Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΔ · Session Β› Sitting 24

1896.02.23

3,638 rows · 28,831 words · 1 table · 158 turns

Date
1896.02.23
Presidency
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗ
Period
ΙΔ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1896)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24

Τῆς 23 Φεβρουαρίου 1896.

(Παρασκευή).

Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα πολιτῶν ἐκ Βόλου, συνηγορούντων ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ὅμοιον κηροπλαστῶν Σύρου καὶ ἀναφορὰν κηροπλαστῶν Ἄργους, παρακαλούντων νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίας τοῦ κηροῦ. Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Μεντζελόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ διοικητικῆς καὶ δικαστικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους», φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς καὶ ἄλλων Βουλευτῶν καὶ συνοδευομένην καὶ ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 145). Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Ἄνδρου κ. Ἐμπειρῖκος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 1 καὶ 3 τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1887 νόμου ΑΧΚΕʹ περὶ τελῶν χαρτοσήμου, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 146). Ὁ βουλευτὴς Θήρας κ. Βαλέτας ἐδήλωσεν, ὅτι κωλύεται νὰ μετάσχῃ τῆς πρὸς μελέτην τῶν ἐκκλησιαστικῶν νομοσχεδίων εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Εἰς ἀντικατάστασιν αὐτοῦ θὰ παρακληθῇ νὰ λάβῃ μέρος ὁ βουλευτὴς Μαντινείας κ. Ζέγγελης.

§2ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ δύο πίνακας, ἐμφαίνοντας τὴν ἐτησίαν δαπάνην τῆς χωροφυλακῆς κατὰ τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν καὶ τὴν δαπάνην κατὰ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ τοῦ νέου ὀργανισμοῦ αὐτῆς. Ἡ τύπωσις αὐτῶν θὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσιν, ὅπως λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν οἱ κύριοι Βουλευταί.

§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 147–148).

§5ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ἀπευθύνω σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Κατὰ τὸν νόμον περὶ ἀπονομῆς βοηθημάτων εἰς τοὺς δυστυχήσαντας ἕνεκα τῆς πτωχεύσεως τῆς ἑταιρίας τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, τὸ ποσὸν τοῦ βοηθήματος, τὸ ἀπονεμηθησόμενον ἑκάστῳ δυστυχήσαντι, ἐπρόκειτο νὰ ἐξευρεθῇ ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ἥτις εἶχε καθῆκον ὡρισμένον νὰ ἀνεύρῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὤφειλεν εἰς ἕκαστον ἡ ἑταιρία, ὁ δὲ προσδιορισμὸς τοῦ ποσοῦ διετάχθη νὰ γείνῃ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀναλόγως τῆς οἰκονομικῆς καὶ οἰκογενειακῆς καταστάσεως ἑκάστου τῶν δυστυχησάντων. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ νόμος δὲν ἀνέγραψεν ἰδίαν διαδικασίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἦναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀνεύρει τὰ ὀφειλόμενα ποσά. Ὁ νόμος ἀφῆκε τὴν ἐπιτροπὴν ἐλευθέραν νὰ ἐξετάσῃ τὰς αἰτήσεις τῶν δυστυχησάντων ἐκ τῶν ἐνόντων κατ’ οὐσίαν, καὶ ἄν τὰς εὕρῃ βασίμους, νὰ τὰς ἀποδεχθῇ, ἄλλως νὰ τὰς ἀποῤῥίψῃ. Ἐν τούτοις μέλη τινὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐδήλωσαν ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι δὲν θὰ ἀκολουθήσωσι τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καθ’ ἃς τὸ ποσὸν θὰ κανονισθῇ ἀναλόγως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ δυστυχήσαντος, διότι δὲν τὰς νομίζουσι δικαίας, ἀλλὰ θὰ ὁρίσωσι τὸ ἀπονεμητέον ἑκάστῳ βοήθημα ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ λάβῃ παρὰ τῆς πτωχευσάσης ἑταιρίας. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ ὅτι δὲν ἀκολουθοῦσι τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τοῦτο ἀποτελεῖ παράβασιν τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἱκανοποιεῖ τὴν κοινὴν συνείδησιν δι’ ἄλλους λόγους ἡ τοιαύτη ἐφαρμογή, ὡς ἀποκλείουσα τὰ παράπονα καὶ τὰς μεροληψίας· ἀλλὰ διὰ νὰ ἀπονεμηθῇ τὸ βοήθημα ἑκάστῳ δυστυχήσαντι, ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε λαμβάνειν, ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, πῶς θὰ ἀνευρεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ὁ νόμος δὲν ὥρισε διαδικασίαν· ἀφῆκε τὴν ἐπιτροπὴν ἐλευθέραν νὰ κρίνῃ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς χεῖράς της, ἐκ τῶν βιβλίων τῆς ἑταιρίας, ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἤθελον προσκομίσει οἱ δυστυχήσαντες, καὶ ἐξ οἱασδήποτε ἄλλης πληροφορίας, καὶ νὰ ἀνεύρῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἕκαστος εἶχε νὰ λάβῃ. Ἐν τούτοις τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, παρερμηνεύοντα τὸν νόμον, εἴτε ἔχοντα ὁδηγίας τοιαύτας, ἐδήλωσαν εἰς τοὺς αἰτοῦντας, ὅτι θεωροῦσιν ἀπαράδεκτον πᾶσαν αἴτησιν, ἡ ὁποία δὲν ἐμνημονεύετο εἰς τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας, καὶ δὲν ἔχουσι νὰ ἐξετάσωσιν, ἂν ἦναι βάσιμος ἢ μὴ ἡ αἴτησίς των, ἐφ’ ὅσον τὸ ποσὸν τὸ ζητούμενον δὲν ἀναγράφεται εἰς τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας· ἐντεῦθεν ἐγεννήθησαν παράπονα δίκαια καὶ εὔλογα, ἐπίκεινται δὲ καὶ ἀδικήματα. Περὶ τούτων θὰ δυνηθῇ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ κρίνῃ ἀσφαλῶς, ἂν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐτηροῦντο τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας, καὶ καθ’ ὃν συνετάχθη ὁ κατάλογος ὁ προσωρινὸς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὸ 1892, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ κρίνῃ ἡ ἐπιτροπὴ περὶ τοῦ ἀποδοτέου ἑκάστῳ ποσοῦ. Κατὰ τὸ 1892 ἡ ἐπιτροπὴ διῆλθε διά τινων μερῶν, γειτνιαζόντων πρὸς τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν, ἐκάλεσε προφορικῶς ὅσους ἠδυνήθη καὶ ἀνεκοίνωσε τὸν σκοπόν της εἰς αὐτοὺς, συνέλεξε πληροφορίας παρ’ ὅσων προσῆλθον, καὶ συνέταξεν ἐπὶ τῇ βάσει τούτων τὸν κατάλογον. Ἀλλ’ εἰς τὸν κατάλογον τοῦτον δὲν περιελήφθησαν ὅσοι ἀπουσίαζον, ὅσοι δὲν ἔτυχον νὰ κατάγωνται ἐκ τῶν μερῶν, δι’ ὧν διῆλθεν ἡ ἐπιτροπή, ὡς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον γνῶσιν τοῦ σκοποῦ τῆς μεταβάσεως τῆς ἐπιτροπῆς· ὡς τοιοῦτος δὲ, ὁ κατάλογος εἶναι ἀτελής. Ἀλλὰ καὶ τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας, κατὰ τοὺς τελευταίους μάλιστα μῆνας, δὲν ἐτηροῦντο τακτικῶς· ὑπάρχουσι δὲ καὶ διαδόσεις, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἡμεδαπῶν, εἰς καταγγελίας. Καὶ οὐ μόνον διότι ἐτηροῦντο ἀτάκτως τὰ βιβλία, ἀλλὰ καὶ διότι καὶ ἄλλος λόγος σπουδαιότερος μεταξὺ ἑταιρίας καὶ ἐργολάβου ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ μὴ ἦναι ἀναγεγραμμένα ἐν τοῖς βιβλίοις τὰ ἀληθῆ ποσὰ, τὰ ὀφειλόμενα ἕκαστῳ ὑπεργολάβῳ καὶ δικαιούχῳ· συνέβη οἱ μηχανικοὶ ἐπὶ τῆς καταμετρήσεως τῶν ἔργων, εἴτε ἐκ λάθους, εἴτε ἐξ ἑτέρων λόγων, νὰ μὴ κάμνωσιν ἀκριβεῖς καταμετρήσεις τῶν ἔργων, ἀλλ’ ἐλλιπεῖς, διότι δὲν ἤθελον νὰ βεβαιωθῇ ὁλόκληρος ἡ ἐργασία, καθόσον ὑπελόγιζον, ὅτι εἰς τὰ ταμεῖα τῆς ἑταιρίας δὲν ὑπῆρχον ποσὰ ἀρκετὰ, ἵνα πληρωθῇ ἡ ἐργασία. Οἱ ἐργολάβοι, οἱ ὁποῖοι ἔβλεπον ὅτι δὲν ἐπιστοποιήθη ὁλόκληρος ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσαν, καὶ συνεπῶς δὲν ἠδύναντο νὰ πληρωθῶσι ὅλα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσιν, ἔφερον ἀντιῤῥήσεις, καὶ ἐζήτουν νὰ πιστωθῶσι μὲ τὸ ἀληθὲς ποσὸν, ἀλλ’ ἡ ἑταιρία ἠρνεῖτο. Ἐκ τούτου ἄλλοι μὲν τῶν ἐργολάβων συνεφώνησαν νὰ δικασθῶσι διὰ διαιτητῶν, ἄλλοι δὲ κατέφυγον εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἐπέτυχον τελεσιδίκους ἀποφάσεις, καταδικαστικὰς κατὰ τῆς ἑταιρίας. Μεθ’ ὅλα ὅμως ταῦτα, οὔτε αἱ ἀποφάσεις τῶν διαιτητῶν, τῶν διορισθέντων κατ’ ἀμοιβαίαν συναίνεσιν, κατεχωρίσθησαν εἰς τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας, οὔτε αἱ τελεσίδικοι ἀποφάσεις, οὔτε αἱ ἄλλαι ἀπαιτήσεις, αἱ ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Οὕτως ἔχομεν τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας ἀτελῆ, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἐργολάβων καὶ ἄλλων ὑπαλλήλων, ἔχομεν κατάλογον συνταχθέντα παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἀτελῆ. Ἂν λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων καταλόγων ἀποφασίσῃ, θὰ ἀδικήσῃ πολὺ τοὺς δικαιούχους καὶ ἰδίως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐζημιώθησαν. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι δὲν ζητοῦσι νὰ παραδεχθῇ ἀνεξετάστως ἡ ἐπιτροπὴ τὰς αἰτήσεις, ὅσαι ὑποβάλλονται, ἐννοοῦσι νὰ μὴ ἀποκλεισθῶσι τοῦ βοηθήματος ἀνεξετάστως, ζητοῦσι νὰ ἐξετάσῃ κατ’ οὐσίαν ἡ ἐπιτροπὴ τὰς αἰτήσεις των, καὶ ἐὰν εὕρῃ ὅτι δὲν στηρίζονται εἰς τὸ δίκαιον, νὰ τὰς ἀποῤῥίψῃ, ἀλλ’ ἐὰν τὰς εὑρίσκῃ κατ’ οὐσίαν δικαίας, νὰ μὴ προτείνῃ τὸ ἀπαράδεκτον, νὰ μὴ λέγῃ, ὅτι δὲν δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τὸ ποσὸν, διότι δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας. Πρὸς ἀποφυγὴν ὅλων αὐτῶν τῶν παραπόνων παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα δι’ οἱουδήποτε ἐγκρίνῃ καταλλήλου τρόπου διαβιβάσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν γνώμην του περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ νόμου, καὶ συστήσῃ αὐτῇ νὰ ἐξετάσῃ τὰς αἰτήσεις τῶν πολιτῶν κατ’ οὐσίαν καὶ ἐκ τῶν ἐνόντων, ἀφοῦ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη οὐδεμίαν διαδικασίαν νὰ τηρήσῃ, νὰ μὴ δημιουργῇ δὲ κατὰ τῶν αἰτήσεων ἀπαράδεκτον, ὅπερ ὁ νόμος δὲν ἀναγράφει.

§6ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἀρχικῶς ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς βοηθημάτων, τοῦ ὁποίου τὴν ψήφισιν εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἐδικαιοῦντο τοῦ βοηθήματος οἱ ἐργάται καὶ τροφοδόται, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν πανωλεθρίαν. Κατὰ τροπολογίαν δὲ, τὴν ὁποίαν ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι, καταγόμενοι ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, ὑπεβάλομεν, ἐτέθη ἐν τῷ νόμῳ διάταξις, ἐπιτρέπουσα ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ ἐργολάβοι καὶ ὑπεργολάβοι, δὲν ἀπεκλείοντο δὲ οἱ τροφοδόται καὶ οἱ ἐργάται. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔκαμεν ἄλλο τι, παρὰ νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας, ὅπου ἦτο ἓν σμῆνος ἀλλοδαπῶν σημειωμένον· ἀλλ’ οὕτω παραβιάζεται ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου. Ἡ ἐπιτροπὴ συνίσταται ἀπὸ τρία ἔντιμα μέλη, ἐδόθη δ’ εἰς αὐτὴν εὐρυτάτη ἐλευθερία παρὰ τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐκείνους τοὺς ζημιωθέντας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον εἴδησιν, ἵνα ἀναγγελθῶσι κατὰ τὸ ἔτος 1891, πρέπει δὲ νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔγγραφά των, καὶ νὰ μὴ τοὺς ἀποκλείῃ ὡς ἐκπροθέσμους.

§7ΣΤΑΗΣ. Νομίζω, ὅτι παρεισέφρησεν ἀνακρίβειά τις εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων, διότι ἡ ἐπιτροπὴ δέχεται ν’ ἀναγνωρίσῃ τὰ ἔγγραφα τῶν ἐργατῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀποδείξεις.

§8ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τοὺς δέχεται.

§9ΣΤΑΗΣ. Τοὺς δέχεται, διότι γνωρίζω ἐργάτας ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου, οἱ ὁποῖοι ἐπαρουσίασαν τὰς ἀποδείξεις ἐργολάβων καὶ ὑπεργολάβων, καὶ τὰς ἐδέχθη, διότι ἦσαν καταγεγραμμέναι εἰς τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας.

§10ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ πιστεύσω εἰς τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην. Χθὲς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἴδω μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἔμαθον δὲ ὅτι οὐδένα δέχονται. Ὡς πρὸς τοὺς ἐργάτας, ἔχουν τὴν ἑξῆς ἀρχήν· προσέρχονται οἱ ἐργάται, οἱ ἀνήκοντες εἰς ἐργολάβους, καὶ παρουσιάζουσι τὰς ἀποδείξεις των, καὶ μόνον γίνονται δεκτοὶ, ἂν ἦναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὰ βιβλία· ἀλλ’ ἡμεῖς προτείνομεν νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν καὶ οἱ μὴ προφθάσαντες νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὰ βιβλία τοῦ 1891, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι προφανῶς ἔχουσι νὰ λάβωσι.

§11ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἂν ἦναι ἢ δὲν ἦναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς καταλόγους, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἂν πρέπῃ δικαιωματικῶς νὰ πληρωθῶσι, καίτοι μὴ ὄντες ἐγγεγραμμένοι. Παρεκλήθη περὶ τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐγκρίνῃ νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸν νόμον καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐργατῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι, ἀλλὰ ἔχουσιν ἀνὰ χεῖρας ὑποσχετικὰ, «bona» καλούμενα, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς φαίνεται ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, παρεδέχθη νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν πληρωμήν. Ἰδοὺ τί λέγουσι τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς 17 Ἰουλίου 1895 (ἀναγινώσκει): «Ἐγένετο ὡσαύτως δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως βοηθημάτων εἰς τοὺς δυστυχήσαντας ἐργάτας τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ἔφερε παρατηρήσεις εἷς τῶν Βουλευτῶν Μεγαλοπόλεως, συνεπείᾳ δὲ τούτων ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου ἐδήλωσεν, ὅτι «οἱ κατέχοντες πιστωτικὰ δελτάρια (bona), τὰ ὁποῖα ἔλαβον παρὰ ἐργατῶν, ἀγωγέων, χορηγητῶν ἢ ὑπεργολάβων, παρασχόντες αὐτοῖς τὸ ἰσότιμον εἰς εἴδη, θέλουσι θεωρηθῆ πάντοτε ὡς δικαιοῦχοι τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς περίθαλψιν, καὶ ἂν δὲν ἦναι ἐγγεγραμμένοι ἐν τοῖς καταλόγοις.» Δὲν δύναται λοιπὸν ἡ ἐπὶ τῶν βοηθημάτων ἐπιτροπὴ νὰ ἀρνηθῇ εἰς οὐδένα ἐκ τούτων τὴν πληρωμὴν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἅτινά εἰσιν ἡ σαφὴς ἑρμηνεία τοῦ νόμου.

§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰσάγω δύο νομοσχέδια, τὸ ἓν περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 3,396 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τοῦ ἔτους 1895, καὶ τὸ ἕτερον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1895 ἐκ δραχμῶν 6,034.94. Δὲν ἐπήρκεσαν αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμέναι πιστώσεις, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, δι’ ὃν δὲν ἐπήρκεσαν καὶ τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα ἔξοδα τῆς Βουλῆς.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 149–150). Ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας κ. Κοκκέβης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου, καθ’ ἣν «ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου, ὡς ἐτροποποιήθη τὸ ἄρθρον 2 αὐτοῦ, ἐκτείνεται μέχρι τοῦ 1899». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 151). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη «περὶ τροποποιήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.»

§14ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ προτελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 77 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ ἀπολυθῶσι καὶ ν’ ἀντικατασταθῶσι δι’ ἄλλων μετὰ τὴν λῆξιν τῆς βουλευτικῆς συνόδου παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, προτάσει τοῦ ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης· οἱ δὲ ὑπάλληλοι καὶ οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτῆς.»

§15ΣΑΚΚΗΣ. Ἐγὼ ἔχω προσθήκην περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς καὶ περὶ ἀγορᾶς βιβλίων. Νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ μὴ ἦναι ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα νὰ διορίζηται ὁ τυχών. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν (ἀναγινώσκει): «Προστίθεται ὡς τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 77 ἡ ἑξῆς: «1) Ἵνα διορισθῇ τις βιβλιοθηκάριος, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ δίπλωμα διδάκτορος ἢ προλύτου τῆς Φιλοσοφικῆς ἢ Νομικῆς Σχολῆς ἢ τῶν Πολιτ. Ἐπιστημῶν τοῦ ἡμετέρου ἢ ξένου Πανεπιστημίου, ἢ νὰ ὑπηρέτησε προηγουμένως εἰς τὴν θέσιν ταύτην. 2) Ἵνα διορισθῇ τις κοσμήτωρ τοῦ Ἀναγνωστηρίου ἢ ἐπιμελητὴς ἢ βοηθὸς τοῦ βιβλιοθηκαρίου, ἀπαιτεῖται νὰ διήκουσε τὰ μαθήματα μιᾶς τῶν ἀνωτέρω Σχολῶν ἐπὶ δύο τοὐλάχιστον ἔτη, ἢ νὰ ὑπηρέτησεν εἰς μίαν τῶν θέσεων τούτων προηγουμένως. 3) Ἵνα διορισθῇ διεκπεραιωτὴς ἢ βοηθὸς τοῦ ἐπιμελητοῦ, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ ἀπολυτήριον τοῦ Γυμνασίου ἢ προηγουμένην ὑπηρεσίαν εἰς τοιαύτην θέσιν. 4) Ἵνα διορισθῇ κλητὴρ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς κλπ. ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ ἀπολυτήριον Σχολαρχείου ἢ προηγουμένην ὑπηρεσίαν.» Καταθέτω τὴν τροπολογίαν. Πλὴν ταύτης δ’ ἔχω καὶ ἑτέραν, ὡς τετάρτην παράγραφον, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου (ἀναγινώσκει): «Οὐδεμία δαπάνη ἐπιτρέπεται δι’ ἀγορὰν βιβλίων, ξένων πρὸς τὸν προορισμὸν τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Περὶ τούτου ἀποφαίνεται ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἐκ τοῦ ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς καὶ δύο Βουλευτῶν, ἐκλεγομένων ὡς εἰδικῶν ἀνὰ πᾶσαν σύνοδον ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.»

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προσθήκης τοῦ κ. Σάκκη.

§17ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἀλλ’ ἂν ἡ τροπολογία τοῦ κ. ἐκ Πυλίας Βουλευτοῦ γένηται δεκτὴ, τότε πρέπει νὰ καταχωρισθῇ ὑπ’ ἀριθμὸν ἄρθρου εἰδικοῦ, τουτέστιν 77 δὶς, διότι τὸ ἄρθρον 77 ἐψηφίσθη. (Ἀναγινώσκεται ὑπὸ τοῦ Γραμματέως ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σάκκη).

§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπωθῇ ἡ τροπολογία αὕτη καὶ νὰ διανεμηθῇ, ὅπως λάβωσι γνῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταί.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.

§20ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν θ’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Κανονισμοῦ;

§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι νομοσχέδιον πλῆρες· εἶναι μία τροπολογία, προτεινομένη εἰς τὸ ἄρθρον 77.

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε καὶ αἱ δύο τροπολογίαι θὰ τυπωθῶσι;

§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.

§24ΣΤΑΗΣ. Θὰ ἀναβληθῇ οὕτως ἡ ἐπιψήφισις τῶν τροποποιουμένων ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ;

§25ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὄχι· εἶναι ἄσχετα.

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν τοῦ κ. Ζαΐμη ἐπὶ τῆς προτελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 77 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Ζαΐμης προτείνει καὶ τὴν ἑξῆς προσθήκην ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 77 (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐδάφια 7, 8 καὶ 9 ἀντικαθίστανται ὡς ἑξῆς: «Τρεῖς κλητῆρας τῆς Βιβλιοθήκης καὶ τοῦ ἀναγνωστηρίου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα τὰ ἄρθρα 81–86, 88 καὶ 90 τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 92. Τὸ ἄρθρον 92 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς.

§28ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Οὐδεὶς δύναται νὰ εἰσέλθῃ ἄνευ ἀδείας εἰς τὰ θεωρεῖα τῆς Βουλῆς. Τὰ εἰσιτήρια εἰς πέντε ἐκ τῶν θεωρείων διανέμονται διὰ τῶν Βουλευτῶν. Καὶ ὅσων μὲν τὰ ὀνόματα φέρονται ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου ὑπὸ ἀριθμὸν περιττὸν, δύνανται νὰ διαθέτωσιν ἀνὰ ἓν εἰσιτήριον εἰς ἓν τῶν εἰρημένων θεωρείων κατὰ τὰς συνεδρίας τὰς φερούσας ἀριθμὸν περιττόν. Ὅσων δὲ τὰ ὀνόματα φέρονται ὑπὸ ἀριθμὸν ἄρτιον, κατὰ τὰς συνεδρίας τὰς φερούσας ἄρτιον ἀριθμόν.—Τὰ τῶν λοιπῶν θεωρείων κανονίζει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.»

§29ΣΤΑΗΣ. Δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι σπουδαῖον τὸ ζήτημα, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ὀρθὸν νὰ γένηται οὕτως ἡ διανομὴ τῶν εἰσιτηρίων· διότι, ἂν ἡ συνεδρίασις ἦναι ἀρτία, καὶ ὁ ἀριθμὸς, ὁ δεικνύων τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ ἐν τῷ καταλόγῳ, ἦναι περιττὸς, δὲν θὰ δύναται ὁ Βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ εἰσιτήριόν τι διά τινα φίλον αὐτοῦ, ἐκτάκτως ἐλθόντα ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐπιθυμοῦντα νὰ ἐπισκεφθῇ τὴν Βουλὴν συνεδριάζουσαν.

§30ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εὐκόλως δύναται νὰ λάβῃ παρὰ συναδέλφου. Εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Προέδρου ἄλλως τε θὰ μείνῃ ἀριθμός τις εἰσιτηρίων, περὶ τὰ 20. Ἑπομένως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ γίνηται εὐκολία. Καλὸν εἶναι νὰ παραδεχθῇ τὴν τροποποίησιν ἡ Βουλὴ, διότι ὑπάρχουσι πολλοί, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσιν ὅλα τὰ εἰσιτήρια, οἱ δὲ ἄλλοι οὐδέν.

§31ΜΑΝΕΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ μέτρον τοῦτο. Ὑποθέσατε ὅτι ἔρχεται μίαν φορὰν τὸ ἔτος εἷς φίλος ἑνὸς Βουλευτοῦ...

§32ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὁ Πρόεδρος ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του, πλὴν τῶν εἰσιτηρίων, τὰ ὁποῖα θὰ λαμβάνωσιν οἱ Βουλευταὶ, ἀριθμόν τινα εἰσιτηρίων, τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ δίδωνται. Ἑπομένως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ διευκολύνῃ τὸν κ. Βουλευτήν.

§33Π. ΓΚΙΚΑΣ. Καὶ εἰς τὰ κοινὰ θεωρεῖα δι’ εἰσιτηρίων θὰ εἰσέρχωνται;

§34ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Βεβαίως.

§35ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 92, ἕκαστος Βουλευτὴς φέρει τὸν ἀριθμὸν τὸν ἐν τῷ καταλόγῳ· δεύτερον αἱ συνεδριάσεις φέρουσιν ἀριθμόν. Ἑπομένως, ἂν Βουλευτής τις ἐν τῷ καταλόγῳ φέρηται ὑπὸ ἀριθμὸν περιττὸν, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ εἰσιτήρια διὰ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰ ἀκροατήρια θεαταὶ, μόνον ἂν ἡ συνεδρίασις ἦναι τοῦ αὐτοῦ περιττοῦ ἀριθμοῦ. Δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον ὁ Πρόεδρος νὰ διανέμῃ τὰ εἰσιτήρια;

§36ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πρέπει νὰ γείνῃ οὕτω. Θὰ τυπῶνται τὰ εἰσιτήρια μὲ τὸν ἀριθμὸν τῆς συνεδριάσεως, εἰς τὴν ἀρχὴν δὲ τῆς συνόδου θὰ ἀποστέλλωνται εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ἵνα μὴ γίνηται ἡ διανομὴ καθ’ ἑκάστην καὶ μὴ συμβαίνωσι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσι σήμερον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 92 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα 93 καὶ 94, ὡς τροποποιοῦνται διὰ τῆς προτάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη, καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Προστίθενται ἄρθρα 95 καὶ 96, ἔχοντα οὕτω.» Ἀπαγγέλλω τὸ διαιρετὸν (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 95. Ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς Βουλῆς ὁ Πρόεδρος τῆς διαλυθείσης ἐξακολουθεῖ διευθύνων τὰ τοῦ γραφείου καὶ τοῦ Βουλευτηρίου μέχρι τῆς συνόδου τῆς νέας Βουλῆς.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 95 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§38ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 96. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς παραλαμβάνει καὶ παραδίδει δι’ ἀπογραφῆς ἅπαν τὸ ὑλικὸν τοῦ Βουλευτηρίου, πλὴν τοῦ τῆς Βιβλιοθήκης, εἰς τὸν διάδοχόν του, ὑπεύθυνος ὢν αὐτὸς προσωπικῶς διὰ πᾶσαν ἀπώλειαν ἀντικειμένου τινός.»

§39ΒΟΖΙΚΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 96, ὁ Διευθυντὴς εἶναι ὑπεύθυνος προσωπικῶς διὰ πᾶσαν ἀπώλειαν ἀντικειμένου τινός. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὑποβάλλομεν εἰς εὐθύνας τὸν Διευθυντὴν τοῦ γραφείου, ἐνῷ δὲν τῷ ἔχομεν δώσει τὴν δύναμιν νὰ φυλάττῃ τὸ ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον τὸν ὑποχρεοῦμεν νὰ παραλάβῃ, καὶ ὑπεύθυνος πρέπει νὰ θεωρῆται μόνον ὁ δυνάμενος νὰ φυλάξῃ· ὁ μὴ δυνάμενος δὲν πρέπει νὰ ἦναι ὑπεύθυνος. Δηλαδὴ τὸ ὑλικὸν τοῦ Βουλευτηρίου εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κλητήρων ἢ τῶν ἄλλων τεταγμένων, τοὺς δὲ κλητῆρας καὶ τοὺς ἄλλους τεταγμένους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Βουλευτηρίου δὲν εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἐκλέξῃ ὁ Διευθυντής· δὲν τοὺς διορίζει αὐτὸς, δὲν δύναται συνεπῶς νὰ ἦναι τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης του πρόσωπα, ὡς μὴ ἐκλεγόμενα παρ’ αὐτοῦ. Λοιπὸν διὰ τὰς πράξεις ἄλλων, ἄνευ τῆς ἐκλογῆς του, ἴσως καὶ παρὰ τὴν θέλησίν του, διορισθέντων προσώπων, εἶναι δίκαιον νὰ εὐθύνηται ὁ Διευθυντὴς προσωπικῶς, ἐνῷ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, οὐδ’ ἐκεῖνος ὅστις διορίζει τὸ προσωπικὸν, εὐθύνεται διὰ τὸ ὑλικόν;

§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος νὰ εὐθύνηται;

§41ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ εὐθύνηται ὁ κλητὴρ, ὁ παραμένων ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Νὰ διορισθῇ ἓν πρόσωπον ἐκ τῶν διανυκτερευόντων ἐδῶ, τὸ ὁποῖον νὰ παραλαμβάνῃ τὸ ὑλικὸν καὶ νὰ τὸ φυλάττῃ. Ὁ Διευθυντὴς θὰ φύγῃ, καὶ θὰ ἔλθῃ τὴν ἄλλην ἡμέραν, κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐργασίας ἢ τῆς συνεδριάσεως. Δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ ἀναγραφὴ αὐτῆς τῆς εὐθύνης.

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 96 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις τῶν ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμης).

§43ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ κάμω παρατήρησίν τινα, καὶ θὰ προκαλέσω μάλιστα καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρό τινος ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νομοσχέδιον ἐξόχως ἐπεῖγον. Μ’ ὅλον τοῦτο ὁ χαρακτὴρ τοῦ νομοσχεδίου μοὶ φαίνεται ὅτι παρεγνωρίσθη παρὰ τοῦ συντάξαντος τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἥτις ἀναγράφει αὐτὸ δέκατον τέταρτον. Εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἰσχύος τοῦ ἐν ἔτει 1894 κηρυχθέντος ὁριστικοῦ καταλόγου τῶν ὁρκωτῶν διὰ τὸ ἐν Καλάμαις Κακουργιοδικεῖον καὶ διὰ τὸ ἔτος 1896. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως πάντες γνωρίζετε, εἶναι ἐξόχως ἐπεῖγον, ὡς εἶπον, διότι πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ κατὰ τὸν Μάρτιον τὸ Κακουργιοδικεῖον ἐν Καλάμαις, ἐν πόλει δηλαδὴ, ἐν τῇ ὁποίᾳ οὐδέποτε ἔπαυσε συνιστάμενον Κακουργιοδικεῖον, καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ φέτος, κατὰ τὸν Φεβρουάριον, δὲν εἰργάσθη, ἕνεκα παρατυπίας ἐν τῇ συντάξει τοῦ καταλόγου. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.

§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§45ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν προφθάνει. Πότε νὰ γείνῃ;

§46ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ γείνῃ νέος κατάλογος. Ὁ ἴδιος τοῦ 1894 θέλει χρησιμεύσει καὶ διὰ τὸ 1896.

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἰσχύος τοῦ ἐν ἔτει 1894 κηρυχθέντος ὁριστικοῦ καταλόγου τῶν ὁρκωτῶν διὰ τὸ ἐν Καλάμαις Κακουργιοδικεῖον καὶ διὰ τὸ ἔτος 1896. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).

§48ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ προστεθῇ διάταξις, ὅτι «ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς δημοσιεύσεώς του»· διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ γείνῃ Κακουργιοδικεῖον τὸν Μάρτιον.

§49ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς αʹ συζήτησιν).

§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων προθεσμίας. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895. Ὁ κ. Στάης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.

§52ΣΤΑΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος. Ὅσον μικρὸν εἶναι, κατ’ ἀντίστροφον λόγον τόσον σπουδαῖον, εἶναι δὲ ἄξιον μάλιστα περιεργείας, πῶς, ἐν ᾧ εἶναι τοιαύτης καὶ τοσαύτης σπουδαιότητος, διετυπώθη οὕτως, ὥστε νὰ μὴ δύναταί τις, νὰ ἐννοήσῃ οὔτε περὶ τίνος κἂν πρόκειται. Ἐνδιαφέρει πάντας τοὺς Βουλευτὰς ἀνεξαιρέτως, καὶ τοὺς τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ προτοῦ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου, μετ’ ἀπορίας καὶ πάλιν θέλω παρατηρήσει, ὅτι, ἐν ᾧ τροποποιεῖται νόμος κυρωθεὶς καὶ δημοσιευθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὑποβάλλεται σήμερον νομοσχέδιον, παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιεῖται ἓν μόνον ἄρθρον τοῦ νόμου, τοῦ κυρωθέντος καὶ δημοσιευθέντος μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως!! Εἶναι σύγχυσις καθηκόντων καὶ ἁρμοδιότητος, ὀφειλομένη εἰς τὴν πολυμάθειαν τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν! Ὡς τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ δικαιολογητικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει ἀναφέρει, δὲν κατωρθώθη νὰ καταρτισθῶσιν Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια εἰς τὰ ⅔ τῶν δήμων τοῦ Κράτους, ἡ ἔλλειψις δὲ αὕτη κατὰ τὸ πλεῖστον ἔφερε τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ «περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως». Εἶναι ἀληθῶς ἐπεῖγον τὸ ζήτημα, διότι ἄνευ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ νόμου τούτου, τοῦ ὁποίου αἱ διατάξεις ἀφορῶσιν εἰς τὰ καθήκοντα τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895 περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον λέγει τὰ ἑξῆς: «Διὰ τοὺς δήμους τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ἐν αἷς δὲν ἐξελέχθησαν ἢ δὲν κατηρτίσθησαν πλήρη τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ἢ προσκληθέντα νομίμως δὲν συνῆλθον, ἢ συνελθόντα ἠρνήθησαν ἢ ἀνέβαλον νὰ ἐκδώσωσι τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ ἀπὸ 3 Σεπτεμβρίου 1895 ͵ΒΤΜΘʹ νόμου περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπαιτουμένην ἀπόφασιν, ἐκδίδωσι ταύτην ᾐτιολογημένως ὁ νομάρχης, καὶ συμφώνως πρὸς αὐτὴν προβαίνει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπὸ τῆς εἰρημένης διατάξεως ὁριζομένων». Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ μόνου τούτου ἄρθρου οὐδὲν ἄλλο δύναταί τις νὰ μάθῃ, εἰμὴ μόνον ὅτι πρόκειται περὶ ἀπαιτουμένης τινὸς ἀποφάσεως. Ἀλλ’ ἵνα ἐξετάσωμεν ὁποία τις εἶναι ἡ ἀπαιτουμένη αὕτη ἀπόφασις, ἣν ὁ νομάρχης ἀντὶ τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἐκδίδῃ, πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ 56 ἄρθρον τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895 περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καὶ εἰς τὰ ἄρθρα 19, 20 καὶ 22 § αʹ τοῦ νόμου ᾼϠΝϚʹ τῆς 3 Ἀπριλίου 1891 περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Βλέπετε ὅτι πρέπει νὰ κάμῃ τις ἀρχαιολογικὰς ἐρεύνας, ἵνα μάθῃ περὶ τίνος τέλος πάντων πρόκειται! Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἀξίζει τὸν κόπον. Κατὰ τὰ ἄρθρα 19 καὶ 20 τοῦ νόμου ᾼϠΝϚʹ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, προεκαλεῖτο ἡ ἀπόφασις αὐτῶν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν ἑκάστῳ δήμῳ δημοτικῶν σχολείων, περὶ τῆς βοηθείας ἢ συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους, συμφώνως δὲ πρὸς τὴν ἀπόφασιν ταύτην ὁ νομάρχης ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ, εἴτε περικόπτων ἄλλας δαπάνας τῶν δήμων, χάριν τῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, εἴτε, συμφώνως πάντοτε μὲ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, αὐξάνων τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου διὰ νέας προσθέτου φορολογίας, τὴν ὁποίαν ὁρίζουσι τὰ ἄρθρα 56 καὶ 57 τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἐδῶ λοιπὸν εὑρίσκομεν τί σημαίνει ἡ ἀπαιτουμένη ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκδώσῃ ὁ νομάρχης ἀντὶ τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Πρόκειται ἀκριβῶς περὶ αὐξήσεως τῶν δημοτικῶν φόρων, ἀμέσων καὶ ἐμμέσων. Πρόκειται περὶ νέας φορολογίας, καὶ διὰ τοῦτο τόσον ἐπιμελῶς ἀπέκρυψεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τί ἐζήτει διὰ τοῦ ὀκταστίχου νομοσχεδίου του, διότι ὀκτὼ μόνον στίχους, γραμμάς, περιέχει τὸ ἀθῶον νομοσχέδιον! Τώρα δύναται πᾶς τις νὰ ἐννοήσῃ, διατὶ ἐστενοχωρήθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁπόταν εἶδεν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τόσον μικροῦ καὶ ἀσημάντου νομοσχεδίου! Διότι ἐνόησεν ἀμέσως, ὅτι θ’ ἀποκαλυφθῇ ἡ παγὶς, τὴν ὁποίαν ἔστησε κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τῶν δήμων. Ἀληθῶς δὲ, κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρόκειται μόνον νὰ φορολογηθῶσιν ἐπιπροσθέτως οἱ πτωχοί, οἱ ἄποροι δῆμοι, ἀλλὰ πρόκειται νὰ στερηθῶσι σπουδαίων ἐλευθεριῶν, καὶ κεκτημένων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκανονίζοντο σαφῶς διὰ τοῦ ᾼϠΝϚʹ τῆς 3 Ἀπριλίου 1891 περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐψήφισεν, ἐκύρωσεν, ἐδημοσίευσε καὶ ἐξετέλεσεν αὐτὸς οὗτος ὁ καὶ νῦν ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως! Τὰ δικαιώματα ἑπομένως, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε εἶχε τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, νὰ προτείνῃ τουτέστι τὴν ἵδρυσιν ἢ κατάργησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὸν προβιβασμὸν ἢ τὸν ὑποβιβασμὸν αὐτῶν, τὴν περικοπὴν ἐκ τοῦ δημοτικοῦ προϋπολογισμοῦ δαπανῶν, αἵτινες θὰ ἦτο δυνατὸν, ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας τῶν δήμων, νὰ διαγραφῶσι προσωρινῶς, καὶ τέλος τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τῶν δήμων διὰ τῆς αὐξήσεως καὶ τῆς ἐπιβολῆς προσθέτων φόρων, ἀμέσων ἢ ἐμμέσων, τὰ δικαιώματα ταῦτα, λέγω, σήμερον τὰ ἀναλαμβάνει ὁ νομάρχης, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, τουτέστι τὸ κυριώτερον ὄργανον τῆς φατρίας! Ὁ νομάρχης ἐν τῷ μέλλοντι, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ δημάρχου, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ δήμου, παρὰ τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς ἐπαρχίας, θὰ ἐπιβάλλῃ φόρους, κατὰ τὴν γνώμην καὶ τὰς ἐπιθυμίας τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας. Οὕτω δὲ οἱ μὴ φίλα φρονοῦντες τῇ Κυβερνήσει ἄποροι δῆμοι θέλουσι φορολογηθῆ ἐπιπροσθέτως, χωρὶς νὰ ἔχωσι πλέον οὔτε τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως! Μία φωνή. Διότι αὐτὸς ὁ νομάρχης θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ δικάζῃ τὴν ἔφεσιν!

§53ΣΤΑΗΣ. Διότι τὴν ἔφεσιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὡς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπικυρώσῃ ἡ ἀνωτάτη διοικητικὴ ἀρχὴ, παρὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ νομάρχου. Ἔρχεται λοιπὸν σήμερον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταργήσῃ δικαιώματα, τῶν ὁποίων ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου ἀπολαύουσιν οἱ δῆμοι· διότι κατὰ τὸ 50, νομίζω, ἄρθρον καὶ κδʹ ἐδάφιον τοῦ νόμου περὶ συστάσεως τῶν δήμων, τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιβολῆς καὶ τῆς αὐξήσεως ἀμέσων ἢ ἐμμέσων φόρων ἀνήκει εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν δὲ νομοσχεδίου δὲν θὰ ἔχῃ πλέον τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ ὁ νομάρχης, ὁ ὁποῖος, ἐγκρίνοντος ἢ μὴ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, θὰ ἐπιβάλλῃ φόρους, τοὺς ὁποίους πολλάκις ὁ δῆμος δὲν θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ καταβάλλῃ. Σᾶς εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα χορηγεῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἰς τὸν νομάρχην, εἶναι καὶ ἡ σύστασις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως χορηγηθῇ βοήθημα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τὸν δῆμον πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀναγκαιοῦντος ποσοῦ ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους αὐτοῦ ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἀκούσατε διὰ ποίας δρακοντείου διατάξεως περιβάλλει τὸ δικαίωμα τοῦτο κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895 (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ ᾼϠΝϚʹ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου χορηγουμένη εἰς τοὺς δήμους ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου συνδρομὴ ἀπονέμεται αὐτοῖς, μόνον ἐὰν, καὶ μετὰ τὰς κατὰ τὸ ἄρθρον 56 ἐπενεχθείσας ὑπὸ τοῦ νομάρχου μεταβολὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ μετὰ τὴν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον αὔξησιν τῶν φόρων, δὲν συμπληρώνωνται αἱ ἀπαιτούμεναι πιστώσεις.» Πρέπει δηλ. νὰ ἀναμείνῃ ὁ νομάρχης νὰ ἴδῃ ὁποῖα θὰ ἦναι τὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ἐὰν τουτέστιν ἦναι ἐπαρκὴς ὁ δῆμος, ἢ ἐὰν δὲν δύναται νὰ καταβάλῃ πλήρεις τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ τότε νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν συμπλήρωσιν τῶν δαπανῶν, τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἐκ τοῦ χορηγήματος τοῦ Δημοσίου. Τί δὲ θὰ συμβῇ οὕτω; Θὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ πληρωθῶσιν οἱ δημοδιδάσκαλοι εἰς τοὺς πλείστους τῶν δήμων ἐγκαίρως, ἕνεκα τῶν διατάξεων τούτων, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν θὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους νὰ καταβάλωσι τὰς δαπάνας πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὑπὸ τῶν δήμων καταβαλλομένων πρὸς πληρωμὴν τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων καὶ τοῦ ἄλλου προσωπικοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων. Εἶναι δὲ ἄξιον περιεργείας νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον θέλει νὰ ἐπιβάλῃ διὰ τοῦ νομάρχου εἰς τοὺς δήμους, ἦναι μικρά τις καὶ ἀσήμαντος, ἢ ἐὰν πρόκειται περὶ δεκάδων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν, ἢ περὶ ἑκατομμυρίων. Ὡς πάντες γνωρίζετε, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους εἶναι ἀναγεγραμμένον ποσὸν 1,500,000 δραχ. ὡς συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς δήμους διὰ τὴν δημοτικὴν αὐτῶν ἐκπαίδευσιν. Ἄς ἴδωμεν λοιπόν, ποία εἶναι ἡ ἐλλείπουσα δαπάνη, καὶ ἂν ταύτην ἦναι δυνατὸν οἱ δῆμοι νὰ καταβάλωσι διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῶν νέων φόρων, τῶν διὰ τοῦ νομάρχου ἐπιβληθησομένων. Ἡ ὅλη δαπάνη διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἀνέρχεται εἰς δρ. 4,291,376· ἂν ἀφαιρέσητε ἑπομένως τὴν συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου, τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1896 ἀναγεγραμμένην, ἐκ δρ. 1,500,000, θὰ μείνῃ ὑπόλοιπον 2,791,376, τὸ ὁποῖον θὰ καταβάλωσιν οἱ δῆμοι, ὡς καὶ αὐτὸς ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς κ. Πετρίδης γράφει ἐν τῇ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκθέσει αὐτοῦ, ἐν ᾗ ρητῶς ἀναφέρεται, ὅτι «ἠλαττώθη ἡ ἐκ δραχ. 4,291,376 πίστωσις ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς δραχμὰς 1,500,000, αἵτινες ἀνεγράφησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 ὑπὸ τὸν τίτλον «Συνδρομὴ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως», συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ͵ΒΤΜΘʹ (ἄρθρ. 60), διότι ἐκρίθη, ὅτι αἱ ἄλλαι δαπάναι τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως θέλουσι καταβληθῆ παρὰ τῶν δημοτικῶν ταμείων, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ εἰρημένου νόμου». Ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 2,791,376 δραχ. πρέπει νὰ καταβάλωσιν οἱ δῆμοι καὶ διὰ τῶν νέων φόρων, τῶν ἐπιβληθησομένων διὰ τῶν νομαρχῶν, ἵνα συντηρηθῶσι τὰ νῦν ὑπάρχοντα ἐν ἐνεργείᾳ δημοτικὰ σχολεῖα. Τώρα δὲν θὰ ἐξετάσω ὅλων τῶν δήμων τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἀλλὰ κατὰ προτίμησιν, ὡς εἶναι καὶ τὸ φυσικὸν, θὰ λάβω τοὺς δήμους τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὸν νομὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν ἦναι δυνατὴ ἡ καταβολὴ τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ τῶν δήμων τούτων, καὶ ἂν ἔτι ἤθελεν ἐπέλθει ἡ φορολογικὴ αὔξησις τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων δημοτικῶν δασμῶν, ἐκ τῆς ὁποίας αὐξήσεως προσδοκᾷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν εὕρεσιν τῶν 2,791,376. Ἐκ τῶν σχετικῶν πινάκων πρὸς τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ μὴ ψηφισθὲν, νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν πάσας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, ἐπισήμους, διὰ τῶν ὁποίων πᾶς τις θὰ πεισθῇ περὶ τοῦ ἀδυνάτου τοῦ πράγματος. Οὕτω ὁ δῆμος Φαλάνθου, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὸν νομόν Ἀρκαδίας, ἔχει ἔσοδα, ἐξ ὅλων τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων καὶ ἐκ ποσοστῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν δραχ. 3,583, δαπάνας δὲ διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν δραχ. 6,840. Ἐπίσης ὁ δῆμος Κορυθίου ἔσοδα δρ. 3192, καὶ δαπάνας διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν δραχ. 8352! Ὡσαύτως ὁ δῆμος Ὀρχομενοῦ ἔσοδα δραχ. 9,241, καὶ δαπάνας διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν δραχ. 10,752. Ὁ δῆμος Μαντινείας ἔσοδα δραχμὰς 5,451, καὶ δαπάνας δημ. ἐκπαιδεύσεως δραχ. 12,804. Ὁ δῆμος Νάσσων ἔσοδα δραχ. 1,589, καὶ δαπάνας δημ. ἐκπαιδεύσεως δραχ. 3,672. Ὁ δῆμος Βαλτετσίου ἔσοδα δραχ. 6,718, καὶ δαπάνας δημ. ἐκπαιδεύσεως δραχ. 14,196. Ὁ δῆμος Ἐλευσῖνος ἔσοδα δραχμὰς 4,791, καὶ δαπάνας διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν δραχ. 12,216! Κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον βεβαιούμεθα, ὅτι ἐκ τῶν 34 δήμων, τῶν ἀπαρτιζόντων τὸν νομὸν Ἀρκαδίας, οἱ 30 οὐ μόνον εἶναι ἀνεπαρκεῖς πρὸς καταβολὴν τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ καὶ τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων αὐτῶν εἶναι ἔλαττον καὶ αὐτοῦ τοῦ ἡμίσεως τῶν ἀπαιτουμένων δαπανῶν διὰ τὴν δημοτικὴν αὐτῶν ἐκπαίδευσιν. Ἑπομένως ὄχι μόνον κατὰ ἓν τοῖς ἑκατὸν ἂν αὐξήσητε τὰ ἔσοδα τῶν δήμων τούτων, ἀλλὰ καὶ κατὰ ἑκατὸν τοῖς ἑκατὸν, πάλιν δὲν θὰ κατορθώσητε τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων αὐτῶν νὰ ἦναι ἴσον πρὸς τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν αὐτῶν σχολείων. Ὁ σκοπὸς ἄρα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶναι ἀκατόρθωτος, καὶ ἢ πρέπει νὰ καταργήσητε τὰ δημοτικὰ σχολεῖα τῶν δήμων τούτων, ἢ πρέπει νὰ ἀναγράψητε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην πρὸς συντήρησιν αὐτῶν. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι δὲν θὰ εὐτυχήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον νὰ ἴδῃ τὴν κατάργησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ἢ καὶ τὴν ἐλάττωσιν αὐτῶν, ἵνα οὕτω τοὐλάχιστον μὴ παραπονῶνται οἱ συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας, ἐν ᾗ ὑπάρχει μεγίστη ἔλλειψις δημοτικῶν σχολείων. Μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι μόνον ἐν τῷ νομῷ Ἀρκαδίας παρατηρεῖται ἡ οἰκονομικὴ αὕτη ἀνεπάρκεια τῶν δήμων. Ἐν τῷ νομῷ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ὑπάρχουσι 32 δῆμοι, ἐξ ὧν οἱ δέκα καὶ πέντε ἔχουσιν ἔσοδα ἐξ ὅλων τῶν πόρων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἢ κάτω τοῦ ἡμίσεως τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης διὰ τὴν δημοτικὴν αὐτῶν ἐκπαίδευσιν, ἢ κάτω τοῦ ἑνὸς τρίτου. Κατὰ τὸν πίνακα, περὶ οὗ πρὸ μικροῦ σᾶς ἔλεγον, ἐκ τῶν 441 δήμων τοῦ Κράτους ἔχομεν 241 ἀπόρους, μὴ δυναμένους νὰ καταβάλωσιν οὐδὲ τὸ ἓν τρίτον τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης διὰ τὴν δημοτικὴν αὐτῶν ἐκπαίδευσιν, καὶ μὲ τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν δήμων ἐλπίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι αἱ δαπάναι τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως θέλουσι καταβληθῆ παρὰ τῶν δημοτικῶν ταμείων, ἀρκεῖ ὁ νομάρχης ν’ αὐξήσῃ κατὰ ἓν τοῖς ἑκατὸν τὰ ἔσοδα τῶν δήμων! Ἐγὼ οὐδὲν ἄλλο δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ἢ ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ ἐφαρμόσῃ ὅσα ἔλεγεν ἐν ῥητορικῇ ῥύμῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας πρὸ ἡμερῶν, ὅτι τουτέστιν ἡ Κυβέρνησις εἶναι πρόθυμος νὰ δαπανήσῃ καὶ δύο καὶ τρία καὶ τέσσαρα καὶ ἑπτὰ τέλος ἑκατομύρια δραχμῶν, ἀλλὰ νὰ μὴ κλείσῃ οὐδὲ ἓν δημοτικὸν σχολεῖον! Ἐν τούτοις ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἢ θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ κλείσητε τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἢ θ’ ἀναγράψητε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὴν ἀπαιτουμένην συνδρομὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου.

§54ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Πόσα θέλετε νὰ δώσῃ τὸ Δημόσιον εἰς συνδρομήν;

§55ΣΤΑΗΣ. Κατ’ ἐλάχιστον ὅρον τρία ἑκατομμύρια. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐξηγήσω τὰ πράγματα ταῦτα πρὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους, καὶ δηλώσω ὁποία τις εἶναι ἡ παγὶς, ἥτις στήνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τὸ νομοσχέδιον οὐ μόνον εἶναι φορολογικὸν, ἀλλὰ δίδει εἰς τὸν νομάρχην καὶ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, διότι τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ ψηφίζῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ θὰ τὴν ἐπιβάλλῃ ὁ νομάρχης. Πλὴν τούτου ὅμως σᾶς ἀπέδειξα, ὅτι καὶ διὰ τῆς νέας ταύτης φορολογίας δὲν θὰ δυνηθῶσιν οἱ δῆμοι νὰ καταβάλωσι τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως, διὸ ἐξέφερα τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων, διότι ἄλλως δὲν θὰ λειτουργήσωσι κατὰ τὸ 1896 τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν.

§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ παραστάσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἐποιήσατο πρὸς τὴν Βουλὴν, ἔχουσι συμπέρασμα ἀναγκαῖον, ὅτι ὁ πέρυσιν ἐκδοθεὶς νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν δύναται νὰ λειτουργῇ. Διὰ τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι εἶχε καθῆκον ὁ κ. Βουλευτής, ἐὰν δὲν ἐξεδήλωσε τὴν γνώμην του καθ’ ὃν χρόνον συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον, διότι ἦτο ἀπὼν, — δὲν εἶχε τότε ἐκλεχθῆ — εἶχε καθῆκον νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ὁμιλῶν ὡς ὡμίλησε καὶ ἀνακοινώνων τὰς παρατηρήσεις του πρὸς τὴν Βουλὴν, ὡς τὰς ἀνεκοίνου, δὲν ἦτο ἐντὸς τοῦ θέματος, διότι τὸ θέμα εἶναι, τί πρέπει νὰ γείνῃ, ἐάν τις δῆμος ὤκνησε νὰ ἐκλέξῃ τὰ μέλη τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, ἢ ἂν ἐξελέγησάν τινα τούτων, ἀλλ’ ὄχι πάντα, ἢ ἂν ἐξελέγησαν πάντα, ἀλλ’ ὀκνοῦσι νὰ συνέλθωσιν, ἢ ἂν συνῆλθον, ἀλλὰ παρέλειψαν νὰ ἐκφέρωσι γνώμην ἐπὶ τῶν ζητημάτων, ἐφ’ ὧν ἐκλήθησαν ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των. Τοῦτο εἶναι τὸ θέμα. Ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὸν νομάρχην, ὅταν ἐξετάζῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ δήμου, ἐὰν δὲν φθάνωσιν εἰς ἰσοζύγιον τὰ ἔσοδα πρὸς τὰ ἔξοδα, μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἀναγκῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, νὰ καλῇ τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, ὅπως ἀποφαίνηται τοῦτο, ἐὰν ἦναι ἀνάγκη ἢ ὄχι νὰ αὐξηθῶσιν οἱ φόροι. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἀπεφάνθη τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ αὐξηθῶσιν οἱ φόροι· πῶς θέλουσιν οὗτοι αὐξηθῆ; Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀποφαίνεται περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς πράξεως ταύτης τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀποφαίνεται ὁ νομάρχης, διότι οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἰσχύει, ἂν δὲν ἐγκριθῇ ὑπὸ τοῦ νομάρχου. Δὲν ἀποφασίζει ὁ νομάρχης περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων; Τὰ λεχθέντα ὅτι αὐτὸ εἶναι παγὶς, εἰς τὴν ὁποίαν θέλει περιπέσει ἡ Βουλὴ, ἂν στέρξῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι δι’ αὐτοῦ θέλει ἐπιτραπῆ, ἵνα ὁ νομάρχης ἐπιβάλῃ ἀμέσως τοὺς φόρους, δὲν εἶναι σοβαρὰ, οὐδὲ πορίζονται αὐτὰ οἱ εἰπόντες ἐκ τῶν νόμων, ἀλλὰ ἀνεῦρον, φαίνεται, ἐν ἄλλοις κειμένοις, πλὴν τῶν νόμων. Λοιπὸν ἡ ἐντολὴ, ἡ ὁποία ἀνετέθη εἰς τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, εἶναι αὕτη· ὅταν οἱ δημοτικοὶ προϋπολογισμοὶ παριστῶσιν, ὅτι τὰ ἔσοδα δὲν ἐπαρκοῦσιν, ἀφοῦ ὁ νομάρχης ἐπιφέρῃ ὅσας ἐλαττώσεις νομίζει ὅτι εἶναι ἐφικταὶ, καὶ τῶν ὁποίων ἡ παράλειψις δὲν φέρει βλάβην μεγαλειτέραν, ἀνακοινώνει τοὺς προϋπολογισμοὺς εἰς τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα συζητοῦσι καὶ ἀποφαίνονται, ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις νὰ προσκληθῇ ὁ δῆμος, ἵνα προτείνῃ τὴν αὔξησιν τῶν φόρων αὐτοῦ. Λοιπὸν τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον ἀποφαίνεται ἐν τύπῳ προστασίας τοῦ δήμου, χειραγωγίας τοῦ δήμου, ἀλλὰ μένει εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τὴν προσθήκην τοῦ φόρου ἢ τὴν αὔξησιν αὐτοῦ, καὶ τότε κανονίζονται τὰ τῆς ἐπιβολῆς αὐτοῦ. Λοιπὸν οὐδεμία παγὶς εἶναι, ἀλλ’ εἶναι θεραπεία πράγματος, τὸ ὁποῖον συμβαίνει καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ ἄλλως. Διότι πῶς θέλει θεραπευθῆ ἡ ἀνάγκη; Δὲν συνῆλθε τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, ἢ συνελθὸν δὲν ἀπεφάνθη, ἢ δὲν ἐξελέχθησαν οἱ ἐπαρχιακοὶ σύμβουλοι, ἢ ἐξελέχθησαν ἔν τισι δήμοις, ἀλλ’ οὐχὶ ἐν πᾶσι. Δὲν ἐνομοθετήθη αὐτὸ τοῦτο ἄλλοτε ἐν τῷ Κράτει, ὅταν ὁ νόμος ἐπέβαλλεν εἰς τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια νὰ ἐκλέγωσι τὸν ἥμισυν ἀριθμὸν τῶν ὁρκωτῶν; Ἄλλοτε ἐκαλοῦντο τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια καὶ ἐξέλεγον τὸν ἥμισυν ἀριθμὸν τῶν ὁρκωτῶν· τί ἐγίνετο, ὅταν ταῦτα δὲν συνήρχοντο; Ἐξέλεγεν αὐτὰ ὁ νομάρχης. Τί πρέπει νὰ πράξωμεν ἤδη; Νὰ σταματήσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου; νὰ καταργήσωμεν αὐτόν; Ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν σκέπτονται. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος εἶναι νοημονέστατος καὶ γνωρίζει νὰ μάχηται κρατερῶς ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων αὐτὸς ἔταξεν ἑαυτὸν, ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τοῦ νόμου. Καὶ ὁμιλεῖ σήμερον, διότι δὲν προσυπεγράφησαν πάντες οἱ Ὑπουργοὶ ὑπὸ τὸν νόμον, προβάλλει δ’ ὅτι διὰ τοῦτο ὁ νόμος εἶναι ἄκυρος· αὔριον καταγγέλλει, ὅτι οἱ μισθοὶ δὲν εἶναι πληρωμένοι, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἰσχυρίζεται, ὅτι τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια δὲν συνῆλθον, ἵνα γνωμοδοτήσωσι, καὶ διὰ τοῦτο ὁμιλεῖ κατὰ τοῦ νόμου· εἰς πᾶσαν περίστασιν, κατὰ πᾶν σημεῖον ὁμιλεῖ κατὰ τοῦ νόμου. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλω τὴν γνώμην του, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ συμβουλεύσω αὐτὸν νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐπιμονὴν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν δεικνύει, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸν συμβουλεύσω νὰ περιμείνῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη, ἵνα τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ καταδείξωσι τὰς ἀτελείας τοῦ νόμου. Ἐπιζήμιος βεβαίως εἶναι διὰ τὰς συζητήσεις μας ἡ ἐπιμονὴ αὕτη, ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ θέλει ὁ κ. Βουλευτὴς, οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν ἐμποδίσῃ. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν προνοεῖ περὶ τῆς θεραπείας τῆς ἀνάγκης, τῆς παρουσιαζομένης ἕνεκα τῆς μὴ συμπληρώσεως τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων Διατὶ ὁ λαὸς δὲν θέλει νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν συγκρότησιν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, εἶναι θέμα ἀναγόμενον εἰς τὴν Διοίκησιν. Μήπως παρενέβαλεν ἡ Διοίκησις προσκόμματα εἰς τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ἵνα μὴ συνέλθωσι; Πιστεύω ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶναι ἐπιεικὴς πρὸς ἡμᾶς καὶ δὲν θέλει μᾶς ἀποδώσει τοιαύτην αἰτίασιν. Τί πρέπει νὰ πράξωμεν; Διὰ τοῦ μέσου, τὸ ὁποῖον προτείνομεν, δημιουργοῦμεν κίνδυνόν τινα τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου; δημιουργοῦμεν σπατάλην τῶν δημοτικῶν χρημάτων; Περὶ τούτου ἀμφιβάλλω, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀποδέχηται τοῦτο, ἀλλὰ πάλιν κύριος εἶναι ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ὁμιλήσῃ κατὰ τοῦ νόμου.

§57ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Ἀληθῶς μετὰ πολλῆς τέχνης καὶ ἐπιτηδειότητος ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λίαν δὲ δικανικῶς ὑπερήσπισε τὸ νομοσχέδιόν του. Ἀπέφυγεν ὅμως λίαν ἐπιμελῶς καὶ μετὰ μεγίστης τέχνης νὰ θίξῃ τὸ κύριον ζήτημα, πάντα δὲ, ὅσα εἶπε, καὶ ὡς τὰ εἶπεν, ὀρθὰ εἶναι καὶ ὀρθῶς ἐλέχθησαν, ἀλλ’ ἄσχετα ὅλως πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος, τὴν ὁποίαν βεβαίως συμφέρον εἶχε νὰ ἀντιπαρέλθῃ, διότι οὐδεὶς ἠμφισβήτησε τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ ὧν ἐλάλησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἠδυνήθη ὅμως δι’ ὅλης τῆς εὐφραδείας του ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναιρέσῃ τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ νομάρχης θὰ ἐπιβάλλῃ τὴν αὔξησιν τῶν δημοτικῶν δασμῶν, ἐν αἷς ἐπαρχίαις δὲν ὑπάρχουσιν Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, καὶ παρὰ τὴν θέλησιν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Ὡμίλησε καὶ περὶ σπατάλης τῆς δημοτικῆς περιουσίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ μήπως ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἶναι σπατάλη ἡ συντήρησις τῶν δημοτικῶν σχολείων; Ἐγὼ εἶπον πολλάκις ἤδη, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἀφοῦ τὸ ἀπαιτεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ζητεῖται ἡ κατάργησις δημοτικῶν ἐλευθεριῶν, ζητεῖται ἡ αὔξησις τῆς δημοτικῆς φορολογίας, ζητεῖται ἡ ἐπέμβασις ξένων ἀρχῶν εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῶν δήμων, ὑπὲρ τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν ὁποίων κόπτεται δὰ καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως! Οὐδόλως δὲ ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ νόμου τοῦ περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐπειδὴ δὲν εἶναι καὶ τόσον εὐχάριστον νὰ ἀσχολῆταί τις περὶ νόμου, τοῦ ὁποίου καὶ τὸ ὄνομα, ἀπαγγελλόμενον κατὰ τὴν νέαν μέθοδον, Βι–Τα–Μι–Θι, δηλοῖ ὅτι πρόκειται περὶ μύθων (ἱλαρότης). Βεβαιῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν σκοπεύω νὰ παρακωλύσω τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, οὐδὲ θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἐθεώρουν κατάλληλον τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα δείξω τὸ ὅλως ἄστοχον καὶ ἀνεφάρμοστον τοῦ ἤδη ἐν ἰσχύϊ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἵνα διαβεβαιώσω καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι νέα Κυβέρνησις δὲν δύναται ἢ νὰ καταργήσῃ δι’ ἐγκυκλίου τὸν ἄκυρον νόμον ͵ΒΤΜΘʹ. Δὲν ἤκουσα περὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἤκουσα ὅμως τὴν γνώμην τοῦ πρώην συναδέλφου μου ἐν τῷ διδασκαλικῷ καὶ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τὴν ὁποίαν ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ μὴ παραδεχθῶ ὡς ὀρθήν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ πολεμήσωμεν τὸν νόμον ͵ΒΤΜΘʹ, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἀποδείξωμεν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀτελὴς καὶ ἀνεφάρμοστος. Βεβαίως ἀγαθὴ εἶναι ἡ μέριμνα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους διὰ τῆς δαπάνης τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἀλλὰ νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς δήμους νὰ καταβάλωσι τὰς δαπάνας ταύτας. Τοῦτο ὅμως εἶναι ἀδύνατον, ὡς καταβοῶσι τὰ πράγματα, καὶ ὡς ἀπέδειξεν ὁ καταργηθεὶς παρ’ ὑμῶν νόμος ͵ΒΠΕʹ τῆς 12 Αὐγούστου 1892, δι’ οὗ εἰς τοὺς πλείστους τῶν δήμων δὲν ἀπέμενεν ἢ μόνον ποσὸν δύο χιλιάδων δραχμῶν πρὸς συντήρησιν αὐτῶν, καὶ ἐν τούτοις δὲν εἶχε κατορθωθῆ νὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ἥμισυ τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Δὲν πρόκειται νὰ καταπολεμήσωμεν, ἐπαναλαμβάνω, τὸν ἄκυρον νόμον ͵ΒΤΜΘʹ, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ὑπερμαχήσωμεν ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἐξυμνῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεκάλει μικρὰ Κοινοβούλια, εἰς τὰ ὁποῖα προκαταρκτικῶς μορφοῦνται οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες. Παρακαλῶ δ’ αὐτὸν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι οὗτοι ὑπῆρξαν οἱ μόνοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἠνάγκασαν νὰ ζητήσω καὶ νὰ ἐπιμένω ζητῶν τὴν μὴ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.

§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ μειώσω τὴν ἀποθάῤῥυνσιν, τὴν ὁποίαν ἐνέπνευσεν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων ἡ θεωρία, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, συνδέεται μὲ τὸ δικαίωμα τῶν δήμων νὰ ἐπιβάλλωσι ἢ νὰ μὴ ἐπιβάλλωσι τοὺς φόρους αὐτῶν, καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον καθιστᾷ ὑποχρεωτικὸν εἰς αὐτοὺς νὰ ἐπιβάλλωσι φόρους, ἐνῷ αὐτοὶ δὲν θέλουσι. Λέγω, ὅτι ἐλπίζω ὅτι θὰ μειώσω τὴν ἀποθάῤῥυνσιν αὐτοῦ, διότι παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μελετήσῃ τὸ δημοτικὸν σύστημα, οὐχὶ ὅπως τελευταῖον λειτουργεῖ, ἀλλ’ ὅπως κατεστάθη ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνομοθέτησαν αὐτὸ κατὰ τὸ 1834 καὶ 1835. Κατὰ τὸ σύστημα τὸ δημοτικὸν, οἱ δῆμοι ἔχουσι τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐπιβάλλωσι φόρους, ὅταν θέλωσι, καὶ νὰ μὴ ἐπιβάλλωσιν, ὅταν δὲν θέλωσιν. Ἂν πολλαὶ ἢ ὀλίγαι ἐκ τῶν νομίμων ὑποχρεώσεων αὐτῶν δὲν ἐκπληρῶνται, διότι δὲν ἐπέβαλον φόρους ἀρκοῦντας, ὅπως ἐκπληρώσωσι τὰς νομίμους ὑποχρεώσεις αὐτῶν, δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ ἐπεκτείνωσι τὸν ἐπὶ τῶν ὠνίων δασμόν των; Ὡσαύτως οἱ δῆμοι ὀφείλουσι νὰ συνεισφέρωσι διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἔχουσι καὶ ἐπὶ τούτου ὑποχρεώσεις νομίμους, καὶ ὀφείλουσι νὰ προβλέπωσιν, ἵνα διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων πορίζωνται τὰ ἀναγκαῖα μέσα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ὅμως ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως περιώρισε τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην τῶν δήμων, καὶ διέταξεν, ὅτι, ἐὰν αἱ ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀναγραφεῖσαι πιστώσεις δὲν ἐπαρκῶσιν,... ὁ νομάρχης, συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, εἴτε αὐξάνει τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις μέχρι τοῦ ἀναγκαιοῦντος ποσοῦ, διαγράφων ἄλλα ἔξοδα,... εἴτε προκαλεῖ τὰς ἀρχὰς τοῦ δήμου νὰ προτείνωσι τὴν αὔξησιν τῶν φόρων... Ἐπιτρέπεται δὲ νὰ αὐξηθῶσιν οἱ φόροι, ἤτοι οἱ ἄμεσοι καὶ ὁ δημοτικὸς δασμὸς, κατὰ ἓν τοῖς ἑκατόν. Λοιπὸν δὲν ἐμειώθη παντάπασιν ἡ ἐλευθερία τῶν δήμων, οὔτε ἡμεῖς διὰ τοῦ νομοσχεδίου πιέζομεν αὐτοὺς, κινδυνεύοντας ἕνεκα τούτου νὰ πάθωσιν ἀπὸ δύσπνοιαν. Ἡ ἀνάμιξις τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου ἐνομοθετήθη ὡς ἐγγύησις, ἡμεῖς δὲ προτείνομεν, ὅταν δὲν καθίσταται δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἐτάχθη ἵνα φωτίσῃ τὸν νομάρχην, ὅτι ἡ ἀνισότης τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ὑπάρχει πραγματικὴ, ἢ ὅτι δύνανται νὰ ἐπέλθωσι καὶ ἄλλαι οἰκονομίαι, προτείνομεν, λέγω, νὰ ἀνατίθεται τὸ ἔργον τοῦτο εἰς τὸν νομάρχην, ὅστις θέλει ἀποφαίνεσθαι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῶσι νέα ἔσοδα εἰς τὸν δῆμον, καὶ νὰ καλῇ τὸν δῆμον νὰ φροντίζῃ περὶ εὑρέσεως νέων ἐσόδων. Κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον, καθ’ ὃν πρόκειται ἡ αὔξησις τῶν φόρων, ὁ νομάρχης ἔχει ἐξαντλήσει πᾶν μέσον, ὅπως περιστείλῃ τὰ ἔξοδα, ἔχει ἀποδειχθῆ δὲ, ὅτι διὰ τῆς περιστολῆς τῶν ἐξόδων οὐδὲν κατορθοῦται, καὶ θὰ ζητῆται ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ δήμου. Ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον θέλουσιν αὐξηθῆ οἱ φόροι πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ δήμου; Καθ’ ὃν τρόπον διατάσσουν οἱ νόμοι· τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον θέλει συνέλθει, θέλει ἐκφέρει γνώμην, ἐὰν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσωσιν οἱ φόροι μέχρις ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν, ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος τούτου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου θέλει ἀποφασίσει ὁ νομάρχης, καὶ ἂν οὗτος φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσωσιν οἱ φόροι, θέλει μεταβιβασθῆ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἡ ὁποία θέλει φροντίσει περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων. Ποῖος λοιπὸν κίνδυνος δημιουργεῖται, ἢ ποία διατάραξις τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν ἐπέρχεται; (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ΑΙΖʹ τῆς 22 Ἰουνίου 1882 περὶ διανομῆς τῶν τηλεγραφημάτων).

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 34 § αʹ τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιίας.

§60Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶχε παραπεμφθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καθόσον εἶχε προταθῆ, ὅτι ἐσχετίζετο μὲ δικαστικὰς ὑποθέσεις· ἕνεκα δὲ τούτου ἐπίστευον, ὅτι ἠθέλομεν ἔχει τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς.

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε, δὲν συνῆλθεν, ἑπομένως ἔκθεσις δὲν ὑπάρχει.

§62ΣΤΑΗΣ. Ἔμαθον σήμερον ἐξωδίκως ἀπὸ μέλος τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς, ὅτι κατηρτίσθη ἡ ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ νομίζω ὅτι ἴσως ὑπεβλήθη ἤδη εἰς τὸ γραφεῖον. Παρακαλοῦμεν νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις, νὰ διανεμηθῇ αὕτη, καὶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου μέχρι τῆς αὔριον, διότι, ὡς ἔμαθον, εἶναι σπουδαιοτάτη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τῆς ὁποίας πρόεδρος εἶναι ὁ ἐκ Ναυπλίας βουλευτὴς κ. Γ. Φαρμακόπουλος.

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴ δὲν συνεζήτησε ποσῶς τὸ νομοσχέδιον, ἀπορῶ δὲ, πῶς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς εἶπεν εἰς τὸν ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅτι ὑπάρχει ἔκθεσις.

§64Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἔκθεσις ἐὰν ὑπῆρχεν, ὤφειλεν ἡ ἐπιτροπὴ, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, νὰ τὴν προσαγάγῃ ἀπὸ τῆς παρελθούσης Δευτέρας. Σήμερον ἔχομεν Παρασκευὴν, ὥστε ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν πλέον νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.

§65ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ δι’ ἄλλον λόγον δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀπαλλοτριοῦνται τῆς ἰδιοκτησίας των ἄνευ ἀποζημιώσεως, δηλαδὴ παρὰ τὸ Σύνταγμα, πολῖται Ἕλληνες. Ὅταν εἷς νόμος λέγῃ, ὅτι ἐπὶ νέας ἐντὸς πόλεων καὶ κωμῶν ὁδοῦ τὸ καταλαμβανόμενον ὑπ’ αὐτῆς ἔδαφος ἀποζημιοῦσιν οἱ παρόδιοι, τότε ἡ ὁδὸς αὕτη δὲν γίνεται δημοτικὴ, δὲν γίνεται ἰδιοκτησία τοῦ δήμου, ἀφοῦ τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διέρχεται ἡ ὁδὸς, εἶναι ἔδαφος ἰδιωτικὸν, ἀλλὰ γίνεται ἰδιωτικὴ, δηλαδὴ ἐκείνων, εἰς οὓς ἀνήκει τὸ ἔδαφος τῆς ὁδοῦ, ἑπομένως δύνανται οἱ παρόδιοι, ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἡ ὁδὸς, νὰ ἐμποδίσουν, ἂν θέλωσι, πᾶσαν κυκλοφορίαν. Δημοτικὴ λοιπὸν ὁδὸς δὲν ὑφίσταται. Ἐὰν θέλετε νὰ γείνῃ ἡ ὁδὸς δημοτικὴ, πρέπει ν’ ἀποζημιώσητε τοὺς κυρίους τοῦ ἐδάφους, καὶ οὕτω νὰ γείνῃ ὁ δῆμος κύριος αὐτοῦ. Ἄπορον ἑπομένως, ποῖος συλλογισμὸς ἔπεισε τὸν εἰσαγαγόντα τὸ νομοσχέδιον, ὅπως παρὰ τὴν γνώμην καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου καθιερώσῃ ἀρχὴν, ἡ ὁποία προφανῶς εἶναι ἐναντία καὶ τῶν κοινῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος. Τῶν κοινῶν μὲν νόμων, διότι κηρύττει δημοτικὴν ὁδὸν, ὁδὸν διερχομένην ἐπὶ ξένου ἐδάφους, ἐπὶ ἰδιωτικοῦ ἐδάφους, ἐνῷ κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον εἰς ἐκεῖνον ἀνήκει ἡ ὁδὸς, εἰς ὃν καὶ τὸ ἔδαφος. Τοῦ Συντάγματος δὲ, διότι οὐδεὶς γίνεται ἰδιοκτήτης τοῦ ξένου ἐδάφους ἄνευ ἀποζημιώσεως, οἱ δὲ δῆμοι κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ γίνωνται ἰδιοκτῆται αὐτοῦ, χωρὶς οὐδὲ λεπτὸν νὰ καταβάλλωσι πρὸς ἀποζημίωσιν. Λοιπὸν ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγηθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ποῖος τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι ὡδήγησεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως ὑπάρχουν δῆμοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν καθιέρωσεν ὁ Ἄρειος Πάγος, κινδυνεύουν νὰ ζημιωθοῦν, ἀλλ’ ἂς εὑρεθοῦν ἄλλοι τρόποι νομιμώτεροι πρὸς διάσωσιν τῶν δήμων. Ἀφοῦ καθιερώσαμεν ὑπὲρ τῶν δήμων τὸ δικαίωμα μόνον μέχρι τοῦ πεμπτημορίου τῶν ἐσόδων των νὰ ἦναι ὑπόχρεοι εἰς τὰ χρέη των, χρέη δὲ εἶναι καὶ αἱ ἀποζημιώσεις ἐκ δημοτικῶν ὁδῶν, δὲν ἐννοῶ διατὶ καὶ πέραν αὐτοῦ πρέπει νὰ προχωρήσῃ ἡ νομοθεσία καὶ νὰ ἀφαιρῇ χάριν τῶν δήμων ἰδιωτικὰ κτήματα, χωρὶς νὰ ἀποζημιῶνται οἱ κύριοι αὐτῶν. Δὲν νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι ὁ λόγος τῆς βοηθείας, ὁ λόγος τῆς προστασίας τῶν δήμων μόνος δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παραβίασιν τόσων θεμελιωδῶν διατάξεων, οἷαι αἱ παραβιαζόμεναι διὰ τοῦ νομοσχεδίου.

§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἰσχυρίζεται ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα.

§67ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.

§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν τοῦτο ἰσχυρίζεται, εἰς αὐτὸν ἀπόκειται νὰ ἀναπτύξῃ τὴν πρότασιν τοῦ ἀπαραδέκτου, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου δὲν ἀνέπτυξε τοῦτο, ἀλλ’ εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου.

§69ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἐρωτηθῶσι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν συνέταξαν τὴν ἔκθεσίν των.

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συνετάχθη ἔκθεσις.

§71Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶμαι γραμματεὺς τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς. Τετράκις ἐκλήθημεν ὑπὸ τοῦ προέδρου αὐτῆς εἰς συνεδρίασιν, ἀλλὰ συνήλθομεν τέσσαρας μόνον, δηλαδὴ ὁ κ. Γ. Φαρμακόπουλος, ὁ κ. Ἀλκ. Δεληγιάννης, ὁ κ. Βαρατάσης καὶ ἐγὼ, τὴν πρώτην ἡμέραν προχθὲς ἐπίσης ἐκλήθημεν, ἀλλ’ ἐμείναμεν μόνον τρεῖς, ὁ κ. Γ. Φαρμακόπουλος, ὁ κ. Ἀλκιβ. Δεληγιάννης καὶ ἐγὼ, ὥστε κατέστη ἀδύνατον νὰ συνεδριάσωμεν, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ ἐργασία ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Ἐγὼ μάλιστα κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν νομοσχεδίων, ἢ τοὐλάχιστον νὰ σχηματισθῶσιν εἰδικαὶ ἐπιτροπαὶ, εἰς τὰς ὁποίας νὰ λάβουν μέρος οἱ Βουλευταὶ, οἱ θέλοντες νὰ ἐργασθῶσι καὶ ἐξετάσωσι τὰ νομοσχέδια.

§72ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίζῃ νὰ προβῇ ἄνευ τῆς ὑποβολῆς ἐκθέσεως ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς, τότε δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν. Ἤδη ἐκπληρῶ τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ δι’ ἑρμηνείας τοῦ κειμένου νόμου ἀναγνωρίζεται ἡ ἀρχὴ, καθ’ ἣν ἡ ἀποζημίωσις ὅλων ἐκείνων, οἵτινες διὰ τῆς ἀνοίξεως ἢ πλατύνσεως ἀγυιᾶς ἢ ὁδοῦ δημοτικῆς ἀπώλεσαν ὅλον τὸ ἰδιόκτητον γήπεδον αὐτῶν ἢ μέρος αὐτοῦ, θέλει γίγνεσθαι παρὰ τῶν παροδίων ἰδιοκτητῶν κατ’ ἀναλογίαν τοῦ προσώπου, ὅπερ οὗτοι ἔχουσιν ἐπὶ τῆς νέας ὁδοῦ, εἴτε οἱ παρόδιοι εἶναι ἄλλοι, εἴτε αὐτοὶ οἱ ζημιωθέντες. Εἶπον ὅτι τοιαύτη διάταξις προσκρούει καὶ εἰς τοὺς κοινοὺς νόμους καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα· ἐξηγῶ δὲ καὶ πάλιν τὸν λόγον. Ὅταν μία ὁδὸς ἀνοίγηται ἐπὶ ξένου ἐδάφους, αὕτη λογικῶς δὲν γίνεται οὔτε δημοτική, οὔτε ἐπαρχιακὴ, οὔτε ἐθνική, ἐὰν ἢ ὁ δῆμος ἢ ἡ ἐπαρχία ἢ τὸ Κράτος δὲν ἐγένοντο κύριοι τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διέρχεται ἡ ὁδός. Ἐπὶ τῶν ὁδῶν δὲν παύει ἰσχύων ὁ θεμελιώδης κανὼν, ὁ ἰσχύων ἐν τῷ Ῥωμαϊκῷ δικαίῳ, ἰσχύων δὲ καὶ εἰς ὅλας τὰς νομοθεσίας, ὅτι ἐκείνου ἡ ὁδὸς, οὗτινος καὶ τὸ ἔδαφος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπεκράτησεν, ὅτι, ἵνα κατασταθῇ μία ὁδὸς ἐθνικὴ ἢ δημοτική, πρέπει ν’ ἀποζημιωθῇ πρότερον ὁ κύριος τῆς γῆς, ἀφ’ ἧς διέρχεται, εἴτε παρὰ τοῦ Δημοσίου, εἴτε παρὰ τοῦ δήμου. Ἑπομένως δημοτικὴ ὁδὸς δὲν γίνεται δημοτικὴ ἐπὶ ξένου ἐδάφους δι’ ἁπλῆς διοικητικῆς πράξεως, ἀλλ’ ἀνάγκη ὁ δῆμος νὰ γείνῃ κύριος καὶ τῆς γῆς, ἐφ’ ἧς διέρχεται. Ὅταν λοιπὸν ἐρχώμεθα καὶ λέγωμεν ὅτι ἐν δημοτικῇ τινι ὁδῷ οἱ παρόδιοι ἀποζημιώνουν τὸν κύριον τοῦ ἐδάφους, ἐννοεῖται ὅτι οἱ παρόδιοι γίνονται ἰδιοκτῆται τοῦ ἐδάφους τῆς ὁδοῦ, ἑπομένως καὶ τῆς ὁδοῦ, ἥτις γίνεται ἰδιωτικὴ ὁδὸς, διότι καὶ ἰδιωτικὰς ὁδοὺς ἀναγνωρίζει ὁ νόμος. Ὅταν οἱ παρόδιοι γίνωνται ἰδιοκτῆται τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ ἡ ὁδὸς, ἐννοεῖται ὅτι ἡ ὁδὸς δὲν δύναται νὰ γείνῃ δημοτική, ἂν μὴ οἱ παρόδιοι οὗτοι δωρεὰν ἢ ἀντὶ ἀποζημιώσεως παραχωρήσωσι τὸ ἔδαφος αὐτῆς εἰς τὸν δῆμον. Ἵνα τὴν καταστήσητε δημοτικὴν ὑποχρεωτικῶς, δυνάμει τοῦ νόμου, πρέπει νὰ ἀναγνωρίσητε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ δήμου προηγουμένως ἀποζημίωσιν. Ἰδοὺ ὁ κύκλος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου στρέφεται τὸ νομοθέτημα, κύκλος μήτε νόμιμος, μήτε συνταγματικὸς, καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ σῶον. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μάθω παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, πῶς ἐξέρχεται τῶν δυσκολιῶν, εἰς τὰς ὁποίας τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἐμβάλλει πάντα τὸν μελετῶντα αὐτό. Νομίζω ὅτι σαφῶς ἐξήγησα, ὅτι διατάσσει τι ἐναντίον καὶ τῶν κοινῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἀπαράδεκτον, ὡς ἔχει, καθὸ ἀντικείμενον εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ φρονοῦσα, ὅτι πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ ἄλλος τρόπος θεραπείας τοῦ κακοῦ.

