| 645 | «Κατὰ τὸ ἔτος | 1891 | ἐντάλματα | 427 | |
| 646 | » » » | 1892 | » | 574 | |
| 647 | » » » | 1893 | » | 898 | |
| 648 | » » » | 1894 | » | 636 | |
| 649 | » » » | 1895 | » | 166»· |
1895.07.17
4.860 στίχοι · 38.027 λέξεις · 1 πίνακας · 335 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51
Τῆς 17 Ἰουλίου 1895.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 11 π. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, μὴ τυπωθέντα εἰσέτι, θέλουσιν ἀναγνωσθῆ μετὰ μεσημβρίαν. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας ἀναφορὰς καὶ τηλεγραφήματα: Ἀναφορὰν χήρας Βασιλικῆς Μιχοπούλου, ἀρχιφύλακος τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν τοῦ Κράτους, ἐξαιτουμένης τὴν ἀπονομὴν μηνιαίου χορηγήματος. Ὁμοίαν κατοίκων τοῦ Εʹ τμήματος τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ἐξαιτουμένων, ὅπως παραμείνῃ ἐν ᾧ εὕρηται οἰκήματι ἡ Εʹ Δημοτικὴ Σχολὴ τῶν θηλέων. Ὁμοίαν τῶν πτυχιούχων τῆς ἐν Ἀθήναις Σχολῆς τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν καὶ τῶν ἐκ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὁμοβαθμίων Σχολῶν, προτεινόντων μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεως αὐτῶν. Τηλεγράφημα πολιτῶν ἐκ Νησίου, εὐχαριστούντων τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοῦ πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης νομοσχεδίου. Ὅμοιον Ἀποστόλου Μαλακάση ἐκ Τρικκάλων, καταγγέλλοντος τὸν αὐτόθι ἀστυνόμον Δ. Οἰκονομόπουλον ἐπὶ βιαίᾳ κατ’ αὐτοῦ ἐπιθέσει.
§2ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τῆς διαδικασίας τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως τῶν ἀκινήτων κτημάτων διὰ τὰς ἐπαρχίας Πατρῶν, Ἠλείας, Ὀλυμπίας, Τριφυλίας καὶ Κεφαλληνίας, τὰς μαστιζομένας ὑπὸ τῆς δεινῆς κρίσεως, ὡς ἐκ τῆς βασιλευούσης ἀχρηματίας. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τῆς εἰρημένης προτάσεως νόμου καταδεικνύει, ὅτι τὸ προτεινόμενον μέτρον καὶ ἐπειγούσης φύσεως εἶναι, καὶ δικαιολογεῖ τὴν ἐπιψήφισίν του, ἵνα καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους τὸ ταχύτερον καὶ διὰ τοὺς ἐν τῇ ἐκθέσει λόγους καὶ προκειμένου νὰ διακανονισθῇ δικαιότερον ἡ πρώτη προσφορὰ τοῦ δανειστοῦ—δικαίωμα ὅπερ ὁ νόμος τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἀπηγόρευεν εἰς τὸν ἐπισπεύδοντα δανειστήν, ἐπιτραπὲν διὰ Διατάγματος, τροποποιήσαντος τὰς περὶ τούτου διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Καὶ χωρὶς νὰ μακρηγορήσω, ἀναπτύσσων διὰ πολλῶν τὸ ἄτοπον τοῦ ἀπεριορίστου δικαιώματος τῆς πρώτης προσφορᾶς τοῦ ἐπισπεύδοντος δανειστοῦ, ἀποτελούσης προνόμιον αὐθαιρεσίας, ἀνισότητος καὶ νομικοῦ σολοικισμοῦ, ἐν περιστάσεσι μάλιστα δοκιμασίας τῶν ἀτυχῶν κτηματιῶν καὶ ἰδιοκτητῶν τῶν εἰρημένων ἐπαρχιῶν, περιορίζομαι νὰ ἐπικαλεσθῶ θεμελιωδῶς τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ ἐκποιῆται ἀναγκαστικῶς ἡ ἀκίνητος περιουσία ὀφειλέτου, περιελθόντος εἰς ἀδυναμίαν ἕνεκα ἐνσκηψασῶν θεομηνιῶν καὶ εὐτελῶν τιμῶν τοῦ προϊόντος του, μὴ ἀνταποκρινομένου οὐδὲ πρὸς τὸ ἥμισυ τῆς πρὸς καλλιέργειαν δαπάνης, μὲ τὴν πρώτην προσφορὰν, ἥν προσφέρει ὁ δανειστὴς, ὁ θέλων καὶ δυνάμενος ν’ ἀγοράσῃ τὸ κτῆμα, ἀφοῦ οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ γείνῃ ὑπερθεματιστής, μὴ δυνάμενος νὰ καταβάλῃ τὸ τίμημα, καίτοι ἀναγνωρίζων ὅτι ἡ ἀξία τοῦ κτήματος εἶναι κατὰ πολὺ ἀνωτέρα. Καὶ τόσῳ μᾶλλον τὸ νομοθέτημα τοῦτο θὰ ἦναι εὐεργετικὸν καὶ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν νόμου, ὅσῳ καὶ τὸ Ρωμαϊκὸν δίκαιον ἀκυροῖ τὴν ἀγοραπωλησίαν λόγῳ ὑπερόγκου βλάβης, ἤτοι ἐὰν ἡ πώλησις ἐγένετο ἔλαττον τοῦ ἡμίσεως τῆς πραγματικῆς ἀξίας. Κατὰ μείζονα δὲ λόγον πρέπει νὰ κανονισθῇ νομοθετικῶς τὸ ζήτημα τῆς πρώτης προσφορᾶς ἐκ μέρους τοῦ καταδιώκοντος δανειστοῦ, ἀφοῦ αὕτη δύναται νὰ ᾖναι μόλις τὸ δέκατον τῆς πραγματικῆς ἀξίας τοῦ ἐκποιουμένου κτήματος, καὶ ἀφοῦ ἡ μαστίζουσα τὰς εἰρημένας ἐπαρχίας δεινὴ κρίσις δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς ἄλλους νὰ συναγωνισθῶσι καὶ ὑπερθεματίσωσι. Τὰ ὀλίγα ταῦτα ἀρκοῦσιν εἰς συμπλήρωσιν τῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου μου· ἐπιφυλάσσομαι δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ ἀναπτύξω πλατύτερον τὸ θέμα τοῦτο, καὶ διὰ τῶν λεπτομερειῶν ψηλαφητότερον θὰ βεβαιωθῇ ἡ ἀνάγκη καὶ τὸ ὠφέλιμον. Κατ’ ἀκολουθίαν παρακαλῶ νὰ διαταχθῇ ἡ κατὰ προτίμησιν ἐκτύπωσίς του καὶ διανεμηθῇ αὔριον εἰς τοὺς κ.κ. Βουλευτὰς, διὰ τὸ ἐπεῖγον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 303).
§4ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον ἐκ Πατρῶν δύο ἀναφορὰς, ἑκάστη τῶν ὁποίων φέρει ὑπὲρ τὰς 700 ὑπογραφάς. Αἱ ἀναφοραὶ αὗται ἀπευθύνονται πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὑπὸ τῶν κατοίκων τῆς ἄνω πόλεως Πατρῶν, περὶ τῶν ὁποίων, ἂν καὶ ὑποβάλλονται εἰς τὰ αὐτὰ βάρη καὶ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις μὲ τοὺς κατοίκους τῆς κάτω πόλεως, οὐδεὶς ποτε δυστυχῶς τῶν πολιτευομένων ἐμερίμνησε, καὶ μόνον ἐνθυμοῦνται αὐτοὺς κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ὅτε ἀνέρχονται εἰς τὴν ἄνω πόλιν, ἵνα ἐπιζητήσωσι τὰς ψήφους αὐτῶν. Καὶ ἐν τούτοις ἡ παλαιὰ αὕτη πόλις τῶν Πατρῶν κατοικεῖται καὶ ἤδη ὑπὸ δύο ἐντίμων, φιλησύχων καὶ φορολογουμένων τάξεων, τῆς τάξεως τῶν κτηματιῶν, τῶν ἐπονομαζομένων κοινῶς οἰκοκυραίων, καὶ τῆς τάξεως τῶν ἐργατῶν, αἵτινες σπανίως μεταβαίνουσι πρὸς πολιτευομένους, ἵνα ζητήσωσι προσωπικὰς παροχάς. Ἀντιπρόσωπος ὢν τῆς ἐπαρχίας, καὶ ἀνήκων, ὡς ἐκ τῆς γεννήσεώς μου, εἰς τὴν πόλιν ταύτην, θεωρῶ ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται ἰδιαίτερον καθῆκον νὰ συνηγορήσω θερμῶς ὑπὲρ τῶν δικαίων αἰτήσεων τῶν συμπολιτῶν μου τούτων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ πρὸς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτοὺς, ὅπως λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀναφορὰς ταύτας, καὶ ἐνεργήσωσιν, ὅπως πληρωθῶσιν αἱ δίκαιαι εὐχαὶ τῶν ἐγκαταλελειμμένων τούτων συμπολιτῶν μου. Διὰ τῆς μιᾶς τῶν ἀναφορῶν τούτων παρακαλοῦσιν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ διατάξῃ τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἄνω πόλεως τῆς ἀποθήκης τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, καὶ τὴν μεταφορὰν αὐτῆς εἰς τὰς κενὰς ἤδη ἀποθήκας τοῦ Ῥίου, ὅπου ἦτο πάντοτε, εἰς δὲ τὸ ὡς ἐκ τούτου κενωθησόμενον κτίριον νὰ διατάξῃ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ τάγματος τοῦ πεζικοῦ, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἦτο ἐγκατεστημένον ἐκεῖ, καὶ μόνον πρὸ ὀλίγων ἐτῶν μετεφέρθη εἰς τὴν κάτω πόλιν, εἰς συνοικίαν ἐντελῶς ἀκατάλληλον, καὶ ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ὑγιεινήν, καὶ εἰς κατάστημα, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐχρησίμευεν ὡς κατάστημα οἰνοποιίας. Διὰ τῶν μεταθέσεων τούτων ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀπαλλάξῃ τοὺς δυστυχεῖς κατοίκους τῆς ἄνω πόλεως ἐκ τοῦ καθημερινοῦ φόβου καὶ τρόμου, τὸν ὁποῖον ἔχουσι, τοῦ νὰ ἴδωσιν ἡμέραν τινὰ ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκίας των ἀνατινασσομένας εἰς τὸν ἀέρα, θὰ εὐκολύνῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ τάγματος, διότι θὰ εὕρωσιν ἐν τῇ ἄνω πόλει οἰκίας εὐαέρους καὶ εὐθηνὰς διὰ τὰς οἰκογενείας των, θὰ δώσῃ μικράν τινα κίνησιν εἰς τοὺς μικροὺς ἐκεῖ καταστηματάρχας, θὰ ἀσφαλίσῃ περισσότερον τὰς φυλακὰς ἀπὸ πάσης τυχὸν ἀποδράσεως τῶν καταδίκων, ὅπως συνέβη πολλάκις, καὶ θὰ ἐγκαταστήσῃ τοὺς στρατιώτας εἰς συνοικίαν καὶ μέρος εὐάερον καὶ ὑγιεινόν. Ἐκτὸς δὲ τούτου καὶ εἰς τὸ Δημόσιον θέλει ἀποφέρει τὸ μέτρον τοῦτο οἰκονομίαν δαπάνης, διότι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ κατάστημα τῆς οἰνοποιίας, ἐγκαθιδρύουσα ἐκεῖ τὸ κατάστημα τοῦ καπνοκοπτηρίου καὶ αὐτὰ τὰ γραφεῖα τῆς Μοιραρχίας, διὰ τὰ ὁποῖα, νομίζω, πληρόνει 500 δραχμὰς μηνιαίως. Ἐλπίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις κατὰ τὸ βραχὺ τοῦτο διάστημα τῆς ὑπουργίας του ἔδειξεν ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς πόλεως Πατρῶν, εἰσακούσας παλαιὰν καὶ δικαίαν εὐχὴν τῶν κατοίκων αὐτῆς διὰ τῆς ἐγκαταστάσεως εἰς τὴν πόλιν μικροῦ πυροσβεστικοῦ σταθμοῦ, θέλει καὶ τώρα εἰσακούσει τῆς δικαίας ταύτης εὐχῆς τῶν κατοίκων τῆς ἄνω πόλεως καὶ διατάξει τὴν ἀπομάκρυνσιν τῆς ἀποθήκης ὑλικοῦ πολέμου καὶ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ στρατῶνος τοῦ πεζικοῦ. Διὰ τῆς ἑτέρας τῶν ἀναφορῶν τούτων παρακαλοῦσιν ἐπίσης τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, νὰ διατάξῃ τὴν εἰς τὴν ἄνω πόλιν μεταφορὰν τοῦ ἑνὸς τῶν δύο Γυμνασίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγκατεστημένα ἤδη εἰς τὴν κάτω πόλιν, διότι εἶναι λίαν ἐπίπονον καὶ ὀδυνηρὸν εἰς τὰ τέκνα τῶν κατοίκων τῆς ἄνω πόλεως κλπ. νὰ διανύωσι μιᾶς ὥρας ἀπόστασιν,—διότι ὑπάρχουσι καὶ τὰ περίχωρα καὶ συνοικίαι, αἱ ὁποῖαι ἀπέχουσι περὶ τὴν ὥραν ἀπὸ τὸν λιμένα τῶν Πατρῶν, ὅπου εἶναι τὸ Γυμνάσιον,—ἐν μέσῳ τῶν ὑετῶν τοῦ χειμῶνος καὶ τοῦ ἀφορήτου καύσωνος τοῦ θέρους, τετράκις τῆς ἡμέρας, ἵνα ἀκολουθῶσι τὰ μαθήματά των, χωρὶς νὰ προσθέσω τὰ ζιζάνια καὶ τὰ διάφορα ἄλλα κακοποιὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δύνανται ἀνὰ πᾶν βῆμα νὰ ἐμποδίζωσι τὰ τρυφερὰ ταῦτα παιδία ἀπὸ τῆς εὐθείας ὁδοῦ. Πέποιθα ἐπίσης, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸς, ὅστις διετέλεσεν ἐπὶ πολὺ εἰς τὰς Πάτρας καὶ ἄφησεν ὁμολογουμένως τὰς λαμπροτέρας ἀναμνήσεις, ὡς καθηγητὴς, θέλει ἀναγνωρίσει τὸ δίκαιον τῆς αἰτήσεως ταύτης τῶν κατοίκων, καὶ θέλει διατάξει τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ ἑνὸς τῶν δύο Γυμνασίων εἰς τὴν ἄνω πόλιν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐπίσης καὶ τὸ Δημόσιον θέλει ἔχει ἐλάττωσιν δαπάνης, διότι τὰ ἐνοίκια τῶν οἰκιῶν ἐν τῇ ἄνω πόλει εἶναι πολὺ εὐθηνότερα τῶν τῆς κάτω πόλεως. Καταθέτω τὰς ἀναφορὰς ταύτας εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ αὐτὸ, ὅπως τὰς διαβιβάσῃ ταχέως εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς.
§5Φ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Βόλου κ. Φιλαρέτου περὶ τῆς ἐποπτείας καὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων καὶ περὶ καταρτισμοῦ στατιστικῆς τῆς πολιτικῆς καὶ ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἐπίσης πληροφορίας, αἰτηθείσας παρὰ τῶν κ. κ. Φιλαρέτου καὶ Καραπαύλου, περὶ τῶν ἐν τοῖς Πρωτοδικείοις Πατρῶν, Σύρου καὶ Ἀθηνῶν ἐκδικασθέντων προληπτικῶν πτωχεύσεως συμβιβασμῶν, περὶ τῶν εἰσαχθεισῶν εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους αἰτήσεων προληπτικοῦ τῆς πτωχεύσεως συμβιβασμοῦ καὶ τῶν περὶ τούτων ἐκθέσεων τῶν Εἰσαγγελέων. Καταθέτω ὡσαύτως ὀγκώδη φάκελλον ἐγγράφων, περιεχόντων τὰς ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Π. Ραζέλου καὶ Ν. Δημητριάδου ζητηθείσας περὶ ἀστυνομικῶν παραβάσεων κλπ. πληροφορίας. Ἐπίσης, εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Κοκκέβη περὶ προσαγωγῆς τοῦ σχεδιαγράμματος καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν φυλακῶν Κυπαρισσίας, καταθέτω πληροφορίας. Συνεπείᾳ δὲ τῶν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Ράλλη ζητηθεισῶν περὶ τῶν φυλακῶν Λευκάδος πληροφοριῶν, ἐτηλεγράφησα χθὲς ἀμέσως εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Λευκάδος, καὶ τὸν παρεκάλεσα, ἐὰν ἔχῃ τι σχετικὸν, τηλεγραφικῶς νὰ μοὶ τὸ ἀναγγείλῃ. Ἐλπίζω δὲ μέχρι τῆς μεσημβρίας νὰ ἔχω ἀπάντησιν.
§6ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Χθὲς, Κύριοι, ἢ προχθὲς, νομίζω, ἐγένετο πολὺς λόγος περὶ τοῦ διατάγματος τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰ προσόντα τῶν ὑποψηφίων ἱερέων. Σχετικὴν μὲ τὸ διάταγμα τοῦτο πρᾶξιν ἔρχομαι νὰ καταγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἵνα ἴδωσι πῶς ἐκτελοῦνται οἱ νόμοι καὶ τὰ διατάγματα. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου εἷς πολίτης ἐζήτει πρὸ πολλῶν ἐτῶν νὰ γείνῃ ἱερεὺς, καὶ ὑπέβαλε τὰ ἔγγραφά του πολλάκις εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἀλλ’ ἐστερεῖτο τῶν προσόντων, διότι οὔτε ἡλικίαν εἶχε τὴν νόμιμον, οὔτε τ’ ἀπαιτούμενα ἠθικὰ προσόντα, διότι εἶχε καταγγελθῆ ἐπὶ διαφόροις ἐγκληματικαῖς πράξεσιν. Ἤδη ἐθεωρήθη, φαίνεται, ἡ περίστασις εὔκαιρος, ἵνα ἐπιδιωχθῇ ἡ χειροτονία αὐτοῦ. Καὶ τὰ ἄλλα μὲν ἠδύναντο νὰ οἰκονομηθῶσιν, ἀλλὰ τὸ διάταγμα ἀπῄτει τὸ προσὸν τοῦ πτυχίου τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου· ἔπρεπε λοιπὸν νὰ παρακάμψωσι καὶ τὴν δυσχέρειαν ταύτην. Πρὸς τοῦτο ἠπειλήθη ὑπὸ τῶν κρατούντων ὁ σχολάρχης καὶ οἱ διδάσκαλοι τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου Καλαβρύτων, καὶ ἐξηναγκάσθησαν οὗτοι νὰ ἐκδώσωσιν ἀπολυτήριον Σχολαρχείου εἰς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος οὐδόλως ἐφοίτησεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον. Ὁ πολίτης οὗτος πρὸ 5, νομίζω, ἐτῶν εἶχεν ὑποβάλει ἔγγραφα εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ζητῶν νὰ γείνῃ ἱερεὺς, ἀλλ’ ὡς προσὸν μαθήσεως εἶχεν ὑποβάλει ἐνδεικτικὸν τῆς πρώτης τάξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου ἔκτοτε—εἶναι γνωστὸν εἰς τὸ χωρίον, διότι δὲν κρύπτονται αὐτὰ τὰ πράγματα,—δὲν ἐφοίτησε ποσῶς εἰς σχολεῖον, οὔτε ἐδιδάχθη παρά τινος ἰδιαιτέρως, ὡς ὁ νόμος ὁρίζει. Ἤδη λοιπὸν καταγγέλλεται ἐκεῖθεν, καὶ ἕνεκα τῆς ἐπιμονῆς τῶν ἀνακοινούντων μοι ταῦτα ἠναγκάσθην νὰ τὰ καταστήσω γνωστὰ εἰς τὴν Βουλὴν, πρῶτον μὲν, ἵνα ἴδωμεν καὶ ἄλλην μίαν φορὰν πῶς ἐκτελοῦνται οἱ νόμοι καὶ τὰ διατάγματα ἐν Ἑλλάδι, δεύτερον δὲ, ἵνα δώσω ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὸ γεγονὸς τοῦτο, διότι τὸ ἀπολυτήριον ἐκεῖνο εἶναι παράνομον, τὸ ἀπολυτήριον δὲ ἐκεῖνο ὑπεβλήθη τώρα εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, καὶ ἡ Σύνοδος πρόκειται νὰ ἐγκρίνῃ τὸν ἱερέα. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει καθῆκον νὰ εἰδοποιήσῃ περὶ τούτου τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Τοῦτο μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ δώσω πίστιν καὶ εἰς μίαν ἄλλην καταγγελίαν, ἡ ὁποία πρὸ πολλοῦ μοὶ ἐγένετο καὶ εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔδιδον πίστιν, διότι ἐνόμιζον ὅτι οἱ καθηγηταὶ καὶ οἱ γυμνασιάρχαι δὲν δύνανται νὰ ὑποπέσωσιν εἰς τοιαύτας παρανομίας. Μοὶ ἐστάλη ἀντίγραφον καταγγελίας πρὸ πολλοῦ, μὴ δοὺς δὲ πίστιν εἰς τὰ καταγγελλόμενα, δὲν ἔκαμα λόγον περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐκ τοῦ περιστατικοῦ τοῦ τελευταίου ἐνόμισα ὅτι καὶ ἐκεῖνο θὰ ἦναι ἀληθές. Ἐν τῷ Γυμνασίῳ τῶν Καλαβρύτων εἶχε διορισθῆ γυμνασιάρχης ὁ κ. Π. Παΐζης, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνετέθη νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ Γυμνάσιον ἐκεῖνο εἰς τὴν τροχιάν του, ἐκ τῆς ὁποίας εἶχεν ἐκτραπῆ τῷ ὄντι, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πολὺ δραστηρίως καὶ πολὺ ἀξιεπαίνως εἰργάσθη ὁ γυμνασιάρχης οὗτος, καὶ τὸ Γυμνάσιον ἀποκατέστη πολὺ καλόν. Ἐν τούτοις ἤδη ἐπεβλήθη εἰς αὐτὸν νὰ δώσῃ ἀπολυτήριον Γυμνασίου εἴς τινα, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ λάβῃ τοιοῦτον, οὐδὲ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἐξετάσεις. Οὗτος εἶναι εἷς, ὀνόματι Β. Τσαπαρόπουλος, ὁ ὁποῖος φοιτήσας ἄλλοτε εἴς τινας τάξεις τοῦ Γυμνασίου ἐκείνου, ἤδη ἐζήτησε νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἐξετάσεις ἀπολυτηρίους καὶ ἐπαρουσίασε πιστοποιητικὰ δύο καθηγητῶν, ἑνὸς Κλήμη ἢ Κλήμεντος καὶ ἑνὸς Χαριάτου, ὅτι δῆθεν ἐδίδαξαν αὐτὸν ἰδιαιτέρως ἐν Καλαβρύτοις κατὰ τὸ ἔτος 1894 πρὸς τὸ 1895, ἐνῷ ὁ Τσαπαρόπουλος αὐτὸς εἶναι ἔμπορος ἐν Καλαβρύτοις, καὶ δὲν ἔλειψεν οὐδὲ μίαν ἡμέραν ἐκ Καλαβρύτων, οἱ δὲ ῥηθέντες καθηγηταὶ δὲν εὑρίσκονται ἐν Καλαβρύτοις, οὐδὲ γνωρίζω εἰς τίνα Γυμνάσια διδάσκουσιν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πιστοποιητικῶν αὐτῶν ἐγένετο δεκτὸς ὁ Τσαπαρόπουλος εἰς ἐξέτασιν, καὶ ἐδόθη εἰς αὐτὸν τὸ ἀπολυτήριον τοῦ Γυμνασίου, χωρὶς νὰ κληθῇ ἐπιτροπὴ νὰ παραστῇ εἰς τὰς ἐξετάσεις, ἵνα μὴ λάβῃ γνῶσιν τῆς ἀνικανότητος αὐτοῦ. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου, καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πῶς ὁ γυμνασιάρχης Καλαβρύτων ἐδέχθη τοῦτον εἰς ἐξετάσεις, ἐνῷ ἡ πλαστογραφία τῶν πιστοποιητικῶν εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ ὑποπέσῃ εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ γυμνασιάρχου. Διότι ἡ κοινωνία τῶν Καλαβρύτων εἶναι μικρὰ, καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ λείψῃ εἷς ἔμπορος καὶ ὀλίγας ἔστω ἡμέρας, ὄχι ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον, καὶ νὰ μὴ γείνῃ γνωστὴ ἡ ἀπουσία του. Θὰ ὑποβάλω ἀμφοτέρας τὰς ἐπερωτήσεις μου ταύτας ἐγγράφως, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας καὶ ἀπὸ τὸν σχολάρχην καὶ ἀπὸ τὸν γυμνασιάρχην, καὶ νὰ ὑποβάλῃ ταύτας εἰς τὴν Βουλήν.
§7Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς ἔσπευσα νὰ ζητήσω τὸν λόγον, ἵνα καθησυχάσω τὸν συμπολίτην μου βουλευτὴν κ. Τοπάλην καὶ προκαλέσω συζήτησιν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ λιμενικῇ ἐπιτροπῇ Βόλου. Ἤδη, προκειμένου νὰ γείνῃ ἡ περὶ τούτου συζήτησις, παρακαλῶ τὸν κ. Τοπάλην, ἐὰν προτιμᾷ, νὰ λάβῃ αὐτὸς πρῶτος τὸν λόγον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφασίσητε ὅτι θὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ ἓν ἀντικείμενον, χωρὶς αὕτη ν’ ἀποφασίσῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην; Μόνον ἐπερώτησιν δύνασθε νὰ ὑποβάλητε, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δέον νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν, ἐὰν πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα.
§9ΤΟΠΑΛΗΣ. Οὐδεμίαν ἐπερώτησιν ἐποιησάμην ἐγὼ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὁ κ. Φιλάρετος ἀνεκίνησεν αὐτὸ, καὶ παρ’ αὐτοῦ ἀναμένω πληροφορίας ἀκριβεῖς, ἵνα φωτισθῶ, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω νὰ ὑπάρχῃ τι τὸ ἐπίψογον ἐν τοῖς λιμενικοῖς ἔργοις Βόλου.
§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅσον ὀδυνηρὸν καὶ ἂν ᾖναι εἴς τε τοὺς Βουλευτὰς καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐγείρηται συζήτησις κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς περὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνάγονται κυρίως εἰς τὰ νομοθετικὰ ἔργα αὐτῆς καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, εἶμαι ἠναγκασμένος, μεθ’ ὅσα γνωρίζει ἡ Βουλὴ, δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐνώπιον αὐτῆς, δυνάμει τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον ἔχω. Ἠκούσατε τὸν συμπολίτην μου κ. Τοπάλην, ὅστις εἶναι εὐχαριστημένος ἐκ τῆς ἐνεστώσης τῶν πραγμάτων καταστάσεως, θεωρῶν πᾶσαν περαιτέρω συζήτησιν περιττὴν, καὶ δὲν εἶναι εὐδιάθετος νὰ ψέξῃ οὔτε τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, οὔτε ἄλλην τινὰ, διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν κατασκευάζεται ὁ λιμὴν Βόλου. Εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως, ὅτι οἱ κατασκευάζοντες τὸν λιμένα εὗρον πάντοτε προστασίαν ἰσχυρὰν εἰς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις. Περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου ἔργου, οὐχὶ μόνον τοῦ Βόλου, ἀλλὰ τῆς Θεσσαλίας ὁλοκλήρου, τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος Βόλου, ὅστις εἶναι ὁ λιμὴν τῆς Θεσσαλίας, ἐνδιαφέρονται ὅλοι οἱ Θεσσαλοί· καὶ ὅμως ὁ λιμὴν οὗτος θὰ κινδυνεύσῃ νὰ μὴ κατασκευασθῇ, ἐὰν δὲν περιφρουρηθῶσι τὰ δικαιώματα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου. Καὶ ἔχω ἐντολὴν παρὰ τῶν συμπολιτῶν μου, δοθεῖσάν μοι πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς, νὰ ὑψώσω ἐντεῦθεν φωνὴν, καὶ νὰ προστατεύσω τὰ συμφέροντα τοῦ ταμείου ἐκείνου, ἅτινα τελευταῖον ἐθεωρήθησαν ἀπειλούμενα πλειότερον ἢ ἐν τῷ παρελθόντι. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο, πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων, ἀπέφυγα νὰ φέρω τὸν λόγον εἰς τὴν Βουλήν, παρηκολούθουν ὅμως ἀγρύπνως τὰ συμβαίνοντα, καὶ ὅταν ἡμέραν τινὰ ἤκουσα ἀξιότιμον συνάδελφον, ὑποβάλλοντα ἐπερώτησιν περὶ δαπάνης γενομένης ἔξω τοῦ σκοποῦ τοῦ λιμένος, ἐνέτεινα τὴν προσοχήν μου, ὅπως ἐννοήσω περὶ τίνος πρόκειται. Παραδόξως δὲ εἶδον μόνον ἐν τῇ ἐγγράφῳ ἐπερωτήσει, ὅτι φέρεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ζήτημα τρυφερώτατον, τὸ τῆς μείζονος ἐκβαθύνσεως, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει προσθήκην δαπάνης 780 χιλιάδων δραχμῶν, ἐξ ὧν αἱ 575 χιλιάδες θέλουσι περιέλθει εἰς τὰ θυλάκια τῶν κ. ἐργολάβων. Ἔκτοτε ἐθεώρησα καλὸν νὰ σαφηνισθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, καὶ τὸ ταχύτερον· διὰ τοῦτο ἐζήτησα πληροφορίας προσθέτους, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα. Ἀλλὰ τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον κατετέθη, ἦτο ὁμολογουμένως ἀτελές, ἔλειπον δὲ καὶ οἱ ὅροι τῆς συγγραφῆς· εἶχεν ὅμως τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ καὶ τούτους· καὶ δὲν συνεπληρώθη μὲν ὁ φάκελλος, διότι ἔλειπον ἄλλα τινὰ ἔγγραφα, ἰδίως ἡ τελευταῖον ἐκδοθεῖσα διαταγή, αὕτη ὅμως κατετέθη σήμερον, τῇ παρακλήσει μου. Ἐν Βόλῳ εὑρίσκονται εἰς μεγάλην συγκίνησιν, καὶ ἡ συγκίνησις αὕτη ἐπετάθη ἀπὸ τῆς μεταθέσεως τοῦ εἰρηνοδίκου Βόλου, μετὰ τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν ἔχω ἰδιαιτέραν προσωπικὴν φιλίαν, οὐδ’ ἔχω οὐδὲ εἶχον ἀφορμήν τινα νὰ ἔλθω εἰς ὁμιλίαν μετ’ αὐτοῦ ὑπηρεσιακὴν οἱανδήποτε, ἀλλὰ περὶ τοῦ ὁποίου διπλῆ γνώμη δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ. Ὁ κ. Χαμάρτος, ὁ ὁποῖος εἶναι εἷς τῶν καλλίστων εἰρηνοδικῶν τοῦ Κράτους, ὑπηρετεῖ ἀπὸ πενταετίας περίπου ἐκεῖ, καὶ ἀφ’ ὅτου κατηργήθησαν τὰ ἐπαρχεῖα εἶναι πρόεδρος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ δικαστικὸς οὗτος λειτουργὸς ὁμολογουμένως δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐξαίρεσις, κατὰ τὴν κοινὴν φήμην· περιεφρούρησεν ὡς Ἄργος τὰ λιμενικὰ συμφέροντα, μὲ κίνδυνον τῆς θέσεώς του ἴσως καὶ τοῦ μέλλοντός του· Διὰ τοῦτο προσείλκυσε τὴν κοινὴν συμπάθειαν. Ὅταν δὲ, κατόπιν ὑπουργικῆς διαταγῆς, —περὶ τῆς ὁποίας θὰ ὁμιλήσω βραδύτερον— ἠκούσθη ἡ μετάθεσίς του καὶ διαδόσεις ἐκυκλοφόρησαν περὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου τοῦ λιμένος, ἀνησύχησαν σφόδρα οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τῆς ἀποπερατώσεως τοῦ ἔργου. Ἀλλὰ συνέπεσαν καὶ αἱ παραμοναὶ δημοτικῶν ἐκλογῶν, καὶ δὲν γνωρίζω διατί, ἐνόμισαν ὅτι, ὡς ἐκ τοῦ ζητήματος τούτου, ζημιοῦται εἷς τῶν ὑποψηφίων. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω πῶς ἐξηγεῖται νὰ ζημιῶται εἷς τῶν ὑποψηφίων, ἀλλ’ οὕτω τὰ πράγματα ἐξηγήθησαν. Ἐνόμισαν δὲ, παραδόξως, ὅτι ἔχω συμφέρον νὰ μένῃ ἡ ὑπόθεσις ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐνῷ τοὐναντίον ὁ μόνος μου σκοπὸς ἦτο καὶ εἶναι ἡ ταχεῖα καὶ ἀκριβὴς ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου. Ἰδοὺ περί τινος πρόκειται ἐν συντόμῳ. Ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου ἐδαπανήθη ποσόν τι, δυνάμει εἰδικοῦ νόμου, πρὸς κανονισμὸν τῆς διευθετήσεως τῶν χειμάῤῥων Ἀναύρου καὶ Κραυσίνδωνος. Συμφωνῶ, ὅτι καλῶς ἐδαπανήθη, δυνάμει νόμου, τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, ὡς καὶ ὁ κ. Τοπάλης καὶ ἄλλοι ὑπεστήριξαν, διότι ἄνευ τῶν ἔργων ἐκείνων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατασκευασθῇ ἀσφαλῶς ὁ λιμήν. Ἵνα ἐξαντλήσω τὸ μέρος τοῦτο τῶν δαπανῶν, ὅσαι θεωροῦνται ὑπό τινων ὡς ἐκτὸς τοῦ κυρίου σκοποῦ, ἀπαντῶ εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὸ παράπονον τοῦ ἐκ Τρικκάλων κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ δαπανηθῶσι δῆθεν μεγάλα ποσὰ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Βόλου–Λεχωνίων, τὸ ὁποῖον ἐξήγειρε καὶ τὴν μῆνιν τοῦ συναδέλφου κ. Ἀγγελοπούλου, διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὰ τοῦ δήμου Πειραιῶς· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρέπει νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ ματαίῳ, διότι ἤδη δὲν πρόκειται, ὡς μ’ ἐπληροφόρησαν, νὰ δαπανηθῇ ἀτυχῶς οὐδὲ λεπτόν· καὶ λέγω ἀτυχῶς, διότι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐδαπανᾶτο, τῶν 2 χιλιάδων δραχμῶν, ἢ καὶ πλειόνων, διὰ προκυμαίαν, θὰ ἐδίδετο σκοπιμώτατα ὑπὲρ ἀνάγκης καὶ πρὸς ὄφελος τοῦ λιμένος, διὰ τὴν κατασκευὴν κρηπιδώματος πρὸς τὸ ἀνατολικὸν μέρος αὐτοῦ, ἐξ οὗ διέρχεται καὶ ὁ σιδηρόδρομος· ὥστε ἔπρεπε νὰ δαπανηθῇ καὶ περισσότερον ἀκόμη· ἀλλ’ οὔτε ἐδαπανήθη, οὔτε ἤδη δαπανᾶται. Ὅθεν μεγαλειτέρα συζήτησις περὶ τούτου εἶναι πάντη περιττὴ ἐπὶ τοῦ παρόντος. Εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὸ κύριον θέμα τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος. Τὸ ἔργον ἐμελετήθη προκαταρκτικῶς ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν, ἐπὶ πολὺν δὲ καιρὸν ἐργασθεὶς καὶ μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας ὁ νομομηχανικὸς κ. Ἠλίας Ἀγγελόπουλος, ἐκπαιδευθεὶς, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὴν ἐν Παρισίοις Σχολὴν, κατήρτισε σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐνεκρίθη, ὡς ἀνταποκρινόμενον ὄχι μόνον εἰς τὰς ἐνεστώσας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς μελλούσας ἀνάγκας. Ἐλήφθησαν δὲ ὡς βάσεις τῶν διαστάσεων αὐτοῦ οἱ λιμένες Πειραιῶς, Σύρου καὶ Σμύρνης. Αὐτὸ εἶναι τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω. Ἡ ἐκβάθυνσις διῃρέθη εἰς δύο ζώνας· καὶ ἡ μὲν πρὸς τὴν ξηρὰν, εἰς πλάτος 170 περίπου μέτρων, ὡρίσθη μὲ βάθος 4 μέτρων, ἡ δὲ πρὸς τὴν θάλασσαν, εἰς πλάτος 90 μέτρων, μὲ βάθος 6 μέτρων. Τὰ κύρια τμήματα τοῦ ἔργου ὡρίσθησαν ὁ μῶλος, ἡ ἐκβάθυνσις καὶ τὸ κρηπίδωμα. Τὸ ἐργοτάξιον ὡρίσθη νὰ γείνῃ εἰς μέρος μεταξὺ τοῦ τελωνείου Βόλου καὶ τῆς οἰκίας Γιουρούκου, ὡρίσθη δὲ ὡς λατομεῖον νησίδιόν τι, Ἀγκίστρι καλούμενον, καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων διὰ τῆς συγγραφῆς ὡρίσθη καὶ ἡ τάξις τῶν ἔργων, δηλ. οἱ ἐργολάβοι ὑποχρεοῦνται νὰ κατασκευάσωσι πρῶτον τὸν μῶλον, εἶτα τὴν ἐκβάθυνσιν καὶ τελευταῖον τὸ κρηπίδωμα· διάρκεια πρὸς κατασκευὴν τριετὴς, ἡ ὁποία ἤρξατο τὴν 27 Ἀπριλίου 1892 καὶ ἑπομένως ἔληξε τὴν 27 Ἀπριλίου 1895. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχει γείνῃ ὁ προϋπολογισμὸς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδιαγράμματος καὶ τῶν ὅρων τῆς συγγραφῆς καὶ προϋπελογίσθη τὸ ἔργον εἰς 1½ ἑκατομμύριον, προέβη ἡ κατασκευὴ κατὰ σύστημα — ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὅλων τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς ἀποπεράτωσιν τῶν λιμενικῶν ἔργων — οὐχὶ ἀξιέπαινον, καὶ λίαν ἐπικίνδυνον. Ἅμα ἤρξατο ἡ ἐκτέλεσις, εὑρέθη ὅτι τὸ λατομεῖον Ἀγκιστρίου εἶναι τὸ αὐτὸ μὲ τὸ λατομεῖον Παγασῶν, καὶ κατ’ αἴτησιν τοῦ ἐργολάβου τὸ λατομεῖον Ἀγκιστρίου ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ τῶν Παγασῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι οἱ λίθοι ἀμφοτέρων τῶν λατομείων εἶναι τῆς αὐτῆς ποιότητος, ἐγένετο ἕνεκα τῆς ἀποστάσεως τῶν δύο λατομείων οἰκονομία, ἥτις ἔδει ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ πρώτη λοιπὸν παρέκβασις, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου καὶ πρὸς ὄφελος τοῦ ἐργολάβου, εἶναι ἡ μεταβολὴ αὕτη τοῦ λατομείου. Ἡ δὲ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἀνέκαθεν ἔδειξε μεγάλην συγκατάβασιν, σκοποῦσα πάντοτε τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου, ὑπεχώρησεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ λατομείου, εἰς ὃ ὁ ἐργολάβος ἴσως εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ ποιότης τῶν λίθων Ἀγκιστρίου καὶ Παγασῶν ἐχαρακτηρίσθη τῆς αὐτῆς ποιότητος. Ἀλλ’ ἀκολούθως ὑπεβλήθη ἄλλη μεταβολὴ τῶν ἀρχικῶν συμφωνιῶν, ἡ μετατόπισις τοῦ ἐργοταξίου· καὶ τοῦτο εἶναι ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων, διότι εἰς αὐτὸ στηριζόμενοι δικαιολογοῦσι τὴν βραδύτητά των. Παρεστάθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ μετατόπισις τοῦ ἐργοταξίου οὐδόλως θὰ παραβλάψῃ, ἀλλὰ τουναντίον θὰ ὠφελήσῃ τὸ ἔργον. Τὸ ἐργοτάξιον εἶχεν, ὡς προεἶπον, ὁρισθῆ πρὸς τὸ μέρος τῆς πόλεως Βόλου, ἀλλ’ οἱ ἐργολάβοι, τὸ μὲν ἵνα ἔχωσι πλησίον τὸ λατομεῖον, τὸ δὲ ἵνα μὴ ἔχωσι τὴν ἐγγυτέραν πάντων ἐποπτείαν, κατώρθωσαν νὰ μετατοπισθῇ εἰς τὰς Παγασάς. Τί πταίει ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ εἰς τοῦτο, ἀφοῦ ἠναγκάσθη καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἐνδώσῃ ἐκ πνεύματος συμβιβαστικοῦ; Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπέτυχον τὴν μεταβολὴν οἱ ἐργολάβοι, ἠθέλησαν νὰ περιπλέξωσι τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀποζημιώσεων τοῦ καταληφθέντος χώρου. Ἀκολούθως μετεβλήθη τὸ σχῆμα καὶ αἱ διαστάσεις ἑνὸς μέρους τῶν ὀγκολίθων. Πάντα δὲ ταῦτα ἐγένοντο πρὸς ἄμεσον μὲν ὄφελος τῶν ἐργολάβων, ζημίαν δὲ ἔμμεσον τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς ἐγένετο ἐκπεσμὸς ἐνῷ εἶναι φανερὸν, ὅτι, ἐὰν ἐξ ἀρχῆς ὑπῆρχον αἱ τοιαῦται μεταβολαί, θὰ ἐγίγνετο μειοδοσία πρὸς ὄφελος τοῦ λιμενικοῦ ταμείου. Ἐκτὸς τούτου ἐτροποποίησαν τοὺς ὅρους τῆς συγγραφῆς ὡς πρὸς τὴν θεμελίωσιν, καὶ εἴς τινα ἐποχὴν ἐπεζητήθη ἡ διὰ βίας ἐκσκαφὴ πέραν τῶν προϋπολογισθέντων ὁρίων. Ταῦτα ἐγένοντο καθ’ ὅλον τὸ τριετὲς διάστημα. Ἀπό τινος ὅμως ἤρξατο ὑποκώφως ψιθυριζόμενον, ὅτι οἱ ἐργολάβοι, μελετήσαντες ἐπισταμένως, εἶδον ὅτι τὸ ἐπωφελέστερον μέρος τῆς ἐργασίας εἶναι ἡ ἐκβάθυνσις, ἡ ὁποία ἀφίνει εἰς αὐτοὺς καθαρὸν νόμιμον κέρδος δραχμ. 1,70 περίπου τὸ κυβικὸν μέτρον· ἀλλ’ ἡ ὠφέλεια αὕτη, ἐφ’ ὅσον προχωρεῖ τὸ βάθος, αὐξάνει, διότι αὐξάνει καὶ ἡ τιμὴ τῆς ἐκσκαφῆς. Ἐκεῖνο λοιπὸν, τὸ ὁποῖον κυρίως μᾶς ἀνησυχεῖ μεγάλως, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφιστῶ σπουδαιότατα τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, —περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ ἀγρυπνήσῃ δεόντως ἐπὶ τῶν λιμενικῶν συμφερόντων, ἀλλ’ εἶναι φόβος μὴ παραπλανηθῇ,—εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι οὐδεμία ἀνάγκη μείζονος ἐκβαθύνσεως ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ὁ κ. Βουλευτὴς Τρικκάλων ἐγένετο συνήγορος τῆς μεταβολῆς ταύτης, χωρὶς ὅμως νὰ μᾶς φέρῃ καμμίαν αὐθεντίαν, ἐκτὸς τῆς γνώμης τῶν κ. κ. Τζουρᾶ–Μαρκοπούλου, οἱ ὁποῖοι αὐτόκλητοι, ἐναντίον ὅλων τῶν ἄλλων γνωμῶν καὶ ὅλων τῶν ἄλλων ἐκθέσεων τῶν ὑπαρχουσῶν καὶ τῆς ἐῤῥωμένης ἀντιστάσεως τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρεται βεβαίως πολὺ περισσότερον παντὸς ἄλλου...
§11ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἔχομεν δύο γνώμας τῶν ἐπιθεωρητῶν κ. κ. Τζουρᾶ καὶ Μαρκοπούλου, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται ἐπιβαλλομένη ἡ ἐκβάθυνσις. Ὁμιλεῖτε περὶ ἐναντίας γνώμης. Μοὶ λέγετε, παρακαλῶ, τίνος εἶναι ἡ γνώμη αὕτη;
§12Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ γνώμη τοῦ μηχανικοῦ τοῦ συντάξαντος τὴν ἔκθεσιν, ὁ ὁποῖος ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὰς διαστάσεις τῶν λιμένων Πειραιῶς, Σύρου καὶ Σμύρνης, ὡς καὶ τῶν μηχανικῶν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, ὅτι, ἐάν ποτε εἰς ἀπώτερον μέλλον παραστῇ ἀνάγκη ἐκβαθύνσεως, εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ γείνῃ.
§13ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ μηχανικὸς αὐτός;
§14Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Ἠλίας Ἀγγελόπουλος καὶ ὅλοι οἱ μηχανικοὶ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς. Ποῖος δὲ εἶναι ὁ φόβος; Δὲν εἶναι μόνον ὁ φόβος τῆς ἀπωλείας 800,000 δραχ., τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει ἤδη καὶ θὰ ἠναγκάζετο νὰ δανεισθῇ, ὅπερ δὲν εἶναι καὶ εὔκολον, ἀλλ’ ἡ ἐπιβάρυνσις τῶν λιμενικῶν φόρων εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐὰν σήμερον ὑπάρχῃ ἀνισότης τις ἐν τῷ συναγωνισμῷ τοῦ ἐμπορίου μεταξὺ Βόλου, Στυλίδος καὶ Ἀγριᾶς, διότι οἱ λιμένες οὗτοι εἶναι ἀπηλλαγμένοι τοῦ λιμενικοῦ φόρου, ὅταν ἀποπερατωθῇ καὶ ὁ σιδηρόδρομος Λαρίσης, τότε πλέον ὁριστικῶς τὸ ἐμπόριον τοῦ Βόλου ζημιοῦται μεγάλως, ἐὰν ἐξακολουθήσωσιν εἰσπραττόμενοι οἱ λιμενικοὶ οὗτοι φόροι, δι’ ὧν δὲν θὰ ἐπιβαρύνωνται τὰ εἰς Λάρισαν διὰ τοῦ σιδηροδρόμου μεταφερόμενα ἐμπορεύματα. Ἐν πρώτοις λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τις, ὅπως ἀπὸ τοῦδε αὐξήσῃ τὸ βάθος. Τοῦτο νὰ σημειωθῇ καλῶς, διότι, ὅστις δήποτε ἀποφασίσῃ τὴν αὔξησιν, βεβαίως θ’ ἀποφασίσῃ τὴν καταστοφὴν τοῦ λιμένος, καὶ ἀναλαμβάνει βαρεῖαν εὐθύνην.
§15ΤΟΜΑΝ. Εἶναι ζήτημα ἐπιστημονικόν. Ὑπάρχει καὶ ἐναντία γνώμη.
§16Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει ἐπιστημονικῶν γνωμῶν ὁμιλῶ. Τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ σπουδαιότατον, εἶναι ἡ καταβολὴ τῆς σειρᾶς τῆς κατασκευῆς τῶν ἔργων. Διὰ τῶν ὅρων τῆς συγγραφῆς πολὺ καλῶς ἐλήφθη πρόνοια, ἵνα ὁρισθῇ ἡ τάξις τῶν ἔργων. Ὡρίσθη λοιπὸν ἡ κατασκευὴ τοῦ μώλου, εἶτα τῆς ἐκβαθύνσεως καὶ τελευταῖον τοῦ κρηπιδώματος. Εὐθὺς λοιπὸν μετὰ τὴν ἐκβάθυνσιν τοῦ χώρου πρὸς κατασκευὴν τοῦ μώλου ἔπρεπε νὰ γείνῃ ὁ μῶλος. Καὶ ἤρξατο μὲν ἡ κατασκευὴ αὐτοῦ, ἀλλὰ βαίνει βραδύτατα· πάντες δὲ οἱ ἐργαζόμενοι, ἵνα καλλιεργηθῇ ἡ ἰδέα τῆς μείζονος ἐκβαθύνσεως, διὰ τῆς μιᾶς ἢ ἄλλης ὁδοῦ ἐπέμειναν καὶ ἀτυχῶς ἐπέτυχον, δυνάμει διαταγῆς, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, νὰ προηγηθῇ ἡ ἐκβάθυνσις, καὶ μάλιστα....
§17ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπὸ τίνας ὅρους, παρακαλῶ;
§18Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑπὸ ὅρους, τοὺς ὁποίους θὰ ἀναγνώσω ἀμέσως (ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον).
§19ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λοιπὸν θὰ μετρηθῶσι τὰ ὕδατα ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ἐκβαθύνσεως τῶν ἔργων καὶ θὰ μετρηθῶσι καὶ αὖθις κατόπιν, ὅταν συντελεσθῇ ἡ ἐκβάθυνσις.
§20Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλὰ τί συμβαίνει, κύριε Ὑπουργέ; Θ’ ἀποπερατώσωσι τὸ εὔκολον μέρος τοῦ ἔργου, καὶ θ’ ἀναφυῶσι δυσχέρειαι βραδύτερον· θὰ φάγωσι δηλαδὴ τὸ κρέας καὶ θ’ ἀφήσωσι τὰ ὀστᾶ, διότι βεβαίως ἐργαζόμενοι θὰ λαμβάνωσιν ἀπέναντι ποσὰ ἀνάλογα, ὡς συνέβη καὶ εἰς τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν καὶ εἰς τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσης. Ὅταν δὲ ἀποπερατώσωσι τὸ καλὸν καὶ δι’ αὐτοὺς ἐπωφελὲς μέρος τῆς ἐργασίας, ἴσως εὑρεθῇ καὶ ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος τρόπος, ὅπως ἐγκαταλείψωσι τὸ ἔργον ἡμιτελές. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ μῶλος κατασκευάζεται βραδύτατα, ἐνῷ ἡ ἐκβάθυνσις προχωρεῖ. Οἱ ἐργολάβοι φέρουσιν ὡς ἐπιχείρημα τὴν ἀργίαν τῆς βυθοκόρου καὶ λοιπῶν ἐργαλείων. Ἀλλὰ ταῦτα ἔπρεπε νὰ τὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ ἐργολάβοι ἐξ ἀρχῆς εἰς τοὺς ὅρους τῆς συγγραφῆς· τοιαύτη ὅμως ὑποχρέωσις δὲν ἀνεγράφη εἰς αὐτούς. Κύριοι, ἵνα φεισθῶ τοῦ πολυτίμου χρόνου τῆς Βουλῆς, θὰ ἀρκεσθῶ εἰς ταῦτα μόνον σήμερον. Προσθέτω μόνον, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατατεθεισῶν πληροφοριῶν κατὰ πρῶτον διετύπωσα ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία καθ’ ὅλα δὲν ἀποδεικνύεται ἀκριβής, ὡς ἐκ τῆς μεταγενεστέρας καταθέσεως τοῦ ἐγγράφου, περὶ οὗ ὁ λόγος, καὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἀνακοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευήν, ἀλλ’ ἐν μέρει εἶναι ἀκριβής. Πρῶτον ὅτι ἔπρεπε νὰ κηρυχθῶσιν ἔκπτωτοι οἱ ἐργολάβοι, ἀδιαφόρως ἐὰν ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ τὸ ἐζήτησεν ἢ δὲν τὸ ἐζήτησε, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ, ἀφοῦ παρῆλθεν ἡ προθεσμία, ἡ δὲ πληροφορία, τὴν ὁποία σᾶς ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία, ὅτι ὁ χρόνος ἀπωλέσθη ἕνεκα τῆς μετατοπίσεως τοῦ ἐργοταξίου, δὲν εἶναι ἀκριβής, καθόσον ἡ μετάθεσις τοῦ ἐργοταξίου ἐγένετο τῇ ἐπιμόνῳ ἀπαιτήσει τῶν ἰδίων ἐργολάβων, δὲν πρέπει δὲ νὰ καταλογισθῇ ὁ χρόνος οὗτος εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπήν.
