1896.02.02
960 στίχοι · 7.772 λέξεις · 47 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9
Τῆς 2 Φεβρουαρίου 1896.
(Παρασκευή).
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολῖται Ἄρτης ποιοῦνται παραστάσεις εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Παρακαλῶ τὰ μέλη τῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξετάσωσι τὰ νομοσχέδια τὰ σχετικὰ πρὸς τὰς μεταῤῥυθμίσεις ἐν Θεσσαλίᾳ, νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ συνέλθωσι σήμερον, μετὰ τὴν συνεδρίασιν, ὅπως ἐκλέξωσι τοὺς προέδρους καὶ γραμματεῖς αὐτῶν. Ἐὰν ὅμως θεωρῆται καλλίτερον νὰ μὴ συνέλθωσι σήμερον, παρακαλῶ νὰ συνέλθωσιν αὔριον, τὴν 10ην ὥραν π. μ. Πρὸς τοῦτο δὲ θὰ εἰδοποιήσω καὶ κατ’ ἰδίαν τὰ μέλη.
§2ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καλλίτερον εἶναι αὔριον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Αὔριον λοιπὸν τὴν 10 ὥραν π. μ. Θὰ εἰδοποιηθῶσι καὶ ἐγγράφως.
§4ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχουσι τηλεγραφήματα ἀπευθυνόμενα καὶ πρὸς τὸ Προεδρεῖον. Δὲν ἐλάβετε γνῶσιν;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίνος; παρακαλῶ.
§6ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἓν τηλεγράφημα τοῦ κ. Καρτάλη ἐκ Καρδίτσης. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ ἀνακοινώσητε.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Δὲν τὸ ἀνεκοίνωσα, διότι ταύτῃ τῇ στιγμῇ τὸ ἔλαβον, καὶ δὲν ἐπρόφθασα νὰ τὸ ἀναγνώσω. Ὁ Ἀριστείδης Καρτάλης ἐκ Καρδίτσης παραπονεῖται, ὅτι ὁ ἀστυνόμος Καλλιφωνίου, συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ νομάρχου Τρικκάλων, ἀπαγορεύει αὐτῷ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων του.
§8ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ ἀναλόγου ζητήματος ἀπεστάλη πρὸ 2–3 ἡμερῶν εἰς πολλοὺς ἄλλους συναδέλφους καὶ εἰς ἐμὲ τηλεγράφημα. Θὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διαβιβάσῃ τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, μὲ τὴν παράκλησιν, ὅπως εὐαρεστηθῶσι νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, κατὰ πόσον ἔλαβον χώραν αὐταὶ αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι καταγγέλλονται. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, ἐὰν ἦναι ἀληθῆ τὰ παράπονα τοῦ κ. Καρτάλη, βεβαίως ἐξῆλθον τῆς δικαιοδοσίας των καὶ ὁ κ. νομάρχης καὶ ὁ κ. εἰσαγγελεύς, καὶ πρέπει νὰ τοὺς ἐπαναφέρωσιν οἱ κ. Ὑπουργοὶ εἰς τὴν ἁρμοδιότητά των.
§9Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη πρὸ μικροῦ, ἀπηυθύνθη καὶ πρὸς τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν καὶ πρὸς ἐμέ. Ὀφείλω νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις, οὐχὶ μόνον διότι ὁ τηλεγραφῶν εἶναι συμπολίτης μου, ἀλλὰ καὶ διότι συμπίπτει νὰ ἦναι καὶ πολιτικός μου ἀντίπαλος. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ υἱοθετήσω τὰ τηλεγραφούμενα, ἀλλ’ ἂν πραγματικῶς ὁ κ. νομάρχης Τρικκάλων ἐξέδωκε τρόπον τινὰ δικαστικὰς ἀποφάσεις, βεβαίως ἐξῆλθε τῆς διοικητικῆς του τροχιᾶς, καὶ ὀφείλει νὰ ἐπανέλθῃ εἰς αὐτήν. Προσθέτω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ τῆς Δικαιοσύνης δώσωσι τὰς πληροφορίας, μετὰ τὰς ὁποίας ἐπιφυλάσσομαι, ἂν ἴδω ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη, νὰ προσθέσω ἄλλο τι. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ τηλεγράφημα λέγει, εἶναι ὅτι, ἐνῷ ἔχει μακρὸν δικαστικὸν ἀγῶνα μετά τινος Ὀθωμανίδος, καὶ ἐνῷ αὐτὸς πάντοτε ἐπέσπευδεν, ἀπεστάλη μία διαταγὴ ἀπὸ τὸν νομάρχην, ἡ ὁποία τοῦ ἀπαγορεύει πᾶσαν καλλιέργειαν καὶ πᾶσαν κίνησιν τρόπον τινὰ ἐντὸς τῆς ἰδιοκτησίας του. Τηλεγράφημα ὅμοιον ἔχετε, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ παρουσιάσω τὸ ἰδικόν μου. Μετ’ ἄλλων τριῶν συναδέλφων ἔχομεν παρασκευάσει νομοσχέδιον περὶ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Εὐτυχῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέλαβε τὴν ἐργασίαν μας καὶ ὑπέβαλε νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν συμπίπτει καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὴν ἰδικήν μας, νομίζομεν ὅτι ἡ ἐργασία ἡ ἡμετέρα δύναται νὰ ὑποβληθῇ ὡς τροπολογία. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ εὑρυνθῇ τὸ εὐεργετικὸν ἀποτέλεσμα τῆς προτάσεως. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἀναπτύξω τὴν τροπολογίαν, διότι ἐλπίζω ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις, καὶ τότε θὰ ἀναπτύξω αὐτήν. Ἤδη ὅμως, ὅτε κατηνέχθη τὸ πρῶτον κτύπημα κατὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου τῆς προσωπικῆς κρατήσεως δι’ ὑπουργικῆς χειρὸς,—ἔστω καὶ μετά τινος δειλίας — δὲν θὰ ἦναι ἄσκοπον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ ὑπὸ βουλευτικῶν χειρῶν ἄλλοτε εἶχον γείνῃ ὅμοια κτυπήματα, διότι εἶχον ὑποβληθῇ τοιαῦται προτάσεις. Ὁ πρῶτος ἦτο ὁ κατὰ τὴν ἑβδόμην Βουλευτικὴν περίοδον ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν μακαρίτης Ρόκος Χοϊδᾶς. Ἴσως τότε, ὅτε ὁ Ρόκος Χοϊδᾶς ὑπέβαλε τὴν πρότασιν, ἐθεωρήθη κἄτι τι ἔκτροπον. Ἀκολούθως ἐπανελήφθη ἡ αὐτὴ πρότασις, ἄλλοτε μὲν ῥιζική, ἄλλοτε δὲ μερική, καὶ ὑπ’ ἐμοῦ, ὑπογραψάντων καὶ ἄλλων συναδέλφων, κατὰ τὸ 1883, τοῦ ἐκ Χαλκίδος κ. Φλογαΐτου, τοῦ κ. Σολιώτου, τοῦ κ. Παλαμήδου, βραδύτερον πάλιν ὑπ’ ἐμοῦ, συνυπογράψαντος καὶ τοῦ μακαρίτου Χοϊδᾶ, καὶ κατὰ τὰ ἔτη δὲ 1882 καὶ 1885 ὑπ’ ἐμοῦ πρότασις περὶ μερικῆς καταργήσεως, κατὰ τὸ ἔτος 1887 ὑπὸ τοῦ ἐκ Μεσσηνίας βουλευτοῦ κ. Τζάνε, καὶ τελευταῖον κατὰ τὸ 1891 πάλιν ὑπ’ ἐμοῦ. Νομίζω καλὸν, ἐπειδὴ ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ συστήσῃ τὴν ἀποστολὴν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπουργικοῦ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἀποσταλῇ καὶ ἡ τροπολογία, ἵνα ἡ ἐπιτροπὴ ἀποφανθῇ καὶ ἐπ’ αὐτῆς. Ἡ πρότασις ὑποβάλλεται ὑπὸ τοῦ κ. Μαστραπᾶ, βουλευτοῦ Δωρίδος, ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς βουλευτοῦ Κ. Παπαμιχαλοπούλου, ὑπὸ τοῦ κ. Ραζέλου, βουλευτοῦ Οἰτύλου, καὶ ἐμοῦ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 59). Ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§11ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐμφορεῖται ὑπὸ τῶν ἀγαθωτέρων διαθέσεων ὑπὲρ τῆς προστασίας τοῦ πολυτίμου προϊόντος τῆς σταφίδος, τοῦτο, πιστεύω, δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ παρ’ οὐδενός. Ἐναργὴς ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι, καὶ ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἅπαντες οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν εἴχομεν ἀπελπισθῆ, κατόπιν τῆς ἀποῤῥίψεως διαφόρων νομοσχεδίων, προταθέντων παρ’ ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι θὰ ἀπηρχόμεθα εἰς τὰς ἐπαρχίας μας, χωρὶς νὰ ἔχῃ ληφθῆ κανὲν μέτρον νομοθετικὸν ὑπὲρ τῆς ἀνακουφίσεως τῶν ἀναξιοπαθούντων συμπολιτῶν μας, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνελθὼν αἴφνης τὸ βῆμα, ὑπέβαλε τὸ γνωστὸν νομοσχέδιον περὶ τῆς φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου, τὸ ὁποῖον ψηφισθὲν κατεστάθη νόμος τοῦ Κράτους. Καὶ ἤδη, κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, μεταξὺ τῶν διαφόρων ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, δὲν ἐλησμόνησε καὶ τὴν τύχην τοῦ πολυτίμου τούτου προϊόντος, καὶ ὑπέβαλε τὰ δύο νομοσχέδια, τὸ νομοσχέδιον περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν, καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἐνεχύρου. Δυστυχῶς ὅμως ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον νόμος περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου δὲν ἐπέφερε λίαν εὐάρεστα ἀποτελέσματα, καὶ οὕτως ἡ ἀγαθὴ προαίρεσις τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐματαιώθη κατὰ τὸ πλεῖστον, ἕνεκα τῆς τροποποιήσεως τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁρίζοντος τὴν φορολογίαν οὐχὶ μόνον εἰς εἶδος, ὡς ἀνέγραφε τὸ νομοσχέδιόν του, ἀλλὰ καὶ εἰς χρήματα. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τῆς ἐπιζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου ποῖος ἦτο; ὁ καθορισμὸς τῆς ἐξακτέας ποσότητος, συμφώνως πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως, ὅτε, ἐξισουμένης κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον τῆς προσφορᾶς πρὸς τὴν ζήτησιν, αἱ τιμαὶ τοῦ σταφιδοκάρπου ἤθελον ἱκανοποιήσει τοὺς σταφιδοπαραγωγούς. Ἀλλὰ ἡ καταβολὴ τῆς φορολογίας εἰς χρήματα κατέστρεψε τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου τούτου, καὶ μετεβλήθη εἰς ἀληθῆ πρόσθετον φορολογίαν· διὰ τοῦτο κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 2, προβλέποντες τὸ τοιοῦτον καὶ ἐγὼ καὶ πλεῖστοι τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, κατεψηφίσαμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ ἐκηρύξαμεν ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τῆς τροπολογίας ταύτης ἐψηφίσθη ἡ κηδεία τῆς παρακρατήσεως. Τῶν τιμῶν τοῦ σταφιδοκάρπου ἀνελθουσῶν ὀλίγον ἄνω τῶν 90 δραχμῶν, καὶ εἰς τιμὰς μὴ ἱκανοποιούσας τοὺς σταφιδοπαραγωγούς, ὁ ἐξάγων δὲν καταβάλλει πλέον τὴν φορολογίαν του εἰς εἶδος, ἀλλ’ εἰς χρήματα, τὸ δὲ Δημόσιον, κατὰ τὸν νόμον, μὴ εὑρίσκον νὰ ἀγοράσῃ καρπὸν πρὸς 90 δραχμὰς, ἀφίνει τὸ χρῆμα ἀδιάθετον, καὶ οὕτως ἡ παραγωγὴ ὁλόκληρος ῥίπτεται εἰς τὴν κατανάλωσιν, καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ αὐτὸ ἐλεεινὸν καὶ καταστρεπτικὸν σημεῖον. Οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἵτινες ἐπρότειναν καὶ ἐπέτυχον τὴν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 2, πιστεύω, ὅτι θὰ μετεμελήθησαν, ἂν καὶ ὁ εἷς ἐκ τῶν δύο, πολέμιος ἀνέκαθεν καὶ τοῦ φόρου τούτου καὶ παντὸς ἑτέρου, ἐμπεριέχοντος τὴν παρακράτησιν, προσεπάθησε, φαίνεται, διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης νὰ ματαιώσῃ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθετήματος, ὁ δὲ ἕτερος ἦτο μὲν θιασώτης, ὅπως καὶ ἡμεῖς, τῆς παρακρατήσεως, φόβῳ ὅμως — καὶ δὲν τὸν ἀδικῶ — μὴ ἀποτύχῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὑπεχώρησε, καὶ δοὺς τὴν χεῖρα πρὸς τὸν ἀντίπαλον ἡμῶν, ἀπὸ κοινοῦ μετ’ αὐτοῦ ἐπρότεινε τὴν τροπολογίαν ταύτην. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ἐπανορθώσωμεν τὸ σφάλμα, τὸ ὁποῖον διεπράξαμεν, τροποποιοῦντες τὸ 2 ἄρθρον τοῦ νόμου τούτου καὶ ψηφίζοντες αὐτό, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀρχικῶς ἐπρότεινεν εἰς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιόν του, ἤτοι περιοριζόμενοι εἰς τὴν φορολογίαν κατ’ εἶδος μόνον· οὕτω δὲ ὁ νόμος οὗτος θέλει κατασταθῆ πράγματι νόμος εὐεργετικός. Δυστυχῶς ὅμως, ὅτε ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον τοῦτον, ἐψηφίσαμεν αὐτὸν δι’ ἓν καὶ μόνον ἔτος, ὡς νόμον δοκιμαστικόν· ἡ χρῆσις αὐτοῦ συνεπῶς λήγει τὸν προσεχῆ Αὔγουστον. Ἀλλὰ τὸ μικρὸν τοῦτο χρονικὸν διάστημα δὲν εἶναι ἐπαρκές, ὅπως βελτιώσῃ τὴν τύχην τῶν παραγωγῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐν Πάτραις «Ἕνωσις τῶν σταφιδοκτημόνων», μετὰ μακρὰν μελέτην καὶ συζήτησιν πρὸς τοὺς ἐν Πάτραις εὑρισκομένους ἀξιοτίμους συναδέλφους, κατήρτισεν ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦ ὑπομνήματος τούτου ἐκτὸς ἄλλων ζητεῖ, μέ τινας τροποποιήσεις, καὶ τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἐπὶ δέκα ἔτη. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ συμπολίτης μου κ. Ἀντωνόπουλος ὑπέβαλε πρότασιν νόμου, δι’ ἧς τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου, καὶ συμφώνως τῇ εὐχῇ τῆς «Ἑνώσεως τῶν σταφιδοκτημόνων» προτείνεται ἡ ἐπὶ 5 ἔτη παράτασις τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου. Θὰ παρακαλέσω καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῶσιν, ὅπως ἐγγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου, καὶ προταχθῇ ἡ συζήτησις αὐτῆς πάσης ἄλλης συζητήσεως. Κύριοι συνάδελφοι, οἱ σταφιδοκτήμονες τῆς ἐπαρχίας μου, καθὼς καὶ οἱ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, στενάζουσιν ὑπὸ τὴν μάστιγα τῆς πενίας καὶ τοῦ μαρασμοῦ, καὶ αἰτιῶνται, δικαίως ἢ ἀδίκως, ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων των, διότι, εἰς μικροῦ λόγου ἄξια τυρβάζοντες, μένομεν ἀνάλγητοι καὶ ἀδιάφοροι εἰς τὰς δυστυχίας αὐτῶν. Ὅσον ἡ ἀνάγνωσις αὕτη ἐν ταῖς ἐγχωρίαις ἐφημερίσι μὲ ἐλύπησε, τοσοῦτον ἤγειρε καὶ τὴν δικαίαν ἀγανάκτησίν μου, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διαμαρτύρομαι ἐναντίον τῶν ἀδίκων τούτων αἰτιάσεων, διότι ποτὲ ὁ ἀντιπρόσωπος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μένῃ ἀνάλγητος καὶ ἀδιάφορος εἰς τὰς δυστυχίας τῶν συμπολιτῶν του· διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἔστω καὶ τοιοῦτος, δὲν εἶναι γνήσιος, ἀλλὰ νόθος ἀντιπρόσωπος τοῦ τόπου του. Ἐκτὸς τῆς τάξεως τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τάξις, ἐξ ἴσου πάσχουσα μετὰ τῆς πρώτης, καὶ αὕτη εἶναι ἡ τάξις τῶν οἰνοπαραγωγῶν. Ὁ φόρος τοῦ οἴνου, πάντες γνωρίζετε, ὅτι εἶναι ἄνισος καὶ ἄδικος, καὶ ὡς ἐκ τῆς βεβαιώσεως αὐτοῦ καταθλιπτικός, ἕνεκα τῆς αἰσχροκερδείας τῶν τεράτων ἐκείνων, οἵτινες ὀνομάζονται ἐνοικιασταί. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἐξιστορήσω πάνθ’ ὅσα ὑποφέρουσιν ἐκ τούτων οἱ οἰνοπαραγωγοί, διότι οἱ πλεῖστοι ὑμῶν τὸ γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ. Κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμεῖς, ἀναγνωρίζοντες τὸ ἄνισον, ἄδικον καὶ καταθλιπτικὸν τοῦ φόρου τούτου, ἀνεγράψαμεν εἰς τὸ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς πρόγραμμά μας τὴν μεταβολὴν τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον δὲν ἐλησμόνησε ποσῶς τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην, ἀλλὰ μὴ σχὼν τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν πρὸς μελέτην τῆς καταλλήλου μεταβολῆς τῆς φορολογίας ταύτης, ἀνέβαλε τὸ τοιοῦτον διὰ τὴν σύνοδον ταύτην, πεπεισμένος ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο αἱ διαπραγματεύσεις τοῦ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν ἤθελον φθάσει εἰς αἴσιον πέρας· δυστυχῶς ὅμως, τὸ τοιοῦτον δὲν ἐγένετο, καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν ἤδη τοῦ προϋπολογισμοῦ, μὴ λησμονήσας καὶ πάλιν τὴν ἄδικον ταύτην φορολογίαν, εἶπε τὰ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ εἰσηγητηρίου λόγου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἀφορῶν τὸν φόρον τοῦ οἴνου καὶ τῶν ἀροτριώτων ζώων μέρος). Ἀλλ’ ὑπεσχέθη ὅτι μετὰ τὸ πέρας τοῦ συμβιβασμοῦ, εἴτε αὐτὸς, εἴτε ἄλλος διάδοχος αὐτοῦ, θὰ ἐπιφέρῃ τὰς δεούσας μεταβολάς. Ἄς ἐλπίσωμεν λοιπὸν, ὅτι ταχέως ὁ συμβιβασμὸς θέλει λάβει πέρας, καὶ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συνεπὴς ταῖς ὑποσχέσεσιν αὐτοῦ, θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν ἔκτακτον τοῦ ἔτους τούτου σύνοδον τὴν μεταβολὴν τοῦ ἀδίκου φορολογικοῦ τούτου νόμου.
§12ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Δυνατὸν νὰ μὴ τελειώσῃ ποτὲ ὁ συμβιβασμός.
§13ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Διότι, καὶ ἂν οἱ δανεισταὶ δὲν θελήσωσι νὰ δεχθῶσι τὰς δικαίας προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, θὰ νομοθετήσωμεν ἡμεῖς τὸν συμβιβασμόν. Σήμερον ἔλαβον ἐπιστολὴν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰνοπαραγωγῶν τῆς ἐπαρχίας μου, τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω, διότι ἀφορᾷ ἀκριβῶς τὸ ἐν λόγῳ ζήτημα. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολὴν ταύτην). Συνεπῶς ἤθελον παρακαλέσει θερμῶς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ πρὸς τὸ παρὸν δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, νὰ ὑποβάλῃ τοὐλάχιστον, συμφώνως τῇ εὐχῇ τῶν οἰνοπαραγωγῶν, ἀπὸ τοῦδε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καταργῆται ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως καὶ νὰ τροποποιῆται ὁ φόρος τῆς βεβαιώσεως τῶν ἀδηλώτων οἴνων, ὅπως οἱ δυστυχεῖς οἰνοπαραγωγοὶ καὶ ἀνακουφισθῶσιν ὀλίγον καὶ ἀπαλλαγῶσιν ἀπὸ τὴν αἰσχροκέρδειαν τῶν ἐνοικιαστῶν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: αʹ) Περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τῆς χρήσεως 1895 ἐκ δραχ. 220,000. βʹ) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 120,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1895. γʹ) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 369,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1895. δʹ) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 24,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1895. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 60–65).
