼ οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα ἔχω νὰ ἀποφανθῶ. Ἡ Βουλὴ ἂς πράξῃ ὅ,τι θέλει. Ἀλλ’ ἐνόμισεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὅτι ἤρατο θρίαμβον, ὅταν ἔλεγεν: «ἰδοὺ, ὅτι εἰς ἓξ μῆνας κατηναλώθησαν 2,500 ῥῖναι· ἄρα εἰς δώδεκα μῆνας θέλομεν 5,000». Πρῶτον παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἓξ μῆνες, ἀλλὰ ὀκτώ. Ἀλλὰ τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παραληφθῶσι· διότι, ἵνα ἐπέλθῃ τοσαύτη κατανάλωσις ἐντὸς ἓξ μηνῶν, σημαίνει, ὅτι αἱ ῥῖναι ἦσαν κακῆς ποιότητος, ὡς ἀπεφάνθη καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐξ ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐπειδὴ ὁ κύριος συνάδελφος ἐπιμένει, παρατηρῶ καὶ τὰ ἑξῆς. Ἀνέγνω ἔγγραφον τοῦ Ναυστάθμου, καθ’ ὃ φαίνεται ἀκριβῶς, ὅτι ὁ Ναύσταθμος ἐζήτησε τὴν ὑπερβολικὴν ἐκείνην προμήθειαν τῶν ῥινῶν· ἀλλὰ μήπως ἐγὼ δὲν ἔκαμα μνείαν τούτων, καὶ δὲν ἀνέγνων τὸ ἔγγραφον; Ἀλλὰ πρέπει νὰ σημειώσητε τὸ ἑξῆς· ὅτι ὁ Ναύσταθμος ἀνέκαθεν παρὰ τῶν Ὑπουργῶν ζητεῖ μεγάλας προμηθείας, διότι ἔχει τὴν ἰδέαν, τὴν ὀρθήν, ὅτι αἱ ἀποθῆκαι τοῦ Ναυστάθμου πρέπει νὰ ὦσιν ὅσον τὸ δυνατὸν πλήρεις. Ὁ Διευθυντὴς εἶναι ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, ἔχων πεῖραν αὐτῶν τῶν πραγμάτων, καὶ φρονῶν ἐν πεποιθήσει, ὅτι αἱ ἀποθῆκαι τοῦ Ναυστάθμου εἰς τὰ Κράτη τὰ πλούσια πρέπει νὰ ὦσι πεπληρωμέναι. Ἐὰν μεταβῆτε εἰς ἄλλους Ναυστάθμους, θέλετε ἴδει, ὅτι πᾶσαι αἱ ἀποθῆκαι τῶν Ναυστάθμων εἰσὶ πλήρεις, ἑκάστοτε δὲ χρησιμοποιοῦνται τὰ ὑλικὰ, καὶ ἀντικαθίστανται, καταναλισκόμενα, δι’ ἄλλων. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες διοικοῦσι τὰ πράγματα τοῦ Κράτους, ὡς τὸ κατήντησαν, βεβαίως πρέπει νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς πιστώσεις, ἃς ὁ Προϋπολογισμὸς δύναται νὰ διαθέσῃ κατ’ ἀναλογίαν· Διότι, ὅταν δαπανᾶτε 104,000 δραχμὰς διὰ προμήθειαν ῥινῶν, δὲν γνωρίζω πόσον θὰ δαπανήσητε διὰ χρώματα, διὰ λινέλαιον, δι’ ἄνθρακας, σχοινία καὶ δι’ ἄλλα ὑλικὰ, ὧν ἔχουσιν ἀνάγκην τὰ πλοῖα τοῦ στόλου. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1890 ἔτος ἐγένετο προμήθεια 512 τεμαχίων ῥινῶν, κατὰ τὸ 1891 προμήθεια τεμαχίων 6,779, κατὰ τὸ 1892 μόνον 826 τεμαχίων, διότι ὑπῆρχε περίσσευμα ἀπὸ τοῦ 1891 ἔτους, ὅταν τὸ 1893 γίνεται προμήθεια 100 τεμαχίων, ὅταν κατὰ τὸ 1894 γίνεται προμήθεια 2,512 ῥινῶν, τίς δύναται νὰ δικαιολογήσῃ ἐκείνους, οἵτινες ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἐκόμισαν ἀχρήστους ῥίνας 32,000 τεμαχίων; Ἰδοὺ διατὶ ὕψωσα τὴν φωνήν μου ἀπέναντι τοιαύτης τερατώδους προμηθείας διὰ Κράτος, ὅπερ καὶ τότε ἀκόμη εὑρίσκετο ἐν πτωχεύσει. Ποία εἶναι ἡ ἀναλογία, ἡ κατ’ ἔτος ἀπαιτουμένη διὰ ῥίνας ἐν τῷ στόλῳ; Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου λέγει τοῦτο «Ἐκ τοῦ πίνακος τούτου ἐξάγεται, ὅτι ἐδαπανήθησαν κατὰ μέσον ὅρον κατ’ ἔτος ῥῖναι 2,287». Διὰ πόσα λοιπὸν ἔτη ἐγένετο ἡ προμήθεια; Διὰ 14! Ἄρα κατὰ τὸ 1895 ἔτος εἴχομεν φθάσει εἰς τηλικαύτας ἐλπίδας, ὥστε νὰ πληρῶμεν τὰς ἀποθήκας μὲ προμήθειαν ῥινῶν διὰ 14 ἔτη! Τὸ γεγονὸς εἶναι εὐχάριστον, δύναταί τις ὅμως νὰ μειδιᾷ, ἂν οὐχὶ ἄλλο, ἀπέναντι τοιούτων πραγμάτων.

§78ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Παράδοξον μοὶ φαίνεται, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμένει, ὅτι δικαίως κατήγγειλε πάντα ταῦτα, καὶ ἠθέλητε δι’ ἀριθμῶν καὶ ἐπισήμων ἐγγράφων ν’ ἀποδείξῃ τὰ ἀντίθετα τῶν ὅσων εἶπον. Δὲν ἠθέλησα βεβαίως νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας ἔθιξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἐὰν ἤθελον συζητήσει ἐπὶ τούτων, δὲν θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα ὑπὲρ αὐτοῦ. Καὶ πρῶτον παραδέχεται μέσον ὅρον ῥινῶν κατ’ ἔτος, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ζήτημα ἐργασίας, καὶ ἰδίως εἴδους ἐργασίας, καὶ δύνανται τὰ συνεργεῖα κατὰ τὴν διάρκειαν ἑνὸς ἔτους νὰ ἔχωσι πλειοτέραν ἐργασίαν ἢ κατὰ τὴν διάρκειαν ἄλλου ἔτους καὶ συνεπῶς νὰ καταναλώσωσι πλειοτέρας ῥίνας· πῶς ἑπομένως εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ μέσος ὅρος καταναλώσεως ῥινῶν ἑνὸς ἔτους;

§79Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αἱ ἀνάγκαι εἶναι πάντοτε αἱ αὐταί.

§80ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα ὑπὸ ἔποψιν ὅλως τεχνικὴν, βεβαίως θὰ φθάσωμεν εἰς ἄλλα συμπεράσματα, διότι θὰ ἐξετάσωμεν, πόσας ῥίνας ἕκαστος τεχνίτης καταναλίσκει τὸ ἔτος, τότε δὲ θὰ φθάσωμεν εἰς τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ νὰ μάθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζει.

§81Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἐπαγγέλλομαι τὸν εἰδικόν.

§82ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πολὺ ὀρθῶς πράττετε, ἀλλὰ ὁμιλεῖτε ἐναντίον τῶν ἐπαγγελιῶν σας, καὶ ἀποφαίνεσθε κατ’ αὐτῶν.

§83Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἀποφαίνομαι· ἐγὼ ἀνέγνωσα τὴν ἔκθεσιν τῶν εἰδικῶν, θὰ ηὐχόμην δὲ καὶ ἄλλοι νὰ εἶχον τοιαύτην εἰδικότητα, οἵαν οἱ ἀποῤῥίψαντες τὰς ῥίνας ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἀξιωματικοί.

§84ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Λέγετε ὅτι ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου ἔχει τὴν μεγαλομανίαν νὰ πληρώνῃ τὰς ἀποθήκας δι’ ὑλικοῦ, ἔστω καὶ ἀχρήστου· ἀλλὰ τοῦτο, νομίζω, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγηται παρὰ Ὑπουργοῦ περὶ τοῦ ἀμέσως μετὰ τὸν Ὑπουργὸν προϊσταμένου τῆς ὑπηρεσίας.

§85Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ ἀνώτερος οὗτος ἀξιωματικὸς νομίζει ὅτι πρέπει νὰ πληροῖ τὰς ἀποθήκας ὅπως δήποτε τελείως. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἐξετάζῃ καὶ τὸ βαλάντιον τοῦ Κράτους. Μὴ ἐμβάζετε εἰς τὸ στόμα μου λέξεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶπον.

§86ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς ὥρισεν εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου νὰ προμηθευθῇ ῥίνας διὰ τὸ ἔτος 1895. Τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ ὁ Διευθυντὴς, παρὰ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ; Λέγει ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο ἔργον τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, διότι ὁ Διευθυντὴς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἰδέας ἄλλας περὶ ἀποθηκῶν, ὅπως πληρώσῃ ταύτας, ἀλλ’ ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐξετάσῃ, λέγει. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ ποῖαι ῥῖναι ἀπαιτοῦνται διὰ τὸ δεῖνα συνεργεῖον καὶ πόσας ἕκαστος ἐργάτης ὀφείλει νὰ καταναλώσῃ κατὰ μῆνα ἢ κατ’ ἔτος, διότι τότε ἦτο περιττὸν νὰ ἄρχῃ ὁ Διευθυντὴς, ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ διευθύνῃ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τὸν Ναύσταθμον. Τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ὑψηλότερον. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔπρεπε νὰ καταναλωθῇ εἰς μίαν μόνον προμήθειαν. Τοῦτο εἶναι ἄσχετον ἐντελῶς, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἔχων τὴν σύστασιν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην, ἂν ἄλλως ἤθελεν ἐνεργήσει, ἔχων δὲ καὶ τὰς πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνεργεῖ ἐντὸς τῶν πιστώσεων. Ἀλλὰ λέγει, ὅτι ἐγὼ ἀπέκρυψα τὸ πρωτόκολλον. Δὲν τὸ ἀπέκρυψα. Εἶπον ἐκ τίνων ἀπετελεῖτο ἡ ἐπιτροπὴ, εἶπον ὅτι αὕτη ἀπετελεῖτο ἐξ ἀξιωματικῶν τοῦ μαχίμου καὶ οἰκονομικοῦ κλάδου καὶ ἐκ τεχνιτῶν. Οὐδὲν ἐνδιαφέρον εἶχον εἰς τὸ νὰ ἀποκρύψω τὸ πρωτόκολλον. Ἀλλὰ τὸ πρωτόκολλον δὲν ἐνδιαφέρει ἐμὲ, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔπρεπε νὰ κάμῃ τὴν κατηγορίαν κατὰ τοῦ ὑπευθύνου. Σήμερον ἐξεφράσθη καθαρῶς καὶ εἶπεν ὅτι ὑπόλογος εἶναι ὁ παραλήπτης Ὑπουργός. Ἐναντίον τούτου λοιπὸν ὀφείλει νὰ κάμῃ τὴν κατηγορίαν, καὶ οὐχὶ κατὰ τοῦ προκατόχου. Ὥστε δὲν πιστεύω νὰ εἴπόν τι διάφορον ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα. Πιστῶς ἐξέθεσα τὴν ὑπόθεσιν, παραπονοῦμαι δὲ μόνον, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀδίκως κατεφέρθη κατὰ πρώην συναδέλφου, ὅστις πιστῶς ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του καὶ ὅστις ἐντίμως ὑπηρέτησε τὴν πατρίδα εἰς πολλὰς καὶ διαφόρους περιστάσεις, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κάλλιστα γινώσκει τὸν ἄνδρα, διότι ἐπὶ μακρὸν χρόνον μετ’ αὐτοῦ συνειργάσθη καὶ ἐν κρισίμοις τῆς πατρίδος στιγμαῖς.

§87Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν περὶ ῥινῶν καὶ καουτσοὺκ συζήτησιν, καθόσον ἐγὼ εἶμαι ὁ ἐπερωτήσας· ἐπηρώτησα δὲ, ὁρμηθεὶς ἐκ τῶν ἐν τοῖς καφενείοις λεγομένων, τὰ ὁποῖα ἤκουσα, κατελθὼν ἡμέραν τινὰ εἰς Πειραιᾶ. Δὲν ἐπετρέπετο εἰς ἐμὲ, ὄντα ἀξιωματικὸν, ν’ ἀφήσω κυκλοφοροῦντα θρυλήματα κατὰ ἀξιωματικοῦ, ὅστις προϋπηρέτησεν ἐν τῷ στρατῷ τῆς θαλάσσης, καὶ ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ ὅ,τι κατέθεσεν. Ἑπομένως μετὰ τὴν γενομένην κατάθεσιν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα. Αἱ προμήθειαι τοῦ Ναυστάθμου εἶναι ἀνάλογοι δι’ ὅλα τὰ εἴδη· ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξαντλήσωμεν δοθεῖσαν πίστωσιν ἐτησίαν δι’ ἓν εἶδος, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα εἴδη, τὰ χρειαζόμεθα ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, νὰ τὰ ἐγκαταλείψωμεν. Ἔναυλοι εἶναι εἰς τὰς ἀκοάς μου οἱ λόγοι τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, δηλώσαντος ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, ὅτι καλώδια ὡς καὶ ἐμπύρια διὰ τορπίλλας δὲν ὑπῆρχον, διότι αἱ τορπίλλαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσι, καθόσον καὶ πλεῖσται ἄλλαι ἐλλείψεις ἐπίσης ἐπαρουσιάζοντο ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, αἵτινες ἐξετίθεντο καὶ εἰς ἐπίσημον ἔκθεσιν τοῦ διευθύνοντος τὴν Ὑποβρύχιον Ἄμυναν κ. ἀξιωματικοῦ. Ἐννοῶ καλῶς, ὅτι ὁ Ναύσταθμος ὀφείλει νὰ ἔχῃ πλήρεις τὰς ἀποθήκας του, ἀλλὰ ὀφείλει νὰ τὰς ἔχῃ πλήρης ἐκ τῶν εἰδῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ ἐμπορίῳ δὲν δύνανται νὰ εὑρεθῶσι. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Ἐὰν ἔχωμεν ἀνάγκην προμηθειῶν καὶ ἀποθηκεύσεως, ἔχομεν ἀνάγκην τῶν εἰδῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἐν τῷ τόπῳ. Ἀλλὰ ῥίνας, Κύριοι, ἔχομεν πανταχοῦ· ὅλα τὰ σιδηροπωλεῖα ἔχουσι ῥίνας, καὶ ἀποθήκας ῥινῶν, καὶ ῥίνας πάσης ποιότητος, διότι ταῦτα προμηθεύονται σήμερον ἔκ τε Γερμανίας καὶ ἐκ Γαλλίας, καὶ ἐξ Ἀγγλίας ἔτι. Φημίζεται ὁ ἀγγλικὸς χάλυψ καὶ προτιμᾶται, ἀλλὰ βεβαίως τὰ καταστήματα ἔχουσι καὶ διαφόρου ποιότητος ῥίνας. Τὸ τῶν ῥινῶν κεφάλαιον εἶναι τὸ λεπτότερον ὡς πρὸς τὰ προμηθευόμενα ἐκ τῶν σιδηροπωλείων, λέγω τὸ μᾶλλον λεπτὸν, καὶ τόσον λεπτὸν, Κύριοι, ὥστε, ἂν ῥίψητε τὸ βλέμμα σας ἐπὶ τῶν προτάσεων τοῦ καταστήματος, θέλετε ἴδει, ὅτι ἐπὶ τῶν τιμῶν, τὰς ὁποίας ἀναγράφουσι, κάμνουσιν ἔκπτωσιν ὑπερβαίνουσαν τὰ 40%, δύναμαι δὲ νὰ σᾶς εἴπω καὶ σᾶς διαβεβαιώσω καὶ διὰ τοῦ λόγου τῆς τιμῆς μου, (διότι γνωρίζω καλῶς) ὅτι καὶ μέχρι τῶν 52½% κάμνουσιν ἔκπτωσιν τὰ καταστήματα τὰ Ἀγγλικὰ πολλάκις ἐπὶ τῶν τιμῶν, τὰς ὁποίας ἀναγράφουσιν. Οὐδεὶς, Κύριοι, μὴ ὢν ἔμπορος, δύναται νὰ προμηθευθῇ τι ἐκ τῆς Ἑσπερίας εἰς συμφερωτέρας τιμὰς ἐκείνων, εἰς ἃς δύναται οἱοσδήποτε ἔμπορος νὰ προμηθευθῇ. Ἀλλὰ θὰ προσθέσω καὶ ἓν ἄλλο. Εἰς τὸν ἔμπορον, τὸν δίδοντα παραγγελίαν δέκα, δεκαπέντε ἢ καὶ τριάκοντα πέντε χιλιάδων δραχμῶν, γίνεται ἔκπτωσις 50%, ἂν ὅμως ὁ αὐτὸς ἔμπορος παραγγείλῃ εἰς τὸ ἴδιον κατάστημα ποσότητα τετραπλασίαν, πενταπλασίαν, δεκαπλασίαν, ἡ ἔκπτωσις βεβαίως θὰ ἦναι μεγαλειτέρα. Ἡ παρεχομένη ἔκπτωσις παρὰ τῶν βιομηχανικῶν καταστημάτων σήμερον γίνεται ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ τῆς παραγγελίας. Ὅσον μεγαλείτερον ποσὸν παραγγείλητε, τόσον μεγαλειτέραν ἔκπτωσιν θέλετε ἔχει. Ἑπομένως ἡ ἐπιζητηθεῖσα, οὕτως εἰπεῖν, οἰκονομία δὲν εἶναι ἡ πραγματικὴ, διότι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἐκέρδησεν ἴσως,—καὶ θὰ φανῇ ἐν κέρδος—εἶναι, ὅτι δὲν ἐπλήρωσεν εἰς τὸ Δημόσιον τὸν φόρον τῶν 50 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ὁ ὁποῖος μὲ τὰ πρόσθετα τέλη ἀνέρχεται εἰς λεπ. 70. Ἂν τὰ ἔφερεν ἔμπορος, θὰ ἐπλήρονε τὰ τέλη εἰς τὸ τελωνεῖον, τοῦτο δὲ ἤθελεν εἰσαγάγει αὐτὰ εἰς τὸ ταμεῖον· ὥστε αὐτὸ οὐδόλως μᾶς ὠφελεῖ. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ γενομένη μεγάλη παραγγελία ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ καὶ μεγάλην ἔκπτωσιν τιμῶν, μεγαλειτέραν δὲ πάντως τῶν τιμῶν τῶν ἐκπτώσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας προμηθεύονται οἱ διάφοροι ἔμποροι. Τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς προμηθείας εἶναι λίαν δυσανάλογον μὲ τὴν ἐτησίαν κατανάλωσιν. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἐὰν ῥίψωμεν, Κύριοι, τὸ βλέμμα εἰς τὴν σελίδα 17 τοῦ προυπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ 1896, θέλομεν ἴδει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐργαζομένων ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, καὶ πόσοι εἶναι τεχνῖται αʹ, βʹ, γʹ καὶ δʹ τάξεως· ἐὰν δὲ εἶχον ἀκριβῆ λογαριασμὸν, πόσοι ἐργάζονται ἐν τοῖς συνεργείοις τοῦ Ναυστάθμου καὶ κυρίως εἰς τὸν πάγκον, καὶ πόσοι ἐπὶ τῆς καμίνου, ἤθελον σᾶς εἴπει ἀκριβῶς, ὅτι ἕκαστος ἐργαζόμενος, ὅπως ὁ ἰδιώτης τεχνίτης, ὁ κάλλιστος τεχνίτης, ὁ μᾶλλον φίλεργος, δὲν δύναται νὰ καταναλώσῃ κατ’ ἔτος ἀριθμὸν πλείονα τῶν 80 ἢ 100 ῥινῶν. Ἑπομένως, ἐὰν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἔχωμεν 30 τεχνίτας, ὅσον καὶ ἂν ἐργασθῶσιν οὗτοι, δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὰς 3,000 ῥίνας· ἐὰν δ’ ἔχωμεν 40, δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὰς 4,000.

§88ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι τὰ θωρηκτά.

§89Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Πάντων περιλαμβανομένων, κύριε συνάδελφε. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν—καὶ τὸν παρεκάλεσα καὶ χθὲς—νὰ φέρῃ σημείωμα ἀκριβὲς τῶν ἐργαζομένων σιδηρουργῶν εἰς τὸν πάγκον, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι οἱ ἐργαζόμενοι εἰς τὸν πάγκον διαρκῶς δὲν ὑπερβαίνουσι τοὺς 25 ἢ 30. Ἑπομένως τὸ ποσὸν τῆς καταναλώσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ τὰς 4,000. Συνεπῶς αἱ ῥῖναι, ἃς ἐπρομηθεύθησαν, 32,000, ἀρκοῦσι διὰ μίαν ὀκταετίαν ἢ δωδεκαετίαν. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὸ ἄλλο σπουδαῖον ζήτημα. Συνέστη, ὡς γνωστὸν, ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν καὶ μηχανικῶν πρὸς παραλαβὴν, ἀνέμενον δὲ ἀπὸ τὸν κ. συνάδελφον καὶ πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους Κυρίους, τοὺς ἐκ τῶν ναυτικῶν νήσων καταγομένους, ἀνέμενον νὰ διαμαρτυρηθῶσι, διότι ἀντετάχθη εἰς τὴν γνώμην ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν καὶ μηχανικῶν καὶ τεχνιτῶν αʹ τάξεως δεδοκιμασμένων ἡ γνώμη τριῶν ἐργοστασιαρχῶν. Σέβομαι ὅλους τοὺς τεχνίτας, ὅλην τὴν εἰδικότητα, ἀλλ’ ἂν πρόκειται νὰ φέρῃ τις εἰς ἀντιπαράστασιν τοὺς τρεῖς τεχνίτας ἐν ἀγνοίᾳ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν θὰ τὸ ἔκαμνεν ὁ κ. συνάδελφος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἄλλοτε, κύριοι συνάδελφοι, ἐπῆλθεν ἔνστασίς τις ὡς πρὸς τὴν ποιότητα τῶν ὅπλων, τὰ ὁποῖα εἶχε προμηθευθῆ ὁ στρατὸς πρὸ 15–20 ἐτῶν, καὶ ἡ τότε συστᾶσα ἐπιτροπὴ, ἐν ὁλομελείᾳ, παραλαβοῦσα τὰ ὅπλα, διῆλθε πάντα τὰ ἐνταῦθα εἰδικὰ κατατήματα, καὶ μέχρι τοῦ Λαυρίου ἔφερε τά βήματά της. Ἀλλὰ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἔκαμε τὰς δοκιμὰς ἐνώπιον μηχανικῶν, καὶ ἐν Λαυρίῳ ἔτι, διότι ἐκεῖ ἦτο εἰδικός τις τεχνίτης. Μέλη δὲ αὐτῆς ἦσαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, οἱ μακαρίται Βουγιούκας, Ἰσχόμαχος καὶ πολλοὶ ἄλλοι. Μετέβησαν ἐκεῖ, καὶ παρουσίᾳ αὐτῶν ἐγένοντο ὅλαι αἱ δοκιμαί. Ἐγὼ, ἐὰν ἤμην μέλος τῆς πρὸς παραλαβὴν τῶν ῥινῶν ἐπιτροπῆς, ἤθελον διαμαρτυρηθῆ ἐντόνως, τασσόμενος μετ’ ἄλλων ἀπέναντι τριῶν ἐργοστασιαρχῶν τεχνιτῶν. Ἀλλὰ ἡ γνώμη ὁλοκλήρου ἐπιτροπῆς καὶ ἐμοῦ ἔπρεπε νὰ σαρωθῇ, ὅπως ἐσαρώθη ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Τί εἶμαι; Ἐὰν ἐκφέρω γνώμην τινὰ, φέρω τὴν εὐθύνην, ἂν ἦναι καλὴ ἢ κακή. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἔρχομαι καὶ εἰς ἄλλο. Ἀποφεύγω πᾶσαν παρεξήγησιν, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ παρεξηγήσητε. Εἶσθε βέβαιοι, ὅτι αἱ παρουσιασθεῖσαι ῥῖναι εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας ἐκείνους ἦταν αἱ ῥῖναι τοῦ Ναυστάθμου; καὶ ὅτι ἦσαν πάσης ποιότητος; Παραδέχομαι ὅτι τὰς παρέλαβον ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Ναυστάθμου καὶ ὅτι ἦσαν τοῦ Ναυστάθμου, ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ ποιήσητε δοκιμήν τινα, ὀφείλετε νὰ παραλάβητε οὐχὶ ἐξ ἑνὸς κιβωτίου, ἀλλὰ ἐκ πολλῶν καὶ ἐξ ἑκάστου δέματος, διότι αὐταὶ εἶναι κατὰ δέματα καὶ κατὰ βάρος. Εἶσθε βέβαιοι, ὅτι ἦσαν ἐκ πάντων τῶν κιβωτίων καὶ παντὸς εἴδους; Ποῖος σᾶς τὸ βεβαιοῖ; Αὐτὸ εἶναι ζήτημα μέγα, διότι ἀντιτάσσονται τρεῖς ἐργοστασιάρχαι—τίμιοι ὁμολογουμένως, διότι τοὺς περισσοτέρους γνωρίζω,—ἀπέναντι ἀξιωματικῶν· ἀλλὰ διατὶ δὲν καλοῦνται οἱ καλοὶ οὗτοι ἐργοστασιάρχαι ἐνώπιον τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐξετάσωσι τὰς ῥίνας; διατὶ δὲν συνιστᾶτε ἑτέραν ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ ἴδητε ἂν ἡ γνώμη αὐτῆς θὰ ἦναι ἡ αὐτὴ πρὸς τὴν τῆς πρώτης; Παρουσιάζεται ποτὲ ὅμοιόν τι εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, τῆς ξηρᾶς; ἐρωτῶ τὸν κ. συνάδελφον ἐξ Ὕδρας. Ἂν ἐπιτροπή τις ἀπέῤῥιψε προμήθειάν τινα, ἢ ἐκ κακῆς ἐκτιμήσεως ἢ ἐξ αὐστηροτάτης ἐκτιμήσεως, δὲν ἐκλήθη κατόπιν ἰδιαιτέρως ὁ Α ἢ ὁ Β, διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ, ἀλλὰ παρεπέμφθη τὸ ἀντικείμενον εἰς ἰδιαιτέραν ἐπιτροπὴν, εἰς ἄλλο, οὕτως εἰπεῖν, δικαστήριον.

§90ΚΟΡΠΑΣ. Νὰ κάμουν ἄλλην ἐπιτροπήν.

§91Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Βεβαίως· καὶ τὸ ἐπιτάσσει ὁ νόμος. Ὅταν, Κύριοι, ἐπιτροπαὶ μετέβησαν εἰς Γαλλίαν πρὸς παραλαβὴν τοῦ ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ, προσέλαβον ἐμπειροτέχνην, καὶ ἀφοῦ ὁ εἰδικὸς οὗτος ἐμπειροτέχνης, ἐξετάσας τὰ εἴδη, παρούσης τῆς ἐπιτροπῆς, ἐγνωμάτευσεν ὅτι εἶναι καλὰ, τότε παρέλαβον τὰς ἐρέας, ἐπὶ τῇ βεβαιότητι ὅτι ἦσαν καλαὶ, διότι βεβαίως ἕκαστος εἰδικότητα δὲν δύναται νὰ ἔχῃ. Ἤδη, Κύριοι, μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν ἄλλου ζητήματος. Εἶχον ζητήσει καὶ μίαν ἄλλην κατάστασιν, ἀφορῶσαν προμήθειαν διαφόρων εἰδῶν καουτσούκ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς κατέθεσε τὸν σχετικὸν φάκελλον. Ἐν τῷ φακέλλῳ τούτῳ ὑπάρχει καὶ ἡ κατάστασις τοῦ προμηθευθέντος ὑλικοῦ κατὰ τὰ ἔτη 1890–1894, ἀλλὰ τὴν κατάστασιν ταύτην δὲν συνοδεύουσι τὰ πρωτόκολλα τῆς παραδόσεως καὶ παραλαβῆς ἑκάστου εἴδους, ἐφ’ ἑκάστης προμηθείας καὶ ἀποστολῆς. Ἔπρεπεν ἑκάστη παράδοσις καουτσοὺκ ἀφικνουμένη, πρὶν ἢ εἰσέλθῃ εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Ναυστάθμου, νὰ τύχῃ ἐπιθεωρήσεως παρ’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ, παρόντος καὶ τοῦ χορηγητοῦ ἢ ἀντιπροσώπου αὐτοῦ, ἤθελον ἀποφανθῆ, ὅτι ἡ ποιότης εἶναι καλὴ καὶ ἀνάλογος πρὸς τὴν γενομένην παραγγελίαν καὶ τὸ δεῖγμα, τότε μόνον νὰ γείνῃ δεκτή, ἄλλως εἶναι ἀποῤῥιπτέα. Ἀλλὰ τί ἐπισυνάπτεται ἐνταῦθα; Ἐπισυνάπτεται ἓν πρωτόκολλον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν πρὸς ἀπόκρουσιν, καὶ συνέστησε τὴν ἐπιτροπὴν τὴν 23 Φεβρουαρίου 1896, τὰ δὲ ἄλλα πρωτόκολλα τῶν διαδόχων παρέλαβε. Δὲν γνωρίζομεν οὔτε τί ποσὸν παρελήφθη, οὔτε τί ποσὸν εἰσήχθη εἰς τὰς ἀποθήκας, οὔτε τίποτε. Σημειοῦνται ἐν τῇ καταστάσει, ἀλλὰ δὲν ἐπισυνάπτεται, ἐπαναλαμβάνω, τίποτε σχετικόν. Ἀλλά, Κύριοι, ἂς ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας καὶ ἐπὶ τοῦ ἀκολούθου...

§92Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ πρωτόκολλον, τὸ ἔγγραφον τοῦ Ναυστάθμου, ὁμιλεῖ περὶ τῶν παραγγελθέντων ἐλαστικῶν, ὅτι εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν τώρα. Ὥστε ἀφοῦ εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν τώρα, εἰς καλλιτέραν θὰ ἦσαν, ὑποθέτω, ὅταν παρελήφθησαν.

§93Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἠξεύρω.

§94Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὕτω λέγει.

§95Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ πρωτόκολλον τῆς παραλαβῆς ἐπεθύμουν νὰ ἔχω... Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προκαλεῖ τὸν θαυμασμόν μου, εἶναι τὸ ἀκόλουθον· καὶ σᾶς ἀναφέρω τὰς γενομένας προμηθείας, ἐπικαλούμενος τὴν προσοχὴν ὑμῶν. Εἰς τὰ 1890 ἐπρομηθεύθησαν καουτσοὺκ ἀξίας 26,229 δρ. Εἰς τὰ 1891 οὐδεμία προμήθεια ἐγένετο. Εἰς τὰ 1892 ἐπίσης οὐδεμία προμήθεια ἐγένετο. Εἰς τὰ 1893 προμήθεια ἐγένετο μόνον ἀξίας 4,707 δραχ. Εἰς τὰ 1894 πρώτη προμήθεια ἀξίας δραχ. 4,441 καὶ 10/00, δευτέρα προμήθεια ἀξίας δραχ. 82,100.86, τρίτη προμήθεια ἀξίας δραχμῶν 35,338 καὶ 38/00, τετάρτη προμήθεια ἀξίας δραχ. 575 καὶ 25/00· ἑπομένως τὸ ὅλον τῆς ἀξίας τοῦ προμηθευθέντος καουτσοὺκ κατὰ τὸ 1894 ἀνέρχεται εἰς τὸ οὐκ εὐκαταφρόνητον καὶ σεβαστὸν ποσὸν τῶν δραχμῶν 122,455 καὶ 59/00. Τοῦτο ἂν ἦναι χρήσιμον, ἢ ἂν θὰ καταστραφῇ, ὅπως κατεστράφησαν καὶ καλώδια καὶ λοιπά, ἀγνοῶ· γνωρίζω μόνον, ὅτι ἐν γένει ἅπαντα τὰ κατασκευάσματα ἀπὸ καουτσοὺκ ἔχουσιν ἀνάγκην μεγίστης ἐπιτηρήσεως, προφυλάξεως, καὶ ἰδίᾳ συντηρήσεως. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ ὁποῖα συνάγω ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου μεταβαίνω εἰς μίαν ἄλλην ἐπίσης σπουδαίαν ὑπόθεσιν. Τὰ συνεργεῖα τοῦ Ναυστάθμου ἐλειτούργουν καλῶς, ἀνταπεκρίνοντο δὲ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ στόλου. Ἐργοστασιάρχης τις ἐν Πειραιεῖ εἶχε μηχανήματά τινα πρὸς κατασκευὴν κοχλιῶν καὶ περικοχλίων· τὰ μηχανήματα ταῦτα προσεφέρθη ὁ ἐργοστασιάρχης νὰ πωλήσῃ μὲ ἐκπεσμένας, ὡς ἐσημείου αὐτὸς οὗτος, τιμὰς εἰς τὸν Ναύσταθμον. Ἐξ ἐπισήμου ἀντιγράφου, τὸ ὁποῖον ἔχω εἰς χεῖράς μου, ἐμφαίνεται ὅτι προσφέρεται νὰ πωλήσῃ τὰ μηχανήματα ταῦτα μεθ’ ὅλων τῶν ἐξαρτημάτων, δηλαδὴ μὲ ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων δύνανται τὰ μηχανήματα, τιθέμενα ἐν λειτουργίᾳ, νὰ παραγάγωσι τὰ ἀπαιτούμενα, ἤτοι κοχλίας, περικόχλια κτλ.

§96Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τοὺς ἱμάντας τοὺς βάζετε;

§97Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὄχι. Δὲν ἀποτελοῦσιν ἀναπόσπαστον μέρος οἱ ἱμάντες. Μόνον αἱ μῆτραι τὰ σφυρία καί τινα ἄλλα ἀποτελοῦσιν ἀναπόσπαστον μέρος τῶν μηχανημάτων· διότι ἱμάντας δύνασθε νὰ δέσητε ἢ μακροὺς ἢ κοντούς, ἀναλόγως τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τοποθετηθήσεται ἀπὸ τοῦ ἄξονος τὸ μηχάνημα. Ἑπομένως τὰ ἀναποσπάστως συνδεδεμένα μὲ τὰ μηχανήματα ἐξαρτήματα (καὶ δι’ αὐτὸ καλοῦνται ἐξαρτήματα) δὲν παρεδόθησαν. Ἐτοποθετήθησαν, ὡς ἀναφέρει ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου, παρακειμένως τοῦ σιδηρουργείου. Τίνες τὰ παρέλαβον; Τίνες οἱ ὑπόλογοι τῆς παραλαβῆς; Ὁπόταν, Κύριοι, κάμνωμεν προμήθειάν τινα ἢ παραλαβὴν μηχανήματος, ὀφείλομεν νὰ συστήσωμεν ἐπιτροπὴν, ἐν ᾗ θέλουσι συμπεριληφθῆ καὶ εἰδικοί. Μετέβη ἐπιτροπή τις εἰς Πειραιᾶ, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὰ μηχανήματα καὶ ἀπεφάνθη ὅτι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι καὶ νὰ ὠφελήσωσι τὰ συνεργεῖα τοῦ Ναυστάθμου, παρέχοντα διάφορα εἴδη κοχλιῶν καὶ ἀμφιδετῶν, τὰ ὁποῖα χρειάζονται κυρίως διὰ τοὺς λέβητας τῶν πλοίων καὶ δι’ αὐτὰ τὰ πλοῖα; Ὅτε δὲ τὰ μηχανήματα ταῦτα μετεφέρθησαν ἐκ Πειραιῶς εἰς τὸν Ναύσταθμον, χωρὶς νὰ παραλάβῃ τις ταῦτα, οὐδὲ συνεπῶς νὰ συνταχθῇ πρωτόκολλον, ἐτοποθετήθησαν ἐκεῖ...

§98ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἡ τοποθέτησις δὲν εἶναι παραλαβή;

§99Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἄν παρελήφθησαν καὶ ἐτοποθετήθησαν, ζητῶ τοὺς ἐνόχους, διότι δὲν παρέλαβον συμφώνως μὲ τὰς προτάσεις τοῦ ἐργοστασιάρχου τὰ ἐξαρτήματα. Ἄν ὑπῆρξεν ἐπιτροπὴ, παραλαβοῦσα τὰ μηχανήματα, οἱαδήποτε καὶ ἄν ἦναι αὕτη, εἶναι ὑπεύθυνος.

§100ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν συνετάχθη πρωτόκολλον;

§101Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὄχι. Δι’ αὐτὸ ἀπορῶ, Κύριοι. Τὰ μηχανήματα, μεταφερθέντα εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἔπρεπε νὰ παραληφθῶσιν ἢ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἢ ἐν Πειραιεῖ, νὰ τεθῶσιν ἐν λειτουργίᾳ, καὶ τότε θὰ ἦσαν πλήρη. Ἀλλ’ ἄς ἴδωμεν, τί ἀναφέρει αὐτὸς ὁ κ. Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1864 τοῦ 1896 τηλεγραφήματος. Παραλείπω τὰ ἄλλα (ἀναγινώσκει): «Ταῦτα τὰ μηχανήματα, ἕνεκα ἐλλείψεως ἐξαρτημάτων, μὴ παραδοθέντων παρὰ τοῦ ἀνωτέρω πωλητοῦ (Seyn) δὲν λειτουργοῦσιν». Ἔχομεν τὰ μηχανήματα, ἀλλὰ πάντα τὰ μηχανήματα, ὡς γνωστὸν, ἔχουσιν ἀνάγκην ἐπιτηρήσεως. Δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ χορηγητὴς ἐπληρώθη ἢ δὲν ἐπληρώθη, διότι δὲν εἶχον καιρὸν νὰ μελετήσω τοῦτο· ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπληρώθησαν τὰ μηχανήματα ταῦτα, φθάνομεν εἰς τὸ αὐτό. Δυνάμεθα νὰ τὰ ἀφήσωμεν νὰ φθαρῶσιν; Ἔχουσι λοιπὸν ἀνάγκην διαρκοῦς συντηρήσεως ἀφ’ ὅτου τὰ παρελάβομεν.

§102ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τοῦ κ. Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει;

§103Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν φαίνεται τίποτε.

§104Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Θέλετε νὰ μάθητε πότε παρελήφθησαν; Ἐπὶ τοῦ προκατόχου, Κύριε.

§105Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Βεβαιότατα, τὸ γνωρίζω αὐτό· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διατὶ κατὰ τὴν παραλαβὴν δὲν συνεστήθη ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ τὰ παραλάβῃ, νὰ ἀναθέσῃ εἰς εἰδικοὺς ἄνδρας νὰ τὰ τοποθετήσωσι, νὰ παραμένῃ ἐκεῖ, νὰ τὰ ἴδῃ λειτουργοῦντα καὶ κατασκευάζοντα ὅ,τι κατασκευάζεται καὶ ἐν Πειραιεῖ, καὶ τότε νὰ βεβαιώσῃ τὴν καλὴν λειτουργίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, Κύριοι. Λυποῦμαι δὲ, διότι ἐκ τῶν λεγομένων ἐν τοῖς καφενείοις ἠναγκάσθην νὰ φέρω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ἐκ τῆς ὁποίας ὅμως διεχύθη μικρόν τι φῶς εἰς τὰ σκοτεινὰ τῶν ἐν τῷ Ναυτικῷ προμηθειῶν.

§106ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Τὰ τῆς ὑποθέσεως τῶν ῥινῶν, κύριε Πρόεδρε, εἰς δύο κυρίως στάδια, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντελήφθην, διαιροῦνται, εἰς τὸ στάδιον τῆς καταπληκτικῆς ταύτης προμηθείας τῶν 32,000 τεμαχίων ῥινῶν καὶ εἰς τὸ στάδιον τῆς παραλαβῆς αὐτῶν. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἐξετασθῇ διακεκριμένως τὸ ἓν ἀπὸ τὸ ἄλλο, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, τίς εἶναι ὁ ὑπόλογος διὰ τὴν καταπληκτικὴν ταύτην παραγγελίαν τῶν 32,000 τεμαχίων ῥινῶν, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ἂν ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὸ 1894 ἐγένετο ἡ καταπληκτικὴ αὕτη προμήθεια, καὶ ἂν ἀληθῶς ἐγένετο ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου, βεβαίως ἡ Βουλὴ πρέπει ταχέως νὰ ζητήσῃ εὐθύνας. Ἀλλ’ ἵνα μάθωμεν, τίς ὁ ὑπόλογος διὰ τὴν μεγάλην ταύτην προμήθειαν, πρέπει νὰ ἀναγνώσωμεν τὸ ἑξῆς ἐπίσημον ἔγγραφον, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 15 Νοεμβρίου 1894, τοῦ Βασιλικοῦ Ναυστάθμου, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, τοῦ τότε καὶ νῦν καὶ εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, τμῆμα ὑλικοῦ.—Συμφώνως τῇ ὑπ’ ἀριθ. 25447 τηλεγραφικῇ διαταγῇ, ὑποβάλλομεν σὺν τῇ παρούσῃ δύο πίνακας, ἐμφαίνοντας τὴν ποσότητα, ποιότητα καὶ διαστάσεις τῶν κατὰ τὸ ἐλευσόμενον ἔτος 1895 ἀναγκαιουσῶν τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν τορπιλλοφόρων σκαφῶν ῥινῶν». Ἐξεταστέον ἑπομένως τοὺς πίνακας. Οἱ πίνακες εἶναι ἐπίσημοι· ὁ μὲν πρῶτος ἐκ τῶν πινάκων δεικνύει ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον κατὰ τὸ 1895 διὰ τὰ συνεργεῖα τοῦ Ναυστάθμου, ὁ δὲ δεύτερος, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τῶν ῥινῶν, τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τορπιλλοβόλων σκαφῶν πάλιν κατὰ τὸ 1895. Ὁ πίναξ ὡς ἐπικεφαλίδα ἔχει τὰ ἑξῆς: «Πίναξ ἐμφαίνων τὴν ποσότητα, ποιότητα καὶ διαστάσεις τῶν κατὰ τὸ ἐλευσόμενον ἔτος 1895 ἀναγκαιουσῶν τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ ῥινῶν.» Ὁ πίναξ δὲν εἶναι μακρὸς, ἔχει πολλὰς στήλας, καὶ ἴσως, φαίνεται, ὁ συντάκτης ἐπεθύμει ν’ ἀποφύγῃ τὴν μεγάλην ἐντύπωσιν, διὸ κατὰ δωδεκάδας ἀναφέρει τὸ ποσὸν τῶν ῥινῶν· ἐγὼ ὅμως ἔλαβον κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀθροίσω ταύτας ἁπάσας...

§107Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Οὕτω πωλοῦνται, κατὰ δωδεκάδας.

§108ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα... Καὶ τὸ μὲν ποσὸν τῶν ῥινῶν τῶν ἐν τῷ πρώτῳ πίνακι εἶναι ἐν ὅλῳ 29,242...

§109ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τεμάχια.

§110ΣΤΑΗΣ. Τεμάχια, μάλιστα... Ὁ δεύτερος πίναξ, ἐπίσης, ὁ ἐξερχόμενος ἐκ τοῦ ἐπισήμου γραφείου τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, φέρων δὲ καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου, περιέχει 2160 ῥίνας, ἑπομένως τὸ σύνολον 31,402. Τὸ ἔγγραφον ἄρα τοῦ Ναυστάθμου, τὸ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀποσταλὲν συνεπείᾳ αἰτήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὁρίζει ἀκριβῶς καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ ῥινῶν διὰ τὸ ἔτος 1895. Ἄρα ὁ Ὑπουργὸς ὤφειλεν ἀκριβῶς τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ προμηθευθῇ, ἐὰν δὲν εἶχε λόγους νὰ δυσπιστῇ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ μάλιστα τοῦ Ναυστάθμου καὶ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης. Σεῖς, ὁ ὁποῖος εἶσθε σήμερον Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἔχετε πάσας τὰς ἀπαιτουμένας ἐκείνας εἰδικὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἵνα ἐξελέγξῃ πάσας τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ μάλιστα τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυστάθμου, ἡ ὁποία εἶναι ὅλως ἀνεξάρτητος, ὡς καὶ σεῖς ὁ ἴδιος ὡμολογήσατε, καὶ ὑπεσχέθητε μάλιστα ὅτι θὰ φέρητε σχετικὸν νομοσχέδιον πρὸς θεραπείαν τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τοῦ 1894 οὐδὲν εἶχε δικαίωμα νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Ναυστάθμου...

§111Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ εἴπω δύο λέξεις;

§112ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα.

§113Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς, νομίζω ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ προμηθείας ποσοῦ τινος ἀντικειμένων, θέλει ἐρωτήσει ἀμέσως τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην, πόσα εἶναι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ καταβληθῶσι διὰ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην προμήθειαν. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἐρωτήσῃ συγχρόνως ποῖος εἶναι συνήθως ὁ μέσος ὅρος τῆς καταναλώσεως, καὶ ποῖον ποσὸν ἐπρομηθεύετο καὶ κατηναλίσκετο κατὰ τὸ παρελθόν.

§114ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω σήμερον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἂν γινώσκῃ τὰ πραγματικῶς καταναλισκόμενα ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ποῖα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πράγματι χρησιμοποιοῦνται, δωροῦνται, πωλοῦνται ἢ καίονται, τὰ ὁποῖα ἐγὼ γινώσκω, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα συνεδρίασιν μυστικὴν, ἵνα ὁμιλήσωμεν περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ λεχθῶσι δημοσίᾳ, διότι, Κύριοι, πλησιάζει ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ δράσωμεν, καὶ θὰ εὑρεθῶμεν ἀνέτοιμοι.

§115Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἀφοῦ θέτετε ἐκεῖ τὸ ζήτημα, ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι τὸ ναυτικόν μας εἶναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε δύναται νὰ δράσῃ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἂν θελήσωμεν.

§116ΣΤΑΗΣ. Εἴθε! Λοιπὸν ἔχομεν τὸν Ὑπουργὸν, λαμβάνοντα τὰς πληροφορίας αὐτοῦ ἐκ τοῦ Ναυστάθμου, σώματος ἀνεξαρτήτου ὅλως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, συνεπείᾳ δὲ τῶν πληροφοριῶν τούτων ὤφειλεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ προμηθευθῇ τὸ αἰτηθὲν ποσὸν, ἑπομένως οὐδεμίαν ὑπέχει εὐθύνην ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πρὶν ἴδω καὶ μελετήσω τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καθ’ ἣν ἡμέραν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου εἰσηγεῖτο τῶν ναυτικῶν του νομοσχεδίων, καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἐγένετο προμήθεια 32,000 τεμαχίων ῥινῶν, καὶ ὅτι καταχρήσεις καταπληκτικαὶ ἐγένοντο, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ζητήσωμεν τοὺς ἐνόχους, καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ ὁμιλήσωμεν ἡμεῖς, οἱ ὑποστηρίξαντες τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1894,—διότι καὶ ἐγὼ ἤμην ἐκ τῶν ὑποστηριξάντων τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην—σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐκλονίσθην, καὶ πρὸς στιγμὴν ἐπίστευσα, ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις, πρῶτος δὲ ἐγὼ ἐσκόπουν νὰ ζητήσω τὴν εἰς δίκην παραπομπὴν τῶν ἐνόχων. Ἀλλ’ εὐτυχῶς αἱ ὑποψίαι μου διεσκεδάσθησαν μετὰ τὴν ἐπισταμένην μελέτην τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων. Τοιαῦται κατηγορίαι δὲν πρέπει νὰ ῥίπτωνται οὑτωσὶν ἐπιπολαίως καὶ ἀμελετήτως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλ’ ἀκούσατε τώρα καὶ ἄλλο τι, πολὺ παράδοξον καὶ σχεδὸν ἀπίστευτον. Αὐτοὶ οὗτοι οἱ βεβαιώσαντες ὅτι ἀπητοῦντο 32,000 ῥῖναι διὰ τὸ ἔτος 1895, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι μετὰ ταῦτα ἐβεβαίωσαν τὰ ἐναντία! Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων αὐτῶν τούτων τῶν ἀρχῶν, διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῶν Διευθυντῶν ἐπικεκυρωμένων, ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῶν ἀπαιτουμένων κατ’ ἔτος ῥινῶν εἶναι 2287! Πῶς, ἐνῷ σεῖς κατὰ τὴν 26 Φεβρουαρίου 1896 βεβαιοῦτε ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῶν κατ’ ἔτος ἀναγκαίων ῥινῶν εἶναι 2287, ζητεῖτε μόνον διὰ τὸ ἔτος 1895 τεμάχια ῥινῶν 32,000; Πῶς βεβαιοῦτε σεῖς διὰ τῆς ὑπογραφῆς σας, δι’ ἄλλων ἐγγράφων παρομοίων, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ καταναλωθὲν ἐπὶ ἑξαετίαν ὁλόκληρον ἀνῆλθεν εἰς 13,722, καὶ πρὸ ἔτους μόλις ἐβεβαιώσατε διὰ τῆς ὑπογραφῆς σας, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον κατὰ τὸ ἐλευσόμενον ἔτος 1895, οὐχὶ διὰ τὸ μέλλον, ἀλλὰ διὰ τὸ ἔτος 1895, εἶναι 32,000; Καὶ πῶς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, δὲν τοὺς συλλαμβάνετε ἐκ τοῦ ὠτὸς τοὺς ἐνόχους τοιαύτης πλαστογραφίας; πῶς δὲν προφυλακίζετε αὐτούς; πῶς δὲν παραπέμπετε αὐτοὺς—οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι—εἰς τὸ Ναυτοδικεῖον, ἀλλὰ κατηγορεῖτε ἐρήμην ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀθῷοι, καὶ δὲν καταδιώκετε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπεύθυνοι; Ἔπρεπεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, νὰ διδάξητε διὰ τῆς τιμωρίας των, νὰ ἐπιτελῶσιν αὐτό. Σεῖς δὲ, ὁ καθ’ ἑκάστην καυχώμενος ὅτι ἐπιτελεῖτε τὸ καθῆκόν σας, δὲν ἐκτελεῖτε αὐτό. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ δεύτερον στάδιον, τὸ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ῥινῶν. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ τὴν προμήθειαν ποιησάμενος, δὲν εἶναι ὁ Ὑπουργὸς ὁ παραλαβὼν τὴν προμήθειαν, εἶναι ἄλλος Ὑπουργὸς, εἶναι Ὑπουργὸς ἀξιότιμος καὶ ἔντιμος, ἀλλ’ ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, προκειμένου περὶ συμφερόντων τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ λέγωμεν τὰ σῦκα σῦκα καὶ τὴν σκάφην σκάφην, ἀδιαφοροῦντες ποίαν ἰδέαν θὰ σχηματίσῃ ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος, καὶ ἀδιαφοροῦντες, ἂν θὰ διαγραφῶμεν ἐκ τοῦ καταλόγου ἐν ἐνδεχομένῃ τινὶ περιπτώσει. Πῶς ἆρά γε νὰ ἐγένετο ἡ παραλαβὴ τῶν ῥινῶν; διετηρήθησαν αἱ νόμιμοι διατυπώσεις πρὸς περιφρούρησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου; Ἐκεῖ δὲ ἔπρεπε νὰ στραφῶσιν αἱ ἀποστροφαὶ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμε πρὸ ἡμερῶν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ 1894, ὁ ὁποῖος πράγματι ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν του. Ἂν δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος δὲν ἐζήτει τὸν φάκελλον καὶ δὲν ἐξηναγκάζεσθε σήμερον νὰ εἴπητε πάντα, ὅσα εἴπετε,—καὶ σᾶς ἐπαινῶ διὰ τοῦτο—ἤθελεν ἡ Βουλὴ διατελεῖ ἐν τῷ σκότει καὶ θὰ ἐνόμιζεν ὡς ἐνόχους τοὺς πράγματι ἀθώους· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπράξετε σήμερον, ὠφείλατε νὰ πράξητε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἵνα μὴ ἀποδοθῇ εἰς ὑμᾶς πρόθεσις διαστροφῆς τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων πρὸς πολιτικὴν κερδοσκοπίαν. Ἰδοὺ λοιπὸν, πῶς ἔχουν τὰ τοῦ δευτέρου ζητήματος. Κατὰ τὸν νόμον, εὐθὺς ὡς ἔλθῃ ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς ἡ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ γενομένη προμήθεια εἰδῶν τῆς στρατιωτικῆς ἐν γένει ὑπηρεσίας, καταρτίζεται ἐπιτροπὴ ἐξ εἰδικῶν ἀξιωματικῶν πρὸς παραλαβήν. Πράγματι δὲ κατηρτίσθη ἐπιτροπὴ ἐξ ἑπτὰ ἀξιωματικῶν πρὸς παραλαβὴν τῶν ῥινῶν, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἑπτὰ τούτων μόνον οἱ δύο εἶχον εἰδικότητα, ἵνα γνωματεύσωσιν ἐν ἐπιγνώσει, ἂν αἱ ῥῖναι ἦσαν καλῆς ποιότητος καὶ ὡς ὡρίζετο ἐν τῷ συμβολαίῳ, οἱ δὲ ἄλλοι πέντε οὐδεμίαν εἶχον πεῖραν τοιούτων ζητημάτων, τουτέστιν ἂν αἱ ῥῖναι ἔχωσι τὴν ἀντοχὴν, τὸ ἀπαιτούμενον μῆκος καὶ τὰ προτερήματα διὰ τὴν ἐργασίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ναύσταθμος εἶχε ζητήσει τὴν προμήθειαν αὐτῶν. Ἐκ τῶν ἑπτὰ λοιπὸν ἀξιωματικῶν οἱ πέντε ἦσαν ὅλως ἀναρμόδιοι, ὅπως ἀποφανθῶσι περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τῶν ῥινῶν...

§117ΔΙΟΝ. ΣΤΑΙΚΟΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἦσαν καὶ οἱ δύο ἀρχιμηχανικοὶ τοῦ Ναυστάθμου.

§118ΣΤΑΗΣ. Περὶ ἄλλων πραγμάτων ἦσαν ἁρμόδιοι νὰ ἐκφέρωσι γνώμην οἱ ἱκανώτατοι ἄλλως ἀξιωματικοί, περὶ ὧν ὁμιλεῖτε, ἀλλ’ ἂν αἱ ῥῖναι ἦσαν καλῆς ἢ κακῆς ποιότητος, οὐδεμίαν εἶχον ἁρμοδιότητα ν’ ἀποφανθῶσι. Καὶ ἐν τούτοις ἀπεφήναντο, ὅτι αἱ ῥῖναι δὲν ἦσαν καλῆς ποιότητος, καὶ ἑπομένως ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παραληφθῶσιν. Ἐν τούτοις ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, μέλος τοῦ ἀχρόου Ὑπουργείου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, παρὰ τὴν γνώμην τῆς ῥηθείσης ἐπιτροπῆς ἐζήτησε τὴν γνώμην ἐμπειρογνωμόνων, εἰδικῶν ἐργοστασιαρχῶν ἐν Πειραιεῖ, καλῶς πράξας κατ’ ἐμὲ, περὶ τῆς ποιότητος τῶν ῥινῶν, συμφώνως πρὸ τοὺς ἐν τῷ συμβολαίῳ ὅρους. Οἱ εἰδικοὶ οὗτοι πραγματογνώμονες, δι’ ἐγγράφου αὐτῶν, εὑρισκομένου ἐν τῷ ἀνὰ χεῖράς μου φακέλλῳ, ἐγνωμάτευσαν ὅτι αἱ ῥῖναι, δοκιμασθεῖσαι ἐπανειλημμένως, εὑρέθησαν ἀρίστης ποιότητος. Ἑπομένως τὸ Ὑπουργεῖον, λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὴν γνωμοδότησιν ταύτην τῶν εἰδικῶν πραγματογνωμόνων, διέταξε τὸν Ναύσταθμον νὰ παραλάβῃ αὐτάς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὅλη ἱστορία, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἔπεσεν εἰς βάρος ἀνθρώπων ὅλως ἀθώων, καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ εἰς βάρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξον τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1894, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶμαι καὶ ἐγώ. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε καὶ διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ διὰ τὰς ἄλλας σκανδαλώδεις ἱστορίας, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργὸς, πρέπει νὰ συστηθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἵνα ἐξετασθῶσι τὰ πράγματα, ἵνα ἴδωμεν πράγματι, πῶς ἐδαπανήθησαν τὰ τόσα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον κατ’ ἔτος δαπανᾷ διὰ τὴν ναυτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, ἐνῷ δυστυχῶς τὰ πλοῖα ἡμῶν μένουσιν ἠγκυροβολημένα καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ ἔτους, ἐνῷ γνωρίζομεν, ὅτι ἤδη ἤρξατο, ἔστω καὶ κατὰ κλάσμα χιλιοστοῦ, ἡ φθορὰ τοῦ θώρακος τῶν θωρηκτῶν ἡμῶν, ἐνῷ γνωρίζομεν, ὅτι ἀξιωματικοὶ καὶ ναῦται τῶν θωρηκτῶν καὶ τῶν ἄλλων ἡμῶν πλοίων διατρίβουσι τὸ πλεῖστον εἰς τὴν ξηράν, γυμναζόμενοι εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν, ἰδίᾳ οἱ ναῦται, ἐξασκούμενοι εἰς τὸ ὑπηρετικὸν ἐπάγγελμα, ἐνῷ γινώσκομεν πάντες, ὅτι ἀτμόπλοια πλήρη γαιανθράκων ἔρχονται τακτικώτατα ἐξ Ἀγγλίας ἐπὶ λογαριασμῷ τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς προμήθειαν τῶν ὁποίων κατ’ ἔτος ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν καταβάλλει τὸ Δημόσιον, χωρὶς ἐν τούτοις ὁ στόλος ἡμῶν νὰ ἐξασκῆται εἰς γυμνάσια ἐν τῷ ἀνοικτῷ πελάγει. Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας τὴν σύστασιν πρὸ πάντων ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν, ἴσως ἤθελε μάθει μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι καὶ οἱ γαιάνθρακες καταναλίσκονται, διότι κάῤῥα ἰδιωτικὰ μεταφέρουσιν αὐτοὺς ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου εἰς ἰδιωτικὰς οἰκίας, ὡς ἐγένετο πρό τινων ἡμερῶν ἔν τινι γαιανθρακαποθήκῃ τοῦ Δημοσίου ἐν Πειραιεῖ.

§119Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω πρὸς τὸν κύριον συνάδελφον. Ἐν πρώτοις θεωρῶ τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων πρώτιστον καθῆκον τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διετύπωσε προχθές. Τὸ ψηφίζειν εἶναι εὔκολον, τὸ ἐλέγχειν δυσχερέστατον, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐκάλεσεν ἡμᾶς καὶ ἐν τῷ εἰσηγητηρίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ λόγῳ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ λύπης λέγω, ὅτι οἱ ἀπολογισμοὶ οὐδόλως ἠλέγχθησαν, οἱ γενικοὶ λογαριασμοὶ ἐξικνοῦνται μέχρι τοῦ 1879, καὶ ἐν τοσούτῳ ἔλεγχος αὐτῶν δὲν ἐγένετο. Ἐὰν ἀναμείνωμεν συμπλήρωσιν τοῦ 1880, 1881 καὶ 1882, ἵνα ἀρχίσωμεν τὰς ἐργασίας μας, πιστεύω ὅτι πολὺ βραδέως θὰ ἐργασθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὡς ὁ Ἄρειος Πάγος, ὁ ὁποῖος καθυστερεῖ ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη. Ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι δὲν φέρομεν εὐθύνην διὰ πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, φέρομεν εὐθύνην ἐπὶ τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας γνωρίζομεν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ ὑπηρεσίᾳ πράξῃ τι, φέρει εὐθύνην αὐτὸς, οὐχὶ ἐγὼ, καὶ εἰς αὐτὸν ἐναπόκειται νὰ ἐκτελέσῃ, συμφώνως πρὸς τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ ἴδιος.

§120ΣΤΑΗΣ. Ἔχομεν ἠθικὴν εὐθύνην· δὲν πρόκειται περὶ νομικῆς εὐθύνης. Ἀφοῦ δ’ ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει νομικὴ εὐθύνη, οὐδὲν ἄλλο ὑφίσταται, παρὰ μόνον ἡ ἠθικὴ εὐθύνη.

§121Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος μέγα ἀδίκημα ἔπραξε πρὸς τὸν κ. Μπούμπουλην. Δὲν πιστεύω νὰ μὴ τὸν γνωρίζῃ. Ὁ κ. Μπούμπουλης εἶναι ἄνθρωπος ἐνεργῶν, τρέχων πανταχοῦ, ἐγκατέλειψε τὰς τάξεις τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, καὶ μετέβη εἰς τὸ νεώριον τῆς Ἀτμοπλοίας, ἐγνώρισε δὲ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τοὺς ἐργαζομένους. Ἐὰν ὁ κ. Λεβίδης καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς οἱοσδήποτε καλούμενος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἠδύνατο νὰ σφάλῃ περὶ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀπαιτουμένων ῥινῶν, ὁ κ. Μπούμπουλης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σφάλῃ. Ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι ἔσφαλε, διότι δὲν ἐγνώριζε, θὰ ἀδικήσωμεν αὐτόν.

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων. Εἶπεν ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ διορίσῃ ἐξεταστικὴν ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ὑπάρχει πρότασις, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην, τότε θὰ ἐκλέξῃ τὴν ἐπιτροπήν. Τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην δὲν διορίζει ὁ Πρόεδρος.

§123ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§124ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Βόλου δὲν εἶναι παρὼν, ἵνα τὸν παραπέμψω εἰς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος τῆς 12 Μαΐου 1889 περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Βασιλικοῦ Ναυστάθμου, τὸ ὁποῖον βεβαίως ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, ὡς εἰδικώτατος περὶ τὰ νομικὰ, κάλλιστα γνωρίζει. Τὸ ἄρθρον τοῦτο κελεύει, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου συντάσσει καὶ ὑποβάλλει ἐν δέοντι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τοὺς πίνακας τῶν διὰ τὸν Ναύσταθμον καὶ τὸν στόλον ἀναγκαιουσῶν προμηθειῶν. Ἑπομένως οἱ πίνακες οἱ ἀποσταλέντες κατὰ τὸ 1894 ὑπὸ τοῦ Ναυστάθμου καὶ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἦσαν ὑποχρεωτικοὶ διὰ τὸν τότε Ὑπουργόν. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι ὀρθῶς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πρὸ ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἔχει παρὰ τοῦ νόμου δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ λαμβάνοντα χώραν. Τούτου δ’ ἕνεκα ὑπέβαλεν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλπίζει νὰ ἐπιτύχῃ τὸν πλήρη ἔλεγχον τῶν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ λαμβανόντων χώραν. Ἐὰν δ’ οὕτως ἔχῃ, βεβαίως πρέπει τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ ταχέως, ἵνα τέλος πάντων ἐγείρωμεν τὸ παραπέτασμα, ὅπως ἴδωμεν ὄπισθεν αὐτοῦ ὁποῖά τινα λαμβάνουσι χώραν.

§125ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ δώσω ἀπάντησίν τινα εἰς τὸν κ. Βότσαρην. Ὁ κ. ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐχαρακτήρισε τοὺς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν λόγους μου ὡς ἐπίθεσιν. Δικαίωμα αὐτοῦ εἶναι νὰ χαρακτηρίζῃ ὅπως ἂν θέλῃ τοὺς λόγους τῶν ἄλλων, ὡς καὶ ἐμὸν δικαίωμα εἶναι ν’ ἀντεπεξέλθω κατ’ ἀνθρώπου, καὶ μάλιστα κατὰ Ὑπουργοῦ, ὑβρίζοντος ὁλόκληρον σῶμα ἀξιωματικῶν, τῶν ὁποίων δυστυχῶς προΐσταται. (θόρυβος). Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἐμοῦ ἔπρεπε νὰ προηγηθῶσι, λαμβάνοντες τὸν λόγον, οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὄντες ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Βότσαρης, ἀλλὰ ἀφοῦ οἱ Κύριοι οὗτοι δὲν ἔπραξαν τοῦτο δυστυχῶς, ἦτο πρέπον νὰ ἀφήσωμεν νὰ παρέρχωνται ἀσυζητητεὶ οἱ λόγοι οὗτοι, οἱ δυσφημοῦντες τοὺς ἀξιωματικούς; Καὶ δὲν ἐπεβάλλετο εἰς ἐμὲ, καίτοι δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω εἰς τὸ Ναυτικὸν, ἀνήκω ὅμως εἰς οἰκογένειαν, τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα στενῶς συνδέεται πρὸς τὴν ναυτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, δὲν ἐπεβάλλετο, ἐρωτῶ, εἰς ἐμὲ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς τοιαύτης δυσφημήσεως; — ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Βότσαρης τοὺς λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν θεωρῇ ὡς συντελοῦντας εἰς τὴν μείωσιν τῆς ὑπολήψεως τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτὸν καὶ ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι καλώδιον ἀξίας μεγίστης ἐχάθη ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Ναυτικοῦ, τί ἄλλο ἐνόει ἢ ὅτι ἐγένετο κατάχρησις; Καὶ ὅταν ἔλεγεν, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ ὑλικοῦ, καθόσον διὰ νόμου ἐφρόντισεν, ὥστε ὁ Ναύσταθμος νὰ ἦναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, καὶ νὰ μὴ ὑπόκειται εἰς οὐδένα ἔλεγχον ὑπὸ τούτου, τί ἄλλο ἐνόει ἢ ὅτι τὸ ὑλικὸν κατεχρῶντο οἱ τοῦτο διαχειριζόμενοι ἀξιωματικοί; Καὶ ὅταν προσέτι ἔλεγεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν συνετάσσετο κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ καταφαίνηται ἐν αὐτῷ ποῦ δαπανῶνται αἱ διάφοροι πιστώσεις, αἱ πρὸς ἀγορὰν τοῦ ὑλικοῦ, δὲν ἐνόει ὅτι καὶ τοῦτο συνέτρεχεν εἰς τὰς καταχρήσεις; Παράδειγμα ἔστω ἡ προμήθεια τῶν ῥινῶν, ἣν μετὰ τόσου στόμφου ἀνέφερε, καὶ πλεῖστα ἄλλα, ἅτινα περιττὸν ἤδη θεωρῶ νὰ ἀναφέρω. Καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅταν ὑπέβαλε τὰ κατ’ αὐτὸν μὲν ἀναμορφωτικὰ νομοσχέδια, κατ’ ἐμὲ δὲ ὅλως τοὐναντίον, ὅτι, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ὑποβολὴν ἑνὸς ἐξ αὐτῶν, μετεχειρίσθη φράσεις ἥκιστα ἁρμοζούσας εἰς στόμα Ὑπουργοῦ, ὅτι οἱ γενικοὶ ἀξιωματικοὶ δὲν ὠσφράνθησαν τὴν πυρίτιδα τοῦ πολέμου, ἀλλὰ μόνον τὴν τοῦ χαιρετισμοῦ;—ὡς εἰ οὗτοι εὐθύνονται ἐπὶ τούτῳ, καὶ οὐχὶ τὸ ἔθνος, τὸ μὴ θελῆσαν νὰ πολεμήσῃ.—Καὶ ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν, Ὑπουργὸν ὄντα, νὰ ὑβρίσῃ τὸ ἔθνος; Καὶ βεβαίως ὕβρις εἶναι, ὅταν ὑβρίζωνται οἱ ἀξιωματικοὶ ὡς μὴ πολεμήσαντες. Δὲν ἐπολέμησαν οἱ ἀξιωματικοὶ, διότι δὲν ἠθέλησε τὸ ἔθνος, καὶ δὲν ἠθέλησε τὸ ἔθνος, διότι δὲν ἐπέτρεπον αὐτῷ τὰ συμφέροντά του. Ἔπρεπεν ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ νὰ ἐγερθῇ σύσσωμος καὶ ἀποδοκιμάσῃ τὸν ὑβρίσαντα τὸ ἔθνος, ἰδίᾳ δὲ οἱ ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἀξιωματικοί. Μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφον, δὲν εἶχον δίκαιον νὰ διαμαρτυρηθῶ; Καὶ δὲν ἐπεβάλλετο νὰ χαρακτηρίσω τοὺς λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὡς προσβάλλοντας τοὺς ἀξιωματικούς; Διότι δύναταί τις νὰ φαντασθῇ, ὅτι Ὑπουργὸς ἀποκαλύπτων καταχρήσεις δὲν θὰ θελήσῃ νὰ καταδιώξῃ τοὺς καταχραστὰς, ἢ πιστεύων ὅτι γίνονται καταχρήσεις δὲν θὰ προβῇ εἰς ἀποστολὴν ἀνακριτοῦ πρὸς ἀνακάλυψιν τούτων, καθ’ ὃ ἔχει καθῆκον; Καὶ μήπως καὶ ἡμεῖς, ἀξιότιμε συνάδελφε, ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ὡρμήθητε εἰς τὸ νὰ ὑποβάλητε τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἣν πρότασιν μέχρι σήμερον δὲν ἀνέγραψαν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ δι’ ἣν παράλειψιν ἐνόμιζον ὅτι ἠθέλετε προκαλέσει συζήτησιν, συζήτησιν ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῶν πραγμάτων; Πιστεύω ὅμως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Ναυτικοῦ τῆς πατρίδος ἡμῶν, θὰ θελήσῃ ὥστε νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τῆς προτάσεως ταύτης.

§126ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγένετο μία πρότασις, νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης.

§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις, διότι δύο μόνον Βουλευταὶ τὸ ἐζήτησαν. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἀπαιτοῦνται ἕνδεκα. Ἐὰν ἕνδεκα Βουλευταὶ ζητήσωσι τοῦτο, θὰ ἐρωτήσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.

§128ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι τοσαῦτα ἐλέχθησαν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῶν προμηθειῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὥστε θὰ ἦτο ἀληθῶς θλιβερὸν διὰ τὴν Βουλὴν καὶ θὰ ἐπεδείκνυεν αὕτη τελείαν ὀλιγωρίαν πρὸς τὸ ὑπέρτατον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, ἂν ἡ συζήτησις αὕτη κατέληγεν ἄνευ θετικοῦ πορίσματος. Τὸ πόρισμα, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει ἀναγκαίως νὰ καταλήξῃ ἡ συζήτησις αὕτη, ἀνεγράφη ἤδη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, παραδόξως ὅμως τὸ πόρισμα τοῦτο τίθεται τὸ ἔσχατον μεταξὺ ὅλων τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς προτάσεως δίκαιον εἶχον νὰ ζητήσωσιν, ὅπως ἡ ἡμερησία διάταξις μεταῤῥυθμισθῇ, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ προταχθῇ τῆς συζητήσεως παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Πῶς εἶναι δυνατὸν, ὅταν ἐξετυλίχθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πάντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν, περὶ τῶν γενομένων προμηθειῶν κατὰ τὸ παρελθὸν, ἀδιαφόρως τίνα αὗται εὐθύνουσι, πῶς εἶναι, λέγω, δυνατὸν νὰ βύσῃ τὰ ὦτα ἡ Βουλὴ καὶ νὰ μὴ ζητήσῃ ἀμέσως, ὅπως ἐξετασθῇ, τί συμβαίνει ἐν τῷ Ναυτικῷ; Καὶ μὴ τάχα πρῶτον ἤδη τὸ ζήτημα τῶν προμηθειῶν τοῦ Ναυτικοῦ ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Μὴ πρῶτον ἤδη ἐρωτᾶται ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, τί δαπανῶμεν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, καὶ τί ἔχομεν ἀπέναντι τῆς δαπάνης ταύτης; Καὶ τίς ἐξ ἡμῶν, εἴτε Ὑπουργὸς εἶναι, εἴτε Βουλευτὴς, εἴτε διηύθυνεν εἴτε δὲν διηύθυνε τὰ ναυτικὰ τοῦ τόπου ἡμῶν, δύναται νὰ φέρῃ ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῶν τελουμένων ἐκεῖ; Ὁ φάκελλος, ὁ ἀφορῶν τὴν προμήθειαν τῶν ῥινῶν, τί ἀποδεικνύει; Ἀποδεικνύει ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ ὑπέρτατον καθῆκον, οἱ ὁποῖοι ὑπέχουσι τὴν εὐθύνην διὰ πάσας τὰς προμηθείας τὰς γινομένας ὑπὲρ τοῦ Ναυστάθμου καὶ τοῦ στόλου, δὲν γνωρίζουσι τίνες εἰσὶν αἱ ἀνάγκαι καὶ τούτου καὶ ἐκείνου, καὶ ἐνῷ ἀποφαίνονται δι’ ἐγγράφων ὑπογεγραμμένων καὶ ἐπισήμων, ὅτι ἔχουσιν ἀνάγκην 32,000 τεμαχίων ῥινῶν διὰ τὸ 1895, ἔρχονται μετὰ τρεῖς μῆνας ἢ μετὰ ἕξ μῆνας ἀπὸ τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου, τοῦ ἀπευθυνομένου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ διατάγματος περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ναυστάθμου, καὶ διαψεύδουσιν ἑαυτοὺς, διαψεύδουσι δ’ ἑαυτοὺς διὰ στατιστικῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὑπογράφουσι! Καὶ θέλετε νὰ βύσητε τὰ ὦτα ὑμῶν καὶ νὰ κλείσητε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν! Καὶ οἱ ἄλλοι φάκελλοι, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς Βόλου, δὲν πρέπει τέλος πάντων νὰ ἐξυπνήσωσι τὴν Βουλὴν; δὲν πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν ἐπὶ τέλους, μέχρι τίνος ἐξικνεῖται αὐτὴ ἡ καταβόθρα, ἐν τῇ ὁποία 5 ἑκατομμύρια ἢ 6 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος ῥίπτονται, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν κἂν πῶς σπαταλῶνται; Κύριοι, ἐθέσαμεν ἀπὸ πέρυσι τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῆς πληγῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία, εἶμαι πεπεισμένος ὅτι θ’ ἀποδειχθῇ ἡ βρωμερωτέρα τῶν πληγῶν, ἐκ τῶν ὁποίων πάσχει ἡ Πολιτεία ἡ Ἑλληνικὴ, καὶ δὲν πρέπει νὰ θελήσωμεν, πρὶν ἢ εἰσέλθῃ ἡ σμίλη ἐν τῇ πληγῇ ταύτῃ, νὰ καλύψωμεν αὐτήν· διότι θέλοντες οὕτω νὰ καλύψωμεν αὐτὴν, θὰ τὴν καταστήσωμεν ἔτι δεινοτέραν, καὶ θὰ ἐξυπνήσωμεν μίαν ἡμέραν πρὸ μιᾶς κακοήθους πλέον ἀσθενείας, ἡ ὁποία θὰ μᾶς κατατρύχῃ εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνεργήσωμεν, καὶ ἥτις θὰ κατατρώγῃ τὸ σῶμα τῆς Πολιτείας, καθιστῶσα αὐτὴν ἀνίκανον πρὸς δρᾶσιν.

§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης προέβαλε πρὸ ἡμερῶν πρότασιν περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Ἡ πρότασις αὕτη εἶναι μία ἐκ τῶν πολλῶν προτάσεων, αἵτινες μέχρι τοῦδε ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, διότι πλὴν τῆς προτάσεως τοῦ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτοῦ ὑπάρχουσι προτάσεις νομοσχεδίων, καὶ ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν προταθέντων καὶ ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν, τεινόντων πρὸς διαῤῥύθμισιν καὶ κανονισμὸν πάντων σχεδὸν τῶν κλάδων τῆν δημοσίας διοικήσεως. Ὑπάρχουσι προτεταμένα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδια, κανονίζοντα καὶ τὰ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως καὶ τὰ τῆς ἐκκλησίας καὶ τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τὰ τοῦ ναυτικοῦ καὶ τὰ τῆς διοικήσεως, καὶ πάντας ἐν γένει τοὺς κλάδους, ἐνῷ δὲ καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ πάντων τούτων τῶν θεμάτων, δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ χρόνος τῆς συνόδου θέλῃ ἐπαρκέσει, ἵνα ἐπιληφθῇ πάντων αὐτῶν. Ἡμεῖς σπεύδομεν καθ’ ἡμέραν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πάντα, ὅσα κρίνομεν ὅτι εἶναι τὰ μᾶλλον ἐπείγοντα, ἵνα ψηφίσῃ αὐτὰ, ὅπως μετὰ τοῦτο προβῶμεν νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ κατὰ δεύτερον λόγον ἐπείγοντα καὶ εἶτα τὰ κατὰ τρίτον λόγον, καταστήσωμεν δ’ οὕτω τὴν Βουλὴν ἐπαρκῆ πρὸς ὅλας ταύτας τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην καλεῖται, ἵνα πληρώσῃ. Διὰ τοῦτο οὔτε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης θέλομεν παραλίπει νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλὰ παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιλάβηται τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐπείγουσιν. Εὐθὺς ὡς πλησιάσωμεν πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ πρότασις αὕτη θέλει ἀναγραφῆ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιλάβηται καὶ ταύτης καὶ ἀποφασίσῃ, ἐὰν ἐγκρίνῃ ἢ δὲν ἐγκρίνῃ νὰ συστήσῃ ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν. Ἤθελεν εἶναι τῷ ὄντι αἰσθητὴ λήθη τῶν ἡμετέρων καθηκόντων, ἐὰν παραλείποντες νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀναποφεύκτως πρέπει νὰ ἐρευνηθῶσι καὶ μελετηθῶσι καὶ κανονισθῶσι κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, παρενεβάλλομεν ἄλλα ἐν τῷ μέσῳ, ἴσως ἀναγκαῖα, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν εἶναι οὔτε τόσον κατεπείγοντα, οὔτε τόσον ἀπολύτως ἐπιβαλλόμενα.

§130ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει ἀληθῶς ἀντιστρόφως νὰ ἀντιλαμβάνηταί τις τῶν πραγμάτων, ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην, οἵαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸν Προϋπολογισμὸν ψηφίζομεν κατ’ ἔτος, ἀδιάφορον ἐὰν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους ἢ μετὰ τὴν ἔναρξιν αὐτοῦ, καὶ τὰς πιστώσεις δίδομεν τακτικῶς, καὶ ἐφέτος δὲ οὐδεὶς εἶναι φόβος, ὅτι θὰ μείνῃ ἄνευ Προϋπολογισμοῦ τὸ Κράτος, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐγνωρίσαμεν καὶ οὐδέποτε ἠδυνήθημεν νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς διατίθενται αὐταὶ αἱ ποικίλαι καὶ μεγάλαι πιστώσεις. Ἀκριβῶς δὲ, ὅταν καλῆται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτελέσῃ αὐτὸ τὸ ὑπέρτατον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σᾶς λέγει: «ἀφήσατέ το, δὲν εἶναι τὸ μᾶλλον ἐπεῖγον· ἔχομεν ἄλλα μᾶλλον ἐπεῖγοντα ζητήματα, ἔχομεν ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ τοῦ ἐὰν οἱ δημόται τοῦ δήμου Νυμφασίας θὰ ἔχωσι κατὰ προτίμησιν τὸ δικαίωμα νὰ διορίζωνται δασοφύλακες ἢ ἀρχιφύλακες, ἔχομεν ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ ὅλων ἐκείνων τῶν 54 νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει». Κύριοι, πρόκειται περὶ ζητήματος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις τοῦ Κράτους τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, διότι ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν στηρίζεται αὕτη, ὅταν δὲ τοιαῦται πληγαὶ ἀποκαλύπτωνται, ἤθελεν εἶναι ὀλιγωρία πρὸς τὸ ὑπέρτατον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλή, ἐὰν ἀμέσως δὲν προέβαινεν εἰς τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἐὰν δὲν ἀπέδιδε τοὐλάχιστον δίκαιον εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους κατ’ ἐπίφασιν βαρύνει ἡ εὐθύνη τῶν ἀποκαλυφθέντων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Θ’ ἀπεδεικνύομεν ἡμᾶς μὴ σοβαρούς, εἰσακούοντες τῶν γνωμῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἀπεδείκνυεν ἐπιμονὴν εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν, ὅτι ἔχει, δι’ ἕνα ἢ δι’ ἄλλον λόγον, συμφέρον, ὅπως μὴ ἡ Βουλὴ ἐξετάσῃ τί συμβαίνει εἰς τὰ ναυτικὰ ἡμῶν πράγματα.

§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ βελτιώσω κανενὸς τὴν περὶ ἐμοῦ γνώμην, καὶ ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ κρίνῃ, ἐὰν ἔχω συμφέρον νὰ ἐξακολουθῶσι τὰ κακῶς ἔχοντα, ἢ ἂν ἔχω συμφέρον νὰ διορθωθῶσι. Περὶ τούτου δὲν μεριμνῶ εὐτυχῶς, μὲ ἐδίδαξε δὲ ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεριμνῶ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι τὸ ζήτημα, ἐὰν οἱ Νυμφάσιοι πρέπῃ νὰ προτιμῶνται μεταξὺ τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸ δασοκομικὸν τμῆμα τῆς Σχολῆς τῆς Βυτίνης, βεβαίως εἶναι ζήτημα ἀνάξιον προσοχῆς, βεβαίως εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον μάτην ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐὰν πρέπῃ νὰ ὑπάρχῃ δασοκομικὴ Σχολή, ἐὰν πρέπῃ ἐκ τῆς δασοκομικῆς ταύτης Σχολῆς νὰ προσδοκῶμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν δασοφυλακὴν, ἐὰν πρέπῃ νὰ ὑπάρχῃ ἐξωτερικὴ ὑπηρεσία τῶν δασῶν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ μορφώσωμεν δασοκόμους, ἐὰν πρέπῃ νὰ βελτιώσωμεν τὴν διοίκησιν τῶν δασῶν, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ ἀφήσωμεν ταύτην ὡς νῦν ἔχει, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς, ὡς εἶναι πάντα τὰ διάφορα ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων διαλαμβάνουσι τὰ νομοσχέδια τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Διατὶ ὅσα εἶπον δυσηρέστησάν τινας; Εἶπον, ὅτι πρὶν ἢ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θέλει ἀναγραφῆ ἡ πρότασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Ποίαν ἄλλην προτίμησιν θέλετε; Μήπως σᾶς ἐπρότεινα νὰ τὴν ἀναγράψητε μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ εἴπητε, διὰ νὰ ἰσχυρισθῆτε, ἢ διὰ νὰ παραστήσητε, ὅτι ἡμεῖς σκοποῦμεν νὰ καταλίπωμεν τὴν περὶ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς πρότασιν; Ἀπορῶ διατὶ εἰς τοιαύτας καταφεύγετε παρεξηγήσεις κατὰ τὰς συζητήσεις, καὶ μὲ ἀναγκάζετε νὰ ἀσχολῶμαι, ἵνα αἴρω αὐτάς.

§132Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀρκετὰ εὐγλώττως, ὅτι ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ συζητήσῃ δεκάδας νόμων...

§133ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἑκατοντάδα.

§134Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σχεδὸν ἑκατοντάδα... καὶ πρέπει νὰ κοιμηθῇ ὁ ἔλεγχος, καὶ πρέπει νὰ σταματήσῃ ἡ εὐθύνη, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν συνεζητήθη, διότι τὸ Πάσχα πλησιάζει, καὶ τὸ μὲν ἔργον μακρὸν, ὁ δὲ χρόνος βραχύτατος. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅλοι οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ ἐρωτήσω: Τίς πταίει; Δὲν πταίει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν συνεμορφώθη μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ δὲν ἐκάλεσε τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως; Τίς εἶπεν εἰς αὐτὴν νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν τὴν 8 Ἰανουαρίου 1896, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας της τὴν 27 Ἰανουαρίου, ἤτοι ὀλίγας πρὸ τοῦ Πάσχα ἡμέρας; Ἡμεῖς συνεβουλεύσαμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ φέρομεν τὴν εὐθύνην ταύτην; Ἕνεκεν ἀσθενείας, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπουσίασα χθὲς, σήμερον δὲ ἀνέγνων εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπεράτωσε τὴν χθεσινὴν ἐργασίαν της μετὰ τὴν ἡμίσειαν μετὰ τὸ μεσονύκτιον, καὶ ἐνεθυμήθην ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ὑποβάλει πρό τινων ἡμερῶν τὴν πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἄρχηται τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς τὴν 3ην ὥραν μ. μ., νὰ ἐργάζηται ἡ Βουλὴ μέχρι τῶν 7½, νὰ γίνηται διακοπὴ, ὄχι ὁποία τώρα, ἀλλὰ τριῶν τετάρτων, νὰ ἐξακολουθῇ ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της καὶ νὰ περατοῖ αὐτὰς τὴν 11½· ὅτε δ’ ἀνέγνων, ὅτι ἡ Βουλὴ ηὐτύχησε νὰ ἀκούσῃ οἱονεὶ ἀνάγνωσιν ἑκατοντάδων ἄρθρων, μεταβαλλόντων ῥιζικῶς τοὺς κλάδους τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας, ἐθαύμασα, διότι εἶχε τόσην ἱκανότητα, ὥστε νὰ ἀντιληφθῇ τὴν συζήτησιν ὅλων αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων! Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος καὶ πολιτευτὴς, ὅστις ἠκολούθησε τὸ σύστημα τοῦτο τῆς τοιαύτης ψηφίσεως τῶν νόμων, εἶχεν ἐκλεγῆ ἐκ νέου Βουλευτὴς καὶ διηύθυνε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ γνωρίζετε τὴν πρὸς αὐτὸν πανδήμως ὑπὸ τοῦ λαοῦ γενομένην ἀποδοκιμασίαν· ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, διότι δὲν εὑρίσκω καταλληλοτέραν λέξιν, ὅταν ἡ Βουλὴ πιέζηται τοιουτοτρόπως, ἵνα ψηφίσῃ ἑκατοντάδα νομοσχεδίων, χωρὶς νὰ συζητήσῃ· καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς ἀπροκαλύπτως πάντας, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, καὶ τοὺς πλείστους τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ἀνέγνωσαν τὰ νομοσχέδια τὰ συζητηθέντα; καὶ ἐὰν τὰ ἀνέγνωσαν, τὰ ἐμελέτησαν; Πρέπει, Κύριοι, νὰ τεθῇ ἓν τέρμα καὶ πρέπει νὰ γνωσθῇ, τίς θὰ ἀναλάβῃ αὐτὴν τὴν εὐθύνην. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τρεῖς συνεκρότησε μάχας γενναιοτάτας, τὸ 1885, τὸ 1890, τὸ 1895, καὶ τὰς μάχας ταύτας τὰς συνεκρότησε πρὸς μεταβολὴν καὶ βελτίωσιν τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ἐὰν σπουδαίως δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ τοῦτο, καθ’ ἣν ἐποχὴν καταγγέλλονται ὡρισμέναι πράξεις τῶν Ὑπουργῶν ὑπ’ εὐθύνην τῶν καταγγελλόντων αὐτάς. Ὅταν ἔρχηται ἓν μέλος τῆς πλειοψηφίας, ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ ὑποβάλλῃ ὑπευθύνως πρότασιν περὶ ἐλέγχου, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ, «ἂς κοιμηθῇ ὁ ἔλεγχος, ἵνα ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια, καὶ ὅταν φθάσῃ ἡ σειρά, θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως»; Δὲν εἶναι σπουδαία ἡ ἀντίῤῥησις, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ παραλίπῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς, ἐὰν μὴ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως, ὅπως προταχθῇ. Οὐδεμίαν ἐκ τῶν γενομένων αἰτιάσεων υἱοθετῶ, διότι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ ὑλικόν, ἵνα ἀποφανθῶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν αἰτιάσεων, ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, τὴν ὁποίαν πρὸ καιροῦ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου τὴν ἀπέκρουσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι πολὺ ὑψηλότερον τὸ καθῆκον νὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες τὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντονώτερον περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἡγεῖται τῆς πλειοψηφίας, νὰ συζητήσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ἀναλαμβάνοντες, κύριοι Βουλευταί, εὐθύνην βαρυτάτην διὰ τὰ ψηφιζόμενα νομοσχέδια, ἔχομεν καθῆκον νὰ ψηφοφορήσωμεν ἐν ἐπιγνώσει αὐτῶν, εἶναι ὅμως τῶν ἀδυνάτων ἀδύνατον, εἶναι ὑπεράνθρωπον, εἶναι ὑπερφυσικόν, νὰ ἔχωμεν γνώμην εὐσυνείδητον, ἐργαζόμενοι ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ πρότασις πρέπει νὰ συζητηθῇ, καὶ μέτρα πρέπει νὰ ληφθῶσιν, ἀνάλογα πρὸς τὸν κίνδυνον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀπειλούμεθα, μὴ ἀναγκάζοντες τὸν λαὸν νὰ συγκροτήσῃ καὶ τετάρτην μάχην, διότι δὲν γνωρίζω ὑπὸ ποίας συνθήκας θὰ τὴν συγκροτήσῃ.

§135Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Λυποῦμαι, διότι λαμβάνω τὸν λόγον περὶ ὑποθέσεως ἀφορώσης τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου χρήματος, καὶ λυποῦμαι, διότι γνωρίζω πῶς οἰκονομεῖται αὐτὸ τὸ δημόσιον χρῆμα, καὶ τί ὑποφέρει αὐτὸς ὁ δυστυχὴς λαός. Καὶ ὅμως οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ἀνακαλύπτοντες καταχρήσεις τοῦ δημοσίου χρήματος, ἀδιαφοροῦσι! Καὶ ἀδιαφορίαν θεωρῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς ἐν τῇ Βουλῇ ὑποδεικνύῃ κατάχρησιν τοῦ δημοσίου χρήματος καὶ δὲν πράττῃ ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξῃ· ἀδιαφορίαν, Κύριε Πρόεδρε, ἐννοῶ, ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ τὰ θεωροῦν ὡς πάρεργον αὐτὸ τὸ σπουδαῖον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου. Ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκτοτε νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα, καὶ τὰ δέοντα ἐννοῶ νὰ καταγγείλῃ τὴν πρᾶξιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν τιμωρίαν τοῦ παραβάντος τὸ καθῆκον του, τοῦ συντελέσαντος εἰς τὴν κατάχρησιν τοῦ δημοσίου χρήματος, διότι κατάχρησιν τὴν ἐννοῶ, κ. Πρόεδρε. Ἐὰν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἐνέχονται, προστατεύωνται ὑπὸ τοῦ ἑνὸς ἢ ὑπὸ τοῦ ἄλλου, δὲν πρέπει τοῦτο νὰ ἐπηρεάσῃ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀλλὰ ὀφείλει οὗτος νὰ προχωρήσῃ ἀμέσως εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ὑποθέσεως, ἵνα ἀνακαλυφθῇ ὁ ἔνοχος καὶ τιμωρηθῇ, καὶ ὄχι νὰ ζητῶμεν τὴν ἀναβολὴν, χάριν ἄλλων ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι τὴν σημασίαν, ἣν ἔχει τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον. Εἶναι βέβαιον, ὅτι αὐταὶ αἱ παραβλέψεις συνετέλεσαν εἰς τὴν κατάπτωσιν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐπαχθῶν φόρων, δι’ ὧν βασανίζεται καὶ τιμωρεῖται ὁ δυστυχὴς λαός· καὶ ὅμως οἱ ἁρμόδιοι, ἀνακαλύπτοντες τὰ ἐγκλήματα, τὰ παρορῶσι, καὶ τὰ παρορῶσι, διότι, φαίνεται, δὲν τοῖς κάμνουσιν αἴσθησιν οἱ ὑπερβολικοὶ φόροι, τοὺς ὁποίους πληρόνει ὁ δυστυχὴς λαός. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι ἄλλως θὰ προκαλέσῃ συνεπείας φοβερὰς διὰ τὸν τόπον.

§136ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ψηφιζόμενα γίνονται νόμοι τοῦ Κράτους, σκοποῦσιν ὅπως εὐημερήσῃ ὁ τόπος, καὶ διὰ τῆς εὐημερίας προσπορίσῃ περισσότερον χρῆμα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλ’ ὅταν ἐνώπιον τοῦ Σώματος τούτου καταγγέλλωνται κλοπαὶ καὶ καταχρήσεις, διαπραττόμεναι ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει τὸ καθῆκον νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἀποκάλυψιν αὐτῶν, οὐ μόνον, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ἀδιαφορεῖ, ἀλλὰ ἐγκληματεῖ, μὴ προτάσσουσα τὴν τοιαύτην κατηγορίαν παντὸς ἄλλου θέματος, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀνεχθῇ ἐπὶ πλέον τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ἀφοῦ διαβλέπει, ὅτι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καταγγέλλονται καταχρήσεις, καὶ ἡμεῖς ἀδιαφοροῦμεν, μὴ ἐξετάζοντες, ποῖοι εἶναι οἱ καταχρασταὶ οὗτοι, καὶ μὴ φροντίζοντες περὶ τῆς τιμωρίας αὐτῶν, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦμεν ἐπιβάλλοντες ἐπὶ τῆς ῥάχεώς του φόρους νέους; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρώτιστον καθῆκον ἡ Κυβέρνησις ἔχει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βότσαρη, ἵνα συστηθῇ ἐπιτροπὴ καὶ ἐξακριβώσῃ, ἐὰν τῷ ὄντι ὑπάρχωσιν ἔνοχοι ἢ οὔ. Καὶ οὐ μόνον εἰς τὸ Ναυτικὸν, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ, ἐὰν παρουσιασθῇ τοιαύτη ὑπόνοια καταχρήσεων, ὡς πιστεύω ὅτι ὑπάρχουσι πολλαὶ ὑπόνοιαι, καὶ ἐκεῖ πρέπει νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ, ἵνα τεθῇ τέλος πάντων τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν, καὶ οὕτω πεισθῇ ὁ τόπος, ὅτι ἀπηλλάγημεν πλέον τῆς κακοδαιμονίας ταύτης.

§137ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι διετέλουν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ καὶ τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ· λαβὼν ὅμως ἀφορμὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, εἰπόντος, ὅτι ἐκεῖ συμβαίνουσι καταχρήσεις, ἐζήτησα δὶς ἔκτοτε, ἵνα προσκομισθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἅπαντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν κατασκευὴν τῆς θαλαμηγοῦ «Μπουμπουλίνας». Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως ἰσχυρίσθη τότε, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀνάλογος ὑλικὸς καιρὸς, ὅπως προσαγάγῃ ταῦτα, καθόσον αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἔληγον, καὶ ἐγὼ, μὴ ἐπιμείνας εἰς τὴν πρότασίν μου ἕνεκα τούτου, ἀνεχώρησα διὰ τὴν Μεσσήνην, ἰδιαιτέραν πατρίδα μου. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον τρὶς ἐπανεζήτησα ταῦτα, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀρνεῖται σκοπίμως, ἵνα μὴ γείνῃ ὁ ἔλεγχος, διότι, ἂν καὶ ψηφίζεται κατ’ ἔτος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἓν μέγα ποσὸν πρὸς ἐξοπλισμὸν καὶ ἐπισκευὴν τῶν πολεμικῶν πλοίων, ὁλόκληρον καταδαπανᾶται εἰς ἐπισκευὴν τῆς θαλαμηγοῦ «Μπουμπουλίνας», ὡς καὶ ὁ ἐκ Βόλου ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπε, καὶ ὡς τοῦτο θέλει ἀποδειχθῆ, ἐὰν προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὰ σχετικά. Ἐὰν, Κύριοι, προσεκομίζοντο ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἠθέλετε ἴδει, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Λεβίδου κατηναλώθησαν περὶ τὰς 500,000 δραχ. ἐκ τῶν χρημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἐψήφισε πρὸς παρασκευὴν τοῦ στόλου. Ἂν καὶ πολλάκις ταῦτα ἐζητήθησαν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, σιωπᾷ· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ἡ ἐπιθυμία πάντων τῶν Βουλευτῶν εἶναι ν’ ἀποδειχθῇ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον καὶ λαμβάνουσι τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς παρασκευῆς καὶ τοῦ ἐξοπλισμοῦ τοῦ στόλου, καὶ διαθέτουσιν εἰς ἄλλον σκοπὸν, ἐγκαταλείψαντες τὸν στόλον ἐντελῶς ἀπαράσκευον. Πλὴν τούτων θέλετε βεβαιωθῆ, ὅτι αἱ ἐργασίαι, τὰς ὁποίας ἔκαμαν οἱ ἐργάται ἐπὶ τῆς «Μπουμπουλίνας», δὶς καὶ τρὶς κατεστράφησαν καὶ ἐπανελήφθησαν, διότι ἀπήρεσκον εἰς τοὺς ἁρμοδίους καὶ κατεστράφη ὁλόκληρον τὸ ὑλικὸν ἀσκόπως, ἐδαπανήθησαν δὲ παρὰ τὸν Λογιστικὸν νόμον ποσὰ χρημάτων διὰ ὑλικὰ, διὰ τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ προκηρυχθῶσι καὶ γείνωσι δημοπρασίαι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, ὅτι προπαρεσκεύασε τὸν στόλον διὰ 164,000 δραχμῶν, ἀποφεύγει ὅμως τὸν ἔλεγχον. Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, ἵνα βεβαιωθῇ ἡ Βουλή, ἂν τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἐψήφισε διὰ τὴν προπαρασκευὴν καὶ τὸν ἐξοπλισμὸν τοῦ στόλου, ἐχρησίμευσαν δι’ αὐτὸν, ἢ δι’ ἑτέρους σκοπούς· διότι πάντες βεβαίως πονοῦμεν τὸ ἐθνικὸν χρῆμα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως φρονεῖ, ὅτι δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὸ σκόπελον, ἀρνούμενος τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἐνῷ ὁ ἴδιος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἔφερε καταγγελίας, ὅτι εἰς τὸν Ναύσταθμον διεπράχθησαν καὶ διαπράττονται καταχρήσεις, χωρὶς νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἀνακαλύψεως αὐτῶν καὶ τιμωρίας τῶν ἐνόχων. Ἄλλως δὲ πρέπει νὰ συστηθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, ἵνα μεταβῇ εἰς τὸν Ναύσταθμον καὶ ἀφοῦ ἐξετάσῃ καὶ μελετήσῃ πάντα ταῦτα, νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν καὶ σκέψεων αὐτῆς· διότι, ἐὰν τὸ ἔθνος ἤθελε κληθῆ, ἵνα δράσῃ, βεβαίως ὁ στόλος ἤθελεν εὑρεθῆ ἀπαράσκευος, καὶ τότε πάντες ἠθέλομεν ζητήσει τοὺς ὑπαιτίους, ἀλλὰ ἤθελεν εἶναι πολὺ ἀργά, διότι δὲν θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν, ἵνα τιμωρήσωμεν αὐτούς.

§138ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν συμφωνῶ, ὅτι ὅσα κατηγγέλθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος ἔχονται ἀληθείας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς προεκάλεσαν διαμαρτυρίας, προσβαλλομένης τῆς ὑπολήψεως τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν, πρέπει νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ πρότασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ὑπὲρ τοῦ ἐναντίου, ὅπως προχθές.

§139Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Συνεχῶς ἐπαναλαμβάνετε, ὅτι διασύρεται ἡ ὑπόληψις τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐὰν ἐννοῆτε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διασύρει τὴν ὑπόληψιν τῶν ἀξιωματικῶν εἴτε τῆς ξηρᾶς εἴτε τῆς θαλάσσης, ἀπαντῶσιν ὑμῖν αἱ ἑκατοντάδες τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς, ὧν αἱ ψῆφοι ἔπεσαν εἰς τὴν κάλπην αὐτοῦ, καὶ εἰς οὓς ὀφείλει τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ. Ἐὰν ἐννοῆτε τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ, διαβεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι οὐδεὶς ἐπροστάτευσε πλειότερον ἐμοῦ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν αὐτῶν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Ναυτικοῦ. Οὐδεὶς ἐμέμφθη τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Ἐὰν ἐγένετο κατηγορία ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἐγένετο κατὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Εἰς τί δύναται νὰ ἐνέχωνται οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ; Αὐτοὶ εἶναι οἱ προμηθευταὶ κατὰ τὸ τριπλάσιον, ἐὰν μὴ κατὰ τὸ τετραπλάσιον, τῶν τροφῶν; Ποῖοι εἶναι οἱ προμηθευταί; Εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅστις διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ ἐγκρίνει τὰς μειοδοσίας. Ἂν καὶ ἐγὼ ἔκλειον τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐδεικνυόμην ἐπιεικής, ὅλαι αἱ τροφαὶ τοῦ στόλου ἐφέτος ἤθελον τιμᾶσθαι περισσότερον κατὰ 200,000 δραχμὰς ἢ πέρυσιν ἢ προπέρυσιν. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἔμαθε καὶ ἐνόησεν, ὅτι κρυφοὶ συνεταιρισμοὶ ἐτεκταίνοντο ἐν Πειραιεῖ παρὰ τῶν μειοδοτῶν. Τοὺς συνεταιρισμοὺς τούτους διέσπασεν ὁ σήμερον διευθύνων τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἐγένετο ἐργασία παρὰ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, ὅπως διασπασθῶσιν οἱ συνεταιρισμοί; ἢ εὐθὺς ὡς ὁ τμηματάρχης ὑπέβαλλε τὰ ἔγγραφα, ὁ Ὑπουργὸς ὑπέγραφεν; Ἀλλ’ εἰς τοῦτο τί εὐθύνονται οἱ ἀξιωματικοί; Ἀναγνωρίζω τὴν ὑπηρεσίαν τῶν πατέρων ὑμῶν ἐν τῷ Ναυτικῷ, καὶ ἀναγνωρίζει αὐτὰς ὅλος ὁ τόπος. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Μὴ νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ γίνητε συνήγορος τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τοῦ σώματος αὐτῶν ἐν οὐ δέοντι, διότι οὐδεὶς διενοήθη νὰ γείνῃ κατήγορος αὐτῶν. Ἂν ὑπάρχῃ κατηγορία, ἢ ἂν ὑπάρχῃ ἀφορμὴ πρὸς ἐξέτασιν τῶν πράξεων τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν, ἤ τινος ἐξ αὐτῶν, αὕτη θέλει περιορισθῆ ἁπλῶς κατὰ τοῦ ὑπευθύνου. Εἰσηγούμενος τὴν ὑπόθεσιν τῶν ῥινῶν, εἶπον, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ εἶχον τὸ θάῤῥος καὶ τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ἀποῤῥίψωσι τὰς ῥίνας ταύτας. Καὶ ἂν συνετελέσθη ἡ πρᾶξις τῶν ῥινῶν, περὶ ἧς ἐγὼ δὲν ἐκφέρω γνώμην, βεβαίως δὲν εὐθύνονται οἱ ἀξιωματικοί, ἀλλὰ οἱ Ὑπουργοί.

§140ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ναύαρχος Κανάρης δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἀρκεῖ, Κύριοι, ὅτι οὗτος ἔσχε τὴν τόλμην νὰ θέση αὐτὸν εἰς διαθεσιμότητα...

§141ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Εἶναι προσωπικὸν αὐτό.

§142ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι διόλου προσωπικόν. Ἡ πρᾶξις αὐτὴ ἀποτελεῖ αἶσχος διὰ μίαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν!

§143ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἐνόμισε πρέπον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἀναμίξῃ εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν τὸ ὄνομα τοῦ ναυάρχου Κανάρη, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸς σέβεται τοῦτον καὶ τὴν οἰκογένειάν του, καὶ ἀναγνωρίζει τὰς ἐκδουλεύσεις των πρὸς τὸ ἔθνος, ἔδωκεν οὕτω εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκρούσωμεν τοὺς λόγους τούτους, ὡς οἰκτρὰν εἰρωνείαν. Πῶς δὲ ἄλλως δυνάμεθα νὰ ἐκλάβωμεν τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν ναύαρχον καὶ πρὸς τὴν οἰκογένειάν του, ὅτε εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔθεσεν ἤδη εἰς διαθεσιμότητα τὸν κ. Κανάρην, ὑπέβαλε δὲ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας, δι’ οὗ ἀποστρατεύεται αὐτὸς αὐτεπαγγέλτως; Καὶ ἀπετόλμησε ταῦτα κατὰ τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, ὅστις φέρει ἓν τῶν ἐνδοξοτέρων ὀνομάτων τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἱστορίας, ὅστις εἶναι ὁ υἱὸς ἑνὸς τῶν πρώτων δημιουργῶν τοῦ βασιλείου τούτου,—ἐν ᾧ ἐπέπρωτο νὰ ἦναι τὴν σήμερον Ὑπουργὸς ὁ κ. Λεβίδης—ὅστις εἶναι αὐτὸς οὗτος κόσμημα τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν, πολλὰς καὶ παντοίας πρὸς τὴν πατρίδα παρασχὼν ἐκδουλεύσεις καθ’ ὅλον τὸν μακρὸν αὐτοῦ βίον ἐν τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ. Καὶ ἡ οἰκογένεια λοιπὸν τοῦ ναυάρχου Κανάρη καὶ αὐτὸς οὗτος ἵστανται τόσον ὑψηλὰ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους, ὥστε μετὰ περιφρονήσεως νὰ προσβλέπωσι καὶ τὰς ταπεινὰς καὶ εὐτελεῖς καθ’ ἑαυτῶν ἐπιθέσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸν δῆθεν σεβασμὸν καὶ τὴν ἀναγνώρισίν του. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν ζήτημα τοῦ ναυάρχου Κανάρη. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλὴν ζήτημα τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Ἰσχυρίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι δὲν κατηγόρησεν αὐτὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, ὅτι οἱ λόγοι του οὐδεμίαν ἐνεῖχον κατ’ αὐτῶν μομφήν. Ἀλλ’ ὅλη ἡ μακρὰ εἰσήγησις τῶν ναυτικῶν νομοσχεδίων, ἡ ὑπ’ αὐτοῦ γενομένη, τί ἄλλο κυρίως ἐνεῖχεν; Ὅτε ἔλεγεν ὅτι εὗρε πάντα ἐν ἀθλίᾳ καταστάσει, καὶ τὰ πλοῖα καὶ τὸ ὑλικὸν, ὅτε ἔλεγεν ὅτι ἐξ ὀλιγωρίας τῶν ἐπιτετραμμένων ἀπωλέσθησαν καλώδια ἀξίας ἑκατομμυρίων ὅλων, δὲν ἦσαν ταῦτα μομφὴ καὶ μομφὴ βαρεῖα κατὰ τῶν ἁρμοδίων ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ; Καὶ ὅτε προσῆγεν ἔγγραφα τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου καὶ τοῦ διοικητοῦ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, τόσον ἀντιφατικὰ πρὸς ἄλληλα, ὥστε διὰ τῶν μὲν νὰ πιστοποιῆται ὅτι εἶναι ἀνάγκη δι’ ἓν ἔτος προμηθείας 32,000 ῥινῶν καὶ διὰ τῶν δὲ νὰ βεβαιῶται ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἀξιωματικῶν, ὅτι ἡ ἐτησία κατανάλωσις ῥινῶν ἐν τῷ ναυτικῷ ἀνέρχεται κατὰ μέσον ὅρον μόλις εἰς 2,000, ὅταν, λέγω, τοιαῦτα ἔγγραφα ῥίπτωνται εἰς τὸ μέσον, ἔγγραφα δυνάμενα νὰ θίξωσιν εἰς τὰ καίρια τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγους ἀξιωματικούς, ἤτοι τὸν διευθυντὴ, τοῦ Ναυστάθμου καὶ τὸν διοικητὴν τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, πῶς θέλετε νὰ τοὺς ἀφήσωμεν ἐκτεθειμένους ἀπέναντι τῶν ὑπονοιῶν, αἵτινες ἐγείρονται κατ’ αὐτῶν συνεπείᾳ τοῦ διαβήματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Καὶ πρέπει οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, οἱ φέροντες τὸ στέμμα τοῦ Ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ, νὰ παραμένωσιν ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντων ἐγγράφων; Δὲν νομίζετε, Κύριοι, ὅτι, ἀφοῦ αὐτοὶ εἶναι ἀπόντες, ἔχει τὸ δικαίωμα πᾶς Βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ τὴν ἄμεσον σύστασιν ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐξακριβωθῇ ἡ ἀλήθεια, ἂν οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικοὶ ἦναι ἀθῶοι ἢ ἔνοχοι; Τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ τιμὴ καὶ ἀξιοπρέπεια αὐτῶν τῶν οὑτωσὶ διασυρομένων ἀξιωματικῶν, τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ τιμὴ καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια ὅλου τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν. Καὶ ὅταν ἐν ταὐτῷ γίνηται λόγος περὶ σπατάλης ἑκατὸν καὶ ἐπέκεινα χιλιάδων δρ. ἐκ τοῦ χρήματος, ὅπερ οὐχὶ ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου του, ἀλλ’ ἐν τῷ αἵματί του καταβάλλει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, δὲν ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ θεωρήσῃ ὡς πρώτιστον ἔργον τῆς ὑπὲρ πᾶν νομοσχέδιον νὰ προβῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦτον; Καὶ ὅταν ἐπανειλημμένως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καταγγέλλῃ τὸν προκάτοχόν του, ὅτι παρὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ ναυτικοῦ προέβη εἰς ὑπεραρίθμους προβιβασμοὺς ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ἐπιτρέπεται τῇ Βουλῇ νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν ἄμεσον σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἵνα μάθῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ τῷ ὄντι τοιαύτη ἀξιόποινος πρᾶξις; Ὅταν δὲ συμπίπτῃ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἦναι ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ, πῶς δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἐν τῇ πειθαρχίᾳ ἀπέναντι τῶν κατωτέρων του, ἀφοῦ καταγγέλλεται ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου του Ὑπουργοῦ, ὅτι ἠθέτησε τοὺς νόμους τῆς πατρίδος του; Καὶ ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καταγγέλλῃ τὸν προκάτοχόν του, ὅτι, ἐνῷ ἐπιτροπὴ ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἐξ ἀξιωματικῶν μαχίμων καὶ τοῦ μηχανικοῦ καὶ τεχνιτῶν, ἀπέῤῥιψεν ὅλην τὴν μεγάλην προμήθειαν τῶν ῥινῶν, ὡς ἀχρήστων, αὐτὸς δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὸ πρωτόκολλον αὐτῆς, ἀλλὰ προεκάλεσε τὴν γνωμοδότησιν ἰδιωτῶν ἐργοστασιαρχῶν, ἵνα καταδολιευθῇ οὕτω τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς ματαίαν δαπάνην ἑκατὸν καὶ ἐπέκεινα χιλιάδων δραχμῶν· ὅταν, λέγω, ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τόσον βαρεῖα ἐγείρηται κατηγορία καθ’ ἑνὸς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, τοῦ νῦν διοικητοῦ τῆς θωρηκτῆς μοίρας, πῶς δὲν ἐξεγείρεται ἡ συνείδησίς του καὶ δὲν ἀπαιτεῖ, ἵνα συσταθῇ ἐπιτροπὴ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων, ἥτις νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν, παρέχουσα οὕτω τὴν εὐκαιρίαν καὶ εἰς τὸν οὕτως ἐρήμην κατηγορούμενον καὶ διασυρόμενον ἀνώτερον ἀξιωματικόν, ἵνα ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῆς τιμῆς καὶ ὑπολήψεώς του; Καὶ ἡ τιμὴ τοῦ ναυτικοῦ, ἡ τιμὴ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτοῦ ἀπαιτεῖ πρὸ πάσης ἐργασίας νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς σχετικῆς προτάσεως περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Εἰς τοῦτο πρέπει πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ἐπιμείνωσιν αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἂν δὲν θέλωσι τὰ ἐνταῦθα καταγγελθέντα νὰ θεωρηθῶσιν ὡς καθαρὰ συκοφαντία κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ.

