Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΔ · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 41

1895.07.05

6.223 στίχοι · 48.739 λέξεις · 1 πίνακας · 389 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1895.07.05
Προεδρεία
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗ
Περίοδος
ΙΔ
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1896)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41

Τῆς 5 Ἰουλίου 1895.

(Τετάρτη)

Ὥρα 10 καὶ 30′ π. μ.

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Καλλιφρονᾶ).

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα ἐκ Φιλιατρῶν τῆς σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλούσης τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ φέρωσιν εἰς πέρας τὸ μέτρον τῆς εἰσφορᾶς, ὡς τὸ μόνον συντελεστικὸν πρὸς ἀποτροπὴν τῆς μαστιζούσης τὸν λαὸν πενίας. Ὑπεβλήθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς Κυθήρων. Θ’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα.

§2ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ παρακληθῇ νὰ συνέλθῃ ταχέως τὸ τμῆμα, ὅπως ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του.

§3ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω τοὺς ζητηθέντας προϋπολογισμοὺς τῆς κατασκευῆς τῶν δημοσίων κτιρίων.

§4ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι.

§5ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καταθέτω νομοσχέδιον περὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Διακοφτοῦ– Καλαβρύτων καὶ τὴν σχετικὴν σύμβασιν.

§6Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ τυπωθῇ, κύριε Πρόεδρε.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 231).

§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐσκόπουν νὰ ἀπευθύνω παράκλησιν καὶ ἐρώτησίν τινα, περιορίζομαι νὰ καταθέσω τὰ περὶ αὐτῆς ἐγγράφως, ἵνα λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς, καὶ ὅταν προσκομίσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητῶ διὰ τῶν ἐγγράφων σημειωμάτων μου, τότε θὰ ἀναπτύξω ἀμφότερα τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ζητῶ σήμερον πληροφορίας.

§9Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν διαμαρτυρίαι ἠκούσθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐκ τῆς παραμορφώσεως ἐκφράσεων συναδέλφου. Ἡ παραμόρφωσις αὕτη τότε ἀπεδόθη εἰς τὴν ἀκουστικὴν τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἴσως καὶ τὴν κακὴν ἀντίληψιν τῶν κυρίων πρακτικογράφων τῶν ἐφημερίδων. Δυστυχῶς δι’ ἐφημερίδος τινὸς ἀπεδόθησαν καὶ εἰς ἐμὲ λέξεις καὶ ἐκφράσεις, οὐδόλως λεχθεῖσαι παρ’ ἐμοῦ. Ἐγράφη ὅτι ἐγὼ ἀπηύθυνα αἰτιάσεις κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διοικούσης τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν– Πειραιῶς. Ἐπικαλοῦμαι ὅλων ὑμῶν τὴν διαβεβαίωσιν, ἂν κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρίας ταύτης εἶπον τὸ ἐλάχιστον. Ἀπ’ ἐναντίας δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι τὸ Συμβούλιον τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς διὰ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐπιτελεῖ καὶ ἐν Φαλήρῳ καὶ ἐν τῇ γραμμῇ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ, ἄνευ τῆς προεκτάσεως, ἐκτελεῖ μετ’ ἐπιμελείας τὸ καθῆκόν του, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς δύναται σήμερον νὰ ταχθῇ εἰς τὴν τάξιν τῶν εὐρωπαϊκῶν σιδηροδρόμων. Ἐὰν αἱ παραμορφώσεις αὗται προήρχοντο ἐκ τῶν πρακτικογράφων, βεβαίως οὐδεμίαν προσοχὴν ἤθελον δώσει· ἀλλ’ ὅταν προέρχωνται ἐκ τῆς χειρὸς συναδέλφου παρακαθημένου ἐνταῦθα, ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ, δὲν δύναμαι νὰ σιωπήσω.

§10ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ποῖος εἶναι;

§11Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ παρακαθήμενός σας κ. Ράλλης.

§12ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι συντάκτης τῆς «Ἐφημερίδος»; Ἡ «Ἐφημερὶς» ἔχει συντάκτας ὑπευθύνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς θέσιν νὰ γράφωσι καλλίτερα πολλῶν Βουλευτῶν παρακαθημένων ἐνταῦθα, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δ’ ἐκφράζουσι τὰ ἴδια αὑτῶν φρονήματα.

§13Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἡ «Ἐφημερὶς» ἀνήκει εἰς τὸν κ. Ράλλην. Ἐν τῷ σημερινῷ δὲ αὐτῆς φύλλῳ γράφει (ἀναγινώσκει): «Δὲν θέλομεν νὰ ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ τῶν ἐπιθέσεων τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Βόλου... κλπ.» Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀντεπεξέλθῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ οὐχὶ διὰ τῆς «Ἐφημερίδος». Λυποῦμαι ὅτι ὁ τόσον γνώστης τῶν ἔργων τῆς προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος δὲν ἀντεπεξῆλθεν ἐναντίον μου κατὰ τῶν αἰτιάσεων, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνα, ἀλλ’ ἐτήρησε σιγὴν ἰχθύος. Φαίνεται, ἀξιότιμε συνάδελφε, ὅτι ἠθέλετε νὰ ἔχητε φόρου ὑποτελεῖς ὅλους τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς εἰς τὸν κ. Ψύχαν, ἠθέλετε οἱ συμπολῖταί σας, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἐτίμησαν διὰ τῆς ψήφου των, νὰ πληρώνωσι λύτρα εἰς τὸν κ. Ψύχαν. Ἐπίστευον ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, χρηματίσας Ὑπουργός, καὶ μάλιστα τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπὸ τοῦ Μαΐου μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1893, ἤθελε λάβει γνῶσιν τῶν ὑποχρεώσεων ἐκ τῶν συμβάσεων τοῦ κ. Ψύχα καὶ ἤθελεν ἐπιτελέσει τὸ καθ’ ἑαυτὸν, ἐφαρμόζων, ὡς νομικὸς μάλιστα καὶ ἐπικαλούμενος ἑκάστοτε τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας, ἐφαρμόζων, λέγω, κατὰ τοῦ κ. Ψύχα ὅλας τὰς ῥήτρας, ἄνευ ἐξαιρέσεως. Ἐπίστευον ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ ἐμοῦ ἤθελεν ἐκθέσει πάντα τὰ συμβαίνοντα, διότι βεβαίως κατὰ τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διάστημα εἶχε καιρὸν καὶ ἡσυχίαν καὶ μέσα νὰ λάβῃ ὅλας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ ἀναπτύξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅλα τὰ γενόμενα ἐν τῷ ὑπογείῳ σιδηροδρόμῳ. Ἐρωτῶ ἤδη αὐτόν: ἐφήρμοσε τὴν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζεται, ὅτι ἐντὸς δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἔργων, ἡ ὁποία ἦτο ἡ 8 Ἰανουαρίου 1890, ἔπρεπε ν’ ἀποπερατωθῇ τὸ ἔργον; ἐφήρμοσε τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ὤφειλε νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὸν ἐργολάβον κατὰ τὴν 8 Ἰανουαρίου 1893; Ἐντὸς δύο ἐτῶν ὁ κ. Ψύχας ὤφειλε νὰ περατώσῃ τὸ ἔργον· δὲν τὸ ἐπεράτωσε... Μειδιᾷ ὁ κ. συνάδελφος. Δὲν περιμένω τὴν ἀπάντησίν του βεβαίως, ἵνα συμπληρώσω καὶ ἐγὼ τὴν ἀπάντησίν μου. Ἀλλ’ εἰς τὸ μειδίαμά του θὰ ἀπαντήσω δι’ ἑνὸς ἐγγράφου ἐπισήμου, κοινοποιηθέντος εἰς τὸν ἐργολάβον κ. Ψύχαν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνακαλεῖται ἡ εἰς αὐτὸν δοθεῖσα προσωρινὴ ἐκμετάλλευσις, δι’ ἐγγράφου ὑπ’ ἀριθμὸν 11,687 τῆς 28 Ἰουνίου 1894 (ἀναγινώσκει αὐτὸ) Ἐρωτῶ τὸν κ. συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς: διατὶ ἀφῆκεν εἰς τὸν διάδοχον αὐτοῦ Ὑπουργὸν νὰ κοινοποιήσῃ τὴν ἀνάκλησιν ταύτην καὶ δὲν ἐκοινοποίει αὐτὴν ὁ ἴδιος, ἐφαρμόζων τὰς διατάξεις ἐκείνας, περὶ τῶν ὁποίων κατακόπτεται καθ’ ἑκάστην; Δὲν ἀρκεῖ, ἀντιπολιτευόμενοι ὄντες, νὰ ἀντιπολιτευώμεθα. Φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν νὰ ἐκπληρῶμεν τὸ καθῆκόν μας, ζητοῦντες ἀείποτε τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ συμβάσεων, μάλιστα τῶν συμβάσεων τῶν σιδηροδρομικῶν, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἤμεθα Κέρβεροι καὶ νὰ παρακολουθῶμεν βῆμα πρὸς βῆμα ἁπάσας τὰς ἐργασίας. Βεβαίως δὲν εἶμαι ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀττικῆς, ἀλλ’ ἐὰν πράττω τι, τὸ πράττω ἐκ τῆς συναισθήσεως, ὅτι ἐπιτελῶ τὸ καθῆκόν μου, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ὅλης Ἑλλάδος. Δὲν ἐπιζητῶ ὑστεροφημίαν, δὲν ἐπιζητῶ νὰ ῥίψω πέπλον εἰς τὰ ὄμματα τῶν ἐκλογέων μου, καὶ νὰ τοὺς ἐξαπατήσω. Ζητῶ νὰ ἐπιτελέσω τὸ καθῆκόν μου, καὶ ἂν θέλωσι νὰ μὲ τιμήσωσι καὶ πάλιν διὰ τῆς ψήφου των, ἂς μὲ τιμήσωσιν, ἀδιαφορῶ δὲ δι’ οἱανδήποτε ἐντύπωσιν κάμνω καὶ δι’ ὅ,τι δήποτε γράψωσιν αἱ ἐφημερίδες. Δὲν θὰ παύσω, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐλέγχων ὅλα τὰ κακὰ τοῦ ὑπογείου σιδηροδρόμου, ἵνα μή ποτε μοὶ εἴπωσιν οἱ συμπολῖταί μου, οἱ ἐν Ἀθήναις κατοικοῦντες, ὅτι, ἀφοῦ ἀνεκίνησα τὸ ζήτημα, ὤφειλον νὰ τὸ παρακολουθήσω βῆμα πρὸς βῆμα, καὶ δὲν τὸ παρηκολούθησα. Ὑπενθυμίζω εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, τί εἶπον περὶ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ ὅτι προέβλεψα τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ, καὶ πραγματικῶς ἡ καταστροφὴ ἐπῆλθε· τί ἔλεγον περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ ἐπῆλθε· τί ἔλεγον περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων, οὐχὶ ὅ,τι ἔλεγον ὁ κ. Γκοτλὰν καὶ ὁ κ. Κελλενὲκ, ὅτι μετὰ 2 ἢ 3 μῆνας θὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, ἀλλὰ μετὰ 2 καὶ 3 ἔτη. Παρῆλθον 4 ἔτη, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἀμφιβάλλω, ἂν καὶ σήμερον ἄνευ κινδύνου ἦναι δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς ἐκμετάλλευσιν.

§14Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχετε καιρὸν νὰ τὸν ἰδῆτε, ἢ δὲν θὰ τὸν εἴδατε διόλου.

§15Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μὴ μὲ παρεξηγεῖτε! Μὴ νομίζετε, ὅτι ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς λειτουργίας τοῦ σιδηροδρόμου αὐτοῦ· ἀπ’ ἐναντίας εὔχομαι καὶ ἐπιθυμῶ μίαν ὥραν ταχύτερον νὰ δοθῇ εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν· ἀλλὰ φοβοῦμαι, μήπως σπεύδοντες φέρωμεν κακὰ ἀποτελέσματα ἀντὶ καλῶν. Γνωρίζω, ὅτι ἐπ’ ἐσχάτων εἰς τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν ἐξηνέχθη γνώμη περὶ κατασκευῆς στοᾶς τινος ἢ σήραγγος τεχνητῆς 50 μέτρων. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ σῆραγξ αὕτη ἐξετελέσθη· δὲν ἠξεύρω, ἂν τὰ τειχίσματα καὶ ἄλλαι ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι εἶχον προταθῇ χάριν τῆς ἀσφαλείας τοῦ σιδηροδρόμου, ἐγένοντο· δὲν ἠξεύρω μήπως, ἀφοῦ τὸν θέσητε εἰς ἐνέργειαν, ἕνεκα βροχῶν καὶ καταπτώσεως λίθων διακοπῇ ἡ συγκοινωνία. Ἀπεύχομαι νὰ συμβῇ δυστύχημά τι...

§16Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐξετελέσθησαν πάντα.

§17Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εὔχομαι νὰ ἐξετελέσθησαν καὶ νὰ δοθῇ ὁ σιδηρόδρομος εἰς ἐκμετάλλευσιν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἐνδιαφέρει προσωπικῶς, μὲ ἐνδιαφέρει ὅ,τι τότε ἔλεγον, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς δὲν θὰ τελειώσῃ οὐδὲ μετὰ 6 μῆνας, οὐδὲ μετὰ 2 ἔτη. Ἐνθυμεῖσθε τί εἶπον περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, τί εἶπον περὶ τοῦ barême. Ὅλα ἐπῆλθον. Ἂν δ’ ἐγὼ δὲν ἤθελον φέρει τὸν λόγον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τοῦ barême, ὁ κ. Κωνσταντόπουλος δὲν ἤθελε λάβει ἀφορμὴν νὰ μελετήσῃ τὸ barême τοῦ σιδηροδρόμου ἐκείνου καὶ νὰ φέρῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ ἴσως διὰ τῆς καλῆς του σκέψεως καὶ προνοίας ἑκατομμύρια ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω, διότι αἱ ὧραι καὶ αἱ στιγμαὶ εἶναι πολύτιμοι. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως, ἡ ὁποία φέρει ἀριθμὸν 17 καὶ ἡμερομηνίαν 10 Δεκεμβρίου 1894. Θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἰδίως τὴν μειοψηφίαν, ἡ ὁποία ἀνενδοιάστως εἰς δημόσιον ἔγγραφον λέγει—δὲν ἀναγινώσκω πολλὰ—(ἀναγινώσκει): «... ὅτι οἱ εἰρημένοι δύο μηχανικοὶ δὲν δύνανται νὰ ἐκφέρωσι γνώμην ἀνεπηρέαστον, ἀπέχομεν νὰ ἀναγνώσωμεν τὴν ἀναφορὰν ταύτην.» Κατωτέρω δέ: «ὅτι καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου ἔλαβον χώραν σφάλματα, τόσον ἐκ μέρους τῶν μηχανικῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ὑπηρεσίας, ὅσον καὶ ἐκ μέρους τῆς ἐργολαβίας, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐπιτροπαὶ αἵτινες ἐσχηματίσθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα διαφωτίσωσιν αὐτὸ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐνεχόμεναι κατὰ μέγα μέρος εἰς τὰ σφάλματα ταῦτα, ὑποχωροῦσαι ὑπὲρ τῶν ἐνεχομένων (compromis) συναδέλφων των, παρέκαμψαν τὴν ἀλήθειαν...» Ταῦτα ἀναφέρονται ἐν ἐπισήμῳ ἐκθέσει· ἀφοῦ δὲ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ γράφῃ ἐν δημοσίᾳ ἐκθέσει κατὰ τῶν ἑαυτοῦ συναδέλφων ὅσα ἐδῶ διατυποῦνται, πιστεύω ὅτι ταῦτα εἶναι ἄξια μεγάλης προσοχῆς, ὀφείλομεν δὲ νὰ μὴ παρίδωμεν, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν γνώμην ἑνὸς μηχανικοῦ, καθόσον εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἀτύχημά τι, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἀπεύχομαι, διότι ὑπάρχουσι σημεῖα λίαν ἐπικίνδυνα εἰς τὴν σήραγγα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἔχωσι κακὰ ἀποτελέσματα. Περαίνων καταθέτω ἐπερώτησίν τινα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τῆς ὁποίας τὸν παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσῃ, ὅταν θεωρήσῃ τοῦτο φρόνιμον. Ἀλλὰ πρὶν καταβῶ, ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι πᾶσαι αἱ δοθεῖσαι προσωριναὶ ἄδειαι ἐκμεταλλεύσεως δὲν ὑπερέβησαν, οὔτε κατὰ τὴν γνώμην τῶν Γάλλων καὶ ἄλλων εὐρωπαίων μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν, τοὺς τέσσαρας μῆνας. Ἤδη ἡ δοθεῖσα ἄδεια ἐδόθη τὴν 12 Μαΐου· ἔχομεν ἤδη Ἰούλιον· ἕως πότε ἐννοεῖτε νὰ παρατείνητε τὴν προσωρινὴν ἄδειαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως; Ἓν ἔτος; Φρονῶ ὅτι δύο μῆνες εἶναι ἀρκετοί.

§18ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἑταιρία τῶν σιδηροδρόμων Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου προσωρινὴν ἄδειαν ἔχει ἀκόμη καὶ σήμερον.

§19Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κακῶς.

§20ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διότι αὐτὸς εἶναι ὁ τύπος ὁ παραδεδεγμένος· πάντοτε προσωρινὴ ἄδεια δίδεται...

§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς ὅλας τὰς συμβάσεις.

§22ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. .. Καὶ ὅλαι αἱ συμβάσεις οὕτως ἐκτελοῦνται. Ἡ προσωρινὴ ἄδεια εἶναι μία δύναμις, ἡ ὁποία μᾶς δίδετε, νὰ διαθέτωμεν τὰ πράγματα οὕτω πως· μὴ παραπονεῖσθε κατὰ τῆς προσωρινότητος.

§23Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἀπεναντίας θὰ ἔλθω ἐπίκουρος ὑμῶν. Ἡ προσωρινὴ ἄδεια δύναται ἐν πάσῃ περιπτώσει, μὴ τηρηθέντων τῶν ὅρων τῶν ὑποχρεώσεων, ν’ ἀνακληθῇ ἐν πάσῃ στιγμῆ καὶ ὥρᾳ. Ἤδη οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως δὲν ἐξεπληρώθησαν· ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1893 νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὸν κ. Ψύχαν, μὴ συμμορφωθέντα μὲ αὐτούς· ἀλλ’ ἠρκέσθη διὰ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, νὰ ἀνακαλέσῃ μόνον τὴν ἄδειαν τῆς προσωρινῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἤδη ὅμως φρονῶ, ὅτι, μὴ ἐκπληρωθέντων τῶν ὅρων τῆς συγγραφῆς, ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παύσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, καὶ συνάπτων νέαν σύμβασιν μεταξὺ τῆς ἑταιρίας τῆς προεκτάσεως καὶ τοῦ Δημοσίου, νὰ ὑποβάλῃ ταύτην ὡς τάχιστα εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς· ἄλλως φρονῶ, ὅτι πάντα τὰ πληρονόμενα εἰς τὴν ἑταιρίαν τῆς προεκτάσεως εἶναι λύτρα τῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν καὶ ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Εἴμεθα φόρου ὑποτελεῖς εἰς ἓν ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔδωκαν ὅλας τὰς παραχωρήσεις καὶ δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς ὑποχρεώσεις του. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν ζητοῦντες τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνελάβομεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἤμεθα σύμφωνοι πρὸς τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἐδώσαμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μας.

§24ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μὲ ἐνεκάλεσε διὰ τὴν ἐνέργειάν μου ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον, καθόσον ὅλα τὰ λεχθέντα καὶ τὰ γραφέντα εἰς τὴν «Ἐφημερίδα» θεωρῶ ἀνάξια καὶ αὑτοῦ καὶ ἐμοῦ, οὐδὲ σκοπῶ ν’ ἀσχοληθῶ περὶ αὐτῶν. Εὐθύνομαι περὶ τῶν γραφέντων ὑπὲρ ἐμοῦ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι», ὅσον εὐθύνομαι καὶ περὶ τῶν γραφομένων κατ’ ἐμοῦ εἰς ἄλλας ἐφημερίδας. Διὰ τοῦτο θεωρῶ, εἶπον, ἀνάξια καὶ ὑμῶν καὶ ἐμοῦ ν’ ἀσχοληθῶμεν περὶ τῶν γραφέντων ἐν τῇ «Ἐφημερίδι». Τὰ γραφέντα ἐν τῇ «Ἐφημερίδι» εὐθύνουσι τὸν διευθυντὴν καὶ τοὺς συντάκτας αὐτῆς, καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατεχώρισαν τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο. Ἀλλ’ ἐνεκάλεσεν, ὡς εἶπον, ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν ἐνέργειάν μου ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, παραδόξως δὲ, διότι ἐμφαίνεται ἐκ τῶν χρονολογιῶν, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν, ἢ ὅτι δὲν διετέλουν ἔτι Ὑπουργὸς, ἢ ὅτι εἶχον παύσει διατελῶν τοιοῦτος. Τῷ ὄντι μὲ ἐνεκάλεσεν, ὅτι κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1893 δὲν προέβην εἰς τὴν κήρυξιν τῆς ἑταιρίας τῆς προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς ἐκπτώτου. Κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1893, νομίζω, Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἦτο ὁ κ. πρώην ἐκ Λεβαδείας Βουλευτής. Μὲ ἐνεκάλεσεν ἐπίσης δι’ ἔγγραφον τοῦ 1894· ἀλλὰ καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν ἤμην πλέον Ὑπουργός. Ὅτε ἐκλήθην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εὗρον τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς, ὄχι πλέον ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης. Εἶχεν ἐγερθῆ δίκη, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ἐθεωρεῖτο ὡς ἰσχύουσα, καὶ ἐπρόκειτο τὸ διαιτητικὸν δικαστήριον, συγκροτούμενον ὅπως ἡ σύμβασις ὥριζε, ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν διενέξεων τῶν ἀναφυεισῶν μεταξὺ τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ τῆς ἑταιρίας τῆς προεκτάσεως. Κατέβαλον ἀληθῶς τότε πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ δυνηθῶ νὰ φέρω εἰς συνεννόησιν τὰς δύο ἑταιρίας, διότι ἐθεώρουν ὅτι ἦτο ἐπιζήμιος ἡ ἐκκρεμότης τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτῆς τῆς προσπαθείας ἡ ὁποία ἐγένετο παρ’ ἐμοῦ, διατελοῦντος μὲν Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ ἰδιωτικῶς καὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι διὰ τῶν ἀτομικῶν μου σχέσεων πρὸς τὰ διοικητικὰ συμβούλια καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης ἑταιρίας ἤθελον φέρει ταχυτέραν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, τί ἕτερον ἔπραξα; Διώρισα ἐπιτροπὰς, διὰ ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τοῦ ἂν ἐξετελέσθησαν οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως καὶ περὶ τοῦ ἂν ἡ προέκτασις ἦναι ἐκμεταλλεύσιμος· δυστυχῶς αἱ ἐπιτροπαὶ ἐκεῖναι δὲν κατέληξαν εἰς κανὲν συμπέρασμα, ἀφῆκα δὲ καὶ ἐγὼ τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς, ὡς ἦτο ἐκκρεμὲς καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον. Νομίζω ὅτι αὐταὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκα εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, θέλουσιν ἱκανοποιήσει αὐτὸν πληρέστατα, καὶ θέλει ἐννοήσει, ὅτι ἀδίκως μὲ ἐνεκάλεσε δι’ ἐνεργείας ἀλλοτρίας ἐμοῦ, καὶ ὅτι ἀδίκως μὲ ἐνεκάλεσε δι’ ἐνεργείας, αἵτινες ὀφείλονται εἴτε εἰς τοὺς προκατόχους μου, εἴτε εἰς τοὺς διαδόχους μου.

§25Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἡ διετὴς προθεσμία, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ψύχας ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τετελεσμένον καθ’ ὅλα τὸ ἔργον, εἶναι ἡ 8 Ἰανουαρίου 1892. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Κατὰ τὸν νόμον ὤφειλεν ὁ κ. Ψύχας ἐντὸς 6 μηνῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεως, ἤτοι ἀπὸ τῆς 8 Ἀπριλίου 1889, νὰ καταρτίσῃ τὰ σχετικὰ προκαταρκτικὰ διαγράμματα, ἐντὸς δὲ δύο μηνῶν ἔπρεπε νὰ ἦναι ὁριστικὰ, καὶ τὴν 8 Ἰανουαρίου 1890 νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐργασίας. Συνεπῶς, μὴ δοθείσης οὐδεμιᾶς παρατάσεως παρ’ οὐδεμιᾶς Κυβερνήσεως, καὶ μάλιστα παρὰ τῆς προστατευσάσης καὶ παρὰ τῆς παραχωρησάσης καὶ παρὰ τῆς ὑποδουλωσάσης καθ’ ὁλοκληρίαν ὅλους τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν κ. Ψύχαν, ὤφειλεν οὗτος νὰ ἔχῃ περατώσει τὴν ἐργασίαν του τὴν 8 Ἰανουαρίου 1892. Νομίζω ὅτι ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐγένετο Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1893. Ἑπομένως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ, οἱ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης φίλα λίαν φρονοῦντες τῷ κ. Ψύχᾳ, ὁ ὁποῖος δὲν παρέλειψε δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ δείξῃ τὸν φανατισμὸν αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς μερίδος ἐκείνης καὶ διὰ σημαιῶν καὶ διὰ τυμπανοκρουσιῶν καὶ δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν καὶ ἀδυνάτων μέσων, ὡς προεῖπον, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, φίλα φρονοῦσα αὐτῷ καὶ μὴ ἀκούουσα οὐδόλως τὴν φωνὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐτήρησε σιγὴν ἰχθύος· ἐπίστευον ὅμως ἀδιστάκτως, ὅτι ἅμα νέα τις Κυβέρνησις ἤθελε καταλάβει τὴν ἀρχὴν, ἤθελε θέσει τὴν χεῖρά της ἐπὶ τῆς βεβήλου ἐκείνης ἐργασίας...

§26ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης.

§27ΣΧΙΝΑΣ. Ἐννοῶ τὸ ἓν, ἐννοῶ καὶ τὸ ἄλλο... ἤθελε θέσει τὴν χεῖρά της καὶ ἤθελεν ἐρωτήσει τὸν κ. Ψύχαν: ἐξετέλεσας τὴν ἐργασίαν μέχρι τῆς 8 Ἰανουαρίου 1892; ἐξετέλεσας τὴν ἐργασίαν σου μέχρι τῆς 3 Ἀπριλίου 1893; Ὄχι. Εἴμεθα εἰς τὸν Μάϊον, καὶ ἐν τοσούτῳ ὁ κ. Ψύχας δὲν ἐκηρύχθη ἔκπτωτος. Πῶς δὲν ἐκηρύχθη ἔκπτωτος; διότι ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ διαδόχου τοῦ κ. Ῥάλλη ἢ ἐκ τοῦ ἐγγράφου τῆς 28 Ἰουνίου 1894, ὅτι...

§28ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει εἷς λόγος· δὲν θέλετε νὰ τὸν ἐννοήσητε.

§29Ν. ΣΧΙΝΑΣ. .. μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὁ κ. Ψύχας οὐδόλως εἶχεν ἐκτελέσει τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἡ πρώτη πολυμελὴς ἐπιτροπή, ἐξ 20–22 μελῶν τὸν ἀριθμόν, εἶχεν ὁρίσει, ὅτι ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ, καὶ ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ, ἐννοεῖται, ἐν μικρῷ χρονικῷ διαστήματι, δύο μηνῶν, τὸ ὁποῖον ὥριζε τότε ἡ ἐπιτροπή· ἀλλ’ ἐνῷ παρῆλθε τόσον χρονικὸν διάστημα, δὲν ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, ἐὰν δὲ ὑφίστατο δίκη μεταξὺ τῶν δύο ἑταιριῶν, τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ξένη καθ’ ὁλοκληρίαν, κατὰ τὴν μεταξὺ τῶν δύο ἑταιριῶν σύμβασιν. Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσῃ: ὁ ἀνάδοχος τῆς ἐκτελέσεως τῆς προεκτάσεως συνεμορφώθη μὲ τοὺς νόμους; ἐξετέλεσε τὴν ἐργασίαν του ἐντὸς τῆς ὡρισμένης προθεσμίας; ἐξετέλεσε πάνθ’ ὅσα ἡ ἐπιτροπὴ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε; ναὶ, ἢ ὄχι; Ἀδιαφορεῖ, τί γίνεται ἐν τοῖς δικαστηρίοις, οὔτε μεσάζον πρέπει νὰ ἦναι μεταξὺ τῶν δύο ἑταιριῶν τὸ Ὑπουργεῖον, φρονῶ. Τὸ Ὑπουργεῖον, ἐὰν αἱ ἑταιρίαι ἔλαβον τὴν ἄγουσαν πρὸς τὰ δικαστήρια, ἔπρεπε νὰ τὰς ἀφήσῃ νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸν δρόμον των. Ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Ἑλλάδος ὁλοκλήρου, ὅστις ταξειδεύει διὰ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, εἶναι εὐτυχὴς, καὶ δὲν ἔχει κανὲν παράπονον, καὶ οὐδόλως ἐπιθυμεῖ νὰ πληρόνῃ λύτρα εἰς τὸν κ. Ψύχαν.

§30ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἔπραξα ἀκριβῶς κατὰ τὰς ἐνδείξεις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, δηλαδὴ ἐκάλεσα τὸν πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Προεκτάσεως καὶ τὸν ἠρώτησα, ἂν ἐξετέλεσε τοὺς ὅρους, καὶ μοὶ εἶπε ναί. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθην εἰς τοῦτο· ἐκάλεσα καὶ τὸν πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν, καὶ τὸν ἠρώτησα, ἂν ἡ ἑταιρία τῆς προεκτάσεως ἐξετέλεσε τοὺς ὅρους, καὶ μοὶ εἶπεν ὄχι. Ἐγὼ δὲν εἶχον, ἐννοεῖται, τὴν ἀντίληψιν, μήτε τὴν εἰδικότητα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἵνα ἐπιθεωρῶ καθ’ ἡμέραν ὅλα τὰ δημόσια ἔργα, ὅπως πράττει αὐτὸς, ἔρχεται δ’ ἐνταῦθα κατόπιν καὶ μᾶς ἀναπτύσσει τὰς θεωρίας του· ἐγὼ δυστυχῶς δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν εἰδικότητα, ἤμην δὲ ἠναγκασμένος, ὅτε διετέλουν Ὑπουργὸς, νὰ προσφύγω εἰς τοὺς ἁρμοδίους. Ὠνόμασα λοιπὸν μίαν ἐπιτροπὴν, καὶ παρήγγειλα εἰς αὐτὴν ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ἂν ἐξετελέσθησαν οἱ ὅροι. Ὠνόμασα καὶ δευτέραν ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθεν ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἣν μετεῖχον, καὶ ἑπομένως δὲν εὐθύνομαι διὰ τὰ γενόμενα κατόπιν. Τώρα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος λέγει, διατὶ ἀφῆκα τὴν τιμὴν εἰς τὸν διάδοχόν μου κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1894 ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν δοθεῖσαν κατὰ τὸ 1893 προσωρινὴν ἄδειαν ἐκμεταλλεύσεως; Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶχον νὰ φροντίσω τότε περὶ αὐτῆς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ ἄρξηται ἡ ἐκμετάλλευσις. Ὅτε ἐπέκειτο ἡ ἐκμετάλλευσις, ὁ διάδοχός μου ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ σταματήσῃ ταύτην συνεπείᾳ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἁρμοδίων. Ἐγὼ ὅμως δὲν εὑρισκόμην εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Ἐγὼ εὗρον τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ἐκκρεμὲς δὲ καὶ ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· διέταξα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ διατάξω, καὶ τὰ ὁποῖα παραδέχεται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ ἀνέμενον τὴν κρίσιν τῶν ἁρμοδίων. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εὑρίσκεται εἰς ὅλως ἐξαιρετικὴν θέσιν· ἱππεύει, ἐπιθεωρεῖ τὰ δημόσια ἔργα καὶ ἀποφαίνεται. Ὑποθέτω ὅτι οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν οὔτε ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ θελήσωσι νὰ μετέλθωσι τὴν τακτικὴν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, διότι ὑποθέτω, ὅτι οὗτοι δὲν ἱππεύουσι.

§31Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Βόλου, παραπονούμενος ἐναντίον τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ἐπανέφερε τὸ ζήτημα τῆς περιλήψεως τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς. Ἰδοὺ τὸ τρίτον ἤδη, διαρκούσης τῆς συνόδου ταύτης, ὅτι ἔρχεται τὸ ζήτημα τοῦτο. Φοβοῦμαι ὅτι δὲν εἶναι αὕτη ἡ τελευταία φορά. Τὸ νόημα ὅλων τῶν ὁμιλησάντων ἴσως παρενοήθη. Τὸ παράπονον δὲν στρέφεται κατὰ τῶν κυρίων πρακτικογράφων· μόνον κατ’ ἐξαίρεσιν δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι δυνατὸν νὰ στρεβλῶνται τὰ ἐνταῦθα λεγόμενα. Τὸ παράπονον στρέφεται κατὰ τῆς ἀκουστικῆς τῆς Βουλῆς καὶ τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας συζητοῦμεν ἐνταῦθα· εἴτε ληφθῇ, εἴτε μὴ, τὸ μέτρον πρὸς δημοσίευσιν τῆς περιλήψεως τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ἢ τῶν στενογραφικῶν πρακτικῶν, εἶναι ἀνάγκη κατεπείγουσα καὶ σπουδαία νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν κ. κ. πρακτικογράφων. Ὁ τύπος ἐν Ἑλλάδι στερεῖται ὅλων τῶν μέσων· ὅ,τι ἐξετέλεσε, τὸ ἐξετέλεσεν ἐκ τῶν ἰδίων του δυνάμεων, καὶ ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν σήμερον προσφέρει διὰ τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, εἶναι ὑπηρεσία ὁμολογουμένως μεγίστη, διότι εἶναι συμπλήρωμα τῶν ἐργασιῶν μας ἐνταῦθα. Ἀλλ’ εἶναι ἀνεπαρκὴς, ὡς ἐκ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ κ. πρακτικογράφοι. Καὶ ἄλλοτε ἦλθε τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ δὲν ἐπῆλθε θεραπεία τις, ὡς οὐδεμία ἐπέρχεται θεραπεία εἰς ὅλα τὰ λοιπά. Ἐντεῦθεν δὲ γίνεται ἀδίκημα εἰς τοὺς κ. πρακτικογράφους, ἀδίκημα καὶ εἰς ἡμᾶς· ἀδικοῦνται ἀμφότερα τὰ μέρη, ἐνῷ ἡ θεραπεία εἶναι πολὺ εὔκολος, μία καλὴ θέλησις ἀπαιτεῖται. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ κακὴ πίστις μόνον κατ’ ἐξαίρεσιν δύναται νὰ νοηθῇ, διότι ὁ κανὼν, ἡ πλειοψηφία, εἶναι ἡ καλὴ πίστις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀδυναμία, διὰ μυρίους λόγους εὐνοήτους, τοὺς ὁποίους περιττὸν ν’ ἀναπτύξω. Ἄλλοτε προὐτάθη, καὶ πολὺ εὐλόγως, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς ἀκουστικῆς δύναται νὰ ἀναπληρωθῇ, ἐὰν ἀπεφασίζετο νὰ παρακάθηνται οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν καθημερινῶν ἐφημερίδων εἰς μέρος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου νὰ δύνανται νὰ ἀκούωσιν, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσι τὸ παράπονον, ὅτι δὲν ἀκούουσι. Δὲν βλέπω καμμίαν δυσκολίαν εἰς τοῦτο. Ἀτυχῶς ἢ εὐτυχῶς,—ὅπως θέλετε λάβετέ το—δὲν εἶναι παρὰ 6–10 καθημεριναὶ ἐφημερίδες. Ἐὰν ὁρισθῶσιν 6–10 θέσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ, ὅπου ἂν τὸ Προεδρεῖον νομίσῃ καλλίτερον, ἰδοὺ, ἐλύθη τὸ σπουδαιότερον, ἵνα μὴ εἴπω τὸ μόνον, πρόβλημα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον, ἀφοῦ παρουσιάζεται τόσον μεγάλη δυσκολία, ἵνα ἔχωμεν ἐπίσημον περίληψιν, ἀφοῦ ἐπίσημα δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐστενογραφημένα, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία αὕτη τοῦ τύπου εἶναι σπουδαία καὶ ἀπαραίτητος, διατὶ νὰ μὴ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν ἐπιτρέπῃ νὰ παρακάθηνται 4 ἐκ τοῦ ἑνὸς μέρους καὶ 4 ἐκ τοῦ ἄλλου μέρους τοῦ Προεδρείου οἱ κ. πρακτικογράφοι; (δεικνύει τὰς ἑκατέρωθεν τοῦ Προέδρου ἕδρας). Δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἐκ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ φοβηθῶμεν ἀταξίαν τινά. Ἐὰν δὲν θεωρῆται κατάλληλος ἡ θέσις ἐκείνη, ἂς εὑρεθῇ ἄλλη. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον, κυρίως διὰ νὰ δώσῃ τέρμα εἰς αὐτὰς τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπαναλαμβάνωνται συνεχῶς, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ὅλοι γνωρίζετε, νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν, ἵνα δοθῶσιν 6–10 ἢ 12 θέσεις εἰς τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελε θεωρηθῆ κατάλληλον. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, φειδόμενος τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς, νὰ θέση τέρμα καὶ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν σήμερον· φέρω πρότασιν περὶ τούτου.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον δὲν δύναμαι νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Πρέπει νὰ ὑποβληθῇ γραπτὴ πρότασις, ἥτις θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.

§33ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου, καθόσον καὶ ἄλλοτε ἠγέρθη τὸ ζήτημα τοῦτο.

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλετε γραπτὴν πρότασιν, ἡ ὁποία νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.

§35Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τί νὰ τυπωθῇ; Ἡμεῖς ψηφίζομεν νομοσχέδια εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, χωρὶς διατυπώσεων.

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὕτως ὁρίζει ὁ Κανονισμός.

§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπανέλθωμεν καὶ αὔριον εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν.

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε εἶναι προτιμότερον νὰ ὑποβάλητε ἐγγράφως τὴν πρότασιν.

§39ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πρὶν γείνω Βουλευτὴς, παρεκαθήμην εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων, καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἡ φωνὴ τοῦ ῥήτορος ἐκεῖ πολλάκις ἔφθανε κατεστραμμένη. Νομίζω καὶ ἐγὼ ὀρθὸν νὰ δοθῇ κατάλληλος θέσις εἰς τοὺς δημοσιογράφους.

§40ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς σκεφθῇ τὸ Προεδρεῖον περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, τί πρέπει νὰ γείνῃ.

§41Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ φέρω πρότασιν διακεκριμένην· ἐὰν θέλητε, τὴν ὑποβάλλω ἔγγραφον. Διὰ νὰ δοθῇ δὲ καιρὸς εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ σκεφθῇ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος τούτου ἐκ νέου.

§42ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πρό τινων ἡμερῶν ὁ ἐκ Βονίτσης βουλευτὴς κ. Μαυρομμάτης ἀπηύθυνεν ἐπερωτήσεις τινὰς, εἰς ἃς ἔρχομαι νὰ ἀπαντήσω. Καὶ κατὰ πρῶτον μὲν ἐπηρώτησε: «Ποῖος ἦτο ὁ ἀριθμὸς τῶν πλωταρχῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ κατὰ τὴν 27 Μαρτίου ἐ. ἔ. καὶ ποῖος ὁ ἀριθμὸς οὗτος μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 27 Μαρτίου, δι’ οὗ προεβιβάσθησαν εἰς πλωτάρχας οἱ ὑποπλοίαρχοι Ἐλευθέριος Μεθενίτης καὶ Ἰωάννης Δροῦδες;» Ὁ ἀριθμὸς τῶν πλωταρχῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ τῇ 27 Μαρτίου ἦν 20, δὲν ἐδύνατο δὲ κατὰ τὸν νόμον ὁ ἀριθμὸς νὰ ἦναι καὶ ἀνώτερος, διότι καὶ κατὰ τὸν νόμον ᾼΣΔʹ τῆς 12 Ἰουλίου 1885 ἔτους «περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν δοκίμων αʹ τάξεως τοῦ Β. Ναυτικοῦ» (ἐν τῷ «Ναυτικῷ Συνεκδήμῳ» τόμῳ 5ῳ Αʹ): «Οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ διαθεσιμότητι ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἐπικούρων, εἰσὶν ἐν καιρῷ εἰρήνης οἱ ἑξῆς αʹ. Μάχιμοι. Πλωτάρχαι........... 20.» Ἑπομένως ὁ νόμος ῥητῶς διαγράφει, ὅτι πλωτάρχαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὦσι πλείονες τῶν 20. Ὅταν δὲ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 28 Μαρτίου ἐ. ἔ. προεβιβάσθησαν εἰς πλωτάρχας οἱ ὑποπλοίαρχοι Ἐλευθέριος Μεθενίτης καὶ Ἰωάννης Δροῦδες, ὁ ἀριθμὸς τῶν πλωταρχῶν βεβαίως ἀνῆλθεν εἰς 22. Ἡ δευτέρα ἐρώτησις εἶναι ἡ ἑξῆς: «Τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ ΨΒʹ νόμου τοῦ 1861 κελεύοντος ῥητῶς, ὅτι «οὐδεὶς ἀξιωματικὸς προβιβάζεται, μὴ ὑπαρχούσης θέσεως κενῆς», δὲν παρεβιάσθη προφανῶς ὁ νόμος οὗτος, ὑπαρχόντων ἐν τοῖς ἀριθμοῖς 22 πλωταρχῶν, ἐνῷ ὁ περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ νόμος ὁρίζει τοὺς πλωτάρχας εἰς 20;» Ἡ ἀπάντησις βεβαίως δὲν εἶναι δυσχερής. Ἀφοῦ ὁ νόμος ὁρίζει 20, ἐγένοντο δὲ 22, ὁ νόμος παρεβιάσθη. Δὲν ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ παρ’ ἐμοῦ τὴν ἀπάντησιν ὁ σοφὸς συνάδελφος. Ὁ νόμος ͵ΨΒʹ «περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν», εὑρισκόμενος ἐν τῷ «Ναυτικῷ Συνεκδήμῳ», (ἐν τόμῳ Βʹ σελ. 39) ῥητῶς λέγει ἐν ἄρθρῳ 18: «οὐδεὶς ἀξιωματικὸς προβιβάζεται, μὴ ὑπαρχούσης κενῆς θέσεως». Ἀφοῦ βεβαίως θέσις κενὴ δὲν ὑπῆρχε, προεβιβάσθησαν δὲ δύο, καὶ ἐγένοντο οἱ πλωτάρχαι 22, ἀντὶ 20, ἡ ἀπάντησις εἶναι εὐχερὴς, ὅτι δὲν ἐτηρήθη ἡ διάταξις 18 τοῦ νόμου. Τρίτη ἐρώτησις εἶναι ἡ ἑξῆς: «Τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ ͵ΨΒʹ νόμου ὁρίζοντος, ὅτι οἱ ὑποπλοίαρχοι προβιβάζονται εἰς πλωτάρχας κατὰ μὲν τὸ ἥμισυ κατ’ ἐκλογὴν, κατὰ δὲ τὸ δεύτερον ἥμισυ κατ’ ἀρχαιότητα, δὲν παρεβιάσθη ἐπίσης τὸ ἄρθρον τοῦτο διὰ τοῦ ῥηθέντος Διατάγματος τῆς 28 Μαρτίου, οὐδὲν ἀναφέροντος περὶ τῶν προβιβασθέντων, καὶ ἀφοῦ οὗτοι δὲν ἠδύναντο μὲν νὰ προβιβασθῶσι κατ’ ἀρχαιότητα, ἔπρεπε δὲ νὰ προβιβασθῶσι καὶ δύο ἕτεροι κατ’ ἐκλογὴν;» Ἐκόμισα τὸ Β. Διάταγμα, ἐν ἀνάγκῃ δὲ, καταθέτω αὐτὸ εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα ἴδῃ αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἔχει δὲ τοῦτο ὡς ἑξῆς: «Προβιβάζομεν πλωτάρχας τοὺς ὑποπλοιάρχους Ἐλευθέριον Μεθενίτην καὶ Ἰωάννην Δροῦδεν.» Δὲν ἀναφέρει δηλ. τὸ Διάταγμα, ἐὰν προεβιβάσθησαν κατ’ ἐκλογὴν, ἢ κατ’ ἀρχαιότητα. Τῷ ὄντι, ἐὰν ἔδει τὰ πράγματα νὰ ὦσιν ἀκριβῆ καὶ ὀρθὰ, ἔπρεπε νὰ λέγηται ἐν τῷ Β. Διατάγματι κατὰ τίνα τρόπον προεβιβάσθησαν, κατ’ ἀρχαιότητα ἢ κατ’ ἐκλογὴν; Αὐτοὶ κατ’ ἀρχαιότητα δὲν προεβιβάσθησαν, διότι προηγοῦνται αὐτῶν δύο δεκάδες περίπου· ἑπομένως προεβιβάσθησαν κατ’ ἐκλογὴν. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἀπαιτεῖ νὰ ἐνεργῆται τὸ ἥμισυ τῶν προβιβασμῶν κατ’ ἐκλογὴν, καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ κατ’ ἀρχαιότητα. Τώρα ἔρχεται τὸ ἕτερον τῶν ζητημάτων, ἂν ἀληθῶς τῶν προβιβασθέντων τούτων ὑποπλοιάρχων εἰς πλωτάρχας προηγοῦντο ἄλλοι ἀρχαιότεροι. Βεβαίως προηγοῦντο. Διὰ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ Μεθενίτου, ὅστις ἐν τῇ «Ἐπετηρίδι» φέρει τὸν ἀριθμὸν 24ον, κατεπατήθη ἡ ἀρχαιότης 22 ὑποπλοιάρχων, διὰ τοῦ προβιβασμοῦ δὲ τοῦ Δροῦδε, κατεπατήθη ἡ ἀρχαιότης 25 ὑποπλοιάρχων. Καὶ ταῦτα προκύπτουσιν ἐκ τοῦ ἐπισήμου πίνακος τοῦ Μητρῴου τῶν Μαχίμων Ἀξιωματικῶν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Ὁ προβιβασμὸς δὲ ἐγένετο ἄνευ δικαιολογητικῆς πράξεως. Τετάρτη ἐρώτησις εἶναι ἡ ἑξῆς: «Πότε θὰ ἀπεστρατεύοντο οἱ ἀξιωματικοὶ Μεθενίτης καὶ Δροῦδες;» Ὁ Ἐλευθέριος Μεθενίτης ἀπεστρατεύετο τῇ 26 Δεκεμβρίου 1895 ἔτους, ὁ δὲ Ἰωάννης Δροῦδες τῇ 18 Δεκεμβρίου 1895 ἔτους. Ἀμφότεροι οἱ ἀξιωματικοὶ, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀπεστρατεύθησαν δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας μετὰ τὸν προβιβασμὸν αὐτῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ πλωτάρχου. Ἐρωτᾶτε: «ποίαν σύνταξιν θὰ ἐλάμβανον, ἐὰν δὲν προεβιβάζοντο;» Ὁ μὲν Ἐλευθέριος Μεθενίτης ἤθελε λαμβάνει δραχμὰς 180, νῦν δὲ λαμβάνει δραχ. 252. Ὥστε ἡ σύνταξις ηὔξησε κατὰ δραχ. 72. Ὁ δὲ Ἰωάννης Δροῦδες ἤθελε λαμβάνει δρ. 169, νῦν δὲ λαμβάνει δρ. 224, ὥστε λαμβάνει ἐπὶ πλέον δραχ. 64. Ἐν τούτοις ἐπιθυμῶ νὰ ἦμαι ἀκριβὴς εἰς ὅ,τι ἀπαντῶ. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς· ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινὸς, προέβη εἰς γενικοὺς προβιβασμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ὡς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ὥστε, ἐὰν ἤθελε, κατὰ τοὺς γενικοὺς προβιβασμοὺς ἐδύνατο νὰ προβιβάσῃ καὶ τοὺς δύο τούτους ἀξιωματικοὺς ἀπὸ ὑποπλοιάρχων εἰς πλωτάρχας κατ’ ἐκλογήν. Ἀλλὰ τότε ὑπεχρεοῦτο νὰ προβιβάσῃ καὶ ἑτέρους δύο κατ’ ἀρχαιότητα, ἵνα εὑρίσκηται ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ νόμου. Δὲν ἔπραξε τοῦτο ὅμως. Βεβαίως παρ’ ἐμοῦ δὲν θέλετε ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀπαντήσω διατὶ δὲν ἔπραξε τοῦτο· ἴσως δύνασθε καὶ μόνοι νὰ εὕρητε αὐτό· οὐχ ἧττον ἐδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο κατὰ τοὺς γενικοὺς προβιβασμούς. Προβιβάσας αὐτοὺς ὀλίγους μῆνας πρὸ τῶν γενικῶν προβιβασμῶν ἐξαιρετικῶς, ἐζημίωσεν ἆρά γε ὑλικῶς τὸ Κράτος; Ὡς πρὸς τοῦτο καθῆκον ἔχω, προκειμένου περὶ πρώην συναδέλφου, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Φρονῶ, ὅτι δὲν ἐζημίωσε τὸ Κράτος, διότι ἐν τῇ θελήσει τοῦ Ὑπουργοῦ ἔκειτο νὰ προβιβάσῃ αὐτοὺς κατὰ τοὺς γενικοὺς προβιβασμούς. Θὰ ἐδύνατο νὰ λεχθῇ: «πιθανὸν νὰ μὴ ἦτο αὐτὸς τότε Ὑπουργός.» Οὐχ ἧττον ὑλικὴ ζημία, ἐὰν προεβίβαζεν αὐτοὺς κατὰ τοὺς γενικοὺς προβιβασμοὺς, δὲν ἐδύνατο νὰ ἐπέλθῃ. Διότι ἤθελε μὲν προβιβάσει αὐτοὺς κατὰ τοὺς γενικοὺς προβιβασμοὺς, ἤθελε θέσει ὅμως καὶ εἰς ἀποστρατείαν. Εἰς τὴν Βουλὴν ὅμως πάντοτε ἐναπόκειται νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ὑπάρχῃ περίστασις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν», ὡς καὶ ἂν ὑπῆρξε ζημία. Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ ἀπάντησις, ἣν δύναμαι νὰ δώσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον. Εἰς ὑμᾶς δὲ μένει, ἐκ τῶν ἐκτεθέντων νὰ σχηματίσητε γνώμην περὶ τῶν γενομένων καὶ περὶ τῆς εὐθύνης ἐκείνου, ὅστις προέβη εἰς τοὺς προβιβασμούς. Πρὶν ἢ κατέλθω ὅμως, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ παρατηρήσω καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅτι ἐξ ὅσων πληροφοριῶν ἔλαβον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἀμφότεροι οἱ προβιβασθέντες ἀξιωματικοί εἰσιν ἐκ τῶν ἀρίστων τοῦ Ναυτικοῦ, ὁ δ’ ἕτερος αὐτῶν διέπρεψεν ἐν ἐθνικῷ ἐπεισοδίῳ, ἐκτελέσας τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον γενναίως καὶ ἐντίμως.

§43ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡ περίστασις αὕτη πρέπει νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι σπανίως κατηγγέλθη εἰς τὴν Βουλὴν τόσον ῥητὴ παρανομία, καὶ σπανίως ἀπάντησις Ὑπουργοῦ, παρὰ τὴν ἁβρότητα τὴν ὁποίαν ὤφειλε καὶ ἔδειξε πρὸς τὸν πρώην συνάδελφον, τόσῳ ῥητῶς ἐπεκύρωσε τὴν καταγγελίαν. Ἤδη ἀναμένω παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσκομίσῃ καὶ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα τῆς συντάξεως καὶ τῶν αἰτήσεων τῶν συντάξεων τῶν προβιβασθέντων πλοιάρχων. Μετὰ τὴν παρουσίασιν δὲ τῶν ἐγγράφων τούτων θέλω φέρει τὸν λόγον ἐκ νέου.

§44ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου θὰ εἴπω δύο λέξεις, ἵνα καταδείξω τὸ σκάνδαλον τῆς πράξεως ταύτης. Εἶναι περίεργον, πῶς πολλοὶ τῶν κ. συναδέλφων ἐπὶ ἄλλων θεμάτων σπουδαίων καὶ συνταγματικῶν δὲν ἐδείχθησαν τόσον εὐαίσθητοι, ὡς δεικνύονται ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἡ εὐαισθησία αὕτη μὲ παρακινεῖ, ὅταν γίνηται λόγος περὶ τῶν πράξεων τῆς ἀχρόου Κυβερνήσεως, νὰ προσπαθῶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ Σώματος, ὅπως οὕτω προλάβω πολλά, ἅτινα δύνανται εἰς τὸ μέλλον νὰ διασείσωσι τὰ βάθρα τῆς Πολιτείας. Δὲν νομίζω ὅτι οἱ κ. συνάδελφοι, δεικνύοντες τοιαύτην ἀνοχὴν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο τοῦ σχηματισμοῦ αὐλικοῦ Ὑπουργείου ἐναντίον τῶν κανόνων τοῦ Συντάγματος, ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς θυσίας, ἃς ὑπέστημεν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν ἐλευθεριῶν μας, αἱ ὁποῖαι ἀνεγνωρίσθησαν ἐκ τῆς μεταπολιτεύσεως τοῦ 1862 καὶ αἱ ὁποῖαι ὁσημέραι ποδοπατοῦνται. Ἡ ἱστορία τῶν ἐθνῶν ἐχρωμάτισε πάντοτε μὲ τὰ μελανώτερα χρώματα τὴν προέλευσιν καὶ τὸν σχηματισμὸν τῶν αὐλικῶν ἢ ἀχρόων Ὑπουργείων, τῶν ὁποίων τὰ μέλη ὁμοιάζουσιν ὡς οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσέρχονται προσωρινῶς εἰς ἀδέσποτον περιουσίαν καὶ ἐπειδὴ γνωρίζουσιν ὅτι δὲν εἶναι νόμιμον κτῆμα αὐτῶν, φροντίζουσι νὰ λάβωσι μεθ’ ἑαυτῶν ὅ,τι τοῖς ἀρέσκει, πρὶν τοὺς ἐκδιώξωσιν. Οὕτω καὶ τὰ αὐλικὰ Ὑπουργεῖα, καταλαμβάνοντα τὴν ἐξουσίαν, φροντίζουσι πῶς νὰ ἀμείψωσι τοὺς συγγενεῖς των καὶ πῶς νὰ οἰκονομήσωσι τοὺς φίλους των. Ὡς πρὸς τοὺς προκειμένους προβιβασμούς, σύμπας ὁ ναυτικὸς κόσμος ἐξανέστη, ὄχι μόνον διότι παρανόμως ἐγένοντο οἱ προβιβασμοί, ἀλλὰ καὶ διότι πρὸ τῶν προβιβασμῶν ἔλαβον χώραν οὐκ ὀλίγα σκάνδαλα. Ὁ προσωπάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κ. Ζῶτος, τῇ διαταγῇ, φαίνεται, τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, ἔγραψεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐπιστολὰς διὰ τῆς ὑπογραφῆς του πρὸς τινας ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, ἀπειλῶν αὐτούς, ὅτι, ἂν δὲν ἀποστείλωσιν αἰτήσεις πρὸς ἀποστράτευσιν, ὄχι μόνον ὁπωσδήποτε θὰ ἀποστρατευθῶσιν, ἀλλὰ καὶ θὰ μετανοήσωσι, παρακούοντες, ἐνῷ ὑπακούοντες καὶ ἀποστρατευόμενοι θὰ λάβωσιν ἕνα βαθμὸν μεγαλύτερον...

