1896.02.01
883 rows · 6,875 words · 32 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8
Τῆς 1 Φεβρουαρίου 1896.
(Πέμπτη)
Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ μετά τινα συμπλήρωσιν ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς συνεστήθησαν δύο ἐπιτροπαὶ πρὸς μελέτην τῶν ἀφορώντων τὴν Θεσσαλίαν νομοσχεδίων. Καὶ ἡ μὲν μία, ἀποτελουμένη ἐκ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Μιλτ. Δάλλα, Γ. Σιβιτανίδου, Φ. Ἰσχομάχου, Σ. Χατζηγάκη, Λ. Δεληγεώργη, Δ. Ράλλη, Ν. Δρόσου, Γ. Φιλαρέτου, Α. Σιμοπούλου, Κίμωνος Βελλίνη, Κ. Βαρατάση, Θ. Πέρβου, Θ. Κριεμάδη καὶ Ἰω. Καζαμπάκα, θὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν μελέτην καὶ τὴν βάσανον τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως γαιῶν ταῖς ἐν τοῖς χωρίοις τῆς Θεσσαλίας γεωργικαῖς οἰκογενείαις· ἡ δὲ ἑτέρα, ἀποτελουμένη ἐκ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Μαυρομιχάλη, Κ. Ι. Ἀγγελοπούλου, Κ. Καραπάνου, Δ. Οἰκονομίδου, Χριστοδούλου Στεριάδου, Θ. Βελλιανίτη, Ν. Ταρμπάζη, Σπ. Στάη καὶ Π. Μερλοπούλου, θὰ μελετήσῃ τὰ νομοσχέδια περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τῶν βοσκῶν διὰ στρεμματικῆς φορολογίας ἐν τοῖς γεωργικοῖς χωρίοις τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου, καὶ περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ παραγομένων δημητριακῶν καρπῶν. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας ἀναφοράς. Ἐπιτροπὴ πολιτῶν ἐκ Καρδίτσης διὰ τηλεγραφήματός της παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ἵνα ψηφίσῃ τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια. Ἡ Ἑλένη χήρα Ἀθ. Παναγιώτου ἐκ Χαλκίδος αἰτεῖται τὴν προαγωγὴν τοῦ υἱοῦ της λοχίου εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, ὡς διακριθέντος εἰς συμπλοκὰς μετὰ λῃστῶν. Κάτοικοι Λεχαινῶν τοῦ δήμου Μυρτουντίων ζητοῦσι τὴν ἀντικατάστασιν τῆς ἐκεῖ δημοδιδασκαλίσσης, ὡς ἀφισταμένης τῶν καθηκόντων της.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἕνεκα τοῦ χειμῶνος πολλαχοῦ διεκόπη ἡ συγκοινωνία, ἐντεῦθεν δὲ δὲν ἐγένετο δυνατὸν εἰς τοὺς ὀφειλέτας, ἵνα προσέλθωσιν εἰς τοὺς δημοσίους ταμίας καὶ εἰσπράκτορας ἐμπροθέσμως καὶ πληρώσωσι τὰς ὀφειλάς των. Οἱ ἐκπρόθεσμοι δὲ κατὰ τὴν πληρωμὴν ὑποβάλλονται εἰς πρόσθετον φόρον. Νομίζω ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ζημίαν τοιαύτην, καὶ διὰ τοῦτο εἰσάγω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται μέχρι τέλους Φεβρουαρίου νὰ πληρώσωσι τὰς ὀφειλάς των, νὰ ὑποβληθῶσι δὲ εἰς τὸν πρόσθετον φόρον ὅσοι μέχρι τέλους Φεβρουαρίου δὲν ἤθελον πληρώσει αὐτάς. (Εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὑπῆρξε μικρὸν λάθος κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Οἱ προϋπολογισμοὶ συντάσσονται ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, μεταβιβάζονται δὲ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον αἱ σημειώσεις τῶν ἀναγκῶν ἑκάστου τμήματος, ἐπιθεωρημέναι ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν. Ἡ σημείωσις τοῦ Δασονομικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν παρέπεσε καὶ δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, τὸ δὲ Γενικὸν Λογιστήριον δὲν περιέλαβε τὴν ἀντιμισθίαν τοῦ δασονομικοῦ γραμματέως, τοῦ δασονομικοῦ γεωμέτρου καὶ τοῦ δασονομικοῦ γραφέως. Ἡ πίστωσις ἀνέρχεται εἰς μικρὸν ποσὸν πεντακοσίων δραχμῶν καί τινων δεκάδων, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ, ἵνα ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιφέρῃ τὴν μεταβολὴν τοῦ οἰκείου ἄρθρου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπίσης ἄλλη μικρὰ ἀνάγκη ἀνεκοινώθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἡ ἀνάγκη ἀνέρχεται εἰς δραχ. 365. Ἐν Κερκύρᾳ κατεσκευάσθη ὑπόνομος· τὸ Δημόσιον εἶναι παρόδιον, χρεωστεῖ δὲ νὰ πληρώσῃ 365 δραχμάς. Οἱ λογαριασμοὶ περιῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἑπομένως εἰσάγω δήλωσιν περὶ προσθήκης δραχ. 365.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τό τε νομοσχέδιον καὶ αἱ δηλώσεις, αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 56–58).
§4Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰδήσεις τηλεγραφικαὶ παριστῶσι τὴν δημοσίαν τάξιν ἐν Αἰγίῳ ἀνώμαλον. Ἔχω τηλεγράφημα τοῦ ἐκεῖ ἐντίμου πολίτου καὶ μεγαλεμπόρου Ξενοφῶντος Σταυρουλοπούλου, ὁ ὁποῖος παραπονεῖται ὅτι ἐγένετο κατ’ αὐτοῦ δολοφονικὴ ἀπόπειρα· παραπονεῖται κατὰ τῆς ἐνεργείας τῆς δικαιοσύνης καὶ ἐν γένει τῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἄλλο τηλεγράφημα, ὑπογεγραμμένον παρὰ διαφόρων ἐκεῖθεν πολιτῶν, γνωστῶν ὡς πολὺ ἐντίμων, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνεται καὶ εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἐκ Καλαβρύτων καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἰδοὺ τί ἐκθέτουσιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλοῦμεν, ὑψώσατε καὶ ὑμεῖς φωνὴν ὑπὲρ ἐνισχύσεως νόμου καὶ δικαιοσύνης. Ἀσφάλεια ζωῆς, περιουσίας, κατόπιν σειρᾶς διαπραττομένων ἐνταῦθα κακουργημάτων, καθίσταται ἐντελῶς προβληματική. Ἐξαιτούμεθα δι’ ὑμῶν κυβερνητικὴν μέριμναν πρὸς ἀποκατάστασιν διασαλευομένης κοινωνικῆς τάξεως.»
§5ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τι ὡρισμένον, κύριε συνάδελφε.
§6ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὡρισμένον δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ ἀπόπειρα, τὴν ὁποίαν ἀναφέρουσιν. Ἀλλὰ τὰ τηλεγραφήματα παριστῶσι τραγικῶς τὴν ἐκεῖ κατάστασιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ πληροφορίας καὶ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τί συμβαίνει ἐκεῖ, καὶ ποίας ἐνεργείας ἔκαμε καὶ ποίας σκοπεῖ νὰ λάβῃ περὶ ἀποκαταστάσεως τῆς τάξεως.
§7ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μοὶ δίδετε τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα;
§8ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα.