§21ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν; Ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος φρονεῖτε, καὶ τὸ εἴπετε πολλάκις, ὅτι ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ εἶναι ἀρίστη, ὅτι ἔχετε ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτήν, δὲν νομίζετε ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς γνώμας τῆς λιμενικῆς ταύτης ἐπιτροπῆς;
§22Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἴσως ὡς πρὸς τοῦτο ἔχετε ἕνα λόγον δικαιολογοῦντα. Δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μάθω παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, διατὶ δὲν προέτεινε τὴν ἔκπτωσιν τῶν ἐργολάβων. Ἴσως τὸ ἔπραξε μὲ τὴν προσδοκίαν νὰ προχωρήσῃ τὸ ἔργον καὶ νὰ μὴ ἀπολεσθῇ χρόνος, ἅμα δὲ καὶ ἐκ πνεύματος συμβιβαστικοῦ. Ἐν τούτοις τὸ πρᾶγμα εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι, ἀκριβῶς ἐφαρμοζομένων τῶν διατάξεων τῆς συγγραφῆς, ἔπρεπε νὰ κηρυχθῶσιν ἔκπτωτοι. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι τοῦτο· ὅτι μέχρι τοῦδε ἐγένοντο πολλαὶ παραχωρήσεις ὑπὸ τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων πρὸς ὄφελος τῶν ἐργολάβων, αἱ ὁποῖαι στρέφονται ἐμμέσως κατὰ τοῦ ἔργου. Ἐγένοντο, λέγω, πολλαὶ παραχωρήσεις καὶ ὑποχωρήσεις. Ἀνάγκη νὰ σταματήσῃ ἐκεῖ τὸ σύστημα τοῦτο. Ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ γείνῃ ἡ ἐκβάθυνσις μεγαλειτέρα, ὄχι διότι τὸ λέγω ἐγὼ, ἀλλὰ διότι στηρίζομαι εἰς τὰς πληροφορίας τῶν εἰδότων καὶ ἄκρως ἐνδιαφερομένων ἐπίσης πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ ἔργου. Τοῦτο δὲ ὑπαγορεύει ἡ λογικὴ καὶ τὸ πραγματικὸν τοῦ τόπου συμφέρον. Ἡ δευτέρα σύστασίς μου εἶναι, ὅτι, ἐὰν ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν ἔκπτωσιν, ὑπάρχει βεβαίως λόγος, καὶ πρέπει νὰ γείνῃ αὕτη. Ἀλλὰ πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παρακολουθήσῃ μετὰ μεγάλης προσοχῆς ὅλας τὰς ἐργασίας, ἰδίως ὅμως τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐδέχθη συμφώνως πρὸς τὰς πληροφορίας, ἃς τῷ ἔδωκαν, τῆς ἐκβαθύνσεως δηλ. πρὸ τῆς κατασκευῆς τοῦ μώλου, μὴ τυχὸν τοῦτο παραβλάψῃ ὅλον τὸ ἔργον, ἀνάγκη δὲ συγχρόνως νὰ προχωρῇ καὶ ὁ μῶλος δραστηριώτερον. Ταῦτα εἶχον καθῆκον, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἴπω. Δηλῶ καὶ βεβαιῶ πάντα, ὅτι δὲν ἔχω προσωπικόν τινα λόγον, παρὰ μόνον τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον, καὶ ἀναμένω νὰ ἀκούσω, τί ἐξ αὐτῶν δύναται ν’ ἀντικρουσθῇ, ἵνα ἐν ἀνάγκῃ συμπληρώσω ταῦτα.
§23ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ ἐκ Βόλου βουλευτὴς κ. Σχινᾶς ἀπηύθυνε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ ταχέως, εἰ δυνατόν, εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα λεπτομερῆ κατ’ ἔτος, δεικνύοντα εἰς ποίας ἐργασίας ἢ προμηθείας ἐδαπανήθησαν αἱ διὰ τοῦ κεφαλ. Βʹ ἄρθρ. 3 χορηγηθεῖσαι πιστώσεις κατὰ τὰ ἔτη 1891 ἕως 1895, συμπεριλαμβανομένου, καὶ τίνος εἴδους ἔργα ἐξετελέσθησαν, ἐπὶ ποίων πλοίων τοῦ στόλου, καὶ ποῖον λεπτομερῶς ποσὸν δι’ ἕκαστον πλοῖον ἐδαπανήθη κατ’ ἔτος καὶ ἐν ὅλῳ.» Καίτοι ἡ ἐργασία αὕτη ἐστὶν ἀρκούντως περίπλοκος, ἀπαιτεῖ δὲ καὶ πολὺν χρόνον, οὐχ ἧττον παρεκάλεσα τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅπως, ἔστω καὶ προχείρως, μοὶ δώσῃ ὅσας ἦν δυνατὸν πληροφορίας, ἃς νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Τοῦτο καὶ πράττω νῦν. Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου, ἐν ᾧ θέλετε ἴδει ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὰ ἐρωτήματα, ἅτινα ἐθήκατε. Ἐπιτρέψατέ μοι λοιπὸν συντόμως νὰ πληροφορήσω ὑμᾶς τε καὶ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν γενικῶν, ὡς εἶπον, κεφαλαίων τῆς ἐπερωτήσεως ὑμῶν. Κατὰ τὸ 1891 ἔτος διὰ τὴν συντήρησιν καὶ ἐπισκευὴν τῶν πλοίων ἀνεγράφη πίστωσις δραχμῶν 600,000, ἐξεδόθησαν δὲ ἐντάλματα διὰ δρ. 579,368. Κατὰ τὸ 1892 ἔτος ἀνεγράφη πίστωσις αʹ) δραχμῶν 1,028,000 διὰ συντήρησιν καὶ ἐπισκευὴν πλοίων, καὶ βʹ) δρ. 350,000 δι’ ὑλικὸν πρὸς κίνησιν τῶν ἀτμοπλοίων, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 1,378,000· ἐξεδόθησαν δ’ ἐπὶ τούτῳ ἐντάλματα διὰ δρ. 722,825. Κατὰ τὸ 1893 ἔτος αʹ) διὰ τὴν συντήρησιν καὶ ἐπισκευὴν τῶν πλοίων δραχ. 650,000, καὶ βʹ) δι’ ὑλικὸν πρὸς κίνησιν τῶν ἀτμομηχανῶν δρ. 300,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 950,000. Ἐξεδόθησαν δὲ ἐντάλματα διὰ τὸ αὐτὸ ποσὸν περίπου, ἤτοι διὰ δρ. 950,603. Κατὰ τὸ 1894 ἔτος αʹ) διὰ τὴν συντήρησιν καὶ ἐπισκευὴν πλοίων δραχ. 665,000, καὶ βʹ) δι’ ὑλικὸν πρὸς κίνησιν τῶν ἀτμομηχανῶν 285,000· γʹ) ἐζητήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δρ. 15,917. Ἤτοι τὸ ὅλον δραχ. 965,917. Ἐξεδόθησαν δὲ ἐντάλματα ἐκ δραχ. 949,539. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 ἔτους ἀνεγράφη πίστωσις δι’ ἐπισκευὴν καὶ συντήρησιν τῶν πλοίων ἐκ δραχ. 585,000, ἐζητήθησαν διὰ δηλώσεως αὐξήσεις ἐκ δρ. 272,380, δι’ ὑλικὸν πρὸς κίνησιν τῶν ἀτμομηχανῶν δρ. 265,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ πίστωσις ἐκ δρ. 1,122,380. Ἐξεδόθησαν μέχρι τοῦδε ἐντάλματα ἐκ δραχ. 598,726. Ἤτοι τὸ ὅλον τῶν δαπανηθέντων ἀπὸ τοῦ 1891 ἔτους μέχρι σήμερον δι’ ἐπισκευὴν καὶ συντήρησιν τῶν πλοίων καὶ διὰ τὴν κίνησιν καὶ συντήρησιν τῶν ἀτμομηχανῶν ἀνέρχεται εἰς δραχ. 3,819,061. Καὶ ταῦτα μὲν εἶναι ὅσα γενικῶς δύναμαι σήμερον νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὸ ἔγγραφον, ὅπερ ἡ ὑπηρεσία μοὶ ἐχορήγησεν, οὗτινος δὲ τοὺς λόγους καὶ ἐγὼ εὑρίσκω λίαν δεδικαιολογημένους, προκύπτουσι τὰ ἑξῆς. Ὅτι ἡ σύνταξις πινάκων, ἐμφαινόντων λεπτομερῶς καὶ κατ’ ἔτος εἰς ποίας ἐργασίας ἢ προμηθείας ἐδαπανήθησαν τὰ εἰρημένα ποσὰ, τίνος εἴδους ἔργα ἐξετελέσθησαν, ἐπὶ τίνων πλοίων τοῦ στόλου, καὶ ποῖον ἐν λεπτομερείᾳ τὸ δι’ ἕκαστον τῶν πλοίων δαπανηθὲν ποσὸν κατ’ ἔτος καὶ ἐν ὅλῳ, ὅτι, λέγω, ταῦτα πάντα ἀπαιτοῦσι χρόνον μακρὸν, καθόσον ἀνάγκη πρὸς τοῦτο νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἐπισυνημμένους λογαριασμοὺς εἰς τὰ στελέχη ἑνὸς ἑκάστου ἐντάλματος, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
| «Κατὰ τὸ ἔτος | 1891 | ἐντάλματα | 427 |
| » » » | 1892 | » | 574 |
| » » » | 1893 | » | 898 |
| » » » | 1894 | » | 636 |
| » » » | 1895 | » | 166»· |
ἤτοι πρέπει νὰ ἀναδιφηθῶσιν ἐντάλματα ἐν ὅλῳ, ὡς ἀνωτέρω, 2701. Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι τοιαύτη ἐργασία δὲν εἶναι εὐχερὴς, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν ἐν διαστήματι δύο ἢ τριῶν ἢ καὶ δέκα ἡμερῶν νὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλὴν ταῦτα πάντα. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καθῆκον νὰ ὑποβάλω τὰς πληροφορίας ταύτας ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου μετὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ οἰκείου τμηματάρχου, ἐπιφυλάσσομαι δὲ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι νὰ καταθέσω ὅσα ἐζητήσατε. Ἐκτὸς ὅμως τούτων γίνεται καὶ ἡ ἑξῆς παρατήρησις, ὅτι (ἀναγινώσκει): «ὅπως ἐξακριβωθῇ εἰς ποῖα πλοῖα ἐχρησιμοποιήθη καὶ διὰ ποῖον λόγον τὸ δι’ ἐναπόθεσιν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Ναυστάθμου προμηθευθὲν ὑλικὸν, δέον νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ ὑπὸ τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ Β. Ναυστάθμου τηρούμενα βιβλία ὑλικοῦ καὶ αἱ εἰς αὐτὰ ὑποβληθεῖσαι αἰτήσεις κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἔτη ὑπὸ τῶν κυβερνητῶν τῶν διαφόρων πλοίων. Ὅπως δ’ ἐκτελεσθῇ ἡ ἐργασία αὕτη, ἀπαιτεῖται καὶ πολὺς χρόνος καὶ προσωπικὸν, ὅπως ἀσχοληθῇ ἰδιαιτέρως πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς.» Αὐτὰ μοὶ ἀναφέρει ἡ ὑπηρεσία. Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ ἔκθεσις τοῦ οἰκείου τμηματάρχου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως, ὅτι ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, καὶ ἀφοῦ ζητήσω ἴσως πίστωσιν διὰ τὸ κατάλληλον προσωπικὸν, θέλω καταθέσει λεπτομερῶς τὰς ζητουμένας πληροφορίας. Ἤδη, Κύριοι, ἀπαντῶ πρὸς ἄλλον ἀξιότιμον συνάδελφον, τὸν κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴν, ὅστις παρεκάλεσε τὸ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργεῖον (ἀναγινώσκει): «νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς μετασκευῆς τῆς «Μπουμπουλίνας» εἰς θαλαμηγὸν, τοὺς λογαριασμοὺς τῶν δαπανηθέντων καὶ τὰ σχετικὰ ἐντάλματα μετὰ τῶν δικαιολογητικῶν.» Κατὰ πρῶτον ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν βασιλικὸν διάταγμα τῆς 11 Ἀπριλίου 1892 ἔτους, ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Σαχτούρη, καθ’ ὃ τίθεται εἰς παροπλισμὸν τὸ ὁπλιταγωγὸν «Μπουμπουλίνα». Ἀλλὰ προσκομίζω μὲν τὰ ἔγγραφα, περὶ ὧν ποιήσομαι λόγον, εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπιφυλάσσομαι δὲ ἐντὸς τῆς ἡμέρας, ἢ ἐντὸς τῆς αὔριον, νὰ καταθέσω ἀντίγραφα αὐτῶν, καθόσον, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοῦ χρόνου, ἔλαβον τὰ πρωτότυπα, ὧν εἴχομεν ἀνάγκην πρὸς συμπλήρωσιν τῶν αἰτουμένων πληροφοριῶν, ἅτινα ὅμως δὲν εἶναι τακτικὸν νὰ καταθέσω. Διὰ τοῦτο κρατῶ αὐτά. Ἀνακοινῶ δεύτερον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλο Β. Διάταγμα τῆς 21 Αὐγούστου 1892 ἔτους, ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Στεφ. Σκουλούδη, καθ’ ὃ (ἀναγινώσκει): «ὁρίζομεν ὡς ἡμέτερον θαλαμηγὸν, ἀντὶ τοῦ ἀτμοπλοίου «Ἀμφιτρίτης», τὸ ἀτμόπλοιον «Μπουμπουλίνα», μετασκευαζόμενον ἐκ τῶν ἐνόντων, κατὰ τὸ ὑπὸ τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ Ναυστάθμου καταρτισθὲν σχέδιον. — Ὁ Ὑπουργὸς Σ. Σκουλούδης.» Ἤδη ὑποβάλλω ἐπίσης εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν, ὁπωσδήποτε μακρὰν καὶ λεπτομερῆ, τοῦ ὑπομηχανικοῦ κ. Ἀγγέλου Ἀναστασίου, ἥτις ἐκτίθησι τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα δύναται ἡ «Μπουμπουλίνα» νὰ μεταβληθῇ εἰς θαλαμηγὸν, τὴν τότε κατάστασιν τοῦ σκάφους, τῶν μηχανῶν καὶ ὅλων τῶν ἐξαρτημάτων καὶ γενικόν τινα προϋπολογισμὸν περὶ τῆς μετασκευῆς ταύτης. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν τεμάχιά τινα, ὅπως κατανοηθῇ ὁπωσδήποτε ἡ ὑπόθεσις αὕτη (ἀναγινώσκει): «Τὸ ὁπλιταγωγὸν «Μπουμπουλίνα» προκειμένου ν’ ἀλλάξῃ λέβητας καὶ κυλίνδρους, δέον νὰ ὑποστῇ καὶ τὸ σκάφος γενικὴν ἐπισκευὴν, διότι πρὸ εἰκοσιπενταετίας κατασκευασθὲν, οὐδέποτε ὑπέστη τὴν γενικὴν λεγομένην ἐπισκευήν. Ἡ γενικὴ ὅθεν αὕτη ἐπισκευὴ δέον νὰ ἐκτελεσθῇ, καθότι ἐξετασθὲν τὸ σκάφος ἐσωτερικῶς, εὑρέθη εἰς κακὴν κατάστασιν, ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη ἐκ τοῦ κύτους νὰ ἐξαχθῇ ἅπαν τὸ ἕρμα, ἅπαντα τὰ ξύλινα ἐντεράκια (φόδρα) καὶ ἀφοῦ κοπανισθῇ καλῶς καὶ χρωματισθῇ διὰ δύο στρωμάτων Μινίου, ἀντὶ δ’ ἕρματος ἐκ χαλίκων, ὡς μέχρι τοῦδε ἔφερε τὸ πλοῖον, νὰ ἐπιστρωθῇ τὸ κύτος δι’ ἑνὸς λίαν παχέος στρώματος Γαλλικοῦ χώματος (τσιμέντου), τὸ δὲ συμπλήρωμα τοῦ ἕρματος νὰ γείνῃ διὰ δεξαμενῶν σιδηρῶν, πληρουμένων ὕδατος. Ἅπαντα γενικῶς τὰ δωμάτια τοῦ τε ἐπιτελείου, μηχανικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ πληρώματος δέον καὶ ταῦτα νὰ ἀπογυμνωθῶσι, καὶ κοπανισθῶσιν αἱ πλευραὶ τοῦ πλοίου, καθότι αὗται, ἐξετασθεῖσαι εἰς πολλὰ μέρη, εὑρέθησαν ὠξειδωμέναι. Ἀμφότερα τὰ καταστρώματα δέον ἐπίσης ν’ ἀντικατασταθῶσιν, ὡς ἐφθαρμένα. Δι’ οἱανδήποτε χρῆσιν καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ πλοῖον, πρέπει πάντοτε νὰ τεθῇ καὶ τρίτον κατάστρωμα κάτωθεν, διότι, ὡς ἔχει, μόνον διὰ χρῆσιν ἐμπορευμάτων δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ὅμως τοῦ Β. Ναυτικοῦ ὁ χῶρος οὗτος ἔμενε πάντοτε ἀχρησιμοποίητος· εἶναι ὅθεν ἀνάγκη, ἐκτὸς τοῦ καταστρώματος, ὅπερ δέον νὰ τεθῇ, νὰ γείνωσι καὶ κατάλληλα χωρίσματα πρὸς ἐνδιαίτησιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ μεταφερομένου στρατοῦ, ν’ ἀνοιχθῇ δὲ καὶ ἀνάλογος ἀριθμὸς παραφωτίδων. Οἱ ἱστοὶ ὡς καὶ τὰ κεράτια αὐτῶν εἶναι σεσηπότα, ἑπομένως δέον ν’ ἀντικατασταθῶσι καὶ ταῦτα. Ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου ὁπλιταγωγοῦ ἡ ὕπαρξις ἠλεκτρικοῦ φωτὸς εἶναι ἀναπόφευκτος. Αἱ ἄνω μνημονευθεῖσαι τροποποιήσεις καὶ ἐπισκευαὶ δέον ἀναποφεύκτως νὰ ἐκτελεσθῶσιν, οἱαδήποτε καὶ ἂν θὰ ἦναι ἡ χρῆσις τοῦ πλοίου· προκειμένου ὅμως τὸ πλοῖον νὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ ὡς θαλαμηγόν, ἐπὶ τῶν ἄνω μνησθεισῶν ἐργασιῶν δέον νὰ ἐπενεχθῶσι τροποποιήσεις τινὲς, ὡς ἡ διὰ Tick ἐπίστρωσις τοῦ ἄνω καταστρώματος, ἥτις βεβαίως ἐπιφέρει κἄποιαν ἐπὶ πλέον δαπάνην, ἡ ὁποία ὅμως καὶ πάλιν εἶναι φαινομενικὴ, διότι ὑπολογιζομένου τοῦ χρόνου τῆς ἐπὶ πλέον διατηρήσεως τοῦ καταστρώματος καὶ τῆς ἀποφυγῆς τῶν συχνῶν συμπελεκημάτων καὶ διανάξεων, ἐρχόμεθα εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον. Ἡ μόνη δαπάνη ἐπὶ πλέον διὰ τὴν μετατροπὴν τοῦ πλοίου εἰς θαλαμηγὸν εἶναι τὰ ἐνδιαιτήματα τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας καὶ τῆς ἀκολουθίας αὐτῶν· ἡ δαπάνη ὅμως αὕτη δὲν ὑπερβαίνει τὰς 30,000 δραχμάς.» Αὕτη ἄρα εἶναι ἡ ἔκθεσις, ἥτις φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ μηχανικοῦ κ. Ἀγγέλου Ἀναστασίου, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 17 Ἰουνίου 1892 ἔτους. Ἐπίσης προσκομίζω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν καταρτισθέντα τότε προϋπολογισμὸν, ὅστις φαίνεται ἀναβιβάζων τὸ ποσὸν εἰς δραχμὰς 55,000. Τώρα, ἵνα ἔχητε πληρεστάτην ὅπως δήποτε ἰδέαν περὶ τῶν γενομένων, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς καὶ τεμάχια ἐγγράφου τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ καὶ βουλευτοῦ Θηβῶν κ. Σκουλούδη, τῆς 21 Ἰουλίου 1892 ἔτους, πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον (ἀναγινώσκει): «Ἡ τῆς διασκευῆς τοῦ πλοίου τούτου δαπάνη, πλὴν τῶν ἐξόδων τῆς ἐπισκευῆς, τὰ ὁποῖα, προϋπολογισθέντα εἰς δραχ. 55,000, ἤθελεν ὅπως δήποτε ὑποστῆ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, θέλει ἀνέλθει, κατὰ τὸν ὑπὸ τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ Ναυστάθμου ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν, εἰς δραχ. 50,000.» Ἐκ τοῦ ἐγράφου τούτου προκύπτει ἐπὶ πλέον, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, ὅτι, καὶ ἂν δὲν προέκειτο ἡ «Μπουμπουλίνα» νὰ μεταβληθῇ εἰς θαλαμηγὸν πλοῖον, ὑπῆρχεν ὅμως ἀνάγκη ἐπισκευῆς σπουδαίας τοῦ τε σκάφους καὶ τῶν μηχανῶν. Καὶ τὸ ἔγγραφον ἄρα τοῦτο τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ θέλω μετὰ τῶν ἄλλων καταθέσει. Ἤδη, Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ συμπληρώσω τὰς πληροφορίας, καταθέτων εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα λεπτομερέστατον τῶν δαπανῶν ἐκείνων, ἃς γνωρίζει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, διότι θέλει φανῆ βεβαίως παράδοξον, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ δαπάναι, ἃς δὲν δύναται ἀμέσως νὰ γνωρίζῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ τοῦτο ὄχι εἰδικῶς ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν μόνον, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ἄλλας. Δυστυχῶς ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τούτου παρουσιάζει φαινόμενόν τι, ὅπερ εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον ἐποίησεν ἐντύπωσίν τινα, ἵνα μὴ εἴπω καὶ ἔκπληξιν. Κατά τινα τρόπον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εἶναι ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ, ἐν πρώτῃ δὲ ἵσταται ὡς πρὸς πολλὰ ὁ Ναύσταθμος. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δυσκόλως δύναται νὰ γνωρίζῃ ἐνίοτε τὰ ὑλικὰ τὰ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν σχεδὸν δὲν γνωρίζει τὰς ἀπογραφὰς τῶν πλοίων. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἔχει μέρος τῆς τρεχούσης, οὕτως εἰπεῖν, ὑπηρεσίας, ὅλων δὲ αὐτῶν τῶν οὐσιωδῶν ἐργασιῶν, καὶ ἄλλων πολλῶν, ὧν πρέπει νὰ ἡγῆται, ἴσως ἰδέαν δὲν ἔχει! Διὰ τοῦτο, πρὸς τὸ παρὸν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, δηλ. ἡ Κεντρικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, δύναται νὰ καταθέσῃ ὡς πρὸς τὰ δαπανηθέντα χρήματα διά τε τὴν «Μπουμπουλίναν» καὶ διὰ τὰ ἄλλα πλοῖα τὰς πληροφορίας ἐκείνας ἃς αὐτὸ γνωρίζει, ὡς προερχομένας ἐκ τῶν δαπανῶν, ἅστινας αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον ἐποιήσατο. Τί ὅμως ἐδαπάνησεν ὁ Ναύσταθμος, ἐκ τῶν ἐκεῖ κατατεθειμένων ὑλικῶν, διὰ τὴν «Μπουμπουλίναν», πόσοι ἐργάται εἰργάσθησαν δι’ αὐτήν, ὅπερ βεβαίως ἀναλογεῖ πρὸς χρηματικὴν ἀξίαν, πάντα ταῦτα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εἰσιν ἄγνωστα, ὡς τοὐλάχιστον μὲ πληροφορεῖ ἡ ὑπηρεσία, καίτοι ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐξελέγξω τὰ ἀνακοινούμενά μοι. Ἐπειδὴ ἐν τούτοις δὲν ἐπιθυμῶ νὰ διατελῇ διαρκῶς τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τοιαύτην ἄγνοιαν, μετεκάλεσα τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου καὶ ἔδωκα εἰς αὐτὸν τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας καὶ διαταγάς, ὅπως ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον ὑποβάλῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου πᾶν ὅ,τι διὰ τῶν ἐρωτημάτων ὑμῶν ζητεῖται. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ναυστάθμου ὑπεσχέθη ὅτι, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, θέλει ὑποβάλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο σχετίζεται πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δὲν κρύπτω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι καὶ ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης καὶ ἐξ ἄλλων προσπαθῶ νὰ καταγείνω, ὅπως ἐξαρτήσω τὸν Ναύσταθμον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀφαιρέσω δὲ τὴν ἐξάρτησιν τοῦ Ὑπουργείου ἐκ τοῦ Ναυστάθμου. Ὅλα ταῦτα ἀπαιτοῦσι χρόνον, ἀπαιτοῦσι καὶ μελέτην, ἀπαιτοῦσι καὶ θέλησιν. Ἐλπίζω, ὅτι ἐν τῇ προσεχεῖ Συνόδῳ, ἐὰν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι τοῦ Ὑπουργείου, τιμὴν ἀποῤῥέουσαν ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς, θέλω καταθέσει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, δι’ ὧν αὐστηρῶς καὶ ἀμετακλήτως ἴσως θέλει κανονισθῆ πᾶσα ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἥτις νομίζω, ὅτι δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῇ περιωπήν. Νῦν λοιπὸν καταθέτω πᾶν ὅ,τι τὸ Ὑπουργεῖον γνωρίζει. Ἐκ τοῦ πίνακος τούτου προκύπτουσι τὰ ἑξῆς. Ὅτι κατὰ τὸ 1892 ἔτος, ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Σκουλούδη, ἐδαπανήθησαν δραχ. 48,966 διὰ τὴν «Μπουμπουλίναν.»
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τότε ἤρχισεν ἡ μετασκευὴ τῆς «Μπουμπουλίνας»;
§25ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα. Κατὰ τὸ 1893 ἔτος ἐδαπανήθησαν, ὑπουργοῦντος τοῦ Ἐπ. Κριεζῆ, δρ. 47,285.75, καὶ ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Μπούμπουλη δρ. 21,962.65· προστιθεμένων δὲ τῶν κατὰ τὸ 1894 ἔτος καὶ τὸ 1895 μέχρι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν δαπανηθέντων, ἐδαπανήθησαν ἐν συνόλῳ διὰ τὴν «Μπουμπουλίναν» δραχ. 388,576.35. Ὁ λογαριασμὸς αὐτὸς ἀφορᾷ καθαρῶς τὴν «Μπουμπουλίναν», πλὴν δρ. 27,743.44. Ἐκ τούτων ὅμως τῶν δραχμῶν 388,576.35 (ἀφοῦ ἀφαιρεθῶσιν αἱ ῥηθεῖσαι δραχ. 27,743.44) δίκαιον ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἔτι δραχμαὶ 191,805.13, αἵτινες ἀφορῶσι τὴν «Μπουμπουλίναν» οὐχὶ ὡς θαλαμηγόν, ἀλλ’ ὡς ὁπλιταγωγόν· αἱ ὑπολειπόμεναι δραχμαὶ 178,927.78, αὗται ἀφορῶσι τὴν «Μπουμπουλίναν» ὡς θαλαμηγόν. Τὰς διακρίσεις καὶ τὰς πληροφορίας ταύτας μοὶ ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, καθ’ ἣν αἱ ῥηθεῖσαι διακρίσεις προκύπτουσιν ἐκ τῆς φύσεως τῶν δαπανῶν. Θέλετε ἴδει π.χ. ποσόν τι διὰ 250 ὀκάδας ἁγιοξύλου, ὅπερ ἐδύνατο νὰ μὴ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν «Μπουμπουλίναν» ὡς σκάφος ὁπλιταγωγόν. Διὰ πλακόστρωσιν δαπέδων δραχμαὶ 547, αἵτινες ἀφορῶσι βεβαίως τὸ πλοῖον τοῦτο ὡς θαλαμηγόν. Θέλετε ἴδει, ὅτι ἐδαπανήθησαν δι’ ὑελοπίνακας κρυσταλλίνους 170 δραχμαί, αἵτινες ἀφορῶσι τὴν «Μπουμπουλίναν» ὡς θαλαμηγόν. Διὰ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία κατέγεινε νὰ συντάξῃ τὸν πίνακα τοῦτον, ὅστις κατ’ ἔτος ἐμφαίνει τί ἐδαπανήθη διὰ τὴν «Μπουμπουλίναν» ὡς ὁπλιταγωγὸν καὶ τί ὡς θαλαμηγόν. Ἐπαναλέγω ὅτι διὰ θαλαμηγὸν ἐδαπανήθη ποσὸν δραχ. 178,927 78, διὰ δὲ ὁπλιταγωγὸν ποσὸν δραχ. 191,805.13.
§26ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκτὸς αὐτῶν ὑποθέτετε, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι δαπάναι;
§27ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑποθέτετε, ὅτι δύναται νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς ὁπλιταγωγὸν καὶ ὡς θαλαμηγόν;
§28ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶπον ἤδη, ὅτι ἐκ τοῦ Ναυστάθμου οὐδὲν γνωρίζομεν. Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου μέχρι τοῦδε ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν «Μπουμπουλίναν» ὡς θαλαμηγὸν δραχ. 105. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἡ ἐμὴ εὐθύνη, τοὐλάχιστον ἕως τώρα, δὲν εἶναι πολὺ μεγάλη. Τὸν πίνακα τοῦτον, Κύριοι, θέλω καταθέσει εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως τυπωθῇ. Ἤδη ὅμως ὀφείλω καὶ πάλιν νὰ παρατηρήσω, ὅτι, καθ’ ἃ προκύπτει ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ κ. Ἀναστασίου, ἐξ ὅλων τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐκόμισα, ἐκ τῶν ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, βεβαίως, ὁσονδήποτε ποσὸν καὶ ἂν δαπανηθῇ, ἢ καὶ ἂν ἐδαπανήθη ὑπὲρ τοῦ σκάφους τούτου, δέον τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο κατηγορίας· διότι οἴκοθεν ἐννοεῖται, ὅτι, καίτοι τὸ σκάφος τοῦτο προώρισται εἰς σκάφος θαλαμηγόν, βεβαίως δὲν ἀπώλεσεν οὔτε θ’ ἀποβάλῃ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, ὡς σκάφους ὁπλιταγωγοῦ, πρὸς μεταφορὰν στρατοῦ καὶ πραγμάτων. Ἐπίσης πρωτίστως — λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἐπιθυμῶ ἐν δικαιοσύνῃ νὰ κρίνω τὴν εὐθύνην τῶν προκατόχων μου — ἐπίσης ἐκ τῶν ἐκθέσεων, λέγω, προκύπτει, ὅτι τὸ σκάφος τοῦτο, ἐὰν ἔμενεν ἐν ᾗ καταστάσει εὑρίσκετο ὅτε ἤρχισαν αἱ ἐπισκευαὶ καὶ μετασκευαὶ αὐτοῦ, βεβαίως ἤθελε κατὰ πολὺ ἐλαττωθῇ τῆς ἀξίας αὐτοῦ. Διότι γνωρίζομεν ἤδη ἐκ τῶν ἐκθέσεων ἐν τίνι καταστάσει ἦσαν τὸ σκάφος, οἱ λέβητες καὶ οἱ ἱστοί. Δὲν λέγω, ὅτι τὰ πράγματα ἐγένοντο ἐν ὅλῃ τῇ ἀκριβείᾳ ἐκείνῃ, ἣν ἀπαιτοῦσιν οἱ νόμοι παντὸς πεπολιτισμένου Κράτους. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ, δυστυχῶς. Δὲν θέλω, δι’ ὅσων εἶπον, νὰ καλύψω τὴν εὐθύνην τῶν προκατόχων ἐκεῖ, ἔνθα δὲν πρέπει νὰ καλυφθῇ. Ἰσχυρίζομαι μόνον, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου ἔφθασε σήμερον τὸ σκάφος τοῦτο μετὰ τὰς γενομένας δαπάνας, ἃς ἠκούσατε, καὶ τὰς ἄλλας, ἃς θέλετε ἀκούσει, ἤθελεν εἶσθαι οὐχὶ συνετόν, οὐχὶ σύμφωνον πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, νὰ μείνῃ ἡ ἐργασία αὕτη ἐκκρεμής, νὰ μείνῃ τὸ σκάφος τοῦτο ἀνοικτὸν εἰς τὴν θάλασσαν τοῦ Ναυστάθμου, νὰ παύσῃ πᾶσα ἐργασία, καὶ ἑπομένως πᾶσα διατήρησις αὐτοῦ, διατί; Ἵνα μὴ δαπανηθῇ ἀκόμη ποσόν τι, ὅπερ ἐντούτοις δὲν γνωρίζω ἔτι εἰς πόσον θέλει ἀνέλθει, ἀλλ’ ὅπερ πάντοτε θέλει εἶσθαι ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐντὸς τῆς πιστώσεως, ἣν ἔδωκεν ἡ Βουλή. Ἤθελεν εἶσθαι, λέγω, ἄδικον, διότι ἠθέλομεν ἀπολέσει ὅλην αὐτὴν τὴν γενομένην ἤδη ἐργασίαν. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἐδήλωσα, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον θέλει προσπαθήσει ὁπωσδήποτε νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἧς λεπτομερείας τινὰς ἠκούσατε σήμερον.
§29Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εὐηρεστήθη νὰ δηλώσῃ, ὅτι εἶναι δύσκολος ὁ καταρτισμὸς τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐπισκευασθέντων πλοίων. Διὰ τῶν προσκομισθέντων ἐγγράφων καταδηλοῦται, ὅτι πρὸ τῆς ἐπισκευῆς οἱουδήποτε πλοίου συντάσσεται ὑπολογισμός, ἀνοίγεται συνεπῶς μερίς, καὶ ἑπομένως μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν ὀφείλει ὁ Ναύσταθμος νὰ συντάξῃ ἀπολογισμὸν τῆς γενομένης δαπάνης. Αὐτὸ δι’ οἱονδήποτε. Ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐπισκευασθέντων πλοίων ἀπὸ τοῦ 1890 ἕως τοῦ 1895. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὑπολογισμὸς καὶ ἀπολογισμὸς τῆς γενομένης δαπάνης, τὸ ὁποῖον εὐκολώτατον εἶναι νὰ προσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν· ἐκ τῆς προσκομίσεως δὲ τῶν ἐγγράφων τούτων θέλομεν ἴδει τί ποσὸν ὑπελείπετο, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει ἐργασίας μὴ κατονομαζομένας. Προσθέτω δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι, ἂν ἐκ τοῦ Ὁπλοστασίου ζητήσῃ ἀπὸ τοῦ 1850, θὰ εὕρῃ ὅλους τοὺς ἀπολογισμοὺς ὅλων τῶν ἐκτελεσθεισῶν ἐργασιῶν.
§30ΤΟΠΑΛΗΣ. (ἄρχεται ἀγορεύων περὶ τῶν λιμενικῶν ἔργων Βόλου).
§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὸ ἀφίνετε δι’ αὔριον καλλίτερα;
§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν ὁμιλήσητε διὰ μακρῶν, καλλίτερον ν’ ἀναβάλητε δι’ αὔριον, διὰ νὰ ἔχωμεν καὶ ὄρεξιν νὰ σᾶς ἀκούσωμεν.
§33ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον. (Ὁ κ. Τοπάλης συναινῶν ἀναβάλλει δι’ αὔριον τὴν ὁμιλίαν του).
§34ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς «Μπουμπουλίνας» θὰ εἴπω. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, εἰς τὴν νοημοσύνην καὶ τὴν φιλοπονίαν τοῦ ὁποίου ὁμολογουμένως ἔχω πλήρη πεποίθησιν, νὰ στρέψῃ τὰς μελέτας του καὶ ἐπὶ ἄλλων ἀντικειμένων, σχετικῶν πρὸς τὸν περιορισμὸν τῶν ὑπερβασιῶν, αἵτινες γίνονται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν καὶ περὶ τῶν ὁποίων πολλάκις ἐγένετο λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Γνωρίζετε, ὅτι τελευταῖον ἐψηφίσθη νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου αἱ ὑπερβασίαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν σχετικῶς πρὸς τὸ κεφάλαιον τῶν δημοσίων ἔργων περιωρίσθησαν, καὶ περιωρίσθησαν διὰ νόμου, ὅστις ἀπαγορεύει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν πᾶσαν δαπάνην, εἴτε δι’ ἐπισκευὴν εἴτε διὰ κατασκευὴν κτιρίων, ἄνω ὡρισμένου ποσοῦ, ἄνευ εἰδικῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς.
§35Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Περὶ κτιρίων;
§36ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα. Δὲν ἐννοῶ διατὶ ἡ διάταξις αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ ναυστάθμου, καὶ ὅταν πρόκειται περὶ ἐπισκευῆς πλοίου ἄνω τῶν 10 καὶ τῶν 20 καὶ τῶν 30 χιλιάδων δραχμῶν, ὅπως παρέστησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἂν δὲν ἦναι ὀρθὸν, ἂν δὲν ἦναι ἀναγκαῖον, ἂν δὲν ἦναι λυσιτελὲς, περὶ τούτου νὰ προηγῆται εἰδικὴ ἔγκρισις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Δὲν ἐννοῶ, Κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν δαπάνη τοιαύτη 100 ἢ 200 ἢ 300 χιλιάδων νὰ κανονίζηται ἀπὸ τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, αὐθαιρέτως διαχειριζομένου τὸ κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ «περὶ ἐπισκευῆς καὶ κατασκευῆς πλοίων», δὲν ἐννοῶ δὲ, ἂν ἀντίκειται ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦτον, ὅστις εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ.
§37ΒΑΛΕΤΑΣ. Τὸ εἶπεν αὐτό.
§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ εἶπε, τὰ εἶπε, καὶ ἐβεβαίωσεν, ὅτι θὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἄρσεως τῶν ἀτόπων, διὰ νόμου μάλιστα.
§39ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λοιπὸν αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω εἰδικῶς· ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐπιτρέψῃ, ὥστε νὰ εἰσαχθῇ νόμος, περιορίζων τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, προκειμένου περὶ ἐπισκευῆς πλοίου ἄνω ὡρισμένου ποσοῦ, ἄνευ εἰδικῆς ἐγκρίσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§40Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Νὰ ἀπαντήσω. Ἐνταῦθα ἔχω τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν τέλει οὗτινος τυποῦται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν· ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ φύλλῳ λεπτομερείας ὑπάρχει ποσόν τι διὰ τὴν κατασκευὴν αʹ) σιδηροδρομικῆς γραμμῆς καὶ ἀποβάθρας ἐν Λέρῳ, καὶ βʹ) πυριτιδαποθήκης, ἐκ δραχμῶν 12,000, συμφώνως τῷ νόμῳ, ὃν εἴπετε, καὶ ὅστις εἶναι τοῦ 1894 ἔτους (͵ΒΣΛΒʹ, ἄρθρον 1), καθ’ ὃν δὲ διὰ πᾶν κτίριον ἄνω τῶν 10,000 δρ. ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος, ἀνέστειλα τὴν τοιαύτην τυχὸν γενησομένην δαπάνην, καὶ θέλω παρακαλέσει, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ οἰκεῖον τμῆμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, ὅπως αὕτη ἡ δαπάνη καταλογισθῇ εἰς ἔργον ἄλλο, δι’ ὅπερ θέλει ἀπαιτηθῆ δαπάνη ἐλάσσων τῶν 12,000, ὅτε καὶ δὲν ἀπαιτεῖται νόμος. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰ πλοῖα, περὶ τούτου, λαμβάνων ἀφορμὴν αὐτὸ τοῦτο ἐκ τοῦ νόμου, τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος, ὃν καὶ ἐγὼ εὑρίσκω εὔλογον, ἐσκέφθην μετὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων, ἂν τοῦτο, ὅπερ ὑμεῖς ἀρτίως προετείνατε, δὲν πρέπῃ νὰ ἐκτελῆται συνεπείᾳ νόμου. Ἡ ὑπηρεσία εἰσέτι ἀμφιβάλλει, οὐδὲ εἶναι εἰσέτι εἰς θέσιν νὰ μοὶ δώσῃ ἀκριβῶς τὰς δεούσας περὶ τούτου γνώμας. Προετάθη ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι δυνατὸν ἐθνική τις ἀνάγκη νὰ ἀπαιτήσῃ αἰφνιδίως τὴν τροποποίησιν, ἢ τὴν ἐπισκευήν, ἢ οἱανδήποτε ἄλλην δαπάνην ἄνω τῶν 12,000 δρ. διὰ πλοῖόν τι. Βεβαίως εἶναι δύσκολον ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ νὰ καλέσωμεν τὴν Βουλήν, ἵνα νομοθετήσῃ νόμον, ψηφιζόμενον εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις, ὅπως κατασκευασθῇ ἢ ἐπισκευασθῇ τὸ πλοῖον. Αὕτη ἡ ἀντίῤῥησις ἐγένετό μοι. Οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ τρόπος, ὅταν τὸ πρᾶγμα μελετηθῇ καλῶς, σύμφωνος πρὸς ὅ,τι ὑμεῖς προτείνετε.
§41ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Χαίρω πολύ. Εὑρισκόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν δι’ ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Φιλαρέτου, περὶ τῆς ἐπιβλέψεως τῶν κτιρίων τῶν χρησιμευόντων ὡς πυριτιδοποιεῖα.
§42ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ φέρω τὰς πληροφορίας αὔριον.
§43ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Σχετικῶς δὲ μὲ τοῦτο, σᾶς παραδίδω καὶ μίαν ἔκθεσιν ἀνώνυμον, πρὸ μικροῦ ἐγχειρισθεῖσάν μοι, ἡ ὁποία μαρτυρεῖ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ πυριτιδοποιεῖα (κίνησις ἐν πολλαῖς ἕδραις καὶ διαμαρτυρίαι).
§44ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἀνώνυμοι ἐπιστολαὶ οὔτε προσάγονται, οὔτε ἀναγινώσκονται.
§45ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπιστολή· εἶναι ἔκθεσις περιγράφουσα τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ πέριξ τῶν Ἀθηνῶν πυριτιδοποιεῖα.
§46ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Εἶναι ἀνώνυμος ὅμως.
§47ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὴν υἱοθετῶ ἐγώ. Χρησιμεύει πρὸς πληροφορίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, δυναμένου νὰ ἐξετάσῃ, ἂν αἱ ἐλλείψεις, αἱ ἀναφαιρόμεναι ἐν αὐτῇ, ἦναι ὀρθαὶ ἢ ὄχι. Εὐκολύνει τὸ ἔργον.
§48ΣΤΑΗΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων δὲν παρευρισκόμην ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα περὶ τῆς τροποποιήσεως τῆς ὁδοῦ Κλάφας. Δὲν ἐσκόπουν καὶ πάλιν νὰ φέρω τὸν λόγον, ἐὰν τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν μὲ ἠνάγκαζον· διότι διὰ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων τούτων ἐπιστώθη ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου εἶχον εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσει. Ὅλη ἡ ἱστορία τῆς τροποποιήσεως τοῦ πλάτους τῆς ὁδοῦ Κλάφας ἐκ μέτρων 5 εἰς 2,75 ἔλαβε χώραν ἀκριβῶς, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ ἄχρουν Ὑπουργεῖον εὑρίσκετο ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐζητήθη ἡ τροποποίησις τοῦ σχεδίου τῆς ὁδοῦ δι’ ἀναφορᾶς τῶν περιοίκων, ὡς λέγει τὸ ἔγγραφον, τὸ προσαχθὲν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν λέγει ὅμως ἀναφορᾶς ὑπογεγραμμένης παρὰ τίνος, ἀλλὰ «τῶν περιοίκων», γινώσκομεν ὅμως, ὅτι πάντες οἱ περίοικοι τῆς ὁδοῦ Κλάφας, πλὴν ἑνός, ἦσαν καὶ εἶναι ἐναντίοι τῆς τροποποιήσεως τοῦ σχεδίου τῆς ὁδοῦ Κλάφας, σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1865 ἴσχυε μέχρι τῆς 18 Φεβρουαρίου τοῦ 1895. Ἀγνοοῦμεν, λέγω, τίνες ἐκ τῶν περιοίκων ὑπέβαλον τὴν ἀναφορὰν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου 1894, διὰ τῆς ὁποίας ἐζητεῖτο ἡ τροποποίησις τοῦ σχεδίου τῆς ὁδοῦ Κλάφας. Ἐν τούτοις, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ὑπέβαλε τὴν ἀναφοράν, ἡ ἀναφορὰ αὕτη δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, διότι τυπικῶς διεβιβάσθη μὲν πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἀλλ’ οὐδεμία ἐνέργεια εἴτε ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου, εἴτε ἐκ μέρους οἱουδήποτε ἄλλου ἐνδιαφερομένου καὶ δυναμένου νὰ ἐνεργήσῃ παρὰ τῇ τότε Κυβερνήσει, ἔλαβε χώραν, ἵνα τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Ἀθηναίων ψηφίσῃ καὶ εὐχηθῇ τὴν τροποποίησιν τῆς ὁδοῦ Κλάφας ἐκ μέτρων 5 εἰς 2,75. Παραδόξως ἡ ὑπόθεσις ἐκοιμήθη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνῆλθε τὸ ἄχρουν Ὑπουργεῖον εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἐν τοῖς ἐγγράφοις τοῖς κατατεθεῖσι, παραδόξως βλέπομεν, ὅτι τὴν 20 Ἰανουαρίου 1895, ἤτοι ἡμέρας 8 ἀπὸ τῆς ἀνόδου τοῦ ἀχρόου Ὑπουργείου, ἤτοι ἡμέρας 10 ἀπὸ τῆς παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη, ἐξεδόθη τὸ σχεδιάγραμμα τὸ τροποποιοῦν τὴν ὁδὸν Κλάφας, μετεβιβάσθη αὐθημερὸν πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Ἀθηναίων τὸ σχεδιάγραμμα τοῦτο, καὶ αὐθημερὸν συνεκλήθη τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Ἀθηναίων, τὸ ὁποῖον ἐψήφισε καὶ ηὐχήθη τὴν τροποποίησιν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ 5 μ. εἰς 2,75. Ἑπομένως καὶ τὸ σχεδιάγραμμα καὶ τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ τὸ σχετικὸν Β. Διάταγμα, τὸ ἐκδοθὲν τὴν 18 Φεβρουαρίου 1895, πάντα ταῦτα ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ ἀχρόου Ὑπουργείου, ἑπομένως οὐδεμίαν εὐθύνην ἔχει ἡ ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην Κυβέρνησις, ἡ ὁποία οὐδὲν ἐκ τῶν τριῶν τούτων ἐνήργησεν, ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἐνήργησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ ἀχρόου Ὑπουργείου. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ἀναφέρω ταῦτα, τὰ ὁποῖα πᾶς τις ἠδύνατο ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων νὰ ἀναγνώσῃ, ἀλλὰ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα σᾶς γνωρίσω περικοπήν τινα τῆς ἐπιδοθείσης μοι ἀναφορᾶς τῶν περιοίκων, ἐν ᾗ ἀναφέρεται ἀπόσπασμα τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 70983 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Γλυκοφρύδου, συνταχθέντος τὴν 14 Ἰουνίου 1894. Ἐν τῷ συμβολαίῳ τούτῳ ῥητῶς ἀναφέρεται ὅτι «ἐὰν ἐντὸς μηνῶν δέκα ἀπὸ τῆς συντάξεως τοῦ συμβολαίου, δι’ οὗ ὁ κ. Ν. Δελιγιάννης ἐπώλησε τῷ κ. Ρακτιβὰν τὸ οἰκόπεδόν του, τροποποιηθῇ τὸ σχέδιον τῆς πόλεως οὕτως, ὥστε νὰ μειωθῇ τὸ πλάτος τῆς ὁδοῦ Κλάφας ἀπὸ μέτρων 5 εἰς 2,75, ὁ κ. Ν. Δελιγιάννης νὰ ἀναλαμβάνῃ ἀπὸ τοῦ συμβολαιογράφου τὰς ὀκτὼ χιλιάδας δραχμάς, ἃς ἐκ τοῦ τιμήματος ἀφῆκεν, ἄλλως, ἤτοι ἐὰν δὲν τροποποιηθῇ τὸ σχέδιον τῆς πόλεως ἐντὸς τοῦ ὡρισμένου τούτου χρονικοῦ διαστήματος, νὰ λαμβάνῃ τὰς 8,000 δραχ. ὁ ἀγοραστὴς τοῦ οἰκοπέδου κ. Ρακτιβάν.» Ἑπομένως ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1894 φαίνεται ὅτι ὁ κ. Ν. Δηλιγιάννης ἐπροφήτευσε τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη! Καὶ ἄλλοθεν δὲ γινώσκομεν, ὅτι ἡ προφητεία αὕτη εἶχε πολλαχῶς διαδοθῆ, διότι ὅσοι ἐκ συμπτώσεως ἀνεγνώσατε τὸ ἐκδοθὲν φυλλάδιον τοῦ κ. Γεωργιάδου ἐπὶ τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ ἀποτυχόντος συμβιβασμοῦ θὰ ἐνθυμεῖσθε ἐπιστολὴν ἐκ μέρους τοῦ κ. Βλαστοῦ, τοῦ ἐν Παρισίοις διαμένοντος, πρὸς τὸν τότε διαπραγματευόμενον τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ κ. Ὀρνστάϊν, ἐν ᾗ γίνεται ῥητὴ μνεία, ὅτι ἐντὸς ὀλιγίστου χρόνου θ’ ἀναγκασθῇ πάντως ἡ Κυβέρνησις Τρικούπη νὰ παραιτηθῇ— ὁ χρόνος δὲ, σημειώσατε τοῦτο, ἦτο ἡ 14 καὶ πάλιν Ἰουνίου, —ἔγραφε δὲ ὁ κ. Βλαστὸς πρὸς τὸν κ. Ὀρνστάϊν, ὅτι ἐπίκειται κυβερνητικὴ μεταβολή, ὡς γινώσκει ἐκ σπουδαιοτάτου προσώπου, ὑψηλὴν κατέχοντας θέσιν παρὰ τῷ Βασιλεῖ. Ἄν συνδυάσητε τὴν ἐπιστολὴν ταύτην καὶ τὴν περικοπὴν τοῦ συμβολαίου, θὰ ἴδητε ὅτι πράγματι ὁ ὅρος αὐτὸς ἀνεγράφη ἐν τῷ συμβολαίῳ πρὸς τὸν κ. Ρακτιβάν. Δικαίως δὲ τότε μετὰ πάσης πεποιθήσεως ἐφρόνουν, ὅτι ἡ τροποποίησις τῆς ὁδοῦ θέλει ἐπέλθει, καὶ ἡ τροποποίησις αὕτη ἐπῆλθε, καὶ οἱ περίοικοι τῆς ὁδοῦ Κλάφας σήμερον εὑρίσκονται πρὸ ὁδοῦ ἐχούσης πλάτος 2,75 ἀντὶ τῶν 5 μέτρων. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει λάβει πράγματι τὴν ἀναφορὰν τῶν περιοίκων ὑπ’ ὄψει, καὶ θέλει διατάξει τὴν τροποποίησιν τοῦ σχεδίου, ἐπαναφέρων τὸ πλάτος τῆς ὁδοῦ εἰς 5 μέτρα, ἀντὶ τῶν 2,75.
