1896.02.15
3,653 rows · 28,939 words · 219 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17
Τῆς 15 Φεβρουαρίου 1896.
(Πέμπτη)
Ὥρα 4 καὶ 40′ μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα πολιτῶν ἐκ Λεχαινῶν, συνηγορούντων ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
§2ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ δημολογιστῶν», μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ἐπίσης νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς», μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 123–124). Ὁ κ. Στάης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4ΣΤΑΗΣ. Ἐν πρώτοις θέλω νὰ γνωρίζω, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς τὰ δωμάτια πολλοὶ Βουλευταί, ἐργαζόμενοι ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς.
§6ΣΤΑΗΣ. Πρέπει νὰ ἦναι παρόντες. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 111 Βουλευτῶν. Ἐξακολουθεῖ ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Στάης ἔχει τὸν λόγον.
§8ΣΤΑΗΣ. Ὀφείλω πρῶτον, κύριοι συνάδελφοι, νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἐπρότεινα τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἵνα κωλυσιεργήσω, ὡς ὑπέθεσάν τινες, ἀλλὰ διότι δὲν νομίζω πρέπον νὰ ἐπιλαμβάνηται τῶν ἐργασιῶν αὑτῆς ἡ Βουλὴ, ἐνῷ προφανῶς δὲν εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἦτο δὲ καταφανὲς, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μοὶ ἔδιδε τὸν λόγον, ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ. Εἴκοσι Βουλευταὶ τῆς πτέρυγος ταύτης καὶ δέκα ἐκείνης δὲν πιστεύω ν’ ἀποτελῶσιν ἀπαρτίαν. Ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐπιθυμῶσιν ἀπροσκόπτως νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ παρευρίσκωνται ἐν αὐταῖς· ἄλλως, λυποῦμαι ἀναγκαζόμενος νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτραπῇ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ παράβασις τοῦ 56 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ἐπανέρχομαι ἤδη, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, τὴν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κυρίως ἀπευθυνθεῖσαν, καταθέτω δὲ αὐτὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐγγράφως, ὡς ὁ Κανονισμὸς ἀπαιτεῖ, ἔχουσαν οὕτω: «Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ γνωρίσῃ τῇ Βουλῇ, ἐὰν ὁ δημοσιευθεὶς νόμος ͵ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895 περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐξετελέσθη ὡς νόμος τοῦ Κράτους, τῆς κυρώσεως καὶ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ μὴ γενομένων κατὰ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις». Τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην θ’ ἀναπτύξω διὰ βραχέων.
§9ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Πῶς δὲν ἐκυρώθη;
§10ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ συνήθως δέχομαι τὰς διακοπὰς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι δεδικαιολογημέναι, ἵνα τύχωσιν ἀπαντήσεως.
§11ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἦτο παρὼν ὁ κύριος Ταταράκης, ὅτε ὑπεβάλετε τὴν ἐπερώτησίν σας.
§12ΣΤΑΗΣ. Ὁ περὶ οὗ λοιπὸν πρόκειται, δῆθεν νόμος, ἐκυρώθη καὶ ἐδημοσιεύθη, φέρων μόνον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ, ὡς ἁρμοδίου, προκειμένου περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ ταύτης μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ φορολογικῶν καὶ ἄλλης φύσεως διατάξεων, ἀναγομένων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα ἄλλων Ὑπουργῶν, ὑποχρέων, κατὰ τὸ Σύνταγμα, νὰ προσυπογράψωσι κατὰ τὴν κύρωσιν καὶ τὴν δημοσίευσιν τὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθὲν νομοσχέδιον. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐξεπληρώθη ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἐζήτησα νὰ μάθω, ἐὰν τοῦτο ἐγένετο ἐκ παραδρομῆς ἢ ἐσκεμμένως, καὶ ἠρώτησα τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁποίαν πληροφορίαν περὶ τούτου ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μὲ παρέπεμψεν εἰς τὸν Κανονισμὸν, ἵνα ὑποβάλω πρότασιν νόμου περὶ ἀκυρότητος τοῦ μὴ νόμου, ὡς ἐὰν ἠγνόουν, ὅτι ἡ μονὰς ἐπὶ τῶν ὁμοειδῶν εἶναι μικροτέρα τῶν πολλῶν μονάδων ἢ δεκάδων, τὰς ὁποίας τόσον εὐκόλως σήμερον διαθέτει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν ἦτο ἑπομένως δυνατὸν νὰ ζητήσω ἐγὼ, ἡ μονὰς, πολιτικὴν εὐθύνην διὰ τὴν παράλειψιν ταύτην, καίτοι καλῶς ἐγίνωσκον, ὅτι εἰς τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων ὁ τύπος ἐπικρατεῖ τῆς οὐσίας. Κατὰ τὸ 30 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, ἐν συνδυασμῷ μετὰ τοῦ 36, οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει, οὐδ’ ἐκτελεῖται, ἂν δὲν ᾖναι προσυπογεγραμμένη παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Δέον συνεπῶς νὰ ἐξετασθῇ, τίς εἶναι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ἵνα προσυπογράψῃ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει τὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθὲν νομοσχέδιον κατὰ τὴν κύρωσιν καὶ τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ, διότι ἡ ὑπογραφὴ μόνον ἑνὸς Ὑπουργοῦ δὲν καθορίζει τὰ τῆς ἁρμοδιότητος, οὐδ’ ὁ τίτλος, ὃν ἤθελε φέρει τὸ ψηφισθὲν νομοσχέδιον.
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τοῦτο ὁ τίτλος δὲν ψηφίζεται.
§14ΣΤΑΗΣ. Ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ὁ τίτλος τοῦ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου δὲν ψηφίζεται. Ἐὰν δὲ κατὰ λάθος ἐπιψηφισθῇ νομοσχέδιον, ἀφορῶν ἀποκλειστικῶς τὰ τοῦ στρατοῦ, καὶ ὑπογραφῇ κατὰ τὴν κύρωσιν καὶ δημοσίευσιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, βεβαίως δὲν εἶναι νόμος τοῦ Κράτους. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετασθῶσι τὰ τῆς ἁρμοδιότητος τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα εὑρεθῇ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὁποίου θὰ ὑπαχθῇ. Δὲν θὰ εἰσέλθω ὅμως εἰς πάσας τὰς λεπτομερείας τοῦ ὡς νόμου θεωρουμένου νομοσχεδίου, ἀλλὰ θὰ ἐκλέξω τὰς κυριωτέρας αὐτοῦ διατάξεις, ἵνα δείξω, ὅτι δὲν ἀνάγονται αὗται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ, ὡς ἐκανονίσθησαν τὰ τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Ὑπουργείων ὑπὸ τῶν ἐν ἰσχύϊ διαταγμάτων τῆς 3)15 Ἀπριλίου 1833. Κατὰ τὸ 24 ἄρθρον τοῦ καθ’ ἡμᾶς ͵ΒΤΜΘʹ νόμου, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον προτείνει τὸν διοριστέον δημοδιδάσκαλον, ὁ δὲ νομάρχης διορίζει αὐτὸν ἐντὸς τεταγμένης προθεσμίας. Ἐὰν δὲ ὑπερβῇ τὴν τριήμερον ταύτην προθεσμίαν, τιμωρεῖται διὰ πειθαρχικοῦ προστίμου δραχ. 20 μέχρις 100. Δὲν πιστεύω ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς νὰ ἀξιοῖ, παρὰ τὰς ῥητὰς καὶ σαφεῖς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ διατάγματος περὶ ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς 3)15 Ἀπριλίου 1833, νὰ ἀξιοῖ, λέγω, ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ ὁ νομάρχης διατελοῦσιν ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ. Κατὰ τὸ 25 ἄρθρον, οἱ δημοδιδάσκαλοι κλπ. ὀμνύουσι τὸν νενομισμένον ὅρκον καὶ ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου. Κατὰ τὸ ιαʹ ἐδάφιον τοῦ 40 ἄρθρου, ὁ νομομηχανικὸς προκαλεῖται, ἵνα συντάξῃ τὰ σχέδια τῶν ἐπενεκτέων μεταῤῥυθμίσεων εἰς τὰ δημοτικὰ κτίρια κτλ. Κατὰ ιβʹ ἐδάφιον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου προσκαλεῖται καὶ ὁ δήμαρχος διὰ τὰς μειοδοτικὰς δημοπρασίας πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν μεταῤῥυθμίσεων τούτων. Οὐδ’ ὁ εἰρηνοδίκης, οὐδ’ ὁ νομομηχανικὸς, οὐδ’ ὁ δήμαρχος ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Κατὰ τὸ 54 ἄρθρον, τὰ ἔξοδα τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως πληρόνονται ὑπὸ τῶν κατ’ ἐπαρχίας δημοσίων ταμείων, ἐκδιδομένων τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων ὑπὸ τῶν δημάρχων. Κατὰ τὸ 55 ἄρθρον, τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως προσδιορίζονται πρὸ πάντων τῶν ἄλλων. Πάντα ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Κατὰ τὸ 56 ἄρθρον τοῦ ὑποτιθεμένου ͵ΒΤΜΘʹ νόμου ὁ νομάρχης προκαλεῖ ἀπόφασιν τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων, αὐξάνουσαν ἢ ἐλαττοῦσαν αὐτά. Τοῦ ἄρθρου τούτου ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε τὴν τροποποίησιν δι’ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου καὶ ἐγγεγραμμένου ὡς δευτέρου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλὰ τὴν τροποποίησιν δὲν τὴν ἐζήτησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὁ προσυπογράψας τουτέστι κατὰ τὴν κύρωσιν καὶ δημοσίευσιν τοῦ δῆθεν νόμου, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπερ σημαίνει, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει τὴν μὴ ἐν τούτῳ ἁρμοδιότητα τοῦ προσυπογράψαντος Ὑπουργοῦ. Κατὰ τὸ 57 ἄρθρον, ἐπιτρέπεται, χάριν τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἡ αὔξησις τοῦ δημοτικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν εἰσαγομένων μέχρις ἑνὸς τοῖς ἑκατόν. Ἐπίσης ἐπιτρέπεται νὰ αὐξηθῶσι καὶ οἱ ἄμεσοι δημοτικοὶ φόροι. Τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, ἢ τὴν ἐπιβολὴν νέων τοιούτων, δὲν πιστεύω νὰ τὴν διεκδικῇ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός. Ὁ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὀφειλόμενος σεβασμὸς, ἐλπίζω νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸν ὑπογράφαντα Ὑπουργὸν νὰ ὑποχωρήσῃ· ἄλλως ἂς κληθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, συμφώνως τῷ κγʹ ἐδαφίῳ τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ διατάγματος τοῦ 1833 περὶ ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα λύσῃ τὴν περὶ ἁρμοδιότητος διαφοράν. Τοιαῦται, Κύριοι, διατάξεις, ὑπαγόμεναι εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ ὑποτιθεμένῳ ͵ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895 νόμῳ, ὑπάρχουσι πολλαί. Περιττὸν δὲ θεωρῶ νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ τὰς λοιπὰς διατάξεις αὐτοῦ, τὰς ξένας ὅλως τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐκ τῶν 78 αὐτοῦ ἄρθρων τὰ 40 περιέχουσι διατάξεις τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Ὑπουργείων Οἰκονομικῶν, Ἐσωτερικῶν καὶ Δικαιοσύνης. Ἐὰν ἤθελέ τις μάλιστα νὰ ἐξετάσῃ ἐπισταμένως τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀδιστάκτως ἤθελεν ἀποφανθῆ, ὅτι εἶναι νόμος οἰκονομικός, ὅτι εἶναι νόμος φορολογικός, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Δημόσιον ἀπαλλάσσεται σχεδὸν ἐντελῶς τῆς ἐπιβεβλημένης διὰ τοῦ 16 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν συνδρομῆς αὐτοῦ πρὸς τοὺς δήμους. Ἡ αὐθαίρετος αὔξησις τῶν ἀμέσων δημοτικῶν φόρων ὡς καὶ τοῦ δημοτικοῦ δασμοῦ κατὰ 1%, ἐπίσης δὲ καὶ τὸ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ψηφισθὲν σχετικὸν νομοσχέδιον καὶ ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δι’ οὗ θὰ καταργῇ ἢ θὰ ὑποβιβάζῃ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ὁ νομάρχης καὶ οὐχὶ τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, ἑρμηνεύουσι σαφῶς, ὁποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὁποῖος ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ἵνα προσυπογράψῃ κατὰ τὴν κύρωσιν καὶ τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ, τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἴδωμεν ἤδη τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Τὸ τριακοστὸν ἔχει ὡς ἑξῆς: «Οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει, οὐδ’ ἐκτελεῖται, ἂν δὲν ἦναι προσυπογεγραμμένη παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅστις διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του καθίσταται ὑπεύθυνος» κτλ. Κατὰ δὲ τὸ τριακοστὸν ἕκτον, «ὁ Βασιλεὺς κυρώνει καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους» κτλ. Βεβαίως δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ εἰσέλθω εἰς συνταγματικὰς θεωρίας, εἶναι ὅμως ἀναγκαῖον νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ κύρωσις καὶ δημοσίευσις τῶν νόμων εἶναι καὶ πρᾶξις ἐκτελεστική, ὡς περιέχουσα τὴν διαταγὴν πρὸς δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, καὶ ὡς τοιαύτη ἀπαιτεῖ τὸν ὑπεύθυνον, τουτέστι τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Εἶναι δὲ ἄξιον παρατηρήσεως, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μόνον τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, κατ’ ἐξαίρεσιν πάντων τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης γνωστῶν, ἀπῄτησε τὴν προσυπογραφὴν εἰς πᾶσαν βασιλικὴν πρᾶξιν, οὐχὶ ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἡ ἀπαίτησις δὲ αὕτη δὲν ἦτο ὅλως τυχαία, ὡς γινώσκομεν ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς Αʹ ἐν Ἀθήναις Ἐθνοσυνελεύσεως, διότι τὴν ἀπάλειψιν τῆς λέξεως ἁρμοδίου ἐζήτησεν εἷς τῶν πληρεξουσίων, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἡ ὑπογραφὴ ἑνὸς Ὑπουργοῦ εἶναι ἐπαρκής, ἵνα καλύψῃ τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Ἀνευθύνου, ἀλλ’ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἀπῄτησε τὴν προσυπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου, ἵνα ἐν πλήρει γνώσει τῶν διατάξεων πάσης βασιλικῆς πράξεως ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην ὁ Ὑπουργός. Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος εἶναι ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ πρὸ τὸ 8ον ἄρθρον τοῦ διατάγματος περὶ σχηματισμοῦ τῶν Γραμματειῶν τῆς 3)15 Ἀπριλίου 1833, καθ’ ὃ «ἕκαστος γραμματεὺς τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐμπιστευθείσης εἰς αὐτὸν Γραμματείας τὸ μόνον καὶ ἄμεσον ὄργανον τοῦ Βασιλέως πρὸς ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν κυβερνητικῶν πράξεων’ ἑπομένως ἀπαιτεῖται νὰ προσυπογράφηται ὁ ἁρμόδιος Γραμματεὺς εἰς πάντα νόμον, πᾶν διάταγμα κτλ.» Καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ ἐκ τῶν ἄρθρων 30 καὶ 36 τοῦ Συντάγματος, ἐξάγεται ὅτι πᾶσα πρᾶξις τοῦ Βασιλέως, ἑπομένως καὶ ἡ κύρωσις καὶ ἡ δημοσίευσις καὶ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου, ἵνα ἔχῃ κῦρος, πρέπει νὰ φέρῃ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τὴν ὑπογραφήν. Ἄμεσος ἀκολουθία καὶ τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ γράμματος τῶν διατάξεων τούτων εἶναι ὅτι, ἐὰν βασιλική τις πρᾶξις ἦναι φύσεως πολλαπλῆς, πρέπει πάντες οἱ Ὑπουργοί, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὁποίων ἀνάγονται αἱ διάφοροι διατάξεις τῆς πράξεως ταύτης, νὰ προσυπογράψωσιν αὐτήν, ἵνα ἔχῃ ἰσχὺν καὶ ἵνα ᾖ δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς. Ἀκριβῶς δὲ αὐτὸ τοῦτο καθιερώθη καὶ παρ’ ἡμῖν ἐν τῇ πράξει. Σωρείαν νόμων καὶ διαταγμάτων ἠδυνάμην νὰ ἀπαριθμήσω, ἐν οἷς εἶναι προσυπογεγραμμένοι πάντες οἱ Ὑπουργοί, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὁποίων ἀνάγονται αἱ ἐν αὐτοῖς διατάξεις, ἀλλὰ συντομίας χάριν θὰ σᾶς ἀναφέρω ὀλίγους τινὰς νόμους, κυρωθέντας καὶ δημοσιευθέντας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Πρόχειρον ἔχω τὸν νόμον ΑΧΜΑʹ τῆς 9 Ἰανουαρίου 1888 περὶ συστάσεως ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, φέροντα τὰς ὑπογραφὰς τοῦ κ. Χ. Τρικούπη, Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου, Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τοῦ κ. Π. Μανέτα, Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὡς καὶ τὸν νόμον ΑϠΜΑʹ τῆς 27 Μαρτίου 1891 περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΑΧΜΑʹ τῆς 9 Ἰανουαρίου 1888, φέροντα τὰς ὑπογραφὰς τοῦ καὶ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ κ. Κ. Καραπάνου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ κ. Ἀχιλ. Γεροκωστοπούλου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἀμφότεροι οἱ νόμοι οὗτοι περιεῖχον διατάξεις ἀναγομένας εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν τριῶν Ὑπουργείων, Οἰκονομικῶν, Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐκκλησιαστικῶν. Ἐπίσης τὸν νόμον ΑΥϞΓʹ τῆς 27 Μαΐου 1887 περὶ ἀποζημιώσεως καὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων κλπ., φέροντα τὰς ὑπογραφὰς τῶν κ. κ. Χ. Τρικούπη (Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν), Κ. Λομβάρδου (Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν), Δ. Βουλπιώτου (Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης) καὶ Π. Μανέτα (Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.) σὺν τῇ ὑπογραφῇ, ἐννοεῖται πάντοτε, τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς σφραγιδοφύλακος. Ὁ νόμος οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ΑΩΠΑʹ τῆς 2 Ἰανουαρίου 1891, φέροντος τὰς ὑπογραφὰς τῶν κ. κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη (Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν), Ἀλ. Θ. Ζαΐμη (Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης), Κ. Καραπάνου (Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν) καὶ Α. Γεροκωστοπούλου (Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ὡσαύτως καὶ ὁ νόμος ͵ΒΠΕʹ τῆς 12 Αὐγούστου 1892, περὶ τοῦ διοργανισμοῦ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, φέρων τὰς ὑπογραφὰς τῶν κ. κ. Χ. Τρικούπη (Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν), Γ. Θεοτόκη (Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν), Στεφ. Σκουλούδη (Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.) καὶ Ἀν. Σιμοπούλου (Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ εἰσαχθέντα εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχέδια, εἰ καὶ ἦτο ὅλως περιττὸν, φέρουσι τὰς ὑπογραφὰς πάντων τῶν Ὑπουργῶν, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὁποίων ἀνάγονται. Οὕτω τὸ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 191 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ» φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν κ. κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη, Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, Κυρ. Π. Μαυρομιχάλη, Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, Ν. Σμόλεντζ, Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ Φ. Π. Βάρβογλη, Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς καὶ τὸ «περὶ τακτοποιήσεως τῶν παγίων προκαταβολῶν τῶν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείων», φέρον τὰς ὑπογραφὰς τῶν κ. κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη, Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, Ν. Σμόλεντζ, Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, Ν. Λεβίδου, Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Μόνον ἐξαίρεσιν ἀποτελεῖ ὁ ͵ΒΤΜΘʹ νόμος τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895, περὶ τοῦ κύρους τοῦ ὁποίου μοὶ ἐγεννήθη ἀπορία. Ἴσως ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι νόμοι, ἔχοντες τὴν ἀτέλειαν ταύτην, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχω προχείρους, ἅτε μὴ ὢν ἐγκρατὴς εἰς τὰ τῶν νόμων, ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως ἀλλοιοῖ τὴν θεωρητικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐγὼ τὸ ἐξετάζω. Εἶναι ὅμως ἄξιον παρατηρήσεως, ὅτι καὶ εἰς τὰ τῶν ξένων χωρῶν Συντάγματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἀναγράφεται ἡ περιοριστικὴ διάταξις τοῦ ἁρμοδίου, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ἡ προσυπογραφὴ ἑνὸς Ὑπουργοῦ, καθιερώθη ἀπαρεγκλίτως ἡ ἀρχὴ τῆς προσυπογραφῆς οὐ μόνον τοῦ ἁρμοδίου, ἀλλὰ πάντων τῶν Ὑπουργῶν, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὁποίων ὑπάγονται αἱ ἐκτελεστέαι πράξεις, αἱ περιεχόμεναι ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ βασιλικῇ πράξει. Νεώτερα δὲ Συντάγματα ἀνέγραψαν τὴν τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος διάταξιν· οὕτω τὸ τῆς Σουηδίας (22 Ἰουνίου 1866) τὸ τῆς Σερβίας (29 Ἰουνίου/11 Ἰουλίου 1869) καὶ μάλιστα τὸ τῆς Δανιμαρκίας, ἀναθεωρηθὲν τὴν 28 Ἰουλίου 1866, ῥητῶς ἀνέγραψεν, ὅτι οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἐκτελεῖται, ἐὰν δὲν φέρῃ τὴν ὑπογραφὴν «d’ un ou de plusieurs ministres. Chaque ministre est responsable de la décision qu’ il a signée». Τὸ δ’ ἔτι μᾶλλον ἄξιον μνείας εἶναι, ὅτι καὶ ἐν αὐτῇ τῇ δημοκρατουμένῃ Γαλλίᾳ, ἐν τῷ συνταγματικῷ χάρτῃ τῆς ὁποίας ἀναγράφεται ὅτι ἀπαιτεῖται ἑνὸς Ὑπουργοῦ ἡ προσυπογραφή, καθιερώθη οὐ μόνον ὁ ἁρμόδιος νὰ προσυπογράφῃ πρῶτος, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ Ὑπουργοί, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὁποίων ὑπάγεται ἡ πρᾶξις τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Ἰδοὺ δὲ τί περὶ τούτου λέγει δόκιμος συγγραφεὺς Γάλλος καὶ προσωπικῶς ἴσως γνωστὸς τῷ ἀξιοτίμῳ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκει): «Les ministres ont pour premier devoir de contre–signer tous les actes du Président de la République. Si une acte interesse plusieurs département il doit porter la signature de chacun des ministres dont la responsabilité est engagée; le ministre le plus directement engagé signe le premier.» (Traité de droit politique et parlementaire par E. Pierre. Paris 1893, § 103). Ἐκ τούτων γίνεται δῆλον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ προσυπογραφὴ νόμου ἢ διατάγματος εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία, οὐχὶ μόνον ὑπὸ ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ἔστω καὶ τοῦ ἁρμοδίου, ἀλλὰ ὑπὸ πάντων τῶν Ὑπουργῶν, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὁποίων ὑπάγεται πᾶσα πρᾶξις, ἐν τῷ νόμῳ ἢ τῷ διατάγματι ἐμπεριεχομένη. Ἑπομένως ὁ καλούμενος νόμος ͵ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895 περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως διατελεῖ εἰσέτι νομοσχέδιον, ἐπιψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ λύσῃ ἡ Βουλὴ διὰ μιᾶς ψήφου ἀφέσεως· εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πολὺ πιθανὸν νὰ λύσωσι τὰ δικαστήρια. Διότι, εὐθὺς ὡς οἱ δῆμοι μάθωσιν, ὅτι τὸ κῦρος τοῦ θεωρουμένου νόμου ͵ΒΤΜΘʹ, τοῦ ἐπιβάλλοντος εἰς αὐτοὺς τόσας ὑποχρεώσεις, ἀμφισβητεῖται, θὰ προστρέξωσιν εἰς τὰς δικαστήρια, ἵνα ἀπαλλαγῶσιν, ἔστω καὶ προσκαίρως, τῶν ὑπερμέτρων δαπανῶν, εἰς ἃς ὑπεβλήθησαν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ὑπ’ αὐτοῦ. Θὰ ηὐχόμην δὲ νὰ ἔσπευδεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀνομολογήσῃ, ὅτι κατὰ παραδρομὴν ἐκυρώθη καὶ ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ οὐχὶ συμφώνως ταῖς συνταγματικαῖς διατάξεσιν, ἵνα βελτιώσωμεν τὰς πολλὰς, ἀτελεῖς καὶ ἀνεφαρμόστους αὐτοῦ διατάξεις, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐκ νέου ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ, διότι τῆς κυρώσεως ὑπὸ τοῦ Βασιλέως μὴ γενομένης ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ληξάσης Συνόδου, κατὰ τὴν 8 Νοεμβρίου 1895, τὸ ἐπιψηφισθὲν νομοσχέδιον, κατὰ τὸ 36 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, λογίζεται ἀκυρωθέν.
§15Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁμολογῶ ὅτι μοὶ ἐφάνη παράδοξος ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων συναδέλφου, διότι ἐφαντάσθη, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἁπλοῦς διευθυντὴς τῶν σχολείων τοῦ Κράτους, οὐδόλως μετέχων τῆς διοικήσεως, οὐδὲ ὢν μέλος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ὁ νόμος ἔχει πλῆρες κῦρος καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐφ’ ὅσον διευθύνει τὰ πράγματα τὰ ἔχοντα σχέσιν πρὸς τὴν Ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ προτείνῃ νόμους, καὶ τούτους, ἐγκρινομένους ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρουμένους ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, νὰ δημοσιεύῃ ὑπὸ τὴν ἰδίαν εὐθύνην. Οὐδαμοῦ θέλετε εὕρει ἐν τῷ Συντάγματι ἢ ἐν ἄλλοις νόμοις διατάξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ ἀντίκεινται εἰς τὴν γνώμην ἡμῶν ταύτην. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ὁ νόμος ἔχει πλῆρες κῦρος, καὶ ὅτι οὐδεμία περίστασις ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος, δύναται νὰ ἔχῃ λόγον· ἑπομένως, ἐὰν ἐπιμένῃ, δύναται νὰ φέρῃ πρότασιν περὶ ἀκυρότητος τοῦ νόμου· ἄλλως ἡ πρότασίς του, ὡς ἐγένετο, δὲν ἔχει λόγον. Διότι τίνα λόγον ἔχει νὰ προβάλῃ ἐπερώτησιν ὁ κ. Βουλευτὴς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν φρονῇ αὕτη ἔγκυρον νόμον δημοσιευθέντα καὶ τεθέντα εἰς ἐφαρμογὴν ἀπὸ τῆς πρώτης ἐνεστῶτος ἔτους; Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸ τυπικὸν ζήτημα. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον δὲ, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, συντάξας ὀργανισμὸν τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὰ κείμενα καὶ ἐν τῷ Συντάγματι καὶ τῇ καθεστηκυίᾳ νομοθεσίᾳ, εἶναι εἰς ἄμεσον σχέσιν πρὸς τοὺς δήμους, μὴ ὑπαγομένους εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· διότι οὔτε οἱ δήμαρχοι οὔτε τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ἐν τῇ σφαίρᾳ τῶν δημοτικῶν καθηκόντων αὐτῶν εἰσιν ἀνεξάρτητοι ἀπὸ πάσης ἐπιῤῥοῆς κυβερνητικῆς, πλὴν τῆς ἐπιτετραμμένης εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῶν κειμένων νόμων ἐπιτηρήσεως τῶν οἰκονομικῶν τῶν δήμων, προϋπολογισμῶν κτλ. Τὸ μὲν Κράτος, κατὰ τοὺς κειμένους σχολικοὺς νόμους, ἔχει τὸ καθῆκον νὰ προνοῇ περὶ μορφώσεως τῶν δημοδιδασκάλων καὶ ἐπιθεωρήσεως αὐτῶν· ἑπομένως δαπανᾷ, ἱδρύει, ὀργανίζει καὶ συντηρεῖ τὸ Κράτος τὰ Διδασκαλεῖα, ἐν οἷς μορφοῦνται καὶ ἀναγνωρίζονται οἱ διδάσκαλοι. Μετὰ τοῦτο δεύτερον καθῆκον ἔχει τὸ Κράτος νὰ ἐπιμελῆται δι’ εἰδικῶν ἀνδρῶν τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων, καθ’ ἃ οἱ νόμοι κελεύουσι. Κατὰ δὲ τὸ Σύνταγμα, οἱ δῆμοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ συντηρῶσιν ἐκ τῶν ἰδίων πόρων τὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Αὕτη εἶναι ἡ θεμελειώδης βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ ἡμετέρα νομοθεσία. Ἑπομένως ὁ δῆμος ἀναλαμβάνει ἐφ’ ὅσον οἱ πόροι αὐτοῦ συγχωροῦσι, τὴν συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων· ἐφ’ ὅσον δὲ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς εἰς τοῦτο, ἔρχεται εἰς ἐπικουρίαν τὸ Κράτος. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς στηρίζονται ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καθ’ οὗ ἐξηγέρθη ὁ συνάδελφος, καταγγείλας αὐτὸν ὡς ἄκυρον. Διατὶ ἐνόμισεν ἀναρμόδιον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰς τὸ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, ἐπὶ τῇ βάσει ῥητῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα διατάσσει, τοῦ νὰ συντηρῶσιν οἱ δῆμοι τὰ δημοτικὰ σχολεῖα; Ἑπόμενον εἶναι, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπαρκῶσιν οἱ ὑπάρχοντες πόροι τῶν δήμων εἰς συντήρησιν τῶν σχολείων, ὀφείλει ὁ ἁρμόδιος ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸς ἀναγκαίως νὰ προνοήσῃ, ὅπως διὰ νόμου ἐπιτραπῇ ἡ κατὰ τι αὔξησις αὐτῶν, κατὰ ἓν τοῖς ἑκατὸν, ἂν παραστῇ ἀνάγκη πρὸς συντήρησιν αὐτῶν. Δὲν πρόκειται περὶ ὡρισμένης φορολογίας, ἀλλὰ μᾶλλον περὶ ἀδείας, ἐάν ποτε παρουσιασθῇ ἀνάγκη ἐπιβολῆς φόρου 1%, νὰ ἐπιτραπῇ τοῦτο καθ’ ὡρισμένον ἐν τῷ νόμῳ τρόπον. Τίνα ἁρμοδιότητα μείζονα ἐπὶ τοιούτου θέματος ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, προκειμένου περὶ σχολείων; Οὐδεμίαν. Εὐθύνην ἔχουσι τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον καὶ ὁ νομάρχης, νὰ μελετήσωσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου, ἵνα, πεισθέντες ἐὰν ὁ δῆμος δὲν ἐπαρκῇ διὰ τῶν ὑπαρχόντων πόρων, παραγγείλωσιν εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἵνα ἐπιβάλῃ τὴν αὔξησιν. Ἁρμόδιος λοιπὸν εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ὑποβάλλῃ πρὸς τὴν Βουλὴν προτάσεις νόμων περὶ συντηρήσεως ἢ περὶ βελτιώσεως τῶν σχολείων· αὐτὸς ἔχει τὴν εὐθύνην προσωπικῶς. Ἀλλὰ καὶ πλὴν τούτου, εἰς τὰ Κράτη, τὰ κυβερνώμενα κοινοβουλευτικῶς, ὑπάρχει πλήρης ἀλληλεγγύη μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν· πάντες εἴμεθα διὰ τὰς κυβερνητικὰς πράξεις ὑπεύθυνοι ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν τὸ θίγω. Ἑπομένως, ἐπαναλαμβάνω καταλήγων, ἐν πλήρει ἁρμοδιότητι εἰσήχθη ὁ νόμος ἐκεῖνος, καὶ λίαν κανονικῶς ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, καὶ οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην παρέχει ὑπόνοιαν ἀκυρότητος. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ἐπιμένῃ, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἄκυρος, δύναται νὰ προτείνῃ πρότασιν περὶ ἀκυρότητος αὐτοῦ. Ἐπερώτησις δὲ περὶ τοιούτου θέματος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα τῆς σοβαρότητος.
§16ΣΤΑΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταὶ, διότι δὲν ἔχω τὴν μαντικὴν δύναμιν νὰ μαντεύσω, τί ἆρά γε διενοεῖτο ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁπόταν πρὸ μικροῦ ἤκουσε τὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργόν του, λέγοντα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τὰς παραδόξους ἐκείνας διοικητικάς του θεωρίας. Ἀλλ’ ἐὰν κρίνῃ τις ἐκ τῆς στενοχωρίας, ὑφ’ ἧς ἐφαίνετο κατεχόμενος ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καθ’ ὃν χρόνον ἐλάλει ὁ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸς, βεβαίως ἤθελε συλλυπηθῆ τὸν κ. Ὑπουργὸν, τὸν ἐκθέσαντα καὶ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, ἧς μέλος διατελεῖ, διὰ τῶν ἀνακριβειῶν καὶ ἐσφαλμένων δοξασιῶν του ἐπὶ στοιχειωδῶν διοικητικῶν γνώσεων. Διότι τὰ περὶ ἁρμοδιότητος τῶν Ὑπουργείων, ὡς ἐκανονίσθησαν ὑπὸ τῶν διαταγμάτων τῆς 3|15 Ἀπριλίου 1833, εἶναι βεβαίως στοιχειώδεις γνώσεις. Εἶναι γνώσεις, τὰς ὁποίας ὤφειλεν ὁ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸς, εὐθὺς ὡς ἐγένετο, κακῇ τῇ μοίρᾳ, τοιοῦτος, νὰ μελετήσῃ, ἐγκαταλιμπάνων ἔστω καὶ τὰς προσφιλεῖς αὐτῷ ἀσχολίας περὶ τὴν ἀναστάτωσιν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ διδασκαλικοῦ κλάδου. Τὰ διατάγματα ταῦτα καθορίζουσι σαφῶς τὰ ὅρια τῆς ἐνεργείας ἑκάστου τῶν Ὑπουργῶν, ἐκτὸς τῶν ὁποίων δὲν ἐπιτρέπεται αὐτοῖς νὰ ἐξέλθωσι, χωρὶς νὰ ἐπιφέρωσι τὴν ἀκυρότητα τῶν πράξεων αὐτῶν. Ἂν εἶχον δὲ πρόχειρα τὰ διατάγματα ταῦτα, ἤθελον πείσει δι’ ἁπλῆς ἀναγνώσεως τὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸν, —διότι ὁμολογουμένως ἔχει τὴν δύναμιν ν’ ἀντιλαμβάνηται καὶ ἐκ μιᾶς καὶ μόνης ἀναγνώσεως— ὅτι ὅλως ἀντίθετα τῶν νενομισμένων εἶναι πάνθ’ ὅσα εἶπε πρὸ μικροῦ. Διότι μᾶς ἔλεγεν, ὅτι ὁ νομάρχης καὶ ὁ ταμίας καὶ ὁ εἰρηνοδίκης καὶ ὁ δήμαρχος καὶ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ σχεδὸν σύμπας ὁ κόσμος διατελοῦσιν ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητός του καὶ ὑπὸ τὰς διαταγάς του, εὐθὺς ὡς περὶ τὰ διδασκαλικὰ ἤθελον ἀσχοληθῆ!! Καὶ ἀνεγνώριζε μὲν, ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια εἶναι σώματα ἀνεξάρτητα, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως καὶ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως! Ἀληθῶς ἀστεῖαι θεωρίαι, τὰς ὁποίας δὲν δικαιολογεῖ οὔτε τὸ πρώην διδασκαλικὸν ἐπάγγελμα τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ. Δὲν θεωρῶ σπουδαῖον νὰ ἀσχοληθῶ περὶ τὴν ἀναίρεσιν τοιούτων θεωριῶν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἤθελον ἐρωτήσει τὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν ἤκουσέ ποτε, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων «χρήζουσι τῆς ῥητῆς ἐγκρίσεως τοῦ νομάρχου ἢ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν», καὶ οὐχὶ τοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἤθελον ἐρωτήσει αὐτὸν, ἐὰν ἤκουσέ ποτε, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, προκειμένου περὶ ἐμμέσων ἢ ἀμέσων δημοτικῶν φόρων, πρέπει νὰ ἐγκριθῶσι διὰ Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον προσυπογράφει οὐχὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ὁ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐὰν δὲ ταῦτα οὔτε ἤκουσεν οὔτε ἀνέγνωσεν, ἂς ἀναγνώσῃ τὸν νόμον τῆς 27 Δεκεμβρίου 1833 «περὶ συστάσεως τῶν δήμων» καὶ τὰ διατάγματα τῆς 3)15 Ἀπριλίου 1833 περὶ ἁρμοδιότητος τῶν Γραμματειῶν, ἵνα μὴ ἐν τῷ μέλλοντι παραστῶμεν καὶ πάλιν μάρτυρες τοῦ παραδόξου θεάματος, τοῦ διαδραματισθέντος πρό τινων ἡμερῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ ἴδωμεν τουτέστι τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀποκηρύττοντα τὰ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ του λεχθέντα. Ἐγὼ, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐζήτησα νὰ μάθω τὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος τοῦ κατατρίψαντος τὸν βίον περὶ τὰς διδασκαλικὰς μελέτας, καρπὸς τῶν ὁποίων εἶναι τὸ τραγελαφικὸν σύστημα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸ ἔτι τραγελαφικώτερον νομοσχέδιον περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἠθέλησα νὰ μάθω, ὁποίαν ἔχει γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ ἄλλοι νομομαθεῖς συνάδελφοι. Ἐγὼ, στηριζόμενος ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν διατάξεων τοῦ δῆθεν νόμου ͵ΒΤΜΘʹ, ἐπὶ τοῦ 8ου ἄρθρου τοῦ διατάγματος τῆς 3)15 Ἀπριλίου 1833 περὶ σχηματισμοῦ τῶν Γραμματειῶν, ἐπὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ 30 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἐν συνδυασμῷ μετὰ τοῦ 36, ἐπὶ τῶν ἐν τῇ πράξει λαμβανόντων χώραν καὶ ἐπὶ τῶν ἐν ξένοις συνταγματικοῖς Κράτεσιν ἐπικρατούντων, ἐξέφερα τὴν γνώμην, ὅτι, καὶ ἂν ὁ προσυπογράψας τὴν πρᾶξιν τοῦ Βασιλέως Ὑπουργὸς ἦναι ἐν μέρει ἁρμόδιος, κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι ἀναρμόδιος, καὶ ἑπομένως, ὅτι δὲν πληροῦται ὁ σκοπὸς τῆς μνησθείσης διατάξεως τοῦ Συντάγματος, καθόσον ἓν μέρος τῆς Βασιλικῆς πράξεως μένει ἀστήρικτον καὶ μετέωρον, ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς καὶ τῶν ἄλλων ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, κατ’ ἀκολουθίαν ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ὡς νόμος τοῦ Κράτους, τῆς κυρώσεως καὶ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ μὴ γενομένων κατὰ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Εὐχαριστῶ δὲ τὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος μοὶ παρέσχε τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀναπολήσω τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὴν ὁποίαν ἐξέφερε κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς 24 Νοεμβρίου 1893, συζητουμένης τῆς δι’ ἐγκυκλίου καταργήσεως νόμου τινός. Ἔλεγε δὲ τότε ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου (ἀναγινώσκει): «Τὴν ἔκδοσιν τῶν νόμων διατάσσει ὁ Βασιλεὺς ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις προσυπογράφει ὑπὸ τὴν παραγγελίαν τῆς ἐκδόσεως καὶ ἑπομένως ὑπέχει τὴν ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τοῦ νόμου εὐθύνην. Εἶναι δὲ ἡ εὐθύνη τοῦ προσυπογράφοντος τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου καὶ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ, οὐχὶ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἶπέ τις πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλ’ εὐθύνη πραγματική, καὶ διὰ τὴν οὐσίαν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, καὶ διὰ τὴν τῆς ἐκδόσεως γιγνομένην βεβαίωσιν, ὅτι ὁ νόμος κατηρτίσθη νομίμως, καὶ διὰ τὴν διδομένην παραγγελίαν τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου.» Ἔχομεν οὕτω καὶ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὴν γνώμην ἀκεραίαν, ὅτι ὁ προσυπογράφων Ὑπουργὸς φέρει τὴν εὐθύνην διὰ τὴν οὐσίαν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Πῶς δὲ θὰ ἔχητε ἐγγύησιν παρὰ μὴ ἁρμοδίου διὰ τὴν οὐσίαν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου; καὶ πῶς θὰ ζητήσητε εὐθύνην παρὰ μὴ ἁρμοδίου;—ἐκτὸς ἐὰν πάντες ἦναι ἁρμόδιοι διὰ πάντα, κατὰ τὴν νέαν καὶ σοφὴν θεωρίαν τοῦ εἰδικοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ!
