1896.02.07
2.882 στίχοι · 22.536 λέξεις · 143 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
Τῆς 7 Φεβρουαρίου 1896.
(Τετάρτη)
Ὥρα 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἡμῶν βουλευτοῦ Ἠλείας Ἀνδρέου Αὐγερινοῦ, ἐνόμισε καθῆκον αὑτοῦ: 1) νὰ καταθέσῃ ἐξ ὀνόματος τῆς Βουλῆς στέφανον ἐπὶ τοῦ νεκροῦ, 2) νὰ παρακαλέσῃ τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς νὰ συνοδεύσωσι τὴν κηδείαν, 3) νὰ ἀπευθύνῃ συλλυπητήριον ἐπιστολὴν πρὸς τοὺς συγγενεῖς τοῦ ἀποθανόντος, καὶ 4) νὰ παρακαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναλάβῃ, λόγῳ τιμῆς, τὴν δαπάνην τῆς κηδείας. Τὸ Προεδρεῖον ἐλπίζει, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐπιδοκιμάσει τὰ γενόμενα.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 322,888.22 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1896» καὶ «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 726,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1895». Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 65–66). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας ἀναφορὰς καὶ τηλεγραφήματα. Ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει διαμένουσα Γελδὶζ Χανοὺμ χήρα Ἰσμαὴλ πασσᾶ Τεπελενλῆ, διὰ τοῦ ἐν Ἀθήναις ἀντιπροσώπου της, παρακαλεῖ νὰ προστατευθῇ ἐν τῇ κατοχῇ τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ Κιερίου τῆς Καρδίτσης κειμένων κτημάτων αὑτῆς ἀπὸ τῶν παρενοχλούντων τὴν κατοχήν της ἀδελφῶν Ἀριστείδου καὶ Θεμιστοκλέους Καρτάλη. Ἐπιτροπὴ τοῦ ἀγροτικοῦ λαοῦ Τρικκάλων παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐπιψηφίσῃ τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια ὡς οἷόν τε τάχιον. Ἕτεροι ἐκ Βόλου πολῖται παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων μέχρις οὗ σταλῇ ὑπόμνημα περὶ αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ ͵ΒΤΜΘʹ νόμου περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος, περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ δαπάνη τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ ἡ συντήρησις αὐτῶν ἀπῄτει τὴν αὔξησιν τῶν δημοτικῶν φόρων κατὰ 1%, ἀλλὰ, ἵνα ψηφισθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἡ αὔξησις αὕτη, προαπῃτεῖτο ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου. Ἐπειδὴ ὅμως, ὡς γνωστὸν, ἐν ταῖς πλείσταις ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους δὲν κατωρθώθη ἡ κατάρτησις τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, ἐνομίσαμεν, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὴν ἀπόφασιν τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ νομάρχου, τοῦ φυσικοῦ κηδεμόνος τῶν δήμων. Τούτου ἕνεκα ὑποβάλλομεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἄνευ τοῦ ὁποίου εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐπίσης ὑποβάλλομεν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΙΖʹ τῆς 22 Ἰουνίου 1882 περὶ διανομῆς τηλεγραφημάτων. Ὁ νόμος οὗτος εἶχε διαιρέσει τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν εἰς τέσσαρας ζώνας, ἐκτὸς δὲ τοῦ μισθοῦ τῶν 25 δραχμῶν, τὸν ὁποῖον ἐλάμβανον οἱ διανομεῖς, ὡς ἀμοιβὴν ὥριζε καὶ 10 λεπτὰ ἐπὶ ἑκάστου τηλεγραφήματος διὰ τὴν πρώτην ζώνην, 15 λεπτὰ διὰ τὴν δευτέραν, 20 διὰ τὴν τρίτην, καὶ 25 διὰ τὴν τετάρτην. Ἐνομίσαμεν ὅτι ἡ συσσώρευσις αὕτη τοῦ μισθοῦ καὶ τῶν κομίστρων εἶναι ὑπερβολικὴ, καὶ ὅτι χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου ὀφείλομεν νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν τὸν νόμον τοῦτον. Διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου λοιπὸν νομοσχεδίου περιορίζομεν τὰς ζώνας εἰς δύο, καὶ ὁρίζομεν 10 λεπτὰ διὰ τὴν πρώτην ζώνην καὶ 15 λεπτὰ διὰ τὴν δευτέραν. Ὡσαύτως ὑποβάλλομεν νομοσχέδιον περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου ΣΞΓʹ τῆς 16 Δεκεμβρίου 1867 περὶ ὁδοποιΐας. Ἐπίσης νομοσχέδιον ἑρμηνευτικὸν τοῦ νόμου τῆς 24 Ἰανουαρίου 1852 περὶ ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν τῶν δήμων.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 67–70).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φορέστης ἔχει τὸν λόγον.
§7ΣΠ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἐπιτραπήτω μοι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδίως τῆς Κυβερνήσεως ἐπί τινας στιγμάς. Γνωστὸν εἶναι εἰς τοὺς ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν κ. συναδέλφους, ὅτι ὁ λαὸς μαστίζεται ἤδη ἀπὸ τεσσάρων ἐτῶν ὑπὸ δυστυχίας, ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τῆς σταφίδος. Ἑπομένως προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀκόλουθα μέτρα, τὰ ὁποῖα νομίζω συντελεστικά. Συνεπείᾳ τοῦ ἤδη ψηφισθέντος εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον νόμου, ἡ Κυβέρνησις εἰσέπραξεν ἱκανὸν χρηματικὸν ποσὸν, ὡς ἐκ τοῦ καταβαλλομένου φόρου εἰς χρήματα. Τὸ ποσὸν τοῦτο φρονῶ, Κύριοι, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ χρησιμοποιήσῃ πρὸς ἀγορὰν σταφίδος, καὶ μὲ τὴν παρακαταθήκην, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰς ἀποθήκας, ἀφοῦ ἀγοράσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, νὰ τὸ καταστρέψῃ, διότι ἐγὼ εἶμαι πάντοτε ὑπὲρ τῆς καταστροφῆς, καθόσον νομίζω, ὅτι αὕτη καὶ μόνη θέλει συντελέσει πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐννοήσῃ, Κύριοι, ὅτι μόνον διὰ τῆς μειώσεως τοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς δυνάμεθα ὁπωσοῦν νὰ συντηρήσωμεν καὶ νὰ ἔχωμεν, οὕτως εἰπεῖν, μίαν παγίαν τιμὴν τῆς σταφίδος, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν ἄλλην ἀγορὰν καταναλώσεως τῆς σταφίδος. Αὐτὸ τὸ μέτρον φρονῶ συντελεστικὸν ὡς πρὸς τὴν σταφίδα. Προσέτι εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι τοὐλάχιστον ἐπὶ ἓν ἔτος πρέπει νὰ καταργηθῇ ἐν τῷ νόμῳ ἡ διάταξις τοῦ ὅρου τῶν 90 δραχμῶν, καὶ περιορισθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀπὸ 15% εἰς 5%. Τοῦτο νομίζω συντελεστικὸν, διότι ἤδη, κύριοι συνάδελφοι, τιμᾶται 90 δραχμὰς καὶ προϊόντος τοῦ χρόνου θὰ ἔχῃ πολὺ μεγαλειτέραν ὑποτίμησιν. Ἐπὶ ἄλλου ζητήματος ἤδη θὰ φέρω τὸν λόγον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι σήμερον ὑπάρχουσιν ὑπὲρ τὰς 10,000 ἐπίστρατοι καὶ κληρωτοί. Οὗτοι ὑποχρεοῦνται, ἄλλοι διότι δὲν ἔχουν νὰ πληρώσουν, ἄλλοι διότι πλέον ἡ ἡλικία των παρῆλθε, νὰ ἐκπατρισθῶσι, καὶ πράγματι ἐξεπατρίσθησαν πολλοί. Τὸ συμφέρον δὲ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Δημοσίου, νομίζω, εἶναι νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ μὲ ἓν μικρὸν πρόστιμον, καθόσον ἡ Κυβέρνησις διὰ τοὺς ἐκβιαζομένους ἐξ αὐτῶν νὰ καταταχθῶσι καὶ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατὸν ὑποχρεοῦται νὰ ἐξοδεύῃ διὰ τὴν τροφοδοσίαν των, διὰ τὴν ἐκγύμνασίν των καὶ λοιπὰ, μετὰ ὑπηρεσίαν δὲ πέντε μηνῶν αὐτοὶ μεταβαίνουσιν εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι χρήσιμοι διὰ τὸν στρατόν. Ὡς ἐκ τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν περὶ στρατολογίας κλπ. νομοσχεδίων λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στάης ἔχει τὸν λόγον.
§9ΣΤΑΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, ἀναγκαζόμενος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ σκανδαλώδους ὑποθέσεως καὶ νὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους κ.κ. Ὑπουργοὺς τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἐπιστήσωσι σύντονον τὴν προσοχὴν αὐτῶν ἐπὶ τοῦ σκανδάλου, τὸ ὁποῖον οὐχὶ μόνον εἰς τὰ βλέμματα τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ τῶν ξένων παριστᾷ τὴν Ἑλλάδα ὡς ἑστίαν ἀγραμμάτων καὶ διεφθαρμένων. Δὲν θέλω ἀπασχολήσει ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ σκανδάλου τούτου, ἀλλὰ θέλω περιορισθῆ εἰς τὸ νὰ γνωρίσω εἰς τοὺς ἀξιοτίμους κ.κ. Ὑπουργοὺς τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ Δικαιοσύνης γεγονότα, πράγματα, τὰ ὁποῖα, ἀκραδάντως πιστεύω, θέλουσιν ἐπιφέρει τιμωρὸν τὴν χεῖρα τῆς διοικητικῆς καὶ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς κατὰ τοῦ παρανομοῦντος ὑπαλλήλου. Πρόκειται περὶ τοῦ ἀρχαιολογικοῦ σκανδάλου μεταξὺ τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου Ἀθηνῶν. Εἶναι παλαιὰ ἱστορία, τὴν ὁποίαν δὲν σκοπεύω νὰ ἀφηγηθῶ ἐν λεπτομερείᾳ, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς κλοπῆς τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου μέχρι τῆς γνωστῆς ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν. Εἰ καὶ τόσα ἐγράφησαν ἐν ταῖς ἐφημερίσι περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐν τούτοις πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἴσως ἀγνοεῖτε τὰ πράγματα, ἀλλ’ ἐν πεποιθήσει πιστεύω, ὅτι πολλοὶ τῶν παρ’ ἡμῖν λογίων καὶ τῶν τὰ πρῶτα πολλάκις φερόντων διατελοῦσιν ἐν ἀπάτῃ, εἴτε ἐξ ἀγνοίας τῶν πραγμάτων, εἴτε ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν, ἔχουσι δὲ σχέσεις στενωτάτας μεθ’ ὑπαλλήλου τοῦ Κράτους, καταχραστοῦ καὶ ἀνικάνου· ἀλλ’ ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν συντόμως θὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, οὐδεὶς πλέον, εἴτε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, εἴτε ἐκτὸς αὐτοῦ, θὰ δεχθῇ τὸν χαιρετισμὸν ἀνθρώπου φθονεροῦ, ἀνικάνου καὶ καταχραστοῦ. Δυστυχῶς, κύριοι Βουλευταί, ὁ ἔλεγχος τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους δὲν εἶναι οἷος ἔπρεπε νὰ ἦναι, καὶ μάλιστα ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν διαχειριζομένων τὰ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ. Ἀκολουθία δὲ τῆς ἀτελείας ταύτης τῶν Κυβερνήσεων εἶναι καὶ αἱ καταχρήσεις, περὶ ὧν τάχιστα θὰ διαλάβω, τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων. Προκειμένου δὲ περὶ ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀντιπροσωπευομένου τουτέστιν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, δὲν ὁμιλῶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης περὶ ἀπόντος, καὶ μὴ δυναμένου νά ἀμυνθῇ κατὰ τοῦ ἀνευθύνου τῶν λεγομένων μου· τοὐναντίον ἔχει καὶ τοῦτον καὶ ἄλλους ἴσως συνηγόρους, ἑτοίμους νὰ διαψεύσωσι καὶ νὰ ἐγείρωσι θόρυβον καὶ ἀνεμοζάλην, ἵνα ἐκ ταύτης δυνηθῇ νὰ σωθῇ, ἔστω καὶ προσκαίρως. Πᾶς ὑπάλληλος, κατέχων μάλιστα καὶ ὑψηλὴν ἐπιστημονικὴν θέσιν, ὡς ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων, πρέπει νὰ ἐλέγχηται τριχῶς, ὡς ἐπιστήμων, ὡς ἄνθρωπος καὶ ὡς διαχειριστὴς τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία ἀνέθηκεν αὐτῷ. Ὑπὸ τὰς τρεῖς ταύτας ἐπόψεις, λίαν μὲν συντόμως, ἀλλ’ ἀκριβῶς, θὰ ἐξετάσω καὶ ἐγὼ τὸν γενικὸν ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων τοῦ Κράτους κ. Π. Καββαδίαν. Ὁποία εἶναι ἡ ἐπιστημονικὴ οὐχὶ ἱκανότης, ἀλλ’ ἀνικανότης τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων, εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν, ἀλλὰ πρὸ πάντων τῷ ἀξιοτίμῳ εἰδικῷ Ὑπουργῷ τῆς Παιδείας. Εἶναι πασίγνωστος ἡ ἀμαθία τοῦ ἀνωτάτου τούτου ὑπαλλήλου, δὲν εἶναι δὲ ἀνάγκη, πρὸς ἀπόδειξιν ταύτης, νὰ φέρω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν τὴν ὅσον μὲν ἀστείαν καὶ χαρακτηριστικὴν, τόσον ὅμως καὶ θλιβερὰν ἱστορίαν τῆς ἀνακαλύψεως τοῦ ἐν Μαγούλᾳ ἀναγλύφου. Ἡμέρα τινὰ, πρὸ ἐτῶν ὀλίγων, ἔτρεχεν ἐφ’ ἁμάξης ὁ γενικὸς ἔφορος μετὰ τοῦ ἐπιτελείου του εἰς Μαγούλαν, ἵνα κατάσχῃ ἀνάγλυφον, ἀνακαλυφθὲν τυχαίως ὑπό τινος γεωργοῦ ἐν τῷ καλλιεργουμένῳ ἀγρῷ αὐτοῦ. Μετὰ ῥεκλάμας ἀπαραμίλλου ἐξυμνεῖτο ἐπὶ ἡμέρας τὸ κατόρθωμα τοῦ γενικοῦ ἐφόρου, τοῦ κατορθώσαντος νὰ κατάσχῃ γνήσιον ἔργον τοῦ Φειδίου, «δυνάμενον ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ νὰ καταστήσῃ πλουσιώτατον καὶ εὐδαίμονα ἕνα ῥακενδύτην μέχρι τῆς χθές», κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων, τοῦ ἐπισήμως διαβεβαιώσαντος τὰς προϊσταμένας αὐτοῦ ἀρχὰς, ὅτι τὸ ἀνακαλυφθὲν ἀνάγλυφον ἦτο «γνήσιον Φειδιακὸν ἔργον», καὶ ὅτι εὑρέθη καὶ τοῦτο ἴσως ἐν Ἐλευσῖνι, ὁπόθεν τίς οἶδε καὶ ὑπὸ τίνος μετηνέχθη εἰς Μαγούλαν». Ἀλλὰ κατὰ κακὴν τύχην τοῦ εὐτυχοῦς ἐφευρέτου, «τοῦ μὴ ἔχοντος ἱκανὰς δυνάμεις, ἵνα χαρῇ ἐπαρκῶς ἐπὶ τῇ ἀνακαλύψει τοῦ θησαυροῦ», οἱ ἑταῖροι τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ οἱ φιλάρχαιοι, ὡς εἶδον τὸ περιλαμπὲς τῆς ἀρχαιότητος κειμήλιον, ἀνεγνώρισαν κοινότατον κίβδηλον ἀνάγλυφον, ποιηθὲν ὑπὸ τοῦ Λαζάρου Φυτάλη, τοῦ γνωστοῦ συγχρόνου γλύπτου. Τίς δὲν ἐνθυμεῖται τὰ γραφέντα τότε περὶ τῆς ἀμαθίας τοῦ Καββαδίου ἐν ταῖς ἐφημερίσι καὶ ἰδίᾳ ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» καὶ τῇ «Ἐφημερίδι» τοῦ Κορομηλᾶ; τίς δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι παρὰ πάντων ἀνωμολογήθη τότε, «ὅτι μόνον ἀναίσθητος ἐντελῶς καὶ ἀμαθὴς ἄνθρωπος ἠδύνατο νὰ ἐκλάβῃ ὡς ἔργον τοῦ Φειδίου τὸ ἐπιτύμβιον ἀνάγλυφον τοῦ Φυτάλη», τὸ ἐπίτηδες καὶ χάριν παιδιᾶς καταχωσθὲν, ἵνα δοξασθῇ ἡ ἐπιστημονικὴ ἀνικανότης τοῦ ἀνωτάτου ἀρχαιολογικοῦ ὑπαλλήλου τοῦ Κράτους; (ὅρα «Ἀκρόπολιν» καὶ «Ἐφημερίδα» τῆς 26, 27 καὶ 28 Ἰουνίου 1888). Τίς ἐκ τῶν περὶ τὰ γράμματα ἀσχολουμένων δὲν ἀνέγνωσεν ἐν τῇ «Ἀρχαιολογικῇ Ἐφημερίδι», τῷ «Αἰῶνι» καὶ ἀλλαχοῦ τοὺς ἀθανάτους καρποὺς τῆς ἀμαθίας τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων, ἐξελεγχομένους ὑπὸ τοῦ σοφοῦ καὶ σεβασμίου γέροντος Στεφάνου Κουμανούδη καὶ τοῦ διακεκριμένου καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου κ. Πανταζίδου; Πρόχειρον ἐν τῇ μνήμῃ ἔχω τὴν ὑπὸ τοῦ Καββαδίου δημοσιευθεῖσαν ἐν τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἐφημερίδι τοῦ 1883 (σελὶς 229) ἐπιγραφὴν ἐξ Ἐπιδαύρου, περὶ ἧς ἔγραψεν αὐτολεξεὶ, ὅτι εἶναι Pot-pourri Ἑλληνικῶν λέξεων, γραφεισῶν ὑπὸ Καρός τινος, μὴ γινώσκοντος καλῶς, ὡς φαίνεται, τὴν Ἑλληνικὴν», διότι ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων ἠγνόει αὐτὸς τὴν Ἑλληνικὴν, καὶ ἦτο Κὰρ αὐτὸς, ὁ τὴν ἐπιγραφὴν ἐσφαλμένως ἀναγνώσας, ὡς ἀπέδειξεν ὁ μνημονευθεὶς διακεκριμένος καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου. Ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων ἀνέγνωσε καὶ ἐδημοσίευσε περικοπήν τινα τῆς ἐπιγραφῆς ταύτης ὡς ἑξῆς: «κοινῇ θῦσαι Ἀσκληπιῷ ἤπιον ἢ Ἐλευσεινίαις», ἐνῷ ἡ ὀρθὴ ἀνάγνωσις καὶ γραφὴ, ὡς ἔδειξεν ὁ κ. Πανταζίδης, εἶναι «Κοινῇ θῦσαι Ἀσκληπιῷ, Ἠπιόνη, Ἐλευσεινίαις»· ἐξ οὗ κατάδηλον γίνεται, ὅτι ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων οὐ μόνον τὰ στοιχεῖα τῆς Ἑλληνικῆς φωνῆς ἀγνοεῖ, ὡς ἄλλος Κὰρ, ἀλλὰ προσέτι, ὅτι οὐδέποτε ἀνέγνωσέ τι περὶ τῆς Ἠπιόνης, καίτοι ὤφειλεν, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, νὰ γνωρίζῃ ἐκ στήθους τὸν Παυσανίαν. Σημειώσατε δὲ, κύριοι συνάδελφοι, καὶ πρὸ πάντων, κύριε εἰδικὲ Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, ὅτι ὁ γενικός σας ἔφορος ἐνήργει ἀνασκαφὰς ἐν Ἐπιδαύρῳ, περὶ ὧν ὁ Παυσανίας λέγει: «Αὐτὴ δὲ τῶν Ἐπιδαυρίων ἡ πόλις παρείχετο ἐς μνήμην τάδε ἀξιολογώτατα. Τέμενος δή ἐστὶν Ἀσκληπιοῦ, καὶ ἀγάλματα ὁ Θεὸς αὐτὸς καὶ Ἠπιόνη· γυναῖκα δὲ εἶναι τὴν Ἠπιόνην Ἀσκληπιοῦ φασι.» (Παυσ. Κορινθ. βιβλ. Βʹ XXIX). Τίς δὲν ἐνθυμεῖται τοὺς πολυτίμους μαργαρίτας, τοὺς ἀπαντῶντας ἐν τῇ διαβοήτῳ Καλλιτεχνίᾳ τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐνέδυσε τὸν κοινῶς λεγόμενον Μαραθωνομάχον πάνθηρα, ἀντὶ θώρακος; Τί δὲ συνέβη Κύριοι; ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων, μεταφράζων ἐκ τοῦ γερμανικοῦ τὴν περιγραφὴν τοῦ Μαραθωνομάχου, ἀναγλύφου εὑρισκομένου ἔν τινι τῶν αἰθουσῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Κεντρικοῦ Μουσείου, τοῦ ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν αὐτοῦ εὑρισκομένου, μετέφρασε τὸ γερμανιστὶ panzer, ὅπερ σημαίνει θώραξ, ὡς πάνθηρα, καὶ οὕτω τὸν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του εὑρισκόμενον θωρακοφόρον Μαραθωνομάχον μετέβαλεν εἰς Μαραθωνομάχον φέροντα πάνθηρα! Τίς δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι κατ’ ἐπανάληψιν μετέβαλεν εἰς Νηρηΐδας ἐπὶ ἱπποποτάμων, θωπευούσας χαριέντως τοὺς τραχήλους τῶν εὐγενῶν ζώων, τὰς ἐπὶ ἱπποκαμπῶν νηρηΐδας, μίαν τῶν ὡραιοτέρων ἐπινοιῶν τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς καλαισθησίας; Τίς τῶν παρ’ ἡμῖν λογίων δὲν ἤκουσε τὸ πάθημα τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων κατὰ τὰς ἐν Ἐπιδαύρῳ ἀνασκαφάς του, διηγούμενον ὑπὸ ἀξιοπίστων καὶ διακεκριμένων λογίων; Δύο τῶν παρ’ ἡμῖν διακεκριμένων λογίων, περὶ τὴν ἀρχαιολογίαν ἀσχολουμένων, εὗρον ἐν Ἐπιδαύρῳ τὸν γενικὸν ἔφορον, ἀσχολούμενον εἰς τὴν ἀνάγνωσιν μιᾶς τῶν ἰαματικῶν στηλῶν, πρὸ μικροῦ εὑρεθείσης. Εἷς τῶν ἀξιοτίμων τούτων Κυρίων, πρὶν ἢ κἂν πλησιάσῃ τὸν γενικὸν ἔφορον, εἶπε πρὸς αὐτὸν ἐκ συμπτώσεως: «βεβαίως περὶ ἁλικοῦ λόγου θ’ ἀναγινώσκῃ τι». Ὁ δὲ γενικὸς ἔφορος, ἔκπληκτος καὶ ἐνεὸς, ἀπήντησε: «καὶ πῶς σεῖς τὸ γινώσκετε; ἐγὼ βασανίζομαι πρὸ πολλῶν ὡρῶν καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω περὶ τίνος ἁλικοῦ λόγου πρόκειται». Ἐν ἀφελείᾳ ὅμως ἀπήντησεν ὁ ἀρχαιόφιλος ἐπισκέπτης, ὅτι ὁ Παυσανίας ὁμιλεῖ (Κορινθ. Β. XXXVI) περὶ ἁλικοῦ λόγου. «Ἀδύνατον, ἀδύνατον», ἀπήντησεν ὁ σοφὸς γενικὸς ἔφορος· «ἐγὼ οὐδαμοῦ ἀπήντησα εἰς τὸν Παυσανίαν τοιοῦτόν τι»! Ἀλλ’ ἄνευ χρονοτριβῆς ὁ ἐρασιτέχνης ἀρχαιολόγος ἐπέδειξε τῷ γενικῷ ἐφόρῳ τὸ χωρίον τοῦ Παυσανίου, ἐν ᾧ γίνεται λόγος περὶ τῆς Ἁλίκης, πόλεως τῆς Κορίνθου, καὶ περὶ τοῦ Ἀριστοκρίτου, παιδὸς ἁλικοῦ, τοῦ ἐν τῇ ἰαματικῇ στήλῃ μνημονευομένου. Δύνασθε νὰ ἐννοήσητε τὴν ἔκπληξιν τοῦ γενικοῦ ἐφόρου καὶ τὴν κατάπληξιν τῶν ξένων ἐπισκεπτῶν! Ἀλλὰ τί εἶναι ταῦτα, Κύριοι, ἀπέναντι τῶν ἀνοησιῶν καὶ τῶν ἐπιστημονικῶν σφαλμάτων, ὧν βρίθουσιν αἱ δημοσιευθεῖσαι διατριβαὶ τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων; Καὶ ἵνα μὴ περὶ τὰ μικρὰ τοῦ Καββαδίου ἔργα διατρίψω, ἂς λάβω τὸ γνωστὸν καὶ πρόσφατον σύγγραμμα αὐτοῦ περὶ τῶν ἐν Ἐπιδαύρῳ ἀνασκαφῶν. Τὸ σύγγραμμα τοῦτο, τὸ ἀντὶ 70 χρυσῶν φράγκων πωλούμενον, οὐδὲν ἄλλο περιέχει ἢ τὰς δημοσιευθείσας ἐν τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἐφημερίδι ἐπιγραφὰς, δι’ ἃς ἐλάμβανεν ὁ γενικὸς ἔφορος δραχμὰς ἑκατὸν κατὰ τυπογραφικὸν φύλλον, ἀνέκδοτόν τινα σπουδαιοτάτην ἐπιγραφὴν, ἀνακαλυφθεῖσαν, ἑρμηνευθεῖσαν καὶ δημοσιευθεῖσαν παρ’ ἄλλου ἐφόρου, μετὰ μελέτας μακρὰς καὶ κόπους πολυχρονίους, καὶ σχέδια καὶ φωτοτυπικὰς εἰκόνας, ἐκτελεσθέντα ὑπὸ ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ δημοσιευθέντα δαπάναις ταύτης καὶ ἐκείνου. Τὸ βιβλίον τοῦτο, τὸ γαλλιστὶ μεταφρασθὲν παρά τινος παιδαγωγοῦ Γαλλίδος, πρὸς ἀγορὰν ἀντιτύπων ἢ συνδρομὴν τοῦ ὁποίου ἔδωσεν ἓξ χιλιάδας φράγκων χρυσῶν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ἐπεσφράγισε τὰ περὶ ἀμαθίας τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων. Δύο μόνον ἐξ αὐτοῦ παραδείγματα θ’ ἀναφέρω ὑμῖν. Πρόκειται περὶ τοῦ γνωστοτάτου θόλου...
§10ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς θόλου.
§11ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα τῆς γνωστάτης θόλου τοῦ ἐν Ἐπιδαύρῳ θεάτρου.
§12Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τοῦ Πολυκλείτου.
§13ΣΤΑΗΣ. Περὶ ταύτης ἐν τῇ 14 σελίδι τοῦ περὶ οὗ πρόκειται συγγράμματος ἢ συῤῥάμματος τοῦ κ. Καββαδίου λέγεται, ὅτι οὐδεὶς συγγραφεὺς, οὐδεμία ἐπιγραφὴ, ἀναφέρει τὰ περὶ ταύτης· ἐν τῇ 98ῃ ὅμως σελίδι τοῦ αὐτοῦ βιβλίου, ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς διὰ μακρῶν πραγματεύεται τὰ τῆς θόλου.
§14ΣΑΚΚΗΣ. Περίεργον, ὅτι ἐπὶ τόσα ἔτη ἀνεγνωρίζετο ἡ σοφία του ὑπὸ τόσων Ὑπουργῶν!
§15ΣΤΑΗΣ. Ναὶ, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτε δὲν θ’ ἀνακαλυφθῇ, δὲν θ’ ἀναγνωρισθῇ καὶ δὲν θὰ καταπέσῃ ἡ λεοντῆ, ἵνα φανῇ ἐν ὅλῃ τῇ αἴγλῃ αὑτῆς ἡ ἀμαθία, ἡ κακοπιστία καὶ ἡ ἐπιτηδειότης τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων.
§16ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ δὲν τὰ ἐγνωρίζατε πρὸ πολλοῦ; διατὶ δὲν τὰ κατηγγείλατε;
§17ΣΤΑΗΣ. Περὶ τούτου θὰ σᾶς ἀπαντήσω βραδύτερον, ἐν καταλλήλῳ στιγμῇ, ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως σᾶς λέγω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνακαλυφθῶσιν αἱ φωτογραφικαὶ ἀκτῖνες τοῦ Ραίτγκεν, ἵνα δυνηθῶ, χρῆσιν ποιούμενος αὐτῶν, νὰ διΐδω ὁποίου εἴδους ἄνθρωπος εἶναι ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων, εἰς χεῖρας τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται τὰ κειμήλια τῶν ἀρχαίων ἡμῶν προγόνων, τὰ ὁποῖα ἀποθαυμάζει σύμπας ὁ πεπολιτισμένος κόσμος. Ἐνῷ λοιπὸν αὐτὸς οὗτος ὁμιλεῖ καὶ γράφει περὶ τῆς θόλου ἐν τῇ 98 σελίδι, ἐν τῇ 14 οὐδὲν γνωρίζει!
§18Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς ποῖον ἔργον;
§19ΣΤΑΗΣ. Σᾶς εἶπον, εἰς τὸ περὶ ἀνασκαφῶν τῆς Ἐπιδαύρου.
§20Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Περὶ τῆς θόλου ἔχει γράψει ὁ κ. Δαῖρπφελδ.
§21ΣΤΑΗΣ. Τόσῳ τὸ χειρότερον διὰ τὸν γενικὸν ἔφορον, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ πᾶν σχετικὸν περὶ τοῦ ζητήματος. Ὁ γενικὸς ἔφορος ἔπαθε καὶ τὸ πάθημα τοῦτο, διότι ἡ ἐν τῇ 98 σελίδι κατακεχωρισμένη ἐπιγραφὴ ἀνεκαλύφθη παρ’ ἄλλου ἐφόρου, ἐδημοσίευσε δὲ αὐτὴν, χωρὶς κἂν νὰ τὴν ἀναγνωρίσῃ, ἰδιοποιηθεὶς σπουδαίας ἐργασίας ἄλλου ἐφόρου. Ἀλλὰ περὶ τοιούτων τινῶν οὔτε κἂν λόγος δὲν πρέπει νὰ γίνηται, διότι αἱ ἁρπακτικαὶ ἰδιότητες τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων κατὰ τῆς ξένης πνευματικῆς ἐργασίας εἶναι πεφημισμέναι. Ἐπίσης ἄξιον μνείας εἶναι, ὅτι ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων πραγματεύεται καὶ περὶ τῆς σκηνῆς τοῦ ἐν Ἐπιδαύρῳ ἀρχαίου θεάτρου, ἐνῷ εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸν σήμερον, ὅτι σκηνὴ, ὑπὸ τὴν σημερινὴν τῆς λέξεως σημασίαν, δὲν ὑπῆρχε παρὰ τοῖς ἀρχαίοις, ἀλλὰ τὰ δρῶντα πρόσωπα τοῦ θεάτρου ἔπαιζον ἐν τῇ ὀρχήστρᾳ, ἔνθα καὶ ὁ χορός. Περὶ τούτου δ’ ἔγραψε πρὸ πολλοῦ ὁ ἄλλοτε ὑπάλληλος τῆς Κυβερνήσεως κ. Καββερὼ, κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἀποδείξαντος τὴν ἔλλειψιν σκηνῆς παρὰ τοῖς ἀρχαίοις κ. Δαῖρπφελδ, ὁ ὁποῖος καὶ σύγγραμμα περὶ τούτου γράφει· ἀλλὰ περὶ τούτων ὁ κ. γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων οὐδεμίαν ἔχει γνῶσιν.
§22ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Πότε διωρίσθη;
§23ΣΤΑΗΣ. Πρὸ δεκαπενταετίας περίπου.
§24ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἔκτοτε ὅλοι τὸν εὗρον ἱκανόν. Τί δουλειὰ ἔχομεν ἡμεῖς νὰ συζητῶμεν τοιαῦτα πράγματα;
§25ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶναι δὰ καὶ τόσον μικρὰ πράγματα ταῦτα, κύριε συνάδελφε καὶ συνταγματάρχα. Ἐκτὸς ἐὰν καὶ σεῖς ἦσθε ὀπαδὸς τῆς Σχολῆς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὡς δόγμα τὸ περίφημον «ὤχ! ἀδελφὲ, ἐσὺ θὰ φτιάσῃς τὸ Ρωμαίϊκο;» Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ μικρῶν καὶ ἀσημάντων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν κειμηλίων τῆς Ἑλλάδος, καὶ περὶ αὐτῆς τῆς τιμῆς τῆς Πατρίδος. Ἐγὼ ἀκραδάντως πιστεύω, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ὑπάρχῃ σήμερον, ὀφείλεται κατὰ μέγιστον μέρος εἰς τὰ τῶν προγόνων ἡμῶν κειμήλια, καὶ περὶ τούτων πρόκειται σήμερον. Πρόκειται περὶ τοῦ ἀνθρώπου τοῦ διαχειριζομένου ὅ,τι ἐκλεκτὸν ἔχει ἡ Ἑλλάς. Πρόκειται νὰ δειχθῇ, ὅτι ὁ τῆς μεγάλης ταύτης ἀπολαύων τιμῆς εἶναι ἀνίκανος καὶ καταχραστής.
§26ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐρήμην κατηγορεῖται, διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ κατηγορούμενος.