§73Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ὑπὸ τῶν ὁδῶν πόλεως ἢ κώμης καταλήψεως γηπέδου εἶναι λελυμένον, κατ’ ἐμὲ, διότι ὑφίσταται νομολογία τις, διέπουσα τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς συστάσεως του. Ἡ μόνη διαφορὰ, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ὅτι, μὴ καθοριζομένου τοῦ πλάτους τῆς ὁδοῦ, οὐδὲ τῆς ὑπ’ αὐτῆς καταλαμβανομένης ἐκτάσεως, ὑποχρεοῦνται οἱ παρόδιοι ἰδιοκτῆται εἰς τὴν πληρωμὴν ὁλοκλήρου τῆς καταλαμβανομένης ὑπὸ τῆς ὁδοῦ ἢ λεωφόρου ἐκτάσεως. Κατὰ τὸν περὶ δήμων νόμον, αἱ ὁδοὶ καὶ πλατεῖαι, μετὰ τὸν χαρακτηρισμόν των ὡς τοιούτων, θεωροῦνται ἀναφαίρετα κτήματα τῶν δήμων, καὶ δὲν διατίθενται, εἰμὴ διὰ πράξεων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων· εἶναι θεμελιώδης ἀρχὴ, ἐπὶ τῆς ὁποίας βαδίζομεν ἐπὶ τόσα ἔτη. Ἡ μόνη διαφορὰ, ἡ ὁποία εἰσάγεται διὰ τὰς ὁδοὺς ἐν ταῖς πόλεσιν, εἶναι ἡ ἑξῆς· ἀνοιγομένης ὁδοῦ τινος, ὑποχρεοῦνται κατὰ τὸν ἰσχύοντα μέχρι τοῦδε νόμον οἱ παρόδιοι, ὅταν τὸ πλάτος τῆς ὁδοῦ δὲν ὑπερβαίνῃ τὰ 10 μέτρα, τὰ μὲν 5 νὰ ἀποζημιώνουν οἱ ἐκ τῆς μιᾶς πλευρᾶς παρόδιοι, τὰ δὲ ἄλλα 5 οἱ τῆς ἑτέρας πλευρᾶς· ἀλλ’ ὅταν τὸ πλάτος τῆς ὁδοῦ ἦναι μεγαλείτερον τῶν 10 μέτρων, τότε τὰ μὲν ἑκατέρωθεν τῆς πρὸς τὰς οἰκοδομὰς ὁδοῦ 5 μέτρα, ἤτοι τὸ ὅλον 10 μέτρα τῆς ὁδοῦ, ἀποζημιώνουν οἱ παρόδιοι, τὰ δὲ ἐνδιάμεσα ὑποχρεοῦται ὁ δῆμος ν’ ἀποζημιώσῃ. Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ διέπουσα νομολογία μέχρι τοῦδε· ἐκτὸς δὲ τούτου, ὑπῆρχε καὶ ἡ διάταξις, ὅτι, ἐὰν πλατεῖά τις ἐσχηματίζετο καὶ οἰκοδομή τις ἔκειτο ἐν τῇ πλατείᾳ, ὁ ἰδιοκτήτης αὐτῆς ἦτο ὑπεύθυνος νὰ ἀποζημιώσῃ τὰ πέριξ τῆς πλατείας 10 μέτρα, τὰ δὲ ἄλλα ἀπεζημίου ὁ δῆμος, ἑπομένως ἡ μόνη μεταβολὴ, τὴν ὁποίαν παρεισάγει ἡ διάταξις αὕτη, εἶναι ὅτι, ἐὰν τὸ πλάτος τῆς ὁδοῦ ἦναι καὶ πέραν τῶν 10 μέτρων, ὑπόλογοι εἶναι οἱ παρόδιοι. Ἐὰν π. χ. θελήσῃ σήμερον ὁ δῆμος Ἀθηναίων νὰ κατασκευάσῃ λεωφόρον τινὰ, ἡ ὁποία εἶναι βεβαίως δημοτικὴ ὁδὸς, διότι ἀποτελεῖ μέρος τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, 30 μέτρων, καὶ καταλαμβάνει ἔκτασίν τινα καθ’ ὅλον τὸ πλάτος της, ἧς ἰδιοκτήτης εἶμαι ἐγὼ ὁ πτωχὸς, μοὶ ἀφαιρεῖται οὕτω ὁλόκληρον τὸ κτῆμα, ἐγὼ δὲ θέλω ἀποταθῆ πρὸς τοὺς παροδίους· λέγω δὲ 30 μέτρων, διότι ἠνεῴχθησαν τοιαῦται ὁδοὶ εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ σᾶς ἀναφέρω μίαν περιφερικὴν, ἡ ὁποία διέρχεται καθέτως τῆς Ἱερᾶς ὁδοῦ, παρὰ τὸν Βοτανικὸν κῆπον, παρὰ τὴν ὁποίαν διέρχονται αἱ γραμμαὶ τῶν δύο σιδηροδρόμων, Πελοποννήσου καὶ Λαρίσης, καὶ αὕτη ἔχει πλάτος 30, νομίζω, μέτρων. Ἐγὼ λοιπὸν π. χ. εἶμαι ἰδιοκτήτης ὅλης τῆς ἐκτάσεως τῆς καταλαμβανομένης ὑπὸ τῆς ὁδοῦ ταύτης εἰς μῆκος 60 μέτρων, δηλ. περὶ τὰς 3 χιλιάδας πήχεων, καὶ διὰ τοῦ εἰσαγομένου νόμου παραπέμπομαι ν’ ἀποζημιωθῶ καθ’ ὁλοκληρίαν παρὰ τῶν παροδίων· καὶ πόσοι εἶναι αὐτοί; Δύνανται νὰ ἦναι 5 ἐκ τῆς μιᾶς πλευρᾶς καὶ 6 ἢ 8 ἐκ τῆς ἑτέρας· δυνατὸν δὲ ἡ τῆς μιᾶς πλευρᾶς ἔκτασις γῆς νὰ μὴ εὑρίσκηται εἰς χεῖρας ἰδιοκτήτου· τότε πῶς θ’ ἀποζημιωθῶ ἐγώ; Θὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ἴσως ὁ κ. Ὑπουργός· ἐὰν ὑφίστατο ἡ προτέρα διάταξις, τί θὰ ἐγίνετο; Θὰ μὲ ἀπεζημίουν διὰ τὰ 5 μέτρα τῆς μιᾶς πλευρᾶς καὶ τὰ 5 τῆς ἑτέρας οἱ παρόδιοι, θὰ μοὶ ἔμενον δὲ τὰ ἄλλα 20 μέτρα, διὰ τὰ ὁποῖα εἶχον δικαίωμα ἀποζημιώσεως ἀπὸ τὸν δῆμον· σήμερον ὅμως δέν μοι μένει τίποτε, καὶ ἂν ἔχῃ ἐγγραφῆ ὑποθήκη ἐπὶ τοῦ χώρου τούτου, τὸν ὁποῖον καταλαμβάνει ἡ λεωφόρος, τί θὰ γείνῃ ὁ δανειστὴς, ὁ ὁποῖος ἐνέγραψε τὴν ὑποθήκην; Νὰ ἐκπλειστηριάσῃ τὸ γήπεδον, δὲν δύναται· Θὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς ποῖον; Πρὸς τοὺς παροδίους; Νὰ γεννήσῃ ὁ δανειστὴς δίκας πρὸς δέκα φέρ’ εἰπεῖν ἀνθρώπους; Φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα χρήζει σκέψεως καὶ σκέψεως μεγάλης· διότι, ἂν σήμερον τὰ δικαστήρια—καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως—δὲν δύνανται ν’ ἀνταποκριθῶσι εἰς τὰς διαφόρους δίκας, φαντασθῆτε τί θὰ γείνῃ μετὰ τὴν ψήφισιν τοιαύτης διατάξεως! Θὰ προσφέρωμεν εἰς τὰ δικαστήρια τῶν Ἀθηνῶν μυριάδας ἴσως δικῶν, καὶ εἰς τοὺς δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς εὐγνωμονοῦν, ἐργασίαν οὐκ ὀλίγην. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι διὰ τοὺς λόγους τούτους δεῖται ἐμβριθοῦς σκέψεως τὸ ζήτημα. Ἐν Ἀμερικῇ ὑπάρχει διάταξις λίαν σοβαρὰ καὶ λίαν καλή. Δι’ αὐτῆς σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ χαράξητε οἱουδήποτε πλάτους θέλετε δρόμον, ἀλλὰ δὲν δύνασθε ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης ν’ ἀνεγείρητε οἰκίαν μὴ ἔχουσαν ὕψος μεγαλείτερον τῶν ⅘ τοῦ ὁλικοῦ τῆς ὁδοῦ πλάτους. Ὥστε ἂν ἔχητε ὁδὸν 10 μέτρων, δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε οἰκίαν ὕψους κάτω τῶν 8 μέτρων. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μελετήσῃ σπουδαίως τὸ ζήτημα, διότι θὰ ἐπέλθωσι περιπλοκαὶ πολλαὶ, καὶ ἀδικήματα μεγάλα εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας.

§74ΓΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὁ προλαλήσας δὲν θεωρεῖ ἐν γένει ἀπαράδεκτον τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ εὑρίσκει μίαν ἀνωμαλίαν, ὡς ἐκ τῶν πολὺ πλατειῶν ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι κατασκευάζονται ἐδῶ, ἐντὸς τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον εἰς ὅσα εἶπε, διότι τὸ διάταγμα τοῦ 1836 ἐπεξέτεινεν ὁ νόμος τοῦ Ἀπριλίου, κατὰ τὸ ἄρθρον 22, εἰς ὅλας τὰς ὁδούς. Ἀλλ’ ἐνῷ κυροῖ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 22 δι’ ὅλας τὰς ὁδοὺς, κυροῖ καὶ τὸ ἄρθρον 24 καὶ ἐπὶ τῶν διαφόρων λεωφόρων, αἱ ὁποῖαι ἐσχηματίσθησαν ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, τὰ δικαστήρια δὲ θεωροῦσι ταύτας ὡς πλατείας καὶ οὐχὶ ὡς ὁδοὺς, καὶ ἑπομένως ἐπὶ τούτων ὑποχρεοῦται καὶ ὁ δῆμος. Ἐὰν τώρα ὑπάρχῃ ὑποθήκη ἐπὶ τοῦ παραχωρουμένου ἐδάφους, ἐννοεῖται ὅτι ὁ δανειστὴς θὰ ὑπεισέλθῃ εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ ὀφειλέτου. Ἑπομένως τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ ἁπλοῦν.

§75ΒΟΤΣΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, θὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ ἑρμηνεία ἡ αὐθεντικὴ, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου προκαλούμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τὸν νόμον, ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ ἑρμηνεία αὕτη. Κατὰ τὸ 1836, Κύριοι, πρὶν ἢ εἰσαχθῇ τὸ Σύνταγμα, ὑπῆρχε νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον, ὅταν ἐκ ῥυμοτομίας ὁδοῦ ἀφαιρεθῇ γήπεδον, τὸ γήπεδον αὐτὸ ἀποζημιοῦται ἀπὸ τοὺς παροδίους. Κατόπιν, κατὰ τὸ 1867, ἐπῆλθεν ὁ νόμος περὶ ὁδοποιΐας, τὰ δὲ δικαστήρια ἡρμήνευον τὰς διατάξεις αὐτοῦ ὡς ἐπιτρεπούσας τὴν ἐξηκολούθησιν τῆς ἰσχύος τῆς διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ 1836, ὅτι δηλαδὴ, ὅταν δημοτικὴ ὁδὸς ἐντὸς πόλεων ἢ κωμῶν καταλάβῃ γήπεδον, τὸ γήπεδον τοῦτο ἀποζημιοῦται ὑπὸ τῶν παροδίων. Τελευταῖον ὅμως ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ ἡ ὁλομέλεια αὐτοῦ εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς κατήργησε τὸν προηγούμενον, καὶ ἑπομένως ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ δῆμοι. Ἡμεῖς ἤδη θέλομεν δι’ αὐθεντικῆς τοῦ νόμου ἑρμηνείας νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ παρόδιοι. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη εἶναι προφανῶς ἀντισυνταγματικὴ, δηλαδὴ καθιστᾷ τὸν ἑρμηνευόμενον νόμον ἀντίθετον πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος καθ’ ἣν οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, διότι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ θεμελιώδης νόμος, θὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς στερουμένους τῆς ἰδιοκτησίας των διὰ τῆς ῥυμοτομίας: «σοῦ ἀφαιρῶ τὴν ἰδιοκτησίαν σου, χωρὶς νὰ σὲ ἀποζημιώσω, ἀλλὰ σὲ παραπέμπω εἰς τοὺς γείτονας». Πλὴν ἐὰν οἱ γείτονες ἦναι ἀφερέγγυοι, βεβαίως δὲν θὰ λάβωσι τίποτε, καὶ οὕτως ἄνευ ἀποζημιώσεως θὰ στερηθῶσι τῆς ἰδιοκτησίας. Περιπλέον διὰ τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας θὰ ἀφαιρῆται ἡ ἰδιοκτησία τοῦ πολίτου χωρὶς προηγουμένως ν’ ἀποζημιωθῇ, συμφώνως μὲ τὸ Σύνταγμα, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὠφελεῖται διὰ τῆς ἀνοίξεως τῆς ὁδοῦ, χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν ἡ ὠφέλεια ἦναι πραγματικὴ ἢ ἰδανικὴ, ὡς συμβαίνει, ὅταν τὸ πλεῖστον τοῦ κτήματός τινος καταλαμβάνηται ὑπὸ τῆς ὁδοῦ καὶ δὲν τῷ μένῃ ἢ μικρὰ λωρὶς ἑκατέρωθεν τῆς ὁδοῦ καὶ δὲν δύναται ν’ ἀποζημιωθῇ διὰ τὴν καταληφθεῖσαν ὑπὸ τῆς ὁδοῦ ἰδιοκτησίαν του παρ’ οὐδενὸς, ἀφοῦ ὁ ἴδιος θὰ ἦναι παρόδιος, οὐδὲ αὐξάνει ἡ ἀξία τῆς ὑπολοίπου ἰδιοκτησίας του, ἀλλὰ καὶ ἐλαττοῦται, διότι ἀποτελεῖται πλέον ἀπὸ μικρὰ τεμάχια. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία εἰσάγεται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, εἶναι ἀντισυνταγματικὴ, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.

§76ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν καὶ μόνην μικρὰν παρατήρησιν θὰ κάμω. Ἐρχόμενος εἰς ἐπικουρίαν τῶν λεχθέντων μέχρι τοῦδε παρὰ τῶν κυρίων συναδέλφων, οὐδόλως διστάζω νὰ συμμερισθῶ τὴν γνώμην, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀπαράδεκτον, λόγῳ ἀντισυνταγματικότητος. Παραβιάζομεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν «οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην κλπ., πάντοτε δὲ μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν». Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, καταλαμβάνονται κτήματα ἀνήκοντα εἰς πολίτας Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι ἐστερήθησαν οὕτω τῆς ἰδιοκτησίας των, παραπέμπονται δὲ παρὰ τοῦ καταλαβόντος δήμου οἱ ἰδιοκτῆται μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς περιουσίας των εἰς τοὺς παροδίους. Κατὰ τίνα τρόπον πληροῦται τότε ἡ ἀξίωσις τοῦ Συντάγματος, ὅπως προηγῆται ἡ ἀποζημίωσις; Ἀλλ’ ἔστω καὶ τοῦτο. Ἐπιτυγχάνεται ὅμως τελεσφόρως ἡ ἀποζημίωσις, ὡς ἐννοεῖ τὸ Σύνταγμα; Ὑποθέσατε ὅτι κατελήφθη ἓν οἰκόπεδον πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὥστε καθ’ ἣν ἐποχὴν παρέχεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ δικαίωμα πρὸς ἀγωγήν, κατὰ τῶν παροδίων δὲν δύναται νὰ κινηθῇ αὕτη, διότι παρῆλθεν ἔκτοτε πολὺς χρόνος, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἠγέρθη ἀγωγὴ κατὰ τοῦ δήμου, δὲν δύναται δὲ νὰ στραφῇ πλέον ὁ ζημιωθεὶς κατὰ τῶν παροδίων, διότι τὸ δικαίωμα πρὸς ἀγωγὴν παρεγράφη. Οὕτω δὲ παρέχομεν εἰς τοὺς ζημιωθέντας ἓν δικαίωμα ἐντελῶς ἕωλον. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, καὶ οὔτε μετὰ τὴν κατάληψιν θὰ ἦναι δυνατὸν ἐνίοτε νὰ ληφθῇ ἡ ἀποζημίωσις.

§77ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἶναι ἄπορον, πῶς ἄνθρωποι νομικοί, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι καὶ πάντα τὰ συμβαίνοντα ἐν Ἑλλάδι, θέλουσι νὰ παραστήσωσιν ἀντισυνταγματικὸν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ λέγουσιν ὅτι παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, διότι δὲν προηγεῖται ἡ ἀποζημίωσις. Δὲν μοὶ λέγουσιν οἱ Κύριοι, ποία ὁδὸς δημοτικὴ ἢ ἐπαρχιακὴ ἐχαράχθη, καὶ ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ὡς ὁρίζεται; Τὸ Σύνταγμα ἐννοεῖται ὅτι δὲν παραβιάζεται, ἐν ὅσῳ ὁ ἰδιοκτήτης, τοῦ ὁποίου κατελήφθη ἡ ἰδιοκτησία, ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποζημιωθῇ. Τὸ ἄτοπον δὲ αὐτὸ συμβαίνει ἐν Ἑλλάδι, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος, κανονίζων τὸν τρόπον τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως, ἕνεκα ἐλλείψεως δὲ τοῦ νόμου, οὐδέποτε προηγήθη ἀποζημίωσις. Τώρα νομίζουσιν, ὅτι, ἐὰν πρόκειται νὰ ἀποζημιώνωνται οἱ ἰδιοκτῆται, πρέπει ν’ ἀποζημιώνωνται ἀπὸ τοὺς δήμους. Δὲν μοὶ λέγετε, οἱ δῆμοι εἶναι τόσον πλούσιοι, ὥστε νὰ δύνανται ν’ ἀποζημιώνωσιν ὅλους; Ἐὰν ἐπιβάλητε εἰς τοὺς δήμους τὴν ἀποζημίωσιν αὐτὴν, τότε θὰ παραβιάσητε τὸ Σύνταγμα, διότι οἱ δικαιοῦχοι δὲν θὰ λάβωσι τίποτε... Ἔρχομαι εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅτι, ὅταν ἔχῃ τις ἓν οἰκόπεδον, καὶ ὁ δῆμος ἀνοίγων ὁδὸν καταλαμβάνῃ τὸ μέσον αὐτοῦ καὶ ἀφήνῃ μίαν λωρίδα ἐντεῦθεν καὶ μίαν ἐκεῖθεν, μεγάλως ζημιοῦται. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· διότι, ἐὰν μὲν ἀπομείνῃ ἄρτιον οἰκόπεδον ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, θὰ ὠφεληθῇ, καὶ θὰ ὠφεληθῇ τεραστίως ἐκ τῆς ῥυμοτομίας τῆς ὁδοῦ, ἐὰν δὲ δὲν ἦναι ἄρτιον, τότε θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ τὸ παραλάβῃ ὁ γείτων, πληρόνων αὐτὸ εἰς ἀνωτέραν τιμὴν, χάριν τῆς ῥυμοτομίας. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ τελευταῖος τῶν ἀγορευσάντων, ὅτι ἐπίκειται παραγραφὴ, δὲν εἶναι βάσιμον, διότι ἡ ἑρμηνεία αὕτη περὶ ὑποχρεώσεων τῶν δήμων ἀνεφάνη μόλις πρὸ τριῶν ἐτῶν, ἐνῷ ἡ ἄλλη ἰσχύει ἀπὸ 50 ἐτῶν.

§78Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Κατ’ οὐσίαν εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου, νομίζω ὅτι δὲν ἔχουσι δίκαιον οἱ ἐνιστάμενοι. Πρόκειται περὶ ἑρμηνείας νόμου, τοῦ νόμου τοῦ 1836 καὶ τῶν δύο νόμων τοῦ 1867. Τώρα, ἐὰν κατὰ τὸν νόμον δεχθῶμεν ὅτι ἡ ἑρμηνεία ἡ αὐθεντική, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον θέλει ν’ ἀποδώσῃ, εἶναι ὅτι ἰσχύει ὁ νόμος τοῦ 1836 καὶ ὅτι ἑπομένως ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ παρόδιοι, δὲν βλέπω κατὰ τί προσκρούει εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ διάταξις αὕτη, ἀφοῦ ἔχωμεν τὴν θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία δὲν δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ προστατεύσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν του· δύναται νὰ προσέλθῃ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀφαίρεσιν, πρὶν ἀποζημιωθῇ, καθὼς καὶ τὸ Δημόσιον, πρὶν ἀφαιρέσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἔχει τὸ καθῆκον νὰ προκαλέσῃ τὴν καταμέτρησιν τοῦ κτήματος, νὰ καταθέσῃ τὸ τίμημα εἰς τὸ ταμεῖον, τὴν ἔκδοσιν ἀποφάσεως ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ τότε νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν κατάληψιν λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης. Ἐὰν ταῦτα δὲν γείνωσιν, ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σταματήσῃ πᾶσαν ἐργασίαν. Δὲν δύναται οὔτε εἰς τὴν πρώτην περίστασιν, καθ’ ἣν κατασκευάζεται ὁδὸς, οὔτε εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἰδιοκτησία, πρὶν ἀποζημιώσωσιν οἱ παρόδιοι. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὠφελοῦνται ἐκ τῆς ῥυμοτομίας τῆς ὁδοῦ, θὰ πληρώσωσι. Καὶ δὴ πρῶτον, ἂν ἦναι ἐθνικὴ ἡ ὁδὸς, ποῖος ὠφελεῖται ἐκ τῆς κατασκευῆς ταύτης; ὠφελεῖται τὸ ἔθνος, ἑπομένως αἱ ἐθνικαὶ ὁδοὶ βαρύνουσι τὸ ἔθνος. Ἔρχεται δεύτερον ἡ κατηγορία τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν. Εἴχομεν τὸ ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἦτο ὑπεύθυνον διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας. Ἔρχονται αἱ δημοτικαὶ ὁδοὶ, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ ἐκ τῶν ὁποίων κυρίως ὠφελοῦνται οἱ παρόδιοι· διότι τί ὠφελεῖται ὁ κατοικῶν εἰς τὴν Πλάκαν π. χ. διὰ μίαν ὁδὸν, ἥτις ἀνοίγει εἰς τοῦ Ψυῤῥῆ; Δι’ αὐτὸ λοιπὸν δὲν εἶναι ὀρθὸν, δὲν εἶναι δίκαιον, δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν νόμον καὶ μὲ τὸ Σύνταγμα, νὰ ὑποχρεῶνται καὶ ἐπιβαρύνωνται διὰ μιᾶς ὁδοῦ οἱ πολῖται ὁλοκλήρου δήμου, τὸ ταμεῖον τοῦ δήμου, ἐνῷ ὀλίγιστοι, ὀλίγα πρόσωπα ὠφελοῦνται ἐξ αὐτῆς.

§79Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ζήτημα ἐγὼ ἔθεσα ἄλλως. Εἶπον ὅτι, ὁσάκις γήπεδον καταλαμβάνεται ἀπὸ ὁδὸν καὶ καλοῦνται οἱ παρόδιοι, ὅπως ἀποζημιώσωσιν, οἱ οὕτως ἀποζημιοῦντες, ὡς πληρόνοντες τὸ ἀντίτιμον τοῦ γηπέδου, αὐτοὶ γίνονται καὶ κύριοι τοῦ γηπέδου. Τοῦτο εἶναι τοῦ κοινοῦ νοός. Ὑποχρεοῦτε τὸν παρόδιον ν’ ἀποζημιώσῃ, διότι φρονεῖτε ὅτι ὁ παρόδιος ὠφελεῖται, καὶ αὐτὸς πρέπει νὰ πληρώσῃ. Ἔστω, τὸ παραδέχομαι ὡς λογικὸν, ὡς δίκαιον, ὡς τὸ παριστᾶτε. Ὅ,τι δὲν παραδέχομαι, εἶναι τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ οἱ παρόδιοι ἀποζημιοῦσι καὶ αὐτοὶ ἔπρεπε νὰ γίνωνται κύριοι τοῦ ἐδάφους, σεῖς θέλετε ὁ δῆμος νὰ γίνεται κύριος τοῦ γηπέδου!

§80Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.

§81Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον πρέπει ν’ ἀποφανθῇ, ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ δημοτικὴ ὁδός.

§82ΠΕΡΡΟΣ. Προκειμένου νὰ γείνωσιν ἐντὸς τῶν πόλεων πλατεῖαι ὁδοὶ, βεβαίως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἶναι ἁρμοδιώτερον νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰς τὴν δεῖνα θέσιν, εἰς τὸ δεῖνα τμῆμα πρέπει νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ ὁδὸς, χάριν τῆς εὐκολίας τῶν γειτόνων. Βεβαίως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἶναι τὸ ἁρμοδιώτατον. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ ἰδιοκτησία δὲν ἀφαιρεῖται πρὶν ἀποζημιωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ ἂν ὁ νόμος ὁρίζῃ ὅτι εἶναι ὑπόχρεοι πρὸς πληρωμὴν οἱ παρόδιοι. Τώρα περὶ τοῦ ἂν τὸ νομοσχέδιον ὀρθῶς προκαλῇ ἑρμηνείαν, περὶ τούτου εἶμαι ἐναντίος, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, θὰ συζητήσωμεν.

§83ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ματαιοπονοῦμεν ἐνταῦθα, συζητοῦντες ὅπως συζητοῦμεν, καὶ ἀξιοῦντες ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα. Ἀρκεῖ νὰ γνωρίζῃ τις τὴν ἔννοιαν τοῦ τί ἐστὶν αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν νόμων, ἵνα ἐννοήσῃ ὅτι οὐδὲν πλέον ἀκροσφαλὲς ἢ τὸ νὰ εἰσάγηται εἰς Κοινοβούλιον ἄνευ προεπεξεργασίας τοιοῦτον θέμα. Ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία προϋποθέτει ἐπιστημονικὴν ἐξέτασιν τῶν ἰσχυόντων. Πῶς δύναται ἡ Βουλὴ ἀκινδύνως ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἑρμηνεύῃ καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ νομοθετῇ; Ἀλλὰ γίνεται λόγος περὶ ἀντισυνταγματικότητος. Ἂν ὑποθέσῃ τις ὅτι πρόκειται περὶ ἑρμηνείας, δὲν πρόκειται πλέον περὶ ἀντισυνταγματικότητος· διότι ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἐὰν προτείνετε ὅτι εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος τὸ νομοσχέδιον, σᾶς προκαλῶ νὰ μοὶ λύσητε τὸ ζήτημα τοῦτο, ἢ νὰ ἀποφανθῆτε εὐσυνειδήτως, προβαίνοντες εἰς τὴν οὐσίαν. Οἱ ἐξοχώτεροι νομοδιδάσκαλοι ἂν ἀπετέλουν μίαν Βουλὴν, δὲν ἠδύναντο νὰ προβῶσι μέχρι τῆς ἀξιώσεως ὅτι ἠδύναντο ν’ ἀποφασίσουν χωρὶς νὰ μελετήσωσι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Συμπεραίνων λέγω, ὅτι πᾶν ἄλλο νομοσχέδιον δύναται νὰ συζητηθῇ ἄνευ προεξεργασίας ἐν ἐπιτροπῇ, ἐκτὸς αὐτοῦ· διότι περὶ τίνος πρόκειται; ἀναθέτει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ εἰσέρχηται εἰς τὰ δικαιώματα τῆς δικαστικῆς. Τὸ ζήτημα εἶναι: ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ τὸ Διοικητικὸν Σῶμα εἰς ἀποφάσεις ἄνευ προεξελέγξεως καὶ ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἰργάσθη καὶ δὲν ὑπάρχει ἕτερον μέτρον πρακτικόν; Ὑπάρχει τὸ μέτρον τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς· ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς δὲν προεδρεύει καὶ τόση μέριμνα περὶ τῆς καταλληλότητος τῶν προσώπων. Βλέπετε πολλάκις μίαν κατ’ ἐπιφάνειαν μέριμναν πρὸς θεραπείαν αὐτοῦ, καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν αὐτὴν ἕκαστος δύναται νὰ γνωρίζῃ τὴν ἀκαταλληλότητα· π. χ. δύναται νὰ παρασταθῇ εἷς, ὅτι ἔχει κἄτι τι σχετιζόμενον μὲ τὰ ἐκκλησιαστικὰ, ἐν τούτοις πολλοὶ ἄλλοι νὰ ἦναι καταλληλότεροι νὰ κρίνωσιν. Εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν μελῶν παρατηροῦμεν μόνον ἐπιφάνειάν τινα· π. χ. θέτομέν τινα ἔχοντα στρατιωτικὸν παράστημα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Στρατιωτικῶν! Καὶ ἐπειδὴ ταῦτα συμβαίνουσιν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν.

§84ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὅσον εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν προαγορεύσαντα ἀξιότιμον συνάδελφον ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ νόμου, δὲν θὰ συναινέσῃ ποτὲ εἰς τὸ τελευταῖον συμπέρασμα αὐτοῦ. Ὁ νόμος εἶναι ἑρμηνευτικὸς, εἰς τοὺς νόμους δὲ τούτους πρέπει νὰ ἤμεθα φειδωλοί. Ἡ ἑρμηνεία τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ἀλλοίμονον, ἂν κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία παρεισδύουσα δίδῃ τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν εἰς τοὺς νόμους, ἀποκλείουσα τὴν ἁρμοδιότητα τῶν δικαστηρίων καὶ καθιστῶσα ἑαυτὴν δικαστήν! Οἱ ἑρμηνευτικοὶ νόμοι εἶναι τόσον σπουδαῖοι, ὥστε καταντοῦν εἰς δημεύσεις, διότι παρὰ τὸν κανόνα, καθ’ ὃν οἱ νόμοι δὲν ἔχουσιν ἀναδρομικὴν δύναμιν, ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία ἀνατρέχει μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου. Καὶ ἂν ἐγὼ ὁ πολίτης ῥυθμίσω τὰς σχέσεις μου κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, διὰ τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου αὗται ἀναιροῦνται, καὶ ἀναδρομικῶς δίδετε ἰσχὺν εἰς τὰ ψηφισθέντα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ πρώτου νόμου. Βλέπετε ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ, ἂν ἦναι ἢ δὲν ἦναι ὀρθὸν ν’ ἀποζημιωθῶσιν οἱ παρόδιοι ἰδιοκτῆται, ἀλλὰ ἂν ἔχῃ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ὁ νόμος τοῦ 1867, διότι δὲν προνοεῖ περὶ τῶν ἰδιοκτητῶν ὡς πρὸς τοῦτο, ἀφήνει εἰς ἰσχὺν τὸν νόμον τοῦ 1836. Εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν αἰτιολογικὴν δὲν εἶδον ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐξ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀποδεικνύουσιν ἐντελῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη ἡ νομοθεσία, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 προνοεῖ καὶ περὶ τῶν δημοτικῶν ὁδῶν. Πῶς θέλετε διὰ τοῦ νόμου τούτου νὰ ἀνατρέψητε ὅ,τι ἡ νομολογία εἶπε;

§85ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ διαρκὴς νομολογία τῶν δικαστηρίων καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐκτὸς μιᾶς ἀποφάσεως τοῦ 1891 ἀδιστάκτως ἐφήρμοσε τὸ διάταγμα τοῦ 1836, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Κατὰ τὴν νομολογίαν λοιπὸν ταύτην, ὁ νόμος ΣΞΓʹ ἐν ἄρθρῳ 34 δὲν ἐννοεῖ τὰς ὁδοὺς, τὰς συνδεούσας πρὸς ἀλλήλους τοὺς δήμους, ἢ τὰς συνδεούσας τοὺς δήμους πρὸς τὴν πρωτεύουσαν αὐτῶν, ἀλλὰ μόνον τὰς ἐντὸς τῶν πόλεων· ἐπειδὴ δὲ αὗται ὑπηρετοῦσι μόνον ἀτομικὰ συμφέροντα, ἐνῷ αἱ ἐκτὸς μᾶλλον γενικὰ, ἐνόησε ν’ ἀποφασίσῃ ὡς ἀπεφάσισε. Καὶ τοῦτο μοὶ φαίνεται λίαν ὀρθόν· διότι δὲν εἶναι δίκαιον, ἐνῷ οἱ παρόδιοι ὠφελοῦνται ἐκ τῆς ῥυμοτομίας, νὰ ὀφείλωσιν οἱ δῆμοι ἀποζημίωσιν. Ἀλλὰ προσέτι πολλοὶ φρονοῦσιν, ὅτι τὸ ἄρθρον 34 τοῦ ΣΞΓʹ νόμου κατέταξε τὰς ἐντὸς τῶν πόλεων ὁδοὺς μεταξὺ τῶν δημοτικῶν, ἐννοοῦν μόνον τὴν κατάταξιν καὶ οὐχὶ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν παροδίων. Μόνον ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου τοῦ 1891 ἀνέτρεψε τὴν νομολογίαν ταύτην.

§86ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀμφισβητεῖται αὐτό. Ἄν νομίζητε ὅτι εἶναι μία μόνη ἀπόφασις, πλανᾶσθε. Βλέπετε ὅτι ἡ βάσις σας εἶναι πεπλανημένη καὶ ἔχετε δίκαιον, διότι δὲν εἶσθε ἐντριβὴς περὶ τὴν νομολογίαν τῶν δικαστηρίων. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ 1891 ἀπαρεγκλίτως ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ εἰς δευτέραν καὶ τρίτην ἀπόφασιν ἐξακολουθεῖ νὰ δίδῃ τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν δίδει σήμερον καὶ τὴν ὁποίαν ἀναιρεῖτε. Δὲν εἶναι μία ἀπόφασις, εἶναι ἐπανειλημμέναι, καὶ ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας. Ἄλλως, ἄν νομίζητε ὅτι εἶναι μία ἀπόφασις, διατὶ ἔρχεσθε νὰ λύσητε ἑρμηνευτικῶς τὸ ζήτημα καὶ θέσητε τὸ κῦρός σας ἐπὶ τῶν δικαστηρίων; Τοῦτο μαρτυρεῖ, ὅτι δὲν ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὰ δικαστήρια· τοῦτο μαρτυρεῖ, ὅτι φρονεῖτε τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον καθιερώθη ὁριστικῶς διὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν δικαστηρίων. Εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι δὲν ἔχει χώραν τὸ ἀπαράδεκτον, τὸ ὁποῖον προτείνεται, τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ. Ἔχει λάθος. Ἡμεῖς δὲν λέγομεν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 εἶναι ἀντισυνταγματικός, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἑρμηνεία εἶναι ἀντισυνταγματική. Ὁ νόμος τοῦ 1867 δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικός, διότι δὲν ὑποχρεοῖ τοὺς παροδίους· σήμερον ὅμως διὰ τῆς ἑρμηνείας γίνεται ἀντισυνταγματικός. Τὰ δικαστήρια ἐσκέφθησαν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρῆται ἡ ἰδιοκτησία ἄνευ ἀποζημιώσεως· τὸ ἐναντίον δὲ σεῖς θέλετε νὰ καθιερώσητε. Καὶ τὸ ἀπαράδεκτον, τὸ ὁποῖον προτείνομεν κατὰ τοῦ νόμου, εἶναι λογικώτατον καὶ ὀρθότατον, διότι προτείνεται κατὰ τῆς ἑρμηνείας, ἣν δίδετε εἰς τὸν νόμον. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θεωρεῖ λελυμένον τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ ὠφέλεια ἐκ τῆς πλατύνσεως τῆς ὁδοῦ ἀνήκει εἰς τοὺς παροδίους· ἀλλὰ πάλιν πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα, ἄν ὁλόκληρος ἡ ὠφέλεια ἀνάγεται εἰς τοὺς παροδίους. Ἐὰν ἔχω γήπεδον, καὶ τοῦτο διατέμνεται δι’ ὁδοῦ, διαχωρίζεται μία ἀγυιὰ καὶ καταστρέφεται τὸ γήπεδόν μου, νομίζετε ὅτι ὠφελήθην ἐκ τῆς διατάξεως τῆς ὁδοῦ; Καὶ τί μὲ λέγετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας; «δὲν θὰ λάβῃς τίποτε!» Καὶ ἤκουσα συναδέλφων νὰ λέγωσιν, ὅτι πρέπει νὰ κατατεθῇ τὸ τίμημα· ὑπὸ τίνος; ἐγὼ εἶμαι ὁ κύριος ἑκατέρωθεν. Ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ὠφελεῖται, εἶναι ὁ δῆμος, ἡ δὲ ἰδιοκτησία μεταβιβάζεται εἰς αὐτόν. Ἄν δὲ παύσῃ νὰ ἦναι ὁδὸς τὸ γήπεδόν μου, ἀναλαμβάνω τὴν κυριότητα ἐγὼ ὁ παραδώσας; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον φέρει, καὶ ὑπὸ τὰς δύο ἐπόψεις δὲν εἶναι ὀρθὴ, καὶ κατὰ συνέπειαν δημεύει τὴν περιουσίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνηλλάχθησαν δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καὶ εἶναι ἑρμηνεία καθ’ ὅλου ἐναντία τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπαράδεκτος.

§87Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία εἶναί τι ἀκροσφαλὲς καὶ ἐπικίνδυνον, εἰς τὸ ὁποῖον σπανίως πρέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ καταφεύγῃ, εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος· ἀλλ’ ὅταν — πρέπει νὰ συνομολογήσωμεν πάντες — ὑπάρχωσι νόμοι, περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τῶν ὁποίων γεννῶνται δισταγμοὶ καὶ ἀμφισβητήσεις, νόμοι περὶ τῶν ὁποίων εἰς τὴν μίαν μὲν περίστασιν τὰ δικαστήρια ἐδέχθησαν ὅτι ἔχουσι μίαν ἔννοιαν, εἰς τὴν ἄλλην δὲ περίστασιν ἐδέχθησαν ὅτι ἔχουσιν ἑτέραν ἔννοιαν, τότε ἡ Πολιτεία δὲν ἔχει μόνον δικαίωμα, ἔχει καθῆκον ἐπιτακτικὸν, νὰ παρέμβῃ καὶ νὰ εἴπῃ: «ἡ ἔννοια τοῦ νόμου ἐκείνου αὕτη εἶναι.» Οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦσι περὶ τῶν τελευταίων ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου, λησμονοῦσι τὴν πληθὺν τῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν πρὸ τῆς τελευταίας μεταβολῆς τῆς γνώμης τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ποίαν ἐγγύησιν ἔχομεν, ὅτι μεθαύριον εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον δὲν θὰ εἰσέλθωσιν ἄλλοι Ἀρειοπαγῖται, ἢ ὅτι οἱ αὐτοὶ καὶ νῦν, μελετῶντες καλλίτερον τὰ πράγματα, δὲν θὰ ἐπανέλθωσιν πάλιν εἰς τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἣν ἐχάραξαν ἀπὸ εἰκοσιοκταετίας; Δύναται τὸ Κράτος νὰ ἀνεχθῇ, ὅπως περὶ τοῦ αὐτοῦ νόμου δίδωνται ἑκάστοτε διάφοροι λύσεις, καὶ δὴ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι; Τὸ Κράτος, ἐπαναλαμβάνω, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ λύσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐθέσπισεν ἡ Πολιτεία, εἶναι τοιαύτη ἢ τοιαύτη. Περὶ τούτου πρόκειται. Λοιπὸν ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία δὲν σκοπεῖ ἄλλο ἢ νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τοὺς δικαστὰς τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Πολιτεία, θεσπίζουσα τὸν νόμον περὶ ἀποζημιώσεως, καθ’ ἣν περίπτωσιν καταλαμβάνωνται γήπεδα ἰδιωτῶν, ἐνόησεν ὅτι ἡ ἀποζημίωσις δίδεται ὑπὸ τῶν παροδίων. Τοῦτο εἶναι δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ τὸ πράξῃ.

§88ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μόνον μίαν παρατήρησιν κάμνω, ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφωνία τῆς νομολογίας σήμερον. Ἐπικαλεῖσθε ἀποφάσεις τοῦ 1891. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι διαφωνία σύγχρονος. Ὅταν ἀπὸ τοῦ 1891 μέχρι σήμερον ἔχομεν ὁμόφωνον τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ποῦ εὑρίσκει ὁ συνάδελφος τὴν διαφωνίαν; Ἐὰν δεχθῶμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τότε θὰ ἔχωμεν ἀφῃρημένας ἑρμηνείας νόμων, διότι κατὰ τὸ 1870, πρὸ τριάκοντα ἢ εἴκοσιν ἐτῶν, ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις ἐναντίον τῆς κρατούσης σήμερον σταθερᾶς νομολογίας.

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ καλὸν νὰ μὴ παρατείνηται ἡ συζήτησις ἐπὶ ἑτέρων θεμάτων.

§90ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν εἶναι ὁμόφωνος ἡ νομολογία. Ἐσχάτως τὸ Ἐφετεῖον ἀπεφήνατο ἐναντίαν γνώμην, καὶ τὸ Βʹ τμῆμα τοῦ Ἀρείου Πάγου διεφώνησε καὶ εἶπεν: «οὐχὶ οἱ δῆμοι, ἀλλὰ οἱ παρόδιοί εἰσιν ὑπόχρεοι εἰς ἀποζημίωσιν.» Ἦλθον εἰς τὴν ὁλομέλειαν πάλιν οἱ δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἄλλην γνώμην, καὶ δι’ αὐτὸ ὑπῆρξεν ἡ ἄλλη γνώμη. Εἶναι τὸ ζήτημα κυμαῖνον. Θέλετε δὲ νὰ ἴδητε ποία ἡ ἔννοια τοῦ νόμου; λάβετε τὰ πρακτικὰ τῆς Γʹ Συνόδου τῆς Αʹ Βουλευτικῆς Περιόδου. Ἐκεῖ θὰ ἴδητε, τί εἶπεν ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου, ἀπαντῶν πρὸς τὸν κ. Κυριακόν, ὅστις εἶπεν, ὅτι «πέρυσιν ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον τοῦ Ἀπριλίου καὶ εἴπομεν ὅτι οἱ παρόδιοι. Ἐδῶ φαίνεται ἀντίφασίς τις. Πῶς θὰ συμβιβάσωμεν αὐτὴν τὴν ἀντίφασιν, ὅταν εἴπωμεν ὅτι διὰ τὰς δημοτικὰς ὁδοὺς ἐνέχεται ὁ δῆμος εἰς ἀποζημίωσιν;» Ὁ Κουμουνδοῦρος, ὅταν ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ, ἀπήντησε: «δὲν ὑπάρχει ἀντίφασις· ἐκεῖνος ὁ νόμος μένει ἀκέραιος», (ἔχει αὐτὴν τὴν φράσιν) «ἐν πλήρει ἰσχύϊ. Αὐτὸς ὁ νόμος ἀφορᾷ τὰς ἐκτὸς τῶν πόλεων ὁδοὺς, τὰς δημοτικὰς καὶ ἀγροτικάς». Ὥστε βλέπετε, Κύριοι, ὅτι σᾶς φέρω αὐτὴν τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ. Θέλετε; Φέρετε τὰ πρακτικὰ, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐγεννήθη αὐτὴν ταύτην τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν συνεζητεῖτο ὁ νόμος ἐκεῖνος, καὶ δὲν ὑπῆρξε καμμία ἀμφιβολία, ὅτι τὸ βάρος τῆς ἀποζημιώσεως δὲν ἔπιπτεν εἰς τὸν δῆμον, ἀλλ’ εἰς τοὺς παροδίους. Τώρα θέλετε νὰ ἀντιλέγητε; Ἀντιλέγετε ὅσον θέλετε.

§91ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Καράπαυλος, ὅτι διαφωνεῖ πρός με κατά τι, ἀλλὰ δὲν ἐνόησα εἰς τί. Ἀπ’ ἐναντίας εἶδον, ὅτι μίαν ἀμφιβολίαν ἔχει εἰς τὰ ὅσα εἶπον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καθ’ ὁλοκληρίαν συμφωνῶν πρὸς ἐμέ. Ἀλλὰ ἠθέλησε νὰ ἐντείνῃ καὶ ἕν ἄλλο. Ἐπειδὴ ἐγὼ, ὅσα εἶπον, τὰ εἶπον διὰ νὰ καταδείξω ὅτι πρὸ παντὸς ἐν τοιούτου εἴδους νομοσχεδίοις πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἐπεξεργασία τις, λύσις τις ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ὁποίαν ἡ Βουλὴ θέλῃ, ἐνῷ εἶπον αὐτὰ, μοὶ προσθέτει: «προτείνοντες τὸ ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἄλλα στοιχεῖα, μήπως ὑπάρχει ὑπόνοια, ὅτι εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικὸν τοῦτο; μήπως ἐλαττοῦται ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ γείνῃ ἡ προεξέλεγξις;» Τοσούτῳ περισσότερον θὰ γείνῃ ἡ προεξέλεγξις ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ὑμεῖς, ὡς νὰ ἤμεθα σύλλογος ἐπιστημονικὸς, ἠρχίσαμεν νὰ συζητῶμεν περὶ τῶν ἰδεῶν τῶν νόμων τῶν παλαιῶν, καὶ νὰ ἐπικαλώμεθα οἱ μὲν τὴν δεῖνα ἀπόφασιν, οἱ δὲ τὴν ἄλλην, δηλ. εἰσερχόμεθα εἰς μίαν συζήτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἄν ἠθέλομεν νὰ περιορισθῶμεν ὡς νομικοὶ, συζητοῦντες νομικὰ θέματα, ἠδυνάμεθα ἀξιόλογα ἐπὶ 15 ἡμέρας νὰ συζητῶμεν. Ἡ Βουλὴ ἔχει πολλοὺς νομικοὺς, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ ἑπομένως, ἄν θελήσωμεν νὰ ἐπιδείξωμεν τὰς νομικάς μας γνώσεις, τὴν ἐπιστημονικὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἕκαστος δίδει εἰς τὸν περὶ ὁδοποιΐας νόμον, διατὶ νὰ μὴ θελήσωμεν ἐπὶ ὁλοκλήρους ἡμέρας νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τούτου; Ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι, ἄν θέλωμεν σοβαρῶς νὰ καταλήξωμεν εἰς ἕν συμπέρασμα, ἀνάγκη νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ, ὅπως γείνῃ ἐπεξεργασία. Ἀλλὰ τοῦτο ἔχει καὶ ἄλλον τινὰ λόγον νομικόν. Καὶ βλέπετε ὅτι ὑπάρχει αὐτὸ τὸ διπλοῦν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ λίαν ἀκροσφαλὲς καὶ ἐπικίνδυνον, τὸ ὁποῖον καὶ λίαν ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶχε καταδείξει τὸ ποῖον; ἐνῷ νομίζει τις, ὅτι πρόκειται περὶ ἑρμηνείας διὰ τοῦ προκειμένου νόμου, πρέπει νὰ συλλογίζηται, ὅτι τέμνει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία οὐσιαστικῶς τὰ ζητήματα; δηλαδὴ νομοθετεῖ. Ἄν πρόκειται περὶ ἑρμηνείας, καὶ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἑρμηνείας, τότε βεβαίως τὸ συνταγματικὸν ἢ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ ἑρμηνεύοντος νόμου σχετίζεται πρὸς τὸ συνταγματικὸν ἢ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νόμου τοῦ προηγουμένου, διότι καθ’ ἑαυτὴν ἡ ἑρμηνεία εἶναι πάντοτε συνταγματική. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι αὐθεντικὴ ἑρμηνεία διὰ τὸν φρονοῦντα ὅτι δὲν ἦτο τοιαύτη ἡ ἔννοια τῶν νόμων ἐκείνων, ὅτι ἡ ἔννοια ἦτο ὁποία ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι κατὰ τὸ Σύνταγμα, τότε βεβαίως, ἐπειδὴ εἶπον ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τέμνει οὐσιαστικῶς τὴν ὑπόθεσιν, τότε δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην καὶ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ ἑρμηνεύοντος αὐθεντικῶς νόμου. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ εἴπῃ τις περὶ τοῦ συνταγματικοῦ ἢ τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ, ἄν μὴ ἀσχολῆται εἰς τὴν μελέτην τῶν νόμων; Ἀλλὰ βεβαίως μαζὺ μὲ τὴν νομικὴν ἔποψιν θέλει ἐξετάσει ὁ αὐθεντικῶς ἑρμηνεύων καὶ συνάμα νομοθετῶν, καὶ τὴν πραγματικὴν, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι ἐπιστημονικὸς σύλλογος. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν πρέπει νὰ διορίσῃ ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἐντολὴν, νὰ ἐξετάσῃ μὲν τὴν ἀληθῆ ἑρμηνείαν τῶν νόμων ἐκείνων καὶ νὰ ταχθῇ πρὸς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην ἰδέαν, ἀλλὰ συγχρόνως, ὡς ἐπιτροπὴ τῆς ἐξουσίας ἐκείνης, ἡ ὁποία, εἴτε τοιαύτη εἶναι ἡ ἑρμηνεία εἴτε τοιαύτη, πρόκειται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐθεντικῶς, θέλει ἐξετάσει καὶ ὑπὸ τὴν πρακτικὴν ἔποψιν, τί συμφέρει νὰ νομοθετηθῇ σήμερον, ποῖοι νὰ ἀποζημιῶσιν, ὁ δῆμος ἢ οἱ παρόδιοι; Διὰ τοῦτο, ἄν πρόκειται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ τάμῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ τὸ τάμῃ ὑπὸ τὴν διπλῆν ταύτην ἔποψιν, καὶ ἑπομένως θὰ διορίσῃ πρόσωπα, ἵνα ἀποτελέσωσιν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσι τὴν ἱκανότητα τὴν νομικὴν, συγχρόνως δὲ ὡς νομοθέται θὰ ἐπηρεασθῶσι καὶ ἐκ τῆς ἰδέας τί πρέπει τέλος πάντων νὰ νομοθετηθῇ· ὄχι πλέον ἁπλῶς ποία ἡ ἑρμηνεία, ἀλλὰ καὶ τί πρέπει νὰ νομοθετηθῇ.

§92ΣΤΑΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας εἶναι ἡ ἀπωτάτη, καὶ ἑπομένως δέον νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς ἀπωτάτης.

§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου, πρὶν ἢ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου, διότι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει πρότασις ἀπαραδέκτου.

§94ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως διετύπωσα τὴν πρότασιν, αὐτοδικαίως εἶναι ἡ ἀπωτέρα, διότι ἐγὼ εἶπον, ὅτι, διὰ νὰ κριθῇ τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἢ μὴ, πρέπει νὰ ἐρωτηθῶσιν οἱ ἁρμόδιοι.

§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ προταθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ κληθῇ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτῆς, οὐχὶ διότι προέβημεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καί τινες μὲν ἐπρότειναν τὸ ἀπαράδεκτον αὐτοῦ, τινὲς δὲ εἰσῆλθον εἰς τὴν οὐσίαν καὶ ἐπελάβοντο τῆς ἐρεύνης αὐτοῦ, καὶ ἀπεφήναντο γνώμην, ἀλλὰ διότι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς προέβαλεν, αὕτη ὑπεβλήθη ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ πρὸ τῆς παρελθούσης Δευτέρας ἀνετέθη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσηται δυοῖν θάτερον, εἴτε νὰ συστήσῃ εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, εἴτε, ἂν ἐγκρίνῃ, νὰ καλέσῃ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἐπιλάβηται τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγένοντο ἐπανειλημμέναι ἀπόπειραι, ἵνα συνέλθῃ ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴ,—διότι ὁ κ. Πρόεδρος, ποιούμενος χρῆσιν τοῦ δικαιώματός του, προετίμησε τὸ δεύτερον, δηλαδὴ νὰ συγκαλέσῃ τὴν ἐπιτροπὴν,—ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν συνῆλθεν. Ἑπομένως εὑρέθημεν σήμερον, χθὲς, εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἤμεθα κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον, χθὲς δὲ ἐγὼ προέτεινα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐξέθηκα τὴν κατάστασιν ταύτην, ἡ δὲ Βουλὴ ἐνέκρινε νὰ συστηθῇ μὲν ἐπὶ δύο νομοσχεδίων εἰδικὴ ἐπιτροπή, ἐπὶ τοῦ περὶ ἑταιριῶν καὶ ἐπὶ τοῦ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, τὰ δὲ ἄλλα νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀμφιβάλλω καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης. Ἴσως ἤθελον εἶμαι δεδικαιολογημένος, ἂν ἤμην μέλος τῆς Βουλῆς ἁπλῶς, καὶ δὲν ἤμην ἐν τῇ Κυβερνήσει. Ἴσως πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐτράπησαν ἐπὶ τὴν μελέτην τῶν νόμων, ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀκούσωσι τὴν γνώμην εἰδικῶν ἀνθρώπων· ἀλλ’ ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, ὁ ὁποῖος καὶ ἐτράπη ἐπὶ τὴν μελέτην τῶν νόμων, καὶ δεινὸς τυγχάνει γνώστης αὐτῶν, νομίζω, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ εἴπῃ τὴν ἰδίαν γνώμην, καὶ ἐκαλεῖτο πρῶτος αὐτὸς νὰ δώσῃ τὰ φῶτα, διότι δέκα καὶ ἕξ ἤδη ἡμέρας ἔχει τὸ νομοσχέδιον ἀνὰ χεῖρας, εἶναι δὲ πρόσφατα τὰ φῶτα ὅλα, τὰ ὁποῖα προσεκόμισεν ἐκ μακρῶν μελετῶν, καὶ δύναται νὰ μεταδώσῃ αὐτὰ καὶ τὰ προσθέσῃ. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐκτὸς τῆς οὐσίας, καὶ διὰ τοῦτο θέλει μοὶ ἐπιτρέψει ἡ Βουλὴ νὰ προβῶ εἰς τὴν ἔρευναν τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους προέτειναν οἱ δύο ἄλλοι Βουλευταί. Καὶ ἐν πρώτοις προτάσσω τὸ θέμα τοῦ ἀπαραδέκτου. Θέματα ἀπαραδέκτου καλοῦνται τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀντιβαίνουσιν εἰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅταν ὁ εὔγλωττος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου προέτεινε τὸ ἀπαράδεκτον, ἐνέστην, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν, ἵνα ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν αὐτὸν νὰ προτείνῃ τὸ ἀπαράδεκτον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶπε δύο λόγους· πρῶτον, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, δεύτερον, διότι — καὶ τοῦτο ἴσως δὲν ἀνήκει εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ ἀπαραδέκτου — οἱ δῆμοι πρέπει νὰ ὑποχρεωθῶσιν εἰς πληρωμὴν, διότι τὸ ἔδαφος τῶν ὁδῶν εἶναι ἰδιοκτησία τῶν δήμων. Εἰς τὸν δεύτερον τοῦτον ἰσχυρισμὸν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, μὴ ὑποκείμενον εἰς τὴν ἔρευναν τῶν λόγων τοῦ ἀπαραδέκτου, διότι ὁ εἰρημένος ἰσχυρισμὸς δὲν ἀποτελεῖ οὔτε λόγον ὑπὲρ τοῦ ἀπαραδέκτου, οὔτε λόγον κατὰ τοῦ ἀπαραδέκτου, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ προβάλω ἄλλο τι, εἰμὴ μόνον, ὅτι αἱ ὁδοὶ εἶναι ἐκτὸς τοῦ ἐμπορίου, καὶ ὅτι οὐδεὶς εἶναι ἰδιοκτήτης τοῦ ἐδάφους τῶν ὁδῶν. Ἐπὶ τοῦ πρώτου λόγου ὅμως, τοῦ ἀπαραδέκτου, ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ καταλήψεως ἰδιοκτησιῶν νῦν, ἵνα κρίνωμεν πῶς πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς προηγουμένης ἀποζημιώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν· πρόκειται περὶ ἰδιοκτησιῶν καταληφθεισῶν πρὸ 30 καὶ 40 καὶ 50 καὶ 20 καὶ 15 ἐτῶν. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς καταλήψεως ποῖοι ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῶσι νόμοι, ἵνα μὴ παραβαθῇ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἢ ἵνα ἐκτελεσθῶσιν αἱ ῥῆτραι αὐτοῦ; Ὑπῆρχε διάταγμα, ἔχον ἰσχὺν νόμου, τὸ τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον ἐκανόνιζε τὰ τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὰς καταλαμβανομένας ἐν τῇ πόλει Ἀθηνῶν γαίας, δηλαδὴ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν τῆς πόλεως, διέτασσε δὲ ν’ ἀποζημιῶνται οἱ ἰδιοκτῆται ἐκ τῶν παροδίων. Ἤκουσα διαμαρτυρίαν, ὅτι τὸ εἰρημένον διάταγμα ἀπὸ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1843 εἶναι πλέον ἄχρηστον, διότι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ ἀποζημιοῦσθαι τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ὁδῶν πρὸ τῆς καταλήψεως τῶν γαιῶν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ἀνεγράφη ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1843· ἀλλ’ οἱ κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ἐσφάλλοντο, διότι τὸ διάταγμα τοῦ 1836 ἀνεγράφη καὶ καθιερώθη καὶ διὰ νόμου ἐκδοθέντος κατὰ τὸ 1867, διότι ὁ νόμος τοῦ 1867 ΣΚΓʹ τὰς διατάξεις τούτου τοῦ διατάγματος κηρύσσει ἐφαρμοστέας ἐπὶ ὡρισμένων κατηγοριῶν καταλήψεως γηπέδων. Λοιπὸν τὸ διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον ἔχει ἰσχὺν νόμου, δὲν ἐκηρύχθη ἀντισυνταγματικὸν ὑπὸ οὐδενὸς νόμου· ἐξ ἐναντίας ἐκυρώθη ὑπὸ νόμου ἐκδοθέντος κατόπιν, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς ἀπεδέχθη τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα. Ἑπομένως ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦ 1836 εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, δὲν εἶναι ἰσχυρός. Ἀλλ’ ἡ νομοθεσία ἡ περὶ ὁδοποιΐας δὲν γνωρίζω ἂν ἦναι πλήρης ἢ ἀτελὴς, γνωρίζω ὅμως, ὅτι τρεῖς ὑπάρχουσι νόμοι, κανονίζοντες τὰ κατ’ αὐτήν. Ὁ νόμος τοῦ 1836, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν· τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1836 (καὶ λέγω «νόμου», ἂν καὶ ἦτο Β. Διάταγμα, διότι τότε ὁ Βασιλεὺς ἐνήσκει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν) τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1836 ἐκύρωσεν ὁ νόμος τοῦ 1867, καὶ ἐπεξέτεινε τὴν ἰσχὺν τῶν διατάξεων τούτων καὶ εἰς τὰς ἄλλας πόλεις. Λοιπὸν ἔχομεν τὸ σύστημα τὸ κατασταθὲν διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1836, καὶ τὸ σύστημα τὸ κατασταθὲν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1867. Ὁ νόμος τοῦ 1867, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπὸ στοιχεῖα ΣΞΓʹ, κανονίζει ἐν γένει τὰ τῆς ὁδοποιΐας. Συνιστᾶται δι’ αὐτοῦ ταμεῖον ὁδοποιΐας, ἐπεβλήθησαν εἰδικοὶ φόροι διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, καὶ ἐκανονίσθη ὁ τρόπος καὶ αἱ κατηγορίαι τῶν διαφόρων ὁδῶν. Αἱ ὁδοὶ, αἱ ὁποῖαι συνδέουσι τὰ διάφορα χωρία τοῦ δήμου πρὸς ἄλληλα, ὠνομάσθησαν δημοτικαὶ, αἱ ὁδοὶ αἱ ὁποῖαι συνδέουσι τοὺς δήμους πρὸς ἀλλήλους, λέγονται ἐπαρχιακαὶ, αἱ ὁδοὶ αἱ ὁποῖαι συνδέουσι τὰς ἐπαρχίας πρὸς ἀλλήλας, ἢ πρὸς λιμένα, λέγονται ἐθνικαί. Ὁ νόμος ἐκανόνισε τὰ τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν ἐκτὸς τῶν πόλεων, ἀλλὰ διὰ τοῦτο, διότι ἐκανόνισε τὰ τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν τῶν ἐκτὸς τῶν πόλεων, κατεστάθη ἀναγκαῖον μετὰ τὸν νόμον τοῦτον νὰ ἐκδοθῇ ὁ ἄλλος νόμος, ὁ ὁποῖος ἐκήρυξεν ἐν ἰσχύϊ τὰς διατάξεις τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1836 διὰ τὰς ὁδοὺς τὰς ἐκτὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν. Λοιπὸν ἔχομεν νομοθεσίαν κανονίζουσαν τὰ τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι συνδέουσι τὰ χωρία πρὸς ἄλληλα, ἢ τοὺς δήμους πρὸς ἀλλήλους, ἢ τὰς ἐπαρχίας πρὸς ἀλλήλας, καὶ νομοθεσίαν κανονίζουσαν τὰ τοῦ σχεδίου τῶν πόλεων καὶ κωμῶν, διότι ἡ ἐκτέλεσις τῶν σχεδίων τῶν πόλεων καὶ κωμῶν εἶναι ἡ ὁδοποιΐα ἡ ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν, καὶ μάλιστα ὁ νόμος οὗτος τοιαύτην φέρει ἐπιγραφὴν, «περὶ ἐκτελέσεως τῶν σχεδίων τῶν πόλεων καὶ κωμῶν». Εἴτε τὸν ἕνα νόμον ἠθέλομεν ἐφαρμόσει, —νομίζω δ’ ὅτι ἐνεδείχθη εἰς ἡμᾶς ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται ἐπὶ τῶν ὁδῶν τῶν ἐντὸς τῶν κωμῶν ὁ νόμος ὁ κηρύξας ἐν ἰσχύϊ τὸ διάταγμα τοῦ 1836,—εἴτε τὸ δεύτερον σύστημα ἐφαρμόσωμεν, ἤτοι τὸν νόμον περὶ ὁδοποιΐας, περὶ κατασκευῆς ὁδῶν ἐθνικῶν, ἐπαρχιακῶν καὶ ἐθνικῶν, ἐσμὲν ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος, διότι αἱ γαῖαι τῶν ἰδιοκτητῶν κατελήφθησαν ἤδη πρὸ χρόνων, οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀπεζημιώθησαν, ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, ζητοῦσι δὲ νῦν ἀποζημίωσιν. Εἶναι λοιπὸν ἀντισυνταγματικὸν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν; Ἢ ἀντισυνταγματικά εἰσι τὰ γενόμενα μέχρι τοῦδε κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος; Ἂν δὲ τὰ γενόμενα ἐγένοντο κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος, δὲν εὐθύνεται βεβαίως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν. Λοιπὸν δὲν πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ κηρύξωμεν ἡμεῖς, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ καταλαμβάνωνται γαῖαι ἰδιοκτητῶν ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, διὰ νὰ μᾶς ἐγκαλέσωσιν ἐπὶ παραβάσει τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο ἐγένετο ἤδη, ἐγένετο δὲ ἰσχύοντος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843, καὶ ἐγένετο ἰσχύοντος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Πρόκειται νῦν νὰ ἐξεύρωμεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἤθελε κατασταθῆ δυνατὸν νὰ ἀποζημιωθῶσιν οὗτοι, τῶν ὁποίων τὰς ἰδιοκτησίας κατέλαβον αἱ ὁδοί. Περὶ τούτου πρόκειται. Λοιπὸν ἀπορῶ, ποῦ στηρίζεται ἡ αἰτιολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος κατήγγειλε τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ἠδύνατο νὰ προτείνῃ ἄλλο τι, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν θέλει κατορθωθῆ νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ χρήματα τὰ πληρωτέα εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, τῶν ὁποίων αἱ γαῖαι κατελήφθησαν ἕνεκα τῆς ὁδοποιΐας, καὶ τότε ἠθέλομεν συζητήσει, καὶ ἂν ἀπεδεικνύετο, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἔτεινον πρὸς τοῦτο, νὰ ἐξεύρωμεν ἄλλας διατάξεις, ἢ νὰ συμπληρώσωμεν αὐτὰς, ἂν ἦναι ἐλλιπεῖς, ἢ δι’ ἄλλων διατάξεων ν’ ἀντικαταστήσωμεν αὐτάς. Ἀλλ’ ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, δὲν ἐνόησα πῶς ἐπείσθη περὶ τούτου ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτὴς καὶ προέβαλε τοιαύτην ἀντίῤῥησιν, κηρύσσω μάλιστα, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος δι’ ὅλας τὰς καταληφθείσας γαίας, εἴτε ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν, εἴτε ἐκτὸς, λόγῳ ὁδοποιΐας. Εὐτυχῶς ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου τοῦ 1867, διὰ τὰς γαίας τὰς καταληφθείσας δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, κατέστησε δυνατὴν τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ ὑποχρέου πρὸς πληρωμὴν, καὶ ὁσάκις ὑπόχρεον ἦτο τὸ ταμεῖον τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, ἐπλήρονε τὰς ἐπιβαρυνούσας αὐτὸ ἀποζημιώσεις. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἰσχυρίζετο, ὡς εἶπον, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν, δὲν θέλουσι καταστήσει πιθανὴν τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν, ἂς προβάλῃ εἴτε τροπολογίαν τοῦ νομοσχεδίου, εἴτε ἄλλην γνώμην· νομίζω ὅμως, ὅτι δυσκόλως θέλει ἐξεύρει τρόπον ἄλλον δικαιότερον καὶ εὐνομώτερον. Λέγω δυσκόλως δύναται νὰ εὕρῃ τρόπον ἄλλον, διότι, ἂν αἱ ἐθνικαὶ, αἱ ἐπαρχιακαὶ ἢ αἱ δημοτικαὶ ὁδοὶ, αἱ συνδέουσαι χωρία δήμου πρὸς ἄλληλα, ἢ δήμους πρὸς ἀλλήλους, ἢ ἐπαρχίας πρὸς ἀλλήλας, ἂν αὐταὶ αἱ ὁδοὶ διέρχωνται διὰ πόλεων καὶ κωμῶν, θεωρεῖται ὡς συνέχεια τῆς ὁδοῦ τὸ ἔδαφος τὸ ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν, τὸ ὁποῖον κατελήφθη, ἵνα συνεχισθῇ ἡ ἐξακολούθησις τῆς ὁδοῦ, ἂν δὲ δὲν ὑπάρχῃ ἐγκεκριμένον σχέδιον τῶν πόλεων καὶ κωμῶν τούτων, πληρόνει τὴν ἀποζημίωσιν διὰ τὸ καταληφθὲν ἔδαφος τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ἢ τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας. Ἂν ὅμως ὑπάρχῃ σχέδιον ἐγκεκριμένον τῶν πόλεων καὶ κωμῶν, δι’ ὧν διέρχονται αἱ ὁδοὶ, κανονίζον τὰς ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν ὁδοὺς καὶ πλατείας, τότε τὸ τμῆμα τοῦ ἐδάφους, τὸ καταλαμβανόμενον ὑπὸ τῶν ὁδῶν τῶν ἐθνικῶν, ἐπαρχιακῶν ἢ δημοτικῶν, θεωρεῖται ὡς ἔδαφος τῆς ὁδοῦ τῆς πόλεως ἢ κώμης. Ὅθεν ἐκεῖ, ἔνθα ὑπάρχει σχέδιον ἐν κώμαις καὶ πόλεσι, τὸ ἔδαφος τὸ καταληφθὲν ὑπὸ ἐθνικῶν, ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγονται τὰ ἐδάφη τὰ καταληφθέντα πρὸς κατασκευὴν τῶν ἄλλων ὁδῶν ἐν κώμαις καὶ πόλεσιν. Ἀλλ’ ὁσάκις γίνεται λόγος περὶ θέματος ἀντισυνταγματικότητος, ἐνθυμοῦμαι πάντοτε γνώμην ἀνθρώπου λίαν γνώστου τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν καὶ συνταγματικῶν παραδόσεων, τὴν γνώμην διασήμου πολιτικοῦ καὶ νομικοῦ συγχρόνως, ὅστις διαρκῶς κατὰ τὴν βασιλείαν τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου προήδρευε τῆς Βουλῆς τῶν Γάλλων. Ὁ διάσημος οὗτος ἀνὴρ συνίστα νὰ ἀποφεύγωσιν, ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερον, τὴν πρότασιν τοῦ ἀπαραδέκτου τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου νὰ μὴ ἐπιμένῃ, ὅπως ψηφισθῇ ἡ πρότασις περὶ ἀπαραδέκτου τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐρεύνης τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου, βεβαιῶ δὲ αὐτὸν, ὅτι θέλομεν ἀκολουθήσει αὐτὸν καὶ θέλομεν φωτισθῆ ἀπὸ πᾶσαν γνώμην, ἣν ἤθελε προτείνει καὶ ἥτις ἤθελε πείθει ἡμᾶς, ὅτι δι’ αὐτῆς θέλει κατασταθῆ βεβαία ἡ ἀκεραία ἀποζημίωσις τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν γηπέδων, τὰ ὁποῖα κατελήφθησαν μέχρι τοῦδε δι’ ὁδοὺς καὶ πλατείας.

§96ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐάν τις ἐξ ἡμῶν εἶχεν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ὑπάρχει τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν, νομίζω ὅτι ἡ ἀμφιβολία αὕτη ἤρθη μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡμολόγησεν, ὅτι κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος κατελήφθησαν ἰδιοκτησίαι ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν, ἐρχόμεθα νὰ κυρώσωμεν ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἀντισυνταγματικὴν πρᾶξιν, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξακολουθεῖ φρονῶν, ὅτι δὲν ὑπάρχει τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἄν ἐπρόκειτο διὰ τοῦ νόμου νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι πᾶς ἰδιοκτήτης γηπέδου καταλαμβανομένου ὑπὸ δημοτικῆς ὁδοῦ δὲν δύναται ν’ ἀποζημιωθῇ, εἰμὴ παρὰ τῶν παροδίων, βεβαίως δὲν δύναται νὰ προβληθῇ τὸ ἀντισυνταγματικὸν, ἔδει μόνον νὰ ἀναγραφῇ ἡ διαδικασία ἡ προσήκουσα, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ προηγουμένη ἀποζημίωσις τοῦ ἰδιοκτήτου. Προκειμένου ὅμως περὶ νόμου ἑρμηνευτικοῦ, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ κανονίσῃ σχέσεις μεταξὺ τῶν δήμων καὶ τῶν ἰδιωτῶν ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, νομίζω ὅτι εἶναι καθαρῶς νόμος δημευτικὸς κεκτημένων δικαιωμάτων, καὶ ὡς τοιοῦτος ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὑπό τινος τῶν συναδέλφων, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν, προεβλήθη ἓν παράπονον, ὅτι πολλάκις συμβαίνει ὥστε γήπεδόν τι διὰ τινος ῥυμοτομίας νὰ ἀφαιρεθῇ κατὰ τὸ πλεῖστον, καὶ νὰ ἀπομείνῃ παρόδιος ὁ ἴδιος ἰδιοκτήτης, καὶ νὰ ὑποχρεωθῇ αὐτὸς ν’ ἀποζημιώσῃ ἑαυτόν· ὑπὸ ἑτέρου συναδέλφου παρετηρήθη, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἄδικον, διότι τὰ δύο τεμάχια τοῦ γηπέδου, τὰ ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς ὁδοῦ, θέλουσιν ἀποκτήσει μείζονα ἀξίαν, ἀλλ’ ὁ συνάδελφος οὗτος ἐλησμόνησεν, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ ἀναγράφεται διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ τιμὴ, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ θέλει ἀποζημιωθῆ, εἶναι ἡ τιμὴ ἡ κρατοῦσα καθ’ ὃν χρόνον κατελήφθη τὸ γήπεδον, ἑπομένως, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἰδιοκτήτης τις ἔχει γήπεδον 2,000 πήχεων διὰ τῆς διελεύσεως δὲ τῆς ὁδοῦ τοῦ ἀπομένουν 200 πήχεις, εἰς δύο τεμάχια, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς ὁδοῦ, τὰ τεμάχια ταῦτα, ἂν δὲν ἦναι οἰκοδομήσιμα, θέλουν προστεθῆ εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν παροδίων, ὁ δὲ πρώην ἰδιοκτήτης θέλει λάβει τὴν ἀξίαν ἐπὶ τῇ τιμῇ, καθ’ ἣν ἐπωλήθησαν γειτονικὰ οἰκόπεδα πρὸ τῆς ῥυμοτομίας. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον παράδειγμα δύναμαι νὰ προβάλλω, ὅπερ νομίζω, ὅτι εἶναι προσιδιάζον πρὸς τὰς ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἐχαράχθη παραλιακή τις ὁδὸς, ἥτις ἀφαιρεῖ ὁλόκληρον γήπεδον· ζητεῖται ἐνταῦθα, τίνες εἶναι οἱ παρόδιοι. Ὁ παρὰ τὴν παραλίαν ἔχων τὸ γήπεδόν του ὑποχρεοῦται ν’ ἀποζημιώσῃ κατὰ τὸ ἥμισυ, τὸ ἕτερον ἥμισυ θ’ ἀποζημιώσῃ ἡ θάλασσα, καὶ κατ’ αὐτῆς πρέπει νὰ ἐγερθῇ ἡ περὶ ἀποζημιώσεως ἀγωγὴ πρὸς ἀποζημίωσιν τοῦ στερηθέντος τὸ γήπεδόν του ἰδιοκτήτου. Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὅσοι παρηκολούθησαν τὰ τοῦ θέματος τούτου, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1891 καὶ ἐντεῦθεν ὑπάρχει σταθερὰ νομολογία τῶν δικαστηρίων, καθ’ ἣν οἱ δῆμοι ὑποχρεοῦνται εἰς ἀποζημίωσιν τῶν γηπέδων, τὰ ὁποῖα καταλαμβάνουσιν αἱ δημοτικοὶ ὁδοί. Ὑπάρχει ἐπίσης ἐν τῷ περὶ δήμων νόμῳ διάταξις, καθ’ ἣν αἱ ὁδοὶ καὶ αἱ ἀγυιαὶ καὶ αἱ πλατεῖαι εἶναι δημοτικὴ ἰδιοκτησία. Εἶναι μάλιστα γνωστὸν, ὅτι πολλάκις μετὰ τὴν κατάληψιν τῶν ὁδῶν καὶ πλατειῶν ἐγένετο ὑπὸ τοῦ δήμου ἀλλοία χρῆσις τῶν καταληφθέντων γηπέδων, καὶ τὰ δικαστήρια, ἐνώπιον τῶν ὁποίων προσέφυγον ἐκεῖνοι, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀφῃρέθη ἡ ἰδιοκτησία, παρεδέχθησαν, ὅτι οὐδὲν πλέον εἶχον οὗτοι δικαίωμα ἐπὶ τῶν γηπέδων αὐτῶν, ὡς ἀποζημιωθέντες ἤδη παρὰ τῶν δήμων. Οἱ δῆμοι μάλιστα συνέπεσε καὶ ἕτερον τι νὰ πράξωσι, πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀναμφισβητήτου ἰδιοκτησίας των ἐπὶ τῶν ὁδῶν· συνέπεσεν, ὥστε τεμάχιά τινα τῶν γηπέδων, τὰ ὁποῖα κατελήφθησαν διὰ τῆς ῥυμοτομίας, νὰ θεωρηθῶσιν ὡς δημοτικὴ ἰδιοκτησία, καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς διὰ τῆς ῥυμοτομίας καθιερωθείσης ὁδοῦ νὰ πωληθῶσι τὰ τεμάχια ταῦτα, καὶ τὸ τίμημα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημοτικὸν ταμεῖον. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ζήτημα, τοὐλάχιστον διὰ τὸ παρελθὸν, ὅτι εἶναι ὑπόχρεοι οἱ δῆμοι πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν, τῶν ὁποίων ἀφαιρεῖται ἡ ἰδιοκτησία πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ, ἀφοῦ οἱ δῆμοι γίνονται κύριοι τοῦ ἀφαιρουμένου διὰ τῆς ὁδοῦ γηπέδου. Ὡς πρὸς τὸ μέλλον, θέλουν συζητηθῆ τὰ ἄτοπα τῆς ἐναντίας ἀρχῆς, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ καθιερωθῇ, διότι τότε θέλει χορηγηθῆ ἀπεριόριστος εὐκολία εἰς τοὺς δήμους νὰ χαράττωσιν ὁδοὺς ὅπου θέλουσι, διότι γινώσκουσιν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἄλλοι θ’ ἀποζημιωθῶσιν, ἐνῷ τοὐλάχιστον μὲ τὴν σημερινὴν νομολογίαν θέλουσιν ἀναλογίζεσθαι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τὰς συνεπείας τὰς ἕνεκα τῆς ῥυμοτομίας, ὑπὲρ ἧς γνωμοδοτοῦσι, καὶ θὰ προβαίνουν μετὰ περισκέψεως εἰς τὰς τοιαύτας γνωμοδοτήσεις. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν, εἰμὴ νὰ δημεύωμεν ἰδιωτικὰς κτήσεις, καὶ οὕτω νὰ παραβιάζωμεν τὸ Σύνταγμα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν τελευταίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀγόρευσιν οὐδεὶς δύναται ἐξ ἡμῶν νὰ ἀμφιβάλῃ, ὅτι ὑφίσταται τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ.

§97Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη τὸ Σύνταγμα, μέχρι τοῦ σωτηρίου ἔτους 1891 ἐπλέομεν εἰς ὠκεανὸν ἀντισυνταγματικότητος ἀπὸ τὸν ὁποῖον μᾶς ἐξήγαγον μόλις ἐσχάτως τὰ δικαστήρια, ἑρμηνεύσαντα τὸν νόμον, καθ’ ὃν τρόπον ἡρμήνευσαν αὐτὸν, ἡ δὲ Κυβέρνησις καὶ αἱ Βουλαὶ τῆς Ἑλλάδος, ἐνῷ ἐγίνοντο τηλικαῦται δημεύσεις, οὐδεμίαν ἔφερον ἀντίῤῥησιν, καὶ ἠνείχοντο παραδόξως αὐτάς. Τοῦτο μὲ ἐκπλήττει πολύ. Ἀλλὰ τοῦτο ἴσως πείθει τινὰς, ἂν μὴ πάντας, ὅτι τὰ λεγόμενα περὶ ἀντισυνταγματικότητος καὶ περὶ δημεύσεως, τὴν ὁποίαν τώρα δῆθεν θέλομεν νὰ καθιερώσωμεν διὰ τῆς προτεινομένης ἑρμηνείας, εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατα.

§98ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὴν ἔνστασιν περὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ νομοσχεδίου οὔτε τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οὔτε τὰ τῶν ἄλλων, τῶν λαλησάντων κατὰ τῆς γνώμης μου, ἐκλόνισαν τὸ παράπαν. Ὡς ἔθεσα τὸ ζήτημα, πρόδηλον ὅτι οὔτε προγενεστέρους νόμους οὔτε νομολογίαν ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ. Ἐγὼ ἔθεσα τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως αὐτὴ ἡ ἰδία τὸ ἐξετάσῃ, ἂν διάταξις ὑποχρεοῦσα τοὺς παροδίους, ὅπως ἀποζημιῶσι τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν καταλαμβανομένων γηπέδων διὰ δημοτικὰς ὁδοὺς, δι’ ὁδοὺς δηλονότι αἱ ὁποῖαι κηρύττονται οὐχὶ κτῆσις τῶν ἀποζημιούντων, ἀλλὰ κτῆσις τοῦ δήμου, τοῦ μηδόλως ἀποζημιοῦντος, ἦναι συνταγματικὴ καὶ νόμιμος. Ῥητῶς δὲ ἀνέφερα, ὅτι καὶ τὸ διάταγμα τοῦ 1836 περὶ τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ἂν ἠδύνατο νὰ ἦναι ἰσχυρὸν καὶ ἐφαρμόσιμον πρὸ Συντάγματος τοῦ 1844, μετὰ τὸ 1844 εἶναι ἀνεφάρμοστον, ὡς ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς καταλήψεως ἰδιωτικῶν γηπέδων ὑπὸ τῶν ὁδῶν. Ἐκτὸς τούτου εἶμαι διατεθειμένος νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι καὶ ὁ νόμος τοῦ 1867 περὶ ὁδοποιΐας, ἂν ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς αὐτὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, βεβαίως εἶναι ἐναντίος τοῦ Συντάγματος, οὔτε δύναται ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν τοῦ ἐλαττώματος τούτου ἡ γνώμη, ὅτι ὁ εἰσηγησάμενος τὸν νόμον τοῦ 1867 τοιαύτην ἔδωκεν ἑρμηνείαν, διότι ὅ,τι εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, οὔτε νόμοι οὔτε ἑρμηνεῖαι δύνανται νὰ τὸ καταστήσουν συνταγματικόν. Ἀμφότεροι οἱ νόμοι οὗτοι εἶναι ἀντισυνταγματικοὶ, ἐφ’ ὅσον διατάσσουν, ἄλλος ν’ ἀποζημιοῖ, χωρὶς νὰ γίνηται ἰδιοκτήτης, καὶ ἄλλος νὰ γίνηται ἰδιοκτήτης, χωρὶς ν’ ἀποζημιοῖ. Οὐδεμία ἀπάντησις ἐδόθη ἐπὶ τῶν λόγων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐγὼ ἐστήριξα τὸ ἀντισυνταγματικόν. Ἠθέλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκφύγῃ τὸν σκόπελον, ὑποστηρίξας ὅτι αἱ δημοτικοὶ ὁδοὶ δὲν εἶναι κτήσεις τῶν δήμων. Ποῦ ὅμως ἐστήριξε τοῦτο; Εἰς τὸ ὅτι εἶναι κοινῆς χρήσεως, καὶ ὅτι ὁ δῆμος δὲν δύναται τοιαύτην ὁδὸν νὰ μεταβάλῃ ὡς πρὸς τὸν προορισμὸν, ἢ ν’ ἀπαγορεύσῃ νὰ τὴν διέρχωνται οἱ δημόται, ἢ νὰ τὴν διέρχωνταί τινες τῶν δημοτῶν, ἢ νὰ κάμῃ ἐκείνην τὴν χρῆσιν καὶ κατάχρησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει δικαίωμα νὰ ποιῆται ὁ ἰδιοκτήτης ἑνὸς κτήματος. Βεβαίως ὁ δῆμος τὰς ὁδοὺς τὰς δημοτικὰς, ὅπως τὸ Κράτος τὰς ἐθνικὰς, ὀφείλει νὰ κατασκευάζῃ καὶ συντηρῇ χάριν τῆς κοινῆς χρήσεως καὶ ἐπιβλέπῃ, ὅπως οὐδεμία ἄλλη χρῆσις γίνηται αὐτῶν. Δὲν ἐννοεῖται ποτὲ ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ὁδῶν, ὅτι αὗται ἀνήκουν εἰς τὸν δῆμον, ὅπως ἀνήκουν αὐτῷ τὰ δημοτικὰ κτήματα, οὔτε αἱ ἐθνικαὶ ὁδοὶ ὅτι ἀνήκουν εἰς τὸ Κράτος, ὅπως τὰ δημόσια κτήματα. Ἀλλὰ διότι εἶναι κοινῆς χρήσεως αἱ δημοτικαὶ καὶ ἐθνικαὶ ὁδοὶ, δὲν ἕπεται ὅτι περιττὸν νὰ ἦναι ὁ δῆμος καὶ τὸ Κράτος ἰδιοκτῆται τοῦ ἐδάφους τῶν ὁδῶν αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν ὅλαις ταῖς νομοθεσίας, ὅτι ἡ δημοτικὴ ὁδὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι δημοτικὴ, ἂν μὴ καὶ τὸ ἔδαφος ἦναι κτῆμα τοῦ δήμου. Ὅταν ὁ ἀγρὸς, ὅθεν διέρχεται ἡ ὁδὸς, ἦναι ἰδιωτικὸς, ἡ ὁδὸς εἶναι ἰδιωτικὴ, καὶ δυνάμει οὐδενὸς νόμου δύναται νὰ ἦναι ἐθνικὴ, ἐπαρχιακὴ ἢ δημοτική. Αὐτὸς εἶναι ὁ κανὼν καὶ τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου· ὅτι δὲ τοιοῦτόν τι ὑπάρχει ἐν τῷ πνεύματι τοῦ νόμου, ἐξάγεται ἐκ τοῦ ὅτι οὗτος ἀπῄτησεν ἀποζημίωσιν, καὶ ἀνεγνώρισεν, ὅτι διὰ τοιαύτης ὁδοῦ στερεῖται τοῦ γηπέδου του ὁ κύριος, καὶ πρέπει νὰ λάβῃ ἀπέναντι τῆς ἀφαιρέσεως ἀποζημίωσιν· λοιπὸν, ἂν τὸ γήπεδον, τὸ καταλαμβανόμενον ὑπὸ δημοτικῆς ὁδοῦ, γίνεται τοῦ δήμου, χωρὶς ὁ δῆμος νὰ ἀποζημιοῖ, τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Ἂν οἱ παρόδιοι ὑποχρεοῦνται ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ ἀποζημιῶσι τὸν κύριον τοῦ γηπέδου, καὶ αὐτοὶ ἀποζημιοῦσιν, αὐτοὶ τότε γίνονται ἀναγκαίως οἱ κύριοι τοῦ γηπέδου, τοῦ καταληφθέντος ὑπὸ τῆς ὁδοῦ, ἑπομένως κύριοι τῆς ὁδοῦ. Διὰ νὰ γείνῃ ὁ δῆμος κύριος τῆς ὁδοῦ, αὐτὸς πρέπει ν’ ἀποζημιώσῃ, τοιαύτην ὅμως ἀποζημίωσιν δὲν θεωρεῖ ἀναγκαίαν τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδει τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸν κείμενον νόμον, τοῦτο διατάσσει, τὸ νὰ γίνεται ὁ δῆμος κύριος ξένης ἰδιοκτησίας ἄνευ ἀποζημιώσεως, καίτοι ἀφαιρεῖ αὐτήν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Καὶ ναὶ μὲν τὸ νομοσχέδιον ἑρμηνεύει δῆθεν, λέγον ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου τοῦ 1867 καὶ οὐχὶ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔδωκε διὰ τῆς τελευταίας αὐτοῦ νομολογίας ὁ Ἄρειος Πάγος, νομολογίας ὑποστηριχθείσης δι’ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεων αὐτοῦ, ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως μεταβάλλει τὰ πράγματα. Διότι, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον αἱ ἀποφάσεις αὗται τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ἔννοια τοῦ νόμου τοῦ 1867 περὶ ὁδοποιΐας, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ Κυβέρνησις, δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ ἀπέναντι τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ ἀποζημίωσιν. Ἂν ἀποζημίωσις ἦναι ἡ ὑπὸ τῶν παροδίων καταβαλλομένη, οἱ παρόδιοι λογικῶς γίνονται κύριοι τοῦ γηπέδου, ὁ δὲ δῆμος, μόνον ἀποζημιῶν τοὺς παροδίους αὐτοὺς, δύναται νὰ γείνῃ κύριος τῆς ὁδοῦ. Ἄλλος ν’ ἀποζημιοῖ καὶ ἄλλος νὰ γίνηται κύριος, εἶναι παράλογον, ἐναντίον τῶν νόμων τῶν ἀστικῶν, ἐναντίον τοῦ Συντάγματος.