§17ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁρμόζον βεβαίως καὶ προσῆκον εἶναι, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, νὰ ἀπαιτηθῇ κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, ὅπως οἱ Βουλευταὶ ἅπαντες ὦσι παρόντες, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρὸ μιᾶς στιγμῆς εἶχον δηλώσει ὅτι ἦσαν παρόντες, διότι πρόκειται περὶ οὐδενὸς ἄλλου, εἰμὴ περὶ ἀκυρώσεως νόμου. Προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, βεβαίως ἔδει πάντες οἱ Βουλευταὶ νὰ ἦναι παρόντες. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετάσωμεν ποῖαι ἀρχαὶ προκαλοῦνται νὰ συμπράξωσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἑνὸς νόμου, ἠδυνάμεθα ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἀποφανθῶμεν, ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον αἱ ἀρχαὶ ὅλων τῶν κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας θὰ συμπράξωσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἑνὸς νόμου. Δὲν ἠξεύρω πόσοι νόμοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ νὰ ἐκτελεσθῶσι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην οἰκονομικῶν μέσων καὶ ἑπομένως νὰ συμπράξωσιν αἱ οἰκονομικαὶ ἀρχαί, πόσοι νόμοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως, δὲν θὰ λάβωσιν ἀνάγκην τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως καὶ ἑπομένως νὰ συμπράξῃ καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἐξουσία, πόσοι νόμοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἐγείρουν ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἀποφανθῇ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καὶ ἑπομένως καὶ ὁ κλάδος τῆς δικαιοσύνης νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅπως ὁρισθῇ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ὑπογράφῃ εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου, ἴσως τὸ Σύνταγμα ἔπρεπε νὰ προσδιορίσῃ ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ πρέπει νὰ ὑπογράφουν εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου, διὰ νὰ μὴ ἐγείρωνται αὐτὰ τὰ ζητήματα, καὶ διότι τῷ ὄντι θὰ ἤξιζε τόσον μικρὸν κόπον ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ ἑνὸς κινδύνου, τὸ νὰ θέσουν ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ τὴν ὑπογραφήν των. Ἀλλ’ ὅταν τὸ νεώτερον Σύνταγμα ἀπῄτησε νὰ ὑπογράφηται ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, τί ἐσκέπτετο; Ἐσκέπτετο βεβαίως νὰ ὑπογράψῃ ἐκεῖνος ὁ Ὑπουργὸς, τοῦ ὁποίου τὸν κλάδον πρόκειται νὰ ῥυθμίσῃ ὁ ψηφισθεὶς νόμος, καὶ δὲν σημαίνει τίνες ἐνδέχεται νὰ ὑπάρξωσιν ἄλλαι ἀρχαὶ, αἱ ὁποῖαι θὰ συμπράξουν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Δὲν πρόκειται, κυρίως, ἐνόσῳ πρόκειται περὶ κυρώσεως τοῦ νόμου, νὰ ἀκούσωσιν αἱ ἀρχαὶ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ μεριμνήσωμεν ἐκ τῶν προτέρων, τίνων ἄλλων κλάδων ἀρχαὶ θ’ ἀναμιχθῶσιν, ἀλλὰ τὴν διαταγὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Λοιπὸν, ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ, ὅτι προσυπογράφεται ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ἔχει τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ ὑπογράφῃ ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου τὸν κλάδον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐκανόνισε διὰ τοῦ νόμου. Θὰ ὑπογράφῃ λοιπὸν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς καὶ δὲν θὰ ληφθῇ διόλου ὑπ’ ὄψιν, ἂν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου θὰ συμπράττουν καὶ ἄλλαι ἀρχαὶ ἄλλων κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἄν τοῦτο ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν, τότε κίνδυνος θὰ ἦτο νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔπρεπε νὰ ὑπογράψῃ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ δήμαρχος δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀπηλλαγμένος τῆς ἰδιότητος τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Ὁ δήμαρχος εἶναι δημοτικὸς ἄρχων καὶ δημόσιος ὑπάλληλος· αὐτὸς εἶναι κανὼν θεμελιώδης. Λοιπὸν ὁ δήμαρχος φέρει καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, καὶ ἀνατίθενται εἰς αὐτὸν τὰ καθήκοντα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ὑπαγομένου βεβαίως εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Λοιπόν, ἂν ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα, βεβαίως θὰ ἐθεωρεῖτο, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἦτο ἁρμόδιος, διότι ἐπρόκειτο νὰ δοθῶσι διαταγαὶ εἰς ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπίσης καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἀρχάς. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ διατάγματος τοῦ Βασιλέως, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνεται εἰς τὰ στρατιωτικὰς ἀρχάς, ἢ τὸ ὁποῖον ἀπευθύνεται εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχάς, καὶ διατάσσει αὐτὰς νὰ πράξωσι τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, διὰ νὰ εὕρωμεν τὸν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος θὰ διατάσσῃ ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως,—διότι Βασιλεὺς καὶ Ὑπουργὸς ἐν τῇ νομοτελεστικῇ ἐξουσίᾳ εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἐνταῦθα πρόκειται νὰ εὑρεθῇ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς πρὸς κύρωσιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὡς ὁ μᾶλλον μελετήσας τὸν νόμον, διότι ἀφορᾷ εἰς τὸν κλάδον του, ὁ εἰσαγαγὼν αὐτὸν εἰς τὴν Βουλήν. Λοιπόν, ὅταν ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν κρίνῃ τις, νομίζω ὅτι δὲν θὰ θεωρήσῃ σπουδαίαν τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ἐπειδὴ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως συμπράττουν αἱ διοικητικαὶ ἀρχαί, αἱ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, δύνανται δὲ νὰ συμπράττουν κατά τι καὶ αἱ ἀρχαὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ἁρμοδίους ὅλους τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, καὶ ἀπαραιτήτους ὅπως ὑπογράφωσι τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου. Τὸ Σύνταγμα ἐθεώρησεν ὡς ἐκ περισσοῦ, ὅτι, ἀντὶ νὰ ὑπάρχῃ μία ἀόριστος μνεία, ὅτι ἀρκεῖ ἡ ὑπογραφὴ ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ὅπως εἶχον πρὶν τὰ τοῦ Συντάγματος, ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ, τίς ὁ ὑπογράφων τὴν κύρωσιν Ὑπουργός. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ζήτημα, ὅτι μόνος ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ὑπογράψῃ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἦτο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλσαμάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ζητήματος.
§19ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου εἶχον ὑποβάλει τροπολογίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρετήρησεν, ὅτι ἦτο προσφορώτερον νὰ ἀναβληθῶσι καὶ ὑποβληθῶσι δι’ ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου καὶ συζητηθῶσιν ὅτε ἤθελον συζητηθῆ καὶ τὰ ὑποβληθέντα σταφιδικὰ νομοσχέδια. Ἐπειδὴ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀνεγράφησαν ἤδη νομοσχέδια περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου, ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον, ὡς τροπολογίαν, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἵνα συζητηθῇ μετὰ τῶν λοιπῶν περὶ σταφιδοκάρπου νομοσχεδίων.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 125).
§21ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Συνάμα παρακαλῶ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: αʹ) Εἰς πόσας καὶ ποίας πόλεις τοῦ Κράτους ὑπάρχει βιομηχανία κηροποιίας πρὸς ἐκκλησιαστικὴν χρῆσιν, καθόσον ἀριθμὸν τῶν ἀσχολουμένων εἰς τοιαύτην βιομηχανίαν ἐργοστασιαρχῶν καὶ ἐργατῶν. βʹ) Τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν τοῖς Ἰονίοις νήσοις ναῶν, καὶ πόσοι τούτων δὲν ἀνήκουσιν εἰς ἰδιώτας ἢ ἀδελφότητας ἢ οἰκογενείας. γʹ) Πόσοι οἱ ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις καὶ τῷ λοιπῷ Κράτει ἱερεῖς, καὶ πόσοι τούτων ἔχουσι τὰ προσόντα αʹ, βʹ, γʹ καὶ δʹ τάξεως. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἰ δυνατὸν, τὰς πληροφορίας ταύτας νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς συζητήσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν νομοσχεδίων, διότι ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων θὰ ἀρυσθῶμεν σπουδαῖα συμπεράσματα, δυνάμενα νὰ φωτίσουν τὴν Βουλὴν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραδοχὴν ἢ μὴ τῶν περὶ ὧν πρόκειται νομοσχεδίων.
§22Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι τὰ αἰτήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν, ἵνα ἀπαντήσωμεν εἰς αὐτὰ, χρήζουσι μακρᾶς καὶ πολυχρονίου ἐργασίας, διότι καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ναῶν ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ ἡ ἰδιότης, ἂν ἀνήκωσιν εἰς ἀδελφάτα ἢ ἰδιώτας, εἶναι ἄγνωστος. Ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω αὐτὸν, ἂν ἡ ὑπηρεσία δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ, ὅπως ταχέως παράσχῃ τὰς αἰτουμένας πληροφορίας.
§23ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Θὰ ἦναι εὔκολος ἡ ἐργασία τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, διότι οἱ κατὰ τόπους νομάρχαι εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσωσιν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν περὶ τῶν ζητουμένων πληροφοριῶν. Ἐγὼ γινώσκω ἀπὸ τοῦδε, ὡς πρὸς τὴν Κεφαλληνίαν, τὰς αἰτουμένας πληροφορίας· ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι αἱ πληροφορίαι μου δὲν θὰ ἦναι ἀρκεταὶ νὰ πείσωσι τὴν Βουλήν.
§24ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἦναι δυσχερὴς ἡ συλλογὴ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἀπῄτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κραναίας, ὄχι μόνον διὰ τὴν Ἑπτάνησον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα· θεωρῶ δὲ ταύτας ἀπαραιτήτους πρὸς μελέτην τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, διότι νομίζω, ὅτι ἡ πρώτη καὶ κυρία βάσις πρὸς μελέτην καὶ γνωμάτευσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρέπει νὰ ὦσιν αὐταί. Καὶ ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσι συγκεντρωμέναι τοιαῦται πληροφορίαι, ἀλλὰ καὶ ἕκαστος τῶν ἀρχιερέων εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ τοιαύτας πληροφορίας. Νομίζω δὲ, ὅτι οἱ συντάκται τῶν νομοσχεδίων ἔπρεπε πρὸ παντὸς τοιούτας πληροφορίας νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν ἐπρόκειτο ἐπὶ δεδομένων νὰ συντάξωσι νομοσχέδιον, καὶ ὄχι ἐπὶ εἰκασιῶν καὶ ὑποθέσεων. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι, ἐὰν ἄνευ τούτων τῶν πληροφοριῶν προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, θέλομεν βεβαίως νομοθετήσει περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυσεφάρμοστα, θέλομεν καταρτίσει νόμον, ὅστις θέλει ἀποδειχθῆ δυσεφάρμοστος.
§25Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁμολογῶ ὅτι εὐλόγως ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ζητεῖ τὴν προσαγωγὴν τοιούτων πληροφοριῶν, δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀπὸ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, ὅτε ἠρξάμην τῆς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δι’ ἀλλεπαλλήλων διαταγῶν καὶ παραγγελιῶν καὶ δι’ ἰδιαιτέρων ἐπιστολῶν μου προσεπάθησα νὰ κατορθώσω, ὅπως συγκεντρώσωμεν πληροφορίας τινὰς περὶ τοῦ θέματος τούτου, — διότι ὁμολογουμένως ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσι τοιαῦται — ἀλλ’ ὡς εἶναι γνωστὸν, ἐν Ἑλλάδι δυστυχῶς τὰ τῆς διοικήσεως δὲν ἔχουσι πολὺ ἀνελλιπῶς, πολὺ αὐστηρῶς. Ἀπετάθην καὶ πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον κατ’ ἐπανάληψιν, καὶ ἐζήτησα δι’ αὐτῆς νὰ λάβω τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, καὶ ἐκεῖθεν δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω τι. Θέλω προσπαθήσει νὰ ἐργασθῶ πρὸς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς εὐλόγου ἐπιθυμίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἐλπίζω ὅτι θὰ τὸ κατορθώσω.
§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅσας πληροφορίας ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς, νομίζω καλὸν νὰ τὰς ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§27Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§28Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς ληξάσης συνόδου ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς ἐπερωτήσεις τινὰς, δυστυχῶς ὅμως οἱ κ. Ὑπουργοὶ ἔθεσαν, φαίνεται, εἰς τὰ ἀρχεῖα τὰς ἐπερωτήσεις ἐκείνας, καὶ ἐθεώρησαν τὰ λεχθέντα ὡς μὴ λεχθέντα. Κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐπερωτήσεων ἐκείνων ἀνεγνώρισα ὅτι ἀπῃτεῖτο χρονικόν τι διάστημα, ἵνα καταθέσωσι τὰ ζητηθέντα, ἀνέμενον δὲ, ἵνα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς παρούσης συνόδου ὑποβάλωσιν ὅ,τι εἶχον ζητήσει. Εἶχον ἀπευθύνει ἐπερώτησιν καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν.
§29Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Σελὶς 490 τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς Αʹ συνόδου.
§30Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα, περὶ τῆς «Μπουμπουλίνας», περὶ τῶν γενομένων δαπανῶν ἐν λεπτομερείᾳ, ὡς διετύπωσα ταύτας ἐν τῇ ἐπερωτήσει ἐκείνῃ. Ἀλλὰ μὲ ὅλην τὴν πρόσληψιν τῶν σχετικῶν λογιστικῶν ὑπαλλήλων, τὰ σχετικὰ ἔγγραφα δὲν προσήχθησαν. Εὐελπιστῶ ὅτι ἡ μνήμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία διατηρεῖ τὸν ἀριθμὸν τῆς σελίδος τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, ἐν ᾗ ἐδημοσιεύθησαν αἱ ἐπερωτήσεις μου, θὰ συντελέσῃ νὰ προσαγάγῃ τὰς πληροφορίας ταύτας. Ἀλλ’ ἤδη ἀπευθύνω ἑτέραν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐρώτησίς μου ἐκείνη ἦτο, καὶ τὴν ἐπαναλαμβάνω ἤδη, ἐὰν νομίμως σήμερον λειτουργοῦσι τὰ Μονοπώλια ἐν Ἑλλάδι, ἐὰν τὸ δάνειον τῶν 135,000,000, τὸ ὁποῖον ὑπήχθη εἰς τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, ἐπιτρέπῃ τὴν διατήρησιν τῶν Μονοπωλίων, πρὸς μεγίστην βλάβην καὶ ζημίαν τοῦ δημοσίου ταμείου· ἐν καιρῷ δ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὴν ἀναπτύξω. Κατέδειξα ὅμως τότε, ὅτι ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων εἰσπράττει κατὰ μέσον ὅρον ἐτησίως 1,244,145 δραχμάς, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῆς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑποβληθείσης παρ’ ἐμοῦ καταστάσεως, καὶ ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐλάχιστα καταβάλλει, οὐδὲν δὲ σχεδὸν καταβάλλει εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα αἱ ἀποθῆκαι τοῦ πετρελαίου συμπίπτουσι μὲ τὰς κεντρικὰς ἀποθήκας τοῦ Κράτους, καὶ εἰσπράττει περὶ τὰς 220 χιλιάδας δραχ. ἀνεξόδως, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας καταστάσεως, ἥτις εἶναι δημοσιευμένη εἰς τὸ Παράρτημα τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης συνόδου. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω καὶ αὖθις τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης, ἡ ὁποία ἀφορᾷ μέγα συμφέρον τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐπειδὴ δὲ γνωρίζω πόσον κήδεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἐλπίζω ὅτι θέλω τύχει ἀπαντήσεως σαφοῦς καὶ ὡρισμένης. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὰ εἰς ἕκαστον ταμεῖον τοῦ Κράτους πληρωθέντα ποσὰ κατὰ τὰ ἔτη 1894 καὶ 1895 ἐκ ποσοστῶν ἐκ τῶν διαφόρων εἰσπράξεων. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν καταστάσεων, ὅτε θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι πολλοὶ τῶν ταμιῶν λαμβάνουσι ποσοστὰ περὶ τὰς 2,000 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Μετὰ τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας ἀνεμνήσθην παλαιῶν ἡμερῶν τοῦ 1890, ὅτε τὸ πρῶτον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Τότε, ἐνεθυμήθην, ὅτι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μου ἀνεγίνωσκον τὸν ὑπὸ τὰ στοιχ. ΣΙΒʹ Λογιστικὸν νόμον, μεταφρασθέντα ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Δ. Λεβίδου τῷ 1852· εἰς τὸ ἄρθρον 100 τοῦ νόμου τούτου ἀναγράφονται ῥητῶς διατάξεις τινές, αἱ ὁποῖαι σχετίζονται καὶ μὲ ἄλλας διατάξεις τοῦ κεφαλαίου Ιʹ τοῦ αὐτοῦ νόμου, αἵτινες ἐπιβάλλουσιν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς ὑποχρεώσεις τινάς. Ἀλλὰ ἡ Βουλὴ δυστυχῶς οὐδέποτε ἀπῄτησε παρὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν νὰ καταθέτωσιν, ὡς ὤφειλον, τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένας καταστάσεις καὶ σημειώσεις. Ἐξαίρεσιν τούτου ἀπετέλεσε, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω πρὸς τιμήν του, ἓν μόνον Ὑπουργεῖον, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος ὑποβάλλει καταστάσεις τῆς δυνάμεως καὶ κινήσεως τοῦ στρατοῦ, τῶν ἐφέδρων κλπ. Ἀλλὰ ἤδη πρόκειται περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 100 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, καὶ θὰ ἐπανέλθω. «Ἰδιαίτεροι ὀνομαστικοὶ κατάλογοι τῶν ἐν ἐκπαιδευτικοῖς καταστήμασιν ἐντὸς ἢ καὶ ἐκτὸς τοῦ Κράτους δημοσίᾳ δαπάνῃ σπουδαζόντων, καθὼς καὶ διὰ τοὺς ἐκ κληροδοτημάτων διατηρουμένους ὑποτρόφους, θέλουν παρουσιάζεσθαι κατ’ ἔτος εἰς τὰς Βουλὰς, φανερώνοντες τὸ ὄνομα καὶ ἐπώνυμον ἑκάστου αὐτῶν, τὴν πατρίδα του καὶ τὴν αἰτίαν τῆς ὑπὲρ αὐτῶν φροντίδος τῆς Κυβερνήσεως.» Ὄλοι γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μέγας ἀριθμὸς μεγάλων εὐεργετῶν τῆς Πατρίδος, τῶν ὁποίων δυστυχῶς τὰ ὀνόματα κεῖνται κεκαλυμμένα ὑπὸ βαρυτάτην πλάκα καὶ εὐάριθμοι μόνον ἐκ τῶν ἀκροωμένων ἐμοῦ ἴσως γνωρίζουσιν αὐτὰ, μεγάλας περιουσίας κατέθεσαν μέχρι λεπτοῦ, καὶ χωρὶς νὰ ζητήσωσιν, ὥς τινες ἄλλοι, τενεκέδες. Οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι οὐδὲν ἐζήτησαν, καὶ παράδειγμα ἔχετε ζῶντα σήμερον τὸν Γεώργιον Ἀβέρωφ, ὁ ὁποῖος ἐκόσμησε τήν τε ὁδὸν τῶν Πατησίων, διὰ τῆς συντελέσεως τοῦ Σχολείου τῶν Τεχνῶν, τὴν πλατείαν τοῦ Ἄρεως, διὰ τοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων, τὴν περιφερικὴν ὁδὸν, τὴν ἐκ τῆς πλατείας Ἄρεως πρὸς τοὺς Ἀμπελοκήπους, διὰ τοῦ καταστήματος τῶν φυλακῶν τῶν ἐφήβων, καὶ πέραν τῷ κατερχομένῳ τὴν τοῦ Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ, ἀνακτίζει τὸ Στάδιον κλπ., δὲν ἔδωκε δὲ τὰ χρήματά του, ἵνα λάβῃ τι, ἀλλὰ τὰ ἔδωκεν, ὡς οὐκ ὀλίγα ἔδωκε καὶ ἐν Αἰγύπτῳ, ἵνα ἐπιτελέσῃ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Μέτσοβον, τὴν ἰδιαιτέραν του πατρίδα, ἂν μεταβῆτε, θέλετε ἴδει, ἐκτὸς πολλῶν εὐεργετικῶν ἱδρυμάτων, λειτουργοῦν φαρμακεῖον, (πολὺ μεγαλείτερον τοῦ ἐν Ἀθήναις στρατιωτικοῦ) ἐκ τοῦ ὁποίου χορηγοῦνται δωρεὰν φάρμακα εἰς τὰς 800 τοῦ Μετσόβου οἰκογενείας, ἔτι δὲ καὶ ἰατροὺς θέλετε εὕρει αὐτόθι, μισθοδοτουμένους ὑπ’ αὐτοῦ, ἵνα καὶ οὗτοι παρέχωσι δωρεὰν τὴν θεραπείαν εἰς τοὺς ἀπόρους ἀσθενεῖς. Ἀλλὰ νῦν δὲν πρόκειται νὰ ἀπαγγείλω ἐγὼ τὸν πανηγυρικὸν τοῦ ἀνεκτιμήτου ἀνδρὸς, καὶ διὰ τοῦτο παύω. Γνωρίζω δὲ, ὅτι εἶναι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν ἑκατομμύρια ἐπὶ ἑκατομμυρίων, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸν Ἰωάννην Δομπόλην, ὁ ὁποῖος, ἀποθανὼν ἐν Ρωσσίᾳ, ἀφῆκεν ἅπασαν τὴν περιουσίαν αὐτοῦ, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μένῃ εἰς τὴν Αὐτοκρατορικὴν Τράπεζαν τῆς Ρωσσίας, ἀνατοκιζομένη μέχρι τοῦ 1906, ὅτε θέλει κατὰ τὴν διαθήκην του χρησιμοποιηθῆ εἰς ἀνέγερσιν Πανεπιστημίου εἴτε ἐν Ἀθήναις, εἴτε ἐν ἄλλῃ πόλει, ἥτις ἤθελεν εἶσθαι, κατὰ τὸ γλυκὺ ὄνειρον τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἀνδρὸς, ἡ πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἀλλὰ τὸ ὄνομα τοῦ Δομπόλη ἀγνοοῦσιν οἱ πλεῖστοι...
§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄλοι τὸ γνωρίζομεν.
§32Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ Δημήτριος Λεβίδης ἀνεσκάλευσε τὸ ὄνομα τοῦ Δομπόλη, ἀκαμάτως δ’ ἐργασθεὶς καὶ ἀναδιφήσας τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐδημοσίευσεν ἐν ἰδίῳ τεύχει μετὰ λογαριασμῶν τὰ ὀνόματα τῶν καταλιπόντων τὰ κληροδοτήματα, ἓν δὲ τούτων ηὐτύχησα κἀγὼ νὰ κατέχω. Ἀλλὰ, Κύριοι, τί ἔγειναν τὰ κληροδοτήματα; ποῦ εὑρίσκονται αἱ διαθῆκαι τῶν μεγάλων ἐκείνων ἀνδρῶν, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ καλλίτερον σχολεῖον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους; Ἐξεπαιδεύθησαν πλεῖστοι ἐκ κληροδοτημάτων, καὶ ἅπαντες ἀγνοοῦσι τὰ ὀνόματα τῶν ἐκπαιδευσάντων αὐτοὺς, ὡς ἀγνοοῦσι καὶ τὸν βίον αὐτῶν. Ἀγνοοῦμεν δυστυχῶς τὰ πάντα. Εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὴν 20 Δεκεμβρίου τοῦ 1890 νὰ καταθέσῃ λεπτομερῆ ἀπολογισμὸν τῶν διαχειρίσεων τῶν κληροδοτημάτων, καὶ πρὸς τοῦτο εἶχον διατυπώσει ἐπερώτησιν σαφῆ καὶ ὡρισμένην. Ἀλλ’ ἡ ἀπροόπτως ἐπελθοῦσα μεταβολὴ ἐσταμάτησε τὸ ἔργον. Ἐπειδὴ δὲ πολλαὶ ἐργασίαι παρουσιάσθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, δὲν ἐπανέλαβον τὴν ἐπερώτησίν μου, ἣν ἐπαναλαμβάνω σήμερον. Ἴσως θὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ὅτι ἐγένετο ἐργασία τις παρὰ τοῦ κ. Διευθυντοῦ τοῦ Λογιστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Τὸ γνωρίζω, καὶ εἶμαι ἴσως ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἔσχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχω ἀντίτυπον αὐτῆς· ἀλλὰ τὸ ἔργον δὲν εἶναι πλῆρες, τὸ ἔργον εἶναι περιπεπλεγμένον, τὸ ἔργον δὲν ἐτήρησε τὴν αὐτὴν σειράν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ τηρήσῃ, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶχε κατατάξει ὁ μακαρίτης Δημήτριος Λεβίδης. Ἡ ἐργασία τοῦ μακαρίτου Λεβίδου εἶναι καταληπτὴ τοῖς πᾶσιν. Ἡ ἐργασία ἡ σημερινή, καταταχθεῖσα κατ’ ἄλλην τάξιν, παρέχει περιπλοκὰς καὶ μεγίστην δυσχέρειαν εἰς τὸν θέλοντα νὰ παραβάλῃ τὴν κατάστασιν ταύτην. Οὗτος δὲ εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἔφερε σήμερον ἐνταῦθα. Θέλω δὲ παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ καὶ πάνθ’ ὅσα διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ζητῶ, καὶ συνάμα παρακαλῶ αὐτὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ καὶ τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας, μετὰ τῶν σχετικῶν πινάκων, διὰ τῶν ἐπερωτήσεών μου, τὰς ὁποίας ἔχω ἀπευθύνει αὐτῷ εἰς τὰς συνεδριάσεις Νʹ καὶ ΝΑʹ τῆς παρελθούσης συνόδου, καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι δημοσιευμέναι εἰς τὰς σελίδας 499 καὶ 515 τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, ἀφορῶσι δὲ εἰς τὸν προσφιλῆ εἰς ἐμὲ ἡγούμενον τῆς Μονῆς Πεντέλης, ὁ ὁποῖος, πτωχὸν παιδίον ἐκ Χαλανδρίου καὶ ὑποτακτικὸς Παρθενίου τινὸς, ἀνεγείρει σήμερον μέγαρον ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Μητροπόλεως. Προχθὲς, διερχόμενος ἔφιππος διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης, εἶδον μέγαρον ἀνεγειρόμενον, ἠθέλησα νὰ μάθω τὸν ἀνεγείροντα, ἔμαθον δὲ μετ’ ἐκπλήξεώς μου, ὅτι τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸν ἡγούμενον τῆς Μονῆς Πεντέλης. Ἐγὼ ἤξευρα μοναχοὺς εἰσερχομένους εἰς Μονὴν καὶ ἀφήνοντας τὴν περιουσίαν αὐτῶν εἰς αὐτήν, οὐχὶ δὲ ἁρπάζοντας ἐκ τῆς Μονῆς κολοσσιαίαν περιουσίαν καὶ κτίζοντας μέγαρα. Ὅταν κατατεθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι, θὰ φέρω ἐν λεπτομερείᾳ τὸν λόγον καὶ θὰ ἀναφέρω καὶ πολλὰ ἄλλα κατορθώματα καὶ τρόπους τοῦ ἡγουμένου αὐτοῦ, τοῦ ἐπὶ ἁμαξῶν πολυτελῶν διασχίζοντος τὴν πόλιν καὶ περιφρονοῦντος τοὺς πολίτας καὶ πάσας τὰς ἀρχάς, τὰς προσερχομένας ἐν τῇ Μονῇ Πεντέλης. Παρακάθηται δ’ ἐνταῦθα συνάδελφος, πρὸς τὸν ὁποῖον, Ὑπουργὸν ὄντα τῶν Στρατιωτικῶν, εἶχον καταγγείλει κακοηθεστάτην πρᾶξιν τοῦ ἡγουμένου αὐτοῦ· ἀλλ’ ὁ ἡγούμενος ἐτύγχανε τῆς προστασίας τοῦ μεταστάντος ἁγίου Μητροπολίτου, καὶ ὑπὸ τὴν τήβεννον αὐτοῦ καλυφθεὶς τὴν μελανήν, οὐχὶ τὴν ἐρυθρᾶν, προσῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐματαίωσε τὴν ἀναφοράν μου, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω τώρα ποῦ εὑρίσκεται.
§33ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἔλθῃ καὶ ὁ κ. Κοζάκης.
§34Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὸν κ. Κοζάκην, καὶ θὰ ἀναμνησθῶ τότε, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἀγορεύσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τοῦ 1843 τοῦ μακαρίτου θείου μου Μιχαὴλ Σχινᾶ, ὁ ὁποῖος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἶπε τότε ὅ,τι εἶπον ἐγὼ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον περὶ τῶν καλογήρων, καὶ εὐχαριστῶ τὸν κ. Κοζάκην, διότι μοὶ τὸ ὑπέδειξε. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην 33 ὅλαι Μοναὶ διελύθησαν, ἵνα περιμαζεύσωσι τοὺς καλογήρους· σήμερον δὲ ἀκόμη — μὴ τρομάξητε — 272 Μοναὶ ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Ὅταν προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς ζητουμένας πληροφορίας, τότε θὰ συζητήσω καὶ ἐπὶ τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων περὶ κλήρου. Ἀναγινώσκω, Κύριοι τὴν ἐπερώτησίν μου: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν αʹ) Πίνακα τῶν διαφόρων κληροδοτημάτων καὶ τῶν προσόδων ἑκάστου τούτων. βʹ) Πίνακας ἐτησίους ἀπὸ τοῦ 1865, εἰς οὓς νὰ σημειῶνται τὸ ὄνομα, ἡ πατρὶς καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν διὰ τῶν εἰσοδημάτων ἐκπαιδευθέντων, καὶ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἑκάστῳ τούτων ἐπληρώθη. γʹ) Ἀπολογισμὸν λεπτομερῆ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1882 τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἐκ Ζαγορᾶς ἀειμνήστου ναυάρχου Κρήτσκη. δʹ) Ὁπόσαι καὶ ἐκ ποίων κληροδοτημάτων μετοχαὶ τυχὸν ἐπληρώθησαν, καὶ πῶς διετέθη τὸ ἐκ τούτων χρηματικὸν ποσόν. εʹ) Τὰς διαθήκας ἁπάντων τῶν ἀειμνήστων κληροδοτῶν. στʹ) Πᾶσαν σχετικὴν ἐπὶ τῶν κληροδητημάτων πληροφορίαν καὶ κυρίως ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων πυρκαϊᾶς τινος ἔν τινι τῶν δωματίων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως. ζʹ) Προσέτι δὲ καὶ τὰς διαθήκας τῶν ἀειμνήστων μεγάλων εὐεργετῶν Ἀλεξ. Α. Σούτσου καὶ Ἰω. Μ. Πάγκα.» Μέχρι τοῦδε, Κύριοι, μολονότι δὲν εἶναι μικρὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν εὐεργετῶν, δὲν ἔχομεν οὐδὲ τῶν διαθηκῶν αὐτῶν γνῶσιν. Τὸ σφάλμα καὶ τὴν ἔλλειψιν ταύτην ἀνεπλήρωσεν ἐν μέρει ἡ ἐν τῇ δουλείᾳ δυστυχῶς εὑρισκομένη ἔτι πόλις τῶν Ἰωαννίνων. Ἡ πόλις τῶν Ἰωαννίνων ἔσχε καὶ αὕτη τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχῃ οὐκ ὀλίγους κληροδότας, πρὸ ἑπτὰ δὲ ἢ ὀκτὼ ἐτῶν ἐδημοσιεύθησαν εἰς βιβλίον αἱ διαθῆκαι αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσιν, οὕτως εἰπεῖν, τὸ μεγαλείτερον στέμμα τῆς πόλεως τῶν Ἰωαννίνων, τὸν στέφανον τὸν ἀδαμάντινον αὐτῆς καὶ τῶν ἐξ αὐτῆς καταγομένων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον καταγόμενοι, εἶναι καὶ καταγόμεναι. Μεταξὺ τῶν διαθηκῶν αὐτῶν δὲν θὰ εὕρητε μόνον διαθήκας ἀνδρῶν, θὰ εὕρητε καὶ διαθήκας γυναικῶν, αἱ ὁποῖαι ἠκολούθησαν τὰ μεγάλα παραδείγματα τῶν μεγάλων αὐτῶν συζύγων, καὶ ἐκληροδότησαν τὰς περιουσίας αὐτῶν εἰς διάφορα εἴδη εὐεργετικῶν καταστημάτων. Ἐξ αὐτῶν δὲ σᾶς ἀναφέρω τὴν οἰκογένειαν Γοργόλη. Θεωρῶ λοιπὸν καθῆκον ἁπάντων ἡμῶν νὰ ζητήσωμεν, ἵνα αἱ διαθῆκαι αὗται, συῤῥαπτόμεναι, ὡς τὰ ἔπη τοῦ Ὁμήρου ὑπὸ τοῦ Πεισιστράτου, δημοσιευθῶσι δαπάνῃ τοῦ Κράτους, ἵνα γείνωσι γνωστοὶ τοῖς πᾶσι οἱ κληροδόται. Ἤθελον δὲ προσθέσει, ὅτι εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως συνέλεγε καὶ βιογραφικὰς πληροφορίας περὶ τῶν κληροδοτῶν καὶ ἐξέδιδεν αὐτὰς μετὰ τῶν διαθηκῶν καί, εἰ δυνατόν, μετὰ τῶν εἰκόνων τῶν ἀειμνήστων ἀνδρῶν. Δὲν κρίνω δ’ ἄσκοπον νὰ προσθέσω, ὅτι ἐκ Ζαγορᾶς κατάγεται ὁ ναύαρχος τῆς Ῥωσσίας Κρήτσκης, ὁ ὁποῖος ἐκληροδότησεν εἰς Ζαγοράν, Σπέτσας, Ὕδραν καὶ Πελοπόννησον τὴν περιουσίαν του πρὸς ἐκπαίδευσιν νέων. Ἐδημοσιεύθη πρό τινων μηνῶν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐγένετο πυρκαϊὰ ἔν τινι δωματίῳ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ ὅτι ἐκάησαν κειμήλια, ἀλλὰ δὲν ἤκουσα οὐδὲ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, οὐδὲ εἰς τὴν νῦν, νὰ γείνῃ λόγος παρά τινός τῶν Ὑπουργῶν, καὶ δὲν ἠξεύρομεν, ἐὰν ἀπωλέσθησαν πράγματι κειμήλια. Ὅθεν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ δώσῃ τὰς σχετικὰς πληροφορίας.
§35ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὅταν ἐξεῤῥάγη πυρκαϊὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνεκοίνωσε τίποτε ὁ Ὑπουργός; Οὕτω καὶ ἐδῶ· ὅσα χαρτιὰ εὑρῆκεν ἡ φωτιὰ, τὰ ἔκαυσεν (ἱλαρότης).