§27ΣΤΑΗΣ. Σᾶς εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι ἔχει ἐνταῦθα τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν ὑπάλληλόν του, ἐὰν ἀδικῆται. Τί δὲ νὰ εἴπω, Κύριοι, περὶ τῶν ἀνασκαφῶν τοῦ βράχου τῆς Ἀκροπόλεως, εἰς τὰς ὁποίας ἐπεστάτησεν αὐτὸς ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων; Οὐδὲν ἄλλο περὶ αὐτῶν ἔγραψεν ὁ ἐπὶ τόσα ἔτη σοφὸς νομιζόμενος ἀρχαιολόγος ἢ τὰς ἐν τῷ ἀρχαιολογικῷ δελτίῳ εἰδήσεις (1885–1890), αἱ ὁποῖαι ἐξηυτέλισαν οὐ μόνον τὸν γράψαντα, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος, διὰ τὸ ἐπιπόλαιον καὶ ἄμοιρον πάσης ἐπιστημονικῆς ἀκριβείας. Χάρις δὲ τοῖς Γερμανοῖς καὶ Γάλλοις, ἐσώθησαν ἐπιστημονικαί τινες παρατηρήσεις καὶ λεπτομέρειαι περὶ τῶν σπουδαίων τούτων ἀνασκαφῶν τοῦ βράχου τῆς Ἀκροπόλεως, τοῦ κατοικηθέντος ὑπὸ τῶν Πελασγῶν τὸ πρῶτον, καὶ διασώσαντος, διὰ μέσου τῶν αἰώνων, ἴχνη πασῶν τῶν οἰκήσεων καὶ πάντων τῶν μνημείων, ἀπὸ τῶν πελασγικῶν χρόνων μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς. Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι ὁ μὲν κ. Δαῖρπφελδ ἀνεκάλυψε κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Καββαδίου γενομένην ταύτην ἀνασκαφὴν τὸν ἀρχαιότατον Ναὸν τῆς Ἀθηνᾶς, τὸν καέντα ὑπὸ τῶν Περσῶν, οἱ δὲ ἄλλοι ἑταῖροι τῆς Γερμανικῆς Σχολῆς περιέγραψαν τὰ εὑρήματα ἐν τοῖς περιοδικοῖς αὑτῶν συγγράμμασι, καὶ ἐνήργησαν τὴν συναρμολόγησιν τῶν ἐν τεμαχίοις εὑρεθέντων. Προχθὲς ἔτι ὁ κ. Schraeder συνεπλήρωσε διὰ θαυμασίας ἀληθῶς ἐργασίας τὰ περικαλλῆ καὶ θαυμάσια ἀετώματα τοῦ ναοῦ τούτου, εἰκονίζοντα τὴν Ἀθηνᾶν, παλαίουσαν κατὰ τῶν γιγάντων, ὁ δὲ γενικὸς ἔφορος ἠσχολεῖτο περὶ τὰ ἡμερομίσθια τῶν ἐργατῶν καὶ περὶ τὰ ἄλλα αὑτοῦ ὑψηλὰ καθήκοντα! Ὁποῖον αἶσχος, Κύριοι, διὰ τὴν Ἑλλάδα, τοιαῦται ἀνακαλύψεις, τοιαῦται ἐργασίαι, νὰ ὀφείλωνται εἰς ξένους ἀρχαιολόγους καὶ οὐχὶ εἰς Ἕλληνας, ἐν ᾧ χρόνῳ μάλιστα ἄριστοι ἐπιστήμονες ἀρχαιολόγοι Ἕλληνες, καὶ δὴ καὶ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, ἔφοροι, ἀπομακρύνονται τῶν τοιούτων ἐργασιῶν, ἵνα μὴ ὁ ἐπιστημονικὸς αὐτῶν ὀφθαλμὸς ἴδῃ ἢ ἀνακαλύψῃ νέα ἀθάνατα προγονικὰ ἔργα, καὶ ἡ γλαφυρὰ αὐτῶν γραφὶς περιγράψῃ καὶ μεταδώσῃ αὐτὰ εἰς τὸν ἀρχαιολογικὸν ἐπιστημονικὸν κόσμον, πρὸς τιμὴν καὶ δόξαν τῆς συγχρόνου Ἑλληνικῆς ἐπιστήμης! Ἀρκετά, νομίζω ταῦτα, Κύριοι, περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἱκανότητος τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων. Πάντες δέ, πιστεύω, ἐπείσθητε, ἐὰν δεχθῆτε τὰ λεχθέντα ὡς ἀκριβῆ, —καὶ εἶναι ἀκριβέστατα,—ὅτι ἡ ἀμαθία τοῦ ἀνδρὸς εἶναι γενική, ὡς γενικὸς καὶ αὐτὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων εἶναι. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ ἤδη νὰ ἐξετάσω αὐτὸν καὶ ὡς ἄνθρωπον, εἰ καὶ δύσκολον εἶναι νὰ εὑρεθῇ ἄνθρωπος ἔχων τὴν τόλμην ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἐπιτήδειον τοῦτον ἄνθρωπον ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, θὰ ἐπροτίμων δὲ νὰ μὴ ἐξηγήσω τὴν φράσιν μου ταύτην, χάριν τῆς Πατρίδος μας...
§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐὰν προεκαλεῖσθε;
§29ΣΤΑΗΣ. .. ἵνα μὴ ἀναγκασθῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἔχει τὴν δύναμιν νὰ μεταβάλλῃ καὶ αὐτὰς τὰς ἀπαγγελθείσας ἐπ’ ἀκροατηρίου ἀποφάσεις τῶν δικαστῶν. Περὶ τοῦ ἀνθρώπου τούτου ἀληθῶς δὲν ἠξεύρω τί πρῶτον καὶ τί τελευταῖον νὰ εἴπω! Περὶ τῆς σατανικῆς, τῆς ῥᾳδιούργου, τῆς μοχθηρᾶς αὐτοῦ ψυχῆς καὶ φύσεως τί ἄλλο θέλετε παράδειγμα νὰ σᾶς φέρω ἢ τὴν ἐξόντωσιν τοῦ Ποστολάκα; Τίς τῶν περὶ τὰ ἀρχαιολογικὰ ἢ τὰ γράμματα ἀσχολουμένων ἀγνοεῖ, ὅτι, ἐὰν κατάκειται κλινήρης, καὶ πένης καὶ ψυχοῤῥαγῶν, ὁ γέρων Ποστολάκας, ὁ τριάκοντα καὶ δύο ἔτη ἀφιερώσας, ἵνα περισυλλέξῃ τὰ νομισματικὰ κειμήλια τῆς ἀρχαιότητος, αἴτιος τούτου εἶναι ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων; Τίς τούτων ἀγνοεῖ, ὅτι ὁ ἔντιμος πρεσβύτης, ὁ ἄριστον Νομισματικὸν Μουσεῖον πρὸς δόξαν τῆς Ἑλλάδος ἐκ τοῦ μηδενὸς ἱδρύσας, κατὰ τὴν ὁμολογίαν ἐξόχων νομισματολόγων, τῶν διευθυντῶν εὐρωπαϊκῶν νομισματικῶν μουσείων, ἐῤῥίφθη εἰς τὰς φυλακὰς, μόνον ἕνεκα τῆς μαρτυρίας τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων, καταθέσαντος κακοήθως, ὅτι «ὁ Ποστολάκας δὲν εἶναι πάντη ξένος τῆς κλοπῆς τοῦ Μουσείου, καὶ ὅτι τοιαύτην ἰδέαν εἶχε περὶ αὐτοῦ πρὸ τῆς κλοπῆς»; (βούλευμα Πλημμελειοδικῶν ἀριθ. 3323). Γινώσκετε δὲ πάντες, ὅτι ὁ κλέπτης τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου Ἀθηνῶν Ραυτόπουλος ἀφέθη ἐλεύθερος ὑπὸ τῆς Δικαιοσύνης, συνεπείᾳ τῆς μαρτυρίας ταύτης, ἀλλὰ, χάρις τῷ Ὑψίστῳ καὶ τῇ Δικαιοσύνῃ τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, συνελήφθη ἐν Παρισίοις, εὑρέθησαν δὲ πάντα τὰ κλαπέντα νομίσματα, καὶ ἐπεστράφησαν ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ὁ συκοφαντηθεὶς γέρων κατάκειται ἔκτοτε, κλινήρης μὲν, ἀλλὰ ζῶν ἔτι, ἵνα θείᾳ Προνοίᾳ ῥαπίσῃ τὸν συκοφάντην διὰ τῆς λακωνικῆς καὶ θαυμασίας ἐκείνης ἀπαντήσεως πρὸς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, δι’ ἧς ἀπεποιεῖτο τὸ δίπλωμα τοῦ ἐπιτίμου μέλους τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὁπόταν εἶδε κάτωθι τούτου τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Καββαδίου! Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς ὀλίγας ταύτας γραμμὰς τῆς ἱστορικῆς ἐπιστολῆς τοῦ πολυτίμου ἀνδρὸς, ἐχούσης ὡς ἑξῆς: «Κύριε Πρόεδρε τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. «Εὐχαριστῶ ἐγκαρδίως ὑμᾶς καὶ ἅπαντα τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας διὰ τὴν τιμήν, ἣν μὲ κάμνετε διὰ τοῦ παρόντος διπλώματος. Λυποῦμαι μόνον, μὴ δυνάμενος νὰ δεχθῶ δίπλωμα, φέρον τὴν ὑπογραφὴν ὡς γραμματέως ἐκείνου, ὅστις πρὸ τῆς Δικαιοσύνης κατέθεσεν ἄλλοτε, ὅτι μὲ θεωρεῖ κλέπτην τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου καὶ ὅτι ἀνέκαθεν εἶχε περὶ ἐμοῦ τὴν ἰδέαν ταύτην. Τὸν εὐχαριστῶ καὶ τοῦτον διὰ τὴν νῦν μεταμέλειάν του· ἀλλὰ τώρα, ὅτε μὲ κατέστρεψεν ἐν συμμαχίᾳ ἀρχαιοκαπήλων, ταῦτα πάντα εἶναι περιττά.» «Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Νοεμβρίου 1895. Ἐγκαρδίως ὑμέτερος «Ἀχιλλεὺς Ποστολάκας.» Τί δὲ νὰ σᾶς εἴπω περὶ τοῦ μέχρις ἐξοντώσεως πολέμου τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων κατὰ τοῦ σοφοῦ καὶ τετιμημένου ἀνδρὸς Στεφάνου Κουμανούδη, τοῦ πρυτάνεως τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων, τοῦ δοξάσαντος τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιστήμην ὅπου γῆς, τοῦ ἱδρύσαντος τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, ἧς ἐπὶ τριάκοντα καὶ πέντε ἐνιαυτοὺς διετέλεσε γραμματεύς, ἐργασθεὶς ἀόκνως νυκτός τε καὶ ἡμέρας, καὶ διὰ τοῦ γοήτρου τοῦ ὁποίου μεγίστους προσεκτήσατο πόρους ἡ ἐκ τοῦ μηδενὸς ἱδρυθεῖσα Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ἧς ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἐφημερὶς ἄλλοτέ ποτε ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ πρώτου τῶν ἀρχαιολόγων τοῦ κόσμου ἡ ἀρίστη τῶν ἀρχαιολογικῶν συγγραφή; Ὁποίους δὲ βδελυροὺς καὶ σατανικοὺς σκοποὺς ὑπέκρυπτεν ὁ λυσσαλέος ἐκεῖνος πόλεμος, ἡ ἀμείλικτος καταδίωξις, εὔκολον εἶναι σήμερον νὰ ἐννοήσωμεν, μανθάνοντες ὅτι ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων εἶναι καὶ γραμματεὺς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, κανονίζων διὰ τῶν ψήφων του τὰς ἀρχαιρεσίας αὐτῆς! Καὶ ἤδη, ὅτε ἀπεβλήθη τῆς Ἀρχαιολογικῆς του Ἑταιρίας ὁ Στέφανος Κουμανούδης, ὡς ἄχρηστος καὶ ἀνίκανος, παρασημοφορεῖται ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ παρασήμου τῆς Λεγεῶνος τῆς Τιμῆς. Μὴ δὲν κατέστρεψε τὸν Ἀθανάσιον Κουμανούδην, τὸν ἐπὶ ἔτη μετὰ ζήλου καὶ ἀφοσιώσεως ἀπαραμίλλου ἐργασθέντα πρὸς καταρτισμὸν τοῦ πρώτου ἐν Ἑλλάδι Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου; Μὴ δὲν κατεδίωξε καὶ σχεδὸν κατέστρεψε τὸν διακεκριμένον ἀρχαιολόγον κ. Φίλιον, τὸν ἀναποσπάστως συνδέσαντα τὸ ἔντιμον αὐτοῦ ὄνομα μετὰ τῶν περιφήμων ἐν Ἐλευσῖνι προγονικῶν κειμηλίων; Μὴ δὲν κατεδίωξε μέχρις ἐξοντώσεως τὸν ἄριστον καὶ μόνον νομισματολόγον μας κ. Σβορῶνον, (περὶ οὗ ἔγραφε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ὁ Διευθυντὴς τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου τῶν Παρισίων ὅτι «ce jeune homme promet de faire honneur à son illustre pays»· «ὁ νέος οὗτος θὰ τιμήσῃ τὴν ἔνδοξον αὐτοῦ πατρίδα») τὸν ἐστεμμένον συγγραφέα τῆς Γαλλικῆς Ἀκαδημίας, τὸν τιμῶντα τὴν Ἑλλάδα διὰ τῶν περισπουδάστων συγγραφῶν αὐτοῦ, τὸν νεαρὸν ἐπιστήμονα, περὶ οὗ πρὸ δεκαετίας περίπου ὁ Διευθυντὴς τοῦ ἐν Λονδίνῳ Βρεττανικοῦ Μουσείου «προεμάντευε διαπρεπὲς μέλλον»; Μὴ καὶ τοῦτον δὲν ἔῤῥιψεν εἰς τὰς φυλακὰς διὰ τῶν μαρτυριῶν του, καὶ δὲν ἐζήτησε νὰ παρεμποδίσῃ διὰ συκοφαντιῶν τὴν Κυβέρνησιν, προσπαθοῦσαν ν’ ἀποσπάσῃ τὸν κ. Σβορῶνον ἀπὸ τοῦ Γερμανικοῦ ἔθνους, οὗ ἡ Ἀκαδημία τῶν Ἐπιστημῶν εἶχε προσλάβει αὐτὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν της, ἐνῷ ἀκόμη διετέλει ὑπὸ τὴν κατηγορίαν τοῦ κλέπτου τοῦ Μουσείου μας, ὅπερ ἄριστα ἐγίνωσκον οἱ ἐν Γερμανίᾳ, καὶ ν’ ἀναθέσῃ αὐτῷ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Νομισματικοῦ μας Μουσείου; Ἀλλὰ μὴ ἐφείσθη τῶν προϊσταμένων αὐτοῦ Ὑπουργῶν ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων, προκειμένου νὰ συκοφαντήσῃ ἢ καταστρέψῃ τοὺς ὑποτιθεμένους ἀντιπάλους του; Δὲν ἔθηκεν εἰς τὸ στόμα τοῦ Ὑπουργοῦ του ψεύδη, τὰ ὁποῖα ἤκουσαν ὅσοι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρευρίσκωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῆς κλοπῆς τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου; Δὲν εἶπεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀξιότιμος κ. Π. Μανέτας, ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, τὰς πληροφορίας αὑτοῦ λαμβάνων βεβαίως παρὰ τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων, ὅτι «ἀπὸ τοῦ 1878, ὅτε εἶχε δημοσιευθῆ ἡ σύνοψις τῶν νομισμάτων τοῦ Μουσείου, οὐδεμία ἐξηκολούθησε δημοσίευσις περὶ τῶν ἀποκτωμένων ὑπὸ τοῦ Μουσείου ἔκτοτε», ἵνα ἐνοχοποιήσῃ τὸν Ποστολάκαν καὶ Σβορῶνον, ἐνῷ κατ’ ἔτος ἐδίδετο λογοδοσία ὑπὸ τῶν Πρυτάνεων τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου περὶ τῶν ἐν τῷ Μουσείῳ εἰσερχομένων νομισμάτων, καὶ κατάλογοι ὀγκώδεις, ἐπιστημονικοί, θαυμάσιοι, ἐξεδόθησαν, τιμήσαντες καὶ τὸν Ποστολάκαν, τὸν γράψαντα αὐτοὺς, καὶ τὸ Ἐθν. Πανεπιστήμιον, τὸ ἐκδῶσαν αὐτούς; Καὶ οἱ ἐν λόγῳ τριάκοντα μικροὶ καὶ μεγάλοι κατάλογοι τῶν εἰσαγομένων νομισμάτων ἐν τῷ Μουσείῳ εἶχον δημοσιευθῆ, ἀλλ’ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας τὸ ἠγνόει!!! Ἐλπίζω ὅμως σήμερον, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη νὰ ζητηθῶσι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως πληροφορίαι ἀρχαιολογικαί, ὅτι δὲν θὰ προστρέξῃ ὁ εἰδικὸς Ὑπουργὸς εἰς τὰ φῶτα τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων, ἵνα μὴ καὶ πάλιν ἴδωμεν τὸ οἰκτρὸν θέαμα, Ὑπουργὸν ἐξαπατώμενον ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας αὑτοῦ. Τοιοῦτος, Κύριοι, ὑπὸ τὴν ἀνθρωπίνην ἔποψιν ὁ τὰ κειμήλια τῆς ἀρχαιότητος εἰς τὰς χεῖρας αὑτοῦ ἔχων δημόσιος ὑπάλληλος τοῦ Κράτους. Ἤδη ἂς ἐξετάσωμεν αὐτὸν καὶ ὡς διαχειριστὴν τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία ἀνέθηκεν αὐτῷ, καὶ δὴ καὶ ὡς διαχειριστὴν τοῦ δημοσίου χρήματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπὸ τὰς διαταγάς του, διότι ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων διαχειρίζεται καὶ οὐκ ὀλίγα χρήματα τοῦ Δημοσίου, ὅπερ ἴσως οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖτε, ὡς καὶ ἐγὼ ἠγνόουν τοῦτο κατὰ τὸ 1892, ὅτε τὸ πρῶτον ἀνεκάλυψα καὶ τὴν πρὸς τὸ Δημόσιον ἀπιστίαν αὐτοῦ, καὶ ἔκτοτε, ἔντιμε συνάδελφε ἐκ Πατρῶν κ. Παπαδιαμαντόπουλε, παρηκολούθησα τὰ ἴχνη τοῦ ἐπιτηδείου τούτου ὑπαλλήλου, σήμερον δὲ μόνον κατέχω τὰς ἀποδείξεις τῶν καταχρήσεων αὐτοῦ, τὰς ὁποίας ἔρχομαι νὰ καταγγείλω μετὰ θάῤῥους ἐνώπιον ὑμῶν, οὐχὶ συκοφαντῶν, ἀλλὰ γεγονότα ἐκθέτων, ἀλλ’ ἀριθμοὺς ἐνταλμάτων καταθέτων, τὰ ὁποῖα καὶ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μας λεπτομερῶς θὰ καταθέσω, ἐὰν κληθῶ, ὡς πιστεύω, παρ’ αὐτῆς, Ἀλλ’ ἔχω ἀπόλυτον πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἅμα ὡς πεισθῇ περὶ τούτων, ἐὰν πεισθῇ, θέλει σπεύσει νὰ ἐνεργήσῃ διοικητικῶς πᾶν ὅ,τι τὸ πρὸς τὴν Πολιτείαν καθῆκον ἐπιβάλλει αὐτῷ, οὐδεμία δὲ παράκλησις, ὁθενδήποτε καὶ ἂν προέρχηται αὕτη, θέλει οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἀναχαιτίσει τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ. Προκειμένου λοιπὸν περὶ ὑπαλλήλου διαχειριζομένου χρήματα τοῦ Δημοσίου, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ὁποία ἦτο ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις αὐτοῦ, ὅτε εἰσῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὁποία εἶναι σήμερον, κατὰ τίνα τρόπον διάγει ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καὶ ὁποίας δαπάνας ὑφίσταται ἐν τῷ καθ’ ἡμέραν βίῳ. Πάντα ταῦτα εἶναι σχετικὰ καὶ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα, ἵνα πεισθῶμεν περὶ τῆς ἀκεραιότητος τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι πένης ἦτο, καὶ ὡς τοιοῦτος ἀπεστάλη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς Γερμανίαν πρὸς σπουδὴν τῆς ἀρχαιολογίας, ὁ νῦν γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων. Ἐπανελθὼν δὲ, διωρίσθη ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων μὲ μηνιαῖον μισθὸν γλίσχρον, μετά τινα δὲ ἔτη, ὑποσκάπτων πάντοτε τοὺς ἀνωτέρους του, ἐγένετο γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων, λαμβάνων ἔκτοτε δραχμὰς 400 κατὰ μῆνα. Οὐδένα ἄλλον πόρον νόμιμον γνωρίζομεν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, πλὴν τῆς μικρᾶς προικὸς, ἣν ἐκ τοῦ γάμου προσεκτήσατο, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ἀνάγκη ν’ ἀναφέρω περὶ αὐτῆς λεπτομερείας...
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ φθάσητε ἕως ἐκεῖ.
§31ΣΤΑΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ δὲν σᾶς διακόπτω, ὅταν ὁμιλῆτε, ἀπορῶ δὲ, πῶς δεικνύετε τόσον μέγα ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου.
§32ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δεικνύω τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον δεικνύουν οἱ τίμιοι ἄνθρωποι ὑπὲρ τῶν τιμίων.
§33ΣΤΑΗΣ. Καὶ μάλιστα οἱ πρώην Ὑπουργοὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἐφήμερον ὑπουργίαν των ἐχάρισαν 1800 δραχμὰς ἐκ τοῦ πτωχοῦ ταμείου τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν γενικὸν ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων, ἀγοράζοντες 300, νομίζω, ἀντίτυπα, χωρὶς νὰ λάβωσι μάλιστα αὐτὰ, τῆς γνωστῆς καλλιτεχνίας τοῦ κ. Καββαδία, τῆς πρὸ δεκαετίας γραφείσης, τῆς περιεχούσης ἐπιστημονικοὺς πάνθηρας καὶ ἀνακριβείας τερατώδεις.
§34ΣΑΚΚΗΣ. Τὰ ἠγόραζεν ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίζατε ἐπὶ δεκαετίαν.
§35ΣΤΑΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη οὐδέποτε ἠγόραζε τοιαῦτα ἀνάξια λόγου ἔργα. Ἀλλ’ ἐγὼ, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Πυλίας, δὲν ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἵνα ὑποστηρίξω κομματικὰς ἀρχὰς ἢ ἰδέας· ἐγὼ δὲν ἀνήκω εἰς κόμμα, ὁπόταν ὁμιλῶ, ἀλλ’ ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ ἐκθέτω τὰς ἰδέας μου καὶ νὰ κατακρίνω τὰ κατ’ ἐμὲ ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§36Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πάντοτε ὅμως ἐντὸς τῆς κοινωνικῆς ἀξιοπρεπείας.
§37ΣΤΑΗΣ. Τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ διδαχθῶ παρ’ ὑμῶν.
§38Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς μὴ διακόπτωσι, κύριε Πρόεδρε.
§39ΣΤΑΗΣ. Ἔχομεν λοιπὸν ὑπάλληλον, οὐδένα μὲν ἄλλον ἔχοντα πόρον, πλὴν τῶν 400 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἐγείροντα ὅμως μέγαρα ἐν μέσαις Ἀθήναις καὶ ἐπαύλεις ἀριστοκρατικὰς ἐν Κηφισιᾷ. Ἐρωτῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν, τὸν διατελέσαντα ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν ὑπάλληλον τοῦ Κράτους, καὶ γυμνασιάρχην, καὶ ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὸν ἐκδώσαντα μάλιστα καὶ συγγράμματα, ἐὰν ἔχῃ κτίσει οὐχὶ ἐπαύλεις, ἀλλ’ οἶκον κἂν ἐκ τῶν μισθῶν του καὶ τῶν νομίμων αὐτοῦ ἀπολαυῶν, ἐὰν ἔχῃ, ὡς ὁ γενικός του ἔφορος, πολυτελὲς προσωπικὸν ἐν τῇ κατ’ οἶκον ὑπηρεσίᾳ αὐτοῦ, ἀπαρτιζόμενον ἐκ διδασκάλων καὶ Γαλλίδων παιδαγωγῶν καὶ τῶν παρομαρτούντων τούτοις. Ταῦτα, Κύριοι, εἶναι λίαν χαρακτηριστικὰ καὶ λίαν χρήσιμα πρὸς σχηματισμὸν ἀσφαλοῦς γνώμης περὶ τῆς τιμίας διαχειρίσεως τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων.
§40ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄς ἐφαρμοσθῇ τὸ Μουκιάνειον δόγμα.
§41ΣΤΑΗΣ. Ἀκούσατε νῦν, κύριοι συνάδελφοι καὶ τοὺς μὴ νομίμους πόρους τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων. Κατὰ τὴν 25 Νοεμβρίου 1885, ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ καὶ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τῆς 10/22 Μαΐου 1834, θεσπίσαν τὴν δι’ εἰσιτηρίων εἴσοδον ἐν τῇ Ἀκροπόλει καὶ τοῖς Μουσείοις πεντάκις τῆς ἑβδομάδος, ἐπὶ ὡρισμένῃ ἀμοιβῇ, διὰ τὸ Κεντρικὸν Μουσεῖον ἀντὶ μιᾶς δραχμῆς, διὰ τὴν Ἀκρόπολιν καὶ τὸ ἐν αὐτῇ Μουσεῖον ἀντὶ δραχ. δύο, καὶ διὰ τὴν Ἀκρόπολιν τὴν νύκτα, ἐν ὥραις σελήνης, ἀντὶ δραχ. πέντε (ἄρθρ. 5 καὶ 6 Β. Δ. 25 Νοεμβρίου 1885). Ἡ διάταξις αὕτη περὶ πληρωμῆς εἰσιτηρίου κατηργήθη δι’ ἑτέρου Β. Διατάγματος τῆς 4 Ἰουλίου 1886. Κατὰ τὸ ἑπτάμηνον τοῦτο χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις αὕτη, εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ πλέον τῶν πέντε χιλιάδων, τὰς ὁποίας ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων οὐ μόνον δὲν κατέθηκεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔκτοτε, ἀλλ’ οὐδέποτε ἀνέφερέ τι περὶ αὐτῶν εἰς οὐδένα τῶν διατελεσάντων Ὑπουργῶν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, πλὴν τοῦ κ. Π. Μανέτα, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διατελοῦντος Ὑπουργοῦ. Ἀληθῶς τὰ χρήματα ταῦτα ἦσαν προωρισμένα διὰ τοῦ 9ου ἄρθρου τοῦ Β. Δ. τῆς 25 Νοεμβρίου 1885 καὶ πρὸς χρῆσιν προκαταβολῶν ἐπὶ ἐπιστροφῇ εἰς τοὺς μεταβαίνοντας εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐφόρους πρὸς ἐκτέλεσιν ἀρχαιολογικῶν ἐργασιῶν, γνωρίζω δὲ, ὅτι ἐγένετο τοιαύτη τις πρὸς ἕνα ἔφορον, ἐπιστρέψαντα μὲν τὰ χρήματα, ἀλλὰ μὴ λαβόντα τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἐπιστροφῆς, τὴν ὁποίαν ἤθελε χρησιμοποιήσει ποτὲ πρὸς δικαιολογίαν του ὁ παρανόμως κατακρατῶν τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου. Διὰ τοῦ αὐτοῦ Β. Διατάγματος ἐκανονίσθησαν τὰ τῶν καταλόγων τῶν Μουσείων ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Δέον πρὸ τούτοις οἱ κατὰ τὰ ἄρθρα 16 καὶ 17 τοῦ ἀρχαιολογικοῦ νόμου—10/22 Μαΐου 1834—συντασσόμενοι κατάλογοι νὰ ἐκτυπώνωνται εἰς βιβλία, ἵνα δύνωνται οὕτω νὰ ἀποκτῶσιν αὐτοὺς οἱ θέλοντες νὰ ἐπισκεφθῶσι καὶ μελετήσωσι τὰ ἐν τοῖς Μουσείοις. Οἱ κατάλογοι οὗτοι θέλουσι πωλεῖσθαι εἰς ὄφελος τῶν Μουσείων» (ἄρθρ. 2). Οἱ κατάλογοι οὗτοι συνετάσσοντο ὑπὸ τῶν ἐφόρων τῶν ἀρχαιοτήτων, ὡς διατάσσει τὸ ἄρθρον 16 τοῦ νόμου τῆς 10/22 Μαΐου 1834, καὶ τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων, ὡς ἐφόρου τοῦ Κεντρικοῦ Μουσείου, κατὰ τὸ Β. Δ. τῆς 8 Ἰανουαρίου 1886. Οἱ κατάλογοι οὗτοι ἐδημοσιεύοντο δαπάναις τοῦ Δημοσίου, καὶ πρὸς τοῦτο ἐξεδίδοντο ἐντάλματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἐπίσης δαπάναις τοῦ Δημοσίου ἐγράφετο καὶ ἐδημοσιεύετο καὶ τὸ Ἀρχαιολογικὸν Δελτίον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὰς ἐδημοσιεύετο ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, βραδύτερον δὲ εἰς ἴδιον τεῦχος κατὰ μῆνα, «ὡς ἐπίσημον ὄργανον τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας» (ὅρα Ἀρχαιολογικὸν Δελτίον μηνὸς Ἰανουαρίου 1888, σελ. 3, στίχ. 16). Πρὸς ἐκτύπωσιν δὲ τοῦ ἐπισήμου τούτου ὀργάνου τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας ἐξεδόθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα μετ’ οὐ πολὺ θὰ σᾶς ἀναφέρω. Εὐθὺς ὡς τὸ ἐπίσημον Ἀρχαιολογικὸν Δελτίον ἐξεδόθη εἰς ἴδιον τεῦχος, ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων ἔσπευσε νὰ ἐκδώσῃ ἀγγελίας, προσκαλῶν τοὺς φιλαρχαίους ἔν τε τῇ ἡμεδαπῇ καὶ πρὸ πάντων τῇ ξένῃ νὰ ἐγγραφῶσι συνδρομηταὶ, καὶ πράγματι τὸ γραφεῖον τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μετετράπη εἰς διεκπεραίωσιν ἐφημερίδος, καὶ διετηρεῖτο ἀκριβὴς ἀλληλογραφία μετὰ τῶν 300–400 ἢ καὶ πλειόνων συνδρομητῶν αὐτοῦ, ὧν ἄλλοι ἐπλήρονον εἰς πιστωτικὸν νόμισμα καὶ ἄλλοι εἰς αὐτούσιον χρυσόν. Τὰ δελτία ταῦτα, ὡς καὶ οἱ κατάλογοι, ἐγράφοντο κυρίως ὑπὸ τῶν ἐφόρων τῶν ἀρχαιοτήτων, ὡς ὁ κατάλογος τῶν γλυπτῶν ἐγράφη ὑπὸ τοῦ ἐφόρου κ. Λεονάρδου, ὡς καὶ νῦν σήμερον γράφεται τὸ δεύτερον μέρος αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ἐφόρου κ. Κουρουνιώτου, ἐπισπεύδεται μάλιστα τοῦ δευτέρου τούτου μέρους ἡ ἀποπεράτωσις, ἵνα κατὰ τοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνας, καθ’ οὓς ἐλπίζεται κάθοδος πλουσία πλουσίων φιλαρχαίων, ᾖ ἕτοιμος πρὸς πώλησιν. Ἐν τῷ καταλόγῳ τούτῳ τῶν γλυπτῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου, ἐν τῇ ἐνάτῃ αὐτοῦ σελίδι, ἀπαντῶσι τὰ ἑξῆς: «Πᾶν ἀρχαῖον, εἰσαγόμενον εἰς τὸ Μουσεῖον, ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ ἀνὰ χεῖρας καταλόγου θέλει λαμβάνει αὔξοντα ἀριθμὸν, ἀρχόμενον ἀπὸ τοῦ μείζονος ἀριθμοῦ τοῦ καταλόγου τούτου, ὥστε οἱ τῶν ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ ἀρχαίων ἀριθμοὶ νὰ ἦναι μόνιμοι, δὲν θὰ μεταβάλλωνται δηλ. ἐν τῷ μέλλοντι». Ἑπομένως εἶναι καὶ οὗτος ὁ ἐπίσημος κατάλογος τῶν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Μουσείῳ ἀναγλύφων, ὡς καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιγραφή του δηλοῖ «Κατάλογος Ἐθνικοῦ Μουσείου» (ὅρα σελ. 47 στίχ. 1 καὶ 2 τῶν γλυπτῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου ὑπὸ Καββαδία). Πλὴν τῶν δελτίων καὶ τοῦ καταλόγου τούτου ἔχει δημοσιεύσει ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ τέσσαρας ἄλλους μικροὺς καταλόγους, ὧν αἱ ἐκδόσεις ἔχουσιν ἐξαντληθῆ ἀπὸ τοῦ 1889, (ὅρα σελ. 49 Γλυπτὰ τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου ὑπὸ Π. Καββαδία) ὅτε ἐξεδόθη ὁ κατάλογος τῶν γλυπτῶν πλήρης, τουτέστι περιέχων καὶ τοὺς 4 πρώτους μικροὺς καταλόγους. Καὶ τῶν καταλόγων καὶ τῶν δελτίων τὰ περιεχόμενα εἶναι ἐργασία τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου κ. Λόλλιγκ, Δραγάτση, Στάη, Λεονάρδου, Κουρουνιώτου, Καββαδία καὶ ἄλλων, ὡς πᾶς τις δύναται νὰ ἴδῃ ἐν τῇ 257 σελίδι καὶ κατωτέρω τοῦ Δελτίου τοῦ ἔτους 1889. Πρὸς δημοσίευσιν αὐτῶν ἐξεδόθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πρὸς ἀγορὰν χάρτου καὶ ἐκτύπωσιν τὰ ἐντάλματα ὑπ’ ἀριθμοὺς 32, 92, 513, 879, 1345, 1595, 1867, 1870, τοῦ ἔτους 1890, ἀντιπροσωπεύοντα ποσὸν 2506 δραχμῶν καὶ 25 λεπτῶν, τὰ ἐντάλματα ὑπ’ ἀριθ. 128,231, 369, 468, 1098, 1190, 1351, 1994 τοῦ ἔτους 1889, ἀντιπροσωπεύοντα ποσὸν δραχ. 2537 καὶ 50 λεπτῶν, ἐπίσης καὶ ἔνταλμα ποσοῦ δραχ. 225, οὗ τὸν ἀριθμὸν τοῦ ἐντάλματος δὲν γινώσκω, ἑπομένως τοῦ 1889 ποσὸν 2,762.50. Τὰ ἐντάλματα ὑπ’ ἀριθ. 478, 977, 1168, 1765, 1976 τοῦ ἔτους 1891, ἀντιπροσωπεύοντα ποσὸν δραχ. 700. Τὰ ἐντάλματα ὑπ’ ἀριθ. 446, 671, 857, 1521, 1632 τοῦ ἔτους 1892, ἀντιπροσωπεύοντα ποσὸν 1900 δραχμῶν. Πάντα δὲ τὰ ἐντάλματα ταῦτα ἐξεδόθησαν ἐπ’ ὀνόματι τῶν ἀδελφῶν Βλαστῶν. Ἐπίσης ἐξεδόθησαν ἐπ’ ὀνόματι τῶν ἀδελφῶν Ρωμαϊδῶν τὰ ἐντάλματα, πρὸς ἐκτύπωσιν εἰκόνων φωτοτυπικῶν τῶν γλυπτῶν, χρησιμοποιηθεισῶν πολλῶν ἐξ αὐτῶν, ὡς λέγεται, εἰς βιβλία τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων, ὑπ’ ἀριθ. 151, 311, 510, 752, 1342, 1866 τοῦ ἔτους 1890, ἀντιπροσωπεύοντα ποσὸν 3600 δραχμῶν, καὶ τὰ ὑπ’ ἀριθ. 1345 καὶ 1736 ἐντάλματα, ἀντιπροσωπεύοντα ποσὸν 1800 δραχμῶν.