§15ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχω νὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν μίαν σύστασιν. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ὁ μόνος λιμὴν, εἰς ὃν προσορμίζονται τὰ ἀτμόπλοια, εἶναι ὁ τῆς Ἀταλάντης, ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει φανός. Διὰ τοῦτο μετὰ δυσκολίας προσεγγίζουσιν εἰς αὐτὸν ἐν ὥρᾳ νυκτὸς τὰ ἀτμόπλοια, συνέβησαν δὲ πολλάκις δυστυχήματα, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως φανοῦ, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ τεθῇ ἐφ’ ἑνὸς νησιδίου, ὑπάρχοντος πρὸ τοῦ λιμένος καὶ καλουμένου Ἁγίου Νικολάου. Ἡ τοποθέτησις δ’ ἐκεῖ φανοῦ δὲν θέλει ὠφελήσει μόνον τὴν ἐπαρχίαν μου, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ναυτιλίαν, ἥτις εἰς ἀρκετὰ τέλη ὑποβάλλεται φαρικὰ, ἅτινα ὡς πρὸς τὸν λιμένα αὐτὸν θὰ ἦναι τοιαῦτα, ὥστε ἐπιτρέπουσι τὴν ἐγκατάστασιν ἐκεῖ φανοῦ. Διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως λάβῃ σημείωσιν καὶ σπεύσῃ εἰς τὴν ἀνέγερσιν ἐκεῖ φανοῦ.
§16ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§17ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι, ἐξ ὅσων ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἐξέθεσε πρὸ μικροῦ, νὰ ἐπανέλθω καὶ πάλιν εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφερα προχθὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀληθῶς πᾶν ἄλλο ἀνέμενον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου, ὁ ὁποῖος καὶ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τυγχάνει καὶ οὗτινος γνωστὸν εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον διὰ πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ στρατιωτικά, πᾶν ἄλλο, λέγω, ἀνέμενον παρ’ αὐτοῦ ἢ νὰ πολεμήσῃ τὴν προχθὲς ὑποβληθεῖσαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν σύστασίν μου· πολὺ δὲ περισσότερον δὲν ἀνέμενον σήμερον παρ’ αὐτοῦ, καὶ φρονῶ ὅτι δὲν ἀνέμενον καὶ πάντες οἱ κύριοι στρατιωτικοὶ Βουλευταί, ν’ ἀκούσωσιν ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ τὴν καταδίκην τοῦ σημερινοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ὁ σημερινὸς στρατὸς, εἶπε, διακρίνεται διὰ τὴν ἔλλειψιν συναισθήσεως τῆς ἰδέας τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος, καὶ μόνον ὁ παλαιὸς στρατὸς διεκρίνετο ἐπὶ ταύτῃ. Σέβομαι τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ φρονῶ, ὅτι ἡ γνώμη αὐτοῦ εἶναι ὅλως πεπλανημένη. Καὶ ἄν ποτε ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄτομά τινα, τὰ ὁποῖα δὲν διακρίνονται ἐπὶ τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντος, τοῦτο δὲν εἶναι λόγος ἐπαρκής, ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ μάλιστα παρὰ στρατιωτικοῦ Βουλευτοῦ, ἐξενεχθῇ ἡ καταδίκη τοῦ σημερινοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος καὶ θεωρηθῇ ἡ τυχὸν ὑπάρχουσα ἐξαίρεσις ὡς κανών· πολλῷ δὲ κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, πόσον κατὰ γενικὸν κανόνα διακρίνονται οὐ μόνον ἐπὶ ἱκανότητι, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ συναισθήσει τιμῆς καὶ καθήκοντος, οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ σημερινοῦ στρατοῦ, καὶ μετὰ πόσου πόθου ἀναμένουσι τὴν μεγάλην ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ λάβῃ ἀνάγκην αὐτῶν ἡ πατρὶς, ὡς ἐπίσης γνωρίζει ὅτι καὶ εἰς τὸν παλαιὸν στρατὸν καὶ ἀμοιβαὶ καὶ παράσημα ἀπενεμήθησαν πολλάκις διὰ τὴν σύλληψιν ἢ τὸν φόνον λῃστῶν· ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἤδη ἀξιωματικοὶ μετὰ τοιαύτας ὑπηρεσίας λαβόντες τότε τοὺς βαθμούς. Καὶ ἀφοῦ, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἔχομεν πόλεμον, ὥστε νὰ διακριθῶσιν οἱ στρατιωτικοὶ ἐν αὐτῷ, τίς λόγος ὑπάρχει, δι’ ὃν νὰ μὴ ἀποδίδωνται ἀμοιβαὶ εἰς τὸν ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος εἰς ἄλλο πεδίον, ἐπίσης ἔντιμον,—διότι ἀφορᾷ ὑπηρεσίαν ἀποδιδομένην εἰς τὴν πατρίδα,—διέπρεψε; Καὶ ἀφοῦ αἱ ἀμοιβαὶ αὗται ἀποδίδονται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς πολιτικούς, τοὺς διακρινομένους ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντος αὐτῶν, διατὶ νὰ ἀρνηθῶμεν αὐτὰς εἰς τοὺς στρατιωτικούς; Εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν τῆς ἐξοντώσεως τῆς λῃστοσυμμορίας τοῦ Τσουλῆ ἐδόθησαν ἀμοιβαὶ καὶ προβιβασμοὶ εἰς τοὺς συντελέσαντας πρὸς τοῦτο κατωτέρους στρατιωτικοὺς, ὁ δὲ ἀρχηγὸς τοῦ σώματος παρορᾶται. Εἶναι ἀναξιοπρεπὲς, εἶπε προχθὲς ὁ κ. ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, νὰ ζητῇ εἷς ταγματάρχης ἀμοιβὴν διὰ τρεῖς γιδαρέους. Ἀλλ’ οἱ γιδαρέοι αὐτοὶ, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι οἱ διαβόητοι ἐκεῖνοι λῃσταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ πολὺν χρόνον εἶχον ἐμβάλει τὸν τρόμον εἰς ὁλοκλήρους ἐπαρχίας, εἶναι οἱ ἑταῖροι τῶν λῃστῶν ἐκείνων, οἵτινες εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος περιύβρισαν καὶ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν δημοσίαν δύναμιν, συλλαβόντες αἰχμαλώτους καὶ κατασφάξαντες ἕνα εἰσαγγελέα καὶ ἕνα ἀνακριτήν. Εἶναι οἱ λῃσταὶ ἐκεῖνοι, εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν ὁποίων ἡ Πολιτεία ἀπέδειξεν ὅτι ἀπέδιδε μεγάλην σημασίαν, διότι καὶ ἀμοιβὴν ἐπεκήρυξε τριάκοντα περίπου χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὴν κεφαλὴν ἑκάστου, καὶ τὸν νόμον περὶ λῃστείας ἔθεσεν ἐν ἰσχύϊ, ὁ νόμος δ’ ἐκεῖνος, ὡς γνωστὸν, ἐπιβάλλει εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ προβιβάζῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐκτελοῦντας τὸ καθῆκόν των κατὰ τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας. Ἀφοῦ δὲ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβάλλεται νὰ παρέχωνται ἀμοιβαὶ εἰς τοὺς ἐκτελοῦντας τὸ καθῆκόν των, εἶναι ὀρθὸν, νομίζω, αἱ ἀμοιβαὶ αὗται ν’ ἀποδίδωνται ἀνάλογοι καὶ ἐν δικαιοσύνῃ. Καὶ ἄν τις ἀδικῆται, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ ἐπιγενομένου αὐτῷ ἀδικήματος; Καὶ διὰ ποῖον λόγον νὰ μὴ θεωρῆται ἀξιοπρεπὴς ἡ αἴτησις αὕτη τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὅπως ἀπολαύσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία προκαταβολικῶς ὑπεσχέθη πρὸς αὐτόν; Ὅλοι αὐτοὶ οἱ λόγοι, κύριοι Βουλευταί, μὲ ἔφεραν εἰς τὸ νὰ ὑποβάλω τὴν αἴτησιν, ἣν προχθὲς ὑπέβαλον, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν ν’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι δίκαιον ν’ ἀποδοθῇ τοιαύτη, εἰς ἀνώτερον ἀξιωματικόν, παραπονούμενον ὅτι ἠδικήθη, καὶ τοῦτο οὐ μόνον πρὸς ἱκανοποίησιν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ πρὸς παραδειγματισμὸν καὶ ἐνθάῤῥυνσιν τῶν λοιπῶν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων των.
§18Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, κύριοι Βουλευταί, κατεκρίθη διότι, ἀντὶ διὰ τῆς ὑπηρεσίας νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ κατ’ αὐτὸν γενομένου αὐτῷ ἀδικήματος, τὴν ἐζήτησε διὰ τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη δὲν εἶναι ἡ ἁρμοδιωτέρα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἂν ἠδικήθη ἢ ὄχι, τὸ Ὑπουργεῖον, ἐρειδόμενον ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ ἀνωτέρου πάσης ὑπονοίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκτίθεται, ποῖαι ἔπρεπε νὰ ὦσιν αἱ ἀμοιβαὶ δι’ ἕνα ἕκαστον τῶν συμμεθεξάντων εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς ληστοσυμμορίας τοῦ Τσουλῆ, ἀπεφάσισεν ὡς ἀπεφάσισε δι’ ἕκαστον ἐκ τούτων. Τὸ Ὑπουργεῖον λοιπόν, κατόπιν τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης, καὶ ἀναλόγως τοῦ ἐνεργοῦ μέρους καὶ τοῦ ζήλου καὶ τῆς ἐθελοθυσίας, τὴν ὁποίαν ἕκαστος τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὴν καταστροφὴν ταύτην ἔδειξεν, ἀπένειμε τὰς ἀμοιβὰς. Ἐὰν ἦσαν δίκαιαι ἢ ἄδικοι, δηλαδὴ ἐὰν ἦσαν ἀνάλογοι, δὲν ἠδύνατο νὰ πιστωθῇ ἄλλως ἢ διὰ τῆς ἐκθέσεως, περὶ ἧς εἴρηται. Τοιαύτας λοιπὸν ἔδωκεν ἀμοιβὰς· ἀνωτέρας εἶναι ἀδύνατον νὰ δώσῃ.
§19ΡΑΖΕΛΟΣ. Τὴν ἀμοιβὴν ταύτην δὲν ἐζήτησεν ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἐγώ, ἐκ καθήκοντος, γνωρίζων τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν, ὑπέβαλον τὴν αἴτησιν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ἀμερόληπτον τῆς ἐκθέσεως, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ αὐτὸ, ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, ὁ ἄνθρωπος ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ ὑποπέσῃ εἰς πλάνην, εἴτε ἐκ κακοβούλων εἰσηγήσεων καὶ ῥᾳδιουργιῶν, εἴτε ἐξ οἱουδήποτε ἄλλου λόγου, καὶ νὰ καταρτίσῃ ἔργον μὴ τέλειον. Προσβάλλων δέ τις τὸ ἔργον τοῦτο, δὲν προσβάλλει τὸν συντάξαντα αὐτὸ, οὐδ’ ἀποδίδει εἰς αὐτὸν τὴν μομφὴν, ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του.
§20Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιωματικὸς ὁ δι’ ὁδοῦ μὴ κανονικῆς ὑποβάλλων τὴν αἴτησίν του, πρέπει, ἐν τῷ συμφέροντι τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ, νὰ τιμωρῆται, καὶ πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι θέλω ἐπιβάλει αὐστηροτάτην ποινὴν εἰς τὸν ἀξιωματικὸν αὐτόν.
