Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΔ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 19

1896.02.17

3.482 στίχοι · 27.735 λέξεις · 1 πίνακας · 104 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1896.02.17
Προεδρεία
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗ
Περίοδος
ΙΔ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1896)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19

Τῆς 17 Φεβρουαρίου 1896.

(Σάββατον).

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμα).

Ὥρα 5 μ. μ.

Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καταθέτει δήλωσιν πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 151). Οἱ ἐν Πάτραις κηροπλάσται παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου τοῦ κηροῦ. Πληρεξούσιοι ἰδιοκτητῶν γηπέδων ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ ἐκφέρουσι γνώμην ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περὶ ἑρμηνείας τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου.

§2ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.

§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐξέφρασε χθὲς τὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα κατατεθῶσι φάκελλοι δικογραφιῶν, ὑπάρχοντες ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπῆλθε λύσις συμβιβαστικὴ, συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ τούτων νόμου. Τοὺς φακέλλους καταθέτω. Ἤτοι καταθέτω τὸν φάκελλον τὸν ἀφορῶντα τὴν δίκην μετὰ τῶν κληρονόμων Τσολάκη, τὸν φάκελλον τῆς δίκης Ἀνδρικοπούλου κατὰ Δημοσίου, τὸν φάκελλον τῆς δίκης Παναγιώτου Παμπούκη κατὰ Δημοσίου, τὸν φάκελλον τῆς δίκης Κομνᾶ Τράκα κατὰ Δημοσίου, τὸν φάκελλον τῆς δίκης Κωνστ. Παπαῤῥηγοπούλου κατὰ Δημοσίου, καὶ ἕτερον φάκελλον δίκης κατὰ Δημοσίου τοῦ αὐτοῦ Κωνστ. Παπαῤῥηγοπούλου. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, περὶ προσθήκης διατάξεως ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1885, δι’ οὗ κανονίζεται ὁ τρόπος τῆς παραχωρήσεως εἰς ἰδιώτας γηπέδων ἐθνικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 152).

§5ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω διαφόρους πληροφορίας, ζητηθείσας παρ’ ἀξιοτίμων συναδέλφων· καὶ ἐν πρώτοις τὸν φάκελλον τὸν περιέχοντα τὰς ἐκθέσεις περὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἐλαιοπυρήνων. Ἐπίσης πληροφορίας ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ διὰ τὴν μὴ ἔναρξιν τοῦ σιδηροδρόμου Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων. Ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν ὡρίσθη διὰ τὴν 10 Μαρτίου.

§6Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τοὺς καταταχθέντας κληρωτοὺς τῶν ἀπογραφῶν 1894 καὶ 1895, συμφώνως πρὸς ἐπερώτησιν τοῦ ἐξ Ὕδρας βουλευτοῦ κ. Τσαμαδοῦ. Ἐπίσης, πρὸς ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν ἑνὸς τῶν κ. Βουλευτῶν Μήλου, καταθέτω κατάστασιν τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, ἐμφαίνουσαν τοὺς κατ’ ἔτος λαβόντας χώραν θανάτους, ἀπὸ τοῦ 1891 μέχρι τοῦ 1895, εἰς ἀποστράτους καὶ ἐνεργοὺς ἀνωτέρους καὶ κατωτέρους ἀξιωματικούς.

§7ΦΙΛ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ ἰσχύος τοῦ ἐν ἔτει 1894 κηρυχθέντος ὁριστικοῦ καταλόγου τῶν ὁρκωτῶν διὰ τὸ ἐν Καλάμαις Κακουργιοδικεῖον καὶ διὰ τὸ ἔτος 1896». Ἐπίσης νομοσχέδιον «περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν ἄρθρων 203, 204 καὶ 205 τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων».

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 153–154). Ὁ κ. Καΐρης ἔχει τὸν λόγον.

§9ΚΑΪΡΗΣ. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν, κατὰ τὰ προαγγελθέντα εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Δευτέρας, ὅτε ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τῆς ἐκδόσεως ἢ ἀπελάσεως τοῦ πρόσφυγος Χαμμερστάϊν, ἔσπευσαν τὴν προχθὲς Τετάρτην νὰ δώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅσας ἐνόμισαν ἀναγκαίας πληροφορίας ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, καὶ νὰ καταθέσωσι καὶ σχετικά τινα ἔγγραφα, ἤτοι τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως κατὰ τοῦ βαρώνου Χαμμερστάϊν, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε τὸ Πλημμελειοδικεῖον Βερολίνου, καὶ δύο ἐκθέσεις τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν, ἀφορώσας εἰς τὴν ἀπέλασιν καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς. Ἦτο εὔλογον, μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν πληροφοριῶν καὶ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Ἀλλ’ ἀφοῦ οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ Βόλου, Μεσσήνης καὶ Κυθήρων προέβαλον πρότασιν ἀναβολῆς, ὅπως λάβωσι γνῶσιν τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων, καὶ πληροφορίας συμπληρωτικὰς παρὰ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, καλῶς ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις διὰ τὴν σήμερον. Ἤκουσα κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς Τετάρτης μετὰ πολλῆς τῆς προσοχῆς πάντα ὅσα οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν εἶπον περὶ τοῦ λόγου καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀπελάσεως τοῦ Χαμμερστάϊν, ὡς ἐπίσης καὶ ὅλους τοὺς δικαιολογητικοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν βασισθεῖσα ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ἄρσιν τῆς πρὸς τὸν Χαμμερστάϊν φιλοξενίας τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὴν ἄμεσον ἀποπομπὴν αὐτοῦ. Δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὴν θεωρητικὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἐφ’ ὅσον ἥψατο θεμάτων, τουτέστι περὶ τοῦ ἂν δικαιοῦται καὶ ὑποχρεοῦται ἑκάστη Πολιτεία νὰ παρέχῃ ἑκάστοτε τὸ ἄσυλον, ἢ ἂν δύναται νὰ ἀρνηθῇ αὐτὸ, ἢ χορηγηθὲν νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ, ἢ ἂν δύναται νὰ ἐκδώσῃ εἰς ἄλλην Πολιτείαν πρόσφυγα κακοῦργον ἢ κατάδικον, ἢ καὶ ἂν δὲν ὀφείλῃ νὰ ἐκδίδῃ τοιούτους. Πάντα ταῦτα τὰ θέματα ὁμολογουμένως εἶναι θέματα ἀμφισβητούμενα παρ’ ὅλων τῶν συγγραφέων, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ μᾶς ἀπαριθμήσῃ εἰς τὴν ἀγόρευσίν του. Ἐγὼ θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν οὐσιαστικὴν καὶ πραγματικὴν αὐτοῦ ἄποψιν, τουτέστιν, ἂν κατὰ τὴν ἰσχύουσαν παρ’ ἡμῖν νομοθεσίαν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ πρόσφυγα ἐγκληματίαν εἰς τὴν αἰτοῦσαν αὐτὸν Πολιτείαν, καὶ ἂν δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους νὰ ἀρνηθῇ εἰς οἰανδήποτε στιγμὴν τὴν φιλοξενίαν εἰς τὸν πρόσφυγα, ἄνευ τῆς τηρήσεως τῶν τύπων, τοὺς ὁποίους οἱ νόμοι ὁρίζουσι· καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπωφελούμενος τῆς ἀπαντήσεώς του εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἐξήτασε τὸ θέμα καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἐπραγματεύθη αὐτὸ, δηλώσας ὁποίαν ἔχει γνώμην καὶ προκαλέσας τοὺς ἀντιλέγοντας νὰ συζητήσωσι. Τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο διδακτικὸν καὶ λίαν χρήσιμον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις, παραμένων ἐν τῇ θέσει του ἀκόμη, ἐλπίζω νὰ ἐπωφεληθῇ αὐτοῦ δι’ ἐνδεχομένην περίστασιν. Εἰ καὶ αἱ πληροφορίαι αἱ προσκομισθεῖσαι δὲν εἶναι καθ’ ὅλα ἐπαρκεῖς πρὸς τὴν ἐπερώτησίν μου, μὲ ἀρκοῦσιν ὅμως τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα καὶ αἱ ἐσχάτως γενόμεναι δηλώσεις ἐν τῷ Γερμανικῷ Κοινοβουλίῳ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Χαμμερστάϊν, δηλώσεις παρά τε τῶν ἐπερωτησάντων Βουλευτῶν καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας. Ὡς ἐπερωτήσας, ὀφείλω νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, καὶ τοῦτο ἤδη πράττω, ὅσον δύναμαι συντόμως. Ὡς εἰ μὴ ἤρκουν, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ τόσα θέματα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 16 Ἀπριλίου, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ εὐρύτατον ἔχει νὰ ἀσκήσῃ ἔλεγχον εἰς τὴν κατ’ ἰδίαν συζήτησιν τῶν ὑποβληθέντων αὐτῇ θεμάτων, ἔπρεπε καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Χαμμερστάϊν νὰ δώσῃ χώραν εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, καὶ νὰ ἐπαυξήσῃ κατὰ ἕνα βαθμὸν τὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσον καὶ ἂν προσεπάθησαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν νὰ παραστήσωσι τὸ πρᾶγμα ἁπλοῦν καὶ ἄσχετον πρὸς τὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι καὶ ἐκ τῶν σοβαρωτέρων καὶ ἐκ τῶν μᾶλλον εὐθυνόντων αὐτὴν, διότι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἂν δὲν ἐνδεικνύῃ ἄλλο τι, ἀποδεικνύει ὅμως παραγνώρισιν τῶν καθηκόντων της καὶ παράβασιν ῥητῶν νόμων τοῦ Κράτους. Γνωρίζω—καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ αὐτὰ περίπου ἐπιχειρήματα καὶ τὸ αὐτὸ γλωσσικὸν ἔνδυμα, μὲ τὸ ὁποῖον τὰ περιέβαλεν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐλέγχων τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἤδη ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς, καὶ ἐπὶ πεδίου μάλιστα λίαν ἀκροσφαλοῦς καὶ ἀστηρίκτου διὰ τὸν ἐλέγχοντα,—γνωρίζω, λέγω, ὅτι κατὰ τὰ σήμερον κρατοῦντα διεθνῆ νόμιμα μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, οὐδὲν αὐτοτελὲς Κράτος ὑποχρεοῦται νὰ παρέχῃ φιλοξενίαν καὶ ἄσυλον εἰς τοὺς ξένους ἐγκληματίας πρόσφυγας, διότι ἠθικὴ ὑποχρέωσις ὑφίσταται μεταξὺ τῶν Κρατῶν νὰ συντρέχωσιν ἄλληλα εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης πρὸς καταστολὴν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, ἀλλ’ ἅπαξ δεχθέντα αὐτούς, ἡ φιλανθρωπία ἀπαιτεῖ νὰ παρέχωσι καὶ διαμονὴν καὶ προστασίαν. Γνωρίζω ὅτι ἡ ἔκδοσις ξένων πρὸς ξένας ἀρχὰς εἶναι ἀντικείμενον διεθνῶν συμβάσεων, καθοριζουσῶν τὰς περιπτώσεις καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκδόσεως ἐπ’ ἀμοιβαιότητι, καὶ ὅτι, καὶ ὅπου τοιαῦται συμβάσεις δὲν ὑπάρχουσιν, ἀπόκειται εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὴν συνείδησιν τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας νὰ κρίνῃ τοὺς λόγους τῆς αἰτήσεως καὶ ν’ ἀποφασίζῃ τὴν ἔκδοσιν ἐπ’ ἀμοιβαιότητι. Γνωρίζω ὅτι εἶναι δικαίωμα τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ἡ ἀπέλασις πέραν τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους τῶν ξένων προσφύγων, ὅταν ἡ ἐν τῷ Κράτει διαμονή των ἦναι ἐξόχως ἐπικίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὰ ἤθη. Ἀλλὰ γνωρίζω ἐπίσης, ὡς καὶ πάντες ὑμεῖς γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν (ἄρθρ. 4 τῆς Ποιν. Δικονομίας) «δι’ ἰδιαιτέρου νόμου θέλει ἀποφασισθῆ κατὰ ποίας περιπτώσεις καὶ τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ γίνηται ἡ παράδοσις ξένων πρὸς ξένας ἀρχὰς ἕνεκα τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πραττομένων κακουργημάτων καὶ πλημμελημάτων». Τοιοῦτος νόμος μέχρι σήμερον δὲν ἐξεδόθη, οὔτε συνθήκη ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Γερμανίας περὶ ἐκδόσεως. Γνωρίζω, ὡς καὶ πάντες γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Ποιν. Νόμου, «εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐγχώριοι τίθενται ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ξένοι θέλουσιν ἀπελαύνεσθαι τῆς χώρας καὶ φέρεσθαι πέραν τῶν ὁρίων». Καὶ τί ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου, σύμφωνον πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους; Ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ τὸν Χαμμερστάϊν εἰς τὴν Γερμανίαν; Ὄχι, κατ’ ἐμέ· διότι τὸ ἄρθρον 4 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, εἰ καὶ καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν τῆς παραδόσεως, ἐξαρτᾷ ὅμως αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἔκδοσιν ἰδιαιτέρου νόμου, κανονίζοντος τὸν τρόπον καὶ τὰς περιπτώσεις τῆς ἐκδόσεως. Ἐφ’ ὅσον τοιοῦτος νόμος δὲν ἐκδοθῇ, ἡ διάταξις περὶ ἐκδόσεως ἀργεῖ παρ’ ἡμῖν. Θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ τὸν Χαμμερστάϊν, ἐὰν ὑπῆρχε συνθήκη μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Γερμανίας, διότι τοιαύτη συνθήκη εἶναι εἰδικὸς νόμος· ἀλλὰ τοιαύτη συνθήκη δὲν ὑπάρχει, ὅπως ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Ἰταλίας, ἡ ὁποία ὁρίζει τὰς περιπτώσεις καὶ καθιεροῖ ὁλόκληρον σύστημα διαδικασίας διὰ τὴν παράδοσιν. Κατὰ τὴν νομοθεσίαν λοιπὸν ἡμῶν, καίτοι ἀναγνωρίζουσαν τὴν ἀρχὴν τῆς παραδόσεως, ἔκδοσις δὲν ἐπιτρέπεται· ἀλλ’ ἂν δεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν καί τινες τῶν παρ’ ἡμῖν νομομαθῶν παραδέχονται, ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ ἰδιαιτέρου νόμου, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον 4 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, καὶ ἄνευ ἰδιαιτέρας συνθήκης, εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὴν συνείδησιν τῆς Κυβερνήσεως ἀπόκειται ἡ ἐκτίμησις τῶν λόγων τῆς παραδόσεως τοῦ ἐγκληματίου καὶ ἡ παράδοσις, ἀφοῦ προηγουμένως βεβαιωθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὸ συμφέρον καὶ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ συμπάσης τῆς κοινωνίας εἶναι νὰ τιμωρηθῇ ὁ πρόσφυξ ἐγκληματίας, καὶ ὅτι οὐδεὶς φόβος ἢ κίνδυνος θέλει ὑπάρξει περὶ ἀδικίας αὐτοῦ ἐκ μέρους τῆς ἀρχῆς, εἰς ἣν ἐκδίδεται, ἐνήσκησε τοιοῦτον δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Οἱ κύριοι ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοὶ εἶπον ὄχι, καὶ ὀφείλω νὰ πιστεύσω τοὺς Ὑπουργοὺς, ἀλλ’ ἀτυχῶς τὰ πράγματα ἀντίκεινται πρὸς τοὺς λόγους τῶν Ὑπουργῶν. Τὸ ὅτι τὴν παραμονὴν τῆς ἀπελάσεως τοῦ βαρώνου Χαμμερστάϊν ἐγένετο τὸ πρῶτον ἡ αἴτησις περὶ ἐκδόσεως αὐτοῦ, αὐτὸ καὶ μόνον τὸ περιστατικὸν, αὐτὴ ἡ κατάθεσις τοῦ ἐντάλματος τῆς συλλήψεως, τὸ ἐπιβεβαιοῖ. Διότι πῶς εὑρέθη εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως τοῦ Χαμμερστάϊν; Εὑρέθη βεβαίως, διότι παρεδόθη αὐτῷ μετὰ τῆς αἰτήσεως περὶ ἐκδόσεως παρὰ τῆς Γερμανικῆς Πρεσβείας, καὶ διὰ τοῦτο τὸ κατέθεσε, χωρὶς ὅμως νὰ καταθέσῃ καὶ τὴν αἴτησιν περὶ ἐκδόσεως. Πῶς δὲ ἐγένετο τὴν ἐπιοῦσαν ἡ λεγομένη ἀπέλασις; Δὲν ἔχω παρὰ νὰ σᾶς ἀναγνώσω αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν, τὴν ἐπίσημον, τοῦ ἐνεργήσαντος ταύτην ἀστυνόμου, διὰ νὰ διαβεβαιωθῆτε πῶς ἔγεινεν ἡ ἀπέλασις. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ ἀστυνόμος τοῦ Εʹ. τμήματος, λοχαγὸς Τσακίρης, ἐν ἐκθέσει ἀπευθυνομένῃ παρ’ αὐτοῦ πρὸς τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας (ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν).

§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τίνα χρονολογίαν ἔχει τὸ ἔγγραφον;

§11ΚΑΙΡΗΣ. 15 Δεκεμβρίου, ἡμέραν τῆς ἀπελάσεως. Τί προκύπτει ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης τοῦ κ. ἀστυνόμου; ὅτι πᾶν ἄλλο ἔλαβε χώραν ἢ ἀπέλασις· διότι γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀπέλασις προϋποθέτει καὶ προθεσμίαν ἀνάλογον, διὰ νὰ ἑτοιμασθῇ ὁ ἀποπεμπόμενος, καὶ ἐλευθερίαν νὰ ἐκλέξῃ καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀναχωρήσεως καὶ τὸν τόπον, εἰς ὃν θὰ ὑπάγῃ, ἵνα ᾖ ἐν ἀσφαλείᾳ. Τί δὲ προκύπτει ἐκ τῆς ἐκθέσεως; ὅτι ὑπεχρεώθη, ἠναγκάσθη νὰ ἀναχωρήσῃ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἄνευ ἀναβολῆς· τὴν ἡμέραν δ’ ἐκείνην τρία ἀτμόπλοια ἀνεχώρουν, δύο διὰ τὴν Ἰταλίαν καὶ ἓν διὰ τὴν Αἴγυπτον· καὶ γνωρίζετε, καθὼς γνωρίζει πολὺ καλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ Ἰταλία ἔχει συνθήκην μετὰ τῆς Γερμανίας, ἵνα ἐκδίδῃ τοὺς πρόσφυγας, ἡ δὲ Αἴγυπτος, ὡς Κράτος ὑποτελὲς, δὲν ἠδύνατο, ἐὰν μετέβαινεν ἐκεῖ, παρὰ νὰ τὸν συλλάβῃ καὶ τὸν ἐκδώσῃ. Ὁ ἐξαναγκασμὸς, ὁ ὁποῖος τῷ ἐπεβλήθη, νὰ ἀναχωρήσῃ τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἰς τόπον, ὅπου ἡ σύλληψίς του καὶ ἡ ἔκδοσίς του ἦτο ἀσφαλὴς, ἀσφαλεστάτη, καὶ νὰ συνοδεύηται μάλιστα παρὰ τοῦ διώκτου του Γερμανοῦ ἀστυνόμου Βὸλφ, μαρτυρεῖ ὅτι οὐχὶ ἀπέλασις, ἀλλ’ ἔμμεσος ἔκδοσις ἐγένετο.

§12ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε διαδοθῆ ὅτι συνωδεύθη εἰς Πειραιᾶ ὑπὸ ἀστυνομικῶν ὀργάνων.

§13ΚΑΙΡΗΣ. Συνωδεύετο μόνον ὑπὸ τοῦ λοχαγοῦ ἀστυνόμου Τσακίρη. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι ἐξηναγκάσθη νὰ ἀναχωρήσῃ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη εὐκαιρία δι’ ἄλλο μέρος ἢ εἰς μόνην τὴν Ἰταλίαν. Καὶ ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἐκδόσεως εἶναι ὁ πλέον ἀξιοκατάκριτος· διότι, ἐὰν δὲν ἀποδεικνύῃ ἄλλο τι, ἀποδεικνύει ὅμως τὴν ἔλλειψιν τοῦ θάῤῥους τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ φανερᾷ παραδόσει. Καὶ εἶχε δίκαιον ὁ κ. Βέβελ, ὁμιλῶν εἰς τὸ Γερμανικὸν Κοινοβούλιον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Χαμμερστάϊν, νὰ εὐχηθῇ νὰ μὴ ἐπικρατήσῃ τοιοῦτος τρόπος παραδόσεως καὶ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν προσφύγων. Ἀλλ’ ἐὰν, κ. Βουλευταὶ, δεχθῶμεν, ὅτι δὲν ἔλαβε χώραν ἔκδοσις, ὑφ’ ἃς εἶπον περιστάσεις, τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις; Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἔπραξέ τι χειρότερον καὶ παρανομώτερον, διότι ἄνευ βασίμου λόγου καὶ ἀφορμῆς, καὶ ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου, ἀπήλασε τὸν πρόσφυγα Χαμμερστάϊν ὡς τὸν ἔσχατον τῶν ἐγκληματιῶν. Ἡ ἡμετέρα νομοθεσία ἐν ἄρθρῳ 37 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἀναγνωρίζει τὴν ἀρχὴν τῆς ἀπελάσεως, ἀλλὰ λέγει, ὅτι οἱ ἀλλοδαποὶ ἀπελαύνονται, μόνον εἰς ὅσας περιπτώσεις οἱ ἡμεδαποὶ ὑπόκεινται εἰς ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν. Τὸ αὐστηρὸν τοῦτο καὶ βάρβαρον, δύναμαι νὰ εἴπω, μέτρον τῆς ξενηλασίας εὐτυχῶς ἡ ἡμετέρα νομοθεσία ἐφρόντισε, χάριν τῆς δημοσίας τάξεως, νὰ περικλείσῃ ἐντὸς κύκλου, πέραν τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἐπεκτείνηται, καὶ ὁ κύκλος οὗτος εἶναι αἱ περιπτώσεις, καθ’ ἃς οἱ ἡμεδαποὶ ὑπόκεινται εἰς ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν. Ἀλλ’ ὁ Χαμμερστάϊν ἦτο παρ’ ἡμῖν ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν δι’ ἀποφάσεως ποινικοῦ τινος δικαστηρίου; τοιοῦτόν τι δὲν εἶπον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, οὔτε ἠδύναντο βεβαίως νὰ εἴπωσι, διότι ὁ Χαμμερστάϊν δὲν ἀπέτισε παρ’ ἡμῖν ποινὴν ἐγκληματικὴν, διὰ νὰ ἦναι ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις συνέπεια τῆς ἐγκληματικότητος τῆς πράξεως. Ὁ Χαμμερστάϊν δὲν κατεδικάσθη παρ’ ἡμῖν οὔτε ἐπὶ πλημμελήματι, οὔτε καὶ ἐπὶ πταίσματι, συνεπάγοντι ὡς πρόσθετον ποινὴν τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, διότι ὁμολογουμένως οὔτε στασιαστὴς ἦτο, οὔτε ἐκβιαστὴς, οὔτε ἐμπρηστὴς, οὔτε λωποδύτης, οὔτε ἀλήτης, οὔτε κατ’ ἐπάγγελμα ἐπαίτης, οὔτε ἦτο ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἐλαχίστην ἀστυνομικὴν παράβασιν, συνεπιφέρουσαν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν.

§14ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἦτο ἀπατεών.

§15ΚΑΙΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐκτὸς τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ὑπάρχῃ νόμος ἄλλος, ὁ ὁποῖος νὰ διατάσσῃ τὰ ἐναντία, ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος αὐτὸς περὶ καθηκόντων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις εἶναι καὶ ὁ ἀνώτατος λειτουργὸς τῆς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους, τοιοῦτόν τι δὲν διατάσσει. Καὶ οἱ νόμοι οἱ ἀστυνομικοὶ, καὶ ὁ κανονισμὸς τῆς χωροφυλακῆς, οὐδεὶς νόμος διατάσσει τι ἐναντίον τῆς διατάξεως τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἀλλ’ οἱ κ. Ὑπουργοὶ, καὶ ἰδίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εὗρε στήριγμα καὶ ἔδαφος, ὡς εἶπε, διὰ νὰ στηρίξῃ τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως. Ποῖον δὲ εἶναι αὐτὸ τὸ στήριγμα; τὸ διάταγμα τοῦ 1835, τὸ ὁποῖον ἐπέχει θέσιν νόμου, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ περὶ διαβατηρίων. Ἀφήνω ὅτι τὸ διάταγμα αὐτὸ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεώς του περιέπεσεν εἰς πλήρη ἀχρηστίαν, ἀλλὰ πάντως ἀπὸ τῆς Μεταπολιτεύσεως καὶ ἐντεῦθεν οὐδέποτε ἐφηρμόσθη· τοὐναντίον μάλιστα αἱ περὶ διαβατηρίων διατάξεις ἐν τῷ ἐσωτερικῷ κατηργήθησαν διὰ νόμου· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἐν ἰσχύϊ, τί λέγει ὁ νόμος αὐτός; Ἀληθῶς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ νόμου περὶ διαβατηρίων τοῦ 1835 ἐπιτρέπει εἰς τὰς ἀρχὰς τὰς παραμεθορίους νὰ ἐμποδίζωσι τὴν εἴσοδον τῶν ξένων, ὅταν δὲν ἦναι ἐφωδιασμένοι μὲ διαβατήριον· ἀλλὰ ἐὰν οὗτοι εἰσέλθωσιν ἐν τῷ Κράτει, δὲν διατάσσει τὴν ἀπέλασίν των. Ἀληθῶς ὑποχρεοῦνται οἱ ξένοι, οἱ ἐρχόμενοι ἐν τῷ Κράτει, νὰ παρουσιάζωνται ἐντὸς 24 ὡρῶν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, νὰ παρουσιάζωνται καὶ εἰς τὸ Προξενεῖον αὐτῶν πρὸς ἐπιθεώρησιν τοῦ διαβατηρίου των, ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δὲν πράξωσι, δὲν εἶναι ἔνοχοι ἀπελάσεως· θεωροῦνται μόνον ὡς ἔνοχοι παραβάσεως τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων, εἰσάγονται εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, καὶ ὑποβάλλονται εἰς πρόστιμον· διατάσσεται δὲ ἡ ἀπέλασίς των, μόνον ἐν ὑποτροπῇ. Ἀλλ’ ἕτερον ἐπιχείρημα εὗρεν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, μέγα ἔγκλημα διὰ τὸν Χαμμερστάϊν, ὅτι κατεχράσθη τῆς παρὰ τῆς χώρας φιλοξενίας, κατηγορήτας διὰ διατριβῶν του, δημοσιευθεισῶν ἐν ταῖς γερμανικαῖς ἐφημερίσι, τὴν διοίκησιν τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ νεποτισμῷ, καὶ ὑποστηρίξας ὅτι μόνον διὰ τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου δύνανται νὰ ἀνορθωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα δὲν ἐλέγχομεν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ νεποτισμῶ; καὶ ὁ τύπος μας ποσάκις δὲν ἤλεγξε τὰς Κυβερνήσεις ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ καταχρήσει, καὶ ἰδίως τὴν παροῦσαν, διὰ τὰς ἀπειραρίθμους προσωπικὰς μεταβολὰς, διὰ τῶν ὁποίων παραλύεται ἡ διοίκησις; καὶ τί περισσότερον εἶπεν ὁ Χαμμερστάϊν διὰ τῶν διατριβῶν του περὶ τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου, ἀφ’ ὅσα ἀπὸ τῆς πτωχεύσεως καὶ ἐντεῦθεν εἶπεν ὅλος ὁ εὐρωπαϊκὸς τύπος; Εἶναι ταῦτα δικαιολογήματα σοβαρὰ, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔπρεπε νὰ στηρίξῃ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσεν; Ἀλλ’ ἀφήνω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ θαυμάζῃ τὰ ἐπιχειρήματά του. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἀπαντήσεώς του, ὡς προεῖπον, εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, ἐκ γενικωτέρας ἀπόψεως ἐξετάσας τὸ θέμα, ἐδικαιολόγησεν ἄλλως τὴν ἀπέλασιν τοῦ Χαμμερστάϊν· εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους νὰ ἀπελαύνῃ εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν τὸν ξένον πρόσφυγα, ὅταν πείθηται, ὅτι ἡ διαμονή του δὲν εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὴν χώραν, ἀλλὰ τοὐναντίον εἶναι ἐπιβλαβής. Τῇ ἀληθείᾳ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, τί ἐννοεῖ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὴν χώραν. Μήπως ἐννοεῖ, ὅτι ἡ διαμονὴ τοῦ Χαμμερστάϊν ἐνταῦθα ἦτο πρόσκομμα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ διεξαγομένου συμβιβασμοῦ καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπελαθῇ ὁ Χαμμερστάϊν, διὰ νὰ διευκολύνῃ, ἢ μᾶλλον (κατὰ τὴν κυριολεκτικωτέραν ἔκφρασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν) νὰ μαλακύνῃ τὰς σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῶν ὁμολογιούχων Γερμανῶν; Ἐὰν (ὅπερ δὲν πιστεύω) τοιαύτη ἦναι ἡ ἔννοια τῆς δικαιολογίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἀπάντησιν ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας ἐν τῷ Γερμ. Κοινοβουλίῳ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τοῦ Χαμμερστάϊν, εἰπὼν ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις θέλει προστατεύσει ἀποτελεσματικῶς τὰ δίκαια τῶν ὁμολογιούχων ὑπηκόων τῆς Αὐτοκρατορίας. Ἡ λέξις «ἀποτελεσματικῶς» εἶναι λέξις βαρυσήμαντος, καὶ ἐμπεριέχει τὸ πᾶν. Δύναται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ λησμονῇ ὅσα ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, κατὰ τὸ 1883, ἔλεγεν ἐπὶ τῆς ἐξώσεως ἑνὸς διαβοήτου λῃστοῦ Πλευρίτου, καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ σήμερον τὰ ἐναντία, δύναται, ἐρειδόμενος εἰς τὴν συμπαγῆ πλειονοψηφίαν, νὰ ἐντείνῃ εἰς τὴν διαπασῶν τὴν φωνήν του, καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι εἶναι ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκδιώκῃ εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν τὸν ξένον πρόσφυγα, ὅταν ἡ διαμονή του δὲν ἦναι ὠφέλιμος εἰς τὴν χώραν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀντιτάσσω εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ αὐτὸ τὸ κείμενον τὸ ἀδυσώπητον τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι οἱ ἀλλοδαποὶ δὲν ἀπελαύνονται τῆς χώρας, εἰμὴ εἰς ἃς περιστάσεις οἱ ἡμεδαποὶ τίθενται ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ἥτις ἐπιτήρησις ἐπιβάλλεται διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Δικαστικὴ ἀπόφασις δὲν ἐξεδόθη ποτὲ κατὰ τοῦ Χαμμερστάϊν, θέτουσα αὐτὸν ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, καὶ ἑπομένως ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι πρᾶξις ἐναντία τῶν νόμων, αὐθαίρετος. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν δεχθῶμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τινὲς τῶν παρ’ ἡμῖν διαπρεπῶν ποινικολόγων ἔχουσιν, ὅτι τὰ περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως περιέπεσαν εἰς ἀχρηστίαν, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ κρίνῃ πότε ὑπάρχει ἀνάγκη ἀπελάσεως λόγῳ δημοσίας τάξεως, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἑαυτὴν ἠδίκησε, καὶ τὸν βαρῶνον Χαμμερστάϊν ἀδίκως ἐστιγμάτισεν ὡς ἄνθρωπον κακοποιὸν, τοῦ ὁποίου ἡ διαμονὴ ἐν τῷ Κράτει ἦτο ἐξόχως ἐπικίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ εἰς τὰ ἤθη τῆς χώρας. Ἐγνώριζεν ἡ Κυβέρνησις, ἢ ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ὁ Χαμμερστάϊν εἶναι προσωπικότης ἐν Γερμανίᾳ· ἦτο Βουλευτὴς μέχρις ἐσχάτων, εἶναι ἀρχηγὸς πολιτικῆς μερίδος, εἶναι δεινὸς δημοσιολόγος. Ἄνθρωπος τοιοῦτος δὲν ἦτο πιθανὸν νὰ ἦτο ἐπικίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὰ ἤθη, διαμένων παρ’ ἡμῖν, οὐδ’ ἦτο ἄξιος ἀπελάσεως κατὰ τοιοῦτον τρόπον, οὐδὲ ἄξιος τῶν εὐγενῶν ἐπιθέτων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔῤῥιψε κατ’ αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς μὴ ὤφειλε, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω, ἵνα μὴ ἀκουσθῶσι καὶ πάλιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐὰν ὁ Χαμμερστάϊν ἐν Πρωσσίᾳ ὑπέπεσεν εἰς τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως, εἰ καὶ ταῦτα, ὡς γινώσκομεν ἐκ τῆς δημοσιογραφίας, ἀμφισβητοῦνται παρ’ αὐτῶν τῶν παθόντων, περὶ τούτων δὲν ἀπεφάνθη ἀκόμη ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος του, εἶναι δὲ πολὺ πιθανὸν ἡ κατηγορία νὰ μετέχῃ τῆς ὑπερβολῆς, διότι εἶναι γνωστόν, μετὰ πόσης πικρίας καὶ μετὰ πόσης δριμύτητος ἡ πολιτικὴ ἐμπάθεια ἐστράφη κατ’ αὐτοῦ διὰ τοῦ τύπου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ ὅλον σχεδὸν εἶναι εἰς χεῖρας τῶν ἀντιθέτων του, καὶ εἶναι γνωστὸν, πόσον ὁ πολιτικὸς φανατισμὸς κλίνει εἰς τὴν ὑπερβολὴν καὶ τὴν συκοφαντίαν· καὶ ἀπόδειξιν τούτου ἔχομεν τὸ παρ’ ἡμῖν συμβὰν ἄλλοτε, ὅτι ἔξοχος πολιτικὸς ἀνήρ, μὴ ὑπάρχων πλέον εἰς τὴν ζωήν, ἐνθυμηθῆτε, κύριοι Βουλευταὶ, πόσον ἀδίκως καὶ ἐδυσφημίσθη καὶ ἐσυκοφαντήθη. Ἡ διεθνὴς ἁβρότης, κύριε Ὑπουργὲ, τῆς ὁποίας ἐποιήσατε κατάχρησιν, δὲν ἀπῄτει ἀβασανίστως τὴν ἀπέλασιν τοῦ Χαμμερστάϊν· τοὐναντίον ἀπῄτει τὴν πλέον λεπτολόγον ἔρευναν περὶ τοῦ ἤθους, περὶ τοῦ χαρακτῆρος, περὶ παντὸς γεγονότος, σχετιζομένου μὲ τὴν ἀτομικότητά του. Τοιαύτη δὲ ἔρευνα ἤθελεν εἶσθαι ἀσφαλὴς ὁδηγὸς εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀπόφασίν σας, καὶ τοιαύτην ἔρευναν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπῄτει ἡ διεθνὴς ἁβρότης. Τὸ ἀκατάλληλον τῆς ἐκζητήσεως ἐν νυκτὶ ἑσπερίδος, ἡ ἄμεσος ἀποδοχὴ τῆς αἰτήσεως, καὶ ἡ μετὰ τοσαύτης σπουδῆς καὶ βίας ἀποπομπὴ τοῦ βαρώνου Χαμμερστάϊν δὲν εἶναι, νομίζω, ἐκδήλωσις διεθνοῦς ἁβρότητος πρὸς φίλην καὶ μεγάλην Δύναμιν, ἀλλὰ — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις — εἶναι ἐλαφρὰ καὶ μικρόφρων πολιτεία, μὴ ἁρμόζουσα οὔτε εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε εἰς τὴν αὐτοτέλειαν τοῦ Κράτους. Γνωρίζω ὅτι ἡ Βουλή, ὡς ἔχουσι τὰ κατ’ αὐτήν, θέλει ἐγκρίνει τὴν πολιτείαν τῶν ὑπευθύνων. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ἡ ἔγκρισις αὕτη ἱκανοποιῇ πολιτικῶς τοὺς ὑπευθύνους, δὲν τοὺς ἀπαλλάσσει ὅμως καὶ τῆς ἠθικῆς εὐθύνης, ὅτι καὶ ἐλαφρῶς ἐπολιτεύθησαν, καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους παρέβησαν.

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον.

§17Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τὶς ὁ ἀντιλέγων;

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐζήτησεν ἄλλος.

§19Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὥστε, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀντιλέγων, ὑποθέτω ὅτι ἐπείσθη ἡ Βουλή, καὶ ἠδυνάμην νὰ παραδεχθῶ, ὅτι θὰ κάμω ματαίαν ἀντίστασιν, ἀφοῦ πάντες συναινοῦσι διὰ τῆς σιγῆς των.

§20ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Περιμένομεν νὰ συμπληρώσητε ὑμεῖς.

§21Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔστω. Ἀνέρχομαι τὸ βῆμα, ἵνα ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, ἵνα διαψεύσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις ἀπηύθυνε πρὸς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὴν μομφὴν τῆς φυγομαχίας ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει, ὅτε ἐτήρησαν σιγὴν ἐπὶ πράξεως τόσον σοβαρᾶς, ὁμοίαν τῆς ὁποίας δὲν γνωρίζω. Δὲν ἐφυγομάχησαν ὅμως τὰ μέλη ἐκεῖνα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἤθελον, συμφώνως πρὸς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς κανόνας, νὰ κατέλθωσιν εἰς τὸν ἀγῶνα ὡς ἴσοι πρὸς ἴσους, μὲ τὰ αὐτὰ ὅπλα· τοὐναντίον δὲν ἦτο γενναῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νομίσας ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου συζήτησις, χωρὶς νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα καὶ χωρὶς νὰ κατατεθῶσι τὰ πρὸς συμπλήρωσιν αἰτηθέντα· ἄοπλοι κατ’ ἀόπλων καὶ ἀπαράσκευοι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ κατέλθωμεν εἰς τὸν ἀγῶνα. Δὲν ἐφυγομαχήσαμεν, τοὐναντίον δειλὴ ἐφάνη ἡ Κυβέρνησις, προκαλέσασα πρὸ τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων συζήτησιν· ἀλλὰ χαίρω πολύ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐγκαίρως ἐνόησε τὸ προσῆκον, καὶ ἐδέχθη τὴν ἀναβολήν. Ἀλλὰ μὴ ἡ ἄλλη μομφή, ἡ ἐκτοξευθεῖσα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἦτο ἀκριβής; Πρὸς τί, εἶπεν, ἡ τόση συμπάθεια πρὸς τοιοῦτον ἐγκληματίαν; — δὲν ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ τὰς ἰδίας του λέξεις, — πρὸς τί ἡ τόση ὑπερευαισθησία; καὶ ἴσως ἴσως ἀφῆκε νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι εἴμεθα καὶ εἰς προσωπικὰς σχέσεις μὲ τὸν κ. Χαμμερστάϊν, ἐνῷ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔκαμε τὴν γνωριμίαν του. Ἡ συμπάθεια ἡμῶν, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ ὑπερευαισθησία ἡμῶν δὲν ἔχει ἐλατήριον προσωπικόν, ἀλλὰ εἶναι συμπάθεια ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας. Ἐτάχθημεν ἐνταῦθα φρουροὶ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν νόμων, καὶ δικαίως ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα ὑπερήφανοι ἐπὶ τοιαύτῃ ἐντολῇ, ἣν ἐπιστεύθη πρὸς ἡμᾶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός· ἀλλ’ ἵνα ὦμεν ἄξιοι τοιαύτης ἐντολῆς, ὀφείλομεν νὰ ὦμεν λίαν εὐαίσθητοι, ὅταν πρόκειται νὰ κρίνωμεν ὅσα ἐτελέσθησαν τὴν 15 Δεκεμβρίου 1895 παρὰ τὴν Ἀκρόπολιν. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν ἐπιχειρήματα, ἀλλ’ ἐπιχειρήματα οὐχὶ ἀριθμῶν, ἐπιχειρήματα πειστικά, στηριζόμενα ἐπὶ τῶν νόμων, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἐξέλθωσι μὲ ὑψηλὸν τὸ μέτωπον, ὅτι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον αὐτῶν, ἐγὼ θὰ ἐχαιρόμην πλειότερον παντὸς ἄλλου. Δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν παρασύρῃ ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς, οὐδεὶς θὰ παραβλέψῃ τὰς τοιαύτας ἀρχάς. Διότι δύνανται νὰ γείνωσι παρεκτροπαί, αἵτινες δὲν ἐξέρχονται τῶν Ἑλληνικῶν ὁρίων, ἀλλὰ ὅταν αὗται διαβαίνωσι τὰ Ἑλληνικὰ σύνορα καὶ διατυμπανίζωνται καθ’ ὅλην τὴν ὑφήλιον, δὲν γνωρίζω Ἕλληνα, ὅστις ἤθελεν εὐχαριστηθῆ ἐκ τῆς πιστοποιήσεως ὅτι πραγματικῶς ἔλαβον χώραν τοιαῦται ἀσχημίαι. Καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ ἐθνικὸν οἰκονομικὸν δυστύχημα ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ οὐχὶ ἐγκωμίων διὰ τὸν τόπον, καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν γίνεται ἡ ἀναβίωσις τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, μετὰ παρέλευσιν τόσων αἰώνων, βεβαίως εἰς οὐδένα Ἕλληνα εἶναι εὐχάριστον νὰ πιστεύῃ, ὅτι οἱ ἐρχόμενοι ἐν τόπῳ συνταγματικῷ, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχουσιν ἐλευθερίαι, δὲν εἶναι ἀσφαλεῖς διὰ τὴν προσωπικήν των ἐλευθερίαν. Δὲν γνωρίζω ὁποία ἔσεται ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοσοῦτον σοβαροῦ ζητήματος, διότι θέλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι θέλει ἀνυψωθῆ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ὕψος αὑτῆς καὶ θέλει ἐκτελέσει, σφίγγουσα τὴν καρδίαν αὑτῆς πρὸς πᾶσαν προσωπικὴν συμπάθειαν, τὸ καθῆκόν της. Ὁπωσδήποτε ὅμως καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ Χαμμερστάϊν ἀπελάθη τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῇ ἐλλείψει διαβατηρίου, πρέπει νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ νόμον περὶ διαβατηρίων, διότι οἱ ἐπισκεπτόμενοι τὴν Ἑλλάδα κινδυνεύουσι νὰ πάθωσι τὸ αὐτό. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἀπήντησαν· ἡ ἀπάντησίς των συνοψίζεται εἰς τοῦτο. Τοῦ μὲν Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ὑπῆρξε λακωνικώτατος, ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν καταγωγὴν αὑτοῦ, καὶ ἴσως προσηκόντως, ἡ ἀπάντησις ἦτο αὕτη: «Ἐνησκήσαμεν δικαίωμα ἀναμφισβήτητον, τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως ἀνθρώπου, ὅστις ὑπὸ ψευδώνυμον ἐκρύπτετο ἐν Ἀθήναις καὶ ἔφερεν εἰς τὴν ῥάχιν αὑτοῦ ἔνταλμα συλλήψεως». Ἐν τῇ βραχυλογίᾳ ταύτῃ ὑπῆρξε σαφής· τὸν ἐνόησα. Ἐδυσκολεύθην ὅμως νὰ ἐννοήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ συμβουλεύσω τινά, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐὰν περιωρίζετο ἡ ἀπάντησίς του εἰς τοῦτο μόνον, ἴσως ἡ ὑπόθεσις θὰ ἦτο εἰς καλλίτερον σημεῖον. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἀπέκρουσε μὲν τὴν γνώμην τοῦ συναδέλφου του, οὐχ ἧττον ὅμως εἶπεν, ὅτι «καὶ ἐκδόσεως δικαίωμα εἴχομεν»· ἀνέλαβε δὲ βαρύτατον ἔργον, νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς ἔκδοσιν, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων. Καὶ ταῦτα ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ἤρξατο τοῦ σταδίου αὑτοῦ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὥστε δὲν ἔχει τὴν ἐλαφρυντικὴν περίπτωσιν, ὅτι ἀγνοεῖ τοὺς ἰσχύοντας νόμους! Ἐπεκαλέσθη δὲ προηγούμενα, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι ἐλαφρύνει τὴν θέσιν του, ἐὰν ῥίψῃ εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ κ. Χαμμερστάϊν ὁλόκληρον τὸ ἔνταλμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἀπεφάνθη ἔτι ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος του, διότι δὲν ἐξεδόθη ἔτι βούλευμα. Ἦλθε κατόπιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀπευθύνῃ τὰς παρατηρήσεις του. Ἡ ὑπόνοια, τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν εἶχον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μὴ ἦτο ἐν γνώσει τῶν λαβόντων χώραν, ἦτο, νομίζω, ἀληθὴς, διότι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις μετέδωκεν εἰς πολλοὺς ἐξ ἡμῶν τὴν ὑπερευαισθησίαν ὑπὲρ τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, ἦτο δυνατὸν νὰ συμφωνήσῃ εἰς τὰ τελεσθέντα. Ἀλλὰ εὑρέθη κατόπιν τετελεσμένον τὸ γεγονὸς καὶ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ διέξοδος, κατὰ τὴν ἐμὴν δὲ γνώμην, οὐδεμίαν εὗρε διέξοδον, ἵνα σωθῇ ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπελάσεως. Αὕτη εἶναι ἡ ἀπάντησις τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν κατετέθησαν, κύριοι συνάδελφοι, ὅλαι αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι, κατετέθη μόνον ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀστυνόμου, διότι ἡ ἔκθεσις τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας ἐπαναλαμβάνει τὰ αὐτά. Τὸ ἔνταλμα τοῦ Γερμανοῦ ἀνακριτοῦ οὐδόλως φωτίζει ἡμᾶς. Ὀρθῶς δὲ παρετήρησεν ὁ προλαλήσας, ὅτι βεβαίως ἀπὸ τῆς στέγης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἔπεσε τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως. Οὐ μόνον δὲ ἐξ ἁβρότητος, περὶ τῆς ὁποίας τόσα εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ καθήκοντος, συνωδεύετο καὶ ὑπὸ ἑτέρου ἐγγράφου. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι τοῦτο; ποῦ εἶναι ἡ ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Γερμανικῆς Πρεσβείας; Μὲ πολὴν ὑπερηφάνειαν, ἡ ὁποία μοὶ ἀρέσκει εἰς τοὺς Ἕλληνας Ὑπουργοὺς, εἶπεν, ὅτι «δὲν καταδέχομαι ἐγὼ, ὅπως ὁ ξένος πρέσβυς προσενεχθῇ ὅπως ἐγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας». Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· θέλομεν νὰ ἀποδειχθῇ. Ὑπάρχει ὅμως χάσμα ἐν τῷ φακέλλῳ· λείπει τὸ ἔγγραφων. Ὁμολογουμένως ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἀπαντήσεως, καὶ συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι λίαν ἀκαίρως ἀνεπτύχθη ἡ ὑπόθεσις ἐκ μέρους ἐκείνου, ὅστις κατὰ πρῶτον ἀνεμίχθη εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἑτέρα διαφωνία, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν «ἀρκεσθῆτε εἰς τὰς πληροφορίας αὐτὰς», ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε «δὲν σᾶς ἀρκοῦν τὰ δημοσιευθέντα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν;» Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατηγόρησε πάντας, ὅσοι ἔδιδον τόσην πίστιν εἰς τὰς ἐφημερίδας. Δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω τινὰ, ἀλλ’ ἐγὼ παρεκάλεσα τοὺς κ. Ὑπουργοὺς νὰ καταθέσωσι πληροφορίας ὡρισμένας καὶ σαφεῖς, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συλλήβδην ἀπήντησε: «Δὲν καταθέτομεν ἕτερα ἔγγραφα». Ὥστε, ἐὰν ἐγὼ συζητήσω ἐπὶ τῶν γεγονότων τούτων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δημοσιευθέντων, ἡ εὐθύνη ἂς ἐπιῤῥιφθῇ εἰς ἄλλους, διότι συζητῶ ἄνευ τῆς καταθέσεως τῶν ζητηθέντων ἐγγράφων. Ἠρώτητα «ὁ βαρῶνος Χαμμερστάϊν, καθ’ ὃν χρόνον διέμενεν ἐν Ἑλλάδι, ἐξετέλεσεν ἢ ἀπεπειράθη ἀξιόποινόν τινα πρᾶξιν; Ἐζητήθη ἡ ἀπέλασις ἢ καὶ ἡ ἔκδοσις ἄλλων ἀλλοδαπῶν παρὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως; διὰ τίνας λόγους; Καὶ ἐὰν ἐξετελέσθη τοιαύτη, κατὰ τίνων καὶ ὑπὸ τίνας περιστάσεις ἐξετελέσθη;» Δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν. Ἠρώτησα: «Ὁ περὶ διαβατηρίων θεσμὸς ἐφηρμόσθη κατ’ ἄλλου τινὸς, ἐκτὸς τοῦ βαρώνου Χαμμερστάϊν;» Δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν. Ὥστε θὰ συζητήσω στηριζόμενος εἰς τὰς ἰδικάς μου πληροφορίας. Ἠρώτησα: «ἐὰν ὁ φυγόδικος Ξύδης εἶχεν ἐκτελέσει μετὰ τὴν ἐξ Ἑλλάδος ἀναχώρησίν του εἰς Buenos-Ayres ἄλλας ἀξιοποίνους πράξεις, τίνας καὶ πότε; πρὶν ἢ μεταβῇ εἰς Τύνιδα; Τότε καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μὲ ἠρώτησε: «Καὶ τί σᾶς χρησιμεύει ἡ τοιαύτη πληροφορία;» Ἐγὼ δὲ τῷ ἀπήντησα: «Ὅταν θὰ γείνῃ συζήτησις, θὰ σᾶς τὸ εἴπω.» Τὸν ἠρώτησα «ἐὰν ὁ ἐν Παρισίοις πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος παρήγγειλε τὸν πρόξενον τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀπελάσεως Ξύδη, ἣν αὐθόρμητος ἠδύνατο ὁ Γάλλος τοποτηρητὴς ἐν Τύνιδι νὰ ἐκτελέσῃ, ἐὰν τὸν ἐθεώρει ἐπικίνδυνον εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν». Οὔτε ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης εἶχον ἀπάντησιν, ἐνῷ τὸ σχετικὸν ἔγγραφον ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ζητηθέντων ὑπ’ ἐμοῦ, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος ἐζήτησε τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀπελάσεως.

§22ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν τὴν ἐζήτησα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν εἶχε καταθέσει.

§23Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων συνάδελφος ἐζήτησεν ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἰταλικοῦ δικαστηρίου περὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ κ. Χαμμερστάϊν, καὶ εἰς ἐμὲ ἐφάνη ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἀπαραίτητον· μ’ ὅλα ταῦτα θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἦτο ἀναγκαιοτάτη ἡ ἀπόφασις ἐκείνη, δυσχερὲς ὅμως ἦτο νὰ φθάσῃ ἐγκαίρως. Ἐν τούτοις ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποθέσω, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑπάρχῃ περίληψις τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης. Ὑπάρχει ἐν Βάρῃ Ἕλλην πρόξενος· εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἀπεστάλη ἔκθεσις ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως· ἐν τούτοις καὶ ἡ σπουδαία αὕτη πληροφορία ἐλλείπει. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριοι συνάδελφοι, νὰ θεωρήσω τὰ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως βεβαιωθέντα ὡς ἀκριβῆ, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ παραλίπω, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπισημότητα, μὲ τὴν ὁποίαν περιβάλλεται ἡ κατάθεσις τῶν πληροφοριῶν, ὑπάρχουσιν ἀμφιβολίαι, ὅτι ἡ ἔκθεσις συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει ἴσως τῆς προσωπικῆς ἀντιλήψεως τοῦ κ. ἀστυνόμου, καὶ ὅτι πολλὰ ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἐν μέσαις Ἀθήναις, ὅτε δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἐξελέγξωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ γεγονότα, δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὰ πράγματα. Ἡ ἔκθεσις ἀπέφυγε νὰ βεβαιώσῃ ὁποία ἐδόθη προθεσμία πρὸς ἀναχώρησιν εἰς τὸν Χαμμερστάϊν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην ὡρισμένως καὶ σαφῶς νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἐμὲ, ὅτι ἐτάχθη προθεσμία μιᾶς ἡμέρας, ἐντὸς δηλαδὴ τῆς ἰδίας ἡμέρας, τῆς 15 Δεκεμβρίου 1895, ὄχι μιᾶς ἡμέρας, ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν. Ἠρώτησα, Κύριοι, καὶ εἶχον ἀληθῶς πολλὴν τὴν περιέργειαν νὰ βεβαιώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, τί ἐγένετο ἡ ἀλληλογραφία; διότι κατὰ τὰς πηγὰς, εἰς τὰς ὁποίας μὲ παρέπεμψεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὰς ἐφημερίδας δηλαδὴ, τὰς ἡμεδαπὰς καὶ τὰς ἀλλοδαπὰς, εἶχον ἀναγνώσει, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ περισσότερον ἐνδιεφέροντο διὰ τὴν ἀλληλογραφίαν, παρὰ διὰ τὸ σῶμα τοῦ κ. Χαμμερστάϊν· ἔλαβον δὲ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ὁ κ. Χαμμερστάϊν ἔλαβε τὴν ἀλληλογραφίαν του σύμπασαν. Μέχρις ἐναντίας ἀποδείξεως, ὀφείλω νὰ τὸ παραδεχθῶ ὡς ἀκριβὲς, εἰ καὶ εἰς ἐμὲ περιῆλθον ἐναντίαι διαβεβαιώσεις. Μὲ τὰς πληροφορίας ταύτας, Κύριοι, ἔστω τὰς ἀτελεῖς, κατέρχομαι εἰς τὸν ἀγῶνα, διὰ νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ ἱστορία πάντοτε κατέκρινε τὴν παράδοσιν τοῦ Σαμψῶντος ὑπὸ τῶν Ἰσραηλιτῶν εἰς τοὺς Φιλισταίους, ὡς ἐπίσης εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐπῃνέθη ἡ στάσις, ἣν ἔλαβον οἱ Μεσσήνιοι κατὰ τῶν Λακεδαιμονίων, ἀρνηθέντες τὴν παράδοσιν δολοφόνου καὶ κατελθόντες εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ πολέμου, ἵνα μὴ παραδώσωσι τὸν ὑπόδικον. Αὐτοὶ οἱ Σπαρτιᾶται, οἱ ἀπ’ εὐθείας πρόγονοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, προετίμησαν νὰ κινδυνεύσωσι τὴν διάῤῥηξιν τῆς συμμαχίας μετὰ τῶν Ἀχαιῶν ἢ νὰ παραδώσωσιν εἰς αὐτοὺς ὑπόδικον. Μὴ οἱ πρόγονοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐσέβοντο ὀλιγώτερον τὴν ἀσυλίαν; Ἐν Ἀθήναις τέσσαρες ναοὶ ἦσαν, οἱ ὁποῖοι ἐπροστάτευον πάντα καταδιωκόμενον. Ὁ Ξενοφῶν ἀναφέρει Προκλῆν τὸν Φλιασιέα λέγοντα (ἀναγινώσκει): «Ἐγὼ δὲ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πρόσθεν μὲν ἀκούων ἐζήλουν τήνδε τὴν πόλιν ὅτι πάντας καὶ τοὺς ἀδικουμένους καὶ τοὺς φοβουμένους ἐνθάδε καταφεύγοντας ἐπικουρίας δεομένους ἤκουον τυγχάνειν...» Ἀνέκαθεν αἱ Ἀθῆναι ἐφημίζοντο δι’ ἣν παρεῖχον προστασίαν εἰς τοὺς πρόσφυγας. Τὸ εὑρίσκομεν εἰς τοὺς στίχους τοῦ Εὐριπίδου. «Ἀεὶ ποθ’ ἥδε γαῖα τοῖς ἀμηχάνοις σὺν τῷ δικαίῳ βούλεται προσωφελεῖν. Τοὶ γὰρ πόνους δὴ μυρίους ὑπὲρ φίλων ἤνεγκε καὶ νῦν τόνδ’ ἀγῶν’ ὁρῶ πέλας.»

§24ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποῖος τὰ ἠρνήθη αὐτά;

§25Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐν Ῥώμῃ, Κύριοι, δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἔκδοσις, ἐὰν μὴ προηγεῖτο διαδικασία, οἵα γίνεται σήμερον π. χ. ἐν Ἑλλάδι, προκειμένου λόγου περὶ ἐκδόσεως Ἰταλοῦ. Οἱ recuperatores ἀπεφαίνοντο, ἂν ὑπῆρχεν ἡ περίπτωσις τῆς ἐκδόσεως, ἂν ἐβεβαιοῦτο ἡ ταυτότης καὶ ὅλα αὐτά. Μεμονωμένα εἶναι τὰ παραδείγματα τῆς ἐκδόσεως κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους. Αἱ πηγαὶ τῆς ἀσυλίας τὸ πάλαι ἦσαν πολὺ ζωηρότεραι, ἀλλὰ κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους τὸ κοινὸν τῶν Πολιτειῶν συμφέρον ὑπὲρ τῆς δημοσίας τάξεως, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐνδιαφέρονται καὶ πρέπει νὰ ἐνδιαφέρωνται ὅλα τὰ Κράτη, ὑπηγόρευσε τὴν χαλάρωσιν τῆς τοιαύτης, οὕτως εἰπεῖν, ἀσυλίας. Ἠμφισβητήθη τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως ὡς μὴ στηριζόμενον εἰς τὴν ἠθικὴν, ὡς μὴ στηριζόμενον εἰς τὸ φυσικὸν δίκαιον, ὡς προσβάλλον αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν. Ἀνέγνωσεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν συγγραφεῖς καταδικάζοντας αὐτό. Οἱ συγγραφεῖς οὗτοι ἀνάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν γνώμην ταύτην ἀλλὰ δὲν εἶναι οἱ μόνοι. Πλείονες εἶναι οἱ τὰ ἐναντία φρονοῦντες καὶ στηριζόμενοι ἐπὶ τῆς ἠθικῆς, ἐπὶ τοῦ φυσικοῦ δικαίου, ἐπὶ ὑγιεστέρων ἀρχῶν, Ἄγγλοι, Γερμανοὶ, Γάλλοι. Ἀναφέρω μόνον τρεῖς, οἱ ὁποῖοι ῥιζικῶς ἀνθίστανται κατὰ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως. Ἄγγλος δημοσιολόγος λέγει: «Τὰ ἐλεύθερα Κράτη εἶναι ναοὶ, βωμοὶ ἀσυλίας (Sanctuary) διὰ τοὺς φυγάδας ὑπηκόους ξένων Κρατῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιζητοῦσιν ἐν αὐτοῖς ἀσυλίαν τῆς προσωπικῆς αὐτῶν ἐλευθερίας». Ἕτερος Ἄγγλος δημοσιολόγος οὕτω πως ἐκφράζει τὴν γνώμην του: «Ἡ ἔκδοσις εἶναι πρᾶξις ἀνήθικος καὶ παράνομος, διότι ἀποτελεῖ ἐνάσκησιν δικαιοδοσίας ἄνευ τῆς ὑπάρξεως δικαιοδοσίας, ἐνάσκησιν πράξεως κυριαρχικῆς, ἄνευ οὐδὲ σκιᾶς κυριαρχικοῦ δικαιώματος ἐπὶ τοῦ ἐκδιδομένου». Καὶ ὁ μακαρίτης Σαρίπολος, ὁ διδάσκαλός μου, λέγει: «Ἔκδοσιν ἐπὶ πολιτικῷ ἀδικήματι ἀπεχθάνονται τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη, ἐφ’ ᾧ οὔτε συνομολογοῦσι τοιαύτας συνθήκας». Ὑπάρχουσιν ὅμως ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἀπόλυτοι εἰς τὴν γνώμην των, οἱ ὁποῖοι δέχονται τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως, ἀλλ’ ὑποβάλλουσιν αὐτὸ εἰς ὡρισμένους κανονισμοὺς καὶ περιορισμούς. Τοιοῦτος εἶναι Γερμανὸς δημοσιολόγος, ὁ Κλώμπερ, ὅστις λέγει: «Ἄνευ συνθήκης ἐκδόσεως δὲν δύναται νομίμως τὸ Κράτος νὰ παραδώσῃ τὸν εἰς αὐτὸ καταφυγόντα ξένον εἰς τὰς ἀρχὰς ξένης Δυνάμεως». Ὁ Μάρτενς, τὸν ὁποῖον, νομίζω, ἀνέφερε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, λέγει: «Ἡ ἔκδοσις ἐξ οὗ ἐν ξένῃ ἀδικήσαντος πρὸς τὴν ἀρχὴν, τῆς ὁποίας εἶναι ὑπήκοος, ἀντιτίθεται εἰς τὸ φυσικὸν δίκαιον καὶ δὲν δικαιολογεῖται, εἰμὴ μόνον δυνάμει συνθηκῶν ἀμοιβαιότητος», — περὶ τῶν ὁποίων θέλω ὁμιλήσει. — Ἄλλος Ἄγγλος δημοσιολόγος λέγει: «Αἱ ἀρχαὶ Κράτους τινὸς δὲν δύνανται νὰ ἐκδώσουν ξένον ἐγκληματίαν, εἰμὴ μόνον δυνάμει συνθηκῶν εἰδικῶς ἐπιτρεπουσῶν τοῦτο». Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, Κύριοι, περὶ τῶν ἐν Γαλλίᾳ ἰσχυόντων, ἅτινα ἐνδιαφέρουσιν ἡμᾶς, διότι πρόκειται νὰ ἀντικρούσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς πρὸς τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουσι σχέσιν εἰς τὰς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας σχέσεις. Ἀνέφερεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, τὸ προηγούμενον τοῦ Οἰκονόμου, ὅστις κατηγορεῖτο ἐπὶ κλοπῇ τοῦ συμβολαιογράφου κ. Γλυκοφρύδου, καὶ τὸ προηγούμενον ἑνὸς Ξύδη, ἐκ Τριπόλεως, ἂν δὲν ἀπατῶμαι· ἀνέφερε τὸν φόνον ἑνὸς Γερμανοῦ ἐν Γαλλίᾳ, τοῦ Σνέβελε, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος, φαίνεται, τὸ εἶχε λησμονήσει προχθές, ὅτι μεγάλη ἀπόστασις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἐν Γαλλίᾳ ἰσχυόντων καὶ τῶν παρ’ ἡμῖν, διότι ἐν Γαλλίᾳ δύναται νὰ γείνῃ ἔκδοσις δυνάμει συνθηκῶν, ἀλλ’ οἱ κείμενοι νόμοι ἐπιτρέπουσιν εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς ἔκδοσιν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος, ἄνευ νόμου, ἄνευ συνθήκης. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω, Κύριοι, εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου συνάδελφος εἶπε περὶ τῶν παρ’ ἡμῖν ἰσχυόντων. Σᾶς ὑπέμνησε τὸ ἄρθρον 4 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Τί ἀπαντᾶτε, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν; — ἐρωτῶ ἀπ’ εὐθείας· δέχομαι καὶ διακοπάς. — Τί ἀπαντᾶτε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν; Τί ἀπαντᾶτε, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας; Τὰ ἄρθρα 2–4 κανονίζουσι τὰς περιπτώσεις τὰς σχετικὰς περὶ τῶν ἀλλοδαπῶν. Τὸ ἄρθρον 2 ὁρίζει εἰς ποίας περιπτώσεις τιμωροῦνται οἱ ξένοι ἐν τῇ ἡμεδαπῇ. Ἔρχεται τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ μὴ παραδόσεως Ἑλλήνων εἰς ξένας ἀρχὰς ἕνεκα τῶν ἀξιοποίνων πράξεών των. Θὰ ἀναγνώσω αὖθις τὸ ἄρθρον 4 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, διότι εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ τὸ μελετήσητε, ὅσοι δὲν εἴχετε ἀφορμὴν νὰ τὸ ἀναγνώσητε, ὡς μὴ ἀσχολούμενοι εἰς τὰ νομικά. Τὸ ἄρθρον 4 εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ (ἀναγινώσκει): «Δι’ ἰδιαιτέρου νόμου θέλει ἀποφασισθῆ κατὰ ποίας περιπτώσεις καὶ τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ γίνεται ἡ παράδοσις ξένων εἰς ξένας ἀρχάς, ἕνεκα τῶν ἐν ἀλλοδαπῇ πραττομένων κακουργημάτων καὶ πλημμελημάτων». Ἐρωτῶ ὑμᾶς καὶ αὖθις — ἀπαντήσατέ μοι — ἰσχύει ἢ δὲν ἰσχύει τὸ ἄρθρον 4 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας; Ἂν ἰσχύῃ, τίς ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος σᾶς ἐπιτρέπει τὴν ἔκδοσιν; Ἀλλὰ... δὲν ἐγένετο ἔκδοσις! Θὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Ἄρχομαι ὅμως ἐγὼ ἐκ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων, ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, διότι — διὰ νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἔκφρασιν ἑνὸς διαπρεποῦς μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω βραδύτερον, — οὐδὲν ἄλλο ἐγένετο ἢ σιωπηλή, συγκεκαλυμμένη ἔκδοσις, καὶ πρέπει νὰ ἐξαντλήσω τὸ θέμα τῆς ἐκδόσεως, διὰ νὰ προχωρήσω εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως. Πρέπει νὰ μὴ μείνῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι οὐδὲν εἶχε δικαίωμα νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς ἔκδοσιν. Θὰ τὴν παρακολουθήσω ὅμως καὶ εἰς τὸ τελευταῖον ἔρεισμά της, εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως. Δὲν λαμβάνω ἀπάντησιν εἰς τὰς ἐρωτήσεις μου. Ὑποθέτω ὅτι ἢ ἐγὼ ἔχω δίκαιον, ἢ πρόκειται βραδύτερον νὰ ἀκούσω νόμον τινὰ, καταργήσαντα τὸ ἄρθρον 4 τῆς Ποιν. Δικονομίας· διότι, ἂν τοῦτο δὲν ἀποδειχθῇ, ἔκδοσις ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύναται νὰ γείνῃ Ἐν ἐποχῇ ἀπολύτου μοναρχίας, Κύριοι, ὡς γινώσκετε ἄριστα, διετάχθησαν ταῦτα, ἐν ἐποχῇ ἀπολύτου μοναρχίας ἦλθε τὸ διάταγμα τοῦ 1834, ὅπερ ἐν ἄρθρῳ 3 διέταξε τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Ὁσάκις ζητηθῇ παρὰ τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν ἡ παράδοσις ὑπηκόων Ὀθωμανῶν, οἵτινες κατέφυγον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἑκάστη περίπτωσις θέλει μᾶς ἀναφέρεσθαι ἰδιαιτέρως, μέχρις ὅτου κανονισθῶσιν ἀκριβέστερον τὰ τοιαῦτα διὰ συνθηκῶν ἢ γενικῶν διαταγμάτων. Καὶ ἤδη δὲ θέλομεν λαμβάνει μόνον ἐκείνας τὰς περὶ παραδόσεως αἰτήσεις, αἵτινες, ἐπιστηριζόμεναι εἰς κατηγορίαν ῥητοῦ κακουργήματος καὶ ἐφοδιασμέναι μὲ ἀποχρώσας ἀποδείξεις, παρέχουν ἐν ταὐτῷ ἐχέγγυον τὴν ἀσφάλειαν περὶ τῆς διὰ τῶν τακτικῶν κριτηρίων δικάσεως τοῦ παραδοθησομένου.» Ἀνέγνων, Κύριοι, τὸ διάταγμα, διότι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀνέφερε τὸ προηγούμενον τοῦ Πλευρίτου. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τῆς πράξεως ἐκείνης. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐστηρίχθη εἰς τοῦτο, καὶ εἶχε τέλος ἔδαφος, εἰς τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ σταθῇ κἄπως, ἔστω καὶ ἀσθενῶς. Καὶ τί ἀπήντα, Κύριοι, ἓν διαπρεπέστατον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν δὲν δύνανται νὰ μὴ ἔχωσιν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην διὰ τὰ φῶτά του, διὰ τὴν γνῶσιν τῶν νόμων, διὰ τὴν ἀγάπην του πρὸς τὴν πατρίδα; Λάβετε, παρακαλῶ, ὑπομονὴν νὰ σᾶς ἀναγνώσω, ὄχι ὅλην τὴν ἀγόρευσίν του κατὰ τὴν 22 Μαρτίου 1883, ἀλλὰ τοὐλάχιστον περικοπὰς (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἰδίως ἐντύπωσιν, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὸν λόγον, εἶναι, ὅτι ἡ Ἀστυνομικὴ ἀρχὴ ἐπεβίβασεν αὐτὸν εἰς τὸ Αὐστριακὸν ἀτμόπλοιον, καὶ ὅτι τὸν κατηύθυνεν εἰς χώραν ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν δυναστείαν διατελοῦσαν, εἰς τὴν Κρήτην δηλαδή. Εἰς τὴν χώραν ἐκείνην ἑπόμενον ἦτο νὰ συλληφθῇ καὶ νὰ δικασθῇ κατὰ τοὺς νόμους τῆς χώρας ἐκείνης, ἀφοῦ ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν θέλει δικασθῇ, ἐπράχθη ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς χώρας ἐκείνης. Μὲ ἐπληροφόρησαν μάλιστα, καὶ ἄλλο τι περισσότερον, ἤτοι ὅτι ἐγνωστοποιήθη εἰς τὴν Τουρκικὴν Πρεσβείαν, ὅτι οὗτος ὁ ἄνθρωπος ἀποστέλλεται διὰ τοῦ Αὐστριακοῦ ἀτμοπλοίου εἰς τὴν Κρήτην, ἥτις εἰδοποίησεν, ὡς εἴπετο, τὰς ἐν Κρήτῃ τουρκικὰς ἀρχὰς, ἵνα συλλάβωσι τὸν ἄνθρωπον.» Δὲν ἔχομεν ἤδη εἰδοποίησιν, ἂν δὲν εἰδοποιήθη ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἂν εἰδοποιήθη, θὰ εἰδοποιήθη βεβαίως ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Πρεσβείαν. Ἀκούσατε, Κύριοι, τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 4 τῆς Ποιν. Δικονομίας, γενομένην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ διαπρεπεστάτου ἐκείνου μέλους τοῦ Κοινοβουλίου τὴν 22 Μαρτίου 1883 (ἀναγινώσκει): «Τοιαύτη πρᾶξις μοὶ ἐφάνη, ὅτι εἶναι σιωπηλή τις ἔκδοσις. Γνωρίζω ὅτι κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Ποιν. Δικονομίας, ἰδίως κατὰ τὸ ἄρθρον 4 αὐτῆς, «δι’ ἰδιαιτέρου νόμου θέλει ἀποφασισθῆ κατὰ ποίας περιπτώσεις καὶ τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ γίνηται ἡ παράδοσις ξένου εἰς ξένας ἀρχὰς ἕνεκα τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πραττομένων κακουργημάτων καὶ πλημμελημάτων». Γνωρίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νομοθέτου ἦτο νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ κατὰ κανόνα ὡς ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους νὰ ἐκδίδῃ τοὺς ἀλλοδαποὺς, τοὺς μὴ ὑπαγομένους εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην, καθ’ ὃ πράξαντας ἐγκλήματα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατ’ ἀλλοδαπῶν, ἀλλὰ νὰ φροντίσῃ νὰ κανονίσῃ δι’ ἄλλων νόμων καὶ τὰς περιπτώσεις καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν τὸ Κράτος ἤθελεν ἀναλάβει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκδίδῃ αὐτοὺς εἰς ἄλλο Κράτος.» Δὲν σᾶς ἀναγινώσκω τὰ περιπλέον, διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράζω. Ὑποθέτω, ὅτι πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἐμάντευσαν τὸν διδάξαντα εἰς τοὺς Βουλευτὰς—εἶχον δὲ καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι τότε ἐνταῦθα—ὅτι μόνον διὰ νόμου ἠδύνατο νὰ κυρωθῇ συνθήκη περὶ ἐκδόσεως· ἐνοήσατε ὅτι ἦτο ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἐντριβέστατος περὶ τὰ νομικά! Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὲ φωτίσῃ—διότι εἶμαι ἐντὸς σκότους— τί ἔκτοτε ἔλαβε χώραν καθ’ ὅλον τὸ δεκατριετὲς διάστημα, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε τὴν γνώμην ταύτην, ἵνα νομίζῃ τὸ ἐναντίον; Ἀλλ’ ἐγὼ δίδω τὴν ἀπάντησιν, ἣν ἑτοιμάζεται νὰ δώσῃ: «Δὲν ἐγένετο ἔκδοσις». Ἡμεῖς ἐν τούτοις θὰ κρίνωμεν, ἂν ἐγένετο ἔκδοσις ἢ οὔ, ἢ ἂν ἐγένετο ἀπέλασις. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ κατὰ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις ἐν ἐποχῇ ἀπολύτου μοναρχίας ἠδύνατο νὰ συλληφθῇ ὁ πολίτης ἄνευ ἐντάλματος, ἄνευ τοὐλάχιστον ἐκθέσεως συλλήψεως, ἄνευ ἐκθέσεως ἁρμοδίας ἀρχῆς, ἐξηγούσης τὸν λόγον τῆς συλλήψεως; ἀμφιβάλλω. Ἀλλ’ ἐὰν ἀμφιβάλλω διὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀπολύτου μοναρχίας, βεβαίως, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἀμφιβάλλω διὰ τὴν ἐποχὴν, ἀπὸ τῆς ὁποίας τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἔχει Σύνταγμα· διότι ἦλθε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 καὶ κατόπιν τὸ τοῦ 1864, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψεν εἰς τὰ ἄρθρα 4, 5, 7 καὶ 32 ἄλλας διατάξεις, πρὸ τῶν ὁποίων τὰ πάντα παραμερίζουσιν. «Ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος»· οὐχὶ μόνον τῶν ἡμεδαπῶν, ἀλλὰ παντὸς πατοῦντος τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος. (Ἀναγινώσκει τὰ ἄρθρα 4, 5, 7 καὶ 52 τοῦ Συντάγματος). Ἡ Ἑλλὰς λοιπὸν, Κύριοι, δὲν ἔχει τὴν νομοθεσίαν τὴν Γαλλικὴν, ἔχει ἄλλην νομοθεσίαν, δυνάμει δὲ τῆς νομοθεσίας ταύτης κανονίζει τὸ ζήτημα τῆς ἐκδόσεως. Μετὰ τῆς Τουρκίας ὑπεγράφη ἡ σύμβασις τῆς 27 Μαΐου 1855 περὶ λιποτακτῶν ναυτῶν, ἀκολούθως ἡ ἀπὸ 8 Ἀπριλίου 1856 διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας καὶ περὶ λιποτακτῶν τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν λῃστείαν, δὲν ἰσχύει πλέον. Μετὰ τῆς Αὐστρίας ἐκυρώθη συνθήκη διὰ τοῦ νόμου ΦϚʹ τοῦ 1875 περὶ ἀποδόσεως τῶν λιποτακτῶν τοῦ ναυτικοῦ. Μετὰ τῆς Ἀγγλίας ἐπίσης, διὰ τοῦ νόμου ΦΟΕʹ τοῦ 1876, συνθήκη περὶ ἐκδόσεως ναυτῶν. Μετὰ τῆς Ἰταλίας τέλος, Κύριοι,—καὶ εἰς τοῦτο ἐφιστῶ ἰδιαιτέρως τὴν ὑμετέραν προσοχὴν—ὑπεγράφη σύμβασις τῆς 5 Νοεμβρίου τοῦ 1877. Εἶναι ἡ μόνη εἰδικὴ σύμβασις περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν, κυρωθεῖσα διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Μαΐου 1878. Ἀλλ’ ὁποίας προφυλάξεις ἔλαβεν ἡ Ἑλλὰς διὰ τὴν ἔκδοσιν παντὸς ἀλλοδαποῦ; Δὲν θέλω νὰ καταχρασθῶ τὴν ὑμετέραν ὑπομονὴν, καὶ δὲν θέλω νὰ ἀναγνώσω εἰς ὑμᾶς τὰς σοφὰς ἀληθῶς διατάξεις, τὰς ὁποίας περιέχει ἡ σύμβασις αὕτη. Ἀπαιτεῖται αἴτησις ῥητὴ καὶ ἔγγραφος τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, διαβιβαζομένη ἁρμοδίως διὰ τῆς Πρεσβείας, ἀπαιτεῖται βούλευμα τῶν ἰταλικῶν δικαστηρίων, ἀπαιτεῖται διαδικασία ἐπιμελὴς, ὅπως βεβαιωθῇ ἡ ταυτότης, καὶ ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις ἐκδόσεως, ἐξαιροῦνται δ’ ὡρισμένα ἀδικήματα· ὁ κατηγορούμενος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραστῇ ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν μετὰ συνηγόρου, νὰ ἀντικρούσῃ τὴν κατηγορίαν· γίνεται ὁλόκληρος δίκη. Καὶ πῶς, Κύριοι, ἡ ἀνακολουθία αὕτη τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας; προκειμένου λόγου περὶ τοιαύτης ἐκδόσεως, νὰ γίνωνται τόσα καὶ τόσα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ὑπάρχῃ δῆθεν τὸ δικαίωμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐκσφενδονίζωνται οἱ ἀλλοδαποὶ, οἵτινες ἔρχονται ἐδῶ, ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, δι’ ἑνὸς ἀστυνομικοῦ κλητῆρος; Ἀλλά, Κύριοι, ἐματαιοπόνησα, διότι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ λέγουσιν, ὅτι δὲν προέβησαν εἰς ἔκδοσιν. Ἡμεῖς γνωρίζομεν, τί ἐγένετο, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ὅμως δὲν τὸ παραδέχονται· εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς παρακολουθήσωμεν εἰς τὸ τελευταῖον ὀχύρωμά των, εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως. Δὲν ἀμφισβητεῖται σπουδαίως πλέον, ὅτι πᾶσα Πολιτεία ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως, διότι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως εἶναι τὸ συμπλήρωμα τοῦ ἑτέρου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶσα Πολιτεία, τοῦ νὰ τιμωρῇ τὰ ἀδικήματα. Ὁσάκις λοιπὸν ἕνεκα ἰδιαιτέρων περιπτώσεων δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ μέχρι ποινῆς, πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα τινὰ πρὸς ἰδίαν ἀσφάλειαν, καὶ ἐντεῦθεν ἐγεννήθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως. Ὑπάρχουσι συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν θέτουσι περιορισμόν τινα, ἀλλ’ οἱ ἔξοχοι, αἱ sommités τῆς ἐπιστήμης, βεβαίως δὲν παραδέχονται τοῦτο· ἰδίως οἱ νεώτεροι, ὁ Pasquale Fiore, ὁ Bluntschli (πρὸς τὸν ὁποῖον δικαίως ἐξέφρασε τὸν θαυμασμόν του προχθὲς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς) ὁ Pradier Fodéré, ὁ Ortolan, ὁ Heffter, πάντες αὐτοὶ, ἰδίως οἱ δύο πρῶτοι, παραδέχονται τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως, ἀλλὰ τὸ παραδέχονται ὑπὸ περιορισμούς· δὲν εἶναι τὸ δικαίωμα ἀπόλυτον, ὑποβάλλεται εἰς κανονισμοὺς καὶ διατυπώσεις· καὶ ὀρθότατα. Ἐκτὸς τοῦ Pasquale Fiore, τοῦ ὁποίου δὲν σᾶς ἀναγινώσκω τὴν γνώμην, διὰ νὰ συντομεύσω, ὁ Bluntschli λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ δικαίωμα τῆς ἐξώσεως τῶν ἀλλοδαπῶν δὲν εἶναι ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ Κράτους· ἡ παραδοχὴ αὐτοῦ ἤθελεν αὖθις παραβλάψει τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας τῶν διεθνῶν σχέσεων. Τὸ Κράτος δὲν εἶναι ὁ ἀπόλυτος κύριος οὔτε τοῦ ἐδάφους, οὔτε τῶν κατοίκων τῆς χώρας. Ἡ ἀρχαία θεωρία, στηριζομένη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ μεσαιῶνος, ὅτι τὸ Κράτος εἶναι κύριος τοῦ ἐδάφους, καταχρηστικῶς ἐξήγαγε τὴν ἰδέαν τῆς ἀπεριορίστου κυριαρχίας τοῦ Κράτους. Ἐν τούτοις ἀναγνωρίζουσι σχεδὸν πανταχοῦ εἰς τὸ Κράτος τὴν ἐξουσίαν νὰ ἀποπέμπῃ τοὺς ἀλλοδαποὺς ἕνεκεν ἁπλοῦ διοικητικοῦ μέτρου, καὶ χωρὶς τὰ ἐκ τοῦ μέτρου τούτου προσβαλλόμενα πρόσωπα νὰ δύνανται νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια.» Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνέφερε παραδείγματα τῆς Ἰταλίας, ἀνέφερε παραδείγματα τῆς Γαλλίας, μὲ πόσην εὐκολίαν οἱ δημοσιογράφοι ἐκδιώκονται ἐκεῖθεν, ἁπλούστατα· ἀνέφερε προσέτι συγκεκριμένως δύο παραδείγματα, τὸ τοῦ Ξύδη, τὸν ὁποῖον ἠθέλησε νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἐκδοθέντα, καὶ τὸ τοῦ Οἰκονόμου. Συνέπεσε, Κύριοι, νὰ γνωρίζω τί συνέβη ὡς πρὸς τὸν Ξύδην. Ὁ Ξύδης, ὡς μὲ ἐπληροφόρησαν, ἐξετέλεσεν ἀξιόποινον πρᾶξιν ἐν Ἑλλάδι, ἐδραπέτευσε καὶ μετέβη εἰς τὴν Ἀμερικήν· εἰς τὸ Βουένος Ἄϋρες ὅμως διέπραξε δύο φόνους· συνέπεσε τότε νὰ ἦναι ἐκεῖ, ὡς Γάλλος πρόξενος, ὁ κύριος Ρουβιὲ, ὅστις κατόπιν ἐγένετο Γάλλος τοποτηρητὴς εἰς Τύνιδα· ἐκ συμπτώσεως ἐγίνωσκε τὸ ποιὸν τοῦ Ξύδη, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἔχω ἄλλην ἀφορμὴν νὰ γνωρίζω ἢ ἐκ μόνης τῆς διηγήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς ἐμὲ ἀπὸ πηγῆς, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἀμφιβολίαν. Ὁ Γάλλος τοποτηρητὴς λοιπὸν ἐν Τύνιδι, ἰδὼν τὸν Ξύδην καὶ ἐνδιαφερόμενος διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν, ἠθέλησε νὰ τὸν ἐκδιώξῃ ἐκεῖθεν, καὶ ἀπετάθη, ἵνα τὸν προσφέρῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Δὲν βλέπω διατὶ νὰ μὴ τὸν δεχθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅταν μία ξένη Κυβέρνησις τῆς παραδίδῃ αὐθορμήτως ἕνα ἔνοχον καταδιωκόμενον. Λοιπὸν ὁ Γάλλος τοποτηρητὴς ἐξεδίωξεν ἐκεῖθεν τὸν Ξύδην. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχει ἄλλη νομοθεσία, ἄλλα δικαιώματα, ἰδίως δὲ ἐπ’ ἐσχάτων, κύριοι συνάδελφοι,—καὶ τοῦτο πρέπει νὰ μὴ λησμονῆτε—ἕνεκα τῶν κακουργημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα προέβησαν οἱ ἀναρχικοί, ἐγένοντο νόμοι ἔκτακτοι, οἱ ὁποῖοι δίδουσιν ἀπεριόριστον ἐξουσίαν εἰς τοὺς νομάρχας, δυναμένους νὰ ἐκδιώκωσι πολὺ εὐκόλως πάντα, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ὑπόνοιά τις, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνος. Ἐπ’ ἐσχάτων δὲ καὶ δι’ ἄλλον ἀκόμη λόγον ἐψηφίσθη ὁ νόμος τῆς 8 Αὐγούστου 1893, πρὸς προστασίαν κατὰ τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας, ὑποχρεοῦνται δὲ πάντες οἱ ἐκεῖ μεταβαίνοντες νὰ ὑποβάλλωνται εἰς διατυπώσεις ἰδιαιτέρας, καὶ ἂν δὲν συμμορφωθῶσι πρὸς αὐτάς, ἐκδιώκονται. Τί συνέβη δὲ ὡς πρὸς τὸν κλέπτην τοῦ συμβολαιογραφείου τοῦ κ. Γλυκοφρύδου. Τὰ γεγονότα, ὡς τὰ ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι ἐντελῶς ἀκριβῆ κατὰ τὰ λοιπά, εἶναι ὅμως ἀνακριβῆ κατὰ τὸ οὐσιωδέστερον. Σπεύδω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ ἀποδώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι ἐκ προθέσεως ἔδωκε τὴν πληροφορίαν ταύτην, ἀλλὰ βεβαίως θὰ ὑπῆρξε κακὴ εἰσήγησις· Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι, ἀφοῦ ἐκρατήθη εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ πολὺν χρόνον ὁ Οἰκονόμου, ἐξεδιώχθη μέχρι τῶν ἰταλικῶν ὁρίων· ὥστε ἠδύνατό τις νὰ ἔχῃ ὡς συμπέρασμα, ὅτι, ἀφοῦ ἐξεδιώχθη μέχρι τῶν ἰταλικῶν ὁρίων, ὑπάρχει δὲ συνθήκη ἐκδόσεως μεταξὺ ἡμῶν καὶ Ἰταλίας, ἄρα ἐμμέσως ἐξεδόθη εἰς τὴν Ἑλλάδα.

§26ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν τὸ εἶπον αὐτό.