§42Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σύνολον;
§43ΣΤΑΗΣ. Ἑπομένως ἐδαπανήθησαν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς ἐκτύπωσιν τῶν ἔργων τούτων ἐν ὅλῳ δραχ. 13,268 καὶ 75 λεπτά, καθόσον ἐγὼ γινώσκω, διότι πιθανὸν νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἄλλα ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ἠδυνήθην ν’ ἀνακαλύψω. Ἔχομεν ἑπομένως ἐργασίαν πνευματικὴν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὑποχρέων δυνάμει τοῦ νόμου εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας ταύτης, δημοσιευομένην δὲ δαπάναις τοῦ Δημοσίου καὶ πωλουμένην ἐν τοῖς Μουσείοις τοῦ Κράτους καὶ τοῖς βιβλιοπωλείοις ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων — τῶν φυλάκων — πρὸς ὄφελος, ἠθέλατε ὑποθέσει πάντες, ὡς ὁ νόμος κελεύει, τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσίς σας εἶναι ἐσφαλμένη, διότι πάντα ταῦτα πωλοῦνται εἰς ὄφελος τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων, ὁ ὁποῖος ἀνὰ πᾶν Σάββατον ἔκαμνε καὶ κάμνει τὴν τακτικήν του εἴσπραξιν, λαμβάνων τακτικὸν λογαριασμὸν τοῦ δοῦναι καὶ λαβεῖν ὑπὸ τῶν ἐπὶ τούτῳ διωρισμένων φυλάκων τῶν ἀρχαιοτήτων. Εἶχεν ἑπομένως σφετερισθῆ ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων τὰς ἐκ τῶν εἰσιτηρίων εἰσπράξεις, τὰς ἐκ τῶν δελτίων συνδρομὰς, καὶ τὰ ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν καταλόγων καὶ τῶν δελτίων ἔσοδα, ἅτινα πάντα ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, καὶ ἅτινα ἀνέρχονται εἰς πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ δικαιοσύνη τῆς Πατρίδος μας, εἰς τὰς χεῖρας τῆς ὁποίας εὑρίσκεται ἤδη ἡ ὑπόθεσις αὕτη, θὰ φέρῃ εἰς φῶς καὶ ἄλλα σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἤκουσα, ἀλλὰ περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχω ἀποδείξεις. Θὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἡ ἀνάκρισις, ὅτι ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων ἐλάμβανεν ὡς ὁδοιπορικὰ ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν 2000 περίπου δραχμάς...
§44Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἔτος.
§45ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα, κατ’ ἔτος;
§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῦ ἐπήγαινε;
§47ΣΤΑΗΣ. Ἀπὸ τῆς οἰκίας του εἰς τὸ Μουσεῖον, καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἐντεῦθεν εἰς τὴν οἰκίαν του... Καὶ θὰ μάθωμεν καὶ ἄλλα σκανδαλώδη παρ’ ἀξιοπίστων καὶ σεβαστῶν ἀνδρῶν, προταθέντων ὡς μαρτύρων.
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίων;
§49ΣΤΑΗΣ. Προέδρων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἄλλων. Τότε θὰ μάθωμεν πόσα καὶ ποῖα ἐντάλματα ἐπεστράφησαν πρὸς τὸν γενικὸν ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὡς παράνομα. Τότε θὰ μάθωμεν ποῖα καὶ πόσα ἐξεδόθησαν διπλᾶ ἐντάλματα, πληρωθέντα τουτέστι καὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Τότε θὰ μάθωμεν ἴσως, ὅτι ἡ συνδρομὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πρὸς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν μεταβιβάζετο μὲν πρὸς ταύτην, ἀλλ’ ἐπέστρεφεν εἰς τὸν γενικὸν ἔφορον, πρὶν ἢ φθάσῃ εἰς ἐκείνην. Δὲν εἶναι ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, συκοφαντίαι, ἀλλὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα, εἶναι ἄπορον, πῶς δὲν συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ ῥιφθῇ εἰς τὰς φυλακὰς ὁ ἐργάτης αὐτῶν. Τουναντίον μάλιστα, ἴσως τὰ παράδοξα ταῦτα γεγονότα συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ παριστάμεθα μάρτυρες τοῦ οἰκτροῦ θεάματος, νὰ σύρωνται Πρωθυπουργοὶ καὶ Ὑπουργοί, δίκην ἄρκτου, ὑπὸ τῶν ἐπιτηδειοτάτων τούτων ἀνθρώπων, νὰ καταδιώκωνται οἱ ἄριστοι, οἱ τὸ ἔθνος τιμῶντες ἐπιστήμονες, καὶ νὰ θαυμάζωνται οἱ ξυλοσχίσται καὶ οἱ φαῦλοι!
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διότι εἶναι ἐπιτήδειοι.
§51ΣΤΑΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τέλος πάντων εἶναι καιρὸς νὰ κτυπηθῶσι κατακέφαλα οἱ ἐπιτήδειοι, εἶναι καιρὸς νὰ κραυγάσωσι πάντες οἱ τίμιοι κραυγὴν ἀμύνης καὶ ἐπιθέσεως κατὰ τῶν φαύλων τούτων στοιχείων τῆς κοινωνίας. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, Κύριοι, θὰ κτυπήσω, κατακέφαλα, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πάντας τοὺς καταχραστάς, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι, καὶ ἐλπίζω, νὰ τοὺς ξετινάξω (εὖγε! εὖγε!). Πρέπει, Κύριοι, νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν κατάσχεσιν πάντων τῶν πειστηρίων, τῶν δυναμένων νὰ βεβαιώσωσι πάνθ’ ὅσα ἠκούσατε. Πρέπει νὰ γείνῃ ταχέως ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐνταλμάτων, ὧν ἐμνήσθην, καὶ ἡ κατάσχεσις τῶν βιβλίων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἰδίᾳ ἵνα γείνῃ ἔρευνα ἐπί τινων δαπανῶν, γεγενημένων ἀπὸ τοῦ 1886 καὶ ἐντεῦθεν. Ἴσως νὰ μὴ προκύψῃ τι σοβαρὸν ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης, —καὶ τὸ εὔχομαι,— ἴσως ὅμως καὶ νὰ ἐκπλαγῶμεν. Τὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας πρέπει νὰ μελετηθῶσιν ἐπισταμένως.
§52ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Ἑταιρία ἐβελτιώθη.
§53ΣΤΑΗΣ. Ὤ! ἀληθῶς ἐβελτιώθη! ἐξηναγκάσθησαν νὰ παραιτηθῶσιν οἱ ἄριστοι τῶν ἀρχαιολόγων ἑταίρων αὐτῆς, ἵνα ἐγκαταλείψωσιν αὐτὴν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ σοφοῦ καὶ ἐπιτηδείου γραμματέως αὐτῆς Καββαδία! Καὶ ἐν τούτοις ὑπάρχουσι πολλοί, οὐχὶ μόνον ὁ διακόψας με συνάδελφος, οἱ ἀποθαυμάζοντες τὸν γενικὸν ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων, διὰ τὴν τοῦ Ἐθνικοῦ ἰδίᾳ Μουσείου κατάστασιν, τὴν κατάστασιν, δι’ ἣν οἱ δυνάμενοι νὰ κρίνωσι, ξένοι καὶ ὁμογενεῖς, οἰκτείρουσι τὰ ἀτυχῆ ἀνάγλυφα, τὰ ὁποῖα ἐξαναγκάζονται τόσον συχνὰ «νὰ χορεύωσι τὸν χορὸν τῶν δαιμονιώντων», οὐ μόνον πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἀνυπολόγιστον ζημίαν τῶν κειμηλίων τῆς ἀρχαιότητος. Ἀλλ’ ἴσως ἀγνοεῖτε ὁποῖα ποσὰ ἐδαπάνησε τὸ Κράτος πρὸς εὐπρεπῆ διευθέτησιν τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου, ὡς ἀγνοεῖτε καὶ εἰς τίνων τὰς συμβουλὰς καὶ τὰς γνώμας ὀφείλεται ἡ ἐσωτερικὴ διακόσμησις τοῦ Μουσείου τούτου καὶ ἡ καθόλου ὕπαρξις αὐτοῦ. Ἀναγκαῖον ὅμως θεωρῶ νὰ σᾶς εἴπω συλλήβδην, τίνα ποσὰ ἐδαπανήθησαν ὑπὸ τοῦ Κράτους κατὰ τὰ τελευταῖα ἐννέα ἔτη, ἀπὸ τοῦ 1885–1895, διαχειρισθέντα ὑπὸ τοῦ ἀρχαιολογικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1893, 1894 καὶ 1895, καὶ ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1885 ἕως 1892 ἐξάγεται, ὅτι ἐδαπανήθησαν 1,208,682 δραχμαί...
§54ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῦ ὅλα ταῦτα;
§55ΣΤΑΗΣ. Εἰς ἀρχαιολογικὰς ἐργασίας, διευθυνομένας κυρίως ὑπὸ τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων... Ἐδαπανήθησαν δὲ, Κύριοι, πολλὰ ἐκ τῶν χρημάτων τούτων εἰς ἐργασίας ἐκτελεσθείσας ἄνευ μειοδοτικῆς δημοπρασίας, καὶ μάλιστα ἐν τῷ Ἐθνικῷ Μουσείῳ, ὑπὸ εἰδικῶν διακεκριμένων ἐργολάβων, πρὸς τοὺς ὁποίους τοσοῦτον ἐπιστημονικὸν θαυμασμὸν ἔτρεφεν ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων, ὥστε, ἵνα ἔχῃ πάντοτε ἐνώπιον αὐτοῦ τὰς θαυμαστὰς αὐτῶν κατὰ ῥυθμὸν μυκηναϊκὸν τοιχογραφίας, ἐκάλυνε καὶ αὐτὸς διὰ τῶν αὐτῶν εἰδικῶν διακεκριμένων ἐργατῶν καὶ ἐργολάβων τὰς ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ ἐσωτερικὰς ἐπιφανείας διὰ τοιχογραφιῶν μυκηναϊκοῦ ῥυθμοῦ! Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν εἰδικὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ ἐπισκεφθῇ καὶ ταύτας καὶ τὰς τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου, ἵνα θαυμάσῃ τὴν καλαισθησίαν τῶν ἀνδρῶν· ἀλλὰ ταὐτοχρόνως νὰ ἐρωτήσῃ, τί γίνονται μύρια περίπου τεμάχια γλυπτῶν, φύρδην μίγδην ἐῤῥιμμένων ἐν τοῖς ὑγροῖς καὶ σκοτεινοῖς ὑπογείοις τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου, τὰ ὁποῖα, ὡς ἤκουσα, ἐθεωρήθησαν ὡς «ἄχρηστα», ἴσως διότι δὲν ἐκρίθησαν ἱκανὰ νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τοὺς καταλόγους, ὧν ἡ ἐπιστημονικὴ ἀξία εἶναι κατ’ ἀντίστροφον λόγον τῆς χρηματικῆς αὐτῶν τιμῆς, ἀνερχομένης ἀπὸ λεπτῶν 85 εἰς φράγκα χρυσᾶ 30. Τοσαῦτα λοιπὸν, Κύριοι, ἐδαπανήθησαν ποσὰ καὶ καθ’ ὅν σᾶς εἶπα τρόπον, διότι ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων ἔχει τὴν δύναμιν νὰ πείθῃ τοὺς προϊσταμένους του καὶ νὰ ἐξαναγκάζῃ αὐτοὺς ἄκοντας νὰ παρανομῶσι· καὶ οὐ μόνον αὐτοὺς ἐξαπατᾷ καὶ πείθει, ἀλλὰ κατώρθωσεν ἐπ’ ἐσχάτων νὰ καταστήσῃ ὑποχείριον καὶ αὐτὸν τὸν τύπον, τὴν τετάρτην ταύτην δύναμιν πάσης Πολιτείας, καὶ νὰ γινώμεθα μάρτυρες τοῦ παραδόξου θεάματος, τὸ ὁποῖον ἀπὸ χθὲς ἴσως παρετηρήσατε ἐν τῇ «Ἀκροπόλει», ἅμα τῇ ἐπιδόσει τῆς κατὰ Καββαδία μηνύσεως ὑπὸ τοῦ κ. Σβορώνου καὶ τῇ δημοσιεύσει τοῦ βιβλίου τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι γεγραμμένον ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων ἐγγράφων, (δεικνύει τὸ βιβλίον) τὸ ὁποῖον λίαν ἐπικαίρως ἐκλήθη «Φῶς ἐπὶ τῶν ἀρχαιολογικῶν σκανδάλων» καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἀνάγνωσιν θερμῶς συνιστῶ ὑμῖν, ἰδίᾳ τοῖς ἐκ Βόλου καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συναδέλφοις.
§56Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ τὸ μελετήσωμεν μὲ τὸν αὐτὸν ἱερὸν πόνον.
§57ΣΤΑΗΣ. Καὶ τότε, πιστεύω, θὰ ἐξέλθητε τῆς πλάνης, εἰς ἣν πιθανῶς εὑρίσκεσθε.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ συγγραφεὺς αὐτοῦ;
§59ΣΤΑΗΣ. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου κ. Ι. Σβορῶνος. Ἔλεγον λοιπὸν περὶ τῆς ἀτυχοῦς συναυλίας ὅλου τοῦ τύπου ἐν προπαγάνδᾳ ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ ἐφόρου.
§60Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§61ΣΤΑΗΣ. Τουλάχιστον ὅσας πρωινὰς ἐφημερίδας ἀνέγνων.
§62Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι καὶ μετὰ μεσημβρίαν.
§63ΣΤΑΗΣ. Ἔγραψε λοιπὸν ἐν τῇ ῥηθείσῃ ἐφημερίδι ἄγνωστος μάντις περὶ τῆς ἐκβάσεως τῆς δίκης, ὅτι «δὲν φαίνεται συνηγορῶν ὁ ἀρχαιολογικὸς νόμος ὑπὲρ τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ μηνυτοῦ, διότι τὸ Β. Διάταγμα τοῦ 1885 προϋπέθετε τὴν σύστασιν ταμείου, ὅπερ δὲν συνέστη ποτέ»· ἔγραφεν ὅτι «οὐδεὶς νόμος ὑποχρεοῖ τὸν γενικὸν ἔφορον νὰ πωλῇ πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους τὰ ἐπιστημονικὰ αὐτοῦ συγγράμματα»· ὁποῖα δὲ ἐπιστημονικὰ συγγράμματα, σᾶς ἐξήγησα πρὸ μικροῦ, τοὺς καταλόγους καὶ τὰ δελτία, δι’ ἃ ἁδρῶς τὸ Κράτος ἐδαπάνα. Σᾶς ἀνέγνωσα δὲ καὶ τὸν νόμον καὶ τὸ Β. Διάταγμα, καὶ ἐσχηματίσατε βεβαίως πεποίθησιν, ἐὰν ὑπάρχῃ νόμος, ὑποχρεῶν τὸν γενικὸν ἔφορον νὰ πωλῇ εἰς ὄφελος τοῦ Κράτους τὰ παρὰ τῶν ἐφόρων αὐτοῦ, ἐν οἷς καὶ ὁ Καββαδίας, γραφόμενα δελτία καὶ καταλόγους. Ἔσπευσε μάλιστα ὁ ἄγνωστος μάντις νὰ γνωρίσῃ τῷ ταραχθέντι κοινῷ, ἐπὶ τῇ αὐθαδείᾳ τοῦ μηνυτοῦ τοῦ Καββαδία, ὅτι ὁ τελευταῖος οὗτος κατήγγειλεν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τὸν κ. Σβορῶνον ἐπὶ ψευδῇ μηνύσει! Ἀλλ’ ἐλησμόνησε τὸν ἀνεξίτηλον κόλαφον, ὃν ἡ τοῦ ἀξιοτίμου καὶ ἀξιεπαίνου ἐπὶ τῇ πράξει ταύτῃ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως χεὶρ καὶ ἡ τῆς Συγκλήτου τοῦ Πανεπιστημίου κατέφερον κατὰ τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων διὰ τῆς μὴ ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Σβορώνου μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου καταδίκην του. Ἐπὶ πολύ, κύριοι συνάδελφοι, ἀπησχόλησα ὑμᾶς, ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψει τὴν μεγίστην τοῦ ζητήματος σπουδαιότητα, προκειμένου περὶ τῶν ἀθανάτων κειμηλίων τῆς προγονικῆς ἡμῶν εὐκλείας, καὶ θέλετε δικαιώσει τὴν μακρὰν ὁμιλίαν μου, δι’ ἧς ἐσκόπουν νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ταχεῖαν ἐνέργειαν τῆς διοικητικῆς καὶ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς ἐπὶ τῶν ἐκτυλιχθέντων σκανδάλων.
§64ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν πάντες ἔχομεν, τῆς ἐξοικονομήσεως τοῦ χρόνου τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἐπιθυμεῖ νὰ ἀπέλθῃ τῆς αἰθούσης ταύτης σήμερον, ἀποκομίζων ἐντυπώσεις, οἷας ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Στάης ἐνέπνευσεν ὑμῖν διὰ τῆς μακρᾶς ἀγορεύσεώς του, καὶ ὅτι εὐχαρίστως καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ παρακολουθοῦν τὰς πράξεις καὶ τοὺς λόγους ἡμῶν κοινὸν, ὄχι μόνον εὐχαρίστως, ἀλλὰ καὶ ἐξ αἰσθήματος δικαιοσύνης, προθύμως θὰ θελήσωσι ν’ ἀκούσωσι καὶ τὰ ἀντίθετα τῶν ἤδη λεχθέντων. Ὅ,τι δὲ μέλλω νὰ εἴπω τυγχάνει, εὐτυχῶς, ἄντικρυς ἡ ἀλήθεια· ἐφ’ ᾧ δικαιοῦμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν εὐμένειαν ὑμῶν, ἐλπίζων ὅτι πληρῶ καὶ ἐπιθυμίαν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ὁμιλῶν ὡς θὰ ἀκούσητε. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος συνάδελφος νὰ εἴπω, ὅτι ἐσυκοφαντήθη ἐντεῦθεν, ὑπὸ τὴν ἀσυλίαν τοῦ βήματος καὶ τὴν ἀπεριόριστον ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὁ περὶ οὗ πρόκειται ὑπάλληλος, καὶ ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἔσπευσε νὰ προκαταλάβῃ τὴν Δικαιοσύνην τῆς πατρίδος καὶ τὴν κοινὴν γνώμην τῆς χώρας κατὰ τοῦ κ. Καββαδία, διότι πρὶν ἢ λάβωμεν γνῶσιν τοῦ βιβλίου, ὅπερ αὐτὸς μόνος ἔχει, πρῶτος λαβὼν αὐτὸ ἐκ τοῦ τυπογραφείου, καὶ κρατεῖ ὡς ἀπόκρυφον εὐαγγέλιον, πρὶν ἢ ἐνωτισθῶμεν καὶ ἡμεῖς τοῦ βιβλίου ἐκείνου, πρὶν ἢ καταστήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἱκανοὺς νὰ παρακολουθήσωμεν καὶ κρίνωμεν τὰς κατ’ αὐτὸν ἀποκαλύψεις, ἀλλὰ καὶ ἔτι περαιτέρω, πρὶν ἢ ἡ Δικαιοσύνη ἐλευθέρα καὶ ἀπροκατάληπτος ἐξενέγκῃ τὴν ἐτυμηγορίαν αὐτῆς ἐπὶ καταγγελίας, ἥτις χθὲς μόλις ἐπεδόθη, (τουλάχιστον χθὲς μετὰ μεσημβρίαν ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ «Ἑστίᾳ») ἔσπευσεν αὐτὸς ν’ ἀναβιβάσῃ, ὡς μὴ ὤφελε, τὸ κατ’ αὐτὸν ζήτημα καὶ σκάνδαλον τοῦ κ. Καββαδία εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Διὰ τί ἄλλο, ἢ διὰ νὰ προκαταλάβῃ, ἐπαναλαμβάνω, τὴν μέλλουσαν νὰ κρίνῃ Δικαιοσύνην καὶ τὴν γνώμην ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, καὶ τὴν γνώμην τῆς κοινωνίας; Μάλιστα, κ. συνάδελφε ἐκ Κυθήρων, καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἄλλοι συνάδελφοι προθύμως θὰ παρακολουθήσωμεν καὶ ὑμᾶς καὶ πάντα ἄλλον εἰς τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου, ὃ ἐπαγγέλλεσθε· τόσῳ δὲ προθυμότερον ὑμᾶς, καθόσον ἀνήκετε εἰς κόμμα, (ἐλπίζω ὅτι δὲν σᾶς πειράζει νὰ τὸ εἴπω) ἀνήκετε εἰς κόμμα, κατὰ τοῦ ὁποίου πολλαὶ ἐπεῤῥίφθησαν καὶ ἐπιῤῥίπτονται κατηγορίαι ἐπὶ ἀστοργίᾳ τουλάχιστον, ἵνα μή τι ἄλλο βαρύτερον εἴπω, τῶν δημοσίων χρημάτων καὶ τοῦ δημοσίου πλούτου. Χαίρομεν δ’ ἀληθῶς, ὅτι συνάδελφος, ἀνήκων εἰς τὴν πολιτικὴν μερίδα ἐκείνην, ἔρχεται πρῶτος νὰ ἐγείρῃ ἔστω καὶ μίαν πτυχὴν πρὸς ἀποκάλυψιν καταχρήσεων, ἐὰν ὑπάρχωσι. Θ’ ἀκολουθήσωμεν ὑμᾶς εἰς τὴν ἀποκάλυψιν τούτων, ἵνα φθάσωμεν ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ φθάσωμεν, ὡς Κράτος εὐνομούμενον. Συμβουλεύω ὅμως καὶ συνιστῶ ὑμῖν, ἔτι δὲ καὶ παρακαλῶ, νὰ μὴ παρασύρῃ ὑμᾶς ὑπερβολικὸς ζῆλος πρὸς ἀδικίας καὶ κακὰ ἀντὶ καλῶν. Παρακαλῶ νὰ μορφώσητε περὶ τῶν ἀποκαλύψεων καὶ καταγγελιῶν ὑμῶν πεποίθησιν, ἡ ὁποία νὰ στηρίζηται ἐπὶ πραγμάτων, οὐχὶ δὲ μόνον εἰς τὰς προσωπικὰς ἀντιλήψεις ἄλλων καὶ εἰς εἰσηγήσεις ἴσως. Συνιστῶ μάλιστα ὑμῖν νὰ ἀμφιβάλλητε καὶ εἰς αὐτὰς τὰς προσωπικὰς ἀντιλήψεις ὑμῶν ἐνίοτε, ὡς ἄνθρωπος. Ὅταν ἔρχηται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς συνάδελφος, ὁ ὁποῖος προδιαθέτει ἡμᾶς εἰς τὸ ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἀνθρώπου, οὗ κατ’ ἀρχὰς καὶ ἐπὶ πολὺ τοῦ λόγου αὐτοῦ ἀποφεύγει ἐπιμελῶς νὰ δηλώσῃ τὸ ὄνομα, ἵνα προδιαθέσῃ ὑμᾶς κακῶς καὶ συναρπάσῃ ἐν τῇ εὐροίᾳ τῆς στωμυλίας αὐτοῦ, περὶ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος, ἀνώτερος ὢν λειτουργὸς τοῦ Κράτους, «παρ’ ἀξίαν κατέχει τὴν θέσιν», ὁ ὁποῖος «ἐξευτελίζει τὴν Ἑλλάδα», ὁ ὁποῖος «ἀτιμάζει τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν», ὁ ὁποῖος εἶναι «ῥᾳδιοῦργος»,—εἰσὶ φράσεις τοῦ προαγορεύσαντος αὗται,—ὁ ὁποῖος «ὑποσκάπτει αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἑλλάδος»...