§45Γ. ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε αὐτό;

§46Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ἤκουσα ἀπὸ ναυτικούς, ἂν δὲ ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ βεβαιωθῇ, δύναται νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν ἀνακριτικὴν πρὸς ἐξέτασιν, καὶ τότε θ’ ἀνακαλύψῃ παρανομίας καὶ σκάνδαλα πλειότερα.

§47ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν διευθύνω ἐπὶ μακρὸν χρόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, κατὰ τὰς ὀλίγας ὅμως ταύτας ἡμέρας τῆς ὑπουργίας μου δὲν κατώρθωσα νὰ πείσω ἐμαυτόν, ὅτι ὁ κ. προσωπάρχης δὲν ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους.

§48ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι δικαίωμά σας, κ. Ὑπουργέ, νὰ πιστεύητε ὅτι ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του μόνον ὁ κ. προσωπάρχης· ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ἀξίας τοῦ προσωπάρχου, δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς νὰ διέταξε τὸν προσωπάρχην νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξεν, ἐγὼ δὲν ἐφάπτομαι τῆς ὑπολήψεως τοῦ προσωπάρχου, ἐγὼ ἀφηγοῦμαι τὰ πράγματα ὡς ἱστοριογράφος καὶ ἐλεγκτής. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν πράγματι ἐστάλησαν τοιαῦται ἐπιστολαί.

§49ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἰς τί ἀφεώρων αἱ ἐπιστολαὶ ἐκεῖναι;

§50ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν λέγεται ὅτι διέταξε τὸν κ. προσωπάρχην νὰ ζητήσῃ δι’ ἐπιστολῶν νὰ ἀποστρατευθῶσιν ἀξιωματικοί τινες, ὅπως κενώθῃ θέσεις καὶ προβιβάσῃ τοὺς συγγενεῖς του. Οὕτω πράγματι κατώρθωσε διὰ τῶν ἀπειλῶν νὰ προβιβάσῃ τοὺς συγγενεῖς του καὶ τοὺς εὐνοουμένους τῆς Αὐλῆς καὶ τοὺς προσωπικοὺς φίλους του. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ τις ὅλην τὴν ὑφὴν τῶν γενομένων προβιβασμῶν καὶ τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα ἔλαβον χώραν, διὰ νὰ ἐννοήσῃ, τίς ἦτο ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἠνάγκασε τὸν κ. προσωπάρχην νὰ προβῇ εἰς τὰς ἀπειλητικὰς ἐπιστολάς. Πάντα τὰ ναυτικὰ ταῦτα σκάνδαλα κάμνω γνωστά, διὰ νὰ ἴδητε, τίνες εἶναι αἱ πράξεις τῶν Ὑπουργῶν τῶν μὴ ἀνηκόντων εἰς κόμμα. Διότι δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι οἱ αὐλικοὶ οὐδὲν ἄλλο κάμνουσιν ἢ νὰ κατηγορῶσι τοὺς πολιτευτὰς καὶ πρὸ πάντων τοὺς ἀνήκοντας εἰς κόμμα, ἐνῷ δὲν ἔπρεπεν οἱ ἁρμόδιοι νὰ συγχωρῶσι τὰ τοιαῦτα. Δὲν κρίνω δὲ ἄσκοπον νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν περιστατικὸν βασιλέως ἐκ τῶν νεωτέρων. Ὅτε ἄλλοτε ὁ βασιλεὺς Λουιπόλδος μετέβη τὸ πρῶτον εἰς τὸ Βέλγιον, ἠρώτησε τότε τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν ἠδύνατο νὰ φέρῃ μεθ’ ἑαυτοῦ τὸν διδάσκαλόν του. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ βασιλεῖς ἵστανται ὑψηλὰ, τὸ ἔθνος ὀφείλει εἰς αὐτοὺς ὑπακοὴν, ἀγάπην καὶ μέγαν σεβασμὸν, δὲν παρέχει ὅμως εἰς αὐτοὺς οὐδὲν μέσον, οὐδὲ τὸ δικαίωμα τῆς διοικήσεως, ὡς δυνάμεως οὐδετέρας καὶ ὀργάνου ἀπαραιτήτου εἰς τὰ Συνταγματικὰ Κράτη εἰς τὸ νὰ ἐποπτεύῃ τὴν λειτουργίαν τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν τῆς συνταγματικῆς Πολιτείας.

§51ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ πᾶς τις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν καὶ κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βονίτσης καὶ σήμερον κατὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑπέθεσεν ὅτι ἐγένετο παραβίασις νόμου κατὰ τοὺς τελευταῖον γενομένους προβιβασμοὺς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς προέβη εἰς τὸν προβιβασμὸν δύο πλωταρχῶν, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχον κεναὶ θέσεις καὶ ὅτι προέβη εἰς προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογὴν, ἐνῷ ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς προβιβασμὸν ἴσου ἀριθμοῦ κατ’ ἐκλογὴν καὶ κατ’ ἀρχαιότητα. Νομίζω ὅτι τὸ θέμα εἶναι σπουδαῖον καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ καὶ ὑπὸ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, διότι, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὴν «Ἐπετηρίδα», τὴν ὁποίαν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ ἀποστείλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, θέλετε ἴδει, ὅτι οἱ προβιβασθέντες οὗτοι εἶναι ἀρχαῖοι ναῦται καὶ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ, ὑπηρετοῦντες ἀπὸ τοῦ 1848, τουτέστιν ἀπὸ 47 ἐτῶν. Ὑποθέτω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἀπέβλεψεν εἰς τὴν μακρὰν αὐτῶν ὑπηρεσίαν καὶ εἶχεν ἴσως καὶ ἄλλους λόγους, ἀφοῦ ἐκ τῆς «Ἐπετηρίδος» βλέπει τις ὅτι εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν δὲν διετέλεσαν ἐπὶ 8 ἔτη καὶ συνεπῶς δὲν ἐδικαιοῦντο εἰς βαθμὸν καὶ σύνταξιν ἀνωτέραν. Αὐτοὶ κατετάχθησαν τὸ 1848, ἐν ἡλικίᾳ 8 ἐτῶν, διότι ἐγεννήθησαν τὸ 1840, ὑπηρετοῦσι δὲ ἐν τῷ ναυτικῷ 47 ἔτη. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ζητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς παρὰ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου μίαν σαφῆ καὶ εὐκρινῆ ἔκθεσιν, ἐξ ἧς εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ δικαιολογηθῇ ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ διότι ὁμολογῶ, ὅτι, ὡς ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐπιβαρύνεται ἴσως ἀδίκως ὁ προκάτοχός του ἐκ τῶν λόγων αὐτοῦ, ὅτι ὁ νόμος περὶ προβιβασμῶν παρεβιάσθη ὑπ’ ἐκείνου, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ προεβιβάσθησαν εἰς θέσεις μὴ κενὰς, ὅτι προεβιβάσθησαν οὗτοι κατ’ ἐκλογὴν, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ προβιβάσῃ καὶ κατ’ ἀρχαιότητα.

§52Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε ἐγγράφως τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλετε.

§53ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα ὁ νομικὸς σύμβουλος, καὶ νὰ κάμῃ μίαν ἔκθεσιν, ὅτι ὁ νόμος περὶ προβιβασμῶν παρεβιάσθη, ὅτι μὴ ὑπαρχούσης κενῆς θέσεως ὁ Ὑπουργὸς προέβη εἰς προβιβασμοὺς καὶ ὅτι προεβίβασε μόνον κατ’ ἐκλογὴν, ἐνῷ ὤφειλε νὰ προβιβάσῃ καὶ κατ’ ἀρχαιότητα. Διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἀμφιβάλλω, ἂν ὁ κ. Κριεζῆς προέβη εἰς παρανομίαν, ἀφοῦ μάλιστα ἠδύνατο κατὰ τοὺς γενικοὺς προβιβασμοὺς νὰ προβιβάσῃ τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικοὺς, καὶ ἀμείψῃ τὴν πολυχρόνιον αὐτῶν ὑπηρεσίαν.

§54Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὸ, ὅπερ ζητεῖτε, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸν νομικὸν σύμβουλον, ἵνα μεταδώσω πρὸς ὑμᾶς τε καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην αὐτοῦ τὴν νομικήν. Οὐχ ἧττον ὀφείλω νὰ δηλώσω πρὸς ὑμᾶς τε καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐκ τοῦ παρελθόντος, ὅπερ ἔχω ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὅπερ ὁπωσδήποτε εἶναι μακρὸν, οὐδέποτε ἐδέχθην, οὐδὲ συνείθισα νὰ παραδέχωμαι τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἢ νομικοῦ τινος συμβούλου ἀνεξελέγκτως. Διὰ τοῦτο, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν εἶσθαι ἡ γνώμη τοῦ νομικοῦ συμβούλου, ἐκ τῶν προτέρων δηλῶ, ὅτι δὲν εἶμαι ὑπόχρεως νὰ ἀσπασθῶ αὐτήν. Ἄλλως δὲ δὲν πρόκειται δὰ καὶ περὶ νομικοῦ ζητήματος. Τὰ πράγματά εἰσι πρόδηλα· δὲν νομίζω δὲ ὅτι εἶναι ἐν ἀκριβείᾳ οἱ λέγοντες, ὅτι διὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου προσεπάθησα νὰ καταδείξω τὴν παραβίασιν τοῦ νόμου. Διότι, ἀγορεύων ἐγὼ, δὲν ἠθέλησα νὰ φέρω ἐπιχειρήματα, ἵνα ἀποδείξω τὴν παραβίασιν τῶν νόμων. Ἐγὼ ἀπήντησα εἰς ἐρωτήματα. Εἶπον ὅτι ἐγένοντο προβιβασμοὶ, ὧν συνεπείᾳ ἐπὶ δύο ἡμέρας εὑρισκόμεθα ἔχοντες 22 πλωτάρχας, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν μόνον 20. Ἀπαντᾷ λοιπὸν ὁ νόμος. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀγορεύσῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἵνα ἀποδειχθῇ ἡ παραβίασις τοῦ νόμου; Καὶ ἔχετε ἀνάγκην τῆς γνώμης τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἵνα βεβαιωθῇ, ὅτι παρεβιάσθη ὁ νόμος; Ὑπάρχει νόμος, ὅστις ῥητῶς λέγει: «μὴ ὑπαρχούσης κενῆς θέσεως, δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβιβάσῃ ἀξιωματικόν.» Ἔχετε ἀνάγκην νομικῶν γνώσεων, ἵνα βεβαιωθῆτε, ὅτι παρεβιάσθη ὁ νόμος; Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ εἶναι ἀληθὲς, ὅπερ δὲ ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι, ὅτι ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς, ὁ ἐνεργήσας τὸν προβιβασμὸν τῶν δύο ἐκείνων ἀξιωματικῶν, ἐδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὸν προβιβασμὸν αὐτῶν εὐθὺς ὡς προέβαινεν εἰς τὸν προβιβασμὸν καὶ δύο ἄλλων κατ’ ἀρχαιότητα· ἀφοῦ λοιπὸν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο, νομίζω, ὅτι δὲν ἐζημίωσε τὸ Κράτος. Ἡ σύνταξις, ἣν λαμβάνουσι σήμερον ἐκεῖνοι, δὲν εἶναι πρὸς ζημίαν τοῦ Κράτους, διότι ἐδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς τὸν προβιβασμὸν αὐτῶν κατὰ τοὺς γενικοὺς προβιβασμούς. Διατὶ δὲν ἔπραξεν αὐτό; Νομίζω, ὅτι δὲν εἶμαι ὑπόχρεως νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ τότε κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν· οἱ ἐπερωτήσαντες εὐκόλως δύνανται νὰ εὕρωσιν αὐτό.

§55ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ἀρχαῖος ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ, ὡς ἦτο ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, δυνάμενος νὰ προβιβάσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους κατὰ τοὺς γενικοὺς προβιβασμοὺς, προέβη εἰς τὸν προβιβασμὸν τούτων παρὰ τὸν νόμον. Θὰ εἶχε λόγον. Ἠθέλησα λοιπὸν νὰ ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα καλῶς, διὰ νὰ πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι πράγματι ἐγένετο παραβίασις τοῦ νόμου, καθόσον ἐγὼ δὲν πείθομαι ὅτι διακεκριμένος ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ, οἷος εἶναι ὁ κ. Κριεζῆς, παρεβίασε τὸν νόμον.

§56Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἤδη παρατηρῶ, ὅτι διέφυγε καὶ ἐμὲ καὶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀξιωματικῶν ὑπάρχει στήλη, ἐκ τῆς ὁποίας προκύπτει πότε προβιβάζονται. Οἱ περὶ οὗ ὁ λόγος δύο ἀξιωματικοὶ προεβιβάσθησαν κατὰ τὸ 1890 ἀμφότεροι.

§57ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν εἶχον τότε δικαίωμα προβιβασμοῦ, ἀποστρατευόμενοι. Τὸ εἶπον εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ἂν ὁ προκάτοχός σας ἦτο ἐδῶ, θὰ ἐξήγει τοὺς λόγους, καὶ βεβαίως θὰ εἶχε τοιούτους, ὅπως προβῇ εἰς ὅ,τι προέβη.

§58ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὑπάρχει καὶ πραγματικὴ ζημία ἐδῶ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς, προβιβάζων αὐτοὺς εἰς πλωτάρχας, ἐσκόπει νὰ ἔχῃ δύο ἔτι κενὰς θέσεις κατὰ τοὺς γενικοὺς προβιβασμούς. Ἐκ τούτου δὲ, κενωθεισῶν τῶν δύο θέσεων, προεβιβάσθησαν δύο πλοίαρχοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ προεβιβάζοντο, ἂν δὲν προεβιβάζοντο πρὸ τοῦ χρόνου τῶν προβιβασμῶν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί.

§59Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπίσης ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι, ὑπαρχόντων ἀρχαιοτέρων ἀξιωματικῶν, εἴκοσι καὶ εἰκοσιπέντε ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐγένοντο ἀπὸ ὑποπλοιάρχων πλωτάρχαι, ἐάν ποτε ὑπάρξῃ ἀνάγκη συγκλήσεως τῆς ἐφεδρείας, αὐτοὶ, νεώτεροι ὄντες, θέλουσιν ἡγεῖσθαι ἀρχαιοτέρων, ὅπερ βεβαίως εἶναι ἄτοπον.

§60ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν συμβουλευθεὶς βεβαίως τὰ παρ’ αὐτῷ μητρῷα τῶν ἀξιωματικῶν, εὑρίσκει ὅτι οἱ περὶ ὧν ὁ προαγορεύσας ἐπραγματεύθη ἀξιωματικοὶ, προβιβασθέντες εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμὸν, μόνον κακὸν ἐπροξένησαν νὰ λάβωσι σύνταξιν ἀνωτέραν ἐκείνης, ἧς ἐδικαιοῦντο, ἂν δὲν ἐπροβιβάζοντο, διότι κατὰ τὸ μητρῷον διατρέχοντες τὴν ἡλικίαν τῶν 55 ἐτῶν, ὑποχρεωτικῶς θ’ ἀπεστρατεύοντο ἐντὸς τοῦ 1895. Τὸ πρᾶγμα ὅμως δὲν εἶναι τοσοῦτον ἁπλοῦν, ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὸ ἀντιλαμβάνεται. Οἱ δύο ἀξιωματικοὶ, περὶ ὧν συζητοῦμεν, προεβιβάσθησαν παρανόμως, καθ’ ὑπέρβασιν τῶν ὡρισμένων διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ πλωτάρχου ἀριθμῶν. Προεβιβάσθησαν δὲ τὰς παραμονὰς τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀποστρατεύσεως αὐτῶν, ἄνευ ἀνάγκης τινὸς τῆς ὑπηρεσίας καὶ χωρὶς νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τῆς εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμὸν ἀνηκούσης συντάξεως κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου ΑΧΜʹ. Πρὸς τούτοις κατεπάτησαν τὸ εἰς ἀρχαιοτέρους αὐτῶν ἀνῆκον δικαίωμα προβιβασμοῦ, ὑστεροῦντες μάλιστα κατὰ τὴν ἱκανότητα τῶν ὁμοιοβάθμων των, διότι ἀνήκουσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐπικούρων καὶ φέρονται ἐν τῷ ἀριστερῷ τοῦ μητρῴου. Τὰ κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς τῶν δύο ἀξιωματικῶν λαβόντα χώραν δὲν περιορίζονται εἰς τὰ λεχθέντα. Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου ΑΧΜʹ τοῦ 1888 ὡς βάσις πρὸς ὁρισμὸν τοῦ ὁρίου ἡλικίας τῶν πρὸ τοῦ νόμου τούτου ὑπαρχόντων ἀξιωματικῶν χρησιμεύουσι τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν κρατούμενα μητρῷα τῶν ἀξιωματικῶν. Κατὰ τὰ μητρῷα ταῦτα, οἱ ὑποπλοίαρχοι Μεθενίτης καὶ Δροῦδες ἐγεννήθησαν τὸ 1840, κατὰ Δεκέμβριον. Ἐν τῇ περὶ ἀποστρατεύσεως αἰτήσει των ἀμφότεροι ἐπισυνάπτουν ἓν καὶ μόνον δικαιολογητικὸν τοῦ πρὸς σύνταξιν δικαιώματός των, ἀντίγραφον τοῦ ῥηθέντος μητρῴου ἐπικεκυρωμένον ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν προδικαστικὴ ἐπιτροπὴ, συμφώνως πρὸς τὸ μητρῷον, ἀφαιρέσασα ἀπὸ τὸν χρόνον τῆς τελεσθείσης ὑπηρεσίας τοῦ μὲν 9, τοῦ δὲ 4, νομίζω, ἔτη, διότι ὅτε κατετάχθησαν ἐν τῷ ναυτικῷ εἶχον ἡλικίαν κατωτέραν ἐκείνης, ἀφ’ ἧς ἄρχεται τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ἀνεγνώρισε τὴν σύνταξιν αὐτῶν διὰ τὸ ὑπόλοιπον διάστημα τῆς συνταξίμου ὑπηρεσίας...

§61ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί ἐγένετο;

§62ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Ἔχετε ὑπομονήν... Ὅτε ἐστάλησαν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον οἱ φάκελλοι τῶν συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ ὧν συζητοῦμεν, εὑρίσκονται ἐν αὐτοῖς δύο πιστοποιητικὰ ἰδιωτῶν, χωρὶς νὰ διακρίνηται ἡ προέλευσις αὐτῶν, βεβαιοῦντα, ὅτι ἡ ἡλικία τῶν εἰρημένων ἀξιωματικῶν εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς ἐν τῷ μητρῴῳ τοῦ Ὑπουργείου ἀναγραφομένης. Τὸ Συνέδριον δὲ, θεωρῆσαν τούτους ὡς ἄγοντας τὴν νομίμως συντάξιμον ἡλικίαν ἀπὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν κατετάχθησαν, ἀπονέμει αὐτοῖς σύνταξιν καὶ διὰ τὸ διάστημα, ὅπερ ἡ προδικαστικὴ ἐπιτροπὴ εἶχεν ἀφαιρέσει. Τὸ δὲ Ὑπουργεῖον, ἀποδεχόμενον τὴν γνώμην τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐναντίον τῆς προτάσεως τῆς προδικαστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς ἀσφαλοῦς πληροφορίας τοῦ παρ’ αὐτῷ μητρῴου, προκαλεῖ διάταγμα, δι’ οὗ, αὐξανομένης αὐθαιρέτως τῆς ἡλικίας τῶν ἐν λόγῳ ἀξιωματικῶν, ἀπονέμεται αὐτοῖς σύνταξις ἀνωτέρα ἐκείνης, ἧς ἐδικαιοῦντο, ἐνῷ, ἀφοῦ παρεδέχθη τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὤφειλε νὰ θεωρήσῃ τούτους ὑποχρεωτικῶς ἀπεστρατευμένους, τὸν μὲν πρὸ ἐννέα, τὸν δὲ πρὸ τριῶν ἐτῶν, ὅτε δηλαδὴ εἶχον ὑπερβῆ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας.

§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς εἶναι τοῦτο;

§64ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Ὅπως σᾶς τὸ εἶπον, ἀγαπητὲ συνάδελφε. Πιθανὸν νὰ σφάλλω εἰς τὰς χρονολογίας· ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ προσαγάγῃ τοὺς φακέλλους, οὓς ὁ ἐκ Βονίτσης συνάδελφος ἐζήτησε, τότε καὶ ὑμεῖς καὶ πᾶς ὁ ἀμφιβάλλων θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξετάσῃ αὐτὰ τὰ πράγματα, ἐγὼ δὲ, ἂν γείνῃ χρεία, προθύμως θέλω προσφέρει τὴν συνεργασίαν μου, ἂν κριθῇ χρήσιμος.

§65ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι βεβαιότατον, ὅτι, ἐὰν εἶχε τὴν τιμὴν ὁ τέως ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς νὰ παρακάθηται εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα, δὲν ἤθελε λάβει χώραν ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε γίνεται, διότι ἤθελε δυνηθῆ ν’ ἀπολογηθῇ ἀμέσως. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ κ. Κριεζῆς, ὁ πλοίαρχος Κριεζῆς, περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ναυτικὸν, ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις. Ὡμίλησα μετ’ Ἄγγλων καὶ Γάλλων ναυάρχων, τοὺς ὁποίους ηὐτύχησα νὰ γνωρίσω, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι ὁ κ. Κριεζῆς εἶναι τόσον διακεκριμένος ἀξιωματικὸς, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ προβῇ εἰς μίαν παρανομίαν, δι’ οἱονδήποτε λόγον, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἕνεκα ἰδιοτελῶν σκοπῶν. Ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ζητήματα τοιαῦτα, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάζωνται ἀπὸ πολὺ ὑψηλοτέρας ἀπόψεως, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὰ ῥίπτωμεν εἰς τοὺς νομικοὺς συμβούλους. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προέβη εἰς τὸν προβιβασμὸν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος δύο ἀξιωματικῶν, διότι διῴκησε τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους, τοὺς ἐγνώρισε καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβουν τὴν σύνταξιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον, καὶ εἴδετε ὅτι μετὰ δύο ἡμέρας ἔλαβον τὴν σύνταξίν των. Φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητῶμεν ἐδῶ, διϋλίζοντες τὸν κώνωπα, ὅταν γνωρίζωμεν ὅτι πρόκειται περὶ ἀξιωματικοῦ ἀνωτέρου, ὁ ὁποῖος, ἐπαναλαμβάνω, τιμᾷ τὸ Ἑλληνικὸν ναυτικόν. Ἐπειδὴ δὲ εἷς συνάδελφος, τὸν ὁποῖον τιμῶ ὑπεράγαν, ὡμίλησε καὶ περὶ τοῦ προσωπάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅστις καὶ σήμερον ἐξακολουθεῖ ἐκτελῶν τὰ καθήκοντα τοῦ προσωπάρχου, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, διαβεβαιῶ ἐπίσης τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ προσωπάρχης οὗτος εἶναι ὡς οἱ Ἄγγλοι ἀξιωματικοὶ, ἐσπούδασε καὶ ἐμορφώθη μόνος του, περιποιεῖ δὲ τιμὴν εἰς τὸ σῶμα τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ, εἶναι δὲ τόσον ἐπιφυλακτικὸς καὶ τόσον ἔντιμος, ὥστε εἶμαι βεβαιότατος, ὅτι, ἐὰν εὑρεθῇ μία ἐπιστολή του ἀπευθυνομένη πρὸς οἱονδήποτε, μόνος του θέλει ἀποσυρθῆ ἐκ τῆς θέσεώς του καὶ τοῦ βαθμοῦ του. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἐξετασθῇ ἐνταῦθα, ὡς ἁρμόζει νὰ ἐξετάζωνται τὰ τοιαῦτα ζητήματα.

§66ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μετὰ λύπης μου παρατηρῶ, ὅτι ὁ ἔντιμος φίλος μου ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴς λαμβάνει τὰ πράγματα ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν πάντοτε καὶ ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς φιλίας. Οὐδεὶς ἔψεξεν ἢ ψέγει τὸν Ἡρακλέα, οὐδεὶς εἶπεν, ὅτι ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς δὲν εἶναι πράγματι εἷς τῶν ἐγκρίτων ναυτικῶν. Ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τέως Ὑπουργὸς εἶναι ἄριστος ναύτης, εἶναι εἷς τῶν διακεκριμένων ἀξιωματικῶν, οὐδεὶς τὸν ἔψεξεν· οὔτε περὶ τοῦ προσωπάρχου εἶπόν τι, ἀφορῶν τὴν ὑπόληψίν του ἢ τὴν ἀξίαν του. Ἐνταῦθα ἐγένετο λόγος μόνον περὶ τῆς γενομένης παρανομίας ἐκ μέρους τούτων, καὶ τοῦτο πράττομεν δυνάμει τοῦ ὑψίστου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον κέκτηται πᾶς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους. Θαυμάζω μάλιστα, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος δὲν ἐφρικίασεν, ὅταν εἶδε φανερὰ παραβιαζομένους τοὺς νόμους. Ἐδῶ παρεβιάσθη ῥητὸς νόμος, ὁ Ὀργανισμὸς ὁ γνωστὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐν τούτοις σᾶς λέγουν «νὰ ἐξετάζητε τὰ ζητήματα ταῦτα ἀπὸ ὑψηλῆς περιωπῆς». Καὶ ποία εἶναι ἡ ὑψηλὴ αὕτη περιωπή; Μὲ τὰς λέξεις θὰ παίζωμεν ἢ θὰ ἤμεθα σοβαροί; Παρεβιάσθη ὁ νόμος, ναὶ ἢ οὔ;

§67ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἀμφιβάλλω.

§68ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐὰν ἀμφιβάλλητε, ζητήσατε νὰ συστηθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, καὶ τότε θὰ φανῇ, ἐὰν παρεβιάσθη ὁ νόμος καὶ διατὶ παρεβιάσθη. Ἐγὼ καὶ ἄλλοτε προὐκάλεσα τὸν ἐπερωτήσαντα συνάδελφον, καὶ τῷ εἶπον ὅτι, ἐὰν ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην αἴτησιν, ἐγὼ θὰ τὴν ὑπογράψω βεβαίως. Ἐδῶ πρόκειται, ὡς αὐστηροὶ καὶ ἀδέκαστοι δικασταὶ νὰ δικάσωμεν τὴν πρᾶξιν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἂς μὴ περιοριζώμεθα εἰς λέξεις, ἀλλ’ ἂς προσδιορίσωμεν ἡμέραν, καθ’ ἣν νὰ δικάσωμεν, ἐὰν παρεβιάσθησαν οἱ νόμοι καὶ ἂν ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον καὶ κατὰ πόσον.

§69ΜΑΝΕΣΗΣ. Περὶ αὐτοῦ ἐγὼ ἐξεδήλωσα ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ ὅτι ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, ἀξιωματικὸς διακεκριμένος, ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς παράβασιν νόμου, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα εὐκρινεστέρας, θετικωτέρας ἀποδείξεις. Ἰδοὺ διατὶ ἐνόμισα, ὅτι τὸ ζήτημα ἔπρεπε νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὅπως ἐξενέγκῃ γνώμην καὶ φωτίσῃ τὴν Βουλήν· διότι ἠκούσατε, τί εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ ἐκ Ξηροχωρίου ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι πρέπει νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ἐπίσης φρονῶ ὅτι, ὅ,τι ἐλέχθη περὶ τῆς ἀπονεμηθείσης συντάξεως, ἀποδεικνύει καθαρῶς, ὅτι ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον, ἀφοῦ ἠδύνατο νὰ προβιβάσῃ τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος δύο ἀξιωματικοὺς κατὰ τοὺς γενικοὺς προβιβασμοὺς, οἱ ὁποῖοι, ἐβεβαιοῦτο τότε θετικῶς, ὅτι θὰ γείνωσι, καὶ ἑπομένως οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι θὰ ἐλάμβανον τὴν σύνταξιν, ἡ ὁποία τοῖς ἐχορηγήθη, χωρὶς νὰ παραβιασθῇ ὁ νόμος, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν.

§70ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ εἴπῃ, ἐὰν ὑπῆρχον κεναὶ θέσεις.

§71Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κεναὶ θέσεις δὲν ὑπῆρχον, ὅτι αἱ θέσεις ἦσαν 20, διὰ τοῦ προβιβασμοῦ δὲ τῶν δύο ἀξιωματικῶν ἐγένοντο οἱ πλωτάρχαι 22. Εἰς ἐκεῖνο δὲ, ὅπερ παρατηρεῖτε, ἀπαντῶ τὸ ἑξῆς· εἶπον μέν, ὅτι ἐδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὸν προβιβασμὸν τῶν δύο αὐτῶν ἀξιωματικῶν κατὰ τοὺς γενικοὺς προβιβασμοὺς, ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἐγγύησις τις ἀσφαλὴς καὶ βεβαία, προκειμένου περὶ τοῦ μέλλοντος, ὅτι ἤθελον γείνῃ γενικοὶ προβιβασμοί;

§72ΒΑΛΕΤΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ μόνον περὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἐκ Τριχωνίας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἐντελῶς πρωτοφανῆ. Ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ζητῇ παρὰ τῶν Ὑπουργῶν πληροφορίας περὶ πράξεων τῆς διοικήσεως καὶ περὶ πράξεων τῶν Ὑπουργῶν, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν νὰ μορφώνῃ γνώμην καὶ νὰ ἐκφέρῃ ἀπόφασιν οἱανδήποτε. Οὐδέποτε ἠκούσθη ἡ Βουλὴ νὰ ζητῇ δικηγορικὰς γνωμοδοτήσεις, ὅπως κατὰ ταύτας μορφώνῃ τὴν πεποίθησίν της. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὄχι μόνον ἀναξιοπρεπὲς εἶναι διὰ τὴν Βουλὴν τὸ ζητούμενον, ἀλλὰ καὶ ἀπαράδεκτον, καθαυτὸ εἰπεῖν, κατὰ τὰ συνταγματικὰ νόμιμα. Ὅ,τι δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἐπὶ τῆς περιστάσεως ταύτης, εἶναι τὸ ἑξῆς· νὰ ζητήσωμεν μόνον συμπληρωτικὰς πληροφορίας, ἐφ’ ὅσον νομίζομεν ὅτι αἱ προσαχθεῖσαι δὲν ἀρκοῦσι πρὸς σχηματισμὸν πεποιθήσεως παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καὶ μετὰ τοῦτο δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι νομίζῃ πρέπον. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων, ἐπαναλαμβάνω, οὐδαμῶς εἰσέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας, ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ τύπου, τὸ ὁποῖον ἐκινήθη ὑπὸ τοῦ ἐκ Τριχωνίας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ.

§73ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Φρονῶ ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς σήμερον, εἶναι πλήρεις, δὲν ἔχομεν δὲ ἀνάγκην πληροφοριῶν ἄλλων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σήμερον ἔφερε πληροφορίας, κατ’ ἐμὴν γνώμην, πληρεστάτας, τὰς ἀνέπτυξε δὲ κάλλιστα, καὶ τὸν συγχαίρω διὰ τοῦτο.

§74ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι αἱ συζητήσεις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἔχουσί τινα κανόνα· δὲν δύναται νὰ γίνηται μία συζήτησις ἀσκόπως καὶ μάλιστα περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν παρακάθηνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἡ Βουλὴ, πλὴν τῶν νομοθετικῶν αὐτῆς καθηκόντων, ἔχει ἀληθῶς καὶ ἄλλα καθήκοντα, πολιτικὰ καὶ δικαστικά· ἔχει τὸ καθῆκον τοῦ νὰ ζητῇ τὴν κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην, τὴν πολιτικὴν εὐθύνην, ἔχει τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ καὶ τὴν δικαστικὴν εὐθύνην. Ἀλλ’ ἐνταῦθα γίνεται μία συζήτησις ἄνευ ἐννοίας, κατ’ ἐμέ, καὶ συζήτησις, ἡ ὁποία ἔχει καὶ τι τὸ ἄτοπον. Ζητεῖται πολιτική τις εὐθύνη; κοινοβουλευτική τις εὐθύνη; Μήπως ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπεδέχθη τὴν πρᾶξιν ταύτην καὶ ἀντεπεξῆλθε κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μέμφονται τὴν πρᾶξιν, ἵνα ζητήσωμεν παρ’ αὐτοῦ ἢ δι’ αὐτοῦ κοινοβουλευτικήν τινα εὐθύνην; Τοιοῦτόν τι δὲν συνέβη. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν οὔτε ἔδωκεν ἀφορμὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅπως καὶ παρ’ αὐτοῦ ζητηθῇ εὐθύνη τις, οὔτε θὰ δώσῃ ποτὲ, πιστεύω, τοιαύτην ἀφορμήν. Ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ὑπάρχει ἐδῶ. Μήπως οἱ προτείνοντες ἀξιοῦσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐνασκήσῃ τὸ δικαστικὸν αὐτῆς καθῆκον, καὶ ἑπομένως νὰ φροντίσουν ἀμέσως νὰ ἔχωσι τὰς ὑπογραφὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι κινοῦσι τὴν δικαστικὴν ἐνέργειαν τῆς Βουλῆς; Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως ἐνασκεῖται ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως ἀπολήξῃ εἰς ἓν συμπέρασμα, ὅπως ζητηθῇ πολιτικὴ εὐθύνη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ ὑπάρχει βεβαίως περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ διάδοχοι μετέχουσι τῆς εὐθύνης τῶν διαπραξάντων πρᾶξίν τινα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως βεβαίως δὲν ἔχομεν τοιαύτην περίστασιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, προκληθεὶς, ἐν πάσῃ τῇ αὐστηρότητι, ἀλλὰ καὶ τῇ ἀμεροληψίᾳ, σᾶς εἶπε περὶ τίνος πρόκειται, καὶ ἐσταμάτησε. Κατόπιν ἡ συζήτησις εἰς τί ἀποβλέπει; Ζητεῖτε πολιτικὴν εὐθύνην; Δὲν ἔχομεν τὸν Ὑπουργὸν ἐκεῖνον ἐδῶ. Ζητεῖτε δικαστικὴν εὐθύνη; Ὄχι· διότι οἱ μεμφόμενοι δὲν εἶπον ὅτι ζητοῦσι ταῦτα, ὅπως ἐνεργηθῇ δικαστικὴ καταδίωξις.

§75ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐζητήθη συμπλήρωσις ἐγγράφων, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν πρότασιν περὶ ὑπουργικῆς εὐθύνης.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ὑπέβαλε πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτ. ἀριθ. 232).

§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν δήλωσιν περὶ προσθήκης δραχμῶν 863,130 εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1895. Ἐκ τοῦ εἰρημένου ποσοῦ 570 χιλιάδες ζητοῦνται διὰ τὰ ἕνεκα τῶν ἐνεργηθησομένων δημοτικῶν ἐκλογῶν ἐκλογικὰ ἔξοδα. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895, ὁ συνταχθεὶς καὶ εἰσαχθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ κατὰ τὸ 1894, περιελλάμβανε πίστωσιν μόνον δι’ ἔξοδα δημοτικῶν ἐκλογῶν, ταῦτα δὲ διετέθησαν διὰ τὰς γενομένας βουλευτικὰς ἐκλογάς, ἑπομένως πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ ἀναγραφῇ ἡ ἀπαιτουμένη πίστωσις διὰ τὰς μετ’ ὀλίγον γενησομένας δημοτικὰς ἐκλογάς. Πλὴν τούτων ζητοῦνται δι’ ἔξοδα δημοσίας ἀσφαλείας 158 χιλιάδες, ὧν αἱ 60 χιλιάδες προορίζονται εἰς τὰς πληρωθησομένας ἀμοιβὰς ἐπὶ τῷ φόνῳ τῶν φονευθέντων λῃστῶν, καὶ 98 χιλιάδες δι’ ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τῆς συστάσεως αὐτῆς προσελήφθη εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν ὑπὲρ τὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένον ἀριθμόν. Οὕτως αἱ ἀνωτέρω δύο κατηγορίαι συγκεφαλαιοῦσι πίστωσιν 728 χιλιάδων. Ἀλλὰ διὰ τῆς δηλώσεως, ἣν εἰσήγαγον, ζητεῖται ἡ προσθήκη εἰς τὸν εἰσαχθέντα προϋπολογισμὸν ἐν ὅλῳ δραχ. 863,130, τὸ ὑπόλοιπον δὲ τῶν 728 χιλιάδων ζητεῖται δι’ ἄλλας ἀνάγκας.

§78ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν συνεπιφέρει ἡ δήλωσις αὕτη αὔξησιν ἐξόδων;

§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.

§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν συνεπιφέρει καὶ ἐλάττωσιν ἐξόδων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἕνεκα τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὴν ἀστυνομίαν;

§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ μισθοῦ των. Κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησε κατὰ τὸ 1894 καὶ 1895, ἀνεγράφησαν αἱ δαπάναι διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ταχθέντων ἀξιωματικῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ προσέτι καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἑπομένως ὁ μισθὸς τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ὑπεραρίθμως προσληφθέντων εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν θέλει καταβληθῆ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, θέλει δὲ καταβληθῆ ὁ μισθὸς τῶν ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ προσληφθέντων ἐν γένει ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Νῦν πρόκειται περὶ τῆς μισθοδοσίας 34 ὑπολοχαγῶν, 25 ἀνθυπολοχαγῶν καὶ 4 ἀνθυπασπιστῶν ὑπεραρίθμων.

§82Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν δύο πίνακας περὶ τῶν καθαρῶν ἐσόδων τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων καὶ ἰδίως τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῆς πωλήσεως πετρελαίου, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν δημοσίευσιν αὐτῶν. Δυστυχῶς παρῆλθον ἀρκεταὶ ἡμέραι ἔκτοτε, καὶ μολονότι ἐπανέλαβον τὴν ὑπόμνησιν περὶ ἐκτυπώσεως αὐτῶν, δὲν ἐξετυπώθησαν εἰσέτι.

§83ΒΑΛΕΤΑΣ. Εἰς τὸν ἰσολογισμόν, ὁ ὁποῖος ἐκδίδεται, περιέχονται ὅλα.

§84Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν περιέχονται. Εἶναι λογαριασμοί, οἱ ὁποῖοι μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ ἦναι λίαν χρήσιμοι εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων μόνον ἐκ τῆς πωλήσεως πετρελαίου εἰς τοὺς οἰκοῦντας πέριξ τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς 7 τὸν ἀριθμόν, ἀποκομίζει καθαρόν, καθαρώτατον κέρδος ἐτησίως 220,845 δραχμῶν.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῶσιν. (Ὅρα Παράρτημα, σελ 355–356).

§86Γ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, καταθέτω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1895. Ἐν τῇ αὐτῇ ἐκθέσει ὑπέγραψαν μετ’ ἐπιφυλάξεων καὶ τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, ἑπομένως δὲν θὰ ὑποβληθῇ ἰδιαιτέρα ἔκθεσις τῆς μειοψηφίας.

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 233). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 12 καὶ 40′. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 μ. μ. προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη.

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.

§89Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἓν ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα μέτρα, κύριοι Βουλευταὶ, μία ἀπὸ τὰς σοβαρωτέρας μεταῤῥυθμίσεις τῆς νέας Κυβερνήσεώς μας, εἶναι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον τοῦτο μετὰ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἢ μελετᾷ νὰ ὑποβάλῃ, ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν μεγάλων αὐτῆς ἐπαγγελιῶν, συγκαποτελοῦσιν ὁμοῦ τὸ μέγα ἔργον, ὅπερ ἀνέλαβε, τῆς περισυλλογῆς καὶ ἀνορθώσεως τῶν κοινῶν ἡμῶν πραγμάτων. Οὕτω παρέστησαν εἰς ἡμᾶς τὸ νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ μὴ εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ ἀντιταχθῶ κατ’ αὐτοῦ. Οἱ λόγοι, δι’ ὧν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, ἀνήγγειλε τὰ μέτρα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ εἰς τὴν αὐτοτέλειαν τῶν δήμων, δὲν ἠδύναντο παρὰ εὐνοϊκῶς νὰ διαθέσωσιν ὑπὲρ αὐτῶν πάντας ἡμᾶς· διότι ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τῶν μέτρων τούτων θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀποκαταστήσωμεν πλήρη τὴν αὐτοτέλειαν τῶν δήμων, τὴν στοιχειώδη δ’ αὐτῶν ἐκπαίδευσιν τοιαύτην, ὥστε νὰ βελτιώσωμεν τὰ ἤθη, νὰ σώσωμεν τὰς ψυχὰς τῶν παίδων καὶ νὰ παρασκευάσωμεν ἠθικῶς τὴν μέλλουσαν γενεάν. Ἀλλ’ ἡ μελέτη τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἐπιτρέπει δυστυχῶς εἰς ἡμᾶς νὰ ἐμμείνωμεν ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ ταύτῃ, καὶ καθιστᾷ ἡμῖν ἀνυπέρβλητον τὸ καθῆκον, νὰ ἀποκρούσωμεν αὐτὸ καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ καθ’ ὅλου· διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παρίδωμεν τὴν μεγάλην καταστροφὴν, ἥτις κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν στοιχειώδη τῆς χώρας ἐκπαίδευσιν, ἡ ὁποία οὐ μόνον δὲν βελτιοῦται, οὐ μόνον δὲν σώζεται, ἀλλὰ — διὰ νὰ ἀκολουθήτω τὴν φράσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ — περιπίπτει εἰς χεῖρας Πιτυοκάμπτου, πολλῷ ἀγριωτέρου ἐκείνου, εἰς οὗ τὰς χεῖρας περιέπεσε, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοτικῶν προσόδων. Ἀποδίδουσιν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μεγάλας ἰδιότητας, προσδοκῶντες ἐξ αὐτοῦ τὴν διοικητικὴν τῶν δήμων ἀποκέντρωσιν, τὴν ἀποκατάστασιν τῆς κολοβωθείσης αὐτοτελείας αὐτῶν, τὴν βελτίωσιν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τὴν χειραφέτησιν αὐτῆς ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, καὶ τόσα ἄλλα. Ὡς ἀπὸ πηγῆς δὲ, ἐκ τῆς ὁποίας πᾶν ἀγαθὸν ἀποῤῥέει, ἀναβλύζει ἐξ αὐτοῦ καὶ ἡ ἑτέρα ἀρίστη ἰδέα, τοῦ νὰ ἐπιβάλωμεν ὑποχρεωτικῶς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν εἰς πάντας τοὺς Ἕλληνας πολίτας. Πᾶσαι αἱ ἰδέαι αὗται εἶναι ὁμολογουμένως ἄρισται, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ μὴ ἀποδεχθῇ αὐτὰς κατ’ ἀρχὴν, πάντες δ’ εὐχόμεθα, ἵνα τὸ ταχύτερον τὰς ἴδωμεν πραγματοποιουμένας. Ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὄχι μόνον δὲν θέλουσιν ἀχθῇ εἰς αἴσιον πέρας αἱ ἄρισται αὗται ἐπαγγελίαι, ἀλλὰ τοὐναντίον θέλει ἐπέλθει μεγίστη χειροτέρευσις τῶν καθ’ ἡμᾶς, σχετικῶς μὲ τὰ θέματα ταῦτα. Τί ἐννοοῦσι, Κύριοι, μὲ τὰς λέξεις διοικητικὴ ἀποκέντρωσις καὶ αὐτοτέλεια τῶν δήμων; Τὸ δικαίωμα, ὅπερ χορηγεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, νὰ ἐκδίδωσι τὰ ἐντάλματα τῆς πληρωμῆς τῆς μισθοδοσίας τῶν διδασκάλων καὶ νὰ προτείνωσι τὸν διορισμὸν τούτων; Ἀλλ’ ἀφοῦ καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τοὺς μισθοὺς τῶν δημοδιδασκάλων θὰ τοὺς πληρόνῃ ὁ δημόσιος ταμίας, ἀφοῦ καὶ αὐτὴν τὴν πίστωσιν τῶν δημοτικῶν προϋπολογισμῶν, τὴν σχετικὴν μὲ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, θὰ ἐξακολουθῇ νὰ τὴν κανονίζῃ ἡ Διοίκησις, ἀφοῦ ἡ Διοίκησις θὰ κανονίζῃ καὶ τὰ τῶν δημοτικῶν φόρων, ἐπιτάσσουσα τὴν αὔξησιν αὐτῶν, δὲν σᾶς φαίνεται λίαν ὀξύμωρον νὰ ὁμιλῶσι περὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως, ὡς δῆθεν τελουμένης διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Ἐγὼ, Κύριοι, ἄλλην ἰδέαν εἶχον περὶ τῆς διοικητικῆς τῶν δήμων ἀποκεντρώσεως· ἐνόμιζον ὅτι αὕτη συνίσταται εἰς τὴν πλήρη χειραφέτησιν τῶν δήμων ἀπὸ τῆς Διοικήσεως. Ἀκούων ἀποκέντρωσιν, ἐνόμιζον ὅτι δι’ αὐτῆς πρόκειται νὰ θραυσθῇ ὁ κλοιὸς τῆς Διοικήσεως, ὁ περισφίγγων τὸν λαιμὸν τῶν δήμων μέχρις ἀποπνιγμοῦ καὶ ἐμποδίζων τὴν ἀναπνοὴν αὐτῶν. Ἐπίστευον ὅτι δι’ αὐτῆς πρόκειται νὰ ἀποσπασθῇ ὁ δῆμος ἐντελῶς ἀπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς κεντρικῆς Διοικήσεως καὶ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ πάσης ἀναμίξεως αὐτῆς ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ὑποθέσεων. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νομοσχεδίου δίδονται εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐνταλμάτων καὶ τῆς ὑποδείξεως εἰς τὴν Διοίκησιν τῶν διοριστέων δημοδιδασκάλων, δὲν ἐπίστευον ὅτι ἤξιζε τὸν κόπον νὰ γίνηται τόσος λόγος περὶ διοικητικῆς τῶν δήμων ἀποκεντρώσεως. Ὅσοι μᾶς ἀκούουσιν, ὅσοι ἤκουσαν τοὺς τόσον θόρυβον ποιοῦντας περὶ ἀποκεντρώσεως, ὅσοι ἤκουσαν τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Χατζοπούλου, θὰ ἐνόμισαν ὅτι μὲ τὰ σωστά μας ἀπεφασίσαμεν νὰ προβῶμεν εἰς μεγάλας μεταῤῥυθμίσεις, προσαρμόττοντες τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν πρὸς τὸ φιλελεύθερον πολίτευμά μας. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἀναβάλλομεν, καὶ θὰ τὸ ἀναβάλλωμεν ἐπὶ πολὺ, ἕως ὅτου, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσέλθωμεν εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀναῤῥώσεως. Μήπως διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν ἀναβάλλομεν τόσα ἄλλα ζητήματα! μήπως διὰ τοῦτο δὲν ἀνεβάλομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὑπέρογκος, καὶ περὶ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς ἐγγείου φορολογίας, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ ἀναγνωρίσῃ ὡς καταθλιπτικὴν, ἄνισον καὶ ἀσύμφορον! Περὶ ὅλων τούτων ἀναβάλλομεν νὰ σκεφθῶμεν, ὅταν θὰ ἀναῤῥώσωμεν. Τότε θὰ λάβωμεν τὰ φάρμακα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὰ ὁποῖα ἔχουσι, φαίνεται, τὴν ἰδιότητα νὰ θεραπεύωσι μόνον τοὺς ὑγιεῖς, ἀλλὰ φόβος ὑπάρχει, μήπως δὲν προφθάσωμεν νὰ ἀναῤῥώσωμεν καὶ δὲν εὐτυχήσωμεν νὰ δοκιμάσωμεν τὰ θαυμάσια ταῦτα φάρμακα. Τῷ ὄντι, Κύριοι, ἡ ἀφαίρεσις ἐκ τῶν δήμων τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἐπιμελῶνται τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως, δύναται νὰ θεωρηθῇ περιορισμὸς τῆς αὐτοτελείας αὐτῶν, καθὼς καὶ ἡ ἀφαίρεσις τοῦ δικαιώματος τῆς εἰσπράξεως καὶ διαχειρίσεως τῶν ἰδίων προσόδων. Ὁμιλήσας ἄλλοτε ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκηρύχθην ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς πλήρους αὐτοτελείας τῶν δήμων, καὶ ἐπέκρινα, ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοί, σφοδρῶς τὴν διὰ τοιούτων μέτρων κολόβωσιν τῆς αὐτοτελείας ταύτης. Τὴν ἰδέαν δὲ ταύτην τῆς ποθητῆς αὐτοτελείας τῶν δήμων ἔχων καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὴν περιέλαβεν ἐν τῷ πολιτικῷ αὐτοῦ προγράμματι, καὶ δι’ ὡραίων λόγων, καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν, κατὰ τὰς ἐκλογικὰς αὐτοῦ ἐκδρομὰς, καὶ ἐνταῦθα διὰ τοῦ εἰσηγητηρίου ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ λόγου του, ὑπεσχέθη τὴν πραγματοποίησίν της. Ἀλλ’ ἐκ τῆς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δι’ οὗ ἐπιχειροῦσι τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἰδέας ταύτης, δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι θ’ ἀργήσωμεν πολὺ νὰ ἴδωμεν τοὺς δήμους ἡμῶν ἐν τῇ ποθητῇ αὑτῶν αὐτοτελείᾳ καὶ ὅτι θὰ μείνωμεν μὲ τοὺς ὡραίους λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἡμεῖς, ὁμιλοῦντες περὶ τῆς αὐτοτελείας τῶν δήμων, δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι αὕτη συνίσταται εἰς τὰ ἐπουσιώδη ταῦτα δικαιώματα τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν πλήρη καὶ τελείαν οἰκονομικὴν καὶ διοικητικὴν τῶν δήμων ἀποκατάστασιν, οὕτως ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ποικίλας αὐτῶν ἀνάγκας, μία τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, καὶ νὰ ἔχωσιν οὕτως ἀναμφισβήτητον τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοτελείας καὶ αὐτοδιοικήσεως. Ἡμεῖς ἐκακίσαμεν τὴν διὰ τοιούτων μέτρων κολόβωσιν τῆς αὐτοτελείας τῶν δήμων, τὴν ἀφαίρεσιν ἀπ’ αὐτῶν τοῦ δικαιώματος νὰ ἐπιμελῶνται τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ τὴν ἐκακίσαμεν ὄχι ὡς ἀσύμφορον εἰς αὐτοὺς, ἀλλ’ ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ διοικητικοῦ συστήματος, τοῦ διέποντος τὰ καθ’ ἡμᾶς, ὅπερ περιέστησε τοὺς δήμους εἰς κατάστασιν νὰ μὴ ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν καὶ νὰ μὴ δύνανται νὰ ἦναι αὐτοτελεῖς καὶ ἀνεξάρτητοι. Οὕτως ἡ φορολογία ἡμῶν ἡ ἔγγειος ἀφῄρεσεν ἀπὸ τοὺς δήμους τὸ σπουδαιότερον στάδιον τῆς ἀναπτύξεως τῶν πόρων αὐτῶν, καὶ εἷς ἐκ τῶν λόγων, δι’ οὓς ζητοῦμεν τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν ἐπί τε τῶν ἀγρῶν καὶ τῶν ἀμπέλων, εἶναι καὶ οὗτος. Ἐν γένει δὲ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, ὅπερ μᾶς διέπει καὶ ὅπερ ἀκολουθεῖ καὶ ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, συμπαρέσυρε καὶ τοὺς δήμους ἐν τῇ κακοδαιμονίᾳ καὶ τοὺς περιέστησεν εἰς θέσιν, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀναπτύξωσι τοὺς πόρους αὐτῶν καὶ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας των, διὰ νὰ δύνανται νὰ ἦναι αὐτοτελεῖς καὶ ἀνεξάρτητοι. Προσθέσατε δὲ τὰ κακὰ, ὅσα προσγίνονται εἰς τοὺς δήμους ἐκ τῆς διοικητικῆς συγκεντρώσεως, ἐκ τῆς φατριαστικῆς ἐπεμβάσεως τῆς Διοικήσεως εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν οἰκονομίαν αὐτῶν, καὶ θὰ ἔχητε πλήρη τὴν εἰκόνα τῶν δήμων καὶ πλήρεις τοὺς λόγους, οἵτινες ἐπέφερον τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτῶν καὶ τὴν ἀπώλειαν τῆς αὐτοτελείας των. Ἐν τούτῳ τῷ σταδίῳ ἐπικαλοῦμαι τὴν πεῖραν καὶ τὰς γνώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀποκατασταθῇ πραγματικὴ καὶ πλήρης ἡ αὐτάρκεια καὶ αὐτοτέλεια τῶν δήμων, καὶ μὴ νομίζωσιν ὅτι λύουσι τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα διὰ τῆς ἀποδόσεως εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαιώματος νὰ προτείνωσι τοὺς διοριστέους δημοδιδασκάλους καὶ νὰ ἐκδίδωσι τὰ ἐντάλματα τῆς πληρωμῆς αὐτῶν, ἀφοῦ ὑπὸ τὴν ὑφεστῶσαν κατάστασίν των οἱ πλεῖστοι τούτων δὲν θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδώσωσι τοιαῦτα ἐντάλματα, διότι δὲν θὰ ἔχωσι διδασκάλους, ἢ ἄν τὰ ἐκδώσωσι, θὰ καταστῇ ἀνέφικτος ἡ πληρωμὴ αὐτῶν. Τὸ νὰ λέγωμεν δὲ εἰς τοὺς πτωχοὺς δήμους ἤδη: «σᾶς ἀποδίδομεν τὴν αὐτοτέλειάν σας, ἐπιμεληθῆτε οἱ ἴδιοι τὰ τῆς παιδείας σας», εἶναι παρόμοιον ὡσανεὶ ἔλεγε Διευθυντὴς πτωχοκομείου πρὸς τοὺς οἰκοτρόφους αὑτοῦ, ὅτι κηδόμενος τῆς ἀνεξαρτησίας των δὲν παρασκευάζει πλέον δι’ αὐτοὺς οὔτε τοῖς δίδει τροφὴν, ἵνα πλῆρες ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ φροντίσωσιν αὐτοὶ περὶ τῆς συντηρήσεώς των. Τοῦτο ἀκριβῶς πράττει πρὸς τοὺς δήμους ὁ κ. Πρωθυπουργός, λέγων: «ἐὰν ἔχωσι χρήματα, ἂς ἔχωσι σχολεῖα· ἐὰν δὲν ἔχωσιν, ἂς εὕρωσι πόρους, καὶ ἂς συντηρήσωσιν ὅσα σχολεῖα δύνανται». Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Πολιτεία διὰ τῆς ἀστοργίας αὑτῆς πρὸς τοὺς δήμους περιήγαγεν αὐτοὺς εἰς ἣν εὑρίσκονται οἰκτρὰν κατάστασιν, ὥστε νὰ μὴ δύνανται οἱ πλεῖστοι τούτων οὐδὲ τὴν ἐκπαίδευσιν αὑτῶν νὰ ἐπιμεληθῶσιν, οὐδ’ ἑαυτοὺς νὰ συντηρήσωσι, δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λέγῃ ταῦτα, καὶ ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς βελτιώσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ καταφέρῃ τὸ ἔσχατον καὶ κατ’ αὐτῶν καὶ κατὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως τραῦμα. Τί χρειάζεται, Κύριοι, διὰ τὴν καλὴν λειτουργίαν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως; Πρῶτον νὰ ὑπάρχωσι σχολεῖα δυνάμενα νὰ ἐξυπηρετῶσι πάντα τὸν πληθυσμὸν τοῦ Κράτους, καὶ δεύτερον τὰ σχολεῖα ταῦτα νὰ κατανεμηθῶσιν ἀναλόγως τῆς ἀνάγκης καὶ κατ’ ἀναλογίαν καὶ ἰσότητα, μὴ ἀδικοῦσαν οὐδὲν μέρος τοῦ Κράτους. Τὰ δύο ταῦτα ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας δύναται νὰ στηριχθῇ πᾶσα σκέψις καὶ πᾶσα ἐνέργεια ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὅλα δὲ τὰ ἄλλα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν καλὴν ποιότητα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τὴν ποιότητα τῶν σχολείων καὶ τῶν διδασκάλων, τὴν χειραφέτησίν των ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, τὴν ἀφοσίωσίν των εἰς τὸ καθῆκον καὶ τὰ τοιαῦτα, εἶναι ζητήματα σπουδαῖα βεβαίως, ἀλλὰ δευτερεύοντα καὶ μὴ δυνάμενα οὔτε νὰ ἐννοηθῶσιν, οὔτε νὰ ἐπιδιωχθῶσιν, ἄνευ τῆς βάσεως ταύτης. Διότι, ἂν δὲν ἔχωμεν σχολεῖα, δὲν εἶναι λογικὸν νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῆς ποιότητος αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ βάσις αὕτη ἀπαιτεῖ τὸ ἀνάλογον χρῆμα· ἄρα περὶ τούτου πρὸ παντὸς πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῶμεν νὰ θέσωμεν τὴν βάσιν. Ταύτην τὴν λογικὴν ἠκολούθησε μέχρι τοῦδε ἡ ἱστορία τῆς στοιχειώδους ὑμῶν ἐκπαιδεύσεως. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ δῆμοι εἶχον ἅπασαν τὴν ἐπιμέλειαν αὐτῆς, ἀλλ’ ἡ ἀνεπάρκεια αὐτῶν ἔφερεν εἰς ἄτοπα, πρὸς διόρθωσιν τῶν ὁποίων διάφορα μέτρα ἐπενοήθησαν, καὶ ἐπὶ τέλους ἐπενοήθη τὸ ταμεῖον τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἔφερεν εἰς ἄτοπα, διότι δὲν εἶχε ληφθῆ φροντὶς περὶ ἴσου καὶ ἀναλόγου κατανομῆς τῶν σχολείων, ἡ σύστασις καὶ ἡ τάξις τῶν ὁποίων ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐβλέπομεν ὑπὸ τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἕνα δῆμον βρίθοντα σχολείων, καὶ ἕνα ἄλλον οὐδὲν ἔχοντα, ἢ ἓν σχολεῖον, ἔχον τριπλασίους διδασκάλους τῶν ἀναγκαιούντων εἰς αὐτὸ, καὶ ἄλλο μὴ ἔχον οὐδὲ τοὺς ἀπαραιτήτους πρὸς λειτουργίαν αὐτοῦ· δὲν ὑπῆρχε δὲ οὐδεὶς κανὼν περὶ τῆς τάξεως τῶν σχολείων καὶ τοῦ βαθμοῦ τῶν ἐν αὐτοῖς διδασκόντων. Καὶ μόνον ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο ἠδύνατο νὰ συμβῇ ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι κατήντησε νὰ βλέπωμεν ἕνα δῆμον πληρόνοντα διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν ἄλλου δήμου, μετὰ τοῦ ὁποίου οὐδόλως συνεδέετο. Ἀλλὰ τὸ ἄτοπον τοῦτο ἔχει παύσει πρὸ πολλοῦ διὰ νόμου, κανονίζοντος τὴν εἰσφορὰν τῶν δήμων οὕτως, ὥστε οὐδεὶς νὰ εἰσφέρῃ πλειότερον τῶν πραγματικῶς δαπανωμένων διὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἐκπαίδευσιν. Τὸ παράδοξον δ’ εἶναι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε ταῦτα, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, δι’ οὗ ἔμελλε νὰ παύσωσι τὰ ἄτοπα ταῦτα, λησμονήσας φαίνεται, ὅτι ἡ κατάστασις ἐκείνη μετεβλήθη καὶ νομίζων ὅτι ὑφίσταται ἀκόμη τὸ παλαιὸν ἐκεῖνο σύστημα, ὅπερ εἰς τόσα ἔφερεν ἄτοπα· διὸ καὶ ἔσπευτε, πρὸς ἄρσιν αὐτῶν, νὰ εἰσαγάγῃ τὸ μέτρον τοῦτο. Ἀλλὰ τὰ ἄτοπα ταῦτα τὰ εἶχεν ἄρει ὁ νόμος, οὗ πρὸ ὀλίγου ἐμνήσθην, καὶ ὁ τοῦ 1892, ὁ ὁποῖος ἔθετο ὀρθὴν, λογικὴν καὶ δικαίαν βάσιν εἰς τὴν στοιχειώδη ἡμῶν ἐκπαίδευσιν· διότι δι’ αὐτοῦ κατανέμονται τὰ σχολεῖα κατὰ πόλεις καὶ χωρία, ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων καὶ ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν, ἀναλογούντων ὡς 7 πρὸς 100· ἐπὶ τῇ βάσει δὲ ταύτῃ κανονίζεται καὶ ἡ τάξις τῶν σχολείων καὶ ὁ ἀριθμὸς καὶ βαθμὸς τῶν διδασκάλων, καὶ ὅλα ταῦτα ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου τούτου, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἀποτελεῖ μίαν ἀπὸ τὰς καλλιτέρας, πράξεις, ἵνα μὴ εἴπω τὴν μόνην καλὴν πρᾶξιν τῆς ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου τούτου εἴδομεν σχολεῖα λειτουργοῦντα εἰς ὅλα τὰ χωρία τοῦ Κράτους, καὶ ἐτέθη τῷ ὄντι δι’ αὐτοῦ ὀρθὴ, λογικὴ καὶ δικαία βάσις εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν στοιχειώδη ἡμῶν ἐκπαίδευσιν. Τί ζητεῖ δὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἤδη, Κύριοι; ζητεῖ προφανῶς νὰ ἀνατρέψῃ τὴν βάσιν αὐτὴν, ζητεῖ νὰ μᾶς ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ πρώην καθεστὼς τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως, τῆς παντελοῦς ἀμοιρίας σχολείων εἰς πλεῖστα μέρη τοῦ Κράτους. Ἐὰν, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον ἀπέβλεπε μόνον εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἐὰν ἀπέβλεπεν εἰς τὴν καλλιτέραν αὐτῆς ἐπίβλεψιν καὶ τὴν μεθοδικωτέραν αὐτῆς λειτουργίαν ὑπὸ ἔποψιν παιδαγωγικὴν, ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πρόῤῥιζον ἀνατροπὴν τοῦ καλοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, ἐφ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ νὰ στερήσῃ τὴν χώραν τῆς στοιχειώδους αὐτῆς ἐκπαιδεύσεως, νομίζω ὅτι εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἀποκρουστέον. Ποῖος, Κύριοι, εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι κατ’ ἐπίφασιν λέγουσιν, ὅτι σκοπεῖ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, διότι τοῦτο, κατὰ τὴν κρίσιν μου καὶ ὡς θὰ ἀποδείξω, καταστρέφει, δὲν διορθόνει· ὁ σκοπός του λοιπὸν εἶναι οἰκονομικός. Ἐπειδὴ, σκέπτονται, τὸ Κράτος βαρύνεται πολὺ μὲ τὴν δαπάνην τῆς στοιχειώδους ἐαπαιδεύσεως, πρέπει νὰ τὴν περιορίσωμεν, καὶ οἱ δῆμοι, ἐὰν ἔχωσι χρήματα, ἐὰν ἔχωσι πόρους, ἂς ἔχωσι σχολεῖα, ἄλλως ἂς μὴ ἔχωσι. Θὰ σᾶς ἀποδείξω, Κύριοι, μετ’ ὀλίγον, ὅτι οὗτος εἶναι ὁ ἀληθὴς σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅτι ἡ μέριμνα, ἡ ὁποία δῆθεν λαμβάνεται δι’ αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὄχι μόνον κατ’ ἐπίφασιν λέγεται, ἀλλὰ θὰ φέρῃ καὶ εἰς τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Δὲν λέγω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ μέριμνά μας αὕτη πρέπει νὰ ἦναι λελογισμένη, φρονῶ ὅτι, ἐν ὅσῳ δὲν δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν ἐπάρκειαν τῶν δήμων, πρέπει νὰ μείνῃ τὸ καθεστὼς τὸ ὑφιστάμενον, διότι τὸ νέον τοῦτο σύστημα προϋποθέτει πλήρη ἐπάρκειαν τῶν δήμων, καὶ ἄνευ ταύτης, ὅσον καὶ ἂν τὸ βελτιώσωμεν, δὲν δύναται οὔτε νὰ ἐννοηθῇ, οὔτε νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἐὰν δ’ ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἀπαραίτητον εἶναι νὰ ἀποδοθῇ ἀπὸ τοῦδε εἰς τοὺς δήμους ἡ αὐτοτέλεια, ἡ ὑποσχομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἐφ’ ὅσον νομίζει ὅτι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δι’ αὐτοῦ ἀποδίδονται εἰς τοὺς δήμους, ἀποτελοῦσι τὴν αὐτοτέλειαν ταύτην, ἂς τὸ πράξῃ, ἂς ἐπιτρέψῃ εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς νὰ προτείνωσι τοὺς διοριστέους δημοδιδασκάλους καὶ νὰ ἐκδίδωσι καὶ τὰ ἐντάλματα τῆς πληρωμῆς τῶν μισθῶν αὐτῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀφήσῃ ἀσφαλὲς καὶ ἀνέπαφον τὸ χρῆμα, ἄνευ τοῦ ὁποίου πολλοὶ τῶν δήμων δὲν θὰ δύνανται, οὔτε σχολεῖα νὰ ἔχωσιν, οὔτε διδασκάλους νὰ εὕρωσιν, οὔτε νὰ ἐκδίδωσιν ἐντάλματα πρὸς πληρωμὴν τῶν μισθῶν αὐτῶν, καὶ θὰ τοὺς μείνῃ τότε ἡ αὐτοτέλεια, ἀναγεγραμμένη μόνον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ. Ἵνα ἐννοήσωμεν, κύριοι Βουλευταί, πόσον θὰ στοιχίσῃ εἰς τοὺς δήμους ἡ ὑποσχομένη αὕτη αὐτοτέλεια, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὰ ὁποῖα προκύπτουσιν ἐξ αὐτοῦ. Κατὰ τὸν προϋπολογισμόν μας, δαπανῶνται διὰ τὴν συντήρησιν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως 4,300,000 δραχμαὶ περίπου, ἐκτὸς τῶν δαπανωμένων διὰ τὴν συντήρησιν τῶν Διδασκαλείων, ἡ εἰσφορὰ δὲ τῶν δήμων, ἡ δυναμένη νὰ πληρωθῇ, ἡ δυναμένη νὰ εἰσπραχθῇ, ἀνέρχεται κατὰ μὲν τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ 1893 εἰς 2,400,000 δραχμάς, κατὰ δὲ τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ 1894, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπερβῇ τὸ 1,700,000 δραχμάς, διότι, βλέπετε, ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος καὶ οἱ δῆμοι γίνονται πτωχότεροι, ἡ γενικὴ οἰκονομικὴ καχεξία ἐπιδρᾷ καὶ ἐπ’ αὐτῶν. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ Δημόσιον παύει νὰ δαπανᾷ ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τί θὰ συμβῇ; τὰ ⅗ τῶν σχολείων τῶν ὑφισταμένων θὰ παύσωσι λειτουργοῦντα, διότι εἰς τὰ ⅗ ἀνέρχεται τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δαπανᾷ τὸ Δημόσιον ἐξ ἰδίων του. Δὲν παύει ὅμως τὸ Δημόσιον καὶ ἤδη νὰ δαπανᾷ, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰσφέρει καὶ αὐτὸ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ποσὸν 800,000 δραχμῶν· κανονίζει εἰσφορὰν τῶν Μονῶν ἐξ 100,000 δρ. καὶ ἐπιτρέπει νὰ δαπανηθῶσιν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ οἱ τόκοι τῶν κληροδοτημάτων, ἀνερχόμενοι καὶ ἐκεῖνοι εἰς 50,000 δραχμάς· ἄρα ἀπαρτίζεται ἓν ποσὸν ἐξ 950,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις προορίζει διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν. Τί ὅμως δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν ἐκ τῆς τοιαύτης συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παραβάλω τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως εἶχε πρὶν διορθωθῇ, μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχει, ὅπως διωρθώθη, ἵνα ἐννοήσωμεν καλῶς τί θὰ συμβῇ. Ὅπως εἶχε τὸ νομοσχέδιον πρὶν διορθωθῇ, θὰ ἀπήλλασσε τὸ Δημόσιον ἀπὸ πάσης δαπάνης. Διότι κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τὸ σχετικὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ 58, ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου δὲν ἠδύνατο, νὰ ὑπερβῇ τὸ ἐλλεῖπον διὰ τὴν συντήρησιν ἑνὸς μόνου κοινοῦ σχολείου καὶ ἑνὸς γραμματοδιδασκαλείου δι’ ἕκαστον δῆμον...