§27Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν τὸ εἴπετε. Εἴπετε ὅτι ἐξεδιώχθη μέχρι τῶν ἰταλικῶν ὁρίων. Τὸ συμπέρασμα τὸ ἐξάγω ἐγώ, ὅτι, ἀφοῦ ἐξεδιώχθη μέχρι τῶν ἰταλικῶν ὁρίων, ὑπάρχει δὲ συνθήκη ἐκδόσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας, ἄρα ὑπάρχει μία ἔκδοσις κατὰ τὸ σύστημα Χαμμερστάϊν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο, κύριε Ὑπουργέ. Ἐζήτησα νὰ πληροφορηθῶ ἀκριβῶς, καὶ ἀπηύθυνα ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κύριον Καλογερόπουλον, τὸν πρώην συνάδελφόν μας, ὡς βουλευτὴν Χαλκίδος, ὅστις ἦτο πληρεξούσιος τοῦ κ. Γλυκοφρύδου καὶ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους γινώσκει τὰ τῆς ὑποθέσεως, καὶ ὅστις δι’ ἐπιστολῆς του, τῆς ὁποίας μοὶ ἔδωκε τὴν ἄδειαν νὰ κάμω χρῆσιν, ἀφοῦ βεβαιοῖ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως τὰ γεγονότα, συμφώνως πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, προσθέτει τὰ ἀκόλουθα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐν συντόμῳ τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἐπιστολῆς (ἀναγινώσκει): «Καταλιπὼν τὴν Μασσαλίαν ὁριστικῶς κατὰ τὰς ἀρχὰς Σεπτεμβρίου 1894, οὐδόλως παρηκολούθησα ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν τύχην τοῦ συλληφθέντος. Κατὰ τὸ παρελθὸν ὅμως θέρος μεταβὰς αὖθις εἰς Μασσαλίαν καὶ συναντήσας δύο ἐκ τῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες εἶχον ἐκτελέσει τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος σύλληψιν, ἔμαθον παρ’ αὐτῶν, ὅτι λόγῳ τῶν διαπραγματεύσεων περὶ ἐκδόσεως ὁ συλληφθεὶς Β. Οἰκονόμου ἐκρατήθη ἐν ταῖς φυλακαῖς μέχρι τῶν ἀρχῶν Μαρτίου 1895, ὁπότε, διαταχθείσης τῆς ἀπελάσεώς του ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ ἐδάφους, ὡδηγήθη οὗτος τῇ αἰτήσει του εἰς τὰ πλησιέστερα Ἑλβετικὰ σύνορα, ὑπὸ συνοδίαν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν ὑπηρετούντων. «Μηδένα ἔχων λόγον νὰ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὡς ἀνωτέρω ἐκτιθεμένων, οὐδεμίαν αἰσθάνομαι δυσκολίαν, ὅπως ἀφήσω ὑμῖν πλήρη ἐλευθερίαν πρὸς ἀνακοίνωσιν αὐτῶν.» Ἐὰν λοιπὸν ὁ Οἰκονόμου ἔμεινεν εἰς τὰς φυλακάς, μὴ ὑπαρχούσης συνθήκης ἐκδόσεως, ἂς ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἠδύνατο ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος νὰ τὸν παραδώσῃ, βεβαίως τὸν εἶχε συλλάβει δυνάμει τῶν νόμων αὐτῶν, περὶ τῶν ὁποίων πρότερον ἔλεγον· ἠδύνατο νὰ τὸν παραδώσῃ, ὡς ὕποπτον εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, διότι βεβαίως οἱ ὑπόδικοι ἔχουσι περισσοτέραν συναναστροφὴν μετὰ τῶν ἀναρχικῶν, τὸν ἐκράτει, δ’ ἐκεῖ διὰ τὰς διαπραγματεύσεις. Ὅταν ὅμως ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις διὰ τοῦ πρώην συναδέλφου ἡμῶν κ. Δ. Στεφάνου ἐζήτησε τὴν παράδοσίν του, ἐδέχθη ἡ Γαλλική, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος· τότε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπήντησεν ὅτι δὲν δύναται, ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐβεβαίωσεν, ἕνεκα τῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Οὐδεμίαν λοιπὸν ἔχει ἀναλογίαν τὸ παράδειγμα τοῦ Ξύδη, οὔτε τὸ τοῦ Οἰκονόμου, οὔτε τὸ τῶν δημοσιογράφων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπελάθησαν, ὡς ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, πρὸς τὴν συγκεκριμένην περίστασιν. Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν διαβατηρίων τοῦ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει διατάγματος.

§28Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔληξε;

§29Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρὸ πολλοῦ· πρῶτον κατηργήθη ῥητῶς διὰ μεταγενεστέρου νόμου, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἐσωτερικὰ διαβατήρια, εἶτα κατηργήθη, διότι οὐδεὶς τῶν συμπολιτῶν μας, κύριοι συνάδελφοι, ἠνωχλήθη, λόγῳ ὅτι δὲν ἐτήρησε τὸν νόμον περὶ διαβατηρίου. Πρὸ τούτου ὅμως, κύριε συνάδελφε, πρέπει νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὰ ἄρθρα 36 καὶ 37 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἄνδρου σᾶς ἀνέφερεν, ἀλλὰ νὰ προσθέσω καὶ σᾶς ἀναγνώσω μάλιστα τὸ ἄρθρον 699 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον εἶναι ad hoc, καὶ παρακαλῶ ὄχι μόνον τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ μὲ πληροφορήσωσι, τί σημαίνει τὸ ἄρθρον 699 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὅταν λέγῃ τὰ ἑξῆς: «Μὲ κράτησιν μιᾶς μέχρις ἓξ ἑβδομάδων, ἢ μὲ πρόστιμον εἴκοσι μέχρις ἑκατὸν πεντήκοντα δραχμῶν, τιμωρεῖται ὅστις, διαταχθεὶς παρὰ τῆς ἀστυνομίας νὰ ἐγκαταλίπῃ ἐπαρχίας τινὰς ἢ τόπους, ἀντιβαίνει εἰς τὴν διαταγὴν ταύτην...» Περιττὸν νὰ σᾶς ἑρμηνεύσω τὸ ἄρθρον.

§30ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐδῶ δὲν εἶναι ἡ περίπτωσις αὐτή.

§31Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ἡ περίπτωσις αὐτή, διότι συνδυάζεται μὲ τὸ διάταγμα τοῦ 1835, τὸ ὁποῖον ἠθέλησαν διὰ νεκραναστάσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ φέρωσιν εἰς τὸ μέσον.

§32ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἰσχύει τὸ διάταγμα περὶ τῶν διαβατηρίων, ἔχει τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἢ τὸ ἀντιβαῖνον εἰς τοὺς νόμους ἡ ἀπέλασις;

§33Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἀναγνωρίζω ὡς ὑπάρχον τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ κατηργημένον τὸ διάταγμα περὶ διαβατηρίων δι’ ἀχρηστίαν, διότι δὲν δύναται δι’ ἀχρηστίαν νὰ καταργηθῇ νόμος δημοσίας τάξεως, ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, πόσα μέτρα θέλουσι νὰ ἔχωσι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων; καὶ ἠρώτησα δι’ ὡρισμένων ἐρωτήσεών μου, εἰς ποίους ἄλλους ἐφαρμόσθη τὸ διάταγμα τοῦτο; εἰς ποίους ἄλλους ἐφαρμόσθη σήμερον, χθὲς, προχθὲς, ἀπὸ τῆς 15 Δεκεμβρίου μέχρι σήμερον; Καὶ θέλω ἔλθει, κύριε συνάδελφε, ἀκριβῶς εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ διατάγματος τοῦ 1835, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ μέσῳ τόσων ἄλλων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν ἀνέπτυξεν εἰς τὰς λεπτομερείας του. Τὸ ἄρθρον 699 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὸ διάταγμα τὸ μεταγενέστερον τῆς 28 Μαρτίου 1835, σᾶς λέγει ὅτι, ἵνα γείνῃ ἀπέλασις ἐν γένει,—διότι ὁ Ποινικὸς Νόμος ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶχε κανονίσει τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς ποινῆς διὰ τὴν παραβίασιν τῆς ἀπελάσεως, —πρέπει πρῶτον νὰ διαταχθῆτε, νὰ ἀπειθήσητε, νὰ εἰσαχθῆτε εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, νὰ δικασθῆτε, νὰ ἀπολογηθῆτε, καὶ τότε νὰ τιμωρηθῆτε. Ἀλλ’ ἂς ἑρμηνεύσωμεν τὸ διάταγμα περὶ διαβατηρίων, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου βλέπω ἰδιαιτέραν στοργὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ φίλον μου κ. Ἀγγελόπουλον...

§34Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν. Ἁπλῶς σᾶς ἠρώτησα, ἐὰν ζῇ.

§35Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κοιμᾶται.

§36Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ ποῖον τρόπον κοιμῶνται οἱ νόμοι;

§37Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διὰ καταχρήσεως. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ὅλοι εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τῶν νόμων.

§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ Ἕλληνες.

§39Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν γίνεται διάκρισις· τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας. Σᾶς ἀνέγνωσα πρὸ μικροῦ τὰ σχετικὰ ἄρθρα. Τί λέγει λοιπὸν τὸ διάταγμα αὐτό; Ἐν ἄρθρῳ 17 λέγει (ἀναγινώσκει): «Οἱ εἰς τὸ Βασίλειόν μας ἐμβαίνοντες ἀλλοδαποὶ ὀφείλουν, ἅμα φθάνουν εἰς τὸν ἐν τοῖς μεθορίοις πρῶτον δῆμον, νὰ διενεργῶσι τὴν ἐπικύρωσιν τῶν διαβατηρίων των. Θέλει δὲ ἀπαγορεύεται ἡ εἴσοδος εἰς ἐκεῖνον, ὅστις δὲν εἶναι ἐφωδιασμένος μὲ τακτικὸν διαβατήριον.» Τὸ ἄρθρον 19 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ μὴ μὲ διαβατήριον ἐφωδιασμένος ὁδοιπόρος ὁδηγεῖται ἐνώπιον τοῦ δημάρχου, ὅστις ἀκροάζεται καὶ ἐξετάζει αὐτὸν καὶ τὸν βάλλει ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ἐὰν δὲν δυνηθῇ νὰ δώσῃ ἐγγυητὴν κάτοικόν τινα ἐκ τοῦ δήμου ἐκείνου, ἢ ἐὰν δὲν δυνηθῇ νὰ ἀποδείξῃ τὸν ἑαυτόν του κατ’ ἄλλον τρόπον ἀνύποπτον.» Ἐρωτῶ, ὁ Γερμανὸς αὐτὸς προσεκλήθη νὰ δώσῃ ἐγγύησιν καὶ ἠρνήθη; Δὲν ἤκουσα καμμίαν ἀπάντησιν. Ἑρμηνεύω, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ διάταγμα, τοῦ ὁποίου τὴν ἐφαρμογὴν ἐποπτεύετε ὑμεῖς, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐστηρίχθητε, ἵνα ἀπαντήσητε.

§40ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐφωράθη ἀποκρύπτων ἑαυτόν.

§41Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ἤ. Ἀκούσατε καὶ κατωτέρω. Ἄρθρον 20 (ἀναγινώσκει): «Ὁ δήμαρχος δύναται κατὰ τὰς περιστάσεις νὰ ἀπαιτῇ ἀπὸ τοὺς τοιούτους ὁδοιπόρους χρηματικὴν ἐγγύησιν, μέχρις ὅτου δώσουν ἐγγυητὴν, ἢ παρουσιάσουν ἀποχρώσας ἀποδείξεις ἢ ἐὰν ἤθελεν ὑπάρχει κατ’ αὐτῶν βάσιμός τις ὑποψία παραβάσεως νόμων, θέλει λαμβάνει μέτρα κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον αὐστηρότερα, σύμφωνα μὲ τοὺς περὶ τούτων ὅρους τῶν γενικῶν διαταγμάτων, ἢ μέτρα νομιζόμενα θεμιτά.» Ἄρθρ. 21—καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ διακόψητε, κύριε συνάδελφε ἐκ Μήλου—(ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὴν ἐπὶ ματαίῳ παρέλευσιν τῆς προθεσμίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὤφειλεν ὁ ὁδοιπόρος νὰ δώσῃ ἐγγυητὴν ἢ χρηματικὸν ἐνέχυρον, ἢ νὰ παρουσιάσῃ τὰς ἀναγκαίας ἀποδείξεις, δύναται ὁ δήμαρχος, καὶ κατὰ τὰς περιστάσεις ὑποχρεοῦται, νὰ ἐκδώσῃ πρὸς αὐτὸν τὸ διαβατήριον, τὸ ὁποῖον θέλει διαλαμβάνει συντόμως τὰ διατρέξαντα, καὶ σημειώνει ὁριστικῶς τὴν τηρηθησομένην ἀπὸ τὸν ὁδοιπόρον ὁδὸν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν θέλει ἀπομακρυνθῆ ἐπὶ ποινῇ φυλακίσεως. «Εἰς περίπτωσιν δὲ, καθ’ ἣν ἤθελον ὑπάρχει ἐναντίον τοῦ ὁδοιπόρου ἰδιαίτεροι λόγοι ὑποψίας, τότε πρέπει νὰ ἐφαρμόζωνται κατ’ αὐτοῦ τὰ διοριζόμενα ἀσφαλιστικὰ μέτρα εἰς τοὺς γενικοὺς κανονισμοὺς καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὰς διατάξεις τῆς ὑπηρεσίας τῶν χωροφυλάκων.» Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἀπροκαλύπτως. Ἐὰν δι’ οἱονδήποτε λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ἔδωκε τὴν ἀφορμὴν εἰς τὴν παραβίασιν, παρασύρας καὶ Ὑπουργὸν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν καὶ ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν, ἠναγκάσθη νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως, ὤφειλε νὰ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα καὶ μὲ θάῤῥος νὰ εἴπῃ: «ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην· τὸν παρέδωκα, διότι τὸν ἐθεώρουν ὕποπτον».

§42Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν παρέδωκε κανείς.

§43Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. «Τὸν παρέδωκα, διότι τὸν παρέδωκα». Δὲν εἶναι σπουδαῖον, κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι σπουδαῖον, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ λέγῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι «τὸν ἀφῆκα ἐλεύθερον, ἀλλὰ τοῦ ἔδειξα τρία στόματα λεόντων, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ καταβροχθισθῇ, διότι τῷ ὑπέδειξα ὅτι ὤφειλεν ἐντὸς ὀλιγίστων ὡρῶν νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, καὶ μόνον περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ τρόπου τοῦ θανάτου του ἠδύνατο νὰ ἐκλέξῃ, διότι δι’ οἱασδήποτε ὁδοῦ καὶ ἂν ἀνεχώρει ἐξ Ἀθηνῶν, θὰ εὑρίσκετο ἐν Βερολίνῳ». Δὲν εἶναι, Κύριοι, σπουδαῖα ταῦτα. Ἄνθρωποι εἴμεθα, ὑποκείμεθα εἰς πλάνας, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ τὸ θάῤῥος νὰ λέγωμεν τὰ πράγματα μὲ τὴν ἀλήθειαν αὐτῶν. Τίς ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, τίς ἐξ ὑμῶν, ἐρωτῶ, δύναται νὰ παραδεχθῇ ὅτι ἐνησκήθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως καὶ ὅτι δὲν ἐγένετο σιωπηλὴ ἔκδοσις,—ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε, προκειμένου περὶ τοῦ Πλευρίτου,—σιωπηλὴ ἔκδοσις, παρὰ τὸν ποινικὸν νόμον καὶ τὸ Σύνταγμα; Εἶναι λυπηρὸν, Κύριοι, νὰ συγκρίνῃ τὴν περίπτωσιν ταύτην, ἐν ἔτει 1896, μὲ ἄλλην περίστασιν, συμβᾶσαν ἐν ἔτει 1875. Τότε ἄλλοι ἄλλως ἐσκέπτοντο περὶ τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας. Κατέφυγεν ἐνταῦθα ὁ Βαζαὶν, ὅστις κατηγορεῖτο, ἂν καλῶς γινώσκω, ἐπὶ ἐγκλήματι ἐσχάτης προδοσίας,—δὲν γνωρίζω καλῶς, πάντοτε ὅμως ἐπὶ βαρυτάτῳ ἐγκλήματι —ἐκρύπτετο εἰς τὸ Ξενοδοχεῖον τῆς «Εὐρώπης,—καὶ τὰ διηγεῖται μάρτυς αὐτόπτης καὶ αὐτήκοος ἐν τῇ «Σάλπιγγι» τῆς Λαρίσης,—τότε ὅμως δὲν ἐγκατέλειψαν τὸν χορὸν οἱ Ὑπουργοὶ καὶ δὲν ἐπροθυμοποιήθησαν, ἵνα τὸν παραδώσουν εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀλλ’ ἔπραξαν ἄλλο τι, ἔστειλαν τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας καὶ εἰδοποίησαν ἄλλον τινὰ, μεθ’ οὗ ἐθεάθη βαδίζων, καὶ εἰδοποίησαν δι’ ἐκείνου τὸν Βαζαὶν, νὰ ἐγκαταλείψῃ ἀμέσως τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος διὰ τῆς ταχυτέρας ὁδοῦ, ἀλλ’ αὐθόρμητος, καὶ νὰ μεταβῇ ὅπου ἤθελε, διότι ἡ Γαλλικὴ Πρεσβεία ἐζήτει τὴν ἔκδοσίν του. Ἄλλο παράδειγμα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἀνέγνων προχθὲς εἰς τὰς ἐφημερίδας,—καὶ πάντοτε ἔχω τὰς πηγὰς, εἰς ἃς μὲ παρέπεμψεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.—Ὁ Γιάκομψων, Ρῶσσος διερμηνεὺς, κατεδιώκετο ὑπὸ τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ μικρὰ Σερβία εἶχε περισσοτέραν ἀπὸ ἡμᾶς ὑπερηφάνειαν, διότι δὲν τῷ εἶπεν «ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἢ πέντε ὡρῶν, ἢ ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας, νὰ ἐκλέξῃς οἱανδήποτε ὁδὸν, ἵνα διευθυνθῇς εἰς τὴν Πετρούπολιν», ἀλλὰ τῷ ἔδωκε προθεσμίαν δύο ἡμερῶν, ἵνα ἐκλέξῃ οἵαν ἐκεῖνος ἐθεώρει καλλιτέραν ὁδόν. Καταλήγων, Κύριοι, εἰς τὸ συμπέρασμά μου, νομίζω ὅτι δὲν ἀδικῶ τινα, ἐὰν ὑποστηρίξω ὅτι τὸ σύνολον τῶν γεγονότων, ἅτινα ἔλαβον χώραν, ἀποδεικνύει ἀτυχῶς, ὅτι ἐγένετο ἔκδοσις, ἐναντίον ῥητῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας ῥητῶς ἐμνημόνευσα. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ μείνῃ εἰς τὸ ἕτερον ἐπιχείρημά της, ὅτι ἐνήσκησε τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως, παρεβίασε τὰς διατάξεις τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη, τὸν ποινικὸν νόμον (ἄρθρον 699) καὶ τὸν νόμον περὶ διαβατηρίων, διότι δὲν ἔταξε προθεσμίαν· διότι ἡ ἀπείθεια τοῦ ἀλλοδαποῦ ἦτο πταῖσμα, καὶ μετὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῆς πταισματικῆς ἀποφάσεως ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, ἀλλὰ πάντοτε θὰ ἐμεσολάβει χρονικὸν διάστημα τοὐλάχιστον, ἵνα διὰ τῶν πραγμάτων καὶ ὄχι διὰ λόγων δοθῇ ἡ ἐλευθερία πρὸς ἀναχώρησιν. Λυποῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, εἰλικρινῶς λυποῦμαι, διότι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν ἐφάνησαν ἀντάξιοι τῶν προγόνων των, καὶ δὲν ἐμιμήθησαν οὔτε τοὺς Σπαρτιάτας, οὔτε τοὺς ἀρχαίους Ἀθηναίους, ἀλλὰ μετὰ δειλίας παρέδωκαν τὸν Χαμμερστάϊν, ὡς παρεδόθη ὁ Σαμψὼν εἰς τοὺς Φιλισταίους. Ἤκουσα λεγόμενον καὶ πρὸ μικροῦ ἔτι, ὅτι ἡ παράδοσις δὲν εἶναι ἄσχετος μὲ τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ. Δὲν τολμῶ νὰ υἱοθετήσω τοιαύτην ὑπόνοιαν· ἐὰν ὅμως ἠδύνατό τις νὰ ὑποθέσῃ τοῦτο, βεβαίως θὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἡ διπλωματία ἐνεδύθη ἔνδυμα Δαλιδᾶς, καὶ ἀναμένω νὰ ἴδω, ἐὰν τοὐλάχιστον ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀτυχῶς μέχρι τοῦδε οὐδὲν σχετικὸν εἶδον, ἀλλὰ ποτὲ δὲν πιστεύω νὰ συνεδέθη ἡ ὑπόθεσις ὑλικῶν συμφερόντων μὲ τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ μὲ τὸν πρὸς τοὺς νόμους ὀφειλόμενον σεβασμόν. Διὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι τὰ πράγματα εἶναι ἀναμφισβήτητα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρεβίασε ῥητὰς διατάξεις τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ ἀνυψωθῇ εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον τὴν ἔταξαν οἱ θεμελιώδεις νόμοι, νὰ ἐκτελέσῃ δὲ τὸ καθῆκόν της δεόντως.

§44Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν παλαιὰν, ὅσον καὶ ἔνδοξον, πόλιν τῶν Ἀβδήρων, διηγεῖται, κύριοι συνάδελφοι, ὁ χαριέστατος Λουκιανὸς, ὅτι ἐνέσκηψέ ποτε νόσημά τι τοιοῦτον. Μεσοῦντος τοῦ θέρους, καὶ πολλοῦ ὄντος τοῦ φλογμοῦ, τῆς ζέστης δηλαδὴ, πάντες πανδημεὶ οἱ ἀγαθοὶ Ἀβδηρῖται προσεβλήθησαν ὑπὸ ἐλαφρᾶς αἱμοῤῥαγίας τῆς ῥινός. Δύο ἡμέρας μετὰ ταῦτα κατελήφθησαν ὑπὸ σφοδροῦ πυρετοῦ, καὶ πυρέσσοντες—πρᾶγμα παράδοξον—ἐξῆλθον εἰς τὰς ὁδοὺς ὅλοι, καὶ οἰστρήλατοι ἀπήγγελλον μεγαλοφώνως τραγικοὺς στίχους τοῦ Εὐριπίδου καὶ τοῦ Σοφοκλέους, εἰς τρόπον ὥστε πᾶσα ἡ πόλις, λέγει ὁ Λουκιανὸς, ἀνάστατος ἦτο ἐκ κραυγῶν καὶ θορύβου, καὶ ἀνάπλεως αὐτοσχεδίων ὑποκριτῶν. Καὶ τίς μὲν ἐμιμεῖτο τὸν Τελαμώνιον Αἴαν...

§45ΡΑΛΛΗΣ. Αἴαντα.

§46Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ Αἴαντα, ἂν θέλετε... καὶ ἐκραύγαζε καὶ ἠπείλει ὡς ἐκεῖνος, ἄλλος ἔκλαιε καὶ ἐστέναζεν, ὡς ἡ τηκομένη ὑπὸ ἐρωτικῆς φλογὸς Φαίδρα, τρίτος ὠλοφύρετο ὡς Ἑκάβη, καὶ ἄλλος ἐφαντάζετο ἑαυτὸν ὡς δυστυχῆ Πρίαμον, καὶ ἄλλος ἄλλο ὑπεκρίνετο πρόσωπον τραγικόν. Τὸ κακὸν τοῦτο διήρκεσεν ἐπὶ ἡμέρας, ἐπὶ ἑβδομάδας, μέχρις οὗ εὐτυχῶς μέγα κρύος γενόμενον ἐδρόσισε τὸν ὑπερφλεγμαίνοντα ἐγκέφαλον αὐτῶν, καὶ ἡσύχους ἐπανέφερεν οἴκαδε. Ὁ Θεὸς νὰ μὲ συγχωρήσῃ πρῶτος, καὶ κατόπιν ὑμεῖς οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου, περὶ οὗ τοσοῦτος γίνεται ἤδη ἀπὸ μηνὸς λόγος καὶ θόρυβος ἐν Ἀθήναις, εἰς τοιαύτην τινὰ ἀβδηριτικὴν ἔξαψιν, καίτοι εὑρισκόμεθα εἰς μέγα κρύος, πρέπει τις ν’ ἀναζητήσῃ τὴν αἰτίαν. Διότι, ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ ζήτημα Χαμμερστάϊν, δὲν δύναμαι ἢ νὰ θαυμάζω, ὅτι ἁπλούστατον καὶ ἀσήμαντον ἐπεισόδιον, περὶ τοῦ ὁποίου τὸ πολὺ δύνανται ν’ ἀπασχολῶνται σατυρικαί τινες ἐφημερίδες, ἀναβιβάζεται εἰς περιωπὴν ζητήματος, καὶ ἀναμοχλεύεται ὑπὸ σοβαρῶν ἀνδρῶν, καὶ συζητεῖται σπουδαίως. Θαυμάζω καὶ ἀπορῶ ἔτι μᾶλλον, ὅτι αἱ κραυγαὶ καὶ ὁ πλαστὸς θόρυβος, ὁ ἐν ταῖς στήλαις τῶν ἐφημερίδων, μετωχετεύθη καὶ εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, καὶ ὅτι Βουλὴ ἀντιπροσώπων ἑνὸς ἔθνους κρίνει τοῦ κόπου ἀντάξιον νὰ καταναλίσκῃ καιρὸν καὶ χρόνον εἰς συζήτησιν αὐτοῦ, καὶ δὴ μετὰ τοσαύτης σπουδαιότητος καὶ τραγικῆς ζωηρότητος. Ἀλλὰ περὶ τίνος πρόκειται ἀληθῶς, Κύριοι, καὶ ποίαν ἀφορμὴν ἔχει ὅλος ὁ θόρυβος οὗτος; Πρόκειται, καθὼς φαίνεται ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἀστυνόμου, τῆς ὑποβληθείσης εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ μιᾶς ἁπλουστάτης διαταγῆς, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ὅπως παρακαλέσῃ κύριόν τινα ξένον, Γερμανὸν, παρεπιδημοῦντα ἐνταῦθα ὑπὸ τὸ ψευδώνυμον Γουλιέλμος Χέρβερτ, νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶχεν ἢ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ τοιαύτην διαταγήν; ἔχει ἢ δὲν ἔχει ὁ προϊστάμενος τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, ὁσάκις νομίζῃ, κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ κρίσιν, ὅτι δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους ἡ ἐν αὐτῷ διαμονὴ ξένου ὑπόπτου ποιότητος, νὰ παρακαλῇ ἢ προσκαλῇ τοῦτον νὰ ἐξέρχηται τῶν ὁρίων τῆς χώρας; Εἶναι, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἢ δὲν εἶναι ἀνεξέλεγκτον τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, μὴ ὑποκείμενον εἰς κανένα ἀπολύτως περιορισμόν; Τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ ἐξεταστέον εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν, ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο οὐδεὶς τῶν προαγορευσάντων ἔκρινεν ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ἐξετάσῃ. Ὑποθέτω, ὅτι ἀπέφυγον ἐπιμελῶς τὴν ἐξέτασιν ταύτην, καὶ οὐχὶ ἄνευ λόγου, καθόσον εἰς τοιαύτην, τὴν καὶ μόνην προσήκουσαν, ἔρευναν τοῦ ἁπλουστάτου ζητήματος δὲν ἤθελον εὕρει βάσιν νὰ στηρίξωσι τὰς ἐπικρίσεις αὐτῶν. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τῶν κυρίων συναδέλφων, οἵτινες προηγήθησαν ἐμοῦ εἰς τὸ βῆμα κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, ἀλλ’ ὁμολογῶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, καίτοι προσεπάθησα, ὅσον ἦτο δυνατόν, κατὰ ποῖον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι, τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἤσκησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπαγορεύσας τὴν διαμονὴν εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος τοῦ Γερμανοῦ ξένου, ὠνόμαζον διαρκῶς καὶ ἐπιμόνως ἔκδοσιν. Ἡ Διοίκησις ἡ Ἑλληνική, ὡς εἶπον, ἔχουσα ἐλευθερίαν πληρεστάτην νὰ κρίνῃ, ἐνόμισεν ὅτι βλαπτικὴ καὶ ἐπιζήμιος θὰ ἦτο ἡ παρουσία τοῦ Χαμμερστάϊν ἐν Ἀθήναις, καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ φύγῃ τὸ ταχύτερον· τοῦτο ἐγένετο, καὶ τοῦτο πιστοποιεῖται ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, τῶν κατατεθέντων εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄνδρου ὡμίλει εἰς ἡμᾶς ἐπὶ ὥραν περὶ ἐκδόσεως! Ἀλλ’ ἡ ἔκδοσις προϋποθέτει σύλληψιν, ἐγκάθειρξιν, παράδοσιν εἰς ξένας ἀρχὰς, καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς, ἐγένετο τοιοῦτόν τι; ὑπάρχει κανὲν ἔγγραφον, καμμία πληροφορία, οὐχὶ τῶν τριόδων καὶ τῶν ἀνευθύνων δημοσιογράφων, ἀλλ’ ἐπίσημος καὶ ἀξιόπιστος, ὅτι ἐγένετο τοιαύτη τις ἔκδοσις, παράδοσις εἰς ξένας ἀρχὰς, ὡς θέλει νὰ πιστεύσωμεν ὁ κ. Καΐρης; Οὐδὲν τοιοῦτο συνέβη. Ἀλλ’ εἶπόν τινες, καὶ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ὅτι διετάχθη ὁ Χαμμερστάϊν νὰ ἐγκαταλίπῃ αὐθωρεὶ τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος, ἀλλὰ διετάχθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἀναγκαίως ὁ Χαμμερστάϊν δὲν εἶχεν ἄλλον τρόπον καὶ ἄλλην διέξοδον φυγῆς, εἰμὴ νὰ μεταβῇ εἰς Ἰταλίαν, καὶ ἐπειδὴ μετὰ τῆς Ἰταλίας ὑπάρχει συνθήκη ἐκδόσεως, παρεδόθη διὰ πλαγίου τρόπου εἰς τὴν Γερμανίαν. Ἀλλ’ ὡς ἠκούσατε ἐκ τῆς ἀναγνωσθείσης ἐκθέσεως, τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν διετάχθη ν’ ἀναχωρήσῃ ἐξ Ἑλλάδος ὁ Χαμμερστάϊν, ἀνεχώρει ἀτμόπλοιον καὶ διὰ τὴν Αἴγυπτον, ἠδύνατο ἑπομένως κάλλιστα ὁ βαρῶνος Χαμμερστάϊν νὰ ἐκλέξῃ τὴν ἄγουσαν εἰς Αἴγυπτον, χωρὶς νὰ διατρέξῃ τὸν παραμικρὸν κίνδυνον νὰ συλληφθῇ ἐκεῖ. Καὶ εἶπε μὲν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου, ὅτι ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις, ὡς ὑποτελὴς Κυβέρνησις τοῦ Σουλτάνου, θὰ ἐξέδιδεν αὐτὸν εἰς τὴν Γερμανίαν, ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄνδρου, ὅτι ἀπὸ μηνὸς, νομίζω, ἐν Αἰγύπτῳ, ἐν τῇ ὑποτελεῖ ταύτῃ χώρᾳ τῷ Σουλτάνῳ, διαμένει ὁ πολυθρύλητος Μουρὰτ βέης, καθ’ οὗ κατεγνώσθη ποινὴ θανάτου, τὸν ὁποῖον πάσῃ ἐπιμονῇ καὶ παντὶ σθένει ἐκζητεῖ ὁ Σουλτάνος, καὶ ἐν τούτοις ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις δὲν ἐξέδωκεν αὐτὸν ἔτι, οὔτε, φαίνεται, ἐννοεῖ νὰ ἐκδώσῃ, διότι ἐπὶ τέλους ὑπεράνω τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως ἵσταται ἡ Ἀγγλικὴ δικαιοσύνη, καὶ ἡ Ἀγγλικὴ ἐλευθερία δὲν θὰ παραδώσῃ ποτὲ τοιοῦτον πολιτικὸν ἐγκληματίαν, ὡς ἐπιμένετε ὑμεῖς νὰ θεωρῆτε τὸν Χαμμερστάϊν. Διὰ ποῖον λόγον λοιπὸν ὁ Χαμμερστάϊν δὲν προετίμησε τὴν ἄγουσαν εἰς Ἀλεξάνδρειαν, ἀλλὰ ἐζήτησε νὰ μεταβῇ εἰς Ἰταλίαν; Τοῦτο, νομίζω, εἶναί πως φυσικὸν, διότι ὁ Χαμμερστάϊν, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ὑστέρων, εἶχεν ἐξαντλήσει πλέον πάντα τὰ οἰκονομικά του ἐφόδια εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁ Χαμμερστάϊν, καὶ ἂν δὲν ἐξεβάλλετο τῆς Ἑλλάδος, μόνος θὰ μετέβαινεν εἰς Βερολῖνον, διότι δὲν εἶχε πλέον πόρους ζωῆς, διότι ὁ Χαμμερστάϊν, ἐγκαταλειφθεὶς παρ’ ὅλων τῶν φίλων του, δὲν ἠδύνατο νὰ μένῃ ἐν τῇ ξένῃ, καὶ λόγῳ ἀντεκδικήσεως κατὰ τῶν πρώην φίλων του, οἵτινες ἐγκατέλιπον αὐτὸν, καὶ καθ’ ὧν, φαίνεται ἐξ ἐπιστολῶν τῆς συζύγου του, πνέει μένεα, καὶ οὓς ἐννοεῖ νὰ ἐκθέσῃ, θὰ ἐλάμβανε τὴν ἄγουσαν εἰς Βερολῖνον μόνος του, διὰ τῆς Ἰταλίας, διότι, ἐπαναλαμβάνω, αὐτὸς οὗτος δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως ἢ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸν τόπον του. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἐσχέτισε τὸ ζήτημα τῆς ἐκδόσεως τοῦ Χαμμερστάϊν, ὡς εἶπε, καὶ μὲ τὸ ζήτημα τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἦτο κατάλληλος ἡ εὐκαιρία, καθ’ ἣν ὥραν καλοῦμεν ἐνταῦθα τοὺς ξένους νὰ μετάσχωσι τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, νὰ παραδίδωμεν ἕνα ξένον, τὸν Χαμμερστάϊν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Βόλου, δὲν ἐκαλέσαμεν ἐνταῦθα νὰ μετάσχωσι τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων τοὺς παραβάτας τῶν ποινικῶν νόμων τῆς Ἑσπερίας...

§47Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό· εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τοὺς ἀλλοδαπούς. Ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου περὶ διαβατηρίων, πολλοὶ ξένοι πρέπει νὰ φύγουν.

§48Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖτε παραδόξως καὶ πάλιν περὶ τοῦ νόμου περὶ ἐξωτερικῶν διαβατηρίων, καὶ νομίζετε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἐλευθερίαν νὰ ζητῇ διαβατήρια παρ’ ὅλων τῶν ξένων, μόνον καθ’ ἣν στιγμὴν εἰσέρχονται εἰς τὰ σύνορα ἡμῶν. Φαντάζεσθε, φαίνεται, ὅτι ἐπὶ τῶν ἐρχομένων εἰς τὴν Ἑλλάδα ξένων ἰσχύει ὅ,τι γίνεται ἐπὶ τῶν λαθρεμπορίων. Ὑμεῖς νομίζετε μετὰ τοῦ ἐξ Ἄνδρου κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ εἰσαγωγή, ὡς ἔλεγεν οὗτος, ἡ εἰσαγωγὴ ξένων εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐμποδίζεται, καὶ μόνον τότε ἐμποδίζεται, καθ’ ἣν στιγμὴν διέρχονται τῶν συνόρων, εἴτε μετὰ διαβατηρίων εἴτε ἄνευ διαβατηρίων, εἴτε ὑπὸ ψευδώνυμον εἴτε ὑπὸ τὸ ἀληθὲς αὑτῶν ὄνομα, καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς χάνει τὰ δικαιώματά του, δὲν ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ τοὺς παρακαλέσῃ κατόπιν νὰ ἐξέλθωσιν, ὅπως ἦλθον, ὅταν νομίζῃ ὅτι δυσάρεστος εἰς τὴν χώραν θὰ ἦναι ἡ παρουσία αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ εἴσοδος ξένων δὲν σημαίνει εἰσαγωγὴν λαθρεμπορίου· δύναται ἡ ἀρχὴ καὶ κατόπιν, πολὺ κατόπιν, ἂν κρίνῃ ὅτι ἡ παρουσία τοῦ ξένου εἶναι ἐπιζήμιος εἰς αὐτὴν ἢ ὀχληρὰ, νὰ παρακαλέσῃ αὐτὸν νὰ ἐξέλθῃ. Ὁ κ. Φιλάρετος ἀνέγνωσεν εἰς ἡμᾶς καὶ διάφορα κείμενα νόμων, καὶ ἐσχέτισε τὰ κείμενα ταῦτα πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπασχολεῖ ἡμᾶς. Ὁμολογῶ ὅτι οὐδεμίαν ἀνεῦρον σχέσιν μεταξὺ τῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσε, καὶ τοῦ ζητήματος. Ἀνέγνωσε τὸ ἄρθρον 4 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Τὸ ἄρθρον τοῦτο περὶ τίνος ὁμιλεῖ; ὁμιλεῖ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν βραδύτερον θὰ ἐκδοθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ κανονίζῃ τὸν τρόπον τῆς ἐκδόσεως. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, ἔχομεν ἔκδοσιν ἡμεῖς ἐνταῦθα, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην τοῦ ἄρθρου 4 τῆς Ποιν. Δικονομίας, ἢ τοῦ ἄρθρου 669 τοῦ Ποιν. Νόμου, περὶ ἄλλου ὅλως διόλου ἀσχέτου πρὸς τὴν περίπτωσιν ἀντικειμένου ὁμιλοῦντος; Ὑμεῖς αὐτοὶ δὲν ἠρνήθητε, οὔτε ἄλλος τις δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν διαμονὴν ξένου, εἶναι ἀπεριόριστον. Διὰ ποῖον λόγον λοιπὸν παρατάσσετε τὰ κείμενα ταῦτα, καὶ ἐπισείετε ἀπὸ τοῦ βήματος τὰ κείμενα ταῦτα, ζητοῦντες θριαμβευτικῶς ἀπαντήσεις εἰς ξένας πρὸς τὸ συζητούμενον ἐρωτήσεις; Ποίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὸ θέμα ἡμῶν ταῦτα; Ὁ κ. Φιλάρετος ἀνέτρεξε καὶ εἰς ἱστορικὴν ἐκδρομὴν εἰς τὴν ἀρχαιότητα, καὶ προὐχώρησε μέχρι τῶν Ἑβραίων, καὶ ἀνεκάλυψεν ἐκεῖ, ὅτι ὁ Σαμψὼν παρεδόθη ὑπὸ τῶν Ἰσραηλιτῶν εἰς τοὺς Φιλισταίους. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι τὸν Σαμψὼν παρέδωκεν εἰς τοὺς Φιλισταίους ἡ ἄπιστος γυνὴ ἡ Δαλιδά. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ὑποθέτω, ὅτι τοιαῦται ἱστορικαὶ ἐκδρομαὶ εἰς τὴν ἑβραϊκὴν ἀρχαιότητα δὲν ἔχουσι σημασίαν τινὰ ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος, οὔτε συντελοῦσι τὸ παράπαν εἰς διαφώτισιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐν γένει νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὡς εἶπον ἀρχόμενος, ὅτι ἡ ὅλη συζήτησις δὲν εἶναι προσήκουσα εἰς τὴν Βουλήν. Ζητήματα τοιαῦτα, ἀσήμαντα, προκαλοῦσι μὲν θόρυβον, ἀλλὰ οὐσίαν οὐδεμίαν ἐνέχουσιν, οὔτε εἶναι ἄξιον σοβαρῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ νὰ κατατρίβωσι τὸν καιρὸν καὶ τὴν ὥραν αὐτῶν εἰς ματαιοσχόλους ἐπιδείξεις περὶ φανταστικῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους διέτρεξε δῆθεν ἡ ἐλευθερία, τὸ Σύνταγμα, ἡ τιμὴ τοῦ Κράτους, ἐξώσαντος τῶν ὁρίων του ἕνα κοινὸν ἐγκληματίαν, καὶ ν’ ἀκούωσιν ὅτι εἶναι αἴσχη καὶ κακουργήματα, πράγματα τὰ ὁποῖα θεωροῦνται εἰς ὅλον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον στοιχειώδη καθήκοντα τῆς Διοικήσεως. Τοιαῦται μικρόλογοι συζητήσεις ἴσως νὰ ἐγίνοντο εἰς τὴν παλαιὰν ἐκείνην Ἑλληνικὴν πόλιν τῆς ἐν Ἰταλίᾳ Ποσειδωνίας. Ἴσως οἱ κάτοικοι αὐτῆς, ὅμοιοι πρός τινας ἐν Ἀθήναις, κατέτριβον τὸν καιρὸν αὐτῶν εἰς τοιαύτας ἔριδας καὶ ἐπικρίσεις, ἀμελοῦντες τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τῆς πόλεώς των. Ἀλλ’ ἦλθε στιγμή, καθ’ ἥν, ὑπὸ τῶν περιοίκων βαρβάρων καταβληθέντες, ἀπώλεσαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν καὶ τὴν αὐτονομίαν, καὶ τὰ ἤθη αὐτῶν καὶ ἔθιμα. Διετήρησαν ὅμως μίαν τινὰ συνήθειαν· ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ συνήρχοντο εἰς ὡρισμένον μέρος ἄνδρες, γυναῖκες, παιδία, ἀνεμιμνήσκοντο μετὰ πόνου, ὅτι ἦσάν ποτε Ἕλληνες αὐτόνομοι, ἔτιλλον τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς των, ἐκόπτοντο, ὠλοφύροντο, καὶ ἐναγκαλιζόμενοι καὶ ἀσπαζόμενοι ἀλλήλους, ἔκλαιον, ἔκλαιον, ἔκλαιον. Νομίζω ὅτι, ἂν δὲν ἦναι στυγνὸν πνεῦμα μελαγχολίας, τὸ ὁποῖον διήκει ἐνίοτε τῆς ψυχῆς μου, καὶ συμπαρασύρει αἰχμάλωτον, συντετριμμένην, τὴν γλυκυτάτην τῆς ὑπάρξεως ἡμῶν θεὰν, τὴν Ἐλπίδα, νομίζω ὅτι, ἂν ἐξακολουθῶμεν πολιτευόμενοι ὡς οἱ κάτοικοι τῆς Ποσειδωνίας, τυρβάζοντες περὶ τὰ μικρὰ καὶ ὀλιγωροῦντες τῶν μεγάλων καὶ ἀληθῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, θὰ ἔλθῃ καὶ δι’ ἡμᾶς ἡ ὥρα, καὶ θὰ φθάσῃ ἡ μοιραία στιγμή, νὰ καταντήσωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον κατήντησαν ἐκεῖνοι, νὰ ἀναμιμνησκώμεθα καὶ ἡμεῖς μετὰ πικρίας καὶ πόνου, ὅτι ὑπήρξαμεν πάλαι ποτὲ Ἕλληνες, Ἕλληνες αὐτόνομοι καὶ ἐλεύθεροι, καὶ συνερχόμενοι ἴσως, τίς οἶδε, περὶ τὸν περίβολον τοῦτον, νὰ χύνωμεν δάκρυα μαῦρα, ἀλλ’ ἀνωφελῶς πλέον.

§49ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;

§51ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμιζον, Κύριοι, πρὸ ὀλίγου, ἀκούων τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφον λαλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἀπαγγέλλει τὸν ἐπικήδειον δύο ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου (ἱλαρότης). Εὐτυχῶς δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ πρὸ πάντων διὰ τὰ μέλη ταῦτα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ τέλος τοῦ λόγου τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μὲ ἔπεισεν ὅτι ἐπλανώμην. Οἱ κ. Ὑπουργοὶ ἔχουσιν ἄριστα, οὕτω δὲ δίδεται εἰς ἡμᾶς ἡ εὐκαιρία, ἵνα συζητήσωμεν ὡς πρέπει ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Τὸ θέμα ἀληθῶς ὁ πρὸ ὀλίγου λαλήσας ἀπὸ τοῦ βήματος ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀνάξιον λόγου καὶ μικρὸν καὶ εὐτελές, καὶ ἐτελείωσε μονονουχὶ χαρακτηρίσας ἡμᾶς ἅπαντας, τοὺς συζητοῦντας ἐνταῦθα, ὡς παθόντας τὸ πάθημα τῶν ἀρχαίων Ἀβδηριτῶν, διότι περὶ τοιούτου θέματος συζητοῦμεν, διότι δὲν ἐθεωρήσαμεν ἀνάξιον λόγου νὰ ἐπερωτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον θίγει αὐτὴν τὴν κυριαρχίαν καὶ αὐτοτέλειαν τοῦ Κράτους, καὶ δὴ τὴν εὐγενεστέραν ἐκδήλωσιν αὐτῆς. Ἐγώ, Κύριοι, ἀντιθέτως πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν, φρονῶν ὅτι τὸ θέμα ἐνέχει πᾶσαν τὴν δυνατὴν ἐν ἑαυτῷ σπουδαιότητα, θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως καὶ ἡ σημερινὴ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ προλαβοῦσα, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιότιμοι Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν ἔδωκαν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης τὰς γνωστὰς πληροφορίας, ὅπως, λέγω, καὶ αἱ δύο αὗται συνεδριάσεις γένωνται ὑπὸ τὴν σκέπην, τὴν ὁποίαν χορηγεῖ ἐνίοτε κατ’ ἐξαίρεσιν τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, δυνάμει τοῦ 55 ἄρθρου, καὶ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς οὐδένα ἄλλον, πλὴν ἐκείνων, οἵτινες κατ’ ἐντολὴν τοῦ λαοῦ παρίστανται ἐνταῦθα, νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς οὐδένα ἄλλον, ὅπως παραστῇ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ γείνῃ μάρτυς τοῦ ὀνείδους καὶ τοῦ ῥύπου, ὅστις ἐνεκολάφθη εἰς τὸ μέτωπον τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ῥύπου, τὸν ὁποῖον, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐ μόνον δὲν κατώρθωσε τὸ παράπαν ν’ ἀποπλύνῃ, ἀλλ’ ἐνεκόλαψεν ἔτι βαθύτερον. Διότι πολλὰ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ εἰς πολλὰ ἐπιχειρήματα κατέφυγεν, ἀλλ’ αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ ἐπιχειρήματα καὶ αἱ αἰτιολογίαι αὐτοῦ κατέστησαν δεινοτέραν τὴν πρᾶξιν καὶ βαρύτερον τὸ ἁμάρτημα τῆς Κυβερνήσεως, τὸ καταγγελθὲν εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄνδρου συναδέλφου. Διότι καὶ τί δὲν εἶπεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, λαλῶν τὴν παρελθοῦσαν Τετάρτην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Ὡμίλησε, κατὰ τὸ λατινικὸν λόγιον, περὶ πάντων τῶν πραγμάτων καὶ περί τινων ἄλλων ἀκόμη, ἀλλ’ οὐδὲν περὶ τοῦ θέματος εἶπεν, οὐδὲν περὶ τοῦ γεγονότος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπηρωτήθη παρὰ τοῦ ἐξ Ἄνδρου κ. συναδέλφου. Μᾶς εἶπεν ὅτι καὶ περὶ ἐκδόσεως ἂν πρόκειται, καὶ ταύτην ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ προσεπάθησεν, ὑπολαμβάνων τὸ βῆμα τοῦτο ὡς ἕδραν καθηγεσίας, νὰ πείσῃ ἡμᾶς, παραθέτων χωρία ξένων συγγραφέων, ὅτι εἰς πᾶν Κράτος ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα, καίτοι μὴ ὑπαρχούσης συνθήκης, νὰ ἐκδίδῃ πάντα ἀλλοδαπὸν, προσφυγόντα εἰς τὸ ἔδαφος αὐτοῦ καὶ ζητήσαντα ξενίαν· καὶ εἰς πίστωσιν τῆς θεωρίας ταύτης, ὁρμαθὸς ὁλόκληρος ὀνομάτων συγγραφέων παρήλαυνεν, ἐξερχόμενος τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Καὶ ἐνόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὰ ὀνόματα ταῦτα ἀπαγγέλλων, καὶ μεταδίδων εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας τῶν συγγραφέων τούτων, τοσαῦτα ἐπήγνυε προχώματα, ὄπισθεν τῶν ὁποίων ὠχυροῦτο, ἵνα ἀσφαλίσῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ εὐθύνην. Ἐπλανᾶτο ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ἐπλανᾶτο πλάνην οἰκτράν· διότι, ἂν ὑπάρχουν συγγραφεῖς τινες ἀναγνωρίζοντες εἰς τὰ Κράτη τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν τοὺς εἰς αὐτὰ προσφεύγοντας ἀλλοδαποὺς, ὑπάρχει ὅμως μεγίστη πλειονότης ἐξοχωτέρων συγγραφέων, οἵτινες ἀρνοῦνται τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουσι συνθῆκαι ἐπιτρέπουσαι καὶ προνοοῦσαι περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀντιθέτως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, μὴ φρονῶν ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο εἶναι τὸ κατάλληλον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δύναταί τις νὰ διδάσκῃ θεωρίας διεθνοῦς δικαίου, δὲν θέλω εἰσέλθει εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ἐπιστημονικῶν τούτων θεωριῶν, μολονότι ἠδυνάμην νὰ παραθέτω ὑμῖν ὀνόματα συγγραφέων, τῶν ὁποίων ἡ γνώμη, ἐξαγγελλομένη ἐντεῦθεν, ἤθελε καταδικάσει τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ αὐτοὺς δὲ τοὺς συγγραφεῖς, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπεκαλέσθη, πλανηθεὶς εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἐννοίας αὐτῶν, δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἐγὼ, καὶ καταδείξω εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πᾶν τοὐναντίον φρονοῦσιν οὗτοι περὶ τοῦ συζητουμένου ζητήματος. Θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ αὐτοὺς τοὺς νομιζομένους συμμάχους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸν Pufendorf, τὸν de Martens, τὸν Faustin-Hélie, τὸν Klüber, τὸν Mittermaier, τὸν πολὺν Bluntschli. Ἀλλὰ ἄκαιρον, ὡς εἶπον, καὶ ἐκτὸς τοῦ θέματος θεωρῶ τὴν ἔρευναν περὶ τῆς γνώμης αὐτῶν. Καὶ εἰς αὐτὸν δὲ τὸν ἡμέτερον Σαρίπολον ἂν προσέφευγεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἐναντίαν ἤθελεν εὕρει λύσιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν αὐτόν. Καὶ εἰς αὐτὸν ἔτι τὸν καθηγητὴν ἐν τῷ ἡμετέρῳ Πανεπιστημίῳ κ. Στρέϊτ ἂν προσέφευγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπίσης ἐναντίαν, ἀκραιφνῶς καὶ σαφῶς ἐναντίαν, θὰ εὕρισκε γνώμην, ἀνενδοιάστως ἐκφραζομένην. Θέλω σᾶς ἀναγνώσει δὲ τὸ σχετικὸν χωρίον τοῦ κειμένου τοῦ καθηγητοῦ κ. Στρέϊτ, ἵνα δι’ αὐτοῦ σταθμίσητε τὸ βάρος τοῦ ἁμαρτήματος τῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ σύγγραμμα τοῦ ἡμετέρου καθηγητοῦ: «Τὰ ἄρθρα τὰ ἀφορῶντα τὴν σωματικὴν ἐλευθερίαν (ἄρθρον 4, ἐδάφ. βʹ, καὶ ἄρθρον 5) ἀφορῶσιν ὄχι μόνον τοὺς ἰθαγενεῖς Ἕλληνας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐν Ἑλλάδι ἀλλοδαπούς. Καὶ περὶ ἀλλοδαποῦ λοιπὸν προκειμένου, καθόσον εἶναι ἀνάγκη νὰ συλληφθῇ καὶ ἀπελαθῇ τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ νόμος περὶ συλλήψεως καὶ κρατήσεως καὶ ἀπελάσεως αὐτοῦ. Ὅσον δ’ ἐνδιαφέρον εἶναι ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ δικαίου νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτος νόμος, τοσοῦτο μᾶλλον εἶναι ἀναγκαῖος εἰς πραγμάτωσιν τοῦ ἐκ τοῦ διεθνοῦς δικαίου δικαιώματος ἡμῶν τῆς ἀπελάσεως τῶν ἀλλοδαπῶν, ἐν τούτοις, ὡς καὶ ἄλλοτε εἴπομεν, τοιοῦτος νόμος δὲν ὑπάρχει μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Ἑπομένως ἡ σύλληψις καὶ ἀπέλασις ἀλλοδαποῦ παρὰ τὴν θέλησίν του, παραβιάζει διατάξεις θεμελιώδεις τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, καὶ πάλιν ἐκ νομοθετικοῦ κενοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ πλήρωσις εἶναι τοσοῦτον εὐχερής. «Εἰς μίαν μόνον περίπτωσιν ἔχομεν νόμον, καθιστῶντα δυνατὴν τὴν ἀπέλασιν τοῦ ἀλλοδαποῦ, τὴν ὁποίαν ἀνεφέραμεν ἀνωτέρω, ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ ἀλλοδαπὸς ἐξέτισε ποινὴν τοιαύτην, ἥτις διὰ τὸν ἰθαγενῆ θὰ ἐπέφερεν ὡς συνέπειαν τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν.» Ὡς βλέπετε, Κύριοι, ὁ καθηγητὴς κ. Στρέϊτ ἐξετάζει τὸ ζήτημα τῆς ἀπελάσεως καὶ τῆς ἐκδόσεως ἐν σχέσει πρὸς τοὺς κρατοῦντας παρ’ ἡμῖν νόμους καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα, καὶ ἀποφαίνεται ῥητῶς, ὅτι ἀπέλασις, γινομένη παρὰ τοὺς κρατοῦντας νόμους, παραβιάζει αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, διότι τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἐν ἄρθρῳ 4 καθιεροῖ τὸ δικαίωμα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ 5 ἐπεξηγεῖ κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ γείνῃ ἡ καταδίωξις, εἴτε ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἐλευθερίας. Ἐν τῇ προκειμένῃ ὅμως περιπτώσει, ἐρωτῶ, ἐτηρήθησαν αἱ ἀξιώσεις αὗται τῶν νόμων καὶ αἱ ἀρχαὶ τοῦ Συντάγματος; Θὰ ἦτο εἰς ὑπερβολὴν τολμηρὸς, ἢ ἄγευστος πάσης περὶ δικαίου στοιχειώδους γνώσεως, ὁ λέγων τὸ ἐναντίον. Ἀλλ’ ἐπιμένει ὁ κ. Ὑπουργὸς διαμαρτυρόμενος κατὰ τῆς κατηγορίας, ἥτις ἀποδίδεται εἰς αὐτὸν, ὅτι ἐξέδωκεν εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἐπικρατείας τὸν ἀλλοδαπὸν Χαμμερστάϊν, λέγων μετὰ θαυμαστῆς ἁπλότητος: «Ἡμεῖς οὐδένα ἐγκληματίαν ἐξεδώκαμεν ἡμεῖς, χρώμενοι τοῦ δικαιώματος ὅπερ ἔχομεν, ὡς Κυβέρνησις τοῦ τόπου, ἀπελάσαμεν ἐκ τοῦ τόπου ἡμῶν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐθεωροῦμεν ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν». Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Ὑπουργὸν, σοβαρῶς συζητοῦντα, τοιαῦτα νὰ προτείνῃ ἐπιχειρήματα, καὶ μὲ τοιαῦτα λογοπαίγνια Ἰουδαϊκῆς ἐπινοίας νὰ δικαιολογῆται, διότι τοιαῦτα προτείνων, οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ νὰ κρύπτηται ὄπισθεν τοῦ δακτύλου του. Ἐξετάσατε, Κύριοι, εἶναι ὄντως ἀπέλασις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις, ἢ εἶναι καθαρὰ ἔκδοσις, καὶ μάλιστα τοῦ χειρίστου εἴδους; Πῶς δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ ἐνέργεια, καθ’ ἣν, ἅμα τῇ αὐγῇ ὑποφωσκούσῃ, συνελαμβάνετο εἷς ἀλλοδαπὸς ἐν τῷ δωματίῳ αὐτοῦ, μετεφέρετο, εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ἔνθα τὸν ὑπεχρέουν, ἵνα ἐντὸς τῆς ἡμέρας ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους, μετεφέρετο εἰς Πειραιᾶ, καὶ ἐκεῖ ἐξηναγκάζετο νὰ λάβῃ αὐθημερὸν—τί λέγω! αὐθωρεὶ—μίαν τῶν δύο ὁδῶν, καὶ οὐχὶ τριῶν, ὡς εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, αἵτινες ὑπεδεικνύοντο εἰς αὐτόν;

§52Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ἡ ἔκθεσις.

§53ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται νὰ τὸ λέγῃ· ἀλλὰ ἐγὼ τὸ διαψεύδω, καὶ τὸ διαψεύδω βασίμως, διότι κατὰ τὸ δρομολόγιον τῆς Ρωσσικῆς Ἑταιρίας, τὸ ῥωσσικὸν ἀτμόπλοιον ἀναχωρεῖ τὴν 9ην ὥραν τῆς πρωΐας. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν, ἀφοῦ τὴν 7ην ὥραν συνελήφθη ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου, νὰ ἀναχωρήσῃ διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου τούτου. Καὶ ἵνα μὴ λείψῃ ἐν τῇ ἱστορίᾳ ταύτῃ, ἥτις ἐξευτελίζει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, καὶ τὸ οἰκτρῶς γελοῖον, καὶ ἡ σαρκαστικὴ διακωμῴδησις τῶν θεσμῶν ἡμῶν, ἀναφέρεται ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν, ὡς ἀπαισία εἰρωνεία κατὰ παντὸς ἱεροῦ, ὅτι παρεσχέθη εἰς τὸν Χαμμερστάϊν ἡ ἐλευθερία πρὸς ἐκλογὴν τῆς ὁδοῦ, ἣν ὤφειλε νὰ λάβῃ!

§54Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀστυνόμος Τσακίρης λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ὅτι τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἀνεχώρουν τρία ἀτμόπλοια, τὸ ἓν διὰ τὴν Σικελίαν, τὸ ἕτερον διὰ Βρίνδιζι, τὸ τρίτον δ’ Ἀλεξάνδρειαν.

§55ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διαψεύδω τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀστυνόμου, διότι αὐτὴ ἡ ἔκθεσις μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Διότι λέγει, ὅτι τὴν 7ην πρωϊνὴν ὥραν ὁ ἀστυνόμος, συνοδευόμενος ὑπὸ τοῦ προξένου τῆς Γερμανίας, εἰσῆλθεν εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ Χαμμερστάϊν, καὶ ἀφοῦ προηγήθησαν ὅσα ἀναφέρει, ἀφοῦ ἠρωτήθη περὶ τοῦ ὀνόματός του, ἀφοῦ ἐζητήθη τὸ διαβατήριόν του, ἀφοῦ τῷ ἀνηγγέλθη ἡ ἀπόφασις τῆς Ἀστυνομίας, ὅπως ἀπελάσῃ αὐτὸν, οὗτος δὲ παρεσκεύασε τὴν ἀποσκευήν του, συναινέσας νὰ ἀπέλθῃ, κατόπιν ὅλων τούτων, ἅτινα βεβαίως δὲν ἐγένοντο ἐντὸς πέντε ἢ δέκα λεπτῶν, ὡδηγήθη εἰς τὴν Ἀστυνομίαν. Ἐκεῖ δὲ ὁδηγηθεὶς, ἔλαβε παρὰ τοῦ Διευθυντοῦ αὐτῆς τὰς αὐτὰς διαταγὰς, καὶ ἀφοῦ, μεθ’ ὅλας ταύτας τὰς χρονοτριβὰς καὶ τὰς περιπλανήσεις ἀπὸ τοῦ Ἄννα εἰς τὸν Καϊάφαν, κατῆλθεν εἰς τὸν Πειραιᾶ, ἄγομαι εἰς τὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα, ὅτι, καθ’ ἣν ὥραν ὁ ἀπελαυνόμενος ἀλλοδαπὸς κατήρχετο εἰς Πειραιᾶ, τὸ εἰς Αἴγυπτον ἀναχωροῦν ἀτμόπλοιον εἶχεν ἤδη πρὸ πολλοῦ ἀποπλεύσει, ὥστε δὲν ὑπελείπετο ἢ ἡ ἐκλογὴ μεταξὺ τῶν ἄλλων δύο ἀτμοπλοίων. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι ἡ ἀπέλασις; Καὶ δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἀπέλασις, ὅταν μετὰ προηγουμένην συνεννόησιν πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβη εἰς τὸ μέτρον, δι’ ὃ ἐγκαλεῖται; Δὲν δύναται δὲ νὰ ἀρνηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὑπῆρξε προηγουμένη συνεννόησις, μολονότι οὐδόλως ὡμίλησε περὶ τούτου, ἐντεῦθεν ἀγορεύσας. Διότι, ἂν ἀρνηθῇ τὴν συνεννόησιν, δυσκόλως ἤθελε λύσει τὴν ἀπορίαν ἡμῶν περὶ τοῦ πῶς εὑρέθη εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὸ ἔνταλμα τοῦ ἀνακριτοῦ τοῦ Βερολίνου κατὰ τοῦ Χαμμερστάϊν. Καὶ εἶναι ἀπέλασις ἡ ἀποπομπὴ τοῦ ἀλλοδαποῦ Χαμμερστάϊν, ὅταν ἀποπέμπηται οὗτος κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε δὲν δύναται νὰ ἐκλέξῃ ἢ μεταξὺ δύο ὁδῶν, αἵτινες ἀμφότεραι ἀσφαλῶς ἄγουσιν εἰς Βερολῖνον, ἐκεῖ δηλαδὴ, ἔνθα ἡ ἐπιζητήσασα αὐτὸν Γερμανικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἀσκήσῃ τὰ δικαιώματά της; Διότι καὶ τὰ δύο ἀτμόπλοια, τὰ ἀναχωροῦντα κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, γνωρίζετε ὅτι ἔπλεον πρὸς τὴν Ἰταλίαν, μεθ’ ἧς ἡ Γερμανία συνδέεται διὰ συνθήκης ἐκδόσεως. Καὶ δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἀπέλασις ἡ ἀποπομπὴ ἀλλοδαποῦ, ὅταν ὄπισθεν τούτου παρακολουθῇ ἄγρυπνος ὑπάλληλος τῆς Γερμανικῆς ἀστυνομίας; Τοῦτο εἶναι γεγονὸς, ἐφ’ οὗ δὲν εὐηρεστήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ...

§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ διέψευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.

§57ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς· ἀλλ’ ἡ διάψευσίς του οὐδόλως δύναται νὰ κλονίσῃ τὴν βασιμότητα τοῦ γεγονότος τούτου, βεβαιωθέντος παρ’ ὅλου τοῦ εὐρωπαϊκοῦ τύπου, διότι ὑπεράνω τῆς μαρτυρίας ἑνὸς Ὑπουργοῦ ἵστανται αἱ μαρτυρίαι ὁλοκλήρων κοινωνιῶν, μαρτυρουσῶν τὸ γεγονός. Καὶ νομίζουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι μὲ τοιαύτας ὑπηρεσιακὰς καὶ τυπικὰς διαψεύσεις δύνανται ν’ ἀμφισβητήσουν πράγματα πασίδηλα! Ἀληθῶς θὰ ἦτο ἀξιοπρεπέστερον νὰ ἐσιώπων. Καὶ ἐπιμένουσι χαρακτηρίζοντες τὴν πρᾶξιν οὐχὶ ὡς ἔκδοσιν, ἀλλ’ ὡς ἀπέλασιν ἀνθρώπου ἐπιβλαβοῦς εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν!

§58ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἰσχυρίζεσθέ τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβές. Πρῶτον ὅτι τὸ ῥωσικὸν ἀτμόπλοιον ἀναχωρεῖ τὴν 9ην, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι οὐδέποτε ἀναχωρεῖ τὴν 9ην· ἀλλὰ καὶ τὴν 9ην ἂν ἀνεχώρει, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι πρὸ τῆς 9ης ὁ Χαμμερστάϊν ἦτο εἰς Πειραιᾶ, καὶ ἂν ἤθελεν, ἠδύνατο νὰ ἀναχωρήσῃ διὰ τοῦ ῥωσικοῦ· ὥστε εἶχε τρεῖς ὁδοὺς πρὸς ἀναχώρησιν.

§59ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀνόητος! Εἶχε τρεῖς ὁδοὺς νὰ ἐκλέξῃ, ἠδύνατο δηλαδὴ νὰ ἀπέλθῃ εἰς Ἀλεξάνδρειαν, ὅπου θὰ ἦτο ἀσφαλής, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐπροτίμησε νὰ λάβῃ τὴν ἄγουσαν εἰς Βερολῖνον, τὴν ἄγουσαν εἰς τὰ δεσμά, τὰ ὁποῖα τῷ παρασκεύασαν οἱ διῶκταί του! Μ’ ὅλας ταύτας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας δίδει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ μεθ’ ὅσας ἔδωκε τὴν παρελθοῦσαν Τετάρτην, οὐδόλως ἡ πρᾶξις μεταβάλλει χαρακτῆρα, μένει κατ’ οὐσίαν ἔκδοσις, καὶ ἔκδοσις τοῦ χειρίστου εἴδους. Λέγω τοῦ χειρίστου εἴδους, διότι θὰ ἦτο προτιμότερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ μᾶλλον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸν φέροντα τὴν εὐθύνην, μετὰ παῤῥησίας νὰ ἐνήργει ἀπροκάλυπτον ἔκδοσιν, καὶ νὰ ὡμολόγει εἶτα τὴν πρᾶξίν του, ἀντὶ νὰ καταφεύγῃ εἰς σοφιστικὰς αἰτιολογίας, ἵνα ἀλλοιώσῃ τὴν φύσιν τοῦ πράγματος, αἰτιολογίας αἵτινες, εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδ’ αὐτὸν τὸν ἴδιον πείθουσιν. Ἂν δὲ εὑρέθη, προκαλούμενος ὑπὸ τοῦ πρέσβεως τῆς Γερμανίας, καὶ κατασκιαζόμενος ὑπὸ τοῦ ὄγκου τοῦ μεγάλου Κράτους, ὅπερ οὗτος ἀντιπροσωπεύει, εἰς στιγμὴν ἀδυναμίας καὶ ἐλιποψύχησε, προτιμότερον θὰ ἦτο καὶ δι’ αὐτὸν καὶ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, νὰ ἐγκατέλειπε τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Προσεπάθησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι μένει ἐντελῶς εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς Διοικήσεως, ὅπως ἐκδίδῃ ἢ μὴ τὸν καταφεύγοντα εἰς τὸ ἔδαφος τοῦ Κράτους ἀλλοδαπόν· προσεπάθησε νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι δύναται, καίπερ μὴ ὑπαρχούσης συνθήκης, νὰ ἐκδώσῃ τὸν ἀλλοδαπὸν par déférence, ὡς ἔλεγε, πρὸς τὸ Κράτος τὸ ἐπιζητοῦν αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἂν ἦτο ἀληθές, οὐδένα λόγον εἶχεν, ὅπως ἐξ ἁβροφροσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Γερμανίας ἐκδώσῃ τὸν ἀλλοδαπὸν Χαμμερστάϊν, καταφυγόντα παρ’ ἡμῖν καὶ ζητήσαντα παρ’ ἡμῶν ξενίαν. Ἡ ἁβροφροσύνη, κύριε Ὑπουργέ, ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοῦ ἰσχυροτέρου πρὸς τὸ ἀσθενέστερον Κράτος, ὀλιγώτερον μεταξὺ ἰσοδυνάμων Κρατῶν, καὶ οὐδέποτε ἀπὸ τοῦ ἀσθενεστέρου πρὸς τὸ κραταιότερον, ὡς εἶναι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀπέναντι τῆς μεγάλης Γερμανίας. Διότι τότε, καὶ ἂν ἀκόμη ἡ ἁβροφροσύνη ὑπηγόρευσε τὰς πράξεις ἡμῶν, εἰκότως δύναταί τις νὰ παρεξηγήσῃ ἡμᾶς, ὅτι καμπτόμεθα ὑπὸ τὴν πίεσιν μεγάλης Δυνάμεως, ὅτι φοβίζει ἡμᾶς τοῦ ξένου μεγαλείου ὁ ὄγκος, καὶ ἐνδίδομεν, οὐχὶ ἐξ ἁβροφροσύνης, ἀλλὰ ἐκ φόβου καὶ πτήσσοντες εἰς τὰ ἄδικα προστάγματα τῶν μεγάλων καὶ ἰσχυρῶν. Τί δὲ τότε γίνεται ἡ ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια, κύριε Ὑπουργέ; Ἢ νομίζετε ὅτι τὸ τραῦμα, τὸ ὁποῖον ὑπέστη, καλύπτεται καὶ μένει ἀφανὲς ὑπὸ τὰ ἀνούσια αὐτὰ ἔγγραφα καὶ τὰς ἀστυνομικὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας μᾶς ἐφέρετε καὶ μὲ τὰς ὁποίας προσεπαθήσατε μετὰ πάσης ἐπιμελείας ν’ ἀποτρίψητε ἀπὸ τοῦ μετώπου τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας τὸ ὄνειδος αὐτῆς; Ἀλλ’ ἂς παρακολουθήσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὰς σκέψεις του. Ἂν δὲν πρόκειται περὶ ἐκδόσεως, πρόκειται περὶ ἀπελάσεως κατὰ τὸν κ. Ὑπουργόν. Τοῦτο ἦτο τὸ τελευταῖον ὀχύρωμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέφυγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἔκαμε τὴν ἐντύπωσιν ἀνθρώπου ἐγκαταλείποντος τὸ τελευταῖόν του ὀχύρωμα ὅλως ἀνυπεράσπιστον, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἔθιξε κἂν τὸ θέμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Διότι τί εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν ἀπέλασιν, ἢ ἵνα πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι νομίμως ἐγένετο αὕτη; Οὐδέν. Περιέμενε νὰ ἔλθῃ ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος συνάδελφος, ἵνα συνηγορήσῃ ὑπὲρ τοῦ μέτρου τοῦ τούτου. Ἀρκετὰ, Κύριοι, κατέδειξαν οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Ἄνδρου καὶ ἐκ Βόλου συνάδελφοι τὴν ἀστοχίαν τοῦ μέτρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν προφανῆ καὶ χειροπιαστὴν παρανομίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ περιέπεσεν ἡ Κυβέρνησις, οὕτως ἐνεργήσασα, καὶ τὴν παραβίασιν οὐ μόνον τῶν διατάξεων αὐτοῦ τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν στοιχειωδεστέρων ἀξιώσεων τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς εὐπρεπείας. Δὲν θέλω νὰ κουράσω ὑμᾶς, ἐπαναλαμβάνων ὅσα εἶπον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, διότι ἡ παραβίασις τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων εἶναι προφανὴς καὶ ἀναμφισβήτητος. Μόνον παρὰ τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἤκουσα πρὸ ὀλίγου θεωρίαν νομικὴν, ἐντελῶς νέαν, ὅτι τοὺς νόμους περὶ διαβατηρίων ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἑρμηνεύῃ ὡς θέλει, καὶ ὁπόταν θέλῃ...

§60Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐφαρμόζῃ.

§61ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔτι χειρότερον... Λυποῦμαι ὅτι συνάδελφος, ὡς ὁ κ. Ἀγγελόπουλος, ἀνὴρ ἐντριβὴς περὶ τὰ νομικὰ καὶ δημοσιολόγος ἐκ τῶν κρατίστων, ὅπως ὑπερασπίσῃ τὸν μὴ δυνάμενον νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐξέφρασε τοιαύτας ἀσυστάτους καὶ πρωτοφανεῖς σκέψεις. Οἱ νόμοι, κύριε συνάδελφε, δὲν ἰσχύουν μόνον ἐφ’ ὅσον θέλουσιν οἱ Ὑπουργοί, ἀλλὰ πάντοτε ἀπολύτως καὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν θέλησιν τῶν Ὑπουργῶν; ἂν δὲ ὑπάρχῃ νόμος περὶ διαβατηρίων, ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει πάντοτε νὰ ἐφαρμόζῃ αὐτόν. Ἀλλὰ ἐφήρμοσεν αὐτὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν; Ἀπέδειξαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐξ Ἄνδρου καὶ Βόλου, ὅτι ἡ μόνη σπουδὴ καὶ ὁ μόνος πόθος τῶν Ὑπουργῶν ἦτο, πῶς νὰ ἱκανοποιήσωσι τὴν ἀξίωσιν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Γερμανίας, εἰς μοῖραν Καρὸς τιθέμενοι καὶ τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα, καὶ περὶ οὐδενὸς ἄλλου μεριμνῶντες ἢ πῶς νὰ τύχωσι τῆς ὑψηλῆς εὐνοίας αὐτοῦ, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μὴ περιπέσωσιν εἰς τὴν δυσμένειάν του. Οἱ κάτοικοι τῆς ἀρχαίας Ποσειδωνίας, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος πρὸ ὀλίγου, μετὰ τὴν καινὴν αὐτῶν πολιτείαν, τὴν μικρολόγον καὶ εὐτελῆ, περιῆλθον εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε νὰ συνέρχωνται καὶ νὰ κλαίωσιν ἐπὶ τοῖς δεινοπαθήμασιν αὐτῶν. Φοβεῖτε δὲ ὁ κ. συνάδελφος, μὴ τυχὸν τὸ πάθημα τῶν Ποσειδωνίων πάθωσι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες μετὰ τόσους αἰῶνας ἀπομιμοῦνται αὐτούς. Ὁ φόβος δὲ τοῦ κ. συναδέλφου δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἀπέβλεπεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς, ὅτι ἀπέβλεπεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, διὰ τὴν ὁποίαν δεινὰ προοιωνίζετο ὁ κ. συνάδελφος.

§62ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλα εἰς τὸ μέλλον προοιωνίζομαι.

§63ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς, κύριε συνάδελφε, ἐν μικρολογίαις κατατριβομένη, φόβος ὑπάρχει, μήπως πάθῃ τι καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ἀλλ’ ὑπάρχει μείζων ἔτι φόβος, δεινότερα νὰ πάθῃ καὶ νὰ περιστῇ εἰς χείρονα ἔτι θέσιν, ἂν οὐχὶ μικρολογοῦσα πλέον, ἀλλὰ παραμελοῦσα τὰ στοιχειωδέστερα καθήκοντα τῶν καλῶς συντεταγμένων Πολιτειῶν, καὶ ἐγκαταλείπουσα τὴν διοίκησιν ἕρμαιον εἰς χεῖρας Ὑπουργῶν μὴ σεβομένων οὔτε τοὺς νόμους τῆς Πατρίδος, οὔτε τὸν καταστατικὸν τῆς Πολιτείας νόμον, ἀλλ’ οὔτε καὶ αὐτὰς τὰς πρώτας ἀπαιτήσεις τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς εὐπρεπείας.

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.

§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν μὲ προέλαβεν, ἀναβὰς ἐπὶ τὸ βῆμα πρὸ μικροῦ, ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐσκόπουν νὰ ἀναβῶ ἐγὼ ἀντ’ αὐτοῦ, καὶ νὰ παραπονεθῶ πρὸς αὐτόν, διότι παρέλιπε νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ δύο ἡμερῶν. Ἀληθῶς ἡ συζήτησις εὑρίσκεται ἐν παραπλανήσει ἐκ τῶν παραστάσεων καὶ τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας οἱ ἀγορεύσαντες μέχρι τοῦδε παρέσχον εἰς αὐτήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τὴν ἑσπέραν τῆς προχθὲς παρωμοίαζε τὴν Βουλὴν μὲ ἀκάτιον, τὸ ὁποῖον παρεδόθη εἰς τὰ κύματα τοῦ Ὠκεανοῦ χωρὶς πηδάλιον ἢ ὁδηγόν. Καὶ ἡμεῖς ἄνευ πηδαλίου συζητοῦμεν, καὶ ἐν πλήρει συγχύσει διετέθη τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ θέλει κληθῆ ν’ ἀποφασίσῃ. Καὶ ἦτο ἑπόμενον νὰ συμβῇ ἡ παραπλάνησις αὕτη, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτής, θεράπων ὀτρηρὸς τοῦ Ἀσκληπιοῦ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαγνώσῃ...

§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νομικὸς εἶναι (γέλωτες).