§36Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ κύριε συνάδελφε, καὶ χαίρω μεγάλως, διότι μὲ ἀνακουφίζετε ἐπ’ ὀλίγον διὰ τῆς διακοπῆς σας. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διατελῶ ἐν γνώσει, ὅτι δὲν ὑπῆρχον χαρτιὰ καὶ ἔγγραφα μόνον, ὡς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπῆρχον ὅ,τι ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἢ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τίτλοι καὶ τίνες τίτλοι! Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν αἰτίων τῆς πυρκαϊᾶς ἐκείνης φρονῶ, ὅτι καθῆκον εἶχε νὰ θέσῃ χεῖρα ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχή· ἀλλὰ τί συμβαίνει, δὲν ἠξεύρω. Δὲν λέγω τίποτε, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἔπρεπε τὰ πάντα νὰ σαφηνισθῶσι μέχρι κεραίας. Ἤδη θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναφέρω ὑμῖν ἄλλο τι. Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἀφηρπάγησαν ἀφ’ ἡμῶν δύο πολύτιμοι ὑπάρξεις διὰ τὴν Ἑλλάδα, μεγάλοι τοῦ ἔθνους εὐεργέται, ὁ Ἀλέξανδρος Σοῦτσος καὶ ὁ Ἰωάννης Πάγκας. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς διαθήκας τῶν δύο τούτων ἀνδρῶν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ἰδιαιτέρως νὰ ἐπιτρέψῃ, ἵνα δημοσιευθῶσιν αἱ διαθῆκαι αὗται εἰς τὸ Παράρτημα τῆς παρούσης συνόδου. Καταλήγων δὲ τὸν λόγον, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ἀκολούθου. Ὡς προεῖπον, πολλὰ τῶν ὀνομάτων τῶν εὐεργετῶν τούτων εἶναι ἄγνωστα, καὶ μόνον οἱ μέχρι τῆς Ἐκθέσεως τῶν Ὀλυμπίων μεταβαίνοντες εὑρίσκουσιν ἐκεῖ τρία μνημεῖα τριῶν μεγάλων εὐεργετῶν, τοῦ Βαρβάκη καὶ τῶν ἀδελφῶν Ζάππα, καὶ τούτους μόνον γνωρίζουσι, τῶν δὲ ἄλλων καὶ τὰ ὀνόματα ἀγνοοῦσιν. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Βουλευτὰς, ἵνα ἐπὶ δύο στηλῶν, ἀναγερθησομένων εἰς κατάλληλον μέρος, καταφανὲς καὶ ἐπιφανὲς, ἀναγράφωνται μεγάλοις γράμμασι τὰ ὀνόματα τῶν εὐεργετῶν καὶ τῶν μεγάλων κληροδοτῶν. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι εἶναι καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐπιτελέσωμεν πρὸς τοὺς ἐθνικοὺς εὐεργέτας. Ἀφοῦ ἐλησμονήσαμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλευθερίαν, τῆς ὁποίας ἀπολαύομεν σήμερον, ἂς μὴ λησμονήσωμεν καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν τὸ χρῆμά των.
§37Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἐλησμόνησε νὰ μνημονεύσῃ ἑτέρου μεγάλου εὐεργέτου, συμπολίτου του, τοῦ μακαρίτου Βασσάνη, ὅστις κατήγετο ἐκ τῆς ἐπαρχίας Βόλου.
§38Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ ἀναφέρω ὀνόματα. Ἐκτὸς τοῦ Βασσάνη εἶναι καὶ ἄλλοι.
§39ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡς γνωστὸν, ὁ Βασσάνης, ἀποθανὼν ἐν Αἰγύπτῳ πρὸ 4 ἢ 5 ἐτῶν, κατέλιπε τὴν περιουσίαν του ἅπασαν πρὸς ἵδρυσιν Ναυτικῆς Σχολῆς ἐν Πειραιεῖ. Πρό τινος καιροῦ ἔμαθον ὅτι ἐκ τῆς περιουσίας αὐτῆς εἰσεπράχθησαν περὶ τὰς 30,000 λίρας Αἰγυπτιακάς, αἵτινες καὶ ἐστάλησαν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ἂν τὰ χρήματα ταῦτα ἀληθῶς ἐλήφθησαν παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐλήφθησαν εἰς χρυσὸν, ἄν διασώζωνται εἰς χρυσὸν ἢ μετετράπησαν, καὶ εἰς τί μετετράπησαν καὶ ποῦ εὑρίσκονται. Ἐπεθύμουν ἐπίσης νὰ μάθω, ἂν ὑπολείπεται ἀκόμη περιουσία ἀνείσπρακτος, ἢ ἂν ἐξεποιήθησαν ὅλα τὰ κτήματα, καὶ ποία κατὰ πιθανότητα εἶναι ἡ ὅλη περιουσία τοῦ ἀειμνήστου Βασσάνη. Ἐπειδὴ δὲ λόγος πολὺς ἐγένετο κατ’ αὐτὰς περὶ ναυτικῶν βελτιώσεων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν, ἰδιαιτέρως νὰ ἐνδιατρίψῃ ἐπὶ τοῦ κληροδοτήματος τούτου, τοῦ ὁρισθέντος πρὸς ναυτικοὺς σκοποὺς, ἂν δηλ. ἡ περιουσία αὕτη δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ ἀπὸ τοῦδε πρὸς ἵδρυσιν Ναυτικῆς Σχολῆς. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι ἄγνωστα τὰ κατὰ τὴν διαθήκην τοῦ μακαρίτου Βασσάνη, καλὸν θὰ ἦτο, ἂν μετὰ τῶν ἄλλων διαθηκῶν, ἢ καὶ πρὸ τῶν ἄλλων, ἐδημοσιεύετο ἡ διαθήκη αὕτη, καὶ μετὰ τῶν ἄλλων πληροφοριῶν ὑπεβάλλετο εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως γνωρίζωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν, ἂν πράγματι ὑπάρχῃ τὸ τῆς διαθήκης ποσὸν, ἢ ποῖον εἶναι τὸ ὑπάρχον, ποῦ τοῦτο εὑρίσκεται, ἂν ἦναι ἐλπὶς, καὶ πότε, νὰ συμπληρωθῇ καὶ ἂν κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως δύναται δι’ αὐτοῦ νὰ ἱδρυθῇ ἡ Ναυτικὴ Σχολὴ, ὅπως σπεύσωμεν εἰς ἵδρυσιν αὐτῆς.
§40Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προσθέτω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, πληροφορῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι εἶναι ἀκριβέστατον ὅτι ἐστάλη χρηματικὸν ποσὸν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ ὅτι οὐδέποτε ἐδόθη πληροφορία τις περὶ τοῦ κληροδοτήματος. Εἶναι μεγάλη ἀνάγκη νὰ μάθωμεν, πόσον ποσὸν εἶναι, ποῦ εὑρίσκεται καὶ ἂν ἐγένετο καὶ τίς ἐγένετο ἐνέργεια διὰ τὴν Ναυτικὴν Σχολήν. Ὁ μακαρίτης Πανταζῆς Βασσάνης, ἐκ Πορταριᾶς τοῦ Βόλου, ἀποθανὼν, ἀφῆκε τὸ ὅλον σχεδὸν τῆς περιουσίας του ὑπὲρ τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, ἓν μέρος πρὸς κατασκευὴν μιᾶς ὁδοῦ ἀπὸ Βόλου εἰς Πορταριὰν, καὶ ἓν ποσοστὸν ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ. Ἀπορῶ καὶ ἐγὼ, διατὶ οὐδέποτε ἐγένετο περὶ τούτου λόγος. Ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου προετιθέμην νὰ φέρω ἐρώτησιν περὶ τούτου καὶ νὰ ζητήσω πληροφορίας, ἀνέμενον ὅμως παρὰ τῶν κληρονόμων τοῦ Ἰωάννου Βασσάνη σχετικὰς πληροφορίας, ἵνα ἦμαι ἐν γνώσει τῆς ὑποθέσεως, ὅταν θὰ κατετίθεντο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως αἱ πληροφορίαι. Δὲν εἶχον ταύτας, καὶ χαίρω πολὺ, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος μὲ ἐπρόλαβε, διότι πράγματι εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθωμεν περὶ τῆς διαθήκης αὐτῆς. Ὑποβάλλω δὲ περὶ τούτου καὶ ἐγγράφως τὰς ἐρωτήσεις μου.
§41Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πρώτην φορὰν, ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, γίνεται λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον οὐδέποτε ἠρωτήθην περὶ τούτου. Ἐγὼ ὅμως ἐφρόντισα ἔκτοτε νὰ συλλέξω πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως. Συγκροτεῖται καὶ σχηματίζεται ὁ φάκελλος τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν θέλω εἶσθαι εἰς θέσιν νὰ δώσω τὰς δεούσας πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν.
§42ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως δικαιώματος ἐκμεταλλεύσεως μεταλλείου, κειμένου ἐν τῷ δήμῳ Λιμναίων τῆς Κυνουρίας, καὶ τὸ δικαίωμα τῆς παραχωρήσεως δίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀορίστως. Θεωρῶ ἀναγκαῖον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, ἂν ἐτηρήθησαν αἱ διατυπώσεις αἱ προαπαιτούμεναι πρὸς παραχώρησιν μεταλλείων, κατὰ τὸν ἰσχύοντα περὶ μεταλλείων νόμον, ἐὰν ὑπάρχῃ ὁ εὑρέτης τοῦ μεταλλείου, ἐὰν ὑπάρχωσι, καὶ τίνες, οἱ ζητοῦντες τὴν παραχώρησιν. Καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ εὑρέτου καὶ τοῦ αἰτοῦντος τὴν παραχώρησιν τοῦ μεταλλείου, συγχρόνως δὲ εὐαρεστηθῇ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα μὲ τὰ ἐπὶ τοῦ μεταλλείου δικαιώματα, μὲ τὴν ἔκθεσιν καὶ μὲ τὰς ἀξιώσεις τῶν ἰδιοκτητῶν. Ὑποβάλλω ἔγγραφον περὶ τούτου ἐπερώτησιν καὶ ἐξ ὀνόματος τῶν συμπολιτῶν καὶ συναδέλφων κ. κ. Θ. Πέῤῥου καὶ Ν. Σταματοπούλου.
§43ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀγνοεῖτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐπ’ ἐσχάτων ἀρκετὰ ἀξιόλογος κλάδος τῆς ἐγχωρίου ἡμῶν βιομηχανίας ἔλαβε σημαντικὴν ἐπίδοσιν ἐν τῷ τόπῳ, καὶ σπουδαῖα προσεπόρισεν εἰς τὴν χώραν ἡμῶν κέρδη, τοῦτο μὲν διὰ τῆς παροχῆς εἰς τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν τῶν προϊόντων αὐτῆς, ἅτινα τὸ πρὶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσήγοντο, τοῦτο δὲ καὶ διὰ τῆς ἐξαγωγῆς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν μεγάλων ποσῶν τῶν προϊόντων αὐτῆς. Ἡ βιομηχανία αὕτη εἶναι ἐξόχως, δύναμαι νὰ εἴπω, Ἑλληνικὴ, καὶ εἶναι τοιαύτη, διότι καὶ αἱ πρῶται ὗλαι, αἱ χρησιμοποιούμεναι παρ’ αὐτῆς, παράγονται κατὰ μέγα μέρος ἐν αὐτῷ τῷ τόπῳ, διότι καὶ τὰ κεφάλαια τὰ διατεθέντα εἰς τὴν βιομηχανίαν ταύτην εἶναι πάντα ἑλληνικά, καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ μηχανήματα, ὧν ποιεῖται χρῆσιν, εἶναι προϊόντα ἑλληνικῆς κατασκευῆς. Ἡ βιομηχανία αὕτη εἶναι ἡ ἑλληνικὴ σαπωνοποιΐα. Ἐὰν δὲ αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔχω, δὲν ἦναι ἐσφαλμέναι, νομίζω ὅτι ἐργοστάσια ὑπὲρ τὰ δέκα, ἀξιόλογα κατηρτισμένα, λειτουργοῦσιν ἐν τῇ χώρᾳ, παράγοντα σημαντικὰς ποσότητας σάπωνος. Ἡ βιομηχανία αὕτη, ἡ ἐξόχως ἑλληνική, ἀνάγκη εἶναι, ὅπως τύχῃ τῆς προστασίας καὶ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἑλληνικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς μερίμνης τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐπὶ τούτῳ δὲν ἐδίστασα, ὅπως ποιήσωμαι σύστασίν τινα πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, διότι, ἐναντίον πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς βιομηχανίας ταύτης, ἀλλ’ ἐκ φόβου δεδικαιολογημένου εἰς ἄκρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ μείζονος ἐθνικῆς ζημίας, προεκλήθη βασιλικὸν διάταγμα, ἀπαγορεῦσαν τὴν εἰσαγωγὴν ἐν τῷ τόπῳ τῶν πρώτων ὑλῶν, τῶν ὁποίων ποιεῖται χρῆσιν ἡ βιομηχανία αὕτη.
§44Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει διάταγμα ἀπαγορεῦον τὴν εἰσαγωγὴν ἐλαιοπυρήνων ἐν Ἑλλάδι· καταστρατηγεῖται ὁ νόμος περὶ φυλλοξήρας.
§45ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω πολὺ διὰ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν μοὶ δίδει ὁ κύριος συνάδελφος. Ἀλλ’ εἴτε οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, εἴτε ἄλλως, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ αὐτό. Ὑπάρχει δηλαδὴ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς εἰσαγωγῆς τῆς πρώτης ὕλης, τῆς χρησιμοποιουμένης ὑπὸ τῆς βιομηχανίας ταύτης ἐν τῷ τόπῳ, ἀπαγόρευσις, ἡ ὁποία καθίσταται πραγματικὴ ζημία διὰ τὴν βιομηχανίαν ταύτην. Εἶπον ὅμως, ὅτι ἐκ φόβου εἰς ἄκρον δεδικαιολογημένου ἐλήφθη τὸ μέτρον τὸ ἀπαγορευτικόν, ἐκ φόβου, ὁ ὁποῖος, πραγματοποιούμενος, εἶναι ἐνδεχόμενον πράγματι νὰ συνεπαγάγῃ μεγίστας ζημίας εἰς τὴν χώραν, ἐκ τοῦ φόβου μὴ τυχὸν διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἐλαιοπυρήνων ἢ τοῦ πυρηνελαίου εἰσαχθῇ εἰς τὴν χώραν τὸ μικρόβιον τῆς φυλλοξήρας. Ἐν τούτοις παρὰ τοῖς ἀσκοῦσι τὴν βιομηχανίαν ταύτην εὔλογοι ἐγεννήθησαν δισταγμοί, ὅτι ὄχι μόνον ὑπερβολικὸς εἶναι ὁ φόβος οὗτος τῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς ἀβάσιμος. Ἐκ τῆς γνώμης δὲ ταύτης ὁρμώμενοι, προὐκάλεσαν ἐπὶ τούτου οἱ ἐργοστασιάρχαι οὗτοι τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐζήτησαν, ὅπως ἐπισταμένως ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, ἐὰν τουτέστι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἐλαιοπυρήνων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἦναι ἐνδεχόμενον, ἔστω καὶ κατὰ μεμακρυσμένην τινὰ πιθανότητα, νὰ εἰσαχθῇ ἐν τῷ τόπῳ τὸ μικρόβιον τῆς φυλλοξήρας. Ὡς δ’ ἐπληροφορήθην, ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, ἀκούσας τὰ παράπονα ταῦτα τῶν βιομηχάνων, ηὐδόκησε νὰ προκαλέσῃ τὴν γνώμην ἐπιστημόνων ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, οἵτινες, ὡς ἔμαθον, ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔκθεσιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀδιστάκτως καὶ ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου ἐνδοιασμοῦ ἀποφαίνονται περὶ τοῦ ὅτι οὐδεὶς ἀπολύτως ὑπάρχει κίνδυνος, ὅπως διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἐλαιοπυρήνων ἢ πυρηνελαίου ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαχθῇ ἐν τῇ χώρᾳ τὸ μικρόβιον τῆς φυλλοξήρας. Μετὰ τὴν γνωμοδότησιν ταύτην τῶν ἁρμοδίων, ἐπειδὴ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδεμίαν μέχρι τοῦδε ἔλαβε πρόνοιαν, εἴτε προκαλοῦν βασιλικὸν διάταγμα πρὸς ἄρσιν τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης, εἴτε προκαλοῦν τὴν ἐνέργειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς ψήφισιν τοιούτου μέτρου, ἐπειδή, λέγω, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβε μέχρι τοῦδε πρόνοιάν τινα τοιαύτην, ἄγομαι εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἴσως, μεθ’ ὅλην τὴν γνωμοδότησιν τῶν ἐπιστημόνων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει ἐνδοιασμόν τινα ἀκόμη ὡς πρὸς τὸν φόβον τῆς ἐνδεχομένης εἰσαγωγῆς τοῦ νοσήματος τῆς ἀμπέλου ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νομίζω καλὸν καὶ πρέπον, ὅπως συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα, ἐὰν καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ἀπομένῃ αὐτῷ περὶ τῆς ἀκριβείας καὶ τῆς βασιμότητος τῆς γνώμης ἐκείνων, τῶν ὁποίων προεκάλεσε τὴν γνωμοδότησιν, προκαλέσῃ ἐν ἀνάγκῃ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὴν γνώμην ἄλλων ἐπιστημόνων, εἴτε καὶ τῶν ἐν Εὐρώπῃ Γεωργικῶν Σχολῶν, ἵνα ἀρθῇ πᾶσα ἀμφιβολία. Διότι καὶ ἡ ἐλαχίστη, ὡς εἶπον, ἐὰν ἀπολείπηται ἀμφιβολία παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ, δὲν ὑπάρχει ἄλλο μέσον, ὅπως βεβαιώσωμεν τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ὅπως πεισθῶμεν περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ κίνδυνος, παρὰ προσφύγοντες εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ φωτίσωσιν ἡμᾶς, νὰ ζητήσωμεν καὶ τούτων τὴν γνώμην. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ὑπάρχει ἤδη τοιαύτη γνωμοδότησις, ἢ προκληθῇ ἐν τῷ μέλλοντι καὶ δοθῇ τοιαύτη, σύμφωνος πρὸς ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκον ἤδη οἱ Ἕλληνες ἐπιστήμονες, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ ἄρσεως τοῦ ἀπαγορευτικοῦ μέτρου, τοῦ ζημιοῦντος σπουδαίως τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, παρακαλῶ αὐτὸν, ὅπως παράσχῃ πᾶσαν σχετικὴν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλὴν, προσαγάγῃ δὲ καὶ αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν τῶν γνωμοδοτησάντων ἤδη περὶ τοῦ πράγματος τούτου, διότι ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἀτομικῶς νὰ ἄρω ἀπ’ ἐμαυτοῦ τὴν εὐθύνην. Διότι βεβαίως δὲ θὰ ἦμαι πρῶτος ἐγὼ, Βουλευτὴς ὁρμώμενος ἐξ ἐπαρχίας τὰ μάλιστα σταφιδοφόρου καὶ οἰνοπαραγωγοῦ, ὅπως προτείνω τὴν ἄρσιν τοιαύτης ἀπαγορεύσεως, ἐὰν ὑπολειφθῇ παρ’ ἐμοὶ ἔστω καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τοῦ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ κίνδυνός τις διὰ τὴν χώραν ἐκ τοῦ τοιούτου μέτρου.
§46Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ πολὺ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν, ὅπως πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, διὰ ποῖον λόγον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Κράτος ἀκωλύτως ἐξ οἱουδήποτε μέρους ἡ εἰσαγωγὴ ἐλαιοπυρήνων. Ὡς εἶναι ἤδη γνωστὸν εἰς πολλοὺς ὑμῶν, οἱ ἐλαιοπυρῆνες ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν, εἶναι ἡ πρώτη ὕλη βιομηχανίας πολὺ σπουδαίας ἐν τῷ τόπῳ, τῆς σαπωνοποιΐας. Καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ μὲν Ἑλλάδι ἀνεπτύχθη ὁ κλάδος οὗτος εἰς ἐπίζηλον σημεῖον, ἀλλ’ ἰδίως ἐπίδοσιν ἔλαβε γιγαντιαίαν ἐν Πειραιεῖ, πόλει, ἥτις ὡς πρὸς τὸ εἶδος τοῦτο ἐγένετο ἡ Μικρὰ Μασσαλία τῆς Ἀνατολῆς. Κατώρθωσεν ἡ Ἑλληνικὴ βιομηχανία οὐ μόνον νὰ ἐμποδίσῃ πλέον εἰς τὸ Κράτος τὴν εἰσαγωγὴν σάπωνος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξαγάγῃ τοιοῦτον, στέλλει δὲ ἀπὸ ἐτῶν ἤδη μεγάλας ποσότητας καὶ εἰς Αἴγυπτον καὶ εἰς τὴν ἄλλην Ἀνατολὴν, Σερβίαν καὶ Ῥουμανίαν, ἐλπίζω δὲ νὰ μεταβάλῃ ὀλίγον ἐπὶ τὸ φιλελληνικώτερον καὶ τὰ αἰσθήματα τῶν Βουλγάρων, σαπωνίζουσα αὐτοὺς ἤδη ἀπό τινων καὶ καθαρίζουσα μὲ ἐξαίρετον ἑλληνικὸν σάπωνα (ἱλαρότης), καὶ πρὸς τούτοις – τὸ ὁποῖον θὰ φανῇ βεβαίως παράδοξον εἰς ὑμᾶς – ἀποστέλλει σάπωνα καὶ εἰς τὴν Ἀμερικήν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς ἀκμῆς αὐτῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆλθεν ἡ σαπωνοποιΐα, εὑρίσκει καὶ ἀπαντᾷ ἐν τῇ ἐργασίᾳ αὐτῆς δυσχέρειάν τινα πολὺ μεγάλην. Ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ προμηθεύσῃ εἰς αὐτὴν ὅλην τὴν πρώτην ὕλην, ἧς ἔχει ἀνάγκην, προμηθεύει μόνον ἐλάχιστον ποσὸν, μόλις ἐπαρκοῦν εἰς ὀλίγων μηνῶν ἐργασίαν. Τὰ μεγάλα ἐντεῦθεν καταστήματα τῆς σαπωνοποιΐας ἀναγκάζονται νὰ ζητήσωσι τὴν πρώτην ὕλην εἰς ξένας ἀγορὰς, εἰς ξένους τόπους, ὅπου ὑπάρχει ἀφθονωτάτη. Ἀλλ’ ὁ νόμος ὁ φυλλοξηρικὸς, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Κράτος ἐθεώρησε, δικαίως, καθῆκον νὰ προστατεύσῃ κατὰ παντὸς ἔξωθεν κινδύνου τοὺς ἑλληνικοὺς ἀμπελῶνας, ἐθέσπισε μέτρα αὐστηρότατα κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς χλωρῶν καρπῶν καὶ ἄλλων, σχέσιν ἐχόντων πρὸς τὴν φυλλοξήραν. Εἰς τὰ μέτρα ταῦτα κατ’ ἀναλογίαν τὰ τελωνεῖα περιλαμβάνουσι καὶ τοὺς ἐλαιοπυρῆνας, ἐξομοιοῦντα αὐτοὺς πρὸς χλωροὺς καρπούς. Ἀλλ’ ὁ ἐλαιοπυρὴν, κατὰ τὴν γνώμην πάντων σχεδὸν τῶν ἐπιστημόνων, οἱ ὁποῖοι ἠρωτήθησαν περὶ τούτου, δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς φορεὺς τοῦ ἐντόμου τῆς φυλλοξήρας· οἱ ἐλαιοπυρῆνες περιέχουσιν ἔλαιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἐντομοκτόνον, ὡς εἶπον, ὄχι ἐγὼ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶμαι εἰδικὸς εἰς ταῦτα, ἀλλ’ ὡς λέγουσιν ἐπιστήμονες ἀναμφισβητήτου κύρους, οἵτινες ἀπέδειξαν, ὅτι τὸ ἔντομον αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ζήσῃ εἰς τοιοῦτον προϊόν. Καὶ ὡς μικρὰν, οὐχὶ ἐπιστημονικὴν, ἀλλὰ πρακτικὴν ἀπόδειξιν τούτου, ἀναφέρω, ὅτι πολλοὶ πλοίαρχοι, ὡς βεβαιοῦσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, εἷς τῶν ὁποίων τὰ πλοῖα ἐπολλαπλασιάσθησαν εἰς βαθμὸν ἐπικίνδυνον, δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἔντομα καὶ ζωύφια πολὺ μεγαλείτερα τοῦ μικροσκοπικοῦ ἰοῦ τῆς φυλλοξήρας, ναυλώνουσιν ἐπίτηδες εἰς τιμὰς εὐτελεστάτας τὰ πλοῖά των μὲ φορτίον ἐλαιοπυρήνων, μόνον καὶ μόνον, ἵνα χρησιμεύσῃ τὸ φορτίον τοῦτο ὡς μέσον σωστικῆς ἀπολυμάνσεως τῶν πλοίων, διότι αἱ ὀπαὶ κλείονται διὰ τοῦ ἐλαίου, τὰ ἔντομα φονεύονται δι’ αὐτοῦ, καὶ τὸ πλοῖον καθαρίζεται λαμπρότατα διὰ τοῦ τρόπου τούτου. Αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, συνεπείᾳ παραστάσεων τῶν ἐνδιαφερομένων, ἐζήτησαν, καὶ εἶχον βεβαίως καθῆκον νὰ ζητήσωσι, τὰς γνώμας ἐπιστημόνων διαφόρων· ἐζητήθη ἡ γνώμη ἐντοπίων ἐπιστημόνων, ἡ γνώμη ξένων ἐπιστημόνων, καὶ ὑποθέτω ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ὑπάρχῃ σχετικὸς φάκελλος, περιέχων τὰς ἀπαντήσεις τῶν ἐπιστημόνων τούτων. Ἐπειδὴ ἐπιφυλάσσομαι, χάριν τῆς βιομηχανίας, νὰ ποιήσωμαι προσεχῶς ἐκτενέστερον λόγον περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ νὰ ἀναπτύξω εἰδικώτερον τὸ ζήτημα τοῦτο, καταδεικνύων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ παράλογον καὶ ἐπιζήμιον τῆς ἰσχυούσης ἀπαγορεύσεως, περιορίζομαι ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν σχετικὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἐλευθέρας ἢ μὴ ἐλευθέρας εἰσαγωγῆς ἐλαιοπυρήνων. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν δυσκολίαν εἰς τοῦτο.
§47ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀληθὲς εἶναι, Κύριοι, ὅτι ἔκθεσίς τις ξένου ἐπιστήμονος ὑπῆρξε μᾶλλον εὐνοϊκὴ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἐλαιοπυρήνων. Ἡμεῖς ὅμως ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῶμεν καὶ τὰ φῶτα ἐντοπίου ἐπιστήμονος γνωστοῦ. Οὗτος ἐπὶ τοσοῦτον μᾶς ἐφόβισεν, ὥστε ὁμολογοῦμεν, ὅτι ἐσταματήσαμεν, καὶ φρονοῦμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ σταματήσωμεν, ἀφοῦ τὸ ζήτημα τοῦτο συνδέεται τοσοῦτον στενῶς μὲ τὸ σπουδαιότερον προϊόν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Ἑλλὰς, τὴν σταφίδα. Ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ σταφίδος καὶ περὶ φυλλοξήρας, ἐνομίσαμεν ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα λίαν δειλοὶ καὶ λίαν ἐφεκτικοὶ, τούτου δ’ ἕνεκα εἰς οὐδεμίαν ὁριστικὴν ἀπόφασιν προέβημεν. Ἐν τούτοις θέλω προσαγάγει τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ζητεῖ.
§48ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς ὀνομάσητε τὸν ἐπιστήμονα αὐτὸν τὸν ἐντόπιον;
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τί σᾶς ἐνδιαφέρει, ἀφοῦ θὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα;
§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σήμερον θεωρεῖται ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ ἔντομον τῆς φυλλοξήρας δὲν μεταδίδεται, καὶ δὲν μεταδίδεται οὐχὶ διότι ὁ ἐλαιοπυρὴν δὲν τὸ μεταφέρει, ἀλλὰ διότι καθ’ ἑαυτὸ τὸ ἔντομον τῆς φυλλοξήρας δὲν δύναται νὰ μεταφερθῇ παρὰ διὰ τοῦ κλήματος. Οὐδὲν ἄλλο φυτὸν, εἴτε χλωρὸν εἴτε ξηρὸν, οὔτε καὶ ἄψυχον ἀντικείμενον, δύναται νὰ μεταφέρῃ τὸ ἔντομον τῆς φυλλοξήρας· ἐὰν δὲ μετεδόθη ἡ ἡ φυλλοξήρα εἴτε ἀπὸ τῆς Ἀμερικῆς εἰς τὴν Γαλλίαν, εἴτε ἐντὸς τῆς Γαλλίας, καὶ ἐξ αὐτῆς εἰς τὴν ἄλλην Εὐρώπην, μετεδόθη διὰ τῶν κλημάτων. Αὐτὴ τοὐλάχιστον εἶναι ἡ γενικῶς σήμερον παραδεδεγμένη γνώμη ὅλων τῶν ἐνδιατριβόντων εἰς τὰ τῆς μεταδόσεως αὐτῆς καὶ μόνον ἁρμοδίων νὰ ἀποφανθῶσιν. Ἀλλὰ δικαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, λαβὼν ἔκθεσιν ἐπιστήμονος ἐν Ἑλλάδι, ἐδίστασε καὶ διστάζει, ὅπως προβῇ εἰς μέτρον ἄρσεως τῆς ἀπαγορεύσεως, καὶ ἐλευθέρας εἰσαγωγῆς τῶν ἐλαιοπυρήνων, ἀλλὰ καλὸν θὰ ἦναι νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν, ὅπως λάβωμεν γνῶσιν πάντες, λάβωσι δὲ γνῶσιν αὐτῆς καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, προκληθῶσι δὲ καὶ ἄλλων εἰδικῶν ἐπιστημόνων γνῶμαι καὶ ἐκθέσεις οὐ μόνον αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ Σχολῶν ξένων, ὅπως οὕτω σχηματίσωμεν ἑδραιοτέραν καὶ πλέον βεβασανισμένην γνώμην. Τοῦτο δ’ εἶναι ἀναγκαῖον ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν σαπωνοποιίαν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλας ἀκόμη βιομηχανίας. Οὕτω μέχρι πρὸ ὀλίγου ἀπηγορεύετο ἐν Σύρῳ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ φλοιοῦ τῆς δρυὸς, ἡ ἀπαγόρευσις δ’ αὕτη ἐδυσχέραινε καὶ ἐπηύξανε τὰ ἔξοδα τῆς κατεργασίας τῶν δερμάτων, καθιστῶσα δύσκολον τὸν διαγωνισμὸν τῆς σπουδαίας ταύτης βιομηχανίας τοῦ τόπου.
§51ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπαγόρευσις τῆς εἰσαγωγῆς ἐν Σύρῳ ἐγένετο κατὰ γνώμην τοῦ ἐπιστήμονος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὑπηνίχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπεδείχθη δὲ ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ἦτο ἐντελῶς πεπλανημένη ἡ γνώμη τοῦ ἐπιστήμονος ἐκείνου.
§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐγὼ, ὅτι καὶ τότε, ὡς σήμερον, ἄλλοι ἐπιστήμονες ἠμφισβήτησαν τὸ βάσιμον τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν φλοιῶν, καὶ ἐπὶ τῆς γνώμης αὐτῶν στηριζομένη ἡ βιομηχανία τῆς Σύρου ἐζήτησε τὴν μεταῤῥύθμισιν τῶν ὑπερβολικῶν ἐκείνων μέτρων, ἔκτοτε δὲ διὰ τῆς πείρας ἔτι μᾶλλον ἐβεβαιώθη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ μεταφορὰ τῆς ἀσθενείας τῆς φυλλοξήρας διὰ τῶν φλοιῶν τῆς δρυός. Ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν ἐλαιοπυρήνων εἶναι ἀδύνατος ἡ μεταφορὰ τῆς φυλλοξήρας, ὄχι μόνον δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφέρῃ, κατὰ τὰς γνώμας τὰς ἐπικρατούσας σήμερον, ὁ ἐλαιοπυρὴν τὴν φυλλοξήραν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ, ὅτι πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ ἐξετάσῃ ἐπισταμένως τὸ ζήτημα, νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν κρίσιν καὶ τῆς Βουλῆς, ὅπως ληφθῇ ἓν μέτρον. Ἀνάγκη ν’ ἀπαλλαχθῇ ἡ σαπωνοποιΐα τῶν δυσχερειῶν, αἵτινες τὴν στενοχωροῦν. Δὲν ὑπάρχει βιομηχανία, τῆς ὁποίας ἡ ὑποστήριξις νὰ ἦναι τόσον ἀναγκαία ὄχι μόνον διὰ τὴν ἐξαγωγὴν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν· οὐδενὸς εἴδους βιομηχανιῶν ἔχει τόσην ἀνάγκην ὁ τόπος ἡμῶν, ὅσην τοῦ σάπωνος. Ἡ εὐθηνία πρέπει νὰ τὸν εἰσαγάγῃ παντοῦ. Δυστυχῶς εἰς πολλὰ μέρη εἶναι ἄγνωστος ἀκόμη, δὲν ὑπάρχει δὲ μέσον ἐκπολιτιστικώτερον ἢ ἡ διάδοσις Ἑλληνικοῦ σάπωνος. Πρέπει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν νὰ ἐπιδείξῃ ἐνδιαφέρον, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, μετὰ τὴν ὑποβολὴν δ’ αὐτῶν θὰ ἴδωμεν τίνα μέτρα πρέπει νὰ ληφθῶσιν, ὅπως ταχύτερον φθάσωμεν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀπαγορεύσεως.
§53ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἡ ἐφημερὶς «Ἄστυ», ἀφ’ ἧς ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, εἴτε οἴκοθεν εἴτε τῇ πληροφορίᾳ μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἔγραψε πολλάκις περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, καὶ ἐνίοτε μάλιστα ὠνομάσθησαν καὶ μέλη αὐτῆς, ὑποβαλόντα γνώμας αἵτινες ἐξυπηρέτουν εἴτε γενικὰ εἴτε μερικὰ συμφέροντα. Ἀλλὰ εἰς τὸ σημερινὸν φύλλον τῆς εἰρημένης ἐφημερίδος ἐγράφη διάφορον, καταχωρισθὲν μάλιστα ἐν τῇ πρώτῃ στήλῃ, ἐν τῷ ὁποίῳ διαφόρῳ κατηγοροῦνται τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ πρόεδρος αὐτῆς καὶ τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας, ὅτι κάμνουν διαρκῶς θόρυβον, ὅτι διακόπτουν τοὺς θέλοντας ν’ ἀγορεύσωσιν ἀντιπολιτευομένους Βουλευτὰς, καὶ παριστᾷ τὸ διάφορον αὐτὸ, ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ γίνεται μία βαβυλωνία. Ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, κ. Πρόεδρε, βεβαίως δὲν ἤθελον ζητήσει ποτὲ πιστοποιητικὸν ἀπὸ κανένα περὶ τῆς εὐπρεπείας καὶ τῆς κοσμιότητος, μετὰ τῆς ὁποίας πάντοτε ἐπολιτεύθην, ὁσάκις ἡ Βουλὴ μοὶ ἀπένειμεν ἢ μὲ ἐξουσιοδότησε μὲ ἐντολήν τινα νὰ ὑπηρετήσω, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐν ὀνόματι τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῶν ὑπὸ τῆς εἰρημένης ἐφημερίδος γραφέντων καὶ νὰ τὰ ἀποκαλέσω, ὡς εἶναι, συκοφαντίας καὶ ψεύδη. Καὶ ἂν μὲν, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρόντα ἦσαν μόνον τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ μέλη ταῦτα ἔχουσι συμφέρον, ὑπερασπιζόμενα ἑαυτὰ, νὰ ἔλθωσι νὰ ἀναιρέσωσι τὰ γραφέντα, ἀλλὰ εὐτυχῶς ἀξιότιμα μέλη ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ βουλευτὴς κ. Τσαμαδὸς ἐξ Ὕδρας, ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶς, ἐνίοτε ἔλαβον μέρος, ἀλλὰ διαρκῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἄνδρου κ. Καΐρης καὶ ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Τήνου κ. Μαυρομαρᾶς ἔλαβον μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀντελήφθησαν κατὰ ποῖον τρόπον διεξήχθησαν αἱ ἐργασίαι αὐτῆς, οὐδενὸς ἀτόπου λαβόντος χώραν· καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν εἰρημένων δύο τελευταίων συναδέλφων, ἵνα βεβαιωθῇ ὅτι, ὅ,τι λέγω αὐτὴν τὴν στιγμὴν, εἶναι ἀληθές.
§54ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Διαβεβαιῶ ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν πλήρει εἰλικρινείᾳ, ὅτι καθ’ ὅλας τὰς συνεδριάσεις ἐγὼ οὐδὲν ἄτοπον παρετήρησα, διότι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἦτο πλήρης· ὅστις ἐζήτει τὸν λόγον, τὸν εἶχεν ἀμέσως, οὐδέποτε δὲ παρημποδίσθη ἡ συζήτησις· ὁ εἰσηγητὴς ἐκράτει ἀκριβέστατα πᾶσαν σημείωσιν ἐπὶ πάσης προτάσεως παντὸς μέλους τῆς ἐπιτροπῆς, εἴτε τῆς πλειοψηφίας εἴτε τῆς μειοψηφίας· ἑπομένως ἀπορῶ, πῶς ἐν τῷ τύπῳ ἐγράφησαν πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατα· ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδὲν τὸ ἄτοπον δύναμαι νὰ βεβαιώσω.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ γίνεται περισσότερος λόγος περὶ τούτου.
§56ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι καθ’ ὅλα σύμφωνος πρὸς τὸν κ. πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ βεβαιῶ πάνθ’ ὅσα οὗτος εἶπε περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς· εἶναι δὲ ἀνακριβῆ τὰ ἐν τῷ «Ἄστει» κατακεχωρισμένα σήμερον. Κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κ. Βότσαρης ἐπρότεινε τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ὅπως αὕτη προβῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς προηγουμένας ὑπουργίας, τὰς πρὸ τῆς παρούσης Βουλῆς. Ἀφορμὴν πρὸς τοῦτο, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἔλαβεν ἐξ ὅσων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλήν, προκειμένου περὶ τῶν προμηθειῶν τῶν κατ’ ἔτος γινομένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, τόσον τῶν τροφῶν, ὅσον καὶ τῶν ὑλικῶν. Τὴν πρότασιν ταύτην καὶ ἐγὼ ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ ἐκ μέρους μου καὶ ἐκ μέρους τοῦ ἀπόντος καὶ μὴ συνεδρεύοντος μεθ’ ἡμῶν πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Μπούμπουλη, καθ’ οὗ κυρίως ἐξηνέχθη ἡ κατηγορία. Ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καθ’ ὃν χρόνον ἐπῄνει ἑαυτὸν διὰ τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας κατέβαλεν, ὅπως προσπορίσῃ εἰς τὸ Δημόσιον κέρδη ἑκατοντάδων χιλιάδων, διὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ὁποίου διεσπάσθησαν οἱ σύνδεσμοι τῶν χορηγητῶν καὶ ἐντεῦθεν προῆλθεν ἡ ὠφέλεια αὕτη τοῦ Δημοσίου, κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον, λέγω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπήγγελλε κατηγορητήριον κατὰ τοῦ συναδέλφου αὐτοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶναι γνωστόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ὡς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κατ’ ἔτος ἐκτελεῖ δημοπρασίας διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν, οὕτω καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐκτελεῖ τὰς αὐτὰς δημοπρασίας διὰ τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τουτέστι διὰ τροφάς, νομὰς καὶ διάφορα ὑλικὰ πρὸς χρῆσιν τοῦ στρατοῦ. Ἄν ἐξετάσωμεν τὰς κατὰ διαφόρους ἐποχὰς προμηθείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ εὕρωμεν μεγίστας διαφορὰς εἰς τὰς τιμὰς τῶν διαφόρων ἀντικειμένων. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω ὀλίγα κεφάλαια, ἐπὶ τῶν ὁποίων κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἐγένοντο δημοπρασίαι, διὰ νὰ ἴδητε ὁποῖαι ὑπῆρξαν αἱ διαφοραὶ ἐπὶ τῶν τιμῶν. Καὶ πρῶτον ὁ σανὸς κατεκυρώθη κατὰ τὸ παρελθὸν, ὄχι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ νῦν ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ τοῦ προκατόχου αὐτοῦ, ἀντὶ λεπτῶν 18 κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1894, ὅτε ἤμην ἐγὼ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνεκρίθη ἀντὶ 14½ λεπτῶν. Προκύπτει ἐντεῦθεν διαφορὰ 3½ λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ἤτοι ἐπὶ τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος προέρχεται διαφορὰ ἐπὶ πλέον ἐκ δραχμῶν 159,667 καὶ 50/00.