§90Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὰ διεγράψαμεν αὐτά.

§91ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ παραβάλλω τὸ ἓν μὲ τὸ ἄλλο... Ὥστε ἐὰν οἱ δῆμοι ἠδύναντο νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν συντήρησιν ἑνὸς κοινοῦ δημοτικοῦ σχολείου καὶ ἑνὸς γραμματοδιδασκαλείου, τὸ Δημόσιον θὰ ἀπεῖχε πάσης συνδρομῆς. Πόσοι δὲ, νομίζετε, Κύριοι, θὰ ἦσαν οἱ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ συντηρήσωσιν ἓν κοινὸν δημοτικὸν σχολεῖον καὶ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον; ἔχομεν ἕνα πίνακα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ δῆμοι αὐτοὶ ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ εἰς 97· ὥστε, ἐὰν πάντες οὗτοι δὲν ἐπήρκουν εἰς τὴν συντήρησιν τῶν σχολείων αὐτῶν, τὸ Δημόσιον θὰ ἐδαπάνα ἀνὰ 2,000 δραχμὰς δι’ ἕκαστον, διότι τόση περίπου εἶναι ἡ δαπάνη διὰ τὴν συντήρησιν ἑνὸς κοινοῦ σχολείου καὶ ἑνὸς γραμματοδιδασκαλείου, ἤτοι θὰ ἐδαπάνα 194,000 δραχ. Ἀλλ’ οἱ δῆμοι οὗτοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἐὰν δὲν δύνανται νὰ καταβάλλωσι 2,000 δραχ. διὰ τὴν ἐκπαίδευσίν των, δύνανται ὅμως νὰ καταβάλλωσιν ἓν μέγα ποσόν. Ὑπελόγισα, Κύριοι, ὅλα τὰ ποσὰ, κατὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐλλιπεῖς οἱ δῆμοι οὗτοι, καὶ εὗρον ὅτι εἶναι ἐλλιπεῖς ἐν γένει κατὰ 103,000 δραχμάς· ἄρα αὐτὰς θὰ κατέβαλλε τὸ Δημόσιον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶχε πρότερον, καὶ ταύτας θὰ τὰς κατέβαλλεν, ἐὰν δὲν ἐπεβάλλετο ἡ αὔξησις τῶν δημοτικῶν φόρων. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις τῶν δημοτικῶν φόρων εἰς 97 δήμους θὰ φέρῃ βεβαίως τὸ ποσὸν τῶν 100,000 δραχμῶν, καὶ ἑπομένως τὸ Δημόσιον δὲν θὰ κατέβαλλεν οὔτε λεπτὸν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ποῖον δὲ θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα, Κύριοι; τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο, ὅτι ἤθελον λειτουργήσει τόσα σχολεῖα μόνον, ὅσα ἠδύνατο νὰ συντηρήσῃ ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων, ἡ ἀνερχομένη εἰς 1,700,000, ἢ 2,500,000, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς χρήσεως 1893. Ἀλλ’ ἕνεκα τῆς παρατηρήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ ἡ ὁποία ἀπέδειξε τὸ μέγα ἄτοπον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸ νομοσχέδιον, οὕτω πως συντεταγμένον, ἐπῆλθεν ἡ διόρθωσις αὐτοῦ, καὶ ἀπηλείφθη ἡ διάταξις, ἡ περιορίζουσα τὴν συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου μόνον ὡς πρὸς τὴν συμπλήρωσιν τῆς δαπάνης τοῦ ἑνὸς κοινοῦ σχολείου καὶ τοῦ ἑνὸς γραμματοδιδασκαλείου δι’ ἕκαστον δῆμον, ὁλόκληρον δὲ τὸ ποσὸν τῶν 950,000 δραχ. τὸ Δημόσιον ὑπόσχεται ἤδη νὰ τὸ χορηγήσῃ ὑπὲρ τῶν δήμων, πρὸς συνδρομὴν τῆς στοιχειώδους αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι μία ὑπόσχεσις, ὑπόσχεσις μάλιστα ἐξαρτωμένη ἀπὸ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι οὐδεὶς περιορισμὸς τίθεται εἰς αὐτὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὅταν θέλῃ ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὑπὲρ οιουδήποτε δήμου θέλῃ, θὰ ἐγκρίνῃ τὴν συνδρομήν. Καὶ ὅμως λέγουσιν οἱ Κύριοι, ὅτι φροντίζουσιν ὑπὲρ τῆς χειραφετήσεως τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἐνῷ κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην ὄχι μόνον ἡ ἐκπαίδευσις, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ὕπαρξις τῶν σχολείων θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ! Πᾶς δῆμος εἰς τὸ ἑξῆς καὶ πᾶν χωρίον, ἵνα ἔχῃ σχολεῖον, πρέπει νὰ ἦναι δουλόφρον εἰς τὴν ἰσχύουσαν πολιτικήν, δὲν θὰ δύναται νὰ ἔχῃ ἐλεύθερον τὸ φρόνημα, ἀλλὰ θὰ ἕρπῃ πρὸ τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας, διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ σχολεῖον. Φαντάσθητε, Κύριοι, ποίαν ἀνεξαρτησίαν ὑπόσχεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν! Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, κύριοι Βουλευταὶ, — πρᾶγμα ἀδύνατον, ἀλλ’ ἂς τὸ ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμήν,— ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι, θὰ ἦναι δίκαιος, θὰ ἀδιαφορῇ περὶ τῆς πολιτικῆς, θὰ ἦναι ἀνένδοτος εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν Βουλευτῶν τῆς πλειοψηφίας, θὰ ἀποβλέπῃ μόνον εἰς τὸ συμφέρον τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ θὰ ἔχῃ ὑπογραμμὸν καὶ κανόνα τῆς ἐνεργείας αὑτοῦ τὴν δικαίαν κατανομὴν τῶν σχολείων ἀνὰ τὸ Κράτος· τί θὰ δύναται νὰ πράξῃ, Κύριοι, ὁ τοιοῦτος Ὑπουργός; Ἀπαιτοῦνται, ὡς εἶπον, διὰ τὴν ὅλην δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν 4,300,000 περίπου δραχμῶν, ἡ δημοτικὴ δ’ εἰσφορὰ ἀνέρχεται εἰς 1,700,000, ἄρα ὑπολείπεται ἓν ποσὸν ἐκ δραχ. 2,600,000, ἃς καταβάλλει τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἤδη θὰ καταβάλλῃ μόνον 950,000· ποῖον θὰ ἦναι τὸ λογικὸν ἀποτέλεσμα; Τὸ λογικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι, ὅτι τόσα σχολεῖα, ὅσα ἀναλογοῦσιν εἰς τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν δὲν ἀναλαμβάνει πλέον τὸ Κράτος, θὰ παύσωσι λειτουργοῦντα. Ἡ δαπάνη δὲ, τὴν ὁποίαν δὲν ἀναλαμβάνει πλέον τὸ Κράτος, συνίσταται ἐξ 1,450,000 δραχ. Ἀνάλογα λοιπὸν σχολεῖα πρὸς τὴν δαπάνην ταύτην θὰ παύσωσι λειτουργοῦντα. Καὶ θὰ παύσωσι τόσα μόνον, Κύριοι, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἅπαν τὸ ποσὸν, τὸ προωρισμένον, διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν θὰ τὸ δαπανᾷ ὁ Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους τὸν ὑποχρεώσωσι νὰ μὴ τὸ δαπανήσῃ, — διότι τὸ Κράτος τὸ ἰδικόν μας δυστυχῶς εὑρίσκεται πάντοτε εἰς τοιαύτας ἀνάγκας,—ἐὰν τὸν ὑποχρεώσωσι νὰ μὴ τὸ δαπανήσῃ, τότε; θὰ ἔχωμεν ἐνώπιόν μας χάος! Καὶ βεβαίως, Κύριοι, ἀφοῦ πρόκειται νὰ παύσωσι λειτουργοῦντα πολλὰ σχολεῖα, βεβαίως κατὰ πρώτιστον λόγον θὰ παύσωσι νὰ λειτουργῶσι τὰ σχολεῖα τῶν χωρίων, διότι οἱ ὀρεινοὶ δῆμοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι οἱ ἄποροι δῆμοι.

§92Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;

§93ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα.

§94Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὰ λεγόμενα παρ’ ὑμῶν δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀκριβῆ, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀκριβῆ, ἔχω καθῆκον νὰ σᾶς κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Τὸ ἄρθρον 56 ῥητῶς λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν αἱ ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀναγραφεῖσαι ἐν τῷ δημοτικῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις δὲν ἐπαρκῶσι πρὸς συντήρησιν πάντων τῶν ἐν τῷ δήμῳ ὑπαρχόντων δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων, προκαλεῖται ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 19, 20 καὶ 22 § αʹ τοῦ ᾼΘΝΓʹ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου τῆς 3 Ἀπριλίου 1891 διατασσόμενα...» Καθ’ ἃ τὸ ἄρθρον καθορίζει ῥητῶς καὶ σαφῶς, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἄρθρον 62, τὰς δαπάνας πάντων τῶν ὑπαρχόντων σχολείων οἱ δῆμοι καὶ τὸ Δημόσιον θὰ καταβάλλωσιν ἀνελλιπῶς· οὐδὲν σχολεῖον θὰ κλείσῃ. Ὥστε πρὸς τί αἱ παρατηρήσεις, πρὸς τί αἱ ἱερεμιάδες, πρὸς τί οἱ σχετλιασμοὶ οὗτοι, δὲν ἐννοῶ, ἀφοῦ πρόκειται νὰ διατηρηθῶσι πάντα τὰ ὑπάρχοντα δημοτικὰ σχολεῖα.

§95ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον;

§96Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως, τῶν ὑπαρχόντων σήμερον σχολείων ἀσφαλίζει ὁ νόμος τὴν διατήρησιν. Λοιπὸν πρὸς τί νὰ ἐξαντλώμεθα εἰς παρατηρήσεις μὴ στηριζομένας ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ ἐπὶ ἀπατηλῶν εἱκασιῶν;

§97ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ παρατήρησίς σας θὰ ἦτο ὀρθή...

§98ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἀνέγνωσα τὸ ἄρθρον.

§99ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ παρατήρησίς σας, ἡ στηριζομένη εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, θὰ ἦτο ὀρθή, ἐὰν εἴχετε εἰς τὴν διάθεσίν σας ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, ὅπερ δαπανᾶται σήμερον πρὸς συντήρησιν πάντων τῶν σχολείων, ἀλλὰ σεῖς δὲν τὸ ἔχετε. Σεῖς, ἐκτὸς τῆς εἰσφορᾶς, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ καταβάλλωσιν οἱ δῆμοι, ἤτοι τῶν 1,700,000 δραχμῶν — διότι δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἐπειδὴ θὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα, θὰ γείνωσιν οἱ δῆμοι εὐπορώτεροι καὶ θὰ δύνανται νὰ πληρόνωσιν εἰς τὸ ἑξῆς περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἠδύναντο μέχρι τοῦδε νὰ καταβάλλωσιν· οἱ δῆμοι ἐστίφθησαν κυριολεκτικῶς, ἵνα τοῖς ἀφαιρέσωμεν τὴν εἰσφοράν· ἐπειδὴ δὲ εἰς τὸ ἑξῆς δὲν θὰ πληρόνωσι διὰ τοῦ μέσου τῆς εἰσφορᾶς, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας, ἕπεται ὅτι θὰ ἔχωσι μεγαλειτέρας δυνάμεις καὶ θὰ δύνανται νὰ πληρώσωσι πλειότερα; ὄχι βεβαίως — ἐκτὸς λοιπὸν τῆς εἰσφορᾶς αὐτῆς, δηλ. τῶν 1,700,000 δραχμῶν, ἔχετε καὶ τὰς 950,000 δραχμάς, τὰς ὁποίας προσφέρει τὸ Δημόσιον. Πῶς εἶναι δυνατὸν διὰ τούτων τῶν δύο κονδυλίων, ἅτινα εἶναι πολὺ ἐλάσσονα τῆς ὅλης δαπάνης, ἡ ὁποία βαρύνει ἤδη τὸ Κράτος διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, πῶς εἶναι δυνατὸν, λέγω, διὰ τούτων τῶν κονδυλίων, δι’ ἐλάσσονος δηλαδὴ ποσοῦ νὰ συντηρήσητε ὅλα τὰ σχολεῖα; Ἴσα– ἴσα τὸ ἄρθρον, ὅπερ ἀνεγνώσατε, εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς ἰδικῆς μου, ὅτι θὰ κλείσουν πολλὰ σχολεῖα, θὰ ἴδητε δὲ, ὅταν προχωρήσω εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, πόσον ἔχω δίκαιον, ἐπιμένων εἰς τοῦτο. Ἀφοῦ, Κύριοι,—ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα—ἀφοῦ πρόκειται νὰ κλείσωσι σχολεῖα, βεβαίως θὰ κλείσωσι τὰ σχολεῖα τῶν χωρίων, διότι οἱ ὀρεινοὶ δῆμοι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι οἱ ἀπορώτεροι, ἵνα μὴ μανθάνωμεν ἡμεῖς οἱ χωρικοὶ γράμματα, ὡς νὰ μὴ ἤμεθα ἡμεῖς πολῖται τοῦ αὐτοῦ Βασιλείου, ὡς νὰ μὴ πληρώνωμεν ἡμεῖς φόρους εἰς τὸ Βασίλειον τοῦτο, ὡς νὰ ἤμεθα παρίαι, ὡς νὰ ἤμεθα ἀπόκληροι ἡμεῖς τῆς στοργῆς τῆς Πολιτείας! Ἀλλ’ ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο· ἡμεῖς δικαιοσύνην δὲν ἔχομεν, ἀναγκαζόμενοι νὰ βαδίζωμεν 20 ὥρας καὶ 30 πολλάκις, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὴν θύραν τῆς δικαιοσύνης· ἡμεῖς ὁδοὺς δὲν ἔχομεν, συγκοινωνίαν δὲν ἔχομεν, ἡμεῖς μόνον ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον ἔχομεν, καὶ θέλετε νὰ μᾶς τὸ κλείσητε καὶ αὐτό; Εἶμαι περίεργος νὰ ἴδω, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ κατορθώσῃ νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι μὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του, θὰ δυνηθῇ νὰ διατηρήσῃ ὅλα τὰ σχολεῖα ταῦτα. Ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν, Κύριοι, βεβαίως θὰ ἦτο προτιμότερον τὸ νομοσχέδιον, ἂν ἔμενεν ὡς εἶχε, διότι τουλάχιστον τότε οἱ δῆμοι θὰ ἦσαν ἀσφαλεῖς, ὅτι θὰ εἶχον ἓν κοινὸν σχολεῖον καὶ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον, ἐνῷ ἤδη ἀπειλοῦνται πολλοὶ δῆμοι νὰ μὴ ἔχωσιν οὐδὲν σχολεῖον· διότι, ἀφοῦ ἡ δαπάνη δὲν ἐξαρκεῖ, ἡ δὲ χορήγησις τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου ἐξήρτηται ἀπὸ τὴν διακριτικὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, βεβαίως θὰ ὑπάρξωσι πολλοὶ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι, εἴτε ἕνεκα δυσμενείας, εἴτε ἕνεκεν ἄλλων λόγων, θὰ μείνωσιν ἄνευ συνδρομῆς. Ἐὰν ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἦτο οἰκονομικὸς, ἀλλ’ ἀπέβλεπε μόνον, ὡς λέγουσιν, εἰς τὸ συμφέρον τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν δήμων, τί ἐμποδίζει νὰ ἀφήσωσιν ἄθικτον τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ κατανομὴ τῶν σχολείων μας, καὶ νὰ λάβωσιν ὅλα τὰ ἄλλα μέτρα, ὅσα θεωροῦσι πρόσφορα πρὸς βελτίωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως; Ἀπέβλεψαν λοιπὸν εἰς σκοποὺς οἰκονομικούς, καὶ θέλουσι νὰ περιορίσωσι τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ἤδη τὸ Δημόσιον, καὶ ἔπειτα μᾶς βεβαιοῦσιν, ὅτι οὐδὲν σχολεῖον θὰ κλείσῃ, ἀφοῦ αἱ δαπάναι θὰ περιορισθῶσι καὶ ἀφοῦ θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν διακριτικὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐξουσίαν ἡ χορήγησις τῆς συνδρομῆς! Δὲν ἀφίνουσιν ὅμως τὴν βάσιν ἄθικτον· καταστρέφουσιν αὐτὴν χάριν οἰκονομίας, ἀδιαφοροῦντες ἂν θὰ ἔχωμεν σχολεῖα, καὶ διότι βλέπουσι τὸ ναυάγιον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς φέρῃ ἡ πρᾶξίς των αὕτη, θέλοντες νὰ ἐλαττώσωσι τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς, ἐπιβάλλουσιν αὔξησιν τῆς δημοτικῆς φορολογίας, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν πλειότερα σχολεῖα λειτουργήσωσι δαπάναις τῶν δήμων. Ἀλλὰ λησμονοῦσιν, ὅτι ὁ λαὸς, ἐν οἵᾳ εὑρίσκεται οἰκονομικῇ καταστάσει, δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ οὐδὲ λεπτοῦ αὔξησιν εἰς τὴν φορολογίαν τὴν ὑφισταμένην. Καὶ ἂν ὁ φόρος, ὁ ἐπιβληθησόμενος εἰς οἱονδήποτε δῆμον, ἀφορᾷ εἰς τὴν σταφίδα; θὰ πληρώνωμεν ἀκόμη δύο δραχμὰς τὴν χιλιάδα. Καὶ αὐτὸ εἶναι παράδοξον, Κύριοι· ἀφοῦ πάντες δὲν ἀρνοῦνται, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ἀπάνθρωπος, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνωρίζει τοῦτο, ἡ Κυβέρνησίς μας διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὸν αὐξάνει. Μέχρι τοῦδε ἐπληρώνομεν δημοτικὸν φόρον διὰ τὴν σταφίδα ἓξ δραχμάς τὴν χιλιάδα, ἤδη θὰ πληρώνωμεν ὀκτὼ δραχμάς. Καὶ ζητοῦσιν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ βοήθειαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν! Ἰδοὺ ἡ βοήθεια, ἡ ὁποία τοῖς δίδεται. Αὔξησις τῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς σταφίδος. Καὶ ἂν ὁ φόρος ἀφορᾷ εἰς τὰ διαπύλια τέλη; θὰ αὐξηθῶσι καὶ ἐκεῖνα κατὰ 1%, καὶ ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἐπληρώναμεν 1½–2½%, εἰς τὸ ἑξῆς θὰ πληρώνωμεν τὸ διπλοῦν. Καὶ ἐνῷ ἀνεμένομεν νὰ ἀπαλλαχθῶμεν ἀπὸ τὸν καταθλιπτικὸν καὶ ὀχληρὸν αὐτὸν φόρον, τὸν ἐμποδίζοντα καὶ τὴν συγκοινωνίαν ἀκόμη τῶν πολιτῶν, θὰ πληρώνωμεν ἤδη τοῦτον διπλοῦν, χάρις εἰς τὸ εὐεργετικὸν τοῦτο μέτρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Νομίζουσιν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλωσι νέους φόρους εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν! Εἶναι ἀπελπισία, Κύριοι, νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν φορομανίαν! Δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ πείσωμεν τοὺς ἰθύνοντας τὰς τύχας ἡμῶν, ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἀντέχει πλέον; ὅτι, ὅπως κατήντησεν ἡ οἰκονομία αὐτοῦ, δὲν δύναται οὔτε εἰς τοὺς ὑπάρχοντας φόρους νὰ ἀνταποκριθῇ; Οὕτω, Κύριοι, πᾶς τις δύναται νὰ εὕρῃ μέσον οἰκονομίας εἰς τὰ δημόσια ἔξοδα, ἐπιῤῥίπτων αὐτὰ εἰς τοὺς δήμους καὶ ὑποχρεῶν αὐτοὺς νὰ ἐπιβάλωσι δημοτικοὺς φόρους. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δυνάμεθα νὰ ἁπλοποιήσωμεν τὰ πάντα. Ὑποθέσατε ὅτι ἐπιῤῥίπτομεν εἰς τοὺς δήμους τὰς δαπάνας τῆς ἀστυνομίας, καὶ διὰ νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς αὐτὴν, τοῖς ἐπιτάσσομεν νὰ ἐπιβάλωσι φόρους. Ἐπίσης ὑποθέσατε ὅτι ἐπιῤῥίπτομεν εἰς τοὺς δήμους τὰ ἔξοδα τῆς δικαιοσύνης, ἐπιτάσσοντες εἰς αὐτοὺς αὔξησιν τῶν δημοτικῶν φόρων, ὅπως ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς δαπάνας. Οὕτω πως βεβαίως δυνάμεθα νὰ ἀνακουφίσωμεν πολὺ τὸν προϋπολογισμὸν, χωρὶς νὰ ἐπιβάλωμεν δημοσίους φόρους· ἀλλ’ ἐννοεῖτε ποῦ θὰ φθάσωσι τότε τὰ διαπύλια; εἰς 30%, ὁ δὲ φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος ὁ δημοτικὸς θὰ ὑπερβῇ τὸν δημόσιον. Αὐτὸς ὅμως ὁ τρόπος τῆς ἐξοικονομήσεως τῶν δημοσίων ἐξόδων δὲν εἶναι παντάπασι λογικός. Ἀλλὰ δὲν περιορίζονται, κύριοι Βουλευταὶ, ἕως ἐδῶ τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου· καὶ ἄλλαι μεγαλείτεραι συμφοραὶ μέλλουσιν ἐξ αὐτοῦ νὰ ἐπέλθωσιν εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, ὡς θὰ σᾶς ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον. Ἀλλ’ ἤδη πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸν ἕτερον ἄριστον σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν χειραφέτησιν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τῆς πολιτικῆς. Οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ μὴ φρονῶν, ὅτι οἱ διδάσκαλοι πρέπει νὰ ἦναι ἀνεξάρτητοι ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, ἀλλ’ ἐὰν ἦτο δυνατὸν, καὶ ἀπὸ αὐτὰς τὰς περιπετείας τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, διὰ νὰ ἦναι ἐλεύθεροι, νὰ ἀφοσιῶνται εἰς τὸ ἔργον αὑτῶν, τοῦ ὁποίου ἡ φύσις ἀπαιτεῖ ἐνδελεχῆ καὶ ἀδιάκοπον τὴν τοιαύτην ἀφοσίωσιν. Ὁ διδάσκαλος πρέπει βεβαίως, διὰ ν’ ἀφοσιωθῇ εἰς τὸ καθῆκόν του, διὰ νὰ ἐπιμεληθῇ τῆς πνευματικῆς ἀνατροφῆς τῶν μαθητῶν του, πρέπει νὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι αὐτὸς θὰ συντελέσῃ αὐτὴν ἐξ ἀρχῆς μέχρι τέλους, καὶ τότε μόνον θὰ δύναται νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὸν ὡς τὸν πνευματικὸν πατέρα τῶν μαθητῶν του, καὶ ὡς τοιοῦτος νὰ ἐπιμεληθῇ τῆς ἀναπτύξεως αὐτῶν. Τότε δὲ δύναται νὰ κρίνῃ τις περὶ τῆς ἀφοσιώσεως καὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ τοιούτου διδασκάλου. Περιπλέον δὲ, ὅταν ὁ διδάσκαλος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, ἀναγκάζεται καὶ οὗτος νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὰς πολιτικὰς διαμάχας καὶ τὰς κομματικὰς ἔριδας, καὶ νὰ ἀποκτᾷ ἐχθροὺς, νὰ ἀποκτᾷ πάθη, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν συμβιβάζονται πρὸς τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ. Εὐχῆς ἔργον λοιπὸν θὰ ἦτο, ἂν ἠδύνατο νὰ καταστῶσι μόνιμοι οἱ διδάσκαλοι καὶ νὰ ἦσαν ἐντελῶς ἀνεξάρτητοι. Τοῦτο δὲ νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ εὐκόλως, ἐὰν διετάσσετο ἡ μονιμότης τῶν διδασκάλων καὶ τὸ ἀμετάθετον αὐτῶν, ἔστω καὶ ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς, τοὺς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφομένους· ἄλλως ὅμως ἐσκέφθη ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὸ ὁποῖον, διὰ νὰ ἦναι ἀνεξάρτητοι εἰς τὸ ἑξῆς οἱ δημοδιδάσκαλοι, θὰ προτείνωνται ἀπὸ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ θὰ διορίζωνται ὑπὸ τοῦ νομάρχου, δὲν θὰ παύωνται δὲ, οὔτε θὰ μετατίθενται, ἢ μόνον τῇ προτάσει τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Εἰς τὸ ἑξῆς λοιπὸν ὁ δημοδιδάσκαλος δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ἀνάγκην τοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ ἔχῃ ὅμως τὴν ἀνάγκην τῶν δημοτικῶν συμβούλων καὶ πάντων ὅσοι ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τῶν δημοτικῶν συμβούλων, καὶ τοῦ δημάρχου καὶ τῶν τοπικῶν κομματαρχῶν, καὶ ἀντὶ νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἑνὸς μόνου, τοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ ὅλους αὐτούς. Ὅταν δὲ πληρωθῇ ὁ ἀριθμὸς ὁ ἀπαιτούμενος διὰ τὰ σχολεῖα τοῦ δήμου, θ’ ἀναγκασθῶσιν οἱ ἀπομένοντες δημοδιδάσκαλοι νὰ τραπῶσιν ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα ὅλην, καὶ νὰ ἐκλιπαρῶσι τὴν εὐμένειαν τῶν Ἑλλήνων δημοτικῶν συμβούλων! Φαντασθῆτε τὸν ἀγῶνα, ὅστις θὰ συναφθῇ μεταξὺ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν πλασμάτων, καὶ τὰς περιπετείας, ἃς ἔχουσι νὰ διατρέξωσι! Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν ὅμως καλῶς, Κύριοι, ποίου εἴδους εἶναι ἡ χειραφέτησις αὕτη καὶ ἡ ἄνεσις, ἡ ὁποία προσδίδεται εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πληρωμὴν τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν, ἥτις στενῶς σχετίζεται μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς ἀνέτου ἀφοσιώσεως αὐτῶν εἰς τὸ καθῆκόν των. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὰ ἔξοδα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καταβάλλονται ὑπὸ τῶν δήμων, πληρόνονται δὲ ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου δυνάμει ἐνταλμάτων τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς· διὰ τοῦτο τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ὑποχρεοῦνται ν’ ἀναγράφωσιν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν δήμων πρώτην τὴν πίστωσιν τὴν σχετικὴν μὲ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν· τὴν πίστωσιν αὐτὴν θὰ τὴν κανονίζῃ ἡ Διοίκησις, καὶ ἐὰν μὲν δὲν ἦναι ἐπαρκής, προκαλεῖ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, μεθ’ ὃ αὐξάνει τὴν πίστωσιν κατὰ τὸ ἐφικτὸν, περιορίζουσα ἄλλα ἔξοδα, ἄλλως προσκαλεῖ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, ἵνα προτείνωσιν αὔξησιν φόρων, ὅπως διὰ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν κατωρθωθῇ νὰ καταστῇ ἐπαρκὴς ἡ πίστωσις. Καὶ ἂν οὔτε καὶ τότε καταστῆ ἐπαρκὴς ἡ πίστωσις, τότε ἐπέρχεται ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου, ἐὰν δὲ οὔτε ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου ἀρκῇ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν σχολείων, τότε ἐπέρχεται ἡ καταγγελία, δηλ. ἡ ἀναφορὰ περὶ καταργήσεως αὐτῶν. Ἀλλ’ ἕως οὗ γείνωσιν ὅλα ταῦτα, πῶς θὰ συντηρῶνται οἱ διδάσκαλοι; Ὑποθέσατε δῆμον ἔχοντα ἤδη πολλὰ σχολεῖα, τοῦ ὁποίου ὅμως οἱ πόροι δὲν ἀρκοῦσιν ἢ δι’ ἓν μόνον. Πότε θὰ φανῇ τοῦτο; ὅταν θὰ συνταχθῇ ὁ προϋπολογισμός του, ὅταν εὐδοκήσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, θὰ ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις· ἀλλ’ ἡ πίστωσις αὕτη, ἡ μὴ ἀρκοῦσα, θὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν βάσανον τοῦ νομάρχου, ὅστις θὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου· ὥστε θ’ ἀναμείνωμεν τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ, καὶ γνωρίζομεν ὅτι ἅπαξ τοῦ ἔτους συνέρχονται τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια· μετὰ τὴν ἀπόφασιν δὲ ταύτην θὰ ἐπιληφθῇ ὁ νομάρχης τῆς ἐλέγξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε διὰ νὰ αὐξήσῃ τὴν ἀναγεγραμμένην πίστωσιν, εἴτε διὰ νὰ προκαλέσῃ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς νὰ προτείνωσι τὴν αὔξησιν τῶν φόρων. Πάλιν λοιπὸν, καὶ μεθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν διαδικασίαν, θὰ ἐπανέλθῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ψήφισμα δ’ αὐτοῦ θὰ ἀναμείνῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Ἀλλὰ θὰ ἀναμένωσι καὶ οἱ διδάσκαλοι, ἕως οὗ περατωθῶσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐργασίαι, καὶ θ’ ἀναμένωσιν ἀκόμη, ἕως οὗ οἱ νέοι φόροι δώσωσι τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν, δηλ. θὰ ἀναμένωσιν ἓν μὲν ἔτος τοὐλάχιστον, ἕως οὗ περατωθῶσιν αἱ μνησθεῖσαι τῶν διαφόρων ἀρχῶν ἐργασίαι, καὶ ἓν ἄλλο ἀκόμη ἔτος, ἕως οὗ οἱ νέοι φόροι δώσωσι τὰ ἀποτελέσματά των. Ἐὰν δὲ οὔτε οἱ νέοι φόροι δὲν καταστήσωσι τὸν δῆμον ἐπαρκῆ, τότε θὰ ἐπέλθῃ ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἡ συνδρομὴ αὕτη ἢ δὲν θὰ παρασχεθῇ ποσῶς, ἢ θὰ ἦναι ἀνεπαρκής, ὥστε οἱ τῶν λοιπῶν σχολείων τοῦ δήμου διδάσκαλοι ἀδίκως καὶ ματαίως ἀνέμενον, διότι οὐδὲν θὰ ἔχωσι νὰ λάβωσι διὰ τὴν προσφερθεῖσαν ὑπηρεσίαν των, καὶ μάλιστα οὔτε ἀγωγὴν θὰ ἔχωσι, διότι ὁ νόμος τοῖς στερεῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ ὑπάρξῃ διδάσκαλος, δεχόμενος νὰ ὑπηρετήσῃ; Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, πῶς ὑμεῖς κρίνετε ἐπ’ αὐτῶν τῶν ζητημάτων, ἀλλ’ ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου ἐπισφραγίζεται ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπισφραγίζεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 62. Διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι ταῦτα οὕτως ἔχουσιν, ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 62, καθ’ ὃ «ἐὰν ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ δήμου δὲν συμπληροῦται οὔτε διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δημοτικῶν φόρων, οὔτε διὰ τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου, ὑπάρχωσι δὲ καὶ ἄλλα σχολεῖα ἐν τῷ δήμῳ, τότε τὸ Ὑπουργεῖον διατάσσει τὴν κατάργησιν αὐτῶν.» Ἤτοι, ἀφοῦ γείνῃ ὅλη αὐτὴ ἡ μακρὰ διαδικασία, ἥτις ἀπαιτεῖ τοὐλάχιστον διετὲς χρονικὸν διάστημα, θὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους: «πηγαίνετε τώρα ’στὰ σπήτια σας, διότι κλείονται τὰ σχολεῖα τοῦ δήμου». Θὰ εἴπῃ ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὅλας αὐτὰς τὰς ἐλλείψεις θὰ τὰς καλύψῃ ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου. Σᾶς ἀπέδειξα, Κύριοι, ὅτι ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου δὲν ἀρκεῖ, μὲ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα καλύψῃ τὰς ἐλλείψεις ταύτας· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ μικρὰ αὕτη συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ. Καὶ ἂν λοιπὸν δοθῇ, ὑπὲρ τίνος δήμου θὰ δοθῇ, ἢ ὑπὲρ τίνος σχολείου ἢ γραμματοδιδασκαλείου, ἐκ τῶν ἐν τῷ δήμῳ λειτουργούντων; Ποῖος λοιπὸν δημοδιδάσκαλος θὰ ἦναι ἀσφαλὴς, ὅτι θὰ πληρωθῇ διὰ τὴν προσενεχθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ ὑπηρεσίαν; Οἱ δημοδιδάσκαλοι, Κύριοι, δὲν δύνανται νὰ γνωρίζωσι τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν τῶν δήμων. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὴν γνωρίζωσιν, αὕτη πολλάκις ἐξαρτᾶται ἐξ ὅλως ἀπροόπτων περιστατικῶν. Ὑποθέσωμεν ὅτι αἱ πρόσοδοι τοῦ δήμου στηρίζονται ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐπὶ τῆς σταφίδος, καὶ ὅτι ἐπέρχεται θεομηνία, ἢ νόσος καταστρεπτικὴ, καὶ καταστρέφει τὰ προϊόντα ταῦτα καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται αἱ πρόσοδοι αὗται νὰ πραγματοποιηθῶσι. Μὲ τί θὰ πληρωθῶσι τότε οἱ δημοδιδάσκαλοι; Διὰ τούτων ἀποδεικνύεται, κ. Βουλευταὶ, ὅτι εἰς οὐδεμίαν περίστασιν εἶναι ἀσφαλὴς ὁ δημοδιδάσκαλος, καὶ τοῦτο ἐπικυροῦσιν αἱ περὶ πληρωμῆς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, διότι κατ’ αὐτὰς ὁ ταμίας τότε καὶ μόνον ἐξοφλεῖ τὰ ἐντάλματα τῆς πληρωμῆς τῶν δημοδιδασκάλων, ὅταν ὑπάρχωσιν ἐν τῷ ταμείῳ χρήματα τοῦ δήμου, ἢ πρόκειται νὰ εἰσπραχθῶσι τοιαῦτα. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι καὶ εἰς ἐκείνους τοὺς δήμους, ἐν οἷς ἡ μακρὰ διαδικασία ἐπερατώθη, καὶ ὡρίσθη ποῖα σχολεῖα τοῦ δήμου δύνανται νὰ λειτουργήσωσι, καὶ εἰς ἐκείνους ἀκόμη οἱ διδάσκαλοι δυνατὸν νὰ μὴ πληρωθῶσιν, ἐὰν τὰ προϋπολογιζόμενα ἔσοδα δὲν πραγματοποιηθῶσιν. Ἰδοὺ δὲ εἰς ποίας περιπετείας διὰ τῶν περὶ πληρωμῆς διατάξεων περιάγεται ὁ δυστυχὴς δημοδιδάσκαλος. Εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναμένῃ ἐπὶ 10 ἡμέρας τὸν δήμαρχον, ἵνα ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα τῆς πληρωμῆς, διότι ἔχει τοιαύτην προθεσμίαν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ὁ δήμαρχος. Μετὰ τοῦτο εἶναι ἠναγκασμένος νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ταμείου, καὶ νὰ ἀναμένῃ ἐκεῖ ἄλλας 5 ἡμέρας, ἵνα πληρωθῇ, διότι ὁ ταμίας ἔχει τὴν προθεσμίαν αὐτὴν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ μάλιστα τὴν ἔχει ἀπὸ τῆς πρώτης αἰτήσεως, ὡς ἐὰν προῃσθάνετο ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὅτι πολλὰς αἰτήσεις θὰ ὑποβάλλῃ περὶ τούτου ὁ δημοδιδάσκαλος, δὲν γνωρίζω ὅμως, πῶς θὰ ἀποδειχθῇ ἡ πρώτη αἴτησις, ἀπὸ τῆς ὁποίας θὰ τρέχῃ ἡ προθεσμία. Ἀλλ’ ἔστω· ἐὰν ὁ ταμίας ἔχῃ χρήματα τοῦ δήμου, θὰ πληρώσῃ, ἄλλως, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἀποταθῇ εἰς τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα· Θὰ περιμένῃ λοιπὸν ὁ δημοδιδάσκαλος τὴν ἀπάντησιν τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, καὶ ἐὰν οὗτος ἀποστείλῃ χρήματα, θὰ πληρώσῃ ὁ ταμίας, ἄλλως εἶναι ὑποχρεωμένος καὶ οὗτος νὰ παρατηρήσῃ τοὺς καταλόγους του, ἵνα ἴδῃ, ἂν ὑπάρχωσιν εἰσπρακτέα τοῦ δήμου, καὶ τότε προπληρόνει· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι, στέλλει τὴν καταγγελίαν, δηλ. τὴν ἀναφορὰν περὶ καταργήσεως τοῦ σχολείου, πρὸς πλήρη ἱκανοποίησιν τοῦ ἀναμένοντος νὰ πληρωθῇ δημοδιδασκάλου!

§100ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ζητήσω μίαν διασάφησιν;

§101ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα.

§102ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μέχρι τοῦδε τί ἐγίνετο διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων;

§103ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπλήρονε τὸ Δημόσιον.

§104ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τακτικῶς;

§105ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τακτικώτατα.

§106ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐπαρχίαν καὶ ἐπὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως καθ’ ἡμέραν διεμαρτύροντο, καὶ κατὰ τὸ 1890 καὶ τὸ 1891 καὶ τὸ 1892.

§107ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε στρατηγέ, κατηργήθη ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐγίνοντο αὐτά.

§108ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Καὶ τώρα, καὶ κατὰ 1893 καὶ 1894.

§109ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε ὁ ὑπάλληλος δὲν θὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν του.