§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι. Ὄντως λυποῦμαι, διότι δὲν τυγχάνει ἰατρός. Ὑπελάμβανον αὐτὸν ἰατρόν, καὶ ἐπιεικῶς ἔκρινον τὰς πλάνας τῶν νομικῶν συλλογισμῶν του, ἀλλὰ νῦν ἀπορῶ, πῶς, νομικὸς τυγχάνων, δὲν ἠδυνήθη νὰ διαγνώσῃ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, εἰς τὰς ὁποίας προσέφυγε, καὶ αἱ διατάξεις τῆς Ποιν. Δικονομίας, τὰς ὁποίας ἐπεκαλεῖτο, οὐδόλως οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἀνεγίνωσκεν ὁ κ. ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς τὸ ἄρθρον 4 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, καὶ ἐνόμιζεν ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἤντλει ἐπιχείρημα, διὰ νὰ ἀποδείξῃ σφαλλόμενον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Τί ἀναγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 καὶ τοῖς πρὸ αὐτοῦ ἄρθροις τῆς Ποιν. Δικονομίας; Ἡ Ποινικὴ Δικονομία ἐν τοῖς ἄρθροις 2 καὶ 3 ἀναγράφει εἰς ποίας περιστάσεις οἱ ξένοι τιμωροῦνται ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ἕνεκα τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαπραχθέντων ὑπ’ αὐτῶν ἐγκλημάτων, ἀπαγορεύει δὲ, ἵνα οἱ Ἕλληνες παραδίδωνται εἰς ξένας ἀρχὰς, ἕνεκα τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀξιοποίνων πράξεών των. Ἀλλὰ περὶ τῶν ξένων τῶν καταδιωκομένων διὰ τὰ διαπραχθέντα ὑπ’ αὐτῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πλημμελήματα καὶ κακουργήματα οὐχὶ ὑπὸ τοὺς ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἀναγραφομένους ὅρους, οὐδὲν ἡ Ποινικὴ Δικονομία διέταξεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 4, παρέπεμψε δὲ τὸν κανονισμὸν τῶν περὶ τούτου εἰς ἰδιαιτέρους νόμους. Οὕτως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 ἐνδεικνύει εἰς πάντας, ὅτι οἱ ἰδιαίτεροι νόμοι, εἰς οὓς παραπέμπει, εἰσὶν οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιτηροῦσι τὰς συμβάσεις περὶ ἐκδόσεως. Ἐκ τούτων συνάγεται, ὅτι ἡ Ποινικὴ Δικονομία, ἡ οὕτω κανονίζουσα τὰ περὶ τούτου, ἀπηγόρευσε τὴν συνομολόγησιν συμβάσεων περὶ ἐκδόσεως, ἂν ῥητοὶ νόμοι δὲν ἤθελον κυρώσει αὐτάς. Ὁ κ. ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς ἐπεκαλεῖτο τὴν διάταξιν ταύτην ὡς κανονίζουσαν τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνήσεως ἢ τῆς παροχῆς ξενίας πρὸς τοὺς ἀλλοδαποὺς, συγχίζων οὕτω τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀλλοδαπῶν εἰς τὰς ξένας Κυβερνήσεις πρὸς τὴν ἄρνησιν τῆς χώρας νὰ παράσχῃ ξενίαν. Ὡσαύτως, ἐνῷ αἱ διατάξεις αἱ πραγματευόμεναι περὶ τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως κανονίζουσιν ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῆς ποινῆς τῆς ἐπιβληθείσης ὑπὸ τῶν δικαστηρίων ἐπὶ κακουργήματι, ἐνίοτε δὲ ἐπὶ ὡρισμένων πλημμελημάτων καὶ συνέπεια τῆς ποινῆς ὡσαύτως τῆς καταγνωσθείσης ἐπὶ τοῖς πλημμελήμασι τούτοις, εἶναι δὲ ποινὴ αὐτοτελὴς καὶ οὐχὶ συνέπεια ποινῆς ἐπί τινων πταισμάτων, ἑπομένως ἐνῷ αἱ διατάξεις αὗται περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως ἀφορῶσι δικασθέντας καὶ καταδικασθέντας ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, διατάσσει δὲ, ὅτι, ἂν οὗτοι, οἱ ὑποβληθέντες εἰς ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, εἴτε ὡς εἰς συνέπειαν ποινῆς εἴτε ὡς εἰς αὐτοτελῆ ποινὴν, ἦναι ἀλλοδαποὶ, ἀπελαύνονται τῆς χώρας, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἐκάλει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς ἀπολογίαν, καὶ ἔλεγεν αὐτῷ: «εἰς ποίαν ποινὴν κατεδικάσθη ὁ κ. Χαμμερστάϊν, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς διετάξατε νὰ ἀπελάσωσι;» Ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, ἥτις εἶχεν ἐπιβληθῆ εἰς τὸν κ. Χαμμερστάϊν, καὶ ἑπομένως περὶ ἀπελάσεως τοῦ κ. Χαμμερστάϊν, ὡς ἀλλοδαποῦ ὑποβληθέντος εἰς ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ἵνα ἐρευνήσωμεν, ἂν ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, αἱ ἀναγράφουσαι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐφαρμόζεται ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις, ἢ πρόκειται περὶ ἁπλῆς ξενίας, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἠρνήθη εἰς τὸν κ. Χαμμερστάϊν, ὄντα ἀλλοδαπόν; Ἐγὼ ὑπελάμβανον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου ἦτο θεράπων τοῦ Ἀσκληπιοῦ, καὶ ἔκρινα ἐπιεικῶς τὴν τοιαύτην τῶν νόμων σύγχυσιν. Ἐσκόπουν μόνον νὰ κρίνω αὐστηρότερον τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βόλου, ὅστις εἶναι διαπρεπὴς τῶν νόμων ἑρμηνευτὴς, καὶ ὅστις, καὶ αὐτὸς, ἐκάλει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς λογοδοσίαν, καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς «διατὶ δὲν ἀνεγινώσκετε τὸ ἄρθρον 699 τοῦ Ποιν. Νόμου;» Καὶ ποία εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 699 τοῦ Ποιν. Νόμου; Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ὁ νομοθέτης ἀνέγραψε τὴν κύρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ Κράτος εἰς τοὺς ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν καταδικασθέντας. Κατὰ τὸ ἄρθρον 699 τοῦ Ποιν. Νόμου, ὁ καταδικασθεὶς εἰς ποινὴν, τῆς ὁποίας συνέπεια εἶναι ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις, ἢ ὁ καταδικασθεὶς εἰς ποινὴν αὐτοτελῆ τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, διότι οὕτως ἀναγράφεται ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις, ὡς αὐτοτελὴς ποινὴ εἴς τινα πταίσματα κατὰ ἀέργων καὶ φυγοπόνων καὶ ἀλητῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 699, λέγω, ὁ καταδικασθεὶς εἰς τὴν ποινὴν τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, εἴτε ὡς συνέπειαν ποινῆς, εἴτε ὡς αὐτοτελῆ ποινὴν, ἂν δὲν συμμορφωθῇ καὶ δὲν ἐκτελέσῃ τὴν πρόσκλησιν τῆς ἀρχῆς νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ μέρος, ἐν ᾧ διαμένει, ἐντὸς τῆς προθεσμίας, ἥτις ἐτάχθη αὐτῷ, τιμωρεῖται, καὶ τὸ ἄρθρον 699 ἀναγράφει τὴν ποινὴν, ἥτις ἐπιβάλλεται αὐτῷ διὰ τὴν παρακοήν· ὡσαύτως, ἂν ὁ καταδικασθεὶς δι’ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως ἐπὶ πταίσματι, τὸ ὁποῖον τιμωρεῖται διὰ τοῦ εἴδους τούτου τῆς ποινῆς, δὲν κατέλιπε τὸ μέρος, ἐν ᾧ ἀπηγορεύθη αὐτῷ νὰ διαμένῃ, κατὰ τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας πρόσκλησιν, τιμωρεῖται καὶ οὗτος ὡσαύτως δι’ ἠπιωτέρας ποινῆς. Τὸ ἄρθρον 699 τοῦ Ποιν. Νόμου λοιπὸν ἀνέγραψε τὴν κύρωσιν τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, ἵνα καταστήσῃ ἐφαρμοστὸν καὶ ἐκτελέσιμον τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἡ εἰς ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν ὑπαγωγὴ ἢ καταδίκη παρέχει εἰς τὸ Κράτος, νὰ προσκαλῇ τὸν ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν διατελοῦντα, ἵνα ἐγκαταλίπῃ ὡρισμένον μέρος τοῦ Κράτους ἐντὸς τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν ἡ ἀστυνομία ἤθελε τάξει εἰς αὐτόν. Καὶ τὸ ἄρθρ. 699 τοῦ Ποιν. Νόμου ἐχρησίμευσεν εἰς τὸν κ. ἐκ Βόλου συνάδελφον διὰ νὰ ζητῇ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσωσιν αὐτὸν, διατὶ δὲν κατήγγειλαν τὸν κ. Χαμμερστάϊν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 699 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὅπως τιμωρηθῇ μὲ τὴν ποινὴν τὴν ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένην! Ἡ σύγχυσις τῆς συζητήσεως ἦτο, ὡς εἶπον, συνέπεια τῆς ἀπόψεως, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς ἐξήτασε τὸ θέμα. Δὲν λέγω τι περὶ τοῦ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ, διότι ἐκείνου ἡ σύγχυσις ἤθελεν εἶσθαι ἀναπόφευκτος, ἀφοῦ ἐνέκρινε νὰ ἀναδράμῃ εἰς τοὺς ἀρχαίους χρόνους, καὶ νὰ ἀναζητήσῃ τὴν παράδοσιν τοῦ Σαμψὼν εἰς τοὺς Φιλισταίους, καὶ τοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι διεῖπον τὰ τῆς παραδόσεως τῶν καταδιωκομένων ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ῥώμῃ καὶ ἐν ταῖς Μεσσηνιακαῖς χώραις, καὶ ἐν γένει τὰς περὶ παραδόσεως ἰδέας τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῆς παροχῆς ἢ τῆς ἀρνήσεως τῆς ξενίας δὲν ἦτο ἀνεγνωρισμένον ἐν τῷ ἀρχαίῳ κόσμῳ, διότι εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψαν αἱ νεώτεραι Πολιτεῖαι, αἱ ὁποῖαι στηρίζονται—δὲν γνωρίζω ἂν εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς— ἐπὶ κανόνων ἄλλων καὶ διέπονται ὑπὸ ὅρους ἐντελῶς διαφόρους τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς διῆγον αἱ ἀρχαῖαι Πολιτεῖαι. Βεβαίως ἐν ταῖς ἀρχαίαις Πολιτείαις δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ζητῇ τις ἀπὸ χώραν τινὰ τὴν αὐτοθυσίαν, τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν συμφερόντων αὐτῆς, τὴν ἀνοχὴν τῆς βλάβης ἢ τῆς ζημίας, ἥτις ἐπεγίνετο εἰς αὐτὴν, τὸ δὲ ἄτομον ἐθεωρεῖτο πάντοτε προωρισμένον εἰς θυσίας ὑπὲρ τοῦ ὅλου. Οἱ κανόνες οὗτοι δὲν κρατοῦσι πλέον εἰς τὰς νεωτέρας Πολιτείας, καὶ διεπόμεθα ὑπὸ κανόνων ἄλλων, οἵτινες τυγχάνουσι περισσότερον μεμακρυσμένοι ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἠθικῆς πολιτικῆς, περισσότερον τείνοντες πρὸς τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων τοῦ ἀτόμου ἢ τοῦ Κράτους. Οὐδὲ πρέπει νὰ πλανᾶταί τις ἀπὸ τὰς ἱστορικὰς παραδόσεις, καὶ νὰ ζητῇ ὅπως ἀναγραφῶσιν, ἢ νὰ ἀπαιτῇ ὅπως ἐφαρμόζωνται οἱ πολιτικοὶ ὅροι, οἱ ὁποῖοι τότε ἐκανόνιζον τὰς σχέσεις τῶν ἀτόμων πρὸς τὰς Πολιτείας καὶ τὰς σχέσεις τῶν Πολιτειῶν πρὸς ἀλλήλας. Κατεκρίθημεν πρὸς τοῖς ἄλλοις ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων, ὅτι ἡμεῖς, ἐγὼ μὲν διὰ τρόπου αὐταρχικοῦ καὶ αὐθαιρέτου, ἥκιστα προσιδιάζοντος εἰς τὸν χαρακτῆρά μου, οἱ δὲ συνάδελφοί μου διὰ τρόπου ἀδικαιολογήτου, ἠρνήθημεν νὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς κατακρίνοντας τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα οὗτοι ἀνέφερον. Ἀλλὰ ποῖα ἔγγραφα ὀφείλουσιν αἱ Κυβερνήσεις νὰ παρέχωσιν εἰς τὰς Βουλὰς, ὅταν ζητῶνται; Τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον αὗται, διότι ἀπηυθύνοντο εἰς αὐτὰς, ἢ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα αὗται ἐξέδωκαν πρὸς ἄλλους, ὡς ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτήσῃ τις, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀναζητῇ ἐκτὸς τῶν δημοσίων ἀρχείων, ἐν ἄλλαις χώραις, ἔγγραφα ἀρχῶν ἀλλοδαπῶν εἴτε πρὸς ἀλλήλας εἴτε πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῶν; Μήπως αἱ Κυβερνήσεις μετατρέπωνται ἀπὸ ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς ῥεπόρτερ ἐφημερίδων, ἵνα σπεύδωσι νὰ μάθωσι ποῖά τινα διέταξε τὸ Συμβούλιον τοῦ Πλημμελειοδικείου τῆς Βάρνης, ἢ ποῖά τινα διέταξε τὸ Συμβούλιον τοῦ Πλημμελειοδικείου τοῦ Βερολίνου, ἢ ποῖά τινα ἔγραψεν ὁ ἀντιπροσωπεύων τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν ἐν Τύνιδι κατ’ ἄλλον χρόνον, ἐπὶ ἄλλου ὑποδίκου ἢ καταδιωκομένου; Εἰ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατέθηκαν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐν τοῖς ἀρχείοις των, καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἠκούσατε ὅμως πρὸ μικροῦ τινος, δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι καὶ ἄλλοι, ἔχοντες τὸ θάῤῥος αὐτοῦ, ἀλλ’ ἤκουσα ἑνὸς ἀγορεύσαντος πρὸ μικροῦ, ὅστις διέψευσεν αὐτὰ, καὶ τὰ διέψευσε, διότι αἱ ἐφημερίδες τῶν Ἀθηνῶν εἶχον περιγράψει τὰ πράγματα καὶ ἀφηγήθησαν αὐτὰ ἄλλως καὶ οὐχὶ ὡς τὰ κατατεθέντα ἐπίσημα ἔγγραφα περιέγραψαν ἢ ἀφηγήθησαν αὐτὰ, διότι αἱ ἐφημερίδες τῆς Εὐρώπης ἀφηγήθησαν ἄλλως τὰ πράγματα, οὔτε εὐηρεστεῖτο ν’ ἀναζητήσῃ εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς Εὐρώπης τὰς ἐπισήμους δηλώσεις τῶν Ὑπουργῶν τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας, οἱ ὁποῖοι ἐβεβαίουν, ὅτι ὁ μὲν κ. πρέσβυς τῆς Γερμανίας ἐζήτησε τὴν ἔκδοσιν, ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠρνήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησιν αὐτοῦ. Καὶ ἠρώτων τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ποῦ εὗρε τὸ ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τοῦ κ. Χαμμερστάϊν, καὶ ποῦ εἶναι τὰ ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητήθη παρὰ τοῦ κ. πρέσβεως τῆς Γερμανίας ἡ ἔκδοσις αὐτοῦ, ἐνῷ εἶχεν εἰπεῖ πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐζητήθη ἡ ἔκδοσις προφορικῶς, καὶ ἠρευνήθη διὰ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου συνειθίζουσι νὰ φροντίζωσι νὰ πληροφορῶνται οἱ μέλλοντες ν’ ἀπευθύνωσιν αἴτησίν τινα, πρὶν ἢ ἀπευθύνωσιν αὐτὴν, ἂν ὑπάρχῃ πιθανότης, ὅτι ἡ αἴτησις αὐτῶν ἤθελε γείνῃ ἀποδεκτή, ἵνα μὴ προσκόψωσιν εἰς ἄρνησιν ἠτιολογημένην ἢ εὔλογον· ὅταν δ’ οὕτως ἠρευνᾶτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τῇ προφορικῇ μετὰ τοῦ κ. πρέσβεως τῆς Γερμανίας συνδιαλέξει του, τότε ἐδόθη αὐτῷ τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως κατὰ τοῦ Χαμμερστάϊν. Καὶ ἠρωτᾶτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν: «ἐξετέλεσεν ὁ κ. Χαμμερστάϊν, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐν Ἀθήναις διατριβῆς του, ἢ ἀπεπειράθη νὰ διαπράξῃ κολάσιμον πρᾶξιν ἐν Ἑλλάδι;» καὶ ἠρωτᾶτο, ἵνα ἀπαντήσῃ, ἂν ἐζητήθη κατὰ τὸ παρελθὸν παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀπέλασις ἢ καὶ ἡ ἔκδοσις ἄλλου ἀλλοδαποῦ καὶ διὰ τίνα λόγον, καὶ ἠρωτᾶτο ἂν ὁ περὶ διαβατηρίων θεσμὸς ἐφηρμόσθη καὶ εἰς ἄλλους, ἐκτὸς τοῦ Χαμμερστάϊν, καὶ ἠρωτᾶτο ἂν ὁ φυγόδικος Ξύδης ἔπραξεν εἰς Βουένος–Ἄϋρες ἐγκλήματα, ὡς ἂν ἡμεῖς ἐπετηροῦμεν ἀγρύπνῳ ὀφθαλμῷ τὰς περιστροφὰς τοῦ φυγοδίκου Ξύδη ἐν τῇ Εὐρώπῃ ἢ τῇ Ἀμερικῇ, διότι ἐποθοῦμεν νὰ μάθωμεν ποίαν διαγωγὴν ἤθελε μετέλθει εἴτε ἐν Ῥίῳ–Ἰανείρῳ, εἴτε ἐν Βουένος–Ἄϋρες, εἴτε ἐν ἄλλῃ τινὶ δημοκρατίᾳ τῆς Ἀμερικῆς· καὶ ἐπειδὴ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀπεκρίνετο, ὠργίζετο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου καὶ ἀπηύθυνε προσωπικῶς εἰς ἡμᾶς τὴν ἐρώτησιν, καὶ ἐζήτει ν’ ἀπολογηθῶμεν, διατὶ δὲν ἀποκρινόμεθα εἰς αὐτόν! Πρέπει νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς συγχύσεως ταύτης, καὶ πρέπει νὰ ἀνεύρωμεν κύριον θέμα, νὰ ψαύσωμεν καὶ ἐρευνήσωμεν αὐτὸ, ὅσον δυνάμεθα καὶ μετὰ πάσης φροντίδος, ἵνα εἰσδύσωμεν εἰς τὰς τελευταίας λεπτομερείας αὐτοῦ, ὅπως σχηματίσῃ ἡ Βουλὴ γνώμην ὀρθὴν περὶ τῶν γενομένων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐμνημόνευσεν ἀληθῶς τῆς ἐκδόσεως, ὡς ἐμνημόνευσε καὶ τοῦ νόμου περὶ διαβατηρίων ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ δὲν ἐμνημόνευσε τούτων διότι ἐπρόκειτο ἡ ἐξέτασις, ἂν ὁ κ. Χαμμερστάϊν ἐξεδόθη εἰς τὴν Γερμανίαν, ἢ ἂν ὁ κ. Χαμμερστάϊν κατεδιώκετο διότι δὲν εἶχε διαβατήριον ἐξωτερικόν. Ἐν πρώτοις ὁ κ. Χαμμερστάϊν ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ οὐδεὶς ἤξευρεν ὅτι ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ὁ κ. Χαμμερστάϊν ἦλθεν ὑπὸ ἄλλο ὄνομα· ὥστε, καὶ ἂν εἶχεν ἐξωτερικὸν διαβατήριον ὑπὸ τὸ ψευδὲς ὄνομα, καὶ ἤθελε τυχὸν συναντήσει εἰς τὰ ὅρια τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἀρχήν τινα, ἥτις ἤθελε ζητήσει παρ’ αὐτοῦ τὸ διαβατήριόν του, ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν ἤθελε μάθει ἐκ τῆς ἐπιδείξεως τοῦ διαβατηρίου του, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ κ. Χαμμερστάϊν. Ἐν Ἑλλάδι ἰσχύει μὲν ὁ περὶ ἐξωτερικῶν διαβατηρίων νόμος, ἀλλὰ οὐδείς ποτε ἐζήτησεν ἐν Ἑλλάδι ἐξωτερικὸν διαβατήριον ἀπὸ τοὺς ἐρχομένους εἰς τὸ Κράτος, διότι τὰ κρατοῦντα παρ’ ἡμῖν φιλελεύθερα φρονήματα παρῃτήθησαν τοῦ δικαιώματος νὰ ἐνασκῶσι διὰ τῶν ἐξωτερικῶν διαβατηρίων τὴν ἐπὶ τῶν εἰσερχομένων εἰς τὸ Κράτος ἀστυνομίαν. Ἀλλ’ ἐν ταῖς χώραις τῆς Εὐρώπης, τῶν ὁποίων ἰδίως ἐμνήσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅταν ὡμίλει περὶ τοῦ νόμου περὶ ἐξωτερικῶν διαβατηρίων, ἐν ταῖς χώραις τῆς Εὐρώπης πολλαχοῦ ζητοῦσιν ἐξωτερικὰ διαβατήρια, καὶ δὲν σᾶς ἐπιτρέπουσι νὰ εἰσέλθητε, ἐὰν δὲν ἔχητε ἐξωτερικὸν διαβατήριον. Καὶ λέγων ταῦτα, δὲν ἐννοῶ μόνον τὴν Ῥωσσίαν· ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα Κράτη ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ἴσως τὴν αὐστηροτέραν ταύτην ἐπιτήρησιν τῶν εἰσερχομένων εἰς τὸ Κράτος ξένων, ἴσως ὑπαγορεύει καὶ τὸ μέγα δεινὸν, τὸ ὁποῖον ἐνέσκηψε τελευταῖον εἰς τὴν Εὐρώπην, τὸ δεινὸν τοῦ μηδενισμοῦ. Ἡμεῖς, οἵτινες εὐτυχῶς δὲν ἠπειλήθημεν μέχρι τοῦδε ὑπὸ τοιούτου δεινοῦ, ἔχομεν ἀναπεπταμένας τὰς θύρας, εἰσέρχεται δὲ πᾶς εἰς τὴν χώραν, οὕτω δ’ εἰσῆλθε καὶ ὁ κ. Χαμμερστάϊν, ὁ ὁποῖος ὅμως εἰσῆλθε διὰ τρόπου μὴ παριστῶντος τὴν εἰλικρίνειαν αὐτοῦ, διότι εἰσῆλθεν ὑπὸ ἄλλο ἔνδυμα, τοῦτο δὲ ἐδείκνυε τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ νὰ μὴ γνωσθῇ ἐν Ἑλλάδι, καὶ τὴν πρόθεσιν αὐτοῦ νὰ ἀπατήσῃ, ἵνα μὴ γνωσθῇ ἐν Ἑλλάδι ἡ ταυτότης αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐμνημόνευσε τῶν ἐξωτερικῶν διαβατηρίων, μόνον ἵνα ἀναφέρῃ ὑμῖν τὴν δυσπιστίαν, ἥτις κρατεῖ ἐν Εὐρώπῃ πρὸς τοὺς ξένους, ἧς ἕνεκα καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου ἐνασκεῖται ἡ ἀστυνομία ἐπ’ αὐτῶν, ἐσκόπει δὲ νὰ προτρέψῃ τοὺς ἀκούοντας νὰ μὴ ἐκπλήσσωνται, ἐὰν ἐν Ἑλλάδι ἡ ἀστυνομικὴ ἐνέργεια τοῦ Κράτους ἐπεξετάθη μέχρι τοῦ κ. Χαμμερστάϊν. Ἀλλ’ οἱ συγγράψαντες περὶ ἐκδόσεως καὶ οἱ συγγραφεῖς οἱ ἄλλοι, τῶν ὁποίων τὴν πληθὺν μᾶς ἀνέφερον οἱ προαγορεύσαντες, μικρὸν δύνανται νὰ καταλάβωσι κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην μέρος. Ἐὰν πρόκειται περὶ ἐκδόσεως, ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν ἦτο ἄγνωστον τὸ ἐξαιρετικὸν τοῦ θεσμοῦ τούτου, μετὰ τοσαύτης δὲ ἀποστροφῆς ἀπέβλεψαν αἱ Κυβερνήσεις πρὸς τὸν θεσμὸν τοῦτον, ὥστε οὔτε ὅταν ἡ ἀνάγκη τῆς καταστολῆς τῆς ληστείας, ἡ ὁποία ἐπίεζε τὴν χώραν, ἕνεκα τοῦ ἰδίου αὐτῆς συμφέροντος, ἡ ὁποία δὲ προεκάλει καὶ τὴν πίεσιν ἐπὶ τοῦ Κράτους Μεγάλων Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης, ὅταν, λέγω, τοιαύτη ἀνάγκη ὑπηγόρευσε τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς συνωμολόγησε μετὰ τῆς ὁμόρου χώρας κατὰ τὸ 1856, διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης δὲν ἔστρεξε νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραδίδῃ εἰς τὰς Τουρκικὰς ἀρχὰς τοὺς λειποτακτοῦντας ὀθωμανοὺς στρατιώτας, προσφεύγοντας εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ μόνον νὰ ἀπειλήσῃ αὐτούς, ὅτι θέλει τοὺς παραδώσει, ἐὰν δὲν καταλίπωσι τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος. Ὡς γνωρίζουσιν οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, πρὸ τοῦ 1856 ἡ ληστεία ἐν Τουρκίᾳ κατεδιώκετο οὐχὶ διὰ τακτικοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ διὰ τῶν Δερβεναγάδων, οἵτινες ἀνελάμβανον ἐργολαβικῶς τὴν καταδίωξιν τῶν ληστῶν· ἦσαν δὲ οἱ Δερβεναγάδες στρατιωτικοὶ ἀρχηγοὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς. Οὗτοι ἀνελάμβανον τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, πληρονόμενοι αὐτοὶ τοὺς μισθοὺς ἀριθμοῦ στρατιωτῶν, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι ἦσαν ἀνύπαρκτοι. Τὸ σύστημα τοῦτο κατηργήθη διὰ τῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, τῆς συνομολογηθείσης κατὰ τὸ 1856, δι’ ἧς ὑπεχρεώθη καὶ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Τουρκία νὰ καταδιώκωσι τὴν ληστείαν διὰ τακτικοῦ στρατοῦ, ἐπειδὴ δὲ ἡ Τουρκία προέβαλλεν ἀντίῤῥησιν, ὅτι ἐνδεχόμενον ἦτο οἱ ἄνδρες τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ αὐτῆς, φρουροῦντες ἐπὶ τῶν γραμμῶν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σύνορα, νὰ λιποτακτῶσι, καὶ ἐζήτησε νὰ ὑποσχεθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὅτι θέλει παραδίδει τοὺς λιποτακτοῦντας Ὀθωμανοὺς στρατιώτας, ἡ Ἑλλὰς οὐδὲ τὴν παράδοσιν τῶν Ὀθωμανῶν λιποτακτῶν εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν ἔστερξεν, ἂν καὶ ἐπρόκειτο περὶ στρατιωτῶν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν πάντες Ὀθωμανοὶ καὶ Μουσουλμάνοι. Μετὰ τοσαύτης φειδοῦς προέβαινον αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, ἀποτροπιαζόμεναι τὸν θεσμὸν τῆς ἐκδόσεως. Καὶ εἶχον δίκαιον· διότι τὰ μικρὰ Κράτη δὲν πρέπει τοιαύτας νὰ ἀναλαμβάνωσιν ὑποχρεώσεις, συνθηκολογοῦντα πρὸς τὰ μεγάλα Κράτη εἴτε ἐν τῇ Εὐρώπῃ εἴτε ἐν τῇ Ἀνατολῇ, τὰ μικρὰ μάλιστα Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν συνεπλήρωσαν τὰς ἱστορικὰς αὐτῶν παραδόσεις καὶ τὰ ὁποῖα τῆς πολιτείας των κανόνα ἔχουσιν ἀποδεχθῆ τὸν σκοπὸν τῆς συμπληρώσεώς των. Διὰ τοῦτο, ὅτε τὸ πρῶτον ἐπροτάθη ἡ μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἰταλίας ἐμπορικὴ συνθήκη, μεθ’ ἧς ἐψηφίσθη ὡς παρακολούθημα ἐκείνης καὶ ἡ σύμβασις περὶ τῆς ἀμοιβαίας ἐκδόσεως τῶν καταδιωκομένων ἐγκληματιῶν, συνέπεσε νὰ ἦμαι Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐν δὲ τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ὅτε ἡ σύμβασις αὕτη συνεζητήθη, ἤμην μειονοψηφῶν, ψηφοφορήσας κατὰ τῆς συμβάσεως. Καὶ ὅταν κατὰ τὸ 1878 καὶ 1879, μετὰ τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου, ἀντιπρόσωποι Μεγάλων Δυνάμεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν ἀντιπρόσωποι δύο εὐεργετίδων Δυνάμεων τῆς Ἑλλάδος, ἐπέμενον ζητοῦντες καὶ προτρέποντες νὰ προβῶ εἰς διαπραγματεύσεις μετ’ αὐτῶν πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως περὶ ἐκδόσεως, ἠρνήθην διαῤῥήδην. Φρονῶ δ’ ὅτι, ἐὰν πρέπῃ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀρνῆται ἵνα συνομολογῇ συμβάσεις περὶ ἐκδόσεως, κατὰ πλείονα λόγον δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ἐκτελῇ ἔκδοσιν, ἔστω καὶ ἂν αὕτη ζητῆται ἐπὶ ἀμοιβαιότητι. Ἡ ἔκδοσις ὑπηγορεύθη ἀπὸ εὐγενῆ ἰδέαν, ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ἀπὸ τὸν πόθον, νὰ συντελῶσι τὰ Κράτη, συμπράττοντα πρὸς ἄλληλα ἀδελφικῶς, πρὸς καταστολὴν τῶν ἐγκλημάτων καὶ ἠθικοποίησιν τῶν λαῶν. Τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον ὑπαγορεύει ἡμῖν καὶ ἡ χριστιανικὴ φιλοσοφία. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι, ὅσον πρὸς τοῦτο καὶ ἂν καλούμεθα καὶ ὑπὸ τῆς ἰδίας ἡμῶν θρησκείας καὶ ὑπὸ τῆς ἰδίας ἡμῶν πολιτικῆς ἱστορίας, δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ σταματῶμεν, ἀναμιμνησκόμενοι ὅτι ἔχομεν καὶ ἄλλο καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν, τὸ καθῆκον νὰ διατηρήσωμεν ἀκέραια τὰ δικαιώματα αὐτῆς, διότι ἐνδεχόμενον εἶναι ἡ κατ’ ἐλάχιστον μείωσις ἢ ἡ διὰ παραχωρήσεώς τινος παραίτησίς τινος ἤ τινων τῶν δικαιωμάτων τούτων, νὰ ἀποβῇ ἐπιζήμιος εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν. Ἀλλὰ τί κοινὸν μεταξὺ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐγκληματιῶν καὶ τῆς παραγγελίας, τῆς δοθείσης εἰς τὸν κ. Χαμμερστάϊν νὰ καταλίπῃ τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος; Ἂν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐπέμενε ζητοῦσα τὴν ἔκδοσιν τοῦ κ. Χαμμερστάϊν, εἶναι βεβαίως Μεγάλη Δύναμις ἡ Γερμανικὴ Αὐτοκρατορία, οὐδένα δ’ ἔχομεν λόγον νὰ μὴ ἐπιθυμῶμεν, ἵνα μὴ δοθῇ αὐτῇ ἀφορμὴ δυσαρεσκειῶν καθ’ ἡμῶν· ἀλλὰ πάντως ἠθέλομεν ἀρνηθῆ νὰ ἐκδώσωμεν τὸν κ. Χαμμερστάϊν, οὐ μόνον διότι δὲν ὑπάρχει σύμβασις περὶ ἐκδόσεως μετὰ τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἀλλὰ καὶ διότι, καὶ ἐπ’ ἀμοιβαιότητι ἀκόμη ἂν ἐζητεῖτο ἡ ἔκδοσις, ἔπρεπε νὰ ἀρνηθῶμεν αὐτήν. Καὶ ὁμολογῶ χάριτας πρὸς τὸν κ. συνάδελφόν μου, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος μετὰ παῤῥησίας εἶπε τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐκδώσωμεν τὸν κ. Χαμμερστάϊν. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔστεργε ν’ ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησιν πρὸς παράδοσιν τοῦ κ. Χαμμερστάϊν, καὶ τότε δὲν ἤθελε πρόκεισθαι περὶ τῆς ἐκδόσεως, ἥτις ἀναγράφεται ἐν ταῖς συμβάσεσιν, ὡς ἀνεγράφη ἐν τῇ συμβάσει μετὰ τῆς Ἰταλίας τὸ δικαίωμα τῆς ἀμοιβαίας ἐκδόσεως, οὐδ’ ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένη δι’ αὐτὴν διαδικασία τις, ἥτις ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ, ἀλλ’ ἤθελε πρόκεισθαι περὶ αὐτοβούλου πράξεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς νόμος ὑπεχρέου νὰ διαπράξῃ, καὶ ἑπομένως οὐδεμία διαδικασία εἶχεν ἀναγραφῆ δι’ αὐτήν. Ἦτο δὲ μάταιον νὰ ἐρωτᾷ τις, διατὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ δὲν ἐτηρήσαμεν διαδικασίαν τινά· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐκδόσεως, αὕτη ἤθελε διαπραχθῆ ἐκ φιλοφροσύνης πρὸς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς μετὰ πάσης εἰλικρινείας εἶπεν εἰς τὸν βαρῶνον Πλέσσεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ἐν πλήρει ἀδυναμίᾳ νὰ ἐκτελέσῃ τοιαύτην αἴτησιν, καὶ ὁ κ. πρέσβυς τοῦ Αὐτοκράτορος τοσοῦτον σύνοιδε περὶ τοῦ δικαίου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὥστε οὐδ’ ἔγγραφον αἴτησιν ἀπηύθυνε περὶ τούτου. Ἐνῷ λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ παραβιάσεως τῶν διατάξεων τοῦ Ποιν. Νόμου, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ παραβιάσεως τοῦ νόμου περὶ διαβατηρίων, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ ἐκδόσεως, περὶ τίνος πρόκειται; Κατὰ τὰ πανταχοῦ παραδεδεγμένα, κατὰ τρεῖς τρόπους οἱ ξένοι ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν μετέβησαν, ἵνα διαμείνωσι προσωρινῶς· ἀπομακρύνονται διὰ τῆς ἐκδόσεως, ἀπομακρύνονται διὰ τῆς ἀπελάσεως καὶ ἀπομακρύνονται διὰ τῆς ἀρνήσεως τῆς ξενίας. Ὁ κ. Χαμμερστάϊν δὲν ἀπεμακρύνθη τῆς Ἑλλάδος δι’ ἐκδόσεως, ἑπομένως οὐδεὶς λόγος περὶ ἐκδόσεως πρέπει νὰ γίνεται. Ὁ κ. Χαμμερστάϊν δὲν ἀπεμακρύνθη τῆς Ἑλλάδος δι’ ἀπελάσεως διότι δὲν ἀπελάθη ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἶχε τιμωρηθῆ ἢ ὑποβληθῆ εἰς τὴν ποινὴν τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, ὅτε ἡ ἀπέλασις ἦτο ἀναγκαία, ἀλλ’ ὁ κ. Χαμμερστάϊν προσεκλήθη νὰ καταλίπῃ ἐντὸς τῆς ἡμέρας τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος. Ὅθεν τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειντο πρὸς ἐξέτασιν, εἶναι ταῦτα: Πρῶτον, καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, δηλώσασα εἰς τὸν κ. Χαμμερστάϊν, ὅτι δὲν παρέχει εἰς αὐτὸν περαιτέρω ξενίαν, καὶ προσκαλέσασα αὐτὸν ν’ ἀναχωρήσῃ ἐντὸς τῆς ἡμέρας; Ἕτερον θέμα πρὸς ἐξέτασιν ἦτο ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπεμακρύνθη ἢ ἀνεχώρησεν ὁ κ. Χαμμερστάϊν, ἂν περιέχῃ τι, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος τῶν ὑπηρετῶν τοῦ Κράτους, οἵτινες εἶχον ταχθῆ νὰ φροντίσωσι περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ἀρνηθεῖσα ξενίαν εἰς τὸν κ. Χαμμερστάϊν. Ταῦτα ἦταν τὰ δύο θέματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ περιστραφῇ ἡ συζήτησις. Τὸ θέμα τοῦτο ἐξήτασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ὁ ὁποῖος ἀνεγνώρισε μὲν, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνῆται ξενίαν, ἀλλ’ ἰσχυρίσθη συγχρόνως, ὅτι κακῶς ἠρνήθη εἰς τὸν ἀλλοδαπὸν τοῦτον τὴν ξενίαν· δὲν ἠδυνήθην δὲ νὰ ἐννοήσω, διατί ἰσχυρίσθη τοῦτο. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἀνεγνώριζε τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους νὰ ἀρνηθῇ ξενίαν, ἀλλ’ ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀρνηθῇ ξενίαν εἰς τὸν κ. Χαμμερστάϊν, τότε προσῆκε νὰ ἐρωτήσῃ ἡμᾶς, διὰ τίνα λόγον ἠρνήθημεν ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους τὴν ξενίαν εἰς τὸν κ. Χαμμερστάϊν, τοῦτο δ’ ἀπήτει οὐ μόνον τὸ προσῆκον, ἀλλὰ καὶ ἡ παῤῥησία καὶ ἡ ἀλήθεια. Ὁ κ. Χαμμερστάϊν διέτριβε μεταξὺ ἡμῶν ἄγνωστος, καὶ ἡμεῖς δὲν ἑωρῶμεν ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ τὸν κ. Χαμμερστάϊν, ἀλλὰ ἄλλον τινὰ, κύριον Hebert, ὡς ὠνόμαζεν ἑαυτὸν ὁ κ. Χαμμερστάϊν. Αἴφνης μανθάνομεν, ὅτι ὁ κ. Hebert εἶναι ὁ κ. Χαμμερστάϊν, ἤτοι ὅτι ὁ κ. Χαμμερστάϊν ἀπέκρυψεν ἑαυτὸν ἀπὸ πάντας ἐκείνους, μεθ’ ὧν συνηντήθη, διατρίβων ἐν Ἀθήναις, ἐξαπατήσας πάντας αὐτούς. Συγχρόνως μανθάνομεν, ὅτι ὁ κ. Χαμμερστάϊν ἔπαθε, διατρίβων ἐν Ἀθήναις, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πάσχουσι πολλοὶ τῶν ξένων, οἵτινες ὑπολαμβάνουσιν ὅτι ἔρχονται εἰς χώραν τινὰ τῆς Ζουλουλάνδης καὶ ζητοῦσιν αἴφνης, πρὸς ζημίαν αὐτῆς, νὰ κερδοσκοπήσωσιν, εἴτε ἀποκτῶντες φήμην φιλολογικὴν, εἴτε κερδαίνοντες χρήματα. Οὕτω καὶ ὁ ξένος οὗτος, ὁ ὁποῖος διέτριβεν ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν ὑπὸ ξένον ὄνομα καὶ ἐτήρει ἑαυτὸν ἄγνωστον, ἐσκέφθη νὰ ἐμπορευθῇ ἡμᾶς καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους καὶ τὴν ὑπόληψιν ἡμῶν· καθ’ ὃν δὲ χρόνον ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, δύναμαι νὰ τὸ εἴπω, ἀπεφαίνοντο διὰ τρόπου ἀνεκκλήτου, ὅτι δὲν εἶναι διατεθειμέναι νὰ θυσιάσωσιν οὐδὲν τῶν πολιτειακῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους διὰ συμφέροντα χρηματικὰ, καθ’ ὃν χρόνον ἕνεκα τούτου πολλοὶ ξένοι ἢ καί τινες ἡμεδαποὶ ἔγραφον ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι ἡμεῖς κακῶς πράττομεν, ἀρνούμενοι νὰ ὑποκύψωμεν εἰς ξενικὸν ἔλεγχον, καὶ ὅτι ἐμωράνθημεν, διότι δὲν σπεύδομεν νὰ ὑποκύψωμεν εἰς αὐτὸν, ὑποτάσσοντες καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν δανειστῶν, παρέστη μετ’ αὐτῶν καὶ ὁ κ. Χαμμερστάϊν, λοιδορῶν τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν! Ἀλλὰ τὰ ἐν τῇ Εὐρώπῃ δημοσιευόμενα ἔγγραφα οἱ δημοσιεύοντες αὐτὰ τὰ δημοσιεύουσιν εἴτε πλανώμενοι, εἴτε ἄλλα τινὰ προσδοκῶντες· ἀλλ’ ὁ κ. Χαμμερστάϊν, ἐλθὼν εἰς τὴν χώραν ταύτην πρόσφυξ, ἀντὶ νὰ ἐκδηλώσῃ συμπαθείας πρὸς αὐτήν, ἤρξατο καὶ οὗτος νὰ καταγγέλλῃ ἡμᾶς ὡς μωροὺς, διότι δὲν στέργομεν τὸν ξενικὸν ἔλεγχον! καὶ ἐνῷ εἰς τὸν τόπον δὲν εἶχεν ἔλθει, εἰμὴ πρὸ 15 μόλις ἡμερῶν, ὁ ἄνθρωπος ἔγραφε περὶ Ἑλλάδος, ὡς ἂν εἶχε καταναλώσει πάντα τὰ ἔτη τῆς ζωῆς του ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ, καὶ παρίστα τὴν διοίκησιν τῆς χώρας ὡς διεφθαρμένην, τὴν πολιτικὴν δὲ ὡς διαφθείρουσαν καὶ καταστρέφουσαν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους! Πρὸ πολλῶν δεκάδων ἐτῶν ὑπῆρξε μαθητὴς τῆς Γαλλικῆς Σχολῆς εὐφυέστατος, τὸν ὁποῖον ἡ φύσις εἶχε προικίσει μὲ πολλὰ προτερήματα, καὶ ὁ ὁποῖος, ὅταν ἀπῆλθε τῆς Ἑλλάδος, ἔγραψε συγγράμματα περὶ Ἑλλάδος, διὰ τῶν ὁποίων ἐχλεύασε τὴν πτωχὴν Ἑλλάδα καὶ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας. Εἰς τὰ σατυρίζοντα τὴν Ἑλλάδα συγγράμματά του ταῦτα ὀφείλει τὴν φιλολογικὴν δόξαν του ἀληθῶς ὁ εὐφυὴς Γαλάτης, καὶ δι’ αὐτῶν ἀνυψώθη ἐν τῷ κόσμῳ τῷ φιλολογικῷ, καὶ ἀπέκτησεν ὄνομα καὶ πλοῦτον διὰ τῶν χλευασμῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς κατ’ αὐτῆς σατύρας. Μετά τινα ἔτη μετεμελήθη ὁ ἀνὴρ, ζητήσας δημοσίᾳ συγγνώμην παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Τοῦτο πράττουσι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἐνταῦθα, καὶ πολλοὶ, οἵτινες, ἀληθεῖς τυχοδιῶκται, ἔρχονται ἐνταῦθα ἵνα πλουτήσωσι, καὶ οἵτινες, εὐθὺς ὡς προσκόψωσιν αἱ ἐπιχειρήσεις αὐτῶν, ἢ εὐθὺς ὡς δὲν κατορθώσωσι νὰ ἐξαπατήσωσιν εἴτε τὴν Κυβέρνησιν εἴτε τοὺς Ἕλληνας, ὅπως πλουτήσωσι, τρέπονται ἀμέσως εἰς συγγραφὰς ἢ δημοσιεύσεις κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τὸ 1891, ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅταν περιῆλθεν εἰς πτώχευσιν ὁ ἐργολάβος τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, εἷς ἐκ τῶν Γάλλων μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, ἐξέδωκε φυλλάδιον, διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς ὠνόμαζε λῃστὰς καὶ μᾶς ἀπεκάλει φαύλους καὶ διεφθαρμένους. Ὅταν ἀνέγνων τὸ φυλλάδιον, περιελθὸν καὶ εἰς ἐμὲ, εἰδοποίησα ἰδιαιτέρως τὸν κόμητα Μοντολὼν, πρέσβυν τῆς Γαλλίας, διότι τοῦ ὑβριστικοῦ φυλλαδίου ὁ συγγραφεὺς ἦτο πολίτης Γάλλος, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ ξενιζόμενος οὗτος ἐν τῇ χώρᾳ Γάλλος ὑβρίζει τὴν Ἑλλάδα, σκοπῶ νὰ προσκαλέσω αὐτὸν νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος. Δὲν γνωρίζω τί ἔπραξεν ὁ κόμης Μοντολὼν, γνωρίζω ὅμως ὅτι, ὅταν τὸν ὑβριστὴν ξένον ἀνεζήτησεν ἡ ἀστυνομία, ἵνα προσκαλέσῃ αὐτὸν νὰ καταλίπῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, οὐδαμοῦ ἀνεὗρεν αὐτὸν, διότι οὗτος εἶχε σπεύσει νὰ ἀπέλθῃ τοῦ Κράτους. Καὶ ὁ κ. Χαμμερστάϊν, ὅστις δὲν ἦτο ἐν Ἑλλάδι, εἰμὴ πρὸ δέκα ἢ πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν, εἰς τὸ αὐτὸ ἔργον ἐνέκρινε νὰ ἐπιδοθῇ, καὶ προσετέθη καὶ οὗτος εἰς τοὺς ποικίλους καὶ πολυειδεῖς ὑβριστὰς, οἵτινες ἐξετόξευσαν παντοίας κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ κατὰ τῆς Ἑλλάδος λοιδορίας, ἕνεκα τῆς πτωχεύσεως, καὶ ὡς εἰ μὴ ἤρκουν αἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐκτοξευόμεναι καθ’ ἡμῶν ὕβρεις, προσετέθησαν καὶ αἱ ἐξ Ἀθηνῶν γραφόμεναι, ἔστω καὶ ὑπ’ ἀλλοδαπῶν. Καὶ ὁ ἀλλοδαπὸς οὗτος εἶχεν αὐτὸς χαρακτηρίσει ἑαυτὸν ὡς ὕποπτον, διότι ἡ σπουδή, ἵνα ἀποκρύψῃ ἑαυτὸν, ἐνεποίει πᾶσαν ὑπόνοιαν καὶ πᾶσαν ὑποψίαν. Καὶ μᾶς εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν συναλλαγὰς μετὰ τῆς Γερμανίας, ἀπαγορεύσαντες τὴν ξενίαν εἰς τὸν κ. Χαμμερστάϊν, καὶ ἐλησμόνουν ὅτι ὡμίλουν ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ὅτι ἐξετόξευον τοιαύτην ὕβριν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος αὐτοὶ, μέλη Κοινοβουλίου τυγχάνοντες, οὐδ’ ἀνεμιμνήσκοντο, ὅτι ἥκει τοῦτο, ἵνα δώσῃ ὕλην εἰς πάντας τοὺς μισοῦντας τὴν Ἑλλάδα, εἰς πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἐκβιάσωσι τὴν Ἑλλάδα, ὕλην, λέγω, εἰς μομφὰς καὶ λοιδορίας, οὐχὶ πλέον κατὰ τοῦ κ. Σκουζὲ ἢ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη ἢ κατ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ κατὰ τῆς πατρίδος, κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς! Ἐὰν δὲν ἐνέκρινον νὰ ἐξετάσωσι τὸ θέμα τοῦτο, ἂς ἐξήταζον τὸ ἄλλο θέμα, ἂν οἱ ταχθέντες ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, ἵνα ἐκτελέσωσι τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καλέσωσι τὸν κ. Χαμμερστάϊν νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ Ἑλλην. ἔδαφος, καὶ ἐπιστατήσωσιν ἵνα μὴ ἀποπλανήσῃ αὐτοὺς καὶ ἀποβιβασθῇ ἀπὸ τοῦ ἀτμοπλοίου αὖθις εἰς Πειραιᾶ, ἂν, λέγω, οἱ ἐπιτραπέντες τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης μετῆλθον τρόπους ἢ μέσα, οἱ ὁποῖοι προσέβαλον τὸ πρόσωπον ἢ ἠθέτουν τὰ δικαιώματα αὐτοῦ. Τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, βεβαιοῦσιν ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των· ἐὰν δ’ ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν ὑπῆρξαν οἱ κατασκευάσαντες διαδόσεις ἀλλοίας, δὲν ὑπέθετον ὅτι αἱ διαδόσεις αὗται ἤθελον ἀναγγελθῆ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Οὐδὲν προβάλλω παράπονον κατὰ τοῦ Τύπου. Εἰμὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίσημον ἰδιότητα αὐτῶν, ὁσάκις εἶχον τοιαύτην, καὶ ὡς ἁπλοῖ Βουλευταὶ καὶ ὡς ἰδιῶται, συνηγόρησαν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ Τύπου. Καὶ δὲν συνηγόρησα μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ὅταν ἠπειλεῖτο μεγίστη πολιτικὴ κρίσις ἐν μεγίστῃ ἐπικρατείᾳ, συνδιαλεγόμενος μετ’ ἐπισημοτάτων προσώπων, τὰ ὁποῖα εἰσηγοῦντο ἐλευθέρως τὰς γνώμας των εἰς τὸν τότε κυβερνῶντα τὴν Γαλλίαν, δὲν ἐδίστασα νὰ συμβουλεύσω νὰ ἀποδεχθῶσι τὴν πλήρη ἐλευθεροτυπίαν. Ἀλλ’ ὁμολογῶ, μὲ ὅλον τὸ σέβας πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Τύπου, ὅτι ὁ πόθος τῶν εἰδήσεων, —διότι κατὰ δυστυχίαν ἡ δημοσιογραφία ἐν Ἑλλάδι ἐξετέθη εἰς πρόοδον λίαν ἐσπευσμένην καὶ ὑπερβαίνουσαν τὰ ὑπὸ τῆς χώρας παρεχόμενα εἰς τὴν δημοσιογραφίαν ἔσοδα—ὁ πόθος, λέγω, νὰ ἔχωσιν εἰδήσεις δυναμένας νὰ ἑλκύσωσιν ὅσον οἷόν τε περισσοτέρους ἀναγνώστας, εἰδήσεις ἑπομένως ἐμποιούσας συγκίνησιν, παρασύρει αὐτοὺς εἰς δημιουργίαν ἀκατανοήτων ἀγγελμάτων. Καὶ ἐφ’ ὅσον τὰ τοιαῦτα ἀγγέλματα δὲν βλάπτουσι τὰ μεγάλα συμφέροντα τῆς χώρας, ἐν ὅσῳ αἱ εἰδήσεις αὗται σκοποῦσι νὰ μειώσωσι τὴν ὑπόληψιν τῶν ἀτόμων, ἢ νὰ δυσφημήσωσι πολιτευομένους, εἴτε καὶ νὰ ὑπονομεύσωσι τὴν πρὸς τοὺς κυβερνῶντας ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, δὲν ἁρμόζει εἰς οὐδένα νὰ παραπονῆται· ὑπάρχουσιν ὅμως ὅρια, πρὸ τῶν ὁποίων ὠφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας τῶν λόγων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης, ἵνα συστήσω εἰς τὴν δημοσιογραφίαν νὰ σταματᾷ, καὶ ἰδίως νὰ μὴ λησμονῇ, ὅτι, ἐὰν πάντα τὰ ἐσωτερικὰ ζητήματα δύνανται νὰ ἦναι ἀντικείμενον καὶ ἐρεύνης καὶ συζητήσεως καὶ ἐλέγχου, τῶν ζητημάτων ὅμως, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ μετέρχηται ἐν ταῖς σχέσεσι αὐτοῦ πρὸς τὰς ἄλλας Κυβερνήσεις, ἢ ἐν τῇ μερίμνῃ αὐτοῦ πρὸς τοὺς ὁμοφύλους, τῶν ζητημάτων τούτων πρέπει νὰ ἅπτωνται μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ μετ’ εὐλαβείας. Δὲν θέλω νὰ ἀπαγγείλω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κρατεῖ πολλαχοῦ, ὅτι πάντα τὰ κόμματα καὶ πᾶσαι αἱ ἀποχρώσεις μίαν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, καὶ τὴν αὐτὴν πρέπει νὰ ἔχωσι γνώμην περὶ τῶν μέσων καὶ περὶ τοῦ τρόπου, διὰ τῶν ὁποίων ἐξυπηρετεῖται καὶ πρέπει νὰ ἐξυπηρετῆται ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς πατρίδος των. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἔχωσι μίαν περὶ τῶν μέσων καὶ περὶ τοῦ τρόπου γνώμην, πρέπει ὅμως νὰ ἔχωσι πάντως μίαν ἐπὶ τῆς ἐν γένει ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους. Ἂς ἔχωσι γυμνὰ τὰ ξίφη των κατὰ τῶν κυβερνώντων διὰ τὰς πράξεις ἢ τὰς παραλείψεις αὐτῶν ἐν τῇ ἐσωτερικῇ διοικήσει, ἀλλ’ ἂς ἀφήνωσιν αὐτοὺς νὰ ἡγῶνται ἐν τῇ ἐξωτερικῇ πολιτικῇ, καὶ νὰ ἕπωνται πάντες, βοηθοῦντες καὶ συντρέχοντες τοὺς ἡγουμένους. Τῷ ὄντι τελευταῖον, ἂν δὲν ἦτο ἀληθῶς σώφρων ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, τοσαῦται ἐδίδοντο αὐτῷ προτροπαὶ καὶ παρακελεύσεις, τοσαῦται ἐδημιουργοῦντο διὰ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ συγκινήσεις, τοσαῦτα ἐτίθεντο μέσα πρὸς ἔξαρσιν τοῦ φρονήματος καὶ ἔξαψιν τῶν αἰσθημάτων, ὥστε ἦτο ἐνδεχόμενον αἱ λαϊκαὶ συγκινήσεις νὰ ἀσκήσωσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν κυβερνώντων, καὶ ἂν δὲν ἤμεθα ἡμεῖς, οἵτινες ἠθέλομεν ὑποκύψει εἰς τοιαύτην ἐπίδρασιν, δὲν ἦτο ἀδύνατον αὕτη νὰ κρατήσῃ ἐν ταῖς σκέψεσι τῶν διαδόχων ἡμῶν, καὶ νὰ ἀγάγῃ τὴν χώραν εἰς πολιτείαν οὐχὶ ἐπισφαλῆ, ἀλλ’ ἀναντιῤῥήτως ἐπιζήμιον καὶ βλαβεράν. Τινὲς τῶν προαγορευσάντων ᾐτιάθησαν τῶν ἀριθμῶν, ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐσκόπουν, ἐρευνῶντες δῆθεν τὰς γνώμας τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ καταῤῥίψωσι τὸ ἠθικὸν κῦρος τῶν ἀποφάσεων αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις κοινοβουλευτική, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου, ἐν δὲ ταῖς χώραις, ἐν αἷς ἐπικρατεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, κρατεῖ τὸ πλάσμα, ὅτι ἐν τῇ γνώμῃ τῶν πλειόνων ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια. Ἤθελεν εἶσθαι πλήρης ἀναίρεσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἐὰν τὸ πλάσμα τοῦτο δὲν ἐκράτει ὡς κανών. Ἀλλ’ ὅταν ὁμιλῶσι περὶ ἀριθμῶν, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν, ὅτι παραβαίνουσι τὸ καθῆκον τῆς εὐπρεπείας, τὸ ὁποῖον ἔχουσι πρὸς τοὺς συναδέλφους αὑτῶν. Ἡμεῖς ὡμιλήσαμεν ἄλλοτε περὶ ἀριθμῶν, τυγχάνοντες ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἀλλ’ ὡμιλοῦμεν τότε περὶ ἀριθμῶν, διότι μετὰ θάῤῥους ἐλέγομεν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ἐκείνην, ὅτι δὲν ἀντιπροσωπεύει πλέον τὸ φρόνημα τοῦ ἔθνους. Καὶ ἐλέγομεν τότε τὴν ἀλήθειαν, ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, καὶ τοὺς λόγους ἡμῶν ἐκείνους ἐκύρωσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τῆς ψήφου αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου καὶ κατὰ τὴν 14 Ὀκτωβρίου καὶ πρὸ δέκα ἔτι μηνῶν. Ἀλλ’ ἔχει τις τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι σεῖς δὲν διερμηνεύετε τὸ φρόνημα τοῦ ἔθνους, σεῖς, οἱ ὁποῖοι μόλις πρὸ ἐννέα μηνῶν διαχειρίζεσθε τὴν ἀνατεθεῖσαν ὑμῖν ἐντολήν; Εἶναι σπουδή, ἡ ὁποία ἤθελε χαρακτηρισθῆ ὡς ἐμπαθής, πρὸ πάντων δ’ ἤθελε χαρακτηρισθῆ ὡς μὴ εὐπρεπής, διότι ἤθελεν ὑποληφθῆ ὡς ὕβρις. Ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς εἶναι εὐγενέστατος, διότι ἡ πολιτικὴ εἶναι ἡ εὐγενεστέρα τῶν ἐπιστημῶν, ἀλλὰ πρέπει οἱ λειτουργοῦντες ἐν αὐτῇ καὶ ἐφαρμόζοντες αὐτὴν νὰ ἦναι πρὸ πάντων εὐπρεπεῖς καὶ νὰ ἀποδέχωνται ὡς κανόνα, ὅτι πάντες, καὶ οἱ λέγοντες ναὶ καὶ οἱ λέγοντες ὄχι, ἕνα σκοπὸν ἔχομεν, πῶς νὰ ἀνεύρωμεν τὸ ἀληθὲς καὶ τὸ ὠφέλιμον, μίαν ἐπιθυμίαν, πῶς νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐὰν διαφωνῶμεν περὶ τὰς γνώμας ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἐὰν διχογνωμῶμεν περὶ τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων θέλομεν ἐξυπηρετήσει ταῦτα, δὲν δύναταί τις νὰ συναγάγῃ, ὅτι διὰ τοῦτο οἱ μὲν εἰσι φιλοπάτριδες, οἱ δὲ ἄλλοι διεφθαρμένοι, πολλῷ δ’ ἧσσον ἐπιτρέπεται εἴς τινα νὰ συναγάγῃ, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὴν γνώμην αὑτοῦ, ἐμπορεύονται τὴν συνείδησίν των. Ἐξεπλήρωσα, Κύριοι, τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον, ἵνα ἀποκριθῶ εἰς τὰς αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνθησαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀρνηθείσης ξενίαν εἰς τὸν κ. Χαμμερστάϊν, καὶ καλεσάσης αὐτὸν νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος ἐντὸς τῆς ἡμέρας. Ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν ἦτο μονομερὴς πρᾶξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ πρᾶξις αὕτη ἦτο πρᾶξις κυβερνητική. Καὶ ἠπόρησα, ὅταν ἤκουσα συναδέλφων Βουλευτῶν, οἵτινες ἐκ τῆς πολιτικῆς στάσεως αὑτῶν δὲν διατελοῦσιν ἐν τοιαύτῃ σχέσει μετὰ τῶν Ὑπουργῶν, ὥστε νὰ διαγινώσκωσι τὰς πρὸς ἀλλήλους σχέσεις αὐτῶν, ἠπόρησα, λέγω, πῶς ἐθάῤῥησαν νὰ ἀφήσωσιν ὑπαινιγμοὺς, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κυρίου Σκουζὲ, ἢ τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου κ. Μαυρομιχάλη, ὡς ἂν ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀπευθύνῃ αἴτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα δηλώσῃ ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κράτους, ὅτι ἀρνεῖται ξενίαν εἰς ἀλλοδαπόν! Ὡς ἂν ἦτο δυνατὸν ἡ τοιαύτη αἴτησις νὰ ἀκουσθῇ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν! Ὡς ἂν ἐπρόκειτο περὶ κοινῆς τινος πράξεως τῆς Διοικήσεως, περὶ διορισμοῦ τινος ὑγειονομοφύλακος! Ἀπορῶ πῶς τοιαῦτα λέγονται καὶ πῶς τοιοῦτοι ἰσχυρισμοὶ προβάλλονται. Ἡ πρᾶξις ἦτο πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπράχθη, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπῄτει νὰ διαπράξῃ ταύτην, εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐντελλομένη τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς, ἐξεπλήρου καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα (Εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. (Μετὰ διακοπὴν 10 λεπτῶν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.

§70ΡΑΛΛΗΣ. Εὐτυχῶς, Κύριοι, μετὰ τὰς μακρὰς διαδρομὰς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔχομεν τοὐλάχιστον ἓν συμπέρασμα λογικὸν καὶ γενναῖον, διότι ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην τῆς πράξεως, καὶ ἐχαρακτήρισεν αὐτὴν ὡς πρᾶξιν κυβερνητικήν, ἐκφράσας μάλιστα τὴν ἔκπληξίν του, πῶς πρᾶξις, ἥτις δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνεργηθῇ, εἰμὴ παρ’ ἁπάσης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῇ διαταγῇ αὐτῆς, τῇ διαταγῇ ἰδίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι πρόκειται περὶ πράξεως καθαρῶς ἀστυνομικῆς, ἀπεδίδετο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις παραδόξως προῆλθεν ὑπερασπιστὴς αὐτῆς, ν’ ἀπολογηθῇ δι’ αὐτήν. Εὐτυχῶς, εἶπον, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν πρᾶξιν ἀφορῶσαν εἰς τὴν εὐθύνην ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ διατὶ ἔσπευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταλάβῃ τὸ βῆμα, ἀπολογούμενος διὰ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην; διατὶ ἐθεώρησεν ἑαυτὸν μόνον ὑπεύθυνον δι’ αὐτήν; μὴ ὑπῆρξεν ὁ ἀληθὴς δράστης—ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν—τῆς πράξεως ἐκείνης, καὶ μὴ παρέσυρε τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἔσπευσε νὰ ἀναλάβῃ ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἐξετάσῃ τις τὰ γεγονότα καὶ ἀναλύσῃ αὐτά, θέλει φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὴν ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν εὐθύνην τῆς πράξεως ἐκείνης φέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ μετέχει αὐτῆς ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις, παρασυρθεῖσα παρ’ αὐτοῦ. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην του διὰ τὴν ἀπέλασιν τοῦ Χαμμερστάϊν, ἀνεμνήσθη ἐνεργείας ἑτέρου Ὑπουργοῦ, ἐνεργήσαντος ὁμοίαν ἀπέλασιν κατὰ τὸ 1883. Κατὰ τὸ 1883 εὑρισκόμεθα, Κύριοι, εἰς τὴν ἐπιοῦσαν τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἡ τάξις ἐν αὐταῖς εἶχε διασαλευθῆ, ἂν δ’ ἐνθυμοῦμαι καλῶς, συνελήφθησαν τότε καταγγελθέντες καὶ ἐδικάσθησαν παρὰ τῶν συστάντων Κακουργιοδικείων ἑκατοστύες λῃστῶν. Διὰ παντὸς τρόπου ὤφειλεν ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ προσπαθήσῃ νὰ καθάρῃ τὰς νέας ἐπαρχίας ἐκ τῶν λυμαινομένων αὐτὰς κακοποιῶν στοιχείων, ἕνεκα τῶν ὁποίων εἶχε διασαλευθῆ ἐντελῶς ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην συνελήφθησαν ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους δύο κακοῦργοι, δύο συμμορῖται συμμορίας, ἥτις πολλὰς εἶχε διαπράξει λῃστρικὰς πράξεις. Οἱ συμμορῖται οὗτοι ἦσαν ὁ Πολυέλαιος καὶ ὁ Πλευρίτης. Ἡ ἀνάκρισις ἐπελήφθη τῶν κατ’ αὐτῶν κατηγοριῶν, καὶ διὰ βουλευμάτων ὁριστικῶν καὶ τελεσιδίκων παρεπέμφθησαν ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν καὶ δι’ ἄλλας πολλὰς λῃστρικὰς πράξεις, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν λῃστοπραξίαν τὴν ἐνεργηθεῖσαν κατὰ τοῦ Ἄγγλου συνταγματάρχου Σοῦτερ, ἐπὶ τῆς μεθορίου γραμμῆς, μεθ’ ἣν εἰσῆλθον ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ. Τὸ Κακουργιοδικεῖον ἐπελήφθη τῆς ἐκδικάσεως τῆς κατ’ αὐτῶν κατηγορίας, κατεδίκασε δὲ τὸν Πολυέλαιον εἰς εἰκοσαετῆ δεσμὰ, ἐκηρύχθη δὲ ἀναρμόδιον ὡς πρὸς τὸν ἕτερον, τὸν Πλευρίτην, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἦτο ἀλλοδαπὸς, διέπραξε δὲ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν κατὰ ἀλλοδαποῦ τὴν κατὰ τοῦ Σοῦτερ ληστοπραξίαν. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης — καὶ τὸν γνωρίζετε πάντες, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλῇ, — αὐθωρεὶ καὶ αὐτοστιγμεὶ, ἅμα ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Κακουργιοδικείου, διέταξε, μετὰ συνεννόησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ συλληφθῇ ὁ Πλευρίτης καὶ νὰ ἀπελαθῇ. Ὁ Πλευρίτης ἦτο Κρὴς, ἐπεβιβάσθη ἐπὶ τοῦ Αὐστριακοῦ ἀτμοπλοίου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο τὴν ἰδίαν ἡμέραν, μετ’ ὀλίγας ὥρας, νὰ ἀναχωρήσῃ διὰ Κρήτην, καὶ οὕτως ἀπελάθη ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Τὴν πρᾶξιν τότε ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αἱ περιστάσεις ἐπέβαλλον, κατήγγειλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ νῦν καὶ τότε Βουλευτὴς Γόρτυνος. Προσεπάθησεν ὑπὸ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, διὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἕτερος ἐνδιεφέρετο, παρὰ μόνον ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, διότι οὐδεὶς ἐποίησε παραστάσεις καὶ ὑπὲρ οὐδενὸς εἶχεν ἀνάγκην ἡ Πολιτεία καὶ οἱ Ὑπουργοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ ἐνεργήσωσιν ὅ,τι ἐνήργησαν, προσεπάθησε νὰ καταγγείλῃ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην ὡς καλύπτουσαν ἔκδοσιν. Ἠρώτα δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἔκτοτε πολλὰ ἔμαθε καὶ ὅστις πρὸ ὀλίγου ἀνεκήρυττε τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἡ μικρὰ Ἑλλὰς πρέπει νὰ συνδεθῇ ποτε διὰ συμβάσεως ἐκδόσεως, ἠρώτα τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀντὶ τίνος ἀνταλλάγματος ἐξέδωκε τὸν Πλευρίτην καὶ διατὶ τὸν παρέδωκεν εἰς τὴν Τουρκίαν, ἧς ἡ δικαιοσύνη τόσον ὀλίγα ἐχέγγυα παρέχει; Ἀπήντα ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εἰς οὐδένα παρέδωκε τὸν Πλευρίτην, τὸν ἀπέλασε, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ληστὴς, ὡς πρὸς τὸν ὁποῖον εἶχον ἐκδοθῆ βουλεύματα δικαστικὰ παραπεμπτικὰ, περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ὁποίου καὶ περὶ τοῦ ἐπικινδύνου τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ὁποίου οὐδεμία ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ ληστὴς ἐκεῖνος νὰ ἐξακολουθῇ νὰ διαμένῃ ἐλεύθερος ἐν Ἑλλάδι. Ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος δὲν ἀπέκρυψε τὰ ἔγγραφα, οὔτε ἠθέλησε νὰ συζητήσῃ περὶ τοῦ ἐὰν ἔπρεπεν ἢ ὄχι νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα· ἔλαβε τὴν δικογραφίαν, ὡς εἶχε σχηματισθῆ παρὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, καὶ τὴν ὑπέβαλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐξετάσῃ, τίς ἦν ὁ Πλευρίτης, καὶ ἐὰν ὤφειλεν ἡ Πολιτεία νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἀπελαύνουσα αὐτὸν ἐντεῦθεν. Ὡς εἶπον, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τότε ἁπλοῦς Βουλευτὴς Γόρτυνος, μὲ ἠρώτα, ἐὰν ἐζήτησα ἀνταλλάγματα, ἄλλοι δὲ φίλοι του, οἱ «ἐκ τῶν ἡμετέρων», ἐχαρακτήριζον ὡς ἑξῆς τὴν πρᾶξιν. Ὁ ἀείμνηστος Δημητρακάκης, ἐκ τῶν στενωτάτων φίλων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, σᾶς λέγω ὅτι ἡ πρᾶξίς σας εἶναι ὄχι μόνον παράνομος, ἀλλὰ καὶ ταπεινή. Αὐτὸ θὰ εἴπῃ, καθ’ ὅλην τὴν σημασίαν τῆς λέξεως, τὸ νὰ παραδίδετε ἕνα ἄνθρωπον, εἴτε Χριστιανὸς εἶναι, εἴτε Τοῦρκος, εἴτε Ἑβραῖος, εἴτε Κινέζος τὸ θρήσκευμα· εἶναι ἄνθρωπος χαίρων τὸ δικαίωμα τῆς προστασίας τῶν νόμων τοῦ Κράτους....» Τοιοῦτόν τι δὲν λέγω περὶ τῆς πράξεως, ἧς τὴν εὐθύνην ἀνέλαβεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἣν ἄνευ τῆς δηλώσεώς του ἤθελον καταλογίσει εἰς βάρος τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεώς του, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐξετάσω, τίς ἀληθῶς ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια καὶ πῶς δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ ἐνέργεια εἴτε τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἴτε καὶ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπῆρξεν ἔκδοσις; ὑπῆρξεν ἀπέλασις; ὑπῆρξε, κατὰ τὴν περίεργον ὑποδιαίρεσιν, τὴν ὁποίαν ἐφεῦρεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἄρνησις φιλοξενίας ἢ ἄρνησις ξενίας; Ὡς ἄρνησιν ξενίας χαρακτηρίζει τὴν πρᾶξιν ἡ ἔκθεσις ἡ ἀστυνομικὴ, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ στηριχθῆτε, διότι κατετέθη ἐνώπιον ὑμῶν. Πῶς συντάσσονται αἱ ἐκθέσεις αὗται, ἐπανειλημμένως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἐξέθηκε, καὶ εἰς τί ἀποβλέπει ἡ σύνταξις αὐτῶν, πάντες γνωρίζετε, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ καταγγείλω καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τὴν συνταχθεῖσαν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἐκείνῃ τῆς ἀπελάσεως ἢ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Χαμμερστάϊν, ὡς ἔκθεσιν λίαν ἀδεξίαν, καταγγέλλουσαν ἀκριβῶς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἐκδόσει μὴ ἐπιτρεπομένῃ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε: «ποῦ εὕρετε αὐτά; πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρήσητε ὡς ἔκδοσιν, πρᾶξιν, ἥτις ἦν ἁπλῆ ἄρνησις ξενίας, ὑπαγορευομένη ἐκ τῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν αὐτὸς ὁ ξένος ἀπέναντι ἡμῶν, ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας;» Καὶ ἐζήτει νὰ θίξῃ τὰς χορδὰς τὰς πατριωτικὰς τῆς καρδίας σας, ἐπεκτείνων ἐπ’ ἄπειρον τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ ἀγωνισθῇ, διότι εὕρισκεν, ὅτι τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο ἦτο στενόχωρον, καὶ ἐξέφευγεν ὑπὸ τοὺς πόδας του. Ἔλεγε: «ποῦ εὕρετε τὰς πληροφορίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἤλθετε νὰ ἐκφέρητε ἀπὸ τοῦ βήματος; εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἐφημερίδας, εἴτε εἰς τὰς ξένας ἐφημερίδας;» Δυστυχῶς δὲν εἶναι μόνον αἱ ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι ἀνέγραψαν καὶ αἱ ὁποῖαι ἐχαρακτήρισαν τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως ἐχαρακτήρισαν ἐπίσημοι δηλώσεις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, τὰ συγχαρητήρια τηλεγραφήματα τοῦ Αὐτοκράτορος, διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας, πρὸς τὸν πρέσβυν τὸν ἐν Ἀθήναις· τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως καταγγέλλουσιν αἱ δηλώσεις τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου τοῦ Γερμανικοῦ. Τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἀνακοινώσεως τῆς εἰδήσεως, ὅτι ἀπελάθη ὁ Χαμμερστάϊν, ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ «Βορειογερμανικῇ Ἐφημερίδι» ἐπίσημος δήλωσις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀφηγεῖται τὰ διατρέξαντα. Ὁ κ. Πρόεδρος Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ μᾶς παραστήσῃ, ὅτι τὸ ἔνταλμα τὸ ἐν τῇ δικογραφίᾳ, τὸ κατατεθὲν μεταξὺ τῶν δύο ἢ τριῶν ἄλλων ἐγγράφων, αὐτὸ ἐδόθη ὡς μποναμᾶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν παραμονὴν τοῦ νέου ἔτους, — διότι συμπίπτει ἀκριβῶς ἡ 27 Δεκεμβρίου κατὰ τὸ νέον ἔτος—καὶ ὅτι δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἀπέλασιν τοῦ Χαμμερστάϊν· πρὸς δὲ, ὅτι ἡ ἀνάμιξις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι περίστασις, ἥτις οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτῆς τῆς πράξεως, περὶ τοῦ ἂν ἦναι ἀπέλασις, ἔκδοσις, ἢ ἄρνησις ξενίας. Ἀλλὰ διατί ἀνεμίχθη τέλος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν; Διατὶ ἀνέλαβεν αὐτὸς τὴν ὑπεράσπισιν καὶ ἠθέλησε πρῶτος ν’ ἀπολογηθῇ; Τίνα σχέσιν ἔχει μὲ μέτρον ἀστυνομικὸν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μετὰ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ μετ’ ἀπόφασιν τῆς ὅλης Κυβερνήσεως; Πῶς τὸ βούλευμα αὐτὸ εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν; Ὑποθέτω ὅτι τοῦτο ἐπῆλθε διὰ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὡμολογήθη δὲ, ὅτι τὸ ἔνταλμα αὐτὸ παρεδόθη παρὰ τοῦ Γερμανοῦ πρέσβεως. Τὸ ἔνταλμα αὐτὸ, Κύριοι, καὶ αἱ δηλώσεις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, αἱ ἐπίσημοι δηλώσεις, θέλουσιν ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν τῆς συλλήψεως τοῦ Χαμμερστάϊν ἡ «Βορειογερμανικὴ Ἐφημερὶς» ἐδημοσίευσε τὴν ἑξῆς ἐπίσημον ἔκθεσιν περὶ τῶν λαβόντων χώραν (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῆς ἐν Ἀθήναις Γερμανικῆς Πρεσβείας προκύπτει, ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Χαμμερστάϊν ὡς ἀναρχικοῦ οὐδέποτε ἐγένετο...» Εἶναι διάψευσις τῆς εἰδήσεως, ὅτι ἐξηπάτησεν ὁ πρέσβυς τῆς Γερμανίας τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, παραπονεθεὶς πρὸς αὐτὴν, ὅτι Χαμμερστάϊν ἦτο ἀναρχικὸς, καὶ ὅτι ἐξαπατήσας αὐτὴν κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἔκδοσιν—διότι πρόκειται περὶ ἐκδόσεως, καὶ ἂν δὲν θέλητε νὰ τὸ ὁμολογήσητε, σᾶς τὸ εἶπον εἰς τὸ Γερμανικὸν Κοινοβούλιον, ἀκριβῶς πραγματευόμενοι περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, ὅτι «ἐκδίδετε, ἀλλὰ δὲν ἀποδίδετε».

§71Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνώμη ἁπλῆ Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐκφράζει τὴν γνώμην τοῦ Γερμανικοῦ Κοινοβουλίου.

§72ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θέλω τὴν ἰδικήν σας τὴν γνώμην.

§73Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἐγὼ τὴν ἰδικήν σας.

§74ΡΑΛΛΗΣ. (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων). «Τὸ Γερμανικὸν Προξενεῖον...»—σημειώσατε πόσον ἀποδεικνύεται εὐαίσθητος εἰς τὰ τοιαῦτα ἡ Κυβέρνησις ἡ Γερμανική. Ἀπεδόθη εἰς ἀντιπρόσωπόν της, ὅτι μετῆλθε δόλον κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ ψευδῶν παραστάσεων κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Χαμμερστάϊν, καὶ ἀμέσως σπεύδει ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις δ’ ἐπισήμου δηλώσεως νὰ διαψεύσῃ τὸ τοιοῦτον. Θὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον δεικνύει τὴν αὐτὴν εὐαισθησίαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις.—«Τὸ Γερμανικὸν Προξενεῖον, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς φωτογραφίας τοῦ Χαμμερστάϊν, ἐθεώρει ὡς πιθανωτάτην τὴν ταὐτότητα αὐτοῦ μετὰ τοῦ δόκτορος Ἔρβερτ. Ἀφοῦ δὲ ὁ μυστικὸς ἀστυνόμος ἐπείσθη περὶ τῆς ταυτότητος, ὁ πρεσθευτὴς βαρῶνος Πλέσσεν ἐζήτησεν, ἐντολῇ τοῦ Γερμανικοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν σύλληψιν καὶ ἔκδοσιν τοῦ Χαμμερστάϊν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν τῷ κατασχετηρίῳ αὐτοῦ ἀναφερομένων πράξεων....» Καὶ οὕτω βλέπομεν, ὅτι ὄχι χάριν μποναμᾶ, ἀλλὰ ἀκριβῶς πρὸς ὑποστήριξιν τῆς αἰτήσεως περὶ ἐκδόσεως ἐνεχειρίσθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως κατὰ τοῦ Χαμμερστάϊν (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπέκρουσεν ἀμφοτέρας ταύτας τὰς ἀπαιτήσεις, ἐπικαλουμένη τὴν ὑφεστῶσαν νομοθεσίαν, συγκατετέθη ὅμως εἰς τὴν ἀπέλασιν τοῦ Χαμμερστάϊν, ἕνεκα τῆς βαρύτητος τῶν ἐγκλημάτων του. Οὕτως ὁ Χαμμερστάϊν ἐπεβιβάσθη τῇ 15/27 Δεκεμβρίου ἐπὶ τοῦ ἰταλικοῦ ἀτμοπλοίου «Πέλορο», —καὶ ἀκούσατε τὴν εἰρωνείαν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως— «ἔχων συμπλωτῆρα τὸν ἀστυνόμον Βόλφ.» Εἶναι σκληρὰ ἡ εἰρωνεία, διότι Βόλφ σημαίνει λύκος, καὶ εἰς τὸ στόμα τοῦ λύκου σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἠρνήθητε ἁπλῶς τὴν ξενίαν εἰς τὸν Χαμμερστάϊν, ἐῤῥίψατε αὐτόν! (αἴσθησις). Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐπίσημος ἀνακοίνωσις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως.

§75ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπὴν, κύριε συνάδελφε; Αὐτὴν τὴν ἐπίσημον δήλωσιν κάμετέ την πλήρη, σᾶς παρακαλῶ.

§76ΡΑΛΛΗΣ. Μετ’ ὀλίγον λαμβάνετε τὸν λόγον.

§77ΣΚΟΥΖΕΣ. Μάλιστα. Εἶμαι συνειθισμένος νὰ τὸν λαμβάνω.

§78ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ διατὶ θεωρεῖτε, ὅτι εἶσθε σεῖς ὁ κατηγορούμενος. Ἀφήσατε ἐκείνους τοὺς Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἁρμόδιοι, ἀφήσατέ τους νὰ ὁμιλήσωσι καὶ νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν πρᾶξίν σας. Μὴ καταπροδίδεσθε μόνος. Ἀρκετὰ σᾶς καταγγέλλουσιν αἱ δηλώσεις τῶν ξένων.

§79ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὅταν δὲν τὰς ἀναγινώσκητε πλήρεις τὰς δηλώσεις τῶν ξένων, κύριε!...

§80ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὸ κείμενον.

§81ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἰδοὺ (δεικνύει φύλλον τι).

§82ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη κατὰ μετάφρασιν τῆς «Νέας Ἡμέρας».

§83ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ σᾶς δίδω τὸ κείμενον.

§84ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ τὸ ἀναγνώσητε μετ’ ὀλίγον, καὶ θέλετε ἤδη, ἂν πράγματι ὁ Χαμμερστάϊν εἶχεν ἢ ὄχι συμπλωτῆρα τὸν λύκον. Λοιπὸν ἔχομεν, Κύριοι, διαπραγματεύσεις μακρὰς διπλωματικάς, διεξαγομένας μεταξὺ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑλληνικῆς διὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Γερμανίας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, διαπραγματεύσεις ἀφορώσας εἰς τὴν ἔκδοσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἑρμηνεύων τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἀρνεῖται διαῤῥήδην τὴν σύλληψιν, τὴν φυλάκισιν καὶ τὴν ἔκδοσιν, ἀλλὰ συγκατατίθεται εἰς τὸ νὰ ἀπελάσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὸν Χαμμερστάϊν, καὶ τότε διατάσσει—καὶ ὑποθέτω τοῦτο, γνωρίζων πόσον ζηλότυπος εἶναι εἰς τὰ δικαιώματά του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν,—διατάσσει τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, οὗτος δὲ τὸν ἀστυνόμον Τσακίρην, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς διαταγῆς τῆς ἀπελάσεως ἢ τῆς ἀρνήσεως τῆς φιλοξενίας, καὶ συντάσσεται τὴν 7 ὥραν τῆς πρωΐας ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀστυνόμου, ἡ ὁποία πῶς ἀφηγεῖται τὰ πράγματα; (ἀναγινώσκει): «Ἐκτελῶν, κύριε Διευθυντά, τὴν προφορικὴν ὑμῶν διαταγὴν, μετέβην σήμερον, ὅπως δηλώσω τῷ Γερμανῷ ὑπηκόῳ Γουλιέλμῳ Χαμμερστάϊν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ παρέχῃ αὐτῷ ἐπὶ πλέον τὴν φιλοξενίαν, καὶ κατὰ συνέπειαν οὗτος πρέπει ν’ ἀναχωρήσῃ ἐξ Ἑλλάδος. Συνοδευόμενος ὑπὸ τῶν ἀστυφυλάκων Π. Στρατάκου, Δ. Φλέγκα καὶ Ἀργ. Γιώτα...» Ἦτο 15 Δεκεμβρίου, δηλαδὴ νὺξ βαθεῖα.

§85Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι βαθεῖα δὰ! εἰς τὰς 7.

§86ΡΑΛΛΗΣ. (ἐξακολουθεῖ). «... τὴν 7 ὥραν π.μ. ἐζήτησα αὐτὸν εἰς τὸ Ξενοδοχεῖον «τὸ Στάδιον», ὅπου κατώκει ὑπὸ τὸ ψευδώνυμον Γουλιέλμος Ἔρμπερτ· ὡς δὲ γνωστὸν ὑμῖν, εἶχον ζητήσει νὰ μὲ συνοδεύσῃ καὶ μὲ συνώδευσε, παρακληθεὶς, καὶ ὁ γενικὸς πρόξενος τῆς Γερμανίας, ἵνα μὲ βεβαιώσῃ περὶ τῆς ταυτότητος τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Χαμμερστάϊν, καθόσον δὲν ἐγνώριζον αὐτὸν κατὰ πρόσωπον. Ὁ ἴδιος μᾶς ἤνοιξε κρουσθεῖσαν τὴν θύραν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4 δωματίου του...» Δὲν εἶναι πλέον ὁ ἀστυνόμος, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν λεπτότητα, ἡ ὁποία ἀναγράφεται εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, προσκαλεῖ αὐτὸν, ὅπως ἀπέλθῃ, διότι δὲν ἐννοεῖ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ παρέχῃ αὐτῷ ἐπὶ πλέον τὴν φιλοξενίαν...

§87Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραπονεῖσθε κατ’ αὐτῆς λεπτότητος;

§88ΡΑΛΛΗΣ. Διόλου. Τὴν θαυμάζω, διότι τὴν βλέπω εἰς πάσας τὰς πράξεις τὰς κυβερνητικὰς αὐτὴν τὴν λεπτότητα, ἀλλὰ θέλω νὰ ἴδω, τὴν λεπτότητα αὐτὴν πῶς ἠμπορῶ νὰ τὴν χαρακτηρήσω (ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν): «... Ὁ δὲ πρόξενος τῆς Γερμανίας κ. Λύδερς εἶπεν εὐθέως, ὅτι ἡ ἀστυνομία τῆς πόλεως ἀνήγγειλεν αὐτῷ διαταγὴν, ἣν εἶχεν, ὅπως ἀπαγορεύσῃ αὐτῷ τὴν περαιτέρω ἐν Ἑλλάδι διαμονήν· προσέθετο δ’ ἐρωτῶν αὐτὸν, ἂν εἶχεν ἐν τάξει τὰ ἔγγραφά του, ὅτε θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ τῷ παράσχῃ προστασίαν, ὡς εἰς Γερμανὸν ὑπήκοον. Εἰς ἀπάντησιν ὁ ψευδώνυμος Ἔρμπερτ ἢ Χαμμερστάϊν ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν εἶχεν οὔτε διαβατήριον οὔτε ἔγγραφόν τι, πιστοποιοῦν τὴν ταυτότητά του· καὶ τότε ὁ κ. πρόξενος, εἰπὼν αὐτῷ ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸν προστατεύσῃ, ἀπῆλθεν...» Ὁ κ. Λύδερς ἀπὸ τὴν διαπραγμάτευσιν ὅλην ἐκείνην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ τοῦ πρέσβεως δὲν ἐγνώριζε τίποτε. Ἐνόμιζεν ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς ὑπηκόου Γερμανοῦ ἀκάκου, ὁ ὁποῖος εἰσέβαλεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου καταγγέλλεται, ὅτι ἐγνώριζε καὶ ἡ ἀστυνομία καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι αὐτὸς διετέλει εἰς σχέσεις τοιαύτας πρὸς Γερμανικὰς ἐφημερίδας, ὥστε προσέβαλλε τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους καὶ ἔθιγε τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτοῦ εἰς τὰ καίρια! Σᾶς ἔλεγε ταῦτα πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι τοιαῦτά τινα λέγων ἐποιεῖτο ἕνα ἀναχρονισμόν, ὁ ὁποῖος εἶναι εὔκολον νὰ βεβαιωθῇ· διότι, ἂν κατηγγέλλετο ὁ Χαμμερστάϊν ὡς ἀνταποκριτὴς τῆς ἐν Μονάχῳ ἐφημερίδος, κατηγγέλθη παρὰ τῶν συναδέλφων του, τῶν ἐν Γερμανίᾳ δημοσιογράφων, μετὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ, ἐξ ὧν θὰ ἴδητε τίνα ἀνταλλάγματα ἐπετύχομεν ἐκ τῆς ἐκδόσεως αὐτῆς.

§89Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπεδιώξαμεν τοιαῦτα.

§90ΡΑΛΛΗΣ. (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων). «Ἐγὼ δὲ, ἀναγγείλας ὁμοίως τὸν σκοπὸν τῆς μεταβάσεώς μου παρ’ αὐτῷ, τὸν προσεκάλεσα καὶ νὰ ἑτοιμασθῇ, ὅπως ἀναχωρήσῃ, προσθεὶς ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ διέλθῃ καὶ ἐκ τῆς Διευθύνσεως τῆς Ἀστυνομίας, ὅπου θέλει πεισθῆ καὶ ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ κ. Διευθυντοῦ περὶ τοῦ ἀμετακλήτου τῆς ἐντολῆς μου...» Λοιπὸν παραδόξως ἡ λεπτότης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐξικνεῖται μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου. Ἦσαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος ἔξαλλοι ἐξ ὀργῆς διὰ τὰς ἀνταποκρίσεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶχον εἰσέτι ἀναγνώσει, τοῦ Χαμμερστάϊν πρὸς τὴν ἐν Μονάχῳ ἐφημερίδα, ἐθεώρουν αὐτὸν ὡς κοινὸν κακοῦργον, — διότι τοιοῦτον τὸν ἐχαρακτήρισεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, χωρὶς νὰ θελήσῃ νὰ μετριάσῃ τὴν φράσιν ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ ἐν τούτοις εἶχε τὴν εὐγένειαν νὰ εἰδοποιῇ τὸν πρόξενον τῆς Γερμανίας, ὅπως τὴν 7ην ὥραν τῆς πρωΐας — ὁ δυστυχὴς ὁ πρόξενος τί ἔπαθε! — μεταβῇ μετὰ τοῦ ἀστυνόμου, ὅπως ἐρωτήσῃ αὐτὸν τὸν κ. Χαμμερστάϊν, ἂν ἔχῃ διαβατήριον. Καὶ τώρα τίθεται κατὰ μέτωπον πλέον ὅλη ἐκείνη ἡ θεωρία περὶ τῶν διαβατηρίων. Οὐδέποτε ἐσκέφθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐὰν εἶχεν ἢ δὲν εἶχεν ὁ Χαμμερστάϊν διαβατήριον, μήτε ἐγνώριζεν — εἶμαι βέβαιος — ἡ ἀστυνομία ὁλόκληρος ἢ ἡ Ἑλληνικὴ περὶ τοῦ ὅτι ὑπῆρχέ τις Ἔρβερτ ἐδῶ. Ὅλα αὐτὰ κατηγγέλθησαν παρὰ τοῦ Βὸλφ, ὁ ὁποῖος ἠκολούθει, ὡς κύων ἀνιχνευτικὸς, κατὰ βῆμα τὸν Χαμμερστάϊν. Ἀλλὰ παραδόξως θέλουν νὰ μᾶς παραστήσουν, ὅτι τοιαῦτά τινα καταγγέλλουσιν αἱ ἐπίσημοι ἐκθέσεις καὶ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Ἑλλήνων ἀστυνόμων, ὅτι πρόκειται περὶ ἀρνήσεως ξενίας καὶ δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς δόλου, περὶ τοῦ ὁποίου δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀτόπως ἐλέγετο διὰ τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ 1883, δόλου στιγματίζοντος τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, διότι Κυβέρνησις, ἡ ὁποία προέρχεται εἰς συνεννοήσεις τοιαύτας, ὅπως ἀπατήσῃ ἐκεῖνον, κατὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ λάβῃ μέτρον τι, καὶ προέρχεται εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῆς ξένης ἀρχῆς καὶ μετὰ τῆς ξένης ἀστυνομίας, βεβαίως δὲν ἐννοεῖ μέχρι τίνος ἐξικνεῖται τὸ ὅριον τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς. Ὁ Ὑπουργὸς τοῦ 1883, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἠθέλησεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καλυφθῇ, δὲν ἔπραξε τοιοῦτόν τι· παρ’ οὐδενὸς ἐζητήθη, καὶ ὑπὲρ οὐδενὸς, εἰμὴ ὑπὲρ τοῦ τόπου του καὶ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, ἐνήργησε· καὶ ἅμα ὡς ἐξῆλθεν ἐλεύθερος ἐκ τῆς αἰθούσης τοῦ Κακουργιοδικείου ὁ Πλευρίτης, τὸν ἥρπασε διὰ τῆς ἀστυνομίας καὶ τὸν ἀπεδίωξε, τὸν ἔστειλεν εἰς Κρήτην, τὴν ὁποίαν εὐτυχῶς ἐκάλυπτεν ἀκόμη ἡ σύμβασις τῆς Χαλέπας, νὰ δικασθῇ καὶ νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του. Δὲν ἦλθεν εἰς συνεννοήσεις μὲ τοὺς πράκτορας μήτε τῆς Τουρκικῆς μήτε τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔστησε παγίδα, οὔτε ἔῤῥιψεν αὐτὸν εἰς τὸ στόμα τοῦ Βόλφ. Οὗτος εἶναι, Κύριοι, ὁ ἀληθὴς χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως, εἰς τὴν ὁποίαν προῆλθεν ἡ Κυβέρνησις. Ὀνομάσατέ την ἔκδοσιν, ὀνομάσατέ την ἀπέλασιν, ὀνομασάτέ την, διὰ τὸ εὔηχον, ἄρνησιν ξενίας, ὁπωσδήποτε ὅμως καὶ ἂν τὴν ὀνομάσητε, δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ ἀνεύρητε ἐν αὐτῇ τὴν ἀξιοπρέπειαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τηρῆται εἰς πᾶσαν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, μάλιστα ὅταν πρόκειται περὶ Κυβερνήσεως μικρᾶς, ἀλλὰ ἐλευθέρου Κράτους, Κυβερνήσεως στεγαζομένης ὑπὸ ἐλευθέρους θεσμούς, ἀπέναντι Κυβερνήσεως μεγάλης καὶ τυραννικῆς. Ἀλλ’ ἂν καὶ οὗτος ὑπῆρξεν ὁ χαρακτηρισμὸς καὶ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, ἂς ἐξετάσωμεν τίνα ἦσαν τὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα ἤντλησεν ἐξ αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ τόπου ἡ Κυβέρνησις. Θὰ τὰ εὕρωμεν τὰ ἀνταλλάγματα εἰς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ὑπεδέχθη τὴν ἀναγγελίαν τῆς ἐκδόσεως ταύτης ὁλόκληρος ὁ εὐρωπαϊκὸς τύπος, καὶ ἰδίᾳ ὁ Γερμανικός. Ὑποθέτω ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔγραψεν ὁ γερμανικὸς τύπος, δύνανται νὰ ἐξουδενώσωσιν ἡμᾶς, ὡς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔγραψεν ὁ Ἀμποῦ πρὸ τεσσαρακονταετίας. Αὐτὰ δὲ ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀναμνησθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἡ «Γενικὴ Ἐφημερὶς» τῆς Βιέννης ἔγραψε: «Τὰ βήματά του ἔστρεψε πρὸς τὴν κλασικὴν χώραν τῆς ἐλευθερίας, τὴν παραγαγοῦσαν τὸν Περικλέα, πρὸς τὴν χώραν, ἥτις καὶ σήμερον δὲν συνδέεται πρὸς τὴν Γερμανίαν διὰ συνθήκης περὶ ἐκδόσεως. Δευτέραν πατρίδα ἀνεζήτησεν ὑπὸ τὸν αἰωνίως αἴθριον οὐρανὸν, ἐν μέσῳ τῶν ἐρειπίων τῆς παλαιᾶς τέχνης, ἐκεῖ, ἔνθα Βουλευταὶ εἶναι μέλη λῃστρικῶν συμμοριῶν καὶ αὐτὸ τὸ Κράτος δὲν καταβάλλει τὰ χρέη του. Ἀλλὰ ἄλλαι μὲν βουλαὶ Χαμμερστάϊν, ἄλλα δὲ ἀστυνομία κελεύει. Ὁ φίλος τοῦ ἀντισημίτου Στέχερ, τὸ εἴδωλον τῶν Πρώσσων ἀντιδραστικῶν, προσεκλήθη ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀποτινάξῃ ἐκ τῶν σανδαλίων του τὸν κονιορτὸν τῆς Ἀκροπόλεως...» Ὁ «Νέος Ἐλεύθερος Τύπος» γράφει: «Ἐν Ἀθήναις ἐφαντάζετο ἑαυτὸν ἀσφαλῆ, διότι μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γερμανίας δὲν ὑφίσταται συνθήκη περὶ ἐκδόσεως· ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἐξηκριβώθη ἡ ταυτότης τοῦ ἀπαταιῶνος καὶ πλαστογράφου, δὲν ἠθέλησε νὰ σώσῃ αὐτὸν ἐκ τῆς τύχης, ἧς ἐγένετο ἄξιος, οὐδ’ ἐκώλυσε τὴν σύλληψιν καὶ τὴν ἀπέλασίν του, ἔπραξε δὲ καλῶς...» Τὸ «Φρέμδεμβλαττ» γράφει: «Ἡ ἐλπὶς τοῦ Χαμμερστάϊν, ὅτι ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως συνθήκης περὶ ἐκδόσεως πρὸς τὴν Γερμανίαν, ἦτο ἀπρόσιτος εἰς τὸν βραχίονα τῆς Γερμανικῆς δικαιοσύνης, ἐξηλέγχθη ἀπατηλή.» Ὁ «Ταχυδρόμος τοῦ Χρηματιστηρίου» λέγει: «Τὸ τελευταῖον κεφάλαιον τοῦ βίου τοῦ τυχοδιώκτου θὰ ἦναι φοβερὸν κτύπημα κατὰ τοῦ συντηρητικοῦ κόμματος. Τὰ ἀρχαιότατα ὀνόματα τῆς Πρωσσικῆς ἀριστοκρατίας θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ καταθέσωσιν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου κατὰ τοῦ Χαμμερστάϊν, ὅστις θὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν, μηδενὸς φειδόμενος.»—«Τὸ ὄργανον τῶν ἀντισημιτῶν—ἐπιλέγει ἡ μεταφράζουσα τ’ ἀνωτέρω «Νέα Ἡμέρα» τῆς Τεργέστης— κατακρίνει μὲν τὸν τρόπον τῆς συλλήψεως καὶ ὑπαινίττεται πολιτικὴν ἐμπάθειαν, ἐκφράζει ὅμως ἄλλως χαρὰν, διότι πρὸ τοῦ δικαστηρίου θὰ φιμωθῶσιν οἱ συνδέσαντες πρὸς τὸ ὄνομα τοῦ Χαμμερστάϊν τὸ τοῦ Στέκερ.» Αὐτὰ δὲ, τὰ ὁποῖα ἔγραψαν, καθιστῶσι τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως ἔτι βαρυτέραν. Δὲν πρόκειται, οὐδὲ ἀναζητεῖ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Χαμμερστάϊν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις τὸν σφετεριστὴν ἀλλοτρίας περιουσίας, δὲν ἀναζητεῖ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος συνετέλεσεν εἰς ἔκτρωσιν, ὅπως ἐνόμισεν ἐν τῇ ἁπλότητί του ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν· ἐζήτησε νὰ κτυπήσῃ διὰ τῆς συλλήψεως αὐτοῦ μέγα κόμμα, τὸ συντηρητικὸν, πρὸς χαρὰν τῶν σοσιαλιστῶν, καὶ πρὸς χαρὰν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσι τὰ ἐναντία τῶν ἀντισημιτῶν. Ἐκ τούτων πάντων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ κατὰ τοῦ Χαμμερστάϊν κατηγορία, καὶ ἂν θεωρηθῶσιν ὡς ἀκριβῆ τὰ ἐν τῷ ἐντάλματι τοῦ ἀνακριτοῦ, ἡ τοιαύτη, λέγω, χαρὰ, ἡ ἐκδηλωθεῖσα διὰ τὴν σύλληψιν τοῦ Χαμμερστάϊν, καταδεικνύει τίνες ἦσαν οἱ σκοποὶ, οἱ ὁποῖοι ἐπεδιώκοντο. Τοῦ Χαμμερστάϊν τὴν ἔκδοσιν χαρακτηρίζει ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ Πρωσσικῇ Βουλῇ, εὐχόμενος ὅπως μὴ ὑπάρξῃ ἕτερον παράδειγμα ἐκδόσεως πολιτικοῦ ἐνόχου, ὡς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἡ μικρὰ Ἑλλάς. Τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως χαρακτηρίζουσιν ἀκριβῶς αἱ ἰδέαι, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐκδικηθῶσι κατὰ τοῦ Χαμμερστάϊν πάθη κομματικὰ καὶ φυλετικά. Ἐπρόκειτο περὶ καταδίκης, ἥτις μᾶλλον μετεῖχε τοῦ χαρακτῆρος καταδίκης πολιτικῆς, παρὰ καταδίκης κοινοῦ ἐγκληματίου. Βεβαίως, κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ποινικοῦ δικαίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς πολιτικὸς ἐγκληματίας ὁ διαπράξας ἀξιοποίνους πράξεις τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου, ἀλλὰ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεξάγεται ὁ κατὰ τοῦ Χαμμερστάϊν διωγμὸς, ἔπρεπε νὰ ἐξυπνήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ τὴν κάμῃ νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἐκδίδουσα τὸν Χαμμερστάϊν ἐξέδιδεν ἕνα πολιτικὸν ἀντίπαλον, καὶ ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτῆς ἤθελε κατακριθῆ, καὶ οὐχὶ ὡς κατέκρινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἄλλοτε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1883. Δύναται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀποφύγῃ τὸ ὀλισθηρὸν ἔδαφος τῆς πράξεώς του, νὰ ἀπαγγέλλῃ πατριωτικὰς προσλαλιὰς πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν τύπον, δύναται νὰ ἐλέγχῃ τὸν τύπον, διότι δὲν διεῖδεν εἰς τὴν ἀπέλασιν τοῦ Χαμμερστάϊν ὑψηλοτέραν κυβερνητικὴν πρόνοιαν, διότι δὲν ᾐσθάνθη ὁ τύπος τὴν ἁγίαν ἀγανάκτησιν, ἣν ᾐσθάνθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγνώσας τὸ ἔνταλμα κατὰ τοῦ Χαμμερστάϊν μετὰ 15 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἀφίξεώς του εἰς Βερολῖνον· ὁ τύπος ὁ Ἑλληνικὸς καὶ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία κατέκρινε τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀποδεικνύουσαν, ἂν ὄχι ἄλλο τι, ἀσθένειαν ὅμως καὶ ἀδυναμίαν ἀπέναντι μεγάλων Δυνάμεων. Τὸ γεγονὸς ἀπέβη ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τοῦ ἠθικοῦ γοήτρου τῆς Πολιτείας ἡμῶν καὶ τῆς χώρας. Εἰς τὸ ἑξῆς αἱ πύλαι τῆς Ἑλλάδος εἶναι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναπεπταμέναι· αὔριον δὲν θὰ δυνηθῇ οἱαδήποτε Κυβέρνησις, εὑρισκομένη ἐνώπιον τῶν αὐτῶν περιστάσεων, νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἔκδοσιν καὶ πολιτικῶν ἀκόμη ἐγκληματιῶν, καὶ ἂν εὑρεθῇ τοιαύτη Κυβέρνησις, αὕτη θὰ ὑφίσταται τὰς συνεπείας τοῦ προηγουμένου, τὸ ὁποῖον κατέστησεν ἡ νῦν Κυβέρνησις· οὐδὲν θὰ δικαιολογήσῃ αὐτὴν, ἂν λάβῃ ἄλλο μέτρον. Νομίζω ὅτι ἡ πρᾶξις ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἀντὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐξυμνῶν αὐτὴν, νὰ θεωρήσῃ ὅτι ἱκανοποιεῖ τὴν φιλοτιμίαν ἡμῶν, ὤφειλε ν’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἦτο περίπτωσις, καθ’ ἣν ἐκ παντὸς τρόπου ἔπρεπε νὰ συγκαλύψῃ κατὰ τὸ ἐφικτὸν δι’ εἰλικρινοῦς ἐξομολογήσεως τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν συνεκόμισεν, ὅταν προβαίνει εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ ξένου ἀντιπροσώπου καὶ μετὰ τῆς ξένης ἀστυνομίας, ὅπως παραδώσῃ ξένον, καταφυγόντα εἰς τὸ ἔδαφος ἡμῶν.

