1896.02.10
1.671 στίχοι · 13.276 λέξεις · 105 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13
Τῆς 10 Φεβρουαρίου 1896.
(Σάββατον)
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας κ. Σωτηρόπουλος κατέθηκεν ἔγγραφον ἐπερώτησιν, συνοδεύουσαν τηλεγράφημα Ν. Διακουμοπούλου ἐκ Γαργαλιάνων, παραπονουμένου κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Λιγουδίστης, καὶ ἔχουσαν ὡς ἑξῆς.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ὅπως, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸ συνημμένον τηλεγράφημα τοῦ ἐκ Γαργαλιάνων Νικ. Διακουμοπούλου, ζητήσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ γνωστοποιήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ πόσον ἔχονται ἀληθείας τὰ ἀναγγελλόμενα, καὶ ποῖα ἐλήφθησαν μέτρα πρὸς ἀπαλλαγὴν τῶν καταδυναστευομένων πολιτῶν καὶ τιμωρίαν τῶν ἐνόχων.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἰθάκης κ. Πεταλᾶς κατέθηκε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ὡσαύτως ὁ βουλευτὴς Νάξου κύριος Μυκώνιος κατέθηκε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ᾼΩΠΗʹ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890 περὶ ἀπονομῆς ἀνωτέρου βαθμοῦ εἰς ἀποστρατευομένους ἀξιωματικοὺς κλπ. Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Μήλου κ. Ταταράκης κατέθηκε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 34 § 1 τοῦ νόμου ὑπὸ στοιχ. ΣΞΓʹ τῆς 16 Δεκεμβρίου 1867 περὶ ὁδοποιΐας. Πᾶσαι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 101–105). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§4ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς ἀπάντησιν τῆς προχθεσινῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου βουλευτοῦ κ. Φιλαρέτου, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ ἀναφλεχθεὶς παρὰ τὴν Καλλιθέαν οἰκίσκος δὲν ἦτο συστηματικὸν πυριτιδοποιεῖον. Ματρόζός τις ἢ Στασινόπουλος ἐζήτησε τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως κενώσῃ ἓν ἑκατομμύριον φυσιγγίων, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον τῷ ἐπώλησεν. Ἡ ἀστυνομία, κατόπιν πολλῶν δυσκολιῶν καὶ διατυπώσεων, ἐπέτρεψε τοῦτο. Ἕνεκεν ἀπροσεξίας γραίας τινὸς ἀνεφλέχθη ἡ πυρῖτις, καὶ ὁ ἐν λόγῳ οἰκίσκος ἀνετινάχθη εἰς τὸν ἀέρα. Ὁ ἐκ Βόλου Βουλευτὴς προσέθηκεν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχομεν ἀνάγκην νόμου. Φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νομοθετικῆς τινος προνοίας· μέχρις ὅτου ὅμως ληφθῇ ἡ πρόνοια αὕτη, ἡ Διοίκησις λαμβάνει τὰ αὐστηρότερα μέτρα, καὶ ἐξασκεῖ τὴν αὐστηροτέραν ἐπίβλεψιν ἐπὶ πάντων τῶν πυριτιδοποιείων, ἀποστέλλουσα καθ’ ἑκάστην ἐπιτροπὴν ἀξιωματικῶν πρὸς ἐπιθεώρησιν αὐτῶν. Ὑπάρχει μάλιστα πυριτιδοποιεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπὸ πολλῶν μηνῶν ζητεῖ νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας αὐτοῦ, ὑμεῖς ὅμως, ἐπειδὴ εὑρίσκομεν ὅτι δὲν κεῖται ἐν ἀρκούσῃ ἀποστάσει πρὸς ἄλλο παρακείμενον πυριτιδοποιεῖον, δὲν ἐδώσαμεν τὴν ἄδειαν ταύτην. Ταῦτα ἀπαντῶ εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βόλου.
§5Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀτυχῶς αἱ προσκομιζόμεναι σήμερον πληροφορίαι εἶναι ἀτελέστατα. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι πρὸ τῆς ἐκρήξεως αὐτῆς, μεθ’ ὅλην τὴν διοικητικὴν πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν ἤκουσα πρὸ μικροῦ ἐξυμνουμένην, πρὸ ὀλίγων ἀκόμη μηνῶν εἶχε γείνῃ μία ἄλλη ἔκρηξις ἑνὸς φυσιγγιοποιείου, ἡ ἔκρηξις τῆς 14 Ἰουλίου 1895. Ὅτε ἐπηρώτησα καὶ ἐζήτησα πληροφορίας, καὶ ἐζήτησα νὰ προσκομισθῇ ὁ φάκελλος, διατὶ ἡ διοίκησις, ἡ ὁποία λαμβάνει ὅλα αὐτὰ τὰ ἔκτακτα μέτρα καὶ εἰς τὴν ὁποίαν προελέχθησαν τὰ συμβησόμενα, ἔδωκε τὴν ἄδειαν, ἠρκέσθησαν εἰς μίαν ξηρὰν ἀπάντησιν, ὅτι δὲν ἔχουν νὰ φοβηθῶσιν οἱ περίοικοι, διότι ἐλήφθησαν ὅλα τὰ προσήκοντα μέτρα. Ὁποῖα μέτρα; Ὅτι ὁ ἐργοστασιάρχης εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ ἔχῃ ἐν τῷ φυσιγγιοποιείῳ του πυρίτιδα περισσοτέραν τῶν δέκα ὀκάδων· καὶ ὅταν ἠρωτήθησαν οἱ κυβερνῶντες «ποῖος θὰ ζυγίζῃ αὐτὴν τὴν πυρίτιδα καθ’ ἑκάστην;» ἀπήντησαν: «μείνατε ἥσυχοι, διότι ἐλήφθησαν ὅλα τὰ μέτρα». Καὶ ἐν τούτοις μετ’ ὀλίγον χρόνον ἐγένετο ἔκρηξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐφονεύθησαν δέκα δυστυχεῖς ἐργάται, ἐξ ἀφορμῆς ἑνὸς παιδίου δωδεκαετοῦς ἢ δεκατριετοῦς, τὸ ὁποῖον τὴν προτεραίαν εἶχε μεταβῆ ἐκεῖ, ὅπως ἐργασθῇ, καὶ εὗρε τὸν θάνατον. Τί δὲ ἀνεκαλύφθη; ὅτι ὑπῆρχον χίλιαι ὀκάδες πυρίτιδος, ἀντὶ τῶν δέκα ὀκάδων, μεθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν πρόνοιαν τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως, καὶ ὅτι οἱ πυροσβέσται, μεταβάντες ἐκεῖ, ἔλαβον πρόνοιάν τινα κατ’ ἀρχὰς, πρὶν ἢ μάθωσιν ὅτι ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ποσότης, ἀκολούθως δὲ ἀπεσύρθησαν, καὶ μόνον ὁ Θεὸς ἔσωσε τοὺς διερχομένους, οἱασδήποτε κοινωνικῆς τάξεως, ἐκ τῆς ὁδοῦ τοῦ Παλαιοῦ Φαλήρου καὶ διὰ τοῦ τροχιοδρόμου· διότι βεβαίως, ἂν ἐγίνετο ἡ ἀνέφλεξις τῶν χιλίων ὀκάδων, ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ διήρχοντο ἐκεῖθεν! Αὐτὴ εἶναι ἡ πρόνοια, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ἡ Διοίκησις! Θέλετε καὶ ἄλλο; Αὐτὸ τοῦτο τὸ ἐργοστάσιον ἤρξατο πάλιν τῶν ἐργασιῶν του, δὲν γνωρίζω μὲ ποῖα μέτρα τῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ ἐδόθη ἐν τούτοις ἄδεια, ἐνῷ εὑρίσκεται εἰς ὀλίγην ἀπόστασιν ἀπὸ τῆς ὁδοῦ Φαλήρου, καὶ εἰς ἀπόστασιν ὀλίγων μέτρων ἀπὸ ἐγκεκριμένου σχεδίου προαστείου.
§6ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πῶς ὀνομάζεται ὁ ἐργοστασιάρχης;
§7Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὀνομάζεται Μηνᾶς Καψάνης. Λοιπὸν τὰ μέτρα τῆς Διοικήσεως δυστυχῶς δὲν ἐξασφαλίζουσιν οὔτε τοὺς περιοίκους, οὔτε τὴν ζωὴν τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν πολιτῶν. Αἱ ἐπιτροπαί, αἱ γενόμεναι, ἀτυχῶς ὀλίγους καρποὺς ἔφεραν, διότι δὲν εἰσακούονται. Ἂν κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν, τότε θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἀξιωματικοὶ εὐπαίδευτοι, κληθέντες, ἐξετέλεσαν ἄριστα τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, καὶ συνεβούλευσαν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν, ἀλλ’ οὐδὲν ἐγένετο. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἐζήτησα· πρῶτον, πᾶν ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὴν ἔκρηξιν τῆς 14 Ἰουλίου 1895, εἰς τὰ πρόθυρα τῶν Ἀθηνῶν· δεύτερον, ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἡ Διοίκησις καὶ ἡ Δικαιοσύνη διὰ τὸ συμβὰν δυστύχημα· τρίτον, νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν ἐξετελέσθησαν αἱ ὑποδείξεις τῶν ἐκθέσεων τῶν ἀξιωματικῶν. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὸν νόμον, δὲν τὸ θεωρῶ καὶ τόσον δύσκολον νὰ ὑποβληθῇ μεταξὺ τῶν τόσων δεκάδων νόμων καὶ νομοσχέδιον σχετικὸν πρὸς τὴν ἀσφάλειαν τῶν ἐργαζομένων ἐν τοῖς πυριτιδοποιείοις, ὑπὸ ἔποψιν ὑγιεινὴν καὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς ζωῆς. Ὑπάρχουσιν ὑποδείγματα ἱκανὰ εἰς ἄλλα Κράτη· ἓν τῶν καλλιτέρων ὁ Γαλλικὸς νόμος τοῦ 1892. Ἀλλὰ λυπηρὰ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι οἱ νόμοι δὲν θὰ μᾶς σώσωσιν ἄνευ καλῆς Διοικήσεως. Ἡ Διοίκησις λοιπὸν πρέπει νὰ φροντίσῃ πλειότερον, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ἐλλείπουσιν οἱ νόμοι, ὅπως ἡ Κυβέρνησις λαμβάνῃ τὰ κατάλληλα μέτρα.
§8ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἔχω ῥιζικωτέρας γνώμας περὶ τοῦ θέματος τούτου, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀφορμὴν πολλάκις νὰ ἐκθέσω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι εἶναι ἡ ἐσχάτη ἀβελτηρία δι’ ἡμᾶς νὰ ὑποβάλλωμεν εἰς ἀφόρητον φόρον διὰ τοῦ μονοπωλίου ἀντικείμενα πρωτίστης ἀνάγκης, πρωτίστης καταναλώσεως, ὡς τὸ ἅλας, τὸ πετρέλαιον καὶ τὰ πυρεῖα, καὶ νὰ ἀφήνωμεν ἐκτὸς τοιαύτης φορολογίας τὴν πυρίτιδα, τὸ ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι πρώτης ἀνάγκης, ἀλλὰ τὸ μᾶλλον ἐπικίνδυνον εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Εἰς ἄλλας χώρας, ἐὰν προσφεύγωσιν εἰς τὰ μονοπώλια, πρὸ παντὸς προσφεύγουσιν ἐπὶ τοιούτων ἀντικειμένων. Ἡ πυρῖτις εἶναι ἓν ἐκ τῶν πρώτων ἀντικειμένων τοῦ μονοπωλίου. Ἐὰν τὸ μονοπώλιον τοῦτο εἰσήγετο καὶ παρ’ ἡμῖν, θὰ ἠδυνάμεθα, ὡς ἄλλοτε δι’ ἀριθμῶν ἀπέδειξα, καὶ ἔσοδα ἄξια λόγου νὰ ἔχωμεν ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ—τὸ σπουδαιότερον πάντων—νὰ λάβωμεν ὅλα τὰ δυνατὰ ἐξασφαλιστικὰ μέτρα, ὅπως μὴ ἱδρύωνται πανταχοῦ ἐργοστάσια ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, καὶ ἐν τῷ μέσῳ πόλεων, καὶ ἐν τῷ μέσῳ κωμοπόλεων καὶ χωρίων, καὶ μὴ συμβαίνωσι τὰ δυστυχήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσι νῦν. Διὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς πυρίτιδος εἶναι δυνατὸν νὰ περισταλῇ κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ ἡ τὴν σήμερον γινομένη κατάχρησις τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν. Ἀλλὰ ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ καυχώμεθα, ὅτι εἴμεθα ἔθνος εὐνομούμενον, κοινοβουλευτικῶς διοικούμενον, καὶ ἐν τούτοις νὰ ἀφήνωμεν ἀφορολόγητα τὰ τοιαῦτα εἴδη, νὰ ἀφήνωμεν δὲ αὐτὰ ὅλως ἐλεύθερα εἰς κυκλοφορίαν, νὰ δίδωμεν τὰ μέσα εἰς τοὺς Ἕλληνας, διὰ νὰ ἀλληλοκτονιῶνται, καὶ νὰ μένωμεν πάντοτε μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας ἀπέναντι τοιούτων δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσι διὰ τῶν ἐκρήξεων, αἵτινες λαμβάνουσι χώραν πολλάκις εἰς τὰ σχετικὰ ἐργοστάσια. Αὐταὶ εἶναι αἱ ῥιζικαὶ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἄλλοτε ὑπεστήριξα ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλὰ νῦν δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῶσι καὶ ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα μέτρα τινὰ, ἐξασφαλίζοντα τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῶσι καὶ νομοθετικῶς, ἀλλὰ καὶ διοικητικῶς, ἀρκεῖ μόνον νὰ ἐφαρμόζωνται ἐξ ἴσου δι’ ὅλους, καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά. Ὅτε ἐγένετο ἡ μεγάλη ἔκρηξις εἰς τοῦ Σκαραμαγκᾶ, ἐν ἔτει 1893, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Ῥάλλης, ἔσπευσε νὰ ὀνομάσῃ ἐπιτροπὴν ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἀξιωματικῶν, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ ὑποδείξῃ αὕτη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅλα τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐξησφαλίζετο ἡ λειτουργία τῶν ἐργοστασίων τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀποφεύγωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὰς πολλὰς καὶ μεγάλας ἐξ αὐτῶν καταστροφάς. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, καὶ, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἐφηρμόσθη ὡς πρός τινα ἐργοστάσια μόνον, ἀλλ’ ὄχι ὡς πρὸς ὅλα· συνεμορφώθησαν πρὸς τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην, διότι ἐπεβλήθη τοῦτο ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου—καὶ εἶναι τοῦτο μία ἀπόδειξις τρανὴ, ὅτι, ὅταν θέλῃ ἡ Διοίκησις, δύναται νὰ ἐπιβάλληται, ὅταν δὲ δὲν θέλῃ, τότε μόνον δὲν ἐπιβάλλεται,—συνεμορφώθησαν, λέγω, πρὸς τὰ μέτρα ταῦτα τὸ παρὰ τῷ Δαφνίῳ πυριτιδοποιεῖον, τὸ πυριτιδοποιεῖον τοῦ κ. Δροσινοῦ καὶ ἕτερον τρίτον πυριτιδοποιεῖον, τὸ τῶν ἀδελφῶν Βερδεσοπούλων, ἀλλ’ οὐδὲν ἐργοστάσιον ἄλλο συνεμορφώθη πρὸς αὐτά. Καὶ ἠξεύρετε, Κύριοι, τί σημαίνει τοῦτο; Δὲν εἶναι μόνον ὁ κίνδυνος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὁ ἐντεῦθεν ἐπαπειλούμενος, ἀλλὰ καὶ τὸ μέγα ἀδίκημα, τὸ ἀληθὲς ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον διαπράττει οὕτω πως ἡ Πολιτεία, κατὰ τίνος; Ἀκριβῶς κατὰ τῶν νομιμοφρόνων ἐργοστασιαρχῶν, καθιστῶσα οὕτως εἰς αὐτοὺς ἀδύνατον τὸν ἀνταγωνισμὸν πρὸς τοὺς ἐργοστασιάρχας ἐκείνους, οἵτινες δὲν σέβονται τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, οἵτινες δὲν σέβονται τὰς διαταγὰς τῆς Διοικήσεως, οἵτινες δὲν συμμορφοῦνται πρὸς αὐτάς. Τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐργοστάσια ὑπεβλήθησαν ἔκτοτε εἰς δαπάνας, ὅπως τελειοποιήσωσι τὰς μηχανάς των, ὅπως λάβωσιν ὅλα τὰ δυνατὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ προελαμβάνετο πᾶς κίνδυνος ἐκρήξεως ἐν τῷ μέλλοντι. Εἰς πολλὰς δεκάδας χιλιάδων δραχμῶν—εἰς 40, 50 μέχρις 90—ἀνέρχεται ἡ δαπάνη, εἰς ἣν ὑπεβλήθησαν τὰ νομιμόφρονα πυριτιδοποιεῖα. Ἀλλ’ αἱ χιλιάδες αὗται εἶναι κεφάλαια, τὰ ὁποῖα πληρόνουν τόκους, τόκους ἐπιβαρύνοντας τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐργοστάσια, ἐνῷ μένουσιν αὐτῶν ἀπηλλαγμένα τὰ ἄλλα, διὰ τὰ ὁποῖα οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη, τοὐναντίον μάλιστα, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἐν γνώσει τῆς Διοικήσεως μένουσιν αὐτά, μὴ συμμορφούμενα πρὸς τὰς ὁδηγίας τῆς Διοικήσεως.
