Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΔ · Session Β› Sitting 18

1896.02.16

1,797 rows · 13,326 words · 1 table · 117 turns

Date
1896.02.16
Presidency
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗ
Period
ΙΔ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1896)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18

τῆς 16 Φεβρουαρίου 1896.

(Παρασκευή).

Ὥρα 4 καὶ 40′ μ. μ.

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας ἀναφορὰς καὶ τηλεγραφήματα. Κάτοικοι Μαζεΐκων ἐξαιτοῦνται, ἵνα ληφθῇ πρόνοια πρὸς διάσωσιν τοῦ δάσους τῆς περιφερείας Μάζι τοῦ δήμου Κλειτορίας τῶν Καλαβρύτων, καταστρεφομένου ὑπὸ αἰγοποιμένων. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καλαμῶν συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Κάτοικοι τοῦ χωρίου Πουλήθρων τοῦ δήμου Μαριοῦ τῆς Κυνουρίας ἐξαιτοῦνται, ἵνα ἐξαιρεθῶσι τὰ κεράτια (χαρούπια) ἐκ τῆς ἀπαγορευτικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου ͵ΒΤΘʹ περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου. Οἱ κατάδικοι Δημ. Παλαβὸς καὶ Γεώργ. Βαλκανᾶς, κρατούμενοι εἰς τὰς φυλακὰς Τριπόλεως ζητοῦσι νὰ τοῖς ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις.

§2ΠΕΡΡΟΣ. Οἱ συμπολῖταί μου κάτοικοι τοῦ δήμου Μαριοῦ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσιν, ἵνα καταργηθῇ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς χρήσεως τῶν κερατίων ἢ χαρουπίων πρὸς ἀπόσταξιν οἰνοπνεύματος, ἡ ὁποία περιελήφθη εἰς τὸν πέρυσι ψηφισθέντα περὶ σταφίδος νόμον. Τὰ κεράτια, τὰ ὁποῖα παράγονται ἔν τισι δήμοις τῆς Κυνουρίας καὶ τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ἕνεκα τῆς ἀπαγορεύσεως ὑπετιμήθησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε κατήντησαν ἄχρηστα, ἀντὶ δὲ 6 καὶ 7 δραχ. κατὰ στατῆρα, ὡς ἐπωλοῦντο πρίν, σήμερον δὲν ἔχουσι τιμὴν οὔτε δύο δραχμῶν. Ἐννοῶ τὴν φροντίδα καὶ τὴν σπουδὴν διὰ τὴν ὑποστήριξιν τῆς σταφίδος· εἶναι βεβαίως ὠφέλεια ἐθνική, καὶ πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ δώσωμεν ὤθησιν εἰς τὴν ὑπερτίμησιν· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ νὰ γίνηται τοιαύτη κατάχρησις, ὥστε νὰ θυσιάζωνται ὅλα τὰ ἄλλα προϊόντα, ἵνα ὑπερτιμηθῇ ἡ σταφίς. Ἡ σταφὶς ἔχει τὸν προορισμόν της, πρέπει νὰ γείνῃ προσπάθεια πρὸς ἐξαγωγὴν μὲ τιμὰς ἀναλόγους πρὸς τὴν ἀξίαν της. Ἀλλὰ γνωστὸν, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης τὰ ἐν Πειραιεῖ καὶ ἀλλαχοῦ οἰνοπνευματοποιεῖα ἐσταμάτησαν, διότι ἡ σημερινὴ τιμὴ τῆς σταφίδος δὲν συμφέρει εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος, ἄλλας ὕλας δὲν εὑρίσκουσι, τὸ ποσὸν δὲ, τὸ ὁποῖον κατεκρατήθη, δὲν ἐπωλήθη· μένουσι λοιπὸν τὰ ἐργοστάσια ἐν ἀργίᾳ. Τοῦτο προὐκάλεσε πρότασιν τοῦ συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς κ. Ἀγγελοπούλου περὶ ἄρσεως τῆς ἀπαγορεύσεως, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται καὶ ἡ χρῆσις ἄλλων ὑλῶν πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος. Εἰς τὴν Κυνουρίαν τὰ χαρούπια εἶναι τὸ μόνον προϊόν, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἀπαγορεύσεως ἔμειναν ἄχρηστα. Δὲν νομίζω εὔλογον νὰ θυσιάζωμεν τὸ προϊόν ἑνὸς τόπου χάριν τοῦ ἄλλου. Ἄλλως ἡ παραγωγὴ τῶν χαρουπίων εἶναι τόσον μικρά, ὥστε δὲν θὰ φέρῃ ζημίαν· τὸ ὅλον ἀνέρχεται εἰς 30–40 χιλιάδας καντάρια· ἐὰν δ’ ἐπιτραπῇ ἡ χρῆσις αὐτῶν πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος, θὰ ἦναι ἀνεπαίσθητος ἡ ζημία διὰ τὴν σταφίδα. Ὁ σκοπὸς τῆς ἀπαγορεύσεως ἦτο καὶ ἄλλος, νὰ παραχθῇ οἰνόπνευμα καλλιτέρας ποιότητος, ἀλλ’ ὡς μὲ ἐβεβαίωσαν εἰδικοὶ, τὸ ἐκ τῶν χαρουπίων οἰνόπνευμα παράγει τὸ καλλίτερον ῥοῦμι· ὥστε καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς καλῆς ποιότητος εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις. Ἀλλὰ, λέγουσι, πρέπει τὰ οἰνοπνεύματα νὰ ἦναι πρώτης ποιότητος. Ἀλλὰ εἶναι δίκαιον χάριν τούτου νὰ θυσιάσωμεν ὅλα τὰ προϊόντα; Τὸ οἰνόπνευμα δύναται νὰ ἦναι καὶ πρώτης καὶ δευτέρας ποιότητος. Αἱ ἄποροι τάξεις δὲν δύνανται βεβαίως νὰ προμηθευθῶσι τὸ κονιὰκ πρώτης ποιότητος τοῦ Τρίπου λ. χ. ἢ τοῦ Καμπᾶ, ἀλλὰ δύνανται νὰ προμηθευθῶσιν οἰνόπνευμα κατωτέρας ποιότητος. Ἐπὶ τούτῳ συνετάξαμεν μετὰ τῶν συναδέλφων κ. κ. Βοζίκη καὶ Παπαμιχαλοπούλου πρότασιν νόμου, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐζητήσαμεν πληροφορίας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐμάθομεν, ὅτι εἰς οὐδὲν ἄλλο μέρος παράγονται χαρούπια, πλὴν τῶν δήμων Λιμναίων καὶ Μαριοῦ τῆς Κυνουρίας καὶ Ζάρακος τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Ἡ ψήφισις δὲ τῆς προτάσεώς μας ἐπείγει, διότι μέγα ἀδίκημα, προσγενόμενον τοῖς ἰδιοκτήταις κερατίων, πρόκειται νὰ ἀρθῇ ἀπὸ τοῦδε. Πεποίθαμεν δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἀποδεχθῆ τὴν πρότασίν μας ταύτην.

§3ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἔχετε χοίρους;

§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ὁ τόπος μας ἔχῃ χοίρους, τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Βουλήν. Ἀπορῶ δὲ διατὶ ἐνδιαφέρει τὸν κ. Βουλευτὴν Ξηροχωρίου. Ἔχω καὶ ἐγὼ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς νὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν, ὁμοίαν πρὸς ἐκείνην, ἥτις ὑπεβλήθη παρὰ τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. συναδέλφων ἐκ Κυνουρίας, πρὸς ἄρσιν τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἀποστάξεως τῶν κερατίων τοῦ δήμου Ζάρακος, ὁ ὁποῖος εἶναι εἷς τῶν ἀπορωτάτων δήμων τοῦ Κράτους. Ἡ φύσις ἔῤῥιψεν ἐξ ἐπιεικείας καὶ εὐμενείας εἰς τὰ βουνὰ τῶν μερῶν ἐκείνων τὰς κερατέας, δηλαδὴ δένδρα μήτε καλλιεργείας μήτε ἄλλης μερίμνης ἔχοντα ἀνάγκην, ἀλλὰ παράγοντα τὸν πενιχρὸν καρπὸν τοῦτον τῶν κερατίων. Ἐὰν δὲ τὸ προϊόν τοῦτο δὲν διατίθεται πρὸς ἀπόσταξιν, μένει καθ’ ὁλοκληρίαν ἄχρηστον τοῖς κατοίκοις. Παράγονται δὲ περὶ τὰ 5,000 καντάρια ἐκ τοῦ προϊόντος τούτου, ποσὸν τόσον ἀσήμαντον ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὅλην ποσότητα τοῦ ὑλικοῦ τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς ἀπόσταξιν πρώτης ὕλης διὰ τὰς χρείας τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, ὥστε νὰ μὴ δύνηται νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς ἄλλας ὕλας καὶ δὴ τὴν σταφίδα. Τώρα μάλιστα, ἐν ᾗ περιπτώσει νομοθετήσωμεν τὴν παρακράτησιν εἰς εἶδος, ἡ σταφὶς ἐπιτυγχάνει ὅ,τι ἐζήτει. Ἄλλως ἡ σταφὶς δὲν ἐφοβεῖτο τὸν συναγωνισμὸν τῆς ἀποστάξεως ἄλλων ὑλῶν, ἀλλὰ ἐπεζήτει νὰ εὕρῃ τὰς τιμὰς τὰς ὠφελίμους εἰς αὐτήν. Ἡ σταφὶς ἐφοβεῖτο ἑαυτήν. Πολλοὶ συνάδελφοι, 17 τὸν ἀριθμὸν, ὑπέβαλον πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου νόμου, διὰ τῆς ὁποίας προτείνουσι δι’ ὀλίγων λέξεων ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ ἐδάφιον αʹ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου ͵ΒΤΘʹ περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου, μετὰ τὸ τέλος, προστίθεται: «Ἐξαιρεῖται ἡ διὰ λεβήτων ἀπόσταξις σύκων, κομάρων, συκομούρων ἢ μήλων καὶ κορομήλων.» Εἰς τὴν πρότασιν ταύτην ἔρχονται οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι ἐκ Κυνουρίας καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτῶν νῦν, πρὸς τὸ συμφέρον δύο δήμων τῶν ἐπαρχιῶν, ἃς ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύωμεν, νὰ ὑποβάλωμεν εἴτε ἕτοιμον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, εἴτε τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ζητήσωμεν τὴν εἰς τὴν τροπολογίαν τῶν δεκαἑπτὰ κυρίων συναδέλφων προσθήκην τῆς λέξεως «καὶ κερατίων». Παρακαλοῦμεν δὲ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν δι’ ἡμῶν ὑποβαλλομένην αἴτησιν τῶν κατοίκων τῶν δήμων ἐκείνων καὶ τὴν ἡμετέραν φωνὴν, ὅπως μὴ ἀδικηθῇ μία παραγωγὴ, ἀσήμαντος μὲν αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν, ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν δυσπραγίαν τῶν δήμων ἐκείνων μεγίστη. Διότι, ἐὰν ἕκαστος τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων κατορθώσῃ νὰ κερδίσῃ 30 ἢ 50 ἢ 80 ἢ 100 τὸ πολὺ–πολὺ δραχμὰς (οὐδεὶς δὲ κερδίζει περισσότερα) θὰ ἦναι εἰς αὐτὸν μεγίστη εὐκολία, ὅπως ἐπαρκῇ διὰ τούτων νὰ πληρόνῃ τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους καλεῖται νὰ καταβάλλῃ εἰς τὸ Δημόσιον.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 155).

§6Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατόπιν ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας βουλευτοῦ κ. Τσαμαδοῦ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον τοῦ 1896.

§7ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Συνεπείᾳ τῶν ὑποβληθέντων παραπόνων ἐκ μέρους τῶν καταδίκων Παλαβοῦ καὶ Βαλκανᾶ, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν καταδίκων αὐτῶν, καθόσον, καταδικασθέντες οὗτοι κατὰ τὸ ἔτος 1887 ἐπὶ συνεργείᾳ ἀναιρέσεως εἰς 10 ἐτῶν πρόσκαιρα δεσμά, ἐκτίουσι μετὰ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος τὸ ὅλον τῆς ποινῆς των, καίτοι ὑπάρχει σύστασις τοῦ δικαστηρίου καὶ ἰδιαιτέρα σύστασις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν περὶ ἀπονομῆς χάριτος καὶ περιορισμοῦ τῆς ποινῆς εἰς 6 ἐτῶν εἱρκτήν. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως τύχωσιν οἱ κατάδικοι οὗτοι τοῦ εὐεργετήματος τῆς χάριτος, καθόσον, καθ’ ἃς ἔσχον πληροφορίας, καὶ κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος εἶχε συνταχθῆ διάταγμα περὶ ἀπονομῆς τοιαύτης εἰς αὐτοὺς, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἀποδημίας τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως δὲν ὑπεγράφη τοῦτο.

§8ΚΟΡΠΑΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐκ παραπόνων ὁμοεθνῶν, οἰκούντων τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, ἔσχον ἀφορμὴν νὰ ἀπευθύνω σύστασιν πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐλευθέραν εἰσαγωγὴν καὶ κυκλοφορίαν τῶν ἑλληνικῶν ἐφημερίδων εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι παρεστάθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὰ πράγματα τότε ὡς σχεδὸν τετελεσμένα καὶ ὅτι δὲν ὑπελείπετο ἢ ἡ ἔκδοσις τοῦ σχετικοῦ ἰραδέ. Πολὺς ὅμως ἔκτοτε παρῆλθε χρόνος, καὶ ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται, ἂν ὄχι εἰς τὸ σημεῖον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἤρξατο, ἂν ὄχι εἰς τὰς ὀθωμανικὰς καλένδας, βεβαίως ὅμως ἐπὶ τοῦ γραφείου νωχελοῦς τινος Ὀθωμανοῦ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχει θέσει τοὺς σχετικοὺς φακέλλους εἰς τὰ φέροντα ἐπιγραφὴν «ἄλυτα ἢ ἀνεπίδεκτα πάσης λύσεως»,—δὲν γνωρίζω πῶς λέγεται τοῦτο ὀθωμανιστί.—Σήμερον ὅμως εὑρίσκομαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω τὴν σύστασιν ταύτην καὶ αὖθις, διότι ἔχω ἐπιστολὰς τῶν αὐτῶν καὶ πολλῶν ἄλλων ὁμοεθνῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ παρακαλοῦσι νὰ ὑψώσω φωνὴν ἐντεῦθεν, καθόσον, ἐγγιζουσῶν καὶ τῶν ἑορτῶν τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν φλέγονται ἐκ τῆς ἐπιθυμίας νὰ λάβωσι γνῶσιν τῶν τελεσθησομένων ἐν τῇ κοινῇ πατρίδι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ ἐντείνῃ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ, ὅπως δοθῇ τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, δὲν ἔχω δὲ ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ πᾶς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ πᾶς Πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος θὰ ἔχῃ μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ζήτημα τοῦτο. Οἱ γράφοντες μὲ ἐξορκίζουσι νὰ ἀπευθύνω τὴν παράκλησιν ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, περὶ τοῦ ὁποίου φρονοῦσιν, ὅτι ἔχει τὴν δύναμιν, καὶ ὅτι καὶ αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται σήμερον, ὥστε, συνεννοούμενος πρὸς τὸν ἐνταῦθα πρεσβευτὴν τῆς Τουρκίας ἢ πρὸς τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἡμέτερον πρεσβευτὴν, νὰ φέρῃ εἰς αἴσιον πέρας τὸ ζήτημα τοῦτο. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν θέλουσι φροντίσει νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς παρακλήσεως ταύτης τῶν ὁμοεθνῶν μας.

§9ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν περὶ Κακουργοδικείων νόμον, γνωρίζετε ὅτι εἰς πᾶσαν ἕδραν Πρωτοδικείου συνιστᾶται Κακουργοδικεῖον, καὶ συνιστᾶται κατὰ μῆνα. Ἐν τούτοις ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Πρωτοδικείου Καλαμῶν κατὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον ἐ. ἔ. Κακουργοδικεῖον δὲν συνέστη. Δὲν ἤθελον κάμῃ λόγον, ἂν περιωρίζετο τὸ κακὸν εἰς τοὺς δύο αὐτοὺς μῆνας, ἀλλὰ, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, καθ’ ὅλον τὸ ἔτος τοῦτο αἱ ἐπαρχίαι Μεσσηνίας θέλουσι στερηθῆ τῶν ὠφελημάτων τῆς συστάσεως τοῦ Κακουργοδικείου, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἦναι ἠναγκασμένοι οἱ μάρτυρες καὶ οἱ κατηγορούμενοι, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου, νὰ ἄγωνται εἰς Κακουργοδικεῖα ἄλλα. Τὸ ἄτοπον τοῦτο, ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου ἦναι ἀκριβεῖς, προέκυψεν ἐξ ἐλλείψεως τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Πληροφοροῦμαι, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Νομαρχία ἠμέλησε νὰ συντάξῃ κατάλογον τῶν ἐνόρκων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ κλήρωσις. Ἐὰν δὲ τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, τότε θὰ πληροφορήσῃ βεβαίως τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τί ἔπραξεν ἀπέναντι τῆς ἐλλείψεως ταύτης τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ λάβῃ τοὐλάχιστον νομοθετικήν τινα πρόνοιαν, ὅπως μὴ στερηθῇ ἡ ἐπαρχία Καλαμῶν Κακουργοδικείου καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς διὰ προτάσεως νόμου νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο, ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τῇ κυβερνητικῇ πρωτοβουλίᾳ δύναται εὐχερέστερον νὰ θεραπευθῇ ἡ ἔλλειψις. Μοὶ εἶπον δὲ, ὅτι ἐκ τοιούτων ἐλλείψεων καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ἐπῆλθε τὸ αὐτὸ κακὸν, καὶ ὅτι καὶ ἐν Λαρίσσῃ, δι’ ἔλλειψιν τοῦ ἀναγκαιοῦντος ἀριθμοῦ δικαστῶν πρὸς συγκρότησιν τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐφετῶν, δὲν κατωρθώθη νὰ γείνῃ κλήρωσις τῶν ἐνόρκων. Ταῦτα, Κύριοι, εἶναι βεβαίως ὄχι εὐχάριστα· ὅταν δὲ μοὶ δώσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ προβῶμεν εἰς εὐρυτέραν συζήτησιν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὅμως ταύτῃ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὸν πίνακα τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων τοῦ Κράτους κατὰ τὴν λήξασαν τριμηνίαν (Ὀκτώβριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον), καὶ νὰ κατατεθῶσιν οἱ πίνακες οὗτοι ἐκ παραλλήλου πρὸς τὰς ἐργασίας τῶν δικαστηρίων κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ἔχετε, ἐλπίζω, ὅλοι τὴν ἐπιθυμίαν, νὰ μάθητε κατὰ πόσον ἐβελτιώθη ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μας, προκειμένου δὲ νὰ ψηφίσωμεν μετ’ ὀλίγον δικαστικὰ νομοσχέδια, ὁ ἔλεγχος αὐτὸς θὰ μᾶς δώσῃ τὸ μέτρον τῆς ψήφου μας ἀπέναντι τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν καὶ πρόκειται νὰ συζητηθῶσι κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον. Προβαίνω δὲ εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, διότι τῷ ὄντι δι’ ἀλλεπαλλήλων ἐγκυκλίων ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δεινῶς ᾐτιάθη τὴν διαχείρισιν τῆς δικαιοσύνης, εὔχομαι δὲ καὶ εὐελπιστῶ, ὅτι καὶ οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, καὶ αἱ ἐγκύκλιοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ ἐπέφερον τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ ταῦτα θ’ ἀποδειχθῶσι διὰ τῆς προσαγωγῆς τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους ζητῶ.

§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ μὲν τῶν πινάκων, ἐν οἷς ἐκδηλοῦται ἡ κατάστασις τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ ἐμὸς συνάδελφος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θέλει σπεύσει νὰ προβῇ εἰς δημοσίευσιν αὐτῶν ἢ κατάθεσιν αὐτῶν εἰς τὴν Βουλὴν. Περὶ τοῦ κωλύματος ὅμως, τὸ ὁποῖον κατέστησεν ἀνέφικτον τὴν συγκρότησιν τοῦ δικαστηρίου τῶν ὁρκωτῶν ἐν Καλάμαις, ἔλαβον γνῶσιν καὶ ἐγὼ, καὶ ἐπειδὴ ἀπαιτεῖται, πρὸς ἄρσιν τοῦ κωλύματος, νὰ ὑποβληθῇ νομοθέτημα εἰς τὴν Βουλὴν, γνωρίζω ὅτι νομοσχέδιον συνετάχθη καὶ εἶναι ἕτοιμον, ἐνδεχόμενον δ’ αὔριον, εἴτε τὴν Δευτέραν, νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν.

§11ΤΟΠΑΛΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συστήσῃ ἐπιτροπὴν, ἥτις, ἐρχομένη εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, νὰ μελετήσῃ τὴν συγκοινωνίαν, ζήτημα ἄξιον πάσης προσοχῆς διὰ τὴν ἐπαρχίαν Βόλου. Ἡ Κυβέρνησις μετὰ προθυμίας κατήρτισε τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἐκ τῶν κ.κ. Μπαΐρα καὶ Ἀργυροπούλου, νομομηχανικῶν, καὶ Κανᾶ μηχανικοῦ, τῇ συμπράξει καὶ τοῦ διευθυντοῦ τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων κ. Κηρύκου. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἦλθεν ἐπὶ τόπου, καὶ ἐμελέτησε τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας, πιστεύω δὲ νὰ κατήρτισεν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω νὰ ὑπέβαλεν ἤδη εἰς τὸ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἵνα λάβωμεν αὐτῆς γνῶσιν καὶ ἴδωμεν τί δέον γενέσθαι καὶ τί δύναται νὰ γείνῃ.

§12Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐκτὸς τῆς ἐκθέσεως, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ καὶ τὸ σχεδιάγραμμα.

§13ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Χθὲς παρεπονέθη ἀξιότιμος φίλος Βουλευτὴς, ὅτι φάκελλόν τινα, προσαχθέντα ἐνταῦθα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ οὗτινος εἶχεν ἀνάγκην, ἵνα λάβῃ τὸν λόγον καὶ ὁμιλήσῃ, ἠρνήθη τὸ Γραφεῖον νὰ τῷ παραδώσῃ. Σήμερον ἐπαναλαμβάνεται τὸ αὐτὸ ἄτοπον. Ἐζητήσαμεν ἡμεῖς παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ καταθέσῃ φάκελλόν τινα σχετικὸν πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς πιστώσεως τῶν 24,000 δραχ. οὗτινος θέλομεν νὰ κάμωμεν χρῆσιν κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ ἀρνοῦνται νὰ μᾶς τὸν δώσουν.

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀρνοῦνται, ἀλλὰ παρακαλεῖ τὸ Προεδρεῖον νὰ μελετηθῶσι τὰ ἔγγραφα ἐντὸς τοῦ Γραφείου.

§15ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν δυνάμεθα ἐντὸς τοῦ Γραφείου. Ζητοῦμεν, ὁ φάκελλος νὰ προσαχθῇ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Πῶς εἶναι δυνατὸν συζητήσωμεν;

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν θὰ γείνῃ συζήτησις, τότε δυνάμεθα νὰ φέρωμεν τὰ ἔγγραφα.

§17ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου.

§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐγένετο καταληπτὸν, τί ἐπιθυμεῖτε. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ προσδιορίσητε εἰδικώτερον.

§19ΡΑΛΛΗΣ. Ἀμέσως νὰ σᾶς τὸ προσδιορίσωμεν. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελλος ὁ σχετικὸς πρὸς τὴν πίστωσιν τῶν 24,000 δραχμῶν· εὐηρεστήθη δὲ ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσκομίσῃ αὐτὸν ἀμέσως τὴν ἐπιοῦσαν. Ἐζητήθησαν ἕτερά τινα ἔγγραφα, καὶ ταῦτα μετὰ τῆς μεγαλειτέρας προθυμίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ. Ἡ πίστωσις εἶναι ἐγγεγραμμένη ὑπ’ ἀριθ. 5 τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἀπὸ τῆς χθὲς ἐζητήθη ὁ φάκελλος παρ’ ἐμοῦ, καὶ μοὶ εἶπον ὅτι ἐχάθη.

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος σᾶς τῷ εἶπε, κύριε Ράλλη;

§21ΡΑΛΛΗΣ. Ἐζητήθη ὁ φάκελλος παρ’ ἐμοῦ, καὶ μοὶ ἀπήντησαν, ὅτι ἐχάθη· εἰς τὸ τέλος δὲ τῆς συνεδριάσεως, ὅτι ὁ φάκελλος ἐζητήθη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὅτι τὸν ἔλαβεν εἷς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος θὰ τὸν ἐπιστρέψῃ. Σήμερον ἐζήτησα πάλιν τὸν φάκελλον μὲ ὅλα τὰ ἄλλα σχετικά· ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου μοὶ ἀπήντησε νὰ κοπιάσω νὰ τὸν μελετήσω μέσα. Νομίζω ὅτι ἡ γλῶσσα τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὀφείλομεν νὰ καταγγείλωμεν αὐτὴν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον. Ὁ κύριος Πρόεδρος πρέπει νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι δὲν ἔχει καθῆκον νὰ ὑπερασπίζηται τοιοῦτον αὐθάδη ὑπάλληλον. Ὅταν προσκομίζωνται παρὰ τῶν Ὑπουργῶν πληροφορίαι καὶ κατατίθενται εἰς τὸ Προεδρεῖον, οὐδεὶς Βουλευτὴς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προστρέχῃ εἰς τὸ γραφεῖον, ἵνα μελετήσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, μάλιστα ὅταν διαρκῇ ἡ συνεδρίασις. Ὅταν δὲ ὁ Βουλευτὴς ζητήσῃ, ἵνα μελετήσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, τὰς ὁποίας κατ’ αἴτησίν του κατέθηκεν ὁ Ὑπουργὸς, παρὰ τοῦ ὁποίου τὰς ἐζήτησε, νομίζω ὅτι καθῆκον τοῦ Προέδρου εἶναι νὰ διατάξῃ τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, τὸν αὐθάδη, νὰ τὰς φέρῃ ἐνώπιον τοῦ Προεδρείου.

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου δὲν εἶναι αὐθάδης.

§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα ν’ ἀποδίδετε χαρακτηρισμοὺς ὑβριστικοὺς εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι διατελοῦσιν ὑπὸ τὰς διαταγὰς καὶ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἀναγνωρίζει ὅτι οἱ ὑπ’ αὐτὸν ὑπάλληλοι παραβαίνουσι τὸ καθῆκόν των. Δύνασθε νὰ ἀπευθύνητε εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς παραστάσεις διὰ ἐλλείψεις ἢ παραβάσεις τῶν ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ ὑπαλλήλων, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἀποδίδετε ὑβριστικοὺς χαρακτηρισμούς. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ποιοῦμαι εἰς ὑμᾶς διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ αὐθάδους, τὸν ὁποῖον προσεθήκατε διά τινα ὑπάλληλον. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι συνείδησιν τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον τοῖς ἐπιβάλλεται διὰ τὴν διατήρησιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα τοῖς ἐμπιστεύονται οἱ διάφοροι κλάδοι τῆς δημοσίας διοικήσεως. Ὁ φάκελλος πρέπει βεβαίως νὰ δοθῇ εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς, ἵνα μελετήσωσιν αὐτόν· ἀλλ’ οἱ φάκελλοι δὲν πρέπει νὰ ἐξάγωνται τῶν γραφείων τῆς Βουλῆς...

§24ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδεὶς ἐζήτησε τοῦτο.

§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. οὐδὲ πρέπει νὰ λαμβάνωνται κατ’ οἶκον, ὡς ἄλλοτε, οὐδὲ πρέπει οἱ λαμβάνοντες τοὺς φακέλλους ἐνταῦθα, ἵνα τοὺς μελετήσωσι, νὰ τοὺς ἀφήνωσιν εἰς τὸ μέσον καὶ νὰ φεύγωσι· διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐνδέχεται οἱ φάκελλοι νὰ μὴ διατηρηθῶσιν ὡς ἔχουσι. Καὶ ὑπάρχουσι παραδείγματα τοιαῦτα. Ἐὰν ὁ κ. Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς λοιπὸν ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ σᾶς δώσῃ τοὺς φακέλλους, ἀλλὰ νὰ μὴ ἐξαχθῶσιν οἱ φάκελλοι ἀπὸ τὸ Βουλευτήριον, ἐκτελεῖ τὸ καθῆκον. Ἵνα λάβητε ὅμως τοὺς φακέλλους, ὅπως τοὺς μελετήσητε ἐκεῖ, οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, καὶ ὁ κ. Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου θέλει σᾶς φέρῃ αὐτούς, ἵνα τοὺς μελετήσητε.

§26ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑπέθετον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ ὑπ’ αὐτὸν ὑπάλληλοί εἰσιν ἀνώτεροι τῆς ἀνατροφῆς τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἐχαρακτήρισα ὡς αὐθάδη τὴν διαγωγὴν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς. Καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ ὡς τοιαύτη νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ διαγωγὴ αὐτοῦ, ἀφοῦ ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ κατακρατήσῃ πληροφορίας, τὰς ὁποίας κατέθηκεν ὁ Ὑπουργὸς, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήθησαν. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀποκομίσῃ τις τὸν φάκελλον ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου· ἐζητήθη παρὰ Βουλευτοῦ αὐτὴν τὴν στιγμὴν διὰ τοῦ κλητῆρος Κώστα, καὶ ἀπήντησεν: «ἂς κοπιάσῃ μέσα, νὰ τὸν μελετήσῃ.» Καὶ νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι αὐθάδης ἡ τοιαύτη συμπεριφορά; καὶ νομίζετε ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς τοῦτο τῆς κρίσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος νομίζει ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν νὰ προσαχθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Προεδρείου αἱ κατατεθεῖσαι κατ’ αἴτησιν ἡμῶν πληροφορίαι;

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἦσθε μετριώτερος, ὅταν πρόκειται περὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.

§28ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἦσθε προσεκτικώτερος· καὶ ἂν φρονῆτε ὅτι προσέβαλον κατ’ ἐλάχιστον τὸν Πρόεδρον, ἀνακαλέσατέ με εἰς τὴν τάξιν, ἢ θέσατε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Μὴ νομίζετε δὲ, ὅτι ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ κάμῃ ἄλλο τι ἢ νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις· καὶ ἐν ὅσῳ ὁ Βουλευτὴς φέρεται εὐλαβῶς, ὡς φέρομαι, μόνον τὰ δίκαια παράπονα αὐτοῦ ἐκφράζων, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ τῷ συστήσητε μετριοπάθειαν. Ὁ φάκελλος εἶναι τώρα ἐδῶ, καὶ ἦλθε κατόπιν τῆς διαμαρτυρίας μου, ἡ διαμαρτυρία δὲ ὀφείλεται εἰς τὴν αὐθάδειαν τοῦ ὑπαλλήλου ὑμῶν.

§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπαναλαμβάνω νὰ ποιήσωμαι τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδίδῃ οἷον δήποτε ὑβριστικὸν χαρακτηρισμὸν κατὰ ἀπόντων, ἀλλ’ ἡ εὐπρέπεια ἐπιβάλλει, καὶ τὸ καθῆκον ἑκάστου εἶναι, νὰ μὴ ἀποδίδῃ χαρακτηρισμοὺς ὑβριστικοὺς εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι λόγον, ἵνα ἀπολογηθῶσιν ἢ νὰ ἀπαντήσωσιν, εἰς ἀνθρώπους, διὰ τοὺς ὁποίους εὐθύνεται ἕτερος, εὐθύνεται ὁ διευθύνων τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος περιεβλήθη διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τοὺς ὁποίους περιβάλλει διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του ὁ ἐπιτηρῶν καὶ εὐθυνόμενος δι’ αὐτοὺς, καὶ περιβεβλημένος τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐὰν Βουλευτής τις ἔχῃ παράπονα κατά τινος ὑπαλλήλου τῆς Βουλῆς, ἁρμόδιος εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἵνα πρὸς αὐτὸν ἀπευθυνθῶσι τὰ παράπονα, καὶ ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος, ἐξετάσας αὐτὰ, ἤθελε κρίνει αὐθάδη τὴν διαγωγὴν τοῦ ὑπαλλήλου, αὐτὸς θέλει δώσει τὸν χαρακτηρισμὸν καὶ θέλει τιμωρήσει αὐτόν. Ἀλλὰ ἡμεῖς ν’ ἀποδίδωμεν ὑβριστικοὺς χαρακτηρισμοὺς κατὰ παντὸς, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ἢ ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαντήσῃ, διατελεῖ δὲ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, νομίζω οὐ μόνον ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι εὐπρεπὲς, ἀλλὰ δὲν εἶναι οὐδὲ γενναῖον.

§30ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις εἰς τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἵνα ἴδῃ καὶ αὐτὸς καὶ ἡ Βουλὴ, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει ὅπως νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἤμην παρὼν τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψήφου αὑτῆς ἀνεβίβασεν εἰς τὸ ὑψηλὸν τοῦ Προέδρου ἀξίωμα τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, μόλις ἐγένετο Πρόεδρος, ἐκάλεσε τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς καὶ τῷ εἶπε: «Τί ἀταξία εἶναι αὐτὴ τοῦ Γραφείου, νὰ χάνωνται φάκελλοι ἐντὸς αὐτοῦ! Ἐγὼ ἐννοῶ νὰ φέρω μίαν τάξιν· διὰ τοῦτο σᾶς ἀπαγορεύω νὰ δίδετε φάκελλον, εἰσερχόμενον ἐν τῇ Βουλῇ, χωρὶς νὰ λάβητε ἀπόδειξιν παρὰ τοῦ παραλήπτου, ἡ ἀπόδειξις δὲ αὕτη θέλει ἀπαλλάσσει ὑμᾶς τῆς εὐθύνης, καὶ σώσει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Γραφείου.» Ὁ κ. Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς ἀνεδέχθη νὰ λαμβάνῃ πάντα φάκελλον ἐκ τῶν Ὑπουργείων, νὰ δίδῃ δὲ ὁ ἴδιος τὴν δέουσαν ἀπόδειξιν. Ἕνεκα τούτου ὁ κ. Καλοστύπης, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τόσα ἔτη διευθύνει τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ οὐδὲν παράπονον ἠκούσθη κατ’ αὐτοῦ, ἠναγκάσθη πιθανῶς νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, τὸν αἰτήσαντα τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἔγγραφα, νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα ἴδῃ τοὺς φακέλλους, διότι αὐτὸς μόνος φέρει τὴν εὐθύνην. Ἀφοῦ βεβαίως οἱ φάκελλοι ζητοῦνται καὶ κατατίθενται εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, δὲν δύνανται παρὰ νὰ ἦναι εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς Βουλευτοῦ, ὅπως προσέλθῃ καὶ μελετήσῃ αὐτοὺς, οὐχὶ δὲ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς· διότι δυστυχῶς πολλὰ ἔγγραφα κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπωλέσθησαν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς.

§31ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ δώσῃ μαθήματα εὐπρεπείας. Τὰ μαθήματα τῆς εὐπρεπείας ἔπρεπε νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐδῶ ἀκριβῶς, ἵνα ὑπηρετῶσι τὴν Βουλήν. Εἶπεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναφερθῶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐὰν εἶχον παράπονα κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου. Καὶ πρὸς τίνα ἀνεφέρθημεν; Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ γεννηθῇ τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη, ἵνα προσκομισθῇ ὁ φάκελλος. Ἦλθε δὲ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ξηροχωρίου, ἵνα μᾶς πληροφορήσῃ, ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου διὰ τοὺς φακέλλους, οἱ ὁποῖοι προσκομίζονται ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ποῖος τὸ ἀρνεῖται; Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι τοὺς φακέλλους τούτους οὐδὲ σεῖς θὰ καταδεχθῆτε νὰ ὑπάγητε, μάλιστα ὅταν ἦναι συνεδρίασις, νὰ τοὺς ἀνεγνώσητε εἰς τὸ Γραφεῖον, διότι σᾶς προσεκάλεσεν ὁ κύριος Καλοστύπης. Ὁ Βουλευτὴς εἶναι Βουλευτὴς ἐνταῦθα, καὶ ὅταν προσκομίζωνται ἔγγραφα καὶ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησε, τὰ ἔγγραφα αὐτὰ καὶ αἱ πληροφορίαι πρέπει νὰ κατατίθενται εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐὰν δέ τις δὲν ἔχῃ τὴν κοινὴν ἀξιοπρέπειαν νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα, νὰ ἀπαιτήσῃ τοῦτο, καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν ἔχει, τόσον τὸ χειρότερον δι’ αὐτόν.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ μεταλλείων νόμων. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ τῆς 5 Σεπτεμβρίου 1895, καὶ 2) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ᾼΙΖʹ τῆς 22 Ἰουνίου 1882 περὶ διανομῆς τῶν τηλεγραφημάτων. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀκινήτων ἕνεκα ἀρχαιολογικῶν ἀναγκῶν νόμου τοῦ 1895).

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δραχμῶν 24,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1895.