§49ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς Ὑπουργὸς, ὤφειλον νὰ προσκομίσω τὰς ζητηθείσας πληροφορίας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων ἐξάγεται, ὅτι οὐδεὶς νόμος παρεβιάσθη. Ὑπάρχει πρᾶξις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθηναίων καὶ Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπικυροῖ τὴν πρᾶξιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ συμβόλαιον τὸ συνταχθὲν, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, νομίζω ὅτι δὲν ἔχω ἁρμοδιότητα ἐγὼ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καθόσον αὕτη ὑπάγεται εἰς πράξεις τοῦ ἰδιωτικοῦ ὅλως βίου, εἰς τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἔχω δικαίωμα ν’ ἀναμιχθῶ.
§50ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὡς Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἔτυχε καὶ ἐγὼ νὰ λάβω γνῶσιν τῆς ἀναφορᾶς. Περιῆλθεν εἰς ἐμὲ λοιπὸν ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ἵνα ποιήσω καὶ λόγος, ὅπως καὶ ὁ κ. ἐκ Κυθήρων συνάδελφος. Ἀφοῦ ἦλθεν ἡ ἀναφορὰ εἰς ἐμὲ, φυσικὸν ἦτο νὰ ζητήσω νὰ πληροφορηθῶ, πῶς ἐν ἀληθείᾳ ἔχουσι τὰ πράγματα. Δὲν εἶναι σχέδιον τοῦ 1865, ὡς ἐσφαλμένως ἐλέχθη· τὸ σχέδιον αὐτὸ ἐτροποποιήθη δίς· ἐτροποποιήθη εἰς τὰ 1878, ὅτε ἔγεινεν ἓν εἶδος μικρᾶς πλατείας, ἡ ὁποία εἶναι ἐκεῖ, μεταξὺ τῆς ὁδοῦ Ἀκαδημίας καὶ τῆς παρόδου Κλάφας—ὄχι λεωφόρου Κλάφας, ὡς ἀπεκλήθη, ἀλλὰ παρόδου—αὐτὴ ἡ τριγωνικὴ ἔκτασις ἀπετέλεσε μίαν πλατεῖαν, ἐκόπησαν μερικὰ οἰκόπεδα, ὁ δὲ κ. Νικόλαος Δελιγιάννης, ὅστις εἶναι εἷς ἐκ τῶν παροδίων, ἠναγκάσθη νὰ προσκτήσηται, ἀποζημιῶν ἕνα τῶν παροδίων, μίαν ἔκτασιν 60–70 πήχεων, δὲν ἠξεύρω ἀκριβῶς πόσην, καὶ τὴν ἐπλήρωσεν. Ἐπλήρωσε πρὸς τούτοις ὡς ῥυμοτομίαν τὸ ὑπόλοιπον μέρος, τὸ ὁποῖον ἀφῃρέθη διὰ πλατεῖαν, καὶ οὕτως ἐγένετο νομίμῳ τίτλῳ κύριος τοῦ τεμαχίου, τὸ ὁποῖον ὅμως, σημειώσατε ὅτι, ποτὲ δὲν ἠδυνήθη νὰ παραλάβῃ, διότι, ὅταν ἠθέλησε νὰ ἐμπερικλείσῃ τὸ τεμάχιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἠναγκάζετο ἄκων ν’ ἀγοράσῃ, εἰς τὴν αὐλὴν τῆς οἰκίας του, οἱ κάτοικοι οἱ πέριξ ἐνόμισαν ὅτι αὐτὸ θέλει ἀποκλείσει τὴν πλατεῖαν, καὶ πράγματι δὲν τὸ προσέλαβε. Κατόπιν τὸ σχέδιον μετετράπη κατὰ τὸ 1881, καὶ ἔγεινε πάλιν μία μικρὰ τροποποίησις. Εἰς τὰ 1881 ὁ κ. Ν. Δεληγιάννης δὲν ἦτο ἐδῶ· ἦτο ἀπὼν, ἦτο, νομίζω, ἐπιτετραμμένος ἐν Παρισίοις ἢ ἐν Βελιγραδίῳ, δὲν ἔλαβε δὲ γνῶσιν, οὔτε εἶχεν ἰδέαν, ὅτι μετετράπη πάλιν τὸ σχέδιον τῆς πόλεως, ὅτε τὸ 1894, πέρυσι, τῷ γίνεται πρότασις νὰ πωλήσῃ τὴν οἰκίαν του εἰς τὸν κ. Ρακτιβάν, καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἔχει ἀριθμὸν πήχεων (ἐν παραδείγματι ἀναφέρω, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς) 700 φέρ’ εἰπεῖν, ἔλεγε: «σοῦ πωλῶ τὴν οἰκίαν μὲ ἔκτασιν πήχεων 700.» Φυσικῶς ὁ ἀγοραστὴς ἐπὶ τῇ ἐκτιμήσει αὐτοῦ ἔκαμε συμφωνίαν. Ἀλλ’ ὡς πάντοτε συμβαίνει, ἐπεφυλάχθη νὰ καταμετρήσῃ τὸ οἰκόπεδον· ἐγένετο ἡ καταμέτρησις καὶ λέγει εἰς τὸν πωλητὴν, ὅτι δὲν ἔχει π. χ. 700 πήχεις, διότι ἐγένετο μία τροποποίησις τοῦ σχεδίου, ἡ ὁποία ναὶ μὲν δὲν ἐφηρμόσθη ἀκόμη, ἀλλ’ ὑφίσταται τύπῳ, πρόκειται δὲ περὶ εὐρύνσεως τῆς ὁδοῦ δι’ ἀποκοπῆς τῆς οἰκοδομῆς. Εὑρέθη δὲ ἡ ἔκτασις ὄχι 700 πήχεων, ἀλλὰ κατὰ 60 ἢ 70 πήχ. ὀλιγώτερον. Ὁ ἰδιοκτήτης ἠπόρησε, διότι ἐγένετο εὔρυνσις καὶ τοῦ ἀπεκόπτετο ἡ οἰκοδομή. Ἅμα ἔμαθε τὰ τῆς τροποποιήσεως, ὡς εἶναι φυσικόν, ἰδὼν ὅτι βλάπτεται, καὶ ὅτι ἀδικεῖται, ἔκαμε τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα· καὶ ἄλλοι δὲ, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀνάλογον θέσιν, ἔκαμαν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ζητοῦντες νὰ ἐπανέλθωσι τὰ πράγματα εἰς οἵαν εὑρίσκοντο θέσιν. Τότε ὁ ἀγοραστὴς λέγει: «Ἐὰν ἡ οἰκία σου ἔχῃ 700 πήχεις, θὰ σὲ πληρώσω τόσον, ἐὰν δὲν ἔχῃ τόσους πήχεις, θὰ σοὶ δώσω ὀλιγώτερα.» Ὁ πωλητὴς κ. Ν. Δελιγιάννης εἶπεν, ὅτι «τώρα τὸ σχέδιον μοὶ ἀποκόπτει τὴν οἰκίαν, ἀλλ’ εἶναι προφανῶς τοῦτο ἀδικία, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι εἶναι οἰκοδομή, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ καταῤῥιφθῇ, εἰμὴ ὅταν πληρωθῇ ἡ ἀξία της. Θέτομεν λοιπὸν ἕνα ὅρον εἰς τὸ συμβόλαιον, ὅτι ἐγὼ θὰ κάμω τὴν αἴτησιν νὰ ἐπανέλθουν τὰ πράγματα εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκοντο, καὶ ἂν ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ πεισθῇ, ὅτι ἔχω δίκαιον, τότε θὰ μείνῃ ἡ οἰκοδομή μου ὡς ἔχει.» Ὁ ὅρος δὲ τῶν 10 μηνῶν, ὁ ὁποῖος συνεδυάσθη μὲ προφητείας καὶ μὲ ἄλλους συνδυασμοὺς ὑψηλῆς πολιτικῆς, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἁπλούστατος. Ὁ ἀγοραστής, ἵνα μὴ μείνῃ δεσμευμένος ἐπ’ ἀόριστον ὡς πρὸς τὴν μετατροπὴν τῆς οἰκίας του, ἔθετεν ἕνα χρόνον 10 μηνῶν. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Ν. Δελιγιάννης καὶ ἄλλοι περίοικοι ἔκαμον τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα, ἵνα ἡ ὁδὸς αὕτη μείνῃ ὡς εἶχε. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ ἐξήτασε τὴν αἴτησιν, παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἄνευ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ γείνῃ τροποποίησις σχεδίου. Ἡ αἴτησις ἀπεστάλη τὸν Νοέμβριον τοῦ 1894, ὄχι δὲ 8 ἡμέρας μετὰ τὴν ἄνοδον τοῦ ἀχρόου Ὑπουργείου. Ὁ χρόνος δὲ ἐκεῖνος, ἦτο ὁ καθ’ ὃν ἐπαύθη ὁ δήμαρχος Ἀθηνῶν, καθ’ ὃν δὲν συνεδρίαζε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, καθ’ ὃν δὶς καὶ τρὶς συνεκαλεῖτο καθ’ ἑβδομάδα, ἵνα ἐπιληφθῇ ὑποθέσεων σπουδαιοτέρων, καὶ δὲν εὑρίσκετο ἐν ἀπαρτίᾳ. Ὅτε δὲ συνῆλθε καὶ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα, ἐσκέφθη, ἂν ἡ τροποποίησις ἦναι πρὸς βλάβην ἢ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ δήμου. Ἐσκέφθη ὅτι, ἵνα γείνῃ ἡ τροποποίησις, πρέπει ν’ ἀποκοπῇ ἡ οἰκοδομή, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ῥίψῃ τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸ πεμπτημόριον, ἀλλὰ πρέπει νὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ. Διὰ τοῦτο τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, θεωρῆσαν ὅτι ἡ τροποποίησις δὲν ἦτο συμφέρουσα εἰς τὸν δῆμον, ἐνέκρινε τὸ προτεινόμενον σχέδιον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον προέτεινε τὴν ἐπαναφορὰν τῶν πραγμάτων ὡς ἔχουν ἐν τῇ φύσει, μὲ μικράν τινα μεταβολὴν εἰς τὴν πάροδον Κλάφας, χωρὶς νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποκοπῆς τῆς οἰκοδομῆς. Ταῦτα ἐγένοντο. Τί ἠθέλατε δὲ νὰ πράξῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ ἀναφορὰ τῶν περιοίκων, ἀφοῦ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐγνωμοδότησε, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἐπρόκειτο μόνον νὰ ἐκτελέσῃ; Ὅταν ἐξετάσητε τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι οὔτε συνδυασμοὶ ὑπῆρχον, οὔτε ἄλλο τι ἐκ τῶν λεχθέντων ἐνταῦθα.
§51ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἐπεχείρησα νὰ πραγματευθῶ τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ὁδὸν Κλάφας, οὐχὶ ὅπως εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἀλλ’ ὅπως ἀνασκευάσω ἀνακρίβειάν τινα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἣν οὗτος ἀνέφερε. Καταθέτων τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, οἱονεὶ παρεδέχθη, ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν μετεῖχε καὶ ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς καὶ τέως Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ὁποίου διεβιβάσθη εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἡ αἴτησις περὶ μειώσεως τοῦ εὔρους τῆς ὁδοῦ. Λέγω λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης οὐδεμίαν εἶχε διάθεσιν νὰ συγκατατεθῇ εἰς τὴν μείωσιν τοῦ εὔρους τῆς ὁδοῦ ἀπὸ 4,70 εἰς 2½ μέτρα· τοῦτο γνωρίζω καλῶς, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο φροντίς, ἵνα τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀποφανθῇ περὶ τῆς μειώσεως τοῦ πλάτους τῆς ὁδοῦ. Ἀπορῶ, πῶς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐξετάσας τὸ ζήτημα ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ, ἀνέμιξε τὸ ἀτομικὸν τοῦ κ. πρώην Πρωθυπουργοῦ συμφέρον μετὰ τοῦ ζητήματος τῆς μετατροπῆς τοῦ εὔρους τῆς ὁδοῦ. Ἀληθῶς τὸ ζήτημα τοῦ συμφέροντος ἦτο ἡ βάσις, καὶ πάντες γνωρίζομεν, ὅτι τὰ σχέδια τῶν πόλεων εἶναι τὰ προσφιλῆ ἀντικείμενα τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτικῆς, διότι ἐν τούτοις ἀκριβῶς ὑπάρχουσι μέγιστα συμφέροντα. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τῶν ἰδιαιτέρων συμφωνιῶν, αἵτινες ἐγένοντο μεταξὺ πωλητῶν καὶ ἀγοραστῶν, οὐδὲ περὶ τῶν ἐπιθυμιῶν, ἃς ἔχουσιν οἱ παρόδιοι· πρόκειται περὶ ἀντικειμένου ἀφορῶντος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, εἰς τὴν δημοσίαν ὑγείαν καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1865 ἐκανόνισε τὸ εὖρος τῆς ὁδοῦ, τὸ δὲ κατόπιν Διάταγμα περιωρίσθη εἰς μεταῤῥυθμίσεις τινὰς τοπικὰς τῆς ὁδοῦ. Τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐκανόνισεν ὀρθῶς τὸ εὖρος τῆς ὁδοῦ, χρονολογεῖται πρὸ 30 ἐτῶν, καὶ εἶναι παράδοξον, πῶς μετὰ 30 ἔτη τὰ οἰκοδομήματα ἐκεῖνα, ἅτινα σήμερον δὲν εὑρίσκονται ἐν ἀκμαιοτάτῃ καταστάσει, ἤθελον καὶ αὖθις νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πρώτην των οἰκοδομικὴν γραμμὴν, καὶ νὰ ἀνακτήσωσι τὴν πρώτην αὐτῶν λαμπρότητα, διότι, ὡς γνωρίζετε, οἰκίαι ῥυμοτομούμεναι δὲν δύνανται νὰ ἀνασκευασθῶσι, καὶ ἐνταῦθα εἶναι τὸ ζήτημα. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπανέλθῃ ἡ τοιαύτη τροποποίησις τοῦ σχεδίου, καὶ μάλιστα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἄμεσον συμφέρον, διότι οἱ πάντες θὰ θέλωσι νὰ τροποποιήσωσι τὰ σχέδια, ἀναλόγως τῶν ἐπιθυμιῶν των. Νομίζω ὅτι κακῶς προεκλήθη τὸ Διάταγμα τῆς μειώσεως, καὶ πρέπει νὰ ἐπανέλθωσι τὰ πράγματα εἰς τὴν προτέραν αὐτῶν κατάστασιν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ νὰ ἦναι ἐν τάξει, καὶ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην, δείξῃ δὲ τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἔχῃ πρὸς τὴν κοινωνίαν.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐνόησα ἀκριβῶς τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας. Παρεπονέθη τὸ πρῶτον κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν ἔδωκεν ἀκριβεῖς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, εἰπὼν, ὅτι ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προΐστατο ὁ κ. Τρικούπης, προεκλήθη ἡ γνώμη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Τὸ παράπονον αὐτοῦ δὲν εἶναι βάσιμον, ἡ δὲ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι ἀκριβὴς, καὶ πρὸς βεβαίωσιν ὑπάρχει ἔγγραφον, φέρον ἀριθμὸν 21,360 καὶ ἡμερομηνίαν 30 Νοεμβρίου 1894, τῆς Διευθύνσεως τῶν δημοσίων ἔργων πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, δι’ οὗ ζητεῖται ἡ γνώμη αὐτοῦ. Ἐὰν ὁ κ. Τρικούπης οὐδὲν ἐγνώριζε περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, δὲν εἶναι ἀπίθανον. Κατὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, καλεῖται ὁ δήμαρχος Ἀθηνῶν νὰ συγκαλέσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην. Ἡ Διεύθυνσις τῶν δημοσίων ἔργων δὲν εἶναι ἀρχὴ ἁπλῶς διαβιβαστικὴ, ἀλλ’ ἐκφέρει γνώμην. Καὶ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων, ἦτο, ὅτι ἡ ζητουμένη τροποποίησις ἦτο ἀξία μελέτης καὶ βασάνου, καὶ διὰ τοῦτο τὴν διεβίβασε. Ταῦτα ἠδύναντο νὰ ἐτελέσθησαν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Ἀλλ’ ἡ ὤθησις, ἡ ὁποία ἐδόθη οὐ μόνον πρὸς μελέτην, ἀλλὰ καὶ πρὸς περαιτέρω διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως, ἐδόθη οὐχὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον διεδέχθη τὸν κ. Τρικούπην, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ κ. Τρικούπη. Τὸ παράπονον ἑπομένως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας ἦτο ἄδικον. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας ἀνεκοίνωσε καὶ ἐπιθυμίαν, ἵνα τὸ Ὑπουργεῖον ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς ἣν ἦσαν κατάστασιν. Δὲν γνωρίζω τί ἐννοεῖ διὰ τούτου. Κατὰ τοὺς κανόνας, τὰ πράγματα ἐπανέρχονται εἰς τὴν προτέραν αὐτῶν κατάστασιν, καθ’ ὃν τρόπον ἐξετελέσθη ἡ μεταβολὴ αὐτῶν. Ἡ μεταβολὴ ἡ γενομένη ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Κλάρας ἐγένετο κατὰ τὰς νομίμους διατυπώσεις. Πρᾶξις ἄκυρος δὲν ὑπάρχει. Ἡ μεταβολὴ ἑπομένως πρέπει νὰ γένηται κατὰ τὰς αὐτὰς διατυπώσεις. Ἐὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθῇ αἴτησις περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ σχεδίου, τὸ Ὑπουργεῖον θέλει ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν του κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἂν ἐννοῇ τοῦτο, ἂς ᾖναι βέβαιος, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν του· ἂν ἐννοῇ ἄλλο τι, παρακαλεῖται νὰ τὸ δηλώσῃ.
§53ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἰς μὲν τὸ πρῶτον παράπονον, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ πρώην ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ οὐδὲν εἶχεν ἐνδιαφέρον, ἵνα ἐπισπεύσῃ τὴν μείωσιν τοῦ πλάτους τῆς ὁδοῦ· ἔλαβον δὲ τὸν λόγον, ἵνα ἀνασκευάσω τὰ λεχθέντα. Ὡς πρὸς τὸ πλάτος τῆς ὁδοῦ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ ὑπέδειξε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὤφειλε νὰ διεξαχθῇ τὸ ζήτημα. Γνωρίζω ὅτι πᾶσα μεταβολὴ τοῦ σχεδίου ἀπαιτεῖ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ γνωρίζετε κατὰ τίνα τρόπον τοῦτο ἀποφασίζει περὶ τῶν ζητημάτων τούτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν γνωρίζει τίνες οἱ συνελθόντες δημοτικοὶ σύμβουλοι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ψηφίσαντες ὑπὲρ τῆς προτάσεως, διότι τοῦτο γνωρίζω καὶ ἐγώ. Δὲν ἕπεται ὅτι, ὑπαρχούσης μιᾶς τυπικῆς γνώμης τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπέβαλε τὴν εὐθύνην τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁδὸν καθιερωμένην ἀπὸ 30 ἐτῶν εἰς εὖρος 5 μέτρων μετέβαλεν εἰς 2,50. Λέγω δὲ, ὅτι χάριν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τῆς δημοσίας ὑγείας δὲν ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ συγκατατεθῇ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοιαύτης τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου γνώμης, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ὁδὸν ἀποτελουμένην ἀπὸ μέτρα 2,50, ἐκ τῆς ὁποίας οὐδὲ ἅμαξα δύναται νὰ διέλθῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ διάταγμα χάριν τῆς τάξεως καὶ τῆς ὑγείας τοῦ τμήματος ἐκείνου τῆς πόλεως.
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν διοικεῖται ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§55ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐννοῶ βεβαίως νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ δὲν θὰ ἦναι δύσκολον τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προκαλέσῃ τοιαύτην, ὁπόταν ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, οὓς πρὸ μικροῦ ἐξέθηκα, καὶ οὕτω τὰ τῆς ὁδοῦ θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν προτέραν αὐτῶν κατάστασιν.
§56Ν. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἰς ὅλα τὰ ζητήματα ἀναμιγνύεται ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως! Τοῦτο δὲ παρατηρῶ, ὅτι γίνεται σκοπίμως, διότι ἡ ἐπιθυμία τῶν ἐπερωτησάντων ἦτο νὰ ἐκφράσωσι μομφὴν κατὰ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ κατεδείχθη ὅτι οὐδεμία ἐνέργεια ἐγένετο ὑπὸ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ. Ἦτο πρᾶξις διελθοῦσα δι’ ὅλων τῶν νομίμων διατυπώσεων· τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον προέτεινεν, ἡ Κυβέρνησις ἐξετέλεσε. Τὸ ζήτημα ἐτέθη σαφῶς παρὰ τοῦ σεβαστοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ σήμερον ἀνάγκη, χάριν τῆς ὑγείας τοῦ μέρους, ἢ χάριν τῶν συμφερόντων τῶν κατοίκων, νὰ μεταβληθῇ ἡ ὑπάρχουσα ὁδὸς καὶ ἐπανέλθῃ ὡς ἦτο πρότερον, τοῦτο εἶναι τὸ μόνον θέμα, τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀποτελέσῃ τὴν συζήτησιν σήμερον. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν αἴτησιν τῶν κατοίκων, καὶ ἐνεργήσῃ περὶ ταύτης τὰ δέοντα.
§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καθ’ ἓν μόνον διαφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ὑπέλαβεν ὅτι ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως τῆς Βουλῆς εἶναι τοῦτο, νὰ κρίνῃ ἐὰν ἡ ὁδὸς αὕτη πρέπῃ νὰ ᾖναι εὐρεῖα ἢ στενή. Ἡ Διοίκησις ὀφείλει νὰ ἐκτιμήσῃ, ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροποποίησις τοῦ σχεδίου· ἀλλὰ διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ τούτου, πρέπει νὰ διεξαχθῇ πρότερον πᾶσα ἡ διαδικασία, ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένη. Ἐὰν λοιπὸν διὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν ἀπαιτῆται νὰ εὐρυνθῇ ἡ ὁδὸς αὕτη, οἱ πολῖται οἱ παρόδιοι δύνανται νὰ ζητήσωσι τοῦτο, καὶ ἡ Διοίκησις θέλει πράξει τὸ καθ’ ἑαυτήν. Ἐὰν δ’ ἡ Κυβέρνησις ποιήσηται κακὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου, ἐὰν ποιήσηται κακὴν ἐκτίμησιν, τότε ἐνασκεῖται τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς.
§58Ν. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐξασκήσῃ ἔλεγχον ἐπὶ τῆς πράξεως ταύτης, ἀλλ’ εἶπον ὅτι οἱ ὑποβαλόντες τὴν αἴτησιν παρενόησαν τὴν ἐπιθυμίαν τῶν κατοίκων, διότι οἱ κάτοικοι τῆς ὁδοῦ Κλάφας ἐζήτουν τὴν διαπλάτυνσιν ἁπλῶς τῆς ὁδοῦ καὶ οὐδὲν ἄλλο.
§59ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ἑξῆς σύστασιν. Ἑκάστοτε μεταβάλλονται τὰ σχέδια τῆς πόλεως, ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν, κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ὁτὲ μὲν παραβλάπτονται ἡ δημοσία ἀσφάλεια καὶ ἡ ὑγεία μέρους τῆς πόλεως, ὁτὲ δὲ συμφέροντα ἰδιωτῶν. Δὲν θὰ ἦτο ἴσως ἄτοπον, ἐὰν κατὰ πᾶσαν τροποποίησιν σχεδίου πόλεως ἐλάμβανε χώραν δημοσίευσις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Β. Διατάγματος καὶ τῆς πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τῆς αἰτιολογούσης τὴν προτεινομένην τροποποίησιν. Δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο θὰ ἐξασφαλίσῃ ἐπαρκῶς τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν, ἀλλ’ εἶναι ὁπωσδήποτε ἔλεγχός τις. Συνέβη δὲ καὶ εἰς ἐμὲ τὸ 1892, ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, νομίζω, νὰ γείνῃ τροποποίησις πλατείας καὶ ὁδοῦ ἐν Πειραιεῖ, διὰ τῆς ὁποίας μεταῤῥυθμίσεως ἡ πλατεῖα καὶ ἡ ὁδὸς αὕτη μετετράπησαν εἰς οἰκόπεδον, παραδοθὲν εἰς ἕτερον ἰδιώτην. Ἐγένετο δὲ ἡ τροποποίησις ἐκείνη λάθρα, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πρότασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου· ἐγὼ δὲν σκοπῶ βεβαίως νὰ φέρω κατηγορητήριον κατὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ κ. Κωνσταντοπούλου.
§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρέπει, νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ, τίς θὰ ᾖναι ὑπόχρεως πρὸς ἀποζημίωσιν, —οἱ παρόδιοι ἢ ὁ δῆμος;—διότι ἡ νομολογία ἔχει διαιρεθῆ.
§61ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Πρὸ ἡμερῶν εἰσήγαγον πρότασιν νόμου ἑρμηνευτικοῦ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὐαρεστῆται, δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως ταύτης.
§62ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, σχετικῶς πρὸς τοὺς ἐσχάτως γενομένους ὑπὸ τοῦ προκατόχου του ναυτικοὺς προβιβασμούς, διατὶ παρελείφθη μεταξὺ τῶν ὑποπλοιάρχων τῶν προβιβασθέντων εἰς πλωτάρχας ὁ ὑποπλοίαρχος Ἀννίβας Λιάσκος, προτιμηθέντων ἑτέρων. Ἐπιθυμῶ, ὅπως κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται, καθόσον ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι αὐθαιρέτως ὅλως ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς προέβη εἰς τὴν παράλειψιν τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, προτιμήσας ἑτέρους, ἔχοντας οὐχὶ πλείονα δικαιώματα.
§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φέρῃ πληροφορίας τινὰς, σχετιζομένας πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναμνηστικῶν γραμματοσήμων. Ποῦ ἐστηρίχθη ἡ ὑπηρεσία καὶ ὑπελόγισεν, ὅτι ἀποδίδουσα μόνον 50% εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων, θὰ ἀποδώσῃ ἐκ τούτων ποσὸν 400,000 δραχμῶν;
§64ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν παράκλησίν μου περὶ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, τῶν ἐν ταῖς Σανδουΐχοις νήσοις τοῦ Εἰρηνικοῦ Ὠκεανοῦ.
§65ΑΛ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ αἴτησις αὐτῶν ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἀμέσως, ἀπὸ τῆς 29 Ἰουνίου, ἀπέστειλεν αὐτὴν πρὸς τὴν ἐν Λονδίνῳ Β. Πρεσβείαν, σὺν τῇ παραγγελίᾳ νὰ αἰτήσηται παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἀναλάβῃ αὕτη τὴν προστασίαν τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, καθόσον ὑμεῖς δὲν ἔχομεν ἐκεῖ Προξενεῖον. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἀπὸ τῆς 29 Ἰουνίου ἐνηργήθη ἡ αἴτησις αὕτη.
§66ΙΩ. Α. ΚΑΝΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ γένηται συζήτησις αὔριον ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐπὶ τοῦ ἀχρόου Ὑπουργείου, νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐν τῇ σημειώσει ταύτῃ, ἣν καταθέτω, ἀναγραφόμενα ἔγγραφα.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ ὑμῖν, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Ψαρῶν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάσισεν ἀκόμη νὰ συζητηθῇ αὔριον ἡ πρότασις.
§68Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ, τὴν σημείωσιν ταύτην νὰ μοὶ ἀποστείλητε ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. (Γίνεται διακοπὴ, ὥρᾳ 1 καὶ 10′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 6 μ.μ., προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ περὶ προληπτικοῦ τῆς πτωχεύσεως συμβιβασμοῦ ͵ΒΡΜΑʹ νόμου». Ὁ κ. Καράπαυλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§72ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ ἔκθεσις, Κύριοι, τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε προχθές, μαρτυρεῖ τὴν ἀβεβαιότητα τῶν σκέψεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὑποβαλόντος τὸ νομοσχέδιον. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἀνεγνώσατε τὴν ἔκθεσιν, εἴδατε ἐξ αὐτῆς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κυμαινόμενος μεταξὺ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ τῆς καταργήσεως, προβαίνει ζητῶν τὴν κατάργησιν, ὁ συντάξας δὲ τὴν ἔκθεσιν δὲν ἀρνεῖται τὰ κακά, ἅτινα θέλουσιν ἐπέλθει ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου τούτου. Προτείνει δὲ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου σχετικῶς πρὸς τὸν τελευταῖον ψηφισθέντα ἐν Γαλλίᾳ νόμον περὶ ἐκκαθαρίσεως. Ἐνῷ δὲ τοιαῦτα φρονεῖ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐκθέσεως, προβαίνει ζητῶν τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου, καὶ τὴν δικαιολογεῖ διὰ τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι ὁ νόμος παρ’ ἡμῖν δὲν ἐπέφερε τὰ ἀποτελέσματα ἐκεῖνα, ἅτινα προσεδοκῶντο καὶ τὰ ὁποῖα ἐπετεύχθησαν ἐν Βελγίῳ, ὅπου τὸ πρῶτον εἰσήχθη ὁ νόμος. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, ὁ νόμος ἔχῃ ἐλλείψεις τινὰς, αἱ ἐλλείψεις αὗται δὲν δικαιολογοῦσι τὴν κατάργησιν νόμου, ὅστις ἐμελετήθη ἐπὶ τοσοῦτον, ἐβασανίσθη καὶ ἐπέτυχεν εἰς ἄλλα Κράτη, καὶ τὴν ἐπάνοδον εἰς σύστημα θλιβερωτάτων συνεπειῶν διότι ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἀναμιγνύεσθε εἰς τὰ δικαστικὰ πράγματα, μετὰ φρίκης ὑπολογίζετε τὰς θλιβερὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας συνεπιφέρει ὁ νόμος περὶ πτωχεύσεως. Δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου μακροτάτη διαδικασία κατεβρόχθιζε καὶ τὰ τελευταῖα λείψανα τῆς περιουσίας τῶν πτωχευσάντων, καθίστα δυστυχεῖς ἐκείνους, οἵτινες ἐναυάγησαν ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἐμπορίας, καὶ τὰ λείψανα τῆς περιουσίας αὐτῶν κατεβροχθίζοντο ἀπὸ τοὺς συνδίκους καὶ ἀπὸ τοὺς πράκτορας. Ἡ στατιστικὴ, τὴν ὁποίαν προσήγαγεν, ὅτε εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐμαρτύρησε, Κύριοι, τὸ πρωτάκουστον φαινόμενον, ὅτι ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν ὑπῆρχον ἐν τοῖς δικαστικοῖς γραφείοις ἐκκρεμεῖς διαδικασίαι πτωχεύσεων ἀτελεύτητοι. Ἐὰν λοιπὸν (ἐπανέρχομαι) ὁ νόμος ἔχῃ ἐλλείψεις τινὰς, αἱ ἐλλείψεις δύνανται νὰ διορθωθῶσι νομοθετικῶς, καὶ νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος, οὐδέποτε ὅμως δικαιολογεῖται ἡ κατάργησις αὐτοῦ. Καὶ ποῖαι εἶναι, Κύριοι, αἱ ἐλλείψεις τοῦ νόμου, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ ἔκθεσις; πρῶτον ἁπλῆ αἴτησις τοῦ παραχωροῦντος τὴν περιουσίαν του ἀρκεῖ νὰ ἀναστείλῃ τὴν κατ’ αὐτοῦ καταδίωξιν, λησμονεῖ ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι ὑπόχρεων τὸ δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσήχθη ἡ αἴτησις, νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν μόνον διὰ τῆς ὑποβολῆς τῆς αἰτήσεως. Τὸ δικαστήριον, ἐὰν ἐγκρίνῃ, ἐὰν εὑρίσκῃ, ὅτι ὁ αἰτῶν τὴν παραχώρησιν, εἶναι καλῆς πίστεως, τότε καὶ μόνον ἐπιτρέπει τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως, ἐὰν δὲ τὰ δικαστήρια, ἐναντίον τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἐπέτρεψαν ἀναστολὴν καταδιώξεως, ὅπου δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν ἐπιτρέψουν, τί πταίει, σᾶς ἐρωτῶ, ὁ νόμος; Δεύτερον, ἀναφέρει, ἐλάττωμα τοῦ νόμου εἶναι, ὅτι διορίζονται πραγματογνώμονες πρὸς ἐκκαθάρισιν τῆς περιουσίας, καὶ διωρίσθησαν, λέγει ἡ ἔκθεσις, ἄνθρωποι ἐντελῶς ἀδαεῖς τοῦ ἔργου των· σᾶς παρακαλῶ ὅμως νὰ μοὶ εἴπητε, κατὰ τοῦτο πταίει ὁ νόμος; ἂν τὰ δικαστήρια, ἐναντίον τοῦ καθήκοντος αὑτῶν, ἐναντίον τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν, διώρισαν πραγματογνώμονας ἀνθρώπους ἀδαεῖς, κατὰ τί πταίει ὁ νόμος; Εἶναι τὸ αὐτὸ, Κύριοι, ὡς νὰ λέγωμεν, ὅτι πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας περὶ πραγματογνωμόνων· διατί; διότι τὰ δικαστήρια διορίζουσιν ἀδαεῖς πραγματογνώμονας. Τὰ ἐλαττώματα αὐτὰ δὲν εἶναι ἐλαττώματα τοῦ νόμου, ἀλλὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, εἶναι παραλείψεις τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου· ταῦτα ὅμως δὲν δικαιολογοῦσι τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου. Τρίτον ἐλάττωμα τοῦ νόμου, καὶ τὸ τελευταῖον, ἀνευρίσκει, ὅτι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν εἰσηγητὴν νὰ ἐπιτρέψῃ πράξεις τινὰς εἰς τὸν παραχωροῦντα τὴν περιουσίαν του· καὶ ἀτυχῶς, λέγει ἡ ἔκθεσις, οἱ εἰσηγηταὶ ἐπέτρεψαν πράξεις τοιαύτας, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε νὰ τὰς ἐπιτρέψουν. Μήπως καὶ τοῦτο εἶναι ἐλάττωμα τοῦ νόμου; Καὶ τοῦτο εἶναι ἐλάττωμα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, παράλειψις καθήκοντος τοῦ ἐπιτετραμμένου τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Ἐὰν τὰ ἐλαττώματα αὐτὰ ἀνεγνωρίσθησαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, δύνανται νὰ διορθωθοῦν, Κύριοι, καὶ νὰ διορθωθοῦν διὰ τῆς ἐπιβλέψεως αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ δὲν ὁμιλῶ σήμερον περὶ μόνου τοῦ σημερινοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, κακίζω ὁλόκληρον τὸ παρελθὸν, ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἐρωτῶ τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης, οἱ ὁποῖοι διηύθυναν τὸ Ὑπουργεῖον ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὅταν τοιαύτας εἶχον πληροφορίας, ὅτι τὰ δικαστήρια τόσον ὀλιγώρως ἐκτελοῦσι τὸν νόμον, τί ἔκαμον; Ἐποδηγέτησαν αὐτὰ; ἐξήσκησαν τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ νόμος εἰς αὐτούς; Ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔλαβε μέχρι τοῦδε περὶ ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, πῶς δικαιολογεῖται ἡ ὀλιγωρία αὕτη τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν ἐντελῆ κατάργησιν τοῦ νόμου; Ἂς ἤμεθα δίκαιοι, Κύριοι. Ἂν σήμερον ἡ Δικαιοσύνη χωλαίνῃ, ἂν σήμερον, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ αὐτοῦ, ἀπαγγείλας τὴν φοβερὰν ἐκείνην κατηγορίαν κατὰ τῶν δικαστηρίων, ἐν τοῖς πλείστοις παραβαίνωσι τὸν νόμον, διαστρέφωσι τὸ δίκαιον, ἐὰν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, κατὰ πρῶτον λόγον ὑπεύθυνον εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ δὲν λέγω ταῦτα ἐπὶ σκοπῷ ἀντιπολιτεύσεως. Ἐγὼ εἶπον προχθές, ὅτι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὴν καλὴν θέλησιν ἀναγνωρίζω. Ἡ κατάστασις ἡ κακὴ τῶν δικαστηρίων προέρχεται ἐκ τῆς ὀλιγωρίας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνευρίσκει ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ του, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη πηγάζει, διότι δὲν ἐξησκήθησαν αἱ περὶ ἐλέγχου τῶν δικαστικῶν προσώπων, τῶν τε κυρίων καὶ τῶν ἐπικουρικῶν, διατάξεις τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ποῖος εἶναι πρὸ πάντων ἡ ψυχὴ τοῦ ἐλέγχου αὐτοῦ, παρὰ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Ποῖον θέτει ἐπὶ κεφαλῆς τῆς δικαστικῆς κλίμακος ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων, παρὰ αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ τί μεῖζον δικαίωμα νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων, παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τῷ δίδει, καὶ τὰς πειθαρχικὰς ἀποφάσεις νὰ μεταῤῥυθμίζῃ; Καὶ πότε ἐξήσκησε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὸ ὑπέρτατον αὐτὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπὶ τῶν δικαστικῶν προσώπων; Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχουν ἐλλείψεις, αὗται δὲν εἶναι ἐλλείψεις τοῦ νόμου, ἀλλὰ τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐκτελέσουν τὸν νόμον. Δὲν δικαιολογεῖται λοιπὸν, ἕνεκα τούτου, ἡ κατάργησις τοῦ νόμου τούτου. Ἐὰν ὅμως καταργήσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν, θὰ ἀφήσωμεν τὸ ἐμπόριον ἐκτεθειμένον εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς διατάξεις τὰς πολυδαιδάλους τοῦ περὶ πτωχεύσεων νόμου, θὰ ἔχητε τὴν καταστροφὴν τῆς περιουσίας ὅλων τῶν ἀτυχούντων ἐν τῷ ἐμπορίῳ, θὰ ἔχητε τὴν διαιώνισιν τῶν πτωχεύσεων, θὰ ἔχητε ὅλα τὰ κακὰ τοῦ παρελθόντος. Ἀντὶ ὅλων τούτων δὲν νομίζετε ὀρθότερον νὰ βελτιώσωμεν τὸν νόμον, καθ’ ἃ ἡ πεῖρα μᾶς ἀπέδειξε; Καὶ ἂν δὲν ἦναι καιρὸς σήμερον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τοῦ ὁποίου τὴν νομιμοφροσύνην ἐξετίμησα πάντοτε καὶ ἐκτιμῶ, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀναβάλῃ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν ἐρχομένην σύνοδον. Ἤδη εἶναι αἱ δικαστικαὶ διακοπαὶ, καὶ τὰ δικαστήρια, ἕνεκα τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, δὲν θὰ ἀρχίσουν, παρὰ τὸν Ὀκτώβριον. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἔχει καιρὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μελετήσῃ τὸν νόμον, νὰ φέρῃ τὰς ἀναγκαίας μεταῤῥυθμίσεις ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ νὰ ἔχωμεν ἐν τῇ ἐρχομένῃ συνόδῳ νόμον πλήρη, ἀνάλογον τῶν περιστάσεων ἐν Ἑλλάδι, καὶ νὰ μὴ μείνωμεν μόνον μὲ τὸν νόμον περὶ πτωχεύσεων. Θὰ παρουσιάσωμεν οἰκτρὸν φαινόμενον, ὅταν ὅλα τὰ ἔθνη προσπαθοῦν νὰ βελτιώσουν τὴν κατάστασιν τοῦ ἐμπορίου, βελτιοῦντα τοὺς ἐμπορικοὺς νόμους, ἡμεῖς, ἐνῷ προέβημεν ἓν βῆμα, ἀντὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν περαιτέρω βελτίωσιν, ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ πρῴην καθεστώς. Δὲν ἐννοῶ τὸ κατεπεῖγον. Ἐννοῶ τὸ κατεπεῖγον εἰς τὰς συμβάσεις τῶν σιδηροδρόμων, εἰς τὰ ἄλλα νομοθετικὰ μέτρα, εἴτε καί, ἕνεκα πολιτικοῦ συμφέροντος, εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τίποτε κατεπεῖγον νὰ καταργήσωμεν ἕνα νόμον, μόλις πρὸ δύο ἐτῶν τεθέντα εἰς ἐνέργειαν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπαρουσίασεν αὐτὰ τὰ ἔκτακτα φαινόμενα, τὰ ὁποῖα προβάλλουν.
§73ΤΟΜΑΝ. Δὲν νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει κατεπεῖγον, ὅταν ὅλοι οἱ ἐμπορικοὶ σύλλογοι ζητοῦν τὴν κατάργησιν;
§74ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μόνον ὁ σύλλογος τῶν Πατρῶν ἐπρότεινε, καὶ ἀπὸ τὰς Πάτρας αὐτὰς προχθὲς διενεμήθη ἡμῖν ἑτέρα ἔκθεσις ἄλλου ἐμπορικοῦ συλλόγου, ὁ ὁποῖος διαμαρτύρεται. Ὁ δὲ ἐμπορικὸς σύλλογος τῆς Σύρου, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν λέγει ὅσα ἰσχυρίζεται, ἀλλὰ γνωμοδοτεῖ νὰ ἐπέλθωσι βελτιώσεις ἐπὶ τοῦ νόμου. Λοιπὸν δὲν ἔχετε οὔτε τῶν ἐμπορικῶν συλλόγων τὰς γνωμοδοτήσεις. Ἀλλὰ τί θέλω ἐγὼ τὰς γνωμοδοτήσεις αὐτὰς, ὅταν ἔχω τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβε τὸν κόπον, συνεπείᾳ αἰτήσεώς μου, νὰ φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου ἐφ’ ὅλου τοῦ Κράτους, καὶ ἐξ αὐτῶν βλέπω, ὅτι ἐπὶ μίαν διετίαν καὶ πλέον ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου καθ’ ὅλον τὸ Κράτος δὲν ἐγένοντο δεκταὶ περισσότεραι τῶν 80 ἢ 90 αἰτήσεων. Καὶ τοῦτο ἐπέφερε τὴν καταστροφὴν τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου, τὴν ὁποίαν ἰσχυρίζονται; Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς ἀντιθέτους, τί ἤθελεν ἐπέλθει, ἐὰν δὲν ἴσχυεν ὁ νόμος; Σήμερον διὰ τοῦ νόμου, Κύριοι, 90 συμπολῖται ἡμῶν ἀπηλλάγησαν τῶν κακῶν τῆς πτωχεύσεως, καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἐμπορεύωνται, ἐνῷ οἱ δανεισταὶ αὐτῶν ἔλαβον ἀπὸ 25 ἕως 60 τοῖς ἑκατὸν, καί τινες τῶν δανειστῶν ἐν Κερκύρᾳ ὁλόκληρα τὰ δάνεια αὐτῶν. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα μαρτυροῦσι τὰ ἔγγραφα, τὰ κατατεθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐὰν οἱ 90 αὐτοὶ ἐπεκαλοῦντο τὰς διατάξεις τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, θὰ εἴχομεν 90 συμπολίτας ἡμῶν δυστυχεῖς, θύματα τοῦ ἐμπορίου, περιφερομένους εἰς τὰς ὁδοὺς, τὴν δὲ περιουσίαν αὐτῶν γενομένην ἕρμαιον τῶν καταχρήσεων τῶν συνδίκων καὶ πρακτόρων. Ἠξεύρετε ποῖοι ὠφελοῦνται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ πτωχεύσεως νόμου; Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐσυνείθισαν νὰ νέμωνται τὰ ναυάγια τοῦ ἐμπορίου. Ἔχομεν καὶ ἐν Σύρῳ καὶ ἀλλαχοῦ συνδίκους, οἵτινες ὠφελοῦνται ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν πτωχεύσεων, διαιωνίζοντες αὐτάς. Πρόκειται, Κύριοι, νὰ καταργήσωμεν νομοθεσίαν ὑφισταμένην, διὰ τὴν ὁποίαν, ὁμολογῶ, πολὺ εἰργάσθην. Τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ζητεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ ἡ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸν νόμον τῆς ἐκκαθαρίσεως, τὸν ἰσχύοντα ἐν Γαλλίᾳ, τὸν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν μας, ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔχει διαδικασίαν μακρὰν, εἶναι δυσεφάρμοστος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὸν ἐδέχθημεν. Καὶ δὲν εἴμεθα ἡμεῖς μόνον, οἵτινες ἀπετέλεσαν τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· ἔχουν λάβει μέρος οἱ ἐγκριτώτεροι τῶν νομομαθῶν τῆς Ἑλλάδος, καὶ κατὰ παραβολὴν τοῦ ἑνὸς νόμου πρὸς τὸν ἄλλον ἐδέχθημεν ὡς προσφορώτερον τὸν νόμον τοῦ Βελγίου. Τόσον δὲ εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς προεκαλεῖτο ἀπὸ τὰς περιστάσεις, ὥστε, ὅπως ἐνθυμοῦμαι, καὶ ἐνθυμεῖται καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλεπάλληλα ἤρχοντο τηλεγραφήματα, ζητοῦντα ὅσον οἷόν τε τάχιον τὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐπιψήφισιν. Ἡ ἔκθεσις, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ πρακτικὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου, σᾶς βεβαιοῖ, ὅτι δὲν ὑπῆρξαν δυσάρεστα, καὶ βεβαίως· διότι σᾶς εἶπον, ὅτι, ἐὰν προσαχθῇ ἡ στατιστικὴ τῶν πρὸ τοῦ νόμου πτωχεύσεων, θὰ ἴδητε τὰ κακὰ τὰ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου, θὰ ἴδητε, ὅτι οἱ δανεισταὶ εἰς τὰς πτωχεύσεις ποτὲ δὲν ἔλαβον πλέον τῶν 10%, ὅτι ὠφελήθησαν μόνον οἱ πράκτορες καὶ οἱ σύνδικοι, ἐνῷ σήμερον ἐκ τῶν ἐγγράφων φαίνεται, ὅτι 25 ἕως 60 τοῖς ἑκατὸν ἔλαβον ὅλοι οἱ δανεισταί, εἰς τὴν Κέρκυραν δὲ εἰς μίαν ἢ δύο περιπτώσεις ἔλαβον ὁλόκληρον τὸ ὀφειλόμενον αὐτοῖς ποσόν. Εἴχομεν λοιπὸν αὐτὰ τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ἐπίσημα, καὶ ὅμως ἐρχόμεθα νὰ καταργήσωμεν τὸν νόμον, καὶ τὸ χείριστον, ὅπως ὁ Ἐμπορικὸς Σύνδεσμος Πατρῶν ἀναφέρει, διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ αὐταὶ αἱ εἰσηγμέναι δίκαι καταργοῦνται!
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω, ὅτι θέλουσι προταθῆ πολλαὶ γνῶμαι κατὰ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου. Τώρα συζητοῦμεν περὶ τῆς ἀρχῆς.