§9Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιχειρῶν νὰ ἀναπτύξω ἐν ὀλίγοις τὴν χθὲς προαγγελθεῖσαν ἐπερώτησίν μου περὶ τῆς ἐσχάτως πάλιν δημιουργηθείσης ἐν Κρήτῃ ἐκρύθμου καταστάσεως, καὶ νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς ἐν ταύτῃ ἐνεργείας αὐτῆς καὶ περὶ τῶν μέτρων καὶ τῶν διαβημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα προέβη, καὶ προτιθέμενος νὰ ἐρωτήσω, πῶς βαίνουσιν αἱ ἐνέργειαι αἱ ἀρξάμεναι, ὡς ὑποθέτω καὶ ἐλπίζω, πρὸς ἀνάκτησιν τῶν προνομίων τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, προνομίων τὰ ὁποῖα διὰ μακροτάτης σειρᾶς ἀγώνων ἀπέκτησε τῷ 1868, τῷ δὲ 1878 ἐπεξέτεινε καὶ ἐπὶ μᾶλλον ἐξησφάλισεν, ἅτινα δὲ παρὰ τὸ δίκαιον καὶ τὰς συνθήκας ἀπώλεσε τῷ 1889, εὑρίσκομαι ἠναγκασμένος σήμερον νὰ προτάξω, ὡς ἀκούσιον πρόλογον οἱονεὶ τοῦ λόγου μου, ὅτι ἄλλος λαός, μικρὸς, μὴ ἔχων τὴν ἱστορίαν τῆς Κρήτης, οὐδὲ τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους ἐν τῇ ἱστορίᾳ, λαὸς ὅμως, ὅστις φαίνεται ὅτι ἔχει πλείονα ἡμῶν πολιτικὴν σύνεσιν, ἀπέκτησε, κατὰ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀφίκετο εἰς Ἀθήνας, νέον προνόμιον καὶ νέαν πολιτικὴν θέσιν, τῆς ὁποίας χρῆσιν βεβαίως ἀρίστην δι’ ἑαυτὸν καὶ λίαν ἐπιζήμιον δι’ ἡμᾶς θὰ ποιήσηται ταχέως, διότι τολμᾷ—καὶ «τοῖς τολμῶσιν ἡ τύχη»! Σήμερον ἀνηγγέλθη, ὅτι ὁ μέχρι τῆς χθὲς μὴ ἀνεγνωρισμένος παρὰ τῶν πλείστων Δυνάμεων, οὔτε παρὰ τῆς κυριάρχου Τουρκίας, Ἡγεμὼν τῆς Βουλγαρίας ἀνεγνωρίσθη παρ’ αὐτῆς, ἀνεγνωρίσθη καὶ παρὰ τῆς Ρωσσίας, ὁ δὲ μέγας καὶ κραταιὸς ἀνάδοχος τοῦ Διαδόχου τοῦ Βουλγαρικοῦ θρόνου βεβαίως θὰ προσενέγκῃ αὔριον ἢ μεθαύριον, ὡς βαπτιστικὰ, καὶ τὸν τίτλον τοῦ Βασιλέως εἰς τὸν Ἡγεμόνα τῆς Βουλγαρίας, τὴν πλήρη δ’ ἀνεξαρτησίαν εἰς αὐτήν. Καὶ ἡμεῖς πρόκειται σήμερον νὰ μάθωμεν παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν αὕτη εὐδοκήσῃ, ἐὰν ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς κρίσιν, ἢ τὸ θάῤῥος καθ’ ἡμᾶς, νὰ ἀπαντήσῃ, πρόκειται, λέγω, νὰ μάθωμεν, ἐὰν προέβησαν κατά τι, ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον, αἱ ἐνέργειαι αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον ἀνάγεται εἰς αὐτὴν νὰ ἐνεργήσῃ, πρὸς ἀνάκτησιν προνομιῶν, τὰς ὁποίας πρὸ τριακονταετίας εἶχεν ἀποκτήσει ὁ Κρητικὸς λαὸς καὶ τὰς ὁποίας πρὸ ἑπταετίας ἀπώλεσεν. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μετὰ ὀλιγωτέρου θάῤῥους ἀνέρχομαι σήμερον τὸ βῆμα τοῦτο, ἵνα διατυπώσω τὴν ἐρώτησίν μου καὶ τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἢ μεθ’ ὅσου χθὲς προανήγγελλον αὐτήν. Ἕλλην Βουλευτὴς, λαμβάνων τὸν λόγον, ἵνα ὁμιλήσῃ ἀπὸ τούτου περὶ Κρήτης, δυσκόλως δύναται ν’ ἀρχίσῃ, μὴ γνωρίζων μέχρι τίνος πρέπει νὰ ἐκταθῇ, ἢ πόσα πρέπει νὰ εἴπῃ καὶ πόσα νὰ παραλείψῃ, ἢ μὴ δυνάμενος νὰ ἐκλέξῃ ἐκ τῶν ἀπείρων, τὰ ὁποῖα πᾶς φιλελεύθερος ἄνθρωπος ἔχῃ νὰ εἴπῃ περὶ τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία πλείονα δικαιώματα καὶ ἡμῶν, τῶν νῦν ἐλευθέρων, ἔχει ἐπὶ τῆς ἐλευθερίας. Περὶ Κρήτης ὁμιλῶν τις, κ. Βουλευταὶ, ἀρκεῖ νὰ εἴπῃ τὸ ὄνομα Κρήτη, χωρὶς νὰ συνοδεύσῃ αὐτὸ δι’ οἱουδήποτε ἐπιθέτου, ἐνδεικτικοῦ τοῦ φρονήματος καὶ τῆς μεγαλοφροσύνης τοῦ κατοικοῦντος αὐτὴν λαοῦ καὶ χαρακτηριστικοῦ τῆς ἀνδρείας καὶ τῶν ἀγώνων αὐτοῦ. Οὐδὲ «μεγαλομάρτυς τῆς Μεσογείου», οὐδὲ «μεγαλόνησος», οὐδὲ «ἡρωϊκὴ», οὐδὲ ἄλλο τι ἐπίθετον εἶναι ἀναγκαῖον. Ἀρκεῖ νὰ εἴπῃ τὸ ὄνομα Κρήτη! Διότι τοῦτο περιλαμβάνει ὅ,τι γενναιότερον καὶ φιλελευθερώτερον ἔχει νὰ δείξῃ ἡ ἱστορία ἐν τῷ κόσμῳ. Ἡ Κρήτη ἠγωνίσθη τὸν περὶ τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους γενικὸν ἀγῶνα, ἀπὸ τοῦ 1821 μέχρι τοῦ 1830, μετὰ τοῦ αὐτοῦ θάῤῥους, μετὰ τῆς αὐτῆς αὐταπαρνησίας καὶ τῶν αὐτῶν θυσιῶν, μεθ’ ὧν καὶ τὸ λοιπὸν Ἑλληνικὸν ἔθνος. Ἔσχε μάλιστα ἀρκετὰ τέκνα, περισσεύοντα ἐπὶ τοῦ ἐδάφους αὐτῆς, νὰ πέμψῃ καὶ ἀλλαχόσε, ἵνα ἀγωνισθῶσιν ἐπὶ τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος. Παρέμεινεν ὅμως δυστυχῶς ἐν τῇ δουλείᾳ διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ 1830, ὅπερ ἀνέγραφε τὸν ὅρον, ὅτι μὴ ἐλευθερουμένη ἡ Κρήτη, ἔδει νὰ τύχῃ ἐν τῷ μέλλοντι «ἐξαιρετικῆς διοικήσεως», ἧς βεβαίως οὔτε σκιὰν κἂν εἶδεν. Ἀλλὰ δὲν ἡσύχασεν, ὡς συνέβη εἰς ἄλλας Ἑλληνικὰς χώρας. Ἡ Κρήτη ἀμέσως μετὰ τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον, ἀποτυχοῦσα τοῦ σκοποῦ της, ἐνόησε καὶ ἐννοεῖ νὰ συνεχίσῃ αὐτὸν μέχρι πληρώσεως τῶν πόθων αὐτῆς, τοὺς ὁποίους ὅλοι αἰσθανόμεθα καὶ ὅλοι γνωρίζομεν. «Μόλις εἶχον παρέλθει 5 ἢ 6 ἔτη, ἀφ’ ἧς ἔληξεν ὁ Ἑλληνικὸς ἀγὼν καὶ ἐσχηματίσθη τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, καὶ ἡ Κρήτη ὁπλίζεται καὶ ἐπαναστατεῖ. Δὲν παρῆλθον 5 ἔτη ἀπὸ τοῦ γεγονότος τούτου, καὶ ἡ Κρήτη εἰς νέαν προβαίνει ἐπανάστασιν. Ἐπαναστατεῖ κατὰ τὰ 1840, ἐπαναστατεῖ κατὰ τὰ 1843, ἐπαναστατεῖ κατὰ τὰ 1854, ἐπαναστατεῖ κατὰ τὰ 1858, κατὰ τὰ 1866, κατὰ τὰ 1878», ἔλεγεν, ἀνακεφαλαιῶν τὴν ἱστορίαν τῆς Κρήτης, ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁμιλῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν 2 Νοεμβρίου 1889. «Ἐὰν δὲ δὲν ἐπανεστάτησε κατὰ τὸ 1863», ἐξακολουθεῖ λέγων ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς, «αἰτία εἶμαι ἐγὼ, Ὑπουργὸς τότε τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐὰν δὲν ἐπανεστάτησε κατὰ τὸ 1886, αἴτιος ἤμην ἐγὼ, ὢν ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἀποτρέψας αὐτήν. Καὶ πότε δὲν ἐπανεστάτησεν ἡ Κρήτη; Τέσσαρες Σουλτάνοι ἀνέβησαν τὸν θρόνον, ὁ Μαχμοὺτ, ὁ Μετζὴτ, ὁ Ἀζὶζ καὶ ὁ Χαμὴτ,—διότι δὲν περιλαμβάνω τὸν δυστυχῆ Μουρὰτ—ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἠδυνήθη νὰ παγιώσῃ τὴν τάξιν ἐν Κρήτῃ. Διατί; Διότι δὲν ὑπάρχουσι δεσμοὶ, συνδέοντες τὴν ἐπικυρίαρχον δύναμιν μετὰ τῆς κρατουμένης νήσου.» Ταῦτα εἶχε τὴν εὐχαρίστησιν ὁ Κρητικὸς λαὸς νὰ ἀκούσῃ λεγόμενα ἐνταῦθα παρ’ ἐπιφανεστάτου Ἕλληνος πολιτευτοῦ, παρὰ ἐπανειλημμένως ἀναδειχθέντος κυβερνήτου τῆς τε Ἑλλάδος καὶ τῶν πόθων τοὐλάχιστον τοῦ ὅλου Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Τέλος οἱ ἀγῶνες τῆς Κρήτης κατέληξαν, μετὰ τοὺς θριάμβους αὐτῆς τῷ 1866–1868, εἰς τὴν ἀπόκτησιν τοῦ Ὀργανικοῦ νόμου τοῦ 1868. Μετὰ ταῦτα δὲ, μὴ ἀρκουμένη εἰς τοῦτο τὸ μικρὸν ψυχίον ἐλευθερίας ἡ Κρήτη, κατὰ τὸ 1878, ὅτε ἡ Ἀνατολὴ ὁλόκληρος εὑρίσκετο ἀνάστατος, ἐπανεστάτησεν αὖθις, καὶ ὁ χριστιανικὸς λαὸς ἐγένετο κύριος τῆς νήσου ὅλης, πλὴν τῶν τριῶν φρουρίων καὶ τῆς ἀκτῖνος αὐτῶν. Τότε ἔσχε τὴν εὐτυχίαν νὰ ἴδῃ τοὺς πόθους αὐτῆς κατὰ ἕνα βαθμὸν προαγομένους. Ἐν τῷ Βερολινείῳ Συνεδρίῳ, ὅπου ἀντεπροσώπευσε τὴν Ἑλλάδα καὶ τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ νῦν Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐλήφθη πρόνοια περὶ τῆς Κρήτης, καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 23 τῆς Βερολινείου Συνθήκης ἐθεσπίσθη ὅτι: «Ἡ Πύλη ὑποχρεοῦται νὰ ἐφαρμόσῃ ἀνελλιπῶς τὸν Ὀργανικὸν Νόμον τῆς Κρήτης μετὰ τῶν τροποποιήσεων ἐκείνων, αἵτινες ἤθελον κριθῆ δίκαιαι.» Πράγματι δὲ, ἐν Συνελεύσει τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Κρήτης καὶ δύο ἐκτάκτων ἀπεσταλμένων τῆς Ὑψηλῆς Πύλης καὶ τοῦ τότε Διοικητοῦ τῆς νήσου Κωστάκη Ἀδοσίδου Πασσᾶ, τῇ μεσολαβήσει καὶ τοῦ Γενικοῦ Προξένου τῆς Μ. Βρεττανίας κ. Σάνδουϊθ, κατηρτίσθη κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1878 σχέδιον, τὸ γνωστὸν ὑπὸ τὸ ὄνομα «ἡ Σύμβασις τῆς Χαλέπας», ἀποτελούμενον ἐκ 16 ἄρθρων καὶ 7 ἰδιαιτέρων διατάξεων, τὸ ὁποῖον ἐκυρώθη μετὰ ταῦτα διὰ φιρμανίου τοῦ Σουλτάνου καὶ ἐτέθη εἰς ἐφαρμογήν. Διὰ τῆς Συμβάσεως τῆς Χαλέπας, τὴν ὁποίαν—πρέπει νὰ λεχθῇ—ἡ Κρήτη ἀπέκτησε, συνομολογήσασα αὐτὴν πρὸς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην, ὡς ἴση πρὸς ἴσην, ἔνοπλος πρὸς ἔνοπλον, διὰ τῆς Συμβάσεως αὐτῆς ἀπέκτησεν ἀληθῶς προνόμια, ὑπὸ τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ κυβερνηθῇ φιλανθρωπότερον ὅπως δήποτε, ἐπιφυλαττομένη νὰ ἴδῃ ἐπὶ τέλους ἐκπληρουμένους τοὺς προαιωνίους πόθους αὐτῆς. Ἀξία σημειώσεως καὶ προσοχῆς διὰ τὴν μετὰ ταῦτα γενομένην παρασπονδίαν τῆς Τουρκίας εἶναι ἡ πανηγυρικὴ καὶ ἐπανειλημμένη ἀναγνώρισις τῶν προνομίων τῆς Κρήτης, ἤτοι τῆς «Συμβάσεως τῆς Χαλέπας», παρὰ τοῦ Σουλτάνου. Ἤδη πρὸ τῆς Συμβάσεως, ἤτοι τῇ 23 Αὐγούστου 1878, ὁ ἔκτακτος ἀπεσταλμένος τοῦ Σουλτάνου Γαζῆ–Ἀχμὲτ–Μουχτὰρ διὰ προκηρύξεώς του πρὸς τὸν Κρητικὸν λαὸν ὡμολόγει, ὅτι ἀπεστάλη, «ἵνα ἀκούσῃ τὰς εὐχὰς τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ καὶ ἐπενέγκῃ διὰ τῶν καταλλήλων μέτρων τὴν προσήκουσαν θεραπείαν, ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ τῆς Κρήτης, καὶ ἐξέλθῃ ὁ τόπος ἐκ τῆς τελευταίας ταύτης δοκιμασίας μὲ τὴν βεβαίαν καὶ πραγματικὴν ἐλπίδα μέλλοντος αἰσιωτέρου καὶ εὐδαιμονεστέρου.» Τὴν καταρτισθεῖσαν Σύμβασιν τῆς Χαλέπας ἐπεκύρωσεν ἡ Ὑψηλὴ Πύλη δι’ ἐπανειλημμένων φιρμανίων, καὶ πανδήμως ἀνεγνώρισε τὴν δύναμιν αὐτῆς. Αὐτοκρατορικὸν δὲ αὐτόγραφον πρὸς τὸν πρῶτον χριστιανὸν Διοικητὴν τῆς Κρήτης Ἐξ. Καραθεοδωρῆ–Πασσᾶν ἐξεφράζετο οὕτω: «Γενέσθω σοι γνωστόν, ὅτι ὁ Ἐξοχώτατος Γαζῆ–Ἀχμὲτ–Μουχτὰρ Πασσᾶς καὶ ὁ ἐνδοξότατος Σαλὲμ Ἐφένδης ἀπεστάλησαν προηγουμένως εἰς Κρήτην, δυνάμει αὐτοκρατορικοῦ διατάγματός Μου, ἵνα ἐξετάσωσι τὰς αἰτήσεις περὶ τῶν τροποποιήσεων τῶν ἐπενεκτέων εἰς τὸν Ὀργανικὸν Νόμον, τὸν χορηγηθέντα διὰ τοῦ φιρμανίου τοῦ 1868... Αἱ εὐχαὶ τοῦ λαοῦ ἐξητάσθησαν ἐν συμβουλίῳ, εἰδικῶς ἐπὶ τούτῳ συγκροτηθέντι (Σημ. ἐννοεῖ τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς Συνελεύσεως ἐν Χαλέπᾳ) καὶ συγκειμένῳ ἐκ τῶν προσώπων, τῶν ὁποίων ἦτο ἀναγκαία ἡ παρουσία. Αἱ εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦτον εἰσακτέαι τροποποιήσεις, ὁρισθεῖσαι εἰς 16 ἄρθρα καί τινας ἰδιαιτέρας διατάξεις, διετυπώθησαν εἰς πρᾶξιν («Σύμβασιν τῆς Χαλέπας»), ἥτις ὑπεβλήθη εἰς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην Μου, τὸ δὲ περιεχόμενον αὐτῆς ἔχει ὡς ἑξῆς...» Μετ’ ὀλίγον, παραστάσης ἀνάγκης ν’ ἀνακληθῇ ὁ Ἐξ. Καραθεοδωρῆς–Πασσᾶς, ἵνα διορισθῇ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς ὡρισμένης πενταετίας, ἵνα μὴ τοῦτο θεωρηθῇ ὡς ἔλλειψις σεβασμοῦ πρὸς τὴν Σύμβασιν, ἡ Μεγάλη Βεζυρία ἔσπευσε νὰ τηλεγραφήσῃ εἰς Κρήτην, ὅτι «διὰ τῆς ἀνακλήσεως οὐδαμῶς σκοπεῖ νὰ παραβλάψῃ τὰς διὰ τοῦ τελευταίου φιρμανίου παραχωρηθείσας τῇ Νήσῳ προνομίας, διώρισε δὲ ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ὅροις καὶ ἐπὶ πέντε ἔτη ἄνδρα τοῦ αὐτοῦ θρησκεύματος... καὶ ὅτι ἡ Α. Α. Μ. ὁ Σουλτάνος ἐντέλλεται καὶ ἐπιθυμεῖ τὴν ἐσαεὶ πλήρη ἰσχὺν τοῦ φιρμανίου, καὶ ὅτι ἡ θέλησίς Του θέλει διατυπωθῇ σαφῶς ἐν τῷ νέῳ φιρμανίῳ τοῦ νέου Γενικοῦ Διοικητοῦ.» Ὄντως δὲ τὸ φιρμάνιον, δι’ οὗ καθίστατο Γεν. Διοικητὴς ὁ Φωτιάδης–Πασσᾶς, περιελάμβανε τὰ ἑξῆς: «... Ηὐδόκησα ν’ ἀνατεθῇ δι’ Ὑψηλοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Χατίου Μου εἰς τὴν ἱκανότητά Σου μετὰ τοῦ ἀνωτάτου βαθμοῦ Βεζύρου ἡ Γενικὴ Διοίκησις τῆς Κρήτης ἐπὶ πενταετίαν... νὰ κυβερνᾷς συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ ἐσχάτως τροποποιηθέντων κανονισμῶν.» Πρέπει δὲ νὰ μνημονεύσω ἐνταῦθα καὶ τὸ 16ον ἄρθρον τῆς Συμβάσεως τῆς Χαλέπας, ἥτις—ἐπαναλαμβάνω— συνωμολογήθη ὑπὸ τῆς ἐνόπλου Κρήτης πρὸς τὴν Τουρκίαν, κατὰ τὴν ὑπαγόρευσιν τοῦ ἄρθρου 23 τῆς Βερολινείου Συνθήκης: «Ἐὰν τυχὸν (λέγει τὸ 16ον ἄρθρον) διαβιβασθῶσιν ἐνταῦθα (εἰς Κρήτην) ὑπουργικαὶ διαταγαὶ, ἀντιβαίνουσαι εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν Δικαστηρίων, εἰς τοὺς ἐν ἰσχύι νόμους καὶ τὸν Ὀργανικὸν Νόμον, δὲν θέλουσιν ἐκτελεῖσθαι». Τοιαῦτα τὰ κατὰ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ νέου καθεστῶτος ἐν Κρήτῃ. Ἀλλ’ ἡ θέσις, ἣν δι’ αὐτοῦ ἐλάμβανεν ὁ Κρητικὸς λαὸς ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, καὶ ἡ χρῆσις τῆς ἐλευθερίας, ἣν θαῤῥαλέως ἐποιεῖτο κατὰ πάσης περιστολῆς τῶν καθολικῶν ἐθνικῶν δικαίων ὑπὸ τῆς Πύλης, ὑπεβλέπετο ὑπούλως καὶ δολίως παρὰ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πασσάδων, ἐπεζητεῖτο δὲ παρ’ αὐτῶν εὐκαιρία νὰ ἀναστείλωσι καὶ καταλύσωσιν ἐντελῶς τὰ προνόμια τῆς Συμβάσεως τῆς Χαλέπας. Καὶ εἶχεν ὄντως μέγα συμφέρον ἡ Τουρκία. Τίς δὲν ἐνθυμεῖται ὅτι κατὰ τὸ 1887, ὅτε ἡ Τουρκία ἐζήτει νὰ περιστείλῃ τὰ προνόμια τοῦ Πατριαρχείου, τίς δὲν ἐνθυμεῖται τὴν φωνὴν, τὴν ὁποίαν ὕψωσεν ἀπειλητικῶς ὁ Κρητικὸς λαὸς κατὰ τοῦ Σουλτάνου; «Ἐὰν τολμήσῃς νὰ θίξῃς τὰ προνόμια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους ἡμῶν, θὰ ἀποθάνῃς καὶ Σὺ καὶ ἡ Αὐτοκρατορία Σου!» ἔγραψεν ὁ μεγαλόφρων Κρητικὸς λαὸς πρὸς τὸν Σουλτάνον. Τοιοῦτον