§65ΣΤΑΗΣ. Δὲν ὑποσκάπτει τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἑλλάδος, ὅταν ἔρχηται διευθυντὴς Γερμανικοῦ Μουσείου καὶ λέγῃ ὅτι εἶναι αἶσχος διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ ἔχῃ τοιοῦτον ὑπάλληλον;
§66ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποσκάπτει ἀληθῶς τὴν Ἑλλάδα, ἀναζητῶν ἀρχαιότητας... Ὅταν, λέγω, ἔρχηται συνάδελφος, ὅστις διὰ τοιούτων λέξεων καὶ φράσεων προκατέλαβε τὴν ἡμετέραν γνώμην, κύριοι Βουλευταί, εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον μετὰ τῆς δικαίας ἀξιώσεως νὰ μοῦ ἀκούσητε μετὰ προσοχῆς· εἰμὶ δὲ βέβαιος, ὅτι θὰ ἐξέλθητε ἐντεῦθεν μὲ ἀνακουφισθεῖσαν συνείδησιν, καθότι θὰ ἦτο πράγματι ἀλγεινὸν νὰ παραμείνωσι μέχρι τέλους ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν αἱ ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ἐνέβαλεν ὑμῖν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου συναδέλφου. Ἀληθῶς μοὶ εἶναι δύσκολον νὰ παρακολουθήσω τὸν κ. συνάδελφον καθ’ ὅλην τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ καὶ νὰ προβῶ εἰς ἀνασκευὴν τῶν ὑπ’ αὐτοῦ εὐφραδῶς καὶ μετὰ μεγάλης στωμυλίας, ἀξίας κρείττονος θέματος, λεχθέντων. Ἀλλὰ καὶ εὑρίσκω περιττὸν καὶ τολμηρὸν νὰ ἀνατάμωμεν ἡμεῖς ἐντεῦθεν τὸν κ. Καββαδίαν ὡς ἀρχαιολόγον· εὑρίσκω περιττὸν νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀναίρεσιν ὅλων ἐκείνων, ὅσα ἀναφέρει ὁ κ. συνάδελφος, ἵν’ ἀποδείξῃ τὴν ἐν τῇ Ἀρχαιολογίᾳ «ἀμαθίαν» τοῦ κ. Καββαδία. Ἔχομεν ἐν Ἀθήναις τέσσαρας ἀρχαιολογικὰς σχολὰς, Γερμανικὴν, Γαλλικὴν, Ἀμερικανικὴν καὶ Ἀγγλικὴν, ἔχομεν τοὺς φιλολογικοὺς συλλόγους, ἔχομεν τὴν «Ἀρχαιολογικὴν Ἐφημερίδα». Ἐν αὐτοῖς ἀναπτύσσονται τὰ ἀρχαιολογικὰ ζητήματα. Ἔχομεν τὸ μέγα βῆμα τοῦ ἀνεπτυγμένου τύπου ἡμῶν, ἐξ οὗ ἐλέγχονται οἱ ἱκανοὶ καὶ οἱ ἀνίκανοι. Ἀλλὰ τί κοινὸν βήματι νομοθετικῷ καὶ ἀρχαιολογικαῖς συζητήσεσιν; Οὐδὲ εἶναι ἄλλως δυνατὸν ἐγὼ, παρὰ πᾶσαν τὴν ἄπειρον ἀφοσίωσιν καὶ λατρείαν μου, παρὰ τὸ μέγα ἀληθῶς ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον τρέφω πρὸς τὴν ἐπιστήμην τῆς ἀρχαιολογίας, νὰ εὑρεθῶ παρεσκευασμένος, ἵνα ἀναιρέσω τὰ παρὰ τοῦ κ. συναδέλφου λεχθέντα ἐπὶ ἀρχαιολογικῶν συζητήσεων καὶ ἀμφισβητήσεων. Ἐὰν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. συναδέλφου δημοσιευθῇ διὰ τοῦ τύπου, ὁ κ. Καββαδίας εἶναι εἰς θέσιν, ἀναγινώσκων τὰς κατ’ αὐτοῦ ἐπιστημονικὰς κατηγορίας, κατηγορίας, ὧν τινές εἰσιν αὐτόχρημα ἀρχαιολογικαὶ, διότι ἀνάγονται εἰς τοὺς ἀρχαίους χρόνους τοῦ ἐπιστημονικοῦ σταδίου τοῦ κ. Καββαδία, κατηγορίας, συλλεχθείσας μοχθηρῶς ἐξ ὁλοκλήρου ἐπιστημονικοῦ σταδίου καὶ ἐξ εἰκοσαετοῦς ὑπηρεσίας, ν’ ἀπαντήσῃ ὁ ἴδιος, ἐὰν κρίνῃ τοῦτο ἀναγκαῖον. Εἶναι λοιπὸν πάντη περιττὸν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀναπτύξωμεν ἐνταῦθα, πῶς μετεφράσθη ὁ panzer ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ, καὶ ἂν τὰ περὶ τῆς Ἠπιόνης γραφέντα ὑπὸ τοῦ κ. Καββαδία ἐν τῷ πολυτιμοτάτῳ τούτῳ συγγράμματι περὶ τῶν ἀνασκαφῶν τῆς Ἐπιδαύρου εἰσὶν ἀκριβῆ, καὶ ἂν ἀνέγνωσέ ποτε ὁ κ. Καββαδίας τὸν Παυσανίαν! Ἵνα ἴδητε δὲ μέχρι τίνος σημείου δύναται νὰ φθάσῃ ἡ ἀρχαιολογία ἐπὶ ἀναγνωρίσεως ἀγαλμάτων καὶ χαρακτηρισμοῦ οἰκοδομημάτων, ἰδίᾳ δὲ ἐπὶ ἀναγνώσεως καὶ ἐξηγήσεως ἐπιγραφῶν, ἀναφέρω ὑμῖν τὸ ἐλάχιστον παράδειγμα τοῦτο: Ἀναγινώσκεται ἐπὶ τοῦ πώματος κρατῆρος χαλκοῦ, σωζομένου ἐν τῷ ἡμετέρῳ Ἀρχαιολογικῷ Μουσείῳ, ἡ ἑξῆς φράσις: ΚΑΜΟΥΝ ΕΘΥΣΕ ΤΑ ΚΟFΒΑ. Ἐπὶ πολὺ καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐγένετο μέγας λόγος, καὶ οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ, ποία ἦτο ἡ ἔννοια καὶ τίς ὁ σκοπὸς τῆς ἐπιγραφῆς ταύτης, διότι ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπου εὑρέθη ἡ ἐπιγραφὴ, τὰ εἰς ων λήγοντα ὀνόματα ἐγράφοντο δι’ ουν. Εἷς τῶν ἡμετέρων ἀρχαιολόγων, ὁ κ. Ἀντώνιος Οἰκονόμου, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἔσχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ διορίσω καθηγητὴν, ἐπαξίως τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ, ἀνέγνω εὐφυέστατα: «Καμὼ ὗν ἔθυσε τῇ κόρῃ». Γυνή τις Καμὼ, οὐχὶ δὲ ὁ Καμὼν, ὡς πάντες οἱ ἀρχαιολόγοι ἀντελαμβάνοντο, ἔθυσε τῇ κόρῃ Περσεφόνη θήλειαν χοῖρον, ὗν. Τοιαύτης λεπτότητός εἰσι τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ πολλάκις γεννῶνται ἀμφιβολίαι περὶ ἁπλουστάτων πραγμάτων. Πιθανὸν εἶναι, καὶ δὲν προτίθεμαι ν’ ἀμφισβητήσω τοῦτο, ὅτι καὶ ὁ κ. Καββαδίας, ὅστις δὲν εἶναι πάνσοφος, ὑπέπεσεν εἰς λάθη πρὸ 15 ἐτῶν (1881), ἀναγινώσκων ἑκατοντάδας ἐπιγραφὰς ἐν ταῖς ἡρωϊκαῖς ἐκείναις ἀνασκαφαῖς τῆς Ἐπιδαύρου. Ἀλλὰ νὰ λέγῃ τις περὶ αὐτοῦ, ὅτι δὲν ἀνέγνωσε τὸν Παυσανίαν, ἢ ὅτι δὲν γνωρίζει τίς ἡ σκηνὴ τοῦ ἀρχαίου θεάτρου, πράγματα τὰ ὁποῖα εἰς τὰ Γυμνάσια μανθάνουσι νῦν καὶ οἱ μαθηταὶ, ταῦτά εἰσιν ὑπερβολαὶ ἀσύγγνωστοι, ἢ ἀστειότητες μὴ ἐπιτρεπόμεναι ἐνταῦθα. Ὡς ἐπιστήμονα ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ ὁ κ. συνάδελφος τὸν κ. Καββαδίαν, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θὰ παρακολουθήσω αὐτὸν εἰς τοῦτο. Ἐὰν ὅμως ὤφειλον πάντως νὰ εἴπω τι περὶ τῆς ἀξίας τοῦ κ. Καββαδία, καὶ πρέπει, νομίζω, νὰ πράξω τοῦτο, ἀντὶ τῶν γνωμῶν τοῦ κ. Στάη καὶ δύο ἄλλων, ἃς προσεκόμισεν ἡμῖν, ὡς πολύτιμα εὑρήματα, καὶ αἵτινες πιθανὸν νὰ ἦσαν σεβασταὶ καὶ ἀξιότιμοι, ἂν μὴ προήρχοντο ἐκ τῶν γνωστῶν λόγων, δύναμαι εὐτυχῶς, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ποιήσω πρὸς ὑμᾶς ἀνακοινώσεις, διὰ τὰς ὁποίας εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ὑπερηφανευθῆτε, διότι περὶ Ἕλληνος ἐπιστήμονος ἐξηνέχθησαν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ παρὰ τῶν μεγίστων ἀρχαιολόγων τοιαῦται γνῶμαι. Ὁ κ. συνάδελφος ἔλεγεν ἐν τῷ τέλει τοῦ λόγου του —ἄρχομαι δ’ ἐκ τῶν ἐγγυτέρων—ὅτι ἐν τοῖς Μουσείοις πωλοῦνται κατάλογοι, ἀποτελούμενοι ἐκ 2 ἢ 3 τυπογραφικῶν φύλλων, ἀντὶ 3 ἢ 5 ἢ 8 φράγκων χρυσῶν, τοὺς ὁποίους οἱ ἐκ τοῦ Μουσείου ἐξερχόμενοι ἀμέσως ἀποῤῥίπτουσι καὶ σχίζουσιν ὡς ἄχρηστα φύλλα. Εἷς τῶν καταλόγων τοῦ κ. Καββαδία εἶναι καὶ ὁ μέγας οὗτος τόμος, ἀποτελούμενος ἐκ σελίδων 504, ὁ ἑλληνιστὶ γεγραμμένος. Ὑπάρχει ἕτερος κατάλογος, γαλλιστὶ συντεταγμένος, ἀποτελούμενος ἐκ σελίδων 120, εἶναι δὲ οὗτος, κ. συνάδελφοι. Πῶς κρίνουσιν οἱ ξένοι, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν αὐθεντίαν ἐν τῇ ἀρχαιολογίᾳ, τοὺς σχιζομένους καὶ ἀποῤῥιπτομένους τούτους καταλόγους, καὶ ἐξ αὐτῶν τὸν κ. Καββαδίαν ὡς ἐπιστήμονα, αὐτὸν τὸν κ. Καββαδίαν, ὃν ἐπειράθη νὰ ἐξευτελίσῃ καὶ νὰ «ξετινάξῃ» σκαιῶς καὶ ἀπρεπῶς ὁ κ. συνάδελφος; Πρέπει νὰ μάθωμεν τοῦτο παρ’ ἐκείνων, ὧν ἡ γνώμη ἔχει ἀναμφισβήτητον κῦρος, παρ’ ἀνθρώπων, ὧν οἱ λόγοι γίνονται παγκοσμίως γνωστοί. Ὁ κ. Reinach, ἀνήρ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ συνοδευθῇ δι’ ἐπιθέτων, ἵνα καταστῇ γνωστόν, λέγει περὶ τοῦ κ. Καββαδία (ἐν τῇ Revue Archéologique 1896, σελ. 45) τὰ ἑξῆς ἐν μεταφράσει: «Διορίσασα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὸν κ. Καββαδίαν εἰς τὴν θέσιν τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων, τὴν κενωθεῖσαν διὰ τοῦ θανάτου τοῦ Σταματάκη, ἔκαμεν ἐκλογὴν ἐξαίρετον...» Διωρίσθη δὲ ὁ κύριος Καββαδίας ἀντὶ τοῦ κυρίου Σταματάκη, τὸν ὁποῖον δὲν ὑπεσκέλισεν, ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος, διότι ὁ κ. Καββαδίας διωρίσθη τέσσαρας μῆνας μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Σταματάκη ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Α. Ζυγομαλᾶ, τῇ ἐπινεύσει τοῦ καὶ νῦν ἀξιοτίμου κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Reinach ἐξακολουθεῖ λέγων περὶ τοῦ κ. Καββαδία: «Ὁ εὐτυχὴς ἐρευνητὴς τοῦ ἐν Ἐπιδαύρῳ ἱεροῦ τοῦ Ἀσκληπιοῦ εἶναι μαθητὴς τῶν Πανεπιστημίων τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Γερμανίας· ἠκροάσατο τῶν μαθημάτων τοῦ κ. Foucart ἐν Παρισίοις, τοῦ κ. Brunn ἐν Μονάχῳ, καὶ ἐπεδείξατο διὰ τῶν δημοσιευμάτων αὐτοῦ σπανίαν γνῶσιν τῆς ἱστορίας τῆς Ἑλληνικῆς τέχνης καὶ τῆς ἐπιγραφικῆς. Εἰς αὐτὸν ὀφείλεται πρὸς ἄλλοις ἡ πρώτη μελέτη περὶ τῶν ἔργων τοῦ Σκόπα, τῶν διασωθέντων ἐν τῷ ἐν Πιαλὶ Μουσείῳ, καὶ ἡ ἐπαγωγὸς ὑπόθεσις, ὅτι ἡ Νίκη τῆς Σαμοθράκης εἶναι ἴσως ἔργον τοῦ Εὐτυχίδου τοῦ ἐκ Σμύρνης. Οἱ ἀναγνῶσται ἡμῶν γινώσκουσιν ἐν μέρει τὰς ὡραίας ἀνακαλύψεις, τὰς γενομένας ὑπὸ τοῦ κ. Καββαδία ἐν Ἐπιδαύρῳ». Περὶ δὲ τῆς «Ἱστορίας τῆς Ἑλληνικῆς Καλλιτεχνίας», τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν ὁ κ. Καββαδίας κατὰ τὸ 1884, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν καὶ τὴν εὐχαρίστησιν, εὐχαρίστησιν ἀληθῶς σπανίαν, νὰ ἐγγράψω τὸ Δημόσιον συνδρομητὴν διὰ σώματά τινα, (τῶν ὁποίων τὸν ἀριθμὸν εἰλικρινῶς βεβαιῶ ὅτι δὲν ἐνθυμοῦμαι, πάντως ὅμως περὶ τὰ 39–40, πρὸς δραχ. 7 ἕκαστον) περὶ τῆς ἱστορίας ταύτης, τὴν ὁποίαν δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἐὰν μεταξὺ τῶν αἰσχρῶν καὶ διαπομπευόντων τὴν Ἑλλάδα ἔργων τοῦ κ. Καββαδία κατέταξεν ὁ κ. συνάδελφος, περὶ αὐτῆς γράφει ὁ κ. Reinach ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ αὐτοῦ: «Ἐκτὸς τῶν ἄρθρων καὶ ἐκθέσεων αὐτοῦ τῶν ἐν τοῖς «Χρονικοῖς» (Annali) τῆς Ρώμης, τῷ «Ἀθηναίῳ», τῇ Ἐφημερίδι καὶ τοῖς Πρακτικοῖς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὁ κ. Καββαδίας ἐδημοσίευσε καὶ καλὸν ἐγχειρίδιον τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Ρωμαϊκῆς Ἀρχαιολογίας, ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Καλλιτεχνίας 1884». Ὁ τόμος οὗτος, ὅστις συνίσταται μόνον ἐκ 351 σελίδων, θὰ ἦτο ἄξιος νὰ διαδοθῇ καὶ ἀλλαχοῦ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι τὸ πρῶτον ἐγχειρίδιον τοῦ εἴδους τούτου, ὅπερ πανταχοῦ δηλοῖ τὰς πηγὰς καὶ παρακολουθεῖ πληρέστατα τὰς νεωτάτας ἀνακαλύψεις». Τοιαῦτα ἐκφράζονται περὶ τοῦ ἔργου τούτου τοῦ κ. Καββαδία οἱ ξένοι. Αἰσθάνομαι δὲ ἰδίαν εὐχαρίστησιν, ἀναφέρων ταῦτα, διότι ἐγένετο λόγος, ὅτι καὶ ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, συνέδραμον χρηματικῶς τὸ βιβλίον τοῦτο. Ἔπρεπε νὰ πράξω ὅ,τι ἔπραξα. Εἴθε δὲ νὰ μοὶ παρασχεθῶσι καὶ παρ’ ἄλλων συγγραφέων τοιαῦται εὐκαιρίαι. Ὁ διαπρεπὴς Γερμανὸς καθηγητὴς τῆς ἀρχαιολογίας ἐν Στρασβούργῳ κ. Michaelis, ἐπισκεφθεὶς τὰς Ἀθήνας ἐν ἔτει 1887 καὶ ἰδὼν τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Καββαδία ἐκτελούμενα ἔργα, ἐχαρακτήρισε τὴν ἐπὶ τοῦ κ. Καββαδία ἐποχὴν ὡς «νέαν ἐποχὴν ἀρχαιολογικῆς δράσεως ἐν Ἑλλάδι», πρὸς διάκρισιν τῆς πρὸ αὐτοῦ «ἐποχῆς τῶν ἀπομάχων». «Ποία ἀπόστασις, εἶπεν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν ἀπομάχων!» Ἰδοὺ δὲ τί γράφει: «Ἐν Μονάχῳ διδαχθεὶς τὴν ἀρχαιολογίαν ὑπὸ τοῦ Brunn ὁ Καββαδίας, μετ’ οὐ πολὺ (τῷ 1879) ἔθηκεν ἑαυτὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, πρὸ πάντων δὲ διὰ τῆς ἐπιδεξίας διευθύνσεως τῶν ἐκτάκτως εὐτυχῶν ἀνασκαφῶν ἐν τῷ ἐν Ἐπιδαύρῳ ἱερῷ τοῦ Ἀσκληπιοῦ ἀπὸ τοῦ 1881 καὶ ἑξῆς διετράνωσε τὴν ἱκανότητά του. Αὐτὸς ἦτο ὁ πρῶτος ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῶν ἀρχαιοτήτων τεθεὶς ἐπιστημονικῶς μεμορφωμένος ἀρχαιολόγος, διότι τοῦ μὲν ἄλλως ἀξιολογωτάτου Λουδοβίκου Ross ἡ δύναμις δὲν ἐνέκειτο ἀκριβῶς ἐν τῇ ἀρχαιολογίᾳ ὁ δὲ Πιττάκης παντελῶς ἐστερεῖτο πάσης ἐπιστημονικῆς ἐν τῷ ἐρευνᾷν μεθόδου καὶ μορφώσεως, τοῦ δὲ Εὐστρατιάδου, ὅπως τῶν πλείστων Ἑλλήνων φιλολόγων, τὸ ἐνδιαφέρον ἦτο σχεδὸν ἀποκλειστικῶς πρὸς τὰς ἐπιγραφὰς ἐστραμμένον. Ἐπειδὴ δὲ μετὰ τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσεως συνδέεται καὶ ἡ πρακτικὴ δεξιότης, ἡ ἐκλογὴ τοῦ νεαροῦ τούτου ἐπιστήμονος δύναται νὰ θεωρῆται ὡς λίαν ἐπιτυχής.» Περὶ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Καββαδία διευθυνομένων ἀνασκαφῶν, ἃς ὁ κ. Στάης τόσον προχείρως ἔψεξε καὶ ἐκάκισεν, ὡς ἀνεπιστημονικῶς γινομένας, ὁ αὐτὸς κ. Michaelis, καὶ ὁ Deschamps καὶ ὁ Diehl, γνωστότατοι ἀρχαιολόγοι, γράφουσι τὰ ἑξῆς: «Ἀλλ’ οὐ μόνον ἡ εὐχρηστία τῶν Μουσείων ἐγένετο μείζων, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ μεγάλως ηὐρύνθησαν καὶ κατὰ τὸ περιεχόμενον σημαντικῶς ἐπλουτίσθησαν. Ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τοῦ Μουσείου τῆς Ἀκροπόλεως. Ὁ κ. Καββαδίας ἐγένετο ἐς ἀεὶ πλείστου ἄξιος τῇ ἀρχαιολογίᾳ, ἀναλαβὼν καὶ διεξαγαγὼν τὸ παλαιὸν μὲν ἤδη, ἀλλ’ ἀείποτε ἀναβληθὲν, καὶ τέλος ὑπὸ τοῦ Εὐστρατιάδου κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς διοικήσεώς του μετὰ δειλίας ἐπιχειρηθὲν σχέδιον τῆς ἐκκαθάρσεως ὁλοκλήρου τῆς Ἀκροπόλεως μέχρι τοῦ αὐτοφυοῦς βράχου ἢ ἀρχαίων θεμελίων, καὶ τῆς ἄρσεως πάσης μεταγενεστέρας προσθήκης. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ περιγράψωμεν τὰ ἐκτάκτως σπουδαῖα ἀποτελέσματα τῆς πολυετοῦς ταύτης ἐργασίας (δραστηρία διεξαγωγὴ τῆς ἐργασίας ἤρξατο κατὰ φθινόπωρον τοῦ 1885), ἥτις οὐ μόνον τελείαν ἀναστάτωσιν τῶν ἡμετέρων περὶ τῆς Ἀκροπόλεως καὶ τῆς ἱστορίας αὐτῆς γνώσεων ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ καὶ πέραν ἐπὶ εὐρυτάτων πεδίων τῆς ἱστορίας τῆς Ἑλληνικῆς καλλιτεχνίας, μάλιστα δὲ τῆς χρονολογίας αὐτῆς, ἀπροσδόκητον ἐπέχεε φῶς καὶ ἠνέῳξε νέαν ὁδὸν εἰς ὁλόκληρον σειρὰν σπουδαιοτάτων ζητημάτων.» Ὁ κ. Gaston Deschamps: «Εἰς τὸν κ. Καββαδίαν θὰ ἀνήκῃ ἡ τιμὴ τῆς ἐπιστημονικῆς κατακτήσεως τῆς Ἀκροπόλεως, περὶ ἧς δὲν γίνεται ἐν τῷ κόσμῳ τῶν λογίων τοσοῦτος κρότος, ὅσος ἔπρεπε νὰ γίνηται.» Μετὰ τοῦτον ὁ κ. Ch. Diehl: «Δὲν δύναταί τις ἐπαρκῶς νὰ εὐχαριστήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν (καὶ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν), ἥτις ἀνέλαβε τὸ μέγα τοῦτο ἀνασκαφικὸν ἔργον, καὶ τὸν διευθύνοντα καὶ ἀγαγόντα αὐτὸ εἰς αἴσιον πέρας γενικὸν ἔφορον τῶν Ἀρχαιοτήτων κ. Καββαδίαν, δι’ οὗ ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ βράχου τῆς Ἀκροπόλεως ἀνακαλύψεις, αἵτινες ἀναμφιβόλως εἶναι τὸ μᾶλλον ἀξιομνημόνευτον γεγονὸς τοῦ αἰῶνος τούτου καὶ ἴσως ὅλων τῶν αἰώνων.» Μετὰ τοῦτο ἐπίσης πρέπει ν’ ἀκούσητε, πῶς ἐχαρακτήρισαν οἱ ἐπισημότεροι ἀρχαιολόγοι τὰς ἐργασίας τοῦ Καββαδία πρὸς ἵδρυσιν τῶν ἐν Ἀθήναις Μουσείων καὶ πρὸς συγγραφὴν τῶν καταλόγων αὐτῶν, τῶν καταλόγων, οἵτινες παρεστάθησαν ὑμῖν ὡς ἐγκλήματα. Ὁ Ad. Michaelis ἐν τῷ προηγουμένως μνημονευθέντι ἄρθρῳ του ἐν τῇ «Beilage Zur Allgemeinen Zeitung» (1888, ἀριθ.189): «Ἡ ἀεικίνητος δραστηριότης, μεθ’ ἧς ὁ νεαρὸς γενικὸς ἔφορος ἐπιτελεῖ τὸ ὑπούργημά του, φανεροῦται καὶ ἑτέρωθεν. Ἐπὶ ἔτη εὑρίσκετο ἐν τῇ ἐτησίᾳ ἐκθέσει τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἀπαρίθμησίς τις τῶν γερμανικῶν καὶ γαλλικῶν καταλόγων τῶν ἐν Ἀθήναις ἀρχαίων μὲ τὴν στερεότυπον ἐν τέλει φράσιν: «Ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι θὰ ἐκδοθῇ καὶ ἑλληνικὸς κατάλογος». Ἐν ταῖς ἐκθέσεσι τῶν τελευταίων ἐτῶν ἔλειπεν ἡ φράσις αὕτη, προφανῶς διότι προεβλέπετο ἡ προσεχὴς ἐκπλήρωσις τῆς εὐχῆς ἐκείνης. Καὶ πράγματι κατὰ τὰ τελευταῖα δύο ἔτη ἐδημοσιεύθησαν τὰ πρῶτα τεύχη ἑνὸς ὑπὸ τοῦ Καββαδία συντασσομένου καταλόγου τοῦ Κεντρικοῦ Μουσείου. Τὰ καλῶς κατηρτισμένα ταῦτα τεύχη περιέχουσι τὴν ἀρχαϊκὴν τέχνην καὶ τὴν τῶν χρόνων τῆς ἀκμῆς, συμπεριλαμβανομένου μεγάλου τινὸς μέρους ἐπιτυμβίων ἀναγλύφων. Ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι ἡ ἕως τότε σχετικὴ φιλολογία ἐχρησιμοποιήθη ὡς ἔδει, χωρὶς νὰ παραβλαφθῇ ἐκ τούτου ἡ αὐτοτέλεια καὶ πρωτοτυπία τοῦ ἔργου. Εἴθε ὁ μὲ παντοειδεῖς ἀσχολίας ὑπεράσχολος συγγραφεὺς νὰ λάβῃ τὸν ἀναγκαῖον χρόνον πρὸς διηνεκῆ τελείωσιν τοῦ μεγάλου τούτου ἔργου.» Ὁ S. Reinach: «Ὁ κ. Καββαδίας δὲν ἀπώλεσε χρόνον, ἀφ’ ὅτου, ἐν ἔτει 1885, διωρίσθη εἰς τὴν θέσιν τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος. Οὐ μόνον ἔδωκεν ἰσχυρὰν ὤθησιν εἰς τὰς ἤδη ἀρξαμένας ἀνασκαφὰς τῆς Ἐπιδαύρου, τῆς Ἐλευσῖνος, τῆς Ἐρετρείας, τοῦ Ὠρωποῦ, τῆς Ἀκροπόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς ἀναδιωργάνωσε τὸ Μουσεῖον τῆς Ἀκροπόλεως, τὸ Κεντρικὸν Μουσεῖον τῶν Πατησίων, καὶ ἤρξατο ἐκπληρῶν τὴν ὑπὸ τῶν ἀρχαιολόγων τοσάκις ἐκφρασθεῖσαν εὐχὴν τοῦ νὰ ἴδωσι συνηγμένα καὶ ταξινομημένα ἐν Ἀθήναις τὰ ἐν τοῖς μικροῖς Μουσείοις τῶν ἐπαρχιῶν διεσπαρμένα προϊόντα τῶν προσφάτων ἀνασκαφῶν... «Ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ Κεντρικοῦ Μουσείου, πλουτισθέντος διὰ τοσούτων νέων ἔργων, καθίστα ἀπαραίτητον τὴν σύνταξιν καταλόγου. Ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Καββαδία καταρτισθεὶς εἶναι ὁ πρῶτος ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ Ἕλληνος ἑλληνιστὶ δημοσιευθείς· ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην μαρτυρεῖ σπουδαίαν πρόοδον ἐν ταῖς ἀρχαιολογικαῖς σπουδαῖς τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, καὶ ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ἀναγεννωμένη Ἑλληνικὴ ἐπιστήμη ἐνόησε νὰ ἐπωφεληθῇ τὰ μαθήματα, ἅτινα ἔλαβε παρὰ τῶν πρεσβυτέρων ἐξ Ἑσπερίας ἀδελφῶν της... «Ὁ κ. Καββαδίας ἐνόησεν, ὅτι δημοσίευσις καταλόγου τοῦ Κεντρικοῦ Μουσείου ἦτο τὸ πρῶτον καθῆκόν του μετὰ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ Μουσείου τούτου, καὶ εἴμεθα εὐτυχεῖς, δυνάμενοι νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι τὸ νέον τοῦτο ἔργον του ἐξεπλήρωσε μετ’ ἴσης ταχύτητος καὶ ἐπιτυχίας... «Ὁ κατάλογος τοῦ κ. Καββαδία εἶναι ἐξαίρετος, θὰ χρησιμεύσῃ δὲ ὡς ὑπόδειγμα διὰ τοὺς καταλόγους τῶν ἄλλων Μουσείων, καὶ θὰ συντελέσῃ, μετὰ τῶν «Μουσείων τῶν Ἀθηνῶν» τοῦ αὐτοῦ συγγραφέως, εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ γνωστὰς συλλογὰς θαυμασίας, ὧν ἡ γένεσις καὶ ἡ ταχυτάτη αὔξησις περιποιοῦσι τιμὴν τῇ συγχρόνῳ Ἑλλάδι.»
§67Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ εὑρίσκονται ἀναγεγραμμένα αὐτά;
§68ΣΤΑΗΣ. Ἐν συγγράμματι συντασσομένῳ καὶ ἐκδιδομένῳ παρὰ τοῦ ἰδίου γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ πραγματευομένῳ περὶ τοῦ ἰδίου ἑαυτοῦ του.
§69ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἐὰν ὁ ἐρωτήσας με κ. συνάδελφος καὶ ὁ ἀπαντήσας καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς ἄλλος εἴχομεν τὴν εὐχαρίστησιν, ἀναδιφοῦντες εἰς τὰ σπουδαιότερα ἀρχαιολογικὰ συγγράμματα τοῦ κόσμου σύμπαντος, εὑρίσκωμεν περὶ «τοῦ ἑαυτοῦ μας» τοιαύτας πληροφορίας καὶ ἐξεδίδομεν αὐτὰς εἰς βιβλίον!
§70ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ μὲ παρεξηγῆτε, παρακαλῶ. Ἐγὼ ἁπλῶς ἠθέλησα νὰ λάβω πληροφορίαν, ποῦ εὑρέθησαν αὐτὰ τυπωμένα.
§71ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία παρεξήγησις. Ὁ ἀκατάβλητος κ. Στάης δὲν μὲ ἀφῆκε νὰ ἀπαντήσω ὑμῖν ἀμέσως. Λοιπὸν τὸ τελευταῖον χωρίον τοῦ S. Reinach, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα, εὑρίσκεται ἐν τῇ «Revue Critique» 1887, σελὶς 427. Ἐν τοῖς ἑξῆς δὲν θὰ παραλείπω τὴν μνείαν τῶν πηγῶν, ἐξ ὧν λαμβάνω τὰς ἐνδιαφερούσας εἰδήσεις ταύτας. Περαιτέρω ὁ κ. Milchhoefer ἐν τῇ «Berliner Philologische Wochenschrift», 1883, ἀριθ. 23 (ἀναγινώσκει): «Τὰ προκείμενα πρῶτα τεύχη περιγραφικοῦ καταλόγου τοῦ Κεντρικοῦ Μουσείου Ἀθηνῶν παρέχουσιν ἡμῖν ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις σπουδαῖον δεῖγμα τῆς προόδου, ἥτις ἐγένετο νεωστὶ ἐν τῷ πεδίῳ τῆς πρακτικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς διευθύνσεως τῶν ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος... Ἡ ἀναμόρφωσις τῶν Μουσείων τοῦ Κράτους ἤρξατο μετὰ δραστηριότητος συντελουμένη μόλις ἀπὸ τοῦ ἔτους 1885, ὅτε γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος διωρίσθη ὁ δρ. κ. Π. Καββαδίας, ὅστις ἐν τῇ ἰδιότητι αὐτοῦ ταύτῃ ἔκτακτον ἀνέπτυξε διοικητικὴν δραστηριότητα. Τὸ Μουσεῖον τῆς Ἀκροπόλεως μεθ’ ὅλων αὐτοῦ τῶν ἀνεκτιμήτων, ἐξ ἐποχῆς παλκιοτέρας τῶν Μηδικῶν χρόνων, θησαυρῶν, δι’ ὧν νεωστὶ ἐπλουτίσθη, ἔλαβεν ἐντελῶς νέαν διάταξιν... Εἰς τὸ Κεντρικὸν Μουσεῖον προσετέθησαν πρὸς βοῤῥᾶν καὶ πρὸς νότον δύο πρὸς ἀνατολὰς ἐστραμμέναι πτέρυγες· ἤδη δὲ προσδοκᾶται ἡ οἰκοδόμησις συνδετικοῦ κτιρίου, μέλλοντος νὰ κλείσῃ τὸ μέγα τετράγωνον. Αἱ αἴθουσαι χρησιμεύουσιν ὡς τόπος συναγωγῆς οὐ μόνον τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν τοῖς περιχώροις εὑρισκομένων Γλυπτῶν, ἀλλὰ πάντων ἐν γένει τῶν ὑπὸ ἔποψιν τῆς ἱστορίας τῆς τέχνης σπουδαιοτέρων μνημείων καὶ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος... Μετὰ λελογισμένης δὲ ἐκλογῆς συνέλεξεν ἤδη ὁ κ. Καββαδίας ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν πολύτιμον ὑλικόν... Ἡ κατὰ τὰς αἰθούσας κατάταξις ἀκολουθεῖ τῇ ἱστορικῇ ἀρχῇ, εὐστόχως τηρουμένης τῆς τῶν τοπικῶς καὶ πραγματικῶς ὁμοειδῶν ἀρχαίων ἐν τῷ αὐτῷ κατατάξεως. Οὐχὶ ὀλιγώτερα τῶν 54 ἀρχαϊκὰ ἀγάλματα περιέχει ὁ πρῶτος χῶρος, πληθὺν ὑπερέχουσαν κατά τε τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν σπουδαιότητα σύμπαν τὸ περιεχόμενον ὅλων τῶν Μουσείων τῆς Εὐρώπης ἐξ ἐκείνων τῶν χρόνων... Οὐχὶ δὲ ὀλιγώτερον κόπον κατέβαλεν ὁ κ. Καββαδίας εἰς τὴν ἐργασίαν τῆς συγγραφῆς καταλόγου, ὅστις βαίνει παραλλήλως πρὸς τὴν νέαν κατάταξιν. Προτέτακται τοῦ ἔργου ἱστορικὴ εἰσαγωγή, τῇ περιγραφῇ δὲ ὁμοειδῶν ἔργων τῆς τέχνης, οἷα τὰ ἐπιτύμβια ἀνάγλυφα, εἶναι προσηρτημέναι εἰσαγωγικαὶ παρεκβολαὶ (σ. 121). Ἀκριβὴς περιγραφὴ καὶ βιβλιογραφία εἰσὶ πανταχοῦ, καθ’ ὅσον βλέπω, εὐσυνειδήτως διεξηγμέναι· οὐκ ὀλίγα δὲ ἔργα διαφωτίζονται τώρα, ὀρθῶς ἐν τῇ κατατάξει καὶ ἐκτιμήσει... Ἐλπίζομεν ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ ταχεῖα ἐξακολούθησις τοῦ καταλόγου καὶ τῆς κατατάξεως τῶν Μουσείων θὰ μαρτυρήσῃ πάλιν περὶ τῆς ἀκαμάτου φιλοπονίας τοῦ συγγραφέως.» Ἀκούσωμεν δὲ νῦν, τί γράφει ὁ διαπρεπέστατος καὶ κορυφαῖος τῶν σημερινῶν ἀρχαιολόγων κ. G. Perrot ἐν τῇ «Journal des Savants» 1893 περὶ τῶν Μουσείων καὶ τοῦ καταλόγου τούτου (ἀναγινώσκει): «Μουσεῖον, ἀληθὲς Μουσεῖον γλυπτικῆς ἐν Ἀθήναις, Μουσεῖον ἐφωδιασμένον μὲ ἕνα τῶν σοφῶν ἐκείνων καταλόγων, οἵτινες ἐλλείπουσιν εἰσέτι ἐν ταῖς ἡμετέραις Πινακοθήκαις τοῦ Λούβρου, εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οἱ συνάδελφοί μου καὶ ἐγὼ οὐδαμῶς προσεδοκῶμεν πρὸ τριάκοντα πέντε καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν, ὅτε ὁ κ. Heuzey καὶ ἐγὼ ἐποιούμεθα ἐν Ἀθήναις ἔναρξιν τοῦ ἀρχαιολογικοῦ ἡμῶν σταδίου... (Ἀκολουθεῖ περιγραφὴ τῆς ἀπὸ τότε μέχρι τοῦ 1885 λυπηρᾶς καταστάσεως τῶν Μουσείων). Ἡ κατάστασις αὕτη διήρκεσε μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ κ. Καββαδίας, ἐν ἔτει 1885, ἐκλήθη εἰς τὴν θέσιν τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων. Ὡς πρῶτον ἑαυτοῦ καθῆκον ἐθεώρησε νὰ συναγάγῃ ἐντὸς ἑνὸς οἰκοδομήματος ὅλα τὰ ἔργα τῆς ἀρχαίας τέχνης, ὅσα ἐκέκτητο ἡ Ἑλλὰς, ἢ τουλάχιστον πάντα ἐκεῖνα, ὧν τὴν μετατόπισιν δὲν ἀπηγόρευον αὐτῷ ὑπάρχουσαι ὑποχρεώσεις, ἢ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχε πραγματικὴ ἀνάγκη νὰ ἀφεθῶσιν ἐν αὐτῷ τῷ τόπῳ τῆς ἀνακαλύψεως· ἀλλ’ ἡ συγκέντρωσις αὕτη εἰς οὐδὲν θὰ ἐχρησίμευεν, ἂν μὴ τὰ μνημεῖα διετάσσοντο κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἦναι πανταχόθεν ὁρατὰ, καὶ μὴ ἐτοποθετοῦντο κατὰ τάξιν διευκολύνουσαν τὴν σπουδὴν αὐτῶν, ἤτοι κατὰ κατηγορίας, κατὰ ἐποχὰς καὶ κατὰ σχολάς. Ὁ κ. Καββαδίας κατ’ οὐδὲν ὑστέρησεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ εἰς τὸν ζῆλόν του ἐπιβαλλομένου τούτου ἔργου... Κατὰ τὸ ἔαρ τοῦ 1890 εὗρον τὸν κ. Καββαδίαν ἐν τῷ ἀκμαιοτέρῳ σημείῳ τῆς ἐργασίας ταύτης, εἰς ἣν ἀνήλισκεν ὅλας αὐτοῦ τὰς δυνάμεις. Οὐδέποτε θὰ λησμονήσω τὴν ὄψιν, ἣν παρουσίαζε τότε τὸ Μουσεῖον. Ἂν ἔν τισιν αἰθούσαις τὰ πάντα ἦσαν ἤδη σχεδὸν διατεταγμένα, ἄλλαι αἴθουσαι ὡμοίαζον μᾶλλον πρὸς ἀποθήκας. Πλείονα πράγματα, ἅτινα δὲν