§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θὰ ἐξετάσω καθ’ ἑαυτὴν τὴν πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγκαλεῖται ἡ Κυβέρνησις. Τοῦτο διὰ μακρῶν ἔπραξαν οἱ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ θέλω τὴν ἐξετάσει μόνον ὡς προηγούμενον. Ὡς προηγούμενον νομίζω ὅτι ἡ ἀπέλασις τοῦ Χαμμερστάϊν κατέστρεψεν ἐντελῶς καὶ ἐξηφάνισε τὴν μέχρι τοῦδε ἔμφρονα πολιτείαν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοσοῦτον ἐνεκωμίαζε καὶ ὑπερήσπιζε. Πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνεκωμίαζε τὴν πολιτικὴν τῆς ἀδεσμώτου ἐνεργείας ἡμῶν καὶ ἀπηλλαγμένης ἀπὸ πάσης ὑποχρεώσεως, εἴτε νόμου, εἴτε συνθήκης, ὅπως ἐκδίδῃ ἀλλοδαποὺς πρὸς ξένον Κράτος. Εἶπεν ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συστάσεώς του, καὶ ὅτι διὰ τὴν πολιτικὴν ταύτην εἰργάσθη καὶ αὐτός. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ἡ ἰδέα πάντοτε παρὰ τοῖς πλείστοις, ὡς πρὸς τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀλλοδαπῶν εἰς ξένας Κυβερνήσεις, ἦτο αὐτή, τὸ νὰ μὴ ὑποχρεωθῶμεν εἰς αὐτὴν διὰ νόμου ἢ συνθήκης, ὑπ’ ὄψιν ἔχοντες τὴν θέσιν ἡμῶν πρὸς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν. Ὅ,τι θὰ ἐδεχόμεθα δι’ ἄλλα Κράτη, ὠφείλομεν νὰ δεχθῶμεν ἀναγκαίως καὶ διὰ τὴν Τουρκίαν. Τοῦτο πάντοτε ὑπεστήριξε κατὰ διαφόρους περιστάσεις καὶ ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω δ’ ὅτι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἦτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι ἐναντίος πρὸς πᾶσαν ἀνανέωσιν τῆς συνθήκης τοῦ 1856, ἥτις ἄλλοτε συνέδεε τὴν Τουρκίαν καὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἥτις θὰ ὑπεχρέου ἡμᾶς σήμερον εἰς ἔκδοσιν τῶν ἐγκληματιῶν. Κατ’ αὐτήν, θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐφαρμόζωμεν καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὑπηκόους Ὀθωμανούς, τοὺς ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ ἐγκληματήσαντας καὶ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ συλληφθέντας, ὅ,τι ἐφαρμόζομεν πρὸς τὸ μᾶλλον εὐνοούμενον ἔθνος, τοὺς Ἰταλοὺς δηλονότι. Ἡ συνθήκη τῆς προσαρτήσεως τοῦ ἔτους 1881 διὰ ῥητοῦ ἄρθρου ὑποχρεοῖ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νόμον περὶ ἀνανεώσεως τῆς συνθήκης τοῦ 1856. Αὕτη δὲν συνωμολογήθη μέχρι τοῦδε, οὐχὶ λόγῳ ἀντιστάσεως τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μᾶλλον ἕνεκα ἀντιστάσεως τῆς Ἑλληνικῆς. Δυνάμει τῆς συνθήκης τοῦ 1856, ἥτις εἶχεν ἀνανεωθῆ ἐπὶ 6 ἔτη κατὰ τὸ 1865, ἐπετρέπετο ἡ καταδίωξις καὶ τιμωρία τῶν ἐπὶ λῃστείᾳ κατηγορουμένων ὑπηκόων Ὀθωμανῶν, ὅσοι, συλληφθέντες ἐν Ἑλλάδι, ἤθελε βεβαιωθῆ, ὅτι εἶχον ἀποπειραθῆ ἢ διαπράξει τοιαύτην ἐν Τουρκίᾳ, καὶ τἀνάπαλιν, ὡρίζετο δ’ ὅτι ἐφαρμόζεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ νόμος, ὅστις ἤθελεν ἰσχύει ἐν Ἑλλάδι ὡς πρὸς τὸ μᾶλλον εὐνοούμενον ἔθνος. Τὸ μᾶλλον εὐνοούμενον εἶναι σήμερον ἡ Ἰταλία, πρὸς ἣν διὰ τῆς συνθήκης τοῦ 1878 ἀνελάβομεν τὴν ἔκδοσιν τῶν Ἰταλῶν ἐγκληματιῶν. Λοιπὸν τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις ἡμῶν, καὶ ἐπιβάλλει, ὅπως μὴ διὰ νόμου, εἴτε διὰ συνθήκης, καθιερώσωμεν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐκδόσεως τῶν ἀλλοδαπῶν, οἵτινες δύνανται νὰ ᾖναι καὶ Ἕλληνες ὑπήκοοι τῆς Τουρκίας, καταφυγόντες εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ μετὰ τὸ προηγούμενον, ὅπερ καθιέρωσεν ἡ παράδοσις τοῦ Χαμμερστάϊν πρὸς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν, ἥτις πρόκειται νὰ ληφθῇ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς καὶ ἥτις θέλει χαρακτηρίσει τὴν πρᾶξιν ταύτην ὡς νόμιμον, ἀδύνατον ἔσται εἰς οἱανδήποτε διάδοχον Κυβέρνησιν Ἑλληνικήν, καὶ εἰς ἐκείνας ἔτι, αἵτινες θὰ ἔχωσιν ἐναντία φρονήματα, νὰ μὴ ἐπαναλάβῃ τὰ αὐτὰ, τυχούσης τῆς αὐτῆς περιστάσεως. Δὲν ὑπάρχει δὲ ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Τουρκία θὰ εὑρεθῇ συχνότατα εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις, εἰς ἃς καὶ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις. Κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲν ἄλλο ἀπαιτεῖται, ὅπως ἀποπεμφθῇ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἀλλοδαπὸς, ἢ ἡ μόρφωσις τῆς γνώμης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει νὰ ἀρνηθῇ τὴν ξενίαν εἰς αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ᾖναι τόσον ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα, οἷον παρέστησεν αὐτὸ πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἂν ἤθελον ἀπαιτεῖσθαι διὰ τὴν ἄρσιν αὐτὴν τῆς ξενίας βεβαιώσεις τινὲς καὶ ἔγγραφα περὶ τοῦ ζητουμένου ἀλλοδαποῦ, ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρουσιάζῃ τὰς αὐτὰς ἀποδείξεις, ἃς καὶ ἡ Γερμανικὴ ἐπαρουσίασε, διότι δύναται νὰ παρουσιάσῃ ἔνταλμα δικαστικὸν, μνημονεῦον τὰς ἀποδιδομένας πράξεις καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ ποινικοῦ νόμου. Τίς λόγος ὑπάρχει, ἵνα τότε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀρνηθῇ τὴν ἔκδοσιν; Μέχρι τοῦδε λόγος δὲν ὑπῆρχε, διότι δὲν ὑπῆρχε συνθήκη. Ἤδη ἐξεθάψαμεν καὶ τὴν διάταξιν τῶν διαβατηρίων, ἅτινα ἀποκλείσας ἐν τῇ ὁμιλίᾳ αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀντικατέστησε μὲ τὴν ἄρσιν τῆς ξενίας. Τί θὰ εἴπῃ ὅμως οἱαδήποτε Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅταν μὲ τὸ κείμενον τοῦ λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μὲ τὰ πρακτικὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς θὰ βεβαιῶται, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπελαθῇ ἀλλοδαπὸς, καὶ θὰ ζητῇ ξένη οἱαδήποτε Κυβέρνησις τὴν ἄρσιν τῆς ξενίας; Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι κατέστη χειροτέρα ἤδη ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῶν ξένων, παρὰ ἐὰν ὑπῆρχε νόμος, ὡς ὑπάρχει ἀλλαχοῦ, ἐπιτρέπων τὴν καθ’ ὡρισμένας περιπτώσεις ἔκδοσιν τῶν ἀλλοδαπῶν, ἢ ἂν ὑπῆρχε σύμβασις ἡμῶν μετὰ ξένων Κρατῶν, ἐπιτρέπουσα τὴν ἔκδοσιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ὑπῆρχον διὰ τὴν ἔκδοσιν περισσότεραι ἐγγυήσεις, διότι ἡ σύμβασις ἢ ὁ νόμος θὰ κατωνόμαζον τὰς πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας μόνας θὰ ἐπετρέπετο ἡ ἔκδοσις, θὰ ὥριζον ἐγγυήσεις καὶ διατυπώσεις, μετὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐπετρέπετο ἡ ἔκδοσις. Σήμερον οὐδὲν τούτων ὑπάρχει. Καυχώμεθα ὅτι ἐν τῇ ἐλλείψει νόμου καὶ συμβάσεων εἴμεθα ἐλεύθεροι, καὶ ὅτι ἀποφεύγομεν τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας θὰ εἴχομεν ἐκ τοιούτων συμβάσεων ἀπέναντι ξένων Κρατῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι διὰ τοῦ προηγουμένου, ὅπερ καθιερώσαμεν, καὶ διὰ τῶν ἑρμηνειῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἡ ἰδία Κυβέρνησις καὶ τὰς ὁποίας πιθανώτατα θὰ κυρώσῃ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, θὰ καταστήσωμεν τὴν θέσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν ἄλλων Κρατῶν, καὶ ἰδίως ἀπέναντι τοῦ ὁμόρου, πολλῷ χείρονα ἐκείνης, ἣν θέλομεν ν’ ἀποφύγωμεν, μὴ ὑπογράφοντες συνθήκας περὶ ἐκδόσεως. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ θεωρῶ τὴν ἔξωσιν τοῦ Χαμμερστάϊν, ὡς ἐγένετο καὶ ὡς ἐδικαιολογήθη, ἢ ὡς προηγούμενον λίαν ἐπικίνδυνον. Ἤθελον δὲ συστήσει διὰ τοῦτο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, πρὸς πρόληψιν τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα εἰς τὸ μέλλον ἀπειλεῖ τὸ προηγούμενον τοῦ Χαμμερστάϊν, σπεύσῃ νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς νομοθεσίας, ὡς πρὸς τὴν ἔκδοσιν, καὶ μὴ ἀφήσῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς ἐκδόσεως, διότι περὶ αὐτοῦ κυρίως πρόκειται, ὑπὸ οἱονδήποτε ὄνομα, εἴτε ἄρσεως τῆς ξενίας εἴτε ἄλλο, καὶ ἂν θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ καλύψῃ τὴν ἔκδοσιν, νὰ μὴ ἀφήσῃ, λέγω, αὐτὸ εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς Διοικήσεως. Ἡ Διοίκησις ἀδύνατον, μὴ στηριζομένη εἰς νόμον, νὰ ἀντιστῇ εἰς αἴτησιν ἐκδόσεως, μετὰ τὸ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον καθιερώθη. Ἡ ἁβροφροσύνη ἐπιβάλλεται ἡ αὐτὴ πρὸς πάσας τὰς Κυβερνήσεις, ὅταν αἱ περιστάσεις ἦναι αἱ αὐταί. Ἐὰν ὅμως ἤθελε σπεύσει νὰ φέρῃ νόμον ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ὑπάρχουσι τοιοῦτοι νόμοι καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ ὁρίζῃ εἰς ποίας περιστάσεις δύναται ὁ ἀλλοδαπὸς νὰ ἀπελαύνηται τοῦ Κράτους, ἐὰν λάβῃ, καὶ δύναται νὰ λάβῃ, πρόνοιαν, ὅπως ἐκ τοιούτου νόμου μὴ ὠφελῶνται ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν θέλομεν, ἐλλείψει ἐγγυήσεων, τοιαύτην ὠφέλειαν νὰ χορηγήσωμεν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν τόσον ἐχειροτέρευσε καὶ θὰ χειροτερεύσῃ ἀκόμη τὸ προηγούμενον τοῦ Χαμμερστάϊν. Ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ προηγουμένου τούτου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ κρατοῦσα ἀβεβαιότης καὶ ἀμφισβήτησις περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, ὁσάκις ζητῆται παρὰ ξένης Κυβερνήσεως ἀπέλασις ἀλλοδαποῦ ἐκ τῆς ἡμετέρας χώρας. Συχνότατα εὑρίσκεται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπέναντι τοιούτων αἰτήσεων. Δὲν ἀγνοοῦμεν τὰς ἀνάγκας τὰς πολιτικὰς, αἱ ὁποῖαι πολλάκις ὑποχρεοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐνδίδῃ εἰς παρακλήσεις τοιαύτας, διότι, ὅσον καὶ ἂν θέλωμεν νὰ μένωμεν ἀνεπηρέαστοι, ὅσον καὶ ἂν θέλωμεν νὰ δεικνύμεθα ἀνένδοτοι πρὸς παρακλήσεις, εἶναι ἀδύνατον νὰ ζῶμεν ὑπεράνω ὑποχρεώσεων καὶ ἀμοιβαιότητος καὶ ἀναγκῶν ἀπέναντι φιλικῶν Κυβερνήσεων τῶν ξένων Κρατῶν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐναντίον αὐτῶν τῶν ἠθικῶν καὶ πολιτικῶν ὑποχρεώσεων ἔχομεν ἀνάγκην νόμου, ὅστις ἀπέναντι ὅλων νὰ μᾶς προστατεύῃ, καὶ νὰ μὴ ἐκτιθέμεθα, ὁτὲ μὲν δυσαρεστοῦντες τοῦτον, ὁτὲ δὲ ἐκεῖνον. Διότι βεβαίως εἰς τοιαύτας δυσαρεσκείας θὰ φέρῃ ἡ ἐφαρμογὴ διαφόρου κανόνος ἐπὶ τῶν αὐτῶν περιστάσεων ὑπὸ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης Κυβερνήσεως ἡμῶν. Λοιπὸν ἔχομεν ἀνάγκην νομοθεσίας, ἥτις νὰ κανονίσῃ τέλος πάντων ὁριστικῶς, ὅπως ἐκανόνισε καὶ εἰς ἄλλα Κράτη τὸ ζήτημα τοῦτο, τὴν ἐξουσίαν δηλονότι τῆς Διοικήσεως ἀπέναντι τῶν αἰτήσεων ἀπελάσεως ἀλλοδαπῶν. Ἡ περίπτωσις εἶναι σπουδαιοτάτη, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κενὸν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ. Τὸ γενόμενον δ’ ἐν τῇ ὑποθέσει Χαμμερστάϊν μᾶς ἐπιβάλλει νὰ σπεύσωμεν. Τὸ προηγούμενον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔλαβε διαστάσεις εὐρωπαϊκὰς καὶ ἔγεινε παντοῦ γνωστὸν, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ μᾶς ὑποχρεώσῃ καὶ ὑποβάλῃ ἐφεξῆς εἰς ὑποχωρήσεις, εἰς τὰς ὁποίας βεβαίως οὐδεὶς ἐνόει, οὐδ’ ἡ Κυβέρνησις, οὐδ’ ἡ Βουλὴ ἥτις θὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὸ μέτρον, νὰ ὑποβληθῶμεν. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν, κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἐναντίος τῆς ἐκδόσεως, τῆς ἀπελάσεως—ὅπως θέλετε ὀνομάσατέ την—τοῦ Χαμμερστάϊν, ὅπως ἐγένετο, διότι θεωρῶ αὐτὴν προηγούμενον κάκιστον, ἀνατρέπον πᾶσαν τὴν μέχρι τοῦδε πολιτικὴν τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων καὶ καθιστῶν χείρονα τὴν θέσιν αὐτῶν, ἢ ἂν εἴχομεν συμβάσεις περὶ ἐκδόσεως καὶ νόμον περὶ ἐκδόσεως ἀλλοδαπῶν, καὶ νομίζω ὅτι ἡ μόνη θεραπεία τοῦ κακοῦ κεῖται εἰς τὴν ὑποβολὴν καὶ ψήφισιν νόμου, κανονίζοντος ὁριστικῶς τὰ τῆς ἀπελάσεως καὶ ἐκδόσεως, καὶ μηδενίζοντος ὅλας τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας τὸ προηγούμενον τοῦ Χαμμερστάϊν καθιέρωσε.

§92Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Συμφωνῶ καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὰς ὁμολογουμένως ὀρθοτάτας παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος. Ἐὰν πρὸ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ἡ θέσις ἡμῶν δὲν ἦτο εὐάρεστος διὰ πολλοὺς λόγους, βεβαίως ἀπειλούμεθα ὑπὸ πολλῶν ἐξωτερικῶν κινδύνων μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Εὑρίσκομαι ὅμως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσθέσω ὀλίγας τινὰς λέξεις, ἵνα εἴπω, ὅτι δὲν πιστεύω νὰ ἀνῃρέθησαν ὅσα δύο ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, δι’ ὅσων ἀπήντησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος· διότι ἀκαίρως ἀνέλαβε νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἡρωϊκὰ κατορθώματα τῶν προγόνων τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν. Διότι τίς δὲν δύναται ν’ ἀποκαλύψῃ τὴν κεφαλὴν μετὰ σεβασμοῦ πρὸ τῶν ἡρωϊκῶν ἐκείνων κατορθωμάτων, καὶ μάλιστα πρὸ τῶν προγόνων τοῦ ἑνὸς τῶν κ. Ὑπουργῶν, τοῦ ὁποίου ἡ οἰκογένεια συνδέεται μὲ ὅλως ἡρωϊκὰ καὶ ὑπεράνθρωπα κατορθώματα; Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τούτου; Ἐγὼ ἁπλῶς ἠθέλησα νὰ ἀνατρέξω εἰς ἀπωτάτους χρόνους, καὶ ὡμίλησα περὶ ἀπωτάτων προγόνων, ὡμίλησα περὶ τῶν ἀρχαίων Σπαρτιατῶν καὶ τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἐφάνη εὐτυχέστερος ἐμοῦ, οὐχὶ διότι ἐχαρακτήρισε μικροῦ λόγου ἀξίαν τὴν ἡμετέραν συζήτησιν, ἀλλὰ διότι ἐχαρακτήρισεν αὐτὴν Ἀβδηριτικήν. Καὶ εἶναι ὄντως Ἀβδηριτικὴ, ὅταν γεγονὸς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τελεσθὲν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν συζητῆται καὶ ὑπὸ τύπον σπουδαιότητος ἀντικρούηται. Μήπως νομίζουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅτι δύνανται νὰ καλυφθῶσιν ὄπισθεν τῶν δακτύλων των; Ὁμολογουμένως μετὰ πολλῆς ἐπιτυχίας ἐχαρακτήρισεν ἀβδηριτικὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τὴν συζήτησιν· διότι, ἐὰν ἐρωτήσητε πάντες ὑμεῖς τὰς συνειδήσεις σας, οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θέλει πιστεύσει οἱανδήποτε ἐκ τῶν ἀπαντήσεων τῶν διαφόρων ἐκδόσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ πάντες θέλουσι παραδεχθῆ, ὅτι πρόκειται περὶ ἐκδόσεως τοῦ χειρίστου εἴδους. Ἀλλ’ εἰς ἐμὲ αἴσθησιν προὐξένησεν ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡμίλησε, διότι ὡμίλησε περὶ ἀλληλεγγύης ἐν τέλει ὑπουργικῆς, καὶ ἐταύτισε τὴν τύχην αὑτοῦ μετὰ τῆς τύχης τοῦ συναδέλφου του ἐν τῇ προκειμένει συζητήσει. Ἀλλ’ οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ἀντικρούσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ πάσης δυνάμεως, νὰ ἀντικρούσῃ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ τῆς αὐτῆς ὁρμῆς, νὰ διαψεύσῃ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ὁποίων τὰς ἐκθέσεις προσεκόμισε πρὸ μικροῦ. Ἐξενίσθη ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διατὶ ἀπηριθμήσαμεν τοὺς συγγραφεῖς, καὶ λησμονεῖ, ὅτι τὸ παράδειγμα ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς ὁ συνάδελφός του Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἢ μήπως ἤθελε νὰ ἀφήσωμεν ἄνευ ἀπαντήσεως τὰς περιέργους ἐκείνας καὶ συγκεχυμένας θεωρίας, ὅπου δὲν διακρίνει τις ποῦ ἄρχεται ἡ ἀπέλασις καὶ ποῦ λήγει ἡ ἔκδοσις; Ἀντέκρουσε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι λέγει πρὸς ἡμᾶς: «Τί ἀναφέρεται περὶ ἐκδόσεως εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου;» Εἶναι τρεῖς ἡμέραι ἀφ’ ὅτου ἐλέχθησαν, εἶναι ἐνταῦθα, ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ θὰ ἐνθυμούμεθα πάντες, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ πεποιθήσεως ἔλεγε: «Τί θέλετε; θέλετε νὰ τὴν χαρακτηρήσητε ἔκδοσιν; Ἐν τῷ δικαιώματί μου ἐξέδωκα». Ἔρχεται ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ λέγει: «οὐχί! δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσωμεν ἔκδοσιν». Ἀλλὰ δὲν ἐσταμάτησεν ἐκεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· τὸν πόλεμον ἐκίνησε καὶ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις μᾶς εἶπεν, ὅτι προέβη εἰς τὰ μέτρα αὐτὰ, ἵνα ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ διαβατηρίων. Ἠρνήθη τὴν ξενίαν εἰς τὸν Χαμμερστάϊν, διότι ἦλθεν ἄνευ διαβατηρίου καὶ ὑπὸ ψευδώνυμον. Καὶ λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός: ὄχι! δὲν πρόκειται περὶ τούτου, δὲν πρόκειται περὶ ἐκδόσεως, ὡς ἔλεγεν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν πρόκειται περὶ ἀπελάσεως καὶ περὶ παραβάσεως τῶν περὶ διαβατηρίων διατάξεων· αὐτὰ εἶναι ἄσχετα· ἄσχετα εἶναι καὶ τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ἀστυνόμου Τσακίρη, τῇ φερούσῃ χρονολογίαν 15 Δ/βρίου, ὑποβληθείσῃ ὅμως δι’ ἐγγράφου τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας μὲ χρονολογίαν 20 Δεκεμβρίου, μὲ ὕφος, τὸ ὁποῖον μυρίζει πάρα πολὺ διπλωματικὴν ἱκανότητα. Ἀλλὰ περὶ τίνος πρόκειται; Ἄρνησις φιλοξενίας! Καὶ ποῦ στηρίζεται αὐτὸ τὸ δικαίωμα, δὲν μᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου! Τί λοιπὸν συνέβη; Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἀνέφερε πρὸ μικροῦ μίαν ἔκδοσιν, ἡ ὁποία τίς οἶδε πῶς ἔλαβε τὴν κυκλοφορίαν της καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Περὶ τοῦ γεγονότος, ὅπερ ἔλαβε χώραν τὴν 15 Δεκεμβρίου, ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἀλλοδαπὰς ἐφημερίδας καὶ ἐκεῖθεν μετεφράσθη εἰς τὰς ἑλληνικὰς ἄνευ σχολίων, ὅτι «ὁ πρέσβυς τῆς Γερμανίας βαρῶνος Πλέσσεν ἐπενόησε στρατήγημα, ὅπερ ἐκρίθη αὐστηρότατα ἐν τοῖς πολιτικοῖς κύκλοις τῶν Ἀθηνῶν, πρὸς ἐξουδετέρωσιν τῆς δυσχερείας, ἣν συνεπήγεν ἡ μὴ ὕπαρξις συνθήκης ἐκδόσεως μεταξὺ Γερμανίας καὶ Ἑλλάδος. Ὁ πρέσβυς ἐδήλωσε πρὸς τὰς ἀρχὰς, ὅτι Ἔρβερτ ἦτο τὸ ψευδώνυμον τοῦ Χαμμερστάϊν, ὅστις ἦτο ἐπικίνδυνος ἀναρχικὸς, βυσσοδομῶν ἀπόπειραν ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ Πλέσσεν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπήλασε τὸν Ἔρβερτ, καὶ ἔμαθε μόνον ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Χαμμερστάϊν, ὅτε οὗτος ἐπεβιβάσθη τοῦ ἀτμοπλοίου, ἐφ’ οὗ εὑρίσκετο ὁ Γερμανὸς ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος, ὅστις καὶ τὸν συνέλαβε.» Ἀλλὰ τὸ δημοσίευμα τοῦτο ἀνῃρέθη δι’ ἀνακοινωθέντος, ὡς ἠκούσατε. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προσεπάθησε δι’ ὅλης τῆς εὐγλωττίας καὶ τῆς γνωστῆς εἰς πάντας ἡμᾶς δεινότητός του νὰ μεταδώσῃ εἰς ἡμᾶς τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ ἱερὸν πῦρ, ἡ ἱερὰ ἀγανάκτησις ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία τὸν παρώρμησεν, ὅπως προβῇ εἰς τὸ μέτρον τῆς ἀπελάσεως, διότι ὁ κ. Χαμμερστάϊν ἐδημοσίευεν ἄρθρα ἐφάμιλλα τοῦ Ἀμποῦ. Ἀλλὰ τίς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ δημοσίευσις αὐτῶν τῶν ἄρθρων ἐγένετο γνωστὴ μετὰ 20 καὶ 30 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἀπελάσεως; Καὶ ἀπεδόθησαν ταῦτα εἰς τὸν Χαμμερστάϊν, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται καὶ τοῦτο νὰ βεβαιώσῃ, διότι οὐδεμίαν ὑπογραφὴν ἔφερον. Καὶ ἐν τούτοις ὡς μόνην δικαιολογίαν φέρει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀποτεινόμενος πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ὑπεραμυνόμενος τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας. Τὸ συμπέρασμα τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἦτο, ὅτι, βλέπων τὸν κίνδυνον τοῦ κλυδωνιζομένου ἀκατίου τῶν συναδέλφων του, ἔλαβε τὸ πηδάλιον καὶ ἔῤῥηξε κραυγήν: «ἢ ὅλοι ἢ οὐδείς!» Καὶ ἡ φωνὴ αὕτη δὲν δύναται ἢ νὰ προξενήσῃ αἴσθησιν. Δὲν ἐπαινῶ ἐγὼ τὴν γενναιότητα αὐτήν, διότι ὁ,τιδήποτε καὶ ἂν συμβῇ, τὸ γεγονὸς ἔλαβε χώραν, καὶ ὅταν ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου ἐζημιώθη ὁ τόπος, ὅταν ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου ἀπειλοῦνται κίνδυνοι μέλλοντες, ἡ γενναιότης αὕτη δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸ καλὸν τοῦ τόπου.

§93Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβῶμεν εἰς ἕτερον θέμα, χωρὶς νὰ ἐξαγάγωμεν ἕν οἱονδήποτε συμπέρασμα ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε λεχθέντων. Ἐπὶ μακρὸν ἀπησχολήθη ἡ Βουλὴ περὶ κυβερνητικῆς καὶ ὑπουργικῆς εὐθύνης, καὶ ἐννοεῖ πᾶς τις, ὅτι οὔτε προσῆκον οὔτε ὀρθὸν εἶναι νὰ μεταβῶμεν εἰς ἄλλο θέμα, χωρὶς νὰ λάβωμεν μίαν ἀπόφασιν. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι σωματεῖον φιλολογικὸν, ὅπου γίνονται ἀκαδημαϊκαὶ συζητήσεις, εἶναι σῶμα πολιτικὸν, καὶ τὰ πολιτικὰ σώματα λαμβάνουσιν ἀποφάσεις, καὶ διὰ τοῦτο ὡς πόρισμα τῆς γενομένης συζητήσεως λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὴν ἀκόλουθον πρότασιν: «Ἡ Βουλή, ἐπιδοκιμάζουσα τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἐπεισόδιον τοῦ βαρώνου Χαμμερστάϊν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Καὶ παρακαλῶ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτῆς.

§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ, ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, θὰ ἐπεθύμουν, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἡ παροῦσα συζήτησις χαρακτηρισθῇ ὡς ἁπλῶς ἀκαδημαϊκή, οὐδεμίαν ἔχουσα πολιτικὴν σημασίαν. Γνωρίζομεν πάντες, ὅτι δύο εἶναι οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους οἱ ξένοι, καταφεύγοντες εἰς ἄλλα Κράτη, διατρέχουσι νὰ ἀποβληθῶσι τῶν Κρατῶν τούτων, ὁ πρῶτος εἶναι ὁ κίνδυνος τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν, ὁσάκις ὑπάρχῃ συνθήκη ὑποχρεοῦσα τὸ Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον καταφεύγει ὁ παρ’ ἄλλου Κράτους ἢ παρὰ τῆς ἰδίας αὐτοῦ πατρίδος καταδιωκόμενος, νὰ ἐκδώσῃ αὐτόν· ὁ δεύτερος κίνδυνος εἶναι ὁ τῆς ἀπελάσεως τοῦ καταφεύγοντος, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν οὗτος παρουσιάζει στοιχεῖα γνωστὰ ἐκ τῶν προτέρων πράξεως ἐπικινδύνου, ἐπιβαλλούσης εἰς τὸ Κράτος, εἰς ὃ κατέφυγε, τὴν ἀπέλασιν αὐτοῦ. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομικοῦ ζητήματος, τὸ πότε ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος, πρὸς ὃ κατέφυγε ξένος τις, ἡ ἀπέλασίς του, διότι ἀρκετὰ ἀνεπτύχθη τοῦτο. Σήμερον ὅμως ἡμεῖς ἐρχόμεθα νὰ καθιερώσωμεν καὶ τρίτην περίπτωσιν ἀπελάσεως, ἄγνωστον εἰς πάντα τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη, τὴν περίπτωσιν τῆς ἀρνήσεως τῆς ξενίας. Ἡ περίπτωσις ἀρνήσεως ξενίας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, εἰμὴ ἁπλῆ ἀφορμὴ ἀπελάσεως, εἶναι δικαιολογία ὑπερβολικῶς ἐλαστική, ἥτις θέτει εἰς κίνδυνον τὴν ἀνεξάρτητον ἐνέργειαν παντὸς ἐλευθέρου Κράτους. Καθιεροῦντες ἡμεῖς πρωτοτύπως τὴν θεωρίαν ταύτην, ὑποτάσσομεν τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς πᾶσαι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις καὶ αἱ Βουλαὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ παραδεχθῶσιν. Ὑποτάσσομεν αὐτὸ εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως εἴτε ἕνεκα λόγων ἁβρότητος, εἴτε καὶ ἕνεκα λόγων συμφέροντος, μὴ δύνηται νὰ δικαιολογήσῃ ἄρνησιν εἰς οἱανδήποτε αἴτησιν ἄλλου Κράτους πρὸς ἀπέλασιν οἱουδήποτε ἐκ τῶν ὑπηκόων αὐτοῦ, προσελθόντος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ δικαιολογηθῶμεν ἀπέναντι ἔθνους, πρὸς τὸ ὁποῖον θὰ ὀφείλωμεν εἴτε νὰ φανῶμεν ἁβρόφρονες, εἴτε νὰ φανῶμεν εὐχάριστοι καὶ περιποιητικοὶ, χάριν οἱουδήποτε συμφέροντος, ἀρνούμενοι νὰ θεωρήσωμεν τὸν παρ’ αὐτοῦ καταδιωκόμενον καὶ καταφυγόντα εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς ἀνάξιον τῆς φιλοξενίας ἡμῶν. Οὐδεὶς νόμος ἐσωτερικὸς καὶ οὐδεμία διάταξις τοῦ ἀλληλεθνοῦς δικαίου θέτει ὅρια εἰς τὴν δικαιολογίαν καὶ τὴν πρόφασιν ταύτην τῆς ἀρνήσεως ξενίας. Καθιεροῦντες δὲ ἡμεῖς τοιαύτην ἀρχὴν, θὰ εὑρεθῶμεν πολλάκις εἰς τὴν ἀνάγκην, ὄχι μόνον διὰ κοινὰ ἐγκλήματα, ἀλλ’ ἴσως καὶ διὰ πολιτικὰ ἀκόμη, νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς ἄλλο Κράτος, μέγα ἢ μικρὸν, τὴν παραδοχὴν τῆς αἰτήσεώς του, χωρὶς νὰ φανῶμεν πρὸς αὐτὸ, ὅτι στερούμεθα ἁβρότητος, ἢ ὅτι δὲν εἴμεθα εὐλαβεῖς πρὸς τὴν αἴτησίν του. Ἀφοῦ τοιοῦτον θέλομεν νὰ καθιερώσωμεν προηγούμενον δι’ ἄλλους, τὸ προηγούμενον δηλ. ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν ξενίαν ἄνευ νομίμου λόγου καὶ διατυπώσεων καὶ ἄνευ βάσεώς τινος, θὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὰς συνεπείας αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐπεθύμουν νὰ χαρακτηρισθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ὡς ἀκαδημαϊκὴ ἡ παροῦσα συζήτησις, καὶ νὰ μὴ δοθῇ εἰς αὐτὴν πολιτικὸς χαρακτηρισμὸς, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα διὰ τὸν τόπον. Εὔχομαι νὰ ἐννοηθῇ ἡ ἔννοια, ἣν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ψῆφος ἡμῶν αὕτη, καὶ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ τις, ὅπως λάβῃ τὸν χαρακτῆρα πράξεως πολιτικῆς, ἀλλὰ νὰ ἀφεθῇ νὰ παρέλθῃ ὡς ἀκαδημαϊκὴ συζήτησις.

§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ὑποθέτει ὅτι ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὁ Φιλολογικὸς Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως, ἢ ὁ Φιλολογικὸς Σύλλογος «Παρνασσὸς», ἢ ὅτι εἶναι ἡ «Φοιτητικὴ Ἕνωσις», καὶ φρονεῖ, ὅτι, ἀφοῦ ἐπρότεινεν ἓν θέμα πρὸς συζήτησιν, ἡ ὑπόθεσις ἔληξεν, ἀφοῦ συνεζητήσαμεν τὸ προταθὲν θέμα. Εἶναι ὄντως πρωτότυπος συνταγματικὴ θεωρία! Ἐγὼ ὑπέλαβον, ὅτι ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄνδρου ἦτο ἐπερώτησις κοινοβουλευτικὴ, σκοποῦσα ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ὁ δὲ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων καταλήγει εἰς ἓν τῶν δύο εἰδῶν εὐθύνης, εἴτε εἰς ἐπιζήτησιν πολιτικῆς εὐθύνης, εἴτε εἰς ἐπιζήτησιν ποινικῆς εὐθύνης. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποφήνηται γνώμην ἐπὶ ἑκατέρου τῶν δύο τούτων εἰδῶν τῆς εὐθύνης. Ἂν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ζητήσῃ ποινικὴν εὐθύνην, προβαίνει εἰς σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἂν δὲ ἐγκρίνῃ νὰ ζητήσῃ πολιτικὴν εὐθύνην ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς, ψηφίζει πρότασιν ἡμερησίας διατάξεως, δυσμενῆ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπικρίνουσαν τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως· ἂν δὲ νομίζῃ ὅτι οὐδεμίαν πρέπει νὰ ζητήσῃ εὐθύνην, ψηφίζει ἡμερησίαν διάταξιν, ἥτις δεικνύει τὴν ἔγκρισιν τῶν γενομένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ νὰ τελειώσῃ συζήτησις ἄνευ προτάσεως, χωρὶς νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἀλλὰ ἡ Βουλὴ νὰ χαρακτηρίσῃ τὰ λεχθέντα ὡς φιλολογικὴν συζήτησιν καὶ νὰ μεταβῇ εἰς ἄλλα θέματα, αὐτὸ εἶναι πρωτότυπον εἶδος πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον θέλω παρακαλέσει τὸν συνάδελφον νὰ μὴ τὸ λησμονήσῃ, ἄν ποτε γείνῃ μέλος Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ νὰ τὸ προτείνῃ τότε, ἵνα ἀναγραφῇ ἐν τῷ θεμελιώδει νόμῳ.

§96ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης δὲν ὑπέλαβε τὴν Βουλὴν ὡς σύλλογον «Παρνασσὸν» ἢ σύλλογον «Φοιτητικῆς Ἑνώσεως». Ἠθέλησε νὰ ἐπικαλεθῇ τὴν φρόνησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην στιγμὴν ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ, ὅπως μὴ ζητήσῃ νὰ καθιερώσῃ δι’ ἑνὸς ζητήματος ἐμπιστοσύνης προηγούμενον εἰς βάρος τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Δυστυχῶς καὶ ἡ ἔκκλησις αὕτη ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξε ματαία, κατελήξαμεν δὲ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατέδειξεν ὁ κ. Βουλευτὴς Βόλου, εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀριθμῶν, ζήτημα τὸ ὁποῖον θίγει εἰς τὰ καίρια τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς πατρίδος μας, ζήτημα τὸ ὁποῖον θίγει τὴν ἀξιοπρέπειαν ἡμῶν. Νομίζει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι δύναται νὰ κριθῇ διὰ μιᾶς ψηφοφορίας; ἄς σπεύσῃ εἰς αὐτὴν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐκ τῆς ψηφοφορίας αὐτῆς θὰ μεταβάλῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ τῆς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἤδη ἀναγεγραμμένη εἰς τὰς δέλτους τὰς κυβερνητικάς. Δυστυχῶς ὅμως δὲν βαρύνει μόνον αὐτὴν, βαρύνει τὴν ὅλην Ἑλληνικὴν Πολιτείαν.

§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ ἔκκλησιν εἰς τὴν φρόνησιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι τοιουτοτρόπως ὑβρίζει τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει Πρόεδρον Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἄνθρωπον, τοῦ ὁποίου ἡ φρόνησις εἶναι ἐν ἀμφιβόλῳ. Τοιαύτην δὲ γλῶσσαν ὑβριστικὴν δὲν θέλει ποτὲ ἀποδεχθῆ τὸ Κοινοβούλιον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἐὰν ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, οὐδεὶς περιορίζει αὐτὸν νὰ τὴν ἀναγγείλῃ, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἤθελεν εἶσθαι χυδαία τυραννία, ἐὰν ὀλιγάριθμος Ἀντιπολίτευσις, ἠδύνατο νὰ ἔρχηται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, νὰ προβάλλῃ ζητήματα, νὰ ἐπικρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ παριστᾷ αὐτὴν ὡς προδίδουσαν καὶ τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς νόμους καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους καὶ τὴν ἠθικὴν τῆς χώρας, μετὰ τοῦτο δὲ νὰ προβάλλῃ, ὅτι αἱ συζητήσεις αὐταί εἰσι φιλολογικαί, καὶ νὰ ἀπέρχηται. Τακτικὴ τοιαύτη ἁρμόζει εἰς τοὺς ὑβρίζοντας καὶ μετὰ τὰς ὕβρεις φυγοδικοῦντας, οὐχὶ δὲ εἰς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐκπλήξεως ὄντως εἶναι ἄξιον νὰ ἀκούῃ τις τοιαύτας ἀξιώσεις. Ἄν συμβαίνῃ νὰ ἔχητε ἐναντίαν γνώμην, δὲν σᾶς ἐπικρίνομεν, ἀλλὰ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὑποστηρίζητε, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἔχοντες ἐναντίαν γνώμην, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκδηλώσωμεν αὐτὴν, καὶ νὰ καταρτίσωμεν οὕτως ἀπόφανσιν τοῦ Κοινοβουλίου, ἥτις νὰ ἀποφήνηται ὅτι ἐπράξαμεν ὅ,τι εἴχομεν δικαίωμα νὰ πράξωμεν, ὡς Κυβέρνησις Κράτους, ὀφείλουσα νὰ ἀμύνηται ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, καὶ νὰ ἀποσοβῇ πᾶσαν ζημίαν, ἥτις ἀπειλεῖται κατὰ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ.

§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδεὶς ἐννοεῖ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας, μήτε ν’ ἀπαιτήσῃ παρ’ ἄλλου τὴν μεταβολὴν τῆς γνώμης του, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ παρεμποδίσῃ οἱονδήποτε Βουλευτὴν νὰ δείξῃ τοὺς κινδύνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐκτίθεται ἡ Πολιτεία διὰ μιᾶς ψηφοφορίας. Οὐχὶ ἐν τῷ τέλει τῆς κοινοβουλευτικῆς περιόδου, ἀλλὰ εἰς τὰς ἀρχὰς ἄλλων κοινοβουλευτικῶν περιόδων ἐλέγομεν πρὸς ἄλλην Κυβέρνησιν, ὅτι διὰ τῶν ἀριθμῶν ὠθεῖ τὸ Κράτος εἰς τὴν χρεωκοπίαν, καὶ λέγοντες τοῦτο, ἐξεπληροῦμεν καθῆκον, καθῆκον ἱερόν. Ἄν δὲ τότε ἡ πλειονοψηφία, εἰς τὴν ὁποίαν εἴτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἴτε ἐγὼ δὲν ἀνήκομεν, ἄν, λέγω, ἡ πλειονοψηφία ἡ τότε δὲν παρεσύρετο ἐκ τῆς ὁρμῆς τῆς συζητήσεως, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλο τι, ὅπως ψηφίσῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ὑπεδεικνύομεν ὡς ὀλέθρια διὰ τὸν τόπον, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἤθελεν εἶσθαι σήμερον ἐν καταστάσει χρεωκοπίας, ἀλλ’ ἤθελε προλάβει τὸ μέγα δυστύχημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς κατέῤῥιψε τὴν πατρίδα ἡμῶν. Ὅπως δὲ τότε ἐξεπληροῦμεν καθῆκον, θέλοντες νὰ παρεμποδίσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν διὰ τοῦ λόγου, οὕτω καὶ σήμερον ἐκπληροῦμεν καθῆκον, λέγοντες εἰς τὴν πλειονοψηφίαν: «μὴ καθιερώνῃς ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα ἐπιβλαβῆ, καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν ἀνάλογα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπόφασις ἄλλης πλειονοψηφίας εἶχε διὰ τὸν τόπον ἡμῶν ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν.» Δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ παρεμποδίσωμεν ὑμᾶς νὰ λάβητε τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας θέλετε, ἀλλ’ ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ σᾶς εἴπωμεν ποῖαι ἔσονται αἱ συνέπειαι τῶν ἀποφάσεων ὑμῶν· λάβετέ τας, ἀλλὰ δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς, ὅτε θὰ ἐννοήσητε τὸ βάρος τῆς εὐθύνης τῶν ἀποφάσεων ὑμῶν τούτων.

§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης παραβάλλει τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, πρὸς συνεχῆ πολιτικὴν, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη ἐπὶ δεκαετίαν, πρὸς πολιτικὴν οἰκονομικὴν, ἡ ὁποία ἀπετελέσθη ἀπὸ ἀριθμὸν μέγαν νόμων οἰκονομικῶν, οἵτινες ἐκανόνισαν καὶ διεῤῥύθμισαν τὴν πολιτικὴν ἐκείνην. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης ἔχει τὴν εὐτυχίαν καὶ δύναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι, ἀφοῦ συνέπραξεν εἰς τὸ νὰ τεθῶσιν αἱ βάσεις τῆς οἰκονομικῆς ἐκείνης πολιτικῆς, ὑποστηρίζων τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπροτείνοντο τότε, τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, καὶ τῆς ἄλλης οἰκονομικῆς πολιτικῆς...

§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.

§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. ἔχει τὴν εὐτυχίαν καὶ δύναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι μετὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, κατὰ τὸ 1886, ἐννόησε τέλος πάντων τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἐκηρύχθη κατὰ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἦτο ἀποτέλεσμα ἀριθμοῦ νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐπεβάρυνον τὸ Κράτος διὰ δανείων, οἱ ὁποῖοι εἰσῆγον τὴν σπατάλην ἐν τῇ διοικήσει, οἱ ὁποῖοι παρίστων ψευδῆ ἀποτελέσματα προϋπολογισμῶν, διὰ νὰ ὑποκλέπτωσι τὴν πίστιν τῶν δανειστῶν, καὶ νὰ ἑλκύωσι τὰ κεφάλαια αὐτῶν. Ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν μετερχόμεθα, δὲν εἶναι ἡ πολιτικὴ ὀλέθρου καὶ κινδύνου. Διατηροῦμεν πλῆρες τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρίνῃ, ἂν καὶ πότε πρέπῃ νὰ ἀρνῆται τὴν ξενίαν. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ βλάψῃ τὴν Ἑλλάδα. Ἂν σεῖς φρονῆτε τὸ ἐναντίον, εἶσθε κύριοι νὰ ψηφίσητε ὡς θέλετε, ἀλλ’ ἂν φρονῆτε τὸ ἐναντίον, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιῶτε νὰ ἔχωμεν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ φιλολογικὰς συνεδριάσεις. Αἱ Βουλαὶ δὲν εἶναι Σχολαί, εἰς τὰς ὁποίας συζητοῦνται δόγματα, εἴτε ἐπιστημονικὰ εἴτε φιλολογικά, αἱ Βουλαὶ συζητοῦσιν, ἐλέγχουσαι τοὺς Ὑπουργούς. Θέλετε νὰ ἐλέγξητε τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ διστάζετε νὰ ὑποβληθῆτε εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς! Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐλέγχει, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ὑπομένῃ καὶ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῶν ἐλέγχων αὐτοῦ.

§102ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐσκεπτόμην νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατηγόρησαν τὴν πρώην Κυβέρνησιν Τρικούπη, ἀναγκάζομαι ν’ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἦτο συνυπουργὸς τοῦ σημερινοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἄλλοτε, καὶ πρώην φίλος αὐτοῦ, ἀναχωρήσας δὲ ἐξ Ἀθηνῶν καὶ ἀφιχθεὶς εἰς Παρισίους, πρῶτος εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἐν χρεωκοπίᾳ. Ὥστε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτὴς ἔκτοτε ἐβεβαίωσαν καὶ ἐκήρυξαν τὴν χρεωκοπίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἑπομένως δὲν δικαιοῦνται νὰ μέμφωνται τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Τρικούπη, ἡ ὁποία εἰργάσθη ὑπὲρ τοῦ τόπου τόσον, ὅσον οὐδεμία ἄλλη Κυβέρνησις, καὶ ὅ,τι σήμερον ἔχει ἡ Ἑλλὰς καὶ ὅ,τι δύναται νὰ παρουσιάσῃ καλὸν, ὀφείλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην. Ἐν δέοντι δὲ θέλω ἐπανέλθει καὶ θέλω ἀναπτύξει τοῦτο.

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω τὴν συζήτησιν περατωμένην. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ἡ πρότασις αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλή, ἐπιδοκιμάζουσα τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἐπεισόδιον τοῦ βαρώνου Χαμμερστάϊν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Σπυρ. Τσιτσάρα καὶ Σπ. Βαρζέλη, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Μιλτ. Δάλλας ΝΔημ. Βουλπιώτης
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ΝΜιχ. Ἰατρίδης Ν
Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Ἀλέξ. Σ. Κ. Ρώμας Ν
Ν. Σμόλενιτζ ΝΚ. Δ. Βοῦλτσος
Δημ. Οἰκονομίδης ΝΓ. Μελισσηνός
Δημοσθ. Καΐρης ΟΔιον. Μυλωνᾶς Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ΟἌγγ. Πετραλιᾶς Ν
Κωνστ. Νεγρεπόντης ΝΓεώργ. Κρεστενίτης
Ἰωάν. Πετρίδης Γ. Παπακυριακόπουλος Ν
Νικ. Φαρμακόπουλος Δημοσθ. Δόγκας Ν
Σωτ. Δανόπουλος ΝἸω. Σισίνης Ν
Χρ. Βότσαρης ΝΣτέφ. Σκουλούδης
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΟΓεώργ. Πετούσης Ν
Σπυρ. Βαρζέλης ΟἈριστου. Βαλέτας Ο
Νικόλαος Λεβίδης ΝΝικ. Νομικός Ν
Κωνστ. Κολιάτσος Πέτρος Δελένδας
Δημοσθ. Σκυλίτσης Κωνστ. Πεταλᾶς Ν
Ἀθ. Μουτσόπουλος ΝἈλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν
Ν. Δ. Καλλιφρονᾶς Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν
Ἀλέξ. Σκουζές ΝΘεόδ. Ζαΐμης
Ἀλέξ. Σπ. Σοῦτσος Δ. Πετιμεζᾶς
Δημ. Γ. Ράλλης ΟΓεώργ. Σιβιτανίδης Ν
Ἀλέξ. Ψύλλας ΝΓιαννούσιος Τάκης Ν
Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΝΝικ. Δαγρὲς Ν
Γ. Κοζάκης Τυπάλδος ΝΚων. Φλέσσας Ο
Ἀθ. Ἴσκος ΝΝ. Σάλμας
Κωνστ. Τοπάλης ΝΔημ. Τερτίπης
Νικ. Σχινᾶς Ἰω. Παλάσκας Ν
Γεώργ. Φιλάρετος ΟἸω. Σταμούλης
Νικ. Σταματιάδης Κίμων Βελλίνης Ν
Ἰω. Γιαννακόπουλος ΝΞενοφ. Τσαμαγκίδης
Ἐπ. Μαυρομμάτης ΟἸωάννης Καζαμπάκας Ν
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΝΙ. Στεφάνου Ν
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΠαν. Λεβέντης Ν
Περικ. Ἀλεξάκης Ἀλέξ. Κοντόσταυλος
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΝΝ. Χατζηνικολῆς Ν
Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝΓεώργ. Κόρπας
Π. Λαμπρινόπουλος ΝἈχιλ. Ἀγάθος Ν
Χαρ. Τζανετάκης ΝΚωνστ. Βασιλάκης
Γ. Δ. Πετροπουλάκης Ἰω. Σέχος
Πολύμ. Ζαρίμπας Ἀθ. Παραμυθιώτης
Χρ. Μαστραπᾶς Νικ. Βασιλάκης
Γεώργ. Ἀνδρίτσος Γεώργιος Θεοτόκης
Κων. Παπαμιχαλόπουλος Γεώργ. Καποδίστριας
Π. Ρίτσος ΝΔημ. Οἰκονόμου Ν
Ἀνδρ. Βασιλείου ΝΔημ. Πετρίδης Ν
Σπ. Τσιτσάρας ΝΠ. Ζούζουλας Ν
Δημ. Χατζόπουλος Κωνστ. Σκαρπέτης Ν
Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Παν. Λαμπρούλιας Ν
Νικολ. Βαλσαμάκης ΝΣπυρ. Τυπάλδος Φορέστης
Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς
Δημ. Σδορῶνος Θεόδ. Βελλιανίτης Ν
Ἄθως Ρωλῖνος ΟἈνδρ. Σιμόπουλος
Διον. Καλούτσης ΝΛ. Καραλίβανος
Σπ. Π. Στάης ΟΠανούρ. Πηχουργιᾶς
Χ. Κ. Βοζίκης ΝΓ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
Νικ. Σταματόπουλος ΝἈχιλ. Γεροκωστόπουλος
Θ. Πέῤῥος ΝἸω. Τσερτίδης Ν
Γεώργ. Μαυρομιχάλης ΝΧρ. Τζῖνος Ν
Δημοσθ. Μανούσκης ΝΔημ. Βότσης Ν
Δημοσθ. Ματάλας Πίνδ. Ἀντωνόπουλος Ν
Ἀριστ. Μελετόπουλος ΝΠαν. Σάκκης Ν
Νικ. Γκουζούλης Δημ. Ε. Καλογερόπουλος Ν
Δημ. Πιπινόπουλος ΝΝικ. Καράπαυλος
Χατζῆ βέης Πετρεδὴν βέηςΝἸω. Βρυώνης Ν
Φιλώτας Ἰσχύμαχος ΝΠ. Ἀννῖνος Καβαλλιεράτος
Ἰω. Γεωργαντᾶς Νικολ. Δημητριάδης Ν
Ἰω. Λάππας ΝΓεώργ. Ν. Μπούμπουλης
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΝἈντ. Γουδῆς Ν
Ἄγγ. Κακλάνης ΝἈθ. Λαδόπουλος Ν
Β. Βασιλειάδης ΝΝ. Βαφειάδακης
Ἀθαν. Εὐταξίας Γ. Παγανέλης Ν
Ἰω. Μπακόπουλος Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ν. Δρόσος Ν
Φίλ. Βάρβογλης ΝΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
Ν. Τριανταφυλλάκος Σωτ. Χατζηγάκης Ν
Ἡλ. Ζέγγελης Νικ. Ταρμπάκης Ν
Λάμπρος Σινανιώτης ΝΚων. Χατζηπέτρος
Ἰω. Βούτουνας ΝΘεόδ. Κριεμάδης Ν
Γ. Μαλέας ΟΕὐστ. Κοκκέβης Ν
Γ. Νικολαΐδης ΝΝ. Γεωργακόπουλος Ν
Λεων. Δεληγεώργης ΟΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
Μιλτ. Γουλιδῆς ΝΔημ. Καμαριώτης
Παν. Μερλόπουλος ΟΔιον. Στάϊκος Ν
Περ. Μποῦτος ΝἈριστόβουλος Μάνεσης Ο
Ἀλεξ. Δεληγιάννης ΟΣπ. Δεϊμέζης
Ἀντ. Καρατζᾶς Θεόδ. Λιμπρίτης Ν
Πέτρ. Ταταράκης ΝἸω. Παπαδόπουλος Ν
Γεώργ. Κουλούρης ΝΘεόδ. Γκίκας Ν
Ὄθων Μαῦρος ΝΠαντελῆς Γκίκας Ν
Ἐλευθ. Μυκώνιος ΝΝικ. Τσαμαδός
Μιλτ. Βαρότσης ΝΧριστόδ. Στεριάδης Ν
Γεώργ. Σισμάνης ΝΝικολ. Κοντογιάννης Ν
Γεώργ. Πλατανιώτης Κομνᾶς Τράκας Ν
Ἰω. Καναβός Νικ. Χατζῖσκος
Γ. Φαρμακόπουλος ΝΤριαντάφ. Σχινᾶς
Μιχ. Π. Ἰατρός Δημ. Κρίτσας
Α. Πετσάλης ΝΜιχ. Κακαρᾶς Ν
Παῦλος Ραζέλος Γ. Ἀβέρωφ Ν
Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχ. Κ. Βαρατάσης Ν
Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΝἈλέξ. Μ. Κανάρης Ο
Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝἸω. Α. Κανάρης Ν
Χαράλ. Κανελλόπουλος Ν