§99ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ προβληθῇ, εἶναι τὸ ἀντισυνταγματικὸν, καὶ κατ’ αὐτοὺς τοὺς λόγους τῶν προαγορευσάντων. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Παρνασσίδος σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν διὰ τὸ μέλλον, δὲν εἶναι ὁ νόμος ἀντισυνταγματικός. Ἀλλ’ ὡς ἑρμηνεία πῶς δύναται νὰ ἦναι τὸ νομοσχέδιον ἀντισυνταγματικόν; Μήπως διότι ἑρμηνεύει νόμον, ὁ ὁποῖος εἶναι κατὰ τὴν ὀρθὴν τυχὸν ἑρμηνείαν ἀντισυνταγματικός; Καὶ ἂν ἦναι ἐκεῖνος ὁ νόμος ἀντισυνταγματικὸς, πταίω ἐγὼ ὁ ἑρμηνεύων; Πῶς δύναται ποτὲ ἡ ἑρμηνεία, ἐφ’ ὅσον εἶναι καθαρῶς ἐπιστημονικὸν ἔργον, νὰ χαρακτηρίζηται ὥς τι ἀντισυνταγματικόν; Τοῦτο θὰ ἦτο παραλογισμός. Βεβαίως, ἐφ’ ὅσον κανονίζει τὸ μέλλον, δύνασθε νὰ προτείνητε τὸ ἀντισυνταγματικὸν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον κανονίζει τὸ μέλλον, δὲν ἔχει τὸ ἀντισυνταγματικὸν, τὸ ἀντισυνταγματικόν, σᾶς λέγει, τὸ ἔχει ὡς ἑρμηνεία. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι κἄτι τι ἀκατανόητον. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἀναλύσουν λογικῶς, τίνι τρόπῳ δύναται ἐπιστημονικόν τι νὰ ἦναι ἀντισυνταγματικόν. Κατ’ ἀνάγκην θὰ κρίνητε ἐπιστημονικῶς περὶ τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἑρμηνεύονται. Ἐὰν ἀποδίδεται ἔννοια, ἡ ὁποία τὸν νόμον ἐκεῖνον τὸν καθιστᾷ ἀντισυνταγματικόν, τί πταίει ὁ ἑρμηνευτής; Θέσατε λοιπὸν τότε ζήτημα, ἐὰν ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὁ ἑρμηνευόμενος, ἦναι ἀντισυνταγματικὸς ἢ ὄχι. Ἀλλὰ τοιαύτη πρότασις δὲν ὑπάρχει. Πρέπει νὰ ἔλθῃ ἄλλο νομοσχέδιον, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ νόμος δεῖνα εἶναι ἀντισυνταγματικός; Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν περὶ τίνος πρόκειται· πρόκειται περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας, διότι εἶναι νόμος κανονίζων αὐθεντικῶς καὶ τὸ μέλλον. Λέγουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ νόμος ἑρμηνεύει τὸ παρελθόν· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἑρμηνεύει τὸ παρελθὸν, δὲν δύνασθε νὰ κρίνητε, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸς, διότι κατ’ ἀνάγκην θὰ κρίνητε ἐκεῖνον τὸν νόμον καὶ ὄχι τὸν ἑρμηνεύοντα. Πρότασιν λοιπὸν ἀπαραδέκτου δὲν δύνασθε νὰ ὑποβάλητε, ἀλλὰ μόνη ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ συμβουλευθῇ τὰ ἴδια αὐτῆς φῶτα, τὰ ὁποῖα θὰ συγκεντρώσῃ εἰς μίαν ἐπιτροπὴν, ὅπως σκεφθῇ καὶ ὑπὸ ἔποψιν νομικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν κοινωνικὴν, πῶς νὰ διατυπώσῃ τὸ νομοσχέδιον καταλλήλως.

§100ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν ἔχω, ὡς πρὸς τὸν καταρτισμὸν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τοῦ νομοσχεδίου, τὴν γνώμην δὲ ταύτην ὑπεστήριξα ἤδη ἐπανειλημμένως, θεωρήσας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σπουδαιότατον, καὶ ἐπέμεινα κατὰ τὴν πρώτην φορὰν καὶ χθὲς ἀκόμη, ὅπως καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχε δίκαιον, ἰσχυρισθεὶς ὅτι, ἐπειδὴ πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος τούτου εἶχε τὴν γνώμην ὅτι ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ αὐτῆς συζήτησιν ἄνευ προεπεξεργασίας τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον πρὸς ἐξέτασιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νῦν, ὅταν, ἁψαμένη τοῦ θέματος τούτου καὶ ἀναγνωρίζουσα τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας παρουσιάζει, δύναται νὰ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ προεπεξεργασία τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Ἡ παραπομπὴ τῶν νομοσχεδίων εἰς τὰς ἐπιτροπὰς δὲν γίνεται μόνον πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως αὐτῶν. Τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι σαφὲς καὶ ἀναντίῤῥητον. Κατ’ αὐτὸ (ἀναγινώσκει) «ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς, ἢ καὶ πρὸ αὐτῆς, δύναται, ἂν τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον, νὰ παραπέμψῃ τὴν πρότασιν νόμου εἰς τὰς κατὰ τὸ 48 ἄρθρον ἁρμοδίας ἐπιτροπὰς, ὁρίζουσα καὶ τὸν χρόνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλωσι τὴν ἐπ’ αὐτῆς ἔκθεσίν των.» Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ, μετὰ τὴν γενομένην ἤδη ἐνταῦθα συζήτησιν, ἐπείσθη, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ προεπεξεργασθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, δύναται κάλλιστα νῦν ν’ ἀποφασίσῃ τοῦτο· πᾶσα δὲ προηγουμένη ἀπόφασις αὐτῆς, ληφθεῖσα καθ’ ὃν χρόνον δὲν εἶχεν ἀκόμη λάβει πεῖραν τῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δύναται ἤδη ν’ ἀνακληθῇ. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ν’ ἀποφασίσῃ τοῦτο. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸ δυνατὸν τῆς παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Ὡς πρὸς τὸ ἀντισυνταγματικὸν ὅμως αὐτοῦ, νομίζω ὅτι, μετὰ τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν νομολογίαν, ἥτις ἀπὸ τοῦ 1891 κατέστη, οὕτως εἰπεῖν, παγία, διότι πᾶσαι αἱ ἔκτοτε ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου παραδέχονται ὅτι τὰ γήπεδα τὰ καταλαμβανόμενα ὑπὸ δημοτικῶν ὁδῶν πρέπει ν’ ἀποζημιῶνται ὑπὸ τῶν δήμων, πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις αἱ σχετικαὶ, αἱ ἐκδοθεῖσαι ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπὸ τοῦ 1891 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ ἀποφάσεις ἐν τῇ ὁλομελείᾳ ἐκδοθεῖσαι, τοῦτο δογματίζουσι...

§101Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν 5 τούτων ἐτῶν τὰς ἀποφάσεις τὰς λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, τῶν ἄλλων ὅμως ἐτῶν δὲν τὰς λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν.

§102ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι ἡ νεωτέρα νομολογία ἀναιροῦσα τὴν παλαιοτέραν, ἀθετεῖ ταύτην... Νομίζω, λοιπὸν ὅτι, ὅταν ἔχωμεν τὴν παγίαν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπὸ τοῦ 1891 καὶ ἐντεῦθεν, ὅταν ἔχωμεν τὰς γνώμας διαπρεπῶν νομομαθῶν, ὁποῖοι οἱ συντάξαντες καὶ ἀποστείλαντες εἰς ὅλους ἡμᾶς γνωμοδοτήσεις σχετικὰς περὶ τούτου, ὅταν ἔχωμεν τὴν γνώμην πολλῶν συναδέλφων νομομαθῶν ἐνταῦθα, οἱ ὁποῖοι ἀποφαίνονται ὑπὲρ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, νομίζω, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντισηκώσῃ ὅλας αὐτὰς τὰς γνώμας ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις δύναται νὰ ᾖναι εἰδικώτατος περὶ τὰ διοικητικὰ, εἰδικώτατος περὶ τὰ οἰκονομολογικὰ καὶ περὶ πάντα ἄλλον κλάδον τοῦ δημοσίου βίου, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀμφιβάλλω, ἐὰν δύναται νὰ ἔχῃ καὶ εἰς τὰ νομικὰ τόσην εἰδικότητα, ὥστε ἡ γνώμη αὐτοῦ ν’ ἀντισηκώσῃ τὰς γνώμας καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὅλου τοῦ νομικοῦ κόσμου, ὅστις ἀσπάζεται τὴν ἀντίθετον γνώμην. Ἕν καὶ μόνον ἐπιχείρημα κατ’ ἐπιφάνειαν ἄξιον λόγου θεωρῶ, ἐξ ὅσων ἀντέταξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἀντισυνταγματικότητα. Εἶπεν ὅτι μέχρι τοῦ 1891 ἐφηρμόζετο ἡ ἀντίθετος γνώμη, ἐφηρμόζετο ὁ νόμος τοῦ 1836, καὶ ἐνῷ ἕως τότε δὲν ὑπῆρχεν αὐτὸ τὸ ἀντισυνταγματικόν, πῶς ἔκτοτε δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τοῦτο;

§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ εἶπον ἐγώ, ἄλλος τις τὸ εἶπεν.

§104ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον τοιοῦτόν τι ἀντελήφθην. Ὑμεῖς εἴπετε, νομίζω, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1836 ἰσχύει καὶ μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 καὶ μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864.

§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει ὁ νόμος τοῦ 1867.

§106ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὡς πρὸς τὰς ἄλλας διατάξεις, αἵτινες εἶναι συνταγματικαί, ἠδύνατο νὰ ἰσχύσῃ ὁ νόμος τοῦ 1836 καὶ μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 καὶ μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καὶ μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1867· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην, ἥτις εἶναι ἀντισυνταγματική, δὲν ἠδύνατο νὰ ἰσχύσῃ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐὰν ὁ νόμος τοῦ 1867 ἐπεκύρωσεν αὐτήν, ὡς νομίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ ἡ γνώμη ὅλου τοῦ νομικοῦ κόσμου εἶναι, ὅτι πᾶν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν διάταξιν αὐτήν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 ἔχει ἀκριβῶς ἀντίθετον ἔννοιαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ νόμος τοῦ 1836. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὁ νόμος τοῦ 1867 ἐπεκύρου τῷ ὄντι τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1836, θὰ ἦτο καὶ ὁ νόμος οὗτος ἀντισυνταγματικὸς καὶ ὡς τοιοῦτος θὰ ἦτο ἄκυρος. Ὅπως καὶ νῦν, Κύριοι, μὴ πλανᾶσθε περὶ τοῦ κύρους αὐτοῦ, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἥτις ἐπείγεται νὰ ἐκτελέσῃ τοὺς νόμους, ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸς οὗτος, βεβαίως δὲν θὰ ἐκτελέσῃ αὐτόν. Καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ κανεὶς πολὺ ταπεινὴν γνώμην περὶ τῆς δικαστικῆς ἡμῶν ἐξουσίας, ἐὰν νομίζῃ ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη αὐτὴ νὰ ἐκτελῇ νόμους ἀντισυνταγματικούς, ἐψηφισμένους ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἡρμήνευσε τὸν νόμον τοῦ 1867, ὡς ὑπηγόρευε τοῦτον ἡ γραμματικὴ καὶ λογικὴ ἑρμηνεία αὐτοῦ, ὄχι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν, ὡς ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν φαίνεται, εἶχεν ὁ τότε εἰσηγητὴς αὐτοῦ, διότι, δὲν ἠξεύρω κατὰ τίνα νομομαθῆ, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἠθέλησε νὰ ἰσχυρισθῇ καὶ νὰ πείσῃ καὶ ἡμᾶς, ὅτι πρέπει νὰ καταφεύγωμεν εἰς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχουν οἱ εἰσηγηταὶ ἢ οἱ ψηφίζοντες τοὺς νόμους, καὶ αἱ ὁποῖαι γνῶμαι καταδηλοῦνται ἐκ τῶν πρακτικῶν. Οἱ καλούμενοι νὰ ἐφαρμόσωσι τοὺς νόμους πρὸ παντὸς ὑποχρεοῦνται ν’ ἀκολουθῶσι τὴν γραμματικὴν καὶ τὴν λογικὴν αὐτῶν ἑρμηνείαν, νὰ ἐφαρμόζωσι διάταξίν τινα, ἑρμηνεύοντες αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν καὶ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ νόμου. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ καὶ ὁ εἰσηγητὴς νόμου τινὸς καὶ οἱ ψηφίζοντες αὐτὸν, διόλου δὲν δεσμεύει τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Λοιπὸν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἡρμήνευσε τὸν νόμον τοῦ 1867 ὡς ἡρμήνευσεν αὐτόν, ἐρειδομένη εἰς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, ἐπικουρικῶς δ’ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, καθ’ ἣν δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ ἰδιοκτησία τοῦ Ἕλληνος πολίτου, παρὰ μόνον μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν πρὸς αὐτόν. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, πῶς κατορθοῦσί τινες ἐνταῦθα, ὁμιλοῦντες περὶ ἀποζημιώσεως, νὰ ἐννοῶσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τις δίδει αὐτὸς εἰς ἑαυτόν· ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ κἂν λόγος περὶ ἀποζημιώσεως διόλου ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Καὶ ὅταν σᾶς ἀναφέρω παραδείγματα, ὁποῖον τὸ τοῦ ἐκ Πατρῶν ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον καταλαμβάνεται τὸ γήπεδον ἑνὸς ἰδιώτου, διχοτομεῖται τοῦτο ὑπὸ τῆς διερχομένης δι’ αὐτοῦ δημοτικῆς ὁδοῦ, ὑπολείπονται δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἁπλᾶ τεμάχια, ἄχρηστα εἰς αὐτὸν, καὶ τὰ ὁποῖα ὁ παρόδιος δύναται κατὰ νόμον νὰ καταλάβῃ, ἀποζημιῶν αὐτὸν μὲ τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ οἰκόπεδον πρὸ τῆς καταλήψεως ὑπὸ τῆς ὁδοῦ, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ λόγος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει περὶ ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν ἐννοεῖ βεβαίως τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα ἐννοεῖ, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις σὲ ἐξαναγκάζει νὰ ἐγκαταλίπῃς τὴν ἰδιοκτησίαν σου, σὲ ἐξαναγκάζει εἰς ἀπαλλοτρίωσιν αὐτῆς χάριν δημοσίας ἀνάγκης, ἐκεῖνος ὀφείλει καὶ νὰ σὲ ἀποζημιώσῃ, καὶ ὄχι ν’ ἀποζημιώσῃς σὺ σεαυτόν. Βεβαίως ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, οὕτω πως ἑρμηνεύουσα τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐὰν εἶχε τὴν γνώμην ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 εἶχεν ἀντίθετον ἔννοιαν πρὸς αὐτὸ, οὐδέποτε θὰ τὸν ἐφήρμοζε. Καὶ νῦν, Κύριοι, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἐὰν θελήσητε νὰ ψηφίσητε τὸν νόμον τοῦτον, ὅστις εἶναι προφανῶς ἀντισυνταγματικὸς κατὰ τὴν γνώμην αὐτῆς, βεβαίως δὲν θὰ ἐφαρμόσῃ αὐτόν. Ἀλλὰ πρὸς τί τότε ὅλαι αὐταὶ αἱ συζητήσεις; Εἰς οὐδὲν ἄλλο, Κύριοι, θὰ συντελέσουν, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ὑποσκάψουν τὴν αἴγλην καὶ τὸ γόητρον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Συντάγματος ἐν Ἑλλάδι. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὄχι μόνον διότι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, ἀλλὰ καὶ διότι τείνει εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ ὅλως διόλου περιττὴν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐν Ἑλλάδι.

§107ΠΕΡΡΟΣ. Συζητοῦμεν, κ. Πρόεδρε, χωρὶς οἱ περισσότεροι νὰ γνωρίζωμεν τὸ κείμενον τοῦ νόμου τοῦ ἑρμηνευτέου. Τὸ ἄρθρον 34 § αʹ τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἑρμηνεία, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Ἡ πρόσκτησις τῶν ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν καταλαμβανομένων ἰδιωτικῶν γαιῶν καὶ κτημάτων γίνεται εἰς βάρος τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, καὶ τῶν ὁδικῶν τῶν ἐπαρχιακῶν φόρων. Ἐξαιροῦνται τὰ ἐν ταῖς πόλεσι καὶ κώμαις τμήματα αὐτῶν, ὧν τὸ ἔδαφος ἀποζημιοῦται κατὰ τὰς γενικὰς περὶ ῥυμοτομίας τῶν πόλεων καὶ κωμῶν διατάξεις...» Ἔχομεν λοιπὸν ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, ὅτι αἱ ἀποζημιώσεις τῶν οἰκοπέδων, τὰ ὁποῖα καταλαμβάνονται ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν ἐν τῷ μέσῳ τῆς πόλεως, γίνονται ὑπὸ τῶν παροδίων, γίνονται κατὰ τὰς διατάξεις τὰς γενικὰς περὶ ῥυμοτομιῶν τοῦ διατάγματος τοῦ 1836. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, δὲν πραγματεύεται περὶ τούτου, πραγματεύεται περὶ τῆς ἑπομένης παραγράφου, καὶ προτίθεται νὰ δώσῃ ἑρμηνείαν, ἐὰν καὶ τὰ οἰκόπεδα τὰ καταλαμβανόμενα ὑπὸ δημοτικῶν ὁδῶν, ἐὰν καὶ ταῦτα ὑπόκεινται εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, δηλαδὴ νὰ βαρύνωσι τοὺς παροδίους. Ἐὰν κηρύξητε ἀντισυνταγματικὸν τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἀφήσωμεν τὸ κείμενον τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Ἀλλὰ πῶς θὰ κηρύξωμεν ἀπαράδεκτον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καὶ ἰσχύοντα ὡς ἀντισυνταγματικὸν τὸν νόμον τοῦ 1867; Ὁ νόμος τοῦ 1867 ἀναγράφει ὑποχρέωσιν τοῦ ἐπαρχιακοῦ ταμείου καὶ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας νὰ πληρώνωσι τὰ ἐντὸς τῶν πόλεων οἰκόπεδα, τὰ καταλαμβανόμενα; Ὄχι. Καὶ λοιπὸν θὰ ἐξακολουθῇ ἰσχύων ὁ νόμος αὐτὸς, καὶ τὸν ἀνέχεσθε, καὶ δὲν διαμαρτύρεσθε κατ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου, ἀλλὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ προσθέσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὰς ἐπαρχικὰς καὶ ἐθνικὰς ὁδούς!

§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἐφαρμόζηται διὰ τὰς δημοτικὰς ὁδοὺς, βεβαίως δὲν τὸ ἐννοοῦμεν νὰ ἐφαρμόζηται καὶ διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ τὰς ἐθνικάς.

§109ΠΕΡΡΟΣ. Σεῖς λέγετε, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἀντισυνταγματικὸν, καὶ ἐντούτοις ἔχετε ἓν κείμενον νόμου, τὸν ὁποῖον δὲν λέγετε ἀντισυνταγματικόν... Καὶ ἐξακολουθεῖ τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «... αἱ δὲ ὑπὸ τῶν δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν ὁδῶν καταλαμβανόμεναι γαῖαι, ἐὰν μὲν ὦσιν ἐθνικαί, παραχωροῦνται δωρεάν, ἐὰν δὲ ἰδιωτικαὶ, ἡ πρόσκτησις αὐτῶν ἐπιβαρύνει τοὺς δήμους.» Ἐγὼ ἀποκρούω τὴν ἰδέαν σας, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Περὶ τούτου συζητῶ. Ἐγὼ καὶ πρότερον εἶπον, ὅτι εἶμαι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, διότι φρονῶ, ὅτι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις ἐν τοῖς δικαστηρίοις, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἐπιληφθῇ· δὲν ὑπάρχει δὲ ἀμφισβήτησις, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ἀγγελόπουλος, ὅτι μέχρι τοῦ 1891 ἐπεκράτει ἀντίθετος νομολογία, σᾶς λέγω ὅτι ἐπεκράτει ἐκ πλάνης. Εἰς τὰ δικαστήρια δὲν εἶχεν ἐπικληθῆ ποτε ὁ νόμος τοῦ 1867, καθ’ ὃν ἡ ἀποζημίωσις βαρύνει τοὺς δήμους· οὐδεὶς ἐγίνωσκε τὸν νόμον τοῦτον, ἢ μᾶλλον οὐδεὶς ἐπεκαλέσθη ἐν τοῖς δικαστηρίοις τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, καθ’ ὃ ὑπεύθυνοι διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν καταλαμβανομένων ἐν ταῖς πόλεσιν οἰκοπέδων εἶναι οἱ δῆμοι. Φέρετέ μοι μίαν ἀπόφασιν ἑνὸς δικαστηρίου, πρὸ τοῦ 1891 ἐκδοθεῖσαν, καθ’ ἣν νὰ ἐγένετο χρῆσις τοῦ νόμου τούτου καὶ νὰ ἡρμηνεύθη ἀντιθέτως. Τὸ πρῶτον ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου κατὰ τὸ 1891 ἐγένετο ἡ ἀνακάλυψις—μάλιστα, ἡ ἀνακάλυψις—τοῦ νόμου τούτου, καὶ μόλις τὸν ἐπεκαλέσθησαν, καὶ τὰ δικαστήρια ἀμέσως ἐδέχθησαν, ὅτι τωόντι πρόδηλός ἐστιν ἡ διάταξις, ὅτι ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ δῆμοι. Δὲν ὑπῆρξε καμμία ἀμφισβήτησις. Ἔκτοτε ἐξεδόθησαν πλεῖσται ὅσαι ἀποφάσεις, καὶ μνημονεύω περὶ τὰς δέκα (ἀναφέρει τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀποφάσεων).

§110Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αἱ ὁποῖαι λύουν τὸ ζήτημα;

§111ΠΕΡΡΟΣ. Ὁρίζουσιν ὅτι ἡ ἀποζημίωσις βαρύνει τοὺς δήμους. Αὐτὸ τοῦτο λέγουσι καὶ ὅλαι αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐφετῶν. Ἐπλανῶντο καὶ τὰ Ἐφετεῖα ἐν τῇ ἀγνοίᾳ τῆς ὑπάρξεως τοιούτου νόμου, καὶ ἐπεβάρυνον τοὺς παροδίους. Ἐπλανώμεθα ὅλοι ἡμεῖς, καὶ οἱ δικηγόροι καὶ οἱ ἰδιοκτῆται, καὶ ἀπηυθυνόμεθα, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐγείρωμεν ἀγωγὴν πρὸς ἀποζημίωσιν, κατὰ τῶν παροδίων, διότι ἐνομίζομεν, ὅτι ἰσχύει ὁ νόμος τοῦ 1836· ὅταν ὅμως ἀνεκαλύφθη ὁ νόμος αὐτὸς τοῦ 1867, δὲν ἠγέρθη ἐναντία ἰδέα. Μία μόνη ἀπόφασις εἶναι ὁμολογουμένως τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἐκ τῶν σκέψεών της τὸ βλέπει ἕκαστος καὶ πείθεται ὅτι χαριστικῶς ἐγένετο, τουτέστιν εἶπεν, ὅτι καταστρέφονται οἱ δῆμοι ἄλλως,—ἀλλὰ δὲν τὰ λέγουν αὐτὰ τὰ δικαστήρια,—ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις ἀνετράπη διὰ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, γνωρίζετε δὲ ποία σημασία ἀπεδόθη εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, σχεδὸν ἴση μὲ τὸν νόμον. Ὅταν ἔχωμεν ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπόφασιν, ἡ ὁποία κατ’ αὐτὸν τὸν νόμον περὶ Ἀρείου Πάγου ἔχει ἰσχὺν νόμου ὑποχρεωτικὴν, δὲν νομίζω ὅτι προσήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπέμβῃ καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι πλανᾶται, ὅτι δὲν ἑρμηνεύουν καλῶς τὰ δικαστήρια, δὲν ἑρμηνεύει καλῶς ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τότε ποίαν πεποίθησιν ἔχομεν εἰς τὰ δικαστήριά μας, Κύριοι, ὅταν τὸ ἀνώτατον δικαστήριον ἔχῃ παγίως ἀποφανθῆ ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἑρμηνεία; Ἐρχόμεθα ἡμεῖς καὶ λέγομεν, ὅτι δὲν εἶναι καλὴ ἡ ἑρμηνεία!

§112Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δύο προτάσεις συζητοῦνται, ἡ μία περὶ ἀντισυνταγματικότητος τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἑτέρα περὶ παραπομπῆς αὐτοῦ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Θεωρῶ προέχουσαν τὴν τελευταίαν, περὶ ἧς ὡμίλησαν τρεῖς συνάδελφοι, διότι τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια θεωρῶ ἄωρα, καὶ τοσοῦτον ἄωρα, ὥστε παρασκευάζουσι μεγάλην δυσπεψίαν εἰς τοὺς δικαστὰς καὶ τὰ δικαστήρια· οἱ ἑρμηνευτικοὶ νόμοι ἔχουσι σκοπὸν νὰ διαλευκάνωσι τὸ ἀμφισβητούμενον αὐτῶν μέρος. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομίζω ματαιοπονίαν ν’ ἀσχοληθῶ περὶ τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ μέρους, καὶ θὰ περιορισθῶ εἰς τὴν πρότασιν τῆς παραπομπῆς εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Χωρὶς νὰ θεωρῶ, ὅτι εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν, θέλω προσπαθήσει, καὶ πιστεύω νὰ κατορθώσω, νὰ πείσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρωτίστως, ὅτι αὐτὸς πρέπει ὑπὲρ πάντα ἄλλον νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασίν μας, χάριν ἑαυτοῦ· διότι, ἂν ὑπάρχῃ ὀπισθοβουλία, νομίζω ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔπρεπε νὰ σιγήσῃ διότι τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐγκρίσεως τοῦ νόμου τούτου ἤθελεν ἐπέλθει πλήρης ἀναστάτωσις. Ὅλαι αἱ ἀμφιβολίαι, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν, εἰς οὐδὲν ἄλλο θὰ συντελέσωσιν ἢ νὰ φέρωσι μεγαλείτερον χάος ἐκεῖ, ὅπου θέλομεν σαφήνειαν καὶ φῶς. Πολλοὶ λόγοι ὑπηγόρευσαν τὴν ὑποβολὴν ἑρμηνευτικοῦ νόμου, ἰδίως ὁ κίνδυνος τῆς καταστροφῆς τῶν δήμων. Βεβαίως ἐπαίνου ἀξία πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὡς μεριμνῶσα ὑπὲρ τῶν δήμων· ἀλλ’ ὅλοι οἱ Βουλευταὶ ἐνδιαφέρονται καὶ πρέπει νὰ ἐνδιαφέρωνται ὑπὲρ τῶν δήμων. Ὑπάρχουσι δὲ μέτρα πολλὰ, δι’ ὧν ἠδύνατο νὰ συντελεσθῇ τοῦτο εἰς τὸ μέλλον. Πρωτίστως ἀναφέρω, ὅτι ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ ἄρτιος κῶδιξ περὶ ἀπαλλοτριώσεως λόγῳ ἀνάγκης δημοσίας, ἵνα ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα. Ἀλλὰ τί ἔδωκεν ἀφορμὴν ἀμεσωτέραν, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων; ἡ νομολογία τῶν δικαστηρίων. Ἐκφράζω τὴν λύπην μου εἰς τὸν συντάκτην τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ὁ ὁποῖος δὲν φαίνεται οὔτε ἀκριβής, οὔτε — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις — ἀρκετὰ εἰλικρινής· διότι ἀναφέρει τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ στηρίξουν τὸν ἑρμηνευτικὸν νόμον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὅλην τὴν σειρὰν τῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐναντίαι τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου. Ἀπεσιώπησε δὲ τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἔτι πλέον, ἀπεσιώπησε τὴν ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐὰν ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀρείου Πάγου οὐδένα ἄλλον προτίθεται σκοπὸν ἢ τὸ ὁμοιόμορφον τῆς νομολογίας, ἐὰν ὁ Ἄρειος Πάγος διὰ παγίας νομολογίας ἀπεφάνθη ὁριστικῶς, — διότι μία μόνον ἀπόφασις μὲ ἐναντίαν ἔννοιαν τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου ἐξεδόθη — οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θὰ εὑρεθῇ, ὁ ὁποῖος δὲν θ’ ἀποκαλυφθῇ ἐνώπιον τῆς ἀποφάσεως τῆς ὁλομελείας αὐτοῦ. Καὶ ὅταν ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου χθὲς ἀκόμη ἔρχεται καὶ ἀπὸ τοῦ ὕψους αὐτῆς λέγει πρὸς ἡμᾶς, ὅτι οἱ δῆμοι εἶναι ὑπόχρεοι, παρουσιάζεται ἡ Βουλὴ εἰς σύγκρουσιν καὶ λέγει: «δὲν γνωρίζεις τί λέγεις!» Δέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἐτυφλώθησαν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὥστε δὲν γνωρίζουσι τί ἀποφασίζουσιν, οὔτε ἐννοοῦσι τὰς συνεπείας τῆς ἀποφάσεώς των· ἀλλὰ πρίν ἢ σαλεύσωμεν τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀνάγκη νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δίκαιον καὶ ἐκεῖνοι τὸ ἄδικον. Ἐρωτῶ ὅμως, ἡ πεποίθησις αὕτη ὑπάρχει εἰς πάντας; ἢ τοὐλάχιστον εἰς τοὺς πλείονας; Ἂς ἀπαντήσῃ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν κατ’ ἰδίαν. Θέλετε ὅμως νὰ σᾶς φέρω ψηλαφητὰς ἀποδείξεις, ὅτι χάριν ὑμῶν πρέπει νὰ προτείνητε ὑμεῖς τὴν πρότασιν τῆς συστάσεως εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπισταμένως νὰ βασανίσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἂν πρόκειται ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις; Κατὰ τὴν ἀπόπειραν πρὸς συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων ἠθέλησα νὰ δοκιμάσω, ἕως ποῦ προχωρεῖ ἡ βάσανος τοῦ προκληθέντος νομοσχεδίου, ἕως ποῦ προχωρεῖ ἡ μελέτη, καὶ ὑπέβαλον ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας παρεξήγησεν εἷς συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, ὑποθέσας ὅτι διὰ τῆς ἐρωτήσεως παρεδεχόμην τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐνῷ ἦτο βολιδοσκόπησις, ἵνα ἴδω κατὰ πόσον ἦτο παρεσκευασμένη ἡ Κυβέρνησις. Ἠρώτησα νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ ἑξῆς. Ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν, — διότι τοῦτο εἶναι τὸ κύριον χαρακτηριστικὸν αὐτοῦ — ἀλλ’ ἡ ἀναδρομικὴ αὐτοῦ δύναμις ἕως ποῦ προχωρεῖ; προχωρεῖ μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἑρμηνευομένου νόμου; προχωρεῖ μέχρι τοῦ δεδικασμένου; Καὶ ἔλαβον ἀπάντησιν, ὅτι βεβαίως καταστρέφει καὶ αὐτὸ τὸ δεδικασμένον! Ἵνα κατανοήσητε δὲ κατὰ πόσον στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, ἀρκεῖ ν’ ἀναλογισθῆτε τὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γεννηθῶσιν. Οὐχὶ δὲ ἡ γνώμη ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως ἡ γνώμη δὲν δύναται νὰ ἀνατρέψῃ τοὺς κανόνας τοὺς ἑρμηνευτικούς. Ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω εἰς ὑμᾶς προχείρως, ὅτι δὲν ὑπάρχει συγγραφεύς, τὸ ἐναντίον ὑποστηρίζων· καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ μακαρίτου Βασιλείου Οἰκονομίδου, ὅστις λέγει, ὅτι οὐδέποτε ἡ ἰσχὺς τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου ἐκτείνεται εἰς τελεσιδίκως ἤδη δεδικασμένα πράγματα (Γεν. Ἀρχαὶ Α. σ. 30 σημ. 3). Σᾶς ἀναφέρω τὸν Καλλιγᾶν, ὅστις εἰς τὸν τόμον Αʹ § 26 τὰ αὐτὰ ἐπαναλαμβάνει. Ἄλλοι Γερμανοὶ συγγραφεῖς τὰ αὐτὰ λέγουσιν. Ὁ Dalloz εἰς τὴν λέξιν Chose jugée (ἀριθ. 320) καὶ Lois (ἀριθ. 188. 1) τὰ αὐτὰ ὑποστηρίζει καὶ ἀποδεικνύει. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ σταματήσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀποστολῆς εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν τοῦ νομοσχεδίου.

§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ὁμολογῶ ὅτι ἔχει ὑπερτέραν ἡμῶν νοημοσύνην καὶ ποιεῖται χρῆσιν αὐτῆς δεξιωτάτην, κατορθώνων νὰ ἐμβάλλῃ εἰς σύγχυσιν διὰ τῶν ἐρωτήσεών του τοὺς ἀκούοντας αὐτὰς, ὅταν ἦναι ἄνθρωποι ἁπλοϊκοί. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ὠνόμασέ τινα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν γνωρίζω ποῖος ἦτο οὗτος ὁ ἁπλοϊκὸς ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἂν ἤμην ἐγὼ, δὲν διστάζω νὰ ὁμολογήσω τὴν ὑπεροχὴν τοῦ πνεύματος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἂν ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἠπόρησα, πῶς νομικὸς ἀνὴρ ἐρωτᾷ, ἂν ἑρμηνευτικὸς νόμος ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν, ἀπεκρίθην δ’ ὅτι βεβαίως ἔχει τοιαύτην δύναμιν. «Ἀλλὰ τὸ δεδικασμένον;» μὲ ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, οὐδεμίαν δ’ ἀπάντησιν ἔδωκα εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην αὐτοῦ, ἀπήντησα δὲ μόνον εἰς τὴν ἐρώτησιν, ἂν ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ὑπέβαλε πρότασιν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία μοὶ φαίνεται ὅτι ἥρμοζεν εἰς αὐτὸν, τὴν πρότασιν τοῦ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, τοιαύτη δ’ ἦτο καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ὅστις βεβαίως διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἐποιήσατο ἐπιδρομὴν ἐπὶ ἀλλότρια δικαιώματα, διότι τὸ προτείνειν παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπὴν εἰς μόνον τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βόλου ἀνήκει (ἱλαρότης). Διὰ τοῦτο, πλὴν τῶν τροποποιήσεων, αἱ ὁποῖαι προὐτάθησαν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς, πάντα τὰ νομοσχέδια ἐκρίθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου ἄξια νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν. Ἡ παραπομπὴ εἰς ἐπιτροπὰς κρίνεται παρ’ αὐτοῦ πάντοτε χρήσιμος, ἐνῷ οὐδὲν ἐπάγει ὡς βέβαιον ἀποτέλεσμα ἄλλο ἢ τὴν ἀπώλειαν τοῦ χρόνου, καὶ ὅμως κρίνει πάντοτε τὴν παραπομπὴν χρήσιμον, καὶ ἂν ἦναι ἔτι ἐνδεδειγμένον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ οὐδεμίαν θέλει φέρει γνώμην. Τὸ νομοσχέδιον βεβαίως ἔχει σημασίαν, καὶ ἴσως ἡ ἐξέτασις ὑπὸ ἐπιτροπῆς νὰ ἦτο χρήσιμος, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἔταξεν ἡ Βουλὴ καὶ εἰς ἣν τὸ νομοσχέδιον παρεπέμφθη, δὲν κατώρθωσε νὰ μελετήσῃ αὐτὸ καὶ νὰ φέρῃ γνώμην, ἡ παραπομπὴ δὲ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν οὐδὲν ἄλλο θέλει ἐπιφέρει ἢ παρέλευσιν χρόνου, αὕτη δὲ θέλει μᾶς ἀγάγει εἰς τὴν ματαίωσιν τοῦ νομοσχεδίου διότι κατὰ τὴν περίοδον, τὴν ὁποίαν διανύομεν, δὲν ὑπολείπονται πολλαὶ συνεδριάσεις πρὸς ἐργασίαν, αἱ δὲ ὑπολειπόμεναι δὲν θέλουν ἀρκέσει, ἵνα διεξαχθῶσι πάντα τὰ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ἐκκρεμῆ ἔργα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἐποιήσατο λόγον καὶ περὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ περὶ δικαστῶν καὶ περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ περὶ ποικίλων θεμάτων, τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς δὲν εἶναι ἄγνωστα, ὡς δὲν εἶναι ἄγνωστα καὶ τὰ ἔργα ἑκάστης τῶν ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἐξουσιῶν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Βασιλεὺς, δηλ. ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, νομοθετοῦσιν, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐφαρμόζει τοὺς νόμους, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὁδηγεῖ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Ἐὰν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἤθελε κρίνει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προβάλλομεν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε ψηφισθῆ, εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ τὸ ἐφαρμόσῃ, καὶ νὰ προσφύγῃ εἰς ἕτερον νόμον ἰσχύοντα. Οὐδεὶς ἔχει νὰ παραπονεθῇ, οὐδὲν χάος πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ, οὐδεμία συντέλεια τῶν αἰώνων ἀπειλεῖται. Ἀλλ’ εἶναι ἀντισυνταγματικὸν τὸ νομοσχέδιον; Εἰς ποίας διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἀντίκειται; Λέγουσιν ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖται προηγουμένη ἀποζημίωσις. Ἀλλὰ μήπως τὸ νομοσχέδιον διατάσσει ὅτι δὲν πρέπει νὰ προηγῆται ἀποζημίωσις; Ἀλλὰ μήπως ἐδίδετο ἀποζημίωσις μέχρι τοῦδε; Ποίας ἀποζημιώσεις δίδει ὁ δῆμος τῶν Ἀθηνῶν διὰ τὰ καταληφθέντα ὑπὸ τῶν ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν γήπεδα; Δίδει ἀντὶ τόκου ἓν ἢ καὶ ὀλιγώτερον τοῦ ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν εἰς τοὺς κυρίους τῶν καταληφθέντων γηπέδων. Μήπως οἱ ἀντιλέγοντες ἐπιθυμοῦσι νὰ ἐπεκτείνωσι τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ δήμου Ἀθηναίων καὶ εἰς τοὺς ἄλλους δήμους, ὅσοι καλοῦνται νὰ πληρόνωσιν ἀποζημιώσεις; Τοιαύτην ἐκτέλεσιν τῶν περὶ ἀποζημιώσεως διατάξεων τοῦ Συντάγματος παρασκευάζουσιν; Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ὀφείλουσι νὰ σκεφθῶσι, πῶς θέλουσι καταστείλει τὸ τοιοῦτον σύστημα, πῶς θέλουσι καταστήσει δυνατὴν τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν. Προβάλλουσιν ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, καὶ λέγουσιν, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, θέλουσι καταστραφῆ οἱ πολῖται, ἐνῷ αἱ προτάσεις αὐτῶν ἀποτελοῦσιν οὐχὶ ἐκτέλεσιν, ἀλλ’ ἐμπαιγμὸν τῶν κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐχόντων τὸ δικαίωμα νὰ προσδοκῶσιν ἀποζημίωσιν. Τὴν τακτικήν των ταύτην ἀπέχω νὰ χαρακτηρίσω, διότι χρεωστῶ νὰ εὐλαβῶμαι τοὺς συζητοῦντας. Τὸ νομοσχέδιον κατηγγέλθη καὶ ὡς ἀποκαλύπτον ἔλλειψιν εἰλικρινείας, δὲν ἐνόησα δὲ, πῶς τοιαύτην συνήγαγον γνώμην. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προὐτάθη τὸ πρῶτον κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894 ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ κ. Τρικούπη, συνωδεύθη δὲ δι’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ὅτε εἰσηγάγομεν ἡμεῖς αὐτὸ πρό τινος, εἰσηγάγομεν μετ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν αὐτὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, δι’ ἧς εἶχε συνοδευθῆ τὸ νομοσχέδιον παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894. Τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν συνέταξαν νέαν ἔκθεσιν, ἀλλὰ παρέλαβον ἐκείνην, ἥτις εἶχεν εἰσαχθῆ τότε. Διατὶ δὲν συνέταξαν νέαν ἔκθεσιν; Ἐγένετο τοῦτο ἐκ φυγοπονίας, ἢ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οἱ Γάλλοι ὀνομάζουσι Routine; Οἵα καὶ ἂν ἦτο ἡ ἀξία τοῦ πράγματος, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ τοιαύτη ἔκθεσις νὰ ποιήσηται μνείαν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου, αἵτινες ἐξεδόθησαν μετὰ τὸ 1894, ἀφοῦ ἡ εἰσαχθεῖσα παρ’ ἡμῶν αἰτιολογικὴ ἔκθεσις εἶναι αὐτὴ ἐκείνη, ἥτις εἶχεν εἰσαχθῆ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894. Ἀρκοῦσι δὲ ταῦτα, ἵνα κριθῶσι προσηκόντως οἱ χαρακτηρισμοὶ, τοὺς ὁποίους τινὲς τῶν προαγορευσάντων ἔδωκαν εἰς τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὅμως τυγχάνουσιν ἐπίσημα. Ἐξακολουθῶ, Κύριοι, φρονῶν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν περιέχει ἀντισυνταγματικὴν διάταξιν, ἀλλὰ περιέχει ὕλην δεκτικὴν πάσης συζητήσεως, ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ἀμύνονται ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, ὤφειλον νὰ ἀσχοληθῶσιν ἀναλύοντες καὶ ἐρευνῶντες τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα καταστήσωσι βεβαίαν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Συντάγματος, διότι βεβαίως διὰ τοῦ τρόπου, ὁ ὁποῖος νῦν ἐφαρμόζεται, δὲν καθίσταται βεβαία τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἡ ἐκτέλεσις. Ἂν δὲν καθίσταται βεβαία καὶ διὰ τοῦ τρόπου τὸν ὁποῖον προτείνει τὸ νομοσχέδιον, καθῆκον ἔχουσιν οἱ ἀντιλέγοντες νὰ προτείνωσι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν φρονοῦσιν ὅτι θέλει κατασταθῆ δυνατὸν νὰ ἀποζημιώνωνται οἱ ἰδιοκτῆται, τῶν ὁποίων αἱ γαῖαι καταλαμβάνονται, οὐχὶ νὰ χαρακτηρίζωσι τὸ νομοσχέδιον ἀντισυνταγματικὸν, ἐνῷ οὐδὲν ἐν αὐτῷ δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τοιαύτην κατ’ αὐτοῦ αἰτίασιν. Ἡ Βουλὴ καλεῖται οὕτω νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀντισυνταγματικότητος ἢ τῆς συνταγματικότητος, ἐὰν δὲ ἀποῤῥίψῃ, ὡς πιστεύω, τὴν πρότασιν τῆς ἀντισυνταγματικότητος, θέλομεν δυνηθῆ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας. (Ἀπέρχονταί τινες Βουλευταί).

§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ διακόψωμεν;

§115ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ λάβωμεν καὶ ἄλλοι τὸν λόγον.

§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου;

§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§118ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐννοεῖτε νὰ παραβιάσητε τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς;

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα.

§120Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ τρία λεπτὰ τῆς ὥρας θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν.

§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 8 καὶ ¼.

§122ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὰς 8½.

§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, τρία τέταρτα θὰ διακόψωμεν. Εἰς τὰς 8 καὶ ¼ θὰ ἐπανέλθωμεν.

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ τρία τέταρτα τῆς ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 50′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 55′ μ. μ.)

§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§126ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποστηρίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος ὁ λόγος τῆς ἀντισυνταγματικότητος, καὶ θὰ στηριχθῶ οὐχὶ εἰς θεωρίαν τινὰ, ἀλλ’ εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου οὐσιαστικῶς... Μία φωνή. Διὰ ποῖον λόγον εἶσθε ἐναντίος;

§127ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι θεωρῶ τερατῶδες τὸ διατασσόμενον ὑπὸ τοῦ διατάγματος ἐκείνου τοῦ 1836, νὰ ἀποζημιώνουν οἱ παρόδιοι, λόγῳ τῆς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν ἔχουν, καὶ ἡ ὁποία πολλάκις εἶναι ἰδανική. Κατασκευάζεται ἓν πλάσμα, ὅτι ὠφελοῦνται οἱ παρόδιοι, καὶ ἡ ἀποζημίωσις κανονίζεται ὡς νὰ ὠφελῆται ὁ παρόδιος, ἐνῷ πολλάκις ζημιοῦται. Ἀλλὰ περιττὸν νὰ εἰσέλθωμεν νῦν εἰς τοιαύτην οὐσιαστικὴν συζήτησιν· θὰ ἐκθέσω ἐν καιρῷ τοὺς λόγους, δι’ οὓς εἶμαι ἐναντίος ἕνεκεν αὐτοῦ τοῦ λόγου. Ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἑρμηνεύει τὸν νόμον Ἄλφα ἢ Βῆτα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἀπόδοσις αὐτῆς τῆς ἐννοίας εἰς τοὺς νόμους ἐκείνους εἶναι ἀντισυνταγματική; Οὐδὲν ἀντισυνταγματικώτερον, παρὰ νὰ εἴπωμεν τοιοῦτόν τι, διότι ἔχομεν τὸ 26 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν νὰ ἑρμηνεύῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοὺς νόμους; τότε παραβιάζετε ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Μήπως ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ σκέψις περὶ τοῦ προηγουμένου νόμου εἶναι ἀντισυνταγματική; Ἀλλὰ τότε προσκρούετε εἰς ἄλλην θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τῆς ὁποίας ἀπολαύει βεβαίως καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὡς ἀπολαύει ἕκαστος πολίτης, διότι ἡ ἑρμηνεία ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν εἶναι μία ἐπιστημονικὴ κρίσις. Λοιπὸν ἡ ἑρμηνεία ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν εἶναι εἷς στοχασμὸς, καὶ τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 14 λέγει, ὅτι ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ δημοσιεύῃ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως τοὺς στοχασμούς του. Πρέπει δὲ, Κύριοι, νὰ προσέξωμεν εἰς τὸ διφυὲς τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας· ἡ ἑρμηνεία βεβαίως εἶναι πάντοτε ἑρμηνεία, ἐὰν δὲ ὑπάρχουν συνέπειαι ἐκ τῆς πηγῆς, ἐξ ἧς προέρχεται ἡ ἑρμηνεία, δι’ αὐτὰς δὲν εὐθύνεται ὁ ἑρμηνεύων, δὲν εὐθύνεται διὰ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ ἔχει, ὡς ἐκ τῆς πηγῆς αὐτῆς. Ἡ ἑρμηνεία εἶναι πάντοτε ἑρμηνεία, ἀλλὰ ἡ ἑρμηνεία, ἂν γίνεται παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἔχει συνεπείας μεγαλειτέρας· πρῶτον ἔχει τὸ ὀπισθενεργὸν, δεύτερον τὸ τέμνειν αὐθεντικῶς καὶ τὸ μέλλον. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἑρμηνεία εἶναι αὐθεντικὴ καὶ ἐπειδὴ πρόκειται νὰ κανονίσῃ καὶ τὸ μέλλον, παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα διὰ τῆς ἐννοίας, ἥτις ἀποδίδεται εἰς τὸν νόμον. Οὕτως ἤθελον τὸ ἐννοήσει, ἀλλὰ καὶ πάντοτε ἤθελον εἰπεῖ, ὅτι πρόκειται περὶ ἑρμηνείας, καὶ εἶναι παραλογισμὸς νὰ εἴπητε, ὅτι μία ἑρμηνεία παραβιάζει τὸ Σύνταγμα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παραβιάζει τὸ Σύνταγμα, εἶναι ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς, ὅπως νομοθετήσῃ παρὰ τὸ Σύνταγμα. Ἂν λοιπὸν ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς ἦναι ἀντίθετος πρὸς τὴν θέλησιν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, τότε ἠμπορεῖ νὰ εἴπητε, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸς εἷς νόμος, ἄλλως εἶναι τερατῶδες νὰ λέγωμεν ὅτι ἡ ἁπλῆ ἑρμηνεία προϋπάρχοντος νόμου εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος, διότι, ὡς εἶπον πρὶν, ἡ ἑρμηνεία εἶναι πάντοτε ἑρμηνεία, καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Τί πράττει σήμερον ὁ προτείνων τὸ νομοσχέδιον αὐτό; Σᾶς λέγει ν’ ἀποφανθῆτε, ὅτι ἡ ἔννοια τῶν ἄρθρων δεῖνα καὶ δεῖνα τῶν νόμων δεῖνα καὶ δεῖνα εἶναι αὐτή, καὶ ἔρχεται πρότασις ὅτι ἡ τοιαύτη κρίσις εἶναι ἐναντία τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι ἔχομεν ἑρμηνείαν ἀντισυνταγματικήν. Ἀληθῶς θὰ πλουτίσωμεν τὰ συγγράμματα τῶν μεγάλων νομοδιδασκάλων δι’ ἑνὸς ἄλλου νομικοῦ ὅρου. Ἕως τώρα ἐδίδασκον, ὅτι ὑπάρχει γραμματικὴ ἑρμηνεία, ἱστορικὴ ἑρμηνεία καὶ δογματική· τώρα μεταξὺ τῶν μεγάλων νομοδιδασκάλων θὰ λάβωμεν τὴν τιμὴν, ἢ θὰ τοὺς κάμωμεν τὴν τιμὴν, νὰ καταταχθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὡς νομοθετικὸν σῶμα, καὶ εἴπωμεν, ὅτι «κακῶς κρίνετε ὅτι ὑπάρχουν μόνον αὐτὰ τὰ εἴδη τῆς ἑρμηνείας, ἡμεῖς ἠξεύρομεν καὶ ἑρμηνείαν συνταγματικὴν καὶ ἀντισυνταγματικήν.» Λοιπὸν, Κύριοι, περὶ συνταγματικότητος ἢ ἀντισυνταγματικότητος ἑρμηνευτικοῦ νόμου πᾶς λόγος εἶναι ἀπαράδεκτος, λόγῳ ἀκριβῶς ἀντισυνταγματικότητος. Λοιπὸν προτείνω τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῆς περὶ ἀντισυνταγματικότητος προτάσεως, στηριζόμενος εἰς ῥητὰς καὶ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, σπεύδω ὅμως νὰ δηλώσω, ὅτι διόλου δὲν παρασύρομαι ἀπὸ εὔνοιάν τινα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι εἶμαι ἐναντίος αὐτοῦ κατ’ οὐσίαν.

§128ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ ἱστορία αὐτοῦ ὤφειλον νὰ καταστήσωσι μᾶλλον ἐπαγωγὸν καὶ μᾶλλον ὥριμον τὴν προκειμένην συζήτησιν. Διότι ἐν πρώτοις, Κύριοι, περὶ τίνος πρόκειται; τί ἐπεδίωξεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὁ ἀρχικὸς εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὁ σήμερον ἐκ νέου ὑποβαλὼν αὐτὸ ὑπὸ τὴν νομοθετικὴν ψῆφον; Καὶ τίς εἶναι ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ; Φοβοῦμαι μὴ διαμαρτυρηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐννοῶ νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις. Ἀλλ’ ἐγὼ μόλις κατώρθωσα νὰ ἐμποδίσω ἐμαυτὸν ἀπὸ τοῦ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις, τρόπου, ὃν εὑρίσκω ἐντελῶς πρωτότυπον. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ τὴν συζήτησιν εἰς τὸ συνταγματικὸν ἢ ἀντισυνταγματικὸν, εἰς τὸ παραδεκτὸν ἢ ἀπαράδεκτον τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ Κανονισμός μας τοιοῦτόν τι δὲν διαγράφει· ἡ συζήτησις γίνεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐπέρχεται ἡ πρότασις περὶ ἀπαραδέκτου, ὅτε ἀναγκαίως τὸ ἀπαράδεκτον ψηφοφορεῖται πρῶτον. Ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ περιορίσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ καθαρῶς συνταγματικοῦ ἢ ἀντισυνταγματικοῦ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι, ἐξετάζων τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐξετάσω καὶ τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ, τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ οὐχὶ πλέον ἐν τῷ στενῷ κύκλῳ τῷ συνταγματικῷ ἢ ἀντισυνταγματικῷ, ἀλλ’ ἐν τῷ εὐρεῖ κύκλῳ τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία διὰ τῶν δύο διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου προκύπτει. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι εὔλογος καὶ ἅγιος, διότι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου οὐδὲν ἕτερον ἐπεδίωξεν, εἰμὴ πῶς νὰ σώσῃ τοὺς δήμους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἕνεκα τῶν ὑπερόγκων ἀποζημιώσεων εἰς τὴν ἀκμὴν νὰ πτωχεύσωσιν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἴδωσι καθισταμένην ἐπαχθεστέραν τὴν πτώχευσιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ παρεσύροντο πάντες· τοιοῦτος δ’ ὢν ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐγκριθῇ παρὰ πάντων. Εἰσηγητὴς δὲ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ὑπῆρξεν ἡ νῦν Κυβέρνησις, ὥστε νὰ θελήσῃ νὰ καταστήσῃ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ζήτημα φιλοτιμίας ἑαυτῆς, οὐδὲ πρόκειται περὶ ζητήματος πολιτικοῦ, ἀφοῦ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου ἀποκλείει πᾶσαν σκέψιν περὶ πολιτικοῦ νομοθετήματος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀγορεύων ἐξέθηκε πῶς εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη κατὰ πρῶτον τὸ 1894 καὶ ὑπεβλήθη κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς προηγουμένης βουλευτικῆς περιόδου παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπέβλεπε δὲ, ὡς εἶπον, εἰς ἕνα σκοπὸν, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται, παρὰ νὰ θεωρηθῇ ὡς σωστικὸς ὑπὲρ τῶν δήμων, εἰς τὴν διάσωσιν τῶν δήμων ἐκ τῶν ὑπερόγκων ἀποζημιώσεων, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέκυψαν ἐκ τῶν ῥυμοτομιῶν· ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν ἢ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἤδη ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐγκατελείφθη, ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν ἐλαττωμάτων αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο καὶ μόνον ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν προσοχὴν τοῦ νῦν ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐκρίθη ὡς ἔχον τοιοῦτον σκοπὸν, καίτοι ὑποβληθὲν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς Βουλῆς, ἐν τούτοις δὲν ἐπεψηφίσθη. Διατὶ δὲν ἐπεψηφίσθη; διὰ τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἐνέχει ἐν ἑαυτῷ, καὶ τὰ ἐλαττώματα αὐτὰ προκύπτουσιν ἐκ τοῦ χαρακτῆρος, ὁ ὁποῖος ἐδόθη εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἀναδιφήσατε, Κύριοι, ὁλόκληρον τὴν ἱστορίαν ἡμῶν τὴν νομοθετικὴν, δὲν θὰ εὕρητε ἐν αὐτῇ, εἰμὴ δύο νόμους ἑρμηνευτικούς. Τοσοῦτον θεωροῦνται οἱ νόμοι οὗτοι ἔκτροποι, τοσοῦτον θεωροῦνται οἱ τοιοῦτοι νόμοι ὡς δυνάμενοι νὰ θίξουν συμφέροντα, δυνάμενοι νὰ ἐκπέσωσιν εἰς νόμους δημευτικοὺς, καὶ μάλιστα ὅταν ἀποδίδωται αὐτοῖς ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν καὶ ἀπόψε ἀκόμη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὅταν ἀποδίδωται αὐτοῖς δύναμις ἀναδρομική. Ἐκ προλήψεως δύναταί τις, ἐκ τοῦ χαρακτηρισμοῦ ἑνὸς νόμου ὡς ἑρμηνευτικοῦ, νὰ περιπέσῃ εἰς τὴν πλάνην περὶ τοῦ ὅτι ἀναγκαίως εἷς νόμος ἑρμηνευτικὸς ἔχει πάντοτε δύναμιν ἀναδρομικήν. Ἡ τοιαύτη σκέψις δὲν εἶναι ὀρθή· εἶναι τόσον πλημμελὴς, ὥστε, ἂν δὲν καθιστᾷ τὸ νομοσχέδιον πλημμελὲς, τὸ καθιστᾷ ὅμως δημευτικόν. Ὡς εἶπον, γνωρίζομεν, Κύριοι, ἤδη καὶ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ νομοσχεδίου, δυνάμεθα δὲ νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ κατ’ οὐσίαν χωρὶς νὰ ὑπολάβωμεν ὅτι ἡ ἀπόῤῥιψις ἢ ἡ παραδοχὴ αὐτοῦ θίγει οἱανδήποτε φιλοτιμίαν, ἀφοῦ καὶ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι σκοπὸς, ὅστις ὑπηγορεύθη ἐκ μιᾶς καλῆς προθέσεως, καὶ ὁ εἰσηγητὴς ἀνήκει εἰς παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν. Τί εἴχομεν καὶ τί πρόκειται νὰ ἑρμηνεύσωμεν; Εἴχομεν τὸ διάταγμα τοῦ 1836, τὴν τροποποίησιν τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ ὁποίου ἀναφέρει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ἐν ἀρχῇ, κατόπιν δὲ τοῦ διατάγματος τοῦ 1836 εἴχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 34 § αʹ τοῦ νόμου τοῦ 1867 περὶ ὁδοποιΐας. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τὴν διάταξιν ταύτην, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ πρόσκτησις τῶν ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν καταλαμβανομένων ἰδιωτικῶν γαιῶν καὶ κτημάτων γίνεται εἰς βάρος τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν ὁδικῶν τῶν ἐπαρχιῶν φόρων. Ἐξαιροῦνται τὰ ἐν ταῖς πόλεσι καὶ κώμαις τμήματα αὐτῶν, ὧν τὸ ἔδαφος ἀποζημιοῦται κατὰ τὰς γενικὰς περὶ ῥυμοτομίας τῶν πόλεων καὶ κωμῶν διατάξεις· αἱ δὲ ὑπὸ τῶν δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν καταλαμβανόμεναι γαῖαι, ἐὰν μὲν ὦσιν ἐθνικαὶ, παραχωροῦνται δωρεὰν, ἐὰν δὲ ἰδιωτικαὶ, ἡ πρόσκτησις αὐτῶν ἐπιβαρύνει τοὺς δήμους.» Ἡ παράγραφος αὕτη τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου εἶναι τόσον σαφὴς, ὥστε ἀληθῶς θαυμάζει τις, ὄχι μόνον ὅτι ἐπέρχεται τὸ νομοσχέδιον πρὸς ἑρμηνείαν αὐτῆς, ἀλλ’ ὅτι ἐπῆλθον ἀποφάσεις διαφόρως ἑρμηνεύσασαι τὴν ἐν λόγῳ διάταξιν. Αἱ ἀποφάσεις αὗται ποῦ ἐστηρίχθησαν; Ἐστηρίχθησαν εἰς τὸ πρῶτον μέρος τοῦ βʹ ἐδαφίου τῆς ἀναγνωσθείσης αʹ § τοῦ ἄρθρου 34,—αἱ ἀντιθέτως ἑρμηνεύσασαι, ἐννοῶ, ἀποφάσεις τὴν διάταξιν,—κατὰ τὸ ὁποῖον μέρος «ἐξαιροῦνται τὰ ἐν ταῖς πόλεσι καὶ κώμαις τμήματα αὐτῶν». Λοιπὸν εἶπον αἱ ἀποφάσεις, αἱ ἀντιθέτως καὶ συμφώνως μὲ τὸ νομοσχέδιον ἑρμηνεύσασαι τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου, εἶπον ὅτι, ἀφοῦ πρόκειται περὶ τμημάτων γαιῶν, ἕπεται ὅτι ἡ ἀποζημίωσις δὲν χορηγεῖται πλέον ὡς πρὸς τὰ τμήματα ταῦτα παρὰ τῶν δήμων, ἀλλὰ συμφώνως μὲ τὰς γενικὰς διατάξεις περὶ πόλεων καὶ κωμῶν, δηλαδὴ συμφώνως μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ διατάγματος τοῦ 1836. Ἀλλὰ ἀμέσως δύναταί τις νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι οὕτω δὲν θὰ εἶχεν ἔννοιαν ἡ διάταξις τοῦ τελευταίου μέρους τῆς § αʹ τοῦ ἄρθρου 34, διότι θὰ εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς προφανοῦς ἀντινομίας, ἀφοῦ λέγει ἡ διάταξις αὕτη «αἱ δὲ ὑπὸ τῶν δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν ὁδῶν καταλαμβανόμεναι γαῖαι, ἐὰν μὲν ὦσιν ἐθνικαὶ, παραχωροῦνται δωρεὰν, ἐὰν δὲ ἰδιωτικαὶ, ἡ πρόσκτησις αὐτῶν ἐπιβαρύνει τοὺς δήμους.» Θὰ ἐνόουν τὴν ἀντίθετον ἑρμηνείαν, ἐὰν τὸ αʹ ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μόνον εἰς τὰς ἐθνικὰς καὶ ἐπαρχιακὰς ὁδοὺς, δὲν ἐκυρίευε τοῦ πρώτου μέρους τοῦ βʹ ἐδαφίου τῆς § αʹ τοῦ ἄρθρου 34. Μόνον τὸ τελευταῖον κῶλον αὐτοῦ ἀφορᾷ εἰς τὰς δημοτικὰς καὶ ἀγροτικὰς ὁδούς. Ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν λοιπὸν τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου τοῦ 1867 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία· ἐπῆλθον ὅμως δικαστικαὶ ἀποφάσεις, αἵτινες ἑρμήνευσαν ἀντιθέτως καὶ πρὸς τὸ γράμμα καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ ἐντεῦθεν ἐνόμισεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου,—ἀδιαφόρως τίς ἦτο οὗτος,—ὅτι ὤφειλε νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος, καὶ στηριζόμενος εἰς τὸ ἄρθρον 26 τοῦ Συντάγματος, νὰ ζητήσῃ, ὅπως αὐθεντικῶς ἑρμηνευθῇ ἡ ἐν λόγῳ διάταξις. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι, ἂν εἰς τὸν νόμον αὐτὸν τὸν ἑρμηνευτικὸν ἀποδώσωμεν δύναμιν ἀναδρομικὴν, θὰ τὸν καταστήσωμεν δημευτικόν. Καὶ δὲν ἔχομεν μὲν συνταγματικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία νὰ περιορίζῃ ἡμᾶς τοῦ νὰ νομοθετῶμεν ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν, νὰ ὁρίζωμεν ὅτι αἱ διατάξεις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δύνανται νὰ κανονίσωσι καὶ τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐσκέφθη, ὅτι τὸ τερατῶδες τοῦτο δύναται νὰ λάβῃ χώραν. Εἰς ἄλλα συνταγματικὰ Κράτη ἐθεώρησαν ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ ἀναδρομικοῦ τῶν νόμων εἶναι τόσον σπουδαία, διότι ἀποτελεῖ αὐτὴν τὴν βάσιν, αὐτὸ τὸ βάθρον τῆς ἰδιοκτησίας, ὥστε κατέστησαν ἐκείνην τὴν ἀρχὴν συνταγματικὴν διάταξιν. Παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει τοιαύτη, καὶ εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ νομοθετήσωμεν καὶ διὰ τὸ παρελθόν. Ἀλλὰ παρακαλῶ οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν νὰ μοὶ ὑποδείξῃ ἓν μόνον παράδειγμα, μετὰ πεντηκονταετῆ συνταγματικὸν βίον, νόμου οὐχὶ πλέον ἑρμηνευτικοῦ, διότι τοιοῦτος δὲν ὑπάρχει εἰς τὰ χρονικὰ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, ἀλλὰ νόμου οἱουδήποτε, κανονίζοντος σχέσεις ἰδιωτικὰς διὰ τὸ παρελθόν. Καὶ διὰ τοῦτο παρετήρησα πρὸ ὀλίγου εἰς τὸν ἐξ Εὐρυτανίας ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ νὰ θεωρήσῃ ὅτι ἀναγκαίως ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν. Ἐξ ἐναντίας, ἐὰν θέλητε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς συγγραφεῖς, οἵτινες πραγματεύονται περὶ τῆς ἰσχύος τῶν νόμων καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν νόμων τῶν ἑρμηνευτικῶν, θέλετε εὕρει τὸ ἀντίθετον ἀναγραφόμενον· δὲν ἔχετε παρὰ νὰ συμβουλευθῆτε ὅ,τι προχείρως ἐδῶ ἐζήτησα εἰς τὸν Dalloz ἐν λέξει Lois, σελ. 191 § 463, καὶ ὡς ὑποσημείωσιν θὰ εὕρητε τὴν ἔκθεσιν τοῦ Persil, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τὸν νόμον τὸν σχετικὸν πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Ἀκυρωτικοῦ τῆς Γαλλίας, ἐν τέλει δὲ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως θὰ εὕρητε αὐτὰ (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ τετελεσμένα γεγονότα, ταῦτα δὲν ὑποπίπτουσι, δὲν δύνανται ποτὲ νὰ ὑποπέσωσιν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ νομοθέτου. Ἡ ἐκτίμησις αὐτῶν, ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τῶν νομικῶν ζητημάτων, ἅτινα προκύπτουσιν, ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ δικαστήρια.» Οὕτω πως ἐκτιμᾶται τὸ ζήτημα τῆς δυνάμεως τῶν ἑρμηνευτικῶν νόμων.

§129ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§130ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος, ἐκ τοῦ ὅτι εἶναι ἑρμηνευτικὸς, δὲν ἔχει ἀφ’ ἑαυτοῦ δύναμιν ὀπισθενεργόν· ἐὰν δὲ θελήσητε νὰ δώσητε αὐτῷ δύναμιν ὀπισθενεργὸν, θὰ τὸν καταστήσητε νόμον δημευτικὸν, καὶ θὰ κάμητε καί τι πλέον, θὰ εἰσέλθητε εἰς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, θὰ ἀντιποιηθῆτε ξένα δικαιώματα, θὰ καταστήσητε τελείαν πλέον τὴν σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν. Περὶ αὐτοῦ, Κύριοι, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, οὐδεὶς δὲ ἐν πεπολιτισμένῳ καὶ συνταγματικῷ Κράτει δύναται νὰ σκεφθῇ διαφόρως. Ἀλλ’ ἐὰν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, πρὸς τί τὸ προκείμενον νομοθέτημα, καὶ πρὸς τί ἡ ὅλη συζήτησις; Πρόκειται νὰ σώσωμεν τοὺς δήμους; Ὡς πρὸς τὸ παρελθόν, ἡ παρέμβασις ἡμῶν ἤθελε χαρακτηρισθῆ ὡς ἀσέβεια, ὡς προσβάλλουσα κεκτημένα δικαιώματα· ἐὰν ἀπεδίδομεν εἰς τὸ νομοθέτημα ἡμῶν ἰσχὺν διὰ τὸ παρελθόν, ἠθέλομεν καταστήσει αὐτὸ, ἂν ὄχι ἀντισυνταγματικὸν, ἀλλὰ δημευτικόν. Ὡς πρὸς τὸ μέλλον, βεβαίως εἶναι ἐλεύθερος ὁ νομοθέτης νὰ λάβῃ οἱονδήποτε μέτρον. Καὶ τίς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ ἡμᾶς σήμερον νὰ ψηφίσωμεν ὅτι οὕτως ἢ ἄλλως θέλει ἀποζημιωθῆ ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου κατὰ τὸ μέλλον θέλει καταληφθῆ ἰδιοκτησία λόγῳ δημοσίας ἢ δημοτικῆς ἀνάγκης; Ἀρκεῖ κατὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ τρόπου νὰ συμμορφωθῶμεν μὲ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τὸ ἀπαραβίαστον τῆς ἰδιοκτησίας, εἰμὴ διὰ λόγον δημοσίας ἀνάγκης καὶ μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν. Ἀλλὰ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἔννοια καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου ἐκ μέρους τοῦ ἀρχικοῦ εἰσηγητοῦ αὐτοῦ; Βεβαίως ὄχι, καὶ ἐδῶ προκύπτουσι πάντα τὰ ἄτοπα τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ἐπρόκειτο, Κύριοι, νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν, ὧν ἀφαιρεῖται ἡ ἰδιοκτησία χάριν δημοτικῆς ἀνάγκης· διὰ τούτου μόνον ἐπρόκειτο νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐκτιμήσῃ κατὰ πόσον ὁ ἰδιοκτήτης δύναται νὰ προσφύγῃ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ δήμου ἀποζημίωσιν διὰ τὸ λόγῳ δημοτικῆς ἀνάγκης καταληφθὲν γήπεδόν του, διὰ τὸ λόγῳ δημοτικῆς ἀνάγκης καταληφθὲν κτῆμα αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ ἀφαιρέσητε τὸν σκοπὸν τοῦτον, ὁ ὁποῖος καθιστᾷ τὸ νομοσχέδιον ἐντελῶς δημευτικὸν, μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην νόμου ἑρμηνευτικοῦ, ἀλλὰ ἔχετε ἀνάγκην ἁπλοῦ νομοσχεδίου, κανονίζοντος τὸν τρόπον τῆς ἀποζημιώσεως, καὶ τοιοῦτον νομοσχέδιον δύναται προχείρως τις νὰ συντάξῃ. Ἀλλ’ ἀπέβλεψεν ὁ ἀρχικὸς εἰσηγητὴς αὐτοῦ εἰς τὸ νὰ ἔλθῃ νὰ ὑποκατασταθῇ εἰς τὰ δικαιώματα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, νὰ ὑποκαταστήσῃ εἰς τὰ δικαιώματα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τὴν ἐξουσίαν τὴν νομοθετικὴν, νὰ κρίνῃ αὕτη περὶ πασῶν ἐκείνων τῶν σχέσεων, αἱ ὁποῖαι κατεστάθησαν κατόπιν τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἥτις ἐπῆλθε λόγῳ ῥυμοτομίας δημοτικῆς. Ἀλλὰ ὅταν τοιοῦτος ἦναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, δυνάμεθα καὶ ἐπὶ στιγμὴν νὰ σταματήσωμεν καὶ νὰ θεωρήσωμεν ὅτι ὁ σκοπὸς αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ δικαιώματα ἡμῶν, καὶ νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι δὲν ἐξερχόμεθα τῆς δικαιοδοσίας ἡμῶν, τῆς ἁρμοδιότητος ἡμῶν, ἐπιλαμβανόμενοι τῆς κρίσεως καὶ τῆς ἐκτιμήσεως ἰδιωτικῶν διαφορῶν δικαιωμάτων κεκτημένων, εἰς τὴν δήμευσιν τῶν ὁποίων σκοπεῖ τὸ νομοσχέδιον; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ὅταν οὕτως ἐκτιμηθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὅταν οὕτως ἐξετασθῇ, οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ διάφορον γνώμην περὶ τοῦ τί δεῖ ποιεῖν ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ τὴν γνώμην περὶ τοῦ τί πρέπει νὰ πράξωμεν καὶ περὶ τοῦ τί ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου, ὁ ἀρχικὸς αὐτοῦ εἰσηγητὴς τὴν ἐξεδήλωσε, τὴν ἐξεδήλωσε μὴ ἐπιμείνας εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω διατὶ οἱ ἀξιότιμοι νῦν Ὑπουργοὶ θὰ ἐπιμείνωσι μᾶλλον τοῦ πραγματικοῦ εἰσηγητοῦ αὐτοῦ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ὅταν πρὸς τοιαύτας ἀρχὰς προσκρούῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ τοιαύτας δυσχερείας δημιουργῇ. Τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως εἶναι συντεταγμένον, βεβαίως καθιστᾷ αὐτὸ ἀντισυνταγματικὸν, ἂν ὁ σκοπὸς αὐτοῦ τὸ ἀποδεικνύῃ δημευτικὸν, τὸ καθιστᾷ ἀντισυνταγματικὸν, διότι ὁρίζει, ὅτι «ὡς πρὸς τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ καταλαμβανομένου ἐδάφους ἐφαρμόζονται αἱ γενικαὶ διατάξεις περὶ ῥυμοτομίας.» Ποῦ ὑπάρχει ἐδῶ ὁ ὅρος ὁ ἀπαραίτητος, τὸν ὁποῖον καθιέρωσε τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, τῆς προηγουμένης ἀποζημιώσεως διὰ τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῆς ἰδιοκτησίας; Βεβαίως δὲν ὑπάρχει. Εὑρίσκω ἕνα ἀγαθώτατον σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἶπον ἀπ’ ἀρχῆς, ἀλλὰ προσέξατε, Κύριοι, μὴ πρὸς ἱκανοποίησιν ἑνὸς ἀγαθοῦ σκοποῦ θέσητε χεῖρα βέβηλον ἐπὶ τὴν ἰδιωτικὴν ἰδιοκτησίαν, ἡ ὁποία καθιστᾷ τὴν βάσιν πάσης πεπολιτισμένης Πολιτείας· οὐδὲ μὲ συγκινοῦν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν ἐνταῦθα, περὶ τοῦ ὅτι, ἀφοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπλέομεν εἰς ὠκεανὸν ἀντισυνταγματικοτήτων — ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου πάντοτε ἐν ὠκεανῷ πλέει (ἱλαρότης) — δὲν θὰ πάθωμεν τίποτε, ἐὰν πλεύσωμεν ἐντὸς τοῦ Σαρωνικοῦ κόλπου...

§131Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παρετήρησα, ὅτι ἐπὶ τόσα ἔτη δημεύεται ἡ περιουσία τοῦ κόσμου, καὶ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἤγειρε φωνὴν διαμαρτυρίας.

§132ΡΑΛΛΗΣ. Μέχρι τοῦδε, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπῆρξεν ἀντισυνταγματικότης τις ἐπὶ τοῦ πρώτου κώλου τοῦ αʹ ἐδαφ. τοῦ ἄρθρου 34, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰς ἀποζημιώσεις τῶν λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης παρὰ τῆς ἐπικρατείας δι’ ἐπαρχιακὰς ἢ ἐθνικὰς ὁδοὺς καταλαμβανομένων οἰκοπέδων· ἀλλὰ σήμερον, Κύριοι, ἐὰν ὁμολογῆτε ὅτι ὑπῆρξεν ἀντισυνταγματικότης, τὴν ἀντισυνταγματικότητα ταύτην τὴν ἐπεκτείνετε καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς καταλήψεως τῆς ἰδιωτικῆς ἐκτάσεως παρὰ δημοτικῶν ὁδῶν. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ ἱππότης τοῦ Κερβάντε, νὰ πολεμῶμεν κατ’ ἀνεμομύλων καὶ νὰ ξιφουλκῶμεν κατ’ αὐτῶν, ὁσάκις μᾶς ἔρχηται αὐτὴ ἡ ὄρεξις· ἔχομεν τὴν ἐντολὴν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ θετικοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβαλλομένων, καὶ ἐὰν ἠθέλομεν πράξει ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἤλεγχεν ἡμᾶς ὁ συμπολίτης μου, φαντασθῆτε τί πανδαιμόνιον θὰ ἐγίνετο ἐνταῦθα μὲ τὴν ἀληθῶς παράδοξον νομοθεσίαν, ἡ ὁποία μᾶς διέπει. Εἶναι παράδοξος δὲ καὶ ἔκτροπος ἡ νομοθεσία ἡμῶν, διότι ἔχομεν νόμους ψηφισθέντας καὶ δημοσιευθέντας πρὸ τῶν δύο Συνταγμάτων, καὶ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἀντίκειται πρὸς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐὰν δὲ ἠθέλομεν πράξει αὐτὸ, τὸ ὁποῖον συμβουλεύετε, νὰ ἀρχίσωμεν νὰ ξιφουλκῶμεν καθ’ ὅλων αὐτῶν τῶν διατάξεων, ἀλλοίμονον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ τὰ ἔργα οἱασδήποτε Κυβερνήσεως! Παρουσιάζεται σήμερον μία διάταξις, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐπεκτείνῃ μίαν ἀντισυνταγματικὴν διάταξιν καὶ ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους· ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ζητήσωμεν, ὅπως μὴ ἡ ἀντισυνταγματικότης, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὸ πρῶτον κῶλον τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 34 ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ δευτέρου κώλου τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 34. Αὐτὸ πράττομεν, καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἀποδεικνύεται λίαν προσεκτικὴ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, νὰ μὴ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἀντισυνταγματικότητος. Ἀλλ’ ἵνα συγκινήσῃ ἡμᾶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπε: «Καὶ πῶς δὲν σκέπτεσθε νὰ περιφρουρήσητε τὴν ἰδιωτικὴν κτῆσιν; Φρονεῖτε ὅτι ὑπάρχει ἀντισυνταγματικότης ἐκ τοῦ ὅτι πρόκειται νὰ ἐπιβάλητε εἰς τοὺς παροδίους ἢ εἰς αὐτὸν τὸν ἰδιοκτήτην, ὁ ὁποῖος κατόπιν τῆς ῥυμοτομίας ἀπόλλυσι τὴν ἰδιοκτησίαν του, νὰ ἀποζημιώσῃ ἑαυτὸν, ἀλλὰ τάχα δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικότης τὸ νὰ ἐπιβάλητε εἰς δήμους χρεωκοπημένους ν’ ἀποζημιώσωσι τὸν ἰδιοκτήτην, τοῦ ὁποίου καταλαμβάνεται ἡ ἰδιοκτησία ἀπὸ δημοτικὴν ῥυμοτομίαν;» Οὐδεμία ἀντισυνταγματικότης ὑπάρχει εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν, διότι οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος. Εἶναι ὁ νόμος τῆς πτωχεύσεως, καὶ ὁ δανειστὴς τοῦ πτωχοῦ, εἴτε δῆμος εἶναι οὗτος, εἴτε ἰδιώτης, θὰ πληρωθῇ μὲ τὸ νόμισμα τῆς πτωχεύσεως, καὶ πληρόνεται μὲ τὸ νόμισμα τῆς πτωχεύσεως, ὅπερ καθιέρωσεν ὁ νομοθέτης, μὲ τὸ πεμπτημόριον· ἀλλ’ ἡ προηγουμένη ἀποζημίωσις ἀναγράφεται ὅλοις γράμμασι καὶ ἐκτελεῖται καὶ ὡς πρὸς τοὺς δήμους αὐτοὺς τοὺς χρεωκοπημένους. Ἴσως ἀκριβῶς ἡ κατάστασις τῶν δήμων ὤφειλε νὰ μᾶς φέρῃ εἰς σκέψεις ὡριμωτέρας ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν αὐτῶν, ὡς πρὸς τὰ τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν καὶ ὡς πρὸς τὰ τῆς ὁδοποιΐας αὐτῶν. Καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῆς τελευταίας ταύτης σκέψεως. Ἐὰν ἀφαιρέσητε καὶ αὐτὸν τὸν χαλινὸν ἀπὸ τοὺς δήμους, ἐὰν εἴπητε εἰς αὐτοὺς, ὅτι δύνανται νὰ ἀνοίγωσι δρόμους καὶ νὰ καθιστῶσιν ἀγυιὰς, χωρὶς νὰ ἔχωσι φόβον νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸ δημοτικὸν ταμεῖον, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι οὐδεμία κτῆσις ἰδιωτικὴ ὑπάρχει ἀσφαλὴς ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν· διότι ἔχομεν τὴν διάταξιν ἐν τῷ περὶ ὁδοποιΐας νόμῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν «ἡ κατασκευὴ τῶν δημοτικῶν ὁδῶν ἀποφασίζεται ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἐγκρίσει τοῦ νομάρχου, ἤ, ἐν ἀρνήσει αὐτῶν, μετὰ προηγουμένην πρὸς τοῦτο πρόσκλησιν, ὑπὸ μόνου τοῦ νομάρχου, τοῦ ὁποίου αἱ ἀποφάσεις ὑπόκεινται εἰς ἔφεσιν.» Ἀλλ’ ἐὰν σχετικῶς πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην ψηφίσητε, ὅτι ὁ δῆμος εἰς οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν ὑπόκειται, δὲν φοβεῖσθε ὅτι ἡ ἰδιοκτησία τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν θὰ γείνῃ ἔρμαιον τῶν μικροεμπαθειῶν καὶ μικροσυμπαθειῶν τῶν τοπικῶν καὶ δημοτικῶν, ὅτι αὐτὰ τὰ μικροσυμφέροντα τὰ τοπικὰ θὰ ξεσπάσωσιν ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας; Κύριοι, αὗται εἶναι αἱ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι μὲ ἤγαγον εἰς τὸ βῆμα. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν αἴτησιν, ὅπως ἐκφέρῃ τὴν ἀπόφασίν της ἡ Βουλή, νὰ ἀφήσῃ νὰ ἐξετασθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὄχι πρὸς τὸν σκοπὸν παρελκύσεως, ἀλλ’ ὅπως ἐξετασθῇ σπουδαίως καὶ οὐσιαστικῶς παρὰ συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι νὰ δύνανται νὰ ἐκφέρωσιν ἐπ’ αὐτοῦ γνώμην ὀρθὴν, διαφωτίζοντες τὴν Βουλήν, δυναμένην νὰ καθορίσῃ καὶ τὰς συνεπείας ἑνὸς τοιούτου νομοθετήματος διὰ τὸ μέλλον.