§21Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει, κύριε Ὑπουργέ, αἴτησις τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου;
§22Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ. Δυνατὸν νὰ μὴ ἦναι ἔγγραφος καὶ νὰ ἦναι προφορική.
§23ΣΑΚΚΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὔτε προφορικὴ ὑπάρχει.
§24ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὅταν προχθές τινες τῶν συναδέλφων ἔθιξαν τὸ ζήτημα τῆς ἐξοντώσεως τῆς συμμορίας Τσουλῆ, ἐσκέφθην νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον· παρῃτήθην ὅμως ἀμέσως τῆς τοιαύτης ἰδέας, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι οἱ ἔντιμοι ἐκεῖνοι συνάδελφοι ἔθεσαν τὸ ζήτημα ἄλλως ἢ ὅπως κατ’ ἐμὲ ἔπρεπε. Ἔλαβον πλειστάκις, Κύριοι, τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκθέσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν γνώμην, ἣν ἔχω καὶ ἐγὼ, ὡς στρατιωτικὸς, περὶ τῶν ἑκάστοτε ἀπονεμομένων ἠθικῶν ἀμοιβῶν, καὶ διὰ τοῦτο ὅλως περιττὸν θεωρῶ νὰ ἐπαναλάβω ταύτην. Ἂν δὲ σήμερον ἀπεφάσισα νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπί τινας στιγμὰς, βεβαιώθητε ὅτι εἰς τοῦτο δὲν μὲ ἤγαγεν ἐπιθυμία τις, ὅπως συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ κ. Καράμπελα, ἢ ὅπως κατακρίνω ἄλλον τινὰ, ἀλλ’ ἁπλῶς σκέψις τις, ἡ ὁποία πραγματοποιουμένη ἤθελεν ἐξαλείψει πᾶσαν τυχὸν ὑπάρχουσαν ὑπόνοιαν, καὶ ἤθελε μὲ διευκολύνει εἰς τὴν μελέτην ὑποθέσεώς τινος ὁμοίας. Τὸν κύριον Καράμπελαν γνωρίζω καὶ ἐγώ· συνέτυχον δ’ αὐτῷ ἐν Λαμίᾳ μικρὸν μετὰ τὸ γεγονὸς τῆς καταστροφῆς τοῦ Τσουλῆ, ὅτε εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ γνωρίσῃ τὰς ἐνεργείας αὑτοῦ καὶ τῶν ὑπ’ αὐτὸν, τὰς σχούσας ὡς ἀποτέλεσμα τὴν καταστροφὴν τῆς συμμορίας ἐκείνης. Ἐνῷ δὲ πλειστάκις ἔκτοτε, προκαλούμενος ὑπ’ ἐμοῦ, μοὶ διηγήθη τὴν ὑπόθεσιν, οὐδέποτε κατεδέχθη νὰ περιαυτολογήσῃ. Τοῦτο δ’ ἔχων ὑπ’ ὄψιν, δὲν διστάζω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀπετάθη πρὸς Βουλευτὰς, παρακαλέσας αὐτοὺς νὰ λάβωσιν ὑπὲρ αὐτοῦ τὸν λόγον, καὶ διὰ τοῦτο ἐξεπλάγην, ὅτε πρὸ ὀλίγου ἤκουσα τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸν ἀποδίδοντα εἰς τὸν ταγματάρχην ἐκεῖνον τὴν ὅλως ἀπάδουσαν εἰς τὸν χαρακτῆρά του ἐνέργειαν, καὶ δηλοῦντα ὅτι ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ του διαγωγῇ θὰ ἐπιβάλῃ αὐτῷ αὐστηροτάτην τιμωρίαν...
§25Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ ἐξετάσω βεβαίως πρότερον· διότι ὁ κ. ταγματάρχης ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀναφορὰν, ἐπειδὴ δ’ αὕτη δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει, κατέφυγεν εἰς ἕτερα μέσα, ὅπως ἐκθέσῃ τὰ παράπονά του.
§26ΚΡΙΤΣΑΣ. Αὕτη εἶναι γνώμη σας, στηριζομένη ἐπὶ ὑποθέσεως. Ἐγὼ δὲ, γνωρίζων, ὡς εἶπον, τὸν κ. Καράμπελαν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὗτος, ὡς ὑπέβαλε τὸ πρῶτον πρὸς ὑμᾶς τὰ παράπονά του, τὰ ὁποῖα, ὡς εἴπετε, δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, καὶ τὰ ὁποῖα κατ’ ἐμὲ ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, θὰ εἶχε τὸ σθένος νὰ ὑποβάλῃ ταῦτα καὶ ἐκ δευτέρου. Ἂν δὲ δὲν ἐπανέλαβε ταῦτα, ὁ λόγος εἶναι γνωστός. Δὲν τὰ ἐπανέλαβεν, ὄχι διότι προετίμησε νὰ ὑποβάλῃ ταῦτα διὰ Βουλευτῶν, ἀλλ’ ἁπλούστατα διότι δι’ ἐγκυκλίου διαταγῆς ὑμῶν ἀπηγορεύθη ἡ ὑποβολὴ τοιούτων.
§27Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ. Ἐὰν ἐπετρέποντο ταῦτα, θὰ ἦτο περιττὸν νὰ στέλλωνται ἐπιθεωρηταὶ ἀξιωματικοὶ εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ἵνα συντάσσωσιν ἐκθέσεις.
§28ΚΡΙΤΣΑΣ. Βεβαίως· ἀλλὰ πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὑμῖν πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος ὁ κ. Ραζέλος, ὅτι οἱ ἐπιθεωρηταὶ οὗτοι, ἄνθρωποι ὄντες καὶ αὐτοὶ, δύνανται νὰ πλανηθῶσι. Καὶ ὁ συνταγματάρχης κ. Μάνος εἶναι ἀληθῶς ἀνὴρ καθ’ ὅλα σεβαστὸς, δι’ ὅλους μὲν, ἰδίως δὲ δι’ ἐμὲ, εἰς τὸν ὁποῖον, ὑπηρετήσαντα ὑπ’ αὐτὸν ἐπὶ πολὺ, δὲν ἐπιτρέπεται, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν, ἔστω καὶ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια, ὅτι δὲν ἐξετέλεσε καὶ κατὰ τὴν φορὰν ταύτην, ὡς συνήθως, εὐόρκως τὸ καθῆκόν του. Δύνασθε ὅμως νὰ βεβαιώσητε ὑμεῖς, ὅτι ὁ κ. Μάνος ἦτο ἀδύνατον ν’ ἀπατηθῇ εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς ἑαυτοῦ γνώμης, ἐπὶ ὑποθέσεως μάλιστα, ὡς τὴν προκειμένην, εἰς ὁμοίας τῆς ὁποίας ὁ κ. Μάνος, ὡς ἐκ τοῦ ὅπλου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, οὐδέποτε ἠσχολήθη, καὶ συνεπῶς δὲν δύναται νὰ γινώσκῃ ἐκ πείρας τὰς διαφόρους πονηρίας, τὰς ὁποίας ἕκαστον τῶν συμμετασχόντων τῆς συμπλοκῆς ἀτόμων εἶναι δυνατὸν νὰ μεταχειρισθῇ, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ θεωρηθῇ ὡς τὰ μάλιστα δρᾶσαν; Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ προσώπων· πρόκειται περὶ τοῦ ἂν εἰς τὰς τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις ἀπονέμηται δικαιοσύνη, καὶ περὶ τοῦτο ἰδίως ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀσχοληθῶμεν. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δικαιοσύνη δὲν ἀπενεμήθη μέχρι τοῦδε, διότι, ἂν ὄντως δίκαιαι ἦσαν αἱ ἐπὶ τοιούτων ὑποθέσεων ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργείου, οὔτε τὸν κ. Καράμπελαν θὰ παρίστα τις ἀδικηθέντα, οὔτε ἄλλα πολλὰ θὰ ἐλέγοντο, μεταξὺ τῶν ὁποίων—ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Τσουλῆ—ὅτι καὶ ἡ προαγωγὴ τοῦ Σταμάτη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ ἐγένετο κακῶς καὶ ἀδικαιολογήτως. Καὶ ταῦτα διαδιδόμενα πιστεύονται ἀπὸ πολλοὺς, πιστευόμενα δὲ, βαρύνουσιν οὐχὶ τὸν κ. Καράμπελαν καὶ δὲν ἠξεύρω τίνας ἄλλους, ἀλλὰ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς συντάξαντας τὰς ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν ἐκθέσεις ἀνωτέρους ἀξιωματικούς, εἰς τοὺς ὁποίους κατ’ οὐδένα λόγον συμφέρει νὰ τίθεται ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ἔστω καὶ ἐπὶ στιγμὴν, ἡ ὑπόληψίς των, ὑφισταμένης, ἔστω καὶ ἀδικαιολογήτως, ὡς καὶ ἐγὼ πιστεύω, τῆς ἰδέας, ὅτι οὗτοι ἐνήργησαν ἐπιπολαίως. Διὰ τοῦτο οὐ μόνον δίκαιον, ἀλλὰ καὶ ἐπεῖγον θεωρῶ, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τὰς ἀφορώσας εἰς τὰς ὑποθέσεις τῆς ἐξοντώσεως τῶν διαφόρων συμμοριῶν, ὅπως ἐκ τούτων καταδειχθῇ, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον ἐνήργησε καλῶς, καὶ τεθῇ οὕτω τέρμα εἰς τὰς ἀτελευτήτους αὐτὰς συζητήσεις. Ὀφείλω, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ μὴ ἀφήσω καὶ ἐγὼ νὰ παρέλθωσιν ἀπαρατήρητα ὅσα πρὸ μικροῦ εἶπε περὶ τοῦ σημερινοῦ στρατοῦ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς καὶ σεβαστός μοι συνταγματάρχης κ. Βότσαρης. Ὁ κ. συνταγματάρχης, θέλων νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν περὶ καταργήσεως τῶν εἰς τὰς ἀμοιβὰς ἀφορωσῶν διατάξεων τοῦ περὶ ληστείας νόμου πρότασίν του, εἶπε πολλὰ, ἔκρινε δ’ ἐπίκαιρον νὰ κάμῃ καὶ σύγκρισιν μεταξὺ παλαιοτέρου καὶ νεωτέρου στρατοῦ, βεβαιώσας ὅτι ὁ νεώτερος ὑστερεῖ κατὰ πολὺ τοῦ παλαιοτέρου ὡς πρὸς τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντός του. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην του, καὶ μάλιστα ἔχω ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον γνώμην, διότι ἐν πεποιθήσει φρονῶ, ὅτι ὁ νεώτερος στρατὸς ἔχει τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντός του, ἀλλ’ ἐκτελεῖ αὐτὸ ἄνευ θορύβου καὶ ἐπιδείξεων, καὶ οὐχὶ ὡς οἱ παλαιότεροι, οἱ ὁποῖοι, ἵνα ἐμπνέωσι τὸν φόβον καὶ οὐχὶ τὸν σεβασμὸν τῶν πολιτῶν πρὸς τὸν στρατὸν, ἡμιλλῶντο πρὸς τοὺς ληστὰς εἰς τὸ νὰ φέρωσιν ἀσημάρματα, κιοστέκια καὶ γατζούδια. Ἀπορεῖ ὁ κ. συνταγματάρχης ἐπὶ τῷ ὅτι ὁ σημερινὸς στρατὸς ζητεῖ ἀμοιβὰς· ἀλλὰ μήπως ὀλίγοι ἐκ τοῦ παλαιοῦ στρατοῦ προήχθησαν διὰ τῶν κατὰ τῆς ληστείας ἀγώνων των; Καὶ δὲν ἀρνοῦμαι μὲν καὶ ἐγὼ, ὅτι ὁ στρατὸς ἐπαρουσίασεν ἀθλίαν εἰκόνα μετὰ τὰς συμπλοκὰς τοῦ 1886, ὅτι οἱ περισσότεροι ἐζήτουν πιστοποιητικὰ παλληκαρισμοῦ, ἀλλ’ εἰς τοῦτο δὲν πταίουσιν οἱ ζητήσαντες τὰ πιστοποιητικὰ ἐκεῖνα, ἀλλ’ οἱ ἐκδόντες αὐτὰ ἀνώτεροι, εἷς ἐκ τῶν ὁποίων ἴσως ἦτο καὶ ὁ κ. Βότσαρης. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, Κύριοι, φοβούμενος μὴ τυχὸν ἐκφρασθῶ ὁπωσδήποτε ἀπρεπῶς, καὶ διὰ τοῦτο παραιτοῦμαι, καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις.