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 133. Ἐκ τούτων 115 εἶπον Ναὶ καὶ 18 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 11 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
2Τῆς 17 Φεβρουαρίου 1896.
3(Σάββατον).
4(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
5Ὥρα 5 μ. μ.
6Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυ-
7ροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατα-
9θέτει δήλωσιν πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος νομο-
10σχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεών
11τινων τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Θέλει τυπωθῆ καὶ δια-
12νεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 151).
13Οἱ ἐν Πάτραις κηροπλάσται παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ
14μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου τοῦ κηροῦ.
15Πληρεξούσιοι ἰδιοκτητῶν γηπέδων ἐν Ἀθήναις καὶ Πει-
16ραιεῖ ἐκφέρουσι γνώμην ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου
17περὶ ἑρμηνείας τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου.
18§2ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
19§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βου-
20λευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐξέφρασε χθὲς τὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα κατα-
21τεθῶσι φάκελλοι δικογραφιῶν, ὑπάρχοντες ἐν τοῖς γραφείοις
22τοῦ Ὑπουργείου, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπῆλθε λύσις συμβιβαστικὴ,
23συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὰς
24διατάξεις τοῦ περὶ τούτων νόμου. Τοὺς φακέλλους κατα-
25θέτω. Ἤτοι καταθέτω τὸν φάκελλον τὸν ἀφορῶντα τὴν δί-
26κην μετὰ τῶν κληρονόμων Τσολάκη, τὸν φάκελλον τῆς δίκης
27Ἀνδρικοπούλου κατὰ Δημοσίου, τὸν φάκελλον τῆς δίκης
28Παναγιώτου Παμπούκη κατὰ Δημοσίου, τὸν φάκελλον τῆς
29δίκης Κομνᾶ Τράκα κατὰ Δημοσίου, τὸν φάκελλον τῆς δίκης
30Κωνστ. Παπαῤῥηγοπούλου κατὰ Δημοσίου, καὶ ἕτερον φά-
31κελλον δίκης κατὰ Δημοσίου τοῦ αὐτοῦ Κωνστ. Παπαῤῥη-
32γοπούλου.
33Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον, μετὰ αἰτιο-
34λογικῆς ἐκθέσεως, περὶ προσθήκης διατάξεως ἐν τῷ νόμῳ τοῦ
351885, δι’ οὗ κανονίζεται ὁ τρόπος τῆς παραχωρήσεως εἰς
36ἰδιώτας γηπέδων ἐθνικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν.
37§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
38Παράρτημα, ἀριθ. 152).
39§5ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
40Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω διαφόρους πληροφορίας, ζητηθεί-
41σας παρ’ ἀξιοτίμων συναδέλφων· καὶ ἐν πρώτοις τὸν φάκελ-
42λον τὸν περιέχοντα τὰς ἐκθέσεις περὶ τοῦ ζητήματος τῶν
43ἐλαιοπυρήνων. Ἐπίσης πληροφορίας ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ
44ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ διὰ τὴν μὴ ἔναρξιν
45τοῦ σιδηροδρόμου Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων. Ἡ ἔναρξις τῶν
46ἐργασιῶν ὡρίσθη διὰ τὴν 10 Μαρτίου.
47§6Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
48Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν κατάστα-
49σιν ἐμφαίνουσαν τοὺς καταταχθέντας κληρωτοὺς τῶν ἀπο-
50γραφῶν 1894 καὶ 1895, συμφώνως πρὸς ἐπερώτησιν τοῦ ἐξ
51Ὕδρας βουλευτοῦ κ. Τσαμαδοῦ. Ἐπίσης, πρὸς ἀπάντησιν
52εἰς ἐπερώτησιν ἑνὸς τῶν κ. Βουλευτῶν Μήλου, καταθέτω
53κατάστασιν τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ,
54ἐμφαίνουσαν τοὺς κατ’ ἔτος λαβόντας χώραν θανάτους, ἀπὸ
55τοῦ 1891 μέχρι τοῦ 1895, εἰς ἀποστράτους καὶ ἐνεργοὺς
56ἀνωτέρους καὶ κατωτέρους ἀξιωματικούς.
57§7ΦΙΛ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
58Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον
59«περὶ ἰσχύος τοῦ ἐν ἔτει 1894 κηρυχθέντος ὁριστικοῦ κατα-
60λόγου τῶν ὁρκωτῶν διὰ τὸ ἐν Καλάμαις Κακουργιοδικεῖον
61καὶ διὰ τὸ ἔτος 1896». Ἐπίσης νομοσχέδιον «περὶ ἀντι-
62καταστάσεως τῶν ἄρθρων 203, 204 καὶ 205 τοῦ νόμου περὶ
63ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων».
64§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα
65Παράρτημα, ἀριθ. 153–154).
66Ὁ κ. Καΐρης ἔχει τὸν λόγον.
67§9ΚΑΪΡΗΣ. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐξω-
68τερικῶν, κατὰ τὰ προαγγελθέντα εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς
69παρελθούσης Δευτέρας, ὅτε ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησίν μου
70περὶ τῆς ἐκδόσεως ἢ ἀπελάσεως τοῦ πρόσφυγος Χαμμερστάϊν,
71ἔσπευσαν τὴν προχθὲς Τετάρτην νὰ δώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν
72ὅσας ἐνόμισαν ἀναγκαίας πληροφορίας ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς
73μου, καὶ νὰ καταθέσωσι καὶ σχετικά τινα ἔγγραφα, ἤτοι τὸ
74ἔνταλμα τῆς συλλήψεως κατὰ τοῦ βαρώνου Χαμμερστάϊν, τὸ
75ὁποῖον ἐξέδωκε τὸ Πλημμελειοδικεῖον Βερολίνου, καὶ δύο ἐκ-
76θέσεις τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν, ἀφορώσας εἰς τὴν ἀπέλασιν
77καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς. Ἦτο εὔλογον, μετὰ
78τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν πληροφοριῶν καὶ τὴν κατάθεσιν τῶν
79ἐγγράφων, νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεώς
80μου. Ἀλλ’ ἀφοῦ οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ Βόλου, Μεσσήνης
81καὶ Κυθήρων προέβαλον πρότασιν ἀναβολῆς, ὅπως λάβωσι
82γνῶσιν τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων, καὶ πληροφορίας συμ-
83πληρωτικὰς παρὰ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, καλῶς ἀνεβλήθη ἡ
84συζήτησις διὰ τὴν σήμερον. Ἤκουσα κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς
85Τετάρτης μετὰ πολλῆς τῆς προσοχῆς πάντα ὅσα οἱ κύριοι
86Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν εἶπον περὶ τοῦ
87λόγου καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀπελάσεως τοῦ Χαμμερστάϊν,
88ὡς ἐπίσης καὶ ὅλους τοὺς δικαιολογητικοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν
89βασισθεῖσα ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ἄρσιν τῆς πρὸς τὸν
90Χαμμερστάϊν φιλοξενίας τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὴν ἄμεσον ἀπο-
91πομπὴν αὐτοῦ. Δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
92Ἐξωτερικῶν εἰς τὴν θεωρητικὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκα-
93μεν ἐφ’ ὅσον ἥψατο θεμάτων, τουτέστι περὶ τοῦ ἂν δικαιοῦ-
94ται καὶ ὑποχρεοῦται ἑκάστη Πολιτεία νὰ παρέχῃ ἑκάστοτε
95τὸ ἄσυλον, ἢ ἂν δύναται νὰ ἀρνηθῇ αὐτὸ, ἢ χορηγηθὲν νὰ
96τὸ ἀνακαλέσῃ, ἢ ἂν δύναται νὰ ἐκδώσῃ εἰς ἄλλην Πολιτείαν
97πρόσφυγα κακοῦργον ἢ κατάδικον, ἢ καὶ ἂν δὲν ὀφείλῃ νὰ
98ἐκδίδῃ τοιούτους. Πάντα ταῦτα τὰ θέματα ὁμολογουμένως
99εἶναι θέματα ἀμφισβητούμενα παρ’ ὅλων τῶν συγγραφέων,
100τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ μᾶς ἀπαριθμήσῃ
101εἰς τὴν ἀγόρευσίν του. Ἐγὼ θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα ὑπὸ
102τὴν οὐσιαστικὴν καὶ πραγματικὴν αὐτοῦ ἄποψιν, τουτέστιν,
103ἂν κατὰ τὴν ἰσχύουσαν παρ’ ἡμῖν νομοθεσίαν δύναται ἡ Κυ-
104βέρνησις νὰ ἐκδώσῃ πρόσφυγα ἐγκληματίαν εἰς τὴν αἰτοῦσαν
105αὐτὸν Πολιτείαν, καὶ ἂν δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις ἐν ὀνόματι
106τοῦ Κράτους νὰ ἀρνηθῇ εἰς οἰανδήποτε στιγμὴν τὴν φιλο-
107ξενίαν εἰς τὸν πρόσφυγα, ἄνευ τῆς τηρήσεως τῶν τύπων, τοὺς
108ὁποίους οἱ νόμοι ὁρίζουσι· καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος κ.
109Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπωφελούμενος τῆς ἀπαντήσεώς
110του εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν
111ἐξήτασε τὸ θέμα καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἐπραγματεύθη
112αὐτὸ, δηλώσας ὁποίαν ἔχει γνώμην καὶ προκαλέσας τοὺς
113ἀντιλέγοντας νὰ συζητήσωσι. Τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν
114ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο διδακτικὸν καὶ λίαν
115χρήσιμον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις, παρα-
116μένων ἐν τῇ θέσει του ἀκόμη, ἐλπίζω νὰ ἐπωφεληθῇ αὐτοῦ
117δι’ ἐνδεχομένην περίστασιν.
118Εἰ καὶ αἱ πληροφορίαι αἱ προσκομισθεῖσαι δὲν εἶναι καθ’
119ὅλα ἐπαρκεῖς πρὸς τὴν ἐπερώτησίν μου, μὲ ἀρκοῦσιν ὅμως τὰ
120κατατεθέντα ἔγγραφα καὶ αἱ ἐσχάτως γενόμεναι δηλώσεις
121ἐν τῷ Γερμανικῷ Κοινοβουλίῳ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Χαμμερ-
122στάϊν, δηλώσεις παρά τε τῶν ἐπερωτησάντων Βουλευτῶν καὶ
123παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερ-
124μανίας. Ὡς ἐπερωτήσας, ὀφείλω νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς ἐπερω-
125τήσεώς μου, καὶ τοῦτο ἤδη πράττω, ὅσον δύναμαι συντόμως.
126Ὡς εἰ μὴ ἤρκουν, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ τόσα θέματα, τὰ
127ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς
128ἐκλογὰς τῆς 16 Ἀπριλίου, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ
129εὐρύτατον ἔχει νὰ ἀσκήσῃ ἔλεγχον εἰς τὴν κατ’ ἰδίαν συζή-
130τησιν τῶν ὑποβληθέντων αὐτῇ θεμάτων, ἔπρεπε καὶ τὸ ζή-
131τημα τοῦ Χαμμερστάϊν νὰ δώσῃ χώραν εἰς τὴν προκειμένην
132συζήτησιν, καὶ νὰ ἐπαυξήσῃ κατὰ ἕνα βαθμὸν τὰς εὐθύνας
133τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσον καὶ ἂν προσεπάθησαν οἱ κύριοι
134Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν νὰ παραστήσωσι
135τὸ πρᾶγμα ἁπλοῦν καὶ ἄσχετον πρὸς τὰς εὐθύνας τῆς Κυ-
136βερνήσεως, εἶναι καὶ ἐκ τῶν σοβαρωτέρων καὶ ἐκ τῶν μᾶλλον
137εὐθυνόντων αὐτὴν, διότι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεχειρίσθη ἡ Κυ-
138βέρνησις τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἂν δὲν ἐνδεικνύῃ ἄλλο τι, ἀπο-
139δεικνύει ὅμως παραγνώρισιν τῶν καθηκόντων της καὶ παρά-
140βασιν ῥητῶν νόμων τοῦ Κράτους. Γνωρίζω—καὶ θὰ ἐπικαλε-
141σθῶ τὰ αὐτὰ περίπου ἐπιχειρήματα καὶ τὸ αὐτὸ γλωσσικὸν
142ἔνδυμα, μὲ τὸ ὁποῖον τὰ περιέβαλεν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος
143τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐλέγχων τὸν τότε
144Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἤδη ἀξιότιμον Βουλευτὴν
145Ἀττικῆς, καὶ ἐπὶ πεδίου μάλιστα λίαν ἀκροσφαλοῦς καὶ
146ἀστηρίκτου διὰ τὸν ἐλέγχοντα,—γνωρίζω, λέγω, ὅτι κατὰ τὰ
147σήμερον κρατοῦντα διεθνῆ νόμιμα μεταξὺ τῶν πεπολιτισμέ-
148νων ἐθνῶν, οὐδὲν αὐτοτελὲς Κράτος ὑποχρεοῦται νὰ παρέχῃ
149φιλοξενίαν καὶ ἄσυλον εἰς τοὺς ξένους ἐγκληματίας πρόσφυ-
150γας, διότι ἠθικὴ ὑποχρέωσις ὑφίσταται μεταξὺ τῶν Κρατῶν
151νὰ συντρέχωσιν ἄλληλα εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς ποινικῆς δικαιο-
152σύνης πρὸς καταστολὴν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, ἀλλ’ ἅπαξ
153δεχθέντα αὐτούς, ἡ φιλανθρωπία ἀπαιτεῖ νὰ παρέχωσι καὶ
154διαμονὴν καὶ προστασίαν. Γνωρίζω ὅτι ἡ ἔκδοσις ξένων πρὸς
155ξένας ἀρχὰς εἶναι ἀντικείμενον διεθνῶν συμβάσεων, καθοριζου-
156σῶν τὰς περιπτώσεις καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκδόσεως ἐπ’ ἀμοιβαιό-
157τητι, καὶ ὅτι, καὶ ὅπου τοιαῦται συμβάσεις δὲν ὑπάρχουσιν,
158ἀπόκειται εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὴν συνείδησιν τῆς πολιτικῆς
159ἐξουσίας νὰ κρίνῃ τοὺς λόγους τῆς αἰτήσεως καὶ ν’ ἀποφα-
160σίζῃ τὴν ἔκδοσιν ἐπ’ ἀμοιβαιότητι. Γνωρίζω ὅτι εἶναι δι-
161καίωμα τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ἡ ἀπέλασις πέραν τῶν ὁρίων
162τοῦ Κράτους τῶν ξένων προσφύγων, ὅταν ἡ ἐν τῷ Κράτει
163διαμονή των ἦναι ἐξόχως ἐπικίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν τά-
164ξιν καὶ τὰ ἤθη. Ἀλλὰ γνωρίζω ἐπίσης, ὡς καὶ πάντες ὑμεῖς
165γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν (ἄρθρ. 4 τῆς Ποιν.
166Δικονομίας) «δι’ ἰδιαιτέρου νόμου θέλει ἀποφασισθῆ κατὰ ποίας
167περιπτώσεις καὶ τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ γίνηται ἡ παράδοσις
168ξένων πρὸς ξένας ἀρχὰς ἕνεκα τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πραττο-
169μένων κακουργημάτων καὶ πλημμελημάτων». Τοιοῦτος νό-
170μος μέχρι σήμερον δὲν ἐξεδόθη, οὔτε συνθήκη ὑπάρχει μεταξὺ
171ἡμῶν καὶ τῆς Γερμανίας περὶ ἐκδόσεως. Γνωρίζω, ὡς καὶ
172πάντες γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Ποιν. Νόμου,
173«εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐγχώριοι τίθενται ὑπὸ
174ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ξένοι θέλουσιν ἀπελαύνεσθαι τῆς χώ-
175ρας καὶ φέρεσθαι πέραν τῶν ὁρίων».
176Καὶ τί ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου, σύμ-
177φωνον πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους; Ἠδύνατο ἡ Κυβέρ-
178νησις νὰ ἐκδώσῃ τὸν Χαμμερστάϊν εἰς τὴν Γερμανίαν; Ὄχι,
179κατ’ ἐμέ· διότι τὸ ἄρθρον 4 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, εἰ καὶ
180καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν τῆς παραδόσεως, ἐξαρτᾷ ὅμως αὐτὴν ἀπὸ
181τὴν ἔκδοσιν ἰδιαιτέρου νόμου, κανονίζοντος τὸν τρόπον καὶ
182τὰς περιπτώσεις τῆς ἐκδόσεως. Ἐφ’ ὅσον τοιοῦτος νόμος δὲν
183ἐκδοθῇ, ἡ διάταξις περὶ ἐκδόσεως ἀργεῖ παρ’ ἡμῖν. Θὰ ἠδύ-
184νατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ τὸν Χαμμερστάϊν, ἐὰν ὑπῆρχε
185συνθήκη μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Γερμανίας, διότι τοιαύτη συν-
186θήκη εἶναι εἰδικὸς νόμος· ἀλλὰ τοιαύτη συνθήκη δὲν ὑπάρ-
187χει, ὅπως ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Ἰταλίας, ἡ ὁποία
188ὁρίζει τὰς περιπτώσεις καὶ καθιεροῖ ὁλόκληρον σύστημα δια-
189δικασίας διὰ τὴν παράδοσιν. Κατὰ τὴν νομοθεσίαν λοιπὸν
190ἡμῶν, καίτοι ἀναγνωρίζουσαν τὴν ἀρχὴν τῆς παραδόσεως,
191ἔκδοσις δὲν ἐπιτρέπεται· ἀλλ’ ἂν δεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, τὴν
192ὁποίαν καί τινες τῶν παρ’ ἡμῖν νομομαθῶν παραδέχονται,
193ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ ἰδιαιτέρου νόμου, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ
194τὸ ἄρθρον 4 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, καὶ ἄνευ ἰδιαιτέρας
195συνθήκης, εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὴν συνείδησιν τῆς Κυβερνή-
196σεως ἀπόκειται ἡ ἐκτίμησις τῶν λόγων τῆς παραδόσεως τοῦ
197ἐγκληματίου καὶ ἡ παράδοσις, ἀφοῦ προηγουμένως βεβαιωθῇ
198ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὸ συμφέρον καὶ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως
199καὶ συμπάσης τῆς κοινωνίας εἶναι νὰ τιμωρηθῇ ὁ πρόσφυξ
200ἐγκληματίας, καὶ ὅτι οὐδεὶς φόβος ἢ κίνδυνος θέλει ὑπάρξει
201περὶ ἀδικίας αὐτοῦ ἐκ μέρους τῆς ἀρχῆς, εἰς ἣν ἐκδίδεται,
202ἐνήσκησε τοιοῦτον δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προκειμέ-
203νου; Οἱ κύριοι ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν Ὑπουρ-
204γοὶ εἶπον ὄχι, καὶ ὀφείλω νὰ πιστεύσω τοὺς Ὑπουργοὺς,
205ἀλλ’ ἀτυχῶς τὰ πράγματα ἀντίκεινται πρὸς τοὺς λόγους
206τῶν Ὑπουργῶν. Τὸ ὅτι τὴν παραμονὴν τῆς ἀπελάσεως τοῦ
207βαρώνου Χαμμερστάϊν ἐγένετο τὸ πρῶτον ἡ αἴτησις περὶ ἐκδό-
208σεως αὐτοῦ, αὐτὸ καὶ μόνον τὸ περιστατικὸν, αὐτὴ ἡ κατά-
209θεσις τοῦ ἐντάλματος τῆς συλλήψεως, τὸ ἐπιβεβαιοῖ. Διότι
210πῶς εὑρέθη εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ
211ἔνταλμα τῆς συλλήψεως τοῦ Χαμμερστάϊν; Εὑρέθη βεβαίως,
212διότι παρεδόθη αὐτῷ μετὰ τῆς αἰτήσεως περὶ ἐκδόσεως παρὰ
213τῆς Γερμανικῆς Πρεσβείας, καὶ διὰ τοῦτο τὸ κατέθεσε, χω-
214ρὶς ὅμως νὰ καταθέσῃ καὶ τὴν αἴτησιν περὶ ἐκδόσεως. Πῶς
215δὲ ἐγένετο τὴν ἐπιοῦσαν ἡ λεγομένη ἀπέλασις; Δὲν ἔχω
216παρὰ νὰ σᾶς ἀναγνώσω αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν, τὴν ἐπίσημον, τοῦ
217ἐνεργήσαντος ταύτην ἀστυνόμου, διὰ νὰ διαβεβαιωθῆτε
218πῶς ἔγεινεν ἡ ἀπέλασις. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ ἀστυνόμος τοῦ Εʹ.
219τμήματος, λοχαγὸς Τσακίρης, ἐν ἐκθέσει ἀπευθυνομένῃ παρ’
220αὐτοῦ πρὸς τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας (ἀναγινώσκει
221τὴν ἔκθεσιν).
222§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τίνα χρονολογίαν ἔχει τὸ ἔγγραφον;
223§11ΚΑΙΡΗΣ. 15 Δεκεμβρίου, ἡμέραν τῆς ἀπελάσεως.
224Τί προκύπτει ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης τοῦ κ. ἀστυνό-
225μου; ὅτι πᾶν ἄλλο ἔλαβε χώραν ἢ ἀπέλασις· διότι γνωρί-
226ζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀπέλασις προϋποθέτει καὶ προθεσμίαν
227ἀνάλογον, διὰ νὰ ἑτοιμασθῇ ὁ ἀποπεμπόμενος, καὶ ἐλευθερίαν
228νὰ ἐκλέξῃ καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀναχωρήσεως καὶ τὸν τόπον,
229εἰς ὃν θὰ ὑπάγῃ, ἵνα ᾖ ἐν ἀσφαλείᾳ. Τί δὲ προκύπτει ἐκ τῆς
230ἐκθέσεως; ὅτι ὑπεχρεώθη, ἠναγκάσθη νὰ ἀναχωρήσῃ τὴν
231ἡμέραν ἐκείνην, ἄνευ ἀναβολῆς· τὴν ἡμέραν δ’ ἐκείνην τρία
232ἀτμόπλοια ἀνεχώρουν, δύο διὰ τὴν Ἰταλίαν καὶ ἓν διὰ
233τὴν Αἴγυπτον· καὶ γνωρίζετε, καθὼς γνωρίζει πολὺ καλὰ
234καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ Ἰταλία ἔχει συνθήκην μετὰ τῆς
235Γερμανίας, ἵνα ἐκδίδῃ τοὺς πρόσφυγας, ἡ δὲ Αἴγυπτος, ὡς
236Κράτος ὑποτελὲς, δὲν ἠδύνατο, ἐὰν μετέβαινεν ἐκεῖ, παρὰ
237νὰ τὸν συλλάβῃ καὶ τὸν ἐκδώσῃ. Ὁ ἐξαναγκασμὸς, ὁ ὁποῖος
238τῷ ἐπεβλήθη, νὰ ἀναχωρήσῃ τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἰς τόπον,
239ὅπου ἡ σύλληψίς του καὶ ἡ ἔκδοσίς του ἦτο ἀσφαλὴς, ἀσφα-
240λεστάτη, καὶ νὰ συνοδεύηται μάλιστα παρὰ τοῦ διώκτου
241του Γερμανοῦ ἀστυνόμου Βὸλφ, μαρτυρεῖ ὅτι οὐχὶ ἀπέλασις,
242ἀλλ’ ἔμμεσος ἔκδοσις ἐγένετο.
243§12ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε διαδοθῆ ὅτι συνω-
244δεύθη εἰς Πειραιᾶ ὑπὸ ἀστυνομικῶν ὀργάνων.
245§13ΚΑΙΡΗΣ. Συνωδεύετο μόνον ὑπὸ τοῦ λοχαγοῦ ἀστυνό-
246μου Τσακίρη. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται
247περὶ τοῦ ὅτι ἐξηναγκάσθη νὰ ἀναχωρήσῃ τὴν ἡμέραν ἐκείνην,
248ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη εὐκαιρία δι’ ἄλλο μέρος ἢ εἰς μόνην
249τὴν Ἰταλίαν.
250Καὶ ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἐκδόσεως εἶναι ὁ πλέον ἀξιοκατά-
251κριτος· διότι, ἐὰν δὲν ἀποδεικνύῃ ἄλλο τι, ἀποδεικνύει ὅμως
252τὴν ἔλλειψιν τοῦ θάῤῥους τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ
253τῇ φανερᾷ παραδόσει. Καὶ εἶχε δίκαιον ὁ κ. Βέβελ, ὁμιλῶν
254εἰς τὸ Γερμανικὸν Κοινοβούλιον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Χαμ-
255μερστάϊν, νὰ εὐχηθῇ νὰ μὴ ἐπικρατήσῃ τοιοῦτος τρόπος παρα-
256δόσεως καὶ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν προσφύγων. Ἀλλ’ ἐὰν, κ. Βου-
257λευταὶ, δεχθῶμεν, ὅτι δὲν ἔλαβε χώραν ἔκδοσις, ὑφ’ ἃς εἶπον
258περιστάσεις, τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις; Κατὰ τὴν γνώμην
259μου, ἔπραξέ τι χειρότερον καὶ παρανομώτερον, διότι ἄνευ βα-
260σίμου λόγου καὶ ἀφορμῆς, καὶ ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ
261νόμου, ἀπήλασε τὸν πρόσφυγα Χαμμερστάϊν ὡς τὸν ἔσχα-
262τον τῶν ἐγκληματιῶν. Ἡ ἡμετέρα νομοθεσία ἐν ἄρθρῳ 37 τοῦ
263Ποινικοῦ Νόμου ἀναγνωρίζει τὴν ἀρχὴν τῆς ἀπελάσεως, ἀλλὰ
264λέγει, ὅτι οἱ ἀλλοδαποὶ ἀπελαύνονται, μόνον εἰς ὅσας περι-
265πτώσεις οἱ ἡμεδαποὶ ὑπόκεινται εἰς ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν.
266Τὸ αὐστηρὸν τοῦτο καὶ βάρβαρον, δύναμαι νὰ εἴπω, μέτρον
267τῆς ξενηλασίας εὐτυχῶς ἡ ἡμετέρα νομοθεσία ἐφρόντισε,
268χάριν τῆς δημοσίας τάξεως, νὰ περικλείσῃ ἐντὸς κύκλου, πέ-
269ραν τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἐπεκτείνηται, καὶ ὁ κύκλος οὗτος εἶναι
270αἱ περιπτώσεις, καθ’ ἃς οἱ ἡμεδαποὶ ὑπόκεινται εἰς ἀστυνο-
271μικὴν ἐπιτήρησιν. Ἀλλ’ ὁ Χαμμερστάϊν ἦτο παρ’ ἡμῖν ὑπὸ
272ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν δι’ ἀποφάσεως ποινικοῦ τινος δικα-
273στηρίου; τοιοῦτόν τι δὲν εἶπον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, οὔτε ἠδύ-
274ναντο βεβαίως νὰ εἴπωσι, διότι ὁ Χαμμερστάϊν δὲν ἀπέτισε
275παρ’ ἡμῖν ποινὴν ἐγκληματικὴν, διὰ νὰ ἦναι ἡ ἀστυνομικὴ
276ἐπιτήρησις συνέπεια τῆς ἐγκληματικότητος τῆς πράξεως. Ὁ
277Χαμμερστάϊν δὲν κατεδικάσθη παρ’ ἡμῖν οὔτε ἐπὶ πλημμελή-
278ματι, οὔτε καὶ ἐπὶ πταίσματι, συνεπάγοντι ὡς πρόσθετον
279ποινὴν τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, διότι ὁμολογουμένως οὔτε
280στασιαστὴς ἦτο, οὔτε ἐκβιαστὴς, οὔτε ἐμπρηστὴς, οὔτε λω-
281ποδύτης, οὔτε ἀλήτης, οὔτε κατ’ ἐπάγγελμα ἐπαίτης, οὔτε
282ἦτο ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἐλαχίστην ἀστυ-
283νομικὴν παράβασιν, συνεπιφέρουσαν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν.
284§14ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἦτο ἀπατεών.
285§15ΚΑΙΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐκτὸς τῆς διατάξεως αὐτῆς
286τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ὑπάρχῃ νόμος ἄλλος, ὁ ὁποῖος νὰ δια-
287τάσσῃ τὰ ἐναντία, ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος αὐτὸς περὶ καθηκόντων
288τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις εἶναι καὶ ὁ ἀνώτατος
289λειτουργὸς τῆς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους, τοιοῦτόν τι δὲν
290διατάσσει. Καὶ οἱ νόμοι οἱ ἀστυνομικοὶ, καὶ ὁ κανονισμὸς τῆς
291χωροφυλακῆς, οὐδεὶς νόμος διατάσσει τι ἐναντίον τῆς διατά-
292ξεως τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἀλλ’ οἱ κ. Ὑπουργοὶ, καὶ ἰδίως ὁ κ.
293Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εὗρε στήριγμα καὶ ἔδαφος, ὡς
294εἶπε, διὰ νὰ στηρίξῃ τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως. Ποῖον δὲ
295εἶναι αὐτὸ τὸ στήριγμα; τὸ διάταγμα τοῦ 1835, τὸ ὁποῖον
296ἐπέχει θέσιν νόμου, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ περὶ διαβατηρίων.
297Ἀφήνω ὅτι τὸ διάταγμα αὐτὸ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεώς του περιέ-
298πεσεν εἰς πλήρη ἀχρηστίαν, ἀλλὰ πάντως ἀπὸ τῆς Μεταπο-
299λιτεύσεως καὶ ἐντεῦθεν οὐδέποτε ἐφηρμόσθη· τοὐναντίον μά-
300λιστα αἱ περὶ διαβατηρίων διατάξεις ἐν τῷ ἐσωτερικῷ κα-
301τηργήθησαν διὰ νόμου· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ νό-
302μος αὐτὸς εἶναι ἐν ἰσχύϊ, τί λέγει ὁ νόμος αὐτός; Ἀληθῶς τὸ
303ἄρθρον 17 τοῦ νόμου περὶ διαβατηρίων τοῦ 1835 ἐπιτρέπει
304εἰς τὰς ἀρχὰς τὰς παραμεθορίους νὰ ἐμποδίζωσι τὴν εἴσοδον
305τῶν ξένων, ὅταν δὲν ἦναι ἐφωδιασμένοι μὲ διαβατήριον· ἀλλὰ
306ἐὰν οὗτοι εἰσέλθωσιν ἐν τῷ Κράτει, δὲν διατάσσει τὴν ἀπέλα-
307σίν των. Ἀληθῶς ὑποχρεοῦνται οἱ ξένοι, οἱ ἐρχόμενοι ἐν τῷ
308Κράτει, νὰ παρουσιάζωνται ἐντὸς 24 ὡρῶν εἰς τὴν Ἀστυνο-
309μίαν, νὰ παρουσιάζωνται καὶ εἰς τὸ Προξενεῖον αὐτῶν πρὸς
310ἐπιθεώρησιν τοῦ διαβατηρίου των, ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δὲν πρά-
311ξωσι, δὲν εἶναι ἔνοχοι ἀπελάσεως· θεωροῦνται μόνον ὡς ἔνοχοι
312παραβάσεως τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων, εἰσάγονται εἰς τὸ
313Πταισματοδικεῖον, καὶ ὑποβάλλονται εἰς πρόστιμον· διατάσ-
314σεται δὲ ἡ ἀπέλασίς των, μόνον ἐν ὑποτροπῇ.
315Ἀλλ’ ἕτερον ἐπιχείρημα εὗρεν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξω-
316τερικῶν, μέγα ἔγκλημα διὰ τὸν Χαμμερστάϊν, ὅτι κατεχράσθη
317τῆς παρὰ τῆς χώρας φιλοξενίας, κατηγορήτας διὰ διατριβῶν
318του, δημοσιευθεισῶν ἐν ταῖς γερμανικαῖς ἐφημερίσι, τὴν διοί-
319κησιν τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ νεποτισμῷ, καὶ ὑποστηρίξας ὅτι μό-
320νον διὰ τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου δύνανται νὰ ἀνορθωθῶσι τὰ οἰκο-
321νομικὰ τῆς χώρας. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα δὲν ἐλέγχομεν τὴν
322Κυβέρνησιν ἐπὶ νεποτισμῶ; καὶ ὁ τύπος μας ποσάκις δὲν ἤλεγξε
323τὰς Κυβερνήσεις ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ καταχρήσει, καὶ ἰδίως τὴν
324παροῦσαν, διὰ τὰς ἀπειραρίθμους προσωπικὰς μεταβολὰς, διὰ
325τῶν ὁποίων παραλύεται ἡ διοίκησις; καὶ τί περισσότερον εἶ-
326πεν ὁ Χαμμερστάϊν διὰ τῶν διατριβῶν του περὶ τοῦ ξενικοῦ
327ἐλέγχου, ἀφ’ ὅσα ἀπὸ τῆς πτωχεύσεως καὶ ἐντεῦθεν εἶπεν
328ὅλος ὁ εὐρωπαϊκὸς τύπος; Εἶναι ταῦτα δικαιολογήματα σο-
329βαρὰ, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
330ἔπρεπε νὰ στηρίξῃ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν
331ἐξετέλεσεν; Ἀλλ’ ἀφήνω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
332Ἐξωτερικῶν νὰ θαυμάζῃ τὰ ἐπιχειρήματά του.
333Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῇ εὐκαι-
334ρίᾳ τῆς ἀπαντήσεώς του, ὡς προεῖπον, εἰς τὴν πρότασιν περὶ
335ἀναβολῆς, ἐκ γενικωτέρας ἀπόψεως ἐξετάσας τὸ θέμα, ἐδικαιο-
336λόγησεν ἄλλως τὴν ἀπέλασιν τοῦ Χαμμερστάϊν· εἶπεν ὅτι ἡ
337Κυβέρνησις δικαιοῦται ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους νὰ ἀπελαύνῃ
338εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν τὸν ξένον πρόσφυγα, ὅταν πείθηται,
339ὅτι ἡ διαμονή του δὲν εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὴν χώραν, ἀλλὰ
340τοὐναντίον εἶναι ἐπιβλαβής. Τῇ ἀληθείᾳ δὲν ἠδυνήθην νὰ
341ἐννοήσω, τί ἐννοεῖ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
342λέγων ὅτι δὲν εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὴν χώραν. Μήπως ἐννοεῖ,
343ὅτι ἡ διαμονὴ τοῦ Χαμμερστάϊν ἐνταῦθα ἦτο πρόσκομμα εἰς
344τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ διεξαγομένου συμβιβασμοῦ καὶ ὅτι
345ἔπρεπε νὰ ἀπελαθῇ ὁ Χαμμερστάϊν, διὰ νὰ διευκολύνῃ, ἢ μᾶλ-
346λον (κατὰ τὴν κυριολεκτικωτέραν ἔκφρασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
347ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν) νὰ μαλακύνῃ τὰς σχέσεις ἡμῶν μετὰ
348τῶν ὁμολογιούχων Γερμανῶν; Ἐὰν (ὅπερ δὲν πιστεύω) τοι-
349αύτη ἦναι ἡ ἔννοια τῆς δικαιολογίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς
350Κυβερνήσεως, τὴν ἀπάντησιν ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουρ-
351γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας ἐν τῷ Γερμ. Κοινοβουλίῳ
352κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τοῦ Χαμμερστάϊν, εἰπὼν
353ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις θέλει προστατεύσει ἀποτελεσμα-
354τικῶς τὰ δίκαια τῶν ὁμολογιούχων ὑπηκόων τῆς Αὐτοκρα-
355τορίας. Ἡ λέξις «ἀποτελεσματικῶς» εἶναι λέξις βαρυσήμαντος,
356καὶ ἐμπεριέχει τὸ πᾶν. Δύναται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
357νὰ λησμονῇ ὅσα ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, κατὰ τὸ
3581883, ἔλεγεν ἐπὶ τῆς ἐξώσεως ἑνὸς διαβοήτου λῃστοῦ Πλευ-
359ρίτου, καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ σήμερον τὰ ἐναντία, δύναται, ἐρει-
360δόμενος εἰς τὴν συμπαγῆ πλειονοψηφίαν, νὰ ἐντείνῃ εἰς τὴν
361διαπασῶν τὴν φωνήν του, καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι εἶναι ἀπόλυτον
362τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκδιώκῃ εἰς οἱανδήποτε
363στιγμὴν τὸν ξένον πρόσφυγα, ὅταν ἡ διαμονή του δὲν ἦναι
364ὠφέλιμος εἰς τὴν χώραν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀντιτάσσω εἰς τὴν γνώ-
365μην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ αὐτὸ τὸ κείμενον τὸ ἀδυσώ-
366πητον τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι οἱ ἀλλοδαποὶ δὲν
367ἀπελαύνονται τῆς χώρας, εἰμὴ εἰς ἃς περιστάσεις οἱ ἡμε-
368δαποὶ τίθενται ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ἥτις ἐπιτήρησις
369ἐπιβάλλεται διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Δικαστικὴ ἀπό-
370φασις δὲν ἐξεδόθη ποτὲ κατὰ τοῦ Χαμμερστάϊν, θέτουσα αὐ-
371τὸν ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, καὶ ἑπομένως ἡ πρᾶξις
372αὕτη εἶναι πρᾶξις ἐναντία τῶν νόμων, αὐθαίρετος.
373Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν δεχθῶμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τινὲς
374τῶν παρ’ ἡμῖν διαπρεπῶν ποινικολόγων ἔχουσιν, ὅτι τὰ περὶ
375ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως περιέπεσαν εἰς ἀχρηστίαν, καὶ ὅτι
376ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ κρίνῃ πότε ὑπάρχει ἀνάγκη ἀπε-
377λάσεως λόγῳ δημοσίας τάξεως, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρα-
378τηρήσω, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ἡ Κυβέρνησις καὶ
379ἑαυτὴν ἠδίκησε, καὶ τὸν βαρῶνον Χαμμερστάϊν ἀδίκως ἐστιγ-
380μάτισεν ὡς ἄνθρωπον κακοποιὸν, τοῦ ὁποίου ἡ διαμονὴ ἐν τῷ
381Κράτει ἦτο ἐξόχως ἐπικίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ
382εἰς τὰ ἤθη τῆς χώρας. Ἐγνώριζεν ἡ Κυβέρνησις, ἢ ἠδύνατο
383νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ὁ Χαμμερστάϊν εἶναι προσωπικότης ἐν Γερμα-
384νίᾳ· ἦτο Βουλευτὴς μέχρις ἐσχάτων, εἶναι ἀρχηγὸς πολιτικῆς
385μερίδος, εἶναι δεινὸς δημοσιολόγος. Ἄνθρωπος τοιοῦτος δὲν
386ἦτο πιθανὸν νὰ ἦτο ἐπικίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ
387τὰ ἤθη, διαμένων παρ’ ἡμῖν, οὐδ’ ἦτο ἄξιος ἀπελάσεως
388κατὰ τοιοῦτον τρόπον, οὐδὲ ἄξιος τῶν εὐγενῶν ἐπιθέτων, τὰ
389ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔῤῥιψε κατ’ αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουρ-
390γὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς μὴ ὤφειλε, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν
391θέλω νὰ ἐπαναλάβω, ἵνα μὴ ἀκουσθῶσι καὶ πάλιν ἐν τῇ αἰ-
392θούσῃ ταύτῃ. Ἐὰν ὁ Χαμμερστάϊν ἐν Πρωσσίᾳ ὑπέπεσεν εἰς
393τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει τὸ ἔνταλμα τῆς συλλή-
394ψεως, εἰ καὶ ταῦτα, ὡς γινώσκομεν ἐκ τῆς δημοσιογραφίας,
395ἀμφισβητοῦνται παρ’ αὐτῶν τῶν παθόντων, περὶ τούτων
396δὲν ἀπεφάνθη ἀκόμη ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος του, εἶναι
397δὲ πολὺ πιθανὸν ἡ κατηγορία νὰ μετέχῃ τῆς ὑπερβολῆς,
398διότι εἶναι γνωστόν, μετὰ πόσης πικρίας καὶ μετὰ πόσης δρι-
399μύτητος ἡ πολιτικὴ ἐμπάθεια ἐστράφη κατ’ αὐτοῦ διὰ τοῦ
400τύπου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ ὅλον σχεδὸν εἶναι εἰς χεῖρας τῶν
401ἀντιθέτων του, καὶ εἶναι γνωστὸν, πόσον ὁ πολιτικὸς φανα-
402τισμὸς κλίνει εἰς τὴν ὑπερβολὴν καὶ τὴν συκοφαντίαν· καὶ
403ἀπόδειξιν τούτου ἔχομεν τὸ παρ’ ἡμῖν συμβὰν ἄλλοτε, ὅτι
404ἔξοχος πολιτικὸς ἀνήρ, μὴ ὑπάρχων πλέον εἰς τὴν ζωήν, ἐν-
405θυμηθῆτε, κύριοι Βουλευταὶ, πόσον ἀδίκως καὶ ἐδυσφημίσθη
406καὶ ἐσυκοφαντήθη.
407Ἡ διεθνὴς ἁβρότης, κύριε Ὑπουργὲ, τῆς ὁποίας ἐποιήσατε
408κατάχρησιν, δὲν ἀπῄτει ἀβασανίστως τὴν ἀπέλασιν τοῦ Χαμ-
409μερστάϊν· τοὐναντίον ἀπῄτει τὴν πλέον λεπτολόγον ἔρευναν
410περὶ τοῦ ἤθους, περὶ τοῦ χαρακτῆρος, περὶ παντὸς γεγονότος,
411σχετιζομένου μὲ τὴν ἀτομικότητά του. Τοιαύτη δὲ ἔρευνα ἤθε-
412λεν εἶσθαι ἀσφαλὴς ὁδηγὸς εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀπόφασίν
413σας, καὶ τοιαύτην ἔρευναν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν,
414ἀπῄτει ἡ διεθνὴς ἁβρότης. Τὸ ἀκατάλληλον τῆς ἐκζητή-
415σεως ἐν νυκτὶ ἑσπερίδος, ἡ ἄμεσος ἀποδοχὴ τῆς αἰτήσεως,
416καὶ ἡ μετὰ τοσαύτης σπουδῆς καὶ βίας ἀποπομπὴ τοῦ βαρώ-
417νου Χαμμερστάϊν δὲν εἶναι, νομίζω, ἐκδήλωσις διεθνοῦς ἁβρό-
418τητος πρὸς φίλην καὶ μεγάλην Δύναμιν, ἀλλὰ — ἂς μοὶ ἐπι-
419τραπῇ ἡ ἔκφρασις — εἶναι ἐλαφρὰ καὶ μικρόφρων πολιτεία, μὴ
420ἁρμόζουσα οὔτε εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε
421εἰς τὴν αὐτοτέλειαν τοῦ Κράτους.
422Γνωρίζω ὅτι ἡ Βουλή, ὡς ἔχουσι τὰ κατ’ αὐτήν, θέλει
423ἐγκρίνει τὴν πολιτείαν τῶν ὑπευθύνων. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ἡ
424ἔγκρισις αὕτη ἱκανοποιῇ πολιτικῶς τοὺς ὑπευθύνους, δὲν τοὺς
425ἀπαλλάσσει ὅμως καὶ τῆς ἠθικῆς εὐθύνης, ὅτι καὶ ἐλαφρῶς
426ἐπολιτεύθησαν, καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους παρέβησαν.
427§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον.
428§17Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τὶς ὁ ἀντιλέγων;
429§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐζήτησεν ἄλλος.
430§19Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὥστε, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀντιλέγων,
431ὑποθέτω ὅτι ἐπείσθη ἡ Βουλή, καὶ ἠδυνάμην νὰ παραδεχθῶ,
432ὅτι θὰ κάμω ματαίαν ἀντίστασιν, ἀφοῦ πάντες συναινοῦσι
433διὰ τῆς σιγῆς των.
434§20ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Περιμένομεν νὰ συμπληρώσητε ὑμεῖς.
435§21Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔστω.
436Ἀνέρχομαι τὸ βῆμα, ἵνα ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου,
437ἵνα διαψεύσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
438ὅστις ἀπηύθυνε πρὸς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
439τὴν μομφὴν τῆς φυγομαχίας ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει, ὅτε
440ἐτήρησαν σιγὴν ἐπὶ πράξεως τόσον σοβαρᾶς, ὁμοίαν τῆς
441ὁποίας δὲν γνωρίζω. Δὲν ἐφυγομάχησαν ὅμως τὰ μέλη ἐκεῖνα
442τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἤθελον, συμφώνως πρὸς τοὺς κοι-
443νοβουλευτικοὺς κανόνας, νὰ κατέλθωσιν εἰς τὸν ἀγῶνα ὡς
444ἴσοι πρὸς ἴσους, μὲ τὰ αὐτὰ ὅπλα· τοὐναντίον δὲν ἦτο γεν-
445ναῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νομίσας ὅτι
446ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου συζήτησις, χωρὶς νὰ
447ἀναγνωσθῶσι τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα καὶ χωρὶς νὰ κατα-
448τεθῶσι τὰ πρὸς συμπλήρωσιν αἰτηθέντα· ἄοπλοι κατ’ ἀόπλων
449καὶ ἀπαράσκευοι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ κατέλθωμεν εἰς τὸν ἀγῶ-
450να. Δὲν ἐφυγομαχήσαμεν, τοὐναντίον δειλὴ ἐφάνη ἡ Κυβέρνη-
451σις, προκαλέσασα πρὸ τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων συζήτησιν·
452ἀλλὰ χαίρω πολύ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐγκαίρως ἐνόησε
453τὸ προσῆκον, καὶ ἐδέχθη τὴν ἀναβολήν.
454Ἀλλὰ μὴ ἡ ἄλλη μομφή, ἡ ἐκτοξευθεῖσα παρὰ τοῦ κ.
455Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἦτο ἀκριβής; Πρὸς τί, εἶπεν,
456ἡ τόση συμπάθεια πρὸς τοιοῦτον ἐγκληματίαν; — δὲν ἐπανα-
457λαμβάνω καὶ ἐγὼ τὰς ἰδίας του λέξεις, — πρὸς τί ἡ τόση
458ὑπερευαισθησία; καὶ ἴσως ἴσως ἀφῆκε νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι εἴμεθα
459καὶ εἰς προσωπικὰς σχέσεις μὲ τὸν κ. Χαμμερστάϊν, ἐνῷ δὲν
460ἀμφιβάλλω, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔκαμε τὴν γνωριμίαν του.
461Ἡ συμπάθεια ἡμῶν, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ
462ὑπερευαισθησία ἡμῶν δὲν ἔχει ἐλατήριον προσωπικόν, ἀλλὰ
463εἶναι συμπάθεια ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας. Ἐτάχθημεν
464ἐνταῦθα φρουροὶ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν νόμων, καὶ δι-
465καίως ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα ὑπερήφανοι ἐπὶ τοιαύτῃ ἐντολῇ,
466ἣν ἐπιστεύθη πρὸς ἡμᾶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός· ἀλλ’ ἵνα ὦμεν
467ἄξιοι τοιαύτης ἐντολῆς, ὀφείλομεν νὰ ὦμεν λίαν εὐαίσθητοι,
468ὅταν πρόκειται νὰ κρίνωμεν ὅσα ἐτελέσθησαν τὴν 15 Δεκεμ-
469βρίου 1895 παρὰ τὴν Ἀκρόπολιν. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ
470εὑρεθῶσιν ἐπιχειρήματα, ἀλλ’ ἐπιχειρήματα οὐχὶ ἀριθμῶν,
471ἐπιχειρήματα πειστικά, στηριζόμενα ἐπὶ τῶν νόμων, διὰ τῶν
472ὁποίων νὰ ἐξέλθωσι μὲ ὑψηλὸν τὸ μέτωπον, ὅτι ἐξετέλεσαν
473τὸ καθῆκον αὐτῶν, ἐγὼ θὰ ἐχαιρόμην πλειότερον παντὸς
474ἄλλου. Δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι, ὅσον καὶ
475ἂν παρασύρῃ ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς, οὐδεὶς θὰ παραβλέ-
476ψῃ τὰς τοιαύτας ἀρχάς. Διότι δύνανται νὰ γείνωσι παρεκ-
477τροπαί, αἵτινες δὲν ἐξέρχονται τῶν Ἑλληνικῶν ὁρίων, ἀλλὰ
478ὅταν αὗται διαβαίνωσι τὰ Ἑλληνικὰ σύνορα καὶ διατυμπα-
479νίζωνται καθ’ ὅλην τὴν ὑφήλιον, δὲν γνωρίζω Ἕλληνα, ὅστις
480ἤθελεν εὐχαριστηθῆ ἐκ τῆς πιστοποιήσεως ὅτι πραγματικῶς
481ἔλαβον χώραν τοιαῦται ἀσχημίαι. Καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ
482ἐθνικὸν οἰκονομικὸν δυστύχημα ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ οὐχὶ ἐγκω-
483μίων διὰ τὸν τόπον, καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν γίνεται ἡ ἀναβίω-
484σις τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, μετὰ παρέλευσιν τόσων αἰώ-
485νων, βεβαίως εἰς οὐδένα Ἕλληνα εἶναι εὐχάριστον νὰ
486πιστεύῃ, ὅτι οἱ ἐρχόμενοι ἐν τόπῳ συνταγματικῷ, ἐν τῷ
487ὁποίῳ ὑπάρχουσιν ἐλευθερίαι, δὲν εἶναι ἀσφαλεῖς διὰ τὴν
488προσωπικήν των ἐλευθερίαν.
489Δὲν γνωρίζω ὁποία ἔσεται ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοσοῦ-
490τον σοβαροῦ ζητήματος, διότι θέλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι θέ-
491λει ἀνυψωθῆ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ὕψος αὑτῆς καὶ θέλει ἐκτελέσει,
492σφίγγουσα τὴν καρδίαν αὑτῆς πρὸς πᾶσαν προσωπικὴν συμ-
493πάθειαν, τὸ καθῆκόν της. Ὁπωσδήποτε ὅμως καὶ ἂν ὑποτεθῇ,
494ὅτι ὁ Χαμμερστάϊν ἀπελάθη τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῇ ἐλλείψει
495διαβατηρίου, πρέπει νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ νόμον
496περὶ διαβατηρίων, διότι οἱ ἐπισκεπτόμενοι τὴν Ἑλλάδα κιν-
497δυνεύουσι νὰ πάθωσι τὸ αὐτό.
498Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἀπήντησαν· ἡ ἀπάντησίς των συνο-
499ψίζεται εἰς τοῦτο. Τοῦ μὲν Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις
500ὑπῆρξε λακωνικώτατος, ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν καταγωγὴν
501αὑτοῦ, καὶ ἴσως προσηκόντως, ἡ ἀπάντησις ἦτο αὕτη: «Ἐνη-
502σκήσαμεν δικαίωμα ἀναμφισβήτητον, τὸ δικαίωμα τῆς ἀπε-
503λάσεως ἀνθρώπου, ὅστις ὑπὸ ψευδώνυμον ἐκρύπτετο ἐν Ἀθή-
504ναις καὶ ἔφερεν εἰς τὴν ῥάχιν αὑτοῦ ἔνταλμα συλλήψεως».
505Ἐν τῇ βραχυλογίᾳ ταύτῃ ὑπῆρξε σαφής· τὸν ἐνόησα. Ἐδυσ-
506κολεύθην ὅμως νὰ ἐννοήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερι-
507κῶν. Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ συμβουλεύσω τινά, ἀλλὰ νομίζω ὅτι,
508ἐὰν περιωρίζετο ἡ ἀπάντησίς του εἰς τοῦτο μόνον, ἴσως ἡ
509ὑπόθεσις θὰ ἦτο εἰς καλλίτερον σημεῖον. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς
510τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἀπέκρουσε μὲν τὴν γνώμην τοῦ συνα-
511δέλφου του, οὐχ ἧττον ὅμως εἶπεν, ὅτι «καὶ ἐκδόσεως δι-
512καίωμα εἴχομεν»· ἀνέλαβε δὲ βαρύτατον ἔργον, νὰ πείσῃ ἡμᾶς,
513ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς ἔκδοσιν, δυνάμει τῶν κει-
514μένων νόμων. Καὶ ταῦτα ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
515Ἐξωτερικῶν, ὅστις ἤρξατο τοῦ σταδίου αὑτοῦ ἀπὸ τοῦ
516Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὥστε δὲν ἔχει τὴν ἐλαφρυντι-
517κὴν περίπτωσιν, ὅτι ἀγνοεῖ τοὺς ἰσχύοντας νόμους! Ἐπεκα-
518λέσθη δὲ προηγούμενα, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι ἐλαφρύνει τὴν θέσιν
519του, ἐὰν ῥίψῃ εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ κ. Χαμμερστάϊν ὁλόκληρον
520τὸ ἔνταλμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἀπεφάνθη ἔτι ἡ δικαιοσύνη
521τῆς πατρίδος του, διότι δὲν ἐξεδόθη ἔτι βούλευμα. Ἦλθε
522κατόπιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀπευθύνῃ τὰς παρατηρήσεις
523του. Ἡ ὑπόνοια, τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν εἶχον, ὅτι δὲν ἦτο δυ-
524νατὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μὴ ἦτο ἐν γνώσει τῶν λαβόντων
525χώραν, ἦτο, νομίζω, ἀληθὴς, διότι δὲν δύναμαι νὰ παραδε-
526χθῶ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις μετέδωκεν εἰς πολλοὺς ἐξ
527ἡμῶν τὴν ὑπερευαισθησίαν ὑπὲρ τῶν συνταγματικῶν ἐλευθε-
528ριῶν, ἦτο δυνατὸν νὰ συμφωνήσῃ εἰς τὰ τελεσθέντα. Ἀλλὰ
529εὑρέθη κατόπιν τετελεσμένον τὸ γεγονὸς καὶ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ
530διέξοδος, κατὰ τὴν ἐμὴν δὲ γνώμην, οὐδεμίαν εὗρε διέξοδον,
531ἵνα σωθῇ ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπελάσεως. Αὕτη εἶναι ἡ
532ἀπάντησις τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
533Δὲν κατετέθησαν, κύριοι συνάδελφοι, ὅλαι αἱ ζητηθεῖσαι
534πληροφορίαι, κατετέθη μόνον ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀστυνόμου, διότι
535ἡ ἔκθεσις τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας ἐπαναλαμβάνει
536τὰ αὐτά. Τὸ ἔνταλμα τοῦ Γερμανοῦ ἀνακριτοῦ οὐδόλως φω-
537τίζει ἡμᾶς. Ὀρθῶς δὲ παρετήρησεν ὁ προλαλήσας, ὅτι βε-
538βαίως ἀπὸ τῆς στέγης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν
539ἔπεσε τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως. Οὐ μόνον δὲ ἐξ ἁβρότητος,
540περὶ τῆς ὁποίας τόσα εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν,
541ἀλλὰ καὶ ἐκ καθήκοντος, συνωδεύετο καὶ ὑπὸ ἑτέρου ἐγγρά-
542φου. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι τοῦτο; ποῦ εἶναι ἡ ἀλληλογραφία
543μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Γερμανι-
544κῆς Πρεσβείας; Μὲ πολὴν ὑπερηφάνειαν, ἡ ὁποία μοὶ ἀρέ-
545σκει εἰς τοὺς Ἕλληνας Ὑπουργοὺς, εἶπεν, ὅτι «δὲν καταδέ-
546χομαι ἐγὼ, ὅπως ὁ ξένος πρέσβυς προσενεχθῇ ὅπως ἐγράφη
547εἰς τὰς ἐφημερίδας». Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· θέλομεν νὰ
548ἀποδειχθῇ. Ὑπάρχει ὅμως χάσμα ἐν τῷ φακέλλῳ· λείπει τὸ
549ἔγγραφων. Ὁμολογουμένως ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν λό-
550γων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν
551Ἐξωτερικῶν, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἀπαντήσεως, καὶ συμ-
552φωνῶ μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι λίαν ἀκαίρως ἀνεπτύχθη
553ἡ ὑπόθεσις ἐκ μέρους ἐκείνου, ὅστις κατὰ πρῶτον ἀνεμίχθη
554εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἑτέρα διαφωνία,
555ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν «ἀρκεσθῆτε εἰς
556τὰς πληροφορίας αὐτὰς», ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε
557«δὲν σᾶς ἀρκοῦν τὰ δημοσιευθέντα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν;»
558Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατηγόρησε πάντας,
559ὅσοι ἔδιδον τόσην πίστιν εἰς τὰς ἐφημερίδας. Δὲν θέλω νὰ
560ἀδικήσω τινὰ, ἀλλ’ ἐγὼ παρεκάλεσα τοὺς κ. Ὑπουργοὺς νὰ
561καταθέσωσι πληροφορίας ὡρισμένας καὶ σαφεῖς, ἐπὶ τῶν
562ὁποίων ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συλλήβδην ἀπήντησε: «Δὲν
563καταθέτομεν ἕτερα ἔγγραφα». Ὥστε, ἐὰν ἐγὼ συζητήσω ἐπὶ
564τῶν γεγονότων τούτων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δημοσιευθέντων, ἡ
565εὐθύνη ἂς ἐπιῤῥιφθῇ εἰς ἄλλους, διότι συζητῶ ἄνευ τῆς κατα-
566θέσεως τῶν ζητηθέντων ἐγγράφων.
567Ἠρώτητα «ὁ βαρῶνος Χαμμερστάϊν, καθ’ ὃν χρόνον διέμε-
568νεν ἐν Ἑλλάδι, ἐξετέλεσεν ἢ ἀπεπειράθη ἀξιόποινόν τινα
569πρᾶξιν; Ἐζητήθη ἡ ἀπέλασις ἢ καὶ ἡ ἔκδοσις ἄλλων ἀλ-
570λοδαπῶν παρὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως; διὰ τίνας λόγους; Καὶ
571ἐὰν ἐξετελέσθη τοιαύτη, κατὰ τίνων καὶ ὑπὸ τίνας περιστάσεις
572ἐξετελέσθη;» Δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν. Ἠρώτησα: «Ὁ περὶ
573διαβατηρίων θεσμὸς ἐφηρμόσθη κατ’ ἄλλου τινὸς, ἐκτὸς τοῦ
574βαρώνου Χαμμερστάϊν;» Δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν. Ὥστε θὰ συ-
575ζητήσω στηριζόμενος εἰς τὰς ἰδικάς μου πληροφορίας. Ἠρώ-
576τησα: «ἐὰν ὁ φυγόδικος Ξύδης εἶχεν ἐκτελέσει μετὰ τὴν ἐξ
577Ἑλλάδος ἀναχώρησίν του εἰς Buenos-Ayres ἄλλας ἀξιο-
578ποίνους πράξεις, τίνας καὶ πότε; πρὶν ἢ μεταβῇ εἰς Τύνιδα;
579Τότε καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μὲ ἠρώτησε: «Καὶ
580τί σᾶς χρησιμεύει ἡ τοιαύτη πληροφορία;» Ἐγὼ δὲ τῷ ἀπήν-
581τησα: «Ὅταν θὰ γείνῃ συζήτησις, θὰ σᾶς τὸ εἴπω.» Τὸν
582ἠρώτησα «ἐὰν ὁ ἐν Παρισίοις πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος παρήγ-
583γειλε τὸν πρόξενον τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν
584ὑπόθεσιν τῆς ἀπελάσεως Ξύδη, ἣν αὐθόρμητος ἠδύνατο ὁ
585Γάλλος τοποτηρητὴς ἐν Τύνιδι νὰ ἐκτελέσῃ, ἐὰν τὸν ἐθεώρει
586ἐπικίνδυνον εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν». Οὔτε ἐπὶ τῆς ἐρωτή-
587σεως ταύτης εἶχον ἀπάντησιν, ἐνῷ τὸ σχετικὸν ἔγγραφον ὑπάρ-
588χει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν
589ζητηθέντων ὑπ’ ἐμοῦ, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος
590ἐζήτησε τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀπελάσεως.
591§22ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν τὴν ἐζήτησα, ὁ κ. Ὑπουρ-
592γὸς τὴν εἶχε καταθέσει.
593§23Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων συνά-
594δελφος ἐζήτησεν ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἰταλικοῦ
595δικαστηρίου περὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ κ. Χαμμερστάϊν, καὶ εἰς
596ἐμὲ ἐφάνη ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἀπαραίτητον· μ’ ὅλα ταῦτα θέλει
597ἀποδειχθῆ, ὅτι ἦτο ἀναγκαιοτάτη ἡ ἀπόφασις ἐκείνη, δυσχερὲς
598ὅμως ἦτο νὰ φθάσῃ ἐγκαίρως. Ἐν τούτοις ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ
599νὰ ὑποθέσω, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι
600ἀδύνατον νὰ μὴ ὑπάρχῃ περίληψις τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης.
601Ὑπάρχει ἐν Βάρῃ Ἕλλην πρόξενος· εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ
602ἀπεστάλη ἔκθεσις ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως· ἐν τούτοις καὶ
603ἡ σπουδαία αὕτη πληροφορία ἐλλείπει.
604Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριοι συνάδελφοι, νὰ θεωρήσω τὰ
605παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως βεβαιωθέντα ὡς ἀκριβῆ,
606ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ παραλίπω, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν
607ἐπισημότητα, μὲ τὴν ὁποίαν περιβάλλεται ἡ κατάθεσις τῶν
608πληροφοριῶν, ὑπάρχουσιν ἀμφιβολίαι, ὅτι ἡ ἔκθεσις συνετάχθη
609ἐπὶ τῇ βάσει ἴσως τῆς προσωπικῆς ἀντιλήψεως τοῦ κ. ἀστυ-
610νόμου, καὶ ὅτι πολλὰ ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἐν μέσαις Ἀθή-
611ναις, ὅτε δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἐξελέγξωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ
612γεγονότα, δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὰ πράγματα. Ἡ ἔκθεσις
613ἀπέφυγε νὰ βεβαιώσῃ ὁποία ἐδόθη προθεσμία πρὸς ἀναχώ-
614ρησιν εἰς τὸν Χαμμερστάϊν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
615τερικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην ὡρισμένως καὶ σαφῶς νὰ ἀπαν-
616τήσῃ εἰς ἐμὲ, ὅτι ἐτάχθη προθεσμία μιᾶς ἡμέρας, ἐντὸς δηλα-
617δὴ τῆς ἰδίας ἡμέρας, τῆς 15 Δεκεμβρίου 1895, ὄχι μιᾶς ἡμέ-
618ρας, ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν. Ἠρώτησα, Κύριοι, καὶ εἶχον ἀληθῶς
619πολλὴν τὴν περιέργειαν νὰ βεβαιώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, τί
620ἐγένετο ἡ ἀλληλογραφία; διότι κατὰ τὰς πηγὰς, εἰς τὰς
621ὁποίας μὲ παρέπεμψεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
622βουλίου, εἰς τὰς ἐφημερίδας δηλαδὴ, τὰς ἡμεδαπὰς καὶ
623τὰς ἀλλοδαπὰς, εἶχον ἀναγνώσει, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ περισ-
624σότερον ἐνδιεφέροντο διὰ τὴν ἀλληλογραφίαν, παρὰ διὰ τὸ
625σῶμα τοῦ κ. Χαμμερστάϊν· ἔλαβον δὲ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ὁ κ.
626Χαμμερστάϊν ἔλαβε τὴν ἀλληλογραφίαν του σύμπασαν. Μέχρις
627ἐναντίας ἀποδείξεως, ὀφείλω νὰ τὸ παραδεχθῶ ὡς ἀκριβὲς,
628εἰ καὶ εἰς ἐμὲ περιῆλθον ἐναντίαι διαβεβαιώσεις. Μὲ τὰς πλη-
629ροφορίας ταύτας, Κύριοι, ἔστω τὰς ἀτελεῖς, κατέρχομαι εἰς
630τὸν ἀγῶνα, διὰ νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου.
631Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ ἱστορία πάντοτε κατέκρινε
632τὴν παράδοσιν τοῦ Σαμψῶντος ὑπὸ τῶν Ἰσραηλιτῶν εἰς τοὺς
633Φιλισταίους, ὡς ἐπίσης εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐπῃνέθη
634ἡ στάσις, ἣν ἔλαβον οἱ Μεσσήνιοι κατὰ τῶν Λακεδαιμονίων,
635ἀρνηθέντες τὴν παράδοσιν δολοφόνου καὶ κατελθόντες εἰς τὸν
636ἀγῶνα τοῦ πολέμου, ἵνα μὴ παραδώσωσι τὸν ὑπόδικον. Αὐ-
637τοὶ οἱ Σπαρτιᾶται, οἱ ἀπ’ εὐθείας πρόγονοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
638τῶν Ἐσωτερικῶν, προετίμησαν νὰ κινδυνεύσωσι τὴν διάῤῥη-
639ξιν τῆς συμμαχίας μετὰ τῶν Ἀχαιῶν ἢ νὰ παραδώσωσιν εἰς
640αὐτοὺς ὑπόδικον. Μὴ οἱ πρόγονοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξω-
641τερικῶν ἐσέβοντο ὀλιγώτερον τὴν ἀσυλίαν; Ἐν Ἀθήναις τέσ-
642σαρες ναοὶ ἦσαν, οἱ ὁποῖοι ἐπροστάτευον πάντα καταδιω-
643κόμενον. Ὁ Ξενοφῶν ἀναφέρει Προκλῆν τὸν Φλιασιέα λέγοντα
644(ἀναγινώσκει): «Ἐγὼ δὲ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πρόσθεν μὲν
645ἀκούων ἐζήλουν τήνδε τὴν πόλιν ὅτι πάντας καὶ τοὺς ἀδι-
646κουμένους καὶ τοὺς φοβουμένους ἐνθάδε καταφεύγοντας ἐπι-
647κουρίας δεομένους ἤκουον τυγχάνειν...»
648Ἀνέκαθεν αἱ Ἀθῆναι ἐφημίζοντο δι’ ἣν παρεῖχον προστα-
649σίαν εἰς τοὺς πρόσφυγας. Τὸ εὑρίσκομεν εἰς τοὺς στίχους τοῦ
650Εὐριπίδου. «Ἀεὶ ποθ’ ἥδε γαῖα τοῖς ἀμηχάνοις σὺν τῷ δι-
651καίῳ βούλεται προσωφελεῖν. Τοὶ γὰρ πόνους δὴ μυρίους
652ὑπὲρ φίλων ἤνεγκε καὶ νῦν τόνδ’ ἀγῶν’ ὁρῶ πέλας.»
653§24ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποῖος τὰ ἠρνήθη αὐτά;
654§25Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐν Ῥώμῃ, Κύριοι, δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ
655ἔκδοσις, ἐὰν μὴ προηγεῖτο διαδικασία, οἵα γίνεται σήμερον
656π. χ. ἐν Ἑλλάδι, προκειμένου λόγου περὶ ἐκδόσεως Ἰταλοῦ.
657Οἱ recuperatores ἀπεφαίνοντο, ἂν ὑπῆρχεν ἡ περίπτωσις
658τῆς ἐκδόσεως, ἂν ἐβεβαιοῦτο ἡ ταυτότης καὶ ὅλα αὐτά. Με-
659μονωμένα εἶναι τὰ παραδείγματα τῆς ἐκδόσεως κατὰ τοὺς
660νεωτέρους χρόνους. Αἱ πηγαὶ τῆς ἀσυλίας τὸ πάλαι ἦσαν
661πολὺ ζωηρότεραι, ἀλλὰ κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους τὸ κοι-
662νὸν τῶν Πολιτειῶν συμφέρον ὑπὲρ τῆς δημοσίας τάξεως, ὑπὲρ
663τῆς ὁποίας ἐνδιαφέρονται καὶ πρέπει νὰ ἐνδιαφέρωνται ὅλα
664τὰ Κράτη, ὑπηγόρευσε τὴν χαλάρωσιν τῆς τοιαύτης, οὕτως
665εἰπεῖν, ἀσυλίας.
666Ἠμφισβητήθη τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως ὡς μὴ στηρι-
667ζόμενον εἰς τὴν ἠθικὴν, ὡς μὴ στηριζόμενον εἰς τὸ φυσικὸν
668δίκαιον, ὡς προσβάλλον αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν. Ἀνέ-
669γνωσεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν συγγραφεῖς
670καταδικάζοντας αὐτό. Οἱ συγγραφεῖς οὗτοι ἀνάγονται εἰς τὴν
671κατηγορίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν γνώμην ταύτην
672ἀλλὰ δὲν εἶναι οἱ μόνοι. Πλείονες εἶναι οἱ τὰ ἐναντία φρο-
673νοῦντες καὶ στηριζόμενοι ἐπὶ τῆς ἠθικῆς, ἐπὶ τοῦ φυσικοῦ δι-
674καίου, ἐπὶ ὑγιεστέρων ἀρχῶν, Ἄγγλοι, Γερμανοὶ, Γάλλοι. Ἀνα-
675φέρω μόνον τρεῖς, οἱ ὁποῖοι ῥιζικῶς ἀνθίστανται κατὰ τοῦ δι-
676καιώματος τῆς ἐκδόσεως. Ἄγγλος δημοσιολόγος λέγει: «Τὰ
677ἐλεύθερα Κράτη εἶναι ναοὶ, βωμοὶ ἀσυλίας (Sanctuary) διὰ
678τοὺς φυγάδας ὑπηκόους ξένων Κρατῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιζητοῦσιν ἐν
679αὐτοῖς ἀσυλίαν τῆς προσωπικῆς αὐτῶν ἐλευθερίας». Ἕτερος
680Ἄγγλος δημοσιολόγος οὕτω πως ἐκφράζει τὴν γνώμην του:
681«Ἡ ἔκδοσις εἶναι πρᾶξις ἀνήθικος καὶ παράνομος, διότι ἀποτελεῖ
682ἐνάσκησιν δικαιοδοσίας ἄνευ τῆς ὑπάρξεως δικαιοδοσίας, ἐνά-
683σκησιν πράξεως κυριαρχικῆς, ἄνευ οὐδὲ σκιᾶς κυριαρχικοῦ δι-
684καιώματος ἐπὶ τοῦ ἐκδιδομένου». Καὶ ὁ μακαρίτης Σαρίπο-
685λος, ὁ διδάσκαλός μου, λέγει: «Ἔκδοσιν ἐπὶ πολιτικῷ ἀδι-
686κήματι ἀπεχθάνονται τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη, ἐφ’ ᾧ οὔτε
687συνομολογοῦσι τοιαύτας συνθήκας».
688Ὑπάρχουσιν ὅμως ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἀπόλυτοι
689εἰς τὴν γνώμην των, οἱ ὁποῖοι δέχονται τὸ δικαίωμα τῆς ἐκ-
690δόσεως, ἀλλ’ ὑποβάλλουσιν αὐτὸ εἰς ὡρισμένους κανονισμοὺς
691καὶ περιορισμούς. Τοιοῦτος εἶναι Γερμανὸς δημοσιολόγος, ὁ
692Κλώμπερ, ὅστις λέγει: «Ἄνευ συνθήκης ἐκδόσεως δὲν δύναται
693νομίμως τὸ Κράτος νὰ παραδώσῃ τὸν εἰς αὐτὸ καταφυγόντα
694ξένον εἰς τὰς ἀρχὰς ξένης Δυνάμεως». Ὁ Μάρτενς, τὸν ὁποῖον,
695νομίζω, ἀνέφερε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, λέγει:
696«Ἡ ἔκδοσις ἐξ οὗ ἐν ξένῃ ἀδικήσαντος πρὸς τὴν ἀρχὴν, τῆς
697ὁποίας εἶναι ὑπήκοος, ἀντιτίθεται εἰς τὸ φυσικὸν δίκαιον καὶ
698δὲν δικαιολογεῖται, εἰμὴ μόνον δυνάμει συνθηκῶν ἀμοιβαιότη-
699τος», — περὶ τῶν ὁποίων θέλω ὁμιλήσει. — Ἄλλος Ἄγγλος δη-
700μοσιολόγος λέγει: «Αἱ ἀρχαὶ Κράτους τινὸς δὲν δύνανται νὰ
701ἐκδώσουν ξένον ἐγκληματίαν, εἰμὴ μόνον δυνάμει συνθηκῶν
702εἰδικῶς ἐπιτρεπουσῶν τοῦτο».
703Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, Κύριοι, περὶ τῶν ἐν Γαλλίᾳ ἰσχυ-
704όντων, ἅτινα ἐνδιαφέρουσιν ἡμᾶς, διότι πρόκειται νὰ ἀντι-
705κρούσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς πρὸς τὰ προη-
706γούμενα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουσι σχέσιν εἰς
707τὰς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας σχέσεις. Ἀνέφερεν, ὡς ἐν-
708θυμεῖσθε, τὸ προηγούμενον τοῦ Οἰκονόμου, ὅστις κατηγορεῖτο
709ἐπὶ κλοπῇ τοῦ συμβολαιογράφου κ. Γλυκοφρύδου, καὶ τὸ προη-
710γούμενον ἑνὸς Ξύδη, ἐκ Τριπόλεως, ἂν δὲν ἀπατῶμαι· ἀνέ-
711φερε τὸν φόνον ἑνὸς Γερμανοῦ ἐν Γαλλίᾳ, τοῦ Σνέβελε, καὶ
712διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν
713τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος, φαίνεται, τὸ εἶχε λησμονήσει προ-
714χθές, ὅτι μεγάλη ἀπόστασις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἐν Γαλλίᾳ
715ἰσχυόντων καὶ τῶν παρ’ ἡμῖν, διότι ἐν Γαλλίᾳ δύναται νὰ
716γείνῃ ἔκδοσις δυνάμει συνθηκῶν, ἀλλ’ οἱ κείμενοι νόμοι ἐπι-
717τρέπουσιν εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς ἔκδοσιν
718ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος, ἄνευ νόμου, ἄνευ συνθήκης.
719Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω, Κύριοι, εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος
720ἐξ Ἄνδρου συνάδελφος εἶπε περὶ τῶν παρ’ ἡμῖν ἰσχυόντων.
721Σᾶς ὑπέμνησε τὸ ἄρθρον 4 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Τί
722ἀπαντᾶτε, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν; — ἐρωτῶ
723ἀπ’ εὐθείας· δέχομαι καὶ διακοπάς. — Τί ἀπαντᾶτε, κύριε
724Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν; Τί ἀπαντᾶτε, κύριε Πρωθυπουργὲ,
725ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας; Τὰ ἄρθρα 2–4
726κανονίζουσι τὰς περιπτώσεις τὰς σχετικὰς περὶ τῶν ἀλλοδα-
727πῶν. Τὸ ἄρθρον 2 ὁρίζει εἰς ποίας περιπτώσεις τιμωροῦνται
728οἱ ξένοι ἐν τῇ ἡμεδαπῇ. Ἔρχεται τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον
729προνοεῖ περὶ μὴ παραδόσεως Ἑλλήνων εἰς ξένας ἀρχὰς ἕνεκα
730τῶν ἀξιοποίνων πράξεών των. Θὰ ἀναγνώσω αὖθις τὸ ἄρθρον
7314 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, διότι εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ
732τὸ μελετήσητε, ὅσοι δὲν εἴχετε ἀφορμὴν νὰ τὸ ἀναγνώσητε,
733ὡς μὴ ἀσχολούμενοι εἰς τὰ νομικά. Τὸ ἄρθρον 4 εἶναι ἐκεῖνο,
734τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ (ἀναγινώσκει):
735«Δι’ ἰδιαιτέρου νόμου θέλει ἀποφασισθῆ κατὰ ποίας περι-
736πτώσεις καὶ τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ γίνεται ἡ παράδοσις ξένων
737εἰς ξένας ἀρχάς, ἕνεκα τῶν ἐν ἀλλοδαπῇ πραττομένων κα-
738κουργημάτων καὶ πλημμελημάτων». Ἐρωτῶ ὑμᾶς καὶ αὖ-
739θις — ἀπαντήσατέ μοι — ἰσχύει ἢ δὲν ἰσχύει τὸ ἄρθρον 4
740τῆς Ποινικῆς Δικονομίας; Ἂν ἰσχύῃ, τίς ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος
741σᾶς ἐπιτρέπει τὴν ἔκδοσιν; Ἀλλὰ... δὲν ἐγένετο ἔκδοσις!
742Θὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Ἄρχομαι ὅμως ἐγὼ ἐκ τῆς ἀληθείας
743τῶν πραγμάτων, ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, διότι
744— διὰ νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἔκφρασιν ἑνὸς διαπρεποῦς μέλους
745τοῦ Κοινοβουλίου, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω βραδύτερον, —
746οὐδὲν ἄλλο ἐγένετο ἢ σιωπηλή, συγκεκαλυμμένη ἔκδοσις, καὶ
747πρέπει νὰ ἐξαντλήσω τὸ θέμα τῆς ἐκδόσεως, διὰ νὰ προχωρήσω
748εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως. Πρέπει νὰ μὴ μείνῃ ἡ ἐλα-
749χίστη ἀμφιβολία, ὅτι οὐδὲν εἶχε δικαίωμα νὰ προβῇ ἡ Κυβέρ-
750νησις εἰς ἔκδοσιν. Θὰ τὴν παρακολουθήσω ὅμως καὶ εἰς τὸ τε-
751λευταῖον ἔρεισμά της, εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως. Δὲν λαμ-
752βάνω ἀπάντησιν εἰς τὰς ἐρωτήσεις μου. Ὑποθέτω ὅτι ἢ ἐγὼ
753ἔχω δίκαιον, ἢ πρόκειται βραδύτερον νὰ ἀκούσω νόμον τινὰ,
754καταργήσαντα τὸ ἄρθρον 4 τῆς Ποιν. Δικονομίας· διότι, ἂν
755τοῦτο δὲν ἀποδειχθῇ, ἔκδοσις ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύναται νὰ γείνῃ
756Ἐν ἐποχῇ ἀπολύτου μοναρχίας, Κύριοι, ὡς γινώσκετε ἄρι-
757στα, διετάχθησαν ταῦτα, ἐν ἐποχῇ ἀπολύτου μοναρχίας ἦλθε
758τὸ διάταγμα τοῦ 1834, ὅπερ ἐν ἄρθρῳ 3 διέταξε τὰ ἀκό-
759λουθα (ἀναγινώσκει): «Ὁσάκις ζητηθῇ παρὰ τῶν Τουρ-
760κικῶν ἀρχῶν ἡ παράδοσις ὑπηκόων Ὀθωμανῶν, οἵτινες
761κατέφυγον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἑκάστη περίπτωσις θέλει μᾶς
762ἀναφέρεσθαι ἰδιαιτέρως, μέχρις ὅτου κανονισθῶσιν ἀκριβέστε-
763ρον τὰ τοιαῦτα διὰ συνθηκῶν ἢ γενικῶν διαταγμάτων. Καὶ
764ἤδη δὲ θέλομεν λαμβάνει μόνον ἐκείνας τὰς περὶ παραδόσεως
765αἰτήσεις, αἵτινες, ἐπιστηριζόμεναι εἰς κατηγορίαν ῥητοῦ κα-
766κουργήματος καὶ ἐφοδιασμέναι μὲ ἀποχρώσας ἀποδείξεις,
767παρέχουν ἐν ταὐτῷ ἐχέγγυον τὴν ἀσφάλειαν περὶ τῆς διὰ τῶν
768τακτικῶν κριτηρίων δικάσεως τοῦ παραδοθησομένου.»
769Ἀνέγνων, Κύριοι, τὸ διάταγμα, διότι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
770ρικῶν Ὑπουργὸς ἀνέφερε τὸ προηγούμενον τοῦ Πλευρίτου. Δὲν
771πρόκειται σήμερον περὶ τῆς πράξεως ἐκείνης. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουρ-
772γὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐστηρίχθη εἰς τοῦτο, καὶ εἶχε τέλος
773ἔδαφος, εἰς τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ σταθῇ κἄπως, ἔστω καὶ
774ἀσθενῶς. Καὶ τί ἀπήντα, Κύριοι, ἓν διαπρεπέστατον μέλος
775τοῦ Κοινοβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν δὲν δύ-
776νανται νὰ μὴ ἔχωσιν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην διὰ τὰ φῶτά
777του, διὰ τὴν γνῶσιν τῶν νόμων, διὰ τὴν ἀγάπην του πρὸς
778τὴν πατρίδα; Λάβετε, παρακαλῶ, ὑπομονὴν νὰ σᾶς ἀνα-
779γνώσω, ὄχι ὅλην τὴν ἀγόρευσίν του κατὰ τὴν 22 Μαρτίου
7801883, ἀλλὰ τοὐλάχιστον περικοπὰς (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ
781ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἰδίως ἐντύπωσιν, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον
782λαμβάνω τὸν λόγον, εἶναι, ὅτι ἡ Ἀστυνομικὴ ἀρχὴ ἐπεβί-
783βασεν αὐτὸν εἰς τὸ Αὐστριακὸν ἀτμόπλοιον, καὶ ὅτι τὸν
784κατηύθυνεν εἰς χώραν ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν δυναστείαν διατε-
785λοῦσαν, εἰς τὴν Κρήτην δηλαδή. Εἰς τὴν χώραν ἐκείνην ἑπό-
786μενον ἦτο νὰ συλληφθῇ καὶ νὰ δικασθῇ κατὰ τοὺς νόμους
787τῆς χώρας ἐκείνης, ἀφοῦ ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν θέλει δικασθῇ,
788ἐπράχθη ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς χώρας ἐκείνης. Μὲ ἐπληροφό-
789ρησαν μάλιστα, καὶ ἄλλο τι περισσότερον, ἤτοι ὅτι ἐγνωστο-
790ποιήθη εἰς τὴν Τουρκικὴν Πρεσβείαν, ὅτι οὗτος ὁ ἄνθρωπος
791ἀποστέλλεται διὰ τοῦ Αὐστριακοῦ ἀτμοπλοίου εἰς τὴν Κρή-
792την, ἥτις εἰδοποίησεν, ὡς εἴπετο, τὰς ἐν Κρήτῃ τουρκικὰς
793ἀρχὰς, ἵνα συλλάβωσι τὸν ἄνθρωπον.»
794Δὲν ἔχομεν ἤδη εἰδοποίησιν, ἂν δὲν εἰδοποιήθη ἡ Γερμα-
795νικὴ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἂν εἰδοποιήθη, θὰ εἰδοποιήθη βεβαίως
796ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Πρεσβείαν.
797Ἀκούσατε, Κύριοι, τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 4 τῆς Ποιν.
798Δικονομίας, γενομένην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ διαπρε-
799πεστάτου ἐκείνου μέλους τοῦ Κοινοβουλίου τὴν 22 Μαρτίου
8001883 (ἀναγινώσκει):
801«Τοιαύτη πρᾶξις μοὶ ἐφάνη, ὅτι εἶναι σιωπηλή τις ἔκδο-
802σις. Γνωρίζω ὅτι κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Ποιν. Δικονομίας,
803ἰδίως κατὰ τὸ ἄρθρον 4 αὐτῆς, «δι’ ἰδιαιτέρου νόμου θέλει
804ἀποφασισθῆ κατὰ ποίας περιπτώσεις καὶ τίνι τρόπῳ πρέπει
805νὰ γίνηται ἡ παράδοσις ξένου εἰς ξένας ἀρχὰς ἕνεκα τῶν
806ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πραττομένων κακουργημάτων καὶ πλημ-
807μελημάτων». Γνωρίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νομοθέτου
808ἦτο νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ κατὰ κανόνα ὡς ὑποχρέωσιν τοῦ Κρά-
809τους νὰ ἐκδίδῃ τοὺς ἀλλοδαποὺς, τοὺς μὴ ὑπαγομένους εἰς
810τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην, καθ’ ὃ πράξαντας ἐγκλήματα ἐν
811τῇ ἀλλοδαπῇ κατ’ ἀλλοδαπῶν, ἀλλὰ νὰ φροντίσῃ νὰ κα-
812νονίσῃ δι’ ἄλλων νόμων καὶ τὰς περιπτώσεις καὶ τὸν τρόπον,
813καθ’ ὃν τὸ Κράτος ἤθελεν ἀναλάβει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
814ἐκδίδῃ αὐτοὺς εἰς ἄλλο Κράτος.»
815Δὲν σᾶς ἀναγινώσκω τὰ περιπλέον, διὰ νὰ μὴ σᾶς κου-
816ράζω. Ὑποθέτω, ὅτι πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἐμάντευσαν τὸν διδά-
817ξαντα εἰς τοὺς Βουλευτὰς—εἶχον δὲ καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ
818παρακάθημαι τότε ἐνταῦθα—ὅτι μόνον διὰ νόμου ἠδύνατο
819νὰ κυρωθῇ συνθήκη περὶ ἐκδόσεως· ἐνοήσατε ὅτι ἦτο ὁ νῦν
820κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Βουλευτὴς ἐκ
821Γόρτυνος, ἐντριβέστατος περὶ τὰ νομικά! Παρακαλῶ τὸν κ.
822Πρωθυπουργὸν νὰ μὲ φωτίσῃ—διότι εἶμαι ἐντὸς σκότους—
823τί ἔκτοτε ἔλαβε χώραν καθ’ ὅλον τὸ δεκατριετὲς διά-
824στημα, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε τὴν
825γνώμην ταύτην, ἵνα νομίζῃ τὸ ἐναντίον; Ἀλλ’ ἐγὼ δίδω τὴν
826ἀπάντησιν, ἣν ἑτοιμάζεται νὰ δώσῃ: «Δὲν ἐγένετο ἔκδοσις».
827Ἡμεῖς ἐν τούτοις θὰ κρίνωμεν, ἂν ἐγένετο ἔκδοσις ἢ οὔ, ἢ ἂν
828ἐγένετο ἀπέλασις.
829Ἀλλά, Κύριοι, καὶ κατὰ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις ἐν
830ἐποχῇ ἀπολύτου μοναρχίας ἠδύνατο νὰ συλληφθῇ ὁ πολίτης
831ἄνευ ἐντάλματος, ἄνευ τοὐλάχιστον ἐκθέσεως συλλήψεως, ἄνευ
832ἐκθέσεως ἁρμοδίας ἀρχῆς, ἐξηγούσης τὸν λόγον τῆς συλλή-
833ψεως; ἀμφιβάλλω. Ἀλλ’ ἐὰν ἀμφιβάλλω διὰ τὴν ἐποχὴν
834τῆς ἀπολύτου μοναρχίας, βεβαίως, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἀμφι-
835βάλλω διὰ τὴν ἐποχὴν, ἀπὸ τῆς ὁποίας τὸ Ἑλληνικὸν Βα-
836σίλειον ἔχει Σύνταγμα· διότι ἦλθε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844
837καὶ κατόπιν τὸ τοῦ 1864, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψεν εἰς τὰ ἄρθρα
8384, 5, 7 καὶ 32 ἄλλας διατάξεις, πρὸ τῶν ὁποίων τὰ πάντα
839παραμερίζουσιν. «Ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβία-
840στος»· οὐχὶ μόνον τῶν ἡμεδαπῶν, ἀλλὰ παντὸς πατοῦντος
841τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος. (Ἀναγινώσκει τὰ ἄρθρα 4, 5,
8427 καὶ 52 τοῦ Συντάγματος).
843Ἡ Ἑλλὰς λοιπὸν, Κύριοι, δὲν ἔχει τὴν νομοθεσίαν τὴν
844Γαλλικὴν, ἔχει ἄλλην νομοθεσίαν, δυνάμει δὲ τῆς νομοθε-
845σίας ταύτης κανονίζει τὸ ζήτημα τῆς ἐκδόσεως. Μετὰ τῆς
846Τουρκίας ὑπεγράφη ἡ σύμβασις τῆς 27 Μαΐου 1855 περὶ
847λιποτακτῶν ναυτῶν, ἀκολούθως ἡ ἀπὸ 8 Ἀπριλίου 1856
848διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας καὶ περὶ λιποτακτῶν τοῦ
849στρατοῦ· ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν λῃστείαν, δὲν ἰσχύει πλέον.
850Μετὰ τῆς Αὐστρίας ἐκυρώθη συνθήκη διὰ τοῦ νόμου ΦϚʹ
851τοῦ 1875 περὶ ἀποδόσεως τῶν λιποτακτῶν τοῦ ναυτικοῦ.
852Μετὰ τῆς Ἀγγλίας ἐπίσης, διὰ τοῦ νόμου ΦΟΕʹ τοῦ 1876,
853συνθήκη περὶ ἐκδόσεως ναυτῶν. Μετὰ τῆς Ἰταλίας τέλος,
854Κύριοι,—καὶ εἰς τοῦτο ἐφιστῶ ἰδιαιτέρως τὴν ὑμετέραν
855προσοχὴν—ὑπεγράφη σύμβασις τῆς 5 Νοεμβρίου τοῦ 1877.
856Εἶναι ἡ μόνη εἰδικὴ σύμβασις περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγ-
857κληματιῶν, κυρωθεῖσα διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Μαΐου 1878.
858Ἀλλ’ ὁποίας προφυλάξεις ἔλαβεν ἡ Ἑλλὰς διὰ τὴν ἔκδοσιν
859παντὸς ἀλλοδαποῦ; Δὲν θέλω νὰ καταχρασθῶ τὴν ὑμετέραν
860ὑπομονὴν, καὶ δὲν θέλω νὰ ἀναγνώσω εἰς ὑμᾶς τὰς σοφὰς ἀλη-
861θῶς διατάξεις, τὰς ὁποίας περιέχει ἡ σύμβασις αὕτη. Ἀπαι-
862τεῖται αἴτησις ῥητὴ καὶ ἔγγραφος τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως,
863διαβιβαζομένη ἁρμοδίως διὰ τῆς Πρεσβείας, ἀπαιτεῖται βού-
864λευμα τῶν ἰταλικῶν δικαστηρίων, ἀπαιτεῖται διαδικασία
865ἐπιμελὴς, ὅπως βεβαιωθῇ ἡ ταυτότης, καὶ ἂν ὑπάρχῃ περί-
866πτωσις ἐκδόσεως, ἐξαιροῦνται δ’ ὡρισμένα ἀδικήματα· ὁ κα-
867τηγορούμενος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραστῇ ἐνώπιον τῶν
868Ἐφετῶν μετὰ συνηγόρου, νὰ ἀντικρούσῃ τὴν κατηγορίαν· γί-
869νεται ὁλόκληρος δίκη.
870Καὶ πῶς, Κύριοι, ἡ ἀνακολουθία αὕτη τῆς Ἑλληνικῆς
871νομοθεσίας; προκειμένου λόγου περὶ τοιαύτης ἐκδόσεως, νὰ
872γίνωνται τόσα καὶ τόσα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ὑπάρχῃ δῆθεν τὸ
873δικαίωμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐκσφενδονίζωνται οἱ ἀλλοδαποὶ,
874οἵτινες ἔρχονται ἐδῶ, ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν συνταγματικῶν ἐλευ-
875θεριῶν, δι’ ἑνὸς ἀστυνομικοῦ κλητῆρος; Ἀλλά, Κύριοι, ἐμα-
876ταιοπόνησα, διότι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ λέγουσιν, ὅτι δὲν προέ-
877βησαν εἰς ἔκδοσιν. Ἡμεῖς γνωρίζομεν, τί ἐγένετο, οἱ κύριοι
878Ὑπουργοὶ ὅμως δὲν τὸ παραδέχονται· εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς
879παρακολουθήσωμεν εἰς τὸ τελευταῖον ὀχύρωμά των, εἰς τὸ
880δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως. Δὲν ἀμφισβητεῖται σπουδαίως
881πλέον, ὅτι πᾶσα Πολιτεία ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως,
882διότι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως εἶναι τὸ συμπλήρωμα τοῦ
883ἑτέρου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶσα Πολιτεία, τοῦ νὰ
884τιμωρῇ τὰ ἀδικήματα. Ὁσάκις λοιπὸν ἕνεκα ἰδιαιτέρων περι-
885πτώσεων δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ μέχρι ποινῆς, πρέπει νὰ
886λάβῃ μέτρα τινὰ πρὸς ἰδίαν ἀσφάλειαν, καὶ ἐντεῦθεν ἐγεν-
887νήθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως. Ὑπάρχουσι συγγραφεῖς, οἱ
888ὁποῖοι δὲν θέτουσι περιορισμόν τινα, ἀλλ’ οἱ ἔξοχοι, αἱ som-
889mités τῆς ἐπιστήμης, βεβαίως δὲν παραδέχονται τοῦτο·
890ἰδίως οἱ νεώτεροι, ὁ Pasquale Fiore, ὁ Bluntschli (πρὸς
891τὸν ὁποῖον δικαίως ἐξέφρασε τὸν θαυμασμόν του προχθὲς ὁ κ.
892ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς) ὁ Pradier Fodéré, ὁ Or-
893tolan, ὁ Heffter, πάντες αὐτοὶ, ἰδίως οἱ δύο πρῶτοι, παρα-
894δέχονται τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως, ἀλλὰ τὸ παραδέχον-
895ται ὑπὸ περιορισμούς· δὲν εἶναι τὸ δικαίωμα ἀπόλυτον, ὑπο-
896βάλλεται εἰς κανονισμοὺς καὶ διατυπώσεις· καὶ ὀρθότατα.
897Ἐκτὸς τοῦ Pasquale Fiore, τοῦ ὁποίου δὲν σᾶς ἀναγινώ-
898σκω τὴν γνώμην, διὰ νὰ συντομεύσω, ὁ Bluntschli λέγει
899(ἀναγινώσκει): «Τὸ δικαίωμα τῆς ἐξώσεως τῶν ἀλλοδα-
900πῶν δὲν εἶναι ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ Κράτους· ἡ παρα-
901δοχὴ αὐτοῦ ἤθελεν αὖθις παραβλάψει τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευ-
902θερίας τῶν διεθνῶν σχέσεων. Τὸ Κράτος δὲν εἶναι ὁ ἀπόλυ-
903τος κύριος οὔτε τοῦ ἐδάφους, οὔτε τῶν κατοίκων τῆς χώ-
904ρας. Ἡ ἀρχαία θεωρία, στηριζομένη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ με-
905σαιῶνος, ὅτι τὸ Κράτος εἶναι κύριος τοῦ ἐδάφους, καταχρη-
906στικῶς ἐξήγαγε τὴν ἰδέαν τῆς ἀπεριορίστου κυριαρχίας τοῦ
907Κράτους. Ἐν τούτοις ἀναγνωρίζουσι σχεδὸν πανταχοῦ εἰς τὸ
908Κράτος τὴν ἐξουσίαν νὰ ἀποπέμπῃ τοὺς ἀλλοδαποὺς ἕνεκεν
909ἁπλοῦ διοικητικοῦ μέτρου, καὶ χωρὶς τὰ ἐκ τοῦ μέτρου τού-
910του προσβαλλόμενα πρόσωπα νὰ δύνανται νὰ προσφύγωσιν
911εἰς τὰ δικαστήρια.»
912Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνέφερε παραδείγ-
913ματα τῆς Ἰταλίας, ἀνέφερε παραδείγματα τῆς Γαλλίας, μὲ
914πόσην εὐκολίαν οἱ δημοσιογράφοι ἐκδιώκονται ἐκεῖθεν, ἁπλού-
915στατα· ἀνέφερε προσέτι συγκεκριμένως δύο παραδείγματα,
916τὸ τοῦ Ξύδη, τὸν ὁποῖον ἠθέλησε νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἐκδο-
917θέντα, καὶ τὸ τοῦ Οἰκονόμου. Συνέπεσε, Κύριοι, νὰ γνωρίζω
918τί συνέβη ὡς πρὸς τὸν Ξύδην. Ὁ Ξύδης, ὡς μὲ ἐπληροφόρη-
919σαν, ἐξετέλεσεν ἀξιόποινον πρᾶξιν ἐν Ἑλλάδι, ἐδραπέτευσε
920καὶ μετέβη εἰς τὴν Ἀμερικήν· εἰς τὸ Βουένος Ἄϋρες ὅμως
921διέπραξε δύο φόνους· συνέπεσε τότε νὰ ἦναι ἐκεῖ, ὡς Γάλλος
922πρόξενος, ὁ κύριος Ρουβιὲ, ὅστις κατόπιν ἐγένετο Γάλλος το-
923ποτηρητὴς εἰς Τύνιδα· ἐκ συμπτώσεως ἐγίνωσκε τὸ ποιὸν τοῦ
924Ξύδη, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἔχω ἄλλην ἀφορμὴν νὰ γνωρίζω
925ἢ ἐκ μόνης τῆς διηγήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς ἐμὲ ἀπὸ πη-
926γῆς, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἀμφιβολίαν. Ὁ Γάλ-
927λος τοποτηρητὴς λοιπὸν ἐν Τύνιδι, ἰδὼν τὸν Ξύδην καὶ ἐνδια-
928φερόμενος διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν, ἠθέλησε νὰ τὸν ἐκδιώξῃ
929ἐκεῖθεν, καὶ ἀπετάθη, ἵνα τὸν προσφέρῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν
930Κυβέρνησιν. Δὲν βλέπω διατὶ νὰ μὴ τὸν δεχθῇ ἡ Ἑλληνικὴ
931Κυβέρνησις, ὅταν μία ξένη Κυβέρνησις τῆς παραδίδῃ αὐθορ-
932μήτως ἕνα ἔνοχον καταδιωκόμενον. Λοιπὸν ὁ Γάλλος τοπο-
933τηρητὴς ἐξεδίωξεν ἐκεῖθεν τὸν Ξύδην. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ἐν Γαλ-
934λίᾳ ὑπάρχει ἄλλη νομοθεσία, ἄλλα δικαιώματα, ἰδίως δὲ ἐπ’
935ἐσχάτων, κύριοι συνάδελφοι,—καὶ τοῦτο πρέπει νὰ μὴ λησμο-
936νῆτε—ἕνεκα τῶν κακουργημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα προέβησαν οἱ
937ἀναρχικοί, ἐγένοντο νόμοι ἔκτακτοι, οἱ ὁποῖοι δίδουσιν ἀπε-
938ριόριστον ἐξουσίαν εἰς τοὺς νομάρχας, δυναμένους νὰ ἐκδιώκωσι
939πολὺ εὐκόλως πάντα, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ὑπόνοιά τις,
940ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνος. Ἐπ’ ἐσχάτων δὲ καὶ δι’ ἄλλον ἀκόμη
941λόγον ἐψηφίσθη ὁ νόμος τῆς 8 Αὐγούστου 1893, πρὸς προ-
942στασίαν κατὰ τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας, ὑποχρεοῦνται δὲ πάν-
943τες οἱ ἐκεῖ μεταβαίνοντες νὰ ὑποβάλλωνται εἰς διατυπώσεις
944ἰδιαιτέρας, καὶ ἂν δὲν συμμορφωθῶσι πρὸς αὐτάς, ἐκδιώκονται.
945Τί συνέβη δὲ ὡς πρὸς τὸν κλέπτην τοῦ συμβολαιογρα-
946φείου τοῦ κ. Γλυκοφρύδου. Τὰ γεγονότα, ὡς τὰ ἐξέθηκεν ὁ κ.
947Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι ἐντελῶς ἀκριβῆ κατὰ τὰ
948λοιπά, εἶναι ὅμως ἀνακριβῆ κατὰ τὸ οὐσιωδέστερον. Σπεύδω
949νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ ἀποδώσω εἰς τὸν κ.
950Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι ἐκ προθέσεως ἔδωκε τὴν πλη-
951ροφορίαν ταύτην, ἀλλὰ βεβαίως θὰ ὑπῆρξε κακὴ εἰσήγησις·
952Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι, ἀφοῦ ἐκρατήθη
953εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ πολὺν χρόνον ὁ Οἰκονόμου, ἐξεδιώχθη
954μέχρι τῶν ἰταλικῶν ὁρίων· ὥστε ἠδύνατό τις νὰ ἔχῃ ὡς
955συμπέρασμα, ὅτι, ἀφοῦ ἐξεδιώχθη μέχρι τῶν ἰταλικῶν ὁρίων,
956ὑπάρχει δὲ συνθήκη ἐκδόσεως μεταξὺ ἡμῶν καὶ Ἰταλίας,
957ἄρα ἐμμέσως ἐξεδόθη εἰς τὴν Ἑλλάδα.
958§26ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν τὸ
959εἶπον αὐτό.
960§27Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν τὸ εἴπετε. Εἴπετε ὅτι ἐξεδιώχθη
961μέχρι τῶν ἰταλικῶν ὁρίων. Τὸ συμπέρασμα τὸ ἐξάγω ἐγώ,
962ὅτι, ἀφοῦ ἐξεδιώχθη μέχρι τῶν ἰταλικῶν ὁρίων, ὑπάρχει δὲ
963συνθήκη ἐκδόσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας, ἄρα ὑπάρ-
964χει μία ἔκδοσις κατὰ τὸ σύστημα Χαμμερστάϊν. Ἀλλὰ δὲν
965εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο, κύριε Ὑπουργέ. Ἐζήτησα νὰ πληροφο-
966ρηθῶ ἀκριβῶς, καὶ ἀπηύθυνα ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κύριον Κα-
967λογερόπουλον, τὸν πρώην συνάδελφόν μας, ὡς βουλευτὴν Χαλ-
968κίδος, ὅστις ἦτο πληρεξούσιος τοῦ κ. Γλυκοφρύδου καὶ ἀπ’
969ἀρχῆς μέχρι τέλους γινώσκει τὰ τῆς ὑποθέσεως, καὶ ὅστις δι’
970ἐπιστολῆς του, τῆς ὁποίας μοὶ ἔδωκε τὴν ἄδειαν νὰ κάμω
971χρῆσιν, ἀφοῦ βεβαιοῖ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως τὰ γεγονότα, συμ-
972φώνως πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, προσ-
973θέτει τὰ ἀκόλουθα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐν
974συντόμῳ τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἐπιστολῆς (ἀναγινώσκει):
975«Καταλιπὼν τὴν Μασσαλίαν ὁριστικῶς κατὰ τὰς ἀρχὰς Σε-
976πτεμβρίου 1894, οὐδόλως παρηκολούθησα ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν
977τύχην τοῦ συλληφθέντος. Κατὰ τὸ παρελθὸν ὅμως θέρος μετα-
978βὰς αὖθις εἰς Μασσαλίαν καὶ συναντήσας δύο ἐκ τῶν ἀστυ-
979νομικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες εἶχον ἐκτελέσει τὴν περὶ ἧς ὁ
980λόγος σύλληψιν, ἔμαθον παρ’ αὐτῶν, ὅτι λόγῳ τῶν διαπραγ-
981ματεύσεων περὶ ἐκδόσεως ὁ συλληφθεὶς Β. Οἰκονόμου ἐκρα-
982τήθη ἐν ταῖς φυλακαῖς μέχρι τῶν ἀρχῶν Μαρτίου 1895,
983ὁπότε, διαταχθείσης τῆς ἀπελάσεώς του ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ
984ἐδάφους, ὡδηγήθη οὗτος τῇ αἰτήσει του εἰς τὰ πλησιέστερα
985Ἑλβετικὰ σύνορα, ὑπὸ συνοδίαν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ὑπὸ
986τὰς διαταγὰς τῶν ὑπηρετούντων.
987«Μηδένα ἔχων λόγον νὰ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν
988ὡς ἀνωτέρω ἐκτιθεμένων, οὐδεμίαν αἰσθάνομαι δυσκολίαν,
989ὅπως ἀφήσω ὑμῖν πλήρη ἐλευθερίαν πρὸς ἀνακοίνωσιν αὐτῶν.»
990Ἐὰν λοιπὸν ὁ Οἰκονόμου ἔμεινεν εἰς τὰς φυλακάς, μὴ
991ὑπαρχούσης συνθήκης ἐκδόσεως, ἂς ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς
992τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἠδύνατο
993ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος νὰ τὸν παραδώσῃ, βεβαίως
994τὸν εἶχε συλλάβει δυνάμει τῶν νόμων αὐτῶν, περὶ τῶν ὁποίων
995πρότερον ἔλεγον· ἠδύνατο νὰ τὸν παραδώσῃ, ὡς ὕποπτον εἰς
996τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, διότι βεβαίως οἱ ὑπόδικοι ἔχουσι πε-
997ρισσοτέραν συναναστροφὴν μετὰ τῶν ἀναρχικῶν, τὸν ἐκράτει,
998δ’ ἐκεῖ διὰ τὰς διαπραγματεύσεις. Ὅταν ὅμως ἡ Ἑλλην. Κυ-
999βέρνησις διὰ τοῦ πρώην συναδέλφου ἡμῶν κ. Δ. Στεφάνου ἐζή-
1000τησε τὴν παράδοσίν του, ἐδέχθη ἡ Γαλλική, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον
1001τῆς ἀμοιβαιότητος· τότε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπήντησεν
1002ὅτι δὲν δύναται, ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐβε-
1003βαίωσεν, ἕνεκα τῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.
1004Οὐδεμίαν λοιπὸν ἔχει ἀναλογίαν τὸ παράδειγμα τοῦ Ξύδη,
1005οὔτε τὸ τοῦ Οἰκονόμου, οὔτε τὸ τῶν δημοσιογράφων ἐκείνων,
1006οἱ ὁποῖοι ἀπελάθησαν, ὡς ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1007Ἐξωτερικῶν, πρὸς τὴν συγκεκριμένην περίστασιν.
1008Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ ἐπὶ τοῦ ζητή-
1009ματος τῶν διαβατηρίων τοῦ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει διατάγματος.
1010§28Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔληξε;
1011§29Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρὸ πολλοῦ· πρῶτον κατηργήθη ῥητῶς
1012διὰ μεταγενεστέρου νόμου, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἐσωτερικὰ δια-
1013βατήρια, εἶτα κατηργήθη, διότι οὐδεὶς τῶν συμπολιτῶν μας,
1014κύριοι συνάδελφοι, ἠνωχλήθη, λόγῳ ὅτι δὲν ἐτήρησε τὸν νόμον
1015περὶ διαβατηρίου. Πρὸ τούτου ὅμως, κύριε συνάδελφε, πρέπει
1016νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὰ ἄρθρα 36 καὶ 37 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου,
1017τὰ ὁποῖα καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἄνδρου σᾶς ἀνέφερεν, ἀλλὰ
1018νὰ προσθέσω καὶ σᾶς ἀναγνώσω μάλιστα τὸ ἄρθρον 699 τοῦ
1019Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον εἶναι ad hoc, καὶ παρακαλῶ ὄχι
1020μόνον τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ
1021πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ
1022Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ μὲ πληροφορήσωσι, τί σημαίνει
1023τὸ ἄρθρον 699 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὅταν λέγῃ τὰ ἑξῆς:
1024«Μὲ κράτησιν μιᾶς μέχρις ἓξ ἑβδομάδων, ἢ μὲ πρόστιμον
1025εἴκοσι μέχρις ἑκατὸν πεντήκοντα δραχμῶν, τιμωρεῖται ὅστις,
1026διαταχθεὶς παρὰ τῆς ἀστυνομίας νὰ ἐγκαταλίπῃ ἐπαρχίας
1027τινὰς ἢ τόπους, ἀντιβαίνει εἰς τὴν διαταγὴν ταύτην...»
1028Περιττὸν νὰ σᾶς ἑρμηνεύσω τὸ ἄρθρον.
1029§30ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐδῶ δὲν εἶναι ἡ περίπτωσις αὐτή.
1030§31Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ἡ περίπτωσις αὐτή, διότι συν-
1031δυάζεται μὲ τὸ διάταγμα τοῦ 1835, τὸ ὁποῖον ἠθέλησαν διὰ
1032νεκραναστάσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ
1033κ. Πρωθυπουργὸς νὰ φέρωσιν εἰς τὸ μέσον.
1034§32ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἰσχύει τὸ διά-
1035ταγμα περὶ τῶν διαβατηρίων, ἔχει τι τὸ ἀντισυνταγματι-
1036κὸν ἢ τὸ ἀντιβαῖνον εἰς τοὺς νόμους ἡ ἀπέλασις;
1037§33Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἀναγνωρίζω ὡς ὑπάρ-
1038χον τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ κατηργη-
1039μένον τὸ διάταγμα περὶ διαβατηρίων δι’ ἀχρηστίαν, διότι
1040δὲν δύναται δι’ ἀχρηστίαν νὰ καταργηθῇ νόμος δημοσίας τά-
1041ξεως, ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, πόσα μέτρα θέ-
1042λουσι νὰ ἔχωσι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων; καὶ ἠρώτησα
1043δι’ ὡρισμένων ἐρωτήσεών μου, εἰς ποίους ἄλλους ἐφαρμόσθη
1044τὸ διάταγμα τοῦτο; εἰς ποίους ἄλλους ἐφαρμόσθη σήμερον,
1045χθὲς, προχθὲς, ἀπὸ τῆς 15 Δεκεμβρίου μέχρι σήμερον; Καὶ
1046θέλω ἔλθει, κύριε συνάδελφε, ἀκριβῶς εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ
1047διατάγματος τοῦ 1835, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ μέσῳ τόσων ἄλ-
1048λων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν ἀνέπτυξεν
1049εἰς τὰς λεπτομερείας του.
1050Τὸ ἄρθρον 699 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπ’
1051ὄψιν του τὸ διάταγμα τὸ μεταγενέστερον τῆς 28 Μαρτίου
10521835, σᾶς λέγει ὅτι, ἵνα γείνῃ ἀπέλασις ἐν γένει,—διότι ὁ
1053Ποινικὸς Νόμος ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶχε κανονίσει τὸ ζή-
1054τημα τῆς ἐφαρμογῆς ποινῆς διὰ τὴν παραβίασιν τῆς ἀπελά-
1055σεως, —πρέπει πρῶτον νὰ διαταχθῆτε, νὰ ἀπειθήσητε, νὰ εἰσα-
1056χθῆτε εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, νὰ δικασθῆτε, νὰ ἀπολο-
1057γηθῆτε, καὶ τότε νὰ τιμωρηθῆτε. Ἀλλ’ ἂς ἑρμηνεύσωμεν τὸ
1058διάταγμα περὶ διαβατηρίων, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου βλέπω ἰδιαι-
1059τέραν στοργὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ φίλον μου
1060κ. Ἀγγελόπουλον...
1061§34Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν. Ἁπλῶς σᾶς ἠρώ-
1062τησα, ἐὰν ζῇ.
1063§35Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κοιμᾶται.
1064§36Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ ποῖον τρόπον κοιμῶνται
1065οἱ νόμοι;
1066§37Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διὰ καταχρήσεως. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα
1067λέγει, ὅτι ὅλοι εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τῶν νόμων.
1068§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ Ἕλληνες.
1069§39Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν γίνεται διάκρισις· τὸ Σύνταγμα
1070ὁμιλεῖ περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας. Σᾶς ἀνέγνωσα πρὸ μικροῦ
1071τὰ σχετικὰ ἄρθρα.
1072Τί λέγει λοιπὸν τὸ διάταγμα αὐτό; Ἐν ἄρθρῳ 17 λέ-
1073γει (ἀναγινώσκει): «Οἱ εἰς τὸ Βασίλειόν μας ἐμβαίνοντες
1074ἀλλοδαποὶ ὀφείλουν, ἅμα φθάνουν εἰς τὸν ἐν τοῖς μεθορίοις
1075πρῶτον δῆμον, νὰ διενεργῶσι τὴν ἐπικύρωσιν τῶν διαβατη-
1076ρίων των. Θέλει δὲ ἀπαγορεύεται ἡ εἴσοδος εἰς ἐκεῖνον, ὅστις
1077δὲν εἶναι ἐφωδιασμένος μὲ τακτικὸν διαβατήριον.»
1078Τὸ ἄρθρον 19 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ μὴ μὲ διαβα-
1079τήριον ἐφωδιασμένος ὁδοιπόρος ὁδηγεῖται ἐνώπιον τοῦ δημάρ-
1080χου, ὅστις ἀκροάζεται καὶ ἐξετάζει αὐτὸν καὶ τὸν βάλλει ὑπὸ
1081ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ἐὰν δὲν δυνηθῇ νὰ δώσῃ ἐγγυητὴν
1082κάτοικόν τινα ἐκ τοῦ δήμου ἐκείνου, ἢ ἐὰν δὲν δυνηθῇ νὰ
1083ἀποδείξῃ τὸν ἑαυτόν του κατ’ ἄλλον τρόπον ἀνύποπτον.»
1084Ἐρωτῶ, ὁ Γερμανὸς αὐτὸς προσεκλήθη νὰ δώσῃ ἐγγύησιν
1085καὶ ἠρνήθη; Δὲν ἤκουσα καμμίαν ἀπάντησιν. Ἑρμηνεύω,
1086κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ διάταγμα, τοῦ ὁποίου
1087τὴν ἐφαρμογὴν ἐποπτεύετε ὑμεῖς, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐστηρί-
1088χθητε, ἵνα ἀπαντήσητε.
1089§40ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐφωράθη ἀποκρύπτων ἑαυτόν.
1090§41Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ἤ. Ἀκούσατε καὶ κατωτέρω.
1091Ἄρθρον 20 (ἀναγινώσκει): «Ὁ δήμαρχος δύναται κατὰ
1092τὰς περιστάσεις νὰ ἀπαιτῇ ἀπὸ τοὺς τοιούτους ὁδοιπόρους
1093χρηματικὴν ἐγγύησιν, μέχρις ὅτου δώσουν ἐγγυητὴν, ἢ πα-
1094ρουσιάσουν ἀποχρώσας ἀποδείξεις ἢ ἐὰν ἤθελεν ὑπάρχει κατ’
1095αὐτῶν βάσιμός τις ὑποψία παραβάσεως νόμων, θέλει λαμ-
1096βάνει μέτρα κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον αὐστηρότερα, σύμ-
1097φωνα μὲ τοὺς περὶ τούτων ὅρους τῶν γενικῶν διαταγμάτων,
1098ἢ μέτρα νομιζόμενα θεμιτά.»
1099Ἄρθρ. 21—καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ διακόψητε, κύριε συνά-
1100δελφε ἐκ Μήλου—(ἀναγινώσκει):
1101«Μετὰ τὴν ἐπὶ ματαίῳ παρέλευσιν τῆς προθεσμίας, ἐντὸς
1102τῆς ὁποίας ὤφειλεν ὁ ὁδοιπόρος νὰ δώσῃ ἐγγυητὴν ἢ χρημα-
1103τικὸν ἐνέχυρον, ἢ νὰ παρουσιάσῃ τὰς ἀναγκαίας ἀποδείξεις,
1104δύναται ὁ δήμαρχος, καὶ κατὰ τὰς περιστάσεις ὑποχρεοῦται,
1105νὰ ἐκδώσῃ πρὸς αὐτὸν τὸ διαβατήριον, τὸ ὁποῖον θέλει δια-
1106λαμβάνει συντόμως τὰ διατρέξαντα, καὶ σημειώνει ὁριστικῶς
1107τὴν τηρηθησομένην ἀπὸ τὸν ὁδοιπόρον ὁδὸν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν
1108δὲν θέλει ἀπομακρυνθῆ ἐπὶ ποινῇ φυλακίσεως.
1109«Εἰς περίπτωσιν δὲ, καθ’ ἣν ἤθελον ὑπάρχει ἐναντίον τοῦ
1110ὁδοιπόρου ἰδιαίτεροι λόγοι ὑποψίας, τότε πρέπει νὰ ἐφαρμό-
1111ζωνται κατ’ αὐτοῦ τὰ διοριζόμενα ἀσφαλιστικὰ μέτρα εἰς
1112τοὺς γενικοὺς κανονισμοὺς καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὰς διατάξεις
1113τῆς ὑπηρεσίας τῶν χωροφυλάκων.»
1114Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἀπροκα-
1115λύπτως. Ἐὰν δι’ οἱονδήποτε λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
1116τερικῶν, ὅστις ἔδωκε τὴν ἀφορμὴν εἰς τὴν παραβίασιν, παρα-
1117σύρας καὶ Ὑπουργὸν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν καὶ
1118ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν, ἠναγκάσθη νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δι-
1119καίωμα τῆς ἀπελάσεως, ὤφειλε νὰ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα καὶ μὲ
1120θάῤῥος νὰ εἴπῃ: «ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην· τὸν παρέδωκα,
1121διότι τὸν ἐθεώρουν ὕποπτον».
1122§42Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν παρέδωκε κανείς.
1123§43Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. «Τὸν παρέδωκα, διότι τὸν παρέδωκα».
1124Δὲν εἶναι σπουδαῖον, κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι σπουδαῖον,
1125κύριοι Βουλευταὶ, νὰ λέγῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν,
1126ὅτι «τὸν ἀφῆκα ἐλεύθερον, ἀλλὰ τοῦ ἔδειξα τρία στόματα
1127λεόντων, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ καταβροχθισθῇ, διότι τῷ
1128ὑπέδειξα ὅτι ὤφειλεν ἐντὸς ὀλιγίστων ὡρῶν νὰ ἐγκαταλίπῃ
1129τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, καὶ μόνον περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ τρό-
1130που τοῦ θανάτου του ἠδύνατο νὰ ἐκλέξῃ, διότι δι’ οἱασδή-
1131ποτε ὁδοῦ καὶ ἂν ἀνεχώρει ἐξ Ἀθηνῶν, θὰ εὑρίσκετο ἐν Βερο-
1132λίνῳ». Δὲν εἶναι, Κύριοι, σπουδαῖα ταῦτα. Ἄνθρωποι εἴμε-
1133θα, ὑποκείμεθα εἰς πλάνας, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ τὸ
1134θάῤῥος νὰ λέγωμεν τὰ πράγματα μὲ τὴν ἀλήθειαν αὐτῶν.
1135Τίς ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, τίς ἐξ ὑμῶν, ἐρωτῶ, δύναται νὰ παρα-
1136δεχθῇ ὅτι ἐνησκήθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως καὶ ὅτι
1137δὲν ἐγένετο σιωπηλὴ ἔκδοσις,—ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε,
1138προκειμένου περὶ τοῦ Πλευρίτου,—σιωπηλὴ ἔκδοσις, παρὰ τὸν
1139ποινικὸν νόμον καὶ τὸ Σύνταγμα; Εἶναι λυπηρὸν, Κύριοι, νὰ
1140συγκρίνῃ τὴν περίπτωσιν ταύτην, ἐν ἔτει 1896, μὲ ἄλλην
1141περίστασιν, συμβᾶσαν ἐν ἔτει 1875. Τότε ἄλλοι ἄλλως ἐσκέ-
1142πτοντο περὶ τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας. Κατέφυγεν ἐνταῦθα ὁ
1143Βαζαὶν, ὅστις κατηγορεῖτο, ἂν καλῶς γινώσκω, ἐπὶ ἐγκλήματι
1144ἐσχάτης προδοσίας,—δὲν γνωρίζω καλῶς, πάντοτε ὅμως ἐπὶ
1145βαρυτάτῳ ἐγκλήματι —ἐκρύπτετο εἰς τὸ Ξενοδοχεῖον τῆς «Εὐ-
1146ρώπης,—καὶ τὰ διηγεῖται μάρτυς αὐτόπτης καὶ αὐτήκοος ἐν τῇ
1147«Σάλπιγγι» τῆς Λαρίσης,—τότε ὅμως δὲν ἐγκατέλειψαν τὸν
1148χορὸν οἱ Ὑπουργοὶ καὶ δὲν ἐπροθυμοποιήθησαν, ἵνα τὸν παρα-
1149δώσουν εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀλλ’ ἔπραξαν ἄλλο τι, ἔστειλαν
1150τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας καὶ εἰδοποίησαν ἄλλον τινὰ,
1151μεθ’ οὗ ἐθεάθη βαδίζων, καὶ εἰδοποίησαν δι’ ἐκείνου τὸν Βα-
1152ζαὶν, νὰ ἐγκαταλείψῃ ἀμέσως τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος διὰ τῆς
1153ταχυτέρας ὁδοῦ, ἀλλ’ αὐθόρμητος, καὶ νὰ μεταβῇ ὅπου ἤθελε,
1154διότι ἡ Γαλλικὴ Πρεσβεία ἐζήτει τὴν ἔκδοσίν του.
1155Ἄλλο παράδειγμα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἀνέγνων προχθὲς
1156εἰς τὰς ἐφημερίδας,—καὶ πάντοτε ἔχω τὰς πηγὰς, εἰς ἃς μὲ
1157παρέπεμψεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.—Ὁ
1158Γιάκομψων, Ρῶσσος διερμηνεὺς, κατεδιώκετο ὑπὸ τῆς Ρωσσι-
1159κῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ μικρὰ Σερβία εἶχε περισσοτέραν
1160ἀπὸ ἡμᾶς ὑπερηφάνειαν, διότι δὲν τῷ εἶπεν «ἐντὸς τριῶν ἢ
1161τεσσάρων ἢ πέντε ὡρῶν, ἢ ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας, νὰ ἐκλέξῃς οἱαν-
1162δήποτε ὁδὸν, ἵνα διευθυνθῇς εἰς τὴν Πετρούπολιν», ἀλλὰ τῷ
1163ἔδωκε προθεσμίαν δύο ἡμερῶν, ἵνα ἐκλέξῃ οἵαν ἐκεῖνος ἐθεώρει
1164καλλιτέραν ὁδόν.
1165Καταλήγων, Κύριοι, εἰς τὸ συμπέρασμά μου, νομίζω ὅτι
1166δὲν ἀδικῶ τινα, ἐὰν ὑποστηρίξω ὅτι τὸ σύνολον τῶν γεγονό-
1167των, ἅτινα ἔλαβον χώραν, ἀποδεικνύει ἀτυχῶς, ὅτι ἐγέ-
1168νετο ἔκδοσις, ἐναντίον ῥητῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας ῥητῶς
1169ἐμνημόνευσα. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἡ Κυβέρνησις
1170ἠδύνατο νὰ μείνῃ εἰς τὸ ἕτερον ἐπιχείρημά της, ὅτι ἐνήσκησε
1171τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως, παρεβίασε τὰς διατάξεις τῶν
1172νόμων, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη, τὸν ποινικὸν νόμον (ἄρθρον
1173699) καὶ τὸν νόμον περὶ διαβατηρίων, διότι δὲν ἔταξε προθε-
1174σμίαν· διότι ἡ ἀπείθεια τοῦ ἀλλοδαποῦ ἦτο πταῖσμα, καὶ
1175μετὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῆς πταισματικῆς ἀποφάσεως ἠδύνα-
1176το νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, ἀλλὰ πάντοτε θὰ ἐμεσολάβει
1177χρονικὸν διάστημα τοὐλάχιστον, ἵνα διὰ τῶν πραγμάτων
1178καὶ ὄχι διὰ λόγων δοθῇ ἡ ἐλευθερία πρὸς ἀναχώρησιν.
1179Λυποῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, εἰλικρινῶς λυποῦμαι, διότι
1180οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν ἐφάνησαν ἀντάξιοι τῶν προγόνων των,
1181καὶ δὲν ἐμιμήθησαν οὔτε τοὺς Σπαρτιάτας, οὔτε τοὺς ἀρχαίους
1182Ἀθηναίους, ἀλλὰ μετὰ δειλίας παρέδωκαν τὸν Χαμμερστάϊν,
1183ὡς παρεδόθη ὁ Σαμψὼν εἰς τοὺς Φιλισταίους. Ἤκουσα λε-
1184γόμενον καὶ πρὸ μικροῦ ἔτι, ὅτι ἡ παράδοσις δὲν εἶναι ἄσχε-
1185τος μὲ τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ. Δὲν τολμῶ νὰ υἱοθε-
1186τήσω τοιαύτην ὑπόνοιαν· ἐὰν ὅμως ἠδύνατό τις νὰ ὑποθέσῃ
1187τοῦτο, βεβαίως θὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἡ διπλωματία ἐνεδύθη
1188ἔνδυμα Δαλιδᾶς, καὶ ἀναμένω νὰ ἴδω, ἐὰν τοὐλάχιστον
1189ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀτυχῶς μέχρι τοῦδε οὐδὲν σχετικὸν
1190εἶδον, ἀλλὰ ποτὲ δὲν πιστεύω νὰ συνεδέθη ἡ ὑπόθεσις ὑλικῶν
1191συμφερόντων μὲ τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ μὲ τὸν πρὸς
1192τοὺς νόμους ὀφειλόμενον σεβασμόν.
1193Διὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι τὰ πράγματα
1194εἶναι ἀναμφισβήτητα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρεβίασε ῥητὰς
1195διατάξεις τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι εἰς τὴν
1196Βουλὴν ἀπόκειται νὰ ἀνυψωθῇ εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον
1197τὴν ἔταξαν οἱ θεμελιώδεις νόμοι, νὰ ἐκτελέσῃ δὲ τὸ καθῆ-
1198κόν της δεόντως.
1199§44Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν παλαιὰν, ὅσον καὶ
1200ἔνδοξον, πόλιν τῶν Ἀβδήρων, διηγεῖται, κύριοι συνάδελφοι, ὁ
1201χαριέστατος Λουκιανὸς, ὅτι ἐνέσκηψέ ποτε νόσημά τι τοιοῦ-
1202τον. Μεσοῦντος τοῦ θέρους, καὶ πολλοῦ ὄντος τοῦ φλογμοῦ,
1203τῆς ζέστης δηλαδὴ, πάντες πανδημεὶ οἱ ἀγαθοὶ Ἀβδηρῖται
1204προσεβλήθησαν ὑπὸ ἐλαφρᾶς αἱμοῤῥαγίας τῆς ῥινός. Δύο ἡμέ-
1205ρας μετὰ ταῦτα κατελήφθησαν ὑπὸ σφοδροῦ πυρετοῦ, καὶ
1206πυρέσσοντες—πρᾶγμα παράδοξον—ἐξῆλθον εἰς τὰς ὁδοὺς ὅλοι,
1207καὶ οἰστρήλατοι ἀπήγγελλον μεγαλοφώνως τραγικοὺς στί-
1208χους τοῦ Εὐριπίδου καὶ τοῦ Σοφοκλέους, εἰς τρόπον ὥστε
1209πᾶσα ἡ πόλις, λέγει ὁ Λουκιανὸς, ἀνάστατος ἦτο ἐκ κραυ-
1210γῶν καὶ θορύβου, καὶ ἀνάπλεως αὐτοσχεδίων ὑποκριτῶν. Καὶ
1211τίς μὲν ἐμιμεῖτο τὸν Τελαμώνιον Αἴαν...
1212§45ΡΑΛΛΗΣ. Αἴαντα.
1213§46Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ Αἴαντα, ἂν θέλετε...
1214καὶ ἐκραύγαζε καὶ ἠπείλει ὡς ἐκεῖνος, ἄλλος ἔκλαιε καὶ ἐστέ-
1215ναζεν, ὡς ἡ τηκομένη ὑπὸ ἐρωτικῆς φλογὸς Φαίδρα, τρίτος
1216ὠλοφύρετο ὡς Ἑκάβη, καὶ ἄλλος ἐφαντάζετο ἑαυτὸν ὡς
1217δυστυχῆ Πρίαμον, καὶ ἄλλος ἄλλο ὑπεκρίνετο πρόσωπον τρα-
1218γικόν. Τὸ κακὸν τοῦτο διήρκεσεν ἐπὶ ἡμέρας, ἐπὶ ἑβδομάδας,
1219μέχρις οὗ εὐτυχῶς μέγα κρύος γενόμενον ἐδρόσισε τὸν ὑπερ-
1220φλεγμαίνοντα ἐγκέφαλον αὐτῶν, καὶ ἡσύχους ἐπανέφερεν οἴ-
1221καδε. Ὁ Θεὸς νὰ μὲ συγχωρήσῃ πρῶτος, καὶ κατόπιν ὑμεῖς
1222οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου, περὶ
1223οὗ τοσοῦτος γίνεται ἤδη ἀπὸ μηνὸς λόγος καὶ θόρυβος ἐν
1224Ἀθήναις, εἰς τοιαύτην τινὰ ἀβδηριτικὴν ἔξαψιν, καίτοι εὑ-
1225ρισκόμεθα εἰς μέγα κρύος, πρέπει τις ν’ ἀναζητήσῃ τὴν αἰ-
1226τίαν. Διότι, ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ ζήτημα Χαμμερστάϊν, δὲν δύ-
1227ναμαι ἢ νὰ θαυμάζω, ὅτι ἁπλούστατον καὶ ἀσήμαντον ἐπει-
1228σόδιον, περὶ τοῦ ὁποίου τὸ πολὺ δύνανται ν’ ἀπασχολῶνται
1229σατυρικαί τινες ἐφημερίδες, ἀναβιβάζεται εἰς περιωπὴν ζη-
1230τήματος, καὶ ἀναμοχλεύεται ὑπὸ σοβαρῶν ἀνδρῶν, καὶ συζη-
1231τεῖται σπουδαίως. Θαυμάζω καὶ ἀπορῶ ἔτι μᾶλλον, ὅτι αἱ
1232κραυγαὶ καὶ ὁ πλαστὸς θόρυβος, ὁ ἐν ταῖς στήλαις τῶν ἐφη-
1233μερίδων, μετωχετεύθη καὶ εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, καὶ ὅτι
1234Βουλὴ ἀντιπροσώπων ἑνὸς ἔθνους κρίνει τοῦ κόπου ἀντάξιον
1235νὰ καταναλίσκῃ καιρὸν καὶ χρόνον εἰς συζήτησιν αὐτοῦ, καὶ
1236δὴ μετὰ τοσαύτης σπουδαιότητος καὶ τραγικῆς ζωηρότητος.
1237Ἀλλὰ περὶ τίνος πρόκειται ἀληθῶς, Κύριοι, καὶ ποίαν
1238ἀφορμὴν ἔχει ὅλος ὁ θόρυβος οὗτος; Πρόκειται, καθὼς φαίνε-
1239ται ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἀστυνόμου, τῆς ὑποβληθείσης εἰς
1240τὴν Βουλὴν, περὶ μιᾶς ἁπλουστάτης διαταγῆς, ἣν ἔδωκεν ὁ
1241κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς
1242Ἀστυνομίας, ὅπως παρακαλέσῃ κύριόν τινα ξένον, Γερμανὸν, πα-
1243ρεπιδημοῦντα ἐνταῦθα ὑπὸ τὸ ψευδώνυμον Γουλιέλμος Χέρβερτ,
1244νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶχεν ἢ
1245δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ
1246τοιαύτην διαταγήν; ἔχει ἢ δὲν ἔχει ὁ προϊστάμενος τῆς
1247ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, ὁσάκις νομίζῃ, κατὰ τὴν ἰδίαν αὑ-
1248τοῦ κρίσιν, ὅτι δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς
1249ἀσφαλείας τοῦ Κράτους ἡ ἐν αὐτῷ διαμονὴ ξένου ὑπόπτου
1250ποιότητος, νὰ παρακαλῇ ἢ προσκαλῇ τοῦτον νὰ ἐξέρχηται
1251τῶν ὁρίων τῆς χώρας; Εἶναι, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἢ δὲν εἶναι ἀνεξ-
1252έλεγκτον τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερι-
1253κῶν, μὴ ὑποκείμενον εἰς κανένα ἀπολύτως περιορισμόν; Τοῦτο
1254νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ ἐξεταστέον εἰς τὴν προκειμένην περίστα-
1255σιν, ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο οὐδεὶς τῶν προαγορευσάντων ἔκρινεν
1256ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ἐξετάσῃ. Ὑποθέτω, ὅτι ἀπέφυγον ἐπι-
1257μελῶς τὴν ἐξέτασιν ταύτην, καὶ οὐχὶ ἄνευ λόγου, καθόσον
1258εἰς τοιαύτην, τὴν καὶ μόνην προσήκουσαν, ἔρευναν τοῦ ἁπλου-
1259στάτου ζητήματος δὲν ἤθελον εὕρει βάσιν νὰ στηρίξωσι τὰς
1260ἐπικρίσεις αὐτῶν. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τῶν κυρίων συνα-
1261δέλφων, οἵτινες προηγήθησαν ἐμοῦ εἰς τὸ βῆμα κατὰ τὴν
1262συζήτησιν ταύτην, ἀλλ’ ὁμολογῶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι δὲν
1263ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, καίτοι προσεπάθησα, ὅσον ἦτο δυνατόν,
1264κατὰ ποῖον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι, τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον
1265ἤσκησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπαγορεύσας τὴν δια-
1266μονὴν εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος τοῦ Γερμανοῦ ξένου, ὠνόμα-
1267ζον διαρκῶς καὶ ἐπιμόνως ἔκδοσιν. Ἡ Διοίκησις ἡ Ἑλλη-
1268νική, ὡς εἶπον, ἔχουσα ἐλευθερίαν πληρεστάτην νὰ κρίνῃ, ἐνό-
1269μισεν ὅτι βλαπτικὴ καὶ ἐπιζήμιος θὰ ἦτο ἡ παρουσία τοῦ
1270Χαμμερστάϊν ἐν Ἀθήναις, καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ φύγῃ τὸ
1271ταχύτερον· τοῦτο ἐγένετο, καὶ τοῦτο πιστοποιεῖται ἐκ τῶν
1272ἐπισήμων ἐγγράφων, τῶν κατατεθέντων εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ
1273ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄνδρου ὡμίλει εἰς ἡμᾶς ἐπὶ ὥραν περὶ
1274ἐκδόσεως! Ἀλλ’ ἡ ἔκδοσις προϋποθέτει σύλληψιν, ἐγκάθειρξιν,
1275παράδοσιν εἰς ξένας ἀρχὰς, καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἐρωτῶ πάντας
1276ὑμᾶς, ἐγένετο τοιοῦτόν τι; ὑπάρχει κανὲν ἔγγραφον, καμμία
1277πληροφορία, οὐχὶ τῶν τριόδων καὶ τῶν ἀνευθύνων δημοσιο-
1278γράφων, ἀλλ’ ἐπίσημος καὶ ἀξιόπιστος, ὅτι ἐγένετο τοιαύτη
1279τις ἔκδοσις, παράδοσις εἰς ξένας ἀρχὰς, ὡς θέλει νὰ πιστεύ-
1280σωμεν ὁ κ. Καΐρης; Οὐδὲν τοιοῦτο συνέβη.
1281Ἀλλ’ εἶπόν τινες, καὶ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου
1282καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ὅτι διετάχθη ὁ Χαμμερστάϊν
1283νὰ ἐγκαταλίπῃ αὐθωρεὶ τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος, ἀλλὰ διετά-
1284χθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἀναγκαίως ὁ Χαμμερστάϊν
1285δὲν εἶχεν ἄλλον τρόπον καὶ ἄλλην διέξοδον φυγῆς, εἰμὴ νὰ
1286μεταβῇ εἰς Ἰταλίαν, καὶ ἐπειδὴ μετὰ τῆς Ἰταλίας ὑπάρχει
1287συνθήκη ἐκδόσεως, παρεδόθη διὰ πλαγίου τρόπου εἰς τὴν
1288Γερμανίαν. Ἀλλ’ ὡς ἠκούσατε ἐκ τῆς ἀναγνωσθείσης ἐκθέ-
1289σεως, τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν διετάχθη ν’ ἀναχωρήσῃ ἐξ Ἑλ-
1290λάδος ὁ Χαμμερστάϊν, ἀνεχώρει ἀτμόπλοιον καὶ διὰ τὴν Αἴ-
1291γυπτον, ἠδύνατο ἑπομένως κάλλιστα ὁ βαρῶνος Χαμμερστάϊν
1292νὰ ἐκλέξῃ τὴν ἄγουσαν εἰς Αἴγυπτον, χωρὶς νὰ διατρέξῃ τὸν
1293παραμικρὸν κίνδυνον νὰ συλληφθῇ ἐκεῖ. Καὶ εἶπε μὲν ὁ κ.
1294Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου, ὅτι ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις, ὡς
1295ὑποτελὴς Κυβέρνησις τοῦ Σουλτάνου, θὰ ἐξέδιδεν αὐτὸν εἰς
1296τὴν Γερμανίαν, ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ
1297Ἄνδρου, ὅτι ἀπὸ μηνὸς, νομίζω, ἐν Αἰγύπτῳ, ἐν τῇ ὑποτελεῖ
1298ταύτῃ χώρᾳ τῷ Σουλτάνῳ, διαμένει ὁ πολυθρύλητος Μουρὰτ
1299βέης, καθ’ οὗ κατεγνώσθη ποινὴ θανάτου, τὸν ὁποῖον πάσῃ
1300ἐπιμονῇ καὶ παντὶ σθένει ἐκζητεῖ ὁ Σουλτάνος, καὶ ἐν τούτοις
1301ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις δὲν ἐξέδωκεν αὐτὸν ἔτι, οὔτε, φαίνεται,
1302ἐννοεῖ νὰ ἐκδώσῃ, διότι ἐπὶ τέλους ὑπεράνω τῆς Αἰγυπτιακῆς
1303Κυβερνήσεως ἵσταται ἡ Ἀγγλικὴ δικαιοσύνη, καὶ ἡ Ἀγγλικὴ
1304ἐλευθερία δὲν θὰ παραδώσῃ ποτὲ τοιοῦτον πολιτικὸν ἐγκλη-
1305ματίαν, ὡς ἐπιμένετε ὑμεῖς νὰ θεωρῆτε τὸν Χαμμερστάϊν.
1306Διὰ ποῖον λόγον λοιπὸν ὁ Χαμμερστάϊν δὲν προετίμησε τὴν
1307ἄγουσαν εἰς Ἀλεξάνδρειαν, ἀλλὰ ἐζήτησε νὰ μεταβῇ εἰς Ἰτα-
1308λίαν; Τοῦτο, νομίζω, εἶναί πως φυσικὸν, διότι ὁ Χαμμερστάϊν,
1309ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ὑστέρων, εἶχεν ἐξαντλήσει πλέον πάντα
1310τὰ οἰκονομικά του ἐφόδια εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁ Χαμ-
1311μερστάϊν, καὶ ἂν δὲν ἐξεβάλλετο τῆς Ἑλλάδος, μόνος θὰ μετέ-
1312βαινεν εἰς Βερολῖνον, διότι δὲν εἶχε πλέον πόρους ζωῆς, διότι
1313ὁ Χαμμερστάϊν, ἐγκαταλειφθεὶς παρ’ ὅλων τῶν φίλων του, δὲν
1314ἠδύνατο νὰ μένῃ ἐν τῇ ξένῃ, καὶ λόγῳ ἀντεκδικήσεως κατὰ
1315τῶν πρώην φίλων του, οἵτινες ἐγκατέλιπον αὐτὸν, καὶ καθ’
1316ὧν, φαίνεται ἐξ ἐπιστολῶν τῆς συζύγου του, πνέει μένεα, καὶ
1317οὓς ἐννοεῖ νὰ ἐκθέσῃ, θὰ ἐλάμβανε τὴν ἄγουσαν εἰς Βερολῖνον
1318μόνος του, διὰ τῆς Ἰταλίας, διότι, ἐπαναλαμβάνω, αὐτὸς οὗ-
1319τος δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως ἢ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸν
1320τόπον του.
1321Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἐσχέτισε τὸ ζήτημα
1322τῆς ἐκδόσεως τοῦ Χαμμερστάϊν, ὡς εἶπε, καὶ μὲ τὸ ζή-
1323τημα τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἦτο
1324κατάλληλος ἡ εὐκαιρία, καθ’ ἣν ὥραν καλοῦμεν ἐνταῦθα τοὺς
1325ξένους νὰ μετάσχωσι τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, νὰ παραδί-
1326δωμεν ἕνα ξένον, τὸν Χαμμερστάϊν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριε Βου-
1327λευτὰ ἐκ Βόλου, δὲν ἐκαλέσαμεν ἐνταῦθα νὰ μετάσχωσι τῶν
1328Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων τοὺς παραβάτας τῶν ποινικῶν νόμων
1329τῆς Ἑσπερίας...
1330§47Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό· εἶπον ὅτι πρέπει νὰ
1331ληφθῇ πρόνοια διὰ τοὺς ἀλλοδαπούς. Ἐφαρμοζομένου τοῦ
1332νόμου περὶ διαβατηρίων, πολλοὶ ξένοι πρέπει νὰ φύγουν.
1333§48Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖτε παραδόξως καὶ πά-
1334λιν περὶ τοῦ νόμου περὶ ἐξωτερικῶν διαβατηρίων, καὶ νομί-
1335ζετε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα
1336καὶ τὴν ἐλευθερίαν νὰ ζητῇ διαβατήρια παρ’ ὅλων τῶν ξέ-
1337νων, μόνον καθ’ ἣν στιγμὴν εἰσέρχονται εἰς τὰ σύνορα ἡμῶν.
1338Φαντάζεσθε, φαίνεται, ὅτι ἐπὶ τῶν ἐρχομένων εἰς τὴν Ἑλ-
1339λάδα ξένων ἰσχύει ὅ,τι γίνεται ἐπὶ τῶν λαθρεμπορίων. Ὑμεῖς
1340νομίζετε μετὰ τοῦ ἐξ Ἄνδρου κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ εἰσα-
1341γωγή, ὡς ἔλεγεν οὗτος, ἡ εἰσαγωγὴ ξένων εἰς τὴν Ἑλλάδα
1342ἐμποδίζεται, καὶ μόνον τότε ἐμποδίζεται, καθ’ ἣν στιγμὴν
1343διέρχονται τῶν συνόρων, εἴτε μετὰ διαβατηρίων εἴτε ἄνευ δια-
1344βατηρίων, εἴτε ὑπὸ ψευδώνυμον εἴτε ὑπὸ τὸ ἀληθὲς αὑτῶν
1345ὄνομα, καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς χάνει τὰ δικαιώματά του, δὲν
1346ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ τοὺς παρακαλέσῃ κατόπιν νὰ ἐξέλθωσιν,
1347ὅπως ἦλθον, ὅταν νομίζῃ ὅτι δυσάρεστος εἰς τὴν χώραν θὰ
1348ἦναι ἡ παρουσία αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ εἴσοδος ξένων δὲν σημαίνει
1349εἰσαγωγὴν λαθρεμπορίου· δύναται ἡ ἀρχὴ καὶ κατόπιν, πολὺ
1350κατόπιν, ἂν κρίνῃ ὅτι ἡ παρουσία τοῦ ξένου εἶναι ἐπιζήμιος
1351εἰς αὐτὴν ἢ ὀχληρὰ, νὰ παρακαλέσῃ αὐτὸν νὰ ἐξέλθῃ.
1352Ὁ κ. Φιλάρετος ἀνέγνωσεν εἰς ἡμᾶς καὶ διάφορα κείμενα νό-
1353μων, καὶ ἐσχέτισε τὰ κείμενα ταῦτα πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον
1354ἐπασχολεῖ ἡμᾶς. Ὁμολογῶ ὅτι οὐδεμίαν ἀνεῦρον σχέσιν με-
1355ταξὺ τῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσε, καὶ τοῦ ζητήματος.
1356Ἀνέγνωσε τὸ ἄρθρον 4 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Τὸ ἄρθρον
1357τοῦτο περὶ τίνος ὁμιλεῖ; ὁμιλεῖ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν
1358βραδύτερον θὰ ἐκδοθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ κανονίζῃ τὸν τρό-
1359πον τῆς ἐκδόσεως. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, ἔχομεν ἔκδοσιν ἡμεῖς
1360ἐνταῦθα, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην τοῦ ἄρθρου 4 τῆς Ποιν. Δι-
1361κονομίας, ἢ τοῦ ἄρθρου 669 τοῦ Ποιν. Νόμου, περὶ ἄλλου ὅλως
1362διόλου ἀσχέτου πρὸς τὴν περίπτωσιν ἀντικειμένου ὁμιλοῦν-
1363τος; Ὑμεῖς αὐτοὶ δὲν ἠρνήθητε, οὔτε ἄλλος τις δύναται
1364ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ ἐπιτρέπῃ
1365τὴν διαμονὴν ξένου, εἶναι ἀπεριόριστον. Διὰ ποῖον λόγον λοι-
1366πὸν παρατάσσετε τὰ κείμενα ταῦτα, καὶ ἐπισείετε ἀπὸ τοῦ
1367βήματος τὰ κείμενα ταῦτα, ζητοῦντες θριαμβευτικῶς ἀπαν-
1368τήσεις εἰς ξένας πρὸς τὸ συζητούμενον ἐρωτήσεις; Ποίαν
1369σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὸ θέμα ἡμῶν ταῦτα;
1370Ὁ κ. Φιλάρετος ἀνέτρεξε καὶ εἰς ἱστορικὴν ἐκδρομὴν εἰς τὴν
1371ἀρχαιότητα, καὶ προὐχώρησε μέχρι τῶν Ἑβραίων, καὶ ἀνεκά-
1372λυψεν ἐκεῖ, ὅτι ὁ Σαμψὼν παρεδόθη ὑπὸ τῶν Ἰσραηλιτῶν εἰς τοὺς
1373Φιλισταίους. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι τὸν Σαμψὼν παρέδωκεν εἰς τοὺς
1374Φιλισταίους ἡ ἄπιστος γυνὴ ἡ Δαλιδά. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώ-
1375σει ὑποθέτω, ὅτι τοιαῦται ἱστορικαὶ ἐκδρομαὶ εἰς τὴν ἑβραϊκὴν
1376ἀρχαιότητα δὲν ἔχουσι σημασίαν τινὰ ἐπὶ τοῦ συζητουμένου
1377θέματος, οὔτε συντελοῦσι τὸ παράπαν εἰς διαφώτισιν αὐτοῦ.
1378Ἀλλ’ ἐγὼ ἐν γένει νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὡς εἶπον
1379ἀρχόμενος, ὅτι ἡ ὅλη συζήτησις δὲν εἶναι προσήκουσα εἰς
1380τὴν Βουλήν. Ζητήματα τοιαῦτα, ἀσήμαντα, προκαλοῦσι
1381μὲν θόρυβον, ἀλλὰ οὐσίαν οὐδεμίαν ἐνέχουσιν, οὔτε εἶναι
1382ἄξιον σοβαρῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ νὰ κατατρίβωσι τὸν
1383καιρὸν καὶ τὴν ὥραν αὐτῶν εἰς ματαιοσχόλους ἐπιδείξεις περὶ
1384φανταστικῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους διέτρεξε δῆθεν ἡ ἐλευ-
1385θερία, τὸ Σύνταγμα, ἡ τιμὴ τοῦ Κράτους, ἐξώσαντος τῶν
1386ὁρίων του ἕνα κοινὸν ἐγκληματίαν, καὶ ν’ ἀκούωσιν ὅτι εἶναι
1387αἴσχη καὶ κακουργήματα, πράγματα τὰ ὁποῖα θεωροῦνται
1388εἰς ὅλον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον στοιχειώδη καθήκοντα τῆς
1389Διοικήσεως. Τοιαῦται μικρόλογοι συζητήσεις ἴσως νὰ ἐγίνοντο
1390εἰς τὴν παλαιὰν ἐκείνην Ἑλληνικὴν πόλιν τῆς ἐν Ἰταλίᾳ
1391Ποσειδωνίας. Ἴσως οἱ κάτοικοι αὐτῆς, ὅμοιοι πρός τινας ἐν
1392Ἀθήναις, κατέτριβον τὸν καιρὸν αὐτῶν εἰς τοιαύτας ἔριδας
1393καὶ ἐπικρίσεις, ἀμελοῦντες τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τῆς πό-
1394λεώς των. Ἀλλ’ ἦλθε στιγμή, καθ’ ἥν, ὑπὸ τῶν περιοίκων
1395βαρβάρων καταβληθέντες, ἀπώλεσαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν αὐ-
1396τῶν καὶ τὴν αὐτονομίαν, καὶ τὰ ἤθη αὐτῶν καὶ ἔθιμα. Διε-
1397τήρησαν ὅμως μίαν τινὰ συνήθειαν· ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ συνήρ-
1398χοντο εἰς ὡρισμένον μέρος ἄνδρες, γυναῖκες, παιδία, ἀνεμιμνή-
1399σκοντο μετὰ πόνου, ὅτι ἦσάν ποτε Ἕλληνες αὐτόνομοι, ἔτιλ-
1400λον τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς των, ἐκόπτοντο, ὠλοφύροντο, καὶ
1401ἐναγκαλιζόμενοι καὶ ἀσπαζόμενοι ἀλλήλους, ἔκλαιον, ἔκλαιον,
1402ἔκλαιον. Νομίζω ὅτι, ἂν δὲν ἦναι στυγνὸν πνεῦμα μελαγχο-
1403λίας, τὸ ὁποῖον διήκει ἐνίοτε τῆς ψυχῆς μου, καὶ συμπαρα-
1404σύρει αἰχμάλωτον, συντετριμμένην, τὴν γλυκυτάτην τῆς ὑπάρ-
1405ξεως ἡμῶν θεὰν, τὴν Ἐλπίδα, νομίζω ὅτι, ἂν ἐξακολουθῶ-
1406μεν πολιτευόμενοι ὡς οἱ κάτοικοι τῆς Ποσειδωνίας, τυρβά-
1407ζοντες περὶ τὰ μικρὰ καὶ ὀλιγωροῦντες τῶν μεγάλων καὶ ἀλη-
1408θῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, θὰ ἔλθῃ καὶ δι’ ἡμᾶς ἡ ὥρα,
1409καὶ θὰ φθάσῃ ἡ μοιραία στιγμή, νὰ καταντήσωμεν καὶ
1410ἡμεῖς εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον κατήντησαν ἐκεῖνοι, νὰ
1411ἀναμιμνησκώμεθα καὶ ἡμεῖς μετὰ πικρίας καὶ πόνου, ὅτι
1412ὑπήρξαμεν πάλαι ποτὲ Ἕλληνες, Ἕλληνες αὐτόνομοι καὶ
1413ἐλεύθεροι, καὶ συνερχόμενοι ἴσως, τίς οἶδε, περὶ τὸν περίβολον
1414τοῦτον, νὰ χύνωμεν δάκρυα μαῦρα, ἀλλ’ ἀνωφελῶς πλέον.
1415§49ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1416§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;
1417§51ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμιζον, Κύριοι, πρὸ ὀλίγου, ἀκούων
1418τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφον λαλοῦντα ἀπὸ τοῦ βή-
1419ματος τούτου, ὅτι ἀπαγγέλλει τὸν ἐπικήδειον δύο ἐκ τῶν
1420μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου (ἱλαρότης). Εὐτυχῶς
1421δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ πρὸ πάντων διὰ τὰ μέλη ταῦτα τοῦ Ὑπουρ-
1422γικοῦ Συμβουλίου, τὸ τέλος τοῦ λόγου τοῦ ἀξιοτίμου συν-
1423αδέλφου μὲ ἔπεισεν ὅτι ἐπλανώμην. Οἱ κ. Ὑπουργοὶ ἔχουσιν
1424ἄριστα, οὕτω δὲ δίδεται εἰς ἡμᾶς ἡ εὐκαιρία, ἵνα συζητή-
1425σωμεν ὡς πρέπει ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Τὸ θέμα ἀληθῶς
1426ὁ πρὸ ὀλίγου λαλήσας ἀπὸ τοῦ βήματος ἀξιότιμος ἐξ Ἀτ-
1427τικῆς Βουλευτὴς ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀνάξιον λόγου καὶ μικρὸν
1428καὶ εὐτελές, καὶ ἐτελείωσε μονονουχὶ χαρακτηρίσας ἡμᾶς
1429ἅπαντας, τοὺς συζητοῦντας ἐνταῦθα, ὡς παθόντας τὸ πάθημα
1430τῶν ἀρχαίων Ἀβδηριτῶν, διότι περὶ τοιούτου θέματος συζη-
1431τοῦμεν, διότι δὲν ἐθεωρήσαμεν ἀνάξιον λόγου νὰ ἐπερωτή-
1432σωμεν τὴν Κυβέρνησιν περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον θίγει αὐτὴν
1433τὴν κυριαρχίαν καὶ αὐτοτέλειαν τοῦ Κράτους, καὶ δὴ τὴν
1434εὐγενεστέραν ἐκδήλωσιν αὐτῆς. Ἐγώ, Κύριοι, ἀντιθέτως πρὸς
1435τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν, φρονῶν ὅτι τὸ θέμα
1436ἐνέχει πᾶσαν τὴν δυνατὴν ἐν ἑαυτῷ σπουδαιότητα, θὰ ἐπε-
1437θύμουν, ὅπως καὶ ἡ σημερινὴ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ
1438καὶ ἡ προλαβοῦσα, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιότιμοι Ὑπουργοὶ
1439ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν ἔδωκαν περὶ τῆς ὑπο-
1440θέσεως ταύτης τὰς γνωστὰς πληροφορίας, ὅπως, λέγω, καὶ
1441αἱ δύο αὗται συνεδριάσεις γένωνται ὑπὸ τὴν σκέπην, τὴν
1442ὁποίαν χορηγεῖ ἐνίοτε κατ’ ἐξαίρεσιν τὸ Σύνταγμα ἡμῶν,
1443δυνάμει τοῦ 55 ἄρθρου, καὶ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς οὐδένα ἄλλον,
1444πλὴν ἐκείνων, οἵτινες κατ’ ἐντολὴν τοῦ λαοῦ παρίστανται
1445ἐνταῦθα, νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς οὐδένα ἄλλον, ὅπως παραστῇ ἐν
1446τῇ Βουλῇ, καὶ γείνῃ μάρτυς τοῦ ὀνείδους καὶ τοῦ ῥύπου, ὅστις
1447ἐνεκολάφθη εἰς τὸ μέτωπον τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ῥύπου,
1448τὸν ὁποῖον, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν,
1449οὐ μόνον δὲν κατώρθωσε τὸ παράπαν ν’ ἀποπλύνῃ, ἀλλ’ ἐνε-
1450κόλαψεν ἔτι βαθύτερον. Διότι πολλὰ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς
1451τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ εἰς πολλὰ ἐπιχειρήματα κατέφυγεν,
1452ἀλλ’ αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ ἐπιχειρήματα καὶ αἱ αἰτιολογίαι
1453αὐτοῦ κατέστησαν δεινοτέραν τὴν πρᾶξιν καὶ βαρύτερον τὸ
1454ἁμάρτημα τῆς Κυβερνήσεως, τὸ καταγγελθὲν εἰς τὴν Βουλὴν
1455παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄνδρου συναδέλφου. Διότι καὶ τί δὲν
1456εἶπεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, λαλῶν
1457τὴν παρελθοῦσαν Τετάρτην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Ὡμί-
1458λησε, κατὰ τὸ λατινικὸν λόγιον, περὶ πάντων τῶν πραγμάτων
1459καὶ περί τινων ἄλλων ἀκόμη, ἀλλ’ οὐδὲν περὶ τοῦ θέματος
1460εἶπεν, οὐδὲν περὶ τοῦ γεγονότος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπηρωτήθη
1461παρὰ τοῦ ἐξ Ἄνδρου κ. συναδέλφου. Μᾶς εἶπεν ὅτι καὶ περὶ
1462ἐκδόσεως ἂν πρόκειται, καὶ ταύτην ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸ δι-
1463καίωμα νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ προσεπάθησεν, ὑπολαμβάνων τὸ
1464βῆμα τοῦτο ὡς ἕδραν καθηγεσίας, νὰ πείσῃ ἡμᾶς, παραθέτων
1465χωρία ξένων συγγραφέων, ὅτι εἰς πᾶν Κράτος ἀναγνωρίζεται
1466τὸ δικαίωμα, καίτοι μὴ ὑπαρχούσης συνθήκης, νὰ ἐκδίδῃ
1467πάντα ἀλλοδαπὸν, προσφυγόντα εἰς τὸ ἔδαφος αὐτοῦ καὶ
1468ζητήσαντα ξενίαν· καὶ εἰς πίστωσιν τῆς θεωρίας ταύτης, ὁρ-
1469μαθὸς ὁλόκληρος ὀνομάτων συγγραφέων παρήλαυνεν, ἐξερχό-
1470μενος τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Καὶ ἐνόμισεν ὁ κ.
1471Ὑπουργὸς, ὅτι τὰ ὀνόματα ταῦτα ἀπαγγέλλων, καὶ μετα-
1472δίδων εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας τῶν συγγραφέων τούτων,
1473τοσαῦτα ἐπήγνυε προχώματα, ὄπισθεν τῶν ὁποίων ὠχυροῦτο,
1474ἵνα ἀσφαλίσῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ εὐθύνην. Ἐπλανᾶτο ὅμως ὁ κ.
1475Ὑπουργὸς, καὶ ἐπλανᾶτο πλάνην οἰκτράν· διότι, ἂν ὑπάρχουν
1476συγγραφεῖς τινες ἀναγνωρίζοντες εἰς τὰ Κράτη τὸ δικαίωμα τοῦ
1477ἐκδίδειν τοὺς εἰς αὐτὰ προσφεύγοντας ἀλλοδαποὺς, ὑπάρχει
1478ὅμως μεγίστη πλειονότης ἐξοχωτέρων συγγραφέων, οἵτινες
1479ἀρνοῦνται τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουσι συνθῆκαι
1480ἐπιτρέπουσαι καὶ προνοοῦσαι περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
1481Ἐγὼ, Κύριοι, ἀντιθέτως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, μὴ φρονῶν
1482ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο εἶναι τὸ κατάλληλον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου
1483δύναταί τις νὰ διδάσκῃ θεωρίας διεθνοῦς δικαίου, δὲν θέλω
1484εἰσέλθει εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ἐπιστημονικῶν τούτων θεωριῶν,
1485μολονότι ἠδυνάμην νὰ παραθέτω ὑμῖν ὀνόματα συγγραφέων,
1486τῶν ὁποίων ἡ γνώμη, ἐξαγγελλομένη ἐντεῦθεν, ἤθελε κατα-
1487δικάσει τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ αὐτοὺς δὲ τοὺς
1488συγγραφεῖς, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν
1489ἐπεκαλέσθη, πλανηθεὶς εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἐννοίας αὐτῶν,
1490δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἐγὼ, καὶ καταδείξω εἰς αὐτὸν
1491καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πᾶν τοὐναντίον φρονοῦσιν οὗτοι περὶ
1492τοῦ συζητουμένου ζητήματος. Θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ
1493αὐτοὺς τοὺς νομιζομένους συμμάχους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸν
1494Pufendorf, τὸν de Martens, τὸν Faustin-Hélie, τὸν
1495Klüber, τὸν Mittermaier, τὸν πολὺν Bluntschli. Ἀλλὰ
1496ἄκαιρον, ὡς εἶπον, καὶ ἐκτὸς τοῦ θέματος θεωρῶ τὴν ἔρευναν
1497περὶ τῆς γνώμης αὐτῶν. Καὶ εἰς αὐτὸν δὲ τὸν ἡμέτερον Σα-
1498ρίπολον ἂν προσέφευγεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἐναντίαν ἤθελεν
1499εὕρει λύσιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν αὐτόν.
1500Καὶ εἰς αὐτὸν ἔτι τὸν καθηγητὴν ἐν τῷ ἡμετέρῳ Πανεπι-
1501στημίῳ κ. Στρέϊτ ἂν προσέφευγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπίσης ἐναν-
1502τίαν, ἀκραιφνῶς καὶ σαφῶς ἐναντίαν, θὰ εὕρισκε γνώμην, ἀνεν-
1503δοιάστως ἐκφραζομένην. Θέλω σᾶς ἀναγνώσει δὲ τὸ σχετικὸν
1504χωρίον τοῦ κειμένου τοῦ καθηγητοῦ κ. Στρέϊτ, ἵνα δι’ αὐτοῦ
1505σταθμίσητε τὸ βάρος τοῦ ἁμαρτήματος τῆς Κυβερνήσεως.
1506Ἰδοὺ τί λέγει τὸ σύγγραμμα τοῦ ἡμετέρου καθηγητοῦ:
1507«Τὰ ἄρθρα τὰ ἀφορῶντα τὴν σωματικὴν ἐλευθερίαν (ἄρ-
1508θρον 4, ἐδάφ. βʹ, καὶ ἄρθρον 5) ἀφορῶσιν ὄχι μόνον τοὺς ἰθα-
1509γενεῖς Ἕλληνας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐν Ἑλλάδι ἀλλοδαπούς.
1510Καὶ περὶ ἀλλοδαποῦ λοιπὸν προκειμένου, καθόσον εἶναι
1511ἀνάγκη νὰ συλληφθῇ καὶ ἀπελαθῇ τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος,
1512ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ νόμος περὶ συλλήψεως καὶ κρατήσεως καὶ
1513ἀπελάσεως αὐτοῦ. Ὅσον δ’ ἐνδιαφέρον εἶναι ἐκ τοῦ ἐσωτερι-
1514κοῦ δικαίου νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτος νόμος, τοσοῦτο μᾶλλον εἶναι
1515ἀναγκαῖος εἰς πραγμάτωσιν τοῦ ἐκ τοῦ διεθνοῦς δικαίου δι-
1516καιώματος ἡμῶν τῆς ἀπελάσεως τῶν ἀλλοδαπῶν, ἐν τούτοις,
1517ὡς καὶ ἄλλοτε εἴπομεν, τοιοῦτος νόμος δὲν ὑπάρχει μέχρι τῆς
1518στιγμῆς ταύτης. Ἑπομένως ἡ σύλληψις καὶ ἀπέλασις ἀλλο-
1519δαποῦ παρὰ τὴν θέλησίν του, παραβιάζει διατάξεις θεμελιώ-
1520δεις τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, καὶ πάλιν ἐκ νομοθετικοῦ
1521κενοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ πλήρωσις εἶναι τοσοῦτον εὐχερής.
1522«Εἰς μίαν μόνον περίπτωσιν ἔχομεν νόμον, καθιστῶντα δυ-
1523νατὴν τὴν ἀπέλασιν τοῦ ἀλλοδαποῦ, τὴν ὁποίαν ἀνεφέραμεν
1524ἀνωτέρω, ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ ἀλλοδαπὸς ἐξέτισε ποινὴν τοι-
1525αύτην, ἥτις διὰ τὸν ἰθαγενῆ θὰ ἐπέφερεν ὡς συνέπειαν τὴν
1526ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν.»
1527Ὡς βλέπετε, Κύριοι, ὁ καθηγητὴς κ. Στρέϊτ ἐξετάζει τὸ
1528ζήτημα τῆς ἀπελάσεως καὶ τῆς ἐκδόσεως ἐν σχέσει πρὸς τοὺς
1529κρατοῦντας παρ’ ἡμῖν νόμους καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα, καὶ
1530ἀποφαίνεται ῥητῶς, ὅτι ἀπέλασις, γινομένη παρὰ τοὺς κρα-
1531τοῦντας νόμους, παραβιάζει αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, διότι τὸ
1532Σύνταγμα ἡμῶν ἐν ἄρθρῳ 4 καθιεροῖ τὸ δικαίωμα τῆς προ-
1533σωπικῆς ἐλευθερίας, ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ 5 ἐπεξηγεῖ κατὰ τίνα
1534τρόπον δύναται νὰ γείνῃ ἡ καταδίωξις, εἴτε ἡ ἀφαίρεσις τῆς
1535ἐλευθερίας. Ἐν τῇ προκειμένῃ ὅμως περιπτώσει, ἐρωτῶ, ἐτη-
1536ρήθησαν αἱ ἀξιώσεις αὗται τῶν νόμων καὶ αἱ ἀρχαὶ τοῦ
1537Συντάγματος; Θὰ ἦτο εἰς ὑπερβολὴν τολμηρὸς, ἢ ἄγευστος
1538πάσης περὶ δικαίου στοιχειώδους γνώσεως, ὁ λέγων τὸ ἐναντίον.
1539Ἀλλ’ ἐπιμένει ὁ κ. Ὑπουργὸς διαμαρτυρόμενος κατὰ τῆς
1540κατηγορίας, ἥτις ἀποδίδεται εἰς αὐτὸν, ὅτι ἐξέδωκεν εἰς τὰς
1541ἀρχὰς τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἐπικρατείας τὸν ἀλλοδαπὸν Χαμμερ-
1542στάϊν, λέγων μετὰ θαυμαστῆς ἁπλότητος: «Ἡμεῖς οὐδένα
1543ἐγκληματίαν ἐξεδώκαμεν ἡμεῖς, χρώμενοι τοῦ δικαιώματος
1544ὅπερ ἔχομεν, ὡς Κυβέρνησις τοῦ τόπου, ἀπελάσαμεν ἐκ τοῦ τό-
1545που ἡμῶν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐθεωροῦμεν ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν δη-
1546μοσίαν ἀσφάλειαν». Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς
1547Ὑπουργὸν, σοβαρῶς συζητοῦντα, τοιαῦτα νὰ προτείνῃ ἐπι-
1548χειρήματα, καὶ μὲ τοιαῦτα λογοπαίγνια Ἰουδαϊκῆς ἐπινοίας
1549νὰ δικαιολογῆται, διότι τοιαῦτα προτείνων, οὐδὲν ἄλλο πράτ-
1550τει ἢ νὰ κρύπτηται ὄπισθεν τοῦ δακτύλου του.
1551Ἐξετάσατε, Κύριοι, εἶναι ὄντως ἀπέλασις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
1552ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις, ἢ εἶναι καθαρὰ ἔκδοσις, καὶ μάλιστα
1553τοῦ χειρίστου εἴδους; Πῶς δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ ἐνέρ-
1554γεια, καθ’ ἣν, ἅμα τῇ αὐγῇ ὑποφωσκούσῃ, συνελαμβάνετο
1555εἷς ἀλλοδαπὸς ἐν τῷ δωματίῳ αὐτοῦ, μετεφέρετο, εἰς τὴν
1556ἀστυνομίαν, ἔνθα τὸν ὑπεχρέουν, ἵνα ἐντὸς τῆς ἡμέρας ἐξέλθῃ
1557τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους, μετεφέρετο εἰς Πειραιᾶ, καὶ ἐκεῖ
1558ἐξηναγκάζετο νὰ λάβῃ αὐθημερὸν—τί λέγω! αὐθωρεὶ—μίαν
1559τῶν δύο ὁδῶν, καὶ οὐχὶ τριῶν, ὡς εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ
1560Ἀττικῆς, αἵτινες ὑπεδεικνύοντο εἰς αὐτόν;
1561§52Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ἡ ἔκθεσις.
1562§53ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται νὰ τὸ λέγῃ· ἀλλὰ ἐγὼ τὸ
1563διαψεύδω, καὶ τὸ διαψεύδω βασίμως, διότι κατὰ τὸ δρομο-
1564λόγιον τῆς Ρωσσικῆς Ἑταιρίας, τὸ ῥωσσικὸν ἀτμόπλοιον ἀνα-
1565χωρεῖ τὴν 9ην ὥραν τῆς πρωΐας. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν, ἀφοῦ
1566τὴν 7ην ὥραν συνελήφθη ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου, νὰ ἀναχω-
1567ρήσῃ διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου τούτου. Καὶ ἵνα μὴ λείψῃ ἐν τῇ
1568ἱστορίᾳ ταύτῃ, ἥτις ἐξευτελίζει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, καὶ τὸ
1569οἰκτρῶς γελοῖον, καὶ ἡ σαρκαστικὴ διακωμῴδησις τῶν θεσμῶν
1570ἡμῶν, ἀναφέρεται ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν, ὡς ἀπαισία εἰρωνεία
1571κατὰ παντὸς ἱεροῦ, ὅτι παρεσχέθη εἰς τὸν Χαμμερστάϊν ἡ
1572ἐλευθερία πρὸς ἐκλογὴν τῆς ὁδοῦ, ἣν ὤφειλε νὰ λάβῃ!
1573§54Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀστυνόμος Τσακίρης λέγει
1574εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ὅτι τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἀνεχώρουν τρία
1575ἀτμόπλοια, τὸ ἓν διὰ τὴν Σικελίαν, τὸ ἕτερον διὰ Βρίνδιζι,
1576τὸ τρίτον δ’ Ἀλεξάνδρειαν.
1577§55ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διαψεύδω τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀστυνόμου,
1578διότι αὐτὴ ἡ ἔκθεσις μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Διότι
1579λέγει, ὅτι τὴν 7ην πρωϊνὴν ὥραν ὁ ἀστυνόμος, συνοδευόμενος
1580ὑπὸ τοῦ προξένου τῆς Γερμανίας, εἰσῆλθεν εἰς τὸ δωμάτιον
1581τοῦ Χαμμερστάϊν, καὶ ἀφοῦ προηγήθησαν ὅσα ἀναφέρει, ἀφοῦ
1582ἠρωτήθη περὶ τοῦ ὀνόματός του, ἀφοῦ ἐζητήθη τὸ διαβατή-
1583ριόν του, ἀφοῦ τῷ ἀνηγγέλθη ἡ ἀπόφασις τῆς Ἀστυνομίας,
1584ὅπως ἀπελάσῃ αὐτὸν, οὗτος δὲ παρεσκεύασε τὴν ἀποσκευήν
1585του, συναινέσας νὰ ἀπέλθῃ, κατόπιν ὅλων τούτων, ἅτινα βε-
1586βαίως δὲν ἐγένοντο ἐντὸς πέντε ἢ δέκα λεπτῶν, ὡδηγήθη εἰς
1587τὴν Ἀστυνομίαν. Ἐκεῖ δὲ ὁδηγηθεὶς, ἔλαβε παρὰ τοῦ Διευ-
1588θυντοῦ αὐτῆς τὰς αὐτὰς διαταγὰς, καὶ ἀφοῦ, μεθ’ ὅλας ταύ-
1589τας τὰς χρονοτριβὰς καὶ τὰς περιπλανήσεις ἀπὸ τοῦ Ἄννα εἰς
1590τὸν Καϊάφαν, κατῆλθεν εἰς τὸν Πειραιᾶ, ἄγομαι εἰς τὸ ἀσφα-
1591λὲς συμπέρασμα, ὅτι, καθ’ ἣν ὥραν ὁ ἀπελαυνόμενος ἀλλοδα-
1592πὸς κατήρχετο εἰς Πειραιᾶ, τὸ εἰς Αἴγυπτον ἀναχωροῦν ἀτμό-
1593πλοιον εἶχεν ἤδη πρὸ πολλοῦ ἀποπλεύσει, ὥστε δὲν ὑπελείπετο
1594ἢ ἡ ἐκλογὴ μεταξὺ τῶν ἄλλων δύο ἀτμοπλοίων. Αὐτὸ λοιπὸν
1595εἶναι ἡ ἀπέλασις; Καὶ δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἀπέλασις, ὅταν
1596μετὰ προηγουμένην συνεννόησιν πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς
1597Γερμανικῆς Κυβερνήσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβη εἰς τὸ μέ-
1598τρον, δι’ ὃ ἐγκαλεῖται; Δὲν δύναται δὲ νὰ ἀρνηθῇ ὁ κ. Ὑπουρ-
1599γὸς, ὅτι ὑπῆρξε προηγουμένη συνεννόησις, μολονότι οὐδόλως
1600ὡμίλησε περὶ τούτου, ἐντεῦθεν ἀγορεύσας. Διότι, ἂν ἀρνηθῇ
1601τὴν συνεννόησιν, δυσκόλως ἤθελε λύσει τὴν ἀπορίαν ἡμῶν
1602περὶ τοῦ πῶς εὑρέθη εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὸ ἔνταλμα τοῦ ἀνα-
1603κριτοῦ τοῦ Βερολίνου κατὰ τοῦ Χαμμερστάϊν.
1604Καὶ εἶναι ἀπέλασις ἡ ἀποπομπὴ τοῦ ἀλλοδαποῦ Χαμμερ-
1605στάϊν, ὅταν ἀποπέμπηται οὗτος κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε
1606δὲν δύναται νὰ ἐκλέξῃ ἢ μεταξὺ δύο ὁδῶν, αἵτινες ἀμφότεραι
1607ἀσφαλῶς ἄγουσιν εἰς Βερολῖνον, ἐκεῖ δηλαδὴ, ἔνθα ἡ ἐπιζη-
1608τήσασα αὐτὸν Γερμανικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἀσκήσῃ τὰ δι-
1609καιώματά της; Διότι καὶ τὰ δύο ἀτμόπλοια, τὰ ἀναχω-
1610ροῦντα κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, γνωρίζετε ὅτι ἔπλεον πρὸς
1611τὴν Ἰταλίαν, μεθ’ ἧς ἡ Γερμανία συνδέεται διὰ συνθήκης
1612ἐκδόσεως. Καὶ δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἀπέλασις ἡ ἀποπομπὴ
1613ἀλλοδαποῦ, ὅταν ὄπισθεν τούτου παρακολουθῇ ἄγρυπνος
1614ὑπάλληλος τῆς Γερμανικῆς ἀστυνομίας; Τοῦτο εἶναι γεγο-
1615νὸς, ἐφ’ οὗ δὲν εὐηρεστήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ...
1616§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ διέψευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1617Ἐσωτερικῶν.
1618§57ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς· ἀλλ’ ἡ διάψευσίς του οὐ-
1619δόλως δύναται νὰ κλονίσῃ τὴν βασιμότητα τοῦ γεγονότος τού-
1620του, βεβαιωθέντος παρ’ ὅλου τοῦ εὐρωπαϊκοῦ τύπου, διότι
1621ὑπεράνω τῆς μαρτυρίας ἑνὸς Ὑπουργοῦ ἵστανται αἱ μαρτυ-
1622ρίαι ὁλοκλήρων κοινωνιῶν, μαρτυρουσῶν τὸ γεγονός. Καὶ νο-
1623μίζουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι μὲ τοιαύτας ὑπηρεσιακὰς
1624καὶ τυπικὰς διαψεύσεις δύνανται ν’ ἀμφισβητήσουν πράγματα
1625πασίδηλα! Ἀληθῶς θὰ ἦτο ἀξιοπρεπέστερον νὰ ἐσιώπων.
1626Καὶ ἐπιμένουσι χαρακτηρίζοντες τὴν πρᾶξιν οὐχὶ ὡς ἔκδοσιν,
1627ἀλλ’ ὡς ἀπέλασιν ἀνθρώπου ἐπιβλαβοῦς εἰς τὴν δημοσίαν
1628ἀσφάλειαν!
1629§58ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1630Ἐσωτερικῶν). Ἰσχυρίζεσθέ τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἀνα-
1631κριβές. Πρῶτον ὅτι τὸ ῥωσικὸν ἀτμόπλοιον ἀναχωρεῖ τὴν
16329ην, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι οὐδέποτε ἀναχωρεῖ τὴν 9ην· ἀλλὰ
1633καὶ τὴν 9ην ἂν ἀνεχώρει, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι πρὸ τῆς 9ης
1634ὁ Χαμμερστάϊν ἦτο εἰς Πειραιᾶ, καὶ ἂν ἤθελεν, ἠδύνατο νὰ
1635ἀναχωρήσῃ διὰ τοῦ ῥωσικοῦ· ὥστε εἶχε τρεῖς ὁδοὺς πρὸς
1636ἀναχώρησιν.
1637§59ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀνόητος! Εἶχε τρεῖς ὁδοὺς νὰ ἐκ-
1638λέξῃ, ἠδύνατο δηλαδὴ νὰ ἀπέλθῃ εἰς Ἀλεξάνδρειαν, ὅπου θὰ
1639ἦτο ἀσφαλής, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐπροτίμησε νὰ λάβῃ τὴν
1640ἄγουσαν εἰς Βερολῖνον, τὴν ἄγουσαν εἰς τὰ δεσμά, τὰ ὁποῖα
1641τῷ παρασκεύασαν οἱ διῶκταί του! Μ’ ὅλας ταύτας τὰς πλη-
1642ροφορίας, τὰς ὁποίας δίδει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν,
1643καὶ μεθ’ ὅσας ἔδωκε τὴν παρελθοῦσαν Τετάρτην, οὐδόλως ἡ
1644πρᾶξις μεταβάλλει χαρακτῆρα, μένει κατ’ οὐσίαν ἔκδοσις, καὶ
1645ἔκδοσις τοῦ χειρίστου εἴδους. Λέγω τοῦ χειρίστου εἴδους, διότι
1646θὰ ἦτο προτιμότερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ μᾶλλον εἰς τὸν
1647Ὑπουργὸν τὸν φέροντα τὴν εὐθύνην, μετὰ παῤῥησίας νὰ ἐνήρ-
1648γει ἀπροκάλυπτον ἔκδοσιν, καὶ νὰ ὡμολόγει εἶτα τὴν πρᾶξίν
1649του, ἀντὶ νὰ καταφεύγῃ εἰς σοφιστικὰς αἰτιολογίας, ἵνα ἀλ-
1650λοιώσῃ τὴν φύσιν τοῦ πράγματος, αἰτιολογίας αἵτινες, εἶμαι
1651βέβαιος, ὅτι οὐδ’ αὐτὸν τὸν ἴδιον πείθουσιν. Ἂν δὲ εὑρέθη, προ-
1652καλούμενος ὑπὸ τοῦ πρέσβεως τῆς Γερμανίας, καὶ κατασκια-
1653ζόμενος ὑπὸ τοῦ ὄγκου τοῦ μεγάλου Κράτους, ὅπερ οὗτος
1654ἀντιπροσωπεύει, εἰς στιγμὴν ἀδυναμίας καὶ ἐλιποψύχησε, προ-
1655τιμότερον θὰ ἦτο καὶ δι’ αὐτὸν καὶ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πο-
1656λιτείαν, νὰ ἐγκατέλειπε τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1657Ἐξωτερικῶν.
1658Προσεπάθησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι μένει
1659ἐντελῶς εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς Διοικήσεως, ὅπως ἐκ-
1660δίδῃ ἢ μὴ τὸν καταφεύγοντα εἰς τὸ ἔδαφος τοῦ Κράτους ἀλ-
1661λοδαπόν· προσεπάθησε νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι δύναται, καίπερ
1662μὴ ὑπαρχούσης συνθήκης, νὰ ἐκδώσῃ τὸν ἀλλοδαπὸν par
1663déférence, ὡς ἔλεγε, πρὸς τὸ Κράτος τὸ ἐπιζητοῦν αὐτόν.
1664Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἂν ἦτο ἀληθές, οὐδένα λόγον εἶχεν, ὅπως ἐξ
1665ἁβροφροσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Γερμανίας ἐκδώσῃ
1666τὸν ἀλλοδαπὸν Χαμμερστάϊν, καταφυγόντα παρ’ ἡμῖν καὶ ζη-
1667τήσαντα παρ’ ἡμῶν ξενίαν. Ἡ ἁβροφροσύνη, κύριε Ὑπουργέ,
1668ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοῦ ἰσχυροτέρου πρὸς τὸ ἀσθενέστερον Κρά-
1669τος, ὀλιγώτερον μεταξὺ ἰσοδυνάμων Κρατῶν, καὶ οὐδέποτε
1670ἀπὸ τοῦ ἀσθενεστέρου πρὸς τὸ κραταιότερον, ὡς εἶναι τὸ Ἑλ-
1671ληνικὸν Κράτος ἀπέναντι τῆς μεγάλης Γερμανίας. Διότι τότε,
1672καὶ ἂν ἀκόμη ἡ ἁβροφροσύνη ὑπηγόρευσε τὰς πράξεις ἡμῶν,
1673εἰκότως δύναταί τις νὰ παρεξηγήσῃ ἡμᾶς, ὅτι καμπτόμεθα
1674ὑπὸ τὴν πίεσιν μεγάλης Δυνάμεως, ὅτι φοβίζει ἡμᾶς τοῦ ξένου
1675μεγαλείου ὁ ὄγκος, καὶ ἐνδίδομεν, οὐχὶ ἐξ ἁβροφροσύνης, ἀλλὰ
1676ἐκ φόβου καὶ πτήσσοντες εἰς τὰ ἄδικα προστάγματα τῶν
1677μεγάλων καὶ ἰσχυρῶν. Τί δὲ τότε γίνεται ἡ ἐθνικὴ ἀξιοπρέ-
1678πεια, κύριε Ὑπουργέ; Ἢ νομίζετε ὅτι τὸ τραῦμα, τὸ ὁποῖον
1679ὑπέστη, καλύπτεται καὶ μένει ἀφανὲς ὑπὸ τὰ ἀνούσια αὐτὰ
1680ἔγγραφα καὶ τὰς ἀστυνομικὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας μᾶς ἐφέ-
1681ρετε καὶ μὲ τὰς ὁποίας προσεπαθήσατε μετὰ πάσης ἐπιμε-
1682λείας ν’ ἀποτρίψητε ἀπὸ τοῦ μετώπου τῆς Ἑλληνικῆς Πο-
1683λιτείας τὸ ὄνειδος αὐτῆς;
1684Ἀλλ’ ἂς παρακολουθήσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὰς σκέ-
1685ψεις του. Ἂν δὲν πρόκειται περὶ ἐκδόσεως, πρόκειται περὶ ἀπε-
1686λάσεως κατὰ τὸν κ. Ὑπουργόν. Τοῦτο ἦτο τὸ τελευταῖον
1687ὀχύρωμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέφυγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
1688τερικῶν. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἔκαμε
1689τὴν ἐντύπωσιν ἀνθρώπου ἐγκαταλείποντος τὸ τελευταῖόν του
1690ὀχύρωμα ὅλως ἀνυπεράσπιστον, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἔθιξε
1691κἂν τὸ θέμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Διότι
1692τί εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα δικαιολογήσῃ
1693τὴν ἀπέλασιν, ἢ ἵνα πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι νομίμως ἐγένετο αὕτη;
1694Οὐδέν. Περιέμενε νὰ ἔλθῃ ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος συνάδελ-
1695φος, ἵνα συνηγορήσῃ ὑπὲρ τοῦ μέτρου τοῦ τούτου.
1696Ἀρκετὰ, Κύριοι, κατέδειξαν οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Ἄνδρου καὶ
1697ἐκ Βόλου συνάδελφοι τὴν ἀστοχίαν τοῦ μέτρου τῆς Κυβερνή-
1698σεως, τὴν προφανῆ καὶ χειροπιαστὴν παρανομίαν, ἐν τῇ
1699ὁποίᾳ περιέπεσεν ἡ Κυβέρνησις, οὕτως ἐνεργήσασα, καὶ τὴν
1700παραβίασιν οὐ μόνον τῶν διατάξεων αὐτοῦ τοῦ θεμελιώδους
1701ἡμῶν νόμου, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν στοιχειωδεστέρων ἀξιώσεων
1702τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς εὐπρεπείας. Δὲν θέλω νὰ κουράσω ὑμᾶς,
1703ἐπαναλαμβάνων ὅσα εἶπον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, διότι ἡ
1704παραβίασις τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων εἶναι
1705προφανὴς καὶ ἀναμφισβήτητος. Μόνον παρὰ τοῦ κ. ἐξ Ἀτ-
1706τικῆς Βουλευτοῦ ἤκουσα πρὸ ὀλίγου θεωρίαν νομικὴν, ἐντελῶς
1707νέαν, ὅτι τοὺς νόμους περὶ διαβατηρίων ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ
1708Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἑρμηνεύῃ ὡς θέλει, καὶ ὁπό-
1709ταν θέλῃ...
1710§60Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐφαρμόζῃ.
1711§61ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔτι χειρότερον... Λυποῦμαι ὅτι συνά-
1712δελφος, ὡς ὁ κ. Ἀγγελόπουλος, ἀνὴρ ἐντριβὴς περὶ τὰ νο-
1713μικὰ καὶ δημοσιολόγος ἐκ τῶν κρατίστων, ὅπως ὑπερασπίσῃ
1714τὸν μὴ δυνάμενον νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
1715Ἐξωτερικῶν, ἐξέφρασε τοιαύτας ἀσυστάτους καὶ πρωτοφανεῖς
1716σκέψεις. Οἱ νόμοι, κύριε συνάδελφε, δὲν ἰσχύουν μόνον ἐφ’ ὅσον θέ-
1717λουσιν οἱ Ὑπουργοί, ἀλλὰ πάντοτε ἀπολύτως καὶ ἀσχέτως
1718πρὸς τὴν θέλησιν τῶν Ὑπουργῶν; ἂν δὲ ὑπάρχῃ νόμος περὶ
1719διαβατηρίων, ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει πάντοτε νὰ ἐφαρμόζῃ αὐ-
1720τόν. Ἀλλὰ ἐφήρμοσεν αὐτὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν;
1721Ἀπέδειξαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐξ Ἄνδρου καὶ Βόλου,
1722ὅτι ἡ μόνη σπουδὴ καὶ ὁ μόνος πόθος τῶν Ὑπουργῶν ἦτο,
1723πῶς νὰ ἱκανοποιήσωσι τὴν ἀξίωσιν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς
1724Γερμανίας, εἰς μοῖραν Καρὸς τιθέμενοι καὶ τοὺς νόμους καὶ τὸ
1725Σύνταγμα, καὶ περὶ οὐδενὸς ἄλλου μεριμνῶντες ἢ πῶς νὰ τύ-
1726χωσι τῆς ὑψηλῆς εὐνοίας αὐτοῦ, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μὴ περι-
1727πέσωσιν εἰς τὴν δυσμένειάν του. Οἱ κάτοικοι τῆς ἀρχαίας Πο-
1728σειδωνίας, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος πρὸ ὀλίγου, μετὰ
1729τὴν καινὴν αὐτῶν πολιτείαν, τὴν μικρολόγον καὶ εὐτελῆ,
1730περιῆλθον εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε νὰ συνέρχωνται καὶ νὰ
1731κλαίωσιν ἐπὶ τοῖς δεινοπαθήμασιν αὐτῶν. Φοβεῖτε δὲ ὁ κ.
1732συνάδελφος, μὴ τυχὸν τὸ πάθημα τῶν Ποσειδωνίων πάθωσι
1733καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες μετὰ τόσους αἰῶνας ἀπομιμοῦνται αὐ-
1734τούς. Ὁ φόβος δὲ τοῦ κ. συναδέλφου δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἀπέ-
1735βλεπεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς, ὅτι ἀπέβλεπεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν
1736Πολιτείαν, διὰ τὴν ὁποίαν δεινὰ προοιωνίζετο ὁ κ. συνάδελφος.