θάῤῥος οὐδ’ ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἔσχε τις, νὰ ἀπειλήσῃ τοιουτοτρόπως τὸν Σουλτάνον. Καὶ ἡ Τουρκία τότε ὑπεχώρησεν. Εἶχε λοιπὸν συμφέρον ἡ Τουρκία νὰ περικόψῃ τὰ προνόμια ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἐνθαῤῥυνόμενοι καὶ φρονηματιζόμενοι οἱ Κρῆτες, τοιαύτην ἐλάμβανον στάσιν. Τῷ 1889 παρὰ τῆς Πύλης, ἐξ ἀφορμῆς ἐσωτερικῶν διαφωνιῶν, συναφῶν καὶ παρεμαρτουσῶν εἰς κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα, διότι ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα διῳκεῖτο ἡ Κρήτη, παρενεβλήθησαν ῥαδιουργίαι, διεσπάρησαν διχόνοιαι, ἐπῆλθε διαίρεσίς τις, καὶ ἀμέσως ἡ Τουρκία εἰσώρμησεν ἐκεῖ καὶ κατήργησε τὰ προνόμια τῆς Νήσου. Δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ πῶς καὶ παρὰ τίνος ἐβοηθήθη καὶ ποία ἦτο τότε ἡ στάσις τῆς ἐπισήμου ἐλευθέρας Ἑλλάδος, διότι εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὰ, ἔτι δὲ καὶ δυσάρεστα γεγονότα. Ἀναφέρω μόνον, ἔχων τὴν τιμὴν καὶ τότε νὰ παρακάθημαι ἐνταῦθα, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠκούσθησαν ἐντονώταται καὶ θερμόταται διαμαρτυρίαι κατὰ τοῦ τότε προϊσταμένου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὧν αἱ μᾶλλον χαρακτηριστικαὶ καὶ πολιτικώτεραι ἦσαν βεβαίως αἱ ἐπανειλημμέναι ἀγορεύσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. νῦν Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἵποντο δὲ οὐχ ἧττον καὶ αἱ ἀγορεύσεις πολλῶν ἄλλων συναδέλφων, παρόντων ἐνταῦθα καὶ μὴ, ἀλλὰ καὶ αἱ νευρώδεις καὶ σθεναραὶ ἀγορεύσεις δύο ἐκ τῶν σημερινῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Τὸ πνεῦμα πάσης ἐκείνης τῆς συζητήσεως ἦτο νὰ ἐρευνηθῇ ἡ πορεία τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι καὶ νὰ κατακριθῇ, καί τι πλέον δέ: νὰ ἐρωτηθῇ, ἐὰν δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνακτήσῃ ἡ Κρήτη τὰ προνόμια αὐτῆς. Δυστυχῶς τότε οὐδὲν ἐγένετο. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἱστορίας νῦν. Ἐσχάτως ἐπῆλθον περιστάσεις ἐν τῇ Ἀνατολῇ, γνωσταὶ εἰς ὅλους. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς παρατόλμου καὶ σχεδὸν λῃστρικῆς ἐκείνης εἰσπηδήσεως τῶν Βουλγάρων εἰς τὴν Μακεδονίαν, ἤρξατο συγκίνησις ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἥτις ὅμως κατεστάλη. Μετὰ ταῦτα ἐπῆλθον τὰ Ἀρμενικὰ, τὰ ὁποῖα ἠπείλησαν δι’ εὐρυτάτης πυρκαϊᾶς τὴν Ἀνατολήν. Μετὰ συμπαθείας ἐβλέπομεν ἐντεῦθεν ἡμεῖς, οἱ διατελέσαντες δοῦλοι ἐπὶ μακροὺς αἰῶνας καὶ γνωρίζοντες τὰς πικρίας τῆς δουλείας, τὰς προσπαθείας λαοῦ, ἄλλοτε ἐλευθέρου, καὶ δράσαντος ἐν τῇ ἱστορίᾳ, ἀγωνιζομένου ὑπὲρ ἀνακτήσεως τῆς ἐλευθερίας του. Καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις καὶ ἡ δημοσιογραφία ἐπεδείξαντο μέγιστον ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον καὶ τὰ αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τιμᾷ καὶ τὴν ἐνημερότητα τῆς δημοσιογραφίας τῶν Ἀθηνῶν ἀποδεικνύει ἴσην πρὸς τὴν τῶν ἐγκριτωτέρων εὐρωπαϊκῶν ἐφημερίδων. Τὰ συμβάντα ταῦτα τῆς Ἀνατολῆς ἔχουσι δι’ ἡμᾶς διττὴν σημασίαν: πρῶτον μὲν διότι ἐνδεικνύουσι καὶ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, ὅτι κίνδυνοι ἀναθρώσκουσι καὶ ὅτι πιθανὸν νὰ περικυκλώσωσιν ἡμᾶς ταχέως, ἴσως δὲ ἀπαρασκεύους. Ἡ κοινὴ συνείδησις ἐταράχθη, συνεκινήθη, διαδηλώσεις ἐγένοντο, ἡ νεολαία, ἥτις εὐτυχῶς κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἔχει ζωηρὰν τὴν συνείδησιν τῶν ἐθνικῶν δικαιωμάτων, πρώτη συνῃσθάνθη τοὺς παλμοὺς τοῦ καθήκοντος καὶ ἐξηγέρθη συντεταγμένη, ζητοῦσα νὰ μάθῃ καὶ πληροφορηθῇ τὰ περὶ τῶν συμβαινόντων. Ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ διαπρεπεῖς κατῆλθον, παρὰ τοὺς κανόνας ἴσως τῆς αὐστηρᾶς πειθαρχίας, εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, ἐκθέσαντες γνώμας περὶ τῆς ἡμετέρας παρασκευῆς· καὶ εἶχον δικαίωμα πρὸς τοῦτο, διότι ὁ στρατὸς ἀποτελεῖ τὰς χεῖρας τοῦ ἔθνους. Αὐτὴ εἶναι ἡ μία ἔποψις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐνδιαφέρουσιν ἡμᾶς τὰ γεγονότα ἐκεῖνα. Ἡ ἑτέρα εἶναι ἡ ἐξέτασις, ὅτι ἡ σφαγὴ ἑκατοντάδων χιλιάδων ὑπάρξεων περιώρισε πρὸ τῶν Ἑλλήνων τὰς αἱμοβόρους διαθέσεις αὐτῆς, καὶ δὲν ἐσφάγησαν Ἕλληνες· τοῦτο ἐθεωρήθη ἱκανοποίησις διὰ τοὺς Ἕλληνας, ἐθεωρήθη κέρδος τὸ ὅτι λαὸς συντεταγμένος εἰς Κράτος, βιοῦν ἐν μέσῳ τῆς Εὐρώπης, δὲν προέβη εἰς σφαγὰς ἐν μέσῳ τῶν συμπολιτῶν αὐτοῦ! Τοῦτο ἐθεώρησε κέρδος ἡ Εὐρώπη, ἡ ὁποία κατώρθωσε, μετὰ πολλὰς καὶ πολυτρόπους συνεννοήσεις, νὰ δεχθῇ ἕνα γενικὸν καὶ συλλήβδην κατενεχθέντα κόλαφον παρ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος διέπραττεν ὅλας τὰς ὠμότητας ἐκείνας. Εἶναι ἀσήμαντον ἴσως τὸ γεγονὸς, ὅτι μικροτάτου εὐρωπαϊκοῦ Κράτους ὁ ἔσχατος ἀντιπρόσωπος ἐλέγχει καὶ οἰκτείρει τὴν τοιαύτην διαγωγὴν, τῆς Εὐρώπης· ἐν τούτοις ἡ φωνὴ τοῦ δικαίου καὶ τοῦ πρέποντος, παρ’ οἱουδήποτε καὶ ἂν ἐγείρηται, ὁθενδήποτε καὶ ἂν ἐξέρχηται, εἶναι ἰσχυρά. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐσφάγησάν τινες τῶν ἡμετέρων, (ὅπερ δὲν εἶναι ἀληθὲς) δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ τοῦτο ὡς τὸ προσῆκον ἀντάλλαγμα τῆς ἐφεκτικότητος καὶ τῆς συντηρητικότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάμιξις εἰς τὰ κινήματα ἐκεῖνα ἤθελεν ἀνάψει γενικὴν πυρκαϊάν; Προσῆκον ἀντάλλαγμα ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ἡ μὴ σφαγή;! Λαοὶ, πρὸ πολλοῦ ἀπολέσαντες τὴν ἐλευθερίαν, ἠγωνίζοντο κατὰ τοὺς παρελθόντας μῆνας, ἔτι δὲ καὶ νῦν, ἵνα ἀποτινάξωσι τὴν δουλείαν. Ἡμεῖς δὲ, οἱ μέγα μέρος τοῦ ἐθνικοῦ σώματος ἀποτελοῦντες ἐλεύθεροι, δὲν ἦτο ἐπίκαιρον νὰ ζητήσωμεν ὡς ἀντάλλαγμα τὴν ἀνάκτησιν τῶν προνομίων καὶ ἐλευθεριῶν τῶν ἡμετέρων ἀδελφῶν, οἵτινες, ἔχοντες αὐτὰ πρὸ πολλοῦ δι’ ἀγώνων κεκτημένα, ἀπώλεσαν διὰ παρασπονδίας καὶ δολιότητος; Οἱ Κρῆτες συνείθισαν τὸν κόσμον πάντοτε διὰ μακρᾶς ἱστορίας, ὁσάκις ἡ ἐλαχίστη ταραχὴ συνέβαινεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, νὰ στρέφῃ τὰ βλέμματα πρὸς αὐτοὺς, ἵνα ἴδῃ τί θὰ πράξωσιν· ἀνήσυχος δὲ ἡ Εὐρώπη προσεῖχε τὰ βλέμματα πρὸς τὴν Κρήτην, καὶ περίφοβος ἡ Τουρκία προσέβλεπεν αὐτήν. Ἡ Κρήτη, οὐχὶ διότι ἤθελε νὰ ἐπωφεληθῇ τοὺς ἀγῶνας τῶν ἄλλων, προέβαλεν ἐσχάτως τὴν ἀξίωσιν τῆς ἀνακτήσεως τῶν προνομίων αὐτῆς. Ἄλλοι