§34ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ποσὸν τῆς προκειμένης πιστώσεως εἶναι ἀληθῶς εὐτελές. Πρόκειται περὶ 24,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ θαυμάζει τις διὰ τὸ ἀσύνηθες τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου αἰτεῖται ἡ πίστωσις. Χαρακτηρίζω ἀσυνήθη τὸν τρόπον, διότι προτάσσεται καὶ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου ἓν ἔγγραφον τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, διὰ τοῦ ὁποίου φαίνεται πρῶτον μὲν, ὅτι ὁ δικαστικὸς σύμβουλος ἔδωκεν ἐντολὴν πρὸς πληρωμὴν, καὶ κατόπιν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωκε, ζητεῖται ἡ πίστωσις, δεύτερον δὲ, διότι διὰ τῆς προτάξεως τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ ἡ πίστωσις αὕτη καθίσταται προσωπική. Τὸ ἔγγραφον τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ δοθεῖσα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 κεφ. 29/1 πίστωσις πρὸς ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ συμβιβαστικῶν πράξεων ἐκ δραχ. 400,000 ἐξηντλήθη, διότι ἐπληρώθησαν πολλαὶ δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχομεν ἀνάγκην ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 24,000 πρὸς πληρωμὴν ἀνεγνωρισμένης ἀπαιτήσεως, δι’ ἣν ἐξεδώσαμεν ἐντολὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 καὶ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Πάνου Σινανιώτου, ὡς ἐκδοχέως τῶν δικαιωμάτων τῆς Μαγδαληνῆς Α. Σινανιώτου, παρακαλοῦμεν νὰ μεριμνήσητε, ὅπως ζητηθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 διὰ τὸ, ὡς εἴρηται, ποσὸν τῶν 24,000.» Λοιπὸν διὰ τῆς προτάξεως τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, τοῦ καθαρῶς ὑπηρεσιακοῦ, χαρακτηρίζεται ἡ πίστωσις ὡς καθαρῶς προσωπικὴ, διότι φαίνεται ὅτι προσδιορίζεται ἀπὸ τοῦδε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον αἰτεῖται διὰ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς πληρωμῆς ὑπὲρ ὡρισμένου ἀτόμου. Ὄχι μόνον δὲ ἀήθης εἶναι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον εἰσήχθη ἡ προκειμένη αἴτησις περὶ πιστώσεως, ἀλλὰ καὶ ἀνεξήγητος· διότι ἐκ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον εὐηρεστήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ, ἐξάγω τὰ ἑξῆς συμπεράσματα ὡς πρὸς τὴν πίστωσιν τῶν 400,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία ἐχορηγήθη διὰ δικαστικὰς ἀποζημιώσεις καὶ διὰ συμβιβαστικὰς λύσεις διαφορῶν τοῦ Δημοσίου. Κατὰ τὸν κατάλογον τοῦτον κατεβλήθησαν ἢ ἀνεγνωρίσθησαν διὰ τὸ 1895 καὶ μέχρι τῆς 12 Φεβρουαρίου 1896 ἀπαιτήσεις διὰ περατωθείσας δικαστικὰς ὑποθέσεις τοῦ Δημοσίου, ἀποβάσας κατ’ αὐτοῦ, δραχ. 250,740. Κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ κατάλογον, ἐλύθησαν συμβιβαστικῶς ὑποθέσεις διὰ τὸ ποσὸν δραχ. 345,423. Ἔχομεν λοιπὸν σύνολον ἀπαιτήσεων συμβιβασθεισῶν καὶ ἀπαιτήσεων ὀφειλομένων ἐκ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου καὶ ἄρθρου τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ δικαστικὰς ἀποζημιώσεις δραχ. 596,000· Ἐν τούτοις ἡ πίστωσις, ἡ ὁποία ἐχορηγήθη, εἶναι μόνον δραχ. 400,000. Καὶ ἴσως ἠδύνατό τις νὰ μοὶ παρατηρήσῃ, ὅτι εἶναι τὸ σύνολον τῶν συμβιβασθεισῶν ὑποθέσεων καὶ τῶν πληρωθεισῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1895 μέχρι τῆς 12 Φεβρουαρίου 1896, καὶ νὰ θελήσῃ ἐντεῦθεν νὰ ἐξηγήσῃ, ὅτι πράγματι δὲν ὑπάρχουσι καθυστερήσεις ὡς πρὸς τὰς ἀποζημιώσεις ταύτας, καὶ ὅτι ἡ πίστωσις τῶν 24,000 δραχ. διὰ τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν, διὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖται, θὰ ἐπαρκέσῃ δι’ ὅλας τὰς καθυστερουμένας πληρωμὰς ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ κεφαλαίου καὶ ἄρθρου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ παρετήρησα, διεξελθὼν μίαν πρὸς μίαν ὅλας τὰς συμβιβασθείσας διαφορὰς καὶ ὅλας τὰς δικαστικὰς ἀποζημιώσεις τὰς ἐπιδικασθείσας, ὅτι ὅλαι ἀνάγονται μέχρι σήμερον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1895. Ἑπομένως ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία ἤθελε μοὶ γείνῃ, ἐκ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπιγράφεται ὁ κατάλογος, ὅτι πρόκειται περὶ διαφορῶν μέχρι τῆς 12 Φεβρουαρίου 1896, δὲν ἐξηγεῖ τί ἔγεινεν ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν 400,000 καὶ τῶν 596,000 δραχμῶν καὶ πῶς καταβληθήσεται αὕτη. Ἐπληρώθη ἡ διαφορὰ αὕτη; διατὶ δὲ, ἐὰν δὲν ἐπληρώθη αὐτὴ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν 400,000 καὶ τῶν 596,000, διατὶ ζητεῖται μόνον πίστωσις 24,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία, ὡς εἶπον, χαρακτηρίζεται σχεδὸν προσωπικὴ διὰ τῆς προτάξεως τοῦ ἐγγράφου τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου; Εἶναι ἀπορίαι, αἱ ὁποῖαι γεννῶνται ἀναγκαίως, καὶ τὰς ὁποίας δὲν δύναταί τις νὰ ἐξαγάγῃ ἢ διὰ τῆς ὑποθέσεως ὅτι ὑπάρχει εἷς ἰδιάζων λόγος, ἄγνωστος ἡμῖν, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὴν εἰσαγωγὴν τῆς πιστώσεως ταύτης καὶ τὸν τρόπον τῆς εἰσαγωγῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εὐαρεστηθεὶς νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ὑπέδειξε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν εὐθύνεται αὐτὸς διὰ τὴν πίστωσιν ταύτην, ὅτι ἔρχεται νὰ ἐκτελέσῃ συμβιβασμὸν συνομολογηθέντα παρ’ ἑτέρου Ὑπουργοῦ. Καὶ ἀληθῶς τὸ συμβόλαιον, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἔκτακτος πίστωσις τῶν δραχμῶν 24,000, χρονολογεῖται ἀπὸ 20 Ἰανουαρίου 1895, ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ δ’ ἐντολὴ πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ συμβολαίου τοῦ συμβιβαστικοῦ χρονολογεῖται ἀπὸ 18 Ἰανουαρίου 1895, ἐποχῆς ἐπίσης, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἑπομένως πραγματικῶς ὁ συμβιβασμὸς αὐτὸς δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι εὐθύνει τὴν ἐνέργειάν του. Ἀλλὰ μετὰ τὸν συμβιβασμὸν, ὁ ὁποῖος εὐθύνει τὸν προκάτοχον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρενέπεσεν ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἴσως δὲν ἔσχε τὴν ἀφορμὴν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἴσως οἱ ἁρμόδιοι δὲν ἐπέστησαν τὴν προσοχήν των· ἰδοὺ δὲ τί παρενέπεσεν. Ἡ ἀπαίτησις αὕτη τῆς οἰκογενείας Σινανιώτου χρονολογεῖται ἀπὸ εἰκοσάδος ἐτῶν, τελεικῶς δὲ ἀπεδείχθη, καὶ ἀπεδείχθη τοῦτο διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἥτις εἶχεν ἐπέλθει προηγουμένως καὶ τὴν ὁποίαν παρεῖδον κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον τῆς ὑποθέσεως οἱ ὑπερασπισταὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἀπεδείχθη ὅτι ἀπέναντι ὀφειλῆς δραχμῶν 10,000 ὑπὲρ τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου, ὀφειλῆς προερχομένης ἐκ καταλείψεως γηπέδων ἐν Τριπόλει, ὤφειλεν οὗτος δραχμὰς 85,000 πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ αἱ 10,000 αὐταὶ δραχμαὶ, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἀπόφασις καταδικαστικὴ, συνεψηφίσθησαν πρὸς μέρος τοῦ χρέους τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου πρὸς τὸ Δημόσιον· ἀφοῦ δὲ ἐπῆλθεν ὁ συμψηφισμὸς αὐτὸς ἐκ μέρους τῆς οἰκονομικῆς ἀρχῆς, ὁ Ἀθανάσιος Σινανιώτης ἀνέκοψε τὸν συμψηφισμὸν, καὶ ἐπὶ τῆς ἀνακοπῆς αὐτοῦ ἐξεδόθη ἡ πρώτη ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἔδιδε πέρας εἰς τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ὑποθέσεως, ἡ πρώτη ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως ἐθεωρήθη ὁ συμψηφισμὸς ὡς καλῶς γενόμενος, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν εἶχεν ἀπαίτησιν πλέον ὁ Ἀθανάσιος Σινανιώτης δραχμῶν 10,000, διότι ἡ ἀπαίτησίς του αὕτη, ἡ ὁποία εἶχεν ἀναγνωρισθῆ δικαστικῶς, συνεψηφίσθη ἀπέναντι μέρους τοῦ χρέους του τῶν 85,000 δραχ. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην ὁ Ἀθανάσιος Σινανιώτης ἐξεχώρησε τὴν δῆθεν ἀπαίτησίν του κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἡ ὁποία εἶχε συμψηφισθῆ ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως, διὰ τῆς ἀποφάσεως τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευσα, εἰς τὴν σύζυγόν του, καὶ κατόπιν ἡ σύζυγός του, μετά τινα διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἀπέβη κατ’ αὐτῆς, ἕνεκα μὴ δόσεως ἑνὸς ὅρκου, εἰς τὸν υἱόν της, τὸν Πάνον Σινανιώτην, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ χορηγηθῇ ἡ πίστωσις, ὅπως ἐχαρακτηρίσθη ὀνομαστικῶς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ὁ δὲ Πάνος Σινανιώτης κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρώτη ἀπόφασις τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτοδικῶν, ἡ ὁριστικὴ καὶ τελεσίδικος, μίαν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεδικάζοντο αὐτῷ 24,000 δραχμαὶ, πλέον δραχμῶν 19,000, ὀφειλομένων δῆθεν αὐτῷ ἐκ τόκων φαλαγγιτικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα εἶχε καταθέσει. Ἴσως θέλετε νὰ μάθητε, πόθεν προήρχοντο τὰ χρέη τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου πρὸς τὸ Δημόσιον. Προήρχοντο πρῶτον ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως καὶ δεύτερον ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἑνὸς ὑδρομύλου· ἀλλ’ ὅλα ταῦτα εἶναι τῆς παρελθούσης ἐποχῆς. Ὁπωσδήποτε ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς κακῆς ὑπερασπίσεως συνωμολογήθη αὐτὸς ὁ συμβιβασμός· μετὰ τὴν συνομολόγησιν ὅμως αὐτοῦ τοῦ συμβιβασμοῦ βλέπω ἔν τινι ἐκθέσει τῆς 11 Ἰουνίου 1895, — βλέπετε ὅτι ὁ συμβιβασμὸς συνωμολογήθη κατὰ τὴν 20 Ἰανουαρίου 1895, — λοιπὸν μετὰ πέντε μῆνας βλέπω ἔν τινι ἐκθέσει τοῦ τμηματάρχου τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «... Οὕτως εἶχε τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως, διότι ἐν τῇ ἀπὸ 28 Νοεμβρίου 1894 γνωμοδοτήσει του περὶ συμβιβασμοῦ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον οὐδὲν ἀναφέρει, ἐκτὸς τῆς ἀπὸ 22 Μαρτίου 1893 ἀγωγῆς τοῦ Πάνου Σινανιώτου καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 267 τοῦ 1888 ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰς ἣν στηριχθὲν ἔκαμε τὸν συμβιβασμὸν, ὃν ἐνέκρινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ συνετάχθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10249 τῆς 20 Ἰανουαρίου 1895 συμβόλαιον εἰς τὸν ἐνταῦθα συμβολαιογράφον Γ. Ι. Παπούλαν, δι’ οὗ παρεδέχθη τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν Πάνον Ἀθ. Σινανιώτην πρὸς ἐξόφλησιν τῆς ἀπαιτήσεώς του δρ. νέας 24,000, καὶ ἐξέδωκε καὶ διεβίβασε τὸ Δικαστικὸν τμῆμα πρὸς τὸ Εἰδικὸν Λογιστήριον τὴν ὑπ’ ἀριθ. 39593 τῆς 13 Μαΐου 1895 ἐντολὴν πληρωμῆς πρὸς ἔκδοσιν τοῦ χρηματικοῦ ἐντάλματος ἐπὶ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου ἄνευ συμψηφισμοῦ.» Λοιπὸν ὑπῆρξεν ἡ ἐντολὴ ἀπὸ τῆς 13 Μαΐου 1895 περὶ πληρωμῆς τοῦ διὰ τοῦ συνταχθέντος συμβολαίου συνομολογηθέντος συμβιβασμοῦ· ἀλλὰ τί συνέβη; πῶς δὲν ἐπληρώθησαν; ἡ ἔκθεσις τὸ ἐξηγεῖ (ἀναγινώσκει): «Τὸ Εἰδικὸν Λογιστήριον δὲν ἐξέδωκε συνεπείᾳ τῆς ἐντολῆς ταύτης τὸ χρημ. ἔνταλμα ἐπὶ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου ἄνευ συμψηφισμοῦ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Πάνου Ἀθ. Σινανιώτου, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔγραψεν ἐπὶ τῆς ἐντολῆς: «Πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι παρὰ τῶν ταμιῶν Μεγαλοπόλεως καὶ Μαντινείας περὶ τῶν χρεῶν τοῦ Ἀθαν. Σινανιώτου, καὶ εἶτα ἐξετασθῇ ἡ προκειμένη ὑπόθεσις, πρὸς βεβαίωσιν τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ.» Κατόπιν δὲ τῆς βεβαιώσεως περὶ τοῦ ὅτι δὲν ὑπήκουσε τὸ Εἰδικὸν Λογιστήριον εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δὲν ἐξέδωκε τὸ ἔνταλμα, προέρχεται ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης εἰς λογαριασμοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι μακρότατοι, διότι ἀφορῶσιν ὅλην τὴν ληψοδοσίαν ἀπὸ 30 ἐτῶν μεταξὺ τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου καὶ τοῦ Δημοσίου, εἰς λογαριασμοὺς, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶχε νὰ λάβῃ ὁ Ἀθανάσιος Σινανιώτης, ἀλλ’ ὤφειλε καὶ δραχ. 85,000. Καὶ ἐρωτῶ, πῶς, ἀφοῦ τὰ πράγματα εἶχον ὅπως τὰ παριστᾷ ἡ ἔκθεσις αὕτη, ἡ ἐπίσημος, τοῦ τμηματάρχου τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου, δηλαδὴ πῶς, ἀφοῦ ἐσταμάτησεν ἡ ἔκδοσις τοῦ ἐντάλματος, οὔτε ἐξετελέσθη ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ ἡ ἐντολὴ περὶ ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος ἐπὶ συμψηφισμῷ, πῶς σήμερον εἰσάγεται τὸ νομοσχέδιον, καὶ εἰσάγεται τοῦτο περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως, κατὰ τρόπον, ὡς εἶπον, ὀνομαστικόν;

§35ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ συμβόλαιον πότε συνετάχθη;

§36ΡΑΛΛΗΣ. Φέρει χρονολογίαν τῆς 20 Ἰανουαρίου 1895· ὁ συμβιβασμὸς λοιπὸν ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην ὄχι τοῦ κ. Δηλιγιάννη Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κυρίου Κετσέα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῆς εὐθύνης αὐτῶν, — ἡ εὐθύνη αὕτη ἴσως καλύπτεται ἐν μέρει ἐκ μιᾶς πλημμελοῦς καὶ ἐσφαλμένης γνωμοδοτήσεως τῶν νομικῶν συμβούλων, — ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ πῶς, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἐσταμάτησεν ἡ ἔκδοσις τοῦ ἐντάλματος τῆς πληρωμῆς, πῶς σήμερον εἰσάγεται ἡ αἴτησις περὶ πιστώσεως κατὰ τύπον καὶ τρόπον ὀνομαστικόν. Αὐτὸ εἶναι τὸ πλημμελὲς, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω, αὐτὸ εἶναι, περὶ τοῦ ὁποίου ζητῶ μίαν πληροφορίαν· ζητῶ νὰ μάθω, διατὶ προετάχθη πρῶτον εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν συνοδεύουσαν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δραχμῶν 24,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, διατὶ προετάχθη ἓν ἔγγραφον τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας, ἔγγραφον τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου πρὸς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, διατὶ δὲ διὰ τῆς προτάξεως αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου χαρακτηρίζεται πλέον αὐτὴ ἡ πίστωσις ὡς καθαρῶς προσωπικὴ, καὶ διατὶ, ἐνῷ, ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τοὺς λογαριασμοὺς, τοὺς ὁποίους προσήνεγκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς πιστώσεως τῶν 400,000 δραχμῶν, ὑπολείπονται ὀφειλαὶ 196,000 δραχ. ὑπὲρ τὰς 24,000, διατὶ δὲν ζητεῖται πίστωσις δι’ ὅλον τὸ ποσὸν τῶν 196,000, πλέον τῶν δρ. 24,000, δηλαδὴ διὰ δρ. 220,000, ἀλλὰ ζητεῖται μόνον εἰδικὴ πίστωσις διὰ τὸ ποσὸν τῶν 24,000 δραχμῶν; Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀπορίαι, τὰς ὁποίας ἐγέννησεν ἐν τῷ πνεύματί μου ἡ ἀνάγνωσις τοῦ πολυθρυλήτου αὐτοῦ φακέλλου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο τόσος λόγος πρὸ ὀλίγου καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἦτο ἀδύνατον νὰ συζητήσω προχείρως. Καὶ τώρα βεβαίως θὰ μεταμεληθῇ ὁ κ. Πρόεδρος, διότι ἔσπευσε νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἐὰν εἶχον δίκαιον ἢ ἄδικον. Πῶς ἠθέλετε νὰ πληροφορηθῆτε καὶ σεῖς, νὰ πληροφορηθῶ καὶ ἐγὼ περὶ ὅλων αὐτῶν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν εἴχομεν τὸν φάκελλον ἐνώπιόν μας; Θὰ ἐπηγαίνομεν εἰς τὸ δωμάτιον ἐκεῖνο, διὰ νὰ εὕρωμεν τὰ στοιχεῖα, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, ἵνα ἐξελέγξωμεν; Ἀλλ’ ἐξέθηκα ἤδη τὰς ἀπορίας, τὰς ὁποίας ἐγέννησεν ἐν τῷ πνεύματί μου ὁ τρόπος τῆς διατυπώσεως τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως. Ἀφοῦ δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ κατάλογον τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου διετέθη ἡ πίστωσις τῶν 400,000 δραχμῶν, ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ μελετηθῇ ὁ κατάλογος οὗτος, καὶ ἐμελετήθη, θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσκομίσῃ τοὺς σχετικοὺς φακέλλους καὶ τὰς σχετικὰς γνωμοδοτήσεις καὶ τὰ συμβόλαια τὰ συμβιβαστικὰ, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς ἑξῆς συμβιβαστικῶς λυθείσας διαφοράς, διότι μοὶ φαίνεται κἄπως περίεργον, ὅτι αἱ διαφοραὶ αὗται ἐλύθησαν τώρα συμβιβαστικῶς. Βλέπω π. χ. ὑπ’ ἀριθ. 11 τοῦ καταλόγου «Κληρονόμοι Τσολάκη, πληρωμὴ ἄρτου διὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1885», καὶ θαυμάζω, ὅτι ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος προσήνεγκε τὸν ἄρτον του ἀπὸ τοῦ 1885, δὲν κατώρθωσε νὰ πληρωθῇ, παρὰ μόνον κατὰ τὸ 1895, ἐπληρώθη δὲ ὄχι δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως, ὅτε θὰ ἐξηγεῖτο αὐτὴ ἡ ἀργοπορία, ἀλλὰ μετὰ δέκα ὅλα ἔτη, ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς ἄνθρωπος, δυνάμει γνωμοδοτήσεως τῆς 26 Μαΐου 1896 τοῦ Συμβουλίου καὶ δυνάμει τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 151 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Σκαμβούγερα. Αὐτὴ δὲ ἡ ἀπαίτησις περιλαμβάνεται εἰς τὸ τμῆμα τοῦ καταλόγου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὰς συμβιβαστικῶς λυθείσας διαφοράς, ὄχι εἰς τὰς δικαστικὰς ἀποζημιώσεις. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐδικαιοῦτο ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς πολίτης εἰς τὸ νὰ πληρωθῇ τὸ ποσὸν, ὄχι ἐντελῶς, τῶν 16,595 δρ. δι’ ἄρτον, τὸν ὁποῖον ἐχορήγησε κατὰ τὸ 1885, πῶς ὅμως κατώρθωσε νὰ παρέλθῃ δεκαετία ὁλόκληρος, χωρὶς νὰ ἐπιτύχῃ μίαν μόνην πρᾶξιν δικαστικὴν, ἀναγνωριστικὴν ἢ τείνουσαν εἰς ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματός του, εἶναι ἀπορία, ἡ ὁποία γεννᾶται, νομίζω, φυσικῶς εἰς τὸ πνεῦμα παντὸς, ὅστις ἤθελε λάβει γνῶσιν τοῦ καταλόγου αὐτοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ προσκομισθῇ ὁ φάκελλος αὐτός. Ἄλλος φάκελλος, ὁ ὁποῖος θὰ ἦναι ἀρκετὰ παράδοξος, εἶναι ὁ ὑπ’ ἀριθ. 24. Εὑρίσκω ὑπ’ ἀριθ. 24, ὅτι ὀφείλονται εἰς τὸν Ἀνδρέαν Ἀνδρικόπουλον δραχ. 8,000, συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἀπὸ 25 Αὐγούστου 1895, καὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2847 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Δημητσάνης Εὐθυμίου Κουρῆ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι φυσικώτατα· πρόκειται περὶ 8,000 δραχμῶν, ἀλλὰ τὸ ἀντίτιμον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδόθησαν αὗται, εἶναι ἀντίτιμον ἐργασίας ἐκκαθαρίσεως χιόνων, καὶ σκέπτομαι ἐὰν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἶχον πέσει τόσαι χιόνες, ὥστε κατεβλήθησαν δραχ. 8,000 διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοὐλάχιστον αὐτῶν, ὡς φαίνεται ἐδῶ. Δὲν ἠξεύρω τί συμβαίνει· ἀλλὰ ἡ ἀτελὴς αὕτη ἀναγραφὴ τοῦ λόγου, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνεγνωρίσθη αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν 8,000 δραχμῶν, ἀληθῶς κινεῖ τὴν περιέργειαν παντὸς, καὶ φέρει εἰς τὸ νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι κἄτι τι ἄλλο, ἐκτὸς ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὁ κατάλογος αὐτὸς, κἄτι τι ἄλλο ὠφείλετο εἰς τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν ἄνθρωπον, καὶ τέλος πάντων ἀνεγνωρίσθη ἡ ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου πρὸς αὐτόν. Ἄλλη ἀπαίτησις, λυθεῖσα συμβιβαστικῶς, εἶναι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 31. Αὐτὴ ἀφορᾷ εἰς ποσὸν εὐτελὲς 1600 δραχμῶν. Τὸ συμβόλαιον εἶναι ὑπ’ ἀριθ. 36037 τοῦ 1895 τοῦ συμβολαιογράφου Πέρδικα. Δὲν μνημονεύεται γνωμοδότησις, ὑποθέτω ὅμως, ὅτι εἶναι παράλειψις· θὰ ὑπάρχῃ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καὶ πρόκειται περὶ ποσοῦ ἀναγνωρισθέντος ὑπὲρ τοῦ Παναγιώτου Παμπούκη, δι’ ἐκτέλεσιν πειραμάτων μεθόδου Παστέρ. Καὶ ἐρωτῶ, τίς παρήγγειλε τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πειραμάτων καὶ πῶς δικαιολογεῖται ἡ πληρωμὴ αὐτῶν τῶν δραχμῶν; Ἄλλη ἀπαίτησις, ἡ ὁποία ἐκίνησεν ἐπίσης τὴν περιέργειάν μου δι’ ἄλλον λόγον, ὄχι διότι ἀμφισβητῶ τὸ νόμιμον αὐτῆς, εἶναι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 35. Βλέπω μίαν ἀποζημίωσιν 22,045 δραχμῶν. Συνωμολογήθη διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20024 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Σταμέλου, πάλιν μὴ μνημονευομένης γνωμοδοτήσεως, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι εἶναι παράλειψις, ὡς ἀποζημίωσις διὰ κατάληψιν οἰκοπέδου ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, καὶ βλέπω ὅτι ὁ δικαιοῦχος εἶναι ὁ συναδελφός μας κ. Κομνᾶς Τράκας διὰ ποσὸν 22,045 δραχμῶν. Αὐτὴ ἡ πίστωσις ἐγέννησεν ἐν ἐμοὶ τὴν ἑξῆς ἀμφιβολίαν, ὄχι διότι ἀμφισβητῶ τὸ νόμιμον αὐτῆς τῆς ὀφειλῆς, ἀλλὰ διότι βλέπω, ὅτι παραδόξως, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει καμμία δικαστικὴ πρᾶξις, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ προκύπτῃ ὅτι ὑπῆρξε δικαστικὴ ἀμφισβήτησις, ἡ πίστωσις αὕτη, ἡ ὁποία ἀφορᾷ μόνον εἰς δικαστικὰς ἀποζημιώσεις καὶ διαφορὰς συμβιβαστικῶς λυθείσας, χρησιμεύει εἰς πληρωμὴν ἀποζημιώσεως λόγῳ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως διὰ τὰς σιδηροδρομικὰς ἐργασίας. Κατωτέρω εὑρίσκω ὁμοίαν τινὰ ἀποζημίωσιν ὑπέρ τινος Ἰωάννου Δημοπούλου. Ἐὰν πράγματι δὲν ὑπῆρξε διαφορὰ δικαστικὴ, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι ἀταξία, διότι δὲν ἐπιτρέπεται, ἀφοῦ ὑπῆρξε μία ὡρισμένη πίστωσις, χορηγηθεῖσα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δι’ ἀποζημιώσεις τῶν καταλαμβανομένων γηπέδων παρὰ τῶν σιδηροδρόμων, λόγῳ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, νὰ χρησιμοποιοῦν ἄλλην πίστωσιν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, τὴν πίστωσιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰς δικαστικὰς ἀποζημιώσεις καὶ εἰς τὰς διενέξεις τὰς δικαστικὰς, τὰς λυθείσας συμβιβαστικῶς, ἥτις οὕτω θέλει ὑστερήσει. Λοιπὸν καὶ ἐπ’ αὐτῶν παρακαλῶ νὰ δοθῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι πληροφορίαι. Εἶναι μία ἄλλη πίστωσις, ἡ ὁποία ἀνεγράφη ὑπ’ ἀριθ. 39 τοῦ καταλόγου, διεγράφη ἐκεῖθεν καὶ μετεφέρθη ὑπ’ ἀριθ. 70, ἀφορᾷ δὲ ποσὸν 9,570 δραχ. διὰ καθυστερουμένους τόκους. Εἰς τὴν πρώτην μὲν ἀναγραφὴν δικαιοῦχος φαίνεται ὁ Κωνσταντῖνος Παπαῤῥηγόπουλος, εἰς δὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 70 ἀναγραφὴν δικαιοῦχος φαίνεται ἡ σύζυγος αὐτοῦ, ἡ κυρία Παπαῤῥηγοπούλου. Τώρα αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ πίστωσις δὲν δεικνύει τίποτε τὸ μὴ ὀρθόν. Ἀλλὰ γεννᾷ τὴν ἀμφιβολίαν καὶ τὴν περιέργειαν ἄλλη τις ἐγγραφὴ, εὑρισκομένη ἐν τῷ αὐτῷ καταλόγῳ, ἀλλ’ ἐν τῷ τμήματι τοῦ καταλόγου τοῦ ἀφορῶντος τὰς περατωθείσας δικαστικὰς ὑποθέσεις, καὶ ἐκεῖ εὑρίσκω μίαν ἐγγραφὴν ὑπὲρ τοῦ κ. Παπαῤῥηγοπούλου, οὐχὶ πλέον διὰ τὸ ποσὸν τῶν 9,570, ἀλλὰ διὰ ποσὸν δρ. 137,600, πίστωσις, ἡ ὁποία ἐκ πρώτης ὄψεως ἀποδεικνύεται δικαιολογημένη ἐντελῶς, διότι μνημονεύεται ὁ ἀριθμὸς τῆς ἀποφάσεως 728 τοῦ 1894 τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν. Φαίνεται ὅτι ἐπεδικάσθη ἀποζημίωσις διὰ τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀπόφραξιν τῆς ὑπώρυγος τῆς λίμνης Κλημεντοκαίσαρι. Ἀλλὰ πῶς δὲν ἡνώθησαν τὰ δύο αὐτὰ ποσά;

§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι οἱ τόκοι ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ συμβολαίου τοῦ συμβιβασμοῦ μέχρι τῆς πληρωμῆς.

§38ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μαντεύσω τοῦτο.

§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε δὲν εἶναι συμβιβασμός.

§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συμβιβαστικὴ πρᾶξις δὲν ὑπάρχει, ὑπάρχει αἴτησις πρὸς πληρωμὴν τόκων, καὶ ἐντολὴ, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγε τὸ δικαστικὸν τμῆμα.

§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε εἶναι σφάλμα τοῦ πίνακος· ἐκτίθεται μεταξὺ συμβιβαστικῶν πράξεων, ἑπομένως εἶναι σφάλμα κατατάξεως.

§42ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ εἶδον τὴν ἀναγραφὴν, χωρὶς νὰ δύναμαι νὰ μαντεύσω περὶ τίνος πρόκειται.

§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἁπλούστερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ ζητήσητε τοὺς φακέλλους, νὰ τοὺς καταθέσωμεν, νὰ τοὺς μελετήσητε, καὶ ἂν εὑρίσκετε ἀφορμὴν ἀπορίας, νὰ τὴν ἀναγγείλητε εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνῷ τώρα, ὡς ἐκθέτετε τὰ πράγματα, ἀφήνετε ἐντυπώσεις διαφορετικὰς εἰς τοὺς ἀκούοντας. Πρέπει νὰ ὁμιλῆτε περὶ ἑκάστης ὑποθέσεως, ὡς αὕτη εἶναι.

§44ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶπόν τι τὸ προσβλητικὸν δι’ οὐδένα, ἀλλ’ εὗρον τοιαύτας ἐγγραφὰς, αἱ ὁποῖαι γεννῶσιν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ ἂν καλῶς καὶ συμφώνως μὲ τὸν λογιστικὸν νόμον διετέθη μέρος τῆς πιστώσεως τῶν 400,000 δραχμῶν· καὶ δὴ πληροφορία ζητεῖται ὡς πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 54 ἐγγραφὴν διὰ ποσὸν 18,600 «ἀντίτιμον χάρτου τυπογραφικοῦ» (συμβόλαιον ὑπ’ ἀριθ. 75575 τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Γλυκοφρύδου, ἄνευ γνωμοδοτήσεως) καὶ ἀκριβῶς ἔπραξα τοῦτο, διὰ νὰ ἐξηγήσω τὰς αἰτήσεις, τὰς ὁποίας ἐγγράφως ζητῶ παρ’ ὑμῶν, παρακαλῶν ὅπως καταθέσητε τὰ σχετικά. (Καταθέτει εἰς τὸ Προεδρεῖον ἔγγραφον σημείωσιν τῶν αἰτουμένων πληροφοριῶν.)

§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης θέλω σπεύσει νὰ παραγγείλω, ἵνα κατατεθῶσιν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς πάντες οἱ φάκελλοι τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται. Δίδω ὅμως καὶ ἀπὸ τοῦδε ὅσας ἔχω προχείρους ἐξηγήσεις. Οἱ συμβιβασμοὶ ἐκτελοῦνται τῇ ὁμοφώνῳ γνωμοδοτήσει τῶν μελῶν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐν πλήρει συνεδριάσει, ἡ δὲ γνωμοδότησις δύναται νὰ γίνηται κατὰ τὰ διάφορα στάδια τῆς διαδικασίας, γίνεται καὶ μετὰ τὴν διαδικασίαν τὴν ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου, καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πρωτοδικείου, καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου, πολλάκις καὶ μετ’ αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὡς πρὸς τὴν ἐξακολούθησιν ἢ κατάπαυσιν τῆς δίκης. Συμβαίνει ὅμως τι, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὅτι πολλάκις δίκαι χρονίζουσιν ἐπ’ ἄπειρον, εἶδον δ’ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἐξενίσθη, ὅτι ἡ ἀπόφασις Τσολάκη ἔχει ἀρχὴν τὸ 1885. «Πῶς ἐντὸς δεκαετίας δὲν ἐπείσθησαν ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμωσι συμβιβασμόν, καὶ ἐσυμβιβάσθησαν μετὰ δεκαετίαν;» Ἐγὼ ἔδωκα ἐντολὴν πρὸς ἐκτέλεσιν δικαστικῆς ἀποφάσεως, τῆς ὁποίας ἡ ἀρχὴ ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ 1868. Τελωνοφύλαξ παυθεὶς ἤγειρεν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἐπαύθη ἐναντίον τοῦ νόμου. Ἡ δίκη ἐχρόνισε, καὶ τὸ Δημόσιον κατεδικάσθη νὰ πληρώσῃ 25 περίπου χιλιάδας δραχμῶν εἰς τὸν τελωνοφύλακα. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἀνδρικοπούλου περὶ χιόνων, ἐνθυμοῦμαι ὅτι μοὶ εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις αὕτη κατὰ τὸ 1891, ὅτε ἐπέσκηψεν ὁ βαρὺς χειμών, καὶ ἡ Βουλὴ ἐχορήγησε πίστωσιν διὰ τὰ ἀπαιτούμενα ἔξοδα πρὸς ἄρσιν τῶν χιόνων, ὅπως ἀποκατασταθῇ ἡ συγκοινωνία ἔν τισι περιφερείαις, ἥτις εἶχε διακοπῆ. Τότε ἐπετράπη νὰ παραληφθῶσιν ἐργάται καὶ νὰ ἀνοίξωσι τὰς ὁδοὺς εἰς τὰς ἐπαρχίας, καθ’ ἃς ἡ συγκοινωνία εἶχε διακοπῆ· αἱ ὁδοὶ ἠνεῴχθησαν, οἱ λογαριασμοὶ ὑπεβλήθησαν, ἀλλ’ ἐφάνησαν ὑπέρογκοι. Ὁμιλῶ περὶ διοικήσεως ὄχι ἐμοῦ, ἀλλὰ προκατόχων μου. Κατὰ τὸ 1893 ὅμως οἱ ἐνδιαφερόμενοι προσέφυγον εἰς τὰ δικαστήρια, ταῦτα δὲ ἐδέχθησαν τὰς ἀξιώσεις τῶν εἰς αὐτὰ προσφυγόντων, καὶ ἐπὶ τοῦ παραιτηθέντος κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1893 Ὑπουργείου συνωμολογήθη συμβιβαστικὴ πρᾶξις, καὶ ἐπληρώθησαν τὰ ζητηθέντα χρήματα. Μόλις ἐγένετο τοῦτο γνωστὸν, ἐπαρουσιάσθη ὁ Ἀνδρικόπουλος, ὁ ὁποῖος ἐκίνησεν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἐφ’ ἧς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἰδὸν ὅτι ἡ ἔκβασις τῆς πρώτης δίκης ἀπέβη κατὰ τοῦ Δημοσίου, προέβη εἰς συμβιβασμὸν, καὶ συνεπείᾳ αὐτοῦ ἐγένετο ἡ πληρωμὴ τῶν 8,000. Ἡ ἀποζημίωσις διὰ καταλήψεις γηπέδων ὑπὸ σιδηροδρόμων καὶ ὁδῶν ἐπληρώθη ὡσαύτως μετὰ συμβιβασμὸν, ὁ ὁποῖος συνωμολογήθη μετὰ ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Διὰ τὰς δραχμὰς 137 χιλιάδας, τὰς πληρωθείσας εἰς τὸν κ. Παπαῤῥηγόπουλον, ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, μετὰ τὴν ὁποίαν συνωμολογήθη πρᾶξις συμβιβαστικὴ, ἀναγκασθέντος τοῦ δικαιούχου νὰ παραιτήσῃ ἀξιώσεις τού τινας. Διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ παρελθὸν ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως τῆς συμβιβαστικῆς πράξεως μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς πληρωμῆς, ἐπληρώθησαν τόκοι, καὶ αὐτὸ ἐγένετο διὰ συμβιβαστικῆς πράξεως, γενομένης μετὰ δίκην. Ὡς πρὸς τὴν ἀπαίτησιν τῶν 24,000 δραχμῶν, ὁ συμβιβασμὸς ἐπροτάθη ὑπὸ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ συνωμολογήθη πολὺ πρὸ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προεδρεύω, συνεπείᾳ δὲ τοῦ συμβιβασμοῦ ἐξεδόθη ἐντολὴ ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, δι’ ἧς παρηγγέλλετο τὸ Εἰδικὸν Λογιστήριον νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα 24,000 δραχμῶν πρὸς ἐξόφλησιν τῆς ἀπαιτήσεως. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἐντολῆς ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τότε τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου ὁ τμηματάρχης μοὶ ἀνέφερεν, ὅτι ἔχει τοιαύτην ἐντολὴν πρὸς ἔκδοσιν ἐντάλματος, καὶ μὲ ἠρώτησεν, ἂν πρέπῃ νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα. Ἀπεκρίθην ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ ἐντάλματος εἶναι ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐντολῆς τοῦ Ὑπουργοῦ. Μοὶ εἶπε τότε, ὅτι ἔχει δισταγμοὺς, ἐγὼ δ’ ἐνετειλάμην ἀμέσως τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς. Ἐπειδὴ δὲ ὁ περὶ οὗ εἴρηται ὁ τμηματάρχης ἰσχυρίζετο ὅτι ὁ δικαιοῦχος ἔχει ὀφειλὰς πρὸς τὸ Δημόσιον, ἐνετειλάμην νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι περὶ τῶν ὀφειλομένων ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους ταμίας. Αἱ πληροφορίαι ἐστάλησαν καὶ εἰσήχθησαν εἰς τὸ Εἰδικὸν Λογιστήριον, ἐπειδὴ δ’ ἐγὼ δὲν ἤμην ἁρμόδιος νὰ ἐξελέγξω τοὺς λογαριασμοὺς, παρέπεμψα τὸν φάκελλον εἰς τὸ Δικαστικὸν τμῆμα διὰ τῆς ἑξῆς σημειώσεως (ἀναγινώσκει): «Διὰ τοῦ συνομολογηθέντος συμβιβασμοῦ ἀνωμολογήθη ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου νὰ ἀποτίσῃ τῷ κ. Πάνῳ Σινανιώτῃ δραχ. 24 χιλιάδας, ἀλλ’ ἵνα ἐκτελεσθῇ ὁ συμβιβασμὸς, ἀπαιτεῖται ἡ ἐκκαθάρισις τῶν χρηματικῶν σχέσεων τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς τὸν δικαιοῦχον κ. Π. Σινανιώτην. Ἄν αἱ χρηματικαὶ αὗται σχέσεις ἦναι δυνατὸν νὰ ἐκκαθαρισθῶσιν ἀπὸ τὸ Δικαστικὸν τμῆμα, παρακαλεῖται αὐτὸ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν· ἂν ἀπαιτῆται νὰ γένηται ἡ ἐκκαθάρισις ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἄλλου τμήματος, ἂς παραπεμφθῇ ὁ φάκελλος εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο, τὸ ἁρμόδιον, ἵνα ποιήσηται τὴν ἐκκαθάρισιν. Ἐγὼ συνιστῶ τὴν ταχεῖαν περάτωσιν τῆς ὑποθέσεως, διότι μοὶ ἀνεκοινώθησαν παράπονα.» Τὸ Δικαστικὸν τμῆμα, ἐκτελοῦν τὴν ἐντολὴν ταύτην, διὰ τοῦ ἀρχείου παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν πρὸς τὸ Εἰδικὸν Λογιστήριον διὰ τοῦ ἑξῆς ἐγγράφου. «Διαβιβάζομεν ὑμῖν τὸ ἀντίγραφον τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10249 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Γ. Ι. Παπούλα μεταξὺ Δημοσίου καὶ τοῦ Πάνου Σινανιώτου μετὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 153 καὶ ἀπὸ 1ης Δεκεμβρίου ἐκθέσεως τοῦ νομικοῦ συμβούλου κ. Α. Στούπη, τῆς ἀπὸ 6 Ἀπριλίου 1888 δηλώσεως τοῦ Πάνου Σινανιώτου κατὰ τοῦ Δημοσίου ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, δι’ ἧς δηλοῖ, ὅτι, ὡς μοναδικὸς κληρονόμος τοῦ πατρός του Ἀθαν. Σινανιώτου, ἐπαναλαμβάνει ἑκουσίως τὴν ἐκ τοῦ θανάτου τοῦ πατρός του διακοπεῖσαν δίκην, συνεπείᾳ τῆς ἀπὸ 26 Νοεμβρίου 1884 αἰτήσεώς του περὶ ἀναιρέσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 327 τοῦ 1883 ἀποφάσεως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, καὶ καλεῖ αὐτὸ πρὸς περαιτέρω συζήτησιν, καὶ πάντα τὰ σχετικὰ πρὸς περαιτέρω ἐνέργειαν. Ἐκ τῶν ἐγγράφων δὲ τούτων ἐξάγεται, ὅτι συνεψηφίσθησαν πρὸς τὰ χρέη τοῦ Δημοσίου μόνον αἱ ἐπίδικοι ἀπαιτήσεις, ἐν αἷς δὲν περιλαμβάνονται τὰ χρέη τοῦ Ἀθ. Σινανιώτου ἐκ δραχμῶν 5434 καὶ 50/00, καὶ δραχ. 2337 καὶ 35/00, αἵτινες ἦσαν καταβλητέαι εἰς δόσεις, ἕνεκα τῆς κατὰ νόμον ἀνανεώσεως τῶν χρεῶν τούτων, τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦται ὁ κληρονόμος αὐτοῦ Π. Σινανιώτης, κατὰ τὴν εἰρημένην δήλωσίν του, νὰ πληρώσῃ, καὶ τὰ ὁποῖα, ἂν ὀφείλωνται, δικαιοῦται τὸ Δημόσιον νὰ συμψηφίσῃ κατὰ πάσης ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας ἀπαιτήσεως τούτου κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 19,000 διὰ τόκους, ὡς ἀναφέρει ἡ τοῦ ὑμετέρου τμήματος ἔκθεσις, δὲν ἐθεωρήθη ὡς χρέος τοῦ Ἀθ. Σινανιώτου, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, διὰ τοὺς ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομικοῦ συμβούλου κ. Α. Στούπη λόγους, καὶ ὅτι, ὡς ἐγνωστοποιήθη τῷ κεντρικῷ ταμίᾳ, ἐπὶ τῆς δυνάμει τοῦ εἰρημένου συμβολαίου ἀπαιτήσεως κατὰ τοῦ Δημοσίου τοῦ Π. Σινανιώτου ἐπεβλήθη κατάσχεσις ἐπὶ ποσοῦ δραχμῶν δεκαπεντακισχιλίων ὑπὸ τοῦ Λεων. Βρονταμίτου διὰ χρέη ἐκείνου πρὸς αὐτὸν, ὡς ἐν τῷ κατασχετηρίῳ του διατείνεται». «Ἐν Ἀθήναις τὴν 8 Δεκεμβρίου 1895. «Ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος καὶ ἀντ’ αὐτοῦ «Ὁ ἀρχαιότερος Νομικὸς Σύμβουλος «Χρ. Πετρόπουλος.» Οὕτω, κατὰ τὸ πόρισμα τῆς ἐξετάσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, πᾶσαι αἱ παραστάσεις τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου, αἱ γενόμεναι διὰ τῆς ἐκθέσεως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ περὶ οὗ εἴρηται τμηματάρχου, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ὁ Ὑπουργὸς ἀνέστειλε τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος, πᾶσαι αὗται αἱ παραστάσεις ἐκρίθησαν ἀβάσιμοι, διότι, κατὰ τὰς προτάσεις τοῦ Δημοσίου καὶ κατὰ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Πρωτοδικείου, τοῦ Ἐφετείου καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, πᾶσαι αἱ πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλαὶ τοῦ Σινανιώτου ἐξεπέσθησαν ἀπὸ ὅσα εἶχε νὰ λάβῃ, καὶ ἔμεινε τὸ Δημόσιον ὀφεῖλον εἰς τὸν Σινανιώτην τὸ ποσὸν, ὅπερ τῷ ἐπληρώθη. Ἡ συμβιβαστικὴ πρᾶξις, ἥτις ἐγένετο, ἀνεγνώρισεν ὅτι ἐκ τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸν Σινανιώτην 43 χιλιάδων δραχμῶν ἔπρεπε νὰ ἐκπεσθῶσιν αἱ ὀφειλόμεναι ὑπ’ αὐτοῦ 19 χιλιάδες, καὶ οὕτω, ἀφοῦ ἐξεπέσθησαν πᾶσαι αἱ ἀξιώσεις τοῦ Δημοσίου κατὰ Σινανιώτου, ἔμεινεν ὀφειλόμενον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν Σινανιώτην ποσὸν δραχ. 24,000. Ἀνακεφαλαιώνων λοιπὸν, ἀναφέρω ὅτι, ἀφοῦ ὁ δικαστικὸς σύμβουλος ἀπηύθυνε ταῦτα πρὸς ἀναίρεσιν τῶν παραστάσεων, τὰς ὁποίας ὁ τμηματάρχης τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου εἶχεν ἀπευθύνει, ἔστειλε τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Εἰδικὸν Λογιστήριον καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα, ἀλλ’ ἡ παρατήρησις αὕτη ἐσταμάτησε τὴν ὑπόθεσιν. Ἐπέστρεψε λοιπὸν τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν δικαστικὸν σύμβουλον· ἀφοῦ δὲ κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ δὲν ὑπῆρχε λόγος πρὸς ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς, ἐγνωμοδότησεν ὁ δικαστικὸς σύμβουλος, ὅτι πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ πίστωσις. Τὸ ἔγγραφον τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου πρὸς αἰτιολογίαν καὶ ἡ βραχύλογος ἔκθεσις εἰσήχθησαν μετὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν.

§46ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Καὶ ὁ συμβιβασμὸς ἐγένετο ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Τί εἶναι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα προβάλλουσιν οἱ ἀντιλέγοντες! Δὲν ἐντρεπόμεθα!!

§47ΡΑΛΛΗΣ. Φαίνεται ὅτι, ὅπως παρεστάθησαν τὰ πράγματα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐξ αὐτοῦ τοῦ συμβιβασμοῦ τὸ δυστυχὲς Δημόσιον ὠφελήθη 15,000 δραχμάς.

§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, τὴν ἔκθεσιν τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, ἀναγνώσατε καὶ τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ἀποστείλῃ πρὸς αὐτόν.

§49ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ἠξεύρετε τίνες εἶναι αὐταὶ αἱ 19,000, διὰ τῶν ὁποίων ἐπληρώθησαν χρέη τοῦ πατρὸς τοῦ Σινανιώτου; Αὗται προέρχονται ἐκ τόκων φαλαγγιτικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα εἶχε καταθέσει πρὸς πληρωμὴν γραμματίων μὴ γενομένων δεκτῶν, διότι ἐγένοντο μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς ὑποχρεώσεως, ἀναληφθέντων τῶν γραμματίων αὐτῶν παρὰ τούτου. Διὰ τοῦτο ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς ὑπάλληλος τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου, ὁ ὁποῖος διετέλει ἐν τελείᾳ γνώσει τῆς ὑποθέσεως, ἐνῷ εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον δὲν ἐκοπίασαν νὰ μελετήσωσιν, ὅπως αὐτός, τὴν ὑπόθεσιν, γράφει ἐν τέλει τῆς ἐκθέσεώς του (ἀναγινώσκει): «Καθ’ ἃ προκύπτει ἐκ τῶν ἀνωτέρω, ἐκ πλάνης ἐδόθησαν εἰς τὸν Ἀθαν. Σινανιώτην τόκοι φαλαγγιτικῶν γραμματίων, μὴ ὀφειλόμενοι, ἐκ δρ. 19,000, ἐνῷ τὸ Δημόσιον ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ τοιούτους, ὡς ἐξετέθη ἀνωτέρω, καὶ κατὰ τοῦτο ἡ σύμβασις πρέπει νὰ διαῤῥηχθῇ. Ἐκτὸς δὲ τούτου, καὶ διότι τὸ Δημόσιον ἠγνόει τὴν τελεσιδικίαν, ἣν εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 635 τοῦ 1882 ἀποφάσεως τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτοδικῶν, ἡ σύμβασις πάλιν, φρονοῦμεν, εἶναι διαῤῥηκτέα.» Ἐδέχθη τὸ Δημόσιον νὰ λάβῃ 19,000 διὰ τόκους, καὶ ἀνεγνωρίσθησαν τόκοι ὑπὲρ αὐτοῦ διὰ τοῦ συμβολαίου, καὶ ἐπῆλθεν αὐτὸς ὁ λίαν οἰκονομικὸς καὶ λίαν ἐπωφελὴς διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου συμβιβασμός, ὅτε ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐχάρισε μάλιστα εἰς τὸ Δημόσιον 19,000! Τὴν ἔκθεσιν τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν εὐηρεστήθη νὰ τὴν καταθέσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως...

§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὑρέθη κατόπιν. Δὲν εἶναι ἔκθεσις, εἶναι συνεννόησις τοῦ ἑνὸς τμήματος μὲ τὸ ἄλλο.

§51ΡΑΛΛΗΣ. .. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι τὴν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ ὑπάλληλος αὐτός, ὁ ὁποῖος παρηγγέλθη παρὰ τοῦ προκατόχου, ὡς εἶπον, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ὑπήκουσε, δὲν ὑπήκουσεν ὅμως, ὄχι διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ ἡ κυβερνητικὴ, ὡς πεπλανημένως ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι μετὰ παραστάσεις προφορικὰς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς τὸν ἴδιον τὸν Ὑπουργὸν, τὸν δόντα τὴν ἐντολὴν πρὸς ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος, ἐπὶ τῆς ἐντολῆς ἔγραψεν οὗτος, ὅπως πρῶτον ἐρευνηθῇ ἡ ὑπόθεσις. Καὶ ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Ὑπουργὸς, δηλαδὴ ὁ προκάτοχος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἀναστείλας τὴν ἐντολὴν, προκύπτει ἐκ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς καὶ ἐκ τῆς χρονολογίας τῆς ἐκθέσεως, 11 Ἰουνίου 1895, δηλαδὴ μίαν ἢ δύο ἡμέρας πρὶν ἢ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου.

§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποίαν ἡμερομηνίαν εἴπετε;

§53ΡΑΛΛΗΣ. 11 Ἰουνίου.

§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 31 Μαΐου ἡμεῖς ἀνελάβομεν.

§55ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἀμέσως. Ἐγὼ ὑπέθετον, ὅτι εἴχετε ἀναλάβει τὴν 11 Ἰουνίου, καὶ δι’ αὐτὸ ἐμνημόνευσα. Ἄλλως ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι τόσον μακρὰ καὶ θὰ ἀπήτησε τόσον χρόνον πρὸς τὴν σύνταξιν αὐτῶν τῶν ἐγγράφων καὶ τῶν διαφορῶν μεταξὺ Σινανιώτου καὶ Δημοσίου, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ κατέτριψεν ἑνὸς μηνὸς τοὐλάχιστον χρόνον ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος τὴν συνέταξεν. Ἀλλὰ προκύπτει ὅτι ἡ ἀπαλλαγὴ ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ Εἰδικὸν Λογιστήριον πρὸς ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος κατόπιν τῆς ἐντολῆς, ἡ ἀπαλλαγὴ αὕτη προῆλθεν ἐκ μέρους τοῦ ἰδίου τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ δόντος τὴν ἐντολὴν, διότι μνημονεύει, ὅτι ἐν τῇ αὐτῇ ἐντολῇ ἔγραψεν ὁ Ὑπουργὸς, κατόπιν τῶν παραστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐγγράφως, «νὰ μὴ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα, εἰμὴ κατόπιν ἐρεύνης τῆς ὑποθέσεως.»

§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἡ ἐντολὴ εἰς τὸν φάκελλον;

§57ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυστυχῶς· λείπει.

§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι. Καὶ ἡ ἐντολὴ τῆς ἐξετάσεως ἐδόθη παρὰ τοῦ κ. Κετσέα.

§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.

§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῆς ἐρεύνης.

§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν.

§62ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ ἔχει σημασίαν, διότι φαίνεται ὅτι πεπλανημένως σᾶς παρέστησαν.

§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· ἀλλ’ ὁ κ. τμηματάρχης τοῦ Λογιστηρίου ἐνεφανίσθη ἐνώπιόν μου καὶ μοὶ εἶπεν: «Ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐντολή· πρέπει νὰ προβῶ εἰς ἔκδοσιν ἐντάλματος;»—«Διατὶ μὲ ἐρωτᾶτε;»—«Διότι ἐγὼ ἔχω ἀντίῤῥησιν, καὶ ἔχω ἔκθεσιν».—«Νὰ μοὶ τὴν δώσητε». Μοὶ τὴν ἔδωκε, καὶ τὸν διέταξα νὰ μὴ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα.

§64ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον παρατηρήσει καὶ ἡ ὁποία φέρει χρονολογίαν 13 Μαΐου 1895, ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν διηυθύνετε ὑμεῖς τὸ Ὑπουργεῖον, προκύπτει τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κετσέας, ὁ ὁποῖος ἔδωκε τὴν ἐντολὴν πρὸς τὸν συμβιβασμὸν, κατ’ ἐντολὴν τοῦ ὁποίου συνωμολογήθη τὸ συμβόλαιον τὸ συμβιβαστικὸν, ὅστις ἔδωκε τὴν ἐντολὴν πρὸς ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος, ἀνεκάλεσεν αὐτὴν τὴν ἐντολὴν διὰ τῆς ἑξῆς παραγγελίας (ἀναγινώσκει): «Πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι παρὰ τῶν ταμιῶν Μεγαλοπόλεως καὶ Μαντινείας περὶ τῶν χρεῶν τοῦ Ἀθ. Σινανιώτου, καὶ εἶτα ἐξετασθῇ ἡ προκειμένη ὑπόθεσις πρὸς βεβαίωσιν τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ.»

§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχει ὑπογραφήν;

§66ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχει ὑπογραφὴν «Κετσέας».

§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολὺ ἐνδεχόμενον.

§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχει χρονολογίαν 13 Μαΐου.

§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, ὁ τμηματάρχης ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιόν μου. Λοιπὸν ἡ παρατήρησις δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν.

§70ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ὅτι ὁ τμηματάρχης ἔκαμεν αὐτὰς τὰς παραστάσεις.

§71ΒΑΛΕΤΑΣ. Τίς εἶναι ὁ τμηματάρχης;

§72ΡΑΛΛΗΣ. Ναθαναήλ. Ἦτο, δὲν εἶναι τώρα πλέον, ἐπαύθη.

§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προὐκάλεσα ἐγὼ τὴν ἀπόλυσίν του ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας.

§74ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον.

§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι οὐδέποτε ὑπῆρξεν ὑπάλληλος Ναθαναήλ, οὔτε ἦτο ὑπάλληλος.

§76ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ τμηματάρχης ἀκριβῶς ἠσχολήθη περὶ τὸ ζήτημα, περὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἠσχολήθη τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, καὶ τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς, ὄχι ἂν ὁ Πάνος Σινανιώτης ὤφειλεν, ἀλλὰ κατὰ πόσον αἱ ὀφειλαὶ τοῦ πατρὸς τοῦ Πάνου Σινανιώτου, δηλαδὴ τοῦ Ἀθ. Σινανιώτου, καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, τῆς Μαγδαληνῆς Σινανιώτου, κατὰ πόσον, λέγω, αἱ ὀφειλαὶ αὗται δὲν ἔπρεπε νὰ συμψηφισθῶσι πρὸς τὴν ὁπωσδήποτε ἐπιδικασθεῖσαν ἀπαίτησιν πρὸς τὸν Πάνον Σινανιώτην, ὡς ἐκδοχέα τῶν δικαιωμάτων τοῦ πατρός του καὶ τῆς μητρός του, τῶν ὁποίων εἶναι κληρονόμος, ἢ τοὐλάχιστον τοῦ πατρός του, διότι νομίζω, ὅτι ἡ μήτηρ του ζῇ ἀκόμη, αὐτὸ δὲ τὸ ζήτημα δὲν φαίνεται ὅτι ἠρευνήθη παρὰ τῆς ὑπηρεσίας μήτε κατ’ ἐντολὴν τοῦ προκατόχου ὑμῶν, μήτε μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ δὲ εἶναι τὸ ζήτημα ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ μίαν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ ἂν ἔπρεπε νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ αἴτησις περὶ πιστώσεως, πιστώσεως μάλιστα, ὡς εἶπον κατὰ τὴν πρώτην μου ἀγόρευσιν, διατυπουμένης ὀνομαστικῶς ὑπὲρ τοῦ δικαιούχου. Ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα τὰ θίγει καὶ τὰ ἐρευνᾷ μετὰ πάσης λεπτομερείας ἡ ἔκθεσις τοῦ τμηματάρχου τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα δὲν φαίνονται ὅτι ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, εἴτε ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, εἴτε καὶ κατ’ αὐτοῦ.

§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω ἂν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς δίκης οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ὑπεράσπισιν τῶν τοῦ Δημοσίου συμφερόντων ὑπερήσπισαν ταῦτα προσηκόντως. Δὲν γνωρίζω, διότι οὐχὶ ἀμφιβάλλω περὶ τούτου, ἀλλὰ διότι δὲν ἔχω ἁρμοδιότητα, ἵνα κρίνω τὰς πράξεις αὐτῶν. Δὲν γνωρίζω, ἂν κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ὑπερήσπισε δεόντως τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διότι, διὰ νὰ ἔχω γνώμην, πρέπει νὰ μελετήσω πᾶσαν τὴν ὑπόθεσιν καὶ πάσας τὰς ἀξιώσεις τοῦ Σινανιώτου κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ τὰς τοῦ Δημοσίου κατὰ τοῦ Σινανιώτου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἔργον μου. Ἑπομένως, λέγων ὅτι δὲν εἶμαι ἁρμόδιος, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπικρίνω τὴν συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀλλὰ ὁμολογῶ, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐξήτασα οὔτε ἔκρινα ἐμαυτὸν ὀφείλοντα νὰ ἐξετάσῃ. Ὅ,τι ὅμως γνωρίζω, εἶναι ὅτι, κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ διευθύνοντος τὸ Δικαστικὸν τμῆμα δικαστικοῦ συμβούλου, διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ κατηργήθησαν πᾶσαι αἱ δίκαι τοῦ Δημοσίου κατὰ τοῦ Σινανιώτου, εἴτε προσωπικαὶ κατὰ τοῦ δικαιούχου, τοῦ Πάνου Σινανιώτου, εἴτε ἐκ κληρονομίας τοῦ πατρός του, ἐξ ὑποχρεώσεων κληρονομικῶν πρὸς τὸν πατέρα, εἴτε οἱαιδήποτε ἄλλαι, πᾶσαι αὗται κατηργήθησαν, καὶ ἑπομένως ἀνεγνωρίσθη ἡ ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἡ ἀξίωσις τοῦ Σινανιώτου κατὰ τοῦ Δημοσίου προσδιωρίσθη εἰς 43,000 περίπου δραχμάς, πλὴν τῶν τόκων τῶν πληρωτέων, μετὰ τῶν ὁποίων συνεκεφαλαιοῦτο εἰς ἀνώτερον ποσόν. Κατηργήθησαν ὅλα ταῦτα, καὶ ἀπεφασίσθη πᾶσα ἀξίωσις τοῦ Σινανιώτου νὰ καταργηθῇ, πᾶσα ἀξίωσις τοῦ Δημοσίου νὰ καταργηθῇ καὶ νὰ πληρωθῇ εἰς τὸν Πάνον Σινανιώτην ποσὸν 24 χιλιάδων δραχμῶν. Καλῶς ἔπραξε τὸ Νομικὸν Συμβούλιον; Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ κρίνω. Ἐὰν λάβω τοὺς ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι προτείνονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συμβολαίου, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι μοὶ γεννᾶται ὑπόνοια, ὅτι ἐνησκήθη πίεσις πρὸς τὸν κ. Σινανιώτην, διὰ νὰ προβῇ εἰς τὰς παραχωρήσεις, εἰς ὅσας προέβη, ἀλλ’ ἐνδέχεται καὶ τὸ ἐναντίον. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ κρίνω. Εὗρον πρᾶξιν συμβιβασμοῦ τετελεσμένην, εὗρον δὲ δισταγμοὺς τοῦ τμηματάρχου τοῦ Λογιστηρίου, νομίζοντος ὅτι ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν 24,000 πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσιν αἱ ἀξιώσεις τοῦ Δημοσίου κατὰ τοῦ Σινανιώτου· τοὺς δισταγμοὺς τούτους παρέπεμψα εἰς τὸ Δικαστικὸν τμῆμα, καὶ τὸ Δικαστικὸν τμῆμα ἀπεφήνατο διὰ τοῦ ἐκτελοῦντος ἔργα δικαστικοῦ συμβούλου, ὅτι αἱ ἀξιώσεις αὗται δὲν ὑφίστανται πλέον, κατηργήθησαν πᾶσαι. Ὅσα εἶπεν ὁ τμηματάρχης τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν ἐνόησε τὴν ἀπόφασιν περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, διότι, ἂν τὴν ἐνόει, ἤθελε πληροφορηθῆ ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει πλέον καμμίαν ἀξίωσιν οὔτε κατὰ τοῦ Πάνου Σινανιώτου, οὔτε κατὰ τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου, οὔτε κατὰ τῆς Μαγδαληνῆς Σινανιώτου, οὔτε κατ’ ἄλλου τινός· ἔχει δὲ μόνον ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ. Ἀφοῦ ὁ δικαστικὸς σύμβουλος τοιαῦτα ἐβεβαίωσεν, ἐπρότεινα τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς πιστώσεως τῶν 24 χιλιάδων δραχμῶν.

§78ΡΑΛΛΗΣ. Πάντοτε ὑπολείπεται τὸ ζήτημα...

§79Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συμβόλαιον τί λέγει;

§80ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ συμβόλαιον δὲν μνημονεύει, παρὰ τὰς δίκας τὰς ἀφορώσας προσωπικῶς εἰς τὸν Πάνον Σινανιώτην. Δὲν πραγματεύεται περὶ τοῦ ζητήματος, ἐὰν ὁ Πάνος Σινανιώτης, ἐκδοχεὺς τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου καὶ ἐντεῦθεν δανειστὴς τοῦ Δημοσίου διὰ τὸ ποσὸν τῶν 24,000,—43,000 θέλετε; ἀδιάφορον,—ἐὰν, λέγω, ὁ Πάνος Σινανιώτης, ὡς ἐκδοχεὺς τῶν δικαιωμάτων τοῦ πατρός του, δὲν ἦναι ὀφειλέτης πρὸς τὸ Δημόσιον λόγῳ τοῦ ὅτι ἐκληρονόμησε τὸν πατέρα του· καὶ μάλιστα ὁ ὑπάλληλος τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου ἐξετάζει τὸ ζήτημα αὐτὸ λεπτομερῶς. Ἀφοῦ ἐγένετο ὅλος αὐτὸς ὁ γῦρος, δηλαδὴ ἡ δῆθεν ἀπαίτησις τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου μετεβιβάσθη εἰς τὴν Μαγδαληνὴν τὴν σύζυγόν του, καὶ ἀπὸ τῆς συζύγου εἰς τὸν υἱόν του, ἀφοῦ ἐγένετο ὅλος αὐτὸς ὁ γῦρος, ὅταν ἀπέθανεν ὁ Ἀθ. Σινανιώτης, ὁ Πάνος Σινανιώτης, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου γίνεται αὐτὸς ὁ συμβιβασμὸς, ἐφρόντισε νὰ μὴ δεχθῇ τὴν κληρονομίαν τοῦ πατρός του καὶ νὰ κάμῃ μίαν δήλωσιν. Ἀλλὰ ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς ὑπάλληλος ἐρωτᾷ, ὑπῆρξε πραγματικὴ αὐτὴ ἡ δήλωσις; ἢ ἀνεμίχθη εἰς τὴν κληρονομίαν τοῦ πατρός του; — καὶ ὑποδεικνύει τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακριβώσῃ τὸ Δημόσιον τὰ τρωτὰ αὐτὰ μέρη, καὶ νὰ ἐξακριβώσῃ τὸ Δημόσιον κατὰ πόσον καὶ μετὰ τὸ συμβόλαιον τὸ συμβιβαστικὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιτάξῃ τὰ ἀνεγνωρισμένα χρέη τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου κατὰ τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ Πάνου Σινανιώτου, κατόπιν τοῦ συμβιβαστικοῦ συμβολαίου, ὅπως τόσα ἄλλα. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Ὁ δικαστικὸς σύμβουλος γνωμοδοτεῖ, ὅτι ἐγένετο εἷς συμβιβασμὸς μὲ τὸν Πάνον Σινανιώτην, ἀλλὰ ὁ συμβιβασμὸς αὐτὸς δὲν συνεπάγεται ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμψηφισθῇ αὐτὴ ἡ ἀναγνωρισθεῖσα ὅπως δήποτε ἀπαίτησις τοῦ Πάνου Σινανιώτου κατὰ τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀπαιτήσεις τοῦ Δημοσίου κατὰ τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου, τοῦ ὁποίου εἶναι κληρονόμος ὁ Πάνος Σινανιώτης· καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἠσχολήθη ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου νὰ ἐξακριβώσῃ, ἐὰν πράγματι ἀνεμίχθη εἰς τὴν κληρονομίαν τοῦ πατρός του ὁ Πάνος Σινανιώτης, καὶ ἐὰν δὲν ὑπόκειται ἑπομένως καὶ ἡ ἀναγνωρισθεῖσα ἀπαίτησις τοῦ Πάνου Σινανιώτου κατὰ τοῦ Δημοσίου εἰς συμψηφισμὸν τοῦ χρέους τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου πρὸς τὸ Δημόσιον. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.

§81ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πῶς παρεστάθη ἐν τῷ συμβολαίῳ;

§82Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἄπλετον φῶς εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν ἀπὸ ὥρας, θὰ ἐπιχύσῃ ἡ κατάθεσις τοῦ συμβολαίου μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Σινανιώτου.

§83ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ συμβόλαιον εἶναι ἐδῶ. Δὲν ἐπιχέει ἄπλετον φῶς, ἀξιότιμε συνάδελφε, διότι διὰ τοῦ συμβολαίου αὐτοῦ ἀναγνωρίζεται μία ἀπαίτησις κατὰ τοῦ Δημοσίου τοῦ Πάνου Σινανιώτου, ὡς ἐκδοχέως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου, ἀλλὰ δὲν λύεται διὰ τοῦ συμβολαίου αὐτοῦ τὸ ζήτημα κατὰ πόσον ὁ Πάνος Σινανιώτης δὲν ὑπόκειται εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν τοῦ πατρός του, λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν ἀνεμίχθη εἰς τὴν κληρονομίαν τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου, ὁ δὲ Ἀθανάσιος Σινανιώτης εἶναι ὀφειλέτης δραχμῶν 85,000 πρὸς τὸ Δημόσιον. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ λύσῃ τὸ συμβόλαιον τοῦτο. Μετὰ τὸ συμβόλαιον αὐτὸ ἐγεννήθησαν πᾶσαι αὗται αἱ σχέσεις, καὶ ἐὰν εἶχον ὑπ’ ὄψιν των οἱ νομικοὶ σύμβουλοι ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, βεβαίως δὲν θὰ ἐγνωμοδότουν ὑπὲρ τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἀλλὰ δὲν τὰ εἶχον. Δὲν εἶχον κἂν ὑπ’ ὄψιν των, οὐχὶ μόνον οἱ νομικοὶ σύμβουλοι, ἀλλὰ οἱ ὑπερασπισταὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, μίαν ἀπόφασιν τοῦ Πρωτοδικείου Τριπόλεως ὁριστικὴν καὶ τελεσίδικον, διὰ τῆς ὁποίας αὐτὸ τὸ ποσὸν τὸ ἀρχικὸν τῶν 10,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἔφθασεν εἰς τὰς 43,000, συνεψηφίσθη πρὸς τὰς ὀφειλὰς τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου, καὶ παρέλειψαν ν’ ἀντιτάξωσιν οἱ ὑπερασπισταὶ τοῦ Δημοσίου καὶ αὐτὴν τὴν τελεσιδικίαν, τὴν τελεσθεῖσαν μετὰ τὸν συμψηφισμόν, διότι, ὡς εἶπον κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, ὁ Ἀθανάσιος Σινανιώτης ἀνέκοψε τὸν συμβιβασμόν, καὶ ἐξεδόθη ἀπόφασις ὁριστικὴ καὶ τελεσίδικος, τὸ δὲ Δημόσιον «πάει σὰν τὸ σκυλὶ ’ς τ’ ἀμπέλι!»

§84ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Καὶ τί εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἀφοῦ ἄλλη Κυβέρνησις ἔκαμε τὸν συμβιβασμόν;

§85ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀπέδωκα εὐθύνην.

§86ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται μήτε περὶ εὐθύνης, μήτε περὶ συζητήσεως τῆς πιστώσεως, ὡς τοιαύτης. Ἀταξία παρουσιάζεται ὡς πρὸς τὸν εἰδικὸν χαρακτῆρα αὐτῆς, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ συμβόλαιον τὸ συμβιβαστικὸν οὐδὲν ἀναφέρει περὶ τῶν ὑποχρεώσεων καὶ τῶν χρεῶν τοῦ πατρὸς τοῦ Πάνου Σινανιώτου πρὸς τὸ Δημόσιον.

§87Π. ΓΚΙΚΑΣ. Εἰς τὰς 19,000 συνεψηφίσθησαν πρῶτον αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ πατρός του;

§88ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι. Τὸ συμβόλαιον ἔχει ὡς ἑξῆς· (ἀναγινώσκει)... Λοιπὸν καταργεῖ τὰς δίκας τὰς μεταξὺ Δημοσίου καὶ Πάνου Σινανιώτου, ὡς ἐκδοχέως τῶν δικαιωμάτων τοῦ πατρὸς καὶ τῆς μητρός του, διὰ τὰς ὑποχρεώσεις ὅμως τοῦ πατρός του οὐδεμία γίνεται μνεία ἐν τῷ συμβολαίῳ. Ἐκτὸς τῆς ἀοριστίας ταύτης τοῦ συμβολαίου, ἥτις δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν κατάργησιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, αἵτινες βαρύνουσι καὶ τοὺς κληρονόμους αὐτῶν, ἔχομεν μελέτην ἁρμοδίου ὑπαλλήλου τοῦ τμήματος τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου, ὅστις ἀναπτύσσει τὸ ζήτημα καθ’ ὅλας τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ. Ἀλλὰ παρατηρῶ καὶ ἕτερον. Ἐκτὸς τῆς ἐντολῆς, περὶ ἧς γίνεται λόγος, βλέπω καὶ ἀντίγραφον ἑτέρας ἐντολῆς τῆς 13 Μαΐου, ἥτις φέρει ὁλόκληρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, οὐχὶ τὴν μονογραφήν του, καὶ ἥτις βεβαιοῦται ὡς πιστὸν ἀντίγραφον τῆς πρώτης ἐντολῆς ὑπὸ τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου...

§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζετε τὰ γινόμενα ἐπὶ τῶν τοιούτων. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι διὰ νόμου ἐπετράπη, τὰ ἐντάλματα νὰ μὴ ὑπογράφωνται παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ νὰ ἐκδίδωνται τῇ ὑπογραφῇ τοῦ γενικοῦ γραμματέως, ἀντίγραφον δὲ τῆς ἐντολῆς κεκυρωμένον νὰ προσαρτᾶται εἰς τὸ ἔνταλμα.

§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο ἐπιπροστίθεται χωρὶς νὰ φέρῃ τὴν σημείωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς προηγουμένης ἐξελέγξεως· τοῦτο ἀντὶ νὰ φέρῃ τὴν μονογραφήν, φέρει τὴν ὑπογραφήν.

§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ὑπογραφὴν ἐν ἀντιγράφῳ.

§92ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ δώσω σημασίαν εἰς τὸ γεγονὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ εἰδίκευσις τῆς πιστώσεως, μετὰ τὰ ἀναπτυχθέντα, ἢ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ἐπιτρέπουσα τὴν ψήφισιν αὐτῆς, ἄνευ προηγουμένης ἐξετάσεως, ἢ πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἐξασκοῦσα, καὶ νὰ ψηφισθῇ ἁπλῶς πίστωσις, τὴν ὁποίαν θὰ διαθέσῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν ἰδίαν αὐτῆς εὐθύνην.

§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ εἰδίκευσις τῆς πιστώσεως εἶναι αἰτιολογία πρὸς τὴν Βουλήν.

§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ὅμως πρόκειται νὰ δοθῇ πίστωσις εἰδική, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὴν ψηφίσωμεν ἀμέσως, ἀλλ’ ἀφοῦ ἁρμοδίως ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα.

§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι καθαρά· οὐδεμίαν ἔχω νὰ κάμω ἐξέτασιν.

§96ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄν νομίζητε, ὅτι ὑπ’ εὐθύνην τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὀφείλετε νὰ κάμητε οἱανδήποτε πληρωμὴν πρὸς οἱονδήποτε δικαιοῦχον, ἄνευ εἰδικεύσεως τῆς πιστώσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τοῦτο εἶναι δικαίωμά σας. Ἀλλὰ ἐὰν πρόκειται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ πίστωσιν πρὸς πληρωμὴν ὀφειλομένων ἐκ τοῦ κεφαλαίου «δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις», δὲν εἶναι μόνον αἱ 24,000, τὰς ὁποίας ζητεῖτε. Ὡς εἴδομεν ἐν τῷ ὑποβληθέντι πίνακι, ὀφείλονται δρ. 600,000, ἡ πίστωσις δὲ, ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀνέρχεται εἰς 400,000, μένουσιν ἑπομένως πρὸς πληρωμὴν ἐκ τοιούτων ὑποχρεώσεων 200,000. Ζητήσατε ταύτας, καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τὰς δώσῃ, ἀφήνουσα τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐλευθέραν νὰ κρίνῃ ὑπ’ εὐθύνην της, ἂν πράγματι ὀφείλωνται εἰς τὸν Α ἢ τὸν Β τὰ ποσὰ, τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῷ πίνακι καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου. Ἀλλ’ εἰδικὴν πίστωσιν ἐπὶ ὡρισμένης πληρωμῆς δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ ἄνευ προηγουμένης ἐξελέγξεως εἴτε πρὸς πληρωμὴν ἀπαιτήσεων τοῦ Ἀθ. Σινανιώτου ἢ τῶν κληρονόμων του, εἴτε διὰ τὰς χιόνας τοῦ Ἀνδρικοπούλου, εἴτε δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ ἡ ὑπόθεσις παρὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἰς τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν πίστωσιν καὶ 24,000 καὶ 200,000 δραχμῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ τακτικόν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ ζητήσῃ πίστωσιν 24,000 δραχμῶν εἰδικευμένων, ὤφειλε, μετὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ζητήσῃ πίστωσιν 200,000, ὅπως πληρώσῃ τὰς ἀναγραφομένας ὀφειλὰς ἐν τῷ πίνακι. Διότι διὰ τῆς εἰδικεύσεως ὑποδεικνύει ὅτι θέλει ἴσως νὰ καταστήσῃ καὶ τὴν Βουλὴν συμμέτοχον τῆς εὐθύνης της.

§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ δὲν γίνεται συμμέτοχος τῆς εὐθύνης τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει, εὐθὺς ὡς ὁ κλάδος, εἰς ὃν ὑπάγεται ἡ ὑπόθεσις ἀναφέρει τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς πιστώσεως, τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, νὰ ζητήσῃ πίστωσιν, ἐὰν ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ὑπάρχουσιν ὀφειλαὶ τοῦ Δημοσίου ἀνεγνωρισμέναι. Καὶ ἀναντιῤῥήτως ἡ καλὴ πίστις ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον τοῦτο εἰς ἕκαστον διευθύνοντα τὴν Διοίκησιν, νὰ μὴ παρεμβάλλῃ προσκόμματα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ, ἂν πρέπῃ ἢ μὴ νὰ χορηγήσῃ τὴν πίστωσιν. Ὅταν δίδωται ὅμως εἰς αὐτὴν ἡ βεβαίωσις, ὅτι πρόκειται περὶ πληρωμῆς ἀνεγνωρισμένης ὑποχρεώσεως, μοὶ φαίνεται ὅτι καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἀρνηθῇ τὴν χορηγίαν τῆς πιστώσεως. Ἡ ὑπόθεσις εἰσήχθη οὕτω, διότι ὁ διευθυντὴς τῶν δικαστικῶν ὑποθέσεων δὲν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη πίστωσις. Ἐὰν μοὶ ἀνεκοίνωνε τοῦτο, ἄλλως θὰ εἶχε τὸ πρᾶγμα. Ὁ διευθύνων τὸ Δικαστικὸν τμῆμα μοὶ ἀνεκοίνωσε τὴν ἀνάγκην τῆς πιστώσεως, καὶ ταύτην ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἐζήτησα πίστωσιν περὶ προσώπου, οὐδὲ ζητῶ νὰ καλύψω τὴν εὐθύνην τινός. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐνέχεται, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ τὸν Ὑπουργὸν, ἵνα δώσῃ εὐθύνην. Τοὺς φακέλλους, τοὺς ὁποίους ἐζήτησαν οἱ προαγορεύσαντες, θέλομεν τοὺς εἰσαγάγει, ὡς εἰσήγαγον τὸν φάκελλον τοῦτον, διότι εἶχε ζητηθῆ. Ἐξήχθη τι, διὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλει τις πολιτικὰς ἢ ποινικὰς εὐθύνας; ἂς ζητήσῃ αὐτὰς ἡ Βουλή. Ἀλλ’ εἶναι ἔκτροπον, εἶναι ἀδικαιολόγητον, εἰς πᾶσαν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβάλληται ἡ ἀναβολή. Ὑπάρχει ἀνάγκη περισσοτέρων φώτων; ἂς προσδιορισθῶσι ποῖά εἰσι τὰ ἀναγκαιοῦντα φῶτα, καὶ ἂς ζητηθῶσιν, ἀλλὰ διότι ὁ κ. συνάδελφος εὑρίσκει, ὅτι ἐνταῦθα ὑπάρχουσι δύο ἐντολαί, ἢ διότι δὲν ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τὴν μονογραφὴν ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, νομίζω ὅτι ἡ ἀναβολή, ἣν προτείνει, ἕνα ἔχει σκοπὸν, νὰ μὴ πράττωμέν τι, νὰ ματαιοπονῶμεν, οὐδὲ ἁρμόζει εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν μετέρχεται.

§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐπειδὴ αἱ δύο ἐντολαὶ ὑπάρχουσι, δὲν παρουσιάζουσί τι τὸ ἔκρυθμον, τὸν πείθῃ ὅτι δὲν πρέπει τὰ ἀναπτυχθέντα ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν καὶ αὐτοῦ καὶ τῆς Βουλῆς, ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι. Εὐκόλως δύναται πᾶς τις νὰ μορφώσῃ τὴν κρίσιν του περὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐντολῆς, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς οὐσιαστικῆς σημασίας τῆς ὑποθέσεως. Πρόκειται περὶ τοῦ συμβολαίου τοῦ συμβιβασμοῦ, περὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου, ὅστις καθαρῶς ἀναπτύσσει τὸ ζήτημα, ἰσχυριζόμενος ὅτι ὁ Πάνος Σινανιώτης ὤφειλεν εἰς τὸ Δημόσιον ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ λάβῃ. Πρόκειται περὶ μὴ ἐκτελέσεως τῆς ἐντολῆς. Ταῦτα πάντα πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι, καὶ πρέπει νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ πιστώσεως ἁπλῆς, τὴν ὁποίαν θὰ διεχειρίζετο ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὑπὸ ἰδίαν της εὐθύνην, οὐδεμίαν παρατήρησιν ἤθελον φέρει, ὅπως οὐδένα λόγον ἔκαμα, ἵνα ἐπικρίνω ἄλλας ψηφισθείσας πιστώσεις, ἀξίας πάσης ἐπικρίσεως, διότι ἐθεώρησα ἀργολογίαν νὰ συζητήσω ἐπὶ λογαριασμῶν ἀνακριβῶν, ἀφοῦ δὲν ἐπρόκειτο νὰ φθάσωμεν εἰς θετικόν τι ἀποτέλεσμα, διότι ὅλα ἤθελε τὰ καλύψει μία ψῆφος. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἐκκαθαρισμένης πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ψηφίσῃ ἄνευ περιορισμοῦ τῶν δικαιωμάτων της. Τοῦτο εἶπον, καὶ ἐπὶ τούτου ἐστήριξα οὐχὶ τὴν ἀναβολὴν, ἀλλὰ τὴν τακτοποίησιν τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἡ Βουλή. Ἂν θέλητε νὰ ψηφίσητε εἰδικευμένην πίστωσιν, ψηφίσατέ την, ἀλλὰ δὲν πράττετέ τι τακτικὸν, καὶ δὲν καθιεροῦτε προηγούμενον, δυνάμενον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν τακτικωτέραν διαχείρισιν τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου.