ἐδόθη ἕως τότε εὐκαιρία νὰ συναρμολογηθῶσιν, ἔκειντο εἰς τεμάχια ἐπὶ τοῦ ἐδάφους. Ὁ κ. Καββαδίας ἦτο παρὼν ἐκεῖ ἀπὸ τῆς ἑβδόμης πρωϊνῆς ὥρας. Μοὶ φαίνεται ἀκόμη, ὅτι τὸν βλέπω, ὑπεράσχολον, τρέχοντα ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῶν αἰθουσῶν, ἐδῶ μὲν δίδοντα διαταγὰς εἰς τοὺς ἐργάτας, ἐκεῖ δὲ ἐπιβλέποντα τὴν ἵδρυσιν βάθρου τινὸς, ἀλλαχοῦ δὲ πάλιν δοκιμάζοντα ἀρχαίαν τινὰ κεφαλὴν ἐπί τινος κορμοῦ, διὰ νὰ διακρίνῃ, ἂν κατά τινα τρόπον ἐφαρμόζηται αὕτη εἰς τοῦτον. Πάντα ταῦτα πράττει ἐν μέσῳ ἐντόνου θορύβου, θορύβου σφυρῶν, πληττουσῶν τὰς σμίλας, αἵτινες ἐκτινάσσουσιν εἰς τὸν ἀέρα τὸ ξύλον εἰς θρύμματα, ἢ περιξέουσι τὸν λίθον. Ἀναγκάζεταί τις νὰ παρατηρῇ τὰ πρὸ ποδῶν του, ἵνα μὴ προσκόψῃ πρὸς τοὺς κτίστας, οἵτινες ἀναδεύουσι τὴν ἄσβεστον χαμαὶ, οἵτινες τοποθετοῦσι τὰς πλάκας τοῦ δαπέδου. Τὰ πάντα εὑρίσκονται ἐν κινήσει, ἐν δημιουργίᾳ... Ἀπὸ τοῦ 1887, κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἤρχιζε νὰ τακτοποιῇ τὸ Μουσεῖον, ὁ κ. Καββαδίας ἐπεχείρησε τὴν σύνταξιν καταλόγου, τοῦ ὁποίου ἔχουσι δημοσιευθῆ δύο τεύχη... Ἄλλαι ὅμως φροντίδες ἀπέσπασαν αὐτὸν ἀπὸ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς ἐργασίας ταύτης, ἡ δὲ ταχυτάτη αὔξησις τῆς ἐμπεπιστευμένης αὐτῷ συλλογῆς ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐπὶ νέων βάσεων. Ὁ νῦν δημοσιευθεὶς κατάλογος δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὁριστικὸς, καθ’ ὅσον δηλαδὴ οἱ ἀριθμοὶ, εἰς οὓς παραπέμπει, δὲν θὰ μεταβληθῶσιν... (Ἀκολουθεῖ ἀνάλυσις τοῦ ἐκδοθέντος τόμου τοῦ Καταλόγου). Οἱ ἱστοριογράφοι τῆς τέχνης λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ νὰ ἔχωσιν ἐνδιαφέρουσαν κλίσιν, λίαν δεδικαιολογημένην, πρὸς τοιαῦτα μνημεῖα, οἷα τὰ πληροῦντα τὸ ἐν Ἀθήναις Μουσεῖον. Ὁ Καββαδίας, παρασχὼν αὐτοῖς τὸν κατάλογον τῶν μνημείων τούτων, ἐκτήσατο δικαιώματα ἐπὶ εὐγνωμοσύνης, ἧς τὴν εἰλικρινῆ ἔκφρασιν παρακαλοῦσιν αὐτὸν νὰ δεχθῇ. Οὐδὲν ἄλλο ζητοῦσι παρ’ αὐτοῦ, εἰμὴ νὰ ἐπιδείξῃ τὸν αὐτὸν πάντοτε ζῆλον, καὶ νὰ φροντίσῃ, ὅπως ὁ δεύτερος ὑπεσχημένος τόμος ἀκολουθήσῃ τῷ πρώτῳ ὡς τάχιστα.» Μετὰ τοῦτον δὲ καὶ ὁ κ. Winter ἐν τῷ «Kunstchronik», 1893, σ. 486, γράφει: «Τὸ Ἐθνικὸν Μουσεῖον τῶν Ἀθηνῶν εἶναι κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν καὶ τὸ Μουσεῖον τῆς Ἀκροπόλεως, δημιούργημα τοῦ Καββαδία... Μετὰ δραστηριότητος ἐπιδιωχθεῖσα ἐργασία καὶ εὐτυχεῖς περιστάσεις παρήγαγον τὸ συντελεσθέν. Ὁ μέγας πλουτισμὸς τοῦ Μουσείου, ὃς ἐγένετο τούτῳ, διαρκούσης τῆς διευθύνσεως τοῦ Καββαδία, προέρχεται τὸ μὲν ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἀποτελεσμάτων τῶν νεωστὶ γενομένων ἀνασκαφῶν, τὸ δὲ ἐκ τῆς ἀκαμάτου τάσεως πρὸς συναγωγὴν ἐν τῷ Μουσείῳ τούτῳ πάντων τῶν ἐν τοῖς μικροῖς τοπικοῖς Μουσείοις ἀξιολόγων ἀρχαίων. Πρὸ ἓξ ἐτῶν ὁ Καββαδίας ἐδημοσίευσε, κατὰ τὴν τότε κατάστασιν τοῦ Μουσείου, ἐφ’ ὅσον εἶχε προχωρήσει ἡ κατάταξις, περιγραφὴν 165 ἀριθμῶν. Ἐκ τοῦ μικροῦ τούτου καταλόγου παρήχθη ἤδη εἷς ὀγκώδης τόμος, περιέχων 1164 ἀριθμούς... Διὰ τούτου τοῦ καταλόγου ἐγένετο τὸ πρῶτον ἡ ἔναρξις ῥιζικῆς ἐπιστημονικῆς ἐξεργασίας τῶν Ἑλληνικῶν Μουσείων. Ὡς τοιοῦτος εἶναι λαμπρὸν μαρτύριον τῆς ἐξάρσεως, ἣν ἡ ἀρχαιολογικὴ δρᾶσις ἔσχεν ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τῆς τελευταίας δεκαετίας.» Ὁ Ch. Belger ἐν τῇ «Berliner Philologische Wochenschrift», 1893, ἀριθ. 14: «Οὐδεμία πόλις τοῦ κόσμου δύναται νὰ συγκριθῇ πρὸς τὰς Ἀθήνας κατὰ τὸν πλοῦτον ἔργων τῆς Ἑλληνικῆς τέχνης· ἀλλὰ μόλις πρὸ μικροῦ εἰς τὴν ἀφθονίαν ταύτην ἐδόθη καὶ ὁ ἀντάξιος χῶρος... (ἀκολουθεῖ περιγραφὴ τοῦ Μουσείου). Ἀλλ’ ὠφέλιμος, ὡς δεῖ, τότε μόνον καθίσταται Συλλογή τις, ὅταν συνταχθῇ καλὸς κατάλογος. Διὰ τοῦτο γηθοσύνως χαιρετίζομεν τὸν πρῶτον τόμον τῶν Γλυπτῶν, ὃν ἐξέδωκε πρὸ μικροῦ ὁ δραστήριος καὶ ἔξοχος γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων κ. Καββαδίας. Σχέδιον τοῦ Μουσείου προτέτακται τοῦ ἔργου, καὶ παρέχει διὰ τῶν Αἰγυπτιακῶν, Μυκηναίων, Ἑλληνικῶν αἰθουσῶν καὶ στοῶν ἰδέαν τινὰ περὶ τοῦ μεγάλου πλούτου τῶν ὑπαρχόντων. Ἕπεται ἀξιόλογος ἱστορία τῶν Ἀθηναϊκῶν συλλογῶν ἀπὸ τῶν πρώτων ἀρχῶν ἐν Αἰγίνῃ, καὶ παρακολουθεῖ τὰς τύχας τῶν ἀγαλμάτων διὰ ποικίλων περιπετειῶν, ἀπὸ ὑπογείων ἀποθηκῶν εἰς μεγαλοπρεπεῖς αἰθούσας. Βραχεῖά τις σύνοψις τῶν περιόδων τῆς πλαστικῆς ἐν Ἑλλάδι ἀποτελεῖ τὴν μετάβασιν εἰς τὸν κυρίως κατάλογον. Οὗτος περιέχει τὴν περιγραφὴν ἀγαλμάτων καὶ ἀναγλύφων ἐν 1044 ἀριθμοῖς. Ἀλλ’ ἡ ἀρχαϊκὴ τέχνη ἐπιδεικνύει 125 ἀγάλματα. Ἡ Δῆλος, ἡ Ἐπίδαυρος, τὸ παρὰ τὸ Ἄργος Ἡραῖον, ἡ Λυκόσουρα ἐν Ἀρκαδίᾳ, πᾶσαι ἀντιπροσωπεύονται ἐνταῦθα πλουσίως. Αἱ περιγραφαὶ εἶναι ἐμβριθεῖς καὶ ἀκριβεῖς καὶ ἐφωδιασμέναι μὲ παραπομπὰς εἰς τὴν σχετικὴν φιλολογίαν μέχρι τῶν νεωτάτων χρόνων. Εὐχαριστοῦμεν τῷ συγγραφεῖ διὰ τὴν τελείωσιν τοῦ πρώτου τούτου μέρους τοῦ καταλόγου, καὶ εὐχόμεθα αὐτῷ εὐτυχίαν πρὸς δραστηρίαν ἐξακολούθησιν τοῦ σπουδαίου τούτου ἔργου.» Πρέπει ὅμως νὰ ἀνακοινώσω ὑμῖν ἐκ τῶν ἀπείρων, ἅτινα ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, εὐτυχῶς πρὸς τῷ κ. Καββαδίᾳ καὶ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιστήμην, καὶ τὰ ἑξῆς τῶν κ. κ. Reinach καὶ Belger περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ἡμετέρων Μουσείων. Ὁ κ. S. Reinach ἐν τῇ «Revue Archéologique» 1893 γράφει τὰ ἑξῆς: «Ἀπὸ τοῦ 1882 δὲν εἶχον ἐπανίδει τὰ Μουσεῖα τῶν Ἀθηνῶν. Ἦτο περὶ τὰ τέλη τῆς ἐποχῆς, ἣν ὁ Michaelis ὠνόμασεν «ἐποχὴν τῶν Ἀπομάχων». Ἐν διαστήματι δεκαετίας ὁ κ. Καββαδίας κατώρθωσε νὰ παραγάγῃ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἐκίνησαν τὸν θαυμασμὸν καὶ τὴν ἔκπληξίν μου. Οὐ μόνον σημαντικῶς ηὐξήθησαν τὰ Ἀθηναϊκὰ Μουσεῖα διὰ τῶν διενεργηθεισῶν εἰς πολλὰ μέρη εὐτυχῶν ἀνασκαφῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐσωτερικὴ αὐτῶν ὄψις μετεμορφώθη, ὁ καταρτισμὸς αὐτῶν κατέστη τοσοῦτον τέλειος, ὥστε δὲν γνωρίζω καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην Μουσεῖα κάλλιον διατεταγμένα. Τὸ Ἐθνικὸν Μουσεῖον καὶ τὸ τῆς Ἀκροπόλεως ὤφειλον νὰ ἦναι προσκυνητήριοι τόποι δι’ ὅλους ἐκείνους, ὅσοι εἶναι ἐπιδεκτικοὶ καλαισθητικῶν ἐντυπώσεων. Ὁ κ. Καββαδίας δικαιοῦται νὰ ὑπερηφανεύηται δι’ ὅσα ἔπραξεν.» Ὁ κ. Ch. Belger ἔγραψεν ἀρτίως ἐν τῇ «Berliner Philologische Wochenschrift», 1896, σ. 179, τάδε: «Τὸ ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὸν Μουσεῖον εἶναι ἓν τῶν ὡραιοτάτων καὶ ἄριστα διατεταγμένων τοῦ κόσμου... Τίς θὰ ἠδύνατο νὰ λησμονήσῃ τὸν λαμπρὸν πλοῦτον τῶν Ἀθηναϊκῶν αἰθουσῶν! Ἐκεῖ θὰ ἠδύνατο, ὅσον ἀφορᾷ τὴν περὶ τὴν κατάταξιν καλαισθησίαν, νὰ διδαχθῶσιν οὐκ ὀλίγαι Συλλογαί. Ἰδιαίτερον, μοναδικὸν κειμήλιον τοῦ ἐν Ἀθήναις Μουσείου εἶναι τὰ εὑρήματα τῶν Μυκηναϊκῶν χρόνων. Ἐνταῦθα βεβαίως θαμβώνει ἐν πρώτοις εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν ἡ κατάταξις... Ἡ διάταξις τοῦ ὅλου Μουσείου εἶναι πράγματι σπουδαῖον τοῦ Καββαδία κατόρθωμα.» Ἐρωτῶ νῦν ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, δικαιούμεθα νὰ ὑπερηφανευώμεθα διὰ τὰς τοιαύτας ἐκδηλώσεις ἢ οὔ; Ἀλλὰ θὰ ἀκούσητε, κύριοι συνάδελφοι, καί τι πλέον, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς εὐχαριστήσῃ, διὰ τὸ «ἄθλιον» τοῦτο σύγγραμμα (δεικνύει μέγα βιβλίον), ὡς τὸ ὠνόμασεν ὁ κ. Στάης, τὸ «σύῤῥαμμα», τὸ «συνονθύλευμα», τὸ «ἀπαρτισθὲν ἐκ κλοπῶν, ἐξ ὑφαιρέσεων καὶ σφετερισμῶν ξένης ἐργασίας», θ’ ἀκούσητε ποίαν τιμὴν παρέσχεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ σύγγραμμα τοῦτο «Αἱ ἀνασκαφαὶ τῆς Ἐπιδαύρου», μετὰ τοῦ Καταλόγου τῶν Γλυπτῶν τοῦ Μουσείου, περὶ τοῦ ὁποίου ἠκούσατε τόσον πολλά. Δι’ ἀμφότερα τὰ βιβλία ταῦτα ὁ κ. Καββαδίας ἔλαβεν ἐν Παρισίοις κατὰ τὸ 1893 παρὰ τοῦ «Συλλόγου πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων» ἐν τῷ διαγωνισμῷ τὸ πρῶτον βραβεῖον. Ἡ ἔκθεσις δέ, τὴν ὁποίαν συνέταξεν ὁ κ. Paul Girard, μέλος τοῦ Ἰνστιτούτου, διὰ τὴν βράβευσιν τῶν βιβλίων τούτων (εἶναι αὕτη εἰλημμένη ἐκ τῆς «Revue des études grecques» 1894. VII ἀριθ. 26) ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὁ βραβευθεὶς διὰ τοῦ βραβείου τοῦ Ζάππα κ. Καββαδίας εἶναι λίαν γνωστὸς εἰς τοὺς μετά τινος προσοχῆς παρακολουθοῦντας ἀπὸ δεκαετίας τὰς προόδους τῆς Ἀρχαιολογικῆς ἐπιστήμης ἐν Ἀθήναις. Ἐνωρὶς μορφωθεὶς διὰ τῶν ἐν Ἑσπερίᾳ ἐπιστημονικῶν μεθόδων, ἀρχαῖος ἀκροατής, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τῆς Ἑλληνικῆς ἐπιγραφικῆς ἐν τῷ Κολλεγίῳ τῆς Γαλλίας, διὰ δὲ τῶν ἐν Ὀλυμπίᾳ ἀνασκαφῶν, ἃς ὑπὸ τὰ ὄμματά του εἶδεν ἐκτελουμένας, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, μυηθεὶς τὰς αὐστηρὰς ἀρχὰς τῆς ἐρεύνης καὶ τῆς ἑρμηνείας, ὑφ’ ὧν ἐμπνέεται ἡ ἀρχαιολογία τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων, ὁ κύριος Καββαδίας συγκαταλέγεται σήμερον μεταξὺ τῶν ἐπιστημόνων, ἐφ’ οἷς δικαιοῦται νὰ καυχᾶται ἡ Ἑλλάς. Ἐκ τῶν πολυαρίθμων δημοσιευμάτων, δι’ ὧν ἐπαξίως ἐκτήσατο τὴν φήμην ταύτην, πρὸ πάντων σπουδαῖα εἶναι δύο· ταῦτα δὲ εἶναι τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὸν διαγωνισμὸν καὶ ὑπὸ τῆς ὑμετέρας ἐπιτροπῆς ἄνευ δισταγμοῦ βραβευθέντα. Τὸ ἕτερον τούτων εἶναι ὁ πρῶτος τόμος περιγραφικοῦ καταλόγου τῶν γλυπτῶν τοῦ ἐν Ἀθήναις Ἐθνικοῦ Μουσείου, τὸ δὲ ἕτερον, τὸ πρῶτον ὡσαύτως μέρος μεγάλου ἔργου, ὅπερ θὰ περιέχῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀνασκαφῶν, ἃς ἐν Ἐπιδαύρῳ διηύθυνεν. Ὁ συγγραφεὺς τῶν Ἀνασκαφῶν τῆς Ἐπιδαύρου ἦτο, ὡς βλέπετε, ἄξιος τοῦ βραβείου, ὅπερ ἔχετε τὸ εὐτύχημα νὰ ἀπονέμητε αὐτῷ σήμερον. Ἐὰν εἰς τοσαῦτα δικαιώματα προσθέσητε, ὅτι ὁ κ. Καββαδίας διηύθυνεν ἀπὸ τοῦ 1886 μέχρι τοῦ 1890 τὰς ὡραίας ἐκείνας καὶ διὰ τὴν ἱστορίαν τῆς τέχνης τοσοῦτον καρποφόρους γενομένας ἀνασκαφὰς τῆς Ἀκροπόλεως, ὅτι ἡ δραστηριότης του δὲν γνωρίζει ἀνάπαυσιν, ὅτι πρὸ μικροῦ ἐδημοσίευσε τὸ πρῶτον τεῦχος νέου ἔργου περὶ τῶν ἐν Λυκοσούρᾳ ἀνασκαφῶν, ὅτι ὡς γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων εἶναι πολύτιμον καὶ πάντοτε γενναῖον στήριγμα διὰ τοὺς ἐν Ἀθήναις διαμένοντας ἀλλοδαποὺς ἐπιστήμονας, ἰδίᾳ δὲ διὰ τὴν ἡμετέραν Ἀρχαιολογικὴν Σχολὴν, θὰ ἐννοήσητε διατὶ ἡ ὑμετέρα ἐπιτροπὴ εὐθὺς ὑπὲρ αὐτοῦ ἀπεφάνθη. Ἄς ἐλπίσωμεν ὅτι ὑψηλοτέρα τις τιμὴ θὰ δημιουργήσῃ μετ’ οὐ πολὺ νέον μεταξὺ τῆς Γαλλίας καὶ αὐτοῦ δεσμόν· θὰ ᾖναι δὲ ἡμετέρα τιμὴ, ὅτι προελάβομεν καὶ ἴσως ἐπεταχύναμεν αὐτὴν τὸ ἐφ’ ἡμῖν.» Ἡ μεγαλειτέρα τιμὴ πρὸς τὸν κ. Καββαδίαν, τὴν ὁποίαν ἐν σαφεῖ ὑπαινιγμῷ προανήγγειλεν ὁ κ. Girard, εἶναι ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ ὡς μέλους τοῦ Γαλλικοῦ Ἰνστιτούτου. Ταύτης δὲ τῆς τιμῆς μόνος τῶν λοιπῶν Ἑλλήνων ἔχει ἀξιωθῆ ὁ γεραρὸς καθηγητὴς κ. Κουμανούδης. Εὐχαρίστως δὲ δύναμαι νὰ προσθέσω ἐνταῦθα, ὅτι καὶ ἑτέρας ὑψίστης τιμῆς ἠξιώθη ὁ κ. Καββαδίας, ἐκλεχθεὶς μέλος τῆς Ἀκαδημίας τοῦ Βερολίνου. Τοιαύτης ὑπολήψεως ἀπολαμβάνει ὁ Καββαδίας ἐν ἅπαντι τῷ ἀρχαιολογικῷ κόσμῳ, καὶ ἐν τῷ παρ’ ἡμῖν καὶ ἐν τῷ ὑπὸ τοὺς πόδας ἡμῶν,—ἵνα καὶ ἐγὼ ἀκολουθήσω τὸν κ. συνάδελφον εἰς τοὺς δύο κόσμους—διότι οὐδαμοῦ ὑπάρχει ἄλλη γνώμη περὶ τοῦ Καββαδία. Ἢ μὴ θὰ ἰσχυρισθῇ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθώσῃ ὁ κ. Καββαδίας νὰ ἐξαπατήσῃ, νὰ φενακίσῃ, νὰ παραπλανήσῃ πάντα τοῦτον τὸν κόσμον, καὶ αὐτοὺς τοὺς σοφοὺς, τοὺς ἐμβριθεῖς μελετητὰς τῆς ἀρχαιότητος, τοὺς ἐπιστήμονας, τοὺς ἐξονυχίζοντας καὶ τὰ ἐλάχιστα ἔν τε λίθοις καὶ ἐν γνώμαις, καὶ νὰ παραπείσῃ αὐτοὺς νὰ γράψωσι καὶ νὰ λέγωσιν ὑπὲρ αὐτοῦ τόσα καὶ νὰ ἀποδίδωσιν εἰς αὐτὸν ἀξίαν ἀνύπαρκτον καὶ μὴ ἑδρεύουσαν ἐν αὐτῷ! Τὸν ἐπιστήμονα τοῦτον παρέστησεν ὑμῖν σήμερον ὁ κ. συνάδελφος ὡς «ἐξευτελίζοντα τὴν Ἑλλάδα», ὡς «κατέχοντα παρ’ ἀξίαν τὴν θέσιν», ὡς «ὑποσκάπτοντα τὰ θεμέλια τῆς πατρίδος»! Καὶ ἐλπίζω ὅτι εὐχαρίστως ἠκούσατε τὰς ἀνακοινώσεις ταύτας, τὰς παρὰ τῶν μόνων ἁρμοδίων ἐξενεχθείσας περὶ τοῦ κ. Καββαδία, καὶ ὅτι δύνασθε νὰ καυχᾶσθε, ὅτι ἐπιστήμων καὶ ὑπάλληλος Ἕλλην ἔφθασεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε τοιαύτης ἀναγνωρίσεως νὰ τυγχάνῃ ὁμογνωμόνως. Λέγω δὲ πάλιν, ὅτι, ἂν ἕκαστος ἐκ τῶν διαχειριζομένων δημοσίαν τινα ὑπηρεσίαν ἔπραττε τὸ καθ’ ἑαυτὸν, ὡς ὁ κ. Καββαδίας, θὰ ἤμεθα εἰς καλλιτέραν κατάστασιν. Ὡς εἶπόν που καὶ ἀνωτέρω, εἰμὶ ἐκ τῶν θερμοτέρων λατρῶν τῆς ἀρχαιολογικῆς ἐπιστήμης· δὲν παρέρχεται ἑβδομὰς, χωρὶς νὰ ἐπισκεφθῶ δὶς ἢ τρὶς τὸ Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον, οὔτε μὴν, χωρὶς νὰ ἐπισκεφθῶ τὴν Ἀκρόπολιν· μελετῶν δὲ, παρακολουθῶ τὰς γιγνομένας ἀδιαλείπτως προσθήκας καὶ μεταῤῥυθμίσεις καὶ διασκευάς. Ἡ μεταῤῥύθμισις, διὰ τὴν ὁποίαν ἔψεξεν ὁ κ. Στάης τὸν κ. Καββαδίαν, εἶναι ἐκ τῶν φυσικωτέρων. Ἐν αἰθούσῃ τινὶ, τῇ τῶν ἀρχαϊκῶν λ. χ. ἡ τῶν τῆς Εʹ ἑκατονταετηρίδος, εὑρίσκονται 30 καθ’ ὑπόθεσιν ἀγάλματα· μετά τινας ἡμέρας, ἢ μῆνας, ἡ τύχη ηὐδόκησε νὰ εὑρεθῇ νέον ἄγαλμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν θέσιν του μεταξὺ τῶν τριάκοντα ἐκείνων· βεβαίως θὰ γείνῃ μετατόπισις καὶ νέα τοποθέτησις ἐπιστημονικὴ, ἀναλόγως τῆς ἀρχαιολογικῆς ἀξίας, τῆς χρονολογικῆς προελεύσεως καὶ αὐτῆς τῆς τοπικῆς πολλάκις τοῦ νέου ἀγάλματος. Λέγει ὅτι ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ ἔτος 600 δραχμαὶ διὰ τὴν μετακίνησιν τῶν ἀγαλμάτων, καὶ εὑρίσκονται τὰ ἀγάλματα ἐν διαρκεῖ χορῷ. Ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, ὅτι ἐπισκέπτομαι συχνότερον ἢ πᾶς τις ἄλλος ἐξ ὑμῶν τὰ Μουσεῖα. Ἐλπίζω ὅτι μὲ πιστεύετε, βεβαιοῦντα ὅτι οὐδέποτε εἶδον τοιοῦτον «δαιμονιῶντα χορὸν» ἀγαλμάτων. Ἐπὶ τῇ προσκτήσει νέου τινὸς κειμηλίου γίνεται ἡ κατάλληλος τοποθέτησις αὐτοῦ εἰς οἰκεῖον μέρος. Ἀλλ’ ὁ συνάδελφος ἀνέφερε καὶ ἑκατοντάδας χιλιάδας δραχμὰς, δαπανηθείσας ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ἐξικνουμένας δ’ ἐν συνόλῳ εἰς 1,208,000, ὡς ἐξοδευθείσας εἰς τὴν αὐτὴν δῆθεν ἐργασίαν, τῆς μετατοπίσεως καὶ τοῦ χοροῦ τῶν ἀγαλμάτων. Αὐταί εἰσι πᾶσαι, αἱ ὁποῖαι ἐτησίως ἐγίνοντο πρὸς συντέλεσιν τῆς κατασκευῆς καὶ διακοσμήσεως τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου· κατὰ τὰ διάφορα ἔτη ἐξωδεύοντο περισσότερα ἢ ὀλιγώτερα ποσὰ, διότι ἡ κατασκευὴ τοῦ Μουσείου καὶ ἡ διαῤῥύθμισις αὐτοῦ εἰς τρόπον ὥστε νὰ ὑποδεχθῇ ὅλας τὰς ἀρχαιότητας, διήρκεσεν ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα. Ἀλλ’ ὁ κ. Καββαδίας «ἔχει πετάξει εἰς ὑπόγεια ἀνήλια καὶ ὑγρὰ», ὡς ἐὰν πρόκειται περὶ ὑπάρξεων ὀργανικῶν, τὰς ὁποίας ἤθελε βλάψει ἡ στέρησις τῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων, «ἔχει πετάξει δέκα χιλιάδας τεμάχια»! Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀκριβῶς ἀπόδειξις, ὅτι ὁ κ. Καββαδίας οὔτε τὰ μεγάλα οὔτε τὰ μικρὰ, οὔτε τὰ πρώτης ἢ τὰ δευτέρας σημασίας ἀρχαιολογικὰ ἀντικείμενα παρορᾷ, ἀλλὰ σπεύδει νὰ περισυλλέξῃ πάντα εἰς μέρος τι. Πολλάκις δὲ εἶδον ἐγὼ αὐτὸς, παρευρεθεὶς ἐπὶ ὥρας εἰς τὸ Μουσεῖον, ὅτι ἐχρησιμοποιεῖτο τεμάχιόν τι, τέως ἄχρηστον θεωρούμενον, διότι διὰ τῆς συναρμολογήσεως αὐτοῦ πρὸς ἄλλο τεμάχιον ἠδύνατο νὰ ἀποτελέσῃ τι ὅλον. Τότε δ’ ἕκαστον τεμάχιον ἐκ τῶν δεκακισχιλίων ἐκείνων, ἐξερχόμενον ἐκ τῶν «ἀνηλίων ὑπογείων», κατελάμβανε τὴν προσήκουσαν αὐτῷ θέσιν ἐν μιᾷ αἰθούσῃ. Τὴν τοιαύτην ταξινόμησιν τοῦ Μουσείου, διὰ τὴν ὁποίαν δύναται, ὡς λέγουσιν οἱ ξένοι, νὰ καυχᾶται ἡ Ἑλλάς, τὴν ἐπιτυχεστάτην διαῤῥύθμισιν, τὴν ἐπιτευχθεῖσαν διὰ τῆς μερίμνης καὶ τῶν προσπαθειῶν καὶ τῆς ἐργασίας τοῦ κ. Καββαδία, διὰ τῆς αὐστηρότητός του ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ὁ κ. συνάδελφος, δὲν ἠξεύρω πῶς, κατώρθωσε νὰ χαρακτηρίσῃ δι’ ὅλως ἀλλοίων καὶ ἀντιθέτων πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἐπιθέτων καὶ ἐκφράσεων. Ἂν ὁ κ. συνάδελφος προέβη εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ κ. Καββαδία καὶ ὡς ἀνθρώπου ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἂν εἰσέδυσεν ἐν τῇ ὑπὸ παντὸς νόμου κοινωνικοῦ καὶ θετικοῦ ἀπαγορευομένῃ ἐξερευνήσει τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου μέχρι τῆς ἀπαριθμήσεως τοῦ ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ τῆς οἰκίας αὐτοῦ, ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε βεβαίως νὰ παρέλθω ἄνευ ἀπαντήσεως καὶ ἀπαρατήρητον τὸ τοιοῦτον, καὶ νὰ σταματήσω πρὸ τοῦ οὐδοῦ τοῦ οἰκογενειακοῦ ἀσύλου! Ἂν δὲ τὴν σχετικὴν εὐμάρειαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ζῇ ὁ κ. Καββαδίας, ἀποδίδῃ ὁ κ. συνάδελφος εἰς καταχρήσεις τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐθνικῆς περιουσίας, τῆς ἐμπεπιστευμένης εἰς αὐτὸν, προκαλῶ καὶ ἐγὼ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὰ δικαστήρια, ἀλλὰ χωρὶς νὰ θέλω νὰ προκαταλάβω τινὰ, προκαλῶ νὰ προβῶσιν ἑκάστη τῶν ἐξουσιῶν τούτων εἰς τὰς δεούσας ἐρεύνας, ἵνα βεβαιωθῇ πόθεν ὁ κ. Καββαδίας ἐκέρδησε χρήματα. Ἀλλ’ «ἐὰν ὁ κύριος Καββαδίας ἔχῃ μικρὰν τινα περιουσίαν, πόθεν ἔχει αὐτήν;» Ὁ κατάλογος οὗτος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα, ἔργον μεγάλης ἐπιστημονικῆς ἀξίας, τὸ σύγγραμμα ἐκεῖνο τὸ πολύτιμον περὶ τῆς Ἐπιδαύρου, τὸ ὁποῖον ἐτίμησε καὶ τὸν κ. Καββαδίαν καὶ τὴν Ἑλλάδα, ὁ κατάλογος οὗτος, ὁ γαλλιστὶ συντεταγμένος, τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου καὶ τοῦ τῆς Ἀκροπόλεως καὶ ἄλλα τινὰ ἔργα τοῦ κ. Καββαδία, οἷα τὸ περὶ ἀνασκαφῶν ἐν Λυκοσούρᾳ καὶ ἡ Ἱστορία τῆς Ἑλλην. Καλλιτεχνίας, προσεπόρισαν εἰς αὐτὸν κέρδη τινά. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ κ. Καββαδίας ἐντὸς τῶν νόμων τοῦ Κράτους, ἀπὸ τοῦ 1834, ὅτε ἐξεδόθη τὸ πρῶτον διάταγμα περὶ ἀρχαιοτήτων, ἔχον ἰσχὺν νόμου, μέχρι τοῦ τελευταίου ἀρχαιολογικοῦ νόμου περὶ «ἱδρύσεως μουσείου ἐκμαγείων», καθ’ ὅλους τοὺς νόμους αὐτοὺς ὁ κ. Καββαδίας δικαίως καὶ πρεπόντως ἐκέρδησεν ἐκ τῆς ἐπιστημονικῆς του ἐργασίας, ἐφ’ ᾧ σήμερον καταγγέλλεται ὡς καταχραστής. Ὁ κ. συνάδελφος ἐπεκαλέσθη περικοπὴν τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1885, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 9. Τὰ ἐκ τῶν εἰσιτηρίων καὶ ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν ἐκμαγείων καὶ τῶν καταλόγων τῶν Μουσείων εἰσπραττόμενα χρήματα θέλουσι κατατίθεσθαι ἐν τῇ Γενικῇ Ἐφορείᾳ καὶ θέλουσιν ἀποτελεῖ ἰδιαίτερον ἀρχαιολογικὸν ταμεῖον κτλ.» Τὸ ἄρθρον τοῦτο, Κύριοι, τοῦ Διατάγματος εἶναι, κατ’ ἐμὲ καὶ κατὰ τὴν γνώμην νομομαθῶν, ἀνίσχυρον καὶ οὐδεμίαν δυνάμενον νὰ ἐπιβάλῃ τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο προϋποθέτει νόμον, μεριμνῶντα περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐκ τῶν καταλόγων χρημάτων καὶ περὶ τῆς διαθέσεως αὐτῶν, ὁ δὲ νόμος τοῦ 1834, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ Διάταγμα τοῦτο, οὐδεμίαν περιλαμβάνει τοιαύτην διάταξιν περὶ ταμείου ἀποτελουμένου ἐκ τῆς καταθέσεως τῶν χρημάτων τῶν ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν καταλόγων προερχομένων. Ὅτι δὲ τοῦτο οὕτως ἔχει, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι, διὰ νὰ καταρτίσωμεν μουσεῖον ἐκμαγείων καὶ πώλησιν αὐτῶν, ἐδέησε μετὰ τὸ Διάταγμα τοῦτο, κατὰ τὸ ἔτος 1893, νομίζω, εἰσηγουμένου τοῦ φίλου τῆς ἀρχαιολογίας ὁμολογουμένως πρώην βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου καὶ πρώην Πρωθυπουργοῦ κ. Τρικούπη, νὰ ψηφίσωμεν νόμον ἰδιαίτερον, διὰ τοῦ ὁποίου ἱδρύθη τὸ Μουσεῖον τῶν ἐκμαγείων. Τὰ ἐκ τῆς πωλήσεως δὲ τῶν ἐκμαγείων προερχόμενα χρήματα εἰσέρχονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος, καὶ ἐξαφανίζονται καὶ αὐτὰ εἰς τὸ μέγα ῥεῦμα τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ περὶ χρημάτων εἰσπραττομένων ἐκ τῶν ἀρχαιολογικῶν καταλόγων δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος, διότι οὐδὲν διατάσσεται ἐκ τοῖς κειμένοις νόμοις. Ἀλλὰ καὶ ἰσχὺν νόμου ἐὰν εἶχεν ἡ διάταξις αὕτη, ὁ κ. Καββαδίας, ὡς γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων, οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν εἶχε νὰ συντάξῃ καὶ παράσχῃ δωρεὰν εἰς τὸ Κράτος πρὸς δημοσίευσιν καὶ πώλησιν τοὺς καταλόγους τούτους. Τὰ καθήκοντα τοῦ γενικοῦ ἐφόρου διαγράφονται ἐν τοῖς ἄρθροις 48 καὶ 49 τοῦ ἀπὸ 10|22 Μαΐου 1834 ἀρχαιολογικοῦ νόμου. Κατὰ ταῦτα, «ὁ γενικὸς ἔφορος ἐφορεύει ὅλα τὰ κατὰ τὸ Κράτος Μουσεῖα καὶ τοὺς προϊσταμένους αὐτῶν ἐφόρους, ὑποχρεοῦται νὰ ἐπιθεωρῇ τὰ Μουσεῖα ταῦτα, νὰ φροντίζῃ περὶ ἀγορᾶς ἀρχαίων πρὸς πλουτισμὸν αὐτῶν κλπ.» Τοὺς καταλόγους τῶν Μουσείων ὑποχρεοῦνται ῥητῶς διὰ τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ αὐτοῦ νόμου νὰ συντάσσωσιν οἱ ἔφοροι τῶν συλλογῶν. Ἀλλὰ καὶ οὗτοι ὑποχρεοῦνται νὰ συντάσσωσιν ὑπηρεσιακοὺς καταλόγους, οὐχὶ ἐπιστημονικούς Ἀλλὰ περὶ τίνων καταλόγων πρόκειται; Ὁ κ. Καββαδίας ἐδημοσίευσε τῷ 1886 τοῦτον τὸν τόμον (δεικνύει ἕνα τόμον). «Γενικὴ Ἐφορεία τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ μουσείων. Συλλογὴ ἀρχαιολογικῶν νόμων, διαταγμάτων καὶ ἐγκυκλίων», ἐκοπίασε διὰ τὴν σύνθεσιν, διὰ τὴν διόρθωσιν, διὰ τὴν διάταξιν τῆς ὕλης κτλ., δημοσιεύων αὐτὸν εἰς ὄφελος τῆς ὑπηρεσίας, καὶ διένειμε τοῦτον δωρεὰν, χωρὶς νὰ ζητήσῃ συνδρομὴν, ὡς πλεῖστοι ἄλλοι ὑπάλληλοι ζητοῦσι καὶ λαμβάνουσι συνδρομὴν παρὰ τοῦ Κράτους διὰ τὴν δημοσίευσιν ἐπισήμων συλλογῶν. Ὁ κ. Καββαδίας ἐδημοσίευσεν ἄλλοτε, τῷ 1892, ἄλλον τόμον, «Συλλογὴ ἀρχαιολογικῶν νόμων, διαταγμάτων καὶ ἐγκυκλίων», καὶ διένειμε καὶ τὸ βιβλίον τοῦτο δωρεὰν εἰς τοὺς φίλους τῆς ἀρχαιολογίας καὶ ἐνδιαφερομένους δι’ αὐτήν. Ὁ κ. Καββαδίας ἐδημοσίευεν ἕτερον κατάλογον ἀγγλιστὶ, τοῦτον: «Catalogue of Casts exhibited at the World's Columbian Exposition in Chicago», ὁ ὁποῖος συνώδευσε τὰ σταλέντα ἐκμαγεῖα ἀγαλμάτων τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Σικάγου, διένειμε δὲ καὶ τοῦτον δωρεάν. Ἀλλ’ ὁ κ. Καββαδίας διὰ τὸν κατάλογον τοῦτον, Κύριοι, διὰ τὸν ὁποῖον κατηγορεῖται σήμερον τὰ μέγιστα, διὰ τὸν ὁποῖον παρετάχθησαν ἐντεῦθεν πομπωδῶς ἀριθμοὶ ἐνταλμάτων καὶ παραλῆπται, Βλαστὸς τυπογράφος καὶ δὲν ἠξεύρω τίνες ἄλλοι, διὰ τὸ βιβλίον τοῦτο ὁ κ. Καββαδίας ἐδαπάνησε τὴν μεγαλειτέραν ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα καὶ δεινότητα, τὴν ὁποίαν περιέχει ἐν ἑαυτῷ, διότι ὁ κατάλογος οὗτος εἶναι, κατὰ τὰς κρίσεις τῶν ξένων ἀρχαιολόγων, ἃς ἠκούσατε, ἔργον τιμῶν τὴν Ἑλλάδα, διευκολῦνον τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ Μουσείου καὶ προκαλοῦν τὴν ἔλευσιν ξένων. Τοῦτο δὲν εἶναι, Κύριοι, «κατάλογος» ἐκ τῶν συντασσομένων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ νόμου τοῦ 1834, τὸ ὁποῖον ἀνέμνησα ἤδη, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐννοεῖ ὅ,τι ἀνέγνωσε καὶ ὅ,τι ἀνέπτυξεν ὁ κ. συνάδελφος, δὲν εἶναι ἐκ τῶν καταλόγων ἐκείνων τῶν τυπικῶν, τῶν ὑπηρεσιακῶν, τῶν συντασσομένων διὰ νὰ κρατῶνται ἐν τοῖς ἀρχείοις τῆς ὑπηρεσίας πρὸς βεβαίωσιν τῶν ἀρχαιολογικῶν ἀντικειμένων. Ὁ κατάλογος οὗτος εἶναι ἔργον ἐπιστημονικὸν ἐμβριθέστατον, εἶναι ἔργον, τοῦ ὁποίου ἀριθμοί τινες καταλαμβάνουσιν ὁλοκλήρους σελίδας, εἶναι κατάλογος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναφέρεται ὅλη ἡ ἀρχαιολογικὴ φιλολογία, ἡ ἀναγομένη εἰς τὸ περιγραφόμενον ἀντικείμενον, εἶναι κατάλογος, εἰς τὸν ὁποῖον ἐκφράζονται γνῶμαι ἴδιαι, διαφωτίζουσαι τὴν ἀρχαιολογικὴν ἐπιστήμην, πνευματικὴ ἰδιοκτησία μεγίστης ἀξίας δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ μεγίστου κύρους διὰ τὸν ἔχοντα αὐτήν. Διὰ τοῦτον τὸν κατάλογον ὁ κ. Καββαδίας δὲν εἶχε καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ ἐργασθῇ, ἵνα πωλήσῃ αὐτὸν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου.