§133ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πάλη ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου καταντᾷ κἄπως ἐμφύλιος πόλεμος· διότι ἐγὼ εἶπον, ὅτι κατ’ οὐσίαν δὲν εἶμαι σύμφωνος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ περιττὸν νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι σύμφωνος ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐδεμιᾶς ἄλλης χροιᾶς μετέχει ἢ τοῦ καθαρῶς νομοθετικοῦ χαρακτῆρος· καὶ ἀπεδείχθη τοῦτο ἀκόμη ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὡς πρὸς ἓν ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. συνάδελφος, δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ ἄλλον θερμότερον συνήγορον ἢ ἐμὲ αὐτόν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ καθαρῶς σφαλεροῦ, τοῦ καθαρῶς ἀποτροπαίου, τολμῶ εἰπεῖν, τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως τῶν νόμων, τῷ ὄντι ἄδικος ἀποβαίνει ἡ ἀναδρομικὴ δύναμις τῶν νόμων, καὶ ὑπάρχουσι τῳόντι νομικοί, οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦσι τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ δίδῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τοὺς νόμους. Ἄλλο τὸ ζήτημα, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐναντίον τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία σταματᾷ ἐξετάζουσα μόνον, τί εἶναι καὶ τί δὲν εἶναι ἐναντίον τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Καὶ τί ἆρά γε ἄδικον δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, τί δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἐναντίον τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου τῶν γενικῶν; Ὑποθέσατε πρὸς στιγμήν, ὅτι πρόκειται περὶ ποινικοῦ νόμου, ὅτι ὁμολογουμένως πρᾶξίς τις, ὑπὸ τὴν ἰσχὺν ἑνὸς νόμου πραχθεῖσα, τιμωρεῖται κατ’ αὐτὸν διὰ κεφαλικῆς ποινῆς, ἔρχεται δ’ εἶτα ἄλλος νόμος, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν αὐτὴν πρᾶξιν ἐπιβάλλει πρόστιμον. Βεβαίως ἡ ἀναδρομικὴ δύναμις εἶναι ὅλως ἄδικος, ἀλλ’ ἀφίεται εἰς τὴν σύνεσιν καὶ περίσκεψιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ μὴ ψηφίσῃ ἀναδρομικὸν νόμον. Εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλὰ ὅταν φύγητε ἀπὸ αὐτὸ τὸ στάδιον, δύνασθε νὰ εὕρητε, ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν τι ἡ ἀναδρομικὴ δύναμις τῶν νόμων. Ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, λέγοντα ὅτι, ἐὰν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κανονίσητε δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου, ἀφορᾷ μόνον εἰς τὸ μέλλον, οὐδὲν ἔχει τὸ ἀντισυνταγματικόν· καὶ τῷ ὄντι οὐδὲν ἀντισυνταγματικὸν ὑπάρχει ἐν τούτῳ. Λοιπόν, οὕτως ἢ ἄλλως ἀποφασίζοντες, εἰς οὐδεμίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἔχετε νὰ προσκρούσητε. Ἀλλὰ, λέγουσιν, εἶναι ἀντισυνταγματικόν, διότι ἀνατρέχει εἰς τὸ παρελθόν. Ἐὰν ἀνατρέχῃ εἰς τὸ παρελθὸν, τοῦτο προκύπτει ἐκ τῆς ἰδιότητος τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου. Ἐὰν ἐν τούτῳ ὑπάρχῃ ἀντισυνταγματικότης, πρέπει νὰ καταγγείλητε τὸν ἑρμηνευόμενον νόμον, ἢ πρέπει νὰ καταγγείλητε τὰς διατάξεις τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου, εἰς τὰς ὁποίας παραπέμπουσιν οἱ νομοδιδάσκαλοι αὐτοί. Καὶ ἂν θέλητε νὰ ἀρχίσητε τὴν καταγγελίαν, δύνασθε νὰ ἀρχίσητε ἀπὸ νομοδιδάσκαλον ἐγγύτερον, τὸν Οἰκονομίδην, ὁ ὁποῖος λέγει: «Ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος εἶναι μέρος ἀδιάσπαστον τοῦ ἑρμηνευομένου νόμου καὶ ἐφαρμόζεται εἰς πάντα τὰ θέματα, τὰ εἰς τοῦτον ὑπαγόμενα· ἄρα ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν.» Καὶ ἀλλαχοῦ: «Ὁ νομοθέτης εἶναι παντοδύναμος· ἑπομένως δύναται νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἰσχὺν τοῦ νέου νόμου καὶ εἰς τὸ παρελθὸν, εἴτε ῥητῶς, εἴτε σιωπηρῶς.» Καὶ κατωτέρω: «Ἀναδρομικὴν δύναμιν ἔχουσι προσέτι καὶ οἱ ἑρμηνευτικοὶ νόμοι, διότι οὗτοι ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ ἑρμηνευομένου νόμου καὶ θεωροῦνται οἱονεὶ σύγχρονοι αὐτοῦ· μάλιστα δὲ ἐφαρμοστέοι εἰσὶν οὗτοι καὶ ὑπὸ τῶν Ἐφετῶν...» Καὶ παραπέμπει κατωτέρω εἰς τὸν Windscheid § 33 σημ. 5, εἰς τὸν Vanger. § 26 σ. 59 ἀριθ. 2, καὶ εἰς ἄλλους νομοδιδασκάλους. Λοιπὸν κατὰ τοὺς ἐξόχους τούτους νομοδιδασκάλους ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἀναδρομικός. Εἰς ποίαν λοιπὸν διάταξιν τοῦ νόμου εὑρίσκετε τὴν ἀντισυνταγματικότητα; εἰς τὸ ὅτι πρόκειται νὰ πληρόνωσιν οἱ δῆμοι ἢ τὰ ἄτομα; Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν, τότε θὰ μᾶς εὕρητε συμφώνους εἰς ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἴπετε, καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα. Ἐνῷ λοιπὸν εἴμεθα συμφωνότατοι, ὅτι πᾶσα ἀναδρομὴ τοῦ νόμου εἰς τὸ παρελθὸν προσβάλλει τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ἀφ’ ἑτέρου εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὴν δύναμιν τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην τῶν νόμων ἡ συντακτικὴ ἐξουσία τὴν ἀφῆκεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Οὐδὲν ὑπάρχει λοιπὸν ζήτημα ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀποφασισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι ὅτι, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ ὡς νόμου, τοῦ ὁποίου ἡ ψήφισις ὑποθέτει νομικὴν ἔρευναν καὶ ἐξέτασιν ἐπανειλημμένην, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ συμβουλευθῇ προσηκόντως τὰ ἴδια αὑτῆς φῶτα, νὰ τὰ συμβουλευθῇ ὑπὸ ἔποψιν ἐπιστημονικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν νομοθετικήν, ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ καὶ ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῶν μέχρι τοῦδε ἰσχυόντων νόμων, ἵνα μὴ ἀπομακρυνθῇ ἀπ’ αὐτῶν· διότι, ἐὰν πρόκειται ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀπ’ αὐτῶν, τότε δὲν πρέπει νὰ κάμῃ νόμον ἑρμηνευτικὸν, πρέπει νὰ ψηφίσῃ νόμον κανονικὸν καὶ συνήθη διὰ τὸ μέλλον. Καὶ ἐὰν βλέπῃ ὅτι ἡ ἰδέα ἑρμηνείας τοῦ νόμου εἶναι ἁπλοῦν πρόσχημα, τότε πρέπει τὴν ἑρμηνείαν νὰ τὴν ἀφήσῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἵνα μὴ ἔχωμεν ἐκεῖνο τὸ χάος, ἵνα μὴ ἔχωμεν τὰ φαινόμενα τῆς συγκρούσεως μεταξὺ νομοθετικῆς καὶ δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλή, διὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα αὐτὴ αὕτη θέλει ἐκλέξει, βλέπῃ ὅτι ἀπομακρύνεται τῆς ἐννοίας τῶν νόμων, τῶν μέχρι τοῦδε ἰσχυόντων, ἐὰν τοιοῦτον νόμον ἑρμηνευτικὸν ψηφίσῃ, φρονῇ δὲ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ταῦτα πρέπει νὰ ἰσχύσωσιν εἰς τὸ μέλλον, ἂς ψηφίσῃ πλέον οὐχὶ νόμον ἑρμηνευτικόν, ἀλλὰ νόμον κατάλληλον διὰ τὸ μέλλον. Διὰ νὰ δείξωμεν λοιπὸν, ὅτι σπουδαίως νομοθετοῦμεν, δέον νὰ παραπέμψωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς μίαν εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Τοῦτο δὲ εἶναι ἐντελῶς σύμφωνον πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· διότι ἡ Βουλή, εἰποῦσα ὅτι παραπέμπει τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς ἐπιτροπὴν, δὲν ἐνόει ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ τοῦτο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀλλ’ εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικὴν δι’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης παρεπέμφθη, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἰργάσθη, δὲν ἐξεπληρώθη ὁ σκοπὸς τῆς Βουλῆς ὁ οὐσιαστικὸς, καὶ συνεπῶς ἤδη, συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, ἥτις θὰ ἐργασθῇ, εἰς ἐπιτροπὴν ὅλως εἰδικὴν, ἐκ μελῶν διατεθειμένων νὰ ἐργασθῶσιν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ τούτου ἀντικειμένου.

§134ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀπηυθύνθη ἡ μομφὴ, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, δὲν πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, πρὶν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως ταύτης περὶ ἀντισυνταγματικότητος. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἠδυνήθην μέχρι τοῦδε νὰ γείνω καταληπτὸς ἐπὶ ζητήματος τόσον σαφοῦς καὶ ἁπλοῦ, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέδωκε παραδόξως πολιτικὴν σημασίαν εἰς τὴν μορφὴν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Τοιαύτην ἔννοιαν δὲν ἐνόησα ν’ ἀποδώσω. Ἡ Κυβέρνησις, ἐν πεποιθήσει νομίζουσα ὅτι οὕτω πως ἑρμηνεύει ὀρθότερον τὸν νόμον τοῦ 1867 καὶ οὕτω περισσότερον προστατεύει τὰ συμφέροντα τῶν δήμων, καταφεύγει εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ, τὴν ὁποίαν ἔδωκε, τοῦ νόμου, νομίζω ὅτι ὑπέπεσεν εἰς σφάλμα μεγαλείτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀποδίδει εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι προσέκρουσεν εἰς τὸν ἀστικὸν νόμον καὶ τὸ Σύνταγμα. Ἐπίσης καὶ ἐν τῇ ἐπιμελείᾳ τῶν συμφερόντων τῶν δήμων ἡ Κυβέρνησις ὑπερέβη τὰ ὅρια, διότι ὅπου ἔφθασεν, ἀδικεῖ χάριν τῶν δήμων τοὺς ἰδιώτας. Ὁ συμβιβασμὸς λοιπὸν, τὸν ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπεπειράθη ἡ Κυβέρνησις, τῶν διαφόρων συμφερόντων, τὰ ὁποῖα θίγει ἡ δημοτικὴ ὁδοποιΐα, ἀποβαίνει ὀλέθριος, χωρὶς τοὐλάχιστον νὰ ἦναι νόμιμος; Ἡ Κυβέρνησις ἓν μόνον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, τὰ συμφέροντα ἑνὸς ἢ δύο δήμων, οἵτινες ἀνεστάτωσαν καθ’ ἑαυτῶν τοὺς ἰδιώτας διὰ τῶν σχεδίων ὁδοποιίας, καὶ ἐζημίωσαν αὐτοὺς, χωρὶς νὰ ἐννοοῦν νὰ πληρώσουν. Φοβοῦμαι ὅτι, ὅταν αὔριον γείνῃ δεκτὸν, ὅτι ἐφεξῆς θέλουσιν ἀποζημιώνει διὰ τὴν κατάληψιν τῶν δημοτικῶν ὁδῶν οἱ παρόδιοι καὶ ὄχι οἱ δῆμοι, θέλομεν ἰδεῖ νέας καὶ αὐθαδεστέρας ῥυμοτομίας καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ ὁ χαλινὸς τῶν ἀποζημιώσεων, ὥστε νὰ σταματᾷ τοὺς μηχανικοὺς καὶ τοὺς δημάρχους. Μέχρι τοῦδε βεβαίως οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ μηχανικοὶ συνέταττον ἢ μετεῤῥύθμιζον τὰ σχέδια τῶν πόλεων, μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι οἱ παρόδιοι βαρύνονται μὲ τὰς ἀποζημιώσεις. Ἀλλ’ ὑπῆρχεν ὁπωσδήποτε ἀμφιβολία τις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιίας, ἀμφιβολία τὴν ὁποίαν ἐνίοτε ἐνεθάῤῥυνον καὶ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων. Ἤδη ὁ νόμος ἔρχεται νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν αὐθαιρεσίαν. Δὲν ἔχει ὁ μηχανικὸς ἢ νὰ χαράττῃ σχέδια ἐπὶ τοῦ χάρτου, καὶ ἐκτάσεις χιλιάδων στρεμμάτων πέριξ τῶν Ἀθηνῶν ἢ τοῦ Πειραιῶς νὰ μεταβάλλῃ εἰς ὁδοὺς καὶ οἰκόπεδα, καὶ ν’ ἀπαλλοτριώνῃ αὐτὰς ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως Οὐδεμία ἐγγύησις ἐν τοῖς νόμοις ὑπάρχει κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν αὐτῶν τῶν μηχανικῶν καὶ τῶν δημάρχων, κατὰ τῆς ἐπιδρομῆς αὐτῆς ἐναντίον τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας. Εὐθὺς ὡς τὸ σχέδιον ἑνὸς μηχανικοῦ χαραχθῇ καὶ ἐπικυρωθῇ ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, οὐδεὶς ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς δύναται νὰ οἰκοδομήσῃ ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἰδιοκτησίας ἐγένετο ἄνευ καταλήψεως. Ἑπομένως ὅλα τὰ δικαιώματα ἀποζημιώσεως καταπνίγονται διὰ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τῆς διοικήσεως, τοῦ δικαιώματος τῆς οἰκοδομικῆς ἀδείας. Διὰ τοῦτο βλέπομεν πολλοὺς ἐξαναγκαζομένους οὕτω νὰ ὑποβάλλωνται εἰς ζημίας πολλὰ ἔτη πρὶν τοῦ πρέποντος χρόνου, διότι προώρως στεροῦνται οὐ μόνον τοῦ ἀντιτίμου, ἀλλὰ καὶ τῆς χρήσεως τῆς ἰδιοκτησίας των. Ἀλλὰ στεροῦνται καὶ πάσης ἀποζημιώσεως ἐπὶ τοιούτων νέων σχεδίων, διότι οἱ ἀφαιρούμενοι τὰ γήπεδά των εἶναι καὶ οἱ παρόδιοι τῶν ἀφαιρεθέντων γηπέδων. Ἀλλ’ οὐ μόνον οὐδεμία ἐγγύησις ὑπάρχει κατὰ τοῦ αὐθαιρέτου καὶ μωροῦ τῶν σχεδίων τῶν μηχανικῶν, ἀλλ’ οὔτε οἱ ἀπαιτούμενοι τύποι ἐπὶ τοιούτων σχεδίων τηροῦνται κἄν. Ἔχομεν παραδείγματα, καθ’ ἃ ἐγένοντο σχέδια τῆς πόλεως Ἀθηνῶν ἄνευ ἀδείας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐνῷ ὁ νόμος σαφῶς ὁρίζει, ὅτι δημοτικαὶ ὁδοὶ δὲν χαράσσονται ἄνευ γνωμοδοτήσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ὅταν δὲ παρὰ τούτου ἐζητήθησαν ἀποζημιώσεις, τὸ Συμβούλιον ἀπήντησεν «ἐγὼ δὲ συνῄνεσα.» Ἐφεξῆς θὰ λέγῃ ὅτι «οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι οὔτε διὰ τὸ παρελθὸν ὀφείλω ἀποζημίωσιν, διότι δὲν εἶμαι ὑπόχρεων δυνάμει τοῦ νέου ἑρμηνευτικοῦ νόμου.» Καὶ οἱ ἰδιοκτῆται θὰ ἀναγκάζωνται, ἢ νὰ ἀποζημιῶσιν αὐτοὶ ἑαυτοὺς, ἢ νὰ διεκδικῶσι δικαστικῶς, ἢ νὰ παραιτῶσι πᾶν δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Συνήθως ὅμως εἰς τὰ πέριξ τῶν πόλεων ἔχομεν ἐκτεταμένα γήπεδα, καὶ οἱ παρόδιοι εἶναι αὐτοὶ οἱ κύριοι τῶν καταληφθέντων, οἱ ὁποῖοι οὔτε ἐζήτησαν τὸ σχέδιον, οὔτε ὠφελοῦνται ἀναλόγως τῆς στερήσεως. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἐκτεθειμένοι οἱ δῆμοι σήμερον εἰς μεγάλας ἀποζημιώσεις; Ἔχομεν τὸ πεμπτημόριον, ἔχομεν τὴν παραγραφήν. Πλεῖσται ἀπαιτήσεις παρεγράφησαν. Ἂν θέλωμεν περιορισμοὺς, ἂς θέσωμεν συντομωτέραν παραγραφήν. Ἐπὶ τέλους ἔχομεν τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ὠφελείας ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως, ὅταν ὁ ἀφαιρούμενος οἰκόπεδον ᾖναι καὶ παρόδιος. Λοιπὸν δὲν θεωρῶ, ὅτι οἱ λόγοι οἱ ὑπὲρ τῶν δήμων εἰσὶ τόσον ἰσχυροὶ, ὥστε νὰ δικαιολογῶνται τοιαῦται παρεκβάσεις ἀπὸ τῶν νόμων, οἷαι γίνονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν εἰς πολλὰς ἄλλας ἐπόψεις τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ τοῦ νομοσχεδίου· δὲν ἀπήντησεν ὅμως καὶ εἰς τὴν ἐμήν. Πολλοὶ τῶν προλαλησάντων ἐπεκαλέσθησαν διαφόρους λόγους, ὅπως ἀποδείξωσι τὸ ἀντισυνταγματικόν. Εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχει προηγουμένη ἀποζημίωσις διὰ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον καθιεροῦται. Εἰς τοῦτο δύναται νὰ δοθῇ μία ἀπάντησις ὅτι δίδεται ὁπωσδήποτε τῷ ἰδιοκτήτῃ τοῦ ἐδάφους μία ἀποζημίωσις. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν ἐδικήν μου ἀντίῤῥησιν εἶναι δύσκολος, καὶ δὲν ἤκουσα κανένα οὔτε νὰ ἀναιρέσῃ αὐτὴν, οὔτε ν’ ἀνασκευάσῃ. Εἶπόν τινες, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο, ὅπερ εὗρεν ἡ Κυβέρνησις ἐν προγενεστέρῳ νόμῳ, θεωρεῖ ὡς τὸ συμφωνότερον πρὸς τὸ δίκαιον, καὶ τὸ ἐπιβάλλει εἰς τὰ δικαστήρια. Ποῖον σύστημα; τὸ νὰ ἀφαιρῇ τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν ἰδιωτῶν, καὶ νὰ δίδῃ αὐτὴν εἰς τοὺς δήμους ὡς ἰδιοκτησίαν, ὑποχρεοῦσα ἄλλους εἰς ἀποζημίωσιν. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἀναγκάσητε τὸν παρόδιον νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας γηπέδου, τὸ ὁποῖον κατελήφθη παρ’ ἄλλου; Εἰς τοῦτο οὐδεμία ἐδόθη ἐξήγησις. (Διάλογοι μεταξὺ Μαυρομαρᾶ καὶ Δεληγεώργη). Ἰδοὺ πῶς τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν κειμένων νόμων. Ἡ Κυβέρνησις ἀληθῶς τὸν νόμον εὗρε, διότι εἶναι τοῦ 1836. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1844 δὲν δύναται νὰ ἰσχύῃ ἡ διάταξις ἐκείνη, διότι παραβιάζει τὴν διάταξιν τοῦ 17 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀστικοῦ δικαίου. Ἐπὶ τούτου ἐπεθύμουν νὰ ἔχω ἀπάντησίν τινα.

§135ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν νομοθεσίαν ἡρμήνευσεν ἡ μόνη ἁρμοδία πρὸς τοῦτο ἀρχὴ, ἡ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ταύτην ἐπεκαλέσθημεν ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν. Εἰς τὴν αὐθεντίαν ταύτην τί ἀντιτάσσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; τὴν αὐθεντίαν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Μπουφίδου, καὶ αὐτοῦ τὸ παράδειγμα ἠθέλησε νὰ μιμηθῇ! Τὰ αὐτὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλον τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑποβληθέντος παρὰ τοῦ κυρίου Μπουφίδου, ἐπέβαλον καὶ τὴν σύνταξιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἡ παρελθοῦσα Βουλή, εἰς ἣν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἀπηξίωσε καὶ νὰ τὸ συζητήσῃ· δὲν ἠξεύρω δὲ, ἐὰν ἡ παροῦσα θὰ φανῇ κατωτέρα ἐκείνης.

§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ἔλαβον τὸν λόγον κατὰ τὸ πρὸ τῆς διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως διάστημα, περιώρισα ἀκριβῶς αὐτὸν ἐπὶ τοῦ προταθέντος ζητήματος τοῦ ἀπαραδέκτου, δὲν εἰσῆλθον δ’ εἰς τὴν οὐσίαν· φρονῶ δ’ ὄντως, ὅτι, ὅταν οἱ ὅροι τοῦ ἀπαραδέκτου δὲν ἀναγράφωνται ἐν ῥητοῖς γράμμασιν ἐν ταῖς διατάξεσι τῶν νόμων, τὸ ἀπαράδεκτον δὲν πρέπει νὰ προτείνηται, οἱ δὲ προτείνοντες τὸ ἀπαράδεκτον καταχρῶνται τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἀνήκει εἰς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ἡ ἐξέλεγξις τῆς συζητήσεως προέβη καὶ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς οὐσίας, πρέπει δὲ καὶ ἐπὶ τούτου νὰ ἀγορεύσω, διότι θέλει διαιρεθῆ τὸ θέμα εἰς δύο, εἰς θέμα ἐπὶ ἀπαραδέκτου καὶ εἰς θέμα ἐπὶ τῆς οὐσίας, καὶ θέλουσι γείνῃ δύο ψηφοφορίαι, ἐπειδὴ δὲ ἡ συζήτησις περιεστράφη καὶ ἐπὶ τὰ δύο θέματα, ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλει ἐπαναληφθῆ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας τοῦ 1867 μοὶ φαίνεται ὅτι δίδει ἀφορμὴν εἰς παρανόησιν. Ὁ νόμος τοῦ 1867, ὡς εἶπον καὶ ὅτε τὸ πρῶτον ἠγόρευσα, ἀφῆκεν ὑπαινιγμοὺς τοιούτους. Ὁ νόμος οὗτος κανονίζει τὰ τῆς κατατάξεως τῶν ὁδῶν εἰς τέσσαρας τάξεις, ἀλλ’ ἔχει ὑπ’ ὄψιν ὁδοὺς, αἱ ὁποῖαι συνδέουσιν οὐχὶ συνοικίας τοῦ αὐτοῦ χωρίου ἢ τῆς αὐτῆς πόλεως, ἀλλὰ συνδέουσι χωρία πρὸς ἄλληλα, ἢ πόλεις πρὸς ἀλλήλας, ἢ πρωτευούσας ἐπαρχιῶν, οὐδ’ ἐκανόνισε περὶ τῶν ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι συνδέουσι τὰς οἰκίας ἑνὸς χωρίου ἢ μιᾶς πόλεως. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 34 εἶναι σαφής. Ἂν δ’ ἔχητε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε τὸ κείμενον αὐτοῦ, θέλετε πεισθῆ, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα (ἀναγινώσκει): «Ἡ πρόκτησις τῶν ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν καταλαμβανομένων ἰδιωτικῶν γαιῶν καὶ κτημάτων γίνεται εἰς βάρος τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν ἐδικῶν τῶν ἐπαρχιῶν φόρων. Ἐξαιροῦνται τὰ ἐν ταῖς πόλεσι καὶ κώμαις τμήματα αὐτῶν, ὧν τὸ ἔδαφος ἀποζημιοῦται κατὰ τὰς γενικὰς περὶ ῥυμοτομίας τῶν πόλεων καὶ κωμῶν διατάξεις· αἱ δὲ ὑπὸ τῶν δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν καταλαμβανόμεναι γαῖαι, ἐὰν μὲν ὦσιν ἐθνικαί, παραχωροῦνται δωρεὰν, ἐὰν δὲ ἰδιωτικαί, ἡ πρόσκτησις αὐτῶν ἐπιβαρύνει τοὺς δήμους...» Ἀλλὰ ποῖαί εἰσιν αἱ ὁδοὶ αἱ δημοτικαὶ ἢ αἱ ἀγροτικαί; Δημοτικαί εἰσιν αἱ συνδέουσαι τὰ χωρία τοῦ αὐτοῦ δήμου πρὸς ἄλληλα, ἢ πρὸς τὴν πρωτεύουσαν αὐτοῦ, ἢ πρὸς ἄλλα καταστήματα. Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὰς δημοτικὰς ὁδοὺς αἱ χρησιμεύουσαι εἰς συγκοινωνίαν τῶν κατοίκων ἑνὸς χωρίου ἢ μιᾶς πόλεως πρὸς ἀλλήλους. Περὶ τούτων ὁ νόμος διατάσσει: «Ἐντὸς τῶν ἐν ταῖς πόλεσι καὶ κώμαις τμημάτων ὁδοῦ» ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὁ νόμος τοῦ 1867 ἐν τῇ παραγράφῳ αʹ τοῦ ἄρθρου 4 ἀφομοιοῖ τὰς ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν ὁδοὺς, τὰς πρὸς συγκοινωνίαν τῶν κατοίκων, πρὸς τὰς δημοτικάς; Οἱ κανόνες, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσι διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Χαλκίδα, ἢ πρὸς κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Λαύριον, ἥτις διέρχεται διὰ τοῦ χωρίου Μαρκοπούλου καὶ καταλήγει εἰς τὸ Λαύριον, οἱ κανόνες λοιπὸν, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν αὐτῶν, οἱ αὐτοὶ κανόνες διέπουσι καὶ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Ἡφαίστου ἢ Πανδρόσου ἐντὸς τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν; Οἱ κανόνες, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν, τὴν ἀρχομένην ἀπὸ Πειραιῶς καὶ καταλήγουσαν εἰς Ἀθήνας, οἱ αὐτοὶ κανόνες διέπουσι καὶ τὴν κατασκευὴν μιᾶς ὁδοῦ ἐκ τῶν πλαγίων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τὸ ἀνατολικὸν μέρος τῆς πόλεως Πειραιῶς ἀρχόμεναι διευθύνονται εἰς τὸ δυτικὸν μέρος τῆς πόλεως; Αὐτὸ δὲν εἶναι σαφές. Ἐνδέχεται τὰ δικαστήρια νὰ ἡρμήνευσαν ὡς αὐτὰ ἔκριναν, ἀλλὰ τὸ θέμα, ὅπερ ἀνέφερα, δὲν εἶναι σαφές. Καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμος ὁ δισταγμὸς, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐκφέρω, παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ἀποβλέψητε εἰς ἄλλην ἄποψιν τοῦ ζητήματος. Πῶς γίνεται ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν αὐτῶν; Πῶς γίνεται ἡ κατασκευὴ τῶν δημοτικῶν ὁδῶν; Ἡ κατασκευὴ τῶν δημοτικῶν ὁδῶν διαιρεῖται εἰς δύο μέρη, εἰς τὰ τεχνικὰ ἔργα καὶ εἰς τὰ ἁπλᾶ ἔργα. Τίς συνεισφέρει τὰ τεχνικὰ ἔργα; (ἀναγινώσκει): «Αἱ πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν ὁδῶν ἐργασίαι», ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 26 τοῦ νόμου ΣΞΓʹ τῆς 16 Δεκεμβρίου 1867, «διακρινόμεναι εἰς τεχνικὰς καὶ ἁπλᾶς, γίγνονται αἱ μὲν τεχνικαὶ ἐκ τῶν ὁδικῶν πόρων, τῶν ἀναλογούντων εἰς τὸν δῆμον, αἱ δὲ ἁπλαῖ διὰ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας τῶν κατοίκων τῶν εἰς τὴν σύστασιν αὐτῶν ἐργασθέντων χωρίων ἢ συνοικιῶν, καθόσον δὲν ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο ἡ πρόσοδος τῶν κατὰ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον διοδίων.» Εἰς τίνας λοιπὸν ἐπέβαλεν ὁ νόμος τὸ βάρος τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν τούτων; Εἰς τοὺς ὠφελουμένους ἐκ τῆς ὁδοῦ, εἰς τοὺς κατοίκους τῆς συνοικίας, οἱ ὁποῖοι ποιοῦνται χρῆσιν τῆς ὁδοῦ αὐτῆς. Ἢ ἂν πρόκειται περὶ χρημάτων, εἰς ποῖον; Εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, τοῦτο δὲ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας δὲν εἶναι ταμεῖον δημοτικὸν, εἶναι ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἐκ χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσφέρουσι πάντες· διότι πάντες εἰσφέρουσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τὰ δ’ ἔσοδα αὐτοῦ διαιροῦνται εἰς τρία τμήματα εἰδικὰ, ἐπαρχιακῆς, ἐθνικῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Φαντάσθητε, ἂν ἀπεδεχόμεθα τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδετε, ὅτι πρέπει διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν δημοτικῶν ὁδῶν νὰ ἐπιβαρύνητε τοὺς δημότας, ἤτοι νὰ ὑποχρεώνητε τὸν κάτοικον τοῦ χωρίου Μπραχαμίου ἢ τοῦ Ἀμαρουσίου ἢ τῆς Κηφισίας ἢ τοῦ Ἡρακλείου νὰ εἰσφέρῃ χρήματα εἰς τὸ δημοτικὸν ταμεῖον, διατί; διὰ νὰ συντηρηθῇ ἡ ὁδὸς Ἡφαίστου ἢ ἡ ὁδὸς Πανδρόσου ἐν Ἀθήναις! Αὐτὸ εἶναι ἀδικώτατον, διότι ἐκεῖνος εἰσφέρει διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ δήμου του, καὶ ὄχι διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ἰδίως δι’ ἀνάγκην, ἐκ τῆς ὁποίας ὠφελοῦνται ἀποκλειστικῶς οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Καὶ ἄλλα μέρη ὡσαύτως, ἀφορῶντα τὴν κατασκευὴν τῶν δημοτικῶν ὁδῶν, θέλω σᾶς ἀναφέρει, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 ἔχει ὡς ἀρχὴν, ὅτι οὐδεὶς ἕτερος ὑποχρεοῦται νὰ εἰσφέρῃ, εἰμὴ μόνον ὁ ὠφελούμενος ἐκ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα θέλουσι κατασκευασθῆ ἐκ τῆς εἰσφορᾶς. Σᾶς φέρω δὲ τὰς ἀγροτικὰς ὁδοὺς (ἀναγινώσκει): «Ἡ συντήρησις τῶν ἀγροτικῶν ὁδῶν», λέγει τὸ αὐτὸ ἄρθρον 26, «γίγνεται δαπάνῃ τῶν προκαλεσάντων τὴν κατασκευὴν αὐτῶν χωρίων ἢ συνοικιῶν, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 12». Δὲν ἐπιβαρύνεται ὁ δῆμος διὰ τὰς ἀγροτικὰς ὁδοὺς, ἂν καὶ αὗται εἶναι τῶν δήμων. Διὰ τοῦτο παρήχθη ἡ ἀμφιβολία, ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, τὴν ἀμφιβολίαν δὲ ταύτην ἔλυσεν ἤδη ὁ νόμος τοῦ 1867, μεταγενέστερος τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας, κατὰ τὸν ὁποῖον διετάχθη ὅτι τὰ ἔξοδα τὰ πρὸς ἀποζημίωσιν γηπέδων καταλαμβανομένων διὰ τὴν κατασκευὴν δημοτικῶν ὁδῶν, ὁδῶν δηλαδὴ ἐν ταῖς πόλεσιν ἢ ταῖς κώμαις, καταβάλλονται ὑπὸ τῶν ὠφελουμένων ἐκ τῆς ἀγυιᾶς ἢ τῆς ὁδοῦ. Ἀλλὰ κατὰ τῆς ἑρμηνείας ταύτης προεβλήθησαν παραδείγματα, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ κανόνος τούτου δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς ἄτοπον ἢ εἰς ἀδίκημα. Προεβλήθη τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς προέτεινεν, ἤτοι ἂν πρόκειται περὶ ἑνὸς γηπέδου, τὸ ὁποῖον κατέλαβεν ἡ ὁδὸς καὶ ἀφῆκε ταινίαν ἀνεπαρκῆ πρὸς οἰκοδομὴν ἑκατέρωθεν, ὅτε τὸ βάρος τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον κατέλαβεν ἡ ὁδὸς, θέλει ἐπιβαρύνει τὰς ταινίας τὰς ἑκατέρωθεν τῆς ὁδοῦ ὑπολειφθείσας, ἤτοι αὐτὸν τὸν κύριον τοῦ ὑπὸ τῆς ὁδοῦ καταληφθέντος ἐδάφους. Ὄντως αἱ ταινίαι αὗται, αἱ ἑκατέρωθεν τῆς ὁδοῦ καταλειφθεῖσαι, ἀνήκουσιν εἰς τὸν αὐτὸν ἰδιοκτήτην, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει τὸ ἔδαφος τὸ καταληφθὲν ὑπὸ τῆς ὁδοῦ, οὕτω δὲ δὲν ἔχει ν’ ἀποζημιωθῇ παρ’ οὐδενὸς, διότι αὐτὸς ὀφείλει νὰ ἀποζημιώσῃ ἑαυτὸν, ἐνῷ αὐτὸς οὐ μόνον ἀπώλεσε τὸ γήπεδόν του, ἀλλὰ καὶ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον τῷ ὑπελείφθη, εἶναι ἐλάχιστον· ἑπομένως αὐτὸς ἀπόλλυσι τὴν περιουσίαν του. Τὸ τοιοῦτον δύναται νὰ συμβῇ, καὶ δύναται ὄντως νὰ ζημιωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ γηπέδου, τὸ ὁποῖον κατελήφθη ὑπὸ τῆς ὁδοῦ ὑπὸ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, ἀλλὰ δύναται καὶ νὰ μὴ ζημιωθῇ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν παρέστησεν, ὅτι ἡ ζημία εἶναι πιθανολογουμένη. Δὲν ἀντιλέγω· ἀλλ’ ἐνδέχεται καὶ νὰ μὴ ᾖναι ζημία. Ὑποθέσατε ὅτι ἔχει ἓν γήπεδον χιλίων πήχεων, τὸ ὁποῖον ἐτιμᾶτο 20 δραχμῶν τὸν πῆχυν, εἶχε δὲ οὕτω τὸ γήπεδον ἀξίαν 20,000 δραχμῶν. Ὑποθέσατε ὅτι τὸ γήπεδον αὐτὸ κατελήφθη ὑπὸ τῆς ὁδοῦ καὶ ἔμειναν ἐκ τῶν χιλίων πήχεων ἑκατὸν ἀπὸ τὴν μίαν ὄχθην καὶ ἑκατὸν ἀπὸ τὴν ἄλλην, καὶ ἑπομένως ἔμειναν ἐκ τῶν χιλίων 200 πήχεις. Ἂν δὲ τὸ γήπεδον ἦτο ἐπὶ τῆς πλατείας τῆς Μητροπόλεως καὶ ἂν ἐτιμᾶτο ἀντὶ 20 δραχμῶν πρότερον, μετὰ τὴν ῥυμοτομίαν ἡ ἀξία αὐτοῦ δύναται νὰ ἀνέλθῃ εἰς δρ. ἑκατὸν τὸν πῆχυν, οὕτω δ’ ἐκαλύφθη ἡ ζημία...

§137ΡΑΛΛΗΣ.....

§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ. Οἱ θέλοντες νὰ ἀγορεύσωσιν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ λάβωσι τὸν λόγον μετ’ ἐμέ... Ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ συμβῇ ἄλλο τι. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ μία ὄχθη εἶναι παραλία καὶ ἡ ἄλλη δὲν εἶναι παραλία, ὅτε ἡ ζημία εἶναι ἄφευκτος. Δὲν γνωρίζω ἂν αἱ παραλίαι δὲν ὑπόκεινται εἰς ἀποζημιώσεις, οὐδὲ ποῖον πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωσιν αἱ ἀποζημιώσεις διὰ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον κατέχουσιν αἱ παραλίαι, ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι αἱ παραλίαι εἶναι ἐκτὸς τοῦ ἐμπορίου, extra commercii. Ἀλλὰ μήπως ἐπὶ παραπλησίας περιπτώσεως, ὅταν ἐφαρμόζηται ὁ νόμος περὶ πεζοδρομίων ἢ περὶ ὑπονόμων, δὲν ἐπιβαρύνεται ἡ παραλία διὰ τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς αὐτῶν; Ἀλλὰ δεδόσθω, ὅτι ἐζημιώθη. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἐνδέχεται νὰ ζημιωθῇ, ἂν ἐφαρμοσθῇ ἡ ἄλλη γνώμη, ἂν π. χ. γένηται δεκτὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποζημιοῦ τὸ δημοτικὸν ταμεῖον; Ὑποθέσατε τὸν δῆμον Λετρίνων, τὴν πόλιν τοῦ Πύργου, ὀφείλουσαν ν’ ἀποζημιώσῃ πολίτην, τοῦ ὁποίου ἡ πλατεῖα κατέλαβε τὴν ἰδιοκτησίαν, ἔχουσαν ἀξίαν 50,000 δρ. Κατὰ δυστυχίαν, ὁ δῆμος Λετρίνων εἶναι εἰς κατάστασιν κακὴν οἰκονομικῶς. Ὑποθέσατε τὸν δῆμον τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους, ἢ ἀγνοεῖτε ὅτι τὸ πεμπτημόριον, τὸ ὑπὸ τοῦ δήμου καταβαλλόμενον, διανέμεται εἰς τοὺς πιστωτὰς, δυσαναλόγως δ’ ἀποβαίνει ἡ μερὶς ἑκάστου πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις αὐτοῦ, ὥστε οὔτε 1% δὲν ἔρχεται πρὸς τὰ κεφάλαια τὰ ὀφειλόμενα; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει βεβαίως νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πάντως δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ, εἶναι νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ὑποχρέωσις εἰς τοὺς δήμους, διότι, ἂν ἤθελε γείνῃ δεκτὸν τοῦτο, θέλουσι ζημιωθῆ οἱ ἰδιῶται, τῶν ὁποίων τὰ γήπεδα κατελήφθησαν, οὐδὲ θέλουσι λάβει τὰ ὀφειλόμενα, θέλουσι δὲ καὶ οἱ δῆμοι καταστραφῆ. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ληφθῇ; Ἐγὼ προτείνω, προκαλῶ καὶ δέχομαι πᾶσαν συζήτησιν. Ἄν μετ’ ὀλίγον ἤθελε προταθῆ περὶ τούτου νομοσχέδιον ἀπὸ ἕνα τῶν Βουλευτῶν, θέλω τὸ συζητήσει μετὰ πάσης προθυμίας, καὶ θέλω ὀφείλει χάριν εἰς αὐτὸν διὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν προβάλλει. Ἐνδεχόμενον εἶναι καὶ ἡ Κυβέρνησις κατόπιν νὰ προβάλῃ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ νῦν πρόκειται περὶ ζημίας ἐπικειμένης, περὶ ζημίας ἀπειλούσης καταστροφάς. Διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ πρὸ μικροῦ προετείναμεν εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ λεχθὲν ὅτι ἡ διαλυθεῖσα Βουλή, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ὡσαύτως εἰσαχθῆ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀπέκρουσεν αὐτὸ καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐψηφίσθη, καὶ ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν πρέπει ἐπίσης νὰ τὸ ψηφίσῃ, εἶναι ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον εἶναι χρήσιμον ἴσως διὰ νὰ καταστήσῃ εὐπρόσωπον τὸν ἰσχυρισμὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προβάλλουσιν αὐτό. Τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη τὴν 14 Νοεμβρίου 1894, γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι δὲν ἐψηφίσθη, διότι δὲν ἦλθε πρὸς συζήτησιν, διότι, ἂν ἤρχετο πρὸς συζήτησιν, ἄγνωστον ἂν ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἤθελεν ἔχει γνώμην ἐναντίαν ἐκείνης, ἣν εἶχον οἱ εἰσαγαγόντες αὐτὸ Ὑπουργοί. Δὲν ἦλθε δὲ πρὸς συζήτησιν, διότι ὁ καιρὸς ἦτο βραχὺς, ἔργα δ’ ἄλλα νομοθετικὰ ἀπησχόλουν τὴν Βουλὴν, καὶ μετ’ ὀλίγον ἡ Βουλὴ δυσκόλως εὑρίσκετο ἐν ἀπαρτίᾳ, συνέβησαν δὲ τότε ὅσα συνέβησαν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ γένηται ἐπὶ τῆς οὐσίας, διότι τὰ λεχθέντα ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, ὡς φρονεῖ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ἢ ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, ἀλλὰ δημευτικὸν, καὶ διότι εἶναι δημευτικὸν, εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, πάντα ταῦτα εἶναι ἰσχυρισμοὶ ἄνευ βάσεως.

§139Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δι’ ὀλιγίστων θέλω δώσει ἐξηγήσεις καὶ πληροφορίας πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν θέλω νὰ ὑποτεθῇ, οὔτε ὅτι ἀπέδωκα προσωπικὸν ὑπαινιγμὸν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, οὔτε ὅτι ἐβεβαίωσα εἰς τὴν Βουλὴν ἀνακριβῆ, διότι εἶπον καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, καὶ ἐπέῤῥιψα τὴν μομφὴν εἰς τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον δὲν ἀναφέρει ἐν αὐτῷ ὁλόκληρον τὴν ἱστορίαν τῶν συμβάντων ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων. Ὅταν εἶπον «τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου», νομίζω ὅτι ἀρκετὰ εἶπον. Ἐνόμισεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἠδύνατο νὰ μὲ ἀντικρούσῃ, ἐπιῤῥίπτων τὸ κακὸν εἰς τὴν ῥουτίναν. Ἐγὼ ὅμως δὲν ὑπέθετον ποτὲ, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιγράφῃ καὶ τὰ νομοσχέδια τοῦ παρελθόντος, ὡς εἶχον· διότι, ἂν ὑπῆρχε δικαιολογία τις διὰ τὴν ἀντιγραφὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς τέως Κυβερνήσεως, ὑπῆρχεν ὅμως ὁ ἱκανὸς χρόνος ὅπως ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ μὴ θέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ὑπογραφήν του εἰς ἔργα τοῦ παρελθόντος, τὰ ὁποῖα ἀπεδείχθησαν οἷα εἶναι. Ὥστε ὁ ὑπαινιγμὸς δὲν εἶναι προσωπικός. Τοῦτο μόνον προσθέτω, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ μία ἐπεξεργασία καὶ νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ μίαν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν ἀξίαν μελέτης. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠθέλησε νὰ μοὶ ἀποδώσῃ ἔκτακτον νοημοσύνην, ἐνῷ βεβαίως δὲν ἔχω τὰ στοιχεῖα νὰ συναγωνισθῶ ἐπὶ νοημοσύνῃ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλουν. Δὲν θέλω νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι παρεμόρφωσα ὅσα εἶπον, καὶ διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω τὰς ὀλιγίστας γραμμὰς τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, ὡς τὰ ἀντελήφθη ὁ κ. στενογράφος, ὅστις ἵστατο ἐγγύτερον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τοῦ δόντος τὴν ἀπάντησιν, καὶ θὰ τὰ ἀναγνώσω χωρὶς νὰ μεταβάλω τι, ὡς ὑπάρχουσι γεγραμμένα, εἰ καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχουσι μερικαὶ διορθώσεις, οὕτως εἰπεῖν, εἴς τινας λέξεις. Λοιπὸν ἐγὼ θὰ τὰ ἀνωγνώσω ὡς τὰ ἔχει γράψει ὁ κ. στενογράφος. Εἶχον ὑποβάλει τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὑπῆρχον φράσεις τινὲς, αἵτινες κατέστρεφον τὸ κείμενον, διότι ἔλεγεν ὅτι τοῦ λοιποῦ θὰ ἰσχύσῃ ὁ νόμος. Ἐπειδὴ δὲ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας ἀνέπτυξεν, ὅτι ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ, παρὰ ἀναδρομικὴν δύναμιν, διὰ τοῦτο ἔλεγον, ὅτι ὡς ἑρμηνευτικὸς νόμος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριζεν ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις· παρεδέχθη ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὴν ἀτέλειαν ταύτην, καὶ διετάχθη ἡ ἀπάλειψις τῶν λέξεων ἐκείνων. Κατόπιν εἶπον τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Τώρα ἔχω μίαν ἄλλην ἀμφιβολίαν, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος ἀνατρέχει μέχρι τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἰσχύει ὁ ἑρμηνευόμενος νόμος. Ἀλλὰ μεσολαβοῦσι πολλὰ αἴτια· ἐν τῷ μεταξὺ ἐγεννήθησαν δικαιώματα ἐκ τελεσιδικιῶν· ἐννοεῖτε ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀνατρέπει καὶ αὐτὰ τὰ δικαιώματα;» Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Πέῤῥος δὲν εἶχε προσέξει, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ὑστέρων, καὶ ἔδωκεν ἀπάντησιν οὐχὶ ἀκριβῆ: «Θὰ γείνῃ ἀγωγὴ περὶ ἀχρεωστήτου».

§140ΠΕΡΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον αὐτό;

§141Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σεῖς.

§142ΠΕΡΡΟΣ. Οὐχί.

§143Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐξάγεται παρακάτω, ὅτι δὲν ἠθέλετε νὰ εἴπητε αὐτό.

§144ΠΕΡΡΟΣ. Μήπως ἐρωτῶ;

§145Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐτὰ, ’ποῦ σᾶς εἶπον, εἶναι. Τὸ ἐξηγεῖτε ἐπαρκῶς παρακάτω. «Ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος» (ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πρὸς τὸν ὁποῖον εἶχον ἀποταθῆ,) «ἔχει κυρίως ἔννοιαν καὶ βάσιν νὰ διασαφήσῃ εἰς τὸ κοινὸν, ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου. Ἑπομένως πᾶν ὅ,τι ἐγένετο, ἐγένετο κατὰ παραδρομὴν τοῦ νόμου καὶ ἑπομένως ἔχει ἀκυρότητα κατὰ τὴν βάσιν. Ἑπομένως βεβαίως πᾶν ὅ,τι ἐτελέσθη κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο κατὰ παράβασιν τῆς διατάξεως τῆς περὶ κατασχέσεως, παύει καὶ δὲν ὑφίσταται πλέον.» Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὥστε καταστρέφετε τὰς τελεσιδικίας; Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ γεννηθῇ ἀγωγὴ ἀχρεωστήτου. ΠΕΡΡΟΣ. Ὄχι, ὄχι. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ὄχι, διότι τότε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θὰ ὑπεισήρχετο εἰς τὰ δικαιώματα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ θέλομεν ἐπιφέρει πλήρη σύγχυσιν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν. Ἐξέλιπεν ὁ ἀρχικὸς τίτλος, ὑφίσταται δὲ ὁ τίτλος ὁ ἐκ τῆς τελεσιδικίας.» Τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεγνώρισε τὸ ὀρθὸν καὶ προσθέτει: «Τότε πρέπει ῥητῶς νὰ δηλωθῇ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου δὲν ἐπεκτείνονται ἐπὶ τῆς τελεσιδικίας.» «ΠΕΡΡΟΣ. Καὶ ἂν δὲν τὸ εἴπωμεν αὐτὸ, ἡ ἔννοια τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου εἶναι τοιαύτη. Κατὰ γενικὴν ἀρχὴν, ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος οὐδέποτε δύναται νὰ θίξῃ τὴν τελεσιδικίαν.» Ἐνδέχεται ἐκ παρεξηγήσεως νὰ ἐδόθη ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία ἐδόθη τὸ πρῶτον, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησα νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἐγὼ εἶπον ἀνακριβῆ· ἀκολούθως ὅμως ἐκ τῆς συζητήσεως ἐμορφώθη ἡ προσήκουσα γνώμη, καὶ ἐδόθη ἡ προσήκουσα ἀπάντησις.

§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἀντισυνταγματικοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§147ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως κύριε Πρόεδρε.

§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Μ. Κανάρη καὶ Ἰωάννου Τσερτίδου, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Μιλτ. Δάλλας Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Περ. Ἀλεξάκης
Κωνστ. Ἀσημακόπουλος ΟΘεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ο
Ν. Σμόλενιτζ ΟἸω. Ἀντωνόπουλος Ο
Δημ. Οἰκονομίδης ΟΠ. Λαμπρινόπουλος Ο
Δημοσθ. Καΐρης Χαρ. Τζανετάκης Ο
Ἐπαμ. Ἐμπειρίκος Γ. Λ. Πετροπουλάκης
Κωνστ. Νεγρεπόντης Πολύμ. Ζαρίμπας
Ἰωάννης Πετρίδης Χρ. Μαστραπᾶς
Ν. Φαρμακόπουλος Γεώργ. Ἀνδρίτσος
Σωτήρ. Δανόπουλος ΟΚων. Παπαμιχαλόπουλος
Χρ. Βότσαρης Π. Ρίτσος Ο
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ἀνδρ. Βασιλείου Ο
Σπυρ. Βαρζέλης Σπ. Τσιτσάρας Ο
Νικόλαος Λεβίδης ΟΔημ. Χατζόπουλος Ο
Κωνστ. Κολιάτσος ΟΔημ. Βουλπιώτης
Δημοσθ. Σκυλίτσης Μιχ. Ἰατρίδης Ο
Ἀθ. Μουτσόπουλος ΟἈλέξ. Σ. Κ. Ρώμας Ο
Ν. Δ. Καλλιφρονᾶς Κ. Δ. Βοῦλτσος Ν
Ἀλεξ. Σκουζές ΟΓ. Μελισσηνός Ο
Ἀλεξ. Σκ. Σοῦτσος Διον. Μυλωνᾶς Ο
Δ. Γ. Ράλλης ΝἌγγ. Πετραλιᾶς Ο
Ἀλέξ. Ψύλλας ΟΓεώργ. Κρεστενίτης
Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΟΓεώργ. ΠαπακυριακόπουλοςΟ
Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Δημοσθ. Δόγκας Ο
Ἀθ. Ἴσκος Ἰω. Σισίνης Ο
Κωνστ. Τοπάλης ΟΣτέφ. Σκουλούδης
Νικ. Σχινᾶς Γεώργ. Πετούσης Ο
Γεώργ. Φιλάρετος ΟἈριστομ. Βαλέτας
Νικ. Σταματιάδης ΟΝικ. Νομικός Ο
Ἰω. Γιαννακόπουλος ΟΠέτρος Δελένδας Ο
Ἐπ. Μαυρομμάτης Κώνστ. Πεταλᾶς Ο
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο
Παναγ. Θρ. Ζαΐμης ΟΓ. Νικολαΐδης
Θεόδ. Ζαΐμης Λεων. Δεληγεώργης Ν
Λ. Πετιμεζᾶς Μιλτ. Γουλιμῆς Ο
Γεώργ. Σιβιτανίδης ΟΠαν. Μερλόπουλος Ν
Γιαννούσιος Τάκης ΟΠερ. Μποῦτος Ο
Ν. Δαγρὲς ΟἈλκ. Δεληγιάννης Ν
Κωνστ. Φλέσσας Α. Καρατζᾶς
Ν. Σάλμας ΟΠέτρ. Ταταράκης
Δημ. Τερτίπης Γεώργ. Κουλούρης Ο
Ἰω. Παλάσκας ΟὌθων Μαῦρος Ο
Ἰω. Σταμούλης ΟἘλευθ. Μυκώνιος
Κίμων Βελλίνης ΟΜιλτ. Βαρότσης
Ξενοφ. Τσαμαγκίδης Γεώργ. Σισμάνης
Ἰωάννης Καζαμπάκας ΟΓεώργ. Πλατανιώτης
Ι. Στεφάνου ΟἸω. Καναβὸς
Παν. Λεβέντης ΟΓ. Φαρμακόπουλος
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Μιχ. Ἰατρὸς
Ν. Χατζηνικολῆς ΟΑ. Πετσάλης Ο
Γεώργ. Κόρπας Παῦλος Ραζέλος
Ἀχιλ. Ἀγαθὸς ΟἈθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχ.
Κωνστ. Βασιλάκης Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
Ἰω. Σέχος Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο
Ἀθ. Παραμυθιώτης Χαράλ. Κανελλόπουλος Ο
Νικ. Βασιλάκης Π. Λαμπρούλιας Ο
Γεώργ. Θεοτόκης Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης
Γεώργ. Καποδίστριας ΝΠέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς Ο
Δημ. Οἰκονόμου ΟΘεόδ. Βελλιανίτης
Δημ. Πετρίδης ΟἈνάρ. Σιμόπουλος
Π. Ζούζουλας ΟΛ. Καραλίβανος Ο
Κωνστ. Σκαρπέτης ΟΠανούρ. Πανουργιᾶς
Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
Νικολ. Βαλσαμάκης Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος
Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς ΟἸω. Τσερτίδης Ο
Δημ. Σβορῶνος ΟΧρ. Τζῖνος Ο
Ἄθως Ρωμανὸς Δημ. Βότσης Ν
Διον. Καλούτσης ΟΠίνδ. Ἀντωνόπουλος Ο
Σπ. Ε. Στάης Παν. Σάκκης Ο
Χ. Κ. Βοζίκης ΟΔημ. Ε. Καλογερόπουλος Ο
Νικ. Σταματόπουλος ΟΝικ. Καράπαυλος
Θ. Πέῤῥος ΟἸωάν. Βρυώνης
Γεώργ. Μαυρομιχάλης ΟΠ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
Δημοσθ. Μανούσακης ΟΝικολ. Δημητριάδης Ο
Δημοσθ. Ματάλας Γ. Ν. Μπούμπουλης
Ἀριστ. Μελετόπουλος ΟἈντ. Γουδῆς Ο
Νικ. Γκουζούλης ΟἈθ. Λαδόπουλος
Δημ. Πιπινόπουλος ΟΝ. Βαφειαδάκης
Χασὰν βέης Πετρεδὴν βέηςΟΓ. Παγανέλης Ο
Φιλώτας Ἰσχύομαχος ΟἈλοΐσιος Τόμαν Ο
Ἰω. Γεωργαντᾶς Ν. Δρόσος Ο
Ἰω. Λάππας ΟΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΟΣωτ. Χατζηγάκης Ο
Ἄγγ. Καλλκάνης Νικ. Ταρμπάκης Ο
Β. Βασιλειάδης ΟΚωνστ. Χατζηπέτρος Ο
Ἀθ. Εὐταξίας ΝΘεόδ. Κριεμάδης Ο
Ἰω. Μπακόπουλος ΟΕὐστ. Κοκκέβης
Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ν. Γεωργακόπουλος Ο
Φίλ. Βάρβογλης ΟΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
Ν. Τριανταφυλλάκος ΝΔημ. Καμαριώτης
Ἡλ. Ζέγγελης ΝΔιον. Στάϊκος Ο
Λάμπρος Σινανιώτης ΟἈριστόβουλος Μάνεσης Ν
Ἰω. Βούτουνας ΟΣπ. Δεϊμέζης
Γ. Μαλέας ΝΘεόδ. Λιμπρίτης
Ἰω. Παπαδόπουλος Τριαντάφ. Σχινᾶς
Θεόδ. Γκίκας Δημ. Κρίτσας
Παντελῆς Γκίκας Μιχ. Κακαρᾶς
Νικ. Τσαμαδὸς Γ. Ἀβέρωφ Ο
Χριστόδ. Στεριάδης ΟΚ. Βαρατάσης Ο
Νικ. Κοντογιάννης ΟἈλέξ. Μ. Κανάρης Ν
Κομνᾶς Τράκας ΟἸω. Α. Κανάρης
Ν. Χατζῖσκος

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 120. Ἐκ τούτων 106 εἶπον Ὄχι καὶ 14 εἶπον Ναί. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ ἀπαραδέκτου ἀπεῤῥίφθη. Θὰ ἐρωτήσω ἤδη τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§150ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῆς παραπομπῆς δὲν θὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν;

§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον σᾶς παρατηρῶ, ὅτι πρότασις περὶ παραπομπῆς δὲν ἐγένετο· ἐξεφράσθη μόνον διάθεσις πρὸς τοῦτο. Ἄλλως ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν πρέπει νὰ γείνῃ ὑπὸ 11 Βουλευτῶν, κατὰ τὸν Κανονισμόν. Ζητεῖται ὑπὸ 11 ἡ παραπομπή;

§152ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα (ἐγείρονται 12).

§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι προτείνουσι νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν, ἀναβληθεισῶν τῶν τροπολογιῶν τῶν βουλευτῶν Ταταράκη καὶ Μαυρομαρᾶ εἰς τὴν βʹ συζήτησιν).

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑρμηνείας τοῦ περὶ ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν τῶν δήμων νόμου τῆς 24 Ἰανουαρίου 1852. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον.

§155ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ ἔννοια τοῦ τρίτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἀπὸ 24 Ἰανουαρίου 1852 νόμου περὶ ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν τῶν δήμων, συνδυαζομένου πρὸς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ αὐτοῦ νόμου καὶ πρὸς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου τῆς 23 Ἰουνίου 1837, εἶναι, ὅτι κατάσχεσις ἐπιτρέπεται εἰς χεῖρας τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος ἐπὶ τῶν πεμπτημορίων τῶν εἰσπράξεων τοῦ δήμου καὶ μόνον διὰ τὸ πέμπτον τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ πιστωτοῦ, οὐχὶ δὲ εἰς χεῖρας τρίτων ὀφειλετῶν τοῦ δήμου.»

§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ἀπαλειφθῶσιν οἱ δύο τελευταῖοι στίχοι, ἀπὸ τῶν λέξεων «τοῦ δήμου καὶ μόνον» μέχρι τέλους.

§157ΡΑΛΛΗΣ. Τότε γίνεται ἀκόμη πλέον ἐλαττωματικὸν τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι τις προβαίνει εἰς κατάσχεσιν ἴσην πρὸς τὸ πεμπτημόριον τῶν ἐσόδων τοῦ δημοτικοῦ προϋπολογισμοῦ, οἱ ἄλλοι δανεισταὶ τοῦ δήμου δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ λάβωσι τίποτε. Ὑποθέσατε ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς δήμου, ὁ ὁποῖος ἔχει προϋπολογισμὸν ἐσόδων 500,000 δραχμῶν· 100,000 δραχμαὶ ἀποτελοῦσιν ἀναγκαίως τὸ πεμπτημόριον· εἰς τῶν δανειστῶν τοῦ δήμου ἂν κατάσχῃ τὰς 100,000 δραχμὰς, τί θὰ λάβουν οἱ ἄλλοι δανεισταί; Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐλαττωματικὸν καὶ μετὰ τὴν τροποποίησιν, καὶ κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου θέλω ὑποβάλει τροπολογίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια «περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν» καὶ «περὶ ἐνεχύρου»).