ὠφελήθησαν ἐκ τῶν ἀγώνων αὐτῆς κατὰ τὰ 1866–1868, ὡς εἶναι ἡ Σερβία καὶ ἡ Ρουμανία. Οἱ Κρῆτες, ὑπακούοντες εἰς τὸ φρόνημα αὐτῶν, ἔῤῥηξαν καὶ πάλιν κραυγὴν κατὰ τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη τῷ 1889, καὶ ἐζήτησαν νὰ ἀνακτήσωσι τὰ προνόμια αὐτῶν· διετύπωσαν δὲ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων των τὰς ἀξιώσεις των ἐν τῇ Συνελεύσει. Ἀλλὰ μὴ ἰσχύοντος τοῦ ὀργανικοῦ νόμου καὶ τῶν προνομίων τῆς Συμβάσεως τῆς Χαλέπας, ὁ διοικητὴς, πρὶν διανυθῇ τὸ τεσσαρακονθήμερον διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, καθ’ ὃ ὑποχρεωτικῶς πρέπει νὰ ἐργάζηται, προώρως διέκοψε τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἵνα ἀποφύγῃ τὴν εἰς τὴν Συνέλευσιν ὑποβολὴν τῶν αἰτημάτων. Τὰ αἰτήματα τῆς Κρήτης περιλαμβάνει ἡ ἔκφρασις «ἐπάνοδος εἰς τὸ πρώην καθεστώς». Βέβαιος ὢν, ὅτι πρὸς εἰδότας ὁμιλῶ, δὲν κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ποιήσωμαι μνείαν περὶ τῶν ἀπολεσθέντων προνομίων τῆς Κρήτης· ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι δὲν ποιοῦμαι κατάχρησιν τῆς ὑμετέρας ἀνοχῆς, ἀναφέρων ἐν ἀρνητικῇ, ὡς εἰπεῖν, ἀπαριθμήσει τῶν προνομίων τῆς Κρήτης ὅτι διὰ τοῦ φιρμανίου τοῦ 1889 ἡ Πύλη μονομερῶς περιώρισε τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως, κατήργησε τὴν διάταξιν περὶ τοῦ Χριστιανοῦ Γεν. Διοικητοῦ, διορίζουσα κατὰ βούλησιν τοιοῦτον, κατήργησε τὸν πενταετῆ χρόνον τῆς ὑπηρεσίας αὑτοῦ, ἀνέλαβεν ὑπὲρ τοῦ αὐτοκρατορικοῦ ταμείου ὁλοκλήρους τὰς τελωνειακὰς εἰσπράξεις, τὸ ἥμισυ τῶν ὁποίων εἶχε πρότερον παραχωρήσει εἰς τὸ ταμεῖον τῆς νήσου· ἀφῆκε τοιουτοτρόπως ἐλλείμματα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Κρήτης, ἕνεκεν τῶν ὁποίων ἐγκατελείφθη πᾶσα μέριμνα ὑπὲρ τῆς παιδείας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τῆς συγκοινωνίας—ὁ ἐφετεινὸς μάλιστα προϋπολογισμὸς οὐδεμίαν ἠδυνήθη νὰ ἀναγράψῃ πίστωσιν ὑπὲρ τῆς παιδείας καὶ τῆς συγκοινωνίας, ὅσα δὲ σχολεῖα δὲν ἠδυνήθησαν νὰ διατηρηθῶσι διὰ συνδρομῶν, ἐκλείσθησαν ἐντελῶς. Πρὸς δὲ διὰ τοῦ αὐτοῦ φιρμανίου μετέβαλε τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς τῶν δικαστῶν, παρέδωκε τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν εἰς τουρκαλβανοὺς χωροφύλακας, οἱ ὁποῖοι διαπράττουσι τὰς μεγαλειτέρας δολοφονίας κατὰ τῶν χριστιανῶν, μετέβαλε τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, ἐπολλαπλασίασε τὰς δαπάνας διὰ τῶν διπλῶν θέσεων, αἵτινες ἐδόθησαν εἰς ὀθωμανοὺς, ἔδεσε τὰς χεῖρας τῶν χριστιανῶν Βουλευτῶν, καθορίσασα τοιουτοτρόπως τὰ τῆς πλειονοψηφίας, ὥστε, ἵν’ ἀποτελεσθῇ τοιαύτη, ἀπαιτεῖται καὶ ἡ σύμπραξις τῶν ὀθωμανῶν Βουλευτῶν, καὶ ἐν γένει ἀνέτρεψε τὰ πάντα. Οἱ Κρῆτες, γινώσκοντες καὶ τὴν τέχνην τῶν ὅπλων καὶ τὰς ὁδοὺς, αἱ ὁποῖαι ἄγουσιν εἰς τὰ κέντρα τὰ συνειθισμένα νὰ βλέπωσιν αὐτοὺς ἐπαναστάτας, κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην δὲν ἐσκέφθησαν νὰ ἐπαναστατήσωσι, κακῶς δὲ ἐχαρακτηρίσθη παρὰ τοῦ ἔξω κόσμου καὶ παρὰ τῆς ἡμετέρας δημοσιογραφίας τὸ κίνημά των ὡς «ἐπαναστατικόν». Διώρισαν ἐπιτροπὴν, ἥτις ὠνόμασεν ἑαυτὴν «Ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως», καὶ διετύπωσαν τὰ αἰτήματά των, τὰ ὁποῖα περιωρίζοντο εἰς τὴν ἀνάκτησιν τῶν προνομίων. Ἡ Τουρκία ἐποιήσατο χρῆσιν τῶν ὅπλων, οἱ Κρῆτες ἠμύνθησαν, καὶ ἐνίκησαν τὸν τουρκικὸν στρατὸν δὶς, φονεύσαντες πολλοὺς, πολλὰς δεκάδας· ἀλλὰ ὁ ἐπελθὼν βαρύτατος χειμὼν διέκοψε πᾶσαν περαιτέρω κίνησιν. Ἡ κατάστασις νῦν μένει ἡ αὐτή· τὸ φρόνημα τῶν Κρητῶν ἀμετάτρεπτον. Διὰ τῶν συνήθων τρόπων τῆς Τουρκικῆς πολιτικῆς εἶχε κατορθωθῆ νὰ παραπεισθῶσι τινες τῶν ἀντιπροσώπων, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ νὰ μεταβάλωσι φρόνημα, ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει ὅτι ταχέως θὰ συνομολογηθῇ δάνειον ἐπ’ ὀνόματι τῆς Κρήτης ἐξ 120 χιλιάδων λιρῶν, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καλυφθῶσι τὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ θὰ δυνηθῶσι νὰ λειτουργήσωσι τὰ σχολεῖα, καὶ νὰ διαῤῥυθμισθῇ ἡ δικαιοσύνη κάλλιον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο· οἱ δὲ ἀντιπρόσωποι, βλέποντες ὅτι ἐνεπαίζοντο, ἀφῆκαν τοὺς Τούρκους νὰ ἐλπίζωσιν, αὐτοὶ δὲ ἐτράπησαν τὴν πρὸς τὰ ὄρη. Μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ χειμῶνος τὸ Κρητικὸν ζήτημα θὰ ἀναφανῇ ἐν μεγίστῃ ἐντάσει καὶ εὐρύτητι. Οἱ Κρῆτες δὲν εἶχον σκοπὸν, ὡς εἶπον, ἀρχῆθεν νὰ ἐπιτεθῶσι κατὰ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ· ἡ Τουρκία πρώτη ἔστειλε στρατὸν, ἵνα προσβάλῃ αὐτούς. Οὗτοι ἠρκέσθησαν νὰ διατυπώσωσιν ἐν ὑπομνήματι τὰ αἰτήματά των διὰ μακρῶν, καὶ ἀπέστειλαν αὐτὸ πρὸς τοὺς προξένους τῶν Δυνάμεων, ἵνα διαβιβάσωσιν εἰς τὰς οἰκείας Κυβερνήσεις. Τοιοῦτον ὑπόμνημα ἐπέδωκαν καὶ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν· φέρει δὲ τοῦτο χρονολογίαν 3 Σεπτεμβρίου 1895. Δὲν γνωρίζω ὁποίαν ἔδωκαν ἀπάντησιν οἱ ἄλλοι πρόξενοι εἰς τὸ ὑπόμνημα τοῦτο· ἀλλ’ ὁ ἀντιπρόσωπος Δυνάμεως, ἧς τὸν λαὸν συνειθίσαμεν ἐν ἁπλότητι κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους νὰ καλῶμεν «ἀδελφὸν», ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἰταλίας, ἐφάνη δυσμενέστατα διατεθειμένος κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως, καὶ οὐ μόνον δὲν θεωρεῖ ἀποδεκτὰ τὰ αἰτήματα τῶν Κρητῶν, ἀλλ’ οὐδὲ τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἐπιτροπῆς εὑρίσκει καλὴν, καὶ διετύπωσεν ἀπάντησιν εἰς τὸ ὑπόμνημα, ἧς ἀναγινώσκω περικοπάς, ἵνα ἀκούσῃ ὁ Ἑλληνικὸς κόσμος καὶ παύσῃ αὐτὸς ὁ αἰσθηματικὸς δεσμὸς τῆς «ἀδελφότητος» (ἀναγινώσκει): «... Μακρὰν τοῦ νὰ θεωρῶ τὴν Ἐπιτροπὴν ὡς δυναμένην νὰ συντελέσῃ εἰς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς νήσου, ἀπ’ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι θέλει φέρει τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα καὶ ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου ἐπάναγκες ἀποβαίνει, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Νήσου, ὄχι μόνον νὰ διασκορπισθῶσι τὰ ἀπαρτίζοντα αὐτὴν μέλη, ἀλλὰ ν’ ἀπέλθωσιν ὡς τάχιστα τῆς Νήσου, ὅπως ἀποσοβηθῇ πᾶς κίνδυνος ἀπ’ αὐτῆς...» «Ὁ πρόξενος τῆς Ἰταλίας (ὑπογρ.) Μεδάνα». Γράφει δὲ ταῦτα ὑπὸ χρονολογίαν 1ης Ἰανουαρίου (ἴσως ν. ἔ.) 1896.