§144ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Χαίρω πολύ, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ἀνῄρεσε πάνθ’ ὅσα πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἶπε κατὰ τοῦ Ναυτικοῦ τῆς πατρίδος μας (θόρυβος).

§145Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ὡμίλησα ἐγὼ κατὰ τοῦ Ναυτικοῦ.

§146ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἴπατε ὅτι δὲν ὑπάρχουσι μηχανικοὶ νὰ διευθύνωσι τὰ πλοῖα τὰ πολεμικά, καὶ ὑπεβάλατε μάλιστα νομοσχέδιον πρὸς ἵδρυσιν Σχολῆς μηχανικῶν; Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ Ναυτικοῦ εἶναι οἱ μηχανικοί. Εἴπατε μάλιστα, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι μηχανικοὶ οὐδὲ εἰς τὰ ἐμπορικὰ ἡμῶν πλοῖα.

§147Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.

§148ΣΤΑΗΣ. Καὶ ὑπάρχει μεγαλειτέρα ὕβρις κατὰ τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν;

§149Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταβάλλετε τοὺς λόγους τοῦ Ὑπουργοῦ.

§150ΣΤΑΗΣ. Εἶναι δημοσιευμένοι.

§151Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει Σχολὴ μηχανικῶν, τουτέστι φυτώριον μαθητευομένων μηχανικῶν, ἵνα ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στόλῳ. Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι οἱ ὑπηρετοῦντές εἰσιν ἀνίκανοι. Ἐξ ἐναντίας ἐγὼ εἶπον καὶ λέγω, ὅτι οἱ μηχανικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ εἰσιν ἄριστα μεμορφωμένοι. Πολλοὶ τούτων ἐξεπαιδεύθησαν ἐν εὐρωπαϊκαῖς Σχολαῖς, διακρίνονται δὲ διὰ τὴν ἐμπειρίαν αὐτῶν καὶ τὰς ἐπιστημονικὰς γνώσεις. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται περὶ ἱδρύσεως Σχολῆς εἰδικῶν μαθητευομένων μηχανικῶν, καὶ πρὸς τοῦτο λαμβάνεται πρόνοια διὰ τοῦ εἰσαχθέντος νομοσχεδίου. Ὥστε μὴ λέγετε πράγματα, ἅτινα δὲν εἶπον.

§152ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔλαβε χιλιάδας ψήφων ἕνεκα τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν κατὰ τὰς ἄρτι γενομένας ἐκλογὰς, τὸν διαβεβαιῶ ὅτι δὲν θὰ τὰς λάβῃ πλέον, μὲ ὅλην τὴν—κατόπιν ὅμως ἑορτῆς—ἀναίρεσιν τῶν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων. Καὶ δὲν ἦτο μομφὴ καὶ καταδίκη σύμπαντος τοῦ μηχανικοῦ κλάδου τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν ἡ ἔκθεσις τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, δι’ ἧς κατεδείκνυεν ὅτι ἦτο ἄχρηστος ἡ Ὑποβρύχιος Ἄμυνα; Σχετικῶς δὲ πρὸς τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι δὲν ἦσαν ἀκριβῆ τὰ περὶ αὐτῆς λεχθέντα· διότι ἡ ἔκθεσις ἐκείνη προεκλήθη ὑπὸ τοῦ τότε ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος μάλιστα κατὰ τὴν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἀποχώρησίν του παρέδωκεν αὐτὴν εἰς τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην, ἵνα τὴν παραδώσῃ εἰς τὸν διάδοχον Ὑπουργὸν, χωρὶς νὰ πρωτοκολλήσῃ αὐτὴν, ἵνα μὴ ἕκαστος δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν πληροφοριῶν ἢ γνωμῶν περὶ τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν, αἱ ὁποῖαι κάκιστα ἠδύναντο νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ μετὰ τὴν ἐπίσημον ταύτην καταγγελίαν κατὰ τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν ἠθέλατε νὰ μὴ ζητήσωμεν τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας! Ἐπιμένω λοιπὸν μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων νὰ προταχθῇ τὸ θέμα τοῦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§153Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἄπορον μοὶ φαίνεται, πῶς μετετράπη τὸ ζήτημα καὶ καταφέρονται κατὰ τοῦ νῦν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, ὡς ὑβρίσαντος τὸν προκάτοχον αὐτοῦ, καὶ δὲν καταφέρονται κατ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὸ πρωτόκολλον τῶν ἀξιωματικῶν περὶ τῶν ῥινῶν εἰς τοὺς δρόμους καὶ τὰ καφενεῖα! Οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ, ἀκούοντες τὰ λεγόμενα σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ, χαίρουσι καὶ ἀγάλλονται, εὐχαριστεῖται δὲ οἱοσδήποτε στρατιώτης, οἱοσδήποτε ὑπηρετῶν τὴν πατρίδα τιμίως καὶ εὐόρκως, νὰ τιμωρῆται ἢ νὰ κάθηται ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ καθίσῃ ὁ ἔνοχος, οἱοσδήποτε παρέλειψε τὸ καθῆκόν του. Αὐτὸ τιμᾷ τὸν στρατὸν, αὐτὸ τιμᾷ τὸ Ναυτικόν· ὅστις δὲ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ ἤθελε δυσαρεστηθῇ διὰ τὰ σήμερον γενόμενα ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν θὰ ἦναι πιστὸς ἀξιωματικός· ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτος ἀξιωματικός, διότι οἱ γονεῖς τῶν πλείστων ἐξ αὐτῶν ἐπολέμησαν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τόπου. Ἀλλὰ, Κύριοι, διατὶ κατακόπτεσθε σήμερον; Ὅταν ἐγὼ ἀπὸ τοῦ 1890 ἐπεκαλούμην ἐδῶ οὐχὶ τὸν συνταγματικὸν χάρτην, ἀλλὰ τὸν λογιστικὸν νόμον, διατὶ κανεὶς δὲν μὲ παρηκολούθει; διατὶ δὲν μὲ ἐνίσχυεν; Ἀπεμονώθην καὶ ἔμεινα μόνος, ἐπικαλούμενος τὰ ἄρθρα τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου. Ἄν, Κύριοι, ἤλθομεν ἐδῶ διὰ νὰ ἐλέγξωμεν, ὀφείλομεν τὸν ἔλεγχον νὰ τὸν ἐνασκῶμεν πάντοτε, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐλέγχομεν τὸν ἀπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἀνέφερον προχθὲς, ἔχομεν καὶ ἄλλον ἔλεγχον, ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 113 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου. Καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω, διὰ νὰ ἴδητε, πῶς προνοεῖ ὁ νομοθέτης. Δὲν ἀναμένει τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἀπολογισμῶν τῶν δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, ὅταν κλείῃ ἡ χρῆσις, ἀλλὰ διὰ τοῦ ἄρθρου 113 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου ὁρίζει τάδε (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους διορίζεται παρὰ τοῦ Βασιλέως, κατὰ πρότασιν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἐπιτροπὴ ἐκ δύο μελῶν τῆς Γερουσίας, δύο τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων καὶ ἑνὸς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὸ καθημερινὸν καὶ τὸ καθολικὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου, καὶ νὰ βεβαιώσῃ ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων συμφωνοῦν κατὰ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν μὲ τὰς ἐγγραφὰς τοῦ Λογιστηρίου. Τῆς ἐργασίας ταύτης συντάσσεται τακτικὸν πρωτόκολλον, καὶ διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ὑποβάλλεται εἰς τὰς Βουλάς.» Ἄν, Κύριοι, ἡ διάταξις αὕτη ἐζητεῖτο νὰ ἐφαρμοσθῇ, τροποποιουμένη καταλλήλως, μετὰ τὸ 1864, ἠθέλομεν ἔχει σήμερον τὸν ἔλεγχον, καὶ δὲν ἠθέλομεν χάνει τόσον πολυτίμους ὥρας, συζητοῦντες περὶ τούτου. Καταλήγων τὸν λόγον, συμμερίζομαι τὴν γνώμην τῶν προλαλησάντων, καὶ φρονῶ ὅτι τὸ συμφέρον τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ ἀπαιτεῖ νὰ ἀνασηκωθῇ πᾶς πέπλος καὶ καταδειχθῇ ἡ ἀληθὴς τῶν πραγμάτων ὄψις.

§154ΒΑΛΕΤΑΣ. Μετὰ τὴν τόσῳ μακρὰν καὶ ζωηρὰν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ ἤδη τὴν Βουλήν, νομίζω ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ προβάλω ἐπιχειρήματα, ὅπως ὑποστηρίξω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ πρότασις τοῦ ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ κ. Βότσαρη. Ἠπόρησα δὲ, ἀκούσας τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ζητήσαντα νὰ μὴ προταχθῇ αὕτη, ἀλλὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς Βουλῆς. Ἐλπίζω ἡ ἀπορία αὕτη νὰ μὴ μεταβληθῇ καὶ εἰς ἔκπληξιν, ὅπως θὰ συμβῇ, ἂν ἀκούσω αὐτὸν ἐπιμένοντα εἰς τὴν γνώμην του ταύτην. Καὶ βεβαίως, πῶς νὰ μὴ παραγάγῃ ἔκπληξιν ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἡ δοῦσα τὴν ἀφορμὴν, ἡ παρασχοῦσα ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, ὅπως ἡ πρότασις αὕτη ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἡ Βουλὴ σήμερον δὲν πράττει τι ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας· τὸ πράττει ἐκ τῶν ἀποκαλύψεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως ἐκ τῶν ἀποκαλύψεων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ· φίλος δὲ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀνήκων εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ὁ κύριος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ὑπέβαλε τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Νομίζω ὅτι ἡ φιλοτιμία τῆς Βουλῆς, τὸ καθῆκον αὐτῆς πρὸς ἐκείνους, περὶ ὧν ὑπόνοιαι ἐξηνέχθησαν καὶ ὑπόνοιαι ἐγεννήθησαν, ὅτι κακῶς διαχειρίσθησαν τὰ τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλει, ὅπως προταχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ καὶ ἐξενεχθῇ ἀπόφασις περὶ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, — καὶ ἐπὶ τούτου βεβαίως θὰ ἔχω συμφώνους καὶ ἄλλους συναδέλφους — ὅπως θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα.

§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.

§156ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἀκριβῶς ἤθελον νὰ εἴπω ὅσα εἶπε καὶ ὁ κ. ἐκ Θήρας Βουλευτὴς, ἐπανελθὼν εἰς τὸ ζήτημα, ἐκ τοῦ ὁποίου εἶχον ἐξέλθει οἱ πρὸ αὐτοῦ ἀγορεύσαντες. Νομίζω ὅτι οὐχὶ τὰ εἰδικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν καὶ ἀπόψε καὶ εἰς ἄλλας συνεδριάσεις, ἀλλὰ ἡ τιμὴ αὐτὴ τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν ἐπιβάλλει, ὅπως ὅσον τάχιστα προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐξετάσεως τῶν λεχθέντων οὐχὶ εἰς μίαν, ἢ εἰς δύο, ἀλλ’ εἰς τὸ πλεῖστον τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς. Τὸ Ναυτικὸν ἀναμφισβητήτως διασύρεται· διασύρεται παρὰ τῶν πλείστων, οἵτινες ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διασύρεται καὶ παρὰ τῶν ὑποβληθέντων ἀκόμη ἐπισήμως ἐγγράφων εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ Ναυτικὸν ποίαν σημασίαν ἔχει, πάντες γνωρίζομεν. Δὲν ἐπιτρέπεται ἑπομένως δι’ οἱονδήποτε λόγον ἀναβολὴ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται ἐνώπιόν μας· δὲν πρόκειται δὲ νὰ κερδήσωμεν καιρόν· ἀπεναντίας, ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ Πρόεδρος αὐτῆς, συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἀπολέσωμεν καιρὸν, ἀντὶ νὰ κερδήσωμεν τοιοῦτον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἄνευ πολλῆς συζητήσεως, ἄνευ χρονοτριβῆς, ὅπως, ἂν ὄχι ἀπόψε, ἀλλὰ τοὐλάχιστον αὔριον, τεθῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον...

§157ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Τώρα, τώρα.

§158ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. νὰ τεθῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ νὰ παύσῃ πλέον ἡ συζήτησις αὕτη, ἥτις, ἐπαναλαμβανομένη ἐν ἑκάστῃ συνεδριάσει, εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελεῖ, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ διασύρῃ τὸ Ναυτικὸν ἡμῶν, νὰ διασύρῃ καὶ ἀξιωματικοὺς ἀνωτέρους καὶ ὑπαλλήλους ἀνωτέρους τοῦ Κράτους.

§159Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀξιωματικῶν.

§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς βλέπω, πόρισμα τῆς συζητήσεως εἶναι δύο γνῶμαι, ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν οἱ ἀγορεύσαντες προέβαλον, ὅτι πρέπει ἀμέσως νὰ ἀναγραφῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν προέβαλον ἐγὼ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ ἔργα της, νὰ ἀναγραφῇ δὲ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ εἰρημένη πρότασις πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ...

§161ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἤδη ἀναγεγραμμένη.

§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ βάλῃ εἰς τάξιν τοὺς Κυρίους... Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν προέβαλον ἐγὼ, εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της, πρὸ δὲ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπ’ αὐτῶν τῶν δύο γνωμῶν πρόκειται νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή. Ἐπειδὴ δὲ οἱ Κύριοι ἐπιθυμοῦσιν, ὡς ἤκουσα, νὰ γένηται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, προτείνω τὴν ἑξῆς πρότασιν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§163ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς ῥητῆς προτάσεως μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§164ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἀποδεχόμεθα.

§165ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναγκαίως λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, θὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν περὶ τοῦ ἂν ἡ Βουλὴ δέχηται τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.

§166Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν λίαν δυσάρεστον θέσιν νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως καὶ ἐκ δευτέρου λάβω τὸν λόγον, διότι ἡ πρότασις, ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑποβληθεῖσα, εἶναι λίαν ἔκρυθμος καὶ—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω—ἀντικανονική. Μήπως πρόκειται περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης, καὶ ἔσπευσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἴδῃ, ἂν ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου; Περὶ τούτου πρόκειται; Ἴσως ἐγὼ ἠτύχησα εἰς τὴν συζήτησιν καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ. Ἂς μὲ βοηθήσωσιν οἱ ἄλλοι κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ ἐξέλθω τῆς πλάνης ταύτης. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μετὰ τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ τις εἰς δυσχέρειαν, ἵνα ἀνακαλύψῃ, τίς ὁ ἰσχύων Κανονισμὸς, διότι πιθανὸν, ἐὰν ἐτυπώθη ὁ νέος, νὰ ἰσχύῃ ὁ νέος. Εὐτυχῶς τὸ ἄρθρον 29 ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, οὐδόλως διαφέρει ὡς πρὸς τὸ πρὶν ἰσχύον μὲ τὸ νῦν.

§167ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἰσχύει ὁ νέος Κανονισμὸς ἀκόμη· ἀπεφάνθη ἡ Βουλή.

§168Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ γνωρίζω καλῶς. Τὸ ἄρθρον 29 εἰς ἀμφοτέρους αὐτοὺς τοὺς Κανονισμοὺς λέγει, ὅτι «ὁσάκις ἰσχυρίζεταί τις ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ ἡμερησία διάταξις, ἢ ὅτι παραβιάζονται αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Κανονισμοῦ, ἢ ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἄλλων ἀντικειμένων, ἢ ὅταν προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ἐὰν τὰς προτάσεις ταύτας ὑποστηρίζωσι καὶ δέκα ἄλλοι Βουλευταὶ, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει πρῶτον περὶ τῶν παρεμπιπτόντων ζητημάτων, εἶτα δὲ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου.» Ἔχομεν ζήτημα Κανονισμοῦ καὶ ἡμερησίας διατάξεως. Ποίαν δὲ σχέσιν ἔχει ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Ἠκούσατε. Ὄχι δέκα ἢ εἴκοσι Βουλευταὶ, τριάκοντα σᾶς ζητοῦσι τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Τί λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Ὅτι ἡ Βουλὴ καλεῖται ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ δύο προτάσεων. Δὲν εἶναι δύο αἱ προτάσεις, ὡς διετυπώθησαν. Ἡ πρότασις, ἥτις ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, εἶναι νὰ προτιμηθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεώς του ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἢ ἄλλη δὲ, ἡ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ συζητηθῇ πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς ἀπροσδιόριστον ἡμέραν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συμπληρώσω τὴν γενομένην πρότασιν, τὴν ὑποστηριχθεῖσαν ὑπὸ ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι ἡ Βουλὴ σήμερον θὰ κληθῇ, τῇ προτάσει Βουλευτῶν πλειόνων τῶν 10, νὰ ἀποφανθῇ, ὅπως προτιμηθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, ἐν τῇ αὐριανῇ συνεδριάσει, ἵνα καὶ οἱ Βουλευταὶ γνωρίζωσι πότε θὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρακτικὸν, αὐτὸ εἶναι τὸ κανονικόν. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ παραδρομὴν ὑπέβαλε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε, διότι βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ τοὐλάχιστον σπουδαίως.

§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται νὰ ἀγορεύσω περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Ὁ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτὴς δίδει τὴν ἑρμηνείαν ταύτην εἰς τὴν πρότασιν. Ἀλλ’ ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἀγορεύσω περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσω κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἀποφαίνηται ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν μεταδίδει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.

§170Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τίς τὸ ἀρνεῖται;

§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται περὶ δύο γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι συζητοῦνται. Ἡ μία εἶναι, τὸ πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νὰ ἦναι αὔριον ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς· ἡ ἑτέρα γνώμη εἶναι, νὰ μὴ ἀναγραφῇ διὰ τὴν αὔριον, ἀλλὰ νὰ συζητηθῇ ὅταν ἤθελε συζητηθῆ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ποία εἶναι ἡ ἀπωτέρα; Λογικῶς ἐπρότεινα τὴν πρότασιν ταύτην ὡς ἀπωτέραν, ἂν δὲ ἀναφέρῃ ἡ πρότασις «μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου», εἶναι διὰ νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, ὅτι θεωροῦμεν ζήτημα πολιτικὸν τὴν ἀπώλειαν τοῦ χρόνου, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι προσπαθοῦσι νὰ παρασύρωσι τὴν Βουλὴν διὰ τῶν τοιούτων προτάσεών των. Ἀλλὰ καὶ τίς ἠδύνατο νὰ ἐμποδίσῃ ἡμᾶς, ἂν ἐσκοποῦμεν τοιοῦτόν τι, ἐὰν παρεκαλοῦμεν τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ δηλώσῃ, ἂν ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον; Καὶ τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ προβάλῃ ἀντίῤῥησιν, ἂν τοιοῦτον τι ἤθελον προβάλει; Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀκολουθήσω πάσας τὰς στροφὰς τῆς συζητήσεως ταύτης, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ συντελέσω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀπώλειαν τοῦ χρόνου, ἀλλ’ ὁμιλοῦσι περὶ λαῶν, καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης ὅτι οἱ λαοὶ θέλουσι καταφύγει δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖα μέσα, περὶ τῶν κινδύνων, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσιν, ἀγνοῶ τίνας, περὶ Ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα δὲν ἵστανται πλέον ἐπὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ, διότι ὁ λαὸς πλέον δὲν ὑποφέρει τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ συγχρόνως ἀποροῦσιν, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον ἤθελε προκαλέσει ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Καὶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος δὲν θέλω νὰ καταχρῶμαι τῆς εὐνοίας τῆς Βουλῆς, ἔταξα ζήτημα ἁπλοῦν, ζήτημα ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ἐπρότεινα νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀπωτέρα.

§172ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ παρακωλύσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν τοιαύτην περὶ ἐμπιστοσύνης καὶ πρότασιν καθαρῶς περὶ ἐμπιστοσύνης. Καὶ βεβαίως ἡ πλειοψηφία θέλει ψηφίσει τὴν πρότασιν ἐκείνην, ἡμεῖς δὲ θὰ τὴν καταψηφίσωμεν. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ ἂν διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἦναι δυνατὸν νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ πρότασις ἡ ἄλλη, ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης καὶ παρ’ ἡμῶν προταθεῖσα. Ψηφίσατέ την, ἂν θέλετε, τὴν μετάβασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλ’ ἀμέσως, αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅταν πρόκειται νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡμεῖς θὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν πρότασιν περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου τινός. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζῃ, ὅτι συντελεῖ εἰς τὴν φειδὼ τοῦ χρόνου διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν προέβαλεν, ἂς ἐπιμείνῃ εἰς αὐτήν. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι οὐδόλως θέλει παρεμποδίσει ἡ ψήφισις τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νὰ ὑποβάλωμεν ἡμεῖς τὴν πρότασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν στηρίζομεν εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ μόνον ἐκ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως θέλει ἐπέλθει ἀπώλεια χρόνου. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεώς του, βεβαίως αὐτὸ θὰ γείνῃ, θὰ ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασις, ἀλλὰ κατόπιν θὰ ἔλθῃ καὶ ἡ ἰδική μας σειρά.

§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τινὰ τῶν Βουλευτῶν νὰ ὑποβάλῃ οἱανδήποτε πρότασιν. Ἡ πρότασις ἡ τιθεμένη εἰς ψηφοφορίαν, ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἐγώ, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐξέθηκα, ἤτοι ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Οἱ ψηφίζοντες τὴν πρότασιν ταύτην ἀποφαίνονται τὴν γνώμην, ὅτι παραδέχονται τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ προέβαλον.

§174ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπανειλημμένως ὑπεστήριξεν ὅτι προτείνει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ πρότασις περὶ διορισμοῦ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι παρεῖδε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡ ὁποία κατὰ τὰς εἰσηγήσεις αὐτοῦ εἶναι συντεταγμένη, καὶ ὑπ’ ἀριθ. 39 τῆς ἡμερησίας διατάξεως εὑρίσκομεν: «Συζήτησις τῆς προτάσεως περὶ σχηματισμοῦ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς». Ἡμεῖς τί προτείνομεν σήμερον; Ζητοῦμεν ἀκριβῶς, ἀντὶ νὰ κατέχῃ τὸν ἀριθμὸν 39 ἡ πρότασις αὕτη, νὰ καθέξῃ τὸν ἀριθμὸν 1. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει: «ὄχι· νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ». Εἶναι ἀναγεγραμμένη ὅμως, ἀλλὰ ἐννοεῖ ἴσως δι’ αὐτῆς τῆς ἐκφράσεως νὰ συζητηθῇ πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, νὰ συζητηθῇ πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§176ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ τότε ἡ πρότασίς σας εἶναι ἄρνησις τῆς ἰδικῆς μας προτάσεως· δὲν ἀποτελεῖ πρότασιν αὐτοτελῆ. Ἡ πρότασις ἡ αὐτοτελὴς ἡ ἰδική μας εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι πρέπει ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως — περὶ αὐτοῦ πρόκειται — νὰ ἀναγραφῇ ἡ πρότασις ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 39, ὑμεῖς δὲ λέγετε: «ὄχι, δὲν πρέπει». Σεῖς θέλετε νὰ καθαρίσητε ἓν κατόπιν χρέος δι’ αὐτῆς τῆς προτάσεως· δύνασθε νὰ τὸ πράξητε· ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ ζητήσωμεν, στηριζόμενοι εἰς τὸν Κανονισμόν, νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἡ πρότασίς μας περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις περὶ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς σήμερον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ νὰ καταστῇ ἑπομένως τὸ πρῶτον ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως.

§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἔχωμεν δύο ψηφοφορίας, κύριε Πρόεδρε.

§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Ράλλην). Τὸ δικαίωμά σας εἶναι ἀναμφισβήτητον. Λοιπὸν ἡ ψηφοφορία θὰ γείνῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Γ. Μελισσηνοῦ καὶ Ν. Τριανταφυλλάκου, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Μιλτ. Δάλλας Νικολ. Φαρμακόπουλος
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Σωτήρ. Δανόπουλος Ν
Κωνστ. Ἀσημακόπουλος ΝΧρ. Βότσαρης Ν
Ν. Σηρόλενιτζ ΝΚωνστ. Γ. Καραπάνος Ο
Δημ. Οἰκονομίδης ΝΣπυρ. Βαρζέλης Ο
Δημοσθ. Καΐρης ΟΝικολ. Λεβίδης Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ΟΚωνστ. Κολιάτσος Ν
Κωνστ. Νεγρεπόντης ΝΔημοσθ. Σκυλίτσης
Ἰωάνν. Πετρίδης Ἀθ. Μουτσόπουλος Ν
Ν. Δ. Καλλιφρονᾶς Ξενοφ. Τσαμαγκίδης
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΝἸωάννης Καζαμπάκας Ν
Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος Ι. Στεφάνου Ν
Δημ. Γ. Ράλλης ΟΠαν. Δεβέντης Ν
Ἀλέξ. Ψύλλας ΝἈλέξ. Κοντόσταυλος
Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΝΝ. Χατζηνικολῆς Ν
Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Γεώρ. Κόρπας
Ἀχιλ. Ἀγάθος
Ἀθ. Ἴσκος ΝΚωνστ. Βασιλάκης
Κωνστ. Τοπάλης ΝἸω. Σέχος
Νικ. Σχινᾶς ΝἈθ. Παπαλιάκης
Γεώρ. Φιλάρετος ΟἈθ. Παραμυθιώτης
Νικ. Σταματιάδης ΝΓεώρ. Θεοτόκης
Ἰω. Γιαννακόπουλος ΝΓεώρ. Καποδίστριας Ο
Ἐπ. Μαυρομμάτης ΟΔημ. Οἰκονόμου Ν
Θεμ. Σακελλαρόπουλος ΝΔημ. Πετρίδης Ν
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΠ. Ζούζουλας Ν
Περ. Ἀλεξάκης Κωνστ. Σκαρπέτης Ν
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΝἈριστ. Μεντζελόπουλος
Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝΝικόλ. Βαλσαμάκης
Π. Λαμπρινόπουλος ΝἸω. Τζανετάτος Φωκᾶς
Χαρ. Τζανετάκης ΝΔημ. Σβορῶνος
Γ. Δ. Πετροπουλάκης ΟἌθως Ρωμάνος Ο
Πολύμ. Ζαρίμπας Διον. Καλούτσης Ν
Χρ. Μαστραπᾶς ΟΣπυρ. Ε. Στάης Ο
Γεώρ. Ἀνδρίτσος ΝΧ. Κ. Βοζίκης
Κωνστ. Παπαμιχαλόπουλος Νικ. Σταματόπουλος
Π. Ρίτσος ΝΘ. Πέῤῥος Ν
Ἀνδρ. Βασιλείου ΝΓεώργ. Μαυρομιχάλης Ν
Σπ. Τσιτσάρας ΝΔημοσθ. Μανούσακης
Δημ. Χατζόπουλος Δημοσθ. Ματάλας
Δημ. Βουλπιώτης Ἀριστ. Μελετόπουλος Ν
Μιχ. Ἰατρίδης Νικ. Γκουζούλης Ν
Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρῶμας ΝΔημ. Πιπινόπουλος Ν
Κ. Δ. Βοῦλτσος ΟΧασὰν βέης Πετρεδὴν βέης
Γ. Μελισσηνός ΝΦιλώτας Ἰσχόμαχος Ν
Διον. Μυλωνᾶς ΝἸω. Γεωργαντᾶς
Ἄγγ. Πετραλιᾶς ΝἸω. Λάππας Ν
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν
Γεώργ. Κρεστενίτης ΝἌγγ. Καλλάνης Ν
Γ. Παπακυριακόπουλος ΝΒ. Βασιλειάδης Ν
Δημοσθ. Δόγκας ΝἈθ. Εὐταξίας Ο
Ἰω. Σισίνης ΝἸω. Μπακόπουλος Ν
Στέφ. Σκουλούδης ΟἈρ. Σακελλαρόπουλος Ν
Γεώργ. Πετούσης Φίλ. Βάρβογλης
Ἀριστ. Βαλέτας ΟΝ. Τριανταφυλλάκος Ο
Νικ. Νομικός ΝἩλ. Ζέγγελης Ο
Πέτρος Δελένδας ΝΛάμπρος Σινανιώτης Ν
Κωνστ. Πεταλᾶς ΝἸω. Βούτουνας Ν
Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης ΝΓ. Μαλέας Ο
Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Γ. Νικολαΐδης Ν
Θεόδ. Ζαΐμης Λεων. Δεληγεώργης Ο
Δ. Πετιμεζᾶς ΟΜιλτ. Γουλιμῆς
Γεώργ. Σιβιτανίδης ΝΠαν. Μερλόπουλος
Γιαννούτσιος Τάκης ΝΠερ. Μποῦτος Ν
Νικ. Δαγρές ΝἈλκ. Δεληγιάννης Ο
Κων. Φλέσσας ΟἈντ. Καρατζᾶς Ν
Ν. Σάλαμας ΝΠέτρ. Ταταράκης Ν
Δημ. Τερτίπης Γεώργ. Κουλούρης Ν
Ἰω. Παλάσκας Ὄθων Μαῦρος Ν
Ἰω. Σταμούλης ΝἘλευθ. Μυκώνιος Ν
Κίμων Βελλίνης ΝΜιλτ. Βαρότσης Ν
Γεώργ. Σισμάνης ΝΝ. Βαφειαδάκης
Γεώργ. Πλατανιώτης Γ. Παγανέλης Ν
Ἰω. Καναβός Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
Γ. Φαρμακόπουλος ΝΝ. Δρόσος Ν
Μιχ. Π. Ἰατρὸς Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
Α. Πετσάλης ΝΣωτ. Χατζηγάκης Ν
Παῦλος Ραζέλος ΟΝικ. Ταρμπάζης Ν
Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχάλης Κωνστ. Χατζηπέτρος Ν
Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΝΘεόδ. Κριεμάδης Ν
Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΕὐστ. Κοκκέβης Ν
Χαράλ. Κανελλόπουλος ΝΝ. Γεωργακόπουλος Ν
Παν. Λαμπρούλιας ΝΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης ΝΔημ. Καμαριώτης
Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς ΝΔιον. Στάϊκος Ν
Θεόδ. Βελλιανίτης ΝἈριστόβουλος Μάνεσης Ο
Ἀνάρ. Σιμόπουλος ΟΣπ. Δεϊμέζης
Λ. Καραλίβανος ΝΘεόδ. Λιμπρίτης Ν
Πανουρ. Πανουργιᾶς Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Θεόδ. Γκίκας Ν
Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος ΝΠαντελῆς Γκίκας Ν
Ἰω. Τσερτίδης ΝΝικ. Τσαμαδός Ο
Χρ. Τζῖνος ΝΧριστόδουλος Στεριάδης Ν
Δημ. Βότσης ΝΝικόλ. Κοντογιάννης Ν
Πίνδ. Ἀντωνόπουλος ΝΚομνᾶς Τράκας Ν
Παν. Σάκκης ΝΝικ. Χατζῖσκος
Δημ. Ε. Καλογερόπουλος ΝΤριαντάφυλλος Σχινᾶς Ο
Νικ. Καράπαυλος ΟΔημ. Κρίτσας Ο
Ἰω. Βρυώνης ΝΜιχ. Κακαρᾶς Ν
Π. Ἄννινος Καββαλιεράτος Γ. Ἀβέρωφ Ν
Νικόλ. Δημητριάδης ΝΚ. Βαρατάσης Ν
Γεώρ. Ν. Μπούμπουλης Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ο
Ἀντ. Γουδῆς ΝἸω. Α. Κανάρης Ν
Ἀθ. Λαδόπουλος

§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 150. Ἐκ τούτων 118 εἶπον Ναὶ καὶ 32 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...

§180ΡΑΛΛΗΣ ΚΑΙ ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ψηφοφορηθῇ καὶ ἡ ἄλλη πρότασις.

§181Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ Κύριοι ἐπιθυμοῦσι νὰ ψηφοφορηθῇ καὶ ἡ πρότασίς των. Ἡμεῖς δὲν ἀντιλέγομεν.

§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ἵνα ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως τοῦ ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ κ. Βότσαρη περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς προταχθῇ πάσης ἄλλης λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Γεωργίου Μελισσηνοῦ καὶ Σπ. Ε. Στάη, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Μιλτ. Δάλλας Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ν
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Σπυρ. Βαρζέλης Ν
Κωνστ. Ἀσημακόπουλος ΟΝικόλ. Λεβίδης Ο
Ν. Σμόλενιτζ ΟΚωνστ. Κολιάτσος Ν
Δημ. Οἰκονομίδης ΟΔημοσθ. Σκυλίτσης
Δημοσθένης Καΐρης ΝἈθ. Μουτζόπουλος Ο
Ἔπαμ. Ἐμπειρίκος ΝΝ. Δ. Καλλιφρονᾶς
Κωνστ. Νεγρεπόντης ΟἈλέξ. Γ. Σκουζές Ο
Ἰωάνν. Πετρίδης Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος
Νικόλ. Φαρμακόπουλος ΟΔ. Γ. Ράλλης Ν
Σωτήρ. Δανόπουλος Ἀλέξ. Ψύλλας Ο
Χρ. Βότσαρης ΝΚ. Ι. Ἀγγελλόπουλος Ο
Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Γεώρ. Κόρπας
Ἀχιλ. Ἀγάθος Ο
Ἀθ. Ἴσκος Κωνσταντ. Βασιλάκης
Κωνστ. Τοπάλης ΟἸω. Σέχος
Νικ. Σχινᾶς Νικ. Βασιλάκης
Γεώρ. Φιλάρετος ΝἈθ. Παραμυθιώτης
Νικ. Σταματιάδης ΟΓεώρ. Θεοτόκης
Ἰω. Γιαννακόπουλος ΟΓεώρ. Καποδίστριας Ν
Ἐπ. Μαυρομμάτης ΝΔημ. Οἰκονόμου
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΟΔημ. Πετρίδης Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟΠ. Ζούζουλας Ο
Περ. Ἀλεξάκης Κωνσταν. Σκαρπέτης Ο
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΟἈριστ. Μεντζελόπουλος
Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΟΝικόλ. Βαλσαμάκης
Π. Λαμπρινόπουλος ΟἸω. Τζανετάτος Φωκᾶς
Χαρ. Τζανετάκης ΟΔημ. Σβορῶνος ἀρν
Γ. Λ. Πετροπουλάκης ΝἌθως Ρωμάνος Ν
Πολύμ. Ζαρίμπας Διον. Καλούτσης Ο
Χρ. Μαστραπᾶς ΝΣπ. Ε. Στάης Ν
Γεώργ. Ἀνδρίτσος Χ. Κ. Βοζίκης
Κων. Παπαμιχαλόπουλος Νικ. Σταματόπουλος
Π. Ρίτσος ΟΘ. Πέῤῥος Ο
Ἀνδρ. Βασιλείου ΟΓεώργ. Μαυρομιχάλης Ο
Σπ. Τσιτσάρας ΟΔημοσθ. Μανουσάκης
Δημ. Χατζόπουλος Δημοσθ. Μάταλας
Δημ. Βουλπιώτης Ἀρ. Μελετόπουλος Ο
Μιχ. Ἰατρίδης Νικ. Γκουζούλης Ο
Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας ΟΔημ. Πιπινόπουλος Ο
Κ. Δ. Βοῦλτσος ΝΧασὰν βέης Πετρεδὴν βέης
Γ. Μελισσηνὸς ΟΦιλώτας Ἰσχόμαχος Ο
Διον. Μυλωνᾶς ΟἸω. Γεωργαντᾶς
Ἄγγ. Πετραλιᾶς ΟἸω. Λάππας Ο
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο
Γεώρ. Κρεστενίτης Ἄγγ. Καλκάνης Ο
Γεώρ. Παπακυριακόπουλος ΟΒ. Βασιλειάδης Ο
Δημοσθ. Δόγκας ΟἈθ. Εὐταξίας Ν
Ἰω. Σισίνης ΟἸω. Μπακόπουλος Ο
Στέφ. Σκουλούδης ΝἈριστ. Σακελλαρόπουλος Ο
Γεώρ. Πετούσης Φίλ. Βάρβογλης
Ἀριστομ. Βαλέτας ΝΝ. Τριανταφυλλάκος Ν
Νικ. Νομικὸς ΟἨλ. Ζέγγελης
Πέτρος Δελένδας ΟΛάμπρος Σινανιώτης Ο
Κωνσταν. Πεταλᾶς ΟἸω. Βούτουνας Ο
Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης ΟΓ. Μαλέας Ν
Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Γ. Νικολαΐδης Ο
Θεόδ. Ζαΐμης Λεων. Δεληγεώργης Ν
Λεων. Πετιμεζᾶς ΝΜιλτ. Γουλιμῆς
Γεώργ. Σιβιτανίδης ΟΠαν. Μερλόπουλος Ν
Γιαννούσιος Τάκης ΟΠερ. Μποῦτος Ο
Νικ. Δαγρὲς ΟἈλκ. Δεληγιάννης Ν
Κων. Φλέσσας ΝἈντ. Καρατζᾶς Ν
Ν. Σάλμας ΟΠέτρ. Ταταράκης Ο
Δημ. Τερτίπης Γεώργ. Κουλούρης Ο
Ἰω. Παλάσκας Ὄθων Μαῦρος
Ἰω. Σταμούλης ΟἘλευθ. Μυκώνιος Ο
Κίμων Βελλίνης ΟΜιλτ. Βαρότσης Ο
Ξενοφ. Τσαμαγκίδης Γεώργ. Σισμάνης Ο
Ἰω. Καζαμπάκας ΟΓεώργ. Πλατανιώτης
Ι. Στεφάνου ΟἸω. Καναβὸς
Παν. Λεβέντης ΟΓ. Φαρμακόπουλος Ο
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Μιχ. Π. Ἰατρὸς
Ν. Χαντζηνικολῆς Α. Πετσάλης Ο
Παῦλος Ραζέλος ΝΝ. Δρόσος Ο
Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχάλ. Ἰρηγ. Μαυρομαρᾶς
Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΟΣωτ. Χατζηγάκης Ο
Ἀσημ. Χριστόπουλος ΟΝικ. Ταρυμπάζης Ο
Χαράλ. Κανελλόπουλος ΟΚ. Χατζηπέτρος Ο
Παν. Λαμπρούλιας ΟΘεόδ. Κριεμάδης Ο
Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης ΟΕὐστ. Κοκκέβης Ο
Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς ΟΝ. Γεωργακόπουλος Ο
Θεόδ. Βελλιανίτης ΟΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
Ἀνάρ. Σιμόπουλος ΝΔημ. Καμαριώτης
Λ. Καραλίβανος ΟΔιον. Σταῖκος Ο
Πανοῦργ. Πανοῦργιας Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ν
Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Σπ. Δεϊμέζης
Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος ΟΘεόδ. Λιμπρίτης Ο
Ἰω. Τσερτίδης ΟἸω. Παπαδόπουλος Ο
Χρ. Τζῖνος ΟΘεόδ. Γκίκας Ο
Δημ. Βότσης ΟΠαντελῆς Γκίκας Ο
Πίνδ. Ἀντωνόπουλος ΟΝικ. Τσαμαδὸς Ν
Παναγ. Σάκκης ΟΧριστόδουλος Στεριάδης Ο
Δημ. Ε. Καλογερόπουλος ΟΝικολ. Κοντογιάννης Ο
Νικ. Καράπαυλος ΝΚομνᾶς Τράκας
Ἰω. Βρυώνης ΟΝ. Χατζῖσκος
Π. Ἄννινος Καβαλλιεράτος Τριαντάφυλλος Σχινᾶς Ν
Νικολ. Δημητριάδης ΟΔημ. Κρίτσας Ν
Γ. Ν. Μπούμπουλης Μιχ. Κακαρᾶς Ο
Ἀντ. Γουδῆς ΟΓ. Ἀβέρωφ Ο
Ἀθ. Λαδόπουλος Κ. Βαρατάσης Ο
Ν. Βαφειαδάκης Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν
Γ. Παγανέλης Ἰων. Α. Κανάρης Ο
Ἀλοΐσιος Τόμαν Ο

§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 142. Ἐκ τούτων 34 εἶπον Ναί, 107 εἶπον Ὄχι, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν πρότασιν περὶ προτάξεως τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς σήμερον. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Εὐταξίας. Δηλῶ ὅμως, ὅτι τὸ γενόμενον ἄρτι εἶναι ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐπιτρέπει ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ προτάσεως περὶ προτάξεως ἀντικειμένου τινὸς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, πρὶν ἢ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὸ γενόμενον λοιπὸν σήμερον δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς προηγούμενον. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 10′ μ. μ.).

§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§185ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα εἶχε τὴν καλωσύνην ἡ Βουλὴ ν’ ἀκούσῃ χθὲς παρὰ τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου καὶ ἐμοῦ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω μίαν πρότασιν νόμου, σκοποῦσαν τὴν πρόληψιν τοῦ ἐπαπειλουμένου κακοῦ κατὰ ὑπερεξακοσίων συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι ἐδήλωσαν μὲν τὰ ἀροτριῶντα κτήνη των, ἀλλὰ δὲν τὰ ἐδήλωσαν ἐνώπιον τοῦ δημάρχου ἢ τοῦ εἰρηνοδίκου. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης τοῦ νόμου παρατείνεται ἡ προθεσμία δι’ αὐτοὺς καὶ μόνον, νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ δηλώσωσι μέχρι τῆς 15 Ἀπριλίου.

§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἐζήτησα τὸν σχετικὸν φάκελλον, ὅπως μελετήσω τὴν ὑπόθεσιν.

§187ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν νομίζητε ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθετικῆς παρεμβάσεως, παρακαλῶ, ὅπως ἡ πρότασις αὕτη τοῦ νόμου ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.

§188ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, διανεμηθῇ καὶ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Συνιστῶ δὲ καὶ ἐγὼ νὰ ἀρθῇ τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον προσεγένετο εἴτε ἐξ ἐλλείψεως τῶν φορολογουμένων, εἴτε ἐξ ἄλλης τινὸς αἰτίας. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν προτίθεμαι νὰ συζητήσω περὶ τούτου, συνιστῶ ὅμως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ληφθῇ ἓν μέτρον, ἵνα ἀπαλλαγῶσιν οἱ φορολογούμενοι τοῦ δήμου Μαντινείας μεγίστων ζημιῶν.

§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 189).

§190ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρεμφερῆ παράκλησιν καὶ σύστασιν εἶχον ὑποβάλει πρὸ ἑβδομάδων πολλῶν καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος, οἵτινες κατεστράφησαν ἐκ τοῦ σεισμοῦ τοῦ 1894. Εἶπον τότε, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ἐν τῷ μεταξὺ ἐπελθοῦσαν καταστροφὴν, ἀντέγραψεν ἁπλούστατα τὸν κατάλογον τοῦ φόρου οἰκοδομῶν τοῦ 1893· οἱ κάτοικοι οὐδέποτε ἐσκέφθησαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φόρον περὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον εἴτε ἐξέλιπεν ὁλοσχερῶς, ὡς ἐν Λαρύμνῃ καὶ Δαφνησίῳ, εἴτε κατέστη ἄχρηστον, ὡς ἐν Ἀταλάντῃ, διὸ δὲν ἔκαμον ἐγκαίρως τὰς ἐνστάσεις των, καὶ τώρα ἀπαιτοῦνται φόροι παρ’ αὐτῶν...

§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ φόρος τοῦ 1895;

§192ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα... Ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος συνάδελφος μοὶ εἶχεν ὑπενθυμίσει κατὰ τὴν πρώτην ἐπερώτησίν μου τὸ συμβὰν ἄλλοτε εἰς τοὺς Αἰγιεῖς συνεπείᾳ τοῦ σεισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐνσκήψει τότε, καὶ κατεστράφησαν πολλὰ μέρη. Τότε ὁ αὐτοκράτωρ τῶν Ῥωμαίων ἐσκέφθη νὰ χαρίσῃ εἰς αὐτοὺς τοὺς φόρους. Δὲν εἶναι δὲ δίκαιον, ὑπὸ ὁμογενῆ Κυβέρνησιν νῦν καὶ ἐπὶ παρομοίας καταστροφῆς, ἡ ὁποία συνέβη εἰς τὴν Λοκρίδα, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ χαρίσωμεν ὅλους τοὺς φόρους, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ φανῶμεν ἐπιεικεῖς ὡς πρὸς τὸν φόρον, τοῦ ὁποίου τὸ ἀντικείμενον εἴτε ἐξέλιπεν, εἴτε εἶναι ἄχρηστον;

§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Γράψατε τὴν ἐπερώτησίν σας, καὶ θέλω φροντίσει νὰ τὴν ἐξετάσω.

§194ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχει διατυπωθῆ εἰς τὰ πρακτικὰ πρὸ ἑβδομάδων. Θὰ παρακαλέσω νὰ λάβῃ πρόνοιαν τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπως σταλῇ ἀντίγραφον εἰς τὸν κ. Πρόδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπεθύμουν νὰ ἦτο ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἤθελον ζητήσει παρ’ αὐτοῦ συμπληρωτικὰς τινας πληροφορίας. Εἶχον ὑποβάλει πρὸ ἡμερῶν ἐπερώτησιν περὶ τῆς γενομένης προμηθείας ἐρεῶν διὰ τὸν στρατὸν καὶ ὀθόνης λινῆς διὰ περισκελίδας θερινὰς, ζητήσας νὰ ὑποβληθῶσιν ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀντὶ τούτου ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν σχεδὸν πᾶσαν τὴν καταχώρησιν, τὴν ἀναφερομένην εἰς τὸ τμῆμα τῶν προμηθειῶν, καὶ ἐνῷ ὑπέβαλε τόσα πολλὰ περιττὰ ἔγγραφα καὶ ἄσχετα πρὸς τὴν ἐπερώτησίν μου, ἐλλείπουσι τὰ σπουδαιότερα τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐζήτησα. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῆς ἑξῆς ὑποθέσεως. Παρὰ πολλῶν γνωστῶν ἐμπόρων ἐνταῦθα, γνωστῶν ἰδίως προκειμένου περὶ διαγωνισμοῦ διὰ προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐγένοντο τὰ ἑξῆς παράπονα, τὰ ὁποῖα ἤθελον νὰ ἐξακριβώσω, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα. Ἐν πρώτοις, ὡς πρὸς τὴν προμήθειαν τῶν ἐρεῶν, μοὶ εἶπον ὅτι, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ δημοπρασία ἐν Παρισίοις καὶ ἐν Ἀθήναις συγχρόνως, ἐγένετο αὕτη ἐν Παρισίοις μόνον, οὐχὶ δὲ καὶ ἐν Ἀθήναις, καὶ ἀφοῦ ἐγένετο μία προσφορὰ ἐν Παρισίοις, αἴφνης παρουσιάζεται εἷς ἐνταῦθα καὶ προσφέρει 10 λεπτὰ τὸ μέτρον ἐπὶ ἔλαττον τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν εἶχε προσφέρει γνωστὸς βιομήχανος ἐν Παρισίοις, χωρὶς δὲ νὰ γένηται νέα δημοπρασία, ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, ἐγένετο ἡ κατακύρωσις εἰς αὐτὸν, τὸν ἐνταῦθα ἔμπορον, καὶ συνωμολογήθη τὸ οἰκεῖον συμβόλαιον, καὶ ἀνετέθη εἰς αὐτὸν ἡ προμήθεια. Ἀλλὰ συγχρόνως μοὶ παρετήρησαν, ὅτι, ἐνῷ εἰς τὴν προκήρυξιν ὑπῆρχεν ὁ ὅρος ὁ σαφὴς, ὅτι αἱ διάφοροι ἐρέαι, αἵτινες μέλλουσι νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, ἔπρεπε νὰ ἦναι λόγῳ ποιότητος ἀπαράλλακτοι πρὸς τὰς ἐρέας, τῶν ὁποίων ποιεῖται χρῆσιν ὁ Γαλλικὸς στρατὸς, ἐν τούτοις παραδίδονται ἐρέαι, αἵτινες δὲν εἶναι παρόμοιαι πρὸς ἐκείνας τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ, οὐδὲ προέρχονται κἂν ἐκ Γαλλικῶν ἐργοστασίων, ἀλλ’ ἐπρομηθεύθησαν ἐξ Ἀγγλίας. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ παραλαμβάνουσα τὴν ἐρέαν ταύτην, λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ βάρος, ἀλλὰ δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλα συστατικὰ, ὡς τὴν ἀντοχὴν, τὸν ἀριθμὸν τῶν κλωστῶν κλπ., τὰ ὁποῖα εἶχον τεθῆ εἰς τοὺς ὅρους τῆς προκηρύξεως, ἰδίως τὸν χρωματισμόν· καὶ πρέπει νὰ ἠξεύρητε, ὅτι ἐκ τοῦ χρωματισμοῦ προκύπτει μεγάλη διαφορά. Ἐὰν λ. χ. ὁ χρωματισμὸς ἦναι ἐξ ἰνδικοῦ ὁλοσχερῶς, ἔχει 50 λεπτὰ τὸ μέτρον περιπλέον ἀξίαν, ἐὰν ἦναι κατὰ τὸ ἥμισυ ἐξ ἰνδικοῦ, ἔχει 25 λεπτὰ ἐπὶ ἔλαττον, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ ἰνδικὸν, ἀλλ’ ἔχῃ ἄλλο τι χημικὸν χρῶμα, 50 λεπτὰ ἐπὶ ἔλαττον. Μὲ διεβεβαίωσαν λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐρέα ἡ παραδιδομένη ἔχει κατὰ τὸ ἥμισυ ἰνδικὸν, αἱ κλωσταὶ δὲ δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὸν ἀριθμὸν τὸν τεθέντα εἰς τὴν προκήρυξιν. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ παράσχω πίστιν εἰς ταῦτα, καὶ ἐζήτησα νὰ προσαχθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ ταῦτα εἶναι τὰ ἑξῆς: πρῶτον ἡ προκήρυξις, δεύτερον ἐὰν ἐγένετο δημοπρασία καὶ ἐν Παρισίοις καὶ ἐνταῦθα, τρίτον τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας ταύτης, τέταρτον ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον ἠρκέσθη τῷ ὄντι εἰς τὴν ἐπὶ ἔλαττον προσφορὰν, τὴν κατ’ ἰδίαν γενομένην ἐνταῦθα, καὶ δὲν ἐνόμισεν ὅτι ὑπεχρεοῦτο συνεπείᾳ τούτου νὰ προβῇ εἰς νέαν δημοπρασίαν, πέμπτον τὸ συμβόλαιον μετὰ τοῦ μειοδότου, καὶ τελευταῖον τὸ πρωτόκολλον τῆς παραλαβῆς. Ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω, ἐὰν τῷ ὄντι παρεδόθησαν ἐρέαι τῆς ποιότητος τῆς καθοριζομένης ἐν τῇ προκηρύξει τοῦ διαγωνισμοῦ, προερχόμεναι δηλαδὴ ἐκ τῶν ἐργοστασίων, ἐκ τῶν ὁποίων προμηθεύεται καὶ ὁ Γαλλικὸς στρατὸς, ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ἐὰν ἔχωσι τὰ συστατικὰ, τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ ἡ ἐρέα τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ. Ἐπίσης, προκειμένου καὶ περὶ τῆς προμηθείας ὀθόνης λινῆς διὰ θερινὰς περισκελίδας τοῦ στρατοῦ, μοὶ παρεπονέθησαν ὅτι ἐγένετο ἡ δημοπρασία ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ παραδοθῶσι περὶ τὰ 60,000 μέτρα λινῆς ὀθόνης ἐντὸς δύο μηνῶν. Πολλοὶ τῶν ἐνταῦθα γνωστῶν ἐμπόρων, τῶν δυναμένων νὰ συναγωνισθῶσιν, ἐπαρουσιάσθησαν καὶ εἶπον: «Εἶναι ἀδύνατον ἐντὸς 2 μηνῶν νὰ παραδώσωμεν αὐτὴν τὴν ποσότητα· πρέπει νὰ ὁρισθῇ τρίμηνος προθεσμία» Τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως ἐφάνη ἀνένδοτον, καὶ τότε ἐπαρουσιάσθη εἷς μόνος, ὅστις ἀνελάμβανεν ἐντὸς δύο μηνῶν νὰ παραδώσῃ τὰ 60,000 μέτρα ὀθόνης λινῆς, καὶ ἐγένετο εἰς αὐτὸν ἡ κατακύρωσις. Ἀλλὰ τί συμβαίνει; Τὸ συμβόλαιον δὲν συνωμολογήθη ἀμέσως, παρὰ μόνον μετὰ 4 ἑβδομάδας, ὅ ἐστὶ τὴν προθεσμίαν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησαν οἱ ἄλλοι τῶν τριῶν μηνῶν, ἵνα συναγωνισθῶσι, τὴν ἔλαβεν αὐτὸς μόνος, καὶ συνεπῶς ἦτο ἀδύνατον οἱ ἄλλοι νὰ συναγωνισθῶσι. Παραπονοῦνται συγχρόνως, ὅτι, ἐνῷ ἐζήτησαν δεῖγμα μὲ τὴν σφραγῖδα τοῦ Ὑπουργείου, διὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ συναγωνισθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τούτου, καὶ τοῦτο δὲν ἐγένετο. Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι αὐτὰ εἶναι παράπονα ἁπλᾶ, καὶ ἴσως δὲν εἶναι ἀληθῆ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένοντο ἅπαξ, πρέπει νὰ ἐξακριβωθῶσι, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προσαχθῶσιν ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς λινῆς ὀθόνης. Εἰς τοὺς φακέλλους αὐτοὺς ἀνεὗρον μόνον τὴν προκήρυξιν τῆς δημοπρασίας, δὲν ἀνεὗρον ὅμως οὔτε τὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἄλλοι τινὲς ἔμποροι, ζητοῦντες νὰ αὐξηθῇ ἡ προθεσμία, οὔτε τὸ συμβόλαιον, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἐγίνετο κατάδηλον, ἐὰν τῷ ὄντι, προκειμένου περὶ τοῦ μόνου παρουσιασθέντος μειοδότου, ἡ ὑπηρεσία ἐνόμισε καλὸν νὰ συνομολογήσῃ τὸ συμβόλαιον ὄχι ἀμέσως, ἀλλὰ μετὰ 4 ἑβδομάδας. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετὰ ἐνδιαφέρον, καὶ πρέπει νὰ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἵνα καθησυχάσωμεν τὰς συνειδήσεις αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι μοὶ ὑπέβαλον τὰ παράπονα ταῦτα. Ἐγὼ πιστεύω ὅτι θέλει ἀποδειχθῆ ἐκ τῶν ἐγγράφων, ὅτι δὲν ἔχουσι δίκαιον οἱ παραπονούμενοι, καὶ ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ συνεμορφώθη μὲ ὅ,τι ἡ τιμὴ καὶ τὸ καθῆκον ἐπέβαλλον εἰς αὐτήν.

§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ μικροῦ ἀνεφέρατε ἓν πρὸς ἓν τὰ ἔγγραφα, τῶν ὁποίων ἔχετε ἀνάγκην. Παρακαλῶ νὰ τὰ σημειώσητε, ἵνα ἀποστείλωμεν τὴν σημείωσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζει ταύτην τὴν στιγμὴν ἐντεῦθεν.

§196ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἄνευ σημειώσεως εἶναι εὔκολον. Ζητῶ νὰ προσαχθῇ πᾶν ἔγγραφον ἀναγόμενον εἰς τὴν προμήθειαν ἐρέας καὶ ὀθόνης λινῆς διὰ τὸν στρατόν.

§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καταθέτω πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαμῶν ἐζήτησε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 15 Φεβρουαρίου. Αἱ πληροφορίαι αὗται παριστῶσιν ἐπ’ ὀνόματι τίνων καὶ ἀντὶ πόσου ποσοῦ κατεκυρώθησαν οἱ φόροι τῶν ἀδηλώτων οἴνων τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμῶν, Μεσσήνης καὶ Μεγαλοπόλεως, καὶ τὰ ποσὰ τοῦ διὰ δηλώσεων βεβαιωθέντος φόρου τῶν οἴνων τῶν εἰρημένων ἐπαρχιῶν.

§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου τοῦ 1887. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.

§199Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὐχάριστον εἶναι, ὅτι προετάχθησαν τὰ νομοσχέδια περὶ χαρτοσήμου, εὐκτέον δὲ θὰ ἦτο, νομοσχέδια τοιαύτης σημασίας καὶ σπουδαιότητος, εἰ δυνατὸν, νὰ προετάσσοντο εἰς μίαν ἐκ τῶν τριῶν συζητήσεων, ὥστε νὰ δύναται καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς πραγματικὴν συζήτησιν εἰς μίαν ἐκ τῶν τριῶν τουλάχιστον. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὄντως ἔχουσι μεγάλην σπουδαιότητα, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ διαλάθῃ τὴν προσοχὴν ὅλων ἡμῶν. Ζητεῖται ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου τοῦ 1887 περὶ τελῶν χαρτοσήμου, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω διατὶ ὑπεβλήθησαν δύο νομοσχέδια καὶ δὲν ὑπεβλήθη ἕν. Πρόκειται περὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου τοῦ 1887, τοῦ ὀργανικοῦ νόμου περὶ τελῶν χαρτοσήμου. Διὰ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου ζητεῖται ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 17, διὰ τοῦ ἄλλου ἡ τροποποίησις ἄλλων ἄρθρων. Δὲν ὑποθέτω ὅτι ὑπάρχει μεγάλη ἐπιθυμία νὰ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν νόμων, καὶ θὰ ὑπεδείκνυον εἰς τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ συγχωνευθῶσι τὰ δύο νομοσχέδια, ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο δὲν δεχθῇ, θὰ γείνῃ κατ’ ἀνάγκην ἡ συζήτησις ταὐτοχρόνως ἐπ’ ἀμφοτέρων, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον διὰ τοῦ πρώτου ἀναγεγραμμένου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίου δύο ζητοῦνται, ἡ μεταβολὴ τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν, σιδηροδρομικῶν καὶ καθ’ ἑξῆς, καὶ ἡ πληρωμὴ τοῦ τέλους εἰς τὸ νόμισμα, τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται, ἄλλαις λέξεσιν εἰς χρυσὸν, ἐὰν ἡ σύμβασις ἀφορᾷ εἰς πληρωμὴν εἰς χρυσόν. Αὕτη εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ ἑνὸς τῶν νομοσχεδίων, τὸ δὲ ἄλλο νομοσχέδιον προτίθεται τὰ ἑξῆς. Τὰς τέσσαρας κατηγορίας τῶν πληρωμῶν. Δηλ. (ἀναγινώσκει): «Αἱ συναλλαγματικαὶ, καὶ τὰ εἰς διαταγὴν γραμμάτια, αἱ ἐπιταγαὶ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, αἱ ὁμολογίαι καὶ ἐν γένει πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ περιέχοντα ὑποσχέσεις καὶ διαταγὰς πληρωμῶν δι’ ὡρισμένας ποσότητας καὶ κυκλοφοροῦντα ἐν τῷ Βασιλείῳ, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἔξωθεν εἰσερχομένων συναλλαγματικῶν ἢ γραμματίων, τῶν πληρωτέων ὑπὸ κατοίκων τοῦ Βασιλείου.» Αὕτη εἶναι ἡ μία κατηγορία. Ἡ δευτέρα εἶναι τὰ συμβόλαια, ἡ τρίτη εἶναι τὰ πρόστιμα, καὶ ἡ τετάρτη τὰ κληρονομικὰ τέλη. Ὅλων αὐτῶν τῶν τεσσάρων κατηγοριῶν τὰ τέλη πρόκειται ἐν τῷ μέλλοντι νὰ πληρόνωνται εἰς χρυσόν. Γίνεται ὅμως καὶ μία προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον 15, ἐπιβάλλεται τέλος χαρτοσήμου, κατὰ πρῶτον ἤδη, εἰς τὰς ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν ἢ τραπεζομεσιτικῶν γραφείων ἐκδιδομένας ἀποδείξεις, δηλούσας τὴν πώλησιν ὁμολογιῶν οἱωνδήποτε, τοῦ τέλους ὑπολογιζομένου ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ ποσοῦ τῶν πωλουμένων ὁμολογιῶν, καὶ καταβαλλομένου εἰς τὸ εἶδος τῶν ἐν αὐταῖς μνημονευομένων νομισμάτων. Ἡ καινοτομία λοιπὸν εἶναι αὐτὴ καὶ μόνη. Ὥστε ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ταμιευτικὸς, εἶναι αὔξησις τοῦ ἐπιβαλλομένου τέλους· διότι, ἐνῷ σήμερον ὁ ἰσχύων νόμος ἐπιβάλλει εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τὴν πληρωμὴν, ἤδη αὕτη θὰ γίνεται εἰς χρυσόν. Εἶναι λυπηρὸν, διότι ὁσάκις ἔρχεται ἡ συζήτησις νόμου περὶ τελῶν χαρτοσήμου, οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχει, εἰμὴ τὸν ταμιευτικόν· τεντώνεται, καὶ παρατεντώνεται τὸ σχοινίον, ἕως ὅτου σπάσῃ. Ἐὰν εἴχομεν στατιστικὴν, ἵνα ἴδωμεν δι’ ἀριθμῶν τὴν ἱστορίαν τοῦ θεσμοῦ τοῦ χαρτοσήμου, ἠθέλομεν πραγματικῶς φρίξει διὰ τὸ θάῤῥος ὅλων τῶν Κυβερνήσεων ἀνεξαρτήτως· εἶναι ὁ πακτωλὸς, πάντων τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ὃν ἁπλώνοντες τὴν χεῖρα, εἰσπράττουσιν εὐκόλως χρήματα. Χρημάτων ἔχουσιν ἀνάγκην αἱ Κυβερνήσεις· τὸ χαρτόσημον καὶ πάλιν τὸ χαρτόσημον. Μόνον μία Κυβέρνησις, κατὰ τὸ 1865, ἐμερίμνησεν περὶ μειώσεως τῶν δικαστικῶν τελῶν εἰς τὸ ἥμισυ, ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ νόμος ἔζησε μόνον ἓν ἔτος, ὅσον τὰ ῥόδα τοῦ Μαΐου. Ὅλη ἡ ἄλλη ἱστορία τοῦ θεσμοῦ τοῦ χαρτοσήμου ὁμοιάζει μὲ τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι ἐκείνου, ὁ ὁποῖος κόπτει τὸν καϊμὲν, καὶ ἀληθῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ χαρτόσημον εἶναι εἷς καϊμές. Καὶ πῶς ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας διὰ τοῦ τοιούτου τρόπου τοῦ σκέπτεσθαι; Ὅλοι γνωρίζομεν· αἱ μὲν συναλλαγαὶ καταπιέζονται δεινότατα, τὸ δὲ ἐμπόριον εἶναι βεβαρυμένον φρικωδῶς. Ἡ ἐπιστρατεία τοῦ 1885 εἰσήγαγε καὶ μίαν διάταξιν δημευτικὴν περὶ στερήσεως τῆς ἀποδεικτικῆς ἰσχύος τῶν ἐγγράφων ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν καὶ ποινικῶν δικαστηρίων, ἀκολούθως δὲ, κατὰ συγκατάβασιν, ἡ ἄλλη Κυβέρνησις περιώρισε τὴν στέρησιν τῆς ἀποδεικτικῆς ἰσχύος μόνον ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι καθαρῶς δημευτική. Δὲν θέλω ν’ ἀκούσητε τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου, ἀκούσατε ὅμως τὸν Leroy-Beaulieu, ὁ ὁποῖος αὐτὸν τὸν χαρακτηρισμὸν δίδει εἰς τὴν διάταξιν ταύτην. Τελευταῖον ἀκόμη ἐδημοσίευσεν ἄλλος δημοσιολόγος μίαν ἀρίστην διατριβὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἰς τὴν «Revue Politique et Parlementaire», ὅπου ἀναπτύσσεται ἐν πλάτει τὸ ζήτημα, καὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι μία τοιαύτη διάταξις οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ δήμευσις, διότι δύνασθε νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὸν παραβιάζοντα τὰς διατάξεις τοῦ νόμου οἷον ἂν θέλητε πρόστιμον, καὶ ἐὰν δὲν σᾶς ἀρκῇ τὸ πενταπλοῦν, νὰ ἐπιβάλητε τὸ δεκαπλοῦν, ὅσον θέλετε τέλος, ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸν στερήσητε τὴν περιουσίαν του, καὶ τὸν στερεῖτε τὴν περιουσίαν του, ὅταν τὸν στερῆτε τὴν ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν τοῦ ἐγγράφου. Ἐν τούτοις ἤθελε προταχθῆ, ὅτι οὕτως εἰσπράττεται καλλίτερον τὸ χαρτόσημον. Εἶναι τὸ ταμιευτικὸν σύστημα· ἀλλὰ δὲν ὑπολογίζομεν τὰς ζημίας. Ἐδῶ εἶναι καὶ σειρὰ παραλογισμῶν. Σᾶς ἀναφέρω τὰς ἐπιστολὰς καὶ τὰς σαφεῖς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος. Αἱ ἐπιστολαὶ πρέπει νὰ γίνωνται ἐπὶ χαρτοσήμου· ὑπάρχει δὲ καὶ προθεσμία τεταγμένη πρὸς τοῦτο. Τὸ δεινότερον ὅμως εἶναι τὰ δικαστικὰ τέλη. Καὶ ἄλλοτε εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ εἴπω λέξεις τινὰς περὶ τούτου, καὶ ὁσάκις ἤρχετο νομοσχέδιον περὶ χαρτοσήμου, ὅπως διακόπτω, οὕτως εἰπεῖν, τὴν παραγραφὴν διὰ τῆς διαμαρτυρίας: πῶς αὐξάνετε τὸ χαρτόσημον, ἐν ὅσῳ δὲν δίδετε εἰς τὴν κοινωνίαν δικαιοσύνην! Τοῦτο εἶναι καθαρὰ ἀρνησιδικία· ἔχετε ἀπαίτησιν 40 δραχμῶν; χάρις εἰς τὸν σοφὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου, πρέπει νὰ δαπανήσητε 150! Τοῦτο δὲν εἶναι ἀρνησιδικία; Δὲν ἀρκεῖ ὅτι ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου εἶναι ἐπαχθέστατος καὶ ἡ δικονομία πολυτελεστάτη εἰς τύπον, ἔρχεται καὶ ἡ ἐφαρμογή· πίπτετε εἰς τὰς χεῖρας τῶν κυρίων ταμιῶν, τῶν κυρίων γραμματέων τῶν δικαστηρίων καὶ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι διὰ τὸ ἁπλούστερον ζητοῦσι πάντοτε τὰ περισσότερα! Ἐπιδεικνύουσι στοργὴν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τῆς παρανόμου ἁρπαγῆς τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν! Ἐὰν θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς μελέτην, θέλει εὕρει παρανόμους εἰσπράξεις φόρων πολλῶν, ἀλλ’ ἰδίᾳ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου. Δὲν ἀρκεῖ ὅτι εἰς τὸν Πακτωλὸν τοῦ χαρτοσήμου εὐκόλως αἱ Κυβερνήσεις καταφεύγουν, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἐκ τῆς ἐκτελέσεως διπλασιασμὸν καὶ τριπλασιασμὸν τῶν φόρων! Κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον, ὅτε ἔλαβον τιμὴν νὰ ὑποβάλω τοιαύτας παρατηρήσεις, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συνωμολόγησε πάντα, ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι, ἐν ὅσῳ ὑφίστατο ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις τοῦ συμβιβασμοῦ, ὤφειλε νὰ μὴ θίξῃ τίποτε. Τότε εἶπον ἐγώ, ὅτι ἡ εὐκαιρία αὕτη εἶναι ἡ καταλληλοτέρα, ἵνα θεραπεύσῃ ὅ,τι κακὸν ὑπάρχει, καὶ πρὶν ἀναλάβωμεν ὑποχρεώσεις πρὸς τρίτους. Αὐτὸ ὑπαγορεύει ἡ καλὴ πίστις καὶ τὸ ὕψιστον συμφέρον τῆς Πολιτείας· διότι, ὅταν ἦναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ θύρα εἶναι κεκλεισμένη εἰς τοὺς ἀδικουμένους, καὶ ὅτι μόνον ἡ ἀναγραφὴ ποσοῦ τινος εἰς τὸν ἐτήσιον οἰκιακὸν προϋπολογισμὸν ἑκάστου ἅρπαγος ἀρκεῖ ν’ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν ὑπέρογκον δαπάνην τοῦ χαρτοσήμου, ἡ δὲ δικαιοσύνη ὡς ἐκ τῆς ἀκριβείας εἶναι ἀπροσπέλαστος εἰς τὸν ἔντιμον καὶ μὴ πλούσιον πολίτην, βεβαίως δὲν εἶναι σπουδαία ἀντίῤῥησις, ὅτι θὰ κάμωμεν κακὴν φιγούραν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν κατόχων ἐθνικῶν ὁμολογιῶν. Ταύτας τὰς ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίου ζητήματος θεωρῶ ἀρκετὰς, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἦναι εὐδιάθετος νὰ ὠφεληθῇ ἐξ αὐτῶν. Ἂς γείνῃ μία ἀναθεώρησις ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν, ὅπως μὴ εἰσπράττωσιν οἱ ὑπάλληλοι πλείονα τῶν νομίμων, διότι ὁ Ἀθηναῖος π. χ. πληρόνει ὀλιγώτερα, ὁ Χαλκιδεὺς περισσότερα, ὁ Σπαρτιάτης ἄλλα, ἀναλόγως τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ ἐκτελῶν τὸν νόμον ὑπάλληλος! Ἤδη ἔρχομαι νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀρχικῶς ὑπέβαλε νομοσχέδιον κατὰ τρόπον οὐχὶ κανονικόν, διότι ἀναμφισβητήτως παραβιάζεται ὁ νόμος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τὰ κεκτημένα τῆς Τραπέζης δικαιώματα. Τοῦτο εὐτυχῶς ἐνόησεν ἐγκαίρως, καὶ ὑπέβαλε τροπολογίαν· παρεβιάζετο δὲ, διότι ὑπεχρεοῦντο οἱ φορολογούμενοι νὰ πληρόνωσιν εἰς αὐτούσιον χρυσὸν ὅλα τὰ τέλη· ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι, ἐνῷ παρέκαμψε τὸν σκόπελον τοῦ νόμου ἐκείνου, εὑρίσκεται πρὸ ἄλλου σκοπέλου, πρὸ τοῦ νόμου τῆς 10 Ἀπριλίου 1867 περὶ νομισματικοῦ συστήματος, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὁποίου, ὡς πρὸς τὰ Κράτη πρὸς τὰ ὁποῖα εἴμεθα εἰς νομισματικὴν ἕνωσιν, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ χαρακτηρίσωμεν τὸ ἰσότιμον τοῦ φράγκου τοῦ χρυσοῦ μὲ τὸ κυκλοφοροῦν νόμισμα, τὸ ὁποῖον σήμερον εἶναι τὸ τραπεζικόν. Τοιαύτην ἔννοιαν εἶχεν ἡ ἐγκύκλιος, τὴν ὁποίαν ἀντὶ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος εἶχεν ἐκδώσει ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1887 πρὸς τοὺς συμβολαιογράφους τῆς Θεσσαλίας. Ἔλεγεν, ὅτι τὰ νομίσματα τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ὑπήγοντο εἰς τὴν νομισματικὴν ἕνωσιν, εἶναι ἰσότιμα μὲ τὸ νόμισμα τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ τραπεζικόν. Νύξιν δίδω διὰ τῆς παρατηρήσεώς μου ταύτης εἰς τοὺς πλειότερον ἀσχολουμένους περὶ τὰ οἰκονομικά. Ἀλλ’ ἤδη ἔρχομαι νὰ παρατηρήσω περὶ τῶν μεγάλων ἀνωμαλιῶν, αἵτινες θέλουσι προκύψει ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ἑνὸς τῶν νομοσχεδίων λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ παράγραφος τρίτη τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ περὶ τελῶν χαρτοσήμου ΑΧΚΕʹ νόμου τῆς 30 Δεκεμβρίου 1887 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς· «Αἱ συναλλαγματικαὶ καὶ τὰ εἰς διαταγὴν γραμμάτια, αἱ ἐπιταγαὶ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, αἱ ὁμολογίαι καὶ ἐν γένει πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ περιέχοντα ὑποσχέσεις καὶ διαταγὰς πληρωμῶν δι’ ὡρισμένας ποσότητας καὶ κυκλοφοροῦντα ἐν τῷ Βασιλείῳ, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἔξωθεν εἰσερχομένων συναλλαγματικῶν ἢ γραμματίων, τῶν πληρωτέων ὑπὸ κατοίκων τοῦ Βασιλείου. Τὸ τέλος τῶν τοιούτων συναλλαγμάτων καὶ γραμματίων, ὡς καὶ τῶν ἐπιταγῶν ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καταβάλλεται εἰς τὸ εἶδος τῶν ἐν αὐτοῖς μνημονευομένων νομισμάτων. Δὲν ὑποβάλλονται δ’ εἰς τέλος τὰ εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐκδιδόμενα τοιαῦτα ἔγγραφα. Ὅταν αἱ συναλλαγματικαὶ καὶ τὰ ἄλλα εἰς διαταγὴν ἔγγραφα ἐκδίδωνται πολλαπλᾶ, ἕκαστον ἀντίτυπον ὑπόκειται εἰς τὸ αὐτὸ τέλος, ἐκτὸς ἐὰν αἱ συναλαγματικαὶ καὶ τὰ ἄλλα εἰς διαταγὴν ἔγγραφα, τὰ ἐκδιδόμενα πολλαπλᾶ, ὑπεβλήθησαν κατὰ τὴν ἔκδοσίν των εἰς εἰδικὴν ἐπισφράγισιν, ὅτε, ἀφοῦ καταβληθῇ τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, καὶ σφραγισθῇ τὸ ἓν τῶν ἀντιτύπων, τὰ λοιπὰ ἀντίτυπα ὑποβάλλονται εἰς τὸ τέλος μιᾶς δραχμῆς. Αἱ ὀπισθογραφήσεις, αἱ ἀποδοχαί, εἰς οὐδὲν ὑπόκεινται τέλος, σημανθεισῶν τῶν κυρίων ὁμολογιῶν. Ἐξαιροῦνται ὡσαύτως τοῦ τέλους τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια τῆς τε Ἐθνικῆς, τῆς Ἰονικῆς καὶ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης.» Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, ποῖος θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον; Ἐκδίδεται συναλλαγματικὴ εἰς χρυσὸν 1000 φράγκων· σήμερον θὰ πληρώσῃ μίαν δραχμήν, αὔριον πρέπει νὰ πληρώσῃ ἓν φράγκον χρυσοῦν. Προσετέθη ἄλλη διάταξις ἐν ἄρθρῳ ὀγδόῳ διὰ τῆς τροπολογίας (ἀναγινώσκει): «Τὰ τέλη, περὶ ὧν αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 1, 2, 5 καὶ 6, καὶ τὸ πρόστιμον, περὶ οὗ ἡ § βʹ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ παρόντος νόμου, δύνανται νὰ καταβληθῶσι καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ τῇ τρεχούσῃ τιμῇ τῶν νομισμάτων, τῶν ἀναφερομένων εἰς τὰ ἐν ταῖς ἀνωτέρω διατάξεσιν ἀναφερόμενα συναλλάγματα, γραμμάτια καὶ λοιπὰ ἔγγραφα. Ἐὰν κατὰ τὴν ἀναγωγὴν τῶν χρυσῶν ἢ ἀργυρῶν νομισμάτων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια προκύψωσι κλάσματα δραχμῆς ἐλάσσω τῶν λεπτῶν πεντήκοντα, ταῦτα δὲν εἰσπράττονται, τὰ πλέον δὲ τῶν λεπτῶν πεντήκοντα λογίζονται ὡς ἀκεραία δραχμή...» Ἀλλὰ τίς θὰ ἐκτιμήσῃ τοῦτο; Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐκδίδει συναλλαγματικήν; Ἀλλ’ ἐὰν γείνῃ ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν τὴν τρέχουσαν;—διότι ὁ χρυσὸς μεταβάλλεται ἀνὰ πᾶσαν ὥραν.— Ἀλλὰ μήπως ἔχει σημασίαν μόνον διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τέλους; Μικρὸν τὸ κακόν· ἔχομεν τὸ ἄρθρον 19, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὰς συνεπείας, ἐὰν δὲν ἦναι ἐπὶ τοῦ ἀναλόγου χαρτοσήμου...

§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐρώτησις ὑμῶν εἶναι αὕτη· τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκδεδομένον τὸ συνάλλαγμα, καὶ τῆς τιμῆς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τίς θέλει προσδιορίσει; Ἔχετε δίκαιον νὰ ἀπορῆτε, διότι δὲν ἐπρόφθασα νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν προτείνω περὶ τούτου καὶ τὴν ὁποίαν παρέλαβον ἐκ τοῦ νόμου περὶ ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ἐκεῖ προσδιορίζεται ἡ τρέχουσα τιμὴ κατὰ τρίμηνον, ἐνταῦθα δὲ κατὰ μῆνα. Προτείνω λοιπὸν τὴν ἑξῆς προσθήκην. Εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης περιόδου τοῦ ἄρθρου 8, στιχ. Ϛʹ, μετὰ τὴν λέξιν «ἔγγραφα», προστίθεται: «ὁριζομένη διὰ Β. Διατάγματος, προκαλουμένου κατὰ μῆνα ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν κατὰ τὸ δεύτερον δεκαήμερον τοῦ ἀμέσως προηγουμένου μηνὸς διατιμήσεων.»

§201Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι ἐπρόκειτο διὰ μακρῶν νὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα τοῦτο· διότι ἄλλως ἐν ἀμφιβολίᾳ θὰ ἐπρόκειτο νὰ γίνωνται πραγματογνωμοσύναι, καὶ θὰ ἐπεβάλλοντο δαπάναι, καὶ ἄλλα τοιαῦτα. Τώρα μίαν μικρὰν παρατήρησιν ἔχω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2. Εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῶσι μετὰ τὰς λέξεις «15 ἄρθρον» τὰ ἀκόλουθα: «τοῦ νόμου ᾼΧΚΕʹ τῆς 30 Δεκεμβρίου 1887, ὡς συνεπληρώθη διὰ τοῦ νόμου ᾼΨϞΒʹ τῆς 29 Δεκεμβρίου 1889.» Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ παρόντος, προτιθέμενος νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Τελευταῖον δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας σχετικὰς ὡς πρὸς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Ζητεῖται ἡ πληρωμὴ εἰς χρυσὸν, καὶ ἐκ τούτου ἕπεται, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ὑπῆρχε νόμος· ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ μάθω, εἰσεπράχθη τέλος εἰς χρυσὸν ἐκ τῶν εἰσιτηρίων τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν ἢ ἄλλων περιστάσεων; καὶ ἐὰν εἰσεπράχθη, δυνάμει τίνος νόμου εἰσεπράχθη; Διότι ἔχω πληροφορίας, ὅτι καὶ ἤδη εἰσπράττεται τοιοῦτον τέλος.

§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ γνωρίζω.

§203Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ τὰς πληροφορίας περὶ τοῦ νομοσχεδίου.

§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).

§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνω ἐν τέλει τῆς βʹ παραγράφου τὴν ἑξῆς προσθήκην, ἥτις θ’ ἀποτελέσῃ περίοδον κεχωρισμένην: «Ἐξαιροῦνται μόνον τὰ εἰσιτήρια τιμῆς ἐλάσσονος τῶν 20 λεπτῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 15, 30, 43 καὶ 53 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου ᾼΧΚΕʹ.

§207Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἑνωθῶσι τὰ δύο νομοσχέδια, διότι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἦναι χωριστά.

§208Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ἐμπειρίκου, ἔχουσα οὕτω: «Νὰ ἀπαλειφθῶσιν ἐκ τῆς § αʹ αἱ λέξεις «καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐπιταγαί».

§210ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερε προσθήκην τινὰ περὶ τοῦ τρόπου τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς τιμῆς.

§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὕτη ἀνάγεται εἰς τὸ ἄρθρον 8. Ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 8, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἄρτης, ἂν θέλητε νὰ μὲ ἀκολουθήσητε, διὰ νὰ ἴδητε ποῦ γίνεται ἡ προσθήκη (ἀναγινώσκει): «Τὰ τέλη, περὶ ὧν αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 1, 2, 5 καὶ 6, καὶ τὸ πρόστιμον, περὶ οὗ ἡ § βʹ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ παρόντος νόμου, δύνανται νὰ καταβληθῶσι καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ τῇ τρεχούσῃ τιμῇ τῶν νομισμάτων, τῶν ἀναφερομένων εἰς τὰ ἐν ταῖς ἀνωτέρω διατάξεσιν ἀναφερόμενα συναλλάγματα, γραμμάτια καὶ λοιπὰ ἔγγραφα.» Ἰδοὺ ἡ προσθήκη: «ὁριζομένῃ διὰ Β. Διατάγματος, προσκαλουμένου κατὰ μῆνα ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν κατὰ τὸ δεύτερον δεκαήμερον τοῦ ἀμέσως προηγουμένου μηνὸς διατιμήσεων.»

§212ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν τροποποίησιν αὐτὴν πρέπει νὰ τὴν συζητήσωμεν εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἐτέθη καὶ ἦλθεν ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλὴν, πρέπει νὰ κάμωμεν τὴν διάκρισιν μεταξὺ συναλλαγματικῶν καὶ ἐπιταγῶν ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Οὐχὶ μόνον ἡ δικαιοσύνη ἡ ἀπόλυτος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ταμιευτικὸν συμφέρον τοῦ Δημοσίου ἐπιβάλλει τὴν διάκρισιν ταύτην. Ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν συναλλαγματικῶν εἶναι φορολογία ἐπιβαλλομένη ἐπὶ διπλῆς πράξεως, ἐπὶ τῆς πράξεως τῆς μεταφορᾶς χρημάτων καὶ ἐπὶ τῆς πράξεως τῆς χρησιμοποιήσεως πιστώσεως, διὰ τῆς ὁποίας ὁ σύρων συνάλλαγμα τρίμηνον ἢ δίμηνον ὠφελεῖται, ἀπολαμβάνων καὶ χρησιμοποιῶν ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα σύρει ἐπὶ τοῦ ἀνταποκριτοῦ του εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τοῦτο δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν, διότι ὁ ὑπογράφων ἐπιταγὴν ἢ σύρων ἐπιταγὴν δὲν ἐπωφελεῖται πιστώσεώς τινος, ἀλλὰ λαμβάνει χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει κατατεθειμένα εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐν τῇ ἐπιταγῇ ὑπάρχει μόνον ἡ πρᾶξις τῆς μεταφορᾶς χρημάτων ἐκ τοῦ τόπου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου σύρεται ἡ ἐπιταγή, εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον σύρεται καὶ ὅπου εἰσπράττεται τὸ ἀντίτιμον αὐτῆς, οὐχὶ δὲ καὶ ἡ χρησιμοποίησις πιστώσεως, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὰ συναλλάγματα. Τοιαύτη εἶναι ἡ βάσις ἡ δικαιολογικὴ, ἡ γεννῶσα τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῶν δύο πιστωτικῶν τούτων ἐγγράφων. Νομίζω ὅτι φορολογοῦντες ἐπὶ ὡρισμένῃ τινὶ βάσει τὰ συναλλάγματα, δὲν πρέπει ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει νὰ φορολογῶμεν καὶ τὰς ἐπιταγάς. Ἐκτὸς τῆς δικαιολογικῆς ταύτης βάσεως, εἶπον ὅτι ὑπάρχει καὶ ταμιευτικὸν συμφέρον, διότι φορολογοῦντες τὰς ἐπιταγὰς ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ καὶ τὰ συναλλάγματα, ἐξαναγκάζομεν καὶ τοὺς τραπεζίτας καὶ τοὺς ἰδιώτας, τοὺς ποιουμένους χρῆσιν ἐπιταγῶν, νὰ ὑπεκφεύγωσι τὴν πληρωμὴν τοῦ τέλους, ὑπεκφεύγουσι δὲ αὐτὴν, μὴ ἐκδίδοντες ἐπιταγὰς ὑπαγομένας εἰς φορολογίαν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐπιστολὰς, διὰ τῶν ὁποίων παραγγέλλουσι τὸν ἀνταποκριτήν των, τὸν κατέχοντα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὰ χρήματα τοῦ ἐν Ἑλλάδι κεφαλαιούχου ἢ τραπεζίτου, ἵνα πληρώσῃ εἰς ὡρισμένον πρόσωπον ὡρισμένον ποσόν. Αἱ τοιαῦται δ’ ἐπιστολαὶ δὲν φορολογοῦνται. Ἐκτὸς δὲ τούτου, πλεῖστοι μάλιστα ἰδιῶται, μὴ ὑπαγόμενοι εἰς τὸν ἔλεγχον, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάγονται αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι καὶ αἱ Τράπεζαι, τὰς ἐπιταγὰς τὰς λαμβάνουσι συνήθως ἄνευ χαρτοσήμου καὶ δὲν τρέχουσι κανένα κίνδυνον, διότι ἡ ἐπιταγὴ δὲν κυκλοφορεῖ συνήθως ἐν τῷ τόπῳ, διὰ νὰ κινδυνεύσωσι νὰ φωραθῶσι καὶ ὑποστῶσι τὴν ποινὴν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ὁ νόμος, ἀλλ’ ἀγοραζομένη παρ’ οἱουδήποτε τραπεζιτικοῦ καταστήματος, ἀμέσως ἀποστέλλεται εἰς τὴν Εὐρώπην. Οὕτω δὲ δὲν τρέχουν τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους τρέχει ὁ ἐκδίδων συνάλλαγμα κυκλοφοροῦν ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοὺς δύο τούτους λόγους, τὸν λόγον τῆς ἀπολύτου δικαιοσύνης καὶ τὸν λόγον τοῦ ταμιευτικοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ φορολογίας χαρτοσήμου μεταξὺ τῶν συναλλαγμάτων καὶ τῶν ἐπιταγῶν. Ἡ διαφορὰ αὕτη δὲν θὰ ἦναι νέον τι, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαγάγωμεν ἡμεῖς πρῶτοι ἐδῶ. Αὕτη ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ εὐρωπαϊκὰ Κράτη. Οὐδαμοῦ τῆς Εὐρώπης φορολογοῦσι τὴν ἐπιταγὴν— ἐννοῶ τὴν ἐπιταγὴν ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ—διὰ τοῦ αὐτοῦ τέλους, διὰ τοῦ ὁποίου φορολογεῖται τὸ συνάλλαγμα. Πανταχοῦ, καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ—καὶ ἀναφέρω αὐτὴν, διότι αὕτη εἶναι κυρίως τὸ κέντρον τῶν τραπεζιτικῶν πράξεων καὶ τῆς κινήσεως τῶν κεφαλαίων ὅλου τοῦ κόσμου,—καὶ ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ, αἱ ἐπιταγαὶ φορολογοῦνται κατὰ διάφορον τρόπον. Φορολογοῦνται δὲ συνήθως διὰ τέλους παγίου καὶ οὐχὶ ἀναλογικοῦ, ὅπως φορολογοῦνται τὰ συναλλάγματα. Ἴσως παρ’ ἡμῖν ἤθελεν ἐπέλθει ἐλάττωσις τῆς προσόδου τοῦ Δημοσίου, ἂν ἠθέλομεν παραδεχθῆ τὸ σύστημα τοῦτο τῆς διὰ χαρτοσήμου παγίου φορολογίας τῶν ἐπιταγῶν, ἀλλὰ πρέπει, ὡς εἶπον, καὶ διὰ τὸν δικαιολογικὸν καὶ διὰ τὸν ταμιευτικὸν λόγον, νὰ παραδεχθῶμεν διαφοράν, καὶ διαφορὰν σπουδαίαν, μεταξὺ τῶν δύο διαφόρων εἰδῶν μεταφορᾶς χρημάτων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν θέλω νὰ προτείνω κατὰ τί ποσοστὸν πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡ διαφορὰ αὕτη, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω, ἂν ἡ Κυβέρνησις δέχεται κατ’ ἀρχὴν αὐτήν· τότε εὐκόλως δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὴν ἀναλογίαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῶν συναλλαγμάτων τῶν πληρωτέων μετὰ ὡρισμένην προθεσμίαν καὶ ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν τῶν πληρωτέων εἰς τὴν ἐμφάνισιν αὐτῶν.

§213ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ ἔρχομαι καὶ ἐγὼ νὰ ὑποστηρίξω. Δυστυχῶς ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ δὲν ὑπάρχει ἡ διάκρισις μεταξὺ ἐπιταγῶν καὶ συναλλαγμάτων, καὶ τοῦτο, διότι καθ’ ὃν χρόνον ὁ ἡμέτερος ἐμπορικὸς νόμος μετεφράσθη ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ, οὔτε ἐν τῷ Γαλλικῷ ἐμπορικῷ νόμῳ ὑπῆρχεν ἡ διάκρισις. Ἡ διάκρισις μεταξὺ ἐπιταγῶν καὶ συναλλαγμάτων καθιερώθη ἐν Γαλλίᾳ ἀπὸ τοῦ 1865, ἔκτοτε δὲ ὑπέστη ὑπὸ ἔποψιν φορολογικὴν μεταβολάς τινας ἡ σχετικὴ νομοθεσία, καὶ τὴν σήμερον ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ἐπιταγῶν, αἵτινες θεωροῦνται κυρίως ἐν Γαλλίᾳ ὡς ἀπόδειξις ἐξοφλήσεως, ὑπάρχει διάκρισις αὐτῶν πρὸς τὰς ἐξωτερικὰς ἐπιταγάς. Θέλω ὁμιλήσει καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸ 3ον ἄρθρον. Ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ἐπιταγῶν ἔχει καθιερωθῆ τὸ σταθερὸν τέλος τῶν δέκα λεπτῶν, ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἐπιταγῶν ἔχει καθιερωθῆ τὸ σταθερὸν τέλος εἴκοσι λεπτῶν. Ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει γενικὸν σταθερὸν τέλος καὶ διὰ τὰς ἐσωτερικὰς καὶ διὰ τὰς ἐξωτερικὰς ἐπιταγὰς τὸ δεκάλεπτον. Εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ τὸ Βέλγιον οὐδὲν τέλος ἐπιβάλλεται, διότι ἐκεῖ θεωρεῖται, οὕτως εἰπεῖν, μία διάθεσις τῆς ἰδίας περιουσίας ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐκδίδει τὴν ἐπιταγὴν ταύτην. Εἰς ἄλλα Κράτη ὑπάρχουσι πέντε λεπτὰ ἢ δέκα λεπτὰ, ἀλλὰ πάντοτε σταθερὸν τέλος. Ὡς παρατηρεῖτε, ἐπικρατεῖ ἡ ἀρχὴ τῆς ἐξοφλήσεως τῆς ἀποδείξεως, τῆς ἐξοφλήσεως ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν. Ἦτο φυσικὸν βεβαίως, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν δὲν ἔχει γείνῃ διάκρισις μεταξὺ ἐπιταγῶν καὶ συναλλαγματικῶν, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νὰ θέλῃ νὰ ὑπαγάγῃ αὐτὰ εἰς τὴν ἰδίαν κατηγορίαν καὶ ἑπομένως εἰς τὸ αὐτὸ τέλος.

§214Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ πρώτη παράγραφος εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ νόμου τοῦ 1887.

§215ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἤδη ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάκρισις πανταχοῦ, πρέπει καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ ἐπέλθῃ ἡ διάκρισις αὕτη. Νομίζω δὲ καλὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς ὑπέβαλεν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι παρὼν τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασίν του καὶ ὡς πρὸς τὸ 1ον ἄρθρον καὶ ὡς πρὸς τὸ 3ον, καὶ κατὰ τοῦτο νὰ ἐξομοιωθῶμεν καὶ ἡμεῖς πρὸς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἀντίῤῥησιν, ὡς πρὸς τὴν δικαιοτάτην ταύτην πρότασιν.

§216Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, δὲν εἰσήγαγεν αὐτὴν τὴν ἀφομοίωσιν τῶν συναλλαγμάτων πρὸς τὰς ἐπιταγάς. Τὴν ἀφομοίωσιν κατέστησαν οἱ περὶ χαρτοσήμου νόμοι, οἱ μέχρι τοῦδε. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἄλλον εἶχε σκοπόν. Εἶχε σκοπὸν στηριζόμενον ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, διότι ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ νὰ φορολογῆται ἡ διαφορὰ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος πρὸς τὸ νόμισμα τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Ἀλλ’ ἂν ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν κατ’ οὐσίαν, δὲν μὲ πείθουσιν αἱ παραστάσεις τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης οὐδὲ τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ, ἵνα μεταβάλω γνώμην, ἵνα καταργήσω τὴν μέχρι τοῦδε ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, ἥτις ἀφωμοίωσε τὰς συναλλαγματικὰς μὲ τὰ γραμμάτια εἰς διαταγήν...

§217ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι μὲ τὰ γραμμάτια εἰς διαταγήν· μὲ τὰς ἐπιταγάς.

§218Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ τὰς ἐπιταγάς... Δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐπηρεάζωσι τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ γινόμενα, τὰ ὁποῖα τελευταῖον ἐπεξετάθησαν καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἐκεῖ οὐδεὶς ἔχει χρήματα ἐν τῷ γραφείῳ του, ἔχει καταθέσει αὐτὰ ἐν τῇ Τραπέζῃ, ἔνθα ἔχει ἀντιπρόσωπον, ἔχει δ’ ἓν γραμμάτιον ἐν τῷ θυλακίῳ του, καὶ παραγγέλλει πληρωμάς. Αἱ πληρωμαὶ γίνονται διὰ chèques, διὰ γραμματίου εἰς διαταγήν...

§219ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δι’ ἐπιταγῆς.

§220Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ ἐπιταγῆς... Διὰ τοῦτο βεβαίως ἡ φορολογία εἶναι μικρά. Ἐνταῦθα ὅμως, ἂν θελήσωμεν νὰ κάμωμεν διάκρισιν μεταξὺ συναλλαγματικῶν καὶ γραμματίων εἰς διαταγήν, θέλομεν περιπέσει εἰς τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Πάντες θέλουσι μεταβιβάζει τὰ χρήματά των διὰ τοῦ εἴδους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπόκειται εἰς φορολογίαν· ἑπομένως, ἂν ἠθέλομεν ἀπαλλάξει ἢ μειώσει τὰ τέλη τῶν εἰς διαταγὴν γραμματίων, πάντες θέλουσι μεταβιβάζει τὰ χρήματά των διὰ τοιούτων γραμματίων. Ἐγένετο λόγος, ὅτι πολλοὶ στέλλουσιν ἐντὸς γραμμάτων, δι’ ἐπιστολῆς, καὶ παραγγέλλουσι πληρωμὰς, καὶ τοιουτοτρόπως ἀποφεύγουσι τὴν φορολογίαν· ἀλλὰ τοῦτο γίνεται καὶ νῦν, γνωρίζω μάλιστα, ὅτι καὶ συναλλάγματα ἀποφεύγουσι παρά τισι τὸ τέλος. Ὅταν πρόκειται περὶ παραβάσεως, δὲν πρέπει τις νὰ ἐπικαλῆται τὴν παράβασιν διὰ νὰ ἐλέγξῃ τὸ κῦρος τοῦ νόμου, ἢ νὰ ζητήσῃ τὴν μεταβολήν. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἤθελεν εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία ἤθελε καταλήξει εἰς ἀδικίαν, διότι εἶναι μὲν ἐν τῇ συναλλαγματικῇ καὶ ἡ πρᾶξις τῆς πιστώσεως, ἥτις φορολογεῖται, ἀλλὰ κυρίως φορολογεῖται ἡ μεταφορὰ τῶν χρημάτων, διότι τοῦτο τὸ εἶδος ἐπέστησε περισσότερον τὴν προσοχὴν τοῦ νομοθέτου, ἡ δὲ μεταφορὰ τῶν χρημάτων γίγνεται διὰ τῶν γραμματίων εἰς διαταγήν. Ἑπομένως, ἂν ἤθελέ τις μειώσει τὸ τέλος τῶν γραμματίων εἰς διαταγήν, πρέπει νὰ μειώσῃ καὶ τὸ τέλος τῶν συναλλαγματικῶν, διὰ νὰ ὑπάρχῃ τὸ αὐτό.

§221ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ποιεῖται μίαν μικρὰν σύγχυσιν μεταξὺ τῆς ἁπλῆς ἐπιταγῆς πρὸς πληρωμὴν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἑκάστου Κράτους, καὶ τῆς ἐπιταγῆς ἀπὸ Κράτους εἰς Κράτος. Τὸ παράδειγμα, τὸ λίαν ὀρθὸν, ὅπερ ἀνέφερεν, ὅτι ἐν Εὐρώπῃ τὸ σύστημα τῆς δι’ ἐπιταγῶν κινήσεως χρημάτων ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ καὶ τῶν χρηματικῶν συναλλαγῶν ἐν γένει καὶ πληρωμῶν εἶναι πολὺ πλέον διαδεδομένον, παρὰ παρ’ ἡμῖν, εἶναι ἀληθές. Ἐν Εὐρώπῃ οἱ πλεῖστοι τῶν διατιθέντων κεφάλαια δὲν κρατοῦσιν αὐτὰ ἐν τῷ κιβωτίῳ των ἢ ἐν τῷ θυλακίῳ των, ἀλλὰ καταθέτουσιν αὐτὰ εἰς Τραπέζας, καὶ δι’ ἐπιταγῶν πληρόνουσι συνήθως καὶ τοὺς προμηθευτάς των καὶ τοὺς ἐμπόρους, παρ’ ὧν ἀγοράζουσι, καὶ ἐνίοτε καὶ τοὺς ὑπηρέτας των. Τὸ σύστημα τοῦτο δὲν εἶναι παρ’ ἡμῖν τόσον διαδεδομένον, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ παρ’ ἡμῖν· δὲν πληρόνομεν τοὺς ὑπηρέτας μας καὶ τοὺς προμηθευτάς μας δι’ ἐπιταγῶν, ἀλλ’ ὅσοι διαθέτουσι χρήματα, συνήθως τὰ καταθέτουσιν εἰς τὰς Τραπέζας, καὶ πληρωμὰς σπουδαίας ποιοῦνται δι’ ἐπιταγῶν. Τοῦτο ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία παρ’ ἡμῖν τὸ ἀνεγνώρισε, καὶ τὸ ἐξωμοίωσε καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὴν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία ἰσχύει εἰς ὅλα τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης, διότι καὶ ἐνταῦθα αἱ τοιαῦται ἐπιταγαί, αἱ ἐκδιδόμεναι ἐν τῷ ἐσωτερικῷ παρ’ ἰδιωτῶν ἢ παρὰ τραπεζιτῶν ἐπὶ Τραπεζῶν ἢ τραπεζικῶν καταστημάτων, φορολογοῦνται διὰ σταθερᾶς καὶ παγίας φορολογίας 50 λεπτῶν. Οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ ποσὸν μιᾶς ἐπιταγῆς ἐσωτερικῆς, τὴν ὁποίαν ἰδιώτης ἢ τραπεζίτης ἢ ἔμπορος ἐκδίδει ἐπὶ Τραπέζης ἢ ἐπὶ τραπεζίτου, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ ποσὸν, εἴτε ἑνὸς ἑκατομμυρίου, εἴτε ἑκατὸν δραχμῶν, ἡ ἐπιταγὴ θὰ πληρώσῃ τέλος χαρτοσήμου 50 λεπτῶν. Ὥστε εἰς τοῦτο ἡ νομοθεσία ἡμῶν εἶναι ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ μὲ τὰς παραδεδεγμένας ἀρχὰς εἰς ὅλα τὰ εὐρωπαϊκὰ Κράτη. Ἡ διαφορὰ παρ’ ἡμῖν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐν ἁρμονίᾳ μὲ τὰς πανταχοῦ παραδεδεγμένας ἀρχὰς, εἶναι ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν ἀπὸ Κράτους εἰς Κράτος, ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἐπιταγῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη πολλάκις καὶ διὰ μακρῶν ἐν Εὐρώπῃ καὶ παρὰ τῶν ἐπιστημόνων καὶ παρὰ τῶν δημοσιολόγων. Συνεζητήθη καὶ ἐν ταῖς Βουλαῖς πολλάκις. Οὐδέποτε ἐλύθη ἄλλως πως, παρὰ κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου, ὅτι δηλ. ἡ ἐπιταγὴ δὲν εἶναι πιστωτικὸν ἁπλοῦν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πίστεως τοῦ ἐκδίδοντος χορηγεῖ εἰς αὐτὸν ἓν ὡρισμένον κεφάλαιον ἐπὶ ὡρισμένῃ προθεσμίᾳ, τὸ ὁποῖον οὗτος νέμεται, προσποριζόμενος ὠφελείας, ἀναλόγως τῶν ὁποίων πρέπει νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὸ Δημόσιον δι’ ἀναλογικῆς φορολογίας. Τοῦτο ὑπάρχει, ὡς εἶπον ἤδη, εἰς τὰς συναλλαγματικάς, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς τὰς ἐπιταγάς. Αἱ ἐπιταγαὶ δὲν παρέχουσιν εὐκολίαν πιστωτικὴν εἰς τὸν μεταφέροντα τὰ χρήματά του ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Ἡ ἐπιταγὴ εἶναι ἁπλούστατα ἡ ἀντικατάστασις τῆς μεταφορᾶς διὰ χρηματοδέματος ἀπὸ τοῦ μέρους, ὅπου εὑρίσκονται τὰ χρήματα τοῦ σύροντος τὴν ἐπιταγὴν, εἰς τὸ μέρος, ὅπου οὗτος μένει· εἶναι ὁ εὔκολος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἐν Ἑλλάδι διαμένων τραπεζίτης ἢ ἔμπορος, ὅστις ἔχει χρήματα εἰς Παρισίους ἢ Λονδῖνον, τὰ μεταφέρει ἐνταῦθα. Δὲν ὠφελεῖται τίποτε ἐκ τῆς πίστεώς του, διότι ἡ πίστις του δὲν τῷ παρέχει τὰ χρήματα ταῦτα· τὰ χρήματα αὐτὰ τὰ ἔχει οὗτος κατατεθειμένα ἐν μιᾷ οἱαδήποτε Τραπέζῃ ἐν Εὐρώπῃ, καὶ τὰ μεταφέρει διὰ τῆς ἐπιταγῆς. Δὲν εἶναι ἑπομένως δίκαιον, ἐκεῖνος, ὅστις ὠφελεῖται ἐκ τοῦ προσπορισμοῦ χρημάτων διὰ τῆς πίστεώς του, τὰ ὁποῖα ἐπιτυγχάνει διὰ τοῦ συναλλάγματος τοῦ διμήνου ἢ τοῦ τριμήνου, νὰ πληρόνῃ τὸν ἴδιον ἀναλογικὸν φόρον, τὸν ὁποῖον πληρόνει ὁ δι’ ἐπιταγῆς ἁπλῶς μεταφέρων τὰ χρήματά του ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν συζητεῖται τοὐλάχιστον ἐν Εὐρώπῃ, διότι οὐδαμοῦ θέλετε εὕρει ἐπιταγὴν ἐκδιδομένην ἀπὸ ἑνὸς Κράτους εὐρωπαϊκοῦ εἰς ἄλλο, πληρόνουσαν ἀναλογικὸν τέλος. Ἡ ἐπιταγὴ πληρόνει πανταχοῦ ὡρισμένον πάγιον χαρτόσημον, τὸ συνάλλαγμα ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐκδίδεται ἀπὸ Γαλλίας π. χ. ἐπὶ Ἀγγλίας, πληρόνει ἀναλογικὸν τέλος. Ἂν ἐκδώσῃ συναλλαγματικὴν 100 χιλιάδων φράγκων ὁ Ἄγγλος ἐπὶ Παρισίων, θὰ πληρώσῃ ἀναλογικὸν τέλος ἓν ἐπὶ τοῖς χιλίοις ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος τούτου· ἂν ὅμως ἐκδώσῃ ἐπιταγὴν 100 χιλιάδων φράγκων, δὲν θέλει πληρώσει παρὰ μίαν πένναν. Εἰς ἡμᾶς, ἕνεκα κακῶς ἐννοουμένου ταμιευτικοῦ πνεύματος, παρεγνωρίσθη ἡ θεμελιώδης αὕτη ἰδέα· λέγω δ’ ἕνεκα κακῶς ἐννοουμένου ταμιευτικοῦ πνεύματος, διότι βεβαίως ἡ ἀδικία τοῦ φόρου τούτου καὶ ἡ εὐκολία τῆς μὴ πληρωμῆς αὐτοῦ βλάπτει, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ, τὰ ταμιευτικὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Δὲν δύνασθε νὰ ἐπικρίνητε ἕνα τραπεζίτην, ὁ ὁποῖος ἐν πλήρει δικαιώματι, χωρὶς νὰ ἀπαγορεύηται αὐτῷ παρὰ τοῦ νόμου, δίδει ἐπιστολήν τινα εἰς ὡρισμένον πρόσωπον, ὅπως τὸ πρόσωπον τοῦτο παραλάβῃ ἐν Εὐρώπῃ ὡρισμένον ποσὸν χρημάτων. Τοῦτο πράττων, δὲν παραβιάζει τὸν νόμον, καὶ διὰ τοῦτο συνεχῶς βλέπομεν τοιαύτας μεταφορὰς χρημάτων, βλέπομεν τὰς μεταφορὰς ταύτας ἐνεργουμένας καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου. Δὲν δύνασθε δὲ ἐπίσης νὰ ἐπικρίνητε τοὺς τραπεζίτας, διότι τὰς ἐπιταγὰς, τὰς ὁποίας ἀγοράζουσιν ἐνταῦθα, τὰς λαμβάνουσιν ἄνευ χαρτοσήμου, καὶ τὴν ἰδίαν ἡμέραν, καθ’ ἣν τὰς λαμβάνουσι, τὰς ἀποστέλλουσιν εἰς τὴν Εὐρώπην. Εἶναι ἄδικος τοσοῦτον ἡ φορολογία, ὥστε δικαιολογοῦνται οἱ παραβιάζοντες τὸν νόμον. Ἀλλ’ εἴτε δικαιολογοῦνται εἴτε δὲν δικαιολογοῦνται οὗτοι, ἡμεῖς, σκεπτόμενοι ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι νομοθετοῦντες δὲν πράττομεν ἔργον θεωρητικὸν, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν πρακτικὸν, καὶ πρέπει νὰ φροντίζωμεν, ὅπως αἱ διατάξεις τῶν νόμων στηρίζωνται ἐπὶ τῶν πραγμάτων, καὶ ὅπως, χωρὶς νὰ καταπιέζωσι τὴν κοινωνίαν, ἐξασφαλίζωσι καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Βεβαίως εἶναι κακὸν τὸ λαθρεμπόριον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τὸν κηδόμενον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου νὰ ἀποφεύγῃ τὴν ὑπερβολικὴν αὔξησιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν εἰδῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὐκόλως λαθρεμπορεύονται. Πᾶσα Κυβέρνησις φροντίζει νὰ μὴ αὐξήσῃ ὑπερβολικῶς τὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν εἰδῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἰσέρχονται εὐκόλως εἰς τὸν τόπον, διότι ἄλλως ἐνθαῤῥύνει τὸ λαθρεμπόριον. Οὕτω καὶ ἐνταῦθα, δὲν πρέπει νὰ αὐξάνωμεν ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν τὴν φορολογίαν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν τοὺς θέλοντας νὰ ἀποφύγωσιν αὐτὴν κατὰ τρόπον λίαν εὔκολον καὶ χωρὶς νὰ ὑφίστανται τιμωρίαν τινά. Ἡ διάταξις, ἡ ὁποία σήμερον πρόκειται νὰ ψηφισθῇ, δὲν εἶναι νέα, εἶναι διάταξις ἰσχύουσα, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔρχεται ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς ἀπέδειξε τὸ ἐπιβλαβὲς αὐτῆς εἰς τὰ συμφέροντα καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπωφεληθῶμεν τῆς περιστάσεως ταύτης, ὅπως βελτιώσωμεν αὐτὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ταμιευτικὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀνάγκης, ἵνα διευκολύνωμεν, ὅσῳ τὸ δυνατὸν πλειότερον, τὴν μεταφορὰν τῶν χρημάτων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν, διότι βεβαίως οὕτως ὑπηρετοῦμεν καὶ διευκολύνομεν τὴν εἰσαγωγὴν χρήματος εἰς τὸν τόπον. Στερούμεθα χρυσοῦ, καὶ ἡ ἔλλειψις χρυσοῦ γεννᾷ πολλὰς δυσκολίας εἰς τὴν νομισματικὴν ἡμῶν κυκλοφορίαν καὶ εἰς τὰ ἐν γένει συμφέροντα τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Δημοσίου. Πᾶσα λοιπὸν διάταξις, γεννῶσα τὴν ἐλαχίστην δυσκολίαν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν χρυσοῦ ἐν τῷ τόπῳ, πρέπει νὰ ἀποκρούηται, ἐπειδὴ δὲ καὶ ἡ συζητουμένη διάταξις συντελεῖ εἰς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ γεννᾷ δηλ. θετικὴν δυσκολίαν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν χρυσοῦ ἐν τῷ τόπῳ, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ τὴν διορθώσωμεν. Τρεῖς ἑπομένως λόγοι εἶναι οἱ ἀπαιτοῦντες τὴν διόρθωσιν αὐτῆς, ὁ λόγος ὁ δικαιολογικὸς, ὁ λόγος ὁ ταμιευτικὸς καὶ ὁ λόγος ὁ νομισματικός. Οὐδένα δὲ λόγον εὑρίσκω δικαιολογοῦντα τὴν διατήρησιν τῆς διατάξεως ταύτης, διότι ὁ λόγος ὁ ταμιευτικὸς, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς παραδοχῆς αὐτῆς παρ’ ἡμῶν, ἀπεδείχθη ἀβάσιμος, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι τὸ ἓν δέκατον τῶν ἐπιταγῶν δὲν φορολογεῖται σήμερον. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω, ἐφιστῶν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς διατάξεως ταύτης, διότι ἡ μεταῤῥύθμισις αὐτῆς θὰ ὠφελήσῃ καὶ τὴν χώραν καὶ τὸ Δημόσιον.

§222ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατ’ ἀρχὴν ἀποδέχομαι τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐπέφερον ὡς πρὸς τὴν διαφορὰν μεταξὺ συναλλαγματικῶν καὶ ἐπιταγῶν (chèques) καὶ ἂν ἦτο στιγμὴ νὰ μειώσωμεν τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου, ἐλαττώνοντες κατά τι τοὺς φόρους, ἤθελον συνηγορήσει ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς. Ἀλλὰ μοί φαίνεται ὅτι ὁ ἐξ Ἄρτης κ. συνάδελφος ἔσφαλεν εἰς τὸν σπουδαιότερον λόγον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐβάσισε τὸ ἐπιχείρημά του. Εἶπεν ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐπιταγῶν (chèques) καὶ τῶν συναλλαγμάτων ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι τὰ μὲν φορολογοῦνται, διότι ὁ ἐκδίδων συνάλλαγμα δύο ἢ τριῶν μηνῶν καρποῦται ἐπὶ τὸν χρόνον αὐτοῦ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν, ὠφελούμενος τὸν τόκον, καὶ ἑπομένως δίκαιον νὰ ὑποβάλληται εἰς τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου. Μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ εἶναι ἐσφαλμένον, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Δὲν φορολογεῖται, διότι ὠφελεῖται τὸν τόκον τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἀντὶ τῆς συναλλαγματικῆς τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν. Ἡ βάσις ἡ δικαιολογικὴ εἶναι ἡ συναλλαγή, ἡ ἐμπορικὴ ἐργασία, καὶ δι’ αὐτὸ ὑποβάλλεται εἰς φορολογίαν τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ τῆς συναλλαγῆς...