§9ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ποῖα, παρακαλῶ; Ὀνομάσατέ τα.
§10ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ὑποβάλητε τὸν κατάλογον. Νὰ ζητήσητε παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ γινώσκῃ πάντα τὰ καταστήματα. Ἐγὼ ἔρχομαι εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ, καὶ προσθέτω καὶ τοῦτο, νὰ ζητήσητε παρὰ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ὑποβάλητε κατάλογον ὅλων τῶν ἐργοστασίων ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, καὶ ἰδίᾳ πυρίτιδος, τῶν λειτουργούντων ἐν Ἑλλάδι, καὶ συγχρόνως ποῖα ἐξ αὐτῶν συνεμορφώθησαν πρὸς τὰς ὁδηγίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, συνεπείᾳ τῶν ἐπανειλημμένων ἐκθέσεων τῶν ἐπὶ τούτῳ ὀνομασθεισῶν ἐπιτροπῶν ἐξ ἀξιωματικῶν, καὶ ποῖα δὲν συνεμορφώθησαν.
§11ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§12ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα.
§13ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν νόμον, ὅπως εἶπον, ἐφαρμόζομεν ὅ,τι γίνεται εἰς τὰ ἄλλα Κράτη. Ὑπάρχει πυριτιδοποιεῖον, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε ἴσως, κείμενον πλησίον τοῦ πυριτιδοποιείου Δροσινοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπὸ πολλῶν μηνῶν μᾶς ζητεῖ νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας του, καὶ ἐπειδὴ εὑρίσκομεν, ὅτι ἡ ἀπόστασις πρὸς τὸ ἄλλο πυριτιδοποιεῖον δὲν εἶναι κανονικὴ, δὲν ἐδώκαμεν τὴν ἄδειαν ταύτην. Ἂν ὑπάρχωσιν ἄλλα πυριτιδοποιεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν λειτουργοῦσι καλῶς, παρακαλῶ νὰ μᾶς τὰ ὑποδείξητε.
§14ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀποταθῇ πρὸς τοῦτο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, παρὰ εἰς ἐμέ. Θέλετε λοιπόν; Ὑπάρχει ἓν ἐργοστάσιον ἐδῶ, παρὰ τὰ Πατήσια, ὑπάρχουσι πλεῖστα ἐργοστάσια ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Φθιώτιδος, ἐν Μαυρίλᾳ, ὑπάρχουσι πλεῖστα ἐργοστάσια ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Λειτουργοῦσι ταῦτα κατὰ τοὺς νόμους καὶ κατὰ τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡ Διοίκησις εἰς τὰ λοιπὰ ἐργοστάσια; Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀπαντήσητε ἀμέσως. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ζητήσητε τὰς σχετικὰς πληροφορίας...
§15Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δι’ ὅλον τὸ Κράτος.
§16ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δι’ ὅλον τὸ Κράτος... καὶ τότε θὰ ἐπαναλάβω τὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ ἠξεύρω, διότι μοὶ ἐγένοντο παραστάσεις, καὶ εἰς ἄλλους, πιστεύω, θὰ ἐγένοντο τοιαῦται, παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων ἐργοστασιαρχῶν, τινὲς μάλιστα τούτων ἀπετάθησαν πρὸς νομικὰ συμβούλια, ἐρωτήσαντες αὐτὰ, ἐὰν δὲν δύνανται δικαστικῶς νὰ ζητήσωσιν ἀποζημίωσιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι αὐτοὺς μὲν ὑπέβαλεν εἰς τοιαύτας ὑπερόγκους δαπάνας, τοὺς δὲ ἄλλους ὄχι.
§17ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡμεῖς διακρίσεις δὲν κάμνομεν.
§18ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπέῤῥιψα εἰς ὑμᾶς τὸ τοιοῦτον. Ἐγὼ ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ τῆς κεντρικῆς Διοικήσεως γίνεται τοῦτο, καὶ χωρὶς νὰ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν, σᾶς ὑπέδειξα ἀκόμη, ποῦ λειτουργοῦσι τοιαῦτα ἐργοστάσια, καὶ νὰ ζητήσητε πληροφορίας, ἂν ἔχωνται ἀληθείας τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§20ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω σχέδιον νόμου περὶ τροποποιήσεών τινων εἰς τὸ Γενικὸν Προξενεῖον Σμύρνης, ἤτοι προσθήκης ταμίου καὶ καταργήσεως θέσεως ἑνὸς γραφέως. Ἡ ἔκθεσις, ἡ ὁποία συνοδεύει τὸ νομοσχέδιον, ἐξηγεῖ τοὺς λόγους, ὥστε κρίνω περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 104).
§22ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐξ ὅλων τῶν τυπωθέντων καὶ διανεμηθέντων στρατιωτικῶν νομοσχεδίων οὐδὲν ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὰ πλεῖστα δ’ αὐτῶν θὰ προκαλέσωσιν εὐρεῖαν συζήτησιν. Ἐντούτοις ὑπάρχουσί τινα ἐξ αὐτῶν σπουδαιότατα καὶ λίαν ἐπείγοντα, ἰδίως τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὑποχρεοῦται ὁ Ὑπουργὸς ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος νὰ συμπληροῖ τὰς χηρευούσας θέσεις. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι δικαιότατον, διότι ἅπαντα τὰ Κράτη τὸ παρεδέχθησαν. Προσέτι τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας. Ταῦτα πρέπει νὰ συζητηθῶσιν ἐπειγόντως. Τὴν ἰδέαν ταύτην πιστεύω ὅτι ἀσπάζεται καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ σεβαστός μοι συνταγματάρχης, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐξεπλήρωσε τὴν εὐχὴν ὁλοκλήρου τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, δὲν πιστεύω δὲ καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, ὅπως ἀναγραφῇ αὔριον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, μεταξὺ τῶν πρώτων, τοὐλάχιστον τὸ νομοσχέδιον περὶ πληρώσεως χηρευουσῶν θέσεων ἐν τῷ στρατῷ.
§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πάντα τὰ νομοσχέδια ἀποστέλλονται εἰς ἐπιτροπὰς, καὶ ἰδίως τὰ στρατιωτικὰ πρέπει ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπήν. Ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διὰ νὰ προκληθῇ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν, εἰμὴ ἀφοῦ ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς.
§24ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως προσαγάγῃ τὸν φάκελλον καὶ ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀποτυχοῦσαν σύμβασιν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ρωσσίας περὶ τῆς σταφίδος, σύκων, ἐλαίου καὶ λοιπῶν προϊόντων ἡμῶν, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν προσήγαγε ταῦτα, καὶ λυποῦμαι πολὺ, διότι ἐβράδυνεν, ἐνῷ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἀφορῶσι σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Κράτους, διότι πρόκειται περὶ ὅλων σχεδὸν τῶν προϊόντων τῆς Ἑλλάδος καὶ βελτιώσεως τῆς τιμῆς αὐτῶν ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Ρωσσίας. Λοιπὸν καὶ πάλιν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως μέχρι τῆς ἐλευσομένης Δευτέρας προσαγάγῃ ταῦτα, διότι ἐπὶ τῆς ἀποτυχούσης αὐτῆς συμβάσεως θέλω συζητήσει, ἵνα μάθῃ τὸ κοινὸν καὶ ἡ Βουλή, τί συνέβη καὶ διατὶ ἀπέτυχεν, ἐνῷ ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς κ. Νικόλαος Δελιγιάννης, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, ἔλαβε συγχαρητήρια παρὰ τῶν Κυπαρισσίων καὶ λοιπῶν, καὶ ἀπήντησεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ὑπεγράφη καὶ ἦτο τετελεσμένη, τοῦθ’ ὅπερ ἤδη ἀποδεικνύεται οὐχὶ ἀληθές. Ὁ κ. Ὑπουργὸς σιωπᾷ, ἂν καὶ παρῆλθον σχεδὸν 20 ἡμέραι καὶ πλέον, δὲν γνωρίζω δὲ τὸν λόγον διατὶ σιωπᾷ μέχρι τοῦδε.
§25ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Θέλω δώσει τὰς δεούσας πληροφορίας, κύριε Πρόεδρε.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§27ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῶν γιγνομένων εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Μυρτουντίων, διότι ἔχω ἐπιστολὴν ἐγκρίτου πολίτου, τοῦ ἰατροῦ κ. Ἀνδρέου, ὁ ὁποῖος παραπονεῖται, ὅτι ἐγένετο ἐκεῖ ἐξαφάνισις ἀποφάσεως τοῦ εἰρηνοδίκου ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ γραμματέως. Ὁ εἰρηνοδίκης ἐξεδίκασε σπουδαίαν ὑπόθεσιν...
§28ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν κατηγγέλθη;
§29ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀμέσως θὰ ἔλθω... Ὁ εἰρηνοδίκης ἐξεδίκασεν ὑπόθεσιν περὶ προσωρινῶν μέτρων, ἀφορώντων εἰς ἔκτασιν γαιῶν μεγάλην, καὶ ἐπειδὴ ὡμολογήθη ἡ ἀγωγή, ὁ εἰρηνοδίκης αὐτοστιγμεὶ ἐξέδωκεν ὁριστικὴν ἀπόφασιν, δεχόμενος τὴν κλῆσιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ συνέπεσε νὰ μετατεθῇ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ὁ γραμματεύς,—καθ’ ἃ λέγει αὐτός, δὲν γνωρίζω δ’ ἂν ἦναι ἀληθῆ ἢ ὄχι,—χαριζόμενος εἰς τοὺς ἀντιδίκους, ἀνέβαλλεν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν ἀντιγραφὴν εἰς τὸ καθαρὸν τῆς ἀποφάσεως, μετὰ τὴν ἀναχώρησιν δὲ τοῦ εἰρηνοδίκου ἐκεῖθεν, ὑπεσχέθη εἰς αὐτὸν,—διότι ἐζήτησε νὰ τὴν ἀντιγράψῃ,—ὅτι θὰ τὴν στείλῃ εἰς τὴν νέαν του κατοικίαν· ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνεχώρησεν ὁ εἰρηνοδίκης, ἡ ἀπόφασις ἐχάθη. Διατείνεται δὲ ὁ γραμματεύς, ὅτι τοιαύτη ἀπόφασις δὲν ἐξεδόθη. Ἐγένετο καταγγελία κατὰ τοῦ γραμματέως εἰς τὸν κ. εἰσαγγελία τῶν ἐν Πάτραις ἐφετῶν, ὁ εἰσαγγελεὺς δὲ τὴν καταγγελίαν αὐτὴν ἔστειλεν εἰς τὸν νέον εἰρηνοδίκην, ὁ ὁποῖος τὴν παρέπεμψεν εἰς τὸν ἴδιον τὸν γραμματέα, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Νομίζω ὅτι εἶναι περίστασις, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δραστηρίως. Καταγγέλλονται πολλὰ κατ’ αὐτοῦ τοῦ γραμματέως. Δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἀναγινώσκων μακροσκελῆ ἐπιστολήν, λέγουσαν ὅτι ὁ γραμματεὺς αὐτὸς, βασιζόμενος εἰς κυβερνητικὴν ὑποστήριξιν,—δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι ἀληθὲς ἢ ὄχι— διαπράττει ὄργια. Καὶ βεβαίως ἀφοῦ καταγγέλλεται, ὅτι ἐκδίδει ἀποφάσεις καταδικαστικὰς, τὰς ποινὰς τῶν ὁποίων ἔπειτα χαρίζει ὁ ἴδιος! (ἱλαρότης). Κατεδίκασεν ἕνα δικαστικὸν κλητῆρα εἰς δύο ἐτῶν φυλάκισιν, καὶ μετὰ τοῦτο ἐξέσχισε τὴν ἀπόφασιν (γέλωτες). Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἀπαριθμῶν τὰς πράξεις του, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, πρῶτον νὰ διατάξῃ νὰ μεταβῇ ἐκεῖ ἀνακριτής, διότι πρόκειται περὶ ἐγκλήματος σοβαροῦ, περὶ ἐξαφανίσεως ἀποφάσεως, τὸν παρακαλῶ δὲ νὰ ἐξετάσῃ καὶ περὶ τῆς διαγωγῆς αὐτοῦ τοῦ ὑπαλλήλου. Ὀνομάζεται δὲ ὁ γραμματεὺς αὐτὸς—τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω —Καραπαναγιώτης, νομίζω.
§30ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι εὔκολον νὰ τὸ μάθωμεν.
§31ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ δὲ ἐπὶ πλέον νὰ γνωρίσητε εἰς τὴν Βουλὴν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐνεργείας σας.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§33ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ δύο ἡμερῶν ὑπέβαλον πρότασιν νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἡ πρότασις ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, ἀλλ’ ἐπειδὴ σήμερον ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν συνήλθομεν πολλοὶ καὶ ἀπεφασίσαμεν νὰ ὑποβάλωμεν ἴδιον νομοσχέδιον περὶ σταφίδος, ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου ἐκείνην. Πρὸς τούτοις, ἐπειδὴ μετὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ψηφίσωμεν τὰ κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον ἔξοδα τῶν διαφόρων Ὑπουργείων καὶ συνεπῶς καὶ τὴν αἰτουμένην πίστωσιν διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀνεγέρσεως τῶν ἀνακτόρων τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀρχικὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸν συμπληρωματικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔργου, καὶ σημείωσιν περὶ τοῦ δαπανηθέντος μέχρι σήμερον ποσοῦ καὶ τοῦ δαπανηθησομένου μέχρις ἐντελοῦς ἀποπερατώσεως τοῦ ἔργου.
§34ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Προϋπελογίσθησαν 600,000 καὶ ἐδαπανήθησαν μέχρι σήμερον 1,200,000.
§35ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ ἐζήτησα τοὺς προϋπολογισμούς. Πρέπει νὰ παύσωσι πλέον αἱ κωμῳδίαι τῶν εἰκονικῶν προϋπολογισμῶν, διότι διὰ τὸ ἔργον τοῦτο προϋπελογίσθησαν 600,000 δραχμαὶ καὶ ἐξωδεύθησαν, ὡς διαδίδεται, μέχρι τοῦδε 1,200,000, ἤτοι τὸ διπλάσιον, καὶ ἀκόμη δὲν ἐπερατώθη, καὶ τίς οἶδε πότε θὰ περατωθῇ.
§36ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ὑπέβαλε, συμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ περὶ Μετοχικοῦ ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Ἐπειδὴ ἔχω τροπολογίαν τινὰ ἐπὶ ἄρθρου τινὸς αὐτοῦ, μοὶ εἶναι πολὺ χρήσιμος ἡ πληροφορία, πόσα τὰ κατ’ ἔτος κενὰ, τὰ προερχόμενα ἐκ θανάτων ἐν τῷ σώματι τῶν ἀξιωματικῶν. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν μία πενταετία, ὅπως εὑρεθῇ ὁ μέσος ὅρος τῶν κατ’ ἔτος κενῶν. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ χορηγήσῃ τὴν πληροφορίαν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν.
§37Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δι’ ἀποφάσεώς της ἡ Βουλὴ χθὲς παρέπεμψε τὸ εἰς πρώτην συζήτησιν ψηφισθὲν νομοσχέδιον περὶ τριμελῶν Πλημμελειοδικείων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης. Χθὲς ἐδήλωσα, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως νομίζω, ὅτι ἠδύνατο τὸ νομοσχέδιον νὰ διατυπωθῇ κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, νομίζω ὅτι λαμβάνεται ἀτελὴς πρόνοια περὶ τοῦ κυρίου σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου, δηλαδὴ τῆς συγκροτήσεως τῶν δικαστηρίων ἐκ τακτικῶν δικαστῶν· νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν σήμερον. Δὲν θ’ ἀναπτύξω ταύτην, διότι συνέταξα αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν ἱκανῶς ἐκτενῆ, καὶ ἂς ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ τοῦτο, διότι ἀμφιβάλλω, ἐὰν τὴν προσεχῆ Δευτέραν ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἔχῃ ἐπεξεργασθῆ τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ συντάξῃ τοιαύτην ἔκθεσιν, πιθανὸν δὲ ἡ ἐμὴ ἔκθεσις νὰ συντελέσῃ εἰς ἀναπλήρωσιν αὐτῆς. Διὰ τοῦτο ἂς ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν τύπωσίν της νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν μετὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 105).