§29ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι μόνον τὰς ἐκθέσεις, ἀλλ’ ὅλα τὰ σχετικά.
§30ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος, κ. Χατζόπουλε;
§32ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος, εἰς ἀπάντησιν ἐρωτήσεώς τινος, τὴν ὁποίαν ἤκουσα πρὸ ὀλίγου· καὶ θὰ δικαιολογηθῶ, διατὶ ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος, ἐνῷ δὲν συνειθίζω εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων νὰ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν, διατὶ ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος λαμβάνω τὸν λόγον, ἐνῷ βεβαίως θεωρῶ ἐμαυτὸν ἥκιστα ἁρμόδιον νὰ ἐπιληφθῶ θέματος ἀναγομένου εἰς τὰ ζητήματα τὰ στρατιωτικά. Ὡς πρὸς τὴν ἔποψιν ταύτην, ἐγὼ ὁμολογῶ προθύμως, ὅτι ἀνεξαρτήτως τῆς οὐσίας τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν ἐκφραζομένας ἐντεῦθεν, ὡς πολίτης καὶ ὡς Βουλευτὴς, ἐσεμνυνόμην ἐπὶ τῇ αὐστηρᾷ γλώσσῃ, τὴν ὁποίαν μετεχειρίζοντο ἐντεῦθεν πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἐνῷ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀποδέχωμαι κατ’ οὐσίαν τὴν τοσαύτην αὐστηρότητα, βεβαίως σεμνυνόμενος ἠδυνάμην νὰ ἀκούω παρ’ ἀνωτέρων στρατιωτικῶν, τῆς πατρίδος μου τὴν θεωρίαν, ὅτι ὁ στρατιωτικὸς ἔχει προορισμὸν πανταχοῦ καὶ πάντοτε νὰ ἦναι ἀφειδὴς τῆς ἰδίας αὑτοῦ ζωῆς, καὶ νὰ ἀκούω ἀφ’ ἑτέρου παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἔχῃ τὴν αὐστηρότητα νὰ ἐκφράζηται, ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ ἐλαχίστῃ ὑπονοίᾳ ὅτι στρατιωτικὸς ἠδύνατο νὰ προσφύγῃ εἰς πλάγια μέσα, δύναται νὰ κατενέγκῃ κατ’ αὐτοῦ τὴν αὐστηροτέραν ποινήν. Ταῦτα βεβαίως, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἐμπνεύσεων, τὰς ὁποίας ἠδύναντο οἱ ἀνώτεροι τοῦ στρατοῦ ἡμῶν ἀξιωματικοὶ νὰ ἔχωσι, δὲν δύνανται ἢ νὰ μᾶς κάμωσι νὰ σεμνυνώμεθα. Ἀλλ’ ἡμεῖς, ὡς Βουλευταὶ καὶ ὡς πολιτευόμενοι, δὲν εἴμεθα βεβαίως ὑπόχρεοι νὰ παρακολουθῶμεν τὴν αὐστηρότητα ταύτην, χωρὶς νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἄλλα συμφέροντα τῆς Πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας, καὶ λησμονοῦντες εἰς ποῖον σημεῖον πρὸ ὀλίγων ἐτῶν εἶχε περιέλθει τὸ Κράτος ἡμῶν. Καὶ ἂν ἄλλοι δύνανται νὰ λησμονῶσι πρὸς στιγμὴν, δὲν δυνάμεθα νὰ λησμονῶμεν ἡμεῖς, οἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἰδίως ἐκείνων καταγόμενοι, τὰς ὁποίας ἐλυμαίνετο εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἡ ληστεία ἄλλοτε, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ πλέον κανὲν δικαίωμα ἀσφαλὲς, καὶ νὰ διατελῶσιν ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα καὶ μακρὰ οἱ πληθυσμοὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων ὑπὸ τὴν μάχαιραν τῶν ληστῶν. Καὶ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μόνον ζήτημα ταλαιπωριῶν καὶ ἀδικημάτων φρικωδῶν καθ’ ὡρισμένων πληθυσμῶν τοῦ Κράτους· εἶχε καταντήσει πλέον ζήτημα ὑπάρξεως τοῦ Κράτους τὸ ζήτημα τῆς ἐξολοθρεύσεως τῆς ῥιζικῆς τῆς ληστείας ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς Ἑλλάδος. Ὅλοι βεβαίως πρέπει νὰ ἀναπολῶμεν εἰς ποῖον σημεῖον εἶχε περιέλθει τὸ Κράτος. Εἶχε περιέλθει εἰς τὸ σημεῖον νὰ γείνῃ τὸ ἀντικείμενον τῆς γενικῆς χλεύης καὶ κατακρίσεως ὅλου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, εἶχε περιέλθει εἰς τὸ χεῖλος, τολμῶ εἰπεῖν, τῆς καταστροφῆς! Καὶ τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, τὸ τόσον θλιβερὸν, τῆς σφαγῆς τῶν ξένων ἐπέπρωτο νὰ γείνῃ τὸ ἐλατήριον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξυπνήσασα ἡ ἐξουσία τῆς Ἑλλάδος, ἐμερίμνησε σπουδαίως πλέον περὶ ἐκριζώσεως τοῦ κακοῦ. Καὶ πρέπει νὰ εὐχώμεθα νὰ μὴ ἐπανέλθῃ πλέον τὸ κακὸν ἐκεῖνο, διότι ὁ τόπος ἔχει ἱκανὴν τὴν ζωτικότητα νὰ ἐπουλώσῃ αὐτὸς ἀφ’ ἑαυτοῦ τὰς πληγάς του καὶ νὰ προοδεύσῃ, ἀρκεῖ ἡ δημοσία τάξις νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν αὐτῷ ἐπὶ ἔτη ἀρκετά. Τῷ ὄντι, Κύριοι, δυνάμεθα νὰ ἀκούωμεν εὐαρέστως παρὰ τῶν νεωτέρων στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς, ἐκτιθέμενος εἰς πάλην πρὸς τοὺς ληστὰς, ἐκτελεῖ ἁπλῶς καθῆκον. Ἀλλὰ, Κύριοι, φοβοῦμαι μήπως καὶ χωρὶς ἀκόμη νὰ ἐπενεργήσωσι μέχρι μεταβολῆς νομοθετήματός τινος, μέχρι καταργήσεως νόμου τινὸς, φοβοῦμαι μήπως τοιαῦται ἰδέαι, ἀκουόμεναι καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἦναι τοῦ λοιποῦ ἐπιῤῥεπεῖς, ἵνα τραπῶσι καὶ πάλιν εἰς τὸν ληστρικὸν βίον, φοβοῦμαι μήπως χρησιμεύσωσιν ὡς λίαν ἐπηρεαστικὸν μέσον εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰ φρονήματα αὐτῶν. Καὶ νομίζω, ἀντιστρόφως πως, ὅτι ἐκ πρώτης ὄψεως δύναταί τις νὰ φαντασθῇ, ὅτι ναὶ μὲν καὶ οἱ ἐν πολέμῳ ἀνδραγαθοῦντες εἶναι ἄξιοι βεβαίως καὶ στεφάνων καὶ προαγωγῆς, διότι εἰς ἔνδοξον διὰ τὴν πατρίδα ἀγῶνα μαχόμενοι τιμῶσιν αὐτὴν καὶ προάγουσι τὰ συμφέροντα καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν δόξαν αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀγὼν πρὸς τὰ τέρατα ἐκεῖνα, τοὺς ληστὰς, ὅσον εἶναι ἄδοξος διὰ τὸ Κράτος, ὅσον δὲν ἐμπνέει τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὸν ἐνθουσιασμὸν εἰς τὸν στρατὸν, ὁ ὁποῖος μάχεται κατὰ τοιούτων τεράτων, τόσον ἀποβαίνει ἔντιμος καὶ μαρτυρικὸς διὰ τὸν μαχόμενον τὸν ἀγῶνα τοῦτον. Ὁ στρατιώτης ἔχει ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι εἰς τὸ πεδίον τῶν μαχῶν θὰ τιμήσῃ καὶ θὰ δοξάσῃ τὴν πατρίδα. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ καλεῖται νὰ τὴν σώσῃ. Δὲν καλεῖται βεβαίως κανονικῶς ὁ στρατιώτης καὶ ὁ ἀξιωματικὸς νὰ τρέχῃ κατόπιν λῃστῶν καὶ νὰ μάχηται πρὸς τοιαῦτα τέρατα στῆθος πρὸς στῆθος, νὰ φονεύηται, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν πρόχειρον ἐκείνην ἀπόλαυσιν τῆς δόξης, ἡ ὁποία ἀπονέμεται εἰς τοὺς ἀνδραγαθοῦντας ἐν τῷ πεδίῳ τῶν μαχῶν. Δὲν ἔχει ἐκεῖ οὐδὲ τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν νὰ προασπίσῃ κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς πατρίδος, οὐδὲ τὴν μουσικὴν, οὐδὲ τοὺς συναδέλφους μαχομένους ἐν παρατάξει κατὰ τῶν ἐχθρῶν. Δὲν ἔχει ἑπομένως τὸν ἐνθουσιασμὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐμπνέει πρὸς τὴν θυσίαν τῆς ζωῆς. Τεθῆτε εἰς τὴν θέσιν ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος, τρέχων εἰς τοὺς βράχους τοὺς ἀπροσίτους καὶ εἰς τὰ δάση, πρόκειται νὰ πολεμήσῃ ἐναντίον ἑνὸς κακούργου, ὁ ὁποῖος, ἐπειδὴ εἶναι ἀπηλπισμένος, μάχεται μετ’ ἀπογνώσεως, καὶ ὅπου διευθύνει τὸ ὅπλον του, τὸ διευθύνει μετ’ ἀρκετῆς ἀσφαλείας. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς λεπτομερείας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω, ὅτι ἐμάχοντο στρατιῶται καὶ ἀξιωματικοὶ ἑνὸς σώματος, ἰδίως ὑπαξιωματικοὶ, κατὰ τῶν θηρίων ἐκείνων, τῶν Τσεκουραίων, τῶν ὁποίων ἕκαστος ἄξιζε δὲν ἠξεύρω μὲ πόσους πολεμιστὰς, καὶ εἷς ὑπαξιωματικὸς ἔλεγε πρὸς τὸν ἀξιωματικόν του: «σᾶς παρακαλῶ, κύριε ἀξιωματικὲ, εἶναι ἐντροπὴ νὰ χάνωμεν βόλια, ἀφήσατε νὰ τρέξωμεν νὰ τοὺς πιάσωμεν»· καὶ ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ λέγει δικαίως: «δὲν πρέπει νὰ γείνῃ αὐτὸ, νὰ φονευθῆτε χάριν αὐτῶν τῶν παληανθρώπων· θὰ τοὺς φονεύσωμεν ἀπὸ τοῦ ἀσφαλοῦς καὶ κατὰ μικρόν.» Ὁ ὑπαξιωματικὸς ἐπέμενε, διότι ὁ εἷς ἐκ τῶν Τσεκουραίων ἐφώναζε καὶ καθύβριζε τοὺς ὑπαξιωματικούς· δὲν τὸν ἠνέχθη εἷς, καὶ ἤθελε νὰ πηδήσῃ νὰ τὸν ἁρπάσῃ ζῶντα μὲ τὰς χεῖράς του, ἀλλ’ ὁ ἀξιωματικὸς τὸν ἠμπόδισε, καὶ δικαίως. Τώρα πολλάκις, ὅπως εἰς ὅλα τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας, δύνανται νὰ συμβαίνωσι καὶ καταχρήσεις, δύνανται νὰ συμβαίνωσι καὶ ἐκμεταλλεύσεις ὑλικαὶ ἢ ἠθικαί. Τὰ τοιαῦτα πανταχοῦ συμβαίνουσιν. Ἀλλὰ χάριν τούτων δὲν πρέπει νὰ ἐπισκοτίζωμεν τὴν αἴγλην ἀληθῶς, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ περιβάλλωνται οἱ ἀνδραγαθοῦντες κατὰ τῶν τοιούτων ἐχθρῶν καὶ τῆς Πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας. Διὰ τῶν τοιούτων φιλοτιμημάτων κατωρθώθη, μετὰ τὸ δυστύχημα ἐκεῖνο τοῦ Δήλεσι,— καὶ ἦτο Πρωθυπουργὸς ὁ ἀοίδιμος Ζαΐμης—κατωρθώθη νὰ καταστραφῶσι σχεδὸν ἐντελῶς αἱ συμμορίαι αἱ λῃστρικαὶ εἰς τὴν Αἰτωλοακαρνανίαν. Διοικητὴς ἐκεῖ ὅλων τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων ἦτο τότε ὁ συνταγματάρχης κ. Μακρῆς· ἀπεδίδοντο εἰς ἕκαστον στρατιωτικὸν οἱ ἔπαινοι οἱ δίκαιοι, χωρὶς αὐτὸς νὰ θελήσῃ οὐδὲν νὰ ἀντλήσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Καὶ τοῦτο βεβαίως ἐφιλοτίμει τοὺς μαχομένους ἐναντίον τῶν λῃστῶν, καὶ κατεστρέφοντο σωρηδὸν οἱ λῃσταί. Καὶ ἐγένετο ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὁ σατανικὸς ἀληθῶς, ἀλλὰ καὶ ἀποτελεσματικώτατος διὰ τοῦτο, ὁ νόμος περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας, καὶ ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ ἡ διάταξις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει τῷ ὄντι τι τὸ ἀπαίσιον, τὸ σκανδαλίζον, ὅτι λῃστὴς φονεύων λῃστὴν τιμωρεῖται ἐπὶ πλημμελήματι δι’ ὅλα τὰ κακουργήματα αὐτοῦ. Ἔτυχε νὰ γνωρίζω, ὅτι εἷς τῶν φοβερωτέρων καὶ αἱμοβορωτέρων λῃστάρχων, καταγόμενος ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου καὶ ἐκ τοῦ δήμου μάλιστα, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκω, ὁ Πατσαβούρας, ἔλεγεν· «ἂς διατηρήσωσιν ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου τούτου, ἓν μόνον νὰ ἀπαλείψουν, διότι αὐτὸ θὰ μᾶς φάγῃ». Εἶναι σατανικὴ τῷ ὄντι διάταξις, καὶ ἐγένετο πάλη ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τὴν διάταξιν ταύτην· ἀλλ’ ὁ ἀοίδιμος Κουμουνδοῦρος ἐπέμεινε νὰ ψηφισθῇ, καὶ εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ νόμου πρὸ πάντων ὀφείλεται ἡ καταστροφὴ λῃστρικῶν συμμοριῶν ὁλοκλήρων, τὰς ὁποίας ἦτο ἀδύνατον οὐδεμία δημοσία δύναμις νὰ καταστρέψῃ, καθόσον—πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν—εἶχε ῥίζας δυστυχῶς ἡ ληστεία εἰς τὸν τόπον. Οὐδὲν τῷ ὄντι σατανικώτερον, οὐδὲν ἀπαισιώτερον ἴσως, ἀλλὰ καὶ οὐδὲν ἀποτελεσματικώτερον τῆς διατάξεως ἐκείνης. Πλὴν τούτου καὶ αἱ ἀμοιβαὶ βεβαίως, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον, αἱ ὑλικαὶ καὶ αἱ ἠθικαί, εἴς τε τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ τοὺς πολίτας, ἐνέπνεον καὶ αὗται τὸ θάῤῥος καὶ τὴν διάθεσιν πρὸς καταστροφὴν τῶν ληστρικῶν συμμοριῶν. Ἠθέλησα νὰ προσθέσω τὰ ὀλίγα ταῦτα, ζητῶν συγγνώμην, διότι σᾶς ἀπησχόλησα, μόνον καὶ μόνον, διότι, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιδράσωσι μέχρι μεταβολῆς νομοθετήματός τινος τὰ λεχθέντα, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς σπουδαιότητος αὐτῶν καθ’ ἑαυτὰ καὶ ὡς ἐκ τῆς σοβαρότητος, τὴν ὁποίαν ἔφερον, ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐφοβήθην μήπως ἐξασκηθῇ καὶ ἡ ἐλαχίστη ἐπιῤῥοὴ πρὸς χαλάρωσιν τῶν ἐλατηρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ὑπάρχωσιν, ἵνα μὴ ἐπανέλθῃ πλέον ἡ πληγὴ αὕτη, ἡ ὁποία ἠμαύρωσε τὸ πρόσωπον τῆς Ἑλλάδος καὶ εἶχε φέρει αὐτὴν εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου.
§33ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ εἴπω δύο λέξεις, διότι νομίζω, ὅτι ἐν τῇ συζητήσει ἀδικοῦμεν τὸν ταγματάρχην κ. Καράμπελαν, τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ὡς ἐκλογέα Μαντινείας, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἔχω καθῆκον διὰ τοῦτο νὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ προσώπου αὐτοῦ, διότι νομίζω, ὅτι ἀντὶ ἀμοιβῆς ἠθικῆς, τὴν ὁποίαν δικαιοῦται νὰ λάβῃ καὶ τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἐζήτησε διὰ τῆς Βουλῆς,—διότι, ἂν διὰ τῆς Βουλῆς ἤθελε νὰ τὴν ζητήσῃ, ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω, ὅτι εἰς ἐμὲ πρῶτον θὰ ἀπετείνετο πρὸς τοῦτο,—ἀντὶ ἀμοιβῆς, λέγω, τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ τύχῃ τιμωρίας. Ὁ κ. Καράμπελας εἶναι ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἐξ ἐκείνων τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι μόνον εἰς τὴν ἀφοσίωσιν πρὸς τὸ καθῆκον καὶ εἰς τὴν προσωπικὴν αὑτῶν ἀνδρείαν ὀφείλουσι τοὺς βαθμούς των. Ἔφθασεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου ἀπὸ στρατιώτου, διότι πάντοτε διεκρίθη εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Πολιτεία ἀνέθηκεν εἰς αὐτὸν, ὡς ἀνώτατον διοικητὴν τῶν ἀποσπασμάτων ἐν τῷ νομῷ Τρικκάλων, τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας. Ἀλλὰ καὶ ἂν, Κύριοι, ἠλήθευε τοῦτο, ὅτι διὰ τῆς Βουλῆς ἐζήτει νὰ μάθῃ ἂν ἠδικήθη τῷ ὄντι ἢ ὄχι, ἦτο ἄξιος τιμωρίας; Δὲν εἶναι βεβαίως πρέπον διὰ τῆς Βουλῆς νὰ ζητῶνται ἀμοιβαί· ἀλλ’ εἶναι πρέπον εἰς τὴν περίστασιν ταύτην νὰ μάθῃ ἡ κοινωνία, ὅταν οἱ ἄλλοι ἀντημείφθησαν, ὁ κ. Καράμπελας δὲ δὲν ἀντημείφθη, εἶναι πρέπον νὰ μάθῃ ἡ κοινωνία, ἂν καὶ αὐτὸς ἐξετέλεσε πράγματι τὸ καθῆκόν του ἢ ὄχι· διότι, ὅταν δίδωνται ἀμοιβαὶ, ἡ στέρησις τῆς ἀμοιβῆς εἴς τινα εἶναι ἔμμεσος μομφὴ, ὅτι αὐτὸς δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του. Τοῦτο λοιπὸν ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ὁ κ. Καράμπελας διὰ τῆς Βουλῆς. Συμφωνῶ λοιπὸν μετὰ τοῦ κ. Κρίτσα, ἵνα ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα καὶ ἐξετάσωμεν καὶ ἡμεῖς, ἂν ἀπεδόθη δικαιοσύνη. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀνωτέρου στρατιωτικοῦ εἶναι εἰλικρινής· ἀλλὰ ἐνταῦθα ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐξελέγξωσιν, ἂν τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει ἦναι ἀκριβῆ, ὄχι διότι ὁ κ. Μάνος ἐν γνώσει ἔγραψέ τι μὴ ἀκριβὲς, ἀλλὰ διότι πιθανὸν εἰς τὸν κ. Μάνον νὰ μὴ ὑπεβλήθησαν τὰ ἀκριβῆ.