§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ ποίαν φρουράν;
§58ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διὰ τὴν φρουρὰν τῶν Ἀθηνῶν. Ὡς πρὸς τὴν κριθήν, αὕτη κατεκυρώθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀντὶ λεπ. 28½ κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1894 κατεκυρώθη εἰς τὸ ποσὸν τῶν 23½ λεπ. κατ’ ὀκᾶν, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ τὸ 1894 λεπτὰ 5 κατ’ ὀκᾶν· ἡ διαφορὰ αὕτη φέρει δαπάνην ἐπὶ πλέον 91,200 δραχμῶν. Οὕτω καὶ αἱ τροφαὶ τοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων κατὰ τὸ 1894 δραχ. 87 καθ’ ἕκαστον μῆνα καὶ κατὰ μαθητήν, κατὰ δὲ τὸ ἐνεστὼς ἔτος δραχ. 112 καθ’ ἕκαστον μῆνα καὶ κατὰ μαθητήν, ἤτοι δραχ. 25 ἐπὶ πλέον διαφορά, διὰ τοὺς 10 μῆνας 15,000...
§59Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐκηρύχθη ἔκπτωτος ὁ ἐργολάβος.
§60ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§61Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ. Δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν ὑπελογίσατε.
§62ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ ὑπολογίζω τὴν ζημίαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δημοπρασιῶν... Ὑπάρχουσιν ἐπίσης διαφοραὶ καὶ εἰς τὰς ὀθόνας καὶ εἰς τὴν ὑπόδεσιν καὶ εἰς τὰς προμηθείας τῶν ἐρεῶν κτλ. Ἀλλ’ ἐπὶ πάντων τούτων δὲν σκοπῶ σήμερον νὰ ποιήσωμαι λόγον. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς καὶ ἐκ μέρους μου, ὡς εἶπον, καὶ ἐκ μέρους τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καθ’ οὗ κυρίως ἐστράφησαν τὰ βέλη, διότι βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ποιούμενος τὸν ἑαυτοῦ ἔπαινον, κατηγόρει τοῦ προκατόχου του, διότι εἶπεν, ὅτι διὰ τῶν προσπαθειῶν αὐτοῦ κατώρθωσε νὰ θραύσῃ τοὺς δεσμοὺς τῶν χορηγητῶν καὶ νὰ προκαλέσῃ τὸν διαγωνισμὸν, ὁ ὁποῖος ἔφερεν αὐτὰ τὰ εὐχάριστα ἀποτελέσματα. Παρακαλῶ ὅθεν νὰ συμπεριλάβῃ ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ τῶν πραγμάτων καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἴ τι ἄλλο Ὑπουργεῖον, διότι τοιουτοτρόπως δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον ἡ ἐλευθερία, μεθ’ ἧς ἕκαστος δύναται νὰ ποιῆται τὸ ἐγκώμιον τοῦ ἑαυτοῦ του εἰς βάρος τῶν προκατόχων του.
§63Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐγὼ ἀνέφερον πράγματα· δὲν ἐποιησάμην ἐγκώμιον.
§64ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Καὶ ἐγὼ πράγματα ἀναφέρω. Ἐπειδὴ σχετικὸν εἶναι καὶ τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐπερωτήσεως, ἐφ’ ἧς εὐηρεστήθητε μὲν νὰ ἀπαντήσητε ἐν συντόμῳ, νὰ καταθέσητε δὲ ἀμέσως καὶ τὸν φάκελλον τὸν σχετικὸν,—ὅν ὅμως δυστυχῶς δὲν ἠδυνήθην νὰ ἴδω, διότι ἐδώκατε ἐντολὴν νὰ μὴ ἐξέλθῃ τῶν γραφείων τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ οἱ Βουλευταὶ εἶναι ὑπόχρεοι νὰ μεταβαίνωσι, δὲν ἠξεύρω ποῦ, πρὸς ἀνάγνωσιν τῶν κατατιθεμένων ἐγγράφων, ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω τὸ περιεχόμενον τοῦ φακέλλου,—καὶ ἐπειδὴ σεῖς ἀπηντήσατε δι’ ὀλίγων μὲν, ἀλλ’ εἰρωνικῶς, ὅτι τουτέστι πρόκειται περὶ 37 δραχμῶν, δὲν ἐθεωρήσατε δὲ ἄξιον λόγου νὰ ἐμμείνητε εἰς τὸ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ δημοπρασία, σᾶς ἀπαντῶ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ 37 δραχμῶν, ἀλλὰ περὶ ποσοῦ πολλῷ μεγαλειτέρου· διότι ἡ προμήθεια κατεκυρώθη ἄνευ διαγωνισμοῦ, καὶ τὸ μὲν πρῶτον ἡ δημοπρασία ἀνέδειξεν ἐργολάβον τὸν πρῶτον παρουσιασθέντα,—ἐννοεῖται δὲ βεβαίως, ὅτι αὐτὸ δὲν ἦτο διαγωνισμὸς ἐπὶ δημοπρασίας,—ὅτε ὅμως ἐγένετο αἴτησις περὶ νέας προσφορᾶς, μικροτέρας ἐκείνης, εἴχετε καθῆκον ἀπαραίτητον, σεῖς, ὁ ὁποῖος τοσοῦτον ἐμεριμνήσατε ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, νὰ ἐκθέσητε καὶ αὖθις εἰς δημοπρασίαν τὴν προμήθειαν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐπαρουσιάσθη καὶ δεύτερος καὶ ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ καὶ τρίτος μειοδότης. Λοιπὸν προεκηρύχθη ἡ δημοπρασία διὰ 200 ὀκάδας σπόγγου, κατεκυρώθη ἐπ’ ὀνόματι τοῦ πρώτου μειοδότου ἀντὶ 32 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν· γίνεται δευτέρα προσφορὰ 30 δραχμῶν, ὑμεῖς ὅμως, ἀντὶ νὰ προκαλέσητε τὴν ἐπανάληψιν, ἐσπεύσατε νὰ κυρώσητε τὴν προσφορὰν ταύτην τῶν 30 δραχμῶν, ἐνῷ, ἂν ἐξετίθετο ὁ σπόγγος καὶ εἰς δευτέραν δημοπρασίαν, θὰ εἴχετε ἀποτελέσματα πολὺ ἀνώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναγγέλλετε ἐντεῦθεν, τῶν 37 δραχμῶν. Καὶ ἐρωτῶ, ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δευτέρας δημοπρασίας; Θὰ ἦτο 20 δραχμαὶ ἢ 15 δραχμαὶ κατ’ ὀκᾶν, διότι δὲν γνωρίζετε ποῖον σπόγγον ἐξεθέσατε εἰς δημοπρασίαν· ὁ σπόγγος ἐκεῖνος εἶναι ἀπεῤῥιμμένος, ὡς μὴ ἐξερχόμενος εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, οὐδὲ ἔχει τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἐμπορεύσιμος σπόγγος, ὁ ἀποστελλόμενος εἰς τὴν ἀλλοδαπήν· εἶναι κοινότατος σπόγγος, ὁ ὁποῖος χρησιμεύει πρὸς καθαρισμὸν τῶν πατωμάτων κτλ. Συνεπῶς αἱ 20 δραχμαὶ εἶναι μεγάλη τιμὴ δι’ αὐτόν. Ἡ δημοπρασία σας προεκηρύχθη διὰ 200 ὀκάδας, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ὁ ἐργολάβος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παράσχῃ καὶ ἀνώτερον ποσὸν τούτου, ἅμα ὡς ἤθελε ζητηθῆ, 15 ἡμέρας πρὸ τῆς παραδόσεως· εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν παραλαμβάνει σπόγγον μέχρι 400 ὀκάδων. Ἄν ὑπολογίσητε λοιπὸν τὴν ζημίαν ἐπὶ 400, θὰ ἔχητε ζημίαν 4,000 δραχμῶν καὶ οὐχὶ 37 μόνον δραχμῶν, ὅπως εὐηρεστήθητε νὰ διαβεβαιώσητε ἐντεῦθεν, κύριε Ὑπουργέ.
§65Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καίτοι δὲν ἔχω πρόχειρον τὸν φάκελλον, ὀφείλω, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, νὰ δηλώσω πρὸς τὸν κ. συνάδελφον τὰ ἑξῆς. Ἡ προμήθεια, ἣν ποιεῖται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, σπόγγου κατ’ ἔτος δὲν ὑπερβαίνει τὰς 150 ἢ 200 ὀκάδας. Τὸν σπόγγον τοῦτον ἠθέλησα νὰ λάβω διὰ μειοδοσίας, ὅπως ἔπραξα διὰ πάσας τὰς προμηθείας τοῦ στόλου. Προεκηρύχθη λοιπὸν προμήθεια τοῦ ἀναγκαιοῦντος σπόγγου, 150 ὀκάδων διὰ τὸ 1896. Ἐγένετο δὲ τῇ 3 Δεκεμβρίου 1895 ἔτους ἡ δημοπρασία. Ὥστε πρόκειται περὶ προμηθείας διὰ δημοπρασίας. Εὑρέθη περίπου ἡ τρέχουσα τιμή. Τελευταῖος μειοδότης τότε παρέστη ὁ Τσίμπης, ὅστις προσήνεγκε δραχμὰς 32 κατ’ ὀκᾶν. Τῇ 4 Δεκεμβρίου ὑπεβλήθη τῷ Ὑπουργείῳ ἀναφορὰ τοῦ Τζάθα, ἄνευ ἐγγυήσεως, ὅστις προσήνεγκε 31 δραχμάς. Τῇ 30 Δεκεμβρίου ἄλλη ἀναφορὰ Κινδύνη τινὸς, ἥτις ἐνεκρίθη τῇ 5 Ἰανουαρίου 1896 ἔτους, ὅστις ἐζήτει 30 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν. Βεβαίως δὲν ἐδυνάμην ν’ ἀφήσω νὰ ἀρχίσῃ τὸ ἔτος καὶ νὰ μὴ ἔχω προνοήσει περὶ τῶν προμηθειῶν. Μετὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου, κατὰ τὴν 2 Ἰανουαρίου, προσέρχεται ὁ Λοῦμος, ὅστις προσφέρει δραχ. 30 καὶ 50/00, δηλ. ἡμίσειαν δραχμὴν πλειότερον τῆς κατακυρωθείσης τιμῆς. Κατόπιν, τῇ 7 Ἰανουαρίου, προσέρχεται ὁ Τζάθας, ὅστις, ἐνῷ ἡ προκήρυξις ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐγγύησις, προσήνεγκεν 25 λεπτὰ ἐπὶ ἔλαττον παντὸς μειοδότου, ἄνευ ἐγγυητοῦ. Αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὑπὲρ οὗ ἐνδιαφέρεται ὁ κ. συνάδελφος.
§66ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου.
§67Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου ἐνήργησα. Οἱ ὅροι τῆς διακηρύξεως ἔλεγον, ὅτι πρέπει ὁ μειοδότης νὰ προσφέρῃ ἐγγύησιν χρηματικήν. Ὁ Τζάθας ὑπέβαλεν ἀναφορὰν ἄνευ ἐγγυήσεως, καὶ τούτῳ μόνον τῷ λόγῳ ἐδυνάμην νὰ ἀποῤῥίψω τὴν αἴτησιν. Ἀλλ’ ἡ αἴτησις ἀπεῤῥίφθη, διότι ἤδη ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, τῇ 5 Ἰανουαρίου, ὡς εἶπον, εἶχε κατακυρωθῆ ἡ προμήθεια εἰς τὸ ποσὸν, ὅπερ ἀνέφερα. Ποία δὲ εἶναι ἡ ζημία, ἂν ὑποθέσητε, ὅτι ἐπῆλθε ζημία εἰς τὸ Δημόσιον; Δραχμῶν τριάκοντα ἑπτὰ δι’ ἓν ἔτος. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν θὰ κατήρχετο ἡ τιμὴ μόνον κατὰ 25 λεπτά, ἀλλὰ κατὰ 50 λεπτά. Ἠθέλομεν ἔχει ζημίαν πεντήκοντα, ἑξήκοντα, ἑβδομήκοντα δραχμῶν δι’ ἓν ἔτος. Νομίζω, ὅτι καὶ κατ’ οὐσίαν εἶναι ἀνάξιον τῆς Βουλῆς νὰ γίνεται λόγος περὶ αὐτῶν. Ὅταν ὁμιλήσωμεν περὶ τῶν προμηθειῶν, καὶ ἡμεῖς διὰ μακρῶν θέλομεν ἀγορεύσει περὶ τῶν προμηθειῶν, ἃς οἱ συνάδελφοι τότε τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας ἐποιήσαντο. Καὶ ὅταν καταθέσω τὸν φάκελλον τῆς προμηθείας, ἣν εἶχεν ἐκτελέσει συνάδελφος τοῦ κ. Βουλευτοῦ, 32,000 ῥινῶν, τουτέστι λιμῶν, τότε θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ὕδρας νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς προμηθείας ἐκείνης. Αὔριον θέλω καταθέσει τὸν φάκελλον τῶν ῥινῶν, ἵνα ἀποδείξω ὑμῖν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Ναύσταθμος ἐπρομηθεύθη τοσαύτας ῥίνας, ὅσας προμηθεύεται ὁ Ναύσταθμος τῆς Ἀγγλίας, ἵνα μὴ ὁμιλῆτε τοιουτοτρόπως.
§68ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητον ἐν τῇ Βουλῇ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον κατέληξε τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ὡμίλει ἂν οὐχὶ πρὸς συνάδελφον, οὐχὶ πρὸς πρώην Ὑπουργὸν, ἀλλὰ πρὸς ἀντιπρόσωπον τοῦ ἔθνους, καὶ οὐδὲν εἶχε δικαίωμα ν’ ἀποταθῇ πρὸς αὐτὸν μετὰ τοιαύτης ἀποστροφῆς. Ἐνῷ ὁ ἀξιότιμος ἀντιπρόσωπος ἐξ Ὕδρας εἶπεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ποσοῦ, ἀλλὰ περὶ παραβάσεως ῥητῆς τοῦ λογιστικοῦ νόμου, διότι δὲν ἐπανελήφθη ἡ δημοπρασία, ἀντὶ νὰ δικαιολογηθῇ, ἔρχεται καὶ ὁμιλεῖ ἀποτόμως πρὸς αὐτόν. Τοῦτο μὲ ἔκαμε νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα εἴπω πρὸς τὸν κ. Λεβίδην, ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν παρακάθηται ἐνταῦθα οὐχὶ τῇ ἀδείᾳ τοῦ κ. Λεβίδου, ἀλλὰ τῇ ψήφῳ τῶν ἐντολέων του. Ὥστε δὲν ἐδικαιοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑψώσῃ τὴν φωνήν του, ὡς νὰ ἤθελε τρόπον τινὰ νὰ βάλῃ εἰς τὴν θέσιν του τὸν κ. Βουλευτήν.
§69Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐὰν ἡ φωνή μου ὑψώθη, ὅταν ἀπήντων πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ὕδρας, τοῦτο ἐγένετο, διότι παρετήρησα, ὅτι ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον καταφανοῦς καὶ τοσοῦτον ὑπὲρ ἐκείνου, ὅστις διοικεῖ τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἠθέλησαν νὰ ἐπιῤῥίψωσιν εἶδος μομφῆς καὶ ἀποδοκιμασίας. Ἐγὼ παντάπασι δὲν παύω νὰ ἐκτιμῶ τὸν ἐξ Ὕδρας κ. συνάδελφον, καὶ ἐκ λόγων ἀτομικῶν, καὶ διότι εἶναι Βουλευτὴς, καὶ διότι ἐπὶ πολὺν χρόνον ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ, ὅταν ἀπέναντι ἐγγράφων ὁμιλούντων ἐγείρηται κατηγορία κατ’ ἐκείνου, ὅστις ἐφρόντισε παντὶ σθένει νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἡ ἐλαχίστη ζημία εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, νομίζω, ὅτι ἐδικαιούμην νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου, οὐχὶ διὰ νὰ βάλω εἰς τὴν θέσιν του τὸν κ. Βουλευτὴν, ὡς ἐνόμισεν ὁ δεύτερον ὁμιλήσας, ἀλλ’ ἵνα ἀποδείξω πόσον δίκαιον εἶχον ἐγὼ, καὶ πόσον ἄδικον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, ὅταν ἠθέλησε νὰ ἐγείρῃ κατηγορίαν περὶ τόσον ἀσημάντου ζητήματος.
§70Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Πρὶν προχωρήσω, θ’ ἀποτείνω μίαν ἐρώτησιν πρὸς τὸν ἐξ Ὕδρας κ. συνάδελφον, ἐὰν ὁ σπόγγος, ὁ παραληφθεὶς κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἦτο ὅμοιος μὲ τὸν σπόγγον τὸν παραληφθέντα κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη.
§71ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχουσι τὰ δείγματα· εἶναι ὅμοιος.
§72Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἤδη θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἀναμνησθῶ προχθεσινῆς του ἀγορεύσεως, καθ’ ἣν μὲ ἐκάκισεν ὡς μὴ ἔχοντα γνῶσιν τῶν προϋπολογισμῶν, καὶ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 ἔχω ὑπ’ ὄψιν, τούτου δ’ ἕνεκα προσέρχομαι ἐπίκουρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ θὰ καταδείξω ὅτι ὁ λόγος τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τοῦ σπόγγου, ἣν ἐποιήσατο ὁ ἐξ Ὕδρας κ. συνάδελφος, δύναται νὰ εὑρεθῇ ἐκ τῶν ἐπισήμων βιβλίων. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, σελ. 30, παρατηρῶ τὰς τιμὰς τῆς προμηθείας τοῦ σπόγγου κατὰ τὰ 1893, 1894 καὶ 1895. Καὶ τὸ μὲν 1893 ἐχορηγήθη ἡ προμήθεια τοῦ σπόγγου πρὸς δραχμὰς 25, κατὰ τὸ 1894 πρὸς δραχμὰς 31, κατὰ τὸ 1895 πρὸς δραχ. 30 καὶ 20/00 κατὰ δὲ τὸ 1896 πρὸς δραχ. 30. Δὲν βλέπω τὰς κολοσσιαίας διαφοράς, δὲν βλέπω τὰς δεκάδας δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος.
§73ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς διαφορᾶς. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι δὲν ἐγένετο δημοπρασία.
§74Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο τὸ ζήτημα. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν κατηγορεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι δὲν ἐτήρησε τοὺς τύπους τῆς μειοδοσίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξε μᾶλλον ἐμπεριστατωμένως καὶ μᾶλλον καταλλήλως ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ὕδρας, παραστήσας ὅτι διὰ τῆς παραχωρήσεως ταύτης ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον ὁ κ. Ὑπουργὸς 4,000 δραχμάς. Δὲν ἤθελον ἀναμιχθῆ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἀλλὰ μὲ ἔφερεν εἰς τὴν θέσιν ταύτην ἡ ἐπιτίμησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου, ἀξιοτίμου συνταγματάρχου, πρὸς τὸν ὁποῖον ὑπομιμνήσκω, ὅτι δὲν ἀναμένω τὴν τελευταίαν στιγμὴν, ἵνα φυλλολογήσω τοὺς προϋπολογισμοὺς, τοὺς εἶχον φυλλολογήσει καὶ ἐγνώριζον ποῦ εὑρίσκεται πᾶσα σχετικὴ ἀναγραφή.
§75ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ κατὰ τὰς προηγουμένας ἀγορεύσεις αὐτοῦ καὶ σήμερον ἀορίστως ἐμέμφθη τὸν πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔφερε κατηγορίαν κατ’ αὐτοῦ ὡρισμένην. Καὶ περὶ τοῦ πλοίου «Μπουμπουλίνας» ἄλλοτε ἔφερε κατηγορίαν, ἀλλὰ μέχρι σήμερον οὐδὲν ἐκ τῶν ζητηθέντων παρ’ ἐμοῦ ἐγγράφων προσήγαγεν, οὔτε τὸν ἀρχικὸν προϋπολογισμὸν οὔτε τὸ σχεδιάγραμμα, οὔτε τὰ ἔγγραφα τῶν δημοπρασιῶν, ἐὰν ἐνηργήθησαν τοιαῦται, περὶ τῶν διαφόρων ἀγορασθέντων εἰδῶν, ἐκ τῶν ὁποίων θέλει ἀποδειχθῆ ἐὰν ἐτηρήθη ὁ νόμος ὁ λογιστικός. Ἀλλὰ καθ’ ἑκάστην ἔρχεται καὶ ἐπιῤῥίπτει κατηγορίας καὶ μομφὰς κατὰ τοῦ ἐνεργήσαντος ταῦτα πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Μπούμπουλη, ὁ ὁποῖος δεκάκις ἔχει κυβερνήσει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.
§76Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κατηγόρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κανένα.
§77ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κατηγόρησε τὸν κ. Μπούμπουλην, ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος καθ’ ὅλον τὸν βίον αὑτοῦ οὐδέποτε ἔδωκεν ἀφορμὴν, ἵνα ἀποδοθῇ κατ’ αὐτοῦ ἡ ἐλαχίστη αἰτίασις. Σήμερον δὲ κατηγορεῖται ἀπὸ ποῖον; Ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν κ. Λεβίδην, ὁ ὁποῖος πρώτην φορὰν εἰσῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, μὴ γνωρίζων οὔτε τὴν πυξίδα τὴν ναυτικήν (ἱλαρότης). Καὶ παρουσιάζεται, σήμερον, ἵνα ἐλέγξῃ καὶ κατηγορήσῃ τὸν Μπούμπουλην, ὁ ὁποῖος διήνυσεν ὅλον αὑτοῦ τὸν βίον εἰς τὰ ναυτικὰ καὶ κατάγεται ἀπὸ μεγάλην ναυτικὴν οἰκογένειαν! Εἶναι ἐντροπή! οὔτε χρήζουσιν ἀπαντήσεως τὰ λεχθέντα παρ’ αὐτοῦ.
§78Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν νομίμως καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ διωρίσθησαν πρό τινος ἕνδεκα τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐπ’ ὀνόματι τίνος καὶ ἀντὶ πόσου ποσοῦ κατεκυρώθησαν οἱ φόροι τῶν ἀδηλώτων οἴνων τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμῶν, Μεσσήνης καὶ Μεγαλοπόλεως, καὶ ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ διὰ δηλώσεων βεβαιωθέντος φόρου τῶν οἴνων τῶν εἰρημένων ἐπαρχιῶν. Καταθέτω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ἐγγράφως.
§79ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως, συμπληρῶν τὰς αἰτηθείσας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου πληροφορίας, προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἴνων, τὸν βεβαιωθέντα κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης, καὶ τὸ ποσόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασεν ἡ φορολογία τῶν ἀδηλώτων οἴνων διὰ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀδηλώτων οἴνων κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τεσσάρων νομοσχεδίων, τῶν ἑξῆς: 1) Περὶ συμπληρώσεως τῶν χηρευουσῶν θέσεων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς διὰ προβιβασμοῦ. 2) Περὶ καταργήσεως διατάξεως τοῦ νόμου ᾼΩΠΗʹ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890 περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ᾼΦΠΔʹ νόμου τοῦ 1887 περὶ ἀπονομῆς ἀνωτέρου βαθμοῦ εἰς ἀποστρατευομένους ἀξιωματικοὺς κλπ. καὶ περὶ προσθήκης ἐδαφίου εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ϞΑʹ νόμου τοῦ 1864 περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ συντάξεων τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης νόμων. 3) Περὶ ὁρίου ἡλικίας ἐν τοῖς διαφόροις βαθμοῖς τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῷ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς· καὶ 4) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ ᾼΧΚΗʹ τοῦ 1887 νόμου περὶ ἀποζημιώσεως καὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 126–129).
§81ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὑποβάλλω γραπτὴν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν: 1) Ἀριθμητικὴν κατάστασιν, ἐμφαίνουσαν τὰς γενομένας ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς μέχρι τῆς σήμερον μεταβολὰς εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς τοὺς παρὰ τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἤτοι: αʹ) Πόσοι ἐκ τούτων διωρίσθησαν ἀστυνόμοι. βʹ) Πόσοι ἀπηλλάγησαν τῇ αἰτήσει των. γʹ) Πόσοι ἀπηλλάγησαν αὐτεπαγγέλτως. δʹ) Πόσοι μετετέθησαν τῇ αἰτήσει των ἐναλλάξ, καὶ εʹ) Πόσοι μετετέθησαν αὐτεπαγγέλτως. 2) Σημείωμα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεταθέσεων, ἃς ὑπέστη ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Συνωκίδης».
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου. Ὁ κ. Τριανταφυλλᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§83ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τοσαῦτα ἐλέχθησαν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου νόμου κατὰ τὰς δύο αὐτοῦ συζητήσεις, ὥστε ἀληθῶς ἐδίστασα, ἂν ἠδυνάμην νὰ λάβω τὸν λόγον, χωρὶς νὰ φανῶ ὀχληρὸς πρὸς τοὺς συναδέλφους. Οὐχ ἧττον ἐπεκράτησε παρ’ ἐμοὶ ἡ συναίσθησις, ὅτι ἴσως θὰ συνετέλουν κατά τι εἰς τὴν διαφώτισιν τοῦ ζητήματος, τοσοῦτον ἐπισκοτισθέντος ἐκ τῶν συζητήσεων, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὥστε ἀπεφάσισα νὰ ὁμιλήσω ἐν πάσῃ δυνατῇ συντομίᾳ καὶ χωρὶς νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἐλέχθησαν μέχρι τοῦδε. Νομίζω ὅτι πρὸς κατανόησιν τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀνάγκη διὰ βραχέων νὰ ἐξετάσω ὁποία ἡ κρατοῦσα νομοθεσία, ἰδίως κατὰ τὰς γενικὰς αὐτῆς γραμμὰς· πρὸς κατανόησιν δὲ τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας ἐπίσης εἶναι ἀπαραίτητος συντομωτάτη περιγραφὴ τῶν συστημάτων, τὰ ὁποῖα αἱ διάφοροι νομοθεσίαι, αἱ περὶ μεταλλείων, καθιεροῦσι. Δύο εἶναι τὰ συστήματα, τὰ κρατοῦντα εἰς τὰ διάφορα Κράτη. Πρῶτον εἶναι τὸ γνωστὸν ἐκ τῶν ἐθνῶν, ἐν οἷς κρατεῖ, τὸ Ἀγγλαμερικανικὸν, καὶ δεύτερον τὸ Γαλλικόν. Τὸ Ἀγγλαμερικανικὸν εἶναι ἁπλούστατον. Ἐν Ἀγγλίᾳ κατ’ ἀρχὴν τὰ μεταλλεῖα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Στέμμα· μετὰ πολλοὺς δὲ ἀγῶνας μεταξὺ τῶν δεσποτῶν καὶ τοῦ Στέμματος ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τὸ Στέμμα, ἔμειναν δὲ εἰς τὸ Στέμμα μόνον τὰ μεταλλεῖα τοῦ χρυσοῦ· ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι ἄνευ πρακτικῆς ἀξίας, διότι ἡ Ἀγγλία δὲν ἔχει μεταλλεῖα χρυσοῦ. Ἐκεῖ ἐπικρατεῖ ἡ ἀρχὴ, ὅτι ὁ κύριος τοῦ ἐδάφους εἶναι καὶ κύριος τοῦ μεταλλείου. Ἑπομένως εἰς μάτην θὰ ζητήσωμεν ἐν Ἀγγλίᾳ νομοθεσίαν περὶ μεταλλείων ἀνάλογον πρὸς τὰς ἀλλαχοῦ κρατούσας. Ὁ ἔχων λοιπὸν ἀνάγκην νὰ ἐκμεταλλευθῇ μεταλλεῖον ἐν Ἀγγλίᾳ ἔχει καθῆκον νὰ ἔλθῃ εἰς συμβάσεις τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου πρὸς τοὺς κυρίους τοῦ ἐδάφους. Τὸ σύστημα τὸ Ἀγγλικὸν ἐπικρατεῖ καὶ ἐν Ἀμερικῇ. Κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ Ἀγγλικὸν, ἐγεννήθη ἐν Γαλλίᾳ τὸ ἤδη εἰς ὅλον τὸν λοιπὸν κόσμον κρατοῦν σύστημα. Κατὰ τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐν Γαλλίᾳ κατ’ ἀρχὰς εἶχε τὸ Στέμμα τὰ μεταλλεῖα· ἀγὼν δὲ μέγας ἐγεννήθη μεταξὺ τῶν seigneurs καὶ τοῦ Στέμματος, καὶ κατέληξεν εἰς τὸν συμβιβασμὸν τὸν ἑξῆς· τὰ μὲν μεταλλεῖα χρυσοῦ καὶ ἀργύρου νὰ ἀνήκωσιν εἰς τὸ Στέμμα, τὰ δὲ λοιπὰ εἰς τοὺς βαρώνους· τότε δὲ εἰσήγαγον νομοθέτημα, δι’ οὗ ἠθέλησαν καὶ ἐκεῖ νὰ καθιερώσωσι τὴν κρατοῦσαν ἀρχὴν ἐν Ἀγγλίᾳ, τοῦ νὰ ᾖναι ὁ κύριος τοῦ ἐδάφους καὶ κύριος τοῦ μεταλλείου, ἀλλ’ ἀπεκρούσθη τὸ νομοθέτημα τοῦτο, καὶ εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὅτι ἀπεκρούσθη διὰ τῆς λαμπρᾶς ἀγορεύσεως τοῦ Μιραμπώ. Ἔκτοτε καθιερώθη τὸ δικαίωμα τῶν μεταλλείων, ὅτι ἀνήκει ὡς ἰδιοκτησία εἰς τὸ Κράτος, ἀφαιρεθὲν ἀπὸ τοῦ Στέμματος. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀδειῶν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἐγένετο νόμος κατὰ τὸ 1791, τοῦ ὁποίου ἡ συμπλήρωσις εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1810, ὁ ὁποῖος εἶναι ἤδη ἐν ἰσχύϊ ἐν Γαλλίᾳ, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι διὰ μεταγενεστέρου νόμου μετεβλήθησάν τινες διατάξεις, οὐχὶ οὐσιώδεις. Τὴν νομοθεσίαν λοιπὸν τὴν Γαλλικὴν, δηλαδὴ τὸν νόμον τοῦ 1810, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως εἶναι κεχωρισμένον τοῦ ἐδάφους, ἠσπάσθησαν πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἡ ἡμετέρα νομοθεσία κατὰ τὸ 1861. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ἡμέτερος νομοθέτης μετέφρασε κατὰ παράγραφον καὶ ἄρθρον τὸν νόμον τοῦ 1810. Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὰς διαφοράς, αἵτινες ὑπάρχουσι μεταξὺ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ. Ὁ Γαλλικὸς εἰς τὸ κύριον ζήτημα, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ, εἰς τὸ ἄρθρον 2, ἔχει τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Πρωσσικὸς ἀπεμιμήθη· τουτέστι παραχωρεῖ τὸ μεταλλεῖον εἰς διηνεκῆ κυριότητα πρὸς τὸν ἐκμεταλλευτήν· δὲν φροντίζει ἡ Πολιτεία, ἂν οὗτος τὸ ἐκμεταλλεύηται ἢ ὄχι. Μόνον εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ Γαλλικοῦ νόμου 49 καὶ 50, ἀντιστοιχοῦντα πρὸς τὰ 52 καὶ 53 τοῦ ἡμετέρου, ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κύριον ἡ ἐκμετάλλευσις λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, ἢ καὶ ἀπαγορεύεται λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης. Θὰ ἐρωτήσῃ τις: ὁ ἡμέτερος νομοθέτης δὲν ἠκολούθησε κατὰ τοῦτο τὸν Γαλλικὸν νόμον; καὶ ἑπομένως κατὰ τὴν κρατοῦσαν νομοθεσίαν δὲν εἶναι ἐλεύθερος ὁ ἰδιοκτήτης νὰ μὴ ἐκμεταλλεύηται; Εἰς τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ ἡμέτερος νομοθέτης ἐπιβάλλει εἰς τὸν κύριον τοῦ μεταλλείου τὴν διηνεκῆ ἐκμετάλλευσιν. Νομίζω ὅτι ὁ ἡμέτερος νομοθέτης καινοτομεῖ· ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶχον καθῆκον, ὁμιλῶν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ἐξακριβώσω τὸ πρᾶγμα, καὶ ἠθέλησα νὰ μάθω, ἂν τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ ἡμετέρου νομοθέτου, ἀναζητήσας εὗρον, ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν αὐστριακὴν νομοθεσίαν, καὶ ὅτι ὁ ἡμέτερος νομοθέτης ἠκολούθησε μικτὸν σύστημα. Ἠρύσθη τὰς διατάξεις αὐτοῦ, τὰς πλείστας, ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου τοῦ 1810, παρέλαβε δὲ ἐκ τοῦ λεπτομερεστέρου Αὐστριακοῦ σχετικὰς ἄλλας διατάξεις καὶ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 29 καὶ 55. Διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 29 ἐπιβάλλει τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐντὸς προθεσμίας ἑνὸς ἔτους εἰς τὸν κύριον τοῦ μεταλλείου, διὰ δὲ τῆς τοῦ ἄρθρου 55 κηρύσσει ἔκπτωτον τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ μεταλλείου, ἂν διακόψῃ πλέον τοῦ ἑνὸς ἔτους ἄνευ ἀδείας τῆς ἀρχῆς τὴν ἐκμετάλλευσιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἀρχὴ δὲν ἦτο διατετυπωμένη σαφῶς ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1861, ἐπῆλθεν ὁ νόμος τοῦ 1867, ὅστις ἐν ἄρθρῳ 3 ῥητῶς καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ὀφείλει νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὸ συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως, καὶ ἀπειλεῖ ἔκπτωσιν ἐν περιπτώσει διακοπῆς. Τὸ ἄρθρον 55 λέγει ῥητῶς (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ὡρισμένων ὁ ἰδιοκτήτης ἐξακολουθῇ νὰ μὴ ἐκπληροῖ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς, ὡς εἴρηται, ἐπιβεβλημένας αὐτῷ ὑποχρεώσεις, ἢ ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ Ὑπουργείου διακόψῃ τὴν ἐξόρυξιν ὑπὲρ τὸ ἔτος, δύναται, μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 Συμβουλίου καὶ διὰ Β. Διατάγματος, νὰ γείνῃ ἔκπτωτος τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἀπέκτησε διὰ τῆς παραχωρήσεως τοῦ μεταλλείου. Τοῦτο ἐκποιεῖται διὰ δημοσίου πλειστηριασμοῦ.» Ἐκ τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 29 τοῦ νόμου, προκύπτει, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ κειμένου νόμου εἶναι, ὅτι εἰς τὸν κύριον τοῦ μεταλλείου ἐπιβάλλεται ὡς ὑποχρέωσις οὐ μόνον νὰ ἀρχίσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀδιάκοπον ἐκμετάλλευσιν· διότι, ἂν δὲν ἦτο ἀδιάλειπτος ἡ ἐκμετάλλευσις, οὐδένα λόγον θὰ εἶχεν ἡ διάταξις, καθ’ ἣν, ἂν διακόψῃ ἐντὸς ἔτους ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς ἀρχῆς, κηρύσσεται ἔκπτωτος. Ὁ ἡμέτερος νομοθέτης ἠκολούθησε τὸν Αὐστριακὸν νόμον, τοῦ ὁποίου ἰδιαίτερον κεφάλαιον, ἰδίως αἱ διατάξεις 243 καὶ 244 ἔχουσιν ὁμοιομόρφως, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ὁ Αὐστριακὸς νόμος φαίνεται προνοητικώτερος τοῦ ἡμετέρου, διότι ὁρίζει διπλᾶς ποινὰς χρηματικάς. Διὰ τῆς πρώτης τιμωρεῖ αὐτὸν μὲ μικρὰν ποινὴν—50 φιορινίων, νομίζω,—διὰ δὲ τῆς δευτέρας ποινῆς δεκαπλασιάζει τὰ φιορίνια—400 ἕως 500—ἐὰν δὲ μετὰ τὰς δύο ταύτας ποινὰς ἐξακολουθῇ ὀλιγωρῶν τὴν ἐκμετάλλευσιν ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μεταλλείου, ἐπέρχεται ἡ ἔκπτωσις ἐκ τοῦ μεταλλείου. Ὁ ἡμέτερος λοιπὸν νομοθέτης ἔλαβε τὰς σχετικὰς διατάξεις ἐκ τοῦ Αὐστριακοῦ νόμου, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ἐμβάλλουσιν εἰς κίνδυνον μέγαν τὸν ἰδιοκτήτην, διότι διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 55, ὡς ἔχει, λαμβάνεται πρόνοια περὶ τοῦ ἰδιοκτήτου, διότι ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ὁποῖος ἐκ λόγων συμφεροντολογικῶν καὶ οὐχὶ ἐξ ἀμελείας δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, αὐτὸς οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ πράξῃ ἢ νὰ ζητήσῃ τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν παρὰ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, ἐκθέτων τοὺς λόγους τῆς διακοπῆς τῆς ἐργασίας, καὶ οὐδεμία Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι θὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν τῆς διακοπῆς τῆς ἐργασίας, ὅταν ἦναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι οἱ λόγοι τῆς διακοπῆς προέρχονται ἐκ ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ὁ ἰδιοκτήτης, ἐκμεταλλευόμενος. Κατὰ τοῦτο ἡ νομοθεσία ἴσως ἔχει ἀτελείας, διότι κατὰ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως, ἂν ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν ἡ Κυβέρνησις ἢ ἡ προϊσταμένη ἀρχή, δὲν ἐπιτρέπεται ἔνδικόν τι μέσον, ἐνῷ ἡ Αὐστριακὴ νομοθεσία περὶ πάντων τούτων προνοεῖ ἐν λεπτομερείᾳ. Οὕτω λοιπὸν ἔχει ὁ κείμενος νόμος. Ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, δὲν προκύπτει μόνον ἐκ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέγνωσα, προκύπτει καὶ ἐκ νόμων μεταγενεστέρων, διότι παρατηρῶ εἰς τὸν νόμον περὶ ἐκβολάδων, ἐν ἄρθρῳ 13, ὅτι «ὁ ἐργολάβος καθίσταται ἔκπτωτος δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 4 Συμβουλίου: αʹ) ἐὰν ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 4 Β. Διατάγματος δὲν κάμῃ ἔναρξιν τῆς καμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων, ἢ βʹ) ἐὰν δὲν διατηρῇ εἰς ἀδιάλειπτον ἐνέργειαν πέντε τοὐλάχιστον καμίνους.» Λοιπὸν καὶ εἰς μεταγενέστερον νόμον ὁ νομοθέτης ἐτήρησε τὴν αὐτὴν ὁδόν· ἐθεώρησεν ὡς καθῆκον, ὡς συμφέρον τέλος πάντων τοῦ Δημοσίου, τὴν διηνεκῆ ἐκμετάλλευσιν τῶν μεταλλείων, καὶ ἐτιμώρησε πᾶσαν ὀλιγωρίαν, μὴ προερχομένην ἐκ λόγων ἄλλων συμφεροντολογικῶν, τὴν ἐθεώρησεν ὡς ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ τὴν ἐτιμώρησε διὰ τῆς ἐκπτώσεως. Διαφέρει τὸ ζήτημα, ἂν ἡ νομοθεσία, ὡς ἔχει, ἦναι ἡ πρέπουσα, ἀλλὰ προτοῦ καινοτομήσωμεν, πρέπει, ὡς εἶπον, νὰ γνωρίσωμεν πῶς ἔχει ἡ νομοθεσία. Ἡ νομοθεσία λοιπὸν οὕτως ἔχει ἀναμφισβητήτως. Ἤδη εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ τοῦ ὁποίου, παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ εἰσηγησαμένου τὸν νόμον καὶ παρὰ τὴν σθεναρὰν αὐτοῦ διαμαρτυρίαν, τὴν τοσάκις διαδηλωθεῖσαν, ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν νὰ μεταβάλῃ κατὰ τοῦτο τοὺς κειμένους νόμους, τίθεται ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, δυστυχῶς διὰ τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νόμου, ὅτι, ὡς ἔχει τὸ γράμμα τοῦ νόμου, μεταβάλλεται ἡ κειμένη νομοθεσία, κατὰ τὰς εἰρημένας διατάξεις· διότι, ὅσον καὶ ἂν θελήσῃ τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ νόμου εἶναι ἔργον τέλειον, ἢ μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας ἐπεξειργασμένον, δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι κάτοχοι τῆς Γερμανικῆς, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι πλὴν τοῦ ἄρθρου 10, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μήλου κ. συνάδελφος παρετήρησε, καὶ πλὴν ὀλίγων λέξεων σχετιζομένων πρὸς τὴν φράσιν «διὰ Β. Διατάγματος», ὅλαι αἱ ἄλλαι διατάξεις—ἴσως μόνον ἡ τελευταία δὲν εἶναι μετάφρασις—ὅλαι αἱ ἄλλαι εἶναι μετάφρασις ἐξ ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου τοῦ 1865.