§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 11 καὶ 30′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
2Τῆς 23 Φεβρουαρίου 1896.
3(Παρασκευή).
4Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.
5(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
6(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυ-
7ροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα
9πολιτῶν ἐκ Βόλου, συνηγορούντων ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ
10θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
11Ὅμοιον κηροπλαστῶν Σύρου καὶ ἀναφορὰν κηροπλαστῶν
12Ἄργους, παρακαλούντων νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ
13μονοπωλίας τοῦ κηροῦ.
14Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Μεντζελόπουλος ὑποβάλλει
15πρότασιν νόμου «περὶ διοικητικῆς καὶ δικαστικῆς διαιρέσεως
16τοῦ Κράτους», φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς καὶ ἄλλων Βουλευ-
17τῶν καὶ συνοδευομένην καὶ ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Θέλει
18τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 145).
19Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Ἄνδρου κ. Ἐμπειρῖκος ὑποβάλλει
20τροπολογίαν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 1 καὶ 3 τοῦ νομοσχεδίου περὶ
21τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1887
22νόμου ΑΧΚΕʹ περὶ τελῶν χαρτοσήμου, μετὰ αἰτιολογικῆς
23ἐκθέσεως. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα,
24ἀριθ. 146).
25Ὁ βουλευτὴς Θήρας κ. Βαλέτας ἐδήλωσεν, ὅτι κωλύεται
26νὰ μετάσχῃ τῆς πρὸς μελέτην τῶν ἐκκλησιαστικῶν νομοσχε-
27δίων εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Εἰς ἀντικατάστασιν αὐτοῦ θὰ παρα-
28κληθῇ νὰ λάβῃ μέρος ὁ βουλευτὴς Μαντινείας κ. Ζέγγελης.
29§2ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὐηρε-
30στήθη νὰ καταθέσῃ δύο πίνακας, ἐμφαίνοντας τὴν ἐτησίαν
31δαπάνην τῆς χωροφυλακῆς κατὰ τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν
32καὶ τὴν δαπάνην κατὰ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ τοῦ
33νέου ὀργανισμοῦ αὐτῆς. Ἡ τύπωσις αὐτῶν θὰ διευκολύνῃ τὸ
34ἔργον τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ διὰ τοῦτο παρα-
35καλῶ νὰ τυπωθῶσιν, ὅπως λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν οἱ κύριοι
36Βουλευταί.
37§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
38§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
39Παράρτημα, ἀριθ. 147–148).
40§5ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ἀπευθύνω σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουρ-
41γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Κατὰ τὸν νόμον περὶ ἀπονομῆς βοη-
42θημάτων εἰς τοὺς δυστυχήσαντας ἕνεκα τῆς πτωχεύσεως τῆς
43ἑταιρίας τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλα-
44μῶν, τὸ ποσὸν τοῦ βοηθήματος, τὸ ἀπονεμηθησόμενον ἑκά-
45στῳ δυστυχήσαντι, ἐπρόκειτο νὰ ἐξευρεθῇ ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ἥτις
46εἶχε καθῆκον ὡρισμένον νὰ ἀνεύρῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὤφει-
47λεν εἰς ἕκαστον ἡ ἑταιρία, ὁ δὲ προσδιορισμὸς τοῦ ποσοῦ διε-
48τάχθη νὰ γείνῃ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀναλόγως τῆς οἰκονομι-
49κῆς καὶ οἰκογενειακῆς καταστάσεως ἑκάστου τῶν δυστυχη-
50σάντων. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ νόμος δὲν ἀνέγραψεν ἰδίαν διαδικα-
51σίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἦναι ὑποχρεωμένη νὰ
52ἀνεύρει τὰ ὀφειλόμενα ποσά. Ὁ νόμος ἀφῆκε τὴν ἐπιτροπὴν
53ἐλευθέραν νὰ ἐξετάσῃ τὰς αἰτήσεις τῶν δυστυχησάντων ἐκ τῶν
54ἐνόντων κατ’ οὐσίαν, καὶ ἄν τὰς εὕρῃ βασίμους, νὰ τὰς ἀπο-
55δεχθῇ, ἄλλως νὰ τὰς ἀποῤῥίψῃ. Ἐν τούτοις μέλη τινὰ τῆς
56ἐπιτροπῆς ἐδήλωσαν ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι δὲν θὰ ἀκολουθή-
57σωσι τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καθ’ ἃς τὸ ποσὸν θὰ κανο-
58νισθῇ ἀναλόγως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ δυστυχή-
59σαντος, διότι δὲν τὰς νομίζουσι δικαίας, ἀλλὰ θὰ ὁρίσωσι τὸ
60ἀπονεμητέον ἑκάστῳ βοήθημα ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον
61εἶχε νὰ λάβῃ παρὰ τῆς πτωχευσάσης ἑταιρίας. Καὶ ὅσον μὲν
62ἀφορᾷ τὸ ὅτι δὲν ἀκολουθοῦσι τὰς διατάξεις τοῦ νόμου,
63τοῦτο ἀποτελεῖ παράβασιν τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἱκανοποιεῖ τὴν
64κοινὴν συνείδησιν δι’ ἄλλους λόγους ἡ τοιαύτη ἐφαρμογή,
65ὡς ἀποκλείουσα τὰ παράπονα καὶ τὰς μεροληψίας· ἀλλὰ
66διὰ νὰ ἀπονεμηθῇ τὸ βοήθημα ἑκάστῳ δυστυχήσαντι, ἀνα-
67λόγως τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε λαμβάνειν, ἐγεννήθη ἡ ἀπο-
68ρία, πῶς θὰ ἀνευρεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ὁ νόμος δὲν ὥρισε
69διαδικασίαν· ἀφῆκε τὴν ἐπιτροπὴν ἐλευθέραν νὰ κρίνῃ ἐκ τῶν
70ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς χεῖράς της, ἐκ τῶν βιβλίων τῆς
71ἑταιρίας, ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἤθελον προσκομίσει οἱ
72δυστυχήσαντες, καὶ ἐξ οἱασδήποτε ἄλλης πληροφορίας, καὶ νὰ
73ἀνεύρῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἕκαστος εἶχε νὰ λάβῃ. Ἐν τού-
74τοις τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, παρερμηνεύοντα τὸν νόμον,
75εἴτε ἔχοντα ὁδηγίας τοιαύτας, ἐδήλωσαν εἰς τοὺς αἰτοῦν-
76τας, ὅτι θεωροῦσιν ἀπαράδεκτον πᾶσαν αἴτησιν, ἡ ὁποία δὲν
77ἐμνημονεύετο εἰς τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας, καὶ δὲν ἔχουσι νὰ
78ἐξετάσωσιν, ἂν ἦναι βάσιμος ἢ μὴ ἡ αἴτησίς των, ἐφ’ ὅσον
79τὸ ποσὸν τὸ ζητούμενον δὲν ἀναγράφεται εἰς τὰ βιβλία τῆς
80ἑταιρίας· ἐντεῦθεν ἐγεννήθησαν παράπονα δίκαια καὶ εὔλογα,
81ἐπίκεινται δὲ καὶ ἀδικήματα. Περὶ τούτων θὰ δυνηθῇ ὁ ἀξιό-
82τιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ κρίνῃ ἀσφαλῶς, ἂν λάβῃ
83ὑπ’ ὄψιν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐτηροῦντο τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας,
84καὶ καθ’ ὃν συνετάχθη ὁ κατάλογος ὁ προσωρινὸς ὑπὸ τῆς
85ἐπιτροπῆς κατὰ τὸ 1892, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ κρίνῃ
86ἡ ἐπιτροπὴ περὶ τοῦ ἀποδοτέου ἑκάστῳ ποσοῦ. Κατὰ τὸ
871892 ἡ ἐπιτροπὴ διῆλθε διά τινων μερῶν, γειτνιαζόντων πρὸς
88τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν, ἐκάλεσε προφορικῶς ὅσους ἠδυ-
89νήθη καὶ ἀνεκοίνωσε τὸν σκοπόν της εἰς αὐτοὺς, συνέλεξε
90πληροφορίας παρ’ ὅσων προσῆλθον, καὶ συνέταξεν ἐπὶ τῇ βάσει
91τούτων τὸν κατάλογον. Ἀλλ’ εἰς τὸν κατάλογον τοῦτον δὲν
92περιελήφθησαν ὅσοι ἀπουσίαζον, ὅσοι δὲν ἔτυχον νὰ κατά-
93γωνται ἐκ τῶν μερῶν, δι’ ὧν διῆλθεν ἡ ἐπιτροπή, ὡς καὶ
94ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον γνῶσιν τοῦ σκοποῦ τῆς μεταβάσεως
95τῆς ἐπιτροπῆς· ὡς τοιοῦτος δὲ, ὁ κατάλογος εἶναι ἀτε-
96λής. Ἀλλὰ καὶ τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας, κατὰ τοὺς τελευ-
97ταίους μάλιστα μῆνας, δὲν ἐτηροῦντο τακτικῶς· ὑπάρχουσι δὲ
98καὶ διαδόσεις, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν, ἐὰν
99ἐπρόκειτο περὶ ἡμεδαπῶν, εἰς καταγγελίας. Καὶ οὐ μόνον
100διότι ἐτηροῦντο ἀτάκτως τὰ βιβλία, ἀλλὰ καὶ διότι καὶ
101ἄλλος λόγος σπουδαιότερος μεταξὺ ἑταιρίας καὶ ἐργολάβου
102ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ μὴ ἦναι ἀναγεγραμμένα ἐν τοῖς βιβλίοις τὰ
103ἀληθῆ ποσὰ, τὰ ὀφειλόμενα ἕκαστῳ ὑπεργολάβῳ καὶ δικαι-
104ούχῳ· συνέβη οἱ μηχανικοὶ ἐπὶ τῆς καταμετρήσεως τῶν ἔργων,
105εἴτε ἐκ λάθους, εἴτε ἐξ ἑτέρων λόγων, νὰ μὴ κάμνωσιν ἀκρι-
106βεῖς καταμετρήσεις τῶν ἔργων, ἀλλ’ ἐλλιπεῖς, διότι δὲν ἤθε-
107λον νὰ βεβαιωθῇ ὁλόκληρος ἡ ἐργασία, καθόσον ὑπελόγιζον,
108ὅτι εἰς τὰ ταμεῖα τῆς ἑταιρίας δὲν ὑπῆρχον ποσὰ ἀρκετὰ,
109ἵνα πληρωθῇ ἡ ἐργασία. Οἱ ἐργολάβοι, οἱ ὁποῖοι ἔβλεπον
110ὅτι δὲν ἐπιστοποιήθη ὁλόκληρος ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἐξετέ-
111λεσαν, καὶ συνεπῶς δὲν ἠδύναντο νὰ πληρωθῶσι ὅλα τὰ
112ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσιν, ἔφερον ἀντιῤῥήσεις,
113καὶ ἐζήτουν νὰ πιστωθῶσι μὲ τὸ ἀληθὲς ποσὸν, ἀλλ’ ἡ ἑται-
114ρία ἠρνεῖτο. Ἐκ τούτου ἄλλοι μὲν τῶν ἐργολάβων συνεφώνη-
115σαν νὰ δικασθῶσι διὰ διαιτητῶν, ἄλλοι δὲ κατέφυγον εἰς τὰ
116δικαστήρια καὶ ἐπέτυχον τελεσιδίκους ἀποφάσεις, καταδικα-
117στικὰς κατὰ τῆς ἑταιρίας. Μεθ’ ὅλα ὅμως ταῦτα, οὔτε αἱ
118ἀποφάσεις τῶν διαιτητῶν, τῶν διορισθέντων κατ’ ἀμοιβαίαν
119συναίνεσιν, κατεχωρίσθησαν εἰς τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας, οὔτε
120αἱ τελεσίδικοι ἀποφάσεις, οὔτε αἱ ἄλλαι ἀπαιτήσεις, αἱ ἐκ-
121κρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Οὕτως ἔχομεν τὰ βιβλία
122τῆς ἑταιρίας ἀτελῆ, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἐργολάβων καὶ ἄλλων
123ὑπαλλήλων, ἔχομεν κατάλογον συνταχθέντα παρὰ τῆς ἐπι-
124τροπῆς ἀτελῆ. Ἂν λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῇ βάσει τοιού-
125των καταλόγων ἀποφασίσῃ, θὰ ἀδικήσῃ πολὺ τοὺς δικαιού-
126χους καὶ ἰδίως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐζημιώθησαν. Οἱ ἄνθρωποι
127οὗτοι δὲν ζητοῦσι νὰ παραδεχθῇ ἀνεξετάστως ἡ ἐπιτροπὴ
128τὰς αἰτήσεις, ὅσαι ὑποβάλλονται, ἐννοοῦσι νὰ μὴ ἀποκλει-
129σθῶσι τοῦ βοηθήματος ἀνεξετάστως, ζητοῦσι νὰ ἐξετάσῃ
130κατ’ οὐσίαν ἡ ἐπιτροπὴ τὰς αἰτήσεις των, καὶ ἐὰν εὕρῃ ὅτι
131δὲν στηρίζονται εἰς τὸ δίκαιον, νὰ τὰς ἀποῤῥίψῃ, ἀλλ’ ἐὰν
132τὰς εὑρίσκῃ κατ’ οὐσίαν δικαίας, νὰ μὴ προτείνῃ τὸ ἀπα-
133ράδεκτον, νὰ μὴ λέγῃ, ὅτι δὲν δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τὸ
134ποσὸν, διότι δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς τὰ βιβλία τῆς
135ἑταιρίας.
136Πρὸς ἀποφυγὴν ὅλων αὐτῶν τῶν παραπόνων παρακαλῶ
137τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα δι’ οἱουδήποτε ἐγκρίνῃ
138καταλλήλου τρόπου διαβιβάσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν γνώ-
139μην του περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ νόμου, καὶ συστήσῃ
140αὐτῇ νὰ ἐξετάσῃ τὰς αἰτήσεις τῶν πολιτῶν κατ’ οὐσίαν καὶ
141ἐκ τῶν ἐνόντων, ἀφοῦ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη οὐδεμίαν διαδι-
142κασίαν νὰ τηρήσῃ, νὰ μὴ δημιουργῇ δὲ κατὰ τῶν αἰτήσεων
143ἀπαράδεκτον, ὅπερ ὁ νόμος δὲν ἀναγράφει.
144§6ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἀρχικῶς ὑποβληθὲν νομο-
145σχέδιον περὶ ἀπονομῆς βοηθημάτων, τοῦ ὁποίου τὴν ψήφισιν
146εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ζητήσῃ παρὰ
147τῆς Βουλῆς, ἐδικαιοῦντο τοῦ βοηθήματος οἱ ἐργάται καὶ
148τροφοδόται, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν πανωλεθρίαν. Κατὰ τροπο-
149λογίαν δὲ, τὴν ὁποίαν ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι,
150καταγόμενοι ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, ὑπεβάλομεν, ἐτέθη ἐν τῷ
151νόμῳ διάταξις, ἐπιτρέπουσα ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ ἐργο-
152λάβοι καὶ ὑπεργολάβοι, δὲν ἀπεκλείοντο δὲ οἱ τροφοδόται
153καὶ οἱ ἐργάται. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔκαμεν ἄλλο τι, παρὰ νὰ
154ἀνατρέξῃ εἰς τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας, ὅπου ἦτο ἓν σμῆνος
155ἀλλοδαπῶν σημειωμένον· ἀλλ’ οὕτω παραβιάζεται ὁ σκοπὸς
156τοῦ νόμου. Ἡ ἐπιτροπὴ συνίσταται ἀπὸ τρία ἔντιμα μέλη,
157ἐδόθη δ’ εἰς αὐτὴν εὐρυτάτη ἐλευθερία παρὰ τοῦ νόμου, καὶ
158διὰ τοῦτο πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐκείνους τοὺς ζη-
159μιωθέντας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον εἴδησιν, ἵνα ἀναγγελθῶσι
160κατὰ τὸ ἔτος 1891, πρέπει δὲ νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔγγραφά των,
161καὶ νὰ μὴ τοὺς ἀποκλείῃ ὡς ἐκπροθέσμους.
162§7ΣΤΑΗΣ. Νομίζω, ὅτι παρεισέφρησεν ἀνακρίβειά τις εἰς
163τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων, διότι ἡ ἐπιτροπὴ
164δέχεται ν’ ἀναγνωρίσῃ τὰ ἔγγραφα τῶν ἐργατῶν ἐκείνων, οἱ
165ὁποῖοι ἔχουσιν ἀποδείξεις.
166§8ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τοὺς δέχεται.
167§9ΣΤΑΗΣ. Τοὺς δέχεται, διότι γνωρίζω ἐργάτας ἐκ τῆς
168ἰδιαιτέρας πατρίδος μου, οἱ ὁποῖοι ἐπαρουσίασαν τὰς ἀποδεί-
169ξεις ἐργολάβων καὶ ὑπεργολάβων, καὶ τὰς ἐδέχθη, διότι ἦσαν
170καταγεγραμμέναι εἰς τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας.
171§10ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ πιστεύσω
172εἰς τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην. Χθὲς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἴδω
173μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἔμαθον δὲ ὅτι οὐδένα δέχονται. Ὡς πρὸς
174τοὺς ἐργάτας, ἔχουν τὴν ἑξῆς ἀρχήν· προσέρχονται οἱ ἐργά-
175ται, οἱ ἀνήκοντες εἰς ἐργολάβους, καὶ παρουσιάζουσι τὰς ἀπο-
176δείξεις των, καὶ μόνον γίνονται δεκτοὶ, ἂν ἦναι ἐγγεγραμ-
177μένοι εἰς τὰ βιβλία· ἀλλ’ ἡμεῖς προτείνομεν νὰ λαμβάνωνται
178ὑπ’ ὄψιν καὶ οἱ μὴ προφθάσαντες νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὰ βι-
179βλία τοῦ 1891, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι προφανῶς ἔχουσι νὰ λάβωσι.
180§11ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἂν ἦναι ἢ δὲν ἦναι
181ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς καταλόγους, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἂν πρέπῃ
182δικαιωματικῶς νὰ πληρωθῶσι, καίτοι μὴ ὄντες ἐγγεγραμ-
183μένοι. Παρεκλήθη περὶ τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
184ἵνα ἐγκρίνῃ νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸν νόμον καὶ ὁ ἀριθμὸς
185τῶν ἐργατῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι, ἀλλὰ
186ἔχουσιν ἀνὰ χεῖρας ὑποσχετικὰ, «bona» καλούμενα, καὶ ὁ
187κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς φαίνεται ἐκ τῶν ἐπισήμων
188πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, παρεδέχθη νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν
189κατὰ τὴν πληρωμήν. Ἰδοὺ τί λέγουσι τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ
190τῆς 17 Ἰουλίου 1895 (ἀναγινώσκει):
191«Ἐγένετο ὡσαύτως δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν εἰς τρίτην συζή-
192τησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως βοηθημάτων εἰς τοὺς
193δυστυχήσαντας ἐργάτας τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν.
194Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ἔφερε παρατηρήσεις εἷς τῶν Βουλευτῶν
195Μεγαλοπόλεως, συνεπείᾳ δὲ τούτων ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
196γείου ἐδήλωσεν, ὅτι «οἱ κατέχοντες πιστωτικὰ δελτάρια
197(bona), τὰ ὁποῖα ἔλαβον παρὰ ἐργατῶν, ἀγωγέων, χορη-
198γητῶν ἢ ὑπεργολάβων, παρασχόντες αὐτοῖς τὸ ἰσότιμον εἰς
199εἴδη, θέλουσι θεωρηθῆ πάντοτε ὡς δικαιοῦχοι τῶν ἐχόντων
200δικαίωμα πρὸς περίθαλψιν, καὶ ἂν δὲν ἦναι ἐγγεγραμμένοι ἐν
201τοῖς καταλόγοις.»
202Δὲν δύναται λοιπὸν ἡ ἐπὶ τῶν βοηθημάτων ἐπιτροπὴ νὰ
203ἀρνηθῇ εἰς οὐδένα ἐκ τούτων τὴν πληρωμὴν, καὶ παρακαλῶ
204τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ἐπι-
205τροπὴν τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἅτινά εἰσιν ἡ σα-
206φὴς ἑρμηνεία τοῦ νόμου.
207§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
208γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰσάγω δύο νομοσχέδια, τὸ
209ἓν περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν
2103,396 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουρ-
211γείου τῆς Δικαιοσύνης τοῦ ἔτους 1895, καὶ τὸ ἕτερον περὶ
212χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προ-
213ϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν
214τῆς χρήσεως 1895 ἐκ δραχμῶν 6,034.94. Δὲν ἐπήρκεσαν αἱ
215ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμέναι πιστώσεις, διὰ τὸν αὐ-
216τὸν λόγον, δι’ ὃν δὲν ἐπήρκεσαν καὶ τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
217ἀναγεγραμμένα ἔξοδα τῆς Βουλῆς.
218§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
219Παράρτημα, ἀριθ. 149–150).
220Ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας κ. Κοκκέβης ὑποβάλλει πρότασιν
221νόμου, καθ’ ἣν «ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ στα-
222φιδοκάρπου, ὡς ἐτροποποιήθη τὸ ἄρθρον 2 αὐτοῦ, ἐκτείνεται
223μέχρι τοῦ 1899». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
224Παράρτημα, ἀριθ. 151).
225Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
226Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ
227ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη «περὶ τρο-
228ποποιήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ
229τῆς Βουλῆς.»
230§14ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
231«Ἡ προτελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 77 τροποποι-
232εῖται ὡς ἑξῆς:
233«Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ
234ἀπολυθῶσι καὶ ν’ ἀντικατασταθῶσι δι’ ἄλλων μετὰ τὴν λῆ-
235ξιν τῆς βουλευτικῆς συνόδου παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς,
236προτάσει τοῦ ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης· οἱ δὲ ὑπάλληλοι καὶ
237οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτῆς.»
238§15ΣΑΚΚΗΣ. Ἐγὼ ἔχω προσθήκην περὶ προσόντων τῶν
239ὑπαλλήλων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς καὶ περὶ ἀγορᾶς
240βιβλίων. Νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ μὴ ἦναι ἀπόλυτον τὸ
241δικαίωμα νὰ διορίζηται ὁ τυχών. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν
242ἑξῆς τροπολογίαν (ἀναγινώσκει):
243«Προστίθεται ὡς τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 77 ἡ ἑξῆς:
244«1) Ἵνα διορισθῇ τις βιβλιοθηκάριος, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ
245δίπλωμα διδάκτορος ἢ προλύτου τῆς Φιλοσοφικῆς ἢ Νομι-
246κῆς Σχολῆς ἢ τῶν Πολιτ. Ἐπιστημῶν τοῦ ἡμετέρου ἢ ξένου
247Πανεπιστημίου, ἢ νὰ ὑπηρέτησε προηγουμένως εἰς τὴν θέσιν
248ταύτην.
2492) Ἵνα διορισθῇ τις κοσμήτωρ τοῦ Ἀναγνωστηρίου ἢ ἐπι-
250μελητὴς ἢ βοηθὸς τοῦ βιβλιοθηκαρίου, ἀπαιτεῖται νὰ διή-
251κουσε τὰ μαθήματα μιᾶς τῶν ἀνωτέρω Σχολῶν ἐπὶ δύο τοὐ-
252λάχιστον ἔτη, ἢ νὰ ὑπηρέτησεν εἰς μίαν τῶν θέσεων τούτων
253προηγουμένως.
2543) Ἵνα διορισθῇ διεκπεραιωτὴς ἢ βοηθὸς τοῦ ἐπιμελητοῦ,
255ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ ἀπολυτήριον τοῦ Γυμνασίου ἢ προηγου-
256μένην ὑπηρεσίαν εἰς τοιαύτην θέσιν.
2574) Ἵνα διορισθῇ κλητὴρ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς κλπ.
258ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ ἀπολυτήριον Σχολαρχείου ἢ προηγουμέ-
259νην ὑπηρεσίαν.»
260Καταθέτω τὴν τροπολογίαν. Πλὴν ταύτης δ’ ἔχω καὶ
261ἑτέραν, ὡς τετάρτην παράγραφον, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου (ἀνα-
262γινώσκει):
263«Οὐδεμία δαπάνη ἐπιτρέπεται δι’ ἀγορὰν βιβλίων, ξένων
264πρὸς τὸν προορισμὸν τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Περὶ τού-
265του ἀποφαίνεται ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἐκ τοῦ ἐφόρου τῆς
266Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς καὶ δύο Βουλευτῶν, ἐκλεγομένων ὡς
267εἰδικῶν ἀνὰ πᾶσαν σύνοδον ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.»
268§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προσθή-
269κης τοῦ κ. Σάκκη.
270§17ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἀλλ’ ἂν ἡ τροπολογία τοῦ κ. ἐκ
271Πυλίας Βουλευτοῦ γένηται δεκτὴ, τότε πρέπει νὰ καταχω-
272ρισθῇ ὑπ’ ἀριθμὸν ἄρθρου εἰδικοῦ, τουτέστιν 77 δὶς, διότι τὸ
273ἄρθρον 77 ἐψηφίσθη.
274(Ἀναγινώσκεται ὑπὸ τοῦ Γραμματέως ἡ τροπολογία
275τοῦ κ. Σάκκη).
276§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι
277εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπωθῇ ἡ τροπολογία αὕτη καὶ νὰ δια-
278νεμηθῇ, ὅπως λάβωσι γνῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταί.
279§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
280§20ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν θ’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Κανονι-
281σμοῦ;
282§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι
283νομοσχέδιον πλῆρες· εἶναι μία τροπολογία, προτεινομένη εἰς
284τὸ ἄρθρον 77.
285§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε καὶ αἱ δύο τροπολογίαι θὰ τυπω-
286θῶσι;
287§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
288§24ΣΤΑΗΣ. Θὰ ἀναβληθῇ οὕτως ἡ ἐπιψήφισις τῶν τροπο-
289ποιουμένων ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ;
290§25ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὄχι· εἶναι ἄσχετα.
291§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τρο-
292πολογίαν τοῦ κ. Ζαΐμη ἐπὶ τῆς προτελευταίας παραγράφου
293τοῦ ἄρθρου 77 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται
294οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
295Ὁ κ. Ζαΐμης προτείνει καὶ τὴν ἑξῆς προσθήκην ἐπὶ τοῦ
296αὐτοῦ ἄρθρου 77 (ἀναγινώσκει):
297«Τὰ ἐδάφια 7, 8 καὶ 9 ἀντικαθίστανται ὡς ἑξῆς:
298«Τρεῖς κλητῆρας τῆς Βιβλιοθήκης καὶ τοῦ ἀναγνωστη-
299ρίου».
300Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην παρακαλοῦνται
301νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
302παρεδέχθη.
303(Ἀναγινώσκονται εἶτα τὰ ἄρθρα 81–86, 88 καὶ 90
304τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη καὶ γίνονται
305δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
306§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 92. Τὸ ἄρθρον 92 τροποποιεῖται
307ὡς ἑξῆς.
308§28ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
309«Οὐδεὶς δύναται νὰ εἰσέλθῃ ἄνευ ἀδείας εἰς τὰ θεωρεῖα
310τῆς Βουλῆς. Τὰ εἰσιτήρια εἰς πέντε ἐκ τῶν θεωρείων διανέ-
311μονται διὰ τῶν Βουλευτῶν. Καὶ ὅσων μὲν τὰ ὀνόματα φέ-
312ρονται ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου ὑπὸ ἀριθμὸν περιτ-
313τὸν, δύνανται νὰ διαθέτωσιν ἀνὰ ἓν εἰσιτήριον εἰς ἓν τῶν εἰ-
314ρημένων θεωρείων κατὰ τὰς συνεδρίας τὰς φερούσας ἀριθμὸν
315περιττόν. Ὅσων δὲ τὰ ὀνόματα φέρονται ὑπὸ ἀριθμὸν ἄρτιον,
316κατὰ τὰς συνεδρίας τὰς φερούσας ἄρτιον ἀριθμόν.—Τὰ τῶν
317λοιπῶν θεωρείων κανονίζει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.»
318§29ΣΤΑΗΣ. Δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι σπουδαῖον τὸ ζή-
319τημα, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ὀρθὸν νὰ γένηται οὕτως ἡ δια-
320νομὴ τῶν εἰσιτηρίων· διότι, ἂν ἡ συνεδρίασις ἦναι ἀρτία, καὶ
321ὁ ἀριθμὸς, ὁ δεικνύων τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ ἐν τῷ κατα-
322λόγῳ, ἦναι περιττὸς, δὲν θὰ δύναται ὁ Βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ
323εἰσιτήριόν τι διά τινα φίλον αὐτοῦ, ἐκτάκτως ἐλθόντα ἐν
324τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐπιθυμοῦντα νὰ ἐπισκεφθῇ τὴν Βουλὴν
325συνεδριάζουσαν.
326§30ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώ-
327σει εὐκόλως δύναται νὰ λάβῃ παρὰ συναδέλφου. Εἰς τὴν διά-
328θεσιν τοῦ Προέδρου ἄλλως τε θὰ μείνῃ ἀριθμός τις εἰσιτη-
329ρίων, περὶ τὰ 20. Ἑπομένως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ γί-
330νηται εὐκολία. Καλὸν εἶναι νὰ παραδεχθῇ τὴν τροποποίησιν
331ἡ Βουλὴ, διότι ὑπάρχουσι πολλοί, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσιν
332ὅλα τὰ εἰσιτήρια, οἱ δὲ ἄλλοι οὐδέν.
333§31ΜΑΝΕΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ
334τὸ μέτρον τοῦτο. Ὑποθέσατε ὅτι ἔρχεται μίαν φορὰν τὸ ἔτος
335εἷς φίλος ἑνὸς Βουλευτοῦ...
336§32ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὁ Πρόεδρος ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν
337του, πλὴν τῶν εἰσιτηρίων, τὰ ὁποῖα θὰ λαμβάνωσιν οἱ Βου-
338λευταὶ, ἀριθμόν τινα εἰσιτηρίων, τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ δί-
339δωνται. Ἑπομένως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ διευκολύνῃ τὸν
340κ. Βουλευτήν.
341§33Π. ΓΚΙΚΑΣ. Καὶ εἰς τὰ κοινὰ θεωρεῖα δι’ εἰσιτηρίων θὰ
342εἰσέρχωνται;
343§34ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Βεβαίως.
344§35ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροποποίησιν τοῦ ἄρ-
345θρου 92, ἕκαστος Βουλευτὴς φέρει τὸν ἀριθμὸν τὸν ἐν τῷ
346καταλόγῳ· δεύτερον αἱ συνεδριάσεις φέρουσιν ἀριθμόν. Ἑπο-
347μένως, ἂν Βουλευτής τις ἐν τῷ καταλόγῳ φέρηται ὑπὸ ἀριθ-
348μὸν περιττὸν, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ εἰσιτήρια διὰ
349νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰ ἀκροατήρια θεαταὶ, μόνον ἂν ἡ συνε-
350δρίασις ἦναι τοῦ αὐτοῦ περιττοῦ ἀριθμοῦ. Δὲν θὰ ἦτο προ-
351τιμότερον ὁ Πρόεδρος νὰ διανέμῃ τὰ εἰσιτήρια;
352§36ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πρέπει νὰ
353γείνῃ οὕτω. Θὰ τυπῶνται τὰ εἰσιτήρια μὲ τὸν ἀριθμὸν τῆς
354συνεδριάσεως, εἰς τὴν ἀρχὴν δὲ τῆς συνόδου θὰ ἀποστέλλων-
355ται εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ἵνα μὴ γίνηται ἡ διανομὴ
356καθ’ ἑκάστην καὶ μὴ συμβαίνωσι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα συμ-
357βαίνουσι σήμερον.
358(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 92 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥή-
359σεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα 93 καὶ 94, ὡς
360τροποποιοῦνται διὰ τῆς προτάσεως τοῦ Προέδρου τῆς
361Βουλῆς κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη, καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ
362ἀντιῤῥήσεως).
363§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Προστίθενται ἄρθρα 95 καὶ 96, ἔχοντα
364οὕτω.» Ἀπαγγέλλω τὸ διαιρετὸν (ἀναγινώσκει):
365«Ἄρθρον 95. Ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς Βουλῆς ὁ
366Πρόεδρος τῆς διαλυθείσης ἐξακολουθεῖ διευθύνων τὰ τοῦ γρα-
367φείου καὶ τοῦ Βουλευτηρίου μέχρι τῆς συνόδου τῆς νέας
368Βουλῆς.»
369Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 95 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
370θῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρε-
371δέχθη.
372§38ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 96. Ὁ Διευ-
373θυντὴς τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς παραλαμβάνει καὶ παρα-
374δίδει δι’ ἀπογραφῆς ἅπαν τὸ ὑλικὸν τοῦ Βουλευτηρίου, πλὴν
375τοῦ τῆς Βιβλιοθήκης, εἰς τὸν διάδοχόν του, ὑπεύθυνος ὢν
376αὐτὸς προσωπικῶς διὰ πᾶσαν ἀπώλειαν ἀντικειμένου τινός.»
377§39ΒΟΖΙΚΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 96, ὁ Διευθυντὴς εἶναι ὑπεύ-
378θυνος προσωπικῶς διὰ πᾶσαν ἀπώλειαν ἀντικειμένου τινός.
379Μοὶ φαίνεται ὅτι ὑποβάλλομεν εἰς εὐθύνας τὸν Διευθυντὴν
380τοῦ γραφείου, ἐνῷ δὲν τῷ ἔχομεν δώσει τὴν δύναμιν νὰ φυ-
381λάττῃ τὸ ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον τὸν ὑποχρεοῦμεν νὰ παραλάβῃ,
382καὶ ὑπεύθυνος πρέπει νὰ θεωρῆται μόνον ὁ δυνάμενος νὰ φυ-
383λάξῃ· ὁ μὴ δυνάμενος δὲν πρέπει νὰ ἦναι ὑπεύθυνος. Δηλαδὴ
384τὸ ὑλικὸν τοῦ Βουλευτηρίου εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κλη-
385τήρων ἢ τῶν ἄλλων τεταγμένων, τοὺς δὲ κλητῆρας καὶ τοὺς
386ἄλλους τεταγμένους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Βουλευτηρίου δὲν
387εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἐκλέξῃ ὁ Διευθυντής· δὲν τοὺς διορίζει αὐτὸς,
388δὲν δύναται συνεπῶς νὰ ἦναι τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης του
389πρόσωπα, ὡς μὴ ἐκλεγόμενα παρ’ αὐτοῦ. Λοιπὸν διὰ τὰς
390πράξεις ἄλλων, ἄνευ τῆς ἐκλογῆς του, ἴσως καὶ παρὰ τὴν
391θέλησίν του, διορισθέντων προσώπων, εἶναι δίκαιον νὰ εὐθύνη-
392ται ὁ Διευθυντὴς προσωπικῶς, ἐνῷ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἄλλων
393ὑπαλλήλων, οὐδ’ ἐκεῖνος ὅστις διορίζει τὸ προσωπικὸν, εὐθύ-
394νεται διὰ τὸ ὑλικόν;
395§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος νὰ εὐθύνηται;
396§41ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ εὐθύνηται ὁ κλητὴρ, ὁ παραμένων ἐν τῷ
397Βουλευτηρίῳ. Νὰ διορισθῇ ἓν πρόσωπον ἐκ τῶν διανυκτερευ-
398όντων ἐδῶ, τὸ ὁποῖον νὰ παραλαμβάνῃ τὸ ὑλικὸν καὶ νὰ
399τὸ φυλάττῃ. Ὁ Διευθυντὴς θὰ φύγῃ, καὶ θὰ ἔλθῃ τὴν ἄλλην
400ἡμέραν, κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐργασίας ἢ τῆς συνεδριάσεως. Δὲν
401εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ ἀναγραφὴ αὐτῆς τῆς εὐθύνης.
402§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 96 παρακα-
403λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
404Βουλὴ παρεδέχθη.
405Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις τῶν ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ.
406Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶ-
407σιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
408(Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ
409Πρόεδρος κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμης).
410§43ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ
411κάμω παρατήρησίν τινα, καὶ θὰ προκαλέσω μάλιστα καὶ ἀπό-
412φασιν τῆς Βουλῆς. Παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει
413εἶναι ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρό τινος ὑπε-
414βλήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νομοσχέ-
415διον ἐξόχως ἐπεῖγον. Μ’ ὅλον τοῦτο ὁ χαρακτὴρ τοῦ νομο-
416σχεδίου μοὶ φαίνεται ὅτι παρεγνωρίσθη παρὰ τοῦ συντάξαν-
417τος τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἥτις ἀναγράφει αὐτὸ δέκατον
418τέταρτον. Εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἰσχύος τοῦ ἐν ἔτει 1894
419κηρυχθέντος ὁριστικοῦ καταλόγου τῶν ὁρκωτῶν διὰ τὸ ἐν
420Καλάμαις Κακουργιοδικεῖον καὶ διὰ τὸ ἔτος 1896. Τὸ νο-
421μοσχέδιον τοῦτο, ὅπως πάντες γνωρίζετε, εἶναι ἐξόχως ἐπεῖ-
422γον, ὡς εἶπον, διότι πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ κατὰ τὸν
423Μάρτιον τὸ Κακουργιοδικεῖον ἐν Καλάμαις, ἐν πόλει δηλαδὴ,
424ἐν τῇ ὁποίᾳ οὐδέποτε ἔπαυσε συνιστάμενον Κακουργιοδικεῖον,
425καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ φέτος, κατὰ τὸν Φεβρουάριον, δὲν εἰργά-
426σθη, ἕνεκα παρατυπίας ἐν τῇ συντάξει τοῦ καταλόγου. Εἶναι
427λοιπὸν δίκαιον νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου
428αὐτοῦ.
429§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει
430ἀντίῤῥησις.
431§45ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν προφθάνει. Πότε νὰ γείνῃ;
432§46ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ γείνῃ νέος κατάλογος. Ὁ
433ἴδιος τοῦ 1894 θέλει χρησιμεύσει καὶ διὰ τὸ 1896.
434§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
435ἰσχύος τοῦ ἐν ἔτει 1894 κηρυχθέντος ὁριστικοῦ καταλόγου
436τῶν ὁρκωτῶν διὰ τὸ ἐν Καλάμαις Κακουργιοδικεῖον καὶ διὰ
437τὸ ἔτος 1896.
438Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακα-
439λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
440Βουλὴ παρεδέχθη.
441Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
442§48ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ προστεθῇ διάταξις, ὅτι «ὁ παρὼν νόμος
443ἰσχύει ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς δημοσιεύσεώς του»· διότι ἄλλως
444δὲν δύναται νὰ γείνῃ Κακουργιοδικεῖον τὸν Μάρτιον.
445§49ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
446(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου,
447ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς αʹ συζήτησιν).
448§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
449παρατάσεως τῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλό-
450γων προθεσμίας.
451(Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον,
452ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
453§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμ-
454πληρώσεως τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σε-
455πτεμβρίου 1895.
456Ὁ κ. Στάης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
457§52ΣΤΑΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, περὶ τοῦ ὁποίου πρό-
458κειται, εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος. Ὅσον μικρὸν εἶναι,
459κατ’ ἀντίστροφον λόγον τόσον σπουδαῖον, εἶναι δὲ ἄξιον μά-
460λιστα περιεργείας, πῶς, ἐν ᾧ εἶναι τοιαύτης καὶ τοσαύτης
461σπουδαιότητος, διετυπώθη οὕτως, ὥστε νὰ μὴ δύναταί τις,
462νὰ ἐννοήσῃ οὔτε περὶ τίνος κἂν πρόκειται. Ἐνδιαφέρει πάντας
463τοὺς Βουλευτὰς ἀνεξαιρέτως, καὶ τοὺς τῆς Συμπολιτεύσεως
464καὶ τοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ προτοῦ εἰσέλθω εἰς
465τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου, μετ’ ἀπορίας καὶ πάλιν θέλω
466παρατηρήσει, ὅτι, ἐν ᾧ τροποποιεῖται νόμος κυρωθεὶς καὶ δη-
467μοσιευθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστι-
468κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὑποβάλλεται σήμερον
469νομοσχέδιον, παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ
470τοῦ ὁποίου τροποποιεῖται ἓν μόνον ἄρθρον τοῦ νόμου, τοῦ
471κυρωθέντος καὶ δημοσιευθέντος μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ.
472Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως!! Εἶναι σύγχυσις καθηκόντων
473καὶ ἁρμοδιότητος, ὀφειλομένη εἰς τὴν πολυμάθειαν τῶν ἁρμο-
474δίων Ὑπουργῶν! Ὡς τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ δικαιολογητικῇ αὐ-
475τοῦ ἐκθέσει ἀναφέρει, δὲν κατωρθώθη νὰ καταρτισθῶσιν Ἐπαρ-
476χιακὰ Συμβούλια εἰς τὰ ⅔ τῶν δήμων τοῦ Κράτους, ἡ ἔλ-
477λειψις δὲ αὕτη κατὰ τὸ πλεῖστον ἔφερε τὴν μὴ ἐφαρμογὴν
478τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ «περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως». Εἶ-
479ναι ἀληθῶς ἐπεῖγον τὸ ζήτημα, διότι ἄνευ τῆς ἐφαρμογῆς
480τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ νόμου τούτου, τοῦ ὁποίου αἱ διατάξεις
481ἀφορῶσιν εἰς τὰ καθήκοντα τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων,
482δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σε-
483πτεμβρίου 1895 περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ περὶ οὗ
484πρόκειται νομοσχέδιον λέγει τὰ ἑξῆς: «Διὰ τοὺς δήμους τῶν
485ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ἐν αἷς δὲν ἐξελέχθησαν ἢ δὲν κατηρτίσθη-
486σαν πλήρη τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ἢ προσκληθέντα νο-
487μίμως δὲν συνῆλθον, ἢ συνελθόντα ἠρνήθησαν ἢ ἀνέβαλον νὰ
488ἐκδώσωσι τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ ἀπὸ 3 Σεπτεμβρίου
4891895 ͵ΒΤΜΘʹ νόμου περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαι-
490δεύσεως ἀπαιτουμένην ἀπόφασιν, ἐκδίδωσι ταύτην ᾐτιολογη-
491μένως ὁ νομάρχης, καὶ συμφώνως πρὸς αὐτὴν προβαίνει εἰς
492τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπὸ τῆς εἰρημένης διατάξεως ὁριζομένων».
493Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ μόνου τούτου ἄρθρου οὐδὲν ἄλλο
494δύναταί τις νὰ μάθῃ, εἰμὴ μόνον ὅτι πρόκειται περὶ ἀπαι-
495τουμένης τινὸς ἀποφάσεως. Ἀλλ’ ἵνα ἐξετάσωμεν ὁποία
496τις εἶναι ἡ ἀπαιτουμένη αὕτη ἀπόφασις, ἣν ὁ νομάρχης ἀντὶ
497τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἐκδίδῃ,
498πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ 56 ἄρθρον τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ
499τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895 περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως,
500καὶ εἰς τὰ ἄρθρα 19, 20 καὶ 22 § αʹ τοῦ νόμου ᾼϠΝϚʹ
501τῆς 3 Ἀπριλίου 1891 περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Βλέ-
502πετε ὅτι πρέπει νὰ κάμῃ τις ἀρχαιολογικὰς ἐρεύνας, ἵνα
503μάθῃ περὶ τίνος τέλος πάντων πρόκειται! Ἀλλὰ σᾶς βε-
504βαιῶ, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἀξίζει τὸν κόπον.
505Κατὰ τὰ ἄρθρα 19 καὶ 20 τοῦ νόμου ᾼϠΝϚʹ περὶ Ἐπαρ-
506χιακῶν Συμβουλίων, προεκαλεῖτο ἡ ἀπόφασις αὐτῶν περὶ
507τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν ἑκάστῳ δήμῳ δημοτικῶν σχολείων, περὶ
508τῆς βοηθείας ἢ συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς ἀπόρους
509δήμους, συμφώνως δὲ πρὸς τὴν ἀπόφασιν ταύτην ὁ νομάρχης
510ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ, εἴτε περικόπτων ἄλλας δαπάνας τῶν
511δήμων, χάριν τῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, εἴτε, συμ-
512φώνως πάντοτε μὲ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβου-
513λίου, αὐξάνων τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου διὰ νέας προσθέτου φο-
514ρολογίας, τὴν ὁποίαν ὁρίζουσι τὰ ἄρθρα 56 καὶ 57 τοῦ νό-
515μου ͵ΒΤΜΘʹ περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἐδῶ λοιπὸν
516εὑρίσκομεν τί σημαίνει ἡ ἀπαιτουμένη ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν
517θὰ ἐκδώσῃ ὁ νομάρχης ἀντὶ τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων.
518Πρόκειται ἀκριβῶς περὶ αὐξήσεως τῶν δημοτικῶν φόρων,
519ἀμέσων καὶ ἐμμέσων. Πρόκειται περὶ νέας φορολογίας, καὶ
520διὰ τοῦτο τόσον ἐπιμελῶς ἀπέκρυψεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος
521τῆς Κυβερνήσεως, τί ἐζήτει διὰ τοῦ ὀκταστίχου νομοσχε-
522δίου του, διότι ὀκτὼ μόνον στίχους, γραμμάς, περιέχει τὸ
523ἀθῶον νομοσχέδιον! Τώρα δύναται πᾶς τις νὰ ἐννοήσῃ, διατὶ
524ἐστενοχωρήθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁπό-
525ταν εἶδεν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τόσον μι-
526κροῦ καὶ ἀσημάντου νομοσχεδίου! Διότι ἐνόησεν ἀμέσως, ὅτι
527θ’ ἀποκαλυφθῇ ἡ παγὶς, τὴν ὁποίαν ἔστησε κατὰ τῶν ἐλευ-
528θεριῶν τῶν δήμων. Ἀληθῶς δὲ, κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρό-
529κειται μόνον νὰ φορολογηθῶσιν ἐπιπροσθέτως οἱ πτωχοί, οἱ
530ἄποροι δῆμοι, ἀλλὰ πρόκειται νὰ στερηθῶσι σπουδαίων ἐλευ-
531θεριῶν, καὶ κεκτημένων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκανονίζοντο
532σαφῶς διὰ τοῦ ᾼϠΝϚʹ τῆς 3 Ἀπριλίου 1891 περὶ Ἐπαρ-
533χιακῶν Συμβουλίων νόμου, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βου-
534λὴν, ἐψήφισεν, ἐκύρωσεν, ἐδημοσίευσε καὶ ἐξετέλεσεν αὐτὸς
535οὗτος ὁ καὶ νῦν ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως!
536Τὰ δικαιώματα ἑπομένως, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε εἶχε τὸ
537Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, νὰ προτείνῃ τουτέστι τὴν ἵδρυσιν ἢ
538κατάργησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὸν προβιβασμὸν ἢ τὸν
539ὑποβιβασμὸν αὐτῶν, τὴν περικοπὴν ἐκ τοῦ δημοτικοῦ προϋ-
540πολογισμοῦ δαπανῶν, αἵτινες θὰ ἦτο δυνατὸν, ἄνευ βλάβης
541τῆς ὑπηρεσίας τῶν δήμων, νὰ διαγραφῶσι προσωρινῶς, καὶ
542τέλος τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τῶν δήμων διὰ τῆς αὐξήσεως
543καὶ τῆς ἐπιβολῆς προσθέτων φόρων, ἀμέσων ἢ ἐμμέσων, τὰ
544δικαιώματα ταῦτα, λέγω, σήμερον τὰ ἀναλαμβάνει ὁ νομάρχης,
545ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, τουτέστι τὸ κυριώτερον ὄργανον τῆς
546φατρίας! Ὁ νομάρχης ἐν τῷ μέλλοντι, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ
547Δημοτικοῦ Συμβουλίου, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ δημάρχου, παρὰ
548τὴν γνώμην τοῦ δήμου, παρὰ τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς
549ἐπαρχίας, θὰ ἐπιβάλλῃ φόρους, κατὰ τὴν γνώμην καὶ τὰς ἐπι-
550θυμίας τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας. Οὕτω δὲ οἱ μὴ φίλα φρο-
551νοῦντες τῇ Κυβερνήσει ἄποροι δῆμοι θέλουσι φορολογηθῆ ἐπι-
552προσθέτως, χωρὶς νὰ ἔχωσι πλέον οὔτε τὸ δικαίωμα τῆς
553ἐφέσεως!
554Μία φωνή. Διότι αὐτὸς ὁ νομάρχης θὰ ἔχῃ τὸ δι-
555καίωμα νὰ δικάζῃ τὴν ἔφεσιν!
556§53ΣΤΑΗΣ. Διότι τὴν ἔφεσιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὡς
557πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι ἀδύ-
558νατον νὰ ἐπικυρώσῃ ἡ ἀνωτάτη διοικητικὴ ἀρχὴ, παρὰ τὴν
559ἀπόφασιν τοῦ νομάρχου.
560Ἔρχεται λοιπὸν σήμερον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυ-
561βερνήσεως νὰ καταργήσῃ δικαιώματα, τῶν ὁποίων ἀπὸ τῆς
562συστάσεως τοῦ Βασιλείου ἀπολαύουσιν οἱ δῆμοι· διότι κατὰ τὸ
56350, νομίζω, ἄρθρον καὶ κδʹ ἐδάφιον τοῦ νόμου περὶ συστάσεως
564τῶν δήμων, τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιβολῆς καὶ τῆς αὐξήσεως
565ἀμέσων ἢ ἐμμέσων φόρων ἀνήκει εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον.
566Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν δὲ νομοσχεδίου δὲν θὰ ἔχῃ πλέον τὸ
567δικαίωμα τοῦτο τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ ὁ νομάρ-
568χης, ὁ ὁποῖος, ἐγκρίνοντος ἢ μὴ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου,
569θὰ ἐπιβάλλῃ φόρους, τοὺς ὁποίους πολλάκις ὁ δῆμος δὲν θὰ
570ἦναι εἰς θέσιν νὰ καταβάλλῃ.
571Σᾶς εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων δικαιωμά-
572των, τὰ ὁποῖα χορηγεῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἰς
573τὸν νομάρχην, εἶναι καὶ ἡ σύστασις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν,
574ὅπως χορηγηθῇ βοήθημα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τὸν δῆμον
575πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀναγκαιοῦντος ποσοῦ ὑπὲρ τῆς στοι-
576χειώδους αὐτοῦ ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἀκούσατε διὰ ποίας δρα-
577κοντείου διατάξεως περιβάλλει τὸ δικαίωμα τοῦτο κατὰ τὸ
578ἄρθρον 58 τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895
579(ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ ᾼϠΝϚʹ περὶ
580Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου χορηγουμένη εἰς τοὺς δήμους
581ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου συνδρομὴ ἀπονέμεται αὐτοῖς, μό-
582νον ἐὰν, καὶ μετὰ τὰς κατὰ τὸ ἄρθρον 56 ἐπενεχθείσας
583ὑπὸ τοῦ νομάρχου μεταβολὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ
584μετὰ τὴν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον αὔξησιν τῶν φό-
585ρων, δὲν συμπληρώνωνται αἱ ἀπαιτούμεναι πιστώσεις.»
586Πρέπει δηλ. νὰ ἀναμείνῃ ὁ νομάρχης νὰ ἴδῃ ὁποῖα θὰ ἦναι
587τὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ἐὰν τουτέ-
588στιν ἦναι ἐπαρκὴς ὁ δῆμος, ἢ ἐὰν δὲν δύναται νὰ καταβάλῃ
589πλήρεις τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ τότε
590νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν συμπλήρωσιν τῶν
591δαπανῶν, τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευ-
592σιν, ἐκ τοῦ χορηγήματος τοῦ Δημοσίου. Τί δὲ θὰ συμβῇ
593οὕτω; Θὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ πληρωθῶσιν οἱ δημοδιδάσκα-
594λοι εἰς τοὺς πλείστους τῶν δήμων ἐγκαίρως, ἕνεκα τῶν δια-
595τάξεων τούτων, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν θὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς
596τοὺς ἁρμοδίους νὰ καταβάλωσι τὰς δαπάνας πρὸς συμ-
597πλήρωσιν τῶν ὑπὸ τῶν δήμων καταβαλλομένων πρὸς πλη-
598ρωμὴν τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων καὶ τοῦ ἄλλου προ-
599σωπικοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων. Εἶναι δὲ ἄξιον περιεργείας
600νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπὸ συζήτησιν
601νομοσχέδιον θέλει νὰ ἐπιβάλῃ διὰ τοῦ νομάρχου εἰς τοὺς δή-
602μους, ἦναι μικρά τις καὶ ἀσήμαντος, ἢ ἐὰν πρόκειται περὶ δε-
603κάδων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν, ἢ περὶ ἑκατομμυρίων. Ὡς
604πάντες γνωρίζετε, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους εἶναι
605ἀναγεγραμμένον ποσὸν 1,500,000 δραχ. ὡς συνδρομὴ τοῦ
606Δημοσίου πρὸς τοὺς δήμους διὰ τὴν δημοτικὴν αὐτῶν ἐκ-
607παίδευσιν. Ἄς ἴδωμεν λοιπόν, ποία εἶναι ἡ ἐλλείπουσα δα-
608πάνη, καὶ ἂν ταύτην ἦναι δυνατὸν οἱ δῆμοι νὰ καταβάλωσι
609διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῶν νέων φόρων, τῶν διὰ τοῦ νομάρχου ἐπι-
610βληθησομένων. Ἡ ὅλη δαπάνη διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαί-
611δευσιν ἀνέρχεται εἰς δρ. 4,291,376· ἂν ἀφαιρέσητε ἑπομέ-
612νως τὴν συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου, τὴν ἐν τῷ προϋπολογι-
613σμῷ τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1896 ἀναγεγραμμένην, ἐκ δρ.
6141,500,000, θὰ μείνῃ ὑπόλοιπον 2,791,376, τὸ ὁποῖον θὰ
615καταβάλωσιν οἱ δῆμοι, ὡς καὶ αὐτὸς ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
616στικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς κ. Πε-
617τρίδης γράφει ἐν τῇ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκθέσει αὐτοῦ, ἐν ᾗ
618ρητῶς ἀναφέρεται, ὅτι «ἠλαττώθη ἡ ἐκ δραχ. 4,291,376
619πίστωσις ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς δραχμὰς
6201,500,000, αἵτινες ἀνεγράφησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
6211896 ὑπὸ τὸν τίτλον «Συνδρομὴ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς δημο-
622τικῆς ἐκπαιδεύσεως», συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ͵ΒΤΜΘʹ
623(ἄρθρ. 60), διότι ἐκρίθη, ὅτι αἱ ἄλλαι δαπάναι τῆς δημοτι-
624κῆς ἐκπαιδεύσεως θέλουσι καταβληθῆ παρὰ τῶν δημοτικῶν
625ταμείων, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ εἰρημένου νόμου». Ἑπομέ-
626νως τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 2,791,376 δραχ. πρέπει νὰ κατα-
627βάλωσιν οἱ δῆμοι καὶ διὰ τῶν νέων φόρων, τῶν ἐπιβληθησο-
628μένων διὰ τῶν νομαρχῶν, ἵνα συντηρηθῶσι τὰ νῦν ὑπάρχοντα
629ἐν ἐνεργείᾳ δημοτικὰ σχολεῖα.
630Τώρα δὲν θὰ ἐξετάσω ὅλων τῶν δήμων τὴν οἰκονομικὴν
631κατάστασιν, ἀλλὰ κατὰ προτίμησιν, ὡς εἶναι καὶ τὸ φυσι-
632κὸν, θὰ λάβω τοὺς δήμους τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὸν νομὸν τοῦ
633κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν ἦναι δυνατὴ ἡ καταβολὴ
634τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ τῶν δήμων
635τούτων, καὶ ἂν ἔτι ἤθελεν ἐπέλθει ἡ φορολογικὴ αὔξησις τῶν
636ἀμέσων καὶ ἐμμέσων δημοτικῶν δασμῶν, ἐκ τῆς ὁποίας αὐ-
637ξήσεως προσδοκᾷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν εὕρε-
638σιν τῶν 2,791,376.
639Ἐκ τῶν σχετικῶν πινάκων πρὸς τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν
640Βουλὴν, ἀλλὰ μὴ ψηφισθὲν, νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως
641τῶν διαπυλίων τελῶν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν πάσας τὰς ἀναγ-
642καίας πληροφορίας, ἐπισήμους, διὰ τῶν ὁποίων πᾶς τις θὰ
643πεισθῇ περὶ τοῦ ἀδυνάτου τοῦ πράγματος. Οὕτω ὁ δῆμος
644Φαλάνθου, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὸν νομόν Ἀρκαδίας, ἔχει ἔσοδα,
645ἐξ ὅλων τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων καὶ ἐκ ποσοστῶν
646ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν δραχ. 3,583, δαπάνας δὲ διὰ
647τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν δραχ. 6,840. Ἐπίσης ὁ δῆμος
648Κορυθίου ἔσοδα δρ. 3192, καὶ δαπάνας διὰ τὴν δημοτικὴν
649ἐκπαίδευσιν δραχ. 8352! Ὡσαύτως ὁ δῆμος Ὀρχομενοῦ
650ἔσοδα δραχ. 9,241, καὶ δαπάνας διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαί-
651δευσιν δραχ. 10,752. Ὁ δῆμος Μαντινείας ἔσοδα δραχμὰς
6525,451, καὶ δαπάνας δημ. ἐκπαιδεύσεως δραχ. 12,804. Ὁ δῆ-
653μος Νάσσων ἔσοδα δραχ. 1,589, καὶ δαπάνας δημ. ἐκπαι-
654δεύσεως δραχ. 3,672. Ὁ δῆμος Βαλτετσίου ἔσοδα δραχ.
6556,718, καὶ δαπάνας δημ. ἐκπαιδεύσεως δραχ. 14,196. Ὁ
656δῆμος Ἐλευσῖνος ἔσοδα δραχμὰς 4,791, καὶ δαπάνας διὰ τὴν
657δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν δραχ. 12,216! Κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ
658τρόπον βεβαιούμεθα, ὅτι ἐκ τῶν 34 δήμων, τῶν ἀπαρτιζόν-
659των τὸν νομὸν Ἀρκαδίας, οἱ 30 οὐ μόνον εἶναι ἀνεπαρκεῖς
660πρὸς καταβολὴν τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς αὐτῶν ἐκπαι-
661δεύσεως, ἀλλὰ καὶ τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων αὐτῶν εἶναι ἔλαττον
662καὶ αὐτοῦ τοῦ ἡμίσεως τῶν ἀπαιτουμένων δαπανῶν διὰ τὴν
663δημοτικὴν αὐτῶν ἐκπαίδευσιν. Ἑπομένως ὄχι μόνον κατὰ ἓν
664τοῖς ἑκατὸν ἂν αὐξήσητε τὰ ἔσοδα τῶν δήμων τούτων, ἀλλὰ
665καὶ κατὰ ἑκατὸν τοῖς ἑκατὸν, πάλιν δὲν θὰ κατορθώσητε
666τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων αὐτῶν νὰ ἦναι ἴσον πρὸς τὴν ἀπαι-
667τουμένην δαπάνην πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν αὐτῶν
668σχολείων. Ὁ σκοπὸς ἄρα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶ-
669ναι ἀκατόρθωτος, καὶ ἢ πρέπει νὰ καταργήσητε τὰ δημο-
670τικὰ σχολεῖα τῶν δήμων τούτων, ἢ πρέπει νὰ ἀναγράψητε
671ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους τὴν ἀπαιτουμένην δαπά-
672νην πρὸς συντήρησιν αὐτῶν. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι δὲν θὰ εὐτυ-
673χήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον νὰ ἴδῃ τὴν κατάργησιν τῶν
674δημοτικῶν σχολείων ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς πρωθυπουργίας τοῦ
675ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ἢ καὶ τὴν ἐλάττωσιν αὐτῶν, ἵνα
676οὕτω τοὐλάχιστον μὴ παραπονῶνται οἱ συνάδελφοι ἐκ Θεσ-
677σαλίας, ἐν ᾗ ὑπάρχει μεγίστη ἔλλειψις δημοτικῶν σχολείων.
678Μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι μόνον ἐν τῷ νομῷ Ἀρκαδίας παρα-
679τηρεῖται ἡ οἰκονομικὴ αὕτη ἀνεπάρκεια τῶν δήμων. Ἐν τῷ
680νομῷ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ὑπάρχουσι 32 δῆμοι, ἐξ ὧν
681οἱ δέκα καὶ πέντε ἔχουσιν ἔσοδα ἐξ ὅλων τῶν πόρων αὐτῶν,
682τὰ ὁποῖα εἶναι ἢ κάτω τοῦ ἡμίσεως τῆς ἀπαιτουμένης δα-
683πάνης διὰ τὴν δημοτικὴν αὐτῶν ἐκπαίδευσιν, ἢ κάτω τοῦ
684ἑνὸς τρίτου. Κατὰ τὸν πίνακα, περὶ οὗ πρὸ μικροῦ σᾶς ἔλεγον,
685ἐκ τῶν 441 δήμων τοῦ Κράτους ἔχομεν 241 ἀπόρους, μὴ
686δυναμένους νὰ καταβάλωσιν οὐδὲ τὸ ἓν τρίτον τῆς ἀπαιτου-
687μένης δαπάνης διὰ τὴν δημοτικὴν αὐτῶν ἐκπαίδευσιν, καὶ μὲ
688τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν δήμων ἐλπίζει ἡ Κυ-
689βέρνησις, ὅτι αἱ δαπάναι τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως θέλουσι
690καταβληθῆ παρὰ τῶν δημοτικῶν ταμείων, ἀρκεῖ ὁ νομάρχης
691ν’ αὐξήσῃ κατὰ ἓν τοῖς ἑκατὸν τὰ ἔσοδα τῶν δήμων! Ἐγὼ
692οὐδὲν ἄλλο δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ἢ ὅτι ἡ Κυβέρνησις
693σκέπτεται νὰ ἐφαρμόσῃ ὅσα ἔλεγεν ἐν ῥητορικῇ ῥύμῃ ὁ
694Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας πρὸ ἡμερῶν, ὅτι τουτέστιν ἡ Κυ-
695βέρνησις εἶναι πρόθυμος νὰ δαπανήσῃ καὶ δύο καὶ τρία καὶ
696τέσσαρα καὶ ἑπτὰ τέλος ἑκατομύρια δραχμῶν, ἀλλὰ νὰ μὴ
697κλείσῃ οὐδὲ ἓν δημοτικὸν σχολεῖον! Ἐν τούτοις ἐγὼ φρονῶ,
698ὅτι ἢ θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ κλείσητε τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἢ
699θ’ ἀναγράψητε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὴν ἀπαιτουμένην συν-
700δρομὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου.
701§54ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Πόσα θέλετε νὰ δώσῃ τὸ Δημόσιον εἰς
702συνδρομήν;
703§55ΣΤΑΗΣ. Κατ’ ἐλάχιστον ὅρον τρία ἑκατομμύρια.
704Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐξηγήσω τὰ πράγ-
705ματα ταῦτα πρὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους, καὶ δηλώσω
706ὁποία τις εἶναι ἡ παγὶς, ἥτις στήνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου
707τούτου. Τὸ νομοσχέδιον οὐ μόνον εἶναι φορολογικὸν, ἀλλὰ
708δίδει εἰς τὸν νομάρχην καὶ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς
709τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, διότι τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων
710ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ ψηφίζῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον,
711ἀλλὰ θὰ τὴν ἐπιβάλλῃ ὁ νομάρχης. Πλὴν τούτου ὅμως σᾶς
712ἀπέδειξα, ὅτι καὶ διὰ τῆς νέας ταύτης φορολογίας δὲν θὰ
713δυνηθῶσιν οἱ δῆμοι νὰ καταβάλωσι τὰς δαπάνας τῆς δημο-
714τικῆς αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως, διὸ ἐξέφερα τὴν γνώμην, ὅτι πρέ-
715πει νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολο-
716γισμῷ τοῦ 1896 τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν πρὸς συντήρησιν
717τῶν δημοτικῶν σχολείων, διότι ἄλλως δὲν θὰ λειτουργήσωσι
718κατὰ τὸ 1896 τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν.
719§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ παραστά-
720σεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἐποιήσατο πρὸς
721τὴν Βουλὴν, ἔχουσι συμπέρασμα ἀναγκαῖον, ὅτι ὁ πέρυσιν ἐκ-
722δοθεὶς νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν δύναται νὰ λει-
723τουργῇ. Διὰ τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι εἶχε καθῆκον ὁ κ. Βουλευ-
724τής, ἐὰν δὲν ἐξεδήλωσε τὴν γνώμην του καθ’ ὃν χρόνον συνε-
725ζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον, διότι ἦτο ἀπὼν, — δὲν εἶχε τότε
726ἐκλεχθῆ — εἶχε καθῆκον νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου περὶ
727τροποποιήσεως τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ὁμιλῶν
728ὡς ὡμίλησε καὶ ἀνακοινώνων τὰς παρατηρήσεις του πρὸς
729τὴν Βουλὴν, ὡς τὰς ἀνεκοίνου, δὲν ἦτο ἐντὸς τοῦ θέματος,
730διότι τὸ θέμα εἶναι, τί πρέπει νὰ γείνῃ, ἐάν τις δῆμος ὤκνησε
731νὰ ἐκλέξῃ τὰ μέλη τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, ἢ ἂν ἐξε-
732λέγησάν τινα τούτων, ἀλλ’ ὄχι πάντα, ἢ ἂν ἐξελέγησαν
733πάντα, ἀλλ’ ὀκνοῦσι νὰ συνέλθωσιν, ἢ ἂν συνῆλθον, ἀλλὰ
734παρέλειψαν νὰ ἐκφέρωσι γνώμην ἐπὶ τῶν ζητημάτων, ἐφ’ ὧν
735ἐκλήθησαν ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των.
736Τοῦτο εἶναι τὸ θέμα. Ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως
737ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὸν νομάρχην, ὅταν ἐξετάζῃ
738τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ δήμου, ἐὰν δὲν φθάνωσιν εἰς ἰσο-
739ζύγιον τὰ ἔσοδα πρὸς τὰ ἔξοδα, μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν
740ἀναγκῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, νὰ καλῇ τὸ Ἐπαρ-
741χιακὸν Συμβούλιον, ὅπως ἀποφαίνηται τοῦτο, ἐὰν ἦναι ἀνάγ-
742κη ἢ ὄχι νὰ αὐξηθῶσιν οἱ φόροι. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἀπε-
743φάνθη τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ αὐ-
744ξηθῶσιν οἱ φόροι· πῶς θέλουσιν οὗτοι αὐξηθῆ; Τὸ Δημοτι-
745κὸν Συμβούλιον ἀποφαίνεται περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς αὐξήσεως
746τῶν φόρων, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς πράξεως ταύτης τοῦ Δημοτικοῦ
747Συμβουλίου ἀποφαίνεται ὁ νομάρχης, διότι οὐδεμία πρᾶξις
748τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἰσχύει, ἂν δὲν ἐγκριθῇ ὑπὸ τοῦ
749νομάρχου. Δὲν ἀποφασίζει ὁ νομάρχης περὶ τῆς αὐξήσεως
750τῶν φόρων; Τὰ λεχθέντα ὅτι αὐτὸ εἶναι παγὶς, εἰς τὴν ὁποίαν
751θέλει περιπέσει ἡ Βουλὴ, ἂν στέρξῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι
752δι’ αὐτοῦ θέλει ἐπιτραπῆ, ἵνα ὁ νομάρχης ἐπιβάλῃ ἀμέσως
753τοὺς φόρους, δὲν εἶναι σοβαρὰ, οὐδὲ πορίζονται αὐτὰ οἱ εἰ-
754πόντες ἐκ τῶν νόμων, ἀλλὰ ἀνεῦρον, φαίνεται, ἐν ἄλλοις κει-
755μένοις, πλὴν τῶν νόμων. Λοιπὸν ἡ ἐντολὴ, ἡ ὁποία ἀνετέθη
756εἰς τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, εἶναι αὕτη· ὅταν οἱ δημο-
757τικοὶ προϋπολογισμοὶ παριστῶσιν, ὅτι τὰ ἔσοδα δὲν ἐπαρκοῦ-
758σιν, ἀφοῦ ὁ νομάρχης ἐπιφέρῃ ὅσας ἐλαττώσεις νομίζει ὅτι
759εἶναι ἐφικταὶ, καὶ τῶν ὁποίων ἡ παράλειψις δὲν φέρει βλά-
760βην μεγαλειτέραν, ἀνακοινώνει τοὺς προϋπολογισμοὺς εἰς τὰ
761Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα συζητοῦσι καὶ ἀποφαίνον-
762ται, ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις νὰ προσκληθῇ ὁ δῆμος, ἵνα προ-
763τείνῃ τὴν αὔξησιν τῶν φόρων αὐτοῦ. Λοιπὸν τὸ Ἐπαρχιακὸν
764Συμβούλιον ἀποφαίνεται ἐν τύπῳ προστασίας τοῦ δήμου,
765χειραγωγίας τοῦ δήμου, ἀλλὰ μένει εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμ-
766βούλιον τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τὴν προσθήκην τοῦ φόρου
767ἢ τὴν αὔξησιν αὐτοῦ, καὶ τότε κανονίζονται τὰ τῆς ἐπιβολῆς
768αὐτοῦ. Λοιπὸν οὐδεμία παγὶς εἶναι, ἀλλ’ εἶναι θεραπεία
769πράγματος, τὸ ὁποῖον συμβαίνει καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυ-
770νατὸν νὰ θεραπευθῇ ἄλλως. Διότι πῶς θέλει θεραπευθῆ ἡ
771ἀνάγκη; Δὲν συνῆλθε τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, ἢ συνελ-
772θὸν δὲν ἀπεφάνθη, ἢ δὲν ἐξελέχθησαν οἱ ἐπαρχιακοὶ σύμ-
773βουλοι, ἢ ἐξελέχθησαν ἔν τισι δήμοις, ἀλλ’ οὐχὶ ἐν πᾶσι.
774Δὲν ἐνομοθετήθη αὐτὸ τοῦτο ἄλλοτε ἐν τῷ Κράτει, ὅταν
775ὁ νόμος ἐπέβαλλεν εἰς τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια νὰ
776ἐκλέγωσι τὸν ἥμισυν ἀριθμὸν τῶν ὁρκωτῶν; Ἄλλοτε ἐκα-
777λοῦντο τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια καὶ ἐξέλεγον τὸν ἥμισυν
778ἀριθμὸν τῶν ὁρκωτῶν· τί ἐγίνετο, ὅταν ταῦτα δὲν συνήρ-
779χοντο; Ἐξέλεγεν αὐτὰ ὁ νομάρχης. Τί πρέπει νὰ πρά-
780ξωμεν ἤδη; Νὰ σταματήσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου;
781νὰ καταργήσωμεν αὐτόν; Ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ διὰ τὸν τρό-
782πον, καθ’ ὃν σκέπτονται. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος
783εἶναι νοημονέστατος καὶ γνωρίζει νὰ μάχηται κρατερῶς ἐπὶ τῶν
784ἐπάλξεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων αὐτὸς ἔταξεν ἑαυτὸν, ἔλαβεν ἀφορμὴν
785νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τοῦ νόμου. Καὶ ὁμιλεῖ σήμερον, διότι δὲν
786προσυπεγράφησαν πάντες οἱ Ὑπουργοὶ ὑπὸ τὸν νόμον, προβάλ-
787λει δ’ ὅτι διὰ τοῦτο ὁ νόμος εἶναι ἄκυρος· αὔριον καταγγέλλει,
788ὅτι οἱ μισθοὶ δὲν εἶναι πληρωμένοι, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἰσχυ-
789ρίζεται, ὅτι τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια δὲν συνῆλθον, ἵνα
790γνωμοδοτήσωσι, καὶ διὰ τοῦτο ὁμιλεῖ κατὰ τοῦ νόμου· εἰς
791πᾶσαν περίστασιν, κατὰ πᾶν σημεῖον ὁμιλεῖ κατὰ τοῦ νόμου.
792Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλω τὴν γνώμην του, δὲν
793ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ συμβουλεύσω αὐτὸν νὰ ἀναστείλῃ τὴν
794ἐπιμονὴν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν δεικνύει, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα
795νὰ τὸν συμβουλεύσω νὰ περιμείνῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου
796μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη, ἵνα τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ καταδείξωσι
797τὰς ἀτελείας τοῦ νόμου. Ἐπιζήμιος βεβαίως εἶναι διὰ τὰς
798συζητήσεις μας ἡ ἐπιμονὴ αὕτη, ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ θέλει ὁ κ.
799Βουλευτὴς, οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν ἐμποδίσῃ.
800Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν προνοεῖ περὶ τῆς θεραπείας τῆς
801ἀνάγκης, τῆς παρουσιαζομένης ἕνεκα τῆς μὴ συμπληρώσεως
802τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων Διατὶ ὁ λαὸς δὲν θέλει νὰ
803μετάσχῃ εἰς τὴν συγκρότησιν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων,
804εἶναι θέμα ἀναγόμενον εἰς τὴν Διοίκησιν. Μήπως παρενέβα-
805λεν ἡ Διοίκησις προσκόμματα εἰς τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβού-
806λια, ἵνα μὴ συνέλθωσι; Πιστεύω ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶ-
807ναι ἐπιεικὴς πρὸς ἡμᾶς καὶ δὲν θέλει μᾶς ἀποδώσει τοιαύτην
808αἰτίασιν. Τί πρέπει νὰ πράξωμεν; Διὰ τοῦ μέσου, τὸ ὁποῖον
809προτείνομεν, δημιουργοῦμεν κίνδυνόν τινα τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ
810τόπου; δημιουργοῦμεν σπατάλην τῶν δημοτικῶν χρημάτων;
811Περὶ τούτου ἀμφιβάλλω, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀποδέχηται
812τοῦτο, ἀλλὰ πάλιν κύριος εἶναι ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀνέλθῃ
813ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ὁμιλήσῃ κατὰ τοῦ νόμου.
814§57ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Ἀληθῶς μετὰ πολλῆς τέχνης καὶ ἐπιτη-
815δειότητος ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
816λίαν δὲ δικανικῶς ὑπερήσπισε τὸ νομοσχέδιόν του. Ἀπέφυ-
817γεν ὅμως λίαν ἐπιμελῶς καὶ μετὰ μεγίστης τέχνης νὰ θίξῃ
818τὸ κύριον ζήτημα, πάντα δὲ, ὅσα εἶπε, καὶ ὡς τὰ εἶπεν,
819ὀρθὰ εἶναι καὶ ὀρθῶς ἐλέχθησαν, ἀλλ’ ἄσχετα ὅλως πρὸς
820τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος, τὴν ὁποίαν βεβαίως συμφέρον εἶχε
821νὰ ἀντιπαρέλθῃ, διότι οὐδεὶς ἠμφισβήτησε τὰ δικαιώματα
822τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ νο-
823μάρχου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ ὧν ἐλά-
824λησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἠδυνήθη
825ὅμως δι’ ὅλης τῆς εὐφραδείας του ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς
826Κυβερνήσεως νὰ ἀναιρέσῃ τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ νομάρχης θὰ ἐπι-
827βάλλῃ τὴν αὔξησιν τῶν δημοτικῶν δασμῶν, ἐν αἷς ἐπαρ-
828χίαις δὲν ὑπάρχουσιν Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, καὶ παρὰ τὴν
829θέλησιν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων.
830Ὡμίλησε καὶ περὶ σπατάλης τῆς δημοτικῆς περιουσίας ὁ
831κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ μήπως ἐγὼ εἶπον, ὅτι
832εἶναι σπατάλη ἡ συντήρησις τῶν δημοτικῶν σχολείων; Ἐγὼ
833εἶπον πολλάκις ἤδη, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἀφοῦ τὸ ἀπαι-
834τεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζή-
835τησιν νομοσχεδίου ζητεῖται ἡ κατάργησις δημοτικῶν ἐλευ-
836θεριῶν, ζητεῖται ἡ αὔξησις τῆς δημοτικῆς φορολογίας, ζη-
837τεῖται ἡ ἐπέμβασις ξένων ἀρχῶν εἰς τὰ τῆς διοικήσεως
838τῶν δήμων, ὑπὲρ τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν ὁποίων κόπτεται
839δὰ καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως! Οὐδόλως δὲ
840ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ νόμου τοῦ περὶ στοιχειώδους ἢ
841δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐπειδὴ δὲν εἶναι καὶ τόσον εὐχάρι-
842στον νὰ ἀσχολῆταί τις περὶ νόμου, τοῦ ὁποίου καὶ τὸ ὄνομα,
843ἀπαγγελλόμενον κατὰ τὴν νέαν μέθοδον, Βι–Τα–Μι–Θι, δηλοῖ
844ὅτι πρόκειται περὶ μύθων (ἱλαρότης). Βεβαιῶ δὲ τὸν κ.
845Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν σκο-
846πεύω νὰ παρακωλύσω τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, οὐδὲ θὰ
847ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἐθεώρουν κατάλληλον τὴν εὐ-
848καιρίαν, ἵνα δείξω τὸ ὅλως ἄστοχον καὶ ἀνεφάρμοστον τοῦ
849ἤδη ἐν ἰσχύϊ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἵνα
850διαβεβαιώσω καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν
851Βουλὴν, ὅτι νέα Κυβέρνησις δὲν δύναται ἢ νὰ καταργήσῃ δι’
852ἐγκυκλίου τὸν ἄκυρον νόμον ͵ΒΤΜΘʹ. Δὲν ἤκουσα περὶ τοῦ
853ζητήματος τούτου τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερ-
854νήσεως, ἤκουσα ὅμως τὴν γνώμην τοῦ πρώην συναδέλφου μου
855ἐν τῷ διδασκαλικῷ καὶ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
856στικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τὴν ὁποίαν ἂς μοὶ
857ἐπιτραπῇ νὰ μὴ παραδεχθῶ ὡς ὀρθήν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν
858νὰ πολεμήσωμεν τὸν νόμον ͵ΒΤΜΘʹ, ἀλλὰ πρόκειται νὰ
859ἀποδείξωμεν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀτε-
860λὴς καὶ ἀνεφάρμοστος. Βεβαίως ἀγαθὴ εἶναι ἡ μέριμνα τοῦ
861κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ νὰ μὴ
862ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους διὰ τῆς δαπά-
863νης τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἀλλὰ νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς δή-
864μους νὰ καταβάλωσι τὰς δαπάνας ταύτας. Τοῦτο ὅμως εἶ-
865ναι ἀδύνατον, ὡς καταβοῶσι τὰ πράγματα, καὶ ὡς ἀπέδει-
866ξεν ὁ καταργηθεὶς παρ’ ὑμῶν νόμος ͵ΒΠΕʹ τῆς 12 Αὐγού-
867στου 1892, δι’ οὗ εἰς τοὺς πλείστους τῶν δήμων δὲν ἀπέμε-
868νεν ἢ μόνον ποσὸν δύο χιλιάδων δραχμῶν πρὸς συντήρησιν
869αὐτῶν, καὶ ἐν τούτοις δὲν εἶχε κατορθωθῆ νὰ εἰσπραχθῇ πο-
870σὸν ἴσον πρὸς τὸ ἥμισυ τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὰς δαπάνας
871τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Δὲν πρόκειται νὰ καταπολε-
872μήσωμεν, ἐπαναλαμβάνω, τὸν ἄκυρον νόμον ͵ΒΤΜΘʹ, ἀλλὰ
873πρόκειται νὰ ὑπερμαχήσωμεν ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν ἐλευθε-
874ριῶν καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε
875ἐξυμνῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεκάλει μικρὰ
876Κοινοβούλια, εἰς τὰ ὁποῖα προκαταρκτικῶς μορφοῦνται οἱ
877πολιτικοὶ ἄνδρες. Παρακαλῶ δ’ αὐτὸν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι οὗ-
878τοι ὑπῆρξαν οἱ μόνοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἠνάγκασαν νὰ ζη-
879τήσω καὶ νὰ ἐπιμένω ζητῶν τὴν μὴ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχε-
880δίου τούτου.
881§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ
882μειώσω τὴν ἀποθάῤῥυνσιν, τὴν ὁποίαν ἐνέπνευσεν εἰς τὸν κ.
883Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων ἡ θεωρία, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ
884ὁποῖον συζητοῦμεν, συνδέεται μὲ τὸ δικαίωμα τῶν δήμων νὰ
885ἐπιβάλλωσι ἢ νὰ μὴ ἐπιβάλλωσι τοὺς φόρους αὐτῶν, καὶ
886ὅτι τὸ νομοσχέδιον καθιστᾷ ὑποχρεωτικὸν εἰς αὐτοὺς νὰ ἐπι-
887βάλλωσι φόρους, ἐνῷ αὐτοὶ δὲν θέλουσι. Λέγω, ὅτι ἐλπίζω ὅτι
888θὰ μειώσω τὴν ἀποθάῤῥυνσιν αὐτοῦ, διότι παρακαλῶ αὐτὸν
889νὰ μελετήσῃ τὸ δημοτικὸν σύστημα, οὐχὶ ὅπως τελευταῖον
890λειτουργεῖ, ἀλλ’ ὅπως κατεστάθη ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνο-
891μοθέτησαν αὐτὸ κατὰ τὸ 1834 καὶ 1835. Κατὰ τὸ σύ-
892στημα τὸ δημοτικὸν, οἱ δῆμοι ἔχουσι τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐπι-
893βάλλωσι φόρους, ὅταν θέλωσι, καὶ νὰ μὴ ἐπιβάλλωσιν, ὅταν
894δὲν θέλωσιν. Ἂν πολλαὶ ἢ ὀλίγαι ἐκ τῶν νομίμων ὑποχρεώ-
895σεων αὐτῶν δὲν ἐκπληρῶνται, διότι δὲν ἐπέβαλον φόρους ἀρ-
896κοῦντας, ὅπως ἐκπληρώσωσι τὰς νομίμους ὑποχρεώσεις αὐτῶν,
897δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ ἐπεκτείνωσι τὸν ἐπὶ τῶν ὠνίων δασμόν
898των; Ὡσαύτως οἱ δῆμοι ὀφείλουσι νὰ συνεισφέρωσι διὰ τὰς
899ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἔχουσι καὶ ἐπὶ τούτου
900ὑποχρεώσεις νομίμους, καὶ ὀφείλουσι νὰ προβλέπωσιν, ἵνα διὰ
901τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων πορίζωνται τὰ ἀναγκαῖα μέσα πρὸς
902ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ
903ὅμως ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως περιώρισε τὴν ὑπο-
904χρέωσιν ταύτην τῶν δήμων, καὶ διέταξεν, ὅτι, ἐὰν αἱ ὑπὸ
905τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀναγραφεῖσαι πιστώσεις δὲν ἐπαρ-
906κῶσιν,... ὁ νομάρχης, συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ
907Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, εἴτε αὐξάνει τὰς ἀναγεγραμμένας
908ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις μέχρι τοῦ ἀναγκαιοῦντος
909ποσοῦ, διαγράφων ἄλλα ἔξοδα,... εἴτε προκαλεῖ τὰς ἀρχὰς
910τοῦ δήμου νὰ προτείνωσι τὴν αὔξησιν τῶν φόρων... Ἐπιτρέ-
911πεται δὲ νὰ αὐξηθῶσιν οἱ φόροι, ἤτοι οἱ ἄμεσοι καὶ ὁ δημοτι-
912κὸς δασμὸς, κατὰ ἓν τοῖς ἑκατόν. Λοιπὸν δὲν ἐμειώθη παντά-
913πασιν ἡ ἐλευθερία τῶν δήμων, οὔτε ἡμεῖς διὰ τοῦ νομοσχε-
914δίου πιέζομεν αὐτοὺς, κινδυνεύοντας ἕνεκα τούτου νὰ πάθω-
915σιν ἀπὸ δύσπνοιαν. Ἡ ἀνάμιξις τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβου-
916λίου ἐνομοθετήθη ὡς ἐγγύησις, ἡμεῖς δὲ προτείνομεν, ὅταν
917δὲν καθίσταται δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐπαρ-
918χιακοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἐτάχθη ἵνα φωτίσῃ τὸν νο-
919μάρχην, ὅτι ἡ ἀνισότης τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ὑπάρχει