§34Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Μάνος ἐστάλη, διότι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπεβλήθησαν ἀντιφατικαὶ ἐκθέσεις· ἄλλοι ἔλεγον, ὅτι ἠνδραγάθησαν οἱ τάδε, καὶ ἄλλοι οἱ τάδε· τούτου ἕνεκα τὸ Ὑπουργεῖον ἀπεφάσισε νὰ στείλῃ ἀνώτερον ἀξιωματικὸν καὶ ἐπίσης ἀνώτερον πάσης ὑπονοίας, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, ἵνα ἐξετάσῃ ἀκριβῶς, πῶς συνέβησαν τὰ πράγματα. Ὁ κ. Μάνος ὄχι μόνον ἔκθεσιν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ καὶ σχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐσημείωσε τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῇ συμπλοκῇ. Ἐν δὲ τῇ ἐκθέσει του ἀνέφερε ποῖοι ἦσαν ἄξιοι ἀμοιβῆς, καὶ τίνος ἀμοιβῆς. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης ἐδόθησαν αἱ ἀμοιβαὶ εἰς ἕνα ἕκαστον. Τὸ νὰ ζητῆται τώρα διὰ τὸν κ. Καράμπελαν,—δὲν ἠξεύρω ἂν ἐξ ὑποβολῆς αὐτοῦ ἢ ἐκ πρωτοβουλίας ὑμῶν,— τὸ νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ζητῆται, λέγω, ἀμοιβὴ μείζων, δι’ ἣν οὗτος ὑπέβαλε καὶ ἀναφορὰν εἰς ἐμὲ, (τῆς ὁποίας μὴ ληφθείσης ὑπ’ ὄψει, ἀπετάθη ἴσως εἴς τινα ἐξ ὑμῶν,) καὶ δι’ ἣν ἀναφορὰν ἐπεπλήχθη, τὸ νὰ ἐξακολουθῇ, λέγω, καὶ πάλιν ζητῶν πράγματα ἀνώτερα τῶν ὅσων εἶναι ἄξιος, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι πρέπον.
§35ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται, ἂν ἦναι ἄξιος ἢ ὄχι. Ἡμεῖς δὲν ἀμφισβητοῦμεν ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως ἐπράξατε ὅ,τι ἐπράξατε, ἀλλὰ θέλομεν νὰ μάθωμεν, ἂν ἡ ἔκθεσις περιέχῃ τὰ ἀκριβῆ.
§36ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἀπορῶ ἀληθῶς, Κύριοι, πῶς ζήτημα καθαρῶς ὑπηρεσιακὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐγένετο σήμερον ἀντικείμενον συζητήσεως κοινοβουλευτικῆς. Δὲν εἶμαι σύμφωνος, Κύριοι, οὐδὲ μὲ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἄρτης καὶ φίλον μου συνταγματάρχην κ. Βότσαρην, οὐδὲ μὲ τοὺς προλαλήσαντας κυρίους ἀντιπροσώπους Φθιώτιδος καὶ Οἰτύλου. Ἐρωτῶ, Κύριοι· ἂν ἡ συμπλοκὴ μετὰ τῆς συμμορίας Τσουλῆ ἐλάμβανε χώραν 5 ὥρας μακρὰν τῆς Λαμίας καὶ οὐχὶ εἰς τὴν θέσιν τὴν ὀνομαζομένην Ταράτσαν, ἡμίσειαν ὥραν ἀπέχουσαν τῆς Λαμίας, μετ’ ἀποσπάσματος, διοικουμένου ὑφ’ ἑνὸς ἀνθυπολοχαγοῦ, καὶ ἐπήρχετο ἡ καταστροφὴ τῆς συμμορίας, κατὰ τὰ κεκανονισμένα τί ὤφειλε νὰ πράξῃ τὸ Ὑπουργεῖον; Ὤφειλε νὰ ζητήσῃ μίαν ἔκθεσιν τοῦ ἀποσπασματάρχου, καὶ ἐπ’ αὐτῆς βασιζόμενον νὰ ἀπονείμῃ τὰς ἠθικὰς ἀμοιβὰς εἰς τὸ ἀπόσπασμα, τὸ ὁποῖον ἔλαβε μέρος εἰς τὴν συμπλοκήν. Εἰς τὴν προκειμένην ὅμως ὑπόθεσιν τοῦτο ὄχι μόνον δὲν ἦτο κατορθωτὸν, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἀδύνατον, διότι ἐκτὸς τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων βλέπετε ὅτι τὴν καταστροφὴν τῆς συμμορίας Τσουλῆ ἐμελέτησαν καὶ αἱ διοικητικαὶ καὶ αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ Λαμίας· ὥστε ἀναγκαίως μετὰ τὴν καταστροφὴν ἀνεφύη ἀντίδρασις μεταξὺ τῶν διαφόρων ἀρχῶν, διοικητικῶν, στρατιωτικῶν καὶ δικαστικῶν, ἑκάστης τούτων ἀξιούσης ὑπὲρ ἑαυτῆς τὸ γέρας. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τοιαύτῃ περιστάσει τί ὤφειλε νὰ πράξῃ; Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε ν’ ἀποστείλῃ ξένον πρόσωπον, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ πράγματα ἐκ τοῦ πλησίον καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἀναγκαίαν ἔκθεσιν, ἣν ὤφειλε καὶ ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ. Ποῦ ἀλλοῦ θέλετε ἡ Κυβέρνησις νὰ βασισθῇ καὶ ἀπονείμῃ ἠθικὰς ἀμοιβὰς εἰς τὸν Α ἢ τὸν Β, παρὰ εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ συνταγματάρχου, ὁ ὁποῖος, μεταβὰς ἐκεῖ, ἐξήτασε τὰς διαφόρους ἀρχὰς, καὶ τοὺς ἀποσπασματάρχας, τοὺς λαβόντας μέρος εἰς τὴν συμπλοκὴν, καὶ ἐκ τοῦ συνόλου τῶν ἐξετάσεων ὑπέβαλε τὸ πόρισμα τῶν ἐπὶ τόπου διεξαχθεισῶν ἐξετάσεων αὑτοῦ; Γνωρίζω δὲ μάλιστα, Κύριοι, διότι κατάγομαι ἐκ τοῦ νομοῦ αὐτοῦ, καὶ πολλοὶ ὑπαξιωματικοὶ συμπολῖταί μου ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συμπλοκὴν ἐκείνην, ὅτι ὁ συνταγματάρχης κ. Μάνος, μεταβὰς ἐκεῖ, δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὸ γραφεῖόν του, ἐξετάζων τὸν Α ἢ τὸν Β, ἀλλὰ μετέβη εἰς τὸν τόπον τῆς συμπλοκῆς, διάταξεν ἕκαστον ἀποσπασματάρχην νὰ λάβῃ τὴν θέσιν, ἣν κατεῖχε κατὰ τὴν συμπλοκὴν, καὶ ἀντελήφθη οὕτως, ἐὰν ὁ Α ἀποσπασματάρχης, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ ἀποτελεσματικώτερον τοῦ Β, ὁ ὁποῖος κατεῖχεν ἑτέραν, σχετικῶς πρὸς τὴν θέσιν, ἣν κατεῖχον οἱ λῃσταί. Λοιπὸν μετὰ τὸ σχέδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τόπου ἐμελέτησεν ὁ κ. Μάνος καὶ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τί ἠθέλατε νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργός; νὰ ῥίψῃ εἰς τὰ ἀρχεῖα τὴν ἔκθεσιν τοῦ συνταγματάρχου καὶ νὰ βασισθῇ ποῦ; εἰς τὰ παράπονα τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου τῶν ἐνδιαφερομένων; Ἐγὼ γνωρίζω, Κύριοι, ὑπαξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι ἦλθον καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ τοὺς συστήσω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ δὲν προέβην εἰς τοῦτο,—καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ,—διότι ἕκαστος ἐξ αὐτῶν μοὶ ἔλεγεν: «ἐὰν δὲν ἤμην ἐγὼ, δὲν θὰ ἐφονεύοντο οἱ λῃσταί». Λοιπὸν εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ ἡ κατάθεσις τοῦ φακέλλου εἰς τὴν Βουλὴν; νὰ μελετήσωμεν τί; ἀφοῦ δὲν γνωρίζομεν οὔτε τὴν θέσιν, οὔτε τὰ πρόσωπα, οὔτε τὰ πράγματα· ἐνῷ ὁ συνταγματάρχης τὰ ἀντελήφθη ἰδίοις ὄμμασιν, οὕτως εἰπεῖν. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἠθικὴν ἀμοιβὴν τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὴν συμπλοκήν. Ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ, εἶπον, καὶ μὲ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἄρτης, ζητήσαντα τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ ἀμοιβῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὁ νόμος οὗτος διαφθείρει τὸν στρατόν, τὸν νεώτερον μάλιστα, μὴ σκεπτόμενον παρὰ πῶς νὰ λάβῃ ἀμοιβὰς, καὶ λησμονοῦντα τὸ καθῆκόν του,—ποῖον καθῆκον;—καὶ ὅτι ὁ παλαιότερος στρατὸς ἐσκέπτετο ὅλως διαφόρως. Δὲν γνωρίζω μέχρι ποίας ἐποχῆς ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης θέτει τὰ ὅρια μεταξὺ τοῦ νεωτέρου καὶ τοῦ παλαιοτέρου στρατοῦ, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι, ἐὰν ἐννοῇ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡμεῖς ἤμεθα νέοι ἀξιωματικοὶ, λέγω ὅτι πολλοὶ ἀξιωματικοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔλαβον ἀμοιβὰς καὶ παράσημα καὶ προβιβασμοὺς κατ’ ἐκλογὴν διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Δὲν εὑρίσκω δὲ, Κύριοι, νὰ διαφθείρηται τὸ στράτευμα διὰ τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, διότι ὁ ὑπαξιωματικὸς κατὰ τὰς συμπλοκὰς μετὰ λῃστῶν προσφέρεται θυσία, ἐπιζητῶν ἠθικὴν ἀμοιβὴν, νὰ γείνῃ ἀνθυπασπιστής. Καὶ τί ὑψηλότερον τούτου; Ζητεῖ χρήματα; Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, ἤθελον παραδεχθῆ ὅτι τὸ ἐλατήριον εἶναι ποταπὸν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ προαγωγῆς, δὲν εὑρίσκω ὅτι, ὅστις ἐν καιρῷ νυκτὸς, διατρέχων τὰ βουνὰ, μέσῳ τῶν χιόνων, καὶ καταδιώκων τοὺς λῃστὰς, προσφέρεται νὰ θυσιασθῇ, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι προαγωγῆς, δὲν βλέπω, λέγω, τοῦτο νὰ καταβιβάζῃ τὸ φρόνημα τοῦ στρατεύματος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἄλλως τε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἡ καταστολὴ τῆς λῃστείας εἶναι ἀντικείμενον δημοσίας τάξεως· καὶ μὴ νομίζῃ τάχα, ὅτι εἰς εὐρωπαϊκοὺς στρατοὺς δὲν δίδονται πολλάκις διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς δημοσίας τάξεως ἀμοιβαὶ ἠθικαὶ εἰς τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατεύματι; Δίδονται, κύριε Βουλευτὰ, καὶ ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον παράσημα δι’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν λόγον. Ὥστε δὲν βλέπω, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ὁ ὑπάρχων νόμος περὶ λῃστείας διὰ τὰς ἠθικὰς ἀμοιβὰς