§84ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ κατὰ τρόπον ὀλίγον τι ἀπόζοντα...
§85ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Καὶ πρῶτον, τὸ ἄρθρον 2 εἶναι μετάφρασις τοῦ ἄρθρου 55, ὡς ἄλλοι παρετήρησαν πρὸ ἐμοῦ, κατὰ λέξιν. Μέχρι τοσούτου βαθμοῦ κατὰ λέξιν ἡ μετάφρασις, ὥστε ἀπεμιμήθησαν, μεταφράζοντες Ἑλληνιστὶ, τὴν φράσιν τοῦ Γερμανικοῦ κειμένου· διότι βεβαίως οὐδεὶς, Ἑλληνιστὶ ὁμιλῶν, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ: «Ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ἢ ὀρυχείου ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὸ, ἐὰν εἰς τὴν παῦσιν ἢ τὴν διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως δὲν ἀντίκεινται κατὰ τὴν κρίσιν κτλ.»—εἶναι κατὰ λέξιν μετάφρασις τοῦ Γερμανικοῦ—διότι ὁ πρωτοτύπως γράφων θὰ ἔλεγεν: «Ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ἢ ὀρυχείου ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὸ, ὅταν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ἐπιβάλλωσι τὴν ἐκμετάλλευσιν.» Ἢ, ἂν ἤθελε νὰ εἴπῃ τὴν ἐναντίαν ἔννοιαν, θὰ ἔλεγεν: «ὅταν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ἐπιβάλλωσι τὴν διακοπήν.» Εἶναι λοιπὸν, κύριοι συνάδελφοι, μέχρι καὶ τῶν λέξεων ἀκόμη, πιστὴ μετάφρασις. Ὅταν λοιπὸν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν νόμον, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἐξετάσωμεν, τίνα ἔννοιαν θέλουσιν ἀποδώσει οἱ ἑρμηνευταὶ τοῦ νόμου εἰς τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θὰ ψηφίσωμεν, καὶ οὐδέποτε ἄλλοτε, σᾶς ὁμολογῶ, μοὶ ἐφάνη ὅτι εἶχον δίκαιον οἱ γράφοντες ἐν τοῖς ἑρμηνευτικοῖς κανόσι τὸν κανόνα, ὅτι ὁ ἑρμηνευτὴς μόνον τὸ γράμμα τοῦ νόμου ἔχει τὴν ἐξουσίαν καὶ τὸ καθῆκον νὰ συμβουλεύηται, οὐδέποτε δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἐναντίον τοῦ σαφοῦς γράμματος τοῦ νόμου, τὴν γνώμην τῶν κατὰ μέρος Βουλευτῶν, ἢ καὶ αὐτοῦ τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου, διότι αἱ μὲν γνῶμαι τῶν κατὰ μέρος Βουλευτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ποικίλαι καὶ ἡ γνώμη τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἐναντία τοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θὰ δώσωμεν εἰς τὴν διηνεκῆ αὐτοῦ ἐφαρμογήν, ἐφ’ ὅσον δὲν μεταβληθῇ· οὐδέποτε, λέγω, ἐπείσθην, ὅτι ὁ κανὼν οὗτος εἶναι ἀληθὴς, διότι πάντοτε, ὁσάκις ἐμελέτησα τὰ σχετικὰ κεφάλαια περὶ ἑρμηνείας τῶν νόμων εἰς τοὺς συγγραφεῖς, πάντοτε μοὶ ἐγεννᾶτο ἡ ἀπορία καὶ ἐσταμάτων πρὸ τῆς τοιαύτης γνώμης τῶν συγγραφέων, σκεπτόμενος: πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκωμεν εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῶν συζητήσεων, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου δίδει τοιαύτην ἔννοιαν καὶ ὁ ἑρμηνευτὴς νὰ λέγῃ: «ὄχι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι τοιαύτη ἔννοια, πρέπει δὲ νὰ ἦναι αὕτη»; Δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ ἐννοήσω, σᾶς βεβαιῶ. Ἤδη ἐπείσθην, ὅτι, ἂν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ψηφίσωμεν, θέλει ἐφαρμοσθῆ ἀκριβῶς ὁ τοιοῦτος κανὼν τῶν ἑρμηνευτῶν, τῶν περὶ ἑρμηνείας γραφόντων, καὶ ὅτι παρὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἔχει τὴν πρόθεσιν νὰ μεταβάλῃ τὴν κειμένην νομοθεσίαν,—καὶ εἰς τοῦτο καὶ ἐγὼ θέλω συμφωνήσει, ὡς παρακατιὼν θὰ εἴπω,—παρὰ τὴν γνώμην τοῦ εἰσηγητοῦ, ἡ ἑρμηνεία θὰ ἦναι ἐναντίον τῆς θελήσεως αὐτοῦ, καὶ ἴσως καὶ ἐναντίον τῆς θελήσεως καὶ πολλῶν ἐκ τῶν μετασχόντων τῆς συζητήσεως ταύτης, διότι ὁ μέλλων νὰ ἑρμηνεύσῃ, μετὰ μάλιστα τὰς μακρὰς συζητήσεις, τῶν ὁποίων ἀντικείμενον ἐγένετο τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ νόμου, ἂν ἐρευνήσῃ τὰ πρακτικὰ τὰ ἐστενογραφημένα, τί θέλει ἴδει; Θέλει ἴδει μυρίας γνώμας, θέλει ἴδει, ὅτι ὁ νόμος, προτοῦ ἀκόμη ψηφισθῆ, χρήζει—εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις—αὐθεντικῆς ἑρμηνείας, ἀλλὰ θέλει ἴδει καί τι ἄλλο, θέλει ἴδει τὰς γνώμας ὅλων τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ ἐκεῖθεν θέλει ἀρυσθῆ τοῦτο τὸ στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον θέλει τὸν ὁδηγήσει ἀκριβῶς εἰς ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, θέλει ἴδει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ νόμος εἶναι μετάφρασις ἄρθρων ὡρισμένων καὶ κατονομαζομένων ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, θέλει προστρέξει εἰς τὸν Πρωσσικὸν νόμον, θέλει ἴδει φυσικῶς ἐκεῖ τὸ γράμμα, καὶ μετὰ τοῦτο δὲν ἔχει ἢ νὰ προστρέξῃ εἰς τοὺς ὑπομνηματιστὰς τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, καὶ ἐκεῖ θέλει ἴδει, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ θὰ δώσῃ ὡς νόμον τοῦ Κράτους, εἶναι ἐναντία πρὸς τὴν γνώμην τοῦ εἰσηγησαμένου τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ῥητῶς θέλει ἴδει ὑπὸ τὸ ἄρθρον 65 τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου τὸν Κλόστερμαν, σχολιάζοντα μετὰ ἱστορικῆς παρατηρήσεως τὸ κείμενον τοῦ νόμου· τί δὲ λέγει ὁ Κλόστερμαν; Τὸ εἶπε χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος κ. συνάδελφος, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὸ ἐπαναλάβω, δι’ ὀλίγων βεβαίως. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναγνώσω τὸ Γερμανικὸν κείμενον, ἔχω τὴν μετάφρασιν· ὁ βουλόμενος δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν· εἶναι τὸ σύγγραμμα ἐνταῦθα. Ὁ Κλόστερμαν λέγει, ὅτι «εἶναι ἀρχαιοτάτη διάταξις τοῦ μεταλλευτικοῦ δικαίου ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκμεταλλεύηται τὸ μεταλλεῖον. Ἡ διάταξις αὕτη ἦτο ἀναγκαία κατὰ τὴν ἀρχαίαν ἐποχὴν, ὁπόταν ἡ ἐκμετάλλευσις»—μεταχειρίζομαι κατὰ λέξιν σχεδὸν μετάφρασιν—«περισσότερον ἀπηυθύνετο πρὸς τὰς χεῖρας ἢ τὰ κεφάλαια», διότι ὑπῆρχεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐκμετάλλευσις οὐδὲν ἄλλο ἦτο ἢ ἐξαγωγὴ διὰ τῆς χειροτεχνίας. «Ὅταν ὅμως, λέγει, ἡ μεταλλευτικὴ προὐχώρησε καὶ ἀνεπτύχθη εἰς κλάδον βιομηχανίας, ἀπαιτοῦντα ὄχι μόνον χεῖρας πολλάς, ἀλλὰ πρὸ πάντων κεφάλαια καὶ γνώσεις ἐπιστημονικὰς, διότι διὰ τὴν παραμικροτέραν ἐργασίαν τὴν μεταλλευτικὴν θ’ ἀπαιτηθῶσιν ὀρυκτολογικαὶ γνώσεις, χημικαί, γεωμετρικαί, πασῶν τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν, ὁπόταν, λέγει, ἀνεπτύχθη εἰς βιομηχανίαν, τότε πλέον δὲν ἔχει ἀνάγκην τῶν χειρῶν, ἀλλὰ μᾶλλον τῶν κεφαλαίων καὶ μᾶλλον τῆς διανοίας. Ὅταν λοιπὸν ἡ βιομηχανία ἀπῄτει τόσα μεγάλα κεφάλαια, ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ἀρχαιοτάτη, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐκμεταλλευτὴς ἦτο ὑπόχρεως νὰ ἐκμεταλλεύηται, ὄχι μόνον δὲν ἦτο ὠφέλιμος, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἐπιβλαβὴς, διότι — ταῦτα πάντα ἐν τῷ σχολίῳ ὑπὸ τὸ ἄρθρον 65— ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ θέσῃ εἰς τὴν βιομηχανίαν τὰ κεφάλαια αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἦναι ἐκ τῶν προτέρων βέβαιος, ὅτι οὐδεμία ἀνωτέρα δύναμις εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν στερήσῃ τοῦ κεφαλαίου του, δὲν συμβιβάζεται δὲ πρὸς τὴν τοιαύτην βεβαιότητα, τὴν ὁποίαν ἀπαιτοῦσι τὰ κεφάλαια, ὅπως ἐμπιστευθῶσιν εἰς ἐπιχειρήσεις, δὲν συμβιβάζεται ἡ ἀβεβαιότης ἡ προερχομένη ἐκ τοῦ κρατοῦντος παλαιοῦ νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον μία Ἀρχὴ, εἷς μηχανικὸς, ἓν Συμβούλιον, οἱαδήποτε τέλος πάντων ἀνθρωπίνη Ἀρχὴ, ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὰ κεφάλαια νὰ ἐργάζωνται, καθ’ ἣν στιγμὴν τὰ κεφάλαια, ἢ μᾶλλον οἱ κάτοχοι τῶν κεφαλαίων, σωφρόνως ποιοῦντες, ἔλεγον ὅτι «δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἐργαζώμεθα». Λοιπὸν, λέγει, ἀνάγκη ἡ διάταξις αὕτη νὰ καταργηθῇ.» Καὶ ταύτην τὴν κατάργησιν ἐθέσπισεν ὁ ἡμέτερος νομοθέτης διὰ τοῦ ἄρθρου 65, μίαν καὶ μόνον παραδεξάμενος ἐξαίρεσιν, ληφθεῖσαν ἐκ τοῦ ἄρθρου 49 τοῦ Γαλλικοῦ νόμου τοῦ 1810, τὸ δὲ ἄρθρον 49, ὡς πολλάκις ἐλέχθη, καὶ τὸ 50 εἶναι τὰ ἄρθρα 52 καὶ 53 τοῦ ἡμετέρου νόμου. Εἶναι μία ἐξαίρεσις τῆς δημοσίας ἀνάγκης. Ὅταν ὑπάρχῃ δημοσία ἀνάγκη, τότε, παρὰ τὴν θέλησιν τῶν κεφαλαίων, ἡ Πολιτεία, ποιουμένη χρῆσιν τοῦ Jus Cogens, δύναται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν ἐκμεταλλευτὴν νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν ἐργασίαν, καὶ τότε, ἂν παρακούσῃ, ἔρχεται πλέον, ὡς ποινὴ εἰς τὰ διατάγματα τῆς ἀρχῆς, ἡ ἔκπτωσις ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκμεταλλεύεσθαι. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο λέγει ὁ σχολιαστής. Λέγει καὶ ἄλλο, λίαν φυσικόν. «Ἡ ἐξαίρεσις, λέγει, αὕτη, δὲν εἶναι ἐξαίρεσις. Εἶναι μὲν ἐξαίρεσις νομικὴ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐξαίρεσις ἐν τῷ πρακτικῷ βίῳ, διότι, ὅταν δημοσία ἀνάγκη ἢ ἀνάγκη τῶν καταναλωτῶν ᾖναι τόσον ἐπείγουσα, ὥστε ἐπιβάλλει εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ παρέμβῃ καὶ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν ἐκμεταλλευτὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, τότε, λέγει, τὸ συμφέρον τοῦ ἐκμεταλλευτοῦ θὰ τῷ ἐπιβάλῃ πρότερον, πρὸ τοῦ ἐξυπνήσῃ ἡ Πολιτεία, θὰ τῷ ἐπιβάλῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, καὶ δυνάμεθα, λέγει, σήμερον νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἄνευ ἐξαιρέσεως ὁ ἐκμεταλλευτὴς δύναται νὰ ποιῆται χρῆσιν τοῦ μεταλλείου, ὁπόταν αὐτὸς θέλῃ, διότι ὁ καλλίτερος φρουρὸς τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως εἶναι τὸ ἀτομικὸν συμφέρον, ὅπερ κανονίζει εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς ὑποθέσεις τὰς πράξεις τῶν ἀνθρώπων.» Λοιπόν, ὅταν εἰς τοιοῦτον συγγραφέα προστρέξῃ τις, τὸν ἐπίσημον ὑπομνηματιστὴν τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, ἀναμφισβητήτως, καὶ ἴδῃ ὅτι τὸ κείμενον εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ κείμενον τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, βεβαίως θὰ ἀποδώσῃ ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τοῦ νόμου καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θέλει νὰ δώσῃ εἰς τὸ νομοθέτημα αὑτοῦ. Ἤδη θὰ ἐξετάσωμεν—διότι δὲν πρέπει νὰ νομοθετήσωμεν μὲ τὰς ἀφῃρημένας θεωρίας καὶ μὲ τὰ νομοθετήματα τῆς Πρωσσίας—ἤδη θὰ ἐξετάσωμεν, τί πρέπει ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ νὰ γείνῃ· ἐὰν ἡ γνώμη, ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατυπουμένη, ᾖναι ὀρθὴ, ἢ ἄν τοὐναντίον ᾖναι ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ θὰ ἀκολουθήσω μέσην γνώμην, ὡς νομοθέτης, ὅταν θὰ κληθῶ νὰ δώσω ψῆφον εἰς τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἀκολουθήσω μέσην τινὰ γνώμην, καθόσον ἡ ἰδική μας Πολιτεία εὑρίσκεται ὑπὸ ἐντελῶς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις. Ἐὰν ἀναδιφήσῃ τις τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ὡς εἶχον ἐγὼ τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀναδιφήσω αὐτὴν, θὰ ἴδῃ, ὅτι αἱ μέχρι σήμερον γενόμεναι παραχωρήσεις ἀπὸ τοῦ ἔτους 1861, ὅτε ὁ νόμος ἐψηφίσθη, εἶναι 595. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1861 μέχρι τοῦ ἔτους 1867 εἶχε γείνῃ μία καὶ μόνη παραχώρησις, ἡ παραχώρησις τῶν θειωρυχείων τῆς Μήλου εἰς τὸν Βασίλειον Μελᾶν. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1867 μέχρι τοῦ 1870, ὁπότε τὰ ζητήματα τοῦ Λαυρίου καὶ αἱ δηλώσεις αἱ Λαυριωτικαὶ ἐκίνησαν τὴν φιλοκτημοσύνην τοῦ κόσμου ὁλοκλήρου,—διότι ἐνόμιζον ὅτι ἀμέσως θ’ ἀνακαλυφθῶσιν οἱ ὑπόγειοι θησαυροὶ καὶ θὰ γίνωμεν ὅλοι πλούσιοι,— ἐγένοντο παραχωρήσεις 18, ἀπὸ τοῦ 1870 μέχρι τοῦ 1874 ἐγένοντο παραχωρήσεις 310, ἀπὸ δὲ τοῦ 1874 μέχρι τοῦ 1882, ὅτι ἐψηφίσθη ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ καταργήσωμεν, ἐγένοντο παραχωρήσεις 217. Ἔκτοτε δὲ δύο καὶ μόνον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αἱ παραχωρήσεις ἐγένοντο κυρίως ἀπὸ τοῦ 1870 ἕως 1874. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κακίσω τινὰ, οὐδὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠναγκάσθησαν νὰ δώσωσι τὰς παραχωρήσεις. Ἦτο τοσαύτη ἡ ἐξέγερσις τῆς πεποιθήσεως παρὰ τῷ λαῷ καὶ παρ’ ἑκάστῳ τῶν ἀνθρώπων, ὅτι ἠδύναντο ἄνευ κεφαλαίων, ἄνευ γνώσεων ἐπιστημονικῶν, ἄνευ οὐδενὸς ἐφοδίου νὰ πλουτήσωσι διὰ μιᾶς παραχωρήσεως, ὥστε οὐδεμία Κυβέρνησις ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιστῇ εἰς τὰς τοιαύτας ἐπιθυμίας. Καὶ εἴδομεν τότε πλείστους ἐκ τῶν συναδέλφων, πλείστους ἄλλους, ἰσχυρούς τε καὶ μὴ, ζητοῦντας καὶ λαμβάνοντας παραχωρήσεις. Ἡ τοιαύτη λοιπὸν κατάστασις, ἐνῷ δὲν βαρύνει τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, διότι ἀπὸ τοῦ 1885 μόνον ἐγένετο κυβερνήτης τῆς χώρας, ὅτε καὶ νόμος ἀπαγορευτικὸς εἶχε γείνῃ, ἐνῷ δὲν βαρύνει ἴσως καὶ τὸν ἄλλον, τὸν ἑκούσιον ἐξόριστον, ὡς νῦν ἀποκαλεῖται, διότι καὶ εἰς ἐλαχίστας παραχωρήσεις συνετέλεσε, λέγω ἐγὼ, ὅτι δὲν βαρύνει οὐδ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν ἀθρόων παραχωρήσεων ἦσαν κυβερνῆται τῆς χώρας, διότι ὑπεχώρησαν εἰς μίαν πίεσιν τῆς κοινῆς γνώμης, ὅτι ἔπρεπε τέλος πάντων ὅλος ὁ ὑποχθόνιος αὐτὸς θησαυρὸς νὰ παραχωρηθῇ πρὸς ἐκμετάλλευσιν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι πόσαι ἐκ τῶν 595 τούτων παραχωρήσεων δίδουσιν ἐργασίαν σήμερον εἰς τὸν κόσμον καὶ πόσα ἐκ τῶν παραχωρηθέντων μεταλλείων τέλος πάντων ἐκμεταλλεύονται; Γνωστοὶ εἶναι οἱ τόποι, οἱ ἤδη ἐκμεταλλευόμενοι, καὶ αἱ ἑταιρίαι αἱ ἐκμεταλλευόμεναι τοὺς τόπους τούτους: τὸ Λαύριον, τὸ ἀνθρακωρυχεῖον τῆς Κύμης, τὰ θειωρυχεῖα τῆς Μήλου, τέσσαρα, πέντε, δέκα ἔστω. Δέκα λοιπὸν μεταλλεῖα καὶ ὀρυχεῖα μόνον ἐκμεταλλεύονται τὴν στιγμὴν ταύτην, 585 δὲ μένουσιν ἀνεκμετάλλευτα. Καὶ ταῦτα λέγω, ἵνα ἀποδείξω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τοῦ νομοσχεδίου, ἐφ’ ὅσον διὰ τούτου ἐσκοπεῖτο ἡ κατάργησις τοῦ νόμου τοῦ 1882, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ τέρμα εἰς αὐτὴν τὴν διασπάθησιν τοῦ δημοσίου πλούτου, διότι ἡ Ἑλληνικὴ χώρα εἶναι χώρα ἰδίως ἐκμεταλλευτική, καὶ πλοῦτος ἄπειρος ὑποκρύπτεται εἰς τὰ σπλάγχνα τῆς ἡμετέρας γῆς, τὸν πλοῦτον δὲ τοῦτον δὲν εἶναι πρέπον νὰ διασπαθήσωμεν, ὅπως διεσπάθησεν αὐτὸν ἐν τῷ παρελθόντι ἡ Κυβέρνησις, πιεζομένη, ὡς εἶπον. Σήμερον οὐδεμία πίεσις ὑπάρχει, σήμερον ὅλοι ἐπείσθησαν, ὅτι δὲν πλουτεῖ τις ἀκόπως καὶ ἄνευ γνώσεων καὶ ἄνευ κεφαλαίων. Ἐὰν δὲ σήμερον ζητήσῃ τις παραχώρησιν, θὰ τὴν ζητήσῃ, διότι εἶναι πεπεισμένος, ὅτι καὶ τὰ κεφάλαια ἔχει καὶ τὰς ἐπιστημονικὰς γνώσεις ὅπως ἐκμεταλλευθῇ τὸ μεταλλεῖον πράγματι. Ὅταν δὲ πάντα ταῦτα προσκομισθῶσιν, οὐδεὶς ὑπάρχει Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος θὰ ἀρνηθῇ τὴν ψῆφον αὐτοῦ, ὅπως παραχωρηθῇ εἰς αὐτὸν διὰ νόμου τὸ μεταλλεῖον. Τόσῳ δὲ μᾶλλον δὲν θὰ ἀρνηθῇ αὐτὴν, ὅσῳ, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀσπάζομαι, τηρεῖται σήμερον ὁ ἐκμεταλλευτικὸς νόμος καθ’ ὅλας τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Ἑπομένως πρὸ τῆς παραχωρήσεως θὰ προηγηθῇ ἡ διαδικασία, ἡ λεπτομερῶς ἀναγραφομένη ἐν τῷ νόμῳ, θὰ γνωμοδοτήσῃ τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ὅταν ταῦτα πάντα προηγηθῶσι, καὶ εἰσαχθῇ τὸ νομοθέτημα εἰς τὴν Βουλήν, ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς Βουλευτὴς θὰ ἀρνηθῇ τὴν ψῆφον αὐτοῦ· καὶ ἐὰν ἀρνηθῇ, ἀναφισβητήτως θὰ ἀρνηθῇ αὐτὴν ἐξ ἄλλων λόγων καὶ οὐχὶ ἐκ λόγων ἐκπληρώσεως καθήκοντος. Ἀκριβῶς δὲ τότε θὰ ἔχωμεν ἐν ἐφαρμογῇ τὸν νόμον τοῦ 1861, τὸν τέλειον διὰ τὴν ἡμετέραν περίστασιν, διότι καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προεξετάσῃ, ἐὰν ὁ ζητῶν τὴν παραχώρησιν ἔχῃ τὰ προσόντα πρὸς ἐκμετάλλευσιν, ἔχῃ τὰς γνώσεις, τὰ κεφάλαια· ἀλλὰ δυστυχῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὡς προεῖπον, ταῦτα πάντα παρημελοῦντο, καὶ εἰς πάντας ἀδιακρίτως παρεχωροῦντο τὰ μεταλλεῖα. Λοιπὸν κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ οὐχὶ ἐπ’ ἄπειρον. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐπιθυμῶ ἡ περιουσία τοῦ Κράτους νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Κράτος. Καὶ ἡ περιουσία τοῦ Κράτους θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Κράτος, ἐὰν δὲν καταργήσωμεν τὸν νόμον, θὰ ἐπανέλθῃ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου τοῦ 1867. Ὅλοι οἱ κύριοι τῶν μεταλλείων θὰ κληθῶσι καὶ θὰ κηρυχθῶσιν ἔκπτωτοι, διότι οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἔκαμεν ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐντὸς ἔτους. Καὶ θὰ παρακαλέσω πρὸς τούτοις τὴν Κυβέρνησιν ἀμέσως νὰ ἄρξηται τοῦ ἔργου τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ παρελθόντος. Πρέπει ὅλοι οἱ Κύριοι αὐτοὶ νὰ κηρυχθῶσιν ἔκπτωτοι, δυνάμει τοῦ νόμου.
§86Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν; Ἔχουσιν ὅλοι σχεδὸν παραιτηθῆ σήμερον.
§87Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι ὅλοι.
§88Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ὀλίγοι εἶναι οἱ μὴ παραιτηθέντες.
§89ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὅλοι πρέπει νὰ κηρυχθῶσιν ἔκπτωτοι. Πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος τοῦ 1867, καὶ ἤρχισεν ἤδη ἐφαρμοζόμενος. Δέκα ὀκτὼ βασιλικὰ διατάγματα εὗρον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν ὁποίων κηρύσσονται ἔκπτωτοι κάτοχοι μεταλλείων, διὰ τὴν παράβασιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου τοῦ 1867, οὐδὲν δὲ διάταγμα, πρὸς τιμὴν τῶν ἔκτοτε Κυβερνήσεων εὗρον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκηρύχθη ἔκπτωτος ὁ ἐκμεταλλευτής, διότι διέκοψε τὴν ἐκμετάλλευσιν καὶ δὲν ὑπήκουσεν εἰς τὰς ἀρχάς· πάντες ἐκηρύχθησαν ἔκπτωτοι διότι δὲν ἔκαμον ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἀλλ’ ἐὰν ἐψηφίζομεν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἂν εἰς αὐτό, γινόμενον νόμος, ἀποδοθῇ ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἐγὼ φοβοῦμαι ὅτι θὰ δώσῃ ὁ ἑρμηνευτής, τότε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Κράτος, ἵνα περισυλλέξῃ τὴν περιουσίαν αὐτοῦ, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, ἀπόλλυται ἐς ἀεί. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει νὰ ἐκκαθαρίσῃ, ὡς εἶπον, τὸ παρελθόν, κηρύττουσα ἐκπτώτους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔκαμον ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐντὸς ἔτους· διότι βεβαίως δὲν ἀγνοῶ, ὡς ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μήλου μοὶ παρετήρησεν, ὅτι καὶ πολλοὶ παρῃτήθησαν καὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως κηρυχθῶσιν ἔκπτωτοι· ἀλλ’ εἶναι καὶ πολλοί, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ οὐδὲν ἔπραξαν, κρατοῦσι τὰ μεταλλεῖα, καὶ τὰ κρατοῦσι πολὺ ἀσφαλῶς μάλιστα, εἰς τὸ ἄκουσμα δὲ, ὅτι πρόκειται νὰ ἀνακληθῶσιν αἱ παραχωρήσεις, θὰ ἴδωμεν πολλοὺς, οἱ ὁποῖοι θὰ σπεύσωσι νὰ ἀνιχνεύσωσιν ὀλίγον τὴν γῆν, ἵνα φανῇ, ὅτι ἤρξαντο νὰ ἐκμεταλλεύωνται. Ἀφοῦ δὲ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐκκαθάρῃ τὴν κατάστασιν ἡ Κυβέρνησις καὶ περισυλλέξῃ ὅσην εἶναι δυνατὸν νὰ σώσῃ ἐθνικὴν περιουσίαν, τότε πρέπει νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀκριβῶς ὡς τὸ εἰσήγαγε καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Πρωσσικὸς νόμος· διότι τότε δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐπιτηρῇ, οὐδὲ θὰ ἔχῃ φόβον τινὰ διὰ τὰ μεταλλεῖα, παραχωρούμενα εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, μετὰ τὴν βάσανον, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῶσιν ἐν τῇ νομοθετικῇ ἐξουσίᾳ, καὶ τὴν ἱκανότητα καὶ τὰ κεφάλαια καὶ τὰς γνώσεις θὰ ἔχωσι πρὸς ἐκμετάλλευσιν. Ἀλλ’ ἐλησμόνησα ὅτι καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ θέμα. Ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλην ἄποψιν τοῦ θέματος, ἔστω καὶ ἂν φανῇ κατά τι παράδοξος. Σήμερον, Κύριοι, ἤρχισε νὰ κρατῇ ἄλλη γνώμη περὶ μεταλλείων, ἀπὸ διττῆς ἀπόψεως. Ἡ μία μὲν ἄποψις εἶναι ἡ κοινωνιστική. Οἱ κοινωνισταί, πολεμοῦντες τὰ κεφάλαια, λέγουσιν ὅτι τὰ μεταλλεῖα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος, καὶ πρέπει νὰ τὰ ἐκμεταλλεύηται τὸ Κράτος, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸν ὑπόγειον θησαυρὸν θὰ τὸν ὠφελῆται τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ἡ δὲ ἐργασία ἐν τοῖς μεταλλείοις θὰ ἦναι ἀνθρωπινωτέρα, οἱ ἐργάται θὰ μετέχωσι τῆς ἐργασίας αὐτῶν κατὰ ποσοστὰ ἀνώτερα, θὰ ἐργάζωνται δὲ ἀκοπώτερον. Ἀλλὰ περίεργον εἶναι, ὅτι εἰς τὴν αὐτὴν θεωρίαν ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως συμπίπτουσι καὶ οἱ συντηρητικοὶ τῶν οἰκονομολόγων. Λοιπὸν καὶ οἱ ῥιζοσπάσται, οἱ κοινωνισταί, καὶ οἱ συντηρητικοὶ φθάνουσιν εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, δοξάζοντες ὅτι τὰ μεταλλεῖα εἶναι περιουσία τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία πρέπει νὰ μένῃ εἰς τὸ Κράτος, καὶ νὰ ἐκμεταλλεύηται τὴν περιουσίαν ταύτην τὸ Κράτος. Δὲν ἀγνοοῦσι βεβαίως καὶ ἐκεῖνοι, ἂν καὶ ζῶσιν ὑπὸ Κυβερνήσεις καὶ ὑπὸ Πολιτείας, αἱ ὁποῖαι, λόγῳ τῆς ἀναπτύξεώς των καθόλου, ἔχουσιν ἀγαθωτέραν διοίκησιν, δὲν ἀγνοοῦσιν, ὅτι τὸ Κράτος εἶναι κακὸς διαχειριστής, πάντοτε χειρότερος ἀπὸ τὸν ἰδιώτην, ἀλλ’ ἀναχωροῦσιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ νὰ καταπολεμήσωσι τοὺς κοινωνιστὰς διὰ τῆς αὐτῆς μεθόδου. Ἐὰν, λέγουσιν, ἡ Πολιτεία κρατήσῃ εἰς ἑαυτὴν τὴν κυριότητα τῶν μεταλλείων καὶ ἐκμεταλλεύηται αὐτὰ δι’ ἴδιον λογαριασμόν, δύναται καὶ μισθὸν μεγαλείτερον νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἐργάτας, καὶ ἀκοπωτέραν καὶ ἀνετωτέραν καὶ πατρικωτέραν νὰ προσφέρῃ τὴν ἐργασίαν εἰς τὸν ἐργάτην. Λοιπὸν ἀπ’ ἀντιστρόφου ἀπόψεως καὶ τὰ δύο συστήματα καὶ αἱ δύο Σχολαὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης φθάνουσιν εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα. Ἐὰν καὶ παρ’ ἡμῖν λοιπὸν, ὅπερ ἀπεύχομαι, γεννηθῇ μετ’ οὐ πολὺ τοιαύτη τις ἀνάγκη, τὸ Κράτος διὰ συμβιβασμοῦ τῶν δύο γνωμῶν νὰ κανονίσῃ κοινωνικὰ ζητήματα, δὲν θὰ ἦναι σκληρὸν δι’ ἡμᾶς νὰ ἤμεθα ἐστερημένοι τῆς περιουσίας τῶν μεταλλείων; Διότι δὲν νομοθετοῦμεν διὰ τὴν σήμερον μόνον· ἡ Πολιτεία εἶναι αἰωνία, δὲν θὰ ἀποθάνῃ ἡ Πολιτεία ἡ Ἑλληνικὴ, πάντοτε θὰ ζῇ. Πρέπει λοιπὸν ὁ νομοθέτης νὰ προνοήσῃ ὄχι μόνον διὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ἀπώτερον μέλλον. Τοσαῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιφυλάσσομαι δὲ καὶ εἰς τὰ καθέκαστα νὰ φέρω τὰς ἐμὰς παρατηρήσεις κατ’ ἄρθρον.