§110ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν τοιοῦτον δὲ δημοδιδάσκαλον, κ. Βουλευταί, ἀφοῦ τὸν ὑποχρεοῖ τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἴδατε, νὰ περιμένῃ 10 ἡμέρας, ἵνα ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμά του, νὰ περιμένῃ τὸν ταμίαν ἐπὶ 5 ἡμέρας, ἵνα τὸν πληρώσῃ, νὰ περιμένῃ τὸν εἰσπράκτορα, ἵνα ἀποστείλῃ χρήματα, ἐὰν δὲν ἔχῃ ὁ ταμίας, νὰ περιμένῃ τὸν ταμίαν, ἵνα παρατηρήσῃ, ἐὰν ὑπάρχωσι εἰσπρακτέα τοῦ δήμου, καὶ ἐπὶ τέλους νὰ περιμένῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταγγελίας τοῦ ταμίου, ἥτις βεβαίως θ’ ἀποβῇ κατ’ αὐτοῦ, τὸν τοιοῦτον δημοδιδάσκαλον τὸν θέλει τὸ νομοσχέδιον νὰ παραμένῃ ἐνδελεχῶς καὶ ἀδιακόπως καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας καὶ καθ’ ὅλας τὰς ὥρας, τὰς κεκανονισμένας ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ἐν τῷ σχολείῳ, ἀφωσιωμένος εἰς τὸ καθῆκον αὑτοῦ, καὶ μάλιστα ἐπὶ ποιναῖς βαρείαις! Κρίνατε ἤδη, κ. Βουλευταί, ποία θὰ ἦναι ἡ χειραφέτησις καὶ ἡ ἀνεξαρτησία, ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προσδιδομένη εἰς τὸν δημοδιδάσκαλον. Κρίνατε ἂν τὸ νομοσχέδιον ἱκανοποιῇ τὰς προσδοκίας ἐκείνων, ὅσοι ἐγαλβανίσθησαν ἀπὸ τὰς ὡραίας ἐπαγγελίας περὶ χειραφετήσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, αἵτινες ἀπετέλεσαν μέρος τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ κρίνατε περιπλέον, πόσον ὀλέθρια ἔσονται τὰ ἀποτελέσματα τοῦ κατασκευάσματος τούτου κατὰ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως τῆς χώρας. Ταῦτα κατὰ τὴν κρίσιν μου, Κύριοι, θὰ ἦναι ὀλεθριώτερα, κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, παρὰ μετὰ τὴν ὁριστικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ· διότι, ἐὰν μετὰ τὴν ὁριστικὴν λειτουργίαν πρόκειται νὰ παύσωσι λειτουργοῦντα, καθὼς σᾶς ἀπέδειξα, τὰ ⅖ τῶν σχολείων, κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐφαρμογῆς του θὰ παύσωσι λειτουργοῦντα τὰ πλεῖστα τῶν σχολείων τοῦ Κράτους· διότι δὲν θὰ εὑρεθῇ δημοδιδάσκαλος εἰς τοὺς πλείστους δήμους, δεχόμενος νὰ ὑπηρετήσῃ ὑπὸ τοιούτους ὅρους· θὰ τοὺς ἴδωμεν δὲ τοὺς δημοδιδασκάλους προτροπάδην φεύγοντας ἐκ τῶν σχολείων, ταῦτα δὲ κλειόμενα ἑρμητικῶς, ἵνα μὴ ἀνοίξωσι πλέον, ἐφ’ ὅσον ἐπικρατεῖ τὸ σύστημα τοῦτο, θὰ ἴδωμεν δὲ ἐγκαθιδρυομένας ἐν αὐτοῖς τὰς γλαῦκας, τὰ σύμβολα ταῦτα τῆς Παιδείας, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπολαύσωσι τὴν ἄνεσιν, τὴν ὑποσχομένην ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους. Ἐνῷ δὲ, Κύριοι, τοιοῦτον εἶναι τὸ νομοσχέδιον, ἐνῷ τοιοῦτον εἶναι τὸ κατάντημα, εἰς τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἐξωθεῖ τὰ τῆς στοιχειώδους ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως, αἴφνης, πρὸς εἰρωνείαν τῶν ἀναμενόντων ἐξ αὐτοῦ βελτίωσιν τῶν καθ’ ἡμᾶς, ἀναγράφεται ἐν αὐτῷ τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Τοῦτο, Κύριοι, ὡς εἶπον καὶ χθὲς, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ σχετικὸν ἄρθρον, εἶναι τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς τελειοποιήσεως τῶν ἀφορώντων τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ ἰδανικὸν παντὸς ἔθνους. Τί ἄλλο ἠδύνατο νὰ ἐπιθυμήσῃ τις διὰ τὸ ἔθνος του, παρὰ νὰ ἦναι πάντες οἱ πολῖται αὐτοῦ ἐγγράμματοι, καὶ δὴ νὰ γνωρίζωσιν ὅσα γράμματα ὑπόσχεται ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις; Ἰδοὺ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐκπληροῖ τὸ ἰδανικόν της τοῦτο. Δὲν συμφωνῶ μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίσθησαν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιβληθῇ ὑποχρεωτικῶς ἡ ἐκπαίδευσις εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οἱ ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ ῥέπουσι πρὸς τὰ γράμματα, ἔχοντες ἔρωτα πρὸς αὐτὰ, καὶ ὅτι ἄνευ διατάξεως ὑποχρεούσης αὐτούς, ἐξ ἀγάπης πρὸς τὴν παιδείαν, φοιτῶσιν εἰς τὰ σχολεῖα· δὲν συμφωνῶ, διότι γνωρίζω μέρη τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἰδίως τὰ κατοικούμενα ὑπὸ Ἀλβανῶν, τὰ ὁποῖα οὐδένα ἔρωτα ἔχουσι πρὸς τὴν παιδείαν, γνωρίζω δῆμον τοῦ νομοῦ Ἀχαϊοήλιδος, κατοικούμενον ὡς ἐπὶ πλεῖστον ὑπὸ Ἀλβανῶν, εἰς τὸν ὁποῖον τὰ 9/10 τῶν χωρίων, πλὴν τῆς πρωτευούσης, κατοικοῦνται ὑπὸ ἀνθρώπων ἐντελῶς ἀγραμμάτων, καὶ δὲν εὑρίσκει τις ἐκεῖ οὐδὲ ἕνα ἐγγράμματον, δὲν εὑρίσκονται ἄνθρωποι ἱκανοί, ὅπως γείνωσιν ἱερεῖς, καὶ δανείζωνται ἱερεῖς ἐκ τῶν περιχώρων καὶ γίνεται τῳόντι μία ἐπιδρομὴ ἱερατικὴ εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει 25 χωρία! Ὡς δικηγόρος δὲ, Κύριοι, ὑπερασπιζόμενος ἰδίως ποινικὰς ὑποθέσεις, παρετήρησα ὅτι τὰ 99%, χωρὶς νὰ ὑποθέσητε ὑπερβολὴν, ἐκ τῶν κατηγορουμένων ἐπὶ ζωοκλοπῇ εἶναι τοιοῦτοι, ἐντελῶς ἀγράμματοι ἄνθρωποι. Εἶναι λοιπὸν ἀναγκαία ἡ ἐπιβολὴ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς εἰς τὰ σχολεῖα φοιτήσεως· διότι, ἐὰν διὰ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως δύνανται νὰ ἀνορθωθῶσι τὰ ἤθη, βεβαίως ὅταν ἀναγκάσωμεν τοὺς τοιούτους, περὶ ὧν ὡμίλησα, νὰ φοιτῶσιν εἰς τὰ σχολεῖα, νὰ φωτισθῶσι, νὰ παιδευθῶσι, θὰ παύσωσι ῥέποντες εἰς τὰ ἐγκλήματα. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ὑποχρεωτικῶς ἡ ἐκπαίδευσις; Ἵνα ἐπιβληθῇ ὑποχρεωτικῶς ἡ ἐκπαίδευσις, ἀπαιτοῦντα δύο τινά, καθὼς εἶπον χθές. Ἀπαιτεῖται πρῶτον νὰ ἔχωμεν σχολεῖα πανταχοῦ τοῦ Κράτους, καὶ δεύτερον νὰ νομοθετηθῇ ἐγγύησις τῆς ἐκτελέσεως τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, δηλ. νὰ νομοθετηθῶσι ποιναί. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ οὐδενὸς τούτων προβλέπει. Καθὼς σᾶς ἀπέδειξα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν σχολεῖα πανταχοῦ τοῦ Κράτους. Εἶδον ὅτι διωρθώθη τὸ ἄρθρον. Φαίνεται ὅτι ἐγένετο τοιαύτη παρατήρησις κατὰ τὴν αʹ ἢ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, διότι τὸ ἄρθρον ἦτο γενικὸν καὶ ἐπέβαλλε τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς πάντας τοὺς κατοίκους τοῦ Βασιλείου, ἀδιαφόρως ἂν εἶχον ἢ δὲν εἶχον σχολεῖα. Διωρθώθη ἤδη, καὶ περιωρίσθη τὸ ὑποχρεωτικὸν αὐτῆς μόνον ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσι σχολεῖα. Ἐγὼ εἶπον καὶ χθὲς, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιβάλλωμεν ὑποχρεώσεις εἰς ἓν μέρος τῶν κατοίκων τοῦ Κράτους, ἀπαλλάττοντες τοὺς λοιποὺς, διότι οἱ νόμοι πρέπει νὰ ἦναι γενικοί. Ἀλλὰ καὶ ἂν παραδεχθῶμεν τοῦτο, δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ ἔχωμεν σχολεῖα, ἀπαιτεῖται νὰ ἐπιβληθῶσι καὶ ποιναὶ κατὰ τῶν παραβαινόντων τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Οὐδεμίαν τοιαύτην ποινὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιβάλλει. Ἤκουσα χθὲς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λέγοντος, ὅτι «ἡμεῖς εὐχὴν ὑποβάλλομεν.» Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ εὐχῆς, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπῶνται εὐχαὶ ἐν νομοσχεδίῳ. Ἡ Βουλὴ νομοθετοῦσα δὲν εὔχεται, ἡ Βουλὴ νομοθετοῦσα ἐπιτάσσει καὶ πρέπει νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα, ὥστε αἱ ἐπιταγαὶ αὐτῆς νὰ ὦσι σεβασταὶ καὶ νὰ ἐκτελῶνται. Πρώτην φορὰν ἀκούω, ὅτι δύνανται νὰ διατυπῶνται εὐχαὶ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Εὔχονται τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια, εὔχονται τὰ δημοτικὰ συμβούλια, εὔχονται οἱ σύλλογοι, ἀλλ’ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν εὔχεται ποτέ. Ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀναπτύσσοντος καὶ ἄλλην θεωρίαν, ὅτι αἱ ἐλλείψεις τοῦ νομοσχεδίου δὲν πρέπει νὰ μᾶς προξενήσωσιν ἐντύπωσιν. Ὅπως εἶχε τὸ νομοσχέδιον συνταχθῆ, ἐνθυμεῖσθε, καθ’ ὃ ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου περιωρίζετο εἰς ἓν μόνον σχολεῖον, ἐφέρομεν περὶ τούτου τὴν παρατήρησιν, καὶ μᾶς ἔλεγε: «δὲν πειράζει· ὅταν ἐφαρμοσθῇ, θὰ δοκιμάσωμεν καὶ ἐὰν κλείσωσι τὰ σχολεῖα, ἐδῶ εἴμεθα καὶ τὸ διορθώνομεν». Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ δοκιμάσωμεν, δὲν πρόκειται δοκιμαστικῶς νὰ προβαίνωμεν. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι εἷς λόγος ἀκόμη, ὅστις ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ καταψηφισθῇ, διότι οὐδὲ ὁ συντάξας αὐτὸ ἔχει πεποίθησιν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ. Σᾶς λέγει: «ἂς τὸ δοκιμάσωμεν, ἂς ἴδωμεν, ἐὰν θὰ λειτουργήσῃ καλῶς». Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχομεν, Κύριοι, σύστημα τέλειον, σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως λειτουργεῖ καλῶς, σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὅλα τὰ μέρη τοῦ Κράτους ἔχουσι σχολεῖα, σύστημα, κατὰ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται νὰ παραπονεθῇ, εἶναι λογικὸν νὰ λέγωμεν, ὅτι πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο καὶ νὰ φέρωμεν ἓν ἄλλο, διὰ νὰ τὸ δοκιμάσωμεν; Νομοσχέδια, Κύριοι, διὰ τῶν ὁποίων διατυποῦνται εὐχαὶ, διὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ γείνῃ δοκιμασία ἑνὸς οἱουδήποτε μέτρου, δὲν ἔπρεπε νὰ φέρωνται ποσῶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τί θὰ εἴπῃ, Κύριοι, «εὐχόμεθα ἵνα ἡ ἐκπαίδευσις ὑποχρεωτικῶς ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ Βασιλείου;» ποίαν σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ τοιοῦτος λόγος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Καὶ βεβαίως εὐχὴ εἶναι, ἀφοῦ δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῆς ἐπιβολῆς τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην χθὲς νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι προτιμότερον εἶναι τότε νὰ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς ἡ διάταξις, διότι ἡμεῖς δὲν πρόκειται νὰ εὐχηθῶμεν, ἡμεῖς πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν, νὰ ἐπιτάξωμεν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι οὐδὲ τὸ ἓν οὐδὲ τὸ ἄλλο τῶν ἀπαιτουμένων, ἵνα λειτουργήσῃ τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἀπαντῶνται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ. Μᾶς ἔμειναν λοιπὸν αἱ λαμπραὶ ἐπαγγελίαι τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὁ δὲ θησαυρὸς ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι ἄνθρακες· καὶ κρίμα εἰς τὸν ἐνθουσιασμὸν, ὃν ἐγέννησαν εἰς τὸ Πανελλήνιον αἱ ὡραῖαι αὗται ἐπαγγελίαι. Μοὶ ἐφάνη δὲ παράδοξος—καὶ ἔκαμα καὶ χθὲς λόγον περὶ τούτου—μοὶ ἐφάνη παράδοξος ἡ πρόνοια, τὴν ὁποίαν λαμβάνει τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς διατάξεως ταύτης. Ἀναθέτει εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν, ἵνα οὗτος συντάσσῃ ἔκθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀναφέρῃ διὰ ποίαν αἰτίαν τὰ τέκνα τῶν κατοίκων δὲν φοιτῶσιν εἰς τὸ σχολεῖον, τὴν ἔκθεσιν δὲ θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ Ἐποπτικόν, καὶ τοῦτο θὰ σκέπτηται περὶ τῆς λήψεως τῶν καταλλήλων μέτρων, ὅπως κατορθωθῇ ἡ φοίτησις τῶν παίδων εἰς τὸ σχολεῖον. Ἂς ἀκούσωσιν ἤδη οἱ κάτοικοι τῆς Θαλπούσης, ἂν θὰ ἔχωσι σχολεῖον, ὅτι, ἂν δὲν συμμορφωθῶσι μὲ τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ ἂν δὲν φοιτῶσιν εἰς τὸ σχολεῖον τακτικῶς, ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν θέλει συζητήσει μὲ αὐτοὺς, ἀλλὰ θὰ κάμῃ ἔκθεσιν καὶ θὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, διὰ νὰ μάθῃ γνῶσιν τοὺς κατοίκους τῆς Θαλπούσης,—διότι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον θὰ λάβῃ τὰ μέτρα του. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνω πλέον ἀσχολούμενος μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτό· νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ θίξω καμμίαν ἄλλην αὐτοῦ διάταξιν, νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπον, διὰ νὰ καταῤῥίψωσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν συνείδησιν παντός. Δὲν ἐπιχειρῶ ποσῶς νὰ ἀσχοληθῶ περὶ τῆς διασκευῆς αὐτοῦ καὶ τῆς συναρμογῆς αὐτοῦ ὡς μέτρου νομοθετικοῦ. Εἴδετε ἡ συζήτησις εἰς τὰ καθέκαστα αὐτοῦ τί ἀπέδειξεν; Ἀπέδειξεν ἀμοιρίαν πάσης συνοχῆς, ἀπέδειξεν ὅτι, ὁποῖον εἶναι, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὁ συντάκτης αὐτοῦ μεγάλην τόλμην, διὰ νὰ τὸ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν βάσανον τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐπιχειρῶ, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσω οὔτε περὶ τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὴν κατασκευὴν καὶ μετασκευὴν τῶν διδακτηρίων πρῶτον, διότι τοῦτο δὲν τὸ θεωρῶ σχετιζόμενον μετὰ τῆς ἀρχῆς, καὶ δεύτερον διὰ νὰ μὴ μακρηγορήσω. Ἀλλὰ μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν τὸ ἑξῆς, ὅτι ὑπὲρ τῶν διδακτηρίων αὐτῶν προορίζεται ἓν μέρος τῶν τελῶν τῶν ἐκπαιδευτικῶν, τὰ ὁποῖα περιορίζονται ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ καθὼς ἐγὼ κρίνω—καὶ νομίζω ὅτι μετέδωκα τὴν κρίσιν μου καὶ εἰς ὑμᾶς,—σχολεῖα θὰ ἔχωσι μόνον οἱ εὔποροι δῆμοι. Ἐκεῖ λοιπὸν, εἰς τοὺς εὐπόρους δήμους, θὰ ἀνεγερθῶσι καὶ τὰ διδακτήρια, διότι εἰς ἐκείνους τοὺς δήμους, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχωσι σχολεῖα, δὲν πιστεύω νὰ σκεφθῇ κανεὶς νὰ ἀνεγείρῃ διδακτήρια. Πρὸς ἀμοιβὴν λοιπὸν τῆς εὐπορίας των, θὰ τοῖς κατασκευάσωμεν καὶ διδακτήρια, καὶ δὴ θὰ τὰ κατασκευάσωμεν διὰ τῶν τελῶν τῶν ἐκπαιδευτικῶν. Μὰ διατὶ θὰ πληρώνωμεν ἡμεῖς ἐκπαιδευτικὰ τέλη ὑπὲρ τῶν δήμων τῶν εὐπόρων; Διὰ τοῦτο δὲν ἐννοῶ, διατὶ δὲν καταργοῦνται ὁλοσχερῶς τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, ἀφοῦ πρόκειται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἀμοιβὴν τῶν εὐπόρων δήμων, ἀπορῶ δ’ ἔτι μᾶλλον, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε κηρυχθῆ, ἐν ὅσῳ ἦτο ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς, κατὰ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, εἶχε κηρυχθῆ σφοδρὸς πολέμιος αὐτῶν, ἀλλ’ ὅταν ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν, τὰ ἐθεώρησε νόμιμα καὶ τὰ περιορίζει μόνον. Ποῦ δὲ τὰ περιορίζει; τὰ καταργεῖ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ἡμεῖς οἱ ὀρεινοὶ, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ μὴ ἔχωμεν οὔτε ἀλληλοδιδακτικὰ σχολεῖα, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν οὔτε Ἑλληνικά· διότι, ἂν οἱ μαθηταὶ δὲν προπαρασκευασθῶσιν ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φοιτήσωσιν εἰς τὰ Ἑλληνικά. Ὥστε δὲν μᾶς ὠφελεῖ ἡμᾶς τίποτε ὁ περιορισμὸς οὗτος, δηλαδὴ ἡ κατάργησις τῶν τελῶν ὡς πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ διατηρηθῇ τὸ πλεῖστον τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἀφοῦ ταῦτα θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἀνέγερσιν σχολείων τῶν εὐπόρων δήμων. Μόνον, Κύριοι, ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν εὑρίσκω τὸ νομοσχέδιον ἐπιτυχές· διότι, καθὼς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω εἰς ὑμᾶς, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πραγματοποιεῖ μεγάλην οἰκονομίαν, καθόσον οἰκονομεῖ 1,450,000 δραχμὰς, ἄν μείνῃ ὅπως ἔχει ἤδη, περισσοτέραν δὲ, μεγαλειτέραν οἰκονομίαν θὰ ἐπραγματοποίει, ἄν ἔμενεν ὡς εἶχε πρότερον· καὶ ὑποθέτω, ὅτι πρὸς μόνον αὐτὸν τὸν ἐπιτυχῆ σκοπὸν διεσκευάσθη τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι, Κύριοι, τῷ ὄντι μία μεγάλη οἰκονομία, καὶ δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι προβαίνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ τόλμης εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ προγράμματός του, τὸ ὁποῖον ἐπὶ κεφαλῆς ἀνέγραψε τὰς μεγάλας οἰκονομίας. Ἰδοὺ ὅτι ἀπὸ ἓν μόνον κεφάλαιον, τὸ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, οἰκονομεῖ ἓν τόσῳ μέγα ποσόν. Ἀνέλαβε τὴν μεγάλην ψαλίδα τῶν οἰκονομιῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ μὲ μιὰ ψαλιδιὰ, ἰδοὺ ὅτι σφαγιάζει τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν! Τῷ ἔδωκε δὲ, φαίνεται, ἡ μεγάλη αὕτη οἰκονομία τὸ ἐνδόσιμον διὰ νὰ προβῇ καὶ εἰς ἄλλας οἰκονομίας, διότι, καθὼς εἶπεν, ᾠκονόμησεν ἓν ποσὸν 400,000 δραχμῶν— καὶ φαίνεται ἀπ’ ἐδῶ τὰς οἰκονομεῖ — χάριν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ ἄλλας ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν χάριν τῶν ἀρξαμένων μὲν, μήπω δὲ συντελεσθεισῶν δημοσίων ὁδῶν. Ἔῤῥιψα, Κύριοι, ἓν βλέμμα εἰς τὰς ὁδοὺς, περὶ ὧν πρόκειται, καὶ εἶδον, ὅτι ἀναφέρονται εἰς ὡρισμένας ἐπαρχίας, καὶ ἐνόησα τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Νομίζει δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ δυνηθῇ καὶ ἄλλας οἰκονομίας νὰ πραγματοποιήσῃ, διὰ νὰ ἐπουλώσῃ, ὡς ἔλεγε, τὰς πληγὰς, τὰς ὁποίας ἤνοιξαν αἱ σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς Ἑλληνικῆς χώρας καὶ ἀπὸ τὰς ὁποίας, κατὰ τὴν ῥητορικὴν φράσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ῥέει πύον, τὸ ὁποῖον τόσον πολὺ τὸν συνεκίνησεν, ὥστε σπεύδει νὰ περιορίσῃ τὴν δαπάνην τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, διὰ νὰ ἐπουλώσῃ τὰς πληγὰς ταύτας, τὰς πυοῤῥοούσας πληγὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους! Δὲν πιστεύω, Κύριοι, σεῖς νὰ τὸ ἐπιτρέψητε· δὲν πιστεύω ν’ ἀποφασίσητε, ἵνα χάριν τοιούτων μέτρων, ἵνα πρὸς ἐξοικονόμησιν τοιούτων ἀντικειμένων ἐλαττώσητε τὰ σχολεῖα τῆς χώρας· πρέπει νὰ συλλογισθῆτε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὕτη γίνεται ἀκριβῶς εἰς τοὺς δήμους τοὺς μᾶλλον ἔχοντας ἀνάγκην ἐκπαιδεύσεως, εἰς τοὺς δήμους τοὺς ὀρεινοὺς, εἰς τοὺς δήμους τοὺς πτωχοὺς, εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἀνεπαρκεῖς. Ἄν τὸ Κράτος, Κύριοι, ὑπεχρεώθη νὰ συνδράμῃ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, ὑπεχρεώθη ἀκριβῶς διὰ τοῦτο, διὰ νὰ συνδράμῃ τοὺς ἀπόρους δήμους, τοὺς ὀρεινοὺς δήμους. Ὅταν οἱ συντάκται τοῦ Συντάγματος ἐσκέπτοντο νὰ ὑποχρεώσωσι τὸ Κράτος, ἵνα ἔλθῃ εἰς ἀρωγὴν τῶν δήμων, συνδράμον τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, τοῦτο ἰδίως εἶχον ὑπ’ ὄψιν των. Δὲν ἐσκέπτοντο, ὅτι ἦτο δυνατὸν ὁ δῆμος Ἀθηναίων, ὁ δῆμος Πειραιῶς, ὁ δῆμος Ἑρμουπόλεως, ὁ δῆμος Πατρῶν νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου πρὸς συντήρησιν τῆς στοιχειώδους αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως. Εἶχον ὑπ’ ὄψιν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Κράτει δῆμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν, ὡς ἐκ τῆς πτωχείας αὑτῶν, ὡς ἐκ τῆς πτωχείας τῶν κατοίκων αὐτῶν, εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν· ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ λειτουργήσῃ ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις ἰδίως εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, καὶ διὰ τοῦτο ὑπεχρεώθη τὸ Κράτος νὰ ἔλθῃ εἰς συνδρομὴν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Τί θὰ εἴπωμεν ἡμεῖς τώρα, Κύριοι; Ἀφαιροῦμεν τὴν συνδρομὴν αὐτὴν, διὰ νὰ βλέπωμεν σχολεῖα δημοτικὰ μόνον εἰς τοὺς δήμους τοὺς εὐπόρους, μόνον εἰς τὰς πόλεις τὰς ἀνθούσας, καὶ νὰ μὴ βλέπωμεν εἰς τὰ χωριὰ, ὅπου ἰδίως εἶναι ἀνάγκη ἐκπαιδεύσεως. Ἐπικαλοῦμαι, κύριοι, Βουλευταὶ τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ἐθνικοῦ ζητήματος· προτείνω εἰς ὑμᾶς, μὲ ὅλην τὴν ἐν ἐμοὶ δύναμιν, τὴν ἀπόῤῥιψιν κατ’ ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὤφειλον, Κύριοι, νὰ εἴπω ταῦτα. Γνωρίζω ὅτι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ πείσω τινὰ, γνωρίζω ὅτι μόνος μου δὲν δύναμαι νὰ ἐμποδίσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, δὲν δύναμαι νὰ ἐμποδίσω τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ νὰ φέρῃ τὴν τοιαύτην καταστροφὴν εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν τῆς χώρας, ἀλλ’ ὤφειλον νὰ διαμαρτυρηθῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι ἔχω πεποίθησιν, Κύριοι, ὅτι, ἂν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μεταβληθῇ εἰς νόμον τοῦ Κράτους, πλεῖστα σχολεῖα τοῦ τόπου θέλουσι κλεισθῆ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, Κύριοι· ἔχω πεποίθησιν ἀκόμη περισσοτέραν, ὅτι καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ μείνωσιν, ὡς ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ λειτουργήσωσιν, ὅπως λειτουργοῦσιν ἤδη. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ ἀποῤῥίψητε, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι προσφέρετε μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν χώραν ἡμῶν. Κατὰ τὴν κρίσιν μου, τὴν ὁποίαν ἀπροκαλύπτως εἶπον, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρόκειται κυριολεκτικῶς νὰ σφαγιάσῃ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν τῆς χώρας, πρόκειται τοὺς κατοίκους πολλῶν δήμων νὰ τοὺς ἐξομοιώσῃ κατὰ τὴν ἀγραμματωσύνην καὶ τὴν ἀγριότητα μὲ τοὺς κατοίκους τοῦ δήμου Θαλπούσης.

§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.

§112ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὲ ἐμέμφθη, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι εἶμαι κατὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου οὐχὶ ἐκ πεποιθήσεως εἰλικρινοῦς, ἀλλ’ ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτευτικοῦ. Ὅστις ὅμως ἐξ ὑμῶν εἶχε τὴν ὑπομονὴν νὰ παρακολουθήσῃ μετὰ προσοχῆς τὴν λεπτομερῆ καὶ ἀκριβολόγον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον ἤδη κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἀνάγνωσιν, ἐκεῖνος γινώσκει κάλλιστα, ὁπόσον ἄδικον εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοιαύτην ἀπευθύνας πρὸς ἐμὲ μομφήν. Συνεζήτησα τότε αὐτὸ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, ἐδάφιον πρὸς ἐδάφιον καὶ πρότασιν πρὸς πρότασιν, καὶ ἀπέδειξα, νομίζω, κατὰ τρόπον ἀναντίλεκτον ἐν τοῖς πλείστοις, ὁπόσον ἀδόκιμον καὶ ἀσύστατον ἦτο αὐτὸ ἀρχῆθεν. Μετὰ τὴν μεταμόρφωσιν δὲ, ἣν ὑπέστη ἔκτοτε τὸ νομοσχέδιον, τροποποιηθὲν κατὰ τὸ πλεῖστον συμφῳδὰ πρὸς τὰς ἐμὰς ὑποδείξεις, ἥκιστα, νομίζω, ἐδικαιοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἶπε χθὲς ἑσπέρας περὶ ἐμοῦ. Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἀπεδείχθη κατὰ τὴν δευτέραν αὐτοῦ συζήτησιν, καὶ οὕτω παραμένει κυρίως ἀδιόρθωτον καὶ ἄξιον νὰ γείνῃ, ὡς καὶ κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ συζήτησιν ἐδήλωσα, παρανάλωμα τοῦ πυρός. Ἄν ὑπολείπηται ἔτι ἀμφιβολία τις περὶ τοῦ πράγματος, ἐλπίζω νὰ διασκεδάσῃ αὐτὴν ἡ νῦν κατ’ ἀρχὴν συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις φαίνεται ὢν ὁ κυρίως εἰσηγητὴς αὐτοῦ, αἰτιολογῶν τὸ παρὸν νομοσχέδιον διὰ μακρῶν ἐν μιᾷ τῶν τελευταίων συνεδριάσεων τῆς ἡγουμένης βουλευτικῆς περιόδου, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαπυλίων τελῶν, πρὸς δὲ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, προέβαλε τρεῖς ἰδίως λόγους πρὸς δικαιολογίαν τῆς προτεινομένης ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ συστήματος. Εἶπεν ὅτι ὑπὸ τοῦτο παρετηρήθησαν δημευτικαὶ καὶ κοινωνιστικαὶ τάσεις ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἐχαρακτήρισε τὸ ἰσχύον σύστημα ὡς ἀντισυνταγματικὸν, καθὸ ἀποστεροῦν τοὺς δήμους τοῦ ἄλλως τε φυσικοῦ δικαιώματός των, ἵνα μεριμνῶσιν αὐτοὶ περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν δημοτῶν των. Ἐπηγγείλατο δὲ, ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου θ’ ἀπεφεύγομεν μὲν τὰ τοιαῦτα ἄτοπα, θὰ κατωρθοῦμεν δὲ νὰ χειραφετήσωμεν τοὺς δήμους ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς ταύτην τὴν τόσον ποθητὴν εἴς τινας ἀποκέντρωσιν, νὰ βελτιώσωμεν τὴν τύχην τῶν δημοδιδασκάλων, ν’ ἀποκτήσωμεν ἐπὶ τέλους διδακτήρια καὶ διδακτικὰ ὄργανα καὶ, τὸ κυριώτατον πάντων, νὰ τύχωμεν οἰκονομίας πολλοῦ λόγου ἀξίας ἐν τῇ δαπάνῃ τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἔχουσιν ἆρά γε ὑπόστασίν τινα αἱ αἰτιολογικαὶ αὗται βάσεις τοῦ νομοσχεδίου; πληροῦνται τῳόντι δι’ αὐτοῦ ἀληθεῖς ἀνάγκαι τῆς στοιχειώδους ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως; ἢ μήπως ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῶν ἐπαγωγῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μέλλει νὰ καταλυθῇ μᾶλλον πᾶν ὅ,τι καλὸν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἡ μέχρι τοῦδε νομοθετικὴ ἡμῶν ἐργασία ἐν τῇ περὶ ἧς ὁ λόγος ἐκπαιδεύσει; Ἰδοὺ, Κύριοι, τὰ κεφαλαιώδη ζητήματα, περὶ ἃ ὀφείλομεν κατ’ ἀνάγκην ν’ ἀσχοληθῶμεν ἐν τῇ προκειμένῃ κατ’ ἀρχὴν συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διετραγῴδησε μετὰ τοῦ συνήθους αὐτῷ ἐλεγειακοῦ ὕφους τὰς δημευτικὰς καὶ κοινωνιστικὰς τάσεις τοῦ κρατοῦντος συστήματος. Εἶπεν ὅτι ὑπ’ αὐτὸ εἰσπράττει τὸ Δημόσιον παρὰ τῶν εὐπόρων δήμων εἰσφορὰν περιπλέον τῆς ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως ἀπαιτουμένης δαπάνης, ὅπως ἐπαρκῇ οὕτω καὶ εἰς τὴν δαπάνην τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τοὺς ἀπόρους δήμους. Ἀνέφερε μάλιστα ὀνομαστὶ, ὅτι οὕτως οἱ δημόται Ἑρμουπόλεως καὶ Ἀθηνῶν εἰσφέρουσι περιπλέον τῶν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως δαπανωμένων, τὸ περιπλέον δὲ τοῦτο ποσὸν δημεῦον διαθέτει τὸ Κράτος κοινωνιστικῶς ὑπὲρ τῶν κατοίκων τῶν ἀπόρων δήμων Ἀγραίων καὶ Κολοκυνθίων. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἴχνος ἀληθείας ἐν τῷ ἰσχυρισμῷ τούτῳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἀπηύθυνα ἤδη, Κύριοι, πρὸ ἑβδομάδων ἐπερώτησιν πρὸς αὐτὸν, δι’ ἧς τὸν προεκάλουν, ἵνα ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα ἕνα ἕκαστον τῶν δήμων καὶ τὰ ποσὰ, ἅτινα οὗτοι εἰσέφερον μέχρι τοῦδε περιπλέον τῆς δαπάνης τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν στοιχειώδη αὐτῶν ἐκπαίδευσιν. Ἀλλ’ ὁ πίναξ οὗτος οὔτε ὑπεβλήθη, οὔτε θὰ ὑποβληθῇ ποτε εἰς ἡμᾶς, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, μὴ δυνάμενος ν’ ἀποδείξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη, προετίμησε μᾶλλον νὰ σιωπήσῃ. Διότι τί θὰ εἶχεν ἄλλως νὰ εἴπῃ, ἀφοῦ θ’ ἀπεστομοῦτο πάραυτα ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ᾼϠΜΑʹ τῆς 27 Μαρτίου 1891, οὗ εἰσηγητὴς ὑπῆρξεν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 § βʹ τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐπιβάλλεται «εἰσφορὰ ἐκ τῶν ταμείων τῶν δήμων τοῦ Κρά«τους ἴση πρὸς τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην διὰ τὴν δημοτι«κὴν ἑκάστου αὐτῶν ἐκπαίδευσιν». Τὴν διάταξιν ταύτην ἐπανέλαβε καὶ ὁ νῦν ἰσχύων νόμος ͵ΒΠΕʹ τῆς 12 Αὐγούστου 1892, καθ’ ἣν (ἄρθρον 2 § αʹ) ἐπιβάλλεται «εἰσφορὰ τῶν δή«μων τοῦ Κράτους ἴση πρὸς τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην διὰ «τὴν προσήκουσαν καὶ ἐπαρκῆ εἰς ἕκαστον τῶν δήμων στοι«χειώδη αὐτοῦ ἐκπαίδευσιν». Οὕτω, Κύριοι, ἀνατρέπεται ἄρδην ἡ πρώτη αἰτιολογικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου. Ὡς δευτέραν αἰτιολογικὴν αὐτοῦ βάσιν προέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ κρατοῦντος συστήματος. Εἶπεν ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα οἱ δῆμοι δαπανῶσι διὰ τὴν στοιχειώδη αὐτῶν ἐκπαίδευσιν, τὸ δὲ Κράτος ἐπέρχεται εἰς ἐπικουρίαν αὐτῶν κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης των. Τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἔχει ἐπὶ λέξει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις ἐνεργεῖται δαπάνῃ τοῦ Κράτους, εἰς δὲ τὴν δημοτικὴν συντρέχει καὶ τὸ Κράτος, κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης τῶν δήμων». Ἐρωτῶ νῦν ὑμᾶς, Κύριοι, ποῦ ἴχνος ἀντισυνταγματικότητος ἐν τῷ κρατοῦντι συστήματι τῆς στοιχειώδους ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως; Τὸ Κράτος εἰσπράττει μὲν παρὰ τῶν δήμων ὅ,τι οὗτοι δύνανται νὰ εἰσφέρωσι, δαπανᾷ δὲ αὐτὸ πᾶν ὅ,τι ἀναγκαιοῖ διὰ τὴν στοιχειώδη αὐτῶν ἐκπαίδευσιν. Τὸ σύστημα τοῦτο ἀπαντᾷ ἐν ἡμῖν ἤδη ἀπὸ τοῦ 1856. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἱ δῆμοι κατέβαλλον ἀπ’ εὐθείας τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τὴν στοιχειώδη αὐτῶν ἐκπαίδευσιν δαπάνας. Ἀλλὰ τί εἶχε συμβῆ ὑπὸ τὸ σύστημα ἐκεῖνο; Τὸ περιέγραψεν ἤδη αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του περὶ διαπυλίων τελῶν ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν 23 Δεκεμβρίου 1894, ὅτε, ἐκθέτων τὴν πρὸ τοῦ 1856 οἰκτρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν δήμων, ἔλεγεν ὅτι οὗτοι ἠδυνάτουν νὰ πληρώνωσι τοὺς δημοδιδασκάλους, ἐξ ὧν πολλοὶ κατέλειπον τὰς θέσεις των. Τούτου ἕνεκεν ἐδέησε διὰ τοῦ νόμου ΤΛΗʹ τῆς 12 Ἰουλίου 1856 ν’ ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον τὴν προκαταβολὴν τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων καὶ νὰ κρατῇ ἐκ τῶν ποσοστῶν τῶν ἀμέσων φόρων, τῶν ὑπὲρ τῶν δήμων εἰσπραττομένων, τὸ ὑπ’ αὐτοῦ προκαταβαλλόμενον ποσόν. Τὸ σύστημα ἐκεῖνο οὐδόλως εὑρίσκει ἀντισυνταγματικὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ κατὰ τί διαφέρει αὐτοῦ τὸ νῦν κρατοῦν σύστημα; Μήπως καὶ κατὰ τοῦτο δὲν προκαταβάλλει τὸ Δημόσιον τὰς δαπάνας ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἑνὸς ἑκάστου τῶν δήμων καὶ δὲν εἰσπράττει εἶτα παρὰ τούτων ὅ,τι εἷς ἕκαστος αὐτῶν δύναται νὰ εἰσφέρῃ ἐκ τῶν πόρων του ὑπὲρ αὐτῆς; Δὲν συντρέχει οὕτω τὸ Κράτος κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης τῶν δήμων, ὡς διακελεύει τὸ Σύνταγμα; Ἀλλὰ τὸ νῦν κρατοῦν σύστημα ἰσχύει ἀπὸ τὸ 1888. Διατὶ δὲν ἔσπευσε νὰ μεταβάλῃ αὐτὸ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ 1890–1892, ὅτε πάλιν προΐστατο τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ἡ περὶ ἀντισυνταγματικότητος ἄρα αἰτιολογικὴ βάσις καταῤῥέει ἀφ’ ἑαυτῆς, ὡς ἕωλος καὶ ἀνυπόστατος. Εἶναι δὲ τῇ ἀληθείᾳ παράδοξον, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε νὰ ἀνεύρῃ ἀντισυνταγματικότητα ἐκεῖ, ὅπου οὐδ’ ἴχνος τοιαύτης ὑπάρχει, καθ’ ἣν στιγμὴν αὐτὸς οὗτος, ὑποβάλλων τὸ περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν νομοσχέδιον, ὅπερ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐψήφισεν ἡ Βουλή, ἠθέτει ἀπροκαλύπτως τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἐπεκαλέσθη κατὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ συστήματος τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Κατ’ αὐτό, «ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις ἐνεργεῖται δαπάνῃ τοῦ Κράτους». Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργός, τηρῶν ἐν ἰσχύϊ τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη τοῦ Πανεπιστημίου, ἐδήλωσεν, ὅτι 200,000 δρ. ἐξ αὐτῶν προορίζει ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, δηλαδὴ ἐννοεῖ νὰ εἰσπράττῃ παρὰ τῶν φοιτητῶν ἐκπαιδευτικὰ τέλη καὶ νὰ τὰ δαπανᾷ ὑπὲρ τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ δὲν παύει οὕτω νὰ ἐνεργῆται δαπάνῃ τοῦ Κράτους ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις; δὲν ἀνατρέπεται δὲ ἄρδην ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος; Ὡς τρίτον λόγον ὑπὲρ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ συστήματος προέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι κατ’ αὐτὸ ἔχει ἀφαιρεθῆ ἐκ τῶν δήμων τὸ κατὰ φύσιν ἀνῆκον εἰς αὐτοὺς δικαίωμα, ἵνα μεριμνῶσι περὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως τῶν δημοτῶν των. Εἰς τοῦτο, ὡς φαίνεται, παρήχθη, νομίσας ὅτι ὁ ὅρος δημοτικὴ ἐκπαίδευσις σημαίνει τι ἴδιον τῶν δήμων καὶ οὐχὶ τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἤδη παρὰ τοῖς πάλαι Ἕλλησιν ἡ λέξις δημοτικὴ ἀπαντᾷ συνηθέστερον ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ ἐκδοχῇ. Οὕτω λ. χ. ἀναγινώσκομεν παρ’ Ἡροδότῳ (2,36): «Διφασίοισι γράμμασι χρέονται (Αἰγύπτιοι) καὶ τὰ μὲν αὐτῶν ἱρὰ, τὰ δὲ δημοτικὰ καλέεται». Παρὰ δὲ Ξενοφῶντι (Ἀθην. πολιτ. 1, 4): «Ἔπειτα δὲ ὃ ἔνιοι θαυμάζουσιν ὅτι πανταχοῦ πλέον νέμουσι τοῖς πονηροῖς καὶ πένησι καὶ δημοτικοῖς». Παρὰ δὲ Ἀριστοτέλει (Πολιτικὰ 1310 α, 13): «Ὄφελος παρ’ οὐδὲν τῶν ὠφελιμωτάτων, εἰ μὴ ἔσονται εἰθισμένοι καὶ πεπαιδευμένοι ἐν τῇ πολιτείᾳ, εἰ ἡμῖν οἱ νόμοι δημοτικοί, δημοτικῶς, εἰ δὲ ὀλιγαρχικοί, ὀλιγαρχικῶς». Ἐν τῇ ἐκδοχῇ ταύτῃ ἀπαντᾷ ἡ λέξις καὶ ἐπὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς γίνεται τοῦτο δῆλον καὶ ἐκ τοῦ πρώτου περὶ αὐτῆς νόμου ἐν Ἑλλάδι τοῦ 1834, καθ’ ὃν (ἄρθρ. 1) «εἰς ἕκαστον δημοτικὸν ἢ τοῦ λαοῦ σχολεῖον θέλουν διδάσκεσθαι κτλ.» Ἐν τοιαύτῃ σημασίᾳ καλεῖται τὸ δημοτικὸν σχολεῖον καὶ ἐν Γερμανίᾳ VolksSchule, ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ δ’ ἐλήφθη καὶ ὁ σχετικὸς ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1834 ὅρος. Ἀλλ’ εἰς τίνα ἀνήκει ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις, ὡς τοιαύτη; εἰς τοὺς δήμους, ὡς νομίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις, Κύριοι, ἥτις δὲν εἶναι μόνον μετάδοσις τῶν πρώτων γνώσεων, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ ἀγωγή, ἀνήκει κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον εἰς τὴν οἰκογένειαν, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον εἰς τὴν κοινότητα, εἰς τὸν δῆμον, εἰς τὴν ἐπαρχίαν, εἰς τὸν νομόν. Ἀλλ’ ὑπεράνω ὅλων τούτων τῶν κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν συνδέσμων ἵσταται, ὡς κέντρον συνεκτικόν, τὸ Κράτος. Βεβαίως ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἑκάστη οἰκογένεια νὰ μεταδίδῃ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν εἰς τὰ τέκνα της, οὔτε ἡ κοινότης, οὔτε ὁ δῆμος, οὔτε ἄλλος τις θὰ εἶχε νὰ προνοήσῃ περὶ αὐτῆς. Ἀλλὰ πόσαι οἰκογένειαι δύνανται νὰ πράξωσι τοῦτο; Καὶ ὁ πρῶτος ἐνδιαφερόμενος μετὰ τὴν οἰκογένειαν εἶναι ἡ κοινότης, ἥτις ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ πρόνοιαν, ὅπως τὰ μέλη αὐτῆς ἀποκτῶσι τὰς στοιχειώδεις γνώσεις, τὰς ἀπαιτουμένας εἰς τὸν βίον. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἡ κοινότης δὲν ᾖναι εἰς θέσιν νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐπέρχεται ἐπίκουρος ὁ δῆμος, ἐπέρχονται ἐπίκουροι οἱ ἄλλοι πολιτικοὶ σύνδεσμοι, καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις ἡ Πολιτεία, ἥτις διὰ τοῦτο ἓν τῶν κυριωτάτων μελημάτων της ὀφείλει νὰ θεωρῇ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν τῶν πολιτῶν, ἔχουσα καὶ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν καὶ διοίκησιν αὐτῆς. Δὲν εἶναι γνώμη, Κύριοι, ἀτομική μου αὕτη. Ἤδη παρὰ τοῖς πάλαι Ἕλλησιν, οἵτινες ἐθεώρουν τὸν πολίτην μόριον τῆς πολιτείας καὶ εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ἡ παίδευσις αὐτοῦ δὲν ἀφορᾷ εἰς αὐτὸν μόνον, ὡς ἄτομον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πολιτείαν, ὡς ὅλον, ἀπαντᾷ ἡ γνώμη αὕτη, ὡς ἐγὼ διετύπωσα αὐτήν. Κατὰ τὸν Πλάτωνα, εἰς τὴν πολιτείαν ἐπιβάλλεται νὰ ἱδρύῃ καὶ συντηρῇ γυμνάσια καὶ διδασκαλεῖα κοινὰ καὶ νὰ παιδεύῃ ἐξ ἀνάγκης «πάντ’ ἄνδρα καὶ παῖδα κατὰ τὸ δυνατὸν, ὡς τῆς πόλεως μᾶλλον ἢ τῶν γεννητόρων ὄντας», τὸ αὐτὸ δὲ ἰσχύει καὶ ὡς πρὸς τὸ γυναικεῖον φῦλον, τὰς θηλείας, (Νόμ. Ζʹ 804, C. D. E.). Κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ, «εὖ μὲν τραφέντων καὶ τρεφομένων τῶν νέων, πάντα ἡμῖν κατ’ ὀρθὸν πλεῖ’ μὴ δὲ, μήτ’ εἰπεῖν ἄξιον οὐθ’ ἡμεῖς λέγομεν» (αὐτ. 813 D.). Κατὰ δὲ τὸν Σταγειρίτην φιλόσοφον (Πολιτ. Θʹ 1337 α, 11), «ὅτι μὲν οὖν τῷ νομοθέτῃ μάλιστα πραγματευτέον περὶ τὴν τῶν νέων παιδείαν, οὐδεὶς ἂν ἀμφισβητήσειεν· καὶ γὰρ ἐν ταῖς πόλεσιν, οὐ γιγνόμενον τοῦτο, βλάπτει τὰς πολιτείας». Καὶ (Πολιτ. α, 21): «Ἐπεὶ δ’ ἓν τὸ τέλος τῇ πόλει πάσῃ, φανερὸν ὅτι καὶ τὴν παιδείαν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἀναγκαῖον εἶναι πάντων καὶ ταύτης τὴν ἐπιμέλειαν εἶναι κοινὴν καὶ μὴ κατ’ ἰδίαν». Καὶ παρὰ τοῖς νεωτέροις, Κύριοι, ἡ αὐτὴ ἐπικρατεῖ γνώμη, ὅτι ὑπεράνω τῆς οἰκογενείας, ὑπεράνω τῆς κοινότητος, ὑπεράνω τῶν δήμων καὶ τῶν διαφόρων πολιτικῶν συνδέσμων ἵσταται ἡ Πολιτεία, ἥτις ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς μορφώσεως τῆς στοιχειώδους τῶν μελλόντων αὐτῆς πολιτῶν. Ἤδη ὁ μέγας μεταῤῥυθμιστὴς τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως Λούθηρος ὁμολογεῖ, ὅτι ἡ πρώτη παίδευσις εἶναι ἔργον τῶν γονέων, ἀλλ’ ἐρωτᾷ (ἀναγινώσκει): «Καὶ ἂν οἱ γονεῖς ὀλιγώρως ἔχωσι πρὸς τοῦτο, τίς ἄρα θὰ τὸ ἐκτελέσῃ; Πρέπει διὰ τοῦτο νὰ μὴ ληφθῇ πρόνοιά τις περὶ τοῦ πράγματος καὶ νὰ ἐγκαταλειφθῶσι τὰ τέκνα εἰς τὴν τύχην των; Ἀλλὰ πῶς δύναται τότε νὰ δικαιολογηθῇ ἡ Πολιτεία, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον της;... Εἰς τὴν Πολιτείαν λοιπὸν προσήκει νὰ φροντίσῃ τὰ μάλιστα καὶ νὰ ἐπιμεληθῇ τῆς νεότητος... Αὐτὴ ὀφείλει νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, μὴ φειδομένη τῆς πρὸς τοῦτο δαπάνης, ὅπως μορφώνῃ καλοὺς πολίτας καὶ χριστιανούς». (Karl Raumer, Geschichte der Paedagogik Ι. σελ. 119). Τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχουσιν ἔκτοτε καὶ πάντες οἱ κορυφαῖοι τῶν παιδαγωγῶν καὶ σχολικῶν ἀνδρῶν. Τοιοῦτο πνεῦμα διήκει καὶ δι’ ὅλης σχεδὸν τῆς νεωτέρας νομοθεσίας. Ἐπικαλοῦμαι πρὸς τοῦτο τὸ παράδειγμα δύο χωρῶν, τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Γερμανίας, αἵτινες ἔχουσι τὴν σήμερον τὴν ἡγεσίαν ἐν τοῖς ἐκπαιδευτικοῖς ζητήμασιν. Ἐν Γαλλίᾳ διὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς συμβάσεως πρὸς τὸν Πάπαν (Concordat) τῆς 18 Ἀπριλίου 1808, ἀφαιρεθεῖσα ἐκ τῆς δικαιοδοσίας τῆς Ἐκκλησίας, ὑπήχθη εἰς τὴν ἐποπτείαν καὶ διοίκησιν τοῦ Κράτους ἡ ὅλη ἐκπαίδευσις, τυγχάνουσα ἔκτοτε τῆς ἰδιαιτέρας αὐτοῦ μερίμνης. Ἐν Πρωσσίᾳ, κατὰ τὸ κρατοῦν ἐκεῖ δίκαιον, «τὰ σχολεῖα εἶναι ἱδρύματα τοῦ Κράτους» (Das allgemeine Laudrecht Theil Ι. Tit. 12 § 1), καὶ «ὁ διορισμὸς τῶν διδασκάλων ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος» (αὐτ. § 59). Ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ, Κύριοι, μακρὸς καὶ πεισματώδης διεξήχθη ἀγών, ἐὰν ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Ἐκκλησίας. Τοιαύτην ἀξίωσιν ἤγειρεν ἰδίᾳ ἡ Παπικὴ Ἐκκλησία, ἥτις, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ ὅτι αὐτὴ ἔχει νὰ διαπαιδαγωγήσῃ τοὺς πιστοὺς εἰς τὴν πίστιν εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ἀρετῆς καθ’ ὅλον αὐτῶν τὸν βίον, ἠθέλησε νὰ ὑπαγάγῃ ὑπὸ τὴν ἄμεσον δικαιοδοσίαν της, ἢ καὶ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν της, τὴν ὅλην παιδείαν, μάλιστα δὲ τὴν στοιχειώδη, ἥτις εἶναι ἐν ταὐτῷ ἀγωγή. Ἀλλ’ ἡ Πολιτεία, ζηλοτύπως ἐχομένη τῶν δικαιωμάτων της καὶ ἐπὶ τῆς παιδείας καθόλου καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀγωγῆς τῶν πολιτῶν, ἀπέκρουσε πάντοτε ἐῤῥωμένως τὴν ἐπέμβασιν τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίᾳ τῆς παπικῆς, ἥτις, ἰδίους σκοποὺς καὶ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ ἐπιδιώκουσα, ἀντιστρατεύεται πολλάκις πρὸς τὴν Πολιτείαν, ἠνέχθη δὲ μόνον τὴν ἐποπτείαν αὐτῆς ὑπὸ περιορισμοὺς πολλούς, καὶ δὴ ὑπὸ θρησκευτικὴν μόνον ἔποψιν. Ἀλλὰ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τῆς ὅλης ἐκπαιδεύσεως, μάλιστα δὲ τῆς στοιχειώδους, θεωρεῖ αὐτὴ παντοῦ καὶ πάντοτε ἴδιον ἀναπαλλοτρίωτον δικαίωμα καὶ καθῆκον. Τοῦτο συμβαίνει παρ’ ὅλοις τοῖς πεπολιτισμένοις λαοῖς, οὐδ’ αὐτῆς τῆς Ἀγγλίας, οὐδ’ αὐτῶν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Β. Ἀμερικῆς ἐξαιρουμένων. Μόνον παρ’ ἡμῖν ἐπέπρωτο νὰ ἐπιζητῆται ἐν λήγοντι ΙΘʹ αἰῶνι ἡ καθιέρωσις τοῦ καινοφανοῦς καὶ παραδόξου τῷ ὄντι δόγματος, καθ’ ὃ (ἀναγινώσκει) «ἡ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον ἀνατεθειμένη ἐποπτεία ἐπὶ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων.... ἐνασκεῖται τοῦ λοιποῦ.... διὰ τῶν κατὰ νομὸν ἐποπτικῶν συμβουλίων», ὡς γίνεται τοῦτο διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου (ἄρθρ. 33). Ἀλλὰ ποῦ τότε τὸ ἑνιαῖον καὶ ὁμοιόμορφον ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει; Τοῦτο εἶναι πρώτιστος καὶ ἀπαραίτητος ὅρος ἰδίᾳ παρὰ λαοῖς, οἵτινες ἔχουσιν ἐθνικὰ ἰδεώδη καὶ ὀφείλουσι νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν πραγμάτωσιν αὐτῶν. Παρὰ τοῖς λαοῖς τούτοις τὸ Κράτος εἶναι τὸ κέντρον πάσης πνευματικῆς κινήσεως, ἡ κεφαλὴ, ἡ ἐποπτεύουσα καὶ διέπουσα τὴν ὅλην ἐκπαίδευσιν καὶ ἰδίᾳ τὴν στοιχειώδη. Οὕτω πως μόνον ἡ παιδεία καὶ ἡ ἀγωγὴ καθίσταται ἐθνικὴ, οὕτω πως μόνον, ἤτοι ὑπὸ τὴν ἑνιαίαν τοῦ Κράτους διεύθυνσιν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπνευσθῶσι γενναῖα καὶ ὑψηλὰ φρονήματα εἰς λαόν τινα, καὶ νὰ διαπαιδαγωγηθῇ οὗτος εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν του πόθων. Τοῦτο διδάσκει ἡμᾶς ἡ πεῖρα ἄλλων λαῶν, οἵτινες ὑπὸ τοιαύτην ἑνιαίαν καὶ ὁμοιόμορφον παίδευσιν διαπαιδαγωγηθέντες ἐμεγαλούργησαν. Τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν σήμερον, ὅτι οἱ Γερμανοί, ὑπὸ τοιαύτην ἐκπαίδευσιν ἀνδρωθέντες, ἤχθησαν εἰς τὰς νίκας τῆς Σαδόβας καὶ τοῦ Σεδὰν, εἰς τὴν πραγμάτωσιν τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ των ἰδεώδους; Τοιαύτη ἐκπαίδευσις ἐπιβάλλεται τὴν σήμερον κατ’ ἐξοχὴν εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας, ἂν θέλωμεν νὰ πληρώσωμέν ποτε καὶ ἡμεῖς τὸ μέγα ἐθνικὸν ἡμῶν ἰδεῶδες, ἂν δὲν θέλωμεν ν’ ἀποβάλωμεν πᾶσαν ἐθνικὴν συνείδησιν καὶ νὰ συνεξομοιωθῶμεν πρὸς αὐτοὺς τοὺς Ἑβραίους.

§113ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ λέγει τὸ ἄρθρον, τὸ ἑνιαῖον καθιεροῖ.

§114ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τουναντίον ἀνατρέπει τὸ μέχρι τοῦδε ἑνιαῖον, ἀφοῦ ὑποκαθιστᾷ εἰς τὴν ἑνότητα τῆς ἐποπτείας καὶ διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τοὺς ἑκασταχοῦ ἐπιθεωρητὰς, δίκην τοπαρχῶν, οἵτινες θὰ ἐνεργῶσι μετὰ τῶν ἐποπτικῶν συμβουλίων αὐτοβούλως, ἄνευ ἀμοιβαίας συνοχῆς, ἄνευ ἀληθοῦς συνοχῆς πρὸς τὸ κέντρον. Ποῦ λοιπὸν τὸ ἑνιαῖον ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώσει;

§115ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ....