§223ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί ἐννοεῖτε συναλλαγήν;

§224ΣΚΟΥΖΕΣ. Πρᾶξιν ἐμπορικὴν οἱανδήποτε... Καὶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ἵνα πεισθῆτε, δὲν ἔχετε, παρὰ νὰ συλλογισθῆτε, ὅτι τόσον ἡ συναλλαγματικὴ τριῶν μηνῶν, ὅσον καὶ ἡ τριῶν ἡμερῶν ὄψεως, καὶ αὐτὴ θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν φορολογικὸν ὅρον τοῦ χαρτοσήμου. Ἑπομένως δὲν εἶναι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον εἴπατε· ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος, ὅτι φορολογεῖται πᾶσα πρᾶξις συναλλαγῆς. Καὶ τοσοῦτον εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω, ὥστε καὶ τὰ συμβόλαια τὰ ἑτεροβαρῆ, ὡς π. χ. ἡ δωρεὰ μεταξὺ ζώντων, ὑποβάλλονται εἰς χαρτόσημον. Ὥστε δὲν εἶναι ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν καρποῦταί τις ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας, ἕνεκα τῆς ὁποίας φορολογεῖται. Ὁ λόγος ὁ δικαιολογητικὸς τοῦ νομοθέτου εἶναι, ὅτι ἐννοεῖ πᾶσαν πρᾶξιν ἐμπορικὴν νὰ τὴν ὑποβάλλῃ εἰς χαρτόσημον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ νῦν φορολογοῦνται αἱ ἐπιταγαὶ ὡς τὰ συναλλάγματα, κατὰ τὸν ἀπὸ ἐτῶν ἰσχύοντα νόμον. Ὥστε δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἵτινες εἰσάγομεν τὴν φορολογίαν τῶν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἐπιταγῶν, ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας, ὡς θὰ εἴδατε εἰς ἄλλα ἄρθρα, φέρομεν τροποποιήσεις, διευκολυνούσας τὴν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ κυκλοφορίαν τῶν ἐπιταγῶν. Ὡς δὲ ἐν ἀρχῇ εἶπον, ἂν ἦτο κατάλληλος ἡ στιγμὴ νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν φόρον τῶν συναλαγματικῶν, ἐγὼ ὁ ἴδιος ἤθελον προτείνει τοῦτο, διότι ἀναγνωρίζω τὴν διαφορὰν μεταξὺ ἐπιταγῶν καὶ συναλλαγματικῶν.

§225ΒΟΤΣΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, δὲν εἰσάγει ἤδη φορολογίαν ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν· πρόκειται περὶ τοῦ ἰδίου νόμου τοῦ 1887, ὁ ὁποῖος ἐφορολόγησεν ἐπίσης τὰς συναλλαγματικὰς καὶ τὰ εἰς διαταγὴν γραμμάτια, ὡς καὶ τὰς ἐπιταγὰς ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ· ὁ ἴδιος νόμος ἀντεγράφη καὶ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, προσετέθη δὲ μόνον, ὅτι, ἂν δὲν πρόκειται περὶ δραχμῶν, ἀλλὰ περὶ χρυσοῦ νομίσματος, ἡ φορολογία νὰ γίνεται εἰς χρυσοῦν νόμισμα. Ἀπὸ τοῦ 1887 δὲ, Κύριοι, μέχρι σήμερον οὐδεὶς ἔφερε πρότασιν τροποποιήσεως αὐτοῦ τοῦ νόμου. Ἔχουσι δὲ καὶ ἄδικον οἱ ζητοῦντες ὡς πρὸς τὰς ἐπιταγὰς διάκρισιν, διότι, ἂν θελήσωμεν τοιαύτας τροποποιήσεις νὰ ἐπιφέρωμεν, οὐδὲν πλέον ὄφελος θ’ ἀπολαμβάνῃ τὸ Δημόσιον, διότι οὐδεὶς ἔμπορος θὰ ᾖναι, ὅστις νὰ μὴ συναλλάσσηται δι’ ἐπιταγῶν, νὰ μὴ κάμνῃ τὰς συναλλαγματικὰς ἢ τὰ γραμμάτια ὑπὸ τὸν τύπον τῶν ἐπιταγῶν. Ὅλοι, ὅσοι ἔχουν νὰ λάβουν χρήματα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀντὶ νὰ ἐκδίδουν συναλλαγματικὰς, θὰ ἐκδίδουν ἐπιταγὰς, καὶ οὕτω εἰς οὐδεμίαν θὰ ὑποβάλλωνται φορολογίαν, θὰ συνεννοῶνται δὲ διὰ προηγουμένης ἐπιστολῆς μετ’ ἐκείνου, εἰς βάρος τοῦ ὁποίου θὰ σύρωσι τὰς συναλλαγματικὰς ὑπὸ τὸν τύπον ἐπιταγῶν. Ἂν θελήσωμεν λοιπὸν νὰ κάμωμεν διάκρισιν μεταξὺ ἐπιταγῶν καὶ συναλλαγματικῶν, καὶ ὑποβάλωμεν εἰς ἄλλο χαρτόσημον τὰς μὲν καὶ εἰς ἄλλο χαρτόσημον τὰς δὲ, σᾶς λέγω, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ χρημάτων θὰ γίνεται δι’ ἐπιταγῶν, καὶ τότε τὸ Δημόσιον θὰ ζημιῶται πλεῖστα ὅσα.

§226ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἀπορῶ καὶ μὲ τοὺς δύο ἀξιοτίμους προλαλήσαντας, μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ἐπὶ πολὺ διευθύνει Τράπεζαν, καὶ μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν Πατρῶν, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς πόλιν ἐμπορικήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εὗρε πραγματικῶς, ὅτι εἶναι λογικὸν τὸ νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ ἐπιταγῆς καὶ συναλλάγματος, ἀλλὰ ἐφοβήθη, ὅτι σήμερον ἡ διαφορὰ αὕτη, ἂν γείνῃ δεκτὴ κατ’ ἀρχήν, δύναται νὰ βλάψῃ τὰ ταμιευτικὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, καὶ δὲν τὴν ὑποστηρίζει. Ἀλλὰ καίτοι παραδεχόμενος τὴν διαφορὰν αὐτήν, ἀνέπτυξε θεωρίαν, δι’ ἧς ἤθελε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ἐπιταγῆς καὶ συναλλαγματικῆς.

§227ΣΚΟΥΖΕΣ. Μὲ συγχωρεῖτε!

§228ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴπατε, ὅτι δὲν παραδέχεσθε τὴν διαφορὰν· διὰ νὰ ἀποδείξητε δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ἐπιταγῆς καὶ συναλλαγματικῆς, καὶ ὅτι ἡ αὐτὴ συναλλαγματικὴ πρᾶξις γίνεται καὶ διὰ τοῦ ἑνὸς ἐγγράφου καὶ διὰ τοῦ ἑτέρου, καὶ ὅτι τὴν συναλλαγὴν αὐτὴν φορολογεῖ τὸ Δημόσιον, ἠρωτήσατε: «πῶς θέλετε νὰ φορολογῆτε δι’ ἀναλογικοῦ χαρτοσήμου τὴν συναλλαγματικὴν τὴν πληρωτέαν μετὰ τρεῖς ἡμέρας ὄψεως, καὶ δὲν θέλετε νὰ φορολογῆτε τὴν ἐπιταγὴν τὴν ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει;»

§229ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.

§230ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν παραδεχθῆτε ὡς δικαιολογικὴν βάσιν τὴν ὑφισταμένην διαφορὰν μεταξὺ ἐπιταγῆς καὶ συναλλαγματικῆς, πρέπει νὰ ἦσθε συνεπεῖς.

§231ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶπον, ὅτι ἡ συναλλαγματικὴ δὲν φορολογεῖται χάριν τοῦ τόκου.

§232ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπόν, ἂν φορολογῆται χάριν τῆς μεταφορᾶς τῶν χρημάτων, τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ἐπιταγῆς καὶ συναλλαγματικῆς. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ἐγγράφου· ἐδῶ συζητοῦμεν περὶ τῆς φορολογικῆς βάσεως. Λοιπὸν, ὅταν φορολογῆται ἡ συναλλαγματικὴ διὰ τὸν ἁπλοῦν λόγον, ὅτι περιέχει μεταφορὰν χρημάτων, καὶ ἡ ἐπιταγὴ ἐπίσης, ἕπεται, ὅτι ὑπὸ ἔποψιν φορολογικὴν δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων· καὶ τοῦτο ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχει διαφορὰ μεταξύ των, καὶ διαφορὰ θεμελιώδης, διότι δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ πρᾶξις διὰ τῆς συναλλαγματικῆς, ὁποία εἶναι ἡ διὰ τῆς ἐπιταγῆς. Ἄν δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς νομίζῃ, ὅτι δύναται πᾶς τις νὰ σύρῃ ἐπιταγὴν εἰς Εὐρώπην, χωρὶς νὰ ἔχῃ κατατεθειμένα τὰ χρήματα εἰς μετρητὰ παρὰ τῷ ἀνταποκριτῇ αὐτοῦ, πλανᾶται, διότι οὐδεὶς τραπεζίτης ἐν Εὐρώπῃ θέλει ἐξαγάγει ἐκ τοῦ ταμείου του μετρητὰ χρήματα, ἵνα πληρώσῃ ἐπιταγὴν καὶ χρεώσῃ τὸν ἔμπορον εἰς τρεχούμενον λογαριασμόν. Ἄν δὲ πράξῃ τοῦτο, θὰ τὸν ἐπιφορτίσῃ διὰ τόκου πολὺ ἀνωτέρου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἤθελεν ὑποστῆ, σύρων τρίμηνον συναλλαγματικήν.

§233ΒΟΤΣΗΣ. Ἄν ἔχῃ ἀντίτιμον προϊόντων εἰς χεῖράς του.

§234ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε ἔχει χρήματα πλέον ὁ ἀνταποκριτής του, εἴτε ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῶν προϊόντων, εἴτε ἐκ τῆς ἀποστολῆς συναλλαγματικῆς, συρομένης ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἐκτοκιζομένης.

§235ΒΟΤΣΗΣ. Τότε εἶναι περίπτωσις ἐπιταγῆς.

§236ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐν Ἑλλάδι σύρουν συναλλάγματα ἐπὶ τῇ βάσει ἀποσταλέντων προϊόντων, ἢ ἐπιταγὰς ἐπὶ τῇ βάσει πωληθέντων ἤδη προϊόντων. Ὁ ἔμπορος σύρει τρίμηνον συνάλλαγμα ἢ δίμηνον, ἢ καὶ ἐννεάμηνον ἐνίοτε, ὅπερ πληρόνεται μετὰ τὴν πώλησιν τοῦ ἀποσταλέντος ἐμπορεύματος. Δύναται δὲ νὰ στείλῃ τὸ τοιοῦτον συνάλλαγμα, εἴτε μόνον αὐτὸ, ἄν ὁ ἀνταποκριτής του ἔχῃ εἰς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην, ἢ συνοδευόμενον μετὰ τῆς φορτωτικῆς, ἄν δὲν ἔχῃ τοιαύτην, ὁ δὲ ἀνταποκριτής του, ἐκτοκίζων αὐτὸ, τῷ ἐπιτρέπει νὰ σύρῃ ἐπιταγήν. Ἡ διαφορὰ δὲ μεταξὺ ἐπιταγῆς καὶ συναλλαγματικῆς εἶναι, ὅτι ἡ ἐπιταγὴ σύρεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πληρωμῆς ἐκ χρημάτων, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται παρὰ τῷ ἀνταποκριτῇ τοῦ ἐν Ἑλλάδι ἐμπόρου ἢ τραπεζίτου. Ὅταν ἔχῃ τὰ χρήματά του ἕτοιμα ἐν Εὐρώπῃ, σύρει ἐπιταγήν. Ὅταν ὅμως πρόκειται νὰ ἔχῃ αὐτὰ μετὰ τὴν πώλησιν τοῦ ἐμπορεύματος, θὰ σύρῃ τρίμηνον συνάλλαγμα, ὅπερ θ’ ἀνανεώσῃ, ἄν δὲν πωληθῇ ἐγκαίρως τὸ ἐμπόρευμά του. Συνήθως εἰς τὴν καλὴν ἐποχὴν ἐγίνετο καὶ παρ’ ἡμῖν, ἃς εὐχηθῶμεν δὲ νὰ γείνῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον, τὸ ἑξῆς. Οἱ τραπεζῖται καὶ οἱ ἔμποροι ἔχουσι πιστώσεις ἐν Εὐρώπῃ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων σύρουσι τρίμηνα συναλλάγματα, εἰς τὴν λῆξιν δὲ τῶν τριμήνων συναλλαγμάτων, ἐὰν δὲν ἔχωσι τὰ χρήματα νὰ ἐμβάσωσιν, ἀνανεοῦσιν αὐτὰ, καὶ ἐντεῦθεν γεννᾶται ἡ πιστωτικὴ ἰδιότης καὶ ὁ καθαρὸς πιστωτικὸς χαρακτὴρ τοῦ συναλλάγματος, ὁ ὁποῖος πιστωτικὸς χαρακτὴρ δὲν εἶναι θεωρητικὸς, ἀλλ’ ἐργασία θετικὴ καὶ ἐπωφελής, ἥτις εἰς τοὺς τραπεζίτας καὶ τοὺς ἐμπόρους παρέχει κέρδη. Ἡ ἰδιότης αὕτη τῆς συναλλαγματικῆς, εἰς ἄλλας περιστάσεις—διότι σήμερον δυστυχῶς περιωρίσθη τοῦτο σχεδὸν μέχρις ἐξαλείψεως, ἕνεκα τῶν ἀτυχῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων,— ἐπέτρεπεν εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὰς Τραπέζας νὰ εὑρίσκωσι χρήματα ἐν Εὐρώπῃ, τὰ ὁποῖα ἐπλήρονον δύο ἢ τρία ἢ τὸ πολὺ τέσσαρα τοῖς ἑκατὸν κατ’ ἔτος, καὶ τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποίουν ἐνταῦθα. Τὸ κέρδος δ’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν καὶ παρ’ ἅπασι τοῖς ἔθνεσι παρέχεται ἐκ τῆς συναλλαγματικῆς, φορολογεῖ τὸ Δημόσιον πανταχοῦ διὰ τοῦ ἀναλογικοῦ χαρτοσήμου. Ἡ ἐπιταγὴ ὅμως εἶναι ἁπλῆ μεταφορὰ χρημάτων, καὶ ἡ ἁπλῆ μεταφορὰ χρημάτων δὲν φορολογεῖται ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ φορολογεῖται καὶ ἡ ἄλλη μεταφορὰ χρημάτων, ἡ ὁποία ἐμπεριέχει συνάμα καὶ δάνεια. Καὶ ἠπόρησα, ὅταν ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ δὲν εἶναι ἔμπορος, ἀνήκει εἰς ἐμπορικὴν πόλιν, νὰ μὴ θέλωσι νὰ δώσωσι σημασίαν εἰς τὴν θεμελιώδη καὶ εὐνόητον ταύτην διαφοράν. Τὴν διαφορὰν δὲ ταύτην παρεγνώρισεν ἡ νομοθεσία ἡμῶν τοῦ 1887. Δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅσα εἶπον περὶ τῆς βλάβης καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι ἐκ τῶν ἐπιταγῶν μόλις τὸ ⅒ πιστεύω ὅτι φορολογεῖται ἐν Ἑλλάδι, τὰ δὲ 9|10 δὲν φορολογοῦνται, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου. Ἡ Βουλὴ ὅμως δύναται νὰ ᾖ βεβαία, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν ἐφαρμόζοντες τὸ αὐτὸ σύστημα, θὰ ἔχωμεν τὰς αὐτὰς καταχρήσεις. Γνωρίζω τραπεζιτικὰ καταστήματα ἐκ τῶν πρωτίστων, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε πληρόνουσι χαρτόσημα δι’ ἐπιταγάς. Ὑπάρχουσι μάλιστα παράπονα ἐκ μέρους τῶν Τραπεζῶν, αἱ ὁποῖαι, ὑποκείμεναι εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Δημοσίου, πληρόνουσι χαρτόσημον, ὅτι δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τοὺς ἰδιώτας τραπεζίτας, οἱ ὁποῖοι, ὡς μὴ ὑποκείμενοι εἰς τὸν αὐτὸν ἔλεγχον, δὲν πληρόνουσι χαρτόσημον ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν. Ὑπάρχει συνάμα μία ἀδικία διὰ τὰς Τραπέζας, ἡ ὁποία ἴσως δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἀμέσως, ἀλλὰ πρέπει νὰ μᾶς ἐνδιαφέρῃ ἐμμέσως, διότι ἐκτὸς τῆς βλάβης, ἡ ὁποία ἐπέρχεται εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, αὕτη συντελεῖ καὶ εἰς τὴν μὴ εἰλικρινῆ κυκλοφορίαν τῶν ἐπιταγῶν ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Διὰ ταῦτα, θεωρῶν τὴν τροποποίησιν τῆς διατάξεως ταύτης ἐπιβαλλομένην καὶ ὑπὸ κοινωνικὴν καὶ ὑπὸ ταμιευτικὴν καὶ ὑπὸ νομισματικὴν ἔποψιν, ἐπέμεινα εἰς αὐτὴν καὶ ἔλαβον τρὶς τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομίζῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεχθῇ αὐτὴν, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχει, ἐγὼ ἀρκοῦμαι εἰς τὸ ὅτι ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου.

§237Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ὀλίγον θεωρητικὴ ἡ συζήτησις, διότι, ὡς βλέπω, τὸ ἀποτέλεσμα δὲν θὰ ἐπέλθῃ, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν θεωρεῖ τοῦτο δίκαιον. Ἐν τούτοις πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, διότι τοῦτο πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸ μέλλον. Δὲν βλέπω διαφωνίαν μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν κ. Βουλευτῶν ἐξ Ἄρτης καὶ Λοκρίδος ἢ μόνον ὡς πρὸς τὸ θεωρητικὸν μέρος. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει δίκαιον, διότι δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν, ὅτι εἰς τὰς συναλλαγματικὰς ὑπάρχει μία ἀγοραπωλησία μεθ’ ἑνὸς δανείου διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν χρημάτων, ἐνῷ εἰς τὰς ἐπιταγὰς ὑπάρχει καθαρὰ μεταφορὰ χρημάτων...

§238ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὕτη εἶναι ἡ διαφωνία μας.

§239Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τοῦτο ὑποστηρίζει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.

§240ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.

§241Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλ’ ὑποστηρίζει ὅτι δὲν πρέπει νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τοῦ τόκου, καὶ σᾶς ἀνέφερε...

§242ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐξαίρεσις δὲν ἀποτελεῖ κανόνα.

§243Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λέγω θεωρητικὴν τὴν συζήτησιν, διότι, ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παραδέχεται ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ διάκρισις, τὴν διάκρισιν τὴν ἀναγράφει αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, προκειμένου περὶ τῶν ἐπιταγῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, διὰ τὰς ὁποίας παραδέχεται δεκάλεπτον χαρτόσημον. Ὥστε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντικρούων τὴν πρότασιν κατ’ ἀρχὴν, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον, διότι εἰς τὸ ἄρθρον 3 παραδέχεται τὴν διάκρισιν ταύτην.

§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ἔχει παραδεχθῆ ὁ νόμος.

§245Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι· εἶναι προσθήκη, τὴν ὁποίαν κάμνετε εἰς τὸ ἄρθρον 18, καὶ ἐὰν ἀκόμη τὴν παρελάβετε ἐκ προηγουμένου νόμου.

§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν μετέβαλον τὰς βάσεις τοῦ νόμου τοῦ 1887; μόνον περιωρίσθην, ἵνα ζητήσω νὰ ἐπιβληθῇ τέλος ἐπὶ τῆς διαφορᾶς τῆς ὑπαρχούσης μεταξὺ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος· τὰς βάσεις τοῦ νόμου ἐτήρησα τὰς αὐτάς. Ἐὰν ἤθελον ἀρχίσει νὰ μελετήσω τὸν νόμον, ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ πράξω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς συνεβουλεύσατε, νὰ ἐλαττώσω ἐν πρώτοις τὰ δικαστικὰ τέλη, διότι τοῦτο εἶναι τὸ μέγα προσὸν, ἡ μεγάλη ἀρετὴ τῆς ἀπονομῆς τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης, νὰ ἦναι εὐθηνὴ καὶ βραχυχρόνιος, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι τὰ δικαστικὰ τέλη εἶναι βαρύτατα καὶ καθιστῶσι δυσπρόσιτον τὴν δικαιοσύνην. Ἀλλ’ ἡ ὥρα, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ἡ περίοδος ἡ χρονικὴ, τὴν ὁποίαν διανύομεν, δὲν μοὶ ἐπέτρεπε νὰ προβῶ εἰς τοιοῦτόν τι, καὶ διὰ τοῦτο ἀφῆκα τὰς βάσεις τοῦ νόμου ὡς ἔχουσι. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ πληρόνῃ τὸ αὐτὸ τέλος ὁ μεταφέρων χρήματα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ ὁ μεταφέρων χρήματα εἰς χρυσὸν, καὶ νὰ ὠφελῆται ὁ τελευταῖος οὗτος τὴν διαφοράν.

§247ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο εἶναι λογικὸν καὶ δίκαιον.

§248ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνομολογεῖ τὸ βαρὺ καὶ δυσβάστακτον τῶν τελῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ὑποβάλλεται σήμερον ἡ Ἑλλάς, ἀλλὰ λέγει, κατὰ περίεργον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι: «Ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἕνεκα τῆς καθόλου οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, νὰ προβῶμεν εἰς ἐλαττώσεις τῶν τελῶν τούτων, διὰ τοῦτο ἐπιβάλλομεν αὔξησιν αὐτῶν.»

§249ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιβάλλει καμμίαν αὔξησιν, φορολογεῖ τὸν χρυσὸν διὰ τοῦ χρυσοῦ.

§250ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε δὲν γινώσκετε βεβαίως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκετε· διότι, ὅταν, ἀντὶ νὰ εἰσπράττητε τὰ τέλη εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἰσπράττητε αὐτὰ εἰς χρυσὸν, νομίζω ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ χρυσοῦ καὶ τραπεζικοῦ γραμματίου, ὑπάρχει διαφορὰ 75%.

§251ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανορθοῖ τὸ γινόμενον ἀδίκημα.

§252ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπάρχει λοιπὸν αὔξησις τῆς φορολογίας ἢ ὄχι; Καὶ ἡ αὔξησις αὕτη τῆς φορολογίας δὲν ἐπιπίπτει βεβαίως ἐπὶ τῆς Τραπέζης καὶ τῶν τραπεζιτῶν, δὲν ἐπιπίπτει οὐδ’ ἐπὶ τῶν ἐμπόρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ κάμωσι πληρωμὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ νὰ μεταφέρωσι χρυσόν· θὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τὸν φορολογούμενον λαόν. Ὁ τραπεζίτης θὰ καταλογίζῃ εἰς τὸν ἔμπορον τὸ τέλος κατὰ τὸν ἀνώτερον ὅρον, καὶ ὁ ἔμπορος θὰ φροντίζῃ νὰ καταλογίζῃ τὴν διαφορὰν εἰς τὰ ἐμπορεύματα μὲ τὸ παραπάνω. Ὥστε δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου τινὸς, Κύριοι, ἢ περὶ μιᾶς ἐπιβολῆς νέας φορολογίας, ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι ἐρχόμεθα νὰ τακτοποιήσωμεν τὰς τοιαύτας πληρωμάς. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος ἠπόρησε, πῶς γίνεται νῦν λόγος περὶ τοιαύτης διακρίσεως μεταξὺ συναλλαγματικῆς καὶ ἐπιταγῆς, ἀφοῦ τοιαύτη διάκρισις δὲν ἐγένετο ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1887, ἀφοῦ εἰς οὐδενὸς τὴν κεφαλὴν ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι τοῦδε ἐπῆλθεν, ἵνα ποιήσηται τοιαύτην τροποποίησιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι λόγος οὗτος, ὅπως ἀποκρουσθῇ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζομεν, ὁ αὐτὸς λόγος πρέπει νὰ πείσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν νὰ ἀποῤῥίψῃ ὁλόκληρον τὴν τροπολογίαν τοῦ ὑφισταμένου νόμου, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν νομίζῃ ὅτι, ἐπειδὴ ἀπὸ τοῦ 1887 οὐδέποτε ἐπροτάθη τοιαύτη τροποποίησις τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, διὰ τούτου δύναται ν’ ἀποκρούσῃ τὴν τροπολογίαν τὴν ἰδικήν μας, πρέπει νὰ ἀποκρούσῃ καὶ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς ἐδηλώσαμεν ἐξ ἀρχῆς, ὅτι πρόκειται περὶ τροπολογίας, τὴν ὁποίαν προτείνομεν εἰς τὸν ὑφιστάμενον νόμον, περὶ τροπολογίας, διὰ τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν ζητοῦμεν προνόμιον εὑρεσιτεχνίας. Πρόκειται περὶ μιᾶς διακρίσεως, τὴν ὁποίαν πάντα τὰ ἔθνη, καὶ τὰ πεπολιτισμένα καὶ τὰ ἡμιπολίτιστα καὶ τὰ ἡμιβάρβαρα, ποιοῦνται τὴν σήμερον, μόνον δὲ ἡ Ἑλλὰς, τὸ πρότυπον αὐτὸ Βασίλειον, ἐννοεῖ νὰ μένῃ εἰς αὐτὴν τὴν σύγχυσιν ἀκόμη!

§253ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ Ἀβυσσηνία;

§254ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἡ Ἀβυσσηνία βεβαίως ἐννοεῖ ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ συναλλαγματικῆς καὶ ἐπιταγῆς· μόνον ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ ἐννοήσωμεν τὴν διάκρισιν. Καὶ ἡ διάκρισις, Κύριοι, εἶναι ἁπλουστάτη. Ἡ ἐπιταγὴ εἶναι ἐντολὴ πρὸς πληρωμήν. Ἔχω διαθέσιμον κεφάλαιον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἐκδίδω ἐπιταγὴν πρὸς πληρωμὴν ἢ τοῦ ὅλου ἢ μέρους τοῦ διαθεσίμου αὐτοῦ κεφαλαίου. Ὑπὸ τὴν ἐπιταγὴν κυρίως δύναταί τις νὰ ἐννοήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνόησαν καὶ οἱ Γάλλοι, κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν, ἤτοι ἀπόδειξιν ἐξοφλήσεως. Ὅπως λοιπὸν πᾶσαι αἱ ἀποδείξεις ἐξοφλήσεως, εἰς οἱονδήποτε ποσὸν καὶ ἂν ἀνέρχωνται αὗται, ὑποβάλλονται εἰς σταθερὸν τέλος, οὕτω πως καὶ αἱ ἐπιταγαὶ εἰς ὅλα τὰ Κράτη τὸν κόσμον ὑποβάλλονται εἰς σταθερὸν τέλος· ἐν Γαλλίᾳ εἰς δεκάλεπτον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἢ εἰκοσάλεπτον ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐν Ἰταλίᾳ εἰς πεντάλεπτον, ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς μίαν πένναν, εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ τὸ Βέλγιον εἶναι ὅλως διόλου ἀπηλλαγμέναι παντὸς τέλους. Καὶ ἡ Σερβία καὶ ἡ Ρωμουνία καὶ ἡ Τουρκία καὶ πάντα τὰ Κράτη ἀδιακρίτως τὰς ἐπιταγὰς ὑποβάλλουσιν εἰς σταθερὸν τέλος, διότι διαβλέπουσιν εἰς αὐτὰς κυρίως μίαν ἀπόδειξιν ἐξοφλήσεως. Ἡ συναλλαγματικὴ τοὐναντίον εἶναι τίτλος πιστωτικὸς, καὶ ὡς τοιοῦτος δὲν δύναται, παρὰ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀναλογικὸν τέλος. Εἶναι ὅλως διόλου διάφορον τὸ ἓν τοῦ ἄλλου. Λοιπὸν ἡμεῖς τί ζητοῦμεν, Κύριοι; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς ὅλα τὰ Κράτη, εἰς τὰ πεπολιτισμένα καὶ τὰ ἡμιπολίτιστα, νὰ γείνῃ καὶ παρ’ ἡμῖν, παρ’ ἡμῖν ὅπου ὑπάρχει κατ’ ἐξοχὴν σήμερον ἀνάγκη, ὅτε διατελοῦμεν εἰς αὐτὴν τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν καὶ τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν, νὰ παρέχωμεν ὅλα τὰ μέσα πρὸς διευκόλυνσιν τῆς μεταφορᾶς χρήματος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Ἡ μεταφορὰ τῶν χρημάτων οὐδαμοῦ οὐδέποτε φορολογεῖται. Πρώτην φορὰν ἤκουσα τὴν γνώμην ταύτην, ὑποστηριζομένην παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Φαντασθῆτε, Κύριοι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ θέλητε νὰ ὑπάγητε εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, νὰ συμπαραλάβητε μεθ’ ὑμῶν ὀλίγα ναπολεόνια, τὰ ὁποῖα ἐξηργυρώσατε ἐνταῦθα θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην, ὕστερον ὁ τελωνοφύλαξ νὰ κάμῃ ἔρευναν ἐπὶ τοῦ σώματός σας, καὶ ὅταν εὕρῃ τὰ χρήματα, νὰ σᾶς εἴπῃ: «μεταφέρετε χρήματα, θὰ σᾶς φορολογήσω.» Ἔρχεσθε ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀποκομίζετε χρυσὸν ἐκ τῆς ἐργασίας σας, καὶ ἐνῷ θέλετε νὰ εἰσέλθητε εἰς αὐτὸ τὸ εὐτυχὲς Βασίλειον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ ἕνα τελωνοφύλακα, νὰ κάμῃ ἔρευναν ἐπὶ τοῦ σώματός σας, καὶ αὐτὸν τὸν χρυσὸν, διὰ τὸν ὁποῖον διψᾷ ὁ τόπος καὶ σᾶς περιμένει ὡς εὐεργέτην, νὰ σᾶς εἴπῃ «θὰ τὸν φορολογήσω».

§255ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος αὐτό;

§256ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὕτη εἶναι ἡ θεωρία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Φορολογοῦμεν τὴν μεταφορὰν τῶν χρημάτων, καὶ φορολογία τῆς μεταφορᾶς τῶν χρημάτων οὐδέποτε ἐπιτρέπεται, οὐδὲ ἐφαντάσθη τίς ποτε τοιαύτην μέχρι τοῦδε. Λοιπὸν τίποτε ἄλλο δὲν ζητοῦμεν, παρὰ ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, καὶ ὑπάρχει κατὰ πρωτοφανῆ τρόπον, ἐνῷ αὐτὸ τὴν σήμερον οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ ἀπαντᾷ, νὰ τὸ διορθώσωμεν, νὰ κάμωμεν τὴν διάκρισιν, τὴν ὑφισταμένην εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου μεταξὺ συναλλαγματικῆς καὶ ἐπιταγῆς, διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουσι κατ’ ἐξοχὴν αἱ σημεριναὶ περιστάσεις ἡμῶν. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὅτι ἐπιβάλλουσιν αὐτὴν καὶ ἡ λογικὴ καὶ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον ἡμῶν. Ὑμεῖς, ἐὰν θέλητε, ἐπιμείνατε εἰς τὸ ἄτοπον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐπικρατεῖ, τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον θὰ ᾖναι τόσον πολὺ μεγαλείτερον, ἀφοῦ ἐπέρχεται αὔξησις τῆς φορολογίας διὰ τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς.

§257ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μετὰ τῶν προλαλησάντων. Ἡ διάκρισις μεταξὺ συναλλαγματικῆς καὶ ἐπιταγῆς εἶναι τοιαύτη, ὥστε οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἔπρεπε νὰ συζητῆται, ἂν ἡ μὲν πρώτη πρέπῃ νὰ ὑποβάλληται εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν συναλλαγματικῶν, κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἐπικρατῆσαν ἐν τῷ νόμῳ ἡμῶν, ἡ δὲ ἐπιταγὴ δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποβάλληται ἢ εἰς τὸν φόρον, εἰς ὃν ὑποβάλλονται αἱ ἐξοφλήσεις. Ἡ ἐπιταγὴ δὲν εἶναι συνήθως ἢ ἐξόφλησις χρέους. Ὁ ἔχων χρήματα εἰς χεῖράς τινος ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας, ἐξ ἀντιτίμου ἢ εἰσπράξεων, θέλει ἢ ὅλον τὸ ποσὸν ἢ μέρος τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ νὰ ἀναλάβῃ, ἐκδίδων ἐπιταγὴν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐξαλείφει ἑπομένως ἓν χρέος. Ἀλλ’ ἡ συναλλαγματικὴ εἶναι ὅλως διαφόρου φύσεως. Ἡ συναλλαγματικὴ δημιουργεῖ ἀξίαν, ἐνῷ ἡ ἐπιταγὴ εἶναι ἐξόφλησις ἀξίας, διάλυσις δοσοληψίας μεταξὺ ὀφειλέτου πρὸς δανειστὴν, ἀξίας, ἥτις πιθανώτατα ἐφορολογήθη ἤδη. Τοὐναντίον ἡ συναλλαγματικὴ ὑποθέτει ἐμπορικὴν πρᾶξιν, ἧς τὸ ἀντίτιμον παριστᾷ. Ἡ ἀξία, ἣν παριστᾷ καὶ ἐφ’ ὅσον χρόνον τὴν παριστᾷ ἡ συναλλαγματικὴ, εἴτε ἐπὶ 3 μῆνας, εἴτε ἐπὶ 30 ἡμέρας, εἶναι ἀξία ἔχουσα τὴν αὐτὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ τὸ ἐμπόρευμα, οὗτινος τὴν ἀξίαν παριστᾷ καὶ μεταβιβάζει. Τὴν συναλλαγματικὴν αὐτὴν λαμβάνοντες εἰς χεῖρας καὶ προσθέτοντες τὴν ὑπογραφήν σας, δύνασθε, παρουσιαζόμενοι εἰς οἰανδήποτε Τράπεζαν ἢ τραπεζίτην, νὰ τὴν προεξοφλήσητε καὶ λάβητε τὸ ἀντίτιμον. Ἐπίσης ὁ λαβὼν τὴν συναλλαγματικὴν, θέτων τὴν ὑπογραφήν του, δύναται νὰ τὴν μεταβιβάσῃ εἰς ἄλλον καὶ λάβῃ τὸ ἀντίτιμον, καὶ οὕτω καθεξῆς, μέχρι τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας καὶ τῆς ἐξοφλήσεως τῆς συναλλαγματικῆς. Ἡ συναλλαγματικὴ κυκλοφορεῖ τὴν ἀξίαν μιᾶς ἐμπορικῆς πράξεως, ἡ ἐπιταγὴ δὲν κυκλοφορεῖ τὴν ἀξίαν ἐμπορικῆς πράξεως, ἀλλ’ ἐπαναφέρει τὰ κεφάλαια εἰς τὸν κύριον, εἰς τὸν δικαιοῦχον αὐτῶν. Φορολογοῦντες τὴν συναλλαγματικήν, φορολογεῖτε τὰς ἐμπορικὰς πράξεις, φορολογοῦντες τὰς ἐπιταγάς, φορολογεῖτε ἁπλῶς τὰ χρηματικὰ κεφάλαια καὶ τὰ φορολογεῖτε οὐχὶ ἐν τῇ ἐμπορικῇ αὐτῶν ἐργασίᾳ, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐν τῇ μετακινήσει ἀπὸ τοῦ κατέχοντος αὐτὰ πρὸς τὸν δικαιοῦχον. Ἐπειδὴ ὁ νόμος ὑποθέτει ὅτι πᾶσα ἐμπορικὴ πρᾶξις γίνεται ἐπὶ κέρδει καὶ καταλείπει κέρδος, φορολογεῖ τὴν συναλλαγματικήν, ἥτις ἀντιπροσωπεύει ἐμπορικὴν πρᾶξιν. Ἡ πρόληψις τοῦ νόμου εἶναι μᾶλλον ἢ ἧττον εὔλογος. Δὲν πρέπει ὅμως τὴν αὐτὴν ἀρχὴν καὶ ἑπομένως τὸν αὐτὸν φόρον τὸν ἀναλογικὸν νὰ ἀπαιτῶμεν καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιταγήν, διότι ἡ ἐπιταγή, εἴτε ἐν τῷ ἐσωτερικῷ πρόκειται νὰ ἐξοφλήσῃ ἓν χρέος, εἴτε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, εἶναι τῶν ἰδίων ἡμῶν χρημάτων ἡ μεταφορά, καὶ οὐδόλως ἀντιπροσωπεύει ἐμπορικὴν πρᾶξιν. Ἡ ἐξόφλησις δοσοληψίας μεταξὺ ὀφειλέτου καὶ δανειστοῦ, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ πρὸς ὃν ἀπευθύνεται ἡ ἐπιταγή, δὲν εἶναι ἐμπορικὴ πρᾶξις. Ἡ ἀναλογία τῶν δύο περιπτώσεων εἶναι ἀδύνατος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δίκαιον εἶναι, καίτοι ὑπάρχει ὁ νόμος τοῦ 1887, ὁ ὁποῖος πραγματικῶς καθιέρωσεν αὐτὴν σύγχυσιν, δίκαιον εἶναι τὴν σύγχυσιν ταύτην νὰ ἄρωμεν, πράττοντες καὶ ἡμεῖς ὅ,τι ἔπραξαν καὶ πράττουσιν ὅλα τὰ ἔθνη ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν, δηλ. μὴ ἐξομοιοῦντες αὐτὰς πρὸς τὰς συναλλαγματικάς, οὐδὲ φορολογοῦντες ἐξ ἴσου.

§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ κ. Ἐμπειρίκου ἀπόντος, νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς τροπολογίας του.

§259ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Προστίθεται εἰς τὸ εἰρημένον 15 ἄρθρον τοῦ ἄνω μνημονευθέντος νόμου καὶ παράγραφος δεκάτη, ἡ ἑπομένη: «Αἱ ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν, ἢ τραπεζομεσιτικῶν γραφείων ἐκδιδόμεναι ἀποδείξεις, δηλοῦσαι τὴν πώλησιν ὁμολογιῶν οἱωνδήποτε, τοῦ τέλους ὑπολογιζομένου ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ ποσοῦ τῶν πωλουμένων ὁμολογιῶν, καὶ καταβαλλομένου εἰς τὸ εἶδος τῶν ἐν αὐταῖς μνημονευομένων νομισμάτων.»

§261ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον ὑπάρχει αὔξησις φορολογίας, ἥτις ἔχει τὴν δικαιολογητικήν της βάσιν ἴσως, ἥτις ὅμως βεβαίως δὲν ἔχει τὴν πολιτικὴν βάσιν της· διότι, ἐὰν παραδεχώμεθα ὅτι ὁ τόπος οὗτος φορολογεῖται βαρέως, δὲν ἔπρεπεν ἄνευ τοὐλάχιστον ἀντισηκώματός τινος νὰ παραδεχθῶμεν καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ ἄρθρου 1. Ἀλλ’ ἂν αὕτη ἔχῃ δικαιολογητικὴν βάσιν, ἡ φορολογία ὅμως, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ ἄρθρον 2, οὐδεμίαν, νομίζω, ἔχει δικαιολογητικὴν βάσιν. Αἱ ὁμολογίαι, τὰς ὁποίας ζητεῖ νὰ φορολογήσῃ, φορολογοῦνται ἤδη διὰ χαρτοσήμου, ὅταν αὗται κατασκευάζωνται, φορολογοῦνται δὲ καὶ διὰ τοῦ ἀναλογικοῦ φόρου, ὅστις πληρόνεται ἐπὶ τῶν τοκομεριδίων αὐτῶν. Ἐπιπροσθέτως εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην ἔρχεται τὸ ἄρθρον 2, ὡσεὶ ἐπρόκειτο νὰ νομοθετήσωμεν περὶ εὐτυχοῦς καὶ πλουσίας τινὸς ἀγορᾶς, καὶ ἐπιβάλλει νέον φόρον, ἀρκετὰ βαρὺν, ἐκ 50 λεπτῶν ἐπὶ ἑκάστης πωλουμένης ὁμολογίας οἱασδήποτε ἀξίας.

§262Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. «Ὁμολογιῶν οἱωνδήποτε» λέγει. Ἀλλὰ ἐννοεῖ καὶ τὰς μετοχάς;

§263ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἐννοῇ καὶ τὰς μετοχάς. Ὁμολογίαι δὲν εἶναι μετοχαί. Ἀλλ’ ἐὰν ἐννοῇ καὶ τὰς μετοχάς, τότε ἡ παρατήρησίς μου εἶναι ἔτι ἰσχυροτέρα. Καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀναφέρονται καὶ αἱ μετοχαί, ἀλλὰ δὲν ἀναφέρονται. Ὁ φόρος οὗτος ἐπὶ ὁμολογιῶν ἀξίας 100 δραχμῶν, ὑποθέσωμεν, καὶ αἱ ὁποῖαι ἴσως πωλοῦνται κάτω τῶν 100 δραχ. σήμερον, ὑπερβαίνει τὸ ½% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου, καὶ τοῦτο ἐπανειλημμένως καὶ ὁσάκις ὁμολογία τοιαύτη πωλῆται ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ. Ὁσάκις τις ἔχῃ ὁμολογίαν οἱανδήποτε, εἴτε τοῦ Δημοσίου, εἴτε Τραπέζης τινὸς, εἴτε Σιδηροδρόμου, εἴτε οἱασδήποτε ἄλλης ἐπιχειρήσεως, καὶ θέλει νὰ πωλήσῃ αὐτὴν, θὰ πληρόνῃ 50 λεπτὰ φόρον διὰ τῆς ἀποδείξεως, τὴν ὁποίαν ὁ πωλῶν μεσίτης ἢ τραπεζίτης θέλει παρουσιάσει εἰς τὸν ἀγοραστήν. Ἐὰν δὲ δεκάκις πωληθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους ἡ ὁμολογία, δεκάκις θὰ πληρώσῃ τὸν φόρον. Ἡ ἰδέα τῆς φορολογίας τῶν χρεωγράφων, τῶν πωλουμένων ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις, εἶναι ἰδέα, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται τελευταῖον εἰς τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης, ἐφαρμόζεται δὲ ὑπὸ τὸ πνεῦμα, δύναμαι νὰ εἴπω, τὸ ῥιζοσπαστικὸν, ἵνα μὴ εἴπω τὸ κοινωνιστικόν. Εἶναι ἐχθρικὴ τις πρᾶξις τῶν ῥιζοσπαστῶν κατὰ τῶν κινητῶν κεφαλαίων. Ἀλλ’ ἐφαρμόζεται ποῦ; εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως ἔχουσι μεγάλα πλούτη. Δύο δὲ εἶναι τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα τελευταῖον ἐφήρμοσαν αὐτὴν, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Γερμανία. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἤρχισαν νὰ αἰσθάνωνται μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοιούτου φόρου τὰ δυσάρεστα ἀποτελέσματα αὐτοῦ, διότι κατὰ στατιστικὰς ἀναμφισβητήτους ἀποδεικνύεται ὅτι κατ’ ἔτος τουλάχιστον 10% ἐλάττωσις ἐπῆλθεν ἐπὶ τῆς κινήσεως τῶν κεφαλαίων τῶν δύο τούτων Κρατῶν πρὸς ὄφελος τῆς κινήσεως τῶν κεφαλαίων ἐν Ἀγγλίᾳ, ἥτις τείνει νὰ ἀποῤῥοφήσῃ, ἐν ᾧ συνεκέντρωνεν ἁπλῶς, τὸ ὅλον τῆς παγκοσμίου κινήσεως τοῦ κεφαλαίου. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι τὰ Κράτη ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶπον ἐκ τίνων ἰδεῶν ἐμπνεόμενα παρεδέχθησαν τὴν ἀρχὴν ταύτην, τάχιστα θὰ τὴν καταργήσουν. Ἡμεῖς ὅμως ἐδῶ εὑρισκόμεθα ἀπέναντι μιᾶς δυστυχεστάτης καταστάσεως χρηματιστικῆς. Ἡμεῖς ἔχομεν τοὺς κατόχους τῶν διαφόρων χρεωγράφων εἰς κατάστασιν, δὲν θέλω νὰ εἴπω πτωχεύσεως, ἀλλὰ μεγίστης στενοχωρίας. Ἡ κατάστασις δ’ αὕτη τῆς μεγίστης στενοχωρίας εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐφαρμογῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἥτις ἐπτώχευσε τὸ Κράτος, καὶ μετὰ τοῦ Κράτους ἐπτώχευσε καὶ τὰς πλείστας τῶν τοπικῶν ἐπιχειρήσεων. Ἐν ᾧ δ’ αἱ ἐπιχειρήσεις ἡμῶν εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην στενοχωρίαν, ἐν ᾧ εὑρίσκονται σχεδὸν εἰς κατάπτωσιν, ἐρχόμεθα σήμερον νὰ ἐπιβάλωμεν ἐπ’ αὐτῶν ἕνα νέον φόρον, ἵνα χάριν εἰσπράξεως ἀσημάντου ποσοῦ, παρακωλύσωμεν τὴν κυκλοφορίαν καὶ τὰς συναλλαγὰς ἐπὶ τῶν χρεωγράφων των καὶ καταστήσωμεν τοὺς ἀτυχεῖς κατόχους τῶν χρεωγράφων τούτων ἔτι μᾶλλον ἀτυχεστέρους. Νομίζω ὅτι ὑπὸ οὐδεμίαν ἔποψιν, μήτε ταμιευτικὴν, μήτε κοινωνικὴν, δικαιολογεῖται ἡ φορολογικὴ αὕτη αὔξησις. Συνιστῶ δὲ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ πιστεύσωσιν, ὅτι ὁ τόπος αὐτὸς εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην εὐτυχίαν, ὥστε πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν πάλιν, ἀναζητοῦντες πῶς θὰ εὕρωμεν τρόπον αὐξήσεως τῆς φορολογίας ἡμῶν. Εἴχομεν ἄλλοτε μίαν δικαιολογίαν, ἡ ὁποία δὲν ἦτο βάσιμος, ὅτι πρόκειται νὰ σώσωμεν τὴν χώραν ἐκ τῆς πτωχεύσεως καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ τὴν φορολογήσωμεν, ὁπουδήποτε καὶ ὁπωσδήποτε δυνάμεθα. Ἦτο ἐσφαλμένη καὶ τότε ἡ ἰδέα αὕτη, καὶ δὲν ἐσώσαμεν μήτε τὴν χώραν μήτε τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς πτωχεύσεως, ἐπιέσαμεν ὅμως αὐτὴν, καὶ κατεστενοχωρήσαμεν τὴν παραγωγικὴν αὐτῆς δρᾶσιν. Σήμερον, ὅτε δὲν ἔχομεν πλέον τὴν αὐτὴν δικαιολογίαν, σήμερον ὅτε δ’ ἄλλων οἰκονομικῶν μέτρων καὶ δι’ ἄλλης οἰκονομικῆς πορείας ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀνασηκώσωμεν τὸν τόπον ἐκ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, δὲν πρέπει νὰ βαδίσωμεν τὴν αὐτὴν ὁδὸν τῆς ἐπιτάσεως τῆς φορολογίας ἡμῶν, ἥτις ἀναφαίνεται ἐν μικρῷ μὲν, ἀλλὰ ἐνδεικτικῶς ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἰδιαιτέρως δὲ ἐν τῷ ἄρθρῳ 2. Noμίζω ἑπομένως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου τούτου.

§264Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ὑπὲρ τῆς προτεινομένης φορολογίας, καὶ νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται σήμερον νὰ ἐπιβάλωμεν αὐτὸν τὸν φόρον. Τὸ παράπονόν μου εἶναι ἄλλο, ὅτι, ἐνῷ ἔρχεται αὐτὸ τὸ βάρος, δὲν ἔρχεται μία ἀνακούφισις. Ἐννοῶ νὰ ἐπιβληθῇ αὐτὸς ὁ φόρος, καὶ κατ’ ἀρχὴν τὸν θεωρῶ πολὺ δίκαιον, ἀλλὰ τὸν θεωρῶ ὀλίγον βαρὺν ὡς πρὸς τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται, διότι ἐπιβάλεται 1 ἐπὶ τοῖς χιλίοις εἶναι πολύ...

§265ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι 50 λεπτὰ καὶ μέχρι 500 δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ μέχρις 100.

§266ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀναλογικὸς φόρος.

§267ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι διόλου ἀναλογικὸς, ἀλλὰ πάγιος· τὸ ἀναλογικὸν τοῦ φόρου τούτου εἶναι φαινομενικὸν, διότι αἱ ὁμολογίαι συνήθως φέρουσι κεφάλαιον ὀνομαστικὸν 500 δραχμῶν κατ’ ἀνώτατον ὅρον· σπάνιαί εἰσιν αἱ ὁμολογίαι, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζουσι κεφάλαιον 1000 δραχμῶν, συνηθέστεραι δὲ αἱ ὁμολογίαι, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζουσι κεφάλαιον 100 καὶ 200 δραχμῶν, αὗται δὲ δὲν θὰ φορολογηθοῦν ἀναλογικῶς διὰ 10 ἢ 20 λεπτῶν, ἀλλὰ παγίως διὰ 50 λεπτῶν.

§268Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶμαι, λέγω, ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἔλθῃ ἓν ἀντισήκωμα, καὶ τοιοῦτον ἀντισήκωμα θὰ ἦτο βεβαίως ἐπὶ τῶν εἰρηνοδικειακῶν ὑποθέσεων, περὶ ὧν εἶναι, πιστεύω, καιρὸς νὰ ληφθῇ πρόνοια τέλος πάντων. Καλὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἀλλ’ ἂς λάβωσι καὶ οἱ πολῖται ἓν ἀντάλλαγμα. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἐψηφίσθη, νομίζω, κατὰ τὸ 1892, καὶ ὁ φόρος ἐν Γαλλίᾳ εἶναι μικρότερος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι ½ τοῖς χιλίοις. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ φέρω ὡρισμένως τὴν πληροφορίαν αὐτήν. Εἰς τὴν Αὐστρίαν ἐπεβλήθη διὰ τοῦ νόμου τῆς 18 Ἰουλίου 1892 ἡ χαρτοσήμανσις τῶν ἀλλοδαπῶν χρεωγράφων καὶ τῶν μετοχῶν ἑταιριῶν. Ἐκεῖ, βλέπετε, ὑπάρχει ὁ ἑξῆς δικαιολογητικὸς σκοπὸς, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ χαρτοσήμανσις αὕτη εἰς τὰ χρεώγραφα καὶ τὰς μετοχὰς καὶ ἐπὶ τῶν μετοχῶν τῶν ἑταιριῶν, ἵνα ἐνισχυθῶσι τὰ χρεώγραφα τὰ ἐθνικὰ τῆς Αὐτρίας καὶ αἱ μετοχαὶ τῶν ἑταιριῶν. Ὥστε κατ’ ἀρχὴν δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι κακῶς διατετυπωμένον τὸ νομοσχέδιον. Πρῶτον διότι, ὡς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης παρετήρησε, δὲν ἐξηγεῖ, ἐὰν ἐννοῇ νὰ περιορίσῃ τὴν φορολογίαν μόνον εἰς τὰς ὁμολογίας...

§269Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι εἰς μετοχὰς, ὁμολογίας ἐννοεῖ.

§270Ν. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Obligations, ὡς ἔχει ὁ σιδηρόδρομος Πελοποννήσου, ἡ Τράπεζα τὰς λαχειοφόρους.

§271ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τοῦ Δημοσίου;

§272Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.

§273Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰς ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ ποσοῦ τῶν πωλουμένων ὁμολογιῶν. Ἐδῶ θὰ ὑπάρχῃ μία ἀδικία. Φαντασθῆτε ὁμολογίαν, ἔχουσαν ἀρχικὴν ἀξίαν 500 δραχμῶν, καὶ ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ τιμᾶται μόνον 100 δραχμάς. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑπενθυμίζω καὶ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον πρὸ μικροῦ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διορθωθῇ ἡ διάταξις, διότι δὲν τροποποιεῖται μόνον τὸ ἄρθρον 15 τοῦ μνημονευθέντος νόμου, ἀλλὰ καὶ τοῦ μεταγενεστέρου, τοῦ νόμου τοῦ 1889.

§274Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· νὰ τεθῇ «τοῦ νόμου ᾼΧΚΕʹ, ὡς συνεπληρώθη διὰ τοῦ νόμου ᾼΨϞΒʹ τῆς 29 Δεκεμβρίου 1889».

§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3.

§276ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ αὐτοῦ νόμου ἀντικαθίστανται διὰ τῶν ἑπομένων. «Εἰς τέλος δεκάλεπτον ὑποβάλλεται κατ’ ἐξαίρεσιν πᾶς λογαριασμὸς ἢ ἀπόδειξις, ἐκδιδόμενος ὑπὸ ἐμπορικῶν ἢ βιομηχανικῶν καταστημάτων ἢ ἑταιριῶν ἢ οἱουδήποτε ἐπιτηδευματίου πρὸς ἐξόφλησιν μὴ ἐμπορικῆς ὀφειλῆς. Εἰς τὸ αὐτὸ τέλος ὑπόκεινται, ἄνευ διακρίσεως ποσοῦ: αʹ) αἱ δι’ ἀτόκους ἐν γένει καταθέσεις ἀποδείξεις τῶν ἐν Ἑλλάδι ἀνωνύμων ἑταιριῶν ἢ ἐξ ἐπαγγέλματος τραπεζιτῶν, ἡ ἐπὶ τῶν ἀποδείξεων τούτων γραφομένη ἐξόφλησις δι’ ἀπόδοσιν μέρους ἢ ὅλου τοῦ καταταθέντος ποσοῦ, καὶ αἱ ἐπιταγαὶ ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει (chèques), αἱ πληρωτέαι ἐν Ἑλλάδι, κατά τε τὴν ἔκδοσιν καὶ κατὰ τὴν ἐξόφλησιν αὐτῶν, εἴτε ὑπὸ ἀνωνύμων ἑταιριῶν, εἴτε ἐξ ἐπαγγέλματος τραπεζιτῶν, ἢ καὶ ὑπὸ ἰδιωτῶν ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἀνωτέρω ἐκδιδόμεναι· βʹ) αἱ εἰς τοὺς ἐπιβάτας ἀτμοπλοίων ἢ σιδηροδρομικῶν ἁμαξῶν διδόμεναι ἀποδείξεις πληρωμῆς ἀγωγίου ἢ ναύλου διὰ τὸ ὑπερβάλλον βάρος τῶν κιβωτίων, ἐπίπλων ἢ ἄλλων αὐτῶν πραγμάτων. Εἰς τὸ αὐτὸ τέλος ὑπόκεινται καὶ αἱ δι’ ἐντόκους καταθέσεις ποσοῦ ἐλάσσονος τῶν δραχμῶν χιλίων, ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ καὶ ἄνευ προθεσμίας ἀποδόσεως, ἀποδείξεις τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν καὶ τῶν ἐξ ἐπαγγέλματος τραπεζιτῶν, καὶ ἡ ἐπὶ τῶν ἀποδείξεων τούτων γραφομένη ἐξόφλησις μέρους ἢ ὁλοκλήρου τοῦ κατατεθέντος ποσοῦ.»

§277Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῇ ὀγδόῃ καὶ ἐννάτῃ γραμμῇ τοῦ ἐδαφίου βʹ ὑπάρχει λάθος τυπογραφικόν· ἀντὶ «εἴτε ἐξ ἐπαγγέλματος τραπεζιτῶν, ἢ καὶ ὑπὸ ἰδιωτῶν» πρέπει νὰ τεθῇ «εἴτε ὑπὸ ἐξ ἐπαγγέλματος τραπεζιτῶν, εἴτε καὶ ὑπὸ ἰδιωτῶν».

§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῇ.

§279ΤΡΑΚΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔχομεν φορολογικοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι βαρύτατα φορολογοῦσι τὸν λαὸν, καὶ μάλιστα τὴν κατωτέραν τάξιν, δὲν πρόκειται ὅμως ἤδη νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν νόμων τούτων πάντων, ἀλλὰ ἐπὶ μιᾶς διατάξεως μόνον θὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις. Ὅταν πρόκειται νὰ ἐξοφληθῇ ἓν χρέος, τὸ ὁποῖον ἐδανείσθη τις, διὰ τὸ ὁποῖον, ἐὰν τὸ δάνειον ἔλαβεν οὐχὶ παρὰ Τραπέζης, ἀλλὰ παρ’ ἰδιώτου τοκογλύφου, πληρόνει βαρὺν τόκον, ὁ συμβολαιογράφος δὲν κάμνει τὴν ἐξόφλησιν, ἐὰν δὲν πληρωθῇ καὶ τὸ χαρτόσημον ἐπὶ τοῦ ποσοῦ ὅλων τῶν πληρωθέντων τόκων, οἵτινες, ἐὰν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐγένετο τὸ δάνειον, παρῆλθον 5 ἢ καὶ 10 ἔτη, ἀνέρχονται εἰς ὑπερβολικὸν ποσόν· τὸ χαρτόσημον δὲ αὐτὸ ἀναγκάζεται καὶ τὸ πληρόνει ὁ δυστυχὴς ὁ ὀφειλέτης, διότι ὁ δανειστὴς δὲν δέχεται νὰ τὸ πληρώσῃ. Ἔχω λοιπὸν μίαν τροπολογίαν...

§280Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ τούτου ἐν τῷ ἄρθρῳ.

§281ΤΡΑΚΑΣ. Σχετικὸν εἶναι.

§282Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀτόκου καταθέσεως.

§283ΤΡΑΚΑΣ. Θὰ ἴδητε ὅτι εἶναι πολὺ σχετικόν. Προσθέτω μίαν διάταξιν πέμπτην ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3. (Ἀναγινώσκει αὐτήν).

§284ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅμα εἰς τὸν συμβολαιογράφον προσαχθῶσιν αἱ ἀποδείξεις τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων χαρτοσημασμέναι, δὲν πληρόνεται ὁ φόρος.

§285ΤΡΑΚΑΣ. Ἀλλὰ καὶ αἱ ἀποδείξεις εἶναι ἐπὶ χαρτοσήμου. Ἐγὼ προτείνω νὰ μὴ πληρώνηται διόλου φόρος, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν καὶ ἐνδεχομένας μεγίστας ζημίας εἰς τοὺς πτωχοὺς ὀφειλέτας· διότι, μὴ συναινοῦντος τοῦ δανειστοῦ νὰ πληρώσῃ τὸ τέλος, πολλάκις οἱ ὀφειλέται, μὴ ὄντες εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσωσι τοὺς τόκους, — ὄχι νὰ πληρώσουν καὶ τὸ τέλος διὰ τὴν ἀπόδειξιν — δὲν λαμβάνουν ἀποδείξεις, καὶ δύναται νὰ συμβῇ οἱ κληρονόμοι τοῦ δανειστοῦ νὰ ἀμφισβητήσουν ὅτι ἐπληρώθησαν οἱ τόκοι, καὶ οὕτω νὰ ζημιωθῇ ὁ ὀφειλέτης. Πρέπει λοιπὸν νὰ τακτοποιήσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, ὅπως μὴ καταστρέφωνται συμφέροντα τῶν πολιτῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῶσι τὴν τροπολογίαν μου.

§286Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ τούτου ἐνταῦθα· δὲν μεταβάλλομεν τὸν νόμον ἢ κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐπεκτείνομεν τὴν φορολογίαν καὶ ἐπὶ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος καὶ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου.

§287ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς ὑπέβαλε καὶ τὴν ὁποίαν εὑρίσκω δικαιοτάτην, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὸ Δημόσιον δὲν εἰσπράττει τίποτε· ἡ ὑπάρχουσα διάταξις χρησιμεύει μόνον εἰς τὸ νὰ παρέχῃ ἀφορμὰς εἰς καταχρήσεις, ἔργον δὲ τοῦ νομοθέτου εἶναι, ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἀποφεύγῃ τοιαύτας ἀφορμάς.

§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἄρθρου 3 τίθεται τὸ προηγουμένως ψηφισθὲν «ἄρθρον μόνον» τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου τοῦ 1887», τὸ δὲ ἄρθρον 3 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου γίνεται ἄρθρον 4. (Γίνονται δεκτὰ τὰ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρα 3 καὶ 4, ὡς ἐτροποποιήθησαν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5 τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι 5 καὶ 6 κατὰ τὴν νέαν τάξιν).

§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι 7 κατὰ τὴν νέαν τάξιν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχει τροπολογίαν ὁ κ. Μερλόπουλος, τὴν ἑξῆς.

§290ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ αὐτοῦ νόμου τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Κληρονόμοι καὶ κληροδόχοι κατὰ τὸ ἄρθρον 27, ἤ, ἐν περιπτώσει ἀνικανότητος, οἱ ἐπίτροποι ἢ ἄλλοι νόμιμοι ἀντιπρόσωποι αὐτῶν, προσωπικῶς εὐθυνόμενοι, ὀφείλουσι νὰ ἐπιδώσωσιν εἰς τὸν ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Πρωτοδικείου, εἰς ὃ ὑπάγεται ἡ τελευταία κατοικία ἢ διαμονὴ τοῦ κληρονομουμένου, οἰκονομικὸν ἔφορον, ἐντὸς ἓξ μὲν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐπαγωγῆς τῆς κληρονομίας ἢ κληροδοσίας, ἐὰν ὁ θάνατος τοῦ κληρονομουμένου συνέβη ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, ἢ ἐὰν ὁ κληρονόμος ἢ κληροδόχος κατοικῇ ἐν Ἑλλάδι, ἐντὸς δ’ ἔτους, ὅτε ἢ ὁ θάνατος συνέβη ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἢ οὗτοι διαμένουσιν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ δύο ἐτῶν, ὅτε ἐν Ἀσίᾳ, Ἀφρικῇ, πλὴν τῶν Ἰνδικῶν τῆς Ἀσίας κτήσεων, τῆς Ἀσιατικῆς Τουρκίας καὶ τῆς Αἰγύπτου, τῆς Ἀλγερίας καὶ τῆς Τύνιδος, καὶ Αὐστραλίας, δήλωσιν περιέχουσαν τὴν περιγραφὴν τῶν πραγμάτων τῆς κληρονομίας ἢ τῆς κληροδοσίας, τὴν ἀξίαν ἑκάστου, τὰ χρέη καὶ τὰ βάρη, τὴν πρὸς τὸν ἀποβιώσαντα συγγενικὴν σχέσιν τοῦ δηλοῦντος καὶ διορισμὸν ἀντικλήτου ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Πρωτοδικείου, ἂν κατοικῶσιν ἐκτὸς αὐτῆς. Ἐν ταῖς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 28 προβλεπομέναις περιπτώσεσιν ἁρμόδιος ἔφορος θεωρεῖται ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Ἀττικῆς, εἰς ὃν ἐπιδίδεται ἡ δήλωσις, ἁρμόδιον δὲ Πρωτοδικεῖον τὸ ἐν Ἀθήναις.»

§291ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία ἡ παρ’ ἐμοῦ προβαλλομένη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου δὲν ὑπηγορεύθη ἀπὸ τὴν πρόθεσιν, ἥτις ὑπηγόρευσε τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, οὗ σκοπὸς ἦτο νὰ κανονίσῃ τὴν φορολογίαν τῶν ἐμπορικῶν πράξεων. Ἡ ἰδική μου τροπολογία ὁρμᾶται ἐξ ἄλλης ἀφορμῆς, ἐκ τῆς ἀφορμῆς, ὅπως προστατευθῶσιν οἱ φορολογούμενοι ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ δικαίου, καὶ ἴσως ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου θὰ ἐθεωρεῖτο ἄστοχον τὸ παρέμβλημα τοῦτο εἰς νόμον, ὁ ὁποῖος ἄλλον προέθετο σκοπόν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχομεν, ὅπως, μεριμνῶντες περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν πόρων τοῦ Δημοσίου, μετὰ τῆς αὐτῆς μερίμνης φροντίζωμεν καὶ περὶ τῆς προστασίας τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων τῶν φορολογουμένων. Κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον περὶ χαρτοσήμου, εἰς τὸ ἄρθρον 27 ἀναγράφεται: «Περιουσίαι ὑπερβαίνουσαι τὴν ἀξίαν δραχμῶν δισχιλίων, ἐν Ἑλλάδι κείμεναι καὶ περιερχόμεναι εἴτε κατὰ κληρονομίαν ἐξ ἀδιαθέτου ἢ ἐκ διαθήκης, εἴτε κατὰ κληροδοσίαν, εἴτε ἐκ δωρεᾶς αἰτίᾳ θανάτου εἰς ἡμεδαποὺς ἢ ἀλλοδαποὺς, ἐὰν οὗτοι μὴ ὦσιν ἀπηλλαγμένοι τέλους ὑπὸ τῶν συνθηκῶν, ὑπόκεινται εἰς τέλος χαρτοσήμου.» Μετὰ τοῦτο ἀκολουθεῖ κλῖμαξ φορολογικὴ, ἀναλόγως τῆς συγγενείας τοῦ κληρονόμου πρὸς τὸν κληρονομούμενον. Ἐν ἄρθρῳ δὲ 43 ὁρίζεται: «Κληρονόμος καὶ κληροδόχος κατὰ τὸ ἄρθρον 27, ἤ, ἐν περιπτώσει ἀνικανότητος, οἱ ἐπίτροποι ἢ ἄλλοι νόμιμοι ἀντιπρόσωποι αὐτῶν, προσωπικῶς εὐθυνόμενοι, ὀφείλουσι νὰ ἐπιδώσωσιν εἰς τὸν ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Πρωτοδικείου, εἰς ὃ ὑπάγεται ἡ τελευταία κατοικία ἢ διαμονὴ τοῦ κληρονομουμένου, οἰκονομικὸν ἔφορον, ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἂν συνέβη ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ἢ οὗτοι κατοικοῦσιν ἐν Ἑλλάδι, ἐντὸς δ’ ἔτους, ἂν ὁ θάνατος συνέβη ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἢ οὗτοι διαμένουσιν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, δήλωσιν περιέχουσαν τὴν περιγραφὴν κλπ.» Ἡ τροπολογία ἡ ἰδική μου ἀποβλέπει εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν τῆς φορολογίας ταύτης κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ ἑξάμηνος ἢ ἐνιαυσία προθεσμία πρὸς δήλωσιν δὲν ἄρχεται ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ κληρονομουμένου, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐπαγωγῆς τῆς κληρονομίας ἢ κληροδοσίας. Διότι ὑπέλαβον, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ θεωρῇ ὁ νόμος τρέχουσαν τὴν προθεσμίαν ταύτην προτοῦ ὁ ὑπόχρεως νὰ ἐνεργήσῃ τι λάβῃ γνῶσιν τοῦ γεγονότος τοῦ συνεπάγοντος τὴν ὑποχρέωσιν. Τοῦτο δὲ ἀκριβῶς συμβαίνει ἤδη ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Διότι, ὅπως γνωρίζετε οἱ περὶ τὰ νομικὰ ἀσχολούμενοι, πολλάκις δὲν συμπίπτει ὁ θάνατος τοῦ κληρονομουμένου μὲ τὴν ἐπαγωγὴν τῆς κληρονομίας, ἀλλ’ αὕτη λαμβάνει χώραν ἐνίοτε καὶ μετὰ ἓξ καὶ μετὰ δώδεκα μῆνας ἀπὸ τοῦ θανάτου, ὅτε δὲν εἶναι δίκαιον νὰ καταλογίσωμεν εἰς τὸν κληρονόμον τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν τὰς ποινὰς τοῦ ἄρθρου 27.

§292Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν σας.

§293ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω.

§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μερλοπούλου λαμβάνει τὴν θέσιν ἄρθρου 7. Τὸ δὲ κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε νέαν τάξιν ἄρθρον 7 γίνεται ἤδη ἄρθρον 8. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μερλοπούλου, ὡς ἄρθρον 7, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7 τοῦ νομοσχεδίου, λαβόντα τὴν τάξιν ἄρθρων 8 καὶ 9, καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι 10 κατὰ τὴν νέαν τάξιν (ἀναγινώσκεται).

§296Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνταῦθα προτείνω τὴν ἑξῆς προσθήκην. Μετὰ τὰς λέξεις «συναλλάγματα, γραμμάτια καὶ λοιπὰ ἔγγραφα», τὰς ἐν τῷ ἕκτῳ στίχῳ τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῇ: «ὁριζομένη διὰ Β. Διατάγματος, προκαλουμένου κατὰ μῆνα ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐντὸς τοῦ δευτέρου δεκαημέρου τοῦ ἀμέσως προηγουμένου μηνὸς, ἐπὶ τῷ μέσῳ ὅρῳ τῶν κατὰ τὰ χρηματιστικὰ δελτία διατιμήσεων τῶν πρώτων δέκα ἡμερῶν τοῦ μηνὸς ἐκείνου.»

§297ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ διάταγμα θὰ ἐκδίδηται κατὰ μῆνα;

§298Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος περὶ ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν ἀναγράφει κατὰ τριμηνίαν. Ἀλλὰ ἐπειδὴ αἱ διαφοραὶ τοῦ συναλλάγματος εἶναι κατὰ μῆνα ἀδιάκοποι, καὶ ἐνίοτε ἀπότομοι...

§299ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ διάταγμα πρέπει νὰ ἐκδίδηται ἡμέρας τινὰς πρότερον.

§300Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. θέλει ἐκδίδοσθαι τὸν προηγούμενον μῆνα, ἵνα ἰσχύῃ τὸν ἑπόμενον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 190).

§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 34 § αʹ τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας.

§303ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ διὰ μακρῶν, ἡ ὥρα δὲ εἶναι προκεχωρημένη καὶ εἴμεθα κεκμηκότες. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.

§304Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἑπόμενον.

§305ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐργαζόμεθα ἀπὸ τῆς 3½ μέχρι τῆς 12. Εἶναι, νομίζω, ἀρκετόν.

§306Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μόλις δύο νομοσχέδια ἐψηφίσαμεν.

§307ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι καλὸν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα τῆς διὰ πιέσεως ἐργασίας. Οὕτω δὲν θὰ τελειώσητε ποτέ. Διότι γνωρίζομεν καὶ ἐξ ἄλλων περιστάσεων, ὅτι, ὁσάκις ἡ πλειοψηφία οὕτως ἠθέλησε νὰ διαξαγάγῃ τὰς ἐργασίας, δὲν τὸ κατώρθωσε.

§308Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπιχείρημα, καὶ δύνασθε νὰ θεωρήσητε τὴν πίστωσιν τοῦ κυρίου Σινανιώτου ὡς Σπαρταλικήν. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ λάβῃ ἀφορμὴν ἡ Βουλή, ἵνα μετέλθῃ τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν μετήλθομεν τότε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς πιστώσεως Σπάρταλη. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζομεν ἡμεῖς, εἶναι, ὅτι ὁ ὑπολειπόμενος χρόνος πρὸς ἐργασίαν εἶναι βραχύτατος, καὶ ὅτι πλὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναποφεύκτως πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ὑπάρχουσι νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι φύσεως ἐπειγούσης, καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει καὶ ταῦτα νὰ ψηφισθῶσι πρὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν. Δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ὅσον θέλετε περὶ τῆς ἀναβολῆς, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν θὰ στέρξωμεν εἰς τὴν ἀναβολήν.

§309ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν θέλησίν μας, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἐπιβάλωμεν. Δὲν πρόκειται ἐπίσης νὰ φέρωμεν ἡμεῖς δυσκολίαν εἰς τὸ νὰ ψηφισθῶσι πάντα τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ψηφισθῶσι. Δὲν ἠξεύρω δὲ διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ ἀναμνησθῇ πιστώσεώς τινος, ἡ ὁποία ἐψηφίσθη φέτος,— δὲν ἠξεύρω ἂν καλῶς ἢ κακῶς, κακῶς δὲ κατ’ ἐμὲ,—καὶ παραβάλῃ αὐτὴν μὲ ἄλλην πίστωσιν, ἡ ὁποία ἐχρησίμευσεν ἄλλοτε ὡς ἀφορμὴ εὐρείας συζητήσεως καὶ χάριν τῆς ὁποίας ἐπεβλήθη καὶ πίεσίς τις τῆς πλειοψηφίας ἐπὶ τῆς μειοψηφίας.

§310Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε μίαν ἐξήγησιν; Εἴπετε, ὅτι «ἂν ὑπάρξῃ πίεσις, δὲν θὰ τελειώσητε ποτέ». Διὰ τοῦτο ἀπήντησα.

§311ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω διατὶ ἔχετε τὴν συνήθειαν...

§312Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξ ἀνατροφῆς.

§313ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι... διατὶ ἔχετε τὴν συνήθειαν νὰ ἑρμηνεύητε κἄπως ὑπερβολικῶς τὰς ἰδέας τῶν ἄλλων. Ἐγὼ δὲν ἐσκέφθην κἄν,—καὶ ὁμολογῶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ,—δὲν μοὶ ἦλθεν εἰς τὴν διάνοιάν μου τὸ ζήτημα τοῦ Σπάρταλη, ἀλλὰ μοὶ ἦλθεν εἰς τὴν διάνοιάν μου ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἀπὸ κοινοῦ ἐκάμνομεν, συζητοῦντες πολυειδῆ καὶ διάφορα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐθεωροῦμεν τότε ὡς μὴ λογικὰ καὶ τὰ ὁποῖα ἄλλοι μᾶς ἐπίεζον νὰ ψηφίσωμεν μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἰδέα μου, καὶ τοιοῦτόν τι ὑπηνίχθην. Δὲν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ παράπονον ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας, ὅτι ὑπῆρξεν ἡ παραμικρὰ παρεμβολὴ δυσκολίας εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἀπὸ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν ὑπῆρξε χρονοτριβὴ καὶ ἀπώλεια χρόνου, ἀναμφιβόλως αὕτη δὲν προῆλθεν ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.

§314Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπεβάρυνα κανένα, οὐδ’ ἐνεκάλεσά τινα.

§315ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι, ὅταν θελήσωμεν νὰ καθαρίσωμεν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν ἀφεύκτως, ὡς ἀναγκαῖα, ὁ χρόνος ὁ ὑπολειπόμενος, καίτοι στενός, θέλει ἀρκέσει νὰ τὰ ψηφίσωμεν, ἐνῷ, ἂν θελήσωμεν νὰ πιέσωμεν ἡμᾶς αὐτούς,—δὲν θέλω νὰ εἴπω ἡμᾶς ὅλους—νὰ πιέσωμεν ἡμᾶς αὐτούς, διὰ νὰ κάμωμεν μίαν ὑπερβολικὴν ἐργασίαν ἄνευ τῆς προσηκούσης μελέτης, διότι ἡ μελέτη δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀρκετή, ἐπεκτεινομένη εἰς τὴν σωρείαν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐνώπιόν μας, βεβαίως περισσοτέρα χρονοτριβὴ θὰ ἐπέλθῃ. Ἐργαζόμεθα μέχρι μεσονυκτίου, καὶ ἐὰν τυγχάνῃ εἰς συνεδριάσεις τινὰς αἱ ἐπερωτήσεις ἢ ἄλλα ζητήματα νὰ ἀποῤῥοφῶσιν ὀλίγον χρόνον, εἰς τὰς πλείστας τῶν συνεδριάσεων δὲν συμβαίνει τοῦτο. Χθὲς π. χ. ἠρξάμεθα τῆς ἐργασίας μας τῆς νομοθετικῆς πρὸ τῆς 5ης ὥρας μ. μ. Ἂν συμβαίνῃ, λέγω, ζητήματα ἐξαιρετικὰ νὰ ἀπασχολῶσι τὴν Βουλήν, συνήθως ὅμως ἡ νομοθετικὴ ἐργασία βαδίζει ὁμαλῶς καὶ τακτικῶς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ μεσονύκτιον πρέπει νὰ διακόπτωμεν τὴν συνεδρίασιν.

§316Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρὰ δέκα ἠρχίσαμεν τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων.

§317ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι ἠρχίσαμεν εἰς τὰς 9. Τίς πταίει; διατὶ ἠθέλατε δύο ψηφοφορίας; Ἐὰν ἐγίνετο μία μόνον ψηφοφορία, θὰ ἐκερδίζομεν μίαν ὥραν.

§318ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχε λόγος διὰ τὰς δύο;

§319ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Περὶ κωλυσιεργίας ἐκ μέρους ἡμῶν οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γείνῃ. Βεβαίως ἡμεῖς, ὄχι διότι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην, ἀλλὰ διότι δὲν θέλομεν νὰ μιμηθῶμεν τὸ παράδειγμα ἄλλων προηγουμένων Ἀντιπολιτεύσεων, δὲν ἐννοοῦμεν κωλυσιεργίαν. Ἐννοοῦμεν, καθ’ ὅσον εἰς ἡμᾶς εἶναι τοῦτο ἀνθρωπίνως ἐφικτὸν, νὰ προσερχώμεθα εἰς τὰς συνεδριάσεις καὶ νὰ συμμετέχωμεν τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνώσωμεν καὶ νὰ μελετήσωμεν. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμείνῃ εἰς τὸ σύστημα τῆς ἐπιψηφίσεως δι’ ἁπλῆς ἀναγνώσεως σωρείας νομοσχεδίων, καὶ νομοσχεδίων μάλιστα ἀφορώντων εἰς ῥιζικὰς μεταῤῥυθμίσεις παντὸς κλάδου τῆς Πολιτείας, ἂν νομίζῃ ὅτι οὕτω συντελεῖ εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν κοινῶν, βεβαίως, διαθέτων τοιαύτην πλειονοψηφίαν, οἵαν ἔχει, δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἡμεῖς τὸν διαβεβαιοῦμεν, ὅτι οὐδὲν κώλυμα θέλομεν παράσχει εἰς τοῦτο. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μήλου ἀπέβλεπεν εἰς τοῦτο· προκειμένου νὰ γείνῃ ἀληθὴς συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ἐπέλθῃ οὕτω πως βελτίωσις εἰς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρόκεινται ὑπὸ συζήτησιν, πρέπει βεβαίως νὰ γείνῃ αὕτη ἐν ἀνέσει. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι, ἂν καθ’ ἑκάστην ψηφίζωμεν δύο μόνον νομοσχέδια, βεβαίως δὲν θὰ ἀγάγωμεν εἰς πέρας τὴν ἐργασίαν ἡμῶν. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ὑπάρχωσι πολλὰ Κοινοβούλια τοῦ κόσμου, εἰς τὰ ὁποῖα ἐντὸς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἡμέρας ψηφίζονται νομοσχέδια, ὅπως παρ’ ἡμῖν, ὄχι μόνον τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἤδη ἐψηφίσαμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ τὰ ὁποῖα βεβαίως ἅπτονται πολλῶν καὶ ποικίλων συμφερόντων τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ καὶ ἄλλα νομοσχέδια σπουδαιότατα, ὁποῖα τὸ περὶ ἀστυνομίας, τὸ περὶ μεταλλείων καὶ τόσα ἄλλα. Ἐντὸς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἡμέρας ἐπιψηφίζονται νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰς ἄλλα Κοινοβούλια θὰ ἀπήτουν 2 καὶ 3 καὶ 4 συνεδριάσεις. Λοιπὸν δὲν δύναται νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἀπροθυμίαν εἰς τὴν Βουλήν, ἢ τάσιν πρὸς κωλυσιεργίαν, ὁ κ. Πρωθυπουργός.

§320ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ὅταν τελειώνουν αἱ ἐπερωτήσεις εἰς τὰς 7 καὶ 8, δὲν μένει ὥρα.

§321ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ αἱ ἐπερωτήσεις αὐταὶ προέρχονται ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως. Συνεζητήσαμεν σήμερον ἐπὶ προτάσεως προερχομένης ἐκ συμπολιτευομένου Βουλευτοῦ, ἐπὶ πληροφορίας παρασχεθείσης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἐκείνη ἦτο ἀξία λόγου, καὶ ἔπρεπε νὰ γείνῃ. Καὶ μετὰ ταῦτα εἴχομεν νομοθετικὴν ἐργασίαν ἐπὶ τρεῖς ὥρας ὁλοκλήρους. Τὰ νομοσχέδια, Κύριοι, ὅλα, ὅσα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι δυνατόν, καθ’ ἃ ὑπολογίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσι μέχρι τοῦ Πάσχα. Δὲν λέγω ὅτι θὰ παράσχωμεν ἡμεῖς πρὸς τοῦτο προσκόμματα, ὄχι. Ἐπὶ τῷ συμφέροντι τῆς Πολιτείας ἐπὶ τέλους καὶ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν οὕτω πως τὰ νομοσχέδια αὐτά. Πρέπει νὰ διασωθῶσι τοὐλάχιστον αἱ apparences, ἡ ἐπίφασις ἡ κοινοβουλευτική. Ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν ἐνώπιόν μας μόνον τρεῖς ἑβδομάδας. Κατὰ Σύνταγμα, ἑκάστη βουλευτικὴ σύνοδος δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ ἓξ μῆνας, καὶ μέχρι τοῦδε δὲν διῆλθον ἢ δύο μῆνες, ὑπολείπονται δηλ. ἔτι τέσσαρες μῆνες. Ἔχομεν λοιπὸν ἐνώπιόν μας τεσσάρων μηνῶν διάστημα ἐργασίας.

§322ΒΟΤΣΗΣ. Κατοικεῖτε ἐδῶ πέρα σεῖς, καὶ δι’ αὐτό...

§323ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἂν δὲν κατῴκουν ἐδῶ, θὰ προετίμων μᾶλλον νὰ ὑποβάλω τὴν παραίτησίν μου ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἢ νὰ συντελέσω εἰς τὴν νῦν παρῳδίαν τοῦ πολιτεύματος, καθ’ ἣν παραμένων τις ἐδῶ, ὀφείλει ἀβασανίστως ὅλως νὰ ψηφίζῃ νομοσχέδια 20 καὶ 30 καθ’ ἑκάστην, τὰ ὁποῖα οὐδ’ ἀνέγνω κἄν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τοῦτο ἀντίκειται πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν ἡμῶν αὐτῶν τῶν βουληφόρων τοῦ ἔθνους (Θόρυβος). Μὴ θορυβεῖσθε· αὐτὴ εἶναι ἡ πικρὰ ἀλήθεια. Ἐγὼ σᾶς διαβεβαιῶ καὶ πάλιν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν κανὲν πρόσκομμα νὰ παρεμβάλωμεν. Ἂν θέλετε, μείνατε ἐνταῦθα μέχρι τῆς πρωΐας δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, καὶ ψηφίσατέ τα ὅλα τὰ νομοσχέδια. Ἂν νομίζητε ὅτι τοῦτο συντελεῖ εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν κοινῶν συμφερόντων, εἰς προαγωγὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἀξιώματος, πράξατέ το. Ἂν θέλετε ὅμως νὰ συμπράξωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν συζήτησιν, ὁμολογοῦμεν ὅτι εἰς ἡμᾶς εἶναι ἀδύνατον πέραν τῆς δωδεκάτης νὰ μένωμεν ἐδῶ καὶ νὰ συζητῶμεν, προκειμένου μάλιστα περὶ τοσοῦτον σοβαρῶν νομοσχεδίων, ὁποῖα τὰ ἤδη ψηφισθέντα καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὅσον οὔπω καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν καὶ ψηφίσωμεν, τὰ νομοσχέδια περὶ στρατοῦ καὶ ναυτικοῦ, τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς ἐκκλησίας καὶ τόσα ἄλλα. Καθ’ ἣν ἡμεῖς ἔχομεν γνώμην, τοιαῦτα νομοσχέδια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶνται ἐν μεσονυκτίοις ποθ’ ὥραις. Δύνανται αὐτὰ μόνον ἀσυνειδήτως νὰ ψηφίζωνται, καὶ λέγω «ἀσυνειδήτως» ἐν τῇ ἀρχαίᾳ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως, ἤτοι χωρὶς νὰ ἔχῃ τις ἐπίγνωσιν τῶν ψηφιζομένων. Ἂς μὴ κρυπτώμεθα δὲ, Κύριοι, ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας. Εἶναι αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἐπεκρίνομεν ἡμεῖς, ὅταν προΐστατο τῶν κοινῶν ὁ κύριος Τρικούπης· τὸ σύστημα αὐτὸ ἐφαρμόζεται καὶ νῦν, εἰς πολὺ μάλιστα μεγαλείτερον βαθμόν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδέποτε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Τρικούπη εἶδον νὰ ψηφισθῶσι...

§324Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἰς ὅλα τὰ νομοσχέδια φέρετε τροπολογίας καὶ τὰς συζητοῦμεν.

§325ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τῶν πλείστων νομοσχεδίων, κύριε Ὑπουργὲ, ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν τοῦτο· ἀλλὰ πῶς εἶναι τοῦτο ἀνθρωπίνως δυνατὸν ὑπὸ τὴν παροῦσαν κατάστασιν; Ἐγὼ καυχῶμαι, ὅτι εἶμαι εἷς τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, οἵτινες τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα ἔχουσιν ὡς κύριον καὶ ἀποκλειστικὸν ἔργον· δὲν μετέρχομαι ἄλλο τι ἔργον. Ἐν τούτοις σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ἐνῷ ἔχω ὅλας τὰς ὥρας μου διαθεσίμους χάριν τῶν καθηκόντων μου τούτων, μόλις ἐλάχιστα νομοσχέδια ἠδυνήθην νὰ μελετήσω. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω νῦν, ἐὰν οἱ ἄλλοι κύριοι Βουλευταὶ, οἵτινες ἔχουσι καὶ ἄλλην ἐργασίαν, οἱ ἄλλοι Βουλευταὶ, οἵτινες εἶναι ἠναγκασμένοι χάριν τῶν φίλων των τῶν πολιτικῶν νὰ τρέχωσιν ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα καὶ τὰ διάφορα δημόσια γραφεῖα, ἐὰν αὐτοὶ ἔχωσι καιρὸν, οἱονδήποτε νομοσχέδιον νὰ ἀναγνώσωσιν, ὄχι νὰ μελετήσωσιν, ἀλλὰ νὰ τὸ ἀναγνώσωσι μόνον.

§326ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἡμεῖς νὰ ἀναγνώσωμεν.

§327ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ διακόπτων με Βουλευτὴς προέρχεται ἐξ ἐπαρχίας, ἥτις πρὸ δεκαεξαετίας ἀνῆκεν εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν. Ἐν Τουρκίᾳ ἀπαντῶσι, Κύριοι, τὰ λεγόμενα μεζλίσια, ἤτοι Συμβούλια τῶν διαφόρων διοικήσεων. Περιοδεύων πάλαι ποτὲ ἐγὼ αὐτὴν, ἐπεσκέφθην τὸν καϊμακάμην (διοικητὴν) ἔν τινι πόλει, εὗρον δὲ αὐτὸν καθήμενον ὀκλαδὸν ἐπὶ διβανίου καὶ ἔχοντα ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς του ἀνηρτημένας ἐπὶ τοῦ τοίχου πολλὰς σφραγῖδας. Ἠρώτησα τότε αὐτὸν, εἰς τί ἐχρησίμευον αἱ σφραγῖδες αὗται, καὶ μοὶ ἀπήντησεν ἐν ὅλῃ τῇ ἀφελείᾳ: Αὐταὶ ἀνήκουσιν εἰς τοὺς ἀζάδες (συμβούλους), οἵτινες, μὴ δυνάμενοι νὰ προσέρχωνται τακτικῶς εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Συμβουλίου διὰ τὰς ἰδιαιτέρας ἀσχολίας των, ἔχοντες δ’ ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὸν, τὸν καϊμακάμην, τῷ παρέδωκαν τὰς σφραγῖδάς των, ὅπως οὗτος καταρτίζῃ οἱανδήποτε ἤθελεν ἀπόφασιν ἐν ὀνόματι τοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν σφραγίζῃ μὲ τὰς σφραγῖδας τῶν συμβούλων (ἱλαρότης). Ἰδοὺ τὸ πρότυπον, εἰς ὃ θὰ ἐπεθύμει ἴσως νὰ προαγάγῃ ὁ διακόψας με κ. Βουλευτὴς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον! Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, Κύριοι, θὰ ἦτο περιττὴ ὅλως ἡ Βουλή. Θὰ ἦτο προτιμότερον, ἀντὶ τῶν 207 Βουλευτῶν, νὰ γίνηται ἀνὰ πᾶσαν τετραετίαν ἐκλογὴ ἑνὸς μόνον δικτάτορος Πρωθυπουργοῦ, νὰ τίθενται δηλαδὴ εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δύο μόνον κάλπαι, ἡ τοῦ κ. Τρικούπη καὶ ἡ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, καὶ ὅστις δήποτε τούτων θὰ ἐτύγχανε τῆς πλειονοψηφίας, νὰ συντάττῃ καὶ δημοσιεύῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ἐπὶ τετραετίαν. Οὕτω πως θὰ ἀπηλλάσσετο τοὐλάχιστον τὸ Κράτος τῆς δαπάνης διὰ τὴν Βουλὴν, δὲν θὰ εἴχομεν τοιαύτην ὑπουργικὴν πλειονοψηφίαν Βουλευτῶν ῥουσφετιολογούντων, δὲν θὰ ἐπαίζομεν τὴν νῦν κοινοβουλευτικὴν κωμῳδίαν (θόρυβος).

§328ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν διδάσκαλον θὰ μᾶς κάμητε;

§329ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, ὅταν τολμᾷ Βουλευτὴς νὰ λέγῃ ἐνταῦθα, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀναγινώσκῃ τὰ ψηφιζόμενα νομοσχέδια, δικαιοῦμαι, νομίζω, νὰ εἴπω ὅσα εἶπον.

§330Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν καὶ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ὀφείλει εὐθύνας, καὶ τὰς ὀφείλει τὰς εὐθύνας πρὸς τὸ ἔθνος καὶ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του. Ἑπομένως ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ κρίνωμεν περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκπληροῦσι τὰ καθήκοντά των οἱ ἄλλοι Βουλευταί. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν πρέπει νὰ προνοῇ περὶ ἑαυτοῦ. Ἡμεῖς λοιπὸν, προνοοῦντες περὶ ἡμῶν αὐτῶν καὶ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πρὸς τὸν λαὸν καὶ τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν, πειθόμεθα ὅτι ἐκπληροῦμεν τὸ καθῆκόν μας εὐσυνειδήτως. Ἐὰν ἄλλοι φρονοῦσιν, ὅτι δὲν ἐκπληροῦμεν τὸ καθῆκόν μας εὐσυνειδήτως, εἶναι δικαίωμα αὐτῶν νὰ φρονῶσιν ὡς θέλουσιν. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι τὸ ἐκπληροῦμεν εὐσυνειδήτως. Φρονοῦμεν μάλιστα, ὅτι ἡμεῖς οὐδέποτε ἐνεπαίξαμεν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, οὐδέποτε διεκωμῳδήσαμεν αὐτό· ἐὰν δὲ ἄλλοι διακωμῳδοῦσι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἃς μὴ λησμονῶσιν ὅτι ὀφείλουσι νὰ εὐλαβῶνται τὴν πλειοψηφίαν, ὅταν ὁμιλῶσι πρὸς αὐτὴν καὶ τὴν ἐγκαλῶσιν ὡς διακωμῳδοῦσαν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἐὰν δὲ δὲν εὐλαβοῦνται τὴν πλειοψηφίαν, βεβαίως καθιστῶσιν ἀδύνατον τὴν συνεργασίαν των μετὰ τῶν συναδέλφων αὐτῶν, διότι ὁ πρῶτος ὅρος τῆς συνεργασίας μετ’ ἄλλων εἶναι νὰ μὴ ὑβρίζωμεν ἀλλήλους.

§331ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἡ συνεργασία, πρέπει νὰ μένωμεν ἐντὸς τοῦ ἐδάφους τοῦ συνταγματικοῦ, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ νομίσῃ τις ὅτι μένομεν ἐντὸς τοῦ ἐδάφους τοῦ συνταγματικοῦ, ὅταν οἱ κύριοι συνάδελφοι σᾶς λέγουν: «θέλομεν νὰ φύγωμεν ἡμεῖς τὸ Πάσχα· μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἐὰν τὸ Σύνταγμα καθιστᾷ μίαν τριμηνίαν ὡς ἐλάχιστον ὅριον», καὶ ὅταν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγῃ: «μὰ τέλος πάντων ἕως τὸ Πάσχα δὲν μᾶς μένει πολὺς καιρὸς», πρέπει εἰς τὸ ἑξῆς αἱ συνεδριάσεις νὰ περιορίζωνται εἰς 15 ἡμέρας! Παρουσιάζονται νομοσχέδια, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Ξηροχωρίου δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ τὰ διαβάζῃ, καὶ οὕτω πῶς περιπίπτομεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντοτε εἶπον, δηλαδὴ νομοθετεῖ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, σεῖς δὲ διοικεῖτε. Ἐὰν δὲ νομίζητε ὅτι μετεβλήθη τὸ σύστημα, διότι κατελάβετε τὰς ἕδρας τῆς πλειοψηφίας, εἶσθε πολὺ ἠπατημένοι. Ἐφαρμόζετε τὸ ἴδιον σύστημα, καὶ μετ’ ὀλίγον θὰ τὸ ἴδητε.

§332ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς, διότι μὲ ἔφερεν ὡς παράδειγμα, καὶ διότι πάντοτε δὲν μὲ λησμονεῖ καὶ εἰς τὴν ἐφημερίδα, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὰς ἰδέας αὐτοῦ...

§333ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἐφημερίδα, ἡ ὁποία νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὰς ἰδέας μου, δὲν ἔχω καμμίαν ἐφημερίδα, ἐπὶ τῆς ὁποίας δύναμαι νὰ ἐπιδράσω. Ὑπάρχουσιν ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι γράφουσιν ἐναντίον μου, καὶ ὑπάρχουσιν ἄλλαι ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι γράφουσιν ὑπὲρ ἐμοῦ, ἀλλ’ οὐδεμιᾶς τῆς συντάξεως τὴν εὐθύνην φέρω, διότι εἶμαι ἐντελῶς ἀλλότριος. Τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ νῦν. Ἑπομένως, ἐὰν ἔχετε λογαριασμοὺς μὲ τοὺς δημοσιογράφους, κάμετε τοὺς λογαριασμούς σας μὲ ἐκείνους. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω ἐγὼ νὰ εἴπω, τὸ λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅταν δὲ θέλω νὰ γράψω τι, τὸ γράφω μὲ τὴν ὑπογραφήν μου. Κανεὶς δὲν ἀντιπροσωπεύει ἐν τῷ τύπῳ τὰς ἰδέας μου.

§334ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τότε διατὶ μὲ ἐφέρατε ὡς παράδειγμα; Νομίζετε ὅτι ἐγὼ δὲν ἀναγινώσκω τὰ νομοσχέδια; Ἐὰν θέλετε, ἁμιλλώμεθα, καὶ σᾶς καταδεικνύω ὅτι ἐγὼ ἀναγινώσκων αὐτὰ τὰ ἐνθυμοῦμαι, ἐνῷ σεῖς, ἀναγινώσκοντες αὐτὰ, δὲν τὰ ἐνθυμεῖσθε.

§335ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ ὀλίγου, ἐν ᾧ ἐλάλει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος καὶ ἔλεγεν ὅτι πρέπει νὰ ἀναγινώσκωνται τὰ νομοσχέδια, διὰ νὰ γνωρίζωμεν τί ψηφίζομεν καὶ τί συζητοῦμεν, εἰπέ τις, ὅτι «δὲν ἔχομεν ἡμεῖς ἀνάγκην νὰ τὰ ἀναγινώσκωμεν».

§336ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι ἐγώ.

§337ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον.

§338ΡΑΛΛΗΣ. Ἐθαύμασα· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ξηροχωρίου, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ παραδόσεις κοινοβουλευτικὰς ἐκ τοῦ πατρός του, δὲν ἠμποροῦσε νὰ εἴπῃ τοιοῦτόν τι.

§339ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον ἐγώ, οὔτε ἔχω τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶπεν ὁ Κύριος, καὶ οὔτε τὰς ἀσπάζομαι. Ἐγὼ ὅμως ἐννοῶ νὰ ἀναγινώσκω τὰ νομοσχέδια καὶ νὰ συζητῶ, πάντοτε ὅμως μετὰ συνειδήσεως.

§340ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, τὸ ἤκουσα, καὶ δὲν ἤκουσα καμμίαν διαμαρτυρίαν κατὰ ἑνὸς σολοικισμοῦ τόσον χονδροειδοῦς.

§341ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ἐγὼ εἶπον νὰ ἀναγινώσκωνται τὰ νομοσχέδια, νὰ συζητῶνται, ἀλλὰ νὰ μὴ διαιωνίζηται ἡ συζήτησις.

§342ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ δύο λέξεων θὰ ἀπαντήσω. Ἐγὼ ἐξέφρασα τὴν ἰδίαν ἡμῶν γνώμην. Εἶπον ὅτι ἡμεῖς ἀδυνατοῦμεν νὰ παρακολουθῶμεν τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, καὶ δὴ εἰς τόσον προκεχωρηκυῖαν ὥραν τῆς νυκτός. Εἶπον ὅτι θεωρῶ τοῦτο ἀνθρωπίνως ἀδύνατον, καὶ ἐκεῖνος, ὅστις νομίζει ὅτι δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐννοεῖ νὰ παρῳδήσῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα.

§343ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Θὰ εἶχον θέσιν αἱ παρατηρήσεις αἱ ὀρθαὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς Βουλῆς παρετείνετο ἀπὸ τῆς τρίτης ὥρας μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, διότι θὰ ἦτο τότε ἀληθῶς ὑπέρμετρος. Ἀλλ’ ὅταν ἀληθῶς νομοθετικὴν ἐργασίαν δὲν ἔχωμεν, παρὰ δίωρον μόλις, δὲν ἔχουσι, νομίζω, δίκαιον νὰ παραπονῶνται, ἀφοῦ ἐξαντλοῦνται τὰ ¾ τῆς συνεδριάσεως διὰ τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι νομοθετικὴ ἐργασία. Ἐννοῶ νομοθετικὴν ἐργασίαν καθαρῶς τὴν μελέτην καὶ τὴν ἐπεξεργασίαν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων. Βεβαίως εἶναι δικαίωμα καὶ ὁ ἔλεγχος.

§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑρμηνείας τοῦ περὶ ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν τῶν δήμων νόμου τῆς 24 Ἰανουαρίου 1852.

§345ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐργασίας, ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπέ τις ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην μελέτης. Ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν 2, 3, 4, 5 νομοσχέδια, ἀλλ’ ἂν πρόκειται νὰ πηδήσωμεν 5 ἕως 10 νομοσχέδια, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἑνδέκατον ἢ τὸ ὄγδοον, τότε οὐχὶ μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ μελετήσωσιν, ἀλλὰ καὶ οἷος δήποτε ἄλλος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ συζητήσῃ, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ συζητήσῃ.

§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ τρίτον νομοσχέδιον ἀνεβλήθη. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεώς της· ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀναβολή.

§347ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τοῦ φέροντος ἀριθμὸν 3 ἐγένετο ἡ συζήτησις ὅλη.

§348ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι.

§349ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προκειμένου ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4 νομοσχέδιον ἐφέρατε τὴν παρατήρησιν. (Γίνεται δεκτὴ εἰς βʹ συζήτησιν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑρμηνείας τοῦ περὶ ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν τῶν δήμων νόμου τῆς 24 Ἰανουαρίου 1852).

§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἔννοια τοῦ τρίτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἀπὸ 24 Ἰανουαρίου 1852 νόμου περὶ ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν τῶν δήμων, συνδυαζομένου πρὸς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ αὐτοῦ νόμου καὶ πρὸς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου τῆς 23 Ἰουνίου 1837, εἶναι, ὅτι κατάσχεσις ἐπιτρέπεται εἰς χεῖρας τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος ἐπὶ τῶν πεμπτημορίων τῶν εἰσπράξεων.»

§351Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ πέμπτῳ στίχῳ, μετὰ τὴν λέξιν «χεῖρας», νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «μόνου», μετὰ δὲ τὴν λέξιν «εἰσπράξεων» ἐν τῷ ἑπομένῳ στίχῳ νὰ προστεθοῦν τὰ ἑξῆς «τοῦ δήμου διὰ ποσοστὸν ἀνάλογον πρὸς τὴν κατὰ τοῦ δήμου ἀπαίτησίν του, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος πίνακος τῶν κατατάξεων ἐπὶ τοῦ πεμπτημορίου, ὡς ἂν ἦτο καὶ ἡ ἀπαίτησις αὐτοῦ κατατεταγμένη ἐν τῷ πίνακι». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς βʹ συζήτησιν).

§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 191). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μηχανημάτων κατασκευῆς σιγάρων καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σιγαροφύλλων. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς καπνοπώλας πλὴν τῶν πρὸς κοπὴν καπνοῦ μηχανημάτων νὰ εἰσάγωσιν ἐν τοῖς δημοσίοις ὡς καὶ εἰδικοῖς καπνοκοπτηρίοις, ἰδίαις αὐτῶν δαπάναις καὶ ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῦ νόμου ᾼΡΙΑʹ ἀπὸ 21 Δεκεμβρίου 1892, καὶ μηχανήματα, δι’ ὧν νὰ παράγωνται τέλεια σιγαρέτα, ἀπαγορευομένης αὐτοῖς τῆς χρήσεως μηχανημάτων, δι’ ὧν παράγονται σωλῆνες μόνον ἐκ σιγαροχάρτου.»

§353Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προτείνω τὴν προσθήκην τοῦ ἑξῆς, ὡς παραγράφου δευτέρας: «Εἰς τοὺς κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου ͵ΒΡΙΑʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1892 ἔχοντας ἄδειαν ἐπιτρέπεται νὰ διατηρήσωσι τὰ τοιαῦτα μηχανήματα μέχρι τῆς λήξεως τῆς διαρκείας αὐτῆς.»

§354ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρόκειται ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ κατασκευὴ σιγαροσωλήνων. Θ’ ἀπαγορευθῇ ἀπολύτως ἡ κατασκευὴ τούτων;

§355Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλουσι κατασκευάζεσθαι ἐν Κερκύρᾳ.

§356ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ πῶς θὰ πωλῶνται;

§357Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τοὺς καπνοπώλας. Ἐξεδόθη διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς πωλητὰς τὴν κατασκευὴν σιγαροσωλήνων, ἀλλὰ τὸ διάταγμα τοῦτο δὲν ἦτο σύμφωνον μὲ τὸν νόμον, καὶ ἐπαναφέρομεν τὰ πράγματα εἰς τὴν νόμιμον κατάστασιν.

§358ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ διάταγμα ἠμπορεῖ νὰ ἦναι παράνομον, ἀλλ’ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα κατ’ οὐσίαν, τὸ ζήτημα, ἂν ἡ κατασκευὴ τῶν σιγαροσωλήνων ἔχῃ τι τὸ ἐπιζήμιον διὰ τὸ Δημόσιον...

§359Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ζημιοῦται τὸ Δημόσιον κατὰ 18 δραχμὰς καὶ 15 λεπτὰ καθ’ ἕκαστον κύλινδρον.

§360ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι καθιστῶμεν ἓν μονοπώλιον.

§361Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ μονοπώλιον ὑπάρχει.

§362ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ἡ κατασκευὴ τῶν σιγαροσωλήνων προσθέτει μίαν τροποποίησιν τῆς πωλήσεως.

§363Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παντάπασι. Διότι, διὰ νὰ κατασκευάσῃ τις σιγαροσωλῆνας, πρέπει νὰ κατέχῃ σιγαρόχαρτον, τὸ ὁποῖον ἀγοράζει κατὰ τρόπον ἴδιον. Εἶναι κύλινδροι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τόσα ἑκατοστὰ τοῦ μέτρου μῆκος, διὰ νὰ κατασκευασθῶσι σιγαροσωλῆνες.

§364ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἔχω τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας.

§365Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολὺ καλά.

§366ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς προσθήκης τῆς δευτέρας παραγράφου, τῆς προταθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Τὰ σιγαρόφυλλα τῶν φυλλαδίων τῶν δεκαπέντε περιορίζονται εἰς δώδεκα, τῶν δὲ φυλλαδίων τῶν τριάκοντα εἰς εἴκοσι καὶ τέσσαρα σιγαρόφυλλα. Ὁ δὲ εἰσκομίζων εἰς τὰ ἐργοστάσια τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως καπνὸν πρὸς κοπὴν ὑποχρεοῦται νὰ λαμβάνῃ σὺν τούτῳ καὶ χίλια σιγαρόφυλλα ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς ἀντὶ τῶν χιλίων διακοσίων, ἐπὶ τῇ πληρωμῇ τοῦ αὐτοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἐπληρόνετο καὶ πρότερον.»

§367Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐδῶ, ἐν τῷ πέμπτῳ στίχῳ, ἀντὶ τῆς λέξεως «χίλια», νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐννεακόσια ἑξήκοντα.»

§368ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἡ διάταξις αὕτη ἔχει τι τὸ πιεστικόν, διότι ἐκ μιᾶς ὀκᾶς καπνοῦ βεβαίως δὲν θὰ κατασκευασθῶσιν 960 σιγαρέτα, εἰμὴ εἰς ὄγκον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ὁ συνήθης. Ἐγὼ καὶ ἐξ ἰδίας πείρας γινώσκω, ὡς καὶ πολλοὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ὅτι σιγαρέτα συνήθως ἐκ μιᾶς ὀκᾶς καπνοῦ κατασκευάζονται ἄνω τῶν χιλίων. Γνωρίζω μάλιστα πολλούς, οἱ ὁποῖοι ποιοῦνται χρῆσιν σιγαρέτων, ἅτινα ἀνέρχονται εἰς 1200 κατ’ ὀκᾶν. Σήμερον, παραδεχόμενοι τὴν διάταξιν ταύτην, ἐνεργοῦμεν πίεσίν τινα ἐπὶ τοῦ κοινοῦ, καὶ ὑποχρεοῦμεν αὐτὸ νὰ καπνίζῃ χονδρὰ σιγαρέτα. Τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω ἐν τῇ ἐκθέσει, δὲν μοὶ φαίνεται πειστικόν, ὅπως ἐξασκήσωμεν τὴν πίεσιν αὐτὴν ἐπὶ τοῦ κοινοῦ. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι, ὅτι περισσεύει εἰς τοὺς καπνοπώλας ποσὸν σιγαροχάρτου, τὸ ὁποῖον πωλούμενον διευκολύνει τὸ λαθρεμπόριον τοῦ καπνοῦ. Δὲν μοὶ φαίνεται τοῦτο βάσιμον, διότι ὁ λαθρεμπορευόμενος τὸν καπνὸν θὰ κάμῃ τρόπον νὰ εὕρῃ καὶ σιγαρόχαρτον, καὶ φύλλα ἀραβοσίτου ἀκόμη θὰ χρησιμοποιήσῃ διὰ νὰ καπνίσῃ τὸν λαθρεμπορευόμενον καπνόν. Εἶναι ἐκ τῶν τεχνικῶν μέτρων πρὸς πρόληψιν τοῦ λαθρεμπορίου, τῶν λίαν ἀσθενῶν, εἶναι ὅμως ἀφ’ ἑτέρου πιεστικὸν διὰ τὸ κοινὸν, τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦμεν νὰ καπνίσῃ ὡρισμένον ἀριθμὸν σιγαρέτων. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἡ οἰκονομία ἡ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου ἀξίζει τὴν πίεσιν τοῦ κοινοῦ.

§369ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§370ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου ᾼϠϞΘʹ τοῦ 1892 περὶ μεταβολῆς διατάξεων τοῦ τελωνειακοῦ ὀργανισμοῦ.

§371ΒΑΛΕΤΑΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον τροποποιεῖ κατά τι, ἀλλὰ κυρίως συμπληροῖ, τὸν νόμον τοῦ 1892. Ὁ νόμος τοῦ 1892 ἀνέτρεψεν ἄρδην τὰς ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ διατάξεις περὶ λαθρεμπορίας, καὶ καθιέρωσε νέον σύστημα καὶ ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως τοῦ λαθρεμπορίου καὶ ὡς πρὸς τὰς συνεπείας τῆς καταδίκης τῶν ἐπὶ τούτῳ καταδιωκομένων· πλὴν δὲ τούτων ἀκόμη ἐδημιούργησε δικαίωμα τοῦ Δημοσίου, τίποτε ὀλιγώτερον ἢ δημεύσεως ἐπὶ περιουσίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον συλληφθῆ διαπράττοντες λαθρεμπορίαν. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ ἐπαυξήσῃ τὴν αὐστηρότητα τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ νὰ συμπληρώσῃ οὕτω σύστημα, τὸ ὁποῖον, ὁμολογῶ, εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου ὑπάρχει. Φρονῶ καὶ ἐγώ, ὡς πάντες ὑμεῖς, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον εἶναι ἀξιόποινος πρᾶξις, ζημιοῦσα τὸ Δημόσιον, κατὰ τῆς ὁποίας πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ ἀμύνηται δι’ ὅλων τῶν μέσων, ἀλλὰ τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπουσιν αἱ ἀληθεῖς ἀρχαὶ τοῦ δικαίου, χωρὶς νὰ ἐκτρέπηται ἐκ τούτου εἰς καταδιώξεις αὐστηροτέρας, αἵτινες οὐ μόνον δὲν θέλουσιν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν περιστολὴν τῶν ἀξιοποίνων τούτων πράξεων, ἀλλὰ τοὐναντίον ἕνεκα τῆς μεγάλης αὐτῶν αὐστηρότητος συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν πολλῶν ἐνόχων ἀπὸ τῆς καταδίκης. Καθ’ ὅσον γνωρίζω, ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ 1892 κατ’ οὐδὲν τὰ λαθρεμπόρια ἠλαττώθησαν, οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ αἱ καταδίκαι δὲν ηὔξησαν. Εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, προκειμένου νὰ μεταβληθῶσιν ἰδίως διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, ὑπάρχουσιν ὡς ὁδηγοὶ αἱ στατιστικαί. Παρ’ ἡμῖν, οὐ μόνον τοῦτο δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ καὶ ἐπιπόλαιός τις ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κρίσις ὑπαλλήλου δίδει ἀφορμὴν εἰς σύνταξιν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, δὲν ἐπιτυγχάνουσι τὸν ἐπιδιωκόμενον πρακτικὸν σκοπὸν, προσκρούοντα συνάμα εἰς αὐτὰς τὰς βάσεις τοῦ δικαίου. Κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον τοῦτο συμπληροῖ, τὸ λαθρεμπόριον ἐξομοιοῦται πρὸς τὴν κλοπήν. Ἡ ἐξομοίωσις αὕτη εἶναι ἐναντία ὅλων τῶν κανόνων τοῦ δικαίου. Ἡ κλοπὴ εἶναι πρᾶξις ἀτιμωτική, εἶναι ἴσως μετὰ τῆς πλαστογραφίας καί τινων παραλλαγῶν αὐτῆς ἡ ἀτιμωτικωτέρα τῶν ἀξιοποίνων πράξεων. Τὸ λαθρεμπόριον βεβαίως εἶναι ἀνήθικος πρᾶξις, ἀλλ’ ἄν τὴν ἀναλύσητε, ὡς πρέπει νὰ τὴν ἀναλύσητε, θὰ ἴδητε ὅτι πολὺ ἀφίσταται τῆς κλοπῆς. Οἱ διαπράττοντες λαθρεμπόριον προσπαθοῦσι νὰ μὴ πληρώσωσι τὸν νενομισμένον δασμὸν εἰς τὸ Δημόσιον, προσπαθοῦσι νὰ ἀποφύγωσι τὴν πληρωμὴν φόρου. Ἀλλ’ ἄν ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐπεκταθῆ, τότε πρέπει νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς κλέπται καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νὰ ἀρνηθῶσιν ἄλλους φόρους· αὐτὸ θὰ ἀπήτει ἡ ἰσότης ἡ νομική. Αὐτοὶ εἶναι ὀφειλέται, διότι τοὺς ἀναγνωρίζετε ὀφειλέτας, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν ἀναγνωρίζουσιν ἑαυτοὺς ὀφειλέτας, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν πληρόνουν ἐπὶ ἔτη. Ἄλλοι φεύγουσιν, ὅπως μὴ ἐκπληρώσωσι τοιαύτας ὑποχρεώσεις πρὸς τὸ Δημόσιον. Ὅπως δὲ εἶναι ὁ φόρος τοῦ χρήματος, εἶναι καὶ ὁ λεγόμενος φόρος τοῦ αἵματος, καὶ ἐξ αὐτῶν πολλοὶ φεύγουσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, διὰ νὰ μὴ ὑπακούσωσιν εἰς τὸ κέλευσμα τοῦ νόμου· καὶ ὅμως οὐ μόνον δὲν καταδιώκονται ἐπὶ ἀξιοποίνῳ πράξει, καὶ δὴ ἀτιμωτικῇ, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔρχονται κατόπιν νόμοι εὐεργετικοὶ, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἀπαλλάττουσι τῆς ὑποχρεώσεως ἀντὶ μικρᾶς χρηματικῆς καταβολῆς. Ἡ ἀπόκρυψις τοῦ ἐπιτηδεύματος, τοῦ πραγματικοῦ εἰσοδήματος τῶν οἰκιῶν, καὶ ἑπομένως ἡ προσπάθεια πρὸς μείωσιν τοῦ φόρου, ὅλαι αὐταὶ αἱ πράξεις ἔχουσι περίπου τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα τοῦ λαθρεμπορίου. Τὸ λαθρεμπόριον οὐδὲν ἄλλο εἶναι—χωρὶς, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐλαττώσω τὸν ἀνήθικον χαρακτῆρα—ἡ πρᾶξις, δι’ ἧς προσπαθεῖ ν’ ἀποφύγῃ τις τὴν πληρωμὴν νομίμου φόρου εἰς τὸ Δημόσιον. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι κλοπή· καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι οὐδεμία νομοθεσία τοῦ κόσμου χαρακτηρίζει τὸ λαθρεμπόριον ὡς κλοπήν. Αὐτὸς εἶναι ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ λαθρεμπορίου. Ἀλλ’ ἄν ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν, θὰ ἴδητε ὅτι λαθρεμπόριον χαρακτηρίζεται τί νομίζετε; (ἀναγινώσκει): «... δʹ) ἄν εὑρεθῇ ὅ,τι δήποτε ὑποκείμενον εἰς τελώνιον, κεκρυμμένον εἰς τὰ ἐνδύματά τινος ἐξερχομένου ἀπὸ πλοῖον ἢ εἰσερχομένου εἰς αὐτό· εʹ) ἐπὶ τῇ χρήσει πλαστῶν τελωνειακῶν, ὑγειονομικῶν, ναυτιλιακῶν κλπ. ἐγγράφων πρὸς ἀποπλάνησιν τῆς ἀρχῆς· καὶ Ϛʹ) ἐπὶ τῇ περιπτώσει τῆς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, μὴ ὁριζόμενον ἐν τῷ παρόντι, δολίας στερήσεως τοῦ Δημοσίου τῶν δικαιωμάτων του.» Ἡ λέξις «δολίας» εἶναι τεθειμένη ὑπὸ ἀνθρώπου ἀμαθοῦς περὶ τοὺς νόμους, ἵνα χαρακτηρίσῃ δῆθεν μόνον τὴν δολίαν προαίρεσιν, καὶ ταύτην ὑπαγάγῃ εἰς τὴν δρακόντειον διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἀλλὰ ἐν τῇ πράξει, ὅ,τι δήποτε προσπαθεῖ τις νὰ ἀποκρύψῃ, ὅπως στερήσῃ τὸ Δημόσιον τοῦ τέλους, τοῦτο χαρακτηρίζεται ὡς ἐκ δόλου γινόμενον. Ἄρα εἰς πᾶσαν τοιαύτην περίστασιν ἡ πρᾶξις θὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐκ δόλου γενομένη, οὔτε θὰ δύναται ὁ καταδιωκόμενος νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐξ ἀμελείας ἢ ἐκ λάθους ἔπραξεν ὅ,τι κατηγορεῖται ὅτι, ἔπραξε. Λοιπὸν συλλογισθῆτε τὸ ἑξῆς. Ἔρχεταί τις ἐξ Εὐρώπης π. χ. καὶ ἔχει ἐντὸς τοῦ θυλακίου του πολύτιμον ὁπωσοῦν σιγαροθήκην, δῶρον φίλου, ἡ ὁποία δὲν διακρίνεται ἂν ἦναι ὅλως καινουργὴς, ἐνῷ πράγματι εἶναι μεταχειρισμένη. Τὸν συλλαμβάνει εἰς τὸ τελωνεῖον ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος, ὅστις ἰσχυρίζεται ὅτι αὕτη εἶναι καινουργὴς, τὸν καταδικάζει εἰς τὸ ὀκταπλοῦν, καὶ τὸν καταγγέλλει ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ! Ἐπειδὴ δὲ ἡ σιγαροθήκη ἔχει ἀξίαν τοιαύτην, ὥστε τὸ τέλος αὐτῆς νὰ ἦναι πλέον τῶν 20 δραχμῶν, θὰ δικασθῇ οὗτος ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου καὶ θὰ καταδικασθῇ ἐπὶ κλοπῇ· διότι, ὅταν ὁ νόμος λέγῃ, ὅτι ἐξομοιοῖ τὸ λαθρεμπόριον πρὸς τὴν κλοπὴν, ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ τοῦ τέλους, τὸ ὁποῖον ἐπεζήτησέ τις νὰ στερήσῃ τὸ Δημόσιον, καταδικάζεται εἰς φυλάκισιν ἢ εἰς εἱρκτήν. Ἐννοεῖται ὅτι θὰ καταδικασθῇ εἰς ἑνὸς ἢ καὶ δύο ἢ καὶ τριῶν ἐτῶν φυλάκισιν καὶ θὰ ἔχῃ εἰς τὴν ράχιν του μίαν ἀτιμωτικὴν ἀπόφασιν.