§90ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ τὸν προλαλήσαντα παρέσυρε, νομίζω, ἡ αὐτὴ πλάνη, ἡ ὁποία παρέσυρε καὶ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Δυστυχῶς δὲ ἡ πλάνη αὕτη εἶναι πλάνη ὁλοκλήρου σχεδὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ πλάνη εἶναι, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν μέγιστον πλοῦτον μεταλλικὸν ἀνεκμετάλλευτον, συχνότατα δὲ θὰ ἀκούσητε λεγόμενον καὶ γραφόμενον, οὐ μόνον ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅτι εἴμεθα καὶ εἰς μέταλλον πλουσία χώρα καὶ πλήρης μέλλοντος, ὅπερ οὐκ ὀλίγον μᾶς βλάπτει εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς καὶ τὴν ἐθνικὴν ἐργασίαν. Ἂν ζητήσητε νὰ μάθητε πόθεν παρήχθη ἡ πεποίθησις αὕτη, δὲν θὰ δυνηθῆτε. Εἰς οὐδεμίαν ἀπόδειξιν ἐπιστημονικὴν ἢ καὶ πειραματικὴν θὰ στηριχθῆτε. Ἐὰν θελήσητε νὰ ῥίψητε ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ μεταλλικοῦ πλούτου τῆς Ἑλλάδος, εἴτε τοῦ παλαιοῦ εἴτε τοῦ νῦν ἐκμεταλλευομένου, θέλετε ἴδει, ὅτι ἐν τῷ νῦν ἐλευθέρῳ Βασιλείῳ εἶναι ἐλάχιστος. Δὲν ἔχομεν ἢ τὴν Λαυρεωτικήν, ἧς τὸν πλοῦτον κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἀπετέλεσαν αἱ σκωρίαι καὶ ἐκβολάδες κυρίως, σιδηροῦχά τινα μεταλλεῖα, ἀρκετὰ πλούσια, ὥστε νὰ ἐξάγωνται εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ὡς τὰ τῆς νήσου Σερίφου, τὰ τῆς Μήλου, ἐνιαχοῦ δὲ καὶ ἄλλα τινά, περιωρισμένης παραγωγῆς μέταλλα. Ποῦ λοιπὸν ὁ μεταλλικὸς αὐτὸς πλοῦτος τῆς Ἑλλάδος, δι’ ὃν ἐναβρυνόμεθα καὶ ἐπιδεικνύμεθα; Ὅλοι φρονοῦσιν, ὅτι ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς Ἑλληνικῆς γῆς κρύπτονται μεταλλικοὶ θησαυροί. Ἐὰν ὅμως τοὺς ἐρωτήσητε, «πόθεν τὸ ἐξάγετε;» ἀδυνατοῦν ν’ ἀποδείξουν ὅ,τι λέγουν. Μήπως δὲν ἦλθον ἐν Ἑλλάδι καὶ ξένοι ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι ἐπεσκέφθησαν καὶ ἐξήτασαν ὑπὸ ἔποψιν γεωλογικὴν καὶ ὀρυκτολογικὴν τὴν Ἑλλάδα; Ποῦ ἐβεβαίωσαν πλούσια μεταλλεῖα; ποῦ οἱ λιθάνθρακες; ποῦ τὰ πετρέλαια; Ὅλα ταῦτα μόνον ἐν τῇ φαντασίᾳ καὶ τῇ εὐπιστίᾳ μας ὑπῆρξαν. Ἰδιαιτέρως τὸ νομοσχέδιον σπεύδει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν χρυσὸν καὶ τὸν ἄργυρον καὶ τὴν πλατίνην, τὴν ὁποίαν ἐλπίζει ὅτι ἐν Ἑλλάδι θὰ ἐκμεταλλευώμεθα, καὶ διὰ τοῦτο προτείνει διὰ νόμου νὰ παραχωρῶνται ταῦτα εἰς τὸ μέλλον. Περὶ τῆς ὑπάρξεως ὅμως αὐτῶν οὐδεμία ἀπόδειξις. Ἡ πρακτική, καὶ πρακτικὴ μακρῶν ἐτῶν, ἀποδεικνύει, ὅτι οὐδένα πλοῦτον μεταλλικὸν ἠδυνήθημεν νὰ μεταλλομαστεύσωμεν, κατὰ τύχην δὲ ξένοι ἀνεκάλυψαν ὄχι μεταλλεύματα μολύβδου ἐν τῷ βάθει τῆς γῆς ἐν Λαυρίῳ, ἀλλὰ μόνον ἀρχαίας σκωρίας καὶ ἐκβολάδας. Ἀλλ’ εὐκόλως εὑρίσκεται ἡ ἀπόδειξις τοῦ μικροῦ μεταλλικοῦ πλούτου τῆς Ἑλλάδος· ποία δὲ ἡ ἀπόδειξις αὕτη; παρεχωρήθησαν μέχρι τοῦδε, ὡς ὁ προλαλήσας ἐξέθηκεν, 600 περίπου μεταλλεῖα. Λοιπὸν ἰδού, ὅτι ἔχομεν 600 μεταλλεῖα καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἐξ ὧν πολλὰ ἔχουσι καὶ 30 καὶ 40 καὶ 50 καὶ 100 χιλιάδων στρεμμάτων ἔκτασιν Ἐπειδὴ δὲ ἡ τάσις ὑπῆρχε τῶν ζητούντων τὰς παραχωρήσεις νὰ θέτουν μὲν τὰ ὅρια ὡς τοὺς συνέφερεν, ἀλλὰ τὴν περιεκτικότητα εἰς στρέμματα νὰ τὴν ἐλαττώνουν, ἵνα ἀποφύγωσι τὸν στρεμματικὸν φόρον τῶν 3 λεπτῶν κατὰ στρέμμα, αἱ δὲ καταμετρήσεις αὗται οὐδέποτε ἐξηλέγχθησαν, ἕπεται ὅτι εἶναι μεγαλειτέρα ἡ ἔκτασις παρ’ ἐκείνην, ἡ ὁποία σημειοῦται εἰς τὰ διατάγματα τῶν παραχωρήσεων, καὶ ἴσως ἑκατομμύρια στρεμμάτων εἶναι παρακεχωρημένα ὡς μεταλλεῖα ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς διαφόρους. Ἡ πλάνη αὕτη ἔφθασε μέχρι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπηρεάζει τὰς σκέψεις καὶ αὐτῆς. Ἡ σκέψις αὐτῆς εἶναι ἁπλουστάτη. Ἐν τῇ καταστάσει, ἐν ᾗ τὸ Κράτος εὑρίσκεται, ἔχομεν ἀνάγκην παντὸς πόρου, ὅπως ἀνορθώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ καὶ αὐτοῦ καὶ τῆς κοινωνίας. Ἂς φέρωμεν εἰς φῶς τὸν ὑπόγειον πλοῦτον καὶ ἂς ἐκμεταλλευθῶμεν τὸν παραχωρούμενον ἤδη, τὸν ὁποῖον οἱ μέχρι τοῦδε λαβόντες τὰς παραχωρήσεις καὶ κατέχοντες αὐτὸν δὲν ἐφρόντισαν νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν. Ἐὰν τοῦτον ἀφαιρέσωμεν ἢ διὰ πλειστηριασμοῦ τὸν μεταφέρωμεν εἰς ἄλλας χεῖρας, ἰδοὺ ὅτι ὅλος αὐτὸς ὁ πλοῦτος θέλει χρησιμοποιηθῆ. Εὔκολον νὰ εὑρεθοῦν κεφάλαια, νὰ σχηματισθοῦν ἑταιρίαι καὶ ν’ ἀρχίσῃ νὰ ῥέῃ πλοῦτος, ἅμα τὰ μεταλλεῖα ταῦτα ἀλλάξουν κυρίους. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα εἶναι ὄνειρα, διότι εἰς οὐδεμίαν ἀπόδειξιν ἐπιστημονικὴν ἢ πρακτικὴν περὶ ὑπάρξεως πραγματικῆς μεταλλείων ἐστηρίχθησαν αἱ παραχωρήσεις αὐτῶν, ἐὰν δὲ ἀντικαταστήσητε ἄλλους κυρίους τῶν μεταλλείων αὐτῶν καὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ τρὶς, πεποίθησιν ἔχω, ὅτι δὲν θὰ κατορθώσητε νὰ εὕρητε κεφαλαιούχους δι’ αὐτὰ προθύμους νὰ δαπανήσωσιν, οὔτε θὰ βεβαιώσητε μεταλλεῖα τόσα, ὥστε νὰ δικαιολογῶνται αἱ ἐλπίδες καὶ ἡ σπουδὴ ὑμῶν. Καὶ πόθεν συνάγω τοῦτο; τὸ συνάγω ἐξ αὐτῆς καὶ μόνης τῆς σκέψεως, ὅτι, ἂν, εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν τοσαύτη ἀνεπτύχθη μανία πρὸς ἐκμετάλλευσιν μεταλλείων, τοσοῦτοι συνέῤῥεον μηχανικοί, πρακτικοὶ ἢ θεωρητικοὶ, δυνάμενοι νὰ ἐργασθῶσι πρὸς βεβαίωσιν τῆς ὑπάρξεως μεταλλείων, ἂν τοσαῦτα ὑπῆρχον πρὸς τοῦτο κεφάλαια, καὶ ὅμως ἐλάχιστα μεταλλεῖα ἐγένοντο ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως προσοδοφόρου, ἀναγκαίως ἕπεται, ὅτι ὁ μεταλλικὸς πλοῦτος τῆς χώρας δὲν ἀπεδείχθη ἀνάλογος πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν αἰτητῶν καὶ τὴν γενναιοδωρίαν τῶν Κυβερνήσεων. Εὐλογώτερον εἶναι νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ὅσοι ἔλαβον παραχωρήσεις, ἐὰν εἶχον πραγματικὰ μεταλλεῖα, ὁποῖα ἐννοεῖ ὁ νόμος νὰ παραχωρῇ τὸ Κράτος, καὶ ἂν δὲν ἦσαν ἱκανοὶ πρὸς ἐκμετάλλευσιν, ὡς ἐπίσης ἐννοεῖ ὁ νόμος νὰ ἦναι οἱ λαμβάνοντες παραχωρήσεις, πᾶσαν κατέβαλον προσπάθειαν νὰ εὕρωσι κεφάλαια πρὸς ἐκμετάλευσιν, καὶ θὰ τὰ εὕρισκον, ἂν αἱ παραχωρήσεις των εἶχον τὰ προσόντα μεταλλείου. Ἐὰν λοιπὸν δὲν χρησιμοποιεῖται κανὲν σχεδὸν μεταλλεῖον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρεχωρήθησαν, κατὰ τὰ 90% νὰ ἔχητε πεποίθησιν, ὅτι τοῦτο προέρχεται, διότι οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχουσι τὰ μεταλλεῖα ταῦτα. Εἰς τοῦτο δὲ, τὸ νὰ μὴ ἔχωμεν μεταλλεῖα, ἐνῷ ἔχομεν 600 περίπου παραχωρήσεις μεταλλείων, δὲν πταίουσι μόνον οἱ λαβόντες τὰς παραχωρήσεις, ἀλλὰ πταίουσι καὶ αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, πταίει ἐν γένει ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ἐν Ἑλλάδι οὐδέποτε πρὸ τῆς παραχωρήσεως, ὡς ὤφειλε, κατώρθωσε νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ὑπάρχει μεταλλεῖον, καὶ μόνον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσεν ὅτι εἶναι μεταλλεῖον, νὰ προτείνῃ τῷ Συμβουλίῳ νὰ παραχωρήσῃ, διότι τοῦτο εἶναι ἡ ἀπαίτησις τοῦ νόμου, οὐ μόνον τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἀλλὰ πάντων τῶν Κρατῶν. Ἐν Ἑλλάδι τί ἐγένετο; εὕρισκέ τις ἄλλοτε τυχαίως, ἢ ἀναζητῶν, μεταλλόλιθόν τινα, μεμονωμένον ἢ ἔν τινι στρώματι, καὶ ἀμέσως ἐπίστευεν εἰς ὕπαρξιν μεταλλείου· τὸν ἔφερεν εἰς Ἀθήνας, τὸν ὑπέβαλλεν εἰς ἀνάλυσιν, ἀκριβῆ ἢ ἀνακριβῆ, ἐβεβαιοῦτο ἡ περιεκτικότης τοῦ ἀναλυθέντος τεμαχίου, καὶ ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου συνήγετο ἡ ὕπαρξις μεταλλείου. Οὐδεμία ἀληθὴς ἔρευνα τοῦ χώρου ἐγίνετο, ὅπως τοὐλάχιστον πιθανολογηθῇ ἡ ὕπαρξις τῶν μεταλλευτικῶν ἢ βιομηχανικῶν στοιχείων, ἅτινα προϋποθέτει τὸ ἐκμεταλλεύσιμον μεταλλεῖον. Ἐν τούτοις μόνον τοιοῦτον μεταλλεῖον πρέπει νὰ παραχωρῆται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν ὅσῳ τοιοῦτον δὲν ἐβεβαιώθη ὑπὸ τοῦ αἰτοῦντος καὶ τοῦ ἁρμοδίου μηχανικοῦ τοῦ Κράτους, ὅπερ παραχωρεῖ τὰ μεταλλεῖα, οὐδόλως πρέπει νὰ ἀπορῶμεν καὶ δυσανασχετῶμεν, ὅτι τοσοῦτος δῆθεν μεταλλικὸς πλοῦτος μένει ἀχρησιμοποίητος εἰς χεῖρας τῶν ἰδιωτῶν. Οὐδεμίαν ἀπόδειξιν ἀποτελοῦσιν ἡ αἴτησις τοῦ λαβόντος τὴν παραχώρησιν καὶ ἡ πρᾶξις τῆς παραχωρήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὑπάρχει μεταλλεῖον. Αἱ ἑξακόσιαι παραχωρήσεις δὲν εἶναι ἑξακόσια μεταλλεῖα. Ἴσως δὲν εἶναι οὔτε εἴκοσι μεταλλεῖα. Μετὰ τὰς παραχωρήσεις οἱ πλεῖστοι τῶν λαβόντων αὐτὰς ἐδοκίμασαν καλλίτερον οἱ ἴδιοι ἢ δι’ ἄλλων, ὅπως βεβαιώσωσι τὴν ὕπαρξιν μεταλλείου, ἀλλ’ ἐπείσθησαν ἀπ’ ἀρχῆς, εἴτε μετὰ τὰς δοκιμὰς, ὅτι τοιοῦτον δὲν ὑπῆρχε. Πιθανὸν νὰ ἀπαιτῶνται διά τινα μεγάλαι δαπάναι, ὅπως βεβαιωθῇ, ἂν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ μεταλλεῖον. Μόνον διὰ μεγάλων καὶ ἐπιμόνων ἐργασιῶν ἐβεβαιώθη καὶ ἐν Εὐρώπῃ ἐνίοτε ἡ ὕπαρξις πλουσίων μεταλλείων. Ἀλλ’ οὐδόλως δικαιοῦταί τις, λόγῳ ἐλλείψεως τῶν χρηματικῶν μέσων καὶ ἐπαρκῶν δοκιμῶν, νὰ ἐπιμένῃ ὑποστηρίζων, ὅτι ὅλαι αἱ παραχωρήσεις μεταλλείων ἐν Ἑλλάδι εἶναι καὶ μεταλλεῖα. Ἂν ἐτηρεῖτο ὁ νόμος, δὲν θὰ ὑπῆρχον τοιαῦται πλάναι καὶ ἀμφιβολίαι περὶ τοῦ μεταλλικοῦ πλούτου τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τὸν νόμον, ἡ Κυβέρνησις πρέπει πρὸ τῆς παραχωρήσεως νὰ βεβαιοῖ, ὅτι ὁ αἰτούμενος χῶρος εἶναι μεταλλεῖον, καὶ τοιαῦτα μόνον εἰς τοὺς ἱκανοὺς, τοὺς ἔχοντας τὰ μέσα τῆς ἐκμεταλλεύσεως, πρέπει νὰ παραχωρῇ. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς τὰ μεταλλεῖα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε παρεχωρήθησαν ἐν Ἑλλάδι, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, κατὰ τὰ 90%, δὲν ἔχουσιν, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον σήμερον δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων ἢ μὴ γενομένων δι’ αὐτὰ, τὰ στοιχεῖα μεταλλείου, καὶ τὸ Κράτος τὰ παρεχώρησεν, ὄχι διότι ἐβεβαίωσεν ὅτι εἶναι μεταλλεῖα, ἀλλὰ διότι ἐζητήθησαν, καὶ ἠθέλησε νὰ εὐχαριστήσῃ τοὺς ζητήσαντας τὰς παραχωρήσεις αὐτάς. Οὕτως ὅμως δὲν γίνεται ἀλλαχοῦ. Ἀλλαχοῦ ὁ νόμος ὄχι μόνον ἐπιβάλλει νὰ μὴ παραχωρῆται, παρὰ μόνον χῶρος, ὁ ὁποῖος εἶναι πραγματικῶς μεταλλεῖον, ἀλλὰ καὶ ἡ Διοίκησις ἐπιδίδοται εἰς εἰλικρινῆ μελέτην ἐπιτόπιον διὰ τῶν εἰδικῶν μηχανικῶν, καὶ βεβαιοῖ πράγματι, ὅτι χῶρός τις παρουσιάζει τὰ στοιχεῖα μεταλλείου. Ἐν Γερμανίᾳ π. χ. ἐπικρατεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ εὑρέτου τοῦ μεταλλείου, καὶ αὐτὸς προτιμᾶται παντὸς ἄλλου νὰ λάβῃ τὴν παραχώρησιν, καὶ ἐὰν δὲν τὴν λάβῃ, δύναται δικαστικῶς νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Διοίκησιν νὰ τῷ παραχωρήσῃ. Ἐὰν δὲ εὑρέτης δὲν παρουσιάζηται, δικαίωμα ἔχει ὁ πρῶτος αἰτητής, ἡ δὲ Διοίκησις δὲν πράττει ἄλλο ἢ ὡς δικαστὴς νὰ βεβαιοῖ μεταξὺ τῶν διαφόρων αἰτούντων, ποῖος εἶναι ὁ εὑρέτης, ἢ ποῖος, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ εὑρέτης, εἶναι ὁ πρῶτος αἰτητής. Ἐὰν παραβιάσῃ τὴν τάξιν αὐτὴν τοῦ νόμου ἡ Διοίκησις, δύναται ὁ νομίζων ὅτι ἠδικήθη νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ διὰ τῶν δικαστηρίων νὰ ἐπιτύχῃ τὴν παραχώρησιν, τὴν ὁποίαν ἀδίκως ἠρνήθη ἡ Διοίκησις. Ἐκεῖ δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ ἡ παραχώρησις μεταλλείου ὡρισμένα στρέμματα. Ὑπάρχουσι διατάξεις περὶ συνενώσεως πολλῶν μεταλλείων, ἀλλ’ ἡ πρώτη βάσις εἶναι, ὅτι μόνον ἐντὸς ὡρισμένου χώρου δύνασαι νὰ λάβῃς παραχώρησιν. Τί δὲ ἄλλο συμβαίνει ἐκεῖ; Μετὰ τὴν αἴτησιν, μετὰ τὴν βεβαίωσιν, μεθ’ ὅλας τὰς ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας ὁ αἰτῶν προσάγει, θὰ μεταβῇ ὁ εἰδικὸς μηχανικὸς, ὅστις θὰ πιστοποιήσῃ διὰ νέων ἐρευνῶν ἰδίων καὶ ἐξετάσεων, ὅτι πραγματικῶς ὑπάρχει μεταλλεῖον. Ἐὰν δὲν τὸ βεβαιώσῃ, δὲν γίνεται παραχώρησις. Ἵνα βεβαιώσῃ ὅμως ὅτι ὑπάρχει, σημαίνει ὅτι ἐπαρκεῖς ὑπῆρξαν ἐνδείξεις, ὅτι ἐκμεταλλεύσιμον μεταλλεῖον πραγματικῶς ὑπάρχει. Ἐκ τούτου δικαιολογεῖται καὶ ὁ ὅρος τοῦ νόμου, λέγοντος ὅτι, ὅταν τις δὲν ἐκμεταλλεύηται τοιοῦτον μεταλλεῖον, σημαίνει ἢ ὅτι δὲν ἔχει τὰ μέσα νὰ ἐργασθῇ, ἢ ὅτι δὲν θέλει νὰ ἐργασθῇ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος, οἷος τὰ μεταλλεῖα, δὲν πρέπει νὰ μένῃ ἄχρηστος, τὸ Κράτος ἀνακαλεῖ τὴν παραχώρησιν. Καὶ ὅμως ἀπὸ τοῦ 1865, ἀφ’ ἧς ἐξεδόθη ὁ Γερμανικὸς νόμος, μέχρι σήμερον οὐδὲν παράδειγμα ἀναφέρεται ἐν Γερμανίᾳ, ὅτι ἀφῃρέθη, δυνάμει τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας ἐπικαλεῖται ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, μεταλλεῖόν τι διὰ τὸν λόγον τῆς μὴ ἐκμεταλλεύσεως, εἴτε διαρκοῦς εἴτε προσωρινῆς, καίτοι ἐν Γερμανίᾳ ὑπάρχουν πολὺ περισσότερα ἐγκαταλελειμμένα παρ’ ὅσα ἐν Γαλλίᾳ. Ἐν Γαλλίᾳ εἶναι ἀπολύτως ἀπηγορευμένη ἡ ἀνάκλησις τῆς παραχωρήσεως μεταλλείου, εἶναι δὲ περίεργον, ὅτι αὐτὰς τὰς ἰδέας τοῦ ἀπολύτου σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ μεταλλείου τὰς ἀνεκήρυξεν εἷς τῶν πλέον ἀπολυτοφρόνων Μοναρχῶν τῆς Εὐρώπης κατὰ τὸν αἰῶνα τοῦτον, ὁ Ναπολέων. Ἐνῷ δὲ οἱ διάφοροι νομοδιδάσκαλοι, μετὰ τῶν ὁποίων συνεδρίαζεν ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρατείας, συζητῶν τὸν νόμον περὶ μεταλλείων, ἐζήτουν νὰ τὸν παρασύρωσιν, ὅπως χάριν βιομηχανικῶν ἢ ἄλλων δημοσίων ἀναγκῶν καὶ δημοσίων συμφερόντων ἐπιτραπῇ νὰ κηρύττῃ τὸ Κράτος ἔκπτωτον τὸν λαβόντα τὴν παραχώρησιν μεταλλείου, ὁ Ναπολέων ἐπιμόνως ἠρνήθη, ἰσχυριζόμενος ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγαλειτέρα ἀπόδειξις ὅτι μεταλλεῖόν τι δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ, διότι δὲν παρέχει τὰ μεταλλεύματα, διότι δὲν εἶναι ἐκμεταλλεύσιμον, εἴτε λόγῳ τῆς πτωχείας τῶν μεταλλευμάτων αὐτοῦ, εἴτε λόγῳ τῆς τοποθεσίας αὐτοῦ, παρὰ τὸ ἴδιον τοῦ ἰδιοκτήτου συμφέρον. Ὁ Ναπολέων δὲν ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἰδιοκτήτης μεταλλείου, ἢ αὐτὸς ἢ δι’ ἄλλου, δὲν θὰ ἔσπευδε νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸν πλοῦτον αὐτοῦ, ἂν τοιοῦτος ὑπῆρχεν ἐπικερδῶς ἐκμεταλλεύσιμος. Οὕτω, εἴτε τὴν μίαν νομοθεσίαν λάβωμεν, εἴτε τὴν ἄλλην, εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ καταλήγομεν, ὅτι ἐκεῖ οὐδέποτε ἀφαιρεῖται ἡ ἰδιοκτησία ἑνὸς μεταλλείου, ἅπαξ παραχωρηθέντος, παρὰ διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἡ μὲν Γερμανικὴ νομοθεσία ὀνομάζει λόγους ἀνωτάτης ἀνάγκης, ἐν δὲ τῇ Γαλλίᾳ, μόνον ὁσάκις ἔπαυσέ τις, ἢ διαρκῶς ἢ προσωρινῶς, τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἐκ δὲ τῆς παύσεως αὐτῆς διαταράσσεται ἡ τάξις ἐκ περιορισμοῦ τῆς καταναλώσεως. Καὶ τοῦτο δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ ἀρχικῷ νόμῳ, ἀλλὰ καθιερώθη διὰ μεταγενεστέρου νόμου, τοῦ 1838, διατάξαντος ὅτι θὰ ἐκποιῆται ἐν τοιαύτῃ περιστάσει διὰ πλειστηριασμοῦ τὸ μεταλλεῖον, ὁ δὲ πλειστηριασμὸς θὰ ἐγκρίνηται πάλιν ὑπὸ τοῦ Κράτους. Λοιπὸν καὶ κατὰ τὰς δύο νομοθεσίας πράγματι τὰ μεταλλεῖα ἀναγνωρίζονται κατ’ ἀρχὴν, ἢ ὑπὸ περιορισμοὺς ἀσθενεῖς, ὡς ἀναφαίρετα, καὶ μένουσι καὶ ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἀναφαίρετα. Ἀλλὰ ταῦτα ἰσχυριζόμενος, δὲν ἀντιτάσσομαι ἀπολύτως εἰς τὴν ἰδέαν ἐκείνων, ὅσοι νομίζουν ὅτι μέγας πλοῦτος εὑρίσκεται ἀργὸς καὶ ἀχρησιμοποίητος εἰς χεῖρας τῶν σημερινῶν κατόχων μεταλλείων, καὶ πρέπει νὰ μεταβάλῃ κύριον, ὅπως βεβαιωθῶμεν, ἂν πραγματικῶς δὲν ὑπάρχῃ κανὲν ἐξ αὐτῶν ἄξιον ἐκμεταλλεύσεως, ἂν μόνον ἐλλείπωσι τὰ κεφάλαια καὶ ἡ ἱκανότης πρὸς ἐκμετάλλευσιν. Δὲν κηρύττομαι ἐναντίος τοιαύτης διατάξεως. Τουναντίον τὴν παραδέχομαι, ἀλλὰ τὴν παραδέχομαι, διότι θεωρῶ ἀναγκαίαν διὰ τοὺς πολλοὺς δοκιμὴν, ὅπως ἐξαλειφθῇ ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἔχουσιν, ὅτι πάντα τὰ μεταλλεῖα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε παρεχωρήθησαν, εἶναι μεταλλεῖα καὶ ἔχουν ἀξίαν. Ἄς γείνῃ νέα δοκιμὴ διὰ μεταβολῆς τῶν ἰδιοκτητῶν, ὅπως ἴδωμεν, ἂν πραγματικῶς θὰ γείνῃ καλλιτέρα ἡ κατάστασις ἡ μεταλλευτικὴ ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἂν ἦναι ἀληθὴς, ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον, ἡ γνώμη, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ παρ’ ἡμῖν, ὅτι ἔχομεν χώραν, ἐν ᾗ κρύπτεται μέγας μεταλλικὸς πλοῦτος. Ἀλλὰ αἱ νέαι διατάξεις, αἵτινες πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθοῦν διὰ τοῦ συζητουμένου νόμου, πρέπει κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ διατυπωθοῦν, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν· ὡς ὅμως ὁρίζονται, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ καταστῇ δύσκολος ἢ μᾶλλον ἀκατόρθωτος ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν. Τὸ νομοθέτημα εἶναι ἀτελέστατον. Τί θὰ γίνηται, ὅταν ἓν μεταλλεῖον θὰ ἐκτίθεται εἰς δημοπρασίαν; Ἀνάγκη εἰς συμβολαιογράφος νὰ διευθύνῃ τὴν δημοπρασίαν. Ἀφ’ ἑτέρου, ποία εἶναι ἡ κατωτάτη τιμὴ αὐτοῦ τοῦ μεταλλείου; — διότι πλειστηριασμὸς πλειοδοτικὸς δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἢ ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς τιμῆς, ἡ ὁποία ὁρίζεται πρὸ τοῦ πλειστηριασμοῦ...
§91ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ὁ ἐνυπόθηκος δανειστὴς θὰ ὁρίσῃ τὴν πρώτην προσφορὰν, ὁ ἐπισπεύδων.
§92ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν θὰ ἀφήσητε τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζῃ τὴν πρώτην προσφορὰν ὁ ἐπισπεύδων. Ἀλλὰ ποία ἐγγύησις; Ἀφ’ ἑνὸς λέγετε, ὅτι τὰ μεταλλεῖα εἶναι μεγάλη περιουσία τοῦ Κράτους, ἀφ’ ἑτέρου ἀφήνετε τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα ἐγγεγραμμένον διὰ 500 δραχμὰς νὰ ὁρίσῃ τὴν τιμὴν αὐτῶν. Λοιπὸν θὰ τὸ λάβῃ αὐτὸς, θὰ περιέλθῃ εἰς αὐτὸν, ἄν κατορθώσῃ νὰ ἐμποδίσῃ τὸν διαγωνισμόν. Τί γίνεται δι’ αὐτοῦ; Φεύγομεν ἀπὸ ἕνα ἰδιοκτήτην, εἴτε ἀπὸ ὁμάδα συνιδιοκτητῶν, εἴτε ἀπὸ ἑταιρίαν, καὶ ἐνῷ θέλομεν νὰ σώσωμεν τὸν πλοῦτον αὐτὸν, ὅστις μένει ἀργὸς, τί κάμνομεν; κηρύττομεν ἕνα πλειστηριασμὸν, ὃν ἀφήνομεν ὅλως ἀνεπιτήρητον καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως. Τί θὰ φέρῃ τοιοῦτος πλειστηριασμός; θὰ φέρῃ εἰς μεταβίβασιν τοῦ μεταλλείου οὐχὶ εἰς ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον κατὰ τὸν νόμον πρέπει νὰ δίδωνται τὰ μεταλλεῖα, δηλ. τὸν ἔχοντα τὰ προσόντα, ὅπως τὸ ἐκμεταλλευθῇ, ἀλλ’ εἰς χειρότερον κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τοῦ πρώτου. Ὁ νόμος περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κρίνει περὶ τῶν προσόντων καὶ τῆς ἱκανότητος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὴν παραχώρησιν μεταλλείου. Πῶς ἤδη ἀνατρέπομεν τὴν οὐσιωδεστάτην αὐτὴν διάταξιν τοῦ νόμου καὶ θέλομεν νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν τύχην ἑνὸς πλειστηριασμοῦ τὴν παραχώρησιν τοῦ μεταλλείου; Καὶ ἐπιζητοῦμεν διὰ τοιαύτης μεταβολῆς τῆς νομοθεσίας νὰ ἐπιτύχωμεν καλλίτερα ἀποτελέσματα! Τοιοῦτος τρόπος βελτιώσεως τῶν πραγμάτων βεβαίως εἶναι ἀτυχὴς καὶ ἄστοχος, καὶ καλλίτερον νὰ μὴ δοκιμασθῇ. Ἀλλὰ, Κύριοι, αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ προλαλήσας, ἀποδεικνύει ὁλοτελῶς ματαιοπονίαν τὰς διατάξεις καὶ τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου. Διότι, ἐνῷ, ὡς ὑποθέτω, τὸ νομοθέτημα ἐνέπνευσεν ἡ αὐτὴ ἰδέα, ἡ ὁποία ἐνέπνευσε τοὺς λόγους τῶν ἐντίμων προλαλησάντων, ἡ ἰδέα ὅτι ἔχομεν ὑπόγειον πλοῦτον μέγαν, τὸν ὁποῖον πρέπει διὰ νομοθετικῶν μέτρων νὰ ἐργασθῶμεν ἵνα χρησιμοποιήσωμεν, τί πράττομεν; Ἀνατρέπομεν πᾶσαν βάσιν πρὸς μεταλλευτικὰς ἐργασίας σπουδαίας, διότι οὐδεὶς πλέον, εἴτε ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κέκτηνται μεταλλεῖα, εἴτε ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἀποκτήσουν τοιαῦτα, θὰ ζητήσῃ ἐφεξῆς παραχώρησιν, ἢ θὰ δαπανήσῃ διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν μεταλλείου, ἐνόσῳ γνωρίζῃ ὅτι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν αὐθαιρεσίαν ἑνὸς μηχανικοῦ, ἢ ὑπαλλήλου, ἢ τρίτου, ὅστις τὸν καταγγέλλει ὅτι δὲν ἐργάζεται ἐν τῷ μεταλλείῳ, καὶ ὅτι δύναται ν’ ἀπολέσῃ αὐτὸ μετὰ τὴν τήρησιν ὀλίγων διατυπώσεων. Εἶναι ἐπιβλαβεστάτη τοιαύτη ἀστάθεια καὶ ἀβεβαιότης εἰς ἐπιχείρησιν, ἡ ὁποία φύσει εἶναι ἀβεβαία, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἐκμεταλλεύσεως πράγματος, περὶ τοῦ ὁποίου, ὅσον καὶ ἂν ἤμεθα καλῶς πληροφορημένοι καὶ παρεσκευασμένοι, δὲν δυνάμεθα νὰ ὦμεν βέβαιοι. Τὰ μεταλλεύματα δὲν εἶναι πάντοτε ἄφθονα καὶ ἐν ἀδιακόπῳ συνεχείᾳ. Αἱ τῶν ἐργασιῶν διακοπαὶ εἶναι συχνάκις ἀναπόφευκτοι. Αἱ μεταλλευτικαὶ περιστάσεις ἐπιβάλλουν πολλάκις μεγάλας δαπάνας, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι εὔκολον πάντοτε νὰ προμηθευθῇ τις. Πολλάκις, ἂν τὸ μεταλλεῖον ἦναι μακρὰν τῆς θαλάσσης, ἔχετε ἀνάγκην ὁδοῦ ἢ ἄλλων μέσων μεγαλειτέρας ταχύτητος καὶ οἰκονομικωτέρας μεταφορᾶς, ὅπως μὴ βαρύνηται διὰ πολλῶν ἐξόδων τὸ μετάλλευμα. Ὁ σίδηρος ἐν Ἑλλάδι εἶναι μὲν ἐνιαχοῦ πτωχὸς, ἐνιαχοῦ ὅμως παρουσιάζει καὶ ἐκμεταλλεύσιμον μετάλλευμα. Τί ὅμως ἐνίοτε συμβαίνει; ἄν θελήσητε νὰ τὸν μεταφέρητε εἰς τὰ παράλια, ἡ μεταφορὰ βαρύνει τὸν τόννον τοσοῦτον, ὥστε εἶναι ἀδύνατον σιδηρόλιθος ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὁ σιδηρόλιθος εἶναι εὐθηνὸς καὶ δὲν ἀντέχει εἰς μεγάλας δαπάνας. Πρέπει εὐθηνὰ νὰ ἐξάγηται καὶ εὐθηνὰ νὰ μεταφέρηται εἰς τὰς ὑψηλὰς καμίνους. Λοιπὸν ἀνατρέπει ἐντελῶς πᾶσαν ἐλπίδα ἀνορθώσεως τῆς μεταλλευτικῆς βιομηχανίας ἐν Ἑλλάδι τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, σύστημα καθιστῶν προβληματικὴν τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν μεταλλείων ἐν τῷ μέλλοντι, διότι οὐδεὶς δέχεται νὰ δαπανᾷ οὐ μόνον ἐν ἀμφιβόλοις διὰ τὴν εὕρεσιν τοῦ μετάλλου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ μεταλλείου. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς, μολονότι δὲν θὰ ἤμην ἐναντίος νὰ δοκιμασθῇ καὶ βεβαιωθῇ, ἂν ὑπάρχῃ παρ’ ἡμῖν ὁ πεφημισμένος μεταλλευτικὸς πλοῦτος, παρατηρῶ ὅτι διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἀντιτάσσεται ὁ νομοθέτης πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, καὶ ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπέλθῃ τελεία καταστροφὴ τῶν ὀλίγων ἐλπίδων, αἵτινες θὰ ὑπῆρχον ὑπὸ ἄλλο σύστημα.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§94ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ μιᾶς παρατηρήσεώς μου, ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἄρθρον. Κατὰ τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου, «τὸ δικαίωμα τῆς μεταλλεύσεως τῶν μεταλλείων καὶ ὀρυχείων παρέχεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΧϞʹ περὶ μεταλλείων νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1861 διὰ Β. Διατάγματος, ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν». Ἀλλ’ ὡς γνωστὸν, ὁ ΧϞʹ νόμος ὑπέστη μίαν μεταῤῥύθμισιν διὰ τοῦ νόμου ΣΚΗʹ τῆς 26 Ἀπριλίου 1867, αὕτη δὲ ἡ μεταῤῥύθμισις εἶναι, ὅτι προσετέθησαν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ΧϞʹ νόμου τὰ ἑξῆς: «Τὸ Συμβούλιον τοῦτο λογίζεται πλῆρες, ἐὰν ἐκτὸς τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρευρίσκωνται καὶ δύο ἐκ τῶν λοιπῶν πέντε μελῶν». Λοιπὸν ἤδη καταργοῦντες τὸν νόμον ΣΠʹ καὶ ἐπαναφέροντες εἰς ἰσχὺν τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ΧϞʹ, ἐπαναφέρομεν τὸ ἄρθρον 6 ὡς ἴσχυεν ἀρχικῶς, ἢ ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ μεταγενεστέρου νόμου τῆς 26 Ἀπριλίου 1867; Νομίζω ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ἄρθρον 6, ὡς μετεῤῥυθμίσθη ὑπὸ τοῦ μεταγενεστέρου νόμου. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν περιπτώσει, νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ προστεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «περὶ μεταλλείων νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1861» τὸ ἑξῆς: «ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ΣΚΗʹ τῆς 26 Ἀπριλίου 1867». Αὐτὴ εἶναι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἤθελον νὰ κάμω.
§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιθυμῶ μίαν ἐξήγησιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἆρά γε ἐν γνώσει γίνεται ἐν τῷ νόμῳ αὐτὴ ἡ ἐξομοίωσις τῶν ὀρυχείων πρὸς τὰ μεταλλεῖα καὶ τῶν ὀρυκτῶν πρὸς τὰ μέταλλα; Διότι ἐν τῷ νόμῳ περὶ μεταλλείων τοῦ 1861 διακρίνονται καὶ ὑπὸ ἔποψιν μεταλλευτικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν παραχωρήσεως τὰ μεταλλεῖα καὶ τὰ ὀρυχεῖα.
§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐπιτρέπητε, θέλω προβάλει μίαν παρατήρησιν. Ἡ ἐρώτησις αὕτη ἔχει τι τὸ ὑβριστικόν. Ἐν γνώσει γίνεται αὐτὴ ἡ ἐξομοίωσις ἢ ἐξ ἀνοησίας;
§97ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι τοιαύτη ἡ ἐρώτησίς μου· διότι ὑποθέτω ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο παρ’ ἄλλου.
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν συνέταξε τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἔχει σημασίαν, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀπεδέχθημεν ἡμεῖς. Ἐδέχθημεν ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6 θέλουσιν ἐφαρμόζεσθαι τοῦ λοιποῦ καὶ ἐπὶ τῶν μεταλλείων καὶ ἐπὶ τῶν ὀρυχείων.
§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ ἤμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν γίνεται αὐτό. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀντικαθίσταται ἡ διάκρισις μεταξὺ ὀρυχείων τοῦ ἄρθρου 3 ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τῶν μεταλλείων καὶ τῶν πρὸς τὰ μεταλλεῖα ἐξομοιουμένων ἀφ’ ἑτέρου ὀρυκτῶν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου τοῦ 1861, ἐν τῷ ὁποίῳ, ἀφοῦ λέγεται τί εἶναι μεταλλεῖον, προστίθεται εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον: «Εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ὑπάγεται καὶ ὁ χῶρος ὁ ἔχων ἐκ τῶν ἡμιμετάλλων τὸ αὐτοφυὲς θεῖον καὶ τὰς παντὸς εἴδους ὀρυκτὰς καυσίμους ὕλας, οἷον ἀνθρακίτην, λιθάνθρακας, γαιάνθρακας καὶ γραφίτην.» Τὰ μεταλλεῖα καὶ ὀρυχεῖα τοῦ ἄρθρου 1 παρεχωροῦντο διὰ νόμου, τὰ ὀρυχεῖα τοῦ ἄρθρου 2 παρεχωροῦντο δι’ ἀδείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, προτιμωμένου τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς γῆς, ὁσάκις διὰ τὴν ἐξόρυξιν δὲν ἀπαιτοῦνται τεχνικὰ ἔργα. Τὸ νομοσχέδιον καταργεῖ τὴν διάκρισιν ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς παραχωρήσεως τῶν μεταλλείων καὶ ὀρυχείων, καὶ ἐφεξῆς ἀμφότερα θὰ παραχωρῶνται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου τοῦ 1861. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅτι ἐφεξῆς θὰ παραχωρῆται μόνον διὰ νόμου ἡ μετάλλευσις τῶν ὀρυκτῶν ἀργύρου καὶ χρυσοῦ καὶ λευκοχρύσου καὶ χρωμίου. Ὁ νόμος ὅμως περὶ μεταλλείων τοῦ 1861, ὅστις ἐν τοῖς ἄρθροις 2 καὶ 3 ὁρίζει τί εἶναι μέταλλον καὶ μεταλλεῖον καὶ τί ὀρυκτὸν καὶ ὀρυχεῖον, δὲν ἀναγνωρίζει τοιαῦτα ὀρυκτὰ ἀργύρου καὶ χρυσοῦ καὶ λευκοχρύσου καὶ χρωμίου. Τὸν ἄργυρον καὶ τὸν χρυσὸν καὶ τὸν λευκόχρυσον καὶ τὸ χρώμιον θεωρεῖ μέταλλα καὶ ὑπάγει εἰς τὰ μεταλλεῖα. Κατὰ τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου, διατηροῦντα τὴν διάκρισιν μεταξὺ μεταλλείων καὶ ὀρυχείων, μόνον ὁ ὀρυκτὸς ἄργυρος, χρυσὸς, λευκόχρυσος καὶ χρώμιον θὰ παραχωρῶνται διὰ νόμου, οὐχὶ δ’ ὁ εἰς μεταλλεύματα καὶ ἐν μεταλλείοις· οὗτος θὰ παραχωρῆται διὰ Β. Διατάγματος, ὡς καὶ τὰ ἄλλα μεταλλεῖα. Ἀλλὰ τοιαύτη διάκρισις ὀρυκτοῦ ἀργύρου καὶ χρυσοῦ καὶ λευκοχρύσου, ἣν ποιεῖται τὸ νομοσχέδιον, ἀντίκειται οὐ μόνον εἰς τὸν νόμον τοῦ 1861, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ὀρυκτολογίαν, διότι ἐκ τῆς ὀρυκτολογίας ἐλήφθησαν αἱ διακρίσεις τοῦ νόμου τοῦ 1861. Ἀλλ’ ἡ ἀπαίτησις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως διὰ μὲν τὰ ἄλλα μεταλλεῖα ἀρκῆται ἡ κοινωνία εἰς Β. Διάταγμα, διὰ δὲ τὸν ἄργυρον καὶ τὸν χρυσὸν καὶ τὸν λευκόχρυσον καὶ τὸ χρώμιον ἀπαιτῆται νόμος, διότι τάχα τὰ μέταλλα ταῦτα εἶναι πολύτιμα, εἶναι παιδαριώδης καὶ εἰς οὐδενὸς νομοθέτου τὴν κεφαλὴν ἐπῆλθεν. Ἡ ἀξία καὶ σπουδαιότης τῶν μεταλλείων δὲν ἐξήρτηται ἐκ τοῦ εἴδους τοῦ μετάλλου, ἀλλ’ ἐκ τῆς χρησιμότητος καὶ τοῦ πλούτου αὐτῶν. Μεταλλεῖα λιθανθράκων καὶ σιδήρου ἔχουν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον περισσοτέραν ἀξίαν ἢ τὰ μεταλλεῖα χρωμίου καὶ ἀργύρου.