§116ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ μή με διακόπτετε ἀκαίρως. Μετ’ ὀλίγον, ὅταν ἐπιστῇ ἡ κατάλληλος ὥρα, θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἐν πάσῃ δυνατῇ ἀκριβείᾳ, οὕτως ὥστε νὰ μὴ μείνῃ εἴς τινα ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου. Τό γε νῦν ἔχον, σᾶς ἀπέδειξα, νομίζω, Κύριοι, ὅτι καὶ ἡ τρίτη αἰτιολογικὴ τοῦ νομοσχεδίου βάσις οὐδεμίαν ἔχει ὑπόστασιν. Ὑπολείπεται νῦν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν δι’ αὐτοῦ πληροῦνται τῳόντι ἀληθεῖς ἀνάγκαι τῆς στοιχειώδους ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως, ὡς ἐπαγγέλλεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔχων ἐν τούτῳ σύμφωνον καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἢ τουναντίον καταλύεται καὶ πᾶν ὅ,τι καλὸν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ αὐτή. Πρὸς τοῦτο ὅμως ἐπάναγκες νομίζω νὰ ἐπισκοπήσω διὰ βραχέων τὴν μέχρι τοῦδε νομοθετικὴν ἐργασίαν ἐν τῇ στοιχειώδει ἡμῶν ἐκπαιδεύσει, καὶ νὰ παράσχω ὑμῖν ὅσον οἷόν τε πιστὴν εἰκόνα τῆς νῦν καταστάσεώς της. Ἤδη ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Κυβερνήτην ἐγένετο ἡ πρώτη λελογισμένη ἐνέργεια πρὸς εἰσαγωγὴν ἐν Ἑλλάδι τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τότε κρατούσης ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ ἀλληλοδιδακτικῆς μεθόδου, ἐξελληνισθέντος ἐπὶ τούτῳ τοῦ ὁδηγοῦ τοῦ Γάλλου Σαραζίνου. Ὑπὸ τὸν Κυβερνήτην ἱδρύθησαν καὶ τὰ πρῶτα διδακτήρια, παραμένοντα ἔτι καὶ νῦν τὰ μόνα σχεδὸν δημόσια διδακτήρια ἐν Ἑλλάδι. Τὰ τῆς στοιχειώδους ὅμως ἐκπαιδεύσεως ἐσυστηματοποιήθησαν τὸ πρῶτον διὰ τοῦ καταστατικοῦ, οὕτως εἰπεῖν, νόμου αὐτῆς, τοῦ Διατάγματος τῆς 6/18 Φεβρουαρίου τοῦ 1834, ὅπερ ὀφείλεται εἰς τὴν Ἀντιβασιλείαν. Κατ’ αὐτὸ ὁρίζονται τὰ διδακτέα μαθήματα ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις καὶ τὰ τῶν ἐξετάσεων τῶν μαθητῶν ἐν αὐτοῖς, ἀνατίθεται δὲ εἰς τοὺς δήμους ἡ συντήρησις τούτων, ἐπιφυλαττομένου τοῦ Κράτους νὰ συστήσῃ καὶ συντηρήσῃ καὶ δημόσια τοιαῦτα, ὅπου οἱ πόροι τῶν δήμων θὰ ἦσαν ἀνεπαρκεῖς πρὸς τοῦτο (ἄρθρ. 1–5, 56, 57 καὶ 59). Γίνεται ἰδιαίτερος λόγος περὶ σχολείων τῶν θηλέων (ἄρθρ. 58) καὶ περὶ ἰδιωτικῶν σχολείων (ἄρθρ. 60–64). Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις καθίσταται ὑποχρεωτικὴ, ἀπὸ τοῦ 5 συμπεπληρωμένου μέχρι τοῦ 12 συμπεπληρωμένου ἔτους τῆς ἡλικίας, ὅπου ἂν ὑπάρχωσι σχολεῖα, ἐξαναγκαζομένων τῶν γονέων διὰ προστίμου μέχρι 50 δραχμῶν, ἵν’ ἀποστέλλωσι τὰ τέκνα των εἰς αὐτὰ (ἄρθρ. 6 καὶ 7). Οἱ διδάσκαλοι ὑποδιαιροῦνται εἰς τρεῖς τάξεις: αʹ) εἰς νομαρχιακοὺς καὶ ἐπαρχιακοὺς διδασκάλους, βʹ) εἰς ὑποδιδασκάλους τούτων καὶ διδασκάλους δήμων δευτέρας τάξεως καὶ γʹ) εἰς διδασκάλους δήμων τρίτης τάξεως, καθοριζομένων ἰδίων προσόντων ἐφ’ ἑκάστης αὐτῶν καὶ μισθῶν, ἐπὶ μὲν τῶν νομαρχιακῶν 100 δραχ. κατὰ μῆνα, ἐπὶ δὲ τῶν ἐπαρχιακῶν 90, ἐπὶ δὲ τῶν ὑποδιδασκάλων καὶ διδασκάλων τῶν δήμων βʹ τάξεως 80 καὶ ἐπὶ τῶν διδασκάλων τῶν δήμων γʹ τάξεως 50, καὶ διδάκτρων τῶν μαθητῶν μηνιαίων πρὸς 10–50 λεπτὰ, καταβαλλομένων αὐτοῖς ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου καὶ εἰσπραττομένων παρὰ τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων (ἄρθρ. 8–12 καὶ 23–27). Ἀναγράφονται τὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα αὐτῶν, τῶν μὲν νομαρχιακῶν διδασκάλων καθισταμένων ἐπιθεωρητῶν τῶν σχολείων τοῦ νομοῦ, τῶν δ’ ἐπαρχιακῶν τῶν τῆς ἐπαρχίας καὶ ἐπισκεπτομένων πρὸς τοῦτο αὐτὰ καθ’ ἑξαμηνίαν (ἄρθρ. 18–22). Λαμβάνεται πρόνοια περὶ συντάξεως αὐτῶν καὶ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν των (31–34). Συνιστᾶται τὸ πρῶτον Διδασκαλεῖον, ὑπὸ διευθυντὴν τὸν γενικὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων, πρὸς μόρφωσιν τῶν μελλόντων διδασκάλων, ἐν αὐτῷ δὲ ὑφίστανται τὴν δοκιμασίαν καὶ οἱ θέλοντες νὰ διορισθῶσιν ἐν ἀρχῇ διδάσκαλοι καὶ αἱ διδασκάλισσαι, καὶ καθιεροῦνται καὶ ἐπὶ τῶν ἀποφοίτων τοῦ Διδασκαλείου δεύτεραι ἐξετάσεις, δι’ ὧν τὸ Κράτος ἐζήτει νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι οἱ ἅπαξ διοριζόμενοι διδάσκαλοι δὲν γίνονται χείρονες, ἀλλὰ βελτίονες ἑαυτῶν (ἄρθρ. 65–82). Καθιστῶνται ἐπιθεωρητικαὶ ἐπιτροπαί: αʹ) ἐπιτόπιοι, ἔχουσαι τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν τῶν ἑκασταχοῦ σχολείων καὶ προνοοῦσαι περὶ τῶν ἀμέσων αὐτῶν ἀναγκῶν, ἀπαρτιζόμεναι δ’ ἐκ τοῦ δημάρχου, ὡς προέδρου, ἑνὸς τῶν ἐφημερίων, διοριζομένου ὑπὸ τοῦ νομάρχου, καὶ 2–4 μελῶν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου (ἄρθρ. 34–37)· βʹ) ἐπαρχιακαὶ, ἀπαρτιζόμεναι ἐκ τοῦ ἐπάρχου, ὡς προέδρου, τοῦ εἰρηνοδίκου, ἑνὸς κληρικοῦ καὶ ἑνὸς ἑλληνοδιδασκάλου, διοριζομένων παρὰ τοῦ νομάρχου, καὶ 2–4 πολιτῶν, διοριζομένων ὑπὸ τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου (ἄρθρ. 40)· γʹ) νομαρχιακαὶ, ἀπαρτιζόμεναι ἐκ τοῦ νομάρχου, ὡς προέδρου, ἐκ τοῦ προέδρου τοῦ δικαστηρίου, ἐξ ἑνὸς κληρικοῦ, διοριζομένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἐξ ἑνὸς καθηγητοῦ τοῦ Γυμνασίου καὶ ἐκ 2–4 πολιτῶν, διοριζομένων ὑπὸ τοῦ νομαρχιακοῦ συμβουλίου (ἄρθρ. 39). Ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν ἐπαρχιακῶν ἐπιτροπῶν διατελοῦσι τὰ σχολεῖα τῆς ἐπαρχίας, ὑπὸ δὲ τὴν ἐποπτείαν τῶν νομαρχιακῶν τὰ τοῦ νομοῦ σχολεῖα καὶ αἱ ἐπιτόπιοι ἐπιτροπαί. Αἱ ἐπαρχιακαὶ καὶ αἱ νομαρχιακαὶ ἐπιτροπαὶ διενεργοῦσιν ἐπιθεώρησιν τῶν ἐπιτοπίων ἐπιτροπῶν καὶ τῶν σχολείων τῆς δικαιοδοσίας των καθ’ ἑξάμηνον δι’ ἰδίων ἀπεσταλμένων, ἐπιβάλλουσαι ποινὰς ἐπὶ τῶν διδασκάλων, καὶ ἐπικυροῦσαι ἢ ἀκυροῦσαι τὰς ὑπὸ τῶν ἐπιτοπίων ἐπιτροπῶν ἐπιβαλλομένας ποινὰς, καθοριζομένων ἀκριβῶς τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων αὐτῶν (ἄρθρ. 38 καὶ 41–50). Ἀλλ’ ἡ ὑπερτάτη ἐποπτεία καὶ διεύθυνσις καὶ τῶν διαφόρων ἐπιθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν καὶ τῶν σχολείων ἐπιφυλάσσεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἡ δ’ ἐποπτεία αὕτη καὶ διεύθυνσις καθορίζεται ἀκριβῶς, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ὑπολείπηται ἀμφιβολία τις, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ κέντρον τὸ συνεκτικὸν, τὸ κινοῦν καὶ ἐμψυχοῦν τὴν ὅλην στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν (ἄρθρ. 51–55). Ὁ νόμος, Κύριοι, τοῦ 1834 εἶναί τι ἄρτιον καθ’ ἑαυτὸν, συνταχθεὶς τότε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τελειοτέρων σχετικῶν νομοθετημάτων ἄλλων χωρῶν, ἰδίᾳ τῆς Βαυαρίας. Ὡς τοιοῦτος δὲν ἠδύνατο βεβαίως νὰ ἦναι αὐτὸς προσηρμοσμένος ἐν πᾶσιν εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς, οὐδὲ νὰ ἀνταποκρίνηται ὁλοσχερῶς εἰς τὰς τότε ἐκπαιδευτικὰς ἡμῶν ἀνάγκας, εἰς τὴν τότε κοινωνικὴν καὶ πολιτικὴν ἡμῶν κατάστασιν. Καὶ οὕτως ὅμως ὁ νόμος ἐκεῖνος δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πρότυπον παντὸς μεταγενεστέρου νομοθετήματος ἡμῶν περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, εἶναι δὲ ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀνώτερος, ὡς θὰ ἴδωμεν βραδύτερον, τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ κατ’ εἶδος καὶ καθ’ ὕλην, καὶ ὑπὸ ἔποψιν τυπικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν πραγματικήν. Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι δὲν κατωρθώθη ἔκτοτε νὰ ἀναθεωρηθῇ καὶ προσαρμοσθῇ εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς ὁ νόμος ἐκεῖνος, τὴν δὲ ἀκηδείαν καὶ ὀλιγωρίαν τῶν πάλαι Κυβερνήσεων, ὡς πρὸς τοῦτο, δύναται νὰ δικαιολογήσῃ πως μόνον τὸ κακότεχνον καὶ κακόζηλον τοῦ νῦν ὑποβληθέντος εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου. Ὁ νόμος τοῦ 1834 ἀπέτυχεν, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς πληρωμῆς τοῦ μισθοῦ τῶν δημοδιδασκάλων. Τὴν πληρωμὴν ταύτην, ὡς καὶ τὴν τῶν διδάκτρων, ἀνέθετεν αὐτὸς εἰς τοὺς δήμους. Ἀλλ’ οἱ δῆμοι ἐν ἀρχῇ ἦσαν μικροὶ καὶ ἀνεπαρκεῖς ὅλως. Καὶ μετὰ τὸν περιορισμὸν δὲ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, τὸν ἐπιτευχθέντα διὰ τῆς συγχωνεύσεως πολλῶν δήμων ἐν ἔτει 1840, καὶ πάλιν οἱ πόροι αὐτῶν δὲν ἐπήρκουν, ἵνα καλύψωσι καὶ τὰς ἄλλας δαπάνας των καὶ τὴν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ χώρα, ἐξελθοῦσα τότε μόλις πρὸ ὀλίγου ἐκ μακροῦ καταστρεπτικοῦ πολέμου, διετέλει ἔτι ἐν οἰκτρᾷ οἰκονομικῇ καταστάσει, ἥτις οὔτε εἰς τοὺς δήμους, οὔτε εἰς τοὺς ἰδιώτας ἐπέτρεπε νὰ καταβάλλωσι τακτικῶς καὶ ἀνελλιπῶς τὰς πρὸς τοὺς δημοδιδασκάλους ὀφειλάς των· διὸ πολλοὶ τούτων ἢ ἔμενον εἰς τὰς θέσεις των, διάγοντες βίον ἀβίωτον, ἢ ἐγκατέλειπον αὐτὰς, ἐπιζητοῦντες ἄλλο στάδιον βιοποριστικόν. Εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην ἔμελλε νὰ θέση ἓν τέρμα ὁ νόμος ΤΛΗʹ τῆς 12 Ἀπριλίου 1856 «περὶ προκαταβολῶν τῶν μισθοδοσιῶν τῶν δημοδιδασκάλων καὶ δημοδιδασκαλισσῶν», καθ’ ὃν προκατεβάλλοντο ἐφεξῆς οἱ μισθοὶ τούτων ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀπολαμβάνοντος αὐτοὺς ἐκ τῶν πρώτων εἰσπράξεων τῶν δημοτικῶν ἐσόδων. Οὕτως ἐξησφαλίσθη πως ἡ οἰκονομικὴ θέσις τῶν δημοδιδασκάλων. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀρχικὸς αὐτῶν μισθός, ἐν τῷ μέσῳ μάλιστα τῶν δυσκολιῶν, ἃς ἀπήντων κατὰ τὴν πληρωμὴν τῶν διδάκτρων, ἦτο ὅλως ἀνεπαρκὴς διὰ τὰς προϊούσας βιωτικὰς ἀνάγκας, ἐδέησε διὰ μὲν τοῦ Διατάγματος τῆς 24 Ἰανουαρίου 1856 ν’ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς τῶν διδασκάλων γʹ τάξεως ἐκ 50 εἰς 60 δραχ. κατὰ μῆνα, διὰ δὲ τοῦ νόμου ΦΛϚʹ τῆς 26 Μαΐου τοῦ 1859 «περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κτλ.» εἰς μὲν τοὺς πρωτοβαθμίους νομαρχιακοὺς δημοδιδασκάλους νὰ χορηγηθῇ μηνιαῖον ἐπιμίσθιον ἐκ 10 δραχ., εἰς αὐτοὺς δὲ καὶ τοὺς ἐπαρχιακοὺς πρωτοβαθμίους δημοδιδασκάλους νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ ἀνὰ 10 δραχ. τὸν μῆνα κατὰ πᾶσαν πενταετίαν μέχρι 40 δραχ. ἐν συνόλῳ. Διὰ τοῦ νόμου ΧΘʹ τῆς 11 Ἰανουαρίου 1878 «περὶ συστάσεως τοῦ Διδασκαλείου ἐν Ἀθήναις» καθωρίσθη ὁ μισθὸς τῶν ἀποφοίτων ἐξ αὐτοῦ δημοδιδασκάλων, τῶν μὲν πρωτοβαθμίων εἰς 140, τῶν δὲ δευτεροβαθμίων εἰς 100 καὶ τῶν τριτοβαθμίων εἰς 80, εἰς δὲ τοὺς πρωτοβαθμίους διδασκάλους, τοὺς διευθυντὰς σχολείων ἐν Ἀθήναις, Πάτραις, Κερκύρᾳ, Ἑρμουπόλει — παρεισάκτως δὲ καὶ ἄνευ νόμου ἢ Διατάγματος καὶ ἐν Πειραιεῖ — μηνιαῖον ἐπιμίσθιον ἐκ 40 δραχ. Διὰ τοῦ νόμου ΑΡΠΔʹ τῆς 17 Ἀπριλίου 1884 «περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δημοδιδασκάλων» εἰς τὴν αὐτὴν μισθοδοσίαν πρὸς τοὺς ἀποφοίτους τοῦ νέου Διδασκαλείου Ἀθηνῶν ὑπήχθησαν καὶ πάντες οἱ πρὸ τοῦ 1880 λαβόντες πτυχίον δημοδιδάσκαλοι, μετὰ εὐδόκιμον ἄσκησιν περὶ τὴν συνδιδακτικὴν μέθοδον. Διὰ τοῦ νόμου ᾼΣΞΓʹ τῆς 26 Ἰουλίου 1885 «περὶ καταργήσεως τῶν διδάκτρων ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις κτλ.», καταργηθέντων τῶν διδάκτρων, καθιερώθη ἡ κατὰ πενταετίαν αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν διδασκάλων κατὰ 10 δραχ. τὸν μῆνα, μὴ δυναμένη ὅμως νὰ ὑπερβῇ τὸ ἥμισυ τοῦ ἀρχικοῦ μισθοῦ. Οἱ διδάσκαλοι ἐδικαιοῦντο νὰ λαμβάνωσι καὶ δι’ ἐνοίκιον κατὰ μῆνα, οἱ μὲν πρωτοβάθμιοι διευθυνταὶ ἐν Ἀθήναις, Κερκύρᾳ, Πάτραις, Σύρῳ καὶ Πειραιεῖ δραχ. 41.60, ἐν δὲ ταῖς λοιπαῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν 33.30, οἱ δὲ ἄλλοι ἐν μὲν ταῖς πρωτευούσαις τῶν ἐπαρχιῶν 25 καὶ ἀλλαχοῦ 10 μόνον. Διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ τῆς 12 Αὐγούστου 1892 «περὶ τοῦ διοργανισμοῦ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως» διετηρήθησαν μὲν μόνον αἱ κατὰ πενταετίαν προσαυξήσεις τοῦ νόμου ᾼΣΞΓʹ, κατηργήθησαν δὲ τὰ ἄλλα ἐπιμίσθια καὶ τὰ ἐνοίκια, καὶ καθωρίσθη ὁ μισθὸς ἑκασταχοῦ τοῦ Κράτους ἐπὶ μὲν τῶν πρωτοβαθμίων δημοδιδασκάλων εἰς 150 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἐπὶ δὲ τῶν δευτεροβαθμίων εἰς 120 καὶ ἐπὶ τῶν τριτοβαθμίων εἰς 100, ἐπὶ δὲ τῶν πρωτοβαθμίων διδασκαλισσῶν εἰς 120, ἐπὶ τῶν δευτεροβαθμίων εἰς 110 καὶ ἐπὶ τῶν τριτοβαθμίων εἰς 100, ἐπετράπη δὲ ἐπὶ μόνων τῶν πρωτοβαθμίων ἡ προσαύξησις κατὰ 10 δραχμὰς, ἐὰν οὗτοι, ὑφιστάμενοι δοκιμαστικὴν ἐξέτασιν, ἀπεδεικνύοντο ἄξιοι τοῦ βαθμοῦ των. Ταχέως, Κύριοι, αἱ περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1834 παρεδόθησαν εἰς λήθην ὑπὸ τῶν ἐχόντων συμφέρον εἰς τοῦτο. Καὶ μέχρι μὲν τῆς Μεταπολιτεύσεως αἱ μεταθέσεις καὶ αἱ παύσεις αὐτῶν ἐξηρτῶντο ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων, παχυνομένου ἐκ τῆς καταχρήσεως τῆς τοιαύτης ἐξουσίας. Ἀφ’ ὅτου δὲ μετὰ τὴν Μεταπολίτευσιν ἤρξατο νὰ ἐπικρατῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ κοινοβουλευτισμὸς, οἱ διδάσκαλοι εὑρέθησαν ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς ἐπιδρομὰς τοῦ ἑκάστοτε κρατοῦντος φατριασμοῦ, ἀναλόγως τῶν ἀξιώσεων τοῦ ὁποίου μετετίθεντο ἢ ἀπελύοντο, ὑπὸ διαφόρους προφάσεις, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ὅμως ἄνευ λόγου ἀποχρῶντος. Ἐν πάσῃ ὥρᾳ τοῦ ἔτους ἐγίνοντο διδασκαλικαὶ μεταβολαὶ, ἤρκει μόνον ν’ ἀπαιτήσωσιν αὐτὰς οἱ ἰσχυροὶ τῆς ἡμέρας. Τὸ κακὸν εἶχε κορυφωθῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐδέησε νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος ΥΗʹ τῆς 27 Μαΐου 1871 «περὶ τῆς μὴ μεταθέσεως καθηγητῶν καὶ διδασκάλων, διαρκοῦντος τοῦ σχολικοῦ ἔτους.» Πλὴν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, αἱ διδασκαλικαὶ μεταβολαὶ ἐπετρέποντο καὶ διενηργοῦντο ἀθρόαι μόνον ἐν καιρῷ τῶν διακοπῶν τῶν μαθημάτων. Τὸν νόμον αὐτὸν ἠθέλησε νὰ συμπληρώσῃ ὁ νόμος ᾼΦΝΗʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 «περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν, παύσεως καὶ μεταθέσεως τῶν δημοδιδασκάλων ἀμφοτέρων τῶν φύλων», καθ’ ὃν οὔτ’ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους οὔτε μετὰ τὸ τέλος αὐτοῦ ἐπετρέποντο διδασκαλικαὶ μεταβολαὶ, εἰμὴ μόνον ὡς ποιναὶ, ἐπιβαλλόμεναι εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις. Μία τῶν περιπτώσεων τούτων ἦτο ἐκείνη, καθ’ ἣν, ἐὰν δι’ ἐκτάκτου ἐπιθεωρητοῦ ἐβεβαιοῦτο, ὅτι ἦτό τις ἀνίκανος ἢ ἀμελής, ἢ διῆγε βίον ἀναξιοπρεπῆ, ἀπελύετο τῆς θέσεώς του. Ἡ διάταξις αὕτη ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς πολλὰς καταχρήσεις, ἰδίᾳ λήγοντος τοῦ 1890 καὶ ἀρχομένου τοῦ 1891 ἔτους. Εἶχον διορισθῆ τότε ἔκτακτοι ἐπιθεωρηταὶ, οἵτινες, ἁπλῶς ἐπισκεπτόμενοι διάφορα σχολεῖα, ὑπέγραφον συνήθως ἑτοίμους ἐκθέσεις, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἐπαύοντο οἱ ἀπαρέσκοντες εἰς τὴν τότε κρατοῦσαν φατρίαν. Ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν μάλιστα ἐκείνην ἠγέρθησαν ἀμφιβολίαι, ἐὰν διὰ τοῦ νόμου ᾼΦΝΗʹ κατηργήθη τῳόντι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ΥΗʹ νόμου, τοῦ ἐπιτρέποντος τὰς ἀθρόας διδασκαλικὰς μεταβολὰς κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ἐρωτηθέντος δὲ περὶ τούτου καὶ ἀπαντήσαντος ἀποφατικῶς τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἤρξαντο αὖθις ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου αἱ τοιαῦται μεταβολαὶ, δι’ ἃς κόπτεται νῦν καὶ ψάλλει ἱερεμιάδας ὁ καὶ τότε καὶ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως! Τὸ ἐν ἔτει 1834 ἱδρυθὲν πρῶτον καὶ μόνον Διδασκαλεῖον ἐν Ἑλλάδι, λειτουργῆσαν μέχρι τοῦ ἔτους 1864, κατηργήθη τοῦτο μὲν, διότι κατὰ τὰ τελευταῖα αὐτοῦ ἔτη οἱ καρποί του δὲν ἦσαν γενναῖοι, τοῦτο δὲ, διότι ἐθεωροῦντο ἱκανοὶ διὰ τὰ ὑπάρχοντα τότε σχολεῖα οἱ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀποφοιτήσαντες ἐξ αὐτοῦ διδάσκαλοι. Ἔκτοτε αἱ μὲν ὑποψήφιοι διδασκάλισσαι ἐξητάζοντο ἐν τῷ Ἀρσακείῳ, τῷ μόνῳ ἀνεγνωρισμένῳ διδασκαλείῳ τῶν θηλέων, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων ἢ ἀναπληρωτοῦ τούτου (Διάτ. 11 Μαΐου 1867), οἱ δὲ θέλοντες νὰ γείνωσι δημοδιδάσκαλοι, ἐνώπιον ἐπιτροπῆς, ὀνομαζομένης ἐπὶ τούτῳ καὶ ἀπαρτιζομένης ἐκ δύο καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, τῶν δύο ἐν Ἀθήναις γυμνασιαρχῶν ἢ ἀναπληρωτῶν τούτων καὶ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων, ὡς προέδρου (Διάτ. 12 Σεπτεμβρίου 1872). Ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ἔπρεπε νὰ γίνωνται ἐφεξῆς καὶ αἱ δεύτεραι ἐξετάσεις τῶν πτυχιούχων διδασκάλων, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1834 (ἄρθρ. 72). Ἡ κατάστασις αὕτη ἐξηκολούθησε μέχρι τοῦ ἔτους 1878, ὅτε διὰ τοῦ ΧΘʹ νόμου τῆς 11 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους ἐκείνου συνέστη τὸ νέον ἐν Ἀθήναις Διδασκαλεῖον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νεωτέρων παιδαγωγικῶν ἀρχῶν καὶ συστημάτων. Ὁ νόμος ΧΘʹ εἶναι ὁμολογουμένως ἓν ἐκ τῶν ὀλίγων φαεινῶν σημείων ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τοῦ 1834, τιμᾷ δὲ τοὺς εἰσηγητὰς αὐτοῦ, τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐξ ὧν ἐκεῖνος μὲν ἦτο τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, οὗτος δὲ Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ νόμος ΧΘʹ ἐτροποποιήθη βραδύτερον διὰ τοῦ νόμου ΩΝΘʹ τῆς 6 Μαΐου 1880 «περὶ συστάσεως Διδασκαλείου ἐν Πελοποννήσῳ καὶ Ἑπτανήσῳ» καὶ ἐν ἄλλοις, ἰδίᾳ δὲ ἐν τῷ καθορισμῷ τοῦ προσόντος τῶν Διευθυντῶν, ἵνα ἔχωσι σπουδάσει εἰδικῶς παιδαγωγικά, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον ΧΘʹ ἤρκει νὰ ὦσι διδάκτορες τῆς φιλολογίας καὶ νὰ ἔχωσιν ὑπηρετήσει ἐπὶ πέντε ἔτη ὡς γυμνασιάρχαι ἢ ἐπὶ δέκα ἔτη ὡς καθηγηταὶ Γυμνασίων. Διὰ τοῦ νόμου ᾼΙΒʹ τῆς 12 Ἰουνίου 1882 συνέστη καὶ τὸ ἐν Θεσσαλίᾳ διδασκαλεῖον, διὰ δὲ τοῦ νόμου ᾼΜʹ τῆς 12 Ἰουνίου 1882 ἐγένοντο καὶ ἄλλαι τροποποιήσεις τοῦ νόμου ΧΘʹ, προστεθείσης ἰδίᾳ τῆς διδασκαλίας τῆς ὁπλασκίας καὶ τῶν κειμένων θεμελιωδῶν νόμων περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως μεθ’ ἑρμηνείας αὐτῶν. Διὰ διαφόρων Διαταγμάτων ἐκανονίσθησαν τὰ τοῦ προγράμματος καὶ τῶν ἐξετάσεων τῶν διδασκαλείων. Τῷ 1880 ἐγένετο ἡ πρώτη ἀπόπειρα τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς ἀλληλοδιδακτικῆς μεθόδου, τῆς εἰσαχθείσης τὸ πρῶτον ὑπὸ τὸν ἀοίδιμον Κυβερνήτην, τῆς καθιερωθείσης εἶτα διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836 καὶ τροποποιηθείσης διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1856, διὰ τῆς συνδιδακτικῆς λεγομένης μεθόδου. Τῆς μεθόδου ταύτης ἡ εἰσαγωγή, ὅπου ἦτο τοῦτο δυνατὸν, ἀπεφασίσθη διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1880, διὰ δὲ τοῦ Διατάγματος τῆς 16 Μαρτίου 1881 ὡρίσθη ν’ ἀσκῶνται οἱ παλαιοὶ διδάσκαλοι ἐντὸς 6 ἑβδομάδων ἐν τῇ συνδιδακτικῇ μεθόδῳ. Ἡ ἄσκησις ὅμως αὕτη δὲν ἀπέφερε πάντοτε τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Πολλοὶ δηλαδὴ τῶν παλαιῶν διδασκάλων ἔπαθον τὸ πάθημα τῆς κορώνης, κατά τινα τουρκικὸν μῦθον, ἥτις, θελήσασα νὰ μιμηθῇ τὸ βάδισμα τῆς πέρδικος, ἀπώλεσε καὶ τὸ ἴδιον αὐτῆς βάδισμα. Διὰ τοῦ νόμου ΤΛΗʹ τοῦ 1856 κατωρθώθη μὲν νὰ ἐξασφαλισθῶσιν οἱ δημοδιδάσκαλοι, ὡς πρὸς τὴν τακτικὴν καὶ ἀνελλιπῆ πληρωμὴν τοῦ μισθοῦ των, τὸ δημόσιον ὅμως ταμεῖον ἔμενε πάντοτε ἐκτεθειμένον ἀπέναντι τῶν καθυστερήσεων τῶν ἐκ τῶν δήμων εἰσπρακτέων ποσῶν. Αἱ καθυστερήσεις αὗται ἦσαν ἐν ἀρχῇ μὲν μικρότεραι, βραδύτερον δὲ ἀπέβησαν μεγαλείτεραι, καθόσον ηὔξανε σὺν τῷ χρόνῳ ὁ ἀριθμὸς τῶν σχολείων καὶ τῶν διδασκάλων, ἀπὸ τῆς συστάσεως μάλιστα τῶν νέων Διδασκαλείων. Τὸ καθυστεροῦν ποσὸν ἐκ τῶν δήμων ἀνῆλθε μέχρι τέλους τοῦ 1887 εἰς 7 περίπου ἑκατομμύρια, τοῦτο δὲ ἠνάγκασε τὴν τότε Κυβέρνησιν, ὅπως διὰ τοῦ νόμου ΑΧΜΗʹ τῆς 9 Ἰανουαρίου 1888 ἱδρύσῃ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου συνιστᾶτο ἴδιον ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ τὴν διοίκησιν ἐπιτροπῆς, ἀπαρτιζομένης ἐκ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Λογιστηρίου, τοῦ τμηματάρχου τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ τμηματάρχου τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, καὶ διατελούσης ὑπὸ τὴν ἄμεσον δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ὡς πόροι αὐτοῦ καθωρίζοντο καὶ ἄλλοι, ἰδίᾳ δὲ αʹ) εἰσφορὰ τῶν δήμων, ὑπολογιζομένη πρὸς μίαν δραχμὴν ἐφ’ ἑκάστου τῶν κατοίκων των, μὴ ὑπερβαίνουσα τὰ 50% τῶν ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ἐσόδων του, μηδὲ κατωτέρα τῶν 15%, ἀφίνοντα δὲ ὁπωσδήποτε ὑπόλοιπον 2000 δρ. εἰς τοὺς δήμους καὶ ἐπιτρέπουσα ἐν ἀνάγκῃ αὔξησιν τῶν φόρων αὐτῶν κατὰ 12%, βʹ) συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου ἐξ 1,200,000 δραχμῶν, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἀνεγράφετο μὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐτησία πίστωσις ἐκ 500,000, αὐξανομένη ὅμως κατ’ ἔτος δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐξ ἑκατοστύων ὅλων χιλιάδων δραχμῶν, καὶ γʹ) εἰσφορὰ τῶν Μονῶν πρὸς 5% ἐπὶ τῶν ἐγκρινομένων διὰ τοῦ ἐτησίου των προϋπολογισμοῦ ἐσόδων. Διὰ τοῦ ΑΧΟΘʹ νόμου τῆς 23 Δεκεμβρίου 1888 τὸ ἄθικτον ὑπὸ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπόλοιπον ἀνεβιβάζετο ἐκ 2000 εἰς 3000 δραχμάς. Διὰ δὲ τοῦ νόμου ΑϠΜΑʹ τῆς 27 Μαρτίου 1891 ὡρίσθη μὲν νὰ μὴ εἰσπράττηται εἰσφορὰ ἐξ ἑνὸς ἑκάστου τῶν δήμων ἀνωτέρα τοῦ ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους αὐτοῦ ἐκπαιδεύσεως δαπανωμένου ποσοῦ, ηὐξήθη δὲ ἡ εἰσφορὰ τῶν Μονῶν εἰς 150,000 δραχ. Ἀπέναντι τῶν πόρων τούτων εἶχε νὰ δαπανήσῃ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως αʹ) διὰ μισθοὺς, ἐνοίκια καὶ ἐπιμίσθια τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑφισταμένων καὶ τῶν ἱδρυθησομένων σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων, βʹ) εἰς ἐνοίκια τῶν διδακτηρίων κτλ. γʹ) εἰς ἔξοδα ἐπιθεωρήσεως τῶν σχολείων καὶ δʹ) εἰς ἔξοδα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ ταμείου. Ὅσον δήποτε, Κύριοι, καὶ ἂν κατεκρίθη τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀδύνατον ν’ ἀρνηθῇ τις, ὅτι αὐτὸ ἐγένετο ὁπωσδήποτε πρόξενον καὶ ἀγαθοῦ τινος. Δι’ αὐτοῦ κατωρθώθη νὰ μάθωμεν, τί δύνανται νὰ εἰσφέρωσιν οἱ δῆμοι ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τί δὲ δύνανται ν’ ἀποφέρωσι καὶ οἱ ἄλλοι πόροι οἱ διατεθέντες ὑπὲρ ταύτης. Δι’ αὐτοῦ ἐγένοντο ἐπαισθηταὶ τὰ μάλιστα αἱ πολλαὶ καὶ ποικίλαι ἀνάγκαι τῆς στοιχειώδους ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως. Αὐτὸ ἐγένετο ἀφορμὴ καὶ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου ΒΠΕʹ τοῦ 1892, ὅστις εἶναι ὁμολογουμένως μία πρόοδος ἐν τῇ περὶ ἧς ὁ λόγος ἐκπαιδεύσει ἡμῶν. Ἀλλὰ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως παρέσχεν ἀφορμὴν καὶ εἰς ἄτοπα, ὧν τὸ κυριώτατον ἦτο τὸ ἑξῆς. Κατὰ τὸ ἄρθρ. 5 τοῦ ΑΧΜΑʹ νόμου, ἡ διοικοῦσα τὸ ταμεῖον ἐπιτροπὴ ἀναγνωρίζει καὶ ἐντέλλεται τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων, εἴτε δι’ ἀπ’ εὐθείας χρηματικῶν ἐνταλμάτων, εἴτε διὰ τῶν ἐπαρχιακῶν καταλλήλων ἀρχῶν, ἃς καθιστᾷ ἐπιτρόπους, μεταβιβάζουσα αὐταῖς κατὰ μῆνα ὡρισμένην πίστωσιν. Τὰ χρηματικὰ καὶ ἐπιτροπικὰ ἐντάλματα θεωροῦνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου». Ἀλλὰ περὶ τὴν ἀναγνώρισιν, ἔκδοσιν καὶ θεώρησιν τῶν σχετικῶν ἐνταλμάτων ἐπήρχετο βραδύτης μεγάλη καὶ καθυστέρησις κατὰ μῆνας πολλούς, ἰδίᾳ δὲ ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὑφ’ ἣν χιλιάδες ὅλαι τοιούτων ἐνταλμάτων ἔμενον ἀθεώρητοι. Πλὴν τούτου, εἰ καὶ προσεδοκᾶτο ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ταμείου περίσσευμα, ὅπερ κατὰ τὸ ἄρθρ. 6 τοῦ ᾼΧΜΑʹ νόμου προωρίζετο «εἰς ἀγορὰν δημοσίων χρεωγράφων, ἅτινα κατατίθενται εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον», οὐδὲν ἧττον ἐλλείμματα ἐπὶ ἐλλειμμάτων εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ αὐτὸ, ἐλλείμματα συμποσωθέντα ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1888 μέχρι τέλους Μαΐου τοῦ 1892, κατά τινα λογαριασμὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔτος ἐκεῖνο, εἰς 5,723,247 δρ. Οὕτως ἐφαίνετο ἀποτυγχάνων ὁ κύριος σκοπός, δι’ ὃν συνέστη τὸ ταμεῖον, χωρὶς κυρίως νὰ εὐθύνηται αὐτὸ διὰ τοῦτο. Οἱ Ὑπουργοὶ δηλαδὴ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἠδύναντο καὶ ὑπ’ αὐτὸ νὰ συνιστῶσι σχολεῖα ὑπεράριθμα καὶ νὰ ὑπερπληρῶσι ταῦτα διδασκάλων, χωρὶς νὰ ὑπολογίζωσι τοὺς πόρους τοῦ ταμείου. Τὸ κακὸν ὑπερῆρε κεφαλὴν ἰδίᾳ ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ 1890 μέχρι τῶν μέσων τοῦ 1892. Τότε κυρίως παρετηρήθη καὶ ἡ δημευτικὴ καὶ κοινωνιστικὴ τάσις, ἣν μετὰ τόσον ἱερᾶς ἀγανακτήσεως ἐστιγμάτισε νῦν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ κατ’ ἀντίθετον λόγον ἐκείνου, ὃν ὑπηνίχθη αὐτός. Συνιστῶντο ὑπεράριθμα σχολεῖα καὶ διωρίζοντο ὑπεράριθμοι διδάσκαλοι εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς ὡρισμένας ἐπαρχίας, αἵτινες ἐτύγχανον ἰσχυρᾶς προστασίας παρὰ τοῖς κρατοῦσιν, ἐπὶ ζημίᾳ ἄλλων ἐπαρχιῶν, αἵτινες ἐστεροῦντο τοιαύτης προστασίας. Τότε δὲ, ἐνῷ ὁ νομὸς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἠρίθμει δημοδιδασκάλους ἑκατέρου φύλου 336, ὁ τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος 234 καὶ ὁ τῆς Ἀρκαδίας 208, ὁ τῆς Μεσσηνίας ἠρίθμει μόλις 152· ὁ τῆς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος 141 καὶ ὁ τῶν Τρικκάλων μόνον 53. Τότε 507 δημοτικὰ σχολεῖα καὶ ἰσάριθμα σχεδὸν γραμματοδιδασκαλεῖα ἔμενον ἀργοῦντα, ἐλλείψει διδασκάλων, οἵτινες ὑπερεπλήρουν τὰ ὑπεράριθμα σχολεῖα ἄλλων εὐνοουμένων ἐπαρχιῶν. Τότε οἱ δῆμοι τῶν κεκλεισμένων σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων εἰσέφερον ὅ,τι οἱ πόροι αὐτῶν ἐπέτρεπον, ἀλλ’ ὅπως διὰ τῆς εἰσφορᾶς των μισθοδοτῶνται οἱ ὑπεράριθμοι διδάσκαλοι τῶν πόλεων. Τότε, ἐνῷ ὁ δῆμος Ἀθηναίων εἰσέφερε 200,000 δραχμὰς, ἡ δαπάνη ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους αὐτοῦ ἐκπαιδεύσεως ἀνήρχετο εἰς 400,000 δραχμάς. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω, Κύριοι, ὅτι, ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη, ἐλθὸν εἰς τὰ πράγματα κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890, εὗρεν ἐν Ἀθήναις 92 δημοδιδασκάλους ἑκατέρου φύλου, τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη ἐπανελθὸν εἰς τὴν ἀρχὴν τὸ 1892 εὗρε τοιούτους 173! Ταῦτα κατ’ ἐπίσημον κατάστασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τὴν οἰκτρὰν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ἠθέλησε νὰ θέσῃ ἓν τέρμα ὁ νόμος ͵ΒΠΕʹ τῆς 12 Αὐγούστου 1892 «περὶ τοῦ διοργανισμοῦ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». Δι’ αὐτοῦ κατηργήθη τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἀνέλαβε τὸ Κράτος ἀπ’ εὐθείας τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα αὐτοῦ, κατὰ τὸ ἄρθρον 18, τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναγνώσω νῦν διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐκδηλώσαντα ἐνδοιασμοὺς περὶ τοῦ πράγματος. Τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ καθυστεροῦντα ἐκ τῶν δήμων καὶ λοιπὰ ἔσοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν εἰσφορῶν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, ὡς καὶ τὰ ἐφεξῆς σχετικὰ πρὸς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν ἔσοδα, θέλουσι καταλογίζεσθαι εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, οὗτινος τὰ ἔξοδα θέλει ἐπιβαρύνει τὸ εἰς χρέωσιν τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπόλοιπον καὶ τὰ ἐφεξῆς ἔξοδα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως». Ἐτηρήθησαν δηλαδὴ οἱ ἄλλοι πόροι τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰσερχόμενοι νῦν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς ἔσοδα τοῦ Κράτους. Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκει): «τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ὡς ἀπαιτούμενον διὰ τὰ ἔξοδα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ ἑκάστοτε εἰς ἕκαστον τῶν δήμων προσῆκον καὶ ἐπαρκὲς αὐτῆς, ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἑπομένοις ἄρθροις 9–15 ἀναγραφόμενα». Κατὰ τὸ ἄρθρ. 9, ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις καθορίζεται τετραετής. Ὡς βάσις δὲ τῆς συστάσεως καὶ διαβαθμολογήσεως τῶν σχολείων τίθεται ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων, κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπίσημον ἀπογραφήν, ὑπολογιζομένων τῶν μαθητῶν τῶν τεσσάρων ἡλικιῶν εἰς 7%, ἐξ ὧν τὰ ⅖ θήλεια καὶ τὰ ⅗ ἄῤῥενες. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἐξευρισκομένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν, ἀναλογοῦσιν ἐπὶ 15–40 τοιούτων εἷς γραμματοδιδάσκαλος, ἐπὶ 40–55 εἷς τριτοβάθμιος δημοδιδάσκαλος καὶ ἐπὶ 55–75 εἷς δευτεροβάθμιος. Ἐπὶ μείζονος ἀριθμοῦ μαθητῶν συνιστῶνται σχολεῖα διτάξια μεθ’ ἑνὸς πρωτοβαθμίου καὶ ἑνὸς δευτεροβαθμίου δημοδιδασκάλου, τριτάξια μεθ’ ἑνὸς πρωτοβαθμίου καὶ δύο δευτεροβαθμίων, καὶ τετρατάξια μετὰ 2 πρωτοβαθμίων καὶ 2 δευτεροβαθμίων. Κατὰ δὲ τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ 9 ἄρθρου (ἀναγινώσκει): «Τὸ πηλίκον τῆς διαιρέσεως τοῦ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητευόντων ἐν τοῖς σχολείοις τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως διὰ τοῦ ἀριθμοῦ 40 μὲν ἕως 50 κατὰ τὰς κώμας, 50 δὲ ἕως 60 κατὰ τὰς κωμοπόλεις, καὶ 60–70 κατὰ τὰς πόλεις, παριστᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν διδασκάλων τὸν ἐπαρκῆ διὰ τὴν διδασκαλίαν τοῦ συνόλου τῶν μαθητῶν εἰς ἑκάστας τῶν πόλεων καὶ τῶν κωμῶν». Διὰ τοῦ ἄρθρ. 10 ἐπετεύχθη ἀναλογία τις μεταξὺ τοῦ μισθοῦ τῶν διδασκάλων τῶν διαφόρων βαθμῶν, μὴ ἀπαντῶσα πρίν, κατηργήθησαν δὲ τὰ ἐπιμίσθια καὶ ἐνοίκια, δι’ ἃ οἱ δημοδιδάσκαλοι συνωστίζοντο τέως εἰς τὰς πόλεις. Συμπλήρωμα ἀναγκαῖον τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ ὑπῆρξεν ὁ νόμος ͵ΒΟΘʹ τῆς 6 Αὐγούστου 1892 «περὶ συστάσεως ὑποδιδασκαλείων». Δι’ αὐτοῦ συνέστησαν καὶ λειτουργοῦσιν ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1893 ἓξ ὑποδιδασκαλεῖα, ἅτινα ἀπέφερον ἤδη τοὺς πρώτους καρπούς των κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ οἱ καρποὶ οὗτοι ὑπερέβησαν, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, πᾶσαν προσδοκίαν. Οἱ ἀπόφοιτοι αὐτῶν γραμματισταὶ ἀπέβησαν ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις ἀνώτεροι πολλῶν ἀρχαίων δημοδιδασκάλων, ἰδίᾳ τῶν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς χειροτονηθέντων τοιούτων. Ἐκ τῶν γραμματιστῶν οἱ φέροντες βαθμὸν ἄριστα διορίζονται εἰς κώμας ἐχούσας 500–600 κατοίκους, μὲ μισθὸν 75 δραχ. κατὰ μῆνα, οἱ φέροντες βαθμὸν λίαν καλῶς εἰς κώμας ἐχούσας 400–500 κατοίκους μὲ μισθὸν 65, καὶ οἱ φέροντες βαθμὸν καλῶς μὲ μισθὸν 55 εἰς κώμας μὲ 150–400 κατοίκους. Εἰς τὰς τελευταίας κώμας, ἐλλείψει γραμματιστῶν, διορίζονται γραμματοδιδάσκαλοι. Διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ ἐτέθη ὁπωσδήποτε ἀσφαλής τις βάσις περὶ τὴν σύστασιν καὶ διαβαθμολόγησιν τῶν σχολείων καὶ τὸν διορισμὸν τῶν διδασκάλων. Δὲν ἐξήρτηται νῦν ἐκ τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ συνιστᾷ ὁπουδήποτε καὶ ὁσαδήποτε ἂν θέλῃ οὗτος σχολεῖα, νὰ διορίζῃ δὲ ὁσουςδήποτε καὶ ὁπουδήποτε ἂν θέλῃ δημοδιδασκάλους μὲ τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθόν των, ὡς πρίν. Δὲν συμβαίνει νῦν τὸ πρὸ τοῦ 1892 παρατηρούμενον ἄτοπον, καθὸ πολλὰ σχολεῖα, ἀριθμοῦντα μόλις 20–30 μαθητὰς, εἶχον δημοδιδασκάλους, καὶ ἐνίοτε πρωτοβαθμίους, μὲ τὸν μισθὸν καὶ τὰς ἀποδοχὰς τοῦ βαθμοῦ των, ἐνῷ ἄλλα σχολεῖα μὲ 100 καὶ ἐπέκεινα μαθητὰς εἶχον μόλις γραμματοδιδασκάλους, ἐνίοτε δ’ ἐστεροῦντο καὶ τούτων. Δὲν συμβαίνει νῦν τὸ ἄτοπον τὸ πρὸ τοῦ 1892 παρατηρούμενον, καθ’ ὃ, ἐνῷ ἔμενον ὡς 500 δημοτικὰ σχολεῖα ἄνευ δημοδιδασκάλων, ἀλλαχοῦ ὑπῆρχε πληθώρα τοιούτων, ἀναλογούντων ὡς 1 πρὸς 4 ἢ 5 μαθητάς! Νῦν ἑκάστη κοινότης δικαιοῦται νὰ ἔχῃ τὸ προσῆκον εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν της σχολεῖον, μὲ τὸν προσήκοντα εἰς αὐτὸ διδάσκαλον. Καὶ τοῦτο ἦτο, Κύριοι, πραγματικὸν κατόρθωμα, ἀληθὲς βῆμα προόδου διὰ τὴν στοιχειώδη ἡμῶν ἐκπαίδευσιν. Πολλὰ εἶναι τὰ χρήζοντα ἔτι ἀνορθώσεως ἐν τῇ στοιχειώδει ἡμῶν ἐκπαιδεύσει. Πρὸ πάντων πρέπει ν’ ἀναθεωρηθῶσιν οἱ νόμοι περὶ διδασκαλείων. Πρέπει ταῦτα νὰ ἱδρυθῶσι μακρὰν τῶν πόλεων, ὧν ἡ πνιγηρὰ ἀτμοσφαίρα εἶναι πάντοτε ἐπιβλαβὴς εἰς τὸ ἦθος τῶν μελλόντων δημοδιδασκάλων. Καὶ ἂν δὲν κατορθώσωσιν οὗτοι ν’ ἀποφύγωσι πάντα ἠθικὸν κίνδυνον, εἰς ὃν εἶναι ἐκτεθειμένοι ἐν ταῖς πόλεσιν, ἡ ἐξοικείωσις αὐτῶν πρὸς τὸν ἐν ταύταις βίον τοὺς καθιστᾷ δυσκόλους διὰ τὸν ἐν κώμαις καὶ χωρίοις βίον, ὅπου κυρίως κέκληνται νὰ ἐνεργήσωσιν ὡς διδάσκαλοι. Ἰδοὺ διατί, Κύριοι, καὶ ἀλλαχοῦ τὰ διδασκαλεῖα δὲν ἱδρύονται εἰς μεγάλας, ἀλλ’ εἰς μικρὰς ἐπαρχιακὰς πόλεις. Πρέπει ἡ ἐν τοῖς διδασκαλείοις παίδευσις νὰ καταστῇ τετραετὴς, τῆς πρώτης τάξεως οὔσης μᾶλλον προπαρασκευαστικῆς. Πρέπει εἰς τὰς δύο ἀνωτέρας τάξεις ν’ ἀνακουφισθῶσί πως οἱ διδασκαλισταὶ ἐκ τῆς ἐπιβαρύνσεώς των μὲ τόσα θεωρητικὰ μαθήματα, καὶ νὰ καταναλίσκωσι πλείονα χρόνον εἰς πρακτικὰς ἀσκήσεις. Πρέπει καὶ τὰ πρότυπα σχολεῖα, τὰ εἰς τὰ διδασκαλεῖα προσηρτημένα, νὰ μὴ ὦσι μόνον διῃρημένα, ἀλλὰ καὶ ἀδιαίρετα. Νῦν ἀσκεῖται ὁ διδασκαλιστὴς εἰς τὸ πλῆρες τετρατάξιον σχολεῖον, ἐν ᾧ διδάσκεται χωριστὰ ἑκάστη τάξις ὑπὸ ἰδίου διδασκάλου. Ἀλλὰ δὲν ἀποκτᾷ οὕτω σαφῆ ἔννοιαν τῆς διδασκαλίας ἐν τριταξίῳ ἢ διταξίῳ, πρὸ πάντων δὲ ἐν μονοταξίῳ ἀδιαιρέτῳ σχολείῳ, ἐν ᾧ ὁ διδάσκαλος ἔχει νὰ διδάξῃ ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ αἰθούσῃ τέσσαρας διαφόρους τάξεις. Τὰ πλεῖστα δὲ τῶν σχολείων μας εἶναι μονοτάξια, καὶ δι’ αὐτὰ δὲν παρασκευάζονται ἐμπράκτως οἱ μέλλοντες δημοδιδάσκαλοι. Ἀνάγκη δὲ, καὶ ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ καὶ ἐπείγουσα, Κύριοι, νὰ ἱδρύσῃ τὸ Κράτος καὶ ἴδια διδασκαλεῖα τῶν θηλέων, καὶ ταῦτα μακρὰν τῶν μεγάλων πόλεων. Ὁ ἐν ταῖς πόλεσι βίος τῶν μελλουσῶν διδασκαλισσῶν δύναται νὰ ἔχῃ ὀλέθρια δι’ αὐτὰς ἐπακόλουθα, δυνάμενα νὰ ἐπιδράσωσι καὶ ἐπὶ τὸ ἦθος τῶν τρυφερῶν πλασμάτων τῶν μικρῶν κορασίων, ὧν ἡ πρώτη μόρφωσις καὶ ἀγωγὴ μέλλει νὰ διαπιστευθῇ εἰς αὐτάς. Μακρὰν τῶν πόλεων ἂν ἱδρυθῶσι τὰ διδασκαλεῖα τῶν θηλέων, δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν καὶ κρεῖττον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ὑλικὸν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν συνήθως εἰς τὰς πόλεις. Ἀνάγκη εἰς τὰς πόλεις νὰ ἱδρυθῶσιν ἀνώτερα παρθεναγωγεῖα, προωρισμένα εἰς ἀνωτέραν μόρφωσιν τῶν θυγατέρων τῆς μέσης ἀστικῆς τάξεως. Ἐλλείψει τοιούτων παρθεναγωγείων, πολλοὶ γονεῖς ἀποστέλλουσι τὰς θυγατέρας των εἰς τὰ γνωστὰ καθολικὰ παρθεναγωγεῖα ἐνταῦθά τε καὶ ἀλλαχοῦ, ἅτινα δύνανται μὲν νὰ ὦσι κάλλιστα διὰ καθολικὰ κοράσια, ἀλλὰ πάντοτε κάκιστα διὰ τὰς μελλούσας ἑλληνίδας μητέρας, ἃς ὀφείλει πρὸ πάντων νὰ περικοσμῇ ἡ πίστις τῶν πατέρων των. Ἀνάγκη ἡ δημοτικὴ ἡμῶν ἐκπαίδευσις νὰ καταστῇ ἀρτία καὶ αὐτοτελής, ἑνιαία καὶ ὁμοιόμορφος καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἦναι αὐτὴ τοὐλάχιστον ἑξαετής. Τὴν διάκρισιν τὴν γενομένην ἐν τῷ συζητουμένῳ νῦν νομοσχεδίῳ μεταξὺ κοινῶν καὶ πλήρων σχολείων, μεταξὺ τετραετοῦς καὶ ἑξαετοῦς παιδεύσεως, θεωρῶ ὅλως ἄστοχον, ἐπιβλαβῆ δὲ τὰ μάλιστα εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν ἡμῶν. Οὕτως ἀποβάλλει αὕτη τὸ ἑνιαῖον καὶ ὁμοιόμορφον. Ἄν δὲ τῶν πλήρων σχολείων αἱ δύο ἀνώτεραι τάξεις μέλλωσι νὰ ἀναπληρῶσι τὰς δύο πρώτας τάξεις τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ ὡς ἐξάγεται καὶ ἐκ τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, τότε θὰ ἦτο ἀσύγγνωστος σπατάλη νὰ ἱδρύωμεν τοιαῦτα πλήρη σχολεῖα ἀκριβῶς εἰς τὰς πόλεις καὶ κωμοπόλεις, ὅπου λειτουργοῦσιν ἤδη ἑλληνικὰ σχολεῖα, καὶ εἶναι πάντη περιττὴ ἡ προσθήκη τῶν δύο ἀνωτέρων αὐτῶν τάξεων, τῶν ἀναπληρουσῶν τὰς δύο κατωτέρας τάξεις τούτων, νὰ καταδικάζωμεν δὲ τὰ ἄλλα μέρη, ὅπου δὲν ὑπάρχουσιν ἑλληνικὰ σχολεῖα, εἰς τὴν στέρησιν τῶν δύο αὐτῶν τάξεων διὰ τῆς ἱδρύσεως κοινῶν σχολείων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εὕρηται ἐν προφανῇ συγχύσει, ὅταν νομίζῃ, ὅτι αἱ δύο ἀνώτεραι τάξεις τῶν πλήρων δημοτικῶν σχολείων δὲν ἔχουσιν ἄλλον προορισμὸν ἢ νὰ μεταδίδωσι τὰς γνώσεις τῶν δύο πρώτων τάξεων τῶν ἑλληνικῶν σχολείων. Τὰ σχολεῖα ταῦτα, Κύριοι, ἀνήκουσιν εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, ἥτις ἔχει ὅλως διάφορον προορισμὸν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἡ μέση ἐκπαίδευσις εἶναι κυρίως προπαρασκευαστικὴ δι’ ἀνωτέραν ἐπιστημονικὴν καὶ τεχνικὴν μόρφωσιν. Ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις ὀφείλει νὰ ἦναι αὐτάρκης καὶ αὐτοτελής, ὀφείλει νὰ μεταδίδῃ τὴν πρώτην ἀναγκαίαν μόρφωσιν καὶ ἀγωγὴν, τὴν ἀναγκαιοῦσαν εἰς πάντα πολίτην, ἀδιακρίτως σταδίου ἢ ἐπαγγέλματος, ἀδιακρίτως ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλαχοῦ ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις εἶναι ὀκταετὴς, ἡμεῖς ὅμως δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν καὶ εἰς τὸ ἑξαετὲς αὐτῆς. Πρέπει δὲ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν 1689 κοινοτήτων ἡμῶν, τῶν κάτω τῶν 200 κατοίκων, τῶν στερουμένων νῦν καὶ αὐτοῦ τοῦ γραμματοσχολείου. Τὸ σύστημα, Κύριοι, τῶν σχολικῶν συνδυασμῶν, τὸ καθιερωθὲν διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ, ἦτο ἀτυχές. Κατ’ αὐτὸ ἐλαμβάνοντο ὁμοῦ δύο, τρία, ἐνίοτε καὶ δέκα καὶ ἐπέκεινα χωρία, πολλάκις ὥρας ὁλοκλήρους ἀπέχοντα ἀλλήλων, καὶ ἀπήρτιζον ἕνα σχολικὸν συνδυασμὸν, καθ’ ὃν ἐν ἑνὶ ἐξ αὐτῶν ἱδρύετο τὸ προσῆκον εἰς τὸν πληθυσμόν των σχολεῖον, χωρὶς ὅμως συνήθως καὶ νὰ φοιτῶσιν εἰς αὐτὸ τὰ τέκνα ἄλλων χωρίων, πλὴν μόνου ἐκείνου, ἐν ᾧ ἦτο ἱδρυμένον αὐτό. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῶν ἡμιημερησίων σχολείων, τοῦ ἀπαντῶντος ἐν Πρωσσίᾳ, ἐν ἀνάγκῃ δὲ, θὰ προετίμων καὶ τὸ σύστημα τὸ ἀπαντῶν ἐν Δανίᾳ καὶ καθ’ ὃ εἷς καὶ ὁ αὐτὸς διδάσκαλος διδάσκει καθ’ ἑκάστην εἰς τρία διάφορα γειτονικὰ χωρία, καθ’ ἑκάστην μεταβαίνων εἰς αὐτά. Καὶ πᾶς τις ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, θὰ εὕρῃ προτιμότερον τὸ σύστημα τοῦτο, καθ’ ὃ εἶναι δυνατὸν τὰ τέκνα τῶν μικρῶν χωρίων νὰ διδάσκωνται ἀνὰ 2–3 ὥρας τὴν ἡμέραν, ἢ νὰ μὴ διδάσκωνται διόλου, ὡς συμβαίνει τὴν σήμερον, ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν σχολικῶν συνδυασμῶν. Πρέπει δὲ ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν μέχρι καὶ τοῦ τελευταίου χωρίου, ἀφοῦ αὕτη εἶναι ὁ ἐπιούσιος πνευματικὸς ἄρτος τοῦ λαοῦ. Πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν ὡς τάχιστα καὶ περὶ διδακτηρίων. Εἶναι αἶσχος δι’ ἡμᾶς, ἀριθμοῦντας ἤδη ἑβδομηκονταετῆ ὡς ἔγγιστα ἀνεξάρτητον βίον, νὰ στερώμεθα ἔτι καταλλήλων διδακτηρίων, νὰ ὦσι δὲ καταδεδικασμένα τὰ τέκνα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ φοιτῶσιν εἰς σχολεῖα ἀλλαχοῦ μὲν ἐντὸς ναῶν ὑγρῶν καὶ ἀνηλίων, ἀλλαχοῦ δὲ εἰς τρώγλας ἀκαταλλήλους καὶ εἰς σταύλους καὶ χοιροστάσια. Καὶ ἐν τούτοις, Κύριοι, ἤκουσα πολλοὺς πολλάκις ῥήτορας, μετὰ συγκινήσεως ἐκθέτοντας καὶ στιγματίζοντας τὸ ἀκατάλληλον καὶ ἀνθυγιεινὸν τῶν φυλακῶν, ἀνέγνων πολλὰ πολλάκις ἄρθρα ἐν τῷ τύπῳ κατὰ τῆς ἀπανθρωπίας, ἣν ἐπιδεικνύομεν οὕτω πρὸς τοὺς ἐν τοιαύταις φυλακαῖς ἐγκεκλεισμένους ἐγκληματίας. Οὐδεὶς ὅμως οὐδέποτε οὔτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οὔτε ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ἐξανέστη κατὰ τῶν ἐλεεινῶν τρωγλῶν, αἵτινες, χρησιμεύουσαι νῦν εἰς διδακτήρια, ταπεινοῦσι τὸ φρόνημα καὶ φθείρουσι τὴν ὑγείαν τοσούτων μυριάδων τρυφερῶν ὑπάρξεων. Εἶναι αἶσχος, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατὰ τοῦτο ὑστεροῦμεν ἡμεῖς πολλῶν ἄλλων χθεσινῶν λαῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Βουλγαρίᾳ θὰ ἀπαντήσητε τὴν σήμερον ἐν ἑκάστῳ χωρίῳ πρὸς τῷ ναῷ διδακτήριον, ὅπερ εἶναι ᾠκοδομημένον καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς ὑγιεινῆς καὶ τῆς παιδαγωγικῆς. Πρέπει νὰ βελτιωθῇ καὶ ἀνυψωθῇ ἡ θέσις τοῦ δημοδιδασκάλου, ὅστις εἶναι ὁ σκαπανεὺς τῆς πρώτης μορφώσεως καὶ ἀγωγῆς, τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ παντὸς λαοῦ. Πρέπει νὰ ἀνακτήσῃ αὐτὸς τὸ προσῆκον φρόνημα, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐμπνεύσῃ τοῦτο καὶ εἰς τοὺς μαθητάς του. Πρὸς τοῦτο ὅμως ἀνάγκη πρὸ παντὸς ὁ διδασκαλικὸς ἡμῶν κλάδος νὰ ὑποστῇ ἀληθῆ κάθαρσιν ἐξ ὅλων τῶν ἀνικάνων στοιχείων διὰ νέων δοκιμαστικῶν ἐξετάσεων. Ἀνάγκη ν’ ἀναπτυχθῇ ἐν γένει ἅμιλλα μεταξὺ τῶν ὑπολειπομένων διδασκάλων διὰ προαγωγικῶν ἐξετάσεων, δι’ ὧν καὶ ὁ μισθὸς αὐτῶν ν’ αὐξάνῃ καὶ εἰς θέσεις ἀνωτέρας ἐν τῷ κλάδῳ αὐτῶν νὰ προάγωνται μέχρι καθηγεσίας ἐν τοῖς διδασκαλείοις, ὡς τοῦτο καὶ ἐν Πρωσσίᾳ γίνεται. Ἀνάγκη νὰ ἐξασφαλισθῇ ἐκ παντὸς τρόπου ἡ μονιμότης καὶ ἡ ἀνεξαρτησία αὐτῶν. Ἀνάγκη πρὸς τοῦτο νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς ἐπιθεώρησιν ζῶσαν καὶ ἐνεργὸν ἐν ἑκάστῳ νομῷ, διεξαγομένην δι’ ἀνδρῶν εἰδικῶν εἰς τοῦτο. Ἀνάγκη τέλος νὰ ἐγκαθιδρυθῇ ἐποπτικὸν συμβούλιον ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν ἐν αὐτῷ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπερ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ οἰκείου Ὑπουργοῦ νὰ μεριμνᾷ περὶ παντὸς νομοθετικοῦ καὶ διοικητικοῦ μέτρου, ἀφορῶντος εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, καὶ νὰ ἀσκῇ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν καὶ διοίκησιν αὐτῆς. Οὕτω πως καὶ ἡ μονιμότης τῶν δημοδιδασκάλων καὶ ἡ ἀνεξαρτησία θὰ ἐξασφαλισθῇ, καὶ ἡ ἑνότης ἐν τῇ στοιχειώδη ἡμῶν ἐκπαιδεύσει θὰ διασωθῇ, ἡ ἑνότης ἡ τόσον ἀπαραίτητος, ἂν πρόκειται ἡ ἐκπαίδευσις αὕτη νὰ πληρώσῃ τὴν προσήκουσαν εἰς αὐτὴν ὑψηλὴν ἀποστολήν. Ἀλλ’ ὅπως πάντα ταῦτα, Κύριοι, κατορθωθῶσιν, ἔχομεν ἀνάγκην νομοθετημάτων καὶ νομοθετημάτων ἐνδελεχῶν, νομοθετημάτων οὐχὶ ἐπὶ τοῦ γόνατος συντασσομένων, ὡς ἐκαυχήθησαν οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἀλλὰ ἀποῤῥεόντων ἐκ μακρᾶς καὶ ἐπισταμένης μελέτης τῶν ἀληθῶν ἀναγκῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, νομοθετημάτων ἐπεξειργασμένων πρῶτον ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, τῇ ἀντιλήψει καὶ συνεργασίᾳ, εἰ δυνατόν, παντὸς εἰδικοῦ περὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ οὕτως ὑποβαλλομένων εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψῆφον ἡμῶν. Ἔχομεν προσέτι ἀνάγκην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἔχοντος συνείδησιν τοῦ μεγάλου καὶ ὑψηλοῦ προορισμοῦ του, ἔχοντος καὶ τὴν θέλησιν καὶ τὴν δύναμιν νὰ δράσῃ καὶ νὰ ἐμφυσήσῃ πνοὴν ζωῆς εἰς τὸ νῦν νεκρὸν πτῶμα τῆς στοιχειώδους ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως καὶ ν’ ἀναδείξῃ αὐτὴν ὄργανον ἀναμορφωτικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὄργανον πληρώσεως τῶν προαιωνίων ἐθνικῶν αὐτοῦ πόθων. Τοιαῦται, Κύριοι, ἐν κεφαλαίῳ αἱ ἀληθεῖς ἀνάγκαι τῆς στοιχειώδους ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως. Τῶν ἀναγκῶν τούτων δὲν φαίνονται ἔχοντες κἂν συνείδησιν οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νῦν συζητουμένου νομοσχεδίου, διότι, ὁμολογῶ πρὸς τιμήν των, ὅτι, ἐὰν εἶχον συνείδησιν αὐτῶν, οὐδαμῶς οὐδέποτε θὰ ὑπέβαλλον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον τοιοῦτον, νομοσχέδιον, δι’ οὗ, χωρὶς νὰ πληρῶται ἀληθής τις ἀνάγκη τῆς στοιχειώδους ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως, τοὐναντίον καταλύεται καὶ πᾶν ὅ,τι καλὸν ἔχει αὕτη νὰ ἐπιδείξῃ. Τοῦτο θὰ γείνῃ κατάδηλον διὰ τοῦ ἐλέγχου τῶν δῆθεν βελτιώσεων, ἃς ἐπαγγέλλονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου οἱ εἰσηγηταὶ αὐτοῦ. Ἡ πρώτη καὶ κυρία βελτίωσις, ἣν ἐπαγγέλλονται, εἶναι ἡ τῆς χειραφετήσεως τῶν δήμων, ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Συνοδὰ πρὸς τὴν γνώμην, ἣν ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ταύτης, ὡς ἀνηκούσης δῆθεν εἰς τοὺς δήμους, ἔρχεται νῦν νὰ χειραφετήσῃ τούτους, ἀπονέμων αὐτοῖς δικαιώματα, ἅτινα τέως δὲν εἶχον. Ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τούτῳ οἱ γαλβανιζόμενοι συνήθως διὰ φράσεων κενῶν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ πάσης ἐννοίας, ἀνεσκίρτησαν ἐκ χαρᾶς καὶ ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τῆς νῦν καθιερουμένης σωτηρίου ἀρχῆς τῆς χειραφετήσεως τῶν δήμων. Ἀλλ’ ἦτο δικαία ἡ χαρὰ των αὕτη; πρόκειται τῳόντι περὶ χειραφετήσεως τῶν δήμων ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, ἢ περὶ καταλύσεως παντὸς δικαιώματος αὐτῶν ἐπὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καταλύσεως διηκούσης μέχρις ἐξουδενώσεως καὶ αὐτῆς τῆς οἰκονομικῆς των αὐτοτελείας; Οἱ δῆμοι, Κύριοι, κατὰ τὸ ἄρθρ. 34 τοῦ νόμου τοῦ 1834, κέκτηνται τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτοπίου ἐπιθεωρήσεως τῶν σχολείων των, ὡς εἴδομεν ἤδη, δι’ ἐπιτροπῆς, ἀπαρτιζομένης ἐκ τοῦ δημάρχου, ὡς προέδρου, ἐξ ἑνὸς ἐφημερίου καὶ ἐκ 2–4 δημοτικῶν συμβούλων. Διὰ τῶν ἐπιτοπίων τῶν ἐπιθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν οἱ δῆμοι ἐνήσκουν ἀληθῆ δικαιώματα καὶ καθήκοντα ἐπὶ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τῶν ἐντὸς τῆς περιφερείας των λειτουργούντων...