920πραγματικὴ, ἢ ὅτι δύνανται νὰ ἐπέλθωσι καὶ ἄλλαι οἰκονο-
921μίαι, προτείνομεν, λέγω, νὰ ἀνατίθεται τὸ ἔργον τοῦτο εἰς
922τὸν νομάρχην, ὅστις θέλει ἀποφαίνεσθαι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη
923νὰ προστεθῶσι νέα ἔσοδα εἰς τὸν δῆμον, καὶ νὰ καλῇ τὸν
924δῆμον νὰ φροντίζῃ περὶ εὑρέσεως νέων ἐσόδων. Κατὰ τὸν
925χρόνον τοῦτον, καθ’ ὃν πρόκειται ἡ αὔξησις τῶν φόρων, ὁ νο-
926μάρχης ἔχει ἐξαντλήσει πᾶν μέσον, ὅπως περιστείλῃ τὰ ἔξοδα,
927ἔχει ἀποδειχθῆ δὲ, ὅτι διὰ τῆς περιστολῆς τῶν ἐξόδων οὐδὲν
928κατορθοῦται, καὶ θὰ ζητῆται ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ δή-
929μου. Ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον θέλουσιν αὐξηθῆ οἱ φόροι πρὸς
930αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ δήμου; Καθ’ ὃν τρόπον διατάσσουν
931οἱ νόμοι· τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον θέλει συνέλθει, θέλει ἐκ-
932φέρει γνώμην, ἐὰν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσωσιν οἱ φόροι
933μέχρις ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν, ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος τούτου τοῦ Δη-
934μοτικοῦ Συμβουλίου θέλει ἀποφασίσει ὁ νομάρχης, καὶ ἂν
935οὗτος φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσωσιν οἱ φόροι, θέλει μετα-
936βιβασθῆ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἡ ὁποία θέλει
937φροντίσει περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων. Ποῖος λοιπὸν κίνδυ-
938νος δημιουργεῖται, ἢ ποία διατάραξις τῶν δημοτικῶν ἐλευθε-
939ριῶν ἐπέρχεται;
940(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς γʹ συζήτησιν,
941κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤ-
942ῥήσεως.
943Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζή-
944τησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤ-
945ῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου
9464 τοῦ νόμου ΑΙΖʹ τῆς 22 Ἰουνίου 1882 περὶ διανομῆς
947τῶν τηλεγραφημάτων).
948§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
949ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 34 § αʹ τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιίας.
950§60Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶχε παραπεμφθῆ εἰς
951τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καθόσον
952εἶχε προταθῆ, ὅτι ἐσχετίζετο μὲ δικαστικὰς ὑποθέσεις· ἕνεκα
953δὲ τούτου ἐπίστευον, ὅτι ἠθέλομεν ἔχει τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπι-
954τροπῆς.
955§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε,
956δὲν συνῆλθεν, ἑπομένως ἔκθεσις δὲν ὑπάρχει.
957§62ΣΤΑΗΣ. Ἔμαθον σήμερον ἐξωδίκως ἀπὸ μέλος τῆς ἐπὶ
958τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς, ὅτι κατηρτίσθη ἡ ἔκθεσις ἐπὶ
959τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ νομίζω ὅτι ἴσως ὑπεβλήθη ἤδη
960εἰς τὸ γραφεῖον. Παρακαλοῦμεν νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις, νὰ δια-
961νεμηθῇ αὕτη, καὶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχε-
962δίου μέχρι τῆς αὔριον, διότι, ὡς ἔμαθον, εἶναι σπουδαιοτάτη
963ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τῆς ὁποίας
964πρόεδρος εἶναι ὁ ἐκ Ναυπλίας βουλευτὴς κ. Γ. Φαρμακό-
965πουλος.
966§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω,
967ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴ δὲν συνεζήτησε ποσῶς τὸ
968νομοσχέδιον, ἀπορῶ δὲ, πῶς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς εἶπεν εἰς
969τὸν ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅτι ὑπάρχει ἔκθεσις.
970§64Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἔκθεσις ἐὰν ὑπῆρ-
971χεν, ὤφειλεν ἡ ἐπιτροπὴ, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς,
972νὰ τὴν προσαγάγῃ ἀπὸ τῆς παρελθούσης Δευτέρας. Σήμερον
973ἔχομεν Παρασκευὴν, ὥστε ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν
974πλέον νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
975§65ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ δι’ ἄλλον λόγον
976δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον. Διὰ τοῦ νομο-
977σχεδίου τούτου ἀπαλλοτριοῦνται τῆς ἰδιοκτησίας των ἄνευ
978ἀποζημιώσεως, δηλαδὴ παρὰ τὸ Σύνταγμα, πολῖται Ἕλλη-
979νες. Ὅταν εἷς νόμος λέγῃ, ὅτι ἐπὶ νέας ἐντὸς πόλεων καὶ
980κωμῶν ὁδοῦ τὸ καταλαμβανόμενον ὑπ’ αὐτῆς ἔδαφος ἀπο-
981ζημιοῦσιν οἱ παρόδιοι, τότε ἡ ὁδὸς αὕτη δὲν γίνεται δημο-
982τικὴ, δὲν γίνεται ἰδιοκτησία τοῦ δήμου, ἀφοῦ τὸ ἔδαφος, ἐπὶ
983τοῦ ὁποίου διέρχεται ἡ ὁδὸς, εἶναι ἔδαφος ἰδιωτικὸν, ἀλλὰ
984γίνεται ἰδιωτικὴ, δηλαδὴ ἐκείνων, εἰς οὓς ἀνήκει τὸ ἔδαφος
985τῆς ὁδοῦ, ἑπομένως δύνανται οἱ παρόδιοι, ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας
986τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἡ ὁδὸς, νὰ ἐμποδίσουν, ἂν θέλωσι, πᾶσαν
987κυκλοφορίαν. Δημοτικὴ λοιπὸν ὁδὸς δὲν ὑφίσταται. Ἐὰν θέλετε
988νὰ γείνῃ ἡ ὁδὸς δημοτικὴ, πρέπει ν’ ἀποζημιώσητε τοὺς κυ-
989ρίους τοῦ ἐδάφους, καὶ οὕτω νὰ γείνῃ ὁ δῆμος κύριος αὐτοῦ.
990Ἄπορον ἑπομένως, ποῖος συλλογισμὸς ἔπεισε τὸν εἰσαγα-
991γόντα τὸ νομοσχέδιον, ὅπως παρὰ τὴν γνώμην καὶ τοῦ Ἀρείου
992Πάγου καθιερώσῃ ἀρχὴν, ἡ ὁποία προφανῶς εἶναι ἐναντία
993καὶ τῶν κοινῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος. Τῶν κοινῶν
994μὲν νόμων, διότι κηρύττει δημοτικὴν ὁδὸν, ὁδὸν διερχομένην
995ἐπὶ ξένου ἐδάφους, ἐπὶ ἰδιωτικοῦ ἐδάφους, ἐνῷ κατὰ τὸ κοινὸν
996δίκαιον εἰς ἐκεῖνον ἀνήκει ἡ ὁδὸς, εἰς ὃν καὶ τὸ ἔδαφος. Τοῦ
997Συντάγματος δὲ, διότι οὐδεὶς γίνεται ἰδιοκτήτης τοῦ ξένου
998ἐδάφους ἄνευ ἀποζημιώσεως, οἱ δὲ δῆμοι κατὰ τὸ νομοσχέ-
999διον θὰ γίνωνται ἰδιοκτῆται αὐτοῦ, χωρὶς οὐδὲ λεπτὸν νὰ
1000καταβάλλωσι πρὸς ἀποζημίωσιν. Λοιπὸν ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγη-
1001θῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ποῖος τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι ὡδή-
1002γησεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως ὑπάρχουν
1003δῆμοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν καθιέρωσεν ὁ
1004Ἄρειος Πάγος, κινδυνεύουν νὰ ζημιωθοῦν, ἀλλ’ ἂς εὑρεθοῦν
1005ἄλλοι τρόποι νομιμώτεροι πρὸς διάσωσιν τῶν δήμων. Ἀφοῦ
1006καθιερώσαμεν ὑπὲρ τῶν δήμων τὸ δικαίωμα μόνον μέχρι τοῦ
1007πεμπτημορίου τῶν ἐσόδων των νὰ ἦναι ὑπόχρεοι εἰς τὰ χρέη
1008των, χρέη δὲ εἶναι καὶ αἱ ἀποζημιώσεις ἐκ δημοτικῶν ὁδῶν,
1009δὲν ἐννοῶ διατὶ καὶ πέραν αὐτοῦ πρέπει νὰ προχωρήσῃ ἡ
1010νομοθεσία καὶ νὰ ἀφαιρῇ χάριν τῶν δήμων ἰδιωτικὰ κτήματα,
1011χωρὶς νὰ ἀποζημιῶνται οἱ κύριοι αὐτῶν. Δὲν νομίζω διὰ
1012τοῦτο, ὅτι ὁ λόγος τῆς βοηθείας, ὁ λόγος τῆς προστασίας
1013τῶν δήμων μόνος δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παραβία-
1014σιν τόσων θεμελιωδῶν διατάξεων, οἷαι αἱ παραβιαζόμεναι διὰ
1015τοῦ νομοσχεδίου.
1016§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω
1017ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἰσχυρίζεται ὅτι τὸ νο-
1018μοσχέδιον ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα.
1019§67ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
1020§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν τοῦτο ἰσχυρίζεται, εἰς
1021αὐτὸν ἀπόκειται νὰ ἀναπτύξῃ τὴν πρότασιν τοῦ ἀπαραδέ-
1022κτου, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου δὲν ἀνέπτυξε
1023τοῦτο, ἀλλ’ εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου.
1024§69ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἐρωτηθῶσι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς,
1025ἐὰν συνέταξαν τὴν ἔκθεσίν των.
1026§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συνετάχθη ἔκθεσις.
1027§71Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶμαι γραμματεὺς τῆς ἐπὶ τῆς
1028Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς. Τετράκις ἐκλήθημεν ὑπὸ τοῦ προέ-
1029δρου αὐτῆς εἰς συνεδρίασιν, ἀλλὰ συνήλθομεν τέσσαρας μόνον,
1030δηλαδὴ ὁ κ. Γ. Φαρμακόπουλος, ὁ κ. Ἀλκ. Δεληγιάννης, ὁ
1031κ. Βαρατάσης καὶ ἐγὼ, τὴν πρώτην ἡμέραν προχθὲς ἐπίσης
1032ἐκλήθημεν, ἀλλ’ ἐμείναμεν μόνον τρεῖς, ὁ κ. Γ. Φαρμακό-
1033πουλος, ὁ κ. Ἀλκιβ. Δεληγιάννης καὶ ἐγὼ, ὥστε κατέστη
1034ἀδύνατον νὰ συνεδριάσωμεν, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ ἐρ-
1035γασία ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Ἐγὼ μάλιστα κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς
1036συνεδριάσεως παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ
1037λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν νομοσχεδίων, ἢ τοὐλάχιστον νὰ
1038σχηματισθῶσιν εἰδικαὶ ἐπιτροπαὶ, εἰς τὰς ὁποίας νὰ λάβουν
1039μέρος οἱ Βουλευταὶ, οἱ θέλοντες νὰ ἐργασθῶσι καὶ ἐξετάσωσι
1040τὰ νομοσχέδια.
1041§72ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίζῃ νὰ προβῇ
1042ἄνευ τῆς ὑποβολῆς ἐκθέσεως ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς, τότε
1043δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν. Ἤδη ἐκπληρῶ τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν
1044ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
1045Διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ δι’ ἑρμηνείας τοῦ κειμένου νόμου
1046ἀναγνωρίζεται ἡ ἀρχὴ, καθ’ ἣν ἡ ἀποζημίωσις ὅλων ἐκεί-
1047νων, οἵτινες διὰ τῆς ἀνοίξεως ἢ πλατύνσεως ἀγυιᾶς ἢ ὁδοῦ
1048δημοτικῆς ἀπώλεσαν ὅλον τὸ ἰδιόκτητον γήπεδον αὐτῶν ἢ
1049μέρος αὐτοῦ, θέλει γίγνεσθαι παρὰ τῶν παροδίων ἰδιοκτητῶν
1050κατ’ ἀναλογίαν τοῦ προσώπου, ὅπερ οὗτοι ἔχουσιν ἐπὶ τῆς
1051νέας ὁδοῦ, εἴτε οἱ παρόδιοι εἶναι ἄλλοι, εἴτε αὐτοὶ οἱ ζημιω-
1052θέντες. Εἶπον ὅτι τοιαύτη διάταξις προσκρούει καὶ εἰς τοὺς
1053κοινοὺς νόμους καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα· ἐξηγῶ δὲ καὶ πάλιν τὸν
1054λόγον. Ὅταν μία ὁδὸς ἀνοίγηται ἐπὶ ξένου ἐδάφους, αὕτη
1055λογικῶς δὲν γίνεται οὔτε δημοτική, οὔτε ἐπαρχιακὴ, οὔτε ἐθνι-
1056κή, ἐὰν ἢ ὁ δῆμος ἢ ἡ ἐπαρχία ἢ τὸ Κράτος δὲν ἐγένοντο
1057κύριοι τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διέρχεται ἡ ὁδός. Ἐπὶ
1058τῶν ὁδῶν δὲν παύει ἰσχύων ὁ θεμελιώδης κανὼν, ὁ ἰσχύων ἐν
1059τῷ Ῥωμαϊκῷ δικαίῳ, ἰσχύων δὲ καὶ εἰς ὅλας τὰς νομοθεσίας,
1060ὅτι ἐκείνου ἡ ὁδὸς, οὗτινος καὶ τὸ ἔδαφος. Δι’ αὐτὸν τὸν λό-
1061γον ἐπεκράτησεν, ὅτι, ἵνα κατασταθῇ μία ὁδὸς ἐθνικὴ ἢ δη-
1062μοτική, πρέπει ν’ ἀποζημιωθῇ πρότερον ὁ κύριος τῆς γῆς,
1063ἀφ’ ἧς διέρχεται, εἴτε παρὰ τοῦ Δημοσίου, εἴτε παρὰ τοῦ
1064δήμου. Ἑπομένως δημοτικὴ ὁδὸς δὲν γίνεται δημοτικὴ ἐπὶ
1065ξένου ἐδάφους δι’ ἁπλῆς διοικητικῆς πράξεως, ἀλλ’ ἀνάγκη
1066ὁ δῆμος νὰ γείνῃ κύριος καὶ τῆς γῆς, ἐφ’ ἧς διέρχεται. Ὅταν
1067λοιπὸν ἐρχώμεθα καὶ λέγωμεν ὅτι ἐν δημοτικῇ τινι ὁδῷ οἱ
1068παρόδιοι ἀποζημιώνουν τὸν κύριον τοῦ ἐδάφους, ἐννοεῖται ὅτι
1069οἱ παρόδιοι γίνονται ἰδιοκτῆται τοῦ ἐδάφους τῆς ὁδοῦ, ἑπο-
1070μένως καὶ τῆς ὁδοῦ, ἥτις γίνεται ἰδιωτικὴ ὁδὸς, διότι καὶ ἰδιω-
1071τικὰς ὁδοὺς ἀναγνωρίζει ὁ νόμος. Ὅταν οἱ παρόδιοι γίνωνται
1072ἰδιοκτῆται τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ ἡ ὁδὸς, ἐννοεῖται ὅτι ἡ ὁδὸς
1073δὲν δύναται νὰ γείνῃ δημοτική, ἂν μὴ οἱ παρόδιοι οὗτοι δω-
1074ρεὰν ἢ ἀντὶ ἀποζημιώσεως παραχωρήσωσι τὸ ἔδαφος αὐτῆς
1075εἰς τὸν δῆμον. Ἵνα τὴν καταστήσητε δημοτικὴν ὑποχρεωτι-
1076κῶς, δυνάμει τοῦ νόμου, πρέπει νὰ ἀναγνωρίσητε τὸ δικαίωμα
1077εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς
1078νόμους, τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ δήμου προη-
1079γουμένως ἀποζημίωσιν. Ἰδοὺ ὁ κύκλος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου στρέ-
1080φεται τὸ νομοθέτημα, κύκλος μήτε νόμιμος, μήτε συνταγμα-
1081τικὸς, καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ σῶον. Ἐπι-
1082θυμῶ λοιπὸν νὰ μάθω παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, πῶς ἐξέρχεται
1083τῶν δυσκολιῶν, εἰς τὰς ὁποίας τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου
1084ἐμβάλλει πάντα τὸν μελετῶντα αὐτό. Νομίζω ὅτι σαφῶς
1085ἐξήγησα, ὅτι διατάσσει τι ἐναντίον καὶ τῶν κοινῶν νόμων καὶ
1086τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ
1087ἀπαράδεκτον, ὡς ἔχει, καθὸ ἀντικείμενον εἰς τὸ Σύνταγμα,
1088καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπι-
1089μένῃ φρονοῦσα, ὅτι πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ ἄλλος τρόπος θερα-
1090πείας τοῦ κακοῦ.
1091§73Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ὑπὸ τῶν ὁδῶν πόλεως ἢ
1092κώμης καταλήψεως γηπέδου εἶναι λελυμένον, κατ’ ἐμὲ, διότι
1093ὑφίσταται νομολογία τις, διέπουσα τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς συ-
1094στάσεως του. Ἡ μόνη διαφορὰ, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ νομο-
1095σχέδιον, εἶναι ὅτι, μὴ καθοριζομένου τοῦ πλάτους τῆς ὁδοῦ,
1096οὐδὲ τῆς ὑπ’ αὐτῆς καταλαμβανομένης ἐκτάσεως, ὑποχρεοῦν-
1097ται οἱ παρόδιοι ἰδιοκτῆται εἰς τὴν πληρωμὴν ὁλοκλήρου τῆς
1098καταλαμβανομένης ὑπὸ τῆς ὁδοῦ ἢ λεωφόρου ἐκτάσεως. Κατὰ
1099τὸν περὶ δήμων νόμον, αἱ ὁδοὶ καὶ πλατεῖαι, μετὰ τὸν χα-
1100ρακτηρισμόν των ὡς τοιούτων, θεωροῦνται ἀναφαίρετα κτή-
1101ματα τῶν δήμων, καὶ δὲν διατίθενται, εἰμὴ διὰ πράξεων τῶν
1102Δημοτικῶν Συμβουλίων· εἶναι θεμελιώδης ἀρχὴ, ἐπὶ τῆς
1103ὁποίας βαδίζομεν ἐπὶ τόσα ἔτη. Ἡ μόνη διαφορὰ, ἡ ὁποία
1104εἰσάγεται διὰ τὰς ὁδοὺς ἐν ταῖς πόλεσιν, εἶναι ἡ ἑξῆς· ἀνοι-
1105γομένης ὁδοῦ τινος, ὑποχρεοῦνται κατὰ τὸν ἰσχύοντα μέχρι
1106τοῦδε νόμον οἱ παρόδιοι, ὅταν τὸ πλάτος τῆς ὁδοῦ δὲν
1107ὑπερβαίνῃ τὰ 10 μέτρα, τὰ μὲν 5 νὰ ἀποζημιώνουν οἱ ἐκ
1108τῆς μιᾶς πλευρᾶς παρόδιοι, τὰ δὲ ἄλλα 5 οἱ τῆς ἑτέρας
1109πλευρᾶς· ἀλλ’ ὅταν τὸ πλάτος τῆς ὁδοῦ ἦναι μεγαλεί-
1110τερον τῶν 10 μέτρων, τότε τὰ μὲν ἑκατέρωθεν τῆς πρὸς
1111τὰς οἰκοδομὰς ὁδοῦ 5 μέτρα, ἤτοι τὸ ὅλον 10 μέτρα
1112τῆς ὁδοῦ, ἀποζημιώνουν οἱ παρόδιοι, τὰ δὲ ἐνδιάμεσα ὑπο-
1113χρεοῦται ὁ δῆμος ν’ ἀποζημιώσῃ. Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ
1114διέπουσα νομολογία μέχρι τοῦδε· ἐκτὸς δὲ τούτου, ὑπῆρχε
1115καὶ ἡ διάταξις, ὅτι, ἐὰν πλατεῖά τις ἐσχηματίζετο καὶ οἰκο-
1116δομή τις ἔκειτο ἐν τῇ πλατείᾳ, ὁ ἰδιοκτήτης αὐτῆς ἦτο ὑπεύ-
1117θυνος νὰ ἀποζημιώσῃ τὰ πέριξ τῆς πλατείας 10 μέτρα, τὰ
1118δὲ ἄλλα ἀπεζημίου ὁ δῆμος, ἑπομένως ἡ μόνη μεταβολὴ, τὴν
1119ὁποίαν παρεισάγει ἡ διάταξις αὕτη, εἶναι ὅτι, ἐὰν τὸ πλά-
1120τος τῆς ὁδοῦ ἦναι καὶ πέραν τῶν 10 μέτρων, ὑπόλογοι εἶ-
1121ναι οἱ παρόδιοι. Ἐὰν π. χ. θελήσῃ σήμερον ὁ δῆμος Ἀθηναίων
1122νὰ κατασκευάσῃ λεωφόρον τινὰ, ἡ ὁποία εἶναι βεβαίως δη-
1123μοτικὴ ὁδὸς, διότι ἀποτελεῖ μέρος τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως,
112430 μέτρων, καὶ καταλαμβάνει ἔκτασίν τινα καθ’ ὅλον τὸ
1125πλάτος της, ἧς ἰδιοκτήτης εἶμαι ἐγὼ ὁ πτωχὸς, μοὶ ἀφαι-
1126ρεῖται οὕτω ὁλόκληρον τὸ κτῆμα, ἐγὼ δὲ θέλω ἀποταθῆ
1127πρὸς τοὺς παροδίους· λέγω δὲ 30 μέτρων, διότι ἠνεῴχθησαν
1128τοιαῦται ὁδοὶ εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ σᾶς ἀναφέρω μίαν περιφε-
1129ρικὴν, ἡ ὁποία διέρχεται καθέτως τῆς Ἱερᾶς ὁδοῦ, παρὰ τὸν
1130Βοτανικὸν κῆπον, παρὰ τὴν ὁποίαν διέρχονται αἱ γραμμαὶ
1131τῶν δύο σιδηροδρόμων, Πελοποννήσου καὶ Λαρίσης, καὶ
1132αὕτη ἔχει πλάτος 30, νομίζω, μέτρων. Ἐγὼ λοιπὸν π. χ.
1133εἶμαι ἰδιοκτήτης ὅλης τῆς ἐκτάσεως τῆς καταλαμβανομένης
1134ὑπὸ τῆς ὁδοῦ ταύτης εἰς μῆκος 60 μέτρων, δηλ. περὶ τὰς 3
1135χιλιάδας πήχεων, καὶ διὰ τοῦ εἰσαγομένου νόμου παραπέμπομαι
1136ν’ ἀποζημιωθῶ καθ’ ὁλοκληρίαν παρὰ τῶν παροδίων· καὶ πό-
1137σοι εἶναι αὐτοί; Δύνανται νὰ ἦναι 5 ἐκ τῆς μιᾶς πλευρᾶς
1138καὶ 6 ἢ 8 ἐκ τῆς ἑτέρας· δυνατὸν δὲ ἡ τῆς μιᾶς πλευρᾶς
1139ἔκτασις γῆς νὰ μὴ εὑρίσκηται εἰς χεῖρας ἰδιοκτήτου· τότε πῶς
1140θ’ ἀποζημιωθῶ ἐγώ; Θὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ἴσως ὁ κ. Ὑπουρ-
1141γός· ἐὰν ὑφίστατο ἡ προτέρα διάταξις, τί θὰ ἐγίνετο; Θὰ
1142μὲ ἀπεζημίουν διὰ τὰ 5 μέτρα τῆς μιᾶς πλευρᾶς καὶ τὰ 5
1143τῆς ἑτέρας οἱ παρόδιοι, θὰ μοὶ ἔμενον δὲ τὰ ἄλλα 20 μέτρα,
1144διὰ τὰ ὁποῖα εἶχον δικαίωμα ἀποζημιώσεως ἀπὸ τὸν δῆμον·
1145σήμερον ὅμως δέν μοι μένει τίποτε, καὶ ἂν ἔχῃ ἐγγραφῆ
1146ὑποθήκη ἐπὶ τοῦ χώρου τούτου, τὸν ὁποῖον καταλαμβάνει ἡ
1147λεωφόρος, τί θὰ γείνῃ ὁ δανειστὴς, ὁ ὁποῖος ἐνέγραψε τὴν
1148ὑποθήκην; Νὰ ἐκπλειστηριάσῃ τὸ γήπεδον, δὲν δύναται· Θὰ
1149ἀπευθυνθῇ πρὸς ποῖον; Πρὸς τοὺς παροδίους; Νὰ γεννήσῃ ὁ δα-
1150νειστὴς δίκας πρὸς δέκα φέρ’ εἰπεῖν ἀνθρώπους; Φρονῶ ὅτι τὸ
1151ζήτημα χρήζει σκέψεως καὶ σκέψεως μεγάλης· διότι, ἂν σήμερον
1152τὰ δικαστήρια—καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς
1153Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως—δὲν δύνανται ν’ ἀνταποκριθῶσι
1154εἰς τὰς διαφόρους δίκας, φαντασθῆτε τί θὰ γείνῃ μετὰ τὴν
1155ψήφισιν τοιαύτης διατάξεως! Θὰ προσφέρωμεν εἰς τὰ δικα-
1156στήρια τῶν Ἀθηνῶν μυριάδας ἴσως δικῶν, καὶ εἰς τοὺς δικη-
1157γόρους, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς εὐγνωμονοῦν, ἐργασίαν οὐκ ὀλίγην.
1158Φρονῶ λοιπὸν ὅτι διὰ τοὺς λόγους τούτους δεῖται ἐμβρι-
1159θοῦς σκέψεως τὸ ζήτημα. Ἐν Ἀμερικῇ ὑπάρχει διάταξις
1160λίαν σοβαρὰ καὶ λίαν καλή. Δι’ αὐτῆς σᾶς ἐπιτρέπεται
1161νὰ χαράξητε οἱουδήποτε πλάτους θέλετε δρόμον, ἀλλὰ δὲν
1162δύνασθε ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης ν’ ἀνεγείρητε οἰκίαν μὴ ἔχου-
1163σαν ὕψος μεγαλείτερον τῶν ⅘ τοῦ ὁλικοῦ τῆς ὁδοῦ πλά-
1164τους. Ὥστε ἂν ἔχητε ὁδὸν 10 μέτρων, δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε
1165οἰκίαν ὕψους κάτω τῶν 8 μέτρων.
1166Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσω-
1167τερικῶν νὰ μελετήσῃ σπουδαίως τὸ ζήτημα, διότι θὰ ἐπέλ-
1168θωσι περιπλοκαὶ πολλαὶ, καὶ ἀδικήματα μεγάλα εἰς τοὺς
1169ἰδιοκτήτας.
1170§74ΓΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὁ προλαλήσας δὲν θεωρεῖ ἐν
1171γένει ἀπαράδεκτον τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ εὑρίσκει μίαν ἀνω-
1172μαλίαν, ὡς ἐκ τῶν πολὺ πλατειῶν ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι κατα-
1173σκευάζονται ἐδῶ, ἐντὸς τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Νομίζω, ὅτι
1174δὲν ἔχει δίκαιον εἰς ὅσα εἶπε, διότι τὸ διάταγμα τοῦ 1836
1175ἐπεξέτεινεν ὁ νόμος τοῦ Ἀπριλίου, κατὰ τὸ ἄρθρον 22, εἰς
1176ὅλας τὰς ὁδούς. Ἀλλ’ ἐνῷ κυροῖ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 22
1177δι’ ὅλας τὰς ὁδοὺς, κυροῖ καὶ τὸ ἄρθρον 24 καὶ ἐπὶ τῶν
1178διαφόρων λεωφόρων, αἱ ὁποῖαι ἐσχηματίσθησαν ἐντὸς τῶν
1179Ἀθηνῶν, τὰ δικαστήρια δὲ θεωροῦσι ταύτας ὡς πλατείας
1180καὶ οὐχὶ ὡς ὁδοὺς, καὶ ἑπομένως ἐπὶ τούτων ὑποχρεοῦται
1181καὶ ὁ δῆμος. Ἐὰν τώρα ὑπάρχῃ ὑποθήκη ἐπὶ τοῦ παρα-
1182χωρουμένου ἐδάφους, ἐννοεῖται ὅτι ὁ δανειστὴς θὰ ὑπεισέλθῃ
1183εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ ὀφειλέτου. Ἑπομένως τὸ πρᾶγμα
1184εἶναι πολὺ ἁπλοῦν.
1185§75ΒΟΤΣΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, θὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ ἑρμηνεία
1186ἡ αὐθεντικὴ, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου προκαλούμεθα
1187νὰ δώσωμεν εἰς τὸν νόμον, ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ
1188ἑπομένως εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ ἑρμηνεία αὕτη. Κατὰ τὸ
11891836, Κύριοι, πρὶν ἢ εἰσαχθῇ τὸ Σύνταγμα, ὑπῆρχε νόμος,
1190κατὰ τὸν ὁποῖον, ὅταν ἐκ ῥυμοτομίας ὁδοῦ ἀφαιρεθῇ γήπε-
1191δον, τὸ γήπεδον αὐτὸ ἀποζημιοῦται ἀπὸ τοὺς παροδίους.
1192Κατόπιν, κατὰ τὸ 1867, ἐπῆλθεν ὁ νόμος περὶ ὁδοποιΐας,
1193τὰ δὲ δικαστήρια ἡρμήνευον τὰς διατάξεις αὐτοῦ ὡς ἐπιτρε-
1194πούσας τὴν ἐξηκολούθησιν τῆς ἰσχύος τῆς διατάξεως τοῦ
1195νόμου τοῦ 1836, ὅτι δηλαδὴ, ὅταν δημοτικὴ ὁδὸς ἐντὸς πό-
1196λεων ἢ κωμῶν καταλάβῃ γήπεδον, τὸ γήπεδον τοῦτο ἀπο-
1197ζημιοῦται ὑπὸ τῶν παροδίων. Τελευταῖον ὅμως ὁ Ἄρειος
1198Πάγος καὶ ἡ ὁλομέλεια αὐτοῦ εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς
1199κατήργησε τὸν προηγούμενον, καὶ ἑπομένως ὑπεύθυνοι εἶναι
1200οἱ δῆμοι. Ἡμεῖς ἤδη θέλομεν δι’ αὐθεντικῆς τοῦ νόμου
1201ἑρμηνείας νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ παρόδιοι. Ἡ
1202ἑρμηνεία αὕτη εἶναι προφανῶς ἀντισυνταγματικὴ, δηλαδὴ
1203καθιστᾷ τὸν ἑρμηνευόμενον νόμον ἀντίθετον πρὸς τὴν διάτα-
1204ξιν τοῦ Συντάγματος καθ’ ἣν οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτη-
1205σίας του ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, διότι ἐναντίον
1206τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ θεμελιώδης νόμος, θὰ
1207εἴπωμεν εἰς τοὺς στερουμένους τῆς ἰδιοκτησίας των διὰ τῆς
1208ῥυμοτομίας: «σοῦ ἀφαιρῶ τὴν ἰδιοκτησίαν σου, χωρὶς νὰ σὲ
1209ἀποζημιώσω, ἀλλὰ σὲ παραπέμπω εἰς τοὺς γείτονας». Πλὴν
1210ἐὰν οἱ γείτονες ἦναι ἀφερέγγυοι, βεβαίως δὲν θὰ λάβωσι τίποτε,
1211καὶ οὕτως ἄνευ ἀποζημιώσεως θὰ στερηθῶσι τῆς ἰδιοκτησίας.
1212Περιπλέον διὰ τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας θὰ ἀφαιρῆται ἡ ἰδιο-
1213κτησία τοῦ πολίτου χωρὶς προηγουμένως ν’ ἀποζημιωθῇ,
1214συμφώνως μὲ τὸ Σύνταγμα, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὠφελεῖται
1215διὰ τῆς ἀνοίξεως τῆς ὁδοῦ, χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν ἡ ὠφέλεια
1216ἦναι πραγματικὴ ἢ ἰδανικὴ, ὡς συμβαίνει, ὅταν τὸ πλεῖστον
1217τοῦ κτήματός τινος καταλαμβάνηται ὑπὸ τῆς ὁδοῦ καὶ δὲν
1218τῷ μένῃ ἢ μικρὰ λωρὶς ἑκατέρωθεν τῆς ὁδοῦ καὶ δὲν δύναται
1219ν’ ἀποζημιωθῇ διὰ τὴν καταληφθεῖσαν ὑπὸ τῆς ὁδοῦ ἰδιο-
1220κτησίαν του παρ’ οὐδενὸς, ἀφοῦ ὁ ἴδιος θὰ ἦναι παρόδιος,
1221οὐδὲ αὐξάνει ἡ ἀξία τῆς ὑπολοίπου ἰδιοκτησίας του, ἀλλὰ
1222καὶ ἐλαττοῦται, διότι ἀποτελεῖται πλέον ἀπὸ μικρὰ τεμάχια.
1223Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία εἰσάγεται διὰ
1224τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, εἶναι ἀντισυνταγματικὴ, καὶ
1225ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
1226§76ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν καὶ μόνην μικρὰν
1227παρατήρησιν θὰ κάμω. Ἐρχόμενος εἰς ἐπικουρίαν τῶν λε-
1228χθέντων μέχρι τοῦδε παρὰ τῶν κυρίων συναδέλφων, οὐδόλως
1229διστάζω νὰ συμμερισθῶ τὴν γνώμην, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι
1230ἀπαράδεκτον, λόγῳ ἀντισυνταγματικότητος. Παραβιάζομεν
1231τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν «οὐδεὶς στερεῖται τῆς
1232ἰδιοκτησίας του, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην κλπ., πάντοτε
1233δὲ μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν». Κατὰ τὸ νομοσχέδιον,
1234καταλαμβάνονται κτήματα ἀνήκοντα εἰς πολίτας Ἕλλη-
1235νας, οἱ ὁποῖοι ἐστερήθησαν οὕτω τῆς ἰδιοκτησίας των, παρα-
1236πέμπονται δὲ παρὰ τοῦ καταλαβόντος δήμου οἱ ἰδιοκτῆται
1237μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς περιουσίας των εἰς τοὺς παροδίους.
1238Κατὰ τίνα τρόπον πληροῦται τότε ἡ ἀξίωσις τοῦ Συντάγμα-
1239τος, ὅπως προηγῆται ἡ ἀποζημίωσις; Ἀλλ’ ἔστω καὶ τοῦτο.
1240Ἐπιτυγχάνεται ὅμως τελεσφόρως ἡ ἀποζημίωσις, ὡς ἐννοεῖ
1241τὸ Σύνταγμα; Ὑποθέσατε ὅτι κατελήφθη ἓν οἰκόπεδον
1242πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὥστε καθ’ ἣν ἐποχὴν παρέχεται διὰ τοῦ
1243νομοσχεδίου τὸ δικαίωμα πρὸς ἀγωγήν, κατὰ τῶν παρο-
1244δίων δὲν δύναται νὰ κινηθῇ αὕτη, διότι παρῆλθεν ἔκτοτε
1245πολὺς χρόνος, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἠγέρθη ἀγωγὴ κατὰ τοῦ δή-
1246μου, δὲν δύναται δὲ νὰ στραφῇ πλέον ὁ ζημιωθεὶς κατὰ τῶν
1247παροδίων, διότι τὸ δικαίωμα πρὸς ἀγωγὴν παρεγράφη. Οὕτω
1248δὲ παρέχομεν εἰς τοὺς ζημιωθέντας ἓν δικαίωμα ἐντελῶς
1249ἕωλον. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς παρα-
1250βιάζεται τὸ Σύνταγμα, καὶ οὔτε μετὰ τὴν κατάληψιν θὰ
1251ἦναι δυνατὸν ἐνίοτε νὰ ληφθῇ ἡ ἀποζημίωσις.
1252§77ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἶναι ἄπορον, πῶς ἄνθρωποι νομικοί,
1253οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι καὶ πάντα τὰ συμβαίνοντα ἐν Ἑλλάδι,
1254θέλουσι νὰ παραστήσωσιν ἀντισυνταγματικὸν τὸ προκείμενον
1255νομοσχέδιον, καὶ λέγουσιν ὅτι παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα,
1256διότι δὲν προηγεῖται ἡ ἀποζημίωσις. Δὲν μοὶ λέγουσιν οἱ Κύ-
1257ριοι, ποία ὁδὸς δημοτικὴ ἢ ἐπαρχιακὴ ἐχαράχθη, καὶ ἐφηρ-
1258μόσθη ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ὡς ὁρίζεται; Τὸ Σύν-
1259ταγμα ἐννοεῖται ὅτι δὲν παραβιάζεται, ἐν ὅσῳ ὁ ἰδιοκτήτης,
1260τοῦ ὁποίου κατελήφθη ἡ ἰδιοκτησία, ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ
1261ἀποζημιωθῇ. Τὸ ἄτοπον δὲ αὐτὸ συμβαίνει ἐν Ἑλλάδι, διότι
1262δὲν ὑπάρχει νόμος, κανονίζων τὸν τρόπον τοῦ καθορισμοῦ τῆς
1263ἀποζημιώσεως, ἕνεκα ἐλλείψεως δὲ τοῦ νόμου, οὐδέποτε προη-
1264γήθη ἀποζημίωσις. Τώρα νομίζουσιν, ὅτι, ἐὰν πρόκειται νὰ
1265ἀποζημιώνωνται οἱ ἰδιοκτῆται, πρέπει ν’ ἀποζημιώνωνται
1266ἀπὸ τοὺς δήμους. Δὲν μοὶ λέγετε, οἱ δῆμοι εἶναι τόσον πλού-
1267σιοι, ὥστε νὰ δύνανται ν’ ἀποζημιώνωσιν ὅλους; Ἐὰν ἐπι-
1268βάλητε εἰς τοὺς δήμους τὴν ἀποζημίωσιν αὐτὴν, τότε θὰ
1269παραβιάσητε τὸ Σύνταγμα, διότι οἱ δικαιοῦχοι δὲν θὰ λά-
1270βωσι τίποτε...
1271Ἔρχομαι εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἔλε-
1272γεν, ὅτι, ὅταν ἔχῃ τις ἓν οἰκόπεδον, καὶ ὁ δῆμος ἀνοίγων ὁδὸν
1273καταλαμβάνῃ τὸ μέσον αὐτοῦ καὶ ἀφήνῃ μίαν λωρίδα ἐν-
1274τεῦθεν καὶ μίαν ἐκεῖθεν, μεγάλως ζημιοῦται. Τοῦτο δὲν εἶναι
1275ἀκριβές· διότι, ἐὰν μὲν ἀπομείνῃ ἄρτιον οἰκόπεδον ἐντεῦθεν
1276καὶ ἐκεῖθεν, θὰ ὠφεληθῇ, καὶ θὰ ὠφεληθῇ τεραστίως ἐκ τῆς
1277ῥυμοτομίας τῆς ὁδοῦ, ἐὰν δὲ δὲν ἦναι ἄρτιον, τότε θὰ ὑπο-
1278χρεωθῇ νὰ τὸ παραλάβῃ ὁ γείτων, πληρόνων αὐτὸ εἰς ἀνω-
1279τέραν τιμὴν, χάριν τῆς ῥυμοτομίας. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον εἶ-
1280πεν ὁ τελευταῖος τῶν ἀγορευσάντων, ὅτι ἐπίκειται παρα-
1281γραφὴ, δὲν εἶναι βάσιμον, διότι ἡ ἑρμηνεία αὕτη περὶ ὑπο-
1282χρεώσεων τῶν δήμων ἀνεφάνη μόλις πρὸ τριῶν ἐτῶν, ἐνῷ ἡ
1283ἄλλη ἰσχύει ἀπὸ 50 ἐτῶν.
1284§78Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Κατ’ οὐσίαν εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου,
1285ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου, νομίζω ὅτι
1286δὲν ἔχουσι δίκαιον οἱ ἐνιστάμενοι. Πρόκειται περὶ ἑρμηνείας νό-
1287μου, τοῦ νόμου τοῦ 1836 καὶ τῶν δύο νόμων τοῦ 1867.
1288Τώρα, ἐὰν κατὰ τὸν νόμον δεχθῶμεν ὅτι ἡ ἑρμηνεία ἡ αὐθεν-
1289τική, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον θέλει ν’ ἀποδώσῃ, εἶναι ὅτι
1290ἰσχύει ὁ νόμος τοῦ 1836 καὶ ὅτι ἑπομένως ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ
1291παρόδιοι, δὲν βλέπω κατὰ τί προσκρούει εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ
1292διάταξις αὕτη, ἀφοῦ ἔχωμεν τὴν θεμελιώδη διάταξιν τοῦ
1293Συντάγματος, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία δὲν δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ ἄνευ
1294προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει τὰ μέσα,
1295διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ προστατεύσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν
1296του· δύναται νὰ προσέλθῃ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ μὴ ἐπι-
1297τρέψῃ τὴν ἀφαίρεσιν, πρὶν ἀποζημιωθῇ, καθὼς καὶ τὸ Δη-
1298μόσιον, πρὶν ἀφαιρέσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἔχει τὸ καθῆκον νὰ
1299προκαλέσῃ τὴν καταμέτρησιν τοῦ κτήματος, νὰ καταθέσῃ τὸ
1300τίμημα εἰς τὸ ταμεῖον, τὴν ἔκδοσιν ἀποφάσεως ὑπὲρ τοῦ ἰδιο-
1301κτήτου, καὶ τότε νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν κατάληψιν λόγῳ δη-
1302μοσίας ἀνάγκης. Ἐὰν ταῦτα δὲν γείνωσιν, ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει
1303τὸ δικαίωμα νὰ σταματήσῃ πᾶσαν ἐργασίαν. Δὲν δύναται
1304οὔτε εἰς τὴν πρώτην περίστασιν, καθ’ ἣν κατασκευάζεται
1305ὁδὸς, οὔτε εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἀφαιρεθῇ
1306ἡ ἰδιοκτησία, πρὶν ἀποζημιώσωσιν οἱ παρόδιοι. Ὁ νόμος λέ-
1307γει, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὠφελοῦνται ἐκ τῆς ῥυμοτομίας τῆς
1308ὁδοῦ, θὰ πληρώσωσι. Καὶ δὴ πρῶτον, ἂν ἦναι ἐθνικὴ ἡ
1309ὁδὸς, ποῖος ὠφελεῖται ἐκ τῆς κατασκευῆς ταύτης; ὠφελεῖται
1310τὸ ἔθνος, ἑπομένως αἱ ἐθνικαὶ ὁδοὶ βαρύνουσι τὸ ἔθνος.
1311Ἔρχεται δεύτερον ἡ κατηγορία τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν. Εἴ-
1312χομεν τὸ ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἦτο ὑπεύθυνον διὰ τὴν κατα-
1313σκευὴν τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας. Ἔρχονται αἱ δημοτικαὶ
1314ὁδοὶ, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ ἐκ τῶν ὁποίων
1315κυρίως ὠφελοῦνται οἱ παρόδιοι· διότι τί ὠφελεῖται ὁ κατοικῶν
1316εἰς τὴν Πλάκαν π. χ. διὰ μίαν ὁδὸν, ἥτις ἀνοίγει εἰς τοῦ
1317Ψυῤῥῆ; Δι’ αὐτὸ λοιπὸν δὲν εἶναι ὀρθὸν, δὲν εἶναι δίκαιον,
1318δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν νόμον καὶ μὲ τὸ Σύνταγμα, νὰ ὑπο-
1319χρεῶνται καὶ ἐπιβαρύνωνται διὰ μιᾶς ὁδοῦ οἱ πολῖται ὁλο-
1320κλήρου δήμου, τὸ ταμεῖον τοῦ δήμου, ἐνῷ ὀλίγιστοι, ὀλίγα
1321πρόσωπα ὠφελοῦνται ἐξ αὐτῆς.
1322§79Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ζήτημα ἐγὼ ἔθεσα ἄλλως.
1323Εἶπον ὅτι, ὁσάκις γήπεδον καταλαμβάνεται ἀπὸ ὁδὸν καὶ
1324καλοῦνται οἱ παρόδιοι, ὅπως ἀποζημιώσωσιν, οἱ οὕτως ἀπο-
1325ζημιοῦντες, ὡς πληρόνοντες τὸ ἀντίτιμον τοῦ γηπέδου, αὐτοὶ
1326γίνονται καὶ κύριοι τοῦ γηπέδου. Τοῦτο εἶναι τοῦ κοινοῦ
1327νοός. Ὑποχρεοῦτε τὸν παρόδιον ν’ ἀποζημιώσῃ, διότι φρονεῖτε
1328ὅτι ὁ παρόδιος ὠφελεῖται, καὶ αὐτὸς πρέπει νὰ πληρώσῃ.
1329Ἔστω, τὸ παραδέχομαι ὡς λογικὸν, ὡς δίκαιον, ὡς τὸ παρι-
1330στᾶτε. Ὅ,τι δὲν παραδέχομαι, εἶναι τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ οἱ παρό-
1331διοι ἀποζημιοῦσι καὶ αὐτοὶ ἔπρεπε νὰ γίνωνται κύριοι τοῦ
1332ἐδάφους, σεῖς θέλετε ὁ δῆμος νὰ γίνεται κύριος τοῦ γηπέδου!
1333§80Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
1334§81Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον πρέπει
1335ν’ ἀποφανθῇ, ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ δημοτικὴ ὁδός.
1336§82ΠΕΡΡΟΣ. Προκειμένου νὰ γείνωσιν ἐντὸς τῶν πόλεων
1337πλατεῖαι ὁδοὶ, βεβαίως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἶναι ἁρμο-
1338διώτερον νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰς τὴν δεῖνα θέσιν, εἰς τὸ δεῖνα τμῆμα
1339πρέπει νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ ὁδὸς, χάριν τῆς εὐκολίας τῶν γειτόνων.
1340Βεβαίως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἶναι τὸ ἁρμοδιώτατον.
1341Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ ἰδιοκτησία δὲν ἀφαιρεῖται πρὶν ἀποζη-
1342μιωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ ἂν ὁ νόμος ὁρίζῃ ὅτι εἶναι ὑπόχρεοι
1343πρὸς πληρωμὴν οἱ παρόδιοι. Τώρα περὶ τοῦ ἂν τὸ νομοσχέδιον
1344ὀρθῶς προκαλῇ ἑρμηνείαν, περὶ τούτου εἶμαι ἐναντίος, καὶ ὅταν
1345ἔλθῃ ἡ ὥρα, θὰ συζητήσωμεν.
1346§83ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ματαιοπονοῦμεν
1347ἐνταῦθα, συζητοῦντες ὅπως συζητοῦμεν, καὶ ἀξιοῦντες ὅτι θὰ
1348φθάσωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα. Ἀρκεῖ νὰ γνωρίζῃ τις τὴν ἔν-
1349νοιαν τοῦ τί ἐστὶν αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν νόμων, ἵνα ἐννοήσῃ
1350ὅτι οὐδὲν πλέον ἀκροσφαλὲς ἢ τὸ νὰ εἰσάγηται εἰς Κοινοβού-
1351λιον ἄνευ προεπεξεργασίας τοιοῦτον θέμα. Ἡ αὐθεντικὴ ἑρ-
1352μηνεία προϋποθέτει ἐπιστημονικὴν ἐξέτασιν τῶν ἰσχυόντων.
1353Πῶς δύναται ἡ Βουλὴ ἀκινδύνως ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἑρμηνεύῃ καὶ
1354ἀφ’ ἑτέρου νὰ νομοθετῇ;
1355Ἀλλὰ γίνεται λόγος περὶ ἀντισυνταγματικότητος. Ἂν
1356ὑποθέσῃ τις ὅτι πρόκειται περὶ ἑρμηνείας, δὲν πρόκειται πλέον
1357περὶ ἀντισυνταγματικότητος· διότι ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν
1358νόμων ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἐὰν προτείνετε
1359ὅτι εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος τὸ νομοσχέδιον, σᾶς προ-
1360καλῶ νὰ μοὶ λύσητε τὸ ζήτημα τοῦτο, ἢ νὰ ἀποφανθῆτε
1361εὐσυνειδήτως, προβαίνοντες εἰς τὴν οὐσίαν. Οἱ ἐξοχώτεροι νο-
1362μοδιδάσκαλοι ἂν ἀπετέλουν μίαν Βουλὴν, δὲν ἠδύναντο νὰ
1363προβῶσι μέχρι τῆς ἀξιώσεως ὅτι ἠδύναντο ν’ ἀποφασίσουν
1364χωρὶς νὰ μελετήσωσι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται διὰ τοῦ
1365νομοσχεδίου.
1366Συμπεραίνων λέγω, ὅτι πᾶν ἄλλο νομοσχέδιον δύναται νὰ
1367συζητηθῇ ἄνευ προεξεργασίας ἐν ἐπιτροπῇ, ἐκτὸς αὐτοῦ· διότι
1368περὶ τίνος πρόκειται; ἀναθέτει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν
1369νὰ εἰσέρχηται εἰς τὰ δικαιώματα τῆς δικαστικῆς. Τὸ ζή-
1370τημα εἶναι: ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ τὸ Διοικητικὸν Σῶμα
1371εἰς ἀποφάσεις ἄνευ προεξελέγξεως καὶ ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ
1372τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἰργάσθη καὶ δὲν ὑπάρχει ἕτερον μέτρον
1373πρακτικόν; Ὑπάρχει τὸ μέτρον τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς· ἀλλὰ
1374γνωρίζετε ὅτι εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς δὲν
1375προεδρεύει καὶ τόση μέριμνα περὶ τῆς καταλληλότητος τῶν
1376προσώπων. Βλέπετε πολλάκις μίαν κατ’ ἐπιφάνειαν μέριμναν
1377πρὸς θεραπείαν αὐτοῦ, καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν αὐτὴν ἕκαστος
1378δύναται νὰ γνωρίζῃ τὴν ἀκαταλληλότητα· π. χ. δύναται νὰ
1379παρασταθῇ εἷς, ὅτι ἔχει κἄτι τι σχετιζόμενον μὲ τὰ ἐκκλησια-
1380στικὰ, ἐν τούτοις πολλοὶ ἄλλοι νὰ ἦναι καταλληλότεροι νὰ
1381κρίνωσιν. Εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν μελῶν παρατηροῦμεν μόνον ἐπι-
1382φάνειάν τινα· π. χ. θέτομέν τινα ἔχοντα στρατιωτικὸν παρά-
1383στημα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Στρατιωτικῶν! Καὶ ἐπειδὴ
1384ταῦτα συμβαίνουσιν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, πρέπει τὸ νομοσχέδιον
1385νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν.
1386§84ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὅσον εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν προαγο-
1387ρεύσαντα ἀξιότιμον συνάδελφον ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν
1388τοῦ νόμου, δὲν θὰ συναινέσῃ ποτὲ εἰς τὸ τελευταῖον συμπέ-
1389ρασμα αὐτοῦ. Ὁ νόμος εἶναι ἑρμηνευτικὸς, εἰς τοὺς νόμους
1390δὲ τούτους πρέπει νὰ ἤμεθα φειδωλοί. Ἡ ἑρμηνεία τῶν νόμων
1391ἀνήκει εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ἀλλοίμονον, ἂν κατὰ πᾶσαν
1392στιγμὴν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία παρεισδύουσα δίδῃ τὴν αὐθεν-
1393τικὴν ἑρμηνείαν εἰς τοὺς νόμους, ἀποκλείουσα τὴν ἁρμο-
1394διότητα τῶν δικαστηρίων καὶ καθιστῶσα ἑαυτὴν δικαστήν!
1395Οἱ ἑρμηνευτικοὶ νόμοι εἶναι τόσον σπουδαῖοι, ὥστε καταν-
1396τοῦν εἰς δημεύσεις, διότι παρὰ τὸν κανόνα, καθ’ ὃν οἱ νόμοι
1397δὲν ἔχουσιν ἀναδρομικὴν δύναμιν, ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία ἀνα-
1398τρέχει μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου. Καὶ ἂν ἐγὼ ὁ πολίτης
1399ῥυθμίσω τὰς σχέσεις μου κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, διὰ τοῦ
1400ἑρμηνευτικοῦ νόμου αὗται ἀναιροῦνται, καὶ ἀναδρομικῶς δίδετε
1401ἰσχὺν εἰς τὰ ψηφισθέντα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ πρώτου
1402νόμου.
1403Βλέπετε ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ, ἂν ἦναι ἢ δὲν
1404ἦναι ὀρθὸν ν’ ἀποζημιωθῶσιν οἱ παρόδιοι ἰδιοκτῆται, ἀλλὰ
1405ἂν ἔχῃ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ὁ νόμος τοῦ 1867, διότι δὲν προ-
1406νοεῖ περὶ τῶν ἰδιοκτητῶν ὡς πρὸς τοῦτο, ἀφήνει εἰς ἰσχὺν
1407τὸν νόμον τοῦ 1836. Εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν αἰτιολογικὴν δὲν
1408εἶδον ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐξ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεων
1409τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀποδεικνύουσιν ἐντελῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
1410παρεδέχθη ἡ νομοθεσία, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 προνοεῖ καὶ
1411περὶ τῶν δημοτικῶν ὁδῶν. Πῶς θέλετε διὰ τοῦ νόμου τούτου
1412νὰ ἀνατρέψητε ὅ,τι ἡ νομολογία εἶπε;
1413§85ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1414Ἐσωτερικῶν). Ἡ διαρκὴς νομολογία τῶν δικαστηρίων καὶ
1415τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐκτὸς μιᾶς ἀποφάσεως τοῦ 1891 ἀδι-
1416στάκτως ἐφήρμοσε τὸ διάταγμα τοῦ 1836, ὡς πρὸς τὸ ζή-
1417τημα τοῦτο. Κατὰ τὴν νομολογίαν λοιπὸν ταύτην, ὁ νόμος
1418ΣΞΓʹ ἐν ἄρθρῳ 34 δὲν ἐννοεῖ τὰς ὁδοὺς, τὰς συνδεούσας πρὸς
1419ἀλλήλους τοὺς δήμους, ἢ τὰς συνδεούσας τοὺς δήμους πρὸς
1420τὴν πρωτεύουσαν αὐτῶν, ἀλλὰ μόνον τὰς ἐντὸς τῶν πόλεων·
1421ἐπειδὴ δὲ αὗται ὑπηρετοῦσι μόνον ἀτομικὰ συμφέροντα, ἐνῷ
1422αἱ ἐκτὸς μᾶλλον γενικὰ, ἐνόησε ν’ ἀποφασίσῃ ὡς ἀπεφάσισε.
1423Καὶ τοῦτο μοὶ φαίνεται λίαν ὀρθόν· διότι δὲν εἶναι δίκαιον,
1424ἐνῷ οἱ παρόδιοι ὠφελοῦνται ἐκ τῆς ῥυμοτομίας, νὰ ὀφείλω-
1425σιν οἱ δῆμοι ἀποζημίωσιν. Ἀλλὰ προσέτι πολλοὶ φρονοῦσιν,
1426ὅτι τὸ ἄρθρον 34 τοῦ ΣΞΓʹ νόμου κατέταξε τὰς ἐντὸς τῶν
1427πόλεων ὁδοὺς μεταξὺ τῶν δημοτικῶν, ἐννοοῦν μόνον τὴν κατά-
1428ταξιν καὶ οὐχὶ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν παροδίων. Μόνον ἡ
1429ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου τοῦ 1891 ἀνέτρεψε τὴν νομο-
1430λογίαν ταύτην.
1431§86ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀμφισβητεῖται αὐτό. Ἄν νομίζητε ὅτι
1432εἶναι μία μόνη ἀπόφασις, πλανᾶσθε. Βλέπετε ὅτι ἡ βάσις
1433σας εἶναι πεπλανημένη καὶ ἔχετε δίκαιον, διότι δὲν εἶσθε
1434ἐντριβὴς περὶ τὴν νομολογίαν τῶν δικαστηρίων.
1435Μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ 1891 ἀπαρεγκλίτως ὁ Ἄρειος
1436Πάγος καὶ εἰς δευτέραν καὶ τρίτην ἀπόφασιν ἐξακολουθεῖ νὰ
1437δίδῃ τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν δίδει σήμερον καὶ τὴν
1438ὁποίαν ἀναιρεῖτε. Δὲν εἶναι μία ἀπόφασις, εἶναι ἐπανειλημ-
1439μέναι, καὶ ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας. Ἄλλως, ἄν νομίζητε ὅτι
1440εἶναι μία ἀπόφασις, διατὶ ἔρχεσθε νὰ λύσητε ἑρμηνευτικῶς τὸ
1441ζήτημα καὶ θέσητε τὸ κῦρός σας ἐπὶ τῶν δικαστηρίων; Τοῦτο
1442μαρτυρεῖ, ὅτι δὲν ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὰ δικαστήρια· τοῦτο
1443μαρτυρεῖ, ὅτι φρονεῖτε τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον καθιε-
1444ρώθη ὁριστικῶς διὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν δικαστηρίων.
1445Εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι δὲν ἔχει χώραν τὸ ἀπαράδεκτον,
1446τὸ ὁποῖον προτείνεται, τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ. Ἔχει λάθος.
1447Ἡμεῖς δὲν λέγομεν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 εἶναι ἀντισυνταγ-
1448ματικός, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἑρμηνεία εἶναι ἀντισυνταγματική. Ὁ νό-
1449μος τοῦ 1867 δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικός, διότι δὲν ὑπο-
1450χρεοῖ τοὺς παροδίους· σήμερον ὅμως διὰ τῆς ἑρμηνείας γίνεται
1451ἀντισυνταγματικός. Τὰ δικαστήρια ἐσκέφθησαν ὅτι δὲν εἶναι
1452δυνατὸν νὰ ἀφαιρῆται ἡ ἰδιοκτησία ἄνευ ἀποζημιώσεως· τὸ
1453ἐναντίον δὲ σεῖς θέλετε νὰ καθιερώσητε. Καὶ τὸ ἀπαράδε-
1454κτον, τὸ ὁποῖον προτείνομεν κατὰ τοῦ νόμου, εἶναι λογικώ-
1455τατον καὶ ὀρθότατον, διότι προτείνεται κατὰ τῆς ἑρμηνείας,
1456ἣν δίδετε εἰς τὸν νόμον. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
1457κῶν θεωρεῖ λελυμένον τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ ὠφέλεια ἐκ τῆς πλα-
1458τύνσεως τῆς ὁδοῦ ἀνήκει εἰς τοὺς παροδίους· ἀλλὰ πάλιν πρέ-
1459πει νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα, ἄν ὁλόκληρος ἡ ὠφέλεια
1460ἀνάγεται εἰς τοὺς παροδίους. Ἐὰν ἔχω γήπεδον, καὶ τοῦτο
1461διατέμνεται δι’ ὁδοῦ, διαχωρίζεται μία ἀγυιὰ καὶ καταστρέ-
1462φεται τὸ γήπεδόν μου, νομίζετε ὅτι ὠφελήθην ἐκ τῆς διατά-
1463ξεως τῆς ὁδοῦ; Καὶ τί μὲ λέγετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας;
1464«δὲν θὰ λάβῃς τίποτε!»
1465Καὶ ἤκουσα συναδέλφων νὰ λέγωσιν, ὅτι πρέπει νὰ κατα-
1466τεθῇ τὸ τίμημα· ὑπὸ τίνος; ἐγὼ εἶμαι ὁ κύριος ἑκατέρω-
1467θεν. Ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ὠφελεῖται, εἶναι ὁ δῆμος, ἡ δὲ ἰδιο-
1468κτησία μεταβιβάζεται εἰς αὐτόν. Ἄν δὲ παύσῃ νὰ ἦναι ὁδὸς
1469τὸ γήπεδόν μου, ἀναλαμβάνω τὴν κυριότητα ἐγὼ ὁ παραδώ-
1470σας; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν τὸ νομο-
1471σχέδιον φέρει, καὶ ὑπὸ τὰς δύο ἐπόψεις δὲν εἶναι ὀρθὴ, καὶ
1472κατὰ συνέπειαν δημεύει τὴν περιουσίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
1473συνηλλάχθησαν δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καὶ εἶναι ἑρμη-
1474νεία καθ’ ὅλου ἐναντία τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπαράδεκτος.
1475§87Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία
1476εἶναί τι ἀκροσφαλὲς καὶ ἐπικίνδυνον, εἰς τὸ ὁποῖον σπανίως
1477πρέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ καταφεύγῃ, εἶμαι ἐντελῶς
1478σύμφωνος· ἀλλ’ ὅταν — πρέπει νὰ συνομολογήσωμεν πάντες —
1479ὑπάρχωσι νόμοι, περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τῶν ὁποίων γεν-
1480νῶνται δισταγμοὶ καὶ ἀμφισβητήσεις, νόμοι περὶ τῶν ὁποίων
1481εἰς τὴν μίαν μὲν περίστασιν τὰ δικαστήρια ἐδέχθησαν ὅτι
1482ἔχουσι μίαν ἔννοιαν, εἰς τὴν ἄλλην δὲ περίστασιν ἐδέχθησαν
1483ὅτι ἔχουσιν ἑτέραν ἔννοιαν, τότε ἡ Πολιτεία δὲν ἔχει μόνον
1484δικαίωμα, ἔχει καθῆκον ἐπιτακτικὸν, νὰ παρέμβῃ καὶ νὰ
1485εἴπῃ: «ἡ ἔννοια τοῦ νόμου ἐκείνου αὕτη εἶναι.» Οἱ Κύριοι, οἱ
1486ὁποῖοι ὁμιλοῦσι περὶ τῶν τελευταίων ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου
1487Πάγου, λησμονοῦσι τὴν πληθὺν τῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι
1488ἐξεδόθησαν πρὸ τῆς τελευταίας μεταβολῆς τῆς γνώμης τοῦ
1489Ἀρείου Πάγου. Ποίαν ἐγγύησιν ἔχομεν, ὅτι μεθαύριον εἰς τὸν
1490Ἄρειον Πάγον δὲν θὰ εἰσέλθωσιν ἄλλοι Ἀρειοπαγῖται, ἢ ὅτι
1491οἱ αὐτοὶ καὶ νῦν, μελετῶντες καλλίτερον τὰ πράγματα, δὲν θὰ
1492ἐπανέλθωσιν πάλιν εἰς τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἣν ἐχάραξαν ἀπὸ εἰκο-
1493σιοκταετίας; Δύναται τὸ Κράτος νὰ ἀνεχθῇ, ὅπως περὶ τοῦ
1494αὐτοῦ νόμου δίδωνται ἑκάστοτε διάφοροι λύσεις, καὶ δὴ ἐκ
1495διαμέτρου ἀντίθετοι; Τὸ Κράτος, ἐπαναλαμβάνω, ἔχει τὸ
1496δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ λύσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ
1497νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐθέσπισεν ἡ Πο-
1498λιτεία, εἶναι τοιαύτη ἢ τοιαύτη. Περὶ τούτου πρόκειται.
1499Λοιπὸν ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία δὲν σκοπεῖ ἄλλο ἢ νὰ ἐμπνεύσῃ
1500εἰς τοὺς δικαστὰς τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Πολιτεία, θεσπίζουσα
1501τὸν νόμον περὶ ἀποζημιώσεως, καθ’ ἣν περίπτωσιν καταλαμ-
1502βάνωνται γήπεδα ἰδιωτῶν, ἐνόησεν ὅτι ἡ ἀποζημίωσις δίδε-
1503ται ὑπὸ τῶν παροδίων. Τοῦτο εἶναι δικαίωμα καὶ καθῆκον
1504νὰ τὸ πράξῃ.
1505§88ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μόνον μίαν παρατήρησιν κάμνω, ὅτι
1506δὲν ὑπάρχει διαφωνία τῆς νομολογίας σήμερον. Ἐπικαλεῖ-
1507σθε ἀποφάσεις τοῦ 1891. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι διαφωνία
1508σύγχρονος. Ὅταν ἀπὸ τοῦ 1891 μέχρι σήμερον ἔχομεν ὁμό-
1509φωνον τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ποῦ εὑρίσκει ὁ
1510συνάδελφος τὴν διαφωνίαν; Ἐὰν δεχθῶμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον
1511εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τότε θὰ ἔχωμεν ἀφῃρημένας
1512ἑρμηνείας νόμων, διότι κατὰ τὸ 1870, πρὸ τριάκοντα ἢ
1513εἴκοσιν ἐτῶν, ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις ἐναντίον τῆς κρατούσης
1514σήμερον σταθερᾶς νομολογίας.
1515§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ καλὸν νὰ μὴ παρατείνηται ἡ συ-
1516ζήτησις ἐπὶ ἑτέρων θεμάτων.
1517§90ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν εἶναι ὁμόφωνος ἡ νομολογία. Ἐσχά-
1518τως τὸ Ἐφετεῖον ἀπεφήνατο ἐναντίαν γνώμην, καὶ τὸ Βʹ τμῆμα
1519τοῦ Ἀρείου Πάγου διεφώνησε καὶ εἶπεν: «οὐχὶ οἱ δῆμοι, ἀλλὰ
1520οἱ παρόδιοί εἰσιν ὑπόχρεοι εἰς ἀποζημίωσιν.» Ἦλθον εἰς τὴν
1521ὁλομέλειαν πάλιν οἱ δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἄλλην
1522γνώμην, καὶ δι’ αὐτὸ ὑπῆρξεν ἡ ἄλλη γνώμη. Εἶναι τὸ ζή-
1523τημα κυμαῖνον. Θέλετε δὲ νὰ ἴδητε ποία ἡ ἔννοια τοῦ νόμου;
1524λάβετε τὰ πρακτικὰ τῆς Γʹ Συνόδου τῆς Αʹ Βουλευτικῆς
1525Περιόδου. Ἐκεῖ θὰ ἴδητε, τί εἶπεν ὁ μακαρίτης Κουμουν-
1526δοῦρος, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου, ἀπαντῶν πρὸς τὸν κ. Κυρια-
1527κόν, ὅστις εἶπεν, ὅτι «πέρυσιν ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον τοῦ
1528Ἀπριλίου καὶ εἴπομεν ὅτι οἱ παρόδιοι. Ἐδῶ φαίνεται ἀντί-
1529φασίς τις. Πῶς θὰ συμβιβάσωμεν αὐτὴν τὴν ἀντίφασιν, ὅταν
1530εἴπωμεν ὅτι διὰ τὰς δημοτικὰς ὁδοὺς ἐνέχεται ὁ δῆμος εἰς
1531ἀποζημίωσιν;» Ὁ Κουμουνδοῦρος, ὅταν ἀνεγνώσθησαν τὰ
1532πρακτικὰ, ἀπήντησε: «δὲν ὑπάρχει ἀντίφασις· ἐκεῖνος ὁ νό-
1533μος μένει ἀκέραιος», (ἔχει αὐτὴν τὴν φράσιν) «ἐν πλήρει
1534ἰσχύϊ. Αὐτὸς ὁ νόμος ἀφορᾷ τὰς ἐκτὸς τῶν πόλεων ὁδοὺς,
1535τὰς δημοτικὰς καὶ ἀγροτικάς». Ὥστε βλέπετε, Κύριοι, ὅτι
1536σᾶς φέρω αὐτὴν τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοῦ τότε Πρωθυ-
1537πουργοῦ. Θέλετε; Φέρετε τὰ πρακτικὰ, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι τὸ
1538ζήτημα αὐτὸ ἐγεννήθη αὐτὴν ταύτην τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν
1539συνεζητεῖτο ὁ νόμος ἐκεῖνος, καὶ δὲν ὑπῆρξε καμμία ἀμφιβο-
1540λία, ὅτι τὸ βάρος τῆς ἀποζημιώσεως δὲν ἔπιπτεν εἰς τὸν δῆ-
1541μον, ἀλλ’ εἰς τοὺς παροδίους. Τώρα θέλετε νὰ ἀντιλέγητε;
1542Ἀντιλέγετε ὅσον θέλετε.
1543§91ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Καράπαυλος, ὅτι διαφω-
1544νεῖ πρός με κατά τι, ἀλλὰ δὲν ἐνόησα εἰς τί. Ἀπ’ ἐναντίας
1545εἶδον, ὅτι μίαν ἀμφιβολίαν ἔχει εἰς τὰ ὅσα εἶπον ὁ ἀξιότιμος
1546συνάδελφος, καθ’ ὁλοκληρίαν συμφωνῶν πρὸς ἐμέ. Ἀλλὰ ἠθέ-
1547λησε νὰ ἐντείνῃ καὶ ἕν ἄλλο. Ἐπειδὴ ἐγὼ, ὅσα εἶπον, τὰ εἶπον
1548διὰ νὰ καταδείξω ὅτι πρὸ παντὸς ἐν τοιούτου εἴδους νομο-
1549σχεδίοις πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἐπεξεργασία τις, λύσις τις ὑπὸ ἐπι-
1550τροπῆς, ὁποίαν ἡ Βουλὴ θέλῃ, ἐνῷ εἶπον αὐτὰ, μοὶ προσθέ-
1551τει: «προτείνοντες τὸ ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἄλλα στοιχεῖα,
1552μήπως ὑπάρχει ὑπόνοια, ὅτι εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικὸν
1553τοῦτο; μήπως ἐλαττοῦται ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ γείνῃ ἡ προεξ-
1554έλεγξις;» Τοσούτῳ περισσότερον θὰ γείνῃ ἡ προεξέλεγξις
1555ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ὑμεῖς, ὡς νὰ ἤμεθα σύλλογος ἐπι-
1556στημονικὸς, ἠρχίσαμεν νὰ συζητῶμεν περὶ τῶν ἰδεῶν τῶν νό-
1557μων τῶν παλαιῶν, καὶ νὰ ἐπικαλώμεθα οἱ μὲν τὴν δεῖνα ἀπό-
1558φασιν, οἱ δὲ τὴν ἄλλην, δηλ. εἰσερχόμεθα εἰς μίαν συζήτη-
1559σιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἄν ἠθέλομεν νὰ περιορισθῶμεν ὡς νομικοὶ,
1560συζητοῦντες νομικὰ θέματα, ἠδυνάμεθα ἀξιόλογα ἐπὶ 15
1561ἡμέρας νὰ συζητῶμεν. Ἡ Βουλὴ ἔχει πολλοὺς νομικοὺς, οἱ
1562ὁποῖοι ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ ἑπο-
1563μένως, ἄν θελήσωμεν νὰ ἐπιδείξωμεν τὰς νομικάς μας γνώσεις,
1564τὴν ἐπιστημονικὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἕκαστος δίδει εἰς
1565τὸν περὶ ὁδοποιΐας νόμον, διατὶ νὰ μὴ θελήσωμεν ἐπὶ ὁλο-
1566κλήρους ἡμέρας νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τούτου; Ἀλλὰ πάντα
1567ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι, ἄν θέλωμεν σοβαρῶς νὰ καταλή-
1568ξωμεν εἰς ἕν συμπέρασμα, ἀνάγκη νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ,
1569ὅπως γείνῃ ἐπεξεργασία. Ἀλλὰ τοῦτο ἔχει καὶ ἄλλον τινὰ
1570λόγον νομικόν. Καὶ βλέπετε ὅτι ὑπάρχει αὐτὸ τὸ διπλοῦν
1571τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ λίαν ἀκρο-
1572σφαλὲς καὶ ἐπικίνδυνον, τὸ ὁποῖον καὶ λίαν ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος
1573συνάδελφος εἶχε καταδείξει τὸ ποῖον; ἐνῷ νομίζει τις, ὅτι
1574πρόκειται περὶ ἑρμηνείας διὰ τοῦ προκειμένου νόμου, πρέπει
1575νὰ συλλογίζηται, ὅτι τέμνει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία οὐσιαστι-
1576κῶς τὰ ζητήματα; δηλαδὴ νομοθετεῖ. Ἄν πρόκειται περὶ
1577ἑρμηνείας, καὶ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἑρμηνείας, τότε βεβαίως
1578τὸ συνταγματικὸν ἢ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ ἑρμηνεύοντος νόμου
1579σχετίζεται πρὸς τὸ συνταγματικὸν ἢ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ
1580νόμου τοῦ προηγουμένου, διότι καθ’ ἑαυτὴν ἡ ἑρμηνεία εἶναι
1581πάντοτε συνταγματική. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι αὐθεντικὴ ἑρμηνεία
1582διὰ τὸν φρονοῦντα ὅτι δὲν ἦτο τοιαύτη ἡ ἔννοια τῶν νόμων ἐκεί-
1583νων, ὅτι ἡ ἔννοια ἦτο ὁποία ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι κατὰ τὸ Σύν-
1584ταγμα, τότε βεβαίως, ἐπειδὴ εἶπον ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τέ-
1585μνει οὐσιαστικῶς τὴν ὑπόθεσιν, τότε δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὑπὸ τὴν
1586ἔποψιν ταύτην καὶ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ ἑρμηνεύοντος
1587αὐθεντικῶς νόμου. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ εἴπῃ τις περὶ τοῦ
1588συνταγματικοῦ ἢ τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ, ἄν μὴ ἀσχολῆται
1589εἰς τὴν μελέτην τῶν νόμων; Ἀλλὰ βεβαίως μαζὺ μὲ τὴν
1590νομικὴν ἔποψιν θέλει ἐξετάσει ὁ αὐθεντικῶς ἑρμηνεύων καὶ
1591συνάμα νομοθετῶν, καὶ τὴν πραγματικὴν, διότι ἡ νομοθετικὴ
1592ἐξουσία δὲν εἶναι ἐπιστημονικὸς σύλλογος. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν
1593πρέπει νὰ διορίσῃ ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἐντολὴν, νὰ
1594ἐξετάσῃ μὲν τὴν ἀληθῆ ἑρμηνείαν τῶν νόμων ἐκείνων καὶ νὰ
1595ταχθῇ πρὸς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην ἰδέαν, ἀλλὰ συγχρόνως,
1596ὡς ἐπιτροπὴ τῆς ἐξουσίας ἐκείνης, ἡ ὁποία, εἴτε τοιαύτη
1597εἶναι ἡ ἑρμηνεία εἴτε τοιαύτη, πρόκειται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα
1598αὐθεντικῶς, θέλει ἐξετάσει καὶ ὑπὸ τὴν πρακτικὴν ἔποψιν, τί
1599συμφέρει νὰ νομοθετηθῇ σήμερον, ποῖοι νὰ ἀποζημιῶσιν, ὁ δῆ-
1600μος ἢ οἱ παρόδιοι; Διὰ τοῦτο, ἄν πρόκειται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία
1601νὰ τάμῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ τὸ τάμῃ ὑπὸ τὴν διπλῆν ταύ-
1602την ἔποψιν, καὶ ἑπομένως θὰ διορίσῃ πρόσωπα, ἵνα ἀποτελέ-
1603σωσιν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσι τὴν ἱκανότητα
1604τὴν νομικὴν, συγχρόνως δὲ ὡς νομοθέται θὰ ἐπηρεασθῶσι καὶ
1605ἐκ τῆς ἰδέας τί πρέπει τέλος πάντων νὰ νομοθετηθῇ· ὄχι πλέον
1606ἁπλῶς ποία ἡ ἑρμηνεία, ἀλλὰ καὶ τί πρέπει νὰ νομοθετηθῇ.
1607§92ΣΤΑΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Εὐρυτα-
1608νίας εἶναι ἡ ἀπωτάτη, καὶ ἑπομένως δέον νὰ ἀποφανθῶμεν
1609περὶ τῆς ἀπωτάτης.
1610§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ
1611περὶ τούτου, πρὶν ἢ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου, διότι
1612ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νομο-
1613σχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει πρότασις ἀπαραδέκτου.
1614§94ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως διετύπωσα τὴν πρότασιν, αὐτο-
1615δικαίως εἶναι ἡ ἀπωτέρα, διότι ἐγὼ εἶπον, ὅτι, διὰ νὰ κριθῇ
1616τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἢ μὴ, πρέπει νὰ ἐρωτηθῶσιν οἱ ἁρ-
1617μόδιοι.
1618§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω
1619ὅμως, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτοῦ δὲν
1620εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ προταθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ κληθῇ
1621ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτῆς, οὐχὶ διότι προέβημεν εἰς
1622τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καί τινες μὲν ἐπρό-
1623τειναν τὸ ἀπαράδεκτον αὐτοῦ, τινὲς δὲ εἰσῆλθον εἰς τὴν οὐ-
1624σίαν καὶ ἐπελάβοντο τῆς ἐρεύνης αὐτοῦ, καὶ ἀπεφήναντο
1625γνώμην, ἀλλὰ διότι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευ-
1626τὴς προέβαλεν, αὕτη ὑπεβλήθη ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ πρὸ
1627τῆς παρελθούσης Δευτέρας ἀνετέθη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
1628Βουλῆς τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσηται δυοῖν θάτερον, εἴτε νὰ
1629συστήσῃ εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, εἴτε, ἂν ἐγκρίνῃ, νὰ καλέσῃ τὴν
1630ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἐπιλάβηται τοῦ νομοσχε-
1631δίου. Ἐγένοντο ἐπανειλημμέναι ἀπόπειραι, ἵνα συνέλθῃ ἡ
1632ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴ,—διότι ὁ κ. Πρόεδρος, ποι-
1633ούμενος χρῆσιν τοῦ δικαιώματός του, προετίμησε τὸ δεύτε-
1634ρον, δηλαδὴ νὰ συγκαλέσῃ τὴν ἐπιτροπὴν,—ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ
1635δὲν συνῆλθεν. Ἑπομένως εὑρέθημεν σήμερον, χθὲς, εἰς τὸ αὐτὸ
1636σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἤμεθα κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον,
1637χθὲς δὲ ἐγὼ προέτεινα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐξέθηκα τὴν κατά-
1638στασιν ταύτην, ἡ δὲ Βουλὴ ἐνέκρινε νὰ συστηθῇ μὲν ἐπὶ δύο
1639νομοσχεδίων εἰδικὴ ἐπιτροπή, ἐπὶ τοῦ περὶ ἑταιριῶν καὶ ἐπὶ
1640τοῦ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, τὰ δὲ ἄλλα νὰ ἀναγραφῶ-
1641σιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
1642Ἀλλ’ ἐγὼ ἀμφιβάλλω καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης. Ἴσως ἤθε-
1643λον εἶμαι δεδικαιολογημένος, ἂν ἤμην μέλος τῆς Βουλῆς
1644ἁπλῶς, καὶ δὲν ἤμην ἐν τῇ Κυβερνήσει. Ἴσως πολλοὶ τῶν
1645κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐτράπησαν ἐπὶ τὴν μελέτην
1646τῶν νόμων, ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀκούσωσι τὴν γνώμην εἰδικῶν ἀν-
1647θρώπων· ἀλλ’ ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, ὁ ὁποῖος καὶ
1648ἐτράπη ἐπὶ τὴν μελέτην τῶν νόμων, καὶ δεινὸς τυγχάνει
1649γνώστης αὐτῶν, νομίζω, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ εἴπῃ τὴν ἰδίαν
1650γνώμην, καὶ ἐκαλεῖτο πρῶτος αὐτὸς νὰ δώσῃ τὰ φῶτα, διότι
1651δέκα καὶ ἕξ ἤδη ἡμέρας ἔχει τὸ νομοσχέδιον ἀνὰ χεῖρας, εἶναι
1652δὲ πρόσφατα τὰ φῶτα ὅλα, τὰ ὁποῖα προσεκόμισεν ἐκ μα-
1653κρῶν μελετῶν, καὶ δύναται νὰ μεταδώσῃ αὐτὰ καὶ τὰ προσ-
1654θέσῃ. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐκτὸς τῆς οὐσίας, καὶ διὰ τοῦτο θέ-
1655λει μοὶ ἐπιτρέψει ἡ Βουλὴ νὰ προβῶ εἰς τὴν ἔρευναν τῶν λό-
1656γων, τοὺς ὁποίους προέτειναν οἱ δύο ἄλλοι Βουλευταί. Καὶ
1657ἐν πρώτοις προτάσσω τὸ θέμα τοῦ ἀπαραδέκτου.
1658Θέματα ἀπαραδέκτου καλοῦνται τὰ ζητήματα ἐκεῖνα,
1659τὰ ὁποῖα ἀντιβαίνουσιν εἰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγμα-
1660τος, καὶ ὅταν ὁ εὔγλωττος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου προ-
1661έτεινε τὸ ἀπαράδεκτον, ἐνέστην, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν, ἵνα
1662ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν αὐτὸν νὰ προτείνῃ τὸ
1663ἀπαράδεκτον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶπε δύο λό-
1664γους· πρῶτον, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι κατὰ
1665τὸ Σύνταγμα οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, δεύτερον,
1666διότι — καὶ τοῦτο ἴσως δὲν ἀνήκει εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ ἀπαρα-
1667δέκτου — οἱ δῆμοι πρέπει νὰ ὑποχρεωθῶσιν εἰς πληρωμὴν,
1668διότι τὸ ἔδαφος τῶν ὁδῶν εἶναι ἰδιοκτησία τῶν δήμων. Εἰς
1669τὸν δεύτερον τοῦτον ἰσχυρισμὸν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, μὴ
1670ὑποκείμενον εἰς τὴν ἔρευναν τῶν λόγων τοῦ ἀπαραδέκτου,
1671διότι ὁ εἰρημένος ἰσχυρισμὸς δὲν ἀποτελεῖ οὔτε λόγον ὑπὲρ
1672τοῦ ἀπαραδέκτου, οὔτε λόγον κατὰ τοῦ ἀπαραδέκτου, παρα-
1673καλῶ αὐτὸν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ προβάλω ἄλλο τι, εἰμὴ
1674μόνον, ὅτι αἱ ὁδοὶ εἶναι ἐκτὸς τοῦ ἐμπορίου, καὶ ὅτι οὐδεὶς
1675εἶναι ἰδιοκτήτης τοῦ ἐδάφους τῶν ὁδῶν. Ἐπὶ τοῦ πρώτου
1676λόγου ὅμως, τοῦ ἀπαραδέκτου, ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν
1677εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ καταλήψεως ἰδιοκτη-
1678σιῶν νῦν, ἵνα κρίνωμεν πῶς πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς
1679προηγουμένης ἀποζημιώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν· πρόκειται περὶ
1680ἰδιοκτησιῶν καταληφθεισῶν πρὸ 30 καὶ 40 καὶ 50 καὶ 20
1681καὶ 15 ἐτῶν. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς καταλήψεως ποῖοι ἔπρεπε νὰ
1682ἐφαρμοσθῶσι νόμοι, ἵνα μὴ παραβαθῇ ἡ διάταξις τοῦ Συν-
1683τάγματος, ἢ ἵνα ἐκτελεσθῶσιν αἱ ῥῆτραι αὐτοῦ; Ὑπῆρχε
1684διάταγμα, ἔχον ἰσχὺν νόμου, τὸ τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον ἐκανό-
1685νιζε τὰ τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὰς καταλαμβανομένας ἐν τῇ
1686πόλει Ἀθηνῶν γαίας, δηλαδὴ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν τῆς πόλεως,
1687διέτασσε δὲ ν’ ἀποζημιῶνται οἱ ἰδιοκτῆται ἐκ τῶν παροδίων.
1688Ἤκουσα διαμαρτυρίαν, ὅτι τὸ εἰρημένον διάταγμα ἀπὸ τῆς
16893 Σεπτεμβρίου 1843 εἶναι πλέον ἄχρηστον, διότι ἡ ὑπο-
1690χρέωσις τοῦ ἀποζημιοῦσθαι τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ὁδῶν πρὸ
1691τῆς καταλήψεως τῶν γαιῶν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, ἡ ὑποχρέωσις
1692αὕτη ἀνεγράφη ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1843· ἀλλ’ οἱ κύ-
1693ριοι συνάδελφοι, νομίζω, ἐσφάλλοντο, διότι τὸ διάταγμα τοῦ
16941836 ἀνεγράφη καὶ καθιερώθη καὶ διὰ νόμου ἐκδοθέντος
1695κατὰ τὸ 1867, διότι ὁ νόμος τοῦ 1867 ΣΚΓʹ τὰς διατά-
1696ξεις τούτου τοῦ διατάγματος κηρύσσει ἐφαρμοστέας ἐπὶ ὡρι-
1697σμένων κατηγοριῶν καταλήψεως γηπέδων. Λοιπὸν τὸ διά-
1698ταγμα τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον ἔχει ἰσχὺν νόμου, δὲν ἐκηρύχθη
1699ἀντισυνταγματικὸν ὑπὸ οὐδενὸς νόμου· ἐξ ἐναντίας ἐκυρώθη
1700ὑπὸ νόμου ἐκδοθέντος κατόπιν, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς ἀπεδέχθη τὸ
1701Συνταγματικὸν πολίτευμα. Ἑπομένως ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι τὸ
1702διάταγμα τοῦ 1836 εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, δὲν εἶναι
1703ἰσχυρός.
1704Ἀλλ’ ἡ νομοθεσία ἡ περὶ ὁδοποιΐας δὲν γνωρίζω ἂν ἦναι
1705πλήρης ἢ ἀτελὴς, γνωρίζω ὅμως, ὅτι τρεῖς ὑπάρχουσι νόμοι,
1706κανονίζοντες τὰ κατ’ αὐτήν. Ὁ νόμος τοῦ 1836, ὁ ὁποῖος
1707κανονίζει τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθη-
1708νῶν· τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1836 (καὶ λέγω «νόμου»,
1709ἂν καὶ ἦτο Β. Διάταγμα, διότι τότε ὁ Βασιλεὺς ἐνήσκει
1710τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν) τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1836
1711ἐκύρωσεν ὁ νόμος τοῦ 1867, καὶ ἐπεξέτεινε τὴν ἰσχὺν τῶν
1712διατάξεων τούτων καὶ εἰς τὰς ἄλλας πόλεις. Λοιπὸν ἔχομεν
1713τὸ σύστημα τὸ κατασταθὲν διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ
17141836, καὶ τὸ σύστημα τὸ κατασταθὲν διὰ τοῦ νόμου τοῦ
17151867. Ὁ νόμος τοῦ 1867, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπὸ στοιχεῖα ΣΞΓʹ,
1716κανονίζει ἐν γένει τὰ τῆς ὁδοποιΐας. Συνιστᾶται δι’ αὐτοῦ
1717ταμεῖον ὁδοποιΐας, ἐπεβλήθησαν εἰδικοὶ φόροι διὰ τὴν ὁδο-
1718ποιΐαν, καὶ ἐκανονίσθη ὁ τρόπος καὶ αἱ κατηγορίαι τῶν δια-
1719φόρων ὁδῶν. Αἱ ὁδοὶ, αἱ ὁποῖαι συνδέουσι τὰ διάφορα χωρία
1720τοῦ δήμου πρὸς ἄλληλα, ὠνομάσθησαν δημοτικαὶ, αἱ ὁδοὶ
1721αἱ ὁποῖαι συνδέουσι τοὺς δήμους πρὸς ἀλλήλους, λέγονται
1722ἐπαρχιακαὶ, αἱ ὁδοὶ αἱ ὁποῖαι συνδέουσι τὰς ἐπαρχίας πρὸς
1723ἀλλήλας, ἢ πρὸς λιμένα, λέγονται ἐθνικαί. Ὁ νόμος ἐκανόνισε
1724τὰ τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν ἐκτὸς τῶν πόλεων, ἀλλὰ διὰ
1725τοῦτο, διότι ἐκανόνισε τὰ τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν τῶν
1726ἐκτὸς τῶν πόλεων, κατεστάθη ἀναγκαῖον μετὰ τὸν νόμον τοῦ-
1727τον νὰ ἐκδοθῇ ὁ ἄλλος νόμος, ὁ ὁποῖος ἐκήρυξεν ἐν ἰσχύϊ τὰς
1728διατάξεις τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1836 διὰ τὰς ὁδοὺς τὰς
1729ἐκτὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν. Λοιπὸν ἔχομεν νομοθεσίαν κα-
1730νονίζουσαν τὰ τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι συνδέουσι
1731τὰ χωρία πρὸς ἄλληλα, ἢ τοὺς δήμους πρὸς ἀλλήλους, ἢ
1732τὰς ἐπαρχίας πρὸς ἀλλήλας, καὶ νομοθεσίαν κανονίζουσαν
1733τὰ τοῦ σχεδίου τῶν πόλεων καὶ κωμῶν, διότι ἡ ἐκτέλεσις
1734τῶν σχεδίων τῶν πόλεων καὶ κωμῶν εἶναι ἡ ὁδοποιΐα ἡ ἐντὸς
1735τῶν πόλεων καὶ κωμῶν, καὶ μάλιστα ὁ νόμος οὗτος τοιαύ-
1736την φέρει ἐπιγραφὴν, «περὶ ἐκτελέσεως τῶν σχεδίων τῶν πό-
1737λεων καὶ κωμῶν». Εἴτε τὸν ἕνα νόμον ἠθέλομεν ἐφαρμόσει,
1738—νομίζω δ’ ὅτι ἐνεδείχθη εἰς ἡμᾶς ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόζη-
1739ται ἐπὶ τῶν ὁδῶν τῶν ἐντὸς τῶν κωμῶν ὁ νόμος ὁ κηρύξας
1740ἐν ἰσχύϊ τὸ διάταγμα τοῦ 1836,—εἴτε τὸ δεύτερον σύστημα
1741ἐφαρμόσωμεν, ἤτοι τὸν νόμον περὶ ὁδοποιΐας, περὶ κατασκευῆς
1742ὁδῶν ἐθνικῶν, ἐπαρχιακῶν καὶ ἐθνικῶν, ἐσμὲν ἐκτὸς τοῦ Συν-
1743τάγματος, διότι αἱ γαῖαι τῶν ἰδιοκτητῶν κατελήφθησαν ἤδη
1744πρὸ χρόνων, οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀπεζημιώθησαν, ἐναντίον τοῦ
1745Συντάγματος, ζητοῦσι δὲ νῦν ἀποζημίωσιν. Εἶναι λοιπὸν
1746ἀντισυνταγματικὸν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν; Ἢ
1747ἀντισυνταγματικά εἰσι τὰ γενόμενα μέχρι τοῦδε κατὰ παρά-
1748βασιν τοῦ Συντάγματος; Ἂν δὲ τὰ γενόμενα ἐγένοντο κατὰ
1749παράβασιν τοῦ Συντάγματος, δὲν εὐθύνεται βεβαίως τὸ νο-
1750μοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν.
1751Λοιπὸν δὲν πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ κηρύξωμεν
1752ἡμεῖς, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ καταλαμβάνωνται γαῖαι ἰδιοκτη-
1753τῶν ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, διὰ νὰ μᾶς ἐγκαλέ-
1754σωσιν ἐπὶ παραβάσει τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο ἐγένετο ἤδη,
1755ἐγένετο δὲ ἰσχύοντος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843, καὶ ἐγέ-
1756νετο ἰσχύοντος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Πρόκειται νῦν
1757νὰ ἐξεύρωμεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἤθελε κατασταθῆ δυνατὸν
1758νὰ ἀποζημιωθῶσιν οὗτοι, τῶν ὁποίων τὰς ἰδιοκτησίας κατέ-
1759λαβον αἱ ὁδοί. Περὶ τούτου πρόκειται. Λοιπὸν ἀπορῶ, ποῦ
1760στηρίζεται ἡ αἰτιολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου,
1761ὁ ὁποῖος κατήγγειλε τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀντισυνταγματικόν.
1762Ἠδύνατο νὰ προτείνῃ ἄλλο τι, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τού-
1763του δὲν θέλει κατορθωθῆ νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ χρήματα τὰ πλη-
1764ρωτέα εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, τῶν ὁποίων αἱ γαῖαι κατελήφθη-
1765σαν ἕνεκα τῆς ὁδοποιΐας, καὶ τότε ἠθέλομεν συζητήσει, καὶ
1766ἂν ἀπεδεικνύετο, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου
1767δὲν ἔτεινον πρὸς τοῦτο, νὰ ἐξεύρωμεν ἄλλας διατάξεις, ἢ νὰ
1768συμπληρώσωμεν αὐτὰς, ἂν ἦναι ἐλλιπεῖς, ἢ δι’ ἄλλων διατά-
1769ξεων ν’ ἀντικαταστήσωμεν αὐτάς. Ἀλλ’ ὅτι τὸ νομοσχέδιον
1770εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, δὲν ἐνόησα πῶς ἐπείσθη περὶ τού-
1771του ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτὴς καὶ προέβαλε τοιαύτην
1772ἀντίῤῥησιν, κηρύσσω μάλιστα, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐκτὸς τοῦ Συν-
1773τάγματος δι’ ὅλας τὰς καταληφθείσας γαίας, εἴτε ἐντὸς τῶν
1774πόλεων καὶ κωμῶν, εἴτε ἐκτὸς, λόγῳ ὁδοποιΐας. Εὐτυχῶς ἡ
1775ἐκτέλεσις τοῦ νόμου τοῦ 1867, διὰ τὰς γαίας τὰς καταλη-
1776φθείσας δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας πρὸς κατασκευὴν
1777ὁδῶν, κατέστησε δυνατὴν τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ ὑποχρέου πρὸς
1778πληρωμὴν, καὶ ὁσάκις ὑπόχρεον ἦτο τὸ ταμεῖον τῆς ἐπαρ-
1779χιακῆς ὁδοποιΐας, ἐπλήρονε τὰς ἐπιβαρυνούσας αὐτὸ ἀπο-
1780ζημιώσεις. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἰσχυρίζετο,
1781ὡς εἶπον, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσά-
1782γομεν, δὲν θέλουσι καταστήσει πιθανὴν τὴν ἀποζημίωσιν τῶν
1783ἰδιοκτητῶν, ἂς προβάλῃ εἴτε τροπολογίαν τοῦ νομοσχεδίου,
1784εἴτε ἄλλην γνώμην· νομίζω ὅμως, ὅτι δυσκόλως θέλει ἐξεύ-
1785ρει τρόπον ἄλλον δικαιότερον καὶ εὐνομώτερον. Λέγω δυσκό-
1786λως δύναται νὰ εὕρῃ τρόπον ἄλλον, διότι, ἂν αἱ ἐθνικαὶ, αἱ
1787ἐπαρχιακαὶ ἢ αἱ δημοτικαὶ ὁδοὶ, αἱ συνδέουσαι χωρία δή-
1788μου πρὸς ἄλληλα, ἢ δήμους πρὸς ἀλλήλους, ἢ ἐπαρχίας πρὸς
1789ἀλλήλας, ἂν αὐταὶ αἱ ὁδοὶ διέρχωνται διὰ πόλεων καὶ κω-
1790μῶν, θεωρεῖται ὡς συνέχεια τῆς ὁδοῦ τὸ ἔδαφος τὸ ἐντὸς τῶν
1791πόλεων καὶ κωμῶν, τὸ ὁποῖον κατελήφθη, ἵνα συνεχισθῇ ἡ
1792ἐξακολούθησις τῆς ὁδοῦ, ἂν δὲ δὲν ὑπάρχῃ ἐγκεκριμένον σχέδιον
1793τῶν πόλεων καὶ κωμῶν τούτων, πληρόνει τὴν ἀποζημίωσιν
1794διὰ τὸ καταληφθὲν ἔδαφος τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ἢ τῆς
1795ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας. Ἂν ὅμως ὑπάρχῃ σχέδιον ἐγκεκριμέ-
1796νον τῶν πόλεων καὶ κωμῶν, δι’ ὧν διέρχονται αἱ ὁδοὶ, κανο-
1797νίζον τὰς ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν ὁδοὺς καὶ πλατείας,
1798τότε τὸ τμῆμα τοῦ ἐδάφους, τὸ καταλαμβανόμενον ὑπὸ τῶν
1799ὁδῶν τῶν ἐθνικῶν, ἐπαρχιακῶν ἢ δημοτικῶν, θεωρεῖται ὡς
1800ἔδαφος τῆς ὁδοῦ τῆς πόλεως ἢ κώμης. Ὅθεν ἐκεῖ, ἔνθα ὑπάρ-
1801χει σχέδιον ἐν κώμαις καὶ πόλεσι, τὸ ἔδαφος τὸ καταληφθὲν
1802ὑπὸ ἐθνικῶν, ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν ὑπάγεται εἰς
1803τὴν κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγονται τὰ ἐδάφη τὰ κατα-
1804ληφθέντα πρὸς κατασκευὴν τῶν ἄλλων ὁδῶν ἐν κώμαις καὶ
1805πόλεσιν.
1806Ἀλλ’ ὁσάκις γίνεται λόγος περὶ θέματος ἀντισυνταγμα-
1807τικότητος, ἐνθυμοῦμαι πάντοτε γνώμην ἀνθρώπου λίαν γνώ-
1808στου τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων καὶ τῶν κοινοβουλευτι-
1809κῶν καὶ συνταγματικῶν παραδόσεων, τὴν γνώμην διασήμου
1810πολιτικοῦ καὶ νομικοῦ συγχρόνως, ὅστις διαρκῶς κατὰ τὴν
1811βασιλείαν τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου προήδρευε τῆς Βουλῆς
1812τῶν Γάλλων. Ὁ διάσημος οὗτος ἀνὴρ συνίστα νὰ ἀποφεύγω-
1813σιν, ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερον, τὴν πρότασιν τοῦ ἀπα-
1814ραδέκτου τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ
1815τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου νὰ μὴ ἐπιμένῃ, ὅπως ψηφισθῇ
1816ἡ πρότασις περὶ ἀπαραδέκτου τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ νὰ ἐπι-
1817ληφθῇ τῆς ἐρεύνης τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου, βεβαιῶ δὲ
1818αὐτὸν, ὅτι θέλομεν ἀκολουθήσει αὐτὸν καὶ θέλομεν φωτισθῆ
1819ἀπὸ πᾶσαν γνώμην, ἣν ἤθελε προτείνει καὶ ἥτις ἤθελε πείθει
1820ἡμᾶς, ὅτι δι’ αὐτῆς θέλει κατασταθῆ βεβαία ἡ ἀκεραία ἀπο-