§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὴ ἡ μεγάλη διαφορὰ ὑφίσταται, ἑπομένως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἰσχύουσα ἡ περὶ παραχωρήσεως τῶν ὀρυχείων ὑπάρχουσα διάταξις, ψηφίζουσι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅσοι δὲ συμφωνοῦσιν ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ διαφορά, ψηφίζουσιν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§101ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν δίδετε, ὅταν δὲν ἔχητε νὰ ἀπαντήσητε τίποτε.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δίδω αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν, ἀφοῦ τρεῖς ἡμέρας κατὰ συνέχειαν δὲν ἐπαύσαμεν συζητοῦντες καὶ ὁμιλοῦντες. Ὑμεῖς εἴχετε κωλύματα, καὶ δὲν προσήλθετε ἐνταῦθα, ἤδη δὲ, εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, φέρετε αὐτὴν τὴν παρατήρησιν.
§103ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολλογγίου συνάδελφος εἶχεν ἐντελῶς δίκαιον νὰ ὑποβάλῃ τὴν παρατήρησίν του. Δικαίως παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶναι συντεταγμένον, δὲν λύει τὴν περίπτωσιν, περὶ ἧς πρόκειται. Διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ἑρμηνεύων τὸ ἄρθρον 1, ὅτι δι’ αὐτοῦ οὐδὲν ἕτερον σκοπεῖ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἢ νὰ φέρῃ ἐν ἰσχύϊ τὸν νόμον τοῦ 1861, τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1861. Τίς ἦτο δὲ ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1861; ἡ διάταξις ἦτο ἐκείνη, καθ’ ἣν διὰ Β. Διατάγματος μετὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου ἐγίνετο ἡ παραχώρησις τοῦ μεταλλείου καὶ τῶν ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νόμου ἀναγραφομένων ὀρυκτῶν. Ἀλλ’ ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ καθεστῶτος τοῦ πρὸ τοῦ 1882, ἀλλ’ ἀφορᾷ καὶ εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου τοῦ 1861, διότι περιλαμβάνει ἐν τῇ διαδικασίᾳ τῆς παραχωρήσεως τῶν μεταλλείων ὄχι μόνον τὰ μεταλλεῖα, ἀλλὰ καὶ τὰ ὀρυχεῖα ἐν γένει. Πρὸς τούτοις ἔχομεν τὴν διάταξιν ὡς πρὸς τὰ ὀρυχεῖα τοῦ ἄρθρου 35, ἔχουσαν οὕτω: «Ἡ ἐν ὀρυχείοις ἐξόρυξις δὲν ἐπιτρέπεται, εἰμὴ δυνάμει ἀδείας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, παρεχούσης τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα καὶ ὁριζούσης τὰ ὅρια καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐξορύξεως.» Ὁ λόγος δὲ, διὰ τὸν ὁποῖον ὑφίσταται ἡ τοιαύτη διαφορὰ ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1861 μεταξὺ τῆς παραχωρήσεως μεταλλείων καὶ ὡρισμένων τινῶν ὀρυκτῶν καὶ ὀρυχείων, εἶναι, ὅτι τὰ ὀρυχεῖα δὲν δύνανται νὰ περιλαμβάνωσι τοιοῦτον πλοῦτον, οἷον περιλαμβάνουσι τὰ μεταλλεῖα. Διὰ τοῦτο ἀφῆκαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ χορηγῇ αὐτὸς τὴν ἄδειαν τῆς ἐξορύξεως διὰ τὰ ὀρυχεῖα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι λίαν ὀρθὴ εἶναι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠθέλησε νὰ προσέξῃ εἰς αὐτήν.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς. Μετὰ τὰς ἐν τῷ τρίτῳ στίχῳ τῆς πρώτης παραγράφου λέξεις «22 Αὐγούστου 1861» καὶ πρὸ τῶν λέξεων «διὰ Β. Διατάγματος» προσετέθη: «καὶ τοῦ ΣΚΗʹ τῆς 26 Ἀπριλίου 1867». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Ταταράκης προτείνει διὰ τροπολογίας του τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου 2 ὡς ἑξῆς.
§105ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ἢ ὀρυχείου ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὸ τότε μόνον, ὅταν κατὰ τῆς μὴ ἐνάρξεως ἢ τῆς διακοπῆς τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀντίκεινται κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικοῦ λόγοι δημοσίου συμφέροντος. «Ὁ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικὸς ὀφείλει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ προσκαλέσῃ τὸν ἰδιοκτήτην, ἀφοῦ προηγουμένως ἀκούσῃ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ προτεινομένων λόγων, ἵνα ἐντὸς προθεσμίας ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς προσκλήσεως ἐπιχειρήσῃ ἢ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἐὰν δὲ οὗτος καὶ μετὰ τοῦτο φανῇ ὀκνῶν, νὰ ἀπειλήσῃ ὅτι θέλει προκαλέσει τὴν ἀνάκλησιν τῆς παραχωρήσεως.»
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐκ Μήλου νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἡ διάταξις τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, κατὰ μετάφρασιν ἐκ τοῦ κειμένου. Ἐγὼ ἐξέθηκα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ὅτι πολλὰ μέρη τῶν διατάξεων τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου δὲν ἐφαρμόζονται παρ’ ἡμῖν· διὰ τοῦτο δὲν ἀποδέχομαι καὶ τὴν τροπολογίαν του ταύτην.
§107ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἤκουσα ὅτι, ἐδήλωσε χθὲς, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ νόμου τοῦ 1861, δηλ. τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς ἐκμεταλλεύσεως μένει ἐν ἰσχύϊ, διότι ὁ νέος νόμος προσθέτει μόνον τὴν περίπτωσιν τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Ἄλλο θέμα ἐκεῖνο, καὶ ἑπομένως δὲν θεωρεῖται καταργούμενος ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἐνῷ βεβαίως μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Μήλου γίνεται ῥητῶς ἡ κατάργησις.
§108ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Μήλου οὐδὲν ἕτερον ζητεῖται ἢ νὰ καταστῇ σαφεστέρα ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου, ὡς διετύπωσεν αὐτὴν ὁ συμπολίτης μου ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὡς ἐξήγησεν αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ κείμενον λέγει, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ὑποχρεωθῇ εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, παρὰ μόνον καθ’ ὅσον τὴν ἐξακολούθησιν αὐτὴν ἐπιβάλλουσι λόγοι δημοσίου συμφέροντος. Διὰ τοῦτο σᾶς λέγω, ὅτι ἐσυκοφαντήσατε τὸ ἄρθρον 2, διότι ἐθεωρήσατε ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 2 ἐπιβάλλεται πάντοτε εἰς τὸν πρὸς ὃν ἡ παραχώρησις τοῦ μεταλλείου ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτοῦ, ἐνῷ ἐπιβάλλεται μόνον ὅταν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ἐπιβάλλωσι ταύτην. Ἀλλ’ εἴτε δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μήλου, εἴτε δεχθῶμεν τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἔννοια δὲν παραλλάσσει.
§109ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ἐφεξῆς ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτό. Θέλω νὰ ἐρωτήσω, ἂν τὸ ἄρθρον 2 θὰ ἐφαρμόζηται ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὰ μεταλλεῖα μόνον, τὰ ὁποῖα θὰ παραχωρηθῶσι μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, ἢ θὰ ἐφαρμόζηται καὶ ἐπὶ τῶν παλαιῶν μεταλλείων, τῶν ἤδη παρακεχωρημένων. Μοὶ παρεχωρήθη μεταλλεῖον εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νόμων τῶν τότε ἰσχυόντων, ὧν πολλαὶ διατάξεις περιελήφθησαν ἐν αὐτῷ τῷ διατάγματι τῆς παραχωρήσεως. Ἐγὼ ἐδέχθην καὶ ἔλαβον τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτὴν ὑπὸ τὰς κειμένας ἐγγυήσεις, καὶ ἐδαπάνησα. Ἤδη ἔρχεσθε καὶ διὰ νέου νόμου τὴν παραχώρησιν αὐτὴν τὴν ὑποβάλλετε εἰς περιορισμοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπῆρχον ποσῶς, ἢ, ἂν ὑπῆρχον, ὑπῆρχον ὑπὸ ὅρους ἄλλους. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν ὁ νέος νόμος θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὰ ἤδη παρακεχωρημένα μεταλλεῖα.
§110Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλει ἐφαρμόζεσθαι ἐπὶ παντὸς μεταλλείου, παρακεχωρημένου εἰς οἱονδήποτε. Θέλει καλεῖσθαι ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μεταλλείου, ὁ ὁποῖος διέκοψε τὰς ἐργασίας του, καὶ θέλει ἐξετάζεσθαι, ἂν εἰς τὴν διακοπὴν ἀντίκεινται λόγοι δημοσίου συμφέροντος, εἴτε τὸ μεταλλεῖον εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρεχωρήθησαν πρὸ ἑνὸς ἔτους, εἴτε ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θέλουσι παραχωρηθῆ μετὰ ἓν ἔτος. Τὸ Κράτος θέλει ἐξετάσει, ἂν τὸ μεταλλεῖον μένῃ ἀργόν. Ἂς μεταφέρωμεν τὴν εἰκόνα ἐπὶ ἄλλων σχέσεων τοῦ Κράτους. Οἰκοδομῶ οἶκον, καθ’ ὃν χρόνον ὑπάρχει φόρος οἰκοδομῶν 3% ἀλλ’ ἐκδίδεται μετά τινα καιρὸν ἕτερος νόμος, ἐπιβάλλων φόρον 5% δύνασθε νὰ προβάλητε, ὅτι δὲν ὑποχρεοῦσθε, διότι εἴχετε οἰκοδομήσει καθ’ ὃν χρόνον ὁ φόρος ἦτο 3%;
§111ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου προέβη εἰς τὴν παρατήρησιν ἐκ τῆς πλάνης αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 2, ἐνῷ ἡ ἔννοια εἶναι ἐκείνη, ἣν ἔδωκεν εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του, ὅτε ἡ παρατήρησίς του ἦτο ὀρθή, διότι ἄλλως θὰ ἐδίδομεν δικαίωμα νὰ θίξῃ ὁ νόμος τὴν ἰδιοκτησίαν τὴν ἐκ τῆς παραχωρήσεως, καὶ τότε θὰ εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, εἰμὴ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης. Τὸ νέον ἄρθρον ἀναγνωρίζει τὴν κυριότητα τοῦ μεταλλείου.
§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐνώπιόν μας.
§113ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ νόμος ὁ ὑφιστάμενος δὲν καθιστᾷ ἀπόλυτον τὴν ἀρχὴν τῆς ἰδιοκτησίας ἐπὶ τοῦ μεταλλείου, ἀπ’ ἐναντίας καθιστᾷ μίαν κυριότητα ἀμφισβητήσιμον καὶ ὑπὸ ὅρους. Ἰδοὺ τί λέγει ἐν ἄρθρῳ 29: «Οἱ ἰδιοκτῆται τῶν μεταλλείων ὀφείλουσι νὰ κάμωσιν ἔναρξιν τῆς μεταλλεύσεως ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως, νὰ ἐκπληρῶσι τὰς ἐν τῷ παραχωρητηρίῳ ἐγγράφῳ περιεχομένας ὑποχρεώσεις, νὰ διατελῶσι μεταλλεύοντες τὸ παραχωρηθὲν μεταλλεῖον, καὶ νὰ ἐκτελῶσι τὰς πρὸς ἀποφυγὴν δυστυχημάτων ἀναγομένας παραγγελίας τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικοῦ.» Τὸ ἄρθρον 52 λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἐὰν ἡ μετάλλευσις περιορισθῇ ἢ διακοπῇ, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐμβάλλεται εἰς κίνδυνον ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἢ βλάπτωνται τὰ συμφέροντα τῶν ἀναλωτῶν, οἱ ἁρμόδιοι νομάρχαι, ἀφοῦ λάβωσι τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀναφέρουσι πάντα ταῦτα εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ὅπως, συνεννοούμενον μετὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ἀποφασίσῃ τὰ δέοντα.» Τὸ δὲ ἄρθρον 55 τὰ ἑξῆς: «Ἐὰν μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ὡρισμένων ὁ ἰδιοκτήτης ἐξακολουθῇ νὰ μὴ ἐκπληροῖ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς, ὡς εἴρηται, ἐπιβεβλημένας αὐτῷ ὑποχρεώσεις, ἢ ἐὰν ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ Ὑπουργείου διακόψῃ τὴν ἐξόρυξιν ὑπὲρ τὸ ἔτος, δύναται μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 Συμβουλίου καὶ διὰ Β. Διατάγματος νὰ γείνῃ ἔκπτωτος τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἀπέκτησε διὰ τῆς παραχωρήσεως τοῦ μεταλλείου. Τοῦτο δ’ ἐκποιεῖται διὰ δημοσίου πλειστηριασμοῦ.» Ἐξ ὅλων τούτων τῶν διατάξεων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία τοῦ παραχωρουμένου μεταλλείου, κατὰ τὸν ὑφιστάμενον νόμον εἶναι ἀνακλητὴ καὶ δίδεται ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐντὸς ἔτους καὶ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Κατὰ δὲ τὸν ψηφιζόμενον νόμον...
§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν καταργοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ παλαιοῦ νόμου.
§115ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, καταργοῦνται... Κατὰ τὸν ψηφιζόμενον νόμον ἡ ἰδιοκτησία τοῦ μεταλλείου εἶναι ὡς πᾶσα ἰδιοκτησία. Τὸ ἄρθρον 65 τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία τοῦ μεταλλείου δὲν εἶναι ἀνακλητή. Δὲν δύναται δέ τις νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ ἅπαξ παραχωρηθέντος μεταλλείου, εἰμὴ ἂν δημόσια συμφέροντα ἐπιβάλλωσι τὴν ἐξακολούθησιν. Αὐτὴν τὴν ἀρχὴν καθιστᾷ τὸ ἄρθρον 2, καὶ λέγω τοῦτο, ὄχι ὅπως πείσω τινά, ἀλλ’ ἵνα ἡ γνώμη μου εὑρίσκηται εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, κατ’ ἀντίθεσιν τῆς ἀρχῆς, ἣν ἔθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§116ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διαφωνῶ πρὸς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς. Ἐν πρώτοις δὲν νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 2 ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ φέρει ἐξ ἀνάγκης τὴν κατάργησιν τῶν διατάξεων τοῦ παλαιοῦ νόμου καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1867 καθ’ οὓς ὑπεχρεοῦτο ὁ λαβὼν παραχώρησιν μεταλλείου νὰ ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως, ἐπὶ ποινῇ ἐκπτώσεως. Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη, διότι τὸ νομοσχέδιον καινοτομεῖ μόνον ὡς πρὸς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, οὐχὶ δ’ ὡς πρὸς τὴν ἔναρξιν αὐτῆς ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως. Συνεπείᾳ τούτου τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου τῆς 26 Ἀπριλίου 1867, καθ’ ὃ ὁ λαβὼν παραχώρησιν μεταλλείου καὶ μὴ ἀρξάμενος τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ ἐντὸς τοῦ ἔτους δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ αὐτὸ διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου τοῦ 1861, ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ καὶ μετὰ τὸν νέον νόμον. Κατ’ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, ὅπως κηρυχθῇ τις ἔκπτωτος τοῦ μεταλλείου, δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποφανθῇ ὁ μηχανικὸς κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἀρκεῖ τὸ γεγονός, ὅτι δὲν ἐποιήσατο ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐντὸς τοῦ ἔτους ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μεταλλείου. Ἐπὶ τοιαύτης περιπτώσεως πῶς ν’ ἀποφανθῇ ὁ μηχανικός, ὅτι ἡ παῦσις ἢ διακοπὴ τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀντίκειται εἰς τὸ δημόσιον συμφέρον, ἀφοῦ ἔναρξις ἐκμεταλλεύσεως δὲν ἐγένετο ποσῶς; Ἡ μόνη περίπτωσις, ἣν ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἡ παῦσις ἢ διακοπὴ τῆς ἐκμεταλλεύσεως μετὰ τὴν ἔναρξιν αὐτῆς ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἢ καὶ μετὰ τὸ ἔτος ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως. Περὶ τῆς περιπτώσεως αὐτῆς δὲν προέβλεπον οὔτε ὁ νόμος τοῦ 1861 οὔτε ὁ νόμος τοῦ 1867, διότι δὲν λέγουν τί γίνεται ἐν περιπτώσει τοιαύτης παύσεως ἢ διακοπῆς. Τὸ νομοσχέδιον ἀπειλεῖ καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἔκπτωσιν, ἀλλὰ τὴν ἐξαρτᾷ ἔκ τινος ὅρου, τοῦ ὅρου τοῦ νὰ ἦναι ἐναντία εἰς δημόσιόν τι συμφέρον κατὰ τὴν κρίσιν μηχανικοῦ. Ἂν ἑπομένως λόγοι τοιούτου δημοσίου συμφέροντος δὲν ἀποδεικνύονται, ἡ παῦσις ἢ διακοπὴ τῆς ἐκμεταλλεύσεως μεταλλείου οὐδεμίαν δικαιολογεῖ ἔκπτωσιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ νόμου τοῦ 1861, ὅπως ἐξακολουθῇ ὁ ἰδιοκτήτης μεταλλευόμενος τὸ μεταλλεῖον, μένει ὡς καὶ μέχρι τοῦδε, ἄνευ κυρώσεως. Ἀλλὰ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐλαστική, καὶ μηχανικός τις δύναται νὰ εὕρῃ οἱουσδήποτε λόγους θέλῃ δημοσίου συμφέροντος καὶ νὰ προτείνῃ τὴν ἔκπτωσιν. Ἂς εὐχηθῶμεν ἡ διάταξις αὕτη νὰ ἐφαρμοσθῇ ἄνευ καταχρήσεων.
§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἡ παραχώρησις εἶναι ἀνακλητή. Καὶ εἶναι ἀνακλητή, ὅταν, ἐναντίον τοῦ δημοσίου συμφέροντος, ὁ λαβὼν τὴν παραχώρησιν ἀφήνῃ ἀργοῦν τὸ μεταλλεῖον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι περιπίπτουσιν οἱ λαβόντες τὸ μεταλλεῖον εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ μηχανικοῦ τῶν μεταλλείων, δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβές· Ἡ διοίκησις ἐπιτηρεῖ δι’ αὐτοῦ, ἔχοντος τὰς εἰδικὰς γνώσεις, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν ἐγγύησιν. Ἑπομένως, ἂν ὁ μηχανικὸς δὲν ἔχῃ ὀρθὴν γνώμην, ὁ λαβὼν τὴν παραχώρησιν θέλει προσφύγει εἰς τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖται ἀπὸ πρόσωπα παρέχοντα ἐγγύησιν, οὐδὲ βλέπω που αὐθαιρεσίαν. Ὅτι δὲ εἶναι ἀνακλητὴ ἡ παραχώρησις, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τὸ ἐξηγήσω, διότι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων, μετὰ τὴν ἀπειλὴν τοῦ μηχανικοῦ, ἂν ἐπιμένῃ εἰς τὴν παῦσιν τῶν ἐργασιῶν ὁ ἰδιοκτήτης, τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλουσι Β. Διάταγμα, δι’ οὗ κηρύσσεται ἔκπτωτος ὁ λαβὼν τὴν παραχώρησιν. Ὁ ἰδιοκτήτης δὲ δύναται νὰ προτείνῃ ἀγωγὴν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, ὅπερ ἢ ἐπικυροῖ ἢ ἀκυροῖ τὴν ἀπόφασιν. Πρόκειται περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων, ἐφ’ ὧν δὲν ἐννοοῦσιν οἱ λαβόντες τὴν παραχώρησιν νὰ προβῶσιν εἰς οὐδεμίαν δαπάνην, ἀλλὰ μόνον νὰ ζητήσωσι κέρδη, ἐμπορευόμενοι τὸ μεταλλεῖον. Ποῖον δικαίωμα ἔχει αὐτὸς, τὸ ὁποῖον ἀναιρεῖ ὁ νόμος, ἢ τοῦ ὁποίου καταστρέφει οὗτος τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας; Αὐτὸς οὐδὲν ἐδαπάνησεν, ἀλλὰ ἀπέκτησε, δὲν ἐζημιώθη παντάπασιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μεταλλείων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐν τῇ ἐκμεταλλεύσει, βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι ἀναίρεσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας· ἀλλὰ τὰ μεταλλεῖα τὰ ἐν τῇ ἐκμεταλλεύσει διοικοῦνται ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον αὐτὰ, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πρωτίστως συμφέρον νὰ μὴ τὰ ἀφήσωσιν ἀργὰ, ἐν ὅσῳ ἡ ἐκμετάλλευσις ἐπιτρέπεται βιομηχανικῶς. Πρόκειται περὶ μεταλλείων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐν ἐκμεταλλεύσει, καὶ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ δοθῶσιν εἰς ἐκμετάλλευσιν, καὶ τὰ ὁποῖα παρεχωρήθησαν χθὲς ἢ πρὸ μηνῶν τριῶν ἢ πρὸ ἑνὸς ἔτους, καὶ τὰ ὁποῖα μένουσιν ἀργά. Δὲν ἐννοῶ ποῖα δικαιώματα ἀναιροῦνται.
§118ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀναιροῦνται αἱ διατάξεις τοῦ παλαιοῦ νόμου;
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖαι;
§120ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖναι, καθ’ ἃς ἀνακαλεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως, μόνον διότι αὐτὸς ἠμέλησε.
§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ δὲν ἀναγινώσκετε, τὸ ἄρθρον 3; Καὶ ἂν δὲν πεισθῆτε, καταψηφίσατε αὐτοῦ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 3. Ἐὰν ἐξακριβωθῇ ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικοῦ, ὅτι κύριος τις μεταλλείου δὲν ὑπήκουσεν εἰς τὴν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον γενομένην αὐτῷ πρόσκλησιν πρὸς ἐκμετάλλευσιν, ἢ πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς διακοπείσης ἐκμεταλλεύσεως, δύναται, διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1861 Συμβουλίου, νὰ κηρυχθῇ οὗτος ἔκπτωτος τοῦ ἐπὶ τοῦ μεταλλείου δικαιώματος αὐτοῦ.»
§122ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σαφηνίσω τὴν ἰδέαν μου, παρακαλῶ. Τὸ ἄρθρον 3 ἀναφέρεται εἰς τὸ ἄρθρον 2, καὶ πρόκειται ἐνταῦθα περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ὁ λαβὼν τὴν ἐκμετάλλευσιν προέβη εἰς τὴν ἐπιχείρησιν, ἀλλὰ ἔπαυσε, διέκοψε, παρουσιάζεται δὲ δημόσιον συμφέρον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου τῷ ἐπιβάλλεται νὰ προχωρήσῃ. Κατὰ τὸν νόμον ὅμως τοῦ 1861 δὲν πρόκειται πλέον περὶ δημοσίου συμφέροντος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου κηρύσσεται ἔκπτωτος. Ὁ ἀναλαβὼν τὴν ἐκμετάλλευσιν ἐπὶ ἓν ἔτος δὲν ἐπιχειρεῖ τὴν ἐκμετάλλευσιν, καὶ ἑπομένως ἀνακαλεῖται ἡ παραχώρησις κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου τοῦ 1861. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι, ὅπως παρετήρησε καὶ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος, ἐπειδὴ δὲν συνταυτίζονται ἐντελῶς αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας πρόκειται αὐτὸς νὰ ἐκμεταλλευθῇ κατὰ τὸν νέον νόμον καὶ κατὰ τὸν παλαιὸν, δὲν ὑπάρχει τοιαύτη σύγκρουσις, ὥστε νὰ θεωρηθῇ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταργεῖ τὸ σύστημα τοῦ 1861. Ὁπόσον εἶναι σπουδαῖον τὸ σύστημα τοῦ νόμου τοῦ 1861, ἀποδεικνύεται μόλις ῥίψῃ τις ἓν βλέμμα εἰς τὸν σχολιαστὴν τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, διότι ἐκεῖ θέλετε ἴδει τὸ ἑξῆς, ὅτι κατὰ τὸ 1791 ὑπῆρχε τὸ σύστημα τοῦ νόμου τοῦ 1861, τοῦ ἰδικοῦ μας, δηλ. ὅτι ἡ παραχώρησις τοῦ μεταλλείου δίδεται μὲ τὴν ὑποχρέωσιν—ὄχι ὡς δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ὡς ὑποχρέωσις συγχρόνως,—νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἰδέας τοῦ δημοσίου συμφέροντος, περὶ τοῦ ὁποίου προνοεῖ τώρα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ εἰς τὸ ὁποῖον στηρίζεται ὁ Πρωσσικὸς νόμος. Ὅταν ἔγεινεν ὁ νόμος τοῦ 1810, ἀφῃρέθη τοῦτο, ἀνεξαρτήτως τοῦ δημοσίου συμφέροντος πάλιν, καὶ ἠγέρθησαν συζητήσεις μακραὶ περὶ τούτου. Λοιπὸν σήμερον δὲν καταργοῦμεν τὸν νόμον τοῦ 1861, ὁ ὁποῖος προβλέπει ἄλλην περίστασιν. Ὅταν ἁπλῶς δὲν ἐπιχειρῇ ὁ ἀναλαβὼν τὴν ἐκμετάλλευσιν, τότε τοῦ ἀφαιρεῖται ἡ παραχώρησις, καὶ γίνεται ἔκπτωτος, λόγῳ τῆς μακρᾶς ἀμελείας, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν αὐτὸς, καὶ χάριν τοῦ ἄλλου σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐν τῇ ἐκθέσει σας ἀναφέρετε, τοῦ σκοποῦ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς γενικῆς τοῦ μεταλλεύεσθαι ἐλευθερίας. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ὑποστηρίζεται ὅτι τὸ ἄρθρον 2 δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, καθόσον καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν δὲν λέγεται ὅτι ἀντεγράφη ἐκ τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου. Ἐξαιρετικῶς τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν ἀντεγράφη. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἀντεγράφη.
§123ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου μὲ ἐρωτᾷ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ἰσχύουσαι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 29 καὶ τοῦ ἄρθρου 55 τοῦ ὑφισταμένου νόμου, κατόπιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου· μὲ ἐρωτᾷ δὲ, διότι δὲν ἀντελήφθη, ἕνεκα τοῦ πλημμελοῦς κειμένου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐνώπιόν του, δὲν ἀντελήφθη τῆς μεγάλης ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν καθιστᾷ τὸ ἄρθρον 2. Τὸ ἄρθρον 2 καθιστᾷ αὐτὴν τὴν μεγάλην ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἀνεκήρυξε πρῶτος ὁ Ναπολέων, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπον, ἐπανέλαβεν ὁ Πρωσσικὸς νόμος τοῦ 1865, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία τοῦ μεταλλείου εἶναι ὡς πᾶσα ἄλλη ἰδιοκτησία, καὶ οὕτω δὲ καθιστᾷ μὲν τὴν ἰδιοκτησίαν ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, προστίθησι δὲ, ὅτι εἰς μίαν μόνην περίπτωσιν εἶναι ἀνακλητὴ ἡ ἰδιοκτησία αὕτη, ὅταν δημόσια συμφέροντα ἐπιβάλλωσι τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ ἐν τούτοις ὁ πρὸς ὃν ἐγένετο ἡ παραχώρησις δὲν ἐννοῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ.
§124ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν παραδέχεται.
§125ΡΑΛΛΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ παραδέχηται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ παραδέχεται τὸ κείμενον· ἐὰν δὲ συζητῶ, συζητῶ οὐχὶ διὰ νὰ πείσω τινὰ, ἀλλὰ διὰ νὰ δώσω τὴν ἀληθῆ ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου, ἡ ἀληθὴς δὲ ἑρμηνεία, ὡς εἶπον, τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καθιστᾷ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ μας μίαν ἀληθῶς ὑγιεστάτην ἀρχὴν, ὅπως τὴν ἐχαρακτήρισεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ἡ ἀρχὴ δὲ αὕτη ἡ μεγάλη τῆς πλήρους ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, οἱανδήποτε καὶ ἂν συναντήσῃ διάταξιν, ἀντιστρατευομένην πρὸς αὐτὴν, θέλει τὴν συντρίψει, καὶ θέλει συντρίψει ἐντεῦθεν καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 29 καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 55 τοῦ ὑφισταμένου νόμου, διότι εἶναι νεώτερος νόμος, καθιστῶν μίαν ἀρχὴν, τὴν συνταγματικὴν ἀρχὴν τοῦ ἀπαραβιάστου τῆς ἰδιοκτησίας.
§126ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Θὰ ὑποβάλω μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, καὶ θὰ τὴν αἰτιολογήσω. Ἐγὼ, ὡς ὑπεσχέθην, ἐπί τινων ἄρθρων θὰ ὑποβάλω τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας νομίζω χρησίμους. Ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου μὲν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ αʹ ἐδάφιον, εἶμαι ἐντελῶς ὑπὲρ τοῦ κειμένου, ὡς ἔχει, διότι νομίζω, ὅτι τὸ κείμενον ἐκφράζει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντιλαμβάνομαι. Ἐπὶ τοῦ βʹ ἐδαφ. τοῦ ἄρθρου 2 ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Ἀλλὰ πρὸ τοῦ ὑποβάλω αὐτὴν πρέπει νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου δι’ ὀλίγων. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, κύριοι Βουλευταὶ, πρόκειται νὰ καθορίσωμεν διάταξιν ἐπιβάλλουσαν ἀπώλειαν δικαιωμάτων, αἱ δὲ διατάξεις αἱ ἐπιβάλλουσαι ἀπώλειαν δικαιωμάτων πρέπει νὰ ἦναι ὁπωσδήποτε καὶ σαφεῖς καὶ νὰ παρέχωσι πᾶσαν εὐκολίαν εἰς ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου τὸ δικαίωμα θέλει ἀπολεσθῆ, νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἀπώλειαν. Ταύτην τὴν ἔλλειψιν πάσχει τὸ βʹ ἐδάφιον, διότι, ὡς παρετήρησα καὶ ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μήλου συνάδελφος παρετήρησε, δὲν τάσσει προθεσμίαν τινὰ, ἐντὸς τῆς ὁποίας, ἂν ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου δὲν πειθαρχήσῃ εἰς τὴν πρόσκλησιν τοῦ μηχανικοῦ, νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀπώλεια,—διότι, ὡς εἶπον, εἶναι ποινὴ τῆς ἀπειθείας πρὸς τὴν πρόσκλησιν τῆς ἀρχῆς —δεύτερον δὲν τάσσει δικονομικόν τι μέσον, δὲν δίδει ἔνδικόν τι μέσον κατὰ τῆς τοιαύτης προσκλήσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τόσον ἐπουσιώδης, ἀλλ’ ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀπαρχὴ καὶ τὸ τέλος τῆς ἀπωλείας ἑνὸς τῷ ὄντι σπουδαίου δικαιώματος. Ἡ Πρωσικὴ νομοθεσία, ὡς καὶ ἡ Αὐστριακὴ,—διότι ἐκεῖ, ὡς εἶπον, ἔχοντες τελειότατον νόμον ἀπὸ 260 περίπου ἄρθρα, προνοοῦσι περὶ τούτου—ἰδοὺ τί λέγει. Κατὰ τὸ ἄρθρον 191 τίθεται γενικῶς ὡς κανὼν (ἀναγινώσκει): «Ἐναντίον πάσης διανομῆς καὶ ἀποφάσεως τοῦ ἐπὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως μηχανικοῦ ἐπιτρέπεται πάντοτε προσφυγὴ εἰς τὴν ἀνωτέραν ἐπὶ τῶν μεταλλείων ἀρχὴν, καὶ ἐναντίον πάσης ἀποφάσεως τῆς τελευταίας ταύτης ἀρχῆς ὁμοίως προσφυγὴ, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπαγορεύεται ῥητῶς διὰ τοῦ νόμου, πρὸς τὸν ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου Ὑπουργὸν»—διότι ἔχουσι τὴν τύχην νὰ ἔχωσι καὶ Ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν ἀπεκτήσαμεν ἀκόμη αὐτὴν τὴν τύχην. Ἀλλὰ κατὰ τὰ ἄρθρα 194–196 ἐπιτρέπεται προσφυγὴ κατὰ μὲν τῶν ἀποφάσεων τοῦ μηχανικοῦ —πάσης ἀποφάσεως, πάσης πράξεως—εἰς τὴν ἀνωτέραν Μεταλλευτικὴν ἀρχὴν, κατὰ δὲ τῆς ἀποφάσεως τῆς Μεταλλευτικῆς ἀρχῆς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου. Λοιπὸν ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον—καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπαναλάβω πάλιν τοῦτο—ἔλαβε τὸ ἄρθρον 65 τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου καὶ δὲν εἶδεν ἐκεῖ, ἂν καθιεροῦται προσφυγὴ εἰς ἀνωτέραν τινὰ ἀρχὴν, διότι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ καθιερωθῇ προσφυγὴ ἐν ἄρθρῳ 65, ἀφοῦ ὑπάρχει γενικὸν κεφάλαιον περὶ τῶν προσφυγῶν κατὰ πάσης πράξεως τοῦ μηχανικοῦ καὶ τῆς ἀνωτέρας ἀρχῆς, φθάνει τέλος πάντων μέχρι τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐμπορίου. Λοιπὸν ἐκ τοιούτων ἰδεῶν ἀναχωρῶν, ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν ὡς ἔχει. Τὸ ἐδάφ. βʹ τοῦ ἄρθρου 2 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικὸς ὀφείλει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ προσκαλέσῃ τὸν ἰδιοκτήτην, ἀφοῦ προηγουμένως ἀκούσει τῶν ὑπ’ αὐτοῦ προτεινομένων λόγων, νὰ ἐπιχειρήσῃ ἢ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἀπειλῶν ἐν ἀπειθείᾳ τὴν ἀνάκλησιν τῆς παραχωρήσεως. Κατὰ τῆς τοιαύτης προσκλήσεως τοῦ μηχανικοῦ ἐπιτρέπεται προσφυγὴ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν»,—διότι δὲν ἔχομεν Ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου.
§127ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. «Ἐπὶ ἀπειλῇ», ἀντὶ «ἀπειλῶν», νὰ τεθῇ.
§128ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ τοιουτοτρόπως τὸ ὑποβάλλω. Βεβαίως τὸ ἴδιον εἶναι. Αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὸ ἄρθρον 2.
§129Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ.....
§130ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν τίθεται προθεσμία. Ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος ἐζήτησε προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ κάμνῃ ἔναρξιν ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου.
§131ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ προθεσμία ὑπάρχει.
§132ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πρόκειται νὰ προσκληθῇ ὁ παύσας τὴν ἐκμετάλλευσιν ἢ διακόψας τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας του, διότι λόγοι δημοσίου συμφέροντος ἐπιβάλλουσι τοῦτο. Λοιπὸν δὲν εἶναι δίκαιον νὰ τάσσηται προθεσμία τις; Διότι τὴν μίαν ἡμέραν προσκαλεῖ ὁ μηχανικὸς, ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον, λέγων: «Κύριε, ἐπαναλάβετε τὰς ἐργασίας σας»· τὴν ἄλλην ἡμέραν, ἐπειδὴ δὲν ἐπανέλαβε, κηρύσσεται ἔκπτωτος! Θέλετε, Κύριοι, τοιαύτην νομοθεσίαν νὰ καθιερώσωμεν; Ὅταν δὲν τάσσηται προθεσμία τις, θὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ μηχανικοῦ, τὴν μὲν μίαν ἡμέραν νὰ προσκαλῇ πρὸς ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, τὴν δ’ ἐπιοῦσαν νὰ κάμνῃ ἔκθεσιν, ὅταν δὲν τὸν δεσμεύῃ τι; Κατ’ αὐτῆς δὲ τῆς πράξεως τοῦ μηχανικοῦ, ἡ ὁποία ἄγει εὐθὺ εἰς τὴν ἀπώλειαν τῶν δικαιωμάτων, ἐνόμισα πρέπον, ἀφοῦ ὑπάρχει κατὰ τὴν προηγουμένην νομοθεσίαν προσφυγή τις, νὰ καθιερώσωμεν καὶ ἡμεῖς αὐτήν. Ὁ μηχανικὸς π. χ. λέγει, ὅτι ὑπάρχει δημοσία ἀνάγκη, καὶ ὑπάρχει, διότι τὸ βλέπει εἰς τὸ ὄνειρόν του· νὰ μὴ δύναται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ εἴπῃ: «θὰ ἀπευθυνθῶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ ἀποφανθῇ»;
§133ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πιθανὸν μεταξὺ τῆς διακοπῆς ἢ τῆς παύσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ μεταλλείου καὶ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀπεφάσισεν ὁ μηχανικὸς νὰ προσκαλέσῃ αὐτὸν εἰς ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν, νὰ παρῆλθε καιρὸς μακρὸς, καὶ ἓν ἔτος καὶ δύο ἔτη, ἐργάται δὲ πλέον νὰ μὴ ὑπάρχωσι πρόχειροι, ἢ νὰ ἐπῆλθον καταπτώσεις ἢ ἄλλαι ζημίαι, καὶ νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη χρόνου πρὸς ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιάζηται ὁ μηχανικὸς μετὰ μίαν διακοπὴν τοιαύτην καὶ νὰ λέγῃ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην: «Κύριε, θέλω ν’ ἀρχίσῃς»; Καὶ ἂν μετὰ τρεῖς ἢ δέκα ἡμέρας ἡ ἐργασία δὲν ἤρχισε, διότι τῷ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἀρχίσῃ, εἶναι δίκαιον νὰ τὸν ἀποβάλωμεν ἐκ τῆς ἰδιοκτησίας του; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι δικαιοτάτη ἡ προθεσμία τῶν ἓξ μηνῶν.