§117Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπειδὴ καὶ χθὲς ἐπανελάβετε αὐτὸ τοῦτο, σᾶς παρατηρῶ, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ αἱ ἐπιτόπιοι δὲν κατηργήθησαν διὰ τοῦ παρόντος νόμου — Διὰ τοῦ παρόντος νόμου ἐπετράπη, ὅπως ἡ ἐποπτεία ἐπὶ τῶν σχολείων, τὴν ὁποίαν ἀνέθηκεν ὁ νόμος εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἐνασκῆται τοῦ λοιποῦ, εἰσηγήσει τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὑπὸ τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Ἀλλ’ αἱ ἐπιτόπιοι ἐπιτροπαί, αἱ ἐπιθεωρητικαὶ τῶν σχολείων, ἂν ἐλειτούργησαν ποτὲ, καὶ ἂν ὑπῆρξαν ποτὲ, ἐφ’ ὅσον τὰ καθήκοντα τούτων δὲν ἀντίκεινται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου, δὲν καταργοῦνται.

§118ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐπιτόπιοι ἐπιθεωρητικαὶ ἐπιτροπαὶ εἶχον ἀληθῆ δικαιώματα.

§119Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν καταργοῦνται αἱ ἐπιτόπιοι ἐπιτροπαί, ἀλλὰ θὰ λειτουργῶσιν ὡς πρότερον πρὸς τί ἡ ματαία συζήτησις;

§120ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἑκάστη ἐπιτόπιος ἐπιθεωρητικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ νόμου τοῦ 1834 κέκτηται ὡρισμένα δικαιώματα καὶ καθήκοντα, κατὰ τὸ ἄρθρ. 37, τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐφορεύει, ἐμψυχώνει καὶ διευθύνει τὸ ἐπιτόπιον σχολεῖον. Ἰδιαίτερα αὐτῆς καθήκοντα εἶναι τὰ ἑξῆς: 1) Νὰ προμηθεύῃ τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὸ σχολεῖον καὶ τοὺς διδασκάλους. 2) Νὰ φροντίζῃ περὶ εὑρέσεως καὶ διατηρήσεως τοῦ οἰκοδομήματος τοῦ σχολείου καὶ τῶν κατοικιῶν τῶν διδασκάλων. 3) Νὰ ἐπαγρυπνῇ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ὑγείας εἰς τὰ σχολεῖα. 4) Νὰ ἀποφασίζῃ ποῖαι οἰκογένειαι εἶναι τόσον πτωχαί, ὥστε νὰ μὴ ὑποχρεῶνται πρὸς τὰς εἰς τὰ ἄρθρ. 4 καὶ 26 προσδιοριζομένας πληρωμὰς (δίδακτρα). 5) Νὰ βεβαιώνηται ὅτι τῳόντι γίνεται φροντὶς καὶ περὶ τῆς ἀνεξόδου διδασκαλίας τῶν ὅλως πτωχῶν παίδων. 6) Νὰ σημειώνῃ τὰ ὀνόματα τῶν γονέων, τῶν ὁποίων οἱ παῖδες δὲν φοιτῶσιν οὔτε εἰς τὴν δημοτικὴν, οὔτε εἰς ἄλλην τινὰ δημοσίαν ἢ ἰδιωτικὴν σχολὴν, οὔτε παιδεύονται εἰς τὴν οἰκίαν των ἢ εἰς παιδαγωγεῖον. Τὸ σημείωμα τοῦτο θέλουν πέμπει εἰς τὸν παρὰ τῷ ἁρμοδίῳ ἀστυνομικῷ δικαστηρίῳ δημόσιον κατήγορον. 7) Νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς διατηρήσεως τῆς ἐσωτερικῆς τοῦ σχολείου πειθαρχίας, νὰ ἐπαγρυπνῇ ἰδίως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν χρεῶν τοῦ διδασκάλου καὶ, παρατηρήσασα εἰς αὐτὴν ἐλλείψεις, νὰ τὰς ἀναφέρῃ εἰς τὴν ἐπιθεωρητικὴν ἐπιτροπὴν τῶν κατ’ ἐπαρχίας ἢ κατὰ νομοὺς σχολείων, διαφυλαττομένου πάντοτε εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτοπίους πολιτικὰς ἀρχὰς, ἢ τὴν Ἀστυνομίαν, τοῦ δικαιώματος νὰ ἐνεργήσωσι τὰ καθήκοντά των. 8) Εἰς κατεπειγούσας περιστάσεις νὰ παύῃ τὸν διδάσκαλον, ἀλλ’ ἐπὶ ῥητῇ ὑποχρεώσει νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν κατὰ τὴν ἐπαρχίαν ἢ τὸν νομὸν ἐπιθεωρητικὴν ἐπιτροπὴν ἐντὸς 24 ὡρῶν περὶ τῆς παύσεως ταύτης καὶ τῶν αἰτιῶν αὐτῆς. 9) Νὰ διέπῃ τὴν ἀκίνητον περιουσίαν τῆς ἐπιτοπίου σχολῆς κατὰ τοὺς ἰδιαιτέρους ὅρους τοῦ περὶ δήμων νόμου. 10) Νὰ θεωρῇ τοὐλάχιστον ἅπαξ κατὰ μῆνα τὴν Σχολὴν καὶ ν’ ἀναφέρῃ πρὸς τὸν ἀνήκοντα ἔπαρχον περὶ τῶν ἐλλείψεων, ὅσας παρετήρησε, καὶ περὶ τῶν ἀναγκαίων μεταῤῥυθμίσεων.» Τοιαῦτα, Κύριοι, ἀληθῆ δικαιώματα καὶ καθήκοντα εἶχε νὰ ἐνασκήσῃ ὁ δῆμος διὰ τῆς ἐπιτοπίου ἐπιθεωρητικῆς ἐπιτροπῆς του, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1834. Τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα ταῦτα ἀφαιροῦνται νῦν ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης τοῦ δήμου καὶ ἀνατίθενται κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὸν νομαρχιακὸν ἐπιθεωρητὴν, ἐν μέρει δὲ εἰς τὸ ἐποπτικὸν ἑκάστου νομοῦ συμβούλιον τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Καὶ εἰς μὲν τὸν ἐπιθεωρητὴν ἀνατίθενται τὰ ἑξῆς δικαιώματα καὶ καθήκοντα, κατὰ τὸ ἄρθρ. 40 τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «Αʹ.... δʹ) Τὰ τῆς διαγωγῆς τῶν διδασκάλων πρὸς τοὺς μαθητὰς καὶ τοὺς γονεῖς αὐτῶν, ἢ πρὸς τοὺς ἰδίους συναδέλφους των. εʹ) Τὰ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐκπληροῦσι τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα, καὶ ἰδίως ἂν διδάσκωσιν ἀκριβῶς κατὰ πάσας τὰς ἐργασίμους ἡμέρας, ἀρχόμενοι τῆς διδασκαλίας καὶ περατοῦντες αὐτὴν κατὰ τὰς προσδιωρισμένας ὥρας, ἂν ἦναι φιλόπονοι, καὶ ἂν ἐκπληρῶσι τὰ ἔργα αὑτῶν μετὰ νοημοσύνης καὶ εὐσυνειδησίας. ϛʹ) Τὰ τῆς συμπεριφορᾶς αὐτῶν ἐν τῷ τόπῳ καὶ τοῦ ἐν τῇ κοινωνίᾳ βίου αὐτῶν. ζʹ) Τὰ τῶν ἐξετάσεων, τῶν προβιβασμῶν καὶ τῶν ἀπολυτηρίων, ἐὰν τηρῶνται αἱ περὶ τούτων διατάξεις. ηʹ) Τὰ τῶν τηρουμένων ἐν τῷ σχολείῳ ἐλέγχων καὶ βιβλίων, ἐὰν τηρῶνται ἀκριβῶς καὶ ἐν τάξει, ἄνευ παρειγγραφῶν καὶ διαγραφῶν. θʹ) Τὰ κατὰ τὰς ποινὰς, τὰς ὁποίας οἱ διδάσκαλοι ἐπέβαλον εἰς τοὺς μαθητάς. ιʹ) Τὰ ὑπάρχοντα διδακτήρια, ἐὰν ἦναι κατάλληλα, καὶ φροντίζει περὶ λύσεως ἢ ἀνανεώσεως τῶν μισθώσεων αὐτῶν, ἢ περὶ τῶν ἀναγκαίων ἐπισκευῶν ἢ βελτιώσεων, ἂν χρῄζωσι τοιούτων. ιαʹ) Τὰ διδακτήρια, ὅσα εἶναι κτίρια δημοτικά, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ μεταῤῥυθμισθῶσι, συμφώνως πρὸς τὸ τηρούμενον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ κεκυρωμένον καὶ γενικὸν σχεδιάγραμμα διδακτηρίου δημοτικοῦ σχολείου, προκαλεῖ δὲ τὰς περὶ τούτου μελέτας τοῦ ἁρμοδίου νομομηχανικοῦ καὶ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ σύνταξιν τῶν τε σχεδίων τῶν ἐπενεκτέων μεταῤῥυθμίσεων καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς πρὸς τοῦτο ἀναγκαίας δαπάνης. ιβʹ) Προκαλεῖ τὴν σύμπραξιν μετὰ τοῦ ἁρμοδίου δημάρχου, καὶ μετ’ αὐτοῦ προβαίνει εἰς τὴν προκήρυξιν τῶν ἀπαιτουμένων μειοδοτικῶν δημοπρασιῶν διὰ τὰς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγκεκριμένων σχεδίων ἐκτελεστέας ἐργασίας πρὸς μεταῤῥύθμισιν τοῦ διδακτηρίου. ιγʹ) Μετέχει τῆς διευθύνσεως τῶν ἐνεργουμένων κατὰ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις δημοπρασιῶν, καὶ ἐπιτηρεῖ ἵνα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μεταῤῥυθμιστικῶν ἔργων ἐφαρμόζωνται τὰ ἐγκεκριμένα σχέδια. ιδʹ) Προκαλεῖ τὴν παρὰ τοῦ ἁρμοδίου νομομηχανικοῦ συγγραφὴν τῶν ἀπαιτουμένων σχεδίων καὶ προϋπολογισμῶν διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων, τῶν προοριζομένων εἴτε διὰ κοινὸν εἴτε διὰ πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον, φροντίζει περὶ τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς ἐγκρίσεως τῶν σχεδίων τούτων καὶ τῶν προϋπολογισμῶν, καί, ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς ἁρμοδίας δημοτικῆς ἀρχῆς, προκαλεῖ τὴν ἐνέργειαν τῶν κατὰ νόμον μειοδοτικῶν δημοπρασιῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς οἰκοδομῆς, μετέχων τῆς διευθύνσεως αὐτῶν καὶ ἐπιτηρῶν, ἵνα κατὰ τὴν οἰκοδομὴν ἐφαρμοσθῶσιν ἀκριβῶς τὰ ἐγκεκριμένα σχέδια. «Βʹ) Προσδιορίζει τὰς θέσεις, ἐφ’ ὧν πρέπει νὰ οἰκοδομηθῶσι τὰ διδακτήρια τῶν δημοτικῶν σχολείων, καὶ παρασκευάζει τὰ τῆς ἀποκτήσεως τῶν ἀναγκαιούντων γηπέδων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἑπομένου Εʹ κεφαλαίου. «Γʹ) Ἐνασκεῖ τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 32 πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, καὶ προκαλεῖ τὸ παρ’ ᾧ διατελεῖ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ἵνα καὶ τοῦτο ἀσκήσῃ τὴν ἀνατεθειμένην αὐτῷ ἐπὶ τῶν εἰς αὐτὴν ὑπαγομένων περιπτώσεων.» Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 49 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον σὺν τοῖς ἄλλοις προτείνει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «... 4) Τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα κρίνει συντελοῦντα πρὸς ἄρσιν τῶν αἰτιῶν, δι’ ἃς δὲν προτέρχονται εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα οἱ παῖδες τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ σχολείου οἰκούντων... 6) Τὴν ἔγκρισιν τῶν ἐπενεκτέων μεταβολῶν καὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῆς ἀναγκαίας δαπάνης πρὸς μεταῤῥύθμισιν τῶν δημοτικῶν κτιρίων, ἐν οἷς λειτουργοῦσι νῦν δημοτικὰ σχολεῖα ἢ γραμματοδιδασκαλεῖα, εἴτε τὰ σχέδια καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς πρὸς οἰκοδομὴν τοιούτων κτιρίων, κατὰ τὰς περιπτώσεις ιαʹ—ιδʹ τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ παρόντος νόμου. 7) Τὴν ἐπισκευήν, συμπλήρωσιν ἢ ἀντικατάστασιν τῶν ἐν τοῖς δημοτικοῖς ἐκπαιδευτηρίοις σκευῶν, ἐπίπλων καὶ ὀργάνων διδασκαλίας.» Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 50, τὸ αὐτὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἀποφασίζει σὺν ἄλλοις (ἀναγινώσκει): «... 5. Ἐπὶ τῆς ἀποπομπῆς ἐκ τοῦ σχολείου μαθητῶν, τῶν ὁποίων ἡ περαιτέρω ἐν τῷ σχολείῳ ἀναστροφὴ ἀποβαίνει ἐπιβλαβής.» Ἀφοῦ οὕτω, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, πάντα τὰ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1834 ἀνατεθειμένα εἰς τὰς ἐπιτοπίους ἐπιθεωρητικὰς ἐπιτροπὰς δικαιώματα καὶ καθήκοντα ἀφαιρεῖτε ἐξ αὐτῶν καὶ ὑπάγετε εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἐν ἑκάστῳ νομῷ, τί ὑπολείπεται πλέον εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἐκείνας; οὐδέν. Ἀφοῦ δὲ οὐδεμία ἀπολύτως μνεία αὐτῶν γίνεται ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, οὔτε ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὰ σχολεῖα, οὔτε ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸν ἐπιθεωρητὴν καὶ τὰ ἐποπτικὰ συμβούλια, πῶς δύναται νὰ γείνῃ πλέον λόγος περὶ τῶν ἐπιτοπίων ἐπιθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν; Ἀφοῦ δὲ τέλος κατὰ τὸ ἄρθρον 78 τοῦ νομοσχεδίου σας πᾶσα ἄλλη διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου καταργεῖται, κατ’ ἀκολουθίαν καταργεῖται καὶ ἡ διάταξις περὶ ἐπιτοπίων ἐπιθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν καὶ καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων αὐτῶν, ὡς ἀντικειμένη πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου περὶ ἐπιθεωρητῶν καὶ ἐποπτικῶν συμβουλίων, πῶς τολμᾶτε νῦν νὰ διαβεβαιώσητε κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι αἱ ἐπιτόπιοι ἐπιθεωρητικαὶ ἐπιτροπαί, αἱ ἐκπροσωποῦσαι τὰ ἀληθῆ δικαιώματα τῶν δήμων ἐπὶ τῶν διδασκάλων καὶ σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῶν, δὲν καταργοῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας; Ἀντὶ λοιπὸν νὰ χειραφετήσητε τοὺς δήμους, ὡς πρὸς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς στοιχειώδους αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως, τοὺς ἀποστερεῖτε παντὸς δικαιώματος, ὅπερ ἐκέκτηντο ἐπ’ αὐτῆς κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1834. Ὅπως δὲ συγκαλύψητε τοῦτο, ἐπενοήσατε ἓν ἰδανικὸν, ἓν φαντασιῶδες ὅλως δικαίωμά των, ὅπερ ἀνεγράψατε ἐν ἄρθρῳ 24, ὡς ἐτροποποιήσατε αὐτὸ χθές. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Οἱ δημοδιδάσκαλοι ὡς καὶ οἱ γραμματοδιδάσκαλοι διορίζονται ὑπὸ τοῦ νομάρχου τοῦ νομοῦ, ἐν ᾧ ὑπάρχει τὸ σχολεῖον, κατὰ πρότασιν τοῦ ἁρμοδίου Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προκαλουμένην ὑπὸ τοῦ παρὰ τῷ ἐν τῷ νομῷ Ἐποπτικῷ Συμβουλίῳ ἐπιθεωρητοῦ, πρὸς πλήρωσιν εἴτε θέσεως χηρευούσης, εἴτε σχολικῆς ἀνάγκης. «Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον προτείνει τὸν διοριστέον ἐκ τῶν κεκτημένων πτυχίον καὶ ἐκ τοῦ νομοῦ, εἰς ὃν ἀνήκει ὁ δῆμος καταγομένων. Μόνον ἐν ἐλλείψει τοιούτων ἐπιτρέπεται νὰ προτείνωνται καὶ οἱ ἐξ ἄλλων νομῶν καταγόμενοι, προτιμῶνται δὲ καθ’ ἑκάτερον τῶν τρόπων τούτων οἱ ὑπὸ τῶν Διδασκαλείων ἀναγνωρισθέντες. Καλοῦνται δὲ τὰ μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἰς συνεδρίασιν ἐπὶ ἀποδείξει, ἀλλ’ ἂν δὲν συγκροτηθῇ συνεδρίασις, δι’ ἔλλειψιν τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ, τὰ προσελθόντα μέλη προτείνουσι ταῦτα τὸν διοριστέον, ἀποφαινόμενα κατὰ πλειονοψηφίαν. «Ἂν δ’ ἐντὸς δεκαημέρου ἀπὸ τῆς προσκλήσεως δὲν συνέλθωσιν, ἵνα προτείνωσι τὸν διοριστέον, οὐδὲ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ, οὐδὲ μέλη κἄν αὐτοῦ, προτείνει τὸν διοριστέον πρὸς τὸν νομάρχην ἄνευ ἀναβολῆς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον. «Ἀλλ’ ἂν σχολεῖόν τι μείνῃ ἄνευ διδασκάλου ἐπὶ δύο μῆνας, δύναται ὁ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν διδασκάλου». Κατὰ τὸ ἄρθρον, Κύριοι, 49 τοῦ νομοσχεδίου «τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον προτείνει τὴν πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων ἐν δημοτικοῖς... σχολείοις ἢ γραμματοσχολείοις». Ἀλλὰ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον θὰ χρειασθῇ καιρὸν, ἕως οὗ μάθῃ τὴν κένωσιν θέσεως ἔν τινι σχολείῳ καὶ εὐαρεστηθῇ νὰ προτείνῃ τὴν πλήρωσιν αὐτῆς. Ἔρχεται μετὰ τοῦτο ἡ σειρὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὅστις θὰ χρειασθῇ ἐπίσης καιρὸν, ἕως οὗ εὐδοκήσῃ κατὰ τὸ ἄρθρ. 24 νὰ προκαλέσῃ τὸ οἰκεῖον Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἵνα ὑποβάλῃ πρότασιν περὶ τοῦ διοριστέου δημοδιδασκάλου ἢ γραμματοδιδασκάλου. Πιθανὸν μάλιστα αὐτὸς νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν ἴδιον ὑποψήφιον καὶ ν’ ἀναβάλῃ τὴν πρόκλησιν, ἕως οὗ συνεννοηθεὶς μετὰ τοῦ ἁρμοδίου Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐξασφαλίσῃ τὴν περὶ αὐτοῦ πρότασιν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀποδέχομαι, ὅτι αὐτὸς ἄνευ ὑστεροβουλίας τινὸς ἀπευθύνει τὴν πρόκλησιν πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ συνέλθῃ τοῦτο ἐντὸς τῆς τεταγμένης δεκαημέρου προθεσμίας καὶ νὰ προτείνῃ τὸν διοριστέον; Πάντες σχεδὸν οἱ λαβόντες τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 24 ἐξεδήλωσαν ἐνδοιασμοὺς περὶ τοῦ κατορθωτοῦ τοῦ πράγματος, τοὺς ἐνδοιασμοὺς δὲ τούτους εὑρίσκοντες δικαίους καὶ οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἔγνωσαν νὰ τροποποιήσωσι τὸ ἄρθρον οὕτως, ὥστε ἀνεπιτεύκτου οὔσης τῆς συνεδριάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, οἱ παρόντες μόνοι τῶν συμβούλων, εἴησαν οὗτοι καὶ τρεῖς καὶ δύο μόνον, νὰ δικαιῶνται νὰ προτείνωσι τὸν διοριστέον διδάσκαλον. Ἀλλὰ ποῦ τότε ἡ πρότασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου; Οἱ παρόντες τρεῖς ἢ δύο σύμβουλοι, ἄνευ δηλαδὴ τῆς νομίμου ἀπαρτίας, δὲν εἶναι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ ἁπλοῖ δημόται. Ἐπειδὴ δὲ τὸ πιθανώτατον εἶναι, ὡς πάντες ἀποδέχονται, νὰ μὴ συνέρχηται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἡ πρότασις, εἰς ἣν θὰ προβαίνωσιν οἱ παρόντες μόνον σύμβουλοι, δὲν ἐκπροσωπεῖ αὐτὸ, ἀλλ’ ἄτομα. Καὶ οὕτως ὅμως δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ τελειώσῃ ἕως ἐδῶ ἡ ἱστορία. Ὁ ἐπιθεωρητὴς δικαιοῦται ν’ ἀποκρούσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, προφασιζόμενος ἴσως, ὅτι τὸ φύλλον ποιότητος τῶν διδασκάλων, ὅπερ αὐτὸς θὰ κρατῇ, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, δὲν τῷ ἐπιτρέπει νὰ διαβιβάσῃ τὴν πρότασιν εἰς τὸν νομάρχην, οὕτω δὲ εἶναι εὔκολον νὰ παρέλθωσιν οἱ δύο μῆνες καὶ νὰ διορίσῃ αὐτεπαγγέλτως τὸ Ὑπουργεῖον τὸν διδάσκαλον. Ἰδοὺ, Κύριοι, οἱ λόγοι, δι’ οὓς τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἵνα προτείνῃ τὸν διοριστέον διδάσκαλον, εἶναι ὅλως ἰδανικὸν καὶ φαντασιῶδες. Ἐπίσης διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους ἰδανικὸν καὶ φαντασιῶδες ἐλέγχεται καὶ τὸ δικαίωμα αὐτοῦ, ἵνα ἐγκρίνῃ τὴν μετάθεσιν διδασκάλου εἴς τι σχολεῖον τῆς περιφερείας του. Πλὴν τῶν ἀνυποστάτων τούτων δικαιωμάτων κέκτηται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον κατὰ τὸ ἄρθρ. 26 τὸ δικαίωμα, ὅπερ κατὰ Σύνταγμα πᾶς πολίτης ἔχει, ἵνα δι’ ἠτιολογημένων παραστάσεων ζητῇ τὴν μετάθεσιν ἢ παῦσιν διδασκάλου τινος. Τὸ δικαίωμα δὲ, ὅπερ χορηγεῖται εἰς τὸν δήμαρχον, κατὰ τὸ ἄρθρ. 40, Αʹ ιβʹ, ἵνα συμπράττῃ εἰς τὴν σύνταξιν τῆς προκηρύξεως «τῶν ἀπαιτουμένων μειοδοτικῶν δημοπρασιῶν διὰ τὰς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγκεκριμένων σχεδίων ἐκτελεστέας ἐργασίας πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ διδακτηρίου», εἶναι αὐτόχρημα γελοῖον. Ἀπέναντι δὲ τοιούτων ἀνυποστάτων ἢ γελοίων δικαιωμάτων, ἢ μᾶλλον ὑπὸ τὸ πρόσχημα αὐτῶν, ἀποστεροῦνται, ὡς εἴδομεν, οἱ δῆμοι παντὸς ἀληθοῦς καὶ πραγματικοῦ δικαιώματος ἐποπτείας καὶ ἐλέγχου ἐπὶ τῶν σχολείων των, ὅπερ ἐκέκτηντο κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1834· ἀποστεροῦνται καὶ τοῦ δικαιώματος, ὅπερ κέκτηνται νῦν, ὅπως προτείνωσι διὰ ψηφισμάτων τῶν συμβουλίων των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν σύστασιν ἢ κατάργησιν σχολείων, τὴν μεταβολὴν σχολικῶν συνδυασμῶν καὶ τὴν μετάθεσιν τῆς ἕδρας τῶν σχολείων αὐτῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρ. 5 τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, περὶ τῆς συστάσεως ἢ καταργήσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων ἀποφασίζει τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, τὴν δὲ σύστασιν τῶν γραμματοδιδασκαλείων προτείνει τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον (ἄρθρ. 49), χωρὶς τὸ παράπαν νὰ ἐρωτᾶται ὁ δαπανῶν δι’ αὐτὰ δῆμος. Οὗτος δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, οὔτε προκειμένου περὶ προσθήκης δημοδιδασκάλων, οὔτε περὶ διορισμοῦ τριτοβαθμίων δημοδιδασκάλων ἐν τοῖς γραμματοδιδασκαλείοις, ἅτινα προτείνει ἐπίσης τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον (ἄρθρ. 49). Ὡσαύτως δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν διόλου, προκειμένου περὶ ἐνοικιάσεως διδακτηρίων ἢ ἐπισκευῆς τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν τοιούτων, περὶ ὧν φροντίζει καὶ μεριμνᾷ μόνος ὁ ἐπιθεωρητὴς καὶ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον (ἄρθρ. 40, 49, 71 καὶ 72). Οἱ δῆμοι ἔχουσιν ὑποχρεώσεις μόνον. Ὁ δήμαρχος ὀφείλει νὰ ἐκδίδῃ «τὰ ἐντάλματα τῶν μηνιαίων ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ ἑπομένου μηνὸς», τιμωρούμενος ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει «διὰ πειθαρχικοῦ προστίμου δραχμῶν δέκα, τὸ ὁποῖον αὐξάνει κατὰ πέντε δραχμὰς καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἀναβολῆς τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐνταλμάτων» (ἄρθρ. 64), ἄν τε διδάσκωσιν, ἄν τε μὴ διδάσκωσι τακτικῶς οἱ διδάσκαλοι. «Κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν δημοτικῶν προϋπολογισμῶν τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως προσδιορίζονται πρὸ πάντων τῶν ἄλλων, καὶ αἱ πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ τῶν γραμματοδιδασκαλείων πιστώσεις ἀναγράφονται πρῶται ἐν τοῖς δημοτικοῖς προϋπολογισμοῖς» (ἄρθρ. 55). Καὶ «ἐὰν αἱ ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀναγραφεῖσαι ἐν τῷ δημοτικῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις δὲν ἐπαρκῶσι πρὸς συντήρησιν πάντων τῶν ἐν τῷ δήμῳ ὑπαρχόντων δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων, προκαλεῖται ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 19, 20 καὶ 22 § αʹ τοῦ ΑΦΝϚʹ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου τῆς 3 Ἀπριλίου 1891 διατασσόμενα· συμφώνως δὲ πρὸς ταύτην ὁ νομάρχης εἴτε αὐξάνει τὰς πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις μέχρι τοῦ ἀναγκαιοῦντος ποσοῦ, διαγράφων ἄλλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δύνανται, ἄνευ ἀναλόγου ζημίας τῶν δημοτικῶν συμφερόντων, νὰ ἀναβληθῶσιν ἐπὶ τὸ ἑπόμενον ἔτος, ἢ ἐλαττόνων τὰς διὰ τὰ ἀναπόφευκτα κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἔξοδα ἀναγεγραμμένας πιστώσεις μέχρι τοῦ τελευταίου ὁρίου αὐτῶν» (ἄρθρ. 56). Τὸ δὲ παράδοξον εἶναι, ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται τοῦ νομάρχου εἶναι ἀνέκκλητοι. Ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις, ἂν ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐκ συνεννοήσεως μετὰ τοῦ νομομηχανικοῦ προτείνῃ εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἐγκρίνῃ τὸ τελευταῖον τοῦτο τὴν ἐκποίησιν τοῦ δημοτικοῦ κτιρίου, τοῦ χρησιμεύοντος εἰς διδακτήριον, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος παραλαμβάνει καὶ ἐκποιεῖ αὐτὸ ἐπὶ δημοπρασίας, τὸ οὕτω δ’ εἰσπραχθὲν ἀντίτιμον, «ἀνήκει εἰς τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 60 εἰδικὸν κεφάλαιον» (τὸ προωρισμένον διὰ τὴν καθόλου δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ Κράτους) «καὶ ἑπομένως κατατίθεται ἐν τῇ Τραπέζῃ, ἐν ᾗ καὶ τοῦτο ὑπάρχει κατατεθειμένον» (ἄρθρ. 72 καὶ 73) Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, οἱ δῆμοι ἐξουθενοῦνται καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικῆς αὐτοτελείας, δημεύεται δὲ καὶ διατίθεται κοινωνιστικῶς ἡ περιουσία των, χωρὶς νὰ ἐρωτῶνται αὐτοὶ διόλου, χωρὶς νὰ λαμβάνωνται τὸ παράπαν ὑπ’ ὄψιν. Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα ἀποτολμῶνται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἔχουσι τὸ θάῤῥος οἱ εἰσηγηταὶ τούτου νὰ ἐπαγγέλλωνται τὴν χειραφέτησιν τῶν δήμων, καὶ εὑρίσκονται συνάδελφοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οἵτινες ἔχουσι τὴν ἀφέλειαν νὰ λέγωσιν, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι δι’ αὐτοῦ καθιεροῦται ἡ σωτήριος ἀρχὴ τῆς χειραφετήσεως τῶν δήμων, ἐνῷ πράγματι ἡ ἀρχὴ αὕτη παρῳδεῖται καὶ διαπομπεύεται δι’ αὐτοῦ! Οὐχ ἧττον, Κύριοι, παρῳδεῖται καὶ διαπομπεύεται καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀποκεντρώσεως, ὑπὲρ ἧς ὡσαύτως συνάδελφοί τινες ἐνθουσιῶντες φαίνονται πρόθυμοι οὐχὶ μόνον τὸ προκείμενον, ἀλλὰ καὶ χεῖρον αὐτοῦ νομοσχέδιον, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ποτὲ τοιοῦτο, νὰ ψηφίσωσιν, ἀρκούμενοι εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τῶν εἰσηγητῶν του, ὅτι οὕτω πως καθιεροῦται τέλος πάντων ἐν τῇ στοιχειώδει ἡμῶν ἐκπαιδεύσει ἡ τόσον προσφιλὴς καὶ ποθητὴ εἰς αὐτοὺς ἀποκέντρωσις. Ἀλλὰ πρόκειται πράγματι ἐνταῦθα περὶ ἀποκεντρώσεως ἀληθοῦς, περὶ ἀποκεντρώσεως ἐξασφαλιζούσης τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐκ πάσης φατριαστικῆς ἐπηρείας καὶ τὴν σκοπιμωτέραν αὐτῆς λειτουργίαν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς μαθητευούσης νεότητος; πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ἡ ὅλη, Κύριοι, ἀποκέντρωσις συνίσταται ἐν τούτῳ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς ἄλλος Μέγας Βασιλεὺς τῶν πάλαι Περσῶν, ἢ Σουλτάνος τῶν νεωτέρων χρόνων, μὴ θεωρῶν ἑαυτὸν ἐπαρκῆ εἰς τὴν ἄμεσον διοίκησιν τοῦ ἀχανοῦς του Κράτους, ὑποδιαιρεῖ τοῦτο εἰς τοπαρχίας, ἐγκαθιστῶν ἐν αὐταῖς σατράπας, κυρίους καὶ δεσπότας τῶν διαπεπιστευμένων αὐτοῖς χωρῶν. Τοπαρχίαι ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει εἶναι αἱ συνιστώμεναι κατὰ ἕνα ἢ κατὰ δύο νομοὺς ἐπιθεωρήσεις, σατράπαι δὲ οἱ μέλλοντες ἐπιθεωρηταὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, περιστοιχιζόμενοι κατὰ τύπους μόνον ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, παρεμφεροῦς ἐν πᾶσι καὶ κατὰ τὴν εἰδικότητα τῶν ἀπαρτιζόντων αὐτὸ μελῶν καὶ κατὰ τὴν σπουδαιότητα καὶ σημασίαν του πρὸς τὰ διοικητικὰ συμβούλια (Ἰδαρὲ–Μεζλίς), τὰ περιστοιχίζοντα τοὺς Βαλῆδες ἐν Τουρκίᾳ. Ἀλλὰ ποῖοί τινες οἱ ἐπιθεωρηταί, ποῖά τινα δὲ καὶ τὰ μέλη, ἅτινα θ’ ἀπαρτίζωσι τὸ Ἐποπτικόν των Συμβούλιον; Κατὰ ἄρθρ. 36 (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν ἐν τῇ πόλει καθεδρεύοντα ἀρχιεπίσκοπον τοῦ νομοῦ, ὡς πρόεδρον, ἤ, χηρευούσης τῆς ἀρχιεπισκοπῆς, ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῆς ἐνασκούσης τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ἐπισκοπικῆς ἐπιτροπῆς, ἀπὸ τὸν γυμνασιάρχην, ἤ, ἄν πλείω τοῦ ἑνὸς ὑπάρχωσιν ἐν τῇ πόλει Γυμνάσια, ἀπὸ τὸν ἀρχαιότερον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀπὸ ἕνα τῶν ἐν αὐτῇ κατοικούντων ἐπιστημόνων, ἀπὸ ἕνα τῶν εὐϋποληπτοτέρων κτηματιῶν ἢ ἐμπόρων, καὶ ἀπὸ τὸν νομαρχιακὸν ἐπιθεωρητὴν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». Πλὴν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, περὶ οὗ θὰ κάμω βραδύτερον ἰδιαίτερον λόγον, τίς ἄλλος ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου κέκτηται γνῶσίν τινα καὶ ἐμπειρίαν τῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως; Πρόεδρος αὐτοῦ εἶναι ὁ ἀρχιεπίσκοπος ἤ, ἐλλείψει τοιούτου, ὁ πρόεδρος τῆς διοικούσης τὴν ἀρχιεπισκοπὴν ἐπιτροπῆς. Ἀλλαχοῦ βεβαίως καὶ μέλη τῶν ἐποπτικῶν συμβουλίων καὶ ἐπιθεωρηταὶ κατὰ τύπους καὶ περιφερείας γίνονται κληρικοί. Πλὴν ἐκεῖ πάντες οἱ κληρικοὶ τυγχάνουσιν ἐπιστημονικῆς μορφώσεως, ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ ἀκροῶνται καὶ παιδαγωγικῶν μαθημάτων καὶ φοιτῶσιν ἐπί τινας ἑβδομάδας εἴς τι Διδασκαλεῖον καὶ εἰς τὸ προσηρτημένον αὐτῷ πρότυπον σχολεῖον, ὅπως οὕτω καὶ ἐμπράκτως ἐμπεδώσωσι τὰς θεωρητικάς των γνώσεις. Ἀλλὰ πόσοι τῶν ἡμετέρων ἀρχιεπισκόπων κέκτηνται ἐπιστημονικὴν κἄν μόρφωσιν, ἀφοῦ ἐπ’ αὐτῶν οὐδὲν προσὸν γνώσεων ἀπαιτεῖται; πόσοι δὲ τῶν προέδρων τῶν διοικουσῶν τὰς χηρευούσας ἀρχιεπισκοπὰς ἐπιτροπῶν φέρουσι κἄν ἀπολυτήριον ἑλληνικοῦ σχολείου; Πόσοι τῶν γυμνασιαρχῶν ἡμῶν ἔχουσιν ἀσχοληθῆ ποτε περὶ τὰ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ζητήματα; τίνα σχέσιν ἔχουσι πρὸς αὐτὰ οἱ ἐπιστήμονες ἰατροὶ καὶ δικηγόροι καὶ οἱ κτηματίαι καὶ ἔμποροι, ὅσον εὐϋπόληπτοι καὶ ἄν ὦσιν οὗτοι ἄλλως; Κατὰ τί λοιπὸν βελτιοῦται ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις, ὑπαγομένη εἰς τὴν δικαιοδοσίαν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ἐκ τοιούτων ἀπαρτιζομένων μελῶν; Πλὴν ἴσως μοὶ ἀντείπωσιν οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι οὕτως ἀπαλλάσσεται αὕτη τῆς ἐπηρείας τοῦ φατριασμοῦ. Μήπως ὅμως τὰ μέλη τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων θὰ ὦσιν ἀνώτερα τῳόντι κομματικῶν συμπαθειῶν καὶ ἀντιπαθειῶν, ἀπρόσιτα πάντη εἰς εἰσηγήσεις κομματικάς; Ὁ ἀρχιεπίσκοπος εἶναι μὲν ἰσόβιος καὶ ἀμετάθετος, ἀλλὰ μήπως καὶ αὐτὸς δὲν εἶναι Ἕλλην, δὲν ἔχει τὰς συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας του; τί δ’ ἐξαρτᾶται ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι εὐσυνειδήτως καὶ ἀμερολήπτως θὰ ἐπιτελῇ αὐτὸς τὸ καθῆκόν του; Ἀλλὰ πιθανὸν ν’ ἀναπληροῖ αὐτὸν ὁ πρόεδρος τῆς διοικούσης τὴν χηρεύουσαν ἀρχιεπισκοπὴν ἐπιτροπῆς, ὅστις εἶναι δημιούργημα τῆς κρατούσης φατρίας, δυνάμενος ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ν’ ἀντικατασταθῇ τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῆς. Ὁ γυμνασιάρχης ἐξήρτηται καὶ αὐτὸς ἐκ τῆς κρατούσης πολιτικῆς, ἥτις ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται νὰ τὸν ἀπολύσῃ ἢ μεταθέσῃ. Ὁ ἐπιστήμων καὶ ὁ ἔμπορος ἢ κτηματίας, ὅπως γείνωσι μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ὀφείλουσι ν’ ἀνήκωσιν εἰς τὰς τάξεις τῆς ἰσχυούσης μερίδος. Τίνα λοιπὸν ἐχέγγυα ἀφατριάστου παρέχουσι τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, οὕτω πως καταρτιζόμενα; Ἀλλὰ τὰ συμβούλια ταῦτα θὰ ὦσιν ἁπλοῦν πρόσχημα, ὑφ’ ὅ θὰ συγκαλύπτηται πᾶσα ἐνέργεια τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ τῆς ὄπισθεν τούτου ἐλλοχευούσης φατρίας. Αὐτὸ δὲν ἔχει ἰδίους ὀφθαλμούς, ἴδια ὦτα, ἀλλὰ βλέπει καὶ ἀκούει διὰ τῶν ὀφθαλμῶν καὶ τῶν ὤτων τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἐγκρίνει δὲ ἀποφασίζει καὶ προτείνει μόνον τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ (ἄρθρ. 40 καὶ 51). Ἄνευ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἢ τοῦ ἀναπληρωτοῦ αὐτοῦ δὲν δύναται κἄν νὰ συνεδριάσῃ, εἰμὴ προκειμένου μόνον ν’ ἀποφασίσῃ περὶ μεταθέσεως ἢ ἀπολύσεώς του (ἄρθρ. 52). Τέλος καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ πρὸς τὰς ἄλλας δημοσίας ἀρχὰς καὶ πρὸς τοὺς πολίτας αὐτοὺς δὲν δύναται νὰ συγκοινωνήσῃ ἀπ’ εὐθείας, εἰ μὴ μόνον διὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, κατὰ τὸ ἄρθρ. 43, τὸ ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ νομαρχιακὸς ἐπιθεωρητὴς ἀντιπροσωπεύει τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον κατὰ πάσας τὰς σχέσεις αὐτοῦ εἴτε μετὰ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῶν ἄλλων δημοσίων ἀρχῶν, εἴτε μετὰ τῶν πολιτῶν Ἑπομένως ὁ ἐπιθεωρητὴς κοινοποιεῖ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἑπομένην ἑκάστης τῶν συνεδριάσεων τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τὰς ἀποφάσεις, προτάσεις ἢ γνωμοδοτήσεις αὐτοῦ, ὑποβάλλων εἰς αὐτὸ πλῆρες ἀντίγραφον τῶν πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως. Ἀνακοινόνει εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῶν μέρη τῶν εἰρημένων πράξεων τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, διαβιβάζων αὐταῖς ἀπόσπασμα τοῦ περὶ τούτου πραγματευομένου μέρους τῶν πρακτικῶν, καὶ διεξάγει πᾶσαν τὴν ἀλληλογραφίαν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἔχων ἴδιον γραφεῖον καὶ ἰδίαν σφραγῖδα.» Ποῖος δέ τις θὰ ἦναι ὁ ἐπιθεωρητὴς αὐτὸς, εἰς ὃν θὰ συγκεντρωθῇ ἐφεξῆς πᾶσα σχεδὸν ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, πρὸς δὲ τὸ ἔργον τῶν ἐπιτοπίων καὶ νομαρχικῶν ἐπιθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1834, ἐντὸς τῆς περιφερείας τῆς δικαιοδοσίας του; Κατὰ τὸ ἄρθρ. 38 (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐπιθεωρητὴς ἔχει βαθμὸν καὶ μισθὸν τμηματάρχου δευτέρας τάξεως, διορίζεται δὲ διὰ Β. Διατάγματος, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ. Οὐδεὶς δύναται νὰ διορισθῇ νομαρχιακὸς ἐπιθεωρητής, ἐὰν δὲν ἦναι αʹ) Διδάκτωρ τῆς φιλοσοφίας, διδάξας εὐδοκίμως ἐπὶ πέντε τοὐλάχιστον ἔτη ὡς καθηγητὴς Διδασκαλείου ἢ Γυμνασίου, ἢ ἐπὶ 3 τοὐλάχιστον ὡς διευθυντὴς Διδασκαλείου ἢ γυμνασιάρχης, ἀλλὰ πάντως ἔχων μεμαρτυρημένην περὶ τὰ παιδαγωγικὰ εἰδικότητα. Ἐὰν ὅμως διορισθῇ ἐπιθεωρητὴς διευθυντὴς Διδασκαλείου, οὗτος τηρεῖ τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθόν, ὃν ὡς διευθυντὴς Διδασκαλείου εἶχεν. Ὡσαύτως ἂν δὲν ἦναι διδάκτωρ τῆς Φιλοσοφίας, διδάξας ὡς πρωτοβάθμιος δημοδιδάσκαλος ἐπὶ τρία ἔτη. βʹ) Πρωτοβάθμιος δημοδιδάσκαλος ἐκ τῶν κατὰ τὰ πρῶτα τρία ἔτη ἐκ τοῦ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν ἀναγνωρισθέντων τοιούτων ἢ ἐκ τῶν ὑπηρετησάντων ὡς τακτικῶν διδασκάλων ἐν τῷ ἐν Ἀθήναις Προτύπῳ κατὰ τὰ τρία πρῶτα ἔτη τῆς λειτουργίας αὐτοῦ. γʹ) Διδάκτωρ τῆς φιλοσοφίας, ἔχων ἀποδείξεις ὅτι ἐσπούδασεν εἰδικῶς τὴν παιδαγωγικὴν ἔν τινι Πανεπιστημίῳ ἢ Διδασκαλείῳ τῆς Εὐρώπης, ἢ φέρων πτυχίον ἀνωτέρου Διδασκαλείου Γαλλικοῦ ἢ Γερμανικοῦ. Οἱ τῶν δύο τελευταίων τούτων κατηγοριῶν διορίζονται, ἄν ἐγκριθῶσι μετὰ δοκιμασίαν, τῆς ὁποίας τὰ καθ’ ἕκαστα θέλουσι καθορισθῆ διὰ Β. Διατάγματος, ἐνώπιον ἐπιτροπείας, ἀποτελουμένης ἐκ τοῦ καθηγητοῦ τῆς φιλοσοφίας ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ ὡς προέδρου, τοῦ διευθυντοῦ ἤ τινος τῶν καθηγητῶν τοῦ ἐν Ἀθήναις Διδασκαλείου καὶ τοῦ ἀρχαιοτέρου τῶν ἐν Ἀθήναις γυμνασιαρχῶν. Ἀλλ’ οἱ ἐκ τῶν ἐν τῇ ἀνωτέρῳ § βʹ ἀναφερομένων διοριζόμενοι ἐπιθεωρηταὶ ἔχουσι βαθμὸν καὶ μισθὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως· ἐπιτρέπεται δὲ νὰ προβιβασθῶσι μετὰ διετῆ ὑπηρεσίαν» Ἐν πρώτοις, Κύριοι, οὐδεὶς Διευθυντὴς Διδασκαλείου ἢ Γυμνασιάρχης θὰ δεχθῇ ποτε νὰ μεταλλάξῃ τὴν θέσιν του πρὸς τὴν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τὴν τόσον πολυμέριμνον καὶ ἀκροσφαλῆ, ὡς θὰ ἴδωμεν βραδύτερον, καὶ νὰ ἐξομοιωθῇ οὕτω, συνεδρεύων καὶ συνδιασκεπτόμενος ὡς ἴσος πρὸς ἴσους, πρὸς ἄλλους ἐπιθεωρητὰς, στρατολογουμένους ἐκ τῶν τάξεων τῶν δημοδιδασκάλων. Οὐδεὶς διδάκτωρ τῆς φιλολογίας ὑπάρχει, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον γινώσκω, ἔχων μεμαρτυρημένην περὶ τὰ παιδαγωγικὰ εἰδικότητα καὶ προϋπηρετήσας ἐπὶ δέκα ἔτη ὡς καθηγητὴς Γυμνασίου. Οὐδεὶς διδάκτωρ τῆς φιλοσοφίας, σπουδάσας εἰδικῶς τὴν παιδαγωγικὴν ἔν τινι Πανεπιστημίῳ ἢ διδασκαλείῳ τῆς Εὐρώπης φέρων πτυχίον ἀνωτέρου Διδασκαλείου Γαλλικοῦ ἢ Γερμανικοῦ, θ’ ἀντίσχῃ εἰς διαγωνισμόν, καθορισθησόμενον διὰ Διατάγματος, πάντως κατὰ τρόπον, ἐξασφαλίζοντα τὴν ἐπιτυχίαν εἰς τοὺς ὑποψηφίους ἐπιθεωρητὰς τῆς βʹ κατηγορίας. Πάντα ταῦτα εἶναι ἁπλᾶ καρυκεύματα, δι’ ὧν ἠθέλησαν οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου νὰ καταστήσωσι μᾶλλον εὔγευστον τὸν κύριον σκοπόν, δι’ ὃν κατ’ ἐξοχὴν ἐπενοήθη ὁ θεσμὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν. Τοιοῦτοι θὰ γείνωσι μόνοι οἱ ἀπόφοιτοι πρωτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι τοῦ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν κατὰ τὰ τρία πρῶτα ἔτη τῆς λειτουργίας του καὶ οἱ κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν διδάξαντες ἐν τῷ προτύπῳ αὐτοῦ σχολείῳ. Τὸ ποιὸν αὐτῶν κατέστησα ἤδη κατάδηλον, ὅτε κατὰ τὴν αʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἀνέγνων ἐνταῦθα περικοπὰς ἐκθέσεων τοῦ τότε διευθυντοῦ τοῦ Διδασκαλείου καὶ διαφόρων ἐπιθεωρητῶν, καθ’ ἃς ἡ μὲν μόρφωσις τῶν τότε διδασκαλιστῶν ἐχώλαινεν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, οἱ δὲ τότε διδάσκαλοι τοῦ προτύπου σχολείου ἦσαν ἀνίκανοι νὰ παρακολουθήσωσι κἂν τὰ μαθήματα τῶν ἀνωτέρων τάξεων τοῦ Διδασκαλείου. Δι’ αὐτῶν δὲ πρόκειται νῦν νὰ πληρωθῶσιν αἱ θέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Αὐτοὶ θὰ ἐπιτελέσωσιν ὅλα τὰ πολλὰ καὶ παντοῖα, τὰ ὄντως ὑπεράνθρωπα καθήκοντα, καθ’ ἃ θὰ ὦσι πανταχοῦ παρόντες καὶ τὰ πάντα θὰ πληρῶσι. Θὰ τυγχάνωσιν εἰσηγηταὶ πασῶν τῶν εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια ἀναγομένων ὑποθέσεων, ἀντιπροσωπεύοντες ταῦτα καὶ διεξάγοντες πᾶσαν τὴν ἀλληλογραφίαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, τὰς ἄλλας ἀρχὰς καὶ τοὺς πολίτας (ἄρθρ. 40 καὶ 43). Θὰ ἐπιθεωρῶσι καθ’ ἑξαμηνίαν, πρᾶγμα ἀνθρωπίνως ἀδύνατον, ὡς ἀπέδειξα κατὰ τὴν αʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, πάντα τὰ σχολεῖα τῆς περιφερείας των, καὶ θὰ ἐξετάζωσι τοὺς τηρουμένους ἐν ἑκάστῳ αὐτῶν ἐλέγχους, τὰς τοπικὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὁ χρόνος τῆς ἐνάρξεως καὶ λήξεως τοῦ σχολικοῦ ἔτους, τὰ τῶν ἐν χρήσει διδακτικῶν βιβλίων, τὰ τῆς διαγωγῆς τῶν διδασκάλων πρὸς ἀλλήλους, πρὸς τοὺς μαθητὰς καὶ τοὺς γονεῖς των, τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐκπληροῦσι τὰ καθήκοντά των, τὰ τῆς συμπεριφορᾶς καὶ τοῦ βίου των καθόλου, τὰ τῶν ἐξετάσεων, τὰ κατὰ τὰς ἐπιβαλλομένας εἰς τοὺς μαθητὰς ποινὰς, τὰ διδακτήρια, λύοντες ἢ ἀνανεοῦντες τὰς μισθώσεις αὐτῶν· προκαλοῦσι τὰς περὶ ἐπισκευῆς τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν κτιρίων μελέτας τῶν ἁρμοδίων νομομηχανικῶν· συντάσσουσι τὰς περὶ μειοδοτικῶν δημοπρασιῶν προκηρύξεις καὶ μετέχουσι τῆς διευθύνσεως αὐτῶν, ἐπιτηροῦντες «ἵνα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μεταῤῥυθμιστικῶν ἔργων ἐφαρμόζωνται τὰ ἐγκεκριμένα σχέδια»· προκαλοῦσι τὴν παρὰ τῶν ἁρμοδίων νομομηχανικῶν συγγραφὴν τῶν ἀπαιτουμένων σχεδίων καὶ προϋπολογισμῶν διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων, συντάττοντες αὐτοὶ τὰς προκηρύξεις τῶν σχετικῶν μειοδοτικῶν δημοπρασιῶν, διευθύνοντες ταύτας καὶ ἐπιτηροῦντες, «ἵνα κατὰ τὴν οἰκοδομὴν ἐφαρμοσθῶσιν ἀκριβῶς τὰ ἐγκεκριμένα σχέδια» (ὡς παρατηρεῖτε, οἱ δημοδιδάσκαλοι ἐπιθεωρηταὶ χειροτονοῦνται οὕτω καὶ μηχανικοί!)· προσδιορίζουσι τὰς θέσεις, ἐφ’ ὧν πρέπει νὰ οἰκοδομηθῶσι τὰ διδακτήρια· ἐπιβάλλουσιν αὐτοὶ μικρὰς πειθαρχικὰς ποινὰς εἰς τοὺς διδασκάλους, ἢ εἰσηγοῦνται μεγαλειτέρας τοιαύτας εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον συγκαλοῦσιν ἐν καιρῷ τῶν διακοπῶν συνελεύσεις τῶν δημοδιδασκάλων, εἰς ἃς ὑποβάλλουσι πρὸς συζήτησιν διάφορα μεθολογικὰ καὶ παιδαγωγικὰ ζητήματα· ὑποβάλλουσι πλῆρες ἡμερολόγιον τῆς περιοδείας των, ἅμα ἐπανελθόντες ἐξ αὐτῆς, ἐν ᾧ πραγματεύονται de omnibus rebus et quibusdam aliis (ἄρθρ. 40). Ἐρωτῶ νῦν ὑμᾶς, Κύριοι, εἶναι δυνατόν ποτε εἷς ἄνθρωπος, ἔστω οὗτος καὶ ἀπόφοιτος τοῦ Διδασκαλείου κατὰ τρία πρῶτα ἔτη αὐτοῦ καὶ διδάσκαλος τοῦ προτύπου του σχολείου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, νὰ ἐπιτελέσῃ πάντα ταῦτα; βεβαίως ὄχι. Θὰ ἐπέλθῃ οὕτω μόνον σύγχυσις μεγάλη, θὰ πάθῃ δὲ πρὸ πάντων τὰ πάνδεινα αὐτὴ ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις. Ὁ ἐπιθεωρητὴς, ὡς ἀπεδείχθη ἤδη κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ κατορθώνῃ ἀνὰ πᾶν δεύτερον ἢ τρίτον ἔτος νὰ ἐπισκέπτηται τὰ σχολεῖα τῆς περιφερείας του· ἐν τῷ μεταξὺ θὰ μένωσι ταῦτα ἄνευ ἀμέσου ἐποπτείας καὶ ἐλέγχου, ἄνευ ἀμέσου προνοίας περὶ ἄρσεως παντὸς προσκόμματος, παρεμβαλλομένου εἰς τὴν κανονικήν των λειτουργίαν. Καὶ διδάσκαλοι ἀμελεῖς καὶ ὀκνηροὶ, καὶ διδάσκαλοι γινόμενοι σκάνδαλον εἰς πάντας διὰ τὸν ἄσεμνόν των ἴσως βίον, καὶ μαθηταὶ ὄντες λύμη τῶν χρηστῶν ἠθῶν, δὲν θὰ ἀπολύωνται ἢ μετατίθενται, δὲν θ’ ἀποβάλλωνται ἐπὶ μῆνας καὶ ἔτη ἴσως, ὑπὸ τὸν σωτήριον τοῦτον θεσμὸν τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἀλλ’ οὕτως ἡ μὲν στοιχειώδης ἐκπαίδευσις θὰ παραλύσῃ τέλεον, ἡ δὲ περιλάλητος ἀποκέντρωσις θ’ ἀποδειχθῇ ἀληθὴς ἐξάρθρωσις καὶ ἀποσύνθεσις αὐτῆς. Οἱ ἐπιθεωρηταὶ, Κύριοι, ἀπόλυτοι ὄντες δεσπόται τῶν ἀτυχῶν διδασκάλων, ἕνα κυρίως προορισμὸν θὰ ἐκπληρῶσι. Θὰ ἐπιβάλλωσι δι’ αὑτῶν τὰ διδακτικὰ βιβλία τῶν συγγραφέων καὶ ἐκδοτῶν, πρὸς οὓς θὰ ἔρχωνται εἰς ἰδιαιτέρας συμφωνίας, ὡς ἀπέδειξα ἤδη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ διδακτικῶν βιβλίων νομοσχεδίου, καὶ θὰ ἔχωσι φόρου ὑποτελεῖς τοὺς δημοδιδασκάλους, ὧν ὁ διορισμὸς, αἱ πειθαρχικαὶ ποιναί, ἡ μετάθεσις καὶ ἡ παῦσις, ὡς θὰ ἴδωμεν μετ’ ὀλίγον, ἐν γούνασιν αὐτῶν κυρίως θὰ κεῖνται. Ἀλλὰ θὰ παραμένωσιν εἰς τὰς θέσεις των ὡς ἀληθεῖς σατράπαι, ἐφ’ ὅσον θὰ ἦναι τυφλὰ ὄργανα τῆς κρατούσης φατρίας, εὐθὺς ὅμως ἅμα ὑποπεσόντες εἰς τὴν δυσμένειαν ταύτης, θὰ ἐκπέσωσι τῆς ἀρχῆς κακοὶ κακῶς, ἀναπολόγητοι ὅλως καὶ ἀνυπεράσπιστοι, ὡς οἱ πάλαι σατράπαι τῆς Περσίας ἢ οἱ σημερινοὶ Βαλῆδες τῆς Τουρκίας. Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ὡς δημιούργημα τῆς κρατούσης φατρίας, θὰ ἄγηται καὶ θὰ φέρηται ὑπὸ ταύτης. Τῇ εἰσηγήσει λοιπὸν αὐτῆς θὰ προτείνῃ τὴν μετάθεσιν ἢ ἀπόλυσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον θὰ ἐκτελέσῃ ταύτην, χωρὶς νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τὸν ἐπιθεωρητὴν ἄρθρον 39). Ἡ πρότασις τῆς μεταθέσεως ἢ ἀπολύσεως καθορίζεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 48 κατὰ τρόπον ἀναμιμνήσκοντα ἐν πολλοῖς τὰ μυστήρια τῆς Ἱερᾶς Ἐξετάσεως. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον δύναται νὰ συνέλθῃ καὶ εἰς ἰδίαν συνεδρίασιν ἄνευ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, συγκαλούμενον πρὸς τοῦτο ὑπὸ τοῦ προέδρου αὐτοῦ. Ἀλλὰ μόνον κατὰ τὴν περίπτωσιν τῆς πρώτης διατάξεως τοῦ ἄρθρου 39, ὅτε ἀκούει τὰς πρὸς αὐτὸ γιγνομένας παραστάσεις κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, εἴτε ἐπὶ ἀκηδίᾳ ἢ ἀσυγγνώστῳ ὀλιγωρίᾳ, εἴτε ἐπὶ ἐλλείψεσιν ἢ παραβάσεσιν αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, εἴτε ἐπὶ ἀνωμαλίαις τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου αὐτοῦ, καὶ μετὰ ἐπισταμένην συζήτησιν καὶ ἔρευναν ἀποφασίζει, ἂν ὑπάρχῃ ἀφορμὴ, ἵνα ὑποβάλῃ πρότασιν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον περὶ μεταθέσεως ἢ ἀπολύσεως αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως ταύτης, κρατούμενα ἐν χωριστῷ βιβλίῳ, φυλάσσονται ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ἐκτίθενται δ’ ἐν αὐτοῖς αἱ κατὰ τὴν συζήτησιν προταθεῖσαι γνῶμαι, καὶ μετὰ λεπτομεροῦς αἰτιολογίας τὰ πορίσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξε τὸ Συμβούλιον, καὶ ὑπογράφονται ὑπὸ τῶν ἀποτελεσάντων τὴν συνεδρίασιν μελῶν. Τοῦ πρακτικοῦ τούτου ἀντίγραφον ὑποβάλλει τὴν ἑπομένην πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, κατὰ μόνην τὴν περίπτωσιν ταύτην ἐπικοινωνῶν ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον». Τοσαῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ παρατηρήσω καὶ περὶ τῆς ἀποκεντρώσεως, τῆς δῆθεν καθιερουμένης διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἱκανὰ νομίζω, ἵνα διανοίξωσι τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ αὐτῶν τῶν ἐθελοτυφλούντων, ἐξ ἐνθουσιασμοῦ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀποκεντρώσεως, πρὸ τῶν κινδύνων, εἰς οὓς ἐκτίθεται οὕτως ἡ στοιχειώδης ἡμῶν ἐκπαίδευσις. Ἀλλ’ εἰρωνεία πικρὰ ἐλέγχεται ἰδίᾳ ἡ ἐπαγγελία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν περὶ δῆθεν βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν δημοδιδασκάλων, ἐπιδιωκομένης διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἡ θέσις αὐτῶν καὶ ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς χειροτερεύει κατὰ πολὺ δι’ αὐτοῦ. Ἐν πρώτοις τὸ πτυχίον, Κύριοι, ὅπερ εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, σύμβασις μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ δημοδιδασκάλου, ἐξασφαλίζουσα εἰς τὸν τελευταῖον τοῦτον τὸν βαθμὸν καὶ τὸν προσήκοντα εἰς αὐτὸν μισθόν, ἀναιρεῖται νῦν ὑπὸ τοῦ Κράτους. Καὶ ὁ νόμος ΧΘʹ περὶ Διδασκαλείου ἐν Ἀθήναις, οὗ εἰσηγηταὶ ὑπῆρξαν, ὡς εἴδομεν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ οἱ λοιποὶ σχετικοὶ νόμοι, οἱ κανονίζοντες τὰ τῆς μισθοδοσίας τῶν διδασκάλων, ἦσαν, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ἐπίσημος διαβεβαίωσις, ἡ ἐπίσημος ἀνάληψις ὑπὸ τοῦ Κράτους τῆς ὑποχρεώσεως, ἵνα τοποθετῇ καὶ μισθοδοτῇ αὐτοὺς ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ τοῦ πτυχίου των. Εἰς ταύτην τὴν διαβεβαίωσιν δόντες πίστιν πολλοὶ νέοι, ἐπιτήδειοι εἰς πᾶν ἄλλο στάδιον, ἔγνωσαν νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὰ Διδασκαλεῖα, νὰ ὑποστῶσι δαπάνας καὶ νὰ καταβάλωσι παντοίους κόπους, ὅπως τύχωσι τοῦ νενομισμένου πτυχίου. Πῶς ἐφεξῆς κατὰ τὸν διορισμόν των θέλετε νὰ μὴ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν αὐτό, ἀλλ’ οἱ πόροι τῶν δήμων, εἰς τὰ σχολεῖα τῶν ὁποίων θὰ τοποθετῶνται καὶ ἀναλόγως αὐτῶν θὰ διορίζωνται οἱ πρωτοβάθμιοι μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν δευτεροβαθμίων, οἱ δευτεροβάθμιοι μὲ μισθὸν καὶ βαθμὸν τριτοβαθμίων, οἱ τριτοβάθμιοι μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν γραμματιστῶν;