§372ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ στερήσεων.

§373ΒΑΛΕΤΑΣ. Μετὰ στερήσεως, ἐννοεῖται, ὅλων τῶν δικαιωμάτων, τὴν ὁποίαν συνεπάγεται κατὰ τὸν νόμον ἡ τοιαύτη καταδίκη. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἀπαριθμήσω μυρία παραδείγματα τοιαύτης τινὸς ἐφαρμογῆς, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ νόμος οὗτος, καὶ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἀληθῶς εἶναι νόμος πλέον ἢ δρακόντειος, νόμος, ὁ ὁποῖος δύναται μὲν, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἀποδεικνύῃ τὸν μέγαν πόθον, τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, ἀλλὰ συνάμα ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἀρχῶν ἐκείνων τοῦ δικαίου, ἐπὶ τῶν δικαιολογητικῶν ἐκείνων βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ὁ ποινικὸς ἡμῶν νόμος. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ὁ ποινικὸς νόμος, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἔχομεν, εἶναι ἐκ τῶν αὐστηροτέρων τῆς Εὐρώπης. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον λοιπὸν, ἐνῷ συμπληροῖ τὴν τοιαύτην δρακόντειον διάταξιν τοῦ παλαιοῦ νόμου, προσθέτει ἀκόμη καὶ νέαν, πλέον ἢ δρακόντειον, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν κατάσχεσιν τῶν μέσων τῶν μεταγωγικῶν, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν εἰς τὸ λαθρεμπόριον. Δύναται δηλ. ὁ τελωνειακὸς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος συνέλαβέ τινα, καθ’ οὗ νομίζει ἢ θέλει νὰ νομίζῃ ὅτι εἶναι λαθρέμπορος, δύναται νὰ κατάσχῃ πλοῖον μέχρις 6 τόννων καὶ νὰ τὸ πωλῇ διὰ διαδικασίας, τῆς ὁποίας τὰς λεπτομερείας ὅταν ἀναγνώσητε, σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ νὰ ἐκπλαγῆτε. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα τοιαύτη, ὥστε ἐν λεπτομερείᾳ νὰ ἀναλύσω τὴν νέαν ταύτην διάταξιν· ἤθελον μόνον γενικῶς ὡς πρὸς τὰ δύο ταῦτα μέρη τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοὺς συμπληρουμένους ὑπὸ τούτου νόμους νὰ εἴπω ὀλίγα, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως, εἰ δυνατὸν, ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἐπιζητήσῃ δὲ τὴν σύνταξιν ἑτέρου, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ διατάξεις τροποποιοῦσαι τὰς τῶν προηγουμένων νόμων, ἃς ἐμνημόνευσα καὶ ἀπέδειξα πλημμελεῖς. Τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἐὰν γείνῃ νόμος, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι πολὺ περισσότερον θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν καταπολέμησιν τοῦ λαθρεμπορίου, παρὰ ὁ νόμος ὁ ἰσχύων σήμερον καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Εἶναι γενικὸς κανὼν, τὸν ὁποῖον βεβαιοῖ ἡ πεῖρα ὅλων τῶν ποινικῶν νομοθεσιῶν καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ποινικῶν νόμων, ὅτι ἡ αὐστηρότης τῶν ποινῶν δὲν συντελεῖ εἰς ἄλλο τι ἢ εἰς τὸ νὰ διαφεύγωσιν ἔνοχοι πλεῖστοι τὴν καταδίκην. Ὅταν ἐνώπιον τακτικῶν δικαστῶν εἰσάγωνται τοιαῦται πράξεις, τοιαύτην ποινὴν ἐπαγόμεναι, σᾶς βεβαιῶ ὅτι οἱ τακτικοὶ δικασταὶ κατὰ τὸ πλεῖστον θὰ ἀπαλλάττωσι τοὺς ἐπὶ ταύταις κατηγορουμένους. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλωσι τὰς ποινὰς, τὰς ὁποίας ἀπειλεῖτε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὅταν δὲ ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐφαρμόζῃ τὸν νόμον σας, διότι δὲν εἶναι ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, ὅταν οἱ πλείονες τῶν κατηγορουμένων ἀπαλλάσσωνται, νομίζω ὅτι ὄχι μόνον ματαιοῦται ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε, ἀλλ’ ἐνθαῤῥύνονται καὶ οἱ ῥέποντες πρὸς τοιαῦτα ἀδικήματα, διότι ἔχουσι μείζονα ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἀπαλλαχθῶσιν, ἐὰν καταδιωχθῶσιν. Εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας μὲ ὤθησεν ὁ λόγος, ὅπως ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν ἐξελεγχθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι καὶ ἄλλοτε ποτε, ὅτε τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐγένετο νόμος κατὰ τὸ 1892, συνετάσσετο, ἐζητήθη ἡ γνώμη μου περί τινων διατάξεων αὐτοῦ, καὶ ἐξέφρασα αὐτὴν, οἵαν καὶ σήμερον, κατακρίνας αὐτὰς δριμέως. Σημειωτέον δὲ, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὅπως καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν, εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν μελέτην νομικῶν προσώπων. Εἶναι ἔργα τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν θέλω νὰ εἴπω διὰ τούτου, ἀφοῦ υἱοθετεῖται ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀπόλλυσι τὴν ἀξίαν αὐτοῦ· ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, τοσαύτην ἔχων ἐργασίαν καὶ ἐπιθεωρῶν τόσα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ συντάσσονται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ πάντοτε καὶ τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν προσοχὴν τόσον σύντονον, ὥστε νὰ διακρίνῃ ὅλα τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰ μειονεκτήματα αὐτῶν.

§374Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτι δύναμαι νὰ ὁμολογήσω, εἶναι, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον ἀκμάζει ἐν Ἑλλάδι. Δὲν παραγνωρίζω τὴν αἰτίαν τῆς τοσαύτης ἐπαυξήσεως τοῦ λαθρεμπορίου. Ἡ αἰτία εἶναι οἱ βαρεῖς δασμοὶ, καὶ βεβαίως, ὅσον βαρύτεροι εἶναι οἱ δασμοὶ, τόσον μεγαλείτερον εἶναι τὸ κέρδος τῆς ἀποφυγῆς τῆς πληρωμῆς αὐτῶν. Δὲν εἶναι ὅμως καὶ μόνη ἡ αἰτία αὕτη. Αἰτία εἶναι καὶ ὁ γεωγραφικὸς σχηματισμὸς τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος συνετέλεσεν ἵνα σχηματισθῇ τάξις ἀνθρώπων λαθρεμπόρων κατ’ ἐπάγγελμα. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον μελέτης, εἶναι, ὅτι ὁ Ἀμβρακικὸς καὶ πᾶσα ἡ παραλία τῆς Ἠπείρου, καὶ αἱ ἀπέναντι τοῦ Ἰονίου πελάγους νῆσοι, καὶ τὸ Αἰγαῖον πέλαγος, ἰδίως τὰ μέρη τὰ ἀπόκεντρα τοῦ Αἰγαίου πελάγους, ἡ νῆσος Κρήτη καὶ ἡ νῆσος Σάμος, χρησιμεύουσιν ὡς ἀποθῆκαι, τὸ δὲ λαθρεμπόριον εἶναι ἐν πλήρει ἀκμῇ. Βεβαίως εἶναι δύσκολος ἡ καταστολὴ αὐτοῦ, διότι ἀπαιτοῦνται πολλὰ συγχρόνως πράγματα. Πρῶτον ἀπαιτεῖται νὰ μορφώσωμεν ὑπαλλήλους ἐντίμους, ἱκανούς· καὶ λέγων ἱκανοὺς, ἐννοῶ νοήμονας, δραστηρίους καὶ ταχεῖς περὶ τὴν ἐργασίαν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὀργανώσωμεν καὶ μέσα καταδιώξεως, διότι τὰ μέσα καταδιώξεως, ὅσα ἔχομεν ἐν χρήσει, εἰσὶν ὅλως ἀνεπαρκῆ. Ἔχομεν ἀτμοτελωνίδας, αἱ ὁποῖαι διανύουσι 4 μίλια τὴν ὥραν.

§375Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μὲ οὔριον ἄνεμον.

§376Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὰ μέσα τῆς καταδιώξεως, καὶ νὰ ἔχωμεν ἀτμοτελωνίδας ἢ μεγάλας ἀτμακάτους, αἱ ὁποῖαι νὰ διανύωσι 15 μίλια τὴν ὥραν. Πρέπει ἀκόμη νὰ μετέλθωμεν αὐστηρότητα περὶ τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Ἡ αὐστηρότης περὶ τὴν καταδίωξιν τῶν ἐγκλημάτων δὲν εἶναι καινοφανὴς ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν· ἄλλοτε ἡ ναυταπάτη καὶ ἡ πειρατεία ἐχρησίμευον, ἵνα στιγματίζωσι τὴν Ἑλληνικὴν ναυτιλίαν, ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ ναυταπάτης καὶ πειρατείας τοῦ 1845, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ συνετέλεσεν, ἵνα κατασταλῇ τὸ ἔγκλημα τῆς πειρατείας καὶ ναυταπάτης. Ὁ νόμος περὶ ζωοκλοπείας τιμωρεῖ πολὺ βαρύτερον τὴν ζωοκλοπείαν ἀπὸ τὰ ἄλλα πλημμελήματα, ἦτο δ’ ἀναγκαῖον νὰ ἐπιβληθῶσι βαρεῖαι ποιναί. Ὁ νόμος περὶ καταδιώξεως τῶν ἀνομημάτων τῶν δασῶν εἶναι δρακόντειος νόμος. Ἡ ὑπερβολὴ λοιπὸν τοῦ ἐγκλήματος πολλάκις ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τοῦ τόπου μας τὴν ἐπιβολὴν βαρειῶν ποινῶν. Τὸ νομοσχέδιον δὲ, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγομεν, δὲν ἔχει μεγάλας καινοτομίας, ἀλλ’ ἀναφέρεται εἰς τὸν νόμον τοῦ 1892, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1892 δὲν ἔφερε τὰ δεινὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θήρας ἐμνημόνευσεν, ἐξ ἐναντίας ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἐπέφερεν εὐχάριστα ἀποτελέσματα. Καὶ μόνον τοῦτο τὸ μέσον ἔχομεν ἀκέραιον διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς λαθρεμπορίας, διότι οὐδὲ ὑπαλλήλους ἐμορφώσαμεν ἀκόμη, οὐδὲ καταδιωκτικὰ μέσα ἔχομεν πλήρη. Ἡ ἐπέκτασις τῆς ἐκποιήσεως τῶν μεταγωγικῶν μέσων ἀπὸ λέμβων εἰς πλοιάρια ἕξ τόννων ἐγένετο, διότι ταῦτα εἶναι ἰδίως τὰ λαθρεμπορικὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα μαστίζουσι τὰς παραλίας ἡμῶν. Ἐγὼ τελευταῖον εἶχον πληροφορίας ἀπὸ μεγάλην καὶ ὡραίαν νῆσον, ἐν τῇ ὁποίᾳ τὸ λαθρεμπόριον ἀκμάζει, καὶ ἠναγκάσθην νὰ παρακαλέσω τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ καὶ αὐτὸς πληρέστερα ἀστυνομικὰ μέτρα πρὸς περιστολὴν τῆς λαθρεμπορίας. Ἔν τινι μεγαλοπόλει οἱ λαθρέμποροι πωλοῦσιν ἐλευθέρως τὴν ζάκχαριν καὶ ἄλλα ἀντικείμενα, εἰς βαρέα τελωνειακὰ τέλη ὑποκείμενα, σήμερον δὲ φίλος μου, τοῦ ὁποίου παραλείπω τὸ ὄνομα, ἐξ εὐλαβείας πρὸς αὐτὸν, μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ἔβλεπε τὸν λαθρέμπορον μεταφέροντα εἴδη ἐμπορίου, ὅταν δ’ ἠρώτα, τί εἶναι αὐτὰ, ἀφελῶς ἀπεκρίνοντο οἱ παρατυγχάνοντες, ὅτι ἦτο λαθρεμπόριον, καὶ ἠρώτων αὐτὸν, ἂν θέλῃ καὶ αὐτὸς νὰ ἀγοράσῃ, καὶ προσέφερον αὐτῷ νὰ ἀγοράσῃ. Νομίζω ὅτι ἡ αὐστηρότης ἐπιβάλλεται. Ἐὰν εὐτυχήσωμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ὁμαλοὺς χρόνους, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ μειώσωμεν τὰ τελωνειακὰ τέλη, βεβαίως ἡ μείωσις αὕτη θέλει ἐπιφέρει τὴν ἀραίωσιν τῶν τάξεων τῶν λαθρεμπορικῶν. Ἀλλὰ, τό γε νῦν ἔχον, δυστυχῶς δὲν εἴμεθα σήμερον εἰς τοιαύτην κατάστασιν, πρέπει δὲ νὰ ὁπλισθῶμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν πληρέστερον, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ καταστείλωμε, ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι μόνον ἀφαίρεσις τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπιτρέπει εἰς τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράττῃ, ἀλλ’ εἶναι διατάραξις καὶ καταστροφὴ καὶ τοῦ ἐμπορίου, διότι τὸ λαθρεμπόριον εἰσάγει ἀνισότητας, ἐνώπιον τῶν ὁποίων εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνθέξῃ τὸ ἐμπόριον. Πρέπει δὲ νὰ προστατεύσωμεν τὸ ἐμπόριον, διότι εἶναι εἷς τῶν κυριωτέρων καὶ ἰσχυροτέρων παραγόντων τῆς κοινωνικῆς εὐημερίας.

§377ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ καταδιώξωμεν τὸ λαθρεμπόριον, καὶ ἓν βεβαίως τῶν μέσων εἶναι ἡ αὐστηροτέρα τιμωρία. Πλὴν νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ἡ αὐστηρότης νὰ προβῇ μέχρι τοῦ σημείου, πέραν τοῦ ὁποίου ἀνατρέπονται οἱ κανόνες καὶ αἱ ἀρχαὶ τῶν κοινῶν νόμων, οἱ διέποντες τὰ ἐγκλήματα. Τοῦτο λέγω, διότι, ἂν ἐννοῶ ὀρθῶς τὸ ἄρθρον 1, διὰ τῆς παραγράφου αʹ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀνατρέπονται ἐντελῶς τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐγκλήματος τῆς λαθρεμπορίας. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσέξῃ, ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ ἄρθρον, ὡς ἐγὼ τὸ ἑρμηνεύω. Κατὰ τὸ πρῶτον αὐτὸ ἐδάφιον τοῦ νομοσχεδίου, «τὸ λαθρεμπόριον τιμωρεῖται, ὅταν ἀνακαλυφθῇ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, εἴτε διὰ θαλάσσης εἴτε διὰ ξηρᾶς μεταφερόμενον, κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ ἄρθρου 168 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.» Τὸ «εἴτε διὰ θαλάσσης εἴτε διὰ ξηρᾶς μεταφερόμενον» δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ ἰσχύοντι ἤδη νόμῳ, ἤδη δὲ τὸ πρῶτον προσετέθη. Διατὶ προσετέθη; Ἆρά γε προσετέθη, ὅπως ἐξηγήσῃ, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον δύναται νὰ μεταφέρηται εἴτε διὰ ξηρᾶς εἴτε διὰ θαλάσσης; Τοῦτο θὰ ἦτο περιττὸν, διότι οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον διὰ τῶν δύο τούτων ὁδῶν πάντοτε τελεῖται, Λαθρεμπόριον ὑπάρχει, ὁσάκις ἐμπόρευμά τι μεταφέρηται εἴτε διὰ θαλάσσης εἰς μὴ ὡρισμένα πρὸς ἐκφόρτωσιν μέρη, ἐκτὸς τῶν λιμένων, εἴτε διὰ ξηρᾶς ἐκτὸς τῶν ζωνῶν, διὰ τῶν ὁποίων ὁ νόμος ὥρισεν, ὅπως εἰσέρχωνται τὰ ἐμπορεύματα. Ἑπομένως οὐδεμία ὑπῆρχεν ἔλλειψις ἐν τῷ νόμῳ κατὰ τοῦτο, καὶ οὐδεμία ἀνάγκη νὰ διασαφισθῇ διὰ τροποποιήσεως, ὅτι διὰ τῶν δύο τούτων μέσων τελεῖται τὸ λαθρεμπόριον. Ἀκόμη λαθρεμπόρια δι’ ἀεροστάτων δὲν ἀπετολμήθησαν, ὥστε δὲν μένουσιν ἢ αἱ δύο αὗται ὁδοί. Ἐὰν λοιπὸν τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1 δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν, ἐὰν δὲν ἠθέλησε νὰ σαφηνίσῃ πασίγνωστον καὶ ἀναμφισβήτητον γεγονὸς, τὸν διττὸν δηλονότι τρόπον τῆς συντελέσεως τῆς λαθρεμπορίας, πρόδηλον ὅτι ἔχει ἄλλον σκοπὸν, καὶ ὁ σκοπὸς αὐτὸς τῆς προσθήκης τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἄλλος ἢ νὰ παραστήσῃ ὑπάρχον τὸ ἔγκλημα τῆς λαθρεμπορίας, καὶ ὅταν τὸ λαθρεμπόριον δὲν ἐκομίσθη ἔτι μέχρι τῶν συνόρων διὰ ξηρᾶς, εἴτε ἐπὶ τῆς παραλίας διὰ θαλάσσης, ἀλλὰ μεταφέρεται ἀκόμη, εἶναι δηλονότι ἐν τῷ μεταφέρεσθαι, διότι δὲν ἔφθασεν ἀκόμη εἴτε εἰς τὸν κεκανονισμένον εἴτε εἰς τὸν μὴ κεκανονισμένον τόπον εἰσαγωγῆς. Δηλαδὴ φοβοῦμαι μὴ τὸ ἄρθρον ἐννοεῖ νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως τὸ λαθρεμπόριον θεωρῆται ὑπάρχον καὶ πρὶν ἢ ἄρξηται ἡ τέλεσις αὐτοῦ. Κατὰ τὸν κείμενον νόμον, τὸ ἔγκλημα τῆς λαθρεμπορίας ὑπάρχει, ὅταν συλλαμβάνηται ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ἐφαρμόζεται δὲ ὡς πρὸς τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ τὸ ἄρθρον 168 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ὅλοι γνωρίζομεν πότε ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἔγκλημα. Τὸ ἔγκλημα ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ὅταν ἦναι ἐν τῷ γίγνεσθαι, ἢ ἀρτίως ἐγένετο, ἢ ὅταν ὁ κατηγορούμενος συνελήφθη κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς πράξεως ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ ἐτελέσθη ἡ πρᾶξις, φέρων ὅπλα ἢ ἐργαλεῖα ἢ ἄλλα πειστήρια, ἢ ὅταν κατεδιώχθη διὰ τῆς κοινῆς κραυγῆς. Οὗτοι εἶναι οἱ τρόποι, τοὺς ὁποίους ἡ ποινικὴ νομοθεσία ἡμῶν δέχεται ὡς ἀποτελοῦντας τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἔγκλημα. Ποία δ’ ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως ταύτης; Δὲν θεωρεῖται ὑπάρχον λαθρεμπόριον ἢ ὅταν διὰ θαλάσσης ἢ διὰ ξηρᾶς ἔφθασεν εἴτε τὸ πλοῖον τὸ κομίζον τὰ ἐμπορεύματα, εἴτε τὸ φορτηγὸν ἢ ἡ ἅμαξα, ἡ φέρουσα τὰ ἐμπορεύματα, εἰς σημεῖόν τι τῶν κατὰ ξηρὰν συνόρων ἢ τῆς παραλίας, διὰ τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ εἰσέλθῃ, καὶ ἤρξατο ἡ ἀποβίβασις, ἤρξατο ἡ ἐκτέλεσις τῆς σκοπουμένης πράξεως, ὅπως διὰ μὴ νενομισμένων μερῶν ἢ διὰ τῶν νενομισμένων μερῶν, ἀλλὰ κρυφίως, ἤτοι παρανόμως, εἰσέλθωσι τὰ ἐμπορεύματα ἐντὸς τοῦ Κράτους. Ὅσον καὶ ἂν τὰ τῆς λαθρεμπορίας κατέστησαν ἐπιζήμια εἴς τε τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ καινοτομία, ἀλλ’ ὅτι πρέπει ὁ νόμος νὰ ἀναγνωρίζῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ὅτι στοιχεῖον τοῦ ἐγκλήματος τῆς λαθρεμπορίας εἶναι ἡ ἐπ’ αὐτοφώρῳ σύλληψις, αὐτοῦ, δηλαδὴ ἡ ἔναρξις τῆς ἐκτελέσεως, ἡ ἔναρξις, ἡ παρασκευὴ τοὐλάχιστον ἀποβιβάσεως, ἐξαγωγῆς τοῦ πράγματος. Ἀληθῶς ὑπάρχουν περιστάσεις, καὶ τοιαῦται καθ’ ἡμέραν καὶ παρ’ ἡμῖν παρουσιάζονται, καθ’ ἃς βεβαιοῦται, ὅτι λαθρεμπόριον σκοπεῖται, ὅτι λαθρεμπόρευμα μεταφέρεται διὰ ξηρᾶς ἢ διὰ θαλάσσης, ἀλλὰ πρὸς τῆς ἐνάρξεως ἐκτελέσεως ἡ ἐμφάνισις τῆς Ἀρχῆς ἐσταμάτησεν αὐτό. Οὐδεμία ὑπολείπεται ἀμφιβουλία περὶ τούτου, καὶ λόγῳ τοῦ τόπου, πρὸς ὃν διευθύνεται τὸ πλοῖον ἢ ὁ ἀγωγιάτης, καὶ λόγῳ τῶν προσώπων, ἅτινα πολλάκις εἶναι γνωστοὶ λαθρέμποροι. Ἀλλὰ μέχρι τῆς ἀποπείρας, μέχρι τῆς ἐνάρξεως ἐκτελέσεως δύναται νὰ μεταβάλῃ τις γνώμην, καὶ ὅσον ἀπίθανον καὶ ἂν ἦναι τοῦτο ἐν δεδομένῃ περιστάσει, ἡ ποινὴ καὶ αἱ συνέπειαι τῆς ποινῆς δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιπέσωσι κατ’ ἀνθρώπου, ὅστις δὲν ἀπέδειξε διὰ τῆς πράξεώς του, ὅτι ἐνέμεινε μέχρι τέλους, ὅπως ἄρξηται τῆς ἐκτελέσεως τοῦ λαθρεμπορίου. Ἀλλ’ ὁ μεγαλείτερος κίνδυνος τοιαύτης διατάξεως θὰ ἦσαν αἱ καταχρήσεις τῶν ἐπὶ τῆς καταδιώξεως. Ἀτμάκατος ἢ ἀπόσπασμα, ἐὰν συνελάμβανον ἐν τῷ ἀνοικτῷ πελάγει ἢ μακρὰν τῶν συνόρων πλοῖον ἢ φορτώματα, θὰ τὰ κατήγγελλον ὡς λαθρεμπόρια, ἢ θὰ τὰ ἐφορολόγουν, ἵνα μὴ τὰ καταγγείλουν. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως τοῦ αʹ ἐδαφίου θὰ δοθῇ λαβὴ εἰς τοιαύτην ἑρμηνείαν, διότι λέγει τὸ ἄρθρον «εἴτε διὰ θαλάσσης εἴτε διὰ ξηρᾶς μεταφερόμενον». Ἐὰν ἔχῃ τὴν πρώτην ἔννοιαν, εἶναι περιττὸν, ὡς ὅλως ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως γεγονὸς, ἐμπεριλαμβανόμενον ἐν τῷ ὁρισμῷ τῆς λαθρεμπορίας, διότι πρέπει διὰ ξηρᾶς ἢ διὰ θαλάσσης νὰ μεταφέρηται. Ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι ἡ βλάβη μεγάλη. Ἀλλ’ ἂν σκοπὸς τοῦ ἄρθρου ἦναι νὰ καθιερώσῃ περίπτωσιν λαθρεμπορίας, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤρξατο ἀκόμη ἡ ἀποβίβασις τοῦ ἐμπορεύματος, ἀλλ’ εὑρίσκεται καθ’ ὁδὸν μόνον, διὰ ξηρᾶς ἢ διὰ θαλάσσης μεταφερόμενον, ἔστω καὶ ὑπόπτως, νομίζω ὅτι ἡ αὐστηρότης ὑπερβαίνει τὰ ὅρια, ὅτι ἀνατρέπονται τὰ στοιχεῖα, ἐξ ὧν παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ ἐθεωρήθη ὅτι ἀποτελεῖται τὸ ἔγκλημα τῆς λαθρεμπορίας, καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν, ὅπως νομικῶς θεωρηθῇ, ὅτι ὑπάρχει λαθρεμπόριον. Ἐὰν τοιαύτη δὲν ἦναι ἡ ἔννοια, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸ βεβαιώσῃ, ὅπως τοὐλάχιστον ὑπάρχῃ ἐν τῇ ἐξηγήσει, ἡ ὁποία ἐδόθη κατὰ τὴν συζήτησιν, καθαρωτέρα ἡ ἔννοια καὶ μὴ δύνηται ν’ ἀποπλανηθῇ ὁ δικαστὴς, ὅτι ἐσκόπει ὁ νέος νομοθέτης νὰ εἰσαγάγῃ τοιαύτην τροποποίησιν, τοιαύτην προσθήκην νέου στοιχείου εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ἐγκλήματος. Ἡ ἔκθεσις δὲν εἶναι οὔτε λεπτομερὴς οὔτε σαφής. Ἐν ἀρχῇ λέγει: «Διὰ τοῦ 1 ἄρθρου αὐτοῦ συμπληροῦται μὲν ὁ ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ μνημονευθέντος νόμου τῆς 29 Φεβρουαρίου 1892 ποινικὸς χαρακτηρισμὸς τῆς λαθρεμπορικῆς πράξεως...» Τοῦτο ἐμβάλλει τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι δὲν εἶναι σκοπὸς τῶν ἑπτὰ αὐτῶν λέξεων ἡ προσθήκη περιττοῦ τινος ὅρου, ἀλλὰ σκοπὸς εἶναι νὰ καταστήσῃ τιμωρητέον τὸ ἔγκλημα τῆς λαθρεμπορίας, καὶ ὅταν οὐδεμία ἐβεβαιώθη ἀρχὴ ἐκτελέσεως, ὅπως ὁ ὑπάρχων νόμος ἀπαιτεῖ καὶ ὡς πάντες οἱ νόμοι διατάσσουν. Διότι ἐν οὐδεμιᾷ νομοθεσίᾳ θεωρεῖται τὸ ἔγκλημα τῆς λαθρεμπορίας ὑπάρχον, πρὶν ἢ εἴτε διὰ ξηρᾶς μεταφερόμενον τὸ ἐμπόρευμα, εἴτε διὰ θαλάσσης, φθάσῃ εἰς τὴν ἀκτὴν ἢ εἰς τὰ σύνορα καὶ ζητήσῃ δι’ αὐτοῦ νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς αὐτῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φοβοῦμαι, ὅτι μᾶλλον αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐὰν τοιαύτη ἦναι, ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον αὐστηρότητος. Ἀλλ’ ἴσως δὲν εἶναι καὶ ἀναγκαία, διότι καὶ ἄλλα μέσα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπάρχουσι, π. χ. περισσότεραι ἀτμάκατοι, ταχύτεραι ἀτμάκατοι, περισσοτέρα σύμπραξις τῶν προξενικῶν ἀρχῶν εἰς τὴν καταγγελίαν καὶ τὴν καταδίωξιν τῶν ἐγκλημάτων λαθρεμπορίας, ὅπως καὶ προλαμβάνωνται καὶ συλλαμβάνωνται εὐκολώτερον.

§378Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 δὲν ἐσκόπει νὰ περιλάβῃ τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ὑπεδείξατε. Ἡ ῥῆσις τοῦ νομοσχεδίου «τὸ λαθρεμπόριον μεταφερόμενον διὰ θαλάσσης ἢ διὰ ξηρᾶς» ἐννοεῖ πρᾶξιν τελεσθεῖσαν, ἡ ὁποία πρᾶξις χαρακτηρίζεται ὑπὸ τοῦ νόμου ὡς λαθρεμπορία, δὲν ἐννοεῖ τὴν προπαρασκευὴν πρὸς τὸ λαθρεμπορεῖν ἢ τὴν ἀπόπειραν πρὸς τὸ λαθρεμπορεῖν. Ὑμεῖς ὑπελάβετε, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται νὰ περιλάβῃ τὴν ἀπόπειραν τοῦ λαθρεμπορίου καὶ νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς λαθρεμπόρευμα ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐλαθρεμπορεύθη εἰσέτι.

§379ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὔτε ἀπόπειρα δὲν εἶναι αὐτό.

§380Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ προαίρεσις, ἡ μελέτη δὲν δύναται νὰ καταδιωχθῇ. Ὑπάρχουν ὅμως λαθρεμπόρια, τὰ ὁποῖα δύνανται κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ συλληφθῶσι. Συμβαίνουσιν ἰδίως εἰς τὴν παραλίαν τοῦ Φαλήρου· διαβαίνουσι πλοῖα, εἴτε καταπλέοντα εἴτε ἀποπλέοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐμπορεύματα, ἀκολουθοῦσι λέμβοι, μετ’ ὀλίγον δὲ λέμβος ἔρχεται εἰς τὸ Φάληρον, κομίζουσα δέσμας μεταξωτῶν ἢ δαντελῶν. Ἄν τις συλλάβῃ τὰς λέμβους ταύτας, συλλαμβάνει λαθρεμπόριον. Ἀλλ’ ὅταν πλοῖον πλέῃ εἰς τὴν θάλασαν, καὶ ἡ ἀτμοτελωνὶς τὸ σταματᾷ καὶ παρατηρῇ τὰ ἐμπορεύματά του, καὶ βλέπῃ ὅτι ἔχει ζάκχαριν, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ λαθρεμπόριον· ἐὰν ὅμως μεταβῇ τὸ πλοῖον εἴς τινα λιμένα καὶ ἀποβιβάσῃ τὴν ζάκχαριν, βεβαίως εἶναι λαθρεμπόριον, ἀλλὰ πρὶν ἢ τελεσθῇ, δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς λαθρεμπόριον.

§381ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).

§382ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἐσχάτως ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων ἐν τῇ Βουλῇ παρὰ τῶν εἰσηγητῶν Ὑπουργῶν περὶ τῆς ἐννοίας τῶν ἐν αὐτοῖς διατάξεων, τότε μόνον λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὰ δικαστήρια, ὅταν αὗται καταχωρισθῶσιν εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Ἐὰν δὲ τοιαύτη δήλωσις γενομένη καταχωρισθῇ μόνον εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὰ ἐπίσημα, οὐδαμῶς δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῶν δικαστηρίων. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει, ὅπως ἡ δήλωσις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔκαμεν ἐπὶ τοῦ 3 ἄρθρου, καὶ τὴν ὁποίαν θεωρῶ σοβαρὰν καὶ σπουδαίαν, σημειωθῇ καὶ καταχωρισθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.

§383ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.

§384Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει νέαν ποινήν, τὴν κατάσχεσιν τοῦ μεταγωγικοῦ μέσου· ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι δι’ οἱονδήποτε ποσόν, καὶ διὰ τὸ ἐλάχιστον, ἔστω καὶ διὰ λαθρεμπόριον μιᾶς δραχμῆς, ἐπιτρέπεται ἡ κατάσχεσις τοῦ πλοίου, ἤτοι τοῦ μεταγωγικοῦ μέσου.

§385Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λαθρεμπόριον μιᾶς δραχμῆς!

§386Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διατὶ ὄχι; Ὅταν εἰς πλοῖόν τι ἀνακαλυφθῇ π. χ. μία ὀκᾶ ζαχάρεως ἐκ λαθρεμπορίας προερχομένης, δὲν συντάσσουν πρωτόκολλον οἱ τελωνοφύλακες; δὲν εἶναι λαθρεμπόριον μιᾶς δραχμῆς;

§387Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ τελώνου ἐπικυροῦται ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν;

§388Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, ἢ μᾶλλον γεγονός, τὸ ὁποῖον συνέβη πρὸ ἐτῶν εἰς τὴν Σκόπελον. Εἴς τινα οἰκίαν εὑρέθη εἷς σάκκος μὲ ὀλίγον σιγαρόχαρτον, ἡ σύζυγος δὲ ἑνὸς τελωνοφύλακος κατήγγειλεν ὅτι τὸ λαθρεμπόριον τὸ ἔκαμεν ἡ σύζυγος ἑνὸς ἀσβεστᾶ. Τί δὲ συνέβη κατόπιν; καταδικάζεται αὐτὸς ὁ ἀσβεστᾶς, ὀνομαζόμενος Θλιβερὸς, ὡς λαθρέμπορος, ὁ ὁποῖος δὲν ἤξευρε διόλου ἀπὸ θάλασσαν, οὔτε ἀπὸ λαθρεμπόριον, κατάσχουν τὰ ζῶά του, φυλακίζεται, καὶ ἀκόμη καταδιώκεται! Ἄλλο· εἰς πλοίαρχος παρέλειψε νὰ δηλώσῃ εἰς τὸ δηλωτικὸν μίαν κάσαν πετρελαίου, ὁ τελώνης κατέσχε τὸ πλοῖόν του, ἀξίας 6,000 δραχμῶν, καὶ δὲν ἠδύνατο ν’ ἀναχωρήσῃ· ἐπὶ τούτῳ δ’ ἐγένοντο παραστάσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Νὰ ὁρισθῇ λοιπὸν εἷς ὅρος, ὅτι, ὅταν τὸ λαθρεμπόριον ᾖναι πλέον τῶν 100 ἢ 50 δραχμῶν, τότε νὰ κατάσχηται τὸ μεταγωγικὸν μέσον. Διότι δὲν εἶναι δίκαιον, ἐὰν εἰς ἕνα ἀγωγιάτην π. χ. ἔχοντα μόνην περιουσίαν τὸ μουλάρι του, ἀξίας 500 δραχμῶν, ἐκ τῆς ἐργασίας τοῦ ὁποίου ἀποζῇ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του, ἐὰν εὕρωσι μίαν ὀκᾶν καπνοῦ, νὰ κατάσχηται καὶ νὰ πωλῆται τὸ μουλάρι του. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§389ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. Ὑπάρχει προσθήκη, προτεινομένη ὑπὸ τῶν κ. κ. Α. Τόμαν, Κ. Ν. Πεταλᾶ, Ι. Ἀντωνοπούλου, Σπ. Τσιτσάρα καὶ Δ. Σταΐκου, ὡς ἄρθρον 3, καὶ ἔχουσα ὡς ἑξῆς:

§390ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ ἄρθρον 14 τοῦ προμνησθέντος νόμου ΑϠϞΘʹ μεταῤῥυθμίζεται ὡς ἑξῆς: «Κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς γίνεται ἔφεσις ἐπὶ χαρτοσήμου δραχμῆς, ἐπιδιδομένη διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἢ τὴν ἐκδοῦσαν τὴν ἀπόφασιν τελωνειακὴν ἀρχήν, ἐντὸς τριακονθημέρου διορίας ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως, ἀποφαίνεται δὲ ἐπὶ τῆς ἐφέσεως ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς ἀνωτέρω προθεσμίας τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ΑΚΑʹ νόμου τοῦ 1882 Νομικὸν Συμβούλιον ὁριστικῶς καὶ ἀνεκκλήτως, οὐδενὸς ἐπιτρεπομένου ἐνδίκου μέσου. Αἱ ἀποφάσεις αὗται, ὡς καὶ αἱ ἀναθεωρηθεῖσαι τοῦ ἑπομένου ἄρθρου 15, ἀναθεωροῦνται, μόνον ἐὰν πρόκειται περὶ διορθώσεως λογιστικοῦ τινος λάθους, ἢ ἐὰν συντρέχωσι σπουδαῖοι λόγοι, πείθοντες τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὅτι χρήζει ἀναθεωρήσεως ἡ ὑπὸ τοῦ τριμελοῦς Νομικοῦ Συμβουλίου προεκδοθεῖσα ἀπόφασις. Ἐν ἀμφοτέραις ταῖς περιστάσεσι προηγεῖται ἀποχρώντως ἠτιολογημένη αἴτησις τοῦ ἐγκαλουμένου, μεθ’ ἣν, γινομένην δεκτὴν ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἀποφαίνεται τοῦτο κατ’ οὐσίαν διὰ νέας ἀποφάσεως, ἐπικυρούσης ἢ μεταῤῥυθμιζούσης τὴν εἰς ἀναθεώρησιν ἑκάστοτε ὑποβαλλομένην. Ἡ ἀπόφασις καταρτίζεται δι’ ἀπολύτου πλειοψηφίας. Οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διατρίβοντες, οἱ ἀγνώστου διαμονῆς καὶ οἱ μὴ γινόμενοι γνωστοὶ ὑπαίτιοι τῆς παραβάσεως καὶ πᾶς ἔχων ἔννομον συμφέρον, ἐπιδίδουσιν, ὡς ἀνωτέρω, ἔφεσιν ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καταχωρήσεως τῆς ἀποφάσεως. Ἐὰν δὲ δὲν ἐπιδοθῇ ἔφεσις, ὀφείλει ἡ τελωνειακὴ ἀρχὴ νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν καὶ τὰς τοιαύτας ἀποφάσεις.»

§391Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀποδέχομαι τὴν προσθήκην ταύτην. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀνωτέρω προσθήκη, ὡς ἄρθρον 5. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5 καὶ 4 τοῦ νομοσχεδίου, λαβόντα τὴν θέσιν ἄρθρων 4 καὶ 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).