§76ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λοιπόν, ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ἐσχηματίσατε γνώμην περὶ ἀπαλείψεως τῆς διατάξεως ταύτης, δὲν προβαίνω εἰς ἀνάπτυξιν τοῦ τερατώδους αὐτῆς καὶ τοῦ νομικοῦ σολοικισμοῦ, ὃν καθιεροῖ· παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου δεχθῇ νὰ ἀναβάλῃ, ἢ νὰ παραπέμψῃ αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§77Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑπέθετον ὅτι σήμερον ἠθέλομεν ἔχει συνέχειαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι μόλις τὴν πρωΐαν εἶδον τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ δὲν μοὶ ἐδόθη ὁ προσήκων χρόνος νὰ μελετήσω τὸν φάκελλον τὸν κατατεθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· ἀπῃτεῖτο δὲ πολλὴ δραστηριότης πράγματι, διὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν ἔκθεσιν τῶν Εἰσαγγελέων. Λαμβάνω ὅμως τὸν λόγον, ἵνα ὑποβάλω ἐν συντόμῳ παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τοῦ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸς τῆς νεωτέρας ἐποχῆς τῆς Ἑλλάδος ὁ τρόπος τοῦ νομοθετεῖν καὶ τοῦ εἰσάγειν καὶ καταργεῖν. Ὑπενθυμίζω περὶ τούτου, ὅτι εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω τὸ ἱστορικὸν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Ὑπῆρξεν ἐν Πάτραις τις ἤ τινες ἐνδιαφερόμενοι, ἐτέθη εἰς κίνησιν ἡ μηχανὴ τοῦ κατασκευάζειν νόμους, ἀνεζητήθη πρόχειρον ξένον σύγγραμμα, εὑρέθη, οὐχὶ μετὰ ὥριμον σκέψιν ὅλων τῶν σχετικῶν νόμων, ὁ νόμος ὁ Βελγικὸς, μετεφράσθη κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ εἰσήχθη τὴν τρίτην Φεβρουαρίου 1893, τὴν ἐπιοῦσαν ψηφίζεται εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, τὴν πέμπτην Φεβρουαρίου εἰς δευτέραν, καὶ τὴν ἕκτην εἰς τρίτην. Αὐθημερὸν κυροῦται, δημοσιεύεται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτελεῖται. Ἐὰν δὲ ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι κατετέθησαν συνεπείᾳ τῆς παρακλήσεώς μου, θέλετε ἰδεῖ καὶ τοὺς ἐν Πάτραις ἐνδιαφερομένους διὰ τὴν ταχίστην αὐτὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου. Βεβαίως αὐτὸς ὁ τρόπος τοῦ νομοθετεῖν δὲν εἶναι ὁ καλλίτερος, ἀλλὰ οὐδ’ ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ καταργηθῇ, εἶναι ὁ προσήκων, διότι συμβαίνει καὶ ἐνταῦθα ὅ,τι εἰς ὅλους τοὺς θεσμοὺς, εἰς ὅλα τὰ νομοθετήματα. Ἀκούομεν ὅτι ὑπάρχει εἷς θεσμὸς εἰς ἄλλο Κράτος; τὸν εἰσάγομεν· δὲν φροντίζομεν ὅμως νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ ναυαγεῖ· ἀντὶ δὲ νὰ τὸν μελετήσωμεν, τὸν καταργοῦμεν ἐντὸς ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος, χωρὶς νὰ ἐρευνήσωμεν τὰ αἴτια τῆς ἀποτυχίας. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν πάντων ὑμῶν, ὅτι δὲν εἶναι ὁ καταλληλότερος τρόπος τοῦ νομοθετεῖν. Ὁ θεσμὸς τοῦ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ ἢ τῆς δικαστικῆς ἐκκαθαρίσεως εἶναι τῶν νεωτέρων χρόνων. Ἐκ τῆς προχείρου μελέτης, τὴν ὁποίαν ἠδυνήθην νὰ κάμω, εὗρον ὅτι κατὰ πρῶτον εἰς τὸ Καντόνιον τῆς Γενεύης εἰσήχθη διὰ τοῦ νόμου τῆς 2 Δεκεμβρίου 1880. Εἰς τὸ Βέλγιον εἶχε προταθῆ καὶ πρὶν ἢ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Γενεύην, ἀπὸ τοῦ 1879, ἀλλὰ μόνον διὰ τοῦ νόμου τῆς 20 Ἰουνίου 1883 εἰσήχθη εἰς Βέλγιον, καὶ τοῦτο δοκιμαστικῶς μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου 1886. Παρατηρήσατε τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς νομοθετοῦμεν, καὶ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον οἱ ἄλλοι προβαίνουσι. Δὲν ἀπεφάσισαν νὰ τὸν εἰσαγάγωσιν ὁριστικῶς, ἀλλὰ δοκιμαστικῶς, ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας δὲν εἶχον τὰ πορίσματα, ἐψήφισαν τὸν νόμον τῆς 23 Δεκεμβρίου 1885, καὶ παρέτειναν μέχρι τῆς 1 Ἰουλίου 1887. Ἴσχυσε λοιπὸν ἐπὶ τέσσαρα ἔτη, καὶ ὅταν ἐπείσθησαν, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι χρήσιμος, τότε ἐψηφίσθη ὁ νόμος τῆς 29 Ἰουνίου 1887, ὅστις εἶναι ὁριστικὸς καὶ ὅστις κατὰ τὸ πλεῖστον μετεῤῥάφθη εἰς ἡμᾶς. Ἡ Γαλλία ἦτο πολὺ πλησίον, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμησε νὰ εἰσαγάγῃ τὸν θεσμὸν τοῦτον μέχρι τοῦ 1889. Εἶχεν εἰσαχθῆ—ἐλησμόνησα νὰ εἴπω—καὶ εἰς τὴν Ἱσπανίαν κατὰ τὸ 1886. Εἰς τὴν Γαλλίαν ὅμως μόνον διὰ τοῦ νόμου τῆς 4 Μαρτίου 1889 εἰσήχθη, ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἐκεῖ προσέκρουσε κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογήν, δὲν κατήργησαν τὸν θεσμὸν, ἀλλ’ ἐψηφίσθη νόμος μεταγενέστερος, ὁ ἀπὸ 4 Ἀπριλίου 1890, τὸν ὁποῖον δὲν ἀνέφερεν ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐβελτίωσε τὸν θεσμόν. Ἰσχύει λοιπὸν ἐν Γαλλίᾳ. Τελευταῖον ἐψηφίσθη ὁ νόμος τῆς 11 Ἀπριλίου 1889, ὁμοσπονδιακὸς, εἰς ὅλην τὴν Ἑλβετίαν. Εἶναι λοιπὸν θεσμὸς, ὁ ὁποῖος μετὰ πολλῆς δειλίας εἰσήχθη εἰς ἄλλα Κράτη, διότι, καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον ἠδυνήθην νὰ εὕρω, ἰσχύει μόνον εἰς τὴν Ἀγγλίαν, τὸ Βέλγιον, τὴν Γαλλίαν, τὴν Ἑλβετίαν καὶ τὴν Ἱσπανίαν, θεσμὸς ὅμως χρήσιμος. Οἱ λόγοι εἶναι γνωστοί, καὶ ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει αὐτούς. Περιττὸν νὰ διατρίβω καὶ ἀπασχολῶ ἐπὶ ματαίῳ τὴν Βουλήν. Μεταξὺ τοῦ ἐμπόρου, ὅστις εὑρίσκεται ἐν ἀνθηρᾷ καταστάσει, καὶ τοῦ πτωχεύσαντος ὑπάρχει καὶ μέση κατάστασις.
§78ΤΟΜΑΝ. Προσωρινὴ στενοχωρία.
§79Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα. Καὶ ταύτην ἠθέλησε νὰ διευκολύνῃ ὁ θεσμός. Ὁ θεσμὸς ἔχει καὶ δικαιολογικὴν βάσιν, καὶ χρησιμώτατος εἶναι. Καὶ ἐπαινῶ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κ. συνάδελφον ἐκ Παρνασσίδος, ὅστις εἶχε τὴν πρόνοιαν νὰ εἰσαγάγῃ τοῦτον, ὀφείλω μάλιστα νὰ ὁμολογήσω, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ὅτι ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, μολονότι δὲν ἦτο ἐκ τῶν προτέρων ἐνδεδειγμένος διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ εἰς τὸν θεσμὸν τοῦτον καὶ ἐν πολλοῖς ἄλλοις ἐφιλοτιμήθη νὰ πράξῃ πᾶν τὸ καθ’ ἑαυτόν· ἀλλ’ ὑπάρχει ἀτέλεια εἰς τὸν τρόπον τοῦ νομοθετεῖν. Τί δύναται νὰ πράξῃ εἷς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ εἰδικὸς ἀκόμη ἐὰν ἦναι, ἄνευ ἐπαρκῶν μέσων εἰς τὴν προπαρασκευήν; Πρῶτον δὲν ἔχομεν στατιστικὰς, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ βασισθῶμεν. Νομίζω ὅτι οἱ βοηθήσαντες αὐτὸν, —διότι βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ μόνος, εἰργάσθη δι’ ἐπιτροπῆς,—οἱ βοηθήσαντες τὸν τότε κ. Ὑπουργὸν, δὲν τὸν καθωδήγησαν εἰς τὴν καλλιτέραν ὁδὸν, ἕνεκα τοῦ ἐσπευσμένου τῆς ἐργασίας, καὶ ἀντὶ νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν ὅλους τοὺς μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νόμους, νὰ μελετήσωσιν αὐτοὺς, συμφώνως πρὸς τὴν κατάστασιν τὴν τοπικὴν καὶ ἰδίως τὴν κατάστασιν τὴν δικαστικὴν, καὶ νὰ καταρτίσωσι νόμον ἀνάλογον πρὸς τὰς περιστάσεις ἡμῶν, δὲν ἔπραξαν τοῦτο. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δικαιολογεῖ τὴν κατάργησιν. Ἐμεσολάβησε χρονικὸν διάστημα λυπηρότατον, διότι ὁ νόμος οὗτος δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ, χωρὶς νὰ προσβληθῇ κανεὶς, λῃστρικός. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐφηρμόσθη, εἶναι λῃστρικός. Ἀτυχῶς οἱ συνεργοῦντες εἰς τὴν λῃστείαν δὲν εἶναι ἄνθρωποι τῶν ὀρέων, εἶναι ἄνθρωποι, περιβεβλημένοι δι’ ἀξιωμάτων ἐν τῇ Πολιτείᾳ, οἵτινες δύνανται νὰ λαμβάνωσι μέρος καὶ καλῇ τῇ πίστει πολλάκις, διότι ὁ εἰσηγητὴς μὲ τὴν καθιερωθεῖσαν νομολογίαν π.χ. θέτει μίαν ὑπογραφὴν, ἀδιαφορῶν διὰ τὰ περαιτέρω, ἡ ῥουτίνα ἂς τρέχῃ· ὕστερον διορίζονται πραγματογνώμονες, οὐχὶ ὡς ἐννοεῖ ὁ Βελγικὸς νόμος καὶ ὁ Γαλλικὸς, ἀλλά... Θὰ ἦτο λυπηρὸν ἐὰν ἐκτυλιχθῶσιν αἱ λυπηραὶ καὶ δυσάρεστοι σκηναί, αἱ ὁποῖαι ἐπηκολούθησαν τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις ἡ αἰτιολογικὴ, ἀφοῦ λέγει περίπου τὰ αὐτὰ καὶ ἀναπτύσσει καὶ τὰ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, προσθέτει ἐν τέλει ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων ἐν τοῖς κυριωτέροις ἐμπορικοῖς κέντροις... δὲν φαίνεται ὅτι ὁ νόμος περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ ἀπέτυχεν ὅλως ἐν τῇ πράξει. Ὑπὸ ἔποψιν ὅμως οἰκονομικὴν γενικωτέραν, τὴν ὁποίαν εἶχε βεβαίως ὑπ’ ὄψιν ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν, ὅτε ἔγραφε τὴν διαμαρτύρησιν κατὰ τοῦ περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ νόμου... ὁ νόμος πρέπει νὰ καταδικασθῇ κλπ.» Ὁ εἰσηγητὴς λοιπὸν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου δὲν προτείνει τὴν κατάργησιν. Ὁ ἀναγινώσκων λοιπὸν τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν ἀναμένει ὡς συμπέρασμα, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ, δὲν προτείνει ὅμως τὴν κατάργησιν· καὶ ἐν τούτοις ἕπεται νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως, διότι ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις δέχεται ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὡς βάσις ὁ Βελγικὸς νόμος,—δυνατὸν νὰ ἔχῃ δίκαιον, —ἀλλὰ νὰ ληφθῇ ὁ Γαλλικός. Ἂς δεχθῶμεν τὸν Γαλλικὸν ὡς βάσιν· δέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Πυλίας, διότι οἱ Γάλλοι εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὸ προηγούμενον τοῦ Βελγικοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὠφελήθησαν πολύ. Ὁ εἰσηγητὴς λοιπὸν τοῦ νομοσχεδίου δὲν προτείνει τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἀλλὰ προτείνει τὴν διατήρησιν, ἐν τούτοις ἕπεται νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως· τοῦτο δὲν εἶναι συνεπές. Ἀφοῦ παραδέχεται τὴν χρησιμότητα τοῦ θεσμοῦ, καὶ καλῶς πράττει, διότι τοῦτο εἶναι ὀρθὸν, προτείνει δὲ μόνον βελτιώσεις καὶ τροποποιήσεις, συνεπὲς θὰ ἦτο, ἐὰν ἔφερε τὰς τροποποιήσεις ταύτας.
§80ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λέγει ὅτι πρέπει ν’ ἀποτελέσωσι μέρος τοῦ νόμου περὶ πτωχεύσεως.
§81Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀδιάφορον, ἂν θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸ ἄρθρον δεῖνα ἢ τὸ δεῖνα· συμπλήρωσις τοῦ νόμου περὶ πτωχεύσεως βεβαίως εἶναι ὁ προληπτικὸς συμβιβασμός. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς δυσχερῆ θέσιν, διότι πανταχόθεν ἐξηγέρθη κατακραυγὴ δικαία καὶ ἡ ὁποία ἔχει τὸ προηγούμενον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι ψηφιζομένου ἑνὸς νόμου, εἴτε κακῶς τὸν ψηφίζομεν, εἴτε κακῶς τὸν ἐκτελοῦμεν, ἀμέσως γεννᾶται κατακραυγὴ ὑπὲρ τῆς καταργήσεώς του, οὐχὶ δὲ τῆς βελτιώσεώς του· ἀλλ’ ἐὰν εἰς τὴν κατακραυγὴν αὐτὴν ἀπήντα ἡ Κυβέρνησις: «ἔχετε δίκαιον εἰς τὰ παράπονα αὐτὰ, ἀλλ’ ἐγὼ ἀναλαμβάνω νὰ σᾶς τὰ θεραπεύσω, πρῶτον μὲν ἐφαρμόζουσα πιστῶς τὸν νόμον, διότι ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη, εἶτα δὲ βελτιοῦσα τὸν νόμον τοῦτον», τότε βεβαίως αἱ κατακραυγαὶ αὗται ἤθελον κατασταλῆ. Τώρα ποῦ προσκρούει ὁ νόμος; Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι τόσον κακὸς, ὥστε νὰ παραγάγῃ τὰ δυσάρεστα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν· ἀλλ’ εἶναι ἡ κακὴ ἐφαρμογή. Κατηγορῶ, μέμφομαι, αἰτιῶμαι ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν προὐνόησαν κατὰ τὰ πρῶτα βήματα τοῦ θεσμοῦ, ἵνα ἐφαρμοσθῇ πρὸ παντὸς, νὰ ἐποπτεύωσιν ἐγγύτατα περὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἵνα μὴ συμβῶσιν ὅσα συνέβησαν. Εὐκόλως θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἀποδείξω τὰ τρωτὰ αὐτοῦ μέρη, ἀλλ’ ὅσοι ἐκ τῶν συναδέλφων ἔλαβον ἀφορμὴν ν’ ἀκούσωσι περὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου καὶ εἶναι νομικοὶ, τὰ γνωρίζουσιν. Ἡ κυριωτέρα δυσχέρεια εἶναι, διότι ὁ ἔμπορος ἔχει τὴν εὐκολίαν, ἅμα τῇ δηλώσει, νὰ ἐμπαίζῃ ὅλους τοὺς δανειστὰς καὶ νὰ τοῖς λέγῃ: «σᾶς ἔχω εἰς τὸ χέρι· ἐὰν θέλω, σᾶς πληρόνω, ἐὰν δὲν θέλω, δὲν σᾶς πληρόνω»· ἐξακολουθεῖ δὲ πωλῶν τὰ ἐμπορεύματά του, καὶ δὲν ἔχει, παρὰ νὰ κάμῃ μικρὰν ἐνέργειαν,—τὸ ὁποῖον, ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, δὲν εἶναι διόλου δύσκολον,—ὅπως οἱ πραγματογνώμονες ὦσι πρόσωπα ἀρεστὰ καὶ εὐμενῆ πρὸς αὐτὸν, καὶ ἐτελείωσεν ὁ προληπτικὸς συμβιβασμός· οἱ δανεισταὶ εἶναι ὑποχείριοι τοῦ κυρίου ἐμπόρου! Τὰ λέγει αὐτὰ ὁ νόμος; Δὲν τὰ λέγει. Εἶναι ζήτημα ἐφαρμογῆς. Ὡς δικηγόρος, ὡς πληρεξούσιος Γαλλικῆς ἑταιρίας, ἐν Παρισίοις εὑρισκομένης, ἔλαβον πικροτάτην πεῖραν τοῦ θεσμοῦ. Σᾶς βεβαιῶ, ᾐσχυνόμην νὰ ἀναγγείλω εἰς τοὺς πελάτας μου ἐν Παρισίοις τὰ συμβαίνοντα ἐνταῦθα. Ἡ ἑταιρία ἐζημιώθη μεγάλα ποσὰ, χωρὶς νὰ δυνηθῶ νὰ παράσχω τὴν δέουσαν συνδρομήν. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ζήτημα διοικητικῆς ἐνεργείας. Ἐὰν ἡ ἐποπτεία ὑπῆρχεν ἡ προσήκουσα, ὀλίγιστα ἐξ ὅσων συνέβησαν θὰ συνέβαινον, ἐὰν δὲ ἐπήρχετο καὶ ἡ βελτίωσις τοῦ νόμου, τότε θ’ ἀπεδεικνύετο ὁ νόμος εὐεργετικός. Τώρα, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Κυβέρνησις, μόλις ἐλθοῦσα, ἤκουε πανταχόθεν παράπονα: «κάτω ὁ προληπτικὸς συμβιβασμός!» Δὲν ἦτο προπαρεσκευασμένη εἰς τὸ ζήτημα, καὶ ἐνόμισεν ὡς προχειρότερον νὰ τὸν καταργήσῃ· ἦτο τὸ προχειρότερον, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὸ προτιμότερον. Ἐγὼ θὰ συνεβούλευον, θὰ ὑπεδείκνυον, διότι δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ συμβουλεύσω, θὰ ὑπεδείκνυον ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, βεβαίως ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ οἰκτροτάτη αὕτη κατάστασις, καταργηθήτω ὁ νόμος· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις μελετήσῃ ἐπισταμένως τὰς ὑποβληθείσας ἐκθέσεις,—διότι ὅλαι αἱ ἐκθέσεις δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως· ἐγὼ προχείρως ἔλαβον μίαν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως ἐν Ἀργοστολίῳ, τοῦ κ. Γαλιάτσα, ὁ ὁποῖος ἐν πλάτει, ὡς συνηθίζει νὰ κάμνῃ τὰς ἐκθέσεις του, ἐκθέτει τὰς ἰδέας του κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ δεόντως· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ οἱ σύλλογοι· ὁ σύλλογος Σύρου λέγει τὰ αὐτά, ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος, ἀλλ’ ὅτι ὁ θεσμὸς εἶναι χρήσιμος καὶ ὅτι προτιμότερον εἶναι νὰ βελτιωθῇ...
§82ΤΟΜΑΝ. Νὰ ἀλλάξῃ καθόλου βάσιν· ἀλλ’ εἶναι τώρα καιρός, κύριε συνάδελφε;
§83Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν ἀπὸ τῆς αὔριον ἀναθέσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ ζήτημα, κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ λειτουργήσῃ ὁ ὑπάρχων νόμος, νὰ περισταλῶσιν αἱ καταχρήσεις, ἀμέσως, εἶμαι βεβαιότατος, θὰ ἐπέλθωσιν ἀποτελέσματα ψηλαφητά, κατὰ τὸ μεσόχρονον δὲ αὐτὸ νὰ μελετήσῃ ὅλους τοὺς νόμους τοὺς σχετικούς, νὰ ὁδηγηθῇ ἐκ τῆς πείρας, ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῶν ὑποβληθεισῶν, καὶ εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον νὰ φέρῃ βελτίωσιν τοῦ θεσμοῦ. Ταύτας ἐν συντόμῳ τὰς παρατηρήσεις ἐνόμισα καλὸν νὰ ὑποβάλω, καὶ νομίζω ὅτι θὰ ὑπηρετήσῃ πράγματι τὸ ἐμπόριον ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν δεχθῇ τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, νὰ μὴ μείνωσι τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσι, διότι ὁμολογουμένως ἀπειλεῖται ἡ ἐμπορικὴ πίστις μεγάλως, δυσφημεῖ δὲ καὶ τὸν τόπον ἡμῶν ἀπέναντι τοῦ ξένου κόσμου· ἀλλ’ ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, δοθῶσιν αἱ προσήκουσαι διαταγαὶ καὶ ἐποπτεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαταγῶν κατὰ τὸ μεσόχρονον αὐτό, θὰ προφυλαχθῶμεν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε συνέβησαν, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ δύναται νὰ βελτιωθῇ ὁ νόμος αὐτὸς, καὶ κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον νὰ ὑποστῇ τὰς ἀπαιτουμένας βελτιώσεις. Ἵνα μὴ λαμβάνω τὸν λόγον πάλιν, ἤθελον καὶ ἐγὼ ὑποβάλει τὴν αὐτὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐκ Πυλίας συνάδελφος καὶ τὴν ὁποίαν ἤκουσα εὐχαρίστως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως παραδεχόμενον, περὶ τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων...
§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρῶτον ἡ διάταξις, ὡς κατεχωρίσθη ἐν τῷ νόμῳ, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ μεταβληθῇ.
§85Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως· διότι προσβάλλει κεκτημένα δικαιώματα· οἱ ὑποβαλόντες δηλώσεις εἶχον ὑπ’ ὄψιν νόμον ἰσχύοντα.
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§87Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Χαίρω πολύ, καὶ κρίνω περιττὸν τότε νὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐὰν ἀναβάλητε, (δὲν ἠξεύρω τί θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις) αἱ ἐκθέσεις αὗται, αἱ ὁποῖαι προτείνουσιν οὐσιαστικὰς τροποποιήσεις, καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἐδημοσιεύοντο, οὐχὶ ὅλαι, ἀλλὰ δύο ἢ τρεῖς, καὶ ἰδίως ἡ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἀργοστολίου.
§88ΤΟΜΑΝ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω δύο λέξεις, σχετικῶς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι πρωτίστως ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναιρέσω τὸ λεχθὲν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ ἐν Σύρῳ εἶναι κυρίως ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀρέσκονται ν’ ἀπολαμβάνωσιν ἐκ τῶν ἀτυχημάτων καὶ ἐκ τῶν λειψάνων τῶν δυστυχιῶν τῶν πτωχευόντων συμπολιτῶν των. Οἱ ἐκ Σύρου ζητοῦντες τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τούτου πόῤῥω ἀπέχουσιν ἀπὸ τοῦ ν’ ἀνήκωσιν εἰς τὴν τοιαύτην κατηγορίαν· εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ὑφίστανται ἀτυχίας, ἀλλὰ δὲν ἐντρυφῶσιν ἐν τοῖς δυστυχήμασι τῶν ἄλλων, εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες εἰργάσθησαν καὶ ἐργάζονται διαρκῶς ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου αὑτῶν, διὰ τῶν κόπων αὑτῶν ἀπολαμβάνοντες, οὐχὶ ἐκ τῶν ἀτυχημάτων τῶν ἄλλων προσδοκῶντες. Ὁ σύλλογος δὲ ὁ ἐμπορικὸς τοῦ τόπου ἐκείνου, ἐνόμισα καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει ἐν ταῖς γνώμαις αὑτοῦ νὰ βαρύνῃ κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρέποντα ὑπονοίας τοιαύτας, ἐκφερομένας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἀλλ’ ἐὰν θέλητε, πρὸς στιγμὴν παραδέχομαι, ὅτι ὑπὸ τοιαύτης, οὕτως εἰπεῖν, κακοηθείας ὁρμώμενοί τινες, ἀπετέλεσαν σύλλογον ἐμπορικὸν, ὅστις ἀπετόλμησε νὰ ὑποβάλῃ εὐχὰς περὶ καταργήσεως τοῦ νομοθετήματος, ὅπερ ἀποκρούω μετ’ ἀγανακτήσεως. Ἀλλὰ τί θέλετε εἴπει περὶ τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου τῶν Πατρῶν; τί θέλετε εἴπει περὶ τῶν ἐμπόρων τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, οἵτινες ἐν ὁμάδι προσῆλθον ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ παρέστησαν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι ὕψιστα συμφέροντα αὑτῶν καταστρέφονται καθ’ ἑκάστην, ἐὰν παραμείνῃ λειτουργῶν ὁ θεσμὸς αὐτὸς τοῦ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ;
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν ὁμάδι περὶ τοὺς 70 ἔμποροι τοῦ Πειραιῶς.
§90ΤΟΜΑΝ. Νομίζω ὅτι ἦσαν ὅλοι οἱ ἔμποροι. Καὶ οὗτοι ἐκφοροῦνται ὑπὸ τοιούτων κακοήθων σκέψεων; ἀρέσκονται καὶ οὗτοι νὰ ἐντρυφῶσιν ἐν τοῖς συντρίμμασι τῶν ἀτυχιῶν τῶν ἄλλων; Φρονῶ ὅτι, προκειμένου περὶ συλλόγων τῶν κεντρικωτέρων πόλεων, δὲν πρέπει νὰ ἐκφέρηται ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια περὶ τῆς ἀγαθῆς διαθέσεως τῶν ἐνδεικνυομένων προθέσεων αὐτῶν. Τί ἐσκόπει, Κύριοι, τὸ προκείμενον νομοθέτημα; Ἐσκόπει πρωτίστως νὰ προστατεύσῃ τὸν ἔμπορον ἐκεῖνον, ὅστις, ἐν στιγμῇ ἐμπορικῆς στενοχωρίας εὑρισκόμενος, ἀδυνατεῖ νὰ ἐκπληρώσῃ ἐγκαίρως τὰς ἑαυτοῦ ὑποχρεώσεις, δὲν θέλει δὲ νὰ κηρυχθῇ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, διότι καὶ δὲν ἦτο ἐν καταστάσει πτωχεύσεως, καὶ πολὺ ὀρθῶς σκεπτόμενος ὁ νομοθέτης, ὅτι τὰ τῆς διαδικασίας τῆς πτωχεύσεως, ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν, καὶ τὴν πτώχευσιν διαιωνίζουσι καὶ ἀφορμὰς εἰς πολλὰς καταχρήσεις ἐνίοτε παρέσχον, ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελε διὰ τοῦ νομοθετήματος τοῦ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ ληφθῆ πρόνοια πρὸς προστασίαν τοῦ ἀτυχήσαντος ἐμπόρου, τοῦ εὑρισκομένου ἐν προσωρινῇ στενοχωρίᾳ, εἰσήγαγε δὲ τὸ νομοθέτημα τοῦτο χάριν προστασίας αὐτοῦ τούτου, ἵνα δώσῃ εἰς αὐτὸν καιρὸν καὶ εὐκολίαν, ὅπως ἀποφύγῃ ἀφ’ ἑνὸς τὰ τῆς διαδικασίας τῆς πτωχεύσεως, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἔλθῃ εἰς μίαν συνεννόησιν μετὰ τῶν ἑαυτοῦ δανειστῶν. Ἐσπευσμένως—ἀνομολογῶ—ὅπως ὅλα τὰ νομοθετήματα τὰ παρ’ ἡμῖν, ἐνομοθετήθη καὶ τοῦτο. Ἀνομολογῶ ὅτι ἐσπευσμένως προβαίνομεν εἰς τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω ὡς ἑξῆς τὸ πρᾶγμα· ἐπέτυχε τοῦ σκοποῦ του τὸ νομοθέτημα τοῦτο; ἡ περαιτέρω διατήρησις αὐτοῦ ἀποβαίνει ἐπιζήμιος εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἐμπορικῶν κέντρων; Ἡ ἐξέτασις αὕτη θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ, ἵνα μορφώσωμεν πεποίθησιν, ἐὰν ἦναι ἀναβλητέον τὸ νομοσχέδιον ἢ δὲν ἦναι, ἐὰν ἐπείγῃ ἡ ἀνάγκη τῆς καταργήσεως ἢ δὲν ἐπείγῃ. Ὅτι ἀπέτυχεν οἰκτρῶς, ἀνωμολογήθη παρ’ ὅλων. Λέγουσιν ὅτι ἀπέτυχεν ἕνεκα ἀδρανείας τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπιτήρησιν τῆς ἀκριβοῦς αὐτοῦ λειτουργίας. Τὸ ἀνομολογῶ, πρὸς χάριν των, ἐπὶ στιγμήν, ἀλλὰ δύνασθε νὰ τοὺς καταστήσητε νῦν προνοητικωτέρους; Νομίζετε ὅτι δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὰ κακῶς παρ’ ἡμῖν ἔχοντα, τὴν ἀδράνειαν τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν λειτουργίαν τῶν νόμων, αὐθωρεί; Ἂς ἤμεθα πρακτικοί, Κύριοι. Βεβαίως ἡ ἐποπτεία ἡ κανονικὴ ἠδύνατο νὰ μετριάσῃ τὰ κακὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, ἀλλ’ αὐτὰ τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως, ἀτυχῶς, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον ν’ ἀλλάξωσι· θὰ ἔχωμεν λοιπὸν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν αὐτὴν ἀδράνειαν. Δὲν εἶναι ὅμως μόνον ἡ ἀδράνεια, ἡ ἔλλειψις ἐποπτείας τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπιτήρησιν τῆς λειτουργίας τῶν νόμων ἡμῶν ἡ ἀφορμὴ τῆς ἀποτυχίας τούτου· εἶναι καὶ ἔλλειψις οὐσιαστική· ἐνῷ ὁ νόμος προὐνόει καὶ σκοπὸν εἶχε νὰ προστατεύσῃ τὸν ἐν προσωρινῇ στενοχωρίᾳ εὑρισκόμενον ἔμπορον, ἐπέτρεψεν ἀνεξαιρέτως εἰς πάντας νὰ ζητῶσι νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὰ εὐεργετήματα τοῦ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ, χωρὶς τοὐλάχιστον νὰ ὑποχρεώσῃ αὐτοὺς νὰ προσφέρωσιν ὡρισμένην προσφοράν· εἶναι δὲ παράλογον, ὁ ἐν προσωρινῇ δυσχερείᾳ ἰσχυριζόμενος ὅτι εὑρίσκεται ἔμπορος, νὰ δικαιοῦται νὰ προσφέρῃ 10%· διότι τοῦτο εἶναι πλήρης πτώχευσις. Ἰδοὺ μία οὐσιώδης ἔλλειψις τοῦ νομοθετήματος. Ἡ οὐσιώδης αὕτη ἔλλειψις τοῦ νομοθετήματος, κατ’ ἐμὲ, παρεκώλυσε τὴν ἐπιτυχῆ αὐτοῦ λειτουργίαν, καὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἀνθρώπους κακῆς πίστεως νὰ ἐπωφεληθῶσι τῶν ὁμολογουμένως ὀρθῶν καὶ δικαίων διατάξεων οὐσιαστικῶς αὐτοῦ. Ἡ περαιτέρω τοῦ νομοθετήματος τούτου ἐφαρμογὴ βλάπτει; Βεβαίως βλάπτει, ἀφοῦ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι βλάπτονται, (βοῶσι κατ’ αὐτοῦ, εἶναι δὲ ἁρμοδιώτεροι οὗτοι νὰ κρίνωσι περὶ αὐτοῦ ἀπὸ ἡμᾶς. Ἐννοοῦσι δὲ, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμοζόμενος ὁ νόμος, θέλουσι καταστραφῆ, διότι τινὲς τῶν κακῆς πίστεως ὀφειλετῶν, ἐπωφελούμενοι τούτου, ἀνεξελέγκτως καὶ κακοήθως προβαίνουσιν εἰς τὴν λῃστρικὴν ἁρπαγὴν τῆς περιουσίας τῶν δανειστῶν των. Προτιμότερον βεβαίως ἦτο νὰ ζητήσωμεν διὰ νομοθετήματος νὰ βελτιώσωμεν τὸν νόμον, ἀλλ’ ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Βόλου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νομοθετῇ τις ἀσφαλῶς, ὅταν νομοθετῇ μετὰ τόσης σπουδῆς καὶ σωρηδόν. Εἶναι ἀδύνατον δὲ ἐν τοιαύτῃ καταστάσει τῆς Βουλῆς νὰ ζητήσωμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὸν νόμον περὶ πτωχεύσεως, ψηφίζοντες νέον κεφάλαιον, προβλέπον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρέλειψε νὰ προΐδῃ ὁ περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ νόμος· ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας τὰς ἐκθέσεις διαφόρων κέντρων, καὶ ἐν καιρῷ πρέπει νὰ ψηφίσωμεν νομοθέτημα· ἔχομεν δὲ ἀνάγκην τοιούτου, διότι ὁ νόμος περὶ πτωχεύσεως ἐν πολλοῖς ὑστερεῖ, χρῄζει δὲ προστασίας ὁ ἔμπορος, ὅστις ἐν ἀποτυχίᾳ πραγματικῇ ὑπέστη μείωσιν τῆς ἑαυτοῦ περιουσίας, ἀλλ’ ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, μὴ ὄντος ἐπιτετραμμένου εἰς τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ περὶ νομοθετήματος τοιούτου, νομίζω ὅτι ἡ Βουλή, ὑπείκουσα εἰς τὴν ἀνάγκην, πρωτίστως πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν, ἐπιφυλασσομένη ἐν τῷ μέλλοντι νὰ φέρῃ νομοθέτημα, συμπληροῦν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ πτωχεύσεως. Τοιαύτην εὐχὴν ἀπευθύνω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· πολὺ δὲ φρονίμως ἐκεῖνοι οἵτινες ἐζήτησαν τὴν τοῦ νομοθετήματος τούτου βελτίωσιν, ἐζήτησαν ταύτην, διότι δύναται νὰ ἀποβῇ ὠφέλιμος, ἀλλ’ οὐ καιρὸς νῦν. Εἶναι ἐπαινετὸς ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοθέτημα τοῦτο, διότι ἡ πρόθεσις καὶ ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ ἦτο νὰ ὠφελήσῃ, ἀπέτυχεν ὅμως, διότι δὲν ἐτέθησαν βάσεις, ἐγγυώμεναι τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ, ἀπέτυχε, διότι ἀτυχῶς ὑπάρχουσιν ἐνίοτε οἱ ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ νομοθετήματος σκεπτόμενοι πῶς νὰ εὕρωσι τρόπον καταδολιεύσεως αὐτοῦ, ἀπέτυχε δὲ, διότι δὲν ἐνηργήθη ἡ δέουσα ἐποπτεία ὑπὸ τῶν ἐφαρμοσάντων αὐτόν· ἄρα πρέπει νὰ καταργηθῇ, διότι ἡ περαιτέρω διατήρησις αὐτοῦ ἀποβαίνει βλαβερά· μᾶς τὸ βεβαιοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πρώτιστον συμφέρον νὰ τὸν διατηρήσωσι. Καταργοῦντες ὅμως τὸν νόμον, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ εἰσαγωγῆς νέου νομοθετήματος, δι’ οὗ νὰ προστατεύηται καὶ ὁ καλῆς πίστεως ὀφειλέτης, νὰ παύσωσι δὲ καὶ πολλαὶ καταχρήσεις ἐκ μέρους τῶν κακῆς πίστεως ὀφειλετῶν.
§91ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συμπέρασμα, εἰς ὃ κατέληξεν ὁ ἐκ Σύρου κ. συνάδελφος, δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς σκέψεις, εἰς τὰς ὁποίας προῆλθε, κρίνων τὸν νόμον, τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ κατάργησις. Κατὰ τοῦτο δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος συμφωνεῖ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ ἀνομολογεῖ τὴν χρησιμότητα τοῦ νόμου, περὶ οὗ πρόκειται, ἐνῷ ἀνομολογεῖ ὅτι ὁ νόμος οὗτος βελτιούμενος ἠδύνατο νὰ προσφέρῃ πολυτίμους εἰς τὸ ἐμπόριον ἡμῶν ὑπηρεσίας, καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς καταργήσεως. Ἐγὼ δὲν προτίθεμαι νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ κατάργησις, ἐκ στοργῆς πρὸς αὐτόν, διότι συνέπεσε νὰ ἦμαι ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ παρὰ τῇ Βουλῇ. Τὸν νόμον τοῦτον ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης αὐτὸ τὸ συμφέρον τοῦ ἐμπορίου. Διετελοῦμεν τότε ἐν ἐμπορικῇ κρίσει, καὶ ἐξ ἄλλων ἐμπορικῶν κέντρων, πρὸ παντὸς δ’ ἐκ Πατρῶν, ἠκούοντο φωναὶ, ὅτι, ἂν δὲν κατωρθοῦτο ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νόμου περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ, ἤθελε καταστραφῇ ἅπαν τὸ ἐμπόριον, ἰδίως τὸ ἐν Πάτραις, καὶ ἠθέλομεν εὑρεθῆ πρὸ τοῦ κράχ, ἤτοι πρὸ ἐμπορικῆς κρίσεως καταστρεπτικῆς. Διευθύνων τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὑπέλαβον ὡς καθῆκον ἐπιβαλλόμενόν μοι νὰ παρακαλέσω πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ κριθῶσιν ὡς εἰδικώτεροί μου περὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν νόμον περὶ πτωχεύσεως· ἐκάλεσα παρ’ ἐμοὶ πρῶτον τοὺς ἀνωτάτους λειτουργοὺς τῆς Θέμιδος, πλὴν δὲ τούτων τὸν καθηγητὴν τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου καὶ πολλοὺς ἄλλους ἐκ τῶν διακρινομένων παρ’ ἡμῖν νομομαθῶν καὶ δικηγόρων. Πάντες οὗτοι ἀνεγνώρισαν τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως νομοθετήματος, ἀφορῶντος εἰς τὴν πρόληψιν τῶν ἀτυχημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπειλοῦσι τὸ ἐμπόριον ἐν καιρῷ ἐμπορικῆς κρίσεως. Ἡ διαφωνία μεταξὺ αὐτῶν ἦτο, ἐὰν ἔπρεπε νὰ προτιμηθῇ ὁ νόμος ὁ ἐν Γαλλίᾳ κρατῶν, ἢ ὁ νόμος ὁ ἐν Βελγίῳ κρατῶν. Σχεδὸν πάντες συνεφώνησαν, ὅτι ἦτο πάντως προτιμότερος ὁ Βελγικὸς νόμος, διότι τὸν νόμον τὸν κρατοῦντα ἐν Γαλλίᾳ τὸν ἐθεώρησαν πολυτελῆ καὶ δυσεφάρμοστον. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ κατάργησις, εἶναι οὐχὶ πιστὴ ἀντιγραφή, ἀλλὰ βεβαίως ἀντιγραφὴ τοῦ ἐν Βελγίῳ κρατοῦντος, μετ’ ἐλαχίστων τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ὑπηγόρευσεν ἡ προσαρμογὴ αὐτοῦ πρὸς τὰ παρ’ ἡμῖν κρατοῦντα ἤδη. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπέστη πολλὴν τὴν δοκιμασίαν. Πάντες οἱ νομομαθεῖς, οἱ ἐν τῇ αἰθούσει ταύτῃ, ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἐπρότειναν διαφόρους τροποποιήσεις· ὅσοι ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ σήμερον εὑρισκομένων ἦσαν μέλη τῆς Βουλῆς ἐκείνης δὲν δύνανται νὰ ἀρνηθῶσιν, ὅτι ἡ συζήτησις ἐκείνη ὑπῆρξε σπαιδαιοτάτη καὶ ἐμβριθεστάτη. Ἐνῷ δὲ συνεζητεῖτο τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνθυμοῦμαι ὅτι τηλεγραφήματα ἀλλεπάλληλα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν Κυβέρνησιν παρίστανον τὴν ἐν Πάτραις κατάστασιν ὡς ὀξυτάτην, καὶ παρεκάλουν νὰ μὴ ἀναβληθῇ οὐδ’ ἐπὶ ὥραν ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοθετήματος. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν εὐθὺς ὡς ἡ Βουλὴ ἐν τῇ τρίτῃ συζητήσει παρεδέχθη τὸ νομοσχέδιον, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ παρακαλέσω νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικά, νὰ κυρώσω τὸν νόμον εὐθὺς μετὰ τοῦτο, καὶ τὴν ἑπομένην ἡμέραν νὰ θέσω εἰς ἐνέργειαν τὸν νόμον. Μὴ ἀσχολούμενος εἰς ὅ,τι οἱ πρὸ μικροῦ ἀγορεύσαντες ἀσχολοῦνται, πολὺ εὔλογον εἶναι νὰ μὴ διατελῶ ἐν γνώσει τῶν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ συμβαινόντων, ἀλλὰ περιῆλθε καὶ εἰς ἐμὲ ἡ εἴδησις τῆς ἐξεγέρσεως καὶ ἰδίως τῶν ἐμπορικῶν κέντρων καὶ πρὸ πάντων ὅπου χορηγοῦνται πιστώσεις. Βεβαίως δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ὁ νόμος περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ πρὸ πάντων προστατεύει τοὺς ἐν στενοχωρίᾳ καὶ δυσπραγίᾳ εὑρισκομένους ἐμπόρους ἀπέναντι τῶν πιστωτῶν αὐτῶν, καὶ ἀπέναντι τῶν δρακοντείων διατάξεων τοῦ παρ’ ἡμῖν νόμου περὶ πτωχεύσεως, τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ ἀπεδείχθη καταστρεπτικὴ ὡς πρὸς τοὺς ἐμπόρους τούτους. Οἱ πρὸ ὀλίγου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀγορεύσαντες συνάδελφοι ἀνωμολόγησαν, ὅτι ὅσοι τῶν ἀτυχησάντων ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν νόμον περὶ πτωχεύσεως, πάντες κατεστράφησαν, καὶ οἱ πιστωταὶ αὐτῶν κατ’ οὐδὲν ὠφελήθησαν. Ἡ ἀποκτηθεῖσα πεῖρα περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ μαρτυρεῖ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ ἐλλείψεις· ἐπὶ παραδείγματι δὲν ὑπάρχει ὅρος προσφορᾶς τοῦ προκαλοῦντος τὸν προληπτικὸν συμβιβασμόν. Ἴσως ἦτο ἀνάγκη ὁ νόμος ἐκεῖνος νὰ προνοήσῃ περὶ προσόντων ὡς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διορίζονται πραγματογνώμονες. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προνοήσῃ, εἶναι ἡ ὀλιγωρία καὶ ἀδράνεια τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, διότι πράγματι ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ δικαστικαὶ ἀρχαί, εἰς τὰς ὁποίας ἀνετέθη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, ἐγένοντο παραίτιοι τοῦ νὰ περιγραφῇ οὗτος, καὶ ἑπομένως ὁ ἀρχικὸς αὐτοῦ προορισμὸς νὰ μὴ ἐπιτύχῃ, εἶναι ὅμως γεγονός, ὅτι εἴς τινα μέρη, εἴς τινας δευτερευούσας ἐμπορικὰς πόλεις, ὁ νόμος οὗτος προσέφερεν ἀληθῶς ὑπηρεσίας, ὅπου δηλ. συνέπεσεν αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ νὰ δίδωσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἑαυτῶν καθήκοντος τὴν ἀπαιτουμένην σπουδαιότητα. Ἐφρόνουν, μεθ’ ὅσα ἤκουσα περὶ τοῦ νόμου τούτου καταγγελλόμενα, ὅτι θέλει προκληθῆ ἡ ψήφισις νόμου διορθοῦντος καὶ βελτιοῦντος τὸν ὑπάρχοντα· ἀντὶ ὅμως τούτου βλέπομεν προτεινομένην τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ἡ κατάργησις δὲν θέλει ὠφελήσει τὸ ἐμπόριον, θέλει ἐξεγείρει παράπονα ἐκ μέρους ἄλλης ὁμάδος ἐμπορικῶν κέντρων, καὶ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην ἐν προσεχεῖ συνόδῳ, ἢ νὰ ψηφίσωμεν τὸν αὐτὸν νόμον, ἢ νὰ νομοθετήσωμεν, ὡς καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δηλοῖ, μεταῤῥυθμίσεις σπουδαιοτάτας εἰς τὸν νόμον περὶ πτωχεύσεως, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τοὺς ἐν στενοχωρίᾳ εὑρισκομένους ἀτυχεῖς ἐμπόρους. Δὲν νομίζω, ὅτι ἦτο ἢ εἶναι δύσκολον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προεκλήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ γνωμοδοτήσωσι περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ, νὰ συντάξωσι νομοσχέδιον, βελτιοῦν καὶ συμπληροῦν τὸν κρατοῦντα νόμον. Γινώσκω μάλιστα, ὅτι τινὲς ἐκ τῶν κληθέντων, ὄχι πάντες, ἦσαν ἐξ ἐκείνων, οἵτινες συνέπραξαν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ νομοσχεδίου, παραδόξως δὲ νῦν δίδουσι γνώμην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εἶναι ἐνδεδειγμένη ἡ κατάργησίς του. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἂν εὑρισκόμην εἰς οἵαν θέσιν εὑρέθη ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὐδέποτε ἤθελον ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ, διότι εὔκολον εἶναι δι’ ἑνὸς ἄρθρου νὰ καταργῶνται οἱ νόμοι, εἶναι ὅμως δύσκολον νὰ προΐδωμεν τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ἡ κατάργησις νόμου λειτουργοῦντος, κατάργησις, ἡ ὁποία φοβοῦμαι μήπως ἔχῃ ἐπιβλαβεῖς συνεπείας εἰς τὸ ἐμπόριον ἡμῶν.
§92ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ προσθέσω, διότι προεκλήθην παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου. Ἡμεῖς ἐπεκαλέσθημεν τὴν γνωμοδότησιν τοῦ ἐμπορικοῦ ἐπιμελητηρίου Σύρου, δὲν εἴπομεν τίποτε κατὰ τῶν ἀποτελούντων τὸν σύλλογον ἐκεῖνον μελῶν, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου ὀχυρώθη ὄπισθεν ἐκθέσεως, ἥτις εἶναι ἐναντίον του. Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Σύρου ζητεῖ νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις ἐπὶ τοῦ νόμου, ἐν οὐδεμιᾷ ὅμως περιπτώσει νὰ καταργηθῇ· ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς Σύρου εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς ὑβρίζομεν τὸν ἐμπορικὸν σύλλογον Σύρου, διατί; διότι ἀντιστρατευόμεθα κατ’ αὐτοῦ! Εἶπε περὶ τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Πατρῶν, ἀλλ’ οὗτος μεταγενεστέρως λέγει αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον. Λέγει ὅτι «ὅλαι αἱ πτωχεύσεις, αἱ λαβοῦσαι χώραν πρὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ, κατεβροχθίζοντο ὑπὸ τῶν συνδίκων...» Αὐτὰ σᾶς λέγει ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Πατρῶν, τὰ ὁποῖα σᾶς μαρτυροῦν καὶ οἱ πίνακες, οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ πτωχεύσεως, αὐτὰ θὰ μαρτυρήσουν ὅλοι, ὅσοι πλησιάζουν τὰ δικαστήρια· διότι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πάντες θὰ βεβαιώσουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βεβαιοῖ ἡ στατιστικὴ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ πτωχεύσεως, ὅτι σπανιώτατα πτώχευσις ἔφθασεν εἰς ἀποτέλεσμα. Σᾶς λέγω, ὅτι εἶχον συγκεντρωθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Σιμοπούλου, στατιστικαί, δι’ ὧν ἐβεβαιοῦτο, ὅτι πρὸ δεκατίας καὶ εἰκοσαετίας ἦτο ἐκκρεμὴς πτώχευσις, καὶ ἐν τούτοις τὸ ἐνεργητικὸν αὐτῆς τὸ διεχειρίζοντο οἱ πράκτορες καὶ οἱ σύνδικοι! Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον ζητεῖ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πρώην καθεστὼς, τὸ πλῆρες ἐλαττωμάτων. Ἡμεῖς δὲν εἴπομεν, ὅτι περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου δὲν ἀνεφάνησαν ἐλλείψεις· ἀλλὰ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τίνος νόμου δὲν ἀναφαίνονται ἐλλείψεις, ὅταν ἔχητε τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος, ἀποτεινόμενος εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους, καὶ τοὺς οὐσιώδεις καὶ ἐπικουρικοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, ἀπευθύνῃ τὴν αἰτίασιν, ὅτι ἐν τοῖς πλείστοις διαστρέφεται τὸ δίκαιον καὶ ἀθετοῦνται οἱ νόμοι; Τί σᾶς πταίει ὁ νόμος, ἐὰν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ δὲν ἐλήφθη ἡ δέουσα φροντὶς περὶ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ; τί σᾶς πταίει, ὅταν διορίζωνται πραγματογνώμονες ἄνθρωποι ἀδαεῖς τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας; Πταίει ὁ νόμος; Ὄχι. Ἀλλὰ πταίει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις, λαβὼν γνῶσιν τῆς παραβάσεως αὐτῆς, τῆς δικαστικῆς, δὲν ἐνήργησεν ὅ,τι ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ...
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἀναφέρεσθε εἰς τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἔχετε ἀφορμήν, διότι δὲν ἠξεύρετε πῶς ἐνήργησε.
§94ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία αἰτίασις κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς Πυλίας ἔλεγεν εἰς ἀπάντησιν τοῦ λεχθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Σύρου: «τί σᾶς πταίει ὁ νόμος, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν φροντίζῃ νὰ ἐνεργῇ ὅ,τι δέον;» Ἐγὼ εἶπον αὐτῷ, ὅτι ἀδικεῖ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν ἠξεύρει τί ἐνήργησεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§96ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεξήγησις ὑπῆρξεν. Ἐγὼ ἦλθον εἰς ἐπικουρίαν ὑμῶν, ἀνομολογῶν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ νῦν, δὲν εὐθύνεται.
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ ὡρισμένου γεγονότος, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου· ἑπομένως δὲν ἀναφέρεσθε εἰς τοῦτον, ὅστις ὡμίλησεν ἐν γένει.
§98ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤκουσα,
§99Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρενοήθην, διότι ἐνομίσατε ὅτι ἦτο διὰ τὴν σημερινὴν ἐποχήν.
§100ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐγώ, Κύριοι, — καὶ ἰδιαιτέρως, κύριε Πρόεδρε, — ῥητῶς, μοὶ φαίνεται, εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου ἐξήρεσα τὸν νῦν Ὑπουργόν.
§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἐποιήσασθε μνείαν γενικήν, καὶ ἐπειδὴ αὕτη φυσικῶς ἠδύνατο νὰ ἐπεκταθῇ εἰς ὡρισμένην περίπτωσιν, τῆς ὁποίας ἐμνήσθη ὁ ἐκ Βόλου κ. Βουλευτής, ἠθέλησα νὰ σᾶς ἐνδείξω, ὅτι ἡ αἰτίασις δὲν εὐθύνει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν νῦν.