§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι διότι δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ κ. Βουλευτὴς, τὸ τῆς ἐξελέγξεως τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, ἐνῷ ἐγνώριζεν, ὅτι δὲν ἦσαν ἄξιαι ψηφίσεως. Δὲν ἁρμόζει εἰς ἡμᾶς νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τῷ ὀφείλομεν χάριτας, ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι παρέλιπε τὸ καθῆκόν του. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ παρέλιπε, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ, ὅτι ἦσαν αἱ πιστώσεις ἄξιαι πάσης ἐπικρίσεως, διότι καταγγέλλει ἐν αὐταῖς ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα δὲν εὗρεν, ἀφοῦ δὲν εἶχε τὸν καιρὸν νὰ ἐξελέγξῃ τὴν πίστωσιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἐζητήσαμεν πίστωσιν περὶ χιόνων. Αἱ συμβάσεις περὶ χιόνων ἐξετελέσθησαν, ἐπληρώθησαν δὲ τότε ἐκ τῆς πιστώσεως, ἥτις εἶχε ζητηθῆ. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἤδη ζητοῦμεν πίστωσιν συνεπείᾳ δικαστικῆς ἀποφάσεως, πρὸς ἐκτέλεσιν συμβολαίου συνομολογηθέντος, τοῦ ὁποίου τὴν ἐκτέλεσιν ἐπιβάλλει ἡ τιμὴ τῆς Διοικήσεως. Ἂν ὁ ὑπάλληλος ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ὑπέβαλεν ἀντιῤῥήσεις, ὁ δικαστικὸς σύμβουλος, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὴν διεξαγωγὴν τῶν δικῶν, εἶναι ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν ἀντιῤῥήσεων, διότι γνωρίζει τὰς ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου προτάσεις τοῦ Δημοσίου, καὶ τὰς ἀποφάσεις τοῦ δικαστηρίου, καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ σταλέντα παρὰ τῶν ταμιῶν Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως περὶ τῶν δοσοληψιῶν τοῦ Δημοσίου μετὰ τοῦ δικαιούχου· ὅταν δὲ ὁ δικαστικὸς σύμβουλος ἀποφαίνηται, ὅτι αἱ παραστάσεις τοῦ εἰρημένου ὑπαλλήλου εἶναι ἀβάσιμοι, διότι ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, περὶ ἧς πρόκειται, οὐδὲν ἄλλο μοὶ ὑπελείπετο νὰ πράξω ἢ νὰ ἀποδεχθῶ τὰς παραστάσεις ταύτας, καὶ νὰ ζητήσω πίστωσιν πρὸς ἐκπλήρωσιν αὐτῶν, διότι δὲν ἔχω οὐδὲ τὰ μέσα οὐδὲ τὴν εἰδικότητα νὰ ἐξελέγξω, ἂν αἱ παραστάσεις τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου ἦναι βάσιμοι ἢ οὔ. Ἐν ὅσῳ δὲ δὲν προβάλληται ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου εἶναι παράνομος, ἡ Διοίκησις χρεωστεῖ νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὴν, καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἐξετέλεσα.

§100ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς, ἡ Βουλὴ ἑκάστοτε καλεῖται νὰ ψηφίζῃ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, διότι αἱ κεχορηγημέναι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποδεικνύονται ἀνεπαρκεῖς ἐν τῇ πράξει. Ἀλλ’ ὅταν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ ζητῶσι παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν χορηγίαν τοιούτων πιστώσεων, περιορίζονται εἰς τὸ νὰ καταδείξωσι τὴν ἀνάγκην, ἥτις ὑπηγόρευσε τὰς αἰτήσεις των ταύτας, καὶ ἀναφέρουσι τοὺς λόγους τῆς ἀνεπαρκείας τῆς πιστώσεως, τῆς ἀναγραφείσης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Καὶ ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ ἐψηφίσαμεν πολλὰς πιστώσεις ἐπὶ μόνῃ τῇ ἐκθέσει τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, ὅτι αἱ ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκεῖς. Ἐξαίρεσιν ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς προκειμένης πιστώσεως τῶν 24,000 δραχμῶν. Εἶπεν, ὅτι δι’ αὐτῆς πρόκειται νὰ πληρωθῇ ἀπαίτησις κατὰ τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀπότισιν ὀφειλῆς ἐκ συμβολαίου συμβιβαστικοῦ. Ἐκ τούτου ἦτο ἑπόμενον νὰ προκληθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς, καί τινες τῶν συναδέλφων ἀπῄτησαν νὰ προσαχθῇ ὁ σχετικὸς φάκελλος. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπηυθύνετο εἰς τὴν Βουλὴν, λέγων, ὅτι «αἱ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ χορηγηθεῖσαι πιστώσεις λόγῳ δικαστικῶν ἀποζημιώσεων ἐκ δραχμῶν 400,000 δὲν ἐπήρκεσαν, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἀναπληρωματικῆς ἐκ δραχμῶν ἔτι 24,000», δὲν ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ εὑρεθῇ πρὸ τοῦ δισταγμοῦ, εἰς ὃν εὑρέθη· ἀλλὰ, καθ’ ὃν τρόπον ζητεῖται ἡ προκειμένη πίστωσις, ἐγείρεται εἰς ἕκαστον ἡ ὑπόνοια, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχει πεποίθησιν εἰς τὴν συνομολογηθεῖσαν συμβιβαστικὴν πρᾶξιν, καὶ προσέφυγεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ ἠθέλησε νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὴν πρᾶξίν του συνυπεύθυνον τὴν Βουλὴν, ὥστε νὰ μὴ δύναται μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου νὰ αἰτιᾶται τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς προελθόντος εἰς τὴν πληρωμὴν ταύτην ἀνεξετάστως. Πρὸ ὀλίγου ἐκ τοῦ βήματος ἐλέχθη, ἂν δὲν ἔπρεπε νὰ προταχθῇ συμψηφισμὸς τῶν ὀφειλομένων παρὰ τοῦ πατρὸς τοῦ Πάνου Σινανιώτου, τοῦ ὁποίου οὗτος εἶναι κληρονόμος. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον οὐδεμίαν ὑπέχει εὐθύνην. Ἐκ τοῦ προσαχθέντος πίνακος τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν Δικαστικοῦ τμήματος ἐξάγεται ὅτι δὲν ὀφείλονται ἐκ δικαστικῶν ἀποζημιώσεων μόνον 24,000 δραχμαὶ, ἀλλὰ 600,000. Ἐπειδὴ ἡ πίστωσις ἀνέρχεται εἰς μόνον 400,000 δραχμὰς, ὑπολείπονται 200,000 περίπου, εἰς ἃς δὲν περιέχονται αἱ περὶ ὧν πρόκειται 24,000. Ἄρα πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὅτι ἡ πίστωσις ἔπρεπε νὰ ἀνέρχηται εἰς 200,000. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι μετὰ τὰ ἀνακοινωθέντα εἰς τὴν Βουλὴν δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ἀλλὰ νὰ ἀναβάλῃ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, μέχρις οὗ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς λάβῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὑφίσταται ἔγκυρος κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαίτησις. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφίσῃ προσωπικὸν νομοσχέδιον, ἀλλὰ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, μὴ ἀναγράφον τὸν δικαιοῦχον.

§101ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις θὰ προσθέσω. Νομίζω ὅτι κακὸν προηγούμενον ἠθέλομεν καθιερώσει, καὶ ἠθέλομεν προείπει, ὅτι μετέχει πως εὐθύνης τινὸς εἰς τὰ τοιαῦτα ἡ Βουλὴ, ἂν ἠθέλομεν παραδεχθῆ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ πρὸ ὀλίγου ὁμιλήσαντος· ἠθέλομεν, λέγω, καθιερώσει κακὸν προηγούμενον, διότι θὰ ὑπετίθετο, ὅτι ἡ Βουλή, ἐπεμβαίνουσα εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τοιούτων, προκειμένου περὶ πιστώσεως, αὐξάνει ἢ ἐλαττώνει τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ τοιαύτην ἰδέαν ἔχω περὶ τοῦ θέματος, ὥστε, ἂν ἐπρόκειτο ἐπὶ τοῦ προκειμένου περὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ὁποίου νὰ ἔχω ἐκ τῶν προτέρων λόγους ὑπονοίας, θὰ ἔλεγον πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἡ γενομένη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζήτησις, ἡ εἰδίκευσις, τὴν ὁποίαν ἐπεχείρησε, προκειμένου περὶ τῆς πιστώσεως ταύτης, αὐξάνει ἁπλῶς τὴν εὐθύνην του. Οὐδὲ ἰδέα δύναται νὰ ὑπάρξῃ ποτὲ, ὅτι, προκειμένου περὶ πιστώσεως, ἡ Βουλὴ ἀναλαμβάνει εἶδός τι εὐθύνης. Ἡ Βουλὴ βεβαίως, ὅταν ψηφίζῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἢ τὰς σχετικὰς πιστώσεις, ἔχει βεβαίως μίαν εὐθύνην ἠθικὴν ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, ὅταν πρόκειται περὶ ὁρισμοῦ τῶν δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας οἱ πόροι τοῦ Κράτους πρόκειται νὰ διατεθῶσι.

§102Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§103ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκειται λ. χ. περὶ τῆς δεῖνος ἀνάγκης τοῦ Κράτους, ἡ Βουλὴ βεβαίως θὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ ἀνάγκη αὕτη ᾖναι ἀληθὴς ἀνάγκη, καὶ ἂν διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην πρέπῃ νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ μεταχειρισθῇ τοὺς φόρους τοῦ λαοῦ. Προκειμένου ὅμως περὶ χρέους, προκειμένου περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχῃ ἡ δεῖνα ἢ δεῖνα ἀπαίτησις, μήπως ἡ Βουλὴ εἶναι Λογιστήριον; μήπως ἡ Βουλὴ εἶναι Νομικὸν Συμβούλιον; μήπως ἡ Βουλὴ εἶναι Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν; Λοιπὸν ἡ Βουλή, ἐπεμβαίνουσα εἰς τὴν ἐξέτασιν τοιούτων λεπτομερειῶν, βεβαίως δικαίωμά της εἶναι νὰ εἴπῃ: «δὲν χορηγῶ τὴν πίστωσιν ταύτην, διότι, ἐξελέγχουσα κατ’ οὐσίαν τὴν πίστωσιν αὐτήν, εὑρίσκω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ζητεῖ νὰ λάβῃ χρήματα, ἵνα πληρώσῃ ὅ,τι δὲν ὀφείλει». Ἀλλ’ οὐδεμίαν ἀνάγκην ἔχει νὰ εἴπῃ τοῦτο, καὶ ἤθελεν ἐξέρχεσθαι τῶν ὁρίων τῶν ἑαυτῆς ὑποχρεώσεων, οὐχὶ τῶν ἑαυτῆς δικαιωμάτων, ἤθελε πολλαπλασιάζει τὰς ἐργασίας αὑτῆς ἀνωφελῶς, ἂν ἐπεμβαίνουσα εἰς τὴν οὐσίαν τοιαύτης φύσεως πιστώσεως, δὲν ἤθελεν ἀρκεσθῆ εἰς τὴν ὑπόμνησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς εὐθύνης τῆς ἀκεραίας, τὴν ὁποίαν φέρει, καὶ ὄχι μόνον τῆς εὐθύνης τῆς ἀκεραίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπαυξήσεως τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν φέρει ἐκ τοῦ ὅτι εἰδίκευσε τὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ἐγένετο ὁ λόγος καὶ ἐπεστήθη ἡ προσοχὴ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου συμπεραίνων λέγω μόνον τοῦτο, ὅ,τι εἶπον καὶ εὐθὺς ἐν ἀρχῇ, ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο, μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, περὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν διαχείρισιν νὰ εἶχον τὴν ἐλαχίστην δυσπιστίαν ἐκ τῶν προτέρων, θὰ ἔλεγον πρὸς αὐτὸν, ὅτι «κατόπιν τῆς εἰσαγωγῆς, τὴν ὁποίαν ἐποίησας πρὸς τὴν Βουλήν, τῆς πιστώσεως, καὶ κατόπιν τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης, τῆς ἀναφερούσης καὶ τὸ πρόσωπον ἀκόμη, οὐδὲν ἄλλο ἐπῆλθεν ἢ ἐπαύξησις τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν φέρεις», καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ βεβαίως κρίνω ἐντελῶς περιττὸν νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.

§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἐρωτήσω: ἀνεγνώσατε τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ;

§105ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην, διότι ὡμίλησα περὶ θέματος γενικοῦ.

§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, διότι ἀποφαίνεσθε ὅτι ἡ πίστωσις εἶναι εἰδική.

§107ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτως εἶπον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι.

§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡμιλήσατε περὶ πιστώσεως εἰδικευθείσης· ἀλλ’ ἀνέγνωτε τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου; Πρέπει νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐγὼ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὁ τόσον φιλόπονος, καὶ αὐτὸς ἀπέφυγε νὰ ἀναγνώσῃ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν (ἀναγινώσκει): «Ἐξαντληθείσης τῆς ὑπὸ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ κεφαλαίου 29 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1895 πιστώσεως ἐκ δραχ. 400,000, δι’ ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ συμβιβαστικῶν πράξεων, διότι, κατὰ τὸ συνημμένον ὑπ’ ἀριθ. 7198 καὶ ἀπὸ 25 τρέχοντος μηνὸς ἔγγραφον τοῦ διευθύνοντος τὸ Δικαστικὸν τμῆμα νομικοῦ συμβούλου κ. Χρ. Πετροπούλου, ἐπληρώθησαν πολλαὶ δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀπαιτούμενον σχέδιον νόμου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 24,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1895 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.»

§109Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλα ὅσα ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, συμπληρῶν τρόπον τινὰ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφον, εἶπεν ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως, θὰ ἦσαν ἀκριβέστατα, ἂν ἀπεσοβεῖτο τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου συνοδεύεται ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις. Ἔλαβε τὸν κόπον ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἀνέγνωσεν εἰς ἡμᾶς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ἀναγνώσω τὸ συμπληρωτικὸν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον προηγεῖται καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις (ἀναγινώσκει): «Ἀριθμὸς πρωτοκόλλου 7198. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸ Γεν. Λογιστήριον. Ἡ δοθεῖσα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, κεφαλ. 29|1, πίστωσις πρὸς ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ συμβιβαστικῶν πράξεων ἐκ δραχμῶν 400,000 ἐξηντλήθη, διότι ἐπληρώθησαν πολλαὶ δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχομεν ἀνάγκην ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 24,000 πρὸς πληρωμὴν ἀνεγνωρισμένης ἀπαιτήσεως, δι’ ἣν ἐξεδώσαμεν ἐντολὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895...» Ἐδῶ εἶναι ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σκανδαλίζον, καὶ δικαίως, νομίζω, καὶ θὰ ἐξηγήσω διατὶ σκανδαλίζει (ἐξακολουθεῖ): «... καὶ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Πάνου Σινανιώτου, ὡς ἐκδοχέως τῶν δικαιωμάτων τῆς Μαγδαληνῆς Α. Σινανιώτου, παρακαλοῦμεν νὰ μεριμνήσητε, ὅπως ζητηθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 διὰ τὸ, ὡς εἴρηται, ποσὸν τῶν 24,000.» Τὸ ἔγγραφον τοῦτο προηγεῖται. Ἕπεται δὲ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν, κύριοι συνάδελφοι ὑποθέτητε ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἐδῶ νὰ πιστοποιῶμεν ἀνεξελέγκτως τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφον καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται, ὡς ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, νὰ ἀναλάβωμεν ἡμεῖς αὐτοὶ τὴν εὐθύνην, διότι εἰδικεύεται ἡ πίστωσις καὶ ἀντιλαμβανόμεθα ἀναμφισβητήτως, ὅτι ὑπὲρ ὡρισμένου προσώπου πρόκειται νὰ τὴν ψηφίσωμεν, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι, κατετέθησαν αἱ πληροφορίαι· εἰς ἐμὲ—ὀφείλω νὰ μὴ τὸ ἀποκρύψω—ἔκαμαν αἴσθησιν, καὶ ἔκαμαν αἴσθησιν κυρίως διὰ τοῦτο, διότι, ὡς ἠκούσατε, δὲν εἶχεν ἀνάγκην τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἢ δραχμῶν 196,000, ἵνα πληρώσῃ τὰς ἀνάγκας τὰς παρουσιασθείσας....

§110ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐκτὸς τῶν 196,000, ἑτέρων 24,000.

§111Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν σημαίνει πάντοτε περισσοτέρας τῶν 24,000, καὶ ζητεῖται τὸ ποσὸν μόνον τῶν 24,000... Ποία πρόνοια λαμβάνεται; Ζητεῖται ἡ πίστωσις τῶν 24,000 διὰ ὡρισμένην πληρωμὴν, ἡ ὁποία, ὅσον καὶ ἄν δὲν ἀναφέρηται εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἀναφέρεται ὅμως—καὶ δὲν γνωρίζω διατὶ συνοδεύει τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο—ἀναφέρεται ὁ σκοπὸς αὐτὸς εἰς τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον συμπληροῖ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Ἠρωτήθη ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου: «διατὶ πρῶτον ὁρίζετε πίστωσιν πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν, ἀφοῦ ἔχετε καὶ ἄλλας ἀνάγκας καὶ δὲν ὑπῆρχε τοιοῦτον προηγούμενον, οὐδὲ ὑπῆρχε τοιαύτη ἀνάγκη συγκεκριμένη;» Ἀπαντᾷ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῷ ἔδωκε μίαν πληροφορίαν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀνάγκαι διὰ ποσὸν ἀνώτερον. Ζητεῖ αὐτό; δὲν ζητεῖ, ἐνῷ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἀνάγκαι. Ἀλλὰ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι ὁ καταθέσας τὰς πληροφορίας, τὸν πίνακα δηλαδή· ἐὰν δὲ ἀποδέχηται, ὅτι αἱ πληροφορίαι εἶναι ἀνακριβεῖς, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸν καταθέσῃ· καθ’ ἣν στιγμὴν τὸν κατέθηκεν, ἐβεβαίωσε τὸ ἀκριβές αὐτοῦ. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῷ ἔκαμε τὴν εἰσήγησιν αὐτὴν καὶ ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἀγνοεῖ, ἀφοῦ ἡμεῖς γινώσκομεν, καὶ τὸ γινώσκομεν ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔδωκεν ἡμῖν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸ μικροῦ, ἀπαντῶν εἰς ἄλλον συνάδελφον καὶ δοὺς πληροφορίαν, νομίζω, οὐχὶ ἱκανῶς πειστικὴν, εἶπεν ὅτι «ἔχετε δικαίωμα νὰ ζητήσητε πολιτικὴν εὐθύνην, ζητήσατε μάλιστα καὶ ποινικὴν εὐθύνην»! Ἡ πρόκλησις αὕτη νομίζω ὅτι δὲν ἔχει πολὺ πρακτικὸν σκοπὸν, διότι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον μένει εἰς ἡμᾶς, ὡς ἔχουσι τὰ καθ’ ἡμᾶς, εἶναι ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ διαμαρτυρία. Ἵνα ἐξηγήσω λοιπὸν τὴν ψῆφόν μου, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ἐκφράσω τὴν διαφωνίαν μου πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφον, ὅτι δὲν θέλω νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην διόλου, καὶ διὰ τοῦτο διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς πιστώσεως ταύτης, συμφωνῶ δὲ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴν, ὅτι, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠγνόει τὴν ἀνάγκην αὐτὴν τῆς πιστώσεως, ἤδη δὲ τὴν ἔμαθεν, εἶναι δικαιότατον νὰ ἀποσύρῃ ἐκ τῆς συζητήσεως τὴν πίστωσιν ταύτην, ἵνα ζητήσῃ πίστωσιν ἀπροσώπως καὶ οὐχὶ συγκεκριμμένως καὶ εἰδικῶς. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, δηλῶ ὅτι ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς πιστώσεως.

§112ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Ὀφείλονται τὰ χρήματα ἢ ὄχι; Ἐὰν ὀφείλωνται, πρέπει νὰ πληρωθῶσι.

§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου...

§114ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως 24,000 δραχμῶν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1895, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ἐπ. Ἐμπειρίκου καὶ Δ. Μυλωνᾶ, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Μιλτ. Δάλλας ΝΚωνστ. Νεγρεπόντης Ν
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ΝἸωάν. Πετρίδης
Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Ν. Φαρμακόπουλος Ν
Ν. Σμόλενιτζ ΝΣωτ. Δανόπουλος
Δημ. Οἰκονομίδης ΝΧρ. Βότσαρης Ν
Δημ. Καΐρης Κωνστ. Κ. Καραπάνος Ο
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ΟΣπυρ. Βαρζέλης
Νικόλαος Λεβίδης ΝΔημ. Τερτίπης
Κωνστ. Κολιάτσος ΝἸω. Παλάσκας Ν
Δημ. Σκυλίτσης Ἰω. Σταμούλης
Ἀθ. Μουτσόπουλος ΝΚίμων Βελλίνης Ν
Ν. Δ. Καλλιφρονᾶς Ξενοφ. Τσαμαγκίδης
Ἀλέξ. Σκουζὲς ΝἸωάννης Καζαμπάκας Ν
Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος Ι. Στεφάνου Ν
Δ. Γ. Ράλλης ΟΠαν. Λεβέντης Ν
Ἀλέξ. Ψύλλας ΝἈλέξ. Κοντόσταυλος
Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΝΝ. Χατζηνικολῆς Ν
Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Γεώργ. Κόρπας
Ἀχιλ. Ἀγάθος Ν
Ἀθ. Ἴσκος ΝΚωνστ. Βασιλάκης
Κωνστ. Τοπάλης ΝἸω. Σέχος
Νικ. Σχινᾶς ΝΝικ. Βασιλάκης
Γεώργ. Φιλάρετος ΟἈθ. Παραμυθιώτης
Νικ. Σταματιάδης Γεώργ. Θεοτόκης
Ἰω. Γιαννακόπουλος ΝΓεώργ. Καποδίστριας
Ἐπ. Μαυρομμάτης ΟΔημ. Οἰκονόμου Ν
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΝΔημ. Πετρίδης Ν
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΠ. Ζούζουλας Ν
Περ. Ἀλεξάκης Κωνσταν. Σκαρπέτης Ν
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΝἈριστ. Μεντζελόπουλος
Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝΝικολ. Βαλσαμάκης Ν
Π. Λαμπρινόπουλος ΝἸω. Τζανετάτος Φωκᾶς
Χαρ. Τζανετάκης ΝΔημ. Σβορῶνος
Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ἄθως Ρωμάνος
Πολύμ. Ζαρίμπας Διον. Καλούτσης Ν
Χρ. Μαστραπᾶς Σπ. Ε. Στάης Ο
Γεώργ. Ἀνδρίτσος Χ. Κ. Βοζίκης Ν
Κων. Παπαμιχαλόπουλος Νικ. Σταματόπουλος
Π. Ρίτσος ΝΘ. Πέῤῥος Ν
Ἀνδρ. Βασιλείου ΝΓεώργ. Μαυρομιχάλης Ν
Σπ. Τσιτσάρας ΝΔημοσθ. Μανουσάκης Ν
Δημ. Χατζόπουλος ΝΔημοσθ. Ματάλας
Δημ. Βουλπιώτης ΟἈριστ. Μελετόπουλος
Μιχ. Ἰατρίδης ΝΝικ. Γκουζούλης Ν
Ἀλέξ. Σ. Κ. Ρώμας ΝΔημ. Πιπινόπουλος Ν
Κ. Δ. Πολίτης ΟΧασὰν βέης Πετρεδὴν βέηΝ
Γ. Μελισσηνὸς Φιλώτας Ἰσχόμαχος Ν
Διον. Μυλωνᾶς ΝἸω. Γεωργαντᾶς Ν
Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ἰω. Λάππας Ν
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν
Γεώργιος Κρεστενίτης Ἄγγ. Καλκάνης Ν
Γεώργ. Παπακυριακόπουλος Β. Βασιλειάδης Ν
Δημοσθ. Δόγκας ΝἈθ. Εὐταξίας Ο
Ἰω. Σισίνης ΝἸω. Μπακόπουλος
Στέφ. Σκουλούδης Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος
Γεώργ. Πετούσης Φίλ. Βάρβογλης Ν
Ἀριστομ. Βαλέτας ΟΝ. Τριανταφυλλάκος
Νικ. Νομικός ΝἩλ. Ζέγγελης
Πέτρος Δελένδας Λάμπρος Σινανιώτης ἀρν.
Κωνστ. Πεταλᾶς ΝἸω. Βούτουνας Ν
Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Γ. Μαλέας Ο
Παναγ. Θ. Ζαΐμης ΝΓ. Νικολαΐδης Ν
Θεόδ. Ζαΐμης ΝΛεων. Δεληγεώργης Ο
Λ. Πετιμεζᾶς Μιλτ. Γουλιμῆς Ν
Γεώργ. Σιβιτανίδης ΝΠαν. Μερλόπουλος
Γιαννούσιος Τάκης ΝΠερ. Μποῦτος Ν
Ν. Δαγρὲς ΝἈλεξ. Δεληγιάννης Ο
Κωνστ. Φλέσσας Ἀντ. Καρατζᾶς
Ν. Σάλμας Πέτρ. Ταταράκης Ν
Γεώργ. Κουλούρης Ἀντ. Γουδῆς Ν
Ὄθων Μαῦρος ΝἈθ. Λαδόπουλος
Ἐλευθ. Μυκώνιος ΝΝ. Βαφειαδάκης
Μιλτ. Βαρδάτσης Γ. Παγανέλης Ν
Γεώργ. Σισμάνης ΝἈλοΐσιος Τόμαν Ν
Γεώργ. Πλατανιώτης Ν. Δρόσος Ν
Ἰω. Καναβὸς Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
Γ. Φαρμακόπουλος ΝΣωτ. Χατζηγάκης Ν
Μιχ. Π. Ἰατρὸς Νικ. Ταρμπάξης Ν
Α. Πετσάλης ΝΚ. Χατζηπέτρος
Παῦλος Ραζέλος ΟΘεόδ. Κριεμάδης Ν
Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχ. Εὐστ. Κοκκέβης Ν
Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΝΝ. Γεωργακόπουλος Ν
Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
Χαράλ. Κανελλόπουλος ΝΔημ. Καμαριώτης
Παν. Λαμπρούλιας ΝΔιον. Στάϊκος Ν
Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ο
Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς Σπ. Δεϊμέζης
Θεόδ. Βελλιανίτης ΝΘεόδ. Λιμπρίτης Ν
Ἀνδρ. Σιμόπουλος ΟἸω. Παπαδόπουλος Ν
Λ. Καραλίβανος Θεόδ. Γκίκας
Πανούρ. Πανουργιᾶς Παντελῆς Γκίκας Ν
Γ. Παπαδιαμαντόπουλος ΝΝικ. Τσαμαδὸς
Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος Χριστόδ. Στεριάδης Ν
Ἰω. Τσερτίδης ΝΝικολ. Κοντογιάννης Ν
Χρ. Τζῖνος ΝΚομνᾶς Τράκας
Δημ. Βότσης ΝΝ. Χατζῖσκος
Πίνδ. Ἀντωνόπουλος ΝΤριαντάφ. Σχινᾶς
Παναγ. Σάκκης ΝΔημ. Κρίτσας Ο
Δημ. Ε. Καλογερόπουλος ΝΜιχ. Καχαράς Ν
Νικ. Καράπαυλος Γ. Ἀβέρωφ Ν
Ἰω. Βρυώνης ΝΚ. Βαρατάσης Ν
Π. Ἅν. Καβαλλιεράτος Ἀλέξ. Μ. Κανάρης
Νικολ. Δημητριάδης ΝἸωάν. Α. Κανάρης Ν
Γ. Ν. Μπούμπουλης