§72ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Δαπάνῃ τίνος ἐτυπώθη;
§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Καθὼς συνέβη νὰ μάθω, τὸ βιβλίον ἐτυπώθη ἐπὶ ἰδίῳ λογαριασμῷ τοῦ κ. Καββαδία, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐπὶ Ὑπουργοῦ τοῦ συναδέλφου βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας κ. Θεοτόκη καὶ τοῦ μὴ ὑπάρχοντος ἤδη δυστυχῶς μεταξὺ ἡμῶν πρώην βουλευτοῦ Μαντινείας κ. Μανέτα, ἔδωκε πρὸς αὐτὸν συνδρομὴν, ὡς ἐλάμβανον—νῦν πλέον δὲν λαμβάνουσι, μετὰ τελευταῖόν τινα νόμον,—συνδρομὴν πλεῖστοι ἐκδόται βιβλίων οἱασδήποτε φύσεως καὶ ὕλης, πάντως δὲ λίαν ὑποδεεστέρας τῆς ἀξίας τοιούτου βιβλίου.
§74ΣΤΑΗΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές.
§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου οὔτε ὑμεῖς οὔτ’ ἐγὼ δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν. (Πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας). Κύριε Ὑπουργὲ, εἰς τοῦτο δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε τὴν ὑμετέραν παρέμβασιν. Ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει παρακαλῶ νὰ προσαγάγητε πᾶν ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὴν χορήγησιν συνδρομῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς τὸν κ. Καββαδίαν διὰ τὰ ἀρχαιολογικά του συγγράμματα.
§76Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κ. Θεοτόκης εἶναι ἐδῶ.
§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ, ἐξῆλθε τῆς αἰθούσης πρὸ μικροῦ· ἀλλὰ δὲν ὑποχρεοῦται καὶ ν’ ἀπαντήσῃ, μὴ ἔχων ἀπὸ μνήμης τὰ γενόμενα πρὸ 6–8 ἐτῶν. Παρακαλῶ δὲ νὰ προσαγάγητε σημείωσιν καὶ διὰ τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔδωκα, καυχώμενος,—καὶ χαίρω πολὺ, διότι τὴν ἔδωκα,—ὑπὲρ τῆς «Ἱστορίας τῆς Ἑλληνικῆς Καλλιτεχνίας», τῆς ὁποίας τὸ ἀντίτυπον περιάγεται εὐτυχῶς αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὰς τάξεις τῶν κ. Βουλευτῶν ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα. Ὁ κ. Καββαδίας ἐκέρδησε μέχρι τοῦδε, ὡς μοὶ εἶπεν ὁ ἴδιος πρὸ ἡμερῶν, 16,000 δραχ. ἢ φράγκα χρυσᾶ ἐκ τοῦ πολυτίμου ἐκείνου συγγράμματος, τὸ ὁποῖον ἐβράβευσε, καὶ θεωρεῖ ὡς τιμήν της, διότι ἐβράβευσεν, ἡ μεγάλη ἐκείνη ἑταιρία πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων ἐν Παρισίοις, καὶ τὸ ὁποῖον προσεπόρισεν εἰς τὸν κ. Καββαδίαν τὸν τιμητικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα τίτλον τοῦ μέλους τοῦ Γαλλικοῦ Ἰνστιτούτου. Ἐκ τῶν ἄλλων του βιβλίων, ἐκ τοῦ καταλόγου τούτου τοῦ Γαλλικοῦ τῶν Μουσείων τῶν Ἀθηνῶν, Ἐθνικοῦ καὶ Ἀκροπόλεως, ἐκέρδησεν ἐπίσης ἱκανά. Πωλεῖται ἓξ δραχμὰς εἰς χαρτονόμισμα. Ἐκ τῶν ἄλλων ἔργων αὐτοῦ, τοῦ περὶ Λυκοσούρας καὶ λοιπῶν, ἀπολαμβάνει ἐπίσης, καὶ εἶναι ἀξιέπαινος, διότι ἐργαζόμενος ὑπὲρ τῆς ἐπιστήμης καὶ τιμῶν τὸν τόπον βοηθεῖ ἑαυτὸν χρηματικῶς. Ἀλλ’ οἱ κατάλογοι οὗτοι, κύριοι συνάδελφοι, πωλοῦνται καὶ «παρὰ τοῖς ὑπαλλήλοις τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου»! Καὶ ποῦ ἀλλοῦ, Κύριοι, θὰ εὕρισκεν ὁ ἐπισκέπτης, ὁ ἐξερχόμενος ἀπὸ τοῦ ξενοδοχείου του καὶ κατ’ εὐθεῖαν μεταβαίνων εἰς τὸ μέγα τοῦτο καὶ περίπυστον ἀληθῶς καὶ μοναδικὸν Ἐθνικὸν Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον, ποῦ ἀλλοῦ θὰ εὕρισκε τὸν κατάλογον τοῦτον, παρὰ ἐκεῖ, ὅπου δύναται νὰ ζητήσῃ αὐτόν; Καὶ τίς ἐξ ὑμῶν, ἐπισκεφθεὶς ξένα Μουσεῖα, δὲν εὗρε...
§78ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παντοῦ οὕτω γίνεται.
§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. εἰς τοὺς θυρωροὺς τῶν Μουσείων τὰ τοιαῦτα βοηθήματα; Πῶς δὲ δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἐπίσκεψις Μουσείου ἄνευ καταλόγου; Οὕτως ἐκέρδησεν ὁ κ. Καββαδίας καὶ οὕτως ἠξιώθη νὰ «ἔχῃ δὲν ἠξεύρω πόσας ὑπηρετρίας καὶ δι’ ἕκαστον τέκνον αὐτοῦ ἑκατέρου τῶν φύλων ἄλλον διδάσκαλον» κτλ. κτλ.!! Ἀλλ’ ὁ κ. Καββαδίας μηνύεται πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα διὰ μιᾶς καταγγελίας ἐν μεγάλῃ σπουδῇ χθὲς, κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς ἐκδόσεως τοῦ μεγάλου βιβλίου, ἐκείνου τοῦ ἀποκρύφου εὐαγγελίου δι’ ἡμᾶς μέχρι τοῦδε, καταγγέλλεται ἐπὶ καταχρήσεσιν, ἀριθμοῦνται δὲ ποσὰ ἀνερχόμενα εἰς χιλιάδας καὶ μυριάδας δραχμάς, παρὰ τοῦ κ. Σβορώνου, τοῦ ὁποίου ἡ ὑπογραφὴ εἶναι ὑπὸ τὴν καταγγελίαν ταύτην. Ἀνέφερον νῦν τὸ ὄνομα τοῦ κ. Σβορώνου, καὶ ἔρχομαι νὰ συμπληρώσω ὅ,τι εἶπον ἐκ τῆς θέσεώς μου, καὶ νὰ ἐκφράσω μεγάλην ἐκτίμησιν πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ ἀνδρὸς, πρὸς τὴν ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα αὐτοῦ. Εἶναι λυπηρὸν, διότι δύο τοιαύτης ἱκανότητος ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ἐπιστήμῃ ἄνδρες, ὁ κ. Σβορῶνος καὶ κ. ὁ Καββαδίας, συγκρούονται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἀλλὰ λυποῦμαι περισσότερον, διότι ἡ ἔχθρα των καὶ αἱ ἰδιωτικαὶ ἔριδες αὐτῶν ἐκρίθη καλὸν νὰ ἀναβιβασθῶσι μέχρι τοῦ βήματος τούτου, ὅπου δὲν εἶχον βεβαίως καμμίαν θέσιν. Τοιαύτην ἔχω γνώμην περὶ τοῦ ἐπιστήμονος κ. Σβορώνου, θεωρῶν αὐτὸν καὶ ὡς ἄνθρωπον ἔντιμον καὶ εἰλικρινῆ. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἐκ Κυθήρων συνάδελφος—διότι κατέχω δύο μόνας σελίδας τοῦ ἀποκρύφου ἐκείνου εὐαγγελίου—νὰ σᾶς εἴπω, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Σβορώνου, πῶς ὁ κ. Καββαδίας ἔσχεν ἐκ τῶν βιβλίων του ὠφελήματα. Ἐν τῇ 102 σελίδι τοῦ σήμερον ἐκδοθέντος βιβλίου ἀναγινώσκω τάδε: «Δὲν ἀρνοῦμαι λοιπὸν, ὅτι ἔχει ὠφελήματα, καὶ δὴ χιλιάδας δραχμῶν κατὰ μῆνα. Σᾶς διεβεβαίωσα δὲ, ὅτι προσέθεσα καὶ τὴν λέξιν νόμιμα» (ἡ δὲ λέξις αὕτη ἡ τελευταία φέρεται γεγραμμένη ἐν τῷ βιβλίῳ διὰ κυρτῶν γραμμάτων). Ταῦτα λέγει ὁ κ. Σβορῶνος ἐν τῇ ἀπολογίᾳ του πρὸ τοῦ δικαστηρίου. Καὶ ἐξακολουθεῖ: «Ὑμεῖς δὲ δὲν θὰ πεισθῆτε εἰς τοὺς λόγους ἐμοῦ καὶ ἐκείνους τῶν μαρτύρων τῆς ὑπερασπίσεως; Καὶ τότε ἄλλως... καὶ κατόπιν μυριάκις προσέθεσα διαμαρτυρόμενος, ἐκ τῶν καταλόγων καὶ βιβλίων του». Ἐκ τούτων ἀποδεικνύεται διὰ τῆς ἐπισήμου ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ὁμολογίας τοῦ κ. Σβορώνου, ὅτι τὰ ἐκ τῶν καταλόγων ὠφελήματα τοῦ κ. Καββαδία εἶναι «νόμιμα». «Ἀκούσατε νῦν (ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Σβορῶνος ὁμιλῶν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου) ἀκούσατε νῦν ὁποῖα ὑλικὰ ὠφελήματα ἔχω ἐγὼ ἐκ μόνου τοῦ βιβλίου τούτου: 1) 2500 φράγκα ὡς βραβεῖον τῆς Ἀκαδημίας τῶν Παρισίων. 2) 500 φράγκα ὡς βραβεῖον τῆς ἐν Παρισίοις Γαλλικῆς Association pour l'encouragememt des études grecques. 3) 30,000 γροσίων, ὡς ἐπιχορήγησιν τῆς Βουλῆς τῶν Κρητῶν. 4) 3000 δραχμάς, ὡς συνδρομὴν ἀντὶ 30 ἀντιτύπων παρ’ αὐτῆς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἧς μὲ παριστᾷ νῦν ὁ κατήγορος (Καββαδίας) ὡς ἐκ συστήματος ὑβριστήν...» Εὖγε, ἀληθῶς, εἰς τοὺς ἐπιστήμονας, οἵτινες κατώρθωσαν διὰ τῆς ἀξίας τῶν συγγραμμάτων αὑτῶν νὰ ἔχωσιν ἐν Ἑλλάδι τοιαῦτα ὑλικὰ ὠφελήματα, ὅπερ λίαν σπάνιον. Ἐξακολουθεῖ δὲ ὁ κ. Σβορῶνος ἀπαριθμῶν τὰ ἐκ τοῦ συγγράμματος αὑτοῦ ὠφελήματα (ἀναγινώσκει): «5) Ἐτύπωσα 400 ἀντίτυπα, ὧν ἕκαστον πωλεῖται πρὸς 80 φράγκα. Ἐπώλησα λοιπὸν ἢ θὰ πωλήσω τοὐλάχιστον 300 ἀντίτυπα, ἐξ ὧν, ἂν μόνον 60 φράγκα μοὶ ἀποφέρῃ ἕκαστον, εἰσέπραξα ἢ θὰ εἰσπράξω ἐν ὅλῳ ἑτέρας 18,000 φράγκων. 6) Ἡ αὐτὴ Βουλὴ τῶν Κρητῶν ἐψήφισε πρό τινων μηνῶν καὶ πάλιν ἑτέρας 20,000 γροσίων, ὡς χορηγίαν διὰ τὸ δεύτερον μέρος τοῦ συγγράμματός μου. 7) Ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ δευτέρου τούτου μέρους βεβαίως πάλιν πολλὰ θὰ εἰσπράξω, ἅμα τῇ ἐκτυπώσει.» Ταῦτα λέγει ὁ κ. Σβορῶνος ἐν τῇ ἀπολογίᾳ του, ἣν περιέχει ἐστενογραφημένην τὸ σήμερον ἐκδοθὲν βιβλίον «Φῶς ἐπὶ τῶν ἀρχαιολογικῶν σκανδάλων» περὶ τῶν συγγραφικῶν αὑτοῦ ὠφελημάτων. Μικρόν τι περαιτέρω, λόγου γενομένου περὶ τῶν ὠφελημάτων τοῦ κ. Καββαδία, ὁ πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου ἐρωτᾷ τὸν κ. Σβορῶνον: «Πρόεδρος. Λοιπὸν ἐξ αὐτῶν ἐξάγεται, ὅτι ἐνοήσατε σεῖς ὠφελήματα νόμιμα. Σβορῶνος. Μάλιστα, νόμιμα, Κύριοι. Ὅτι δὲ δὲν τὸν κατακρίνω διὰ τὴν συγγραφήν, ἀπόδειξις ὅτι καὶ ἐγὼ παρεσκεύαζον ὁδηγὸν καὶ κατάλογον τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου, ἀδιάφορον τώρα ὑπὸ ποίους ὅρους θὰ τοὺς ἐξέδιδον ἐγώ.»
§80ΣΤΑΗΣ. Διαβάσατε καὶ παρακάτω ὀλίγον.
§81ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περιμένετε, παρακαλῶ, θὰ προχωρήσω. «Βεῤῥοιόπουλος (δικαστής). Τώρα ἀρκετά. Μᾶς κατεδείξατε ὅτι διὰ τῆς λέξεως ὠφελήματα ἐνοήσατε νόμιμα. Σβορῶνος. Θέλετε νῦν νὰ ἀπολογηθῶ καὶ διὰ τὴν δῆθεν χειρονομίαν;... Ἐγὼ χειρονομῶ πολὺ—εἶναι ἀληθὲς τοῦτο—ἀλλ’ οὐδέποτε θὰ ἤμην τόσον δειλὸς ἢ χυδαῖος, ὥστε νὰ εἴπω διὰ χειρονομίας, ὅ,τι μοὶ ἀποδίδουσι. Θὰ τὸν ἔλεγον διὰ τῶν λέξεων καὶ φανερά... Πρόεδρος. Κλέπτην; Σβορῶνος. Βεβαίως! Καὶ νομίζετε, κύριοι δικασταί, ὅτι δὲν θὰ εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ τὸν καταγγείλω, ὅπου δεῖ, ὡς κλέπτην, ἂν εἶχον τὴν πεποίθησιν καὶ τὰς ἀποδείξεις, ὅτι εἶναι κλέπτης;» Οὕτω λοιπὸν ἔχομεν πανηγυρικὴν καὶ ἀξιόπιστον ὁμολογίαν, ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὠφελήματα, ἐφ’ οἷς κατηγόρησεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κυθήρων ἐντεῦθεν ἀνοικτειρμόνως, ὅτι εἶναι καταχρήσεις, ταῦτα εἶναι νόμιμα, κατὰ τὴν πεποίθησιν τοῦ κ. Σβορώνου, ἐντίμου ἀνδρὸς καὶ διακεκριμένου ἐπιστήμονος, ἐχθροῦ δὲ ἀσπόνδου τοῦ κ. Καββαδία. Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα ἐφρόνει ὁ κ. Σβορῶνος, μέχρι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ τοιαῦτα κατέθεσεν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ἐπικαλεῖται δ’ ὁ ἴδιος καὶ σήμερον ἔτι ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ, τῷ ἐκδοθέντι παρ’ αὐτοῦ, περὶ τῶν κερδῶν τοῦ κ. Καββαδία, αἴφνης καὶ παρὰ πάντα κανόνα λογικῆς καὶ δικαίου σήμερον παρεστάθη ἐντεῦθεν ὁ κ. Καββαδίας ὡς ὁ «μεγαλείτερος λῃστής», ὡς ὁ «πλέον ἀσυνείδητος ἄνθρωπος τοῦ κόσμου»! Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος δικαίως σήμερον θέλει πικραθῆ, δικαίως σήμερον θέλει αἰσθανθῆ μέχρι μυελοῦ τῶν ὀστέων τὴν ἀπογοήτευσιν, ἀφοῦ ἐκρίθη καλὸν ἀπὸ τούτου τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ἐξευτελισθῇ καθ’ ὃν ἠκούσατε τρόπον! Εὐτυχῶς ὅμως, ἐλπίζω, ἄνευ ἀποτελέσματος ἐπὶ τῆς ὑμετέρας συνειδήσεως· διότι εἴδετε ὁποῖός τις εἶναι ὁ κ. Καββαδίας, εἴδετε ὁποῖα εἶναι τὰ ὠφελήματα τοῦ κ. Καββαδία, πόθεν προέρχονται τὰ κέρδη τοῦ κ. Καββαδία, διὰ τὰ ὁποῖα παρεστάθη, πλὴν τῆς «ἀμαθίας», καὶ ὡς ἄνθρωπος πολὺ ὑπόπτου διαχειριστικοῦ χαρακτῆρος, διότι ἀρχῆθεν μὲν ἦτο πένης καὶ ὡς πένης ἐσπούδασεν, ὡς ἐὰν ἦναι τοῦτο ἐξαιρετικόν τι καὶ παράδοξον, οὐχὶ δὲ τὸ σύνηθες διὰ τὰ 9/10 ἐξ ἡμῶν πάντων, μετὰ ταῦτα δὲ κατώρθωσε διὰ τόσης φιλεργίας, διὰ τόσης ἀκαμάτου φιλοπονίας, «ἥτις— κατὰ τὸν κύριον Girard, εἰσηγητὴν τῆς ἐκθέσεως, δι’ ἧς προετάθη ἡ βράβευσις τοῦ κ. Καββαδία,—δὲν γνωρίζει ἀνάπαυσιν», κατώρθωσε νὰ ἀποκτήσῃ ποσόν τι χρημάτων, διὰ νὰ ζῇ οὔτε ἐν ἀνακτόροις, οὔτε ἐν μεγάροις, ἀλλ’ ἀνέτως πως, ἀφιερωμένος εἰς τὴν ἀνατροφὴν τῶν τέκνων του, δι’ ἣν τόσῳ ἀδίκως κατεκρίθη! Ἀλλὰ τῶν ξένων μόνον ἔχει ὁ κ. Καββαδίας, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν ἀναγνώρισιν; Ὅ,τι ἐγένετο χθές, προχθές, νομίζω πρὸ τριῶν ἡμερῶν, ἐν τῇ ἐκλογῇ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ νέου Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, δὲν εἶναι μεγίστη τιμὴ διὰ τὸν Καββαδίαν; Ἐπὶ 105 ψηφοφορησάντων ὁ μὲν κ. Τζιβανόπουλος ἔλαβεν ὡς πρόεδρος 101 ψήφους, ὁ δὲ κ. Καββαδίας ὡς σύμβουλος ἐξελέγη πρῶτος, διὰ ψήφων 96, μετὰ ταῦτα δὲ ἐξελέγησαν ὁ κ. Ἀνδρόπουλος, διὰ ψήφων 92, ὁ κ. Μιστριώτης, διὰ ψήφων 89, καὶ ἄλλοι δι’ ὀλιγωτέρων. Δὲν εἶναι αὕτη ἀναγνώρισις ὁλοκλήρου τοῦ παρ’ ἡμῖν ἀρχαιολογικοῦ κόσμου; καὶ δὲν συνέρχονται καὶ συνεδριάζουσιν ἐκεῖ τόσοι καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, τόσοι διακεκριμένοι ἐπιστήμονες, τόσοι ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ καὶ ἀνώτατοι δικαστικοὶ λειτουργοὶ καὶ ὑπάλληλοι, τόσοι εὐσυνείδητοι ἄνθρωποι, τόσοι ἀπαθεῖς κριταί, τόσοι ἐστερημένοι τέλος πάντων ἐνθουσιασμοῦ καὶ ἄνευ ἰδιαιτέρας φιλίας πρὸς τὸν κ. Καββαδίαν, ἀλλὰ μόνον ἐξ ἐπιβαλλομένης καὶ εὐσυνειδήτου ἐκτιμήσεως πρὸς αὐτόν, ἀλλὰ μόνον διὰ τὴν ἀξίαν του τὴν ἀρχαιολογικὴν ἀναβιβάσαντες αὐτὸν διὰ τόσον τιμητικῆς ψηφοφορίας εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρώτου συμβούλου; Ἔχω, Κύριοι, καὶ τὴν γνώμην ἀνδρὸς λίαν πεπειραμένου καὶ λίαν ὀξυδερκοῦς νὰ βλέπῃ καὶ διακρίνῃ τοὺς χαρακτῆρας καὶ τὴν ἱκανότητα, ἢ ἀνδρὸς τοῦ ὁποίου τὸ βλέμμα, σᾶς βεβαιῶ, καὶ θὰ παραδεχθῆτε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἔχει τὴν δύναμιν τῆς φωτογραφίας τοῦ Ραῖντγκεν, κατὰ τὸν κ. συνάδελφον, τοῦ κ. Τσιβανοπούλου, ὁ ὁποῖος, καὶ ὡς εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀνώτατος ἐπόπτης τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὡς πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας νῦν, ἐπὶ μακρὰ δ’ ἔτη διατελέσας σύμβουλος, μοὶ εἶπεν, ὅτι—εἶχον περιέργειαν νὰ τὸν ἐρωτήσω τί φρονεῖ αὐτὸς περὶ τοῦ κ. Καββαδία καὶ τῶν διαδόσεων αὐτῶν—μοὶ εἶπε, λέγω, ὅτι τὰς θεωρεῖ ἄντικρυς συκοφαντίας—καὶ ἔχω καὶ τὴν ἄδειαν νὰ κάμω χρῆσιν τῆς κρίσεώς του ταύτης,—μοὶ εἶπεν, ὅτι κατ’ οὐδὲν ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον ἡ παρὰ τοῦ κ. Καββαδία πώλησις τῶν βιβλίων του, ὅπως πωλοῦνται, καὶ ἡ ἐξ αὐτῶν προσπόρισις χρημάτων εἰς ἑαυτόν· μοὶ εἶπεν ὅτι ἄνευ τοῦ κ. Καββαδία, μετὰ τὰς ἐπελθούσας ἐσχάτως διχονοίας καὶ διαιρέσεις, καθ’ ἃς ἀπεχώρησαν 4–5 ἐκ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, θὰ ἐπήρχετο ἐπιζήμιος χαλάρωσις εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ ἐθνωφελεστάτου ἀληθῶς σωματείου τούτου, ἐὰν ὁ κ. Καββαδίας δὲν προσέφερεν ἐν τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρίᾳ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν συνεργασίαν αὐτοῦ, οὕτως, ὥστε καὶ τὴν κίνησιν ὁλόκληρον συνεκράτησε, καὶ ζωὴν καὶ πρόοδον ἐνέπνευσεν, ὡς κατώρθωσε νὰ ἐργασθῇ εἰς τὸ Κεντρικὸν Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον, εἰς τὸ τῆς Ἀκροπόλεως καὶ παντοῦ, ὅπου ἦτο ἐντεταλμένος νὰ ἐνεργήσῃ. Τοιαύτη εἶναι ἡ περὶ τοῦ κ. Καββαδία ὑπόληψις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὁ ὁποῖος βεβαίως, ὡς ἐκ τοῦ ἀτομικοῦ χαρακτῆρός του, τῆς ἀτομικῆς του ἀξίας, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐκ τοῦ ἐπισήμου ἀξιώματός του, τὸ ὁποῖον ἑτέρωθεν εἶναι περιβεβλημένος, ἤθελε ταραχθῆ καὶ ἀνησυχήσει, καὶ παύσει ἐργαζόμενος μετὰ τοῦ κ. Καββαδία, ἐὰν ἀπεδεικνύοντο αἱ κατηγορίαι αὗται, ἐὰν ἠδύναντο νὰ εἰσχωρήσωσιν εἰς τὴν συνείδησίν του καὶ κατ’ ἐλάχιστον. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἔχωμεν καθ’ ἡμέραν καὶ ἑτέρας ἀποδείξεις, πολλάκις δὲ δὲν συνέβη καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ἀκούσω ἰδίοις ὠσὶ τοὺς ξένους, τοὺς διευθυντὰς τῶν ξένων ἀρχαιολογικῶν Σχολῶν, περὶ τοῦ κ. Καββαδία μετὰ μεγίστης ἐκτιμήσεως ἐκφραζομένους, ἵνα μὴ μεταχειρισθῶ καὶ ἀνωτέραν ἔκφρασιν; Ὅταν οἱ ξένοι—οἱ διευθυνταὶ δὲ πρὸ πάντων τῶν Σχολῶν— προσέρχωνται καὶ ἐπισκέπτωνται συχνότατα τὸ Μουσεῖον, δὲν εὑρίσκουσι λέξεις ἐπαρκεῖς διὰ νὰ ἐπαινέσωσι, διὰ νὰ ἐκφράσωσι βαθύτατα αἰσθήματα ἐκτιμήσεως πρὸς τὸν κ. Καββαδίαν διὰ τὴν ἐργασίαν του τὴν ἀρχαιολογικὴν καὶ ἐπιστημονικήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Καββαδίας εἶναι κακεντρεχής! ὁ Καββαδίας κατέστρεψε τὸν κ. Ποστολάκαν! Ἐγὼ συνέβη νὰ ἀναγνώσω περὶ τοῦ κ. Ποστολάκα πράγματα ἀντίθετα, διὰ τὰς ὑφισταμένας, κατὰ δυστυχίαν, ἀκόσμους ἔριδας καὶ διχονοίας καὶ τὴν ἀπρεπῆ ἀληθῶς θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασαν οἱ ἀρχαιολόγοι καὶ τώρα, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλην ἐποχήν. Ἄλλοτε ὁ κ. Σβορῶνος εἶχεν ἐκφρασθῆ περὶ τοῦ κ. Ποστολάκα πολὺ δυσαρέστως. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Καββαδίας ἐξεφράσθη ἄλλοτε περὶ τοῦ κ. Ποστολάκα, ὅτι «δὲν εἶναι πάντη ξένος τῆς κλοπῆς τοῦ Μουσείου ὁ κ. Ποστολάκας.» Ὁ κ. Σβορῶνος ἐξεφράσθη περὶ τοῦ κ. Ποστολάκα, περὶ οὗ ἀντίθετα περιέχει τὸ σήμερον ἐκδοθὲν βιβλίον, ὡς ἑξῆς: «Ὅταν βλέπω τοιαύτας βασίμους καὶ ὡρισμένας κατηγορίας, οἷαι αἱ ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐν τῷ βουλεύματι, ὅταν βλέπω τοιαύτας πράξεις, χαρακτῆρα καθαρὸν νοσφίσεως τῆς δημοσίας περιουσίας ἐχούσας, πείθομαι, ἂν καὶ παρὰ θέλησιν, ὅτι ὁ κ. Ποστολάκας δὲν εἶναι ἔντιμος ἀνήρ.» Τοιαῦτα εἶπεν ὁ παρὰ τοῦ συναδέλφου σήμερον ὑπερασπιζόμενος, ὁ μὴ ἔχων ἀνάγκην ὑπερασπίσεως, ἀλλὰ παρασυρθεὶς εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον, κ. Σβορῶνος περὶ τοῦ κ. Ποστολάκα. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι οὐχὶ διὰ τῆς ἰδικῆς μου δυνάμεως τοῦ λόγου, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀξίας τῆς πραγματικῆς, τῆς ἀναμφισβητήτου, τῆς ἀναγνωρισθείσης ὑπὸ τόσων διασήμων ἀρχαιολόγων, τόσων ἐπισημοτήτων ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ἀρχαιολογίᾳ, ὁποῖοι εἶναι οἱ G. Penrose, Reinach, Michaelis, Diehl, Deschamps, Girard, Winter, Belger καὶ τόσοι ἄλλοι, οὓς δὲν δύναμαι ν’ ἀπαριθμήσω, ὅτι ὁ κ. Καββαδίας καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐπιστημονικὴν, καὶ ὑπὸ ἔποψιν δραστηριότητος, ὡς δημόσιος ὑπάλληλος, καὶ ὑπάλληλος διοικητικὸς,— διότι πρέπει νὰ μάθητε, ὅτι τὸν κ. Καββαδίαν διακρίνει ὀξύτης ἐν τῇ ἐνεργείᾳ, διαύγεια νοὸς ἐν τῇ συλλήψει τῆς ἰδέας, προτερήματα ὁμολογούμενα καὶ μὴ ἀπαντῶντα παρ’ ἡμῖν,— ὅτι ὁ κ. Καββαδίας ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν ἐξαγνίζεται, καὶ δὲν ἀπομένει εἰς αὐτὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Στάης ἐξ ὑπερβολικοῦ ζήλου (διότι δὲν ἀποδίδω κακὴν πρόθεσιν εἰς τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Κυθήρων), παραπεισθεὶς καὶ δοὺς εὐήκοον οὖς εἰς τὰς παραστάσεις ἄλλων, ἐχόντων συμφέρον νὰ παραστήσωσι τὸν κ. Καββαδίαν τοιοῦτον, προσεπάθησε νὰ παραστήσῃ καὶ ν’ ἀποδείξῃ. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μερίς τις, ἀριθμοῦσα πολλὰ μέλη ἐν Ἀθήναις, ἔχει κατὰ τοῦ Καββαδία ἐστημένον ἀμείλικτον πόλεμον, διότι ὁ κ. Καββαδίας διὰ τῆς δραστηριότητός του ἐστάθη πάντοτε ὑπέροχος τῶν λοιπῶν, καὶ κατώρθωσε διὰ τῆς ἀκαταβλήτου ἐνεργείας του νὰ παρακολουθῇ τὴν ἐπιστήμην, νὰ γράφῃ, νὰ διοικῇ, νὰ διευθύνῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἐν τοῖς Μουσείοις, ἐν τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρίᾳ, καὶ ἴσως διότι εἶναι τοιοῦτος (διότι τοιαύτη εἶναι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις παρά τισι, μὴ ἀνεχομένη ἄλλον ν’ ἀναδειχθῇ ὑπέρτερος) ἐστήθη κατ’ αὐτοῦ ὁ ἄγριος οὗτος ἀγών. Ἀλλὰ τίς ἐμπόδισέ τινα νὰ γράψῃ; Ἔχομεν τὸν κ. Τσούνταν, ὁ ὁποῖος ἔγραψε σπουδαῖον σύγγραμμα «Μυκῆναι καὶ Μυκηναῖος πολιτισμὸς», ὅπερ ἔτυχε τοῦ ἡμίσεως δευτέρου βραβείου μετὰ τὰ ἔργα τοῦ κ. Καββαδία. Τίς ἐμπόδισε τοῦτον ν’ ἀναδειχθῇ, ὡς ἀνεδείχθη; Ἔχομεν τὸν κ. Σβορῶνον, τοῦ ὁποίου τὸ «περὶ νομισμάτων τῆς Κρήτης» σύγγραμμα εἶναι ἄριστον. Ἀλλ’ ὁ κ. Καββαδίας, διότι κατορθώνει νὰ ὑπερτερῇ κατὰ τὴν δραστηριότητα τοὺς λοιποὺς, διότι κατορθώνει νὰ συγκεντροῖ ἐν ἑαυτῷ καὶ νὰ συγκρατῇ δύο θέσεις, ἐφείλκυσεν, ἀντὶ τῆς ἁμίλλης τῶν ἄλλων, ἄλλο τι αἴσθημα. Τινὲς δὲ τούτων ἔστησαν κατ’ αὐτοῦ πόλεμον, ἐν τῷ ὁποίῳ δὲν μεταχειρίζονται νόμιμα καὶ ἐπιτρεπόμενα ὅπλα, ἀλλὰ κατέφυγον εἰς ὅπλα συκοφαντίας, δι’ ὧν νομίζουσιν ὅτι δύνανται νὰ βλάψωσιν αὐτόν. Ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται σήμερον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων διὰ τῆς γνωστῆς καταγγελίας τοῦ κ. Σβορώνου, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Καββαδίας κατήγγειλε χθὲς τὸν κ. Σβορῶνον ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει. Ἂς ἀφήσωμεν ν’ ἀποφανθῶσι τὰ δικαστήρια. Ἔστω δὲ ἄγρυπνος ἡ προσοχὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης· μετὰ δὲ τὴν ἀπόφασιν τῶν δικαστηρίων θὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία ἴσως νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος καὶ ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρέπει νὰ φέρωνται τοιαῦτα ζητήματα, ὁποῖον τὸ προκείμενον, τὸ ὁποῖον ἠνάγκασε καὶ ἐμὲ, διότι εἶχε διακωδωνισθῆ καὶ διατυμπανισθῆ ἡ ἐπίθεσις αὕτη ἀπὸ τῆς χθὲς, ἀπὸ προχείρου παρασκευῆς, ἣν ἐπεχείρησα μόλις σήμερον τὸ πρωΐ, ν’ ἀποκρούσω κατὰ καθῆκον φιλικὸν καὶ ἀναιρέσω κατὰ καθῆκον δικαιοσύνης κατηγορίας σκαιὰς καὶ ἀπρεπεῖς κατὰ ἐντίμου ὑπαλλήλου, οἷος ὁ κ. Καββαδίας. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§82ΣΤΑΗΣ. Οὐδ’ ἐγὼ ἀποδίδω κακὴν πρόθεσιν εἰς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα συνάδελφον, ἀλλ’ οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι διατελεῖ ἐν καταστάσει ὑπνωτισμοῦ, ὑπνωτισθεὶς ὑπὸ τοῦ Ἕλληνος Κζύνσκη Καββαδία. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, καὶ γνωστὸς λόγιος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. συνάδελφος, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ σχηματίσῃ αὐτὸς γνώμην περὶ τῶν συγγραμμάτων καὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων, ἀλλὰ ἔχει ἀνάγκην τῶν φώτων καὶ τῆς γνώμης ἄλλων, καὶ μάλιστα ξένων, ὧν τὸ κῦρος εὐκόλως δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ, καὶ νὰ θέσῃ ὑπὸ αὐστηρὰν κάθαρσιν τὸν σκοπὸν καὶ τὴν πρόθεσιν καὶ τὰ αἴτια τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε γνώμης αὐτῶν. Τὴν αὐτὴν μέθοδον ἀκολουθῶν καὶ ἐγώ, θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς παρατάξω οὐλαμὸν συγγραφέων, ἀποκηρυττόντων ὡς ἀγράμματον τὸν γενικὸν ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων· ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ θολώσω τὰ νερά, τοὐναντίον ἐπιθυμῶ νὰ ἐκτεθῶσι τὰ πράγματα, καὶ δι’ αὐτῶν νὰ ἐπιχυθῇ τὸ φῶς, τὸ ὁποῖον πάντες ζητοῦμεν, διότι διὰ τοῦ φωτὸς τῆς ἀληθείας θὰ προστατεύσωμεν καὶ τὴν ἐπιστήμην, τὴν ἐξευτελιζομένην ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων, καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, τῶν ὁποίων ἐτάχθημεν φρουροὶ καὶ φύλακες ὑπὸ τῶν πολιτῶν τῆς Πατρίδος μας. Σχεδὸν πάντα τὰ ἐν τοῖς καταλόγοις, τοῖς δελτίοις καὶ τοῖς συγγράμμασι τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων εἶναι ἢ κακαὶ μεταφράσεις τῶν καταλόγων τοῦ Sybel, τοῦ Conze, τοῦ Kekulé καὶ ἄλλων γνωστῶν ἀρχαιολόγων, ἢ ἐργασία τῶν Ἑλλήνων ἐφόρων, ὡς δύναταί τις πάραυτα νὰ πεισθῇ παραβάλλων ἢ καὶ ἁπλοῦν βλέμμα ῥίπτων ἐπὶ τῶν καταλόγων τοῦ Καββαδία καὶ τῶν ξένων ἀρχαιολόγων. Ἐὰν δ’ ἐν αὐτοῖς ὑπάρχωσι μέρη τινά, ἐπιστημονικῶς ὑπὸ τῶν ξένων σοφῶν ἐπαινεθέντα, ταῦτα ἐγράφησαν ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων ἐφόρων ἀρχαιολόγων, τῶν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Καββαδία, κ. Λόλλιγκ, Καβερώ, Λεονάρδου καὶ λοιπῶν. Πρόσφατον δ’ ἔχομεν παράδειγμα τὸν νῦν συντασσόμενον δεύτερον κατάλογον τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου, ὃν συντάσσει Ἕλλην ἔφορος, ὁ κ. Κουρουνιώτης, ἐν σπουδῇ μάλιστα, ἵνα κατὰ τοὺς Ὀλυμπιακοὺς Ἀγῶνας, ὡς σᾶς εἶπον πρὸ μικροῦ, πωληθῇ πρὸς ὄφελος τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων. Εἶναι δὲ καὶ τοῦτο, κατ’ ἐμέ, κατάχρησις, κλοπὴ ξένης πνευματικῆς ἰδιοκτησίας, περὶ ἧς θ’ ἀσχοληθῇ ἡ Δικαιοσύνη.