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, καθ’ ἃ ἔλεγεν, ἔχει οὐχὶ ἁπλοῦν σκοπὸν, ἀλλὰ πολλοὺς σκοπούς· ἔχει πρῶτον σκοπὸν, νὰ διασώσῃ, ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὰ δικαιώματα τοῦ λαβόντος τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀπὸ τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ μηχανικοῦ· ἔχει δεύτερον σκοπὸν, νὰ καθάρῃ τὴν φράσιν τοῦ ἄρθρου, πρὸς τιμὴν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Θέλω παρατηρήσει εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι δυστυχῶς καὶ κατὰ τοὺς δύο σκοποὺς ἀποτυγχάνει. Ἐν πρώτοις εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν τὸν διοικητικὸν διοργανισμὸν, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἐν Αὐστρίᾳ, καὶ τοῦτο εἶναι φυσικὸν, διότι εἴμεθα μικρὸν Κράτος, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ὀργανωθῶμεν οὕτως, ὡς τυγχάνουσιν ὠργανωμένα τὰ μεγάλα Κράτη. Λοιπὸν ἔχομεν μηχανικὸν, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἀρχὴν ἀνωτέραν τοῦ μηχανικοῦ, ὅπως προσφύγωμεν εἰς αὐτὴν κατὰ δεύτερον βαθμὸν, καὶ ἐπὶ τέλους φθάσωμεν κατὰ τρίτον βαθμὸν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ ἐμπορίου. Ὁ ὀργανισμὸς παρ’ ἡμῖν τῆς διοικήσεως παρέχει ἕνα εἰδικὸν ἄνθρωπον, τὸν μηχανικὸν τὸν ἐπὶ τῶν μεταλλείων. Οὗτος κρίνει, ἡ κρίσις δ’ αὐτοῦ ἐξωτερικεύεται διὰ πολλῶν πράξεων, ἀλλὰ πράξεων ἀλληλοδιαδόχων, οὐχὶ ἐφ’ ἅπαξ συλλήβδην ἐκτελουμένων (ἀναγινώσκει τὴν § βʹ τοῦ ἄρθρου 2): «Ὁ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικὸς ὀφείλει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ προσκαλέσῃ τὸν ἰδιοκτήτην, ἀφοῦ προηγουμένως ἀκούσῃ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ προτεινομένων λόγων, νὰ ἐπιχειρήσῃ ἢ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἐὰν δ’ οὗτος καὶ μετὰ τοῦτο φανῇ ὀκνῶν, νὰ ἀπειλήσῃ, ὅτι θέλει προκαλέσει τὴν ἀνάκλησιν τῆς παραχωρήσεως.» Ἔπειτα ὁ κ. συνάδελφος, ἐκ ζήλου γραμματικοῦ, ἐπρότεινε τὰς λέξεις «νὰ ἀπειλήσῃ» νὰ μεταβάλῃ εἰς μετοχὴν, «ἀπειλῶν», ἑπομένως συνεχώνευσε τὸ δεύτερον στάδιον τῆς ἀπειλῆς μετὰ τοῦ πρώτου, κατὰ τὸ ὁποῖον λαμβάνει χώραν ἡ πρόσκλησις τοῦ νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς εἶπεν, ὁ διοικητικὸς ὀργανισμὸς ἡμῶν διαφέρει ἀπὸ τὸν διοικητικὸν ὀργανισμὸν τῆς Αὐστρίας, ἡμεῖς ἐθήκαμεν εἰς κίνησιν πάντα τὰ μηχανήματα τοῦ ὑπάρχοντος μηχανισμοῦ. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐκτὸς τοῦ μηχανικοῦ τῶν μεταλλείων δεύτερον Σῶμα, συμβουλευτικὸν τῆς Διοικήσεως, τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, τοῦ ὁποίου τὰς ἐργασίας διευθύνει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀκολουθῶν τὴν γνώμην αὐτοῦ. Ἐὰν ὑπάρξῃ λοιπὸν δισταγμὸς, ὅτι ἡ κρίσις τοῦ μηχανικοῦ εἶναι πλημμελὴς, κρίσις ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη διὰ δύο σταδίων, πρῶτον διὰ τῆς προσκλήσεως τοῦ ἰδιοκτήτου νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, δεύτερον, ἐν ἀδιαφορίᾳ τοῦ λαβόντος τὴν ἐκμετάλλευσιν, διὰ τῆς ἀπειλῆς, ἡ ὑπόθεσις μεταβιβάζεται εἰς τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θέλει ἐξετάζει, ἐὰν ἡ κρίσις τοῦ μηχανικοῦ ἦτο ἐσφαλμένη. Ὑπάρχουσιν ἄρα ἐγγυήσεις, ὅτι ἡ ἐξέτασις θὰ ἦναι εὔλογος καὶ δικαία, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων γνωμοδοτήσεων ὁ Ὑπουργὸς ἀποφαίνεται. Ἑπομένως, ἐὰν δὲν ἔχωμεν τρεῖς βαθμοὺς μέχρι τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔχομεν ὅμως δύο βαθμοὺς, καὶ ἐνῷ κατὰ τοὺς Αὐστριακοὺς νόμους ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ, καθ’ ἃ ἐξέθηκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, εἶναι ἐνέργεια διοικητοῦ, μὴ ἔχοντος συμβουλευτικόν τι σῶμα παρ’ ἑαυτῷ, διότι περιεστάλη εἰς τὸ δεύτερον στάδιον, ἡμεῖς ἔχομεν τὸν Ὑπουργὸν ὑποτασσόμενον εἰς τὰς γνώμας τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου. Ἑπομένως δὲν εὑρίσκω ὅτι ὑπάρχουσιν ὀλιγώτεραι ἐγγυήσεις κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἢ ὅτι ἐλλείπουσιν ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ ὑπάρχωσιν, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουσιν. Ὡς πρὸς τὸ γραμματικὸν μέρος, παρετήρησα ὅτι ὅλα ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς λέξεως «ὀφείλει» (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικὸς ὀφείλει νὰ προσκαλέσῃ τὸν ἰδιοκτήτην, ἀφοῦ προηγουμένως ἀκούσῃ... Ἐὰν δὲ οὗτος καὶ μετὰ τοῦτο φανῇ ὀκνῶν, νὰ ἀπειλήσῃ...» Τὴν φράσιν δὲν εὑρίσκω κακόζηλον, ἐνῷ, ἂν μετεβάλλετο κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μαντινείας: «ὁ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικὸς ὀφείλει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ προσκαλέσῃ τὸν ἰδιοκτήτην, ἀφοῦ προηγουμένως ἀκούσῃ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ προτεινομένων λόγων, νὰ ἐπιχειρήσῃ ἢ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἐὰν δ’ οὗτος καὶ μετὰ τοῦτο φανῇ ὀκνῶν, ἀπειλῶν ὅτι θέλει προκαλέσῃ τὴν ἀνάκλησιν τῆς παραχωρήσεως», καὶ ἡ φράσις δὲν εἶναι ὀρθή, καὶ κατ’ ἔννοιαν συγχωνεύεται εἰς ἓν στάδιον ἡ ἐνέργεια τοῦ μηχανικοῦ, οὕτω δὲ, ἀντὶ νὰ ἀσφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ ἰδιοκτήτου, ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, σπεύδει νὰ φθάσῃ εἰς... (πρὸς τὸν κ. Τριανταφυλλάκον) δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ Γερμανικὸν ὄνομα τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἀνεφέρατε.
§135ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Oberbergamt (ἱλαρότης).
§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.....
§137ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζει, ὅτι ἐγὼ διὰ τῆς τροπολογίας παρέχω ὀλιγωτέρας ἐγγυήσεις εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ μεταλλείου. Ἀλλ’ ἵνα κατορθώσῃ τοῦτο, εἶχεν ἀνάγκην ὀλίγων ἀφαιρέσεων· ἀφῄρεσε λοιπὸν τὴν προθεσμίαν, τὴν ὁποίαν ἔθηκα. Ἐγὼ ἔθηκα προθεσμίαν ἓξ μηνῶν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀντὶ νὰ ἔχωμεν τὰ δύο ταῦτα στάδια, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπακολουθήσωσιν ἐντὸς εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν κατὰ τὸ νομοσχέδιον, νὰ προσκαλέσῃ ὁ μηχανικὸς τὸν ἰδιοκτήτην τὴν μίαν στιγμὴν καὶ ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ δευτερολέπτου νὰ τὸν ἀπειλήσῃ,—διότι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ οὐδεὶς χρονικὸς περιορισμὸς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν ἐννοῶ πῶς δὲν δύναται ὁ μηχανικὸς νὰ προσκαλέσῃ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸν ἰδιοκτήτην, καὶ τὴν πρωΐαν νὰ τῷ εἴπῃ: «παρήκουσες, Κύριε» (διότι εἰς τὰ μεταλλεῖα ἐργάζονται καὶ τὴν νύκτα),—ἀντὶ τούτων δὲν ἔθηκα ἐγὼ διὰ τῆς τροπολογίας ἀσφάλειαν περισσοτέραν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἢ τὸ νομοσχέδιον; Ὀρθῶς εἶπον λοιπὸν, ὅτι, ἵνα φθάσητε εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσατε, ἀφῃρέσατε τὴν προθεσμίαν τὴν ἑξάμηνον.
§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον τοὺς λόγους, δι’ οὓς τὴν ἀφῄρεσα.
§139ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ λεκτικὸν μέρος, δὲν ἔκαμα τίποτε ἄλλο ἢ νὰ μεταφράσω τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ Γερμανικοῦ νόμου, καὶ νομίζω ὅτι αὕτη εἶναι ἡ ἀκριβεστέρα μετάφρασις, εἶναι δὲ καὶ ἡ ὀρθοτέρα, διότι ἐκεῖ τὸ κείμενον ἔχει, ὡς ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν ταύτην, προθεσμίαν, καὶ δὲν ὑπάρχει δεύτερον στάδιον, ἀλλ’ ἀμέσως ὁ μηχανικὸς προσκαλεῖ τὸν ἰδιοκτήτην ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας του.
§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγώ, ἐπειδὴ ἐνδιαφέρομαι δι’ ὑμᾶς, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ μετάφρασις ἐγένετο διὰ φράσεως καλλιεποῦς (ἱλαρότης).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ταταράκη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς διωρθώθη κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§142Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρεδέχθη τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν προχθὲς ἔκαμα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅτι δύναται ἡ φράσις «διὰ Β. Διατάγματος» ν’ ἀντικατασταθῇ «δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ». Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν εὑρίσκω ἀνάρμοστον καὶ τὸ νὰ ὑποβάλληται ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ, ἡ κηρύττουσα ἔκπτωτον τὸν κύριον τοῦ μεταλλείου, εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Πρωτοδικείου.
§143Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἐπῆλθε διόρθωσίς τις εἰς τὴν αʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου 1, συνεπείᾳ παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3.
§145Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 θέλω νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἡ αὐτὴ τροποποίησις, καὶ πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 10, ἵνα μὴ ἐπαναλάβω τὴν παρατήρησιν καὶ ἐκεῖ. Κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ.
§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μήλου ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι ἔλεγον προχθές, ὅτι ἡ Διοίκησις ἐκπροσωπεῖται διὰ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διὰ τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν τῶν διαφόρων κλάδων, τὰς πράξεις δ’ αὐτῶν πρέπει νὰ περιβάλλωσι διὰ τοῦ κύρους τῆς βασιλικῆς ὑπογραφῆς, διότι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ εἶναι ὄργανα αὐτῆς· ἑπομένως, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ἀποφήνηται ἡ ἀνωτάτη Διοίκησις, ἔπρεπε νὰ ἐκδηλωθῇ ἡ ἀπόφασις αὐτῆς διὰ Β. Διατάγματος, φέροντος τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μήλου νομίζῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνεται οὕτως, ἀλλὰ νὰ γίνηται, ἁπλῶς δι’ ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ὅπως γίνηται δι’ ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀντὶ τῶν λέξεων «διὰ Β. Διατάγματος ἐκδιδομένου» τίθεται: «δι’ ἀποφάσεως τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν, ἐκδιδομένης». Μετὰ δὲ τὸ «1861» προστίθεται: «ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ΣΚΗʹ τῆς 26 Ἀπριλίου 1867». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ὑπάρχει προσθήκη τοῦ βουλευτοῦ Τήνου κ. Μαυρομαρᾶ, ἔχουσα ὡς ἑξῆς.
§148ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 4 νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «Ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως ὅμως τῆς περὶ ἐκπτώσεως ἀποφάσεως δὲν δικαιοῦται νὰ ἄρῃ ἐκ τοῦ μεταλλείου οὐδὲν ὑλικὸν, ἀναγόμενον εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου, ὅπερ κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικοῦ ἤθελεν εἶσθαι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς μεταλλεύσεως τοῦ μεταλλείου.»
§149ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἡ προσθήκη αὕτη ἔχει τὸν ἑξῆς σκοπὸν, νὰ προλάβῃ πᾶσαν καταστροφὴν τοῦ μεταλλείου ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκηρύχθη ἔκπτωτος ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου, ἵνα μὴ καταστρέψῃ ὅλα τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς ἐργασίας τοῦ μεταλλείου. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἶναι οὐσιωδεστάτη ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν προτείνω πρὸς ὄφελος αὐτῆς τῆς μεταλλευτικῆς ἐργασίας, διότι δύναται ὁ κηρυττόμενος ἔκπτωτος, ἀπὸ τῆς ἐκπτώσεως αὐτοῦ νὰ καταστρέψῃ ἢ ἀφαιρέσῃ διάφορα ὑλικὰ, καὶ νὰ ἐπιφέρῃ πολλὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι καταστρέφουν τὸν σκοπὸν τῆς ἐκμεταλλεύσεως.
§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὐθὺς ὡς κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἐκεῖνος, εἰς ὃν ἐγένετο ἡ παραχώρησις, ἡ Διοίκησις θὰ φροντίσῃ, θὰ θέσῃ φύλακας, θὰ φρουρήσῃ αὐτὸ, θὰ τὸ προφυλάξῃ ἀπὸ πάσης κλοπῆς καὶ ἀφαιρέσεως. Εἶναι καθῆκόν της. Δὲν θὰ τὸ ἀφήσῃ εἰς διαρπαγὴν, δὲν εἶναι δυνατόν.
§151ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Αὐτὸ εἶναι νομιζόμενον, δὲν εἶναι ὅμως τοῦ νόμου ὑποχρέωσις. Ἄλλο εἶναι, ὅταν ὑπάρχῃ εἰς τὸν νόμον.
§152ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν. Κατὰ τὸν Πρωσσικὸν νόμον, ὑπάρχει τῷ ὄντι προθεσμία τεσσάρων ἑβδομάδων διὰ τὴν προσφυγὴν ταύτην εἰς τὸ δικαστήριον, ἀλλ’ ἐν Γερμανίᾳ ἡ ἀντίῤῥησις ἢ ἡ προσφυγὴ εἰσάγεται εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον τοῦ τόπου, ὅπου κεῖται τὸ μεταλλεῖον, ὡς καὶ παρ’ ἡμῖν, κοινοποιεῖται ὅμως εἰς τὴν Oberbergamt, τὴν ἐπὶ τῶν μεταλλείων ἀρχὴν,—καὶ ἀναλόγως τῶν διαφόρων διαμερισμάτων ὑπάρχουσι πολλαὶ τοιαῦται. Εἶναι πρόχειρος λοιπὸν ἡ κοινοποίησις, ἀλλ’ ὡς γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παρ’ ἡμῖν ἰσχύει νόμος εἰδικὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ δικόγραφα, τὰ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπευθυνόμενα, πρέπει νὰ κοινοποιῶνται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· ὁπουδήποτε λοιπὸν τῆς ἐπικρατείας ἂν κεῖται τὸ μεταλλεῖον, πρέπει νὰ ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου εἰς Ἀθήνας, διὰ νὰ κοινοποιήσῃ· ἐὰν ὅμως τὸ μεταλλεῖον κεῖται εἰς τὴν Ἀνάφην, ὅπου δὲν ὑπάρχει συγκοινωνία, τότε εἶναι κίνδυνος νὰ χάσῃ αὐτὸς τὸ δικαίωμά του. Διὰ τοῦτο, ὡς ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων τῆς νομοθεσίας μας, ἡ προθεσμία τῶν τεσσάρων ἑβδομάδων, ἡ αὐξηθεῖσα ἐπιεικῶς εἰς 30 ἡμέρας, εἶναι ἀνεπαρκής, ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ ἀπωλείας δικαιώματος, πρέπει νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ κοινοποιῇ τὸ δικόγραφον εἰς τὸν ἔφορον, ἢ, ἐὰν θέλητε, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἡ συνάφεια ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, νὰ κοινοποιῆται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε ἡ διοίκησις νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ὅλων· ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ ὁρίσωμεν προθεσμίαν μεγαλειτέραν.
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν σᾶς ἐμποιεῖ ἀπορίαν ἡ ἀβελτηρία τοῦ κυρίου τοῦ μεταλλείου, νὰ ὑποβάλῃ ἔγγραφον αἴτησιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, καὶ νὰ μὴ περιμείνῃ τὴν ἔκβασιν, ἀλλὰ νὰ ἀναχωρήσῃ... εἰς τὴν Ἀνάφην;
§154ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὄχι, εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἀνάφην.
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ δὲν ἦλθεν αὐτὸς ἐδῶ, ὅταν τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον ἐπρόκειτο ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς τύχης του;
§156ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δυνατὸν νὰ μὴ ἔλθῃ.
§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔστω, δέχομαι. Ἄς αὐξηθῇ ἡ προθεσμία εἰς 40 ἡμέρας.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μαυρομαρᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, ὅπως ἡ προθεσμία αὐξηθῇ εἰς 40 ἡμέρας, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§159Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγένετο ἡ παρατήρησις κατ’ ἐπανάληψιν, οὐ μόνον παρ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ καὶ παρ’ ἄλλων συναδέλφων, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ δικαίωμα εἴτε τῆς ἀνακοπῆς εἴτε τῆς ἐφέσεως....
§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ παραχωρηθῇ δικαίωμα ἐνδίκων μέσων κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου, ἔπρεπε νὰ τὸ ἀναγράψῃ ὁ νόμος, ἀλλὰ ὁ νόμος δὲν τὸ ἀνέγραψεν’ ἑπομένως συνάγεται, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου εἶναι ὁριστική.
§161Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον, διότι ὁ κανὼν εἶναι, εὐθὺς ὡς ἡ ὑπόθεσις ἔλθῃ ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου, νὰ γίνηται χρῆσις ὅλων τῶν ἐνδίκων μέσων.
§162Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Πρωτοδικεῖον δικάζει ὡς Ἐφετεῖον ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως...
§163Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δικάζει ὡς τακτικὸν δικαστήριον, ἑπομένως θὰ γείνῃ χρῆσις ὅλων τῶν ἐνδίκων μέσων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἐξήγησις. Γνωρίζω ἐκ πείρας πόσαι ἀμφιβολίαι ἐγεννήθησαν, καὶ πόσα δύνανται νὰ συμβῶσι μὲ αὐτὴν τὴν παράλειψιν, ἐνῷ εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ ἐξηγηθῇ· ἀπὸ ἰδιοτροπίαν δυνάμεθα νὰ μὴ τὸ ἐξηγήσωμεν.
§164Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Πρωτοδικεῖον θὰ δικάζῃ δυνάμει τοῦ νόμου αὐτοῦ ὡς Ἐφετεῖον ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο θὰ δικάζῃ ἀνεκκλήτως.
§165ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μολονότι κατὰ κόρον ἐπανελάβομεν ὅτι ἡ μετάφρασις δὲν ἐγένετο πιστῶς, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ ἄρθρον 158 τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, ἐξ οὗ ἐλήφθη, λέγει ὡρισμένως, ἐὰν τελεσιδίκως ἀπεῤῥίφθη.
§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε νὰ προστεθῇ ἡ ἔννοια τοῦ τελεσιδίκως;
§167ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μάλιστα.
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν.
§169ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Νὰ προστεθῇ «ἢ ἂν ἀπεῤῥίφθη αὕτη ἀνεκκλήτως».
§170Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πάλιν μένει κενὸν, διότι εἶναι τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀναιρέσεως.
§171ΠΕΡΡΟΣ. Ἵνα ἀρθῇ πᾶσα ἀμφιβολία, νὰ διατυπωθῇ οὕτω: «ἢ ἂν ἀπεῤῥίφθη αὕτη ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου, δικάζοντος ἀνεκκλήτως».
§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς τεθῇ οὕτω.
§173Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αἴτησις ἀναιρέσεως δὲν ἐπιτρέπεται.
§174ΠΕΡΡΟΣ. Εἶναι ἔκτακτον ἔνδικον μέσον.
§175Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νὰ τὸ εἴπωμεν.
§176ΠΕΡΡΟΣ. Τότε ἀντὶ «ἀνεκκλήτως» νὰ τεθῇ «ἀμετακλήτως». (Οὕτω τροποποιηθὲν τὸ ἄρθρον 5, γίνεται δεκτόν).
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§178ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Ἐὰν τὸ μεταλλεῖον ἐκποιηθῇ δικαστικῶς, ἢ ἀπαλλοτριωθῇ εἰς πλειστηριασμόν, καὶ ὁ ἐνυπόθηκος δανειστὴς ἢ ὁ ἔχων ἐμπράγματα δικαιώματα ἐπ’ αὐτοῦ ἱκανοποιηθῇ καὶ διὰ τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν κατέβαλεν, ὅπως ἐκποιηθῇ τὸ κτῆμα, καὶ διὰ τὴν ἀπαίτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ διὰ τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐγγράψει ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ μεταλλείου, καὶ μείνῃ περίσσευμα ἐκ τοῦ ἐκπλειστηριάσματος, τίς θὰ λαμβάνῃ τὸ περίσσευμα τοῦτο; ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μεταλλείου, ἢ τὸ δημόσιον ταμεῖον; Φρονῶ ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ ὁρισθῇ.
§179Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος δὲν ὁμιλεῖ περὶ δημεύσεως.
§180ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ κάμνω ἐπίτηδες τὴν παρατήρησιν αὐτὴν, ἵνα δοθῇ ἐξήγησις, καὶ ἐὰν μὲν θεωρηθῇ ἀναγκαῖον, νὰ διορθωθῇ τὸ ἄρθρον, ἐὰν δὲ δὲν θεωρηθῇ ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, νὰ γραφῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, εἰς τίνα θὰ περιέρχηται τὸ περίσσευμα τοῦ ἐκπλειστηριάσματος, εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἢ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην;
§181ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου εἶναι ὀρθοτάτη, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι ἀναπληροῦται ὑπὸ τοῦ κειμένου νόμου τοῦ 1861, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐν ἄρθρῳ 55, προνοῶν περὶ πλειστηριασμοῦ ἐν περιπτώσει ἀπειθείας, λέγει ῥητῶς, ὅτι τὸ περίσσευμα ἀνήκει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην.
§182ΠΕΡΡΟΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐκπτώσεως.
§183ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 55 τοῦ νόμου τοῦ 1861 πρόκειται περὶ ἐκπτώσεως. Ἐκπίπτει τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ μεταλλείου ὁ ἰδιοκτήτης, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς ἀρχῆς διακόψῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν· τί γίνεται δὲ τότε; ὁ νόμος λέγει, ὅτι τὰ περίσσευμα μεταβαίνει εἰς τὸν πρώην ἰδιοκτήτην ἢ τοὺς δικαιούχους αὐτοῦ. Ἡ ἀπορία τοῦ συναδέλφου ἦτο λογικωτάτη· καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν ἀπορίαν αὐτήν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι διὰ τοῦ μνησθέντος ἄρθρου τοῦ νόμου τοῦ 1861 λύεται· ὅταν δὲ γείνῃ καὶ διασάφησις ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ τροποποιήσωμεν τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, νομίζω ὅτι ἀρκοῦσα εἶναι ἡ λύσις. ..........................................
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§185ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Παρατηρῶ μίαν ἀντίφασιν μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 8 καὶ τοῦ ἄρθρου 6. Κατὰ τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6 ἐλήφθη πρόνοια, ἐν ᾗ περιπτώσει κύριός τις μεταλλείου κηρύσσεται ἔκπτωτος, ὅπως μὴ παραβλαφθῶσι τὰ δικαιώματα τῶν τρίτων. Οἱ τρίτοι οὗτοι εἶναι οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ, καὶ τὰ δικαιώματα ταῦτα ἐξασφαλίζονται κατὰ τὸν τρόπον τὸν διαγραφόμενον ἐν τοῖς ἄρθροις 5 καὶ 6· κοινοποιεῖται δηλ. ἡ ἀπόφασις πρὸς τοὺς τρίτους, αὐτοὶ δὲ ἐντὸς προθεσμίας προκαλοῦσι τὸν πλειστηριασμὸν τοῦ ἐνυποθήκου μεταλλείου, καὶ τοιουτοτρόπως πληρώνονται. Κατὰ τὸ ἄρθρον ὅμως 8, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ περὶ παραιτήσεως, ἂν γείνῃ δεκτὴ ἡ παραίτησις ἀπὸ τοῦ μεταλλείου, λαμβάνεται μόνον πρόνοια, ὅτι οἱ τρίτοι τηροῦσι τὰ δικαιώματά των ἐν ἀσφαλείᾳ, ἀλλὰ λαμβάνεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὡς πρόνοια ἐντελῶς ἀπόλυτος. Ἂν ψηφίσωμεν λοιπὸν τὸν νόμον ὡς ἔχει, τότε, γενομένης παραιτήσεως ὑπὸ ἰδιοκτήτου τινὸς μεταλλείου, οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ καὶ οἱ ἔχοντες πραγματικὰ δικαιώματα θὰ μένωσιν ἔχοντες τὰ ἐγγεγραμμένα δικαιώματα ἐπὶ τοῦ μεταλλείου, ἐνῷ βεβαίως ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου καὶ ἐπὶ τῆς παραιτήσεως καὶ ἐπὶ τῆς ἐκπτώσεως εἶναι νὰ διαφυλάξῃ τὰ δικαιώματα, ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ ἄρθρον 6, ὡς καὶ κατὰ τὸν Γερμανικὸν νόμον. Λοιπὸν νὰ τεθῇ «διατηροῦσι τὰ δικαιώματά των κατὰ τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6.»
§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τί τοὺς ὠφελεῖ νὰ διατηρῶσι τὰ δικαιώματά των, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἐνασκήσωσι;
§187ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Λοιπὸν νὰ προστεθῇ «κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἄρθρα 5 καὶ 6», ὅπως ἡ ἔννοια γείνῃ πλήρης καὶ ὁμοιόμορφος.
§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς προστεθῇ.
§189Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἐπιγραφὴν, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δίδει τὸν χαρακτῆρα εἰς τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιγράφεται «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυχείων νόμων», δὲν ἐπιγράφεται «περὶ καταργήσεως τῶν περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυχείων νόμων καὶ ἀντικαταστάσεως αὐτῶν». Ἑπομένως πᾶσαι αἱ διατάξεις τῶν κειμένων νόμων, αἵτινες δὲν τροποποιοῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ, πᾶσαι δὲ αἱ διατάξεις τῶν κειμένων νόμων, αἵτινες τροποποιοῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, αὗται ἐκλείπουσι πλέον. Μάλιστα σκοπῶ νὰ προτείνω εἰς τὸ τέλος ἄρθρον 14, ὡς ἑξῆς: «Αἱ διατάξεις τοῦ ΧϞʹ περὶ μεταλλείων νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1861 ἰσχύουσιν, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν τροποποιοῦσιν αὐτὰς αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου.»
§190Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ προσθέσητε καὶ τὸν νόμον τοῦ 1867.
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι παρακολούθημα τοῦ νόμου τοῦ 1861, ἀλλὰ τὸ δέχομαι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει).
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§193Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ μετὰ τὰς ἐν τῷ αʹ ἐδαφίῳ λέξεις «τῆς 22 Αὐγούστου 1861» ἡ φράσις «ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ΣΚΗʹ τοῦ 1867». Εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ.
§194ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Κατόπιν τῆς διορθώσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ ἄρθρον 3, ἀντικατασταθείσης τῆς φράσεως «διὰ Β. Διατάγματος» διὰ τῆς φράσεως «δι’ ἀποφάσεως τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν», βεβαίως τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου πρέπει ὡσαύτως νὰ διορθωθῇ. Ἐπίσης πρέπει, συμφώνως τῇ παρατηρήσει τοῦ ἐκ Βόλου ἀξιοτίμου συναδέλφου, νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ΣΚΗʹ τοῦ 1867».
§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, καὶ αἱ δύο παρατηρήσεις εἰσὶν ὀρθαὶ, καὶ παρακαλῶ, τὸ ἄρθρον οὕτω νὰ διορθωθῇ. (Οὕτω τροποποιηθὲν τὸ ἄρθρον 7, γίνεται δεκτόν.)
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§197ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα)
§198Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ πρέπει νὰ προστεθῇ τὸ «ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ΣΚΗʹ τοῦ 1867».
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 8 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς. Μετὰ τὰς λέξεις «22 Αὐγούστου 1861» προσετέθη «ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ΣΚΗʹ τοῦ 1867»· ἐν τέλει δὲ τοῦ βʹ ἐδαφίου προσετέθησαν αἱ λέξεις «κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἄρθρα 5 καὶ 6». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§200ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι τὸ ἄρθρον 9 προβλέπει μόνον περὶ τῆς περιπτώσεως καθ’ ἣν ἰδιοκτήτης τοῦ μεταλλείου εἶναι εἷς, ἢ καὶ πολλοί, παραιτούμενοι μέρους τῆς ἐκτάσεως αὐτοῦ, δηλ. περὶ περιπτώσεως παραιτήσεως ἀντικειμενικῆς· ἀλλὰ ἡ παραίτησις δύναται νὰ ἦναι μερικὴ καὶ ὑποκειμενικῶς, δηλ. εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ μεταλλείου εἶναι πολλὰ πρόσωπα, δύο ἢ καὶ πλείονα, καὶ τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν μόνον παραιτεῖται. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί συμβήσεται; εἶναι δίκαιον νὰ μὴ γείνῃ δεκτὴ ἡ παραίτησις αὐτῶν;
§201ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ γίνεται δεκτή.
§202ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Τοῦτο δὲν ἐξάγεται σαφῶς ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Λοιπὸν αὐτὴν τὴν ἀτέλειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἄρθρον 9 καὶ τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπίσης καὶ αὐτὸ τὸ ἄρθρον τοῦ Γερμανικοῦ νόμου, ἐξ οὗ μετεφράσθη, νομίζω ὅτι προσήκει νὰ διορθώσωμεν, ῥητῶς ἀναγραφομένου, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ἐφαρμόζονται καὶ ὅταν ἡ ἑκουσία παραίτησις γίνηται παρ’ ἑνὸς μόνον ἢ παρά τινων τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ μεταλλείου.
§203ΡΑΛΛΗΣ. Τὶ θὰ γείνῃ ἡ μερὶς τοῦ παραιτουμένου;
§204ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Θὰ περιέρχηται εἰς τὸ Δημόσιον. Ὅ,τι γίνεται ὅταν ἡ παραίτησις ἦναι ὁλική, θὰ γίνηται καὶ ὅταν ἡ παραίτησις ἦναι μερική.
§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν ἡ παραχώρησις γίνηται εἰς δύο, τρεῖς ἢ τέσσαρας, δὲν παραχωρεῖται εἰς ἕκαστον αὐτῶν τὸ τρίτον, τὸ τέταρτον, ὥστε νὰ ἦναι κύριος τοῦ τρίτου ἢ τοῦ τετάρτου. Ἄν λοιπὸν παραιτῆται ὁ εἷς, οἱ ἄλλοι, οἱ ὑπόλογοι, μένουσι κύριοι τοῦ ὅλου μεταλλείου.
§206ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦτο δὲ κατὰ τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ὑπάρχει διάταξις νόμου, ἀπαγορεύουσα τὴν διαίρεσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἔχει).
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§208ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐπίσης καὶ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο πρέπει νὰ γείνουν αἱ αὐταὶ διορθώσεις. Παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ δώσῃ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα καὶ χθές, περὶ τοῦ ποῖον ὡς ἔγγιστα εἶναι τὸ ποσὸν τὸ ὀφειλόμενον παρὰ τῶν ἐχόντων παραχωρήσεις μεταλλείων.
§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω κατάλογον ὅλων τῶν ὑποβαλόντων αἰτήσεις, ὡς καὶ κατάλογον τῶν ἐγκαταλειφθέντων, μενόντων ὅμως ὑπόχρεων ἀπέναντι τοῦ Κράτους. Αὔριον θέλω φέρει αὐτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, προστεθεισῶν μετὰ τὰς λέξεις «τοῦ ΧϞʹ νόμου τοῦ 1861» τῶν λέξεων «ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ΣΚΗʹ τοῦ 1867». Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11 καὶ 12 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκει): «Ἕνεκα τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νόμου δὲν παράγεται δικαίωμα πρὸς ἀποζημίωσιν κατὰ τοῦ Δημοσίου, οὐδ’ ἀγωγὴ ἑπομένως ἀποζημιώσεως κατ’ αὐτοῦ.»
§211ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπέβαλον ἤδη χθὲς τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ ἄρθρον 13 οὐδετερώνει ἐντελῶς πάσας τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας περιλαμβάνει τὸ ὅλον νομοσχέδιον, διότι ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸν ἀδικούμενον τὸ δικαίωμα τῆς προσφυγῆς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ αὐτὴ δὲ ἡ προσφυγή, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον, ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου, καὶ αὐτὴ μένει ἄνευ ἀποτελέσματος, διότι διὰ τῆς προσφυγῆς αὐτῆς θὰ ζητήσῃ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς αὐτὸ τὸ μεταλλεῖον, ἢ νὰ ὑποχρεωθῇ τὸ Δημόσιον εἰς ἀποζημιώσεις. Ἄν παραδεχθῆτε τὴν διάταξιν αὐτὴν, οὐδετερώνετε ἐντελῶς τὸ δικαίωμα τοῦ προσφεύγοντος πρὸς ἀποζημίωσιν.
§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 4 προσφυγὴ ἐξηγεῖται ῥητῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «νὰ προσφύγῃ ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου κατὰ τῆς εἰρημένης ἀποφάσεως, ζητῶν τὴν ἀνάκλησιν αὐτῆς». Ἑπομένως τὸ Πρωτοδικεῖον δὲν δικάζει ἐπὶ αἰτήσεων ἀποζημιώσεως, δικάζει ἂν καλῶς ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ ἀνακληθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου. Ἂν τὸ Πρωτοδικεῖον ἀποφανθῇ, ὅτι καλῶς ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, ἡ ὑπόθεσις λύεται ὁριστικῶς· ἂν ἀποφανθῇ ὅτι δὲν ἐκηρύχθη καλῶς ἔκπτωτος, ἐγκαθίσταται πάλιν εἰς τὸ μεταλλεῖον ὁ κηρυχθεὶς ἔκπτωτος. Ἀλλὰ ἔχει δικαιώματα ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ Δημοσίου; Βεβαίως δὲν ἔχει, διότι τὸ Δημόσιον ἐνήσκησε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν, ὡς Κράτος, νὰ κηρύττῃ ἔκπτωτον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διέκοψε τὰς ἐργασίας του, ἢ ὁ ὁποῖος δὲν ἤρχισεν αὐτάς.
§213ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν δὲν ἤθελεν ἀνακαλέσει τὴν ἔκπτωσιν μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πρωτοδικείου, τί γενήσεται; Δέον νὰ παράγηται ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου εἰς ἀποζημίωσιν. Οὐδὲν ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ ἡ προσφυγή, ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύναταί τις νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῆς ἀνακλήσεως τῆς ἐκπτώσεως ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προσθέτω καὶ ἄρθρον 14, ἔχον οὕτω (ἀναγινώσκει): «Αἱ διατάξεις τοῦ ΧϞʹ περὶ μεταλλείων νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1861 καὶ τοῦ ΣΚΗʹ νόμου τῆς 26 Ἀπριλίου 1867 ἰσχύουσιν, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν τροποποιῶσιν αὐτὰς αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου.»
§215ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Πρὸ αὐτοῦ ἔχω καὶ ἐγὼ ὑποβάλει ἄρθρον 14, ὡς πρὸς τὰς κατασχέσεις.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρομαρᾶς ἔχει ὑποβάλει ἄρθρον 14, τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἔχοντες ἀπαιτήσεις οἱασδήποτε κατὰ τῶν μεταλλευτῶν ἢ τῶν ἐν τοῖς μεταλλείοις ἐργαζομένων ὑπαλλήλων, ἢ ὑπηρετῶν, ἢ ἡμερομισθίων ἐργατῶν, ἢ ἐργολάβων, δὲν δύνανται, ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, νὰ ἐπιβάλωσι κατάσχεσιν ἐπὶ τῶν ἐξορυχθέντων ἐκ τοῦ μεταλλείου μεταλλευμάτων, ἢ ἐπὶ τῶν ἐπιδομάτων τῶν ἐργολάβων, ἢ τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν, ἢ τῶν ἡμερομισθίων τῶν ἐργατῶν, ἂν δὲν ἔχωσι τίτλον ἀπαιτήσεως, στηριζόμενον εἰς δικαστικὴν ἀπόφασιν ὁριστικήν, τελεσίδικον καὶ ἀμετάκλητον, ἐπιδικάζουσαν τὴν ἀπαίτησιν αὐτῶν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μαυρομαρᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 14, τὸ προταθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον....
§217ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἐγένοντο πολλαὶ τροποποιήσεις, ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, ὅπως συναρμολογηθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀνατυπωθῇ.
§218Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 150). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ 25′ μ. μ.