§392ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 4 καὶ 20′ π. μ. τῆς ἐπιούσης.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28
2Τῆς 28 Φεβρουαρίου 1896.
3(Τετάρτη).
4Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦν-
6ται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.)
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Μεγά-
8λου Σπηλαίου δι’ ἀναφορᾶς του ἐξαιτεῖται νὰ ἀπαλλαγῇ ἡ
9Μονὴ ἐκ τῆς εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
10Ὁ δήμαρχος Φύλλου τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης διὰ τηλε-
11γραφήματός του ἀναφέρει, ὅτι ὁ ἐπόπτης τῶν Ζαππείων κτη-
12μάτων, συνεπείᾳ διαταγῶν τοῦ Ὑπουργείου, κατέλαβεν ἐκκλη-
13σιαστικὰ οἰκήματα τοῦ χωρίου Τεκελῆ τοῦ εἰρημένου δήμου.
14Ὁ ἀπόστρατος ἐπιλοχίας τοῦ πεζικοῦ Πέτρος Παπαθα-
15νασιάδης, κάτοικος Ἀγρινίου, δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ αὔξησιν
16τῆς συντάξεώς του.
17Ὁ ἐκ Πάλλης βουλευτὴς κ. Σπ. Τυπάλδος Φορέστης
18ἀποτείνει τὰς ἑξῆς τρεῖς ἐρωτήσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν
19τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
20§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
21«Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ
22μὲ πληροφορήσῃ:
231ον) Ἐὰν αἱ ἀνοργάνωτοι Μοναὶ ὑπάγωνται εἰς τὴν πλη-
24ρωμὴν τῶν 8% ἐπὶ τοῦ ἀνεκκαθαρίστου εἰσοδήματος αὐτῶν.
252ον) Ἐὰν εἰς τὰς ἐνοριακὰς ἐκκλησίας ὑπάγωνται καὶ αἱ
26ἰδιόκτητοι, εἴτε εἰς ἕνα ἀνήκουσιν, εἴτε εἰς πολλοὺς, ὡς εἶναι
27τὰ ἀδελφάτα, ὀνομαζόμεναι συναδελφικαὶ ἐκκλησίαι.
283ον) Πόθεν θὰ ἐκλέγωνται τὰ ἐκκλησιαστικὰ συμβούλια
29τῶν συναδελφικῶν ἐκκλησιῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ,
30ἔνθα ὑπάρχουσι τοιαῦται.»
31§3ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ δοθῶσιν ἐγκαίρως αἱ ζητού-
32μεναι πληροφορίαι, διότι θέλουσι χρησιμεύσει κατὰ τὴν συ-
33ζήτησιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν νομοσχεδίων.
34§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ραζέλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς
35ἡμερησίας διατάξεως.
36§5ΡΑΖΕΛΟΣ. Γινώσκει ἡ Βουλή, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπι-
37δαύρου Λιμηρᾶς βουλευτὴς κ. Παπαμιχαλόπουλος κατὰ
38παρελθοῦσαν συνεδρίαν τῆς Βουλῆς διὰ μακρῶν ἀπησχόλησεν
39αὐτὴν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Εἰς τὴν ὁμιλίαν του
40ἐκείνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπήντησε λακωνι-
41κώτατα καὶ ἀορίστως, ἀλλ’ ἐνθαῤῥυντικῶς, ὡς πρὸς τὴν προ-
42στασίαν τῶν κινδυνευόντων συμφερόντων καὶ προνομιῶν τῆς
43νήσου. Ἤδη γεγονὸς σοβαρὸν ἀνηγγέλθη, ὅτι ἔλαβε χώραν,
44τὸ ὁποῖον προανήγγειλεν ἔκτοτε ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.
45Ἐπὶ τούτου ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερι-
46κῶν ἐπερώτησιν, ὑπογεγραμμένην παρὰ τῶν κ. κ. Παπαμι-
47χαλοπούλου, Φιλαρέτου, Μαστραπᾶ καὶ ἐμοῦ. Ἡ ἐπερώτη-
48σις ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει):
49«Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ
50εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἦναι ἀληθὲς,
51ὅτι παραιτηθέντος τοῦ χριστιανοῦ γενικοῦ διοικητοῦ τῆς
52Κρήτης Καραθεοδωρῆ–πασσᾶ, διωρίσθη ἀντ’ αὐτοῦ ὑπὸ τῆς
53Πύλης ὁ Ὀθωμανὸς τὸ θρήσκευμα Τουρχὰν–πασσᾶς, κατ’
54ἐπανειλημμένην παράβασιν τῆς ἐκ διεθνοῦς συνθήκης ἀποῤῥευ-
55σάσης συμβάσεως τῆς Χαλέπας. Ποίαν δὲ ἔλαβεν ἢ λαμβά-
56νει ἡ Κυβέρνησις πρόνοιαν πρὸς ἀποσόβησιν τῆς ἐπικειμένης
57δεινῆς ἐκρήξεως, ὡς ἐκ τοῦ ἐπικρατοῦντος ἔν τε τῇ Κρήτῃ
58καὶ παρὰ τοῖς ἐνταῦθα Κρησὶν ἀναβρασμοῦ.»
59§6Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἠδύνατο νὰ σιγήσῃ
60ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐζήτησα
61ἀμέσως τὸν λόγον. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἐπρόσεξεν ὁ ἀξιότιμος
62Ὑπουργὸς, διότι ἄλλως δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ δώσῃ ἀμέσως τὴν
63ἀπάντησιν, καθόσον εἶναι ἀτυχῶς ἀληθὴς ἡ εἴδησις· δὲν δύναται
64δὲ νὰ ὑποστηρίξῃ κἄν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς
65ἐπερωτήσεως, διὰ ν’ ἀπαντήσῃ, ὄχι μόνον διὰ τὴν σπουδαιό-
66τητα τῆς ἐπερωτήσεως, ἀλλὰ καὶ διότι πρόκειται περὶ ἐπε-
67ρωτήσεως, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λι-
68μηρᾶς συναδέλφου πρὸ 28 ἡμερῶν καὶ ἐπανελήφθη τελευ-
69ταῖον ὑπὸ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος.
70§7ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
71κῶν). Ὡς πρὸς τὸ γεγονὸς, εἶναι βεβαίως ἀληθές· γεν. διοικη-
72τὴς διωρίσθη ὁ Τουρχὰν–πασσᾶς, καὶ ὑποδιοικητὴς χριστια-
73νὸς, ὁ Βυθηνὸς ἐφέντης. Ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ, ἐπιφυλάσσομαι.
74§8Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ἐπιφύλαξις αὕτη μόνον ὑπὸ τὰ ἐπι-
75δοτήρια θὰ ἠδύνατο νὰ τεθῇ, διότι δὲν πρόκειται περὶ γεγο-
76νότος ἀγνώστου, τὸ ὁποῖον ἴσως θὰ περιμένῃ μετὰ προθε-
77σμίαν νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων, ἥτις εἶναι πα-
78ροῦσα. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπερωτηθεὶς κατὰ τὴν
791 Φεβρουαρίου 1896, ἔλαβε τὸν λόγον καὶ λέξιν πρὸς λέξιν
80ἀπήγγειλε τὴν ἀπάντησιν, ἡ ὁποία καὶ διὰ στοιχείων τῶν
8112 στιγμῶν ἐτυπώθη εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, εἶναι δὲ
82συντομωτάτη. Ἰδοὺ αὕτη (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις,
83ἔχουσα συναίσθησιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἡ περὶ τῶν ἐν
84ἑκάστῃ γωνίᾳ τῆς γῆς εὑρισκομένων Ἑλλήνων μέριμνα ἐπι-
85βάλλει αὐτῇ, δὲν ἔλειψε διὰ συμβουλῶν, διὰ παραστάσεων
86καὶ παντὸς ἄλλου ἐν τῇ διαθέσει αὐτῆς μέσου νὰ φροντίσῃ
87νὰ προασπίσῃ τὰ πραγματικὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους».
88Λέξεις πομπώδεις, εὐέλπιδες, αἱ ὁποῖαι καταλήγουν εἰς τὸ
89ἑξῆς συμπέρασμα: «Ἔχει δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐν τοῖς
90ἐπ’ ἐσχάτων στάσις τοῦ ἀνδρείου λαοῦ τῆς μεγαλονήσου δεόν-
91τως ἐξετιμήθη παρὰ πάντων τῶν κεκλημένων νὰ κρίνωσιν.»
92Ὡμίλησε διὰ διπλωματικῆς γλώσσης καὶ λακωνικώτατα.
93Ἐν τῇ ἀοριστίᾳ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶπε πολλὰ, καὶ
94δὲν εἶπε τίποτε. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἠρκέσθη· σε-
95βασθεῖσα τὸ ζήτημα, ἐσίγησε, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀνέ-
96μενε ν’ ἀκούσῃ καὶ διὰ πραγμάτων τὰς ἐνεργείας τῆς Ἑλλη-
97νικῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην τοῦ κ.
98Ὑπουργοῦ. Ἡμέραν τινὰ ὁ ἐκ Λοκρίδος κ. συνάδελφος ἀνήγ-
99γειλεν, ὅτι ἐδόθη ἡ παραίτησις τοῦ τέως γενικοῦ διοικητοῦ
100τῆς Κρήτης καὶ ἀναμένεται ὁ διορισμὸς Ὀθωμανοῦ. Ὁ Ὑπουρ-
101γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι καὶ αὐτὸς ἔχει τὰς πληρο-
102φορίας αὐτὰς, ἀλλὰ δὲν εἶναι βέβαιος καὶ περὶ τοῦ διορισμοῦ
103Ὀθωμανοῦ. Ἰδοὺ αἱ πληροφορίαι· ὁ ὑπουργὸς μᾶς εἶπε πρὸ
104μικροῦ, ὅτι τὸ ἔμαθε, καὶ θ’ ἀπαντήσῃ!
105Κύριοι συνάδελφοι, καθ’ ὃν χρόνον ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία
106πέραν τοῦ μεσονυκτείου συζητεῖ περὶ τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα
107δύνανται νὰ ἔχωσιν ἢ νὰ μὴ ἔχωσιν οἱ δημόται Νυμφασίας,
108ὑποσκάπτονται τὰ θεμέλια τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπειλητικῶς, ἐπι-
109κινδύνως· δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ ἐπαναπαυθῶμεν εἰς τὰς διπλωμα-
110τικὰς ἀοριστίας. Ἤδη εἶναι καιρὸς νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς
111Κυβερνήσεως. Φοβοῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ἄγαν φι-
112λοπόλεμος κατὰ τὸ 1885, ἐγένετο ὑπὲρ τὸ δέον εἰρηνικὸς
113κατὰ τὸ 1896. Φοβοῦμαι ὅτι ἡ ἀδελφοποίησις τῶν Ἑλλή-
114νων καὶ τῶν Τούρκων, γενομένη ἄνευ ἀνταλλάγματος, ἀλλὰ
115πρὸς διευκόλυνσιν τῶν τουρκικῶν σχεδίων, μᾶς παρασκευάζει
116μεγάλους κινδύνους.
117Τί περιμένομεν; ν’ ἀκούσωμεν τοὺς Κρῆτας ἐν ἀπογνώσει
118δράττοντας τὰ ὅπλα μίαν ἔτι φορὰν, διὰ νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ
119τῶν αἱματηρῶν σφαγῶν; Καὶ ποῦ εἶναι ἡ ἐπαγγελία, τὴν
120ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐξετιμήθη ἡ στάσις τοῦ
121Κρητικοῦ λαοῦ καὶ αἱ συμβουλαὶ, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἡ Ἑλ-
122ληνικὴ Κυβέρνησις; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἂν σπουδαιο-
123λογῶμεν, εἶναι καιρὸς νὰ μάθωμεν ἐπὶ τέλους ποῦ εὑρισκόμεθα.
124§9Χ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Νὰ καταλήξητε εἰς ἓν συμπέρασμα.
125§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἂς ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
126Ἐξωτερικῶν, καὶ ὅταν ἀπαντήσῃ, θὰ μάθωμεν ποῖα μέτρα
127ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὸν Κρητικὸν λαὸν
128ἀπὸ τοὺς κινδύνους.
129§11ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Διετάχθη ἓν σύνταγμα ἐκ Χαλκίδος νὰ
130ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας, καὶ ὑποθέτω ὅτι εἶναι κήρυξις πολέμου.
131§12Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἀναγνωρίζω πληρεξουσίους τῶν
132Ὑπουργῶν, οἵτινες ὀφείλουσι ν’ ἀπαντῶσιν ἀπ’ εὐθείας.
133§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στάϊκος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου
134ἀντικειμένου.
135§14ΔΙΟΝ. ΣΤΑΙΚΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
136Ναυτικῶν νὰ συμπληρώσῃ τὴν δύναμιν τοῦ Λιμεναρχείου
137Πειραιῶς, ὅπερ εἶναι τὸ κυριώτερον Λιμεναρχεῖον, διότι ἡ
138σήμερον ὑπάρχουσα δύναμις εἶναι ἀνεπαρκής, προκειμένου
139μάλιστα κατ’ αὐτὰς νὰ καταπλεύσουν εἰς τὸν λιμένα
140Πειραιῶς πολλὰ πλοῖα καὶ στόλοι μεγάλοι. Παρακαλῶ
141λοιπὸν νὰ συμπληρώσῃ τὴν δύναμιν αὐτοῦ, διότι καὶ ὁ
142κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θὰ λάβῃ ἀνάγκην νὰ ὑπάγῃ
143μὲ βάρκαν εἰς τὰ πλοῖα. Παρακαλῶ δὲ συνάμα νὰ λη-
144φθῇ πρόνοια διὰ τοὺς 60 ὑπαξιωματικούς, τοὺς ὁποίους
145ἐγκατέλειψε διαθεσίμους. Οἱ ἄνδρες αὐτοὶ ὑπηρέτησαν καὶ
146ὑπηρετοῦσιν ἀκόμη, εἶναι δὲ ἄδικον νὰ ῥιφθῶσιν εἰς τοὺς
147δρόμους, διότι εἶναι πτωχοὶ καὶ οἰκογενειάρχαι. Παρακαλῶ,
148ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς μικρὰ βοήθεια. Παρα-
149καλῶ, κύριε Ὑπουργέ, νὰ φροντίσητε.
150§15Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πρὸ ἱκα-
151νοῦ χρόνου ἐν Πειραιεῖ, χάριν τῆς ἀστυνομίας τοῦ λιμένος, σταθ-
152μεύει ἡ ἡμιολία «Αὔρα». Αὕτη ἐδωρήθη ὑπὸ τοῦ Βαρβάκη.
153§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠγοράσθη.
154§17Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὡς ἐκ τῆς παλαιότητος αὐτῆς εἶναι εἰς
155ἐντελῆ ἀχρηστίαν· διὰ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία ἐνόμισεν, ὅτι εἷς
156καὶ μόνον ναύτης εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς φρούρησιν τοῦ σκάφους.
157Ἐπειδὴ ὅμως ἐν Πειραιεῖ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχωσι ναῦταί
158τινες, καὶ ἕνεκα τῆς ἀστυνομίας τοῦ λιμένος καὶ δι’ ἄλλους λό-
159γους, διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, κατὰ
160τὰς ἡμέρας ταύτας ἐκδοθείσης, ἀπεφασίσθη νὰ καταπλεύσῃ
161ἐκ Ναυστάθμου εἰς Πειραιᾶ τὸ «Ἄκτιον», οὗτινος ἡ δύνα-
162μις νομίζομεν ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὸν λιμένα Πειραιῶς
163καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας, ἃς ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέδειξεν.
164Ὡς πρὸς τοὺς διαθεσίμους ὑπαξιωματικούς, ἡ ὑπηρεσία
165τοῦ Ὑπουργείου, συντάσσουσα τὸν προϋπολογισμὸν, ἐνόμισεν
166ἀναγκαῖον, ἀκολουθοῦσα κατὰ τοῦτο καὶ τὴν γνώμην τῶν
167προκατόχων Ὑπουργῶν, νὰ φέρῃ εἰς ἐφαρμογὴν τοὺς ὀργα-
168νισμοὺς τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου, οὓς εἶχε καταρτίσει ὁ
169Γάλλος ναύαρχος Λεζέν. Εὐθὺς ὅμως, ὡς ἐτέθησαν οἱ ὀργανι-
170σμοὶ οὗτοι εἰς ἐνέργειαν, εὑρέθη ὅτι ὑπῆρχον ἐν τῷ στόλῳ
17170 καὶ ἐπέκεινα ὑπεράριθμοι ὑπαξιωματικοί. Πῶς ἐγένετο,
172ὥστε νὰ ἔχωμεν τοσούτους ὑπεραρίθμους ὑπαξιωματικούς;
173Ἡ ἀπάντησις εἶναι εὐχερής. Ἐπίεζον οἱ ἔχοντες συμφέρον
174τοὺς κατὰ καιρὸν Ὑπουργοὺς τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐπ’ ἐσχά-
175των μάλιστα ἐνομίσθη ἀναγκαῖον, ἵνα γένωνται ἀθρόοι προ-
176βιβασμοὶ ὑπαξιωματικῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης. Ἐγὼ οὐ-
177δένα προεβίβασα εἰς ὑπαξιωματικόν.
178§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς ποίαν ἐποχήν;
179§19Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ Ἀπρίλιον ἢ Μάϊον τοῦ προηγου-
180μένου ἔτους· ἀλλὰ ὑπῆρχον καὶ προηγουμένως ὑπεράριθμοι,
181προσέθεσαν ὅμως καὶ ἄλλους, διότι ὑπεχώρουν εἰς τὰς πιέ-
182σεις τῶν διόπων, οἵτινες βεβαίως ἐζήτουν νὰ γένωνται ὑπα-
183ξιωματικοί. Ἐνῷ δὲ ἴσχυον οἱ ὀργανισμοὶ τοῦ Λεζὲν καὶ
184τότε, δὲν ἐκωλύθησαν νὰ προαγάγωσι διόπους εἰς ὑπαξιω-
185ματικούς. Εὑρέθημεν λοιπὸν πρὸ τοῦ ἑξῆς διλήμματος: ἢ νὰ
186μεταβάλωμεν τοὺς ὀργανισμοὺς τοῦ ναυάρχου Λεζὲν καὶ
187νὰ ἔχωμεν πλείονας ὑπαξιωματικούς, ἀχρήστους ὅμως, ἤ,
188ἐπειδὴ αὐτοὶ κατέστησαν ἑαυτοὺς ὑπεραρίθμους, ἐξ ἰδίας
189ὑπαιτιότητος, πιέσαντες τοὺς Ὑπουργοὺς, νὰ θέσωμεν αὐτοὺς
190εἰς διαθεσιμότητα. Ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ διλήμματος ἐνόμισα,
191ὅτι δὲν εἶχον, ἢ νὰ προτιμήσω τὴν δευτέραν γνώμην, τουτέστι
192τοὺς ὄντας πράγματι ὑπεραρίθμους νὰ θέσω ἐν διαθεσιμό-
193τητι. Τὸ μέτρον τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ
194ἐπιδοκιμασθῇ παρὰ παντὸς εὖ φρονοῦντος. Ἐὰν βεβαίως ἠθέ-
195λομεν νὰ φέρωμεν αὐτοὺς εἰς ἐνέργειαν, τοῦτο εἶναι εὐκολώ-
196τατον· θέλομεν αὐξήσει ὅμως τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογι-
197σμοῦ κατὰ 80 χιλιάδας δραχμῶν ἐτησίως. Ἐκτὸς δὲ τῆς
198ζημίας ταύτης, ἥτις εἶναι χρηματικὴ, θέλομεν φέρει καὶ τὴν
199ἀταξίαν εἰς τὰ πληρώματα τοῦ στόλου, καθόσον βεβαίως οἱ
200ὑπεράριθμοι ὑπαξιωματικοὶ δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν εὐκοσμίαν
201τοῦ στόλου, εἰσὶ πρόσωπα ὑπεράριθμα, φέροντα τὴν ἀταξίαν,
202εἴτε πρόκειται περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, εἴτε πρόκειται
203περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης. Οὐχ ἧττον γίνεται σκέψις,
204ὅπως κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον χρησιμοποιηθῶσιν οἱ ὑπεράριθ-
205μοι οὗτοι ὑπαξιωματικοὶ, καὶ μελετᾶται σύστημά τι, καθ’ ὃ,
206ἐὰν ἦναι δυνατὸν ἐν τῷ μέλλοντι, νὰ τοποθετηθῶσιν ἐν τῇ
207ὑπηρεσίᾳ τῶν φάρων καὶ φανῶν οἱ ὑπεράριθμοι οὗτοι ὑπα-
208ξιωματικοί· ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἐντελῶς ὥριμον, καὶ
209μέχρις ὅτου τοιοῦτον μέτρον ληφθῇ, βεβαίως αὐτοὶ θέλουσιν
210ἐξακολουθήσει ὄντες ὑπεράριθμοι. Ἐφ’ ὅσον εἴτε ἀποστρα-
211τεύονται οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ὑπαξιωματικοὶ, εἴτε δι’ ἄλλους λό-
212γους ἀποχωροῦσιν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης,
213θέλουσι βεβαίως ἀναπληροῦσθαι οὗτοι ἐκ τῶν ἤδη τεθέντων
214ἐν διαθεσιμότητι.
215§20Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι
216πνεῦμα νομιμοφροσύνης ὑπέδειξεν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ
217λάβῃ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν, ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο
218βεβαίως εἶναι ἄστοχον, διότι 76 ὑπαξιωματικοὶ τοῦ ἡμετέ-
219ρου ναυτικοῦ ἐῤῥίφθησαν εἰς τὰς ἀγυιὰς, διατί; Ἐν τῇ εἰλι-
220κρινείᾳ του ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἐδίστασε
221νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ τοῦτο βεβαίως ἔπαινον πρέπει νὰ
222ἐπισύρῃ εἰς αὐτόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐγένοντο πιέ-
223σεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, καὶ τούτου ἕνεκα ἐγέ-
224νοντο ὑπερβάσεις. Ἠρώτησα καθ’ ἣν στιγμὴν ὡμίλει, ἐκεῖνος
225δὲ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι αἱ μεγαλείτεραι ὑπερβάσεις ἐγένοντο
226κατὰ μῆνα Ἀπρίλιον ἢ Μάϊον τοῦ 1895, δηλαδὴ κατὰ
227τὴν ἐποχὴν τοῦ Βασιλικοῦ Ὑπουργείου. Δὲν εἶναι τοῦ πα-
228ρόντος νὰ ἐξετασθῇ εὐρύτερον ἡ εὐθύνη τῶν ὑπευθύνων. Θὰ
229ἔλθῃ ἡ στιγμὴ, ὅτε δὲν θὰ ὑπάρξῃ δύναμίς τις ἀνθρωπίνη,
230οἱαδήποτε, ἥτις νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων
231νὰ ζητήσῃ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν εὐθύνην τῶν ὑπευθύνων, εἰ
232καὶ οἱ ἀνεύθυνοι διατελοῦσι πάντοτε ἠθικῶς ὑπεύθυνοι ἐνώ-
233πιον τῆς τε Βουλῆς καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἱστορίας. Ἀλλὰ
234εἴτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ὑπουργείου,
235εἴτε καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ, πιεζόμενοι ἢ μὴ πιεζόμενοι, ὑπερέβη-
236σαν τὸν νόμιμον ἀριθμὸν, νομίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι
237θέλομεν πράξει ἔργον δικαιοσύνης, ἐὰν θέσωμεν τοὺς δυστυ-
238χεῖς αὐτοὺς ὑπαξιωματικοὺς εἰς τὸ δίλημμα τῆς αὐτοκτο-
239νίας ἢ τοῦ ἐγκλήματος; Δύο ὁδοὶ μόνον μένουσιν εἰς αὐτοὺς,
240ἄνδρας συνδέσαντας τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον αὐτῶν μὲ ὡρι-
241σμένον κλάδον ἐθνικὸν καὶ οἱ ὁποῖοι ἤδη αἰφνηδίως βλέπουσι
242διὰ μιᾶς διαψευδομένας τὰς ἐλπίδας αὐτῶν καὶ ἑαυτοὺς εὑρι-
243σκομένους εἰς χάος. Τί μένει εἰς αὐτούς; Ἢ νὰ αὐτοκτονή-
244σωσιν, ἢ νὰ γείνωσι λῃστοπειραταί! Πῶς θὰ ζήσωσιν αὐτοὶ
245καὶ αἱ οἰκογένειαί των; Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουρ-
246γὸς τῶν Ναυτικῶν βεβαίως εὑρέθη εἰς μεγάλην δυσχέρειαν,
247διότι ἀφ’ ἑνὸς εἶχε νόμον ὀργανικὸν, εἶχεν ἐνώπιον αὐτοῦ ὡρι-
248σμένον ἀριθμὸν, καὶ δὲν ἤθελε νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν, εἰς
249τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν οἱ πρὸ αὐτοῦ· ἤθελε νὰ λάβῃ μέτρον·
250ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ λάβῃ;
251Νομοθετικῶς αὐξανομένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν
252προσωρινῶς, καὶ ἐφ’ ὅσον κενοῦνται αἱ θέσεις, νὰ μὴ γίνων-
253ται προβιβασμοὶ, οὐδέποτε ὅμως νὰ ῥίψῃ εἰς τὴν ἔκτακτον
254ταύτην δυσχέρειαν 76 ὑπαξιωματικοὺς, διὰ νὰ πληρώσωσι
255τὰς ἁμαρτίας τῶν ὑπευθύνων. Τὸ ἄδικον εἶναι τόσον μέγα,
256ὥστε δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτι-
257κῶν, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἐνδιαφέρηται ὀλιγώτερον ἐμοῦ,
258ὅσον καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀναθεωροῦσα τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς,
259θὰ λάβῃ ἐγκαίρως δικαιότερόν τι μέτρον.
260§21Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἴπετε,
261ὅτι διὰ νόμου ἔπρεπε νὰ αὐξήσωμεν τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ὑπα-
262ξιωματικῶν· ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, οἱ ὀργανισμοὶ, οἱ ἀφορῶντες
263τὴν διοίκησιν τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου, ὡς καὶ τῶν στρα-
264τιωτικῶν σωμάτων τῆς ξηρᾶς, ἀκολουθοῦσιν ὡρισμένους κα-
265νόνας. Δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ συγκροτήσητε τὰ πληρώ-
266ματα λόγῳ ὑπαξιωματικῶν κατὰ τὸ δοκοῦν, διότι τότε διατὶ
267νὰ μὴ ὁρίσητε ἀκόμη ἄλλους 70 ὑπαξιωματικούς; Δὲν ἔγ-
268κειται εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸ αὐθαίρετον, νὰ αὐ-
269ξάνῃ ἢ νὰ ἐλαττώνῃ τοὺς ὑπαξιωματικούς. Οἱ ὑπαξιωμα-
270τικοὶ ἀναλογοῦσιν εἰς ὡρισμένον ἀριθμὸν ναυτῶν, τὰ δὲ πλη-
271ρώματα συντάσσονται κατὰ τρόπον ἐπιστημονικὸν, χάριν τοῦ
272Ναυτικοῦ. Διότι εὑρέθησαν ὑπεράριθμοι ὑπαξιωματικοὶ, οἵτι-
273νες ἐξήγησα ὑμῖν πῶς ἐγένοντο τοιοῦτοι, νομίζω ὅτι δὲν εἶ-
274ναι λόγος δικαιολογητικὸς τοῦτο, ἵνα εἴπωμεν «ἂς αὐξήσω-
275μεν τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ὑπαξιωματικῶν»· διότι, αὐξάνοντες
276τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ὑπαξιωματικῶν, δὲν ἀκολουθεῖτε κανένα ἐκ
277τῶν κανόνων, οἵτινες διέπουσι τὸ σύστημα τοῦ καταρτισμοῦ
278τῶν πληρωμάτων. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, ἄλλο
279τι μέτρον, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ εὕρητε. Ἀλλ’ ἄλλο μέτρον
280δὲν ὑπάρχει, ἐκτὸς ἐκείνου, ὅπερ ὑπέδειξα ὑμῖν, καὶ περὶ οὗ
281εἶχε γείνῃ μακρὰ μελέτη, ὅπερ δὲ δὲν κατωρθώθη νὰ ἐφαρ-
282μοσθῇ, ἕνεκα πολλῶν καὶ ποικίλων λόγων. Ἐγὼ πέποιθα, ὅτι
283θέλει ἔλθει ἐποχὴ, ἥτις δὲν ἀπέχει πολὺ, καθ’ ἣν οἱ ὑπαξιω-
284ματικοὶ, οἱ τεθέντες εἰς διαθεσιμότητα, βεβαίως θέλουσι χρη-
285σιμοποιηθῆ. Θέλουσι χρησιμοποιηθῆ εἰς τοὺς Φάρους; Θέ-
286λουσι χρησιμοποιηθῆ εἰς τὰ Λιμεναρχεῖα; Θέλουσι χρησιμο-
287ποιηθῆ ἀλλαχοῦ; Βεβαίως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ἀπὸ τοῦδε νὰ
288δηλώσω πρὸς ὑμᾶς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ προτείνετε, βεβαίως
289δὲν βασίζεται εἰς τὸ συμφέρον τοῦ στόλου· διότι εἶναι γνώμη
290λίαν μὲν φιλάνθρωπος, ἥκιστα ὅμως στρατιωτική.
291§22ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Χθὲς ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὑπέβα-
292λε τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συν-
293εδριάσεων εἶχον ζητήσει παρ’ αὐτοῦ. Ἐν τῷ πίνακι ὅμως τῷ
294κατατεθέντι δὲν ὑπάρχει ἡ συμπλήρωσις τῶν ἐρωτημάτων
295μου, διότι ἐκτὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τεθέντων ἐν διαθεσιμότητι,
296ἐκτὸς τοῦ κλάδου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκουσιν, ἐζήτησα καὶ τὸν
297χρόνον τῆς ὑπηρεσίας ἑνὸς ἑκάστου ἐξ αὐτῶν. Ὁ πίναξ ὁ κατα-
298τεθεὶς δὲν περιλαμβάνει τοιοῦτόν τι.
299§23Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἰδοὺ
300διατί δὲν περιλαμβάνει τοῦτο, διότι, ὡς θέλετε παρατηρή-
301σει, ὁ πίναξ αὐτὸς εἶχε τυπωθῆ πρὸ τῆς ὑμετέρας ἐπερωτή-
302σεως. Τώρα, ὅτε ὑπεβάλετε τὴν ἐπερώτησιν ὑμῶν, θέλω ὑπο-
303βάλει συμπληρωτικὸν πίνακα, ὅστις θέλει περιέχει ὅ,τι ζη-
304τεῖτε· ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μαντεύσω, ὅτι ἠθέ-
305λατε ζητήσει μετά τινας ἡμέρας ἐκεῖνο, ὅπερ ζητεῖτε ἤδη.
306§24ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν ἀνεγίνωσκε
307τὴν ἐπερώτησίν μου, βεβαίως δὲν θὰ ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Βου-
308λὴν ἐκ νέου τὸν παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ὑποβληθέντα ἄλ-
309λοτε πίνακα, ἀλλὰ βεβαίως θὰ ὑπέβαλλε πίνακα σύμφωνον
310τῇ ἐπερωτήσει μου, καὶ συνεπῶς δὲν θὰ εὑρισκόμεθα καὶ ἡμεῖς
311εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν συμπληρωτικὸν πίνακα. Ἤδη
312θὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ἂν δύναται, νὰ δώσῃ πρὸς τὴν Βου-
313λὴν τὴν πληροφορίαν, ἂν οἱ παρὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ προ-
314βιβασθέντες ὑπαξιωματικοὶ καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ὀργανισμοῦ
315ἐπροβιβάσθησαν τοὐλάχιστον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὀργα-
316νισμοῦ, συνεπείᾳ προτάσεων τῶν κυβερνητῶν τῶν πλοίων καὶ
317προτάσεως τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου.
318§25Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοῦτο βεβαίως δὲν πιστεύω νὰ νομίζητε,
319ὅτι εὐθύνει ἐμέ.
320§26ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Εἶπον ἀκριβῶς, ὅτι τοῦτο εὐ-
321θύνει τὸν προκάτοχον ὑμῶν. Ἀλλὰ δύνασθε νὰ μοὶ δώσητε
322τὴν τοιαύτην πληροφορίαν;
323§27Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν δύναμαι ἀμέσως ταύτην τὴν στιγμὴν,
324νὰ δώσω ὑμῖν τοιαύτην τινὰ πληροφορίαν, διότι δὲν κατέ-
325γεινα εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα μάθω, ἐὰν ὑπάρχωσι προ-
326τάσεις. Ἐὰν ὅμως οἱ προβιβασμοὶ οὗτοι τῶν ὑπαξιωματικῶν
327ἐγένοντο καὶ ἄνευ προτάσεων τῶν κυβερνητῶν τῶν πλοίων,
328τότε τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ χειρότερον.
329§28ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγένοντο οἱ προβιβασμοὶ καθ’ ὑπέρβασιν;
330§29Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
331§30ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργός.
332Ἐγένετο ὑπέρβασις τῶν θέσεων τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ
333ὀργανισμῷ τῶν πλοίων, ὡς καὶ ἐν τῷ ὀργανισμῷ τῶν ἄλλων
334ὑπηρεσιῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ.
335§31Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐγὼ,
336πρὶν ἢ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην τοῦ νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν οἱ
337ὀργανισμοὶ τοῦ ναυάρχου Lejeune, εὗρον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ
338Ὑπουργείου μελέτην λίαν σπουδαίαν, ὡς λέγουσιν οἱ ἁρμό-
339διοι,—διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω τόσῳ μεγάλην περὶ
340ταῦτα εἰδικότητα,—ἐξ ἧς φαίνεται, ὅτι ἄλλοτέ ποτε εἶχε
341συσταθῆ τριμελής τις ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἐξ ἀνωτέρων
342ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ἧς τὰ δύο μέλη, ὡς ἐνθυμοῦμαι,
343ἦσαν ὁ μακαρίτης Βότσαρης καὶ ὁ κ. Βατσαξῆς, πλοίαρχος
344τοῦ βασιλικοῦ ναυτικοῦ, καὶ τρίτος τις, οὗτινος τὸ ὄνομα κατὰ
345τὴν στιγμὴν ταύτην λησμονῶ. Ἐὰν λοιπὸν ἠκολούθουν τὸν
346ὀργανισμὸν τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου, ὃν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη
347εἶχε συντάξει, δὲν ἠθέλομεν ἔχει 74 μόνον ὑπεραρίθμους ὑπαξιω-
348ματικοὺς, ἀλλ’ ἴσως 130 ἢ 125, διότι αἱ βάσεις, ἃς ἡ ἐπιτροπὴ
349ἐκείνη τῶν τριῶν ἀξιωματικῶν εἶχεν ἀκολουθήσει, ἦσαν τοι-
350αῦται, ὥστε ἠλάττουν κατὰ πολὺ τὸν ἀριθμὸν τῶν βαθμο-
351φόρων. Συνεπείᾳ ὅμως μελετῶν καὶ συζητήσεων τῶν ἁρμο-
352δίων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε
353ν’ ἀκολουθήσωμεν μᾶλλον τοὺς ὀργανισμοὺς τοῦ ναυάρχου
354Lejeune. Καὶ διότι ἠκολουθήσαμεν τοὺς ὀργανισμοὺς τού-
355τους, εὑρέθησαν σήμερον, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη ὡς πρὸς
356τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ἀριθμοῦ, 65 ἕως 70 ὑπεράριθμοι ὑπαξιω-
357ματικοί.
358§32ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. 72.
359§33Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ἠκολουθοῦμεν τὴν γνώμην τῶν τριῶν
360ἐγχωρίων ἀξιωματικῶν, βεβαίως οἱ ὑπεράριθμοι σήμερον ὑπα-
361ξιωματικοὶ θὰ ἦσαν 120 ἕως 130.
362§34ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Βεβαίως. Ἀλλοίμονον, ἐὰν πάντες
363οἱ Ὑπουργοὶ ἔπραττον ὅ,τι ἔπραξεν ὁ προκάτοχος ὑμῶν! Καὶ
364ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ, πῶς δὲν προέβητε μέχρι τοῦδε εἰς πρότα-
365σιν περὶ παραπομπῆς αὐτοῦ εἰς εἰδικὸν δικαστήριον, ἐκτὸς ἐὰν
366νομίζητε ὅτι ἐπῆλθε πλήρης ἡ ἱκανοποίησις τοῦ νόμου, διότι
367ἐθέσατε εἰς διαθεσιμότητα τοὺς παρὰ τὸν νόμον προβιβασθέν-
368τας. Καὶ εἶναι δίκαιον, ἐρωτῶ, νὰ τιμωρῶνται οἱ μηδὲν
369πταίσαντες ὑπαξιωματικοὶ, ὁ δὲ παρανομήσας Ὑπουργὸς νὰ
370μένῃ ἀτιμώρητος; Καὶ τότε πῶς θὰ διατηρηθῇ τὸ κράτος
371τῶν νόμων, ὅταν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀναγνωρίζωμεν ὅτι ἐπῆλθε
372παράβασις τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἔχωμεν τὸ θάῤῥος
373νὰ καταδιώξωμεν τὸν παρανομήσαντα Ὑπουργόν; Καὶ ὅταν
374αὐτοὶ οἱ ἐκτελεσταὶ τῶν νόμων παραβαίνωσι τούτους, δυνά-
375μεθα νὰ θεωρηθῶμεν ὡς εὐνομούμενον Κράτος; Καὶ συμφέρει
376εἰς ἡμᾶς τοῦτο; Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ κατα-
377διώξωμεν τὸν παρανομήσαντα Ὑπουργόν, τότε δέον νὰ ληφθῇ
378πρόνοια περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων, οἵτινες βεβαίως,
379μὴ δυνάμενοι ὡς ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἀναλάβωσιν ἐργασίαν εἰς
380ἐμπορικὰ πλοῖα, θὰ στερηθῶσι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου.
381Ἔμαθον—καὶ ἐπαινῶ ὑμᾶς διὰ τοῦτο—ὅτι τινὰς ἐκ τῶν εἰς τὸν
382κλάδον τῶν ξυλουργῶν ἀνηκόντων ὑπαξιωματικῶν ἀπεστείλατε
383εἰς τὸν Ναύσταθμον, ὡς ἡμερομισθίους ξυλουργούς· περὶ τῶν
384ἄλλων ὅμως οὐδὲ κἂν σκέψις ἐγένετο, δι’ ὃ καὶ κακίζω ὑμᾶς.
385Δὲν γνωρίζω ποῖον μέτρον ἐλάβετε κατὰ τὴν ἐνέργειαν ταύ-
386την, ἤτοι ἐὰν ἐθέσατε εἰς διαθεσιμότητα τοὺς καθ’ ὑπέρβασιν
387τοῦ ὀργανισμοῦ προβιβασθέντας ὑπαξιωματικούς, ἤ, μὴ θέ-
388σαντες τούτους, ἂν ἐθέσατε ἐξ ὅλων τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἐὰν
389περιελάβετε εἰς τὸ μέτρον τοῦτο πάντας τοὺς ὑπαξιωματι-
390κοὺς, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν,
391ἐθέσατε τούτους συνεπείᾳ προτάσεων τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ
392Ναυστάθμου καὶ τῶν κυβερνητῶν τῶν πλοίων, ἢ προέβητε
393ἄνευ προτάσεων;
394§35Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Προσε-
395πάθησα νὰ εὕρω σύστημά τι, καθ’ ὃ οὐδεὶς τῶν ὑπαξιωμα-
396τικῶν νὰ δύνηται νὰ παραπονεθῇ, τιθέμενος εἰς διαθεσιμό-
397τητα. Εὗρον λοιπὸν, ὅτι δικαιότατον σύστημα ἤθελεν εἶσθαι,
398ἐὰν ἡ ὑπηρεσία ἐλάμβανε τοὺς ἐπ’ ἐσχάτων προβιβασθέντας,
399διότι αὐτοὶ κατέστησαν ἑαυτοὺς ὑπεραρίθμους. Ἐὰν ἠκολού-
400θουν τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων, δηλαδὴ τῶν ἀξιωματικῶν
401κυβερνητῶν πλοίων, ἢ τῶν διοικητῶν οἱουδήποτε ναυτικοῦ
402καταστήματος, φοβοῦμαι, ὅτι ἤθελον ἐπέλθει ἀδικήματα,
403διότι πιθανὸν οἱ κυβερνῆται τῶν πλοίων, ἢ οἱ διοικηταὶ ναυ-
404τικῶν καταστημάτων, νὰ ἔκρινον, ὅτι ἔπρεπε νὰ γένωνται
405διαθέσιμοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον θεωρηθῆ ὑπεράριθμοι, ἐνῷ
406ὑπεράριθμοί εἰσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἕνεκα τῶν παρανόμων προβι-
407βασμῶν ἐγένοντο τοιοῦτοι. Διὰ τοῦτο ἐπίστευσα, ὅτι νομιμώ-
408τερον καὶ δικαιότερον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἠρχόμην ἐκ τοῦ τέ-
409λους καὶ προεχώρουν εἰς τὴν ἀρχὴν, δηλαδὴ ἐκεῖνοι, οἵτινες
410σήμερον προεβιβάσθησαν, αὐτοὶ νὰ ἦναι οἱ πρῶτοι ὑπεράριθμοι,
411καὶ νὰ τίθενται εἰς διαθεσιμότητα, καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ἀνερ-
412χόμεθα οὕτω βαθμηδὸν εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ εὑρίσκομεν τοὺς
413ὑπεραρίθμους. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, ὅπερ εὑρίσκω, πιστεύω
414δὲ ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ εὑρίσκει, ὡς τὸ νομιμώτερον καὶ τὸ
415δικαιότερον.
416§36ΑΛΕΞ. Κ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Μεταξὺ τῶν τεθέντων εἰς διαθε-
417σιμότητα εἶναι ὑπαξιωματικοὶ ἀρίστης ἱκανότητος.
418§37Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δύνανται νὰ ἦναι ἀρίστης ἱκανότητος, καὶ
419εἶναι, ἀλλ’ οὐδεὶς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προβιβάσῃ αὐτοὺς,
420ὑφισταμένου ὀργανισμοῦ, διαμαρτυρομένου κατὰ τῶν τοιού-
421των προβιβασμῶν. Τοῦτο δὲ δὲν ἐγένετο μόνον περὶ τῶν ὑπα-
422ξιωματικῶν, ἐγένετο καὶ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, ὡς ἠκούσατε
423πέρυσιν, ὅτι ἐπροβίβασαν πέραν τῶν ἀριθμῶν ἀξιωματικούς,
424καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ κατεπατήθη ἡ ἀρχαιότης
425ἄλλων, οἵτινες σήμερον λαμβάνουσι τοὺς βαθμοὺς διὰ τῶν
426δικαστηρίων. Εἴμεθα δὲ τὸ μόνον Κράτος τῆς Εὐρώπης, οὗ-
427τινος ἀξιωματικοὶ λαμβάνουσι τοὺς βαθμοὺς καὶ διὰ τῶν δικα-
428στηρίων, καὶ δικαίως, ὡς καταπατηθείσης τῆς ἀρχαιότητος
429αὐτῶν.
430§38Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ὀνομάσητε ἐκείνους, οἱ
431ὁποῖοι ἐπροβιβάσθησαν παρανόμως. Αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ
432ἔχουσι πάντοτε τὴν ἀξίαν των.
433§39Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ
434οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὴν ἀξίαν αὐτῶν· πρόκειται, ὅτι ἐγένοντο
435προβιβασμοὶ ἐναντίον τοῦ νόμου περὶ ἀριθμῶν.
436Ὡς πρὸς τὴν ἄλλην ἐρώτησιν δὲ, ἣν ἐν ἀρχῇ τῆς ἐπερω-
437τήσεως αὐτοῦ ἐποιήσατο ὁ κ. Βουλευτὴς Ν. Ψαρῶν, ὅτι
438τουτέστι τέσσαρες ἢ πέντε ὑπαξιωματικοὶ ἐτοποθετήθησαν
439ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ὡς ξυλουργοὶ, ἢ δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖα ἄλλα
440ἔργα, κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν δύναμαι νὰ δώσω ὑμῖν πλη-
441ροφορίαν τινὰ, καθόσον δὲν ἐνθυμοῦμαι... Ὑποθέτω ὅτι δὲν
442ὡμιλήσατε εἰρωνικῶς.
443§40ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ δὲν
444χωρεῖ εἰρωνεία. Τοιαύτας πληροφορίας ἔχω ἐγώ.
445§41Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν οἱ ὑπεράριθμοι ὑπαξιω-
446ματικοὶ, τουτέστιν οἱ εἰς διαθεσιμότητα τεθέντες, νὰ χρησι-
447μοποιηθῶσιν εἰς ἄλλας ἐργασίας τοῦ στόλου, ἐν τῷ Ναυ-
448στάθμῳ π. χ., νομίζω ὅτι τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι λίαν φιλάν-
449θρωπον καὶ λίαν δίκαιον.
450§42ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς βεβαίως εἶπε
451πολλὰ κατὰ τοῦ προκατόχου αὐτοῦ...
452§43Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν κατηγόρησα κανένα.
453§44ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ... ὅτι παρέβη τὸν νόμον. Ἀλλὰ
454παρακαλῶ αὐτὸν νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν οἱ προβιβα-
455σθέντες ὑπαξιωματικοὶ εἶχον ἀναγραφῆ εἰς τὸν προϋπολογι-
456σμὸν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐμισθοδοτήθησαν, διότι ἄλ-
457λως ὑπάρχει μία παράβασις, καθόσον ἐμισθοδότησεν ἀνθρώ-
458πους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον δικαίωμα, διότι εἰς τὸν προϋπολο-
459γισμὸν δὲν εἶχον ἀναγραφῆ.
460§45ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἓν ἐκ τῶν μέτρων,
461τῶν ληπτέων περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων, εἶναι, φρονῶ,
462καὶ τοῦτο, ν’ ἀποσταλῶσιν οὗτοι εἰς τὰς διαφόρους ἐργασίας
463τοῦ Ναυστάθμου, ὡς ἡμερομίσθιοι ἐργάται, μέχρις οὗ ἡ ὑπη-
464ρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐξεύρῃ τρόπον, ἵνα ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ
465σῶμα αὐτῶν.
466§46ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
467Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν
468Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ Ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς
469ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας κατὰ τὴν ἀποδημίαν τοῦ Βασιλέως
470ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1896.
471§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
472ράρτημα, ἀριθ. 185).
473§48Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
474Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως
475προϋπολογισμῶν ἀφορώντων τὴν ἀνέγερσιν νέων οἰκοδομῶν τῆς
476στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας.
477§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
478ράρτημα, ἀριθ. 186).
479§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
480γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐγὼ καταθέτω δύο νομο-
481σχέδια, ἓν «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 144 τοῦ νόμου
482περὶ δημοσίου λογιστικοῦ», καὶ ἕτερον περὶ συστάσεως δύο
483συνεργείων, ἀσχοληθησομένων εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν τιμη-
484μάτων τῶν παραχωρηθεισῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν κατὰ τὸν
485νόμον περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς.
486§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
487Παράρτημα, ἀριθ. 187–188).
488Ὁ κ. Τσαμαδὸς ἔχει τὸν λόγον.
489§52ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν,
490ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησίν μου κατὰ παρελθοῦσαν συνεδρίαν,
491ἐποιήσατο ἀποστροφὴν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Ἂν τολμήσητε,
492προσέλθετε νὰ ὑπερασπίσητε αὐτόν!» δηλαδὴ τὸν Ὑπουρ-
493γὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅστις διενήργησε
494τὴν προμήθειαν τῶν ῥινῶν. Ἀληθῶς ὁ τόνος τῆς φωνῆς, ὡς
495καὶ ἡ ἄνευ ἀμφιβολίας διαβεβαίωσις, μοὶ ἐκλόνησαν τὴν πε-
496ποίθησιν, καὶ μολονότι ἤμην πεπεισμένος, ὅτι ἡ προμήθεια
497ἐγένετο καθ’ ὅλους τοὺς τύπους τῆς νομιμότητος, οὐχ ἧττον
498εἶπον κατ’ ἐμαυτόν: «δυνατὸν νὰ ἐπλανήθη, καὶ νὰ συνέβη
499ἄτοπόν τι ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν»· ἀλλὰ
500ὅτε ὁ φάκελλος κατετέθη, τὸ μυστήριον ἀπεκαλύφθη, καὶ
501πάντες ἐγενόμεθα γνῶσται τοῦ ἐμπεριεχομένου. Λυποῦμαι
502διότι δὲν δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ ποιήσωμαι τὴν αὐτὴν ἀποστρο-
503φὴν, καὶ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουρ-
504γὸν νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν «ἂν τολμήσητε, προσέλθετε νὰ ὑπε-
505ρασπισθῆτε τὴν ὑπόθεσίν σας», διότι δυστυχῶς ὁ ἀριθμὸς
506καλύπτει αὐτόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς βεβαίως, τοιαύτην ποι-
507ούμενος ἀποστροφὴν, ὑπηνίσσετο κατάχρησιν, διὸ καὶ κατη-
508γορίαν ἀπηύθυνε κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, ὡς ἀφειδῶς
509δαπανήσαντος τὸ χρῆμα, ὅπως προμηθευθῇ ἀντικείμενα μὲν
510τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ οὐχὶ τῆς ἐπειγούσης ἀνάγκης, οὐχὶ τῆς
511χρήσεως τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἀλλὰ πολλῷ μεταγενεστέρας χρή-
512σεως, πολλῷ μεταγενεστέρων ἐτῶν. Ἔδει λοιπὸν νὰ ἐξετασθῇ
513ἡ ὑπόθεσις καὶ νὰ ἀποδειχθῇ, ἐὰν ἀληθῶς οὕτως ἔχῃ αὕτη,
514τουτέστιν ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος προέβη εἰς τὴν προμήθειαν
515ἀχρήστων ὑλικῶν, τό γε νῦν ἔχον, χρησίμων μετὰ δεκαετίαν.
516Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις, δυστυχῶς διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
517Ναυτικῶν, δὲν συνηγορεῖ ὑπὲρ αὐτοῦ· διότι τί βλέπομεν ἐν-
518ταῦθα; Τὸ πρῶτον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ἐπὶ τῆς ὑπο-
519θέσεως ταύτης, εἶναι ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτι-
520κῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸ Διευθυντή-
521ριον τοῦ Ναυστάθμου καὶ διαλαμβάνον ταῦτα (ἀναγινώ-
522σκει): «Ὑποβάλλετε εἰς Ὑπουργεῖον ταχέως πίνακα ἐμφαί-
523νοντα ποσότητα, ποιότητα, διαστάσεις κτλ. ἀναγκαιουσῶν
524κατὰ τὸ 1895 ἔτος ῥινῶν πρὸς ἐφοδιασμὸν ἀποθηκῶν, συνο-
525δευόμενον μετὰ σχεδιαγραμμάτων. Ὅμοιον πίνακα μετὰ σχε-
526διαγραμμάτων θέλετε διατάξει νὰ ὑποβάλῃ διὰ τοῦ Διευ-
527θυντηρίου καὶ ἡ Ὑποβρύχιος Ἄμυνα δι’ ἀναγκαιούσας αὐτῇ
528ῥίνας κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο», τὸ 1895...
529§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποίας χρονολογίας εἶναι τὸ ἔγγραφον;
530§54ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τῆς 11 Νοεμβρίου 1895.
531§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ Μπούμπουλη;
532§56ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα... Ἀπευθύνεται λοιπὸν πρὸς τὸ
533Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου, πρὸς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν,
534καὶ τί ζητεῖ παρ’ αὐτῆς; κατάλογον τῶν ῥινῶν, τῶν ἀπαι-
535τουμένων διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1895. Τί ἄλλο ἠδύνατο νὰ
536πράξῃ ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ τί ἤθελε
537πράξει ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς διὰ τὰς ῥίνας τοῦ
5381896 ἢ 1897; Ὁ ἀληθὴς κατάλογος ὑπεβλήθη, συμφώνως
539ταῖς διαταγαῖς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὑπό τε τῆς
540Ὑποβρυχίου Ἀμύνης καὶ τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ Ναυστάθ-
541μου, τουτέστι τῶν δύο ἀρχηγῶν τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, εὐ-
542τυχῶς δὲ ὁ κατάλογος εἶναι πλήρης. Τί παρουσιάζει ὁ κα-
543τάλογος αὐτός; 180 δωδεκάδας ἐπὶ πλέον ἐκείνων, τὰ ὁποίας
544ἐπρομηθεύθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Πῶς δὲ ἐγένετο
545ἡ προμήθεια; ἡ προμήθεια ἐγένετο κατὰ τοὺς κεκανονισμέ-
546νους τύπους. Ἀπετάθη τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ
547εἰς τὰ καταστήματα ἐκεῖνα, ἅτινα προμηθεύουσι τὸ Ἀγγλι-
548κὸν, τὸ Γαλλικὸν τὸ Ἱσπανικὸν ναυτικὸν, καὶ τὰ κατα-
549στήματα ὑπέβαλον τὸν τιμοκατάλογον, καὶ ἐκ τούτου ἐγέ-
550νοντο αἱ παραγγελίαι, συμφώνως πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ
551Διευθυντηρίου τοῦ Ναυστάθμου, αἱ δὲ τιμαὶ, ὑπὸ τὰς ὁποίας
552ἐνεκρίθη ἡ προμήθεια, εἶναι κατὰ 45% ἐπὶ ἔλαττον τοῦ
553τιμοκαταλόγου, ὅπως δίδονται καὶ εἰς τὰ λοιπὰ ναυτικὰ
554τῆς Εὐρώπης. Ἐνταῦθα λήγει τὸ στάδιον τῆς ἐνεργείας τοῦ
555τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Μπούμπουλη, περὶ τοῦ
556ὁποίου τοσοῦτος ἐγένετο λόγος καὶ τοσαῦται ἀπηγγέλθησαν
557μομφαὶ καὶ κατηγορίαι.
558Ἔρχεται ἤδη τὸ δεύτερον στάδιον, διὰ τὸ ὁποῖον ποσῶς
559δὲν εὐθύνεται ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς τῆς ἐποχῆς
560ἐκείνης. Ἅμα τῇ ἀφίξει τῶν ῥινῶν εἰς τὴν ἡμεδαπὴν, τὸ
561Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διέταξε κατὰ τὰ κεκανονισμένα
562τὸν Ναύσταθμον νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν πρὸς παραλαβὴν
563αὐτῶν, καὶ ἀληθῶς τὸ Διευθυντήριον συνέστησε τὴν ἐπιτρο-
564πὴν, ἥτις καὶ προέβη εἰς τὴν παραλαβὴν αὐτῶν, ἢ μᾶλλον
565δὲν παρέλαβεν αὐτὰς, ἀλλὰ συνέταξε πρωτόκολλον ἀνικανό-
566τητος, πρωτόκολλον ἀποδοκιμασίας, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι αἱ ῥῖ-
567ναι αὗται, ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν δοκιμὴν,
568εὑρέθησαν ἀκατάλληλοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν συνεργείων. Τὸ
569Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, διευθυνόμενον τότε ὑπὸ Ὑπουρ-
570γοῦ τῆς ὑπηρεσίας, ἐνεργοῦν ἀμερολήπτως καὶ ἐν τῷ συμφέ-
571ροντι τοῦ Δημοσίου,—τοὐλάχιστον οὕτω δέον νὰ θεωρηθῇ καθ’
572ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην — ὁ Ὑπουργὸς, λέγω, τῆς
573ἐποχῆς ἐκείνης, ὁ ὁποῖος οὐδὲν συμφέρον εἶχεν οὔτε νὰ κατη-
574γορήσῃ οὔτε νὰ ὑπερασπίσῃ τὰς πράξεις τῶν προκατόχων
575του...
576§57ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ποῖος ἦτο;
577§58ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τοῦ 1895 μέχρι τῆς συγ-
578κροτήσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως... Ὁ Ὑπουργὸς οὗτος
579λοιπὸν, γινώσκων τὰ τοῦ Ναυτικοῦ, διότι εἶναι ἀνώτερος
580ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ, ὑπηρετήσας ἐπὶ μακρὰν σειρὰν
581ἐτῶν εἰς τὸ Ναυτικὸν, καὶ νῦν Μοίραρχος τῆς Θωρηκτῆς Μοί-
582ρας, δὲν ἐπείσθη εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ πολὺ ὀρ-
583θῶς, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἀξιωματικοὺς
584κατὰ τὸ πλεῖστον τοῦ μαχίμου καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ κλά-
585δου τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ βεβαίως αὐτοὶ δὲν ἦσαν οἱ ἁρμόδιοι
586νὰ ἐξελέγξωσι τὴν ποιότητα καὶ τὴν στερεότητα τῶν ἐρ-
587γαλείων αὐτῶν. Προσέφυγε λοιπὸν εἰς τὸν ἀληθῆ ἔλεγχον,
588εἰς τὴν ἰδιωτικὴν βιομηχανίαν, καὶ ἀπέστειλεν ἐκ τῶν ῥινῶν
589αὐτῶν ἱκανὸν ἀριθμὸν πρὸς δοκιμὴν εἰς τὸ κατάστημα τοῦ
590Τζὼν–Μὰκ–Δουὰλ, ὅπερ χαίρει φήμην ἀρίστου καταστήμα-
591τος, ὡς εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν ἐν Ἑλλάδι, εἰς τὸ κατά-
592στημα Ἀργυρίου τινὸς, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω, ἀλλ’ ὡς
593πληροφοροῦμαι, καὶ τοῦτο ἀπολαύει κοινῆς ὑπολήψεως, καὶ
594εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Μόσνερ, ὁ ὁποῖος ἐπίσης χαίρει φή-
595μην ἀξιολόγου τεχνίτου. Ἡ ἔκθεσις αὐτῶν τῶν καταστη-
596ματαρχῶν, κατὰ τὸ κείμενον τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου
597τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου, μαρ-
598τυρεῖ τὴν ἐξαίρετον ποιότητα τῶν ῥινῶν, καὶ ὅτι (ἀναγινώ-
599σκει): «αἱ ῥῖναι, δοκιμασθεῖσαι ἐπισταμένως καὶ διὰ πεπειρα-
600»μένων καὶ εἰδικῶν τεχνιτῶν, ἐκρίθησαν ἀρίστης ποιότητος, ὡς
601»οὖσαι ἐκ χάλυβος πρωτίστης ποιότητος, καὶ ὅτι οἱ ὀδόντες
602»αὐτῶν οὐδαμῶς ἐθραύσθησαν κατὰ τὴν δοκιμὴν ταύτην.»
603Τὸ Ὑπουργεῖον λοιπὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐρειδόμενον ἐπὶ τῆς
604γνωματεύσεως τῶν εἰδικῶν τούτων καταστημάτων, διέταξε
605τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου νὰ παραλάβῃ, καὶ τοῦτο
606παρέλαβε τὰς ῥίνας ταύτας.
607§59ΣΤΑΗΣ. Ὑπάρχει τὸ ἔγγραφον τῶν καταστηματαρχῶν
608αὐτῶν;
609§60ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αὐτὸ σᾶς ἀνέγνωσα.
610§61ΣΤΑΗΣ. Ἀνεγνώσατε τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου.
611§62ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀνέγνωσα τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου,
612τὸ ὁποῖον μνημονεύει τὰς ἐκθέσεις τῶν καταστημάτων.
613§63ΣΤΑΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐν τῷ φακέλλῳ ὑπάρχει καὶ τὸ ἔγ-
614γραφον τῶν καταστηματαρχῶν.
615§64ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑπάρχει, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω
616τὴν Βουλὴν, ἀναγινώσκων τὰς ἐκθέσεις ἑκάστου τῶν κατα-
617στημάτων τούτων· συλλήβδην σᾶς ἀνέγνωσα τὸ περιεχόμενον
618αὐτῶν, ὡς τὸ διετύπωσε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν πρὸς
619τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου.
620§65ΚΟΡΠΑΣ. Τίς συνέστησε τὴν ἐπιτροπὴν ἐξ ἀξιωματικῶν
621μαχίμων καὶ οἰκονομικῶν; Τὸ Ὑπουργεῖον ἢ τὸ Διευθυν-
622τήριον;
623§66ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου.
624§67Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν περιελαμβάνοντο εἰς τὴν ἐπι-
625τροπὴν ἐργοστασιάρχαι καὶ μηχανικοὶ τοῦ Ναυστάθμου;
626§68ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τῶν ἐργοστασίων τεχνῖται ἦσαν μέλη τῆς
627ἐπιτροπῆς.
628§69ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Προέβη εἰς δοκιμασίας ἡ ἐπιτροπὴ
629αὕτη;
630§70ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Προέβη καὶ ἀπεφάνθη, ὅτι οἱ ὀδόντες τῶν
631ῥινῶν θραύονται· ἀλλὰ τὰ εἰδικὰ καταστήματα ἀποφαίνον-
632ται ὅτι δὲν ἐθραύσθησαν οἱ ὀδόντες. Εἶναι ζήτητα ἱκανότητος
633τεχνιτῶν, διότι ὅλοι οἱ τεχνῖται δὲν χειρίζονται κατὰ τὸν
634αὐτὸν τρόπον τὰς ῥίνας, οἱ ἐπιδέξιοι τεχνῖται χειρίζονται
635πολὺ καλλίτερον τὴν ῥίνην, παρὰ οἱ ἀδέξιοι. Καὶ ἐνταῦθα
636πρέπει σπουδαίως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς,
637ὅταν πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου, διότι
638τὰ καταστήματα τοῦ Τζὼν–Μὰκ–Δουὰλ δὲν εἶναι δυνατὸν
639νὰ δεχθῶσιν ἀμαθεῖς τεχνίτας καὶ ἀνικάνους, διότι δὲν συμ-
640φέρει εἰς αὐτὰ νὰ ἔχωσι τοιούτους, ἐνῷ εἰς τὸν Ναύσταθμον
641εἶναι δυνατὸν νὰ παρεισδύσωσι καὶ ἀνίκανοι τεχνῖται.
642Μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ λήγει ἡ ὑπόθεσις τῶν ῥινῶν, ἥτις,
643ὡς βλέπετε, οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν, ὅπως ὁ κ.
644Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προσάψῃ τοιαύτην μομφὴν καὶ δὴ
645κατηγορητήριον ν’ ἀπαγγείλῃ κατὰ τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυ-
646τικῶν Ὑπουργοῦ.
647§71Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἦσαν ἀκατάλληλοι αἱ ῥῖναι,
648θὰ ηὐθύνετο ὁ Ὑπουργός;
649§72ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι· θὰ ηὐθύνοντο ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρέ-
650λαβον τὰς ῥίνας, διότι αἱ συμφωνίαι, ὑποθέτω, θὰ ἦσαν
651μετὰ προηγουμένην δοκιμὴν, καὶ δι’ αὐτὸ τὸ Διευθυντήριον
652τοῦ Ναυστάθμου, γινῶσκον τὸν ὅρον αὐτὸν, συνέστησε τὴν
653ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν καὶ παραλαβὴν τῶν ῥινῶν.
654§73ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν, ὅτι
655ἠγοράσθησαν τόσαι ῥῖναι, ὅσαι θὰ ἤρκουν διὰ τοὺς Ναυστάθ-
656μους πάντας τῆς Εὐρώπης.
657§74ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μὴ σπεύδετε, παρακαλῶ· ἀκριβῶς περὶ
658τούτου πρόκειται ἤδη.
659Ἀλλ’ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, καταγγέλλων
660τὴν πρᾶξιν, κατήγγειλε συγχρόνως, ὅτι ἡ προμήθεια ὑπῆρξε
661δυσανάλογος πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ἡ προ-
662μήθεια ἐγένετο ὄχι δι’ ἓν ἔτος, ὅπως ἔδει νὰ γείνῃ, ἀλλ’ ἐγέ-
663νετο διὰ δεκαετίαν...
664§75Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διὰ
66514 ἔτη.
666§76ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἔστω διὰ 14 ἔτη· συμφωνῶ μεθ’ ὑμῶν...
667Τοῦτο πρέπει ἀληθῶς νὰ ἐξετάσωμεν, καὶ εἰς τοῦτο θέλω
668ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν ὑμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅπως πεισθῇ
669περὶ τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ, τί ἔπραξεν; ἐζήτησεν ἀπὸ
670τὸν Ναύσταθμον νὰ πληροφορήσῃ αὐτὸν, πόσαι ῥῖναι ἐδα-
671πανήθησαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς παραλαβῆς αὐτῶν μέχρι
672τῆς 31 Δεκεμβρίου, ἔλαβε δὲ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἐξήχθησαν
673ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ πολεμικοῦ Ναυστάθμου 2,500 διὰ μίαν
674ἑξαμηνίαν, διότι τοσοῦτος χρόνος περίπου,—ὑποθέτω, διότι
675δὲν φαίνεται ἐκ τῶν ἐγγράφων,—ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐξα-
676γωγῆς τοῦ ὑλικοῦ τούτου ἐκ τῶν ἀποθηκῶν μέχρι τῆς 31
677Δεκεμβρίου 1895 παρῆλθε, καὶ συμπεραίνει ὅτι, ἀφοῦ 2,500
678καὶ 2,500 κάμνουν 5,000 δι’ ὅλον τὸ ἔτος, ἄρα μέχρι τῶν
67932 χιλιάδων τῆς προμηθείας ἡ διάρκεια θὰ ἦναι ἓξ ἐτῶν.
680Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐνταῦθα καὶ ἐγὼ θὰ ποιήσωμαι τὴν παρα-
681τήρησιν, τί ἐνήργησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅπως
682περιστείλῃ τῶν ἀρχηγῶν τὰς ψευδεῖς διαβεβαιώσεις; — διότι
683οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, ὁ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύ-
684νης καὶ ὁ τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ Ναυστάθμου, εἶναι οἱ βε-
685βαιώσαντες τὸν ἀριθμὸν τοῦτον· διότι, ὡς ἀνέγνωσα, τὸ ἔγ-
686γραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, προκειμένου λόγου
687περὶ τῆς παραγγελίας, διελάμβανε νὰ ἀναφέρωσι πρὸς αὐτὸ
688πόσος ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1895. Ἐὰν
689λοιπὸν αὐτοὶ ἀνέφεραν ψευδῆ ἀριθμὸν, ἐὰν ὑπελόγισαν κακῶς,
690εὐθύνεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν; Καὶ πῶς ἄλλως ἤθε-
691λεν ἐνεργήσει ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, καὶ πῶς
692ἄλλως θὰ ἐνήργει σήμερον, εἰμὴ στηριζόμενος ἐπὶ τῶν ἐκθέ-
693σεων τῶν ἀρχηγῶν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ;
694Ἐὰν λοιπὸν οἱ ἀρχηγοὶ οὗτοι κακῶς ὑπελόγισαν τὸν ἀριθμὸν,
695καὶ ψευδῶς ἀνέφερον πρὸς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν, ὅτι 32
696χιλιάδων ῥινῶν ἔχει ἀνάγκην ὁ Ναύσταθμος διὰ τὸ 1895,
697τί ἐπὶ τούτῳ ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργός; κατήγγειλε τούτους;
698ἐτιμώρησεν αὐτοὺς πρὸς παραδειγματισμόν; Οὐδὲν τούτων
699ἔπραξεν, ἀλλὰ ἀπήγγειλε κατηγορητήριον κατὰ τοῦ Ὑπουρ-
700γοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης!
701Περαίνων τὸν λόγον, συνιστῶ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ
702προβῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ὑποθέσεως καὶ νὰ ποιήσηται τὴν
703καταγγελίαν κατὰ τῶν ὑπολόγων, τότε δὲ θὰ μάθῃ διὰ τίνα
704λόγον — ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος — οἱ ἀρχηγοὶ οὗτοι τῶν ὑπηρεσιῶν
705ἀνέφερον ψευδῶς ἀριθμὸν τετραπλάσιον ἢ πενταπλάσιον ἐκεί-
706νου, ὅστις ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1895.
707§77Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἄπορον
708εἶναι ἀληθῶς, πῶς ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ἐνῷ ἔχει ἐνώ-
709πιον αὐτοῦ ἔγγραφα ἐπίσημα καὶ ποιεῖται λόγον περὶ αὐτῶν,
710ἀποκρύπτει, βεβαίως ἐκ πλάνης, πράγματα γεγραμμένα καὶ
711ὑπογεγραμμένα μάλιστα. Ἔλεγε πρὸ μικροῦ καὶ ἠκούσατε
712ὅλοι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἣν συνέστησεν ὁ κύριος Διευθυντὴς τοῦ
713Β. Ναυστάθμου, δὲν εἶχεν εἰδικότητα, διότι ἀπηρτίζετο ἐκ μα-
714χίμων ἀξιωματικῶν καὶ οἰκονομικῶν. Ἄπορον εἶναι, πῶς δὲν
715προσέθηκεν ὁ προαγορεύσας, ὅτι μετεῖχον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ
716ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοί! Ἀκούσατε τὸ πρωτόκολλον τῆς
717ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀπέῤῥιψε τὰς ῥίνας ἐκείνας:
718«Ἐν Σαλαμῖνι, σήμερον κλπ. Ἡμεῖς, Θρ. Κανάρης, ἀντι-
719»πλοίαρχος, ὑποδιευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου, ὡς πρόεδρος,
720»Λ. Ζάκας, φροντιστὴς, ἔφορος τοῦ ὑλικοῦ, Δ. Τσαμαδὸς,
721»ὑποφροντιστὴς, ἐπιστάτης τῶν ἀποθηκῶν, Δ. Λαζαρίμος,
722»μηχανικὸς Αʹ τάξεως, Γ. Σουρῆς, μηχανικὸς Βʹ τάξεως,
723»διοικητὴς τῶν συνεργείων, Χ. Κωνσταντινίδης, ὑπομηχανι-
724»κὸς Αʹ τάξεως κλπ.» Ἐκτὸς ὅμως τούτων, ὡς ἔλεγον, ἔλα-
725βον μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ὁ Μέμητσας, ἀρχικελευστὴς
726καὶ μηχανικὸς, Νόνης, ἀρχιεργοστασιάρχης λεβητοποιείου,
727Χασάφης, ἐργοστασιάρχης ἐφαρμογείου, πάντες ὑπηρετοῦν-
728τες ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ. Τὸ δὲ πρωτόκολλον τῶν ἀνω-
729τέρω ἔλεγε τὰς ῥίνας ταύτας τεθραυσμένας κατὰ τοὺς ὀδόν-
730τας, ἐστομωμένας «... ἐν γένει δὲ ἡ ἀντοχὴ αὐτῶν εἶναι
731»ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ μικροτέρα τῶν ἐν τοῖς συνεργείοις
732»μεταχειριζομένων, συνεπῶς κρίνομεν αὐτὰς οὐχὶ καλῆς
733»ποιότητος.»
734Ἔχομεν λοιπὸν τρεῖς εἰδικοὺς ἄνδρας καὶ εἰδικωτάτους
735ἀξιωματικοὺς, ἐκ τῶν ἱκανωτέρων, οὓς ἔχει ὁ στόλος. Πρό-
736κειται λοιπὸν περὶ μὴ εἰδημόνων ἀνδρῶν; Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν
737εἰρημένων ἀξιωματικῶν, ἐκλήθησαν καὶ οἱ ὡς ἐκ τῆς πείρας
738αὐτῶν εἰδικώτατοι, ὁ ἀρχικελευστὴς καὶ μηχανικὸς, ὁ ἀρχι-
739εργοστασιάρχης λεβητοποιὸς, καὶ ὁ ἐργοστασιάρχης τοῦ ἐφαρ-
740μογείου. Ἀλλὰ περὶ τούτου τώρα πλέον δὲν πρόκειται, διότι
741εἶναι καθαρώτερον καὶ τοῦ φωτὸς, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπιτρο-
742πῆς, ἀποτελεσθείσης ἐκ παντὸς ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ μία ἐπι-
743τροπὴ, ἐκ μαχίμων ἀξιωματικῶν, οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν,
744οἵτινες καὶ αὐτοὶ ἔχουσιν εἰδικότητα, ὡς ἐκ τῆς ἐμπειρίας
745καὶ τῆς πολυχρονίου ὑπηρεσίας αὐτῶν παρὰ τοῖς ὑλικοῖς τοῦ
746Ναυστάθμου, καὶ ἐκ μηχανικῶν τοῦ στόλου.
747Κύριοι, ζῶμεν ὅλοι ἐνταῦθα, καὶ γνωρίζομεν, ὅτι εὐθὺς ὡς
748θελήσῃ τις νὰ συγκεντρώσῃ ὑπογραφὰς ἐργοστασιαρχῶν, ἵνα
749ἀναιρέσῃ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι καὶ πολὺ
750δύσκολον. Ἐπειδὴ δὲ χθὲς ἐλέγετο, ὅτι οἱ ἐμπειροτέχναι ἐκεῖ-
751νοί εἰσι καὶ ἐπιστήμονες, ἐγὼ ἀπαντῶ, ὅτι οὐδένα τίτλον ἐπι-
752στήμονος εὗρον εἰς αὐτοὺς, δὲν εὗρον, ἂν ὁ κ. Mosner ἔχῃ
753δίπλωμα οἱασδήποτε μηχανικῆς Σχολῆς, ἢ ὁ κ. Ἀργυρίου,
754ὁ φίλος ἐργοστασιάρχης, οἷον ἔχουσιν ὁ κ. Λαζαρίμος καὶ οἱ
755ἄλλοι μηχανικοὶ τοῦ στόλου. Ἄπορον δὲ, πῶς ἀνέλαβε νὰ
756ὑπερασπισθῇ τόσῳ σαθρὰν ὑπόθεσιν, ἧς ἄλλως ἐγὼ δὲν ἤμην
757εἰσηγητὴς ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος δι’
758ἐπερωτήσεως ἐζήτησε νὰ προσαγάγω τὸν φάκελλον. Προσή-
759γαγον αὐτὸν, καὶ ἵνα εὐκολύνω τὴν μελέτην, ἐποιησάμην τὰς
760παρατηρήσεις, ἃς προχθὲς ἠκούσατε. Λοιπὸν περὶ τῆς ποιό-
761τητος τῶν ῥινῶν οὐδεμία συζήτησις δύναται νὰ γένηται.
762Τίς εὐθύνεται; Ἐὰν εὐθύνηται ὁ παραγγείλας Ὑπουργὸς, ἢ
763ὁ παραλαβὼν, ἐγὼ οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα ἔχω νὰ ἀποφανθῶ.
764Ἡ Βουλὴ ἂς πράξῃ ὅ,τι θέλει.
765Ἀλλ’ ἐνόμισεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὅτι ἤρατο θρίαμ-
766βον, ὅταν ἔλεγεν: «ἰδοὺ, ὅτι εἰς ἓξ μῆνας κατηναλώθησαν
767»2,500 ῥῖναι· ἄρα εἰς δώδεκα μῆνας θέλομεν 5,000». Πρῶ-
768τον παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἓξ μῆνες, ἀλλὰ ὀκτώ. Ἀλλὰ τί
769ἀποδεικνύει τοῦτο; Ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παραληφθῶσι· διότι,
770ἵνα ἐπέλθῃ τοσαύτη κατανάλωσις ἐντὸς ἓξ μηνῶν, σημαίνει,
771ὅτι αἱ ῥῖναι ἦσαν κακῆς ποιότητος, ὡς ἀπεφάνθη καὶ ἡ ἐπι-
772τροπὴ, ἡ ἐξ ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐπειδὴ ὁ κύ-
773ριος συνάδελφος ἐπιμένει, παρατηρῶ καὶ τὰ ἑξῆς. Ἀνέγνω
774ἔγγραφον τοῦ Ναυστάθμου, καθ’ ὃ φαίνεται ἀκριβῶς, ὅτι ὁ
775Ναύσταθμος ἐζήτησε τὴν ὑπερβολικὴν ἐκείνην προμήθειαν τῶν
776ῥινῶν· ἀλλὰ μήπως ἐγὼ δὲν ἔκαμα μνείαν τούτων, καὶ δὲν
777ἀνέγνων τὸ ἔγγραφον; Ἀλλὰ πρέπει νὰ σημειώσητε τὸ ἑξῆς·
778ὅτι ὁ Ναύσταθμος ἀνέκαθεν παρὰ τῶν Ὑπουργῶν ζητεῖ μεγά-
779λας προμηθείας, διότι ἔχει τὴν ἰδέαν, τὴν ὀρθήν, ὅτι αἱ ἀπο-
780θῆκαι τοῦ Ναυστάθμου πρέπει νὰ ὦσιν ὅσον τὸ δυνατὸν πλή-
781ρεις. Ὁ Διευθυντὴς εἶναι ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, ἔχων πεῖραν
782αὐτῶν τῶν πραγμάτων, καὶ φρονῶν ἐν πεποιθήσει, ὅτι αἱ
783ἀποθῆκαι τοῦ Ναυστάθμου εἰς τὰ Κράτη τὰ πλούσια πρέπει
784νὰ ὦσι πεπληρωμέναι. Ἐὰν μεταβῆτε εἰς ἄλλους Ναυστάθ-
785μους, θέλετε ἴδει, ὅτι πᾶσαι αἱ ἀποθῆκαι τῶν Ναυστάθμων
786εἰσὶ πλήρεις, ἑκάστοτε δὲ χρησιμοποιοῦνται τὰ ὑλικὰ, καὶ
787ἀντικαθίστανται, καταναλισκόμενα, δι’ ἄλλων. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι,
788οἵτινες διοικοῦσι τὰ πράγματα τοῦ Κράτους, ὡς τὸ κατήν-
789τησαν, βεβαίως πρέπει νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς πιστώ-
790σεις, ἃς ὁ Προϋπολογισμὸς δύναται νὰ διαθέσῃ κατ’ ἀνα-
791λογίαν· Διότι, ὅταν δαπανᾶτε 104,000 δραχμὰς διὰ προ-
792μήθειαν ῥινῶν, δὲν γνωρίζω πόσον θὰ δαπανήσητε διὰ χρώ-
793ματα, διὰ λινέλαιον, δι’ ἄνθρακας, σχοινία καὶ δι’ ἄλλα ὑλι-
794κὰ, ὧν ἔχουσιν ἀνάγκην τὰ πλοῖα τοῦ στόλου.
795Ἀλλὰ, παρακαλῶ, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1890
796ἔτος ἐγένετο προμήθεια 512 τεμαχίων ῥινῶν, κατὰ τὸ 1891
797προμήθεια τεμαχίων 6,779, κατὰ τὸ 1892 μόνον 826 τε-
798μαχίων, διότι ὑπῆρχε περίσσευμα ἀπὸ τοῦ 1891 ἔτους, ὅταν
799τὸ 1893 γίνεται προμήθεια 100 τεμαχίων, ὅταν κατὰ τὸ
8001894 γίνεται προμήθεια 2,512 ῥινῶν, τίς δύναται νὰ δι-
801καιολογήσῃ ἐκείνους, οἵτινες ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἐκόμισαν ἀχρή-
802στους ῥίνας 32,000 τεμαχίων; Ἰδοὺ διατὶ ὕψωσα τὴν φωνήν
803μου ἀπέναντι τοιαύτης τερατώδους προμηθείας διὰ Κράτος,
804ὅπερ καὶ τότε ἀκόμη εὑρίσκετο ἐν πτωχεύσει.
805Ποία εἶναι ἡ ἀναλογία, ἡ κατ’ ἔτος ἀπαιτουμένη διὰ ῥίνας
806ἐν τῷ στόλῳ; Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου λέγει τοῦτο
807«Ἐκ τοῦ πίνακος τούτου ἐξάγεται, ὅτι ἐδαπανήθησαν κατὰ
808μέσον ὅρον κατ’ ἔτος ῥῖναι 2,287». Διὰ πόσα λοιπὸν ἔτη
809ἐγένετο ἡ προμήθεια; Διὰ 14! Ἄρα κατὰ τὸ 1895 ἔτος
810εἴχομεν φθάσει εἰς τηλικαύτας ἐλπίδας, ὥστε νὰ πληρῶμεν τὰς
811ἀποθήκας μὲ προμήθειαν ῥινῶν διὰ 14 ἔτη! Τὸ γεγονὸς εἶναι
812εὐχάριστον, δύναταί τις ὅμως νὰ μειδιᾷ, ἂν οὐχὶ ἄλλο, ἀπέ-
813ναντι τοιούτων πραγμάτων.
814§78ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Παράδοξον μοὶ φαίνεται, πῶς ὁ κ. Ὑπουρ-
815γὸς ἐπιμένει, ὅτι δικαίως κατήγγειλε πάντα ταῦτα, καὶ ἠθέ-
816λητε δι’ ἀριθμῶν καὶ ἐπισήμων ἐγγράφων ν’ ἀποδείξῃ τὰ ἀντί-
817θετα τῶν ὅσων εἶπον. Δὲν ἠθέλησα βεβαίως νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς
818λεπτομερείας, τὰς ὁποίας ἔθιξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἐὰν
819ἤθελον συζητήσει ἐπὶ τούτων, δὲν θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα ὑπὲρ
820αὐτοῦ. Καὶ πρῶτον παραδέχεται μέσον ὅρον ῥινῶν κατ’ ἔτος,
821τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ζήτημα ἐργασίας, καὶ ἰδίως εἴδους ἐργασίας,
822καὶ δύνανται τὰ συνεργεῖα κατὰ τὴν διάρκειαν ἑνὸς ἔτους νὰ
823ἔχωσι πλειοτέραν ἐργασίαν ἢ κατὰ τὴν διάρκειαν ἄλλου
824ἔτους καὶ συνεπῶς νὰ καταναλώσωσι πλειοτέρας ῥίνας· πῶς
825ἑπομένως εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ μέσος ὅρος καταναλώσεως
826ῥινῶν ἑνὸς ἔτους;
827§79Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αἱ
828ἀνάγκαι εἶναι πάντοτε αἱ αὐταί.
829§80ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα ὑπὸ ἔπο-
830ψιν ὅλως τεχνικὴν, βεβαίως θὰ φθάσωμεν εἰς ἄλλα συμπερά-
831σματα, διότι θὰ ἐξετάσωμεν, πόσας ῥίνας ἕκαστος τεχνίτης
832καταναλίσκει τὸ ἔτος, τότε δὲ θὰ φθάσωμεν εἰς τὰ συμπερά-
833σματα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ νὰ μάθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ τὰ
834ὁποῖα δὲν γνωρίζει.
835§81Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἐπαγγέλλομαι τὸν εἰδικόν.
836§82ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πολὺ ὀρθῶς πράττετε, ἀλλὰ ὁμιλεῖτε
837ἐναντίον τῶν ἐπαγγελιῶν σας, καὶ ἀποφαίνεσθε κατ’ αὐτῶν.
838§83Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἀποφαίνομαι· ἐγὼ ἀνέγνωσα τὴν
839ἔκθεσιν τῶν εἰδικῶν, θὰ ηὐχόμην δὲ καὶ ἄλλοι νὰ εἶχον τοι-
840αύτην εἰδικότητα, οἵαν οἱ ἀποῤῥίψαντες τὰς ῥίνας ἐν τῷ
841Ναυστάθμῳ ἀξιωματικοί.
842§84ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Λέγετε ὅτι ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου
843ἔχει τὴν μεγαλομανίαν νὰ πληρώνῃ τὰς ἀποθήκας δι’ ὑλικοῦ,
844ἔστω καὶ ἀχρήστου· ἀλλὰ τοῦτο, νομίζω, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ
845λέγηται παρὰ Ὑπουργοῦ περὶ τοῦ ἀμέσως μετὰ τὸν Ὑπουρ-
846γὸν προϊσταμένου τῆς ὑπηρεσίας.
847§85Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ ἀνώτερος οὗτος ἀξιω-
848ματικὸς νομίζει ὅτι πρέπει νὰ πληροῖ τὰς ἀποθήκας ὅπως δή-
849ποτε τελείως. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἐξετάζῃ καὶ τὸ
850βαλάντιον τοῦ Κράτους. Μὴ ἐμβάζετε εἰς τὸ στόμα μου λέ-
851ξεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶπον.
852§86ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς ὥρισεν εἰς τὸν Διευθυντὴν
853τοῦ Ναυστάθμου νὰ προμηθευθῇ ῥίνας διὰ τὸ ἔτος 1895.
854Τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ ὁ Διευθυντὴς, παρὰ νὰ συμμορφωθῇ
855πρὸς τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ; Λέγει ὁ κύριος Ὑπουρ-
856γὸς, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο ἔργον τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθ-
857μου, διότι ὁ Διευθυντὴς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἰδέας ἄλλας περὶ
858ἀποθηκῶν, ὅπως πληρώσῃ ταύτας, ἀλλ’ ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς
859νὰ ἐξετάσῃ, λέγει. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι ὁ
860Ὑπουργὸς δὲν ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ ποῖαι ῥῖναι ἀπαι-
861τοῦνται διὰ τὸ δεῖνα συνεργεῖον καὶ πόσας ἕκαστος ἐργάτης
862ὀφείλει νὰ καταναλώσῃ κατὰ μῆνα ἢ κατ’ ἔτος, διότι τότε
863ἦτο περιττὸν νὰ ἄρχῃ ὁ Διευθυντὴς, ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς
864νὰ διευθύνῃ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τὸν Ναύσταθμον. Τὸ ἔργον
865τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ὑψηλότερον. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ
866προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔπρεπε νὰ
867καταναλωθῇ εἰς μίαν μόνον προμήθειαν. Τοῦτο εἶναι ἄσχε-
868τον ἐντελῶς, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἔχων τὴν σύ-
869στασιν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, ἀναλαμβάνει τὴν
870εὐθύνην, ἂν ἄλλως ἤθελεν ἐνεργήσει, ἔχων δὲ καὶ τὰς πιστώ-
871σεις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνεργεῖ ἐντὸς τῶν πιστώσεων.
872Ἀλλὰ λέγει, ὅτι ἐγὼ ἀπέκρυψα τὸ πρωτόκολλον. Δὲν τὸ
873ἀπέκρυψα. Εἶπον ἐκ τίνων ἀπετελεῖτο ἡ ἐπιτροπὴ, εἶπον ὅτι
874αὕτη ἀπετελεῖτο ἐξ ἀξιωματικῶν τοῦ μαχίμου καὶ οἰκονο-
875μικοῦ κλάδου καὶ ἐκ τεχνιτῶν. Οὐδὲν ἐνδιαφέρον εἶχον εἰς τὸ
876νὰ ἀποκρύψω τὸ πρωτόκολλον. Ἀλλὰ τὸ πρωτόκολλον δὲν
877ἐνδιαφέρει ἐμὲ, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔπρεπε νὰ
878κάμῃ τὴν κατηγορίαν κατὰ τοῦ ὑπευθύνου. Σήμερον ἐξε-
879φράσθη καθαρῶς καὶ εἶπεν ὅτι ὑπόλογος εἶναι ὁ παραλήπτης
880Ὑπουργός. Ἐναντίον τούτου λοιπὸν ὀφείλει νὰ κάμῃ τὴν
881κατηγορίαν, καὶ οὐχὶ κατὰ τοῦ προκατόχου. Ὥστε δὲν πι-
882στεύω νὰ εἴπόν τι διάφορον ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα. Πιστῶς ἐξέ-
883θεσα τὴν ὑπόθεσιν, παραπονοῦμαι δὲ μόνον, διότι ὁ κ. Ὑπουρ-
884γὸς ἀδίκως κατεφέρθη κατὰ πρώην συναδέλφου, ὅστις πιστῶς
885ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του καὶ ὅστις ἐντίμως ὑπηρέτησε τὴν
886πατρίδα εἰς πολλὰς καὶ διαφόρους περιστάσεις, καὶ ὁ κ.
887Πρωθυπουργὸς κάλλιστα γινώσκει τὸν ἄνδρα, διότι ἐπὶ μα-
888κρὸν χρόνον μετ’ αὐτοῦ συνειργάσθη καὶ ἐν κρισίμοις τῆς πα-
889τρίδος στιγμαῖς.
890§87Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν περὶ ῥι-
891νῶν καὶ καουτσοὺκ συζήτησιν, καθόσον ἐγὼ εἶμαι ὁ ἐπερω-
892τήσας· ἐπηρώτησα δὲ, ὁρμηθεὶς ἐκ τῶν ἐν τοῖς καφενείοις
893λεγομένων, τὰ ὁποῖα ἤκουσα, κατελθὼν ἡμέραν τινὰ εἰς Πει-
894ραιᾶ. Δὲν ἐπετρέπετο εἰς ἐμὲ, ὄντα ἀξιωματικὸν, ν’ ἀφήσω
895κυκλοφοροῦντα θρυλήματα κατὰ ἀξιωματικοῦ, ὅστις προϋπη-
896ρέτησεν ἐν τῷ στρατῷ τῆς θαλάσσης, καὶ ἐθεώρησα καθῆ-
897κόν μου νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ
898καταθέσῃ ὅ,τι κατέθεσεν. Ἑπομένως μετὰ τὴν γενομένην
899κατάθεσιν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
900Αἱ προμήθειαι τοῦ Ναυστάθμου εἶναι ἀνάλογοι δι’ ὅλα τὰ
901εἴδη· ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξαντλήσωμεν δοθεῖσαν πί-
902στωσιν ἐτησίαν δι’ ἓν εἶδος, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα εἴδη, τὰ χρεια-
903ζόμεθα ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, νὰ τὰ ἐγκαταλείψωμεν.
904Ἔναυλοι εἶναι εἰς τὰς ἀκοάς μου οἱ λόγοι τοῦ κυρίου
905Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, δηλώσαντος ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκεί-
906νου, ὅτι καλώδια ὡς καὶ ἐμπύρια διὰ τορπίλλας δὲν ὑπῆρ-
907χον, διότι αἱ τορπίλλαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσι,
908καθόσον καὶ πλεῖσται ἄλλαι ἐλλείψεις ἐπίσης ἐπαρουσιάζοντο
909ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, αἵτινες ἐξετίθεντο
910καὶ εἰς ἐπίσημον ἔκθεσιν τοῦ διευθύνοντος τὴν Ὑποβρύχιον
911Ἄμυναν κ. ἀξιωματικοῦ.
912Ἐννοῶ καλῶς, ὅτι ὁ Ναύσταθμος ὀφείλει νὰ ἔχῃ πλήρεις
913τὰς ἀποθήκας του, ἀλλὰ ὀφείλει νὰ τὰς ἔχῃ πλήρης ἐκ τῶν
914εἰδῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ ἐμπορίῳ δὲν δύνανται νὰ εὑ-
915ρεθῶσι. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Ἐὰν ἔχωμεν ἀνάγκην προμη-
916θειῶν καὶ ἀποθηκεύσεως, ἔχομεν ἀνάγκην τῶν εἰδῶν ἐκείνων,
917τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἐν τῷ τόπῳ. Ἀλλὰ ῥίνας,
918Κύριοι, ἔχομεν πανταχοῦ· ὅλα τὰ σιδηροπωλεῖα ἔχουσι ῥίνας,
919καὶ ἀποθήκας ῥινῶν, καὶ ῥίνας πάσης ποιότητος, διότι ταῦτα
920προμηθεύονται σήμερον ἔκ τε Γερμανίας καὶ ἐκ Γαλλίας, καὶ
921ἐξ Ἀγγλίας ἔτι. Φημίζεται ὁ ἀγγλικὸς χάλυψ καὶ προτι-
922μᾶται, ἀλλὰ βεβαίως τὰ καταστήματα ἔχουσι καὶ διαφό-
923ρου ποιότητος ῥίνας. Τὸ τῶν ῥινῶν κεφάλαιον εἶναι τὸ λε-
924πτότερον ὡς πρὸς τὰ προμηθευόμενα ἐκ τῶν σιδηροπωλείων,
925λέγω τὸ μᾶλλον λεπτὸν, καὶ τόσον λεπτὸν, Κύριοι, ὥστε, ἂν
926ῥίψητε τὸ βλέμμα σας ἐπὶ τῶν προτάσεων τοῦ καταστήματος,
927θέλετε ἴδει, ὅτι ἐπὶ τῶν τιμῶν, τὰς ὁποίας ἀναγράφουσι, κά-
928μνουσιν ἔκπτωσιν ὑπερβαίνουσαν τὰ 40%, δύναμαι δὲ νὰ σᾶς
929εἴπω καὶ σᾶς διαβεβαιώσω καὶ διὰ τοῦ λόγου τῆς τιμῆς μου,
930(διότι γνωρίζω καλῶς) ὅτι καὶ μέχρι τῶν 52½% κά-
931μνουσιν ἔκπτωσιν τὰ καταστήματα τὰ Ἀγγλικὰ πολλάκις
932ἐπὶ τῶν τιμῶν, τὰς ὁποίας ἀναγράφουσιν. Οὐδεὶς, Κύριοι, μὴ
933ὢν ἔμπορος, δύναται νὰ προμηθευθῇ τι ἐκ τῆς Ἑσπερίας
934εἰς συμφερωτέρας τιμὰς ἐκείνων, εἰς ἃς δύναται οἱοσδήποτε
935ἔμπορος νὰ προμηθευθῇ. Ἀλλὰ θὰ προσθέσω καὶ ἓν ἄλλο.
936Εἰς τὸν ἔμπορον, τὸν δίδοντα παραγγελίαν δέκα, δεκαπέντε ἢ
937καὶ τριάκοντα πέντε χιλιάδων δραχμῶν, γίνεται ἔκπτωσις
93850%, ἂν ὅμως ὁ αὐτὸς ἔμπορος παραγγείλῃ εἰς τὸ ἴδιον
939κατάστημα ποσότητα τετραπλασίαν, πενταπλασίαν, δεκα-
940πλασίαν, ἡ ἔκπτωσις βεβαίως θὰ ἦναι μεγαλειτέρα.
941Ἡ παρεχομένη ἔκπτωσις παρὰ τῶν βιομηχανικῶν κατα-
942στημάτων σήμερον γίνεται ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ τῆς παραγ-
943γελίας. Ὅσον μεγαλείτερον ποσὸν παραγγείλητε, τόσον
944μεγαλειτέραν ἔκπτωσιν θέλετε ἔχει. Ἑπομένως ἡ ἐπιζη-
945τηθεῖσα, οὕτως εἰπεῖν, οἰκονομία δὲν εἶναι ἡ πραγματικὴ,
946διότι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἐκέρδησεν ἴσως,—καὶ θὰ φανῇ ἐν
947κέρδος—εἶναι, ὅτι δὲν ἐπλήρωσεν εἰς τὸ Δημόσιον τὸν φόρον
948τῶν 50 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ὁ ὁποῖος μὲ τὰ πρόσθετα τέλη
949ἀνέρχεται εἰς λεπ. 70. Ἂν τὰ ἔφερεν ἔμπορος, θὰ ἐπλήρονε
950τὰ τέλη εἰς τὸ τελωνεῖον, τοῦτο δὲ ἤθελεν εἰσαγάγει αὐτὰ
951εἰς τὸ ταμεῖον· ὥστε αὐτὸ οὐδόλως μᾶς ὠφελεῖ. Ἑπομένως
952φρονῶ, ὅτι ἡ γενομένη μεγάλη παραγγελία ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ
953καὶ μεγάλην ἔκπτωσιν τιμῶν, μεγαλειτέραν δὲ πάντως τῶν
954τιμῶν τῶν ἐκπτώσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας προμηθεύονται οἱ διά-
955φοροι ἔμποροι.
956Τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς προμηθείας
957εἶναι λίαν δυσανάλογον μὲ τὴν ἐτησίαν κατανάλωσιν. Τοῦτο
958εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἐὰν ῥίψωμεν, Κύριοι, τὸ βλέμμα εἰς
959τὴν σελίδα 17 τοῦ προυπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυ-
960τικῶν τοῦ 1896, θέλομεν ἴδει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐργαζομένων ἐν
961τῷ Ναυστάθμῳ, καὶ πόσοι εἶναι τεχνῖται αʹ, βʹ, γʹ καὶ δʹ τά-
962ξεως· ἐὰν δὲ εἶχον ἀκριβῆ λογαριασμὸν, πόσοι ἐργάζονται ἐν
963τοῖς συνεργείοις τοῦ Ναυστάθμου καὶ κυρίως εἰς τὸν πάγκον,
964καὶ πόσοι ἐπὶ τῆς καμίνου, ἤθελον σᾶς εἴπει ἀκριβῶς, ὅτι ἕκα-
965στος ἐργαζόμενος, ὅπως ὁ ἰδιώτης τεχνίτης, ὁ κάλλιστος τε-
966χνίτης, ὁ μᾶλλον φίλεργος, δὲν δύναται νὰ καταναλώσῃ κατ’
967ἔτος ἀριθμὸν πλείονα τῶν 80 ἢ 100 ῥινῶν. Ἑπομένως, ἐὰν
968ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἔχωμεν 30 τεχνίτας, ὅσον καὶ ἂν ἐργα-
969σθῶσιν οὗτοι, δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὰς 3,000 ῥίνας· ἐὰν
970δ’ ἔχωμεν 40, δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὰς 4,000.
971§88ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι τὰ θωρηκτά.
972§89Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Πάντων περιλαμβανομένων, κύριε συνάδελφε.
973Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν—καὶ τὸν παρεκάλεσα
974καὶ χθὲς—νὰ φέρῃ σημείωμα ἀκριβὲς τῶν ἐργαζομένων σιδη-
975ρουργῶν εἰς τὸν πάγκον, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι οἱ ἐργαζόμενοι εἰς
976τὸν πάγκον διαρκῶς δὲν ὑπερβαίνουσι τοὺς 25 ἢ 30. Ἑπο-
977μένως τὸ ποσὸν τῆς καταναλώσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ
978τὰς 4,000. Συνεπῶς αἱ ῥῖναι, ἃς ἐπρομηθεύθησαν, 32,000,
979ἀρκοῦσι διὰ μίαν ὀκταετίαν ἢ δωδεκαετίαν.
980Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὸ ἄλλο σπουδαῖον ζήτημα. Συνέστη,
981ὡς γνωστὸν, ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν καὶ μηχανι-
982κῶν πρὸς παραλαβὴν, ἀνέμενον δὲ ἀπὸ τὸν κ. συνάδελφον καὶ
983πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους
984Κυρίους, τοὺς ἐκ τῶν ναυτικῶν νήσων καταγομένους, ἀνέμενον
985νὰ διαμαρτυρηθῶσι, διότι ἀντετάχθη εἰς τὴν γνώμην ἀνω-
986τέρων ἀξιωματικῶν καὶ μηχανικῶν καὶ τεχνιτῶν αʹ τάξεως
987δεδοκιμασμένων ἡ γνώμη τριῶν ἐργοστασιαρχῶν. Σέβομαι
988ὅλους τοὺς τεχνίτας, ὅλην τὴν εἰδικότητα, ἀλλ’ ἂν πρόκειται
989νὰ φέρῃ τις εἰς ἀντιπαράστασιν τοὺς τρεῖς τεχνίτας ἐν ἀγνοίᾳ
990τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν θὰ τὸ ἔκαμνεν
991ὁ κ. συνάδελφος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἄλλοτε,
992κύριοι συνάδελφοι, ἐπῆλθεν ἔνστασίς τις ὡς πρὸς τὴν ποιότητα
993τῶν ὅπλων, τὰ ὁποῖα εἶχε προμηθευθῆ ὁ στρατὸς πρὸ 15–20
994ἐτῶν, καὶ ἡ τότε συστᾶσα ἐπιτροπὴ, ἐν ὁλομελείᾳ, παραλα-
995βοῦσα τὰ ὅπλα, διῆλθε πάντα τὰ ἐνταῦθα εἰδικὰ κατατήματα,
996καὶ μέχρι τοῦ Λαυρίου ἔφερε τά βήματά της. Ἀλλὰ ἡ ἐπι-
997τροπὴ ἐκείνη ἔκαμε τὰς δοκιμὰς ἐνώπιον μηχανικῶν, καὶ ἐν
998Λαυρίῳ ἔτι, διότι ἐκεῖ ἦτο εἰδικός τις τεχνίτης. Μέλη δὲ αὐ-
999τῆς ἦσαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, οἱ μακαρίται Βουγιούκας, Ἰσχό-
1000μαχος καὶ πολλοὶ ἄλλοι. Μετέβησαν ἐκεῖ, καὶ παρουσίᾳ
1001αὐτῶν ἐγένοντο ὅλαι αἱ δοκιμαί.
1002Ἐγὼ, ἐὰν ἤμην μέλος τῆς πρὸς παραλαβὴν τῶν ῥινῶν ἐπι-
1003τροπῆς, ἤθελον διαμαρτυρηθῆ ἐντόνως, τασσόμενος μετ’ ἄλ-
1004λων ἀπέναντι τριῶν ἐργοστασιαρχῶν τεχνιτῶν. Ἀλλὰ ἡ γνώμη
1005ὁλοκλήρου ἐπιτροπῆς καὶ ἐμοῦ ἔπρεπε νὰ σαρωθῇ, ὅπως ἐσα-
1006ρώθη ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Τί εἶμαι; Ἐὰν ἐκφέρω γνώ-
1007μην τινὰ, φέρω τὴν εὐθύνην, ἂν ἦναι καλὴ ἢ κακή.
1008Ἀλλὰ, Κύριοι, ἔρχομαι καὶ εἰς ἄλλο. Ἀποφεύγω πᾶσαν
1009παρεξήγησιν, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ παρεξηγήσητε. Εἶσθε
1010βέβαιοι, ὅτι αἱ παρουσιασθεῖσαι ῥῖναι εἰς τοὺς ἐργοστασιάρ-
1011χας ἐκείνους ἦταν αἱ ῥῖναι τοῦ Ναυστάθμου; καὶ ὅτι ἦσαν
1012πάσης ποιότητος; Παραδέχομαι ὅτι τὰς παρέλαβον ἐκ τῶν
1013ἀποθηκῶν τοῦ Ναυστάθμου καὶ ὅτι ἦσαν τοῦ Ναυστάθμου,
1014ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ ποιήσητε δοκιμήν τινα, ὀφείλετε νὰ
1015παραλάβητε οὐχὶ ἐξ ἑνὸς κιβωτίου, ἀλλὰ ἐκ πολλῶν καὶ ἐξ
1016ἑκάστου δέματος, διότι αὐταὶ εἶναι κατὰ δέματα καὶ κατὰ
1017βάρος. Εἶσθε βέβαιοι, ὅτι ἦσαν ἐκ πάντων τῶν κιβωτίων καὶ
1018παντὸς εἴδους; Ποῖος σᾶς τὸ βεβαιοῖ; Αὐτὸ εἶναι ζήτημα
1019μέγα, διότι ἀντιτάσσονται τρεῖς ἐργοστασιάρχαι—τίμιοι ὁμο-
1020λογουμένως, διότι τοὺς περισσοτέρους γνωρίζω,—ἀπέναντι
1021ἀξιωματικῶν· ἀλλὰ διατὶ δὲν καλοῦνται οἱ καλοὶ οὗτοι ἐργο-
1022στασιάρχαι ἐνώπιον τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐξετάσωσι
1023τὰς ῥίνας; διατὶ δὲν συνιστᾶτε ἑτέραν ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ
1024ἴδητε ἂν ἡ γνώμη αὐτῆς θὰ ἦναι ἡ αὐτὴ πρὸς τὴν τῆς πρώτης;
1025Παρουσιάζεται ποτὲ ὅμοιόν τι εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρε-
1026σίαν, τῆς ξηρᾶς; ἐρωτῶ τὸν κ. συνάδελφον ἐξ Ὕδρας. Ἂν
1027ἐπιτροπή τις ἀπέῤῥιψε προμήθειάν τινα, ἢ ἐκ κακῆς ἐκτιμή-
1028σεως ἢ ἐξ αὐστηροτάτης ἐκτιμήσεως, δὲν ἐκλήθη κατόπιν
1029ἰδιαιτέρως ὁ Α ἢ ὁ Β, διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ, ἀλλὰ παρεπέμφθη
1030τὸ ἀντικείμενον εἰς ἰδιαιτέραν ἐπιτροπὴν, εἰς ἄλλο, οὕτως
1031εἰπεῖν, δικαστήριον.
1032§90ΚΟΡΠΑΣ. Νὰ κάμουν ἄλλην ἐπιτροπήν.
1033§91Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Βεβαίως· καὶ τὸ ἐπιτάσσει ὁ νόμος.
1034Ὅταν, Κύριοι, ἐπιτροπαὶ μετέβησαν εἰς Γαλλίαν πρὸς
1035παραλαβὴν τοῦ ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ, προσέλαβον ἐμπειρο-
1036τέχνην, καὶ ἀφοῦ ὁ εἰδικὸς οὗτος ἐμπειροτέχνης, ἐξετάσας τὰ
1037εἴδη, παρούσης τῆς ἐπιτροπῆς, ἐγνωμάτευσεν ὅτι εἶναι καλὰ,
1038τότε παρέλαβον τὰς ἐρέας, ἐπὶ τῇ βεβαιότητι ὅτι ἦσαν καλαὶ,
1039διότι βεβαίως ἕκαστος εἰδικότητα δὲν δύναται νὰ ἔχῃ.
1040Ἤδη, Κύριοι, μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν ἄλλου ζητήμα-
1041τος. Εἶχον ζητήσει καὶ μίαν ἄλλην κατάστασιν, ἀφορῶσαν
1042προμήθειαν διαφόρων εἰδῶν καουτσούκ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς
1043κατέθεσε τὸν σχετικὸν φάκελλον. Ἐν τῷ φακέλλῳ τούτῳ
1044ὑπάρχει καὶ ἡ κατάστασις τοῦ προμηθευθέντος ὑλικοῦ κατὰ τὰ
1045ἔτη 1890–1894, ἀλλὰ τὴν κατάστασιν ταύτην δὲν συνο-
1046δεύουσι τὰ πρωτόκολλα τῆς παραδόσεως καὶ παραλαβῆς ἑκά-
1047στου εἴδους, ἐφ’ ἑκάστης προμηθείας καὶ ἀποστολῆς. Ἔπρε-
1048πεν ἑκάστη παράδοσις καουτσοὺκ ἀφικνουμένη, πρὶν ἢ εἰσ-
1049έλθῃ εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Ναυστάθμου, νὰ τύχῃ ἐπιθεω-
1050ρήσεως παρ’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ, πα-
1051ρόντος καὶ τοῦ χορηγητοῦ ἢ ἀντιπροσώπου αὐτοῦ, ἤθελον ἀπο-
1052φανθῆ, ὅτι ἡ ποιότης εἶναι καλὴ καὶ ἀνάλογος πρὸς τὴν γε-
1053νομένην παραγγελίαν καὶ τὸ δεῖγμα, τότε μόνον νὰ γείνῃ δε-
1054κτή, ἄλλως εἶναι ἀποῤῥιπτέα. Ἀλλὰ τί ἐπισυνάπτεται ἐν-
1055ταῦθα; Ἐπισυνάπτεται ἓν πρωτόκολλον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ
1056κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ συστήσῃ
1057ἐπιτροπὴν πρὸς ἀπόκρουσιν, καὶ συνέστησε τὴν ἐπιτροπὴν τὴν
105823 Φεβρουαρίου 1896, τὰ δὲ ἄλλα πρωτόκολλα τῶν δια-
1059δόχων παρέλαβε. Δὲν γνωρίζομεν οὔτε τί ποσὸν παρελήφθη,
1060οὔτε τί ποσὸν εἰσήχθη εἰς τὰς ἀποθήκας, οὔτε τίποτε. Ση-
1061μειοῦνται ἐν τῇ καταστάσει, ἀλλὰ δὲν ἐπισυνάπτεται, ἐπανα-
1062λαμβάνω, τίποτε σχετικόν.
1063Ἀλλά, Κύριοι, ἂς ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας καὶ ἐπὶ τοῦ
1064ἀκολούθου...
1065§92Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ
1066πρωτόκολλον, τὸ ἔγγραφον τοῦ Ναυστάθμου, ὁμιλεῖ περὶ τῶν
1067παραγγελθέντων ἐλαστικῶν, ὅτι εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν
1068τώρα. Ὥστε ἀφοῦ εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν τώρα, εἰς
1069καλλιτέραν θὰ ἦσαν, ὑποθέτω, ὅταν παρελήφθησαν.
1070§93Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἠξεύρω.
1071§94Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὕτω λέγει.
1072§95Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ πρωτόκολλον τῆς παραλαβῆς ἐπεθύ-
1073μουν νὰ ἔχω... Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προκαλεῖ τὸν θαυμασμόν
1074μου, εἶναι τὸ ἀκόλουθον· καὶ σᾶς ἀναφέρω τὰς γενομένας προ-
1075μηθείας, ἐπικαλούμενος τὴν προσοχὴν ὑμῶν. Εἰς τὰ 1890
1076ἐπρομηθεύθησαν καουτσοὺκ ἀξίας 26,229 δρ. Εἰς τὰ 1891
1077οὐδεμία προμήθεια ἐγένετο. Εἰς τὰ 1892 ἐπίσης οὐδεμία προ-
1078μήθεια ἐγένετο. Εἰς τὰ 1893 προμήθεια ἐγένετο μόνον ἀξίας
10794,707 δραχ. Εἰς τὰ 1894 πρώτη προμήθεια ἀξίας δραχ.
10804,441 καὶ 10/00, δευτέρα προμήθεια ἀξίας δραχ. 82,100.86,
1081τρίτη προμήθεια ἀξίας δραχμῶν 35,338 καὶ 38/00, τετάρτη
1082προμήθεια ἀξίας δραχ. 575 καὶ 25/00· ἑπομένως τὸ ὅλον τῆς
1083ἀξίας τοῦ προμηθευθέντος καουτσοὺκ κατὰ τὸ 1894 ἀνέρ-
1084χεται εἰς τὸ οὐκ εὐκαταφρόνητον καὶ σεβαστὸν ποσὸν τῶν
1085δραχμῶν 122,455 καὶ 59/00.
1086Τοῦτο ἂν ἦναι χρήσιμον, ἢ ἂν θὰ καταστραφῇ, ὅπως κα-
1087τεστράφησαν καὶ καλώδια καὶ λοιπά, ἀγνοῶ· γνωρίζω μό-
1088νον, ὅτι ἐν γένει ἅπαντα τὰ κατασκευάσματα ἀπὸ καουτσοὺκ
1089ἔχουσιν ἀνάγκην μεγίστης ἐπιτηρήσεως, προφυλάξεως, καὶ ἰδίᾳ
1090συντηρήσεως.
1091Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ ὁποῖα συνάγω ἐκ τῶν κατατεθέντων
1092ἐγγράφων.
1093Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου μεταβαίνω εἰς μίαν ἄλλην ἐπίσης σπου-
1094δαίαν ὑπόθεσιν. Τὰ συνεργεῖα τοῦ Ναυστάθμου ἐλειτούργουν
1095καλῶς, ἀνταπεκρίνοντο δὲ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον εἰς ὅλας
1096τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ στόλου. Ἐργοστασιάρχης τις
1097ἐν Πειραιεῖ εἶχε μηχανήματά τινα πρὸς κατασκευὴν κοχλιῶν
1098καὶ περικοχλίων· τὰ μηχανήματα ταῦτα προσεφέρθη ὁ ἐργο-
1099στασιάρχης νὰ πωλήσῃ μὲ ἐκπεσμένας, ὡς ἐσημείου αὐτὸς οὗ-
1100τος, τιμὰς εἰς τὸν Ναύσταθμον. Ἐξ ἐπισήμου ἀντιγράφου, τὸ
1101ὁποῖον ἔχω εἰς χεῖράς μου, ἐμφαίνεται ὅτι προσφέρεται νὰ πω-
1102λήσῃ τὰ μηχανήματα ταῦτα μεθ’ ὅλων τῶν ἐξαρτημάτων,
1103δηλαδὴ μὲ ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων δύνανται
1104τὰ μηχανήματα, τιθέμενα ἐν λειτουργίᾳ, νὰ παραγάγωσι τὰ
1105ἀπαιτούμενα, ἤτοι κοχλίας, περικόχλια κτλ.
1106§96Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τοὺς
1107ἱμάντας τοὺς βάζετε;
1108§97Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὄχι. Δὲν ἀποτελοῦσιν ἀναπόσπαστον μέ-
1109ρος οἱ ἱμάντες. Μόνον αἱ μῆτραι τὰ σφυρία καί τινα ἄλλα
1110ἀποτελοῦσιν ἀναπόσπαστον μέρος τῶν μηχανημάτων· διότι
1111ἱμάντας δύνασθε νὰ δέσητε ἢ μακροὺς ἢ κοντούς, ἀναλόγως
1112τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τοποθετηθήσεται ἀπὸ τοῦ ἄξο-
1113νος τὸ μηχάνημα. Ἑπομένως τὰ ἀναποσπάστως συνδεδεμένα
1114μὲ τὰ μηχανήματα ἐξαρτήματα (καὶ δι’ αὐτὸ καλοῦνται
1115ἐξαρτήματα) δὲν παρεδόθησαν. Ἐτοποθετήθησαν, ὡς ἀναφέ-
1116ρει ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου, παρακειμένως τοῦ σιδη-
1117ρουργείου. Τίνες τὰ παρέλαβον; Τίνες οἱ ὑπόλογοι τῆς παρα-
1118λαβῆς; Ὁπόταν, Κύριοι, κάμνωμεν προμήθειάν τινα ἢ παρα-
1119λαβὴν μηχανήματος, ὀφείλομεν νὰ συστήσωμεν ἐπιτροπὴν,
1120ἐν ᾗ θέλουσι συμπεριληφθῆ καὶ εἰδικοί. Μετέβη ἐπιτροπή τις
1121εἰς Πειραιᾶ, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὰ μηχανήματα καὶ ἀπεφάν-
1122θη ὅτι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι καὶ νὰ ὠφελήσωσι τὰ συνερ-
1123γεῖα τοῦ Ναυστάθμου, παρέχοντα διάφορα εἴδη κοχλιῶν καὶ
1124ἀμφιδετῶν, τὰ ὁποῖα χρειάζονται κυρίως διὰ τοὺς λέβη-
1125τας τῶν πλοίων καὶ δι’ αὐτὰ τὰ πλοῖα; Ὅτε δὲ τὰ μηχανή-
1126ματα ταῦτα μετεφέρθησαν ἐκ Πειραιῶς εἰς τὸν Ναύσταθμον,
1127χωρὶς νὰ παραλάβῃ τις ταῦτα, οὐδὲ συνεπῶς νὰ συνταχθῇ
1128πρωτόκολλον, ἐτοποθετήθησαν ἐκεῖ...
1129§98ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἡ τοποθέτησις δὲν εἶναι παρα-
1130λαβή;
1131§99Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἄν παρελήφθησαν καὶ ἐτοποθετήθησαν,
1132ζητῶ τοὺς ἐνόχους, διότι δὲν παρέλαβον συμφώνως μὲ τὰς
1133προτάσεις τοῦ ἐργοστασιάρχου τὰ ἐξαρτήματα. Ἄν ὑπῆρ-
1134ξεν ἐπιτροπὴ, παραλαβοῦσα τὰ μηχανήματα, οἱαδήποτε καὶ
1135ἄν ἦναι αὕτη, εἶναι ὑπεύθυνος.
1136§100ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν συνετάχθη πρωτόκολλον;
1137§101Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὄχι. Δι’ αὐτὸ ἀπορῶ, Κύριοι. Τὰ μηχα-
1138νήματα, μεταφερθέντα εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἔπρεπε νὰ παρα-
1139ληφθῶσιν ἢ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἢ ἐν Πειραιεῖ, νὰ τεθῶσιν ἐν
1140λειτουργίᾳ, καὶ τότε θὰ ἦσαν πλήρη.
1141Ἀλλ’ ἄς ἴδωμεν, τί ἀναφέρει αὐτὸς ὁ κ. Διευθυντὴς τοῦ
1142Ναυστάθμου διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1864 τοῦ 1896 τηλεγραφή-
1143ματος. Παραλείπω τὰ ἄλλα (ἀναγινώσκει): «Ταῦτα τὰ
1144»μηχανήματα, ἕνεκα ἐλλείψεως ἐξαρτημάτων, μὴ παραδοθέντων
1145παρὰ τοῦ ἀνωτέρω πωλητοῦ (Seyn) δὲν λειτουργοῦσιν». Ἔχομεν
1146τὰ μηχανήματα, ἀλλὰ πάντα τὰ μηχανήματα, ὡς γνωστὸν,
1147ἔχουσιν ἀνάγκην ἐπιτηρήσεως. Δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ χορηγητὴς
1148ἐπληρώθη ἢ δὲν ἐπληρώθη, διότι δὲν εἶχον καιρὸν νὰ μελετήσω
1149τοῦτο· ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπληρώθησαν τὰ μηχανήματα ταῦτα,
1150φθάνομεν εἰς τὸ αὐτό. Δυνάμεθα νὰ τὰ ἀφήσωμεν νὰ φθαρῶ-
1151σιν; Ἔχουσι λοιπὸν ἀνάγκην διαρκοῦς συντηρήσεως ἀφ’ ὅτου
1152τὰ παρελάβομεν.
1153§102ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τοῦ κ. Διευ-
1154θυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει;
1155§103Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν φαίνεται τίποτε.
1156§104Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Θέ-
1157λετε νὰ μάθητε πότε παρελήφθησαν; Ἐπὶ τοῦ προκατόχου,
1158Κύριε.
1159§105Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Βεβαιότατα, τὸ γνωρίζω αὐτό· ἀλλὰ δὲν
1160ἐννοῶ διατὶ κατὰ τὴν παραλαβὴν δὲν συνεστήθη ἐπιτροπὴ,
1161ἡ ὁποία νὰ τὰ παραλάβῃ, νὰ ἀναθέσῃ εἰς εἰδικοὺς ἄνδρας
1162νὰ τὰ τοποθετήσωσι, νὰ παραμένῃ ἐκεῖ, νὰ τὰ ἴδῃ λειτουρ-
1163γοῦντα καὶ κατασκευάζοντα ὅ,τι κατασκευάζεται καὶ ἐν Πει-
1164ραιεῖ, καὶ τότε νὰ βεβαιώσῃ τὴν καλὴν λειτουργίαν.
1165Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, Κύριοι. Λυποῦμαι δὲ, διότι ἐκ
1166τῶν λεγομένων ἐν τοῖς καφενείοις ἠναγκάσθην νὰ φέρω τὴν
1167ἐπερώτησιν ταύτην, ἐκ τῆς ὁποίας ὅμως διεχύθη μικρόν τι
1168φῶς εἰς τὰ σκοτεινὰ τῶν ἐν τῷ Ναυτικῷ προμηθειῶν.
1169§106ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Τὰ τῆς ὑποθέσεως τῶν ῥινῶν, κύριε Πρόε-
1170δρε, εἰς δύο κυρίως στάδια, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντελήφθην,
1171διαιροῦνται, εἰς τὸ στάδιον τῆς καταπληκτικῆς ταύτης προ-
1172μηθείας τῶν 32,000 τεμαχίων ῥινῶν καὶ εἰς τὸ στάδιον τῆς
1173παραλαβῆς αὐτῶν. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἐξετασθῇ διακεκρι-
1174μένως τὸ ἓν ἀπὸ τὸ ἄλλο, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, τίς εἶναι ὁ
1175ὑπόλογος διὰ τὴν καταπληκτικὴν ταύτην παραγγελίαν τῶν
117632,000 τεμαχίων ῥινῶν, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ἂν ἐκ τῆς πρω-
1177τοβουλίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὸ 1894 ἐγέ-
1178νετο ἡ καταπληκτικὴ αὕτη προμήθεια, καὶ ἂν ἀληθῶς ἐγέ-
1179νετο ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου, βεβαίως ἡ
1180Βουλὴ πρέπει ταχέως νὰ ζητήσῃ εὐθύνας. Ἀλλ’ ἵνα μάθω-
1181μεν, τίς ὁ ὑπόλογος διὰ τὴν μεγάλην ταύτην προμήθειαν,
1182πρέπει νὰ ἀναγνώσωμεν τὸ ἑξῆς ἐπίσημον ἔγγραφον, ὑπὸ ἡμε-
1183ρομηνίαν 15 Νοεμβρίου 1894, τοῦ Βασιλικοῦ Ναυστάθμου,
1184ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ φέρον
1185τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, τοῦ τότε
1186καὶ νῦν καὶ εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα (ἀναγινώσκει): «Πρὸς
1187τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, τμῆμα ὑλικοῦ.—Συμφώνως
1188τῇ ὑπ’ ἀριθ. 25447 τηλεγραφικῇ διαταγῇ, ὑποβάλλομεν
1189σὺν τῇ παρούσῃ δύο πίνακας, ἐμφαίνοντας τὴν ποσότητα,
1190ποιότητα καὶ διαστάσεις τῶν κατὰ τὸ ἐλευσόμενον ἔτος 1895
1191ἀναγκαιουσῶν τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν
1192τορπιλλοφόρων σκαφῶν ῥινῶν». Ἐξεταστέον ἑπομένως τοὺς
1193πίνακας. Οἱ πίνακες εἶναι ἐπίσημοι· ὁ μὲν πρῶτος ἐκ τῶν πι-
1194νάκων δεικνύει ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον κατὰ
1195τὸ 1895 διὰ τὰ συνεργεῖα τοῦ Ναυστάθμου, ὁ δὲ δεύτερος,
1196ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τῶν ῥινῶν, τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν
1197ὑπηρεσίαν τῶν τορπιλλοβόλων σκαφῶν πάλιν κατὰ τὸ 1895.
1198Ὁ πίναξ ὡς ἐπικεφαλίδα ἔχει τὰ ἑξῆς: «Πίναξ ἐμφαίνων τὴν
1199ποσότητα, ποιότητα καὶ διαστάσεις τῶν κατὰ τὸ ἐλευσόμε-
1200νον ἔτος 1895 ἀναγκαιουσῶν τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ ῥινῶν.»
1201Ὁ πίναξ δὲν εἶναι μακρὸς, ἔχει πολλὰς στήλας, καὶ ἴσως, φαί-
1202νεται, ὁ συντάκτης ἐπεθύμει ν’ ἀποφύγῃ τὴν μεγάλην ἐντύ-
1203πωσιν, διὸ κατὰ δωδεκάδας ἀναφέρει τὸ ποσὸν τῶν ῥινῶν·
1204ἐγὼ ὅμως ἔλαβον κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τὴν ὑπομονὴν νὰ
1205ἀθροίσω ταύτας ἁπάσας...
1206§107Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Οὕτω
1207πωλοῦνται, κατὰ δωδεκάδας.
1208§108ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα... Καὶ τὸ μὲν ποσὸν τῶν ῥινῶν τῶν
1209ἐν τῷ πρώτῳ πίνακι εἶναι ἐν ὅλῳ 29,242...
1210§109ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τεμάχια.
1211§110ΣΤΑΗΣ. Τεμάχια, μάλιστα... Ὁ δεύτερος πίναξ, ἐπίσης,
1212ὁ ἐξερχόμενος ἐκ τοῦ ἐπισήμου γραφείου τῆς Ὑποβρυχίου
1213Ἀμύνης, φέρων δὲ καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου, περιέχει
12142160 ῥίνας, ἑπομένως τὸ σύνολον 31,402. Τὸ ἔγγραφον ἄρα
1215τοῦ Ναυστάθμου, τὸ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀπο-
1216σταλὲν συνεπείᾳ αἰτήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν,
1217ὁρίζει ἀκριβῶς καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν τῇ ναυτικῇ ὑπη-
1218ρεσίᾳ ῥινῶν διὰ τὸ ἔτος 1895. Ἄρα ὁ Ὑπουργὸς ὤφειλεν
1219ἀκριβῶς τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ προμηθευθῇ, ἐὰν δὲν εἶχε λόγους
1220νὰ δυσπιστῇ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυ-
1221τικῶν καὶ μάλιστα τοῦ Ναυστάθμου καὶ τῆς Ὑποβρυχίου
1222Ἀμύνης.
1223Σεῖς, ὁ ὁποῖος εἶσθε σήμερον Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν,
1224βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἔχετε πάσας τὰς ἀπαι-
1225τουμένας ἐκείνας εἰδικὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχῃ
1226ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἵνα ἐξελέγξῃ πάσας τὰς ὑπη-
1227ρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ μάλιστα τὴν
1228ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυστάθμου, ἡ ὁποία εἶναι ὅλως ἀνεξάρτη-
1229τος, ὡς καὶ σεῖς ὁ ἴδιος ὡμολογήσατε, καὶ ὑπεσχέθητε μά-
1230λιστα ὅτι θὰ φέρητε σχετικὸν νομοσχέδιον πρὸς θεραπείαν
1231τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυ-
1232τικῶν τοῦ 1894 οὐδὲν εἶχε δικαίωμα νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Διεύ-
1233θυνσιν τοῦ Ναυστάθμου...
1234§111Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μοὶ
1235ἐπιτρέπετε νὰ εἴπω δύο λέξεις;
1236§112ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα.
1237§113Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς, νομίζω ὅτι, ὅταν
1238πρόκειται περὶ προμηθείας ποσοῦ τινος ἀντικειμένων, θέλει
1239ἐρωτήσει ἀμέσως τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην, πόσα εἶναι τὰ
1240χρήματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ καταβληθῶσι διὰ τὴν
1241τοιαύτην ἢ τοιαύτην προμήθειαν. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι
1242δύσκολον νὰ ἐρωτήσῃ συγχρόνως ποῖος εἶναι συνήθως ὁ μέσος
1243ὅρος τῆς καταναλώσεως, καὶ ποῖον ποσὸν ἐπρομηθεύετο καὶ
1244κατηναλίσκετο κατὰ τὸ παρελθόν.
1245§114ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω σήμερον τὸν κ. Ὑπουρ-
1246γὸν τῶν Ναυτικῶν, ἂν γινώσκῃ τὰ πραγματικῶς καταναλι-
1247σκόμενα ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ποῖα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
1248πράγματι χρησιμοποιοῦνται, δωροῦνται, πωλοῦνται ἢ καίον-
1249ται, τὰ ὁποῖα ἐγὼ γινώσκω, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα συνε-
1250δρίασιν μυστικὴν, ἵνα ὁμιλήσωμεν περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα
1251δὲν πρέπει νὰ λεχθῶσι δημοσίᾳ, διότι, Κύριοι, πλησιάζει ἡ
1252στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ δράσωμεν, καὶ
1253θὰ εὑρεθῶμεν ἀνέτοιμοι.
1254§115Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἀφοῦ θέτετε ἐκεῖ τὸ ζήτημα, ἐγὼ σᾶς
1255λέγω, ὅτι τὸ ναυτικόν μας εἶναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν,
1256ὥστε δύναται νὰ δράσῃ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἂν θελήσωμεν.
1257§116ΣΤΑΗΣ. Εἴθε!
1258Λοιπὸν ἔχομεν τὸν Ὑπουργὸν, λαμβάνοντα τὰς πληροφο-
1259ρίας αὐτοῦ ἐκ τοῦ Ναυστάθμου, σώματος ἀνεξαρτήτου ὅλως
1260τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, συνεπείᾳ δὲ
1261τῶν πληροφοριῶν τούτων ὤφειλεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτι-
1262κῶν νὰ προμηθευθῇ τὸ αἰτηθὲν ποσὸν, ἑπομένως οὐδεμίαν
1263ὑπέχει εὐθύνην ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ
1264πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πρὶν ἴδω καὶ μελετήσω τὰ ἔγγρα-
1265φα ταῦτα, καθ’ ἣν ἡμέραν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν
1266ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου εἰσηγεῖτο τῶν ναυτικῶν του νομο-
1267σχεδίων, καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἐγένετο προμήθεια 32,000 τεμαχίων
1268ῥινῶν, καὶ ὅτι καταχρήσεις καταπληκτικαὶ ἐγένοντο, καὶ ὅτι
1269πρέπει νὰ ζητήσωμεν τοὺς ἐνόχους, καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ
1270θάῤῥος νὰ ὁμιλήσωμεν ἡμεῖς, οἱ ὑποστηρίξαντες τὴν Κυβέρ-
1271νησιν τοῦ 1894,—διότι καὶ ἐγὼ ἤμην ἐκ τῶν ὑποστηριξάν-
1272των τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην—σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐκλονίσθην, καὶ
1273πρὸς στιγμὴν ἐπίστευσα, ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις, πρῶτος δὲ
1274ἐγὼ ἐσκόπουν νὰ ζητήσω τὴν εἰς δίκην παραπομπὴν τῶν
1275ἐνόχων. Ἀλλ’ εὐτυχῶς αἱ ὑποψίαι μου διεσκεδάσθησαν μετὰ
1276τὴν ἐπισταμένην μελέτην τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων. Τοιαῦται
1277κατηγορίαι δὲν πρέπει νὰ ῥίπτωνται οὑτωσὶν ἐπιπολαίως καὶ
1278ἀμελετήτως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
1279Ἀλλ’ ἀκούσατε τώρα καὶ ἄλλο τι, πολὺ παράδοξον καὶ
1280σχεδὸν ἀπίστευτον. Αὐτοὶ οὗτοι οἱ βεβαιώσαντες ὅτι ἀπη-
1281τοῦντο 32,000 ῥῖναι διὰ τὸ ἔτος 1895, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι μετὰ
1282ταῦτα ἐβεβαίωσαν τὰ ἐναντία! Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ἐξ ἐπι-
1283σήμων ἐγγράφων αὐτῶν τούτων τῶν ἀρχῶν, διὰ τῆς ὑπογρα-
1284φῆς τῶν Διευθυντῶν ἐπικεκυρωμένων, ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ
1285μέσος ὅρος τῶν ἀπαιτουμένων κατ’ ἔτος ῥινῶν εἶναι 2287!
1286Πῶς, ἐνῷ σεῖς κατὰ τὴν 26 Φεβρουαρίου 1896 βεβαιοῦτε
1287ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῶν κατ’ ἔτος ἀναγκαίων ῥινῶν εἶναι 2287,
1288ζητεῖτε μόνον διὰ τὸ ἔτος 1895 τεμάχια ῥινῶν 32,000;
1289Πῶς βεβαιοῦτε σεῖς διὰ τῆς ὑπογραφῆς σας, δι’ ἄλλων ἐγ-
1290γράφων παρομοίων, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ καταναλωθὲν ἐπὶ ἑξα-
1291ετίαν ὁλόκληρον ἀνῆλθεν εἰς 13,722, καὶ πρὸ ἔτους μόλις
1292ἐβεβαιώσατε διὰ τῆς ὑπογραφῆς σας, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἀπαι-
1293τούμενον κατὰ τὸ ἐλευσόμενον ἔτος 1895, οὐχὶ διὰ τὸ μέλ-
1294λον, ἀλλὰ διὰ τὸ ἔτος 1895, εἶναι 32,000; Καὶ πῶς, κύριε
1295Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, δὲν τοὺς συλλαμβάνετε ἐκ τοῦ
1296ὠτὸς τοὺς ἐνόχους τοιαύτης πλαστογραφίας; πῶς δὲν προ-
1297φυλακίζετε αὐτούς; πῶς δὲν παραπέμπετε αὐτοὺς—οἱοιδή-
1298ποτε καὶ ἂν ἦναι—εἰς τὸ Ναυτοδικεῖον, ἀλλὰ κατηγορεῖτε
1299ἐρήμην ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀθῷοι, καὶ δὲν καταδιώ-
1300κετε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπεύθυνοι; Ἔπρεπεν ἐκείνους, οἱ
1301ὁποῖοι δὲν ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, νὰ διδάξητε διὰ τῆς