§83ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Δικαιοσύνη θὰ τὸ ἀποδείξῃ.
§84ΣΤΑΗΣ. Καὶ περὶ μὲν τῆς ἐπιστημονικῆς ἱκανότητος τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων πολλὰ ἠκούσαμεν ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος, οὐδὲν ὅμως ἠκούσαμεν, ἀναιροῦν τὰ περὶ τῶν καταχρήσεων, τῶν παρ’ ἐμοῦ ῥητῶς καὶ σαφῶς καταγγελθεισῶν. Δὲν ἠκούσαμεν ἐὰν ἦναι ψευδὴς ἡ δαπάναις τοῦ Δημοσίου ἐκτύπωσις τῶν δελτίων καὶ τῶν καταλόγων καὶ ἡ πρὸς ὄφελος τοῦ σοφοῦ ὑπαλλήλου πώλησις ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων ἐν δημοσίοις καταστήμασι. Δὲν ἠκούσαμεν, ἐὰν τὰ ἐκδοθέντα ἐντάλματα ἦναι ψευδῆ, καὶ τὰ ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν ὁδοιπορικὰ συκοφαντίαι. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος μοὶ ὑπέμνησε καὶ τὰ ἐκμαγεῖα, τὰ ὁποῖα εἶχον λησμονήσει. Ἔχουσι δὲ καὶ αὐτὰ τὴν ἱστορίαν των. Ἡ ὑπηρεσία ἡ ἀρχαιολογικὴ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας θερμὰς ἔδιδε συστάσεις ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως τοῦ ἐργοστασίου τῶν ἐκμαγείων πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ αὐτῶν, διεβεβαίου δὲ τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἐγγράφων ξένων, ὅτι αἱ αἰτήσεις τῶν ξένων ἀρχαιολογικῶν Μουσείων πρὸς ἀγορὰν ἐκμαγείων ἦσαν τόσαι πολλαί, ὥστε ἀδύνατον θὰ ἦτο νὰ ἐπαρκέσῃ ἡ ἵδρυσις ἑνὸς μόνον ἐργαστηρίου, καὶ διεβλέπετο ἐντεῦθεν νέος πόρος πλούτου τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ ταμείου. Ἀλλ’ ἅμα τῇ ἐπιψηφίσει τοῦ νόμου περὶ ἐκμαγείων, δι’ οὗ ὅμως ἐκανονίζετο — καὶ εἰς τοῦτο συνετέλεσα πρὸ πάντων ἐγὼ—αἱ εἰσπράξεις νὰ μὴ διέρχωνται διὰ τῶν χειρῶν τοῦ Καββαδία, ἀλλὰ νὰ εἰσέρχωνται δι’ ἄλλης ὁδοῦ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, παραδόξως αἱ αἰτήσεις πρὸς ἀγορὰν ἐκμαγείων ἠλαττώθησαν, καὶ ὁ πρὸς τὰ ἐκμαγεῖα τῶν ἀρχαίων κειμηλίων ἔρως τῶν ξένων ἀρχαιολογικῶν Μουσείων ἐσβέσθη! Δὲν ἠθέλησα ν’ ἀπαριθμήσω πάντα, ὅσα ἐγνώριζα, ἐνοχοποιοῦντα τὸν γενικὸν ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων, ἀλλ’ ἀφοῦ μὲ προεκάλεσεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ἂς ὑπενθυμίσω ἓν ἔτι εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως λάβῃ τὸν κόπον νὰ ἐρευνήσῃ εἰς τὸ ἀρχαιολογικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου του, τί ἆρά γε νὰ γίνωνται τὰ δωρεὰν ἀποστελλόμενα πρὸς αὐτὸ τόσα σπουδαῖα συγγράμματα τῶν ἀλλοδαπῶν σοφῶν καὶ τῶν ξένων ἀρχαιολογικῶν ἑταιριῶν; ἂς ἐρωτήσῃ, τί ἔγειναν ἔπιπλα παλαιὰ καὶ ὡρολόγια τῶν Μουσείων, καὶ ἄλλα ἀντικείμενα πεπαλαιωμένα, περὶ ὧν προνοεῖ ὁ ἀρχαιολογικὸς νόμος; Μοὶ ὑπέμνησεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος τὰ θλιβερὰ γεγονότα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἠκούσατε δέ, ὅτι ἐπὶ 105 ψηφοφορησάντων ἔλαβεν ὁ Καββαδίας, ὡς σύμβουλος τῆς ἑταιρίας ταύτης, 103. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι οἱ ἑταῖροι τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας εἶναι 280, ἐξ αὐτῶν δὲ προσῆλθον καὶ προσέρχονται μόνον 105, ὧν οἱ πλεῖστοι ὅλως ξένοι πρὸς τὰ ἀρχαιολογικά, δικηγόροι καὶ ἄλλοι.
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ παντοπῶλαι.
§86ΣΤΑΗΣ. Καὶ ὑπάλληλοι κατώτεροι, ὧν τὰς ἐτησίας συνδρομὰς ἄλλοι πληρόνουσιν, ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ γενικοῦ ἐφόρου, τόσον δὲ ἄπειροι καὶ ἀδαεῖς εἰς τὰ τῆς ἀρχαιολογίας, ὥστε ὁ μὲν Καββαδίας ἐπὶ 105 ψηφοφορησάντων ἐλάμβανεν 103, οἱ δὲ Κοντόσταυλος μίαν ψῆφον, Κουμανούδης μίαν ψῆφον, Σβορώνος μίαν ψῆφον, Τσούντας μίαν ψῆφον!!! Καὶ δὲν ἐκπλήττεσθε ὅτι ἐπὶ 105 οἱ 103 ἦσαν σύμφωνοι; καὶ δὲν ἀπορεῖτε ὅτι ἐν σωματείῳ διαχειριζομένῳ 500,000 δραχμῶν ἐπὶ 105 οἱ 103 ἦσαν σύμφωνοι; Καὶ δὲν σᾶς γεννᾷ θαυμασμόν, ὅτι ἐν Ἑλληνικῷ σωματείῳ ἐξέλιπε πᾶσα ἀντιπολίτευσις; Καὶ δὲν ἀγανακτεῖτε, ὅτι αὐτοὶ οἱ 103 ἐκλέγουσι τὸ διαχειριστικὸν Συμβούλιον καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὴν ἐξελεγκτικὴν ἐπιτροπείαν, ἡ ὁποία θὰ ἐλέγξῃ τὴν διαχείρισιν τῶν πεντακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, τὰς ὁποίας καταβάλλει ὁ πτωχὸς καὶ ἡ πενομένη χήρα, στερούμενοι τοῦ ἄρτου αὐτῶν τοῦ ξηροῦ, ἵνα ἐπικαλεσθῶσι τὴν εὐμένειαν τῆς Τύχης; Καὶ δὲν ἀγανακτεῖτε, ὅτι τὸ Συμβούλιον αὐτὸ χορηγεῖ μηνιαῖα ἁδρὰ ἐπιδόματα πρὸς τὸν γραμματέα αὐτοῦ, τὸν γενικὸν ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων, τὸν Καββαδίαν, τὸν ὑπὸ τῆς Πολιτείας τεταγμένον, ἵνα ἐπαγρυπνῇ καὶ ἐπὶ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν; Θὰ ἐπεθύμουν, Κύριοι, καὶ πρὸς στιγμὴν ἔστω, νὰ μὴ ὑπῆρχον αἱ διαθέσιμοι ἐκεῖναι χιλιάδες ἐν τῷ σωματείῳ τούτῳ, ἵνα ἔβλεπον, ἐὰν ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων θὰ ἐξηκολούθει μετὰ τοῦ αὐτοῦ πόθου, μετὰ τοῦ αὐτοῦ πείσματος, μετὰ τῆς αὐτῆς μανίας ἀγωνιζόμενος ἐν ταῖς ἀρχαιρεσίαις τῆς ἑταιρίας πρὸς ἀπόκτησιν μιᾶς θέσεως συμβούλου, καὶ πρὸς ἀποπομπὴν ἐκ τοῦ σωματείου ἐκείνου πάντων τῶν σοφῶν ἀρχαιολόγων τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἵνα οὕτω αὐτὸς μόνος μείνῃ ἐν τῷ συμβουλίῳ τῆς ἑταιρίας, ὁ εἰδικὸς ἀρχαιολόγος. Περὶ πάντων τούτων δὲν ηὐδόκησε νὰ μᾶς ὁμιλήσῃ ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ἀλλὰ μᾶς εἶπε περὶ τῶν ὑπὲρ τοῦ Καββαδία εὐμενῶν καὶ κολακευτικῶν ἐκφράσεων τῶν ξένων ἀρχαιολόγων, περὶ ὧν ἐγὼ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τἀναντία· ἀλλὰ περὶ τῶν ἰδεῶν καὶ σκέψεων καὶ τῶν ἐκτιμήσεων καὶ τοῦ ἂν ἐλέγετο ὅτι ἄλλοτέ ποτε ἐξήγοντο ἀρχαιότητες καὶ ἐκ τοῦ ἐν Ἀθήναις Μουσείου, δὲν πρόκειται σήμερον. Πρόκειται ὡρισμένως περὶ τῶν καταχρήσεων, ὧν πειστήρια ἀναμφίλεκτα κατέθηκα πρὸ ὑμῶν. Περὶ τούτων δὲ οὐδεμίαν ἀναίρεσιν ἢ διάψευσιν ἠκούσαμεν. Ἠκούσαμεν μόνον, ὅτι συκοφαντῶ. Ἀλλὰ δὲν ἔχω τὴν ἕξιν τοῦ συκοφαντεῖν, ὡς δὲν ἔχω τὴν ἀδυναμίαν νὰ συνεποχοῦμαι εἰς πανημερησίας ἐκδρομὰς, δαπάναις τοῦ δημοσίου ταμείου, μετ’ ἀνθρώπων θεωρουμένων καταχραστῶν τοῦ ἱεροῦ χρήματος τῆς Πολιτείας, μετ’ ἀνθρώπων στιγματισθέντων δι’ ἐπισήμου δηλώσεως σοφοῦ ἀρχαιολόγου Γερμανοῦ, τοῦ Πὶκ, δημοσιευθείσης ἐν τῇ «Ἐφημερίδι».
§87ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐξεβλήθη ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§88ΣΤΑΗΣ. Ἴσως τῇ εἰσηγήσει τοῦ Καββαδία· ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὁμιλεῖτε περὶ ἀνθρώπου σχόντος τὸ θάῤῥος νὰ δηλώσῃ δημοσίᾳ, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μας, ἵνα παράσχῃ ἀποδείξεις τῆς ἐνοχῆς τοῦ Καββαδία...
§89ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀφήσω ἄνευ διαμαρτυρίας τὰ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ λεγόμενα.
§90ΣΤΑΗΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ... Εἶναι συκοφαντία, ὅτι ὁ ἐπισήμως προσκληθεὶς ἐκ Γερμανίας ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κλοπῆς ὑπὸ Ραυτοπούλου τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου, ἄριστος νομισματολόγος κ. Πὶκ, καὶ διευθυντὴς ἑνὸς τῶν πρώτων νομισματικῶν Μουσείων τῆς Γερμανίας, ἐξεβλήθη ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ αὐτὸς παρῃτήθη, μὴ ἀνεχόμενος νὰ γείνῃ τυφλὸν ὄργανον τῆς κατὰ τοῦ Ποστολάκα ἐκστρατείας τοῦ Καββαδία, τοῦ κατακρατήσαντος ἐπὶ πενταετίαν νομίσματα τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου, τὰ ὁποῖα ὁ Γερμανὸς διαιτητὴς ἐπιμόνως ἐζήτει, καὶ τὰ ὁποῖα ὁ Καββαδίας εἶχε λησμονήσει ἔν τινι γωνίᾳ ἐπὶ πέντε ἔτη, μετὰ τὴν πάροδον τῶν ὁποίων ἀνεπόλησε τὴν ὕπαρξίν των, τὴν ὁποίαν ἐβεβαίωσε δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων παραδόσεως, ὡς εἶχε βεβαιώσει καὶ τὴν ἔλλειψίν των εἰς τὸν Πίκ! Ἐπὶ τοῦ παρόντος, Κύριοι, ἀρκετὰ ταῦτα. Παρακαλῶ ὅμως καὶ πάλιν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ ἐπισπεύσῃ τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ, πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς ἐξεγερθείσης ἀγανακτήσεως τοῦ κόσμου καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου.
§91ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου μετὰ πάσης θερμότητος, ἵνα προβῶσιν οἱ ἁρμόδιοι εἰς ἐξετάσεις ἀκριβεῖς.
§92Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ διαγνώσω τὸν λόγον, ὅστις ἤγαγεν ἐπὶ τὸ βῆμα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κυθήρων συνάδελφον, ἵνα ἐξαντλήσῃ τόσον εὐγλώττως θέμα, τὸ ὁποῖον ἴσως ἀνῆκε μᾶλλον εἴς τινα ἐπιστημονικὸν σύλλογον. Ὡς γνωρίζετε, τὸ δικαίωμα τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τοῦ ἐλέγχου εἶναι ἀπόλυτον, ἀφορῶν τοὺς κυβερνῶντας τὸ Κράτος, οἵτινες ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους διατελοῦσι. Προκειμένου ὅμως περὶ ὑπαλλήλων παραβαινόντων τυχὸν τοὺς νόμους, καὶ ἀσχέτως πρὸς τοὺς κυβερνῶντας, αἱ ἐπερωτήσεις δὲν μοὶ φαίνονται ὅτι ἔχουσι λόγον τινά. Δύνανται νὰ καταγγελθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, εἴτε διοικητικῶς εἴτε δικαστικῶς, ὡς παραβάται τῶν καθηκόντων των, καὶ ἂν οἱ Ὑπουργοὶ, πρὸς οὓς κατηγγέλθησαν οὗτοι, παραβλέψωσιν, εἴτε χαριζόμενοι, εἴτε δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον, καὶ δὲν ἐπιτελέσωσι τὸ καθῆκόν των, βεβαίως ὑπόκεινται διὰ τὴν παράλειψίν των ταύτην εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Ὡς ἐκ τούτου πολὺ ἐσκέφθην, ἂν ἔπρεπε νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως. Καὶ βεβαίως δὲν θὰ μετεῖχον, ἂν ὁ ἀξιότιμος καὶ εὔγλωττος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς δὲν συνώδευε τὰς παρατηρήσεις, τὰς ἀφορώσας εἰς τὸν γενικὸν ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων, ἀνώτατον ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διὰ πικρῶν ἢ ὑβριστικῶν φράσεων, αἱ ὁποῖαι ὁμολογῶ, ὅτι καὶ μὲ κατέπληξαν καὶ μὲ ἔθλιψαν. Πρὸ πάντων ἂν δὲν ἀπεκάλει αὐτὸν, ἀπόντα καὶ ἀδυνατοῦντα διὰ τοῦτο νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν, αἶσχος τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας κτλ. Καὶ δὲν δύναμαι μὲν νὰ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν κανενὸς, διότι δὲν εἶμαι καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ γενικοῦ ἐφόρου, ὡς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ὀνομάσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, προκειμένου περὶ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ὑπηρετοῦντος ἀπὸ δεκάδος ἐτῶν μετὰ ζήλου παρ’ οὐδενὸς ἀμφισβητηθέντος μέχρι σήμερον, ὅτι οὐδεμία μοὶ ἐδόθη καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον, ἀφορμὴ, ὥστε νὰ ὑποπτεύσω ὅτι ὁ κ. γεν. ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων εἶναι καταχραστής. Ἐξ ἐναντίας εὗρον αὐτὸν περὶ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντος ἀκριβῆ καὶ μετὰ πολλοῦ τοῦ ζήλου ἐργαζόμενον. Περὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ του βίου καὶ περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς του ἀξίας νομίζω ὅτι μετὰ τὰ ῥηθέντα δὲν ἔχω καθῆκον ἐγὼ νὰ παρέμβω. Ἐξ ὅσων ὅμως ἤκουσα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐσημείωσα δύο ἀντικείμενα, διὰ τὰ ὁποῖα ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὅτι ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων παρέλαβε δυνάμει διατάγματός τινος 5,000 δραχμὰς, εἰσπραχθείσας, ἂν ἀντελήφθην καλῶς, ἐκ τῶν εἰσιτηρίων τῆς Ἀκροπόλεως καὶ τοῦ Μουσείου, καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔδωκε κανένα λογαριασμὸν, ἀλλὰ τὰς κατέχει εἰσέτι· βεβαίως, ἂν τοῦτο ὑποτεθῇ ἀκριβὲς, καταγγελία, δημοσίᾳ γενομένη, καταχρήσεως, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γένηται ἡ δέουσα ἔρευνα, καὶ θέλω σπεύσει νὰ ἐρευνήσω, καὶ εὐθὺς ὡς καταλήξω εἰς πόρισμα, θὰ σπεύσω νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κυθήρων Βουλευτήν. Δευτέραν, ἔτι σπουδαιοτέραν, παρατήρησιν ἤκουσα, ὅτι γίνεται καὶ κλοπὴ ἀρχαιοτήτων, καὶ ἔῤῥιψεν ὑπαινιγμὸν, ὅτι δὲν ἠξεύρει διὰ τίνος χειρὸς αἱ ἀρχαιότητες δύνανται νὰ ἐκπατρίζωνται καὶ νὰ πωλῶνται. Τοῦτο βεβαίως μοὶ ἐνεποίησεν αἴσθησιν, διότι, προκειμένου περὶ τοιούτου ἱεροῦ καὶ τιμαλφοῦς θησαυροῦ τῆς Ἑλληνικῆς ἀρχαιότητος, μὲ τὸν ὁποῖον συνδέεται ὅλη ἡ δόξα καὶ ἡ αἴγλη ἡ Ἑλληνικὴ, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ὕπαρξις, πρέπει νὰ ἤμεθα λίαν εὐαίσθητοι καὶ λίαν ἄγρυπνοι. Ἑπομένως δὲν θὰ λείψω, μεθ’ ὅλην τὴν ἀοριστίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. συνάδελφος μετεχειρίσθη εἰς τὰς ἐκφράσεις του, νὰ λάβω πᾶσαν φροντίδα, ὥστε, ἂν ὑπάρχῃ τι, νὰ ἀποκαλυφθῇ, καὶ νὰ ληφθῇ πᾶσα πρόνοια πρὸς σωτηρίαν τοῦ θησαυροῦ τούτου τῆς Ἑλλάδος. Καταλήγων, νομίζω καθῆκόν μου νὰ εἴπω δύο λέξεις πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ὑπαινιγμῶν, τοὺς ὁποίους ἀτόπως ἐποιήσατο, κατ’ ἐμὲ, καὶ ἥκιστα προσηκόντως διὰ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Ὡς γινώσκετε, ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἀπαρτίζεται ἐξ ἀνδρῶν λογίων, ἐντίμων καὶ φιλαρχαίων, διέπεται δὲ ὑπὸ Κανονισμοῦ, κεκυρωμένου κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Βασιλείου. Διοικεῖται ὑπὸ Συμβουλίου, ἀποτελουμένου ἐξ ἀνδρῶν ὁμολογουμένως, καὶ διὰ τὴν παιδείαν αὐτῶν καὶ διὰ τὴν θέσιν των τὴν κοινωνικὴν καὶ πολιτειακὴν, ἀνωτέρων πάσης ὑπονοίας. Γνωρίζω τινὰς ἐξ αὐτῶν, κατέχοντας ὑψίστας δικαστικὰς θέσεις καὶ ἄλλας, καὶ ἔχω περὶ αὐτῶν γνώμην, ὅτι εἶναι τιμῆς, εὐλαβείας καὶ σεβασμοῦ ἄξιοι, ὅτι εἶναι ἐντιμότατοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι ζῆλον πρὸς τὰς ἀρχαιότητας, οὐχὶ μικρότερον ἐκείνου, ὑπὸ τοῦ ὁποίου διαφλέγεται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων συνάδελφος. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι προσῆκον, προκειμένου περὶ ἀνδρῶν τοιούτων, οἷοι οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Συμβούλιον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἐκλελεγμένων ἐξ ἐλευθέρας θελήσεως τῶν ἑταίρων κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ῥίπτωνται κατ’ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοιοῦτοι ὑπαινιγμοί, οἱ ὁποῖοι θίγουσι τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν αὐτῶν. Βέβαιον ὅτι οἱ νόμοι τοῦ Κράτους παρέσχον τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν νὰ ἔχῃ τὸ λαχεῖον καὶ νὰ ἐργάζηται ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, τῆς μὴ ἀναγομένης εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου· ἐπιτελεῖ δὲ τὸ καθῆκον αὐτῆς πάντοτε μετὰ ζήλου καὶ ἐνθουσιασμοῦ. Ὡς πρὸς τοῦτο, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον μᾶλλον νὰ ἐκτιμᾷ τοὺς κόπους τοὺς ἀφιλοκερδεῖς τῆς Ἑταιρίας, τοὺς ἐμπνεομένους ὑπὸ τῆς ἀγάπης πρὸς τὴν ἀρχαιότητα, παρὰ δι’ ὑπαινιγμῶν νὰ θίγηται ἡ ὑπόληψις τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ὀφείλεται τιμή. Μὴ λησμονεῖτε δὲ, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τῆς συστάσεώς της βαρυτάτας παρέσχε τῷ ἔθνει ὑπηρεσίας.
§93ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§94Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὡς πρὸς τοῦτο λοιπὸν, ἐνόμισα ὅτι, καὶ ὡς Ὑπουργὸς καὶ ὡς πολίτης, ὤφειλον νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τοὺς ὑπαινιγμοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἔῤῥιψε, προκειμένου περὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας.
§95ΣΤΑΗΣ. Ὀφείλω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀναιρέσω δύο τινὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς, καὶ τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν εἶπον. Ἴσως ἡ ἔκπληξις, ἣν ἔπαθεν ἐκ τῶν ἀποκαλύψεών μου, δὲν ἐπέτρεψεν αὐτῷ νὰ ἀντιληφθῇ καλῶς τῶν παρ’ ἐμοῦ λεχθέντων. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα κατὰ πάντων τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας· σαφῶς ἐδήλωσα τοῦτο, προσθέσας μάλιστα, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία οὐδὲν ἄλλο εἶναι σήμερον ἢ αὐτὸς ὁ Καββαδίας, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ πείσῃ πάντας περὶ τῆς σοφίας του καὶ τῆς τιμιότητός του. Εἶπον μάλιστα, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι πάντες οἱ ἐν τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρίᾳ εὑρίσκονται ἐν τῇ ἀπάτῃ ταύτῃ.
§96ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ ὁ Πρόεδρος.
§97ΣΤΑΗΣ. Μὴ ἀναφέρετε ὀνόματα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἀνέφερεν· ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ μόνος ἀρχαιολόγος ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς ἑταιρίας εἶναι ὁ Καββαδίας. Πάντες δ’ οἱ λοιποὶ εἶναι τίμιοι καὶ ἄριστοι ἐπιστήμονες, ἕκαστος ἐν τῷ κλάδῳ αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἔχει τὰς εὐρείας ἀρχαιολογικὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πᾶς σύμβουλος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἵνα μετὰ πεποιθήσεως γνωμοδοτῇ περὶ τῆς μᾶλλον σκοπίμου χρήσεως τῶν δαπανωμένων χρημάτων. Ἐπίσης δὲν εἶπον ἐγώ, ὅτι κλέπτεται τὸ Μουσεῖον, καὶ ἐτόνισα πολὺ—ἐνθυμοῦμαι—τὰς φράσεις μου, περίεργον δὲ, πῶς δὲν ἐνόησεν αὐτὰς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτε ἔλεγον, ὅτι ἄλλοτέ ποτε ἐλέγετο, ὅτι ἐξῆλθον καὶ ἐκεῖθεν ἀρχαιότητες. Ἀλλ’ ἐν ᾧ ταῦτα ἐν πεποιθήσει ἔλεγον, ἐδήλουν καὶ τοὺς φόβους, οὓς ἐγὼ ἔτρεφον περὶ τῶν κειμηλίων τῶν προγονικῶν, ὧν ἡ φύλαξις εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς ἄνθρωπον ἀποδεικνυόμενον καταχραστὴν τῶν δημοσίων χρημάτων, καὶ δυνάμενον νὰ καταδικασθῇ ἐπὶ ἀπιστίᾳ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Πρὸς τοιοῦτον δὲ ἄνθρωπον, οὐδεὶς, κηδόμενος τῶν ἀρχαιολογικῶν ἡμῶν θησαυρῶν, ἤθελε τολμήσει νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν διαφύλαξιν αὐτῶν.
§98Γ. ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ὅσον δήποτε καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εἰς τὴν προκληθεῖσαν συζήτησιν πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν καὶ τὴν ἐπαγγελματικὴν ἀντιζηλίαν, τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸ θέμα, ὅπως ἔθηκε καὶ ἀνέπτυξεν αὐτὸ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, εἶναι ἄξιον ὅλης τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Ἀσχέτως δὲ πρὸς τὴν βιαιοπάθειαν, ἥτις ἔν τισι διέκρινεν αὐτὸν, συγχαίρω εἰλικρινῶς τὸν κ. Βουλευτὴν διὰ τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον ἔσχε, νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα, καὶ οὐχὶ διὰ κενῶν φράσεων, ἀλλὰ ῥητῶς διὰ πραγμάτων καὶ γεγονότων, διατυπώσῃ σαφῆ καὶ ὡρισμένην κατηγορίαν. Ὁμολογῶ ὅτι ἀνέμενον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι, ἀνερχόμενος τὸ βῆμα, θὰ ἐδήλου πρὸς τὴν Βουλήν, τὴν ὁποίαν αἱ ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων συνετάραξαν, ὡς καλῶς γινώσκω τοῦτο, ὅπερ ἄλλως πάντες ἀντελήφθημεν, θὰ ἐδήλου πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀμέσως θέλει διατάξει διοικητικὴν ἀνάκρισιν ἐφ’ ὅσων ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων κατήγγειλε. Τοῦτο δὲ ἀκριβῶς σκοπῶ, λαβὼν τὸν λόγον. Συνιστῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, χάριν τῆς ὑπηρεσίας, ἥτις τόσον χαλαρῶς φαίνεται λειτουργοῦσα καὶ τόσον ἐπιπολαίως ἀσκοῦσα τὸν ἔλεγχον, χάριν καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Καββαδία, νὰ διατάξῃ τάχιστα διοικητικὴν ἀνάκρισιν. Οὐδὲ ἔχει ἀξίαν τινὰ τὸ γεγονὸς, ὅτι ἔχομεν διατετυπωμένην ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς καταγγελίαν κατὰ τοῦ κ. γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων περὶ πολλῶν ἐλάλησεν ἐνταῦθα, καὶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὁποίας ἄλλας διετύπωσε κατὰ τοῦ κ. Καββαδία κατηγορίας. Ἠκούσαμεν τούτων πάντες, καὶ ἐπ’ αὐτῶν φρονῶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον θὰ παραλείψῃ τὸ καθῆκόν του, ἐὰν, ὡς εἶπον, δὲν διατάξῃ ἄμεσον διοικητικὴν ἀνάκρισιν.