1737§62ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλα εἰς τὸ μέλλον προοιωνίζομαι.
1738§63ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς, κύριε συνάδελφε, ἐν μικρο-
1739λογίαις κατατριβομένη, φόβος ὑπάρχει, μήπως πάθῃ τι καὶ ἡ
1740Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ἀλλ’ ὑπάρχει μείζων ἔτι φόβος, δεινό-
1741τερα νὰ πάθῃ καὶ νὰ περιστῇ εἰς χείρονα ἔτι θέσιν, ἂν οὐχὶ
1742μικρολογοῦσα πλέον, ἀλλὰ παραμελοῦσα τὰ στοιχειωδέστερα
1743καθήκοντα τῶν καλῶς συντεταγμένων Πολιτειῶν, καὶ ἐγκα-
1744ταλείπουσα τὴν διοίκησιν ἕρμαιον εἰς χεῖρας Ὑπουργῶν μὴ
1745σεβομένων οὔτε τοὺς νόμους τῆς Πατρίδος, οὔτε τὸν καταστα-
1746τικὸν τῆς Πολιτείας νόμον, ἀλλ’ οὔτε καὶ αὐτὰς τὰς πρώ-
1747τας ἀπαιτήσεις τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς εὐπρεπείας.
1748§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν
1749λόγον.
1750§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν μὲ
1751προέλαβεν, ἀναβὰς ἐπὶ τὸ βῆμα πρὸ μικροῦ, ὁ ἔντιμος φίλος
1752μου κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐσκόπουν νὰ ἀναβῶ ἐγὼ
1753ἀντ’ αὐτοῦ, καὶ νὰ παραπονεθῶ πρὸς αὐτόν, διότι παρέλιπε νὰ
1754δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν εἰκόνα,
1755τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ δύο ἡμερῶν. Ἀληθῶς
1756ἡ συζήτησις εὑρίσκεται ἐν παραπλανήσει ἐκ τῶν παραστά-
1757σεων καὶ τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας οἱ ἀγορεύσαντες μέχρι
1758τοῦδε παρέσχον εἰς αὐτήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τὴν
1759ἑσπέραν τῆς προχθὲς παρωμοίαζε τὴν Βουλὴν μὲ ἀκάτιον, τὸ
1760ὁποῖον παρεδόθη εἰς τὰ κύματα τοῦ Ὠκεανοῦ χωρὶς πηδά-
1761λιον ἢ ὁδηγόν. Καὶ ἡμεῖς ἄνευ πηδαλίου συζητοῦμεν, καὶ
1762ἐν πλήρει συγχύσει διετέθη τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζη-
1763τοῦμεν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ θέλει κληθῆ ν’ ἀποφα-
1764σίσῃ. Καὶ ἦτο ἑπόμενον νὰ συμβῇ ἡ παραπλάνησις αὕτη,
1765διότι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτής, θεράπων ὀτρηρὸς
1766τοῦ Ἀσκληπιοῦ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαγνώσῃ...
1767§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νομικὸς εἶναι (γέλωτες).
1768§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι. Ὄντως λυποῦμαι,
1769διότι δὲν τυγχάνει ἰατρός. Ὑπελάμβανον αὐτὸν ἰατρόν, καὶ
1770ἐπιεικῶς ἔκρινον τὰς πλάνας τῶν νομικῶν συλλογισμῶν του,
1771ἀλλὰ νῦν ἀπορῶ, πῶς, νομικὸς τυγχάνων, δὲν ἠδυνήθη νὰ
1772διαγνώσῃ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, εἰς τὰς
1773ὁποίας προσέφυγε, καὶ αἱ διατάξεις τῆς Ποιν. Δικονομίας,
1774τὰς ὁποίας ἐπεκαλεῖτο, οὐδόλως οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐφαρμογὴν
1775ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἀνεγίνωσκεν ὁ κ. ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς τὸ
1776ἄρθρον 4 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, καὶ ἐνόμιζεν ὅτι ἐξ αὐτοῦ
1777ἤντλει ἐπιχείρημα, διὰ νὰ ἀποδείξῃ σφαλλόμενον τὸν κ.
1778Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Τί ἀναγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ
17794 καὶ τοῖς πρὸ αὐτοῦ ἄρθροις τῆς Ποιν. Δικονομίας; Ἡ
1780Ποινικὴ Δικονομία ἐν τοῖς ἄρθροις 2 καὶ 3 ἀναγράφει εἰς
1781ποίας περιστάσεις οἱ ξένοι τιμωροῦνται ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ἕνεκα
1782τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαπραχθέντων ὑπ’ αὐτῶν ἐγκλημά-
1783των, ἀπαγορεύει δὲ, ἵνα οἱ Ἕλληνες παραδίδωνται εἰς ξένας
1784ἀρχὰς, ἕνεκα τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀξιοποίνων πράξεών των.
1785Ἀλλὰ περὶ τῶν ξένων τῶν καταδιωκομένων διὰ τὰ διαπρα-
1786χθέντα ὑπ’ αὐτῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πλημμελήματα καὶ κα-
1787κουργήματα οὐχὶ ὑπὸ τοὺς ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τῆς Ποινικῆς
1788Δικονομίας ἀναγραφομένους ὅρους, οὐδὲν ἡ Ποινικὴ Δικονο-
1789μία διέταξεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 4, παρέπεμψε δὲ τὸν κανονισμὸν
1790τῶν περὶ τούτου εἰς ἰδιαιτέρους νόμους. Οὕτως ἡ διάταξις
1791τοῦ ἄρθρου 4 ἐνδεικνύει εἰς πάντας, ὅτι οἱ ἰδιαίτεροι νόμοι, εἰς
1792οὓς παραπέμπει, εἰσὶν οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιτηροῦσι τὰς συμ-
1793βάσεις περὶ ἐκδόσεως. Ἐκ τούτων συνάγεται, ὅτι ἡ Ποινικὴ
1794Δικονομία, ἡ οὕτω κανονίζουσα τὰ περὶ τούτου, ἀπηγόρευσε
1795τὴν συνομολόγησιν συμβάσεων περὶ ἐκδόσεως, ἂν ῥητοὶ νόμοι
1796δὲν ἤθελον κυρώσει αὐτάς. Ὁ κ. ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς ἐπε-
1797καλεῖτο τὴν διάταξιν ταύτην ὡς κανονίζουσαν τὸ δικαίωμα
1798τῆς ἀρνήσεως ἢ τῆς παροχῆς ξενίας πρὸς τοὺς ἀλλοδαποὺς,
1799συγχίζων οὕτω τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀλλοδαπῶν εἰς τὰς ξένας Κυ-
1800βερνήσεις πρὸς τὴν ἄρνησιν τῆς χώρας νὰ παράσχῃ ξενίαν.
1801Ὡσαύτως, ἐνῷ αἱ διατάξεις αἱ πραγματευόμεναι περὶ τῆς
1802ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως κανονίζουσιν ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ ἐπι-
1803τήρησις εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῆς ποινῆς τῆς ἐπιβληθεί-
1804σης ὑπὸ τῶν δικαστηρίων ἐπὶ κακουργήματι, ἐνίοτε δὲ ἐπὶ
1805ὡρισμένων πλημμελημάτων καὶ συνέπεια τῆς ποινῆς ὡσαύ-
1806τως τῆς καταγνωσθείσης ἐπὶ τοῖς πλημμελήμασι τούτοις,
1807εἶναι δὲ ποινὴ αὐτοτελὴς καὶ οὐχὶ συνέπεια ποινῆς ἐπί τινων
1808πταισμάτων, ἑπομένως ἐνῷ αἱ διατάξεις αὗται περὶ ἀστυ-
1809νομικῆς ἐπιτηρήσεως ἀφορῶσι δικασθέντας καὶ καταδικασθέν-
1810τας ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, διατάσσει δὲ, ὅτι, ἂν οὗτοι, οἱ ὑπο-
1811βληθέντες εἰς ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, εἴτε ὡς εἰς συνέπειαν
1812ποινῆς εἴτε ὡς εἰς αὐτοτελῆ ποινὴν, ἦναι ἀλλοδαποὶ, ἀπελαύ-
1813νονται τῆς χώρας, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἐκάλει τὸν κ.
1814Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς ἀπολογίαν, καὶ ἔλεγεν αὐτῷ:
1815«εἰς ποίαν ποινὴν κατεδικάσθη ὁ κ. Χαμμερστάϊν, τὸν ὁποῖον
1816ὑμεῖς διετάξατε νὰ ἀπελάσωσι;»
1817Ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, ἥτις εἶχεν
1818ἐπιβληθῆ εἰς τὸν κ. Χαμμερστάϊν, καὶ ἑπομένως περὶ ἀπελά-
1819σεως τοῦ κ. Χαμμερστάϊν, ὡς ἀλλοδαποῦ ὑποβληθέντος εἰς
1820ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ἵνα ἐρευνήσωμεν, ἂν ἐτηρήθησαν αἱ
1821διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, αἱ ἀναγράφουσαι τὸν τρόπον,
1822καθ’ ὃν ἐφαρμόζεται ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις, ἢ πρόκειται
1823περὶ ἁπλῆς ξενίας, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἠρνήθη εἰς τὸν κ.
1824Χαμμερστάϊν, ὄντα ἀλλοδαπόν; Ἐγὼ ὑπελάμβανον, ὅτι ὁ κ.
1825Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου ἦτο θεράπων τοῦ Ἀσκληπιοῦ, καὶ
1826ἔκρινα ἐπιεικῶς τὴν τοιαύτην τῶν νόμων σύγχυσιν. Ἐσκόπουν
1827μόνον νὰ κρίνω αὐστηρότερον τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βόλου,
1828ὅστις εἶναι διαπρεπὴς τῶν νόμων ἑρμηνευτὴς, καὶ ὅστις, καὶ
1829αὐτὸς, ἐκάλει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸν κ.
1830Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς λογοδοσίαν, καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς
1831«διατὶ δὲν ἀνεγινώσκετε τὸ ἄρθρον 699 τοῦ Ποιν. Νόμου;»
1832Καὶ ποία εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 699 τοῦ Ποιν. Νόμου;
1833Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ὁ νομοθέτης ἀνέγραψε τὴν κύρω-
1834σιν τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ Κράτος εἰς
1835τοὺς ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν καταδικασθέντας. Κατὰ
1836τὸ ἄρθρον 699 τοῦ Ποιν. Νόμου, ὁ καταδικασθεὶς εἰς ποινὴν,
1837τῆς ὁποίας συνέπεια εἶναι ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις, ἢ ὁ κατα-
1838δικασθεὶς εἰς ποινὴν αὐτοτελῆ τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως,
1839διότι οὕτως ἀναγράφεται ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις, ὡς αὐτο-
1840τελὴς ποινὴ εἴς τινα πταίσματα κατὰ ἀέργων καὶ φυγοπόνων
1841καὶ ἀλητῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 699, λέγω, ὁ καταδικασθεὶς
1842εἰς τὴν ποινὴν τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, εἴτε ὡς συνέ-
1843πειαν ποινῆς, εἴτε ὡς αὐτοτελῆ ποινὴν, ἂν δὲν συμμορφωθῇ
1844καὶ δὲν ἐκτελέσῃ τὴν πρόσκλησιν τῆς ἀρχῆς νὰ ἐγκαταλίπῃ
1845τὸ μέρος, ἐν ᾧ διαμένει, ἐντὸς τῆς προθεσμίας, ἥτις ἐτάχθη
1846αὐτῷ, τιμωρεῖται, καὶ τὸ ἄρθρον 699 ἀναγράφει τὴν ποινὴν,
1847ἥτις ἐπιβάλλεται αὐτῷ διὰ τὴν παρακοήν· ὡσαύτως, ἂν ὁ
1848καταδικασθεὶς δι’ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως ἐπὶ πταίσματι, τὸ
1849ὁποῖον τιμωρεῖται διὰ τοῦ εἴδους τούτου τῆς ποινῆς, δὲν κατέ-
1850λιπε τὸ μέρος, ἐν ᾧ ἀπηγορεύθη αὐτῷ νὰ διαμένῃ, κατὰ τὴν
1851γενομένην ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας πρόσκλησιν, τιμωρεῖται καὶ οὗτος
1852ὡσαύτως δι’ ἠπιωτέρας ποινῆς. Τὸ ἄρθρον 699 τοῦ Ποιν. Νό-
1853μου λοιπὸν ἀνέγραψε τὴν κύρωσιν τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως,
1854ἵνα καταστήσῃ ἐφαρμοστὸν καὶ ἐκτελέσιμον τὸ δικαίωμα, τὸ
1855ὁποῖον ἡ εἰς ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν ὑπαγωγὴ ἢ καταδίκη
1856παρέχει εἰς τὸ Κράτος, νὰ προσκαλῇ τὸν ὑπὸ ἀστυνομικὴν
1857ἐπιτήρησιν διατελοῦντα, ἵνα ἐγκαταλίπῃ ὡρισμένον μέρος τοῦ
1858Κράτους ἐντὸς τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν ἡ ἀστυνομία ἤθελε
1859τάξει εἰς αὐτόν. Καὶ τὸ ἄρθρ. 699 τοῦ Ποιν. Νόμου ἐχρη-
1860σίμευσεν εἰς τὸν κ. ἐκ Βόλου συνάδελφον διὰ νὰ ζητῇ ἀπὸ
1861τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν
1862τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσωσιν αὐτὸν, διατὶ δὲν κατήγ-
1863γειλαν τὸν κ. Χαμμερστάϊν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 699 τοῦ Ποι-
1864νικοῦ Νόμου, ὅπως τιμωρηθῇ μὲ τὴν ποινὴν τὴν ἐν αὐτῷ
1865ἀναγραφομένην!
1866Ἡ σύγχυσις τῆς συζητήσεως ἦτο, ὡς εἶπον, συνέπεια τῆς
1867ἀπόψεως, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς ἐξήτασε
1868τὸ θέμα. Δὲν λέγω τι περὶ τοῦ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ, διότι
1869ἐκείνου ἡ σύγχυσις ἤθελεν εἶσθαι ἀναπόφευκτος, ἀφοῦ ἐνέκρινε
1870νὰ ἀναδράμῃ εἰς τοὺς ἀρχαίους χρόνους, καὶ νὰ ἀναζητήσῃ
1871τὴν παράδοσιν τοῦ Σαμψὼν εἰς τοὺς Φιλισταίους, καὶ τοὺς
1872κανόνας, οἱ ὁποῖοι διεῖπον τὰ τῆς παραδόσεως τῶν καταδιω-
1873κομένων ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ῥώμῃ καὶ ἐν ταῖς Μεσσηνιακαῖς χώ-
1874ραις, καὶ ἐν γένει τὰς περὶ παραδόσεως ἰδέας τοῦ ἀρχαίου
1875κόσμου. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῆς παροχῆς ἢ τῆς ἀρνήσεως
1876τῆς ξενίας δὲν ἦτο ἀνεγνωρισμένον ἐν τῷ ἀρχαίῳ κόσμῳ, διότι
1877εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψαν αἱ νεώτεραι Πολιτεῖαι,
1878αἱ ὁποῖαι στηρίζονται—δὲν γνωρίζω ἂν εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς—
1879ἐπὶ κανόνων ἄλλων καὶ διέπονται ὑπὸ ὅρους ἐντελῶς διαφό-
1880ρους τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς διῆγον αἱ ἀρχαῖαι Πολιτεῖαι. Βεβαίως
1881ἐν ταῖς ἀρχαίαις Πολιτείαις δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ζητῇ
1882τις ἀπὸ χώραν τινὰ τὴν αὐτοθυσίαν, τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν
1883συμφερόντων αὐτῆς, τὴν ἀνοχὴν τῆς βλάβης ἢ τῆς ζημίας,
1884ἥτις ἐπεγίνετο εἰς αὐτὴν, τὸ δὲ ἄτομον ἐθεωρεῖτο πάντοτε
1885προωρισμένον εἰς θυσίας ὑπὲρ τοῦ ὅλου. Οἱ κανόνες οὗτοι δὲν
1886κρατοῦσι πλέον εἰς τὰς νεωτέρας Πολιτείας, καὶ διεπόμεθα
1887ὑπὸ κανόνων ἄλλων, οἵτινες τυγχάνουσι περισσότερον μεμα-
1888κρυσμένοι ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἠθικῆς πολιτικῆς, περισσότε-
1889ρον τείνοντες πρὸς τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν προστασίαν τῶν
1890συμφερόντων τοῦ ἀτόμου ἢ τοῦ Κράτους. Οὐδὲ πρέπει νὰ πλα-
1891νᾶταί τις ἀπὸ τὰς ἱστορικὰς παραδόσεις, καὶ νὰ ζητῇ ὅπως
1892ἀναγραφῶσιν, ἢ νὰ ἀπαιτῇ ὅπως ἐφαρμόζωνται οἱ πολιτικοὶ
1893ὅροι, οἱ ὁποῖοι τότε ἐκανόνιζον τὰς σχέσεις τῶν ἀτόμων πρὸς
1894τὰς Πολιτείας καὶ τὰς σχέσεις τῶν Πολιτειῶν πρὸς ἀλλήλας.
1895Κατεκρίθημεν πρὸς τοῖς ἄλλοις ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων,
1896ὅτι ἡμεῖς, ἐγὼ μὲν διὰ τρόπου αὐταρχικοῦ καὶ αὐθαιρέτου,
1897ἥκιστα προσιδιάζοντος εἰς τὸν χαρακτῆρά μου, οἱ δὲ συνά-
1898δελφοί μου διὰ τρόπου ἀδικαιολογήτου, ἠρνήθημεν νὰ παρά-
1899σχωμεν εἰς τοὺς κατακρίνοντας τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα οὗτοι
1900ἀνέφερον. Ἀλλὰ ποῖα ἔγγραφα ὀφείλουσιν αἱ Κυβερνήσεις
1901νὰ παρέχωσιν εἰς τὰς Βουλὰς, ὅταν ζητῶνται; Τὰ ἔγγραφα
1902ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον αὗται, διότι ἀπηυθύνοντο εἰς αὐ-
1903τὰς, ἢ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα αὗται ἐξέδωκαν πρὸς ἄλλους,
1904ὡς ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαι-
1905τήσῃ τις, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀναζητῇ ἐκτὸς τῶν δημοσίων
1906ἀρχείων, ἐν ἄλλαις χώραις, ἔγγραφα ἀρχῶν ἀλλοδαπῶν εἴτε
1907πρὸς ἀλλήλας εἴτε πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῶν; Μήπως αἱ
1908Κυβερνήσεις μετατρέπωνται ἀπὸ ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς
1909ἐξουσίας εἰς ῥεπόρτερ ἐφημερίδων, ἵνα σπεύδωσι νὰ μάθωσι ποῖά
1910τινα διέταξε τὸ Συμβούλιον τοῦ Πλημμελειοδικείου τῆς Βάρνης,
1911ἢ ποῖά τινα διέταξε τὸ Συμβούλιον τοῦ Πλημμελειοδικείου τοῦ
1912Βερολίνου, ἢ ποῖά τινα ἔγραψεν ὁ ἀντιπροσωπεύων τὴν Γαλλι-
1913κὴν Κυβέρνησιν ἐν Τύνιδι κατ’ ἄλλον χρόνον, ἐπὶ ἄλλου ὑπο-
1914δίκου ἢ καταδιωκομένου; Εἰ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
1915τερικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατέθηκαν τὰ
1916ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐν τοῖς ἀρχείοις των, καὶ τὰ ἔγ-
1917γραφα ταῦτα εἰσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἠκούσατε ὅμως πρὸ
1918μικροῦ τινος, δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι καὶ ἄλλοι, ἔχοντες τὸ θάῤ-
1919ῥος αὐτοῦ, ἀλλ’ ἤκουσα ἑνὸς ἀγορεύσαντος πρὸ μικροῦ, ὅστις
1920διέψευσεν αὐτὰ, καὶ τὰ διέψευσε, διότι αἱ ἐφημερίδες τῶν Ἀ-
1921θηνῶν εἶχον περιγράψει τὰ πράγματα καὶ ἀφηγήθησαν αὐτὰ
1922ἄλλως καὶ οὐχὶ ὡς τὰ κατατεθέντα ἐπίσημα ἔγγραφα περι-
1923έγραψαν ἢ ἀφηγήθησαν αὐτὰ, διότι αἱ ἐφημερίδες τῆς Εὐ-
1924ρώπης ἀφηγήθησαν ἄλλως τὰ πράγματα, οὔτε εὐηρεστεῖτο
1925ν’ ἀναζητήσῃ εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς Εὐρώπης τὰς ἐπισή-
1926μους δηλώσεις τῶν Ὑπουργῶν τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατο-
1927ρίας, οἱ ὁποῖοι ἐβεβαίουν, ὅτι ὁ μὲν κ. πρέσβυς τῆς Γερ-
1928μανίας ἐζήτησε τὴν ἔκδοσιν, ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνη-
1929σις ἠρνήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησιν αὐτοῦ. Καὶ ἠρώτων
1930τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ποῦ εὗρε τὸ ἔνταλμα
1931συλλήψεως κατὰ τοῦ κ. Χαμμερστάϊν, καὶ ποῦ εἶναι τὰ
1932ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητήθη παρὰ τοῦ κ. πρέσβεως
1933τῆς Γερμανίας ἡ ἔκδοσις αὐτοῦ, ἐνῷ εἶχεν εἰπεῖ πρὸς τὴν
1934Βουλὴν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐζητήθη
1935ἡ ἔκδοσις προφορικῶς, καὶ ἠρευνήθη διὰ τρόπου, διὰ τοῦ
1936ὁποίου συνειθίζουσι νὰ φροντίζωσι νὰ πληροφορῶνται οἱ μέλ-
1937λοντες ν’ ἀπευθύνωσιν αἴτησίν τινα, πρὶν ἢ ἀπευθύνωσιν αὐ-
1938τὴν, ἂν ὑπάρχῃ πιθανότης, ὅτι ἡ αἴτησις αὐτῶν ἤθελε
1939γείνῃ ἀποδεκτή, ἵνα μὴ προσκόψωσιν εἰς ἄρνησιν ἠτιολογημέ-
1940νην ἢ εὔλογον· ὅταν δ’ οὕτως ἠρευνᾶτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1941Ἐξωτερικῶν ἐν τῇ προφορικῇ μετὰ τοῦ κ. πρέσβεως τῆς Γερ-
1942μανίας συνδιαλέξει του, τότε ἐδόθη αὐτῷ τὸ ἔνταλμα τῆς
1943συλλήψεως κατὰ τοῦ Χαμμερστάϊν. Καὶ ἠρωτᾶτο ὁ κ. Ὑπουρ-
1944γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν: «ἐξετέλεσεν ὁ κ. Χαμμερστάϊν, κατὰ
1945τὴν διάρκειαν τῆς ἐν Ἀθήναις διατριβῆς του, ἢ ἀπεπειράθη
1946νὰ διαπράξῃ κολάσιμον πρᾶξιν ἐν Ἑλλάδι;» καὶ ἠρωτᾶτο,
1947ἵνα ἀπαντήσῃ, ἂν ἐζητήθη κατὰ τὸ παρελθὸν παρὰ τῆς Ἑλ-
1948ληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀπέλασις ἢ καὶ ἡ ἔκδοσις ἄλλου ἀλ-
1949λοδαποῦ καὶ διὰ τίνα λόγον, καὶ ἠρωτᾶτο ἂν ὁ περὶ διαβα-
1950τηρίων θεσμὸς ἐφηρμόσθη καὶ εἰς ἄλλους, ἐκτὸς τοῦ Χαμμερ-
1951στάϊν, καὶ ἠρωτᾶτο ἂν ὁ φυγόδικος Ξύδης ἔπραξεν εἰς Βουέ-
1952νος–Ἄϋρες ἐγκλήματα, ὡς ἂν ἡμεῖς ἐπετηροῦμεν ἀγρύπνῳ
1953ὀφθαλμῷ τὰς περιστροφὰς τοῦ φυγοδίκου Ξύδη ἐν τῇ Εὐρώπῃ
1954ἢ τῇ Ἀμερικῇ, διότι ἐποθοῦμεν νὰ μάθωμεν ποίαν διαγωγὴν
1955ἤθελε μετέλθει εἴτε ἐν Ῥίῳ–Ἰανείρῳ, εἴτε ἐν Βουένος–Ἄϋρες,
1956εἴτε ἐν ἄλλῃ τινὶ δημοκρατίᾳ τῆς Ἀμερικῆς· καὶ ἐπειδὴ οὐ-
1957δεὶς ἐξ ὑμῶν ἀπεκρίνετο, ὠργίζετο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου
1958καὶ ἀπηύθυνε προσωπικῶς εἰς ἡμᾶς τὴν ἐρώτησιν, καὶ ἐζήτει
1959ν’ ἀπολογηθῶμεν, διατὶ δὲν ἀποκρινόμεθα εἰς αὐτόν!
1960Πρέπει νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς συγχύσεως ταύτης, καὶ πρέ-
1961πει νὰ ἀνεύρωμεν κύριον θέμα, νὰ ψαύσωμεν καὶ ἐρευνήσωμεν
1962αὐτὸ, ὅσον δυνάμεθα καὶ μετὰ πάσης φροντίδος, ἵνα εἰσδύσω-
1963μεν εἰς τὰς τελευταίας λεπτομερείας αὐτοῦ, ὅπως σχηματίσῃ
1964ἡ Βουλὴ γνώμην ὀρθὴν περὶ τῶν γενομένων.
1965Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐμνημόνευσεν ἀληθῶς
1966τῆς ἐκδόσεως, ὡς ἐμνημόνευσε καὶ τοῦ νόμου περὶ διαβατη-
1967ρίων ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ δὲν ἐμνημόνευσε τούτων διότι ἐπρό-
1968κειτο ἡ ἐξέτασις, ἂν ὁ κ. Χαμμερστάϊν ἐξεδόθη εἰς τὴν Γερμα-
1969νίαν, ἢ ἂν ὁ κ. Χαμμερστάϊν κατεδιώκετο διότι δὲν εἶχε δια-
1970βατήριον ἐξωτερικόν. Ἐν πρώτοις ὁ κ. Χαμμερστάϊν ἦλθεν
1971εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ οὐδεὶς ἤξευρεν ὅτι ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλ-
1972λάδα, διότι ὁ κ. Χαμμερστάϊν ἦλθεν ὑπὸ ἄλλο ὄνομα· ὥστε,
1973καὶ ἂν εἶχεν ἐξωτερικὸν διαβατήριον ὑπὸ τὸ ψευδὲς ὄνο-
1974μα, καὶ ἤθελε τυχὸν συναντήσει εἰς τὰ ὅρια τοῦ Ἑλληνι-
1975κοῦ Βασιλείου ἀρχήν τινα, ἥτις ἤθελε ζητήσει παρ’ αὐτοῦ
1976τὸ διαβατήριόν του, ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν ἤθελε μάθει ἐκ τῆς
1977ἐπιδείξεως τοῦ διαβατηρίου του, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ κ. Χαμ-
1978μερστάϊν. Ἐν Ἑλλάδι ἰσχύει μὲν ὁ περὶ ἐξωτερικῶν διαβα-
1979τηρίων νόμος, ἀλλὰ οὐδείς ποτε ἐζήτησεν ἐν Ἑλλάδι ἐξωτερι-
1980κὸν διαβατήριον ἀπὸ τοὺς ἐρχομένους εἰς τὸ Κράτος, διότι
1981τὰ κρατοῦντα παρ’ ἡμῖν φιλελεύθερα φρονήματα παρῃτήθη-
1982σαν τοῦ δικαιώματος νὰ ἐνασκῶσι διὰ τῶν ἐξωτερικῶν δια-
1983βατηρίων τὴν ἐπὶ τῶν εἰσερχομένων εἰς τὸ Κράτος ἀστυνο-
1984μίαν. Ἀλλ’ ἐν ταῖς χώραις τῆς Εὐρώπης, τῶν ὁποίων ἰδίως
1985ἐμνήσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅταν ὡμίλει
1986περὶ τοῦ νόμου περὶ ἐξωτερικῶν διαβατηρίων, ἐν ταῖς χώραις
1987τῆς Εὐρώπης πολλαχοῦ ζητοῦσιν ἐξωτερικὰ διαβατήρια, καὶ
1988δὲν σᾶς ἐπιτρέπουσι νὰ εἰσέλθητε, ἐὰν δὲν ἔχητε ἐξωτερικὸν
1989διαβατήριον. Καὶ λέγων ταῦτα, δὲν ἐννοῶ μόνον τὴν Ῥωσ-
1990σίαν· ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα Κράτη ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ἴσως τὴν
1991αὐστηροτέραν ταύτην ἐπιτήρησιν τῶν εἰσερχομένων εἰς τὸ
1992Κράτος ξένων, ἴσως ὑπαγορεύει καὶ τὸ μέγα δεινὸν, τὸ ὁποῖον
1993ἐνέσκηψε τελευταῖον εἰς τὴν Εὐρώπην, τὸ δεινὸν τοῦ μηδενι-
1994σμοῦ. Ἡμεῖς, οἵτινες εὐτυχῶς δὲν ἠπειλήθημεν μέχρι τοῦδε
1995ὑπὸ τοιούτου δεινοῦ, ἔχομεν ἀναπεπταμένας τὰς θύρας, εἰσέρ-
1996χεται δὲ πᾶς εἰς τὴν χώραν, οὕτω δ’ εἰσῆλθε καὶ ὁ κ. Χαμ-
1997μερστάϊν, ὁ ὁποῖος ὅμως εἰσῆλθε διὰ τρόπου μὴ παριστῶντος
1998τὴν εἰλικρίνειαν αὐτοῦ, διότι εἰσῆλθεν ὑπὸ ἄλλο ἔνδυμα,
1999τοῦτο δὲ ἐδείκνυε τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ νὰ μὴ γνωσθῇ ἐν Ἑλ-
2000λάδι, καὶ τὴν πρόθεσιν αὐτοῦ νὰ ἀπατήσῃ, ἵνα μὴ γνωσθῇ
2001ἐν Ἑλλάδι ἡ ταυτότης αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
2002Ἐξωτερικῶν ἐμνημόνευσε τῶν ἐξωτερικῶν διαβατηρίων, μόνον
2003ἵνα ἀναφέρῃ ὑμῖν τὴν δυσπιστίαν, ἥτις κρατεῖ ἐν Εὐρώπῃ
2004πρὸς τοὺς ξένους, ἧς ἕνεκα καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου ἐνασκεῖ-
2005ται ἡ ἀστυνομία ἐπ’ αὐτῶν, ἐσκόπει δὲ νὰ προτρέψῃ τοὺς
2006ἀκούοντας νὰ μὴ ἐκπλήσσωνται, ἐὰν ἐν Ἑλλάδι ἡ ἀστυνο-
2007μικὴ ἐνέργεια τοῦ Κράτους ἐπεξετάθη μέχρι τοῦ κ. Χαμμερ-
2008στάϊν.
2009Ἀλλ’ οἱ συγγράψαντες περὶ ἐκδόσεως καὶ οἱ συγγραφεῖς οἱ
2010ἄλλοι, τῶν ὁποίων τὴν πληθὺν μᾶς ἀνέφερον οἱ προαγορεύ-
2011σαντες, μικρὸν δύνανται νὰ καταλάβωσι κατὰ τὴν συζήτησιν
2012ταύτην μέρος. Ἐὰν πρόκειται περὶ ἐκδόσεως, ἐν τῇ πατρίδι
2013ἡμῶν ἦτο ἄγνωστον τὸ ἐξαιρετικὸν τοῦ θεσμοῦ τούτου,
2014μετὰ τοσαύτης δὲ ἀποστροφῆς ἀπέβλεψαν αἱ Κυβερνήσεις
2015πρὸς τὸν θεσμὸν τοῦτον, ὥστε οὔτε ὅταν ἡ ἀνάγκη τῆς κατα-
2016στολῆς τῆς ληστείας, ἡ ὁποία ἐπίεζε τὴν χώραν, ἕνεκα τοῦ
2017ἰδίου αὐτῆς συμφέροντος, ἡ ὁποία δὲ προεκάλει καὶ τὴν πίε-
2018σιν ἐπὶ τοῦ Κράτους Μεγάλων Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης, ὅταν,
2019λέγω, τοιαύτη ἀνάγκη ὑπηγόρευσε τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν
2020ἡ Ἑλλὰς συνωμολόγησε μετὰ τῆς ὁμόρου χώρας κατὰ τὸ
20211856, διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης δὲν ἔστρεξε νὰ ἀναλάβῃ
2022τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραδίδῃ εἰς τὰς Τουρκικὰς ἀρχὰς τοὺς
2023λειποτακτοῦντας ὀθωμανοὺς στρατιώτας, προσφεύγοντας εἰς
2024τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ μόνον νὰ ἀπειλήσῃ αὐτούς, ὅτι θέλει
2025τοὺς παραδώσει, ἐὰν δὲν καταλίπωσι τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος. Ὡς
2026γνωρίζουσιν οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, πρὸ τοῦ 1856 ἡ ληστεία
2027ἐν Τουρκίᾳ κατεδιώκετο οὐχὶ διὰ τακτικοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ διὰ
2028τῶν Δερβεναγάδων, οἵτινες ἀνελάμβανον ἐργολαβικῶς τὴν
2029καταδίωξιν τῶν ληστῶν· ἦσαν δὲ οἱ Δερβεναγάδες στρατιω-
2030τικοὶ ἀρχηγοὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς. Οὗτοι ἀνελάμβανον
2031τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, πληρονόμενοι αὐτοὶ τοὺς μι-
2032σθοὺς ἀριθμοῦ στρατιωτῶν, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι ἦσαν
2033ἀνύπαρκτοι. Τὸ σύστημα τοῦτο κατηργήθη διὰ τῆς συμβά-
2034σεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, τῆς συνομολογηθείσης
2035κατὰ τὸ 1856, δι’ ἧς ὑπεχρεώθη καὶ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Τουρ-
2036κία νὰ καταδιώκωσι τὴν ληστείαν διὰ τακτικοῦ στρατοῦ,
2037ἐπειδὴ δὲ ἡ Τουρκία προέβαλλεν ἀντίῤῥησιν, ὅτι ἐνδεχόμενον
2038ἦτο οἱ ἄνδρες τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ αὐτῆς, φρουροῦντες
2039ἐπὶ τῶν γραμμῶν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σύνορα, νὰ λιποτακτῶσι,
2040καὶ ἐζήτησε νὰ ὑποσχεθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὅτι θέλει
2041παραδίδει τοὺς λιποτακτοῦντας Ὀθωμανοὺς στρατιώτας, ἡ
2042Ἑλλὰς οὐδὲ τὴν παράδοσιν τῶν Ὀθωμανῶν λιποτακτῶν
2043εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν ἔστερξεν, ἂν καὶ ἐπρόκειτο
2044περὶ στρατιωτῶν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν πάν-
2045τες Ὀθωμανοὶ καὶ Μουσουλμάνοι. Μετὰ τοσαύτης φειδοῦς
2046προέβαινον αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, ἀποτροπιαζόμεναι τὸν
2047θεσμὸν τῆς ἐκδόσεως. Καὶ εἶχον δίκαιον· διότι τὰ μικρὰ
2048Κράτη δὲν πρέπει τοιαύτας νὰ ἀναλαμβάνωσιν ὑποχρεώσεις,
2049συνθηκολογοῦντα πρὸς τὰ μεγάλα Κράτη εἴτε ἐν τῇ Εὐρώπῃ
2050εἴτε ἐν τῇ Ἀνατολῇ, τὰ μικρὰ μάλιστα Κράτη ἐκεῖνα, τὰ
2051ὁποῖα δὲν συνεπλήρωσαν τὰς ἱστορικὰς αὐτῶν παραδόσεις καὶ
2052τὰ ὁποῖα τῆς πολιτείας των κανόνα ἔχουσιν ἀποδεχθῆ τὸν
2053σκοπὸν τῆς συμπληρώσεώς των. Διὰ τοῦτο, ὅτε τὸ πρῶτον
2054ἐπροτάθη ἡ μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἰταλίας ἐμπορικὴ
2055συνθήκη, μεθ’ ἧς ἐψηφίσθη ὡς παρακολούθημα ἐκείνης καὶ ἡ
2056σύμβασις περὶ τῆς ἀμοιβαίας ἐκδόσεως τῶν καταδιωκομένων
2057ἐγκληματιῶν, συνέπεσε νὰ ἦμαι Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλη-
2058σιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐν δὲ τῷ Ὑπουρ-
2059γικῷ Συμβουλίῳ, ὅτε ἡ σύμβασις αὕτη συνεζητήθη, ἤμην
2060μειονοψηφῶν, ψηφοφορήσας κατὰ τῆς συμβάσεως. Καὶ ὅταν
2061κατὰ τὸ 1878 καὶ 1879, μετὰ τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου,
2062ἀντιπρόσωποι Μεγάλων Δυνάμεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν
2063ἀντιπρόσωποι δύο εὐεργετίδων Δυνάμεων τῆς Ἑλλάδος, ἐπέμε-
2064νον ζητοῦντες καὶ προτρέποντες νὰ προβῶ εἰς διαπραγματεύσεις
2065μετ’ αὐτῶν πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως περὶ ἐκδόσεως,
2066ἠρνήθην διαῤῥήδην. Φρονῶ δ’ ὅτι, ἐὰν πρέπῃ ἡ Ἑλλὰς νὰ
2067ἀρνῆται ἵνα συνομολογῇ συμβάσεις περὶ ἐκδόσεως, κατὰ πλεί-
2068ονα λόγον δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ἐκτελῇ ἔκδοσιν, ἔστω καὶ ἂν
2069αὕτη ζητῆται ἐπὶ ἀμοιβαιότητι.
2070Ἡ ἔκδοσις ὑπηγορεύθη ἀπὸ εὐγενῆ ἰδέαν, ἀπὸ τὴν ἰδέαν,
2071ἀπὸ τὸν πόθον, νὰ συντελῶσι τὰ Κράτη, συμπράττοντα πρὸς
2072ἄλληλα ἀδελφικῶς, πρὸς καταστολὴν τῶν ἐγκλημάτων καὶ
2073ἠθικοποίησιν τῶν λαῶν. Τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον ὑπαγορεύει
2074ἡμῖν καὶ ἡ χριστιανικὴ φιλοσοφία. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι, ὅσον πρὸς
2075τοῦτο καὶ ἂν καλούμεθα καὶ ὑπὸ τῆς ἰδίας ἡμῶν θρησκείας καὶ
2076ὑπὸ τῆς ἰδίας ἡμῶν πολιτικῆς ἱστορίας, δὲν πρέπει νὰ σπεύ-
2077δωμεν, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ σταματῶμεν, ἀναμιμνησκόμενοι ὅτι
2078ἔχομεν καὶ ἄλλο καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν, τὸ καθῆκον
2079νὰ διατηρήσωμεν ἀκέραια τὰ δικαιώματα αὐτῆς, διότι ἐνδε-
2080χόμενον εἶναι ἡ κατ’ ἐλάχιστον μείωσις ἢ ἡ διὰ παραχωρή-
2081σεώς τινος παραίτησίς τινος ἤ τινων τῶν δικαιωμάτων τού-
2082των, νὰ ἀποβῇ ἐπιζήμιος εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν.
2083Ἀλλὰ τί κοινὸν μεταξὺ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐγκληματιῶν
2084καὶ τῆς παραγγελίας, τῆς δοθείσης εἰς τὸν κ. Χαμμερστάϊν νὰ
2085καταλίπῃ τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος; Ἂν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρ-
2086νησις ἐπέμενε ζητοῦσα τὴν ἔκδοσιν τοῦ κ. Χαμμερστάϊν, εἶναι
2087βεβαίως Μεγάλη Δύναμις ἡ Γερμανικὴ Αὐτοκρατορία, οὐδένα
2088δ’ ἔχομεν λόγον νὰ μὴ ἐπιθυμῶμεν, ἵνα μὴ δοθῇ αὐτῇ ἀφορμὴ
2089δυσαρεσκειῶν καθ’ ἡμῶν· ἀλλὰ πάντως ἠθέλομεν ἀρνηθῆ νὰ ἐκ-
2090δώσωμεν τὸν κ. Χαμμερστάϊν, οὐ μόνον διότι δὲν ὑπάρχει σύμ-
2091βασις περὶ ἐκδόσεως μετὰ τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας,
2092ἀλλὰ καὶ διότι, καὶ ἐπ’ ἀμοιβαιότητι ἀκόμη ἂν ἐζητεῖτο ἡ
2093ἔκδοσις, ἔπρεπε νὰ ἀρνηθῶμεν αὐτήν. Καὶ ὁμολογῶ χάριτας
2094πρὸς τὸν κ. συνάδελφόν μου, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν,
2095ὁ ὁποῖος μετὰ παῤῥησίας εἶπε τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δὲν ἠδυνά-
2096μεθα νὰ ἐκδώσωμεν τὸν κ. Χαμμερστάϊν. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ.
2097Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔστεργε ν’ ἀποδεχθῇ τὴν
2098αἴτησιν πρὸς παράδοσιν τοῦ κ. Χαμμερστάϊν, καὶ τότε δὲν
2099ἤθελε πρόκεισθαι περὶ τῆς ἐκδόσεως, ἥτις ἀναγράφεται ἐν ταῖς
2100συμβάσεσιν, ὡς ἀνεγράφη ἐν τῇ συμβάσει μετὰ τῆς Ἰταλίας
2101τὸ δικαίωμα τῆς ἀμοιβαίας ἐκδόσεως, οὐδ’ ὑπῆρχεν ἀναγε-
2102γραμμένη δι’ αὐτὴν διαδικασία τις, ἥτις ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ,
2103ἀλλ’ ἤθελε πρόκεισθαι περὶ αὐτοβούλου πράξεως τῆς Ἑλλη-
2104νικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς νόμος ὑπεχρέου νὰ δια-
2105πράξῃ, καὶ ἑπομένως οὐδεμία διαδικασία εἶχεν ἀναγραφῆ δι’
2106αὐτήν. Ἦτο δὲ μάταιον νὰ ἐρωτᾷ τις, διατὶ ἐν τῇ περιπτώ-
2107σει ταύτῃ δὲν ἐτηρήσαμεν διαδικασίαν τινά· διότι, ἐὰν ἐπρό-
2108κειτο περὶ ἐκδόσεως, αὕτη ἤθελε διαπραχθῆ ἐκ φιλοφροσύνης
2109πρὸς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν.
2110Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
2111Ὑπουργὸς μετὰ πάσης εἰλικρινείας εἶπεν εἰς τὸν βαρῶνον
2112Πλέσσεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ἐν πλήρει ἀδυ-
2113ναμίᾳ νὰ ἐκτελέσῃ τοιαύτην αἴτησιν, καὶ ὁ κ. πρέσβυς τοῦ
2114Αὐτοκράτορος τοσοῦτον σύνοιδε περὶ τοῦ δικαίου τῆς Ἑλλη-
2115νικῆς Κυβερνήσεως, ὥστε οὐδ’ ἔγγραφον αἴτησιν ἀπηύθυνε
2116περὶ τούτου.
2117Ἐνῷ λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ παραβιάσεως τῶν διατάξεων
2118τοῦ Ποιν. Νόμου, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ παραβιάσεως τοῦ νόμου
2119περὶ διαβατηρίων, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ ἐκδόσεως, περὶ τίνος
2120πρόκειται; Κατὰ τὰ πανταχοῦ παραδεδεγμένα, κατὰ τρεῖς
2121τρόπους οἱ ξένοι ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν χώραν, εἰς τὴν
2122ὁποίαν μετέβησαν, ἵνα διαμείνωσι προσωρινῶς· ἀπομακρύ-
2123νονται διὰ τῆς ἐκδόσεως, ἀπομακρύνονται διὰ τῆς ἀπελάσεως
2124καὶ ἀπομακρύνονται διὰ τῆς ἀρνήσεως τῆς ξενίας. Ὁ κ. Χαμ-
2125μερστάϊν δὲν ἀπεμακρύνθη τῆς Ἑλλάδος δι’ ἐκδόσεως, ἑπο-
2126μένως οὐδεὶς λόγος περὶ ἐκδόσεως πρέπει νὰ γίνεται. Ὁ κ.
2127Χαμμερστάϊν δὲν ἀπεμακρύνθη τῆς Ἑλλάδος δι’ ἀπελάσεως
2128διότι δὲν ἀπελάθη ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἶχε τιμωρηθῆ ἢ ὑπο-
2129βληθῆ εἰς τὴν ποινὴν τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, ὅτε ἡ
2130ἀπέλασις ἦτο ἀναγκαία, ἀλλ’ ὁ κ. Χαμμερστάϊν προσεκλήθη
2131νὰ καταλίπῃ ἐντὸς τῆς ἡμέρας τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος. Ὅθεν
2132τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειντο πρὸς ἐξέτασιν, εἶναι ταῦτα:
2133Πρῶτον, καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, δηλώσασα εἰς
2134τὸν κ. Χαμμερστάϊν, ὅτι δὲν παρέχει εἰς αὐτὸν περαιτέρω ξενίαν,
2135καὶ προσκαλέσασα αὐτὸν ν’ ἀναχωρήσῃ ἐντὸς τῆς ἡμέρας; Ἕτε-
2136ρον θέμα πρὸς ἐξέτασιν ἦτο ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπε-
2137μακρύνθη ἢ ἀνεχώρησεν ὁ κ. Χαμμερστάϊν, ἂν περιέχῃ τι, τὸ
2138ὁποῖον ἀποτελεῖ κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος τῶν ὑπηρετῶν
2139τοῦ Κράτους, οἵτινες εἶχον ταχθῆ νὰ φροντίσωσι περὶ τῆς
2140ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις,
2141ἀρνηθεῖσα ξενίαν εἰς τὸν κ. Χαμμερστάϊν. Ταῦτα ἦταν τὰ δύο
2142θέματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ περιστραφῇ ἡ συζήτησις.
2143Τὸ θέμα τοῦτο ἐξήτασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ὁ ὁποῖος
2144ἀνεγνώρισε μὲν, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνῆται
2145ξενίαν, ἀλλ’ ἰσχυρίσθη συγχρόνως, ὅτι κακῶς ἠρνήθη εἰς τὸν
2146ἀλλοδαπὸν τοῦτον τὴν ξενίαν· δὲν ἠδυνήθην δὲ νὰ ἐννοήσω,
2147διατί ἰσχυρίσθη τοῦτο. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βό-
2148λου ἀνεγνώριζε τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους νὰ ἀρνηθῇ ξενίαν,
2149ἀλλ’ ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀρνηθῇ ξενίαν εἰς τὸν κ. Χαμ-
2150μερστάϊν, τότε προσῆκε νὰ ἐρωτήσῃ ἡμᾶς, διὰ τίνα λόγον ἠρ-
2151νήθημεν ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους τὴν ξενίαν εἰς τὸν κ. Χαμ-
2152μερστάϊν, τοῦτο δ’ ἀπήτει οὐ μόνον τὸ προσῆκον, ἀλλὰ καὶ ἡ
2153παῤῥησία καὶ ἡ ἀλήθεια. Ὁ κ. Χαμμερστάϊν διέτριβε μεταξὺ
2154ἡμῶν ἄγνωστος, καὶ ἡμεῖς δὲν ἑωρῶμεν ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ
2155τὸν κ. Χαμμερστάϊν, ἀλλὰ ἄλλον τινὰ, κύριον Hebert, ὡς
2156ὠνόμαζεν ἑαυτὸν ὁ κ. Χαμμερστάϊν. Αἴφνης μανθάνομεν, ὅτι
2157ὁ κ. Hebert εἶναι ὁ κ. Χαμμερστάϊν, ἤτοι ὅτι ὁ κ. Χαμμερ-
2158στάϊν ἀπέκρυψεν ἑαυτὸν ἀπὸ πάντας ἐκείνους, μεθ’ ὧν συνην-
2159τήθη, διατρίβων ἐν Ἀθήναις, ἐξαπατήσας πάντας αὐτούς.
2160Συγχρόνως μανθάνομεν, ὅτι ὁ κ. Χαμμερστάϊν ἔπαθε, διατρί-
2161βων ἐν Ἀθήναις, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πάσχουσι πολλοὶ τῶν ξέ-
2162νων, οἵτινες ὑπολαμβάνουσιν ὅτι ἔρχονται εἰς χώραν τινὰ τῆς
2163Ζουλουλάνδης καὶ ζητοῦσιν αἴφνης, πρὸς ζημίαν αὐτῆς, νὰ
2164κερδοσκοπήσωσιν, εἴτε ἀποκτῶντες φήμην φιλολογικὴν, εἴτε
2165κερδαίνοντες χρήματα. Οὕτω καὶ ὁ ξένος οὗτος, ὁ ὁποῖος διέ-
2166τριβεν ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν ὑπὸ ξένον ὄνομα καὶ ἐτήρει ἑαυτὸν
2167ἄγνωστον, ἐσκέφθη νὰ ἐμπορευθῇ ἡμᾶς καὶ τὴν τιμὴν τοῦ
2168ἔθνους καὶ τὴν ὑπόληψιν ἡμῶν· καθ’ ὃν δὲ χρόνον ἡ Ἑλλη-
2169νικὴ Βουλὴ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, δύναμαι νὰ τὸ εἴπω,
2170ἀπεφαίνοντο διὰ τρόπου ἀνεκκλήτου, ὅτι δὲν εἶναι διατεθει-
2171μέναι νὰ θυσιάσωσιν οὐδὲν τῶν πολιτειακῶν δικαιωμάτων τοῦ
2172Κράτους διὰ συμφέροντα χρηματικὰ, καθ’ ὃν χρόνον ἕνεκα
2173τούτου πολλοὶ ξένοι ἢ καί τινες ἡμεδαποὶ ἔγραφον ἐν ταῖς
2174ἐφημερίσιν, ὅτι ἡμεῖς κακῶς πράττομεν, ἀρνούμενοι νὰ ὑποκύ-
2175ψωμεν εἰς ξενικὸν ἔλεγχον, καὶ ὅτι ἐμωράνθημεν, διότι δὲν σπεύ-
2176δομεν νὰ ὑποκύψωμεν εἰς αὐτὸν, ὑποτάσσοντες καὶ τὴν ἐκτε-
2177λεστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν δικαστικὴν
2178ἐξουσίαν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν δανειστῶν, παρέστη μετ’
2179αὐτῶν καὶ ὁ κ. Χαμμερστάϊν, λοιδορῶν τὸ Κράτος καὶ τὴν
2180χώραν! Ἀλλὰ τὰ ἐν τῇ Εὐρώπῃ δημοσιευόμενα ἔγγραφα οἱ
2181δημοσιεύοντες αὐτὰ τὰ δημοσιεύουσιν εἴτε πλανώμενοι, εἴτε
2182ἄλλα τινὰ προσδοκῶντες· ἀλλ’ ὁ κ. Χαμμερστάϊν, ἐλθὼν εἰς τὴν
2183χώραν ταύτην πρόσφυξ, ἀντὶ νὰ ἐκδηλώσῃ συμπαθείας πρὸς
2184αὐτήν, ἤρξατο καὶ οὗτος νὰ καταγγέλλῃ ἡμᾶς ὡς μωροὺς,
2185διότι δὲν στέργομεν τὸν ξενικὸν ἔλεγχον! καὶ ἐνῷ εἰς τὸν τόπον
2186δὲν εἶχεν ἔλθει, εἰμὴ πρὸ 15 μόλις ἡμερῶν, ὁ ἄνθρωπος ἔγραφε
2187περὶ Ἑλλάδος, ὡς ἂν εἶχε καταναλώσει πάντα τὰ ἔτη τῆς
2188ζωῆς του ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ, καὶ παρίστα τὴν διοί-
2189κησιν τῆς χώρας ὡς διεφθαρμένην, τὴν πολιτικὴν δὲ ὡς δια-
2190φθείρουσαν καὶ καταστρέφουσαν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους!
2191Πρὸ πολλῶν δεκάδων ἐτῶν ὑπῆρξε μαθητὴς τῆς Γαλλικῆς
2192Σχολῆς εὐφυέστατος, τὸν ὁποῖον ἡ φύσις εἶχε προικίσει μὲ
2193πολλὰ προτερήματα, καὶ ὁ ὁποῖος, ὅταν ἀπῆλθε τῆς Ἑλ-
2194λάδος, ἔγραψε συγγράμματα περὶ Ἑλλάδος, διὰ τῶν ὁποίων
2195ἐχλεύασε τὴν πτωχὴν Ἑλλάδα καὶ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας. Εἰς
2196τὰ σατυρίζοντα τὴν Ἑλλάδα συγγράμματά του ταῦτα ὀφεί-
2197λει τὴν φιλολογικὴν δόξαν του ἀληθῶς ὁ εὐφυὴς Γαλάτης,
2198καὶ δι’ αὐτῶν ἀνυψώθη ἐν τῷ κόσμῳ τῷ φιλολογικῷ, καὶ
2199ἀπέκτησεν ὄνομα καὶ πλοῦτον διὰ τῶν χλευασμῶν τῆς Ἑλ-
2200λάδος καὶ τῆς κατ’ αὐτῆς σατύρας. Μετά τινα ἔτη μετεμε-
2201λήθη ὁ ἀνὴρ, ζητήσας δημοσίᾳ συγγνώμην παρὰ τοῦ Ἑλλη-
2202νικοῦ ἔθνους. Τοῦτο πράττουσι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται
2203ἐνταῦθα, καὶ πολλοὶ, οἵτινες, ἀληθεῖς τυχοδιῶκται, ἔρχονται
2204ἐνταῦθα ἵνα πλουτήσωσι, καὶ οἵτινες, εὐθὺς ὡς προσκόψωσιν αἱ
2205ἐπιχειρήσεις αὐτῶν, ἢ εὐθὺς ὡς δὲν κατορθώσωσι νὰ ἐξαπα-
2206τήσωσιν εἴτε τὴν Κυβέρνησιν εἴτε τοὺς Ἕλληνας, ὅπως πλου-
2207τήσωσι, τρέπονται ἀμέσως εἰς συγγραφὰς ἢ δημοσιεύσεις κατὰ
2208τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τὸ 1891, ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅταν περι-
2209ῆλθεν εἰς πτώχευσιν ὁ ἐργολάβος τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδη-
2210ροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, εἷς ἐκ τῶν Γάλλων μηχανικῶν,
2211οἱ ὁποῖοι ἦσαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, ἐξέδωκε φυλλάδιον,
2212διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς ὠνόμαζε λῃστὰς καὶ μᾶς ἀπεκάλει φαύ-
2213λους καὶ διεφθαρμένους. Ὅταν ἀνέγνων τὸ φυλλάδιον, περι-
2214ελθὸν καὶ εἰς ἐμὲ, εἰδοποίησα ἰδιαιτέρως τὸν κόμητα Μον-
2215τολὼν, πρέσβυν τῆς Γαλλίας, διότι τοῦ ὑβριστικοῦ φυλλα-
2216δίου ὁ συγγραφεὺς ἦτο πολίτης Γάλλος, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ ξενι-
2217ζόμενος οὗτος ἐν τῇ χώρᾳ Γάλλος ὑβρίζει τὴν Ἑλλάδα,
2218σκοπῶ νὰ προσκαλέσω αὐτὸν νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ Ἑλληνικὸν
2219ἔδαφος. Δὲν γνωρίζω τί ἔπραξεν ὁ κόμης Μοντολὼν, γνωρίζω
2220ὅμως ὅτι, ὅταν τὸν ὑβριστὴν ξένον ἀνεζήτησεν ἡ ἀστυνομία,
2221ἵνα προσκαλέσῃ αὐτὸν νὰ καταλίπῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, οὐ-
2222δαμοῦ ἀνεὗρεν αὐτὸν, διότι οὗτος εἶχε σπεύσει νὰ ἀπέλθῃ τοῦ
2223Κράτους. Καὶ ὁ κ. Χαμμερστάϊν, ὅστις δὲν ἦτο ἐν Ἑλλάδι, εἰμὴ
2224πρὸ δέκα ἢ πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν, εἰς τὸ αὐτὸ ἔργον ἐνέκρινε νὰ
2225ἐπιδοθῇ, καὶ προσετέθη καὶ οὗτος εἰς τοὺς ποικίλους καὶ πο-
2226λυειδεῖς ὑβριστὰς, οἵτινες ἐξετόξευσαν παντοίας κατὰ τοῦ Ἑλ-
2227ληνικοῦ λαοῦ καὶ κατὰ τῆς Ἑλλάδος λοιδορίας, ἕνεκα τῆς
2228πτωχεύσεως, καὶ ὡς εἰ μὴ ἤρκουν αἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐκτοξευό-
2229μεναι καθ’ ἡμῶν ὕβρεις, προσετέθησαν καὶ αἱ ἐξ Ἀθηνῶν γραφό-
2230μεναι, ἔστω καὶ ὑπ’ ἀλλοδαπῶν. Καὶ ὁ ἀλλοδαπὸς οὗτος εἶχεν
2231αὐτὸς χαρακτηρίσει ἑαυτὸν ὡς ὕποπτον, διότι ἡ σπουδή, ἵνα
2232ἀποκρύψῃ ἑαυτὸν, ἐνεποίει πᾶσαν ὑπόνοιαν καὶ πᾶσαν ὑποψίαν.
2233Καὶ μᾶς εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν συναλλαγὰς
2234μετὰ τῆς Γερμανίας, ἀπαγορεύσαντες τὴν ξενίαν εἰς τὸν κ.
2235Χαμμερστάϊν, καὶ ἐλησμόνουν ὅτι ὡμίλουν ἀπὸ τοῦ βήματος
2236τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ὅτι ἐξετόξευον τοιαύτην
2237ὕβριν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος αὐτοὶ, μέλη Κοινο-
2238βουλίου τυγχάνοντες, οὐδ’ ἀνεμιμνήσκοντο, ὅτι ἥκει τοῦτο,
2239ἵνα δώσῃ ὕλην εἰς πάντας τοὺς μισοῦντας τὴν Ἑλλάδα, εἰς
2240πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἐκβιάσωσι τὴν Ἑλλάδα,
2241ὕλην, λέγω, εἰς μομφὰς καὶ λοιδορίας, οὐχὶ πλέον κατὰ τοῦ κ.
2242Σκουζὲ ἢ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη ἢ κατ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ κατὰ τῆς
2243πατρίδος, κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς!
2244Ἐὰν δὲν ἐνέκρινον νὰ ἐξετάσωσι τὸ θέμα τοῦτο, ἂς ἐξήταζον
2245τὸ ἄλλο θέμα, ἂν οἱ ταχθέντες ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυ-
2246νομίας, ἵνα ἐκτελέσωσι τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως
2247καλέσωσι τὸν κ. Χαμμερστάϊν νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ Ἑλλην. ἔδα-
2248φος, καὶ ἐπιστατήσωσιν ἵνα μὴ ἀποπλανήσῃ αὐτοὺς καὶ ἀποβι-
2249βασθῇ ἀπὸ τοῦ ἀτμοπλοίου αὖθις εἰς Πειραιᾶ, ἂν, λέγω, οἱ ἐπι-
2250τραπέντες τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης μετῆλθον τρό-
2251πους ἢ μέσα, οἱ ὁποῖοι προσέβαλον τὸ πρόσωπον ἢ ἠθέτουν τὰ
2252δικαιώματα αὐτοῦ. Τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέθηκεν
2253ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, βεβαιοῦσιν ὅτι οἱ ὑπάλληλοι
2254οὗτοι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των· ἐὰν δ’ ἐν τῇ πόλει τῶν
2255Ἀθηνῶν ὑπῆρξαν οἱ κατασκευάσαντες διαδόσεις ἀλλοίας, δὲν
2256ὑπέθετον ὅτι αἱ διαδόσεις αὗται ἤθελον ἀναγγελθῆ καὶ ἀπὸ
2257τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Οὐδὲν προβάλλω παράπονον κατὰ
2258τοῦ Τύπου. Εἰμὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίσημον
2259ἰδιότητα αὐτῶν, ὁσάκις εἶχον τοιαύτην, καὶ ὡς ἁπλοῖ Βου-
2260λευταὶ καὶ ὡς ἰδιῶται, συνηγόρησαν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ
2261Τύπου. Καὶ δὲν συνηγόρησα μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ὅταν
2262ἠπειλεῖτο μεγίστη πολιτικὴ κρίσις ἐν μεγίστῃ ἐπικρατείᾳ,
2263συνδιαλεγόμενος μετ’ ἐπισημοτάτων προσώπων, τὰ ὁποῖα εἰσ-
2264ηγοῦντο ἐλευθέρως τὰς γνώμας των εἰς τὸν τότε κυβερνῶντα
2265τὴν Γαλλίαν, δὲν ἐδίστασα νὰ συμβουλεύσω νὰ ἀποδεχθῶσι
2266τὴν πλήρη ἐλευθεροτυπίαν. Ἀλλ’ ὁμολογῶ, μὲ ὅλον τὸ σέβας
2267πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Τύπου, ὅτι ὁ πόθος τῶν εἰδήσεων,
2268—διότι κατὰ δυστυχίαν ἡ δημοσιογραφία ἐν Ἑλλάδι ἐξετέθη
2269εἰς πρόοδον λίαν ἐσπευσμένην καὶ ὑπερβαίνουσαν τὰ ὑπὸ τῆς
2270χώρας παρεχόμενα εἰς τὴν δημοσιογραφίαν ἔσοδα—ὁ πόθος,
2271λέγω, νὰ ἔχωσιν εἰδήσεις δυναμένας νὰ ἑλκύσωσιν ὅσον οἷόν τε
2272περισσοτέρους ἀναγνώστας, εἰδήσεις ἑπομένως ἐμποιούσας συγ-
2273κίνησιν, παρασύρει αὐτοὺς εἰς δημιουργίαν ἀκατανοήτων ἀγ-
2274γελμάτων. Καὶ ἐφ’ ὅσον τὰ τοιαῦτα ἀγγέλματα δὲν βλά-
2275πτουσι τὰ μεγάλα συμφέροντα τῆς χώρας, ἐν ὅσῳ αἱ εἰδήσεις
2276αὗται σκοποῦσι νὰ μειώσωσι τὴν ὑπόληψιν τῶν ἀτόμων, ἢ
2277νὰ δυσφημήσωσι πολιτευομένους, εἴτε καὶ νὰ ὑπονομεύσωσι
2278τὴν πρὸς τοὺς κυβερνῶντας ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, δὲν ἁρ-
2279μόζει εἰς οὐδένα νὰ παραπονῆται· ὑπάρχουσιν ὅμως ὅρια, πρὸ
2280τῶν ὁποίων ὠφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας τῶν λόγων τοῦ κ. Βου-
2281λευτοῦ ἐκ Μεσσήνης, ἵνα συστήσω εἰς τὴν δημοσιογραφίαν νὰ
2282σταματᾷ, καὶ ἰδίως νὰ μὴ λησμονῇ, ὅτι, ἐὰν πάντα τὰ ἐσω-
2283τερικὰ ζητήματα δύνανται νὰ ἦναι ἀντικείμενον καὶ ἐρεύνης
2284καὶ συζητήσεως καὶ ἐλέγχου, τῶν ζητημάτων ὅμως, τὰ ὁποῖα
2285ἀνάγονται εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν
2286ὁποίαν τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ μετέρχηται ἐν ταῖς σχέσεσι αὐ-
2287τοῦ πρὸς τὰς ἄλλας Κυβερνήσεις, ἢ ἐν τῇ μερίμνῃ αὐτοῦ πρὸς
2288τοὺς ὁμοφύλους, τῶν ζητημάτων τούτων πρέπει νὰ ἅπτωνται
2289μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ μετ’ εὐλαβείας. Δὲν θέλω νὰ ἀπαγ-
2290γείλω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κρατεῖ πολλαχοῦ, ὅτι πάντα τὰ κόμ-
2291ματα καὶ πᾶσαι αἱ ἀποχρώσεις μίαν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐξω-
2292τερικὴν πολιτικὴν, καὶ τὴν αὐτὴν πρέπει νὰ ἔχωσι γνώμην
2293περὶ τῶν μέσων καὶ περὶ τοῦ τρόπου, διὰ τῶν ὁποίων ἐξυπη-
2294ρετεῖται καὶ πρέπει νὰ ἐξυπηρετῆται ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ
2295τῆς πατρίδος των. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἔχωσι μίαν περὶ τῶν
2296μέσων καὶ περὶ τοῦ τρόπου γνώμην, πρέπει ὅμως νὰ ἔχωσι
2297πάντως μίαν ἐπὶ τῆς ἐν γένει ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Κρά-
2298τους. Ἂς ἔχωσι γυμνὰ τὰ ξίφη των κατὰ τῶν κυβερνώντων
2299διὰ τὰς πράξεις ἢ τὰς παραλείψεις αὐτῶν ἐν τῇ ἐσωτερικῇ
2300διοικήσει, ἀλλ’ ἂς ἀφήνωσιν αὐτοὺς νὰ ἡγῶνται ἐν τῇ ἐξωτε-
2301ρικῇ πολιτικῇ, καὶ νὰ ἕπωνται πάντες, βοηθοῦντες καὶ συντρέ-
2302χοντες τοὺς ἡγουμένους. Τῷ ὄντι τελευταῖον, ἂν δὲν ἦτο ἀληθῶς
2303σώφρων ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, τοσαῦται ἐδίδοντο αὐτῷ προτροπαὶ
2304καὶ παρακελεύσεις, τοσαῦται ἐδημιουργοῦντο διὰ τὴν ψυχὴν
2305αὐτοῦ συγκινήσεις, τοσαῦτα ἐτίθεντο μέσα πρὸς ἔξαρσιν τοῦ
2306φρονήματος καὶ ἔξαψιν τῶν αἰσθημάτων, ὥστε ἦτο ἐνδεχό-
2307μενον αἱ λαϊκαὶ συγκινήσεις νὰ ἀσκήσωσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν
2308κυβερνώντων, καὶ ἂν δὲν ἤμεθα ἡμεῖς, οἵτινες ἠθέλομεν ὑπο-
2309κύψει εἰς τοιαύτην ἐπίδρασιν, δὲν ἦτο ἀδύνατον αὕτη νὰ κρα-
2310τήσῃ ἐν ταῖς σκέψεσι τῶν διαδόχων ἡμῶν, καὶ νὰ ἀγάγῃ τὴν
2311χώραν εἰς πολιτείαν οὐχὶ ἐπισφαλῆ, ἀλλ’ ἀναντιῤῥήτως ἐπι-
2312ζήμιον καὶ βλαβεράν.
2313Τινὲς τῶν προαγορευσάντων ᾐτιάθησαν τῶν ἀριθμῶν, ἐν
2314σχέσει πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν
2315ταύτην ἐσκόπουν, ἐρευνῶντες δῆθεν τὰς γνώμας τοῦ Κοινο-
2316βουλίου, νὰ καταῤῥίψωσι τὸ ἠθικὸν κῦρος τῶν ἀποφάσεων
2317αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις κοινοβουλευ-
2318τική, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου, ἐν δὲ
2319ταῖς χώραις, ἐν αἷς ἐπικρατεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα,
2320κρατεῖ τὸ πλάσμα, ὅτι ἐν τῇ γνώμῃ τῶν πλειόνων ὑπάρχει
2321ἡ ἀλήθεια. Ἤθελεν εἶσθαι πλήρης ἀναίρεσις τοῦ κοινοβου-
2322λευτικοῦ πολιτεύματος, ἐὰν τὸ πλάσμα τοῦτο δὲν ἐκράτει
2323ὡς κανών. Ἀλλ’ ὅταν ὁμιλῶσι περὶ ἀριθμῶν, δὲν πρέπει νὰ
2324λησμονῶσιν, ὅτι παραβαίνουσι τὸ καθῆκον τῆς εὐπρεπείας, τὸ
2325ὁποῖον ἔχουσι πρὸς τοὺς συναδέλφους αὑτῶν. Ἡμεῖς ὡμιλή-
2326σαμεν ἄλλοτε περὶ ἀριθμῶν, τυγχάνοντες ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει,
2327ἀλλ’ ὡμιλοῦμεν τότε περὶ ἀριθμῶν, διότι μετὰ θάῤῥους ἐλέ-
2328γομεν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ἐκείνην, ὅτι δὲν ἀντιπροσωπεύει
2329πλέον τὸ φρόνημα τοῦ ἔθνους. Καὶ ἐλέγομεν τότε τὴν ἀλή-
2330θειαν, ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, καὶ τοὺς λόγους ἡμῶν ἐκείνους
2331ἐκύρωσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τῆς ψήφου αὐτοῦ καὶ κατὰ
2332τὴν 7 Ἀπριλίου καὶ κατὰ τὴν 14 Ὀκτωβρίου καὶ πρὸ δέκα
2333ἔτι μηνῶν. Ἀλλ’ ἔχει τις τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι σεῖς δὲν
2334διερμηνεύετε τὸ φρόνημα τοῦ ἔθνους, σεῖς, οἱ ὁποῖοι μόλις
2335πρὸ ἐννέα μηνῶν διαχειρίζεσθε τὴν ἀνατεθεῖσαν ὑμῖν ἐντολήν;
2336Εἶναι σπουδή, ἡ ὁποία ἤθελε χαρακτηρισθῆ ὡς ἐμπαθής, πρὸ
2337πάντων δ’ ἤθελε χαρακτηρισθῆ ὡς μὴ εὐπρεπής, διότι ἤθελεν
2338ὑποληφθῆ ὡς ὕβρις. Ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς εἶναι εὐγε-
2339νέστατος, διότι ἡ πολιτικὴ εἶναι ἡ εὐγενεστέρα τῶν ἐπιστη-
2340μῶν, ἀλλὰ πρέπει οἱ λειτουργοῦντες ἐν αὐτῇ καὶ ἐφαρμό-
2341ζοντες αὐτὴν νὰ ἦναι πρὸ πάντων εὐπρεπεῖς καὶ νὰ ἀποδέ-
2342χωνται ὡς κανόνα, ὅτι πάντες, καὶ οἱ λέγοντες ναὶ καὶ οἱ
2343λέγοντες ὄχι, ἕνα σκοπὸν ἔχομεν, πῶς νὰ ἀνεύρωμεν τὸ ἀλη-
2344θὲς καὶ τὸ ὠφέλιμον, μίαν ἐπιθυμίαν, πῶς νὰ ἐξυπηρετήσωμεν
2345τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐὰν διαφωνῶμεν περὶ τὰς γνώ-
2346μας ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων
2347τοῦ Κράτους, ἐὰν διχογνωμῶμεν περὶ τῶν μέσων, διὰ τῶν
2348ὁποίων θέλομεν ἐξυπηρετήσει ταῦτα, δὲν δύναταί τις νὰ συνα-
2349γάγῃ, ὅτι διὰ τοῦτο οἱ μὲν εἰσι φιλοπάτριδες, οἱ δὲ ἄλλοι
2350διεφθαρμένοι, πολλῷ δ’ ἧσσον ἐπιτρέπεται εἴς τινα νὰ συνα-
2351γάγῃ, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὴν γνώμην αὑτοῦ,
2352ἐμπορεύονται τὴν συνείδησίν των.
2353Ἐξεπλήρωσα, Κύριοι, τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον, ἵνα
2354ἀποκριθῶ εἰς τὰς αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνθησαν κατὰ
2355τῆς Κυβερνήσεως, ἀρνηθείσης ξενίαν εἰς τὸν κ. Χαμμερστάϊν,
2356καὶ καλεσάσης αὐτὸν νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος
2357ἐντὸς τῆς ἡμέρας. Ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν ἦτο μονομερὴς πρᾶξις
2358τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
2359Ἐσωτερικῶν ἡ πρᾶξις αὕτη ἦτο πρᾶξις κυβερνητική. Καὶ
2360ἠπόρησα, ὅταν ἤκουσα συναδέλφων Βουλευτῶν, οἵτινες ἐκ
2361τῆς πολιτικῆς στάσεως αὑτῶν δὲν διατελοῦσιν ἐν τοιαύτῃ
2362σχέσει μετὰ τῶν Ὑπουργῶν, ὥστε νὰ διαγινώσκωσι τὰς
2363πρὸς ἀλλήλους σχέσεις αὐτῶν, ἠπόρησα, λέγω, πῶς ἐθάῤῥησαν
2364νὰ ἀφήσωσιν ὑπαινιγμοὺς, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα τοῦ
2365βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κυρίου Σκουζὲ, ἢ τοῦ βουλευτοῦ ἐξ
2366Οἰτύλου κ. Μαυρομιχάλη, ὡς ἂν ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς
2367τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀπευθύνῃ αἴτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν
2368τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα δηλώσῃ ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως
2369καὶ τοῦ Κράτους, ὅτι ἀρνεῖται ξενίαν εἰς ἀλλοδαπόν! Ὡς ἂν
2370ἦτο δυνατὸν ἡ τοιαύτη αἴτησις νὰ ἀκουσθῇ παρὰ τοῦ κ.
2371Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν! Ὡς ἂν ἐπρόκειτο περὶ κοινῆς
2372τινος πράξεως τῆς Διοικήσεως, περὶ διορισμοῦ τινος ὑγειονομο-
2373φύλακος! Ἀπορῶ πῶς τοιαῦτα λέγονται καὶ πῶς τοιοῦτοι
2374ἰσχυρισμοὶ προβάλλονται. Ἡ πρᾶξις ἦτο πρᾶξις τῆς Κυ-
2375βερνήσεως, καὶ ἐπράχθη, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν πεποί-
2376θησιν, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπῄτει νὰ διαπράξῃ ταύ-
2377την, εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐντελλομένη τὴν ἐκτέλεσιν αὐ-
2378τῆς, ἐξεπλήρου καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα (Εὖγε! εὖγε!
2379χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
2380§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά.
2381(Μετὰ διακοπὴν 10 λεπτῶν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συν-
2382εδρίασις).
2383§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
2384§70ΡΑΛΛΗΣ. Εὐτυχῶς, Κύριοι, μετὰ τὰς μακρὰς διαδρομὰς
2385τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔχομεν τοὐλάχιστον ἓν
2386συμπέρασμα λογικὸν καὶ γενναῖον, διότι ἀνέλαβε τὴν εὐθύ-
2387νην τῆς πράξεως, καὶ ἐχαρακτήρισεν αὐτὴν ὡς πρᾶξιν κυβερ-
2388νητικήν, ἐκφράσας μάλιστα τὴν ἔκπληξίν του, πῶς πρᾶξις,
2389ἥτις δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνεργηθῇ, εἰμὴ παρ’ ἁπάσης τῆς Κυ-
2390βερνήσεως καὶ τῇ διαταγῇ αὐτῆς, τῇ διαταγῇ ἰδίᾳ τοῦ
2391Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι πρόκειται περὶ πράξεως
2392καθαρῶς ἀστυνομικῆς, ἀπεδίδετο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξω-
2393τερικῶν, ὅστις παραδόξως προῆλθεν ὑπερασπιστὴς αὐτῆς,
2394ν’ ἀπολογηθῇ δι’ αὐτήν. Εὐτυχῶς, εἶπον, μετὰ τὴν ἀγόρευ-
2395σιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν
2396πρᾶξιν ἀφορῶσαν εἰς τὴν εὐθύνην ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως.
2397Ἀλλὰ διατὶ ἔσπευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ
2398καταλάβῃ τὸ βῆμα, ἀπολογούμενος διὰ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην;
2399διατὶ ἐθεώρησεν ἑαυτὸν μόνον ὑπεύθυνον δι’ αὐτήν; μὴ ὑπῆρξεν
2400ὁ ἀληθὴς δράστης—ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν—τῆς πρά-
2401ξεως ἐκείνης, καὶ μὴ παρέσυρε τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως,
2402τὴν ὁποίαν ἔσπευσε νὰ ἀναλάβῃ ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς;
2403Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἐξετάσῃ τις τὰ γεγονότα καὶ
2404ἀναλύσῃ αὐτά, θέλει φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὴν
2405ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν εὐθύνην τῆς πράξεως ἐκείνης φέρει
2406ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ μετέχει αὐτῆς ὁλό-
2407κληρος ἡ Κυβέρνησις, παρασυρθεῖσα παρ’ αὐτοῦ. Καὶ ὁ κ.
2408Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην του
2409διὰ τὴν ἀπέλασιν τοῦ Χαμμερστάϊν, ἀνεμνήσθη ἐνεργείας ἑτέ-
2410ρου Ὑπουργοῦ, ἐνεργήσαντος ὁμοίαν ἀπέλασιν κατὰ τὸ 1883.
2411Κατὰ τὸ 1883 εὑρισκόμεθα, Κύριοι, εἰς τὴν ἐπιοῦσαν τῆς
2412προσαρτήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἡ τάξις ἐν αὐταῖς εἶχε δια-
2413σαλευθῆ, ἂν δ’ ἐνθυμοῦμαι καλῶς, συνελήφθησαν τότε καταγ-
2414γελθέντες καὶ ἐδικάσθησαν παρὰ τῶν συστάντων Κακουργιο-
2415δικείων ἑκατοστύες λῃστῶν. Διὰ παντὸς τρόπου ὤφειλεν ἡ
2416τότε Κυβέρνησις νὰ προσπαθήσῃ νὰ καθάρῃ τὰς νέας ἐπαρ-
2417χίας ἐκ τῶν λυμαινομένων αὐτὰς κακοποιῶν στοιχείων, ἕνεκα
2418τῶν ὁποίων εἶχε διασαλευθῆ ἐντελῶς ἡ δημοσία ἀσφάλεια.
2419Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην συνελήφθησαν ἐντὸς τοῦ Ἑλληνι-
2420κοῦ ἐδάφους δύο κακοῦργοι, δύο συμμορῖται συμμορίας, ἥτις
2421πολλὰς εἶχε διαπράξει λῃστρικὰς πράξεις. Οἱ συμμορῖται
2422οὗτοι ἦσαν ὁ Πολυέλαιος καὶ ὁ Πλευρίτης. Ἡ ἀνάκρισις
2423ἐπελήφθη τῶν κατ’ αὐτῶν κατηγοριῶν, καὶ διὰ βουλευμάτων
2424ὁριστικῶν καὶ τελεσιδίκων παρεπέμφθησαν ἐνώπιον τῶν Κα-
2425κουργιοδικῶν καὶ δι’ ἄλλας πολλὰς λῃστρικὰς πράξεις, ἀλλὰ
2426καὶ διὰ τὴν λῃστοπραξίαν τὴν ἐνεργηθεῖσαν κατὰ τοῦ Ἄγ-
2427γλου συνταγματάρχου Σοῦτερ, ἐπὶ τῆς μεθορίου γραμμῆς,
2428μεθ’ ἣν εἰσῆλθον ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ. Τὸ Κακουργιοδικεῖον
2429ἐπελήφθη τῆς ἐκδικάσεως τῆς κατ’ αὐτῶν κατηγορίας, κατε-
2430δίκασε δὲ τὸν Πολυέλαιον εἰς εἰκοσαετῆ δεσμὰ, ἐκηρύχθη δὲ
2431ἀναρμόδιον ὡς πρὸς τὸν ἕτερον, τὸν Πλευρίτην, ἐπὶ τῷ λόγῳ
2432ὅτι ἦτο ἀλλοδαπὸς, διέπραξε δὲ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν κατὰ
2433ἀλλοδαποῦ τὴν κατὰ τοῦ Σοῦτερ ληστοπραξίαν. Ὁ τότε
2434Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης — καὶ τὸν γνωρίζετε πάντες,
2435εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλῇ, — αὐθωρεὶ
2436καὶ αὐτοστιγμεὶ, ἅμα ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Κα-
2437κουργιοδικείου, διέταξε, μετὰ συνεννόησιν πρὸς τὸν Ὑπουρ-
2438γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ συλληφθῇ ὁ Πλευρίτης καὶ νὰ ἀπε-
2439λαθῇ. Ὁ Πλευρίτης ἦτο Κρὴς, ἐπεβιβάσθη ἐπὶ τοῦ Αὐστρια-
2440κοῦ ἀτμοπλοίου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο τὴν ἰδίαν ἡμέραν, μετ’
2441ὀλίγας ὥρας, νὰ ἀναχωρήσῃ διὰ Κρήτην, καὶ οὕτως ἀπε-
2442λάθη ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Τὴν πρᾶξιν τότε ἐκείνην,
2443τὴν ὁποίαν αἱ περιστάσεις ἐπέβαλλον, κατήγγειλεν ἐνώπιον
2444τῆς Βουλῆς ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ νῦν καὶ
2445τότε Βουλευτὴς Γόρτυνος. Προσεπάθησεν ὑπὸ τὴν πρᾶξιν
2446ἐκείνην, διὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἕτερος ἐνδιεφέρετο, παρὰ μόνον
2447ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, διότι οὐδεὶς ἐποίησε παραστάσεις καὶ
2448ὑπὲρ οὐδενὸς εἶχεν ἀνάγκην ἡ Πολιτεία καὶ οἱ Ὑπουργοὶ τῆς
2449ἐποχῆς ἐκείνης νὰ ἐνεργήσωσιν ὅ,τι ἐνήργησαν, προσεπάθησε
2450νὰ καταγγείλῃ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην ὡς καλύπτουσαν ἔκδοσιν.
2451Ἠρώτα δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἔκτοτε
2452πολλὰ ἔμαθε καὶ ὅστις πρὸ ὀλίγου ἀνεκήρυττε τὴν ἀρχὴν,
2453ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἡ μικρὰ Ἑλλὰς πρέπει νὰ συνδεθῇ ποτε
2454διὰ συμβάσεως ἐκδόσεως, ἠρώτα τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
2455του τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀντὶ τίνος ἀνταλ-
2456λάγματος ἐξέδωκε τὸν Πλευρίτην καὶ διατὶ τὸν παρέδωκεν
2457εἰς τὴν Τουρκίαν, ἧς ἡ δικαιοσύνη τόσον ὀλίγα ἐχέγγυα
2458παρέχει; Ἀπήντα ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι
2459εἰς οὐδένα παρέδωκε τὸν Πλευρίτην, τὸν ἀπέλασε, διότι δὲν
2460ἦτο δυνατὸν ληστὴς, ὡς πρὸς τὸν ὁποῖον εἶχον ἐκδοθῆ βουλεύ-
2461ματα δικαστικὰ παραπεμπτικὰ, περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ
2462ὁποίου καὶ περὶ τοῦ ἐπικινδύνου τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ὁποίου οὐ-
2463δεμία ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, δὲν ἦτο δυνατὸν
2464ὁ ληστὴς ἐκεῖνος νὰ ἐξακολουθῇ νὰ διαμένῃ ἐλεύθερος ἐν Ἑλ-
2465λάδι. Ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος δὲν ἀπέκρυψε τὰ ἔγγραφα, οὔτε
2466ἠθέλησε νὰ συζητήσῃ περὶ τοῦ ἐὰν ἔπρεπεν ἢ ὄχι νὰ κατα-
2467τεθῶσι τὰ ἔγγραφα· ἔλαβε τὴν δικογραφίαν, ὡς εἶχε σχηματισθῆ
2468παρὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, καὶ τὴν ὑπέβαλεν ἐνώπιον τῆς
2469Βουλῆς, ὅπως ἐξετάσῃ, τίς ἦν ὁ Πλευρίτης, καὶ ἐὰν ὤφειλεν
2470ἡ Πολιτεία νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας,
2471ἀπελαύνουσα αὐτὸν ἐντεῦθεν. Ὡς εἶπον, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2472Κυβερνήσεως, τότε ἁπλοῦς Βουλευτὴς Γόρτυνος, μὲ ἠρώτα,
2473ἐὰν ἐζήτησα ἀνταλλάγματα, ἄλλοι δὲ φίλοι του, οἱ «ἐκ
2474τῶν ἡμετέρων», ἐχαρακτήριζον ὡς ἑξῆς τὴν πρᾶξιν. Ὁ
2475ἀείμνηστος Δημητρακάκης, ἐκ τῶν στενωτάτων φίλων τοῦ κ.
2476Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Λοιπὸν,
2477»κύριε Ὑπουργὲ, σᾶς λέγω ὅτι ἡ πρᾶξίς σας εἶναι ὄχι μόνον
2478»παράνομος, ἀλλὰ καὶ ταπεινή. Αὐτὸ θὰ εἴπῃ, καθ’ ὅλην
2479»τὴν σημασίαν τῆς λέξεως, τὸ νὰ παραδίδετε ἕνα ἄνθρωπον,
2480»εἴτε Χριστιανὸς εἶναι, εἴτε Τοῦρκος, εἴτε Ἑβραῖος, εἴτε
2481»Κινέζος τὸ θρήσκευμα· εἶναι ἄνθρωπος χαίρων τὸ δικαίωμα
2482»τῆς προστασίας τῶν νόμων τοῦ Κράτους....»
2483Τοιοῦτόν τι δὲν λέγω περὶ τῆς πράξεως, ἧς τὴν εὐθύνην
2484ἀνέλαβεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἣν ἄνευ τῆς
2485δηλώσεώς του ἤθελον καταλογίσει εἰς βάρος τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν
2486μελῶν τῆς Κυβερνήσεώς του, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐξετάσω, τίς
2487ἀληθῶς ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια καὶ πῶς δύναται νὰ χαρακτη-
2488ρισθῇ ἡ ἐνέργεια εἴτε τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἴτε
2489καὶ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπῆρξεν ἔκδοσις; ὑπῆρξεν
2490ἀπέλασις; ὑπῆρξε, κατὰ τὴν περίεργον ὑποδιαίρεσιν, τὴν
2491ὁποίαν ἐφεῦρεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἄρνησις φιλο-
2492ξενίας ἢ ἄρνησις ξενίας; Ὡς ἄρνησιν ξενίας χαρακτηρίζει
2493τὴν πρᾶξιν ἡ ἔκθεσις ἡ ἀστυνομικὴ, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει
2494ὁπωσδήποτε νὰ στηριχθῆτε, διότι κατετέθη ἐνώπιον ὑμῶν.
2495Πῶς συντάσσονται αἱ ἐκθέσεις αὗται, ἐπανειλημμένως ὁ κ.
2496Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἐξέθηκε,
2497καὶ εἰς τί ἀποβλέπει ἡ σύνταξις αὐτῶν, πάντες γνωρίζετε,
2498ἀλλ’ ὀφείλω νὰ καταγγείλω καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυ-
2499βερνήσεως καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τὴν συνταχθεῖσαν ἐπὶ
2500τῇ εὐκαιρίᾳ ἐκείνῃ τῆς ἀπελάσεως ἢ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Χαμ-
2501μερστάϊν, ὡς ἔκθεσιν λίαν ἀδεξίαν, καταγγέλλουσαν ἀκριβῶς
2502τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἐκδόσει μὴ ἐπιτρεπομένῃ. Ὁ κ. Πρόεδρος
2503τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε: «ποῦ εὕρετε αὐτά; πῶς εἶναι δυνα-
2504τὸν νὰ χαρακτηρήσητε ὡς ἔκδοσιν, πρᾶξιν, ἥτις ἦν ἁπλῆ ἄρ-
2505νησις ξενίας, ὑπαγορευομένη ἐκ τῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν
2506ἔλαβεν αὐτὸς ὁ ξένος ἀπέναντι ἡμῶν, ἀπέναντι τῆς Ἑλληνι-
2507κῆς Πολιτείας;» Καὶ ἐζήτει νὰ θίξῃ τὰς χορδὰς τὰς πατριω-
2508τικὰς τῆς καρδίας σας, ἐπεκτείνων ἐπ’ ἄπειρον τὸ ἔδαφος, ἐπὶ
2509τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ ἀγωνισθῇ, διότι εὕρισκεν, ὅτι τὸ
2510ἔδαφος ἐκεῖνο ἦτο στενόχωρον, καὶ ἐξέφευγεν ὑπὸ τοὺς πό-
2511δας του. Ἔλεγε: «ποῦ εὕρετε τὰς πληροφορίας ἐκείνας,
2512τὰς ὁποίας ἤλθετε νὰ ἐκφέρητε ἀπὸ τοῦ βήματος; εἰς τὰς
2513Ἑλληνικὰς ἐφημερίδας, εἴτε εἰς τὰς ξένας ἐφημερίδας;»
2514Δυστυχῶς δὲν εἶναι μόνον αἱ ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι ἀνέγραψαν
2515καὶ αἱ ὁποῖαι ἐχαρακτήρισαν τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως.
2516Τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως ἐχαρακτήρισαν ἐπίσημοι δηλώ-
2517σεις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, τὰ συγχαρητήρια τηλε-
2518γραφήματα τοῦ Αὐτοκράτορος, διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξω-
2519τερικῶν τῆς Γερμανίας, πρὸς τὸν πρέσβυν τὸν ἐν Ἀθήναις·
2520τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως καταγγέλλουσιν αἱ δηλώσεις
2521τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου τοῦ Γερμα-
2522νικοῦ. Τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἀνακοινώσεως τῆς εἰδήσεως, ὅτι
2523ἀπελάθη ὁ Χαμμερστάϊν, ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ «Βορειογερμα-
2524νικῇ Ἐφημερίδι» ἐπίσημος δήλωσις τῆς Γερμανικῆς Κυβερ-
2525νήσεως, ἡ ὁποία ἀφηγεῖται τὰ διατρέξαντα. Ὁ κ. Πρόεδρος
2526Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ μᾶς παραστήσῃ, ὅτι τὸ ἔνταλμα τὸ
2527ἐν τῇ δικογραφίᾳ, τὸ κατατεθὲν μεταξὺ τῶν δύο ἢ τριῶν
2528ἄλλων ἐγγράφων, αὐτὸ ἐδόθη ὡς μποναμᾶς εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
2529γὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν παραμονὴν τοῦ νέου ἔτους, —
2530διότι συμπίπτει ἀκριβῶς ἡ 27 Δεκεμβρίου κατὰ τὸ νέον
2531ἔτος—καὶ ὅτι δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἀπέλασιν τοῦ
2532Χαμμερστάϊν· πρὸς δὲ, ὅτι ἡ ἀνάμιξις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
2533Ἐξωτερικῶν εἶναι περίστασις, ἥτις οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς
2534τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτῆς τῆς πράξεως, περὶ τοῦ ἂν ἦναι
2535ἀπέλασις, ἔκδοσις, ἢ ἄρνησις ξενίας.
2536Ἀλλὰ διατί ἀνεμίχθη τέλος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
2537κῶν εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν; Διατὶ ἀνέλαβεν αὐτὸς τὴν
2538ὑπεράσπισιν καὶ ἠθέλησε πρῶτος ν’ ἀπολογηθῇ; Τίνα σχέσιν
2539ἔχει μὲ μέτρον ἀστυνομικὸν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ληφθῇ
2540μετὰ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ μετ’
2541ἀπόφασιν τῆς ὅλης Κυβερνήσεως; Πῶς τὸ βούλευμα αὐτὸ
2542εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν; Ὑπο-
2543θέτω ὅτι τοῦτο ἐπῆλθε διὰ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου
2544Πνεύματος. Ὡμολογήθη δὲ, ὅτι τὸ ἔνταλμα αὐτὸ παρεδόθη
2545παρὰ τοῦ Γερμανοῦ πρέσβεως. Τὸ ἔνταλμα αὐτὸ, Κύριοι,
2546καὶ αἱ δηλώσεις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, αἱ ἐπίσημοι
2547δηλώσεις, θέλουσιν ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς
2548πράξεως τῆς Κυβερνήσεως.
2549Εἶπον ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν τῆς συλλήψεως τοῦ Χαμμερστάϊν
2550ἡ «Βορειογερμανικὴ Ἐφημερὶς» ἐδημοσίευσε τὴν ἑξῆς ἐπίση-
2551μον ἔκθεσιν περὶ τῶν λαβόντων χώραν (ἀναγινώσκει):
2552«Ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῆς ἐν Ἀθήναις Γερμανικῆς Πρεσβείας
2553»προκύπτει, ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Χαμμερστάϊν ὡς ἀναρ-
2554»χικοῦ οὐδέποτε ἐγένετο...» Εἶναι διάψευσις τῆς εἰδήσεως, ὅτι
2555ἐξηπάτησεν ὁ πρέσβυς τῆς Γερμανίας τὴν Ἑλληνικὴν Κυ-
2556βέρνησιν, παραπονεθεὶς πρὸς αὐτὴν, ὅτι Χαμμερστάϊν ἦτο ἀναρ-
2557χικὸς, καὶ ὅτι ἐξαπατήσας αὐτὴν κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ τὴν
2558ἔκδοσιν—διότι πρόκειται περὶ ἐκδόσεως, καὶ ἂν δὲν θέλητε νὰ
2559τὸ ὁμολογήσητε, σᾶς τὸ εἶπον εἰς τὸ Γερμανικὸν Κοινοβού-
2560λιον, ἀκριβῶς πραγματευόμενοι περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, ὅτι
2561«ἐκδίδετε, ἀλλὰ δὲν ἀποδίδετε».
2562§71Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνώμη ἁπλῆ Βουλευ-
2563τοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐκφράζει τὴν γνώμην τοῦ Γερμανικοῦ Κοι-
2564νοβουλίου.
2565§72ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θέλω τὴν ἰδικήν σας τὴν γνώμην.
2566§73Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἐγὼ τὴν ἰδικήν σας.
2567§74ΡΑΛΛΗΣ. (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων). «Τὸ Γερμανικὸν
2568Προξενεῖον...»—σημειώσατε πόσον ἀποδεικνύεται εὐαίσθητος
2569εἰς τὰ τοιαῦτα ἡ Κυβέρνησις ἡ Γερμανική. Ἀπεδόθη εἰς ἀντι-
2570πρόσωπόν της, ὅτι μετῆλθε δόλον κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερ-
2571νήσεως, ὅτι διὰ ψευδῶν παραστάσεων κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ
2572τὴν ἔκδοσιν τοῦ Χαμμερστάϊν, καὶ ἀμέσως σπεύδει ἡ Γερμανικὴ
2573Κυβέρνησις δ’ ἐπισήμου δηλώσεως νὰ διαψεύσῃ τὸ τοιοῦτον. Θὰ
2574ἴδωμεν κατὰ πόσον δεικνύει τὴν αὐτὴν εὐαισθησίαν ἡ Ἑλληνικὴ
2575Κυβέρνησις.—«Τὸ Γερμανικὸν Προξενεῖον, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς φω-
2576»τογραφίας τοῦ Χαμμερστάϊν, ἐθεώρει ὡς πιθανωτάτην τὴν ταὐ-
2577»τότητα αὐτοῦ μετὰ τοῦ δόκτορος Ἔρβερτ. Ἀφοῦ δὲ ὁ μυστικὸς
2578»ἀστυνόμος ἐπείσθη περὶ τῆς ταυτότητος, ὁ πρεσθευτὴς βα-
2579»ρῶνος Πλέσσεν ἐζήτησεν, ἐντολῇ τοῦ Γερμανικοῦ Ὑπουργείου
2580»τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν σύλληψιν καὶ ἔκδοσιν τοῦ Χαμμερ-
2581»στάϊν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν τῷ κατασχετηρίῳ αὐτοῦ ἀνα-
2582»φερομένων πράξεων....» Καὶ οὕτω βλέπομεν, ὅτι ὄχι χά-
2583ριν μποναμᾶ, ἀλλὰ ἀκριβῶς πρὸς ὑποστήριξιν τῆς αἰτήσεως
2584περὶ ἐκδόσεως ἐνεχειρίσθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν
2585τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως κατὰ τοῦ Χαμμερστάϊν (ἐξα-
2586κολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπέ-