§102ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἔστω, δὲν εὐθύνει τὸν νῦν Ὑπουργόν. Ἐρωτῶ λοιπόν, τί ἔκαμεν ὁ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Ποίαν ἐνέργειαν ἔκαμε; Πόθεν ἐξήρτησε τὸ δικαίωμα τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον τοῦ δίδει πλῆρες ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων; Ἄν ὑπῆρξαν εἰσηγηταί, οἵτινες ἐπέτρεψαν κακῶς τὴν ἐκποίησιν κτημάτων τῶν παραχωρησάντων τὴν περιουσίαν των, τί ἔκαμεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην; Βλέπετε, δὲν εἶναι ἐλάττωμα τῶν νόμων, ἀλλὰ τῆς Διοικήσεως. Ἄς ὁμολογήσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον καὶ πρίν, ὅτι οὐδέποτε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐξήσκησε τὸν ἔλεγχον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξασκῇ ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ὅστις εἶναι ὁ μόνος σωτήρ, καὶ ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον τοῦ ἔδωκε πλήρη ἡ ὑφισταμένη νομοθεσία. Ἄν ἐξετάσητε τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου, θὰ ἀνεύρητε, Κύριοι, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον οὐ μόνον δὲν ἐξήσκησε τὸν ἔλεγχον αὐτόν, ἀλλὰ καὶ ἐφαρμοσθέντα τὸν ἐμετρίασε· θὰ εὕρητε ὅτι πειθαρχικὰς ποινάς, τὰς ὁποίας ἐπέβαλον οἱ ὑποδεέστεροί του, τὰς ἀπήλειψε! Λοιπὸν πῶς θέλετε νὰ ἔχητε ἀκριβῆ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων; Δὲν πταίει λοιπὸν ὁ νόμος, πταίουσιν οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, καὶ ἕνεκα τούτου εἶπον καὶ ἐγὼ καὶ οἱ προλαλήσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι τὰ κακὰ τοῦ νόμου, αἱ ἐλλείψεις, αἵτινες προβάλλονται, ἠδύνατο διὰ τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ κατασταλῶσιν. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸ πάντων ἓν ἔχει καθῆκον, νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν ἐνέργειαν τὴν δικαστικήν. Καὶ ὅμως ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ἂν ὑπῆρξε ποτὲ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ ἐτῶν, ὅστις ἠκολούθησε τὴν δικαστικὴν ἐργασίαν, ἥτις ὑποβάλλεται εἰς αὐτὸν κατὰ τριμηνίαν. Ἐνθυμοῦμαι μακρυνὴν ἐποχήν, τὴν ὁποίαν εὐαρέστως ἀναμιμνήσκεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐποχὴν ἐπὶ τῆς πρώτης Δυναστείας, καὶ ἐκεῖ ἀνευρίσκομεν, Κύριοι, τί; Ἐκθέσεις ὑποβαλλομένας εἰς τὸν Βασιλέα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης παρὰ τῶν προϊσταμένων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, παρὰ τῶν ἀειμνήστων ἐκείνων ἀνδρῶν, τοῦ Ράλλη, τοῦ Παΐκου καὶ τῶν λοιπῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἀνέλυον κατ’ ἔτος ποία ἦτο ἡ ἐνέργεια τῶν δικαστηρίων ἐν Ἑλλάδι, κατὰ πόσον προσκόπτουσιν οἱ νόμοι, ποῖαι βελτιώσεις τῶν νόμων πρέπει νὰ γείνωσι. Σήμερον δὲν γίνεται τίποτε, Κύριοι. Ποῖα εἶναι τὰ αἴτια τῆς καταστάσεως ταύτης τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ ἐξετάσω. Ἀλλ’ ὅ,τι εἶναι βέβαιον καὶ ὅ,τι θέλει ἀνομολογηθῇ, εἶναι, ὅτι οὐδέποτε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐξήσκησε τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τὸν ὁποῖον δικαιοῦται νὰ ἐξασκήσῃ δυνάμει τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων. Λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν πταίει ὁ νόμος. Ἀλλὰ καὶ ἄν ἔχητε ἀνάγκην μεταῤῥυθμίσεων, βελτιώσεων, αὐτὰς δύνασθε νὰ προκαλέσητε διὰ νομοθετήματος, οὐδέποτε ὅμως δικαιολογεῖται ἡ κατάργησις τοῦ νόμου καὶ ἡ ἐπάνοδος εἰς τὸ πρώην καθεστώς, τὸ πλῆρες ἐλαττωμάτων. Ἐπαναλαμβάνω δέ, ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ κατεπεῖγον, ἀφοῦ ἀρκεῖσθε μάλιστα νὰ δεχθῶμεν, ὅτι αἱ ἐκκρεμεῖς αἰτήσεις θέλουσι δικασθῆ κατὰ τὸν καταργούμενον νόμον. Ποῖον χρονικὸν διάστημα ὑπολείπεται μέχρι τῆς μελλούσης συνόδου, ὡς εἶπον; Ἐν αὐτῷ τῷ χρονικῷ διαστήματι τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου μηνὸς θὰ ἐπέλθωσι τόσα ἄτοπα, τόσα δεινὰ, ὥστε νὰ δικαιολογήσωσι τὸ ἐσπευσμένον, τὸ κατεπεῖγον τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου; Καὶ μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου ἐπαρουσίασε τόσα μεγάλα ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀνέφεραν. Ἐγὼ ἐπεθύμουν πρὸ πάντων—καὶ λυποῦμαι πολὺ, διότι λείπει ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν, εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ὑπέβαλεν,—ἐπεθύμουν μίαν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν πρὸ πάντων ἐπεζήτησα, τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἔχω τόσην πεποίθησιν εἰς τὸν ἄνδρα, ὥστε σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἤθελεν ἐπηρεάσει πολὺ τὰς γνώμας μου, ἂν εἶχον τοιαύτην ἔκθεσιν· ἀτυχῶς ἐν τῷ φακέλλῳ τῶν ἐκθέσεων δὲν ὑπάρχει. Ἂν λάβω δ’ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, αἱ ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν ἀρνοῦνται κἂν ν’ ἀπαντήσωσιν. Ἂν δὲ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Πρωτοδικῶν, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μοὶ ἔκαμαν θλιβερὰν ἐντύπωσιν. Περιέμενον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἐκθέσεις ἐκείνας τῶν κ. κ. Εἰσαγγελέων πεφωτισμένην γνώμην, γνώμην ἀληθῶς σπουδαίαν, γνώμην δεδικαιολογημένην, καὶ ὅμως, Κύριοι, ἐνῷ ἐξ αὐτῶν ἔπρεπεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀρυσθῇ τὰ γνώμας του, περιορίζονται, ἐκτὸς ἑνὸς ἢ δύο, νὰ ἀναφέρωσιν, ὁ εἷς ὅτι καλῶς ἐνήργησεν ὁ νόμος, οἱ πλεῖστοι, ὅτι δὲν ἐξετελέσθη καλῶς. Ποῖα εἶναι ὅμως τὰ πρακτικὰ ἀποτελέσματα, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐκθέσεων τῶν κ.κ. Εἰσαγγελέων; Ἔλαβα τὸν κόπον καὶ ἐσημείωσα ἐξ ὅλων τῶν ἐκθέσεων ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι βεβαιωμένον. Ἐν Λαμίᾳ οὐδεὶς ἐπέτυχε συμβιβασμὸς, ἐν Κερκύρᾳ δύο, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἐπληρώθησαν ἀκεραίως οἱ δανεισταὶ καὶ ἐδόθη προθεσμία μόνον εἰς τοὺς ὀφειλέτας· ἐν Τρικκάλοις τρεῖς, ἐν Λαρίσῃ τέσσαρες, ἐν Καλάμαις οὐδεμία, ἀπεῤῥίφθησαν δὲ δέκα, ἐν Πύργῳ 3, ἐν Σύρῳ 6, ἐν Χαλκίδι μία, ἐν Ἀμφίσσῃ οὐδεμία, ἐν Ναυπλίῳ οὐδεμία, ἐν Τριπόλει ἀπεῤῥίφθησαν δύο, ἐν Σπάρτῃ οὐδεμία, ἐν Πάτραις 57 ἀπεῤῥίφθησαν καὶ 18 ἐγένοντο δεκταὶ, ἐν Ἄρτῃ οὐδεμία ἐγένετο δεκτὴ, ἐν Κεφαλληνίᾳ πέντε ἐγένοντο δεκταὶ, ἐν Βόλῳ τρεῖς, ἐν Καρδίτσῃ μία, ἐν Κυπαρισσίᾳ οὐδεμία. Ἐπὶ 2½ ἔτη λοιπὸν αὐτὰ εἶναι τὰ πρακτικὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου, ἐκ τῶν ὁποίων, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ δεχθῆτε, ὅτι ἀπέτυχεν ὁ νόμος τόσον οἰκτρῶς, ὥστε νὰ ἐπανέλθητε εἰς τὸ πρώην καθεστώς. Καὶ πάλιν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ δεχθῶσιν, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νόμου μέχρι τῆς ἐρχομένης συνόδου, ἢ τουλάχιστον νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ ἐξελέγξῃ τὸν νόμον τὸν ὑπάρχοντα καὶ ἐπιφέρῃ τὴν βελτίωσιν, τὴν ὁποίαν ὑποδεικνύει καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ ἐκθέσει του.
§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ θεσμὸς περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ εἶναι ἐπινόημα τῶν νεωτέρων χρόνων· ἀνήκει βεβαίως εἰς τὰς διατάξεις τὰς κανονιζούσας τὰ τῆς πτωχεύσεως, ἂν δὲν ἦναι συμπλήρωμα αὐτῶν. Ἀποκρίνεται ὅμως εἰς δύο ἐρωτήματα, τῶν ὁποίων ἡ ἐξέτασις βεβαιοῖ, πόσον εὔλογος εἶναι ἡ ἀρχὴ νομοθετήματος περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ. Τὰ ἐρωτήματα ταῦτά εἰσιν: εἶναι δυνατὸν πρὸ τῆς πτωχεύσεως, ἢ καὶ μετὰ τὴν πτώχευσιν, νὰ συνεννοηθῶσιν οἱ δανεισταὶ, καὶ ἑπομένως ὁ πτωχεύσας δύναται νὰ προσενέγκῃ ποσοστὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἤθελε καθορισθῆ διὰ τῆς πτωχεύσεως; Εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσωσιν ὅλα διὰ φιλικῆς συνεννοήσεως καὶ ν’ ἀποσοβηθῇ ἡ πτώχευσις; Εἶναι δυνατὸν μετὰ τὴν πτώχευσιν νὰ συνεννοηθῶσιν οἱ δανεισταὶ μετὰ τοῦ ὀφειλέτου καὶ νὰ παράσχωσι τοιαύτας εὐκολίας πρὸς τὸν ὀφειλέτην, αἵτινες ἤθελον σώσει καὶ αὐτὸν καὶ ἴσως καὶ τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν αὐτῶν; Τὰ ἐρωτήματα ταῦτά εἰσι πορίσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων περὶ πτωχεύσεως, ἐφ’ ὅσον δὲ μάλιστα αἱ διατάξεις περὶ πτωχεύσεώς εἰσιν ἀτελεῖς, ὡς ἦσαν αἱ διατάξεις τῆς νομοθεσίας τῆς Ἑλληνικῆς, τῆς ἰσχυούσης πρὸ τοῦ 1873, τὰς ὁποίας εἴχομεν πορισθῆ ἀπὸ τὸν περὶ πτωχεύσεως νόμον τῆς Γαλλίας τοῦ 1808, ὡς ἦσαν ἀτελεῖς αἱ διατάξεις αἱ τεθεῖσαι κατὰ τὸ 1873 ἐν Ἑλλάδι, τὰς ὁποίας ἐπορίσθημεν ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1848, τὰ ἐρωτήματα ταῦτα ἦσαν τόσον εὔλογα καὶ ἀναπόφευκτα, ὥστε ὁ θεσμὸς περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ ἐκρίνετο ἀναγκαῖος, καὶ δὲν πρέπει νὰ σταματήσωμεν ἐπὶ πολὺ εἰς τὰς λέξεις, εἰς τὸν τίτλον, τὸν ὁποῖον εἰς τὰ δύο μέρη τῆς νομοθεσίας ταύτης ἔδωκαν. Εἴτε τὴν ὀνομάσητε concordat, εἴτε τὴν ὀνομάσητε liquidation judiciaire, εἴτε τὴν ὀνομάσητε moratoria, ὅπως οἱ Ἰταλοὶ, εἶναι ὁ προληπτικὸς συμβιβασμός. Ἑπομένως περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ», οὐδεὶς, νομίζω, δύναται νὰ προταχθῇ λόγος, ἤ, ἂν ἤθελε προταχθῆ, εἶναι ἄνευ βάσεως. Ἑπομένως ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ τεθῇ τοιοῦτον νομοθέτημα παρ’ ἡμῖν, ἦτο αἰσθητὴ, καὶ ἦτο τοσούτῳ μᾶλλον αἰσθητὴ, διότι πρὸς ταῖς ἀτελείαις, τὰς ὁποίας περιεῖχεν ἡ νομοθεσία, καὶ αὐτὴ ἡ τελευταῖον κατασταθεῖσα ἐν Ἑλλάδι, τοῦ 1873 περὶ πτωχεύσεως, προσετίθετο καὶ ἡ κακὴ ἐφαρμογὴ, καὶ αἱ περὶ τὴν ἐφαρμογὴν καταχρήσεις, καὶ αἱ ἄλλαι ἀτέλειαι, αἱ ὁποῖαι παρομαρτοῦσιν εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν διαφόρων θεσμῶν. Ἀλλ’ ὑπῆρξε, νομίζω, καὶ λάθος τι· τὸ λάθος τοῦτο δὲν βαρύνει τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις παρεσκεύασε καὶ εἰσήγαγε τὸ περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ νομοσχέδιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις εἰσήγαγεν αὐτὸ, εἶναι ἄξιος ἐπαίνου, διότι ἔσπευσε νὰ πληρώσῃ κενὸν, τὸ ὁποῖον ἦτο αἰσθητόν· ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν ἐν τῷ νόμῳ, νομίζω ὅτι διέπραξαν ἁμάρτημα, καὶ τὸ πρῶτον ἁμάρτημα ἦτο, διότι προσέφυγον εἰς τὸν Βελγικὸν νόμον, καὶ ἀντέγραψαν πιστῶς αὐτόν. Ὅταν τις νομοθετῇ ἐν χώρᾳ τινὶ, πρέπει νὰ ἐξετάζῃ τὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων ἐν Βελγίῳ; Ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς οἰκονομικῆς πίστεως ἐκεῖ; Εἶναι ἐντελῶς διάφορος ἀπὸ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται ἐν Ἑλλάδι αἱ ἐμπορικαὶ σχέσεις, ἀπὸ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἐν Ἑλλάδι ἡ πίστις. Μετέφερε λοιπὸν τὰς διατάξεις ἐκείνας τοῦ Βελγικοῦ νόμου, καὶ ἑπομένως τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ Βελγικὸς νόμος καὶ τὰς ὁποίας ἡ Γαλλικὴ νομοθεσία μετ’ αὐτὸν ἐφρόντισε νὰ διορθώσῃ. Μετέφερε λοιπὸν τὴν πλήρη καὶ ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ ὀφειλέτου, εὐθὺς ὡς διορισθῇ εἰσηγητὴς, νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλῃ τὴν περιουσίαν του· μετέφερεν ἐλαττώματα περὶ τὸν διορισμὸν τῶν πραγματογνωμόνων ἢ ἐλεγκτῶν, καὶ ἐντεῦθεν, ἄν τις δύναται ἴσως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἀναντιῤῥήτως ἀποδεδειγμένον ὅτι ἀπέτυχεν ὁ νόμος, δὲν δύναται ὅμως νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τοῦ νόμου τούτου ἡ ἐφαρμογὴ ἐκλόνισε τὴν πίστιν ἐν τῷ ἐμπορίῳ, ὅτι ὁ μικρέμπορος, ὁ ὁποῖος ηὐκολύνετο διὰ τῶν μικρῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανεν ἐν τῷ ἐμπορίῳ, δὲν εὗρε πλέον ἀνοικτὰς τὰς θύρας, διότι ἡ αἴτησις τοῦ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ παρέλυσε πᾶσαν ἐλπίδα τοῦ δανειστοῦ, ὅτι θέλει σώσει τὸ κεφάλαιόν του, ὅτι δὲν θέλει ἀπολέσει τὴν περιουσίαν του. Ἐν τῇ δεινῇ περιστάσει δὲ, τῇ οἰκονομικῶς δεινῇ, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, ὅτε ἡ οἰκονομικὴ πίστις τοῦ Κράτους ἔλαβε τοσαῦτα μεγάλα τραύματα, ὅτε ἕνεκα τούτου καὶ ἡ οἰκονομικὴ πίστις τῆς χώρας διατελεῖ ἔτι ἐν κλονισμῷ, προσετέθη καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, ἵνα ἄρῃ ἐντελῶς τὴν ἐμπορικὴν πίστιν καὶ παραδώσῃ τὸ ἐμπόριον εἰς τὴν πλήρη ἀτέλειαν καὶ ἀνικανότητα, εἰς τὴν ὁποίαν περιέρχεται, ὅταν τὰ κεφάλαια δὲν ἦναι προσιτά. Διὰ τοῦτο εἴδομεν τὴν ἐξέγερσιν τοῦ ἐμπορίου Πειραιῶς. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἔλειψεν ἔμπορος ἐκ τοῦ Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος δὲν ἦλθεν ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ ἀναγνωστηρίου τῆς Βουλῆς μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἐξέθηκαν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι. Καὶ φωνὰς τοιαύτας ἠκούσαμεν ἀληθῶς. Λυποῦμαι ὅτι ὑπῆρξε παρεξήγησις καὶ, ὑποθέτω, ἡ παρεξήγησις, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ἐκ Πυλίας κ. Βουλευτὴς διὰ τὰ λεχθέντα περὶ τοῦ ἐμπορίου τῆς Σύρου, θέλει ἀρθῆ. Ἐάν τις ἐξετάσῃ τὴν ἐμπορικὴν κίνησιν ἐν ἑκάστῃ τῶν πόλεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, θέλει ἰδεῖ, ὅτι τὸ ἐμπόριον τῆς Σύρου εἶναι τὸ μονίμως βιοῦν καὶ λειτουργοῦν, καὶ θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι εἰς αὐτὸ ὀφείλεται πολλὴ τιμή. Ἑπομένως πᾶς ὑπαινιγμὸς, ὁ ὁποῖος ἤθελε λεχθῆ περὶ τοῦ ἐμπορίου τῆς Σύρου, εἶναι ἄδικος, καὶ ὅταν πρόκειται περὶ ὁμάδος συμπολιτῶν ἡμῶν, οἵτινες ἐργάζονται ἐπὶ τοσαύτας δεκαετηρίδας, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο οἱ πατέρες τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐμπορίου, πρέπει νὰ ἦναι εὐλαβέστερος, ὅταν θίγῃ τὰ κατ’ αὐτούς. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Πυλίας συναδέλφου, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε καὶ κ. ἐκ Παρνασσίδος,—ἂν δὲν ἀπατῶμαι—δὲν πρέπει νὰ γένηται δεκτή· δὲν πρέπει νὰ γένηται δεκτὴ ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ ἐμπορίου, διότι ἡ ἄρσις τοῦ νόμου περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ θέλει ἄρει τὴν ἐλάττωσιν τῆς πίστεως τῶν ἐμπόρων, ἕνεκα τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς ὁ νόμος. Ἀλλ’ ἂν ἄρωμεν τὸν νόμον περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ καὶ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, βεβαίως δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι πρέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας, διότι οὕτω θέλομεν ἀφήσει τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ ἐν ἰσχύϊ περὶ πτωχεύσεως νὰ ἰσχύωσιν αὑτῶν δὲ ἡ ἐφαρμογὴ, ἄνευ τοῦ συμπληρώματος τοῦ περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ βεβαίως θέλει παρασκευάζει κατάστασιν δεομένην σοβαρᾶς μελέτης. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις θέλει συνεργασθῆ μετὰ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον, πρέπει νὰ εἰσαγάγῃ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον νὰ ἦναι συμπλήρωμα τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων περὶ πτωχεύσεως, νομοθέτημα ὅμως κανονίζον προσφυέστερον πρὸς τὰς περιστάσεις τοῦ τόπου, καὶ πληρέστερον ἢ ὅ,τι ἐκανόνισεν ὁ νόμος περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ, τὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, πεπεισμένη ὅτι, οἷος ἂν ἤθελεν εἶναι Ὑπουργὸς, βεβαίως θέλει παρουσιάσει νομοθέτημα, καὶ ὅτι ὀφείλει ἀπὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν μελέτην τοιούτου νόμου. Τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν κατήγγειλεν ὁ κ. ἐκ Πυλίας συνάδελφος, εὑρίσκω μὴ συμβιβαζομένην μὲ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν γνώμην νὰ καταργηθῇ ἡ διάταξις, νὰ ἀντικατασταθῇ ὅμως ὑπὸ ἄλλης, τῆσδε: «Αἱ ὑπάρχουσαι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἐκκρεμεῖς δίκαι περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ θέλουσι διεξαχθῆ καὶ περαιωθῆ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ καταργουμένου νόμου.»
§104Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διὰ νὰ ὑπάρχῃ συμφωνία.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τεθῇ ὡς ἄρθρον 2 τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ ὑπάρχουσαι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἐκκρεμεῖς δίκαι περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ θέλουσι διεξαχθῆ καὶ περαιωθῆ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ καταργουμένου νόμου.»
§108ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι προσφορώτερον, διὰ νὰ μὴ φαίνηται, ὅτι καταργοῦμεν τοὺς νόμους, νὰ θέτωμεν «θέλει ἰσχύει ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τῶν ἐκκρεμῶν»;
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. Ἡ αὐτὴ ἔννοια εἶναι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι σαφέστερον.
§110ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ προτείνω νὰ τεθῇ οὕτω «ὁ ͵ΒΡΜΑʹ νόμος ἰσχύει ὡς πρὸς τὰς ἐκκρεμεῖς δίκας.»
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ συνδεθῇ ὅμως τὸ ἓν ἄρθρον μὲ τὸ ἄλλο. «Ὁ ͵ΒΡΜΑʹ νόμος ἰσχύει!...»
§112ΤΟΜΑΝ. Ἀνεξαιρέτως, ὡς πρὸς ὅλας τὰς ἐκκρεμεῖς; Διότι εἶναι καί τινες, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ὑποβληθῶσιν αὔριον.
§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολλαὶ θὰ ὑποβληθῶσι.
§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τί ἔχει πλημμελὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προέτεινα; (ἀναγινώσκει): «Αἱ ὑπάρχουσαι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἐκκρεμεῖς δίκαι περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ θέλουσι διεξαχθῆ καὶ περαιωθῆ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ καταργουμένου νόμου.»
§115Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ «ὑπάρχουσαι» περιττεύει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ προταθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§117ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν μέτρων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἡ προελθοῦσα ἐκ τῶν ἐκλογῶν τῆς 16 Ἀπριλίου, ὑπολαμβάνει, ὅτι δύναται νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως, ἰδίᾳ δὲ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον. Ὁποίας ἔχω γνώμας καὶ ἰδέας κατὰ τῆς συναλλαγῆς, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ὑπουργείων τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν. Προκειμένου δὲ περὶ τῶν ὑπαλλήλων καὶ ὀργάνων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, νομίζω ὅτι εἶναι προσῆκον νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου, ἵνα μὴ ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς νόμον κατορθώσωμεν τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ πρόγραμμα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, τὸ πρόγραμμα τῆς περισυλλογῆς καὶ ἀνορθώσεως. Ἔχω τὸ φρόνημα, ὅτι διὰ τῶν νόμων, οἵτινες ἀνατρέπουσι τὰς διατάξεις τὰς κρατούσας μέχρι τοῦδε καὶ τὰς καθοριζούσας τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται ἡ παῦσις ὑπαλλήλων, οὐ μόνον δὲν ἐξυπηρετεῖται ἡ πολιτικὴ τῆς περισυλλογῆς καὶ ἀνορθώσεως, ἀλλὰ τοὐναντίον, καὶ ἄν τι ὑπάρχῃ εἰς τοὺς πόδας του ὄρθιον, καταστρέφεται τελείως. Διὰ τὴν καθιέρωσιν τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωσιν ἰδίως οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, τὰ Συντάγματα τοῦ 1844 καὶ τοῦ 1864 εἰδικὰς περιέλαβον διατάξεις. Τὸ ἄρθρον 96 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 ῥητῶς ἐπέταξε νὰ προνοήσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία περὶ καθορισμοῦ τῶν προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Τὸ ἄρθρον 89 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ῥητὴν πάλιν ἐπέβαλεν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅπως ἐντὸς τριῶν ἐτῶν ψηφίσῃ νόμον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Μετὰ παρέλευσιν 13 ἐτῶν, ἀφ’ ἧς ἐλειτούργησε τὸ Σύνταγμα, κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ ὁ πρῶτος νόμος περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὁ νόμος ΧΞΤʹ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1877. Δι’ αὐτοῦ καθωρίσθησαν οὐ μόνον τὰ προσόντα τῶν ἰσοβίων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν μὴ ὑπαγομένων εἰς τὴν ἰσοβιότητα, ὡς καὶ αἱ περιπτώσεις τῆς παύσεως αὐτῶν. Ὁ νόμος τοῦ 1877 ἐλειτούργησεν ἐπὶ δεκαετίαν. Κατὰ τὸ 1887 ἐκρίθη ἀναγκαία ἡ συμπλήρωσις καὶ βελτίωσις τοῦ νόμου τούτου. Πρὸς τοῦτο ἐψηφίσθη ὁ νόμος ΑΦΝΓʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1887, διὰ τοῦ ὁποίου συμπληροῦται ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον ὁ νόμος τοῦ 1877. Αἱ ὑπὸ τῶν νῦν κυβερνώντων ὑποστηριζόμεναι ἰδέαι περὶ καταργήσεως παντὸς θεσμοῦ καὶ παντὸς νόμου περιορίζοντος τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῶν Ὑπουργῶν, ἐκράτουν καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1890 καὶ 1891. Ὡς ἐκ τούτου εἴδομεν κατὰ τὸ 1890 ψηφισθέντα τὸν νόμον ΑΩΟΔʹ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνετράπησαν σπουδαιόταται διατάξεις τῶν προηγουμένων δύο νόμων. Δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται ἡ παῦσις, περιωρίσθησαν ὡς πρὸς μόνους τοὺς εἰρηνοδίκας καὶ πταισματοδίκας, ὑποθηκοφύλακας καὶ συμβολαιογράφους. Ἀφέθη δὲ ἀπόλυτος ἐλευθερία εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ παύῃ Εἰσαγγελεῖς παρ’ Ἐφέταις καὶ Πρωτοδίκαις, ἀντεισαγγελεῖς, γραμματεῖς πολυμελῶν δικαστηρίων, γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων, καὶ πάντας τοὺς ὑπογραμματεῖς. Διὰ τοῦ νόμου τούτου μετεβλήθησαν κατά τι καὶ τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα διὰ προηγουμένων νόμων εἶχον καθορισθῆ, ὡς πρὸς τοὺς διορισμοὺς καὶ προβιβασμοὺς πρωτοδικῶν ἢ ἀντεισαγγελέων. Ἵνα μὴ κουράσω τὴν Βουλήν, περιορίζομαι νὰ ἑλκύσω τὴν προσοχὴν αὐτῆς εἰς τοῦτο μόνον, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1890 ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, ἡ ἐλευθερία τοῦ Ὑπουργοῦ περὶ τὸ διορίζειν νὰ γένηται εὐρυτέρα. Ἡ εὔρυνσις τῶν προσόντων ἐγένετο διὰ τοῦ ἄρθρου 16, ἔχοντος οὕτω: 1) Πρὸς προβιβασμὸν πρωτοδίκου ἢ ἀντεισαγγελέως παρὰ Πρωτοδίκαις εἰς ἀνωτέραν θέσιν ἀπῃτεῖτο ἔκθεσις τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Πρωτοδικείου καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἐφετείου. 2) Πρὸς προβιβασμὸν Προέδρου ἢ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν εἰς ἀνωτέραν θέσιν ἀπῃτεῖτο ἔκθεσις τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἐφετείου καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. 3) Πρὸς προβιβασμὸν Ἀντεισαγγελέως παρ’ Ἐφέταις ἀπῃτεῖτο ἔκθεσις τοῦ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἐφετείου καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. 4) Πρὸς προβιβασμὸν τοῦ Ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, τῶν Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετείων, τῶν Ἀρειοπαγιτῶν, τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ Ἀντεισαγγελέως καὶ τῶν Ἐφετῶν ἀπῃτεῖτο μόνη γνωμοδότησις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Πάντες, ὅσοι παρηκολουθήσατε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ 1890 κατὰ τοὺς γενομένους εὐθὺς ὡς ὁ νόμος ἐδημοσιεύθη διορισμοὺς, ἐνθυμεῖσθε ὅτι πᾶν ἄλλο εἶχεν ἢ τὸ συμφέρον τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας. Αἱ γνωμοδοτήσεις προεκαλοῦντο μετὰ τῆς μεγαλειτέρας εὐκολίας, εἶχε σχεδὸν ἀποβῆ φαινόμενον σύνηθες, νὰ γίνηται ἡ τοιαύτη γνωμοδότησις τῶν Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων ὑπὲρ παντὸς αἰτοῦντος, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐκτιμήσεως, τοῦ χρόνου τῆς προηγηθείσης ὑπηρεσίας, καὶ πάσης ἐκτιμήσεως τῶν ἠθικῶν προσόντων. Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀναλάβω τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸ 1892. Εἰσήγαγον ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μετεβλήθη εἰς νόμον, ὑπὸ στοιχεῖον ΒϞΗʹ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1892. Διὰ τοῦ νόμου τούτου εἰσήχθη ὁ θεσμὸς τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, διὰ τῶν ὁποίων συμπληροῦνται αἱ κεναὶ θέσεις τῶν πρωτοδικῶν καὶ τῶν ἀντεισαγγελέων. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, ὅτι ὁ θεσμὸς εὐδοκίμως ἐλειτούργησεν, ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐκαθωρίσθησαν αἱ περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται ἡ παῦσις τῶν παρὰ πρωτοδίκαις καὶ παρ’ ἐφέταις ἀντεισαγγελέων καὶ εἰσαγγελέων, τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ ἀντεισαγγελέως, τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ εἰσαγγελέως, τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, τῶν εἰρηνοδικῶν, πταισματοδικῶν, συμβολαιογράφων, ὑποθηκοφυλάκων καὶ τῶν δικαστικῶν ἐν γένει γραμματέων. Πρὸς διορισμὸν ὅμως εἰς θέσιν εἰσαγγελέως, ἢ πρὸς προβιβασμὸν εἰς ἀνωτέραν θέσιν, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, κατὰ τὴν γνώμην πεπειραμένων ἀνωτάτων δικαστικῶν λειτουργῶν, νὰ προκληθῆται ἡ γνώμη τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἐφετείου ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τῶν εἰσαγγελέων τῶν πρωτοδικῶν, τῆς ὁλομελείας δὲ τοῦ Ἀρείου Πάγου ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τῶν εἰσαγγελέων τῶν ἐφετῶν, τῆς γνωμοδοτήσεως ἐκδηλουμένης διὰ μυστικῆς ψήφου τῶν μελῶν τοῦ Ἐφετείου καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ σκοπὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφεώρων, εἰσαγαγὼν τὸν νόμον, ἦτο νὰ χειραφετηθῇ ἡ δικαιοσύνη ἀπὸ τὴν πολιτικήν. Πολλοὶ ὑπῆρχον οἱ φρονοῦντες, ὅτι τὰ τῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν δὲν εἶχον καλῶς, πάντες δὲ οἱ ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ διατελοῦντες, προκαλούμενοι νὰ καθορίσωσι τὰ αἴτια, ὧν ἕνεκεν δὲν ἐλειτούργει ὡς ἔδει ἡ δικαιοσύνη, ἀπέδιδον ταῦτα εἰς τὴν ἐπίδρασιν τῆς πολιτικῆς, εἰς τὴν ἐπέμβασιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὑπέλαβον ὡς ἐκ τούτου, ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμὲ, ἐπιθυμοῦντα διακαῶς τὴν ἀπρόσκοπτον καὶ σκόπιμον λειτουργίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, νὰ ἐξεύρω τὸ σύστημα, καθ’ ὃ ἐπετυγχάνετο ἡ χειραφέτησις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὴν κυρίως ἐκτελεστικήν. Οὕτω, ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ διορισθῇ πρὸ πάντων εἰσαγγελεὺς, ἢ νὰ γείνῃ προβιβασμὸς εἰς θέσιν εἰσαγγελέως, ἐθεώρησα ὅτι ἡ Δικαιοσύνη πρέπει νὰ ἔχῃ εἰς τοῦτο τὴν πρωτοβουλίαν. Οὗτος ἦτο ὁ θεμελιώδης σκοπὸς τοῦ νόμου ἐκείνου, ὅστις τῇ εἰσηγήσει μου ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἀφοῦ δὲ ὁ νόμος ἐκανόνισε τὰ τῶν προσόντων καὶ διορισμῶν, ἐπεβάλλετο εἰς ἐμὲ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου. Ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἦτο προσῆκον, δημοσιεύων τὸν νόμον ἐκεῖνον, νὰ περιβάλω καὶ περιφρουρήσω τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὰς θέσεις τῶν εἰσαγγελέων διὰ τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας καθιέρωσεν ὁ νέος νόμος, ἀφοῦ οὗτοι εἶχον διορισθῆ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου τοῦ 1890, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπῄτει ἕτερον προσὸν, εἰμὴ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ προέδρου καὶ τοῦ εἰσαγγελέως, γνωμοδότησιν χορηγηθεῖσαν ὑπὲρ πάντων, ἄνευ ἐκτιμήσεως χρόνου ὑπηρεσίας ἢ ἠθικῶν προσόντων. Προέβην λοιπὸν εἰς τὴν παῦσιν πάντων τῶν εἰσαγγελέων. Τότε ἀπηύθυνα πρὸς τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετείων τὴν ἑπομένην ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ἰδίαις χερσὶν ἔγραψα. Ἡ ἐγκύκλιος φέρει ἀριθ. 25583 καὶ χρονολογίαν 10 Ὀκτωβρίου 1892. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω τὸ κυριώτερον τῆς ἐγκυκλίου ταύτης τμῆμα, διότι ἐκ τούτου θέλετε ἐννοήσει, ὑπὸ τίνων ἀρχῶν καὶ πεποιθήσεων ἐνεφορούμην, διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀρχῶν, ἃς οὐδέποτε θέλω παύσει πρεσβεύων (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τοῦ νέου νόμου δὲν ἦτο εἰς ἐμὲ ἐπιβεβλημένη ἡ ἀπόλυσις τῶν διατελούντων εἰς τὰς θέσεις τῶν εἰσαγγελέων, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 10 § βʹ τοῦ νόμου τούτου, οἱ διατελοῦντες νῦν εἰς τὴν εἰσαγγελικὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ παρὰ πρωτοδίκαις εἰσαγγελέως καὶ ἄνω θεωροῦνται ὡς ἔχοντες τὰ προσόντα κατὰ τὸν νόμον τοῦτον. Ἦτο ὅμως εἰς ἐμὲ ἠθικῶς ἐπιβεβλημένη ἡ ἀπόλυσις τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον καθεστὼς διωρισμένων εἰς τὰς θέσεις τῶν εἰσαγγελέων, ὅπως τὰ διὰ τοῦ νέου νόμου καθιερούμενα πλεονεκτήματα χορηγηθῶσιν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἑνώνουσι τὰ προσόντα καὶ τὰ ἐχέγγυα, τὰ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ νόμου ἀπαιτούμενα. Ἦτο δι’ ἐμὲ ἠθικῶς ἐπιβεβλημένη ἡ ἀπόλυσις αὕτη ἐκ τῆς πρακτικῆς σκέψεως, ὅτι ἔδει νὰ διασκεδασθῇ καὶ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια, ὅτι ἡ σχοῦσα τὴν πρωτοβουλίαν ἐν τῇ ὑποβολῇ καὶ τῇ ἐπιψηφίσει τοῦ νέου νόμου Κυβέρνησις δὲν ἐνεφορεῖτο ἰδεῶν γενικῶν, ἀφορωσῶν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας. Ἦτο εἰς ἐμὲ ἠθικῶς ἐπιβεβλημένον τὸ μέτρον τοῦτο ἐκ τοῦ συμφέροντος αὐτῶν ἐκείνων, οἵτινες, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νέου νόμου, θέλουσι καταλάβει τὰς θέσεις τῶν εἰσαγγελέων, καθόσον οὐδεὶς δύναται ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν προῆλθεν ἐκ μόνης τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἦτο τέλος ἐπιβεβλημένον τὸ μέτρον τοῦτο εἰς ἐμὲ ἰδίως ἐκ τοῦ σκοποῦ, πρὸς ὃν εἰλικρινῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως ἀφεώρων, εἰσηγησάμενος τὴν τοῦ νέου νόμου ἐπιψήφισιν, τοῦ σκοποῦ τῆς προαγωγῆς τῶν εἰσαγγελικῶν θέσεων ἐν τῇ προσηκούσῃ αὐτῶν περιωπῇ, διότι ἀκράδαντον ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἣν αὐτοτελῆ κατέστησε τὸ θεμελιῶδες ἡμῶν πολίτευμα, δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ ὑψίστης σπουδαιότητος σκοποῦ, πρὸς ὃν προώρισται, ἂν οἱ ἀσκοῦντες τὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα τῶν εἰσαγγελέων καθυστεροῦσιν εἰς τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ὑπὸ τῶν νόμων σπουδαιοτάτην ἀποστολὴν ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς δικαιοσύνης καὶ ἰδίᾳ τῆς ποινικῆς. «Ὁ νόμος, εἰς οὗ τὴν ἐφαρμογὴν καλεῖται νὰ ἐργασθῇ νῦν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐκτελεστικῆς, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἀποτελεῖ, ὡς ἤδη ἐδήλωσα ἐπισήμως καὶ ὡς ὑμεῖς αὐτοὶ ἐκ τοῦ πρυτανεύσαντος ἐν αὐτῷ πνεύματος διαγιγνώσκετε, τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς τὴν πλήρη τῆς Δικαιοσύνης χειραφέτησιν· εἶναι ἀναντιῤῥήτως ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἀφοῦ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα εὐλόγως ἀνεγνώρισεν ὡς αὐτοτελῆ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἀναπόδραστον ἔχει καθῆκον ἡ Πολιτεία νὰ καταστήσῃ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς ἀνεξάρτητον οἱασδήποτε ἐπηρείας. Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, οἵτινες θέλουσιν ἐκλέγεσθαι διὰ διαγωνισμοῦ, ἡ δι’ αὐτῶν τῇ γνωμοδοτήσει τῶν δικαστηρίων πλήρωσις τῶν θέσεων τῶν ἀντεισαγγελέων καὶ πρωτοδικῶν, ἡ συμμετοχὴ τῶν Ἐφετείων καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐν τῷ διορισμῷ τῶν εἰσαγγελέων, ἐν τῇ μεταθέσει αὐτῶν εἰς ἰσόβιον θέσιν καὶ ἐν τῇ προαγωγῇ τούτων καὶ τῶν λοιπῶν ἰσοβίων δικαστῶν, καὶ ἡ περιφρούρησις τῶν εἰσαγγελέων, ἀντεισαγγελέων καὶ πάντων τῶν κατωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ πάσης ἀναιτιολογήτου ἀπολύσεως ὑπηγορεύθησαν προδήλως ὑπὸ τοῦ σκοποῦ τῆς ἀνεπηρεάστου λειτουργίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ λειτουργία ταύτης ἐν πολλοῖς μέχρι τοῦδε προσέκοπτε καὶ παρεῖχεν ἀφορμὴν εἰς ἐπικρίσεις, αἵτινες καιρίως παραβλάπτουσι τὸ γόητρον καὶ τὸ κῦρος, μεθ’ ὧν δέον νὰ περιβάλληται ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Πολιτείας ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Οἱ ἐπικρίνοντες ἢ σχολιάζοντες τὰ τῆς παρ’ ἡμῖν λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης ἠρέσκοντο νὰ ἀποδίδωσι τὰ ἐπιπροσθοῦντα αἴτια εἰς τὴν ἐν τοῖς ἀφορῶσι τὴν Δικαιοσύνην παρέμβασιν ἢ συμμετοχὴν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐν τῷ μέλλοντι ὅμως τὴν ἐπὶ τῇ καθυστερήσει ἢ πλημμελεῖ διεξαγωγῇ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν Δικαιοσύνην εὐθύνην ἀμέριστον θέλει ὑπέχει αὐτὴ αὕτη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Ἐὰν οἱ καλούμενοι νὰ συμπράξωσιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νόμου λειτουργοὶ τῆς Θέμιδος ἐκπληρώσωσι τὰ ἀνατιθέμενα αὐτοῖς καθήκοντα μετ’ εὐσυνειδησίας, μετ’ ἀμεροληψίας καὶ μετὰ τοῦ εἰλικρινοῦς ἐκείνου ἐνδιαφέροντος, ὅπερ δέον νὰ ἐμπνέῃ εἰς πάντας ὁ ὑπὲρ τῆς ἀνυψώσεως τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μας ἔρως, οὐ μόνον ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος θέλει παγκοίνως ἀναγνωρισθῆ ὡς πρώτιστος παράγων τῆς παρ’ ἡμῖν εὐνομίας καὶ εὐημερίας, ἀλλὰ συνάμα ἡ λειτουργία τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας θέλει συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν καὶ προαγωγὴν τῶν λοιπῶν κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως. Ἐὰν τοὐναντίον, ὅπερ δὲν πιστεύομεν, εὑρεθῶσι δικασταὶ ἰσόβιοι, οἵτινες, ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν ὑπὸ τοῦ νέου νόμου ἐπιβαλλομένων αὐτοῖς δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων, ἤθελον ὑπολάβει, ὅτι εἶναι αὐτοῖς ἐπιτετραμμένον νὰ ὁδηγηθῶσιν ὑπὸ προσωπικῶν συμπαθειῶν ἢ ἀντιπαθειῶν, πάντη ἀλλοτρίων πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, οἱ τοιοῦτοι δέον νὰ μὴ λησμονῶσι τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνουσιν ἠθικὴν ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς των καὶ τῆς κοινωνίας εὐθύνην ἐπὶ τῷ καιρίῳ κατὰ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσοβιότητος τραύματι, οὗτινος γίνονται παραίτιοι.» Προεκάλεσα λοιπὸν τὰ Ἐφετεῖα τοῦ Κράτους νὰ ὑποβάλωσι προτάσεις περὶ τῶν κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν δικαιουμένων νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τῶν εἰσαγγελέων. Ὡς πρὸς τὰ προσόντα, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἀσχοληθῶσι τὰ Ἐφετεῖα, διότι ὑπῆρχεν ὁ νόμος ὁ καθορίζων ταῦτα. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῶν Ἐφετῶν προτάσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἐφηρμόσθη ὁ νόμος ἀπαρεγκλίτως καὶ ἀνεπηρεάστως,—διότι διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας τῶν μελῶν τῶν Ἐφετείων τοῦ Κράτους προεβλήθησαν οἱ δυνάμενοι νὰ διορισθῶσι—προῆλθον ἐγὼ εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῶν θέσεων τῶν εἰσαγγελέων. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς τὸ Ἐφετεῖον τῶν Ἀθηνῶν μεταξὺ 20 ὑποψηφίων, μόνον 2 ἐθεωρήθησαν ἱκανοί, ὁ κ. Σαπουντζάκης καὶ ὁ κ. Γαλιάτσας. Δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν προσόντων τῶν προταθέντων. Ἀνέφερον τὰ ὀνόματα ταῦτα, ἵνα ἐνδείξω τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γινώσκῃ ἡ Βουλή. Οὐδέτερος τούτων ὑπεστηρίζετο ὑπὸ πολιτικοῦ τινος φίλου τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ἀπετέλουν μέλος.
§118ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὅσοι ἦσαν ὑποψήφιοι, τόσοι ἐπροτάθησαν ἀπὸ ὅλα τὰ Ἐφετεῖα.