1302τιμωρίας των, νὰ ἐπιτελῶσιν αὐτό. Σεῖς δὲ, ὁ καθ’ ἑκάστην
1303καυχώμενος ὅτι ἐπιτελεῖτε τὸ καθῆκόν σας, δὲν ἐκτελεῖτε
1304αὐτό.
1305Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ δεύτερον στάδιον, τὸ τῆς ἐξελέγξεως
1306τῶν ῥινῶν. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ τὴν προμή-
1307θειαν ποιησάμενος, δὲν εἶναι ὁ Ὑπουργὸς ὁ παραλαβὼν τὴν
1308προμήθειαν, εἶναι ἄλλος Ὑπουργὸς, εἶναι Ὑπουργὸς ἀξιότιμος
1309καὶ ἔντιμος, ἀλλ’ ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, προκειμένου περὶ
1310συμφερόντων τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ λέγωμεν τὰ σῦκα σῦκα
1311καὶ τὴν σκάφην σκάφην, ἀδιαφοροῦντες ποίαν ἰδέαν θὰ σχημα-
1312τίσῃ ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος, καὶ ἀδιαφοροῦντες, ἂν θὰ διαγραφῶ-
1313μεν ἐκ τοῦ καταλόγου ἐν ἐνδεχομένῃ τινὶ περιπτώσει. Πῶς
1314ἆρά γε νὰ ἐγένετο ἡ παραλαβὴ τῶν ῥινῶν; διετηρήθησαν αἱ
1315νόμιμοι διατυπώσεις πρὸς περιφρούρησιν τῶν συμφερόντων τοῦ
1316Δημοσίου; Ἐκεῖ δὲ ἔπρεπε νὰ στραφῶσιν αἱ ἀποστροφαὶ τοῦ
1317νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμε πρὸ ἡμερῶν
1318κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ 1894, ὁ ὁποῖος πράγματι ἐπετέ-
1319λεσε τὸ καθῆκόν του. Ἂν δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνά-
1320δελφος δὲν ἐζήτει τὸν φάκελλον καὶ δὲν ἐξηναγκάζεσθε σή-
1321μερον νὰ εἴπητε πάντα, ὅσα εἴπετε,—καὶ σᾶς ἐπαινῶ διὰ
1322τοῦτο—ἤθελεν ἡ Βουλὴ διατελεῖ ἐν τῷ σκότει καὶ θὰ ἐνό-
1323μιζεν ὡς ἐνόχους τοὺς πράγματι ἀθώους· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ
1324ὁποῖον ἐπράξετε σήμερον, ὠφείλατε νὰ πράξητε εὐθὺς ἐξ ἀρ-
1325χῆς, ἵνα μὴ ἀποδοθῇ εἰς ὑμᾶς πρόθεσις διαστροφῆς τῆς ἀλη-
1326θείας τῶν πραγμάτων πρὸς πολιτικὴν κερδοσκοπίαν.
1327Ἰδοὺ λοιπὸν, πῶς ἔχουν τὰ τοῦ δευτέρου ζητήματος. Κατὰ
1328τὸν νόμον, εὐθὺς ὡς ἔλθῃ ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς ἡ ἐν τῷ
1329ἐξωτερικῷ γενομένη προμήθεια εἰδῶν τῆς στρατιωτικῆς ἐν
1330γένει ὑπηρεσίας, καταρτίζεται ἐπιτροπὴ ἐξ εἰδικῶν ἀξιωμα-
1331τικῶν πρὸς παραλαβήν. Πράγματι δὲ κατηρτίσθη ἐπιτροπὴ
1332ἐξ ἑπτὰ ἀξιωματικῶν πρὸς παραλαβὴν τῶν ῥινῶν, ἀλλ’ ἐκ
1333τῶν ἑπτὰ τούτων μόνον οἱ δύο εἶχον εἰδικότητα, ἵνα γνω-
1334ματεύσωσιν ἐν ἐπιγνώσει, ἂν αἱ ῥῖναι ἦσαν καλῆς ποιότητος
1335καὶ ὡς ὡρίζετο ἐν τῷ συμβολαίῳ, οἱ δὲ ἄλλοι πέντε οὐδεμίαν
1336εἶχον πεῖραν τοιούτων ζητημάτων, τουτέστιν ἂν αἱ ῥῖναι
1337ἔχωσι τὴν ἀντοχὴν, τὸ ἀπαιτούμενον μῆκος καὶ τὰ προτερή-
1338ματα διὰ τὴν ἐργασίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ναύσταθμος εἶχε
1339ζητήσει τὴν προμήθειαν αὐτῶν. Ἐκ τῶν ἑπτὰ λοιπὸν ἀξιω-
1340ματικῶν οἱ πέντε ἦσαν ὅλως ἀναρμόδιοι, ὅπως ἀποφανθῶσι
1341περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τῶν ῥινῶν...
1342§117ΔΙΟΝ. ΣΤΑΙΚΟΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἦσαν καὶ οἱ δύο
1343ἀρχιμηχανικοὶ τοῦ Ναυστάθμου.
1344§118ΣΤΑΗΣ. Περὶ ἄλλων πραγμάτων ἦσαν ἁρμόδιοι νὰ ἐκ-
1345φέρωσι γνώμην οἱ ἱκανώτατοι ἄλλως ἀξιωματικοί, περὶ ὧν
1346ὁμιλεῖτε, ἀλλ’ ἂν αἱ ῥῖναι ἦσαν καλῆς ἢ κακῆς ποιότητος,
1347οὐδεμίαν εἶχον ἁρμοδιότητα ν’ ἀποφανθῶσι. Καὶ ἐν τούτοις
1348ἀπεφήναντο, ὅτι αἱ ῥῖναι δὲν ἦσαν καλῆς ποιότητος, καὶ ἑπο-
1349μένως ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παραληφθῶσιν. Ἐν τούτοις ὁ τότε
1350Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, μέλος τοῦ ἀχρόου Ὑπουργείου τῆς
1351ἐποχῆς ἐκείνης, παρὰ τὴν γνώμην τῆς ῥηθείσης ἐπιτροπῆς
1352ἐζήτησε τὴν γνώμην ἐμπειρογνωμόνων, εἰδικῶν ἐργοστασιαρ-
1353χῶν ἐν Πειραιεῖ, καλῶς πράξας κατ’ ἐμὲ, περὶ τῆς ποιότητος
1354τῶν ῥινῶν, συμφώνως πρὸ τοὺς ἐν τῷ συμβολαίῳ ὅρους. Οἱ εἰ-
1355δικοὶ οὗτοι πραγματογνώμονες, δι’ ἐγγράφου αὐτῶν, εὑρισκο-
1356μένου ἐν τῷ ἀνὰ χεῖράς μου φακέλλῳ, ἐγνωμάτευσαν ὅτι αἱ
1357ῥῖναι, δοκιμασθεῖσαι ἐπανειλημμένως, εὑρέθησαν ἀρίστης ποιό-
1358τητος. Ἑπομένως τὸ Ὑπουργεῖον, λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὴν γνω-
1359μοδότησιν ταύτην τῶν εἰδικῶν πραγματογνωμόνων, διέταξε
1360τὸν Ναύσταθμον νὰ παραλάβῃ αὐτάς.
1361Αὐτὴ εἶναι ἡ ὅλη ἱστορία, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἔπεσεν εἰς
1362βάρος ἀνθρώπων ὅλως ἀθώων, καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ
1363εἰς βάρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξον τὴν Κυβέρνησιν τοῦ
13641894, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶμαι καὶ ἐγώ. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε
1365καὶ διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ διὰ τὰς ἄλλας σκανδαλώ-
1366δεις ἱστορίας, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ.
1367Ὑπουργὸς, πρέπει νὰ συστηθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἵνα ἐξετα-
1368σθῶσι τὰ πράγματα, ἵνα ἴδωμεν πράγματι, πῶς ἐδαπανή-
1369θησαν τὰ τόσα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον κατ’ ἔτος
1370δαπανᾷ διὰ τὴν ναυτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, ἐνῷ δυστυχῶς
1371τὰ πλοῖα ἡμῶν μένουσιν ἠγκυροβολημένα καθ’ ὅλον τὸ διά-
1372στημα τοῦ ἔτους, ἐνῷ γνωρίζομεν, ὅτι ἤδη ἤρξατο, ἔστω καὶ
1373κατὰ κλάσμα χιλιοστοῦ, ἡ φθορὰ τοῦ θώρακος τῶν θωρη-
1374κτῶν ἡμῶν, ἐνῷ γνωρίζομεν, ὅτι ἀξιωματικοὶ καὶ ναῦται τῶν
1375θωρηκτῶν καὶ τῶν ἄλλων ἡμῶν πλοίων διατρίβουσι τὸ πλεῖ-
1376στον εἰς τὴν ξηράν, γυμναζόμενοι εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν, ἰδίᾳ
1377οἱ ναῦται, ἐξασκούμενοι εἰς τὸ ὑπηρετικὸν ἐπάγγελμα, ἐνῷ
1378γινώσκομεν πάντες, ὅτι ἀτμόπλοια πλήρη γαιανθράκων ἔρχον-
1379ται τακτικώτατα ἐξ Ἀγγλίας ἐπὶ λογαριασμῷ τῆς Κυβερ-
1380νήσεως, πρὸς προμήθειαν τῶν ὁποίων κατ’ ἔτος ἑκατοστύας
1381χιλιάδων δραχμῶν καταβάλλει τὸ Δημόσιον, χωρὶς ἐν τούτοις
1382ὁ στόλος ἡμῶν νὰ ἐξασκῆται εἰς γυμνάσια ἐν τῷ ἀνοικτῷ
1383πελάγει. Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας τὴν σύστασιν πρὸ
1384πάντων ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν, ἴσως ἤθελε μάθει μεταξὺ τῶν ἄλ-
1385λων, ὅτι καὶ οἱ γαιάνθρακες καταναλίσκονται, διότι κάῤῥα
1386ἰδιωτικὰ μεταφέρουσιν αὐτοὺς ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου
1387εἰς ἰδιωτικὰς οἰκίας, ὡς ἐγένετο πρό τινων ἡμερῶν ἔν τινι
1388γαιανθρακαποθήκῃ τοῦ Δημοσίου ἐν Πειραιεῖ.
1389§119Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε
1390νὰ εἴπω πρὸς τὸν κύριον συνάδελφον. Ἐν πρώτοις θεωρῶ τὸν
1391ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων πρώτιστον καθῆκον τῆς
1392Βουλῆς, καὶ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διετύπωσε προχθές.
1393Τὸ ψηφίζειν εἶναι εὔκολον, τὸ ἐλέγχειν δυσχερέστατον, καὶ ἐπ’
1394αὐτοῦ ἐκάλεσεν ἡμᾶς καὶ ἐν τῷ εἰσηγητηρίῳ τοῦ προϋπολο-
1395γισμοῦ λόγῳ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ λύπης
1396λέγω, ὅτι οἱ ἀπολογισμοὶ οὐδόλως ἠλέγχθησαν, οἱ γενικοὶ
1397λογαριασμοὶ ἐξικνοῦνται μέχρι τοῦ 1879, καὶ ἐν τοσούτῳ
1398ἔλεγχος αὐτῶν δὲν ἐγένετο. Ἐὰν ἀναμείνωμεν συμπλήρωσιν
1399τοῦ 1880, 1881 καὶ 1882, ἵνα ἀρχίσωμεν τὰς ἐργασίας μας,
1400πιστεύω ὅτι πολὺ βραδέως θὰ ἐργασθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὡς ὁ
1401Ἄρειος Πάγος, ὁ ὁποῖος καθυστερεῖ ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη. Ἀλλὰ
1402παρατηρῶ εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι δὲν φέρομεν εὐθύνην διὰ
1403πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, φέρομεν
1404εὐθύνην ἐπὶ τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας γνωρίζομεν. Ἐὰν ὁ κ.
1405Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ ὑπηρεσίᾳ πράξῃ τι, φέρει εὐθύνην
1406αὐτὸς, οὐχὶ ἐγὼ, καὶ εἰς αὐτὸν ἐναπόκειται νὰ ἐκτελέσῃ,
1407συμφώνως πρὸς τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ ἴδιος.
1408§120ΣΤΑΗΣ. Ἔχομεν ἠθικὴν εὐθύνην· δὲν πρόκειται περὶ
1409νομικῆς εὐθύνης. Ἀφοῦ δ’ ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει νομικὴ
1410εὐθύνη, οὐδὲν ἄλλο ὑφίσταται, παρὰ μόνον ἡ ἠθικὴ εὐθύνη.
1411§121Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος μέγα ἀδίκημα ἔπραξε
1412πρὸς τὸν κ. Μπούμπουλην. Δὲν πιστεύω νὰ μὴ τὸν γνωρίζῃ.
1413Ὁ κ. Μπούμπουλης εἶναι ἄνθρωπος ἐνεργῶν, τρέχων παντα-
1414χοῦ, ἐγκατέλειψε τὰς τάξεις τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, καὶ
1415μετέβη εἰς τὸ νεώριον τῆς Ἀτμοπλοίας, ἐγνώρισε δὲ ἐκ τοῦ
1416σύνεγγυς τοὺς ἐργαζομένους. Ἐὰν ὁ κ. Λεβίδης καὶ ἐγὼ καὶ
1417πᾶς οἱοσδήποτε καλούμενος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἠδύνατο νὰ
1418σφάλῃ περὶ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀπαιτουμένων ῥινῶν, ὁ κ.
1419Μπούμπουλης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σφάλῃ. Ἐὰν παραδεχθῶ-
1420μεν ὅτι ἔσφαλε, διότι δὲν ἐγνώριζε, θὰ ἀδικήσωμεν αὐτόν.
1421§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν πρὸς
1422τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων. Εἶπεν ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφά-
1423σισε νὰ διορίσῃ ἐξεταστικὴν ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν.
1424Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ὑπάρχει πρότασις, ἡ ὁποία εἶναι
1425ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐὰν ἡ Βουλὴ
1426παραδεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην, τότε θὰ ἐκλέξῃ τὴν ἐπι-
1427τροπήν. Τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην δὲν διορίζει ὁ Πρόεδρος.
1428§123ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1429§124ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ
1430Βόλου δὲν εἶναι παρὼν, ἵνα τὸν παραπέμψω εἰς τὸ ἄρθρον
143115 τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος τῆς 12 Μαΐου 1889 περὶ
1432τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Βασιλικοῦ Ναυστάθμου,
1433τὸ ὁποῖον βεβαίως ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς,
1434ὡς εἰδικώτατος περὶ τὰ νομικὰ, κάλλιστα γνωρίζει. Τὸ ἄρ-
1435θρον τοῦτο κελεύει, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου συν-
1436τάσσει καὶ ὑποβάλλει ἐν δέοντι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυ-
1437τικῶν τοὺς πίνακας τῶν διὰ τὸν Ναύσταθμον καὶ τὸν στόλον
1438ἀναγκαιουσῶν προμηθειῶν. Ἑπομένως οἱ πίνακες οἱ ἀπο-
1439σταλέντες κατὰ τὸ 1894 ὑπὸ τοῦ Ναυστάθμου καὶ τῆς
1440Ὑποβρυχίου Ἀμύνης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν
1441ἦσαν ὑποχρεωτικοὶ διὰ τὸν τότε Ὑπουργόν. Καὶ διὰ τοῦτο
1442εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι ὀρθῶς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς
1443τῶν Ναυτικῶν πρὸ ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς,
1444ὅτι δὲν ἔχει παρὰ τοῦ νόμου δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἐν τῷ
1445Ναυστάθμῳ λαμβάνοντα χώραν. Τούτου δ’ ἕνεκα ὑπέβαλεν
1446ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς νομοσχέδιον, διὰ τοῦ
1447ὁποίου ἐλπίζει νὰ ἐπιτύχῃ τὸν πλήρη ἔλεγχον τῶν ἐν τῷ
1448Ναυστάθμῳ λαμβανόντων χώραν. Ἐὰν δ’ οὕτως ἔχῃ, βε-
1449βαίως πρέπει τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ ταχέως,
1450ἵνα τέλος πάντων ἐγείρωμεν τὸ παραπέτασμα, ὅπως ἴδωμεν
1451ὄπισθεν αὐτοῦ ὁποῖά τινα λαμβάνουσι χώραν.
1452§125ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ δώσω
1453ἀπάντησίν τινα εἰς τὸν κ. Βότσαρην. Ὁ κ. ἐξ Ἄρτης συνά-
1454δελφος, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐχαρακτήρισε τοὺς πρὸς τὸν
1455κ. Ὑπουργὸν λόγους μου ὡς ἐπίθεσιν. Δικαίωμα αὐτοῦ εἶναι
1456νὰ χαρακτηρίζῃ ὅπως ἂν θέλῃ τοὺς λόγους τῶν ἄλλων, ὡς
1457καὶ ἐμὸν δικαίωμα εἶναι ν’ ἀντεπεξέλθω κατ’ ἀνθρώπου, καὶ
1458μάλιστα κατὰ Ὑπουργοῦ, ὑβρίζοντος ὁλόκληρον σῶμα ἀξιω-
1459ματικῶν, τῶν ὁποίων δυστυχῶς προΐσταται. (θόρυβος). Καὶ
1460εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἐμοῦ ἔπρεπε νὰ προηγηθῶσι, λαμβάνον-
1461τες τὸν λόγον, οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὄντες ἀξιωματικοὶ
1462τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Βότσαρης, ἀλλὰ
1463ἀφοῦ οἱ Κύριοι οὗτοι δὲν ἔπραξαν τοῦτο δυστυχῶς, ἦτο πρέ-
1464πον νὰ ἀφήσωμεν νὰ παρέρχωνται ἀσυζητητεὶ οἱ λόγοι οὗ-
1465τοι, οἱ δυσφημοῦντες τοὺς ἀξιωματικούς; Καὶ δὲν ἐπεβάλ-
1466λετο εἰς ἐμὲ, καίτοι δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω εἰς τὸ Ναυ-
1467τικὸν, ἀνήκω ὅμως εἰς οἰκογένειαν, τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα στε-
1468νῶς συνδέεται πρὸς τὴν ναυτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, δὲν
1469ἐπεβάλλετο, ἐρωτῶ, εἰς ἐμὲ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς τοι-
1470αύτης δυσφημήσεως; — ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Βότσαρης τοὺς λόγους
1471τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν θεωρῇ ὡς συντελοῦντας εἰς τὴν μείωσιν
1472τῆς ὑπολήψεως τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτὸν καὶ
1473ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι καλώ-
1474διον ἀξίας μεγίστης ἐχάθη ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Ναυτικοῦ,
1475τί ἄλλο ἐνόει ἢ ὅτι ἐγένετο κατάχρησις; Καὶ ὅταν ἔλεγεν,
1476ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς χρησι-
1477μοποιήσεως τοῦ ὑλικοῦ, καθόσον διὰ νόμου ἐφρόντισεν, ὥστε
1478ὁ Ναύσταθμος νὰ ἦναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος τῆς ὑπηρεσίας
1479τοῦ Ὑπουργείου, καὶ νὰ μὴ ὑπόκειται εἰς οὐδένα ἔλεγχον ὑπὸ
1480τούτου, τί ἄλλο ἐνόει ἢ ὅτι τὸ ὑλικὸν κατεχρῶντο οἱ τοῦτο
1481διαχειριζόμενοι ἀξιωματικοί; Καὶ ὅταν προσέτι ἔλεγεν, ὅτι
1482ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν συνετάσ-
1483σετο κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ καταφαίνηται ἐν
1484αὐτῷ ποῦ δαπανῶνται αἱ διάφοροι πιστώσεις, αἱ πρὸς ἀγο-
1485ρὰν τοῦ ὑλικοῦ, δὲν ἐνόει ὅτι καὶ τοῦτο συνέτρεχεν εἰς τὰς
1486καταχρήσεις; Παράδειγμα ἔστω ἡ προμήθεια τῶν ῥινῶν, ἣν
1487μετὰ τόσου στόμφου ἀνέφερε, καὶ πλεῖστα ἄλλα, ἅτινα περιτ-
1488τὸν ἤδη θεωρῶ νὰ ἀναφέρω. Καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅταν
1489ὑπέβαλε τὰ κατ’ αὐτὸν μὲν ἀναμορφωτικὰ νομοσχέδια, κατ’
1490ἐμὲ δὲ ὅλως τοὐναντίον, ὅτι, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν
1491ὑποβολὴν ἑνὸς ἐξ αὐτῶν, μετεχειρίσθη φράσεις ἥκιστα ἁρμο-
1492ζούσας εἰς στόμα Ὑπουργοῦ, ὅτι οἱ γενικοὶ ἀξιωματικοὶ δὲν
1493ὠσφράνθησαν τὴν πυρίτιδα τοῦ πολέμου, ἀλλὰ μόνον τὴν
1494τοῦ χαιρετισμοῦ;—ὡς εἰ οὗτοι εὐθύνονται ἐπὶ τούτῳ, καὶ οὐχὶ
1495τὸ ἔθνος, τὸ μὴ θελῆσαν νὰ πολεμήσῃ.—Καὶ ἐπετρέπετο εἰς
1496αὐτὸν, Ὑπουργὸν ὄντα, νὰ ὑβρίσῃ τὸ ἔθνος; Καὶ βεβαίως
1497ὕβρις εἶναι, ὅταν ὑβρίζωνται οἱ ἀξιωματικοὶ ὡς μὴ πολεμή-
1498σαντες. Δὲν ἐπολέμησαν οἱ ἀξιωματικοὶ, διότι δὲν ἠθέλησε τὸ
1499ἔθνος, καὶ δὲν ἠθέλησε τὸ ἔθνος, διότι δὲν ἐπέτρεπον αὐτῷ
1500τὰ συμφέροντά του. Ἔπρεπεν ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ νὰ ἐγερθῇ
1501σύσσωμος καὶ ἀποδοκιμάσῃ τὸν ὑβρίσαντα τὸ ἔθνος, ἰδίᾳ δὲ
1502οἱ ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἀξιωματικοί.
1503Μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνά-
1504δελφον, δὲν εἶχον δίκαιον νὰ διαμαρτυρηθῶ; Καὶ δὲν ἐπε-
1505βάλλετο νὰ χαρακτηρίσω τοὺς λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὡς
1506προσβάλλοντας τοὺς ἀξιωματικούς; Διότι δύναταί τις νὰ
1507φαντασθῇ, ὅτι Ὑπουργὸς ἀποκαλύπτων καταχρήσεις δὲν θὰ
1508θελήσῃ νὰ καταδιώξῃ τοὺς καταχραστὰς, ἢ πιστεύων ὅτι
1509γίνονται καταχρήσεις δὲν θὰ προβῇ εἰς ἀποστολὴν ἀνακρι-
1510τοῦ πρὸς ἀνακάλυψιν τούτων, καθ’ ὃ ἔχει καθῆκον; Καὶ μή-
1511πως καὶ ἡμεῖς, ἀξιότιμε συνάδελφε, ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ.
1512Ὑπουργοῦ δὲν ὡρμήθητε εἰς τὸ νὰ ὑποβάλητε τὴν πρότασιν
1513περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἣν
1514πρότασιν μέχρι σήμερον δὲν ἀνέγραψαν εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1515ταξιν, καὶ δι’ ἣν παράλειψιν ἐνόμιζον ὅτι ἠθέλετε προκαλέ-
1516σει συζήτησιν, συζήτησιν ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῶν πραγμά-
1517των; Πιστεύω ὅμως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
1518σεως, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Ναυτι-
1519κοῦ τῆς πατρίδος ἡμῶν, θὰ θελήσῃ ὥστε νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα
1520πρὸς συζήτησιν τῆς προτάσεως ταύτης.
1521§126ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγένετο μία πρότασις, νὰ προταχθῇ ἐν
1522τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ
1523Ἄρτης.
1524§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις, διότι δύο μόνον
1525Βουλευταὶ τὸ ἐζήτησαν. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἀπαιτοῦνται
1526ἕνδεκα. Ἐὰν ἕνδεκα Βουλευταὶ ζητήσωσι τοῦτο, θὰ ἐρω-
1527τήσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.
1528§128ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι τοσαῦτα ἐλέχθη-
1529σαν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῶν
1530προμηθειῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὥστε θὰ ἦτο
1531ἀληθῶς θλιβερὸν διὰ τὴν Βουλὴν καὶ θὰ ἐπεδείκνυεν αὕτη
1532τελείαν ὀλιγωρίαν πρὸς τὸ ὑπέρτατον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει
1533ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, ἂν ἡ συζήτησις αὕτη κατέληγεν
1534ἄνευ θετικοῦ πορίσματος. Τὸ πόρισμα, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει
1535ἀναγκαίως νὰ καταλήξῃ ἡ συζήτησις αὕτη, ἀνεγράφη ἤδη
1536ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, παραδόξως ὅμως τὸ πόρισμα τοῦτο
1537τίθεται τὸ ἔσχατον μεταξὺ ὅλων τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς,
1538καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς προτάσεως δί-
1539καιον εἶχον νὰ ζητήσωσιν, ὅπως ἡ ἡμερησία διάταξις μεταῤ-
1540ῥυθμισθῇ, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ προταχθῇ τῆς συζητήσεως
1541παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως
1542περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Πῶς
1543εἶναι δυνατὸν, ὅταν ἐξετυλίχθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πάντα
1544ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν, περὶ τῶν γενομένων προμηθειῶν
1545κατὰ τὸ παρελθὸν, ἀδιαφόρως τίνα αὗται εὐθύνουσι, πῶς
1546εἶναι, λέγω, δυνατὸν νὰ βύσῃ τὰ ὦτα ἡ Βουλὴ καὶ νὰ μὴ
1547ζητήσῃ ἀμέσως, ὅπως ἐξετασθῇ, τί συμβαίνει ἐν τῷ Ναυτικῷ;
1548Καὶ μὴ τάχα πρῶτον ἤδη τὸ ζήτημα τῶν προμηθειῶν τοῦ
1549Ναυτικοῦ ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Μὴ πρῶτον ἤδη
1550ἐρωτᾶται ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, τί δαπανῶμεν ἐν τῷ
1551Ναυστάθμῳ, καὶ τί ἔχομεν ἀπέναντι τῆς δαπάνης ταύτης;
1552Καὶ τίς ἐξ ἡμῶν, εἴτε Ὑπουργὸς εἶναι, εἴτε Βουλευτὴς, εἴτε
1553διηύθυνεν εἴτε δὲν διηύθυνε τὰ ναυτικὰ τοῦ τόπου ἡμῶν,
1554δύναται νὰ φέρῃ ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῶν τελουμένων
1555ἐκεῖ; Ὁ φάκελλος, ὁ ἀφορῶν τὴν προμήθειαν τῶν ῥινῶν, τί
1556ἀποδεικνύει; Ἀποδεικνύει ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ
1557ὑπέρτατον καθῆκον, οἱ ὁποῖοι ὑπέχουσι τὴν εὐθύνην διὰ πά-
1558σας τὰς προμηθείας τὰς γινομένας ὑπὲρ τοῦ Ναυστάθμου καὶ
1559τοῦ στόλου, δὲν γνωρίζουσι τίνες εἰσὶν αἱ ἀνάγκαι καὶ τού-
1560του καὶ ἐκείνου, καὶ ἐνῷ ἀποφαίνονται δι’ ἐγγράφων ὑπογε-
1561γραμμένων καὶ ἐπισήμων, ὅτι ἔχουσιν ἀνάγκην 32,000 τε-
1562μαχίων ῥινῶν διὰ τὸ 1895, ἔρχονται μετὰ τρεῖς μῆνας ἢ
1563μετὰ ἕξ μῆνας ἀπὸ τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου, τοῦ ἀπευθυνομέ-
1564νου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν συμφώνως πρὸς τὸ
1565ἄρθρον 15 τοῦ διατάγματος περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ναυ-
1566στάθμου, καὶ διαψεύδουσιν ἑαυτοὺς, διαψεύδουσι δ’ ἑαυτοὺς
1567διὰ στατιστικῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας αὐτοὶ οἱ ἴδιοι
1568ὑπογράφουσι! Καὶ θέλετε νὰ βύσητε τὰ ὦτα ὑμῶν καὶ νὰ
1569κλείσητε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν!
1570Καὶ οἱ ἄλλοι φάκελλοι, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Βου-
1571λευτὴς Βόλου, δὲν πρέπει τέλος πάντων νὰ ἐξυπνήσωσι τὴν
1572Βουλὴν; δὲν πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν ἐπὶ τέλους, μέχρι τίνος
1573ἐξικνεῖται αὐτὴ ἡ καταβόθρα, ἐν τῇ ὁποία 5 ἑκατομμύρια
1574ἢ 6 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος ῥίπτονται, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν
1575κἂν πῶς σπαταλῶνται;
1576Κύριοι, ἐθέσαμεν ἀπὸ πέρυσι τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῆς πλη-
1577γῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία, εἶμαι πεπεισμένος ὅτι θ’ ἀποδειχθῇ ἡ
1578βρωμερωτέρα τῶν πληγῶν, ἐκ τῶν ὁποίων πάσχει ἡ Πολι-
1579τεία ἡ Ἑλληνικὴ, καὶ δὲν πρέπει νὰ θελήσωμεν, πρὶν ἢ εἰσέλ-
1580θῃ ἡ σμίλη ἐν τῇ πληγῇ ταύτῃ, νὰ καλύψωμεν αὐτήν· διότι
1581θέλοντες οὕτω νὰ καλύψωμεν αὐτὴν, θὰ τὴν καταστήσωμεν ἔτι
1582δεινοτέραν, καὶ θὰ ἐξυπνήσωμεν μίαν ἡμέραν πρὸ μιᾶς κακοή-
1583θους πλέον ἀσθενείας, ἡ ὁποία θὰ μᾶς κατατρύχῃ εἰς περί-
1584στασιν, καθ’ ἣν θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνεργή-
1585σωμεν, καὶ ἥτις θὰ κατατρώγῃ τὸ σῶμα τῆς Πολιτείας,
1586καθιστῶσα αὐτὴν ἀνίκανον πρὸς δρᾶσιν.
1587§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βου-
1588λευτὴς ἐξ Ἄρτης προέβαλε πρὸ ἡμερῶν πρότασιν περὶ συστά-
1589σεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Ἡ πρότασις
1590αὕτη εἶναι μία ἐκ τῶν πολλῶν προτάσεων, αἵτινες μέχρι τοῦδε
1591ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, διότι
1592πλὴν τῆς προτάσεως τοῦ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτοῦ ὑπάρχουσι
1593προτάσεις νομοσχεδίων, καὶ ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν προταθέντων
1594καὶ ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν, τεινόντων πρὸς διαῤῥύθμισιν καὶ
1595κανονισμὸν πάντων σχεδὸν τῶν κλάδων τῆν δημοσίας διοι-
1596κήσεως. Ὑπάρχουσι προτεταμένα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομο-
1597σχέδια, κανονίζοντα καὶ τὰ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως καὶ
1598τὰ τῆς ἐκκλησίας καὶ τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τὰ τοῦ ναυ-
1599τικοῦ καὶ τὰ τῆς διοικήσεως, καὶ πάντας ἐν γένει τοὺς κλά-
1600δους, ἐνῷ δὲ καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ πάντων τούτων
1601τῶν θεμάτων, δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ χρόνος τῆς συνόδου θέλῃ ἐπαρ-
1602κέσει, ἵνα ἐπιληφθῇ πάντων αὐτῶν. Ἡμεῖς σπεύδομεν καθ’
1603ἡμέραν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς
1604πάντα, ὅσα κρίνομεν ὅτι εἶναι τὰ μᾶλλον ἐπείγοντα, ἵνα ψη-
1605φίσῃ αὐτὰ, ὅπως μετὰ τοῦτο προβῶμεν νὰ συστήσωμεν εἰς
1606τὴν Βουλὴν τὰ κατὰ δεύτερον λόγον ἐπείγοντα καὶ εἶτα
1607τὰ κατὰ τρίτον λόγον, καταστήσωμεν δ’ οὕτω τὴν Βουλὴν
1608ἐπαρκῆ πρὸς ὅλας ταύτας τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας κατὰ
1609τὴν σύνοδον ταύτην καλεῖται, ἵνα πληρώσῃ. Διὰ τοῦτο οὔτε
1610τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης θέλομεν παραλί-
1611πει νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλὰ παρα-
1612καλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιλάβηται τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα
1613ἐπείγουσιν. Εὐθὺς ὡς πλησιάσωμεν πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ
1614προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ πρότασις αὕτη θέλει ἀναγραφῆ, ὅπως
1615ἡ Βουλὴ ἐπιλάβηται καὶ ταύτης καὶ ἀποφασίσῃ, ἐὰν ἐγκρίνῃ
1616ἢ δὲν ἐγκρίνῃ νὰ συστήσῃ ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπι-
1617τροπήν. Ἤθελεν εἶναι τῷ ὄντι αἰσθητὴ λήθη τῶν ἡμετέρων
1618καθηκόντων, ἐὰν παραλείποντες νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν ἔργων,
1619τὰ ὁποῖα ἀναποφεύκτως πρέπει νὰ ἐρευνηθῶσι καὶ μελετη-
1620θῶσι καὶ κανονισθῶσι κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, παρενεβάλ-
1621λομεν ἄλλα ἐν τῷ μέσῳ, ἴσως ἀναγκαῖα, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν
1622εἶναι οὔτε τόσον κατεπείγοντα, οὔτε τόσον ἀπολύτως ἐπι-
1623βαλλόμενα.
1624§130ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει ἀληθῶς ἀντιστρόφως νὰ ἀντιλαμβάνη-
1625ταί τις τῶν πραγμάτων, ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην, οἵαν ὁ κ. Πρό-
1626εδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸν Προϋπολογισμὸν ψηφίζομεν κατ’
1627ἔτος, ἀδιάφορον ἐὰν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους ἢ μετὰ τὴν
1628ἔναρξιν αὐτοῦ, καὶ τὰς πιστώσεις δίδομεν τακτικῶς, καὶ ἐφέ-
1629τος δὲ οὐδεὶς εἶναι φόβος, ὅτι θὰ μείνῃ ἄνευ Προϋπολογισμοῦ
1630τὸ Κράτος, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐγνωρίσαμεν καὶ οὐδέποτε ἠδυνή-
1631θημεν νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς διατίθενται αὐταὶ αἱ ποικίλαι
1632καὶ μεγάλαι πιστώσεις. Ἀκριβῶς δὲ, ὅταν καλῆται ἡ Βουλὴ
1633νὰ ἐπιτελέσῃ αὐτὸ τὸ ὑπέρτατον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει,
1634ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σᾶς λέγει: «ἀφήσατέ το, δὲν
1635εἶναι τὸ μᾶλλον ἐπεῖγον· ἔχομεν ἄλλα μᾶλλον ἐπεῖγοντα
1636ζητήματα, ἔχομεν ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ τοῦ ἐὰν οἱ δημόται
1637τοῦ δήμου Νυμφασίας θὰ ἔχωσι κατὰ προτίμησιν τὸ δι-
1638καίωμα νὰ διορίζωνται δασοφύλακες ἢ ἀρχιφύλακες, ἔχομεν
1639ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ ὅλων ἐκείνων τῶν 54 νομοσχεδίων, τὰ
1640ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει».
1641Κύριοι, πρόκειται περὶ ζητήματος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶ-
1642ται ἡ ὕπαρξις τοῦ Κράτους τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας,
1643διότι ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν στηρίζεται αὕτη, ὅταν δὲ τοιαῦται
1644πληγαὶ ἀποκαλύπτωνται, ἤθελεν εἶναι ὀλιγωρία πρὸς τὸ
1645ὑπέρτατον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλή, ἐὰν ἀμέσως
1646δὲν προέβαινεν εἰς τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμά-
1647των ἐπιτροπῆς, ἐὰν δὲν ἀπέδιδε τοὐλάχιστον δίκαιον εἰς ἐκεί-
1648νους, τοὺς ὁποίους κατ’ ἐπίφασιν βαρύνει ἡ εὐθύνη τῶν ἀπο-
1649καλυφθέντων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Θ’ ἀπεδεικνύομεν ἡμᾶς
1650μὴ σοβαρούς, εἰσακούοντες τῶν γνωμῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς
1651Κυβερνήσεως, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἀπε-
1652δείκνυεν ἐπιμονὴν εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν, ὅτι
1653ἔχει, δι’ ἕνα ἢ δι’ ἄλλον λόγον, συμφέρον, ὅπως μὴ ἡ Βουλὴ
1654ἐξετάσῃ τί συμβαίνει εἰς τὰ ναυτικὰ ἡμῶν πράγματα.
1655§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπιθυμῶ
1656νὰ βελτιώσω κανενὸς τὴν περὶ ἐμοῦ γνώμην, καὶ ἕκαστος
1657εἶναι ἐλεύθερος νὰ κρίνῃ, ἐὰν ἔχω συμφέρον νὰ ἐξακολουθῶσι
1658τὰ κακῶς ἔχοντα, ἢ ἂν ἔχω συμφέρον νὰ διορθωθῶσι. Περὶ τού-
1659του δὲν μεριμνῶ εὐτυχῶς, μὲ ἐδίδαξε δὲ ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα,
1660ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεριμνῶ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ὀφείλω
1661νὰ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι τὸ ζήτημα, ἐὰν οἱ Νυμφάσιοι
1662πρέπῃ νὰ προτιμῶνται μεταξὺ τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸ
1663δασοκομικὸν τμῆμα τῆς Σχολῆς τῆς Βυτίνης, βεβαίως εἶναι
1664ζήτημα ἀνάξιον προσοχῆς, βεβαίως εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον
1665μάτην ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐὰν πρέπῃ νὰ ὑπάρχῃ
1666δασοκομικὴ Σχολή, ἐὰν πρέπῃ ἐκ τῆς δασοκομικῆς ταύτης
1667Σχολῆς νὰ προσδοκῶμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν δα-
1668σοφυλακὴν, ἐὰν πρέπῃ νὰ ὑπάρχῃ ἐξωτερικὴ ὑπηρεσία τῶν
1669δασῶν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ μορφώσωμεν δασοκόμους, ἐὰν πρέπῃ
1670νὰ βελτιώσωμεν τὴν διοίκησιν τῶν δασῶν, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ
1671ἀφήσωμεν ταύτην ὡς νῦν ἔχει, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι
1672ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς, ὡς εἶναι πάντα τὰ διάφορα
1673ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων διαλαμβάνουσι τὰ νομοσχέδια
1674τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Διατὶ ὅσα
1675εἶπον δυσηρέστησάν τινας; Εἶπον, ὅτι πρὶν ἢ ἀναγραφῇ ἐν
1676τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
1677θέλει ἀναγραφῆ ἡ πρότασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν
1678πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Ποίαν ἄλλην προτίμησιν θέλετε;
1679Μήπως σᾶς ἐπρότεινα νὰ τὴν ἀναγράψητε μετὰ τὴν συζήτη-
1680σιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ εἴπητε, διὰ νὰ ἰσχυρισθῆτε,
1681ἢ διὰ νὰ παραστήσητε, ὅτι ἡμεῖς σκοποῦμεν νὰ καταλίπωμεν
1682τὴν περὶ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς πρότασιν; Ἀπορῶ διατὶ
1683εἰς τοιαύτας καταφεύγετε παρεξηγήσεις κατὰ τὰς συζητήσεις,
1684καὶ μὲ ἀναγκάζετε νὰ ἀσχολῶμαι, ἵνα αἴρω αὐτάς.
1685§132Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
1686νήσεως παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀρκετὰ εὐγλώττως, ὅτι
1687ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ συζητήσῃ δεκάδας νόμων...
1688§133ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἑκατοντάδα.
1689§134Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σχεδὸν ἑκατοντάδα... καὶ πρέπει νὰ
1690κοιμηθῇ ὁ ἔλεγχος, καὶ πρέπει νὰ σταματήσῃ ἡ εὐθύνη, διότι
1691ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν συνεζητήθη, διότι τὸ Πάσχα πλη-
1692σιάζει, καὶ τὸ μὲν ἔργον μακρὸν, ὁ δὲ χρόνος βραχύτατος.
1693Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ
1694ὅλοι οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ ἐρωτήσω: Τίς πταίει; Δὲν
1695πταίει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν συνεμορφώθη μὲ τὸ Σύν-
1696ταγμα καὶ δὲν ἐκάλεσε τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως; Τίς εἶπεν εἰς
1697αὐτὴν νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν τὴν 8 Ἰανουαρίου 1896, καὶ
1698ἡ Βουλὴ νὰ ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας της τὴν 27 Ἰανουαρίου,
1699ἤτοι ὀλίγας πρὸ τοῦ Πάσχα ἡμέρας; Ἡμεῖς συνεβουλεύσα-
1700μεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ φέρομεν τὴν εὐθύνην ταύτην; Ἕνε-
1701κεν ἀσθενείας, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπουσίασα χθὲς, σήμερον δὲ
1702ἀνέγνων εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπεράτωσε τὴν
1703χθεσινὴν ἐργασίαν της μετὰ τὴν ἡμίσειαν μετὰ τὸ μεσονύ-
1704κτιον, καὶ ἐνεθυμήθην ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1705εἶχεν ὑποβάλει πρό τινων ἡμερῶν τὴν πρότασιν εἰς τὴν Βου-
1706λὴν, ἵνα ἄρχηται τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς τὴν 3ην ὥραν μ. μ.,
1707νὰ ἐργάζηται ἡ Βουλὴ μέχρι τῶν 7½, νὰ γίνηται δια-
1708κοπὴ, ὄχι ὁποία τώρα, ἀλλὰ τριῶν τετάρτων, νὰ ἐξακο-
1709λουθῇ ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της καὶ νὰ περατοῖ αὐτὰς τὴν
171011½· ὅτε δ’ ἀνέγνων, ὅτι ἡ Βουλὴ ηὐτύχησε νὰ ἀκούσῃ
1711οἱονεὶ ἀνάγνωσιν ἑκατοντάδων ἄρθρων, μεταβαλλόντων ῥιζικῶς
1712τοὺς κλάδους τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας, ἐθαύμασα, διότι
1713εἶχε τόσην ἱκανότητα, ὥστε νὰ ἀντιληφθῇ τὴν συζήτησιν
1714ὅλων αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων! Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι, Κύ-
1715ριοι, νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος καὶ πολιτευτὴς,
1716ὅστις ἠκολούθησε τὸ σύστημα τοῦτο τῆς τοιαύτης ψηφίσεως
1717τῶν νόμων, εἶχεν ἐκλεγῆ ἐκ νέου Βουλευτὴς καὶ διηύθυνε τὰς
1718ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ γνωρίζετε τὴν πρὸς αὐτὸν παν-
1719δήμως ὑπὸ τοῦ λαοῦ γενομένην ἀποδοκιμασίαν· ἂς μοὶ ἐπι-
1720τραπῇ ἡ λέξις, διότι δὲν εὑρίσκω καταλληλοτέραν λέξιν,
1721ὅταν ἡ Βουλὴ πιέζηται τοιουτοτρόπως, ἵνα ψηφίσῃ ἑκατον-
1722τάδα νομοσχεδίων, χωρὶς νὰ συζητήσῃ· καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς
1723ἀπροκαλύπτως πάντας, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, καὶ τοὺς πλεί-
1724στους τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ἀνέγνωσαν τὰ νομοσχέδια τὰ
1725συζητηθέντα; καὶ ἐὰν τὰ ἀνέγνωσαν, τὰ ἐμελέτησαν;
1726Πρέπει, Κύριοι, νὰ τεθῇ ἓν τέρμα καὶ πρέπει νὰ γνωσθῇ,
1727τίς θὰ ἀναλάβῃ αὐτὴν τὴν εὐθύνην. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
1728τρεῖς συνεκρότησε μάχας γενναιοτάτας, τὸ 1885, τὸ 1890,
1729τὸ 1895, καὶ τὰς μάχας ταύτας τὰς συνεκρότησε πρὸς
1730μεταβολὴν καὶ βελτίωσιν τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ δὲν δύναμαι
1731νὰ ἐννοήσω, ἐὰν σπουδαίως δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ τοῦτο,
1732καθ’ ἣν ἐποχὴν καταγγέλλονται ὡρισμέναι πράξεις τῶν
1733Ὑπουργῶν ὑπ’ εὐθύνην τῶν καταγγελλόντων αὐτάς. Ὅταν
1734ἔρχηται ἓν μέλος τῆς πλειοψηφίας, ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος
1735συνάδελφος, καὶ ὑποβάλλῃ ὑπευθύνως πρότασιν περὶ ἐλέγχου,
1736δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ, «ἂς κοιμηθῇ ὁ ἔλεγχος, ἵνα
1737ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια, καὶ ὅταν φθάσῃ ἡ σειρά, θὰ συ-
1738ζητήσωμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως»; Δὲν εἶναι σπουδαία ἡ
1739ἀντίῤῥησις, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ παραλίπῃ τὸ καθῆκον
1740αὐτῆς, ἐὰν μὴ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως, ὅπως προταχθῇ.
1741Οὐδεμίαν ἐκ τῶν γενομένων αἰτιάσεων υἱοθετῶ, διότι δὲν
1742ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ ὑλικόν, ἵνα ἀποφανθῶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν
1743αἰτιάσεων, ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑποστηρίξω
1744τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, τὴν ὁποίαν πρὸ
1745καιροῦ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ
1746τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου τὴν ἀπέκρουσεν ὁ κ. Πρόεδρος
1747τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι πολὺ ὑψηλό-
1748τερον τὸ καθῆκον νὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες τὰ νομο-
1749σχέδια, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντονώ-
1750τερον περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις
1751ἡγεῖται τῆς πλειοψηφίας, νὰ συζητήσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα.
1752Ἀναλαμβάνοντες, κύριοι Βουλευταί, εὐθύνην βαρυτάτην διὰ
1753τὰ ψηφιζόμενα νομοσχέδια, ἔχομεν καθῆκον νὰ ψηφοφορήσω-
1754μεν ἐν ἐπιγνώσει αὐτῶν, εἶναι ὅμως τῶν ἀδυνάτων ἀδύνατον,
1755εἶναι ὑπεράνθρωπον, εἶναι ὑπερφυσικόν, νὰ ἔχωμεν γνώμην εὐ-
1756συνείδητον, ἐργαζόμενοι ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας. Διὰ τοῦτο
1757καὶ ἡ πρότασις πρέπει νὰ συζητηθῇ, καὶ μέτρα πρέπει νὰ
1758ληφθῶσιν, ἀνάλογα πρὸς τὸν κίνδυνον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀπει-
1759λούμεθα, μὴ ἀναγκάζοντες τὸν λαὸν νὰ συγκροτήσῃ καὶ
1760τετάρτην μάχην, διότι δὲν γνωρίζω ὑπὸ ποίας συνθήκας θὰ
1761τὴν συγκροτήσῃ.
1762§135Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Λυποῦμαι, διότι λαμβάνω τὸν λόγον
1763περὶ ὑποθέσεως ἀφορώσης τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου χρή-
1764ματος, καὶ λυποῦμαι, διότι γνωρίζω πῶς οἰκονομεῖται αὐτὸ
1765τὸ δημόσιον χρῆμα, καὶ τί ὑποφέρει αὐτὸς ὁ δυστυχὴς λαός.
1766Καὶ ὅμως οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ἀνακαλύπτοντες καταχρήσεις
1767τοῦ δημοσίου χρήματος, ἀδιαφοροῦσι! Καὶ ἀδιαφορίαν θεωρῶ,
1768κύριε Πρόεδρε, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς ἐν τῇ Βουλῇ ὑποδεικνύῃ
1769κατάχρησιν τοῦ δημοσίου χρήματος καὶ δὲν πράττῃ ὅ,τι
1770ἔπρεπε νὰ πράξῃ· ἀδιαφορίαν, Κύριε Πρόεδρε, ἐννοῶ, ὅταν οἱ
1771Ὑπουργοὶ τὰ θεωροῦν ὡς πάρεργον αὐτὸ τὸ σπουδαῖον ζή-
1772τημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου. Ἔπρε-
1773πεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκτοτε νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα, καὶ τὰ
1774δέοντα ἐννοῶ νὰ καταγγείλῃ τὴν πρᾶξιν ἐνώπιον τῆς Βου-
1775λῆς καὶ νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν τιμωρίαν τοῦ παραβάντος τὸ
1776καθῆκον του, τοῦ συντελέσαντος εἰς τὴν κατάχρησιν τοῦ
1777δημοσίου χρήματος, διότι κατάχρησιν τὴν ἐννοῶ, κ. Πρόεδρε.
1778Ἐὰν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἐνέχονται, προστατεύων-
1779ται ὑπὸ τοῦ ἑνὸς ἢ ὑπὸ τοῦ ἄλλου, δὲν πρέπει τοῦτο νὰ ἐπη-
1780ρεάσῃ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀλλὰ ὀφείλει οὗτος νὰ προχωρήσῃ
1781ἀμέσως εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ὑποθέσεως, ἵνα ἀνακαλυφθῇ ὁ
1782ἔνοχος καὶ τιμωρηθῇ, καὶ ὄχι νὰ ζητῶμεν τὴν ἀναβολὴν,
1783χάριν ἄλλων ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι τὴν σημασίαν,
1784ἣν ἔχει τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον. Εἶναι βέβαιον, ὅτι
1785αὐταὶ αἱ παραβλέψεις συνετέλεσαν εἰς τὴν κατάπτωσιν τοῦ
1786βουλευτικοῦ ἀξιώματος, συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν
1787ἐπαχθῶν φόρων, δι’ ὧν βασανίζεται καὶ τιμωρεῖται ὁ δυστυ-
1788χὴς λαός· καὶ ὅμως οἱ ἁρμόδιοι, ἀνακαλύπτοντες τὰ ἐγκλή-
1789ματα, τὰ παρορῶσι, καὶ τὰ παρορῶσι, διότι, φαίνεται, δὲν
1790τοῖς κάμνουσιν αἴσθησιν οἱ ὑπερβολικοὶ φόροι, τοὺς ὁποίους
1791πληρόνει ὁ δυστυχὴς λαός.
1792Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ λύσις τοῦ
1793ζητήματος αὐτοῦ, διότι ἄλλως θὰ προκαλέσῃ συνεπείας φοβε-
1794ρὰς διὰ τὸν τόπον.
1795§136ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια, τὰ
1796ὁποῖα ψηφιζόμενα γίνονται νόμοι τοῦ Κράτους, σκοποῦσιν
1797ὅπως εὐημερήσῃ ὁ τόπος, καὶ διὰ τῆς εὐημερίας προσπορίσῃ
1798περισσότερον χρῆμα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλ’ ὅταν ἐνώ-
1799πιον τοῦ Σώματος τούτου καταγγέλλωνται κλοπαὶ καὶ
1800καταχρήσεις, διαπραττόμεναι ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων, ἡ δὲ
1801Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει τὸ καθῆκον νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἀπο-
1802κάλυψιν αὐτῶν, οὐ μόνον, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ἀδιαφορεῖ,
1803ἀλλὰ ἐγκληματεῖ, μὴ προτάσσουσα τὴν τοιαύτην κατηγο-
1804ρίαν παντὸς ἄλλου θέματος, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Ἑλληνικὸς
1805λαὸς νὰ ἀνεχθῇ ἐπὶ πλέον τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ἀφοῦ δια-
1806βλέπει, ὅτι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καταγγέλλονται καταχρήσεις,
1807καὶ ἡμεῖς ἀδιαφοροῦμεν, μὴ ἐξετάζοντες, ποῖοι εἶναι οἱ κατα-
1808χρασταὶ οὗτοι, καὶ μὴ φροντίζοντες περὶ τῆς τιμωρίας αὐτῶν,
1809οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦμεν ἐπιβάλλοντες
1810ἐπὶ τῆς ῥάχεώς του φόρους νέους;
1811Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρώτιστον καθῆκον ἡ Κυβέρνησις
1812ἔχει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βότσαρη, ἵνα συ-
1813στηθῇ ἐπιτροπὴ καὶ ἐξακριβώσῃ, ἐὰν τῷ ὄντι ὑπάρχωσιν ἔνο-
1814χοι ἢ οὔ. Καὶ οὐ μόνον εἰς τὸ Ναυτικὸν, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ,
1815ἐὰν παρουσιασθῇ τοιαύτη ὑπόνοια καταχρήσεων, ὡς πιστεύω
1816ὅτι ὑπάρχουσι πολλαὶ ὑπόνοιαι, καὶ ἐκεῖ πρέπει νὰ συστηθῇ
1817ἐπιτροπὴ, ἵνα τεθῇ τέλος πάντων τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν,
1818καὶ οὕτω πεισθῇ ὁ τόπος, ὅτι ἀπηλλάγημεν πλέον τῆς κα-
1819κοδαιμονίας ταύτης.
1820§137ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι διετέ-
1821λουν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ καὶ τῇ ναυτικῇ ὑπη-
1822ρεσίᾳ· λαβὼν ὅμως ἀφορμὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον
1823παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, εἰπόντος, ὅτι ἐκεῖ
1824συμβαίνουσι καταχρήσεις, ἐζήτησα δὶς ἔκτοτε, ἵνα προσκο-
1825μισθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἅπαντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ
1826ἀφορῶντα τὴν κατασκευὴν τῆς θαλαμηγοῦ «Μπουμπουλί-
1827νας». Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως ἰσχυρίσθη τότε, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν
1828ὁ ἀνάλογος ὑλικὸς καιρὸς, ὅπως προσαγάγῃ ταῦτα, καθόσον
1829αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἔληγον, καὶ ἐγὼ, μὴ ἐπιμείνας εἰς
1830τὴν πρότασίν μου ἕνεκα τούτου, ἀνεχώρησα διὰ τὴν Μεσσή-
1831νην, ἰδιαιτέραν πατρίδα μου. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν παροῦσαν
1832σύνοδον τρὶς ἐπανεζήτησα ταῦτα, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀρνεῖ-
1833ται σκοπίμως, ἵνα μὴ γείνῃ ὁ ἔλεγχος, διότι, ἂν καὶ ψηφί-
1834ζεται κατ’ ἔτος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἓν μέγα ποσὸν πρὸς
1835ἐξοπλισμὸν καὶ ἐπισκευὴν τῶν πολεμικῶν πλοίων, ὁλόκληρον
1836καταδαπανᾶται εἰς ἐπισκευὴν τῆς θαλαμηγοῦ «Μπουμπουλί-
1837νας», ὡς καὶ ὁ ἐκ Βόλου ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπε, καὶ ὡς
1838τοῦτο θέλει ἀποδειχθῆ, ἐὰν προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1839Ναυτικῶν τὰ σχετικά.
1840Ἐὰν, Κύριοι, προσεκομίζοντο ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα,
1841ἠθέλετε ἴδει, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Λεβίδου κατηνα-
1842λώθησαν περὶ τὰς 500,000 δραχ. ἐκ τῶν χρημάτων ἐκείνων,
1843τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἐψήφισε πρὸς παρασκευὴν τοῦ στόλου.
1844Ἂν καὶ πολλάκις ταῦτα ἐζητήθησαν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1845Ναυτικῶν, σιωπᾷ· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ἡ ἐπιθυμία πάντων
1846τῶν Βουλευτῶν εἶναι ν’ ἀποδειχθῇ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ
1847ὁποῖοι ἔλαβον καὶ λαμβάνουσι τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα
1848ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς παρασκευῆς καὶ τοῦ
1849ἐξοπλισμοῦ τοῦ στόλου, καὶ διαθέτουσιν εἰς ἄλλον σκοπὸν,
1850ἐγκαταλείψαντες τὸν στόλον ἐντελῶς ἀπαράσκευον. Πλὴν
1851τούτων θέλετε βεβαιωθῆ, ὅτι αἱ ἐργασίαι, τὰς ὁποίας ἔκαμαν
1852οἱ ἐργάται ἐπὶ τῆς «Μπουμπουλίνας», δὶς καὶ τρὶς κατεστρά-
1853φησαν καὶ ἐπανελήφθησαν, διότι ἀπήρεσκον εἰς τοὺς ἁρμο-
1854δίους καὶ κατεστράφη ὁλόκληρον τὸ ὑλικὸν ἀσκόπως, ἐδαπα-
1855νήθησαν δὲ παρὰ τὸν Λογιστικὸν νόμον ποσὰ χρημάτων διὰ
1856ὑλικὰ, διὰ τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ προκηρυχθῶσι καὶ γείνωσι δημο-
1857πρασίαι.
1858Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν
1859προηγουμένῃ συνεδριάσει, ὅτι προπαρεσκεύασε τὸν στόλον διὰ
1860164,000 δραχμῶν, ἀποφεύγει ὅμως τὸν ἔλεγχον. Ἐπιμένω
1861λοιπὸν εἰς τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, ἵνα βεβαιωθῇ ἡ
1862Βουλή, ἂν τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἐψήφισε διὰ τὴν προπαρασκευὴν
1863καὶ τὸν ἐξοπλισμὸν τοῦ στόλου, ἐχρησίμευσαν δι’ αὐτὸν, ἢ δι’
1864ἑτέρους σκοπούς· διότι πάντες βεβαίως πονοῦμεν τὸ ἐθνικὸν
1865χρῆμα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως φρονεῖ, ὅτι δύναται ν’ ἀπο-
1866φύγῃ τὸ σκόπελον, ἀρνούμενος τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων,
1867ἐνῷ ὁ ἴδιος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἔφερε καταγγελίας,
1868ὅτι εἰς τὸν Ναύσταθμον διεπράχθησαν καὶ διαπράττονται
1869καταχρήσεις, χωρὶς νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἀνακαλύψεως αὐτῶν καὶ
1870τιμωρίας τῶν ἐνόχων. Ἄλλως δὲ πρέπει νὰ συστηθῇ ἐξετα-
1871στικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, ἵνα μεταβῇ εἰς τὸν Ναύ-
1872σταθμον καὶ ἀφοῦ ἐξετάσῃ καὶ μελετήσῃ πάντα ταῦτα, νὰ
1873προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν καὶ σκέ-
1874ψεων αὐτῆς· διότι, ἐὰν τὸ ἔθνος ἤθελε κληθῆ, ἵνα δράσῃ, βε-
1875βαίως ὁ στόλος ἤθελεν εὑρεθῆ ἀπαράσκευος, καὶ τότε πάντες
1876ἠθέλομεν ζητήσει τοὺς ὑπαιτίους, ἀλλὰ ἤθελεν εἶναι πολὺ
1877ἀργά, διότι δὲν θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν, ἵνα τιμωρήσωμεν αὐτούς.
1878§138ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν συμφωνῶ, ὅτι ὅσα κατηγ-
1879γέλθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος ἔχονται ἀληθείας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ
1880ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς προεκάλεσαν διαμαρτυρίας, προσ-
1881βαλλομένης τῆς ὑπολήψεως τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν,
1882πρέπει νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ πρότασις
1883περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Θὰ
1884παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπι-
1885μείνῃ ὑπὲρ τοῦ ἐναντίου, ὅπως προχθές.
1886§139Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Συνε-
1887χῶς ἐπαναλαμβάνετε, ὅτι διασύρεται ἡ ὑπόληψις τῶν ἀξιω-
1888ματικῶν. Ἐὰν ἐννοῆτε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δια-
1889σύρει τὴν ὑπόληψιν τῶν ἀξιωματικῶν εἴτε τῆς ξηρᾶς εἴτε
1890τῆς θαλάσσης, ἀπαντῶσιν ὑμῖν αἱ ἑκατοντάδες τῶν ἀξιωματι-
1891κῶν τῆς ξηρᾶς, ὧν αἱ ψῆφοι ἔπεσαν εἰς τὴν κάλπην αὐτοῦ,
1892καὶ εἰς οὓς ὀφείλει τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ. Ἐὰν ἐννοῆτε τοὺς
1893ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ, διαβεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι οὐδεὶς ἐπρο-
1894στάτευσε πλειότερον ἐμοῦ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν αὐ-
1895τῶν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Ναυτικοῦ. Οὐδεὶς ἐμέμφθη τῶν
1896ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Ἐὰν ἐγένετο κατηγορία ἐκ τῶν
1897κυρίων Βουλευτῶν, ἐγένετο κατὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν.
1898Εἰς τί δύναται νὰ ἐνέχωνται οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ;
1899Αὐτοὶ εἶναι οἱ προμηθευταὶ κατὰ τὸ τριπλάσιον, ἐὰν μὴ κατὰ
1900τὸ τετραπλάσιον, τῶν τροφῶν; Ποῖοι εἶναι οἱ προμηθευταί;
1901Εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅστις διὰ τῆς ὑπογραφῆς
1902αὐτοῦ ἐγκρίνει τὰς μειοδοσίας. Ἂν καὶ ἐγὼ ἔκλειον τοὺς
1903ὀφθαλμούς, καὶ ἐδεικνυόμην ἐπιεικής, ὅλαι αἱ τροφαὶ τοῦ στό-
1904λου ἐφέτος ἤθελον τιμᾶσθαι περισσότερον κατὰ 200,000
1905δραχμὰς ἢ πέρυσιν ἢ προπέρυσιν. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουρ-
1906γείου ἔμαθε καὶ ἐνόησεν, ὅτι κρυφοὶ συνεταιρισμοὶ ἐτεκταί-
1907νοντο ἐν Πειραιεῖ παρὰ τῶν μειοδοτῶν. Τοὺς συνεταιρισμοὺς
1908τούτους διέσπασεν ὁ σήμερον διευθύνων τὰ τοῦ Ὑπουργείου
1909τῶν Ναυτικῶν. Ἐγένετο ἐργασία παρὰ τοῦ προκατόχου
1910Ὑπουργείου, ὅπως διασπασθῶσιν οἱ συνεταιρισμοί; ἢ εὐθὺς
1911ὡς ὁ τμηματάρχης ὑπέβαλλε τὰ ἔγγραφα, ὁ Ὑπουργὸς ὑπέ-
1912γραφεν; Ἀλλ’ εἰς τοῦτο τί εὐθύνονται οἱ ἀξιωματικοί;
1913Ἀναγνωρίζω τὴν ὑπηρεσίαν τῶν πατέρων ὑμῶν ἐν τῷ Ναυ-
1914τικῷ, καὶ ἀναγνωρίζει αὐτὰς ὅλος ὁ τόπος. Ἀλλὰ δὲν πρό-
1915κειται περὶ τούτου. Μὴ νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ γίνητε
1916συνήγορος τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τοῦ σώματος αὐτῶν ἐν οὐ
1917δέοντι, διότι οὐδεὶς διενοήθη νὰ γείνῃ κατήγορος αὐτῶν. Ἂν
1918ὑπάρχῃ κατηγορία, ἢ ἂν ὑπάρχῃ ἀφορμὴ πρὸς ἐξέτασιν τῶν
1919πράξεων τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν, ἤ τινος ἐξ αὐτῶν, αὕτη
1920θέλει περιορισθῆ ἁπλῶς κατὰ τοῦ ὑπευθύνου.
1921Εἰσηγούμενος τὴν ὑπόθεσιν τῶν ῥινῶν, εἶπον, ὅτι οἱ ἀξιω-
1922ματικοὶ εἶχον τὸ θάῤῥος καὶ τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ἀποῤῥίψωσι
1923τὰς ῥίνας ταύτας. Καὶ ἂν συνετελέσθη ἡ πρᾶξις τῶν ῥινῶν,
1924περὶ ἧς ἐγὼ δὲν ἐκφέρω γνώμην, βεβαίως δὲν εὐθύνονται οἱ
1925ἀξιωματικοί, ἀλλὰ οἱ Ὑπουργοί.
1926§140ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ναύαρχος Κανάρης δὲν ἔχει ἀνάγκην
1927τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἀρκεῖ,
1928Κύριοι, ὅτι οὗτος ἔσχε τὴν τόλμην νὰ θέση αὐτὸν εἰς δια-
1929θεσιμότητα...
1930§141ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Εἶναι προσωπικὸν αὐτό.
1931§142ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι διόλου προσωπικόν. Ἡ πρᾶξις
1932αὐτὴ ἀποτελεῖ αἶσχος διὰ μίαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν!
1933§143ΕΥΤΑΞΙΑΣ... Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἐνόμισε πρέπον ὁ κ.
1934Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἀναμίξῃ εἰς τὴν παροῦσαν συζή-
1935τησιν τὸ ὄνομα τοῦ ναυάρχου Κανάρη, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι
1936αὐτὸς σέβεται τοῦτον καὶ τὴν οἰκογένειάν του, καὶ ἀναγνω-
1937ρίζει τὰς ἐκδουλεύσεις των πρὸς τὸ ἔθνος, ἔδωκεν οὕτω εἰς
1938ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκρούσωμεν τοὺς λόγους τούτους, ὡς
1939οἰκτρὰν εἰρωνείαν. Πῶς δὲ ἄλλως δυνάμεθα νὰ ἐκλάβωμεν
1940τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν
1941ναύαρχον καὶ πρὸς τὴν οἰκογένειάν του, ὅτε εἶναι γνωστὸν
1942εἰς πάντας, ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔθε-
1943σεν ἤδη εἰς διαθεσιμότητα τὸν κ. Κανάρην, ὑπέβαλε δὲ εἰς
1944τὴν Βουλὴν καὶ νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας, δι’ οὗ ἀπο-
1945στρατεύεται αὐτὸς αὐτεπαγγέλτως; Καὶ ἀπετόλμησε ταῦτα
1946κατὰ τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, ὅστις φέρει ἓν τῶν ἐνδοξοτέρων
1947ὀνομάτων τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἱστορίας, ὅστις εἶναι ὁ υἱὸς ἑνὸς
1948τῶν πρώτων δημιουργῶν τοῦ βασιλείου τούτου,—ἐν ᾧ ἐπέπρωτο
1949νὰ ἦναι τὴν σήμερον Ὑπουργὸς ὁ κ. Λεβίδης—ὅστις εἶναι αὐτὸς
1950οὗτος κόσμημα τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν, πολλὰς καὶ παντοίας πρὸς
1951τὴν πατρίδα παρασχὼν ἐκδουλεύσεις καθ’ ὅλον τὸν μακρὸν
1952αὐτοῦ βίον ἐν τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ. Καὶ ἡ οἰκογένεια λοι-
1953πὸν τοῦ ναυάρχου Κανάρη καὶ αὐτὸς οὗτος ἵστανται τόσον
1954ὑψηλὰ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους, ὥστε μετὰ περιφρονήσεως
1955νὰ προσβλέπωσι καὶ τὰς ταπεινὰς καὶ εὐτελεῖς καθ’ ἑαυτῶν
1956ἐπιθέσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸν δῆθεν σε-
1957βασμὸν καὶ τὴν ἀναγνώρισίν του. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ προ-
1958σωπικὸν ζήτημα τοῦ ναυάρχου Κανάρη.
1959Ὡς πρὸς δὲ τὸ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλὴν ζήτημα τῆς προ-
1960τάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς.
1961Ἰσχυρίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι δὲν κα-
1962τηγόρησεν αὐτὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, ὅτι οἱ
1963λόγοι του οὐδεμίαν ἐνεῖχον κατ’ αὐτῶν μομφήν. Ἀλλ’ ὅλη
1964ἡ μακρὰ εἰσήγησις τῶν ναυτικῶν νομοσχεδίων, ἡ ὑπ’ αὐτοῦ
1965γενομένη, τί ἄλλο κυρίως ἐνεῖχεν; Ὅτε ἔλεγεν ὅτι εὗρε πάντα
1966ἐν ἀθλίᾳ καταστάσει, καὶ τὰ πλοῖα καὶ τὸ ὑλικὸν, ὅτε ἔλε-
1967γεν ὅτι ἐξ ὀλιγωρίας τῶν ἐπιτετραμμένων ἀπωλέσθησαν κα-
1968λώδια ἀξίας ἑκατομμυρίων ὅλων, δὲν ἦσαν ταῦτα μομφὴ καὶ
1969μομφὴ βαρεῖα κατὰ τῶν ἁρμοδίων ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτι-
1970κοῦ; Καὶ ὅτε προσῆγεν ἔγγραφα τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Ναυ-
1971στάθμου καὶ τοῦ διοικητοῦ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, τόσον
1972ἀντιφατικὰ πρὸς ἄλληλα, ὥστε διὰ τῶν μὲν νὰ πιστοποιῆ-
1973ται ὅτι εἶναι ἀνάγκη δι’ ἓν ἔτος προμηθείας 32,000 ῥινῶν
1974καὶ διὰ τῶν δὲ νὰ βεβαιῶται ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἀξιωματικῶν,
1975ὅτι ἡ ἐτησία κατανάλωσις ῥινῶν ἐν τῷ ναυτικῷ ἀνέρχεται
1976κατὰ μέσον ὅρον μόλις εἰς 2,000, ὅταν, λέγω, τοιαῦτα ἔγ-
1977γραφα ῥίπτωνται εἰς τὸ μέσον, ἔγγραφα δυνάμενα νὰ θίξωσιν
1978εἰς τὰ καίρια τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγους ἀξιωματικούς, ἤτοι τὸν
1979διευθυντὴ, τοῦ Ναυστάθμου καὶ τὸν διοικητὴν τῆς Ὑποβρυ-
1980χίου Ἀμύνης, πῶς θέλετε νὰ τοὺς ἀφήσωμεν ἐκτεθειμένους
1981ἀπέναντι τῶν ὑπονοιῶν, αἵτινες ἐγείρονται κατ’ αὐτῶν συνε-
1982πείᾳ τοῦ διαβήματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
1983Καὶ πρέπει οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, οἱ φέροντες τὸ στέμμα
1984τοῦ Ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ, νὰ παραμένωσιν ὑπὸ τὰς ἐντυπώ-
1985σεις τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν ὑπ’
1986αὐτοῦ ὑποβληθέντων ἐγγράφων; Δὲν νομίζετε, Κύριοι, ὅτι,
1987ἀφοῦ αὐτοὶ εἶναι ἀπόντες, ἔχει τὸ δικαίωμα πᾶς Βουλευτὴς
1988νὰ ζητήσῃ τὴν ἄμεσον σύστασιν ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐξακριβωθῇ
1989ἡ ἀλήθεια, ἂν οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικοὶ ἦναι ἀθῶοι ἢ
1990ἔνοχοι; Τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ τιμὴ καὶ ἀξιοπρέπεια αὐτῶν τῶν
1991οὑτωσὶ διασυρομένων ἀξιωματικῶν, τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ τιμὴ καὶ
1992ἡ ἀξιοπρέπεια ὅλου τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν. Καὶ ὅταν ἐν ταὐτῷ
1993γίνηται λόγος περὶ σπατάλης ἑκατὸν καὶ ἐπέκεινα χιλιάδων
1994δρ. ἐκ τοῦ χρήματος, ὅπερ οὐχὶ ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου του,
1995ἀλλ’ ἐν τῷ αἵματί του καταβάλλει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, δὲν
1996ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ θεωρήσῃ ὡς πρώτιστον ἔργον
1997τῆς ὑπὲρ πᾶν νομοσχέδιον νὰ προβῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦτον;
1998Καὶ ὅταν ἐπανειλημμένως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κα-
1999ταγγέλλῃ τὸν προκάτοχόν του, ὅτι παρὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ
2000ναυτικοῦ προέβη εἰς ὑπεραρίθμους προβιβασμοὺς ἀξιωματι-
2001κῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ἐπιτρέπεται τῇ Βουλῇ νὰ μὴ ζητήσῃ
2002τὴν ἄμεσον σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἵνα μάθῃ, ἐὰν
2003ὑπάρχῃ τῷ ὄντι τοιαύτη ἀξιόποινος πρᾶξις; Ὅταν δὲ συμ-
2004πίπτῃ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἦναι ἀνώτερος ἀξιω-
2005ματικὸς τοῦ ναυτικοῦ, πῶς δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἐν τῇ πειθαρ-
2006χίᾳ ἀπέναντι τῶν κατωτέρων του, ἀφοῦ καταγγέλλεται ὑπὸ
2007τοῦ προϊσταμένου του Ὑπουργοῦ, ὅτι ἠθέτησε τοὺς νόμους
2008τῆς πατρίδος του; Καὶ ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν
2009καταγγέλλῃ τὸν προκάτοχόν του, ὅτι, ἐνῷ ἐπιτροπὴ ἐξ εἰδικῶν
2010ἀνδρῶν, ἐξ ἀξιωματικῶν μαχίμων καὶ τοῦ μηχανικοῦ καὶ τε-
2011χνιτῶν, ἀπέῤῥιψεν ὅλην τὴν μεγάλην προμήθειαν τῶν ῥινῶν,
2012ὡς ἀχρήστων, αὐτὸς δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὸ πρωτόκολλον αὐ-
2013τῆς, ἀλλὰ προεκάλεσε τὴν γνωμοδότησιν ἰδιωτῶν ἐργοστα-
2014σιαρχῶν, ἵνα καταδολιευθῇ οὕτω τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ
2015ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς ματαίαν δαπάνην ἑκατὸν καὶ ἐπέκεινα
2016χιλιάδων δραχμῶν· ὅταν, λέγω, ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
2017τῶν Ναυτικῶν τόσον βαρεῖα ἐγείρηται κατηγορία καθ’ ἑνὸς
2018ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, τοῦ νῦν διοικητοῦ τῆς θωρηκτῆς μοί-
2019ρας, πῶς δὲν ἐξεγείρεται ἡ συνείδησίς του καὶ δὲν ἀπαιτεῖ, ἵνα
2020συσταθῇ ἐπιτροπὴ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων, ἥτις νὰ ἐξα-
2021κριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν, παρέχουσα οὕτω τὴν εὐκαιρίαν καὶ
2022εἰς τὸν οὕτως ἐρήμην κατηγορούμενον καὶ διασυρόμενον ἀνώ-
2023τερον ἀξιωματικόν, ἵνα ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῆς τιμῆς καὶ ὑπολή-
2024ψεώς του;
2025Καὶ ἡ τιμὴ τοῦ ναυτικοῦ, ἡ τιμὴ τῶν ἀξιωματικῶν
2026αὐτοῦ ἀπαιτεῖ πρὸ πάσης ἐργασίας νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συ-
2027ζήτησιν τῆς σχετικῆς προτάσεως περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς
2028τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Εἰς τοῦτο πρέπει πρὸ παντὸς
2029ἄλλου νὰ ἐπιμείνωσιν αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν
2030καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἂν
2031δὲν θέλωσι τὰ ἐνταῦθα καταγγελθέντα νὰ θεωρηθῶσιν ὡς κα-
2032θαρὰ συκοφαντία κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν
2033καὶ κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ.
2034§144ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Χαίρω πολύ, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν
2035Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ἀνῄρεσε πάνθ’ ὅσα πρὸ πολλῶν ἡμερῶν
2036εἶπε κατὰ τοῦ Ναυτικοῦ τῆς πατρίδος μας (θόρυβος).
2037§145Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν
2038ὡμίλησα ἐγὼ κατὰ τοῦ Ναυτικοῦ.
2039§146ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἴπατε ὅτι δὲν ὑπάρχουσι μηχανικοὶ νὰ
2040διευθύνωσι τὰ πλοῖα τὰ πολεμικά, καὶ ὑπεβάλατε μάλιστα
2041νομοσχέδιον πρὸς ἵδρυσιν Σχολῆς μηχανικῶν; Γνωρίζετε δὲ,
2042ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ Ναυτικοῦ εἶναι οἱ μηχανικοί. Εἴπατε μάλι-
2043στα, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι μηχανικοὶ οὐδὲ εἰς τὰ ἐμπορικὰ
2044ἡμῶν πλοῖα.
2045§147Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
2046§148ΣΤΑΗΣ. Καὶ ὑπάρχει μεγαλειτέρα ὕβρις κατὰ τοῦ Ναυ-
2047τικοῦ ἡμῶν;
2048§149Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταβάλλετε τοὺς λόγους τοῦ
2049Ὑπουργοῦ.
2050§150ΣΤΑΗΣ. Εἶναι δημοσιευμένοι.
2051§151Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει Σχολὴ μη-
2052χανικῶν, τουτέστι φυτώριον μαθητευομένων μηχανικῶν, ἵνα
2053ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στόλῳ. Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι οἱ ὑπη-
2054ρετοῦντές εἰσιν ἀνίκανοι. Ἐξ ἐναντίας ἐγὼ εἶπον καὶ λέγω,
2055ὅτι οἱ μηχανικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ εἰσιν ἄριστα με-
2056μορφωμένοι. Πολλοὶ τούτων ἐξεπαιδεύθησαν ἐν εὐρωπαϊκαῖς
2057Σχολαῖς, διακρίνονται δὲ διὰ τὴν ἐμπειρίαν αὐτῶν καὶ τὰς
2058ἐπιστημονικὰς γνώσεις. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου·
2059πρόκειται περὶ ἱδρύσεως Σχολῆς εἰδικῶν μαθητευομένων μη-
2060χανικῶν, καὶ πρὸς τοῦτο λαμβάνεται πρόνοια διὰ τοῦ εἰσα-
2061χθέντος νομοσχεδίου. Ὥστε μὴ λέγετε πράγματα, ἅτινα δὲν
2062εἶπον.
2063§152ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔλαβε χιλιάδας
2064ψήφων ἕνεκα τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ Ναυ-
2065τικοῦ ἡμῶν κατὰ τὰς ἄρτι γενομένας ἐκλογὰς, τὸν διαβεβαιῶ
2066ὅτι δὲν θὰ τὰς λάβῃ πλέον, μὲ ὅλην τὴν—κατόπιν ὅμως ἑορ-
2067τῆς—ἀναίρεσιν τῶν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων. Καὶ δὲν ἦτο μομ-
2068φὴ καὶ καταδίκη σύμπαντος τοῦ μηχανικοῦ κλάδου τοῦ Ναυ-
2069τικοῦ ἡμῶν ἡ ἔκθεσις τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύ-
2070νης, δι’ ἧς κατεδείκνυεν ὅτι ἦτο ἄχρηστος ἡ Ὑποβρύχιος
2071Ἄμυνα; Σχετικῶς δὲ πρὸς τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ὀφείλω νὰ
2072παρατηρήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι δὲν
2073ἦσαν ἀκριβῆ τὰ περὶ αὐτῆς λεχθέντα· διότι ἡ ἔκθεσις ἐκείνη
2074προεκλήθη ὑπὸ τοῦ τότε ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος μάλι-
2075στα κατὰ τὴν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἀποχώρησίν του παρέδωκεν
2076αὐτὴν εἰς τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην, ἵνα τὴν παραδώσῃ εἰς
2077τὸν διάδοχον Ὑπουργὸν, χωρὶς νὰ πρωτοκολλήσῃ αὐτὴν, ἵνα
2078μὴ ἕκαστος δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν πληροφοριῶν ἢ γνωμῶν
2079περὶ τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν, αἱ ὁποῖαι κάκιστα ἠδύναντο νὰ
2080ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ μετὰ τὴν
2081ἐπίσημον ταύτην καταγγελίαν κατὰ τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν ἠθέ-
2082λατε νὰ μὴ ζητήσωμεν τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας!
2083Ἐπιμένω λοιπὸν μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων νὰ προτα-
2084χθῇ τὸ θέμα τοῦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2085§153Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἄπορον μοὶ φαίνεται, πῶς μετετράπη τὸ
2086ζήτημα καὶ καταφέρονται κατὰ τοῦ νῦν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν
2087Ὑπουργοῦ, ὡς ὑβρίσαντος τὸν προκάτοχον αὐτοῦ, καὶ δὲν
2088καταφέρονται κατ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὸ πρωτόκολλον τῶν
2089ἀξιωματικῶν περὶ τῶν ῥινῶν εἰς τοὺς δρόμους καὶ τὰ καφε-
2090νεῖα! Οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ, ἀκούοντες τὰ λε-
2091γόμενα σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ, χαίρουσι καὶ ἀγάλλονται, εὐ-
2092χαριστεῖται δὲ οἱοσδήποτε στρατιώτης, οἱοσδήποτε ὑπηρετῶν
2093τὴν πατρίδα τιμίως καὶ εὐόρκως, νὰ τιμωρῆται ἢ νὰ κάθη-
2094ται ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ καθίσῃ ὁ ἔνοχος, οἱοσδήποτε παρέ-
2095λειψε τὸ καθῆκόν του. Αὐτὸ τιμᾷ τὸν στρατὸν, αὐτὸ τιμᾷ
2096τὸ Ναυτικόν· ὅστις δὲ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ ἤθελε
2097δυσαρεστηθῇ διὰ τὰ σήμερον γενόμενα ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν θὰ
2098ἦναι πιστὸς ἀξιωματικός· ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοι-
2099οῦτος ἀξιωματικός, διότι οἱ γονεῖς τῶν πλείστων ἐξ αὐτῶν
2100ἐπολέμησαν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τόπου. Ἀλλὰ, Κύριοι,
2101διατὶ κατακόπτεσθε σήμερον; Ὅταν ἐγὼ ἀπὸ τοῦ 1890
2102ἐπεκαλούμην ἐδῶ οὐχὶ τὸν συνταγματικὸν χάρτην, ἀλλὰ τὸν
2103λογιστικὸν νόμον, διατὶ κανεὶς δὲν μὲ παρηκολούθει; διατὶ
2104δὲν μὲ ἐνίσχυεν; Ἀπεμονώθην καὶ ἔμεινα μόνος, ἐπικαλούμε-
2105νος τὰ ἄρθρα τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου. Ἄν, Κύ-
2106ριοι, ἤλθομεν ἐδῶ διὰ νὰ ἐλέγξωμεν, ὀφείλομεν τὸν ἔλεγχον
2107νὰ τὸν ἐνασκῶμεν πάντοτε, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐλέγχομεν τὸν ἀπο-
2108λογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἀνέφερον προχθὲς, ἔχομεν καὶ ἄλλον
2109ἔλεγχον, ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 113 τοῦ περὶ δημοσίου
2110λογιστικοῦ νόμου. Καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω, διὰ
2111νὰ ἴδητε, πῶς προνοεῖ ὁ νομοθέτης. Δὲν ἀναμένει τὴν ὑποστή-
2112ριξιν τῶν ἀπολογισμῶν τῶν δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, ὅταν κλείῃ ἡ
2113χρῆσις, ἀλλὰ διὰ τοῦ ἄρθρου 113 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ
2114νόμου ὁρίζει τάδε (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ τέλος ἑκάστου
2115»ἔτους διορίζεται παρὰ τοῦ Βασιλέως, κατὰ πρότασιν τοῦ ἐπὶ
2116»τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἐπιτροπὴ ἐκ δύο μελῶν τῆς
2117»Γερουσίας, δύο τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων καὶ ἑνὸς τοῦ
2118»Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὸ καθημερινὸν καὶ τὸ
2119»καθολικὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου,
2120»καὶ νὰ βεβαιώσῃ ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῶν διαφόρων Ὑπουρ-
2121»γείων συμφωνοῦν κατὰ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν μὲ τὰς ἐγ-
2122»γραφὰς τοῦ Λογιστηρίου. Τῆς ἐργασίας ταύτης συντάσσεται
2123»τακτικὸν πρωτόκολλον, καὶ διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
2124»Ὑπουργοῦ ὑποβάλλεται εἰς τὰς Βουλάς.»
2125Ἄν, Κύριοι, ἡ διάταξις αὕτη ἐζητεῖτο νὰ ἐφαρμοσθῇ, τρο-
2126ποποιουμένη καταλλήλως, μετὰ τὸ 1864, ἠθέλομεν ἔχει σή-
2127μερον τὸν ἔλεγχον, καὶ δὲν ἠθέλομεν χάνει τόσον πολυτίμους
2128ὥρας, συζητοῦντες περὶ τούτου.
2129Καταλήγων τὸν λόγον, συμμερίζομαι τὴν γνώμην τῶν
2130προλαλησάντων, καὶ φρονῶ ὅτι τὸ συμφέρον τῶν κυρίων ἀξιω-
2131ματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ ἀπαιτεῖ νὰ ἀνασηκωθῇ πᾶς πέπλος
2132καὶ καταδειχθῇ ἡ ἀληθὴς τῶν πραγμάτων ὄψις.
2133§154ΒΑΛΕΤΑΣ. Μετὰ τὴν τόσῳ μακρὰν καὶ ζωηρὰν συζή-
2134τησιν, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ ἤδη τὴν Βουλήν, νομίζω ὅτι δὲν
2135ἔχω ἀνάγκην νὰ προβάλω ἐπιχειρήματα, ὅπως ὑποστηρίξω
2136τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατά-
2137ξει ἡ πρότασις τοῦ ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ κ. Βότσαρη. Ἠπό-
2138ρησα δὲ, ἀκούσας τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ζητή-
2139σαντα νὰ μὴ προταχθῇ αὕτη, ἀλλὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ νομο-
2140θετικὴ ἐργασία τῆς Βουλῆς. Ἐλπίζω ἡ ἀπορία αὕτη νὰ μὴ
2141μεταβληθῇ καὶ εἰς ἔκπληξιν, ὅπως θὰ συμβῇ, ἂν ἀκούσω αὐ-
2142τὸν ἐπιμένοντα εἰς τὴν γνώμην του ταύτην. Καὶ βεβαίως,
2143πῶς νὰ μὴ παραγάγῃ ἔκπληξιν ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
2144γοῦ, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἡ δοῦσα τὴν ἀφορμὴν,
2145ἡ παρασχοῦσα ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, ὅπως ἡ πρότασις αὕτη
2146ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἡ Βουλὴ σήμερον δὲν πράττει
2147τι ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας· τὸ πράττει ἐκ τῶν
2148ἀποκαλύψεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως ἐκ τῶν ἀποκαλύ-
2149ψεων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ· φίλος δὲ τῆς
2150Κυβερνήσεως καὶ ἀνήκων εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ὁ κύριος ἐξ
2151Ἄρτης Βουλευτής, ὑπέβαλε τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως
2152ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Νομίζω ὅτι ἡ φιλο-
2153τιμία τῆς Βουλῆς, τὸ καθῆκον αὐτῆς πρὸς ἐκείνους, περὶ ὧν
2154ὑπόνοιαι ἐξηνέχθησαν καὶ ὑπόνοιαι ἐγεννήθησαν, ὅτι κακῶς
2155διαχειρίσθησαν τὰ τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων, νομίζω ὅτι ἐπι-
2156βάλλει, ὅπως προταχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ
2157κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ καὶ ἐξενεχθῇ ἀπόφασις περὶ τῆς ἐξε-
2158ταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ,
2159κύριε Πρόεδρε, — καὶ ἐπὶ τούτου βεβαίως θὰ ἔχω συμφώνους καὶ
2160ἄλλους συναδέλφους — ὅπως θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα.
2161§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
2162§156ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἀκριβῶς ἤθε-
2163λον νὰ εἴπω ὅσα εἶπε καὶ ὁ κ. ἐκ Θήρας Βουλευτὴς, ἐπανελ-
2164θὼν εἰς τὸ ζήτημα, ἐκ τοῦ ὁποίου εἶχον ἐξέλθει οἱ πρὸ αὐτοῦ
2165ἀγορεύσαντες. Νομίζω ὅτι οὐχὶ τὰ εἰδικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα
2166συνεζητήθησαν καὶ ἀπόψε καὶ εἰς ἄλλας συνεδριάσεις, ἀλλὰ
2167ἡ τιμὴ αὐτὴ τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν ἐπιβάλλει, ὅπως ὅσον τάχι-
2168στα προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐξετάσεως τῶν
2169λεχθέντων οὐχὶ εἰς μίαν, ἢ εἰς δύο, ἀλλ’ εἰς τὸ πλεῖστον τῶν
2170συνεδριάσεων αὐτῆς. Τὸ Ναυτικὸν ἀναμφισβητήτως διασύρεται·
2171διασύρεται παρὰ τῶν πλείστων, οἵτινες ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ θέ-
2172ματος τούτου, διασύρεται καὶ παρὰ τῶν ὑποβληθέντων ἀκόμη
2173ἐπισήμως ἐγγράφων εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ Ναυτικὸν ποίαν ση-
2174μασίαν ἔχει, πάντες γνωρίζομεν. Δὲν ἐπιτρέπεται ἑπομένως
2175δι’ οἱονδήποτε λόγον ἀναβολὴ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος,
2176τὸ ὁποῖον πρόκειται ἐνώπιόν μας· δὲν πρόκειται δὲ νὰ κερδή-
2177σωμεν καιρόν· ἀπεναντίας, ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως, τὴν
2178ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ Πρόεδρος αὐτῆς, συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἀπο-
2179λέσωμεν καιρὸν, ἀντὶ νὰ κερδήσωμεν τοιοῦτον. Διὰ τοῦτο νο-
2180μίζω, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἄνευ πολλῆς συζητή-
2181σεως, ἄνευ χρονοτριβῆς, ὅπως, ἂν ὄχι ἀπόψε, ἀλλὰ τοὐλάχι-
2182στον αὔριον, τεθῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον...
2183§157ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Τώρα, τώρα.
2184§158ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ... νὰ τεθῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ
2185ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ νὰ
2186παύσῃ πλέον ἡ συζήτησις αὕτη, ἥτις, ἐπαναλαμβανομένη ἐν
2187ἑκάστῃ συνεδριάσει, εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελεῖ, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ
2188διασύρῃ τὸ Ναυτικὸν ἡμῶν, νὰ διασύρῃ καὶ ἀξιωματικοὺς
2189ἀνωτέρους καὶ ὑπαλλήλους ἀνωτέρους τοῦ Κράτους.
2190§159Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀξιωμα-
2191τικῶν.
2192§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς βλέπω,
2193πόρισμα τῆς συζητήσεως εἶναι δύο γνῶμαι, ἡ γνώμη, τὴν
2194ὁποίαν οἱ ἀγορεύσαντες προέβαλον, ὅτι πρέπει ἀμέσως νὰ ἀνα-
2195γραφῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ
2196συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ
2197περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἡ γνώμη, τὴν
2198ὁποίαν προέβαλον ἐγὼ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ
2199τὰ ἔργα της, νὰ ἀναγραφῇ δὲ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ εἰρη-
2200μένη πρότασις πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ...
2201§161ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἤδη ἀναγεγραμμένη.
2202§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ
2203βάλῃ εἰς τάξιν τοὺς Κυρίους... Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν προέ-
2204βαλον ἐγὼ, εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς
2205ἐργασίας της, πρὸ δὲ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ
2206ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἐξ Ἄρ-
2207της Βουλευτοῦ περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπ’
2208αὐτῶν τῶν δύο γνωμῶν πρόκειται νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
2209Ἐπειδὴ δὲ οἱ Κύριοι ἐπιθυμοῦσιν, ὡς ἤκουσα, νὰ γένηται ἡ
2210ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, προτείνω τὴν ἑξῆς πρό-
2211τασιν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς:
2212«Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουρ-
2213γικοῦ Συμβουλίου μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
2214§163ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς ῥητῆς προτάσεως μετα-
2215βολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
2216§164ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἀποδεχόμεθα.
2217§165ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναγκαίως λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, θὰ θέσητε
2218εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν περὶ τοῦ ἂν ἡ Βουλὴ δέχηται
2219τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ
2220ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
2221§166Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν λίαν δυσάρεστον
2222θέσιν νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως καὶ ἐκ δευτέρου λάβω τὸν
2223λόγον, διότι ἡ πρότασις, ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουρ-
2224γικοῦ Συμβουλίου ὑποβληθεῖσα, εἶναι λίαν ἔκρυθμος καὶ—ἂς
2225μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω—ἀντικανονική. Μήπως πρόκειται περὶ
2226ζητήματος ἐμπιστοσύνης, καὶ ἔσπευσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2227Κυβερνήσεως νὰ ἴδῃ, ἂν ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβου-
2228λίου; Περὶ τούτου πρόκειται; Ἴσως ἐγὼ ἠτύχησα εἰς τὴν
2229συζήτησιν καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ. Ἂς μὲ βοηθή-
2230σωσιν οἱ ἄλλοι κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ ἐξέλθω τῆς πλάνης
2231ταύτης. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρό-
2232εδρε; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μετὰ τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τῆς
2233Βουλῆς ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ τις εἰς δυσχέρειαν, ἵνα ἀνακα-
2234λύψῃ, τίς ὁ ἰσχύων Κανονισμὸς, διότι πιθανὸν, ἐὰν ἐτυπώθη
2235ὁ νέος, νὰ ἰσχύῃ ὁ νέος. Εὐτυχῶς τὸ ἄρθρον 29 ὡς πρὸς τὸ
2236ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, οὐδόλως διαφέρει ὡς
2237πρὸς τὸ πρὶν ἰσχύον μὲ τὸ νῦν.
2238§167ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἰσχύει ὁ νέος Κανονισμὸς ἀκόμη·
2239ἀπεφάνθη ἡ Βουλή.
2240§168Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ γνωρίζω καλῶς. Τὸ ἄρθρον 29 εἰς
2241ἀμφοτέρους αὐτοὺς τοὺς Κανονισμοὺς λέγει, ὅτι «ὁσάκις ἰσχυ-
2242ρίζεταί τις ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ ἡμερησία διάταξις, ἢ ὅτι
2243παραβιάζονται αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Κανονισμοῦ, ἢ ὅτι
2244ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἄλλων ἀντικειμένων, ἢ
2245ὅταν προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμέ-
2246νου εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ἐὰν τὰς προτάσεις ταύτας ὑπο-
2247στηρίζωσι καὶ δέκα ἄλλοι Βουλευταὶ, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει
2248πρῶτον περὶ τῶν παρεμπιπτόντων ζητημάτων, εἶτα δὲ περὶ
2249τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου.» Ἔχομεν ζήτημα Κανονι-
2250σμοῦ καὶ ἡμερησίας διατάξεως. Ποίαν δὲ σχέσιν ἔχει ἡ ἐμπι-
2251στοσύνη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Ἠκούσατε. Ὄχι δέκα ἢ εἴκοσι
2252Βουλευταὶ, τριάκοντα σᾶς ζητοῦσι τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμε-
2253ρησίας διατάξεως. Τί λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
2254Συμβουλίου; Ὅτι ἡ Βουλὴ καλεῖται ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ δύο
2255προτάσεων. Δὲν εἶναι δύο αἱ προτάσεις, ὡς διετυπώθησαν.
2256Ἡ πρότασις, ἥτις ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ,
2257εἶναι νὰ προτιμηθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεώς του ἐν
2258τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἢ ἄλλη δὲ, ἡ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
2259βερνήσεως, νὰ συζητηθῇ πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς ἀπροσ-
2260διόριστον ἡμέραν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συμπληρώσω τὴν
2261γενομένην πρότασιν, τὴν ὑποστηριχθεῖσαν ὑπὸ ἀξιοτίμων συν-
2262αδέλφων, ὅτι ἡ Βουλὴ σήμερον θὰ κληθῇ, τῇ προτάσει Βου-
2263λευτῶν πλειόνων τῶν 10, νὰ ἀποφανθῇ, ὅπως προτιμηθῇ ἡ
2264συζήτησις τῆς προτάσεως, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, ἐν τῇ
2265αὐριανῇ συνεδριάσει, ἵνα καὶ οἱ Βουλευταὶ γνωρίζωσι πότε
2266θὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρακτικὸν, αὐτὸ
2267εἶναι τὸ κανονικόν. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
2268γικοῦ Συμβουλίου κατὰ παραδρομὴν ὑπέβαλε τὴν πρότασιν,
2269τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε, διότι βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπο-
2270στηριχθῇ τοὐλάχιστον σπουδαίως.
2271§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρό-
2272κειται νὰ ἀγορεύσω περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Ὁ κ.
2273ἐκ Βόλου Βουλευτὴς δίδει τὴν ἑρμηνείαν ταύτην εἰς τὴν
2274πρότασιν. Ἀλλ’ ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἀγορεύσω περὶ ζητήματος
2275ἐμπιστοσύνης, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσω κατὰ πᾶσαν
2276στιγμὴν νὰ ἀποφαίνηται ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης,
2277τὴν ὁποίαν μεταδίδει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
2278§170Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τίς τὸ ἀρνεῖται;
2279§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
2280Πρόκειται περὶ δύο γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι συζητοῦνται. Ἡ μία
2281εἶναι, τὸ πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νὰ
2282ἦναι αὔριον ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ τῆς ἐξε-
2283ταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς· ἡ ἑτέρα γνώμη εἶναι,
2284νὰ μὴ ἀναγραφῇ διὰ τὴν αὔριον, ἀλλὰ νὰ συζητηθῇ ὅταν
2285ἤθελε συζητηθῆ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ πρὸ τοῦ Προϋπο-
2286λογισμοῦ. Ποία εἶναι ἡ ἀπωτέρα; Λογικῶς ἐπρότεινα τὴν
2287πρότασιν ταύτην ὡς ἀπωτέραν, ἂν δὲ ἀναφέρῃ ἡ πρότασις
2288«μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
2289βουλίου», εἶναι διὰ νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, ὅτι θεωροῦμεν ζή-
2290τημα πολιτικὸν τὴν ἀπώλειαν τοῦ χρόνου, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ
2291ἀντιπολιτευόμενοι προσπαθοῦσι νὰ παρασύρωσι τὴν Βουλὴν
2292διὰ τῶν τοιούτων προτάσεών των. Ἀλλὰ καὶ τίς ἠδύνατο νὰ
2293ἐμποδίσῃ ἡμᾶς, ἂν ἐσκοποῦμεν τοιοῦτόν τι, ἐὰν παρεκαλοῦ-
2294μεν τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ δηλώσῃ, ἂν
2295ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον; Καὶ τίς εἶναι
2296ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ προβάλῃ ἀντίῤῥησιν, ἂν τοιοῦτον
2297τι ἤθελον προβάλει; Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀκολουθήσω πάσας
2298τὰς στροφὰς τῆς συζητήσεως ταύτης, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ
2299συντελέσω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀπώλειαν τοῦ χρόνου, ἀλλ’ ὁμι-
2300λοῦσι περὶ λαῶν, καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης ὅτι οἱ λαοὶ θέλουσι
2301καταφύγει δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖα μέσα, περὶ τῶν κινδύνων, οἱ
2302ὁποῖοι ἀπειλοῦσιν, ἀγνοῶ τίνας, περὶ Ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα
2303δὲν ἵστανται πλέον ἐπὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ, διότι ὁ
2304λαὸς πλέον δὲν ὑποφέρει τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ συγ-
2305χρόνως ἀποροῦσιν, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον ἤθελε προκαλέσει ζή-
2306τημα ἐμπιστοσύνης. Καὶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος δὲν θέλω νὰ κατα-
2307χρῶμαι τῆς εὐνοίας τῆς Βουλῆς, ἔταξα ζήτημα ἁπλοῦν,
2308ζήτημα ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ἐπρότεινα νὰ ψηφοφορηθῇ
2309ἡ πρότασις τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀπω-
2310τέρα.
2311§172ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ παρακωλύσῃ τὴν Κυβέρ-
2312νησιν νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν τοιαύτην περὶ ἐμπιστοσύνης καὶ
2313πρότασιν καθαρῶς περὶ ἐμπιστοσύνης. Καὶ βεβαίως ἡ πλειο-
2314ψηφία θέλει ψηφίσει τὴν πρότασιν ἐκείνην, ἡμεῖς δὲ θὰ τὴν
2315καταψηφίσωμεν. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβο-
2316λία. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ ἂν διὰ τῆς προτάσεως, τὴν
2317ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἦναι δυ-
2318νατὸν νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ πρότασις ἡ ἄλλη, ἡ ὑπὸ τοῦ κ.
2319Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης καὶ παρ’ ἡμῶν προταθεῖσα. Ψηφίσατέ
2320την, ἂν θέλετε, τὴν μετάβασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,
2321ἀλλ’ ἀμέσως, αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅταν πρόκειται νὰ μεταβῶ-
2322μεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡμεῖς θὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν
2323πρότασιν περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Δὲν
2324πρόκειται περὶ ἄλλου τινός. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
2325νήσεως νομίζῃ, ὅτι συντελεῖ εἰς τὴν φειδὼ τοῦ χρόνου διὰ
2326τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν προέβαλεν, ἂς ἐπιμείνῃ εἰς αὐτήν.
2327Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι οὐδόλως θέλει παρεμποδίσει ἡ ψήφισις
2328τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νὰ
2329ὑποβάλωμεν ἡμεῖς τὴν πρότασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν στηρί-
2330ζομεν εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ μόνον ἐκ τῆς
2331προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως θέλει ἐπέλθει
2332ἀπώλεια χρόνου. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμείνῃ
2333εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεώς του, βεβαίως αὐτὸ θὰ γείνῃ,
2334θὰ ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασις, ἀλλὰ κατόπιν θὰ ἔλθῃ καὶ ἡ
2335ἰδική μας σειρά.
2336§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς δύ-
2337ναται νὰ ἐμποδίσῃ τινὰ τῶν Βουλευτῶν νὰ ὑποβάλῃ οἱαν-
2338δήποτε πρότασιν. Ἡ πρότασις ἡ τιθεμένη εἰς ψηφοφορίαν, ἔχει
2339τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἐγώ, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος,
2340ἐξέθηκα, ἤτοι ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ
2341περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ
2342ἡμερησίᾳ διατάξει πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
2343Οἱ ψηφίζοντες τὴν πρότασιν ταύτην ἀποφαίνονται τὴν γνώ-
2344μην, ὅτι παραδέχονται τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ προέ-
2345βαλον.
2346§174ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπανειλημ-
2347μένως ὑπεστήριξεν ὅτι προτείνει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερη-
2348σίᾳ διατάξει ἡ πρότασις περὶ διορισμοῦ ἐξεταστικῆς τῶν
2349πραγμάτων ἐπιτροπῆς πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ φαί-
2350νεται ὅτι παρεῖδε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡ ὁποία κατὰ
2351τὰς εἰσηγήσεις αὐτοῦ εἶναι συντεταγμένη, καὶ ὑπ’ ἀριθ. 39
2352τῆς ἡμερησίας διατάξεως εὑρίσκομεν: «Συζήτησις τῆς προ-
2353τάσεως περὶ σχηματισμοῦ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπι-
2354τροπῆς». Ἡμεῖς τί προτείνομεν σήμερον; Ζητοῦμεν ἀκριβῶς,
2355ἀντὶ νὰ κατέχῃ τὸν ἀριθμὸν 39 ἡ πρότασις αὕτη, νὰ καθέξῃ
2356τὸν ἀριθμὸν 1. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει: «ὄχι·
2357νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρὸ τοῦ Προϋπολο-
2358γισμοῦ». Εἶναι ἀναγεγραμμένη ὅμως, ἀλλὰ ἐννοεῖ ἴσως δι’ αὐ-
2359τῆς τῆς ἐκφράσεως νὰ συζητηθῇ πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
2360§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, νὰ συζητηθῇ πρὸ
2361τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
2362§176ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ τότε ἡ πρότασίς σας εἶναι ἄρνησις τῆς
2363ἰδικῆς μας προτάσεως· δὲν ἀποτελεῖ πρότασιν αὐτοτελῆ. Ἡ
2364πρότασις ἡ αὐτοτελὴς ἡ ἰδική μας εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι πρέπει
2365ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως — περὶ αὐ-
2366τοῦ πρόκειται — νὰ ἀναγραφῇ ἡ πρότασις ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 39,
2367ὑμεῖς δὲ λέγετε: «ὄχι, δὲν πρέπει». Σεῖς θέλετε νὰ καθαρί-
2368σητε ἓν κατόπιν χρέος δι’ αὐτῆς τῆς προτάσεως· δύνασθε νὰ
2369τὸ πράξητε· ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ ζητήσωμεν,
2370στηριζόμενοι εἰς τὸν Κανονισμόν, νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς
2371Βουλῆς ἡ πρότασίς μας περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας δια-
2372τάξεως, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις περὶ
2373ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς σήμερον ἐν τῇ ἡμε-
2374ρησίᾳ διατάξει, καὶ νὰ καταστῇ ἑπομένως τὸ πρῶτον ἀντι-
2375κείμενον τῆς συζητήσεως.
2376§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἔχωμεν δύο ψηφοφορίας,
2377κύριε Πρόεδρε.
2378§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Ράλλην). Τὸ δικαίωμά σας
2379εἶναι ἀναμφισβήτητον.
2380Λοιπὸν ἡ ψηφοφορία θὰ γείνῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ.
2381Πρωθυπουργοῦ: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ
2382Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μεταβαίνει εἰς τὴν
2383ἡμερησίαν διάταξιν».
2384Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ
2385παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2386(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
2387τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Γ. Μελισσηνοῦ καὶ
2388Ν. Τριανταφυλλάκου, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμε-
2389νον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2390Μιλτ. Δάλλας Νικολ. Φαρμακόπουλος
2391Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Σωτήρ. Δανόπουλος Ν
2392Κωνστ. Ἀσημακόπουλος ΝΧρ. Βότσαρης Ν
2393Ν. Σηρόλενιτζ ΝΚωνστ. Γ. Καραπάνος Ο
2394Δημ. Οἰκονομίδης ΝΣπυρ. Βαρζέλης Ο
2395Δημοσθ. Καΐρης ΟΝικολ. Λεβίδης Ν
2396Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ΟΚωνστ. Κολιάτσος Ν
2397Κωνστ. Νεγρεπόντης ΝΔημοσθ. Σκυλίτσης
2398Ἰωάνν. Πετρίδης Ἀθ. Μουτσόπουλος Ν
2399Ν. Δ. Καλλιφρονᾶς Ξενοφ. Τσαμαγκίδης
2400Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΝἸωάννης Καζαμπάκας Ν
2401Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος Ι. Στεφάνου Ν
2402Δημ. Γ. Ράλλης ΟΠαν. Δεβέντης Ν
2403Ἀλέξ. Ψύλλας ΝἈλέξ. Κοντόσταυλος
2404Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΝΝ. Χατζηνικολῆς Ν
2405Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Γεώρ. Κόρπας
2406 Ἀχιλ. Ἀγάθος
2407Ἀθ. Ἴσκος ΝΚωνστ. Βασιλάκης
2408Κωνστ. Τοπάλης ΝἸω. Σέχος
2409Νικ. Σχινᾶς ΝἈθ. Παπαλιάκης
2410Γεώρ. Φιλάρετος ΟἈθ. Παραμυθιώτης
2411Νικ. Σταματιάδης ΝΓεώρ. Θεοτόκης
2412Ἰω. Γιαννακόπουλος ΝΓεώρ. Καποδίστριας Ο
2413Ἐπ. Μαυρομμάτης ΟΔημ. Οἰκονόμου Ν
2414Θεμ. Σακελλαρόπουλος ΝΔημ. Πετρίδης Ν
2415Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΠ. Ζούζουλας Ν
2416Περ. Ἀλεξάκης Κωνστ. Σκαρπέτης Ν
2417Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΝἈριστ. Μεντζελόπουλος
2418Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝΝικόλ. Βαλσαμάκης
2419Π. Λαμπρινόπουλος ΝἸω. Τζανετάτος Φωκᾶς
2420Χαρ. Τζανετάκης ΝΔημ. Σβορῶνος
2421Γ. Δ. Πετροπουλάκης ΟἌθως Ρωμάνος Ο
2422Πολύμ. Ζαρίμπας Διον. Καλούτσης Ν
2423Χρ. Μαστραπᾶς ΟΣπυρ. Ε. Στάης Ο
2424Γεώρ. Ἀνδρίτσος ΝΧ. Κ. Βοζίκης
2425Κωνστ. Παπαμιχαλόπουλος Νικ. Σταματόπουλος
2426Π. Ρίτσος ΝΘ. Πέῤῥος Ν
2427Ἀνδρ. Βασιλείου ΝΓεώργ. Μαυρομιχάλης Ν
2428Σπ. Τσιτσάρας ΝΔημοσθ. Μανούσακης
2429Δημ. Χατζόπουλος Δημοσθ. Ματάλας
2430Δημ. Βουλπιώτης Ἀριστ. Μελετόπουλος Ν
2431Μιχ. Ἰατρίδης Νικ. Γκουζούλης Ν
2432Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρῶμας ΝΔημ. Πιπινόπουλος Ν
2433Κ. Δ. Βοῦλτσος ΟΧασὰν βέης Πετρεδὴν βέης
2434Γ. Μελισσηνός ΝΦιλώτας Ἰσχόμαχος Ν
2435Διον. Μυλωνᾶς ΝἸω. Γεωργαντᾶς
2436Ἄγγ. Πετραλιᾶς ΝἸω. Λάππας Ν
2437 Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν
2438Γεώργ. Κρεστενίτης ΝἌγγ. Καλλάνης Ν
2439Γ. Παπακυριακόπουλος ΝΒ. Βασιλειάδης Ν
2440Δημοσθ. Δόγκας ΝἈθ. Εὐταξίας Ο
2441Ἰω. Σισίνης ΝἸω. Μπακόπουλος Ν
2442Στέφ. Σκουλούδης ΟἈρ. Σακελλαρόπουλος Ν
2443Γεώργ. Πετούσης Φίλ. Βάρβογλης
2444Ἀριστ. Βαλέτας ΟΝ. Τριανταφυλλάκος Ο
2445Νικ. Νομικός ΝἩλ. Ζέγγελης Ο
2446Πέτρος Δελένδας ΝΛάμπρος Σινανιώτης Ν
2447Κωνστ. Πεταλᾶς ΝἸω. Βούτουνας Ν
2448Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης ΝΓ. Μαλέας Ο
2449Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Γ. Νικολαΐδης Ν
2450Θεόδ. Ζαΐμης Λεων. Δεληγεώργης Ο
2451Δ. Πετιμεζᾶς ΟΜιλτ. Γουλιμῆς
2452Γεώργ. Σιβιτανίδης ΝΠαν. Μερλόπουλος
2453Γιαννούτσιος Τάκης ΝΠερ. Μποῦτος Ν
2454Νικ. Δαγρές ΝἈλκ. Δεληγιάννης Ο
2455Κων. Φλέσσας ΟἈντ. Καρατζᾶς Ν
2456Ν. Σάλαμας ΝΠέτρ. Ταταράκης Ν
2457Δημ. Τερτίπης Γεώργ. Κουλούρης Ν
2458Ἰω. Παλάσκας Ὄθων Μαῦρος Ν
2459Ἰω. Σταμούλης ΝἘλευθ. Μυκώνιος Ν
2460Κίμων Βελλίνης ΝΜιλτ. Βαρότσης Ν
2461Γεώργ. Σισμάνης ΝΝ. Βαφειαδάκης
2462Γεώργ. Πλατανιώτης Γ. Παγανέλης Ν
2463Ἰω. Καναβός Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
2464Γ. Φαρμακόπουλος ΝΝ. Δρόσος Ν
2465Μιχ. Π. Ἰατρὸς Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
2466Α. Πετσάλης ΝΣωτ. Χατζηγάκης Ν
2467Παῦλος Ραζέλος ΟΝικ. Ταρμπάζης Ν
2468Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχάλης Κωνστ. Χατζηπέτρος Ν
2469Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΝΘεόδ. Κριεμάδης Ν
2470Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΕὐστ. Κοκκέβης Ν
2471Χαράλ. Κανελλόπουλος ΝΝ. Γεωργακόπουλος Ν
2472Παν. Λαμπρούλιας ΝΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
2473Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης ΝΔημ. Καμαριώτης
2474Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς ΝΔιον. Στάϊκος Ν
2475Θεόδ. Βελλιανίτης ΝἈριστόβουλος Μάνεσης Ο
2476Ἀνάρ. Σιμόπουλος ΟΣπ. Δεϊμέζης
2477Λ. Καραλίβανος ΝΘεόδ. Λιμπρίτης Ν
2478Πανουρ. Πανουργιᾶς Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
2479Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Θεόδ. Γκίκας Ν
2480Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος ΝΠαντελῆς Γκίκας Ν
2481Ἰω. Τσερτίδης ΝΝικ. Τσαμαδός Ο
2482Χρ. Τζῖνος ΝΧριστόδουλος Στεριάδης Ν
2483Δημ. Βότσης ΝΝικόλ. Κοντογιάννης Ν
2484Πίνδ. Ἀντωνόπουλος ΝΚομνᾶς Τράκας Ν
2485Παν. Σάκκης ΝΝικ. Χατζῖσκος
2486Δημ. Ε. Καλογερόπουλος ΝΤριαντάφυλλος Σχινᾶς Ο
2487Νικ. Καράπαυλος ΟΔημ. Κρίτσας Ο
2488Ἰω. Βρυώνης ΝΜιχ. Κακαρᾶς Ν
2489Π. Ἄννινος Καββαλιεράτος Γ. Ἀβέρωφ Ν
2490Νικόλ. Δημητριάδης ΝΚ. Βαρατάσης Ν
2491Γεώρ. Ν. Μπούμπουλης Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ο
2492Ἀντ. Γουδῆς ΝἸω. Α. Κανάρης Ν
2493Ἀθ. Λαδόπουλος
2494§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 150. Ἐκ τούτων 118
2495εἶπον Ναὶ καὶ 32 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ παρε-
2496δέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
2497Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
2498§180ΡΑΛΛΗΣ ΚΑΙ ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ψηφοφορηθῇ καὶ ἡ
2499ἄλλη πρότασις.
2500§181Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ Κύριοι
2501ἐπιθυμοῦσι νὰ ψηφοφορηθῇ καὶ ἡ πρότασίς των. Ἡμεῖς δὲν
2502ἀντιλέγομεν.
2503§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ἵνα ἡ συζήτησις τῆς
2504προτάσεως τοῦ ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ κ. Βότσαρη περὶ συστά-
2505σεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς προταχθῇ πά-
2506σης ἄλλης λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2507(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
2508τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Γεωργίου Μελισσηνοῦ
2509καὶ Σπ. Ε. Στάη, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον
2510πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2511Μιλτ. Δάλλας Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ν
2512Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Σπυρ. Βαρζέλης Ν
2513Κωνστ. Ἀσημακόπουλος ΟΝικόλ. Λεβίδης Ο
2514Ν. Σμόλενιτζ ΟΚωνστ. Κολιάτσος Ν
2515Δημ. Οἰκονομίδης ΟΔημοσθ. Σκυλίτσης
2516Δημοσθένης Καΐρης ΝἈθ. Μουτζόπουλος Ο
2517Ἔπαμ. Ἐμπειρίκος ΝΝ. Δ. Καλλιφρονᾶς
2518Κωνστ. Νεγρεπόντης ΟἈλέξ. Γ. Σκουζές Ο
2519Ἰωάνν. Πετρίδης Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος
2520Νικόλ. Φαρμακόπουλος ΟΔ. Γ. Ράλλης Ν
2521Σωτήρ. Δανόπουλος Ἀλέξ. Ψύλλας Ο
2522Χρ. Βότσαρης ΝΚ. Ι. Ἀγγελλόπουλος Ο
2523Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Γεώρ. Κόρπας
2524 Ἀχιλ. Ἀγάθος Ο
2525Ἀθ. Ἴσκος Κωνσταντ. Βασιλάκης
2526Κωνστ. Τοπάλης ΟἸω. Σέχος
2527Νικ. Σχινᾶς Νικ. Βασιλάκης
2528Γεώρ. Φιλάρετος ΝἈθ. Παραμυθιώτης
2529Νικ. Σταματιάδης ΟΓεώρ. Θεοτόκης
2530Ἰω. Γιαννακόπουλος ΟΓεώρ. Καποδίστριας Ν
2531Ἐπ. Μαυρομμάτης ΝΔημ. Οἰκονόμου
2532Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΟΔημ. Πετρίδης Ο
2533Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟΠ. Ζούζουλας Ο
2534Περ. Ἀλεξάκης Κωνσταν. Σκαρπέτης Ο
2535Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΟἈριστ. Μεντζελόπουλος
2536Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΟΝικόλ. Βαλσαμάκης
2537Π. Λαμπρινόπουλος ΟἸω. Τζανετάτος Φωκᾶς
2538Χαρ. Τζανετάκης ΟΔημ. Σβορῶνος ἀρν
2539Γ. Λ. Πετροπουλάκης ΝἌθως Ρωμάνος Ν
2540Πολύμ. Ζαρίμπας Διον. Καλούτσης Ο
2541Χρ. Μαστραπᾶς ΝΣπ. Ε. Στάης Ν
2542Γεώργ. Ἀνδρίτσος Χ. Κ. Βοζίκης
2543Κων. Παπαμιχαλόπουλος Νικ. Σταματόπουλος
2544Π. Ρίτσος ΟΘ. Πέῤῥος Ο
2545Ἀνδρ. Βασιλείου ΟΓεώργ. Μαυρομιχάλης Ο
2546Σπ. Τσιτσάρας ΟΔημοσθ. Μανουσάκης
2547Δημ. Χατζόπουλος Δημοσθ. Μάταλας
2548Δημ. Βουλπιώτης Ἀρ. Μελετόπουλος Ο
2549Μιχ. Ἰατρίδης Νικ. Γκουζούλης Ο
2550Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας ΟΔημ. Πιπινόπουλος Ο
2551Κ. Δ. Βοῦλτσος ΝΧασὰν βέης Πετρεδὴν βέης
2552Γ. Μελισσηνὸς ΟΦιλώτας Ἰσχόμαχος Ο
2553Διον. Μυλωνᾶς ΟἸω. Γεωργαντᾶς
2554Ἄγγ. Πετραλιᾶς ΟἸω. Λάππας Ο
2555 Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο
2556Γεώρ. Κρεστενίτης Ἄγγ. Καλκάνης Ο
2557Γεώρ. Παπακυριακόπουλος ΟΒ. Βασιλειάδης Ο
2558Δημοσθ. Δόγκας ΟἈθ. Εὐταξίας Ν
2559Ἰω. Σισίνης ΟἸω. Μπακόπουλος Ο
2560Στέφ. Σκουλούδης ΝἈριστ. Σακελλαρόπουλος Ο
2561Γεώρ. Πετούσης Φίλ. Βάρβογλης
2562Ἀριστομ. Βαλέτας ΝΝ. Τριανταφυλλάκος Ν
2563Νικ. Νομικὸς ΟἨλ. Ζέγγελης
2564Πέτρος Δελένδας ΟΛάμπρος Σινανιώτης Ο
2565Κωνσταν. Πεταλᾶς ΟἸω. Βούτουνας Ο
2566Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης ΟΓ. Μαλέας Ν