§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 128. Ἐκ τούτων 109 εἶπον Ναί, 18 Ὄχι, καὶ 1 ἠρνήθη ψῆφον. Κατὰ συνέπειαν ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν διὰ ψήφων 109 κατὰ 18. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω καλὸν νὰ μείνωμεν ἕως ἐδῶ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
2τῆς 16 Φεβρουαρίου 1896.
3(Παρασκευή).
4Ὥρα 4 καὶ 40′ μ. μ.
5(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
6(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυ-
7ροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας
9ἀναφορὰς καὶ τηλεγραφήματα.
10Κάτοικοι Μαζεΐκων ἐξαιτοῦνται, ἵνα ληφθῇ πρόνοια πρὸς
11διάσωσιν τοῦ δάσους τῆς περιφερείας Μάζι τοῦ δήμου Κλει-
12τορίας τῶν Καλαβρύτων, καταστρεφομένου ὑπὸ αἰγοποιμένων.
13Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καλαμῶν συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς
14διατηρήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
15Κάτοικοι τοῦ χωρίου Πουλήθρων τοῦ δήμου Μαριοῦ τῆς
16Κυνουρίας ἐξαιτοῦνται, ἵνα ἐξαιρεθῶσι τὰ κεράτια (χαρού-
17πια) ἐκ τῆς ἀπαγορευτικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ
18νόμου ͵ΒΤΘʹ περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου.
19Οἱ κατάδικοι Δημ. Παλαβὸς καὶ Γεώργ. Βαλκανᾶς, κρα-
20τούμενοι εἰς τὰς φυλακὰς Τριπόλεως ζητοῦσι νὰ τοῖς ἀπο-
21νεμηθῇ βασιλικὴ χάρις.
22§2ΠΕΡΡΟΣ. Οἱ συμπολῖταί μου κάτοικοι τοῦ δήμου Μα-
23ριοῦ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας
24παρακαλοῦσιν, ἵνα καταργηθῇ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς χρήσεως
25τῶν κερατίων ἢ χαρουπίων πρὸς ἀπόσταξιν οἰνοπνεύματος,
26ἡ ὁποία περιελήφθη εἰς τὸν πέρυσι ψηφισθέντα περὶ σταφίδος
27νόμον. Τὰ κεράτια, τὰ ὁποῖα παράγονται ἔν τισι δήμοις τῆς
28Κυνουρίας καὶ τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ἕνεκα τῆς ἀπαγορεύ-
29σεως ὑπετιμήθησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε κατήντησαν ἄχρηστα,
30ἀντὶ δὲ 6 καὶ 7 δραχ. κατὰ στατῆρα, ὡς ἐπωλοῦντο πρίν,
31σήμερον δὲν ἔχουσι τιμὴν οὔτε δύο δραχμῶν. Ἐννοῶ τὴν φρον-
32τίδα καὶ τὴν σπουδὴν διὰ τὴν ὑποστήριξιν τῆς σταφίδος· εἶναι
33βεβαίως ὠφέλεια ἐθνική, καὶ πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν διὰ
34παντὸς τρόπου νὰ δώσωμεν ὤθησιν εἰς τὴν ὑπερτίμησιν· ἀλλὰ
35δὲν ἐννοῶ νὰ γίνηται τοιαύτη κατάχρησις, ὥστε νὰ θυσιάζων-
36ται ὅλα τὰ ἄλλα προϊόντα, ἵνα ὑπερτιμηθῇ ἡ σταφίς. Ἡ
37σταφὶς ἔχει τὸν προορισμόν της, πρέπει νὰ γείνῃ προσπάθεια
38πρὸς ἐξαγωγὴν μὲ τιμὰς ἀναλόγους πρὸς τὴν ἀξίαν της. Ἀλλὰ
39γνωστὸν, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης τὰ ἐν Πει-
40ραιεῖ καὶ ἀλλαχοῦ οἰνοπνευματοποιεῖα ἐσταμάτησαν, διότι
41ἡ σημερινὴ τιμὴ τῆς σταφίδος δὲν συμφέρει εἰς τοὺς ἐργο-
42στασιάρχας πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος, ἄλλας ὕλας δὲν
43εὑρίσκουσι, τὸ ποσὸν δὲ, τὸ ὁποῖον κατεκρατήθη, δὲν ἐπωλήθη·
44μένουσι λοιπὸν τὰ ἐργοστάσια ἐν ἀργίᾳ. Τοῦτο προὐκάλεσε
45πρότασιν τοῦ συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς κ. Ἀγγελοπούλου περὶ
46ἄρσεως τῆς ἀπαγορεύσεως, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται καὶ ἡ χρῆ-
47σις ἄλλων ὑλῶν πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος.
48Εἰς τὴν Κυνουρίαν τὰ χαρούπια εἶναι τὸ μόνον προϊόν,
49ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἀπαγορεύσεως ἔμειναν ἄχρηστα. Δὲν νομίζω
50εὔλογον νὰ θυσιάζωμεν τὸ προϊόν ἑνὸς τόπου χάριν τοῦ ἄλ-
51λου. Ἄλλως ἡ παραγωγὴ τῶν χαρουπίων εἶναι τόσον μικρά,
52ὥστε δὲν θὰ φέρῃ ζημίαν· τὸ ὅλον ἀνέρχεται εἰς 30–40
53χιλιάδας καντάρια· ἐὰν δ’ ἐπιτραπῇ ἡ χρῆσις αὐτῶν πρὸς
54κατασκευὴν οἰνοπνεύματος, θὰ ἦναι ἀνεπαίσθητος ἡ ζημία
55διὰ τὴν σταφίδα.
56Ὁ σκοπὸς τῆς ἀπαγορεύσεως ἦτο καὶ ἄλλος, νὰ παραχθῇ
57οἰνόπνευμα καλλιτέρας ποιότητος, ἀλλ’ ὡς μὲ ἐβεβαίωσαν
58εἰδικοὶ, τὸ ἐκ τῶν χαρουπίων οἰνόπνευμα παράγει τὸ καλ-
59λίτερον ῥοῦμι· ὥστε καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς καλῆς ποιότη-
60τος εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις. Ἀλλὰ, λέγουσι,
61πρέπει τὰ οἰνοπνεύματα νὰ ἦναι πρώτης ποιότητος. Ἀλλὰ
62εἶναι δίκαιον χάριν τούτου νὰ θυσιάσωμεν ὅλα τὰ προϊόντα;
63Τὸ οἰνόπνευμα δύναται νὰ ἦναι καὶ πρώτης καὶ δευτέρας
64ποιότητος. Αἱ ἄποροι τάξεις δὲν δύνανται βεβαίως νὰ προ-
65μηθευθῶσι τὸ κονιὰκ πρώτης ποιότητος τοῦ Τρίπου λ. χ. ἢ
66τοῦ Καμπᾶ, ἀλλὰ δύνανται νὰ προμηθευθῶσιν οἰνόπνευμα
67κατωτέρας ποιότητος.
68Ἐπὶ τούτῳ συνετάξαμεν μετὰ τῶν συναδέλφων κ. κ. Βο-
69ζίκη καὶ Παπαμιχαλοπούλου πρότασιν νόμου, τὴν ὁποίαν
70ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐζητήσαμεν πληροφορίας παρὰ
71τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐμάθομεν, ὅτι εἰς οὐδὲν
72ἄλλο μέρος παράγονται χαρούπια, πλὴν τῶν δήμων Λιμναίων
73καὶ Μαριοῦ τῆς Κυνουρίας καὶ Ζάρακος τῆς Ἐπιδαύρου Λι-
74μηρᾶς.
75Ἡ ψήφισις δὲ τῆς προτάσεώς μας ἐπείγει, διότι μέγα ἀδί-
76κημα, προσγενόμενον τοῖς ἰδιοκτήταις κερατίων, πρόκειται
77νὰ ἀρθῇ ἀπὸ τοῦδε. Πεποίθαμεν δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἀπο-
78δεχθῆ τὴν πρότασίν μας ταύτην.
79§3ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἔχετε χοίρους;
80§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ὁ τόπος μας ἔχῃ χοίρους,
81τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Βουλήν. Ἀπορῶ δὲ διατὶ ἐνδιαφέ-
82ρει τὸν κ. Βουλευτὴν Ξηροχωρίου.
83Ἔχω καὶ ἐγὼ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς νὰ ὑποβάλω ἀνα-
84φορὰν, ὁμοίαν πρὸς ἐκείνην, ἥτις ὑπεβλήθη παρὰ τῶν ἀξιο-
85τίμων κ. κ. συναδέλφων ἐκ Κυνουρίας, πρὸς ἄρσιν τῆς ἀπα-
86γορεύσεως τῆς ἀποστάξεως τῶν κερατίων τοῦ δήμου Ζάρα-
87κος, ὁ ὁποῖος εἶναι εἷς τῶν ἀπορωτάτων δήμων τοῦ Κρά-
88τους. Ἡ φύσις ἔῤῥιψεν ἐξ ἐπιεικείας καὶ εὐμενείας εἰς τὰ
89βουνὰ τῶν μερῶν ἐκείνων τὰς κερατέας, δηλαδὴ δένδρα μήτε
90καλλιεργείας μήτε ἄλλης μερίμνης ἔχοντα ἀνάγκην, ἀλλὰ
91παράγοντα τὸν πενιχρὸν καρπὸν τοῦτον τῶν κερατίων. Ἐὰν
92δὲ τὸ προϊόν τοῦτο δὲν διατίθεται πρὸς ἀπόσταξιν, μένει καθ’
93ὁλοκληρίαν ἄχρηστον τοῖς κατοίκοις. Παράγονται δὲ περὶ τὰ
945,000 καντάρια ἐκ τοῦ προϊόντος τούτου, ποσὸν τόσον ἀσή-
95μαντον ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὅλην ποσότητα τοῦ ὑλικοῦ τοῦ
96ἀπαιτουμένου πρὸς ἀπόσταξιν πρώτης ὕλης διὰ τὰς χρείας
97τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, ὥστε νὰ μὴ δύνηται νὰ ἐπηρεάσῃ
98τὰς ἄλλας ὕλας καὶ δὴ τὴν σταφίδα. Τώρα μάλιστα, ἐν ᾗ
99περιπτώσει νομοθετήσωμεν τὴν παρακράτησιν εἰς εἶδος, ἡ
100σταφὶς ἐπιτυγχάνει ὅ,τι ἐζήτει. Ἄλλως ἡ σταφὶς δὲν ἐφο-
101βεῖτο τὸν συναγωνισμὸν τῆς ἀποστάξεως ἄλλων ὑλῶν, ἀλλὰ
102ἐπεζήτει νὰ εὕρῃ τὰς τιμὰς τὰς ὠφελίμους εἰς αὐτήν. Ἡ
103σταφὶς ἐφοβεῖτο ἑαυτήν.
104Πολλοὶ συνάδελφοι, 17 τὸν ἀριθμὸν, ὑπέβαλον πρότασιν
105νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ περὶ φορολο-
106γίας τοῦ σταφιδοκάρπου νόμου, διὰ τῆς ὁποίας προτείνουσι
107δι’ ὀλίγων λέξεων ταῦτα (ἀναγινώσκει):
108«Εἰς τὸ ἐδάφιον αʹ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου ͵ΒΤΘʹ
109»περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου, μετὰ τὸ τέλος, προσ-
110»τίθεται: «Ἐξαιρεῖται ἡ διὰ λεβήτων ἀπόσταξις σύκων,
111»κομάρων, συκομούρων ἢ μήλων καὶ κορομήλων.»
112Εἰς τὴν πρότασιν ταύτην ἔρχονται οἱ ἀξιότιμοι κύριοι
113συνάδελφοι ἐκ Κυνουρίας καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτῶν νῦν, πρὸς τὸ
114συμφέρον δύο δήμων τῶν ἐπαρχιῶν, ἃς ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ
115ἀντιπροσωπεύωμεν, νὰ ὑποβάλωμεν εἴτε ἕτοιμον νομοσχέ-
116διον, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προε-
117δρεῖον, εἴτε τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ζητήσωμεν τὴν
118εἰς τὴν τροπολογίαν τῶν δεκαἑπτὰ κυρίων συναδέλφων προσ-
119θήκην τῆς λέξεως «καὶ κερατίων». Παρακαλοῦμεν δὲ τὴν
120Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν δι’ ἡμῶν
121ὑποβαλλομένην αἴτησιν τῶν κατοίκων τῶν δήμων ἐκείνων
122καὶ τὴν ἡμετέραν φωνὴν, ὅπως μὴ ἀδικηθῇ μία παραγωγὴ,
123ἀσήμαντος μὲν αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν, ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὴν
124οἰκονομικὴν δυσπραγίαν τῶν δήμων ἐκείνων μεγίστη. Διότι,
125ἐὰν ἕκαστος τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων κατορθώσῃ νὰ
126κερδίσῃ 30 ἢ 50 ἢ 80 ἢ 100 τὸ πολὺ–πολὺ δραχμὰς (οὐ-
127δεὶς δὲ κερδίζει περισσότερα) θὰ ἦναι εἰς αὐτὸν μεγίστη εὐ-
128κολία, ὅπως ἐπαρκῇ διὰ τούτων νὰ πληρόνῃ τοὺς φόρους,
129τοὺς ὁποίους καλεῖται νὰ καταβάλλῃ εἰς τὸ Δημόσιον.
130§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει
131τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 155).
132§6Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
133Κατόπιν ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας βουλευτοῦ
134κ. Τσαμαδοῦ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν
135Βουλὴν κατάστασιν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸν
136μῆνα Ἰανουάριον τοῦ 1896.
137§7ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Συνεπείᾳ τῶν ὑποβληθέντων παραπόνων
138ἐκ μέρους τῶν καταδίκων Παλαβοῦ καὶ Βαλκανᾶ, θὰ παρα-
139καλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ λάβῃ πρόνοιαν
140περὶ τῶν καταδίκων αὐτῶν, καθόσον, καταδικασθέντες οὗτοι
141κατὰ τὸ ἔτος 1887 ἐπὶ συνεργείᾳ ἀναιρέσεως εἰς 10 ἐτῶν
142πρόσκαιρα δεσμά, ἐκτίουσι μετὰ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος τὸ ὅλον
143τῆς ποινῆς των, καίτοι ὑπάρχει σύστασις τοῦ δικαστηρίου
144καὶ ἰδιαιτέρα σύστασις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν περὶ
145ἀπονομῆς χάριτος καὶ περιορισμοῦ τῆς ποινῆς εἰς 6 ἐτῶν εἱρ-
146κτήν. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δι-
147καιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως τύχωσιν οἱ
148κατάδικοι οὗτοι τοῦ εὐεργετήματος τῆς χάριτος, καθόσον,
149καθ’ ἃς ἔσχον πληροφορίας, καὶ κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος εἶχε
150συνταχθῆ διάταγμα περὶ ἀπονομῆς τοιαύτης εἰς αὐτοὺς,
151ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἀποδημίας τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βα-
152σιλέως δὲν ὑπεγράφη τοῦτο.
153§8ΚΟΡΠΑΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐκ παραπόνων ὁμοεθνῶν, οἰκούν-
154των τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, ἔσχον ἀφορμὴν νὰ ἀπευθύνω σύ-
155στασιν πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀφορῶσαν
156εἰς τὴν ἐλευθέραν εἰσαγωγὴν καὶ κυκλοφορίαν τῶν ἑλλη-
157νικῶν ἐφημερίδων εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν. Καὶ ἐνθυμοῦ-
158μαι, ὅτι παρεστάθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὰ πράγματα
159τότε ὡς σχεδὸν τετελεσμένα καὶ ὅτι δὲν ὑπελείπετο ἢ ἡ
160ἔκδοσις τοῦ σχετικοῦ ἰραδέ. Πολὺς ὅμως ἔκτοτε παρῆλθε
161χρόνος, καὶ ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται, ἂν ὄχι εἰς τὸ σημεῖον, ἀπὸ
162τοῦ ὁποίου ἤρξατο, ἂν ὄχι εἰς τὰς ὀθωμανικὰς καλένδας,
163βεβαίως ὅμως ἐπὶ τοῦ γραφείου νωχελοῦς τινος Ὀθωμανοῦ
164ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχει θέσει τοὺς σχετικοὺς φακέλλους
165εἰς τὰ φέροντα ἐπιγραφὴν «ἄλυτα ἢ ἀνεπίδεκτα πάσης λύ-
166σεως»,—δὲν γνωρίζω πῶς λέγεται τοῦτο ὀθωμανιστί.—Σήμε-
167ρον ὅμως εὑρίσκομαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω τὴν σύστασιν
168ταύτην καὶ αὖθις, διότι ἔχω ἐπιστολὰς τῶν αὐτῶν καὶ πολ-
169λῶν ἄλλων ὁμοεθνῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ παρακαλοῦσι νὰ ὑψώσω φω-
170νὴν ἐντεῦθεν, καθόσον, ἐγγιζουσῶν καὶ τῶν ἑορτῶν τῶν Ὀλυμ-
171πιακῶν ἀγώνων, οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν φλέγονται ἐκ τῆς
172ἐπιθυμίας νὰ λάβωσι γνῶσιν τῶν τελεσθησομένων ἐν τῇ κοινῇ
173πατρίδι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως τὸν κ.
174Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ ἐντείνῃ τὴν ἐνέργειαν
175αὐτοῦ, ὅπως δοθῇ τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, δὲν ἔχω
176δὲ ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ πᾶσα Ἑλλη-
177νικὴ Κυβέρνησις, καὶ πᾶς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν,
178καὶ πᾶς Πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος θὰ ἔχῃ μεγάλην ἐπιθυμίαν
179νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ζήτημα τοῦτο. Οἱ γράφοντες μὲ ἐξορ-
180κίζουσι νὰ ἀπευθύνω τὴν παράκλησιν ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν κ.
181Πρωθυπουργὸν, περὶ τοῦ ὁποίου φρονοῦσιν, ὅτι ἔχει τὴν δύνα-
182μιν, καὶ ὅτι καὶ αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται σήμερον, ὥστε,
183συνεννοούμενος πρὸς τὸν ἐνταῦθα πρεσβευτὴν τῆς Τουρκίας ἢ
184πρὸς τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἡμέτερον πρεσβευτὴν, νὰ φέρῃ
185εἰς αἴσιον πέρας τὸ ζήτημα τοῦτο.
186Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς
187ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν θέλουσι φροντίσει νὰ συντελέσωσιν εἰς
188τὴν ἐπιτυχίαν τῆς παρακλήσεως ταύτης τῶν ὁμοεθνῶν μας.
189§9ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν περὶ Κακουργοδικείων νό-
190μον, γνωρίζετε ὅτι εἰς πᾶσαν ἕδραν Πρωτοδικείου συνιστᾶ-
191ται Κακουργοδικεῖον, καὶ συνιστᾶται κατὰ μῆνα. Ἐν τούτοις
192ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Πρωτοδικείου Καλαμῶν κατὰ τοὺς μῆνας
193Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον ἐ. ἔ. Κακουργοδικεῖον δὲν συνέστη.
194Δὲν ἤθελον κάμῃ λόγον, ἂν περιωρίζετο τὸ κακὸν εἰς τοὺς δύο
195αὐτοὺς μῆνας, ἀλλὰ, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, καθ’ ὅλον
196τὸ ἔτος τοῦτο αἱ ἐπαρχίαι Μεσσηνίας θέλουσι στερηθῆ τῶν
197ὠφελημάτων τῆς συστάσεως τοῦ Κακουργοδικείου, καὶ τοιου-
198τοτρόπως θὰ ἦναι ἠναγκασμένοι οἱ μάρτυρες καὶ οἱ κατη-
199γορούμενοι, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου, νὰ ἄγωνται εἰς Κα-
200κουργοδικεῖα ἄλλα. Τὸ ἄτοπον τοῦτο, ἐὰν αἱ πληροφορίαι
201μου ἦναι ἀκριβεῖς, προέκυψεν ἐξ ἐλλείψεως τῆς διοικητικῆς
202ἀρχῆς. Πληροφοροῦμαι, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ.
203Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Νομαρχία
204ἠμέλησε νὰ συντάξῃ κατάλογον τῶν ἐνόρκων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ
205ὁποίου ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ κλήρωσις. Ἐὰν δὲ τοῦτο ἦναι
206ἀληθὲς, τότε θὰ πληροφορήσῃ βεβαίως τὴν Βουλὴν ὁ κ.
207Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τί ἔπραξεν ἀπέναντι τῆς ἐλλεί-
208ψεως ταύτης τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω
209νὰ λάβῃ τοὐλάχιστον νομοθετικήν τινα πρόνοιαν, ὅπως μὴ
210στερηθῇ ἡ ἐπαρχία Καλαμῶν Κακουργοδικείου καθ’ ὅλον τὸ
211ἔτος. Δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς διὰ προτάσεως νόμου νὰ ἐπιτύχω-
212μεν τοῦτο, ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τῇ κυβερνητικῇ
213πρωτοβουλίᾳ δύναται εὐχερέστερον νὰ θεραπευθῇ ἡ ἔλλειψις.
214Μοὶ εἶπον δὲ, ὅτι ἐκ τοιούτων ἐλλείψεων καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρ-
215χίας ἐπῆλθε τὸ αὐτὸ κακὸν, καὶ ὅτι καὶ ἐν Λαρίσσῃ, δι’ ἔλλει-
216ψιν τοῦ ἀναγκαιοῦντος ἀριθμοῦ δικαστῶν πρὸς συγκρότησιν
217τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐφετῶν, δὲν κατωρθώθη νὰ γείνῃ κλή-
218ρωσις τῶν ἐνόρκων. Ταῦτα, Κύριοι, εἶναι βεβαίως ὄχι εὐχά-
219ριστα· ὅταν δὲ μοὶ δώσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας ὁ κύριος
220Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ προβῶμεν εἰς εὐρυτέραν συ-
221ζήτησιν.
222Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὅμως ταύτῃ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
223γὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὸν πίνακα τῶν ἐργα-
224σιῶν τῶν δικαστηρίων τοῦ Κράτους κατὰ τὴν λήξασαν τρι-
225μηνίαν (Ὀκτώβριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον), καὶ νὰ κατα-
226τεθῶσιν οἱ πίνακες οὗτοι ἐκ παραλλήλου πρὸς τὰς ἐργασίας
227τῶν δικαστηρίων κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ἔχετε, ἐλπίζω,
228ὅλοι τὴν ἐπιθυμίαν, νὰ μάθητε κατὰ πόσον ἐβελτιώθη ἡ
229ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μας, προκειμένου δὲ
230νὰ ψηφίσωμεν μετ’ ὀλίγον δικαστικὰ νομοσχέδια, ὁ ἔλεγχος
231αὐτὸς θὰ μᾶς δώσῃ τὸ μέτρον τῆς ψήφου μας ἀπέναντι τῶν
232νομοσχεδίων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν καὶ πρόκειται νὰ
233συζητηθῶσι κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον. Προβαίνω δὲ εἰς
234τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, διότι τῷ ὄντι δι’ ἀλλεπαλλήλων
235ἐγκυκλίων ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δεινῶς ᾐτιάθη
236τὴν διαχείρισιν τῆς δικαιοσύνης, εὔχομαι δὲ καὶ εὐελπιστῶ,
237ὅτι καὶ οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελ-
238θοῦσαν σύνοδον, καὶ αἱ ἐγκύκλιοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ ἐπέφε-
239ρον τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ ταῦτα θ’ ἀποδει-
240χθῶσι διὰ τῆς προσαγωγῆς τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους ζητῶ.
241§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ μὲν τῶν
242πινάκων, ἐν οἷς ἐκδηλοῦται ἡ κατάστασις τῶν ἐργασιῶν τῶν
243δικαστηρίων, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ ἐμὸς συνάδελφος Ὑπουργὸς
244ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θέλει σπεύσει νὰ προβῇ εἰς δημοσίευσιν
245αὐτῶν ἢ κατάθεσιν αὐτῶν εἰς τὴν Βουλὴν. Περὶ τοῦ κωλύ-
246ματος ὅμως, τὸ ὁποῖον κατέστησεν ἀνέφικτον τὴν συγκρότη-
247σιν τοῦ δικαστηρίου τῶν ὁρκωτῶν ἐν Καλάμαις, ἔλαβον γνῶ-
248σιν καὶ ἐγὼ, καὶ ἐπειδὴ ἀπαιτεῖται, πρὸς ἄρσιν τοῦ κωλύ-
249ματος, νὰ ὑποβληθῇ νομοθέτημα εἰς τὴν Βουλὴν, γνωρίζω
250ὅτι νομοσχέδιον συνετάχθη καὶ εἶναι ἕτοιμον, ἐνδεχόμενον
251δ’ αὔριον, εἴτε τὴν Δευτέραν, νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν.
252§11ΤΟΠΑΛΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον παρεκάλεσα
253τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συστήσῃ ἐπιτροπὴν, ἥτις, ἐρχομένη
254εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, νὰ μελετήσῃ τὴν συγκοινωνίαν, ζήτη-
255μα ἄξιον πάσης προσοχῆς διὰ τὴν ἐπαρχίαν Βόλου. Ἡ Κυ-
256βέρνησις μετὰ προθυμίας κατήρτισε τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἐκ
257τῶν κ.κ. Μπαΐρα καὶ Ἀργυροπούλου, νομομηχανικῶν, καὶ Κανᾶ
258μηχανικοῦ, τῇ συμπράξει καὶ τοῦ διευθυντοῦ τῶν Θεσσαλικῶν
259σιδηροδρόμων κ. Κηρύκου. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἦλθεν ἐπὶ τό-
260που, καὶ ἐμελέτησε τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας, πιστεύω δὲ
261νὰ κατήρτισεν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω νὰ ὑπέβαλεν ἤδη
262εἰς τὸ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Θὰ παρα-
263καλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως
264καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἵνα λάβωμεν αὐτῆς γνῶσιν
265καὶ ἴδωμεν τί δέον γενέσθαι καὶ τί δύναται νὰ γείνῃ.
266§12Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐκτὸς τῆς ἐκθέσεως, περὶ τῆς ὁποίας
267ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ
268καὶ τὸ σχεδιάγραμμα.
269§13ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Χθὲς παρεπονέθη ἀξιότιμος φίλος Βουλευ-
270τὴς, ὅτι φάκελλόν τινα, προσαχθέντα ἐνταῦθα ὑπὸ τοῦ ἀξιο-
271τίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ οὗτινος εἶχεν ἀνάγ-
272κην, ἵνα λάβῃ τὸν λόγον καὶ ὁμιλήσῃ, ἠρνήθη τὸ Γραφεῖον
273νὰ τῷ παραδώσῃ. Σήμερον ἐπαναλαμβάνεται τὸ αὐτὸ ἄτο-
274πον. Ἐζητήσαμεν ἡμεῖς παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερ-
275νήσεως, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ καταθέσῃ φά-
276κελλόν τινα σχετικὸν πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς πιστώσεως
277τῶν 24,000 δραχ. οὗτινος θέλομεν νὰ κάμωμεν χρῆσιν κατὰ
278τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ ἀρνοῦνται νὰ μᾶς τὸν δώσουν.
279§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀρνοῦνται, ἀλλὰ παρακαλεῖ τὸ Προε-
280δρεῖον νὰ μελετηθῶσι τὰ ἔγγραφα ἐντὸς τοῦ Γραφείου.
281§15ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν δυνάμεθα ἐντὸς τοῦ Γραφείου. Ζητοῦ-
282μεν, ὁ φάκελλος νὰ προσαχθῇ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης.
283Πῶς εἶναι δυνατὸν συζητήσωμεν;
284§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν θὰ γείνῃ συζήτησις, τότε δυνάμεθα
285νὰ φέρωμεν τὰ ἔγγραφα.
286§17ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου.
287§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐγένετο
288καταληπτὸν, τί ἐπιθυμεῖτε. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ προσδιο-
289ρίσητε εἰδικώτερον.
290§19ΡΑΛΛΗΣ. Ἀμέσως νὰ σᾶς τὸ προσδιορίσωμεν. Πρὸ ὀλί-
291γων ἡμερῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἐζήτησε νὰ κατα-
292τεθῇ ὁ φάκελλος ὁ σχετικὸς πρὸς τὴν πίστωσιν τῶν 24,000
293δραχμῶν· εὐηρεστήθη δὲ ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς καὶ
294Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσκομίσῃ αὐτὸν ἀμέσως
295τὴν ἐπιοῦσαν. Ἐζητήθησαν ἕτερά τινα ἔγγραφα, καὶ ταῦτα
296μετὰ τῆς μεγαλειτέρας προθυμίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
297νήσεως εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ. Ἡ πίστωσις εἶναι ἐγγε-
298γραμμένη ὑπ’ ἀριθ. 5 τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἀπὸ τῆς
299χθὲς ἐζητήθη ὁ φάκελλος παρ’ ἐμοῦ, καὶ μοὶ εἶπον ὅτι ἐχάθη.
300§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος σᾶς τῷ εἶπε, κύριε Ράλλη;
301§21ΡΑΛΛΗΣ. Ἐζητήθη ὁ φάκελλος παρ’ ἐμοῦ, καὶ μοὶ ἀπήν-
302τησαν, ὅτι ἐχάθη· εἰς τὸ τέλος δὲ τῆς συνεδριάσεως, ὅτι ὁ
303φάκελλος ἐζητήθη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ
304ὅτι τὸν ἔλαβεν εἷς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος θὰ τὸν ἐπιστρέψῃ.
305Σήμερον ἐζήτησα πάλιν τὸν φάκελλον μὲ ὅλα τὰ ἄλλα σχε-
306τικά· ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου μοὶ ἀπήντησε νὰ κοπιάσω
307νὰ τὸν μελετήσω μέσα. Νομίζω ὅτι ἡ γλῶσσα τοῦ Διευ-
308θυντοῦ τοῦ Γραφείου εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὀφείλομεν νὰ κα-
309ταγγείλωμεν αὐτὴν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον. Ὁ κύριος Πρόεδρος
310πρέπει νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι δὲν ἔχει καθῆκον νὰ ὑπερασπίζηται
311τοιοῦτον αὐθάδη ὑπάλληλον. Ὅταν προσκομίζωνται παρὰ
312τῶν Ὑπουργῶν πληροφορίαι καὶ κατατίθενται εἰς τὸ Προε-
313δρεῖον, οὐδεὶς Βουλευτὴς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προστρέχῃ
314εἰς τὸ γραφεῖον, ἵνα μελετήσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, μά-
315λιστα ὅταν διαρκῇ ἡ συνεδρίασις. Ὅταν δὲ ὁ Βουλευτὴς
316ζητήσῃ, ἵνα μελετήσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, τὰς ὁποίας
317κατ’ αἴτησίν του κατέθηκεν ὁ Ὑπουργὸς, παρὰ τοῦ ὁποίου
318τὰς ἐζήτησε, νομίζω ὅτι καθῆκον τοῦ Προέδρου εἶναι νὰ
319διατάξῃ τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, τὸν αὐθάδη, νὰ τὰς φέρῃ
320ἐνώπιον τοῦ Προεδρείου.
321§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου δὲν εἶναι αὐ-
322θάδης.
323§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι
324δὲν ἔχετε δικαίωμα ν’ ἀποδίδετε χαρακτηρισμοὺς ὑβριστικοὺς
325εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι διατελοῦσιν ὑπὸ τὰς διατα-
326γὰς καὶ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον
327ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἀναγνωρίζει ὅτι οἱ ὑπ’ αὐτὸν
328ὑπάλληλοι παραβαίνουσι τὸ καθῆκόν των. Δύνασθε νὰ ἀπευ-
329θύνητε εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς παραστάσεις διὰ
330ἐλλείψεις ἢ παραβάσεις τῶν ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ ὑπαλ-
331λήλων, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἀποδίδετε ὑβριστικοὺς χαρα-
332κτηρισμούς. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ποιοῦμαι εἰς ὑμᾶς διὰ
333τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ αὐθάδους, τὸν ὁποῖον προσεθήκατε
334διά τινα ὑπάλληλον. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς ὀφείλουσι
335νὰ ἔχωσι συνείδησιν τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον τοῖς ἐπιβάλ-
336λεται διὰ τὴν διατήρησιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα τοῖς
337ἐμπιστεύονται οἱ διάφοροι κλάδοι τῆς δημοσίας διοικήσεως.
338Ὁ φάκελλος πρέπει βεβαίως νὰ δοθῇ εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς,
339ἵνα μελετήσωσιν αὐτόν· ἀλλ’ οἱ φάκελλοι δὲν πρέπει νὰ ἐξά-
340γωνται τῶν γραφείων τῆς Βουλῆς...
341§24ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδεὶς ἐζήτησε τοῦτο.
342§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ... οὐδὲ πρέπει νὰ λαμβάνωνται
343κατ’ οἶκον, ὡς ἄλλοτε, οὐδὲ πρέπει οἱ λαμβάνοντες τοὺς
344φακέλλους ἐνταῦθα, ἵνα τοὺς μελετήσωσι, νὰ τοὺς ἀφήνωσιν
345εἰς τὸ μέσον καὶ νὰ φεύγωσι· διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει
346ἐνδέχεται οἱ φάκελλοι νὰ μὴ διατηρηθῶσιν ὡς ἔχουσι. Καὶ
347ὑπάρχουσι παραδείγματα τοιαῦτα. Ἐὰν ὁ κ. Διευθυντὴς τοῦ
348Γραφείου τῆς Βουλῆς λοιπὸν ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ σᾶς
349δώσῃ τοὺς φακέλλους, ἀλλὰ νὰ μὴ ἐξαχθῶσιν οἱ φάκελλοι
350ἀπὸ τὸ Βουλευτήριον, ἐκτελεῖ τὸ καθῆκον. Ἵνα λάβητε ὅμως
351τοὺς φακέλλους, ὅπως τοὺς μελετήσητε ἐκεῖ, οὐδεμία ὑπάρχει
352ἀντίῤῥησις, καὶ ὁ κ. Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου θέλει σᾶς φέρῃ
353αὐτούς, ἵνα τοὺς μελετήσητε.
354§26ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑπέθετον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
355βερνήσεως καὶ οἱ ὑπ’ αὐτὸν ὑπάλληλοί εἰσιν ἀνώτεροι τῆς
356ἀνατροφῆς τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, καὶ
357διὰ τοῦτο ἐχαρακτήρισα ὡς αὐθάδη τὴν διαγωγὴν τοῦ Διευ-
358θυντοῦ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς. Καὶ δὲν εἶναι δυνατόν,
359παρὰ ὡς τοιαύτη νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ διαγωγὴ αὐτοῦ, ἀφοῦ
360ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ κατακρατήσῃ πληροφορίας, τὰς
361ὁποίας κατέθηκεν ὁ Ὑπουργὸς, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη-
362σαν. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀποκομίσῃ τις τὸν φάκελλον ἐκ τοῦ
363Βουλευτηρίου· ἐζητήθη παρὰ Βουλευτοῦ αὐτὴν τὴν στιγμὴν
364διὰ τοῦ κλητῆρος Κώστα, καὶ ἀπήντησεν: «ἂς κοπιάσῃ μέσα,
365νὰ τὸν μελετήσῃ.» Καὶ νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι αὐθάδης ἡ
366τοιαύτη συμπεριφορά; καὶ νομίζετε ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς
367τοῦτο τῆς κρίσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος
368νομίζει ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν νὰ προσα-
369χθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Προεδρείου αἱ κατατεθεῖσαι κατ’ αἴτησιν
370ἡμῶν πληροφορίαι;
371§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἦσθε μετριώτερος, ὅταν
372πρόκειται περὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.
373§28ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἦσθε προσεκτικώτερος·
374καὶ ἂν φρονῆτε ὅτι προσέβαλον κατ’ ἐλάχιστον τὸν Πρόεδρον,
375ἀνακαλέσατέ με εἰς τὴν τάξιν, ἢ θέσατε τὸ ζήτημα ἐνώ-
376πιον τῆς Βουλῆς. Μὴ νομίζετε δὲ, ὅτι ὁ Πρόεδρος δύναται
377νὰ κάμῃ ἄλλο τι ἢ νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις· καὶ ἐν ὅσῳ
378ὁ Βουλευτὴς φέρεται εὐλαβῶς, ὡς φέρομαι, μόνον τὰ δίκαια
379παράπονα αὐτοῦ ἐκφράζων, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ τῷ συστή-
380σητε μετριοπάθειαν. Ὁ φάκελλος εἶναι τώρα ἐδῶ, καὶ ἦλθε
381κατόπιν τῆς διαμαρτυρίας μου, ἡ διαμαρτυρία δὲ ὀφείλεται
382εἰς τὴν αὐθάδειαν τοῦ ὑπαλλήλου ὑμῶν.
383§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπαναλαμ-
384βάνω νὰ ποιήσωμαι τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἕκαστος τῶν κυ-
385ρίων Βουλευτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδίδῃ οἷον δήποτε
386ὑβριστικὸν χαρακτηρισμὸν κατὰ ἀπόντων, ἀλλ’ ἡ εὐπρέπεια
387ἐπιβάλλει, καὶ τὸ καθῆκον ἑκάστου εἶναι, νὰ μὴ ἀποδίδῃ χα-
388ρακτηρισμοὺς ὑβριστικοὺς εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν δύναν-
389ται νὰ ἔχωσι λόγον, ἵνα ἀπολογηθῶσιν ἢ νὰ ἀπαντήσωσιν,
390εἰς ἀνθρώπους, διὰ τοὺς ὁποίους εὐθύνεται ἕτερος, εὐθύνεται
391ὁ διευθύνων τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος περιεβλήθη
392διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τοὺς ὁποίους
393περιβάλλει διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του ὁ ἐπιτηρῶν καὶ εὐθυνό-
394μενος δι’ αὐτοὺς, καὶ περιβεβλημένος τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ
395Κοινοβουλίου. Ἐὰν Βουλευτής τις ἔχῃ παράπονα κατά τινος
396ὑπαλλήλου τῆς Βουλῆς, ἁρμόδιος εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Βου-
397λῆς, ἵνα πρὸς αὐτὸν ἀπευθυνθῶσι τὰ παράπονα, καὶ ἐὰν ὁ
398κ. Πρόεδρος, ἐξετάσας αὐτὰ, ἤθελε κρίνει αὐθάδη τὴν δια-
399γωγὴν τοῦ ὑπαλλήλου, αὐτὸς θέλει δώσει τὸν χαρακτηρισμὸν
400καὶ θέλει τιμωρήσει αὐτόν. Ἀλλὰ ἡμεῖς ν’ ἀποδίδωμεν ὑβρι-
401στικοὺς χαρακτηρισμοὺς κατὰ παντὸς, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι
402ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ἢ ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ
403ἀπαντήσῃ, διατελεῖ δὲ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Προέδρου τῆς
404Βουλῆς, νομίζω οὐ μόνον ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι εὐπρεπὲς, ἀλλὰ
405δὲν εἶναι οὐδὲ γενναῖον.
406§30ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ δώσω μερικὰς ἐξηγή-
407σεις εἰς τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἵνα ἴδῃ καὶ
408αὐτὸς καὶ ἡ Βουλὴ, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει ὅπως νομίζει
409ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἤμην παρὼν τὴν ἡμέραν,
410καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψήφου αὑτῆς ἀνεβίβασεν εἰς τὸ
411ὑψηλὸν τοῦ Προέδρου ἀξίωμα τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλα-
412βρύτων· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, μόλις ἐγένετο
413Πρόεδρος, ἐκάλεσε τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς
414καὶ τῷ εἶπε: «Τί ἀταξία εἶναι αὐτὴ τοῦ Γραφείου, νὰ χά-
415νωνται φάκελλοι ἐντὸς αὐτοῦ! Ἐγὼ ἐννοῶ νὰ φέρω μίαν
416τάξιν· διὰ τοῦτο σᾶς ἀπαγορεύω νὰ δίδετε φάκελλον, εἰσερ-
417χόμενον ἐν τῇ Βουλῇ, χωρὶς νὰ λάβητε ἀπόδειξιν παρὰ τοῦ
418παραλήπτου, ἡ ἀπόδειξις δὲ αὕτη θέλει ἀπαλλάσσει ὑμᾶς
419τῆς εὐθύνης, καὶ σώσει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Γραφείου.» Ὁ κ.
420Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς ἀνεδέχθη νὰ λαμβάνῃ
421πάντα φάκελλον ἐκ τῶν Ὑπουργείων, νὰ δίδῃ δὲ ὁ ἴδιος τὴν
422δέουσαν ἀπόδειξιν. Ἕνεκα τούτου ὁ κ. Καλοστύπης, ὁ ὁποῖος
423ἐπὶ τόσα ἔτη διευθύνει τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ οὐδὲν
424παράπονον ἠκούσθη κατ’ αὐτοῦ, ἠναγκάσθη πιθανῶς νὰ εἴπῃ
425εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, τὸν αἰτήσαντα τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἔγ-
426γραφα, νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα ἴδῃ τοὺς φακέλλους,
427διότι αὐτὸς μόνος φέρει τὴν εὐθύνην. Ἀφοῦ βεβαίως οἱ φά-
428κελλοι ζητοῦνται καὶ κατατίθενται εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βου-
429λῆς, δὲν δύνανται παρὰ νὰ ἦναι εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς Βου-
430λευτοῦ, ὅπως προσέλθῃ καὶ μελετήσῃ αὐτοὺς, οὐχὶ δὲ καὶ
431ἐκτὸς τῆς Βουλῆς· διότι δυστυχῶς πολλὰ ἔγγραφα κατὰ τὸ
432παρελθὸν ἀπωλέσθησαν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς.
433§31ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέ-
434λησε νὰ δώσῃ μαθήματα εὐπρεπείας. Τὰ μαθήματα τῆς
435εὐπρεπείας ἔπρεπε νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους,
436οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐδῶ ἀκριβῶς, ἵνα ὑπηρετῶσι τὴν Βουλήν.
437Εἶπεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναφερθῶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βου-