§121Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ διάταξις ἐτροποποιήθη.

§122ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ ὅτι μὲ τὸ ὑπενθυμίζετε. Τὸ ἄρθρον 8 ἐν ἀρχῇ εἶχεν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ βαθμὸς καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τῶν πλειόνων συνυπηρετούντων διδασκάλων κανονίζεται ἐκ τῶν πόρων τῶν δήμων». Ὕστερον ἐτροποποιήθη ἡ διάταξις αὕτη ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ βαθμὸς (ἄρα καὶ ὁ μισθὸς) καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τῶν πλειόνων συνυπηρετούντων διδασκάλων κανονίζεται ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου». Τόσῳ τὸ χειρότερον διὰ τοὺς δυστυχεῖς διδασκάλους· διότι, ὡς ἔχει νῦν ἡ διάταξις, καὶ ἂν ἔτι ἐπιτρέπωσιν οἱ πόροι τῶν δήμων τὸν διορισμὸν αὐτῶν μὲ τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθόν των, τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἢ μᾶλλον ὁ εἰσηγητὴς τούτου ἐπιθεωρητὴς θὰ δύνανται ὅλως αὐθαιρέτως νὰ κανονίζωσι τὸν βαθμὸν καὶ μισθόν των καὶ νὰ ὑποβιβάζωσιν αὐτούς, ὡς ὑπέδειξα ἤδη. Τὸ δὲ παράδοξον εἶναι, ὅτι, ἐνῷ οὕτω πως χειροτερεύει ἡ θέσις τῶν πτυχιούχων δημοδιδασκάλων καὶ γραμματιστῶν, βελτιοῦται ἡ θέσις τῶν γραμματοδιδασκάλων. Οἱ γραμματοδιδάσκαλοι, Κύριοι, εἶναι ὅλως ἄγνωστοι εἰς τὸν νόμον τοῦ 1834, παρεισεκώμασαν δ’ ἐν ἀρχῇ ἄνευ νόμου καὶ διατάγματος εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, μισθοδοτούμενοι πρὸς δρ. 33,30 τὸν μῆνα. Καίτοι δὲ παρὰ πάντων θεωρούμενοι ἀπόβλητοι, ὡς λύμη τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, οὐδὲν ἧττον κατώρθωσαν νὰ παραμείνωσι μέχρι τοῦδε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ νὰ ἴδωσι, μάλιστα τὴν οἰκονομικήν των θέσιν βελτιουμένη δι’ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ των μέχρι 45 δρ. κατὰ μῆνα. Ἐνῷ δὲ αὐτοὶ θὰ ἦσαν εὐχαριστημένοι καὶ θὰ ἐδόξαζον τὸν Θεὸν, διατηρούμενοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μὲ αὐτὸν τὸν μισθὸν, αἴφνης καὶ παρὰ προσδοκίαν, χωρὶς δηλαδὴ νὰ τὸ ὀνειρευθῶσι καὶ οἱ ἴδιοι, ἐξομοιοῦνται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου κατὰ τὸν μισθὸν πρὸς τοὺς γραμματιστάς. Κατὰ τὸ ἄρθρον 29 (ἀναγινώσκει): «Τὰ τῶν μισθῶν τῶν γραμματοδιδασκάλων τηροῦνται, ὡς ἐκανονίσθησαν διὰ τῶν ἄρθρων 18 καὶ 19 τοῦ περὶ ὑποδιδασκαλείων ͵ΒΟΘʹ νόμου τῆς 6 Αὐγούστου 1892». Πλὴν τὰ εἰρημένα ἄρθρα τοῦ νόμου ͵ΒΟΘʹ δὲν κανονίζουσι τὰ τῶν μισθῶν τῶν γραμματοδιδασκάλων, ἀλλὰ τῶν γραμματιστῶν, ἐντεῦθεν δὲ πᾶς λογικῶς σκεπτόμενος ὀφείλει ν’ ἀποδεχθῇ, ὅτι διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἐξολοιοῦται ὁ μισθὸς αὐτῶν πρὸς τὸν τῶν γραμματιστῶν. Ἀλλὰ μήπως τοὐλάχιστον βελτιοῦται ἡ θέσις τῶν διδασκάλων κατὰ τὰ ἄλλα, κατὰ τὸν διορισμὸν, τὴν μετάθεσιν καὶ παῦσιν; μήπως κατὰ ταῦτα ἀπαλλάττονται αὐτοὶ πάσης φατριαστικῆς ἐπηρείας, ὡς ἐπαγγέλλονται οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου; οὐδαμῶς. Τοὐναντίον μάλιστα ἡ θέσις των ἀκριβῶς ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην καθίσταται νῦν ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ χείρων. Καὶ δὴ, ὡς πρὸς τὸν διορισμόν του, εἶχε μέχρι τοῦδε ὁ δημοδιδάσκαλος ν’ ἀποταθῇ εἴτε πρὸς τὸν Βουλευτὴν τῆς ἐπαρχίας, ἐν ᾗ ἐπεθύμει νὰ διορισθῇ, εἴτε ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ, γινῶσκον τὰς κενὰς θέσεις, τὸν ἐτοποθέτει ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ του. Ἀπέναντι τοῦ Βουλευτοῦ, ἂν ἦτο ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας, ἀνελάμβανεν οὕτως ὁ διδάσκαλος τὸ πολὺ πολὺ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ ἦναι αὐτὸς καὶ οἱ συγγενεῖς του πολιτικοὶ αὐτοῦ φίλοι. Τί ὅμως τὸν ἀναμένει τώρα; Ἐν πρώτοις ὀφείλει νὰ διατελῇ εἰς ἀνταπόκρισιν πρὸς ὅλους τοὺς νομοὺς, πρὸς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, εἰ δυνατὸν, πρὸς ὅλους τοὺς δήμους, ὅπως γινώσκῃ, ποῦ ἔχουσιν ἀνάγκην διδασκάλου. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀνταπόκρισις αὕτη θὰ τῷ ἦναι δύσκολος, θὰ προτιμήσῃ νὰ λάβῃ πήραν ἐπ’ ὤμου καὶ ῥάβδον ἀνὰ χεῖρας καὶ νὰ περιοδεύσῃ ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον, ἕως οὗ εὕρῃ Δημοτικὸν Συμβούλιον πρόθυμον νὰ τὸν προτείνῃ δι’ ἓν τῶν σχολείων τῆς περιφερείας του. Ἀλλὰ δὲν θὰ τελειώσουν ἕως ἐδῶ τὰ βάσανά του. Ὀφείλει ν’ ἀποταθῇ εἶτα πρὸς τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ νομοῦ, πρὸς τοῦτον ἴσως ὄχι μὲ κενὰς τὰς χεῖρας, καὶ νὰ τὸν ἐκλιπαρήσῃ, ἵνα μὴ ἀντιτάξῃ αὐτὸς ἀρνησικυρίαν πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προβάλλων τὸ φύλλον ποιότητός του. Ἂν θέλῃ ὁ Θεὸς, θὰ λάβῃ τότε ὁ διδάσκαλος τὸν διορισμόν του παρὰ τοῦ νομάρχου· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ οὐδὲν ἀναγράφεται περὶ δημοσιεύσεως τοῦ τοιούτου διορισμοῦ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως,» θὰ ἦναι ζήτημα, ἐὰν δύναται πλέον αὐτὸς νὰ θεωρηθῇ δημόσιος ὑπάλληλος καὶ νὰ ἔχῃ δικαίωμα πρὸς σύνταξιν. Πλὴν καὶ μετὰ τὸν διορισμὸν ἄλλαι φροντίδες καὶ ἄλλα βάσανα ἀναμένουσι τὸν διδάσκαλον. Δυνατὸν αἴφνης νὰ ἦναι τὸ κλίμα νοσηρὸν εἴτε δι’ αὐτὸν εἴτε διὰ τὴν οἰκογένειάν του, καὶ τοῦτο νὰ πιστοποιήσωσι δύο ἰατροὶ ἐνόρκως ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου Δυνατὸν διδασκάλισσά τις νὰ ἦναι ἐκτεθειμένη εἰς τὰς ἀσέμνους ἐπιθέσεις κομματαρχίσκου τινὸς καὶ νὰ διατρέχῃ ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν κίνδυνον ἠθικόν. Δυνατὸν καὶ ἐν τῇ μιᾷ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ περιπτώσει νὰ εὑρεθῶσιν οἱ προθύμως ἔχοντες, ἵν’ ἀντιμετατεθῶσι πρὸς αὐτούς. Πάντα ταῦτα δὲν ἀρκοῦσιν ἐφεξῆς, ὅπως οἱ διδάσκαλοι ἐγκαταλίπωσι πάραυτα τὸ φθοροποιὸν δι’ αὐτοὺς κλίμα καὶ ἀπαλλαγῶσι τοῦ ἠθικοῦ κινδύνου, ὃν διατρέχουσι. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι τὴν ὑπομονὴν μέχρι τῶν διακοπῶν τῶν μαθημάτων, δηλαδὴ μετὰ μῆνας καὶ μετὰ ἔτος ὁλόκληρον, ἵνα τύχωσι τῆς ἀμοιβαίας μεταθέσεως. Καὶ τότε δὲ θὰ ἐπιτύχωσι ταύτης, ἂν τὰ δημοτικὰ συμβούλια τῶν ἀντιμετατιθεμένων συγκατατεθῶσιν εἰς αὐτὴν, ἄλλως νέα ὑπομονὴ ἐπιβάλλεται εἰς αὐτοὺς μέχρι τῶν ἄλλων διακοπῶν. Ἀκούσατε, Κύριοι, τὸ σχετικὸν ἄρθρον 27 (ἀναγινώσκει). «Δύναται ὅμως νὰ διαταχθῇ μετάθεσις δημοδιδασκάλου, ἢ δημοδιδασκαλίσσης, ἢ γραμματοδιδασκάλου, καὶ ἄνευ ἀποφάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ μόνον τῇ διὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ὑποβληθείσῃ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον αἰτήσει αὐτῶν, ἂν τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην τοῦ αἰτοῦντος ἐγκρίνῃ καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς, καὶ ἂν ἐρωτηθεὶς ἀναφέρῃ τὴν ἑαυτοῦ συγκατάθεσιν ὡσαύτως διὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ὁ ἀντιμετατιθέμενος. Αἱ λόγῳ ὅμως ὑγιείας ζητούμεναι μεταθέσεις δέον νὰ ὑποστηρίζωνται ὑπὸ πιστοποιητικοῦ δύο ἰατρῶν, ὁρκισθέντων πρὸς τοῦτο ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου. Αἱ τοιαῦται μεταθέσεις ἐπιτρέπονται μόνον κατὰ τὰς ἐτησίας διακοπὰς τῶν μαθημάτων.» Ἐμπορεῖ τις, Κύριοι, ἐξ ὑμῶν νὰ φαντασθῇ ἀπανθρωποτέραν ταύτης διάταξιν διὰ τοὺς ἀτυχεῖς διδασκάλους; Καὶ ὅμως αὐτὴ εἶναι μία ἐκ τῶν βελτιώσεων τῆς τύχης των, ἃς ἐπαγγέλλονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου των ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ δι’ ἃς νομίζουσιν ὅτι πλείστας ὅσας χάριτας πρέπει νὰ ὀφείλωσι πρὸς αὐτοὺς οἱ διδάσκαλοι. Καὶ ὡς πρὸς τὰς πειθαρχικὰς ποινὰς χειροτερεύει οὐχ ἧττον ἡ θέσις των. Δὲν θὰ ἔχωσιν αὐτοὶ νὰ κάμωσι πλέον πρὸς μόνον τὸν ἐπιθεωρητὴν, ὃν τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἀπέστελλε, κατ’ ἀκολουθίαν καταγγελίας, δὲν θὰ ἔχωσι ν’ ἀπολογηθῶσι πρὸς μόνον τοῦτο. Θὰ ὦσιν ἠναγκασμένοι ἐφεξῆς νὰ περισαίνωσι καὶ ἐκλιπαρῶσι τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους, ὅπως μήποτε κινήσωσι τὴν μῆνιν τούτων ἐναντίον των, νὰ καταστῶσι φόρου ὑποτελεῖς πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς, καὶ νὰ μεταβαίνωσι διὰ ψύλλου πήδημα εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ, ὅπως καὶ αὐτοὺς ἐξευμενίσωσι καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, προκειμένου νὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτοὺς πειθαρχική τις ποινὴ κατὰ τὰ ἄρθρα 30–32. Καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα δύνανται νὰ μετατεθῶσιν, ἢ καὶ νὰ παυθῶσιν ὁριστικῶς, χωρὶς κἂν νὰ κληθῶσιν εἰς ἀπολογίαν (ἄρθρον 26), στερούμενοι οὕτω τοῦ δικαιώματος, ὅπερ πᾶσα ποινικὴ νομοθεσία παρέχει καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἔσχατον τῶν κακούργων. Καὶ τὸ χείριστον πάντων, δυνατὸν νὰ παυθῇ τις, κατὰ τὸ ἄρθρον 28, οὕτως ἀναπολόγητος διὰ πρᾶξιν προσκρούουσαν εἰς τὰ ἤθη, πρὶν ἢ ἀποδειχθῇ αὕτη δικαστικῶς, μετὰ δὲ τὴν παῦσίν του νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ νὰ εὑρεθῇ ἐντελῶς ἀθῷος· πλὴν τί τὸ ὄφελος; ὁ δυστυχὴς θὰ ἔχῃ παυθῆ ἤδη δι’ ἀσυμβίβαστον διαγωγὴν, ἡ παῦσίς του αὕτη θὰ ἔχῃ ἀναγραφῆ εἰς τὸ φύλλον ποιότητος, τὸ ἀποστελλόμενον παρὰ τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τοὺς ἁπανταχοῦ ἐπιθεωρητὰς, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τούτου οὐδεὶς πλέον ἐξ αὐτῶν θὰ δεχθῇ πρότασιν περὶ διορισμοῦ του! Ὁ φατριασμὸς, Κύριοι, οὐδαμῶς περιστέλλεται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Οἱ ἰσχυροὶ τῆς ἡμέρας θὰ ἐπιβάλλωνται εὐκολώτερον εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ τὰ ἐποπτικὰ συμβούλια ἢ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Οἱ κατὰ καιροὺς διέποντες τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, οἷοι δήποτε καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι, θὰ ἔχωσιν ἀξιοπρέπειάν τινα, θέτουσαν φραγμοὺς εἰς τὸν ἀχαλίνωτον φατριασμόν. Καὶ ἂν δὲν ἔχωσιν αὐτοὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν ταύτην, ἐξαναγκάζονται ὁπωσδήποτε καὶ ὑπὸ τῆς δημοσιογραφίας καὶ ὑπὸ τῆς πεφωτισμένης ἐν Ἀθήναις κοινῆς γνώμης καὶ ὑπὸ τοῦ ἐν τῇ Βουλῇ ἐλέγχου νὰ θέσωσι τοιοῦτον φραγμόν. Τίς δύναται ὅμως νὰ θέσῃ φραγμόν τινα εἰς τὴν εὐτέλειαν τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ τῶν ἐποπτικῶν συμβούλων ἀπέναντι τῶν ἐν ἑκάστῳ νομῷ ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας, ὧν αὐτοὶ θὰ ὦσι δημιουργήματα, ὡς εἴδομεν πρίν; Ὁ φατριασμὸς λοιπὸν θὰ ὑπεράρῃ οὕτω τὴν κεφαλὴν ὑπὸ τὴν ἀπαισιωτέραν μορφήν του. Θὰ προστεθῇ δὲ εἰς αὐτὸν καὶ νέα πληγὴ διὰ τοὺς διδασκάλους, ἡ ἀπληστία τῶν ἐπιθεωρητῶν, οἵτινες θὰ πληρῶσι μὲν πάσας τὰς ἐπιθυμίας τῶν κρατούντων, θὰ πληρῶσι δ’ ἐν ταὐτῷ καὶ τὰ ἴδια βαλάντια ἐκ τῶν ἑκουσίων ἢ ἀκουσίων εἰσφορῶν τῶν διδασκάλων, οἵτινες οὕτω θὰ καταστῶσιν ἀληθεῖς Παρίαι! Ἰδοὺ, Κύριοι, ἡ ἀναμένουσα αὐτοὺς τύχη, ἄν ποτε, κατὰ παραχώρησιν πάντως θείαν, γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Κενὴ καὶ ἕωλος ἐν πολλοῖς ἐλέγχεται καὶ ἡ περὶ διδακτηρίων ἐπαγγελία τῶν εἰσηγητῶν τοῦ νομοσχεδίου. Πρόκειται κυρίως νὰ διατεθῶσιν ἐτησίως, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς 320 χιλ. δραχ. ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἅτινα θὰ καταβάλλωσιν οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἐκ τῆς δούλης Ἑλλάδος καὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ἄρα καὶ οἱ ἐκ τῶν δήμων Ἀγραίων καὶ Κολοκυνθίων, ὑπὲρ κατασκευῆς διδακτηρίων τὸ πρῶτον ἐν Ἀθήναις καὶ ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν. Τὴν διάθεσιν ταύτην ποιεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τρόπον ὄντως δημευτικὸν καὶ κοινωνιστικόν, ἂν καὶ φαίνεται ἐξανισταμένη ἡ συνείδησίς του κατὰ πάσης δημευτικῆς καὶ κοινωνιστικῆς τάσεως, —ἀλλὰ, nota bene, μόνον ἐκεῖ, ὅπου οὐδ’ ἴχνος τοιαύτης ὑπάρχει, ὡς εἴδομεν ἤδη. Ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει δημεύει μέρος τῆς περιουσίας τῶν ἐπαρχιωτῶν καὶ τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς φοιτητῶν, ὑπὸ τὸν τύπον τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, καὶ διαθέτει αὐτὸ κοινωνιστικῶς εἰς κατασκευὴν διδακτηρίων ἐν δήμοις, πρὸς οὓς αὐτοὶ οὐδὲν κοινὸν ἔχουσιν. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἱκανὰ εἶπον ἤδη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν νομοσχεδίου. Νῦν παρατηρῶ, ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, καθορίζων ἐν ἄρθρῳ 68 δύο τύπους μόνον διδακτηρίων, τὸν ἕνα διὰ πλήρη καὶ τὸν ἄλλον διὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ γραμματοδιδασκαλεῖα, μαρτυρεῖ οὕτως, ὅτι οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔννοιαν ἔχει τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος σχολείων. Ἐν πρώτοις τὰ πλήρη σχολεῖα χρήζουσι κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἓξ αἰθουσῶν διδασκαλίας καὶ μιᾶς τοιαύτης, χρησιμευούσης εἰς ἐντευκτήριον τῶν διδασκάλων, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν δὲν ἐπιτρέπει τὴν ὑποδιαίρεσιν τάξεώς τινος εἰς δύο τμήματα. Ἀλλ’ ὅταν ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν, ὡς συμβαίνει ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσι, ἦναι τοσοῦτος, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται ὁ χωρισμὸς μιᾶς ἢ καὶ πλειόνων τάξεων εἰς τμήματα, τότε κατ’ ἀνάγκην καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν αἰθουσῶν διδασκαλίας θὰ ἦναι μεγαλύτερος καὶ οἱ τύποι διδακτηρίων τῶν πλήρων σχολείων πλείονες τοῦ ἑνός. Καὶ ἐὰν δὲ ἀπεδέχετό τις ἐπὶ τέλους ἕνα τύπον ἐπὶ τῶν διδακτηρίων τῶν πλήρων σχολείων, ἀδύνατον εἶτα ν’ ἀποδεχθῇ τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν κοινῶν σχολείων. Τὰ σχολεῖα ταῦτα, Κύριοι, ὡς καθιεροῖ καὶ τὸ νομοσχέδιον, ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν, θὰ ἔχωσιν ἢ 4 διδασκάλους, ἢ 3, ἢ 2, ἢ 1, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ ἢ 4 αἰθούσας, ἢ 3, ἢ 2, ἢ 1· διότι, ὅσον ἰδιώτης καὶ ἂν ἦναι ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον, δὲν πιστεύω ν’ ἀποδέχηται ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐντὸς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς αἰθούσης νὰ διδάσκωσι συγχρόνως 4, ἢ 3 ἢ καὶ 2 μόνον διδάσκαλοι, ἀφοῦ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ σχολεῖον θὰ μετεβάλλετο εἰς ἀληθῆ Χάβραν. Πῶς ὅμως εἶναι δυνατὸν οὕτω ν’ ἀποδεχθῶμεν ἕνα μόνον τύπον διὰ τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα; Πλὴν δὲν εἶναι τοῦτο τὸ χείριστον τοῦ σχετικοῦ κεφαλαίου τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ κατασκευὴ τῶν διδακτηρίων ἄρχεται τὸ πρῶτον ἐκ τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν, ἀφοῦ δὲ συντελεσθῶσι πάντα τὰ εἰς αὐτὰς ἀναγκαῖα διδακτήρια ἀῤῥένων καὶ θηλέων, θὰ κατασκευασθῶσι τὰ τῶν πρωτευουσῶν τῶν ἐπαρχιῶν καὶ, ἀφοῦ κατασκευασθῶσι καὶ ταῦτα, ἔρχεται τότε ἡ σειρὰ τῶν διδακτηρίων τῶν πρωτευουσῶν τῶν δήμων, μόλις δὲ μετὰ τὴν συντέλεσιν τούτων θ’ ἄρξηται ἡ κατασκευὴ τῶν διδακτηρίων ἐν τοῖς χωρίοις. Ἀλλὰ τί θὰ συμβῇ οὕτω; Μόναι αἱ Ἀθῆναι ἔχουσιν ἀνάγκην 40 ὅλων διδακτηρίων ἑκατέρου φύλου Ταῦτα θὰ στοιχίσωσιν ἕκαστον κατ’ ἐλάχιστον ὅρον πρὸς 80,000 δρ. τὸ ὅλον ὡς 3,200,000. Ἄλλο τόσον περίπου ποσὸν θ’ ἀπαιτήσῃ ἡ κατασκευὴ τῶν διδακτηρίων τῶν λοιπῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν τοῦ Κράτους. Ἐρωτῶ δὲ νῦν ὑμᾶς, πόσα ἔτη ἀπαιτοῦνται, ἵνα καλυφθῶσι τὰ 6,400,000 διὰ τῆς ἐτησίας διαθέσεως 320,000 δραχμῶν; 20 ὡς ἔγγιστα ἔτη. Ἀλλὰ τόσα καὶ πλείονα ἴσως ἔτη θὰ παρέλθωσιν, ἕως οὗ κατασκευασθῶσι καὶ τὰ διδακτήρια τῶν ἐπαρχιῶν, τὰ διπλάσια δὲ πάντως, ἕως οὗ ἀποκτήσωσι καὶ πᾶσαι αἱ πρωτεύουσαι τῶν δήμων διδακτήρια. Πότε θὰ ἔλθῃ δὲ οὕτως ἡ σειρὰ τῶν χωρίων; Μετὰ ἑκατονταετηρίδα ἴσως ὅλην! Καὶ ὅμως, Κύριοι, προκειμένου νὰ μὴ γείνωσι συγχρόνως πάντα τὰ ἀπαιτούμενα ἐν τῷ Κράτει διδακτήρια διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, ὁ κοινὸς νοῦς παντὸς λογικῶς σκεπτομένου ἀνθρώπου ἐπιτάττει νὰ ἄρξηται ἡ κατασκευὴ αὐτῶν ἐκεῖθεν, ὅπου παρίσταται τὰ μάλιστα ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη αὐτῶν. Ἐν Ἀθήναις, ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν, τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν πλείστων δήμων, δύναται νὰ μισθώσῃ τις ἀνεκτὰ ὁπωσδήποτε ἰδιωτικὰ κτίρια διὰ διδακτήρια. Ἐνταῦθα μάλιστα εὑρίσκονται ἰδιῶται πρόθυμοι νὰ οἰκοδομήσωσι διδακτήρια καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς ὑγιεινῆς καὶ παιδαγωγικῆς, ἂν ταῦτα πρόκειται νὰ ἐνοικιασθῶσι πολυετῶς ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον ἀνῳκοδόμησε τελευταῖον ἰδιώτης τις ἐν τῇ συνοικίᾳ τοῦ Μεταξουργείου λαμπρὸν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν διδακτήριον, τὸ μόνον, ὅπερ εἴχομεν νὰ ἐπιδείξωμεν πρὸς ἐπιφανῆ Γερμανὸν φιλόλογον καὶ παιδαγωγὸν, ἐπισκεφθέντα πρὸ μικροῦ τὰς Ἀθήνας. Ἄλλως ὅμως ἔχει τὸ πρᾶγμα ἐν τοῖς χωρίοις. Ἐν αὐτοῖς, καὶ ἂν θελήσῃ τις, ἀδύνατον νὰ εὕρῃ οὐχὶ κατάλληλον, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἀνεκτὸν διὰ διδακτήριον ἰδιωτικὸν κτίριον. Τοῦτο ἐπιβεβαιοῦσι μονονουχὶ πᾶσαι αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν, τῶν ἀποσταλέντων κατὰ καιροὺς εἰς ἐπιθεώρησιν τῶν σχολείων τοῦ Κράτους. Φρίττει τις τῇ ἀληθείᾳ, ἀναγινώσκων τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος ἐκθέσεις, ὡς πρὸς τὰ διάφορα διδακτήρια τῶν χωρίων. Μὲ τόσον μελανὰ χρώματα περιγράφεται ἡ κατάστασις αὐτῶν, ὥστε πρέπει νὰ ἔχῃ ἀποβάλει τις πᾶν αἴσθημα ἀνθρώπινον, ἵνα μὴ ἀνομολογήσῃ ὅτι ἀνάγκη καὶ ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ σπεύσωμεν κατὰ πρῶτον εἰς τὴν κατασκευὴν διδακτηρίων ἐν τοῖς χωρίοις· πρέπει νὰ ἔχῃ τις τὴν καρδίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἵνα τὴν τοιαύτην οἰκτρὰν κατάστασιν παρατείνῃ ἐπὶ μίαν ὅλην ἑκατονταετηρίδα, ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἀναβάλλων τὴν κατασκευὴν διδακτηρίων ἐν τοῖς χωρίοις, ὡς γίνεται τοῦτο διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ὁ κυριώτατος σκοπὸς, ὃν ἐπεδίωκεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἦτο ὁ περιορισμὸς τῆς δαπάνης τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Καὶ κατὰ τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ περὶ τῶν διαπυλίων τελῶν καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησίν του εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1895 αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἐξῆρεν. Εὕρισκε πολλὰ τὰ ὑπὸ τοῦ Κράτους δαπανώμενα, κατὰ τὸ ἐν ἰσχύϊ σύστημα, ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ὑπολογίζων ταῦτα εἰς 2–2½ ἑκατομμύρια, ἤλπιζε νὰ ἐπενέγκῃ εἰς τὴν τοιαύτην δαπάνην οἰκονομίαν 1½ ἑκατομμ. καὶ ἐπέκεινα· ὁ σκοπὸς αὐτὸς ἦτο κατάδηλος καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὡς εἶχεν αὐτὸ κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσίν του. Κατὰ τὸ ἄρθρον 58, ὡς εἶχεν αὐτὸ ἐν ἀρχῇ, ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἑκάστου ἐπιδεοῦς ἢ ἐνδεοῦς δήμου «δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπερβῇ τὸ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς συντήρησιν ἑνὸς κοινοῦ δημοτικοῦ σχολείου ἐλλεῖπον». Ἀλλὰ τὸν πρῶτον καὶ κύριον τοῦτον σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου ἐγκατέλιπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὑποχωρήσας ἐν τούτῳ πρὸ τῆς ἐῤῥωμένης ἐπιθέσεως ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων, ἤδη κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἀνάγνωσιν. Ὡς ἐτροποποίησεν ἔκτοτε τὸ νομοσχέδιον, τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ συμπληρώσῃ ἅπαν τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, καθόσον δὲν θὰ ἐπήρκουν δι’ αὐτὴν οἱ πόροι τῶν δήμων καὶ ἡ εἰσφορὰ τῶν Μονῶν, ἡ ἐλαττουμένη νῦν ἐξ 150,000 εἰς 100,000 δρ. Πλὴν οὕτως οὐ μόνον οἰκονομία δὲν ἐπέρχεται, ἀλλὰ καὶ ἀνοίγεται ἡ θύρα εἰς τὴν σπατάλην τοῦ δημοσίου πλούτου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προοιωνίζεται μεγάλα ἀποτελέσματα ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προσόδων τῶν δήμων ἐξ ἀμέσων φόρων μέχρις 1%, ὡς αὕτη ἐπιτρέπεται διὰ τῶν ἄρθρων 56 καὶ 57. Μὴ λησμονεῖτε ὅμως, Κύριοι, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπιδεῶν καὶ ἐνδεῶν δήμων, ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τῶν ὁποίων μέχρις 1% δὲν δύναταί τις ν’ ἀναμένῃ μεγάλα πράγματα. Ἀλλὰ θὰ κατορθωθῇ ποτε καὶ ἡ αὔξησις αὕτη; Ἐν τῷ μέσῳ τῆς κακοδαιμονίας, ἐν ᾗ διατελοῦσι καὶ αὐτοὶ καὶ πᾶσα ἡ χώρα, οὐδεὶς δῆμος θ’ ἀποφασίσῃ τὴν αὔξησιν τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων του, οὐδὲν Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, προερχόμενον ἐκ τῶν σπλάγχνων τῶν ἐνδιαφερομένων δημοτῶν, θὰ τολμήσῃ νὰ προτείνῃ αὐτήν. Ἀπέναντι δὲ τῆς ἀνυποστάτου, τῆς ἀδυνάτου ταύτης αὐξήσεως τῶν πόρων τῶν δήμων, τῶν διατεθειμένων ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἔχομεν τὴν βεβαίαν μείωσιν τῆς ὑπὲρ αὐτῆς εἰσφορᾶς τῶν μονῶν κατὰ 50,000 δραχ., ἔχομεν αὔξησιν τῶν ἐξόδων αὐτῆς, ὡς ἐκ τῆς ἐξισώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν γραμματοδιδασκάλων πρὸς τὸν τῶν γραμματιστῶν, κατὰ 80,000 δρ. τοὐλάχιστον, ἔχομεν τέλος τὴν καταπληκτικὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων αὐτῆς, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἀφεύκτως ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Διὰ τούτου, Κύριοι, καταῤῥίπτεται πᾶς ἀληθὴς φραγμὸς, ὃν εἶχεν ἀνεγείρει ὁ νόμος ͵ΒΠΕʹ τοῦ 1892 κατὰ πάσης ἀδικαιολογήτου συστάσεως σχολείων, κατὰ πάσης ἀδικαιολογήτου αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διδασκάλων, καὶ ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν πρὸ τοῦ νόμου ἐκείνου χαώδη κατάστασιν. Ἐφεξῆς τὰ μὲν Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια θὰ προτείνωσι κατὰ τὸ ἄρθρ. 5 τὴν σύστασιν νέων σχολείων, οὐδέποτε δὲ τὴν κατάργησιν ὑπαρχόντων, μὴ δυνάμενα ν’ ἀντιστρατευθῶσι κατὰ τοῦτο πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῶν δημοτῶν, οὓς αὐτὰ ἀντιπροσωπεύουσιν, οἱ δὲ ἰσχυροὶ τῆς ἡμέρας θὰ ἐπιβάλλωνται καὶ εἰς τοὺς νομάρχας καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ἐγκρίνωσι τὰς τοιαύτας ἀποφάσεις. Καὶ τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια θὰ προτείνωσιν (ἄρθρ. 49) καὶ οἱ νομάρχαι καὶ τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἐγκρίνωσι τὴν προσθήκην νέων, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ὑπεραρίθμων διδασκάλων, κατὰ τὰς ἀξιώσεις τῆς κρατούσης φατρίας. Ἀφοῦ αἴρεται ἐκ τοῦ μέσου ἡ μόνη ἀσφαλὴς βάσις τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων κατὰ τὴν ἐπίσημον ἀπογραφὴν τοῦ Κράτους, ὄπισθεν τῆς ὁποίας ἠδύναντο κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΠΕʹ νὰ ὀχυρωθῶσι καὶ οἱ νομάρχαι καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, λαμβάνεται δὲ ὡς βάσις ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν, ὃν οἱ ἐνδιαφερόμενοι δύνανται ἑκάστοτε νὰ ἐξογκῶσι, χωρὶς νὰ ἦναι εὔκολος ἡ ἐξακρίβωσις τῆς ἀληθείας, βεβαίως θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν πρὸ τοῦ 1892 κατάστασιν, καθ’ ἣν ηὔξανεν ὁσημέραι ἀλογίστως ὁ ἀριθμὸς τῶν σχολείων καὶ τῶν διδασκάλων εἴς τινας ἐπαρχίας, ἀπολαυούσας ἰσχυρᾶς προστασίας, ὅπως μένωσιν ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις, στερουμέναις τῆς τοιαύτης προστασίας, τὰ σχολεῖα κλειστά, ἐλλείψει διδασκάλων. Οὕτω δέ πως ἡ μὲν δαπάνη τοῦ Κράτους θ’ αὐξήσῃ καταπληκτικῶς, ἡ δὲ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις πολλαχοῦ τῆς χώρας θὰ χωλαίνῃ ἐπαισθητῶς. Κύριε Πρωθυπουργὲ καὶ κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τὸ νομοσχέδιόν σας ἠδύνατο νὰ ἔχῃ βάσιν τινὰ δικαιολογητικήν, ἐν ὅσῳ δι’ αὐτοῦ ἐπεδιώκετο πράγματι οἰκονομία τις ἐν τῇ δαπάνῃ τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἔστω καὶ ἐπὶ ζημίᾳ ταύτης ἀνυπολογίστῳ. Ἀφ’ ὅτου ὅμως ἡ βάσις ἐκείνη ἐξέλιπεν, ἀφ’ ὅτου διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου ἀνεπετάσατε τὰς θύρας τῆς συναλλαγῆς εἰς τὴν σπατάλην τοῦ δημοσίου πλούτου, οὐδένα λόγον ἔχετε πλέον νὰ ἐπιμένητε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου. Ὀφείλετε ν’ ἀποσύρητε αὐτό, ἂν κήδησθε καὶ τοῦ δημοσίου πλούτου καὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἀφοῦ εἶσθε ἀνίκανοι ν’ ἀντιληφθῆτε τῶν ἀληθῶν ἀναγκῶν της καὶ νὰ λάβητε πρόνοιαν νομοθετικὴν περὶ θεραπείας αὐτῶν, μὴ θέλετε τοὐλάχιστον ν’ ἀνατρέψητε καὶ πᾶν ὅ,τι καλὸν ἀπέκτησε μέχρι τοῦδε ἡ στοιχειώδης ἡμῶν ἐκπαίδευσις μετὰ πικρὰν πεῖραν ἑξήκοντα ὅλων ἐτῶν, μετὰ τοσαύτας θυσίας, ἃς ἔχομεν ὑποστῆ ἤδη, ὅπως ἀποκτηθῇ αὐτὸ τὸ καλόν. Καὶ ἀπέδειξα ἤδη, ὡς νομίζω, Κύριοι, κατὰ τρόπον ἀποκλείοντα πᾶσαν ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀνατρέπει ἄρδην πᾶν ὅ,τι καλὸν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ μέχρι τοῦδε ἡ στοιχειώδης ἡμῶν ἐκπαίδευσις. Ἀπέδειξα ὅτι δι’ αὐτοῦ, ἀντὶ τῆς ἐπαγγελλομένης χειραφετήσεως τῶν δήμων, ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, θὰ ἔχωμεν κατάλυσιν παντὸς δικαιώματός των ἐπ’ αὐτῆς, κατάλυσιν πάσης οἰκονομικῆς των αὐτοτελείας μέχρι δημεύσεως καὶ αὐτῆς τῆς δημοτικῆς των περιουσίας. Ἀπέδειξα ὅτι ἀντὶ τῆς ἐπαγγελλομένης ἀποκεντρώσεως θὰ ἔχωμεν παντελῆ ἀποσύνθεσιν καὶ ἐξάρθρωσιν τῆς στοιχειώδους ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως. Ἀπέδειξα ὅτι ἀντὶ τῆς ἐπαγγελλομένης βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν διδασκάλων, θὰ ἔχωμεν χειροτέρευσιν αὐτῆς ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐπίδωμεν ταχέως πάντα ἱκανὸν καὶ φιλότιμον διδάσκαλον, μὴ ἀποβαλόντα τὸ αἴσθημα τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ—καὶ τοιούτους οὐκ ὀλίγους ἀριθμοῦμεν ἤδη, δυναμένους νὰ παραβληθῶσι πρὸς τοὺς διδασκάλους πάσης ἄλλης χώρας καὶ αὐτῆς τῆς Γερμανίας — στρέφοντα τὰ νῶτα πρὸς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, καὶ ἐναπολειπομένην εἰς ταύτην τὴν νῦν ὑποστάθμην τῶν διδασκάλων τῶν ἀνικάνων καὶ ἀνεπιτηδείων εἰς οἱονδήποτε ἄλλο στάδιον. Ἀπέδειξα ὅτι ἀντὶ τῆς ἐπαγγελομένης κατασκευῆς διδακτηρίων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἀναβάλλεται ἐπὶ ἑκατονταετηρίδα ὅλην ἡ κατασκευή των ἀκριβῶς ἐκεῖ, ὅπου ἔχομεν κατ’ ἐξοχὴν ἀνάγκην αὐτῶν. Ἀπέδειξα ὅτι ἀντὶ τῆς ἐν ἀρχῇ ἐπαγγελθείσης οἰκονομίας ἐν τῇ δαπάνῃ τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, θὰ ἔχωμεν ἀληθῆ σπατάλην τοῦ δημοσίου πλούτου. Νῦν ὑπολείπεται εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ἂν θέλητε, νὰ ψηφίσητε νομοσχέδιον, τοιαῦτα ἔχον ὀλέθρια ἐπακόλουθα. Ἀλλὰ πρὶν ἢ πράξητε τοῦτο, ὀφείλετε ν’ ἀναλογισθῆτε καὶ τὸ χάος, ὅπερ θὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὴν στοιχειώδη ἡμῶν ἐκπαίδευσιν ἡ πρώτη αὐτοῦ ἐφορμογή. Τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ ὡς νόμου τοῦ Κράτους θὰ παρακολουθήσῃ κατ’ ἀνάγκην τὸ οἰκεῖον νομοτελεστικὸν διάταγμα, καθ’ ὃ θ’ ἀπολυθῶσιν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας πάντες οἱ ἐν αὐτοὶ διατελοῦντες δημοδιδάσκαλοι ἑκατέρου φύλου, γραμματισταὶ καὶ γραμματοδιδάσκαλοι, ὅπως ἀναδιορισθῶσι τῇ προτάσει τῶν ἁρμοδίων Δημοτικῶν Συμβουλίων, ὡς θὰ ὁρίζῃ ὁ νέος νόμος. Ἕως ὅτου ὅμως διορισθῶσιν οἱ ἐπιθεωρηταὶ καὶ συσταθῶσι τὰ κατὰ νομοὺς Ἐποπτικὰ Συμβούλια, ἕως ὅτου ταῦτα λάβωσι γνῶσιν τῶν κενωθεισῶν θέσεων καὶ προτείνωσι τὴν πλήρωσιν αὐτῶν, ἕως ὅτου οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἀπευθύνωσι τὰς σχετικὰς προκλήσεις πρὸς τὰ ἁρμόδια Συμβούλια, ἕως ὅτου ταῦτα συνέλθωσι καὶ προτείνωσι τοὺς διοριστέους διδασκάλους, ἕως ὅτου πληρωθῶσι πᾶσαι αἱ πολύπλοκοι διατυπώσεις, περὶ ὧν ἐγένετο ἤδη ὁ προσήκων λόγος, καὶ κατορθωθῇ οὕτω νὰ διορισθῶσιν ἐκ νέου οἱ διδάσκαλοι καὶ ἐγκατασταθῶσιν εἰς τὰς θέσεις των,— ἂν θὰ κατορθωθῇ ποτε τοῦτο,—θὰ παρέλθωσι μῆνες καὶ μῆνες πολλοί, καθ’ οὓς τόσαι χιλιάδες διδασκάλων καὶ 160 χιλιάδες μαθητῶν θὰ τρέχωσι, τὸ δὴ λεγόμενον, εἰς τοὺς δρόμους. Νομίζω ὅτι τοὐλάχιστον ἀπέναντι τῆς ἀληθοῦς ταύτης ἀναστατώσεως, τοῦ ἀληθοῦς τούτου χάους, ὅπερ ἐπαπειλεῖται διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου εἰς τὴν στοιχειώδη ἡμῶν ἐκπαίδευσιν, ἓν καὶ μόνον ἐπιτακτικὸν καθῆκον ἐπιβάλλεται εἰς πάντας ἡμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, νὰ καταψηφίσωμεν αὐτὸ, ἀδιακρίτως πολιτικῆς ἀποχρώσεως. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ πᾶσα ἄλλη Κυβέρνησις καὶ αὐτὴ ἡ παροῦσα, ἅμα ἐκ τῶν πραγμάτων κατιδοῦσα, ὁποίων καὶ ὁπόσων κακῶν πρόξενον μέλλει νὰ γείνῃ αὐτὸ, ἐφαρμοζόμενον ὡς νόμος τοῦ Κράτους, θὰ σπεύσῃ δι’ ἄλλου νομοσχεδίου νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ διατὶ, ἀφοῦ ἐκ τοῦ προτέρου δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν τὰ τοιαῦτα κακὰ, νὰ μὴ προλάβωμεν αὐτὰ ἀπὸ τοῦδε, καταψηφίζοντες τὸ παρὸν νομοσχέδιον; Κύριοι Βουλευταὶ, σωρείαν ὅλην νομοσχεδίων ἐψηφίσατε μέχρι τοῦδε, δι’ ὧν πᾶν ἄλλο ἐπιδιώκεται ἢ ἡ ἀνόρθωσις τῶν διαφόρων κλάδων τῆς δημοσίας ἡμῶν ὑπηρεσίας, ἢ ἡ θεραπεία τῶν κακῶς ἐχόντων παρ’ ἡμῖν. Ἀρκεῖ ἡ ζημία καὶ ἡ καταστροφὴ, ἡ ἐπερχομένη δι’ αὐτῶν εἰς τὸ ἐνεστὼς τοῦ ἀτυχοῦς αὐτοῦ τόπου. Μὴ θέλετε ὅμως παραπλησίαν καταστροφὴν νὰ παρασκευάσητε καὶ διὰ τὸ μέλλον αὐτοῦ, ὡς θὰ συμβῇ τοῦτο ἀφεύκτως, ἂν ψηφισθῇ καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἐπὶ τέλους τί σᾶς πταίουσιν οἱ δυστυχεῖς διδάσκαλοι, τί σᾶς πταίουσιν οἱ 160,000 μαθηταὶ, τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ ῥίψητε εἰς τοὺς δρόμους, κλείοντες τὰ σχολεῖά των καὶ ἀποστεροῦντες αὐτοὺς τῆς πρώτης στοιχειώδους μορφώσεώς των; Μὴ πλανᾶσθε, Κύριοι! Ἄν ψηφίσητε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, οὐχὶ τὰς εὐχὰς καὶ εὐλογίας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ τὰς ἀρὰς καὶ τὰ ἀναθέματα ὅλων αὐτῶν τῶν ἀθῴων πλασμάτων θὰ ἐπισύρητε ἐπὶ τὰς κεφαλάς σας!