2567Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Γ. Νικολαΐδης Ο
2568Θεόδ. Ζαΐμης Λεων. Δεληγεώργης Ν
2569Λεων. Πετιμεζᾶς ΝΜιλτ. Γουλιμῆς
2570Γεώργ. Σιβιτανίδης ΟΠαν. Μερλόπουλος Ν
2571Γιαννούσιος Τάκης ΟΠερ. Μποῦτος Ο
2572Νικ. Δαγρὲς ΟἈλκ. Δεληγιάννης Ν
2573Κων. Φλέσσας ΝἈντ. Καρατζᾶς Ν
2574Ν. Σάλμας ΟΠέτρ. Ταταράκης Ο
2575Δημ. Τερτίπης Γεώργ. Κουλούρης Ο
2576Ἰω. Παλάσκας Ὄθων Μαῦρος
2577Ἰω. Σταμούλης ΟἘλευθ. Μυκώνιος Ο
2578Κίμων Βελλίνης ΟΜιλτ. Βαρότσης Ο
2579Ξενοφ. Τσαμαγκίδης Γεώργ. Σισμάνης Ο
2580Ἰω. Καζαμπάκας ΟΓεώργ. Πλατανιώτης
2581Ι. Στεφάνου ΟἸω. Καναβὸς
2582Παν. Λεβέντης ΟΓ. Φαρμακόπουλος Ο
2583Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Μιχ. Π. Ἰατρὸς
2584Ν. Χαντζηνικολῆς Α. Πετσάλης Ο
2585Παῦλος Ραζέλος ΝΝ. Δρόσος Ο
2586Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχάλ. Ἰρηγ. Μαυρομαρᾶς
2587Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΟΣωτ. Χατζηγάκης Ο
2588Ἀσημ. Χριστόπουλος ΟΝικ. Ταρυμπάζης Ο
2589Χαράλ. Κανελλόπουλος ΟΚ. Χατζηπέτρος Ο
2590Παν. Λαμπρούλιας ΟΘεόδ. Κριεμάδης Ο
2591Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης ΟΕὐστ. Κοκκέβης Ο
2592Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς ΟΝ. Γεωργακόπουλος Ο
2593Θεόδ. Βελλιανίτης ΟΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
2594Ἀνάρ. Σιμόπουλος ΝΔημ. Καμαριώτης
2595Λ. Καραλίβανος ΟΔιον. Σταῖκος Ο
2596Πανοῦργ. Πανοῦργιας Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ν
2597Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Σπ. Δεϊμέζης
2598Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος ΟΘεόδ. Λιμπρίτης Ο
2599Ἰω. Τσερτίδης ΟἸω. Παπαδόπουλος Ο
2600Χρ. Τζῖνος ΟΘεόδ. Γκίκας Ο
2601Δημ. Βότσης ΟΠαντελῆς Γκίκας Ο
2602Πίνδ. Ἀντωνόπουλος ΟΝικ. Τσαμαδὸς Ν
2603Παναγ. Σάκκης ΟΧριστόδουλος Στεριάδης Ο
2604Δημ. Ε. Καλογερόπουλος ΟΝικολ. Κοντογιάννης Ο
2605Νικ. Καράπαυλος ΝΚομνᾶς Τράκας
2606Ἰω. Βρυώνης ΟΝ. Χατζῖσκος
2607Π. Ἄννινος Καβαλλιεράτος Τριαντάφυλλος Σχινᾶς Ν
2608Νικολ. Δημητριάδης ΟΔημ. Κρίτσας Ν
2609Γ. Ν. Μπούμπουλης Μιχ. Κακαρᾶς Ο
2610Ἀντ. Γουδῆς ΟΓ. Ἀβέρωφ Ο
2611Ἀθ. Λαδόπουλος Κ. Βαρατάσης Ο
2612Ν. Βαφειαδάκης Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν
2613Γ. Παγανέλης Ἰων. Α. Κανάρης Ο
2614Ἀλοΐσιος Τόμαν Ο
2615§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 142. Ἐκ τούτων 34
2616εἶπον Ναί, 107 εἶπον Ὄχι, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομέ-
2617νως ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν πρότασιν περὶ προτάξεως τῆς
2618προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης εἰς τὴν ἡμερησίαν
2619διάταξιν τῆς σήμερον.
2620Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Εὐτα-
2621ξίας. Δηλῶ ὅμως, ὅτι τὸ γενόμενον ἄρτι εἶναι ἐναντίον τοῦ
2622Κανονισμοῦ, διότι ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐπιτρέπει ν’ ἀποφασίσῃ
2623ἡ Βουλὴ ἐπὶ προτάσεως περὶ προτάξεως ἀντικειμένου τινὸς ἐν
2624τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, πρὶν ἢ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
2625ταξιν. Τὸ γενόμενον λοιπὸν σήμερον δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ
2626ὡς προηγούμενον.
2627Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
2628(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ
2629ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 10′ μ. μ.).
2630§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
2631Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2632§185ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα εἶχε τὴν καλωσύνην ἡ Βουλὴ
2633ν’ ἀκούσῃ χθὲς παρὰ τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου καὶ ἐμοῦ, λαμ-
2634βάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω μίαν πρότασιν νόμου, σκοποῦ-
2635σαν τὴν πρόληψιν τοῦ ἐπαπειλουμένου κακοῦ κατὰ ὑπερεξα-
2636κοσίων συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι ἐδήλωσαν μὲν τὰ ἀροτρι-
2637ῶντα κτήνη των, ἀλλὰ δὲν τὰ ἐδήλωσαν ἐνώπιον τοῦ δημάρ-
2638χου ἢ τοῦ εἰρηνοδίκου. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης τοῦ νό-
2639μου παρατείνεται ἡ προθεσμία δι’ αὐτοὺς καὶ μόνον, νὰ ἔχωσι
2640τὸ δικαίωμα νὰ δηλώσωσι μέχρι τῆς 15 Ἀπριλίου.
2641§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐζή-
2642τησα πληροφορίας ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα περὶ τῆς ὑποθέ-
2643σεως ταύτης, καὶ ἐζήτησα τὸν σχετικὸν φάκελλον, ὅπως με-
2644λετήσω τὴν ὑπόθεσιν.
2645§187ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν νομίζητε ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη
2646νομοθετικῆς παρεμβάσεως, παρακαλῶ, ὅπως ἡ πρότασις αὕτη
2647τοῦ νόμου ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
2648§188ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ ἡ
2649πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, διανεμηθῇ καὶ ἀναγραφῇ
2650ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Συνιστῶ δὲ καὶ ἐγὼ νὰ ἀρθῇ τὸ ἄδι-
2651κον, τὸ ὁποῖον προσεγένετο εἴτε ἐξ ἐλλείψεως τῶν φορολογουμέ-
2652νων, εἴτε ἐξ ἄλλης τινὸς αἰτίας. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν προτί-
2653θεμαι νὰ συζητήσω περὶ τούτου, συνιστῶ ὅμως εἰς τὸν κ. Πρό-
2654εδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως περὶ τοῦ ἀντι-
2655κειμένου τούτου ληφθῇ ἓν μέτρον, ἵνα ἀπαλλαγῶσιν οἱ φορο-
2656λογούμενοι τοῦ δήμου Μαντινείας μεγίστων ζημιῶν.
2657§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας
2658ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
2659(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 189).
2660§190ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρεμφερῆ παράκλησιν καὶ σύστασιν εἶχον
2661ὑποβάλει πρὸ ἑβδομάδων πολλῶν καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν κ. Πρόε-
2662δρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν,
2663ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν τῶν δήμων τῆς ἐπαρ-
2664χίας Λοκρίδος, οἵτινες κατεστράφησαν ἐκ τοῦ σεισμοῦ τοῦ
26651894. Εἶπον τότε, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, χωρὶς νὰ
2666λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ἐν τῷ μεταξὺ ἐπελθοῦσαν καταστροφὴν,
2667ἀντέγραψεν ἁπλούστατα τὸν κατάλογον τοῦ φόρου οἰκοδο-
2668μῶν τοῦ 1893· οἱ κάτοικοι οὐδέποτε ἐσκέφθησαν, ὅτι εἶναι
2669δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φόρον περὶ ἀντικειμένου, τὸ
2670ὁποῖον εἴτε ἐξέλιπεν ὁλοσχερῶς, ὡς ἐν Λαρύμνῃ καὶ Δαφνη-
2671σίῳ, εἴτε κατέστη ἄχρηστον, ὡς ἐν Ἀταλάντῃ, διὸ δὲν ἔκα-
2672μον ἐγκαίρως τὰς ἐνστάσεις των, καὶ τώρα ἀπαιτοῦνται
2673φόροι παρ’ αὐτῶν...
2674§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ φόρος
2675τοῦ 1895;
2676§192ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα... Ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος
2677συνάδελφος μοὶ εἶχεν ὑπενθυμίσει κατὰ τὴν πρώτην ἐπερώ-
2678τησίν μου τὸ συμβὰν ἄλλοτε εἰς τοὺς Αἰγιεῖς συνεπείᾳ τοῦ
2679σεισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐνσκήψει τότε, καὶ κατεστράφησαν
2680πολλὰ μέρη. Τότε ὁ αὐτοκράτωρ τῶν Ῥωμαίων ἐσκέφθη νὰ
2681χαρίσῃ εἰς αὐτοὺς τοὺς φόρους. Δὲν εἶναι δὲ δίκαιον, ὑπὸ
2682ὁμογενῆ Κυβέρνησιν νῦν καὶ ἐπὶ παρομοίας καταστροφῆς, ἡ
2683ὁποία συνέβη εἰς τὴν Λοκρίδα, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ χαρί-
2684σωμεν ὅλους τοὺς φόρους, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ φανῶμεν ἐπι-
2685εικεῖς ὡς πρὸς τὸν φόρον, τοῦ ὁποίου τὸ ἀντικείμενον εἴτε
2686ἐξέλιπεν, εἴτε εἶναι ἄχρηστον;
2687§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Γράψατε
2688τὴν ἐπερώτησίν σας, καὶ θέλω φροντίσει νὰ τὴν ἐξετάσω.
2689§194ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχει διατυπωθῆ εἰς τὰ πρακτικὰ πρὸ
2690ἑβδομάδων. Θὰ παρακαλέσω νὰ λάβῃ πρόνοιαν τὸ Προε-
2691δρεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπως σταλῇ ἀντίγραφον εἰς τὸν κ. Πρό-
2692δρον τῆς Κυβερνήσεως.
2693Ἐπεθύμουν νὰ ἦτο ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
2694Στρατιωτικῶν, διότι ἤθελον ζητήσει παρ’ αὐτοῦ συμπληρω-
2695τικὰς τινας πληροφορίας. Εἶχον ὑποβάλει πρὸ ἡμερῶν ἐπε-
2696ρώτησιν περὶ τῆς γενομένης προμηθείας ἐρεῶν διὰ τὸν στρα-
2697τὸν καὶ ὀθόνης λινῆς διὰ περισκελίδας θερινὰς, ζητήσας νὰ
2698ὑποβληθῶσιν ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
2699Στρατιωτικῶν ἀντὶ τούτου ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν σχε-
2700δὸν πᾶσαν τὴν καταχώρησιν, τὴν ἀναφερομένην εἰς τὸ τμῆμα
2701τῶν προμηθειῶν, καὶ ἐνῷ ὑπέβαλε τόσα πολλὰ περιττὰ ἔγ-
2702γραφα καὶ ἄσχετα πρὸς τὴν ἐπερώτησίν μου, ἐλλείπουσι τὰ
2703σπουδαιότερα τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐζήτησα.
2704Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῆς ἑξῆς ὑποθέσεως. Παρὰ πολ-
2705λῶν γνωστῶν ἐμπόρων ἐνταῦθα, γνωστῶν ἰδίως προκειμέ-
2706νου περὶ διαγωνισμοῦ διὰ προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ Ὑπουρ-
2707γείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐγένοντο τὰ ἑξῆς παράπονα, τὰ
2708ὁποῖα ἤθελον νὰ ἐξακριβώσω, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα αὐτὰ
2709τὰ ἔγγραφα. Ἐν πρώτοις, ὡς πρὸς τὴν προμήθειαν τῶν ἐρεῶν,
2710μοὶ εἶπον ὅτι, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ δημοπρασία ἐν Πα-
2711ρισίοις καὶ ἐν Ἀθήναις συγχρόνως, ἐγένετο αὕτη ἐν Παρι-
2712σίοις μόνον, οὐχὶ δὲ καὶ ἐν Ἀθήναις, καὶ ἀφοῦ ἐγένετο μία
2713προσφορὰ ἐν Παρισίοις, αἴφνης παρουσιάζεται εἷς ἐνταῦθα
2714καὶ προσφέρει 10 λεπτὰ τὸ μέτρον ἐπὶ ἔλαττον τῆς τιμῆς,
2715τὴν ὁποίαν εἶχε προσφέρει γνωστὸς βιομήχανος ἐν Παρισίοις,
2716χωρὶς δὲ νὰ γένηται νέα δημοπρασία, ὅπως ὁ νόμος διατάσ-
2717σει, ἐγένετο ἡ κατακύρωσις εἰς αὐτὸν, τὸν ἐνταῦθα ἔμπορον,
2718καὶ συνωμολογήθη τὸ οἰκεῖον συμβόλαιον, καὶ ἀνετέθη εἰς
2719αὐτὸν ἡ προμήθεια. Ἀλλὰ συγχρόνως μοὶ παρετήρησαν, ὅτι,
2720ἐνῷ εἰς τὴν προκήρυξιν ὑπῆρχεν ὁ ὅρος ὁ σαφὴς, ὅτι αἱ διά-
2721φοροι ἐρέαι, αἵτινες μέλλουσι νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὸν Ἑλλη-
2722νικὸν στρατὸν, ἔπρεπε νὰ ἦναι λόγῳ ποιότητος ἀπαράλλα-
2723κτοι πρὸς τὰς ἐρέας, τῶν ὁποίων ποιεῖται χρῆσιν ὁ Γαλλι-
2724κὸς στρατὸς, ἐν τούτοις παραδίδονται ἐρέαι, αἵτινες δὲν εἶναι
2725παρόμοιαι πρὸς ἐκείνας τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ, οὐδὲ προέρ-
2726χονται κἂν ἐκ Γαλλικῶν ἐργοστασίων, ἀλλ’ ἐπρομηθεύθησαν
2727ἐξ Ἀγγλίας. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ παραλαμβάνουσα τὴν ἐρέαν
2728ταύτην, λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ βάρος, ἀλλὰ δὲν λαμβά-
2729νει ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλα συστατικὰ, ὡς τὴν ἀντοχὴν, τὸν ἀριθμὸν
2730τῶν κλωστῶν κλπ., τὰ ὁποῖα εἶχον τεθῆ εἰς τοὺς ὅρους τῆς
2731προκηρύξεως, ἰδίως τὸν χρωματισμόν· καὶ πρέπει νὰ ἠξεύρη-
2732τε, ὅτι ἐκ τοῦ χρωματισμοῦ προκύπτει μεγάλη διαφορά. Ἐὰν
2733λ. χ. ὁ χρωματισμὸς ἦναι ἐξ ἰνδικοῦ ὁλοσχερῶς, ἔχει 50 λε-
2734πτὰ τὸ μέτρον περιπλέον ἀξίαν, ἐὰν ἦναι κατὰ τὸ ἥμισυ ἐξ
2735ἰνδικοῦ, ἔχει 25 λεπτὰ ἐπὶ ἔλαττον, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ ἰνδικὸν,
2736ἀλλ’ ἔχῃ ἄλλο τι χημικὸν χρῶμα, 50 λεπτὰ ἐπὶ ἔλαττον.
2737Μὲ διεβεβαίωσαν λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐρέα ἡ παραδιδομένη ἔχει
2738κατὰ τὸ ἥμισυ ἰνδικὸν, αἱ κλωσταὶ δὲ δὲν ἀνταποκρίνονται
2739πρὸς τὸν ἀριθμὸν τὸν τεθέντα εἰς τὴν προκήρυξιν. Ἐγὼ δὲν
2740ἠθέλησα νὰ παράσχω πίστιν εἰς ταῦτα, καὶ ἐζήτησα νὰ
2741προσαχθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ ταῦτα εἶναι τὰ ἑξῆς:
2742πρῶτον ἡ προκήρυξις, δεύτερον ἐὰν ἐγένετο δημοπρασία καὶ
2743ἐν Παρισίοις καὶ ἐνταῦθα, τρίτον τὰ πρακτικὰ τῆς δημο-
2744πρασίας ταύτης, τέταρτον ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον ἠρκέσθη τῷ
2745ὄντι εἰς τὴν ἐπὶ ἔλαττον προσφορὰν, τὴν κατ’ ἰδίαν γενομέ-
2746νην ἐνταῦθα, καὶ δὲν ἐνόμισεν ὅτι ὑπεχρεοῦτο συνεπείᾳ τούτου
2747νὰ προβῇ εἰς νέαν δημοπρασίαν, πέμπτον τὸ συμβόλαιον μετὰ
2748τοῦ μειοδότου, καὶ τελευταῖον τὸ πρωτόκολλον τῆς παρα-
2749λαβῆς. Ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω, ἐὰν τῷ ὄντι παρεδόθησαν ἐρέαι
2750τῆς ποιότητος τῆς καθοριζομένης ἐν τῇ προκηρύξει τοῦ δια-
2751γωνισμοῦ, προερχόμεναι δηλαδὴ ἐκ τῶν ἐργοστασίων, ἐκ τῶν
2752ὁποίων προμηθεύεται καὶ ὁ Γαλλικὸς στρατὸς, ἐν ἄλλαις λέ-
2753ξεσιν, ἐὰν ἔχωσι τὰ συστατικὰ, τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ ἡ ἐρέα τοῦ
2754Γαλλικοῦ στρατοῦ.
2755Ἐπίσης, προκειμένου καὶ περὶ τῆς προμηθείας ὀθόνης λι-
2756νῆς διὰ θερινὰς περισκελίδας τοῦ στρατοῦ, μοὶ παρεπονέθησαν
2757ὅτι ἐγένετο ἡ δημοπρασία ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ παραδοθῶσι περὶ
2758τὰ 60,000 μέτρα λινῆς ὀθόνης ἐντὸς δύο μηνῶν. Πολλοὶ τῶν
2759ἐνταῦθα γνωστῶν ἐμπόρων, τῶν δυναμένων νὰ συναγωνισθῶσιν,
2760ἐπαρουσιάσθησαν καὶ εἶπον: «Εἶναι ἀδύνατον ἐντὸς 2 μηνῶν
2761νὰ παραδώσωμεν αὐτὴν τὴν ποσότητα· πρέπει νὰ ὁρισθῇ τρί-
2762μηνος προθεσμία» Τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως ἐφάνη ἀνένδοτον,
2763καὶ τότε ἐπαρουσιάσθη εἷς μόνος, ὅστις ἀνελάμβανεν ἐντὸς δύο
2764μηνῶν νὰ παραδώσῃ τὰ 60,000 μέτρα ὀθόνης λινῆς, καὶ ἐγέ-
2765νετο εἰς αὐτὸν ἡ κατακύρωσις. Ἀλλὰ τί συμβαίνει; Τὸ συμ-
2766βόλαιον δὲν συνωμολογήθη ἀμέσως, παρὰ μόνον μετὰ 4 ἑβδο-
2767μάδας, ὅ ἐστὶ τὴν προθεσμίαν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησαν οἱ ἄλ-
2768λοι τῶν τριῶν μηνῶν, ἵνα συναγωνισθῶσι, τὴν ἔλαβεν αὐτὸς
2769μόνος, καὶ συνεπῶς ἦτο ἀδύνατον οἱ ἄλλοι νὰ συναγωνισθῶσι.
2770Παραπονοῦνται συγχρόνως, ὅτι, ἐνῷ ἐζήτησαν δεῖγμα μὲ τὴν
2771σφραγῖδα τοῦ Ὑπουργείου, διὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ συναγωνισθῶ-
2772σιν ἐπὶ τῇ βάσει τούτου, καὶ τοῦτο δὲν ἐγένετο. Ἐγὼ παρα-
2773δέχομαι, ὅτι αὐτὰ εἶναι παράπονα ἁπλᾶ, καὶ ἴσως δὲν εἶναι
2774ἀληθῆ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένοντο ἅπαξ, πρέπει νὰ ἐξακριβω-
2775θῶσι, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προσαχθῶσιν ὅλα τὰ σχετικὰ
2776ἔγγραφα καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς λινῆς ὀθόνης. Εἰς τοὺς
2777φακέλλους αὐτοὺς ἀνεὗρον μόνον τὴν προκήρυξιν τῆς δημο-
2778πρασίας, δὲν ἀνεὗρον ὅμως οὔτε τὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν
2779ὑπέβαλον ἄλλοι τινὲς ἔμποροι, ζητοῦντες νὰ αὐξηθῇ ἡ προ-
2780θεσμία, οὔτε τὸ συμβόλαιον, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἐγίνετο κατά-
2781δηλον, ἐὰν τῷ ὄντι, προκειμένου περὶ τοῦ μόνου παρουσια-
2782σθέντος μειοδότου, ἡ ὑπηρεσία ἐνόμισε καλὸν νὰ συνομολο-
2783γήσῃ τὸ συμβόλαιον ὄχι ἀμέσως, ἀλλὰ μετὰ 4 ἑβδομάδας.
2784Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετὰ ἐνδιαφέρον, καὶ πρέπει
2785νὰ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἵνα καθησυχάσωμεν τὰς συνει-
2786δήσεις αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι μοὶ ὑπέβαλον τὰ παράπονα ταῦτα.
2787Ἐγὼ πιστεύω ὅτι θέλει ἀποδειχθῆ ἐκ τῶν ἐγγράφων, ὅτι δὲν
2788ἔχουσι δίκαιον οἱ παραπονούμενοι, καὶ ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐν τῇ
2789ὑποθέσει ταύτῃ συνεμορφώθη μὲ ὅ,τι ἡ τιμὴ καὶ τὸ καθῆκον
2790ἐπέβαλλον εἰς αὐτήν.
2791§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ μικροῦ
2792ἀνεφέρατε ἓν πρὸς ἓν τὰ ἔγγραφα, τῶν ὁποίων ἔχετε ἀνάγ-
2793κην. Παρακαλῶ νὰ τὰ σημειώσητε, ἵνα ἀποστείλωμεν τὴν
2794σημείωσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος
2795ἀπουσιάζει ταύτην τὴν στιγμὴν ἐντεῦθεν.
2796§196ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἄνευ σημειώσεως εἶναι εὔκολον. Ζητῶ
2797νὰ προσαχθῇ πᾶν ἔγγραφον ἀναγόμενον εἰς τὴν προμήθειαν
2798ἐρέας καὶ ὀθόνης λινῆς διὰ τὸν στρατόν.
2799§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καταθέτω
2800πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαμῶν ἐζή-
2801τησε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 15 Φεβρουαρίου. Αἱ πλη-
2802ροφορίαι αὗται παριστῶσιν ἐπ’ ὀνόματι τίνων καὶ ἀντὶ πό-
2803σου ποσοῦ κατεκυρώθησαν οἱ φόροι τῶν ἀδηλώτων οἴνων τῶν
2804ἐπαρχιῶν Καλαμῶν, Μεσσήνης καὶ Μεγαλοπόλεως, καὶ τὰ
2805ποσὰ τοῦ διὰ δηλώσεων βεβαιωθέντος φόρου τῶν οἴνων τῶν
2806εἰρημένων ἐπαρχιῶν.
2807§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2808Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως
2809τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου τοῦ 1887.
2810Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
2811§199Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὐχάριστον εἶναι, ὅτι προετάχθησαν τὰ
2812νομοσχέδια περὶ χαρτοσήμου, εὐκτέον δὲ θὰ ἦτο, νομοσχέδια
2813τοιαύτης σημασίας καὶ σπουδαιότητος, εἰ δυνατὸν, νὰ προε-
2814τάσσοντο εἰς μίαν ἐκ τῶν τριῶν συζητήσεων, ὥστε νὰ δύνα-
2815ται καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς πραγματικὴν συζήτη-
2816σιν εἰς μίαν ἐκ τῶν τριῶν τουλάχιστον. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα
2817ὄντως ἔχουσι μεγάλην σπουδαιότητα, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ
2818διαλάθῃ τὴν προσοχὴν ὅλων ἡμῶν. Ζητεῖται ἡ τροποποίη-
2819σις τοῦ νόμου τοῦ 1887 περὶ τελῶν χαρτοσήμου, ἀλλὰ δὲν
2820ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω διατὶ ὑπεβλήθησαν δύο νομοσχέδια καὶ
2821δὲν ὑπεβλήθη ἕν. Πρόκειται περὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ νό-
2822μου τοῦ 1887, τοῦ ὀργανικοῦ νόμου περὶ τελῶν χαρτοσή-
2823μου. Διὰ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου ζητεῖται ἡ τροποποίησις
2824τοῦ ἄρθρου 17, διὰ τοῦ ἄλλου ἡ τροποποίησις ἄλλων ἄρθρων.
2825Δὲν ὑποθέτω ὅτι ὑπάρχει μεγάλη ἐπιθυμία νὰ αὐξήσῃ ὁ
2826ἀριθμὸς τῶν νόμων, καὶ θὰ ὑπεδείκνυον εἰς τὸν εἰσηγητὴν τοῦ
2827νομοσχεδίου, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καλὸν θὰ
2828ἦτο νὰ συγχωνευθῶσι τὰ δύο νομοσχέδια, ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο
2829δὲν δεχθῇ, θὰ γείνῃ κατ’ ἀνάγκην ἡ συζήτησις ταὐτοχρόνως
2830ἐπ’ ἀμφοτέρων, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον διὰ τοῦ πρώτου
2831ἀναγεγραμμένου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίου δύο
2832ζητοῦνται, ἡ μεταβολὴ τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως ἐπὶ τῶν
2833εἰσιτηρίων τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν, σιδηροδρομικῶν καὶ
2834καθ’ ἑξῆς, καὶ ἡ πληρωμὴ τοῦ τέλους εἰς τὸ νόμισμα, τὸ
2835ὁποῖον εἰσπράττεται, ἄλλαις λέξεσιν εἰς χρυσὸν, ἐὰν ἡ σύμ-
2836βασις ἀφορᾷ εἰς πληρωμὴν εἰς χρυσόν. Αὕτη εἶναι ἡ ἀρχὴ
2837τοῦ ἑνὸς τῶν νομοσχεδίων, τὸ δὲ ἄλλο νομοσχέδιον προτίθεται
2838τὰ ἑξῆς. Τὰς τέσσαρας κατηγορίας τῶν πληρωμῶν. Δηλ.
2839(ἀναγινώσκει): «Αἱ συναλλαγματικαὶ, καὶ τὰ εἰς διατα-
2840γὴν γραμμάτια, αἱ ἐπιταγαὶ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, αἱ ὁμολο-
2841γίαι καὶ ἐν γένει πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ περιέχοντα ὑπο-
2842σχέσεις καὶ διαταγὰς πληρωμῶν δι’ ὡρισμένας ποσότητας καὶ
2843κυκλοφοροῦντα ἐν τῷ Βασιλείῳ, συμπεριλαμβανομένων καὶ
2844τῶν ἔξωθεν εἰσερχομένων συναλλαγματικῶν ἢ γραμματίων,
2845τῶν πληρωτέων ὑπὸ κατοίκων τοῦ Βασιλείου.» Αὕτη εἶναι
2846ἡ μία κατηγορία. Ἡ δευτέρα εἶναι τὰ συμβόλαια, ἡ τρίτη
2847εἶναι τὰ πρόστιμα, καὶ ἡ τετάρτη τὰ κληρονομικὰ τέλη.
2848Ὅλων αὐτῶν τῶν τεσσάρων κατηγοριῶν τὰ τέλη πρόκειται
2849ἐν τῷ μέλλοντι νὰ πληρόνωνται εἰς χρυσόν. Γίνεται ὅμως καὶ
2850μία προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον 15, ἐπιβάλλεται τέλος χαρτο-
2851σήμου, κατὰ πρῶτον ἤδη, εἰς τὰς ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν ἢ τρα-
2852πεζομεσιτικῶν γραφείων ἐκδιδομένας ἀποδείξεις, δηλούσας τὴν
2853πώλησιν ὁμολογιῶν οἱωνδήποτε, τοῦ τέλους ὑπολογιζομένου
2854ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ ποσοῦ τῶν πωλουμένων ὁμολογιῶν, καὶ
2855καταβαλλομένου εἰς τὸ εἶδος τῶν ἐν αὐταῖς μνημονευομένων
2856νομισμάτων. Ἡ καινοτομία λοιπὸν εἶναι αὐτὴ καὶ μόνη. Ὥστε
2857ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ταμιευτικὸς, εἶναι αὔ-
2858ξησις τοῦ ἐπιβαλλομένου τέλους· διότι, ἐνῷ σήμερον ὁ ἰσχύων
2859νόμος ἐπιβάλλει εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τὴν πληρωμὴν,
2860ἤδη αὕτη θὰ γίνεται εἰς χρυσόν.
2861Εἶναι λυπηρὸν, διότι ὁσάκις ἔρχεται ἡ συζήτησις νόμου
2862περὶ τελῶν χαρτοσήμου, οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχει, εἰμὴ τὸν
2863ταμιευτικόν· τεντώνεται, καὶ παρατεντώνεται τὸ σχοινίον, ἕως
2864ὅτου σπάσῃ. Ἐὰν εἴχομεν στατιστικὴν, ἵνα ἴδωμεν δι’ ἀριθ-
2865μῶν τὴν ἱστορίαν τοῦ θεσμοῦ τοῦ χαρτοσήμου, ἠθέλομεν
2866πραγματικῶς φρίξει διὰ τὸ θάῤῥος ὅλων τῶν Κυβερνήσεων
2867ἀνεξαρτήτως· εἶναι ὁ πακτωλὸς, πάντων τῶν Ὑπουργῶν
2868ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ὃν ἁπλώνοντες τὴν χεῖρα, εἰσπράτ-
2869τουσιν εὐκόλως χρήματα. Χρημάτων ἔχουσιν ἀνάγκην αἱ
2870Κυβερνήσεις· τὸ χαρτόσημον καὶ πάλιν τὸ χαρτόσημον. Μόνον
2871μία Κυβέρνησις, κατὰ τὸ 1865, ἐμερίμνησεν περὶ μειώσεως
2872τῶν δικαστικῶν τελῶν εἰς τὸ ἥμισυ, ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ νόμος
2873ἔζησε μόνον ἓν ἔτος, ὅσον τὰ ῥόδα τοῦ Μαΐου. Ὅλη ἡ ἄλλη
2874ἱστορία τοῦ θεσμοῦ τοῦ χαρτοσήμου ὁμοιάζει μὲ τὸν τρόπον
2875τοῦ σκέπτεσθαι ἐκείνου, ὁ ὁποῖος κόπτει τὸν καϊμὲν, καὶ
2876ἀληθῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ χαρτόσημον εἶναι εἷς
2877καϊμές. Καὶ πῶς ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα τῆς Πολι-
2878τείας διὰ τοῦ τοιούτου τρόπου τοῦ σκέπτεσθαι; Ὅλοι γνω-
2879ρίζομεν· αἱ μὲν συναλλαγαὶ καταπιέζονται δεινότατα, τὸ δὲ
2880ἐμπόριον εἶναι βεβαρυμένον φρικωδῶς. Ἡ ἐπιστρατεία τοῦ
28811885 εἰσήγαγε καὶ μίαν διάταξιν δημευτικὴν περὶ στερή-
2882σεως τῆς ἀποδεικτικῆς ἰσχύος τῶν ἐγγράφων ἐνώπιον τῶν
2883πολιτικῶν καὶ ποινικῶν δικαστηρίων, ἀκολούθως δὲ, κατὰ
2884συγκατάβασιν, ἡ ἄλλη Κυβέρνησις περιώρισε τὴν στέρησιν
2885τῆς ἀποδεικτικῆς ἰσχύος μόνον ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικα-
2886στηρίων. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι καθαρῶς δημευτική.
2887Δὲν θέλω ν’ ἀκούσητε τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου, ἀκούσατε
2888ὅμως τὸν Leroy-Beaulieu, ὁ ὁποῖος αὐτὸν τὸν χαρακτηρι-
2889σμὸν δίδει εἰς τὴν διάταξιν ταύτην. Τελευταῖον ἀκόμη ἐδη-
2890μοσίευσεν ἄλλος δημοσιολόγος μίαν ἀρίστην διατριβὴν ἐπὶ
2891τοῦ θέματος τούτου εἰς τὴν «Revue Politique et Parle-
2892mentaire», ὅπου ἀναπτύσσεται ἐν πλάτει τὸ ζήτημα, καὶ
2893ἀποδεικνύεται, ὅτι μία τοιαύτη διάταξις οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ
2894δήμευσις, διότι δύνασθε νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὸν παραβιάζοντα
2895τὰς διατάξεις τοῦ νόμου οἷον ἂν θέλητε πρόστιμον, καὶ ἐὰν
2896δὲν σᾶς ἀρκῇ τὸ πενταπλοῦν, νὰ ἐπιβάλητε τὸ δεκαπλοῦν,
2897ὅσον θέλετε τέλος, ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸν στε-
2898ρήσητε τὴν περιουσίαν του, καὶ τὸν στερεῖτε τὴν περιουσίαν
2899του, ὅταν τὸν στερῆτε τὴν ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν τοῦ ἐγγράφου.
2900Ἐν τούτοις ἤθελε προταχθῆ, ὅτι οὕτως εἰσπράττεται καλ-
2901λίτερον τὸ χαρτόσημον. Εἶναι τὸ ταμιευτικὸν σύστημα· ἀλλὰ
2902δὲν ὑπολογίζομεν τὰς ζημίας. Ἐδῶ εἶναι καὶ σειρὰ παραλο-
2903γισμῶν. Σᾶς ἀναφέρω τὰς ἐπιστολὰς καὶ τὰς σαφεῖς διατά-
2904ξεις τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος. Αἱ ἐπιστολαὶ πρέπει νὰ γίνων-
2905ται ἐπὶ χαρτοσήμου· ὑπάρχει δὲ καὶ προθεσμία τεταγμένη
2906πρὸς τοῦτο.
2907Τὸ δεινότερον ὅμως εἶναι τὰ δικαστικὰ τέλη. Καὶ ἄλλοτε
2908εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ εἴπω λέξεις τινὰς περὶ τούτου, καὶ
2909ὁσάκις ἤρχετο νομοσχέδιον περὶ χαρτοσήμου, ὅπως διακόπτω,
2910οὕτως εἰπεῖν, τὴν παραγραφὴν διὰ τῆς διαμαρτυρίας: πῶς
2911αὐξάνετε τὸ χαρτόσημον, ἐν ὅσῳ δὲν δίδετε εἰς τὴν κοινωνίαν
2912δικαιοσύνην! Τοῦτο εἶναι καθαρὰ ἀρνησιδικία· ἔχετε ἀπαίτη-
2913σιν 40 δραχμῶν; χάρις εἰς τὸν σοφὸν νόμον περὶ χαρτοσή-
2914μου, πρέπει νὰ δαπανήσητε 150! Τοῦτο δὲν εἶναι ἀρνησι-
2915δικία; Δὲν ἀρκεῖ ὅτι ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου εἶναι ἐπα-
2916χθέστατος καὶ ἡ δικονομία πολυτελεστάτη εἰς τύπον, ἔρχεται
2917καὶ ἡ ἐφαρμογή· πίπτετε εἰς τὰς χεῖρας τῶν κυρίων ταμιῶν,
2918τῶν κυρίων γραμματέων τῶν δικαστηρίων καὶ ἄλλων, οἱ
2919ὁποῖοι διὰ τὸ ἁπλούστερον ζητοῦσι πάντοτε τὰ περισσότερα!
2920Ἐπιδεικνύουσι στοργὴν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου τα-
2921μείου διὰ τῆς παρανόμου ἁρπαγῆς τῆς περιουσίας τῶν πολι-
2922τῶν! Ἐὰν θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς μελέτην, θέ-
2923λει εὕρει παρανόμους εἰσπράξεις φόρων πολλῶν, ἀλλ’ ἰδίᾳ
2924τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου. Δὲν ἀρκεῖ ὅτι εἰς τὸν Πακτω-
2925λὸν τοῦ χαρτοσήμου εὐκόλως αἱ Κυβερνήσεις καταφεύγουν,
2926ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἐκ τῆς ἐκτελέσεως διπλασιασμὸν καὶ τριπλα-
2927σιασμὸν τῶν φόρων! Κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον, ὅτε
2928ἔλαβον τιμὴν νὰ ὑποβάλω τοιαύτας παρατηρήσεις, εἶναι ἀλη-
2929θὲς ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συνω-
2930μολόγησε πάντα, ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι, ἐν ὅσῳ ὑφίστατο ἐκκρε-
2931μὴς ἡ ὑπόθεσις τοῦ συμβιβασμοῦ, ὤφειλε νὰ μὴ θίξῃ τίποτε.
2932Τότε εἶπον ἐγώ, ὅτι ἡ εὐκαιρία αὕτη εἶναι ἡ καταλληλο-
2933τέρα, ἵνα θεραπεύσῃ ὅ,τι κακὸν ὑπάρχει, καὶ πρὶν ἀναλάβω-
2934μεν ὑποχρεώσεις πρὸς τρίτους. Αὐτὸ ὑπαγορεύει ἡ καλὴ πί-
2935στις καὶ τὸ ὕψιστον συμφέρον τῆς Πολιτείας· διότι, ὅταν ἦναι
2936ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ θύρα εἶναι κεκλεισμένη εἰς τοὺς ἀδι-
2937κουμένους, καὶ ὅτι μόνον ἡ ἀναγραφὴ ποσοῦ τινος εἰς τὸν ἐτή-
2938σιον οἰκιακὸν προϋπολογισμὸν ἑκάστου ἅρπαγος ἀρκεῖ ν’ ἀντι-
2939ταχθῇ εἰς τὴν ὑπέρογκον δαπάνην τοῦ χαρτοσήμου, ἡ δὲ
2940δικαιοσύνη ὡς ἐκ τῆς ἀκριβείας εἶναι ἀπροσπέλαστος εἰς τὸν
2941ἔντιμον καὶ μὴ πλούσιον πολίτην, βεβαίως δὲν εἶναι σπου-
2942δαία ἀντίῤῥησις, ὅτι θὰ κάμωμεν κακὴν φιγούραν εἰς τοὺς
2943ἀντιπροσώπους τῶν κατόχων ἐθνικῶν ὁμολογιῶν.
2944Ταύτας τὰς ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίου ζητή-
2945ματος θεωρῶ ἀρκετὰς, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἦναι εὐδιάθετος νὰ
2946ὠφεληθῇ ἐξ αὐτῶν. Ἂς γείνῃ μία ἀναθεώρησις ὡς πρὸς τὴν
2947ἐφαρμογὴν, ὅπως μὴ εἰσπράττωσιν οἱ ὑπάλληλοι πλείονα
2948τῶν νομίμων, διότι ὁ Ἀθηναῖος π. χ. πληρόνει ὀλιγώτερα,
2949ὁ Χαλκιδεὺς περισσότερα, ὁ Σπαρτιάτης ἄλλα, ἀναλόγως
2950τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ ἐκτελῶν τὸν νόμον ὑπάλ-
2951ληλος!
2952Ἤδη ἔρχομαι νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ συζη-
2953τουμένου νομοσχεδίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀρχι-
2954κῶς ὑπέβαλε νομοσχέδιον κατὰ τρόπον οὐχὶ κανονικόν, διότι
2955ἀναμφισβητήτως παραβιάζεται ὁ νόμος τῆς ἀναγκαστικῆς
2956κυκλοφορίας καὶ τὰ κεκτημένα τῆς Τραπέζης δικαιώματα.
2957Τοῦτο εὐτυχῶς ἐνόησεν ἐγκαίρως, καὶ ὑπέβαλε τροπολογίαν·
2958παρεβιάζετο δὲ, διότι ὑπεχρεοῦντο οἱ φορολογούμενοι νὰ
2959πληρόνωσιν εἰς αὐτούσιον χρυσὸν ὅλα τὰ τέλη· ἀλλὰ φοβοῦ-
2960μαι, ὅτι, ἐνῷ παρέκαμψε τὸν σκόπελον τοῦ νόμου ἐκείνου, εὑ-
2961ρίσκεται πρὸ ἄλλου σκοπέλου, πρὸ τοῦ νόμου τῆς 10 Ἀπρι-
2962λίου 1867 περὶ νομισματικοῦ συστήματος, κατὰ τὴν ἑρμη-
2963νείαν τοῦ ὁποίου, ὡς πρὸς τὰ Κράτη πρὸς τὰ ὁποῖα εἴμεθα
2964εἰς νομισματικὴν ἕνωσιν, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ χαρακτηρίσω-
2965μεν τὸ ἰσότιμον τοῦ φράγκου τοῦ χρυσοῦ μὲ τὸ κυκλοφοροῦν
2966νόμισμα, τὸ ὁποῖον σήμερον εἶναι τὸ τραπεζικόν. Τοιαύτην
2967ἔννοιαν εἶχεν ἡ ἐγκύκλιος, τὴν ὁποίαν ἀντὶ ἐκτελεστικοῦ δια-
2968τάγματος εἶχεν ἐκδώσει ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1887 πρὸς τοὺς
2969συμβολαιογράφους τῆς Θεσσαλίας. Ἔλεγεν, ὅτι τὰ νομίσματα
2970τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ὑπήγοντο εἰς τὴν νομισματικὴν ἕνω-
2971σιν, εἶναι ἰσότιμα μὲ τὸ νόμισμα τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον εἶναι
2972τὸ τραπεζικόν. Νύξιν δίδω διὰ τῆς παρατηρήσεώς μου ταύ-
2973της εἰς τοὺς πλειότερον ἀσχολουμένους περὶ τὰ οἰκονομικά.
2974Ἀλλ’ ἤδη ἔρχομαι νὰ παρατηρήσω περὶ τῶν μεγάλων ἀνω-
2975μαλιῶν, αἵτινες θέλουσι προκύψει ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου.
2976Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ἑνὸς τῶν νομοσχεδίων λέγει (ἀναγινώσκει):
2977«Ἡ παράγραφος τρίτη τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ περὶ τελῶν
2978χαρτοσήμου ΑΧΚΕʹ νόμου τῆς 30 Δεκεμβρίου 1887 τρο-
2979ποποιεῖται ὡς ἑξῆς·
2980«Αἱ συναλλαγματικαὶ καὶ τὰ εἰς διαταγὴν γραμμάτια, αἱ
2981»ἐπιταγαὶ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, αἱ ὁμολογίαι καὶ ἐν γένει
2982»πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ περιέχοντα ὑποσχέσεις καὶ διατα-
2983»γὰς πληρωμῶν δι’ ὡρισμένας ποσότητας καὶ κυκλοφοροῦντα
2984»ἐν τῷ Βασιλείῳ, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἔξωθεν εἰσερ-
2985»χομένων συναλλαγματικῶν ἢ γραμματίων, τῶν πληρωτέων
2986»ὑπὸ κατοίκων τοῦ Βασιλείου.
2987»Τὸ τέλος τῶν τοιούτων συναλλαγμάτων καὶ γραμμα-
2988»τίων, ὡς καὶ τῶν ἐπιταγῶν ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καταβάλ-
2989»λεται εἰς τὸ εἶδος τῶν ἐν αὐτοῖς μνημονευομένων νομισμά-
2990»των. Δὲν ὑποβάλλονται δ’ εἰς τέλος τὰ εἰς λογαριασμὸν
2991»τῆς Κυβερνήσεως ἐκδιδόμενα τοιαῦτα ἔγγραφα.
2992»Ὅταν αἱ συναλλαγματικαὶ καὶ τὰ ἄλλα εἰς διαταγὴν
2993»ἔγγραφα ἐκδίδωνται πολλαπλᾶ, ἕκαστον ἀντίτυπον ὑπόκει-
2994»ται εἰς τὸ αὐτὸ τέλος, ἐκτὸς ἐὰν αἱ συναλαγματικαὶ καὶ
2995»τὰ ἄλλα εἰς διαταγὴν ἔγγραφα, τὰ ἐκδιδόμενα πολλαπλᾶ,
2996»ὑπεβλήθησαν κατὰ τὴν ἔκδοσίν των εἰς εἰδικὴν ἐπισφράγι-
2997»σιν, ὅτε, ἀφοῦ καταβληθῇ τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, καὶ
2998»σφραγισθῇ τὸ ἓν τῶν ἀντιτύπων, τὰ λοιπὰ ἀντίτυπα ὑπο-
2999»βάλλονται εἰς τὸ τέλος μιᾶς δραχμῆς. Αἱ ὀπισθογραφή-
3000»σεις, αἱ ἀποδοχαί, εἰς οὐδὲν ὑπόκεινται τέλος, σημανθεισῶν
3001»τῶν κυρίων ὁμολογιῶν. Ἐξαιροῦνται ὡσαύτως τοῦ τέλους
3002»τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια τῆς τε Ἐθνικῆς, τῆς Ἰονικῆς
3003»καὶ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης.»
3004Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, ποῖος θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον;
3005Ἐκδίδεται συναλλαγματικὴ εἰς χρυσὸν 1000 φράγκων· σήμε-
3006ρον θὰ πληρώσῃ μίαν δραχμήν, αὔριον πρέπει νὰ πληρώσῃ
3007ἓν φράγκον χρυσοῦν.
3008Προσετέθη ἄλλη διάταξις ἐν ἄρθρῳ ὀγδόῳ διὰ τῆς τροπο-
3009λογίας (ἀναγινώσκει): «Τὰ τέλη, περὶ ὧν αἱ διατάξεις
3010»τῶν ἄρθρων 1, 2, 5 καὶ 6, καὶ τὸ πρόστιμον, περὶ οὗ ἡ § βʹ
3011»τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ παρόντος νόμου, δύνανται νὰ καταβλη-
3012»θῶσι καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ τῇ τρεχούσῃ τιμῇ
3013»τῶν νομισμάτων, τῶν ἀναφερομένων εἰς τὰ ἐν ταῖς ἀνωτέρω
3014»διατάξεσιν ἀναφερόμενα συναλλάγματα, γραμμάτια καὶ
3015»λοιπὰ ἔγγραφα. Ἐὰν κατὰ τὴν ἀναγωγὴν τῶν χρυσῶν ἢ
3016»ἀργυρῶν νομισμάτων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια προκύψωσι
3017»κλάσματα δραχμῆς ἐλάσσω τῶν λεπτῶν πεντήκοντα, ταῦτα
3018»δὲν εἰσπράττονται, τὰ πλέον δὲ τῶν λεπτῶν πεντήκοντα
3019»λογίζονται ὡς ἀκεραία δραχμή...» Ἀλλὰ τίς θὰ ἐκτι-
3020μήσῃ τοῦτο; Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐκδίδει συναλλαγματικήν;
3021Ἀλλ’ ἐὰν γείνῃ ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν τὴν τρέχου-
3022σαν;—διότι ὁ χρυσὸς μεταβάλλεται ἀνὰ πᾶσαν ὥραν.—
3023Ἀλλὰ μήπως ἔχει σημασίαν μόνον διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ
3024τέλους; Μικρὸν τὸ κακόν· ἔχομεν τὸ ἄρθρον 19, τὸ ὁποῖον
3025προβλέπει τὰς συνεπείας, ἐὰν δὲν ἦναι ἐπὶ τοῦ ἀναλόγου
3026χαρτοσήμου...
3027§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐρώτη-
3028σις ὑμῶν εἶναι αὕτη· τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ μεταλλικοῦ
3029νομίσματος, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκδεδομένον τὸ συνάλλαγμα,
3030καὶ τῆς τιμῆς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τίς θέλει προσδιο-
3031ρίσει; Ἔχετε δίκαιον νὰ ἀπορῆτε, διότι δὲν ἐπρόφθασα νὰ
3032σᾶς ἀναγνώσω τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν προτείνω περὶ τού-
3033του καὶ τὴν ὁποίαν παρέλαβον ἐκ τοῦ νόμου περὶ ταχυδρο-
3034μικῶν ἐπιταγῶν, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ἐκεῖ προσδιορίζεται ἡ
3035τρέχουσα τιμὴ κατὰ τρίμηνον, ἐνταῦθα δὲ κατὰ μῆνα. Προ-
3036τείνω λοιπὸν τὴν ἑξῆς προσθήκην. Εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης
3037περιόδου τοῦ ἄρθρου 8, στιχ. Ϛʹ, μετὰ τὴν λέξιν «ἔγγραφα»,
3038προστίθεται: «ὁριζομένη διὰ Β. Διατάγματος, προκαλουμένου
3039»κατὰ μῆνα ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἐπὶ
3040»τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν κατὰ τὸ δεύτερον δεκαήμερον
3041»τοῦ ἀμέσως προηγουμένου μηνὸς διατιμήσεων.»
3042§201Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι ἐπρόκειτο διὰ
3043μακρῶν νὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα τοῦτο· διότι ἄλλως ἐν ἀμ-
3044φιβολίᾳ θὰ ἐπρόκειτο νὰ γίνωνται πραγματογνωμοσύναι, καὶ
3045θὰ ἐπεβάλλοντο δαπάναι, καὶ ἄλλα τοιαῦτα.
3046Τώρα μίαν μικρὰν παρατήρησιν ἔχω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2.
3047Εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῶσι μετὰ τὰς λέξεις «15 ἄρθρον»
3048τὰ ἀκόλουθα: «τοῦ νόμου ᾼΧΚΕʹ τῆς 30 Δεκεμβρίου 1887,
3049ὡς συνεπληρώθη διὰ τοῦ νόμου ᾼΨϞΒʹ τῆς 29 Δεκεμβρίου
30501889.»
3051Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ παρόντος, προτιθέμε-
3052νος νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Τελευ-
3053ταῖον δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ
3054δώσῃ πληροφορίας σχετικὰς ὡς πρὸς τὸ συζητούμενον νομο-
3055σχέδιον. Ζητεῖται ἡ πληρωμὴ εἰς χρυσὸν, καὶ ἐκ τούτου ἕπε-
3056ται, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ὑπῆρχε νόμος· ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ
3057μάθω, εἰσεπράχθη τέλος εἰς χρυσὸν ἐκ τῶν εἰσιτηρίων τῶν
3058ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν ἢ ἄλλων περιστάσεων; καὶ ἐὰν εἰσε-
3059πράχθη, δυνάμει τίνος νόμου εἰσεπράχθη; Διότι ἔχω πληρο-
3060φορίας, ὅτι καὶ ἤδη εἰσπράττεται τοιοῦτον τέλος.
3061§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ
3062γνωρίζω.
3063§203Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν,
3064καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ τὰς πληροφορίας περὶ τοῦ νομοσχεδίου.
3065§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχε-
3066δίου εἰς βʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
3067ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3068Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
3069§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνω ἐν
3070τέλει τῆς βʹ παραγράφου τὴν ἑξῆς προσθήκην, ἥτις θ’ ἀπο-
3071τελέσῃ περίοδον κεχωρισμένην: «Ἐξαιροῦνται μόνον τὰ εἰσι-
3072τήρια τιμῆς ἐλάσσονος τῶν 20 λεπτῶν».
3073(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον μετὰ τῆς προσθή-
3074κης ταύτης, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ
3075συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
3076§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
3077τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 15, 30, 43 καὶ 53 τοῦ περὶ χαρ-
3078τοσήμου νόμου ᾼΧΚΕʹ.
3079§207Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἑνωθῶσι τὰ δύο νομο-
3080σχέδια, διότι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἦναι χωριστά.
3081§208Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν
3082τρίτην ἀνάγνωσιν.
3083(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤ-
3084ῥήσεως).
3085§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ
3086ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ἐμπειρίκου, ἔχουσα
3087οὕτω: «Νὰ ἀπαλειφθῶσιν ἐκ τῆς § αʹ αἱ λέξεις «καὶ ἐκ τοῦ
3088ἐξωτερικοῦ ἐπιταγαί».
3089§210ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
3090σεως ἀνέφερε προσθήκην τινὰ περὶ τοῦ τρόπου τοῦ προσδιορι-
3091σμοῦ τῆς τιμῆς.
3092§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὕτη ἀνάγε-
3093ται εἰς τὸ ἄρθρον 8. Ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 8, κύριε Βου-
3094λευτὰ ἐξ Ἄρτης, ἂν θέλητε νὰ μὲ ἀκολουθήσητε, διὰ νὰ ἴδητε
3095ποῦ γίνεται ἡ προσθήκη (ἀναγινώσκει):
3096«Τὰ τέλη, περὶ ὧν αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 1, 2, 5 καὶ
30976, καὶ τὸ πρόστιμον, περὶ οὗ ἡ § βʹ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ παρόντος
3098νόμου, δύνανται νὰ καταβληθῶσι καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμ-
3099μάτια ἐπὶ τῇ τρεχούσῃ τιμῇ τῶν νομισμάτων, τῶν ἀναφε-
3100ρομένων εἰς τὰ ἐν ταῖς ἀνωτέρω διατάξεσιν ἀναφερόμενα συν-
3101αλλάγματα, γραμμάτια καὶ λοιπὰ ἔγγραφα.»
3102Ἰδοὺ ἡ προσθήκη: «ὁριζομένῃ διὰ Β. Διατάγματος, προσ-
3103καλουμένου κατὰ μῆνα ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
3104γοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν κατὰ τὸ δεύτερον δε-
3105καήμερον τοῦ ἀμέσως προηγουμένου μηνὸς διατιμήσεων.»
3106§212ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν τροποποίησιν αὐτὴν πρέπει νὰ τὴν
3107συζητήσωμεν εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ
3108τὸ ζήτημα ἐτέθη καὶ ἦλθεν ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλὴν, πρέπει
3109νὰ κάμωμεν τὴν διάκρισιν μεταξὺ συναλλαγματικῶν καὶ ἐπι-
3110ταγῶν ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Οὐχὶ μόνον ἡ δικαιοσύνη ἡ ἀπό-
3111λυτος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ταμιευτικὸν συμφέρον τοῦ Δημοσίου
3112ἐπιβάλλει τὴν διάκρισιν ταύτην. Ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν συν-
3113αλλαγματικῶν εἶναι φορολογία ἐπιβαλλομένη ἐπὶ διπλῆς πρά-
3114ξεως, ἐπὶ τῆς πράξεως τῆς μεταφορᾶς χρημάτων καὶ ἐπὶ τῆς
3115πράξεως τῆς χρησιμοποιήσεως πιστώσεως, διὰ τῆς ὁποίας ὁ
3116σύρων συνάλλαγμα τρίμηνον ἢ δίμηνον ὠφελεῖται, ἀπολαμ-
3117βάνων καὶ χρησιμοποιῶν ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας τὰ χρήματα,
3118τὰ ὁποῖα σύρει ἐπὶ τοῦ ἀνταποκριτοῦ του εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
3119Τοῦτο δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν, διότι ὁ ὑπογράφων
3120ἐπιταγὴν ἢ σύρων ἐπιταγὴν δὲν ἐπωφελεῖται πιστώσεώς τινος,
3121ἀλλὰ λαμβάνει χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει κατατεθειμένα εἰς
3122τὸ ἐξωτερικόν. Ἐν τῇ ἐπιταγῇ ὑπάρχει μόνον ἡ πρᾶξις τῆς
3123μεταφορᾶς χρημάτων ἐκ τοῦ τόπου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου σύρεται
3124ἡ ἐπιταγή, εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον σύρεται καὶ ὅπου
3125εἰσπράττεται τὸ ἀντίτιμον αὐτῆς, οὐχὶ δὲ καὶ ἡ χρησιμοποίη-
3126σις πιστώσεως, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὰ συναλλάγματα. Τοιαύτη
3127εἶναι ἡ βάσις ἡ δικαιολογικὴ, ἡ γεννῶσα τὴν διαφορὰν μεταξὺ
3128τῶν δύο πιστωτικῶν τούτων ἐγγράφων. Νομίζω ὅτι φορολο-
3129γοῦντες ἐπὶ ὡρισμένῃ τινὶ βάσει τὰ συναλλάγματα, δὲν πρέ-
3130πει ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει νὰ φορολογῶμεν καὶ τὰς ἐπιταγάς.
3131Ἐκτὸς τῆς δικαιολογικῆς ταύτης βάσεως, εἶπον ὅτι ὑπάρ-
3132χει καὶ ταμιευτικὸν συμφέρον, διότι φορολογοῦντες τὰς ἐπι-
3133ταγὰς ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ καὶ τὰ συναλλάγ-
3134ματα, ἐξαναγκάζομεν καὶ τοὺς τραπεζίτας καὶ τοὺς ἰδιώτας,
3135τοὺς ποιουμένους χρῆσιν ἐπιταγῶν, νὰ ὑπεκφεύγωσι τὴν πλη-
3136ρωμὴν τοῦ τέλους, ὑπεκφεύγουσι δὲ αὐτὴν, μὴ ἐκδίδοντες ἐπι-
3137ταγὰς ὑπαγομένας εἰς φορολογίαν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐπιστολὰς,
3138διὰ τῶν ὁποίων παραγγέλλουσι τὸν ἀνταποκριτήν των, τὸν
3139κατέχοντα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὰ χρήματα τοῦ ἐν Ἑλλάδι
3140κεφαλαιούχου ἢ τραπεζίτου, ἵνα πληρώσῃ εἰς ὡρισμένον πρόσω-
3141πον ὡρισμένον ποσόν. Αἱ τοιαῦται δ’ ἐπιστολαὶ δὲν φορο-
3142λογοῦνται. Ἐκτὸς δὲ τούτου, πλεῖστοι μάλιστα ἰδιῶται, μὴ
3143ὑπαγόμενοι εἰς τὸν ἔλεγχον, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάγονται αἱ
3144ἀνώνυμοι ἑταιρίαι καὶ αἱ Τράπεζαι, τὰς ἐπιταγὰς τὰς
3145λαμβάνουσι συνήθως ἄνευ χαρτοσήμου καὶ δὲν τρέχουσι
3146κανένα κίνδυνον, διότι ἡ ἐπιταγὴ δὲν κυκλοφορεῖ συνήθως ἐν
3147τῷ τόπῳ, διὰ νὰ κινδυνεύσωσι νὰ φωραθῶσι καὶ ὑποστῶσι
3148τὴν ποινὴν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ὁ νόμος, ἀλλ’ ἀγοραζομένη
3149παρ’ οἱουδήποτε τραπεζιτικοῦ καταστήματος, ἀμέσως ἀπο-
3150στέλλεται εἰς τὴν Εὐρώπην. Οὕτω δὲ δὲν τρέχουν τοὺς κιν-
3151δύνους, τοὺς ὁποίους τρέχει ὁ ἐκδίδων συνάλλαγμα κυκλοφο-
3152ροῦν ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος.
3153Διὰ τοὺς δύο τούτους λόγους, τὸν λόγον τῆς ἀπολύτου δικαιο-
3154σύνης καὶ τὸν λόγον τοῦ ταμιευτικοῦ συμφέροντος τοῦ Δημο-
3155σίου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ φορολογίας χαρ-
3156τοσήμου μεταξὺ τῶν συναλλαγμάτων καὶ τῶν ἐπιταγῶν. Ἡ
3157διαφορὰ αὕτη δὲν θὰ ἦναι νέον τι, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαγάγω-
3158μεν ἡμεῖς πρῶτοι ἐδῶ. Αὕτη ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ εὐρωπαϊκὰ
3159Κράτη. Οὐδαμοῦ τῆς Εὐρώπης φορολογοῦσι τὴν ἐπιταγὴν—
3160ἐννοῶ τὴν ἐπιταγὴν ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ—διὰ τοῦ αὐτοῦ τέ-
3161λους, διὰ τοῦ ὁποίου φορολογεῖται τὸ συνάλλαγμα. Παντα-
3162χοῦ, καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ—καὶ ἀναφέρω αὐτὴν, διότι αὕτη εἶναι
3163κυρίως τὸ κέντρον τῶν τραπεζιτικῶν πράξεων καὶ τῆς κινή-
3164σεως τῶν κεφαλαίων ὅλου τοῦ κόσμου,—καὶ ἐν Γερμανίᾳ καὶ
3165ἐν Γαλλίᾳ, αἱ ἐπιταγαὶ φορολογοῦνται κατὰ διάφορον τρό-
3166πον. Φορολογοῦνται δὲ συνήθως διὰ τέλους παγίου καὶ οὐχὶ
3167ἀναλογικοῦ, ὅπως φορολογοῦνται τὰ συναλλάγματα. Ἴσως
3168παρ’ ἡμῖν ἤθελεν ἐπέλθει ἐλάττωσις τῆς προσόδου τοῦ Δη-
3169μοσίου, ἂν ἠθέλομεν παραδεχθῆ τὸ σύστημα τοῦτο τῆς διὰ
3170χαρτοσήμου παγίου φορολογίας τῶν ἐπιταγῶν, ἀλλὰ πρέπει,
3171ὡς εἶπον, καὶ διὰ τὸν δικαιολογικὸν καὶ διὰ τὸν ταμιευτικὸν
3172λόγον, νὰ παραδεχθῶμεν διαφοράν, καὶ διαφορὰν σπουδαίαν,
3173μεταξὺ τῶν δύο διαφόρων εἰδῶν μεταφορᾶς χρημάτων ἐκ τοῦ
3174ἐξωτερικοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν θέλω νὰ προτείνω κατὰ τί
3175ποσοστὸν πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡ διαφορὰ αὕτη, διότι ἐπιθυμῶ
3176νὰ ἴδω, ἂν ἡ Κυβέρνησις δέχεται κατ’ ἀρχὴν αὐτήν· τότε
3177εὐκόλως δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὴν ἀναλογίαν, ἡ ὁποία πρέπει
3178νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῶν συναλλαγμάτων τῶν πληρωτέων μετὰ
3179ὡρισμένην προθεσμίαν καὶ ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν τῶν πληρωτέων
3180εἰς τὴν ἐμφάνισιν αὐτῶν.
3181§213ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ
3182ἔρχομαι καὶ ἐγὼ νὰ ὑποστηρίξω. Δυστυχῶς ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νο-
3183μοθεσίᾳ δὲν ὑπάρχει ἡ διάκρισις μεταξὺ ἐπιταγῶν καὶ συναλ-
3184λαγμάτων, καὶ τοῦτο, διότι καθ’ ὃν χρόνον ὁ ἡμέτερος ἐμπο-
3185ρικὸς νόμος μετεφράσθη ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ, οὔτε ἐν τῷ Γαλ-
3186λικῷ ἐμπορικῷ νόμῳ ὑπῆρχεν ἡ διάκρισις. Ἡ διάκρισις μεταξὺ
3187ἐπιταγῶν καὶ συναλλαγμάτων καθιερώθη ἐν Γαλλίᾳ ἀπὸ τοῦ
31881865, ἔκτοτε δὲ ὑπέστη ὑπὸ ἔποψιν φορολογικὴν μεταβολάς
3189τινας ἡ σχετικὴ νομοθεσία, καὶ τὴν σήμερον ἐπὶ τῶν ἐσωτε-
3190ρικῶν ἐπιταγῶν, αἵτινες θεωροῦνται κυρίως ἐν Γαλλίᾳ ὡς
3191ἀπόδειξις ἐξοφλήσεως, ὑπάρχει διάκρισις αὐτῶν πρὸς τὰς ἐξω-
3192τερικὰς ἐπιταγάς. Θέλω ὁμιλήσει καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸ 3ον
3193ἄρθρον. Ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ἐπιταγῶν ἔχει καθιερωθῆ τὸ
3194σταθερὸν τέλος τῶν δέκα λεπτῶν, ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἐπι-
3195ταγῶν ἔχει καθιερωθῆ τὸ σταθερὸν τέλος εἴκοσι λεπτῶν. Ἐν
3196Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει γενικὸν σταθερὸν τέλος καὶ διὰ τὰς ἐσω-
3197τερικὰς καὶ διὰ τὰς ἐξωτερικὰς ἐπιταγὰς τὸ δεκάλεπτον. Εἰς
3198τὴν Γερμανίαν καὶ τὸ Βέλγιον οὐδὲν τέλος ἐπιβάλλεται, διότι
3199ἐκεῖ θεωρεῖται, οὕτως εἰπεῖν, μία διάθεσις τῆς ἰδίας περι-
3200ουσίας ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐκδίδει τὴν ἐπιταγὴν ταύτην. Εἰς
3201ἄλλα Κράτη ὑπάρχουσι πέντε λεπτὰ ἢ δέκα λεπτὰ, ἀλλὰ
3202πάντοτε σταθερὸν τέλος. Ὡς παρατηρεῖτε, ἐπικρατεῖ ἡ ἀρχὴ
3203τῆς ἐξοφλήσεως τῆς ἀποδείξεως, τῆς ἐξοφλήσεως ἐπὶ τῶν
3204ἐπιταγῶν. Ἦτο φυσικὸν βεβαίως, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε ἐν τῇ
3205νομοθεσίᾳ ἡμῶν δὲν ἔχει γείνῃ διάκρισις μεταξὺ ἐπιταγῶν καὶ
3206συναλλαγματικῶν, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νὰ
3207θέλῃ νὰ ὑπαγάγῃ αὐτὰ εἰς τὴν ἰδίαν κατηγορίαν καὶ ἑπομέ-
3208νως εἰς τὸ αὐτὸ τέλος.
3209§214Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ πρώτη παράγραφος εἶναι ἀντιγραφὴ
3210τοῦ νόμου τοῦ 1887.
3211§215ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἤδη ὑπάρχει αὐτὴ
3212ἡ διάκρισις πανταχοῦ, πρέπει καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ ἐπέλθῃ ἡ
3213διάκρισις αὕτη. Νομίζω δὲ καλὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπο-
3214λογία, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς ὑπέ-
3215βαλεν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι παρὼν τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅπως
3216ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασίν του καὶ ὡς πρὸς τὸ 1ον ἄρθρον
3217καὶ ὡς πρὸς τὸ 3ον, καὶ κατὰ τοῦτο νὰ ἐξομοιωθῶμεν καὶ
3218ἡμεῖς πρὸς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ.
3219Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἀντίῤῥησιν, ὡς
3220πρὸς τὴν δικαιοτάτην ταύτην πρότασιν.
3221§216Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέ-
3222διον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, δὲν εἰσήγαγεν αὐτὴν τὴν ἀφο-
3223μοίωσιν τῶν συναλλαγμάτων πρὸς τὰς ἐπιταγάς. Τὴν ἀφο-
3224μοίωσιν κατέστησαν οἱ περὶ χαρτοσήμου νόμοι, οἱ μέχρι τοῦδε.
3225Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἄλλον εἶχε σκοπόν. Εἶχε σκοπὸν στη-
3226ριζόμενον ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, διότι ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ νὰ
3227φορολογῆται ἡ διαφορὰ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος πρὸς τὸ
3228νόμισμα τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Ἀλλ’ ἂν ἐξετάσω τὴν
3229ὑπόθεσιν κατ’ οὐσίαν, δὲν μὲ πείθουσιν αἱ παραστάσεις τοῦ κ.
3230ἐξ Ἄρτης οὐδὲ τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ, ἵνα μεταβάλω
3231γνώμην, ἵνα καταργήσω τὴν μέχρι τοῦδε ἰσχύουσαν νομοθε-
3232σίαν, ἥτις ἀφωμοίωσε τὰς συναλλαγματικὰς μὲ τὰ γραμμά-
3233τια εἰς διαταγήν...
3234§217ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι μὲ τὰ γραμμάτια εἰς διαταγήν· μὲ
3235τὰς ἐπιταγάς.
3236§218Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ τὰς ἐπιταγάς... Δὲν πρέ-
3237πει νὰ μᾶς ἐπηρεάζωσι τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ γινόμενα, τὰ ὁποῖα
3238τελευταῖον ἐπεξετάθησαν καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἐκεῖ οὐδεὶς
3239ἔχει χρήματα ἐν τῷ γραφείῳ του, ἔχει καταθέσει αὐτὰ ἐν
3240τῇ Τραπέζῃ, ἔνθα ἔχει ἀντιπρόσωπον, ἔχει δ’ ἓν γραμμάτιον
3241ἐν τῷ θυλακίῳ του, καὶ παραγγέλλει πληρωμάς. Αἱ πληρω-
3242μαὶ γίνονται διὰ chèques, διὰ γραμματίου εἰς διαταγήν...
3243§219ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δι’ ἐπιταγῆς.
3244§220Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ ἐπιταγῆς... Διὰ τοῦτο βε-
3245βαίως ἡ φορολογία εἶναι μικρά. Ἐνταῦθα ὅμως, ἂν θελήσω-
3246μεν νὰ κάμωμεν διάκρισιν μεταξὺ συναλλαγματικῶν καὶ γραμ-
3247ματίων εἰς διαταγήν, θέλομεν περιπέσει εἰς τὸ ἑξῆς ἄτοπον.
3248Πάντες θέλουσι μεταβιβάζει τὰ χρήματά των διὰ τοῦ εἴδους
3249ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπόκειται εἰς φορολογίαν· ἑπομένως, ἂν
3250ἠθέλομεν ἀπαλλάξει ἢ μειώσει τὰ τέλη τῶν εἰς διαταγὴν
3251γραμματίων, πάντες θέλουσι μεταβιβάζει τὰ χρήματά των
3252διὰ τοιούτων γραμματίων. Ἐγένετο λόγος, ὅτι πολλοὶ στέλ-
3253λουσιν ἐντὸς γραμμάτων, δι’ ἐπιστολῆς, καὶ παραγγέλλουσι
3254πληρωμὰς, καὶ τοιουτοτρόπως ἀποφεύγουσι τὴν φορολογίαν·
3255ἀλλὰ τοῦτο γίνεται καὶ νῦν, γνωρίζω μάλιστα, ὅτι καὶ
3256συναλλάγματα ἀποφεύγουσι παρά τισι τὸ τέλος. Ὅταν πρό-
3257κειται περὶ παραβάσεως, δὲν πρέπει τις νὰ ἐπικαλῆται τὴν
3258παράβασιν διὰ νὰ ἐλέγξῃ τὸ κῦρος τοῦ νόμου, ἢ νὰ ζητήσῃ
3259τὴν μεταβολήν. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἤθελεν εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία
3260ἤθελε καταλήξει εἰς ἀδικίαν, διότι εἶναι μὲν ἐν τῇ συναλλαγ-
3261ματικῇ καὶ ἡ πρᾶξις τῆς πιστώσεως, ἥτις φορολογεῖται, ἀλλὰ
3262κυρίως φορολογεῖται ἡ μεταφορὰ τῶν χρημάτων, διότι τοῦτο
3263τὸ εἶδος ἐπέστησε περισσότερον τὴν προσοχὴν τοῦ νομοθέτου,
3264ἡ δὲ μεταφορὰ τῶν χρημάτων γίγνεται διὰ τῶν γραμματίων
3265εἰς διαταγήν. Ἑπομένως, ἂν ἤθελέ τις μειώσει τὸ τέλος τῶν
3266γραμματίων εἰς διαταγήν, πρέπει νὰ μειώσῃ καὶ τὸ τέλος
3267τῶν συναλλαγματικῶν, διὰ νὰ ὑπάρχῃ τὸ αὐτό.
3268§221ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
3269σεως ποιεῖται μίαν μικρὰν σύγχυσιν μεταξὺ τῆς ἁπλῆς ἐπι-
3270ταγῆς πρὸς πληρωμὴν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἑκάστου Κράτους,
3271καὶ τῆς ἐπιταγῆς ἀπὸ Κράτους εἰς Κράτος. Τὸ παράδειγμα,
3272τὸ λίαν ὀρθὸν, ὅπερ ἀνέφερεν, ὅτι ἐν Εὐρώπῃ τὸ σύστημα
3273τῆς δι’ ἐπιταγῶν κινήσεως χρημάτων ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ καὶ
3274τῶν χρηματικῶν συναλλαγῶν ἐν γένει καὶ πληρωμῶν εἶναι
3275πολὺ πλέον διαδεδομένον, παρὰ παρ’ ἡμῖν, εἶναι ἀληθές. Ἐν
3276Εὐρώπῃ οἱ πλεῖστοι τῶν διατιθέντων κεφάλαια δὲν κρατοῦ-
3277σιν αὐτὰ ἐν τῷ κιβωτίῳ των ἢ ἐν τῷ θυλακίῳ των, ἀλλὰ
3278καταθέτουσιν αὐτὰ εἰς Τραπέζας, καὶ δι’ ἐπιταγῶν πληρό-
3279νουσι συνήθως καὶ τοὺς προμηθευτάς των καὶ τοὺς ἐμπόρους,
3280παρ’ ὧν ἀγοράζουσι, καὶ ἐνίοτε καὶ τοὺς ὑπηρέτας των. Τὸ
3281σύστημα τοῦτο δὲν εἶναι παρ’ ἡμῖν τόσον διαδεδομένον, ἀλλὰ
3282ὑπάρχει καὶ παρ’ ἡμῖν· δὲν πληρόνομεν τοὺς ὑπηρέτας μας
3283καὶ τοὺς προμηθευτάς μας δι’ ἐπιταγῶν, ἀλλ’ ὅσοι διαθέτουσι
3284χρήματα, συνήθως τὰ καταθέτουσιν εἰς τὰς Τραπέζας, καὶ
3285πληρωμὰς σπουδαίας ποιοῦνται δι’ ἐπιταγῶν. Τοῦτο ἡ ἰσχύ-
3286ουσα νομοθεσία παρ’ ἡμῖν τὸ ἀνεγνώρισε, καὶ τὸ ἐξωμοίωσε
3287καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὴν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία ἰσχύει εἰς ὅλα
3288τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης, διότι καὶ ἐνταῦθα αἱ τοιαῦται ἐπι-
3289ταγαί, αἱ ἐκδιδόμεναι ἐν τῷ ἐσωτερικῷ παρ’ ἰδιωτῶν ἢ παρὰ
3290τραπεζιτῶν ἐπὶ Τραπεζῶν ἢ τραπεζικῶν καταστημάτων, φο-
3291ρολογοῦνται διὰ σταθερᾶς καὶ παγίας φορολογίας 50 λε-
3292πτῶν. Οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ ποσὸν μιᾶς ἐπιταγῆς ἐσω-
3293τερικῆς, τὴν ὁποίαν ἰδιώτης ἢ τραπεζίτης ἢ ἔμπορος ἐκδίδει
3294ἐπὶ Τραπέζης ἢ ἐπὶ τραπεζίτου, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ
3295ποσὸν, εἴτε ἑνὸς ἑκατομμυρίου, εἴτε ἑκατὸν δραχμῶν, ἡ ἐπι-
3296ταγὴ θὰ πληρώσῃ τέλος χαρτοσήμου 50 λεπτῶν. Ὥστε εἰς
3297τοῦτο ἡ νομοθεσία ἡμῶν εἶναι ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ μὲ τὰς παρα-
3298δεδεγμένας ἀρχὰς εἰς ὅλα τὰ εὐρωπαϊκὰ Κράτη. Ἡ διαφορὰ
3299παρ’ ἡμῖν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐν ἁρμονίᾳ μὲ τὰς πανταχοῦ
3300παραδεδεγμένας ἀρχὰς, εἶναι ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν ἀπὸ Κράτους
3301εἰς Κράτος, ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἐπιταγῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο
3302συνεζητήθη πολλάκις καὶ διὰ μακρῶν ἐν Εὐρώπῃ καὶ παρὰ
3303τῶν ἐπιστημόνων καὶ παρὰ τῶν δημοσιολόγων. Συνεζητήθη
3304καὶ ἐν ταῖς Βουλαῖς πολλάκις. Οὐδέποτε ἐλύθη ἄλλως πως,
3305παρὰ κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου, ὅτι
3306δηλ. ἡ ἐπιταγὴ δὲν εἶναι πιστωτικὸν ἁπλοῦν ἔγγραφον, τὸ
3307ὁποῖον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πίστεως τοῦ ἐκδίδοντος χορηγεῖ εἰς
3308αὐτὸν ἓν ὡρισμένον κεφάλαιον ἐπὶ ὡρισμένῃ προθεσμίᾳ, τὸ
3309ὁποῖον οὗτος νέμεται, προσποριζόμενος ὠφελείας, ἀναλόγως
3310τῶν ὁποίων πρέπει νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὸ Δημόσιον δι’ ἀναλο-
3311γικῆς φορολογίας. Τοῦτο ὑπάρχει, ὡς εἶπον ἤδη, εἰς τὰς
3312συναλλαγματικάς, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς τὰς ἐπιταγάς. Αἱ ἐπι-
3313ταγαὶ δὲν παρέχουσιν εὐκολίαν πιστωτικὴν εἰς τὸν μεταφέ-
3314ροντα τὰ χρήματά του ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὸ ἐσωτερικόν.
3315Ἡ ἐπιταγὴ εἶναι ἁπλούστατα ἡ ἀντικατάστασις τῆς μετα-
3316φορᾶς διὰ χρηματοδέματος ἀπὸ τοῦ μέρους, ὅπου εὑρίσκονται
3317τὰ χρήματα τοῦ σύροντος τὴν ἐπιταγὴν, εἰς τὸ μέρος, ὅπου
3318οὗτος μένει· εἶναι ὁ εὔκολος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἐν Ἑλ-
3319λάδι διαμένων τραπεζίτης ἢ ἔμπορος, ὅστις ἔχει χρήματα
3320εἰς Παρισίους ἢ Λονδῖνον, τὰ μεταφέρει ἐνταῦθα. Δὲν ὠφελεῖ-
3321ται τίποτε ἐκ τῆς πίστεώς του, διότι ἡ πίστις του δὲν τῷ
3322παρέχει τὰ χρήματα ταῦτα· τὰ χρήματα αὐτὰ τὰ ἔχει οὗ-
3323τος κατατεθειμένα ἐν μιᾷ οἱαδήποτε Τραπέζῃ ἐν Εὐρώπῃ,
3324καὶ τὰ μεταφέρει διὰ τῆς ἐπιταγῆς. Δὲν εἶναι ἑπομένως δί-
3325καιον, ἐκεῖνος, ὅστις ὠφελεῖται ἐκ τοῦ προσπορισμοῦ χρημά-
3326των διὰ τῆς πίστεώς του, τὰ ὁποῖα ἐπιτυγχάνει διὰ τοῦ
3327συναλλάγματος τοῦ διμήνου ἢ τοῦ τριμήνου, νὰ πληρόνῃ τὸν
3328ἴδιον ἀναλογικὸν φόρον, τὸν ὁποῖον πληρόνει ὁ δι’ ἐπιταγῆς
3329ἁπλῶς μεταφέρων τὰ χρήματά του ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὴν
3330Ἑλλάδα. Τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν συζητεῖται τοὐ-
3331λάχιστον ἐν Εὐρώπῃ, διότι οὐδαμοῦ θέλετε εὕρει ἐπιταγὴν
3332ἐκδιδομένην ἀπὸ ἑνὸς Κράτους εὐρωπαϊκοῦ εἰς ἄλλο, πληρό-
3333νουσαν ἀναλογικὸν τέλος. Ἡ ἐπιταγὴ πληρόνει πανταχοῦ ὡρι-
3334σμένον πάγιον χαρτόσημον, τὸ συνάλλαγμα ὅμως, τὸ ὁποῖον
3335ἐκδίδεται ἀπὸ Γαλλίας π. χ. ἐπὶ Ἀγγλίας, πληρόνει ἀναλο-
3336γικὸν τέλος. Ἂν ἐκδώσῃ συναλλαγματικὴν 100 χιλιάδων
3337φράγκων ὁ Ἄγγλος ἐπὶ Παρισίων, θὰ πληρώσῃ ἀναλογικὸν
3338τέλος ἓν ἐπὶ τοῖς χιλίοις ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος τούτου· ἂν
3339ὅμως ἐκδώσῃ ἐπιταγὴν 100 χιλιάδων φράγκων, δὲν θέλει πλη-
3340ρώσει παρὰ μίαν πένναν. Εἰς ἡμᾶς, ἕνεκα κακῶς ἐννοουμένου
3341ταμιευτικοῦ πνεύματος, παρεγνωρίσθη ἡ θεμελιώδης αὕτη
3342ἰδέα· λέγω δ’ ἕνεκα κακῶς ἐννοουμένου ταμιευτικοῦ πνεύμα-
3343τος, διότι βεβαίως ἡ ἀδικία τοῦ φόρου τούτου καὶ ἡ εὐκολία
3344τῆς μὴ πληρωμῆς αὐτοῦ βλάπτει, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ, τὰ τα-
3345μιευτικὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Δὲν δύνασθε νὰ ἐπικρί-
3346νητε ἕνα τραπεζίτην, ὁ ὁποῖος ἐν πλήρει δικαιώματι, χωρὶς
3347νὰ ἀπαγορεύηται αὐτῷ παρὰ τοῦ νόμου, δίδει ἐπιστολήν τινα
3348εἰς ὡρισμένον πρόσωπον, ὅπως τὸ πρόσωπον τοῦτο παραλάβῃ
3349ἐν Εὐρώπῃ ὡρισμένον ποσὸν χρημάτων. Τοῦτο πράττων, δὲν
3350παραβιάζει τὸν νόμον, καὶ διὰ τοῦτο συνεχῶς βλέπομεν τοι-
3351αύτας μεταφορὰς χρημάτων, βλέπομεν τὰς μεταφορὰς ταύ-
3352τας ἐνεργουμένας καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου. Δὲν δύνασθε
3353δὲ ἐπίσης νὰ ἐπικρίνητε τοὺς τραπεζίτας, διότι τὰς ἐπιτα-
3354γὰς, τὰς ὁποίας ἀγοράζουσιν ἐνταῦθα, τὰς λαμβάνουσιν ἄνευ
3355χαρτοσήμου, καὶ τὴν ἰδίαν ἡμέραν, καθ’ ἣν τὰς λαμβάνουσι,
3356τὰς ἀποστέλλουσιν εἰς τὴν Εὐρώπην. Εἶναι ἄδικος τοσοῦτον
3357ἡ φορολογία, ὥστε δικαιολογοῦνται οἱ παραβιάζοντες τὸν νό-
3358μον. Ἀλλ’ εἴτε δικαιολογοῦνται εἴτε δὲν δικαιολογοῦνται οὗ-
3359τοι, ἡμεῖς, σκεπτόμενοι ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου,
3360δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι νομοθετοῦντες δὲν πράττομεν
3361ἔργον θεωρητικὸν, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν πρακτικὸν, καὶ πρέπει νὰ
3362φροντίζωμεν, ὅπως αἱ διατάξεις τῶν νόμων στηρίζωνται ἐπὶ
3363τῶν πραγμάτων, καὶ ὅπως, χωρὶς νὰ καταπιέζωσι τὴν κοι-
3364νωνίαν, ἐξασφαλίζωσι καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Βε-
3365βαίως εἶναι κακὸν τὸ λαθρεμπόριον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδί-
3366ζει τὸν κηδόμενον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου νὰ
3367ἀποφεύγῃ τὴν ὑπερβολικὴν αὔξησιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν
3368ἐπὶ τῶν εἰδῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὐκόλως λαθρεμπορεύονται.
3369Πᾶσα Κυβέρνησις φροντίζει νὰ μὴ αὐξήσῃ ὑπερβολικῶς τὸν
3370δασμὸν ἐπὶ τῶν εἰδῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἰσέρχονται εὐκόλως
3371εἰς τὸν τόπον, διότι ἄλλως ἐνθαῤῥύνει τὸ λαθρεμπόριον. Οὕτω
3372καὶ ἐνταῦθα, δὲν πρέπει νὰ αὐξάνωμεν ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν τὴν
3373φορολογίαν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν τοὺς θέλοντας νὰ
3374ἀποφύγωσιν αὐτὴν κατὰ τρόπον λίαν εὔκολον καὶ χωρὶς νὰ
3375ὑφίστανται τιμωρίαν τινά. Ἡ διάταξις, ἡ ὁποία σήμερον πρό-
3376κειται νὰ ψηφισθῇ, δὲν εἶναι νέα, εἶναι διάταξις ἰσχύουσα, ἀλλὰ
3377ἐπειδὴ ἔρχεται ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ ἐφαρμογὴ αὐ-
3378τῆς ἀπέδειξε τὸ ἐπιβλαβὲς αὐτῆς εἰς τὰ συμφέροντα καὶ τῆς
3379κοινωνίας καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι
3380πρέπει νὰ ἐπωφεληθῶμεν τῆς περιστάσεως ταύτης, ὅπως βελ-
3381τιώσωμεν αὐτὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ταμιευτικὴν καὶ ὑπὸ τὴν
3382ἔποψιν τῆς ἀνάγκης, ἵνα διευκολύνωμεν, ὅσῳ τὸ δυνατὸν πλειό-
3383τερον, τὴν μεταφορὰν τῶν χρημάτων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς
3384τὸ ἐσωτερικὸν, διότι βεβαίως οὕτως ὑπηρετοῦμεν καὶ διευκο-
3385λύνομεν τὴν εἰσαγωγὴν χρήματος εἰς τὸν τόπον. Στερού-
3386μεθα χρυσοῦ, καὶ ἡ ἔλλειψις χρυσοῦ γεννᾷ πολλὰς δυσκολίας
3387εἰς τὴν νομισματικὴν ἡμῶν κυκλοφορίαν καὶ εἰς τὰ ἐν γένει
3388συμφέροντα τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Δημοσίου. Πᾶσα λοιπὸν
3389διάταξις, γεννῶσα τὴν ἐλαχίστην δυσκολίαν εἰς τὴν εἰσαγω-
3390γὴν χρυσοῦ ἐν τῷ τόπῳ, πρέπει νὰ ἀποκρούηται, ἐπειδὴ δὲ
3391καὶ ἡ συζητουμένη διάταξις συντελεῖ εἰς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ
3392γεννᾷ δηλ. θετικὴν δυσκολίαν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν χρυσοῦ ἐν
3393τῷ τόπῳ, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ τὴν διορθώσω-
3394μεν. Τρεῖς ἑπομένως λόγοι εἶναι οἱ ἀπαιτοῦντες τὴν διόρθω-
3395σιν αὐτῆς, ὁ λόγος ὁ δικαιολογικὸς, ὁ λόγος ὁ ταμιευτικὸς
3396καὶ ὁ λόγος ὁ νομισματικός. Οὐδένα δὲ λόγον εὑρίσκω δικαιο-
3397λογοῦντα τὴν διατήρησιν τῆς διατάξεως ταύτης, διότι ὁ λό-
3398γος ὁ ταμιευτικὸς, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς παραδο-
3399χῆς αὐτῆς παρ’ ἡμῶν, ἀπεδείχθη ἀβάσιμος, διότι ἔχω πε-
3400ποίθησιν, ὅτι τὸ ἓν δέκατον τῶν ἐπιταγῶν δὲν φορολογεῖται
3401σήμερον. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω, ἐφιστῶν τὴν προσοχὴν τοῦ κ.
3402Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς μεταῤ-
3403ῥυθμίσεως τῆς διατάξεως ταύτης, διότι ἡ μεταῤῥύθμισις αὐ-
3404τῆς θὰ ὠφελήσῃ καὶ τὴν χώραν καὶ τὸ Δημόσιον.
3405§222ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
3406ρικῶν). Κατ’ ἀρχὴν ἀποδέχομαι τὰς παρατηρήσεις, τὰς
3407ὁποίας οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐπέφερον ὡς πρὸς τὴν διαφο-
3408ρὰν μεταξὺ συναλλαγματικῶν καὶ ἐπιταγῶν (chèques) καὶ
3409ἂν ἦτο στιγμὴ νὰ μειώσωμεν τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου,
3410ἐλαττώνοντες κατά τι τοὺς φόρους, ἤθελον συνηγορήσει ὑπὲρ
3411τῆς ἀρχῆς αὐτῆς. Ἀλλὰ μοί φαίνεται ὅτι ὁ ἐξ Ἄρτης κ. συν-
3412άδελφος ἔσφαλεν εἰς τὸν σπουδαιότερον λόγον, εἰς τὸν ὁποῖον
3413ἐβάσισε τὸ ἐπιχείρημά του. Εἶπεν ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν
3414ἐπιταγῶν (chèques) καὶ τῶν συναλλαγμάτων ἔγκειται εἰς
3415τὸ ὅτι τὰ μὲν φορολογοῦνται, διότι ὁ ἐκδίδων συνάλλαγμα
3416δύο ἢ τριῶν μηνῶν καρποῦται ἐπὶ τὸν χρόνον αὐτοῦ τὸ χρῆμα,
3417τὸ ὁποῖον ἔλαβεν, ὠφελούμενος τὸν τόκον, καὶ ἑπομένως δί-
3418καιον νὰ ὑποβάλληται εἰς τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου. Μοὶ
3419φαίνεται ὅτι τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ εἶναι ἐσφαλμένον, διὰ τὸν
3420ἑξῆς λόγον. Δὲν φορολογεῖται, διότι ὠφελεῖται τὸν τόκον τοῦ
3421χρήματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἀντὶ τῆς συναλλαγματικῆς τὴν
3422ὁποίαν ἐξέδωκεν. Ἡ βάσις ἡ δικαιολογικὴ εἶναι ἡ συναλ-
3423λαγή, ἡ ἐμπορικὴ ἐργασία, καὶ δι’ αὐτὸ ὑποβάλλεται εἰς φο-
3424ρολογίαν τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ τῆς συναλλαγῆς...
3425§223ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί ἐννοεῖτε συναλλαγήν;
3426§224ΣΚΟΥΖΕΣ. Πρᾶξιν ἐμπορικὴν οἱανδήποτε... Καὶ ὅτι
3427τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ἵνα πεισθῆτε, δὲν ἔχετε, παρὰ νὰ συλλο-
3428γισθῆτε, ὅτι τόσον ἡ συναλλαγματικὴ τριῶν μηνῶν, ὅσον καὶ
3429ἡ τριῶν ἡμερῶν ὄψεως, καὶ αὐτὴ θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν φορο-
3430λογικὸν ὅρον τοῦ χαρτοσήμου. Ἑπομένως δὲν εἶναι ὁ λόγος,
3431τὸν ὁποῖον εἴπατε· ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος, ὅτι φορολο-
3432γεῖται πᾶσα πρᾶξις συναλλαγῆς. Καὶ τοσοῦτον εἶναι ἀκριβὲς
3433αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω, ὥστε καὶ τὰ συμβόλαια τὰ ἑτε-
3434ροβαρῆ, ὡς π. χ. ἡ δωρεὰ μεταξὺ ζώντων, ὑποβάλλονται εἰς
3435χαρτόσημον. Ὥστε δὲν εἶναι ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν καρ-
3436ποῦταί τις ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας, ἕνεκα τῆς ὁποίας φορολο-
3437γεῖται. Ὁ λόγος ὁ δικαιολογητικὸς τοῦ νομοθέτου εἶναι, ὅτι
3438ἐννοεῖ πᾶσαν πρᾶξιν ἐμπορικὴν νὰ τὴν ὑποβάλλῃ εἰς χαρτό-
3439σημον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ νῦν φορολογοῦνται αἱ ἐπιτα-
3440γαὶ ὡς τὰ συναλλάγματα, κατὰ τὸν ἀπὸ ἐτῶν ἰσχύοντα νό-
3441μον. Ὥστε δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἵτινες εἰσάγομεν τὴν φορολο-
3442γίαν τῶν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἐπιταγῶν, ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας,
3443ὡς θὰ εἴδατε εἰς ἄλλα ἄρθρα, φέρομεν τροποποιήσεις, διευ-
3444κολυνούσας τὴν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ κυκλοφορίαν τῶν ἐπιταγῶν.
3445Ὡς δὲ ἐν ἀρχῇ εἶπον, ἂν ἦτο κατάλληλος ἡ στιγμὴ νὰ
3446ἐλαττώσωμεν τὸν φόρον τῶν συναλαγματικῶν, ἐγὼ ὁ ἴδιος ἤθε-
3447λον προτείνει τοῦτο, διότι ἀναγνωρίζω τὴν διαφορὰν μεταξὺ
3448ἐπιταγῶν καὶ συναλλαγματικῶν.
3449§225ΒΟΤΣΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται,
3450δὲν εἰσάγει ἤδη φορολογίαν ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν· πρόκειται περὶ
3451τοῦ ἰδίου νόμου τοῦ 1887, ὁ ὁποῖος ἐφορολόγησεν ἐπίσης
3452τὰς συναλλαγματικὰς καὶ τὰ εἰς διαταγὴν γραμμάτια, ὡς
3453καὶ τὰς ἐπιταγὰς ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ· ὁ ἴδιος νόμος ἀντε-
3454γράφη καὶ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, προσετέθη δὲ
3455μόνον, ὅτι, ἂν δὲν πρόκειται περὶ δραχμῶν, ἀλλὰ περὶ χρυ-
3456σοῦ νομίσματος, ἡ φορολογία νὰ γίνεται εἰς χρυσοῦν νόμι-
3457σμα. Ἀπὸ τοῦ 1887 δὲ, Κύριοι, μέχρι σήμερον οὐδεὶς ἔφερε
3458πρότασιν τροποποιήσεως αὐτοῦ τοῦ νόμου. Ἔχουσι δὲ καὶ
3459ἄδικον οἱ ζητοῦντες ὡς πρὸς τὰς ἐπιταγὰς διάκρισιν, διότι,
3460ἂν θελήσωμεν τοιαύτας τροποποιήσεις νὰ ἐπιφέρωμεν, οὐδὲν
3461πλέον ὄφελος θ’ ἀπολαμβάνῃ τὸ Δημόσιον, διότι οὐδεὶς ἔμ-
3462πορος θὰ ᾖναι, ὅστις νὰ μὴ συναλλάσσηται δι’ ἐπιταγῶν, νὰ
3463μὴ κάμνῃ τὰς συναλλαγματικὰς ἢ τὰ γραμμάτια ὑπὸ τὸν
3464τύπον τῶν ἐπιταγῶν. Ὅλοι, ὅσοι ἔχουν νὰ λάβουν χρήματα
3465ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀντὶ νὰ ἐκδίδουν συναλλαγματικὰς, θὰ
3466ἐκδίδουν ἐπιταγὰς, καὶ οὕτω εἰς οὐδεμίαν θὰ ὑποβάλλωνται
3467φορολογίαν, θὰ συνεννοῶνται δὲ διὰ προηγουμένης ἐπιστο-
3468λῆς μετ’ ἐκείνου, εἰς βάρος τοῦ ὁποίου θὰ σύρωσι τὰς συναλ-
3469λαγματικὰς ὑπὸ τὸν τύπον ἐπιταγῶν. Ἂν θελήσωμεν λοι-
3470πὸν νὰ κάμωμεν διάκρισιν μεταξὺ ἐπιταγῶν καὶ συναλλαγμα-
3471τικῶν, καὶ ὑποβάλωμεν εἰς ἄλλο χαρτόσημον τὰς μὲν καὶ εἰς
3472ἄλλο χαρτόσημον τὰς δὲ, σᾶς λέγω, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ χρη-
3473μάτων θὰ γίνεται δι’ ἐπιταγῶν, καὶ τότε τὸ Δημόσιον θὰ
3474ζημιῶται πλεῖστα ὅσα.
3475§226ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἀπορῶ καὶ μὲ τοὺς δύο ἀξιοτίμους
3476προλαλήσαντας, μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ἐπὶ
3477πολὺ διευθύνει Τράπεζαν, καὶ μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν Πατρῶν,
3478ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς πόλιν ἐμπορικήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
3479Ἐξωτερικῶν εὗρε πραγματικῶς, ὅτι εἶναι λογικὸν τὸ νὰ
3480ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ ἐπιταγῆς καὶ συναλλάγματος, ἀλλὰ
3481ἐφοβήθη, ὅτι σήμερον ἡ διαφορὰ αὕτη, ἂν γείνῃ δεκτὴ κατ’
3482ἀρχήν, δύναται νὰ βλάψῃ τὰ ταμιευτικὰ συμφέροντα τοῦ
3483Δημοσίου, καὶ δὲν τὴν ὑποστηρίζει. Ἀλλὰ καίτοι παραδε-
3484χόμενος τὴν διαφορὰν αὐτήν, ἀνέπτυξε θεωρίαν, δι’ ἧς ἤθελε
3485νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ἐπιταγῆς
3486καὶ συναλλαγματικῆς.
3487§227ΣΚΟΥΖΕΣ. Μὲ συγχωρεῖτε!
3488§228ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴπατε, ὅτι δὲν παραδέχεσθε τὴν δια-
3489φορὰν· διὰ νὰ ἀποδείξητε δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ
3490ἐπιταγῆς καὶ συναλλαγματικῆς, καὶ ὅτι ἡ αὐτὴ συναλλαγ-
3491ματικὴ πρᾶξις γίνεται καὶ διὰ τοῦ ἑνὸς ἐγγράφου καὶ διὰ
3492τοῦ ἑτέρου, καὶ ὅτι τὴν συναλλαγὴν αὐτὴν φορολογεῖ τὸ
3493Δημόσιον, ἠρωτήσατε: «πῶς θέλετε νὰ φορολογῆτε δι’ ἀνα-
3494λογικοῦ χαρτοσήμου τὴν συναλλαγματικὴν τὴν πληρωτέαν
3495μετὰ τρεῖς ἡμέρας ὄψεως, καὶ δὲν θέλετε νὰ φορολογῆτε τὴν
3496ἐπιταγὴν τὴν ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει;»
3497§229ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
3498§230ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν παραδεχθῆτε ὡς δικαιολογικὴν βά-
3499σιν τὴν ὑφισταμένην διαφορὰν μεταξὺ ἐπιταγῆς καὶ συναλ-
3500λαγματικῆς, πρέπει νὰ ἦσθε συνεπεῖς.
3501§231ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶπον, ὅτι ἡ συναλλαγματικὴ δὲν φορολο-
3502γεῖται χάριν τοῦ τόκου.
3503§232ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπόν, ἂν φορολογῆται χάριν τῆς μετα-
3504φορᾶς τῶν χρημάτων, τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν ὑπάρχει δια-
3505φορὰ μεταξὺ ἐπιταγῆς καὶ συναλλαγματικῆς. Δὲν πρόκειται
3506περὶ τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ἐγ-
3507γράφου· ἐδῶ συζητοῦμεν περὶ τῆς φορολογικῆς βάσεως. Λοι-
3508πὸν, ὅταν φορολογῆται ἡ συναλλαγματικὴ διὰ τὸν ἁπλοῦν
3509λόγον, ὅτι περιέχει μεταφορὰν χρημάτων, καὶ ἡ ἐπιταγὴ
3510ἐπίσης, ἕπεται, ὅτι ὑπὸ ἔποψιν φορολογικὴν δὲν ὑπάρχει δια-
3511φορὰ μεταξὺ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων· καὶ τοῦτο ἰσχυρίσθη ὁ κ.
3512Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχει διαφορὰ μεταξύ
3513των, καὶ διαφορὰ θεμελιώδης, διότι δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ πρᾶ-
3514ξις διὰ τῆς συναλλαγματικῆς, ὁποία εἶναι ἡ διὰ τῆς ἐπι-
3515ταγῆς. Ἄν δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς νομίζῃ, ὅτι
3516δύναται πᾶς τις νὰ σύρῃ ἐπιταγὴν εἰς Εὐρώπην, χωρὶς νὰ
3517ἔχῃ κατατεθειμένα τὰ χρήματα εἰς μετρητὰ παρὰ τῷ ἀντα-
3518ποκριτῇ αὐτοῦ, πλανᾶται, διότι οὐδεὶς τραπεζίτης ἐν Εὐρώπῃ
3519θέλει ἐξαγάγει ἐκ τοῦ ταμείου του μετρητὰ χρήματα, ἵνα
3520πληρώσῃ ἐπιταγὴν καὶ χρεώσῃ τὸν ἔμπορον εἰς τρεχούμενον
3521λογαριασμόν. Ἄν δὲ πράξῃ τοῦτο, θὰ τὸν ἐπιφορτίσῃ διὰ
3522τόκου πολὺ ἀνωτέρου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἤθελεν ὑποστῆ, σύ-
3523ρων τρίμηνον συναλλαγματικήν.
3524§233ΒΟΤΣΗΣ. Ἄν ἔχῃ ἀντίτιμον προϊόντων εἰς χεῖράς του.
3525§234ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε ἔχει χρήματα πλέον ὁ ἀνταποκρι-
3526τής του, εἴτε ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῶν προϊόντων, εἴτε ἐκ τῆς
3527ἀποστολῆς συναλλαγματικῆς, συρομένης ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἐκτο-
3528κιζομένης.
3529§235ΒΟΤΣΗΣ. Τότε εἶναι περίπτωσις ἐπιταγῆς.
3530§236ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐν Ἑλλάδι σύρουν
3531συναλλάγματα ἐπὶ τῇ βάσει ἀποσταλέντων προϊόντων, ἢ
3532ἐπιταγὰς ἐπὶ τῇ βάσει πωληθέντων ἤδη προϊόντων. Ὁ ἔμ-
3533πορος σύρει τρίμηνον συνάλλαγμα ἢ δίμηνον, ἢ καὶ ἐννεάμη-
3534νον ἐνίοτε, ὅπερ πληρόνεται μετὰ τὴν πώλησιν τοῦ ἀποστα-
3535λέντος ἐμπορεύματος. Δύναται δὲ νὰ στείλῃ τὸ τοιοῦτον
3536συνάλλαγμα, εἴτε μόνον αὐτὸ, ἄν ὁ ἀνταποκριτής του ἔχῃ εἰς
3537αὐτὸν ἐμπιστοσύνην, ἢ συνοδευόμενον μετὰ τῆς φορτωτικῆς, ἄν
3538δὲν ἔχῃ τοιαύτην, ὁ δὲ ἀνταποκριτής του, ἐκτοκίζων αὐτὸ,
3539τῷ ἐπιτρέπει νὰ σύρῃ ἐπιταγήν. Ἡ διαφορὰ δὲ μεταξὺ ἐπι-
3540ταγῆς καὶ συναλλαγματικῆς εἶναι, ὅτι ἡ ἐπιταγὴ σύρεται ἐπὶ
3541τῇ βάσει τῆς πληρωμῆς ἐκ χρημάτων, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται
3542παρὰ τῷ ἀνταποκριτῇ τοῦ ἐν Ἑλλάδι ἐμπόρου ἢ τραπεζίτου.
3543Ὅταν ἔχῃ τὰ χρήματά του ἕτοιμα ἐν Εὐρώπῃ, σύρει ἐπι-
3544ταγήν. Ὅταν ὅμως πρόκειται νὰ ἔχῃ αὐτὰ μετὰ τὴν πώ-
3545λησιν τοῦ ἐμπορεύματος, θὰ σύρῃ τρίμηνον συνάλλαγμα, ὅπερ
3546θ’ ἀνανεώσῃ, ἄν δὲν πωληθῇ ἐγκαίρως τὸ ἐμπόρευμά του.
3547Συνήθως εἰς τὴν καλὴν ἐποχὴν ἐγίνετο καὶ παρ’ ἡμῖν, ἃς
3548εὐχηθῶμεν δὲ νὰ γείνῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον, τὸ ἑξῆς. Οἱ τρα-
3549πεζῖται καὶ οἱ ἔμποροι ἔχουσι πιστώσεις ἐν Εὐρώπῃ, ἐπὶ τῇ
3550βάσει τῶν ὁποίων σύρουσι τρίμηνα συναλλάγματα, εἰς τὴν
3551λῆξιν δὲ τῶν τριμήνων συναλλαγμάτων, ἐὰν δὲν ἔχωσι τὰ
3552χρήματα νὰ ἐμβάσωσιν, ἀνανεοῦσιν αὐτὰ, καὶ ἐντεῦθεν γεν-
3553νᾶται ἡ πιστωτικὴ ἰδιότης καὶ ὁ καθαρὸς πιστωτικὸς χαρα-
3554κτὴρ τοῦ συναλλάγματος, ὁ ὁποῖος πιστωτικὸς χαρακτὴρ
3555δὲν εἶναι θεωρητικὸς, ἀλλ’ ἐργασία θετικὴ καὶ ἐπωφελής, ἥτις
3556εἰς τοὺς τραπεζίτας καὶ τοὺς ἐμπόρους παρέχει κέρδη.
3557Ἡ ἰδιότης αὕτη τῆς συναλλαγματικῆς, εἰς ἄλλας περιστά-
3558σεις—διότι σήμερον δυστυχῶς περιωρίσθη τοῦτο σχεδὸν μέχρις
3559ἐξαλείψεως, ἕνεκα τῶν ἀτυχῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων,—
3560ἐπέτρεπεν εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὰς Τραπέζας νὰ εὑρίσκωσι χρή-
3561ματα ἐν Εὐρώπῃ, τὰ ὁποῖα ἐπλήρονον δύο ἢ τρία ἢ τὸ πολὺ
3562τέσσαρα τοῖς ἑκατὸν κατ’ ἔτος, καὶ τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποίουν
3563ἐνταῦθα. Τὸ κέρδος δ’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν καὶ παρ’ ἅ-
3564πασι τοῖς ἔθνεσι παρέχεται ἐκ τῆς συναλλαγματικῆς, φορο-
3565λογεῖ τὸ Δημόσιον πανταχοῦ διὰ τοῦ ἀναλογικοῦ χαρτοσή-
3566μου. Ἡ ἐπιταγὴ ὅμως εἶναι ἁπλῆ μεταφορὰ χρημάτων, καὶ
3567ἡ ἁπλῆ μεταφορὰ χρημάτων δὲν φορολογεῖται ἐπὶ τῇ αὐτῇ
3568βάσει, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ φορολογεῖται καὶ ἡ ἄλλη μεταφορὰ χρη-
3569μάτων, ἡ ὁποία ἐμπεριέχει συνάμα καὶ δάνεια. Καὶ ἠπό-
3570ρησα, ὅταν ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερι-
3571κῶν καὶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν, ὁ ὁποῖος, ἂν
3572καὶ δὲν εἶναι ἔμπορος, ἀνήκει εἰς ἐμπορικὴν πόλιν, νὰ μὴ θέ-
3573λωσι νὰ δώσωσι σημασίαν εἰς τὴν θεμελιώδη καὶ εὐνόητον
3574ταύτην διαφοράν. Τὴν διαφορὰν δὲ ταύτην παρεγνώρισεν ἡ
3575νομοθεσία ἡμῶν τοῦ 1887. Δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅσα
3576εἶπον περὶ τῆς βλάβης καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου
3577ταμείου, διότι ἐκ τῶν ἐπιταγῶν μόλις τὸ ⅒ πιστεύω ὅτι
3578φορολογεῖται ἐν Ἑλλάδι, τὰ δὲ 9|10 δὲν φορολογοῦνται, διὰ
3579τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου. Ἡ Βουλὴ
3580ὅμως δύναται νὰ ᾖ βεβαία, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν ἐφαρ-
3581μόζοντες τὸ αὐτὸ σύστημα, θὰ ἔχωμεν τὰς αὐτὰς καταχρή-
3582σεις. Γνωρίζω τραπεζιτικὰ καταστήματα ἐκ τῶν πρωτίστων,
3583τὰ ὁποῖα οὐδέποτε πληρόνουσι χαρτόσημα δι’ ἐπιταγάς.
3584Ὑπάρχουσι μάλιστα παράπονα ἐκ μέρους τῶν Τραπεζῶν, αἱ
3585ὁποῖαι, ὑποκείμεναι εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Δημοσίου, πληρό-
3586νουσι χαρτόσημον, ὅτι δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τοὺς
3587ἰδιώτας τραπεζίτας, οἱ ὁποῖοι, ὡς μὴ ὑποκείμενοι εἰς τὸν αὐ-
3588τὸν ἔλεγχον, δὲν πληρόνουσι χαρτόσημον ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν.
3589Ὑπάρχει συνάμα μία ἀδικία διὰ τὰς Τραπέζας, ἡ ὁποία ἴσως
3590δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἀμέσως, ἀλλὰ πρέπει νὰ μᾶς ἐνδιαφέρῃ
3591ἐμμέσως, διότι ἐκτὸς τῆς βλάβης, ἡ ὁποία ἐπέρχεται εἰς τὰ
3592συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, αὕτη συντελεῖ καὶ εἰς τὴν μὴ εἰλι-
3593κρινῆ κυκλοφορίαν τῶν ἐπιταγῶν ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ.
3594Διὰ ταῦτα, θεωρῶν τὴν τροποποίησιν τῆς διατάξεως ταύ-
3595της ἐπιβαλλομένην καὶ ὑπὸ κοινωνικὴν καὶ ὑπὸ ταμιευτικὴν
3596καὶ ὑπὸ νομισματικὴν ἔποψιν, ἐπέμεινα εἰς αὐτὴν καὶ ἔλαβον
3597τρὶς τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ
3598ἰδίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
3599κονομικῶν νομίζῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεχθῇ αὐτὴν, ἀλλ’ ὅτι
3600πρέπει νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχει, ἐγὼ ἀρκοῦμαι εἰς τὸ ὅτι
3601ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου.
3602§237Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ὀλίγον θεωρητικὴ ἡ συζήτησις,
3603διότι, ὡς βλέπω, τὸ ἀποτέλεσμα δὲν θὰ ἐπέλθῃ, διότι ὁ κ.
3604Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν θεωρεῖ τοῦτο
3605δίκαιον. Ἐν τούτοις πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς ἓν ἀποτέ-
3606λεσμα, διότι τοῦτο πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸ μέλλον.
3607Δὲν βλέπω διαφωνίαν μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξω-
3608τερικῶν καὶ τῶν κ. Βουλευτῶν ἐξ Ἄρτης καὶ Λοκρίδος ἢ μό-
3609νον ὡς πρὸς τὸ θεωρητικὸν μέρος. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς
3610τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει δίκαιον, διότι δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ.
3611Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν, ὅτι εἰς τὰς συναλλαγματικὰς ὑπάρ-
3612χει μία ἀγοραπωλησία μεθ’ ἑνὸς δανείου διὰ τὴν μεταφο-
3613ρὰν τῶν χρημάτων, ἐνῷ εἰς τὰς ἐπιταγὰς ὑπάρχει καθαρὰ
3614μεταφορὰ χρημάτων...
3615§238ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὕτη εἶναι ἡ διαφωνία μας.
3616§239Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τοῦτο ὑποστηρίζει καὶ ὁ κ. Ὑπουρ-
3617γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
3618§240ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
3619§241Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλ’ ὑποστηρίζει ὅτι δὲν πρέπει νὰ
3620στηριχθῶμεν ἐπὶ τοῦ τόκου, καὶ σᾶς ἀνέφερε...
3621§242ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐξαίρεσις δὲν ἀποτελεῖ κανόνα.
3622§243Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λέγω θεωρητικὴν τὴν συζήτησιν, διότι,
3623ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παραδέχεται ὅτι δὲν
3624πρέπει νὰ γείνῃ διάκρισις, τὴν διάκρισιν τὴν ἀναγράφει αὐτὸς
3625ὁ ἴδιος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, προκειμένου περὶ τῶν ἐπιταγῶν
3626ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, διὰ τὰς ὁποίας παραδέχεται δεκάλεπτον
3627χαρτόσημον. Ὥστε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντι-
3628κρούων τὴν πρότασιν κατ’ ἀρχὴν, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει δί-
3629καιον, διότι εἰς τὸ ἄρθρον 3 παραδέχεται τὴν διάκρισιν ταύτην.
3630§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ἔχει
3631παραδεχθῆ ὁ νόμος.
3632§245Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι· εἶναι προσθήκη, τὴν ὁποίαν
3633κάμνετε εἰς τὸ ἄρθρον 18, καὶ ἐὰν ἀκόμη τὴν παρελάβετε ἐκ
3634προηγουμένου νόμου.
3635§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν
3636μετέβαλον τὰς βάσεις τοῦ νόμου τοῦ 1887; μόνον περιω-
3637ρίσθην, ἵνα ζητήσω νὰ ἐπιβληθῇ τέλος ἐπὶ τῆς διαφορᾶς τῆς
3638ὑπαρχούσης μεταξὺ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ τοῦ
3639μεταλλικοῦ νομίσματος· τὰς βάσεις τοῦ νόμου ἐτήρησα τὰς
3640αὐτάς. Ἐὰν ἤθελον ἀρχίσει νὰ μελετήσω τὸν νόμον, ἔπρεπε
3641πρὸ παντὸς νὰ πράξω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς συνεβουλεύσατε,
3642νὰ ἐλαττώσω ἐν πρώτοις τὰ δικαστικὰ τέλη, διότι τοῦτο
3643εἶναι τὸ μέγα προσὸν, ἡ μεγάλη ἀρετὴ τῆς ἀπονομῆς τῆς
3644πολιτικῆς δικαιοσύνης, νὰ ἦναι εὐθηνὴ καὶ βραχυχρόνιος,
3645ὁμολογῶ δὲ, ὅτι τὰ δικαστικὰ τέλη εἶναι βαρύτατα καὶ καθι-
3646στῶσι δυσπρόσιτον τὴν δικαιοσύνην. Ἀλλ’ ἡ ὥρα, εἰς τὴν
3647ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ἡ περίοδος ἡ χρονικὴ, τὴν ὁποίαν δια-
3648νύομεν, δὲν μοὶ ἐπέτρεπε νὰ προβῶ εἰς τοιοῦτόν τι, καὶ διὰ
3649τοῦτο ἀφῆκα τὰς βάσεις τοῦ νόμου ὡς ἔχουσι. Νομίζω ὅμως,
3650ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ πληρόνῃ τὸ αὐτὸ τέλος ὁ μεταφέρων χρή-
3651ματα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ ὁ μεταφέρων χρήματα
3652εἰς χρυσὸν, καὶ νὰ ὠφελῆται ὁ τελευταῖος οὗτος τὴν δια-
3653φοράν.
3654§247ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο εἶναι λογικὸν καὶ δίκαιον.
3655§248ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνομολογεῖ
3656τὸ βαρὺ καὶ δυσβάστακτον τῶν τελῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ὑποβάλ-
3657λεται σήμερον ἡ Ἑλλάς, ἀλλὰ λέγει, κατὰ περίεργον τρόπον
3658τοῦ σκέπτεσθαι: «Ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοῦ παρόν-
3659τος, ἕνεκα τῆς καθόλου οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κρά-
3660τους, νὰ προβῶμεν εἰς ἐλαττώσεις τῶν τελῶν τούτων, διὰ
3661τοῦτο ἐπιβάλλομεν αὔξησιν αὐτῶν.»
3662§249ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιβάλλει καμμίαν αὔξησιν, φο-
3663ρολογεῖ τὸν χρυσὸν διὰ τοῦ χρυσοῦ.
3664§250ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε δὲν γινώσκετε βεβαίως ἐκεῖνα, τὰ
3665ὁποῖα ἀναγινώσκετε· διότι, ὅταν, ἀντὶ νὰ εἰσπράττητε τὰ τέλη
3666εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἰσπράττητε αὐτὰ εἰς χρυσὸν, νο-
3667μίζω ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ χρυσοῦ καὶ τραπεζικοῦ
3668γραμματίου, ὑπάρχει διαφορὰ 75%.
3669§251ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανορθοῖ τὸ γινόμενον ἀδίκημα.
3670§252ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπάρχει λοιπὸν αὔξησις τῆς φορολογίας
3671ἢ ὄχι; Καὶ ἡ αὔξησις αὕτη τῆς φορολογίας δὲν ἐπιπίπτει
3672βεβαίως ἐπὶ τῆς Τραπέζης καὶ τῶν τραπεζιτῶν, δὲν ἐπιπί-
3673πτει οὐδ’ ἐπὶ τῶν ἐμπόρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἠναγ-
3674κασμένοι νὰ κάμωσι πληρωμὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ νὰ
3675μεταφέρωσι χρυσόν· θὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τὸν φορολογούμενον
3676λαόν. Ὁ τραπεζίτης θὰ καταλογίζῃ εἰς τὸν ἔμπορον τὸ τέ-
3677λος κατὰ τὸν ἀνώτερον ὅρον, καὶ ὁ ἔμπορος θὰ φροντίζῃ νὰ
3678καταλογίζῃ τὴν διαφορὰν εἰς τὰ ἐμπορεύματα μὲ τὸ παρα-
3679πάνω. Ὥστε δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου τινὸς, Κύριοι, ἢ περὶ
3680μιᾶς ἐπιβολῆς νέας φορολογίας, ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι ἐρχό-
3681μεθα νὰ τακτοποιήσωμεν τὰς τοιαύτας πληρωμάς.
3682Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος ἠπόρησε, πῶς γίνεται
3683νῦν λόγος περὶ τοιαύτης διακρίσεως μεταξὺ συναλλαγματι-
3684κῆς καὶ ἐπιταγῆς, ἀφοῦ τοιαύτη διάκρισις δὲν ἐγένετο ἐν τῷ
3685νόμῳ τοῦ 1887, ἀφοῦ εἰς οὐδενὸς τὴν κεφαλὴν ἀπὸ τοῦ
36861887 μέχρι τοῦδε ἐπῆλθεν, ἵνα ποιήσηται τοιαύτην τροπο-
3687ποίησιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι λόγος οὗτος, ὅπως ἀποκρουσθῇ ἡ
3688τροπολογία, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνά-
3689δελφος καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζομεν, ὁ αὐτὸς λόγος πρέπει νὰ
3690πείσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν νὰ ἀποῤῥίψῃ ὁλόκληρον
3691τὴν τροπολογίαν τοῦ ὑφισταμένου νόμου, τὴν ὁποίαν προ-
3692τείνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν νομίζῃ ὅτι, ἐπειδὴ
3693ἀπὸ τοῦ 1887 οὐδέποτε ἐπροτάθη τοιαύτη τροποποίησις
3694τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, διὰ τούτου δύναται ν’ ἀπο-
3695κρούσῃ τὴν τροπολογίαν τὴν ἰδικήν μας, πρέπει νὰ ἀπο-
3696κρούσῃ καὶ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ.
3697Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς ἐδηλώσαμεν ἐξ ἀρχῆς,
3698ὅτι πρόκειται περὶ τροπολογίας, τὴν ὁποίαν προτείνομεν εἰς
3699τὸν ὑφιστάμενον νόμον, περὶ τροπολογίας, διὰ τὴν ὁποίαν βε-
3700βαίως δὲν ζητοῦμεν προνόμιον εὑρεσιτεχνίας. Πρόκειται περὶ
3701μιᾶς διακρίσεως, τὴν ὁποίαν πάντα τὰ ἔθνη, καὶ τὰ πεπολι-
3702τισμένα καὶ τὰ ἡμιπολίτιστα καὶ τὰ ἡμιβάρβαρα, ποιοῦνται
3703τὴν σήμερον, μόνον δὲ ἡ Ἑλλὰς, τὸ πρότυπον αὐτὸ Βασί-
3704λειον, ἐννοεῖ νὰ μένῃ εἰς αὐτὴν τὴν σύγχυσιν ἀκόμη!
3705§253ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ Ἀβυσσηνία;
3706§254ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἡ Ἀβυσσηνία βεβαίως ἐννοεῖ ὅτι ὑπάρ-
3707χει διαφορὰ μεταξὺ συναλλαγματικῆς καὶ ἐπιταγῆς· μόνον
3708ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ ἐννοήσωμεν τὴν διάκρισιν. Καὶ ἡ διά-
3709κρισις, Κύριοι, εἶναι ἁπλουστάτη. Ἡ ἐπιταγὴ εἶναι ἐντολὴ
3710πρὸς πληρωμήν. Ἔχω διαθέσιμον κεφάλαιον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ,
3711ἐκδίδω ἐπιταγὴν πρὸς πληρωμὴν ἢ τοῦ ὅλου ἢ μέρους τοῦ
3712διαθεσίμου αὐτοῦ κεφαλαίου. Ὑπὸ τὴν ἐπιταγὴν κυρίως δύ-
3713ναταί τις νὰ ἐννοήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνόησαν καὶ οἱ Γάλ-
3714λοι, κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν, ἤτοι ἀπόδειξιν ἐξοφλήσεως.
3715Ὅπως λοιπὸν πᾶσαι αἱ ἀποδείξεις ἐξοφλήσεως, εἰς οἱονδή-
3716ποτε ποσὸν καὶ ἂν ἀνέρχωνται αὗται, ὑποβάλλονται εἰς
3717σταθερὸν τέλος, οὕτω πως καὶ αἱ ἐπιταγαὶ εἰς ὅλα τὰ Κράτη
3718τὸν κόσμον ὑποβάλλονται εἰς σταθερὸν τέλος· ἐν Γαλλίᾳ εἰς
3719δεκάλεπτον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἢ εἰκοσάλεπτον ἐπὶ τοῦ ἐξωτε-
3720ρικοῦ, ἐν Ἰταλίᾳ εἰς πεντάλεπτον, ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς μίαν πέν-
3721ναν, εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ τὸ Βέλγιον εἶναι ὅλως διόλου
3722ἀπηλλαγμέναι παντὸς τέλους. Καὶ ἡ Σερβία καὶ ἡ Ρω-
3723μουνία καὶ ἡ Τουρκία καὶ πάντα τὰ Κράτη ἀδιακρίτως τὰς
3724ἐπιταγὰς ὑποβάλλουσιν εἰς σταθερὸν τέλος, διότι διαβλέπου-
3725σιν εἰς αὐτὰς κυρίως μίαν ἀπόδειξιν ἐξοφλήσεως. Ἡ συναλ-
3726λαγματικὴ τοὐναντίον εἶναι τίτλος πιστωτικὸς, καὶ ὡς τοι-
3727οῦτος δὲν δύναται, παρὰ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀναλογικὸν τέλος.
3728Εἶναι ὅλως διόλου διάφορον τὸ ἓν τοῦ ἄλλου. Λοιπὸν ἡμεῖς
3729τί ζητοῦμεν, Κύριοι; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς ὅλα τὰ
3730Κράτη, εἰς τὰ πεπολιτισμένα καὶ τὰ ἡμιπολίτιστα, νὰ γείνῃ
3731καὶ παρ’ ἡμῖν, παρ’ ἡμῖν ὅπου ὑπάρχει κατ’ ἐξοχὴν σήμε-
3732ρον ἀνάγκη, ὅτε διατελοῦμεν εἰς αὐτὴν τὴν οἰκονομικὴν
3733κρίσιν καὶ τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν, νὰ παρέχωμεν ὅλα
3734τὰ μέσα πρὸς διευκόλυνσιν τῆς μεταφορᾶς χρήματος ἐκ τοῦ
3735ἐξωτερικοῦ εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Ἡ μεταφορὰ τῶν χρημάτων
3736οὐδαμοῦ οὐδέποτε φορολογεῖται. Πρώτην φορὰν ἤκουσα τὴν
3737γνώμην ταύτην, ὑποστηριζομένην παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς
3738Κυβερνήσεως. Φαντασθῆτε, Κύριοι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει
3739νὰ θέλητε νὰ ὑπάγητε εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, νὰ συμπαραλά-
3740βητε μεθ’ ὑμῶν ὀλίγα ναπολεόνια, τὰ ὁποῖα ἐξηργυρώσατε
3741ἐνταῦθα θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην,
3742ὕστερον ὁ τελωνοφύλαξ νὰ κάμῃ ἔρευναν ἐπὶ τοῦ σώματός
3743σας, καὶ ὅταν εὕρῃ τὰ χρήματα, νὰ σᾶς εἴπῃ: «μεταφέρετε
3744χρήματα, θὰ σᾶς φορολογήσω.» Ἔρχεσθε ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ,
3745ἀποκομίζετε χρυσὸν ἐκ τῆς ἐργασίας σας, καὶ ἐνῷ θέλετε
3746νὰ εἰσέλθητε εἰς αὐτὸ τὸ εὐτυχὲς Βασίλειον, ὁ κ. Πρωθυπουρ-
3747γὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ ἕνα τελωνοφύλακα, νὰ κάμῃ
3748ἔρευναν ἐπὶ τοῦ σώματός σας, καὶ αὐτὸν τὸν χρυσὸν, διὰ
3749τὸν ὁποῖον διψᾷ ὁ τόπος καὶ σᾶς περιμένει ὡς εὐεργέτην,
3750νὰ σᾶς εἴπῃ «θὰ τὸν φορολογήσω».
3751§255ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος αὐτό;
3752§256ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὕτη εἶναι ἡ θεωρία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
3753Φορολογοῦμεν τὴν μεταφορὰν τῶν χρημάτων, καὶ φορολογία
3754τῆς μεταφορᾶς τῶν χρημάτων οὐδέποτε ἐπιτρέπεται, οὐδὲ
3755ἐφαντάσθη τίς ποτε τοιαύτην μέχρι τοῦδε. Λοιπὸν τίποτε
3756ἄλλο δὲν ζητοῦμεν, παρὰ ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν
3757τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, καὶ ὑπάρχει κατὰ πρωτοφανῆ τρόπον,
3758ἐνῷ αὐτὸ τὴν σήμερον οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ ἀπαντᾷ, νὰ τὸ
3759διορθώσωμεν, νὰ κάμωμεν τὴν διάκρισιν, τὴν ὑφισταμένην εἰς
3760ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου μεταξὺ συναλλαγματικῆς καὶ ἐπι-
3761ταγῆς, διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουσι κατ’ ἐξοχὴν αἱ
3762σημεριναὶ περιστάσεις ἡμῶν. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὅτι ἐπιβάλ-
3763λουσιν αὐτὴν καὶ ἡ λογικὴ καὶ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμ-
3764φέρον ἡμῶν. Ὑμεῖς, ἐὰν θέλητε, ἐπιμείνατε εἰς τὸ ἄτοπον
3765αὐτὸ, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐπικρατεῖ, τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον
3766θὰ ᾖναι τόσον πολὺ μεγαλείτερον, ἀφοῦ ἐπέρχεται αὔξησις
3767τῆς φορολογίας διὰ τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς.
3768§257ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μετὰ τῶν προλαλη-
3769σάντων. Ἡ διάκρισις μεταξὺ συναλλαγματικῆς καὶ ἐπιταγῆς
3770εἶναι τοιαύτη, ὥστε οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἔπρεπε νὰ συζητῆται,
3771ἂν ἡ μὲν πρώτη πρέπῃ νὰ ὑποβάλληται εἰς τὸν φόρον ἐπὶ
3772τῶν συναλλαγματικῶν, κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἐπικρατῆσαν ἐν
3773τῷ νόμῳ ἡμῶν, ἡ δὲ ἐπιταγὴ δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποβάλληται
3774ἢ εἰς τὸν φόρον, εἰς ὃν ὑποβάλλονται αἱ ἐξοφλήσεις. Ἡ ἐπι-
3775ταγὴ δὲν εἶναι συνήθως ἢ ἐξόφλησις χρέους. Ὁ ἔχων χρή-
3776ματα εἰς χεῖράς τινος ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας, ἐξ ἀντιτίμου ἢ
3777εἰσπράξεων, θέλει ἢ ὅλον τὸ ποσὸν ἢ μέρος τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ
3778νὰ ἀναλάβῃ, ἐκδίδων ἐπιταγὴν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐξαλείφει ἑπομέ-
3779νως ἓν χρέος. Ἀλλ’ ἡ συναλλαγματικὴ εἶναι ὅλως διαφόρου
3780φύσεως. Ἡ συναλλαγματικὴ δημιουργεῖ ἀξίαν, ἐνῷ ἡ ἐπιταγὴ
3781εἶναι ἐξόφλησις ἀξίας, διάλυσις δοσοληψίας μεταξὺ ὀφειλέτου
3782πρὸς δανειστὴν, ἀξίας, ἥτις πιθανώτατα ἐφορολογήθη ἤδη.
3783Τοὐναντίον ἡ συναλλαγματικὴ ὑποθέτει ἐμπορικὴν πρᾶξιν,
3784ἧς τὸ ἀντίτιμον παριστᾷ. Ἡ ἀξία, ἣν παριστᾷ καὶ ἐφ’ ὅσον
3785χρόνον τὴν παριστᾷ ἡ συναλλαγματικὴ, εἴτε ἐπὶ 3 μῆνας,
3786εἴτε ἐπὶ 30 ἡμέρας, εἶναι ἀξία ἔχουσα τὴν αὐτὴν δύναμιν,
3787τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ τὸ ἐμπόρευμα, οὗτινος τὴν ἀξίαν πα-
3788ριστᾷ καὶ μεταβιβάζει. Τὴν συναλλαγματικὴν αὐτὴν λαμ-
3789βάνοντες εἰς χεῖρας καὶ προσθέτοντες τὴν ὑπογραφήν σας, δύ-
3790νασθε, παρουσιαζόμενοι εἰς οἰανδήποτε Τράπεζαν ἢ τραπεζί-
3791την, νὰ τὴν προεξοφλήσητε καὶ λάβητε τὸ ἀντίτιμον. Ἐπί-
3792σης ὁ λαβὼν τὴν συναλλαγματικὴν, θέτων τὴν ὑπογραφήν του,
3793δύναται νὰ τὴν μεταβιβάσῃ εἰς ἄλλον καὶ λάβῃ τὸ ἀντίτιμον, καὶ
3794οὕτω καθεξῆς, μέχρι τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας καὶ τῆς ἐξο-
3795φλήσεως τῆς συναλλαγματικῆς. Ἡ συναλλαγματικὴ κυκλο-
3796φορεῖ τὴν ἀξίαν μιᾶς ἐμπορικῆς πράξεως, ἡ ἐπιταγὴ δὲν κυ-
3797κλοφορεῖ τὴν ἀξίαν ἐμπορικῆς πράξεως, ἀλλ’ ἐπαναφέρει τὰ
3798κεφάλαια εἰς τὸν κύριον, εἰς τὸν δικαιοῦχον αὐτῶν. Φορολο-
3799γοῦντες τὴν συναλλαγματικήν, φορολογεῖτε τὰς ἐμπορικὰς
3800πράξεις, φορολογοῦντες τὰς ἐπιταγάς, φορολογεῖτε ἁπλῶς τὰ
3801χρηματικὰ κεφάλαια καὶ τὰ φορολογεῖτε οὐχὶ ἐν τῇ ἐμπο-
3802ρικῇ αὐτῶν ἐργασίᾳ, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐν τῇ μετακινήσει ἀπὸ τοῦ
3803κατέχοντος αὐτὰ πρὸς τὸν δικαιοῦχον. Ἐπειδὴ ὁ νόμος ὑπο-
3804θέτει ὅτι πᾶσα ἐμπορικὴ πρᾶξις γίνεται ἐπὶ κέρδει καὶ κατα-
3805λείπει κέρδος, φορολογεῖ τὴν συναλλαγματικήν, ἥτις ἀντι-
3806προσωπεύει ἐμπορικὴν πρᾶξιν. Ἡ πρόληψις τοῦ νόμου εἶναι
3807μᾶλλον ἢ ἧττον εὔλογος. Δὲν πρέπει ὅμως τὴν αὐτὴν ἀρχὴν
3808καὶ ἑπομένως τὸν αὐτὸν φόρον τὸν ἀναλογικὸν νὰ ἀπαιτῶ-
3809μεν καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιταγήν, διότι ἡ ἐπιταγή, εἴτε ἐν τῷ ἐσω-
3810τερικῷ πρόκειται νὰ ἐξοφλήσῃ ἓν χρέος, εἴτε ἐν τῷ ἐξωτε-
3811ρικῷ, εἶναι τῶν ἰδίων ἡμῶν χρημάτων ἡ μεταφορά, καὶ οὐ-
3812δόλως ἀντιπροσωπεύει ἐμπορικὴν πρᾶξιν. Ἡ ἐξόφλησις δοσο-
3813ληψίας μεταξὺ ὀφειλέτου καὶ δανειστοῦ, ἡ ὁποία ὑπάρχει με-
3814ταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ πρὸς ὃν ἀπευθύνεται ἡ ἐπιταγή, δὲν εἶναι
3815ἐμπορικὴ πρᾶξις. Ἡ ἀναλογία τῶν δύο περιπτώσεων εἶναι
3816ἀδύνατος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δίκαιον εἶναι, καίτοι ὑπάρ-
3817χει ὁ νόμος τοῦ 1887, ὁ ὁποῖος πραγματικῶς καθιέρωσεν αὐ-
3818τὴν σύγχυσιν, δίκαιον εἶναι τὴν σύγχυσιν ταύτην νὰ
3819ἄρωμεν, πράττοντες καὶ ἡμεῖς ὅ,τι ἔπραξαν καὶ πράττουσιν
3820ὅλα τὰ ἔθνη ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν, δηλ. μὴ ἐξομοιοῦντες αὐτὰς
3821πρὸς τὰς συναλλαγματικάς, οὐδὲ φορολογοῦντες ἐξ ἴσου.
3822§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ κ. Ἐμπειρίκου ἀπόντος, νομίζω ὅτι
3823εἶναι καλὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς
3824τροπολογίας του.
3825§259ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
3826§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει,
3827παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότε-
3828ροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3829Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει):
3830«Προστίθεται εἰς τὸ εἰρημένον 15 ἄρθρον τοῦ ἄνω μνημο-
3831νευθέντος νόμου καὶ παράγραφος δεκάτη, ἡ ἑπομένη:
3832«Αἱ ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν, ἢ τραπεζομεσιτικῶν γραφείων ἐκ-
3833»διδόμεναι ἀποδείξεις, δηλοῦσαι τὴν πώλησιν ὁμολογιῶν οἱων-
3834»δήποτε, τοῦ τέλους ὑπολογιζομένου ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ πο-
3835»σοῦ τῶν πωλουμένων ὁμολογιῶν, καὶ καταβαλλομένου εἰς
3836»τὸ εἶδος τῶν ἐν αὐταῖς μνημονευομένων νομισμάτων.»
3837§261ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον ὑπάρχει
3838αὔξησις φορολογίας, ἥτις ἔχει τὴν δικαιολογητικήν της βά-
3839σιν ἴσως, ἥτις ὅμως βεβαίως δὲν ἔχει τὴν πολιτικὴν βάσιν της·
3840διότι, ἐὰν παραδεχώμεθα ὅτι ὁ τόπος οὗτος φορολογεῖται
3841βαρέως, δὲν ἔπρεπεν ἄνευ τοὐλάχιστον ἀντισηκώματός τινος
3842νὰ παραδεχθῶμεν καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ ἄρθρου 1. Ἀλλ’ ἂν
3843αὕτη ἔχῃ δικαιολογητικὴν βάσιν, ἡ φορολογία ὅμως, τὴν
3844ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ ἄρθρον 2, οὐδεμίαν, νομίζω, ἔχει δι-
3845καιολογητικὴν βάσιν. Αἱ ὁμολογίαι, τὰς ὁποίας ζητεῖ νὰ φο-
3846ρολογήσῃ, φορολογοῦνται ἤδη διὰ χαρτοσήμου, ὅταν αὗται
3847κατασκευάζωνται, φορολογοῦνται δὲ καὶ διὰ τοῦ ἀναλογικοῦ
3848φόρου, ὅστις πληρόνεται ἐπὶ τῶν τοκομεριδίων αὐτῶν. Ἐπι-
3849προσθέτως εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην ἔρχεται τὸ ἄρθρον 2,
3850ὡσεὶ ἐπρόκειτο νὰ νομοθετήσωμεν περὶ εὐτυχοῦς καὶ πλουσίας
3851τινὸς ἀγορᾶς, καὶ ἐπιβάλλει νέον φόρον, ἀρκετὰ βαρὺν, ἐκ
385250 λεπτῶν ἐπὶ ἑκάστης πωλουμένης ὁμολογίας οἱασδήποτε
3853ἀξίας.
3854§262Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. «Ὁμολογιῶν οἱωνδήποτε» λέγει. Ἀλλὰ
3855ἐννοεῖ καὶ τὰς μετοχάς;
3856§263ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἐννοῇ καὶ τὰς μετοχάς.