438λῆς, ἐὰν εἶχον παράπονα κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου. Καὶ πρὸς
439τίνα ἀνεφέρθημεν; Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ γεννηθῇ τὸ σκάνδαλον,
440τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη, ἵνα προσκομισθῇ ὁ φάκελλος. Ἦλθε δὲ
441καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ξηροχωρίου, ἵνα μᾶς πληροφορήσῃ, ὅτι
442εἶναι ὑπεύθυνος ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου διὰ τοὺς φακέλ-
443λους, οἱ ὁποῖοι προσκομίζονται ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν εἰς
444τὴν Βουλήν. Καὶ ποῖος τὸ ἀρνεῖται; Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι τοὺς
445φακέλλους τούτους οὐδὲ σεῖς θὰ καταδεχθῆτε νὰ ὑπάγητε,
446μάλιστα ὅταν ἦναι συνεδρίασις, νὰ τοὺς ἀνεγνώσητε εἰς τὸ
447Γραφεῖον, διότι σᾶς προσεκάλεσεν ὁ κύριος Καλοστύπης. Ὁ
448Βουλευτὴς εἶναι Βουλευτὴς ἐνταῦθα, καὶ ὅταν προσκομίζων-
449ται ἔγγραφα καὶ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησε, τὰ ἔγ-
450γραφα αὐτὰ καὶ αἱ πληροφορίαι πρέπει νὰ κατατίθενται εἰς
451τὸ Προεδρεῖον. Ἐὰν δέ τις δὲν ἔχῃ τὴν κοινὴν ἀξιοπρέπειαν
452νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα, νὰ
453ἀπαιτήσῃ τοῦτο, καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τῆς ἐντολῆς
454τὴν ὁποίαν ἔχει, τόσον τὸ χειρότερον δι’ αὐτόν.
455§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
456Τρίτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου περὶ
457τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ μεταλλείων νόμων.
458(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ
459νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
460Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς
461βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ
462ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ συμπληρώσεως
463τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ τῆς 5 Σεπτεμβρίου
4641895, καὶ 2) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ
465νόμου ᾼΙΖʹ τῆς 22 Ἰουνίου 1882 περὶ διανομῆς τῶν
466τηλεγραφημάτων.
467Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ
468συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤ-
469ῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου
4705 τοῦ περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀκινήτων
471ἕνεκα ἀρχαιολογικῶν ἀναγκῶν νόμου τοῦ 1895).
472§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χο-
473ρηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δραχμῶν 24,000 ἐπὶ
474τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομι-
475κῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1895.
476§34ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ποσὸν τῆς προκειμένης πιστώσεως εἶναι ἀλη-
477θῶς εὐτελές. Πρόκειται περὶ 24,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ θαυ-
478μάζει τις διὰ τὸ ἀσύνηθες τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον εἰσήχθη
479τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου αἰτεῖται ἡ πίστωσις. Χαρα-
480κτηρίζω ἀσυνήθη τὸν τρόπον, διότι προτάσσεται καὶ τῆς
481αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου ἓν ἔγγραφον τοῦ δικα-
482στικοῦ συμβούλου, διὰ τοῦ ὁποίου φαίνεται πρῶτον μὲν, ὅτι
483ὁ δικαστικὸς σύμβουλος ἔδωκεν ἐντολὴν πρὸς πληρωμὴν, καὶ
484κατόπιν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωκε, ζητεῖται ἡ πίστω-
485σις, δεύτερον δὲ, διότι διὰ τῆς προτάξεως τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ
486ἡ πίστωσις αὕτη καθίσταται προσωπική. Τὸ ἔγγραφον τοῦ
487δικαστικοῦ συμβούλου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
488«Ἡ δοθεῖσα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 κεφ. 29/1
489πίστωσις πρὸς ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ συμβι-
490βαστικῶν πράξεων ἐκ δραχ. 400,000 ἐξηντλήθη, διότι ἐπλη-
491ρώθησαν πολλαὶ δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις. Ἐπειδὴ ὅμως
492ἔχομεν ἀνάγκην ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν
49324,000 πρὸς πληρωμὴν ἀνεγνωρισμένης ἀπαιτήσεως, δι’ ἣν
494ἐξεδώσαμεν ἐντολὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 καὶ
495ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Πάνου Σινανιώτου, ὡς ἐκδοχέως τῶν δι-
496καιωμάτων τῆς Μαγδαληνῆς Α. Σινανιώτου, παρακαλοῦμεν
497νὰ μεριμνήσητε, ὅπως ζητηθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις
498ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 διὰ τὸ, ὡς εἴρηται, ποσὸν
499τῶν 24,000.»
500Λοιπὸν διὰ τῆς προτάξεως τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, τοῦ κα-
501θαρῶς ὑπηρεσιακοῦ, χαρακτηρίζεται ἡ πίστωσις ὡς καθαρῶς
502προσωπικὴ, διότι φαίνεται ὅτι προσδιορίζεται ἀπὸ τοῦδε τὸ
503ποσὸν, τὸ ὁποῖον αἰτεῖται διὰ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως, πρὸς
504τὸν σκοπὸν τῆς πληρωμῆς ὑπὲρ ὡρισμένου ἀτόμου. Ὄχι μό-
505νον δὲ ἀήθης εἶναι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον εἰσήχθη ἡ προ-
506κειμένη αἴτησις περὶ πιστώσεως, ἀλλὰ καὶ ἀνεξήγητος· διότι
507ἐκ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον εὐηρεστήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
508βερνήσεως νὰ καταθέσῃ, ἐξάγω τὰ ἑξῆς συμπεράσματα ὡς
509πρὸς τὴν πίστωσιν τῶν 400,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία ἐχορη-
510γήθη διὰ δικαστικὰς ἀποζημιώσεις καὶ διὰ συμβιβαστικὰς
511λύσεις διαφορῶν τοῦ Δημοσίου. Κατὰ τὸν κατάλογον τοῦτον
512κατεβλήθησαν ἢ ἀνεγνωρίσθησαν διὰ τὸ 1895 καὶ μέχρι τῆς
51312 Φεβρουαρίου 1896 ἀπαιτήσεις διὰ περατωθείσας δικα-
514στικὰς ὑποθέσεις τοῦ Δημοσίου, ἀποβάσας κατ’ αὐτοῦ, δραχ.
515250,740. Κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ κατάλογον, ἐλύθησαν συμβι-
516βαστικῶς ὑποθέσεις διὰ τὸ ποσὸν δραχ. 345,423. Ἔχομεν
517λοιπὸν σύνολον ἀπαιτήσεων συμβιβασθεισῶν καὶ ἀπαιτήσεων
518ὀφειλομένων ἐκ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου καὶ ἄρθρου τοῦ προϋ-
519πολογισμοῦ διὰ δικαστικὰς ἀποζημιώσεις δραχ. 596,000·
520Ἐν τούτοις ἡ πίστωσις, ἡ ὁποία ἐχορηγήθη, εἶναι μόνον
521δραχ. 400,000. Καὶ ἴσως ἠδύνατό τις νὰ μοὶ παρατη-
522ρήσῃ, ὅτι εἶναι τὸ σύνολον τῶν συμβιβασθεισῶν ὑποθέσεων καὶ
523τῶν πληρωθεισῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων ἀπὸ τοῦ Ἰου-
524νίου τοῦ 1895 μέχρι τῆς 12 Φεβρουαρίου 1896, καὶ νὰ θε-
525λήσῃ ἐντεῦθεν νὰ ἐξηγήσῃ, ὅτι πράγματι δὲν ὑπάρχουσι κα-
526θυστερήσεις ὡς πρὸς τὰς ἀποζημιώσεις ταύτας, καὶ ὅτι ἡ
527πίστωσις τῶν 24,000 δραχ. διὰ τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν, διὰ
528τὴν ὁποίαν ζητεῖται, θὰ ἐπαρκέσῃ δι’ ὅλας τὰς καθυστερου-
529μένας πληρωμὰς ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ κεφαλαίου καὶ ἄρθρου τοῦ
530προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ παρετήρησα, διεξελθὼν μίαν πρὸς
531μίαν ὅλας τὰς συμβιβασθείσας διαφορὰς καὶ ὅλας τὰς δικα-
532στικὰς ἀποζημιώσεις τὰς ἐπιδικασθείσας, ὅτι ὅλαι ἀνάγον-
533ται μέχρι σήμερον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ εἰς τὴν χρῆ-
534σιν τοῦ 1895. Ἑπομένως ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία ἤθελε
535μοὶ γείνῃ, ἐκ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπιγράφεται ὁ κατά-
536λογος, ὅτι πρόκειται περὶ διαφορῶν μέχρι τῆς 12 Φεβρουαρίου
5371896, δὲν ἐξηγεῖ τί ἔγεινεν ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν 400,000
538καὶ τῶν 596,000 δραχμῶν καὶ πῶς καταβληθήσεται αὕτη.
539Ἐπληρώθη ἡ διαφορὰ αὕτη; διατὶ δὲ, ἐὰν δὲν ἐπληρώθη
540αὐτὴ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν 400,000 καὶ τῶν 596,000,
541διατὶ ζητεῖται μόνον πίστωσις 24,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία,
542ὡς εἶπον, χαρακτηρίζεται σχεδὸν προσωπικὴ διὰ τῆς προ-
543τάξεως τοῦ ἐγγράφου τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου; Εἶναι ἀπο-
544ρίαι, αἱ ὁποῖαι γεννῶνται ἀναγκαίως, καὶ τὰς ὁποίας δὲν δύ-
545ναταί τις νὰ ἐξαγάγῃ ἢ διὰ τῆς ὑποθέσεως ὅτι ὑπάρχει εἷς
546ἰδιάζων λόγος, ἄγνωστος ἡμῖν, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὴν εἰσ-
547αγωγὴν τῆς πιστώσεως ταύτης καὶ τὸν τρόπον τῆς εἰσαγωγῆς.
548Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εὐαρεστηθεὶς νὰ κατα-
549θέσῃ τὰ ἔγγραφα, ὑπέδειξε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν εὐθύνε-
550ται αὐτὸς διὰ τὴν πίστωσιν ταύτην, ὅτι ἔρχεται νὰ ἐκτελέσῃ
551συμβιβασμὸν συνομολογηθέντα παρ’ ἑτέρου Ὑπουργοῦ. Καὶ
552ἀληθῶς τὸ συμβόλαιον, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὁποίου ζητεῖ-
553ται ἡ ἔκτακτος πίστωσις τῶν δραχμῶν 24,000, χρονολογεῖ-
554ται ἀπὸ 20 Ἰανουαρίου 1895, ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ
555κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον
556τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ δ’ ἐντολὴ πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ συμ-
557βολαίου τοῦ συμβιβαστικοῦ χρονολογεῖται ἀπὸ 18 Ἰανουα-
558ρίου 1895, ἐποχῆς ἐπίσης, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
559νήσεως δὲν ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἑπομένως
560πραγματικῶς ὁ συμβιβασμὸς αὐτὸς δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ
561ὅτι εὐθύνει τὴν ἐνέργειάν του. Ἀλλὰ μετὰ τὸν συμβιβασμὸν,
562ὁ ὁποῖος εὐθύνει τὸν προκάτοχον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
563βερνήσεως, παρενέπεσεν ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκο-
564νομικῶν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἴσως δὲν ἔσχε τὴν ἀφορμὴν νὰ ἐπι-
565στήσῃ τὴν προσοχήν του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
566καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἴσως οἱ ἁρμόδιοι δὲν ἐπέστησαν τὴν
567προσοχήν των· ἰδοὺ δὲ τί παρενέπεσεν.
568Ἡ ἀπαίτησις αὕτη τῆς οἰκογενείας Σινανιώτου χρονολο-
569γεῖται ἀπὸ εἰκοσάδος ἐτῶν, τελεικῶς δὲ ἀπεδείχθη, καὶ ἀπε-
570δείχθη τοῦτο διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἥτις εἶχεν ἐπέλθει
571προηγουμένως καὶ τὴν ὁποίαν παρεῖδον κατὰ τὸ δεύτερον
572στάδιον τῆς ὑποθέσεως οἱ ὑπερασπισταὶ τῶν συμφερόντων τοῦ
573Δημοσίου, ἀπεδείχθη ὅτι ἀπέναντι ὀφειλῆς δραχμῶν 10,000
574ὑπὲρ τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου, ὀφειλῆς προερχομένης ἐκ
575καταλείψεως γηπέδων ἐν Τριπόλει, ὤφειλεν οὗτος δραχμὰς
57685,000 πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ αἱ 10,000 αὐταὶ δραχμαὶ,
577ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἀπόφασις καταδικαστικὴ, συνεψη-
578φίσθησαν πρὸς μέρος τοῦ χρέους τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου
579πρὸς τὸ Δημόσιον· ἀφοῦ δὲ ἐπῆλθεν ὁ συμψηφισμὸς αὐτὸς
580ἐκ μέρους τῆς οἰκονομικῆς ἀρχῆς, ὁ Ἀθανάσιος Σινανιώτης
581ἀνέκοψε τὸν συμψηφισμὸν, καὶ ἐπὶ τῆς ἀνακοπῆς αὐτοῦ ἐξε-
582δόθη ἡ πρώτη ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἔδιδε πέρας εἰς τὸ πρῶτον
583στάδιον τῆς ὑποθέσεως, ἡ πρώτη ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας
584ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως ἐθεωρήθη ὁ συμψηφισμὸς ὡς καλῶς
585γενόμενος, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν εἶχεν ἀπαίτησιν πλέον ὁ
586Ἀθανάσιος Σινανιώτης δραχμῶν 10,000, διότι ἡ ἀπαίτη-
587σίς του αὕτη, ἡ ὁποία εἶχεν ἀναγνωρισθῆ δικαστικῶς, συνε-
588ψηφίσθη ἀπέναντι μέρους τοῦ χρέους του τῶν 85,000 δραχ.
589Μετὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην ὁ Ἀθανάσιος Σινανιώτης ἐξε-
590χώρησε τὴν δῆθεν ἀπαίτησίν του κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἡ ὁποία
591εἶχε συμψηφισθῆ ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως, διὰ τῆς ἀποφά-
592σεως τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευσα, εἰς τὴν σύζυγόν του, καὶ κα-
593τόπιν ἡ σύζυγός του, μετά τινα διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἀπέβη
594κατ’ αὐτῆς, ἕνεκα μὴ δόσεως ἑνὸς ὅρκου, εἰς τὸν υἱόν της,
595τὸν Πάνον Σινανιώτην, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ χο-
596ρηγηθῇ ἡ πίστωσις, ὅπως ἐχαρακτηρίσθη ὀνομαστικῶς διὰ
597τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ὁ δὲ Πάνος Σινανιώτης
598κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρώτη
599ἀπόφασις τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτοδικῶν, ἡ ὁριστικὴ καὶ τε-
600λεσίδικος, μίαν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεδικάζοντο αὐτῷ
60124,000 δραχμαὶ, πλέον δραχμῶν 19,000, ὀφειλομένων δῆθεν
602αὐτῷ ἐκ τόκων φαλαγγιτικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα εἶχε
603καταθέσει.
604Ἴσως θέλετε νὰ μάθητε, πόθεν προήρχοντο τὰ χρέη τοῦ
605Ἀθανασίου Σινανιώτου πρὸς τὸ Δημόσιον. Προήρχοντο πρῶ-
606τον ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως καὶ δεύτερον ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἑνὸς ὑδρο-
607μύλου· ἀλλ’ ὅλα ταῦτα εἶναι τῆς παρελθούσης ἐποχῆς.
608Ὁπωσδήποτε ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς κακῆς ὑπερασπίσεως
609συνωμολογήθη αὐτὸς ὁ συμβιβασμός· μετὰ τὴν συνομολόγησιν
610ὅμως αὐτοῦ τοῦ συμβιβασμοῦ βλέπω ἔν τινι ἐκθέσει τῆς 11
611Ἰουνίου 1895, — βλέπετε ὅτι ὁ συμβιβασμὸς συνωμολογήθη
612κατὰ τὴν 20 Ἰανουαρίου 1895, — λοιπὸν μετὰ πέντε μῆνας
613βλέπω ἔν τινι ἐκθέσει τοῦ τμηματάρχου τοῦ Εἰδικοῦ Λογι-
614στηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τὰ ἑξῆς (ἀναγι-
615νώσκει):
616«... Οὕτως εἶχε τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως, διότι ἐν τῇ
617»ἀπὸ 28 Νοεμβρίου 1894 γνωμοδοτήσει του περὶ συμβι-
618»βασμοῦ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον οὐδὲν ἀναφέρει, ἐκτὸς τῆς
619»ἀπὸ 22 Μαρτίου 1893 ἀγωγῆς τοῦ Πάνου Σινανιώτου καὶ
620»τῆς ὑπ’ ἀριθ. 267 τοῦ 1888 ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πά-
621»γου, εἰς ἣν στηριχθὲν ἔκαμε τὸν συμβιβασμὸν, ὃν ἐνέκρινεν
622»ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ συνετάχθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10249 τῆς
623»20 Ἰανουαρίου 1895 συμβόλαιον εἰς τὸν ἐνταῦθα συμβο-
624»λαιογράφον Γ. Ι. Παπούλαν, δι’ οὗ παρεδέχθη τὸ Δημό-
625»σιον νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν Πάνον Ἀθ. Σινανιώτην πρὸς ἐξό-
626»φλησιν τῆς ἀπαιτήσεώς του δρ. νέας 24,000, καὶ ἐξέδωκε
627»καὶ διεβίβασε τὸ Δικαστικὸν τμῆμα πρὸς τὸ Εἰδικὸν Λογι-
628»στήριον τὴν ὑπ’ ἀριθ. 39593 τῆς 13 Μαΐου 1895 ἐντο-
629»λὴν πληρωμῆς πρὸς ἔκδοσιν τοῦ χρηματικοῦ ἐντάλματος ἐπὶ
630»τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου ἄνευ συμψηφισμοῦ.»
631Λοιπὸν ὑπῆρξεν ἡ ἐντολὴ ἀπὸ τῆς 13 Μαΐου 1895 περὶ
632πληρωμῆς τοῦ διὰ τοῦ συνταχθέντος συμβολαίου συνομολο-
633γηθέντος συμβιβασμοῦ· ἀλλὰ τί συνέβη; πῶς δὲν ἐπληρώθη-
634σαν; ἡ ἔκθεσις τὸ ἐξηγεῖ (ἀναγινώσκει): «Τὸ Εἰδικὸν Λογι-
635»στήριον δὲν ἐξέδωκε συνεπείᾳ τῆς ἐντολῆς ταύτης τὸ χρημ.
636»ἔνταλμα ἐπὶ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου ἄνευ συμψηφισμοῦ ἐπ’
637»ὀνόματι τοῦ Πάνου Ἀθ. Σινανιώτου, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς
638»ἔγραψεν ἐπὶ τῆς ἐντολῆς: «Πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλ-
639»ματος νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι παρὰ τῶν ταμιῶν Μεγαλο-
640»πόλεως καὶ Μαντινείας περὶ τῶν χρεῶν τοῦ Ἀθαν. Σινανιώ-
641»του, καὶ εἶτα ἐξετασθῇ ἡ προκειμένη ὑπόθεσις, πρὸς βεβαίω-
642»σιν τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ.»
643Κατόπιν δὲ τῆς βεβαιώσεως περὶ τοῦ ὅτι δὲν ὑπήκουσε τὸ
644Εἰδικὸν Λογιστήριον εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
645Οἰκονομικῶν, καὶ δὲν ἐξέδωκε τὸ ἔνταλμα, προέρχεται ὁ ἁρ-
646μόδιος τμηματάρχης εἰς λογαριασμοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι μα-
647κρότατοι, διότι ἀφορῶσιν ὅλην τὴν ληψοδοσίαν ἀπὸ 30 ἐτῶν
648μεταξὺ τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου καὶ τοῦ Δημοσίου, εἰς
649λογαριασμοὺς, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι ὄχι μόνον δὲν
650εἶχε νὰ λάβῃ ὁ Ἀθανάσιος Σινανιώτης, ἀλλ’ ὤφειλε καὶ δραχ.
65185,000. Καὶ ἐρωτῶ, πῶς, ἀφοῦ τὰ πράγματα εἶχον ὅπως τὰ
652παριστᾷ ἡ ἔκθεσις αὕτη, ἡ ἐπίσημος, τοῦ τμηματάρχου τοῦ
653Εἰδικοῦ Λογιστηρίου, δηλαδὴ πῶς, ἀφοῦ ἐσταμάτησεν ἡ ἔκ-
654δοσις τοῦ ἐντάλματος, οὔτε ἐξετελέσθη ὑπὸ τοῦ προκατόχου
655Ὑπουργοῦ ἡ ἐντολὴ περὶ ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος ἐπὶ συμ-
656ψηφισμῷ, πῶς σήμερον εἰσάγεται τὸ νομοσχέδιον, καὶ εἰσά-
657γεται τοῦτο περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως, κατὰ τρόπον, ὡς εἶπον,
658ὀνομαστικόν;
659§35ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ συμβόλαιον πότε συνετάχθη;
660§36ΡΑΛΛΗΣ. Φέρει χρονολογίαν τῆς 20 Ἰανουαρίου 1895·
661ὁ συμβιβασμὸς λοιπὸν ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην ὄχι τοῦ κ. Δηλι-
662γιάννη Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἀφορᾷ τὴν εὐθύ-
663νην τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κυρίου Κετσέα.
664Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῆς εὐθύνης αὐτῶν, — ἡ εὐθύνη
665αὕτη ἴσως καλύπτεται ἐν μέρει ἐκ μιᾶς πλημμελοῦς καὶ
666ἐσφαλμένης γνωμοδοτήσεως τῶν νομικῶν συμβούλων, — ἀλλὰ
667πρόκειται περὶ τοῦ πῶς, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἐσταμάτησεν ἡ
668ἔκδοσις τοῦ ἐντάλματος τῆς πληρωμῆς, πῶς σήμερον εἰσάγε-
669ται ἡ αἴτησις περὶ πιστώσεως κατὰ τύπον καὶ τρόπον ὀνο-
670μαστικόν. Αὐτὸ εἶναι τὸ πλημμελὲς, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω, αὐτὸ
671εἶναι, περὶ τοῦ ὁποίου ζητῶ μίαν πληροφορίαν· ζητῶ νὰ μάθω,
672διατὶ προετάχθη πρῶτον εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν συνοδεύουσαν
673τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δραχμῶν
67424,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, διατὶ προε-
675τάχθη ἓν ἔγγραφον τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας, ἔγγραφον τοῦ
676δικαστικοῦ συμβούλου πρὸς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, διατὶ δὲ
677διὰ τῆς προτάξεως αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου χαρακτηρίζεται
678πλέον αὐτὴ ἡ πίστωσις ὡς καθαρῶς προσωπικὴ, καὶ διατὶ,
679ἐνῷ, ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τοὺς λογαριασμοὺς, τοὺς ὁποίους
680προσήνεγκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὴν
681διαχείρισιν τῆς πιστώσεως τῶν 400,000 δραχμῶν, ὑπολεί-
682πονται ὀφειλαὶ 196,000 δραχ. ὑπὲρ τὰς 24,000, διατὶ δὲν
683ζητεῖται πίστωσις δι’ ὅλον τὸ ποσὸν τῶν 196,000, πλέον
684τῶν δρ. 24,000, δηλαδὴ διὰ δρ. 220,000, ἀλλὰ ζητεῖται
685μόνον εἰδικὴ πίστωσις διὰ τὸ ποσὸν τῶν 24,000 δραχμῶν;
686Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀπορίαι, τὰς ὁποίας ἐγέννησεν ἐν τῷ πνεύ-
687ματί μου ἡ ἀνάγνωσις τοῦ πολυθρυλήτου αὐτοῦ φακέλλου,
688περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο τόσος λόγος πρὸ ὀλίγου καὶ ἐπὶ τοῦ
689ὁποίου ἦτο ἀδύνατον νὰ συζητήσω προχείρως. Καὶ τώρα βε-
690βαίως θὰ μεταμεληθῇ ὁ κ. Πρόεδρος, διότι ἔσπευσε νὰ κρίνῃ
691περὶ τοῦ ἐὰν εἶχον δίκαιον ἢ ἄδικον. Πῶς ἠθέλετε νὰ πληρο-
692φορηθῆτε καὶ σεῖς, νὰ πληροφορηθῶ καὶ ἐγὼ περὶ ὅλων αὐ-
693τῶν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν εἴχομεν τὸν φάκελλον ἐνώπιόν
694μας; Θὰ ἐπηγαίνομεν εἰς τὸ δωμάτιον ἐκεῖνο, διὰ νὰ εὕρω-
695μεν τὰ στοιχεῖα, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, ἵνα ἐξελέγξωμεν;
696Ἀλλ’ ἐξέθηκα ἤδη τὰς ἀπορίας, τὰς ὁποίας ἐγέννησεν ἐν
697τῷ πνεύματί μου ὁ τρόπος τῆς διατυπώσεως τῆς ἐκτάκτου
698πιστώσεως. Ἀφοῦ δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐηρε-
699στήθη νὰ καταθέσῃ κατάλογον τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου
700διετέθη ἡ πίστωσις τῶν 400,000 δραχμῶν, ἀναγκαίως ἔπρεπε
701νὰ μελετηθῇ ὁ κατάλογος οὗτος, καὶ ἐμελετήθη, θὰ παρα-
702καλέσω δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ
703νὰ προσκομίσῃ τοὺς σχετικοὺς φακέλλους καὶ τὰς σχετικὰς
704γνωμοδοτήσεις καὶ τὰ συμβόλαια τὰ συμβιβαστικὰ, τὰ ἀφο-
705ρῶντα εἰς τὰς ἑξῆς συμβιβαστικῶς λυθείσας διαφοράς, διότι
706μοὶ φαίνεται κἄπως περίεργον, ὅτι αἱ διαφοραὶ αὗται ἐλύθη-
707σαν τώρα συμβιβαστικῶς. Βλέπω π. χ. ὑπ’ ἀριθ. 11 τοῦ
708καταλόγου «Κληρονόμοι Τσολάκη, πληρωμὴ ἄρτου διὰ τὴν
709ἐπιστράτευσιν τοῦ 1885», καὶ θαυμάζω, ὅτι ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς
710ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος προσήνεγκε τὸν ἄρτον του ἀπὸ τοῦ 1885,
711δὲν κατώρθωσε νὰ πληρωθῇ, παρὰ μόνον κατὰ τὸ 1895,
712ἐπληρώθη δὲ ὄχι δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως, ὅτε θὰ ἐξη-
713γεῖτο αὐτὴ ἡ ἀργοπορία, ἀλλὰ μετὰ δέκα ὅλα ἔτη, ὁ ἀτυ-
714χὴς αὐτὸς ἄνθρωπος, δυνάμει γνωμοδοτήσεως τῆς 26 Μαΐου
7151896 τοῦ Συμβουλίου καὶ δυνάμει τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 151 συμβο-
716λαίου τοῦ συμβολαιογράφου Σκαμβούγερα. Αὐτὴ δὲ ἡ ἀπαί-
717τησις περιλαμβάνεται εἰς τὸ τμῆμα τοῦ καταλόγου, τὸ ὁποῖον
718ἀφορᾷ εἰς τὰς συμβιβαστικῶς λυθείσας διαφοράς, ὄχι εἰς τὰς
719δικαστικὰς ἀποζημιώσεις. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι
720ἐδικαιοῦτο ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς πολίτης εἰς τὸ νὰ πληρωθῇ τὸ
721ποσὸν, ὄχι ἐντελῶς, τῶν 16,595 δρ. δι’ ἄρτον, τὸν ὁποῖον
722ἐχορήγησε κατὰ τὸ 1885, πῶς ὅμως κατώρθωσε νὰ παρέλθῃ
723δεκαετία ὁλόκληρος, χωρὶς νὰ ἐπιτύχῃ μίαν μόνην πρᾶξιν
724δικαστικὴν, ἀναγνωριστικὴν ἢ τείνουσαν εἰς ἀναγνώρισιν τοῦ
725δικαιώματός του, εἶναι ἀπορία, ἡ ὁποία γεννᾶται, νομίζω,
726φυσικῶς εἰς τὸ πνεῦμα παντὸς, ὅστις ἤθελε λάβει γνῶσιν
727τοῦ καταλόγου αὐτοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ προσκομισθῇ
728ὁ φάκελλος αὐτός. Ἄλλος φάκελλος, ὁ ὁποῖος θὰ ἦναι
729ἀρκετὰ παράδοξος, εἶναι ὁ ὑπ’ ἀριθ. 24. Εὑρίσκω ὑπ’ ἀριθ.
73024, ὅτι ὀφείλονται εἰς τὸν Ἀνδρέαν Ἀνδρικόπουλον δραχ.
7318,000, συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου
732ἀπὸ 25 Αὐγούστου 1895, καὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2847 συμβο-
733λαίου τοῦ συμβολαιογράφου Δημητσάνης Εὐθυμίου Κουρῆ.
734Ὅλα αὐτὰ εἶναι φυσικώτατα· πρόκειται περὶ 8,000 δραχ-
735μῶν, ἀλλὰ τὸ ἀντίτιμον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδόθησαν αὗται, εἶναι
736ἀντίτιμον ἐργασίας ἐκκαθαρίσεως χιόνων, καὶ σκέπτομαι ἐὰν
737κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἶχον πέσει τόσαι χιόνες, ὥστε κατε-
738βλήθησαν δραχ. 8,000 διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοὐλάχιστον αὐ-
739τῶν, ὡς φαίνεται ἐδῶ. Δὲν ἠξεύρω τί συμβαίνει· ἀλλὰ ἡ ἀτε-
740λὴς αὕτη ἀναγραφὴ τοῦ λόγου, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνεγνωρίσθη
741αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν 8,000 δραχμῶν, ἀληθῶς κινεῖ τὴν περιέρ-
742γειαν παντὸς, καὶ φέρει εἰς τὸ νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι κἄτι τι
743ἄλλο, ἐκτὸς ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὁ κατάλογος αὐτὸς,
744κἄτι τι ἄλλο ὠφείλετο εἰς τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν ἄνθρωπον, καὶ
745τέλος πάντων ἀνεγνωρίσθη ἡ ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου πρὸς αὐ-
746τόν. Ἄλλη ἀπαίτησις, λυθεῖσα συμβιβαστικῶς, εἶναι ἡ ὑπ’
747ἀριθ. 31. Αὐτὴ ἀφορᾷ εἰς ποσὸν εὐτελὲς 1600 δραχμῶν. Τὸ
748συμβόλαιον εἶναι ὑπ’ ἀριθ. 36037 τοῦ 1895 τοῦ συμβολαιο-
749γράφου Πέρδικα. Δὲν μνημονεύεται γνωμοδότησις, ὑποθέτω
750ὅμως, ὅτι εἶναι παράλειψις· θὰ ὑπάρχῃ γνωμοδότησις τοῦ Νο-
751μικοῦ Συμβουλίου, καὶ πρόκειται περὶ ποσοῦ ἀναγνωρισθέντος
752ὑπὲρ τοῦ Παναγιώτου Παμπούκη, δι’ ἐκτέλεσιν πειραμάτων
753μεθόδου Παστέρ. Καὶ ἐρωτῶ, τίς παρήγγειλε τὴν ἐκτέλεσιν τῶν
754πειραμάτων καὶ πῶς δικαιολογεῖται ἡ πληρωμὴ αὐτῶν τῶν
755δραχμῶν; Ἄλλη ἀπαίτησις, ἡ ὁποία ἐκίνησεν ἐπίσης τὴν
756περιέργειάν μου δι’ ἄλλον λόγον, ὄχι διότι ἀμφισβητῶ τὸ
757νόμιμον αὐτῆς, εἶναι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 35. Βλέπω μίαν ἀποζη-
758μίωσιν 22,045 δραχμῶν. Συνωμολογήθη διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ.
75920024 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Σταμέλου, πάλιν
760μὴ μνημονευομένης γνωμοδοτήσεως, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι εἶναι
761παράλειψις, ὡς ἀποζημίωσις διὰ κατάληψιν οἰκοπέδου ὑπὸ
762τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, καὶ βλέπω ὅτι ὁ δικαιοῦχος εἶ-
763ναι ὁ συναδελφός μας κ. Κομνᾶς Τράκας διὰ ποσὸν 22,045
764δραχμῶν. Αὐτὴ ἡ πίστωσις ἐγέννησεν ἐν ἐμοὶ τὴν ἑξῆς ἀμφι-
765βολίαν, ὄχι διότι ἀμφισβητῶ τὸ νόμιμον αὐτῆς τῆς ὀφειλῆς,
766ἀλλὰ διότι βλέπω, ὅτι παραδόξως, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει καμ-
767μία δικαστικὴ πρᾶξις, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ προκύπτῃ ὅτι
768ὑπῆρξε δικαστικὴ ἀμφισβήτησις, ἡ πίστωσις αὕτη, ἡ ὁποία
769ἀφορᾷ μόνον εἰς δικαστικὰς ἀποζημιώσεις καὶ διαφορὰς συμ-
770βιβαστικῶς λυθείσας, χρησιμεύει εἰς πληρωμὴν ἀποζημιώσεως
771λόγῳ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως διὰ τὰς σιδηροδρομικὰς
772ἐργασίας. Κατωτέρω εὑρίσκω ὁμοίαν τινὰ ἀποζημίωσιν ὑπέρ
773τινος Ἰωάννου Δημοπούλου. Ἐὰν πράγματι δὲν ὑπῆρξε δια-
774φορὰ δικαστικὴ, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι
775ἀταξία, διότι δὲν ἐπιτρέπεται, ἀφοῦ ὑπῆρξε μία ὡρισμένη
776πίστωσις, χορηγηθεῖσα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δι’ ἀποζημιώ-
777σεις τῶν καταλαμβανομένων γηπέδων παρὰ τῶν σιδηροδρό-
778μων, λόγῳ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, νὰ χρησιμοποιοῦν
779ἄλλην πίστωσιν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, τὴν πίστωσιν τὴν
780ἀφορῶσαν εἰς τὰς δικαστικὰς ἀποζημιώσεις καὶ εἰς τὰς διενέ-
781ξεις τὰς δικαστικὰς, τὰς λυθείσας συμβιβαστικῶς, ἥτις οὕτω
782θέλει ὑστερήσει. Λοιπὸν καὶ ἐπ’ αὐτῶν παρακαλῶ νὰ δοθῶ-
783σιν αἱ ἀναγκαῖαι πληροφορίαι.
784Εἶναι μία ἄλλη πίστωσις, ἡ ὁποία ἀνεγράφη ὑπ’ ἀριθ.
78539 τοῦ καταλόγου, διεγράφη ἐκεῖθεν καὶ μετεφέρθη ὑπ’ ἀριθ.
78670, ἀφορᾷ δὲ ποσὸν 9,570 δραχ. διὰ καθυστερουμένους τό-
787κους. Εἰς τὴν πρώτην μὲν ἀναγραφὴν δικαιοῦχος φαίνεται ὁ
788Κωνσταντῖνος Παπαῤῥηγόπουλος, εἰς δὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 70
789ἀναγραφὴν δικαιοῦχος φαίνεται ἡ σύζυγος αὐτοῦ, ἡ κυρία
790Παπαῤῥηγοπούλου. Τώρα αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ πίστωσις δὲν
791δεικνύει τίποτε τὸ μὴ ὀρθόν. Ἀλλὰ γεννᾷ τὴν ἀμφιβολίαν
792καὶ τὴν περιέργειαν ἄλλη τις ἐγγραφὴ, εὑρισκομένη ἐν τῷ
793αὐτῷ καταλόγῳ, ἀλλ’ ἐν τῷ τμήματι τοῦ καταλόγου τοῦ
794ἀφορῶντος τὰς περατωθείσας δικαστικὰς ὑποθέσεις, καὶ ἐκεῖ
795εὑρίσκω μίαν ἐγγραφὴν ὑπὲρ τοῦ κ. Παπαῤῥηγοπούλου, οὐχὶ
796πλέον διὰ τὸ ποσὸν τῶν 9,570, ἀλλὰ διὰ ποσὸν δρ. 137,600,
797πίστωσις, ἡ ὁποία ἐκ πρώτης ὄψεως ἀποδεικνύεται δικαιολο-
798γημένη ἐντελῶς, διότι μνημονεύεται ὁ ἀριθμὸς τῆς ἀποφάσεως
799728 τοῦ 1894 τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν. Φαίνεται ὅτι ἐπεδι-
800κάσθη ἀποζημίωσις διὰ τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀπόφρα-
801ξιν τῆς ὑπώρυγος τῆς λίμνης Κλημεντοκαίσαρι. Ἀλλὰ πῶς
802δὲν ἡνώθησαν τὰ δύο αὐτὰ ποσά;
803§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι οἱ τό-
804κοι ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ συμβολαίου τοῦ συμβιβασμοῦ
805μέχρι τῆς πληρωμῆς.
806§38ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μαντεύσω τοῦτο.
807§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε δὲν εἶναι συμβιβασμός.
808§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συμβιβαστικὴ πρᾶξις δὲν ὑπάρ-
809χει, ὑπάρχει αἴτησις πρὸς πληρωμὴν τόκων, καὶ ἐντολὴ, τὴν
810ὁποίαν εἰσήγαγε τὸ δικαστικὸν τμῆμα.
811§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε εἶναι σφάλμα τοῦ πίνακος· ἐκτίθε-
812ται μεταξὺ συμβιβαστικῶν πράξεων, ἑπομένως εἶναι σφάλμα
813κατατάξεως.
814§42ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ εἶδον τὴν ἀναγραφὴν, χωρὶς νὰ δύναμαι
815νὰ μαντεύσω περὶ τίνος πρόκειται.
816§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἁπλούστερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ
817ζητήσητε τοὺς φακέλλους, νὰ τοὺς καταθέσωμεν, νὰ τοὺς με-
818λετήσητε, καὶ ἂν εὑρίσκετε ἀφορμὴν ἀπορίας, νὰ τὴν ἀναγγεί-
819λητε εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνῷ τώρα, ὡς ἐκθέτετε τὰ πράγματα,
820ἀφήνετε ἐντυπώσεις διαφορετικὰς εἰς τοὺς ἀκούοντας. Πρέπει
821νὰ ὁμιλῆτε περὶ ἑκάστης ὑποθέσεως, ὡς αὕτη εἶναι.
822§44ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶπόν τι τὸ προσβλητικὸν δι’
823οὐδένα, ἀλλ’ εὗρον τοιαύτας ἐγγραφὰς, αἱ ὁποῖαι γεννῶσιν ἀμ-
824φιβολίαν περὶ τοῦ ἂν καλῶς καὶ συμφώνως μὲ τὸν λογιστικὸν
825νόμον διετέθη μέρος τῆς πιστώσεως τῶν 400,000 δραχμῶν· καὶ
826δὴ πληροφορία ζητεῖται ὡς πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 54 ἐγγραφὴν
827διὰ ποσὸν 18,600 «ἀντίτιμον χάρτου τυπογραφικοῦ» (συμβό-
828λαιον ὑπ’ ἀριθ. 75575 τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Γλυκο-
829φρύδου, ἄνευ γνωμοδοτήσεως) καὶ ἀκριβῶς ἔπραξα τοῦτο, διὰ
830νὰ ἐξηγήσω τὰς αἰτήσεις, τὰς ὁποίας ἐγγράφως ζητῶ παρ’
831ὑμῶν, παρακαλῶν ὅπως καταθέσητε τὰ σχετικά. (Καταθέ-
832τει εἰς τὸ Προεδρεῖον ἔγγραφον σημείωσιν τῶν αἰτουμέ-
833νων πληροφοριῶν.)
834§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς ἐπε-
835ρωτήσεως ταύτης θέλω σπεύσει νὰ παραγγείλω, ἵνα κατα-
836τεθῶσιν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς πάντες οἱ φάκελλοι τῶν
837ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται. Δίδω ὅμως καὶ ἀπὸ τοῦδε
838ὅσας ἔχω προχείρους ἐξηγήσεις. Οἱ συμβιβασμοὶ ἐκτελοῦνται
839τῇ ὁμοφώνῳ γνωμοδοτήσει τῶν μελῶν τοῦ Νομικοῦ Συμβου-
840λίου ἐν πλήρει συνεδριάσει, ἡ δὲ γνωμοδότησις δύναται νὰ
841γίνηται κατὰ τὰ διάφορα στάδια τῆς διαδικασίας, γίνεται
842καὶ μετὰ τὴν διαδικασίαν τὴν ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου, καὶ
843μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πρωτοδικείου, καὶ μετὰ τὴν ἀπό-
844φασιν τοῦ Ἐφετείου, πολλάκις καὶ μετ’ αὐτὴν τὴν ἀπό-
845φασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Νομικοῦ
846Συμβουλίου, ὡς πρὸς τὴν ἐξακολούθησιν ἢ κατάπαυσιν τῆς
847δίκης. Συμβαίνει ὅμως τι, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν ἐπιζήμιον
848εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὅτι πολλάκις δίκαι χρονί-
849ζουσιν ἐπ’ ἄπειρον, εἶδον δ’ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἐξε-
850νίσθη, ὅτι ἡ ἀπόφασις Τσολάκη ἔχει ἀρχὴν τὸ 1885. «Πῶς
851ἐντὸς δεκαετίας δὲν ἐπείσθησαν ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμωσι συμ-
852βιβασμόν, καὶ ἐσυμβιβάσθησαν μετὰ δεκαετίαν;» Ἐγὼ ἔδωκα
853ἐντολὴν πρὸς ἐκτέλεσιν δικαστικῆς ἀποφάσεως, τῆς ὁποίας ἡ
854ἀρχὴ ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ 1868. Τελωνοφύλαξ παυθεὶς
855ἤγειρεν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἐπαύθη
856ἐναντίον τοῦ νόμου. Ἡ δίκη ἐχρόνισε, καὶ τὸ Δημόσιον
857κατεδικάσθη νὰ πληρώσῃ 25 περίπου χιλιάδας δραχμῶν εἰς
858τὸν τελωνοφύλακα. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἀνδρικοπούλου
859περὶ χιόνων, ἐνθυμοῦμαι ὅτι μοὶ εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις αὕτη
860κατὰ τὸ 1891, ὅτε ἐπέσκηψεν ὁ βαρὺς χειμών, καὶ ἡ Βουλὴ
861ἐχορήγησε πίστωσιν διὰ τὰ ἀπαιτούμενα ἔξοδα πρὸς ἄρσιν
862τῶν χιόνων, ὅπως ἀποκατασταθῇ ἡ συγκοινωνία ἔν τισι περι-
863φερείαις, ἥτις εἶχε διακοπῆ. Τότε ἐπετράπη νὰ παραληφθῶ-
864σιν ἐργάται καὶ νὰ ἀνοίξωσι τὰς ὁδοὺς εἰς τὰς ἐπαρχίας,
865καθ’ ἃς ἡ συγκοινωνία εἶχε διακοπῆ· αἱ ὁδοὶ ἠνεῴχθησαν, οἱ
866λογαριασμοὶ ὑπεβλήθησαν, ἀλλ’ ἐφάνησαν ὑπέρογκοι. Ὁμιλῶ
867περὶ διοικήσεως ὄχι ἐμοῦ, ἀλλὰ προκατόχων μου. Κατὰ τὸ
8681893 ὅμως οἱ ἐνδιαφερόμενοι προσέφυγον εἰς τὰ δικαστήρια,
869ταῦτα δὲ ἐδέχθησαν τὰς ἀξιώσεις τῶν εἰς αὐτὰ προσφυγόν-
870των, καὶ ἐπὶ τοῦ παραιτηθέντος κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ
8711893 Ὑπουργείου συνωμολογήθη συμβιβαστικὴ πρᾶξις, καὶ
872ἐπληρώθησαν τὰ ζητηθέντα χρήματα. Μόλις ἐγένετο τοῦτο
873γνωστὸν, ἐπαρουσιάσθη ὁ Ἀνδρικόπουλος, ὁ ὁποῖος ἐκίνησεν
874ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἐφ’ ἧς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον,
875ἰδὸν ὅτι ἡ ἔκβασις τῆς πρώτης δίκης ἀπέβη κατὰ τοῦ Δη-
876μοσίου, προέβη εἰς συμβιβασμὸν, καὶ συνεπείᾳ αὐτοῦ ἐγένετο
877ἡ πληρωμὴ τῶν 8,000. Ἡ ἀποζημίωσις διὰ καταλήψεις
878γηπέδων ὑπὸ σιδηροδρόμων καὶ ὁδῶν ἐπληρώθη ὡσαύτως
879μετὰ συμβιβασμὸν, ὁ ὁποῖος συνωμολογήθη μετὰ ἐκδίκασιν
880τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Διὰ τὰς δραχμὰς
881137 χιλιάδας, τὰς πληρωθείσας εἰς τὸν κ. Παπαῤῥηγόπουλον,
882ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, μετὰ τὴν ὁποίαν συν-
883ωμολογήθη πρᾶξις συμβιβαστικὴ, ἀναγκασθέντος τοῦ δικαι-
884ούχου νὰ παραιτήσῃ ἀξιώσεις τού τινας. Διὰ τὸ χρονικὸν
885διάστημα, τὸ παρελθὸν ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως τῆς συμ-
886βιβαστικῆς πράξεως μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς πληρωμῆς, ἐπλη-
887ρώθησαν τόκοι, καὶ αὐτὸ ἐγένετο διὰ συμβιβαστικῆς πρά-
888ξεως, γενομένης μετὰ δίκην. Ὡς πρὸς τὴν ἀπαίτησιν τῶν
88924,000 δραχμῶν, ὁ συμβιβασμὸς ἐπροτάθη ὑπὸ τοῦ Νομι-
890κοῦ Συμβουλίου καὶ συνωμολογήθη πολὺ πρὸ τοῦ σχημα-
891τισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προεδρεύω, συνεπείᾳ δὲ
892τοῦ συμβιβασμοῦ ἐξεδόθη ἐντολὴ ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουρ-
893γοῦ, δι’ ἧς παρηγγέλλετο τὸ Εἰδικὸν Λογιστήριον νὰ ἐκδώσῃ
894ἔνταλμα 24,000 δραχμῶν πρὸς ἐξόφλησιν τῆς ἀπαιτήσεως.
895Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἐντολῆς ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τοῦ
896Ὑπουργείου, καὶ τότε τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου ὁ τμημα-
897τάρχης μοὶ ἀνέφερεν, ὅτι ἔχει τοιαύτην ἐντολὴν πρὸς ἔκδοσιν
898ἐντάλματος, καὶ μὲ ἠρώτησεν, ἂν πρέπῃ νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλ-
899μα. Ἀπεκρίθην ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ ἐντάλματος εἶναι ἡ ἐκτέ-
900λεσις τῆς ἐντολῆς τοῦ Ὑπουργοῦ. Μοὶ εἶπε τότε, ὅτι ἔχει
901δισταγμοὺς, ἐγὼ δ’ ἐνετειλάμην ἀμέσως τὴν ἀναστολὴν τῆς
902πληρωμῆς. Ἐπειδὴ δὲ ὁ περὶ οὗ εἴρηται ὁ τμηματάρχης
903ἰσχυρίζετο ὅτι ὁ δικαιοῦχος ἔχει ὀφειλὰς πρὸς τὸ Δημόσιον,
904ἐνετειλάμην νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι περὶ τῶν ὀφειλομένων
905ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους ταμίας. Αἱ πληροφορίαι ἐστάλησαν καὶ
906εἰσήχθησαν εἰς τὸ Εἰδικὸν Λογιστήριον, ἐπειδὴ δ’ ἐγὼ δὲν
907ἤμην ἁρμόδιος νὰ ἐξελέγξω τοὺς λογαριασμοὺς, παρέπεμψα τὸν
908φάκελλον εἰς τὸ Δικαστικὸν τμῆμα διὰ τῆς ἑξῆς σημειώσεως
909(ἀναγινώσκει): «Διὰ τοῦ συνομολογηθέντος συμβιβασμοῦ
910»ἀνωμολογήθη ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου νὰ ἀποτίσῃ τῷ
911»κ. Πάνῳ Σινανιώτῃ δραχ. 24 χιλιάδας, ἀλλ’ ἵνα ἐκτελεσθῇ
912»ὁ συμβιβασμὸς, ἀπαιτεῖται ἡ ἐκκαθάρισις τῶν χρηματικῶν
913»σχέσεων τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς τὸν δικαιοῦχον κ. Π.
914»Σινανιώτην. Ἄν αἱ χρηματικαὶ αὗται σχέσεις ἦναι δυνατὸν
915»νὰ ἐκκαθαρισθῶσιν ἀπὸ τὸ Δικαστικὸν τμῆμα, παρακαλεῖ-
916»ται αὐτὸ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν· ἂν ἀπαιτῆται νὰ
917»γένηται ἡ ἐκκαθάρισις ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἄλλου τμήματος, ἂς
918»παραπεμφθῇ ὁ φάκελλος εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο, τὸ ἁρμόδιον,
919»ἵνα ποιήσηται τὴν ἐκκαθάρισιν. Ἐγὼ συνιστῶ τὴν ταχεῖαν
920»περάτωσιν τῆς ὑποθέσεως, διότι μοὶ ἀνεκοινώθησαν παρά-
921»πονα.»
922Τὸ Δικαστικὸν τμῆμα, ἐκτελοῦν τὴν ἐντολὴν ταύτην, διὰ
923τοῦ ἀρχείου παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν πρὸς τὸ Εἰδικὸν Λογι-
924στήριον διὰ τοῦ ἑξῆς ἐγγράφου. «Διαβιβάζομεν ὑμῖν τὸ ἀντί-
925»γραφον τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10249 συμβολαίου τοῦ συμβολαιο-
926»γράφου Ἀθηνῶν Γ. Ι. Παπούλα μεταξὺ Δημοσίου καὶ τοῦ
927»Πάνου Σινανιώτου μετὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 153 καὶ ἀπὸ 1ης
928»Δεκεμβρίου ἐκθέσεως τοῦ νομικοῦ συμβούλου κ. Α. Στούπη,
929»τῆς ἀπὸ 6 Ἀπριλίου 1888 δηλώσεως τοῦ Πάνου Σινα-
930»νιώτου κατὰ τοῦ Δημοσίου ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου,
931»δι’ ἧς δηλοῖ, ὅτι, ὡς μοναδικὸς κληρονόμος τοῦ πατρός του
932»Ἀθαν. Σινανιώτου, ἐπαναλαμβάνει ἑκουσίως τὴν ἐκ τοῦ θα-
933»νάτου τοῦ πατρός του διακοπεῖσαν δίκην, συνεπείᾳ τῆς ἀπὸ
934»26 Νοεμβρίου 1884 αἰτήσεώς του περὶ ἀναιρέσεως τῆς ὑπ’
935»ἀριθ. 327 τοῦ 1883 ἀποφάσεως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν,
936»καὶ καλεῖ αὐτὸ πρὸς περαιτέρω συζήτησιν, καὶ πάντα τὰ
937»σχετικὰ πρὸς περαιτέρω ἐνέργειαν. Ἐκ τῶν ἐγγράφων δὲ τού-
938»των ἐξάγεται, ὅτι συνεψηφίσθησαν πρὸς τὰ χρέη τοῦ Δημοσίου
939»μόνον αἱ ἐπίδικοι ἀπαιτήσεις, ἐν αἷς δὲν περιλαμβάνονται
940»τὰ χρέη τοῦ Ἀθ. Σινανιώτου ἐκ δραχμῶν 5434 καὶ 50/00,
941»καὶ δραχ. 2337 καὶ 35/00, αἵτινες ἦσαν καταβλητέαι εἰς
942»δόσεις, ἕνεκα τῆς κατὰ νόμον ἀνανεώσεως τῶν χρεῶν τού-
943»των, τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦται ὁ κληρονόμος αὐτοῦ Π. Σινα-
944»νιώτης, κατὰ τὴν εἰρημένην δήλωσίν του, νὰ πληρώσῃ, καὶ
945»τὰ ὁποῖα, ἂν ὀφείλωνται, δικαιοῦται τὸ Δημόσιον νὰ συμ-
946»ψηφίσῃ κατὰ πάσης ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας ἀπαιτήσεως τού-
947»του κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν
948»19,000 διὰ τόκους, ὡς ἀναφέρει ἡ τοῦ ὑμετέρου τμήματος
949»ἔκθεσις, δὲν ἐθεωρήθη ὡς χρέος τοῦ Ἀθ. Σινανιώτου, κατὰ
950»τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, διὰ τοὺς ἐν τῇ ἐκ-
951»θέσει τοῦ νομικοῦ συμβούλου κ. Α. Στούπη λόγους, καὶ
952»ὅτι, ὡς ἐγνωστοποιήθη τῷ κεντρικῷ ταμίᾳ, ἐπὶ τῆς δυνάμει
953»τοῦ εἰρημένου συμβολαίου ἀπαιτήσεως κατὰ τοῦ Δημοσίου
954»τοῦ Π. Σινανιώτου ἐπεβλήθη κατάσχεσις ἐπὶ ποσοῦ δραχ-
955»μῶν δεκαπεντακισχιλίων ὑπὸ τοῦ Λεων. Βρονταμίτου διὰ
956»χρέη ἐκείνου πρὸς αὐτὸν, ὡς ἐν τῷ κατασχετηρίῳ του δια-
957»τείνεται».
958«Ἐν Ἀθήναις τὴν 8 Δεκεμβρίου 1895.
959«Ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος καὶ ἀντ’ αὐτοῦ
960«Ὁ ἀρχαιότερος Νομικὸς Σύμβουλος
961«Χρ. Πετρόπουλος.»
962Οὕτω, κατὰ τὸ πόρισμα τῆς ἐξετάσεως τοῦ Νομικοῦ Συμ-
963βουλίου, πᾶσαι αἱ παραστάσεις τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου, αἱ
964γενόμεναι διὰ τῆς ἐκθέσεως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ περὶ οὗ
965εἴρηται τμηματάρχου, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ὁ Ὑπουργὸς ἀνέ-
966στειλε τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος, πᾶσαι αὗται αἱ παρα-
967στάσεις ἐκρίθησαν ἀβάσιμοι, διότι, κατὰ τὰς προτάσεις τοῦ
968Δημοσίου καὶ κατὰ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Πρωτοδικείου, τοῦ
969Ἐφετείου καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, πᾶσαι αἱ πρὸς τὸ Δημό-
970σιον ὀφειλαὶ τοῦ Σινανιώτου ἐξεπέσθησαν ἀπὸ ὅσα εἶχε νὰ
971λάβῃ, καὶ ἔμεινε τὸ Δημόσιον ὀφεῖλον εἰς τὸν Σινανιώτην
972τὸ ποσὸν, ὅπερ τῷ ἐπληρώθη. Ἡ συμβιβαστικὴ πρᾶξις, ἥτις
973ἐγένετο, ἀνεγνώρισεν ὅτι ἐκ τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸν Σινανιώ-
974την 43 χιλιάδων δραχμῶν ἔπρεπε νὰ ἐκπεσθῶσιν αἱ ὀφειλό-
975μεναι ὑπ’ αὐτοῦ 19 χιλιάδες, καὶ οὕτω, ἀφοῦ ἐξεπέσθησαν
976πᾶσαι αἱ ἀξιώσεις τοῦ Δημοσίου κατὰ Σινανιώτου, ἔμεινεν
977ὀφειλόμενον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν Σινανιώτην ποσὸν
978δραχ. 24,000.
979Ἀνακεφαλαιώνων λοιπὸν, ἀναφέρω ὅτι, ἀφοῦ ὁ δικαστι-
980κὸς σύμβουλος ἀπηύθυνε ταῦτα πρὸς ἀναίρεσιν τῶν παρα-
981στάσεων, τὰς ὁποίας ὁ τμηματάρχης τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου
982εἶχεν ἀπευθύνει, ἔστειλε τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Εἰδικὸν Λογιστή-
983ριον καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα, ἀλλ’ ἡ παρατή-
984ρησις αὕτη ἐσταμάτησε τὴν ὑπόθεσιν. Ἐπέστρεψε λοιπὸν τὰ
985ἔγγραφα εἰς τὸν δικαστικὸν σύμβουλον· ἀφοῦ δὲ κατὰ τὴν
986γνώμην αὐτοῦ δὲν ὑπῆρχε λόγος πρὸς ἀναστολὴν τῆς πλη-
987ρωμῆς, ἐγνωμοδότησεν ὁ δικαστικὸς σύμβουλος, ὅτι πρέπει
988νὰ ζητηθῇ ἡ πίστωσις. Τὸ ἔγγραφον τοῦ δικαστικοῦ συμβού-
989λου πρὸς αἰτιολογίαν καὶ ἡ βραχύλογος ἔκθεσις εἰσήχθησαν
990μετὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν.
991§46ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Καὶ ὁ συμβιβασμὸς ἐγένετο ἀπὸ τὴν προ-
992κάτοχον Κυβέρνησιν. Τί εἶναι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα προβάλλουσιν
993οἱ ἀντιλέγοντες! Δὲν ἐντρεπόμεθα!!
994§47ΡΑΛΛΗΣ. Φαίνεται ὅτι, ὅπως παρεστάθησαν τὰ πράγ-
995ματα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Βου-
996λὴν, ἐξ αὐτοῦ τοῦ συμβιβασμοῦ τὸ δυστυχὲς Δημόσιον ὠφε-
997λήθη 15,000 δραχμάς.
998§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγνώ-
999σατε, παρακαλῶ, τὴν ἔκθεσιν τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου,
1000ἀναγνώσατε καὶ τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ἀποστείλῃ
1001πρὸς αὐτόν.
1002§49ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ἠξεύρετε τίνες εἶναι αὐταὶ αἱ 19,000,
1003διὰ τῶν ὁποίων ἐπληρώθησαν χρέη τοῦ πατρὸς τοῦ Σινα-
1004νιώτου; Αὗται προέρχονται ἐκ τόκων φαλαγγιτικῶν γραμ-
1005ματίων, τὰ ὁποῖα εἶχε καταθέσει πρὸς πληρωμὴν γραμμα-
1006τίων μὴ γενομένων δεκτῶν, διότι ἐγένοντο μετὰ τὴν ἀνάλη-
1007ψιν τῆς ὑποχρεώσεως, ἀναληφθέντων τῶν γραμματίων αὐ-
1008τῶν παρὰ τούτου. Διὰ τοῦτο ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς ὑπάλληλος
1009τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου, ὁ ὁποῖος διετέλει ἐν τελείᾳ γνώσει
1010τῆς ὑποθέσεως, ἐνῷ εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον δὲν ἐκοπία-
1011σαν νὰ μελετήσωσιν, ὅπως αὐτός, τὴν ὑπόθεσιν, γράφει ἐν
1012τέλει τῆς ἐκθέσεώς του (ἀναγινώσκει): «Καθ’ ἃ προκύπτει
1013»ἐκ τῶν ἀνωτέρω, ἐκ πλάνης ἐδόθησαν εἰς τὸν Ἀθαν. Σινα-
1014»νιώτην τόκοι φαλαγγιτικῶν γραμματίων, μὴ ὀφειλόμενοι, ἐκ
1015»δρ. 19,000, ἐνῷ τὸ Δημόσιον ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ τοιούτους,
1016»ὡς ἐξετέθη ἀνωτέρω, καὶ κατὰ τοῦτο ἡ σύμβασις πρέπει
1017»νὰ διαῤῥηχθῇ. Ἐκτὸς δὲ τούτου, καὶ διότι τὸ Δημόσιον
1018»ἠγνόει τὴν τελεσιδικίαν, ἣν εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ διὰ τῆς ὑπ’
1019»ἀριθ. 635 τοῦ 1882 ἀποφάσεως τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτο-
1020»δικῶν, ἡ σύμβασις πάλιν, φρονοῦμεν, εἶναι διαῤῥηκτέα.»
1021Ἐδέχθη τὸ Δημόσιον νὰ λάβῃ 19,000 διὰ τόκους, καὶ
1022ἀνεγνωρίσθησαν τόκοι ὑπὲρ αὐτοῦ διὰ τοῦ συμβολαίου, καὶ
1023ἐπῆλθεν αὐτὸς ὁ λίαν οἰκονομικὸς καὶ λίαν ἐπωφελὴς διὰ
1024τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου συμβιβασμός, ὅτε ὁ ἄνθρωπος αὐ-
1025τὸς ἐχάρισε μάλιστα εἰς τὸ Δημόσιον 19,000! Τὴν ἔκθεσιν
1026τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν εὐηρε-
1027στήθη νὰ τὴν καταθέσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως...
1028§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὑρέθη κα-
1029τόπιν. Δὲν εἶναι ἔκθεσις, εἶναι συνεννόησις τοῦ ἑνὸς τμήματος
1030μὲ τὸ ἄλλο.
1031§51ΡΑΛΛΗΣ... Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι τὴν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του
1032ὁ ὑπάλληλος αὐτός, ὁ ὁποῖος παρηγγέλθη παρὰ τοῦ προκα-
1033τόχου, ὡς εἶπον, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκδώσῃ
1034τὸ ἔνταλμα, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ὑπήκουσε, δὲν ὑπήκουσεν ὅμως,
1035ὄχι διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ ἡ κυβερνητικὴ,
1036ὡς πεπλανημένως ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
1037σεως, ἀλλὰ διότι μετὰ παραστάσεις προφορικὰς, αἱ ὁποῖαι
1038ἐγένοντο πρὸς τὸν ἴδιον τὸν Ὑπουργὸν, τὸν δόντα τὴν ἐντο-
1039λὴν πρὸς ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος, ἐπὶ τῆς ἐντολῆς ἔγραψεν
1040οὗτος, ὅπως πρῶτον ἐρευνηθῇ ἡ ὑπόθεσις. Καὶ ὅτι αὐτὸς
1041εἶναι ὁ Ὑπουργὸς, δηλαδὴ ὁ προκάτοχος τοῦ κ. Προέδρου
1042τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἀναστείλας τὴν ἐντολὴν, προκύπτει ἐκ
1043τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς καὶ ἐκ τῆς χρονολογίας τῆς ἐκθέσεως, 11
1044Ἰουνίου 1895, δηλαδὴ μίαν ἢ δύο ἡμέρας πρὶν ἢ ὁ κ. Πρόε-
1045δρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουρ-
1046γείου.
1047§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποίαν ἡμε-
1048ρομηνίαν εἴπετε;
1049§53ΡΑΛΛΗΣ. 11 Ἰουνίου.
1050§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 31 Μαΐου ἡμεῖς ἀνελάβομεν.
1051§55ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἀμέσως. Ἐγὼ ὑπέθετον,
1052ὅτι εἴχετε ἀναλάβει τὴν 11 Ἰουνίου, καὶ δι’ αὐτὸ ἐμνημό-
1053νευσα. Ἄλλως ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι τόσον μακρὰ καὶ θὰ
1054ἀπήτησε τόσον χρόνον πρὸς τὴν σύνταξιν αὐτῶν τῶν ἐγγρά-
1055φων καὶ τῶν διαφορῶν μεταξὺ Σινανιώτου καὶ Δημοσίου,
1056ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ κατέτριψεν ἑνὸς μηνὸς τοὐλάχι-
1057στον χρόνον ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος τὴν συνέ-
1058ταξεν. Ἀλλὰ προκύπτει ὅτι ἡ ἀπαλλαγὴ ἐκ τῆς ὑποχρεώ-
1059σεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ Εἰδικὸν Λογιστήριον πρὸς ἔκδοσιν
1060τοῦ ἐντάλματος κατόπιν τῆς ἐντολῆς, ἡ ἀπαλλαγὴ αὕτη
1061προῆλθεν ἐκ μέρους τοῦ ἰδίου τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ δόντος
1062τὴν ἐντολὴν, διότι μνημονεύει, ὅτι ἐν τῇ αὐτῇ ἐντολῇ ἔγρα-
1063ψεν ὁ Ὑπουργὸς, κατόπιν τῶν παραστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγέ-
1064νοντο ἐγγράφως, «νὰ μὴ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα, εἰμὴ κατόπιν
1065ἐρεύνης τῆς ὑποθέσεως.»
1066§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἡ ἐν-
1067τολὴ εἰς τὸν φάκελλον;
1068§57ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυστυχῶς· λείπει.
1069§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι. Καὶ ἡ ἐντολὴ τῆς ἐξετάσεως
1070ἐδόθη παρὰ τοῦ κ. Κετσέα.
1071§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.
1072§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῆς ἐρεύνης.
1073§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν.
1074§62ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ ἔχει σημασίαν, διότι φαίνεται ὅτι πε-
1075πλανημένως σᾶς παρέστησαν.
1076§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· ἀλλ’ ὁ κ. τμηματάρχης
1077τοῦ Λογιστηρίου ἐνεφανίσθη ἐνώπιόν μου καὶ μοὶ εἶπεν:
1078«Ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐντολή· πρέπει νὰ προβῶ εἰς ἔκδοσιν ἐντάλ-
1079ματος;»—«Διατὶ μὲ ἐρωτᾶτε;»—«Διότι ἐγὼ ἔχω ἀντίῤ-
1080ῥησιν, καὶ ἔχω ἔκθεσιν».—«Νὰ μοὶ τὴν δώσητε». Μοὶ τὴν
1081ἔδωκε, καὶ τὸν διέταξα νὰ μὴ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα.
1082§64ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον παρα-
1083τηρήσει καὶ ἡ ὁποία φέρει χρονολογίαν 13 Μαΐου 1895,
1084ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν διηυθύνετε ὑμεῖς τὸ Ὑπουρ-
1085γεῖον, προκύπτει τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
1086νομικῶν κ. Κετσέας, ὁ ὁποῖος ἔδωκε τὴν ἐντολὴν πρὸς τὸν
1087συμβιβασμὸν, κατ’ ἐντολὴν τοῦ ὁποίου συνωμολογήθη τὸ
1088συμβόλαιον τὸ συμβιβαστικὸν, ὅστις ἔδωκε τὴν ἐντολὴν πρὸς
1089ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος, ἀνεκάλεσεν αὐτὴν τὴν ἐντολὴν διὰ
1090τῆς ἑξῆς παραγγελίας (ἀναγινώσκει):
1091«Πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος νὰ ζητηθῶσι πληρο-
1092»φορίαι παρὰ τῶν ταμιῶν Μεγαλοπόλεως καὶ Μαντινείας
1093»περὶ τῶν χρεῶν τοῦ Ἀθ. Σινανιώτου, καὶ εἶτα ἐξετασθῇ ἡ
1094»προκειμένη ὑπόθεσις πρὸς βεβαίωσιν τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ.»
1095§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχει ὑπο-
1096γραφήν;
1097§66ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχει ὑπογραφὴν «Κετσέας».
1098§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολὺ ἐνδεχόμενον.
1099§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχει χρονολογίαν 13 Μαΐου.
1100§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως
1101τούτου, ὁ τμηματάρχης ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιόν μου. Λοιπὸν ἡ
1102παρατήρησις δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν.
1103§70ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ὅτι ὁ τμηματάρχης ἔκα-
1104μεν αὐτὰς τὰς παραστάσεις.
1105§71ΒΑΛΕΤΑΣ. Τίς εἶναι ὁ τμηματάρχης;
1106§72ΡΑΛΛΗΣ. Ναθαναήλ. Ἦτο, δὲν εἶναι τώρα πλέον, ἐπαύθη.
1107§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προὐκάλεσα
1108ἐγὼ τὴν ἀπόλυσίν του ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας.
1109§74ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον.
1110§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι οὐδέποτε ὑπῆρξεν ὑπάλ-
1111ληλος Ναθαναήλ, οὔτε ἦτο ὑπάλληλος.
1112§76ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ τμηματάρχης ἀκριβῶς ἠσχολήθη περὶ τὸ
1113ζήτημα, περὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἠσχολήθη τὸ Νομικὸν Συμβού-
1114λιον, καὶ τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς, ὄχι ἂν ὁ Πάνος Σινανιώ-
1115της ὤφειλεν, ἀλλὰ κατὰ πόσον αἱ ὀφειλαὶ τοῦ πατρὸς τοῦ
1116Πάνου Σινανιώτου, δηλαδὴ τοῦ Ἀθ. Σινανιώτου, καὶ τῆς μη-
1117τρὸς αὐτοῦ, τῆς Μαγδαληνῆς Σινανιώτου, κατὰ πόσον, λέγω,
1118αἱ ὀφειλαὶ αὗται δὲν ἔπρεπε νὰ συμψηφισθῶσι πρὸς τὴν ὁπωσ-
1119δήποτε ἐπιδικασθεῖσαν ἀπαίτησιν πρὸς τὸν Πάνον Σινανιώτην,
1120ὡς ἐκδοχέα τῶν δικαιωμάτων τοῦ πατρός του καὶ τῆς μη-
1121τρός του, τῶν ὁποίων εἶναι κληρονόμος, ἢ τοὐλάχιστον τοῦ
1122πατρός του, διότι νομίζω, ὅτι ἡ μήτηρ του ζῇ ἀκόμη, αὐτὸ
1123δὲ τὸ ζήτημα δὲν φαίνεται ὅτι ἠρευνήθη παρὰ τῆς ὑπη-
1124ρεσίας μήτε κατ’ ἐντολὴν τοῦ προκατόχου ὑμῶν, μήτε μετὰ
1125τὴν ἀνάληψιν τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου παρὰ τοῦ
1126κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ δὲ εἶναι τὸ ζήτημα
1127ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ μίαν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ ἂν
1128ἔπρεπε νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ αἴτησις περὶ πιστώσεως, πιστώσεως
1129μάλιστα, ὡς εἶπον κατὰ τὴν πρώτην μου ἀγόρευσιν, διατυ-
1130πουμένης ὀνομαστικῶς ὑπὲρ τοῦ δικαιούχου. Ὅλα αὐτὰ τὰ
1131ζητήματα τὰ θίγει καὶ τὰ ἐρευνᾷ μετὰ πάσης λεπτομερείας
1132ἡ ἔκθεσις τοῦ τμηματάρχου τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου τοῦ
1133Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα
1134δὲν φαίνονται ὅτι ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῆς ὑπηρεσίας,
1135εἴτε ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, εἴτε καὶ κατ’ αὐτοῦ.
1136§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω
1137ἂν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς δίκης οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν
1138ὑπεράσπισιν τῶν τοῦ Δημοσίου συμφερόντων ὑπερήσπισαν
1139ταῦτα προσηκόντως. Δὲν γνωρίζω, διότι οὐχὶ ἀμφιβάλλω
1140περὶ τούτου, ἀλλὰ διότι δὲν ἔχω ἁρμοδιότητα, ἵνα κρίνω
1141τὰς πράξεις αὐτῶν. Δὲν γνωρίζω, ἂν κατὰ τὴν συνομολόγη-
1142σιν τοῦ συμβιβασμοῦ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ὑπερήσπισε
1143δεόντως τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διότι, διὰ νὰ ἔχω γνώ-
1144μην, πρέπει νὰ μελετήσω πᾶσαν τὴν ὑπόθεσιν καὶ πάσας
1145τὰς ἀξιώσεις τοῦ Σινανιώτου κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ τὰς
1146τοῦ Δημοσίου κατὰ τοῦ Σινανιώτου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἔρ-
1147γον μου. Ἑπομένως, λέγων ὅτι δὲν εἶμαι ἁρμόδιος, δὲν ἐν-
1148νοῶ νὰ ἐπικρίνω τὴν συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀλλὰ
1149ὁμολογῶ, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐξήτασα οὔτε ἔκρινα ἐμαυτὸν ὀφείλοντα
1150νὰ ἐξετάσῃ. Ὅ,τι ὅμως γνωρίζω, εἶναι ὅτι, κατὰ τὴν βε-
1151βαίωσιν τοῦ διευθύνοντος τὸ Δικαστικὸν τμῆμα δικαστικοῦ
1152συμβούλου, διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ κατηργήθησαν πᾶσαι αἱ
1153δίκαι τοῦ Δημοσίου κατὰ τοῦ Σινανιώτου, εἴτε προσωπικαὶ
1154κατὰ τοῦ δικαιούχου, τοῦ Πάνου Σινανιώτου, εἴτε ἐκ κλη-
1155ρονομίας τοῦ πατρός του, ἐξ ὑποχρεώσεων κληρονομικῶν πρὸς
1156τὸν πατέρα, εἴτε οἱαιδήποτε ἄλλαι, πᾶσαι αὗται κατηργή-
1157θησαν, καὶ ἑπομένως ἀνεγνωρίσθη ἡ ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου,
1158καὶ ἡ ἀξίωσις τοῦ Σινανιώτου κατὰ τοῦ Δημοσίου προσδιω-
1159ρίσθη εἰς 43,000 περίπου δραχμάς, πλὴν τῶν τόκων τῶν
1160πληρωτέων, μετὰ τῶν ὁποίων συνεκεφαλαιοῦτο εἰς ἀνώτερον
1161ποσόν. Κατηργήθησαν ὅλα ταῦτα, καὶ ἀπεφασίσθη πᾶσα
1162ἀξίωσις τοῦ Σινανιώτου νὰ καταργηθῇ, πᾶσα ἀξίωσις τοῦ
1163Δημοσίου νὰ καταργηθῇ καὶ νὰ πληρωθῇ εἰς τὸν Πάνον
1164Σινανιώτην ποσὸν 24 χιλιάδων δραχμῶν. Καλῶς ἔπραξε
1165τὸ Νομικὸν Συμβούλιον; Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ κρίνω. Ἐὰν
1166λάβω τοὺς ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι προτείνονται ἐπὶ τῇ βά-
1167σει τοῦ συμβολαίου, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι μοὶ γεννᾶται ὑπό-
1168νοια, ὅτι ἐνησκήθη πίεσις πρὸς τὸν κ. Σινανιώτην, διὰ νὰ
1169προβῇ εἰς τὰς παραχωρήσεις, εἰς ὅσας προέβη, ἀλλ’ ἐνδέχε-
1170ται καὶ τὸ ἐναντίον. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ κρίνω. Εὗ-
1171ρον πρᾶξιν συμβιβασμοῦ τετελεσμένην, εὗρον δὲ δισταγμοὺς
1172τοῦ τμηματάρχου τοῦ Λογιστηρίου, νομίζοντος ὅτι ἀπὸ τὸ
1173ποσὸν τῶν 24,000 πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσιν αἱ ἀξιώσεις τοῦ
1174Δημοσίου κατὰ τοῦ Σινανιώτου· τοὺς δισταγμοὺς τούτους
1175παρέπεμψα εἰς τὸ Δικαστικὸν τμῆμα, καὶ τὸ Δικαστικὸν
1176τμῆμα ἀπεφήνατο διὰ τοῦ ἐκτελοῦντος ἔργα δικαστικοῦ συμ-
1177βούλου, ὅτι αἱ ἀξιώσεις αὗται δὲν ὑφίστανται πλέον, κατηρ-
1178γήθησαν πᾶσαι. Ὅσα εἶπεν ὁ τμηματάρχης τοῦ Εἰδικοῦ Λο-
1179γιστηρίου ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν ἐνόησε τὴν ἀπόφασιν περὶ
1180τοῦ συμβιβασμοῦ, διότι, ἂν τὴν ἐνόει, ἤθελε πληροφορηθῆ ὅτι
1181τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει πλέον καμμίαν ἀξίωσιν οὔτε κατὰ τοῦ
1182Πάνου Σινανιώτου, οὔτε κατὰ τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου,
1183οὔτε κατὰ τῆς Μαγδαληνῆς Σινανιώτου, οὔτε κατ’ ἄλλου
1184τινός· ἔχει δὲ μόνον ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ. Ἀφοῦ ὁ δικα-
1185στικὸς σύμβουλος τοιαῦτα ἐβεβαίωσεν, ἐπρότεινα τὸ νομοσχέ-
1186διον περὶ τῆς πιστώσεως τῶν 24 χιλιάδων δραχμῶν.
1187§78ΡΑΛΛΗΣ. Πάντοτε ὑπολείπεται τὸ ζήτημα...
1188§79Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συμβόλαιον τί λέγει;
1189§80ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ συμβόλαιον δὲν μνημονεύει, παρὰ τὰς δίκας
1190τὰς ἀφορώσας προσωπικῶς εἰς τὸν Πάνον Σινανιώτην. Δὲν
1191πραγματεύεται περὶ τοῦ ζητήματος, ἐὰν ὁ Πάνος Σινανιώ-
1192της, ἐκδοχεὺς τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου
1193καὶ ἐντεῦθεν δανειστὴς τοῦ Δημοσίου διὰ τὸ ποσὸν τῶν
119424,000,—43,000 θέλετε; ἀδιάφορον,—ἐὰν, λέγω, ὁ Πάνος
1195Σινανιώτης, ὡς ἐκδοχεὺς τῶν δικαιωμάτων τοῦ πατρός του,
1196δὲν ἦναι ὀφειλέτης πρὸς τὸ Δημόσιον λόγῳ τοῦ ὅτι ἐκληρο-
1197νόμησε τὸν πατέρα του· καὶ μάλιστα ὁ ὑπάλληλος τοῦ Εἰδι-
1198κοῦ Λογιστηρίου ἐξετάζει τὸ ζήτημα αὐτὸ λεπτομερῶς. Ἀφοῦ
1199ἐγένετο ὅλος αὐτὸς ὁ γῦρος, δηλαδὴ ἡ δῆθεν ἀπαίτησις τοῦ
1200Ἀθανασίου Σινανιώτου μετεβιβάσθη εἰς τὴν Μαγδαληνὴν
1201τὴν σύζυγόν του, καὶ ἀπὸ τῆς συζύγου εἰς τὸν υἱόν του, ἀφοῦ
1202ἐγένετο ὅλος αὐτὸς ὁ γῦρος, ὅταν ἀπέθανεν ὁ Ἀθ. Σινανιώ-
1203της, ὁ Πάνος Σινανιώτης, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου γίνεται αὐτὸς ὁ
1204συμβιβασμὸς, ἐφρόντισε νὰ μὴ δεχθῇ τὴν κληρονομίαν τοῦ
1205πατρός του καὶ νὰ κάμῃ μίαν δήλωσιν. Ἀλλὰ ὁ ἀτυχὴς
1206αὐτὸς ὑπάλληλος ἐρωτᾷ, ὑπῆρξε πραγματικὴ αὐτὴ ἡ δήλω-
1207σις; ἢ ἀνεμίχθη εἰς τὴν κληρονομίαν τοῦ πατρός του; — καὶ
1208ὑποδεικνύει τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ
1209ἐξακριβώσῃ τὸ Δημόσιον τὰ τρωτὰ αὐτὰ μέρη, καὶ νὰ ἐξα-
1210κριβώσῃ τὸ Δημόσιον κατὰ πόσον καὶ μετὰ τὸ συμβόλαιον τὸ
1211συμβιβαστικὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιτάξῃ τὰ ἀνεγνωρισμένα
1212χρέη τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου κατὰ τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ
1213Πάνου Σινανιώτου, κατόπιν τοῦ συμβιβαστικοῦ συμβολαίου,
1214ὅπως τόσα ἄλλα. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Ὁ δικαστικὸς σύμ-
1215βουλος γνωμοδοτεῖ, ὅτι ἐγένετο εἷς συμβιβασμὸς μὲ τὸν Πά-
1216νον Σινανιώτην, ἀλλὰ ὁ συμβιβασμὸς αὐτὸς δὲν συνεπάγεται
1217ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμψηφισθῇ αὐτὴ ἡ ἀναγνωρισθεῖσα
1218ὅπως δήποτε ἀπαίτησις τοῦ Πάνου Σινανιώτου κατὰ τοῦ
1219Δημοσίου πρὸς ἀπαιτήσεις τοῦ Δημοσίου κατὰ τοῦ Ἀθανα-
1220σίου Σινανιώτου, τοῦ ὁποίου εἶναι κληρονόμος ὁ Πάνος Σι-
1221νανιώτης· καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν
1222ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἠσχολήθη ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουρ-
1223γείου νὰ ἐξακριβώσῃ, ἐὰν πράγματι ἀνεμίχθη εἰς τὴν κλη-
1224ρονομίαν τοῦ πατρός του ὁ Πάνος Σινανιώτης, καὶ ἐὰν δὲν
1225ὑπόκειται ἑπομένως καὶ ἡ ἀναγνωρισθεῖσα ἀπαίτησις τοῦ
1226Πάνου Σινανιώτου κατὰ τοῦ Δημοσίου εἰς συμψηφισμὸν τοῦ
1227χρέους τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου πρὸς τὸ Δημόσιον. Αὐτὸ
1228εἶναι τὸ ζήτημα.
1229§81ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πῶς παρεστάθη ἐν τῷ συμβολαίῳ;
1230§82Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἄπλετον φῶς εἰς
1231ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν ἀπὸ ὥρας,
1232θὰ ἐπιχύσῃ ἡ κατάθεσις τοῦ συμβολαίου μεταξὺ τοῦ Δημο-
1233σίου καὶ τοῦ Σινανιώτου.
1234§83ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ συμβόλαιον εἶναι ἐδῶ. Δὲν ἐπιχέει ἄπλε-
1235τον φῶς, ἀξιότιμε συνάδελφε, διότι διὰ τοῦ συμβολαίου αὐτοῦ
1236ἀναγνωρίζεται μία ἀπαίτησις κατὰ τοῦ Δημοσίου τοῦ Πά-
1237νου Σινανιώτου, ὡς ἐκδοχέως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἀθανα-
1238σίου Σινανιώτου, ἀλλὰ δὲν λύεται διὰ τοῦ συμβολαίου αὐτοῦ
1239τὸ ζήτημα κατὰ πόσον ὁ Πάνος Σινανιώτης δὲν ὑπόκειται
1240εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν τοῦ πατρός του, λόγῳ τοῦ ὅτι
1241δὲν ἀνεμίχθη εἰς τὴν κληρονομίαν τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώ-
1242του, ὁ δὲ Ἀθανάσιος Σινανιώτης εἶναι ὀφειλέτης δραχμῶν
124385,000 πρὸς τὸ Δημόσιον. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Τὸ ζή-
1244τημα αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ λύσῃ τὸ συμβόλαιον
1245τοῦτο. Μετὰ τὸ συμβόλαιον αὐτὸ ἐγεννήθησαν πᾶσαι αὗται
1246αἱ σχέσεις, καὶ ἐὰν εἶχον ὑπ’ ὄψιν των οἱ νομικοὶ σύμβουλοι
1247ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, βεβαίως δὲν θὰ ἐγνωμοδότουν ὑπὲρ
1248τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἀλλὰ δὲν τὰ εἶχον. Δὲν εἶχον κἂν ὑπ’
1249ὄψιν των, οὐχὶ μόνον οἱ νομικοὶ σύμβουλοι, ἀλλὰ οἱ ὑπερασπι-
1250σταὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, μίαν ἀπόφασιν τοῦ
1251Πρωτοδικείου Τριπόλεως ὁριστικὴν καὶ τελεσίδικον, διὰ τῆς
1252ὁποίας αὐτὸ τὸ ποσὸν τὸ ἀρχικὸν τῶν 10,000 δραχμῶν, τὸ
1253ὁποῖον ἔφθασεν εἰς τὰς 43,000, συνεψηφίσθη πρὸς τὰς ὀφει-
1254λὰς τοῦ Ἀθανασίου Σινανιώτου, καὶ παρέλειψαν ν’ ἀντιτά-
1255ξωσιν οἱ ὑπερασπισταὶ τοῦ Δημοσίου καὶ αὐτὴν τὴν τελεσι-
1256δικίαν, τὴν τελεσθεῖσαν μετὰ τὸν συμψηφισμόν, διότι, ὡς
1257εἶπον κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, ὁ Ἀθανάσιος Σινα-
1258νιώτης ἀνέκοψε τὸν συμβιβασμόν, καὶ ἐξεδόθη ἀπόφασις ὁρι-
1259στικὴ καὶ τελεσίδικος, τὸ δὲ Δημόσιον «πάει σὰν τὸ σκυλὶ
1260’ς τ’ ἀμπέλι!»
1261§84ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Καὶ τί εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ.
1262Δηλιγιάννη, ἀφοῦ ἄλλη Κυβέρνησις ἔκαμε τὸν συμβιβασμόν;
1263§85ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀπέδωκα εὐθύνην.
1264§86ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται μήτε περὶ εὐθύνης, μήτε
1265περὶ συζητήσεως τῆς πιστώσεως, ὡς τοιαύτης. Ἀταξία πα-
1266ρουσιάζεται ὡς πρὸς τὸν εἰδικὸν χαρακτῆρα αὐτῆς, καὶ τοῦτο
1267πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ συμ-
1268βόλαιον τὸ συμβιβαστικὸν οὐδὲν ἀναφέρει περὶ τῶν ὑποχρεώ-
1269σεων καὶ τῶν χρεῶν τοῦ πατρὸς τοῦ Πάνου Σινανιώτου πρὸς
1270τὸ Δημόσιον.
1271§87Π. ΓΚΙΚΑΣ. Εἰς τὰς 19,000 συνεψηφίσθησαν πρῶτον αἱ
1272ὑποχρεώσεις τοῦ πατρός του;
1273§88ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι. Τὸ συμβόλαιον ἔχει ὡς ἑξῆς·
1274(ἀναγινώσκει)... Λοιπὸν καταργεῖ τὰς δίκας τὰς μεταξὺ
1275Δημοσίου καὶ Πάνου Σινανιώτου, ὡς ἐκδοχέως τῶν δικαιω-
1276μάτων τοῦ πατρὸς καὶ τῆς μητρός του, διὰ τὰς ὑποχρεώ-
1277σεις ὅμως τοῦ πατρός του οὐδεμία γίνεται μνεία ἐν τῷ συμ-
1278βολαίῳ. Ἐκτὸς τῆς ἀοριστίας ταύτης τοῦ συμβολαίου, ἥτις
1279δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν κατάργησιν τῶν ὑποχρεώ-
1280σεων αὐτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, αἵτινες βαρύνουσι καὶ τοὺς
1281κληρονόμους αὐτῶν, ἔχομεν μελέτην ἁρμοδίου ὑπαλλήλου
1282τοῦ τμήματος τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου, ὅστις ἀναπτύσσει τὸ
1283ζήτημα καθ’ ὅλας τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ.
1284Ἀλλὰ παρατηρῶ καὶ ἕτερον. Ἐκτὸς τῆς ἐντολῆς, περὶ ἧς
1285γίνεται λόγος, βλέπω καὶ ἀντίγραφον ἑτέρας ἐντολῆς τῆς 13
1286Μαΐου, ἥτις φέρει ὁλόκληρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ,
1287οὐχὶ τὴν μονογραφήν του, καὶ ἥτις βεβαιοῦται ὡς πιστὸν
1288ἀντίγραφον τῆς πρώτης ἐντολῆς ὑπὸ τοῦ δικαστικοῦ συμ-
1289βούλου...
1290§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρί-
1291ζετε τὰ γινόμενα ἐπὶ τῶν τοιούτων. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω,
1292ὅτι διὰ νόμου ἐπετράπη, τὰ ἐντάλματα νὰ μὴ ὑπογράφωνται
1293παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ νὰ ἐκδίδωνται τῇ ὑπογραφῇ τοῦ
1294γενικοῦ γραμματέως, ἀντίγραφον δὲ τῆς ἐντολῆς κεκυρωμένον
1295νὰ προσαρτᾶται εἰς τὸ ἔνταλμα.
1296§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο ἐπιπροστίθεται χωρὶς νὰ φέρῃ τὴν
1297σημείωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς προηγουμένης ἐξελέγξεως· τοῦτο
1298ἀντὶ νὰ φέρῃ τὴν μονογραφήν, φέρει τὴν ὑπογραφήν.
1299§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ὑπογραφὴν ἐν ἀντιγράφῳ.
1300§92ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ δώσω σημασίαν εἰς τὸ γε-
1301γονὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ εἰδίκευσις τῆς πιστώσεως, μετὰ τὰ
1302ἀναπτυχθέντα, ἢ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ἐπιτρέπουσα τὴν
1303ψήφισιν αὐτῆς, ἄνευ προηγουμένης ἐξετάσεως, ἢ πρέπει νὰ
1304χαρακτηρισθῇ ὡς οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἐξασκοῦσα, καὶ νὰ ψη-
1305φισθῇ ἁπλῶς πίστωσις, τὴν ὁποίαν θὰ διαθέσῃ ἡ Κυβέρνησις
1306ὑπὸ τὴν ἰδίαν αὐτῆς εὐθύνην.
1307§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ εἰδίκευσις τῆς πιστώσεως
1308εἶναι αἰτιολογία πρὸς τὴν Βουλήν.
1309§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ὅμως πρόκειται νὰ δοθῇ πίστωσις
1310εἰδική, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὴν ψηφίσωμεν ἀμέσως, ἀλλ’
1311ἀφοῦ ἁρμοδίως ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα.
1312§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι καθαρά· οὐδε-
1313μίαν ἔχω νὰ κάμω ἐξέτασιν.
1314§96ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄν νομίζητε, ὅτι ὑπ’ εὐθύνην τῆς ἐκτε-
1315λεστικῆς ἐξουσίας ὀφείλετε νὰ κάμητε οἱανδήποτε πληρω-
1316μὴν πρὸς οἱονδήποτε δικαιοῦχον, ἄνευ εἰδικεύσεως τῆς πιστώ-
1317σεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τοῦτο εἶναι δικαίωμά σας. Ἀλλὰ
1318ἐὰν πρόκειται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ
1319πίστωσιν πρὸς πληρωμὴν ὀφειλομένων ἐκ τοῦ κεφαλαίου «δι-
1320καστικαὶ ἀποζημιώσεις», δὲν εἶναι μόνον αἱ 24,000, τὰς
1321ὁποίας ζητεῖτε. Ὡς εἴδομεν ἐν τῷ ὑποβληθέντι πίνακι, ὀφεί-
1322λονται δρ. 600,000, ἡ πίστωσις δὲ, ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ
1323προϋπολογισμῷ, ἀνέρχεται εἰς 400,000, μένουσιν ἑπομένως
1324πρὸς πληρωμὴν ἐκ τοιούτων ὑποχρεώσεων 200,000. Ζητή-
1325σατε ταύτας, καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τὰς δώσῃ, ἀφήνουσα τὴν
1326ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐλευθέραν νὰ κρίνῃ ὑπ’ εὐθύνην της, ἂν
1327πράγματι ὀφείλωνται εἰς τὸν Α ἢ τὸν Β τὰ ποσὰ, τὰ ἀνα-
1328φερόμενα ἐν τῷ πίνακι καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ δικαστικοῦ συμ-
1329βούλου. Ἀλλ’ εἰδικὴν πίστωσιν ἐπὶ ὡρισμένης πληρωμῆς δὲν
1330δύναται ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ ἄνευ προηγουμένης ἐξελέγξεως εἴτε
1331πρὸς πληρωμὴν ἀπαιτήσεων τοῦ Ἀθ. Σινανιώτου ἢ τῶν κλη-
1332ρονόμων του, εἴτε διὰ τὰς χιόνας τοῦ Ἀνδρικοπούλου, εἴτε
1333δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον.
1334Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ ἡ ὑπόθεσις παρὰ
1335τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἰς τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ δώ-
1336σωμεν πίστωσιν καὶ 24,000 καὶ 200,000 δραχμῶν. Τοῦτο
1337εἶναι τὸ τακτικόν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ
1338νὰ ζητήσῃ πίστωσιν 24,000 δραχμῶν εἰδικευμένων, ὤφειλε,
1339μετὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βου-
1340λήν, νὰ ζητήσῃ πίστωσιν 200,000, ὅπως πληρώσῃ τὰς ἀνα-
1341γραφομένας ὀφειλὰς ἐν τῷ πίνακι. Διότι διὰ τῆς εἰδικεύσεως
1342ὑποδεικνύει ὅτι θέλει ἴσως νὰ καταστήσῃ καὶ τὴν Βουλὴν συμ-
1343μέτοχον τῆς εὐθύνης της.
1344§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ
1345δὲν γίνεται συμμέτοχος τῆς εὐθύνης τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουρ-
1346γοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει, εὐθὺς ὡς ὁ κλάδος, εἰς ὃν ὑπάγε-
1347ται ἡ ὑπόθεσις ἀναφέρει τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς πιστώσεως, τῆς
1348ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, νὰ ζητήσῃ πίστω-
1349σιν, ἐὰν ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ὑπάρχουσιν ὀφειλαὶ τοῦ Δημοσίου
1350ἀνεγνωρισμέναι. Καὶ ἀναντιῤῥήτως ἡ καλὴ πίστις ἐπιβάλλει
1351τὸ καθῆκον τοῦτο εἰς ἕκαστον διευθύνοντα τὴν Διοίκησιν, νὰ
1352μὴ παρεμβάλλῃ προσκόμματα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπο-
1353χρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
1354κρίνῃ, ἂν πρέπῃ ἢ μὴ νὰ χορηγήσῃ τὴν πίστωσιν. Ὅταν δί-
1355δωται ὅμως εἰς αὐτὴν ἡ βεβαίωσις, ὅτι πρόκειται περὶ πλη-
1356ρωμῆς ἀνεγνωρισμένης ὑποχρεώσεως, μοὶ φαίνεται ὅτι καὶ εἰς
1357τὴν Βουλὴν ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἀρνηθῇ τὴν χο-
1358ρηγίαν τῆς πιστώσεως.
1359Ἡ ὑπόθεσις εἰσήχθη οὕτω, διότι ὁ διευθυντὴς τῶν δικα-
1360στικῶν ὑποθέσεων δὲν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι
1361ὑπάρχει καὶ ἄλλη πίστωσις. Ἐὰν μοὶ ἀνεκοίνωνε τοῦτο, ἄλ-
1362λως θὰ εἶχε τὸ πρᾶγμα. Ὁ διευθύνων τὸ Δικαστικὸν τμῆμα
1363μοὶ ἀνεκοίνωσε τὴν ἀνάγκην τῆς πιστώσεως, καὶ ταύτην
1364ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἐζήτησα πίστωσιν περὶ προσώ-
1365που, οὐδὲ ζητῶ νὰ καλύψω τὴν εὐθύνην τινός. Ἡ Βουλὴ
1366δὲν ἐνέχεται, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ τὸν Ὑπουρ-
1367γὸν, ἵνα δώσῃ εὐθύνην. Τοὺς φακέλλους, τοὺς ὁποίους ἐζήτη-
1368σαν οἱ προαγορεύσαντες, θέλομεν τοὺς εἰσαγάγει, ὡς εἰσήγα-
1369γον τὸν φάκελλον τοῦτον, διότι εἶχε ζητηθῆ. Ἐξήχθη τι, διὰ τὸ
1370ὁποῖον ὀφείλει τις πολιτικὰς ἢ ποινικὰς εὐθύνας; ἂς ζητήσῃ
1371αὐτὰς ἡ Βουλή. Ἀλλ’ εἶναι ἔκτροπον, εἶναι ἀδικαιολόγητον,
1372εἰς πᾶσαν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβάλληται ἡ ἀνα-
1373βολή. Ὑπάρχει ἀνάγκη περισσοτέρων φώτων; ἂς προσδιορι-
1374σθῶσι ποῖά εἰσι τὰ ἀναγκαιοῦντα φῶτα, καὶ ἂς ζητηθῶσιν,
1375ἀλλὰ διότι ὁ κ. συνάδελφος εὑρίσκει, ὅτι ἐνταῦθα ὑπάρχουσι
1376δύο ἐντολαί, ἢ διότι δὲν ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τὴν μονογρα-
1377φὴν ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, νομίζω ὅτι ἡ ἀνα-
1378βολή, ἣν προτείνει, ἕνα ἔχει σκοπὸν, νὰ μὴ πράττωμέν τι, νὰ
1379ματαιοπονῶμεν, οὐδὲ ἁρμόζει εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἡ τα-
1380κτική, τὴν ὁποίαν μετέρχεται.
1381§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Προέδρου
1382τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐπειδὴ αἱ δύο ἐντολαὶ ὑπάρχουσι, δὲν
1383παρουσιάζουσί τι τὸ ἔκρυθμον, τὸν πείθῃ ὅτι δὲν πρέπει τὰ
1384ἀναπτυχθέντα ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης νὰ ἐφελκύσωσι τὴν
1385προσοχὴν καὶ αὐτοῦ καὶ τῆς Βουλῆς, ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ προσ-
1386θέσω τι. Εὐκόλως δύναται πᾶς τις νὰ μορφώσῃ τὴν κρίσιν
1387του περὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου.
1388Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐντολῆς, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς
1389οὐσιαστικῆς σημασίας τῆς ὑποθέσεως. Πρόκειται περὶ τοῦ
1390συμβολαίου τοῦ συμβιβασμοῦ, περὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἁρμο-
1391δίου ὑπαλλήλου, ὅστις καθαρῶς ἀναπτύσσει τὸ ζήτημα,
1392ἰσχυριζόμενος ὅτι ὁ Πάνος Σινανιώτης ὤφειλεν εἰς τὸ Δημό-
1393σιον ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ λάβῃ. Πρό-
1394κειται περὶ μὴ ἐκτελέσεως τῆς ἐντολῆς. Ταῦτα πάντα πρέ-
1395πει νὰ ἐξετασθῶσι, καὶ πρέπει νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν
1396τῆς Βουλῆς. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ πιστώσεως ἁπλῆς, τὴν
1397ὁποίαν θὰ διεχειρίζετο ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὑπὸ ἰδίαν της
1398εὐθύνην, οὐδεμίαν παρατήρησιν ἤθελον φέρει, ὅπως οὐδένα λό-
1399γον ἔκαμα, ἵνα ἐπικρίνω ἄλλας ψηφισθείσας πιστώσεις, ἀξίας
1400πάσης ἐπικρίσεως, διότι ἐθεώρησα ἀργολογίαν νὰ συζητήσω
1401ἐπὶ λογαριασμῶν ἀνακριβῶν, ἀφοῦ δὲν ἐπρόκειτο νὰ φθάσωμεν
1402εἰς θετικόν τι ἀποτέλεσμα, διότι ὅλα ἤθελε τὰ καλύψει μία
1403ψῆφος. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἐκκαθαρισμένης πιστώ-
1404σεως, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ψηφίσῃ ἄνευ περιο-
1405ρισμοῦ τῶν δικαιωμάτων της. Τοῦτο εἶπον, καὶ ἐπὶ τούτου
1406ἐστήριξα οὐχὶ τὴν ἀναβολὴν, ἀλλὰ τὴν τακτοποίησιν τῆς
1407ψήφου, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἡ Βουλή. Ἂν θέλητε νὰ ψηφί-
1408σητε εἰδικευμένην πίστωσιν, ψηφίσατέ την, ἀλλὰ δὲν πράτ-
1409τετέ τι τακτικὸν, καὶ δὲν καθιεροῦτε προηγούμενον, δυνάμε-
1410νον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν τακτικωτέραν διαχείρισιν τῶν χρη-
1411μάτων τοῦ Δημοσίου.
1412§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι
1413διότι δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ κ. Βου-
1414λευτὴς, τὸ τῆς ἐξελέγξεως τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἐζή-
1415τησα, ἐνῷ ἐγνώριζεν, ὅτι δὲν ἦσαν ἄξιαι ψηφίσεως. Δὲν ἁρμό-
1416ζει εἰς ἡμᾶς νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τῷ ὀφείλομεν χάριτας,
1417ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι παρέλιπε τὸ καθῆκόν του.
1418Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ παρέλιπε, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ, ὅτι
1419ἦσαν αἱ πιστώσεις ἄξιαι πάσης ἐπικρίσεως, διότι καταγγέλ-
1420λει ἐν αὐταῖς ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα δὲν εὗρεν, ἀφοῦ δὲν εἶχε
1421τὸν καιρὸν νὰ ἐξελέγξῃ τὴν πίστωσιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν,
1422ὅτι ἐζητήσαμεν πίστωσιν περὶ χιόνων. Αἱ συμβάσεις περὶ χιό-
1423νων ἐξετελέσθησαν, ἐπληρώθησαν δὲ τότε ἐκ τῆς πιστώσεως,
1424ἥτις εἶχε ζητηθῆ. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἤδη ζητοῦμεν πίστωσιν συνε-
1425πείᾳ δικαστικῆς ἀποφάσεως, πρὸς ἐκτέλεσιν συμβολαίου συν-
1426ομολογηθέντος, τοῦ ὁποίου τὴν ἐκτέλεσιν ἐπιβάλλει ἡ τιμὴ
1427τῆς Διοικήσεως. Ἂν ὁ ὑπάλληλος ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ὑπέβα-
1428λεν ἀντιῤῥήσεις, ὁ δικαστικὸς σύμβουλος, ὁ ὁποῖος διευθύνει
1429τὴν διεξαγωγὴν τῶν δικῶν, εἶναι ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν
1430ἀντιῤῥήσεων, διότι γνωρίζει τὰς ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου προ-
1431τάσεις τοῦ Δημοσίου, καὶ τὰς ἀποφάσεις τοῦ δικαστηρίου, καὶ
1432τὰ ἔγγραφα τὰ σταλέντα παρὰ τῶν ταμιῶν Γόρτυνος καὶ
1433Μεγαλοπόλεως περὶ τῶν δοσοληψιῶν τοῦ Δημοσίου μετὰ τοῦ
1434δικαιούχου· ὅταν δὲ ὁ δικαστικὸς σύμβουλος ἀποφαίνηται, ὅτι
1435αἱ παραστάσεις τοῦ εἰρημένου ὑπαλλήλου εἶναι ἀβάσιμοι, διό-
1436τι ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώ-
1437σεως, περὶ ἧς πρόκειται, οὐδὲν ἄλλο μοὶ ὑπελείπετο νὰ πράξω
1438ἢ νὰ ἀποδεχθῶ τὰς παραστάσεις ταύτας, καὶ νὰ ζητήσω
1439πίστωσιν πρὸς ἐκπλήρωσιν αὐτῶν, διότι δὲν ἔχω οὐδὲ τὰ μέσα
1440οὐδὲ τὴν εἰδικότητα νὰ ἐξελέγξω, ἂν αἱ παραστάσεις τοῦ δι-
1441καστικοῦ συμβούλου ἦναι βάσιμοι ἢ οὔ. Ἐν ὅσῳ δὲ δὲν προ-
1442βάλληται ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ δικαστικοῦ συμβού-
1443λου εἶναι παράνομος, ἡ Διοίκησις χρεωστεῖ νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὴν,
1444καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἐξετέλεσα.
1445§100ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς, ἡ Βουλὴ ἑκά-
1446στοτε καλεῖται νὰ ψηφίζῃ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, διότι
1447αἱ κεχορηγημέναι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποδεικνύονται
1448ἀνεπαρκεῖς ἐν τῇ πράξει. Ἀλλ’ ὅταν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ
1449ζητῶσι παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν χορηγίαν τοιού-
1450των πιστώσεων, περιορίζονται εἰς τὸ νὰ καταδείξωσι τὴν
1451ἀνάγκην, ἥτις ὑπηγόρευσε τὰς αἰτήσεις των ταύτας, καὶ ἀνα-
1452φέρουσι τοὺς λόγους τῆς ἀνεπαρκείας τῆς πιστώσεως, τῆς ἀνα-
1453γραφείσης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Καὶ ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ
1454ἐψηφίσαμεν πολλὰς πιστώσεις ἐπὶ μόνῃ τῇ ἐκθέσει τῶν ἁρμο-
1455δίων Ὑπουργῶν, ὅτι αἱ ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ προϋπολογι-
1456σμῷ ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκεῖς.
1457Ἐξαίρεσιν ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ
1458τῆς προκειμένης πιστώσεως τῶν 24,000 δραχμῶν. Εἶπεν, ὅτι
1459δι’ αὐτῆς πρόκειται νὰ πληρωθῇ ἀπαίτησις κατὰ τοῦ Δη-
1460μοσίου πρὸς ἀπότισιν ὀφειλῆς ἐκ συμβολαίου συμβιβαστικοῦ.
1461Ἐκ τούτου ἦτο ἑπόμενον νὰ προκληθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Βου-
1462λῆς, καί τινες τῶν συναδέλφων ἀπῄτησαν νὰ προσαχθῇ ὁ
1463σχετικὸς φάκελλος. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
1464ἀπηυθύνετο εἰς τὴν Βουλὴν, λέγων, ὅτι «αἱ διὰ τοῦ προϋπο-
1465λογισμοῦ χορηγηθεῖσαι πιστώσεις λόγῳ δικαστικῶν ἀποζη-
1466μιώσεων ἐκ δραχμῶν 400,000 δὲν ἐπήρκεσαν, καὶ ἔχω ἀνάγ-
1467κην ἀναπληρωματικῆς ἐκ δραχμῶν ἔτι 24,000», δὲν ἠδύνατο
1468ἡ Βουλὴ νὰ εὑρεθῇ πρὸ τοῦ δισταγμοῦ, εἰς ὃν εὑρέθη· ἀλλὰ,
1469καθ’ ὃν τρόπον ζητεῖται ἡ προκειμένη πίστωσις, ἐγείρεται εἰς
1470ἕκαστον ἡ ὑπόνοια, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχει
1471πεποίθησιν εἰς τὴν συνομολογηθεῖσαν συμβιβαστικὴν πρᾶξιν,
1472καὶ προσέφυγεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ ἠθέλησε
1473νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὴν πρᾶξίν του συνυπεύθυνον τὴν Βου-
1474λὴν, ὥστε νὰ μὴ δύναται μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου νὰ αἰ-
1475τιᾶται τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς προελθόντος εἰς τὴν πληρωμὴν
1476ταύτην ἀνεξετάστως.
1477Πρὸ ὀλίγου ἐκ τοῦ βήματος ἐλέχθη, ἂν δὲν ἔπρεπε νὰ προ-
1478ταχθῇ συμψηφισμὸς τῶν ὀφειλομένων παρὰ τοῦ πατρὸς τοῦ
1479Πάνου Σινανιώτου, τοῦ ὁποίου οὗτος εἶναι κληρονόμος. Οὗτος
1480εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ παρατηρήσω εἰς
1481τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον οὐ-
1482δεμίαν ὑπέχει εὐθύνην.
1483Ἐκ τοῦ προσαχθέντος πίνακος τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ
1484τῶν Οἰκονομικῶν Δικαστικοῦ τμήματος ἐξάγεται ὅτι δὲν ὀφεί-
1485λονται ἐκ δικαστικῶν ἀποζημιώσεων μόνον 24,000 δραχμαὶ,
1486ἀλλὰ 600,000. Ἐπειδὴ ἡ πίστωσις ἀνέρχεται εἰς μόνον
1487400,000 δραχμὰς, ὑπολείπονται 200,000 περίπου, εἰς ἃς δὲν
1488περιέχονται αἱ περὶ ὧν πρόκειται 24,000. Ἄρα πολὺ ὀρθῶς
1489παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὅτι ἡ πί-
1490στωσις ἔπρεπε νὰ ἀνέρχηται εἰς 200,000.
1491Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι μετὰ τὰ ἀνακοινωθέντα εἰς τὴν Βου-
1492λὴν δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ ὑπο-
1493βληθέντος νομοσχεδίου, ἀλλὰ νὰ ἀναβάλῃ τὴν τρίτην ἀνά-
1494γνωσιν, μέχρις οὗ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς λάβῃ τὴν εὐκαιρίαν
1495νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν
1496ὑφίσταται ἔγκυρος κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαίτησις. Ἐν πάσῃ δὲ
1497περιπτώσει, εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφίσῃ προ-
1498σωπικὸν νομοσχέδιον, ἀλλὰ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀνα-
1499πληρωματικῆς πιστώσεως, μὴ ἀναγράφον τὸν δικαιοῦχον.
1500§101ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις θὰ προσθέσω. Νομίζω
1501ὅτι κακὸν προηγούμενον ἠθέλομεν καθιερώσει, καὶ ἠθέλομεν
1502προείπει, ὅτι μετέχει πως εὐθύνης τινὸς εἰς τὰ τοιαῦτα ἡ
1503Βουλὴ, ἂν ἠθέλομεν παραδεχθῆ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου
1504συναδέλφου, τοῦ πρὸ ὀλίγου ὁμιλήσαντος· ἠθέλομεν, λέγω,
1505καθιερώσει κακὸν προηγούμενον, διότι θὰ ὑπετίθετο, ὅτι ἡ
1506Βουλή, ἐπεμβαίνουσα εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τοιούτων, προκει-
1507μένου περὶ πιστώσεως, αὐξάνει ἢ ἐλαττώνει τὴν εὐθύνην τοῦ
1508Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ τοιαύτην ἰδέαν ἔχω περὶ τοῦ θέματος,
1509ὥστε, ἂν ἐπρόκειτο ἐπὶ τοῦ προκειμένου περὶ Ὑπουργοῦ τῶν
1510Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ὁποίου νὰ ἔχω ἐκ τῶν
1511προτέρων λόγους ὑπονοίας, θὰ ἔλεγον πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἡ
1512γενομένη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζήτησις, ἡ εἰδίκευσις, τὴν
1513ὁποίαν ἐπεχείρησε, προκειμένου περὶ τῆς πιστώσεως ταύτης,
1514αὐξάνει ἁπλῶς τὴν εὐθύνην του. Οὐδὲ ἰδέα δύναται νὰ ὑπάρξῃ
1515ποτὲ, ὅτι, προκειμένου περὶ πιστώσεως, ἡ Βουλὴ ἀναλαμ-
1516βάνει εἶδός τι εὐθύνης. Ἡ Βουλὴ βεβαίως, ὅταν ψηφίζῃ τὸν
1517προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἢ τὰς σχετικὰς πιστώσεις, ἔχει
1518βεβαίως μίαν εὐθύνην ἠθικὴν ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, ὅταν πρό-
1519κειται περὶ ὁρισμοῦ τῶν δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας οἱ πόροι
1520τοῦ Κράτους πρόκειται νὰ διατεθῶσι.
1521§102Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
1522§103ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκειται λ. χ. περὶ τῆς δεῖνος
1523ἀνάγκης τοῦ Κράτους, ἡ Βουλὴ βεβαίως θὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ
1524ἀνάγκη αὕτη ᾖναι ἀληθὴς ἀνάγκη, καὶ ἂν διὰ τὴν ἀνάγκην
1525ταύτην πρέπῃ νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ
1526δικαίωμα νὰ μεταχειρισθῇ τοὺς φόρους τοῦ λαοῦ. Προκει-
1527μένου ὅμως περὶ χρέους, προκειμένου περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχῃ ἡ
1528δεῖνα ἢ δεῖνα ἀπαίτησις, μήπως ἡ Βουλὴ εἶναι Λογιστήριον;
1529μήπως ἡ Βουλὴ εἶναι Νομικὸν Συμβούλιον; μήπως ἡ Βουλὴ
1530εἶναι Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν; Λοιπὸν ἡ Βουλή, ἐπεμ-
1531βαίνουσα εἰς τὴν ἐξέτασιν τοιούτων λεπτομερειῶν, βεβαίως
1532δικαίωμά της εἶναι νὰ εἴπῃ: «δὲν χορηγῶ τὴν πίστωσιν ταύ-
1533την, διότι, ἐξελέγχουσα κατ’ οὐσίαν τὴν πίστωσιν αὐτήν,
1534εὑρίσκω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ζητεῖ νὰ λάβῃ
1535χρήματα, ἵνα πληρώσῃ ὅ,τι δὲν ὀφείλει». Ἀλλ’ οὐδεμίαν
1536ἀνάγκην ἔχει νὰ εἴπῃ τοῦτο, καὶ ἤθελεν ἐξέρχεσθαι τῶν
1537ὁρίων τῶν ἑαυτῆς ὑποχρεώσεων, οὐχὶ τῶν ἑαυτῆς δικαιωμά-
1538των, ἤθελε πολλαπλασιάζει τὰς ἐργασίας αὑτῆς ἀνωφελῶς,
1539ἂν ἐπεμβαίνουσα εἰς τὴν οὐσίαν τοιαύτης φύσεως πιστώσεως,
1540δὲν ἤθελεν ἀρκεσθῆ εἰς τὴν ὑπόμνησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς
1541εὐθύνης τῆς ἀκεραίας, τὴν ὁποίαν φέρει, καὶ ὄχι μόνον τῆς
1542εὐθύνης τῆς ἀκεραίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπαυξήσεως τῆς εὐθύ-
1543νης, τὴν ὁποίαν φέρει ἐκ τοῦ ὅτι εἰδίκευσε τὴν πίστωσιν, τὴν
1544ὁποίαν ζητεῖ, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ἐγένετο ὁ λόγος καὶ
1545ἐπεστήθη ἡ προσοχὴ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης.
1546Ἐπὶ τοῦ προκειμένου συμπεραίνων λέγω μόνον τοῦτο, ὅ,τι
1547εἶπον καὶ εὐθὺς ἐν ἀρχῇ, ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο, μετὰ τὴν γενομένην
1548συζήτησιν, περὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τοῦ ὁποίου
1549τὴν διαχείρισιν νὰ εἶχον τὴν ἐλαχίστην δυσπιστίαν ἐκ τῶν προ-
1550τέρων, θὰ ἔλεγον πρὸς αὐτὸν, ὅτι «κατόπιν τῆς εἰσαγωγῆς,
1551τὴν ὁποίαν ἐποίησας πρὸς τὴν Βουλήν, τῆς πιστώσεως, καὶ
1552κατόπιν τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῆς πιστώ-
1553σεως ταύτης, τῆς ἀναφερούσης καὶ τὸ πρόσωπον ἀκόμη, οὐ-
1554δὲν ἄλλο ἐπῆλθεν ἢ ἐπαύξησις τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν φέ-
1555ρεις», καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ βεβαίως κρίνω ἐντελῶς περιττὸν
1556νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
1557§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε
1558τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἐρωτήσω: ἀνεγνώσατε τὴν ἔκθεσιν τοῦ
1559Ὑπουργοῦ;
1560§105ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην, διότι ὡμίλησα
1561περὶ θέματος γενικοῦ.
1562§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, διότι ἀποφαίνεσθε
1563ὅτι ἡ πίστωσις εἶναι εἰδική.
1564§107ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτως εἶπον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι.
1565§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡμιλήσατε περὶ πιστώσεως
1566εἰδικευθείσης· ἀλλ’ ἀνέγνωτε τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ
1567νομοσχεδίου; Πρέπει νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐγὼ τὴν αἰτιολογικὴν
1568ἔκθεσιν. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὁ τόσον φιλό-
1569πονος, καὶ αὐτὸς ἀπέφυγε νὰ ἀναγνώσῃ τὴν αἰτιολογικὴν
1570ἔκθεσιν (ἀναγινώσκει):
1571«Ἐξαντληθείσης τῆς ὑπὸ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ κεφαλαίου 29
1572»τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου
1573»τῆς χρήσεως 1895 πιστώσεως ἐκ δραχ. 400,000, δι’ ἐκτέ-
1574»λεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ συμβιβαστικῶν πράξεων,
1575»διότι, κατὰ τὸ συνημμένον ὑπ’ ἀριθ. 7198 καὶ ἀπὸ 25
1576»τρέχοντος μηνὸς ἔγγραφον τοῦ διευθύνοντος τὸ Δικαστικὸν
1577»τμῆμα νομικοῦ συμβούλου κ. Χρ. Πετροπούλου, ἐπληρώ-
1578»θησαν πολλαὶ δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις, λαμβάνω τὴν
1579»τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀπαιτούμενον σχέ-
1580»διον νόμου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ
1581»δρ. 24,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως
1582»1895 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.»
1583§109Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλα ὅσα ὁ κ. Πρόε-
1584δρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, συμπληρῶν τρόπον τινὰ
1585τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφον, εἶπεν ἀπὸ ἄλλης
1586ἀπόψεως, θὰ ἦσαν ἀκριβέστατα, ἂν ἀπεσοβεῖτο τὸ ἔγγραφον,
1587διὰ τοῦ ὁποίου συνοδεύεται ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις. Ἔλαβε τὸν
1588κόπον ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἀνέ-
1589γνωσεν εἰς ἡμᾶς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Ἐπιτρέψατε καὶ
1590εἰς ἐμὲ νὰ ἀναγνώσω τὸ συμπληρωτικὸν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον
1591προηγεῖται καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἡ αἰτιολογικὴ
1592ἔκθεσις (ἀναγινώσκει):
1593«Ἀριθμὸς πρωτοκόλλου 7198. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰ-
1594»κονομικῶν πρὸς τὸ Γεν. Λογιστήριον. Ἡ δοθεῖσα διὰ τοῦ
1595»προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, κεφαλ. 29|1, πίστωσις πρὸς
1596»ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ συμβιβαστικῶν πρά-
1597»ξεων ἐκ δραχμῶν 400,000 ἐξηντλήθη, διότι ἐπληρώθησαν
1598»πολλαὶ δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχομεν
1599»ἀνάγκην ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 24,000
1600»πρὸς πληρωμὴν ἀνεγνωρισμένης ἀπαιτήσεως, δι’ ἣν ἐξεδώ-
1601»σαμεν ἐντολὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895...»
1602Ἐδῶ εἶναι ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σκαν-
1603δαλίζον, καὶ δικαίως, νομίζω, καὶ θὰ ἐξηγήσω διατὶ σκαν-
1604δαλίζει (ἐξακολουθεῖ): «... καὶ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Πάνου
1605»Σινανιώτου, ὡς ἐκδοχέως τῶν δικαιωμάτων τῆς Μαγδαληνῆς
1606»Α. Σινανιώτου, παρακαλοῦμεν νὰ μεριμνήσητε, ὅπως ζη-
1607»τηθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ
1608»τοῦ 1895 διὰ τὸ, ὡς εἴρηται, ποσὸν τῶν 24,000.»
1609Τὸ ἔγγραφον τοῦτο προηγεῖται. Ἕπεται δὲ ἡ αἰτιολο-
1610γικὴ ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
1611γικοῦ Συμβουλίου.
1612Ἐὰν, κύριοι συνάδελφοι ὑποθέτητε ὅτι εἴμεθα ὑποχρεω-
1613μένοι ἐδῶ νὰ πιστοποιῶμεν ἀνεξελέγκτως τὰς προτάσεις
1614τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐ-
1615ρυτανίας συνάδελφον καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργι-
1616κοῦ Συμβουλίου· ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται, ὡς ὀρθότατα παρε-
1617τήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, νὰ ἀνα-
1618λάβωμεν ἡμεῖς αὐτοὶ τὴν εὐθύνην, διότι εἰδικεύεται ἡ
1619πίστωσις καὶ ἀντιλαμβανόμεθα ἀναμφισβητήτως, ὅτι ὑπὲρ
1620ὡρισμένου προσώπου πρόκειται νὰ τὴν ψηφίσωμεν, νομίζω
1621ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο. Ἐζητήθησαν
1622πληροφορίαι, κατετέθησαν αἱ πληροφορίαι· εἰς ἐμὲ—ὀφείλω
1623νὰ μὴ τὸ ἀποκρύψω—ἔκαμαν αἴσθησιν, καὶ ἔκαμαν αἴσθησιν
1624κυρίως διὰ τοῦτο, διότι, ὡς ἠκούσατε, δὲν εἶχεν ἀνάγκην τὸ
1625Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἢ δραχμῶν 196,000, ἵνα
1626πληρώσῃ τὰς ἀνάγκας τὰς παρουσιασθείσας....
1627§110ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐκτὸς τῶν 196,000, ἑτέρων 24,000.
1628§111Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν σημαίνει πάντοτε περισσοτέρας τῶν
162924,000, καὶ ζητεῖται τὸ ποσὸν μόνον τῶν 24,000... Ποία
1630πρόνοια λαμβάνεται; Ζητεῖται ἡ πίστωσις τῶν 24,000 διὰ
1631ὡρισμένην πληρωμὴν, ἡ ὁποία, ὅσον καὶ ἄν δὲν ἀναφέρηται
1632εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἀναφέρεται ὅμως—καὶ δὲν γνω-
1633ρίζω διατὶ συνοδεύει τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τὸ ἔγγραφον
1634ἐκεῖνο—ἀναφέρεται ὁ σκοπὸς αὐτὸς εἰς τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον
1635συμπληροῖ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Ἠρωτήθη ὁ κ. Πρόε-
1636δρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου: «διατὶ πρῶτον ὁρίζετε πί-
1637στωσιν πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν, ἀφοῦ ἔχετε καὶ ἄλλας ἀνάγ-
1638κας καὶ δὲν ὑπῆρχε τοιοῦτον προηγούμενον, οὐδὲ ὑπῆρχε τοι-
1639αύτη ἀνάγκη συγκεκριμένη;» Ἀπαντᾷ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ
1640Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῷ ἔδωκε μίαν
1641πληροφορίαν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀνάγκαι διὰ ποσὸν ἀνώτερον.
1642Ζητεῖ αὐτό; δὲν ζητεῖ, ἐνῷ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἀνάγκαι.
1643Ἀλλὰ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι ὁ
1644καταθέσας τὰς πληροφορίας, τὸν πίνακα δηλαδή· ἐὰν δὲ ἀπο-
1645δέχηται, ὅτι αἱ πληροφορίαι εἶναι ἀνακριβεῖς, δὲν ἔπρεπε νὰ
1646τὸν καταθέσῃ· καθ’ ἣν στιγμὴν τὸν κατέθηκεν, ἐβεβαίωσε
1647τὸ ἀκριβές αὐτοῦ. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ὑπη-
1648ρεσία τῷ ἔκαμε τὴν εἰσήγησιν αὐτὴν καὶ ὅτι μέχρι τῆς στιγ-
1649μῆς αὐτῆς ἀγνοεῖ, ἀφοῦ ἡμεῖς γινώσκομεν, καὶ τὸ γινώσκο-
1650μεν ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
1651γικοῦ Συμβουλίου ἔδωκεν ἡμῖν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
1652γικοῦ Συμβουλίου πρὸ μικροῦ, ἀπαντῶν εἰς ἄλλον συνάδελ-
1653φον καὶ δοὺς πληροφορίαν, νομίζω, οὐχὶ ἱκανῶς πειστικὴν,
1654εἶπεν ὅτι «ἔχετε δικαίωμα νὰ ζητήσητε πολιτικὴν εὐθύνην,
1655ζητήσατε μάλιστα καὶ ποινικὴν εὐθύνην»! Ἡ πρόκλησις αὕτη
1656νομίζω ὅτι δὲν ἔχει πολὺ πρακτικὸν σκοπὸν, διότι τὸ μόνον,
1657τὸ ὁποῖον μένει εἰς ἡμᾶς, ὡς ἔχουσι τὰ καθ’ ἡμᾶς, εἶναι ὁ
1658ἔλεγχος καὶ ἡ διαμαρτυρία.
1659Ἵνα ἐξηγήσω λοιπὸν τὴν ψῆφόν μου, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον
1660νὰ ἐκφράσω τὴν διαφωνίαν μου πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυ-
1661τανίας συνάδελφον, ὅτι δὲν θέλω νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην
1662διόλου, καὶ διὰ τοῦτο διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς πιστώσεως
1663ταύτης, συμφωνῶ δὲ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Παρνασσίδος Βου-
1664λευτὴν, ὅτι, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
1665ἠγνόει τὴν ἀνάγκην αὐτὴν τῆς πιστώσεως, ἤδη δὲ τὴν ἔμαθεν,
1666εἶναι δικαιότατον νὰ ἀποσύρῃ ἐκ τῆς συζητήσεως τὴν πίστω-
1667σιν ταύτην, ἵνα ζητήσῃ πίστωσιν ἀπροσώπως καὶ οὐχὶ συγ-
1668κεκριμμένως καὶ εἰδικῶς. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, δηλῶ ὅτι
1669ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς πιστώσεως.
1670§112ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Ὀφείλονται τὰ χρήματα ἢ ὄχι; Ἐὰν
1671ὀφείλωνται, πρέπει νὰ πληρωθῶσι.
1672§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς
1673τοῦ νομοσχεδίου...
1674§114ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
1675§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου
1676περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως 24,000 δραχμῶν
1677ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκο-
1678νομικῶν τῆς χρήσεως 1895, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδε-
1679χόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
1680(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
1681τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ἐπ. Ἐμπειρίκου καὶ
1682Δ. Μυλωνᾶ, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτό-
1683κολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1684Μιλτ. Δάλλας ΝΚωνστ. Νεγρεπόντης Ν
1685Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ΝἸωάν. Πετρίδης
1686Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Ν. Φαρμακόπουλος Ν
1687Ν. Σμόλενιτζ ΝΣωτ. Δανόπουλος
1688Δημ. Οἰκονομίδης ΝΧρ. Βότσαρης Ν
1689Δημ. Καΐρης Κωνστ. Κ. Καραπάνος Ο
1690Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ΟΣπυρ. Βαρζέλης
1691Νικόλαος Λεβίδης ΝΔημ. Τερτίπης
1692Κωνστ. Κολιάτσος ΝἸω. Παλάσκας Ν
1693Δημ. Σκυλίτσης Ἰω. Σταμούλης
1694Ἀθ. Μουτσόπουλος ΝΚίμων Βελλίνης Ν
1695Ν. Δ. Καλλιφρονᾶς Ξενοφ. Τσαμαγκίδης
1696Ἀλέξ. Σκουζὲς ΝἸωάννης Καζαμπάκας Ν
1697Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος Ι. Στεφάνου Ν
1698Δ. Γ. Ράλλης ΟΠαν. Λεβέντης Ν
1699Ἀλέξ. Ψύλλας ΝἈλέξ. Κοντόσταυλος
1700Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΝΝ. Χατζηνικολῆς Ν
1701Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Γεώργ. Κόρπας
1702 Ἀχιλ. Ἀγάθος Ν
1703Ἀθ. Ἴσκος ΝΚωνστ. Βασιλάκης
1704Κωνστ. Τοπάλης ΝἸω. Σέχος
1705Νικ. Σχινᾶς ΝΝικ. Βασιλάκης
1706Γεώργ. Φιλάρετος ΟἈθ. Παραμυθιώτης
1707Νικ. Σταματιάδης Γεώργ. Θεοτόκης
1708Ἰω. Γιαννακόπουλος ΝΓεώργ. Καποδίστριας
1709Ἐπ. Μαυρομμάτης ΟΔημ. Οἰκονόμου Ν
1710Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΝΔημ. Πετρίδης Ν
1711Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΠ. Ζούζουλας Ν
1712Περ. Ἀλεξάκης Κωνσταν. Σκαρπέτης Ν
1713Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΝἈριστ. Μεντζελόπουλος
1714Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝΝικολ. Βαλσαμάκης Ν
1715Π. Λαμπρινόπουλος ΝἸω. Τζανετάτος Φωκᾶς
1716Χαρ. Τζανετάκης ΝΔημ. Σβορῶνος
1717Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ἄθως Ρωμάνος
1718Πολύμ. Ζαρίμπας Διον. Καλούτσης Ν
1719Χρ. Μαστραπᾶς Σπ. Ε. Στάης Ο
1720Γεώργ. Ἀνδρίτσος Χ. Κ. Βοζίκης Ν
1721Κων. Παπαμιχαλόπουλος Νικ. Σταματόπουλος
1722Π. Ρίτσος ΝΘ. Πέῤῥος Ν
1723Ἀνδρ. Βασιλείου ΝΓεώργ. Μαυρομιχάλης Ν
1724Σπ. Τσιτσάρας ΝΔημοσθ. Μανουσάκης Ν
1725Δημ. Χατζόπουλος ΝΔημοσθ. Ματάλας
1726Δημ. Βουλπιώτης ΟἈριστ. Μελετόπουλος
1727Μιχ. Ἰατρίδης ΝΝικ. Γκουζούλης Ν
1728Ἀλέξ. Σ. Κ. Ρώμας ΝΔημ. Πιπινόπουλος Ν
1729Κ. Δ. Πολίτης ΟΧασὰν βέης Πετρεδὴν βέηΝ
1730Γ. Μελισσηνὸς Φιλώτας Ἰσχόμαχος Ν
1731Διον. Μυλωνᾶς ΝἸω. Γεωργαντᾶς Ν
1732Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ἰω. Λάππας Ν
1733 Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν
1734Γεώργιος Κρεστενίτης Ἄγγ. Καλκάνης Ν
1735Γεώργ. Παπακυριακόπουλος Β. Βασιλειάδης Ν
1736Δημοσθ. Δόγκας ΝἈθ. Εὐταξίας Ο
1737Ἰω. Σισίνης ΝἸω. Μπακόπουλος
1738Στέφ. Σκουλούδης Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος
1739Γεώργ. Πετούσης Φίλ. Βάρβογλης Ν
1740Ἀριστομ. Βαλέτας ΟΝ. Τριανταφυλλάκος
1741Νικ. Νομικός ΝἩλ. Ζέγγελης
1742Πέτρος Δελένδας Λάμπρος Σινανιώτης ἀρν.
1743Κωνστ. Πεταλᾶς ΝἸω. Βούτουνας Ν
1744Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Γ. Μαλέας Ο
1745Παναγ. Θ. Ζαΐμης ΝΓ. Νικολαΐδης Ν
1746Θεόδ. Ζαΐμης ΝΛεων. Δεληγεώργης Ο
1747Λ. Πετιμεζᾶς Μιλτ. Γουλιμῆς Ν
1748Γεώργ. Σιβιτανίδης ΝΠαν. Μερλόπουλος
1749Γιαννούσιος Τάκης ΝΠερ. Μποῦτος Ν
1750Ν. Δαγρὲς ΝἈλεξ. Δεληγιάννης Ο
1751Κωνστ. Φλέσσας Ἀντ. Καρατζᾶς
1752Ν. Σάλμας Πέτρ. Ταταράκης Ν
1753Γεώργ. Κουλούρης Ἀντ. Γουδῆς Ν
1754Ὄθων Μαῦρος ΝἈθ. Λαδόπουλος
1755Ἐλευθ. Μυκώνιος ΝΝ. Βαφειαδάκης
1756Μιλτ. Βαρδάτσης Γ. Παγανέλης Ν
1757Γεώργ. Σισμάνης ΝἈλοΐσιος Τόμαν Ν
1758Γεώργ. Πλατανιώτης Ν. Δρόσος Ν
1759Ἰω. Καναβὸς Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
1760Γ. Φαρμακόπουλος ΝΣωτ. Χατζηγάκης Ν
1761Μιχ. Π. Ἰατρὸς Νικ. Ταρμπάξης Ν
1762Α. Πετσάλης ΝΚ. Χατζηπέτρος
1763Παῦλος Ραζέλος ΟΘεόδ. Κριεμάδης Ν
1764Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχ. Εὐστ. Κοκκέβης Ν
1765Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΝΝ. Γεωργακόπουλος Ν
1766Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
1767Χαράλ. Κανελλόπουλος ΝΔημ. Καμαριώτης
1768Παν. Λαμπρούλιας ΝΔιον. Στάϊκος Ν
1769Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ο
1770Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς Σπ. Δεϊμέζης
1771Θεόδ. Βελλιανίτης ΝΘεόδ. Λιμπρίτης Ν
1772Ἀνδρ. Σιμόπουλος ΟἸω. Παπαδόπουλος Ν
1773Λ. Καραλίβανος Θεόδ. Γκίκας
1774Πανούρ. Πανουργιᾶς Παντελῆς Γκίκας Ν
1775Γ. Παπαδιαμαντόπουλος ΝΝικ. Τσαμαδὸς
1776Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος Χριστόδ. Στεριάδης Ν
1777Ἰω. Τσερτίδης ΝΝικολ. Κοντογιάννης Ν
1778Χρ. Τζῖνος ΝΚομνᾶς Τράκας
1779Δημ. Βότσης ΝΝ. Χατζῖσκος
1780Πίνδ. Ἀντωνόπουλος ΝΤριαντάφ. Σχινᾶς
1781Παναγ. Σάκκης ΝΔημ. Κρίτσας Ο
1782Δημ. Ε. Καλογερόπουλος ΝΜιχ. Καχαράς Ν
1783Νικ. Καράπαυλος Γ. Ἀβέρωφ Ν
1784Ἰω. Βρυώνης ΝΚ. Βαρατάσης Ν
1785Π. Ἅν. Καβαλλιεράτος Ἀλέξ. Μ. Κανάρης
1786Νικολ. Δημητριάδης ΝἸωάν. Α. Κανάρης Ν
1787Γ. Ν. Μπούμπουλης
1788§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 128. Ἐκ τούτων 109
1789εἶπον Ναί, 18 Ὄχι, καὶ 1 ἠρνήθη ψῆφον. Κατὰ συνέπειαν
1790ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν
1791διὰ ψήφων 109 κατὰ 18.
1792(Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνο-
1793λον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤ-
1794ῥήσεως).
1795§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω καλὸν νὰ μείνωμεν ἕως ἐδῶ.
1796Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1797Ὥρα 8 μ. μ.