§39ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο τῶν κυρίων συναδέλφων, ὁ κ. Γεωργαντᾶς καὶ ὁ κ. Δεϊμέζης, μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κληθέντες ὅπως λάβωσι μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἐδήλωσαν, ὅτι λόγῳ ἀσθενείας δὲν δύνανται νὰ λάβωσι μέρος, ἡ μὴ προσέλευσις δὲ τῶν συναδέλφων τούτων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρουσιάζει δυσχερείας εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἀπαρτίας. Παρακαλῶ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ἵνα, ἐφαρμόζοντες τὸ ἄρθρον 55 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καλέσητε ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν δύο μέλη, ὅπως χρησιμεύσωσι πρὸς ἀποτέλεσιν ἀπαρτίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§41ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ προλαβοῦσαν τῆς Βουλῆς συνεδρίασιν εἶχον ζητήσει ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ κατάστασιν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὴν ἐπερώτησίν μου ἐπέδωκα γραπτήν, καὶ δὲν ἐξήγησα ταύτην, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ φράσις «κατάστασις τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ» ἐμφαίνει τὸ πρᾶγμα, τουτέστι ποία εἶναι ἡ ὁλικὴ δύναμις τοῦ στρατοῦ καὶ οὐχὶ τῶν ἀξιωματικῶν μόνον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ παρανόησιν, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν μόνον τῶν ἀξιωματικῶν. Θὰ παρακαλέσω καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐπειδὴ ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι χρήσιμος διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ αὐτήν, ἀρχομένην ἀπὸ 1 Φεβρουαρίου, ἢ τοὐλάχιστον τὴν κατάστασιν ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου, τὴν ὁποίαν ἔχει ἤδη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὰς δύο αἰτηθείσας καταστάσεις τῶν κληρωτῶν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1894 καὶ 1895, ὡς διετύπωσα ταύτας ἐν τῇ γραπτῇ μου ἐπερωτήσει.
§42Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Προσεχῶς θέλω ὑποβάλει τὰς αἰτουμένας καταστάσεις.
§43Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς μίαν τῶν εἰδικῶν ἐπιτροπῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπεστάλησαν τρία ἐκ τῶν θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, ἐχορηγήθη παρὰ τῆς Βουλῆς δεκαήμερος προθεσμία, ὅπως ἐπεξεργασθῇ καὶ παρουσιάσῃ ἐνώπιον αὐτῆς τὰ νομοσχέδια ταῦτα· ἀλλὰ τὸ δεκαήμερον, τὸ χορηγηθὲν παρὰ τῆς Βουλῆς, παρῆλθεν ἤδη, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ μόλις χθὲς κατώρθωσε νὰ συνέλθῃ, πρέπει δὲ νὰ χορηγηθῶσι πληροφορίαι τινὲς, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσκομισθῶσιν ἐνωρίτερον τῆς Τρίτης ἢ τῆς Τετάρτης. Δι’ ὃ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ χορηγήσῃ δεκαήμερον ἀκόμη προθεσμίαν, ὅπως κατορθώσῃ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰ νομοσχέδια ταῦτα.
§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν χορηγεῖται νέα δεκαήμερος προθεσμία εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην τῶν νομοσχεδίων καὶ ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεώς της.
§48ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§49ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως ὁ προλαλήσας ἐζήτησεν, ἵνα βεβαιωθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν εἰς τὸ Διευθυντήριον καὶ ἰδίως εἰς τὸν Ναύσταθμον γίνωνται καταχρήσεις. Οὐδεὶς βεβαίως ἔχει ἐναντίαν ἰδέαν, καὶ μάλιστα αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον κατήγγειλεν, ὅτι ἐγένοντο τοιαῦται, καὶ προπάντων εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς «Μπουμπουλίνας». Ἀλλὰ μέχρι σήμερον δυστυχῶς οὐδὲν ἔγγραφον προσήγαγεν, ἂν καὶ πολλάκις ἐζητήθησαν τοιαῦτα, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης δὲν ἀνέφερε καὶ δὲν ἐζήτησε ταῦτα. Καὶ προχθὲς ἐζήτησα, ἵνα προσαγάγῃ τὰ ἀφορῶντα τὸν στόλον ἔγγραφα καὶ ἰδίως τὰ θωρηκτά, ἐὰν ὑπάρχῃ συμφωνία μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη καὶ τοῦ ναυπηγοῦ Δουπὼν, καὶ σχέδιον καὶ προϋπολογισμοί, τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὑπάρχουσι, καὶ τὰ ὁποῖα ὅμως μέχρι σήμερον δὲν προσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι εἶχε ληφθῆ πρόνοια, εἶναι, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ψηφισθέντα εἶχεν ἀναγραφῆ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη πίστωσις δραχμῶν 300,000, ὅπως συμπληρωθῇ ὁ ἐξοπλισμὸς τῶν θωρηκτῶν,—ἂν καὶ ἡ περίστασις δὲν ἦτο τοιαύτη, οἵα εἶναι σήμερον,—τὰ ὁποῖα ἐντὸς τριῶν ἐτῶν ἤθελον ἐξοπλισθῆ τελείως, ἀνὰ ἓν καθ’ ἕκαστον ἔτος. Τὰ περὶ τούτων ἔγγραφα ἐζήτησα, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν προσήγαγεν αὐτά, οὔτε τὰ ἐντάλματα τὰ ἐκδοθέντα καὶ ἀφορῶντα τὴν θαλαμηγὸν «Μπουμπουλίναν». Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ προσαγάγῃ ταῦτα, διότι πρόκειται περὶ σπουδαίων ποσοτήτων καὶ οὐχὶ περὶ φασκομηλιᾶς, πιπέρεως καὶ σαρώθρων, διὰ τὰ ὁποῖα ἔκαμεν οἰκονομίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς εἶπε πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν, ὅπως καταπλήξῃ ἡμᾶς· πρόκειται περὶ μεγάλων ποσοτήτων, ὧν ἐγένετο κατάχρησις ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, κατὰ τὰ λεχθέντα παρ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς.
§50Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ, (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἐζήτησε νὰ καταθέσω πληροφορίας περὶ τῶν δαπανῶν, αἵτινες εἶχον γείνῃ ὑπὸ τῶν προκατόχων μου διὰ τὸ θαλαμηγὸν «Μπουμπουλίνα»· τοὺς πίνακας τούτους δὲν ἀπέφυγον νὰ καταθέσω, καὶ εὑρίσκονται ἔκτοτε ἐν τῇ Βουλῇ. Τότε μακρὰ προεκλήθη συζήτησις, πρὸ πάντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, τοῦ κ. Ράλλη, κατηγοροῦντος μετ’ ἄλλων τὴν μετασκευὴν τοῦ ὁπλιταγωγοῦ «Μπουμπουλίνας» εἰς θαλαμηγόν. Ἀλλ’ ἔκτοτε ἡμεῖς ἀπηντήσαμεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν, ἔργον, ὅπερ εἶχε τόσον πολὺ προχωρήσει, νὰ μείνῃ ἡμιτελές. Δὲν εὐθυνόμεθα βεβαίως ἡμεῖς ἂν δὲν ὑπῆρξε προϋπολογισμὸς διὰ τὸ ἔργον, ὡς λέγετε, ἂν δὲν ὑπελογίσθησαν ὡς ἔδει τὰ πράγματα ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν φέρει εἰς πέρας τὸ πλοῖον τοῦτο, διότι νομίζομεν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐπιζήμιον νὰ ἀφήσωμεν αὐτὸ εἰς τὸ μέσον, ἡμιτελές. Ἔκτοτε δ’ ἐδηλώσαμεν, ὅτι ἀναδεχόμεθα τὴν εὐθύνην τῆς ἀποπερατώσεως τοῦ θαλαμηγοῦ, διότι ἐπιστεύσαμεν, ὅτι ἡ Βασιλικὴ οἰκογένεια, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τοῦ ἔθνους, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἔχῃ πλοῖον θαλαμηγὸν, ἀνάλογον τῆς ὑψηλῆς Αὐτῆς θέσεως. Ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου ἐξηκολούθησαν αἱ δαπάναι. Ἐπληροφόρησα τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, ὅτι εὐθὺς, ὡς καταρτισθῶσιν οἱ πίνακες, θέλω καταθέσει τούτους, ἀλλ’ ὡς γνωρίζει, αἱ ἐργασίαι αὗται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περατωθῶσιν ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν· μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θέλω δώσει πληροφορίας. Περὶ τοῦ ἄλλου ζητήματος, ὅτι αἱ προηγούμεναι ἐπιτροπαὶ ἐβεβαίωσαν, ὅτι διὰ 300 χιλιάδων δραχμῶν δύνανται νὰ φέρωσιν εἰς ἀρίστην κατάστασιν καὶ νὰ συμπληρώσωσιν ἓν ἕκαστον τῶν θωρηκτῶν, ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα θέλω φέρει, θέλει πεισθῆ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι δὲν ἔλαβε πληροφορίας ἀκριβεῖς. Ἐγὼ φρονῶ, συμβουλευθεὶς τὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι οὐδὲ δι’ 900 χιλιάδων θέλει εἶσθαι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν πλῆρες καὶ ἕτοιμον ἓν ἕκαστον τῶν θωρηκτῶν. Ἀρκεῖ νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὰ θωρηκτὰ ἔχουσι μόνον μίαν μηχανὴν ἠλεκτρικοῦ φωτός. Ἂν δὲ λάβητε τὸν κόπον αὔριον νὰ μεταβῆτε εἰς Σαλαμῖνα, θέλετε ἴδει ἐκεῖ ῥωσσικὸν πολεμικὸν πλοῖον, ὅπερ ἔχει ἓξ ἠλεκτρικὰς μηχανὰς, καὶ θέλετε μάθει, ὅτι δὲν εἶναι ἀσφαλὲς, πολεμικὰ πλοῖα νὰ ἔχωσιν ὀλιγωτέρας τῶν δύο τοὐλάχιστον ἠλεκτρικῶν μηχανῶν. Περὶ πάντων τούτων γίνεται μελέτη, καὶ θέλει ληφθῆ πρόνοια. Δύναμαι δὲ νὰ διαβεβαιώσω ὑμᾶς, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἐπιτροπὴ, ἥτις ἀπεφάνθη, ὅτι διὰ 300,000 δραχμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπληρωθῇ ὁ ὁπλισμὸς ἑκάστου τῶν τριῶν θωρηκτῶν, νὰ κατασκευασθῶσιν αἱ νέαι πυριτιδαποθῆκαι αὐτῶν, καὶ νὰ τροποποιηθῶσιν οἱ ἱστοὶ ἑκάστου αὐτῶν. Περὶ καταχρήσεων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ἐγὼ οὐδέποτε ὡμίλησα. Εἶπον ὅτι, συγκρίνων τὰ ποσὰ τῶν προμηθειῶν κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος πρὸς τὰ τῶν προηγουμένων, ἤτοι τὰς προμηθείας τοῦ 1896 ἔτους πρὸς τὰς τοῦ 1895 κυρίως, ὡς καὶ πρὸς τὰς τοῦ 1894 καὶ 1893, εὗρον, ὅτι αἱ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο γενόμεναι προμήθειαι ἐγένοντο κατὰ 200,000 δραχμὰς ἐπὶ ἔλαττον ἢ κατὰ τὸ 1895.
§51ΜΑΥΡΟΣ. Ποῖος ἦτο ἐργολάβος;
§52ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ αὐτὸς, ὁ κ. Στρατήγης. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐφέτος κατωρθώθη, ὅπως προμηθεύηται ὁ στόλος τὰ τρόφιμα αὐτοῦ κατὰ 200,000 δραχμὰς ἐπὶ ἔλαττον ἢ κατὰ τὸ 1895 ἔτος. Εἶναι δὲ χορηγητὴς ἐν Πειραιεῖ ὁ καὶ πέρυσιν. Διὰ τούτων δὲν ἠθέλησα νὰ ἐπιῤῥίψω μομφὴν κατά τινος, ὅτι τουτέστιν ἐγένοντο καταχρήσεις. Λέγω ἁπλῶς, ὅτι ἐπῆλθεν οἰκονομία ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐκ 200,000 δραχμῶν. Εἶναι δὲ ὁ αὐτὸς χορηγητὴς ἐν Πειραιεῖ, καὶ δίδει τὰς αὐτὰς τροφάς. Ἕκαστος δύναται νὰ σύρῃ οἱονδήποτε θέλει συμπέρασμα· ἐὰν ὅμως ἐκεῖνοι, οἵτινες διηύθυνον τὰ πράγματα, ἐκτύπων τὸν πόδα, καὶ προσεπάθουν νὰ διαλύσωσι τοὺς συνεταιρισμοὺς, οἵτινες ἐγίνοντο παρὰ τῶν ποικίλων ἐργολάβων ἐν Πειραιεῖ καὶ ἀλλαχοῦ, δὲν ἠθέλομεν φθάσει νὰ ἀγοράζωμεν τὸν ἐλελίφασκον (φασκομηλιὰν) ἀντὶ τριῶν δραχμῶν καὶ πεντήκοντα λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, καὶ τὸ κρέας 2,20 ἀντὶ 1,60. Οὐδὲ τὰ ἄλλα τρόφιμα πρὸς 40 καὶ 60 ταῖς ἑκατὸν ἀκριβότερον ἢ ὅ,τι ἀγοράζονται ἐφέτος. Ταῦτα εἶπον χθές. Τίς ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅλα ταῦτα, ἐγὼ βεβαίως δὲν ἀναδέχομαι νὰ εὕρω. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι εὗρον τοὺς αὐτοὺς ἐργολάβους ἐν Πειραιεῖ συνεταιρισμένους, καὶ κατώρθωσα νὰ διασπάσω τὸν συνεταιρισμόν. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἐδυνάμην νὰ ἐγκρίνω τὰς μειοδοσίας, ὅταν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας οὐδεὶς ἤρχετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα δώσῃ μικροτέρας προσφορὰς, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξα. Ἀλλὰ κατέφυγα καὶ εἰς τὸ μέτρον ἀκόμη νὰ προκαλέσω ἐνσφραγίστους προσφοράς, ἐντὸς δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατωρθώθη νὰ φθάσωσιν οἱ ἐργολάβοι εἰς τοιαύτην ῥῆξιν, ὥστε νὰ ζητήσωσι διάλυσιν τῆς διαφορᾶς αὐτῶν διὰ μονομαχίας. Καὶ οὕτως ἤρξατο φοβερὸς συναγωνισμὸς, καὶ ἐφθάσαμεν ὅπου ἐφθάσαμεν, ὡς κατέδειξα διὰ τῶν ὑποβληθέντων ἤδη πινάκων.
§53Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἐκ Μεσσήνης συνάδελφον κ. Δεληγιάννην διὰ τὴν καλωσύνην, ἣν εἶχε, νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπερώτησίν μου ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὴν 13 Ἰουλίου παρελθόντος ἔτους. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πρῶτος ἐγὼ ἀνύψωσα πτυχήν τινα τῶν γινομένων εἰς τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τῆς σπατάλης τοῦ δημοσίου χρήματος. Δὲν θέλω νὰ ἐρωτήσω, τίς ἐσπατάλησεν, ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω, τίνες εἶναι οἱ ὑπόλογοι τοῦ δαπανηθέντος χρήματος καὶ εἰς τί ἐχρησιμοποιήθη τὸ παρὰ τὰ νομοθετημένα δαπανηθὲν χρῆμα. Σήμερον κατηγοροῦσι τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν διὰ νὰ καλύψωσι τὴν ἰδίαν αὑτῶν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ὑπέχουσιν οἱ τότε ἰθύνοντες τὰ κοινὰ, καὶ πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔπραξαν τοῦτο καὶ ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, ἐναντίον τῶν διαμαρτυριῶν τοῦ τύπου καὶ τῶν Βουλευτῶν τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως ἐξηκολούθησαν δαπανῶντες τὰ χρήματα, περὶ οὐδενὸς τιθέμενοι τὴν συντήρησιν τοῦ στόλου. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν πλοίων, καὶ μάλιστα τὰ φέροντα βαρέα πυροβόλα, εἶναι εἰς αἰσχρὰν κατάστασιν, πολλαὶ δὲ μηχαναὶ τῶν τορπιλλῶν Χότσκις εὑρέθησαν ὠξειδωμέναι, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἦναι καθαρώτεραι καὶ τῶν καλλιτέρων ὡρολογίων. Ἀλλὰ εἰς τί θέλετε χρησιμοποιήσει ὅλα ταῦτα τὰ πυροβόλα τὰ μεγάλα, τὰ βλήματα κλπ.; Ὅταν δὲν ἔχητε ἐγκαύματα, ὅταν δὲν ἔχητε ἐμπύρια, δύνασθε νὰ τὰ χρησιμοποιήσητε; Τί σᾶς χρησιμεύουν; Πέντε δὲ μόνον χιλιάδες δραχ. κατέστησαν ταῦτα χρήσιμα, καὶ ὑμεῖς ἐκακίσατε, διότι διὰ δαπάνης 170,000 δρ. συνεπληρώθησαν αἰσθηταὶ ἐλλείψεις. Θὰ παρακαλέσω δὲ, ἵνα μὴ μακρηγορῶ, νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, συμφώνως μὲ τὴν ἐπερώτησίν μου, ἡ ὁποία εἶναι κατακεχωρημένη ἐν τοῖς πρακτικοῖς τοῦ 1895, εἰς τὴν σελ. 490, νὰ καταθέσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας καὶ καταστάσεις, συμπληρώσῃ δὲ ταύτας μὲ ἐκείνας, τὰς ὁποίας πρὸ ἡμερῶν τὸν παρεκάλεσα νὰ καταθέσῃ. Ἐκ τῶν ὑποβληθησομένων δὲ τούτων ἐγγράφων καὶ λοιπῶν θέλει φανῆ τί ἐγένετο· τότε δὲ θέλομεν εἶσθαι εἰς θέσιν, ἐν γνώσει καὶ ἐπιγνώσει νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας, καὶ νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, τί ἐγένετο τὸ ἱερὸν χρῆμα, τὸ ὁποῖον μεθ’ ὅλου τοῦ ζήλου καὶ τῆς ζέσεως προσέφερεν ἑκάστοτε εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος.