§119ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ προταθέντες ἦσαν περισσότεροι. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης προσκομίσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι οἱ προταθέντες ἦσαν περισσότεροι τῶν διορισθέντων. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται μόνον περὶ τοῦ ἀναμφισβητήτου γεγονότος, ὅτι οἱ παρ’ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ, γενόμενοι διορισμοὶ εἰσαγγελέων ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ἀπὸ τὰ Ἐφετεῖα. Εἰς παύσεις δὲ εἰσαγγελέων ἐφετῶν καὶ ἀντεισαγγελέων δὲν προῆλθον, διότι οἱ κατέχοντες τὰς θέσεις ταύτας ἦταν ἀρχαῖοι καὶ διακεκριμένοι δικαστικοὶ λειτουργοί. Ἠναγκάσθην μόνον ν’ ἀντικαταστήσω ἕνα τῶν εἰσαγγελέων ἐφετῶν, τὸν κ. Μπένσην, μετατεθέντα εἰς Λάρισαν καὶ ἀρνηθέντα νὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του, δι’ ἄλλου, ὁ ὁποῖος εἶχε τὰ κατὰ νόμον προσόντα. Οἱ γενόμενοι εἰσαγγελεῖς ὑπὸ τὸν λειτουργοῦντα νόμον, ὡς ἡ στατιστικὴ τοῦ Ὑπουργείου ἀποδεικνύει, εἰργάσθησαν μετὰ ζήλου καὶ εἰλικρινοῦς ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῆς ἀμερολήπτου καὶ ἐνημέρου ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἤθελε προσκομίσει ἐνταῦθα τὴν στατιστικὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τοῦ ἔτους 1893, ἤθελεν ἐκ ταύτης πεισθῆ ἡ Βουλή, ὅτι ἡ γενομένη ἐργασία ὑπὸ τῶν εἰσαγγελέων τῶν διορισθέντων κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ὑπῆρξε διπλασία τῆς τοῦ παρελθόντες ἔτους. Εἰς τοὺς διορισμοὺς τῶν εἰσαγγελέων τούτων περιελήφθησαν καὶ δικηγόροι ἐκ τῶν εὐδοκίμως ἐν τῷ ἐπαγγέλματι αὐτῶν ἐργαζομένων, προέβαλον δὲ τὴν ὑποψηφιότητα αὐτῶν καὶ ἐδέχθησαν νὰ διορισθῶσιν εἰσαγγελεῖς, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα παρεῖχεν αὐτοῖς ὁ νόμος, ἤτοι αἱ ἐγγυήσεις περὶ τῆς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διατηρήσεώς των, ἤθελον διατηρηθῆ. Ἄλλως ἀμφιβάλλω, ἐὰν οὗτοι ἤθελον ἀποφασίσει νὰ προβάλωσιν ὑποψηφιότητα. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ μακαρίτου Ροζάκη, ὁ ὁποῖος τὸ καθῆκόν του ἐξεπλήρωσε μετ’ αὐτοθυσίας, οὔτε περὶ ἄλλων τινῶν εἰσαγγελέων, οἱ ὁποῖοι ὡς δικηγόροι ἐξήσκουν εὐδοκίμως καὶ ἐπιτυχῶς τὸ ἑαυτῶν ἐπάγγελμα, ἐγκατέλειψαν δὲ τοῦτο ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι, ἐὰν ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἡ χρησιμότης αὐτῶν ἐν τῇ ποινικῇ δικαιοσύνῃ, ἤθελον ἴσως τύχει καὶ βελτίονος θέσεως. Δὲν ἔχω ἐνδιαφέρον νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ πάντων, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὰς θέσεις τῶν εἰσαγγελέων, διότι πιθανῶς εἰσήχθησαν καί τινες, οἵτινες ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν ἐπιβαλλομένων αὐτοῖς καθηκόντων ὑπελείφθησαν τῶν προσδοκιῶν, τὰς ὁποίας ἐστήριξεν ἐπ’ αὐτῶν ἡ εὐνοϊκῶς γνωμοδοτήσασα ὁλομέλεια τοῦ Ἐφετείου. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τούτους ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει πάντα τὰ μέσα, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἀπομάκρυνσιν αὐτῶν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν τοῦ νόμου. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ νόμος οὗτος τοσοῦτον ἀγλαοὺς καρποὺς παρήγαγεν ὑπὲρ τῆς ποινικῆς πρὸ πάντων δικαιοσύνης, σήμερον πρόκειται νὰ ἀνατρέψωμεν πάσας τὰς διατάξεις αὐτοῦ, διὰ τῶν ὁποίων περιεφρουρήθη ἡ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διατήρησις τῶν διωρισμένων καὶ ὑπηρετούντων εἰσαγγελέων. Ἀλλ’ ὅπως καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δημοσίων λειτουργῶν, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἰς ἕνα μόνον ἀφορᾷ σκοπὸν, νὰ καταργήσῃ τοὺς ὑφεστῶτας φραγμοὺς, δι’ ὧν προστατεύονται δημόσιοι λειτουργοὶ ἐκπληροῦντες εὐσυνειδήτως καὶ ἀμερολήπτως τὸ ἑαυτῶν καθῆκον καὶ χρησιμεύοντες εἰς τὴν εἰλικρινῆ τῶν νόμων ἐφαρμογὴν καὶ εἰς τὴν ἐπιβαλλομένην τῇ διοικητικῇ καὶ δικαστικῇ ἐξουσίᾳ ἀποστολὴν, καὶ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν τοὺς ὑπ’ αὐτῆς εὐνοουμένους, τοὺς ὑπὸ τοῦ κόμματος ὑποστηριζομένους. Τὴν καταφανῆ δὲ ταύτην πρόθεσίν της πραγματοποιεῖ οὐχὶ διὰ ὑποβολῆς νομοσχεδίου καταργοῦντος τοὺς ὑφεστῶτας περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων νόμους, ἀλλὰ διὰ νομοσχεδίου μεταῤῥυθμίζοντος τοὺς ὑφεστῶτας κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα τὴν παῦσιν τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν εἰσελθόντων δυνάμει νόμων ἀσφαλιζόντων αὐτοῖς τὴν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διατήρησιν καὶ προαγωγὴν, καὶ συνάμα εὐρύνοντα τὰ προσόντα τῶν διορισθησομένων. Ἐν παραδείγματι τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νόμου ͵ΒϞΗʹ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1892 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς εἰσαγγελία παρὰ πρωτοδίκαις προβιβάζεται ἢ διορίζεται ὁ ὑπηρετήσας ἐπὶ τετραετίαν ὡς εἰσαγγελεὺς, ἢ ἐπὶ πενταετίαν ὡς ἀντεισαγγελεὺς παρὰ πρωτοδίκαις, ἢ πρωτοδίκης, ἢ ἐπὶ ὀκταετίαν ὡς δικηγόρος, μετὰ γνωμοδότησιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἐφετείου, παρ’ ᾧ ὑπηρετεῖ ἢ ὑπηρέτει.» Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ συζητοῦμεν «διορίζεται ἢ προβιβάζεται εἰς εἰσαγγελέα πρωτοδικῶν ὁ ὑπηρετήσας ὡς εἰσαγγελεὺς ἐπὶ ἓν ἔτος (ἀντὶ τετραετίας), ἢ ὡς ἀντεισαγγελεὺς παρὰ πρωτοδίκαις ἢ πρωτοδίκης ἐπὶ τριετίαν (ἀντὶ πενταετίας), ἢ δικηγόρος ἐπὶ ὀκταετίαν, μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ προέδρου τοῦ Πρωτοδικείου, τοῦ προέδρου καὶ εἰσαγγελέως τοῦ Ἐφετείου, καὶ ἂν αἱ γνωμοδοτήσεις τῶν δύο τοὐλάχιστον ἦναι ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου, μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ πενταμελοῦς Συμβουλίου. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου 1, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ, πρὸς τίνα σκοπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνη ὑπέλαβεν, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ γνωμοδότησις ἢ χορηγουμένη ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἐφετείου καὶ ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ν’ ἀντικατασταθῇ ἀπὸ τὴν γνωμοδότησιν μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἀποτελουμένης ἀπὸ τὸν πρόεδρον, εἰσαγγελέα καὶ ἀντιπρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἀπὸ δύο ἀρειοπαγίτας. Εἰς αὐτὴν μάλιστα τὴν ἐπιτροπὴν δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ γνωμοδοτῇ καὶ ὅταν πρόκειται περὶ διορισμοῦ εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν καὶ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἡ θέσις τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν, ἡ θέσις τοῦ ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν πρὸ πάντων, εἶναι ἀνωτέρα τῆς τοῦ ἀρειοπαγίτου, καὶ ὅμως ἔρχονται δύο ἀρειοπαγῖται, οἱ ὁποῖοι γνωμοδοτοῦσιν ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν αὐτῶν! Ἀλλὰ πρὸ παντὸς εἶναι ἀνάγκη νὰ γινώσκωμεν πάντες, ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ ἐπιτροπῆς ὀλιγομελοῦς, ἡ ἐπίδρασις τῶν κοινωνικῶν σχέσεων καὶ τῆς ἰσχυούσης πολιτικῆς μερίδος εἶναι εὐχερεστέρα. Ἐν τῇ Βουλῇ, εἰς τὴν ὁποίαν συνεζητήθη ὁ νόμος τοῦ 1892, ὑπεβλήθησαν πολλαὶ ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας, ἐπεκράτησε δὲ ἡ γνώμη, ὅτι πρέπει, ὅταν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν γνώμην ἀνεπηρέαστον εἴτε ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἐφετείου εἴτε ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, νὰ καθιερώσωμεν τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν, διότι οὕτω καὶ μόνον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ γνωστὴ εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν οὗτος ὁ ἐφέτης ἢ ἐκεῖνος ὁ ἀρειοπαγίτης περὶ ὡρισμένου προσώπου. Τοῦτο δὲν ἤρεσεν εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἥτις καταργεῖ τὴν διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκφερομένην γνωμοδότησιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἐφετείου καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ καθιεροῖ ἁπλῆν γνωμοδότησιν, διδομένην ἄνευ μυστικῆς ψηφοφορίας, παρὰ Συμβουλίου ἀποτελουμένου παρὰ τῶν πέντε προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὸ σήμερον προτεινόμενον οὐδόλως διαφέρει ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο καὶ πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1892 διὰ τῶν γνωμοδοτήσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβάλλοντο ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα καὶ τὸν πρόεδρον τῶν ἐφετῶν καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Εἶναι τοσοῦτον μικρὰ ἡ κοινωνία ἡμῶν, τοσαῦται αἱ σχέσεις καὶ αὐτῶν τῶν ἀνωτάτων δικαστικῶν λειτουργῶν πρὸς τοὺς ἐνδιαφερομένους, ἀνήκοντας μάλιστα εἰς τὸν αὐτὸν κλάδον, ὥστε ἀποβαίνει ἀδύνατος ἡ ἐλπὶς, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προβληθῇ ὑποψηφιότης τούτου ἢ ἐκείνου τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα πρὸς διορισμὸν καὶ νὰ μὴ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ Συμβουλίου τούτου ἡ κρατοῦσα πολιτικὴ, ἢ αἱ ἰδιαίτεραι σχέσεις καὶ ὑποχρεώσεις τῶν ἀποτελεσάντων τὴν ἐπιτροπήν. Δὲν πρέπει νὰ πλανῶνται οἱ φρονοῦντες, ὅτι, ἐπειδὴ ἐκ τῶν 5, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸ Συμβούλιον τοῦτο, οἱ 4 εἶναι ἰσόβιοι, δύνανται ἐκ τοῦ λόγου ὅτι εἶναι ἰσόβιοι νὰ ἔχωσιν ἀσφαλὲς ἐχέγγυον περὶ τοῦ ἀνεπηρεάστου τῆς γνώμης αὐτῶν ἐπὶ προτάσεως ἀφορώσης εἰς προσωπικὰ ζητήματα. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ ὁλομέλεια τῶν ἐφετῶν ἢ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ παρεπλανήθη ἴσως ἐκ λόγων ἀτομικῆς συμπαθείας πρὸς παροχὴν γνώμης εὐνοϊκῆς ὑπέρ τινος τῶν ὑποβαλόντων τὴν ὑποψηφιότητα αὐτοῦ, οὐδεμία πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι, ὅταν ἤδη, καταργοῦντες τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν, περιορίζωμεν μόνον τὴν γνωμοδότησιν εἰς πενταμελὲς Συμβούλιον, θὰ ἔχωμεν χείρονα ἀποτελέσματα καὶ τὴν διαχείρισιν τῆς δικαιοσύνης ἀσυγκρίτως χείρονα. Πλὴν τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου τοῦ 1892 τροποποιεῖται καὶ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ αὐτοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου τοῦ 1892 ἔχει ὡς ἑξῆς: «Εἰς ἀντεισαγγελέα παρ’ ἐφέταις ἢ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, ἢ εἰς εἰσαγγελέα παρ’ ἐφέταις διορίζεται ἢ προβιβάζεται ὁ ἔχων τὰ προσόντα τοῦ νόμου ΧΞΤʹ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1877, μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου.» Τοῦ ἄρθρου 10 τὰ προσόντα διήρεσε τὸ νομοσχέδιον εἰς δύο, εἰς τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὸ ἄρθρον 3· καὶ τὸ μὲν ἄρθρον 2 ἀφορᾷ μόνον εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ εἰσαγγελέως παρ’ ἐφέταις, διὰ τὸν ὁποῖον ἀρκεῖται εἰς τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον καθιεροῦται διὰ τοῦ ἄρθρου 1, διὰ τοῦ ἄρθρου ὅμως 3 μεταβάλλει ἐκ βάθρων τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν διορισμὸν ἢ τὸν προβιβασμὸν εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν ἢ τοῦ ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου· διότι, ἐνῷ κατὰ τὸν κρατοῦντα νόμον ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο ἡ γνώμη τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀπαιτεῖται ἢ μόνον ἡ γνωμοδότησις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δηλ. δὲν ἀπαιτεῖται οὐδεμία γνωμοδότησις· διότι δὲν πρέπει νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου ἡμῶν, οἱ διορισμοὶ εἰς θέσιν ἀνωτάτην βεβαίως ἀποφασίζονται, ἐὰν ὄχι ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, βεβαίως ὅμως ἐν συνεννοήσει μεταξὺ τοῦ προϊσταμένου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν εἶναι δὲ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἢ μόνον μία κυβερνητικὴ πρᾶξις. Ἔχομεν λοιπὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατηργημένην πᾶσαν ἐγγύησιν ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν καὶ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 καταργεῖται τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νόμου ͵ΒϞΗʹ τοῦ 1892, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς ἑξῆς: «Αἱ θέσεις τοῦ παρὰ πρωτοδίκαις εἰσαγγελέως, τοῦ παρ’ ἐφέταις εἰσαγγελέως καὶ ἀντεισαγγελέως καὶ τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ ἀντεισαγγελέως ἐξομοιοῦνται, ὡς πρὸς τὰ προσόντα καὶ τὸν χρόνον διὰ τὴν μετάθεσιν εἰς ἰσόβιον θέσιν ἢ τὴν προαγωγήν, πρὸς τὰς ὁμοιοβάθμους ἰσοβίους θέσεις. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ μεταθέσει ἢ προαγωγῇ εἰς ἰσόβιον θέσιν ἀπαιτεῖται γνωμοδότησις τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου.» Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης φρονεῖ, ὅτι ἡ ἐξομοίωσις τῶν προσόντων τῶν εἰσαγγελέων πρὸς τὰς ὁμοιοβάθμους θέσεις τῶν ἰσοβίων ἔχει τι τὸ ἄτοπον καὶ ἄδικον· ἄτοπον μὲν, διότι κατ’ αὐτὸν δὲν δύνανται οἱ ὡς εἰσαγγελεῖς ὑπηρετοῦντες νὰ ἔχωσι τὰς αὐτὰς γνώσεις, καὶ δὲν προσφέρουσι τὰς αὐτὰς ὑπηρεσίας, ἄδικον δὲ, διότι διὰ τῆς ἐξομοιώσεως αὐτῶν πρὸς τοὺς κατέχοντας ὁμοιοβάθμους ἰσοβίους θέσεις ἀδικοῦνται οἱ κατέχοντες ἰσοβίους θέσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τοῦτο ἴσως ἔχει δίκαιον, διότι διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προτείνει, οὐδεμία ἀποδίδεται σπουδαιότης καὶ σημασία εἰς τὰς θέσεις τῶν εἰσαγγελέων, ἀφοῦ ταύτας δι’ οὐδεμιᾶς περιβάλλει ἐγγυήσεως, ἐξ ἐκείνων, ἃς ὁ ὑφεστὼς νόμος καθιεροῖ. Ἐγὼ ὅμως, εἰσάγων τὸν νόμον τοῦ 1892 καὶ ὑποστηρίξας αὐτὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐφρόνουν, ὅτι ὁ σπουδαιότερος παράγων πρὸς ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης εἶναι οἱ εἰσαγγελεῖς, καὶ ὅτι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ λειτουργῇ παρ’ ἡμῖν ἀπροσκόπτως καὶ εὐδοκίμως ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη, πρέπει νὰ ζητῶμεν ἐχέγγυα καὶ νὰ ἀσφαλίσωμεν διὰ πλεονεκτημάτων ἐφικτῶν καὶ δεδικαιολογημένων τοὺς κατέχοντας τὰς θέσεις τῶν εἰσαγγελέων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅταν τις ὑπηρετῶν ἐν θέσει εἰσαγγελέως ἐπὶ 5 ἢ 6 ἔτη, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος, ἤθελεν ἀποδείξει ἀρετὰς δικαιολογούσας τὴν προαγωγὴν αὐτοῦ ἢ τὴν μετάθεσίν του εἰς ἰσόβιον θέσιν, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς αὐτὸν τὴν βελτίωσιν ταύτην τῆς θέσεώς του. Ἀλλ’ ἡ ἐξομοίωσις αὕτη πρὸς τὰς ὁμοιοβάθμους ἰσοβίους θέσεις δὲν ὑπάρχει ἀπεριόριστος. Πρὸς προαγωγὴν ἢ μετάθεσιν εἰς θέσιν ἰσόβιον ὁ νόμος ἀπῄτησεν, ὅπως γνωμοδοτῇ προηγουμένως ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ. Ἡ διάταξις αὕτη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐν τῷ διαστήματι τῶν 2½ ἐτῶν, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε διέῤῥευσαν, δὲν ἐφηρμόσθη, εἰμὴ ὡς πρὸς ἕνα καὶ μόνον, τὸν κ. Καψάλην, ὁ ὁποῖος ἐπὶ πολλὰ ἔτη κατεῖχε τὴν θέσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως τῶν ἐφετῶν καὶ ἐγένετο ἐφέτης· ὡς πρὸς μόνον αὐτὸν ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 11, ἥτις καταργεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 4 ἀντικαθίσταται ἡ § βʹ τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου τοῦ 1892. Κατὰ τὴν καταργουμένην παράγραφον, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀπολυθῇ τῆς ὑπηρεσίας εἰσαγγελεύς, ἀντεισαγγελεὺς παρὰ πρωτοδίκαις ἢ παρ’ ἐφέταις λόγῳ προηγηθείσης πειθαρχικῆς τιμωρίας, ἢ λόγῳ ἀσυμβιβάστου διαγωγῆς πρὸς τὰ καθήκοντα τῆς θέσεώς του, ἀπαιτεῖται νὰ γνωμοδοτήσῃ ὡς πρὸς μὲν τοὺς εἰσαγγελεῖς πρωτοδικῶν ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἐφετείου, ὡς πρὸς δὲ τοὺς εἰσαγγελεῖς ἐφετῶν, ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀπαιτεῖται μόνον ἡ γνωμοδότησις τῆς πενταμελοῦς ἐπιτροπῆς, ὡς πρὸς δὲ τὴν παῦσιν ἀντεισαγγελέως παρὰ πρωτοδίκαις οὐδεμία ἀπαιτεῖται γνωμοδότησις. Ἀλλ’ ὅ,τι κυρίως, Κύριοι, προεκάλεσε τὴν προσοχήν μου, οὐδεμίαν δ’ ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι προεκάλεσε καὶ τὴν προσοχὴν ἁπάντων ὑμῶν, ὅσοι ἐμελετήσατε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5, κατὰ τὴν ὁποίαν «οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ ἀντεισαγγελεῖς τῶν ἐφετῶν, ὡς καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν πρωτοδικῶν, ἀπολυθήσονται ἅμα τῇ ἰσχύϊ τοῦ παρόντος νόμου, ὅπως διορισθῶσι τοιοῦτοι δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νόμου.» Τὴν διάταξιν ταύτην ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, πρωτοφανῆ, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐν ἄλλῳ τινὶ νόμῳ ἀναγραφὴν τοιαύτης διατάξεως. Ἀλλὰ τὸ πρωτοφανὲς δὲν μὲ ἐκπλήττει, διότι πολλὰ εἶναι τὰ σήμερον προβαλλόμενα πρωτοφανῆ. Ὅ,τι μὲ ἐκπλήττει, εἶναι τοῦτο ἰδίως, ὅτι τὴν διάταξιν ταύτην εὑρίσκω ἀντισυνταγματικήν. Κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς δημοσίους λειτουργούς. Ἄλλη εἶναι ἡ θέσις τοῦ Βασιλέως, ὅταν καλῆται ὡς μέλος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ κυρώσῃ ἕνα νόμον, καὶ ἄλλη ἡ θέσις Αὐτοῦ, ὅταν καλῆται ὑπὸ Ὑπουργοῦ προτείνοντος εἰς Αὐτὸν νὰ διορίσῃ ἢ νὰ παύσῃ ὑπάλληλον. Ὅταν διὰ τοῦ νόμου τούτου καταστήσωμεν ὑποχρεωτικὴν τὴν ἀπόλυσιν τῶν εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων τῶν ἐφετῶν καὶ τῶν πρωτοδικῶν, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει ἀντίῤῥησίν τινα εἰς τὴν ἀπόλυσιν τούτου ἢ ἐκείνου ἐκ τῶν εἰσαγγελέων, λόγῳ ὅτι οὗτος ἔχει προηγουμένην ὑπηρεσίαν πολυετῆ καὶ εὐδόκιμον, ἢ ὅτι προσήνεγκεν ἐν τῷ παρελθόντι ὑπηρεσίαν πολύτιμον πρὸς τὸ Κράτος, ἢ ἔχει προσόντα, τὰ ὁποῖα καθιστῶσι τὴν παρουσίαν του ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀναγκαίαν, ὁ Ὑπουργὸς θέλει προβάλει εἰς Αὐτὸν τὸν λόγον, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ ὑπογραφή του ἐν τῷ διατάγματι περὶ ἀπολύσεως, διότι ἐπετάχθη ἡ ἀπόλυσις διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς παρατηρήσεως ταύτης, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἑλκύω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν τοιαῦται νὰ παρεισάγωνται διατάξεις εἰς τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ψηφίζομεν. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καταργουμένων τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται ἡ παῦσις τῶν εἰσαγγελέων, ἀποκτᾷ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως πάντων τῶν εἰσαγγελέων, διατὶ νὰ μὴ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμά του τοῦτο ἄνευ τῆς διατάξεως αὑτῆς τοῦ νομοσχεδίου; Ὁ νόμος τοῦ 1892 οὐδεμίαν τοιαύτην διάταξιν περιελάμβανεν, ἐν τούτοις ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἐκωλύθην ἐκ τούτου νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν πάντων τῶν εἰσαγγελέων καὶ νὰ προκαλέσω τὴν ὁλομέλειαν τῶν Ἐφετείων νὰ ὑποβάλῃ προτάσεις πρὸς διορισμὸν ἑτέρων, πρὸς πλήρωσιν τῶν θέσεων τούτων. Δὲν δύναμαι, ὁμολογῶ, νὰ ἀνεύρω δικαιολογικὸν λόγον ἀποχρῶντα πρὸς εἰσαγωγὴν τοιαύτης διατάξεως, ἡ ὁποία, ὡς εἶπον, καὶ πρωτοφανὴς καὶ ἄσκοπος καὶ ἀντισυνταγματικὴ εἶναι.
§120ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διατί;
§121ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως δὲν ἐξηγήθην καλῶς. Ἡ θέσις τοῦ Βασιλέως, ὡς μέλους τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἶναι διάφορος τῆς θέσεως Αὐτοῦ, ὡς ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐν τῇ πρώτῃ περιπτώσει ὁ Βασιλεύς, εἰσηγουμένης παρ’ Αὐτῷ τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ Ὑπουργοῦ, κυρώνει νόμον. Τοῦτο πράττει ὡς μέλος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει εἶναι ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ δικαιοῦται πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, τὸν ὑποβάλλοντα εἰς Αὐτὸν πρότασιν πρὸς παῦσιν ὡρισμένου ὑπαλλήλου, νὰ συζητήσῃ καὶ ἴσως καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν παραίτησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐὰν διαφωνῇ πρὸς αὐτόν. Ἐν τῇ προκειμένῃ ὅμως περιπτώσει, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον γένηται νόμος, δὲν δύναται νὰ διαφωνήσῃ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, διότι ὁ Ὑπουργὸς θὰ εἴπῃ πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅτι «εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, Μεγαλειότατε, νὰ παύσωμεν πάντας τοὺς εἰσαγγελεῖς, διότι τὸ ἐπιβάλλει ὁ νόμος.» Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «Οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ ἀντεισαγγελεῖς τῶν ἐφετῶν, ὡς καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν πρωτοδικῶν, ἀπολυθήσονται ἅμα τῇ ἰσχύϊ τοῦ παρόντος νόμου.»
§122ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ τοὺς ἔπαυσεν ἡ Βουλή.
§123ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως δικαιοῦται νὰ εἴπῃ ὁ Ὑπουργὸς πρὸς τὸν Βασιλέα: «Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἀρνηθῆτε τὴν ὑπογραφήν Σας εἰς τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω διάταγμα περὶ παύσεως τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ εἰσαγγελέως».
§124ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐὰν κυρώσῃ τὸν νόμον.
§125ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κύρωσις ἑνὸς νόμου ὑπὸ τοῦ Βασιλέως εἶναί τι διάφορον τῆς ἀσκήσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Οἱονδήποτε νομοδιδάσκαλον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ἂν συμβουλευθῆτε, θέλετε ἴδει τὴν διάκρισιν μεταξὺ τοῦ Βασιλέως, ὡς μέλους τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ τοῦ Βασιλέως, ὡς ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
§126ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν σας τὸ ἄρθρον 34, νομίζω, τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπαλλήλους, ἐκτὸς ἐξαιρέσεων ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένων;
§127ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἐξηγήθη ἄριστα. Ἐάν τις ἐξετάσῃ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως, θέλει ἴδει, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἀφορᾷ τοὺς περιορισμοὺς τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τῶν Ὑπουργῶν ὡς πρὸς τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων. Εἶναι ἐντελῶς ἄσχετος πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Ἔχομεν, τέλος, τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον 14 § 1 τοῦ νόμου τοῦ 1892 τροποποιεῖται· Κατὰ τὴν διάταξιν τῆς § 1 τοῦ ἄρθρου 14, εἰς τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται ἡ ἀπόλυσις εἰσαγγελέων καὶ ἄλλων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὑπάγονται καὶ οἱ εἰρηνοδίκαι, οἱ πταισματοδίκαι, οἱ συμβολαιογράφοι, οἱ ὑποθηκοφύλακες, οἱ γραμματεῖς τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων. Ἐὰν ἐπιπολαίως τις ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου, δύναται ἴσως νὰ ἐρωτήσῃ: ποῦ εὑρίσκετε, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι δύνανται οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ ἀντεισαγγελεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων νὰ ἀπολύωνται ἄνευ λόγου τινός; Εἶναι ἡ διατύπωσις ἐφευρημένη εὐφυῶς, ὥστε ν’ ἀποπλανᾷ τὸν ἐπιπολαίως ἀναγινώσκοντα. Εἰς τὸν ἐπισταμένως ὅμως ἀναγινώσκοντα γίνεται καταφανὲς, ὅτι ἡ σχετικὴ διάταξις ἡ ἐξασφαλίζουσα τοὺς εἰρημένους δικαστικοὺς λειτουργοὺς, ἀνατρέπεται ἄρδην. Κατὰ τὸ 1892 καὶ ὡς πρὸς τοὺς δικαστικοὺς γραμματεῖς ἐν γένει, ἤτοι ὡς πρὸς τοὺς γραμματεῖς τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων καὶ ὡς πρὸς τοὺς γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων, ἐψηφίσθη νόμος, καθιερῶν προσόντα ἀνώτερα τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἀπῃτοῦντο κατὰ τοὺς προηγουμένους νόμους πρὸς ἀπόκτησιν τοιαύτης θέσεως. Ἑπομένως ὅσοι μετὰ τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1892 νόμον διωρίσθησαν, εἶχον τὰ μείζονα προσόντα, τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτηθέντα. Ἐξαίρεσις ἐγένετο εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον εὑρεθῆ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐν τούτοις δὲν παύονται δυσκόλως, ὅταν ἀσκῆται ὁ προσήκων ἔλεγχος, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τοῦδε πολλοὶ τῶν γραμματέων Εἰρηνοδικείων ἐπαύθησαν, ὅπου ἐνησκήθη ὑπὸ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων ἡ προσήκουσα ἐποπτεία, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων.
§128ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καταργοῦνται τώρα τὰ προσόντα;
§129ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον νῦν καθιεροῦμεν, κατὰ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν νῦν, τακτικὴν, ἡ ὁποία ὠνομάσθη, ὡς ἔλεγον, τακτικὴ τῆς περισυλλογῆς καὶ ἀνορθώσεως, κατ’ ἐμὲ δὲ εἶναι τακτικὴ κατεδαφίσεως παντὸς ὅ,τι λειτουργεῖ εἰσέτι καὶ συγκρατεῖ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, κατὰ τὴν τακτικὴν ταύτην θέλομεν ἀπολήξει εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ συμπέρασμα, ἤτοι θέλομεν πάντας τοὺς περιορισμοὺς, τοὺς ἐκ τῆς καθιερώσεως προσόντων, καταργήσει. Εἰλικρινέστερον ἤθελον προσενεχθῆ οἱ εἰσηγηταὶ τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων, ἂν προέτεινον τὴν τελείαν τῶν προσόντων κατάργησιν καὶ δὲν περιωρίζοντο νὰ εὐρύνωσι μόνον τὸν κύκλον τῶν προσόντων, νομίζοντες, ὅτι ὑπάρχουσι πολλοὶ οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα ταῦτα, οὗ ἕνεκεν αἴρεται πᾶσα δυσκολία ἐν τῇ ἐξυπηρετήσει τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ κόμματος. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ λησμονῶσιν οἱ εἰσηγηταὶ τῶν προκειμένων νομοσχεδίων, ὅτι μετὰ τὴν εὐρύτητα τῶν προσόντων, τὴν ὁποίαν δημιουργοῦμεν, μετὰ τὴν ἐπανειλημμένην ἀνατροπὴν ὅλων τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι περιφρουροῦσι τοὺς εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν εἰσερχομένους καὶ ὑπολογίζοντας εἰς εὐρύτερον ἐν αὐτῇ στάδιον, θὰ καταστήσωμεν προβληματικὸν τὸν βίον τῶν δημοσίων λειτουργῶν, καὶ τὰς δημοσίας θέσεις θὰ ὀνομάζωμεν ὡς τὰ ἐπιβλαβέστερα διὰ τὴν Πολιτείαν ἐπαγγέλματα. Νομίζω, Κύριοι ὅτι δὲν πρέπει μετὰ τοσαύτης ἐλαφρᾶς συνειδήσεως νὰ προερχώμεθα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτων νόμων· πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἀναλογισθῶμεν, ὁποίας θὰ ἔχῃ συνεπείας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, μεταβαλλόμενον εἰς νόμον. Αἱ ὑπηρεσίαι τῶν Εἰσαγγελιῶν, αἱ ὑπηρεσίαι τῶν Εἰρηνοδικείων θέλουσι περιέλθει εἰς πλήρη ἔκλυσιν, θέλομεν ἴδει ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατηγόρει ὡς γινόμενον ἔν τινι χρονικῇ περιόδῳ ὡς πρὸς τοὺς δημοδιδασκάλους, θέλομεν δηλαδὴ ἴδει πάντας τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν ἐφετῶν καὶ τῶν πρωτοδικῶν τιθεμένους ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας, θέλομεν ἴδει πάντας τοὺς γραμματεῖς τῶν Πρωτοδικείων καὶ τῶν Εἰρηνοδικείων παυομένους, καὶ θέλομεν ἴδει ἀνερχομένους ἐπὶ τὰς θέσεις αὐτὰς, καὶ μάλιστα τὰς ἀνωτέρας, ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν θὰ παρέχωσιν ἐχέγγυα, ὅσα ἔχουσιν οἱ ἀπολυθησόμενοι.
§130ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ Σπανίδης μάλιστα!
§131ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προσώπου, οὔτε δύναμαι νὰ μεταβάλω εἰς συζήτησιν προσωπικὴν ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὴν συζήτησιν ἑνὸς νομοσχεδίου, τόσην ἔχοντος σπουδαιότητα καὶ τοσαύτην μέλλοντος νὰ ἀσκήσῃ ἐπιβλαβῆ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κατέλθω εἰς προσωπικὰς συζητήσεις, ἤθελον πείσει τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὀνομασθεὶς καταλέγεται μεταξὺ τῶν ἀρίστων δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον.
§133Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ τις ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, προτιμότερον νὰ ὁμιλήσῃ πρὸ ἐμοῦ, διότι ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι εὐκολύνει πολὺ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν λεχθῶσι σήμερον πάντα τὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν ν’ ἀπαντήσωμεν.
§135Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ θὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς, ὅπως ἐξηγήσω τὴν γνώμην μου, ἀλλ’ ὅσον τὸ δυνατὸν βραχυτάτας, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐποχήν. Πρῶτον εἶμαι κατὰ τοῦ τρόπου τοῦ ἀκρωτηριασμοῦ τῶν θεσμῶν. Μετὰ τὸν δικαστικὸν ὀργανισμὸν ἐγένετο, ὡς ἐγένετο, ὁ ὀργανικὸς νόμος περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος ἀνταπεκρίνετο εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τὰς συνταγματικὰς, ὁ νόμος τῆς 31 Δεκεμβρίου 1877, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἔζησεν ὁ νόμος ἐκεῖνος δεκαετίαν, ἐζητήθη ἡ βελτίωσίς του διὰ τοῦ νόμου τῆς 30 Ἰουνίου 1887, καὶ ὁμολογουμένως ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψηφίσθησαν βελτιώσεις τινὲς, ἀλλὰ συνέβη καὶ μὲ τὰς βελτιώσεις αὐτὰς ὅ,τι καὶ μὲ ὅλας· κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν κατεδολιεύθησαν. Ἐζητοῦντο προτάσεις, καὶ αἱ προτάσεις αὗται προεκαλοῦντο πολὺ εὐκόλως, ὥστε τ’ ἀποτελέσματα δὲν ἦσαν τὰ προσδοκώμενα. Ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τὸν νόμον τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890. Κατὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐκηρύχθην ὄχι μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, 3 ἢ 4 νομίζω, πάντοτε διὰ τὸν λόγον, ὅτι, ἐὰν κατεδολιεύθησαν αἱ καλαὶ ἐκεῖναι διατάξεις, ὑπῆρχε τρόπος βελτιώσεως· ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθημεν. Ἐζητήθη ἡ κατάργησις ἐκείνων τῶν ἐγγυήσεων, καὶ ἵνα φανῶ εὔγλωττος διὰ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν λόγων, τὰ πράγματα ἔσπευσαν πάρα πολὺ ἀτυχῶς νὰ ἐπαληθεύσωσι τὰ παρ’ ἡμῶν λεχθέντα. Ἐκηρύχθην σφόδρα κατὰ τῆς ἐλευθέρας κινήσεως τῶν χειρῶν τῶν Ὑπουργῶν, καὶ σθεναρῶς ἐντεῦθεν ἐπολεμήσαμεν τὸν νόμον ἐκεῖνον πάντες, καὶ προείδομεν τὰ συμβησόμενα. Δὲν παρῆλθε πολὺς χρόνος, καὶ ὁ Ἄχολος ἔσπευσεν ἀτυχῶς νὰ βεβαιώσῃ ὅσα εἴχομεν προείπει...
§136Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνασθε νὰ ἀναφέρητε καὶ δεύτερον παράδειγμα;
§137Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἅμα μὲ διορίσητε εἰσαγγελέα τῶν ἐφετῶν καὶ μείνω 4 ἕως 5 μῆνας, θὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν.
§138Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμείνατε ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§140Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ προεκαλέσατε, θὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν ἐν καιρῷ τῷ δέοντι.
§141Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πρῶτος προβιβασμὸς, τὸν ὁποῖον ἐκάματε, ἦτο ὁ προβιβασμὸς τοῦ συγγενοῦς σας.
§142Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νὰ τὸν ὀνομάσητε, παρακαλῶ.
§143Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν ὀνομάζω.
§144Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τότε δὲν εἴπετε τίποτε.
§145Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστός.
§146Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἴπετε τίποτε. Προκαλῶ ὑμᾶς καὶ πάντα.
§147Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν Ἠλιάδην, συγγενῆ σας, ἀπὸ ἐφέτην προεβιβάσατε εἰς ἀρειοπαγίτην· ἦτο τὸ πρῶτον διάταγμα, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλατε.
§148Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σεῖς δὲν θέλετε νὰ συζητήσητε. Σεῖς νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ μὲ ἐμποδίσητε ἀπὸ τοῦ νὰ ὁμιλήσω.
§149Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σκοπῶ αὐτό.
§150Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀμέσως σᾶς ἀπαντῶ εἰς τὸ προσωπικὸν ζήτημα, κάμνων μίαν παρένθεσιν. Προεβιβάσθη ὁ Ἠλιάδης, ὁ ὁποῖος εἶναι μεμακρυσμένος συγγενής μου...
§151ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διόλου συγγενής σας.
§152Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑποθέσατε ὅτι ἦτο ἀδελφός μου...Προεβιβάσθη, διότι κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἦτο ὁ προβιβαστέος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον διεδέχθην, τοῦ κ. Ζαΐμη. Ἀλλ’ ἴσως, ἐπειδὴ ὁ τότε εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπεβίωσε, δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ἀναφέρω πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἀπέθανε, καὶ δὲν δύνασθε νὰ μὲ ἐξελέγξητε· ἀλλὰ σᾶς προσθέτω, ὅτι, πρὶν προβιβασθῇ, ἠρώτητα καὶ τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ αὐτὸς ὑπέδειξεν ἐκεῖνον· οἱ δὲ ζητοῦντες νὰ προβιβασθῶσιν, ἀπέναντι τοῦ προβιβασθέντος ἐπαρουσίαζον πολλὰ ἄλλα προσόντα, ἀλλὰ εἶχόν τινας ἐλλείψεις, π. χ. εἰς τὴν γνῶσιν ξένης γλώσσης. Δὲν ἦτο δὲ ὁ πρῶτος προβιβασμός, διότι ἐγένετο πολὺ βραδύτερον καὶ ἐπεκροτήθη πάντοτε ὑπὸ τῶν ἀμερολήπτων. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἀρκοῦν· εἰς ὑμᾶς ἴσως δὲν ἀρκοῦν· ἐὰν ὅμως ἦσθε διατεθειμένος νὰ μὲ ἐμποδίσητε ἀπὸ τοῦ νὰ ὁμιλήσω, ματαιοπονεῖτε. Ὥστε καὶ ἐγὼ ἐξακολουθῶ τὸ ἔργον μου· διότι, ἐὰν ἀρχίσωμεν τὰ προσωπικὰ, θὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ, ὅτι καὶ σεῖς, ἐπειδὴ εἶσθε ἀνεψιὸς τοῦ Πρωθυπουργοῦ, κατωρθώσατε καὶ ἠκυρώσατε τὴν ἔγκυρον ἐκλογὴν τοῦ Ἄργους.
§153Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ τὴν ἠκύρωσε.
§154Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ....
§155ΠΕΤΣΑΛΗΣ (πρὸς τὸν κ. Φιλάρετον). Σεῖς ἐφέρετε τὰ προσωπικὰ, καὶ ὠνομάσατε μίαν πρᾶξιν ἑνὸς ὑπαλλήλου μεταξὺ 10,000.
§156Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νὰ σᾶς φέρω δεύτερον παράδειγμα.
§157Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου δὲν ἐβασάνισαν οἰκτρῶς ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐνταῦθα ἀθώους ἀνθρώπους, ἐνῷ ἡ δικαιοσύνη μετὰ ταῦτα ἀπέδειξεν αὐτοὺς ἐντελῶς ἀθώους διὰ τὴν κλοπὴν ἑνὸς ἀδαμαντοπωλείου; Ἐγὼ ἰδίοις ὄμμασιν εἶδον αὐτοὺς ἐξερχομένους τῶν φυλακῶν ἐν ἀθλίᾳ καταστάσει. Ἐβασάνισαν αὐτοὺς, ὅπως ἐβασάνιζαν ἐν τῇ Ἱερᾷ Ἐξετάσει!
§158Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ἀρκεῖ, διότι δὲν ἐπιτρέπω πλέον διακοπήν.
§159Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δημοκρατικὲ Βουλευτὰ, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας ὑμῶν ἐβασανίσατε ἀνθρώπους!
§160Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς ἀπαγορεύει τὰς διακοπὰς, κύριε Πρόεδρε, ἐφαρμόσατε τὸν Κανονισμόν.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς ἀπαγορεύει καὶ τὰς ἀντεγκλήσεις, καὶ ὁ κ. Φιλάρετος προὐκάλεσεν ἀντεγκλήσεις.
§162Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὴ διαψεύσετε, κύριε Πρόεδρε, τὴν περὶ ὑμῶν καλὴν φήμην. Τίς ἀπετάθη πρὸς ἐμέ; Τίς πρῶτος προέβη εἰς ἀντεγκλήσεις;
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄργους εἶπον νὰ μὴ διακόπτῃ.
§164Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ἐπέτρεψε διακοπάς.
§165Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ διακοπῆς ἠπίας καὶ καλῆς πίστεως· ὅταν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μὲ ἐμάλωσεν ὡς ἂν εἶχε ναύτην ἐμπρός του, δὲν ἐπιτρέπω. Εἶμαι ἰσότιμος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐντὸς τῆς Βουλῆς.
§166Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι· ἴσως εἶσθε καὶ ἀνώτερος ἐμοῦ, ἀλλὰ μοὶ ἐπετρέψατε νὰ σᾶς διακόψω.
§167ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν κ. Φιλάρετον). Τότε ἠμποροῦμεν ν’ ἀναφέρωμεν καὶ τίνι τρόπῳ διεξήχθησαν αἱ ἐκλογαὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας σας.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος δὲν ἐπιτρέπει διακοπάς· παρακαλῶ νὰ μὴ διακόπτητε.
§169Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι, δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπαντῶσι. Διατὶ τόση ἐχθρότης ἐναντίον μου; Διατὶ τόση ἀνυπομονησία; Ὅστις θέλει, ἂς ζητήσῃ τὸν λόγον, ὡς ἐμπρέπει εἰς ἀντιπρόσωπον τοῦ λαοῦ, καὶ ἐγὼ θ’ ἀπαντήσω, ἂς ἦναι βεβαιότατος. Ἠθέλησαν ὅμως οὐχὶ νὰ συζητήσουν, ἀλλὰ νὰ ἐπιτεθῶσι προσωπικῶς ἐναντίον μου, χωρὶς νὰ τοῖς ἔχω δώσει ἀφορμὴν, καὶ ἐνόμισαν ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ μὲ ἐμποδίσωσιν ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός μου, καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς τὴν ῥάχιν μου ὅ,τι τυχὸν ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἔπραξε, τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ ἄλλον προϊστάμενον! Ἤρξατο δὲ ὁλοκλήρου ἀγορεύσεως, ἐνῷ ἐγὼ, ὡς τοῦτο εἶχε τότε γείνῃ γνωστόν, μόλις ἔμαθον ἐκ τῶν ἐφημερίδων τὸ γεγονός, ἐκάλεσα τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας κ. Μπαϊρακτάρην, καὶ ἐζήτησα λόγον παρ’ αὐτοῦ, καὶ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα. Τί ἄλλο ἠδυνάμην νὰ πράξω, παρὰ νὰ διατάξω ἀνακρίσεις καὶ νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσι τοιαῦται σκηναί, ἐὰν πραγματικῶς εἶχον γείνῃ τὰ καταγγελθέντα; Ἐγὼ δὲν ἀποφεύγω τὸν ἔλεγχον, τὸν ἐπιζητῶ μάλιστα, διότι ὁ ἔλεγχος εἶναι χρήσιμος, ἀνάγκη ὅμως νὰ γίνεται πρεπόντως καὶ ἐν καταλλήλῳ ὥρᾳ. Δὲν προὐτιθέμην ν’ ἀπευθύνω προσωπικὴν μομφὴν κατὰ τοῦ διορίσαντος τὸν Ἄχολον· ἠθέλησα νὰ παραστήσω, ὅτι ὅμοια δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν, ἐὰν ἐγκαίρως δὲν ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπανέρχομαι ὅμως εἰς τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ εἴπω, ὅτι ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔφερεν εὐχάριστα ἀποτελέσματα· ἀκολούθως, κατὰ τὸ σύνηθες σύστημα, ἦλθεν ἡ ἄλλη Κυβέρνησις, καὶ εἰσήγαγεν ἄλλον νόμον, ὁ ὁποῖος πραγματικῶς δεικνύει ἀγαθὴν προαίρεσιν, δὲν ἔπρεπεν ὅμως νὰ εἰσαχθῇ τάξις μὴ ἰσοβίων, ἐχόντων ψῆφον δικαστοῦ. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἀναπτύξω ποίαν γνώμην ἔχω περὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων. Διὰ τοῦτο προχωρῶ εἴς τινας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι οἱ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμοι εἶναι ἓξ καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ κωδικοποιηθῶσιν. Αἱ παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ συζητουμένου εἰσαγγελικοῦ νομοσχεδίου,—διότι τοιοῦτον πρέπει νὰ τὸ ὀνομάσω—εἶναι, νομίζω, προσοχῆς ἀξίαι. Δὲν πρέπει ν’ ἀπευθυνθῇ παράπονον κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν ἔφερε σωρείαν δικαστικῶν νομοσχεδίων. Δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον εἶναι τὸ σπουδαιότερον τμῆμα τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ, ἀλλ’ ὅταν ἐρχώμεθα ἐδῶ νὰ βελτιώσωμεν τὰ ὑπουργικὰ νομοσχέδια, μᾶς ἐπιτίθενται, ἐνῷ νομίζω, ὅτι ὀφείλεται εἰς ἡμᾶς καὶ εὐγνωμοσύνη, διότι προσπαθοῦμεν νὰ τὰ βελτιώσωμεν. Λέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι τὸ σπουδαιότερον τμῆμα τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ,—διότι εἶναι περιττὸν νὰ ἀναπτύξω τὴν σπουδαίαν ἀποστολὴν τῶν εἰσαγγελέων. Ἱστορικῶς γνωρίζομεν, ὅτι εἰς ἀπωτάτους χρόνους δὲν ὑπῆρχεν ὁ θεσμὸς τῶν εἰσαγγελέων· εὑρίσκομεν ὅμως κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τῆς ἀναπτύξεως τοῦ θεσμοῦ ἀρχὰς ἀναλόγους. Τοιαύτας πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τοὺς ἐφόρους ἐν Σπάρτῃ, τοὺς νομοφύλακας ἐν Ἀθήναις, τοὺς judices questionis ἐν Ῥώμῃ, τοὺς εἰρηνάρχας ἐν Βυζαντίῳ. Ἀλλ’ ὁ εἰσαγγελικὸς θεσμὸς ἀνεπτύχθη κυρίως κατὰ τὸν 14ον αἰῶνα, ἐπὶ Φιλίππου τοῦ Ὡραίου. Τὸ πρῶτον διάταγμα εἶναι τοῦ Ἰουνίου 1493, ἐκδοθὲν ἐπὶ Καρόλου τοῦ Ηʹ. Ἀκολούθως ἄλλο διάταγμα ἐμόρφωσε τὸν θεσμὸν τῶν ἐπιτρόπων τοῦ Βασιλέως, procureurs du roi δηλαδὴ ὑπαλλήλους ἐπιτετραμμένους τὴν καταδίωξιν τῶν ἀδικημάτων. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἐτελειοποιήθη, καὶ σήμερον ὑπάρχει ἀνεξαιρέτως εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Ὁ μακαρίτης Οἰκονομίδης δίδει εἰς ὀλιγίστας λέξεις οὕτω τὸν ὁρισμὸν τοῦ εἰσαγγελέως· «ἐφαρμοστὴς τῶν νόμων καὶ τοῦ δημοσίου συμφέροντος φυλακτήρ». Ἀρχὴ διφυὴς εἶναι ἡ Εἰσαγγελία, διότι ὁ εἰσαγγελεὺς εἶναι μὲν ὄργανον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ εἶναι καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὄργανον, εἰς τὸ ὁποῖον ὕψιστα καθήκοντα ἐπιβάλλει ἡ Πολιτεία, μεταξὺ ἄλλων δὲ τὴν ἐποπτείαν ἐφ’ ὅλων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν, ἀρχή, τὴν ὁποίαν ὁ Mayer ὠνόμασε τὰ νεῦρα τῆς δικαιοσύνης, καὶ ὁ μακαρίτης Σαρίπολος τὸν ὀφθαλμὸν τῆς δικαιοσύνης, ἀρχή, ἡ ὁποία προσφυῶς δύναται νὰ κληθῇ καὶ κλειδοκράτειρα τοῦ ναοῦ τῆς Θέμιδος. Τώρα τὸ νομοσχέδιον ἐπαγγέλλεται τὰς βελτιώσεις. Εἰς τί συνίσταται τὸ νομοσχέδιον; Εἰς τρεῖς γενικὰς κατηγορίας δύναται νὰ τὸ διαιρέσῃ τις· ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 1 μέχρι τοῦ ἄρθρου 4 εἶναι ἡ ἐπιζητουμένη χαλάρωσις, οὕτως εἰπεῖν, τῶν προσόντων καὶ μεταβολὴ τοῦ τρόπου τῆς γνωμοδοτήσεως· τὸ ἄρθρον 5 προβαίνει εἰς πρωτάκουστον νομοθετικὴν παῦσιν, καὶ τὸ ἄρθρον 6 ἐπαναφέρει τὸ πρώην καθεστὼς ὡς πρὸς τοὺς γραμματεῖς. Δὲν θὰ ἤμην πολὺ αὐστηρὸς ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος, δὲν νομίζω ὅμως ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν ὁ θεσμός. Διὰ νὰ μὴ ἐπανέλθω εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς εἶπεν, ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι προτιμότερον ἦτο τὸ σύστημα τῆς μυστικῆς γνωμοδοτήσεως. Ἡ διαφορὰ δὲ κατὰ τὰ λοιπὰ δὲν εἶναι οὐσιώδης· τὸ οὐσιῶδες εἶναι, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀρχαί, αἱ καλούμεναι νὰ γνωμοδοτήσωσι, δὲν ἔχουν τ’ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα. Ἐπὶ τῇ βάσει τίνος στοιχείου θὰ γνωμοδοτήσῃ; Ὑπάρχει εἷς πρωτοδίκης, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄνθρωπος τοῦ καθήκοντος, καὶ δὲν ἔχει μπάρμπα ’στὴν Κορώνην, κατὰ τὸ ῥητόν· μένει εἰς τὴν Ἄρταν. Τίς τὸ γνωρίζει; Ἄλλως δὲ, ἀφοῦ αἱ γνωμοδοτήσεις αὗται δὲν θὰ γίνωνται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, τοὐλάχιστον ἔπρεπε νὰ ἦναι δι’ ἀποφάσεως ἠτιολογημένης καὶ συνδημοσιευομένης μετὰ τοῦ διατάγματος, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ τοὐλάχιστον ὁ ἔλεγχος τοῦ κοινοῦ. Ἀλλὰ κυρίως τὴν προσοχήν μου ἤγειρε τὸ ἄρθρον 5, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω μερικά, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ἀνέπτυξε τὴν γνώμην. Νομίζω ὅτι, πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὅσα εἶπε, καλὸν θὰ ἦτο νὰ ὑπομνήσω καὶ ἐγώ, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Συντάγματος ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς· ὥστε ὁ Βασιλεὺς εἰς τὴν κύρωσιν τῶν νόμων εἶναι ὁ ἕτερος τροχὸς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἔχομεν τὸ ἄρθρον 27, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὸ μέρος τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συντάγματος). Διότι ἄλλο μέρος ἔχει εἰς τὸ ἄρθρον 22, ὡς δεύτερος τροχὸς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἄλλο δὲ εἰς τὸ ἄρθρον 27, ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἔχομεν τὸ ἄρθρον 31, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργοὺς αὐτοῦ. Τέλος ἔχομεν τὸ ἄρθρον 29, τὸ ὁποῖον φέρει τὸν Βασιλέα ἀνεύθυνον, τοὺς Ὑπουργοὺς ὅμως ὑπευθύνους. Τώρα διὰ τῆς προτεινομένης διατάξεως ἐδόθη τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν εἰς τὴν Βουλήν, ὄχι εἰς τοὺς ὑπευθύνους Ὑπουργούς, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς κυρώσῃ τὸν νόμον αὐτόν. Ἀλλὰ κυρουμένου τοῦ νόμου τούτου, ἐπέρχεται σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν, διότι ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν παῦσιν, διότι θὰ ἐκτελέσῃ νόμον, ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ συνταγματικοῦ λόγου ὑπάρχει καὶ λόγος οὐσιαστικὸς, ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ψηφίζεται ἡ τύχη τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ ὁποῖοι γίνονται, οἷοι γνωρίζομεν, ἕνεκα τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων. Ἔρχεται ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς καὶ προβαίνει εἰς τὴν πρότασιν νόμου, ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζει κατὰ ἕνα τρόπον τὴν τύχην των, καὶ ὕστερον λαμβάνει τὸ μέτρον νὰ τοὺς παύσῃ ὅλους ὁμοῦ, ὡς ἡ Αὐλικὴ Κυβέρνησις τοὺς μετέθεσεν ὅλους συλλήβδην, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ λόγος, ἕνεκα δῆθεν ἀμερολήπτου διαβήματος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν βλέπω δικαιολογούμενον, διότι εἶναι σκληρὸν νὰ μετατίθεται εἷς εἰσαγγελεὺς, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει δώσει καμμίαν ἀφορμὴν, ἀλλὰ μόνον ὅπως τυραννηθῇ. Ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς προέτεινε λογικὸν νόμον· ἀλλὰ τί τὸ ὄφελος, ὅταν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἀκόμη σχεδὸν, ἢ ἀκριβέστερον καὶ πρὶν ἢ ἀρχίσῃ ἡ τακτική του ἐφαρμογή, ἤρξατο τὴν καταδολίευσιν; διότι μετέθεσεν εἰσαγγελέα πρωτοδικῶν, ὡς ἀντεισαγγελέα ἐφετῶν, εἰς ἄλλην περιφέρειαν, ἵνα ἀποφύγῃ τὴν γνωμοδότησιν, διότι ἦτο ἐκ τῶν προτέρων βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ προετείνετο. Ὥστε δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ προβαίνωμεν εἰς ψήφισιν νόμων, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ τοὺς ἐφαρμόζωμεν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ πολὺ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὅτι εἰς τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε γείνῃ τότε, προστίθεται κακὸν χειρότερον· διότι ἡ σύγχρονος παῦσις τῶν εἰσαγγελέων θὰ θέσῃ εἰς ἀμφιβολίαν τὴν ὕπαρξίν των. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ φοβῶνται πάλιν τὸ αὐτὸ, ἀφοῦ ἤδη δὶς ἀποτολμᾶται τοῦτο; Καὶ ἐν ᾧ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη πολὺ ὀρθῶς προέβησαν εἰς τὴν ἰσοβιότητα τῶν εἰσαγγελέων, ἡμεῖς τοὺς ἔχομεν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, καὶ ζητοῦμεν παρ’ αὐτῶν τὴν θρησκευτικὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των! Εἰς τὴν Γερμανίαν, φερ’ εἰπεῖν, καλοῦνται ἐκ τῶν ἰσοβίων, τῶν ὑπηρετησάντων ἐπὶ τριετίαν, νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν εἰσαγγελέων, ἐπανερχόμενοι πάλιν εἰς τὴν τάξιν τῶν ἰσοβίων καὶ τηροῦντες τὴν ἀρχαιότητά των. Παρ’ ἡμῖν τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιβάλλει τὴν ἰσοβιότητα εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς, ἀλλὰ καὶ δὲν τὴν ἀπαγορεύει. Δὲν νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ τὴν ἀποδεχθῶμεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἀλλ’ ἡ μονιμότης ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ. Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι ὑπάρχει μονιμότης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑμῶν· ἀλλ’ ὅταν καθιεροῦται ἡ παῦσις αὐτῶν συλλήβδην, μεθαύριον θὰ ἔλθῃ μία ἄλλη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ πράξῃ τὸ αὐτό. Πῶς λοιπὸν θὰ ζητῶμεν ἀπὸ τοὺς εἰσαγγελεῖς νὰ πράττωσι τὸ καθῆκόν των; Ἵνα μὴ ἐπανέρχωμαι, θέλω νὰ εἴπω ὀλίγα περὶ τῆς ὑποβληθείσης τροπολογίας ὑπὸ πέντε συναδέλφων. Τὴν ἀποκρούω ὁριστικῶς, διότι δι’ αὐτῆς μένει ἐντελῶς ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ τελευταία παρατήρησις εἶναι εἰς τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν νὰ λύσῃ τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τοὺς γραμματεῖς τῶν πρωτοδικῶν καὶ τοὺς εἰρηνοδίκας. Τοῦτο τὸ θεωρῶ ἐπιζημιώτατον διὰ τοὺς γραμματεῖς τῶν πρωτοδικῶν, περὶ τῶν ὁποίων εἶπον πρὸ ὀλίγου, ἀλλ’ ὑπό τινα ἔποψιν ἐπιζημιώτερον διὰ τοὺς γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων, διότι οἱ γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων ἀναπληροῦσι τοὺς εἰρηνοδίκας, καὶ ἀφοῦ δέχεσθε ἐγγυήσεις διὰ τοὺς εἰρηνοδίκας, πῶς τοὺς δυστυχεῖς γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων τοὺς ἀφίνετε ἐκτεθειμένους, ὥστε νὰ γίνωνται ὅλως διόλου ἕρμαιον τῶν κομματαρχῶν; Κύριοι, αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω. Λυποῦμαι ὅτι ἠρέθισα τὰ νεῦρά τινων τῶν συναδέλφων, ἀλλ’ ὁ χαρακτήρ μου διόλου δὲν λαμβάνει αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν· ἐγὼ ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου. Ὑποβάλλω τροπολογίαν περὶ ἀπαλείψεως τῶν δύο τελευταίων ἄρθρων, διότι ὡς πρὸς τὰ ἄλλα, βεβαίως δὲν τὰ ἐπιδοκιμάζω, ἀλλὰ τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ φέρωσι, δὲν παραβάλλονται πρὸς τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ φέρωσι τὰ δύο τελευταῖα ἄρθρα. Ὡς πρὸς τὸ 5 ἄρθρον, ὑποβάλλω τὴν ἀπάλειψιν. Εἰς τὸ ἄρθρον 6, νὰ μείνῃ τὸ καθεστὼς ὡς πρὸς τοὺς γραμματεῖς τῶν Πρωτοδικείων καὶ τῶν Εἰρηνοδικείων. Τώρα, ἐὰν μὲ ἐρωτήσητε, δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι μεταξὺ τῶν εἰσαγγελέων δύνανται νὰ ὑπάρχωσί τινες, τοὺς ὁποίους λίαν δικαιολογημένως δύνασθε νὰ παύσητε· ἀλλὰ ὑπάρχει τὸ στάδιον, ὅπερ διαγράφει ὁ νόμος, ἀρκεῖ νὰ θελήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὄχι διότι στερεῖται θελήσεως, ἀλλὰ ν’ ἀποφασίσῃ νὰ ἐργασθῇ, καὶ δύναται νὰ εὕρῃ τόσα παραπτώματα εἰσαγγελέων, τοὺς ὁποίους δὲν θεωρεῖ καλοὺς, ὥστε εὐκολώτατα δύναται νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα, ὅπως παυθῶσι συμφώνως μὲ τὸν νόμον.