3857Ὁμολογίαι δὲν εἶναι μετοχαί. Ἀλλ’ ἐὰν ἐννοῇ καὶ τὰς μετο-
3858χάς, τότε ἡ παρατήρησίς μου εἶναι ἔτι ἰσχυροτέρα. Καὶ
3859ἐγὼ εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀναφέρονται καὶ αἱ μετοχαί, ἀλλὰ
3860δὲν ἀναφέρονται. Ὁ φόρος οὗτος ἐπὶ ὁμολογιῶν ἀξίας 100
3861δραχμῶν, ὑποθέσωμεν, καὶ αἱ ὁποῖαι ἴσως πωλοῦνται κάτω
3862τῶν 100 δραχ. σήμερον, ὑπερβαίνει τὸ ½% ἐπὶ τοῦ
3863πραγματικοῦ κεφαλαίου, καὶ τοῦτο ἐπανειλημμένως καὶ ὁσά-
3864κις ὁμολογία τοιαύτη πωλῆται ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ. Ὁσά-
3865κις τις ἔχῃ ὁμολογίαν οἱανδήποτε, εἴτε τοῦ Δημοσίου, εἴτε
3866Τραπέζης τινὸς, εἴτε Σιδηροδρόμου, εἴτε οἱασδήποτε ἄλλης
3867ἐπιχειρήσεως, καὶ θέλει νὰ πωλήσῃ αὐτὴν, θὰ πληρόνῃ 50
3868λεπτὰ φόρον διὰ τῆς ἀποδείξεως, τὴν ὁποίαν ὁ πωλῶν μεσί-
3869της ἢ τραπεζίτης θέλει παρουσιάσει εἰς τὸν ἀγοραστήν. Ἐὰν
3870δὲ δεκάκις πωληθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους ἡ ὁμολογία, δεκάκις θὰ
3871πληρώσῃ τὸν φόρον.
3872Ἡ ἰδέα τῆς φορολογίας τῶν χρεωγράφων, τῶν πωλουμένων
3873ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις, εἶναι ἰδέα, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται
3874τελευταῖον εἰς τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης, ἐφαρμόζεται
3875δὲ ὑπὸ τὸ πνεῦμα, δύναμαι νὰ εἴπω, τὸ ῥιζοσπαστικὸν, ἵνα
3876μὴ εἴπω τὸ κοινωνιστικόν. Εἶναι ἐχθρικὴ τις πρᾶξις τῶν ῥιζο-
3877σπαστῶν κατὰ τῶν κινητῶν κεφαλαίων. Ἀλλ’ ἐφαρμόζεται
3878ποῦ; εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως ἔχουσι
3879μεγάλα πλούτη. Δύο δὲ εἶναι τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα τελευ-
3880ταῖον ἐφήρμοσαν αὐτὴν, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Γερμανία. Ἀλλὰ
3881καὶ ἐκεῖ ἤρχισαν νὰ αἰσθάνωνται μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοιού-
3882του φόρου τὰ δυσάρεστα ἀποτελέσματα αὐτοῦ, διότι κατὰ
3883στατιστικὰς ἀναμφισβητήτους ἀποδεικνύεται ὅτι κατ’ ἔτος
3884τουλάχιστον 10% ἐλάττωσις ἐπῆλθεν ἐπὶ τῆς κινή-
3885σεως τῶν κεφαλαίων τῶν δύο τούτων Κρατῶν πρὸς ὄφελος
3886τῆς κινήσεως τῶν κεφαλαίων ἐν Ἀγγλίᾳ, ἥτις τείνει νὰ
3887ἀποῤῥοφήσῃ, ἐν ᾧ συνεκέντρωνεν ἁπλῶς, τὸ ὅλον τῆς παγ-
3888κοσμίου κινήσεως τοῦ κεφαλαίου. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβο-
3889λίαν, ὅτι τὰ Κράτη ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶπον ἐκ τίνων ἰδεῶν
3890ἐμπνεόμενα παρεδέχθησαν τὴν ἀρχὴν ταύτην, τάχιστα θὰ
3891τὴν καταργήσουν. Ἡμεῖς ὅμως ἐδῶ εὑρισκόμεθα ἀπέναντι
3892μιᾶς δυστυχεστάτης καταστάσεως χρηματιστικῆς. Ἡμεῖς ἔχο-
3893μεν τοὺς κατόχους τῶν διαφόρων χρεωγράφων εἰς κατάστα-
3894σιν, δὲν θέλω νὰ εἴπω πτωχεύσεως, ἀλλὰ μεγίστης στενοχω-
3895ρίας. Ἡ κατάστασις δ’ αὕτη τῆς μεγίστης στενοχωρίας εἶναι
3896ἀποτέλεσμα τῆς ἐφαρμογῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἥτις ἐπτώ-
3897χευσε τὸ Κράτος, καὶ μετὰ τοῦ Κράτους ἐπτώχευσε καὶ τὰς
3898πλείστας τῶν τοπικῶν ἐπιχειρήσεων. Ἐν ᾧ δ’ αἱ ἐπιχειρήσεις
3899ἡμῶν εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην στενοχωρίαν, ἐν ᾧ εὑρίσκονται
3900σχεδὸν εἰς κατάπτωσιν, ἐρχόμεθα σήμερον νὰ ἐπιβάλωμεν ἐπ’
3901αὐτῶν ἕνα νέον φόρον, ἵνα χάριν εἰσπράξεως ἀσημάντου πο-
3902σοῦ, παρακωλύσωμεν τὴν κυκλοφορίαν καὶ τὰς συναλλαγὰς
3903ἐπὶ τῶν χρεωγράφων των καὶ καταστήσωμεν τοὺς ἀτυχεῖς
3904κατόχους τῶν χρεωγράφων τούτων ἔτι μᾶλλον ἀτυχεστέρους.
3905Νομίζω ὅτι ὑπὸ οὐδεμίαν ἔποψιν, μήτε ταμιευτικὴν, μήτε
3906κοινωνικὴν, δικαιολογεῖται ἡ φορολογικὴ αὕτη αὔξησις.
3907Συνιστῶ δὲ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ
3908μὴ πιστεύσωσιν, ὅτι ὁ τόπος αὐτὸς εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην
3909εὐτυχίαν, ὥστε πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν πάλιν, ἀναζητοῦντες
3910πῶς θὰ εὕρωμεν τρόπον αὐξήσεως τῆς φορολογίας ἡμῶν.
3911Εἴχομεν ἄλλοτε μίαν δικαιολογίαν, ἡ ὁποία δὲν ἦτο βά-
3912σιμος, ὅτι πρόκειται νὰ σώσωμεν τὴν χώραν ἐκ τῆς πτωχεύ-
3913σεως καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ τὴν φορολογήσωμεν, ὁπουδήποτε
3914καὶ ὁπωσδήποτε δυνάμεθα. Ἦτο ἐσφαλμένη καὶ τότε ἡ ἰδέα
3915αὕτη, καὶ δὲν ἐσώσαμεν μήτε τὴν χώραν μήτε τὸ Δημόσιον
3916ἐκ τῆς πτωχεύσεως, ἐπιέσαμεν ὅμως αὐτὴν, καὶ κατεστενοχω-
3917ρήσαμεν τὴν παραγωγικὴν αὐτῆς δρᾶσιν. Σήμερον, ὅτε δὲν
3918ἔχομεν πλέον τὴν αὐτὴν δικαιολογίαν, σήμερον ὅτε δ’ ἄλλων
3919οἰκονομικῶν μέτρων καὶ δι’ ἄλλης οἰκονομικῆς πορείας ἔχο-
3920μεν καθῆκον νὰ ἀνασηκώσωμεν τὸν τόπον ἐκ τῆς καταστά-
3921σεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, δὲν πρέπει νὰ βαδίσωμεν
3922τὴν αὐτὴν ὁδὸν τῆς ἐπιτάσεως τῆς φορολογίας ἡμῶν, ἥτις
3923ἀναφαίνεται ἐν μικρῷ μὲν, ἀλλὰ ἐνδεικτικῶς ἐν τῷ συνόλῳ
3924τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἰδιαιτέρως δὲ ἐν τῷ ἄρθρῳ 2. No-
3925μίζω ἑπομένως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς
3926τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου τούτου.
3927§264Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ὑπὲρ τῆς προτει-
3928νομένης φορολογίας, καὶ νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται σήμερον νὰ
3929ἐπιβάλωμεν αὐτὸν τὸν φόρον. Τὸ παράπονόν μου εἶναι ἄλλο,
3930ὅτι, ἐνῷ ἔρχεται αὐτὸ τὸ βάρος, δὲν ἔρχεται μία ἀνακούφι-
3931σις. Ἐννοῶ νὰ ἐπιβληθῇ αὐτὸς ὁ φόρος, καὶ κατ’ ἀρχὴν τὸν
3932θεωρῶ πολὺ δίκαιον, ἀλλὰ τὸν θεωρῶ ὀλίγον βαρὺν ὡς πρὸς
3933τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται, διότι ἐπιβάλεται
39341 ἐπὶ τοῖς χιλίοις εἶναι πολύ...
3935§265ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι 50 λεπτὰ καὶ μέχρι 500 δραχ-
3936μῶν, ἀλλὰ καὶ μέχρις 100.
3937§266ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
3938ρικῶν). Ἀναλογικὸς φόρος.
3939§267ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι διόλου ἀναλογικὸς, ἀλλὰ πά-
3940γιος· τὸ ἀναλογικὸν τοῦ φόρου τούτου εἶναι φαινομενικὸν, διότι
3941αἱ ὁμολογίαι συνήθως φέρουσι κεφάλαιον ὀνομαστικὸν 500
3942δραχμῶν κατ’ ἀνώτατον ὅρον· σπάνιαί εἰσιν αἱ ὁμολογίαι, αἱ
3943ὁποῖαι παρουσιάζουσι κεφάλαιον 1000 δραχμῶν, συνηθέστεραι
3944δὲ αἱ ὁμολογίαι, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζουσι κεφάλαιον 100 καὶ
3945200 δραχμῶν, αὗται δὲ δὲν θὰ φορολογηθοῦν ἀναλογικῶς διὰ
394610 ἢ 20 λεπτῶν, ἀλλὰ παγίως διὰ 50 λεπτῶν.
3947§268Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶμαι, λέγω, ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομο-
3948σχεδίου, ἀλλὰ θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἔλθῃ ἓν ἀντισήκωμα, καὶ
3949τοιοῦτον ἀντισήκωμα θὰ ἦτο βεβαίως ἐπὶ τῶν εἰρηνοδικεια-
3950κῶν ὑποθέσεων, περὶ ὧν εἶναι, πιστεύω, καιρὸς νὰ ληφθῇ πρό-
3951νοια τέλος πάντων. Καλὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἀλλ’ ἂς λά-
3952βωσι καὶ οἱ πολῖται ἓν ἀντάλλαγμα. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἐψη-
3953φίσθη, νομίζω, κατὰ τὸ 1892, καὶ ὁ φόρος ἐν Γαλλίᾳ εἶ-
3954ναι μικρότερος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι ½ τοῖς χιλίοις. Εἰς
3955τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ φέρω ὡρισμένως τὴν πληροφορίαν
3956αὐτήν. Εἰς τὴν Αὐστρίαν ἐπεβλήθη διὰ τοῦ νόμου τῆς 18
3957Ἰουλίου 1892 ἡ χαρτοσήμανσις τῶν ἀλλοδαπῶν χρεωγρά-
3958φων καὶ τῶν μετοχῶν ἑταιριῶν. Ἐκεῖ, βλέπετε, ὑπάρχει ὁ
3959ἑξῆς δικαιολογητικὸς σκοπὸς, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ χαρτοσή-
3960μανσις αὕτη εἰς τὰ χρεώγραφα καὶ τὰς μετοχὰς καὶ ἐπὶ τῶν
3961μετοχῶν τῶν ἑταιριῶν, ἵνα ἐνισχυθῶσι τὰ χρεώγραφα τὰ
3962ἐθνικὰ τῆς Αὐτρίας καὶ αἱ μετοχαὶ τῶν ἑταιριῶν.
3963Ὥστε κατ’ ἀρχὴν δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι
3964εἶναι κακῶς διατετυπωμένον τὸ νομοσχέδιον. Πρῶτον διότι,
3965ὡς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης παρετήρησε, δὲν ἐξηγεῖ,
3966ἐὰν ἐννοῇ νὰ περιορίσῃ τὴν φορολογίαν μόνον εἰς τὰς ὁμο-
3967λογίας...
3968§269Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι εἰς με-
3969τοχὰς, ὁμολογίας ἐννοεῖ.
3970§270Ν. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Obligations, ὡς ἔχει ὁ σιδηρόδρομος
3971Πελοποννήσου, ἡ Τράπεζα τὰς λαχειοφόρους.
3972§271ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τοῦ Δημοσίου;
3973§272Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
3974§273Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰς ἐπιβάλλεται
3975ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ ποσοῦ τῶν πωλουμένων ὁμολογιῶν. Ἐδῶ
3976θὰ ὑπάρχῃ μία ἀδικία. Φαντασθῆτε ὁμολογίαν, ἔχουσαν ἀρ-
3977χικὴν ἀξίαν 500 δραχμῶν, καὶ ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ τιμᾶ-
3978ται μόνον 100 δραχμάς.
3979Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑπενθυμίζω καὶ τὴν παρατήρησιν,
3980τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον πρὸ μικροῦ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διορθωθῇ
3981ἡ διάταξις, διότι δὲν τροποποιεῖται μόνον τὸ ἄρθρον 15 τοῦ
3982μνημονευθέντος νόμου, ἀλλὰ καὶ τοῦ μεταγενεστέρου, τοῦ νό-
3983μου τοῦ 1889.
3984§274Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα·
3985νὰ τεθῇ «τοῦ νόμου ᾼΧΚΕʹ, ὡς συνεπληρώθη διὰ τοῦ νό-
3986μου ᾼΨϞΒʹ τῆς 29 Δεκεμβρίου 1889».
3987§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς
3988προσθήκης ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται
3989οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3990Ἄρθρον 3.
3991§276ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
3992«Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ αὐτοῦ νόμου ἀντικαθί-
3993στανται διὰ τῶν ἑπομένων.
3994«Εἰς τέλος δεκάλεπτον ὑποβάλλεται κατ’ ἐξαίρεσιν πᾶς
3995»λογαριασμὸς ἢ ἀπόδειξις, ἐκδιδόμενος ὑπὸ ἐμπορικῶν ἢ βιο-
3996»μηχανικῶν καταστημάτων ἢ ἑταιριῶν ἢ οἱουδήποτε ἐπιτη-
3997»δευματίου πρὸς ἐξόφλησιν μὴ ἐμπορικῆς ὀφειλῆς.
3998»Εἰς τὸ αὐτὸ τέλος ὑπόκεινται, ἄνευ διακρίσεως ποσοῦ:
3999»αʹ) αἱ δι’ ἀτόκους ἐν γένει καταθέσεις ἀποδείξεις τῶν ἐν Ἑλ-
4000»λάδι ἀνωνύμων ἑταιριῶν ἢ ἐξ ἐπαγγέλματος τραπεζιτῶν,
4001»ἡ ἐπὶ τῶν ἀποδείξεων τούτων γραφομένη ἐξόφλησις δι’ ἀπό-
4002»δοσιν μέρους ἢ ὅλου τοῦ καταταθέντος ποσοῦ, καὶ αἱ ἐπι-
4003»ταγαὶ ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει (chèques), αἱ πληρωτέαι ἐν Ἑλ-
4004»λάδι, κατά τε τὴν ἔκδοσιν καὶ κατὰ τὴν ἐξόφλησιν αὐτῶν,
4005»εἴτε ὑπὸ ἀνωνύμων ἑταιριῶν, εἴτε ἐξ ἐπαγγέλματος τραπε-
4006»ζιτῶν, ἢ καὶ ὑπὸ ἰδιωτῶν ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἀνωτέρω ἐκδιδό-
4007»μεναι· βʹ) αἱ εἰς τοὺς ἐπιβάτας ἀτμοπλοίων ἢ σιδηροδρο-
4008»μικῶν ἁμαξῶν διδόμεναι ἀποδείξεις πληρωμῆς ἀγωγίου ἢ
4009»ναύλου διὰ τὸ ὑπερβάλλον βάρος τῶν κιβωτίων, ἐπίπλων
4010»ἢ ἄλλων αὐτῶν πραγμάτων.
4011»Εἰς τὸ αὐτὸ τέλος ὑπόκεινται καὶ αἱ δι’ ἐντόκους κατα-
4012»θέσεις ποσοῦ ἐλάσσονος τῶν δραχμῶν χιλίων, ἐπὶ ἀνοικτῷ
4013»λογαριασμῷ καὶ ἄνευ προθεσμίας ἀποδόσεως, ἀποδείξεις τῶν
4014»ἀνωνύμων ἑταιριῶν καὶ τῶν ἐξ ἐπαγγέλματος τραπεζιτῶν,
4015»καὶ ἡ ἐπὶ τῶν ἀποδείξεων τούτων γραφομένη ἐξόφλησις
4016»μέρους ἢ ὁλοκλήρου τοῦ κατατεθέντος ποσοῦ.»
4017§277Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
4018γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῇ ὀγδόῃ καὶ ἐννάτῃ
4019γραμμῇ τοῦ ἐδαφίου βʹ ὑπάρχει λάθος τυπογραφικόν· ἀντὶ
4020«εἴτε ἐξ ἐπαγγέλματος τραπεζιτῶν, ἢ καὶ ὑπὸ ἰδιωτῶν» πρέ-
4021πει νὰ τεθῇ «εἴτε ὑπὸ ἐξ ἐπαγγέλματος τραπεζιτῶν, εἴτε
4022καὶ ὑπὸ ἰδιωτῶν».
4023§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῇ.
4024§279ΤΡΑΚΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔχομεν φορολογικοὺς νό-
4025μους, οἱ ὁποῖοι βαρύτατα φορολογοῦσι τὸν λαὸν, καὶ μάλιστα
4026τὴν κατωτέραν τάξιν, δὲν πρόκειται ὅμως ἤδη νὰ ὁμιλήσω
4027περὶ τῶν νόμων τούτων πάντων, ἀλλὰ ἐπὶ μιᾶς διατάξεως
4028μόνον θὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις. Ὅταν πρόκειται νὰ ἐξο-
4029φληθῇ ἓν χρέος, τὸ ὁποῖον ἐδανείσθη τις, διὰ τὸ ὁποῖον, ἐὰν
4030τὸ δάνειον ἔλαβεν οὐχὶ παρὰ Τραπέζης, ἀλλὰ παρ’ ἰδιώτου
4031τοκογλύφου, πληρόνει βαρὺν τόκον, ὁ συμβολαιογράφος δὲν
4032κάμνει τὴν ἐξόφλησιν, ἐὰν δὲν πληρωθῇ καὶ τὸ χαρτόσημον
4033ἐπὶ τοῦ ποσοῦ ὅλων τῶν πληρωθέντων τόκων, οἵτινες, ἐὰν
4034ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐγένετο τὸ δάνειον, παρῆλθον 5 ἢ
4035καὶ 10 ἔτη, ἀνέρχονται εἰς ὑπερβολικὸν ποσόν· τὸ χαρτόση-
4036μον δὲ αὐτὸ ἀναγκάζεται καὶ τὸ πληρόνει ὁ δυστυχὴς ὁ
4037ὀφειλέτης, διότι ὁ δανειστὴς δὲν δέχεται νὰ τὸ πληρώσῃ.
4038Ἔχω λοιπὸν μίαν τροπολογίαν...
4039§280Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκει-
4040ται περὶ τούτου ἐν τῷ ἄρθρῳ.
4041§281ΤΡΑΚΑΣ. Σχετικὸν εἶναι.
4042§282Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀτόκου κατα-
4043θέσεως.
4044§283ΤΡΑΚΑΣ. Θὰ ἴδητε ὅτι εἶναι πολὺ σχετικόν. Προσ-
4045θέτω μίαν διάταξιν πέμπτην ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3. (Ἀναγινώ-
4046σκει αὐτήν).
4047§284ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅμα εἰς τὸν συμβολαιογράφον προσ-
4048αχθῶσιν αἱ ἀποδείξεις τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων χαρτοση-
4049μασμέναι, δὲν πληρόνεται ὁ φόρος.
4050§285ΤΡΑΚΑΣ. Ἀλλὰ καὶ αἱ ἀποδείξεις εἶναι ἐπὶ χαρτοσή-
4051μου. Ἐγὼ προτείνω νὰ μὴ πληρώνηται διόλου φόρος, διὰ
4052νὰ ἀποφύγωμεν καὶ ἐνδεχομένας μεγίστας ζημίας εἰς τοὺς
4053πτωχοὺς ὀφειλέτας· διότι, μὴ συναινοῦντος τοῦ δανειστοῦ νὰ
4054πληρώσῃ τὸ τέλος, πολλάκις οἱ ὀφειλέται, μὴ ὄντες εἰς κατά-
4055στασιν νὰ πληρώσωσι τοὺς τόκους, — ὄχι νὰ πληρώσουν καὶ
4056τὸ τέλος διὰ τὴν ἀπόδειξιν — δὲν λαμβάνουν ἀποδείξεις, καὶ
4057δύναται νὰ συμβῇ οἱ κληρονόμοι τοῦ δανειστοῦ νὰ ἀμφισβη-
4058τήσουν ὅτι ἐπληρώθησαν οἱ τόκοι, καὶ οὕτω νὰ ζημιωθῇ ὁ
4059ὀφειλέτης. Πρέπει λοιπὸν νὰ τακτοποιήσωμεν τὴν διάταξιν
4060ταύτην, ὅπως μὴ καταστρέφωνται συμφέροντα τῶν πολιτῶν,
4061καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῶσι
4062τὴν τροπολογίαν μου.
4063§286Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκει-
4064ται περὶ τούτου ἐνταῦθα· δὲν μεταβάλλομεν τὸν νόμον ἢ κατὰ
4065τοῦτο, ὅτι ἐπεκτείνομεν τὴν φορολογίαν καὶ ἐπὶ τῆς διαφο-
4066ρᾶς μεταξὺ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος καὶ τοῦ τραπεζικοῦ
4067γραμματίου.
4068§287ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ
4069λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότι-
4070μος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς ὑπέβαλε καὶ τὴν ὁποίαν εὑρίσκω
4071δικαιοτάτην, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὸ Δημόσιον δὲν εἰσ-
4072πράττει τίποτε· ἡ ὑπάρχουσα διάταξις χρησιμεύει μόνον εἰς
4073τὸ νὰ παρέχῃ ἀφορμὰς εἰς καταχρήσεις, ἔργον δὲ τοῦ νομο-
4074θέτου εἶναι, ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἀποφεύγῃ τοιαύτας ἀφορμάς.
4075§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἄρθρου 3 τίθεται τὸ
4076προηγουμένως ψηφισθὲν «ἄρθρον μόνον» τοῦ νομοσχεδίου περὶ
4077τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου
4078τοῦ 1887», τὸ δὲ ἄρθρον 3 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου γί-
4079νεται ἄρθρον 4.
4080(Γίνονται δεκτὰ τὰ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρα 3
4081καὶ 4, ὡς ἐτροποποιήθησαν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται
4082καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5 τοῦ νομοσχεδίου,
4083ἤτοι 5 καὶ 6 κατὰ τὴν νέαν τάξιν).
4084§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι 7 κατὰ
4085τὴν νέαν τάξιν.
4086Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχει τροπολογίαν ὁ κ. Μερλό-
4087πουλος, τὴν ἑξῆς.
4088§290ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
4089«Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ αὐτοῦ νόμου
4090τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς:
4091«Κληρονόμοι καὶ κληροδόχοι κατὰ τὸ ἄρθρον 27, ἤ, ἐν
4092περιπτώσει ἀνικανότητος, οἱ ἐπίτροποι ἢ ἄλλοι νόμιμοι ἀντι-
4093πρόσωποι αὐτῶν, προσωπικῶς εὐθυνόμενοι, ὀφείλουσι νὰ ἐπι-
4094δώσωσιν εἰς τὸν ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Πρωτοδικείου, εἰς ὃ ὑπάγε-
4095ται ἡ τελευταία κατοικία ἢ διαμονὴ τοῦ κληρονομουμένου,
4096οἰκονομικὸν ἔφορον, ἐντὸς ἓξ μὲν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐπαγωγῆς
4097τῆς κληρονομίας ἢ κληροδοσίας, ἐὰν ὁ θάνατος τοῦ κληρο-
4098νομουμένου συνέβη ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, ἢ ἐὰν ὁ κληρονόμος ἢ
4099κληροδόχος κατοικῇ ἐν Ἑλλάδι, ἐντὸς δ’ ἔτους, ὅτε ἢ ὁ θά-
4100νατος συνέβη ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἢ οὗτοι διαμένουσιν ἐκτὸς τῆς
4101Ἑλλάδος, καὶ δύο ἐτῶν, ὅτε ἐν Ἀσίᾳ, Ἀφρικῇ, πλὴν τῶν
4102Ἰνδικῶν τῆς Ἀσίας κτήσεων, τῆς Ἀσιατικῆς Τουρκίας καὶ
4103τῆς Αἰγύπτου, τῆς Ἀλγερίας καὶ τῆς Τύνιδος, καὶ Αὐστρα-
4104λίας, δήλωσιν περιέχουσαν τὴν περιγραφὴν τῶν πραγμάτων
4105τῆς κληρονομίας ἢ τῆς κληροδοσίας, τὴν ἀξίαν ἑκάστου, τὰ
4106χρέη καὶ τὰ βάρη, τὴν πρὸς τὸν ἀποβιώσαντα συγγενικὴν
4107σχέσιν τοῦ δηλοῦντος καὶ διορισμὸν ἀντικλήτου ἐν τῇ ἕδρᾳ
4108τοῦ Πρωτοδικείου, ἂν κατοικῶσιν ἐκτὸς αὐτῆς. Ἐν ταῖς ὑπὸ
4109τοῦ ἄρθρου 28 προβλεπομέναις περιπτώσεσιν ἁρμόδιος ἔφορος
4110θεωρεῖται ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Ἀττικῆς, εἰς ὃν ἐπιδίδεται ἡ
4111δήλωσις, ἁρμόδιον δὲ Πρωτοδικεῖον τὸ ἐν Ἀθήναις.»
4112§291ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία ἡ παρ’ ἐμοῦ προβαλ-
4113λομένη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου δὲν ὑπηγορεύθη
4114ἀπὸ τὴν πρόθεσιν, ἥτις ὑπηγόρευσε τὴν σύνταξιν τοῦ νομο-
4115σχεδίου τούτου εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,
4116οὗ σκοπὸς ἦτο νὰ κανονίσῃ τὴν φορολογίαν τῶν ἐμπορικῶν
4117πράξεων. Ἡ ἰδική μου τροπολογία ὁρμᾶται ἐξ ἄλλης ἀφορ-
4118μῆς, ἐκ τῆς ἀφορμῆς, ὅπως προστατευθῶσιν οἱ φορολογού-
4119μενοι ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ δικαίου, καὶ ἴσως ἕνεκα τοῦ λό-
4120γου τούτου θὰ ἐθεωρεῖτο ἄστοχον τὸ παρέμβλημα τοῦτο εἰς
4121νόμον, ὁ ὁποῖος ἄλλον προέθετο σκοπόν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι
4122καθῆκον ἔχομεν, ὅπως, μεριμνῶντες περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως
4123τῶν πόρων τοῦ Δημοσίου, μετὰ τῆς αὐτῆς μερίμνης φροντί-
4124ζωμεν καὶ περὶ τῆς προστασίας τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων
4125τῶν φορολογουμένων. Κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον περὶ χαρτοσή-
4126μου, εἰς τὸ ἄρθρον 27 ἀναγράφεται: «Περιουσίαι ὑπερβαίνου-
4127σαι τὴν ἀξίαν δραχμῶν δισχιλίων, ἐν Ἑλλάδι κείμεναι καὶ
4128περιερχόμεναι εἴτε κατὰ κληρονομίαν ἐξ ἀδιαθέτου ἢ ἐκ δια-
4129θήκης, εἴτε κατὰ κληροδοσίαν, εἴτε ἐκ δωρεᾶς αἰτίᾳ θανάτου
4130εἰς ἡμεδαποὺς ἢ ἀλλοδαποὺς, ἐὰν οὗτοι μὴ ὦσιν ἀπηλλαγ-
4131μένοι τέλους ὑπὸ τῶν συνθηκῶν, ὑπόκεινται εἰς τέλος χαρ-
4132τοσήμου.»
4133Μετὰ τοῦτο ἀκολουθεῖ κλῖμαξ φορολογικὴ, ἀναλόγως τῆς
4134συγγενείας τοῦ κληρονόμου πρὸς τὸν κληρονομούμενον. Ἐν
4135ἄρθρῳ δὲ 43 ὁρίζεται: «Κληρονόμος καὶ κληροδόχος κατὰ τὸ
4136ἄρθρον 27, ἤ, ἐν περιπτώσει ἀνικανότητος, οἱ ἐπίτροποι ἢ
4137ἄλλοι νόμιμοι ἀντιπρόσωποι αὐτῶν, προσωπικῶς εὐθυνόμενοι,
4138ὀφείλουσι νὰ ἐπιδώσωσιν εἰς τὸν ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Πρωτοδικείου,
4139εἰς ὃ ὑπάγεται ἡ τελευταία κατοικία ἢ διαμονὴ τοῦ κληρο-
4140νομουμένου, οἰκονομικὸν ἔφορον, ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τοῦ θανά-
4141του αὐτοῦ, ἂν συνέβη ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ἢ οὗτοι κατοικοῦσιν ἐν
4142Ἑλλάδι, ἐντὸς δ’ ἔτους, ἂν ὁ θάνατος συνέβη ἐν τῇ ἀλλο-
4143δαπῇ, ἢ οὗτοι διαμένουσιν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, δήλωσιν
4144περιέχουσαν τὴν περιγραφὴν κλπ.»
4145Ἡ τροπολογία ἡ ἰδική μου ἀποβλέπει εἰς τὴν μεταβολὴν
4146τῶν τῆς φορολογίας ταύτης κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ ἑξάμηνος
4147ἢ ἐνιαυσία προθεσμία πρὸς δήλωσιν δὲν ἄρχεται ἀπὸ τοῦ
4148θανάτου τοῦ κληρονομουμένου, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐπαγωγῆς τῆς
4149κληρονομίας ἢ κληροδοσίας. Διότι ὑπέλαβον, ὅτι δὲν εἶναι δί-
4150καιον νὰ θεωρῇ ὁ νόμος τρέχουσαν τὴν προθεσμίαν ταύτην
4151προτοῦ ὁ ὑπόχρεως νὰ ἐνεργήσῃ τι λάβῃ γνῶσιν τοῦ γεγο-
4152νότος τοῦ συνεπάγοντος τὴν ὑποχρέωσιν. Τοῦτο δὲ ἀκριβῶς
4153συμβαίνει ἤδη ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Διότι, ὅπως γνωρίζετε
4154οἱ περὶ τὰ νομικὰ ἀσχολούμενοι, πολλάκις δὲν συμπίπτει ὁ
4155θάνατος τοῦ κληρονομουμένου μὲ τὴν ἐπαγωγὴν τῆς κληρο-
4156νομίας, ἀλλ’ αὕτη λαμβάνει χώραν ἐνίοτε καὶ μετὰ ἓξ καὶ
4157μετὰ δώδεκα μῆνας ἀπὸ τοῦ θανάτου, ὅτε δὲν εἶναι δίκαιον
4158νὰ καταλογίσωμεν εἰς τὸν κληρονόμον τὴν παρέλευσιν τῆς
4159προθεσμίας καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν τὰς ποινὰς τοῦ ἄρθρου 27.
4160§292Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀποδέχομαι
4161τὴν τροπολογίαν σας.
4162§293ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω.
4163§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μερλοπούλου λαμ-
4164βάνει τὴν θέσιν ἄρθρου 7. Τὸ δὲ κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε νέαν
4165τάξιν ἄρθρον 7 γίνεται ἤδη ἄρθρον 8.
4166Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μερλοπούλου,
4167ὡς ἄρθρον 7, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
4168περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
4169(Ἀναγινώσκονται εἶτα τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7 τοῦ νομο-
4170σχεδίου, λαβόντα τὴν τάξιν ἄρθρων 8 καὶ 9, καὶ γίνον-
4171ται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
4172§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι 10 κατὰ
4173τὴν νέαν τάξιν (ἀναγινώσκεται).
4174§296Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνταῦθα
4175προτείνω τὴν ἑξῆς προσθήκην. Μετὰ τὰς λέξεις «συναλ-
4176λάγματα, γραμμάτια καὶ λοιπὰ ἔγγραφα», τὰς ἐν τῷ
4177ἕκτῳ στίχῳ τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῇ: «ὁριζομένη διὰ Β.
4178»Διατάγματος, προκαλουμένου κατὰ μῆνα ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν
4179»Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐντὸς τοῦ δευτέρου δεκαημέρου τοῦ
4180»ἀμέσως προηγουμένου μηνὸς, ἐπὶ τῷ μέσῳ ὅρῳ τῶν κατὰ
4181»τὰ χρηματιστικὰ δελτία διατιμήσεων τῶν πρώτων δέκα
4182»ἡμερῶν τοῦ μηνὸς ἐκείνου.»
4183§297ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ διάταγμα θὰ ἐκδίδηται κατὰ μῆνα;
4184§298Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος περὶ
4185ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν ἀναγράφει κατὰ τριμηνίαν. Ἀλλὰ
4186ἐπειδὴ αἱ διαφοραὶ τοῦ συναλλάγματος εἶναι κατὰ μῆνα
4187ἀδιάκοποι, καὶ ἐνίοτε ἀπότομοι...
4188§299ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ διάταγμα πρέπει νὰ ἐκδίδηται ἡμέ-
4189ρας τινὰς πρότερον.
4190§300Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ... θέλει ἐκδίδοσθαι τὸν προη-
4191γούμενον μῆνα, ἵνα ἰσχύῃ τὸν ἑπόμενον.
4192(Γίνεται δεκτὸν τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 10,
4193ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται
4194δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου
4195εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
4196§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτρο-
4197ποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 190).
4198§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
4199ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 34 § αʹ τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας.
4200§303ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ ὁμι-
4201λήσω καὶ ἐγὼ διὰ μακρῶν, ἡ ὥρα δὲ εἶναι προκεχωρημένη καὶ
4202εἴμεθα κεκμηκότες. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόε-
4203δρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
4204§304Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς προχω-
4205ρήσωμεν εἰς τὸ ἑπόμενον.
4206§305ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐργαζόμεθα ἀπὸ τῆς 3½ μέχρι τῆς
420712. Εἶναι, νομίζω, ἀρκετόν.
4208§306Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μόλις δύο
4209νομοσχέδια ἐψηφίσαμεν.
4210§307ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι καλὸν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύ-
4211στημα τῆς διὰ πιέσεως ἐργασίας. Οὕτω δὲν θὰ τελειώσητε
4212ποτέ. Διότι γνωρίζομεν καὶ ἐξ ἄλλων περιστάσεων, ὅτι, ὁσά-
4213κις ἡ πλειοψηφία οὕτως ἠθέλησε νὰ διαξαγάγῃ τὰς ἐργα-
4214σίας, δὲν τὸ κατώρθωσε.
4215§308Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο δύνα-
4216ται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπιχείρημα, καὶ δύνασθε νὰ θεωρήσητε
4217τὴν πίστωσιν τοῦ κυρίου Σινανιώτου ὡς Σπαρταλικήν.
4218Ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ λάβῃ ἀφορμὴν ἡ Βουλή, ἵνα
4219μετέλθῃ τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν μετήλθομεν τότε κατὰ
4220τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς πιστώσεως Σπάρταλη. Ἐκεῖνο, τὸ
4221ὁποῖον νομίζομεν ἡμεῖς, εἶναι, ὅτι ὁ ὑπολειπόμενος χρόνος
4222πρὸς ἐργασίαν εἶναι βραχύτατος, καὶ ὅτι πλὴν τοῦ Προϋπο-
4223λογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναποφεύκτως πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ὑπάρ-
4224χουσι νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι φύσεως ἐπειγούσης, καὶ
4225τὰ ὁποῖα πρέπει καὶ ταῦτα νὰ ψηφισθῶσι πρὸ τῆς λήξεως
4226τῶν ἐργασιῶν. Δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ὅσον θέλετε περὶ
4227τῆς ἀναβολῆς, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν θὰ στέρξωμεν εἰς τὴν ἀναβολήν.
4228§309ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν θέλη-
4229σίν μας, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἐπιβάλωμεν. Δὲν πρόκει-
4230ται ἐπίσης νὰ φέρωμεν ἡμεῖς δυσκολίαν εἰς τὸ νὰ ψηφισθῶσι
4231πάντα τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ψηφισθῶσι.
4232Δὲν ἠξεύρω δὲ διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε
4233νὰ ἀναμνησθῇ πιστώσεώς τινος, ἡ ὁποία ἐψηφίσθη φέτος,—
4234δὲν ἠξεύρω ἂν καλῶς ἢ κακῶς, κακῶς δὲ κατ’ ἐμὲ,—καὶ
4235παραβάλῃ αὐτὴν μὲ ἄλλην πίστωσιν, ἡ ὁποία ἐχρησίμευσεν
4236ἄλλοτε ὡς ἀφορμὴ εὐρείας συζητήσεως καὶ χάριν τῆς ὁποίας
4237ἐπεβλήθη καὶ πίεσίς τις τῆς πλειοψηφίας ἐπὶ τῆς μειοψηφίας.
4238§310Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε μίαν
4239ἐξήγησιν; Εἴπετε, ὅτι «ἂν ὑπάρξῃ πίεσις, δὲν θὰ τελειώσητε
4240ποτέ». Διὰ τοῦτο ἀπήντησα.
4241§311ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω διατὶ ἔχετε τὴν συνήθειαν...
4242§312Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξ ἀνατροφῆς.
4243§313ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι... διατὶ ἔχετε τὴν συνήθειαν νὰ ἑρ-
4244μηνεύητε κἄπως ὑπερβολικῶς τὰς ἰδέας τῶν ἄλλων. Ἐγὼ δὲν
4245ἐσκέφθην κἄν,—καὶ ὁμολογῶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ,—δὲν μοὶ
4246ἦλθεν εἰς τὴν διάνοιάν μου τὸ ζήτημα τοῦ Σπάρταλη, ἀλλὰ
4247μοὶ ἦλθεν εἰς τὴν διάνοιάν μου ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἀπὸ
4248κοινοῦ ἐκάμνομεν, συζητοῦντες πολυειδῆ καὶ διάφορα νομο-
4249σχέδια, τὰ ὁποῖα ἐθεωροῦμεν τότε ὡς μὴ λογικὰ καὶ τὰ
4250ὁποῖα ἄλλοι μᾶς ἐπίεζον νὰ ψηφίσωμεν μετὰ τὸ μεσονύ-
4251κτιον. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἰδέα μου, καὶ τοιοῦτόν τι ὑπηνίχθην.
4252Δὲν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ παράπονον ἐκ μέρους
4253τῆς πλειοψηφίας, ὅτι ὑπῆρξεν ἡ παραμικρὰ παρεμβολὴ δυσ-
4254κολίας εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἀπὸ
4255μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν ὑπῆρξε χρονοτριβὴ καὶ
4256ἀπώλεια χρόνου, ἀναμφιβόλως αὕτη δὲν προῆλθεν ἐκ τῆς
4257Ἀντιπολιτεύσεως.
4258§314Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπεβά-
4259ρυνα κανένα, οὐδ’ ἐνεκάλεσά τινα.
4260§315ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι, ὅταν θελήσωμεν νὰ καθα-
4261ρίσωμεν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ψηφισθῶ-
4262σιν ἀφεύκτως, ὡς ἀναγκαῖα, ὁ χρόνος ὁ ὑπολειπόμενος, καίτοι
4263στενός, θέλει ἀρκέσει νὰ τὰ ψηφίσωμεν, ἐνῷ, ἂν θελήσωμεν νὰ
4264πιέσωμεν ἡμᾶς αὐτούς,—δὲν θέλω νὰ εἴπω ἡμᾶς ὅλους—νὰ
4265πιέσωμεν ἡμᾶς αὐτούς, διὰ νὰ κάμωμεν μίαν ὑπερβολικὴν
4266ἐργασίαν ἄνευ τῆς προσηκούσης μελέτης, διότι ἡ μελέτη δὲν
4267δύναται νὰ ἦναι ἀρκετή, ἐπεκτεινομένη εἰς τὴν σωρείαν τῶν
4268νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐνώπιόν μας, βεβαίως περισ-
4269σοτέρα χρονοτριβὴ θὰ ἐπέλθῃ. Ἐργαζόμεθα μέχρι μεσονυ-
4270κτίου, καὶ ἐὰν τυγχάνῃ εἰς συνεδριάσεις τινὰς αἱ ἐπερωτή-
4271σεις ἢ ἄλλα ζητήματα νὰ ἀποῤῥοφῶσιν ὀλίγον χρόνον, εἰς
4272τὰς πλείστας τῶν συνεδριάσεων δὲν συμβαίνει τοῦτο. Χθὲς
4273π. χ. ἠρξάμεθα τῆς ἐργασίας μας τῆς νομοθετικῆς πρὸ τῆς
42745ης ὥρας μ. μ. Ἂν συμβαίνῃ, λέγω, ζητήματα ἐξαιρετικὰ νὰ
4275ἀπασχολῶσι τὴν Βουλήν, συνήθως ὅμως ἡ νομοθετικὴ ἐργα-
4276σία βαδίζει ὁμαλῶς καὶ τακτικῶς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι
4277κατὰ τὸ μεσονύκτιον πρέπει νὰ διακόπτωμεν τὴν συνεδρίασιν.
4278§316Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρὰ δέκα ἠρχίσαμεν τὴν συ-
4279ζήτησιν τῶν νομοσχεδίων.
4280§317ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι ἠρχίσαμεν εἰς τὰς 9. Τίς πταίει;
4281διατὶ ἠθέλατε δύο ψηφοφορίας; Ἐὰν ἐγίνετο μία μόνον ψηφο-
4282φορία, θὰ ἐκερδίζομεν μίαν ὥραν.
4283§318ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχε λόγος διὰ τὰς δύο;
4284§319ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Περὶ κωλυσιεργίας ἐκ μέρους ἡμῶν οὐδεὶς
4285λόγος δύναται νὰ γείνῃ. Βεβαίως ἡμεῖς, ὄχι διότι δὲν εὑ-
4286ρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην, ἀλλὰ διότι δὲν θέλομεν νὰ μιμη-
4287θῶμεν τὸ παράδειγμα ἄλλων προηγουμένων Ἀντιπολιτεύ-
4288σεων, δὲν ἐννοοῦμεν κωλυσιεργίαν. Ἐννοοῦμεν, καθ’ ὅσον εἰς
4289ἡμᾶς εἶναι τοῦτο ἀνθρωπίνως ἐφικτὸν, νὰ προσερχώμεθα εἰς
4290τὰς συνεδριάσεις καὶ νὰ συμμετέχωμεν τῆς συζητήσεως τῶν
4291νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνώσω-
4292μεν καὶ νὰ μελετήσωμεν. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
4293σεως ἐπιμείνῃ εἰς τὸ σύστημα τῆς ἐπιψηφίσεως δι’ ἁπλῆς
4294ἀναγνώσεως σωρείας νομοσχεδίων, καὶ νομοσχεδίων μάλιστα
4295ἀφορώντων εἰς ῥιζικὰς μεταῤῥυθμίσεις παντὸς κλάδου τῆς
4296Πολιτείας, ἂν νομίζῃ ὅτι οὕτω συντελεῖ εἰς τὴν προαγωγὴν
4297τῶν κοινῶν, βεβαίως, διαθέτων τοιαύτην πλειονοψηφίαν, οἵαν
4298ἔχει, δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἡμεῖς τὸν διαβεβαιοῦμεν,
4299ὅτι οὐδὲν κώλυμα θέλομεν παράσχει εἰς τοῦτο. Ἐγὼ νο-
4300μίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης καὶ τοῦ
4301κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μήλου ἀπέβλεπεν εἰς τοῦτο· προκειμένου
4302νὰ γείνῃ ἀληθὴς συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ἐπέλθῃ οὕτω
4303πως βελτίωσις εἰς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρόκεινται ὑπὸ
4304συζήτησιν, πρέπει βεβαίως νὰ γείνῃ αὕτη ἐν ἀνέσει. Ὁ κ.
4305Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι, ἂν καθ’ ἑκάστην ψη-
4306φίζωμεν δύο μόνον νομοσχέδια, βεβαίως δὲν θὰ ἀγάγωμεν εἰς
4307πέρας τὴν ἐργασίαν ἡμῶν. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ὑπάρχωσι πολλὰ
4308Κοινοβούλια τοῦ κόσμου, εἰς τὰ ὁποῖα ἐντὸς μιᾶς καὶ τῆς
4309αὐτῆς ἡμέρας ψηφίζονται νομοσχέδια, ὅπως παρ’ ἡμῖν, ὄχι
4310μόνον τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἤδη ἐψηφίσαμεν τὴν ἑσπέ-
4311ραν ταύτην καὶ τὰ ὁποῖα βεβαίως ἅπτονται πολλῶν καὶ
4312ποικίλων συμφερόντων τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ καὶ ἄλλα νομο-
4313σχέδια σπουδαιότατα, ὁποῖα τὸ περὶ ἀστυνομίας, τὸ περὶ
4314μεταλλείων καὶ τόσα ἄλλα. Ἐντὸς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς
4315ἡμέρας ἐπιψηφίζονται νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰς ἄλλα Κοι-
4316νοβούλια θὰ ἀπήτουν 2 καὶ 3 καὶ 4 συνεδριάσεις. Λοιπὸν
4317δὲν δύναται νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἀπροθυμίαν εἰς τὴν Βουλήν, ἢ τάσιν
4318πρὸς κωλυσιεργίαν, ὁ κ. Πρωθυπουργός.
4319§320ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ὅταν τελειώνουν αἱ ἐπερωτήσεις εἰς
4320τὰς 7 καὶ 8, δὲν μένει ὥρα.
4321§321ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ αἱ ἐπερωτήσεις αὐταὶ προέρχονται ἐκ
4322τῆς Συμπολιτεύσεως. Συνεζητήσαμεν σήμερον ἐπὶ προτάσεως
4323προερχομένης ἐκ συμπολιτευομένου Βουλευτοῦ, ἐπὶ πληροφο-
4324ρίας παρασχεθείσης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Νο-
4325μίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἐκείνη ἦτο ἀξία λόγου, καὶ ἔπρεπε νὰ
4326γείνῃ. Καὶ μετὰ ταῦτα εἴχομεν νομοθετικὴν ἐργασίαν ἐπὶ
4327τρεῖς ὥρας ὁλοκλήρους.
4328Τὰ νομοσχέδια, Κύριοι, ὅλα, ὅσα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν
4329Βουλήν, δὲν εἶναι δυνατόν, καθ’ ἃ ὑπολογίζει ὁ κ. Πρόεδρος
4330τῆς Κυβερνήσεως, νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσι μέχρι τοῦ
4331Πάσχα. Δὲν λέγω ὅτι θὰ παράσχωμεν ἡμεῖς πρὸς τοῦτο
4332προσκόμματα, ὄχι. Ἐπὶ τῷ συμφέροντι τῆς Πολιτείας ἐπὶ
4333τέλους καὶ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς τῆς Βουλῆς δὲν
4334πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν οὕτω πως τὰ νομοσχέδια αὐτά. Πρέ-
4335πει νὰ διασωθῶσι τοὐλάχιστον αἱ apparences, ἡ ἐπίφασις
4336ἡ κοινοβουλευτική. Ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν ἐνώ-
4337πιόν μας μόνον τρεῖς ἑβδομάδας. Κατὰ Σύνταγμα, ἑκάστη
4338βουλευτικὴ σύνοδος δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ ἓξ μῆνας, καὶ
4339μέχρι τοῦδε δὲν διῆλθον ἢ δύο μῆνες, ὑπολείπονται δηλ. ἔτι
4340τέσσαρες μῆνες. Ἔχομεν λοιπὸν ἐνώπιόν μας τεσσάρων μη-
4341νῶν διάστημα ἐργασίας.
4342§322ΒΟΤΣΗΣ. Κατοικεῖτε ἐδῶ πέρα σεῖς, καὶ δι’ αὐτό...
4343§323ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἂν δὲν κατῴκουν ἐδῶ, θὰ προετίμων
4344μᾶλλον νὰ ὑποβάλω τὴν παραίτησίν μου ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ
4345ἀξιώματος ἢ νὰ συντελέσω εἰς τὴν νῦν παρῳδίαν τοῦ πολι-
4346τεύματος, καθ’ ἣν παραμένων τις ἐδῶ, ὀφείλει ἀβασανίστως
4347ὅλως νὰ ψηφίζῃ νομοσχέδια 20 καὶ 30 καθ’ ἑκάστην, τὰ
4348ὁποῖα οὐδ’ ἀνέγνω κἄν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τοῦτο ἀντίκει-
4349ται πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν ἡμῶν αὐτῶν τῶν βουληφόρων
4350τοῦ ἔθνους (Θόρυβος). Μὴ θορυβεῖσθε· αὐτὴ εἶναι ἡ πικρὰ
4351ἀλήθεια. Ἐγὼ σᾶς διαβεβαιῶ καὶ πάλιν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐννο-
4352οῦμεν κανὲν πρόσκομμα νὰ παρεμβάλωμεν. Ἂν θέλετε, μεί-
4353νατε ἐνταῦθα μέχρι τῆς πρωΐας δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, καὶ ψη-
4354φίσατέ τα ὅλα τὰ νομοσχέδια. Ἂν νομίζητε ὅτι τοῦτο συν-
4355τελεῖ εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν κοινῶν συμφερόντων, εἰς προα-
4356γωγὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἀξιώματος, πράξατέ το. Ἂν
4357θέλετε ὅμως νὰ συμπράξωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν συζήτησιν,
4358ὁμολογοῦμεν ὅτι εἰς ἡμᾶς εἶναι ἀδύνατον πέραν τῆς δωδεκά-
4359της νὰ μένωμεν ἐδῶ καὶ νὰ συζητῶμεν, προκειμένου μάλιστα
4360περὶ τοσοῦτον σοβαρῶν νομοσχεδίων, ὁποῖα τὰ ἤδη ψηφισθέν-
4361τα καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὅσον οὔπω καλούμεθα νὰ συζητή-
4362σωμεν καὶ ψηφίσωμεν, τὰ νομοσχέδια περὶ στρατοῦ καὶ ναυ-
4363τικοῦ, τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς ἐκκλησίας καὶ τόσα
4364ἄλλα. Καθ’ ἣν ἡμεῖς ἔχομεν γνώμην, τοιαῦτα νομοσχέδια
4365δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶνται ἐν μεσονυκτίοις ποθ’ ὥραις.
4366Δύνανται αὐτὰ μόνον ἀσυνειδήτως νὰ ψηφίζωνται, καὶ λέγω
4367«ἀσυνειδήτως» ἐν τῇ ἀρχαίᾳ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως, ἤτοι χωρὶς νὰ
4368ἔχῃ τις ἐπίγνωσιν τῶν ψηφιζομένων. Ἂς μὴ κρυπτώμεθα δὲ,
4369Κύριοι, ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας. Εἶναι αὐτὸ τὸ σύστημα,
4370τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἐπεκρίνομεν ἡμεῖς, ὅταν προΐστατο
4371τῶν κοινῶν ὁ κύριος Τρικούπης· τὸ σύστημα αὐτὸ ἐφαρμό-
4372ζεται καὶ νῦν, εἰς πολὺ μάλιστα μεγαλείτερον βαθμόν. Ἐγὼ
4373τοὐλάχιστον οὐδέποτε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Τρικούπη εἶδον
4374νὰ ψηφισθῶσι...
4375§324Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἰς
4376ὅλα τὰ νομοσχέδια φέρετε τροπολογίας καὶ τὰς συζητοῦμεν.
4377§325ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τῶν πλείστων νομοσχεδίων, κύριε
4378Ὑπουργὲ, ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν τοῦτο· ἀλλὰ πῶς εἶναι
4379τοῦτο ἀνθρωπίνως δυνατὸν ὑπὸ τὴν παροῦσαν κατάστασιν;
4380Ἐγὼ καυχῶμαι, ὅτι εἶμαι εἷς τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, οἵ-
4381τινες τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα ἔχουσιν ὡς κύριον καὶ ἀποκλει-
4382στικὸν ἔργον· δὲν μετέρχομαι ἄλλο τι ἔργον. Ἐν τούτοις σᾶς
4383βεβαιῶ, ὅτι, ἐνῷ ἔχω ὅλας τὰς ὥρας μου διαθεσίμους χάριν
4384τῶν καθηκόντων μου τούτων, μόλις ἐλάχιστα νομοσχέδια
4385ἠδυνήθην νὰ μελετήσω. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω νῦν, ἐὰν οἱ ἄλλοι
4386κύριοι Βουλευταὶ, οἵτινες ἔχουσι καὶ ἄλλην ἐργασίαν, οἱ ἄλ-
4387λοι Βουλευταὶ, οἵτινες εἶναι ἠναγκασμένοι χάριν τῶν φίλων
4388των τῶν πολιτικῶν νὰ τρέχωσιν ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους εἰς τὰ
4389διάφορα Ὑπουργεῖα καὶ τὰ διάφορα δημόσια γραφεῖα, ἐὰν
4390αὐτοὶ ἔχωσι καιρὸν, οἱονδήποτε νομοσχέδιον νὰ ἀναγνώσωσιν,
4391ὄχι νὰ μελετήσωσιν, ἀλλὰ νὰ τὸ ἀναγνώσωσι μόνον.
4392§326ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἡμεῖς νὰ ἀναγνώσωμεν.
4393§327ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ διακόπτων με Βουλευτὴς προέρχεται
4394ἐξ ἐπαρχίας, ἥτις πρὸ δεκαεξαετίας ἀνῆκεν εἰς τὴν ὅμορον
4395ἐπικράτειαν. Ἐν Τουρκίᾳ ἀπαντῶσι, Κύριοι, τὰ λεγόμενα
4396μεζλίσια, ἤτοι Συμβούλια τῶν διαφόρων διοικήσεων. Περιο-
4397δεύων πάλαι ποτὲ ἐγὼ αὐτὴν, ἐπεσκέφθην τὸν καϊμακάμην
4398(διοικητὴν) ἔν τινι πόλει, εὗρον δὲ αὐτὸν καθήμενον ὀκλαδὸν
4399ἐπὶ διβανίου καὶ ἔχοντα ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς του ἀνηρτη-
4400μένας ἐπὶ τοῦ τοίχου πολλὰς σφραγῖδας. Ἠρώτησα τότε αὐ-
4401τὸν, εἰς τί ἐχρησίμευον αἱ σφραγῖδες αὗται, καὶ μοὶ ἀπήντη-
4402σεν ἐν ὅλῃ τῇ ἀφελείᾳ: Αὐταὶ ἀνήκουσιν εἰς τοὺς ἀζάδες
4403(συμβούλους), οἵτινες, μὴ δυνάμενοι νὰ προσέρχωνται τακτι-
4404κῶς εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Συμβουλίου διὰ τὰς ἰδιαιτέρας
4405ἀσχολίας των, ἔχοντες δ’ ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὸν, τὸν καϊ-
4406μακάμην, τῷ παρέδωκαν τὰς σφραγῖδάς των, ὅπως οὗτος
4407καταρτίζῃ οἱανδήποτε ἤθελεν ἀπόφασιν ἐν ὀνόματι τοῦ Συμ-
4408βουλίου καὶ τὴν σφραγίζῃ μὲ τὰς σφραγῖδας τῶν συμβού-
4409λων (ἱλαρότης). Ἰδοὺ τὸ πρότυπον, εἰς ὃ θὰ ἐπεθύμει ἴσως
4410νὰ προαγάγῃ ὁ διακόψας με κ. Βουλευτὴς τὸ Ἑλληνικὸν Κοι-
4411νοβούλιον! Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, Κύριοι, θὰ ἦτο
4412περιττὴ ὅλως ἡ Βουλή. Θὰ ἦτο προτιμότερον, ἀντὶ τῶν 207
4413Βουλευτῶν, νὰ γίνηται ἀνὰ πᾶσαν τετραετίαν ἐκλογὴ ἑνὸς
4414μόνον δικτάτορος Πρωθυπουργοῦ, νὰ τίθενται δηλαδὴ εἰς τὴν
4415ψῆφον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δύο μόνον κάλπαι, ἡ τοῦ κ.
4416Τρικούπη καὶ ἡ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, καὶ ὅστις δήποτε τού-
4417των θὰ ἐτύγχανε τῆς πλειονοψηφίας, νὰ συντάττῃ καὶ δη-
4418μοσιεύῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους
4419ἐπὶ τετραετίαν. Οὕτω πως θὰ ἀπηλλάσσετο τοὐλάχιστον τὸ
4420Κράτος τῆς δαπάνης διὰ τὴν Βουλὴν, δὲν θὰ εἴχομεν τοιαύ-
4421την ὑπουργικὴν πλειονοψηφίαν Βουλευτῶν ῥουσφετιολογούν-
4422των, δὲν θὰ ἐπαίζομεν τὴν νῦν κοινοβουλευτικὴν κωμῳδίαν
4423(θόρυβος).
4424§328ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν διδάσκαλον θὰ μᾶς κά-
4425μητε;
4426§329ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, ὅταν τολμᾷ Βουλευτὴς νὰ λέγῃ
4427ἐνταῦθα, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀναγινώσκῃ τὰ ψηφιζό-
4428μενα νομοσχέδια, δικαιοῦμαι, νομίζω, νὰ εἴπω ὅσα εἶπον.
4429§330Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι
4430ἕκαστος ἐξ ἡμῶν καὶ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ὀφείλει εὐθύνας, καὶ
4431τὰς ὀφείλει τὰς εὐθύνας πρὸς τὸ ἔθνος καὶ πρὸς τοὺς ἐκλο-
4432γεῖς του. Ἑπομένως ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ κρίνωμεν
4433περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκπληροῦσι τὰ καθήκοντά
4434των οἱ ἄλλοι Βουλευταί. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν πρέπει νὰ προ-
4435νοῇ περὶ ἑαυτοῦ. Ἡμεῖς λοιπὸν, προνοοῦντες περὶ ἡμῶν αὐ-
4436τῶν καὶ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πρὸς τὸν λαὸν καὶ
4437τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν, πειθόμεθα ὅτι ἐκπληροῦμεν τὸ καθῆκόν
4438μας εὐσυνειδήτως. Ἐὰν ἄλλοι φρονοῦσιν, ὅτι δὲν ἐκπληροῦμεν
4439τὸ καθῆκόν μας εὐσυνειδήτως, εἶναι δικαίωμα αὐτῶν νὰ φρο-
4440νῶσιν ὡς θέλουσιν. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι τὸ ἐκπληροῦμεν εὐ-
4441συνειδήτως. Φρονοῦμεν μάλιστα, ὅτι ἡμεῖς οὐδέποτε ἐνεπαί-
4442ξαμεν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, οὐδέποτε διεκωμῳδή-
4443σαμεν αὐτό· ἐὰν δὲ ἄλλοι διακωμῳδοῦσι τὸ κοινοβουλευτικὸν
4444πολίτευμα, ἃς μὴ λησμονῶσιν ὅτι ὀφείλουσι νὰ εὐλαβῶνται
4445τὴν πλειοψηφίαν, ὅταν ὁμιλῶσι πρὸς αὐτὴν καὶ τὴν ἐγκα-
4446λῶσιν ὡς διακωμῳδοῦσαν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἐὰν
4447δὲ δὲν εὐλαβοῦνται τὴν πλειοψηφίαν, βεβαίως καθιστῶσιν
4448ἀδύνατον τὴν συνεργασίαν των μετὰ τῶν συναδέλφων αὐτῶν,
4449διότι ὁ πρῶτος ὅρος τῆς συνεργασίας μετ’ ἄλλων εἶναι νὰ μὴ
4450ὑβρίζωμεν ἀλλήλους.
4451§331ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι, διὰ
4452νὰ ὑπάρξῃ ἡ συνεργασία, πρέπει νὰ μένωμεν ἐντὸς τοῦ ἐδά-
4453φους τοῦ συνταγματικοῦ, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ νομίσῃ τις
4454ὅτι μένομεν ἐντὸς τοῦ ἐδάφους τοῦ συνταγματικοῦ, ὅταν οἱ
4455κύριοι συνάδελφοι σᾶς λέγουν: «θέλομεν νὰ φύγωμεν ἡμεῖς
4456τὸ Πάσχα· μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἐὰν τὸ Σύνταγμα κα-
4457θιστᾷ μίαν τριμηνίαν ὡς ἐλάχιστον ὅριον», καὶ ὅταν ὁ κύ-
4458ριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγῃ: «μὰ τέλος πάντων ἕως
4459τὸ Πάσχα δὲν μᾶς μένει πολὺς καιρὸς», πρέπει εἰς τὸ ἑξῆς
4460αἱ συνεδριάσεις νὰ περιορίζωνται εἰς 15 ἡμέρας! Παρουσιά-
4461ζονται νομοσχέδια, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Ξηροχωρίου δὲν
4462ἔχει ἀνάγκην νὰ τὰ διαβάζῃ, καὶ οὕτω πῶς περιπίπτομεν
4463εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντοτε εἶπον, δηλαδὴ νομοθετεῖ ἡ ἐκ-
4464τελεστικὴ ἐξουσία, σεῖς δὲ διοικεῖτε. Ἐὰν δὲ νομίζητε ὅτι
4465μετεβλήθη τὸ σύστημα, διότι κατελάβετε τὰς ἕδρας τῆς πλειο-
4466ψηφίας, εἶσθε πολὺ ἠπατημένοι. Ἐφαρμόζετε τὸ ἴδιον σύστη-
4467μα, καὶ μετ’ ὀλίγον θὰ τὸ ἴδητε.
4468§332ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς,
4469διότι μὲ ἔφερεν ὡς παράδειγμα, καὶ διότι πάντοτε δὲν μὲ λη-
4470σμονεῖ καὶ εἰς τὴν ἐφημερίδα, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὰς
4471ἰδέας αὐτοῦ...
4472§333ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἐφημερίδα, ἡ ὁποία νὰ ἀντι-
4473προσωπεύῃ τὰς ἰδέας μου, δὲν ἔχω καμμίαν ἐφημερίδα, ἐπὶ
4474τῆς ὁποίας δύναμαι νὰ ἐπιδράσω. Ὑπάρχουσιν ἐφημερίδες,
4475αἱ ὁποῖαι γράφουσιν ἐναντίον μου, καὶ ὑπάρχουσιν ἄλλαι
4476ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι γράφουσιν ὑπὲρ ἐμοῦ, ἀλλ’ οὐδεμιᾶς
4477τῆς συντάξεως τὴν εὐθύνην φέρω, διότι εἶμαι ἐντελῶς ἀλλό-
4478τριος. Τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ νῦν.
4479Ἑπομένως, ἐὰν ἔχετε λογαριασμοὺς μὲ τοὺς δημοσιογράφους,
4480κάμετε τοὺς λογαριασμούς σας μὲ ἐκείνους. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον
4481θέλω ἐγὼ νὰ εἴπω, τὸ λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅταν δὲ
4482θέλω νὰ γράψω τι, τὸ γράφω μὲ τὴν ὑπογραφήν μου. Κανεὶς
4483δὲν ἀντιπροσωπεύει ἐν τῷ τύπῳ τὰς ἰδέας μου.
4484§334ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τότε διατὶ μὲ ἐφέρατε ὡς παράδειγμα;
4485Νομίζετε ὅτι ἐγὼ δὲν ἀναγινώσκω τὰ νομοσχέδια; Ἐὰν θέλε-
4486τε, ἁμιλλώμεθα, καὶ σᾶς καταδεικνύω ὅτι ἐγὼ ἀναγινώσκων
4487αὐτὰ τὰ ἐνθυμοῦμαι, ἐνῷ σεῖς, ἀναγινώσκοντες αὐτὰ, δὲν τὰ
4488ἐνθυμεῖσθε.
4489§335ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ ὀλίγου, ἐν ᾧ ἐλάλει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
4490Λοκρίδος καὶ ἔλεγεν ὅτι πρέπει νὰ ἀναγινώσκωνται τὰ νομο-
4491σχέδια, διὰ νὰ γνωρίζωμεν τί ψηφίζομεν καὶ τί συζητοῦμεν,
4492εἰπέ τις, ὅτι «δὲν ἔχομεν ἡμεῖς ἀνάγκην νὰ τὰ ἀναγινώ-
4493σκωμεν».
4494§336ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι ἐγώ.
4495§337ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον.
4496§338ΡΑΛΛΗΣ. Ἐθαύμασα· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ξηροχω-
4497ρίου, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ παραδόσεις κοινοβουλευτικὰς ἐκ τοῦ
4498πατρός του, δὲν ἠμποροῦσε νὰ εἴπῃ τοιοῦτόν τι.
4499§339ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον ἐγώ, οὔτε ἔχω τὰς ἰδέας, τὰς
4500ὁποίας εἶπεν ὁ Κύριος, καὶ οὔτε τὰς ἀσπάζομαι. Ἐγὼ ὅμως
4501ἐννοῶ νὰ ἀναγινώσκω τὰ νομοσχέδια καὶ νὰ συζητῶ, πάντοτε
4502ὅμως μετὰ συνειδήσεως.
4503§340ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, τὸ ἤκουσα, καὶ
4504δὲν ἤκουσα καμμίαν διαμαρτυρίαν κατὰ ἑνὸς σολοικισμοῦ
4505τόσον χονδροειδοῦς.
4506§341ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ἐγὼ εἶπον νὰ ἀναγινώσκωνται τὰ νομο-
4507σχέδια, νὰ συζητῶνται, ἀλλὰ νὰ μὴ διαιωνίζηται ἡ συζή-
4508τησις.
4509§342ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ δύο λέξεων θὰ ἀπαντήσω. Ἐγὼ ἐξέ-
4510φρασα τὴν ἰδίαν ἡμῶν γνώμην. Εἶπον ὅτι ἡμεῖς ἀδυνατοῦμεν
4511νὰ παρακολουθῶμεν τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν νομο-
4512σχεδίων, καὶ δὴ εἰς τόσον προκεχωρηκυῖαν ὥραν τῆς νυκτός.
4513Εἶπον ὅτι θεωρῶ τοῦτο ἀνθρωπίνως ἀδύνατον, καὶ ἐκεῖνος,
4514ὅστις νομίζει ὅτι δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐννοεῖ νὰ παρῳ-
4515δήσῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα.
4516§343ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Θὰ εἶχον θέσιν αἱ παρατηρήσεις αἱ ὀρ-
4517θαὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς
4518Βουλῆς παρετείνετο ἀπὸ τῆς τρίτης ὥρας μέχρι τοῦ μεσο-
4519νυκτίου, διότι θὰ ἦτο τότε ἀληθῶς ὑπέρμετρος. Ἀλλ’ ὅταν
4520ἀληθῶς νομοθετικὴν ἐργασίαν δὲν ἔχωμεν, παρὰ δίωρον μό-
4521λις, δὲν ἔχουσι, νομίζω, δίκαιον νὰ παραπονῶνται, ἀφοῦ ἐξαν-
4522τλοῦνται τὰ ¾ τῆς συνεδριάσεως διὰ τῶν ἐπερωτήσεων.
4523Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου.
4524Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι νομοθετικὴ ἐργασία. Ἐννοῶ νομοθετι-
4525κὴν ἐργασίαν καθαρῶς τὴν μελέτην καὶ τὴν ἐπεξεργασίαν ἐπὶ
4526τῶν νομοσχεδίων. Βεβαίως εἶναι δικαίωμα καὶ ὁ ἔλεγχος.
4527§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
4528ἑρμηνείας τοῦ περὶ ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν τῶν δήμων νόμου
4529τῆς 24 Ἰανουαρίου 1852.
4530§345ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐρ-
4531γασίας, ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
4532εἶπέ τις ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀνάγ-
4533κην μελέτης. Ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν 2, 3, 4, 5
4534νομοσχέδια, ἀλλ’ ἂν πρόκειται νὰ πηδήσωμεν 5 ἕως 10 νομο-
4535σχέδια, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἑνδέκατον ἢ τὸ ὄγδοον, τότε
4536οὐχὶ μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ μελετή-
4537σωσιν, ἀλλὰ καὶ οἷος δήποτε ἄλλος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ συ-
4538ζητήσῃ, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ συζητήσῃ.
4539§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ τρίτον νομοσχέδιον ἀνεβλήθη. Ἡ
4540Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεώς της·
4541ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀναβολή.
4542§347ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς τοῦ
4543νομοσχεδίου τοῦ φέροντος ἀριθμὸν 3 ἐγένετο ἡ συζήτησις ὅλη.
4544§348ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι.
4545§349ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προκειμένου ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4
4546νομοσχέδιον ἐφέρατε τὴν παρατήρησιν.
4547(Γίνεται δεκτὴ εἰς βʹ συζήτησιν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομο-
4548σχεδίου περὶ ἑρμηνείας τοῦ περὶ ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν
4549τῶν δήμων νόμου τῆς 24 Ἰανουαρίου 1852).
4550§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἔννοια
4551τοῦ τρίτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἀπὸ 24 Ἰανουαρίου
45521852 νόμου περὶ ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν τῶν δήμων, συνδυα-
4553ζομένου πρὸς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ αὐτοῦ νόμου καὶ πρὸς τὸ ἄρ-
4554θρον 3 τοῦ νόμου τῆς 23 Ἰουνίου 1837, εἶναι, ὅτι κατά-
4555σχεσις ἐπιτρέπεται εἰς χεῖρας τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος ἐπὶ
4556τῶν πεμπτημορίων τῶν εἰσπράξεων.»
4557§351Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ πέμ-
4558πτῳ στίχῳ, μετὰ τὴν λέξιν «χεῖρας», νὰ προστεθῇ ἡ λέξις
4559«μόνου», μετὰ δὲ τὴν λέξιν «εἰσπράξεων» ἐν τῷ ἑπομένῳ
4560στίχῳ νὰ προστεθοῦν τὰ ἑξῆς «τοῦ δήμου διὰ ποσοστὸν ἀνά-
4561λογον πρὸς τὴν κατὰ τοῦ δήμου ἀπαίτησίν του, ἐπὶ τῇ βά-
4562σει τοῦ κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος πίνακος τῶν κατατάξεων
4563ἐπὶ τοῦ πεμπτημορίου, ὡς ἂν ἦτο καὶ ἡ ἀπαίτησις αὐτοῦ
4564κατατεταγμένη ἐν τῷ πίνακι».
4565(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου,
4566ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς βʹ συ-
4567ζήτησιν).
4568§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτρο-
4569ποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 191).
4570Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μηχανημάτων
4571κατασκευῆς σιγάρων καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σιγαροφύλλων.
4572Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακα-
4573λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
4574Βουλὴ παρεδέχθη.
4575Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς καπνο-
4576πώλας πλὴν τῶν πρὸς κοπὴν καπνοῦ μηχανημάτων νὰ εἰσά-
4577γωσιν ἐν τοῖς δημοσίοις ὡς καὶ εἰδικοῖς καπνοκοπτηρίοις, ἰδίαις
4578αὐτῶν δαπάναις καὶ ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῦ νόμου ᾼΡΙΑʹ ἀπὸ 21
4579Δεκεμβρίου 1892, καὶ μηχανήματα, δι’ ὧν νὰ παράγωνται τέ-
4580λεια σιγαρέτα, ἀπαγορευομένης αὐτοῖς τῆς χρήσεως μηχανη-
4581μάτων, δι’ ὧν παράγονται σωλῆνες μόνον ἐκ σιγαροχάρτου.»
4582§353Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προτείνω τὴν προσθήκην τοῦ
4583ἑξῆς, ὡς παραγράφου δευτέρας: «Εἰς τοὺς κατὰ τὸ ἄρθρον 3
4584τοῦ νόμου ͵ΒΡΙΑʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1892 ἔχοντας ἄδειαν
4585ἐπιτρέπεται νὰ διατηρήσωσι τὰ τοιαῦτα μηχανήματα μέχρι
4586τῆς λήξεως τῆς διαρκείας αὐτῆς.»
4587§354ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρόκειται ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ κατασκευὴ
4588σιγαροσωλήνων. Θ’ ἀπαγορευθῇ ἀπολύτως ἡ κατασκευὴ
4589τούτων;
4590§355Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλουσι
4591κατασκευάζεσθαι ἐν Κερκύρᾳ.
4592§356ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ πῶς θὰ πωλῶνται;
4593§357Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τοὺς καπνοπώλας. Ἐξε-
4594δόθη διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς πωλητὰς τὴν
4595κατασκευὴν σιγαροσωλήνων, ἀλλὰ τὸ διάταγμα τοῦτο δὲν
4596ἦτο σύμφωνον μὲ τὸν νόμον, καὶ ἐπαναφέρομεν τὰ πράγματα
4597εἰς τὴν νόμιμον κατάστασιν.
4598§358ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ διάταγμα ἠμπορεῖ νὰ ἦναι παρά-
4599νομον, ἀλλ’ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα κατ’
4600οὐσίαν, τὸ ζήτημα, ἂν ἡ κατασκευὴ τῶν σιγαροσωλήνων ἔχῃ
4601τι τὸ ἐπιζήμιον διὰ τὸ Δημόσιον...
4602§359Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ζημιοῦται τὸ Δημόσιον κατὰ
460318 δραχμὰς καὶ 15 λεπτὰ καθ’ ἕκαστον κύλινδρον.
4604§360ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι καθιστῶμεν ἓν μονοπώλιον.
4605§361Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ μονοπώλιον ὑπάρχει.
4606§362ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ἡ κατασκευὴ τῶν σιγαροσωλή-
4607νων προσθέτει μίαν τροποποίησιν τῆς πωλήσεως.
4608§363Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παντάπασι. Διότι, διὰ νὰ
4609κατασκευάσῃ τις σιγαροσωλῆνας, πρέπει νὰ κατέχῃ σιγαρό-
4610χαρτον, τὸ ὁποῖον ἀγοράζει κατὰ τρόπον ἴδιον. Εἶναι κύλιν-
4611δροι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τόσα ἑκατοστὰ τοῦ μέτρου μῆκος, διὰ
4612νὰ κατασκευασθῶσι σιγαροσωλῆνες.
4613§364ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἔχω τὰς πληροφορίας
4614τῆς ὑπηρεσίας.
4615§365Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολὺ καλά.
4616§366ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς
4617προσθήκης τῆς δευτέρας παραγράφου, τῆς προταθείσης ὑπὸ
4618τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
4619ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
4620Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Τὰ σιγαρόφυλλα τῶν φυλ-
4621λαδίων τῶν δεκαπέντε περιορίζονται εἰς δώδεκα, τῶν δὲ φυλ-
4622λαδίων τῶν τριάκοντα εἰς εἴκοσι καὶ τέσσαρα σιγαρόφυλλα.
4623Ὁ δὲ εἰσκομίζων εἰς τὰ ἐργοστάσια τῆς ἐσωτερικῆς κατα-
4624ναλώσεως καπνὸν πρὸς κοπὴν ὑποχρεοῦται νὰ λαμβάνῃ σὺν
4625τούτῳ καὶ χίλια σιγαρόφυλλα ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς ἀντὶ τῶν
4626χιλίων διακοσίων, ἐπὶ τῇ πληρωμῇ τοῦ αὐτοῦ δικαιώματος,
4627ὅπερ ἐπληρόνετο καὶ πρότερον.»
4628§367Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐδῶ, ἐν
4629τῷ πέμπτῳ στίχῳ, ἀντὶ τῆς λέξεως «χίλια», νὰ τεθῶσιν αἱ
4630λέξεις «ἐννεακόσια ἑξήκοντα.»
4631§368ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἡ διάταξις αὕτη ἔχει τι τὸ πιε-
4632στικόν, διότι ἐκ μιᾶς ὀκᾶς καπνοῦ βεβαίως δὲν θὰ κατα-
4633σκευασθῶσιν 960 σιγαρέτα, εἰμὴ εἰς ὄγκον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι
4634ὁ συνήθης. Ἐγὼ καὶ ἐξ ἰδίας πείρας γινώσκω, ὡς καὶ πολ-
4635λοὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ὅτι σιγαρέτα συνήθως ἐκ μιᾶς ὀκᾶς
4636καπνοῦ κατασκευάζονται ἄνω τῶν χιλίων. Γνωρίζω μάλιστα
4637πολλούς, οἱ ὁποῖοι ποιοῦνται χρῆσιν σιγαρέτων, ἅτινα ἀνέρ-
4638χονται εἰς 1200 κατ’ ὀκᾶν. Σήμερον, παραδεχόμενοι τὴν διά-
4639ταξιν ταύτην, ἐνεργοῦμεν πίεσίν τινα ἐπὶ τοῦ κοινοῦ, καὶ ὑπο-
4640χρεοῦμεν αὐτὸ νὰ καπνίζῃ χονδρὰ σιγαρέτα. Τὸ ἐπιχείρημα,
4641τὸ ὁποῖον εὑρίσκω ἐν τῇ ἐκθέσει, δὲν μοὶ φαίνεται πειστικόν,
4642ὅπως ἐξασκήσωμεν τὴν πίεσιν αὐτὴν ἐπὶ τοῦ κοινοῦ. Τὸ ἐπι-
4643χείρημα τοῦτο εἶναι, ὅτι περισσεύει εἰς τοὺς καπνοπώλας
4644ποσὸν σιγαροχάρτου, τὸ ὁποῖον πωλούμενον διευκολύνει τὸ
4645λαθρεμπόριον τοῦ καπνοῦ. Δὲν μοὶ φαίνεται τοῦτο βάσιμον,
4646διότι ὁ λαθρεμπορευόμενος τὸν καπνὸν θὰ κάμῃ τρόπον νὰ
4647εὕρῃ καὶ σιγαρόχαρτον, καὶ φύλλα ἀραβοσίτου ἀκόμη θὰ
4648χρησιμοποιήσῃ διὰ νὰ καπνίσῃ τὸν λαθρεμπορευόμενον κα-
4649πνόν. Εἶναι ἐκ τῶν τεχνικῶν μέτρων πρὸς πρόληψιν τοῦ λα-
4650θρεμπορίου, τῶν λίαν ἀσθενῶν, εἶναι ὅμως ἀφ’ ἑτέρου πιεστι-
4651κὸν διὰ τὸ κοινὸν, τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦμεν νὰ καπνίσῃ ὡρισμέ-
4652νον ἀριθμὸν σιγαρέτων. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἡ οἰκονομία ἡ ἐκ
4653τοῦ σιγαροχάρτου ἀξίζει τὴν πίεσιν τοῦ κοινοῦ.
4654§369ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτρο-
4655ποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
4656περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
4657(Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον
46585, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν,
4659ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
4660§370ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ με-
4661ταῤῥυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου ᾼϠϞΘʹ τοῦ 1892 περὶ
4662μεταβολῆς διατάξεων τοῦ τελωνειακοῦ ὀργανισμοῦ.
4663§371ΒΑΛΕΤΑΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον τροποποιεῖ
4664κατά τι, ἀλλὰ κυρίως συμπληροῖ, τὸν νόμον τοῦ 1892. Ὁ
4665νόμος τοῦ 1892 ἀνέτρεψεν ἄρδην τὰς ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ
4666διατάξεις περὶ λαθρεμπορίας, καὶ καθιέρωσε νέον σύστημα καὶ
4667ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως τοῦ λαθρεμπορίου
4668καὶ ὡς πρὸς τὰς συνεπείας τῆς καταδίκης τῶν ἐπὶ τούτῳ
4669καταδιωκομένων· πλὴν δὲ τούτων ἀκόμη ἐδημιούργησε δι-
4670καίωμα τοῦ Δημοσίου, τίποτε ὀλιγώτερον ἢ δημεύσεως ἐπὶ
4671περιουσίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον συλληφθῆ διαπράττοντες
4672λαθρεμπορίαν. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ ἐπαυ-
4673ξήσῃ τὴν αὐστηρότητα τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ νὰ συμπλη-
4674ρώσῃ οὕτω σύστημα, τὸ ὁποῖον, ὁμολογῶ, εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ
4675κόσμου ὑπάρχει. Φρονῶ καὶ ἐγώ, ὡς πάντες ὑμεῖς, ὅτι τὸ λα-
4676θρεμπόριον εἶναι ἀξιόποινος πρᾶξις, ζημιοῦσα τὸ Δημόσιον,
4677κατὰ τῆς ὁποίας πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ ἀμύνηται δι’ ὅλων
4678τῶν μέσων, ἀλλὰ τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπουσιν
4679αἱ ἀληθεῖς ἀρχαὶ τοῦ δικαίου, χωρὶς νὰ ἐκτρέπηται ἐκ τού-
4680του εἰς καταδιώξεις αὐστηροτέρας, αἵτινες οὐ μόνον δὲν θέλου-
4681σιν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν περιστολὴν τῶν ἀξιοποίνων τούτων
4682πράξεων, ἀλλὰ τοὐναντίον ἕνεκα τῆς μεγάλης αὐτῶν αὐστη-
4683ρότητος συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν πολλῶν ἐνόχων ἀπὸ
4684τῆς καταδίκης. Καθ’ ὅσον γνωρίζω, ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ
4685νόμου τοῦ 1892 κατ’ οὐδὲν τὰ λαθρεμπόρια ἠλαττώθησαν,
4686οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ αἱ καταδίκαι δὲν ηὔξησαν. Εἰς
4687ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, προκειμένου νὰ μεταβληθῶσιν ἰδίως
4688διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, ὑπάρχουσιν ὡς ὁδηγοὶ αἱ στα-
4689τιστικαί. Παρ’ ἡμῖν, οὐ μόνον τοῦτο δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ καὶ
4690ἐπιπόλαιός τις ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κρίσις ὑπαλλήλου δίδει
4691ἀφορμὴν εἰς σύνταξιν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, δὲν ἐπι-
4692τυγχάνουσι τὸν ἐπιδιωκόμενον πρακτικὸν σκοπὸν, προσκρού-
4693οντα συνάμα εἰς αὐτὰς τὰς βάσεις τοῦ δικαίου. Κατὰ τὸ ὑπὸ
4694συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον τοῦτο
4695συμπληροῖ, τὸ λαθρεμπόριον ἐξομοιοῦται πρὸς τὴν κλοπήν.
4696Ἡ ἐξομοίωσις αὕτη εἶναι ἐναντία ὅλων τῶν κανόνων τοῦ δι-
4697καίου. Ἡ κλοπὴ εἶναι πρᾶξις ἀτιμωτική, εἶναι ἴσως μετὰ
4698τῆς πλαστογραφίας καί τινων παραλλαγῶν αὐτῆς ἡ ἀτιμω-
4699τικωτέρα τῶν ἀξιοποίνων πράξεων. Τὸ λαθρεμπόριον βεβαίως
4700εἶναι ἀνήθικος πρᾶξις, ἀλλ’ ἄν τὴν ἀναλύσητε, ὡς πρέπει νὰ
4701τὴν ἀναλύσητε, θὰ ἴδητε ὅτι πολὺ ἀφίσταται τῆς κλοπῆς.
4702Οἱ διαπράττοντες λαθρεμπόριον προσπαθοῦσι νὰ μὴ πληρώ-
4703σωσι τὸν νενομισμένον δασμὸν εἰς τὸ Δημόσιον, προσπαθοῦσι
4704νὰ ἀποφύγωσι τὴν πληρωμὴν φόρου. Ἀλλ’ ἄν ἡ ἀρχὴ αὕτη
4705ἐπεκταθῆ, τότε πρέπει νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς κλέπται καὶ
4706ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νὰ ἀρνηθῶσιν ἄλλους φόρους·
4707αὐτὸ θὰ ἀπήτει ἡ ἰσότης ἡ νομική. Αὐτοὶ εἶναι ὀφειλέται,
4708διότι τοὺς ἀναγνωρίζετε ὀφειλέτας, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν ἀναγνω-
4709ρίζουσιν ἑαυτοὺς ὀφειλέτας, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν πληρόνουν ἐπὶ
4710ἔτη. Ἄλλοι φεύγουσιν, ὅπως μὴ ἐκπληρώσωσι τοιαύτας ὑπο-
4711χρεώσεις πρὸς τὸ Δημόσιον. Ὅπως δὲ εἶναι ὁ φόρος τοῦ χρή-
4712ματος, εἶναι καὶ ὁ λεγόμενος φόρος τοῦ αἵματος, καὶ ἐξ αὐτῶν
4713πολλοὶ φεύγουσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, διὰ νὰ μὴ ὑπακούσω-
4714σιν εἰς τὸ κέλευσμα τοῦ νόμου· καὶ ὅμως οὐ μόνον δὲν κατα-
4715διώκονται ἐπὶ ἀξιοποίνῳ πράξει, καὶ δὴ ἀτιμωτικῇ, ἀλλὰ
4716τοὐναντίον ἔρχονται κατόπιν νόμοι εὐεργετικοὶ, οἱ ὁποῖοι τοὺς
4717ἀπαλλάττουσι τῆς ὑποχρεώσεως ἀντὶ μικρᾶς χρηματικῆς
4718καταβολῆς.
4719Ἡ ἀπόκρυψις τοῦ ἐπιτηδεύματος, τοῦ πραγματικοῦ εἰσο-
4720δήματος τῶν οἰκιῶν, καὶ ἑπομένως ἡ προσπάθεια πρὸς μείωσιν
4721τοῦ φόρου, ὅλαι αὐταὶ αἱ πράξεις ἔχουσι περίπου τὸν αὐτὸν
4722χαρακτῆρα τοῦ λαθρεμπορίου. Τὸ λαθρεμπόριον οὐδὲν ἄλλο
4723εἶναι—χωρὶς, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐλαττώσω τὸν ἀνήθικον χα-
4724ρακτῆρα—ἡ πρᾶξις, δι’ ἧς προσπαθεῖ ν’ ἀποφύγῃ τις τὴν
4725πληρωμὴν νομίμου φόρου εἰς τὸ Δημόσιον. Αὐτὸ ὅμως δὲν
4726εἶναι κλοπή· καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι οὐδεμία νομο-
4727θεσία τοῦ κόσμου χαρακτηρίζει τὸ λαθρεμπόριον ὡς κλοπήν.
4728Αὐτὸς εἶναι ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ λα-
4729θρεμπορίου. Ἀλλ’ ἄν ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, τὸν
4730ὁποῖον συζητοῦμεν, θὰ ἴδητε ὅτι λαθρεμπόριον χαρακτηρί-
4731ζεται τί νομίζετε; (ἀναγινώσκει): «... δʹ) ἄν εὑρεθῇ ὅ,τι
4732δήποτε ὑποκείμενον εἰς τελώνιον, κεκρυμμένον εἰς τὰ ἐνδύματά
4733τινος ἐξερχομένου ἀπὸ πλοῖον ἢ εἰσερχομένου εἰς αὐτό· εʹ) ἐπὶ
4734τῇ χρήσει πλαστῶν τελωνειακῶν, ὑγειονομικῶν, ναυτιλιακῶν
4735κλπ. ἐγγράφων πρὸς ἀποπλάνησιν τῆς ἀρχῆς· καὶ Ϛʹ) ἐπὶ τῇ
4736περιπτώσει τῆς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, μὴ ὁριζόμενον ἐν τῷ
4737παρόντι, δολίας στερήσεως τοῦ Δημοσίου τῶν δικαιωμάτων
4738του.» Ἡ λέξις «δολίας» εἶναι τεθειμένη ὑπὸ ἀνθρώπου ἀμα-
4739θοῦς περὶ τοὺς νόμους, ἵνα χαρακτηρίσῃ δῆθεν μόνον τὴν δο-
4740λίαν προαίρεσιν, καὶ ταύτην ὑπαγάγῃ εἰς τὴν δρακόντειον
4741διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἀλλὰ ἐν τῇ πράξει, ὅ,τι δήποτε
4742προσπαθεῖ τις νὰ ἀποκρύψῃ, ὅπως στερήσῃ τὸ Δημόσιον τοῦ
4743τέλους, τοῦτο χαρακτηρίζεται ὡς ἐκ δόλου γινόμενον. Ἄρα εἰς
4744πᾶσαν τοιαύτην περίστασιν ἡ πρᾶξις θὰ χαρακτηρισθῇ ὡς
4745ἐκ δόλου γενομένη, οὔτε θὰ δύναται ὁ καταδιωκόμενος νὰ
4746εἴπῃ, ὅτι ἐξ ἀμελείας ἢ ἐκ λάθους ἔπραξεν ὅ,τι κατηγορεῖται
4747ὅτι, ἔπραξε. Λοιπὸν συλλογισθῆτε τὸ ἑξῆς. Ἔρχεταί τις ἐξ
4748Εὐρώπης π. χ. καὶ ἔχει ἐντὸς τοῦ θυλακίου του πολύτιμον
4749ὁπωσοῦν σιγαροθήκην, δῶρον φίλου, ἡ ὁποία δὲν διακρίνεται
4750ἂν ἦναι ὅλως καινουργὴς, ἐνῷ πράγματι εἶναι μεταχειρισμένη.
4751Τὸν συλλαμβάνει εἰς τὸ τελωνεῖον ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος,
4752ὅστις ἰσχυρίζεται ὅτι αὕτη εἶναι καινουργὴς, τὸν καταδι-
4753κάζει εἰς τὸ ὀκταπλοῦν, καὶ τὸν καταγγέλλει ἐπὶ λαθρεμπο-
4754ρίᾳ! Ἐπειδὴ δὲ ἡ σιγαροθήκη ἔχει ἀξίαν τοιαύτην, ὥστε τὸ
4755τέλος αὐτῆς νὰ ἦναι πλέον τῶν 20 δραχμῶν, θὰ δικασθῇ
4756οὗτος ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου καὶ θὰ καταδικασθῇ ἐπὶ
4757κλοπῇ· διότι, ὅταν ὁ νόμος λέγῃ, ὅτι ἐξομοιοῖ τὸ λαθρεμπό-
4758ριον πρὸς τὴν κλοπὴν, ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ τοῦ τέλους, τὸ
4759ὁποῖον ἐπεζήτησέ τις νὰ στερήσῃ τὸ Δημόσιον, καταδικάζε-
4760ται εἰς φυλάκισιν ἢ εἰς εἱρκτήν. Ἐννοεῖται ὅτι θὰ καταδικα-
4761σθῇ εἰς ἑνὸς ἢ καὶ δύο ἢ καὶ τριῶν ἐτῶν φυλάκισιν καὶ θὰ
4762ἔχῃ εἰς τὴν ράχιν του μίαν ἀτιμωτικὴν ἀπόφασιν.
4763§372ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ στερήσεων.
4764§373ΒΑΛΕΤΑΣ. Μετὰ στερήσεως, ἐννοεῖται, ὅλων τῶν δικαιω-
4765μάτων, τὴν ὁποίαν συνεπάγεται κατὰ τὸν νόμον ἡ τοιαύτη
4766καταδίκη.
4767Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἀπαριθμήσω μυρία παραδείγματα
4768τοιαύτης τινὸς ἐφαρμογῆς, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ νό-
4769μος οὗτος, καὶ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἀληθῶς εἶναι νόμος πλέον
4770ἢ δρακόντειος, νόμος, ὁ ὁποῖος δύναται μὲν, ὡς ἔχει τὸ νομο-
4771σχέδιον, νὰ ἀποδεικνύῃ τὸν μέγαν πόθον, τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ
4772εἰσηγητὴς αὐτοῦ πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, ἀλλὰ
4773συνάμα ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἀρχῶν ἐκείνων
4774τοῦ δικαίου, ἐπὶ τῶν δικαιολογητικῶν ἐκείνων βάσεων, ἐπὶ
4775τῶν ὁποίων στηρίζεται ὁ ποινικὸς ἡμῶν νόμος. Σημειωτέον
4776δὲ, ὅτι ὁ ποινικὸς νόμος, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἔχομεν, εἶναι ἐκ
4777τῶν αὐστηροτέρων τῆς Εὐρώπης. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέ-
4778διον λοιπὸν, ἐνῷ συμπληροῖ τὴν τοιαύτην δρακόντειον διά-
4779ταξιν τοῦ παλαιοῦ νόμου, προσθέτει ἀκόμη καὶ νέαν, πλέον
4780ἢ δρακόντειον, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν κατάσχεσιν τῶν μέσων
4781τῶν μεταγωγικῶν, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν εἰς τὸ λαθρεμπό-
4782ριον. Δύναται δηλ. ὁ τελωνειακὸς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος συν-
4783έλαβέ τινα, καθ’ οὗ νομίζει ἢ θέλει νὰ νομίζῃ ὅτι εἶναι λα-
4784θρέμπορος, δύναται νὰ κατάσχῃ πλοῖον μέχρις 6 τόννων καὶ
4785νὰ τὸ πωλῇ διὰ διαδικασίας, τῆς ὁποίας τὰς λεπτομερείας
4786ὅταν ἀναγνώσητε, σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ νὰ
4787ἐκπλαγῆτε. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα τοιαύτη, ὥστε ἐν λεπτομερείᾳ
4788νὰ ἀναλύσω τὴν νέαν ταύτην διάταξιν· ἤθελον μόνον γενικῶς
4789ὡς πρὸς τὰ δύο ταῦτα μέρη τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοὺς συμ-
4790πληρουμένους ὑπὸ τούτου νόμους νὰ εἴπω ὀλίγα, καὶ νὰ παρα-
4791καλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ
4792τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως, εἰ δυνατὸν, ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον
4793αὐτὸ, ἐπιζητήσῃ δὲ τὴν σύνταξιν ἑτέρου, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ συμ-
4794περιληφθῶσι καὶ διατάξεις τροποποιοῦσαι τὰς τῶν προηγου-
4795μένων νόμων, ἃς ἐμνημόνευσα καὶ ἀπέδειξα πλημμελεῖς. Τοι-
4796οῦτο νομοσχέδιον, ἐὰν γείνῃ νόμος, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι
4797πολὺ περισσότερον θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν καταπολέμησιν τοῦ
4798λαθρεμπορίου, παρὰ ὁ νόμος ὁ ἰσχύων σήμερον καὶ τὸ νομο-
4799σχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Εἶναι γενικὸς κανὼν, τὸν ὁποῖον
4800βεβαιοῖ ἡ πεῖρα ὅλων τῶν ποινικῶν νομοθεσιῶν καὶ ἡ ἐφαρ-
4801μογὴ τῶν ποινικῶν νόμων, ὅτι ἡ αὐστηρότης τῶν ποινῶν δὲν
4802συντελεῖ εἰς ἄλλο τι ἢ εἰς τὸ νὰ διαφεύγωσιν ἔνοχοι πλεῖστοι
4803τὴν καταδίκην. Ὅταν ἐνώπιον τακτικῶν δικαστῶν εἰσάγων-
4804ται τοιαῦται πράξεις, τοιαύτην ποινὴν ἐπαγόμεναι, σᾶς βε-
4805βαιῶ ὅτι οἱ τακτικοὶ δικασταὶ κατὰ τὸ πλεῖστον θὰ ἀπαλ-
4806λάττωσι τοὺς ἐπὶ ταύταις κατηγορουμένους. Δὲν εἶναι δυνα-
4807τὸν νὰ ἐπιβάλωσι τὰς ποινὰς, τὰς ὁποίας ἀπειλεῖτε ἐν τῷ
4808νομοσχεδίῳ. Ὅταν δὲ ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐφαρμόζῃ τὸν νόμον
4809σας, διότι δὲν εἶναι ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, ὅταν οἱ πλείονες τῶν
4810κατηγορουμένων ἀπαλλάσσωνται, νομίζω ὅτι ὄχι μόνον μα-
4811ταιοῦται ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε, ἀλλ’ ἐνθαῤῥύνονται
4812καὶ οἱ ῥέποντες πρὸς τοιαῦτα ἀδικήματα, διότι ἔχουσι μεί-
4813ζονα ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἀπαλλαχθῶσιν, ἐὰν καταδιωχθῶσιν.
4814Εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας μὲ ὤθησεν ὁ λόγος, ὅπως
4815ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν ἐξελεγχθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι καὶ ἄλ-
4816λοτε ποτε, ὅτε τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐγένετο νόμος κατὰ τὸ
48171892, συνετάσσετο, ἐζητήθη ἡ γνώμη μου περί τινων δια-
4818τάξεων αὐτοῦ, καὶ ἐξέφρασα αὐτὴν, οἵαν καὶ σήμερον, κατα-
4819κρίνας αὐτὰς δριμέως. Σημειωτέον δὲ, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέ-
4820διον ἐκεῖνο, ὅπως καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν, εἰσήχθησαν εἰς τὴν
4821Βουλὴν χωρὶς νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν μελέτην νομικῶν προ-
4822σώπων. Εἶναι ἔργα τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν θέλω νὰ εἴπω διὰ
4823τούτου, ἀφοῦ υἱοθετεῖται ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερ-
4824νήσεως, ὅτι ἀπόλλυσι τὴν ἀξίαν αὐτοῦ· ἀλλὰ βεβαίως δὲν
4825δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, το-
4826σαύτην ἔχων ἐργασίαν καὶ ἐπιθεωρῶν τόσα νομοσχέδια, τὰ
4827ὁποῖα κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ συντάσσονται, δὲν εἶναι δυνατὸν
4828νὰ ἔχῃ πάντοτε καὶ τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν προσοχὴν τόσον
4829σύντονον, ὥστε νὰ διακρίνῃ ὅλα τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰ
4830μειονεκτήματα αὐτῶν.
4831§374Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτι δύνα-
4832μαι νὰ ὁμολογήσω, εἶναι, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον ἀκμάζει ἐν Ἑλ-
4833λάδι. Δὲν παραγνωρίζω τὴν αἰτίαν τῆς τοσαύτης ἐπαυξή-
4834σεως τοῦ λαθρεμπορίου. Ἡ αἰτία εἶναι οἱ βαρεῖς δασμοὶ, καὶ
4835βεβαίως, ὅσον βαρύτεροι εἶναι οἱ δασμοὶ, τόσον μεγαλείτερον
4836εἶναι τὸ κέρδος τῆς ἀποφυγῆς τῆς πληρωμῆς αὐτῶν. Δὲν
4837εἶναι ὅμως καὶ μόνη ἡ αἰτία αὕτη. Αἰτία εἶναι καὶ ὁ γεω-
4838γραφικὸς σχηματισμὸς τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος συνετέλεσεν
4839ἵνα σχηματισθῇ τάξις ἀνθρώπων λαθρεμπόρων κατ’ ἐπάγ-
4840γελμα. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον μελέτης, εἶναι, ὅτι
4841ὁ Ἀμβρακικὸς καὶ πᾶσα ἡ παραλία τῆς Ἠπείρου, καὶ αἱ
4842ἀπέναντι τοῦ Ἰονίου πελάγους νῆσοι, καὶ τὸ Αἰγαῖον πέλα-
4843γος, ἰδίως τὰ μέρη τὰ ἀπόκεντρα τοῦ Αἰγαίου πελάγους,
4844ἡ νῆσος Κρήτη καὶ ἡ νῆσος Σάμος, χρησιμεύουσιν ὡς ἀπο-
4845θῆκαι, τὸ δὲ λαθρεμπόριον εἶναι ἐν πλήρει ἀκμῇ. Βεβαίως
4846εἶναι δύσκολος ἡ καταστολὴ αὐτοῦ, διότι ἀπαιτοῦνται πολλὰ
4847συγχρόνως πράγματα. Πρῶτον ἀπαιτεῖται νὰ μορφώσωμεν
4848ὑπαλλήλους ἐντίμους, ἱκανούς· καὶ λέγων ἱκανοὺς, ἐννοῶ
4849νοήμονας, δραστηρίους καὶ ταχεῖς περὶ τὴν ἐργασίαν. Ἀλλὰ
4850πρέπει νὰ ὀργανώσωμεν καὶ μέσα καταδιώξεως, διότι τὰ
4851μέσα καταδιώξεως, ὅσα ἔχομεν ἐν χρήσει, εἰσὶν ὅλως ἀνεπαρκῆ.
4852Ἔχομεν ἀτμοτελωνίδας, αἱ ὁποῖαι διανύουσι 4 μίλια τὴν
4853ὥραν.
4854§375Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μὲ οὔριον ἄνεμον.
4855§376Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀντικατα-
4856στήσωμεν τὰ μέσα τῆς καταδιώξεως, καὶ νὰ ἔχωμεν ἀτμοτε-
4857λωνίδας ἢ μεγάλας ἀτμακάτους, αἱ ὁποῖαι νὰ διανύωσι 15
4858μίλια τὴν ὥραν. Πρέπει ἀκόμη νὰ μετέλθωμεν αὐστηρότητα
4859περὶ τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Ἡ αὐστηρότης περὶ
4860τὴν καταδίωξιν τῶν ἐγκλημάτων δὲν εἶναι καινοφανὴς ἐν τῇ
4861νομοθεσίᾳ ἡμῶν· ἄλλοτε ἡ ναυταπάτη καὶ ἡ πειρατεία ἐχρη-
4862σίμευον, ἵνα στιγματίζωσι τὴν Ἑλληνικὴν ναυτιλίαν, ἀλλ’ ὁ
4863νόμος περὶ ναυταπάτης καὶ πειρατείας τοῦ 1845, ἐὰν δὲν ἀπα-
4864τῶμαι, ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ συνετέλεσεν, ἵνα κατασταλῇ τὸ
4865ἔγκλημα τῆς πειρατείας καὶ ναυταπάτης. Ὁ νόμος περὶ
4866ζωοκλοπείας τιμωρεῖ πολὺ βαρύτερον τὴν ζωοκλοπείαν ἀπὸ
4867τὰ ἄλλα πλημμελήματα, ἦτο δ’ ἀναγκαῖον νὰ ἐπιβληθῶσι
4868βαρεῖαι ποιναί. Ὁ νόμος περὶ καταδιώξεως τῶν ἀνομημάτων
4869τῶν δασῶν εἶναι δρακόντειος νόμος. Ἡ ὑπερβολὴ λοιπὸν
4870τοῦ ἐγκλήματος πολλάκις ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν νομοθετικὴν
4871ἐξουσίαν τοῦ τόπου μας τὴν ἐπιβολὴν βαρειῶν ποινῶν. Τὸ
4872νομοσχέδιον δὲ, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγομεν, δὲν ἔχει μεγάλας
4873καινοτομίας, ἀλλ’ ἀναφέρεται εἰς τὸν νόμον τοῦ 1892, ὁμο-
4874λογῶ δὲ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1892 δὲν ἔφερε τὰ δεινὰ ἀποτε-
4875λέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θήρας ἐμνημόνευσεν,
4876ἐξ ἐναντίας ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἐπέφερεν εὐχάριστα ἀποτε-
4877λέσματα. Καὶ μόνον τοῦτο τὸ μέσον ἔχομεν ἀκέραιον διὰ
4878τὴν καταδίωξιν τῆς λαθρεμπορίας, διότι οὐδὲ ὑπαλλήλους
4879ἐμορφώσαμεν ἀκόμη, οὐδὲ καταδιωκτικὰ μέσα ἔχομεν πλήρη.
4880Ἡ ἐπέκτασις τῆς ἐκποιήσεως τῶν μεταγωγικῶν μέσων ἀπὸ
4881λέμβων εἰς πλοιάρια ἕξ τόννων ἐγένετο, διότι ταῦτα εἶναι
4882ἰδίως τὰ λαθρεμπορικὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα μαστίζουσι τὰς
4883παραλίας ἡμῶν. Ἐγὼ τελευταῖον εἶχον πληροφορίας ἀπὸ
4884μεγάλην καὶ ὡραίαν νῆσον, ἐν τῇ ὁποίᾳ τὸ λαθρεμπόριον
4885ἀκμάζει, καὶ ἠναγκάσθην νὰ παρακαλέσω τὸν συνάδελφόν
4886μου Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ καὶ αὐτὸς
4887πληρέστερα ἀστυνομικὰ μέτρα πρὸς περιστολὴν τῆς λαθρεμ-
4888πορίας. Ἔν τινι μεγαλοπόλει οἱ λαθρέμποροι πωλοῦσιν ἐλευ-
4889θέρως τὴν ζάκχαριν καὶ ἄλλα ἀντικείμενα, εἰς βαρέα τελω-
4890νειακὰ τέλη ὑποκείμενα, σήμερον δὲ φίλος μου, τοῦ ὁποίου
4891παραλείπω τὸ ὄνομα, ἐξ εὐλαβείας πρὸς αὐτὸν, μοὶ ἔλεγεν,
4892ὅτι ἔβλεπε τὸν λαθρέμπορον μεταφέροντα εἴδη ἐμπορίου, ὅταν
4893δ’ ἠρώτα, τί εἶναι αὐτὰ, ἀφελῶς ἀπεκρίνοντο οἱ παρατυγχά-
4894νοντες, ὅτι ἦτο λαθρεμπόριον, καὶ ἠρώτων αὐτὸν, ἂν θέλῃ
4895καὶ αὐτὸς νὰ ἀγοράσῃ, καὶ προσέφερον αὐτῷ νὰ ἀγοράσῃ.
4896Νομίζω ὅτι ἡ αὐστηρότης ἐπιβάλλεται. Ἐὰν εὐτυχήσωμεν
4897νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ὁμαλοὺς χρόνους, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ μειώ-
4898σωμεν τὰ τελωνειακὰ τέλη, βεβαίως ἡ μείωσις αὕτη θέλει
4899ἐπιφέρει τὴν ἀραίωσιν τῶν τάξεων τῶν λαθρεμπορικῶν. Ἀλλὰ,
4900τό γε νῦν ἔχον, δυστυχῶς δὲν εἴμεθα σήμερον εἰς τοιαύτην
4901κατάστασιν, πρέπει δὲ νὰ ὁπλισθῶμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν
4902πληρέστερον, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ καταστείλωμε, ἔγκλημα, τὸ
4903ὁποῖον δὲν εἶναι μόνον ἀφαίρεσις τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον
4904ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπιτρέπει εἰς τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράττῃ,
4905ἀλλ’ εἶναι διατάραξις καὶ καταστροφὴ καὶ τοῦ ἐμπορίου,
4906διότι τὸ λαθρεμπόριον εἰσάγει ἀνισότητας, ἐνώπιον τῶν ὁποίων
4907εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνθέξῃ τὸ ἐμπόριον. Πρέπει δὲ νὰ προστα-
4908τεύσωμεν τὸ ἐμπόριον, διότι εἶναι εἷς τῶν κυριωτέρων καὶ
4909ἰσχυροτέρων παραγόντων τῆς κοινωνικῆς εὐημερίας.
4910§377ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ καταδιώξωμεν τὸ
4911λαθρεμπόριον, καὶ ἓν βεβαίως τῶν μέσων εἶναι ἡ αὐστηρο-
4912τέρα τιμωρία. Πλὴν νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ἡ αὐστηρότης νὰ
4913προβῇ μέχρι τοῦ σημείου, πέραν τοῦ ὁποίου ἀνατρέπονται
4914οἱ κανόνες καὶ αἱ ἀρχαὶ τῶν κοινῶν νόμων, οἱ διέποντες τὰ
4915ἐγκλήματα. Τοῦτο λέγω, διότι, ἂν ἐννοῶ ὀρθῶς τὸ ἄρθρον
49161, διὰ τῆς παραγράφου αʹ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀνατρέπονται
4917ἐντελῶς τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐγκλήματος τῆς λαθρεμπορίας. Διὰ
4918τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως
4919νὰ προσέξῃ, ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ ἄρθρον, ὡς ἐγὼ τὸ ἑρμηνεύω.
4920Κατὰ τὸ πρῶτον αὐτὸ ἐδάφιον τοῦ νομοσχεδίου, «τὸ λαθρεμ-
4921πόριον τιμωρεῖται, ὅταν ἀνακαλυφθῇ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, εἴτε διὰ
4922θαλάσσης εἴτε διὰ ξηρᾶς μεταφερόμενον, κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς
4923τοῦ ἄρθρου 168 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.» Τὸ «εἴτε διὰ θα-
4924λάσσης εἴτε διὰ ξηρᾶς μεταφερόμενον» δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ
4925ἰσχύοντι ἤδη νόμῳ, ἤδη δὲ τὸ πρῶτον προσετέθη. Διατὶ προσ-
4926ετέθη; Ἆρά γε προσετέθη, ὅπως ἐξηγήσῃ, ὅτι τὸ λαθρεμ-
4927πόριον δύναται νὰ μεταφέρηται εἴτε διὰ ξηρᾶς εἴτε διὰ θα-
4928λάσσης; Τοῦτο θὰ ἦτο περιττὸν, διότι οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ
4929λαθρεμπόριον διὰ τῶν δύο τούτων ὁδῶν πάντοτε τελεῖται,
4930Λαθρεμπόριον ὑπάρχει, ὁσάκις ἐμπόρευμά τι μεταφέρηται
4931εἴτε διὰ θαλάσσης εἰς μὴ ὡρισμένα πρὸς ἐκφόρτωσιν μέρη, ἐκ-
4932τὸς τῶν λιμένων, εἴτε διὰ ξηρᾶς ἐκτὸς τῶν ζωνῶν, διὰ τῶν
4933ὁποίων ὁ νόμος ὥρισεν, ὅπως εἰσέρχωνται τὰ ἐμπορεύματα.
4934Ἑπομένως οὐδεμία ὑπῆρχεν ἔλλειψις ἐν τῷ νόμῳ κατὰ τοῦτο,
4935καὶ οὐδεμία ἀνάγκη νὰ διασαφισθῇ διὰ τροποποιήσεως, ὅτι
4936διὰ τῶν δύο τούτων μέσων τελεῖται τὸ λαθρεμπόριον. Ἀκόμη
4937λαθρεμπόρια δι’ ἀεροστάτων δὲν ἀπετολμήθησαν, ὥστε δὲν
4938μένουσιν ἢ αἱ δύο αὗται ὁδοί. Ἐὰν λοιπὸν τὸ πρῶτον ἐδά-
4939φιον τοῦ ἄρθρου 1 δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν,
4940ἐὰν δὲν ἠθέλησε νὰ σαφηνίσῃ πασίγνωστον καὶ ἀναμφισβή-
4941τητον γεγονὸς, τὸν διττὸν δηλονότι τρόπον τῆς συντελέσεως
4942τῆς λαθρεμπορίας, πρόδηλον ὅτι ἔχει ἄλλον σκοπὸν, καὶ ὁ
4943σκοπὸς αὐτὸς τῆς προσθήκης τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου
4944δὲν εἶναι ἄλλος ἢ νὰ παραστήσῃ ὑπάρχον τὸ ἔγκλημα τῆς
4945λαθρεμπορίας, καὶ ὅταν τὸ λαθρεμπόριον δὲν ἐκομίσθη ἔτι μέ-
4946χρι τῶν συνόρων διὰ ξηρᾶς, εἴτε ἐπὶ τῆς παραλίας διὰ θαλάσ-
4947σης, ἀλλὰ μεταφέρεται ἀκόμη, εἶναι δηλονότι ἐν τῷ μεταφέ-
4948ρεσθαι, διότι δὲν ἔφθασεν ἀκόμη εἴτε εἰς τὸν κεκανονισμένον
4949εἴτε εἰς τὸν μὴ κεκανονισμένον τόπον εἰσαγωγῆς. Δηλαδὴ
4950φοβοῦμαι μὴ τὸ ἄρθρον ἐννοεῖ νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως τὸ λαθρεμ-
4951πόριον θεωρῆται ὑπάρχον καὶ πρὶν ἢ ἄρξηται ἡ τέλεσις αὐ-
4952τοῦ. Κατὰ τὸν κείμενον νόμον, τὸ ἔγκλημα τῆς λαθρεμπορίας
4953ὑπάρχει, ὅταν συλλαμβάνηται ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ἐφαρμόζεται
4954δὲ ὡς πρὸς τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ τὸ ἄρθρον 168 τῆς Ποινικῆς Δι-
4955κονομίας. Ὅλοι γνωρίζομεν πότε ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἔγ-
4956κλημα. Τὸ ἔγκλημα ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ὅταν ἦναι ἐν
4957τῷ γίγνεσθαι, ἢ ἀρτίως ἐγένετο, ἢ ὅταν ὁ κατηγορούμενος
4958συνελήφθη κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς πράξεως ἐν τῷ τόπῳ, ἐν
4959ᾧ ἐτελέσθη ἡ πρᾶξις, φέρων ὅπλα ἢ ἐργαλεῖα ἢ ἄλλα πει-
4960στήρια, ἢ ὅταν κατεδιώχθη διὰ τῆς κοινῆς κραυγῆς. Οὗτοι
4961εἶναι οἱ τρόποι, τοὺς ὁποίους ἡ ποινικὴ νομοθεσία ἡμῶν δέ-
4962χεται ὡς ἀποτελοῦντας τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἔγκλημα. Ποία
4963δ’ ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως ταύτης;
4964Δὲν θεωρεῖται ὑπάρχον λαθρεμπόριον ἢ ὅταν διὰ θαλάσσης
4965ἢ διὰ ξηρᾶς ἔφθασεν εἴτε τὸ πλοῖον τὸ κομίζον τὰ ἐμπορεύ-
4966ματα, εἴτε τὸ φορτηγὸν ἢ ἡ ἅμαξα, ἡ φέρουσα τὰ ἐμπο-
4967ρεύματα, εἰς σημεῖόν τι τῶν κατὰ ξηρὰν συνόρων ἢ τῆς παρα-
4968λίας, διὰ τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ εἰσέλθῃ, καὶ ἤρξατο ἡ
4969ἀποβίβασις, ἤρξατο ἡ ἐκτέλεσις τῆς σκοπουμένης πράξεως,
4970ὅπως διὰ μὴ νενομισμένων μερῶν ἢ διὰ τῶν νενομισμένων με-
4971ρῶν, ἀλλὰ κρυφίως, ἤτοι παρανόμως, εἰσέλθωσι τὰ ἐμπορεύ-
4972ματα ἐντὸς τοῦ Κράτους.
4973Ὅσον καὶ ἂν τὰ τῆς λαθρεμπορίας κατέστησαν ἐπιζήμια
4974εἴς τε τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον, νομίζω ὅτι
4975δὲν πρέπει νὰ γείνῃ καινοτομία, ἀλλ’ ὅτι πρέπει ὁ νόμος νὰ
4976ἀναγνωρίζῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ὅτι στοιχεῖον τοῦ ἐγκλήμα-
4977τος τῆς λαθρεμπορίας εἶναι ἡ ἐπ’ αὐτοφώρῳ σύλληψις, αὐ-
4978τοῦ, δηλαδὴ ἡ ἔναρξις τῆς ἐκτελέσεως, ἡ ἔναρξις, ἡ παρα-
4979σκευὴ τοὐλάχιστον ἀποβιβάσεως, ἐξαγωγῆς τοῦ πράγματος.
4980Ἀληθῶς ὑπάρχουν περιστάσεις, καὶ τοιαῦται καθ’ ἡμέραν
4981καὶ παρ’ ἡμῖν παρουσιάζονται, καθ’ ἃς βεβαιοῦται, ὅτι λα-
4982θρεμπόριον σκοπεῖται, ὅτι λαθρεμπόρευμα μεταφέρεται διὰ
4983ξηρᾶς ἢ διὰ θαλάσσης, ἀλλὰ πρὸς τῆς ἐνάρξεως ἐκτελέσεως
4984ἡ ἐμφάνισις τῆς Ἀρχῆς ἐσταμάτησεν αὐτό. Οὐδεμία ὑπολεί-
4985πεται ἀμφιβουλία περὶ τούτου, καὶ λόγῳ τοῦ τόπου, πρὸς ὃν
4986διευθύνεται τὸ πλοῖον ἢ ὁ ἀγωγιάτης, καὶ λόγῳ τῶν προσώ-
4987πων, ἅτινα πολλάκις εἶναι γνωστοὶ λαθρέμποροι. Ἀλλὰ
4988μέχρι τῆς ἀποπείρας, μέχρι τῆς ἐνάρξεως ἐκτελέσεως δύναται
4989νὰ μεταβάλῃ τις γνώμην, καὶ ὅσον ἀπίθανον καὶ ἂν ἦναι
4990τοῦτο ἐν δεδομένῃ περιστάσει, ἡ ποινὴ καὶ αἱ συνέπειαι τῆς
4991ποινῆς δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιπέσωσι κατ’ ἀνθρώπου, ὅστις
4992δὲν ἀπέδειξε διὰ τῆς πράξεώς του, ὅτι ἐνέμεινε μέχρι τέλους,
4993ὅπως ἄρξηται τῆς ἐκτελέσεως τοῦ λαθρεμπορίου. Ἀλλ’ ὁ
4994μεγαλείτερος κίνδυνος τοιαύτης διατάξεως θὰ ἦσαν αἱ κατα-
4995χρήσεις τῶν ἐπὶ τῆς καταδιώξεως. Ἀτμάκατος ἢ ἀπόσπα-
4996σμα, ἐὰν συνελάμβανον ἐν τῷ ἀνοικτῷ πελάγει ἢ μακρὰν τῶν
4997συνόρων πλοῖον ἢ φορτώματα, θὰ τὰ κατήγγελλον ὡς λα-
4998θρεμπόρια, ἢ θὰ τὰ ἐφορολόγουν, ἵνα μὴ τὰ καταγγείλουν.
4999Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως τοῦ αʹ ἐδαφίου θὰ
5000δοθῇ λαβὴ εἰς τοιαύτην ἑρμηνείαν, διότι λέγει τὸ ἄρθρον
5001«εἴτε διὰ θαλάσσης εἴτε διὰ ξηρᾶς μεταφερόμενον». Ἐὰν
5002ἔχῃ τὴν πρώτην ἔννοιαν, εἶναι περιττὸν, ὡς ὅλως ἀνεπίδεκτον
5003ἀμφισβητήσεως γεγονὸς, ἐμπεριλαμβανόμενον ἐν τῷ ὁρισμῷ
5004τῆς λαθρεμπορίας, διότι πρέπει διὰ ξηρᾶς ἢ διὰ θαλάσσης
5005νὰ μεταφέρηται. Ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι ἡ βλάβη μεγάλη.
5006Ἀλλ’ ἂν σκοπὸς τοῦ ἄρθρου ἦναι νὰ καθιερώσῃ περίπτωσιν
5007λαθρεμπορίας, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤρξατο ἀκόμη ἡ ἀπο-
5008βίβασις τοῦ ἐμπορεύματος, ἀλλ’ εὑρίσκεται καθ’ ὁδὸν μόνον,
5009διὰ ξηρᾶς ἢ διὰ θαλάσσης μεταφερόμενον, ἔστω καὶ ὑπόπτως,
5010νομίζω ὅτι ἡ αὐστηρότης ὑπερβαίνει τὰ ὅρια, ὅτι ἀνατρέ-
5011πονται τὰ στοιχεῖα, ἐξ ὧν παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ ἐθεωρήθη
5012ὅτι ἀποτελεῖται τὸ ἔγκλημα τῆς λαθρεμπορίας, καὶ τὰ ὁποῖα
5013πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν, ὅπως νομικῶς θεωρηθῇ, ὅτι ὑπάρχει λα-
5014θρεμπόριον. Ἐὰν τοιαύτη δὲν ἦναι ἡ ἔννοια, θὰ παρακα-
5015λέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸ βεβαιώσῃ,
5016ὅπως τοὐλάχιστον ὑπάρχῃ ἐν τῇ ἐξηγήσει, ἡ ὁποία ἐδόθη
5017κατὰ τὴν συζήτησιν, καθαρωτέρα ἡ ἔννοια καὶ μὴ δύ-
5018νηται ν’ ἀποπλανηθῇ ὁ δικαστὴς, ὅτι ἐσκόπει ὁ νέος νομο-
5019θέτης νὰ εἰσαγάγῃ τοιαύτην τροποποίησιν, τοιαύτην προσ-
5020θήκην νέου στοιχείου εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ἐγκλήμα-
5021τος. Ἡ ἔκθεσις δὲν εἶναι οὔτε λεπτομερὴς οὔτε σαφής. Ἐν
5022ἀρχῇ λέγει: «Διὰ τοῦ 1 ἄρθρου αὐτοῦ συμπληροῦται μὲν ὁ
5023ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ μνημονευθέντος νόμου τῆς 29 Φεβρουα-
5024ρίου 1892 ποινικὸς χαρακτηρισμὸς τῆς λαθρεμπορικῆς πρά-
5025ξεως...» Τοῦτο ἐμβάλλει τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι δὲν εἶναι σκοπὸς
5026τῶν ἑπτὰ αὐτῶν λέξεων ἡ προσθήκη περιττοῦ τινος ὅρου,
5027ἀλλὰ σκοπὸς εἶναι νὰ καταστήσῃ τιμωρητέον τὸ ἔγκλημα
5028τῆς λαθρεμπορίας, καὶ ὅταν οὐδεμία ἐβεβαιώθη ἀρχὴ ἐκτε-
5029λέσεως, ὅπως ὁ ὑπάρχων νόμος ἀπαιτεῖ καὶ ὡς πάντες οἱ νόμοι
5030διατάσσουν. Διότι ἐν οὐδεμιᾷ νομοθεσίᾳ θεωρεῖται τὸ ἔγκλημα
5031τῆς λαθρεμπορίας ὑπάρχον, πρὶν ἢ εἴτε διὰ ξηρᾶς μεταφε-
5032ρόμενον τὸ ἐμπόρευμα, εἴτε διὰ θαλάσσης, φθάσῃ εἰς τὴν
5033ἀκτὴν ἢ εἰς τὰ σύνορα καὶ ζητήσῃ δι’ αὐτοῦ νὰ εἰσέλθῃ ἐν-
5034τὸς αὐτῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φοβοῦμαι, ὅτι μᾶλλον αὐτὴ
5035εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐὰν τοιαύτη ἦναι, ὑπερ-
5036βαίνει πᾶν ὅριον αὐστηρότητος. Ἀλλ’ ἴσως δὲν εἶναι καὶ
5037ἀναγκαία, διότι καὶ ἄλλα μέσα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
5038Οἰκονομικῶν, ὑπάρχουσι, π. χ. περισσότεραι ἀτμάκατοι, τα-
5039χύτεραι ἀτμάκατοι, περισσοτέρα σύμπραξις τῶν προξενικῶν
5040ἀρχῶν εἰς τὴν καταγγελίαν καὶ τὴν καταδίωξιν τῶν ἐγκλη-
5041μάτων λαθρεμπορίας, ὅπως καὶ προλαμβάνωνται καὶ συλ-
5042λαμβάνωνται εὐκολώτερον.
5043§378Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι βέ-
5044βαιος, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 δὲν ἐσκόπει νὰ περιλάβῃ
5045τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ὑπεδείξατε. Ἡ ῥῆσις τοῦ νομο-
5046σχεδίου «τὸ λαθρεμπόριον μεταφερόμενον διὰ θαλάσσης ἢ διὰ
5047ξηρᾶς» ἐννοεῖ πρᾶξιν τελεσθεῖσαν, ἡ ὁποία πρᾶξις χαρακτη-
5048ρίζεται ὑπὸ τοῦ νόμου ὡς λαθρεμπορία, δὲν ἐννοεῖ τὴν προ-
5049παρασκευὴν πρὸς τὸ λαθρεμπορεῖν ἢ τὴν ἀπόπειραν πρὸς τὸ
5050λαθρεμπορεῖν. Ὑμεῖς ὑπελάβετε, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχε-
5051δίου πρόκειται νὰ περιλάβῃ τὴν ἀπόπειραν τοῦ λαθρεμπορίου
5052καὶ νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς λαθρεμπόρευμα ἀντικείμενον, τὸ
5053ὁποῖον δὲν ἐλαθρεμπορεύθη εἰσέτι.
5054§379ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὔτε ἀπόπειρα δὲν εἶναι αὐτό.
5055§380Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ προαίρεσις, ἡ μελέτη δὲν δύνα-
5056ται νὰ καταδιωχθῇ. Ὑπάρχουν ὅμως λαθρεμπόρια, τὰ ὁποῖα
5057δύνανται κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ συλληφθῶσι. Συμβαίνουσιν
5058ἰδίως εἰς τὴν παραλίαν τοῦ Φαλήρου· διαβαίνουσι πλοῖα, εἴτε
5059καταπλέοντα εἴτε ἀποπλέοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐμπορεύμα-
5060τα, ἀκολουθοῦσι λέμβοι, μετ’ ὀλίγον δὲ λέμβος ἔρχεται εἰς τὸ
5061Φάληρον, κομίζουσα δέσμας μεταξωτῶν ἢ δαντελῶν. Ἄν τις
5062συλλάβῃ τὰς λέμβους ταύτας, συλλαμβάνει λαθρεμπόριον.
5063Ἀλλ’ ὅταν πλοῖον πλέῃ εἰς τὴν θάλασαν, καὶ ἡ ἀτμοτελωνὶς
5064τὸ σταματᾷ καὶ παρατηρῇ τὰ ἐμπορεύματά του, καὶ βλέπῃ
5065ὅτι ἔχει ζάκχαριν, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτη-
5066ρισθῇ λαθρεμπόριον· ἐὰν ὅμως μεταβῇ τὸ πλοῖον εἴς τινα λι-
5067μένα καὶ ἀποβιβάσῃ τὴν ζάκχαριν, βεβαίως εἶναι λαθρεμπό-
5068ριον, ἀλλὰ πρὶν ἢ τελεσθῇ, δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς
5069λαθρεμπόριον.
5070§381ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχε-
5071δίου εἰς γʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
5072ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
5073Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
5074§382ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Ὁ
5075Ἄρειος Πάγος ἐσχάτως ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν
5076αἱ δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νο-
5077μοσχεδίων ἐν τῇ Βουλῇ παρὰ τῶν εἰσηγητῶν Ὑπουργῶν περὶ
5078τῆς ἐννοίας τῶν ἐν αὐτοῖς διατάξεων, τότε μόνον λαμβάνονται
5079ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὰ δικαστήρια, ὅταν αὗται καταχωρισθῶσιν εἰς
5080τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Ἐὰν δὲ τοιαύτη δήλωσις γενομένη
5081καταχωρισθῇ μόνον εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, οὐχὶ
5082δὲ καὶ εἰς τὰ ἐπίσημα, οὐδαμῶς δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν
5083παρὰ τῶν δικαστηρίων. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει, ὅπως
5084ἡ δήλωσις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔκα-
5085μεν ἐπὶ τοῦ 3 ἄρθρου, καὶ τὴν ὁποίαν θεωρῶ σοβαρὰν καὶ
5086σπουδαίαν, σημειωθῇ καὶ καταχωρισθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρα-
5087κτικά.
5088§383ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
5089§384Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει νέαν
5090ποινήν, τὴν κατάσχεσιν τοῦ μεταγωγικοῦ μέσου· ἀλλὰ παρα-
5091τηρῶ, ὅτι δι’ οἱονδήποτε ποσόν, καὶ διὰ τὸ ἐλάχιστον, ἔστω
5092καὶ διὰ λαθρεμπόριον μιᾶς δραχμῆς, ἐπιτρέπεται ἡ κατάσχε-
5093σις τοῦ πλοίου, ἤτοι τοῦ μεταγωγικοῦ μέσου.
5094§385Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λαθρεμπό-
5095ριον μιᾶς δραχμῆς!
5096§386Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διατὶ ὄχι; Ὅταν εἰς πλοῖόν τι
5097ἀνακαλυφθῇ π. χ. μία ὀκᾶ ζαχάρεως ἐκ λαθρεμπορίας προ-
5098ερχομένης, δὲν συντάσσουν πρωτόκολλον οἱ τελωνοφύλακες;
5099δὲν εἶναι λαθρεμπόριον μιᾶς δραχμῆς;
5100§387Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ αὐτὴ ἡ
5101ἀπόφασις τοῦ τελώνου ἐπικυροῦται ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν;
5102§388Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, ἢ
5103μᾶλλον γεγονός, τὸ ὁποῖον συνέβη πρὸ ἐτῶν εἰς τὴν Σκόπε-
5104λον. Εἴς τινα οἰκίαν εὑρέθη εἷς σάκκος μὲ ὀλίγον σιγαρόχαρ-
5105τον, ἡ σύζυγος δὲ ἑνὸς τελωνοφύλακος κατήγγειλεν ὅτι τὸ
5106λαθρεμπόριον τὸ ἔκαμεν ἡ σύζυγος ἑνὸς ἀσβεστᾶ. Τί δὲ συνέβη
5107κατόπιν; καταδικάζεται αὐτὸς ὁ ἀσβεστᾶς, ὀνομαζόμενος
5108Θλιβερὸς, ὡς λαθρέμπορος, ὁ ὁποῖος δὲν ἤξευρε διόλου ἀπὸ
5109θάλασσαν, οὔτε ἀπὸ λαθρεμπόριον, κατάσχουν τὰ ζῶά του,
5110φυλακίζεται, καὶ ἀκόμη καταδιώκεται! Ἄλλο· εἰς πλοίαρ-
5111χος παρέλειψε νὰ δηλώσῃ εἰς τὸ δηλωτικὸν μίαν κάσαν πε-
5112τρελαίου, ὁ τελώνης κατέσχε τὸ πλοῖόν του, ἀξίας 6,000
5113δραχμῶν, καὶ δὲν ἠδύνατο ν’ ἀναχωρήσῃ· ἐπὶ τούτῳ δ’ ἐγέ-
5114νοντο παραστάσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Νὰ ὁρισθῇ λοιπὸν εἷς
5115ὅρος, ὅτι, ὅταν τὸ λαθρεμπόριον ᾖναι πλέον τῶν 100 ἢ 50
5116δραχμῶν, τότε νὰ κατάσχηται τὸ μεταγωγικὸν μέσον. Διότι
5117δὲν εἶναι δίκαιον, ἐὰν εἰς ἕνα ἀγωγιάτην π. χ. ἔχοντα μόνην
5118περιουσίαν τὸ μουλάρι του, ἀξίας 500 δραχμῶν, ἐκ τῆς ἐρ-
5119γασίας τοῦ ὁποίου ἀποζῇ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του, ἐὰν
5120εὕρωσι μίαν ὀκᾶν καπνοῦ, νὰ κατάσχηται καὶ νὰ πωλῆται τὸ
5121μουλάρι του.
5122(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀνα-
5123γινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἀντιῤ-
5124ῥήσεως).
5125§389ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. Ὑπάρχει προσθήκη, προτεινο-
5126μένη ὑπὸ τῶν κ. κ. Α. Τόμαν, Κ. Ν. Πεταλᾶ, Ι. Ἀντωνο-
5127πούλου, Σπ. Τσιτσάρα καὶ Δ. Σταΐκου, ὡς ἄρθρον 3, καὶ
5128ἔχουσα ὡς ἑξῆς:
5129§390ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
5130«Τὸ ἄρθρον 14 τοῦ προμνησθέντος νόμου ΑϠϞΘʹ μεταῤ-
5131ῥυθμίζεται ὡς ἑξῆς:
5132«Κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς γίνεται
5133ἔφεσις ἐπὶ χαρτοσήμου δραχμῆς, ἐπιδιδομένη διὰ δικαστικοῦ
5134κλητῆρος εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἢ τὴν ἐκδοῦσαν
5135τὴν ἀπόφασιν τελωνειακὴν ἀρχήν, ἐντὸς τριακονθημέρου διο-
5136ρίας ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως, ἀποφαίνεται δὲ ἐπὶ τῆς ἐφέσεως
5137ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς ἀνωτέρω προθε-
5138σμίας τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ΑΚΑʹ νόμου τοῦ 1882
5139Νομικὸν Συμβούλιον ὁριστικῶς καὶ ἀνεκκλήτως, οὐδενὸς ἐπι-
5140τρεπομένου ἐνδίκου μέσου. Αἱ ἀποφάσεις αὗται, ὡς καὶ αἱ
5141ἀναθεωρηθεῖσαι τοῦ ἑπομένου ἄρθρου 15, ἀναθεωροῦνται, μό-
5142νον ἐὰν πρόκειται περὶ διορθώσεως λογιστικοῦ τινος λάθους,
5143ἢ ἐὰν συντρέχωσι σπουδαῖοι λόγοι, πείθοντες τὴν ὁλομέλειαν
5144τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὅτι χρήζει ἀναθεωρήσεως ἡ ὑπὸ
5145τοῦ τριμελοῦς Νομικοῦ Συμβουλίου προεκδοθεῖσα ἀπόφασις.
5146Ἐν ἀμφοτέραις ταῖς περιστάσεσι προηγεῖται ἀποχρώντως
5147ἠτιολογημένη αἴτησις τοῦ ἐγκαλουμένου, μεθ’ ἣν, γινομένην
5148δεκτὴν ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἀπο-
5149φαίνεται τοῦτο κατ’ οὐσίαν διὰ νέας ἀποφάσεως, ἐπικυρούσης
5150ἢ μεταῤῥυθμιζούσης τὴν εἰς ἀναθεώρησιν ἑκάστοτε ὑποβαλ-
5151λομένην. Ἡ ἀπόφασις καταρτίζεται δι’ ἀπολύτου πλειοψη-
5152φίας.
5153Οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διατρίβοντες, οἱ ἀγνώστου διαμονῆς
5154καὶ οἱ μὴ γινόμενοι γνωστοὶ ὑπαίτιοι τῆς παραβάσεως καὶ
5155πᾶς ἔχων ἔννομον συμφέρον, ἐπιδίδουσιν, ὡς ἀνωτέρω, ἔφεσιν
5156ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως
5157καταχωρήσεως τῆς ἀποφάσεως. Ἐὰν δὲ δὲν ἐπιδοθῇ ἔφεσις,
5158ὀφείλει ἡ τελωνειακὴ ἀρχὴ νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὸ Νομικὸν Συμ-
5159βούλιον ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν καὶ τὰς τοιαύτας ἀποφάσεις.»
5160§391Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀποδέχομαι
5161τὴν προσθήκην ταύτην.
5162(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀνωτέρω προσθήκη, ὡς ἄρθρον 5.
5163Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα
51645 καὶ 4 τοῦ νομοσχεδίου, λαβόντα τὴν θέσιν ἄρθρων 4
5165καὶ 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζή-
5166τησιν).
5167§392ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
5168Ὥρᾳ 4 καὶ 20′ π. μ. τῆς ἐπιούσης.