§54ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω σήμερον σκοπὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν μακρὰν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε προχθὲς εἰς τὴν Βουλήν, θὰ παρουσιασθῇ ἡ κατάλληλος στιγμή, ὅπως ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων ἐκφράσω τὴν γνώμην μου καὶ ὅπως ἀπαντήσω τότε εἰς μέρη τινὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεώς του, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ἄξια ἀπαντήσεως καὶ τὰ ὁποῖα θεωρῶ ὡς ἀπαιτοῦντα ἀπάντησιν. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἀσχοληθῶ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς «Μπουμπουλίνας». Ὡς πρὸς αὐτὸ ἀπόκειται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ δώσῃ οἵαν κρίνῃ περὶ τούτου ἀπάντησιν. Δὲν ἔχω σκοπὸν σήμερον νὰ ἀσχοληθῶ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς δημοπρασίας, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπ’ ἐσχάτων, οὔτε ν’ ἀμφισβητήσω τὰς δάφνας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐνόμισε καλὸν νὰ δρέψῃ. Ἐγὼ γινώσκω ἐκ πείρας, καθόσον διετέλεσα εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τριετίαν, ὅτι αἱ δημοπρασίαι αὗται γίνονται πάντοτε κατὰ τοὺς τύπους, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, γινώσκω ὅτι διορίζεται ἐπιτροπὴ ἀξιωματικῶν, ἡ ὁποία ἐπιτηρεῖ τὰ τῆς δημοπρασίας, γινώσκω ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ καὶ δὶς καὶ τρὶς ἐπαναλαμβάνουσιν αὐτήν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον τοῦτο ἔπραξα, καὶ τρὶς καὶ τετράκις, πρὶν ἐγκριθῇ ἡ δημοπρασία, ἐπανέλαβον αὐτήν. Δὲν ἠξεύρω τί ἐγένετο κατὰ τὸ 1895 ἢ 1894, περὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἠσχολήθη, νομίζω ὅμως, ὅτι, ἂν τὰ πράγματα ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν συνήθειαν, ἥτις ἐπικρατεῖ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, τὰ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν λεχθέντα βεβαίως ἐπιῤῥίπτουσι μομφήν, καὶ μομφὴν σπουδαίαν, κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διεξήγαγον τὰ τῆς δημοπρασίας· καὶ τότε, ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὁποῖα μέτρα ἔλαβεν ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν, ἵνα κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρέβλαψαν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἐπιδιώξῃ τιμωρίαν; Τί ἔκαμε μέχρι τοῦδε ὡς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὰς ἐπιτροπὰς, αἵτινες ἐπεστάτησαν εἰς τὰ τῆς δημοπρασίας τῶν ἐτῶν 1894 καὶ 1895; Ἀλλὰ, λέγω, περὶ τούτων ὅλων δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἀσχοληθῶ ἤδη. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ λάβω τὸν λόγον, εἶναι ὅσα ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν, ἑρμηνεύων τὰς ὑπονοίας, ἃς ἔῤῥιψε κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὑπονοίας, τὰς ὁποίας οὐχὶ καθ’ ὡρισμένων Ὑπουργῶν ἔῤῥιψεν, ἀπ’ ἐναντίας διαμαρτυρομένου ἐμοῦ μὲ ἐξήρεσεν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν εἶπεν «αὐτὸ ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ δεῖνα καὶ δεῖνα ἔτος», παρέστησε τὴν κατάστασιν τοῦ Ναυτικοῦ ὡς εἰς χειρίστην διατελοῦσαν θέσιν, μὴ ἐννοῶν ὅμως, ὅτι διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του οὐδὲν ἕτερον ἔκαμεν ἢ νὰ πλέξῃ τὸ ἐγκώμιον τῶν προκατόχων του. Διότι βεβαίως Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅταν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑποστηρίζῃ ὅτι συνεπλήρωσε τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας εὗρεν ἐν τῷ Ναυτικῷ, διὰ δαπάνης 170,000 δραχμῶν, ἐνῷ ἔδιδε εἰς ἡμᾶς τὴν εὐχάριστον εἴδησιν, ὅτι ἐξησφάλισε τὴν ἄμυναν τῆς χώρας καὶ ἐπιφυλάσσεται βεβαίως νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τῆς ἐπιθέσεως,—ἀλλὰ τὴν ἄμυναν τῆς χώρας ἐξησφάλισεν ἤδη διὰ δαπάνης 170,000 δραχμῶν,— δὲν ἐνόει ὅτι ταῦτα λέγων τὸν ἔπαινον ἔκαμνε τῶν προκατόχων του; Δὲν ἐνόει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι λέγων ὅτι εἶχε 270 τορπίλλας, ἀλλ’ ὅτι ἦτο ἠναγκασμένος νὰ παραγγείλῃ βαμβακοπυρίτιδα διὰ τὰς τορπίλλας ταύτας, οὐδὲν ἕτερον ἔκαμνεν ἢ τὸν ἔπαινον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τῆς σημερινῆς, τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ ὁποίου αἱ τορπίλλαι αὗται ἠγοράσθησαν, καὶ ὅτι, ἐὰν ἐνόμιζε πρέπον πλαγίως τὴν ἐνέργειαν ταύτην νὰ ἐπικρίνῃ, τὴν ἐπίκρισιν ταύτην ἀπηύθυνε ἀπ’ εὐθείας κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ του; Δὲν ἐνόησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ὁμιλῶν περὶ τῶν μικρῶν ἐλλείψεων τῶν θωρηκτῶν καὶ λέγων ὅτι αὗται αἱ ἐλλείψεις ἠδύναντο εὐχερῶς νὰ θεραπευθῶσιν, ἐπήνει τοὺς προκατόχους του; Ἀλλὰ περὶ τῶν ἐλλείψεων ἐκείνων θέλομεν ἀσχοληθῆ ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμή. Ἐρωτῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, εἶναι πρέπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμε; δηλαδὴ νὰ μὴ ἀποταθῇ πρὸς τὸν ναυπηγὸν τὸν ναυπηγήσαντα τὰ πλοῖα, ἐνῷ ἡ γνώμη ὅλης τῆς Εὐρώπης εἶναι, ὅτι τὰ ναυπηγηθέντα πλοῖα ἐπέτυχαν, καὶ ἐπέτυχον ὅσον σπανίως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπέτυχε τύπος; Ἢ μήπως ἀπετάθη πρὸς αὐτὸν, ἵνα λάβῃ τὰς συμβουλὰς του; Ἀλλὰ περὶ τούτων ὅλων, λέγω, θὰ ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμὴ νὰ συζητήσωμεν, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμὴ, τότε θὰ συζητήσωμεν καὶ διατὶ δὲν ἐγένετο ἡ προμήθεια τῶν ταχυβόλων ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος. Καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εὐαρεστηθῇ νὰ μελετήσῃ τὴν ἀλληλογραφίαν, τὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπάρχουσαν, θέλει εὕρει τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία παρήγγειλε τὰ πλοῖα, δὲν ἦτο δυνατὸν τότε νὰ δώσῃ παραγγελίαν καὶ περὶ ταχυβόλων, διότι δὲν ἠδύνατο περὶ αὐτῶν νὰ γείνῃ λόγος εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν μόνον δι’ ἀκάπνου πυρίτιδος ἠδύναντο νὰ λειτουργήσωσιν. Ἔκτοτε ἐγένοντο νέαι ἐφευρέσεις, καὶ αἱ σχετικαὶ μελέται εἶναι πλήρεις, καὶ ὡς ἐκ τούτου δύναται νὰ προβῇ εἰς παραγγελίαν. Τότε ἦτο φυσικῶς ἀδύνατον νὰ προβῇ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν παραγγελίαν τῶν ταχυβόλων. Ἀλλὰ λέγων ταῦτα, δὲν ἦτο ὀρθὸν ἴσως νὰ μνησθῇ καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δι’ ἐργασιῶν πολυετῶν κατώρθωσαν, ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὸν νὰ ἔλθῃ σήμερον, ὅπως τὰς μικρὰς αὐτὰς ἐλλείψεις ἐπιδιορθώσῃ; Ἐπαναλαμβάνω ὅμως, ὅτι πάντα ταῦτα παραβλέπω. Ἀλλ’ ἡ ἀγόρευσις αὐτοῦ ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε ἔδωκεν αἰτίαν εἰς τὸν ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτὴν νὰ ὑποθέσῃ τοὐλάχιστον, ὅτι καταχρήσεις, δὲν ἠξεύρω ποῖαι, ἔλαβον χώραν, καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν ἐπὶ τετραετίαν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐπειδὴ δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω, ἵνα, ἔστω καὶ ἀορίστως, γίνηται λόγος περὶ καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπιβαρύνωσι καὶ τὴν ὑπ’ ἐμοῦ διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, εἶμαι πρῶτος ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ζητῶ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ συστήσῃ ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ ἀρχίσῃ τὴν ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι σήμερον.
§55ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 1880.
§56ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπιθυμῶ τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, διότι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐκ τῆς ἐρεύνης τῶν γενομένων θέλει πεισθῆ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι ἐκεῖνοι, κατὰ τῶν ὁποίων εὐκόλως γίνεται σήμερον ἡ ἐπίθεσις, εἰργάσθησαν, καὶ εἰργάσθησαν ἀνενδότως ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, καὶ ὅτι εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν ὀφείλεται ἡ καλὴ σχετικῶς κατάστασις τῶν ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων.
§57Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀφοῦ ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος συνάδελφος ὑπόσχεται, ὅτι θέλει φέρει τὴν συζήτησιν, ὅταν συζητηθῶσι τὰ νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐπιφυλάσσομαι καὶ ἐγὼ τότε νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα τότε θέλομεν ἀκούσει παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Καίτοι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μετεχειρίσθη τὸ σύστημα ἐκεῖνο τῆς ῥητορικῆς, οὗτινος τώρα τὸ ὄνομα δὲν ἐνθυμοῦμαι, καὶ καθ’ ὃ ἠθέλησεν ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἐκεῖνα, δι’ ἃ ὑπεσχέθη ὅτι θέλει φέρει συζήτησιν, ὅταν συζητηθῶσι τὰ νομοσχέδια, ἐγὼ ὅμως, ἐπειδὴ ἔχω ἀντιθέτους ἰδέας ὡς πρὸς τὸ ῥητορικὸν αὐτὸ σύστημα, θέλω ἐπιφυλαχθῆ νὰ ἀπαντήσω, ὅταν ἔλθῃ ἡ εἰδικὴ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων.
§58ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης.
§59ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ κ. Θεοτόκης.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος· τότε δὲ θέλουσιν ἐκτελεσθῆ αἱ ἄλλαι διατάξεις.
§61ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης περὶ συττάσεως ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων. Δὲν πρέπει νὰ συγχίζῃ τις τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας ἡ σύστασις ἐζητήθη, μὲ τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν. Ἡ σύστασις τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς προβλέπεται ἀπὸ τὸν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμον, ἡ σύστασις δὲ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς προβλέπεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, ὑποβάλλεται ἑπομένως εἰς τὴν διαδικασίαν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλεται πᾶσα πρότασις. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑποστηριχθῇ παρὰ 10 Βουλευτῶν, καὶ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις πρὸς σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς πρέπει νὰ ᾖναι γραπτὴ, πρέπει νὰ προσδιορίζῃ τὰ θέματα καὶ τὴν χρονικὴν διάρκειαν, καθ’ ἣν τὰ θέματα ταῦτα προέκυψαν. Τότε θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ αἱ ἄλλαι διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ.
§63ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν περὶ διορισμοῦ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς θέλει συμμορφωθῆ πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ θέλει τὴν διατυπώσει ἐγγράφως, ὅπως κατὰ τὴν ἡμέραν, ἥτις θὰ προσδιορισθῇ πρὸς συζήτησιν, ᾖναι αὕτη διατετυπωμένη εἰς τρόπον, ὥστε νὰ δύναται νὰ συζητηθῇ.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν προτείνηται ἡ πρότασις, τότε ἐφαρμόζονται αἱ ἄλλαι διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ· ἀλλ’ ἡ πρότασις δὲν κατετέθη ἀκόμη.
§65ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν δὲν ἐσκέφθη νὰ παίξῃ.
§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λοιπὸν ἂς καταθέσῃ τὴν πρότασιν.
§67ΒΑΛΕΤΑΣ. Ἐὰν ἀνακαλῇ τὴν πρότασίν του, νὰ τὸ δηλώσῃ. Καλέσατέ τον, κύριε Πρόεδρε, πρὸς τοῦτο.