§10ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸς τίνα γράφει;
§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. «Πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους Ἰωάννην Σκριδάκην, Δημήτριον Φραντζισκάκην βουλευτὴν Ἀποκορώνου, Ἀναγν. Γεωργιαδάκην δήμαρχον Φρέ, καὶ Βαλαδάκην», οἵτινες μετέβησαν παρ’ αὐτῷ, ὡς ἀντιπρόσωποι τῶν τεσσάρων δήμων, τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν ἐπαρχίαν Ἀποκορώνου. Ἀλλ’ οὔτε θεωρῶ προσῆκον νὰ ἀσχοληθῶ περισσότερον εἰς τὴν ἀπάντησιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὅμως ἔκρινα καλὸν νὰ καταστήσω γνωστὴν ἐντεῦθεν. Τί ζητεῖ καὶ πῶς πολιτεύεται ἡ ἐπὶ τῆς Μεταπολιτεύσεως Ἐπιτροπὴ τῆς Κρήτης, φαίνεται ἐκ τοῦ ὡραίου ἐγγράφου αὐτῆς τούτου, ἐκδοθέντος ἐκ Φραγκοκαστέλλου καὶ φέροντος χρονολογίαν 28 Δεκεμβρίου 1895 (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως Κρήτης πρὸς τὸν Χριστιανικὸν λαὸν τῆς Νήσου. Πολλάκις ἐδηλώσαμεν, ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦ ἡμετέρου σωματείου εἶναι εἰρηνικόν. Τοῦτο καὶ δι’ ἐγκυκλίων καὶ ἐγγράφων ἀπεδείξαμεν μέχρι τοῦδε, διότι δὲν ἐδώκαμεν ἀφορμὴν νὰ γεννηθῇ συμπλοκὴ μεταξὺ τοῦ Χριστιανικοῦ λαοῦ (τοῦ ὁποίου τὸ φρόνημα ἀντιπροσωπεύομεν ἐν τοῖς ὑποβληθεῖσιν εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς Κυβερνήσεις ζητήμασι) καὶ τοῦ στρατοῦ, ἢ νὰ προκύψῃ ἄδικος πρᾶξις ἐκ μέρους τῶν Χριστιανῶν κατὰ ἐντοπίων Ὀθωμανῶν, ἀφ’ ἧς ἡμέρας (3 Σεπτεμβρίου 1895) διετυπώσαμεν τὰ εἰρημένα ζητήματα. Τὴν εἰρηνικὴν αὐτὴν πορείαν ἀκολουθοῦμεν καὶ τώρα, καὶ πρὸς ἀκριβεστέραν ἀπόδειξιν ἀπεσύρθημεν κατ’ αὐτὰς εἰς τὸ μεσημβρινὸν τοῦτο μέρος τῆς Νήσου, ἵνα ἐκλείψῃ πᾶσα ἰδέα πρὸ πάντων ἐκ τοῦ νοῦ τῶν ἐντοπίων Ὀθωμανῶν, ὅτι ἡμεῖς διανοούμεθα ν’ ἀδικήσωμεν κατ’ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἀκολουθήσωμεν τὰς συμβουλὰς ἐκείνων, ἐκ τῆς εὐνοίας τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ ἐπιτυχία τοῦ κινήματος.... Ἀπόφασιν ἔχομεν νὰ μὴ φεισθῶμεν οὐδενός, ἐξ ὅσων παρὰ Θεοῦ ἔχομεν, πρὸς πραγματοποίησιν ἐκείνων, δι’ ἃ ἀνελάβομεν τὸν προκείμενον ἀγῶνα. Ἐλπίζομεν ὅτι αἱ φιλάνθρωποι Χριστιανικαὶ τῆς Εὐρώπης Κυβερνήσεις δὲν θὰ κρίνωσι τὰς ἀξιώσεις ἡμῶν ἀδίκους, καὶ δὲν θὰ θεωρήσωσιν ἡμᾶς ἀναξίους τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν παρέχουσιν εἰς ἄλλους Χριστιανικοὺς λαοὺς, ... ἀλλὰ θ’ ἀναγνωρίσωσι τὸ δίκαιον, ὅπερ ἔχομεν εἰς τὸν παρόντα ἀγῶνα, καὶ θὰ θέσωσιν ἡμᾶς ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτῶν. Τὴν ἀπόφασίν μας ταύτην ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον νὰ καταστήσωμεν ὑμῖν γνωστὴν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς καὶ πάλιν νὰ ἀπέχητε πάσης κατὰ τῶν ἐντοπίων Ὀθωμανῶν ἀδίκου πράξεως, σεβόμενοι τὴν ζωὴν, τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν αὐτῶν, διότι οὕτω πλὴν ἄλλων θέλει ἀποδειχθῆ ἐκεῖνο, ὅπερ ἰσχυριζόμεθα, ὅτι εἰς τὸ προκείμενον τοῦ Χριστιανικοῦ τῆς Νήσου λαοῦ πολιτικὸν κίνημα ἐπικρατοῦσιν αἱ δικαιότεραι καὶ ἠθικώτεραι ἀρχαί. Ἡ Ἐπιτροπή.» Τοῦ ὑπομνήματος τῆς 3 Σεπτεμβρίου, περὶ οὗ εἶπον ὅτι ὑπεβλήθη εἰς τὰς Μ. Δυνάμεις διὰ τῶν ἐν Κρήτῃ Προξένων αὐτῶν, ἔλαβεν ἐγκαίρως γνῶσιν καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, διότι καὶ ἐκεῖ ἐπεδόθη πρὸς τὸν κ. Γεννάδην, καὶ ἐνταῦθα κατ’ εὐθείαν ἐστάλη. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὡς Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἔχουσα μέγιστα καὶ ἀνεγνωρισμένα δικαιώματα μερίμνης ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τῶν ὑπὸ δουλείαν ἀδελφῶν ἡμῶν, ὅπου μάλιστα συντρέχουσι καὶ διεθνεῖς συνθῆκαι, καὶ ὡς ἀποτελουμένη ἐκ προσώπων, τὰ ὁποῖα αὐτὰ ἔλαβον ἐν ἄλλαις συζητήσεσιν ἐνεργὸν μέρος ὑπὲρ τῆς ἀνακτήσεως τῶν προνομίων τῆς Κρήτης, προέβη βεβαίως εἰς τὰς ἀνηκούσας καὶ ἐπιβαλλομένας αὐτῇ ἐνεργείας πρὸς ἐπιτυχίαν τῶν παρὰ τῶν Κρητῶν αἰτουμένων. Γνωρίζομεν ὅλοι ἐκ δημοσιευμάτων, ὅτι μετὰ τῆς κυριωτέρας συμπλοκὰς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ πρὸς τὴν Μεταπολιτευτικὴν Ἐπιτροπὴν, ἐνισχυομένην φυσικῷ τῷ λόγῳ καὶ ὑπὸ πολλῶν ἐνόπλων, συμπλοκὰς ἀποβάσας ὄχι εὐχαρίστους εἰς τὸν τουρκικὸν στρατὸν, διημείφθη συνεννόησις μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Τουρκικῆς Κυβερνήσεως πρὸς πρόληψιν τῆς περαιτέρω ἐπιδεινώσεως τῶν πραγμάτων καὶ πρὸς κανονισμὸν, εἰ δυνατὸν, τοῦ ζητήματος. Ἐλέχθη τότε ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ποιουμένη χρῆσιν τοῦ ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ ἠθικοῦ γοήτρου αὑτῆς, ἤθελε συστήσει πρὸς τοὺς Κρῆτας νὰ ἀπόσχωσι πάσης περαιτέρω συγκρούσεως καὶ συναντήσεως κἂν πρὸς τὰ τουρκικὰ στρατεύματα, ὅτι δὲ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀποστείλῃ ἄλλον στρατὸν εἰς Κρήτην, διότι τοιαύτη ἀποστολὴ ἤθελεν εἶσθαι ἀφορμὴ ἐξερεθισμοῦ τῶν πνευμάτων καὶ περαιτέρω συγκρούσεων. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ παράσχῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ πάντων τούτων, παρακαλῶ αὐτὴν νὰ πράξῃ τοῦτο, μετὰ τῆς πεποιθήσεως ὅτι ὑπηρετεῖ ἀληθῶς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἔχω δὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν θὰ περιορισθῇ εἰς τὴν τυπικὴν ἐκείνην ἀπάντησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν συνείθισαν τὴν Βουλὴν οἱ Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, προκαλούμενοι ἐπὶ οἱουδήποτε Ἐθνικοῦ ζητήματος: «Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς, διαπραγματεύσεις διεξάγονται, τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμὲς, τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ εἴπω τι», καὶ ἄλλα παραπλήσια. Τοῦτο βεβαίως εἶναι ἀληθὲς πολλάκις, ἀλλὰ δὲν ἐπιβάλλει καὶ τὸν ἀποκλεισμὸν τῆς ἀνακοινώσεως πληροφορίας τινὸς εἰς τὴν Ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅταν ζητῆται ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ τοιαύτην. Πῶς γίνεται εἰς τὰ ἄλλα Κράτη; Πῶς εἰς τὰς Βουλὰς ἀναπτύσσονται καὶ συζητοῦνται τὰ ἐθνικὰ ζητήματα; Ἐνίοτε οὐδ’ αὐτὰς τὰς βλέψεις αὐτῶν τὰς πολιτικὰς ὀῤῥωδοῦσι νὰ ἐκθέσωσιν αἱ Κυβερνήσεις ἐνώπιον τῶν Βουλῶν, διότι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις Κράτους τινὸς εἶναι ὁ ἐντολοδόχος, ὁ δὲ ἐντολεὺς, ὁ μέγας καὶ κυρίαρχος ἐντολεὺς, ὁ λαὸς, πρέπει νὰ γνωρίζῃ, τί γίνεται ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι αὐτὸν κυρίως ἐνδιαφέρουσιν, ὡς ἐνδιαφέρουσι καὶ τοὺς Βουλευτὰς καὶ τοὺς Κυβερνήτας, ὡς μέλη τοῦ Ἔθνους. Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει χορηγήσει πρὸς τὴν Βουλὴν ὅ,τι πλείονας πληροφορίας περὶ τῆς θέσεως τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος καὶ τῆς καταστάσεως τῆς Κρήτης κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν καὶ περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι θέλει εὕρει τὸν τρόπον νὰ παράσχῃ καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πληροφορίας ἐνθαῤῥυντικὰς καὶ ἱκανοποιητικάς. Κατὰ τὴν προτελευταίαν συνεδρίαν τῆς ληξάσης Συνόδου ἔκρινα καθῆκόν μου, ἐφιστῶν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τελουμένων ληστρικῶν ἐπιδρομῶν τῶν Βουλγάρων κατὰ τῆς Μακεδονίας, νὰ παρακελεύσω αὐτὴν νὰ μὴ ὑποτιμήσῃ τὰς μεγάλας καὶ ἀνεξαντλήτους ἐθνικὰς δυνάμεις ἐν τῇ πορείᾳ αὑτῆς ἔν τε λόγοις καὶ ἐν ἐνεργείαις, ἀλλὰ, φρονηματιζομένη ἐκ τῶν αἰσθημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ προβῇ μετὰ θάῤῥους εἰς προάσπισιν τῶν ἐθνικῶν δικαίων. Εὐτυχῶς εἴμεθα εἰς θέσιν κρείττονα πάντων τῶν ἄλλων λαῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ νὰ διεκδικήσωμεν τὰ ἡμέτερα δίκαια διὰ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ. Ἐὰν ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ καὶ Ἀσιατικῇ Τουρκίᾳ ὁ καθαρῶς Τουρκικὸς πληθυσμὸς ἀποτελῆται ἐκ τῶν 30% τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ, ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς ἐξικνεῖται μέχρι 35%. Ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς ἀντιπροσωπεύεται πέραν τῶν συνόρων τῆς Ἑλλάδος διὰ 4,500,000 ψυχῶν, σὺν τῷ πληθυσμῷ δὲ τῆς Ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἀνέρχεται εἰς 7,000,000 ψυχῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὴ μόνη ἡ ὑπεροχὴ ἡμῶν ἀπέναντι τῶν Σλαύων, τῶν Ἀρμενίων καὶ ἄλλων λαῶν, —δὲν ἀναφέρω δὲ τοὺς Ἀλβανοὺς, διότι περὶ αὐτῶν ἔχω γνώμην λίαν διάφορον· τοὺς Ἀλβανοὺς θεωρῶ ὁμαίμους καὶ ἀδελφοὺς, προωρισμένους νὰ συμπράξωσί ποτε μεθ’ ἡμῶν.—Ὑπερέχομεν καὶ κατὰ τὴν διανοητικὴν ἀνάπτυξιν. Πλεονεκτοῦμεν ἔτι καὶ κατὰ φρόνημα. Μέγα δὲ φρόνημα, ὅπερ ἐστὶν ἄριστος παράγων πρὸς δρᾶσιν, δύναται νὰ ἀντλήσῃ λαός τις, ὅταν, στρέφων τὰ βλέμματά του πρὸς τὰ ὀπίσω, βλέπῃ τρισχιλιετῆ ἱστορίαν, τὴν ἐνδοξοτάτην ἐν τῷ κόσμῳ. Ὑπερέχομεν καὶ διὰ τὴν μεγάλην καὶ ἐπιβλητικὴν χρηματικὴν εὐπορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, καὶ τέλος διὰ τῆς προσφυοῦς κατανομῆς τῶν Ἑλλήνων ἐφ’ ἁπάσης τῆς χώρας, ὑπὲρ ἧς ἐπιδιώκει τὴν ἐλευθερίαν. Διὰ δὲ τῆς δραστηριότητός του καὶ τοῦ θερμουργοῦ χαρακτῆρός του ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δύναται νὰ διαπράξῃ μεγάλα ἔργα, ἐὰν θελήσῃ, καλὴν ποιούμενος χρῆσιν τῶν δυνάμεών του τούτων, νὰ διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματά του. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ὑπουργὸς λοιπὸν δύναται νὰ βασίζηται καὶ εἰς τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ σήμερον, καὶ εἰς τὰς περαιτέρω ἐνεργείας του, καὶ αὐτὸς καὶ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ τῆς μεγάλης ταύτης ἠθικῆς δυνάμεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, καὶ νὰ μὴ κανονίσωσι τοὺς λόγους καὶ τὴν ἐνέργειαν αὑτῶν κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς ἐδαφικῆς ἐκτάσεως τῆς ἡμετέρας χώρας πρὸς τὴν χώραν, ἥτις πιέζει τοὺς ἡμετέρους ἀδελφούς. Πρέπει νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ νῦν κ. κ. Ὑπουργοὶ, ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος, ἡ ἑτοίμη ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ νὰ παρασταθῇ εἰς τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀπέδειξε πάντοτε πᾶσα Ἑλληνικὴ Βουλὴ, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν πάντες, ὅτι ἡ ἐπαλήθευσις τῶν εἰδήσεων, αἵτινες ἀνεκοινώθησαν σήμερον ἐνταῦθα τηλεγραφικῶς, περὶ τῆς ἀναγνωρίσεως ὑπὸ τῶν Δυνάμεων τοῦ ἡγεμόνος Φερδινάνδου, καὶ ἡ ἐπικειμένη αὔριον βάπτισις τοῦ διαδόχου παρὰ τοῦ «Μεγάλου Ἡλίου», ὡς ὠνόμασεν ὁ Φερδινάνδος τὸν μέγαν ἀληθῶς αὐτοκράτορα τῆς Ρωσσίας, καὶ τὰ ἐπακολουθήσοντα γεγονότα θὰ περιαγάγωσιν ἡμᾶς ἐθνικῶς εἰς δεινὴν θέσιν, ἐὰν μὴ λάβωμεν ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα, τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς, ἐπαναλέγω, δυνάμεθα νὰ λάβωμεν πρὸς προάσπισιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δικαιωμάτων καὶ συμφερόντων. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς αἰθούσης).
§12ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα συναίσθησιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἡ περὶ τῶν ἐν ἑκάστῃ γωνίᾳ τῆς γῆς εὑρισκομένων Ἑλλήνων μέριμνα ἐπιβάλλει αὐτῇ, δὲν ἔλειψε διὰ συμβουλῶν, διὰ παραστάσεων καὶ παντὸς ἄλλου ἐν τῇ διαθέσει αὐτῆς μέσου, νὰ φροντίσῃ νὰ προασπίσῃ τὰ πραγματικὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους· ἔχει δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐν τοῖς ἐπ’ ἐσχάτων στάσις τοῦ ἀνδρείου λαοῦ τῆς μεγαλονήσου δεόντως ἐξετιμήθη παρὰ πάντων τῶν κεκλημένων νὰ κρίνωσι.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, εἰμὴ διὰ παρακλήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνω πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰς ἡμέρας ταύτας, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ διάφορα νομοσχέδια περὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, διότι πρόκειται περὶ πληρωμῆς ὑπηρεσιῶν χορηγηθεισῶν εἰς τὸ Κράτος, ἐπείγει δὲ ἡ πληρωμὴ αὐτῶν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης τοῖς δύο δωδεκατημορίοις ἐπὶ τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως 1896 διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου 1896. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4, ὡς ἔχουσι).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ φράσις τις ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, ὅπως περιορισθῇ ἡ εἴσπραξις διὰ τοὺς φόρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐψηφισμένοι διὰ νόμων, καὶ ὄχι δι’ ὅλους τοὺς φόρους, τοὺς ἀναγεγραμμένους ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει φόρους τινάς, οἵτινες δὲν ἐψηφίσθησαν εἰσέτι παρὰ τῆς Βουλῆς. Πρὸς διευκρίνησιν τούτου πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὴν τρίτην γραμμὴν, μετὰ τὰς λέξεις «εἰσπράττονται τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους», αἱ λέξεις «τὰ ὑπὸ τῶν ἰσχυόντων νόμων ὁριζόμενα», διότι βεβαίως δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον φόρους, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐψηφίσθη εἰδικὸς νόμος.
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς γνωρίζετε, εἶναι νόμος τῶν νόμων,—οὕτως ὠνομάσθη—εἶναι δηλαδὴ ἀπάνθισμα τῶν ἰσχυόντων νόμων. Ὅταν ἀνεγράφη ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ βεβαιώνωνται καὶ εἰσπράττωνται τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἐπρόκειτο πάντοτε περὶ ἐσόδων, τὰ ὁποῖα νόμοι τοῦ Κράτους, ψηφισθέντες καὶ ἐκδοθέντες νομίμως, κατέστησαν· ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ δύο δωδεκατημορίων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἑπόμενον ἦτο νὰ γείνῃ μνεία τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν περιλαμβάνονται βεβαίως τὰ ἔσοδα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν μὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν ἐξεδόθησαν ὅμως νόμοι, καθιστῶντες αὐτά· νομίζω ἄλλως, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦτα ἔσοδα.
§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν βοσκῶν.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, ἀνεγράφη. Δέχομαι νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐφ’ ὅσον ταῦτα κατέστησαν νόμοι ἰσχύοντες ἐν τῷ Κράτει.» (Οὕτω τροποποιηθὲν τὸ ἄρθρον 5, γίνεται δεκτόν).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο βλέπω ἀνωμαλίαν τινά. Νομίζω ὅτι ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν δὲν πρόκειται περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων. Ὅλα τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, εἶναι εἰσπεπραγμένα· πρόκειται ἁπλῶς περὶ διαθέσεως τῶν εἰσπεπραγμένων τούτων χρημάτων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ πρώτη φράσις τοῦ ἄρθρου τούτου παρέλκει, καὶ εἶναι κανονικώτερον νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδόθη ἤδη πληροφορία κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὅτι ποσὸν ὡρισμένον, ἀνῆκον εἰς τὰ κεφάλαια τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἀπεδόθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ κατελογίσθη εἰς τὸν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἀνοικτὸν λογαριασμόν. Αὐτὸ τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 1,062,823.50. Ἀλλὰ τὸ χρῆμα τοῦτο δὲν εἶναι χρῆμα τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν.
§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν διαφωνῶ εἰς τοῦτο· λέγω μόνον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ εἰσπράξεως, ἀλλὰ περὶ διαθέσεως.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰσπράξεως ἀπὸ τὸ κεφάλαιον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐψηφίσθη ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ τὸ δάνειον τὸ ἀποτελέσαν τὸ κεφάλαιον τοῦτο, ἀναφέρουσι περὶ διαθέσεως, οὐχὶ περὶ εἰσπράξεως.
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ δημοσία διοίκησις δὲν ἔχει λόγον νὰ τὰ λάβῃ.