1821ζημίωσις τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν γηπέδων, τὰ ὁποῖα κατελή-
1822φθησαν μέχρι τοῦδε δι’ ὁδοὺς καὶ πλατείας.
1823§96ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐάν τις ἐξ ἡμῶν εἶχεν ἀμφιβολίαν,
1824ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ὑπάρχει τι τὸ
1825ἀντισυνταγματικὸν, νομίζω ὅτι ἡ ἀμφιβολία αὕτη ἤρθη
1826μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ
1827ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡμολόγη-
1828σεν, ὅτι κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος κατελήφθησαν
1829ἰδιοκτησίαι ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Διὰ τοῦ νό-
1830μου, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν, ἐρχόμεθα νὰ κυρώσωμεν ἀκριβῶς
1831αὐτὴν τὴν ἀντισυνταγματικὴν πρᾶξιν, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ
1832Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξακολουθεῖ φρονῶν, ὅτι δὲν ὑπάρχει
1833τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἄν ἐπρόκειτο
1834διὰ τοῦ νόμου νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἐν τῷ μέλ-
1835λοντι πᾶς ἰδιοκτήτης γηπέδου καταλαμβανομένου ὑπὸ δημο-
1836τικῆς ὁδοῦ δὲν δύναται ν’ ἀποζημιωθῇ, εἰμὴ παρὰ τῶν
1837παροδίων, βεβαίως δὲν δύναται νὰ προβληθῇ τὸ ἀντισυνταγ-
1838ματικὸν, ἔδει μόνον νὰ ἀναγραφῇ ἡ διαδικασία ἡ προσήκουσα,
1839ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ προηγουμένη ἀποζημίωσις τοῦ ἰδιο-
1840κτήτου. Προκειμένου ὅμως περὶ νόμου ἑρμηνευτικοῦ, ὁ ὁποῖος
1841πρόκειται νὰ κανονίσῃ σχέσεις μεταξὺ τῶν δήμων καὶ τῶν
1842ἰδιωτῶν ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, νομίζω ὅτι εἶναι
1843καθαρῶς νόμος δημευτικὸς κεκτημένων δικαιωμάτων, καὶ ὡς
1844τοιοῦτος ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὑπό τινος τῶν συνα-
1845δέλφων, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν, προεβλήθη ἓν παράπονον,
1846ὅτι πολλάκις συμβαίνει ὥστε γήπεδόν τι διὰ τινος ῥυμοτο-
1847μίας νὰ ἀφαιρεθῇ κατὰ τὸ πλεῖστον, καὶ νὰ ἀπομείνῃ παρό-
1848διος ὁ ἴδιος ἰδιοκτήτης, καὶ νὰ ὑποχρεωθῇ αὐτὸς ν’ ἀποζη-
1849μιώσῃ ἑαυτόν· ὑπὸ ἑτέρου συναδέλφου παρετηρήθη, ὅτι τοῦτο
1850δὲν εἶναι ἄδικον, διότι τὰ δύο τεμάχια τοῦ γηπέδου, τὰ
1851ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς ὁδοῦ, θέλουσιν ἀποκτήσει μείζονα ἀξίαν,
1852ἀλλ’ ὁ συνάδελφος οὗτος ἐλησμόνησεν, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ ἀνα-
1853γράφεται διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ τιμὴ, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ
1854θέλει ἀποζημιωθῆ, εἶναι ἡ τιμὴ ἡ κρατοῦσα καθ’ ὃν χρόνον
1855κατελήφθη τὸ γήπεδον, ἑπομένως, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἰδιοκτή-
1856της τις ἔχει γήπεδον 2,000 πήχεων διὰ τῆς διελεύσεως δὲ
1857τῆς ὁδοῦ τοῦ ἀπομένουν 200 πήχεις, εἰς δύο τεμάχια, ἔνθεν
1858καὶ ἔνθεν τῆς ὁδοῦ, τὰ τεμάχια ταῦτα, ἂν δὲν ἦναι οἰκοδο-
1859μήσιμα, θέλουν προστεθῆ εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν παροδίων,
1860ὁ δὲ πρώην ἰδιοκτήτης θέλει λάβει τὴν ἀξίαν ἐπὶ τῇ τιμῇ,
1861καθ’ ἣν ἐπωλήθησαν γειτονικὰ οἰκόπεδα πρὸ τῆς ῥυμοτο-
1862μίας.
1863Ἀλλὰ καὶ ἕτερον παράδειγμα δύναμαι νὰ προβάλλω, ὅπερ
1864νομίζω, ὅτι εἶναι προσιδιάζον πρὸς τὰς ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι
1865εἶναι ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἐχαράχθη παρα-
1866λιακή τις ὁδὸς, ἥτις ἀφαιρεῖ ὁλόκληρον γήπεδον· ζητεῖται
1867ἐνταῦθα, τίνες εἶναι οἱ παρόδιοι. Ὁ παρὰ τὴν παραλίαν ἔχων
1868τὸ γήπεδόν του ὑποχρεοῦται ν’ ἀποζημιώσῃ κατὰ τὸ ἥμισυ,
1869τὸ ἕτερον ἥμισυ θ’ ἀποζημιώσῃ ἡ θάλασσα, καὶ κατ’ αὐτῆς
1870πρέπει νὰ ἐγερθῇ ἡ περὶ ἀποζημιώσεως ἀγωγὴ πρὸς ἀπο-
1871ζημίωσιν τοῦ στερηθέντος τὸ γήπεδόν του ἰδιοκτήτου. Εἶναι
1872γνωστὸν εἰς πάντας, ὅσοι παρηκολούθησαν τὰ τοῦ θέματος
1873τούτου, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1891 καὶ ἐντεῦθεν ὑπάρχει σταθερὰ
1874νομολογία τῶν δικαστηρίων, καθ’ ἣν οἱ δῆμοι ὑποχρεοῦνται
1875εἰς ἀποζημίωσιν τῶν γηπέδων, τὰ ὁποῖα καταλαμβάνουσιν
1876αἱ δημοτικοὶ ὁδοί. Ὑπάρχει ἐπίσης ἐν τῷ περὶ δήμων νόμῳ
1877διάταξις, καθ’ ἣν αἱ ὁδοὶ καὶ αἱ ἀγυιαὶ καὶ αἱ πλατεῖαι εἶναι
1878δημοτικὴ ἰδιοκτησία. Εἶναι μάλιστα γνωστὸν, ὅτι πολλάκις
1879μετὰ τὴν κατάληψιν τῶν ὁδῶν καὶ πλατειῶν ἐγένετο ὑπὸ τοῦ
1880δήμου ἀλλοία χρῆσις τῶν καταληφθέντων γηπέδων, καὶ τὰ
1881δικαστήρια, ἐνώπιον τῶν ὁποίων προσέφυγον ἐκεῖνοι, ἀπὸ τοὺς
1882ὁποίους ἀφῃρέθη ἡ ἰδιοκτησία, παρεδέχθησαν, ὅτι οὐδὲν πλέον
1883εἶχον οὗτοι δικαίωμα ἐπὶ τῶν γηπέδων αὐτῶν, ὡς ἀποζη-
1884μιωθέντες ἤδη παρὰ τῶν δήμων. Οἱ δῆμοι μάλιστα συν-
1885έπεσε καὶ ἕτερον τι νὰ πράξωσι, πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀναμ-
1886φισβητήτου ἰδιοκτησίας των ἐπὶ τῶν ὁδῶν· συνέπεσεν, ὥστε
1887τεμάχιά τινα τῶν γηπέδων, τὰ ὁποῖα κατελήφθησαν διὰ
1888τῆς ῥυμοτομίας, νὰ θεωρηθῶσιν ὡς δημοτικὴ ἰδιοκτησία,
1889καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς διὰ τῆς ῥυμοτομίας καθιε-
1890ρωθείσης ὁδοῦ νὰ πωληθῶσι τὰ τεμάχια ταῦτα, καὶ τὸ
1891τίμημα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημοτικὸν ταμεῖον. Δὲν ὑπάρχει
1892λοιπὸν ζήτημα, τοὐλάχιστον διὰ τὸ παρελθὸν, ὅτι εἶναι
1893ὑπόχρεοι οἱ δῆμοι πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν, τῶν
1894ὁποίων ἀφαιρεῖται ἡ ἰδιοκτησία πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ,
1895ἀφοῦ οἱ δῆμοι γίνονται κύριοι τοῦ ἀφαιρουμένου διὰ τῆς ὁδοῦ
1896γηπέδου. Ὡς πρὸς τὸ μέλλον, θέλουν συζητηθῆ τὰ ἄτοπα
1897τῆς ἐναντίας ἀρχῆς, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ καθιερωθῇ, διότι τότε
1898θέλει χορηγηθῆ ἀπεριόριστος εὐκολία εἰς τοὺς δήμους νὰ
1899χαράττωσιν ὁδοὺς ὅπου θέλουσι, διότι γινώσκουσιν ἐκ τῶν
1900προτέρων, ὅτι ἄλλοι θ’ ἀποζημιωθῶσιν, ἐνῷ τοὐλάχιστον μὲ
1901τὴν σημερινὴν νομολογίαν θέλουσιν ἀναλογίζεσθαι τὰ Δημο-
1902τικὰ Συμβούλια τὰς συνεπείας τὰς ἕνεκα τῆς ῥυμοτομίας,
1903ὑπὲρ ἧς γνωμοδοτοῦσι, καὶ θὰ προβαίνουν μετὰ περισκέψεως
1904εἰς τὰς τοιαύτας γνωμοδοτήσεις. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι διὰ
1905τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, οὐδὲν ἄλλο πράττο-
1906μεν, εἰμὴ νὰ δημεύωμεν ἰδιωτικὰς κτήσεις, καὶ οὕτω νὰ παρα-
1907βιάζωμεν τὸ Σύνταγμα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν τελευ-
1908ταίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀγόρευσιν οὐδεὶς δύναται ἐξ ἡμῶν
1909νὰ ἀμφιβάλῃ, ὅτι ὑφίσταται τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἐν τῷ
1910ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ.
1911§97Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας,
1912καθ’ ἣν ἐψηφίσθη τὸ Σύνταγμα, μέχρι τοῦ σωτηρίου ἔτους
19131891 ἐπλέομεν εἰς ὠκεανὸν ἀντισυνταγματικότητος ἀπὸ
1914τὸν ὁποῖον μᾶς ἐξήγαγον μόλις ἐσχάτως τὰ δικαστήρια,
1915ἑρμηνεύσαντα τὸν νόμον, καθ’ ὃν τρόπον ἡρμήνευσαν αὐτὸν,
1916ἡ δὲ Κυβέρνησις καὶ αἱ Βουλαὶ τῆς Ἑλλάδος, ἐνῷ ἐγίνοντο
1917τηλικαῦται δημεύσεις, οὐδεμίαν ἔφερον ἀντίῤῥησιν, καὶ ἠνεί-
1918χοντο παραδόξως αὐτάς. Τοῦτο μὲ ἐκπλήττει πολύ. Ἀλλὰ
1919τοῦτο ἴσως πείθει τινὰς, ἂν μὴ πάντας, ὅτι τὰ λεγόμενα
1920περὶ ἀντισυνταγματικότητος καὶ περὶ δημεύσεως, τὴν ὁποίαν
1921τώρα δῆθεν θέλομεν νὰ καθιερώσωμεν διὰ τῆς προτεινομένης
1922ἑρμηνείας, εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατα.
1923§98ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὴν ἔνστασιν περὶ τῆς ἀντισυνταγμα-
1924τικότητος τοῦ νομοσχεδίου οὔτε τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ.
1925Πρωθυπουργοῦ οὔτε τὰ τῶν ἄλλων, τῶν λαλησάντων κατὰ
1926τῆς γνώμης μου, ἐκλόνισαν τὸ παράπαν. Ὡς ἔθεσα τὸ ζήτη-
1927μα, πρόδηλον ὅτι οὔτε προγενεστέρους νόμους οὔτε νομολογίαν
1928ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ. Ἐγὼ ἔθεσα τὸ ζήτημα ἐνώπιον
1929τῆς Βουλῆς, ὅπως αὐτὴ ἡ ἰδία τὸ ἐξετάσῃ, ἂν διάταξις ὑπο-
1930χρεοῦσα τοὺς παροδίους, ὅπως ἀποζημιῶσι τοὺς ἰδιοκτήτας
1931τῶν καταλαμβανομένων γηπέδων διὰ δημοτικὰς ὁδοὺς, δι’
1932ὁδοὺς δηλονότι αἱ ὁποῖαι κηρύττονται οὐχὶ κτῆσις τῶν ἀπο-
1933ζημιούντων, ἀλλὰ κτῆσις τοῦ δήμου, τοῦ μηδόλως ἀποζη-
1934μιοῦντος, ἦναι συνταγματικὴ καὶ νόμιμος. Ῥητῶς δὲ ἀνέφερα,
1935ὅτι καὶ τὸ διάταγμα τοῦ 1836 περὶ τοῦ σχεδίου τῆς πό-
1936λεως Ἀθηνῶν, ἂν ἠδύνατο νὰ ἦναι ἰσχυρὸν καὶ ἐφαρμόσιμον
1937πρὸ Συντάγματος τοῦ 1844, μετὰ τὸ 1844 εἶναι ἀνεφάρμο-
1938στον, ὡς ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς κατα-
1939λήψεως ἰδιωτικῶν γηπέδων ὑπὸ τῶν ὁδῶν. Ἐκτὸς τούτου
1940εἶμαι διατεθειμένος νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι καὶ ὁ νόμος τοῦ 1867
1941περὶ ὁδοποιΐας, ἂν ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς
1942αὐτὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, βεβαίως εἶναι ἐναντίος τοῦ Συντάγ-
1943ματος, οὔτε δύναται ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν τοῦ ἐλαττώματος
1944τούτου ἡ γνώμη, ὅτι ὁ εἰσηγησάμενος τὸν νόμον τοῦ 1867
1945τοιαύτην ἔδωκεν ἑρμηνείαν, διότι ὅ,τι εἶναι ἐναντίον τοῦ
1946Συντάγματος, οὔτε νόμοι οὔτε ἑρμηνεῖαι δύνανται νὰ τὸ
1947καταστήσουν συνταγματικόν. Ἀμφότεροι οἱ νόμοι οὗτοι εἶναι
1948ἀντισυνταγματικοὶ, ἐφ’ ὅσον διατάσσουν, ἄλλος ν’ ἀποζημιοῖ,
1949χωρὶς νὰ γίνηται ἰδιοκτήτης, καὶ ἄλλος νὰ γίνηται ἰδιο-
1950κτήτης, χωρὶς ν’ ἀποζημιοῖ. Οὐδεμία ἀπάντησις ἐδόθη ἐπὶ
1951τῶν λόγων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐγὼ ἐστήριξα τὸ ἀντισυνταγμα-
1952τικόν. Ἠθέλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκφύγῃ τὸν σκόπε-
1953λον, ὑποστηρίξας ὅτι αἱ δημοτικοὶ ὁδοὶ δὲν εἶναι κτήσεις τῶν
1954δήμων. Ποῦ ὅμως ἐστήριξε τοῦτο; Εἰς τὸ ὅτι εἶναι κοινῆς
1955χρήσεως, καὶ ὅτι ὁ δῆμος δὲν δύναται τοιαύτην ὁδὸν νὰ μετα-
1956βάλῃ ὡς πρὸς τὸν προορισμὸν, ἢ ν’ ἀπαγορεύσῃ νὰ τὴν διέρ-
1957χωνται οἱ δημόται, ἢ νὰ τὴν διέρχωνταί τινες τῶν δημοτῶν,
1958ἢ νὰ κάμῃ ἐκείνην τὴν χρῆσιν καὶ κατάχρησιν, τὴν ὁποίαν
1959ἔχει δικαίωμα νὰ ποιῆται ὁ ἰδιοκτήτης ἑνὸς κτήματος. Βε-
1960βαίως ὁ δῆμος τὰς ὁδοὺς τὰς δημοτικὰς, ὅπως τὸ Κράτος
1961τὰς ἐθνικὰς, ὀφείλει νὰ κατασκευάζῃ καὶ συντηρῇ χάριν τῆς
1962κοινῆς χρήσεως καὶ ἐπιβλέπῃ, ὅπως οὐδεμία ἄλλη χρῆσις
1963γίνηται αὐτῶν. Δὲν ἐννοεῖται ποτὲ ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ὁδῶν,
1964ὅτι αὗται ἀνήκουν εἰς τὸν δῆμον, ὅπως ἀνήκουν αὐτῷ τὰ
1965δημοτικὰ κτήματα, οὔτε αἱ ἐθνικαὶ ὁδοὶ ὅτι ἀνήκουν εἰς τὸ
1966Κράτος, ὅπως τὰ δημόσια κτήματα. Ἀλλὰ διότι εἶναι κοι-
1967νῆς χρήσεως αἱ δημοτικαὶ καὶ ἐθνικαὶ ὁδοὶ, δὲν ἕπεται ὅτι
1968περιττὸν νὰ ἦναι ὁ δῆμος καὶ τὸ Κράτος ἰδιοκτῆται τοῦ ἐδά-
1969φους τῶν ὁδῶν αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν ὅλαις
1970ταῖς νομοθεσίας, ὅτι ἡ δημοτικὴ ὁδὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1971ἦναι δημοτικὴ, ἂν μὴ καὶ τὸ ἔδαφος ἦναι κτῆμα τοῦ δήμου.
1972Ὅταν ὁ ἀγρὸς, ὅθεν διέρχεται ἡ ὁδὸς, ἦναι ἰδιωτικὸς, ἡ ὁδὸς
1973εἶναι ἰδιωτικὴ, καὶ δυνάμει οὐδενὸς νόμου δύναται νὰ ἦναι
1974ἐθνικὴ, ἐπαρχιακὴ ἢ δημοτική. Αὐτὸς εἶναι ὁ κανὼν καὶ τοῦ
1975δημοσίου καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου· ὅτι δὲ τοιοῦτόν τι ὑπάρ-
1976χει ἐν τῷ πνεύματι τοῦ νόμου, ἐξάγεται ἐκ τοῦ ὅτι οὗτος
1977ἀπῄτησεν ἀποζημίωσιν, καὶ ἀνεγνώρισεν, ὅτι διὰ τοιαύτης
1978ὁδοῦ στερεῖται τοῦ γηπέδου του ὁ κύριος, καὶ πρέπει νὰ λάβῃ
1979ἀπέναντι τῆς ἀφαιρέσεως ἀποζημίωσιν· λοιπὸν, ἂν τὸ γή-
1980πεδον, τὸ καταλαμβανόμενον ὑπὸ δημοτικῆς ὁδοῦ, γίνεται
1981τοῦ δήμου, χωρὶς ὁ δῆμος νὰ ἀποζημιοῖ, τοῦτο εἶναι ἀντι-
1982συνταγματικόν. Ἂν οἱ παρόδιοι ὑποχρεοῦνται ὑπὸ τοῦ νόμου
1983νὰ ἀποζημιῶσι τὸν κύριον τοῦ γηπέδου, καὶ αὐτοὶ ἀποζη-
1984μιοῦσιν, αὐτοὶ τότε γίνονται ἀναγκαίως οἱ κύριοι τοῦ γηπέδου,
1985τοῦ καταληφθέντος ὑπὸ τῆς ὁδοῦ, ἑπομένως κύριοι τῆς ὁδοῦ.
1986Διὰ νὰ γείνῃ ὁ δῆμος κύριος τῆς ὁδοῦ, αὐτὸς πρέπει ν’ ἀπο-
1987ζημιώσῃ, τοιαύτην ὅμως ἀποζημίωσιν δὲν θεωρεῖ ἀναγκαίαν
1988τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν
1989δίδει τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸν κείμενον νόμον, τοῦτο διατάσσει,
1990τὸ νὰ γίνεται ὁ δῆμος κύριος ξένης ἰδιοκτησίας ἄνευ ἀποζη-
1991μιώσεως, καίτοι ἀφαιρεῖ αὐτήν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸ νομο-
1992σχέδιον εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Καὶ ναὶ μὲν τὸ νομοσχέ-
1993διον ἑρμηνεύει δῆθεν, λέγον ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ
1994νόμου τοῦ 1867 καὶ οὐχὶ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔδωκε διὰ τῆς
1995τελευταίας αὐτοῦ νομολογίας ὁ Ἄρειος Πάγος, νομολογίας
1996ὑποστηριχθείσης δι’ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεων αὐτοῦ, ἀλλὰ
1997τοῦτο οὐδόλως μεταβάλλει τὰ πράγματα. Διότι, καὶ ἂν δὲν
1998ὑπῆρχον αἱ ἀποφάσεις αὗται τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ἔννοια
1999τοῦ νόμου τοῦ 1867 περὶ ὁδοποιΐας, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ
2000Κυβέρνησις, δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ ἀπέναντι τοῦ Συντάγ-
2001ματος. Τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ ἀποζημίωσιν. Ἂν ἀποζημίω-
2002σις ἦναι ἡ ὑπὸ τῶν παροδίων καταβαλλομένη, οἱ παρόδιοι
2003λογικῶς γίνονται κύριοι τοῦ γηπέδου, ὁ δὲ δῆμος, μόνον ἀπο-
2004ζημιῶν τοὺς παροδίους αὐτοὺς, δύναται νὰ γείνῃ κύριος τῆς
2005ὁδοῦ. Ἄλλος ν’ ἀποζημιοῖ καὶ ἄλλος νὰ γίνηται κύριος,
2006εἶναι παράλογον, ἐναντίον τῶν νόμων τῶν ἀστικῶν, ἐναντίον
2007τοῦ Συντάγματος.
2008§99ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ
2009προβληθῇ, εἶναι τὸ ἀντισυνταγματικὸν, καὶ κατ’ αὐτοὺς τοὺς
2010λόγους τῶν προαγορευσάντων. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Παρ-
2011νασσίδος σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν
2012διὰ τὸ μέλλον, δὲν εἶναι ὁ νόμος ἀντισυνταγματικός. Ἀλλ’ ὡς
2013ἑρμηνεία πῶς δύναται νὰ ἦναι τὸ νομοσχέδιον ἀντισυνταγμα-
2014τικόν; Μήπως διότι ἑρμηνεύει νόμον, ὁ ὁποῖος εἶναι κατὰ
2015τὴν ὀρθὴν τυχὸν ἑρμηνείαν ἀντισυνταγματικός; Καὶ ἂν ἦναι
2016ἐκεῖνος ὁ νόμος ἀντισυνταγματικὸς, πταίω ἐγὼ ὁ ἑρμηνεύων;
2017Πῶς δύναται ποτὲ ἡ ἑρμηνεία, ἐφ’ ὅσον εἶναι καθαρῶς ἐπι-
2018στημονικὸν ἔργον, νὰ χαρακτηρίζηται ὥς τι ἀντισυνταγμα-
2019τικόν; Τοῦτο θὰ ἦτο παραλογισμός. Βεβαίως, ἐφ’ ὅσον κα-
2020νονίζει τὸ μέλλον, δύνασθε νὰ προτείνητε τὸ ἀντισυνταγμα-
2021τικὸν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον
2022κανονίζει τὸ μέλλον, δὲν ἔχει τὸ ἀντισυνταγματικὸν, τὸ ἀντι-
2023συνταγματικόν, σᾶς λέγει, τὸ ἔχει ὡς ἑρμηνεία. Ἀλλὰ τοῦτο
2024εἶναι κἄτι τι ἀκατανόητον. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἀναλύσουν
2025λογικῶς, τίνι τρόπῳ δύναται ἐπιστημονικόν τι νὰ ἦναι ἀντι-
2026συνταγματικόν. Κατ’ ἀνάγκην θὰ κρίνητε ἐπιστημονικῶς
2027περὶ τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἑρμηνεύονται. Ἐὰν ἀποδίδεται
2028ἔννοια, ἡ ὁποία τὸν νόμον ἐκεῖνον τὸν καθιστᾷ ἀντισυνταγ-
2029ματικόν, τί πταίει ὁ ἑρμηνευτής; Θέσατε λοιπὸν τότε ζήτη-
2030μα, ἐὰν ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὁ ἑρμηνευόμενος, ἦναι ἀντισυνταγμα-
2031τικὸς ἢ ὄχι. Ἀλλὰ τοιαύτη πρότασις δὲν ὑπάρχει. Πρέπει
2032νὰ ἔλθῃ ἄλλο νομοσχέδιον, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ νόμος δεῖνα
2033εἶναι ἀντισυνταγματικός; Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν περὶ
2034τίνος πρόκειται· πρόκειται περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας, διότι
2035εἶναι νόμος κανονίζων αὐθεντικῶς καὶ τὸ μέλλον. Λέγουσιν
2036οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ νόμος ἑρμηνεύει τὸ παρελθόν·
2037ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἑρμηνεύει τὸ παρελθὸν, δὲν δύνασθε νὰ κρίνη-
2038τε, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸς, διότι κατ’ ἀνάγκην θὰ κρί-
2039νητε ἐκεῖνον τὸν νόμον καὶ ὄχι τὸν ἑρμηνεύοντα. Πρότασιν
2040λοιπὸν ἀπαραδέκτου δὲν δύνασθε νὰ ὑποβάλητε, ἀλλὰ μόνη
2041ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ συμβουλευθῇ τὰ
2042ἴδια αὐτῆς φῶτα, τὰ ὁποῖα θὰ συγκεντρώσῃ εἰς μίαν ἐπι-
2043τροπὴν, ὅπως σκεφθῇ καὶ ὑπὸ ἔποψιν νομικὴν καὶ ὑπὸ ἔπο-
2044ψιν κοινωνικὴν, πῶς νὰ διατυπώσῃ τὸ νομοσχέδιον καταλ-
2045λήλως.
2046§100ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν ἔχω, ὡς πρὸς τὸν
2047καταρτισμὸν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τοῦ νομοσχε-
2048δίου, τὴν γνώμην δὲ ταύτην ὑπεστήριξα ἤδη ἐπανειλημμέ-
2049νως, θεωρήσας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σπουδαιότατον, καὶ ἐπέ-
2050μεινα κατὰ τὴν πρώτην φορὰν καὶ χθὲς ἀκόμη, ὅπως καὶ τὸ
2051νομοσχέδιον τοῦτο παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Νο-
2052μίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχε δίκαιον,
2053ἰσχυρισθεὶς ὅτι, ἐπειδὴ πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τοῦ θέμα-
2054τος τούτου εἶχε τὴν γνώμην ὅτι ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν
2055ἐν τῇ ὁλομελείᾳ αὐτῆς συζήτησιν ἄνευ προεπεξεργασίας τῆς
2056ἐπιτροπῆς, διὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ παραπέμψῃ τὸ νομο-
2057σχέδιον πρὸς ἐξέτασιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νῦν, ὅταν, ἁψαμένη
2058τοῦ θέματος τούτου καὶ ἀναγνωρίζουσα τὰς δυσχερείας, τὰς
2059ὁποίας παρουσιάζει, δύναται νὰ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησιν,
2060ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ προεπεξεργασία τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ
2061ἐπιτροπῇ. Ἡ παραπομπὴ τῶν νομοσχεδίων εἰς τὰς ἐπιτροπὰς
2062δὲν γίνεται μόνον πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως
2063αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως αὐτῶν.
2064Τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι σαφὲς καὶ ἀναντίῤῥητον. Κατ’
2065αὐτὸ (ἀναγινώσκει) «ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς
2066»ἀρχῆς, ἢ καὶ πρὸ αὐτῆς, δύναται, ἂν τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον,
2067»νὰ παραπέμψῃ τὴν πρότασιν νόμου εἰς τὰς κατὰ τὸ 48
2068»ἄρθρον ἁρμοδίας ἐπιτροπὰς, ὁρίζουσα καὶ τὸν χρόνον, ἐντὸς
2069»τοῦ ὁποίου ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλωσι τὴν ἐπ’ αὐτῆς ἔκθε-
2070»σίν των.» Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ, μετὰ τὴν γενομένην ἤδη
2071ἐνταῦθα συζήτησιν, ἐπείσθη, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τὸ νομοσχέδιον
2072τοῦτο νὰ προεπεξεργασθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, δύναται κάλ-
2073λιστα νῦν ν’ ἀποφασίσῃ τοῦτο· πᾶσα δὲ προηγουμένη ἀπόφασις
2074αὐτῆς, ληφθεῖσα καθ’ ὃν χρόνον δὲν εἶχεν ἀκόμη λάβει πεῖ-
2075ραν τῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον
2076τοῦτο, δύναται ἤδη ν’ ἀνακληθῇ. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία ἀνὰ
2077πᾶσαν στιγμὴν ν’ ἀποφασίσῃ τοῦτο.
2078Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸ δυνατὸν τῆς παραπομπῆς τοῦ
2079νομοσχεδίου τούτου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Ὡς πρὸς τὸ ἀντι-
2080συνταγματικὸν ὅμως αὐτοῦ, νομίζω ὅτι, μετὰ τὴν νομολογίαν
2081τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν νομολογίαν, ἥτις ἀπὸ τοῦ 1891
2082κατέστη, οὕτως εἰπεῖν, παγία, διότι πᾶσαι αἱ ἔκτοτε ἀπο-
2083φάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου παραδέχονται ὅτι τὰ γήπεδα τὰ
2084καταλαμβανόμενα ὑπὸ δημοτικῶν ὁδῶν πρέπει ν’ ἀποζημι-
2085ῶνται ὑπὸ τῶν δήμων, πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις αἱ σχετικαὶ, αἱ
2086ἐκδοθεῖσαι ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπὸ τοῦ 1891 καὶ ἐντεῦ-
2087θεν, καὶ ἀποφάσεις ἐν τῇ ὁλομελείᾳ ἐκδοθεῖσαι, τοῦτο δογμα-
2088τίζουσι...
2089§101Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν 5 τούτων ἐτῶν τὰς ἀπο-
2090φάσεις τὰς λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, τῶν ἄλλων ὅμως ἐτῶν δὲν
2091τὰς λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν.
2092§102ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι ἡ νεωτέρα νομολογία ἀναιροῦσα τὴν
2093παλαιοτέραν, ἀθετεῖ ταύτην... Νομίζω, λοιπὸν ὅτι, ὅταν
2094ἔχωμεν τὴν παγίαν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπὸ τοῦ
20951891 καὶ ἐντεῦθεν, ὅταν ἔχωμεν τὰς γνώμας διαπρεπῶν νο-
2096μομαθῶν, ὁποῖοι οἱ συντάξαντες καὶ ἀποστείλαντες εἰς ὅλους
2097ἡμᾶς γνωμοδοτήσεις σχετικὰς περὶ τούτου, ὅταν ἔχωμεν τὴν
2098γνώμην πολλῶν συναδέλφων νομομαθῶν ἐνταῦθα, οἱ ὁποῖοι
2099ἀποφαίνονται ὑπὲρ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ προκει-
2100μένου νομοσχεδίου, νομίζω, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
2101ἀντισηκώσῃ ὅλας αὐτὰς τὰς γνώμας ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέ-
2102δρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις δύναται νὰ ᾖναι εἰδικώτατος
2103περὶ τὰ διοικητικὰ, εἰδικώτατος περὶ τὰ οἰκονομολογικὰ καὶ
2104περὶ πάντα ἄλλον κλάδον τοῦ δημοσίου βίου, ἀλλ’ ἂς μοὶ
2105ἐπιτρέψῃ νὰ ἀμφιβάλλω, ἐὰν δύναται νὰ ἔχῃ καὶ εἰς τὰ νο-
2106μικὰ τόσην εἰδικότητα, ὥστε ἡ γνώμη αὐτοῦ ν’ ἀντισηκώσῃ
2107τὰς γνώμας καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὅλου τοῦ νομικοῦ
2108κόσμου, ὅστις ἀσπάζεται τὴν ἀντίθετον γνώμην. Ἕν καὶ μό-
2109νον ἐπιχείρημα κατ’ ἐπιφάνειαν ἄξιον λόγου θεωρῶ, ἐξ ὅσων
2110ἀντέταξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἀντι-
2111συνταγματικότητα. Εἶπεν ὅτι μέχρι τοῦ 1891 ἐφηρμόζετο
2112ἡ ἀντίθετος γνώμη, ἐφηρμόζετο ὁ νόμος τοῦ 1836, καὶ ἐνῷ
2113ἕως τότε δὲν ὑπῆρχεν αὐτὸ τὸ ἀντισυνταγματικόν, πῶς ἔκ-
2114τοτε δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τοῦτο;
2115§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ εἶπον
2116ἐγώ, ἄλλος τις τὸ εἶπεν.
2117§104ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον τοιοῦτόν τι ἀντελήφθην.
2118Ὑμεῖς εἴπετε, νομίζω, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1836 ἰσχύει καὶ μετὰ
2119τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 καὶ μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864.
2120§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει ὁ νόμος τοῦ 1867.
2121§106ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὡς πρὸς τὰς ἄλλας δια-
2122τάξεις, αἵτινες εἶναι συνταγματικαί, ἠδύνατο νὰ ἰσχύσῃ ὁ
2123νόμος τοῦ 1836 καὶ μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 καὶ μετὰ
2124τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καὶ μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1867·
2125ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην, ἥτις εἶναι ἀντισυνταγ-
2126ματική, δὲν ἠδύνατο νὰ ἰσχύσῃ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ
2127Συντάγματος ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐὰν ὁ νόμος τοῦ 1867 ἐπε-
2128κύρωσεν αὐτήν, ὡς νομίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
2129ἐνῷ ἡ γνώμη ὅλου τοῦ νομικοῦ κόσμου εἶναι, ὅτι πᾶν ἄλλο
2130ἔπραξεν ἢ νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν διάταξιν αὐτήν, ὅτι ὁ νόμος
2131τοῦ 1867 ἔχει ἀκριβῶς ἀντίθετον ἔννοιαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν
2132εἶχεν ὁ νόμος τοῦ 1836. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὁ νόμος τοῦ 1867
2133ἐπεκύρου τῷ ὄντι τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1836, θὰ ἦτο
2134καὶ ὁ νόμος οὗτος ἀντισυνταγματικὸς καὶ ὡς τοιοῦτος θὰ
2135ἦτο ἄκυρος. Ὅπως καὶ νῦν, Κύριοι, μὴ πλανᾶσθε περὶ τοῦ κύ-
2136ρους αὐτοῦ, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ὑπὸ τῆς
2137Βουλῆς καὶ κυρωθῇ καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἡ
2138δικαστικὴ ἐξουσία, ἥτις ἐπείγεται νὰ ἐκτελέσῃ τοὺς νόμους,
2139ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸς οὗτος, βε-
2140βαίως δὲν θὰ ἐκτελέσῃ αὐτόν. Καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ
2141κανεὶς πολὺ ταπεινὴν γνώμην περὶ τῆς δικαστικῆς ἡμῶν
2142ἐξουσίας, ἐὰν νομίζῃ ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη αὐτὴ νὰ ἐκτελῇ
2143νόμους ἀντισυνταγματικούς, ἐψηφισμένους ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
2144Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἡρμήνευσε τὸν νόμον τοῦ 1867, ὡς
2145ὑπηγόρευε τοῦτον ἡ γραμματικὴ καὶ λογικὴ ἑρμηνεία αὐ-
2146τοῦ, ὄχι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν, ὡς ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτι-
2147κῶν φαίνεται, εἶχεν ὁ τότε εἰσηγητὴς αὐτοῦ, διότι, δὲν ἠξεύ-
2148ρω κατὰ τίνα νομομαθῆ, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἠθέλησε νὰ
2149ἰσχυρισθῇ καὶ νὰ πείσῃ καὶ ἡμᾶς, ὅτι πρέπει νὰ καταφεύγω-
2150μεν εἰς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχουν οἱ εἰσηγηταὶ ἢ οἱ ψη-
2151φίζοντες τοὺς νόμους, καὶ αἱ ὁποῖαι γνῶμαι καταδηλοῦνται
2152ἐκ τῶν πρακτικῶν. Οἱ καλούμενοι νὰ ἐφαρμόσωσι τοὺς νόμους
2153πρὸ παντὸς ὑποχρεοῦνται ν’ ἀκολουθῶσι τὴν γραμματικὴν
2154καὶ τὴν λογικὴν αὐτῶν ἑρμηνείαν, νὰ ἐφαρμόζωσι διάταξίν
2155τινα, ἑρμηνεύοντες αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν καὶ ἐν συνδυασμῷ πρὸς
2156τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ νόμου. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν εἶναι
2157δυνατὸν νὰ ἔχῃ καὶ ὁ εἰσηγητὴς νόμου τινὸς καὶ οἱ ψηφίζον-
2158τες αὐτὸν, διόλου δὲν δεσμεύει τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Λοι-
2159πὸν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἡρμήνευσε τὸν νόμον τοῦ 1867
2160ὡς ἡρμήνευσεν αὐτόν, ἐρειδομένη εἰς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦ-
2161μα αὐτοῦ, ἐπικουρικῶς δ’ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν συνταγ-
2162ματικὴν διάταξιν, καθ’ ἣν δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ
2163ἰδιοκτησία τοῦ Ἕλληνος πολίτου, παρὰ μόνον μετὰ προη-
2164γουμένην ἀποζημίωσιν πρὸς αὐτόν.
2165Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, πῶς κατορθοῦσί τινες ἐνταῦθα, ὁμι-
2166λοῦντες περὶ ἀποζημιώσεως, νὰ ἐννοῶσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν
2167τις δίδει αὐτὸς εἰς ἑαυτόν· ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ κἂν
2168λόγος περὶ ἀποζημιώσεως διόλου ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει;
2169Καὶ ὅταν σᾶς ἀναφέρω παραδείγματα, ὁποῖον τὸ τοῦ ἐκ Πα-
2170τρῶν ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον καταλαμβάνε-
2171ται τὸ γήπεδον ἑνὸς ἰδιώτου, διχοτομεῖται τοῦτο ὑπὸ τῆς
2172διερχομένης δι’ αὐτοῦ δημοτικῆς ὁδοῦ, ὑπολείπονται δεξιὰ καὶ
2173ἀριστερὰ ἁπλᾶ τεμάχια, ἄχρηστα εἰς αὐτὸν, καὶ τὰ ὁποῖα ὁ
2174παρόδιος δύναται κατὰ νόμον νὰ καταλάβῃ, ἀποζημιῶν
2175αὐτὸν μὲ τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ οἰκόπεδον πρὸ τῆς
2176καταλήψεως ὑπὸ τῆς ὁδοῦ, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ
2177γείνῃ λόγος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει περὶ ἀποζημιώσεως, τὴν
2178ὁποίαν ἐννοεῖ βεβαίως τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα ἐννοεῖ, ὅτι
2179ἐκεῖνος, ὅστις σὲ ἐξαναγκάζει νὰ ἐγκαταλίπῃς τὴν ἰδιοκτη-
2180σίαν σου, σὲ ἐξαναγκάζει εἰς ἀπαλλοτρίωσιν αὐτῆς χάριν δη-
2181μοσίας ἀνάγκης, ἐκεῖνος ὀφείλει καὶ νὰ σὲ ἀποζημιώσῃ, καὶ
2182ὄχι ν’ ἀποζημιώσῃς σὺ σεαυτόν. Βεβαίως ἡ δικαστικὴ ἐξου-
2183σία, οὕτω πως ἑρμηνεύουσα τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐὰν εἶχε τὴν
2184γνώμην ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 εἶχεν ἀντίθετον ἔννοιαν πρὸς
2185αὐτὸ, οὐδέποτε θὰ τὸν ἐφήρμοζε. Καὶ νῦν, Κύριοι, ἡ δικα-
2186στικὴ ἐξουσία, ἐὰν θελήσητε νὰ ψηφίσητε τὸν νόμον τοῦτον,
2187ὅστις εἶναι προφανῶς ἀντισυνταγματικὸς κατὰ τὴν γνώμην
2188αὐτῆς, βεβαίως δὲν θὰ ἐφαρμόσῃ αὐτόν. Ἀλλὰ πρὸς τί τότε
2189ὅλαι αὐταὶ αἱ συζητήσεις; Εἰς οὐδὲν ἄλλο, Κύριοι, θὰ συν-
2190τελέσουν, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ὑποσκάψουν τὴν αἴγλην καὶ τὸ γόη-
2191τρον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Συντάγματος ἐν Ἑλλάδι.
2192Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπι-
2193ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὄχι μόνον διότι εἶναι ἀντι-
2194συνταγματικὸν, ἀλλὰ καὶ διότι τείνει εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ
2195ὅλως διόλου περιττὴν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐν Ἑλλάδι.
2196§107ΠΕΡΡΟΣ. Συζητοῦμεν, κ. Πρόεδρε, χωρὶς οἱ περισσότε-
2197ροι νὰ γνωρίζωμεν τὸ κείμενον τοῦ νόμου τοῦ ἑρμηνευτέου.
2198Τὸ ἄρθρον 34 § αʹ τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας, τοῦ ὁποίου ζη-
2199τεῖται ἡ ἑρμηνεία, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Ἡ πρόσ-
2200»κτησις τῶν ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν κατα-
2201»λαμβανομένων ἰδιωτικῶν γαιῶν καὶ κτημάτων γίνεται εἰς
2202»βάρος τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, καὶ τῶν ὁδικῶν τῶν
2203»ἐπαρχιακῶν φόρων. Ἐξαιροῦνται τὰ ἐν ταῖς πόλεσι καὶ κώ-
2204»μαις τμήματα αὐτῶν, ὧν τὸ ἔδαφος ἀποζημιοῦται κατὰ
2205»τὰς γενικὰς περὶ ῥυμοτομίας τῶν πόλεων καὶ κωμῶν δια-
2206»τάξεις...»
2207Ἔχομεν λοιπὸν ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, ὅτι
2208αἱ ἀποζημιώσεις τῶν οἰκοπέδων, τὰ ὁποῖα καταλαμβάνονται
2209ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν ἐν τῷ μέσῳ τῆς πό-
2210λεως, γίνονται ὑπὸ τῶν παροδίων, γίνονται κατὰ τὰς διατά-
2211ξεις τὰς γενικὰς περὶ ῥυμοτομιῶν τοῦ διατάγματος τοῦ
22121836. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, δὲν πραγ-
2213ματεύεται περὶ τούτου, πραγματεύεται περὶ τῆς ἑπομένης
2214παραγράφου, καὶ προτίθεται νὰ δώσῃ ἑρμηνείαν, ἐὰν καὶ τὰ
2215οἰκόπεδα τὰ καταλαμβανόμενα ὑπὸ δημοτικῶν ὁδῶν, ἐὰν
2216καὶ ταῦτα ὑπόκεινται εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, δηλαδὴ νὰ
2217βαρύνωσι τοὺς παροδίους. Ἐὰν κηρύξητε ἀντισυνταγματικὸν
2218τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἀφήσωμεν τὸ κείμενον τοῦ ἰσχύοντος νό-
2219μου. Ἀλλὰ πῶς θὰ κηρύξωμεν ἀπαράδεκτον τὸ προκείμενον
2220νομοσχέδιον καὶ ἰσχύοντα ὡς ἀντισυνταγματικὸν τὸν νόμον
2221τοῦ 1867; Ὁ νόμος τοῦ 1867 ἀναγράφει ὑποχρέωσιν τοῦ
2222ἐπαρχιακοῦ ταμείου καὶ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας νὰ πλη-
2223ρώνωσι τὰ ἐντὸς τῶν πόλεων οἰκόπεδα, τὰ καταλαμβανόμενα;
2224Ὄχι. Καὶ λοιπὸν θὰ ἐξακολουθῇ ἰσχύων ὁ νόμος αὐτὸς, καὶ
2225τὸν ἀνέχεσθε, καὶ δὲν διαμαρτύρεσθε κατ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου,
2226ἀλλὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ προσ-
2227θέσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὰς ἐπαρχικὰς καὶ ἐθνικὰς
2228ὁδούς!
2229§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἐφαρμόζηται
2230διὰ τὰς δημοτικὰς ὁδοὺς, βεβαίως δὲν τὸ ἐννοοῦμεν νὰ ἐφαρ-
2231μόζηται καὶ διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ τὰς ἐθνικάς.
2232§109ΠΕΡΡΟΣ. Σεῖς λέγετε, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον τὸ νομο-
2233σχέδιον, ὡς ἀντισυνταγματικὸν, καὶ ἐντούτοις ἔχετε ἓν κείμε-
2234νον νόμου, τὸν ὁποῖον δὲν λέγετε ἀντισυνταγματικόν... Καὶ
2235ἐξακολουθεῖ τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «... αἱ δὲ ὑπὸ τῶν
2236»δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν ὁδῶν καταλαμβανόμεναι γαῖαι, ἐὰν
2237»μὲν ὦσιν ἐθνικαί, παραχωροῦνται δωρεάν, ἐὰν δὲ ἰδιωτικαὶ,
2238»ἡ πρόσκτησις αὐτῶν ἐπιβαρύνει τοὺς δήμους.»
2239Ἐγὼ ἀποκρούω τὴν ἰδέαν σας, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι
2240ἀντισυνταγματικόν. Περὶ τούτου συζητῶ. Ἐγὼ καὶ πρότερον
2241εἶπον, ὅτι εἶμαι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, διότι φρονῶ, ὅτι,
2242ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις ἐν τοῖς δικαστηρίοις, ἡ νο-
2243μοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἐπιληφθῇ· δὲν ὑπάρ-
2244χει δὲ ἀμφισβήτησις, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἐξ Ἀτ-
2245τικῆς ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ἀγγελόπουλος, ὅτι μέχρι τοῦ
22461891 ἐπεκράτει ἀντίθετος νομολογία, σᾶς λέγω ὅτι ἐπεκρά-
2247τει ἐκ πλάνης. Εἰς τὰ δικαστήρια δὲν εἶχεν ἐπικληθῆ ποτε ὁ
2248νόμος τοῦ 1867, καθ’ ὃν ἡ ἀποζημίωσις βαρύνει τοὺς δή-
2249μους· οὐδεὶς ἐγίνωσκε τὸν νόμον τοῦτον, ἢ μᾶλλον οὐδεὶς ἐπε-
2250καλέσθη ἐν τοῖς δικαστηρίοις τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, καθ’ ὃ
2251ὑπεύθυνοι διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν καταλαμβανομένων ἐν
2252ταῖς πόλεσιν οἰκοπέδων εἶναι οἱ δῆμοι. Φέρετέ μοι μίαν ἀπό-
2253φασιν ἑνὸς δικαστηρίου, πρὸ τοῦ 1891 ἐκδοθεῖσαν, καθ’ ἣν
2254νὰ ἐγένετο χρῆσις τοῦ νόμου τούτου καὶ νὰ ἡρμηνεύθη ἀντι-
2255θέτως. Τὸ πρῶτον ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου κατὰ τὸ 1891
2256ἐγένετο ἡ ἀνακάλυψις—μάλιστα, ἡ ἀνακάλυψις—τοῦ νόμου
2257τούτου, καὶ μόλις τὸν ἐπεκαλέσθησαν, καὶ τὰ δικαστήρια ἀμέ-
2258σως ἐδέχθησαν, ὅτι τωόντι πρόδηλός ἐστιν ἡ διάταξις, ὅτι
2259ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ δῆμοι. Δὲν ὑπῆρξε καμμία ἀμφισβήτησις.
2260Ἔκτοτε ἐξεδόθησαν πλεῖσται ὅσαι ἀποφάσεις, καὶ μνημονεύω
2261περὶ τὰς δέκα (ἀναφέρει τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀποφάσεων).
2262§110Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αἱ ὁποῖαι λύουν τὸ ζήτημα;
2263§111ΠΕΡΡΟΣ. Ὁρίζουσιν ὅτι ἡ ἀποζημίωσις βαρύνει τοὺς
2264δήμους. Αὐτὸ τοῦτο λέγουσι καὶ ὅλαι αἱ ἀποφάσεις τῶν
2265Ἐφετῶν. Ἐπλανῶντο καὶ τὰ Ἐφετεῖα ἐν τῇ ἀγνοίᾳ τῆς ὑπάρ-
2266ξεως τοιούτου νόμου, καὶ ἐπεβάρυνον τοὺς παροδίους. Ἐπλα-
2267νώμεθα ὅλοι ἡμεῖς, καὶ οἱ δικηγόροι καὶ οἱ ἰδιοκτῆται, καὶ
2268ἀπηυθυνόμεθα, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐγείρωμεν ἀγωγὴν πρὸς ἀπο-
2269ζημίωσιν, κατὰ τῶν παροδίων, διότι ἐνομίζομεν, ὅτι ἰσχύει ὁ
2270νόμος τοῦ 1836· ὅταν ὅμως ἀνεκαλύφθη ὁ νόμος αὐτὸς τοῦ
22711867, δὲν ἠγέρθη ἐναντία ἰδέα. Μία μόνη ἀπόφασις εἶναι
2272ὁμολογουμένως τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἐκ τῶν σκέψεών της
2273τὸ βλέπει ἕκαστος καὶ πείθεται ὅτι χαριστικῶς ἐγένετο, του-
2274τέστιν εἶπεν, ὅτι καταστρέφονται οἱ δῆμοι ἄλλως,—ἀλλὰ δὲν
2275τὰ λέγουν αὐτὰ τὰ δικαστήρια,—ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις ἀνε-
2276τράπη διὰ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, γνωρίζετε δὲ
2277ποία σημασία ἀπεδόθη εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ
2278Ἀρείου Πάγου, σχεδὸν ἴση μὲ τὸν νόμον. Ὅταν ἔχωμεν ἀπό-
2279φασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπόφασιν, ἡ ὁποία
2280κατ’ αὐτὸν τὸν νόμον περὶ Ἀρείου Πάγου ἔχει ἰσχὺν νόμου
2281ὑποχρεωτικὴν, δὲν νομίζω ὅτι προσήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν
2282ἐξουσίαν νὰ ἐπέμβῃ καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι πλανᾶται, ὅτι δὲν ἑρμη-
2283νεύουν καλῶς τὰ δικαστήρια, δὲν ἑρμηνεύει καλῶς ἡ ὁλομέ-
2284λεια τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τότε ποίαν πεποίθησιν ἔχομεν εἰς
2285τὰ δικαστήριά μας, Κύριοι, ὅταν τὸ ἀνώτατον δικαστήριον
2286ἔχῃ παγίως ἀποφανθῆ ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἑρμηνεία; Ἐρχό-
2287μεθα ἡμεῖς καὶ λέγομεν, ὅτι δὲν εἶναι καλὴ ἡ ἑρμηνεία!
2288§112Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δύο προτάσεις συζητοῦνται, ἡ μία περὶ
2289ἀντισυνταγματικότητος τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἑτέρα περὶ παρα-
2290πομπῆς αὐτοῦ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Θεωρῶ προέχουσαν τὴν
2291τελευταίαν, περὶ ἧς ὡμίλησαν τρεῖς συνάδελφοι, διότι τὰ
2292δύο ταῦτα νομοσχέδια θεωρῶ ἄωρα, καὶ τοσοῦτον ἄωρα, ὥστε
2293παρασκευάζουσι μεγάλην δυσπεψίαν εἰς τοὺς δικαστὰς καὶ τὰ
2294δικαστήρια· οἱ ἑρμηνευτικοὶ νόμοι ἔχουσι σκοπὸν νὰ διαλευ-
2295κάνωσι τὸ ἀμφισβητούμενον αὐτῶν μέρος. Ἐπὶ τοῦ προκει-
2296μένου νομίζω ματαιοπονίαν ν’ ἀσχοληθῶ περὶ τοῦ ἀντισυν-
2297ταγματικοῦ μέρους, καὶ θὰ περιορισθῶ εἰς τὴν πρότασιν τῆς
2298παραπομπῆς εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Χωρὶς νὰ θεωρῶ,
2299ὅτι εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν, θέλω προσπαθήσει, καὶ πιστεύω
2300νὰ κατορθώσω, νὰ πείσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ
2301Συμβουλίου πρωτίστως, ὅτι αὐτὸς πρέπει ὑπὲρ πάντα ἄλλον
2302νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασίν μας, χάριν ἑαυτοῦ· διότι, ἂν
2303ὑπάρχῃ ὀπισθοβουλία, νομίζω ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔπρεπε
2304νὰ σιγήσῃ διότι τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐγκρίσεως τοῦ νόμου τού-
2305του ἤθελεν ἐπέλθει πλήρης ἀναστάτωσις. Ὅλαι αἱ ἀμφιβο-
2306λίαι, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν, εἰς οὐδὲν ἄλλο θὰ συντελέσω-
2307σιν ἢ νὰ φέρωσι μεγαλείτερον χάος ἐκεῖ, ὅπου θέλομεν σαφή-
2308νειαν καὶ φῶς. Πολλοὶ λόγοι ὑπηγόρευσαν τὴν ὑποβολὴν ἑρ-
2309μηνευτικοῦ νόμου, ἰδίως ὁ κίνδυνος τῆς καταστροφῆς τῶν
2310δήμων. Βεβαίως ἐπαίνου ἀξία πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἡ Κυβέρνη-
2311σις, ὡς μεριμνῶσα ὑπὲρ τῶν δήμων· ἀλλ’ ὅλοι οἱ Βουλευταὶ
2312ἐνδιαφέρονται καὶ πρέπει νὰ ἐνδιαφέρωνται ὑπὲρ τῶν δήμων.
2313Ὑπάρχουσι δὲ μέτρα πολλὰ, δι’ ὧν ἠδύνατο νὰ συντελεσθῇ
2314τοῦτο εἰς τὸ μέλλον. Πρωτίστως ἀναφέρω, ὅτι ἔπρεπε νὰ συν-
2315ταχθῇ ἄρτιος κῶδιξ περὶ ἀπαλλοτριώσεως λόγῳ ἀνάγκης
2316δημοσίας, ἵνα ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα. Ἀλλὰ τί ἔδω-
2317κεν ἀφορμὴν ἀμεσωτέραν, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν
2318νομοσχεδίων; ἡ νομολογία τῶν δικαστηρίων. Ἐκφράζω τὴν
2319λύπην μου εἰς τὸν συντάκτην τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ὁ
2320ὁποῖος δὲν φαίνεται οὔτε ἀκριβής, οὔτε — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ
2321λέξις — ἀρκετὰ εἰλικρινής· διότι ἀναφέρει τοὺς ἀριθμοὺς τῶν
2322ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ στη-
2323ρίξουν τὸν ἑρμηνευτικὸν νόμον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὅλην τὴν σειρὰν
2324τῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐναντίαι τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νό-
2325μου. Ἀπεσιώπησε δὲ τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου
2326Πάγου, καὶ ἔτι πλέον, ἀπεσιώπησε τὴν ἀπόφασιν τῆς ὁλο-
2327μελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐὰν ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀρείου Πά-
2328γου οὐδένα ἄλλον προτίθεται σκοπὸν ἢ τὸ ὁμοιόμορφον τῆς
2329νομολογίας, ἐὰν ὁ Ἄρειος Πάγος διὰ παγίας νομολογίας
2330ἀπεφάνθη ὁριστικῶς, — διότι μία μόνον ἀπόφασις μὲ ἐναντίαν
2331ἔννοιαν τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου ἐξεδόθη — οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θὰ
2332εὑρεθῇ, ὁ ὁποῖος δὲν θ’ ἀποκαλυφθῇ ἐνώπιον τῆς ἀποφάσεως
2333τῆς ὁλομελείας αὐτοῦ. Καὶ ὅταν ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου
2334Πάγου χθὲς ἀκόμη ἔρχεται καὶ ἀπὸ τοῦ ὕψους αὐτῆς λέγει
2335πρὸς ἡμᾶς, ὅτι οἱ δῆμοι εἶναι ὑπόχρεοι, παρουσιάζεται ἡ
2336Βουλὴ εἰς σύγκρουσιν καὶ λέγει: «δὲν γνωρίζεις τί λέγεις!»
2337Δέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἐτυφλώθησαν ἐν τῇ
2338ὁλομελείᾳ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὥστε δὲν γνωρίζουσι τί ἀπο-
2339φασίζουσιν, οὔτε ἐννοοῦσι τὰς συνεπείας τῆς ἀποφάσεώς των·
2340ἀλλὰ πρίν ἢ σαλεύσωμεν τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων τῆς ὁλομε-
2341λείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀνάγκη νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν πεποίθη-
2342σιν, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δίκαιον καὶ ἐκεῖνοι τὸ ἄδικον. Ἐρωτῶ
2343ὅμως, ἡ πεποίθησις αὕτη ὑπάρχει εἰς πάντας; ἢ τοὐλάχι-
2344στον εἰς τοὺς πλείονας; Ἂς ἀπαντήσῃ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν κατ’
2345ἰδίαν. Θέλετε ὅμως νὰ σᾶς φέρω ψηλαφητὰς ἀποδείξεις, ὅτι
2346χάριν ὑμῶν πρέπει νὰ προτείνητε ὑμεῖς τὴν πρότασιν τῆς συ-
2347στάσεως εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπισταμένως νὰ βασα-
2348νίσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἂν πρόκειται ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτη-
2349σις; Κατὰ τὴν ἀπόπειραν πρὸς συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων
2350ἠθέλησα νὰ δοκιμάσω, ἕως ποῦ προχωρεῖ ἡ βάσανος τοῦ προ-
2351κληθέντος νομοσχεδίου, ἕως ποῦ προχωρεῖ ἡ μελέτη, καὶ ὑπέ-
2352βαλον ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας παρεξήγησεν εἷς συνάδελφος ἐξ
2353Ἀττικῆς, ὑποθέσας ὅτι διὰ τῆς ἐρωτήσεως παρεδεχόμην τὴν
2354ἀπάντησιν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
2355ἐνῷ ἦτο βολιδοσκόπησις, ἵνα ἴδω κατὰ πόσον ἦτο παρεσκευα-
2356σμένη ἡ Κυβέρνησις. Ἠρώτησα νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ ἑξῆς. Ὁ
2357ἑρμηνευτικὸς νόμος ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν, — διότι τοῦτο
2358εἶναι τὸ κύριον χαρακτηριστικὸν αὐτοῦ — ἀλλ’ ἡ ἀναδρομικὴ
2359αὐτοῦ δύναμις ἕως ποῦ προχωρεῖ; προχωρεῖ μέχρι τῆς ἐνάρ-
2360ξεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἑρμηνευομένου νόμου; προχωρεῖ μέχρι τοῦ
2361δεδικασμένου; Καὶ ἔλαβον ἀπάντησιν, ὅτι βεβαίως καταστρέφει
2362καὶ αὐτὸ τὸ δεδικασμένον! Ἵνα κατανοήσητε δὲ κατὰ πόσον
2363στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, ἀρκεῖ ν’ ἀναλογισθῆτε τὰς συνεπείας,
2364αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γεννηθῶσιν. Οὐχὶ δὲ ἡ γνώμη ἑνὸς Ὑπουρ-
2365γοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως ἡ γνώμη δὲν δύ-
2366ναται νὰ ἀνατρέψῃ τοὺς κανόνας τοὺς ἑρμηνευτικούς. Ἀρκεῖ νὰ
2367ἀναφέρω εἰς ὑμᾶς προχείρως, ὅτι δὲν ὑπάρχει συγγραφεύς, τὸ
2368ἐναντίον ὑποστηρίζων· καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ μακαρίτου Βασι-
2369λείου Οἰκονομίδου, ὅστις λέγει, ὅτι οὐδέποτε ἡ ἰσχὺς τοῦ
2370ἑρμηνευτικοῦ νόμου ἐκτείνεται εἰς τελεσιδίκως ἤδη δεδικασμένα
2371πράγματα (Γεν. Ἀρχαὶ Α. σ. 30 σημ. 3). Σᾶς ἀναφέρω
2372τὸν Καλλιγᾶν, ὅστις εἰς τὸν τόμον Αʹ § 26 τὰ αὐτὰ ἐπα-
2373ναλαμβάνει. Ἄλλοι Γερμανοὶ συγγραφεῖς τὰ αὐτὰ λέγουσιν.
2374Ὁ Dalloz εἰς τὴν λέξιν Chose jugée (ἀριθ. 320) καὶ Lois
2375(ἀριθ. 188. 1) τὰ αὐτὰ ὑποστηρίζει καὶ ἀποδεικνύει.
2376Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ
2377σταματήσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῆς
2378ἀποστολῆς εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν τοῦ νομοσχεδίου.
2379§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευ-
2380τὴς ἐκ Βόλου, ὁμολογῶ ὅτι ἔχει ὑπερτέραν ἡμῶν νοημοσύνην
2381καὶ ποιεῖται χρῆσιν αὐτῆς δεξιωτάτην, κατορθώνων νὰ ἐμ-
2382βάλλῃ εἰς σύγχυσιν διὰ τῶν ἐρωτήσεών του τοὺς ἀκούοντας
2383αὐτὰς, ὅταν ἦναι ἄνθρωποι ἁπλοϊκοί. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν
2384ὠνόμασέ τινα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν γνωρίζω ποῖος ἦτο οὗτος ὁ
2385ἁπλοϊκὸς ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἂν ἤμην ἐγὼ, δὲν διστάζω νὰ ὁμο-
2386λογήσω τὴν ὑπεροχὴν τοῦ πνεύματος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
2387Βόλου. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἂν ἔχῃ
2388ἀναδρομικὴν δύναμιν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἠπόρησα, πῶς νομι-
2389κὸς ἀνὴρ ἐρωτᾷ, ἂν ἑρμηνευτικὸς νόμος ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύνα-
2390μιν, ἀπεκρίθην δ’ ὅτι βεβαίως ἔχει τοιαύτην δύναμιν. «Ἀλλὰ
2391τὸ δεδικασμένον;» μὲ ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, οὐ-
2392δεμίαν δ’ ἀπάντησιν ἔδωκα εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην αὐτοῦ,
2393ἀπήντησα δὲ μόνον εἰς τὴν ἐρώτησιν, ἂν ἔχῃ ἀναδρομικὴν
2394δύναμιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ὑπέβαλε πρότασιν κατὰ
2395τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία μοὶ φαίνεται ὅτι ἥρμοζεν εἰς αὐτὸν,
2396τὴν πρότασιν τοῦ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, τοιαύτη δ’ ἦτο
2397καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ὅστις βεβαίως
2398διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἐποιήσατο ἐπιδρομὴν ἐπὶ ἀλλότρια
2399δικαιώματα, διότι τὸ προτείνειν παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπὴν
2400εἰς μόνον τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βόλου ἀνήκει (ἱλαρότης). Διὰ
2401τοῦτο, πλὴν τῶν τροποποιήσεων, αἱ ὁποῖαι προὐτάθησαν ἐπὶ
2402τοῦ Κανονισμοῦ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς,
2403πάντα τὰ νομοσχέδια ἐκρίθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
2404Βόλου ἄξια νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν. Ἡ παραπομπὴ
2405εἰς ἐπιτροπὰς κρίνεται παρ’ αὐτοῦ πάντοτε χρήσιμος, ἐνῷ
2406οὐδὲν ἐπάγει ὡς βέβαιον ἀποτέλεσμα ἄλλο ἢ τὴν ἀπώλειαν
2407τοῦ χρόνου, καὶ ὅμως κρίνει πάντοτε τὴν παραπομπὴν χρή-
2408σιμον, καὶ ἂν ἦναι ἔτι ἐνδεδειγμένον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ οὐδεμίαν
2409θέλει φέρει γνώμην. Τὸ νομοσχέδιον βεβαίως ἔχει σημασίαν,
2410καὶ ἴσως ἡ ἐξέτασις ὑπὸ ἐπιτροπῆς νὰ ἦτο χρήσιμος, ἀλλ’ ἡ
2411ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἔταξεν ἡ Βουλὴ καὶ εἰς ἣν τὸ νομοσχέδιον
2412παρεπέμφθη, δὲν κατώρθωσε νὰ μελετήσῃ αὐτὸ καὶ νὰ φέρῃ
2413γνώμην, ἡ παραπομπὴ δὲ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν οὐδὲν ἄλλο
2414θέλει ἐπιφέρει ἢ παρέλευσιν χρόνου, αὕτη δὲ θέλει μᾶς ἀγάγει
2415εἰς τὴν ματαίωσιν τοῦ νομοσχεδίου διότι κατὰ τὴν περίοδον,
2416τὴν ὁποίαν διανύομεν, δὲν ὑπολείπονται πολλαὶ συνεδριάσεις
2417πρὸς ἐργασίαν, αἱ δὲ ὑπολειπόμεναι δὲν θέλουν ἀρκέσει, ἵνα
2418διεξαχθῶσι πάντα τὰ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ἐκκρεμῆ ἔργα.
2419Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἐποιήσατο λόγον καὶ περὶ τοῦ
2420Ἀρείου Πάγου καὶ περὶ δικαστῶν καὶ περὶ δικαστικῆς ἐξου-
2421σίας, καὶ περὶ ποικίλων θεμάτων, τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς δὲν εἶναι
2422ἄγνωστα, ὡς δὲν εἶναι ἄγνωστα καὶ τὰ ἔργα ἑκάστης τῶν
2423ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἐξουσιῶν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Βασιλεὺς, δηλ.
2424ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, νομοθετοῦσιν, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐφαρ-
2425μόζει τοὺς νόμους, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὁδηγεῖ πρὸς ἐκτέλεσιν
2426αὐτῶν. Ἐὰν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἤθελε κρίνει, ὅτι τὸ νομο-
2427σχέδιον, τὸ ὁποῖον προβάλλομεν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε ψη-
2428φισθῆ, εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ τὸ
2429ἐφαρμόσῃ, καὶ νὰ προσφύγῃ εἰς ἕτερον νόμον ἰσχύοντα. Οὐδεὶς
2430ἔχει νὰ παραπονεθῇ, οὐδὲν χάος πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ, οὐδε-
2431μία συντέλεια τῶν αἰώνων ἀπειλεῖται. Ἀλλ’ εἶναι ἀντισυν-
2432ταγματικὸν τὸ νομοσχέδιον; Εἰς ποίας διατάξεις τοῦ Συν-
2433τάγματος ἀντίκειται; Λέγουσιν ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀπαι-
2434τεῖται προηγουμένη ἀποζημίωσις. Ἀλλὰ μήπως τὸ νομοσχέ-
2435διον διατάσσει ὅτι δὲν πρέπει νὰ προηγῆται ἀποζημίωσις;
2436Ἀλλὰ μήπως ἐδίδετο ἀποζημίωσις μέχρι τοῦδε; Ποίας ἀπο-
2437ζημιώσεις δίδει ὁ δῆμος τῶν Ἀθηνῶν διὰ τὰ καταληφθέντα
2438ὑπὸ τῶν ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν γήπεδα; Δίδει ἀντὶ τόκου
2439ἓν ἢ καὶ ὀλιγώτερον τοῦ ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν εἰς τοὺς κυρίους τῶν
2440καταληφθέντων γηπέδων. Μήπως οἱ ἀντιλέγοντες ἐπιθυμοῦσι
2441νὰ ἐπεκτείνωσι τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ δήμου Ἀθηναίων καὶ
2442εἰς τοὺς ἄλλους δήμους, ὅσοι καλοῦνται νὰ πληρόνωσιν ἀπο-
2443ζημιώσεις; Τοιαύτην ἐκτέλεσιν τῶν περὶ ἀποζημιώσεως δια-
2444τάξεων τοῦ Συντάγματος παρασκευάζουσιν; Ἀλλὰ μοὶ φαί-
2445νεται, ὅτι ὀφείλουσι νὰ σκεφθῶσι, πῶς θέλουσι καταστείλει τὸ
2446τοιοῦτον σύστημα, πῶς θέλουσι καταστήσει δυνατὴν τὴν ἀπο-
2447ζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν. Προβάλλουσιν ὅτι εἶναι ἀντισυν-
2448ταγματικὸν, καὶ λέγουσιν, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸ νομο-
2449σχέδιον, θέλουσι καταστραφῆ οἱ πολῖται, ἐνῷ αἱ προτάσεις
2450αὐτῶν ἀποτελοῦσιν οὐχὶ ἐκτέλεσιν, ἀλλ’ ἐμπαιγμὸν τῶν κατὰ
2451τὸ Σύνταγμα ἐχόντων τὸ δικαίωμα νὰ προσδοκῶσιν ἀποζη-
2452μίωσιν. Τὴν τακτικήν των ταύτην ἀπέχω νὰ χαρακτηρίσω,
2453διότι χρεωστῶ νὰ εὐλαβῶμαι τοὺς συζητοῦντας.
2454Τὸ νομοσχέδιον κατηγγέλθη καὶ ὡς ἀποκαλύπτον ἔλλειψιν
2455εἰλικρινείας, δὲν ἐνόησα δὲ, πῶς τοιαύτην συνήγαγον γνώμην.
2456Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προὐτάθη τὸ πρῶτον κατὰ Νοέμβριον
2457τοῦ 1894 ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ
2458Ὑπουργείου τοῦ κ. Τρικούπη, συνωδεύθη δὲ δι’ αἰτιολογικῆς
2459ἐκθέσεως. Ὅτε εἰσηγάγομεν ἡμεῖς αὐτὸ πρό τινος, εἰσηγάγο-
2460μεν μετ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν αὐτὴν αἰτιολογικὴν ἔκθε-
2461σιν, δι’ ἧς εἶχε συνοδευθῆ τὸ νομοσχέδιον παρὰ τοῦ Ὑπουρ-
2462γείου Τρικούπη κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894. Τὰ γραφεῖα τοῦ
2463Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν συνέταξαν νέαν ἔκθεσιν, ἀλλὰ
2464παρέλαβον ἐκείνην, ἥτις εἶχεν εἰσαχθῆ τότε. Διατὶ δὲν συνέ-
2465ταξαν νέαν ἔκθεσιν; Ἐγένετο τοῦτο ἐκ φυγοπονίας, ἢ εἶναι
2466ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οἱ Γάλλοι ὀνομάζουσι Routine; Οἵα καὶ
2467ἂν ἦτο ἡ ἀξία τοῦ πράγματος, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ τοιαύτη
2468ἔκθεσις νὰ ποιήσηται μνείαν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου,
2469αἵτινες ἐξεδόθησαν μετὰ τὸ 1894, ἀφοῦ ἡ εἰσαχθεῖσα παρ’
2470ἡμῶν αἰτιολογικὴ ἔκθεσις εἶναι αὐτὴ ἐκείνη, ἥτις εἶχεν εἰσα-
2471χθῆ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894. Ἀρκοῦσι δὲ ταῦτα, ἵνα κρι-
2472θῶσι προσηκόντως οἱ χαρακτηρισμοὶ, τοὺς ὁποίους τινὲς τῶν
2473προαγορευσάντων ἔδωκαν εἰς τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ὁποῖα
2474ὅμως τυγχάνουσιν ἐπίσημα.
2475Ἐξακολουθῶ, Κύριοι, φρονῶν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν περιέ-
2476χει ἀντισυνταγματικὴν διάταξιν, ἀλλὰ περιέχει ὕλην δεκτι-
2477κὴν πάσης συζητήσεως, ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι
2478ἀμύνονται ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, ὤφειλον νὰ ἀσχοληθῶσιν
2479ἀναλύοντες καὶ ἐρευνῶντες τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα
2480καταστήσωσι βεβαίαν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Συντάγματος, διότι
2481βεβαίως διὰ τοῦ τρόπου, ὁ ὁποῖος νῦν ἐφαρμόζεται, δὲν καθί-
2482σταται βεβαία τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἡ ἐκτέλεσις.
2483Ἂν δὲν καθίσταται βεβαία καὶ διὰ τοῦ τρόπου τὸν ὁποῖον
2484προτείνει τὸ νομοσχέδιον, καθῆκον ἔχουσιν οἱ ἀντιλέγοντες
2485νὰ προτείνωσι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν φρονοῦσιν ὅτι θέλει κατα-
2486σταθῆ δυνατὸν νὰ ἀποζημιώνωνται οἱ ἰδιοκτῆται, τῶν ὁποίων
2487αἱ γαῖαι καταλαμβάνονται, οὐχὶ νὰ χαρακτηρίζωσι τὸ
2488νομοσχέδιον ἀντισυνταγματικὸν, ἐνῷ οὐδὲν ἐν αὐτῷ δύναται
2489νὰ δικαιολογήσῃ τοιαύτην κατ’ αὐτοῦ αἰτίασιν. Ἡ Βουλὴ
2490καλεῖται οὕτω νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀντι-
2491συνταγματικότητος ἢ τῆς συνταγματικότητος, ἐὰν δὲ ἀποῤ-
2492ῥίψῃ, ὡς πιστεύω, τὴν πρότασιν τῆς ἀντισυνταγματικότητος,
2493θέλομεν δυνηθῆ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας.
2494(Ἀπέρχονταί τινες Βουλευταί).
2495§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ διακόψωμεν;
2496§115ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ λάβωμεν καὶ ἄλλοι τὸν λόγον.
2497§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ ἀπαρα-
2498δέκτου;
2499§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
2500§118ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐννοεῖτε νὰ παραβιάσητε τὴν λη-
2501φθεῖσαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς;
2502§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα.
2503§120Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ τρία λεπτὰ τῆς ὥρας θὰ ἀπα-
2504σχολήσω τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν.
2505§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακόψω-
2506μεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 8 καὶ ¼.
2507§122ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὰς 8½.
2508§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, τρία τέταρτα θὰ διακό-
2509ψωμεν. Εἰς τὰς 8 καὶ ¼ θὰ ἐπανέλθωμεν.
2510§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ τρία τέταρτα
2511τῆς ὥρας.
2512(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 50′ μ. μ. Ἐπαναλαμβά-
2513νεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 55′ μ. μ.)
2514§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
2515Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2516§126ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποστηρίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀπα-
2517ράδεκτος ὁ λόγος τῆς ἀντισυνταγματικότητος, καὶ θὰ στη-
2518ριχθῶ οὐχὶ εἰς θεωρίαν τινὰ, ἀλλ’ εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συν-
2519τάγματος. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου οὐσιαστικῶς...
2520Μία φωνή. Διὰ ποῖον λόγον εἶσθε ἐναντίος;
2521§127ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι θεωρῶ τερατῶδες τὸ διατασσό-
2522μενον ὑπὸ τοῦ διατάγματος ἐκείνου τοῦ 1836, νὰ ἀποζη-
2523μιώνουν οἱ παρόδιοι, λόγῳ τῆς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν ἔχουν,
2524καὶ ἡ ὁποία πολλάκις εἶναι ἰδανική. Κατασκευάζεται ἓν
2525πλάσμα, ὅτι ὠφελοῦνται οἱ παρόδιοι, καὶ ἡ ἀποζημίωσις κα-
2526νονίζεται ὡς νὰ ὠφελῆται ὁ παρόδιος, ἐνῷ πολλάκις ζημι-
2527οῦται. Ἀλλὰ περιττὸν νὰ εἰσέλθωμεν νῦν εἰς τοιαύτην οὐσια-
2528στικὴν συζήτησιν· θὰ ἐκθέσω ἐν καιρῷ τοὺς λόγους, δι’ οὓς
2529εἶμαι ἐναντίος ἕνεκεν αὐτοῦ τοῦ λόγου. Ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα
2530νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἑρμηνεύει
2531τὸν νόμον Ἄλφα ἢ Βῆτα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, πῶς δυνά-
2532μεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἀπόδοσις αὐτῆς τῆς ἐννοίας εἰς τοὺς
2533νόμους ἐκείνους εἶναι ἀντισυνταγματική; Οὐδὲν ἀντισυνταγ-
2534ματικώτερον, παρὰ νὰ εἴπωμεν τοιοῦτόν τι, διότι ἔχομεν τὸ
253526 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία
2536τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἠμπορεῖτε
2537νὰ εἴπητε, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν νὰ ἑρμηνεύῃ ἡ νομο-
2538θετικὴ ἐξουσία τοὺς νόμους; τότε παραβιάζετε ῥητὴν διάταξιν
2539τοῦ Συντάγματος. Μήπως ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ σκέψις
2540περὶ τοῦ προηγουμένου νόμου εἶναι ἀντισυνταγματική; Ἀλλὰ
2541τότε προσκρούετε εἰς ἄλλην θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγ-
2542ματος, τῆς ὁποίας ἀπολαύει βεβαίως καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξου-
2543σία, ὡς ἀπολαύει ἕκαστος πολίτης, διότι ἡ ἑρμηνεία ὡς πρὸς
2544τὸ παρελθὸν εἶναι μία ἐπιστημονικὴ κρίσις. Λοιπὸν ἡ ἑρμη-
2545νεία ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν εἶναι εἷς στοχασμὸς, καὶ τὸ Σύν-
2546ταγμα ἐν ἄρθρῳ 14 λέγει, ὅτι ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ
2547δημοσιεύῃ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως τοὺς στοχασμούς του.
2548Πρέπει δὲ, Κύριοι, νὰ προσέξωμεν εἰς τὸ διφυὲς τῆς αὐθεντικῆς
2549ἑρμηνείας· ἡ ἑρμηνεία βεβαίως εἶναι πάντοτε ἑρμηνεία, ἐὰν
2550δὲ ὑπάρχουν συνέπειαι ἐκ τῆς πηγῆς, ἐξ ἧς προέρχεται ἡ
2551ἑρμηνεία, δι’ αὐτὰς δὲν εὐθύνεται ὁ ἑρμηνεύων, δὲν εὐθύνεται
2552διὰ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ ἔχει, ὡς ἐκ τῆς
2553πηγῆς αὐτῆς. Ἡ ἑρμηνεία εἶναι πάντοτε ἑρμηνεία, ἀλλὰ ἡ
2554ἑρμηνεία, ἂν γίνεται παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἔχει
2555συνεπείας μεγαλειτέρας· πρῶτον ἔχει τὸ ὀπισθενεργὸν, δεύτε-
2556ρον τὸ τέμνειν αὐθεντικῶς καὶ τὸ μέλλον. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ,
2557ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἑρμηνεία εἶναι αὐθεντικὴ καὶ ἐπειδὴ πρόκειται
2558νὰ κανονίσῃ καὶ τὸ μέλλον, παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα διὰ
2559τῆς ἐννοίας, ἥτις ἀποδίδεται εἰς τὸν νόμον. Οὕτως ἤθελον τὸ
2560ἐννοήσει, ἀλλὰ καὶ πάντοτε ἤθελον εἰπεῖ, ὅτι πρόκειται περὶ
2561ἑρμηνείας, καὶ εἶναι παραλογισμὸς νὰ εἴπητε, ὅτι μία ἑρμη-
2562νεία παραβιάζει τὸ Σύνταγμα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παραβιά-
2563ζει τὸ Σύνταγμα, εἶναι ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς, ὅπως νομοθε-
2564τήσῃ παρὰ τὸ Σύνταγμα. Ἂν λοιπὸν ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς
2565ἦναι ἀντίθετος πρὸς τὴν θέλησιν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, τότε
2566ἠμπορεῖ νὰ εἴπητε, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸς εἷς νόμος,
2567ἄλλως εἶναι τερατῶδες νὰ λέγωμεν ὅτι ἡ ἁπλῆ ἑρμηνεία προ-
2568ϋπάρχοντος νόμου εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος, διότι,
2569ὡς εἶπον πρὶν, ἡ ἑρμηνεία εἶναι πάντοτε ἑρμηνεία, καὶ κατὰ
2570τὸ Σύνταγμα ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν νόμων ἀνήκει εἰς
2571τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Τί πράττει σήμερον ὁ προτεί-
2572νων τὸ νομοσχέδιον αὐτό; Σᾶς λέγει ν’ ἀποφανθῆτε, ὅτι ἡ
2573ἔννοια τῶν ἄρθρων δεῖνα καὶ δεῖνα τῶν νόμων δεῖνα καὶ
2574δεῖνα εἶναι αὐτή, καὶ ἔρχεται πρότασις ὅτι ἡ τοιαύτη κρίσις
2575εἶναι ἐναντία τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι ἔχομεν ἑρμηνείαν
2576ἀντισυνταγματικήν. Ἀληθῶς θὰ πλουτίσωμεν τὰ συγγράμ-
2577ματα τῶν μεγάλων νομοδιδασκάλων δι’ ἑνὸς ἄλλου νομικοῦ
2578ὅρου. Ἕως τώρα ἐδίδασκον, ὅτι ὑπάρχει γραμματικὴ ἑρμη-
2579νεία, ἱστορικὴ ἑρμηνεία καὶ δογματική· τώρα μεταξὺ τῶν
2580μεγάλων νομοδιδασκάλων θὰ λάβωμεν τὴν τιμὴν, ἢ θὰ τοὺς
2581κάμωμεν τὴν τιμὴν, νὰ καταταχθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὡς νομοθε-
2582τικὸν σῶμα, καὶ εἴπωμεν, ὅτι «κακῶς κρίνετε ὅτι ὑπάρχουν
2583μόνον αὐτὰ τὰ εἴδη τῆς ἑρμηνείας, ἡμεῖς ἠξεύρομεν καὶ ἑρμη-
2584νείαν συνταγματικὴν καὶ ἀντισυνταγματικήν.»
2585Λοιπὸν, Κύριοι, περὶ συνταγματικότητος ἢ ἀντισυνταγμα-
2586τικότητος ἑρμηνευτικοῦ νόμου πᾶς λόγος εἶναι ἀπαράδεκτος,
2587λόγῳ ἀκριβῶς ἀντισυνταγματικότητος. Λοιπὸν προτείνω τὸ
2588ἀντισυνταγματικὸν τῆς περὶ ἀντισυνταγματικότητος προτά-
2589σεως, στηριζόμενος εἰς ῥητὰς καὶ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ
2590Συντάγματος, σπεύδω ὅμως νὰ δηλώσω, ὅτι διόλου δὲν παρα-
2591σύρομαι ἀπὸ εὔνοιάν τινα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι εἶμαι
2592ἐναντίος αὐτοῦ κατ’ οὐσίαν.
2593§128ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχε-
2594δίου καὶ ἡ ἱστορία αὐτοῦ ὤφειλον νὰ καταστήσωσι μᾶλλον
2595ἐπαγωγὸν καὶ μᾶλλον ὥριμον τὴν προκειμένην συζήτησιν.
2596Διότι ἐν πρώτοις, Κύριοι, περὶ τίνος πρόκειται; τί ἐπεδίωξεν ὁ
2597εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὁ ἀρχικὸς εἰσηγητὴς τοῦ νο-
2598μοσχεδίου καὶ ὁ σήμερον ἐκ νέου ὑποβαλὼν αὐτὸ ὑπὸ τὴν
2599νομοθετικὴν ψῆφον; Καὶ τίς εἶναι ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ; Φο-
2600βοῦμαι μὴ διαμαρτυρηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ τὸν
2601τρόπον, καθ’ ὃν ἐννοῶ νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις. Ἀλλ’ ἐγὼ μό-
2602λις κατώρθωσα νὰ ἐμποδίσω ἐμαυτὸν ἀπὸ τοῦ νὰ διαμαρτυ-
2603ρηθῶ κατὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ
2604διεξαχθῇ ἡ συζήτησις, τρόπου, ὃν εὑρίσκω ἐντελῶς πρωτότυ-
2605πον. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠθέλησε
2606νὰ περιορίσῃ τὴν συζήτησιν εἰς τὸ συνταγματικὸν ἢ ἀντισυν-
2607ταγματικὸν, εἰς τὸ παραδεκτὸν ἢ ἀπαράδεκτον τοῦ νομοσχε-
2608δίου. Ὁ Κανονισμός μας τοιοῦτόν τι δὲν διαγράφει· ἡ συζή-
2609τησις γίνεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ μετὰ τὴν
2610λῆξιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐπέρ-
2611χεται ἡ πρότασις περὶ ἀπαραδέκτου, ὅτε ἀναγκαίως τὸ ἀπα-
2612ράδεκτον ψηφοφορεῖται πρῶτον. Ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ
2613περιορίσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ καθαρῶς συνταγματικοῦ ἢ
2614ἀντισυνταγματικοῦ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ διὰ τοῦτο,
2615Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι, ἐξετάζων τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἱστο-
2616ρίαν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐξετάσω καὶ τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ, τὴν
2617ἀρχὴν αὐτοῦ οὐχὶ πλέον ἐν τῷ στενῷ κύκλῳ τῷ συνταγμα-
2618τικῷ ἢ ἀντισυνταγματικῷ, ἀλλ’ ἐν τῷ εὐρεῖ κύκλῳ τῆς ἀρ-
2619χῆς, ἡ ὁποία διὰ τῶν δύο διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου προ-
2620κύπτει. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι εὔλογος καὶ ἅγιος,
2621διότι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου οὐδὲν ἕτερον ἐπεδίωξεν, εἰμὴ
2622πῶς νὰ σώσῃ τοὺς δήμους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἕνεκα τῶν
2623ὑπερόγκων ἀποζημιώσεων εἰς τὴν ἀκμὴν νὰ πτωχεύσωσιν, ἢ
2624τοὐλάχιστον νὰ ἴδωσι καθισταμένην ἐπαχθεστέραν τὴν πτώ-
2625χευσιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ παρεσύροντο πάντες· τοιοῦτος δ’ ὢν ὁ
2626σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐγκριθῇ παρὰ
2627πάντων. Εἰσηγητὴς δὲ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ὑπῆρξεν ἡ νῦν
2628Κυβέρνησις, ὥστε νὰ θελήσῃ νὰ καταστήσῃ τὴν συζήτησιν
2629καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ζήτημα φιλοτιμίας ἑαυτῆς,
2630οὐδὲ πρόκειται περὶ ζητήματος πολιτικοῦ, ἀφοῦ ὁ σκοπὸς
2631τοῦ νομοσχεδίου ἀποκλείει πᾶσαν σκέψιν περὶ πολιτικοῦ νο-
2632μοθετήματος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀγορεύων ἐξέθηκε πῶς εἰσή-
2633χθη τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη κατὰ πρῶτον
2634τὸ 1894 καὶ ὑπεβλήθη κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς
2635προηγουμένης βουλευτικῆς περιόδου παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ
2636τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπέβλεπε δὲ, ὡς εἶπον, εἰς ἕνα σκοπὸν, ὁ
2637ὁποῖος δὲν δύναται, παρὰ νὰ θεωρηθῇ ὡς σωστικὸς ὑπὲρ τῶν
2638δήμων, εἰς τὴν διάσωσιν τῶν δήμων ἐκ τῶν ὑπερόγκων ἀπο-
2639ζημιώσεων, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέκυψαν ἐκ τῶν ῥυμοτομιῶν· ὁ
2640νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν ἢ νὰ
2641ἐπαναφέρῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἤδη ὑποβληθῆ
2642εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐγκατελείφθη, ἀκριβῶς ἕνε-
2643κα τῶν ἐλαττωμάτων αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο καὶ μόνον ἔπρεπε νὰ
2644ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν προσοχὴν τοῦ
2645νῦν ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι τὸ νομοσχέ-
2646διον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐκρίθη ὡς ἔχον τοιοῦτον σκοπὸν, καίτοι
2647ὑποβληθὲν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς Βουλῆς, ἐν τούτοις δὲν ἐπε-
2648ψηφίσθη. Διατὶ δὲν ἐπεψηφίσθη; διὰ τὰ ἐλαττώματα, τὰ
2649ὁποῖα ἐνέχει ἐν ἑαυτῷ, καὶ τὰ ἐλαττώματα αὐτὰ προκύ-
2650πτουσιν ἐκ τοῦ χαρακτῆρος, ὁ ὁποῖος ἐδόθη εἰς τὸ νομοσχέ-
2651διον. Ἀναδιφήσατε, Κύριοι, ὁλόκληρον τὴν ἱστορίαν ἡμῶν
2652τὴν νομοθετικὴν, δὲν θὰ εὕρητε ἐν αὐτῇ, εἰμὴ δύο νόμους ἑρ-
2653μηνευτικούς. Τοσοῦτον θεωροῦνται οἱ νόμοι οὗτοι ἔκτροποι,
2654τοσοῦτον θεωροῦνται οἱ τοιοῦτοι νόμοι ὡς δυνάμενοι νὰ θί-
2655ξουν συμφέροντα, δυνάμενοι νὰ ἐκπέσωσιν εἰς νόμους δημευτι-
2656κοὺς, καὶ μάλιστα ὅταν ἀποδίδωται αὐτοῖς ἡ ἔννοια, τὴν
2657ὁποίαν καὶ ἀπόψε ἀκόμη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἀπο-
2658δώσῃ εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὅταν ἀποδίδωται αὐ-
2659τοῖς δύναμις ἀναδρομική. Ἐκ προλήψεως δύναταί τις, ἐκ τοῦ
2660χαρακτηρισμοῦ ἑνὸς νόμου ὡς ἑρμηνευτικοῦ, νὰ περιπέσῃ εἰς
2661τὴν πλάνην περὶ τοῦ ὅτι ἀναγκαίως εἷς νόμος ἑρμηνευτικὸς
2662ἔχει πάντοτε δύναμιν ἀναδρομικήν. Ἡ τοιαύτη σκέψις δὲν εἶ-
2663ναι ὀρθή· εἶναι τόσον πλημμελὴς, ὥστε, ἂν δὲν καθιστᾷ τὸ
2664νομοσχέδιον πλημμελὲς, τὸ καθιστᾷ ὅμως δημευτικόν.
2665Ὡς εἶπον, γνωρίζομεν, Κύριοι, ἤδη καὶ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν
2666ἱστορίαν τοῦ νομοσχεδίου, δυνάμεθα δὲ νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ
2667κατ’ οὐσίαν χωρὶς νὰ ὑπολάβωμεν ὅτι ἡ ἀπόῤῥιψις ἢ ἡ παρα-
2668δοχὴ αὐτοῦ θίγει οἱανδήποτε φιλοτιμίαν, ἀφοῦ καὶ ὁ σκοπὸς
2669αὐτοῦ εἶναι σκοπὸς, ὅστις ὑπηγορεύθη ἐκ μιᾶς καλῆς προθέ-
2670σεως, καὶ ὁ εἰσηγητὴς ἀνήκει εἰς παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν.
2671Τί εἴχομεν καὶ τί πρόκειται νὰ ἑρμηνεύσωμεν; Εἴχομεν τὸ
2672διάταγμα τοῦ 1836, τὴν τροποποίησιν τῶν σχετικῶν διατά-
2673ξεων τοῦ ὁποίου ἀναφέρει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχε-
2674δίου ἐν ἀρχῇ, κατόπιν δὲ τοῦ διατάγματος τοῦ 1836 εἴχομεν
2675τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 34 § αʹ τοῦ νόμου τοῦ 1867 περὶ
2676ὁδοποιΐας. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν
2677ἐπὶ τὴν διάταξιν ταύτην, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώ-
2678σκει): «Ἡ πρόσκτησις τῶν ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχια-
2679»κῶν ὁδῶν καταλαμβανομένων ἰδιωτικῶν γαιῶν καὶ κτημά-
2680»των γίνεται εἰς βάρος τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν
2681»ὁδικῶν τῶν ἐπαρχιῶν φόρων. Ἐξαιροῦνται τὰ ἐν ταῖς πό-
2682»λεσι καὶ κώμαις τμήματα αὐτῶν, ὧν τὸ ἔδαφος ἀποζημι-
2683»οῦται κατὰ τὰς γενικὰς περὶ ῥυμοτομίας τῶν πόλεων καὶ
2684»κωμῶν διατάξεις· αἱ δὲ ὑπὸ τῶν δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν
2685»καταλαμβανόμεναι γαῖαι, ἐὰν μὲν ὦσιν ἐθνικαὶ, παραχω-
2686»ροῦνται δωρεὰν, ἐὰν δὲ ἰδιωτικαὶ, ἡ πρόσκτησις αὐτῶν ἐπι-
2687»βαρύνει τοὺς δήμους.»
2688Ἡ παράγραφος αὕτη τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ περὶ ὁδοποιΐας
2689νόμου εἶναι τόσον σαφὴς, ὥστε ἀληθῶς θαυμάζει τις, ὄχι
2690μόνον ὅτι ἐπέρχεται τὸ νομοσχέδιον πρὸς ἑρμηνείαν αὐτῆς,
2691ἀλλ’ ὅτι ἐπῆλθον ἀποφάσεις διαφόρως ἑρμηνεύσασαι τὴν ἐν
2692λόγῳ διάταξιν. Αἱ ἀποφάσεις αὗται ποῦ ἐστηρίχθησαν;
2693Ἐστηρίχθησαν εἰς τὸ πρῶτον μέρος τοῦ βʹ ἐδαφίου τῆς ἀνα-
2694γνωσθείσης αʹ § τοῦ ἄρθρου 34,—αἱ ἀντιθέτως ἑρμηνεύσα-
2695σαι, ἐννοῶ, ἀποφάσεις τὴν διάταξιν,—κατὰ τὸ ὁποῖον μέρος
2696«ἐξαιροῦνται τὰ ἐν ταῖς πόλεσι καὶ κώμαις τμήματα αὐ-
2697τῶν». Λοιπὸν εἶπον αἱ ἀποφάσεις, αἱ ἀντιθέτως καὶ συμφώ-