§68ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Φρονῶ ὅτι μετὰ τὸ τελευταῖον κατηγορητήριον δὲν πρέπει νὰ γίνεται λόγος περὶ τοιούτων ἐπιτροπῶν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βότσαρη, ἐπιμένετε εἰς τὴν πρότασίν σας περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς;
§70ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Μάλιστα, ἐπιμένω.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε πρέπει νὰ τὴν ὑποβάλητε ἐγγράφως, ἵνα ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 322,882.22 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1895. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§72ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προτίθεμαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον παρενέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἤτοι ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ μήπω κατασκευασθέντος τμήματος τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Ἡ περὶ τούτου συζήτησις ἐγένετο διεξοδικὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. Ὡς γνωστὸν, ἐκ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν εἶχεν ἀπομείνῃ ἀκατασκεύαστον τὸ τμῆμα Διαβολίτσι–Τριπόλεως, εἶχε δὲ κηρυχθῆ ἔκπτωτος ἡ ἐργολάβος ἑταιρία, καὶ διὰ συμβάσεως, ἥτις ἐκυρώθη διὰ νόμου, εἶχεν ἀναλάβει τὴν περαιτέρω κατασκευὴν τοῦ τμήματος τούτου ἡ Ἑταιρία τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ἐπὶ χορηγήματι δρ. 3,300,000. Πρὶν ἢ ἀκόμη ἡ ἐργολάβος ἑταιρία κηρυχθῇ ἔκπτωτος, εἶχεν ὑποβληθῆ ὅμοιον περίπου πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας δραχ. 322,000, λόγῳ μὴ πληρωθέντων τόκων ἐντόκου γραμματίου ἐκ δραχ. 5,600,000, διότι δὲν ἐζητήθη ἐμπροθέσμως ἡ ἀνανέωσις τοῦ ἐντόκου ἐκείνου γραμματίου. Ἐνῷ δὲ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο παρέμενεν ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐκηρύχθη ἔκπτωτος ὁ ἐργολάβος, καὶ ἀνέλαβε τὸ Δημόσιον τὴν περαιτέρω κατασκευὴν, καὶ μετεβίβασε τήν τε κατασκευὴν τοῦ τμήματος τούτου καὶ τὴν χρῆσιν τῆς ὅλης γραμμῆς εἰς τὴν Ἑταιρίαν τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου. Ἡ διαδεχθεῖσα τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὑποβαλοῦσαν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο κατὰ τὸ 1891, Κυβέρνησις ὑπέλαβεν, ὅτι δὲν ἦτο προσήκουσα, οὐδὲ λόγον τινὰ εἶχεν, ἡ ὑποβολὴ νομοσχεδίου, ἐγκρίνοντος τὴν πληρωμὴν τόκων ἐντόκου γραμματίου μήπω ἀνανεωθέντος, διότι ὁ δικαιοῦχος δὲν ἐζήτησε τὴν κατὰ νόμον ἀνανέωσιν αὐτοῦ, τοὐναντίον ἡ διάδοχος Κυβέρνησις καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε περιέλθει εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τῆς ἑταιρίας ἀπὸ τὴν ἐγγύησιν τὴν ὑπὸ τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης χορηγηθεῖσαν, εἰσήγαγε διὰ τακτικοῦ γραμματίου εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ ποσὸν δὲ, τὸ ὁποῖον παρέμεινε κατατεθειμένον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, εἰσήγαγεν εἰς τὸν λογαριασμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἵνα τὸ Δημόσιον ὠφελῆται τὸν τόκον τοῦ 1%. Ἠκολούθησε δὲ τὸ ἑξῆς σύστημα· ἐπειδὴ αἱ ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν περαιτέρω κατασκευὴν, ἤτοι πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἐπεβάρυνον πλέον οὐχὶ τὴν ἐργολάβον ἑταιρίαν, ἀλλὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἢ τὴν ἑταιρίαν, ἡ ὁποία ἀνέλαβε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν συμπλήρωσιν τοῦ σιδηροδρόμου, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἦτο ἀναγκαία ἡ πληρωμὴ χρημάτων, τὰ χρήματα ταῦτα ἤθελον πληρωθῆ παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀναγραφομένης τῆς σχετικῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ συστήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἦτο ἁπλούστερον, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐξέλεξεν ἕτερον, μᾶλλον πολυσύνθετον καὶ μᾶλλον ἀσύμφωνον πρὸς τὰς λογιστικὰς παρ’ ἡμῖν κρατούσας διατάξεις· ὑπέβαλεν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν, ἀποτελέσαντα παράρτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, καὶ ἐκεῖ ἀνέγραψεν ὡς ἔσοδον τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν κεφαλαίων τοῦ σιδηροδρόμου τὸ ποσὸν τὸ προερχόμενον ἀπὸ τὴν δημευθεῖσαν ἐγγύησιν τῆς ἐκπτώτου ἑταιρίας, ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν μὴ πληρωθέντων τόκων τοῦ ἐντόκου γραμματίου, ἀπὸ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε κατατεθειμένον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καὶ εἶχεν ἤδη εἰσαχθῆ εἰς πίστωσιν τοῦ Κράτους ἐν τῷ λογαριασμῷ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἀπὸ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο κατατεθειμένον παρὰ τῷ ἐν Λονδίνῳ τραπεζίτῃ Gibbs and Son, ὅστις, ὡς γνωστόν, ἀρνεῖται τὴν ἀπόδοσιν αὐτοῦ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν προτίθεμαι σήμερον νὰ ἐπικρίνω πάλιν τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἰς τοσαύτας ὁδηγεῖ ἀνωμαλίας λογιστικὰς, ἀλλ’ ἓν ἔχω σήμερον νὰ παρατηρήσω. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐγκρίνεται ἡ πληρωμὴ 322,882 δραχ. καὶ ὀλίγων λεπτῶν, καὶ χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1895, γίνεται δὲ ἡ ἀναγραφὴ τῆς πιστώσεως ταύτης τῆς ἐκτάκτου ὑπὸ εἰδικὸν κεφάλαιον, ὑπὸ τὸν ἀριθ. 33. Ἀλλ’ ἐκ συμπτώσεως διεξερχόμενος τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896, παρετήρησα, ὅτι εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 19 ἄρθρον 2, ἀναγράφεται πίστωσις ἐκ δραχ. 358,000 «ἀπόδοσις ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος Τρίπολις–Διαβολίτσι». Εἰς δὲ τὸ παράρτημα, τὸ προσηρτημένον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, τοῦ ὁποίου ὅμοιον εἶχε προσαρτηθῆ καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, ἀναγράφεται μεταξὺ τῶν ἐσόδων τοῦ κεφαλαίου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 358,000, ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 1 ἄρθρον 2. Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πρόκειται περὶ ἄλλου ποσοῦ, ἢ περὶ τοῦ αὐτοῦ; Διότι ἐκεῖ ἀναφέρεται τὸ ποσὸν 358,000 δραχ. ὡς πίστωσις τακτικὴ, ἐδῶ δὲ ζητεῖται εἰδικὴ πίστωσις ἔκτακτος, εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἡ ἀναγραφὴ αὐτοῦ ὑπὸ εἰδικὸν κεφάλαιον, ὑπὸ τὸν ἀριθ. 33. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἤθελε ψηφισθῆ, εἶναι δὲ ἀναγεγραμμένη δυνάμει αὐτοῦ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πίστωσις δραχ. 358,000, εἰς τὸν ψηφιζόμενον προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 θὰ ἀναγράψωμεν πίστωσιν ὁμοίαν δραχμῶν 358,000, τὴν ὁποίαν φυσικώτατον εἶναι νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὰ κεφάλαια τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Μὴ τυχὸν πρόκειται περὶ ἄλλου ποσοῦ; Ἄλλο εἶναι τὸ ποσὸν τῶν 322,882 δραχ. τὸ πληρονόμενον εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, καὶ ἄλλο τὸ ποσὸν τῶν 358,000, τὸ εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896; Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ παράσχῃ τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις. Παρακαλῶ προσέτι νὰ δοθῇ καὶ μία ἑτέρα διασάφησις πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Εἶναι δυνατὸν, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον μεταβληθῇ εἰς νόμον, νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία, μήπως τὴν ἀπόδοσιν τῶν τόκων ἐκ δρ. 322,882 τὴν ἀποδίδομεν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τοῦ Σιδηροδρόμου, τὴν ἀναλαβοῦσαν τὴν κατασκευήν. Καὶ ἐγὼ μὲν, ὅπως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀποδόσεως εἰς τοὺς συνδίκους τῆς πτωχεύσεως τοῦ Ρολὲν ἢ εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν Σιδηροδρόμων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁπωσδήποτε ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀπομένει εἰσέτι ἐκκρεμὴς μεταξὺ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐκπτώτου ἐργολάβου ἑταιρίας, νομίζω ὅτι εἶναι προσῆκον νὰ προστεθῇ τι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, διὰ νὰ δειχθῇ σαφῶς καὶ ὡρισμένως, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα θέλουσιν ἀποδοθῆ εἰς τὸ εἰδικὸν ταμεῖον, τὸ προωρισμένον διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος Διαβολίτσι– Τρίπολις.
§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀπορία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος εἶναι βάσιμος, ἤθελε δὲ λυθῆ ἐν καιρῷ, ὅτε θέλει προσαχθῆ πρὸς συζήτησιν ὁ προϋπολογισμός. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀνεγράφη ἡ πίστωσις τῶν δραχμῶν 322,882 καί τινων ἑκατοστῶν, συνετάχθη καὶ ἐτυπώθη κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον, ὅτε δὲν εἶχεν ἐκκαθαρισθῆ ὁ λογαριασμὸς τῶν τόκων τοῦ ἐντόκου γραμματίου. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ 1891, ὅτε συνετάχθη ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἔκρινεν ὅτι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν οἱ τόκοι, δὲν εἶχε γενῆ ὀρθῶς ὁ ὑπολογισμὸς εἰς 358 χιλιάδας, διὰ τοῦτο τὸ λάθος εἰσέφρησε καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896, τῷ συνταχθέντι κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1895, διότι δὲν εἶχε γενῆ ἔτι ὁ ὑπολογισμὸς, ὡς προεῖπον, ἀνεγράφη δὲ τὸ κατὰ τὰ 1891 μὴ ὀρθῶς ὑπολογισθὲν ποσὸν τῶν 358 χιλιάδων. Ἀλλὰ μετὰ τὴν σύνταξιν καὶ τὴν τύπωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγένετο ἡ ἐξέτασις τοῦ κονδυλίου, καὶ εὑρέθη ὅτι δὲν ὀφείλονται 358 χιλιάδες, ἀλλὰ 322,000, καὶ διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ἀνέγραψε τὸ ποσὸν τὸ ἀληθές. Ὅταν θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ὁ προϋπολογισμὸς, θέλομεν μεταβάλει τὸ ποσὸν τῆς ἀποδόσεως εἰς τὰ κεφάλαια τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἀπὸ 358,000 εἰς 322,882.22. Ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου ποσοῦ, πρόκειται περὶ τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ τῶν τόκων τοῦ γραμματίου τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ρολὲν κατεχομένου. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἠκολουθήσαμεν, δὲν εἶναι ἐπινόημα ἡμῶν, εἶναι ἐπινόημα τοῦ νόμου περὶ τοῦ δανείου τῶν 24 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν, τοῦ προορισθέντος πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Ὁ νόμος ἐκεῖνος διέταξε κατὰ τίνα τρόπον θέλει γενῆ ἡ διαχείρισις τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 24 ἑκατομμυρίων, καὶ κατὰ τὰς διατάξεις αὐτοῦ ἡμεῖς ἐχωρίσαμεν τὰ κεφάλαια τοῦ δημοσίου ταμείου ἀπὸ τὰ κεφάλαια τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν, ἀφέντες αὐτὰ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ἀποδιδόντες δ’ εἰς αὐτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ πληρώσῃ εἰς τὰ εἰρημένα κεφάλαια. Ὀφείλομεν ν’ ἀποδώσωμεν τοὺς τόκους, ὀφείλομεν ν’ ἀποδώσωμεν τὸ ἰσότιμον τῆς χρηματικῆς ἐγγυήσεως τοῦ κ. Ρολὲν, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τοῦ κ. Ρολὲν ἡμεῖς διεθέσαμεν, ἵνα ἐξοφλήσωμεν, δάνειον, τὸ ὁποῖον ὠφείλομεν εἰς τὴν Βιομηχανικὴν Τράπεζαν. Τὴν ἀπόδοσιν δὲ τῶν ποσῶν τούτων ἀνεγράψαμεν ὡσαύτως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896.
§74ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε πρόκειται νὰ μείνῃ ἡ πίστωσις καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896, ἢ θὰ διαγραφῇ ἐντελῶς ἐκεῖ;
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ πίστωσις ἀνήκει εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1895. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἀνήκει ἡ ἐγγραφὴ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλομεν ἀποδώσει εἰς τὰ κεφάλαια τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἤτοι αἱ 322,882.22 καὶ τὸ ἰσότιμον τῆς ἐγγυήσεως τῆς ἐκπτώτου ἐργολάβου ἑταιρίας.
§76ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν καλῶς ἀντιλαμβάνωμαι τοῦ πράγματος, ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ, ὁ ὁποῖος προσαρτᾶται εἰς τὸν γενικὸν προϋπολογισμὸν, ἀναγράφεται ὡς ἔσοδον τὸ ποσὸν τῶν 322,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὅταν ψηφίζωμεν τὴν πίστωσιν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, τί πράττομεν; Δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκδώσῃ ἓν ἔνταλμα καὶ νὰ ἀποδώσῃ τὸ ποσὸν τῶν 322,000 δραχμῶν. Οὕτω τὸ ποσὸν αὐτὸ μεταβαίνει ὡς ἔσοδον τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἑπομένως ἀναγραφὴ πιστώσεως πλέον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἀπαιτεῖται, οὔτε ἐπιβάλλεται. Δὲν ὑπάρχει λόγος, ἀφοῦ ἡ πίστωσις, τὴν ὁποίαν ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1895 καὶ πρόκειται νὰ τὴν πληρώσωμεν εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, νὰ τὴν ἀναγράψωμεν καὶ εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896.
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζετε ὅτι ἡ παρατήρησις ἁρμόζει εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ὄχι σήμερον; Ἂν ἐθεωρεῖτε μὴ ἀναγκαῖον τὸ νομοσχέδιον τῆς πιστώσεως, θὰ ἐνόουν τότε τὴν συζήτησιν.
§78ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ἐλέγετε ὅτι θὰ διαγράψητε τὴν πίστωσιν αὐτὴν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, βεβαίως δὲν ἤθελον προβάλει τὴν παρατήρησιν· ἀλλὰ περιωρίσθητε εἰς τὰς ἄλλας παρατηρήσεις, χωρὶς νὰ εἴπητέ τι περὶ τούτου.
§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησις ἁρμόζει εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Οὐδεμίαν ὀφείλω νὰ δώσω εἰς ὑμᾶς ἀπάντησιν σήμερον. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, τότε δύνασθε νὰ ἀπευθύνητε τὴν παρατήρησιν ὑμῶν.
§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα δύναται νὰ συζητηθῇ καὶ σήμερον καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, ὅτι ἡ πίστωσις τῶν 322,000 καλῶς ἀναγράφεται ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ, ὡς ἀνήκουσα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1896. Εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1895 ἀνεγράψαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Τὰ ἔσοδα ἐκεῖνα νομίζω ὅτι εἶναι ὑπεραρκοῦντα διὰ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα κατεσκευάσθησαν μέχρι τέλους τοῦ 1895. Ὁ εἰδικὸς ἐκεῖνος προϋπολογισμὸς ἀναμφισβητήτως δὲν δύναται νὰ παρουσιάζῃ ἀνάγκην ἐκτάκτου πιστώσεως, διότι βεβαίως δὲν ἐξήντλησε τὴν πίστωσιν, ἥτις ἐδόθη εἰς αὐτὸν διὰ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι, ὅπως εἶχεν ἀναγραφῆ κατ’ ἀρχὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅτι ἡ πίστωσις θέλει δοθῆ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1896, εἶναι ἀκριβέστερον, παρὰ ὅπως πρόκειται νὰ ἀναγραφῇ διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ 1896 εἰς 1895. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἔχει σκοπὸν ἁπλῶς χορηγίας πιστώσεως, ἀλλ’ ἔχει σκοπὸν καὶ ἀναγνωρίσεως μιᾶς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου πρὸς μίαν ἑταιρίαν, πρὸς ἓν ἠθικὸν πρόσωπον, συνδεόμενον μετὰ τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἔχον ἰδιαιτέρους λογαριασμοὺς καὶ ἰδιαιτέραν διαχείρισιν, καὶ ἕνεκα τούτου καλῶς ἐζητήθη ἡ δι’ ἰδιαιτέρου νόμου ἀναγνώρισις τῆς ὀφειλῆς ταύτης τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ εἰδικὸν ταμεῖον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν. Νομίζω προσέτι, ὅτι εἰς τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ νομοσχέδιον, «ἐκδεδομένου ἐπ’ ὀνόματι τῆς ἑταιρίας τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν», δύναται νὰ παρουσιασθῇ κίνδυνός τις, ἂν οὐχὶ καταδίκης, ἀλλὰ βεβαίως δίκης κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἑταιρία τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν σήμερον δὲν ὑφίσταται σχεδόν. Ἡ ἑταιρία αὕτη ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, καὶ τὸ Δημόσιον ὑποκατεστάθη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων της, ἀναλαβὸν τοῦτο ὅλα τὰ κεφάλαια, τὰ ἀνήκοντα εἰς αὐτὴν κατὰ τὸν σχετικὸν νόμον· ὑφίσταται ὅμως ὁμὰς δανειστῶν τῆς ἑταιρίας ταύτης, καὶ ἂν ἡμεῖς διὰ νόμου ἀναγνωρίσωμεν σήμερον, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀποδίδεται εἰς τὴν ἑταιρίαν ἐκείνην, ἐνδέχεται νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν, ὅπως ἡ ὁμὰς τῶν δανειστῶν τῆς ἑταιρίας ταύτης ἐγείρῃ ἀπαιτήσεις κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ αἱ ἀπαιτήσεις αὗται δύνανται νὰ ἔχωσι δυσάρεστα ἐπακόλουθα. Ὡς γνωρίζομεν, τοιοῦτόν τι συμβαίνει καὶ σήμερον διὰ τὸ ποσὸν τὸ χρηματικὸν, τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ὅπερ εὑρίσκεται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι παρεμποδισμένον παρὰ τῆς αὐτῆς ἑταιρίας. Διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διορθωθῇ ἡ χρονολογία τῆς πιστώσεως, ἀλλὰ νὰ μένῃ αὐτὴ ὡς ἀνήκουσα εἰς τὸ ἔτος 1896, ὅπως καλῶς ἀνεγράφη, ὄχι κατὰ ποσὸν, ἀλλὰ κατὰ τάξιν, ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν, πρέπει δὲ νὰ διορθωθῇ ἡ φράσις «ἐκδεδομένου ἐπ’ ὀνόματι κτλ.» διὰ τῆς φράσεως «ἐκδεδομένου εἰς ὄφελος τοῦ κεφαλαίου τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν».