§170ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐμένειαν τῆς Βουλῆς, διότι τραυματίζεται ἀδίκως ἡ ὑπόληψις δικαστοῦ ἀκεραίου καὶ ἱκανοῦ. Θὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου πρὸς τὸν κ. συνάδελφον ἐξ Ἄργους, διότι ἐμέμφθη τοῦ προβιβασμοῦ ἑνὸς ἀδάμαντος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὅστις διὰ τῆς φιλοπονίας του, τῆς αὐστηρότητός του καὶ τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων γνώσεων αὑτοῦ τῶν νομικῶν κατέστη εἷς ἐκ τῶν καλλιτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Δὲν εἶναι ὅτι κατάγεται ἐξ Εὐβοίας καὶ διὰ τοῦτο μὲ παρακινεῖ νὰ ὑπερασπίζωμαι αὐτὸν, οὐδὲ διότι τυγχάνει συγγενὴς τοῦ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ, ὅστις ὑπῆρξεν ἐπ’ ὀλίγον χρόνον καὶ Ὑπουργός. Ἐὰν ὡς Ὑπουργὸς ὁ ἐκ Βόλου Βουλευτὴς προέβη εἰς πρᾶξιν, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀδάμας καὶ ἡ ὁποία πράγματι θὰ τῷ ἀφήσῃ ἐποχὴν, εἶναι ὅτι προὐβίβασε τὸν κ. Ἠλιάδην εἰς ἀρειοπαγίτην· διότι εἶπον, ὅτι πράγματι εἶναι εἷς ἐκ τῶν καλλιτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Μοὶ φαίνεται ὅμως περίεργον, πῶς ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του ὁ ἐκ Βόλου συνάδελφος ἀνέφερε γεγονὸς ἀτυχὲς, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ λάβῃ χώραν ὑπὸ πᾶσαν Κυβέρνησιν. Εἷς πρώην δημοσιογράφος, ὅστις διὰ τῶν ἄρθρων του ἐστηλίτευσε πάντοτε πᾶσαν κακὴν πρᾶξιν τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἀντιπολιτευόμενος ταύτην, καὶ ὅστις διὰ τῶν ἰδεῶν του προσείλκυσε τὸν σεβασμὸν τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ ὑψίστου κόσμου, ἐνομίσθη παρὰ τῆς νεοσχηματισθείσης τότε Κυβερνήσεως ὡς ἄξιος νὰ διορισθῇ γραμματεὺς τῶν πρωτοδικῶν. Ἐὰν οὗτος, ὅστις ἔδειξε τοιαύτην ἀρετήν, κατέπεσεν εἶτα εἰς τοιοῦτον βάραθρον, διαπράξας ποταπὸν ἔγκλημα, τί πταίει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις τότε τὸν ἐξέλεξε διὰ ὑπάλληλον; Καὶ ποῖος Ὑπουργός; Ὁ κ. Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης, τοῦ ὁποίου καὶ αἱ ἰδέαι καὶ ἡ χρηστότης καὶ ἡ ἀκρίβεια εἰς τὸ νὰ ἐξετάζῃ τὴν ποιότητα καὶ τὴν ἀξίαν ἐν γένει τῶν ὑπαλλήλων, εἶναι γνωσταὶ εἰς πάντας. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὰ δύο ταῦτα ἀτυχῆ γεγονότα, καὶ ἂς ἔλθωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος τὰ προσόντα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἐὰν δὲν μὲ συνέδεε στενὴ φιλία πρὸς τὸν κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴν, βεβαίως ἤθελον κακίσει σφοδρῶς τὸν νόμον περὶ προσόντων, τὸν ὁποῖον ἄλλοτε εἰσήγαγεν. Ὑποστηρίζων ὅμως τὸ παρὸν νομοσχέδιον κατὰ τὰς ἐμὰς πεποιθήσεις, δὲν δύναμαι ἢ νὰ παραλληλίσω, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀνάγκη, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ ἀγαπητός μοι φίλος κ. Σιμόπουλος, μὲ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἡ πρόθεσις τοῦ κ. Σιμοπούλου, τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἦτο ἀγαθή. Ἐζήτει, πᾶν κενὸν, τὸ ὁποῖον εὕρισκεν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, εἴτε ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ, εἴτε παρὰ τοῖς ἄλλοις κλάδοις, νὰ τὸ ἀναπληρώσῃ· ἐὰν δὲ ὁ νόμος ἐκεῖνος προσέκοψε, προσέκοψε διότι ἐνέδωκεν εἰς τὰς πολιτικὰς πιέσεις. Δὲν ἐσκέφθη, τί τὰ θέλομεν τὰ προσόντα, ὅταν καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι εἰς μόνον τὸν Ὑπουργὸν ἀποδίδωσι πᾶσαν εὐθύνην, καὶ μόνος ὁ Ὑπουργὸς φέρῃ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών του. Οὐδὲ συμφωνῶ μὲ τοὺς προλαλήσαντας, ὅτι δύναται συνταγματικὸς Βασιλεὺς ἐπὶ ἁπλοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν, νὰ φέρῃ παρατηρήσεις, διότι μόνον ὁ Ὑπουργὸς φέρει τὴν εὐθύνην. Βεβαίως ὁ Βασιλεύς, κατὰ τοὺς συνταγματιολόγους, δὲν εἶναι ἁπλῆ μηχανή, δὲν εἶναι homme de bois, καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲν διάταγμα δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς νόμιμον, ἢ νὰ ἐνεργηθῇ, εἴτε ἀφορῶν νόμον, εἴτε ἀφορῶν διορισμόν, ἐὰν δὲν φέρῃ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, καὶ τοῦτο, διότι ὁ Βασιλεὺς ὀφείλει νὰ παρίσταται εἰς τὴν συνταγματικὴν λειτουργίαν ὡς τὸ πρῶτον πρόσωπον, ὡς τὸ δρῶν πρόσωπον· ἀλλ’ ἡ ἐνέργεια τοῦ Βασιλέως, κατὰ τὸ Συνταγματικὸν δίκαιον, δὲν δύναται νὰ εἰσχωρήσῃ εἰς τὰ καθέκαστα τῆς διοικήσεως, δὲν δύναται δηλαδὴ νὰ εἴπῃ «ὁ δεῖνα μοὶ ἀρέσκει καὶ ὁ δεῖνα δὲν μοὶ ἀρέσκει», διότι τότε καθίσταται φατριαστής, χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ, διότι τότε ἐπισύρει τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὴν ἀπέχθειαν, ὅπως δυστυχῶς συνέβη εἰς τὸν Διάδοχον, ὁ ὁποῖος, ἐκ καλῆς προθέσεως βεβαίως καὶ ἀπὸ ζῆλον, ἵνα μορφώσῃ στρατὸν, ἐγένετο ἐπιθεωρητής, καὶ πάντες κατηγοροῦσι τοῦτον, ὅτι ἔδειξε μεροληψίαν, ἐνῷ τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης πᾶν ὅτι ἔπραξε τὸ ἔπραξεν ἀπὸ καλῆς προθέσεως, —τὸ λέγω δὲ εἰλικρινῶς, διότι δὲν θέλω νὰ κολακεύσω κανένα,—τὸ ἔπραξε, διότι ἤθελε νὰ μορφώσῃ τὸν στρατόν· ἀλλ’ ἐὰν ἠδύνατο νὰ ἀκούσῃ, τί λέγει ἡ στρατιωτικὴ κοινωνία, θὰ μετενόει, διότι ἔκαμε τὴν ἐπιθεώρησιν ταύτην. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ἀποδεικνύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ ἦναι ἀμέτοχος, καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς συμβούλους τοῦ Στέμματος, εἰς τούτους μόνους νὰ ἀφίνῃ τὴν ἐνέργειαν καὶ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὸν νόμον περὶ προσόντων, συλλήβδην καὶ ἀθρόως ἔπαυσε τοὺς εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους, οἵτινες πάντες ἠναγκάσθησαν νὰ καταφύγωσιν εἰς πλάγια μέσα, τὰ ὁποῖα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς κατέῤῥιψαν τὸν νόμον, διότι κατεστρατηγήθη ὁ νόμος. Εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσι πᾶν ὅ,τι διατείνομαι. Ὁ ἀρχιφατριαστὴς εἰσαγγελεὺς κ. Σπανίδης, γνωρίζετε πῶς ἐγένετο εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν, καὶ τίνι τρόπῳ κατεστρατηγήθη ὁ νόμος. Ἄλλως τε τί τὸν θέλετε τὸν νόμον περὶ προσόντων, μεταβιβάζοντες τὴν εὐθύνην; Δύναται νὰ θεωρηθῇ νόμος περὶ προσόντων, ὅταν εἰς ἀκροτελεύτιον ἄρθρον μεταβάλλητε τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου; Νόμος περὶ προσόντων θὰ εἴπῃ νὰ ζητήσωμεν καὶ εὕρωμεν ἐκείνους τοὺς δικαστικούς, οἵτινες ὡς ἐφόδιον φέρουσι πλεονεκτήματα, ἅτινα δὲν εὑρίσκομεν εἰς πάντας· καὶ ἐν τούτοις, ἀνατρέποντες τὴν ἀρχὴν ταύτην τῶν πλεονεκτημάτων, ἐν τέλει θέτομεν ὡς ἀκροτελεύτιον ἄρθρον, ὅτι «οἱ εὑρισκόμενοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διατηροῦνται»! δηλαδὴ λέγομεν ὅτι, ἵνα γείνῃ τις καθηγητής, πρέπει νὰ ἔχῃ δίπλωμα τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ἑλλάδος ἢ ὁμοταγοῦς Πανεπιστημίου, καὶ ἐν τούτοις λαμβάνετε ἕνα μαθητήν, τὸν καθίζετε καθηγητήν, καὶ λέγετε, ὅτι αὐτὸς ἔτυχε νὰ ἦναι, καὶ ἑπομένως διατηρεῖται! Τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τοὺς γραμματεῖς καὶ λοιποὺς ὑπαλλήλους τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, τοὺς ὁποίους ἐτολμήσατε νὰ διατηρήσητε διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Σιμόπουλος, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Εἶμαι κατὰ τῶν προσόντων. Εἰς Πολιτείαν ἀνεπτυγμένην, ἡ ὁποία καθ’ ἑκάστην ἀποκτᾷ νέους, ἐξερχομένους ἐκ τῶν Πανεπιστημίων καὶ νέους σφριγῶντας καὶ ῥέκτας ἐπιστήμονας, ἐπιθυμοῦντας νὰ καθέξωσι θέσεις διακεκριμένας, εἴτε ὡς δικασταὶ εἴτε ὡς ὑπάλληλοι διοικητικοί, εἴτε ὡς οἰκονομικοί, διατί διὰ τῶν προσόντων ν’ ἀποκλείωμεν τούτους, θέτοντες τοιούτους περιορισμοὺς ἢ προσόντα, τὰ ὁποῖα τοὺς ἀποκλείουσιν, ἵνα μένωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἢ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διορισθέντες φατριαστικῶς, περιεφρουρήθησαν δι’ ἑνὸς διορισμοῦ, ὅστις ἔλαβε χώραν πρὸ τῶν προσόντων; Ἐγὼ νομίζω μάλιστα, ὅτι ἀντισυνταγματικὴ εἶναι ἡ πρᾶξις ἡ ἐμποδίζουσα τὴν ἀκεραίαν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ οὐχὶ ἡ ἀπονομὴ πλήρους τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ φέρῃ ὁ Ὑπουργὸς, ὅταν δὲν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι περιορισμοί. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος μᾶς ἔφερεν ὡς παράδειγμα, ὅτι ὁ νόμος περὶ προσόντων, διὰ τοῦ ὁποίου παρεῖχε τὸ δικαίωμα εἰς τὰ Ἐφετεῖα νὰ προτείνωσι τοὺς εἰσαγγελεῖς, ἦτο λαμπρὸς, καὶ ὅτι ἦτο εἷς περιορισμὸς, ἵνα μὴ διορίζωνται κακοὶ εἰσαγγελεῖς. Δυστυχῶς ὅμως καὶ τὰ δύο ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὡς παράδειγμα τῆς εὐδοκιμήσεως τοῦ νόμου, ὁ μὲν εἷς δὲν διακρίνεται παρὰ διὰ τὴν κοιλιακὴν περιφέρειαν, καὶ μόνον προσὸν ἔχει τὸ οἰκογενειακὸν ὄνομα, ὅπερ φέρει, ὁ δὲ ἄλλος οὐδεμίαν ἄλλην ἀξίαν ἔχει, παρὰ νὰ θύῃ εἰς τὸν Βάκχον καὶ νὰ κυλήται εἰς τὰς Μπιραρίας. Οὗτοι εἶναι οἱ δύο δικαστικοὶ ἀδάμαντες, τοὺς ὁποίους ἐπρότειναν τὰ Ἐφετεῖα! Δὲν θὰ λησμονήσω δὲ, Κύριοι, ὅτι καὶ ἀνώτερος λειτουργὸς τῆς Θέμιδος περιῆλθεν ὅλα τὰ Ἐφετεῖα, ἵνα προκαλέσῃ τὴν γνωμοδότησιν τῶν Συμβουλίων τῶν ἐφετῶν, ὅπως προταθῶσιν οἱ φίλοι τοῦ κόμματος. Τοιαῦτα προσόντα, Κύριοι, δὲν εἶναι γελοῖον νὰ ἐπιζητήσωμεν νὰ ψηφισθῶσι, προβάλλοντες ὅτι διὰ τῶν τοιούτων νόμων θὰ βελτιώσωμεν τὴν δικαιοσύνην; Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἔφερεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν δύναται νὰ παραβληθῇ μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Σιμόπουλος. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον θὰ καθαρίσῃ τὴν Δικαιοσύνην, καὶ διὰ τοῦτο τὸ προτιμῶ καὶ τὸ ὑποστηρίζω.
§171ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν πρωτοδικῶν ὁμιλεῖτε;
§172ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§173ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω ἐγὼ ἕνα ξυλοσχίστην, τοῦ ὁποίου τὰς ἀποφάσεις συντάσσει ὁ γραμματεύς. Εἶναι ὁ κ. Δεδούσης, συμπολίτης τοῦ κ. Σιμοπούλου.
§174ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κάμνει ἀποφάσεις ὁ Εἰσαγγελεύς.
§175ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς προτάσεις.
§176ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸς εἶναι εἷς ἐκ τῶν καλλιτέρων εἰσαγγελέων.
§177ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποῖος ἐκ τῶν δύο Δεδούσιδων; Ὁ Εὐάγγελος Δεδούσης εἶναι λαμπρός· διακρίνεται διὰ τὴν αὐστηρότητα τοῦ χαρακτῆρός του καὶ τὴν δικαστικήν του ἱκανότητα.
§178ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ εἴπετε, ὅτι εἷς ἀνώτερος δικαστικὸς λειτουργὸς περιῆλθεν ὅλα τὰ Ἐφετεῖα, ἵνα προκαλῇ γνωμοδοτήσεις τῶν Συμβουλίων ὑπὲρ τῶν φίλων τοῦ κόμματος τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη, σᾶς λέγω ὅτι ἡμεῖς ἀπὸ τὰς Καλάμας ἐπροτείναμεν τὸν κ. Λυκουρέζον, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐναντίος ὅλων ἡμῶν τῶν Τρικουπικῶν Βουλευτῶν.
§179ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔστω. Καὶ ὁ κ. Καψάλης, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται εἷς τῶν ἀκεραιοτάτων λειτουργῶν τῆς Θέμιδος, προεβιβάσθη εἰς ἐφέτην. Τί ἔχει νὰ κάμῃ; Καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Καψάλης εἶναι εἷς τῶν ἀρίστων λειτουργῶν τῆς Θέμιδος. Ὑπάρχουσι τὴν σήμερον 3–4 εἰσαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶναι λαμπροὶ, ἀλλ’ ὅλοι οἱ ἄλλοι, ἵνα λειτουργήσῃ ἡ δικαιοσύνη ὡς ἐμπρέπει, πρέπει νὰ παυθῶσιν. Ἐὰν ἐξαιρέσητε τρεῖς ἢ τέσσαρας, οἱ ὁποῖοι καὶ τὴν πολιτικὴν δικονομίαν ἐφαρμόζουσι, καὶ τὰ γραφεῖα ἐποπτεύουσι τὰ δικαστικὰ, καὶ φίλεργοι καὶ αὐστηροὶ εἶναι, οἱ ἄλλοι οὐδὲν ἄλλο πράττουσιν ἢ νὰ ἐκλιπαρῶσι βελτίωσιν τῆς θέσεώς των, γινόμενοι αἰσχρὰ ὄργανα πάσης ἰσχυούσης φατρίας.
§180ΑΛ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ὁ κ. Παπαθεοδωρόπουλος δὲν εἶναι ἱκανός;
§181ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν τὸν γνωρίζω.
§182ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ κατερχώμεθα εἰς προσωπικά.
§183ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀφοῦ ὁ φίλος σας εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ἔλθῃ πρῶτος εἰς τὰ προσωπικά, σεῖς ἀποτροπιάζεσθε, διότι, ἀναγκαζόμενοι νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ περὶ προσόντων νομοσχέδιον, καταφεύγομεν εἰς τὰς ἀναγκαίας συγκρούσεις.
§184ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἠξεύρω πῶς πολιτεύομαι.
§185ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τῆς ὑπουργίας σας, καθ’ ἣν καὶ ὑμεῖς ὠνομάσατε κατὰ τὰς ἐκλογὰς ὑπουργικοὺς ὑποψηφίους. Σεβόμενος τὸν ἀδελφὸν τοῦ κ. Φιλαρέτου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἔντιμος ἄνθρωπος καὶ πολὺ ἀρχαϊκῶν ἰδεῶν καὶ ὅλως διόλου ἰδιοτρόπου χαρακτῆρος, ἀλλ’ ἐντιμότατος, ἀποσιωπῶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἂν καὶ ἀπὸ ὑμᾶς ἤλπιζον ἐκ παρελθόντων γεγονότων καλλιτέραν διαγωγὴν πρὸς ἐμὲ νὰ δείξητε τότε. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, λέγω ὅτι ὁ κ. Σιμόπουλος ἔψεξε καὶ τὴν φανερὰν ψηφοφορίαν, διότι τὸ Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου θὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του, ἥτις θὰ γίνηται γνωστή, καὶ ἡ πρότασις πρὸς διορισμὸν εἰσαγγελέως κατὰ τὸ ἄρθρον 1 θὰ προτείνηται παρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐκεῖ ἔψεξε τὴν φανερὰν ψηφοφορίαν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου. Βλέπετε, ὅτι ἀμφότεροι οἱ πρώην Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι σύμφωνοι. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μετ’ αὐτῶν. Ἐγὼ θέλω, τὰ ἀνώτερα δικαστήρια, οἷος εἶναι ὁ Ἄρειος Πάγος, καὶ τὰ πολυμελῆ σωματεῖα, ὅπως εἶναι ἡ Βουλή, νὰ ἐκφράζωσι ἐλευθέρως τὴν γνώμην των, διότι τότε μόνον δύνανται νὰ μορφωθῶσι χαρακτῆρες. Ἡ μυστικὴ ψηφοφορία εἶναι προϊὸν δούλης ἐποχῆς, ἐνῷ ἡ φανερὰ ψηφοφορία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία σχηματίζει χαρακτῆρας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ φίλου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀμφίσσης. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον, Κύριοι, ἔχει σκοπὸν νὰ ἐκκαθάρῃ ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κόσμου ἐκεῖνα τὰ μέλη, κατὰ τῶν ὁποίων καὶ ἡ πεῖρα καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἐσχημάτισε κακὴν ἰδέαν. Βεβαίως θέλουσι διατηρηθῆ πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς πολιτείας των τοῦ τε δικαστικοῦ καὶ λοιποῦ κόσμου ἀπέσπασαν τὸν θαυμασμόν. Ὁ κ. Σιμόπουλος δὲν ἠδύνατο, παρὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν νόμον, ὃν εἶχεν εἰσαγάγει, φοβούμενος δὲ συγχρόνως, μὴ ἐκ τῆς συλλήβδην παύσεως τῶν εἰσαγγελέων, ὡς διατείνεται, συμβῶσι καὶ παρεκτροπαί, χάσῃ δὲ μερικοὺς παρ’ αὐτοῦ προστατευθέντας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῆς ὑπουργίας του, ἀπαιτεῖ ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη· ἀλλ’ ἀκριβῶς, μοὶ φαίνεται, λόγος κύριος, σπουδαία ἀφορμή, εἶναι ἡ διατήρησις τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμου καὶ ἡ εἰσαγωγὴ ἢ ἡ ὑπεισέλευσις εἰς τὸν ναὸν τῆς Θέμιδος ἀνθρώπων τινῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν ὑστέρων ἐδείχθησαν κάκιστοι ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον, εἴτε λόγῳ ἀμελείας, εἴτε λόγῳ ὀκνηρίας, εἴτε ἐκ πάθους ἢ φατριασμοῦ. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν πρέπει νὰ μένωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος μεταξὺ τῶν προσόντων τότε ἐθεώρησε καὶ τὸν κύκλον τῶν γραμματέων τῶν Εἰρηνοδικείων, καὶ ἔκτοτε εἶχε κάμει ἐντύπωσιν· διότι, ἐνῷ ἐζήτει πενταετῆ ὑπηρεσίαν, ἵνα ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα νὰ διορίζηται γραμματεὺς Εἰρηνοδικείου, ἐπέτρεπε τὸ δικαίωμα νὰ μείνωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μόλις εἶχον τὰ πρῶτα προσόντα τοῦ νόμου, ἤτοι ἀποδείξεις κοινὰς τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων, γραφέων. Ἂν ἐζήτει, οἱ ἔχοντες τὰς ἀποδείξεις τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων καὶ χρηματίσαντες ἐπὶ δύο ἔτη ὡς τοιοῦτοι νὰ δύνανται νὰ διορισθῶσι, παυομένων τῶν μὴ ἐχόντων τὰ προσόντα ταῦτα, θὰ τὸ ἐνόουν, θὰ ἐνόουν τὴν πρόθεσίν του, ὅτι ἤθελε νὰ διορισθῶσι γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἱκανοί. Ἀφίνει λοιπὸν αὐτοὺς νὰ ἐργασθῶσι, καὶ διὰ τὸ μέλλον ζητεῖ πενταετῆ ὑπηρεσίαν. Ἐγὼ καὶ ὁ κ. Βελλίνης δὲν εἴμεθα σύμφωνοι ἐντελῶς, διὰ τοῦτο ἔχομεν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 14 § 1, δι’ ἧς λύομεν τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἀφίνομεν τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον εἶχε κάμει ὁ κ. Ζαΐμης, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ εἴπητε, ἂν ἐφαρμόσθη λαμπρῶς, καὶ ἂν ὑπῆρξε παράπονον κατ’ αὐτοῦ. Λοιπὸν δὲν εἶναι οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι κάμνουσι τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ἡ καλὴ ἐκτίμησις, ἡ ἐκ τῆς αὐτοβουλίας τοῦ Ὑπουργοῦ ἀποῤῥέουσα, περὶ τῶν διαφόρων προσώπων, τὰ ὁποῖα ζητοῦν νὰ διορισθῶσιν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τοῦ τροπολογουμένου ἄρθρου, τότε θὰ λάβω τὸν λόγον. Σήμερον θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπον.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§187Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μετεκινεῖτο μία παράγραφος ὡς ἑξῆς. Ἐκεῖ, ὅπου λέγει «Τὸ Συμβούλιον τοῦτο ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου κτλ.» νὰ προηγηθῇ αὐτὴ ἡ περικοπή, καὶ ὕστερον νὰ ἔλθῃ: «Ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου καταρτίζεται κατὰ πλειοψηφίαν» διότι πρῶτον γίνεται ἡ συγκρότησις καὶ ὕστερον ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου. Δευτέρα παρατήρησις εἶναι, ὅτι αἱ γνωμοδοτήσεις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἀρείου Πάγου θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἦναι ᾐτιολογημέναι, οὐχὶ μόνον αἱ προτάσεις, καὶ πρέπει νὰ συνδημοσιεύωνται μετὰ τοῦ διατάγματος.
§188ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ Συμβούλιον ἢ πρέπει νὰ λείψῃ, ἢ νὰ διορθωθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, διότι ἔχομεν τὴν γνωμοδότησιν τοῦ προέδρου τῶν πρωτοδικῶν, ἔχομεν τὴν γνωμοδότησιν τοῦ προέδρου καὶ εἰσαγγελέως τοῦ Ἐφετείου, ἔχομεν τρεῖς ψήφους ἁρμοδίων προσώπων’ αὐταὶ αἱ ψῆφοι εἰς οὐδὲν λογίζονται. Ἀλλ’ ἔχομεν τὸ Συμβούλιον τὸ πενταμελές· τούτου αἱ τρεῖς ψῆφοι ὑπερισχύουσιν ὅλων τῶν ἄλλων. Λοιπὸν ἔχομεν τὰς τρεῖς ψήφους τοῦ προέδρου τῶν πρωτοδικῶν, τοῦ προέδρου καὶ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν καὶ τὰς δύο ψήφους τῆς μειοψηφίας τοῦ Συμβουλίου· τὸ ὅλον 5. Ἐναντίον αὐτῶν τῶν ψήφων ὑπερισχύουν αἱ τρεῖς ψῆφοι τοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂς ἀφήσωμεν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τὴν εὐθύνην πᾶσαν, διότι καὶ τὰ Ἐφετεῖα ἐξέλεξαν εἰσαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὰ προσόντα. Ἐγὼ γνωρίζω εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἐπάτησεν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Εἰσαγγελίας, τὸ διευθύνουν δὲ οἱ ὑπάλληλοι, καὶ ἐν τούτοις τὸ Ἐφετεῖον τὸν ἐνέκρινε.
§189ΠΕΡΡΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνουν οἱ ἀρειοπαγῖται περὶ τῶν δικηγόρων Καλαμῶν; Ἠμπορεῖ νὰ μοὶ εἴπητε ὅτι περιέρχονται προτάσεις καὶ αὐτῶν τῶν δικηγόρων εἰς χεῖρας τῶν ἀρειοπαγιτῶν, ἀλλὰ τώρα, ὡς ἔχουν καταντήσει τὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἶναι ἀδύνατον πρᾶγμα, διότι ὁ ἀρειοπαγίτης δικάζει μετὰ 8 ἔτη, δὲν ἔχει λοιπὸν τὰ στοιχεῖα, δὲν ἔχει τὸν καιρόν. Ὥστε τὸ Συμβούλιον αὐτὸ περιττεύει. Τί θὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἐν Σύρῳ καὶ ἐν Καλάμαις δικηγόρου;
§190ΤΟΜΑΝ. Οἱ ἀναπληρωταὶ τῶν προέδρων δικασταὶ γνωμοδοτοῦσι περὶ τῶν δικαστῶν καὶ εἰσαγγελέων.
§191ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μάλιστα. Αὐτὸ ἐλησμόνησα νὰ εἴπω· τώρα κατὰ τὰς διακοπὰς ἁπλοῖ δικασταὶ γνωμοδοτοῦσι περὶ εἰσαγγελέων.
§192ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γνωμοδότησις τοῦ προέδρου τῶν πρωτοδικῶν ἐθεωρήθη ἀναγκαία ὡς πρὸς τοὺς δικηγόρους μόνον, ὄχι ὅμως καὶ δι’ εἰσαγγελεῖς χρηματίσαντας παρὰ τῷ αὐτῷ δικαστηρίῳ, διότι ὁ εἰσαγγελεὺς ἐποπτεύει κατὰ νόμον τὸν πρόεδρον. Μόνον ὡς πρὸς τὸν διοριστέον μεταξὺ τῶν δικηγόρων δύναται νὰ γνωμοδοτῇ ὁ πρόεδρος.
§193ΤΟΜΑΝ. Δι’ αὐτὸ θὰ ἦτο προτιμότερον, προκειμένου περὶ τῶν εἰσαγγελέων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑπηρεσίαν εἰσαγγελικὴν, νὰ μὴ γνωμοδοτῶσιν οἱ πρόεδροι, ἀλλὰ νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἡ γνωμοδότησις, ἢ μᾶλλον καλλίτερον νὰ λείψῃ πᾶσα γνωμοδότησις, διὰ νὰ ἔχῃ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς, νὰ μὴ δεσμεύηται ἀπὸ γνωμοδοτήσεις, διὰ νὰ λέγῃ κατόπιν, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν εὐθύνην αὐτός. Ἐν τούτοις, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἐγγύησίς τις, ἂς ὑπάρχῃ τὸ Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§194ΠΕΡΡΟΣ. Δὲν ἔχουσι τὰ στοιχεῖα οἱ ἀρειοπαγῖται, διὰ νὰ κρίνωσι. Ποῦ γνωρίζει ὁ Ἄρειος Πάγος, ἂν ὁ δεῖνα δικηγόρος ἦναι ἱκανός; πῶς θὰ τὸ γνωρίζῃ;
§195Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς, ὑπάρχουσιν ἄλλοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι παραδέχονται δύο ἄλλα συστήματα· ἄλλοι μὲν παραδέχονται τὰς προτάσεις τῶν προέδρων καὶ εἰσαγγελέων, ἄλλοι δὲ μόνον τὴν πρότασιν τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, εἶναι καλλίτερον, διότι καὶ αἱ προτάσεις τῶν προέδρων καὶ εἰσαγγελέων εἶναι χρήσιμοι καὶ τὸ Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους θὰ ἐξηγήσω. Ἀλλ’ ἄρχομαι ἀπὸ τὴν γνωμοδότησιν τῶν προέδρων καὶ τῶν εἰσαγγελέων. Πρέπει νὰ γείνῃ ῥητὴ ἐξήγησις, ὅτι δὲν δύνανται νὰ δίδωσι τοιαύτας γνωμοδοτήσεις οἱ ἀναπληροῦντες τοὺς προέδρους δικασταί· ὁπωσδήποτε ὑπάρχει μεγαλειτέρα ἐγγύησις, ὅταν δίδωνται ἀπὸ ἀνώτερον διὰ κατώτερον. Τοῦτο εἶναι οὐσιῶδες. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὄχι μόνον τὸ θεωρῶ καλὸν καὶ ἐν μέρει θεραπεῦον ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου στερεῖται ὁ νόμος, ἀλλὰ τὸ θεωρῶ ὡς καλὴν ἀρχήν, — ἂν ὅμως τακτοποιηθῇ τὸ Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι ἠμπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις· διότι εἰς τὴν Ἰταλίαν γνωμοδοτεῖ καὶ διὰ τὴν μετάθεσιν, εἰς τὴν Γαλλίαν ἐπίσης. Ὀρθότατον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε καὶ ὁ κ. Πέῤῥος, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος πάντοτε δὲν ἔχει τὰ πρὸς ἐκτίμησιν τῶν προσώπων στοιχεῖα· ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι χρησιμεύει ἡ διάταξις, διότι διὰ διατάγματος δύνανται νὰ προσκομισθῶσιν ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα. Τὸ διάταγμα τῆς 30 Αὐγούστου 1833 περὶ εἰσαγωγῆς βιβλίου ποιότητος ἐφηρμόσθη ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Ἔλεγον δὲ καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς Ὄθων τὰ βιβλία ποιότητος συνεβουλεύετο διὰ τὰς μεταβολὰς, διὰ τοὺς προβιβασμοὺς, διὰ τὰς μεταθέσεις. Ὁ νόμος περὶ προσόντων τῆς 14 Ἰουλίου 1884 ἀναφέρει ἐν ἄρθρῳ 10 τοιαύτην διάταξιν περὶ βιβλίων ποιότητος, χωρὶς ὅμως νὰ προνοῇ ἂν ταῦτα θὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ διὰ τοὺς δικαστικοὺς ὑπηρέτας, τὰ βιβλία ποιότητος, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσι, καὶ ἀρκετὰ ἐπωφελῶς, εἴς τε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὸ τῶν Ναυτικῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι κατὰ τὸ ἐν Βαυαρίᾳ σύστημα, τὸ κρατοῦν, δύνανται νὰ εἰσαχθῶσι καὶ παρ’ ἡμῖν τοιαῦτα βιβλία ποιότητος. Ἀλλ’ ἂν ταῦτα χαρακτηρισθῶσιν ἀνεφάρμοστα παρ’ ἡμῖν, δύνανται νὰ προσκομισθῶσιν ἄλλαι ἀποδείξεις, π.χ. διὰ κληρώσεως τῶν κατ’ ἀντιμωλίαν ἀποφάσεων· νὰ ἀποστέλλωνται τὰ ἀντίγραφα δύο ἀποφάσεων — ἀνὰ πᾶσαν διετίαν ἢ κατ’ ἔτος — εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Τέλος πάντων τὸ ἀπόλυτον δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ. Δὲν εἶναι ἀδύνατον διὰ τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ εὑρεθῶσι στοιχεῖά τινα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων νὰ δύνανται νὰ κρίνωσιν οἱ ἀρειοπαγῖται. Ἀντὶ τούτου ἂς προτείνῃ ἄλλος τις νὰ προσκομισθῶσι δὲ τὰ στοιχεῖα πρὸς ἐκτίμησιν. Εὑρίσκω ὅμως χρήσιμον τὸ Συμβούλιον, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§196ΠΕΡΡΟΣ. Νομίζετε ὅτι θὰ κρίνῃ περὶ δικαστῶν. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ δικηγόρων τίνα στοιχεῖα νὰ ἔχῃ; Θέλετε νὰ ἀποστέλλωνται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξέδωκαν αὐτάς, ἵνα ἀποδειχθῇ ἐὰν ἦναι ἱκανοί· ἀλλὰ διὰ τοὺς δικηγόρους;
§197Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔχομεν τὰς προτάσεις.
§198ΠΕΡΡΟΣ. Προκειμένου εἷς δικηγόρος νὰ παρασταθῇ ὡς ὑποψήφιος εἰσαγγελεύς, δύναται νὰ καταρτίσῃ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ ἀρέσωσι καὶ εἰς τοὺς ἀρειοπαγίτας, καὶ νὰ θαυμασθῶσι. Δὲν εἶναι τοῦτο, μοὶ φαίνεται, ἐγγύησις.
§199Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶπον «καὶ δι’ ἐκθέσεως».
§200ΤΟΜΑΝ. Διὰ τοὺς δικηγόρους εἴμεθα σύμφωνοι, κ. Φιλάρετε. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν εἰσαγγελέων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προϋπηρέτησαν, ἔχουσιν ὑπηρεσίαν πολυετῆ, δι’ αὐτοὺς φρονῶ ὅτι ἀντίκειται καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ πρὸς τὸν ὅλον ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων ἡ γνωμοδότησις τῶν προέδρων τῶν δικαστηρίων, νῦν μάλιστα, ὅτε, ὡς εἶναι γνωστόν, οὐδεὶς ἐκ τῶν προέδρων εἶναι ἐν τῇ ἕδρᾳ του, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν, ἕνεκα τῶν διακοπῶν, δικασταὶ προεδρεύοντες. Δι’ αὐτοὺς μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ γνωμοδότησις. Διὰ τοὺς δικηγόρους μάλιστα.
§201ΣΑΚΚΗΣ. Καὶ διὰ τοὺς δικηγόρους ὄχι. Πρέπει νὰ ἦναι τὸ Συμβούλιον τοὐλάχιστον.
§202ΤΟΜΑΝ. Ἔχει τις 5 ἢ 10 ἐτῶν ὑπηρεσίαν. Δὲν νομίζετε τοῦτο ἀρκετὸν προσὸν ν’ ἀπαλλαγῇ αὐτὸς τῆς διατυπώσεως; —καίτοι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλαγῶσιν ὅλοι, καὶ νὰ ἔχῃ πλήρη τὴν εὐθύνην ὁ Ὑπουργός, ἄνευ διατυπώσεων διορίζων.
§203ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προσθέσῃ ὁ νόμος, οὔτε ν’ ἀπαιτήσῃ καμμίαν γνωμοδότησιν, διότι ὅλαι ἐν γένει εἶναι χαριστικαί, καὶ τῶν προέδρων τῶν πρωτοδικῶν καὶ τῶν ἐφετῶν καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ὅλαι χαριστικαί. Ἔχομεν πεῖράν τινα αὐτοῦ τοῦ γεγονότος. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἔχῃ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἔχει καθῆκον νὰ φροντίζῃ νὰ μανθάνῃ ποῖοι εἶναι ἱκανοί, εἴτε ἐκ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας, εἴτε ἐκ τῆς Εἰσαγγελίας, εἴτε ἐκ τῶν δικηγορικῶν τάξεων, νὰ μανθάνῃ ποῖος ἔχει στοιχεῖα ἠθικότητος, ποῖος ἔχει ἔντιμον παρελθόν, καὶ ποῖος ἔδειξε σημεῖα ἱκανότητος, καὶ αὐτὸν νὰ προτείνῃ καὶ διορίζῃ. Ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα εἰσάγουσι τὰ νέα νομοσχέδια, δὲν εἶναι, παρὰ ἐμβαλώματα τῆς ἐπιῤῥίψεως τῆς εὐθύνης εἰς τὰ Συμβούλια, διὰ νὰ ἔχωσιν οἱ Ὑπουργοὶ ἐκτὸς ἑαυτῶν τὴν εὐθύνην. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὰ πάντα εἶναι περιττά, καὶ πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ μακαρίτης πατήρ σας, καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἄριστος, καὶ διὰ τὴν δῆθεν θεραπείαν τοῦ ὁποίου εἰσῆγον ὁτὲ μὲν ἓν ἐμβάλωμα, ὁτὲ δὲ ἓν χάλασμα δι’ ἑνὸς νόμου, ἄλλο χάλασμα δι’ ἑτέρου νόμου, καὶ πάλιν ἄλλο χάλασμα δι’ ἑτέρου νόμου, καὶ ἐπὶ τέλους κατέστρεψαν τὸν ὑγιέστερον, τὸν καλλίτερον νόμον, καὶ σήμερον δὲν ἠξεύρομεν ποῦ εὑρισκόμεθα!
§204Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω καὶ ἄλλας τροπολογίας.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλατε αὐτάς, ἵνα τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι.
§206Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς καταθέτω. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 305).
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2.
§208ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ ἄρθρον 10 τοῦ αὐτοῦ ΒϚΗʹ νόμου τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 10.—Ἀντεισαγγελεὺς παρ’ ἐφέταις διορίζεται ἢ προβιβάζεται ὁ ἔχων τ’ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν θέσιν ταύτην προσόντα κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 11, 12, 13 καὶ 18 § 1 τοῦ νόμου ΧΞΤʹ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ μετὰ προηγουμένην σύμφωνον γνωμοδότησιν τοῦ προέδρου καὶ εἰσαγγελέως τοῦ Ἐφετείου, εἰς οὗ τὴν περιφέρειαν ὑπηρετεῖ, καὶ ὁμοίαν τοῦ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον Συμβουλίου καὶ κατὰ τοὺς αὐτόθι ὅρους.» «Τὸ ἄρθρον 11 τοῦ αὐτοῦ νόμου καταργεῖται.»
§209ΣΑΚΚΗΣ. Εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον ἔχω μίαν παρατήρησιν. Λέγει τὸ ἄρθρον: «Τὸ ἄρθρον 11 τοῦ αὐτοῦ νόμου καταργεῖται.» Τὸ ἄρθρον 11 ἀνάγεται εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν γραμματέων τῶν Πρωτοδικείων καὶ Εἰρηνοδικείων. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν γραμματέων τῶν Πρωτοδικείων.
§210Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ φράσεις «ὁ ἔχων τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 12 καὶ 13 τοῦ νόμου ΧΞϚʹ» καὶ ν’ ἀντικατασταθῶσιν ὡς ἑξῆς: «ὁ ἐπὶ ἑξαετίαν ὑπηρετήσας ὡς ἐφέτης ἢ πρόεδρος πρωτοδικῶν ἢ ἀντεισαγγελεὺς ἐφετῶν, ἢ ἐπὶ ὀκταετίαν ὡς εἰσαγγελεὺς πρωτοδικῶν.» Αὐτὴν τὴν τροπολογίαν ἔδωκα ἤδη.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4).
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκει): «Οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ ἀντεισαγγελεῖς τῶν ἐφετῶν, ὡς καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν, ἀπολυθήσονται ἅμα τῇ ἰσχύϊ τοῦ παρόντος νόμου, ὅπως διορισθῶσι τοιοῦτοι δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νόμου.»
§213ΒΑΛΕΤΑΣ. Ἤθελον ὑποβάλει μίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν, ἐὰν ἦναι διατεθειμένη ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποδεχθῇ, θὰ διατυπώσω εἰς τροπολογίαν. Εἶναι ἡ ἀκόλουθος. Ἀναντιῤῥήτως τὸ ἄρθρον τοῦτο περιέχει κἄτι τι ἀσύνηθες εἰς τοὺς νόμους...
§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει πρόχειρον τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἂς ἀκούσωμεν τὴν γνώμην σας.
§215ΒΑΛΕΤΑΣ. .. ὅτι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ παρόντος νόμου εἰσαγγελεῖς πρωτοδικῶν, ἔχοντες τόσην ὑπηρεσίαν εἰσαγγελικὴν, λ. χ. 6, 7 ἢ 8 ἐτῶν. Ἐπίσης δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν ταύτην ἀντεισαγγελεῖς ἐφετῶν καὶ εἰσαγγελεῖς ἔχοντες 12 ἢ 15 ἐτῶν ὑπηρεσίαν. Ὑποτίθεται ὅτι, ὅταν τόσον μακρὰ ὑπηρεσία ὑπάρχῃ, ἐθεωρήθη τὸ πρόσωπον, τὸ ὑπηρετῆσαν ἐπὶ τόσα ἔτη, παρ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων ὡς ἁρμοδίως καὶ καταλλήλως κατέχον τὴν θέσιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι διὰ τοιούτους ὑπαλλήλους δύναται νὰ γείνῃ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη. Θὰ ἦναι καὶ ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μία ἐκτίμησις εἰς ἀνεγνωρισμένην ὑπηρεσίαν καὶ εὐδόκιμον. Ἀπόλλυσι δὲ καὶ τὸ ἄρθρον αὐτὸ τὸν τραχὺν κἄπως χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἔχει, ὅτι ἀπολύονται διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εἰσαγγελεῖς.
§216ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ διαφωνῶ πρὸς τὸν ἐκ Θήρας κ. συνάδελφον· διότι, ἐὰν ἡ πολυχρόνιος ὑπηρεσία συνοδεύηται μὲ εὐδόκιμον, βεβαίως ἐκεῖνοι οἱ εἰσαγγελεῖς πρέπει νὰ μείνωσιν· ἀλλ’ ἡ πολυχρόνιος καὶ μόνη ὑπηρεσία δὲν εἶναι λόγος νὰ μείνουν· διότι οἱ ὑπηρετήσαντες πολὺν καιρὸν εἶναι οἱ μᾶλλον ἐπιτήδειοι, οἱ ὁποῖοι τὰ καταφέρουν εἰς ὅλας τὰς πολιτικὰς, καὶ ἐκεῖνοι πρέπει νὰ παυθῶσι μίαν ὥραν προτήτερα, ἐκτὸς ἐὰν τῷ ὄντι ἡ ὑπηρεσία των ἡ πολυχρόνιος ὑπῆρξε καὶ εὐδόκιμος.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, θὰ ὑποβάλητε τροπολογίαν;
§218ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6.
§220ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ ἄρθρον 14 § 1 τοῦ αὐτοῦ νόμου τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 14.—οἱ εἰρηνοδίκαι, οἱ εἰδικοὶ πταισματοδίκαι, οἱ συμβολαιογράφοι καὶ οἱ εἰδικοὶ ὑποθηκοφύλακες παύονται ὁριστικῶς τῆς ὑπηρεσίας αʹ) εἰς τὰς περιπτώσεις τῶν ἄρθρων 21, 22 καὶ 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου· βʹ) ἐὰν τιμωρηθῶσι πειθαρχικῶς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ δὶς ἐντὸς ἔτους· γʹ) ἐὰν ἐπὶ ἕνα μῆνα ἀπόσχωσιν ὁπωσδήποτε τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἄνευ ἀδείας· δʹ) ἂν ἕνεκα νόσου καταστῶσιν ἀνίκανοι πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν πλέον τῶν τριῶν μηνῶν, κατὰ ἔνορκον ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου πιστοποίησιν δύο ἰατρῶν· εʹ) ἂν καταδειχθῶσιν ἀνίκανοι ἢ ἀμελεῖς περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων, ἢ ἀποδείξωσιν ὁπωσδήποτε ἀναξιοπρεπῆ ἢ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν θέσιν των διαγωγὴν, καὶ γνωμοδοτήσωσιν ὑπὲρ τῆς παύσεως οἱ ἁρμόδιοι εἰσαγγελεῖς τῶν πρωτοδικῶν καὶ τῶν ἐφετῶν· ϛʹ) ἂν καταργηθῇ ἡ θέσις, εἰς ἣν διατελοῦσι.»
§221ΣΑΚΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχω τροπολογίαν· νὰ προστεθῶσι μετὰ τοὺς εἰδικοὺς ὑποθηκοφύλακας καὶ οἱ γραμματεῖς πολυμελῶν δικαστηρίων...
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὴν δώσητε ἐγγράφως, ἵνα τυπωθῇ.
§223ΣΑΚΚΗΣ. Μάλιστα... Εἰς τὴν τροπολογίαν ταύτην προέβην, καθόσον εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ γραμματεῖς τῶν πρωτοδικῶν περιβάλλονται ὑπὸ σπουδαιοτάτων καθηκόντων. Τὴν θέσιν ταύτην δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευώμεθα εἰς οἱονδήποτε, διότι ἔχομεν πεῖραν μακρὰν πολυμελῶν δικαστηρίων, ὅτι συνέβησαν τοιαῦτα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀνεστάτωσαν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν δικαιοσύνην· πάντες δὲ ἐξεγέρθησαν ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι πρόκειται νὰ μεταβληθῶσι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς γραμματεῖς τῶν πρωτοδικῶν, τὰ ἰσχύοντα. Προτείνω νὰ προστεθῶσι «καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν πρωτοδικῶν», διότι θεωρῶ τὸ ἄρθρον πολὺ ἐπιβλαβὲς ἄνευ τῆς διατάξεως ταύτης.
§224Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σημαντικώτατον! σπουδαῖον! Νὰ προστεθῶσι προσέτι καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει, ἐπίσης δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπικυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 9648 καὶ 14303 ἐ. ἔ. προκηρύξεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν περὶ κατατάξεως ναυτικῶν δοκίμων.» (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτυπώσεως ἀναμνηστικῶν γραμματοσήμων», ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται ἡ ἐκτύπωσις ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀναμνηστικῶν γραμματοσήμων ἐπὶ τῇ ἐν Ἀθήναις τελέσει κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων.»
§227ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ ἐρωτήσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν, ἐὰν δὲν ἀπεφάσισαν νὰ συμπεριλάβωσι καὶ τὰ ἄλλα εἴδη, τὰ ὡς γραμματόσημα θεωρούμενα, δηλ. τοὺς φακέλλους, τὰ δελτάρια, τὰς ταινίας, τὰς βραχείας ἐπιστολὰς κτλ.· διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ τεθῶσιν εἰς τὸν νόμον καὶ ταῦτα πάντα, διὰ νὰ ἦναι ἡ σειρὰ πλήρης.
§228Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας, ἡ δαπάνη θὰ ἦναι μεγάλη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3.
§230ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐκ τοῦ εἰσπραχθησομένου ποσοῦ ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν ἀναμνηστικῶν γραμματοσήμων χορηγοῦνται πεντήκοντα τοῖς ἑκατὸν εἰς τὸ ταμεῖον τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ τε δαπανηθησομένου καὶ τῶν κανονικῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα ἤθελον εἰσπραχθῆ ἐπὶ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θέλουσι κυκλοφορήσει τὰ ἀναμνηστικὰ γραμματόσημα. Τὸ ποσὸν τῶν κανονικῶν τελῶν τούτων θέλει προσδιορισθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ ἔτος 1894 καὶ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ τρέχοντος ἔτους.»
§231ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀντὶ τῶν λέξεων «ἐκ τοῦ εἰσπραχθησομένου ποσοῦ» νὰ τεθῇ «ἐκ τῶν εἰσπραχθησομένων», ἐν δὲ τῷ τετάρτῳ στίχῳ, μετὰ τὴν λέξιν «δαπανηθησομένου» νὰ τεθῇ «ποσοῦ».
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἀνῆκον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων ποσὸν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3 καταβληθήσεται αὐτῇ δι’ ἐντάλματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν δύναται δὲ νὰ ὑπερβῇ τὰς δραχμὰς τετρακοσίας χιλιάδας.»
§233ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀντὶ «τετρακοσίας χιλιάδας» νὰ τεθῇ «διακοσίας χιλιάδας.»
§234ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν του—καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν τοιαύτην τινὰ προσδοκίαν—ὅτι ἡ ἐπιχείρησις θὰ ἐπιτύχῃ, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι πλέον ὑπὲρ τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, ἀλλ’ εἶναι ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι εὐπρεπὲς νὰ θελήσῃ τὸ Κράτος νὰ ἐπωφεληθῇ τὴν περίστασιν ταύτην, ἵνα ἀρυσθῇ ἐξ αὐτῆς ὑλικὴν ὠφέλειαν.
§235Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἐπὶ τῶν 400 χιλιάδων δραχμῶν τοῦ ἄλλου ἄρθρου (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐγγυηθῇ ἐν ὀνόματι τοῦ δημοσίου ταμείου ὑπὲρ δανείου μέχρι διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν.» Ἡ ἐγγύησις μέχρι διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλὰ τὸ ποσὸν δὲν θέλει ὑπερβῆ τὰς 400,000. Ἐὰν εἰσπραχθῶσι χρήματα καὶ περισσεύσωσι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἰσπράξει τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ συνήθους γραμματοσήμου, τὸ ὑπόλοιπον θέλει δοθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν μέχρι 200 χιλιάδων δραχμῶν, ἐὰν δὲ περισσεύσῃ μετὰ τοῦτο ποσόν τι, θέλει κρατήσει αὐτὸ τὸ Δημόσιον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη).
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§237Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδού, ἐγγυᾶται τὸ Κράτος διὰ δάνειον 400,000.
§238ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ αὐτὸ τροποποιεῖται οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸ ἑνδεκαμελὲς Συμβούλιον τῆς ἐπὶ τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων ἐπιτροπῆς νὰ συνομολογήσῃ μετά τινος τῶν Τραπεζῶν, ἄν τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Κράτους, δάνειον μέχρι διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, ἐπὶ τόκῳ μὴ ὑπερβαίνοντι τὰ 7%, ἐπιτρέπεται δὲ καὶ εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ παράσχῃ τὴν ἐγγύησιν ταύτην.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, ἐπίσης δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐνεργείας τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπαρχιακῶν συμβούλων»).
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῆς ἀπὸ 17 Δεκεμβρίου 1891 συμβάσεως περὶ κατασκευῆς τοῦ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσι μήπω συντελεσθέντος τμήματος τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν καὶ περὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς ὅλης γραμμῆς.» (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει).