νὰ ἦναι ἐπιβλαβὴς διὰ τὸ στράτευμα καὶ νὰ καταβιβάζῃ τὸ φρόνημα αὐτοῦ. Λυποῦμαι, διότι δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ὅστις, καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλήσας περὶ στρατεύματος, ἠθέλησε νὰ καταδείξῃ, ὅτι τὸ ὑπάρχον φρόνημα σήμερον ἐν τῷ ἡμετέρῳ στρατεύματι, τὸ φρόνημα τοῦ καθήκοντος δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ, οὔτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἄλλοτε. Βεβαίως ἄλλοτε ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρέτουν ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ὑψηλὴν τιμὴν νὰ λάβωσι μέρος κατὰ τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα· οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, ἀτυχῶς, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, ἐξέλιπον. Εἶναι ὅμως ἐπίσης ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι, ὅπως εἰς ὅλα τὰ Κρήτη, καὶ εἰς τὸ ἡμέτερον ὁ ὑπάρχων στρατὸς ἔκαμε προόδους· ἐὰν δὲν ἔσχε τὴν τιμὴν νὰ εὑρεθῇ εἰς πεδία μαχῶν, ἔκαμεν ὅμως μεγάλας προόδους, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μόρφωσίν του, καὶ τοῦτο δὲν παρατηρεῖται μόνον εἰς τὸ στράτευμά μας, ἀλλ’ εἰς ὅλα τὰ Κράτη· εἰς τὴν Γαλλίαν αὐτὴν, τῆς ὁποίας ἀπὸ τοῦ 1870 μέχρι σήμερον δὲν εὑρέθη ὁ στρατὸς εἰς πεδία μαχῶν νεώτερα, ἐγένοντο τεράστιοι πρόοδοι· οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ ὑπάρχοντες σήμερον, ὑπὸ ἔποψιν μορφώσεως εἶναι πολὺ ἀνώτεροι τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον πρὸ τοῦ 1870. Ἐὰν ἄλλοτε, ἐν προγενεστέροις χρόνοις, ὑπῆρχον ἄνδρες ἐν τῷ στρατεύματι, ἔχοντες δικαιώματα εἰς τὴν πατρίδα, διότι ἐστάθησαν εὐτυχεῖς νὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, σήμερον οἱ νεώτεροι ἔχουσιν ἄλλα προσόντα, ἔχουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν μόρφωσιν, καταγινόμενοι εἰς τὴν σπουδὴν καὶ μελέτην τῆς στρατιωτικῆς τέχνης, καὶ συνεπῶς, εἶμαι βέβαιος, ὅτι παρουσιαζομένης περιστάσεως, θὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπίσης ἀποτελεσματικῶς τὴν πατρίδα. Συμπεραίνων λοιπὸν, Κύριοι, ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει ἀποδεχθῆ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, ὅπως ἡ Κυβέρνησις καταθέσῃ τὸν φάκελλον, διότι οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ ἡ κατάθεσις αὕτη.
§37ΜΑΝΕΣΗΣ. Μὲ προέλαβεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, καὶ συνεπῶς δὲν θὰ ἐπαναλάβω ὅλα, ὅσα εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Συμφωνῶ ἐν τοῖς πλείστοις ἐξ αὐτῶν καὶ δὴ καὶ ὡς πρὸς τὴν κατάκρισιν τῆς ἰδέας τοῦ ἐξ Ἄρτης κ. βουλευτοῦ καὶ φίλου μου συνταγματάρχου κ. Μπότσαρη, ὁ ὁποῖος ἀδίκως διέκρινε τὸν στρατὸν εἰς νεώτερον καὶ παλαιότερον. Δὲν συμμερίζομαι τὴν ἰδέαν ταύτην· διότι, ἂν ἄλλοτε διεκρίνοντο οἱ ἄνδρες τοῦ στρατεύματος ἐπὶ ἀνδραγαθίᾳ ἢ ἐπὶ πολεμικῇ ἀρετῇ κατὰ τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα, οἱ σημερινοὶ διακρίνονται ἐπὶ μορφώσει καὶ προόδῳ, οὐδὲ μειοῦται ποσῶς ἡ ἀξία αὐτῶν, διότι ἡ πατρὶς δὲν ἔτυχε νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς νεωτέρας ἀφορμὰς πρὸς ἀπόκτησιν δαφνῶν ἐν τοῖς πεδίοις τῶν μαχῶν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τοὺς φίλους μου τῆς πτέρυγος ταύτης νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλλου· διότι, ἐὰν τοῦτο γείνῃ, θὰ θέτωμεν ἑκάστοτε τὰς γνώμας τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, τῶν ἀποστελλομένων πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων, εἰς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ τότε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ὑποκαθίσταται εἰς τὴν διοικητικήν. Τότε καὶ μόνον θὰ ἐπετρέπετο τοῦτο, ὅταν ὑπῆρχε πεποίθησις, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνῷ ὁ ταγματάρχης Καράμπελας συνεστήθη, ὅπως ἀμειφθῇ, δὲν ἐξετέλεσε τοῦτο. Τὸν τοιοῦτον ἔλεγχον τὸν ἐννοῶ. Ἀλλ’ ὅταν ἔρχεται ὁ Ὑπουργὸς καὶ σᾶς βεβαιοῖ, ὅτι ὁ ἀποσταλεὶς ἐκεῖ ἀνώτερος ἀξιωματικός, τοῦ ὁποίου πάντες γνωρίζετε τὸν χαρακτῆρα καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνώτερος πάσης ὑπονοίας, μεταβὰς ἐπὶ τόπου, ἐξήτασε τὰ πράγματα καὶ ἐν σχεδίῳ διέγραψεν, οὕτως εἰπεῖν, ταῦτα, προτείνας τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ ληστείας, τὰ δέοντα, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συζητήσωμεν· διότι ἄλλως τί θὰ συζητήσωμεν; ὅτι ὁ κ. Μάνος, ἐκεῖ μεταβάς, ἠπατήθη; Καὶ πόθεν θὰ τὸ ἀρυσθῶμεν; Θὰ ἀποστείλωμεν ἕτερον; Καὶ διατὶ θὰ δώσητε πίστιν εἰς τὸν ἕτερον; Ἐὰν λοιπὸν ὁ ταγματάρχης Καράμπελας ἠδικήθη, ἔχω πεποίθησιν, ἀφοῦ ὑπέβαλεν ἀναφορὰν παραπόνων, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἐξετάσῃ τὰ παράπονα τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ ἐὰν οὗτος ἔχῃ δίκαιον, θὰ ἱκανοποιηθῇ. Δὲν βλέπω λοιπὸν εἰς τί δύναται νὰ ἐνασχοληθῇ ἡ Βουλή, καὶ συμφωνῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ κατάθεσις τοῦ φακέλλου. Θὰ παρακαλέσω μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντί, ὡς ἐν στιγμῇ ὀργῆς βεβαίως εἶπε, νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν αὐστηροτάτην εἰς τὸν ταγματάρχην αὐτόν,—διότι δὲν βλέπω κατὰ τί πταίει ὁ ταγματάρχης Καράμπελας, ἐὰν σήμερον ἐγένετο ἡ ὁμιλία αὕτη ἐν τῇ Βουλῇ, διότι βεβαίως οὗτος δὲν συνήργησεν εἰς τοῦτο,—θὰ παρακαλέσω, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφοράν του καὶ νὰ ἐξετάσῃ αὐτήν, διότι εἶναι καθῆκον παντὸς ἀνωτέρου, μάλιστα ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, νὰ ἐξετάζῃ τὰ παράπονα τῶν ὑποδεεστέρων, διότι εἶναι προτιμότερον νὰ δοθῇ κἄτι τι, ἔστω καὶ ὑπὲρ τὸ δίκαιον, παρὰ νὰ ἀδικηθῇ ὁ παραπονούμενος.
§38ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§39ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐπειδή, κ. Πρόεδρε, πιθανὸν εἶναι νὰ λησμονηθῇ ἡ παράκλησίς μου, ὑποβάλλω αὐτὴν καὶ ἐγγράφως, παρακαλῶν νὰ διαβιβάσητε ταύτην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἔχει δ’ αὕτη ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸς νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς φακέλλους τοὺς ἀναφερομένους εἰς τὴν ἐξόντωσιν τῶν ληστρικῶν συμμοριῶν Τσουλῆ, Τσεκουραίων καὶ Παπακυριτσοπούλου, συνάμα δὲ καὶ ἐκείνους, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων προήχθησαν ἐσχάτως εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ τέσσαρες ὑπαξιωματικοί, οἱ Μαγουλᾶς, Κοκκάλης κλπ.» Ἐπαναλαμβάνω, κ. Πρόεδρε, νὰ εἴπω, ὅτι σκοπός μου εἶναι νὰ ἴδω, ἂν αἱ ὑπηρεσίαι μετρῶνται διὰ τοῦ αὐτοῦ πάντοτε πήχεως.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλκιβιάδης Δεληγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§41ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως προσαγάγῃ πίνακα τῶν ἀξιωματικῶν τῆς φάλαγγος τῆς τιμῆς, τῆς ἐνεργοῦ καὶ μὴ ἐνεργοῦ, διότι ἐπ’ αὐτῶν θέλω συζητήσει, καθόσον τελευταῖον ἦλθον πολλοὶ εἰς τὴν ἐνεργόν, καὶ πολλοὶ προεβιβάσθησαν, ἐνῷ ἄλλοι παρελείφθησαν, καίτοι εἶχον μεγαλειτέρας ὑπηρεσίας προσφέρει, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς προβεβηκυῖαν ἡλικίαν καὶ πένονται σήμερον, μὴ ἔχοντες οὐδὲ ἄρτον.
§42Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ διατυπώσῃ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν του.
§43ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλω συμπληρωτικὰς τροποποιήσεις τῆς προτάσεώς μου περὶ τροποποιήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο ἡ πρότασις θέλει ἀνατυπωθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 64). Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης τοῖς δύο δωδεκατημορίοις ἐπὶ τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως 1896 διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου 1896. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν προτάσεων περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἀναβάλλεται, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, διὰ τὴν προσεχῆ Τετάρτην, ὅτε θὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ συνεδριάσεις.
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 μ. μ.