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπαντῶ εἰς τὴν δευτέραν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης. Οἱ προσδιορισμοὶ, οἱ ἀναγραφόμενοι ἐν τῷ μοναδικῷ ἄρθρῳ τοῦ περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως δρ. 322,882 νομοσχεδίου, εἶναι προσδιορισμοὶ περιγράφοντες τὸ ἔντοκον γραμμάτιον, περὶ τῶν τόκων τοῦ ὁποίου παρακαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ, τὸ δὲ ἔντοκον γραμμάτιον φέρει ἀριθμὸν 112 καὶ εἶναι ἐκδεδομένον ἐπ’ ὀνόματι τῆς ἑταιρίας ἐπὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραλειφθῇ ὁ προσδιορισμὸς, ἡ περιγραφὴ αὐτοῦ τοῦ ἐντόκου γραμματίου. Ἄν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ὑποθέτῃ, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, ὄχι νὰ παρασχεθῇ, ἀλλὰ νὰ δοθῇ ἀφορμὴ, ἵνα ἀξιώσωσιν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη παρέχει δικαίωμα ὑπὲρ τῶν δικαιοδόχων τοῦ κ. Rolin, οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν ἔχω νὰ προστεθῇ προσδιορισμὸς οἱοσδήποτε, δηλῶν ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κεφαλαίων τοῦ σιδηροδρόμου καὶ οὐχὶ εἰς τὸν ἐργολάβον. Ἐπὶ τῆς πρώτης παρατηρήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἐκφράζω θαυμασμὸν, πῶς, ἐνῷ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὁ ὁποῖος δὲν διαχειρίζεται οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει ποῖα ἔργα ἐγένοντο μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς ἑταιρίας τῆς ἀναλαβούσης τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ σιδηροδρόμου Διαβολίτσι–Τριπόλεως, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει ποῖαι καταστάσεις ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς πληρωμὴν, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει ἂν ἐπληρώθησαν ἢ ὄχι, ἀποφαίνεται ὅμως ὅτι δὲν ἐγένοντο ἔργα, ὅτι οὐδεμίαν ἐποιησάμεθα πληρωμὴν κατὰ τὸ 1895, καὶ συμβουλεύει νὰ ἀναγράψωμεν τὴν πίστωσιν κατὰ τὸ 1896. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦμεν νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895, τὸ ζητοῦμεν μετὰ λόγου, μάλιστα ἐὰν ἤθελεν ἔχει βάσιν ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ὅτι κακῶς ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ προηγουμένου ἔτους, ἡ παραδοχὴ αὐτῆς ἤθελεν ἀποβῆ πρὸς βλάβην ἡμῶν, διότι ἐξωγκώθησαν ἄνευ ἀνάγκης τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα ἔξοδα τοῦ Κράτους. Λοιπὸν, ἀφοῦ ἡμεῖς μετὰ τοσαύτης ἀπροσεξίας ἐκανονίσαμεν τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφέντα ἔξοδα τοῦ Κράτους, δὲν συγχωρεῖτε εἰς ἡμᾶς νὰ κρίνωμεν, ἂν ἔχωμεν νὰ κάμωμεν πληρωμὰς διὰ τὸ 1895 δι’ ἐργασίας τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς ἀπὸ Διαβολιτσίου εἰς Τρίπολιν; Λοιπὸν τὸ «1896» εἶναι λάθος τυπογραφικὸν, διότι ἡ ἑταιρία κατεσκεύασεν ἔργα, ὑπέβαλε καταστάσεις, καὶ τὰς καταστάσεις αὐτὰς πρέπει νὰ πληρώσωμεν. Ἀλλὰ λέγουσιν: «ὑμεῖς ἔχετε χρήματα τῆς πιστώσεως ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ· διατὶ δὲν πληρόνετε ἐξ αὐτῶν;» Ἔχομεν καὶ διὰ τοῦτο λόγον, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω αὐτόν. Πρέπει νὰ πληρώσωμεν διὰ τῆς πιστώσεως τῶν 322,882.22.
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει λόγος παρεμποδίζων τὴν πληρωμὴν τὴν ψηφισθεῖσαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, καὶ ὅστις προϋπολογισμὸς ὁρίζει καὶ τὰ κεφάλαια, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ πληρωμὴ αὕτη. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 ὁρίζει πόθεν πρέπει νὰ ληφθῶσι τὰ χρήματα, ἤτοι τὸ 1,500,000, διὰ τῶν ὁποίων θέλουσι πληρωθῆ τὰ ἔργα, ἅτινα θέλουσι ἐκτελεσθῆ ἐντὸς τοῦ 1895. Χωρὶς δὲ νὰ διευθύνω μήτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, μήτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἐξ ὅσων ὡς ἁπλοῦς θνητὸς ἀντιλαμβάνομαι, νομίζω ὅτι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1895 δὲν ἐξετελέσθησαν ἐν τῷ τμήματι Τριπόλεως–Διαβολιτσίου ἔργα ὑπερβαίνοντα τὸ 1,500,000 δραχ. Ἐνδέχεται νὰ πλανῶμαι, καὶ θὰ ὁμολογήσω τὴν πλάνην μου, ἂν παρουσιασθῶσι καταστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐντὸς τοῦ 1895 ἐξετελέσθησαν ἔργα ὑπερβαίνοντα τὸ ποσὸν τοῦ 1,500,000 δραχμῶν, ὅπερ ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895· ἀλλὰ τὴν πεποίθησίν μου ταύτην ἀρύομαι ὄχι μόνον ἐξ ὅσων γνωρίζω, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἀναγραφῶν τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896, διότι ὁ εἰδικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 ἀναγράφει ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ ὀφειλόμενον παρὰ τῆς Τραπέζης, τὸ παρακατατεθὲν εἰς τὸν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ λ]σμὸν αὐτῆς, τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τὴν εἰδικὴν ταύτην ὑπηρεσίαν, ἀναγράφει ἐπίσης ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ ὀφειλόμενον παρὰ τοῦ Δημοσίου ὡς ἀντίτιμον τῆς ἐκπεσούσης ἐγγυήσεως τῶν 400,000 φράγκων, τὸ ποσὸν τὸ ὀφειλόμενον παρὰ τοῦ Γκὶψ, καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τοῦ γραμματίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 ἀναγράφει ὁλόκληρα τὰ ποσὰ ταῦτα, δικαιοῦμαι νὰ πιστεύω, ὅτι τὰ ποσὰ τὰ κατατεθειμένα ἐν τῇ Τραπέζῃ, ἢ τὰ ποσὰ τὰ ὑπάρχοντα ἐν τῷ Κεντρικῷ ταμείῳ, τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν 400,000 φρ. τῆς ἐκπεπτωκυίας ἐγγυήσεως, τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν ἐθίγησαν· διότι, ἂν εἶχον θιχθῆ, τότε δὲν ἠθέλομεν ἀναγράφει αὐτὰ ὡς ποσὰ διατεθησόμενα ἐντὸς τοῦ 1896. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ψηφίζοντες σήμερον τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν εἰδικὴν ταύτην ὑπηρεσίαν, πράττομέν τι ἀνακόλουθον, μεταφέροντες τὴν πίστωσιν εἰς τὸ 1895 ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης, διότι, ὡς εἶπον, ὑπῆρχον χρήματα τότε εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ 1895. Διὰ τοῦτο νομίζω πάντοτε, ὅτι τὸ 1896 εἶναι καλῶς ἀναγεγραμμένον, τὸ δὲ 1895 ἔρχεται νὰ ἀναγραφῇ, ἀναιροῦν καὶ τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 καὶ τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896. Ἄν θέλητε αὐτὴν τὴν ἀταξίαν, δύνασθε νὰ τὴν πράξητε. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς ἀναγκάσωμεν νὰ μὴ πράξητε αὐτὴν, ἐπιβάλλοντες εἰς ὑμᾶς τὴν γνώμην μας.
§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θαυμάζω πῶς κρίνετε ὡς ἀταξίαν τὴν ἀναγραφὴν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1895 τοῦ ποσοῦ τῶν 322,882.22. Ἄν θέλητε νὰ εἰσέλθητε εἰς τὰ τελευταῖα ἔργα τῆς Διοικήσεως, καὶ νὰ κανονίσητε ἐκ ποίων χρημάτων πρέπει νὰ πληρώσωμεν, ἂν ἐκ τούτων ἢ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀμφότερα εἰσι προωρισμένα δι’ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, ἐκ ποίων χρημάτων πρέπει νὰ πληρώσωμεν, αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἁρμόζει εἰς τοὺς ἀέργους, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο ἔχουσι νὰ πράξωσιν, εἰμὴ νὰ κάθηνται ἐν τοῖς καφενείοις καὶ νὰ συζητῶσι καὶ νὰ φιλονεικῶσι καὶ νὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι δὲν θέλει γενῇ ἡ πληρωμὴ ἐξ ἐκείνων τῶν χρημάτων, ἀλλ’ ἐξ ἐκείνων. Ὅτι βεβαίως δὲν ἐδαπανήθησαν 1,000,000 δραχ. μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1895, καὶ τυφλῷ δῆλον, διότι τὰ ἔργα τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Τριπόλεως–Διαβολιταίου ἐπανελήφθησαν βραδέως, κατὰ τὰ τέλη τοῦ ἔτους 1895, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰουλίου, διότι ἔπρεπε νὰ γένηται προπαρασκευή τις, προμελέτη τις πρὸς ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν. Ἑπομένως αἱ ἐργασίαι διήρκεσαν 1½ ἢ 2 μῆνας. Αἱ δαπάναι λοιπὸν, αἱ ὁποῖαι ἀπητήθησαν διὰ τὰ ἔργα τῶν δύο μηνῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναβῶσιν εἰς τὸ ἑκατομμύριον. Ἀλλὰ τοῦτο, σᾶς εἶπον, εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν τελευταίων ἔργων. «Ἀλλὰ διατὶ ἐντέλλεσθε νὰ γείνῃ ἡ πληρωμὴ ἐκ τοῦ δεῖνος ταμείου καὶ ὄχι αὐτοῦ;» Διότι καὶ τὸ 1,062,823.56 εἶναι κεφάλαιον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν, καὶ αἱ 322,882.22 εἶναι κεφάλαιον τοῦ αὐτοῦ σιδηροδρόμου. «Ἀλλὰ διατὶ θέλετε νὰ δαπανήσητε ἐκ τῶν 322,882.22 καὶ ὄχι ἐκ τοῦ 1,062,823.56;» Αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον συζητήσεως τῶν ταμιευτικῶν πραγμάτων· ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχῃ εἷς λόγος λογιστικὸς, ἀλλὰ οὕτω πως μοὶ ἐπροτάθη ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἑπομένως δὲν ὑπέλαβον ὅτι ἤθελε δώσει ἀφορμὴν πρὸς συζήτησιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀμφιβάλλω, εἶναι, ἂν νομίζητε σπουδαίως, ὅτι δύνανται νὰ προκύψωσι δισταγμοί, ἂν τὰ χρήματα ταῦτα δὲν πρέπῃ νὰ πληρωθῶσιν, ἂν δύναται νὰ προκύψωσιν ἀξιώσεις, ὅτι πρέπει νὰ πληρωθῶσιν εἰς αὐτὸν, ἂν καὶ διὰ τῆς ἀναγραφῆς γίγνεται ὁ προσδιορισμὸς, ὅτι θέλουν ἀποδοθῆ εἰς τὰ κεφάλαια τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀπεδέχθημεν, εἶναι, νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιζητήσωμεν νὰ περατωθῇ ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Βεβαίως τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὑπολειφθῆ ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 24 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν, ταῦτα δὲν ἐπαρκοῦσι μόνα πρὸς κατασκευὴν τοῦ τμήματος τοῦ ὑπολειπομένου ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσιον. Ἐζητήσαμεν νὰ συγκεντρώσωμεν τὰ κεφάλαια ταῦτα ἐν γένει, καὶ συνεκεντρώσαμεν αὐτὰ ἐπὶ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον κατατεθῆ ἐν Τραπέζῃ, καὶ συγκεντροῦμεν σήμερον αὐτὰ ἐκ τῶν χρημάτων τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, δηλ. ἐκ τῆς πληρωμῆς τῶν χρημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τὸ δημόσιον ταμεῖον ὀφείλει νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἂν ἀπεδόθησαν τὰ 1,062,823.56 εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, δὲν ἀπεδόθησαν ὀρθῶς, διότι τὰ κεφάλαια τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀποτελοῦσι δάνειον ἐπ’ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ τοῦ Δημοσίου, δὲν ἦτο δὲ ἐπιτετραμμένον εἰς τὸ Δημόσιον νὰ δανεισθῇ κεφάλαια ἐκ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἵνα πληρώσῃ ἄλλα χρέη, ἐνῷ τὰ κεφάλαια ταῦτα εἶχον προσδιορισθῆ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ὅπως δὲν ἦτο ὀρθὸν, ὅταν ἡμεῖς ἐστέρξαμεν, διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὴν Βιομηχανικὴν Τράπεζαν, νὰ δεχθῶμεν τὸ ἰσότιμον τῆς ἐγγυήσεως τοῦ κ. Rolin πρὸς ἀπόσβεσιν χρέους τοῦ Κράτους πρὸς αὐτὴν ἐπὶ συμψηφισμῷ, δὲν ἦτο, λέγω, ὀρθὸν νὰ μὴ ἀποδοθῇ ἀμέσως τοῦτο τὸ ἰσότιμον ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς τὰ κεφάλαια τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὸν νόμον περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν, ἔπρεπε πάντα νὰ ἦναι κατατεθειμένα ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἐξητήσαμεν νὰ καταθέσωμεν ταῦτα εἰς τὰ κεφάλαια τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Γνωρίζομεν ὅτι ταῦτα δὲν θέλουσιν ἀρκέσει, καὶ θέλομεν ἔχει ἀναγραφὰς νέων πιστώσεων ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἑπομένων ἐτῶν. Ὑποθέτομεν ὅμως, ὅτι αἱ ἐγγραφαὶ αὗται δὲν θέλουσι κατασταθῆ ἀναγκαῖαι μέχρι τοῦ φθινοπώρου, ἐπειδὴ δὲ ὑπεθέσαμεν ὅτι πιθανὸν εἶναι ἡ Βουλὴ νὰ συγκληθῇ εἰς σύνοδον ἔκτακτον κατὰ τὸ φθινόπωρον, ἀνεβάλλομεν, ἵνα τότε ζητήσωμεν νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897 νέαι πιστώσεις πρὸς πληρωμὴν τῶν ὑπολοίπων ἐξόδων κατασκευῆς ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν τακτικῶν τοῦ Κράτους. Εἶναι δὲ ὑπόλοιπα γνωστὰ, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσι τὸ δημόσιον ταμεῖον, αἱ 703 ἢ 704 χιλιάδες δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ καταβάλῃ τὸ Δημόσιον πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὑπολοίπου κεφαλαίου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, κατὰ τὴν σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἔχει παραχωρηθῆ ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τοῦ Σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, πρὸς συμπλήρωσιν, λέγω, τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς συμβάσεως ἐκείνης εἶχε προσδιορισθῆ. Ἀλλὰ ἂν τυχὸν δὲν ἤθελε δυνηθῆ ἡ Ἑταιρία τοῦ Σιδηροδρόμου Πελοποννήσου νὰ περατώσῃ αὐτὴ τὴν γραμμὴν πᾶσαν μέχρι τοῦ Διαβολιτσίου, ἂν δυστυχῆ συμβεβηκότα ἤθελον καταστήσει αὐτὴν ἀνίκανον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ ὑπολοίπου κεφαλαίου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν καὶ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῶν 704 χιλιάδων δραχμῶν, ὧν ἐμνήσθην, θέλομεν πάλιν εὑρεθῆ εἰς ἣν θέσιν εὑρέθημεν μὲ τὸν κ. Rolin, θέλομεν ἀναλάβει αὖθις τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, τὸ ὁποῖον παρεχωρήσαμεν εἰς αὐτὴν πρὸς συμπλήρωμα τῶν χρηματικῶν χορηγημάτων, τὰ ὁποῖα ἐποιησάμεθα πρὸς κατασκευὴν τοῦ ἔργου, καὶ θέλομεν περατώσει τὸ ὑπόλοιπον εἴτε διὰ νέων κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον ἤθελε καταβάλει ἐκ τῶν τακτικῶν αὐτοῦ ἐσόδων ἀπ’ εὐθείας, εἴτε διὰ συμβάσεως, τὴν ὁποίαν θέλομεν συνομολογήσει μετ’ ἄλλης ἑταιρίας, εἰς τὴν ὁποίαν θέλομεν βεβαίως ἀποδώσει εἴτε τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, εἴτε τὸ ἰσότιμον αὐτῆς εἰς χρήματα, ὅπως κατορθωθῇ τὸ πέρας τοῦ ἔργου.