2698νως μὲ τὸ νομοσχέδιον ἑρμηνεύσασαι τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ
2699ἄρθρου 34 τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου, εἶπον ὅτι, ἀφοῦ πρόκει-
2700ται περὶ τμημάτων γαιῶν, ἕπεται ὅτι ἡ ἀποζημίωσις δὲν
2701χορηγεῖται πλέον ὡς πρὸς τὰ τμήματα ταῦτα παρὰ τῶν
2702δήμων, ἀλλὰ συμφώνως μὲ τὰς γενικὰς διατάξεις περὶ πόλεων
2703καὶ κωμῶν, δηλαδὴ συμφώνως μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου
270422 τοῦ διατάγματος τοῦ 1836. Ἀλλὰ ἀμέσως δύναταί τις
2705νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι οὕτω δὲν θὰ εἶχεν ἔννοιαν ἡ διάταξις τοῦ
2706τελευταίου μέρους τῆς § αʹ τοῦ ἄρθρου 34, διότι θὰ εὑρισκό-
2707μεθα πρὸ μιᾶς προφανοῦς ἀντινομίας, ἀφοῦ λέγει ἡ διάταξις
2708αὕτη «αἱ δὲ ὑπὸ τῶν δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν ὁδῶν κατα-
2709λαμβανόμεναι γαῖαι, ἐὰν μὲν ὦσιν ἐθνικαὶ, παραχωροῦνται
2710δωρεὰν, ἐὰν δὲ ἰδιωτικαὶ, ἡ πρόσκτησις αὐτῶν ἐπιβαρύνει
2711τοὺς δήμους.» Θὰ ἐνόουν τὴν ἀντίθετον ἑρμηνείαν, ἐὰν τὸ αʹ
2712ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μόνον εἰς τὰς ἐθνικὰς καὶ ἐπαρχια-
2713κὰς ὁδοὺς, δὲν ἐκυρίευε τοῦ πρώτου μέρους τοῦ βʹ ἐδαφίου
2714τῆς § αʹ τοῦ ἄρθρου 34. Μόνον τὸ τελευταῖον κῶλον αὐτοῦ
2715ἀφορᾷ εἰς τὰς δημοτικὰς καὶ ἀγροτικὰς ὁδούς.
2716Ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν λοιπὸν τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ
2717νόμου τοῦ 1867 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία·
2718ἐπῆλθον ὅμως δικαστικαὶ ἀποφάσεις, αἵτινες ἑρμήνευσαν ἀντι-
2719θέτως καὶ πρὸς τὸ γράμμα καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς διατά-
2720ξεως ταύτης, καὶ ἐντεῦθεν ἐνόμισεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχε-
2721δίου,—ἀδιαφόρως τίς ἦτο οὗτος,—ὅτι ὤφειλε νὰ ἐπιληφθῇ
2722τοῦ ζητήματος, καὶ στηριζόμενος εἰς τὸ ἄρθρον 26 τοῦ Συν-
2723τάγματος, νὰ ζητήσῃ, ὅπως αὐθεντικῶς ἑρμηνευθῇ ἡ ἐν λόγῳ
2724διάταξις.
2725Ἀλλὰ, Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι, ἂν εἰς
2726τὸν νόμον αὐτὸν τὸν ἑρμηνευτικὸν ἀποδώσωμεν δύναμιν ἀνα-
2727δρομικὴν, θὰ τὸν καταστήσωμεν δημευτικόν. Καὶ δὲν ἔχομεν
2728μὲν συνταγματικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία νὰ περιορίζῃ ἡμᾶς τοῦ
2729νὰ νομοθετῶμεν ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν, νὰ ὁρίζωμεν ὅτι αἱ
2730διατάξεις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δύνανται νὰ κανονίσωσι
2731καὶ τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐσκέφθη, ὅτι τὸ τερα-
2732τῶδες τοῦτο δύναται νὰ λάβῃ χώραν. Εἰς ἄλλα συνταγμα-
2733τικὰ Κράτη ἐθεώρησαν ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ ἀναδρομικοῦ τῶν νό-
2734μων εἶναι τόσον σπουδαία, διότι ἀποτελεῖ αὐτὴν τὴν βάσιν,
2735αὐτὸ τὸ βάθρον τῆς ἰδιοκτησίας, ὥστε κατέστησαν ἐκείνην
2736τὴν ἀρχὴν συνταγματικὴν διάταξιν. Παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει
2737τοιαύτη, καὶ εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ νομοθετήσωμεν καὶ διὰ τὸ
2738παρελθόν. Ἀλλὰ παρακαλῶ οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν νὰ μοὶ
2739ὑποδείξῃ ἓν μόνον παράδειγμα, μετὰ πεντηκονταετῆ συνταγ-
2740ματικὸν βίον, νόμου οὐχὶ πλέον ἑρμηνευτικοῦ, διότι τοιοῦτος
2741δὲν ὑπάρχει εἰς τὰ χρονικὰ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, ἀλλὰ νό-
2742μου οἱουδήποτε, κανονίζοντος σχέσεις ἰδιωτικὰς διὰ τὸ παρελ-
2743θόν. Καὶ διὰ τοῦτο παρετήρησα πρὸ ὀλίγου εἰς τὸν ἐξ Εὐ-
2744ρυτανίας ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ νὰ
2745θεωρήσῃ ὅτι ἀναγκαίως ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος ἔχει ἀναδρομι-
2746κὴν δύναμιν. Ἐξ ἐναντίας, ἐὰν θέλητε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν
2747τοὺς συγγραφεῖς, οἵτινες πραγματεύονται περὶ τῆς ἰσχύος τῶν
2748νόμων καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν νόμων τῶν ἑρμηνευτικῶν,
2749θέλετε εὕρει τὸ ἀντίθετον ἀναγραφόμενον· δὲν ἔχετε παρὰ νὰ
2750συμβουλευθῆτε ὅ,τι προχείρως ἐδῶ ἐζήτησα εἰς τὸν Dalloz
2751ἐν λέξει Lois, σελ. 191 § 463, καὶ ὡς ὑποσημείωσιν θὰ εὕ-
2752ρητε τὴν ἔκθεσιν τοῦ Persil, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τὸν νόμον
2753τὸν σχετικὸν πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ
2754Ἀκυρωτικοῦ τῆς Γαλλίας, ἐν τέλει δὲ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως
2755θὰ εὕρητε αὐτὰ (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ τετε-
2756λεσμένα γεγονότα, ταῦτα δὲν ὑποπίπτουσι, δὲν δύνανται ποτὲ
2757νὰ ὑποπέσωσιν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ νομοθέτου. Ἡ ἐκ-
2758τίμησις αὐτῶν, ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τῶν νομικῶν ζητημάτων,
2759ἅτινα προκύπτουσιν, ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ δικαστή-
2760ρια.» Οὕτω πως ἐκτιμᾶται τὸ ζήτημα τῆς δυνάμεως τῶν
2761ἑρμηνευτικῶν νόμων.
2762§129ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
2763§130ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος, ἐκ τοῦ ὅτι εἶναι ἑρμη-
2764νευτικὸς, δὲν ἔχει ἀφ’ ἑαυτοῦ δύναμιν ὀπισθενεργόν· ἐὰν δὲ
2765θελήσητε νὰ δώσητε αὐτῷ δύναμιν ὀπισθενεργὸν, θὰ τὸν κατα-
2766στήσητε νόμον δημευτικὸν, καὶ θὰ κάμητε καί τι πλέον, θὰ
2767εἰσέλθητε εἰς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τῆς δικα-
2768στικῆς ἐξουσίας, θὰ ἀντιποιηθῆτε ξένα δικαιώματα, θὰ
2769καταστήσητε τελείαν πλέον τὴν σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν.
2770Περὶ αὐτοῦ, Κύριοι, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, οὐδεὶς
2771δὲ ἐν πεπολιτισμένῳ καὶ συνταγματικῷ Κράτει δύναται νὰ
2772σκεφθῇ διαφόρως.
2773Ἀλλ’ ἐὰν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, πρὸς τί τὸ προκεί-
2774μενον νομοθέτημα, καὶ πρὸς τί ἡ ὅλη συζήτησις; Πρόκειται
2775νὰ σώσωμεν τοὺς δήμους; Ὡς πρὸς τὸ παρελθόν, ἡ παρέμβα-
2776σις ἡμῶν ἤθελε χαρακτηρισθῆ ὡς ἀσέβεια, ὡς προσβάλλουσα
2777κεκτημένα δικαιώματα· ἐὰν ἀπεδίδομεν εἰς τὸ νομοθέτημα
2778ἡμῶν ἰσχὺν διὰ τὸ παρελθόν, ἠθέλομεν καταστήσει αὐτὸ, ἂν
2779ὄχι ἀντισυνταγματικὸν, ἀλλὰ δημευτικόν. Ὡς πρὸς τὸ μέλ-
2780λον, βεβαίως εἶναι ἐλεύθερος ὁ νομοθέτης νὰ λάβῃ οἱονδή-
2781ποτε μέτρον. Καὶ τίς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ ἡμᾶς σήμερον νὰ
2782ψηφίσωμεν ὅτι οὕτως ἢ ἄλλως θέλει ἀποζημιωθῆ ἐκεῖνος, τοῦ
2783ὁποίου κατὰ τὸ μέλλον θέλει καταληφθῆ ἰδιοκτησία λόγῳ
2784δημοσίας ἢ δημοτικῆς ἀνάγκης; Ἀρκεῖ κατὰ τὸν καθορισμὸν
2785τοῦ τρόπου νὰ συμμορφωθῶμεν μὲ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συν-
2786τάγματος, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τὸ ἀπαραβίαστον τῆς ἰδιοκτη-
2787σίας, εἰμὴ διὰ λόγον δημοσίας ἀνάγκης καὶ μετὰ προηγου-
2788μένην ἀποζημίωσιν. Ἀλλὰ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἔννοια καὶ
2789ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου ἐκ μέρους τοῦ ἀρχικοῦ εἰσηγητοῦ
2790αὐτοῦ; Βεβαίως ὄχι, καὶ ἐδῶ προκύπτουσι πάντα τὰ ἄτοπα
2791τοῦ νομοσχεδίου.
2792Δὲν ἐπρόκειτο, Κύριοι, νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς ἀποζη-
2793μιώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν, ὧν ἀφαιρεῖται ἡ ἰδιοκτησία χάριν
2794δημοτικῆς ἀνάγκης· διὰ τούτου μόνον ἐπρόκειτο νὰ ἀφαιρεθῇ
2795ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐκτιμήσῃ
2796κατὰ πόσον ὁ ἰδιοκτήτης δύναται νὰ προσφύγῃ ἐνώπιον τῶν
2797δικαστηρίων καὶ νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ δήμου ἀποζημίωσιν
2798διὰ τὸ λόγῳ δημοτικῆς ἀνάγκης καταληφθὲν γήπεδόν του,
2799διὰ τὸ λόγῳ δημοτικῆς ἀνάγκης καταληφθὲν κτῆμα αὐτοῦ.
2800Ἐὰν δὲ ἀφαιρέσητε τὸν σκοπὸν τοῦτον, ὁ ὁποῖος καθιστᾷ
2801τὸ νομοσχέδιον ἐντελῶς δημευτικὸν, μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφι-
2802βολίαν, ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην νόμου ἑρμηνευτικοῦ, ἀλλὰ
2803ἔχετε ἀνάγκην ἁπλοῦ νομοσχεδίου, κανονίζοντος τὸν τρόπον
2804τῆς ἀποζημιώσεως, καὶ τοιοῦτον νομοσχέδιον δύναται προ-
2805χείρως τις νὰ συντάξῃ. Ἀλλ’ ἀπέβλεψεν ὁ ἀρχικὸς εἰσηγητὴς
2806αὐτοῦ εἰς τὸ νὰ ἔλθῃ νὰ ὑποκατασταθῇ εἰς τὰ δικαιώματα
2807τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, νὰ ὑποκαταστήσῃ εἰς τὰ δικαιώ-
2808ματα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τὴν ἐξουσίαν τὴν νομοθετι-
2809κὴν, νὰ κρίνῃ αὕτη περὶ πασῶν ἐκείνων τῶν σχέσεων, αἱ
2810ὁποῖαι κατεστάθησαν κατόπιν τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλο-
2811τριώσεως, ἥτις ἐπῆλθε λόγῳ ῥυμοτομίας δημοτικῆς. Ἀλλὰ
2812ὅταν τοιοῦτος ἦναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, δυνάμεθα καὶ
2813ἐπὶ στιγμὴν νὰ σταματήσωμεν καὶ νὰ θεωρήσωμεν ὅτι ὁ
2814σκοπὸς αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ
2815δικαιώματα ἡμῶν, καὶ νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι δὲν ἐξερχόμεθα τῆς
2816δικαιοδοσίας ἡμῶν, τῆς ἁρμοδιότητος ἡμῶν, ἐπιλαμβανόμε-
2817νοι τῆς κρίσεως καὶ τῆς ἐκτιμήσεως ἰδιωτικῶν διαφορῶν δι-
2818καιωμάτων κεκτημένων, εἰς τὴν δήμευσιν τῶν ὁποίων σκο-
2819πεῖ τὸ νομοσχέδιον;
2820Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ὅταν οὕτως ἐκτιμηθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ
2821νομοσχεδίου, ὅταν οὕτως ἐξετασθῇ, οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ
2822διάφορον γνώμην περὶ τοῦ τί δεῖ ποιεῖν ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ τὴν
2823γνώμην περὶ τοῦ τί πρέπει νὰ πράξωμεν καὶ περὶ τοῦ τί
2824ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου, ὁ ἀρχικὸς αὐ-
2825τοῦ εἰσηγητὴς τὴν ἐξεδήλωσε, τὴν ἐξεδήλωσε μὴ ἐπιμείνας
2826εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω διατὶ οἱ ἀξιότιμοι
2827νῦν Ὑπουργοὶ θὰ ἐπιμείνωσι μᾶλλον τοῦ πραγματικοῦ εἰση-
2828γητοῦ αὐτοῦ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ὅταν πρὸς τοιαύτας
2829ἀρχὰς προσκρούῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ τοιαύτας δυσχερείας
2830δημιουργῇ.
2831Τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως εἶναι συντεταγμένον, βε-
2832βαίως καθιστᾷ αὐτὸ ἀντισυνταγματικὸν, ἂν ὁ σκοπὸς αὐτοῦ
2833τὸ ἀποδεικνύῃ δημευτικὸν, τὸ καθιστᾷ ἀντισυνταγματικὸν,
2834διότι ὁρίζει, ὅτι «ὡς πρὸς τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ καταλαμβα-
2835νομένου ἐδάφους ἐφαρμόζονται αἱ γενικαὶ διατάξεις περὶ ῥυ-
2836μοτομίας.» Ποῦ ὑπάρχει ἐδῶ ὁ ὅρος ὁ ἀπαραίτητος, τὸν
2837ὁποῖον καθιέρωσε τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, τῆς προη-
2838γουμένης ἀποζημιώσεως διὰ τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίω-
2839σιν τῆς ἰδιοκτησίας; Βεβαίως δὲν ὑπάρχει. Εὑρίσκω ἕνα ἀγα-
2840θώτατον σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἶπον ἀπ’ ἀρχῆς, ἀλλὰ
2841προσέξατε, Κύριοι, μὴ πρὸς ἱκανοποίησιν ἑνὸς ἀγαθοῦ σκοποῦ
2842θέσητε χεῖρα βέβηλον ἐπὶ τὴν ἰδιωτικὴν ἰδιοκτησίαν, ἡ ὁποία
2843καθιστᾷ τὴν βάσιν πάσης πεπολιτισμένης Πολιτείας· οὐδὲ μὲ
2844συγκινοῦν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν ἐνταῦ-
2845θα, περὶ τοῦ ὅτι, ἀφοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπλέομεν εἰς ὠκεα-
2846νὸν ἀντισυνταγματικοτήτων — ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου
2847πάντοτε ἐν ὠκεανῷ πλέει (ἱλαρότης) — δὲν θὰ πάθωμεν τί-
2848ποτε, ἐὰν πλεύσωμεν ἐντὸς τοῦ Σαρωνικοῦ κόλπου...
2849§131Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παρετήρησα, ὅτι ἐπὶ
2850τόσα ἔτη δημεύεται ἡ περιουσία τοῦ κόσμου, καὶ οὐδεὶς ἐξ
2851ὑμῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἤγειρε φωνὴν διαμαρτυρίας.
2852§132ΡΑΛΛΗΣ. Μέχρι τοῦδε, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπῆρξεν
2853ἀντισυνταγματικότης τις ἐπὶ τοῦ πρώτου κώλου τοῦ αʹ
2854ἐδαφ. τοῦ ἄρθρου 34, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰς ἀποζημιώσεις
2855τῶν λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης παρὰ τῆς ἐπικρατείας δι’ ἐπαρ-
2856χιακὰς ἢ ἐθνικὰς ὁδοὺς καταλαμβανομένων οἰκοπέδων· ἀλλὰ
2857σήμερον, Κύριοι, ἐὰν ὁμολογῆτε ὅτι ὑπῆρξεν ἀντισυνταγμα-
2858τικότης, τὴν ἀντισυνταγματικότητα ταύτην τὴν ἐπεκτείνετε
2859καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς καταλήψεως τῆς ἰδιωτικῆς ἐκ-
2860τάσεως παρὰ δημοτικῶν ὁδῶν. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν ἐντο-
2861λὴν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ ἱππότης τοῦ Κερβάντε, νὰ πολεμῶ-
2862μεν κατ’ ἀνεμομύλων καὶ νὰ ξιφουλκῶμεν κατ’ αὐτῶν, ὁσά-
2863κις μᾶς ἔρχηται αὐτὴ ἡ ὄρεξις· ἔχομεν τὴν ἐντολὴν νὰ συζη-
2864τῶμεν ἐπὶ θετικοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑπο-
2865βαλλομένων, καὶ ἐὰν ἠθέλομεν πράξει ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον
2866ἤλεγχεν ἡμᾶς ὁ συμπολίτης μου, φαντασθῆτε τί πανδαιμόνιον
2867θὰ ἐγίνετο ἐνταῦθα μὲ τὴν ἀληθῶς παράδοξον νομοθεσίαν, ἡ
2868ὁποία μᾶς διέπει.
2869Εἶναι παράδοξος δὲ καὶ ἔκτροπος ἡ νομοθεσία ἡμῶν, διότι
2870ἔχομεν νόμους ψηφισθέντας καὶ δημοσιευθέντας πρὸ τῶν δύο
2871Συνταγμάτων, καὶ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἀντίκειται πρὸς ῥητὰς
2872διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐὰν δὲ ἠθέλομεν πράξει αὐτὸ, τὸ
2873ὁποῖον συμβουλεύετε, νὰ ἀρχίσωμεν νὰ ξιφουλκῶμεν καθ’ ὅλων
2874αὐτῶν τῶν διατάξεων, ἀλλοίμονον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν
2875καὶ τὰ ἔργα οἱασδήποτε Κυβερνήσεως! Παρουσιάζεται σή-
2876μερον μία διάταξις, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐπεκτείνῃ μίαν
2877ἀντισυνταγματικὴν διάταξιν καὶ ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους· ἔχομεν
2878καθῆκον νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ
2879νὰ ζητήσωμεν, ὅπως μὴ ἡ ἀντισυνταγματικότης, ἡ ὁποία
2880περιλαμβάνεται εἰς τὸ πρῶτον κῶλον τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρ-
2881θρου 34 ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ δευτέρου κώλου
2882τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 34. Αὐτὸ πράττομεν, καὶ παρα-
2883καλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἀπο-
2884δεικνύεται λίαν προσεκτικὴ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, νὰ μὴ
2885συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἀντισυνταγματικότητος.
2886Ἀλλ’ ἵνα συγκινήσῃ ἡμᾶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
2887εἶπε: «Καὶ πῶς δὲν σκέπτεσθε νὰ περιφρουρήσητε τὴν ἰδιω-
2888»τικὴν κτῆσιν; Φρονεῖτε ὅτι ὑπάρχει ἀντισυνταγματικότης
2889»ἐκ τοῦ ὅτι πρόκειται νὰ ἐπιβάλητε εἰς τοὺς παροδίους ἢ
2890»εἰς αὐτὸν τὸν ἰδιοκτήτην, ὁ ὁποῖος κατόπιν τῆς ῥυμοτομίας
2891»ἀπόλλυσι τὴν ἰδιοκτησίαν του, νὰ ἀποζημιώσῃ ἑαυτὸν,
2892»ἀλλὰ τάχα δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικότης τὸ νὰ ἐπιβά-
2893»λητε εἰς δήμους χρεωκοπημένους ν’ ἀποζημιώσωσι τὸν ἰδιο-
2894»κτήτην, τοῦ ὁποίου καταλαμβάνεται ἡ ἰδιοκτησία ἀπὸ
2895»δημοτικὴν ῥυμοτομίαν;» Οὐδεμία ἀντισυνταγματικότης
2896ὑπάρχει εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν, διότι οὐκ ἂν λάβοις
2897παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος. Εἶναι ὁ νόμος τῆς πτωχεύσεως, καὶ
2898ὁ δανειστὴς τοῦ πτωχοῦ, εἴτε δῆμος εἶναι οὗτος, εἴτε ἰδιώ-
2899της, θὰ πληρωθῇ μὲ τὸ νόμισμα τῆς πτωχεύσεως, καὶ πλη-
2900ρόνεται μὲ τὸ νόμισμα τῆς πτωχεύσεως, ὅπερ καθιέρωσεν ὁ
2901νομοθέτης, μὲ τὸ πεμπτημόριον· ἀλλ’ ἡ προηγουμένη ἀπο-
2902ζημίωσις ἀναγράφεται ὅλοις γράμμασι καὶ ἐκτελεῖται καὶ ὡς
2903πρὸς τοὺς δήμους αὐτοὺς τοὺς χρεωκοπημένους. Ἴσως ἀκρι-
2904βῶς ἡ κατάστασις τῶν δήμων ὤφειλε νὰ μᾶς φέρῃ εἰς σκέ-
2905ψεις ὡριμωτέρας ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν αὐτῶν, ὡς πρὸς τὰ
2906τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν καὶ ὡς πρὸς τὰ τῆς ὁδοποιΐας αὐτῶν.
2907Καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῆς
2908τελευταίας ταύτης σκέψεως. Ἐὰν ἀφαιρέσητε καὶ αὐτὸν τὸν
2909χαλινὸν ἀπὸ τοὺς δήμους, ἐὰν εἴπητε εἰς αὐτοὺς, ὅτι δύ-
2910νανται νὰ ἀνοίγωσι δρόμους καὶ νὰ καθιστῶσιν ἀγυιὰς, χωρὶς
2911νὰ ἔχωσι φόβον νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸ δημοτικὸν ταμεῖον, νὰ
2912ἦσθε βέβαιοι, ὅτι οὐδεμία κτῆσις ἰδιωτικὴ ὑπάρχει ἀσφαλὴς
2913ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν· διότι ἔχομεν τὴν διάταξιν ἐν τῷ
2914περὶ ὁδοποιΐας νόμῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν «ἡ κατασκευὴ τῶν
2915»δημοτικῶν ὁδῶν ἀποφασίζεται ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμ-
2916»βουλίων, ἐγκρίσει τοῦ νομάρχου, ἤ, ἐν ἀρνήσει αὐτῶν, μετὰ
2917»προηγουμένην πρὸς τοῦτο πρόσκλησιν, ὑπὸ μόνου τοῦ νο-
2918»μάρχου, τοῦ ὁποίου αἱ ἀποφάσεις ὑπόκεινται εἰς ἔφεσιν.»
2919Ἀλλ’ ἐὰν σχετικῶς πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην ψηφίσητε,
2920ὅτι ὁ δῆμος εἰς οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν ὑπόκειται, δὲν φοβεῖ-
2921σθε ὅτι ἡ ἰδιοκτησία τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν θὰ γείνῃ ἔρμαιον
2922τῶν μικροεμπαθειῶν καὶ μικροσυμπαθειῶν τῶν τοπικῶν καὶ
2923δημοτικῶν, ὅτι αὐτὰ τὰ μικροσυμφέροντα τὰ τοπικὰ θὰ
2924ξεσπάσωσιν ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας;
2925Κύριοι, αὗται εἶναι αἱ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι μὲ ἤγαγον εἰς
2926τὸ βῆμα. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν
2927αἴτησιν, ὅπως ἐκφέρῃ τὴν ἀπόφασίν της ἡ Βουλή, νὰ ἀφήσῃ
2928νὰ ἐξετασθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὄχι πρὸς τὸν σκοπὸν παρελκύ-
2929σεως, ἀλλ’ ὅπως ἐξετασθῇ σπουδαίως καὶ οὐσιαστικῶς παρὰ
2930συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι νὰ δύνανται νὰ ἐκφέρωσιν ἐπ’ αὐτοῦ
2931γνώμην ὀρθὴν, διαφωτίζοντες τὴν Βουλήν, δυναμένην νὰ καθο-
2932ρίσῃ καὶ τὰς συνεπείας ἑνὸς τοιούτου νομοθετήματος διὰ τὸ
2933μέλλον.
2934§133ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πάλη ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου κα-
2935ταντᾷ κἄπως ἐμφύλιος πόλεμος· διότι ἐγὼ εἶπον, ὅτι κατ’
2936οὐσίαν δὲν εἶμαι σύμφωνος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ περιτ-
2937τὸν νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι σύμφωνος ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐ-
2938δεμιᾶς ἄλλης χροιᾶς μετέχει ἢ τοῦ καθαρῶς νομοθετικοῦ χα-
2939ρακτῆρος· καὶ ἀπεδείχθη τοῦτο ἀκόμη ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
2940ὡμίλησαν ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὡς πρὸς ἓν ἄλλο
2941θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. συνάδελφος, δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ
2942ἄλλον θερμότερον συνήγορον ἢ ἐμὲ αὐτόν. Ὡς πρὸς τὸ ζή-
2943τημα τοῦ καθαρῶς σφαλεροῦ, τοῦ καθαρῶς ἀποτροπαίου,
2944τολμῶ εἰπεῖν, τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως τῶν νόμων, τῷ
2945ὄντι ἄδικος ἀποβαίνει ἡ ἀναδρομικὴ δύναμις τῶν νόμων, καὶ
2946ὑπάρχουσι τῳόντι νομικοί, οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦσι τὸ δι-
2947καίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ δίδῃ ἀναδρομικὴν
2948δύναμιν εἰς τοὺς νόμους. Ἄλλο τὸ ζήτημα, ὅτι τοῦτο εἶναι
2949ἐναντίον τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος
2950συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία σταματᾷ ἐξε-
2951τάζουσα μόνον, τί εἶναι καὶ τί δὲν εἶναι ἐναντίον τῶν ἀρχῶν
2952τοῦ δικαίου. Καὶ τί ἆρά γε ἄδικον δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἡ
2953νομοθετικὴ ἐξουσία, τί δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἐναντίον τῶν
2954ἀρχῶν τοῦ δικαίου τῶν γενικῶν; Ὑποθέσατε πρὸς στιγμήν,
2955ὅτι πρόκειται περὶ ποινικοῦ νόμου, ὅτι ὁμολογουμένως πρᾶ-
2956ξίς τις, ὑπὸ τὴν ἰσχὺν ἑνὸς νόμου πραχθεῖσα, τιμωρεῖται κατ’
2957αὐτὸν διὰ κεφαλικῆς ποινῆς, ἔρχεται δ’ εἶτα ἄλλος νόμος,
2958ὁ ὁποῖος εἰς τὴν αὐτὴν πρᾶξιν ἐπιβάλλει πρόστιμον. Βεβαίως
2959ἡ ἀναδρομικὴ δύναμις εἶναι ὅλως ἄδικος, ἀλλ’ ἀφίεται εἰς
2960τὴν σύνεσιν καὶ περίσκεψιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ μὴ
2961ψηφίσῃ ἀναδρομικὸν νόμον. Εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλὰ
2962ὅταν φύγητε ἀπὸ αὐτὸ τὸ στάδιον, δύνασθε νὰ εὕρητε, ὅτι
2963δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν τι ἡ ἀναδρομικὴ δύναμις τῶν
2964νόμων.
2965Ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, λέγοντα ὅτι, ἐὰν
2966ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κανονίσητε δι’ αὐτοῦ τοῦ νό-
2967μου, ἀφορᾷ μόνον εἰς τὸ μέλλον, οὐδὲν ἔχει τὸ ἀντισυνταγμα-
2968τικόν· καὶ τῷ ὄντι οὐδὲν ἀντισυνταγματικὸν ὑπάρχει ἐν τούτῳ.
2969Λοιπόν, οὕτως ἢ ἄλλως ἀποφασίζοντες, εἰς οὐδεμίαν διάτα-
2970ξιν τοῦ Συντάγματος ἔχετε νὰ προσκρούσητε. Ἀλλὰ, λέγουσιν,
2971εἶναι ἀντισυνταγματικόν, διότι ἀνατρέχει εἰς τὸ παρελθόν. Ἐὰν
2972ἀνατρέχῃ εἰς τὸ παρελθὸν, τοῦτο προκύπτει ἐκ τῆς ἰδιότητος
2973τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου. Ἐὰν ἐν τούτῳ ὑπάρχῃ ἀντισυνταγ-
2974ματικότης, πρέπει νὰ καταγγείλητε τὸν ἑρμηνευόμενον νόμον,
2975ἢ πρέπει νὰ καταγγείλητε τὰς διατάξεις τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δι-
2976καίου, εἰς τὰς ὁποίας παραπέμπουσιν οἱ νομοδιδάσκαλοι αὐ-
2977τοί. Καὶ ἂν θέλητε νὰ ἀρχίσητε τὴν καταγγελίαν, δύνασθε
2978νὰ ἀρχίσητε ἀπὸ νομοδιδάσκαλον ἐγγύτερον, τὸν Οἰκονομίδην,
2979ὁ ὁποῖος λέγει: «Ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος εἶναι μέρος ἀδιάσπα-
2980στον τοῦ ἑρμηνευομένου νόμου καὶ ἐφαρμόζεται εἰς πάντα τὰ
2981θέματα, τὰ εἰς τοῦτον ὑπαγόμενα· ἄρα ἔχει ἀναδρομικὴν
2982δύναμιν.» Καὶ ἀλλαχοῦ: «Ὁ νομοθέτης εἶναι παντοδύναμος·
2983ἑπομένως δύναται νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἰσχὺν τοῦ νέου νόμου καὶ
2984εἰς τὸ παρελθὸν, εἴτε ῥητῶς, εἴτε σιωπηρῶς.» Καὶ κατωτέρω:
2985«Ἀναδρομικὴν δύναμιν ἔχουσι προσέτι καὶ οἱ ἑρμηνευτικοὶ νό-
2986μοι, διότι οὗτοι ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ ἑρμηνευομένου νόμου
2987καὶ θεωροῦνται οἱονεὶ σύγχρονοι αὐτοῦ· μάλιστα δὲ ἐφαρμο-
2988στέοι εἰσὶν οὗτοι καὶ ὑπὸ τῶν Ἐφετῶν...» Καὶ παραπέμπει
2989κατωτέρω εἰς τὸν Windscheid § 33 σημ. 5, εἰς τὸν Vanger.
2990§ 26 σ. 59 ἀριθ. 2, καὶ εἰς ἄλλους νομοδιδασκάλους.
2991Λοιπὸν κατὰ τοὺς ἐξόχους τούτους νομοδιδασκάλους ὁ ἑρμη-
2992νευτικὸς νόμος εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἀναδρομικός. Εἰς ποίαν λοι-
2993πὸν διάταξιν τοῦ νόμου εὑρίσκετε τὴν ἀντισυνταγματικότητα;
2994εἰς τὸ ὅτι πρόκειται νὰ πληρόνωσιν οἱ δῆμοι ἢ τὰ ἄτομα;
2995Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν, τότε θὰ μᾶς εὕρητε συμφώ-
2996νους εἰς ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἴπετε, καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα.
2997Ἐνῷ λοιπὸν εἴμεθα συμφωνότατοι, ὅτι πᾶσα ἀναδρομὴ τοῦ
2998νόμου εἰς τὸ παρελθὸν προσβάλλει τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ
2999δικαίου, ἀφ’ ἑτέρου εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὴν δύναμιν
3000τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην τῶν νόμων ἡ συντακτικὴ ἐξουσία
3001τὴν ἀφῆκεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Οὐδὲν ὑπάρχει λοι-
3002πὸν ζήτημα ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον πρέ-
3003πει ν’ ἀποφασισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι ὅτι, λαμβανομένου
3004ὑπ’ ὄψιν τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ ὡς νόμου, τοῦ ὁποίου ἡ ψή-
3005φισις ὑποθέτει νομικὴν ἔρευναν καὶ ἐξέτασιν ἐπανειλημμένην,
3006ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ συμβουλευθῇ προσηκόντως τὰ ἴδια αὑ-
3007τῆς φῶτα, νὰ τὰ συμβουλευθῇ ὑπὸ ἔποψιν ἐπιστημονικὴν καὶ
3008ὑπὸ ἔποψιν νομοθετικήν, ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ καὶ ποία εἶναι
3009ἡ ἔννοια τῶν μέχρι τοῦδε ἰσχυόντων νόμων, ἵνα μὴ ἀπομα-
3010κρυνθῇ ἀπ’ αὐτῶν· διότι, ἐὰν πρόκειται ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀπ’
3011αὐτῶν, τότε δὲν πρέπει νὰ κάμῃ νόμον ἑρμηνευτικὸν, πρέπει
3012νὰ ψηφίσῃ νόμον κανονικὸν καὶ συνήθη διὰ τὸ μέλλον. Καὶ
3013ἐὰν βλέπῃ ὅτι ἡ ἰδέα ἑρμηνείας τοῦ νόμου εἶναι ἁπλοῦν
3014πρόσχημα, τότε πρέπει τὴν ἑρμηνείαν νὰ τὴν ἀφήσῃ εἰς τὴν
3015δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἵνα μὴ ἔχωμεν ἐκεῖνο τὸ χάος, ἵνα μὴ
3016ἔχωμεν τὰ φαινόμενα τῆς συγκρούσεως μεταξὺ νομοθετικῆς
3017καὶ δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλή, διὰ προσώ-
3018πων, τὰ ὁποῖα αὐτὴ αὕτη θέλει ἐκλέξει, βλέπῃ ὅτι ἀπομα-
3019κρύνεται τῆς ἐννοίας τῶν νόμων, τῶν μέχρι τοῦδε ἰσχυόντων,
3020ἐὰν τοιοῦτον νόμον ἑρμηνευτικὸν ψηφίσῃ, φρονῇ δὲ ἀφ’ ἑτέ-
3021ρου, ὅτι ταῦτα πρέπει νὰ ἰσχύσωσιν εἰς τὸ μέλλον, ἂς ψηφίσῃ
3022πλέον οὐχὶ νόμον ἑρμηνευτικόν, ἀλλὰ νόμον κατάλληλον διὰ
3023τὸ μέλλον.
3024Διὰ νὰ δείξωμεν λοιπὸν, ὅτι σπουδαίως νομοθετοῦμεν, δέον
3025νὰ παραπέμψωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς μίαν εἰδικὴν ἐπι-
3026τροπήν. Τοῦτο δὲ εἶναι ἐντελῶς σύμφωνον πρὸς τὴν ἀπόφασιν
3027τῆς Βουλῆς· διότι ἡ Βουλή, εἰποῦσα ὅτι παραπέμπει τὸ νομο-
3028σχέδιον αὐτὸ εἰς ἐπιτροπὴν, δὲν ἐνόει ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ
3029τοῦτο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀλλ’ εἰς ἐπι-
3030τροπὴν εἰδικὴν δι’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἰς
3031τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης παρεπέμφθη, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ
3032ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἰργάσθη, δὲν ἐξεπληρώθη ὁ σκοπὸς
3033τῆς Βουλῆς ὁ οὐσιαστικὸς, καὶ συνεπῶς ἤδη, συμφώνως πρὸς
3034τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ παρα-
3035πεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, ἥτις θὰ ἐργασθῇ, εἰς ἐπιτροπὴν ὅλως εἰ-
3036δικὴν, ἐκ μελῶν διατεθειμένων νὰ ἐργασθῶσιν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ
3037τούτου ἀντικειμένου.
3038§134ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τοῦ
3039ὁποίου ἀπηυθύνθη ἡ μομφὴ, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν,
3040δὲν πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, πρὶν ἡ Βουλὴ
3041ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως ταύτης περὶ ἀντισυνταγματι-
3042κότητος. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἠδυνήθην μέχρι τοῦδε νὰ γείνω κατα-
3043ληπτὸς ἐπὶ ζητήματος τόσον σαφοῦς καὶ ἁπλοῦ, ἀναγκάζο-
3044μαι νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
3045βερνήσεως ἀπέδωκε παραδόξως πολιτικὴν σημασίαν εἰς τὴν
3046μορφὴν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Τοιαύ-
3047την ἔννοιαν δὲν ἐνόησα ν’ ἀποδώσω. Ἡ Κυβέρνησις, ἐν πεποι-
3048θήσει νομίζουσα ὅτι οὕτω πως ἑρμηνεύει ὀρθότερον τὸν νόμον
3049τοῦ 1867 καὶ οὕτω περισσότερον προστατεύει τὰ συμφέροντα
3050τῶν δήμων, καταφεύγει εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ ἑρμηνευτικοῦ
3051νόμου. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ, τὴν ὁποίαν ἔδωκε, τοῦ νόμου,
3052νομίζω ὅτι ὑπέπεσεν εἰς σφάλμα μεγαλείτερον ἐκείνου, τὸ
3053ὁποῖον ἀποδίδει εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι
3054προσέκρουσεν εἰς τὸν ἀστικὸν νόμον καὶ τὸ Σύνταγμα. Ἐπί-
3055σης καὶ ἐν τῇ ἐπιμελείᾳ τῶν συμφερόντων τῶν δήμων ἡ Κυ-
3056βέρνησις ὑπερέβη τὰ ὅρια, διότι ὅπου ἔφθασεν, ἀδικεῖ χάριν
3057τῶν δήμων τοὺς ἰδιώτας. Ὁ συμβιβασμὸς λοιπὸν, τὸν ὁποῖον
3058διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπεπειράθη ἡ Κυβέρνησις, τῶν διαφόρων
3059συμφερόντων, τὰ ὁποῖα θίγει ἡ δημοτικὴ ὁδοποιΐα, ἀποβαί-
3060νει ὀλέθριος, χωρὶς τοὐλάχιστον νὰ ἦναι νόμιμος; Ἡ Κυβέρ-
3061νησις ἓν μόνον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, τὰ συμφέροντα ἑνὸς ἢ δύο δή-
3062μων, οἵτινες ἀνεστάτωσαν καθ’ ἑαυτῶν τοὺς ἰδιώτας διὰ τῶν
3063σχεδίων ὁδοποιίας, καὶ ἐζημίωσαν αὐτοὺς, χωρὶς νὰ ἐννοοῦν
3064νὰ πληρώσουν. Φοβοῦμαι ὅτι, ὅταν αὔριον γείνῃ δεκτὸν, ὅτι
3065ἐφεξῆς θέλουσιν ἀποζημιώνει διὰ τὴν κατάληψιν τῶν δημο-
3066τικῶν ὁδῶν οἱ παρόδιοι καὶ ὄχι οἱ δῆμοι, θέλομεν ἰδεῖ νέας
3067καὶ αὐθαδεστέρας ῥυμοτομίας καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, διότι δὲν
3068θὰ ὑπάρχῃ ὁ χαλινὸς τῶν ἀποζημιώσεων, ὥστε νὰ σταματᾷ
3069τοὺς μηχανικοὺς καὶ τοὺς δημάρχους. Μέχρι τοῦδε βεβαίως
3070οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ μηχανικοὶ συνέταττον ἢ μετεῤῥύθμιζον τὰ
3071σχέδια τῶν πόλεων, μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι οἱ παρόδιοι βαρύνονται
3072μὲ τὰς ἀποζημιώσεις. Ἀλλ’ ὑπῆρχεν ὁπωσδήποτε ἀμφι-
3073βολία τις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιίας, ἀμφι-
3074βολία τὴν ὁποίαν ἐνίοτε ἐνεθάῤῥυνον καὶ ἀποφάσεις τῶν
3075δικαστηρίων. Ἤδη ὁ νόμος ἔρχεται νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν αὐ-
3076θαιρεσίαν. Δὲν ἔχει ὁ μηχανικὸς ἢ νὰ χαράττῃ σχέδια ἐπὶ
3077τοῦ χάρτου, καὶ ἐκτάσεις χιλιάδων στρεμμάτων πέριξ τῶν
3078Ἀθηνῶν ἢ τοῦ Πειραιῶς νὰ μεταβάλλῃ εἰς ὁδοὺς καὶ οἰκό-
3079πεδα, καὶ ν’ ἀπαλλοτριώνῃ αὐτὰς ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώ-
3080σεως Οὐδεμία ἐγγύησις ἐν τοῖς νόμοις ὑπάρχει κατὰ τῶν
3081αὐθαιρεσιῶν αὐτῶν τῶν μηχανικῶν καὶ τῶν δημάρχων, κατὰ
3082τῆς ἐπιδρομῆς αὐτῆς ἐναντίον τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας. Εὐθὺς
3083ὡς τὸ σχέδιον ἑνὸς μηχανικοῦ χαραχθῇ καὶ ἐπικυρωθῇ ὑπὸ
3084τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, οὐδεὶς ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς
3085δύναται νὰ οἰκοδομήσῃ ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς διοικητικῆς ἀρ-
3086χῆς. Ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἰδιοκτησίας ἐγένετο ἄνευ καταλήψεως.
3087Ἑπομένως ὅλα τὰ δικαιώματα ἀποζημιώσεως καταπνίγον-
3088ται διὰ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τῆς διοικήσεως, τοῦ δικαιώ-
3089ματος τῆς οἰκοδομικῆς ἀδείας. Διὰ τοῦτο βλέπομεν πολλοὺς
3090ἐξαναγκαζομένους οὕτω νὰ ὑποβάλλωνται εἰς ζημίας πολλὰ
3091ἔτη πρὶν τοῦ πρέποντος χρόνου, διότι προώρως στεροῦνται οὐ
3092μόνον τοῦ ἀντιτίμου, ἀλλὰ καὶ τῆς χρήσεως τῆς ἰδιοκτη-
3093σίας των. Ἀλλὰ στεροῦνται καὶ πάσης ἀποζημιώσεως ἐπὶ
3094τοιούτων νέων σχεδίων, διότι οἱ ἀφαιρούμενοι τὰ γήπεδά των
3095εἶναι καὶ οἱ παρόδιοι τῶν ἀφαιρεθέντων γηπέδων. Ἀλλ’ οὐ
3096μόνον οὐδεμία ἐγγύησις ὑπάρχει κατὰ τοῦ αὐθαιρέτου καὶ
3097μωροῦ τῶν σχεδίων τῶν μηχανικῶν, ἀλλ’ οὔτε οἱ ἀπαιτού-
3098μενοι τύποι ἐπὶ τοιούτων σχεδίων τηροῦνται κἄν. Ἔχομεν
3099παραδείγματα, καθ’ ἃ ἐγένοντο σχέδια τῆς πόλεως Ἀθηνῶν
3100ἄνευ ἀδείας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐνῷ ὁ νόμος σαφῶς
3101ὁρίζει, ὅτι δημοτικαὶ ὁδοὶ δὲν χαράσσονται ἄνευ γνωμοδοτήσεως
3102τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ὅταν δὲ παρὰ τούτου ἐζητήθη-
3103σαν ἀποζημιώσεις, τὸ Συμβούλιον ἀπήντησεν «ἐγὼ δὲ συνῄ-
3104νεσα.» Ἐφεξῆς θὰ λέγῃ ὅτι «οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι οὔτε διὰ τὸ
3105παρελθὸν ὀφείλω ἀποζημίωσιν, διότι δὲν εἶμαι ὑπόχρεων δυνάμει
3106τοῦ νέου ἑρμηνευτικοῦ νόμου.» Καὶ οἱ ἰδιοκτῆται θὰ ἀναγκά-
3107ζωνται, ἢ νὰ ἀποζημιῶσιν αὐτοὶ ἑαυτοὺς, ἢ νὰ διεκδικῶσι δι-
3108καστικῶς, ἢ νὰ παραιτῶσι πᾶν δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Συνή-
3109θως ὅμως εἰς τὰ πέριξ τῶν πόλεων ἔχομεν ἐκτεταμένα γήπεδα,
3110καὶ οἱ παρόδιοι εἶναι αὐτοὶ οἱ κύριοι τῶν καταληφθέντων, οἱ
3111ὁποῖοι οὔτε ἐζήτησαν τὸ σχέδιον, οὔτε ὠφελοῦνται ἀναλόγως
3112τῆς στερήσεως.
3113Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἐκτεθειμένοι οἱ δῆμοι σήμερον εἰς μεγάλας
3114ἀποζημιώσεις; Ἔχομεν τὸ πεμπτημόριον, ἔχομεν τὴν παρα-
3115γραφήν. Πλεῖσται ἀπαιτήσεις παρεγράφησαν. Ἂν θέλωμεν
3116περιορισμοὺς, ἂς θέσωμεν συντομωτέραν παραγραφήν. Ἐπὶ τέ-
3117λους ἔχομεν τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ὠφελείας ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς ἀπο-
3118ζημιώσεως, ὅταν ὁ ἀφαιρούμενος οἰκόπεδον ᾖναι καὶ παρόδιος.
3119Λοιπὸν δὲν θεωρῶ, ὅτι οἱ λόγοι οἱ ὑπὲρ τῶν δήμων εἰσὶ
3120τόσον ἰσχυροὶ, ὥστε νὰ δικαιολογῶνται τοιαῦται παρεκβά-
3121σεις ἀπὸ τῶν νόμων, οἷαι γίνονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου
3122τούτου.
3123Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν εἰς πολλὰς
3124ἄλλας ἐπόψεις τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ τοῦ νομοσχεδίου· δὲν
3125ἀπήντησεν ὅμως καὶ εἰς τὴν ἐμήν. Πολλοὶ τῶν προλαλησάν-
3126των ἐπεκαλέσθησαν διαφόρους λόγους, ὅπως ἀποδείξωσι τὸ
3127ἀντισυνταγματικόν. Εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχει προηγουμένη ἀπο-
3128ζημίωσις διὰ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον καθιεροῦται. Εἰς τοῦτο
3129δύναται νὰ δοθῇ μία ἀπάντησις ὅτι δίδεται ὁπωσδήποτε τῷ
3130ἰδιοκτήτῃ τοῦ ἐδάφους μία ἀποζημίωσις. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντη-
3131σις εἰς τὴν ἐδικήν μου ἀντίῤῥησιν εἶναι δύσκολος, καὶ δὲν
3132ἤκουσα κανένα οὔτε νὰ ἀναιρέσῃ αὐτὴν, οὔτε ν’ ἀνασκευάσῃ.
3133Εἶπόν τινες, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο, ὅπερ εὗρεν ἡ Κυβέρνησις
3134ἐν προγενεστέρῳ νόμῳ, θεωρεῖ ὡς τὸ συμφωνότερον πρὸς τὸ δί-
3135καιον, καὶ τὸ ἐπιβάλλει εἰς τὰ δικαστήρια. Ποῖον σύστημα;
3136τὸ νὰ ἀφαιρῇ τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν ἰδιωτῶν, καὶ νὰ δίδῃ αὐ-
3137τὴν εἰς τοὺς δήμους ὡς ἰδιοκτησίαν, ὑποχρεοῦσα ἄλλους εἰς
3138ἀποζημίωσιν. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἀναγκάσητε τὸν παρόδιον νὰ
3139ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας γηπέδου, τὸ ὁποῖον κατελήφθη
3140παρ’ ἄλλου; Εἰς τοῦτο οὐδεμία ἐδόθη ἐξήγησις. (Διάλογοι
3141μεταξὺ Μαυρομαρᾶ καὶ Δεληγεώργη). Ἰδοὺ πῶς τὸ νομο-
3142σχέδιον εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν κειμένων
3143νόμων. Ἡ Κυβέρνησις ἀληθῶς τὸν νόμον εὗρε, διότι εἶναι τοῦ
31441836. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1844 δὲν δύναται νὰ ἰσχύῃ ἡ διάτα-
3145ξις ἐκείνη, διότι παραβιάζει τὴν διάταξιν τοῦ 17 ἄρθρου
3146τοῦ Συντάγματος καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀστικοῦ δικαίου. Ἐπὶ
3147τούτου ἐπεθύμουν νὰ ἔχω ἀπάντησίν τινα.
3148§135ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν νομοθεσίαν ἡρμήνευσεν ἡ μόνη ἁρμο-
3149δία πρὸς τοῦτο ἀρχὴ, ἡ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ταύτην ἐπε-
3150καλέσθημεν ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν. Εἰς τὴν αὐθεντίαν ταύ-
3151την τί ἀντιτάσσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; τὴν αὐ-
3152θεντίαν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Μπουφί-
3153δου, καὶ αὐτοῦ τὸ παράδειγμα ἠθέλησε νὰ μιμηθῇ! Τὰ αὐτὰ
3154ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλον τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου,
3155τοῦ ὑποβληθέντος παρὰ τοῦ κυρίου Μπουφίδου, ἐπέβαλον καὶ
3156τὴν σύνταξιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, μὲ μόνην τὴν δια-
3157φοράν, ὅτι ἡ παρελθοῦσα Βουλή, εἰς ἣν ὑπεβλήθη τὸ νομο-
3158σχέδιον ἐκεῖνο, ἀπηξίωσε καὶ νὰ τὸ συζητήσῃ· δὲν ἠξεύρω δὲ,
3159ἐὰν ἡ παροῦσα θὰ φανῇ κατωτέρα ἐκείνης.
3160§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ἔλα-
3161βον τὸν λόγον κατὰ τὸ πρὸ τῆς διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως
3162διάστημα, περιώρισα ἀκριβῶς αὐτὸν ἐπὶ τοῦ προταθέντος
3163ζητήματος τοῦ ἀπαραδέκτου, δὲν εἰσῆλθον δ’ εἰς τὴν οὐσίαν·
3164φρονῶ δ’ ὄντως, ὅτι, ὅταν οἱ ὅροι τοῦ ἀπαραδέκτου δὲν ἀνα-
3165γράφωνται ἐν ῥητοῖς γράμμασιν ἐν ταῖς διατάξεσι τῶν νόμων,
3166τὸ ἀπαράδεκτον δὲν πρέπει νὰ προτείνηται, οἱ δὲ προτείνον-
3167τες τὸ ἀπαράδεκτον καταχρῶνται τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἀνή-
3168κει εἰς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ἡ ἐξέλεγξις τῆς
3169συζητήσεως προέβη καὶ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς οὐσίας, πρέπει
3170δὲ καὶ ἐπὶ τούτου νὰ ἀγορεύσω, διότι θέλει διαιρεθῆ τὸ θέμα
3171εἰς δύο, εἰς θέμα ἐπὶ ἀπαραδέκτου καὶ εἰς θέμα ἐπὶ τῆς οὐ-
3172σίας, καὶ θέλουσι γείνῃ δύο ψηφοφορίαι, ἐπειδὴ δὲ ἡ συζή-
3173τησις περιεστράφη καὶ ἐπὶ τὰ δύο θέματα, ἐλπίζω ὅτι δὲν
3174θέλει ἐπαναληφθῆ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας.
3175Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας τοῦ
31761867 μοὶ φαίνεται ὅτι δίδει ἀφορμὴν εἰς παρανόησιν. Ὁ
3177νόμος τοῦ 1867, ὡς εἶπον καὶ ὅτε τὸ πρῶτον ἠγόρευσα, ἀφῆ-
3178κεν ὑπαινιγμοὺς τοιούτους. Ὁ νόμος οὗτος κανονίζει τὰ τῆς
3179κατατάξεως τῶν ὁδῶν εἰς τέσσαρας τάξεις, ἀλλ’ ἔχει ὑπ’
3180ὄψιν ὁδοὺς, αἱ ὁποῖαι συνδέουσιν οὐχὶ συνοικίας τοῦ αὐτοῦ
3181χωρίου ἢ τῆς αὐτῆς πόλεως, ἀλλὰ συνδέουσι χωρία πρὸς
3182ἄλληλα, ἢ πόλεις πρὸς ἀλλήλας, ἢ πρωτευούσας ἐπαρχιῶν,
3183οὐδ’ ἐκανόνισε περὶ τῶν ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι συνδέουσι τὰς οἰκίας
3184ἑνὸς χωρίου ἢ μιᾶς πόλεως. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 34
3185εἶναι σαφής. Ἂν δ’ ἔχητε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε τὸ
3186κείμενον αὐτοῦ, θέλετε πεισθῆ, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα
3187(ἀναγινώσκει): «Ἡ πρόκτησις τῶν ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν καὶ
3188»ἐπαρχιακῶν ὁδῶν καταλαμβανομένων ἰδιωτικῶν γαιῶν καὶ
3189»κτημάτων γίνεται εἰς βάρος τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν ἐδικῶν
3190»τῶν ἐπαρχιῶν φόρων. Ἐξαιροῦνται τὰ ἐν ταῖς πόλεσι καὶ
3191»κώμαις τμήματα αὐτῶν, ὧν τὸ ἔδαφος ἀποζημιοῦται κατὰ
3192»τὰς γενικὰς περὶ ῥυμοτομίας τῶν πόλεων καὶ κωμῶν δια-
3193»τάξεις· αἱ δὲ ὑπὸ τῶν δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν κατα-
3194»λαμβανόμεναι γαῖαι, ἐὰν μὲν ὦσιν ἐθνικαί, παραχωροῦνται
3195»δωρεὰν, ἐὰν δὲ ἰδιωτικαί, ἡ πρόσκτησις αὐτῶν ἐπιβαρύνει
3196»τοὺς δήμους...» Ἀλλὰ ποῖαί εἰσιν αἱ ὁδοὶ αἱ δημοτικαὶ
3197ἢ αἱ ἀγροτικαί; Δημοτικαί εἰσιν αἱ συνδέουσαι τὰ χωρία
3198τοῦ αὐτοῦ δήμου πρὸς ἄλληλα, ἢ πρὸς τὴν πρωτεύουσαν
3199αὐτοῦ, ἢ πρὸς ἄλλα καταστήματα. Κατὰ τὴν διάταξιν
3200ταύτην δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὰς δημοτικὰς ὁδοὺς αἱ
3201χρησιμεύουσαι εἰς συγκοινωνίαν τῶν κατοίκων ἑνὸς χωρίου ἢ
3202μιᾶς πόλεως πρὸς ἀλλήλους. Περὶ τούτων ὁ νόμος διατάσσει:
3203«Ἐντὸς τῶν ἐν ταῖς πόλεσι καὶ κώμαις τμημάτων ὁδοῦ»
3204ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὁ νόμος τοῦ 1867 ἐν τῇ
3205παραγράφῳ αʹ τοῦ ἄρθρου 4 ἀφομοιοῖ τὰς ἐντὸς τῶν πόλεων
3206καὶ κωμῶν ὁδοὺς, τὰς πρὸς συγκοινωνίαν τῶν κατοίκων, πρὸς
3207τὰς δημοτικάς; Οἱ κανόνες, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσι διὰ τὴν
3208κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Χαλκίδα, ἢ πρὸς κατα-
3209σκευὴν τῆς ὁδοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Λαύριον, ἥτις διέρχεται διὰ
3210τοῦ χωρίου Μαρκοπούλου καὶ καταλήγει εἰς τὸ Λαύριον, οἱ
3211κανόνες λοιπὸν, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν
3212αὐτῶν, οἱ αὐτοὶ κανόνες διέπουσι καὶ τὴν κατασκευὴν τῆς
3213ὁδοῦ Ἡφαίστου ἢ Πανδρόσου ἐντὸς τῆς πόλεως τῶν Ἀθη-
3214νῶν; Οἱ κανόνες, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὴν κατασκευὴν τῶν
3215ὁδῶν, τὴν ἀρχομένην ἀπὸ Πειραιῶς καὶ καταλήγουσαν εἰς
3216Ἀθήνας, οἱ αὐτοὶ κανόνες διέπουσι καὶ τὴν κατασκευὴν μιᾶς
3217ὁδοῦ ἐκ τῶν πλαγίων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τὸ ἀνατολικὸν
3218μέρος τῆς πόλεως Πειραιῶς ἀρχόμεναι διευθύνονται εἰς τὸ
3219δυτικὸν μέρος τῆς πόλεως; Αὐτὸ δὲν εἶναι σαφές. Ἐνδέχε-
3220ται τὰ δικαστήρια νὰ ἡρμήνευσαν ὡς αὐτὰ ἔκριναν, ἀλλὰ τὸ
3221θέμα, ὅπερ ἀνέφερα, δὲν εἶναι σαφές. Καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀπο-
3222δείξω ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμος ὁ δισταγμὸς, τὸν
3223ὁποῖον σᾶς ἐκφέρω, παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ἀποβλέψητε εἰς ἄλλην
3224ἄποψιν τοῦ ζητήματος. Πῶς γίνεται ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν
3225αὐτῶν; Πῶς γίνεται ἡ κατασκευὴ τῶν δημοτικῶν ὁδῶν;
3226Ἡ κατασκευὴ τῶν δημοτικῶν ὁδῶν διαιρεῖται εἰς δύο μέρη,
3227εἰς τὰ τεχνικὰ ἔργα καὶ εἰς τὰ ἁπλᾶ ἔργα. Τίς συνεισφέρει τὰ
3228τεχνικὰ ἔργα; (ἀναγινώσκει): «Αἱ πρὸς συντήρησιν τῶν
3229»δημοτικῶν ὁδῶν ἐργασίαι», ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 26 τοῦ
3230νόμου ΣΞΓʹ τῆς 16 Δεκεμβρίου 1867, «διακρινόμεναι εἰς
3231»τεχνικὰς καὶ ἁπλᾶς, γίγνονται αἱ μὲν τεχνικαὶ ἐκ τῶν ὁδι-
3232»κῶν πόρων, τῶν ἀναλογούντων εἰς τὸν δῆμον, αἱ δὲ ἁπλαῖ
3233»διὰ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας τῶν κατοίκων τῶν εἰς τὴν
3234»σύστασιν αὐτῶν ἐργασθέντων χωρίων ἢ συνοικιῶν, καθόσον
3235»δὲν ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο ἡ πρόσοδος τῶν κατὰ τὸ ἑπόμενον
3236»ἄρθρον διοδίων.» Εἰς τίνας λοιπὸν ἐπέβαλεν ὁ νόμος τὸ βά-
3237ρος τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν τούτων; Εἰς τοὺς ὠφελουμέ-
3238νους ἐκ τῆς ὁδοῦ, εἰς τοὺς κατοίκους τῆς συνοικίας, οἱ ὁποῖοι
3239ποιοῦνται χρῆσιν τῆς ὁδοῦ αὐτῆς. Ἢ ἂν πρόκειται περὶ
3240χρημάτων, εἰς ποῖον; Εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ὁδο-
3241ποιΐας, τοῦτο δὲ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας δὲν
3242εἶναι ταμεῖον δημοτικὸν, εἶναι ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ-
3243ται ἐκ χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσφέρουσι πάντες· διότι πάντες
3244εἰσφέρουσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τὰ δ’ ἔσοδα αὐτοῦ
3245διαιροῦνται εἰς τρία τμήματα εἰδικὰ, ἐπαρχιακῆς, ἐθνικῆς
3246καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Φαντάσθητε, ἂν ἀπεδεχόμεθα τὴν
3247ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδετε, ὅτι πρέπει διὰ τὴν κατασκευὴν
3248τῶν δημοτικῶν ὁδῶν νὰ ἐπιβαρύνητε τοὺς δημότας, ἤτοι νὰ
3249ὑποχρεώνητε τὸν κάτοικον τοῦ χωρίου Μπραχαμίου ἢ τοῦ
3250Ἀμαρουσίου ἢ τῆς Κηφισίας ἢ τοῦ Ἡρακλείου νὰ εἰσφέρῃ
3251χρήματα εἰς τὸ δημοτικὸν ταμεῖον, διατί; διὰ νὰ συντηρηθῇ
3252ἡ ὁδὸς Ἡφαίστου ἢ ἡ ὁδὸς Πανδρόσου ἐν Ἀθήναις! Αὐτὸ
3253εἶναι ἀδικώτατον, διότι ἐκεῖνος εἰσφέρει διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ
3254δήμου του, καὶ ὄχι διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως Ἀθηνῶν,
3255ἰδίως δι’ ἀνάγκην, ἐκ τῆς ὁποίας ὠφελοῦνται ἀποκλειστικῶς
3256οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Καὶ ἄλλα μέρη ὡσαύτως,
3257ἀφορῶντα τὴν κατασκευὴν τῶν δημοτικῶν ὁδῶν, θέλω σᾶς
3258ἀναφέρει, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 ἔχει
3259ὡς ἀρχὴν, ὅτι οὐδεὶς ἕτερος ὑποχρεοῦται νὰ εἰσφέρῃ, εἰμὴ μό-
3260νον ὁ ὠφελούμενος ἐκ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα θέλουσι κατα-
3261σκευασθῆ ἐκ τῆς εἰσφορᾶς. Σᾶς φέρω δὲ τὰς ἀγροτικὰς ὁδοὺς
3262(ἀναγινώσκει): «Ἡ συντήρησις τῶν ἀγροτικῶν ὁδῶν», λέγει
3263τὸ αὐτὸ ἄρθρον 26, «γίγνεται δαπάνῃ τῶν προκαλεσάν-
3264»των τὴν κατασκευὴν αὐτῶν χωρίων ἢ συνοικιῶν, κατὰ
3265»τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 12». Δὲν ἐπιβαρύνεται ὁ δῆμος
3266διὰ τὰς ἀγροτικὰς ὁδοὺς, ἂν καὶ αὗται εἶναι τῶν δήμων.
3267Διὰ τοῦτο παρήχθη ἡ ἀμφιβολία, ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ
3268νόμου, τὴν ἀμφιβολίαν δὲ ταύτην ἔλυσεν ἤδη ὁ νόμος τοῦ
32691867, μεταγενέστερος τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας, κατὰ τὸν
3270ὁποῖον διετάχθη ὅτι τὰ ἔξοδα τὰ πρὸς ἀποζημίωσιν γηπέ-
3271δων καταλαμβανομένων διὰ τὴν κατασκευὴν δημοτικῶν ὁδῶν,
3272ὁδῶν δηλαδὴ ἐν ταῖς πόλεσιν ἢ ταῖς κώμαις, καταβάλλονται
3273ὑπὸ τῶν ὠφελουμένων ἐκ τῆς ἀγυιᾶς ἢ τῆς ὁδοῦ. Ἀλλὰ
3274κατὰ τῆς ἑρμηνείας ταύτης προεβλήθησαν παραδείγματα, ὅτι
3275ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ κανόνος τούτου δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς
3276ἄτοπον ἢ εἰς ἀδίκημα. Προεβλήθη τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον
3277ὁ κύριος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς προέτεινεν, ἤτοι ἂν πρόκειται
3278περὶ ἑνὸς γηπέδου, τὸ ὁποῖον κατέλαβεν ἡ ὁδὸς καὶ ἀφῆκε ται-
3279νίαν ἀνεπαρκῆ πρὸς οἰκοδομὴν ἑκατέρωθεν, ὅτε τὸ βάρος τῆς
3280ἀποζημιώσεως τοῦ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον κατέλαβεν ἡ ὁδὸς, θέλει
3281ἐπιβαρύνει τὰς ταινίας τὰς ἑκατέρωθεν τῆς ὁδοῦ ὑπολειφθεί-
3282σας, ἤτοι αὐτὸν τὸν κύριον τοῦ ὑπὸ τῆς ὁδοῦ καταληφθέν-
3283τος ἐδάφους. Ὄντως αἱ ταινίαι αὗται, αἱ ἑκατέρωθεν τῆς
3284ὁδοῦ καταλειφθεῖσαι, ἀνήκουσιν εἰς τὸν αὐτὸν ἰδιοκτήτην,
3285εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει τὸ ἔδαφος τὸ καταληφθὲν ὑπὸ τῆς ὁδοῦ,
3286οὕτω δὲ δὲν ἔχει ν’ ἀποζημιωθῇ παρ’ οὐδενὸς, διότι αὐτὸς
3287ὀφείλει νὰ ἀποζημιώσῃ ἑαυτὸν, ἐνῷ αὐτὸς οὐ μόνον ἀπώλεσε
3288τὸ γήπεδόν του, ἀλλὰ καὶ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον τῷ ὑπελείφθη,
3289εἶναι ἐλάχιστον· ἑπομένως αὐτὸς ἀπόλλυσι τὴν περιουσίαν
3290του. Τὸ τοιοῦτον δύναται νὰ συμβῇ, καὶ δύναται ὄντως νὰ
3291ζημιωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ γηπέδου, τὸ ὁποῖον κατελήφθη
3292ὑπὸ τῆς ὁδοῦ ὑπὸ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, ἀλλὰ δύναται καὶ νὰ
3293μὴ ζημιωθῇ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν παρέστησεν, ὅτι ἡ
3294ζημία εἶναι πιθανολογουμένη. Δὲν ἀντιλέγω· ἀλλ’ ἐνδέχεται
3295καὶ νὰ μὴ ᾖναι ζημία. Ὑποθέσατε ὅτι ἔχει ἓν γήπεδον χιλίων
3296πήχεων, τὸ ὁποῖον ἐτιμᾶτο 20 δραχμῶν τὸν πῆχυν, εἶχε δὲ
3297οὕτω τὸ γήπεδον ἀξίαν 20,000 δραχμῶν. Ὑποθέσατε ὅτι τὸ
3298γήπεδον αὐτὸ κατελήφθη ὑπὸ τῆς ὁδοῦ καὶ ἔμειναν ἐκ τῶν
3299χιλίων πήχεων ἑκατὸν ἀπὸ τὴν μίαν ὄχθην καὶ ἑκατὸν ἀπὸ
3300τὴν ἄλλην, καὶ ἑπομένως ἔμειναν ἐκ τῶν χιλίων 200 πή-
3301χεις. Ἂν δὲ τὸ γήπεδον ἦτο ἐπὶ τῆς πλατείας τῆς Μητροπό-
3302λεως καὶ ἂν ἐτιμᾶτο ἀντὶ 20 δραχμῶν πρότερον, μετὰ τὴν
3303ῥυμοτομίαν ἡ ἀξία αὐτοῦ δύναται νὰ ἀνέλθῃ εἰς δρ. ἑκατὸν
3304τὸν πῆχυν, οὕτω δ’ ἐκαλύφθη ἡ ζημία...
3305§137ΡΑΛΛΗΣ.....
3306§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ. Οἱ θέλοντες νὰ
3307ἀγορεύσωσιν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ λάβωσι τὸν λόγον μετ’
3308ἐμέ... Ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ συμβῇ ἄλλο τι. Ὑποθέσατε, ὅτι
3309ἡ μία ὄχθη εἶναι παραλία καὶ ἡ ἄλλη δὲν εἶναι παραλία, ὅτε
3310ἡ ζημία εἶναι ἄφευκτος. Δὲν γνωρίζω ἂν αἱ παραλίαι δὲν
3311ὑπόκεινται εἰς ἀποζημιώσεις, οὐδὲ ποῖον πρέπει νὰ ἐπιβαρύ-
3312νωσιν αἱ ἀποζημιώσεις διὰ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον κατέχουσιν αἱ
3313παραλίαι, ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι αἱ παραλίαι εἶναι ἐκτὸς τοῦ
3314ἐμπορίου, extra commercii. Ἀλλὰ μήπως ἐπὶ παραπλη-
3315σίας περιπτώσεως, ὅταν ἐφαρμόζηται ὁ νόμος περὶ πεζοδρο-
3316μίων ἢ περὶ ὑπονόμων, δὲν ἐπιβαρύνεται ἡ παραλία διὰ τὰ
3317ἔξοδα τῆς κατασκευῆς αὐτῶν; Ἀλλὰ δεδόσθω, ὅτι ἐζημιώθη.
3318Ἀλλὰ μήπως δὲν ἐνδέχεται νὰ ζημιωθῇ, ἂν ἐφαρμοσθῇ ἡ
3319ἄλλη γνώμη, ἂν π. χ. γένηται δεκτὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποζη-
3320μιοῦ τὸ δημοτικὸν ταμεῖον; Ὑποθέσατε τὸν δῆμον Λετρίνων,
3321τὴν πόλιν τοῦ Πύργου, ὀφείλουσαν ν’ ἀποζημιώσῃ πολίτην,
3322τοῦ ὁποίου ἡ πλατεῖα κατέλαβε τὴν ἰδιοκτησίαν, ἔχουσαν
3323ἀξίαν 50,000 δρ. Κατὰ δυστυχίαν, ὁ δῆμος Λετρίνων εἶναι
3324εἰς κατάστασιν κακὴν οἰκονομικῶς. Ὑποθέσατε τὸν δῆμον τῆς
3325πρωτευούσης τοῦ Κράτους, ἢ ἀγνοεῖτε ὅτι τὸ πεμπτημόριον,
3326τὸ ὑπὸ τοῦ δήμου καταβαλλόμενον, διανέμεται εἰς τοὺς πι-
3327στωτὰς, δυσαναλόγως δ’ ἀποβαίνει ἡ μερὶς ἑκάστου πρὸς τὰς
3328ἀπαιτήσεις αὐτοῦ, ὥστε οὔτε 1% δὲν ἔρχεται πρὸς τὰ κε-
3329φάλαια τὰ ὀφειλόμενα; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει βεβαίως
3330νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πάντως δὲν πρέ-
3331πει νὰ ληφθῇ, εἶναι νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ὑποχρέωσις εἰς τοὺς δή-
3332μους, διότι, ἂν ἤθελε γείνῃ δεκτὸν τοῦτο, θέλουσι ζημιωθῆ οἱ
3333ἰδιῶται, τῶν ὁποίων τὰ γήπεδα κατελήφθησαν, οὐδὲ θέλουσι
3334λάβει τὰ ὀφειλόμενα, θέλουσι δὲ καὶ οἱ δῆμοι καταστραφῆ.
3335Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ληφθῇ;
3336Ἐγὼ προτείνω, προκαλῶ καὶ δέχομαι πᾶσαν συζήτησιν. Ἄν
3337μετ’ ὀλίγον ἤθελε προταθῆ περὶ τούτου νομοσχέδιον ἀπὸ ἕνα
3338τῶν Βουλευτῶν, θέλω τὸ συζητήσει μετὰ πάσης προθυμίας,
3339καὶ θέλω ὀφείλει χάριν εἰς αὐτὸν διὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν
3340προβάλλει. Ἐνδεχόμενον εἶναι καὶ ἡ Κυβέρνησις κατόπιν νὰ
3341προβάλῃ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ νῦν πρόκειται περὶ ζημίας ἐπι-
3342κειμένης, περὶ ζημίας ἀπειλούσης καταστροφάς. Διὰ τοῦτο
3343ὀφείλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ πρὸ
3344μικροῦ προετείναμεν εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ λεχθὲν ὅτι ἡ διαλυ-
3345θεῖσα Βουλή, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ὡσαύτως εἰσαχθῆ τὸ νομο-
3346σχέδιον τοῦτο, ἀπέκρουσεν αὐτὸ καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐψηφίσθη,
3347καὶ ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν πρέπει ἐπίσης νὰ τὸ ψηφίσῃ, εἶ-
3348ναι ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον εἶναι χρήσιμον ἴσως διὰ νὰ κατα-
3349στήσῃ εὐπρόσωπον τὸν ἰσχυρισμὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προβάλ-
3350λουσιν αὐτό. Τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη τὴν 14 Νοεμβρίου
33511894, γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι δὲν ἐψηφίσθη, διότι δὲν ἦλθε
3352πρὸς συζήτησιν, διότι, ἂν ἤρχετο πρὸς συζήτησιν, ἄγνωστον
3353ἂν ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἤθελεν ἔχει γνώμην ἐναντίαν ἐκείνης, ἣν
3354εἶχον οἱ εἰσαγαγόντες αὐτὸ Ὑπουργοί. Δὲν ἦλθε δὲ πρὸς συ-
3355ζήτησιν, διότι ὁ καιρὸς ἦτο βραχὺς, ἔργα δ’ ἄλλα νομοθετικὰ
3356ἀπησχόλουν τὴν Βουλὴν, καὶ μετ’ ὀλίγον ἡ Βουλὴ δυσκόλως
3357εὑρίσκετο ἐν ἀπαρτίᾳ, συνέβησαν δὲ τότε ὅσα συνέβησαν.
3358Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν νὰ ποιή-
3359σωμαι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ
3360νομοσχεδίου πρέπει νὰ γένηται ἐπὶ τῆς οὐσίας, διότι τὰ λε-
3361χθέντα ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, ὡς φρο-
3362νεῖ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ἢ ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυν-
3363ταγματικὸν, ἀλλὰ δημευτικὸν, καὶ διότι εἶναι δημευτικὸν,
3364εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, πάντα ταῦτα εἶναι ἰσχυρισμοὶ ἄνευ
3365βάσεως.
3366§139Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δι’ ὀλιγίστων θέλω δώσει ἐξηγήσεις
3367καὶ πληροφορίας πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνη-
3368σιν, διότι δὲν θέλω νὰ ὑποτεθῇ, οὔτε ὅτι ἀπέδωκα προσωπι-
3369κὸν ὑπαινιγμὸν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν,
3370οὔτε ὅτι ἐβεβαίωσα εἰς τὴν Βουλὴν ἀνακριβῆ, διότι εἶπον καὶ
3371ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν
3372τὸ νομοσχέδιον ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, καὶ ἐπέῤῥιψα τὴν μομφὴν
3373εἰς τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον δὲν ἀναφέρει ἐν
3374αὐτῷ ὁλόκληρον τὴν ἱστορίαν τῶν συμβάντων ἀπὸ τῆς ψηφί-
3375σεως τῶν νόμων. Ὅταν εἶπον «τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχε-
3376δίου», νομίζω ὅτι ἀρκετὰ εἶπον. Ἐνόμισεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ
3377Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἠδύνατο νὰ μὲ ἀντικρούσῃ,
3378ἐπιῤῥίπτων τὸ κακὸν εἰς τὴν ῥουτίναν. Ἐγὼ ὅμως δὲν ὑπέ-
3379θετον ποτὲ, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιγράφῃ καὶ τὰ
3380νομοσχέδια τοῦ παρελθόντος, ὡς εἶχον· διότι, ἂν ὑπῆρχε δι-
3381καιολογία τις διὰ τὴν ἀντιγραφὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς
3382τέως Κυβερνήσεως, ὑπῆρχεν ὅμως ὁ ἱκανὸς χρόνος ὅπως ἐπεξ-
3383εργασθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ μὴ θέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
3384Ἐσωτερικῶν τὴν ὑπογραφήν του εἰς ἔργα τοῦ παρελθόντος,
3385τὰ ὁποῖα ἀπεδείχθησαν οἷα εἶναι. Ὥστε ὁ ὑπαινιγμὸς δὲν
3386εἶναι προσωπικός. Τοῦτο μόνον προσθέτω, ὅτι ἠδύνατο νὰ
3387γείνῃ μία ἐπεξεργασία καὶ νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ μίαν αἰτιολογι-
3388κὴν ἔκθεσιν ἀξίαν μελέτης. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
3389γικοῦ Συμβουλίου ἠθέλησε νὰ μοὶ ἀποδώσῃ ἔκτακτον νοη-
3390μοσύνην, ἐνῷ βεβαίως δὲν ἔχω τὰ στοιχεῖα νὰ συναγωνισθῶ
3391ἐπὶ νοημοσύνῃ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου
3392ὡμίλουν. Δὲν θέλω νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι παρεμόρφωσα ὅσα εἶπον,
3393καὶ διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω τὰς
3394ὀλιγίστας γραμμὰς τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, ὡς τὰ
3395ἀντελήφθη ὁ κ. στενογράφος, ὅστις ἵστατο ἐγγύτερον τοῦ κ.
3396Ὑπουργοῦ, τοῦ δόντος τὴν ἀπάντησιν, καὶ θὰ τὰ ἀναγνώσω
3397χωρὶς νὰ μεταβάλω τι, ὡς ὑπάρχουσι γεγραμμένα, εἰ καὶ
3398ἐνταῦθα ὑπάρχουσι μερικαὶ διορθώσεις, οὕτως εἰπεῖν, εἴς τινας
3399λέξεις. Λοιπὸν ἐγὼ θὰ τὰ ἀνωγνώσω ὡς τὰ ἔχει γράψει ὁ κ.
3400στενογράφος. Εἶχον ὑποβάλει τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐν τῇ
3401αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὑπῆρχον φράσεις τινὲς, αἵτινες κατέστρε-
3402φον τὸ κείμενον, διότι ἔλεγεν ὅτι τοῦ λοιποῦ θὰ ἰσχύσῃ ὁ
3403νόμος. Ἐπειδὴ δὲ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ
3404κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας ἀνέπτυξεν, ὅτι ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος
3405δὲν δύναται νὰ ἔχῃ, παρὰ ἀναδρομικὴν δύναμιν, διὰ τοῦτο
3406ἔλεγον, ὅτι ὡς ἑρμηνευτικὸς νόμος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐκεῖνο,
3407τὸ ὁποῖον ὑπεστήριζεν ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις· παρεδέχθη ὁ κ.
3408Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὴν ἀτέλειαν ταύ-
3409την, καὶ διετάχθη ἡ ἀπάλειψις τῶν λέξεων ἐκείνων. Κατό-
3410πιν εἶπον τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Τώρα ἔχω μίαν
3411»ἄλλην ἀμφιβολίαν, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι ὁ ἑρμηνευτικὸς
3412»νόμος ἀνατρέχει μέχρι τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἰσχύει
3413»ὁ ἑρμηνευόμενος νόμος. Ἀλλὰ μεσολαβοῦσι πολλὰ αἴτια·
3414»ἐν τῷ μεταξὺ ἐγεννήθησαν δικαιώματα ἐκ τελεσιδικιῶν· ἐν-
3415»νοεῖτε ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀνατρέπει καὶ αὐτὰ τὰ δικαιώ-
3416»ματα;»
3417Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Πέῤῥος δὲν εἶχε προσέξει, ὡς ἐξάγεται ἐκ
3418τῶν ὑστέρων, καὶ ἔδωκεν ἀπάντησιν οὐχὶ ἀκριβῆ: «Θὰ γείνῃ
3419ἀγωγὴ περὶ ἀχρεωστήτου».
3420§140ΠΕΡΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον αὐτό;
3421§141Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σεῖς.
3422§142ΠΕΡΡΟΣ. Οὐχί.
3423§143Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐξάγεται παρακάτω, ὅτι δὲν ἠθέλετε
3424νὰ εἴπητε αὐτό.
3425§144ΠΕΡΡΟΣ. Μήπως ἐρωτῶ;
3426§145Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐτὰ, ’ποῦ σᾶς εἶπον, εἶναι. Τὸ ἐξη-
3427γεῖτε ἐπαρκῶς παρακάτω.
3428«Ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος» (ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
3429πρὸς τὸν ὁποῖον εἶχον ἀποταθῆ,) «ἔχει κυρίως ἔννοιαν καὶ βά-
3430»σιν νὰ διασαφήσῃ εἰς τὸ κοινὸν, ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ
3431»νόμου. Ἑπομένως πᾶν ὅ,τι ἐγένετο, ἐγένετο κατὰ παραδρο-
3432»μὴν τοῦ νόμου καὶ ἑπομένως ἔχει ἀκυρότητα κατὰ τὴν βά-
3433»σιν. Ἑπομένως βεβαίως πᾶν ὅ,τι ἐτελέσθη κατὰ τὸ διά-
3434»στημα τοῦτο κατὰ παράβασιν τῆς διατάξεως τῆς περὶ
3435»κατασχέσεως, παύει καὶ δὲν ὑφίσταται πλέον.»
3436»Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὥστε καταστρέφετε τὰς τελεσιδι-
3437»κίας;
3438»Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ γεννηθῇ ἀγωγὴ
3439»ἀχρεωστήτου.
3440»ΠΕΡΡΟΣ. Ὄχι, ὄχι.
3441»ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ὄχι, διότι τότε ἡ νομοθετικὴ ἐξου-
3442»σία θὰ ὑπεισήρχετο εἰς τὰ δικαιώματα τῆς δικαστικῆς ἐξου-
3443»σίας, καὶ θέλομεν ἐπιφέρει πλήρη σύγχυσιν εἰς τὴν διάκρισιν
3444»τῶν ἐξουσιῶν. Ἐξέλιπεν ὁ ἀρχικὸς τίτλος, ὑφίσταται δὲ ὁ
3445»τίτλος ὁ ἐκ τῆς τελεσιδικίας.»
3446Τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεγνώρισε τὸ ὀρθὸν καὶ προσθέ-
3447τει: «Τότε πρέπει ῥητῶς νὰ δηλωθῇ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ
3448»νόμου δὲν ἐπεκτείνονται ἐπὶ τῆς τελεσιδικίας.»
3449«ΠΕΡΡΟΣ. Καὶ ἂν δὲν τὸ εἴπωμεν αὐτὸ, ἡ ἔννοια τοῦ
3450»ἑρμηνευτικοῦ νόμου εἶναι τοιαύτη. Κατὰ γενικὴν ἀρχὴν, ὁ
3451»ἑρμηνευτικὸς νόμος οὐδέποτε δύναται νὰ θίξῃ τὴν τελεσιδι-
3452»κίαν.»
3453Ἐνδέχεται ἐκ παρεξηγήσεως νὰ ἐδόθη ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία
3454ἐδόθη τὸ πρῶτον, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησα νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἐγὼ
3455εἶπον ἀνακριβῆ· ἀκολούθως ὅμως ἐκ τῆς συζητήσεως ἐμορ-
3456φώθη ἡ προσήκουσα γνώμη, καὶ ἐδόθη ἡ προσήκουσα ἀπάν-
3457τησις.
3458§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἀπαρα-
3459δέκτου.
3460Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς
3461ἀντισυνταγματικοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
3462ρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
3463§147ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλή-
3464σεως κύριε Πρόεδρε.
3465§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ νο-
3466μοσχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
3467(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
3468τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Μ. Κανάρη καὶ
3469Ἰωάννου Τσερτίδου, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον
3470πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3471Μιλτ. Δάλλας Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο
3472Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Περ. Ἀλεξάκης
3473Κωνστ. Ἀσημακόπουλος ΟΘεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ο
3474Ν. Σμόλενιτζ ΟἸω. Ἀντωνόπουλος Ο
3475Δημ. Οἰκονομίδης ΟΠ. Λαμπρινόπουλος Ο
3476Δημοσθ. Καΐρης Χαρ. Τζανετάκης Ο
3477Ἐπαμ. Ἐμπειρίκος Γ. Λ. Πετροπουλάκης
3478Κωνστ. Νεγρεπόντης Πολύμ. Ζαρίμπας
3479Ἰωάννης Πετρίδης Χρ. Μαστραπᾶς
3480Ν. Φαρμακόπουλος Γεώργ. Ἀνδρίτσος
3481Σωτήρ. Δανόπουλος ΟΚων. Παπαμιχαλόπουλος
3482Χρ. Βότσαρης Π. Ρίτσος Ο
3483Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ἀνδρ. Βασιλείου Ο
3484Σπυρ. Βαρζέλης Σπ. Τσιτσάρας Ο
3485Νικόλαος Λεβίδης ΟΔημ. Χατζόπουλος Ο
3486Κωνστ. Κολιάτσος ΟΔημ. Βουλπιώτης
3487Δημοσθ. Σκυλίτσης Μιχ. Ἰατρίδης Ο
3488Ἀθ. Μουτσόπουλος ΟἈλέξ. Σ. Κ. Ρώμας Ο
3489Ν. Δ. Καλλιφρονᾶς Κ. Δ. Βοῦλτσος Ν
3490Ἀλεξ. Σκουζές ΟΓ. Μελισσηνός Ο
3491Ἀλεξ. Σκ. Σοῦτσος Διον. Μυλωνᾶς Ο
3492Δ. Γ. Ράλλης ΝἌγγ. Πετραλιᾶς Ο
3493Ἀλέξ. Ψύλλας ΟΓεώργ. Κρεστενίτης
3494Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΟΓεώργ. ΠαπακυριακόπουλοςΟ
3495Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Δημοσθ. Δόγκας Ο
3496Ἀθ. Ἴσκος Ἰω. Σισίνης Ο
3497Κωνστ. Τοπάλης ΟΣτέφ. Σκουλούδης
3498Νικ. Σχινᾶς Γεώργ. Πετούσης Ο
3499Γεώργ. Φιλάρετος ΟἈριστομ. Βαλέτας
3500Νικ. Σταματιάδης ΟΝικ. Νομικός Ο
3501Ἰω. Γιαννακόπουλος ΟΠέτρος Δελένδας Ο
3502Ἐπ. Μαυρομμάτης Κώνστ. Πεταλᾶς Ο
3503Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο
3504Παναγ. Θρ. Ζαΐμης ΟΓ. Νικολαΐδης
3505Θεόδ. Ζαΐμης Λεων. Δεληγεώργης Ν
3506Λ. Πετιμεζᾶς Μιλτ. Γουλιμῆς Ο
3507Γεώργ. Σιβιτανίδης ΟΠαν. Μερλόπουλος Ν
3508Γιαννούσιος Τάκης ΟΠερ. Μποῦτος Ο
3509Ν. Δαγρὲς ΟἈλκ. Δεληγιάννης Ν
3510Κωνστ. Φλέσσας Α. Καρατζᾶς
3511Ν. Σάλμας ΟΠέτρ. Ταταράκης
3512Δημ. Τερτίπης Γεώργ. Κουλούρης Ο
3513Ἰω. Παλάσκας ΟὌθων Μαῦρος Ο
3514Ἰω. Σταμούλης ΟἘλευθ. Μυκώνιος
3515Κίμων Βελλίνης ΟΜιλτ. Βαρότσης
3516Ξενοφ. Τσαμαγκίδης Γεώργ. Σισμάνης
3517Ἰωάννης Καζαμπάκας ΟΓεώργ. Πλατανιώτης
3518Ι. Στεφάνου ΟἸω. Καναβὸς
3519Παν. Λεβέντης ΟΓ. Φαρμακόπουλος
3520Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Μιχ. Ἰατρὸς
3521Ν. Χατζηνικολῆς ΟΑ. Πετσάλης Ο
3522Γεώργ. Κόρπας Παῦλος Ραζέλος
3523Ἀχιλ. Ἀγαθὸς ΟἈθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχ.
3524Κωνστ. Βασιλάκης Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
3525Ἰω. Σέχος Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο
3526Ἀθ. Παραμυθιώτης Χαράλ. Κανελλόπουλος Ο
3527Νικ. Βασιλάκης Π. Λαμπρούλιας Ο
3528Γεώργ. Θεοτόκης Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης
3529Γεώργ. Καποδίστριας ΝΠέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς Ο
3530Δημ. Οἰκονόμου ΟΘεόδ. Βελλιανίτης
3531Δημ. Πετρίδης ΟἈνάρ. Σιμόπουλος
3532Π. Ζούζουλας ΟΛ. Καραλίβανος Ο
3533Κωνστ. Σκαρπέτης ΟΠανούρ. Πανουργιᾶς
3534Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
3535Νικολ. Βαλσαμάκης Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος
3536Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς ΟἸω. Τσερτίδης Ο
3537Δημ. Σβορῶνος ΟΧρ. Τζῖνος Ο
3538Ἄθως Ρωμανὸς Δημ. Βότσης Ν
3539Διον. Καλούτσης ΟΠίνδ. Ἀντωνόπουλος Ο
3540Σπ. Ε. Στάης Παν. Σάκκης Ο
3541Χ. Κ. Βοζίκης ΟΔημ. Ε. Καλογερόπουλος Ο
3542Νικ. Σταματόπουλος ΟΝικ. Καράπαυλος
3543Θ. Πέῤῥος ΟἸωάν. Βρυώνης
3544Γεώργ. Μαυρομιχάλης ΟΠ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
3545Δημοσθ. Μανούσακης ΟΝικολ. Δημητριάδης Ο
3546Δημοσθ. Ματάλας Γ. Ν. Μπούμπουλης
3547Ἀριστ. Μελετόπουλος ΟἈντ. Γουδῆς Ο
3548Νικ. Γκουζούλης ΟἈθ. Λαδόπουλος
3549Δημ. Πιπινόπουλος ΟΝ. Βαφειαδάκης
3550Χασὰν βέης Πετρεδὴν βέηςΟΓ. Παγανέλης Ο
3551Φιλώτας Ἰσχύομαχος ΟἈλοΐσιος Τόμαν Ο
3552Ἰω. Γεωργαντᾶς Ν. Δρόσος Ο
3553Ἰω. Λάππας ΟΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
3554Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΟΣωτ. Χατζηγάκης Ο
3555Ἄγγ. Καλλκάνης Νικ. Ταρμπάκης Ο
3556Β. Βασιλειάδης ΟΚωνστ. Χατζηπέτρος Ο
3557Ἀθ. Εὐταξίας ΝΘεόδ. Κριεμάδης Ο
3558Ἰω. Μπακόπουλος ΟΕὐστ. Κοκκέβης
3559Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ν. Γεωργακόπουλος Ο
3560Φίλ. Βάρβογλης ΟΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
3561Ν. Τριανταφυλλάκος ΝΔημ. Καμαριώτης
3562Ἡλ. Ζέγγελης ΝΔιον. Στάϊκος Ο
3563Λάμπρος Σινανιώτης ΟἈριστόβουλος Μάνεσης Ν
3564Ἰω. Βούτουνας ΟΣπ. Δεϊμέζης
3565Γ. Μαλέας ΝΘεόδ. Λιμπρίτης
3566Ἰω. Παπαδόπουλος Τριαντάφ. Σχινᾶς
3567Θεόδ. Γκίκας Δημ. Κρίτσας
3568Παντελῆς Γκίκας Μιχ. Κακαρᾶς
3569Νικ. Τσαμαδὸς Γ. Ἀβέρωφ Ο
3570Χριστόδ. Στεριάδης ΟΚ. Βαρατάσης Ο
3571Νικ. Κοντογιάννης ΟἈλέξ. Μ. Κανάρης Ν
3572Κομνᾶς Τράκας ΟἸω. Α. Κανάρης
3573Ν. Χατζῖσκος
3574§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 120. Ἐκ τούτων 106
3575εἶπον Ὄχι καὶ 14 εἶπον Ναί. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ
3576ἀπαραδέκτου ἀπεῤῥίφθη.
3577Θὰ ἐρωτήσω ἤδη τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομο-
3578σχεδίου.
3579Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συ-
3580ζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πε-
3581ρισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3582§150ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῆς παραπομπῆς δὲν θὰ ἐρωτή-
3583σητε τὴν Βουλήν;
3584§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον σᾶς παρατηρῶ, ὅτι πρότασις περὶ
3585παραπομπῆς δὲν ἐγένετο· ἐξεφράσθη μόνον διάθεσις πρὸς τοῦ-
3586το. Ἄλλως ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου
3587εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν πρέπει νὰ γείνῃ ὑπὸ 11 Βουλευτῶν,
3588κατὰ τὸν Κανονισμόν. Ζητεῖται ὑπὸ 11 ἡ παραπομπή;
3589§152ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα (ἐγείρονται 12).
3590§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτά-
3591σεως τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι προτείνουσι νὰ παρα-
3592πεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν.
3593Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ νο-
3594μοσχεδίου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶ-
3595σιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
3596(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα
3597καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν, ἀνα-
3598βληθεισῶν τῶν τροπολογιῶν τῶν βουλευτῶν Ταταράκη
3599καὶ Μαυρομαρᾶ εἰς τὴν βʹ συζήτησιν).
3600§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑρ-
3601μηνείας τοῦ περὶ ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν τῶν δήμων νόμου
3602τῆς 24 Ἰανουαρίου 1852.
3603Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦν-
3604ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
3605παρεδέχθη.
3606Ἄρθρον μόνον.
3607§155ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ ἔννοια τοῦ τρίτου
3608ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἀπὸ 24 Ἰανουαρίου 1852 νόμου
3609περὶ ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν τῶν δήμων, συνδυαζομένου πρὸς
3610τὸ ἄρθρον 4 τοῦ αὐτοῦ νόμου καὶ πρὸς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νό-
3611μου τῆς 23 Ἰουνίου 1837, εἶναι, ὅτι κατάσχεσις ἐπιτρέπε-
3612ται εἰς χεῖρας τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος ἐπὶ τῶν πεμπτη-
3613μορίων τῶν εἰσπράξεων τοῦ δήμου καὶ μόνον διὰ τὸ πέμπτον
3614τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ πιστωτοῦ, οὐχὶ δὲ εἰς χεῖρας τρίτων
3615ὀφειλετῶν τοῦ δήμου.»
3616§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ
3617νὰ ἀπαλειφθῶσιν οἱ δύο τελευταῖοι στίχοι, ἀπὸ τῶν λέξεων
3618«τοῦ δήμου καὶ μόνον» μέχρι τέλους.
3619§157ΡΑΛΛΗΣ. Τότε γίνεται ἀκόμη πλέον ἐλαττωματικὸν τὸ
3620νομοσχέδιον, διότι ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι τις προβαίνει εἰς κατά-
3621σχεσιν ἴσην πρὸς τὸ πεμπτημόριον τῶν ἐσόδων τοῦ δημοτι-
3622κοῦ προϋπολογισμοῦ, οἱ ἄλλοι δανεισταὶ τοῦ δήμου δὲν θὰ
3623δυνηθῶσι νὰ λάβωσι τίποτε. Ὑποθέσατε ὅτι πρόκειται περὶ
3624ἑνὸς δήμου, ὁ ὁποῖος ἔχει προϋπολογισμὸν ἐσόδων 500,000
3625δραχμῶν· 100,000 δραχμαὶ ἀποτελοῦσιν ἀναγκαίως τὸ πεμ-
3626πτημόριον· εἰς τῶν δανειστῶν τοῦ δήμου ἂν κατάσχῃ τὰς
3627100,000 δραχμὰς, τί θὰ λάβουν οἱ ἄλλοι δανεισταί; Νο-
3628μίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐλαττωματικὸν καὶ μετὰ τὴν
3629τροποποίησιν, καὶ κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου
3630θέλω ὑποβάλει τροπολογίαν.
3631(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, εἶτα
3632δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν.
3633Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς
3634αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ
3635ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια «περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν»
3636καὶ «περὶ ἐνεχύρου»).
3637§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3638Ὥρα 11 καὶ 30′ μ. μ.