§99ΒΑΛΕΤΑΣ. Τὴν ἑσπέραν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος Ἴου περὶ παρεκτροπῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσεν ὁ ἐκεῖ ἀστυνόμος. Ἡ σοβαρότης τῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι μοὶ καταγγέλλονται, μοὶ ἐπιβάλει, ἵνα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ σπεύσῃ πρὸς τιμωρίαν τοῦ παρεκτραπέντος ἀξιωματικοῦ· λέγω πρὸς τιμωρίαν, διότι οἱ τηλεγραφοῦντες πρὸς ἐμὲ εἶναι ἔντιμοι ἄνδρες καὶ τοιοῦτοι, ὥστε ἔχω πληρεστάτην πεποίθησιν καὶ περὶ τῆς ἀληθείας καὶ περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν καταγγελλομένων πράξεων. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀστυνόμος ἀνθυπολοχαγὸς Δερλερὲς, ἐκτὸς ἄλλων παρεκτροπῶν καὶ ῥαπισμάτων δημοσίᾳ, ἄνευ λόγου προσωποκρατεῖ, ἐκδύει ἐντελῶς καὶ γυμνοὺς διὰ μαστιγίου δέρει ἀνηλεῶς καὶ ἀπανθρώπως. Ἀληθῆ μαρτύρια. Ἐπάνοδος εἰς βάρβαρον ἐποχήν! Ὅθεν παρακαλοῦμεν ἀνακοινώσατε ὅπου δεῖ.» Τὸ τηλεγράφημα εἶναι ὑπογεγραμμένον ὑπὸ ἀξιοτίμων προσώπων, ὡς εἶπον, κατ’ ἐντολὴν τῶν παθόντων. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ σπεύσῃ νὰ πράξῃ ὅ,τι τὸ καθῆκον ἐπιβάλλει αὐτῷ.
§100ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παραπλησίαν παράκλησιν εἶχον ἀπευθύνει καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, ἀλλὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἦτο ἀπών. Θὰ τὸν παρεκάλουν καὶ νῦν, ἵνα εὐαρεστούμενος ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος τούτου, καὶ ἂν διέταξε διοικητικὴν ἀνάκρισιν περὶ παρομοίων ὀργίων, τὰ ὁποῖα ἐτελέσθησαν ὑπὸ ἀνωτέρου ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου.
§101ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔλαβον γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον κατεθέσατε εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ θὰ ἐξετάσω.
§102ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πληροφοροῦμαι, ὅτι ὁ δήμαρχος τῆς Σίφνου, ἀντιποιούμενος ἀλλότρια καθήκοντα, ηὔξησε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ὠνίων ἀπὸ 2½ εἰς 3%, διώρισεν εἰσπράκτορα ἔκτακτον πρὸς εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου, συγχρόνως δὲ ἀναβάλλει ἐπ’ ἀόριστον τὴν μίσθωσιν τοῦ φόρου τούτου. Ὁ πρῶτος καὶ ὁ δεύτερος πάρεδρος κατήγγειλαν τὴν πρᾶξιν ταύτην πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καθὼς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ἔλαβον ἤδη γνῶσιν τοῦ πράγματος, νὰ διατάξωσιν ἀνάκρισιν ἐπὶ τῶν γενομένων, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ν’ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Βουλήν.
§103Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Πολλοὶ τῶν κατοίκων τοῦ Βόλου ἀπηύθυναν πρός με καὶ ἄλλους τῶν κ. συναδέλφων μου τηλεγραφικὴν ἀνακοίνωσιν, ὅτι ἡ ἑταιρία τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων ἐμείωσεν αὐθαιρέτως τοὺς δύο συρμοὺς, δι’ ὧν καθ’ ἑκάστην συνεκοινώνει ἡ πόλις τοῦ Βόλου μετὰ τῆς Λαρίσης, Καρδίτσης, Τρικκάλων, Καλαμπάκας κλπ. Διὰ τοῦ διαβήματος τούτου τῆς ἑταιρίας παρεμποδίζεται μεγάλως ἥ τε κίνησις τοῦ ἐμπορίου ὡς καὶ ἡ κυκλοφορία τῶν ἐπιβατῶν. Ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ σιδηροδρόμου δύο ἁμαξοστοιχίαι ἐλειτούργουν, ἡ μία, ὡς εἶπον, ἀπὸ Βόλου εἰς Λάρισαν, καὶ ἡ ἑτέρα εἰς Καλαμπάκαν· ἐνῷ δὲ οἱ κάτοικοι προσεδόκων ἐπαύξησιν τῶν δύο συρμῶν εἰς τρεῖς, τοὐναντίον εἶδον αὐτοὺς ἐλαττουμένους. Ἡ κίνησις τῶν ἁμαξοστοιχιῶν, τελουμένη μάλιστα ἐν ἡμέρᾳ, ἐλαχίστην ἀπαιτεῖ δαπάνην· ὥστε δὲν ὑπάρχει σπουδαῖος λόγος, ἵνα ἐξαναγκασθῶσιν οἵ τε πολῖται καὶ τὰ ἐμπορεύματα νὰ στενοχωρῶνται ἐν μιᾷ ἁμαξοστοιχίᾳ, διὰ νὰ ἀναπαύωνται οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἑταιρίας καθ’ ὅλην τὴν ἄλλην ἡμέραν. Φρονῶ δὲ, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Ἑταιρία τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων ἀρχῆθεν καὶ ἐπὶ τόσα ἔτη ἀπεδέχθη καὶ ὥρισε δύο συρμοὺς, δὲν ἔχει δικαίωμα νῦν νὰ μειώσῃ αὐτούς. Ταῦτα ὑποβάλλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὃν παρακαλῶ νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς δύο συρμούς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς ἀπολογισμοὺς παρελθόντων ἐτῶν, ἐπέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προσοχὴν αὐτῆς, προσθέσας ὅτι καιρὸς εἶναι, ὅπως ἅπαντες ἡμεῖς ἐργασθῶμεν ἐπὶ τῶν ἀπολογισμῶν καὶ τῶν ἀριθμῶν αὐτῶν. Θὰ ἀκολουθήσω τὴν συμβουλὴν αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἡ ἔρευνα εἶναι διττὴ, ἡ μὲν λογιστικὴ, ἡ δὲ πραγματική. Καὶ ἡ μὲν πραγματικὴ εὐκόλως τακτοποιεῖται καὶ δι’ ἀριθμῶν τὰ πάντα διατίθενται οὕτως, ὥστε νὰ μὴ δύνασθε νὰ εὕρητε τὸ νῆμα. Ἀλλὰ διὰ τῆς ἐρεύνης αὐτῶν τῶν πραγμάτων δύναται νὰ ἐξευρεθῇ ἡ ἀλήθεια. Τούτου ἕνεκα ἀπευθύνω παράκλησιν θερμὴν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ τὸν παρακαλῶ ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ποῖαι προμήθειαι ἐγένοντο, κυρίως δὲ τὰ κατὰ τὴν προμήθειαν τὴν ἀφορῶσαν μηχανημά τι, ἀγορασθὲν πρὸ ἐτῶν ἐξ Ἀγγλίας, διὰ τὴν κατασκευὴν ἥλων καὶ κοχλιῶν τοῦ λεβητοποιείου. Ἂν ἡ ἀξία τοῦ μηχανήματος τούτου ἐπληρώθη ἐξ ὁλοκλήρου, διατὶ κατάκειται νεκρὸν καὶ ἐν ἠρεμίᾳ ἄκρᾳ, δὲν γνωρίζω ποῦ, ἐν τῷ Ναυστάθμῳ;
§104Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἐπληρώθη.
§105Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὴν πληροφορίαν περὶ τοῦ μηχανήματος αὐτοῦ παρακαλῶ νὰ προσαγάγητε, ἐπίσης δὲ καὶ τὰς ἄλλας, περὶ τῶν ὁποίων καταθέτω ἔγγραφον ἐπερώτησιν.
§106Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος, ἀπηυθύνθη καὶ πρὸς ἐμὲ, ἔσπευσα δὲ νὰ μελετήσω τὴν σύμβασιν καὶ ζητήσω πληροφορίας καὶ ἐκ τῶν γραφείων τῆς Ἑταιρίας τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων. Ἀληθῶς ἡ διακοπὴ τῆς μιᾶς ἁμαξοστοιχίας μεταξὺ Λαρίσης καὶ Βόλου παρεμβάλλει μεγάλας δυσχερείας εἰς τὴν συγκοινωνίαν τῆς Θεσσαλίας, οὐχὶ δὲ τόσον εἰς τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ Καρδίτσης καὶ Βόλου· ἀλλ’ ἐκ τῆς συμβάσεως δὲν ὑπάρχει, νομίζω, ὑποχρέωσις εἰς τὴν ἑταιρίαν περὶ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἁμαξοστοιχιῶν, ὑπάρχει ὑποχρέωσις ὡς πρὸς τὸν κανονισμὸν τῆς μεγαλειτέρας καὶ τῆς μικροτέρας ταχύτητος, ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις, ὑποθέτω, δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ τηλεγράφημα, εἰμὴ μόνον διὰ συστάσεως. Ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἡ ἑταιρία ἔχει συμφέρον νὰ διατηρῇ πολλὰς ἁμαξοστοιχίας, ἀτυχῶς ὅμως διὰ τὴν Θεσσαλίαν, δὲν ὑπάρχει συμφέρον πλειόνων ἁμαξοστοιχιῶν, καὶ ἕνεκα τούτου ἡ ἑταιρία ἠναγκάσθη νὰ περιορίσῃ τὰς ἁμαξοστοιχίας. Ὡς μὲ ἐπληροφόρησαν ὅμως, τὸ μέτρον δὲν εἶναι διαρκὲς, αἱ ἐργασίαι δὲ θὰ καταδείξωσιν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἐπαναλήψεως τῶν γραμμῶν αὐτῶν. Ὑποχρέωσιν ἔχει ἀναλάβει ἡ ἑταιρία μόνον διὰ τὴν μεταξὺ Βόλου καὶ Λεχωνίων γραμμὴν νὰ διατηρῇ δύο ἁμαξοστοιχίας ἀνόδου καὶ δύο ἐπανόδου. Βεβαίως ἐπαινῶ τὴν φωνὴν, ἡ ὁποία ὑψώθη ὑπὲρ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν δύο ἁμαξοστοιχιῶν, καὶ ἂν ὑπῆρχε τρόπος νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ἐπανάληψις αὕτη εἰς τὴν ἑταιρίαν, βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἤθελον ἀντιπράξει εἰς τοῦτο. Ἀτυχῶς τὸ μέτρον ὑπηγορεύθη ἐκ τῆς ἀπονεκρώσεως τῆς Θεσσαλίας, τὰ δὲ συμφέροντα τοῦ τόπου καὶ τῆς ἑταιρίας εἶναι τόσον στενῶς συνδεδεμένα, ὥστε δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἐὰν βελτιωθῇ ἡ γενικὴ κατάστασις, ἡ Διεύθυνσις τῆς ἑταιρίας θέλει μεγάλως βελτιώσει τὸ δρομολόγιον. Ταὐτοχρόνως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ πληροφορίας, ἱκανῶς σπουδαίας κατὰ τὴν ἐμὴν ἐκτίμησιν, τὰς ὁποίας ἐζήτησα ἀπὸ τῆς 8ης καὶ 10ης Ἰουνίου 1895, προκειμένου νὰ ἄρξηται ἡ γενικὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησις. Ζητήσας τὰς πληροφορίας ἐκείνας, εἶχον ἐκφράσει τὴν ἀμφιβολίαν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ καταθέσῃ πληροφορίας τόσον σπουδαίας πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ λαβὼν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ καὶ παρασκευάσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας τοὐλάχιστον βραδύτερον. Αἱ πληροφορίαι ἐκεῖναι σχετίζονται πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐπίσης πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικῆς περιουσίας ἐκ τῆς κληρονομίας Ζάππα, ὡς καὶ πρὸς τὰς ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν ἐκ Καυκάσου οἰκογενειῶν ἐν Θεσσαλίᾳ. Κατὰ κακὴν συνήθειαν, αἱ πληροφορίαι αἱ ζητούμεναι κατὰ προηγουμένην σύνοδον, θεωροῦνται ὡς ἄχρηστοι, ἐπίσης καὶ αἱ ἐπερωτήσεις. Ἕνεκα τοῦ τοιούτου μέτρου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἠμέλησε νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας τὰς ζητηθείσας καὶ ἀναγομένας εἰς τὴν ἔκρηξιν, τὴν γενομένην ἐν Καλλιθέᾳ, τοῦ φυσιγγιοποιείου. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐνθυμηθῇ τὰς ἐρωτήσεις μου περὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων. Ἐν γένει δὲ παρακαλῶ, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τοὺς λοιποὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς ν’ ἀναδιφήσωσι τὰ πρακτικὰ τῆς παρελθούσης συνόδου, ἵνα καταθέσωσι τὰς ζητηθείσας τότε πληροφορίας.
§107Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ζήτημα τῶν σιδηροδρόμων, πολὺ δὲ πλειότερον τῶν Θεσσαλικῶν, εἶχον μελετήσει καὶ ἐγὼ εἰς τὸν νόμον τῆς 22 Ἰουνίου 1882, ἐν ᾧ δὲν εὗρον μὲν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἑταιρίας περὶ τῆς διατηρήσεως δύο ἁμαξοστοιχιῶν, ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ ὑπάρχει ῥήτρα, καθ’ ἣν μετὰ 15 ἔτη τὸ Δημόσιον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ γείνῃ κύριον τῶν σιδηροδρόμων τούτων. Ἐπειδὴ δὲ οἱ σιδηρόδρομοι τῆς Θεσσαλίας ἀποτελοῦσι τὴν κλεῖδα πάσης στρατιωτικῆς ἐνεργείας, θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα μελετήσῃ ἐπισταμένως τὸ ζήτημα τοῦτο, καταθέσῃ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ἰσολογισμοὺς τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων τούτων τῆς τελευταίας ἑπταετίας, ἵνα γνωσθῇ, ἐὰν ὑπάρχωσι ζημίαι, ἢ ἐὰν ἄνευ οὐδενὸς λόγου καὶ ἄνευ συμφέροντος ἡ ἑταιρία διέκοψε τὴν μίαν ἁμαξοστοιχίαν, πρὸς βλάβην τῶν κατοίκων ὁλοκλήρου τῆς Θεσσαλίας καὶ ἰδίως τῆς πόλεως τοῦ Βόλου, ὁ ὁποῖος εἶναι, δύναμαι νὰ εἴπω, ὁ ὀφθαλμὸς τῆς Θεσσαλίας, ὁ ἀστὴρ τῆς Θεσσαλίας, ὡς ἡ Σμύρνη εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, καὶ ἡ Θεσσαλονίκη ὁ τῆς Μακεδονίας.
§108ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπειδὴ ἔχω ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, νὰ καταθέσῃ τοὺς ἰσολογισμοὺς τῆς ἑταιρίας, ἵνα ἀποδειχθῇ κατὰ πόσον ὠφέλησε τὸν τόπον καὶ κατὰ πόσον ὠφέλησεν ἰδίως τὴν πόλιν τοῦ Βόλου ἡ ἑταιρία αὕτη τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων. Νομίζω δέ, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ παραπονεθῇ κατὰ τῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία ἐκτελεῖ ἀπαρεγκλίτως τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως.
§109Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν εἶπόν τι κατὰ τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων, ἀπ’ ἐναντίας εἶπον, ὅτι αὕτη ὠφέλησε μεγάλως καὶ τὴν πόλιν τοῦ Βόλου καὶ τὴν Θεσσαλίαν ὁλόκληρον, ἰδίως δὲ τὰ μεσόγεια αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις τῶν ἁμαξοστοιχιῶν ἠδίκησε τὴν πόλιν τοῦ Βόλου, διότι οὕτως ἐξαναγκάζονται οἱ ποθοῦντες νὰ εἰσέλθωσιν εἰς Θεσσαλίαν, νὰ περιμένωσιν ἐπὶ 24 ὅλας ὥρας ἔν τινι σταθμῷ πόλεως ἢ χωρίου, ἐνῷ ἐντὸς 2 ἢ 3 ὡρῶν περατοῦντες τὰς ἐργασίας των, δύνανται ν’ ἀναχωρήσωσιν αὐθημερόν. Φαίνεται ὅτι αἱ δυσκολίαι τῆς συγκοινωνίας εὐχαριστοῦσι τὸν κ. συνάδελφον.
§110ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ λάβω τὸν λόγον καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§111ΔΑΓΡΕΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησα τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου ͵ΒΜΕʹ τοῦ ἔτους 1892 περὶ ἐλέγχου τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος, ὡς πρὸς τὴν διάταξιν αὐτοῦ, τὴν ἀπαγορεύουσαν τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος ἐξ ὅλων τῶν λιμένων τοῦ Κράτους πρὸ τῆς 15 Αὐγούστου. Ἐζήτησα δὲ νὰ καταργηθῇ ἡ διάταξις αὕτη ὡς πρὸς τὰς ἐπαρχίας Καλαμῶν, Τριφυλίας καὶ Ὀλυμπίας. Ἀλλὰ δυστυχῶς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἕνεκα σπουδαιοτέρων ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δὲν ὑπῆρχεν ὁ ὑλικὸς καιρὸς πρὸς συζήτησιν τῆς προτάσεώς μου ἐκείνης. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ συστήσῃ τὴν ἀνατύπωσιν τῆς προτάσεώς μου ἐκείνης καὶ ἀναγράψῃ αὐτὴν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς, φρονῶν ὅτι οὐδόλως ὑπολείπεται τῶν ψηφισθέντων ὑπὲρ τῆς σταφίδος νόμων, διότι δι’ αὐτῆς ἀναντιῤῥήτως θέλει προληφθῆ ἡ ἀθρόα προσφορὰ τοῦ προϊόντος, ἐξ ἧς προέρχεται ἡ ὑποτίμησις τῆς σταφίδος. Φρονῶ δὲ, ὅτι καὶ οἱ συνεπαρχιῶταί μου μεγάλως θέλουσι καμφθῆ ἐν τῇ περὶ τῆς παρακρατήσεως γνώμῃ αὑτῶν, διότι μέχρι σήμερον ἐπιμένουσι νὰ ἦναι ἀντιπαρακρατητικοί.
§112ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ καὶ ἄλλοτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου ἐκείνου εἶπον, ὅτι ἡμεῖς οἱ Μεσσήνιοι εἴμεθα μεσημβρινώτεροι τῶν ἄλλων σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, πλησιάζοντες τὴν Ἀφρικὴν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ ὡρίμανσις τοῦ σταφιδοκάρπου τῶν μερῶν ἡμῶν ἄρχεται δέκα ἡμέρας πρὸ τῆς τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Διὰ τοῦτο δὲ ἐζήτησα, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς ἡμᾶς τοὺς Μεσσηνίους ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ σταφιδοκάρπου 8 τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ φωνή μου δὲν εἰσηκούσθη, καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐψηφίσθη, ἀπαγορεύσας ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς ἡ φύσις. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ παρακαλῶ, ὅπως γείνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ προτεινομένη τροποποίησις, ἡ ὁποία ὑπαγορεύεται ὑπ’ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, διότι ἄλλως ὁ νόμος εἶναι πολὺ ἄδικος δι’ ἡμᾶς τοὺς Μεσσηνίους.
§113ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος ζητήσῃ παρὰ τῆς Σχολῆς τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν, ἐμφαίνουσαν, πόσοι ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἤρξατο ἡ λειτουργία τοῦ ἐνταῦθα Πρακτικοῦ Λυκείου ἀπόφοιτοι αὐτοῦ, ὑποστάντες τὴν εἰσιτήριον ἐξέτασιν, ἐγένοντο δεκτοὶ ἐν αὐτῇ, καὶ πόσοι ἀπεῤῥίφθησαν, πόσοι δὲ ἐξ ἄλλων Γυμνασίων, ὑποστάντες τὴν αὐτὴν ἐξέτασιν, ἐπίσης ἐγένοντο δεκτοὶ ἢ ἀπεῤῥίφθησαν. Παρομοίαν κατάστασιν θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Διοικήσεως τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων, καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν Ναυτικῶν Δοκίμων, καὶ καταθέσωσι ταύτας εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκ τῶν καταστάσεων τούτων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἔννοιάν τινα περὶ τῶν καρπῶν, τοὺς ὁποίους ἀπέφερε τὸ πρῶτον ἐν Ἑλλάδι συσταθὲν Πρακτικὸν Λύκειον, ἐντεῦθεν δὲ θὰ ἐκρίνομεν κατὰ πόσον συμφέρει νὰ ἱδρύσωμεν καὶ ἄλλα Πρακτικὰ Λύκεια, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε πρό τινων ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς, πρὸς οὕς ἀπευθύνω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ὅπως ἐπισπεύσωσι τὴν ζήτησιν καὶ ὑποβολὴν τῶν τοιούτων καταστάσεων εἰς τὴν Βουλήν, εἰ δυνατόν, πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ὅτι ὄχι μόνον δι’ ἐμὲ, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἄλλους Βουλευτὰς θὰ ἐχρησίμευε πρὸς ὁδηγίαν ἡ τοιαύτη γνῶσις.
§114Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διατυπώσατε ἐγγράφως τὴν αἴτησίν σας.
§115ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι δυνατὸν εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ νὰ σημειωθῇ. Ζητῶ κατάστασιν ἐμφαίνουσαν, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἀπέφερε τοὺς καρπούς του τὸ Πρακτικὸν Λύκειον, πόσοι ἐκ τῶν μαθητῶν του εἶναι οἱ ὑποστάντες ἐξετάσεις εἰσιτηρίους διὰ τὴν Σχολὴν τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν, διὰ τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων καὶ τὴν Σχολὴν τῶν Ναυτικῶν Δοκίμων, πόσοι οἱ ἀποῤῥιφθέντες, καὶ πόσοι οἱ γενόμενοι δεκτοὶ ἐξ αὐτῶν, ἐν σχέσει πρὸς τοὺς προερχομένους ἐξ ἄλλων Γυμνασίων.
§116ΡΑΖΕΛΟΣ. Καταθέτω ἔγγραφον πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸν ἐπερώτησιν, διὰ τῆς ὁποίας τὸν παρακαλῶ νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν διαφόρους πληροφορίας, αἵτινες θέλουσι χρηπιμεύσει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς. Ἡ ἐπερώτησις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: αʹ) Εἰς τί ποσὸν ἀνέρχεται κατ’ ἔτος τὸ ἐπιμίσθιον ἀνακατατάξεως τῶν ἐνωμοταρχῶν τῆς χωροφυλακῆς. βʹ) Πόσοι ὑπαξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς καὶ χωροφύλακες ἀπασχολοῦνται εἰς τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους; καὶ γʹ) Πόσοι ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, ὑπαξιωματικοὶ καὶ χωροφύλακες εἶναι ἀπεσπασμένοι εἰς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν.»
§117ΜΑΝΕΣΗΣ. Ταὐτοχρόνως παρακαλῶ νὰ διανεμηθῇ καὶ ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπαραίτητος πρὸς κατανόησιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ, εἰ δυνατόν, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς καὶ πάντα τὰ ἄλλα, τὰ ἀνακοινωθέντα, νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως τὰ μελετήσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, διότι τὸ τοιοῦτον θὰ προλειάνῃ τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζήτησίν των.
§118ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἵνα μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν, ὑποβάλλω δύο ἐγγράφους ἐπερωτήσεις πρὸς τοὺς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν κ. κ. Ὑπουργοὺς, ἀφορώσας εἰς προσαγωγὴν ἐγγράφων, τὰς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς ἄρτι ἐνεργηθείσης δημοπρασίας διὰ τὴν προμήθειαν σπόγγου πρὸς χρῆσιν τοῦ Ναυστάθμου.» «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀκολούθους καταστάσεις. 1) Ἀριθμητικὴν κατάστασιν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ τῆς 1 Φεβρουαρίου 1896, καθ’ ὅπλον, σῶμα καὶ βαθμόν. 2) Κατάστασιν τῶν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου π. ἔ. καταταχθέντων κληρωτῶν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1895. 3) Κατάστασιν τῶν καταταχθέντων μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1894 κληρωτῶν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1894 καὶ τῶν καταταχθέντων μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου τοῦ 1895.»
§119ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια παρὰ τοῦ Προεδρείου, ὅπως διανέμηται ἐγκαίρως ἡ ἡμερησία διάταξις, διότι σήμερον ἐγὼ τουλάχιστον ἔλαβον αὐτὴν περὶ τὴν 2 ὥραν μ. μ. καὶ δὲν εἶχον καιρὸν, ὄχι νὰ ἀναγνώσω, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ ταξινομήσω κἂν τὰ ἐν αὐτῇ ἀναφερόμενα νομοσχέδια. Νομίζω ὅτι ἡ διανομὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως πρέπει νὰ γίνηται περὶ τὴν 10ην ὥραν π. μ.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον θέλει φροντίσει, ὅπως διανέμηται ἐγκαίρως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως παρατηρῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τυγχάνουσι προτεταγμέναι δύο προτάσεις, ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Καλαβρύτων κ. Βουλευτὴς, Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, προέβαλε περὶ μετατροπῆς τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ ἐκ Βόλου κ. Βουλευτὴς μετ’ ἄλλων συναδέλφων, ὡσαύτως περὶ μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ. Προχθὲς ἐγένετο λόγος περὶ τῆς τάξεως τῆς συζητήσεως τῶν προτάσεων τούτων, καὶ ἐλέχθη εὐλόγως, ὅτι θέλει συζητηθῆ ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐπίσης δὲ θέλει συζητηθῆ καὶ ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῶν ἄλλων Βουλευτῶν, ἡ ὁποία, ἐὰν ἦναι ἐπὶ τῶν αὐτῶν μερῶν, θέλει χρησιμεύσει ὡς τροπολογία τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων ὑποβληθείσης προτάσεως· ἐπειδὴ ὅμως συμβαίνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἦναι ἀσθενὴς, κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν ἀμφοτέρων τῶν προτάσεων, ἕως οὗ ἀναλάβῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς· δυνάμεθα ὅμως νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν νομοσχεδίων τινῶν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, διότι ταῦτα κανονίζουσι τὰ ἔσοδα, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων, ἐὰν δὲ βραδύνῃ ἡ ἐπιψήφισις αὐτῶν, βεβαίως θέλομεν ἔχει ἀνωμαλίας κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐσόδων, τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ εἰς τοῦτο;
§123ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα λοιπὸν εἰς τὸ τρίτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μειώσεως τοῦ πληρωτέου τόκου ἐπὶ τῶν χρηματικῶν ἐγγυήσεων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου τοῦ 1887).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 15, 30, 43 καὶ 53 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου ᾼΧΚΕʹ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς ἔχουσι).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§127ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ δώσῃ μίαν πληροφορίαν. Ἐν ᾗ περιπτώσει γίνεται μὲν ἡ συνομολόγησις εἰς χρυσὸν, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει πρόχειρος χρυσὸς, οἱ συνομολογοῦντες δύνανται νὰ ἀναπληρώσωσι τὸ ποσὸν διὰ καταβολῆς χαρτονομίσματος ἰσοτίμου τῆς ἀγοραίας ἀξίας τοῦ χρυσοῦ;
§128Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως· ἢ κατὰ τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τοῦ χρυσοῦ τῆς ἡμέρας ἐκείνης.
§129ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὡς ὅμως διατυποῦται τὸ ἄρθρον, ἀποκλείεται καθ’ ὁλοκληρίαν τοῦτο, διότι καθιεροῦται ἡ εἰς εἶδος καταβολή. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ διασκευή τις τοῦ ἄρθρου.
§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ἦναι ἀνέφικτος ἡ εἰς εἶδος καταβολὴ, βεβαίως θέλει γίνεσθαι εἰς τὸ ἰσότιμον τοῦ εἴδους. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν δυνάμεθα νὰ τὸ διασκευάσωμεν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς αʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§131Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, αὔριον νὰ μὴ ἦναι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὰ δύο αὐτὰ νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου. Ὁ λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς. Ἡμεῖς εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ προετάσσετο ἡ συζήτησις τῶν προτάσεων περὶ μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴχομεν μελετήσει ὅλα τὰ νομοσχέδια, εἶναι δὲ ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξωσι παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν δύο τούτων νομοσχεδίων, δυνάμεναι νὰ θεραπεύσωσιν ἀνάγκην τινά.
§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον τὰ δύο νομοσχέδια, τὰ ἐπιφέροντα μεταβολὴν εἰς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου, δὲν θέλουσι περιληφθῆ, θέλουσιν ὅμως ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς μεθαύριον. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια «περὶ μεταῤῥυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου τοῦ 1892 περὶ τελωνειακοῦ ὀργανισμοῦ» καὶ «περὶ ἀνανεώσεως ἢ πληρωμῆς τῶν μέχρι τέλους τοῦ 1876 ὀφειλομένων ἐσόδων»).
§133ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 8 καὶ 9 ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδια νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῶσι.
§134ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8 δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, καὶ δύναται νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ;
§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνεται δεκτὴ κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἡ πρότασις νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ͵ΒΤΘʹ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου»).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μοναδικὸν (ἀναγινώσκεται).
§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ποιοῦμαι μίαν παρατήρησιν, ὅτι περιλαμβάνει δύο κεχωρισμένα ἀντικείμενα, πρῶτον τὰ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἐσοδείας τοῦ π. ἔτους 1895, καὶ δεύτερον τὰ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἐσοδείας τῶν ἑπομένων ἐτῶν. Ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ προτείναντος τὸ νομοσχέδιον ἦτο νὰ ζητήσῃ, ἵνα καταργηθῇ τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἐκδοθεὶς κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1895 νόμος παρέσχεν εἰς τοὺς παραγωγοὺς τῆς σταφίδος, νὰ δίδωσι τὸν φόρον εἴτε εἰς εἶδος εἴτε εἰς χρήματα, ὑπολογισθείσης τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος κατὰ χιλιάδα εἰς δραχμὰς ἐννενήκοντα. Τοῦτο ἰδίως προὐτίθετο ἡ πρότασις, διότι παρεστάθη ἐν ταῖς σταφιδοφόροις ἐπαρχίαις, ὅτι, ἐὰν ἤθελεν ἀφαιρεθῆ τὸ δικαίωμα ἀπὸ τοὺς παραγωγοὺς νὰ καταβάλλωσι τὸν φόρον εἰς χρήματα, καὶ ἐὰν ἐδηλοῦτο, ὅτι θέλει καταβληθῆ ὁ φόρος εἰς εἶδος, θέλει ἐνισχυθῆ κατά τι ἡ ζήτησις τοῦ ὑπολοίπου τῆς ἐσοδείας τοῦ 1895. Ἐπὶ τούτου βεβαίως θέλει ἀποφασίσει ἡ Βουλή· συνιστῶ ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ συγχίσῃ τὴν πρότασιν ταύτην μὲ τὴν ἄλλην πρότασιν, ἡ ὁποία ἀνάγεται εἰς τὴν μέριμναν, τὴν ὁποίαν θέλει λάβει ἡ Βουλή περὶ τῆς ἐσοδείας εἴτε τοῦ 1896, εἴτε τῶν ἑπομένων ἐτῶν. Ἡ μέριμνα αὕτη νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἀκεραία ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ νὰ συζητήσῃ ἐν καιρῷ ἡ Βουλὴ μετὰ πάσης εὐρύτητος, νὰ μὴ ἀναμίξητε δὲ ταύτην μετὰ τῆς προνοίας, τὴν ὁποίαν λαμβάνετε περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἐσοδείας τοῦ 1895. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι αἱ δύο περίοδοι «Ἀπὸ δὲ τῆς ἐσοδείας τοῦ ἔτους 1896» κτλ. μέχρι τέλους τῆς πρώτης παραγράφου, ἤτοι μέχρι τοῦ «καὶ μέχρι 15%», πρέπει νὰ διαγραφῶσι, νὰ ἐπιφυλαχθῇ δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ὁ προτείνας τὸ νομοσχέδιον, νὰ ὑποβάλῃ οἱασδήποτε ἔχει ἰδέας προσεχῶς εἰς κεχωρισμένην πρότασιν. (Οὕτω τροποποιηθὲν τὸ ἄρθρον, γίνεται δεκτὸν, ὡς καὶ τὸ σύνολον τῆς προτάσεως νόμου εἰς αʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, τὰ νομοσχέδια: Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 32 καὶ τοῦ ἄρθρου 363 καὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων. Περὶ παρατάσεως μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1896 τῆς πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου προθεσμίας. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δρ. 369,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δρ. 220,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δρ. 120,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δρ. 24,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 196 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Περὶ τῶν ἐν τοῖς ταμείοις καὶ τοῖς τελωνείοις τοῦ Κράτους τακτοποιητέων πληρωμῶν. Περὶ τακτοποιήσεως τῶν παγίων προκαταβολῶν τῶν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν Ὑπουργείων.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ᾼΦϞϚʹ τοῦ 1887.
§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου, ἀντὶ ᾼΦϞϚʹ, εἰς τὸ ἀκριβὲς ᾼΥϞϚʹ. (Μετὰ τὴν διόρθωσιν ταύτην γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν).
§141ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τῶν ἑπομένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίων πρέπει νὰ γείνῃ ἀναβολὴ δι’ αὔριον.
§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις Ὥρα 8 μ. μ.