§84ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεκάλεσε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἀργολογίαν. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχει ἄδικον, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ αἰτιᾶται ἡμᾶς, ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο τὸ νομοσχέδιόν του. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, Κύριοι, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ λόγον τινὰ, ὅτε τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη ἐν ἔτει 1891. Τότε δὲν εἶχεν ἀκόμη κηρυχθῆ ἔκπτωτος ἡ Βελγικὴ Ἑταιρία, ἡ ἀνάδοχος τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἀλλ’ εἶχε κλονισθῆ ἡ θέσις της. Προεβλέπετο τότε, ὅτι τὰ ὑπολειπόμενα κεφάλαια πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου δὲν θὰ ἐπήρκουν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ προσέλθῃ ἐπίκουρος εἰς τὴν ἑταιρίαν ἐκείνην, ὑποβοηθοῦσα αὐτὴν διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου τί ἔκαμεν; ἐδημιούργει διὰ νέου νόμου μίαν ὀφειλὴν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν ἑταιρίαν, ἡ ὁποία ἄλλως δὲν εἶχε λόγον ὑπάρξεως. Κατὰ νόμον δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν ἀνάδοχον ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν, καὶ δὴ εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον αὐτῆς ἐνταῦθα κ. Rolin, νὰ ἀγνοῇ ὅτι, ἅμα ἐγένετο ληξιπρόθεσμον ἓν ἔντοκον γραμμάτιον καὶ δὲν ἐζητήθη ἡ πληρωμὴ αὐτοῦ, δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τόκους. Αὐτὸ ἔλεγεν ὁ νόμος. Ὁ νόμος δὲ ἔπρεπε νὰ ἦναι γνωστὸς εἰς αὐτὸν, καίτοι ξένον ὄντα. Εἶναι ἀρχὴ κρατοῦσα ἁπανταχοῦ, καθ’ ἣν ὁ ξένος, εὐθὺς ὡς πατήσῃ τὸν πόδα εἴς τινα χώραν, ὀφείλει νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸ κράτος τῶν νόμων αὐτῆς, ὧν δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν ἡ ἄγνοια. Λοιπὸν κατὰ νόμον δὲν δικαιοῦται ἡ Βελγικὴ Ἑταιρία νὰ ἀπαιτήσῃ τόκους δι’ ἕξ μῆνας. Ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι θὰ προελάμβανε τὸ μοιραῖον αὐτῆς τέλος, τὸ ὁποῖον προεβλέπετο δυσάρεστον πρὸ πάντων διὰ τὸ Δημόσιον, ἐὰν ἐδημιούργει διὰ νόμου αὐτὴν τὴν ὀφειλήν. Ἀλλ’ ἔκτοτε παρενέπεσαν τόσα γεγονότα. Τὸ πρῶτον καὶ σπουδαιότατον γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἡ ἑταιρία ἐκείνη ἀφ’ ἑνὸς ἐκηρύχθη εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως ὑπὸ τῶν δανειστῶν της, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἔκπτωτος τῶν δικαιωμάτων της καὶ ὡς πρὸς τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, εἰς ἃ ὑποκατέστη τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον τὰ δικαιώματα αὐτοῦ ταῦτα ἐξεχώρησε πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ὑπὸ τὸν ὅρον, τὸ Δημόσιον νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτὴν περὶ τὰ τρία ἑκατομμύρια, ἡ δὲ ἑταιρία ν’ ἀποτελειώσῃ τὸ ἔργον καὶ νὰ ἔχῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν. Τὰ 3,000,000 αὐτὰ πόθεν μέλλουσι ν’ ἀποτελεσθῶσιν; ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τῶν κεφαλαίων τοῦ δανείου τῶν 24,000,000, τοῦ προωρισμένου διὰ τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον, ἰδίως δὲ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ παρακατατεθειμένου παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, καὶ ἐκ τοῦ ὑπολοίπου, τὸ ὁποῖον μᾶς καθυστερεῖ ὁ Gibbs, ἂν οὗτος εὐδοκήσῃ ποτὲ νὰ τὸ καταθέσῃ· τὸ περιπλέον ποσὸν ποῖος θὰ καταθέσῃ; τὸ Δημόσιον βεβαίως. Ἀλλὰ τώρα, δὲν θὰ ἦτο ἁπλούστερον, ἀντὶ νὰ θέλωμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς δυσχερείας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ἐξ ἀνάγκης ἐνομίσαμεν ὅτι ὠφείλομεν νὰ προσφύγωμεν ἐν ἔτει 1891, νὰ εἴπωμεν: «διὰ τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν προορίζομεν τὸ κεφάλαιον τὸ κατατεθὲν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, τὸ κεφάλαιον τὸ ἐνδεχόμενον νὰ πληρωθῇ εἰς ἡμᾶς ἀκόμη ἀπὸ τὸν Gibbs—διότι εἶναι ἀβέβαιον—καὶ τὸ περιπλέον ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον»; Διότι μία καὶ ἡ αὐτὴ εἶναι ἡ πηγή, τὸ δημόσιον ταμεῖον πάντοτε, εἴτε ἀπ’ εὐθείας διαθέσῃ τὰ χρήματα ταῦτα διὰ πιστώσεως τακτικῆς, ἀναγραφομένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἴτε διὰ τοιαύτης ἐκτάκτου πιστώσεως. Ἀλλ’ ἡ ὁδὸς αὕτη, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ χθὲς ἐξέφρασα, πάντοτε σκολιά, διότι ἐν πρώτοις δημιουργεῖ ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοι ξένοι ἀργότερον θέλουσιν ἐπικαλεσθῆ, διότι καὶ ἄλλοι ξένοι, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καὶ τὴν συνοδεύουσαν αὐτὸ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, δύνανται νὰ προβάλωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν ἄγνοιαν τοῦ νόμου, ὅπως ὁ κ. Rolin, καὶ νὰ ζητήσωσι καὶ αὐτοὶ διὰ νέου νόμου νὰ καταστήσητε τὸ μὴ νόμιμον νόμιμον. Εἶναι λοιπὸν τὸ προηγούμενον τοῦτο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἦναι ἐπιζήμιον εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος, δι’ ὃν πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ὅπως ἔχει αὐτό, καὶ ὅπως ὡμολόγησεν ἤδη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συγκατατεθεὶς εἰς τροποποίησίν τινα, εἶναι δυνατὸν ἡ ὁμὰς τῶν δανειστῶν τῆς ἑταιρίας, τῆς ἐν πτωχεύσει διατελούσης, νὰ σπεύσῃ ἀμέσως καὶ νὰ ἐγείρῃ ἀξιώσεις, διότι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἀναγνωρίζεται μία ὀφειλὴ πρὸς τὴν ἑταιρίαν, καὶ πρόκειται νὰ πληρωθῇ εἰς αὐτήν· τίς δὲ μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι δὲν θέλει σπεύσει τότε ἡ ὁμὰς τῶν δανειστῶν νὰ ζητήσῃ νὰ κατάσχῃ αὐτήν; Τώρα, δυνατὸν διὰ μιᾶς τροποποιήσεως νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν εἶναι ποσὸν προωρισμένον διὰ τὴν ἑταιρίαν, εἶναι ποσὸν ἀνῆκον εἰς τὸ κεφάλαιον τὸ ἀρχῆθεν προωρισμένον διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν. Ἀλλὰ διατὶ νὰ δημιουργῶμεν τοιαύτην κατάστασιν; Διατί, ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως πρόκειται τὰ χρήματα νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ νὰ δαπανηθῶσιν διὰ τὴν συντέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου, διατὶ νὰ μὴ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος ὅλως διόλου αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ μὴ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ἀναγραφὴν πιστώσεως, ὡς αὕτη ἀναγράφεται μάλιστα ἤδη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ὑποβληθέντι εἰς ἡμᾶς διὰ τὸ 1896; Αὕτη εἶναι ἡ εὐθεῖα καὶ βασιλικὴ ὁδός, ἣν ὤφειλε νὰ ἀκολουθήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ τὸν ἀπομακρύνῃ ἀπ’ αὐτῆς ἡ σκέψις, ὅτι πρόκειται περὶ τακτοποιήσεως λογαριασμοῦ. Δὲν πρόκειται περὶ τοιαύτης τακτοποιήσεως· πρόκειται περὶ τούτου καὶ μόνον, νὰ παραστήσωμεν ὅτι τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ συνωμολογήσαμεν τὴν σύμβασιν πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, δαπανᾷ νῦν ὡς οἷόν τε ὀλιγώτερα κεφάλαια καὶ ὅτι τὸ μεγαλείτερον μέρος προέρχεται ἐκ τοῦ δανείου τῶν 24,000,000. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁπωσδήποτε πρόκειται νὰ ἐξέλθωσι τὰ χρήματα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, διατὶ νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν εἰλικρίνειαν νὰ δηλώσωμεν τοῦτο ἀπροκαλύπτως, ἀλλὰ νὰ θέλωμεν νὰ συγκαλύψωμεν αὐτὸ διὰ νομοσχεδίου, δι’ οὗ δημιουργεῖται ἓν προηγούμενον ὁπωσδήποτε ἐπιζήμιον εἰς τὸ Δημόσιον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δύναται νὰ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς ἀξιώσεις, κατ’ ἐμὴν γνώμην παραλόγους ὅλως διόλου καὶ ἀδίκους, εἰς τὴν ὁμάδα τῶν δανειστῶν τῆς Βελγικῆς Ἑταιρίας; Εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τροποποίησις, ὅπως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παραδέχεται, τοῦ νομοσχεδίου του, ἀλλ’ ἐγὼ ὅλα ταῦτα θεωρῶ περιττά. Τὸ ἁπλούστερον καὶ εὐθύτερον εἶναι, νὰ ἀφήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς ἔχει, κατὰ μέρος, καὶ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν πίστωσιν, ἡ ὁποία πολὺ καλῶς ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896.
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ φρονῶ πεποιθότως, ὅτι οὐδεμιᾶς συμπληρώσεως ὑπάρχει ἀνάγκη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ ὅτι, ὡς ἔχει τὸ κείμενον, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφὰς καὶ τὰ παραρτήματα τὰ προσαρτηθέντα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, γίνεται κατάδηλον, ὅτι αἱ δραχ. 322,882.22 θέλουσιν ἀποδοθῆ εἰς τὰ κεφάλαια τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Φρονῶ μάλιστα, ὅτι, καὶ ἐὰν ἤθελεν ὑπάρξει ἀξίωσις, ἡ ἀξίωσις αὕτη, καὶ ἂν κατ’ οὐσίαν ἤθελεν ὑποληφθῆ εὔλογος, δὲν ἤθελε φέρει καμμίαν ζημίαν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, διότι τὸ Δημόσιον ἔχει ἀγωγὴν κατὰ τοῦ κ. Ρολὲν ποσοῦ τοσούτου, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον τὴν ἐγγύησίν του, ὄχι μόνον τὰς δραχμὰς 322,882.22, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα κεφάλαια δύναται νὰ ὑπερβῇ. Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἵνα ἡσυχάσω τὸν φίλον μου Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, στέργω ἵνα περιληφθῇ ἡ ἑξῆς προσθήκη: «Ἐγκρίνομεν ἵνα πληρωθῶσι καὶ ἀποδοθῶσιν εἰς τὰ κεφάλαια τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν οἱ ἀπὸ 11 Μαρτίου 1889 μέχρι τῆς 18 Αὐγούστου 1890 τόκοι, πρὸς 4%, τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 112 ἐντόκου γραμματίου», καὶ τὰ λοιπὰ, ὡς ἔχει τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ «ἄρθρον μόνον» αὐτοῦ, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ͵ΒΤΘʹ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου».
§87Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ ψηφίσῃ σήμερον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ἐκτὸς τῶν ἄλλων λαμπρῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἀναμένουσιν οἱ εἰσαγαγόντες τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι προφανὲς, ὅτι θὰ ἔχῃ καὶ τοῦτο συγχρόνως, νὰ αὐξήσῃ τὸν ὄγκον τοῦ σταφιδοκάρπου, ὅστις ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἤδη Σεπτεμβρίου παρακρατεῖται εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἂν μὲν ἦναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν χθὲς ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ ὄγκος οὗτος τοῦ σταφιδοκάρπου δὲν ἐμπνέει καμμίαν ἀνησυχίαν εἰς τὸ ἐμπόριον, διότι τὸ ἐμπόριον γνωρίζει, καὶ προσῆκον εἶναι νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ὁ νόμος ὁ πέρυσι ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς θὰ ἐκτελεσθῇ κατὰ γράμμα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἶναι ἀφ’ ἑτέρου ἐπίσης ἀκριβές, ἂν μὴ ἀκριβέστερον, ὅτι εἰς ἑτέραν τινὰ τάξιν βιομηχάνων, εἰς τὴν τάξιν τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, ὁ ὄγκος οὗτος ἐνέσπειρεν ἀληθῆ πανικόν. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφίσθη ὁ νόμος τῆς παρακρατήσεως, καπνοδόχος οἰνοπνευματοποιείου δὲν ἐκάπνισεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅλα τὰ ἐργοστάσια τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, ἕνεκα τοῦ νόμου τούτου, καὶ ἰδίως τοῦ ἄρθρου 12, ἠναγκάσθησαν νὰ σταματήσωσι τὰς ἐργασίας των, ἔκλεισαν κατὰ γράμμα. Ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφισθῇ σήμερον, ὁ ὄγκος οὗτος, ὁ ἀληθὴς ἐφιάλτης τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, θὰ αὐξήσῃ πολὺ σπουδαιότερον, θὰ λάβῃ μείζονας καὶ πολὺ ἀπειλητικωτέρας διαστάσεις. Αὐτὸ τὸ μελαψὸν καὶ μελισταγὲς Ἀραράτ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠγκυροβόλησεν ἤδη ἐν ἀσφαλείᾳ καὶ ἐν νωχελείᾳ ἡ κιβωτὸς ὅλων τῶν σταφιδοκτημόνων Νῶε τῆς Πελοποννήσου, αἴρεται ἤδη εἰς ὕψος μέγιστον, εἰς ὕψος δυσθεώρητον καὶ Πατρινῶν ὀφθαλμοῖς, καὶ συνεπῶς ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ αὐξήσωσιν εἰς τὸ τετράγωνον καὶ αἱ δυσχέρειαι τῶν οἰνοπνευματοποιῶν. Τί θὰ γείνῃ ὁ φοβερὸς οὗτος ὄγκος; Θὰ διατεθῇ; καὶ ὑπὲρ τίνος, καὶ πότε ἰδίως, καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους καὶ συνθήκας; Ταῦτα πάντα μένουσιν ἄγνωστα καὶ ἀπόκρυφα, καὶ ἐφ’ ὅσον μένουσιν ἄγνωστα καὶ ἀκανόνιστα, οὐδεὶς οἰνοπνευματοποιὸς δύναται νὰ ρυθμίσῃ τὴν ἐργασίαν του. Καὶ ἔσπευσε μὲν χθὲς ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς βραχυτάτου διαστήματος νομοσχέδιον, κανονίζον τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως αὐτοῦ καὶ ἰδίως προνοοῦν ὑπὲρ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ τῆς σταφίδος κυμαίνονται ἀενάως, ἐπειδὴ παρατηροῦμεν εἰς αὐτὰ παλίῤῥοιαν, πολὺ συχνοτέραν τῆς παλιῤῥοίας τοῦ Εὐρίπου, ἀφοῦ αἱ γνῶμαι περὶ τῆς σταφίδος μεταβάλλονται καθ’ ἑκάστην, παρακολουθοῦσαι τὰς τιμὰς τοῦ προϊόντος τούτου, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἀλλ’ οὔτε δίκαιον, νὰ παρακολουθῇ ἄνευ λόγου καὶ παρὰ πᾶσαν δικαιοσύνην ἡ οἰνοπνευματοποιΐα, ὡς αἰχμάλωτος συντετριμμένη, τὸ μελαγχολικὸν, τὸ πένθιμον ἅρμα τῆς παρακρατήσεως, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι, προνοοῦντες περὶ τοῦ μέλλοντος, καὶ διδασκόμενοι ἐκ τοῦ παρελθόντος, διότι ἡ πικρὰ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ἐδίδαξε τοὺς οἰνοπνευματοποιούς, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ὁ νόμος οὗτος πρὸς προστασίαν αὐτῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον ὁ νόμος οὗτος ἀπέβη πηγὴ δυστυχίας δι’ αὐτούς, διὰ τοῦτο νομίζω καλὸν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ὅπως εἰς τὸ μοναδικὸν νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον, προσθέσωμεν μικράν τινα προσθήκην, διὰ τῆς ὁποίας νὰ καταργήσωμεν τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου τῆς περυσινῆς παρακρατήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς ἡ χρῆσις πάσης ἄλλης ὕλης, ξένης πρὸς τὴν ἄμπελον καὶ σταφιδάμπελον. Διὰ τῆς προσθήκης ταύτης θέλομεν ἐπιτύχει τὸ καλὸν τοῦτο· ἐὰν εἰς τὸ μέλλον παρουσιασθῇ μεταβολὴ γνώμης εἰς τὰ περὶ σταφίδος, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, εἴτε δι’ ἕνα λόγον εἴτε δι’ ἄλλον, δὲν δυνηθῇ νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν ποσόν τι σταφιδοκάρπου, νὰ δύνανται οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν πρὸς ἵδρυσιν ἐργοστασίων, νὰ εὕρωσιν ἄλλας ὕλας, ἀναγκαίας πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν των, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ ὀκτάμηνον ἤδη ἔπαυσαν. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω εἰς ὑμᾶς τὴν ἑξῆς τροπολογίαν (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 2. Τὸ ἄρθρον 12 τοῦ αὐτοῦ νόμου καταργεῖται.»
§88ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι διευκολύνεται περισσότερον ἡ ὑπόθεσις, ἐν ᾗ περιπτώσει τεθῇ διάταξις ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ, ὅπως ἐκτεθῇ εἰς δημοπρασίαν ὁ ὑφιστάμενος σταφιδόκαρπος, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ δύνανται νὰ προμηθεύωνται τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα; Διότι ἡ δυσχέρεια αὐτῶν προέκυψεν ὡς ἐκ τῆς μὴ πωλήσεως τοῦ ἐναποθηκευμένου σταφιδοκάρπου, ἐνῷ ὁ ἰσχύων νόμος τοῦτο ἀκριβῶς προβλέπει, ὅτι πρέπει νὰ διατίθεται ὑπὲρ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν.
§89Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἰσχύων νόμος θὰ ἦτο ὀρθότερος, ἐὰν ἐπέβαλλεν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ τὸν σταφιδόκαρπον πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἀλλὰ δυστυχῶς τοιαύτη ὑποχρέωσις δὲν ἐπιβάλλεται· ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα νὰ δώσῃ, ἀλλὰ δὲν ἔχει καὶ ὑποχρέωσιν. Ἐὰν εἶχεν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις, τότε τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο ὀρθότερον.