2587»κρουσεν ἀμφοτέρας ταύτας τὰς ἀπαιτήσεις, ἐπικαλουμένη
2588»τὴν ὑφεστῶσαν νομοθεσίαν, συγκατετέθη ὅμως εἰς τὴν ἀπέ-
2589»λασιν τοῦ Χαμμερστάϊν, ἕνεκα τῆς βαρύτητος τῶν ἐγ-
2590»κλημάτων του. Οὕτως ὁ Χαμμερστάϊν ἐπεβιβάσθη τῇ 15/27
2591»Δεκεμβρίου ἐπὶ τοῦ ἰταλικοῦ ἀτμοπλοίου «Πέλορο», —καὶ
2592ἀκούσατε τὴν εἰρωνείαν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως—
2593«ἔχων συμπλωτῆρα τὸν ἀστυνόμον Βόλφ.» Εἶναι σκληρὰ
2594ἡ εἰρωνεία, διότι Βόλφ σημαίνει λύκος, καὶ εἰς τὸ στόμα τοῦ
2595λύκου σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἠρνήθητε ἁπλῶς τὴν ξενίαν εἰς τὸν
2596Χαμμερστάϊν, ἐῤῥίψατε αὐτόν! (αἴσθησις).
2597Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐπίσημος ἀνακοίνωσις τῆς Γερμανικῆς Κυ-
2598βερνήσεως.
2599§75ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπι-
2600τρέπετε μίαν διακοπὴν, κύριε συνάδελφε; Αὐτὴν τὴν ἐπίση-
2601μον δήλωσιν κάμετέ την πλήρη, σᾶς παρακαλῶ.
2602§76ΡΑΛΛΗΣ. Μετ’ ὀλίγον λαμβάνετε τὸν λόγον.
2603§77ΣΚΟΥΖΕΣ. Μάλιστα. Εἶμαι συνειθισμένος νὰ τὸν λαμ-
2604βάνω.
2605§78ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ διατὶ θεωρεῖτε, ὅτι εἶσθε σεῖς ὁ
2606κατηγορούμενος. Ἀφήσατε ἐκείνους τοὺς Ὑπουργοὺς, οἱ
2607ὁποῖοι εἶναι ἁρμόδιοι, ἀφήσατέ τους νὰ ὁμιλήσωσι καὶ νὰ
2608ὑπερασπίσωσι τὴν πρᾶξίν σας. Μὴ καταπροδίδεσθε μόνος.
2609Ἀρκετὰ σᾶς καταγγέλλουσιν αἱ δηλώσεις τῶν ξένων.
2610§79ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὅταν δὲν τὰς ἀναγινώσκητε πλήρεις τὰς
2611δηλώσεις τῶν ξένων, κύριε!...
2612§80ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὸ κείμενον.
2613§81ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἰδοὺ (δεικνύει φύλλον τι).
2614§82ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη
2615κατὰ μετάφρασιν τῆς «Νέας Ἡμέρας».
2616§83ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ σᾶς δίδω τὸ κείμενον.
2617§84ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ τὸ ἀναγνώσητε μετ’ ὀλίγον, καὶ θέλετε
2618ἤδη, ἂν πράγματι ὁ Χαμμερστάϊν εἶχεν ἢ ὄχι συμπλωτῆρα
2619τὸν λύκον. Λοιπὸν ἔχομεν, Κύριοι, διαπραγματεύσεις μακρὰς διπλω-
2620ματικάς, διεξαγομένας μεταξὺ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως
2621καὶ τῆς Ἑλληνικῆς διὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Γερμανίας πρὸς τὸν
2622Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, διαπραγματεύσεις
2623ἀφορώσας εἰς τὴν ἔκδοσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
2624κῶν, ἑρμηνεύων τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἀρνεῖται διαῤ-
2625ῥήδην τὴν σύλληψιν, τὴν φυλάκισιν καὶ τὴν ἔκδοσιν, ἀλλὰ
2626συγκατατίθεται εἰς τὸ νὰ ἀπελάσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις
2627τὸν Χαμμερστάϊν, καὶ τότε διατάσσει—καὶ ὑποθέτω τοῦτο,
2628γνωρίζων πόσον ζηλότυπος εἶναι εἰς τὰ δικαιώματά του ὁ κ.
2629Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν,—διατάσσει τότε ὁ Ὑπουργὸς
2630τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, οὗτος δὲ
2631τὸν ἀστυνόμον Τσακίρην, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς
2632διαταγῆς τῆς ἀπελάσεως ἢ τῆς ἀρνήσεως τῆς φιλοξενίας, καὶ
2633συντάσσεται τὴν 7 ὥραν τῆς πρωΐας ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀστυνόμου,
2634ἡ ὁποία πῶς ἀφηγεῖται τὰ πράγματα; (ἀναγινώσκει):
2635«Ἐκτελῶν, κύριε Διευθυντά, τὴν προφορικὴν ὑμῶν διατα-
2636»γὴν, μετέβην σήμερον, ὅπως δηλώσω τῷ Γερμανῷ ὑπηκόῳ
2637»Γουλιέλμῳ Χαμμερστάϊν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ
2638»παρέχῃ αὐτῷ ἐπὶ πλέον τὴν φιλοξενίαν, καὶ κατὰ συνέ-
2639»πειαν οὗτος πρέπει ν’ ἀναχωρήσῃ ἐξ Ἑλλάδος. Συνοδευόμενος
2640»ὑπὸ τῶν ἀστυφυλάκων Π. Στρατάκου, Δ. Φλέγκα καὶ Ἀργ.
2641»Γιώτα...» Ἦτο 15 Δεκεμβρίου, δηλαδὴ νὺξ βαθεῖα.
2642§85Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι βαθεῖα δὰ! εἰς τὰς 7.
2643§86ΡΑΛΛΗΣ. (ἐξακολουθεῖ). «... τὴν 7 ὥραν π.μ. ἐζήτησα
2644»αὐτὸν εἰς τὸ Ξενοδοχεῖον «τὸ Στάδιον», ὅπου κατώκει ὑπὸ τὸ
2645»ψευδώνυμον Γουλιέλμος Ἔρμπερτ· ὡς δὲ γνωστὸν ὑμῖν, εἶχον
2646»ζητήσει νὰ μὲ συνοδεύσῃ καὶ μὲ συνώδευσε, παρακλη-
2647»θεὶς, καὶ ὁ γενικὸς πρόξενος τῆς Γερμανίας, ἵνα μὲ
2648»βεβαιώσῃ περὶ τῆς ταυτότητος τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος
2649»Χαμμερστάϊν, καθόσον δὲν ἐγνώριζον αὐτὸν κατὰ πρόσω-
2650»πον. Ὁ ἴδιος μᾶς ἤνοιξε κρουσθεῖσαν τὴν θύραν τοῦ ὑπ’
2651»ἀριθ. 4 δωματίου του...» Δὲν εἶναι πλέον ὁ ἀστυνόμος,
2652ὁ ὁποῖος μὲ τὴν λεπτότητα, ἡ ὁποία ἀναγράφεται εἰς τὸ
2653ἔγγραφον αὐτὸ, προσκαλεῖ αὐτὸν, ὅπως ἀπέλθῃ, διότι δὲν
2654ἐννοεῖ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ παρέχῃ αὐτῷ ἐπὶ πλέον
2655τὴν φιλοξενίαν...
2656§87Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραπονεῖσθε κατ’ αὐτῆς
2657λεπτότητος;
2658§88ΡΑΛΛΗΣ. Διόλου. Τὴν θαυμάζω, διότι τὴν βλέπω εἰς
2659πάσας τὰς πράξεις τὰς κυβερνητικὰς αὐτὴν τὴν λεπτότητα,
2660ἀλλὰ θέλω νὰ ἴδω, τὴν λεπτότητα αὐτὴν πῶς ἠμπορῶ νὰ
2661τὴν χαρακτηρήσω (ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν): «... Ὁ
2662»δὲ πρόξενος τῆς Γερμανίας κ. Λύδερς εἶπεν εὐθέως, ὅτι ἡ
2663»ἀστυνομία τῆς πόλεως ἀνήγγειλεν αὐτῷ διαταγὴν, ἣν εἶχεν,
2664»ὅπως ἀπαγορεύσῃ αὐτῷ τὴν περαιτέρω ἐν Ἑλλάδι διαμο-
2665»νήν· προσέθετο δ’ ἐρωτῶν αὐτὸν, ἂν εἶχεν ἐν τάξει τὰ ἔγ-
2666»γραφά του, ὅτε θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ τῷ παράσχῃ προστα-
2667»σίαν, ὡς εἰς Γερμανὸν ὑπήκοον. Εἰς ἀπάντησιν ὁ ψευδώνυμος
2668»Ἔρμπερτ ἢ Χαμμερστάϊν ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν εἶχεν οὔτε δια-
2669»βατήριον οὔτε ἔγγραφόν τι, πιστοποιοῦν τὴν ταυτότητά
2670»του· καὶ τότε ὁ κ. πρόξενος, εἰπὼν αὐτῷ ὅτι δὲν δύναται
2671»νὰ τὸν προστατεύσῃ, ἀπῆλθεν...»
2672Ὁ κ. Λύδερς ἀπὸ τὴν διαπραγμάτευσιν ὅλην ἐκείνην τοῦ
2673Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ τοῦ πρέσβεως δὲν ἐγνώριζε
2674τίποτε. Ἐνόμιζεν ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς ὑπηκόου Γερμανοῦ
2675ἀκάκου, ὁ ὁποῖος εἰσέβαλεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος καὶ κατὰ
2676τοῦ ὁποίου καταγγέλλεται, ὅτι ἐγνώριζε καὶ ἡ ἀστυνομία καὶ
2677ἡ Κυβέρνησις, ὅτι αὐτὸς διετέλει εἰς σχέσεις τοιαύτας πρὸς
2678Γερμανικὰς ἐφημερίδας, ὥστε προσέβαλλε τὴν ἀσφάλειαν τοῦ
2679Κράτους καὶ ἔθιγε τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτοῦ εἰς τὰ καίρια!
2680Σᾶς ἔλεγε ταῦτα πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
2681ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι τοιαῦτά τινα λέγων ἐποιεῖτο ἕνα ἀνα-
2682χρονισμόν, ὁ ὁποῖος εἶναι εὔκολον νὰ βεβαιωθῇ· διότι, ἂν
2683κατηγγέλλετο ὁ Χαμμερστάϊν ὡς ἀνταποκριτὴς τῆς ἐν Μο-
2684νάχῳ ἐφημερίδος, κατηγγέλθη παρὰ τῶν συναδέλφων του, τῶν
2685ἐν Γερμανίᾳ δημοσιογράφων, μετὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ, ἐξ
2686ὧν θὰ ἴδητε τίνα ἀνταλλάγματα ἐπετύχομεν ἐκ τῆς ἐκδό-
2687σεως αὐτῆς.
2688§89Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπεδιώξαμεν τοιαῦτα.
2689§90ΡΑΛΛΗΣ. (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων). «Ἐγὼ δὲ, ἀναγ-
2690»γείλας ὁμοίως τὸν σκοπὸν τῆς μεταβάσεώς μου παρ’ αὐτῷ,
2691»τὸν προσεκάλεσα καὶ νὰ ἑτοιμασθῇ, ὅπως ἀναχωρήσῃ, προσ-
2692»θεὶς ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ διέλθῃ καὶ ἐκ τῆς Διευθύνσεως τῆς
2693»Ἀστυνομίας, ὅπου θέλει πεισθῆ καὶ ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ
2694»κ. Διευθυντοῦ περὶ τοῦ ἀμετακλήτου τῆς ἐντολῆς μου...»
2695Λοιπὸν παραδόξως ἡ λεπτότης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνή-
2696σεως ἐξικνεῖται μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου. Ἦσαν ὁ κ. Πρόε-
2697δρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος ἔξαλ-
2698λοι ἐξ ὀργῆς διὰ τὰς ἀνταποκρίσεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶχον
2699εἰσέτι ἀναγνώσει, τοῦ Χαμμερστάϊν πρὸς τὴν ἐν Μονάχῳ ἐφη-
2700μερίδα, ἐθεώρουν αὐτὸν ὡς κοινὸν κακοῦργον, — διότι τοιοῦτον
2701τὸν ἐχαρακτήρισεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, χωρὶς νὰ
2702θελήσῃ νὰ μετριάσῃ τὴν φράσιν ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ ἐν
2703τούτοις εἶχε τὴν εὐγένειαν νὰ εἰδοποιῇ τὸν πρόξενον τῆς Γερ-
2704μανίας, ὅπως τὴν 7ην ὥραν τῆς πρωΐας — ὁ δυστυχὴς ὁ πρό-
2705ξενος τί ἔπαθε! — μεταβῇ μετὰ τοῦ ἀστυνόμου, ὅπως ἐρωτήσῃ
2706αὐτὸν τὸν κ. Χαμμερστάϊν, ἂν ἔχῃ διαβατήριον. Καὶ τώρα
2707τίθεται κατὰ μέτωπον πλέον ὅλη ἐκείνη ἡ θεωρία περὶ τῶν
2708διαβατηρίων. Οὐδέποτε ἐσκέφθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐὰν
2709εἶχεν ἢ δὲν εἶχεν ὁ Χαμμερστάϊν διαβατήριον, μήτε ἐγνώρι-
2710ζεν — εἶμαι βέβαιος — ἡ ἀστυνομία ὁλόκληρος ἢ ἡ Ἑλληνικὴ
2711περὶ τοῦ ὅτι ὑπῆρχέ τις Ἔρβερτ ἐδῶ. Ὅλα αὐτὰ κατηγγέλ-
2712θησαν παρὰ τοῦ Βὸλφ, ὁ ὁποῖος ἠκολούθει, ὡς κύων ἀνιχνευ-
2713τικὸς, κατὰ βῆμα τὸν Χαμμερστάϊν. Ἀλλὰ παραδόξως θέ-
2714λουν νὰ μᾶς παραστήσουν, ὅτι τοιαῦτά τινα καταγγέλλου-
2715σιν αἱ ἐπίσημοι ἐκθέσεις καὶ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως
2716καὶ τῶν Ἑλλήνων ἀστυνόμων, ὅτι πρόκειται περὶ ἀρνήσεως
2717ξενίας καὶ δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς δόλου, περὶ τοῦ ὁποίου δύ-
2718ναταί τις νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀτόπως ἐλέγετο διὰ τὴν
2719πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ 1883, δόλου στιγματίζοντος τὴν
2720ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, διότι Κυβέρνησις, ἡ ὁποία προέρ-
2721χεται εἰς συνεννοήσεις τοιαύτας, ὅπως ἀπατήσῃ ἐκεῖνον, κατὰ
2722τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ λάβῃ μέτρον τι, καὶ προέρχεται εἰς
2723συνεννοήσεις μετὰ τῆς ξένης ἀρχῆς καὶ μετὰ τῆς ξένης
2724ἀστυνομίας, βεβαίως δὲν ἐννοεῖ μέχρι τίνος ἐξικνεῖται τὸ
2725ὅριον τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς. Ὁ Ὑπουργὸς τοῦ 1883,
2726ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἠθέλησεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν
2727νὰ καλυφθῇ, δὲν ἔπραξε τοιοῦτόν τι· παρ’ οὐδενὸς ἐζητήθη,
2728καὶ ὑπὲρ οὐδενὸς, εἰμὴ ὑπὲρ τοῦ τόπου του καὶ τῆς δημοσίας
2729τάξεως καὶ ἀσφαλείας, ἐνήργησε· καὶ ἅμα ὡς ἐξῆλθεν ἐλεύ-
2730θερος ἐκ τῆς αἰθούσης τοῦ Κακουργιοδικείου ὁ Πλευρίτης, τὸν
2731ἥρπασε διὰ τῆς ἀστυνομίας καὶ τὸν ἀπεδίωξε, τὸν ἔστειλεν
2732εἰς Κρήτην, τὴν ὁποίαν εὐτυχῶς ἐκάλυπτεν ἀκόμη ἡ σύμβα-
2733σις τῆς Χαλέπας, νὰ δικασθῇ καὶ νὰ δώσῃ λόγον τῶν πρά-
2734ξεών του. Δὲν ἦλθεν εἰς συνεννοήσεις μὲ τοὺς πράκτορας μήτε
2735τῆς Τουρκικῆς μήτε τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔστησε
2736παγίδα, οὔτε ἔῤῥιψεν αὐτὸν εἰς τὸ στόμα τοῦ Βόλφ.
2737Οὗτος εἶναι, Κύριοι, ὁ ἀληθὴς χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως,
2738εἰς τὴν ὁποίαν προῆλθεν ἡ Κυβέρνησις. Ὀνομάσατέ την ἔκ-
2739δοσιν, ὀνομάσατέ την ἀπέλασιν, ὀνομασάτέ την, διὰ τὸ εὔηχον,
2740ἄρνησιν ξενίας, ὁπωσδήποτε ὅμως καὶ ἂν τὴν ὀνομάσητε, δὲν
2741θὰ δυνηθῆτε νὰ ἀνεύρητε ἐν αὐτῇ τὴν ἀξιοπρέπειαν, ἡ ὁποία
2742πρέπει νὰ τηρῆται εἰς πᾶσαν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, μά-
2743λιστα ὅταν πρόκειται περὶ Κυβερνήσεως μικρᾶς, ἀλλὰ ἐλευ-
2744θέρου Κράτους, Κυβερνήσεως στεγαζομένης ὑπὸ ἐλευθέρους
2745θεσμούς, ἀπέναντι Κυβερνήσεως μεγάλης καὶ τυραννικῆς.
2746Ἀλλ’ ἂν καὶ οὗτος ὑπῆρξεν ὁ χαρακτηρισμὸς καὶ τοι-
2747αύτη ὑπῆρξεν ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, ἂς ἐξετάσωμεν
2748τίνα ἦσαν τὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα ἤντλησεν ἐξ αὐτῆς
2749ὑπὲρ τοῦ τόπου ἡ Κυβέρνησις. Θὰ τὰ εὕρωμεν τὰ ἀνταλ-
2750λάγματα εἰς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ὑπεδέχθη τὴν ἀναγ-
2751γελίαν τῆς ἐκδόσεως ταύτης ὁλόκληρος ὁ εὐρωπαϊκὸς τύ-
2752πος, καὶ ἰδίᾳ ὁ Γερμανικός.
2753Ὑποθέτω ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔγραψεν ὁ γερμανικὸς τύ-
2754πος, δύνανται νὰ ἐξουδενώσωσιν ἡμᾶς, ὡς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα
2755ἔγραψεν ὁ Ἀμποῦ πρὸ τεσσαρακονταετίας. Αὐτὰ δὲ ὤφειλεν
2756ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀναμνησθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος.
2757Ἡ «Γενικὴ Ἐφημερὶς» τῆς Βιέννης ἔγραψε: «Τὰ βήμα-
2758τά του ἔστρεψε πρὸς τὴν κλασικὴν χώραν τῆς ἐλευθερίας, τὴν
2759παραγαγοῦσαν τὸν Περικλέα, πρὸς τὴν χώραν, ἥτις καὶ σή-
2760μερον δὲν συνδέεται πρὸς τὴν Γερμανίαν διὰ συνθήκης περὶ
2761ἐκδόσεως. Δευτέραν πατρίδα ἀνεζήτησεν ὑπὸ τὸν αἰωνίως αἴ-
2762θριον οὐρανὸν, ἐν μέσῳ τῶν ἐρειπίων τῆς παλαιᾶς τέχνης, ἐκεῖ,
2763ἔνθα Βουλευταὶ εἶναι μέλη λῃστρικῶν συμμοριῶν καὶ αὐτὸ τὸ
2764Κράτος δὲν καταβάλλει τὰ χρέη του. Ἀλλὰ ἄλλαι μὲν βου-
2765λαὶ Χαμμερστάϊν, ἄλλα δὲ ἀστυνομία κελεύει. Ὁ φίλος τοῦ
2766ἀντισημίτου Στέχερ, τὸ εἴδωλον τῶν Πρώσσων ἀντιδραστι-
2767κῶν, προσεκλήθη ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀπο-
2768τινάξῃ ἐκ τῶν σανδαλίων του τὸν κονιορτὸν τῆς Ἀκροπό-
2769λεως...»
2770Ὁ «Νέος Ἐλεύθερος Τύπος» γράφει: «Ἐν Ἀθήναις ἐφαν-
2771τάζετο ἑαυτὸν ἀσφαλῆ, διότι μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γερμα-
2772νίας δὲν ὑφίσταται συνθήκη περὶ ἐκδόσεως· ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ
2773Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἐξηκριβώθη ἡ ταυτότης τοῦ ἀπαταιῶνος
2774καὶ πλαστογράφου, δὲν ἠθέλησε νὰ σώσῃ αὐτὸν ἐκ τῆς τύ-
2775χης, ἧς ἐγένετο ἄξιος, οὐδ’ ἐκώλυσε τὴν σύλληψιν καὶ
2776τὴν ἀπέλασίν του, ἔπραξε δὲ καλῶς...»
2777Τὸ «Φρέμδεμβλαττ» γράφει: «Ἡ ἐλπὶς τοῦ Χαμμερ-
2778στάϊν, ὅτι ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως συνθήκης περὶ ἐκδόσεως πρὸς
2779τὴν Γερμανίαν, ἦτο ἀπρόσιτος εἰς τὸν βραχίονα τῆς Γερμα-
2780νικῆς δικαιοσύνης, ἐξηλέγχθη ἀπατηλή.»
2781Ὁ «Ταχυδρόμος τοῦ Χρηματιστηρίου» λέγει: «Τὸ τελευ-
2782»ταῖον κεφάλαιον τοῦ βίου τοῦ τυχοδιώκτου θὰ ἦναι φοβε-
2783»ρὸν κτύπημα κατὰ τοῦ συντηρητικοῦ κόμματος. Τὰ ἀρ-
2784»χαιότατα ὀνόματα τῆς Πρωσσικῆς ἀριστοκρατίας θ’ ἀναγ-
2785»κασθῶσι νὰ καταθέσωσιν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου κατὰ
2786»τοῦ Χαμμερστάϊν, ὅστις θὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν, μηδενὸς
2787»φειδόμενος.»—«Τὸ ὄργανον τῶν ἀντισημιτῶν—ἐπιλέγει ἡ
2788μεταφράζουσα τ’ ἀνωτέρω «Νέα Ἡμέρα» τῆς Τεργέστης—
2789κατακρίνει μὲν τὸν τρόπον τῆς συλλήψεως καὶ ὑπαινίττεται
2790πολιτικὴν ἐμπάθειαν, ἐκφράζει ὅμως ἄλλως χαρὰν, διότι πρὸ
2791τοῦ δικαστηρίου θὰ φιμωθῶσιν οἱ συνδέσαντες πρὸς τὸ ὄνομα
2792τοῦ Χαμμερστάϊν τὸ τοῦ Στέκερ.»
2793Αὐτὰ δὲ, τὰ ὁποῖα ἔγραψαν, καθιστῶσι τὴν πρᾶξιν τῆς
2794Κυβερνήσεως ἔτι βαρυτέραν. Δὲν πρόκειται, οὐδὲ ἀναζητεῖ
2795ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Χαμμερστάϊν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις
2796τὸν σφετεριστὴν ἀλλοτρίας περιουσίας, δὲν ἀναζητεῖ ἐκεῖνον,
2797ὁ ὁποῖος συνετέλεσεν εἰς ἔκτρωσιν, ὅπως ἐνόμισεν ἐν τῇ ἁπλό-
2798τητί του ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν· ἐζήτησε νὰ κτυπήσῃ
2799διὰ τῆς συλλήψεως αὐτοῦ μέγα κόμμα, τὸ συντηρητικὸν, πρὸς
2800χαρὰν τῶν σοσιαλιστῶν, καὶ πρὸς χαρὰν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
2801φρονοῦσι τὰ ἐναντία τῶν ἀντισημιτῶν. Ἐκ τούτων πάντων
2802ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ κατὰ τοῦ Χαμμερστάϊν κατηγορία, καὶ
2803ἂν θεωρηθῶσιν ὡς ἀκριβῆ τὰ ἐν τῷ ἐντάλματι τοῦ ἀνακρι-
2804τοῦ, ἡ τοιαύτη, λέγω, χαρὰ, ἡ ἐκδηλωθεῖσα διὰ τὴν σύλλη-
2805ψιν τοῦ Χαμμερστάϊν, καταδεικνύει τίνες ἦσαν οἱ σκοποὶ, οἱ
2806ὁποῖοι ἐπεδιώκοντο. Τοῦ Χαμμερστάϊν τὴν ἔκδοσιν χαρακτη-
2807ρίζει ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ Πρωσσικῇ Βουλῇ,
2808εὐχόμενος ὅπως μὴ ὑπάρξῃ ἕτερον παράδειγμα ἐκδόσεως πο-
2809λιτικοῦ ἐνόχου, ὡς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἡ μικρὰ Ἑλλάς.
2810Τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως χαρακτηρί-
2811ζουσιν ἀκριβῶς αἱ ἰδέαι, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐκδικηθῶσι κατὰ
2812τοῦ Χαμμερστάϊν πάθη κομματικὰ καὶ φυλετικά. Ἐπρόκειτο
2813περὶ καταδίκης, ἥτις μᾶλλον μετεῖχε τοῦ χαρακτῆρος κατα-
2814δίκης πολιτικῆς, παρὰ καταδίκης κοινοῦ ἐγκληματίου. Βε-
2815βαίως, κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ποινικοῦ δικαίου, δὲν εἶναι δυ-
2816νατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς πολιτικὸς ἐγκληματίας ὁ δια-
2817πράξας ἀξιοποίνους πράξεις τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου, ἀλλὰ
2818ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεξάγεται ὁ κατὰ τοῦ Χαμμερστάϊν διωγ-
2819μὸς, ἔπρεπε νὰ ἐξυπνήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ
2820νὰ τὴν κάμῃ νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἐκδίδουσα τὸν Χαμμερστάϊν ἐξέ-
2821διδεν ἕνα πολιτικὸν ἀντίπαλον, καὶ ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτῆς ἤθελε
2822κατακριθῆ, καὶ οὐχὶ ὡς κατέκρινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς
2823Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἄλλοτε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
2824σύνης τοῦ 1883.
2825Δύναται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀποφύγῃ
2826τὸ ὀλισθηρὸν ἔδαφος τῆς πράξεώς του, νὰ ἀπαγγέλλῃ πα-
2827τριωτικὰς προσλαλιὰς πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν τύπον, δύ-
2828ναται νὰ ἐλέγχῃ τὸν τύπον, διότι δὲν διεῖδεν εἰς τὴν ἀπέ-
2829λασιν τοῦ Χαμμερστάϊν ὑψηλοτέραν κυβερνητικὴν πρόνοιαν,
2830διότι δὲν ᾐσθάνθη ὁ τύπος τὴν ἁγίαν ἀγανάκτησιν, ἣν
2831ᾐσθάνθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγνώσας τὸ ἔν-
2832ταλμα κατὰ τοῦ Χαμμερστάϊν μετὰ 15 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἀφί-
2833ξεώς του εἰς Βερολῖνον· ὁ τύπος ὁ Ἑλληνικὸς καὶ ἡ Ἑλλη-
2834νικὴ κοινωνία κατέκρινε τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς
2835ἀποδεικνύουσαν, ἂν ὄχι ἄλλο τι, ἀσθένειαν ὅμως καὶ ἀδυνα-
2836μίαν ἀπέναντι μεγάλων Δυνάμεων. Τὸ γεγονὸς ἀπέβη ἐπὶ
2837ζημίᾳ καὶ τοῦ ἠθικοῦ γοήτρου τῆς Πολιτείας ἡμῶν καὶ τῆς
2838χώρας. Εἰς τὸ ἑξῆς αἱ πύλαι τῆς Ἑλλάδος εἶναι, ὡς εἶπεν
2839ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναπεπταμέναι· αὔριον δὲν θὰ δυνηθῇ
2840οἱαδήποτε Κυβέρνησις, εὑρισκομένη ἐνώπιον τῶν αὐτῶν πε-
2841ριστάσεων, νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἔκδοσιν καὶ πολιτικῶν ἀκόμη ἐγ-
2842κληματιῶν, καὶ ἂν εὑρεθῇ τοιαύτη Κυβέρνησις, αὕτη θὰ
2843ὑφίσταται τὰς συνεπείας τοῦ προηγουμένου, τὸ ὁποῖον κα-
2844τέστησεν ἡ νῦν Κυβέρνησις· οὐδὲν θὰ δικαιολογήσῃ αὐτὴν, ἂν
2845λάβῃ ἄλλο μέτρον.
2846Νομίζω ὅτι ἡ πρᾶξις ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἀντὶ ὁ κ. Πρό-
2847εδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐξυμνῶν αὐτὴν, νὰ θεωρήσῃ ὅτι ἱκα-
2848νοποιεῖ τὴν φιλοτιμίαν ἡμῶν, ὤφειλε ν’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἦτο
2849περίπτωσις, καθ’ ἣν ἐκ παντὸς τρόπου ἔπρεπε νὰ συγκαλύψῃ
2850κατὰ τὸ ἐφικτὸν δι’ εἰλικρινοῦς ἐξομολογήσεως τὴν εὐθύνην,
2851τὴν ὁποίαν συνεκόμισεν, ὅταν προβαίνει εἰς συνεννόησιν μετὰ
2852τοῦ ξένου ἀντιπροσώπου καὶ μετὰ τῆς ξένης ἀστυνομίας,
2853ὅπως παραδώσῃ ξένον, καταφυγόντα εἰς τὸ ἔδαφος ἡμῶν.
2854§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θὰ ἐξετάσω καθ’ ἑαυτὴν τὴν πρᾶ-
2855ξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγκαλεῖται ἡ Κυβέρνησις. Τοῦτο διὰ
2856μακρῶν ἔπραξαν οἱ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες ἐκ τῆς Ἀντιπολι-
2857τεύσεως, ἀλλὰ θέλω τὴν ἐξετάσει μόνον ὡς προηγούμενον.
2858Ὡς προηγούμενον νομίζω ὅτι ἡ ἀπέλασις τοῦ Χαμμερστάϊν
2859κατέστρεψεν ἐντελῶς καὶ ἐξηφάνισε τὴν μέχρι τοῦδε ἔμφρονα
2860πολιτείαν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
2861νήσεως τοσοῦτον ἐνεκωμίαζε καὶ ὑπερήσπιζε. Πρὸ μικροῦ ὁ
2862κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνεκωμίαζε τὴν πολιτικὴν τῆς
2863ἀδεσμώτου ἐνεργείας ἡμῶν καὶ ἀπηλλαγμένης ἀπὸ πάσης
2864ὑποχρεώσεως, εἴτε νόμου, εἴτε συνθήκης, ὅπως ἐκδίδῃ ἀλλο-
2865δαποὺς πρὸς ξένον Κράτος. Εἶπεν ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη ὑπῆρ-
2866ξεν ἡ πολιτικὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συστά-
2867σεώς του, καὶ ὅτι διὰ τὴν πολιτικὴν ταύτην εἰργάσθη καὶ
2868αὐτός.
2869Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ἡ ἰδέα πάντοτε παρὰ τοῖς πλείστοις,
2870ὡς πρὸς τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀλλοδαπῶν εἰς ξένας Κυβερνήσεις,
2871ἦτο αὐτή, τὸ νὰ μὴ ὑποχρεωθῶμεν εἰς αὐτὴν διὰ νόμου ἢ
2872συνθήκης, ὑπ’ ὄψιν ἔχοντες τὴν θέσιν ἡμῶν πρὸς τὴν ὅμορον
2873ἐπικράτειαν. Ὅ,τι θὰ ἐδεχόμεθα δι’ ἄλλα Κράτη, ὠφείλο-
2874μεν νὰ δεχθῶμεν ἀναγκαίως καὶ διὰ τὴν Τουρκίαν. Τοῦτο
2875πάντοτε ὑπεστήριξε κατὰ διαφόρους περιστάσεις καὶ ὁ νῦν
2876Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω δ’ ὅτι δι’ αὐτὸν τὸν λό-
2877γον ἦτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι ἐναντίος πρὸς πᾶσαν ἀνα-
2878νέωσιν τῆς συνθήκης τοῦ 1856, ἥτις ἄλλοτε συνέδεε τὴν
2879Τουρκίαν καὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἥτις θὰ ὑπεχρέου ἡμᾶς σή-
2880μερον εἰς ἔκδοσιν τῶν ἐγκληματιῶν. Κατ’ αὐτήν, θὰ ἤμεθα
2881ἠναγκασμένοι νὰ ἐφαρμόζωμεν καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὑπηκόους
2882Ὀθωμανούς, τοὺς ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ ἐγκληματήσαντας καὶ ἐν
2883τῷ Ἑλληνικῷ συλληφθέντας, ὅ,τι ἐφαρμόζομεν πρὸς τὸ μᾶλ-
2884λον εὐνοούμενον ἔθνος, τοὺς Ἰταλοὺς δηλονότι. Ἡ συνθήκη
2885τῆς προσαρτήσεως τοῦ ἔτους 1881 διὰ ῥητοῦ ἄρθρου ὑπο-
2886χρεοῖ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὑποβάλῃ εἰς τὴν
2887Βουλὴν νόμον περὶ ἀνανεώσεως τῆς συνθήκης τοῦ 1856. Αὕτη
2888δὲν συνωμολογήθη μέχρι τοῦδε, οὐχὶ λόγῳ ἀντιστάσεως τῆς
2889Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μᾶλλον ἕνεκα ἀντιστάσεως τῆς
2890Ἑλληνικῆς. Δυνάμει τῆς συνθήκης τοῦ 1856, ἥτις εἶχεν
2891ἀνανεωθῆ ἐπὶ 6 ἔτη κατὰ τὸ 1865, ἐπετρέπετο ἡ καταδίω-
2892ξις καὶ τιμωρία τῶν ἐπὶ λῃστείᾳ κατηγορουμένων ὑπηκόων
2893Ὀθωμανῶν, ὅσοι, συλληφθέντες ἐν Ἑλλάδι, ἤθελε βεβαιωθῆ,
2894ὅτι εἶχον ἀποπειραθῆ ἢ διαπράξει τοιαύτην ἐν Τουρκίᾳ, καὶ
2895τἀνάπαλιν, ὡρίζετο δ’ ὅτι ἐφαρμόζεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώ-
2896σει ὁ νόμος, ὅστις ἤθελεν ἰσχύει ἐν Ἑλλάδι ὡς πρὸς τὸ μᾶλ-
2897λον εὐνοούμενον ἔθνος. Τὸ μᾶλλον εὐνοούμενον εἶναι σήμερον
2898ἡ Ἰταλία, πρὸς ἣν διὰ τῆς συνθήκης τοῦ 1878 ἀνελάβομεν
2899τὴν ἔκδοσιν τῶν Ἰταλῶν ἐγκληματιῶν.
2900Λοιπὸν τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις ἡμῶν, καὶ ἐπιβάλλει, ὅπως
2901μὴ διὰ νόμου, εἴτε διὰ συνθήκης, καθιερώσωμεν τὴν ὑποχρέω-
2902σιν τῆς ἐκδόσεως τῶν ἀλλοδαπῶν, οἵτινες δύνανται νὰ ᾖναι
2903καὶ Ἕλληνες ὑπήκοοι τῆς Τουρκίας, καταφυγόντες εἰς τὴν
2904Ἑλλάδα. Ἀλλὰ μετὰ τὸ προηγούμενον, ὅπερ καθιέρωσεν ἡ
2905παράδοσις τοῦ Χαμμερστάϊν πρὸς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνη-
2906σιν, καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν, ἥτις πρόκειται νὰ ληφθῇ ὑπὸ
2907τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς καὶ ἥτις θέλει χαρακτηρίσει τὴν
2908πρᾶξιν ταύτην ὡς νόμιμον, ἀδύνατον ἔσται εἰς οἱανδήποτε
2909διάδοχον Κυβέρνησιν Ἑλληνικήν, καὶ εἰς ἐκείνας ἔτι, αἵτινες
2910θὰ ἔχωσιν ἐναντία φρονήματα, νὰ μὴ ἐπαναλάβῃ τὰ αὐτὰ,
2911τυχούσης τῆς αὐτῆς περιστάσεως. Δὲν ὑπάρχει δὲ ἀμφιβο-
2912λία, ὅτι ἡ Τουρκία θὰ εὑρεθῇ συχνότατα εἰς τὰς αὐτὰς περι-
2913στάσεις, εἰς ἃς καὶ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις.
2914Κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲν ἄλλο ἀπαι-
2915τεῖται, ὅπως ἀποπεμφθῇ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἀλλοδα-
2916πὸς, ἢ ἡ μόρφωσις τῆς γνώμης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως,
2917ὅτι πρέπει νὰ ἀρνηθῇ τὴν ξενίαν εἰς αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ ἂν
2918δὲν ᾖναι τόσον ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα, οἷον παρέστησεν αὐτὸ
2919πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἂν ἤθελον ἀπαιτεῖσθαι
2920διὰ τὴν ἄρσιν αὐτὴν τῆς ξενίας βεβαιώσεις τινὲς καὶ ἔγγραφα
2921περὶ τοῦ ζητουμένου ἀλλοδαποῦ, ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις εἶ-
2922ναι εἰς θέσιν νὰ παρουσιάζῃ τὰς αὐτὰς ἀποδείξεις, ἃς καὶ ἡ
2923Γερμανικὴ ἐπαρουσίασε, διότι δύναται νὰ παρουσιάσῃ ἔνταλμα
2924δικαστικὸν, μνημονεῦον τὰς ἀποδιδομένας πράξεις καὶ τὰ ἄρ-
2925θρα τοῦ ποινικοῦ νόμου. Τίς λόγος ὑπάρχει, ἵνα τότε ἡ Ἑλ-
2926ληνικὴ Κυβέρνησις ἀρνηθῇ τὴν ἔκδοσιν; Μέχρι τοῦδε λόγος
2927δὲν ὑπῆρχε, διότι δὲν ὑπῆρχε συνθήκη. Ἤδη ἐξεθάψαμεν καὶ
2928τὴν διάταξιν τῶν διαβατηρίων, ἅτινα ἀποκλείσας ἐν τῇ ὁμι-
2929λίᾳ αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀντικατέστησε μὲ τὴν ἄρσιν
2930τῆς ξενίας. Τί θὰ εἴπῃ ὅμως οἱαδήποτε Ἑλληνικὴ Κυβέρ-
2931νησις, ὅταν μὲ τὸ κείμενον τοῦ λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
2932μὲ τὰ πρακτικὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς θὰ βεβαιῶται,
2933ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπελαθῇ ἀλλοδαπὸς, καὶ θὰ ζητῇ ξένη
2934οἱαδήποτε Κυβέρνησις τὴν ἄρσιν τῆς ξενίας;
2935Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι κατέστη χειροτέρα ἤδη ἡ θέσις τῆς
2936Ἑλλάδος ἀπέναντι τῶν ξένων, παρὰ ἐὰν ὑπῆρχε νόμος, ὡς
2937ὑπάρχει ἀλλαχοῦ, ἐπιτρέπων τὴν καθ’ ὡρισμένας περιπτώσεις
2938ἔκδοσιν τῶν ἀλλοδαπῶν, ἢ ἂν ὑπῆρχε σύμβασις ἡμῶν μετὰ
2939ξένων Κρατῶν, ἐπιτρέπουσα τὴν ἔκδοσιν. Ἐν τοιαύτῃ περι-
2940πτώσει θὰ ὑπῆρχον διὰ τὴν ἔκδοσιν περισσότεραι ἐγγυήσεις,
2941διότι ἡ σύμβασις ἢ ὁ νόμος θὰ κατωνόμαζον τὰς πράξεις,
2942διὰ τὰς ὁποίας μόνας θὰ ἐπετρέπετο ἡ ἔκδοσις, θὰ ὥριζον
2943ἐγγυήσεις καὶ διατυπώσεις, μετὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐπετρέπετο ἡ
2944ἔκδοσις. Σήμερον οὐδὲν τούτων ὑπάρχει. Καυχώμεθα ὅτι ἐν
2945τῇ ἐλλείψει νόμου καὶ συμβάσεων εἴμεθα ἐλεύθεροι, καὶ ὅτι
2946ἀποφεύγομεν τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας θὰ εἴχομεν ἐκ τοι-
2947ούτων συμβάσεων ἀπέναντι ξένων Κρατῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ εὑρί-
2948σκω, ὅτι διὰ τοῦ προηγουμένου, ὅπερ καθιερώσαμεν, καὶ διὰ
2949τῶν ἑρμηνειῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἡ ἰδία Κυβέρνησις καὶ τὰς
2950ὁποίας πιθανώτατα θὰ κυρώσῃ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς,
2951θὰ καταστήσωμεν τὴν θέσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἀπέναντι
2952τῶν ἄλλων Κρατῶν, καὶ ἰδίως ἀπέναντι τοῦ ὁμόρου, πολλῷ
2953χείρονα ἐκείνης, ἣν θέλομεν ν’ ἀποφύγωμεν, μὴ ὑπογράφοντες
2954συνθήκας περὶ ἐκδόσεως.
2955Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ θεωρῶ τὴν ἔξωσιν
2956τοῦ Χαμμερστάϊν, ὡς ἐγένετο καὶ ὡς ἐδικαιολογήθη, ἢ ὡς προ-
2957ηγούμενον λίαν ἐπικίνδυνον. Ἤθελον δὲ συστήσει διὰ τοῦτο
2958πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, πρὸς πρόληψιν τῶν κακῶν, τὰ
2959ὁποῖα εἰς τὸ μέλλον ἀπειλεῖ τὸ προηγούμενον τοῦ Χαμμερ-
2960στάϊν, σπεύσῃ νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς νομοθεσίας, ὡς πρὸς τὴν
2961ἔκδοσιν, καὶ μὴ ἀφήσῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς ἐκδόσεως, διότι
2962περὶ αὐτοῦ κυρίως πρόκειται, ὑπὸ οἱονδήποτε ὄνομα, εἴτε ἄρ-
2963σεως τῆς ξενίας εἴτε ἄλλο, καὶ ἂν θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ
2964καλύψῃ τὴν ἔκδοσιν, νὰ μὴ ἀφήσῃ, λέγω, αὐτὸ εἰς τὴν δια-
2965κριτικὴν ἐξουσίαν τῆς Διοικήσεως. Ἡ Διοίκησις ἀδύνατον, μὴ
2966στηριζομένη εἰς νόμον, νὰ ἀντιστῇ εἰς αἴτησιν ἐκδόσεως, μετὰ
2967τὸ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον καθιερώθη. Ἡ ἁβροφροσύνη ἐπι-
2968βάλλεται ἡ αὐτὴ πρὸς πάσας τὰς Κυβερνήσεις, ὅταν αἱ περι-
2969στάσεις ἦναι αἱ αὐταί. Ἐὰν ὅμως ἤθελε σπεύσει νὰ φέρῃ νό-
2970μον ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ὑπάρχουσι τοιοῦτοι νόμοι καὶ εἰς
2971ἄλλα Κράτη, νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ ὁρίζῃ εἰς ποίας περιστάσεις
2972δύναται ὁ ἀλλοδαπὸς νὰ ἀπελαύνηται τοῦ Κράτους, ἐὰν λάβῃ,
2973καὶ δύναται νὰ λάβῃ, πρόνοιαν, ὅπως ἐκ τοιούτου νόμου μὴ
2974ὠφελῶνται ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν θέλομεν, ἐλλείψει ἐγ-
2975γυήσεων, τοιαύτην ὠφέλειαν νὰ χορηγήσωμεν, θὰ ἦτο δυνα-
2976τὸν νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν τόσον ἐχειρο-
2977τέρευσε καὶ θὰ χειροτερεύσῃ ἀκόμη τὸ προηγούμενον τοῦ Χαμ-
2978μερστάϊν. Ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ προηγουμένου τούτου,
2979νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ κρατοῦσα ἀβεβαιότης καὶ ἀμφι-
2980σβήτησις περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, ὁσάκις ζητῆ-
2981ται παρὰ ξένης Κυβερνήσεως ἀπέλασις ἀλλοδαποῦ ἐκ τῆς
2982ἡμετέρας χώρας. Συχνότατα εὑρίσκεται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρ-
2983νησις ἀπέναντι τοιούτων αἰτήσεων. Δὲν ἀγνοοῦμεν τὰς ἀνάγ-
2984κας τὰς πολιτικὰς, αἱ ὁποῖαι πολλάκις ὑποχρεοῦσι τὴν Κυ-
2985βέρνησιν, ὅπως ἐνδίδῃ εἰς παρακλήσεις τοιαύτας, διότι, ὅσον
2986καὶ ἂν θέλωμεν νὰ μένωμεν ἀνεπηρέαστοι, ὅσον καὶ ἂν θέλω-
2987μεν νὰ δεικνύμεθα ἀνένδοτοι πρὸς παρακλήσεις, εἶναι ἀδύνα-
2988τον νὰ ζῶμεν ὑπεράνω ὑποχρεώσεων καὶ ἀμοιβαιότητος καὶ
2989ἀναγκῶν ἀπέναντι φιλικῶν Κυβερνήσεων τῶν ξένων Κρατῶν.
2990Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐναντίον αὐτῶν τῶν ἠθικῶν καὶ πολιτικῶν
2991ὑποχρεώσεων ἔχομεν ἀνάγκην νόμου, ὅστις ἀπέναντι ὅλων νὰ
2992μᾶς προστατεύῃ, καὶ νὰ μὴ ἐκτιθέμεθα, ὁτὲ μὲν δυσαρεστοῦν-
2993τες τοῦτον, ὁτὲ δὲ ἐκεῖνον. Διότι βεβαίως εἰς τοιαύτας δυσα-
2994ρεσκείας θὰ φέρῃ ἡ ἐφαρμογὴ διαφόρου κανόνος ἐπὶ τῶν αὐ-
2995τῶν περιστάσεων ὑπὸ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης Κυβερνήσεως
2996ἡμῶν. Λοιπὸν ἔχομεν ἀνάγκην νομοθεσίας, ἥτις νὰ κανονίσῃ
2997τέλος πάντων ὁριστικῶς, ὅπως ἐκανόνισε καὶ εἰς ἄλλα Κράτη
2998τὸ ζήτημα τοῦτο, τὴν ἐξουσίαν δηλονότι τῆς Διοικήσεως
2999ἀπέναντι τῶν αἰτήσεων ἀπελάσεως ἀλλοδαπῶν. Ἡ περίπτω-
3000σις εἶναι σπουδαιοτάτη, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κενὸν ἐν
3001τῇ νομοθεσίᾳ. Τὸ γενόμενον δ’ ἐν τῇ ὑποθέσει Χαμμερστάϊν
3002μᾶς ἐπιβάλλει νὰ σπεύσωμεν. Τὸ προηγούμενον αὐτὸ, τὸ
3003ὁποῖον ἔλαβε διαστάσεις εὐρωπαϊκὰς καὶ ἔγεινε παντοῦ γνω-
3004στὸν, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ μᾶς ὑποχρεώσῃ καὶ ὑποβάλῃ
3005ἐφεξῆς εἰς ὑποχωρήσεις, εἰς τὰς ὁποίας βεβαίως οὐδεὶς ἐνόει,
3006οὐδ’ ἡ Κυβέρνησις, οὐδ’ ἡ Βουλὴ ἥτις θὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὸ
3007μέτρον, νὰ ὑποβληθῶμεν. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν, κύριε Πρόε-
3008δρε, εἶμαι ἐναντίος τῆς ἐκδόσεως, τῆς ἀπελάσεως—ὅπως θέλετε
3009ὀνομάσατέ την—τοῦ Χαμμερστάϊν, ὅπως ἐγένετο, διότι θεωρῶ
3010αὐτὴν προηγούμενον κάκιστον, ἀνατρέπον πᾶσαν τὴν μέχρι τοῦδε
3011πολιτικὴν τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων καὶ καθιστῶν χείρονα
3012τὴν θέσιν αὐτῶν, ἢ ἂν εἴχομεν συμβάσεις περὶ ἐκδόσεως καὶ
3013νόμον περὶ ἐκδόσεως ἀλλοδαπῶν, καὶ νομίζω ὅτι ἡ μόνη θερα-
3014πεία τοῦ κακοῦ κεῖται εἰς τὴν ὑποβολὴν καὶ ψήφισιν νόμου,
3015κανονίζοντος ὁριστικῶς τὰ τῆς ἀπελάσεως καὶ ἐκδόσεως, καὶ
3016μηδενίζοντος ὅλας τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας τὸ προηγούμε-
3017νον τοῦ Χαμμερστάϊν καθιέρωσε.
3018§92Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Συμφωνῶ καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὰς ὁμο-
3019λογουμένως ὀρθοτάτας παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου προαγο-
3020ρεύσαντος. Ἐὰν πρὸ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ἡ θέσις ἡμῶν δὲν
3021ἦτο εὐάρεστος διὰ πολλοὺς λόγους, βεβαίως ἀπειλούμεθα ὑπὸ
3022πολλῶν ἐξωτερικῶν κινδύνων μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέ-
3023δρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξεν
3024ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Εὑρίσκομαι ὅμως εἰς τὴν ἀνάγκην
3025νὰ προσθέσω ὀλίγας τινὰς λέξεις, ἵνα εἴπω, ὅτι δὲν πι-
3026στεύω νὰ ἀνῃρέθησαν ὅσα δύο ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ
3027ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης,
3028δι’ ὅσων ἀπήντησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος· διότι
3029ἀκαίρως ἀνέλαβε νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἡρωϊκὰ
3030κατορθώματα τῶν προγόνων τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν. Διότι τίς
3031δὲν δύναται ν’ ἀποκαλύψῃ τὴν κεφαλὴν μετὰ σεβασμοῦ πρὸ
3032τῶν ἡρωϊκῶν ἐκείνων κατορθωμάτων, καὶ μάλιστα πρὸ τῶν
3033προγόνων τοῦ ἑνὸς τῶν κ. Ὑπουργῶν, τοῦ ὁποίου ἡ οἰκογέ-
3034νεια συνδέεται μὲ ὅλως ἡρωϊκὰ καὶ ὑπεράνθρωπα κατορθώ-
3035ματα; Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τούτου; Ἐγὼ ἁπλῶς ἠθέλησα
3036νὰ ἀνατρέξω εἰς ἀπωτάτους χρόνους, καὶ ὡμίλησα περὶ ἀπω-
3037τάτων προγόνων, ὡμίλησα περὶ τῶν ἀρχαίων Σπαρτιατῶν
3038καὶ τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος
3039ἐφάνη εὐτυχέστερος ἐμοῦ, οὐχὶ διότι ἐχαρακτήρισε μικροῦ λό-
3040γου ἀξίαν τὴν ἡμετέραν συζήτησιν, ἀλλὰ διότι ἐχαρακτήρι-
3041σεν αὐτὴν Ἀβδηριτικήν. Καὶ εἶναι ὄντως Ἀβδηριτικὴ, ὅταν
3042γεγονὸς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τελεσθὲν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν
3043συζητῆται καὶ ὑπὸ τύπον σπουδαιότητος ἀντικρούηται. Μή-
3044πως νομίζουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅτι δύνανται νὰ καλυφθῶ-
3045σιν ὄπισθεν τῶν δακτύλων των; Ὁμολογουμένως μετὰ πολλῆς
3046ἐπιτυχίας ἐχαρακτήρισεν ἀβδηριτικὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀτ-
3047τικῆς τὴν συζήτησιν· διότι, ἐὰν ἐρωτήσητε πάντες ὑμεῖς τὰς
3048συνειδήσεις σας, οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θέλει πιστεύσει οἱανδήποτε ἐκ
3049τῶν ἀπαντήσεων τῶν διαφόρων ἐκδόσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ,
3050καὶ πάντες θέλουσι παραδεχθῆ, ὅτι πρόκειται περὶ ἐκδόσεως
3051τοῦ χειρίστου εἴδους. Ἀλλ’ εἰς ἐμὲ αἴσθησιν προὐξένησεν ὁ
3052τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
3053βουλίου ὡμίλησε, διότι ὡμίλησε περὶ ἀλληλεγγύης ἐν τέλει
3054ὑπουργικῆς, καὶ ἐταύτισε τὴν τύχην αὑτοῦ μετὰ τῆς τύχης
3055τοῦ συναδέλφου του ἐν τῇ προκειμένει συζητήσει. Ἀλλ’ οὐ-
3056δὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ἀντικρούσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
3057Ἐξωτερικῶν μετὰ πάσης δυνάμεως, νὰ ἀντικρούσῃ ἐπίσης τὸν
3058κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ τῆς αὐτῆς ὁρμῆς,
3059νὰ διαψεύσῃ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ὁποίων
3060τὰς ἐκθέσεις προσεκόμισε πρὸ μικροῦ. Ἐξενίσθη ὁ κ. Πρόε-
3061δρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διατὶ ἀπηριθμήσαμεν τοὺς
3062συγγραφεῖς, καὶ λησμονεῖ, ὅτι τὸ παράδειγμα ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς
3063ὁ συνάδελφός του Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἢ μήπως
3064ἤθελε νὰ ἀφήσωμεν ἄνευ ἀπαντήσεως τὰς περιέργους ἐκείνας
3065καὶ συγκεχυμένας θεωρίας, ὅπου δὲν διακρίνει τις ποῦ ἄρχε-
3066ται ἡ ἀπέλασις καὶ ποῦ λήγει ἡ ἔκδοσις; Ἀντέκρουσε τὸν
3067κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
3068γικοῦ Συμβουλίου, διότι λέγει πρὸς ἡμᾶς: «Τί ἀναφέρεται
3069περὶ ἐκδόσεως εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου;» Εἶναι τρεῖς ἡμέραι
3070ἀφ’ ὅτου ἐλέχθησαν, εἶναι ἐνταῦθα, ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ἐκ
3071τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουρ-
3072γοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ θὰ ἐνθυμούμεθα πάντες, ὅτι ὁ
3073κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ πεποιθήσεως ἔλεγε:
3074«Τί θέλετε; θέλετε νὰ τὴν χαρακτηρήσητε ἔκδοσιν; Ἐν τῷ
3075δικαιώματί μου ἐξέδωκα». Ἔρχεται ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ
3076Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ λέγει: «οὐχί! δὲν ἔχομεν τὸ
3077δικαίωμα νὰ ποιήσωμεν ἔκδοσιν». Ἀλλὰ δὲν ἐσταμάτησεν
3078ἐκεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· τὸν πόλε-
3079μον ἐκίνησε καὶ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις
3080μᾶς εἶπεν, ὅτι προέβη εἰς τὰ μέτρα αὐτὰ, ἵνα ἐφαρμόσῃ τὸν
3081νόμον περὶ διαβατηρίων. Ἠρνήθη τὴν ξενίαν εἰς τὸν Χαμμερ-
3082στάϊν, διότι ἦλθεν ἄνευ διαβατηρίου καὶ ὑπὸ ψευδώνυμον.
3083Καὶ λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός: ὄχι! δὲν πρόκειται περὶ τού-
3084του, δὲν πρόκειται περὶ ἐκδόσεως, ὡς ἔλεγεν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ
3085τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν πρόκειται περὶ ἀπελάσεως καὶ περὶ
3086παραβάσεως τῶν περὶ διαβατηρίων διατάξεων· αὐτὰ εἶναι
3087ἄσχετα· ἄσχετα εἶναι καὶ τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ἀστυνόμου
3088Τσακίρη, τῇ φερούσῃ χρονολογίαν 15 Δ/βρίου, ὑποβληθείσῃ
3089ὅμως δι’ ἐγγράφου τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας μὲ χρονολο-
3090γίαν 20 Δεκεμβρίου, μὲ ὕφος, τὸ ὁποῖον μυρίζει πάρα πολὺ
3091διπλωματικὴν ἱκανότητα. Ἀλλὰ περὶ τίνος πρόκειται; Ἄρ-
3092νησις φιλοξενίας! Καὶ ποῦ στηρίζεται αὐτὸ τὸ δικαίωμα,
3093δὲν μᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου!
3094Τί λοιπὸν συνέβη; Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς
3095ἀνέφερε πρὸ μικροῦ μίαν ἔκδοσιν, ἡ ὁποία τίς οἶδε πῶς ἔλαβε
3096τὴν κυκλοφορίαν της καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐπανῆλθεν εἰς
3097τὴν Ἑλλάδα. Περὶ τοῦ γεγονότος, ὅπερ ἔλαβε χώραν τὴν
309815 Δεκεμβρίου, ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἀλλοδαπὰς ἐφημερίδας
3099καὶ ἐκεῖθεν μετεφράσθη εἰς τὰς ἑλληνικὰς ἄνευ σχολίων, ὅτι
3100«ὁ πρέσβυς τῆς Γερμανίας βαρῶνος Πλέσσεν ἐπενόησε στρα-
3101τήγημα, ὅπερ ἐκρίθη αὐστηρότατα ἐν τοῖς πολιτικοῖς κύκλοις
3102τῶν Ἀθηνῶν, πρὸς ἐξουδετέρωσιν τῆς δυσχερείας, ἣν συνεπή-
3103γεν ἡ μὴ ὕπαρξις συνθήκης ἐκδόσεως μεταξὺ Γερμανίας καὶ
3104Ἑλλάδος. Ὁ πρέσβυς ἐδήλωσε πρὸς τὰς ἀρχὰς, ὅτι Ἔρβερτ
3105ἦτο τὸ ψευδώνυμον τοῦ Χαμμερστάϊν, ὅστις ἦτο ἐπικίνδυνος
3106ἀναρχικὸς, βυσσοδομῶν ἀπόπειραν ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ Πλέσ-
3107σεν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπήλασε τὸν Ἔρβερτ, καὶ
3108ἔμαθε μόνον ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Χαμμερστάϊν, ὅτε οὗτος
3109ἐπεβιβάσθη τοῦ ἀτμοπλοίου, ἐφ’ οὗ εὑρίσκετο ὁ Γερμανὸς ἀστυ-
3110νομικὸς ὑπάλληλος, ὅστις καὶ τὸν συνέλαβε.»
3111Ἀλλὰ τὸ δημοσίευμα τοῦτο ἀνῃρέθη δι’ ἀνακοινωθέντος,
3112ὡς ἠκούσατε. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
3113προσεπάθησε δι’ ὅλης τῆς εὐγλωττίας καὶ τῆς γνωστῆς εἰς
3114πάντας ἡμᾶς δεινότητός του νὰ μεταδώσῃ εἰς ἡμᾶς τὴν
3115πεποίθησιν, ὅτι τὸ ἱερὸν πῦρ, ἡ ἱερὰ ἀγανάκτησις ὑπὲρ τῆς
3116ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία τὸν παρώρμησεν,
3117ὅπως προβῇ εἰς τὸ μέτρον τῆς ἀπελάσεως, διότι ὁ κ. Χαμμερ-
3118στάϊν ἐδημοσίευεν ἄρθρα ἐφάμιλλα τοῦ Ἀμποῦ. Ἀλλὰ τίς ἐξ
3119ἡμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ δημοσίευσις αὐτῶν τῶν ἄρθρων ἐγένετο
3120γνωστὴ μετὰ 20 καὶ 30 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἀπελάσεως; Καὶ
3121ἀπεδόθησαν ταῦτα εἰς τὸν Χαμμερστάϊν, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται
3122καὶ τοῦτο νὰ βεβαιώσῃ, διότι οὐδεμίαν ὑπογραφὴν ἔφερον.
3123Καὶ ἐν τούτοις ὡς μόνην δικαιολογίαν φέρει ὁ κ. Πρόεδρος
3124τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀποτεινόμενος πρὸς τοὺς ἀντι-
3125προσώπους τοῦ ἔθνους, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς τὸ μέ-
3126τρον τοῦτο, ὑπεραμυνόμενος τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας. Τὸ
3127συμπέρασμα τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
3128ἦτο, ὅτι, βλέπων τὸν κίνδυνον τοῦ κλυδωνιζομένου ἀκατίου
3129τῶν συναδέλφων του, ἔλαβε τὸ πηδάλιον καὶ ἔῤῥηξε κραυγήν:
3130«ἢ ὅλοι ἢ οὐδείς!» Καὶ ἡ φωνὴ αὕτη δὲν δύναται ἢ νὰ
3131προξενήσῃ αἴσθησιν. Δὲν ἐπαινῶ ἐγὼ τὴν γενναιότητα αὐ-
3132τήν, διότι ὁ,τιδήποτε καὶ ἂν συμβῇ, τὸ γεγονὸς ἔλαβε χώ-
3133ραν, καὶ ὅταν ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου ἐζημιώθη ὁ τόπος,
3134ὅταν ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου ἀπειλοῦνται κίνδυνοι μέλλον-
3135τες, ἡ γενναιότης αὕτη δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸ
3136καλὸν τοῦ τόπου.
3137§93Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν
3138νὰ μεταβῶμεν εἰς ἕτερον θέμα, χωρὶς νὰ ἐξαγάγωμεν ἕν οἱον-
3139δήποτε συμπέρασμα ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε λεχθέντων. Ἐπὶ μα-
3140κρὸν ἀπησχολήθη ἡ Βουλὴ περὶ κυβερνητικῆς καὶ ὑπουργικῆς
3141εὐθύνης, καὶ ἐννοεῖ πᾶς τις, ὅτι οὔτε προσῆκον οὔτε ὀρθὸν εἶναι
3142νὰ μεταβῶμεν εἰς ἄλλο θέμα, χωρὶς νὰ λάβωμεν μίαν ἀπό-
3143φασιν. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι σωματεῖον φιλολογικὸν, ὅπου γίνον-
3144ται ἀκαδημαϊκαὶ συζητήσεις, εἶναι σῶμα πολιτικὸν, καὶ τὰ πο-
3145λιτικὰ σώματα λαμβάνουσιν ἀποφάσεις, καὶ διὰ τοῦτο ὡς
3146πόρισμα τῆς γενομένης συζητήσεως λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ
3147προτείνω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὴν ἀκόλουθον πρότα-
3148σιν: «Ἡ Βουλή, ἐπιδοκιμάζουσα τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερ-
3149νήσεως εἰς τὸ ἐπεισόδιον τοῦ βαρώνου Χαμμερστάϊν, μεταβαίνει
3150εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Καὶ παρακαλῶ δι’ ὀνομαστι-
3151κῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτῆς.
3152§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ, ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ κ. Βου-
3153λευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, θὰ ἐπεθύμουν, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ
3154κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἡ παροῦσα συζήτησις χα-
3155ρακτηρισθῇ ὡς ἁπλῶς ἀκαδημαϊκή, οὐδεμίαν ἔχουσα πολιτι-
3156κὴν σημασίαν. Γνωρίζομεν πάντες, ὅτι δύο εἶναι οἱ κίνδυνοι,
3157τοὺς ὁποίους οἱ ξένοι, καταφεύγοντες εἰς ἄλλα Κράτη, διατρέ-
3158χουσι νὰ ἀποβληθῶσι τῶν Κρατῶν τούτων, ὁ πρῶτος εἶναι
3159ὁ κίνδυνος τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν, ὁσάκις ὑπάρχῃ συνθήκη ὑπο-
3160χρεοῦσα τὸ Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον καταφεύγει ὁ παρ’ ἄλλου
3161Κράτους ἢ παρὰ τῆς ἰδίας αὐτοῦ πατρίδος καταδιωκόμενος,
3162νὰ ἐκδώσῃ αὐτόν· ὁ δεύτερος κίνδυνος εἶναι ὁ τῆς ἀπελάσεως
3163τοῦ καταφεύγοντος, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν οὗτος παρουσιάζει
3164στοιχεῖα γνωστὰ ἐκ τῶν προτέρων πράξεως ἐπικινδύνου, ἐπι-
3165βαλλούσης εἰς τὸ Κράτος, εἰς ὃ κατέφυγε, τὴν ἀπέλασιν αὐ-
3166τοῦ. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομικοῦ ζη-
3167τήματος, τὸ πότε ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος, πρὸς ὃ κατέ-
3168φυγε ξένος τις, ἡ ἀπέλασίς του, διότι ἀρκετὰ ἀνεπτύχθη τοῦτο.
3169Σήμερον ὅμως ἡμεῖς ἐρχόμεθα νὰ καθιερώσωμεν καὶ τρίτην
3170περίπτωσιν ἀπελάσεως, ἄγνωστον εἰς πάντα τὰ πεπολιτι-
3171σμένα ἔθνη, τὴν περίπτωσιν τῆς ἀρνήσεως τῆς ξενίας. Ἡ
3172περίπτωσις ἀρνήσεως ξενίας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, εἰμὴ
3173ἁπλῆ ἀφορμὴ ἀπελάσεως, εἶναι δικαιολογία ὑπερβολικῶς
3174ἐλαστική, ἥτις θέτει εἰς κίνδυνον τὴν ἀνεξάρτητον ἐνέργειαν
3175παντὸς ἐλευθέρου Κράτους. Καθιεροῦντες ἡμεῖς πρωτοτύπως
3176τὴν θεωρίαν ταύτην, ὑποτάσσομεν τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον
3177εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς πᾶσαι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερ-
3178νήσεις καὶ αἱ Βουλαὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ παραδεχθῶσιν. Ὑπο-
3179τάσσομεν αὐτὸ εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως εἴτε ἕνεκα λόγων
3180ἁβρότητος, εἴτε καὶ ἕνεκα λόγων συμφέροντος, μὴ δύνηται νὰ
3181δικαιολογήσῃ ἄρνησιν εἰς οἱανδήποτε αἴτησιν ἄλλου Κράτους
3182πρὸς ἀπέλασιν οἱουδήποτε ἐκ τῶν ὑπηκόων αὐτοῦ, προσελ-
3183θόντος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ δικαιολογηθῶ-
3184μεν ἀπέναντι ἔθνους, πρὸς τὸ ὁποῖον θὰ ὀφείλωμεν εἴτε νὰ φα-
3185νῶμεν ἁβρόφρονες, εἴτε νὰ φανῶμεν εὐχάριστοι καὶ περιποιη-
3186τικοὶ, χάριν οἱουδήποτε συμφέροντος, ἀρνούμενοι νὰ θεωρήσω-
3187μεν τὸν παρ’ αὐτοῦ καταδιωκόμενον καὶ καταφυγόντα εἰς
3188τὴν Ἑλλάδα ὡς ἀνάξιον τῆς φιλοξενίας ἡμῶν. Οὐδεὶς νόμος
3189ἐσωτερικὸς καὶ οὐδεμία διάταξις τοῦ ἀλληλεθνοῦς δικαίου
3190θέτει ὅρια εἰς τὴν δικαιολογίαν καὶ τὴν πρόφασιν ταύτην
3191τῆς ἀρνήσεως ξενίας. Καθιεροῦντες δὲ ἡμεῖς τοιαύτην ἀρχὴν,
3192θὰ εὑρεθῶμεν πολλάκις εἰς τὴν ἀνάγκην, ὄχι μόνον διὰ κοινὰ
3193ἐγκλήματα, ἀλλ’ ἴσως καὶ διὰ πολιτικὰ ἀκόμη, νὰ μὴ δυνη-
3194θῶμεν νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς ἄλλο Κράτος, μέγα ἢ μικρὸν, τὴν
3195παραδοχὴν τῆς αἰτήσεώς του, χωρὶς νὰ φανῶμεν πρὸς αὐτὸ,
3196ὅτι στερούμεθα ἁβρότητος, ἢ ὅτι δὲν εἴμεθα εὐλαβεῖς πρὸς
3197τὴν αἴτησίν του. Ἀφοῦ τοιοῦτον θέλομεν νὰ καθιερώσωμεν
3198προηγούμενον δι’ ἄλλους, τὸ προηγούμενον δηλ. ὅτι δυνά-
3199μεθα νὰ ἀρνηθῶμεν ξενίαν ἄνευ νομίμου λόγου καὶ διατυπώ-
3200σεων καὶ ἄνευ βάσεώς τινος, θὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὰς συνε-
3201πείας αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐπεθύμουν νὰ χαρακτη-
3202ρισθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ὡς ἀκαδημαϊκὴ ἡ παροῦσα συζήτησις,
3203καὶ νὰ μὴ δοθῇ εἰς αὐτὴν πολιτικὸς χαρακτηρισμὸς, ὁ
3204ὁποῖος δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα διὰ τὸν
3205τόπον. Εὔχομαι νὰ ἐννοηθῇ ἡ ἔννοια, ἣν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ
3206ψῆφος ἡμῶν αὕτη, καὶ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ τις, ὅπως λάβῃ τὸν
3207χαρακτῆρα πράξεως πολιτικῆς, ἀλλὰ νὰ ἀφεθῇ νὰ παρέλθῃ
3208ὡς ἀκαδημαϊκὴ συζήτησις.
3209§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βου-
3210λευτὴς ἐξ Ἄρτης ὑποθέτει ὅτι ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος εἶναι
3211ὁ Φιλολογικὸς Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως, ἢ ὁ Φιλολο-
3212γικὸς Σύλλογος «Παρνασσὸς», ἢ ὅτι εἶναι ἡ «Φοιτητικὴ
3213Ἕνωσις», καὶ φρονεῖ, ὅτι, ἀφοῦ ἐπρότεινεν ἓν θέμα πρὸς συζή-
3214τησιν, ἡ ὑπόθεσις ἔληξεν, ἀφοῦ συνεζητήσαμεν τὸ προταθὲν
3215θέμα. Εἶναι ὄντως πρωτότυπος συνταγματικὴ θεωρία! Ἐγὼ
3216ὑπέλαβον, ὅτι ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄνδρου ἦτο
3217ἐπερώτησις κοινοβουλευτικὴ, σκοποῦσα ἔλεγχον τῶν κυβερνητι-
3218κῶν πράξεων, ὁ δὲ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων καταλή-
3219γει εἰς ἓν τῶν δύο εἰδῶν εὐθύνης, εἴτε εἰς ἐπιζήτησιν πολιτικῆς
3220εὐθύνης, εἴτε εἰς ἐπιζήτησιν ποινικῆς εὐθύνης. Ἑπομένως ἡ
3221Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποφήνηται γνώμην ἐπὶ ἑκατέρου τῶν δύο
3222τούτων εἰδῶν τῆς εὐθύνης. Ἂν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ζητήσῃ
3223ποινικὴν εὐθύνην, προβαίνει εἰς σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς,
3224ἂν δὲ ἐγκρίνῃ νὰ ζητήσῃ πολιτικὴν εὐθύνην ἀπὸ τοὺς Ὑπουρ-
3225γοὺς, ψηφίζει πρότασιν ἡμερησίας διατάξεως, δυσμενῆ πρὸς
3226τὴν Κυβέρνησιν, ἐπικρίνουσαν τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως·
3227ἂν δὲ νομίζῃ ὅτι οὐδεμίαν πρέπει νὰ ζητήσῃ εὐθύνην, ψη-
3228φίζει ἡμερησίαν διάταξιν, ἥτις δεικνύει τὴν ἔγκρισιν τῶν
3229γενομένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ νὰ τελειώσῃ συζήτησις
3230ἄνευ προτάσεως, χωρὶς νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἀλλὰ ἡ
3231Βουλὴ νὰ χαρακτηρίσῃ τὰ λεχθέντα ὡς φιλολογικὴν συζή-
3232τησιν καὶ νὰ μεταβῇ εἰς ἄλλα θέματα, αὐτὸ εἶναι πρωτό-
3233τυπον εἶδος πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον θέλω παρακαλέσει τὸν
3234συνάδελφον νὰ μὴ τὸ λησμονήσῃ, ἄν ποτε γείνῃ μέλος Ἐθνι-
3235κῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ νὰ τὸ προτείνῃ τότε, ἵνα ἀναγραφῇ
3236ἐν τῷ θεμελιώδει νόμῳ.
3237§96ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης δὲν ὑπέλαβε τὴν Βου-
3238λὴν ὡς σύλλογον «Παρνασσὸν» ἢ σύλλογον «Φοιτητικῆς Ἑ-
3239νώσεως». Ἠθέλησε νὰ ἐπικαλεθῇ τὴν φρόνησιν τοῦ κ. Προέ-
3240δρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην
3241στιγμὴν ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ, ὅπως μὴ ζητήσῃ νὰ καθιερώσῃ
3242δι’ ἑνὸς ζητήματος ἐμπιστοσύνης προηγούμενον εἰς βάρος τῆς
3243Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Δυστυχῶς καὶ ἡ ἔκκλησις αὕτη ἐκ
3244μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
3245Κυβερνήσεως ὑπῆρξε ματαία, κατελήξαμεν δὲ εἰς ἐκεῖνο, τὸ
3246ὁποῖον κατέδειξεν ὁ κ. Βουλευτὴς Βόλου, εἰς τὸ ζήτημα τῶν
3247ἀριθμῶν, ζήτημα τὸ ὁποῖον θίγει εἰς τὰ καίρια τὴν ἀνεξαρ-
3248τησίαν τῆς πατρίδος μας, ζήτημα τὸ ὁποῖον θίγει τὴν ἀξιο-
3249πρέπειαν ἡμῶν. Νομίζει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
3250βουλίου, ὅτι δύναται νὰ κριθῇ διὰ μιᾶς ψηφοφορίας; ἄς σπεύσῃ
3251εἰς αὐτὴν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐκ τῆς ψηφοφορίας αὐτῆς θὰ μετα-
3252βάλῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ τῆς πράξεως τῆς
3253Κυβερνήσεως. Ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἤδη ἀναγεγραμμένη εἰς
3254τὰς δέλτους τὰς κυβερνητικάς. Δυστυχῶς ὅμως δὲν βαρύνει
3255μόνον αὐτὴν, βαρύνει τὴν ὅλην Ἑλληνικὴν Πολιτείαν.
3256§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς ἔχει
3257τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ ἔκκλησιν εἰς τὴν φρόνησιν τοῦ Προέ-
3258δρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι τοιουτοτρόπως ὑβρίζει τὴν πλειο-
3259νοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει Πρόεδρον
3260Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἄνθρωπον, τοῦ ὁποίου ἡ φρόνησις
3261εἶναι ἐν ἀμφιβόλῳ. Τοιαύτην δὲ γλῶσσαν ὑβριστικὴν δὲν
3262θέλει ποτὲ ἀποδεχθῆ τὸ Κοινοβούλιον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ
3263Ἄρτης, ἐὰν ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, οὐδεὶς περιορίζει αὐτὸν
3264νὰ τὴν ἀναγγείλῃ, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν
3265νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἤθε-
3266λεν εἶσθαι χυδαία τυραννία, ἐὰν ὀλιγάριθμος Ἀντιπολίτευσις,
3267ἠδύνατο νὰ ἔρχηται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, νὰ προβάλλῃ
3268ζητήματα, νὰ ἐπικρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ παριστᾷ αὐτὴν
3269ὡς προδίδουσαν καὶ τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς νόμους καὶ τὴν
3270ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους καὶ τὴν ἠθικὴν τῆς χώρας, μετὰ
3271τοῦτο δὲ νὰ προβάλλῃ, ὅτι αἱ συζητήσεις αὐταί εἰσι φιλο-
3272λογικαί, καὶ νὰ ἀπέρχηται. Τακτικὴ τοιαύτη ἁρμόζει εἰς
3273τοὺς ὑβρίζοντας καὶ μετὰ τὰς ὕβρεις φυγοδικοῦντας, οὐχὶ δὲ
3274εἰς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐκπλήξεως ὄντως εἶναι ἄξιον νὰ
3275ἀκούῃ τις τοιαύτας ἀξιώσεις. Ἄν συμβαίνῃ νὰ ἔχητε ἐναν-
3276τίαν γνώμην, δὲν σᾶς ἐπικρίνομεν, ἀλλὰ δὲν ἔχετε δικαίωμα
3277νὰ ὑποστηρίζητε, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἔχοντες ἐναντίαν γνώμην, δὲν
3278δυνάμεθα νὰ ἐκδηλώσωμεν αὐτὴν, καὶ νὰ καταρτίσωμεν οὕτως
3279ἀπόφανσιν τοῦ Κοινοβουλίου, ἥτις νὰ ἀποφήνηται ὅτι ἐπρά-
3280ξαμεν ὅ,τι εἴχομεν δικαίωμα νὰ πράξωμεν, ὡς Κυβέρνησις
3281Κράτους, ὀφείλουσα νὰ ἀμύνηται ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐ-
3282τοῦ, καὶ νὰ ἀποσοβῇ πᾶσαν ζημίαν, ἥτις ἀπειλεῖται κατὰ
3283τῶν συμφερόντων αὐτοῦ.
3284§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδεὶς ἐννοεῖ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην
3285αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας, μήτε ν’ ἀπαιτήσῃ παρ’ ἄλλου
3286τὴν μεταβολὴν τῆς γνώμης του, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ
3287παρεμποδίσῃ οἱονδήποτε Βουλευτὴν νὰ δείξῃ τοὺς κινδύνους,
3288εἰς τοὺς ὁποίους ἐκτίθεται ἡ Πολιτεία διὰ μιᾶς ψηφοφορίας.
3289Οὐχὶ ἐν τῷ τέλει τῆς κοινοβουλευτικῆς περιόδου, ἀλλὰ εἰς
3290τὰς ἀρχὰς ἄλλων κοινοβουλευτικῶν περιόδων ἐλέγομεν πρὸς
3291ἄλλην Κυβέρνησιν, ὅτι διὰ τῶν ἀριθμῶν ὠθεῖ τὸ Κράτος
3292εἰς τὴν χρεωκοπίαν, καὶ λέγοντες τοῦτο, ἐξεπληροῦμεν καθῆ-
3293κον, καθῆκον ἱερόν. Ἄν δὲ τότε ἡ πλειονοψηφία, εἰς τὴν
3294ὁποίαν εἴτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἴτε ἐγὼ δὲν ἀνή-
3295κομεν, ἄν, λέγω, ἡ πλειονοψηφία ἡ τότε δὲν παρεσύρετο ἐκ
3296τῆς ὁρμῆς τῆς συζητήσεως, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλο τι, ὅπως ψη-
3297φίσῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ὑπεδεικνύομεν ὡς ὀλέθρια
3298διὰ τὸν τόπον, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἤθελεν εἶσθαι σήμερον ἐν καταστά-
3299σει χρεωκοπίας, ἀλλ’ ἤθελε προλάβει τὸ μέγα δυστύχημα, τὸ
3300ὁποῖον καὶ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς κατέῤῥιψε τὴν πατρίδα
3301ἡμῶν. Ὅπως δὲ τότε ἐξεπληροῦμεν καθῆκον, θέλοντες νὰ
3302παρεμποδίσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν διὰ τοῦ λόγου, οὕτω καὶ
3303σήμερον ἐκπληροῦμεν καθῆκον, λέγοντες εἰς τὴν πλειονοψηφίαν:
3304«μὴ καθιερώνῃς ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ
3305ἀποτελέσματα ἐπιβλαβῆ, καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν ἀνάλογα
3306ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπόφασις ἄλλης πλειονοψηφίας εἶχε διὰ τὸν
3307τόπον ἡμῶν ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν.» Δὲν ἔχομεν τὴν δύνα-
3308μιν νὰ παρεμποδίσωμεν ὑμᾶς νὰ λάβητε τὰς ἀποφάσεις, τὰς
3309ὁποίας θέλετε, ἀλλ’ ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ σᾶς εἴπωμεν ποῖαι
3310ἔσονται αἱ συνέπειαι τῶν ἀποφάσεων ὑμῶν· λάβετέ τας, ἀλλὰ
3311δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς, ὅτε θὰ ἐννοήσητε τὸ βάρος
3312τῆς εὐθύνης τῶν ἀποφάσεων ὑμῶν τούτων.
3313§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὁ κ. Βουλευ-
3314τὴς Ἄρτης παραβάλλει τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, πρὸς
3315συνεχῆ πολιτικὴν, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη ἐπὶ δεκαετίαν, πρὸς
3316πολιτικὴν οἰκονομικὴν, ἡ ὁποία ἀπετελέσθη ἀπὸ ἀριθμὸν
3317μέγαν νόμων οἰκονομικῶν, οἵτινες ἐκανόνισαν καὶ διεῤῥύθμισαν
3318τὴν πολιτικὴν ἐκείνην. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης ἔχει τὴν εὐτυ-
3319χίαν καὶ δύναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι, ἀφοῦ συνέπραξεν εἰς τὸ νὰ
3320τεθῶσιν αἱ βάσεις τῆς οἰκονομικῆς ἐκείνης πολιτικῆς, ὑποστη-
3321ρίζων τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπροτείνοντο τότε, τὸ νομο-
3322σχέδιον περὶ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, καὶ τῆς ἄλλης
3323οἰκονομικῆς πολιτικῆς...
3324§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
3325§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ... ἔχει τὴν εὐτυχίαν καὶ δύ-
3326ναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι μετὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, κατὰ τὸ
33271886, ἐννόησε τέλος πάντων τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἐκηρύχθη
3328κατὰ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἦτο
3329ἀποτέλεσμα ἀριθμοῦ νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐπεβάρυνον τὸ Κράτος
3330διὰ δανείων, οἱ ὁποῖοι εἰσῆγον τὴν σπατάλην ἐν τῇ διοι-
3331κήσει, οἱ ὁποῖοι παρίστων ψευδῆ ἀποτελέσματα προϋπολογι-
3332σμῶν, διὰ νὰ ὑποκλέπτωσι τὴν πίστιν τῶν δανειστῶν, καὶ
3333νὰ ἑλκύωσι τὰ κεφάλαια αὐτῶν.
3334Ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν μετερχόμεθα, δὲν εἶναι ἡ πολιτικὴ
3335ὀλέθρου καὶ κινδύνου. Διατηροῦμεν πλῆρες τὸ δικαίωμα εἰς
3336τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρίνῃ, ἂν καὶ πότε πρέπῃ νὰ ἀρνῆται
3337τὴν ξενίαν. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον
3338δύναται νὰ βλάψῃ τὴν Ἑλλάδα. Ἂν σεῖς φρονῆτε τὸ ἐναν-
3339τίον, εἶσθε κύριοι νὰ ψηφίσητε ὡς θέλετε, ἀλλ’ ἂν φρονῆτε τὸ
3340ἐναντίον, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιῶτε νὰ ἔχωμεν ἐν τῇ
3341Βουλῇ καὶ φιλολογικὰς συνεδριάσεις. Αἱ Βουλαὶ δὲν εἶναι Σχο-
3342λαί, εἰς τὰς ὁποίας συζητοῦνται δόγματα, εἴτε ἐπιστημονικὰ
3343εἴτε φιλολογικά, αἱ Βουλαὶ συζητοῦσιν, ἐλέγχουσαι τοὺς
3344Ὑπουργούς. Θέλετε νὰ ἐλέγξητε τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ διστά-
3345ζετε νὰ ὑποβληθῆτε εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς! Ἐκεῖ-
3346νος ὁ ὁποῖος ἐλέγχει, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ὑπομένῃ καὶ
3347τὰς ἀποφάσεις τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῶν ἐλέγχων αὐτοῦ.
3348§102ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐσκεπτόμην νὰ λάβω τὸν
3349λόγον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ ὁ κ. Πρω-
3350θυπουργὸς κατηγόρησαν τὴν πρώην Κυβέρνησιν Τρικούπη,
3351ἀναγκάζομαι ν’ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρ-
3352της ἦτο συνυπουργὸς τοῦ σημερινοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἄλλοτε,
3353καὶ πρώην φίλος αὐτοῦ, ἀναχωρήσας δὲ ἐξ Ἀθηνῶν καὶ ἀφι-
3354χθεὶς εἰς Παρισίους, πρῶτος εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἐν
3355χρεωκοπίᾳ. Ὥστε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἐξ Ἄρτης κ. Βου-
3356λευτὴς ἔκτοτε ἐβεβαίωσαν καὶ ἐκήρυξαν τὴν χρεωκοπίαν τῆς
3357Ἑλλάδος. Ἑπομένως δὲν δικαιοῦνται νὰ μέμφωνται τὴν Κυ-
3358βέρνησιν τοῦ κ. Τρικούπη, ἡ ὁποία εἰργάσθη ὑπὲρ τοῦ τόπου
3359τόσον, ὅσον οὐδεμία ἄλλη Κυβέρνησις, καὶ ὅ,τι σήμερον ἔχει
3360ἡ Ἑλλὰς καὶ ὅ,τι δύναται νὰ παρουσιάσῃ καλὸν, ὀφείλεται
3361εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην. Ἐν δέοντι δὲ θέλω ἐπανέλθει καὶ
3362θέλω ἀναπτύξει τοῦτο.
3363§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω τὴν συζήτησιν περατωμένην.
3364Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βου-
3365λευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ἡ πρότασις αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς:
3366«Ἡ Βουλή, ἐπιδοκιμάζουσα τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνή-
3367σεως εἰς τὸ ἐπεισόδιον τοῦ βαρώνου Χαμμερστάϊν, μεταβαίνει
3368εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
3369Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην λέγουσι Ναὶ, οἱ
3370μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
3371(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
3372τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Σπυρ. Τσιτσάρα καὶ
3373Σπ. Βαρζέλη, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρω-
3374τόκολλον ψηφοφορίας.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3375Μιλτ. Δάλλας ΝΔημ. Βουλπιώτης
3376Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ΝΜιχ. Ἰατρίδης Ν
3377Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Ἀλέξ. Σ. Κ. Ρώμας Ν
3378Ν. Σμόλενιτζ ΝΚ. Δ. Βοῦλτσος
3379Δημ. Οἰκονομίδης ΝΓ. Μελισσηνός
3380Δημοσθ. Καΐρης ΟΔιον. Μυλωνᾶς Ν
3381Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ΟἌγγ. Πετραλιᾶς Ν
3382Κωνστ. Νεγρεπόντης ΝΓεώργ. Κρεστενίτης
3383Ἰωάν. Πετρίδης Γ. Παπακυριακόπουλος Ν
3384Νικ. Φαρμακόπουλος Δημοσθ. Δόγκας Ν
3385Σωτ. Δανόπουλος ΝἸω. Σισίνης Ν
3386Χρ. Βότσαρης ΝΣτέφ. Σκουλούδης
3387Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΟΓεώργ. Πετούσης Ν
3388Σπυρ. Βαρζέλης ΟἈριστου. Βαλέτας Ο
3389Νικόλαος Λεβίδης ΝΝικ. Νομικός Ν
3390Κωνστ. Κολιάτσος Πέτρος Δελένδας
3391Δημοσθ. Σκυλίτσης Κωνστ. Πεταλᾶς Ν
3392Ἀθ. Μουτσόπουλος ΝἈλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν
3393Ν. Δ. Καλλιφρονᾶς Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν
3394Ἀλέξ. Σκουζές ΝΘεόδ. Ζαΐμης
3395Ἀλέξ. Σπ. Σοῦτσος Δ. Πετιμεζᾶς
3396Δημ. Γ. Ράλλης ΟΓεώργ. Σιβιτανίδης Ν
3397Ἀλέξ. Ψύλλας ΝΓιαννούσιος Τάκης Ν
3398Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΝΝικ. Δαγρὲς Ν
3399Γ. Κοζάκης Τυπάλδος ΝΚων. Φλέσσας Ο
3400Ἀθ. Ἴσκος ΝΝ. Σάλμας
3401Κωνστ. Τοπάλης ΝΔημ. Τερτίπης
3402Νικ. Σχινᾶς Ἰω. Παλάσκας Ν
3403Γεώργ. Φιλάρετος ΟἸω. Σταμούλης
3404Νικ. Σταματιάδης Κίμων Βελλίνης Ν
3405Ἰω. Γιαννακόπουλος ΝΞενοφ. Τσαμαγκίδης
3406Ἐπ. Μαυρομμάτης ΟἸωάννης Καζαμπάκας Ν
3407Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΝΙ. Στεφάνου Ν
3408Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΠαν. Λεβέντης Ν
3409Περικ. Ἀλεξάκης Ἀλέξ. Κοντόσταυλος
3410Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΝΝ. Χατζηνικολῆς Ν
3411Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝΓεώργ. Κόρπας
3412Π. Λαμπρινόπουλος ΝἈχιλ. Ἀγάθος Ν
3413Χαρ. Τζανετάκης ΝΚωνστ. Βασιλάκης
3414Γ. Δ. Πετροπουλάκης Ἰω. Σέχος
3415Πολύμ. Ζαρίμπας Ἀθ. Παραμυθιώτης
3416Χρ. Μαστραπᾶς Νικ. Βασιλάκης
3417Γεώργ. Ἀνδρίτσος Γεώργιος Θεοτόκης
3418Κων. Παπαμιχαλόπουλος Γεώργ. Καποδίστριας
3419Π. Ρίτσος ΝΔημ. Οἰκονόμου Ν
3420Ἀνδρ. Βασιλείου ΝΔημ. Πετρίδης Ν
3421Σπ. Τσιτσάρας ΝΠ. Ζούζουλας Ν
3422Δημ. Χατζόπουλος Κωνστ. Σκαρπέτης Ν
3423Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Παν. Λαμπρούλιας Ν
3424Νικολ. Βαλσαμάκης ΝΣπυρ. Τυπάλδος Φορέστης
3425Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς
3426Δημ. Σδορῶνος Θεόδ. Βελλιανίτης Ν
3427Ἄθως Ρωλῖνος ΟἈνδρ. Σιμόπουλος
3428Διον. Καλούτσης ΝΛ. Καραλίβανος
3429Σπ. Π. Στάης ΟΠανούρ. Πηχουργιᾶς
3430Χ. Κ. Βοζίκης ΝΓ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
3431Νικ. Σταματόπουλος ΝἈχιλ. Γεροκωστόπουλος
3432Θ. Πέῤῥος ΝἸω. Τσερτίδης Ν
3433Γεώργ. Μαυρομιχάλης ΝΧρ. Τζῖνος Ν
3434Δημοσθ. Μανούσκης ΝΔημ. Βότσης Ν
3435Δημοσθ. Ματάλας Πίνδ. Ἀντωνόπουλος Ν
3436Ἀριστ. Μελετόπουλος ΝΠαν. Σάκκης Ν
3437Νικ. Γκουζούλης Δημ. Ε. Καλογερόπουλος Ν
3438Δημ. Πιπινόπουλος ΝΝικ. Καράπαυλος
3439Χατζῆ βέης Πετρεδὴν βέηςΝἸω. Βρυώνης Ν
3440Φιλώτας Ἰσχύμαχος ΝΠ. Ἀννῖνος Καβαλλιεράτος
3441Ἰω. Γεωργαντᾶς Νικολ. Δημητριάδης Ν
3442Ἰω. Λάππας ΝΓεώργ. Ν. Μπούμπουλης
3443Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΝἈντ. Γουδῆς Ν
3444Ἄγγ. Κακλάνης ΝἈθ. Λαδόπουλος Ν
3445Β. Βασιλειάδης ΝΝ. Βαφειάδακης
3446Ἀθαν. Εὐταξίας Γ. Παγανέλης Ν
3447Ἰω. Μπακόπουλος Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
3448Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ν. Δρόσος Ν
3449Φίλ. Βάρβογλης ΝΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
3450Ν. Τριανταφυλλάκος Σωτ. Χατζηγάκης Ν
3451Ἡλ. Ζέγγελης Νικ. Ταρμπάκης Ν
3452Λάμπρος Σινανιώτης ΝΚων. Χατζηπέτρος
3453Ἰω. Βούτουνας ΝΘεόδ. Κριεμάδης Ν
3454Γ. Μαλέας ΟΕὐστ. Κοκκέβης Ν
3455Γ. Νικολαΐδης ΝΝ. Γεωργακόπουλος Ν
3456Λεων. Δεληγεώργης ΟΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
3457Μιλτ. Γουλιδῆς ΝΔημ. Καμαριώτης
3458Παν. Μερλόπουλος ΟΔιον. Στάϊκος Ν
3459Περ. Μποῦτος ΝἈριστόβουλος Μάνεσης Ο
3460Ἀλεξ. Δεληγιάννης ΟΣπ. Δεϊμέζης
3461Ἀντ. Καρατζᾶς Θεόδ. Λιμπρίτης Ν
3462Πέτρ. Ταταράκης ΝἸω. Παπαδόπουλος Ν
3463Γεώργ. Κουλούρης ΝΘεόδ. Γκίκας Ν
3464Ὄθων Μαῦρος ΝΠαντελῆς Γκίκας Ν
3465Ἐλευθ. Μυκώνιος ΝΝικ. Τσαμαδός
3466Μιλτ. Βαρότσης ΝΧριστόδ. Στεριάδης Ν
3467Γεώργ. Σισμάνης ΝΝικολ. Κοντογιάννης Ν
3468Γεώργ. Πλατανιώτης Κομνᾶς Τράκας Ν
3469Ἰω. Καναβός Νικ. Χατζῖσκος
3470Γ. Φαρμακόπουλος ΝΤριαντάφ. Σχινᾶς
3471Μιχ. Π. Ἰατρός Δημ. Κρίτσας
3472Α. Πετσάλης ΝΜιχ. Κακαρᾶς Ν
3473Παῦλος Ραζέλος Γ. Ἀβέρωφ Ν
3474Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχ. Κ. Βαρατάσης Ν
3475Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΝἈλέξ. Μ. Κανάρης Ο
3476Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝἸω. Α. Κανάρης Ν
3477Χαράλ. Κανελλόπουλος Ν
3478§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 133. Ἐκ τούτων
3479115 εἶπον Ναὶ καὶ 18 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις
3480ἐγένετο δεκτή.
3481Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3482Ὥρᾳ 11 μ. μ.