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται):
§241Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον τοῦτο παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ πληρωμὴ τῶν ἔργων γενήσεται ἐκ τῶν ἐν τῷ περὶ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου παραρτήματι τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναγραφομένων κατ’ ἔτος πιστώσεων.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, ἐπίσης δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως βοηθημάτων εἰς τοὺς δυστυχήσαντας ἐργάτας τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§243ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τὴν χορήγησιν βοηθημάτων ὑπὲρ ὅλων τῶν παθόντων ὑπὸ τῆς πτωχευσάσης ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ὡς ὅμως τοῦτο ἔχει, ὁ διασταλτικὸς οὗτος σκοπός του οὐδαμοῦ ἐνδείκνυται, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα εὐαρεστούμενος συμπληρώσῃ τὸ πρῶτον ἄρθρον τούτου, καὶ ἱκανοποιηθῶσιν οὕτω πάντες οἱ παθόντες, διότι κατὰ τοὺς ὑποβληθέντας καταλόγους δὲν συμπεριλαμβάνονται ὅσοι δικαιοῦνται λαμβάνειν, καὶ ἰδίᾳ οἱ κατοικοῦντες εἰς τὰ ἀπώτερα χωρία τῆς Μεγαλοπόλεως καὶ ἀνὰ τὰ χωρία τῆς Μεσσηνίας, ἀλλ’ οἱ οἰκοῦντες ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν ἐπαρχιῶν καὶ ἰδίᾳ ἐν Τριπόλει. Διὰ τοῦτο δικαίαν ἔχω νὰ ὑποβάλω προσθήκην, τὴν ἑξῆς: «προσέτι δὲ θέλουσι περιληφθῆ καὶ οἱ κάτοχοι οἱωνδήποτε τίτλων ἢ ἀποδεικτικῶν ἀφορώντων εἰς συντελεσθεῖσαν ἐργασίαν τοῦ σιδηροδρόμου ἢ χορήγησιν εἰς προσωπικὸν τῆς Ἑταιρίας ἢ ἐργάτας, ὑλικοῦ, τροφίμων καὶ ἄλλων εἰδῶν, καίτοι μὴ συμπεριλαμβανόμενοι ἐν τοῖς καταλόγοις, τοῖς συνταχθεῖσιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ διαλαμβανομένης.» Οἱ ἔχοντες λοιπὸν ἀνὰ χεῖρας τοιούτους τίτλους διὰ τὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας ἐξετέλεσαν, διὰ τὰ ὑλικὰ, τὰ ὁποῖα ἐχορήγησαν, δέον, δυνάμει αὐτῶν τῶν τίτλων, νὰ ἀποζημιωθῶσι. Διότι εἰς τὴν Τρίπολιν μὲν οἱ ἐργολάβοι καὶ ὑπεργολάβοι συνέταξαν συμβόλαια μὲ τὴν Ἑταιρίαν, ὡς καί τινες εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Μεγαλοπόλεως, ὡς ἐκ τῶν μέσων, ἅτινα ἐπὶ τούτῳ παρέχονται· εἰς τινα χωρία ὅμως, οἷον τὸ Γαρδίκι κλπ., ἐξεχώρησαν οἱ ἐργολάβοι ἐργασίαν, ἥτις καὶ ἐξετελέσθη, λαβόντων τῶν συντελεσάντων αὐτὴν χωρικῶν, ἀντὶ ἀντιτίμου ἢ χρεωστικοῦ τινος ἐγγράφου, ὑποσχετικὰ δελτάρια, bona καλούμενα, ἅτινα ἐκυκλοφόρουν ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας, ὑπέχοντα θέσιν τραπεζικοῦ γραμματίου. Ἡ δὲ ἐπιτροπὴ, μεταβᾶσα εἰς Μεγαλόπολιν, ἀμφιβάλλω ἂν τὸν πόδα αὐτῆς ἐπάτησεν εἰς τὰ διάφορα χωρία, ἢ ἂν καθίστατο αὐτῇ ἐφικτὴ ἡ ἐξακρίβωσις τῶν τοιούτων ἀγροτῶν δικαιούχων.
§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ bona, τὰ ὁποῖα κομίζουσιν αὐτοὶ, εἶναι ὀφειλαὶ πρὸς ἀγωγεῖς, ἐργάτας καὶ ὑπεργολάβους, ὀφειλόμεναι ὑπὸ ἐργολάβων. Ὅταν οἱ ἐργολάβοι λάβωσι τὰ χρήματα, θέλουν ἐξοφλήσει τὰ bona, ἐὰν δὲ δὲν τὰ λάβωσι, θέλουσι πληρόνεσθαι εἰς αὐτοὺς ἀπ’ εὐθείας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένωνται δύο πληρωμαί.
§245ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ bona τὰ εἶχον οἱ Ἰταλοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔφυγαν.
§246ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Τὸ κανονιστικὸν διάταγμα τῆς διαχειρίσεως δύναται νὰ κανονίσῃ, πῶς θὰ γίνωνται δεκτὰ τὰ bona.
§247ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἔχουσι δίκαιον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὁ νόμος ἀφίνει ἐλευθέραν τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ποσῶν, τὸ νομοσχέδιον δὲ δὲν κάμνει λόγον περὶ καταλόγων. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω μόνον, ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τοῦ πρώτου ἄρθρου νὰ ἀφαιρεθῶσιν αἱ λέξεις «εἴτε ὡς ἀπολέσαντες τὰς πρὸς ἐγγύησιν καταθέσεις αὐτῶν, εἴτε ὡς καταβαλόντες κλπ.»
§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ ἔχω πληροφορίας, ὅτι αἱ πρὸς ἐγγύησιν καταθέσεις δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐξακριβωθῶσι, διὰ τοῦτο στέργω νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «εἴτε ὡς ἀπολέσαντες τὰς πρὸς ἐγγύησιν καταθέσεις», μέχρι τέλους τῆς παραγράφου.
§249ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Καὶ ἡ σύνταξις τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου δὲν ἔχει ὀρθῶς, διότι λέγει: «χορηγεῖται πίστωσις δραχ. 400,000 εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον κτλ.» Ἡ ἄδεια χορηγεῖται διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§250Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Νὰ τεθῇ: «Χορηγεῖται περίθαλψις εἰς τοὺς πολίτας, ὅσοι ὡς ἐργάται ἢ χορηγηταὶ τροφίμων, φαρμάκων καὶ ἄλλων εἰδῶν, ἢ ἀγωγεῖς ἐζημιώθησαν...» κλπ.
§251ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαλοπόλεως εἶναι δικαιοτάτη. Διὰ τοῦτο καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ, ἂν οἱ κατάλογοι θὰ θεωρηθῶσιν ὡς βάσις τῶν δικαιούχων, ἢ ἡ ἐπιτροπὴ θὰ συμπεριλάβῃ καὶ ἄλλους, εὑρισκομένους εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Ὁ κ. Πρόεδρος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπεριλάβῃ ἄλλους. Ἐπιθυμῶ τοῦτο νὰ ἐξακριβωθῇ, ἐὰν θὰ συμπεριληφθῶσι καὶ ἄλλοι, μὴ συμπεριλαμβανόμενοι εἰς τοὺς καταλόγους, οἱ ὁποῖοι ὅμως εἶναι ἐκ τῶν ζημιωθέντων. Παρακαλῶ νὰ περιληφθῇ τοῦτο διὰ ῥητῆς διατάξεως ἐν τῷ νόμῳ. Ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν παρατήρησιν ταύτην, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἂς πράξῃ ὅ,τι νομίζῃ συμφέρον.
§252Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαλοπόλεως ἐξέθηκε, καὶ ὡς ἀντελήφθην, ἡ ὑπόθεσις ἔχει οὕτω. Ἐργολάβοι ἢ ὑπεργολάβοι, ἀγωγεῖς ἢ χορηγηταὶ ἢ ἐργάται, ἔχοντες λαμβάνειν παρὰ τῆς ἑταιρίας χρήματα, μὴ λαβόντες δὲ αὐτά, ἐξέδιδον δελτία, ἀποδείξεις εἰς τοὺς χορηγητάς, τὰ λεγόμενα bona, καὶ οἱ χορηγηταί, πειθόμενοι ὅτι θέλουσι λάβει τὰ εἰς αὐτοὺς ὀφειλόμενα χρήματα, ἐδέχοντο ταῦτα ἀντὶ μετρητῶν διὰ τὸ ἀντίτιμον τῶν ὑπ’ αὐτῶν χορηγουμένων τροφίμων κλπ. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι οἱ ἔχοντες τὰ bona εἶναι δανεισταί, ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἔχει εὐρεῖαν ἐντολὴν,—ἡ ἐντολή της εἶναι νὰ προσδιορίσῃ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θέλει ἀποδοθῇ ἑκάστῳ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενομένης αὐτῷ ζημίας, — νομίζω ὅτι δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν, ἀλλ’ ἀφοῦ τὰς ἐξακριβώσῃ.
§253ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν καὶ τὴν ἑρμηνείαν αὐτὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, φρονῶ περιττὴν πᾶσαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, πᾶσαν πρότασιν καὶ ὁμιλίαν.
§254ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐργολάβους καὶ ὑπεργολάβους, ἀνεφέρετο εἰς τοὺς ἡμεδαπούς, εἰς τοὺς πολίτας Ἕλληνας.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς.
§256ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Χορηγεῖται περίθαλψις εἰς τοὺς πολίτας, ὅσοι ὡς ἐργάται ἢ χορηγηταὶ τροφίμων, φαρμάκων καὶ ἄλλων εἰδῶν, ἢ ἀγωγεῖς, ἐζημιώθησαν ἕνεκα τῆς πτωχεύσεως τῆς ἀναλαβούσης τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἐργολάβου ἑταιρίας. «Εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀνωτέρω πιστωτῶν τῆς πτωχευσάσης ἑταιρίας θέλουσι περιληφθῆ καὶ ἐργολάβοι ἢ ὑπεργολάβοι, ἐὰν καὶ οὗτοι ἐζημιώθησαν.»
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§258ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ νὰ διαγραφῇ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, ἵνα μὴ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ δικαίωμα νὰ αὐξομειοῖ τὸ ποσόν. Αἱ 400,000 νὰ διανέμωνται ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει ἕκαστος λαμβάνειν, διότι ἄλλως ὅλοι θ’ ἀπαιτῶσι τὸ 40%, καὶ ἂν εἷς λάβῃ 40% καὶ οἱ ἄλλοι 32%, θὰ ἔχωμεν ἐπανάστασιν!
§259Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδόθη ἐξήγησις, ὅτι πρόκειται περὶ βοηθήματος, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν ἑκάστου.
§260ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι πρέπει νὰ λάβωσι τὸ αὐτὸ βοήθημα, διότι θεωρῶ ἐπικίνδυνον νὰ γείνῃ διάκρισις.
§261ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο κατὰ τὴν ἑσπέραν τὴν χθεσινὴν ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου ἤδη κάμνει, καὶ ἐπετιμήθην καὶ παρ’ αὐτοῦ ἀτυχῶς, καὶ ἕνεκα τούτου ἐσιώπησα, διότι δὲν συνειθίζω,—ἢ ὡς μὴ δυνάμενος ἢ κουραζόμενος, —νὰ λαμβάνω τὸν λόγον συχνά. Καὶ ἐπρότεινα μάλιστα, ἐὰν ἐνθυμῆται ὁ ἔντιμος κ. συνάδελφος, ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἐξετιμᾶτο τὸ δίκαιον τῆς προτάσεως ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὸν σκοπὸν τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπρότεινα, λέγω, νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «πρὸ πάντων ἐπὶ τῶν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καὶ οἰκογενειακῆς καταστάσεως ἑκάστου τῶν ἐχόντων λαμβάνειν πληροφοριῶν.» Τούτων τῶν λέξεων διαγραφομένων, βεβαίως ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. συνάδελφός μου προτείνει. Ἀλλ’ ἐπετιμήθην ἐπανειλημμένως· χαίρω ὅμως, ὅτι ταύτην τὴν στιγμὴν ἀνεγνωρίσθη καὶ ὑπὸ τοῦ ἐπιτιμήσαντός με συναδέλφου τὸ ὀρθὸν τῆς παρατηρήσεώς μου.
§262ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ παρατηρῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην, τὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν διορισθεῖσαν τῷ 1892, ἀνατίθενται ὅλα αὐτὰ τὰ καθήκοντα. Ἔχομεν ἅπασαν τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτὴν βεβαίως, ἀλλὰ δὲν λαμβάνεται πρόνοια διὰ τὴν περίπτωσιν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἓν τῶν μελῶν αὐτῆς ἀποβιώσῃ ἢ παύσῃ τοῦ νὰ ἦναι ὑπάλληλος τοῦ Κράτους.
§263Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ προτείνω τροπολογίαν περὶ τούτου.
§264ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀφοῦ δὲ ἔχομεν ἅπασαν τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν ἐπιτροπήν, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ὁρίσωμεν τὸ 40%. Δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν ἐπιτροπήν, ἵνα κανονίζῃ τὸ ποσοστόν.
§265Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι· διότι, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἀποδώσῃ τὴν περίθαλψιν εἰς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου, ὑπολειφθῇ δὲ ποσὸν ἀδιάθετον, αὐτὸ θέλει περιέλθει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀδιάθετον ποσόν, διότι κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπληρώθησαν, ἀνέρχονται εἰς 1,400,000. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ συνάδελφος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, εἶναι ἡ ἀληθὴς παράστασις τῶν ἐντυπώσεων τοῦ τόπου. Πράγματι, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε δώσει ἄνισα ποσὰ ἐπὶ ἴσης ζημίας, θέλει παρεξηγηθῆ, θέλουσι παραχθῆ φωναὶ καὶ παράπονα, διότι ἔγκειται τοῦτο εἰς τὸν χαρακτῆρα τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν· ἀλλ’ ἐν τούτοις δὲν ἐπιθυμῶ, καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν πρέπει νὰ ἐπιθυμήσῃ, νὰ παρανοηθῇ κατὰ τί ὁ χαρακτὴρ τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν, χαρακτὴρ δὲ αὐτοῦ εἶναι ἡ βοήθεια· ὅταν δὲ πρόκειται νὰ βοηθήσητε, πρέπει κυρίως νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν προσωπικὴν κατάστασιν τοῦ πάσχοντος. Ἄλλως π. χ. θέλετε βοηθήσει ἕνα, ὁ ὁποῖος ἔχει 100 χιλιάδων δραχμῶν περιουσίαν καὶ εἶναι ἄγαμος, ὡς εἶναι ὁ φίλος μου κ. Ἀγγελόπουλος, καὶ ἄλλως τὸν ἔχοντα τὴν αὐτὴν περιουσίαν καὶ πολλὰ τέκνα. Θέλει ἐννοηθῆ δὲ, πιστεύω, παρὰ πάντων, ὅτι ἡ ἀνισότης δὲν εἶναι ἀδικία, ἀλλὰ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀνίσου οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ ἄτομα.
§266ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει).
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§268Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ἐν τῷ γραφείῳ τῶν δημοσίων ἔργων εἰδικὸν Σιδηροδρομικὸν τμῆμα, μοὶ ἀνεκοίνωσε παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, ὡς εἶναι συντεταγμένον, καὶ εὑρίσκω ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὐτοῦ εἶναι ὀρθαί. Ἡ πληρωμὴ δὲν θέλει γενῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι δὲν θέλει δοθῆ τὸ χρῆμα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα διανείμῃ αὐτὸ, ἀλλὰ θέλει γενῆ ὑπὸ τοῦ ἐπαρχιακοῦ ταμίου, θέλει δὲ πληρόνει ὁ ταμίας τοὺς ἐν τῷ καταλόγῳ ἀναγεγραμμένους καὶ τὰ ποσὰ τὰ ἐν τῷ καταλόγῳ ἀναγεγραμμένα δι’ ἕκαστον. Διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον 3, μὲ συνεβούλευεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ τροποποποιηθῇ οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐξεύρεσις τοῦ ποσοῦ τοῦ ὑπὸ τῶν ἐργολάβων ἢ ὑπεργολάβων εἰς τοὺς ἐργάτας, ἀγωγεῖς ἢ χορηγητὰς ὀφειλομένου ποσοῦ θέλει γενῆ ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ ὀφείλοντος ἐργολάβου ἢ ὑπεργολάβου. Ἐὰν οἱ ἐργολάβοι ἢ ὑπεργολάβοι δὲν παρευρεθῶσι κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν ἡμέραν διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν ὀφειλομένων, καίτοι προσκληθέντες ἐπὶ ἀποδείξει νὰ παρευρεθῶσι κατ’ αὐτήν, ἡ ἐξακρίβωσις θέλει τότε γενῆ κατὰ τοὺς καταλόγους καὶ τὴν ἐκτίμησιν αὐτῆς.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη).
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§270ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. «Ἐπὶ τοῦ ἁρμοδίου ταμείου» νὰ τεθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§271Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ πληρωμὴ τοῦ προσδιορισθέντος δι’ ἕκαστον ποσοῦ βοηθήματος θέλει ἐνταλθῆ δι’ ἐνταλμάτων, ἐκδοθησομένων ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου ἐπὶ τοῦ ἁρμοδίου ταμείου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους χορηγηθησομένης πιστώσεως.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει).
§272Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἄρθρον 6, κατὰ τὴν γνώμην τῆς ὑπηρεσίας, ἔχον οὕτω (ἀναγινώσκει): «Τὰ προσδιορισθέντα βοηθήματα θέλουσι πληρωθῆ εἰς τοὺς ἔχοντας λαμβάνειν αὐτά, ἐὰν οὗτοι πρὸ τῆς πληρωμῆς παραιτηθῶσι πάσης περαιτέρω ἀξιώσεως κατὰ τῶν ὀφειλόντων ἐργολάβων ἢ ὑπεργολάβων.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ πρόσθετον ἄρθρον 6, ὡς ἀνεγνώσθη).
§273Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προσέτι νὰ προστεθῇ καὶ ἄλλο ἄρθρον, ἕβδομον: «Ἐν περιπτώσει ἀποβιώσεώς τινος ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπιτρέπεται ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ δι’ ἄλλου, ἔχοντος τὸν αὐτὸν βαθμὸν τοῦ ἀποβιώσαντος.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ πρόσθετον ἄρθρον 7, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως πιστώσεων πρὸς κατασκευὴν καὶ ἀνακαίνισιν διαφόρων δημοσίων κτιρίων».
§275ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητῶ τὴν ἀναβολήν, μέχρις οὗ προσαχθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι.
§276Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, τὸ ἀναβάλλομεν δι’ αὔριον.
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ 1894 ἐκ δραχ. 41,785.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§278ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ μᾶς δώσῃ τὴν πληροφορίαν, τίνες εἶναι οἱ πόροι καὶ αἱ δαπάναι τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ δημοσίων κτημάτων, καὶ τίνα εἶναι τὰ κτήματα ταῦτα. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι μόνον ἐν Αἰγύπτῳ εἴχομεν δημόσια κτήματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν ἀποφασίσει νὰ ἐκποιηθῶσιν.
§279Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω ποῖα εἶναι, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ὑπάρχουσιν, ἢ ὅτι πρὸ τῆς ἐκποιήσεως, ἐὰν ἐξεποιήθησαν, ἐγένοντο αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὸ 1894. (Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς βʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγιγνώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια: Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1894 ἐκ δραχμῶν 261,942.13. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1894 ἐκ δραχ. 22,418. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1894 ἐκ δραχ. 23,894.08).
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου ᾼΧϞΒʹ τοῦ μεταῤῥυθμίσαντος τὸν νόμον ΑΥϞΔʹ περὶ διοικήσεως τῆς ὑπὸ τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα καταλειφθείσης εἰς τὸ ἔθνος περιουσίας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκει): «Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ᾼΧϞΒʹ τοῦ 1889 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἐπιτροπὴ ὑπηρετεῖ τριετίαν ἀμισθί, τὰ μέλη δ’ αὐτῆς διορίζονται διὰ Β. Διατάγματος, προτάσει τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν. «Διὰ Β. Διατάγματος ὡσαύτως διορίζεται ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς ὁ πρόεδρος, ὅστις κατὰ τὴν διαθήκην τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα καὶ τὸ συνεπείᾳ ταύτης ἐκδοθὲν ἀπὸ 24 Ἰουνίου 1892 Β. Διάταγμα θέλει ἀποτελεῖ μέρος καὶ τῆς Ζαππείου ἐπιτροπῆς».
§282ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν ἐν ἀρχῇ, μετὰ τὴν λέξιν «πρώτη», αἱ λέξεις «καὶ δευτέρα», νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «τριετίαν» ἐν τῇ βʹ §, καὶ νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν λέξιν «διορίζονται», ἐν τῇ αὐτῇ παραγράφῳ, αἱ λέξεις «κατὰ τριετίαν» νὰ προστεθῇ δὲ ἐν τέλει καὶ δʹ παράγραφος, ἔχουσα οὕτω (ἀναγινώσκει): «Τὸν πρόεδρον, ἀπόντα ἢ κωλυόμενον, ἀναπληροῖ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων ὁ κατὰ τὴν ἐν τῷ Β. Διατάγματι σειρὰν προηγούμενος, καὶ τοῦτον, ἀπόντα ἢ κωλυόμενον, ὁ ἀμέσως ἑπόμενος.» (Οὕτω τροποποιηθὲν τὸ ἄρθρον γίνεται δεκτὸν, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργῶν καὶ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ἐν Ἀθήναις λυσσιατρείου κ. Παναγ. Σ. Παμπούκη συμβάσεως περὶ ἀνεγέρσεως καταστήματος λυσσοκομείου καὶ λυσσιατρείου ἐν Ἀθήναις καὶ τοῦ τρόπου τῆς συντηρήσεως αὐτοῦ». Ὁ κ. Κοζάκης Τυπάλδος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§284Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Χάριν τῆς ἱστορίας τοῦ ζητήματος, θὰ ἀναφέρω, ὅτι κατὰ τὴν Αʹ Σύνοδον τῆς ΙΑʹ Βουλευτικῆς Περιόδου ἡ πρώτη πρότασις, ἥτις ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ περὶ ἱδρύσεως λυσσιατρείου, ἐγένετο παρ’ ἐμοῦ. Μοὶ ἐζητήθη ἐγγράφως ἡ πρότασις αὕτη, τὴν ὁποίαν καὶ κατέθεσα, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τότε ἀπήντησε διὰ νεκρικῆς σιγῆς εἰς τὴν πρότασιν ἐκείνην· ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὐδεὶς ἐν τῇ Βουλῇ τότε ἔλαβε τὸν λόγον, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασίν μου. Ἡ ψυχρὰ αὕτη ἀποδοχὴ τῆς πρώτης προτάσεως, τῆς γενομένης ἐν τῇ Βουλῇ, περὶ τοῦ τόσον σπουδαίου φιλανθρωπικοῦ τούτου ζητήματος, ἐξηγεῖται ἐξ αὐτῆς τῆς δυσκολίας, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Παστερείου συστήματος πανταχοῦ ἀλλοῦ, παρὰ εἰς τοὺς Παρισίους, δηλαδὴ εἰς τὴν ἑστίαν, ὅπου ἀνεκαλύφθη καὶ ὅπου διευθύνεται ἡ λεπτοτάτη αὐτὴ θεραπεία ὑπὸ τοῦ μεγάλου αὐτῆς ἐφευρέτου. Ὁμολογῶ μάλιστα, ὅτι τινὲς ἐπιστήμονες φίλοι μου ἔψεξαν τότε τὴν πρότασίν μου, εὑρίσκοντες ὅτι μόνον κρίσις ἐπιπόλαιος ἠδύνατο νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἔχομεν τὰ στοιχεῖα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος αὐτοῦ ἐν τῇ Ἑλλάδι. Καὶ ἀληθῶς, χωρὶς νὰ ἤμεθα ἰατροὶ, γνωρίζομεν πάντες, ὅτι τὸ σύστημα τὸ Παστέρειον εἶναι τρόπος τις προφυλακτικὸς, ὁ ὁποῖος συνίσταται εἰς τὴν διὰ βαθμιαίας, οὕτως εἰπεῖν, ἐγκεντρώσεως τῆς λύσσης παρασκευὴν τοῦ ὀργανισμοῦ, ὅπως ἔχῃ τὴν ἀνοσίαν ἀπέναντι τοῦ δηλητηριώδους ἰοῦ τῆς λύσσης. Τοιαύτη ἐργασία φυσικῷ τῷ λόγῳ ἀπαιτεῖ μεγάλα μέσα, μεγάλην, λεπτοτάτην—ἵνα ἐκφρασθῶ οὕτω—ἐπιστημονικὴν εὐσυνειδησίαν, διότι τὸ παραμικρὸν λάθος ἐπὶ τοιαύτης θεραπείας ἤθελε προκαλέσει φοβερὰ ἀποτελέσματα, αὐτὴν τὴν ἐγκέντρωσιν τῆς λύσσης εἰς τὸν πάσχοντα, ἢ εἰς τὸν νομίζοντα ὅτι ἔχει ἀνάγκην αὐτῆς τῆς θεραπείας,—διότι συχνότατα εὐτυχῶς οἱ προσερχόμενοι εἰς τὰ λυσσιατρεῖα δὲν ἔλαβον τὸν ἰὸν τῆς λύσσης, ἀλλὰ δῆγμα, τὸ ὁποῖον δὲν προκαλεῖ τὴν νόσον. Ἐν τούτοις, ἐὰν ᾖναι ἀναντίῤῥητον ὅτι ἡ μέθοδος τῆς λυσσιατρείας τοῦ Παστὲρ εἶναι ἐργασία λεπτοτάτη, ἀπαιτοῦσα ὄχι μόνον γνώσεις θεωρητικὰς βαθείας, ἀλλὰ καὶ πρᾶξιν πολλὴν, καὶ μεγάλην ἐπιστημονικὴν εὐσυνειδησίαν εἰς τὴν ἐργασίαν, ἐὰν ταῦτα ᾖναι ἀληθῆ, ἐὰν δύναταί τις νὰ ἔχῃ δικαίας ἀμφιβολίας περὶ τῆς εὐστόχου ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος παρ’ ἡμῖν, δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς ἡμᾶς φιλανθρωπικὸν καθῆκον εἶναι μέγιστον, εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἐπιτρέπεται καὶ νὰ διακινδυνεύσωμεν ἔν τινι μέτρῳ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου. Σήμερον λυσσιατρεῖα κατὰ τὸ σύστημα τῆς Παστερείου μεθόδου καθιδρύθησαν εἰς πλεῖστα μέρη, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Τουρκίᾳ, εἰς πολλὰ μέρη τῆς Ρωσσίας καὶ εἰς τὰς πλείστας χώρας τῆς Εὐρώπης. Ἐν Ἑλλάδι, κατὰ δυστυχίαν, ἡ περίπτωσις τῆς λύσσης δὲν εἶναι ἐκ τῶν σπανίων, οὕτως εἰπεῖν, δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ μέριμνα σήμερον τῆς Κυβερνήσεως περὶ καθιδρύσεως λυσσιατρείου εἶναι πολυτέλεια. Ἀπ’ ἐναντίας δὲν παρέρχεται ἔτος, χωρὶς νὰ εὑρισκώμεθα ἀπέναντι δεκάδων τινῶν περιπτώσεων φοβεροῦ θανάτου ἐκ λύσσης. Διότι τίς ἀγνοεῖ, ὅτι ἐν τῇ σωρείᾳ τῶν ἀνθρωπίνων ὀδυνῶν δὲν ὑπάρχει ἀσθένεια ὀδυνηροτέρα, φοβερωτέρα τῆς λύσσης; Ἑπομένως κατ’ ἀρχὴν δὲν δύναμαι παρὰ νὰ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν πρωτοβουλίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ θάῤῥος ν’ ἀναλαμβάνῃ. Λέγω ὅτι δὲν δύναμαι παρὰ νὰ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν δύναμαι ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἀποκρύψω, ὅτι ἀπαιτοῦνται μεγάλα μέσα, καὶ εἰς τοῦτο ἀκριβῶς ἔχω νὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Χρειάζονται μέσα ἀνώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα χορηγεῖ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν κ. Παμπούκην. Δὲν πιστεύω ὅτι ἐπὶ τοιούτου ζητήματος ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐδικαιοῦτο νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ προσφορώτερα μέσα, ἔστω καὶ ἂν ἡ δαπάνη ἀνήρχετο εἰς ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπόσχεται εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Διότι ἀληθῶς εἶναι πράγματι τύχη, ὅτι εὑρέθη νέος ἐπιστήμων, ὅστις ἐπὶ τριετίαν ἐν Παρισίοις ἔμεινεν ἐντὸς τοῦ Παστερείου Ἰνστιτούτου, καὶ ἐδιδάχθη πρακτικῶς καὶ θεωρητικῶς παρ’ αὐτοῦ τοῦ καθιδρυτοῦ τῆς μεθόδου τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν λυσσιατρείαν. Γνωρίζω τὸν κ. Παμπούκην· γνωρίζω ὅτι, ὅταν μετέβη εἰς τοὺς Παρισίους, ἦτο ἀνὴρ κάλλιστα κατηρτισμένος, ὅπως ὠφεληθῇ ἐκ τῶν διδαγμάτων τούτων· γνωρίζω ἐπίσης τὰς ἀρίστας πληροφορίας, τὰς ὁποίας περὶ τοῦ νέου τούτου ἔδωκεν αὐτὸς ὁ Παστὲρ, καὶ τὰς ἔδωκεν ἐγγράφως, καὶ βεβαίως ταῦτα εἶναι ἐν γνώσει τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Παμπούκης, ἐπὶ ἔτη ἤδη ἀσχολούμενος εἰς τὸ τόσον φιλανθρωπικὸν τοῦτο ἔργον, δαπανᾷ ἐξ ἰδίων, καὶ δὲν εἶναι πλούσιος, ἑπομένως τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων παρεσκεύασε τὸ καθίδρυμα, τὸ ὁποῖον ἔρχεται σήμερον νὰ συνδράμῃ ἡ Κυβέρνησις, κατ’ ἀνάγκην εἶναι ἀτελῆ. Ὁ κ. Παμπούκης θὰ ἔχῃ ἀνάγκην βοηθῶν, βοηθῶν κατηρτισμένων τελείως, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ παραμικρότερον λάθος ἐν τῇ θεραπείᾳ ταύτῃ δύναται νὰ φέρῃ τὸ φοβερώτερον ἀποτέλεσμα, δηλαδὴ τὴν ἐγκέντρωσιν τῆς λύσσης εἰς πρόσωπον ὑγιές. Ταῦτα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον· καὶ δὲν ἔχω ἢ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιψηφίσῃ αὐτό. Ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν—καὶ διὰ τοῦτο ἀποφεύγω νὰ εἰσέλθω εἰς ἄλλας λεπτομερείας, διότι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος ἡ παρασκευὴ νέου νομοσχεδίου,—ὅπως κατὰ τὴν προσεχῆ ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς παρουσιάσῃ ἔργον πληρέστερον. Πρὸ πάντων νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, κατ’ ἔνδειξιν τοῦ κ. Παμπούκη, ἢ κατ’ ἐκλογὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τοῦ Πανεπιστημίου, ἢ οἱασδήποτε ἄλλης ἀρχῆς, νὰ ἀποσταλῶσι δύο ἢ τρεῖς ἢ τέσσαρες νέοι εἰς Παρισίους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐργασθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Παστὲρ, καὶ νὰ χορηγηθῶσιν εἰς τὸ κατάστημα τοῦ κ. Παμπούκη τὰ μέσα, ὅπως δυνηθῇ νὰ λειτουργήσῃ τελείως, καὶ διὰ τῶν ἐργαλείων, τὰ ὁποῖα θὰ συγκεντρωθῶσιν ἐν αὐτῷ, καὶ διὰ τῶν μέσων τῆς πειραματικῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται, καὶ διὰ τῆς παρασκευῆς ἐπιστημόνων βοηθῶν τοῦ κ. Παμπούκη. Ταῦτα, ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ μόνον τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν διοίκησιν, ἀλλὰ πρωτίστως ἀφορᾷ εἰς τὴν φιλανθρωπίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν. Εἶτα γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ νομοσχέδια: Περὶ ἀγορᾶς δύο οἰκίσκων μετὰ τῆς περιοχῆς αὐτῶν, κειμένων ἐντὸς τοῦ φρουρίου Ἄρτης καὶ ἀνηκόντων εἰς τὸν ἀνθυπασπιστὴν Ἰωάννην Νικολόπουλον. Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τοῦ κ. Β. Μουσούρη ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ρωσσικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς καὶ Ἐμπορικῆς Ἑταιρίας συμβάσεως. Περὶ συμπληρώσεως δαπάνης πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης. Περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου ἐν Πύλῳ διὰ χρημάτων ἀνηκόντων εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν Πύλου). (Ὡσαύτως γίνονται δεκταὶ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, αἱ προτάσεις νόμων: 1 «Περὶ διαθέσεως ἕξ χιλιάδων ἐκ τῶν κεφαλαίων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου τοῦ δήμου Λευκαδίων πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου Λευκάδος» καὶ 2) «Περὶ Μεταῤῥυθμίσεως τῶν περὶ κατασκευῆς λιμένος τῆς πόλεως Λευκάδος νόμων». Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον «περὶ κατὰ παράκλησιν παραχωρήσεως τριῶν ἐκκλησιατικῶν λειβαδίων ἐπὶ μίαν δεκαετίαν εἰς τοὺς ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντας κατοίκους τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος»).
§285Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προτοῦ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, παρακαλῶ νὰ γείνῃ διακοπὴ ἑνὸς τετάρτου.
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ ἓν τέταρτον. (Μετὰ διακοπὴν 20 λεπτῶν τῆς ὥρας ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Κεφάλαιον Αʹ. «Ἄμεσοι φόροι». Ἄρθρον 1. «Ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν» δρ. 2,133,000.
§288ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐκφράζω τὴν εὐχὴν, εἰς μέλλοντα προϋπολογισμὸν νὰ ἐκλείψῃ ὁ φόρος αὐτὸς τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι οὐ μόνον εἶναι φόρος ἄδικος, ἀλλὰ ἀντίκειται καὶ εἰς ὅλους τοὺς κανόνας τῆς δημοσιονομίας καὶ τῆς φορολογικῆς ἐπιστήμης. Φόρος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν παραγωγικῶν κεφαλαίων, εἶναι πάντοτε ἀδικαιολόγητος. Ἐννοεῖται ὅτι τὰ ἀροτριῶντα κτήνη εἶναι κεφάλαιον παραγωγικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ποτὲ νὰ φορολογῆται, διότι οἱ φόροι πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται πάντοτε ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων, καὶ δὴ τῶν καθαρῶν. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι εὔχομαι νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ἄλλην φορολογίαν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἄλλοτε, καὶ ἥτις, ἐὰν ὑφίστατο, ἠθέλομεν ἤδη ἔχει ἀντὶ τῶν δύο ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἀποφέρουσι τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, πρόσοδον δραχμῶν 10,000,000. Ἄλλοτε ἐνόμιζον, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ φόρου τῆς δεκάτης ἀπετέλει θρίαμβον, διότι δῆθεν ὁ φόρος οὗτος εἶχε τουρκικὴν καταγωγὴν, ἀλλ’ ἐλησμόνησαν ὅτι προσέφυγαν εἰς τὰ λεγόμενα ἀχούρια τῆς Τύνιδος, ἵνα δεχθῶσι τὸν νῦν ἰσχύοντα φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἐὰν ἐκεῖνος ὁ φόρος τῆς δεκάτης ἦτο τουρκικῆς καταγωγῆς, καὶ οὗτος ἐπίσης εἶναι τουρκικῆς καταγωγῆς. Ἐὰν ἡ δεκάτη μεταβληθῇ εἰς εἰκοστὴν, καὶ ἀντὶ τοῦ 10% πληρόνωμεν 5%, θὰ ἦναι ὁ δικαιότερος φόρος· διότι ναὶ μὲν φαίνεται ὅτι φορολογεῖται ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος, ὅταν ὅμως περιορισθῇ ὁ φόρος εἰς 5%, θὰ φορολογῆται πάντοτε ἡ καθαρὰ πρόσοδος. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ὅλα τὰ ἄλλα συστήματα, τὰ ὁποῖα προτείνονται διὰ τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν, εἶναι πλημμελῆ, καὶ αὐτὸ τὸ σύστημα ἀκόμη τὸ λεγόμενον τῆς καθαρᾶς προσόδου, τὸ ὁποῖον ῥυθμίζεται ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ μέσου ὅρου τῆς καθαρᾶς προσόδου τεσσάρων καὶ πέντε ἐτῶν, καὶ αὐτὸ εἶναι πλημμελὲς, διότι τὰ κτήματα δὲν ἔχουσι τὴν αὐτὴν πάντοτε παραγωγικὴν δύναμιν, διότι καὶ ἡ παραγωγικὴ αὐτῶν δύναμις μεταβάλλεται, καὶ ἐξαντλοῦνται ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος. Ἡ δὲ ἄλλη ἰδέα τοῦ νὰ ἀναπληρώσωμεν τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τῆς προσθήκης φόρου ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων σιτηρῶν, καὶ αὐτὴ εἶναι ἀδικωτάτη, διότι θέλομεν φορολογήσει τὴν κατανάλωσιν, ἤτοι ὅλον τὸν πληθυσμὸν τῶν πόλεων. Λοιπὸν ὁ δικαιότερος φόρος καὶ ὁ λυσιτελέστερος ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν εἶναι νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα, ὄχι πλέον τῆς δεκάτης, ἀλλὰ τῆς εἰκοστῆς, εἶναι δὲ δίκαιον νὰ ἐπανέλθωμεν, διότι θὰ φορολογῶνται ὅλοι οἱ πλούσιοι, οἱ ὁποῖοι μένουσι σήμερον ἀφορολόγητοι. Ὅλοι οἱ μεγαλοκτήμονες σήμερον δὲν πληρόνουν κανένα φόρον, διότι τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τὸν πληρώνουσιν οἱ καλλιεργηταὶ, εἶναι δὲ ἀδικώτατος ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι ἐνομοθετήθη ἐντελῶς ἄνισος. Ἐὰν ἀντὶ τῆς δεκάτης εἰσαγάγωμεν τὴν εἰκοστὴν, 5%, θὰ ἔχωμεν 10,000,000, διότι ἔχομεν ἤδη τὴν Θεσσαλικὴν χώραν, ἡ ὁποία παράγει τόσα σιτηρὰ, εἶναι δὲ ἄδικον νὰ φορολογῶνται οἱ καλλιεργηταί, νὰ φορολογῶνται οἱ πτωχοὶ καὶ νὰ μὴ φορολογῶνται οἱ πλούσιοι· διότι σήμερον καταντᾷ, οἱ πλούσιοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν οἰκοδομάς, νὰ φορολογῶνται μόνον διὰ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, οὐδένα δὲ ἄλλον φόρον νὰ πληρόνωσιν· εἶναι δὲ ἀπελπιστικὸν νὰ βλέπωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, ὅτι ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος περιορίζεται μόνον εἰς διακοσίας χιλιάδας δραχμὰς, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ δέκα ἑκατομμύρια. Διατὶ νὰ φορολογῆται μόνον ὁ ἐργαζόμενος λαὸς, καὶ εἷς πλούσιος νὰ μὴ φορολογῆται οὔτε διὰ τὴν παραγωγὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, οὔτε διὰ τὸν πλοῦτον, τὸν ὁποῖον ἔχει καὶ ἐξ οὗ ὠφελεῖται εἰσοδήματα;—διότι σήμερον ὁ κινητὸς πλοῦτος εἶναι πολὺ ἀνώτερος τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας. Εἶπον τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, εὐχόμενος νὰ μὴ ἐπανίδω πλέον εἰς ἄλλον προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τὸν φόρον αὐτὸν, τὸν ἄδικον, τὸν ἀδικαιολόγητον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, καὶ ἐπιστημονικὴν καὶ οἰκονομικὴν, μάλιστα διὰ τὸ ἡμέτερον Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην ἐσόδων.
§289Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἔλθωσιν οἱ κύριοι Βουλευταί. Ἐὰν ἤμεθα ἀρκοῦντες, νὰ προχωρήσωμεν, ἄλλως νὰ μὴ ἐξακολουθήσωμεν.
§290ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, ἵνα βεβαιωθῇ ἐὰν ἤμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, διότι οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν θέλουσι νὰ εἰσέλθωσιν. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ).
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον; (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4 τοῦ κεφαλ. Αʹ, ὡς ἔχουσι).
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5. «Ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος, εἰσπραττόμενος εἰς τὰ τελωνεῖα» δρ. 4,615,308.
§293Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Προτείνω τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ εἰς δρ. 3,565,100. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7).
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8. «Ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῶν προϊόντων Ἑπτανήσου, εἰσπραττόμενος εἰς τὰ τελωνεῖα», δραχμαὶ 2,514,600.
§295Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡσαύτως προτείνω καὶ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τούτου ἀπὸ 2,514,600 δρ. εἰς 2,404,668. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη, εἶτα δὲ καὶ καὶ τὰ 9, 10, 11 καὶ 12, ὡς ἔχουσι).
§296Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡσαύτως προτείνω ν’ ἀναγραφῇ 13ον ἄρθρον ἐνταῦθα, ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἐξ ἐκποιήσεως σταφιδοκάρπου, παραληφθέντος ὡς φόρου εἰς εἶδος», δραχ. 1,460,140. Τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου Αʹ ἀναβαίνει οὕτω εἰς δραχμὰς 20,006,902.
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δειμέζη, θέλετε ν’ ἀγορεύσητε;
§298ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Ὄχι· εἰς τὸ τέλος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Αʹ, ὡς ἐτροποποιήθη.)
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Βʹ. «Φόροι καταναλώσεως» (ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα).
§300Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἄρθρον 1, «τελωνειακὸς δασμὸς εἰσαγωγῆς», ἀναγράφει ποσὸν 22,303,000, ἀλλ’ ἀπεδέχθην τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ προστεθῶσιν 1,697,000, ἑπομένως τὸ ἄρθρον 1 ν’ ἀναβιβασθῇ ἀπὸ 22,303,000 εἰς 24,000,000. Οὕτω δὲ τὸ κεφάλαιον Βʹ ἀνέρχεται ἀπὸ 29,101,000 εἰς 30,798,000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Βʹ, ὡς ἐτροποποιήθη).
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Γʹ. «Τέλη καὶ δικαιώματα». (Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα).
§302Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς κλπ.). Πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸ ἄρθρον 1 «τέλη χαρτοσήμου» 304,770 δραχμαί, κατὰ τὸν πίνακα τῶν ἐσόδων, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν, ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἑπομένως τὰ 12,056,000 θέλουσι μειωθῆ εἰς 11,751,230, ν’ ἀναγραφῇ δὲ τοσοῦτον τὸ ποσὸν, ἤτοι τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου Γʹ ἀπὸ 18,366,500 νὰ γείνῃ 18,061,730 δραχμαί. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Γʹ, ὡς ἐτροποποιήθη).
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Δʹ. «Μονοπώλια.» Ἄρθρον 1. «Ἀντίτιμον σιγαροχάρτου» δρ. 2,640,000.
§304Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐνταῦθα προτείνομεν μεταβολήν. Κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν εὔλογον, πρέπει νὰ αὐξηθῶσι τὰ ἐξ ἑκάστου τῶν εἰδῶν τῶν μονοπωλίων ἀναγραφέντα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔσοδα. Ἑπομένως τὸ ἔσοδον ἐξ ἀντιτίμου σιγαροχάρτου ἐκ δρ. 2,640,000 πρέπει ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς 2,665,000, ἤτοι νὰ προστεθῶσιν 25,000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη).
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. «Ἀντίτιμον παιγνιοχάρτων» δρ. 300,000.
§306Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς κλπ.). Εἰς τὸ ἄρθρον 2 πρέπει νὰ προστεθῶσι 5,000· ἑπομένως νὰ γείνῃ 305,000 τὸ ποσόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη).
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. «Ἀντίτιμον πυρείων» δραχμαὶ 904,000.
§308Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει καὶ ἐνταῦθα νὰ προστεθῶσι 30,000· ἑπομένως θέλουσιν ἀναγραφῇ τὸ ὅλον δρ. 934,000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἐτροποποιήθη).
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4. «Ἀντίτιμον πετρελαίου» δραχ. 5,100,000.
§310Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ προστεθῶσιν 90,000, καὶ νὰ γείνῃ τὸ ποσὸν 5,190,000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη).
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5. «Ἀντίτιμον ἅλατος» δραχμαὶ 2,129,250.
§312Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ προστεθῶσιν 150,000 ἐνταῦθα, καὶ τότε γίνεται 2,279,250. Τὸ ὅλον ἄθροισμα τοῦ Κεφαλαίου οὕτω εἶναι, ἀντὶ τοῦ ἀναγεγραμμένου ποσοῦ τῶν 11,073,250, δρ. 11,373,250. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 καὶ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου Δʹ, ὡς ἐτροποποιήθη. Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ κεφάλαια Εʹ καὶ ΣΤʹ.
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλ. Ζʹ. (ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα).
§314Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 «ἀπολήψεις προκαταβληθέντων ἐξόδων» προτείνω ν’ ἀναγραφῇ, ἀντὶ τοῦ ἐγγεγραμμένου ποσοῦ, ποσὸν 179,000 δραχ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, οὕτω τροποποιηθὲν, ὡς καὶ ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον Ζʹ, ἀνερχόμενον οὕτω εἰς δραχ. 1,157,000. Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια Ηʹ, Θʹ καὶ Ιʹ, ὡς ἔχουσι).
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον ΙΑʹ. «Ἔσοδα ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως.» Ἄρθρον 1. «Εἰσφορὰ δήμων» δρ. 2,500,000. (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. «Εἰσφορὰ Μονῶν» δρ. 95,000.
§317Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ, ἄρθρον 2 § βʹ, ὁρίζεται, ὅτι αἱ Μοναὶ θέλουσιν εἰσφέρει ὡρισμένως 150,000 εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§318Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τοῦ νόμου τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος περιωρίσθησαν εἰς 100,000.
§319Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἀλλ’ ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ 60 φύλλον καταλογίζει εἰσφορὰν 150,000· ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἔτη τὰ προηγούμενα—1893 καὶ 1894—σημειοῦται εἰσφορὰ διὰ τὰ δύο ἔτη 215,000 δραχμῶν, ἀντὶ 300,000. Φαίνεται ὅτι ἐγένετο παράλειψις.
§320Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν 95,000 δραχμῶν, καὶ προτείνομεν τὴν αὔξησιν κατὰ 5,000.
§321Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν λέγω αὐτό· θέλω νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, ἐναντίον τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου, ἡ ὁποία ὁρίζει εἰσφορὰν τῶν Μονῶν δρ. 150,000, εἰσεπράχθησαν ποσὰ ὀλιγώτερα τῶν νενομοθετημένων, ὁ δὲ λογαριασμὸς οὐδόλως σημειοῦται, οὔτε ἐκτίθεται· οὐδαμοῦ φαίνεται δὲ, ὅτι δὲν ὡρίσθησαν ποσὰ διὰ διαφόρους Μονὰς καὶ δὲν εἰσεπράχθησαν, διότι αἱ Μοναὶ ὤφειλον νὰ εἰσφέρωσι τὰς 150,000 δρ. Ὅπως δὲ σημειοῦται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, φαίνεται ὅτι κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς κλίμακος, ἡ ὁποία ὁρίζεται ἐν τῇ § βʹ τοῦ ἄρθρου 2, ὤφειλον νὰ καταβάλωσιν αἱ Μοναὶ τὸ ποσὸν αὐτό. Ἢ λοιπὸν οἱ ταμίαι κατὰ τὰ δύο ἔτη δὲν εἰσέπραξαν, ἢ ἔφερον προτάσεις ἀπὸ διαφόρους ἡγουμένους, ὅτι δὲν δύνανται νὰ εἰσπράξωσι τὸ ποσόν· ἀλλ’ ὅπως δήποτε εἶναι ὑπόχρεοι, τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ταῖς κατελογίσθη, νὰ τὸ καταβάλωσιν, οὕτως ὥστε τὸ ποσὸν νὰ ἀνέλθῃ εἰς 150,000. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ καθυστέρησις τῶν ἐτῶν 1893 καὶ 1894 δίδει ἐνδόσιμον νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἐγένετο δωρεὰ πρὸς τὰς Μονὰς ἀδικαιολογήτως.
§322Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ ὑποθέτω ὅτι εἶναι καθυστέρησις, καὶ ὄχι δωρεὰ, διότι δωρεὰς δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ κάμῃ. Ἑπομένως θὰ γείνῃ φροντὶς νὰ ἐκβιασθῶσιν αἱ Μοναὶ ν’ ἀποτίσωσι τὰ ὀφειλόμενα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου ΙΑʹ, ἀνερχόμενον οὕτω εἰς δρ. 2,600,000. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον ΙΒʹ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον ΙΓʹ. «Ἔκτακτα ἔσοδα» (ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα 1–3).
§324ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Εἰς τὸ ΙΓʹ κεφάλαιον νὰ προσθέσητε ἄρθρον 4ον «δάνειον σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν 1,200,000» εἰς τὰ ἔσοδα.
§325Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδοὺ τί συμβαίνει. Ἦσθε ἀπών. Συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροτείνετο ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Ἐγένετο λοιπὸν λόγος περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸν σιδηρόδρομον Μύλων Καλαμῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐπέμενεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀναγραφῇ ὡς παράρτημα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἐπειδὴ δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ τελειώσωμεν, ἐνέδωκα εἰς τὰς παραστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης καὶ ἀνεγράφη ἐν τῷ νόμῳ: «ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πιστώσεως τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ παραρτήματι τοῦ προϋπολογισμοῦ.»
§326Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἔσοδον ἐκ νομισματοποιίας δραχ. 166,787, αἱ ὁποῖαι ἤδη εἰσεπράχθησαν καὶ εἰσήχθησαν εἰς τὸ ταμεῖον.
§327Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ τὸν λογαριασμὸν δὲν τὸν ἔλαβον ἀκόμη.
§328Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶναι εἰς τὴν προσωρινὴν κατάστασιν εἰσπεπραγμένα.
§329Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τίνος μηνός;
§330Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου εἶναι βέβαιον τὸ πρᾶγμα, διότι ἡ κατάστασις τὸ ἀναγράφει καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ ἀναγραφῇ. Εἶναι 166,787 δραχμαί.
§331Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μέχρι τίνος μηνὸς εἶναι ἡ προσωρινὴ κατάστασις, ἡ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως;
§332Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ τὴν ἔχω εἰς χειρόγραφον· ἐδημοσιεύθη ὅμως κατόπιν.
§333Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι ἡ κατάστασις τῶν εἰσπραττομένων — βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων — ἐσόδων καὶ πραγματοποιουμένων ἐξόδων τοῦ 1895, εἶδον ὅτι ἐδημοσιεύθη μέχρι τέλους Φεβρουαρίου. Ἐν τούτοις τοῦ κεφαλαίου τούτου ἂς ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον τὴν ψήφισιν.
§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν. (Γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, ἀνερχόμενος εἰς δραχμὰς ἐν ὅλῳ 470,000. Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια τῶν ἐσόδων τοῦ Παραρτήματος τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκ δρ. ἐν ὅλῳ 2,575,991. 08).
§335ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 1 π. μ. τῆς ἐπιούσης.