§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ τὰ διαθέσῃ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις τῆς προτάσεως περὶ τροποποιήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§29ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἤκουσα, κύριε Πρόεδρε, χθὲς εἶχε προταθῆ ἡ παραπομπὴ τῶν προτάσεων τούτων, τῶν σχετικῶν μὲ τὰς τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ, εἰς ἐπιτροπὴν· ἤκουσα ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἐγένετο δεκτή, διότι ἴσως ὑπετέθη, ὡς συνήθως συμβαίνει ἐπὶ ἄλλων προτάσεων νόμων, ὅτι ἡ παραπομπὴ εἰς ἐπιτροπὴν προϋποθέτει, οὕτως εἰπεῖν, ὑποκειμενικήν τινα ἀτέλειαν τῶν προτάσεων τῶν νόμων, δηλ. ὅτι δὲν ὑπεβλήθησαν ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ προτείναντος εἰς τὴν δέουσαν μελέτην, καὶ χρειάζεται ἔλεγχος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου διόλου δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ ὑπόνοια ἐπὶ τῆς τοιαύτης προτάσεως, τὴν ὁποίαν συμμερίζομαι. Ἡ φύσις τοῦ ἀντικειμένου εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία προκαλεῖ μελέτην τινὰ αὐτοῦ, πρὶν εἰσαχθῇ εἰς τῆς Βουλῆς τὴν ψήφισιν, διότι πρόκειται νὰ συζητήσωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν οὐχὶ περὶ νόμου ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, οὕτως εἰπεῖν, ὁδηγεῖ τὸν σκεπτόμενον εἰς τὴν διατύπωσιν μιᾶς γνώμης, πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ διαῤῥυθμίζῃ τὴν κατασκευὴν τόσων ἄλλων νόμων, νόμου, οὕτως εἰπεῖν, νόμων ἄλλων, πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν διαῤῥύθμισιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ σπουδαιότης τοιούτου θέματος προκύπτει ἐκ τοῦ ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ὁ προσήκων διαῤῥυθμίζει τὴν προσήκουσαν κατασκευὴν τῶν νόμων ὅλων. Ἐκτὸς δὲ τούτου, προκειμένου νὰ ψηφισθῶσι νόμοι, οὕτως εἰπεῖν, ἀφορῶντες ἡμᾶς αὐτοὺς, δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν νὰ ψηφισθῶσιν εἰς τὴν θέρμην μιᾶς καὶ μόνης συζητήσεως ἡμῶν τῶν ἰδίων, καθ’ ὧν, οὕτως εἰπεῖν, πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν. Τὸ θέμα εἶναι τοσοῦτον ἀκανθῶδες εἰς πολλὰ μέρη, ὥστε θέλει παρατηρήσει πᾶς τις σκεπτόμενος, ὅτι ἐπὶ ἑκάστης προτάσεως χρειάζεται μελέτη πολὺ ἐμβριθὴς καὶ κἄπως μακρὰ, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς συμπέρασμα περὶ τῆς ἀτελείας τοῦ ὑπάρχοντος Κανονισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ διατυπώσῃ ὡς πρὸς τὴν θετικὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Κανονισμοῦ δι’ ἄλλων διατάξεων. Ὀλίγον ἂν προσέξῃ τις εἰς οἱανδήποτε τῶν προτάσεων τούτων, θέλει παρατηρήσει, ὅτι χρειάζεται σκέψις καὶ μελέτη καὶ ἐπὶ τῆς πείρας τῆς πολυετοῦς, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, καὶ ἐπὶ τῶν ἰσχυόντων παρ’ ἄλλαις κοινοβουλευτικαῖς Πολιτείαις, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ὁριστικὸν συμπέρασμα· διότι δὲν πρόκειται βεβαίως καθ’ ἡμέραν νὰ ψηφίζωμεν τροπολογίας Κανονισμοῦ. Παρατηρήσατε πόσα ἔτη παρῆλθον, ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη ὁ Κανονισμὸς, καὶ μόλις σήμερον, διὰ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς, εἰσάγεται τὸ θέμα τοῦτο, τὸ ζωτικώτατον καὶ σπουδαιότατον, εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἐλάττωμα, ἕνεκα τοῦ ὁποίου σήμερον καλούμεθα νὰ τροποποιήσωμεν τὸν Κανονισμόν. Τὸ κυριώτατον ἐλάττωμα, ἢ μᾶλλον τὸ αἴτιον παντὸς ἐλαττώματος τοῦ ὑφισταμένου Κανονισμοῦ, εἶναι ὅτι εἶχον σπεύσει οἱ νομοθετήσαντες ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ ἡμέρᾳ νὰ ψηφίσωσιν αὐτόν. Καὶ, ὡς γνωστόν, δὲν ἔχομεν, προκειμένου περὶ τοῦ Κανονισμοῦ, οὐδ’ ἐκείνην τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν συνήθων νόμων, τὴν ἐγγύησιν τῆς τριπλῆς ἀναγνώσεως, ἔχομεν μίαν καὶ μόνην ἀνάγνωσιν. Λοιπὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς θὰ ψηφίσωμεν ἐν μιᾷ συζητήσει, ἀνέτοιμοι ὄντες! καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, χωρὶς νὰ περιαυτολογήσω, —διότι τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ χρόνου, ἐφ’ ὃν παρακάθηταί τις ἐνταῦθα, διότι ἀπὸ τοῦ 1879 διατελῶ Βουλευτὴς, μὲ μίαν μόνον διακοπὴν, καὶ πολλάκις ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μελετήσω τὰ τοῦ Κανονισμοῦ,—δύναμαι νὰ καυχηθῶ, ὅτι ἔχω ἱκανὴν πεῖραν, καὶ ὅμως ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω γνώμας μᾶλλον ἀρνητικὰς ἐπὶ τῶν ἀτελειῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὸν Κανονισμὸν, καὶ δύναμαι νὰ καυχηθῶ, ὅτι ἔχω καὶ θετικὴν γνώμην περὶ τῶν τροποποιήσεων, αἱ ὁποῖαι εἰς ἕκαστον μέρος τοῦ Κανονισμοῦ πρέπει νὰ ἐπενεχθῶσι. Καὶ τὸ νομοθετεῖν δὲν εἶναι ἔργον ἐπουσιῶδες, ὁποῖον τὸ κατηντήσαμεν ἐν Ἑλλάδι διὰ μακρᾶς χρήσεως ἐλαττωματικοῦ τρόπου, τὸ νομοθετεῖν εἶναί τι μέγα καὶ σπουδαιότατον. Διὰ νὰ νομοθετήσῃ τις ἓν ἄρθρον νόμου, πρέπει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας νὰ σκέπτηται, καὶ ἴσως καὶ ἐπὶ μῆνας. Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς βεβαίως, τὸ καθ’ ἑαυτὸν, ἐποιήσατο μελέτην ἐμβριθῆ, ὑποβαλὼν τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι, χωρὶς νὰ θέλῃ, ἠδύνατο νὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ τῆς κρίσεως τῆς περὶ ἑαυτοῦ, ἐκ τῆς ἐγγυήσεως τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἔχει περὶ ἑαυτοῦ, περὶ εὐκόσμου διευθύνσεως τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν διὰ τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα Πρόεδρον, πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν Κανονισμὸν, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποτελέσῃ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς σοβαρωτάτας καὶ ἀπαραιτήτους, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ῥυθμίζηται ἡ ἐργασία τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἔχομεν μίαν καὶ μόνην Βουλὴν, καὶ ὅτι ἐκ τῶν ψηφισμάτων αὐτῆς τῆς μόνης Βουλῆς, τῆς μόνης ἐν τῷ Κράτει δρώσης δυνάμεως, ἐξαρτᾶται ἡ τύχη ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, διότι ἐξαρτᾶται ἡ εὐστοχία τῶν νομοθετουμένων ἀπὸ τὸν καλὸν Κανονισμόν. Λοιπὸν σήμερον, ψηφίζοντες τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, δὲν ψηφίζομεν ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ εἰδικοῦ τινος θέματος θὰ διευθετῇ ἓν δημόσιον συμφέρον κατὰ τοῦτον ἢ κατ’ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, τὸν ἐλαττωματικὸν ἢ μὴ ἐλαττωματικὸν, διὰ νὰ ἐλπίσωμεν τοὐλάχιστον, ὅτι μία μόνον συγκεκριμένη βλάβη θὰ ἐπενεχθῇ εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα· ψηφίζοντες τὸν Κανονισμὸν, κατασκευάζομεν τὸν μηχανισμὸν, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ κατασκευάζωνται τοῦ λοιποῦ οἱ νόμοι. Διὰ τοῦτο τὴν παραπομπὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν φρονῶ ὅτι τὴν προκαλεῖ ἡ φύσις αὐτὴ τοῦ ἀντικειμένου, συνδυαζομένου μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ Κανονισμοῦ, μία καὶ μόνη ἀνάγνωσις γίνεται. Ἡ ἐπιτροπὴ, μελετῶσα τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ποιήσηται τὴν εἰσήγησιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως μὴ ἐκ συναρπαγῆς ψηφισθῶσι τοιαύτης σπουδαιότητος νομοσχέδια. Ἡ δὲ ἀναβολὴ, ἡ ὁποία κατ’ ἀνάγκην ἐπέρχεται, δίδει τὴν εὐκαιρίαν εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ὅπως καὶ τὴν πεῖραν, ἣν κέκτηνται, συνεισφέρωσι, καὶ τὰ φῶτα αὐτῶν συμβουλευθῶσι, διότι χρειάζεται προηγουμένη πεῖρα καὶ φῶτα, ὅπως καταρτισθῇ ὁ Κανονισμὸς, ὅστις ἐγγυᾶται τὴν προσήκουσαν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἀλλ’ ἂν θεωρῆται ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὡς τι μὴ ἀπαραίτητον, τοὐλάχιστον δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἄλλα θέματα μᾶς ἀπησχόλησαν σήμερον, δὲν ὑπάρχει δὲ τόσον κατεπείγουσα ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως τῶν τροποποιήσεων αὐτῶν, νὰ γείνῃ ἀναβολὴ τοὐλάχιστον διὰ τὴν αὔριον, ὥστε νὰ προλάβωμεν νὰ συναρμολογήσωμεν τὰ δύο νομοσχέδια, καὶ νὰ σχηματίσῃ ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γνώμην, διότι ἄλλως σήμερον δύναται νὰ ὁμιλήσουν δύο–τρεῖς, οἱ ἄλλοι θὰ μείνουν, διότι δὲν εἶναι ἕτοιμοι, καὶ τότε θὰ ψηφισθῶσι καθ’ ὅλους τοὺς τύπους, μετὰ δῆθεν μελέτην καὶ συζήτησιν, κατ’ οὐσίαν δὲ ὄχι μετὰ μελέτην. Ζητῶ λοιπὸν, ἢ τὴν παραπομπὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἢ ἀναβολήν.
§30ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δεχόμεθα τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔριον. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν, παρατηρῶ ὅμως, ὅτι ὑπάρχουσι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι συνδέονται μὲ τὴν εὐταξίαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· π. χ. κλητῆρας δὲν διορίζω κατὰ τὸν παλαιὸν Κανονισμόν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ νέος, ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸν νέον Κανονισμὸν ἀπαιτοῦνται προσόντα, ἀναμένω τὸν νέον Κανονισμὸν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσόντων θὰ διορίσω τοὺς κλητῆρας. Δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν ἐπὶ πλείονα χρόνον τὴν συζήτησιν, ἂν θέλητε νὰ ψηφίσωμεν σήμερον τὰς σχετικὰς διατάξεις.
§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ καὶ τὸ τρίτον, διότι εἶναι σχετικόν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται δι’ αὔριον. Παρακαλῶ τὰς ἐπιτροπὰς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ συνέλθωσιν αὔριον, ὅπως ἐργασθῶσι. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 μ. μ.