§90ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὡς προσθήκη λοιπὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ.
§91Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος νομίζω ὀρθὸν νὰ καταργήσωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο, περὶ οὗ ὡμίλησα, διότι δὲν ἐννοῶ διὰ ποῖον λόγον πρέπει νὰ συνδέσωμεν δύο συμφέροντα ἐντελῶς κεχωρισμένα καὶ ἀνεξάρτητα ἀπ’ ἀλλήλων, τὸ συμφέρον τῆς σταφίδος καὶ τὸ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν.
§92ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τότε τί θὰ γείνῃ ὁ σταφιδόκαρπος;
§93ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, ἦναι φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς τὸν σταφιδόκαρπον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ψηφίσατε τὸν νόμον τοῦτον. Ἀλλ’ ἐὰν νομίζητε, ὅτι ὁ σταφιδόκαρπος οὗτος καὶ τὰ χρήματα ἀνήκουσιν εἰς τοὺς δυστυχεῖς σταφιδοκτήμονας, τότε ὀφείλετε νὰ καταψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι οἱ δυστυχεῖς σταφιδοκτήμονες πεινῶντες δὲν ἐνόουν ποτὲ νὰ φορολογηθῶσιν, εἰμὴ ὅπως ἐνισχύσωσι τὰ οἰκονομικὰ αὑτῶν καὶ οὐχὶ τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου καὶ τῶν ἄλλων.
§94Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω δυστυχῶς.
§95ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐσκέφθησαν ἵνα βελτιώσωσι τὴν οἰκονομικὴν θέσιν αὑτῶν καὶ οὐχὶ ἵνα χειροτερεύσωσιν αὐτὴν, ὅπως σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖται. Ἑπομένως φρονῶ, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος ὡς ἔχει. Καὶ ἐὰν μείνῃ ὁ νόμος ὡς ἔχει, βεβαίως θέλουσιν εἰσπραχθῆ πλέον τοῦ 1,500,000 δραχμῶν, καὶ δὲν θέλουσιν ὑποβληθῆ οἱ δυστυχεῖς σταφιδοκτήμονες, οἱ ὁποῖοι συνεισέφερον τὸ χρῆμα αὑτῶν, εἰς νέα βάρη, πληρόνοντες ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ἡ εἴσπραξις θὰ γίνηται διὰ τῶν τελωνείων, καὶ οὐδεμία δαπάνη θέλει ἐπέλθει. Τὰ εἰσπραχθέντα δὲ ταῦτα χρήματα θέλουσιν ἀποτελέσει ἓν κεφάλαιον πολὺ σπουδαῖον, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ σχηματισθῇ μία Τράπεζα, σκοπὸν ἔχουσα τὴν παροχὴν δανείων εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας καὶ τὴν μετάδοσιν τῆς καταναλώσεως πρὸς βρῶσιν εἰς τὰς βορείους χώρας, διότι φρονῶ, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι διὰ τῆς οἰνοπνευματοποιίας καὶ οἰνοποιίας εἶναι ἀδύνατον νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος. Μόνη δὲ ἡ βρῶσις, ἐὰν μεταδοθῇ εἰς τὰ βόρεια κλίματα, βεβαίως θέλει λύσει τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, καὶ οὐχὶ τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν ἄλλων μερῶν, ὅπου ὑπάρχουσι τοιαῦτα καταστήματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἐζήτησεν ἵνα προστατευθῶσιν, ὡς παθόντα, καὶ λάβωσιν εἰς ἐλαχίστας τιμὰς τὸν σταφιδόκαρπον τῶν δυστυχῶν σταφιδοπαραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι εἰσήγαγον εἰς τὴν χώραν τοσοῦτον χρυσὸν, ὥστε νὰ γείνωσι τὰ πλεῖστα τῶν μεγάρων, ὅσα βλέπομεν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ λοιπὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, διότι διὰ τῆς σταφίδος εἰσέῤῥεε βεβαίως ὁ μεγαλείτερος πλοῦτος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Λοιπὸν, ἐὰν μείνῃ ὁ νόμος ὅπως ἔχει, βεβαίως θέλομεν ἔχει, ὡς προεῖπον, ἓν κεφάλαιον πολὺ σπουδαῖον πρὸς σύστασιν Τραπέζης καὶ ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως. Ἐὰν δὲ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει, βεβαίως θέλετε συσσωρεύσει τόσον ποσὸν σταφίδος, τὸ ὁποῖον κατόπιν εἰς οὐδὲν ἄλλο θέλει χρησιμεύσει, εἰμὴ εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιούς, οἱ ὁποῖοι θέλουσι συνεννοηθῆ καὶ ἀγοράσει τὸν σταφιδόκαρπον τῆς παρακρατήσεως τῶν δυστυχῶν σταφιδοπαραγωγῶν εἰς εὐτελεστάτην τιμὴν, καὶ θέλουσιν ὠφεληθῆ αὐτοὶ καὶ οὐχὶ οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ, καὶ οὔτε δύναται ν’ ἀποτελεσθῇ τοσοῦτον σπουδαῖον κεφάλαιον πρὸς σύστασιν κτηματικῆς Τραπέζης καὶ μετάδοσιν τῆς σταφίδος, διότι, ὡς ἔχει ὁ νόμος, εἶναι μία ἑταιρία ἐκ μέρους τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι συνεισέφερον τὸ χρῆμα αὐτῶν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξωμεν πῶς πρέπει νὰ διατεθῇ καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ μειωθῇ. Ἐὰν δὲ ψηφίσητε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, βεβαίως θέλετε μειώσει τὸ κεφάλαιον κατὰ 200,000 καὶ 300,000 δραχμὰς, ἐνῷ, ἐὰν λειτουργήσῃ ὁ νόμος ὡς λειτουργεῖ σήμερον, αἱ δραχμαὶ αὗται δὲν θέλουσι δαπανηθῆ. Ἡ δὲ παρακράτησις —ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι τοιαύτη, ἐνῷ εἶναι φόρος δημευτικὸς ἐκ τῶν μεγαλειτέρων καὶ ἀπεχθεστέρων, διότι ἡ σταφὶς πωλεῖται 28 μέχρι 30 λεπτῶν ἑκάστη ὀκᾶ εἰς τὰ ἰδικά μας μέρη, καὶ 40 μέχρι 50 εἰς τὸ Αἴγιον, Πάτρας, Κόρινθον καὶ ἄλλα μέρη, — ἡ παρακράτησις οὐδόλως ἐβελτίωσε τὴν τιμὴν τῆς σταφίδος, ἀλλ’ ἐβελτίωσεν αὐτὴν ἡ ζήτησις τῆς Γαλλίας καὶ ἄλλων μερῶν. Ἑπομένως οὐδόλως συνετέλεσεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος ἡ μικρὰ αὕτη παρακράτησις τῶν 12 ἑκατομμυρίων λιτρῶν. Ἄλλως δὲ, ἐὰν ἡ τιμὴ τοῦ σταφιδοκάρπου ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ, θέλει κατορθωθῆ νὰ μεταδοθῇ ἡ χρῆσις αὐτοῦ εἰς ἄγνωστα μέρη, ἐνῷ, ἐὰν δώσητε τοῦτον εἰς τοὺς πνευματοποιοὺς καὶ οἰνοποιοὺς, βεβαίως θέλετε στερήσει τὴν χρῆσιν αὐτοῦ ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα δύναται νὰ μεταδοθῇ ὁ σταφιδόκαρπος πρὸς βρῶσιν διὰ τοῦ ἐμπορίου, τὸν ὁποῖον οἱ καταστηματάρχαι περιμένουν νὰ ἀγοράσωσιν εἰς εὐτελεστάτας τιμὰς, ἵνα ὠφεληθῶσιν αὐτοὶ καὶ βλαφθῶσιν οἱ σταφιδοπαραγωγοί. Διὰ τοῦτο θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ἵνα καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, χάριν τῶν παραγωγῶν τῆς σταφίδος, οἱ ὁποῖοι τοσαῦτα συνεισέφερον καὶ συνεισφέρουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§96ΒΟΤΣΗΣ. Τὰ παράπονα τῶν οἰνοπνευματοποιῶν δὲν εὑρίσκω βάσιμα. Διὰ τοῦ νόμου ἐμποδίσθησαν νὰ κάμωσι χρῆσιν ξένων ὑλῶν, καὶ τοῦτο οὐ μόνον χάριν τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος, ἀλλὰ καὶ χάριν τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν, ἥτις βλάπτεται ἐκ τῆς χρήσεως οἰνοπνεύματος παραγομένου ἐξ ἄλλων ὑλῶν, πλὴν τῶν ἐκ τῶν ἀμπέλων καὶ σταφιδαμπέλων. Ἠδύναντο νὰ ἐγείρωσι παράπονα, ἂν ὑψώνετο ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος, ἀλλὰ σήμερον ἡ σταφὶς ἔχει μόνον 60 χρυσᾶς δραχμὰς, δηλαδὴ σχεδὸν χάρισμα. Ἀλλ’ ἔστω, ὅτι βλάπτονται· εἶναι δίκαιον, χάριν πέντε καταστηματαρχῶν, νὰ καταστραφῶσι πληθυσμοὶ ὁλόκληροι σταφιδοκτημόνων; Οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ εἶναι ἀφορολόγητοι καὶ ἔχουσι τὴν τόλμην νὰ λέγωσιν ὅτι κατεστράφησαν. Ἂς ὑψώσωσι τὴν τιμὴν τῆς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καταναλισκομένης ῥακῆς. Μήπως ἔρχονται νὰ ζητήσωσιν ὑποστήριξιν χάριν τῆς ἐξαγωγῆς; Ἐπειδὴ ἐγεννήθη ὑπόνοια, ὅτι θὰ ἀγοράσωσι τὸν σταφιδόκαρπον τῆς παρακρατήσεως καὶ θὰ τὸν ἐξαγάγωσιν, ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε πρόνοιαν, διὰ νὰ μὴ καταδολιευθῶσι τὸν νόμον, καὶ ἠκύρωσε τὴν δημοπρασίαν. Ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, παρατηρῶ, ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ σταφιδικοῦ νόμου εἶναι λογικωτάτη. Ἐθέσαμεν ἐν αὐτῷ ὅρον 90 δραχ. κατὰ χιλιάδα· εὐθὺς ὡς ἡ ἀξία τοῦ σταφιδοκάρπου ὑπερέβη τὸ ὅριον τοῦτο, ἔπαυσεν ἡ παράδοσις εἴδους. Διὰ τοῦτο λέγομεν σήμερον νὰ δοθῇ πρᾶγμα ἀντὶ χρήματος, ἵνα κρατηθῇ ἐκ τῆς καταναλώσεως ποσότης τις σταφιδοκάρπου καὶ ἐπέλθῃ ἀναλογία τις μεταξὺ προσφορᾶς καὶ ζητήσεως. Ἐκτὸς τούτου ὅμως πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος· διότι ἄλλως ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος θὰ κατρακυλήσῃ καὶ ἐξευτελισθῇ. Τοιαύτην πρόνοιαν ἐλάβομεν οἱ Βουλευταὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, οἵτινες συνελθόντες συνετάξαμεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ κηρύξῃ κατεπεῖγον.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 106).
§98Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐθαύμασα ἀληθῶς, πῶς ἡ ἀθώα πρότασίς μου περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 12 ἐξήγειρε τὴν μῆνιν καὶ τὸν χόλον τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Πατρῶν. Ἀληθῶς φαίνεται εἰς ἐμέ, ὅτι τινὲς ἐν Πάτραις ὡμοίασαν πρὸς τὸν κύνα τῆς φάτνης, ὅστις, ἐνῷ δὲν τρώγει κριθήν, ἐμποδίζει καὶ τὸν ἵππον διὰ τῶν κραυγῶν του, ἵνα φάγῃ. Ἤθελον νὰ βλέπωσι τὸν σταφιδόκαρπόν των ἀποθηκευμένον, καὶ οὐδὲν πλέον. Ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἦτο, ἀπαγορεύων εἰς τὴν οἰνοπνευματοποιίαν πᾶσαν ἄλλην ὕλην, νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν τροφὴν πρὸς ἐργασίαν διὰ τοῦ πλεονάσματος τοῦ σταφιδοκάρπου, καὶ εἶπεν ὁ νόμος εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τῆς Ἑλλάδος: «Θὰ διαθέσω διὰ δημοπρασίας σταφιδόκαρπον πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν σας, καὶ διὰ τοῦτο ἀπαγορεύω τὴν χρῆσιν παντὸς ἑτέρου προϊόντος πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος». Ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν κατακραυγῶν τῶν ἐν Πάτραις εὐθὺς ὡς ἡ Κυβέρνησις ἐκήρυξε δημοπρασίαν. Ἔλεγον ὅτι ὁ σταφιδόκαρπος, ὃν ἤθελον ἀγοράσει, ἤθελε περιέλθει εἰς ξένας ἀγορὰς, καὶ αἱ τιμαὶ ἤθελον ἐκπέσει. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνέκρινε τὴν δημοπρασίαν, καὶ τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα, παρὰ πᾶσαν δικαιοσύνην, ἔμενον κεκλεισμένα ἐπὶ ὀκτάμηνον, χωρὶς νὰ θεραπευθῇ οὐδενὸς τὸ συμφέρον· οὐδὲν ἐκέρδησαν οἱ σταφιδοκτήμονες, οὐδὲν τὸ Κράτος, καὶ ἐνῷ οὐδεὶς ὠφελήθη, κατεστράφησαν οἱ οἰνοπνευματοποιοί. Διὰ τοῦτο δὲν ἐννοῶ, διατὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πατρῶν ἐξηγέρθη ἐναντίον τῆς καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 12. Τί λέγει τοῦτο; ὅτι δὲν δύνανται νὰ κατεργασθῶσι τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα ἑτέρας ὕλας. Τί νὰ πράξωσιν ὅμως, ἀφοῦ δὲν τοῖς δίδετε σταφίδα; Ἀφήσατε τοὺς βιομηχάνους τούτους νὰ ἐργασθῶσι· διατὶ νὰ τοὺς σύρητε αἰχμαλώτους ὄπισθεν τῆς σταφίδος σας; Κανὲν δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ θεωρῆτε ὑποτελῆ τὴν βιομηχανίαν των εἰς τὰ συμφέροντα ὑμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τέλους, ἐρωτῶ ὑμᾶς, τί ὠφελεῖσθε ἐκ τοῦ 12 ἄρθρου τῆς παρακρατήσεως; εἴπατε εἰς ἐμὲ τοῦτο, διότι εἶμαι περίεργος νὰ τὸ μάθω τί ὠφελεῖσθε; Ζητῶ τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου, διότι εἶναι ἄδικον, ἐφ’ ὅσον δὲν νομοθετεῖτε διὰ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ σταφιδόκαρπον εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιούς, νὰ ἐξαναγκάζητε αὐτοὺς εἰς ἀργίαν. Τοῦτο ἐπιδιώκει ἡ ἀθώα πρότασίς μου περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου.
§99ΔΑΓΡΕΣ. Πλὴν τῶν ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, μέγα ἀδίκημα προσγίγνεται καὶ εἰς τοὺς παραγωγοὺς τῶν σύκων· διότι πολλάκις συνέβη τὸ ⅓ τῆς παραγωγῆς τῶν σύκων νὰ καταναλίσκεται εἰς τὴν οἰνοπνευματοποιίαν. Ἤδη διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ὕλης ταύτης μεγάλως ἐζημιώθη ἡ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμῶν βιομηχανία τῆς οἰνοπνευματοποιίας καὶ ἡ συκοπαραγωγή. Νομίζω ὅτι ὅλα δύνανται νὰ διορθωθῶσιν, ἂν ἀπαγορευθῇ ἡ χρῆσις τῶν ἄλλων οὐσιῶν, ἐκτὸς τῶν σύκων, ὧν τὸ οἰνόπνευμα οὐδόλως εἶναι ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν ὑγείαν.
§100ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅπως ἐπανέλθῃ τὸ πρώην καθεστώς. Κατηργήθη ὁ φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ μεταχειρίζωνται οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ ἀμυλώδεις οὐσίας, ἀλλὰ σταφίδα πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος. Ἀλλὰ ἀφοῦ οἱ σταφιδοκτήμονες νομίζουσιν ὅτι ζημιοῦνται, προτείνω νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πρώην καθεστώς.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§102ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι γνώμης, ὅτι ὁ νόμος εἶναι οὐ μόνον ἀντισυνταγματικὸς καὶ ἄδικος, ἀλλ’ ὅτι καὶ σπουδαίας ζημίας θὰ ἐπιφέρῃ εἰς ὁλόκληρον τὸν τόπον, παρακαλῶ, ὅπως ἡ ψηφοφορία γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἵνα γνωρίσῃ ἡ κοινωνία τίνες θὰ ψηφίσωσι τὸν ἄδικον αὐτὸν νόμον.
§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ὑπὲρ τοὺς 15 ἐγειρόμενοι). Μάλιστα, μάλιστα.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς συζητηθείσης προτάσεως νόμου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ν. Τριανταφυλλάκου καὶ Σπ. Τσιτσάρα, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν 93. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 40′ μ. μ.