§123ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω κυρίως καὶ θὰ εἴπω δύο λέξεις οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ μέσου μᾶλλον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, διότι εἰς τὸ μέσον ἀκριβῶς τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἠναγκάσθην νὰ ἀπευθύνω μικράν τινα διακοπὴν ἐκ τῆς θέσεώς μου. Κατόπιν τῆς διακοπῆς ἐκείνης δὲν ἔτυχε νὰ ἀκούσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον εἰς τὰ κατόπιν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα, καὶ νομίζω ὅτι τῷ ὄντι, ὅταν πρόκειται νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, πρέπει, ἂν οὐχὶ χάριν τοῦ γενικοῦ κανόνος καὶ τῆς εὐλαβείας πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ χάριν αὐτῆς τῆς κατανοήσεως τοῦ θέματος, νὰ περιστρεφώμεθα ἁπλῶς ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς ἀρχῆς, ὅταν δὲ πρόκειται περὶ τῶν καθέκαστα, νὰ ἐπιφυλάσσωμεν τοὺς λόγους ἡμῶν εἰς τὰ καθέκαστα καὶ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ὅταν ἠθέλησα νὰ διακόψω πρὸς στιγμὴν τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, κατέκρινεν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐλλείπει ἀπ’ αὐτοῦ ἡ ἑνότης, καὶ τὴν ἑνότητα ἐξῆρε, τὴν ἑνότητα ὡς πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ ἀπῄτει πρὸ πάντων τὴν ἑνότητα. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κατέκρινε πολὺ τὸ νομοσχέδιον, ὅτι δὲν ἐφαρμόζει τὰς ἀρχὰς τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως. Νομίζω ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο ὑπάρχει τις σύγχυσις ἰδεῶν, διότι ἡ ἑνότης βεβαίως δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ τὴν ἀποκέντρωσιν. Ἡ ἑνότης εἶναι κυρίως τὸ εἴδωλον τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας ἐν γένει, καὶ ὁ ἡμέτερος νομοθέτης καὶ ἐν πολλοῖς ἄλλοις καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ἀκόμη φαίνεται ἐμπνευσμένος ἐκ τῶν ἰδεῶν τῆς ἑνότητος, αἱ ὁποῖαι πρὸ πάντων ἐπικρατοῦσιν ἐν Γαλλίᾳ, διότι ἐν Γαλλίᾳ, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἔχωσιν ἐλευθέρους θεσμοὺς, ὁσονδήποτε καὶ ἂν δημοκρατηθῶσι, δὲν δύνανται ν’ ἀποσπασθῶσιν ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς ἑνότητος, τὴν ὁποίαν ὁ Λαβουλαὶ ἔν τινι εὐτραπέλῳ, ἀλλὰ καὶ σοβαρῷ συγγράμματί του, ἐν τῷ «ἡγεμόνι σκύλακι», ἐσατύρισεν εἰς βάρος τῶν συμπολιτῶν του· διότι οἱ Γάλλοι δὲν ἐννοοῦσιν ἢ τὴν ἑνότητα πανταχοῦ καὶ τὸ εὔρυθμον. Καὶ ἐνῷ περιέμενον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἤθελε κατακρίνει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διὰ τὸ ὑπέρμετρον τοῦ ἑνιαίου, κατέκρινεν αὐτὸ ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ ἑνιαῖον εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, τὸ ἐποπτικὸν, ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς ὑπερβολὴν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἀκριβῶς ἐν ἐκείνῳ τῷ ἄρθρῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ πρὸ παντὸς ἐκδηλοῦται ἡ ἀρχὴ τῆς ἑνότητος, ἐν τῷ ἄρθρῳ 33, ὅπου λέγεται, ὅτι ἡ ἐποπτεία ἡ ἀνατεθειμένη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως οὐχὶ ἀποσπᾶται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἐνασκεῖται διὰ τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ διὰ τῶν ἐποπτικῶν συμβουλίων. Καὶ πανταχοῦ ὑπάρχει ἑνότης· διότι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἑνότης ἐν τούτῳ, ἔπρεπε νὰ ἀπαιτήσῃ, ἵνα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μεταμορφωθῇ εἰς τι πτερόπουν ὄν, τὸ ὁποῖον νὰ δύνηται νὰ περιέρχηται ὅλους τοὺς δήμους καὶ τὰ σχολεῖα μόνον του. Ἄλλως ἡ ἑνότης δύναται νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ὑπάρχει, ἐὰν δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ στέλλῃ μόνον τοὺς ὑπηρέτας του, καὶ ἀπαγορεύεται εἰς αὐτὸν, ἵνα τὴν ἐποπτείαν ἐνασκῇ διὰ τῶν ἐπιθεωρητῶν, διότι οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἔχουσιν ὡρισμένα προσόντα. Ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἑνότητος διήκει δ’ ὅλων τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐὰν ᾖναι ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ παρατηρηθῇ εἰς τὸ ἔργον τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τὸ ὑπέρμετρον τῆς ἑνότητος. Καὶ ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι πανταχοῦ ἡ ἑνότης βασιλεύει εἰς τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ εἶπεν ὅτι καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ τοῦτο συμβαίνει.

§124ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν ἔχει ἐπιφυλάξει εἰς ἑαυτὴν ἡ Κυβέρνησις.

§125ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἐὰν ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχῃ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐγὼ ἐκτιμῶ τὰ φῶτα καὶ τὴν παιδείαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀλλὰ νομίζω (καὶ εὐχαρίστως θὰ δεχθῶ πᾶσαν διάλυσιν τῆς ἀπορίας μου) ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ὑπάρχει Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν γένει διέπουσιν ἐπιτροπαὶ ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως.

§126Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἑταιρίαι πολλαί.

§127ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἀγγλίᾳ διέπει ἰδίως μία ἐπιτροπή. Καὶ τί ἄλλο βλέπετε εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρὰ ἀντὶ τῆς ἐπιτροπῆς μόνον Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως; Καὶ ἔχομεν κατόπιν ἐπιτροπὰς, αἱ ὁποῖαι ἀκριβῶς χαρακτηρίζονται διὰ τοῦ ὁμοιομόρφου, διὰ τῆς ἑνότητος. Ὁ Ὑπουργὸς ἐνασκεῖ τὴν ἐποπτείαν διὰ τῶν ἐπιθεωρητῶν. Ἔχομεν τὴν ἑνότητα διήκουσαν μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ Λαβουλαὶ ἐσατύριζε τοὺς συμπολίτας του, διότι οἱ συμπολῖταί του, λέγει, δὲν φαντάζονται παρὰ ἐπιθεωρητὰς καὶ ὑποεπιθεωρητὰς, οἱ ὁποῖοι μάλιστα εὑρίσκονται ὑπὸ μίαν γενικὴν ἐποπτείαν· ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἰδίως παρὰ τοῖς Ἄγγλοις. Καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ἐδῶ ἑνότητα καὶ ὑπέρμετρον ἑνότητα. Καὶ ποῦ ἀλλαχοῦ ὑπάρχει ἑνότης; ἔχετε ἐν Βελγίῳ λόγου χάριν τοὺς περιορισμοὺς ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἡμεῖς; ἐν Βελγίῳ ἡ ἐκπαίδευσις εἶναι ἐλευθέρα, καὶ πᾶν μέτρον προληπτικὸν ἀπαγορεύεται, κατὰ τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐδῶ μᾶλλον ὀπισθοδρομικὰς ἰδέας. Καὶ ἀκούω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἀφ’ ἑνὸς κατηγοροῦντα τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν σέβεται τὸ ἑνιαῖον ἐν τῇ ἐποπτείᾳ τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι δὲν ἔχει ἀποκεντρωτικὰς ἀρχὰς, δύο πράγματα δηλ. ἀσυμβίβαστα. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ὁρμώμεθα ἀπό τινος συστήματος ἰδεῶν, συστήματος λογικοῦ, καὶ ἑπομένως, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῶν τοιούτων ἀπόψεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νὰ κατακρίνωμεν τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἓν ἐκ τῶν δύο καὶ οὐχὶ καὶ διὰ τὰ δύο τὰ ἀσυμβίβαστα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δείκνυται συγκεντρωτικὴ ἢ ἀποκεντρωτική. Ἀπὸ τὸ ἓν μέρος τὴν κατακρίνομεν, ὅτι εἶναι ὑπερμέτρως συγκεντρωτικὴ, διότι λέγομεν ὅτι ἄλλοτε αἱ ἐπιτροπαὶ (ὅπως ἤκουσα παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λοκρίδος) εἶχον πλειότερα δικαιώματα, καὶ τώρα τὰ συμβούλια τὰ ἐποπτικὰ δὲν θὰ ἔχωσι κανὲν δικαίωμα. Ἄλλοτε κατακρίνει τοῦτο, καὶ ἄλλοτε κατακρίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει ἑνότης ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει. Τὰ τοιαῦτα νομίζω ὅτι ἀποτελοῦσι σύγχυσιν ἰδεῶν. Ἡ ἑνότης λοιπὸν ὑπάρχει ἐν τούτῳ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν παρέλειψα νὰ ἐπικρίνω ὅσα εὗρον ἐλαττωματικὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ. Ἀλλ’ ὅταν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν πόλεμον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, πρόκειται μόνον νὰ κατακρίνωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς ἐν ταῖς λεπτομερείαις, τότε νομίζω, ὅτι ἡ ὑπέρμετρος πολεμικὴ, ἡ μετὰ πάθους συζήτησις, δὲν δικαιολογεῖται ἀποχρώντως. Κατ’ ἐμὲ, ἡ πάλη μᾶλλον περιστρέφεται ἤδη εἰς τὸ ὅτι αὐτὰς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας τελευταῖον ἡ Κυβέρνησις ἐξεδήλωσεν ὅτι ἔχει, συμμεριζομένη παρατηρήσεις γενομένας καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι αὐτὰς τὰς ἰδέας δὲν τὰς διετύπωσεν εἰσέτι καθαρῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ Αʹ κεφάλαιον αὐτοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ κατακρίνῃ, εἶναι ὅτι, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὡς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσαν ὅτι τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα θέλουσι μείνει, ἀφοῦ τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα εἶναι προσδιωρισμένα ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἀναλογίας, τὴν ὁποίαν καθιέρωσεν ὁ νόμος τοῦ 1892, δύναται νὰ μεμφθῇ τις αὐτῶν ἐπ’ αὐτοῦ, χάριν βεβαίως τῆς ἰδέας ὅτι ὑπάρχει ῥιζικὴ ἀντίθεσις φρονημάτων, νὰ καταμεμφθῇ ὅτι ταῦτα δὲν ὁρίζονται ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἀφίνουσιν αὐτὰ εἰς τὸ ἄδηλον, εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν. Διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ αὐτοῦ· διότι καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, ὡς πρὸς τὸ Αʹ κεφάλαιον αὐτοῦ, ἀφιέμενον ἐν τῇ ἐκτελέσει εἰς Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει στοργήν τινα πρὸς τὰς ἰδέας αὐτὰς, δύναται τῷ ὄντι νὰ ἀνοίξῃ στάδιον μεγάλων καταχρήσεων, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ τοῦτο μόνον κυρίως, αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐδηλώθησαν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ τεθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ, καὶ τότε εἴμεθα σύμφωνοι. Τὰ κατόπιν ἀνάγονται ἁπλῶς εἰς τὸν διορισμὸν τῶν δημοδιδασκάλων κατὰ πρότασιν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἢ ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Γίνεται τὸ ὄντι ἓν βῆμα πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν, ἀλλὰ γίνεται κανὲν βῆμα ῥιψοκίνδυνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς κανὲν χάος; Καὶ ἐδῶ, Κύριοι, ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας· διότι τὸ Κράτος παρασκευάζει τὸ φυτώριον αὐτὸ, ἐκ τοῦ ὁποίου εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀντλήσητε. Τὸ Κράτος λέγει: «αὐτοὶ εἶναι οἱ δημοδιδάσκαλοι, οἱ ἔχοντες τὸ πτυχίον· σεῖς οἱ δῆμοι ἐκλέξατε μεταξὺ αὐτῶν.» Εἶναι τοῦτο κανὲν βῆμα ῥιψοκίνδυνον πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν; Οὐδεὶς κίνδυνος. Ἁπλῶς δὲν ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα ἐξ αὐτοῦ τοῦ φυτωρίου νὰ λαμβάνῃ οἱαδήποτε θέλῃ ἀντικείμενα καὶ νὰ τὰ φυτεύῃ ὁπουδήποτε θέλῃ· ἀντὶ νὰ ἐνοχλήσητε τὸν Ὑπουργὸν μὲ τὴν φροντίδα αὐτὴν, ἀντὶ νὰ ἐνοχλήσητε ὑμᾶς αὐτοὺς μὲ τὴν φροντίδα τοῦ νὰ ζητῆτε τὸν μὲν καὶ τὸν δὲ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, τὰ ἀφίνετε ἁπλούστατα εἰς τοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας. Καὶ χαλάει ὁ Κόσμος ἐν τούτοις, ὅτι δῆθεν πρόκειται κἄτι τι ἐπικίνδυνον νὰ γείνῃ. Οὐδὲν ἐπικίνδυνον ἐκ τούτου πρόκειται νὰ γείνῃ. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀρχαὶ, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον· πρὸς τὸ πρῶτον μέρος σχετίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νὰ ἔρχηται εἰς ἐπικουρίαν τὸ Κράτος ἀναλόγως μόνον τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἀνάγκης· τὴν ἀρχὴν ταύτην δυστυχῶς δὲν καθιεροῦσι ῥητῶς αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ἀναγνωρίζουσιν ὅμως αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας.

§128ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος εἰς τὰ ἄρθρα 56 καὶ 62.

§129ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ....

§130ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν λέγητε «ἀναλόγως τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἀνάγκης», εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ καθιερώσητε τὴν ἐκπαιδευτικὴν ἀνάγκην ἀναλόγως πρὸς τὸν πληθυσμὸν, διότι ἄλλως ἀφίνετε τοῦτο εἰς τὸ αὐθαίρετον τῆς Κυβερνήσεως· ἐγὼ δὲ προθυμότατα ὁμολογῶ, ἀσχέτως πρὸς τὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δοῦλοι γίνονται οἱ δῆμοι, δοῦλοι γίνονται καὶ αὐτοὶ οἱ Βουλευταὶ, ἐὰν ἀφεθῇ αὐτὸ τὸ φαινόμενον μικρὸν δικαίωμα εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῶν Κυβερνήσεων.

§131ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν ἀφίνεται εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλ’ εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα ὁριστικῶς ἀποφασίζουσι κατὰ τὸν σχετικὸν νόμον περὶ συστάσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων.

§132ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνεγνώσατε. Ἐὰν ἴδητε τὰ ἄρθρα 19, 20 καὶ 21, ἐκεῖ καταλήγει, πάντοτε εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως...

§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ εἶναι λεπτομέρειαι.

§134ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. .. Διότι ἓν ἐκ τῶν δύο· ἢ ἔχετε τὸ πρᾶγμα κεκανονισμένον ἐκ τοῦ νόμου, ἢ τὸ ἔχετε κἄπου ἀφειμένον· ἐὰν δὲν τὸ ἔχητε κεκανονισμένον, τὸ ἔχετε ἀφειμένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν τούτῳ κυρίως διαφωνῶ· ἐδῶ ὑπάρχει πράγματι ἡ συγκέντρωσις.

§135ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς αὐτὸ ὑπάρχει ὑπερβολικὴ ἀποκέντρωσις.

§136ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς;

§137ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν δαπανῶν.

§138ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν δαπανῶν, πῶς;

§139ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τῆς διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλα τὰ σχολεῖα διατηροῦνται.

§140ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν δήλωσιν μόνον ὅτι τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα διατηροῦνται.

§141ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν νόμον. Ἐτροποποιήθη τὸ νομοσχέδιον καὶ ἔχομεν νόμον· τὸ ἄρθρον 56 λέγει: «τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα διατηροῦνται». Δὲν ἠρκέσθημεν μόνον εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.

§142ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποῖος θὰ πληρόνῃ;

§143ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 62 κανονίζει τὴν πληρωμήν.

§144ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Μὴ ἐπιτρέπετε διακοπὰς, κ. Χατζόπουλε... Κύριε Πρόεδρε, προστατεύσατε τὸν ἀγορεύοντα, διότι δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ.

§145ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριοι, διότι ἀληθῶς ἐξερχόμεθα τῶν ὁρίων τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.

§146ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ νὰ διατηρηθῶσι τὰ σχολεῖα, δὲν πρέπει ὁ νόμος νὰ περιορίσῃ τὴν δαπάνην· πρέπει νὰ εἴπῃ «ἅπασαν τὴν δαπάνην τὴν ἀναλαμβάνει τὸ Δημόσιον».

§147ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει τὸ ἄρθρον 62.

§148ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο, κύριε συνάδελφε, δέχομαι ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν παρατήρησιν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν, διότι τότε, συζητοῦντες ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς πέλαγος τῳόντι ἀδιέξοδον.

§149ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀρχή.

§150ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω μόνον τοῦτο, συνοψίζων, ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς ἀρχῆς, τὴν μὲν δευτέραν ἀρχὴν, τὴν ἀρχὴν τοῦ διορισμοῦ τῶν δημοδιδασκάλων κατὰ πρότασιν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἢ μᾶλλον ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, δὲν δύναται κατ’ ἀρχὴν νὰ τὴν ἀποκρούσῃ τις· τὰ ἄλλα ἀνάγονται ἁπλῶς εἰς τὰς λεπτομερείας. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον κεφάλαιον, παρετήρησα τὸ ἑξῆς, ὅτι τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ ὁ νόμος τοῦ 1892, τὴν ἀναγνωρίζει καὶ ἡ Κυβέρνησις. Ὅταν λοιπὸν καὶ εἰς τοῦτο ἤμεθα σύμφωνοι, περὶ τίνος ἄλλου πρόκειται; Πρόκειται περὶ κανονισμοῦ τῶν λεπτομερειῶν· ἠθέλησα δὲ μόνον νὰ ποιήσωμαι καὶ τὴν παρατήρησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, διότι εἶχον διακόψει αὐτὸν σχετικῶς πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν διατηρεῖ τὸ νῆμα τῆς ἐποπτείας, ὅτι διατηρεῖ αὐτὸ μέχρις ὑπερβολῆς, καὶ ὅτι ἐνόσῳ συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ ζητήματα τῆς ἀρχῆς, περιοριζόμενοι δὲ εἰς τὰ ζητήματα τῆς ἀρχῆς, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν — καὶ νομίζω ὅτι διερμηνεύω ἴσως πάντων τὴν γνώμην — ὅτι κατὰ τὴν κοινὴν πεποίθησιν, προκειμένου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ συνδρομὴ τοῦ Κράτους πρέπει νὰ ἦναι ἀπεριόριστος, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἄλλο ὅριον, παρὰ τὴν ἐκπαιδευτικὴν ἀνάγκην, ἐὰν δὲ πρέπῃ νὰ ἔχῃ μόνον τοῦτο τὸ ὅριον, τὴν ἐκπαιδευτικὴν ἀνάγκην, εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ θέσητε κανόνα, διότι τὸ ἄλλο τὸ παρατηρούμενον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα θέλει διατηρεῖ τὸ Κράτος, αὐτὸ δὲν εἶναι νομοθετικῶς ἀκριβὲς, διότι τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα — τυχαίως ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχωσι τόσα, ὅσα ὑπάρχουσιν, — ἐκανονίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἀναλογίας, καὶ αὔριον τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα δὲν θέλουσιν εἶσθαι ἐπαρκῆ, τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα ὑπάρχουσι τόσα, διότι τοιαύτη ἦτο τότε ἡ ἀναλογία. Ὅταν ἀναγνωρίζητε τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα, ὀφείλετε νὰ ἀναγνωρίσητε τὴν ἀναλογίαν. Εἴμεθα λοιπὸν σύμφωνοι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, καὶ τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον λείπει, εἶναι νὰ ἀναγνωρισθῇ ἐν τῷ νόμῳ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζεται πράγματι ἐν οὐσίᾳ. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα, δὲν ἔχομεν διαφωνίαν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Αἱ λοιπαὶ διαφωνίαι ἀνάγονται εἰς τὰ καθέκαστα καὶ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.

§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;

§152ΡΑΖΕΛΟΣ. Δὲν θέλω ἐκταθῆ, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐν γένει ἀποτελεσμάτων τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι λίαν καταπεπονημένοι εἶσθε ἐκ τῆς εὐρυτάτης συζητήσεως, ἀφ’ ἑτέρου λίαν εὐγλώττως καὶ ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις κατέδειξαν ταῦτα οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν κατὰ τὰς λεπτομερείας καὶ σήμερον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ὀφείλω ὅμως νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοῦ συστήματος τούτου ἐκ μέρους τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, καὶ τὴν ὁποίαν τὸ σύστημα τοῦτο καταδικάζει εἰς τελείαν τῷ ὄντι πνευματικὴν ἀσιτίαν, ὅπως καὶ τὴν ἑτέραν τῶν ἐπαρχιῶν, τῶν ἀποτελουσῶν τὴν Μάνην, τὴν ἐπαρχίαν Γυθείου.

§153ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Κάμετε ἐξαίρεσιν παρακαλῶ περιορισθῆτε εἰς τὴν ἰδικήν σας ἐπαρχίαν.

§154ΡΑΖΕΛΟΣ. Τὰ ἀποτελέσματα δι’ ἀμφοτέρας τὰς ἐπαρχίας ταύτας θέλουσιν εἶσθαι τὰ αὐτὰ, καὶ τοῦτο, διότι ἕνεκεν ἰδιαζουσῶν περιστάσεων αἱ ἐπαρχίαι αὗται ἀδυνατοῦσι νὰ συντηρήσωσιν οἱονδήποτε σχολεῖον διὰ τῶν ἰδιαιτέρων πόρων τῶν δήμων αὐτῶν, νομίζω δ’ ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ δίκαιον· ἡ δὲ δαπάνη, τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον ἠδύνατο νὰ χορηγήσῃ εἰς τὰς ἐπαρχίας ταύτας, δὲν δύναται ποτὲ νὰ ἀρκέσῃ, ἂν οὐχὶ καθ’ ὁλοκληρίαν, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος εἰς τὰς ἐκπαιδευτικὰς ἀνάγκας τῶν δύο τούτων ἐπαρχιῶν. Τὸ σύστημα, Κύριοι, τὸ φορολογικὸν τῆς Μάνης διαφέρει ἀπὸ τὸ φορολογικὸν σύστημα τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Ἐν γένει αἱ ἐπαρχίαι αὗται εἶναι ἀπηλλαγμέναι τῆς πληρωμῆς φόρου, ἡ δὲ ἐπιβολὴ τῶν δημοτικῶν φόρων ἐνεργεῖται ὅλως διόλου κατ’ ἰδιαίτερον σύστημα· τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον συνερχόμενον προσδιορίζει τί ὀφείλει νὰ καταθέτῃ ἕκαστος τῶν δημοτῶν εἰς τὸ δημοτικὸν ταμεῖον, λαμβάνον ὑπ’ ὄψει τὰς κυριωτέρας τῶν ἀναγκῶν τοῦ δήμου καὶ τὰ μέτρα, διὰ τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐπιβληθῆ αἱ εἰσφοραί.

§155ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Αὐτὸ συμβαίνει μόνον εἰς τὸ Οἴτυλον· εἰς τὸ Γύθειον δὲν συμβαίνει.

§156ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἀπατᾶσθε· εἰς ἀμφοτέρας τὰς ἐπαρχίας πλὴν τοῦ δήμου Γυθείου. Τὰ ἔσοδα δὲ ταῦτα εἶναι τοιαῦτα καὶ τόσον ὀλίγα, ὥστε πολλάκις δὲν ἐπαρκοῦσι νὰ πληρόνηται οὔτε ὁ μισθὸς αὐτὸς τοῦ δημάρχου. Νομίζω ὅτι, μὲ ὅλας τὰς ἀντιῤῥήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γυθείου Βουλευτοῦ καὶ ἀγαπητοῦ θείου μου, ὡς πρὸς τοῦτο δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ κἀμμία ἀντίῤῥησις παρ’ ἐκείνων, οἵτινες γνωρίζουσι τὰ τῆς Μάνης, εἰς τὸ ὅτι οἱ δῆμοι τῆς Μάνης δὲν δύνανται νὰ καταβάλλωσι τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν πρὸς διατήρησιν τῶν δημοτικῶν αὐτῶν σχολείων· ἐπανειλημμένως δὲ μελετήσας τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶδον ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ, δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἡ συνδρομὴ, τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον θέλει χορηγήσει εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ πληρώσῃ τὰ ἀνάγκας τὰς ἐκπαιδευτικὰς τῶν ἐπαρχιῶν τούτων· διατί; Διότι λέγει ὁ νόμος, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ πληρόνῃ τοὺς μισθοὺς τῶν διδασκάλων τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων, καθόσον δὲν ἐπαρκοῦσι τὰ ἔσοδα τῶν δήμων. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἔσοδα ἐπαρκῆ τῶν δήμων δὲν θὰ ἔχητε· ἀλλ’ ὅπως ἀπεδείχθη ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων, οὔτε τὸ Δημόσιον δὲν θέλει πληρόνει τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως, ἀφοῦ μόνον 800,000 διαθέτει ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου (διακοπαί).

§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐλύθη τὸ ζήτημα αὐτό.

§158ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δηλώσῃ, ὅτι ἀναγράφει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸ ποσὸν ὁλόκληρον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε μέχρι τοῦδε, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ συμφωνήσω· μέχρις οὗ ὅμως ἐπισήμως τοῦτο δηλωθῇ, νομίζω ὅτι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ τὸ παραδεχθῶ, καὶ ἑπομένως θέλω καταψηφίσει τοῦ νομοσχεδίου.

§159Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἶναι ἀναμφίβολον, ὅτι, ἕνεκα τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον κανονίζει, τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου εἶναι τὸ σπουδαιότερον ἐκ τῶν εἰσαχθέντων ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ εἰς τὴν ψῆφον ἡμῶν. Ἀλλ’ ὀφείλομεν ἀφ’ ἑτέρου νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἀναλόγως πρὸς τὴν σπουδαιότητα τοῦ θέματος καὶ ἡ συζήτησις ὑπῆρξεν εὐρυτάτη· εἰς ταύτην δὲ χρεωστοῦμεν μεταῤῥυθμίσεις τινὰς, αἵτινες, καίρια τοῦ νομοσχεδίου ἐλαττώματα θεραπεύσασαι, κατέστησαν τοῦτο ἴσως ἐφαρμόσιμον. Ἐὰν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, πλὴν τῶν ἄλλων λόγων, δύο κυρίως εἶναι οἱ δικαιολογικοὶ λόγοι τοῦ νομοσχεδίου· ὁ πρῶτος εἶναι οἰκονομικὸς, ὁ δὲ δεύτερος διοικητικός. Εἶπεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τοῦ νόμου τούτου ἐφαρμοζομένου, θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, ἀνερχομένην εἰς 2 ἑκατομμύρια περίπου δραχμάς· εἶπε συγχρόνως, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου, εἰσαγομένου, ποιούμεθα ἐπὶ τέλους τὰς ἀρχὰς συστήματος ἀποκεντρωτικοῦ, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου κατ’ ἀρχὴν ἐκηρύχθην. Ἂς ἐξετάσωμεν ἀμφοτέρους τούτους τοὺς λόγους, ἐὰν, ὡς τὸ νομοσχέδιον ἐτροποποιήθη καὶ ὡς πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ, δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσιν. Ὑποθέτω ὅτι, μετὰ τὴν διὰ τῆς εὐρείας συζητήσεως γενομένην κατάληξιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς διατηρήσεως τῶν ὑπαρχόντων σχολείων καὶ τὴν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον διαῤῥύθμισιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν δύναται νὰ γείνῃ σπουδαῖος λόγος πλέον περὶ οἰκονομίας. Ὅπως εἶχε τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, ἀναμφισβητήτως ἐπεδίωκε καὶ ἐπετύγχανε τὸν σκοπὸν τὸν οἰκονομικὸν, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐτίθετο μὲν ἡ ἀρχὴ, ὅτι τὸ Κράτος ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τῶν δήμων πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἀλλ’ ἐτίθετο φραγμὸς, πέραν τοῦ ὁποίου ἡ ἀρωγὴ τοῦ Κράτους δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένη, ἐτίθετο ὁ κανὼν, ὅτι ἡ συνδρομὴ τοῦ Κράτους περιωρίζετο εἰς συντήρησιν ἑνὸς πλήρους δημοτικοῦ σχολείου καὶ ἑνὸς γραμματοδιδασκαλείου ἐν ἑκάστῳ δήμῳ. Ἐννοεῖται ὅτι τὴν ἀρωγὴν ταύτην, τὴν περιωρισμένην, τὸ Κράτος ἦτο ὑποχρεωμένον ν’ ἀπονείμῃ εἰς ἐκείνους τοὺς δήμους, οἵτινες δὲν ἔχουσι τὸ εὐτύχημα ἐξ ἰδίων πόρων νὰ ἔχωσι τοιαῦτα σχολεῖα· διότι, ἐὰν παρεδεχόμεθα ὅτι καὶ εἰς τοὺς δήμους, οἵτινες ἐξ ἰδίων πόρων εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσωσι πλέον τοῦ κατωτάτου τούτου ὁρίου τῆς δημοτικῆς ἀνατροφῆς, ἦτο ὑπόχρεον τὸ Κράτος καὶ ἐκεῖ νὰ συνεισφέρῃ, τότε θὰ ἦτο Κράτος ἄνισον, διότι εἰς τοὺς ἐντελῶς ἐνδεεῖς δήμους δὲν θὰ ἐδεικνύετο ἐξ ἴσου πρόθυμον. Ἐὰν λοιπὸν τοιαύτη ἦτο ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, ἀληθῶς τότε ἡ ἀρωγὴ τοῦ Κράτους ἦτο τῷ ὄντι περιωρισμένη καὶ κατὰ ποσὸν καὶ κατ’ ἀριθμὸν, διότι τὸ Κράτος θὰ ἤρχετο ἐπίκουρον εἰς τοὺς ἐνδεεῖς δήμους καὶ ἐπίκουρον μέχρις ὡρισμένου τινὸς ὁρίου χρηματικοῦ. Τῷ ὄντι δὲ ἡ ἐπικουρία ἐκείνη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ ποτε τὸ ποσὸν τὸ προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῶν 800,000 δραχμῶν, ἴσως δὲ, ἐὰν ἀκριβῶς τὰ πράγματα μελετηθῶσι, θὰ εὑρίσκομεν ὅτι ἡ ἀρωγὴ θὰ ἦτο κάτωθεν τοῦ ὁρίου ἐκείνου. Ἀλλ’ ἐκ τῆς εὐρείας συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀνεπτύχθη ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπῆλθε μεταῤῥύθμισις τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατὰ τὴν βάσιν ταύτην. Ἡ μεταῤῥύθμισις ἐπῆλθε κατὰ τὰ δύο ταῦτα· πρῶτον ἀπεκτήσαμεν οὐ μόνον τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ῥητὴν τροποποίησιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἅπαντα τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, τὰ μέχρι τοῦδε διατηρούμενα, διατηροῦνται· ἑπομένως ἡ πρὸς συντήρησιν δαπάνη τῶν σχολείων τούτων θὰ ἦναι ἡ αὐτὴ πρὸς τὴν δαπάνην τοῦ παρελθόντος, καὶ εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι καὶ ἡ ἐπικουρία τοῦ Κράτους πρὸς συντήρησιν τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν σχολείων θὰ ἦναι ἴση πρὸς τὴν ἐπικουρίαν, ἣν καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔδιδεν εἰς τοὺς δήμους. Ὄχι μόνον λοιπὸν δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ οἰκονομιῶν, ἀλλὰ καὶ εἴμεθα ἐκτεθειμένοι εἰς ὑπέρβασιν δαπανῶν, ὡς τὸ νομοθέτημα πρόκειται νὰ ψηφισθῇ εἰς γʹ καὶ τελευταίαν συζήτησιν, διότι κατὰ τὸ νομοθέτημα ἡ σύστασις τῶν δημοτικῶν σχολείων εἶναι ἐναποτεθειμένη, κατὰ τὸ ἄρθρον 5 αὐτοῦ, εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια, συμφώνως πρὸς τὴν διάταξιν τῶν ἄρθρων 19, 20 καὶ 22. Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νόμου τοῦ 1891 περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, ὁριστικῶς ἀποφασίζουσι περὶ συστάσεως σχολείων τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια. Ὅταν ἐξ ἑτέρου τὸ Κράτος ἔχῃ ἀναλάβῃ τὴν ἀπόλυτον ὑποχρέωσιν ἄνευ περιορισμοῦ νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν πρὸς συντήρησιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶσιν εἰς σύστασιν καὶ ἑτέρων δημοτικῶν σχολείων, τὸ δὲ Κράτος θὰ ἔχῃ ὑπερβασίαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι θὰ ἦναι ὑποχρεωμένον νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν πρὸς συντήρησιν τῶν νέων σχολείων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι εἰς τὴν τοιαύτην ἄμετρον ἐλευθεριότητα τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων τίθεται φραγμός τις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι δὲν ἔρχεται τὸ Κράτος εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἰς συντήρησιν αὐτῶν, ἀλλ’ ἐπιβάλλει εἰς τοὺς δήμους νὰ συντηρήσωσιν ἐξ ἰδίων πόρων τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἐπαυξάνοντες τοὺς ἰδίους πόρους, καὶ ἐὰν ἐξ ἰδίων δὲν ἐπαρκέσωσι, τότε ἔρχεται εἰς ἀρωγὴν τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ὡς παρετηρήθη, ἡ αὔξησις τῶν δημοτικῶν φόρων εἶναι ἀδύνατος καὶ ἰδίως ἡ αὔξησις τοῦ δασμοῦ τῶν ὠνίων, τὸ μὲν, διότι ὀλίγοι δῆμοι ἔχουσι τοιοῦτον, οἱ εὐπορώτεροι, τὸ δὲ, διότι οἱ ἐνδεεῖς δῆμοι οὐδὲν ἔχουσι δικαίωμα δασμοῦ ἐπὶ τῶν ὠνίων. Ἑπομένως ἡ οἰκονομικὴ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐγκαταλελειμμένη, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μᾶς πείσῃ περὶ τοῦ ἐναντίου. Δευτέρα ἀρχὴ εἶναι ἡ διοικητική, ἡ ἀρχὴ τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εὑρίσκω πεδίον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν μέρει ἡ ἀρχὴ τῆς ἀποκεντρώσεως, διότι ἐπὶ τοῦ ὅρου συγκέντρωσις καὶ ἀποκέντρωσις δὲν εἶναι εὔκολον νὰ συνεννοηθῶμεν πάντες, τί ἐννοοῦμεν. Οἱ γενικώτερον γνωρίζοντες τὰ τῆς συγκεντρώσεως καὶ ἀποκεντρώσεως λέγουσιν, ὅτι ὑπὸ τὸν ὅρον συγκέντρωσις ἐννοοῦσι τὴν Πολιτείαν ἀπὸ τοῦ κέντρου αὐτῆς ὁριστικῶς κανονίζουσαν πάσας τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, ὑπὸ τὸν ὅρον δὲ ἀποκέντρωσις, ὅτι, ὑπάρχοντος τοῦ Κυβερνητικοῦ κέντρου, ἡ κατὰ μέρος ἐνέργεια θὰ γίνηται κατὰ περιφερείας, μὲ κύκλον αὐτενεργείας, ἀναλόγως πρὸς τὴν φύσιν καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ λαοῦ. Εἶναι ὅμως κατὰ πλειοψηφίαν σύμφωνοι, ὅτι ἐπὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐπιτρέπεται δόσις τις αὐτενεργείας, διότι θεωροῦσι τὸν δῆμον ἐνδιαφερόμενον κατὰ πρῶτον λόγον διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν τέκνων τῶν δημοτῶν, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον τὴν κοινότητα καὶ κατὰ τρίτον τὸ Κράτος. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν πληροῖ τοὺς ἀποκεντρωτικοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους εἰσάγει, διότι δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ προτείνῃ τὸν δημοδιδάσκαλον, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν αὐτὸν διατηρεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἐπόπτου, ὅστις διορίζεται ὑπὸ τῆς Κεντρικῆς ἐξουσίας. Οὗτος συνεργάζεται μετὰ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου κύριον μέλος εἶναι ὁ γυμνασιάρχης, ἀλλὰ καὶ τοῦτον διορίζει ἡ Κυβέρνησις· τὰ ἕτερα μέλη, οἱ κτηματίαι, οἱ δικηγόροι, ἐκλέγονται καὶ οὗτοι κατὰ γνωμοδότησιν τοῦ ἐπόπτου. Ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ἀποτελέσῃ ἀποκεντρωτικὸν στοιχεῖον ἐν τῷ Ἐποπτικῷ Συμβουλίῳ, εἶναι ὁ ἀρχιεπίσκοπος τοῦ νομοῦ, διότι εἶναι ἰσόβιος καὶ διατελεῖ εἰς σχετικήν τινα ἀπὸ τοῦ Κράτους ἀνεξαρτησίαν. Ὅταν δὲ ὁ ἐπιθεωρητὴς ἦναι μετακλητέος, ὅταν ὁ γυμνασιάρχης ἦναι μετακλητέος, ὅταν ὁ νομάρχης ἦναι μετακλητέος, τὰ ὄργανα τὰ κύρια τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ὑπακούουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὕτω δὲ ἀποκέντρωσις δὲν ὑπάρχει, κατὰ τὴν ἐπιστημονικὴν σημασίαν τῆς λέξεως. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ περιπλέον ἐπὶ τούτου, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι δικαίως κουρασμένη ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ. Ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω τὸν εἰσαγόμενον θεσμὸν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ποιοῦ τῶν δημοδιδασκάλων. Τὸ ποιὸν τῶν δημοδιδασκάλων θὰ χειροτερεύσῃ, ψηφιζομένου τοῦ παρόντος νόμου, διότι δὲν θὰ ἔχωσι πλέον ἰδανικόν. Κατὰ τὸν κείμενον νόμον, ὁ δημοδιδάσκαλος εἶχε τὴν φιλοτιμίαν νὰ διακριθῇ, νὰ γείνῃ πρωτοβάθμιος, ἡ δὲ φιλοτιμία αὑτοῦ αὕτη δὲν ἦτο καὶ ἄνευ ὑλικοῦ συμφέροντος, διότι κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον ὡρίζοντο ὡρισμέναι θέσεις διὰ τοὺς πρωτοβαθμίους, τοὺς δευτεροβαθμίους καὶ τοὺς τριτοβαθμίους· ὁ πρωτοβάθμιος ἤξευρεν, ὅτι εἶχεν ἠσφαλισμένην τὴν θέσιν του καὶ ἀμοιβὴν μεγαλειτέραν, ἀλλὰ διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου ὁ πρωτοβάθμιος οὐδὲν ἔχει συμφέρον, διότι οἱ βαθμοὶ τῶν δημοδιδασκάλων ἐξαρτῶνται ἐκ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Εἶναι δυνατὸν τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τοῦ νομοῦ, ἀποβλέπον εἰς τὴν οἰκονομικὴν δυσχέρειαν τῶν δήμων, νὰ ἀποφασίσῃ νὰ διορίσῃ ἀντὶ πρωτοβαθμίων δημοδιδασκάλων τριτοβαθμίους. Οὕτω δὲ οἱ τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι θὰ ἔχωσι πλείονας θέσεις, οἱ δὲ πρωτοβάθμιοι θὰ μείνωσιν ἄνευ θέσεως· τοῦτο δὲ θὰ ἐπιδράσῃ καὶ ἐπὶ τοὺς δημοδιδασκάλους τοῦ μέλλοντος, διότι θὰ παύσῃ μεταξὺ τούτων ἡ περὶ πρωτείων εὐγενὴς ἅμιλλα. Ἂν καὶ δὲν φρονῶ, ὅτι ὁ δημοδιδάσκαλος μόνον διὰ τὴν μεγαλειτέραν ἀμοιβὴν ζητεῖ νὰ γείνῃ κρείσσων ἑαυτοῦ, εἶναι ὅμως καὶ τοῦτο μέγα ἐλατήριον, διότι ἀσφαλίζει τὴν ἀνεξαρτησίαν τὴν ἀτομικήν. Ὁ ἀληθὴς δημοδιδάσκαλος εὑρίσκει τὴν κυρίαν ἀμοιβὴν ἐν τῇ ψυχικῇ ἱκανοποιήσει, ὅτι συντελεῖ εἰς τὴν μόρφωσιν καὶ ἀνάπτυξιν πολιτῶν ἐναρέτων· ὁ δημοδιδάσκαλος τὴν μεγαλειτέραν αὑτοῦ ἱκανοποίησιν εὑρίσκει ἐν τούτῳ, ὅτι, παρακολουθῶν τὸν μαθητὴν μέχρι τῆς τελευταίας ἀποκαταστάσεως, δύναται νὰ ὑπερηφανεύηται, δεικνύων τοὺς καρποὺς τῶν πνευματικῶν αὑτοῦ ἀγώνων. Ἀλλὰ τὴν μόρφωσιν τοιούτων δημοδιδασκάλων δὲν δύναται νὰ προσδοκᾷ τις ἐκ τοῦ νομοσχεδίου· διὰ τοῦτο ἐν μέρει συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον, ἐὰν θέλῃ τὸν νόμον νὰ καταστήσῃ καὶ εἰς ἑαυτὴν ἀκίνδυνον καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν ὀλιγώτερον ἐπιβλαβῆ, ἔχει, λέγω, καθῆκον νὰ θέσῃ φραγμούς τινας. Πρῶτον νὰ θέσῃ τὸν φραγμόν, λαμβάνουσα τοῦτον ἐκ τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ, τοῦ τρόπου τῆς συστάσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων· Οὕτω θὰ ἔχωμεν τρόπον ἀσφαλῆ, κανονίζοντα τὴν σύστασιν τῶν σχολείων ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ θὰ θέσωμεν φραγμοὺς εἰς τὰς ὑπερβασίας τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, καὶ θὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ δαπανᾷ πλείονα τῶν προϋπολογιζομένων. Δεύτερον νὰ ἀποδεχθῶμεν ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ τοῦτο τὸ καλὸν, ὅτι ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν μαθητῶν θὰ καθορίζωνται καὶ οἱ βαθμοὶ τῶν δημοδιδασκάλων, διότι οὕτως ἡ θέσις αὐτῶν δὲν θὰ ἦναι τόσον ἀπελπιστική, ὅσον θὰ ἀποβῇ ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ τροποποιήσεων, καὶ οὕτω θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ μόρφωσις διδασκάλων ἐναρέτων καὶ χρηστῶν. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ ὡς ἔχει, ἔχω τὴν προαίσθησιν, ὅτι τὸ ποιὸν τῶν δημοδιδασκάλων θὰ χειροτερεύσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ταχέως θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταργήσωμεν τὸν ψηφιζόμενον νόμον καὶ νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸν καταργούμενον.

§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω τὴν συζήτησιν περατωμένην. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.

§161ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως» λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ι. Λάππα καὶ Ν. Τριανταφυλλάκου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Μιλτιάδης Δάλλας Δημ. Οἰκονομίδης Ν
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ν Δημοσθ. Καΐρης
Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος
Ν. Σμόλενιτζ Ν Κωνστ. Νεγρεπόντης Ν
Ἰωάνν. Πετρίδης Ν Λεων. Πετιμεζᾶς Ο
Νικόλ. Φαρμακόπουλος
Σωτήρ. Δανόπουλος Γιαννούσιος Τάκης
Χρ. Βότσαρης Νικ. Δαγρὲς Ν
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ν Κωνστ. Φλέσσας
Σπυρ. Βαρζέλης Ν. Σάλμας Ν
Νικόλαος Λεβίδης Ν Δημ. Τερτίπης
Κωνστ. Κολιάτσος Ν Ἰωάν. Παλάσκας Ν
Δημοσθ. Σκυλίτσης Ν Ἰωάν. Σταμούλης
Ἀθανάσ. Μουτσόπουλος Ν Κίμων Βελλίνης Ν
Ν. Δ. Καλλιφρονᾶς Ν Ξενοφ. Τσαμαγκίδης Ο
Ἀλέξ. Σκουζὲς Ν Ἰωάν. Καζαμπάκας Ν
Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος Ι. Στεφάνου Ν
Δ. Γ. Ράλλης Παν. Λεβέντης Ν
Ἀλέξ. Ψύλλας Ν Ἀλέξ. Κοντόσταυλος
Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ν Ν. Χατζηνικολῆς Ν
Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Γεώργ. Κόρπας
Βλ. Βαλτινὸς Ν Ἀχιλ. Ἀγάθος
Ἀθ. Ἴσκος Ν Κωνστ. Βασιλάκης
Κωνστ. Τοπάλης Ἰωάν. Σέχος Ν
Νικ. Σχινᾶς Ν Νικ. Βασιλάκης Ν
Γεώργιος Φιλάρετος Ἀθ. Παραμυθιώτης Ν
Νικ. Σταματιάδης Ν Γεώργ. Θεοτόκης Ο
Ἰωάν. Γιαννακόπουλος Ν Γεώργ. Καποδίστριας
Ἐπ. Μαυρομμάτης Ο Δημ. Οἰκονόμου
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ν Δημ. Πετρίδης Ν
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν Π. Ζούζουλας
Περ. Ἀλεξάκης Ν Κωνστ. Σκαρπέτης Ν
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Ν
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος Ν Νικόλαος Βαλταμάκης
Π. Λαμπρινόπουλος Ν Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς Ν
Χαρ. Τζανετάκης Δημ. Σβορῶνος Ν
Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ἄθως Ρωμᾶνος Ο
Πολύμ. Ζαρίμπας Ν Διον. Καλούτσης
Χρ. Μαστραπᾶς Ο
Γεώργ. Ἀνδρίτσου Ν Χ. Κ. Βοζίκης Ν
Κωνστ. ΠαπαμιχαλόπουλοςΟ Νικ. Σταματόπουλος
Π. Ρίτσος Ο Θ. Πέῤῥος Ν
Ἀνδρ. Βασιλείου Ν Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ν
Σπ. Τσιτσάρας Δημοσθ. Μανουσάκης Ν
Δημ. Χατζόπουλος Ν Δημοσθ. Μάταλας
Δημ. Βουλπιώτης Ἀρ. Μελετόπουλος
Μιχ. Ἰατρίδης Νικ. Γκουζούλης
Ἀλέξ. Σ. Κ. Ρώμας Ν Δημ. Πιπινόπουλος Ν
Κ. Δ. Βοῦλτσος Ο Χασὰν βέης Πετρεδὴν βέη
Γ. Μελισσηνὸς Ν Φιλώτας Ἰσχόμαχος Ν
Διον. Μυλωνᾶς Ν Ἰωάννης Γεωργαντᾶς Ν
Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ν Ἰωάννης Λάππας Ν
Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν
Γεώρ. Κρεστενίτης Ἄγγ. Καλκάνης Ν
Γεώρ. Παπακυριακόπουλος Β. Βασιλειάδης
Δημοσθ. Δόγκας Ἀθ. Εὐταξίας Ο
Ἰωάν. Σισίνης Ν Ἰω. Μπακόπουλος Ν
Στέφ. Σκουλούδης Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος
Γεώρ. Πετούσης Ν Φίλ. Βάρβογλης Ν
Ἀριστομ. Βαλέτας Ο Ν. Τριανταφυλλάκος Ο
Νικ. Νομικὸς Ν Ἠλ. Ζέγγελης Ν
Πέτρος Δελένδας Ν Λάμπρος Σινανιώτης Ν
Κωνστ. Πεταλᾶς Ν Ἰω. Βούτουνας
Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν Γ. Μαλέας
Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν Γ. Νικολαΐδης Ν
Θεόδ. Ζαΐμης Ν Λεων. Δεληγεώργης Ο
Μιλτ. Γουλιμῆς Ν Π. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
Παν. Μερλόπουλος Νικολ. Δημητριάδης Ν
Περ. Μποῦτος Ν Γ. Ν. Μπούμπουλης
Ἀλκ. Δεληγιάννης Ἀντ. Γουδῆς Ν
Ἀντ. Καρατζᾶς Ν Ἀθ. Λαδόπουλος Ν
Πέτρ. Ταταράκης Ν Ν. Βαφειαδάκης Ν
Γεώργ. Κουλούρης Ν Γ. Παγανέλης Ν
Ὄθων Μαῦρος ἀρν.Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
Ἐλευθ. Μυκώνιος Ν Ν. Δρόσος Ν
Μίλτ. Βαρότσης Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν
Γεώργ. Σισμάνης Σωτ. Χατζηγάκης
Γεώργ. Πλατανιώτης Νικ. Ταρμπάκης Ν
Ἰω. Καναβός Ν Κωνστ. Χατζηπέτρος
Γ. Φαρμακόπουλος Ν Θεόδ. Κριεμάδης Ν
Μιχ. Ἰατρός Εὐστ. Κοκκέβης Ν
Α. Πετσάλης Ν Ν. Γεωργακόπουλος Ν
Παῦλος Ραζέλος Ο Σωτήρ. Σωτηρόπουλος
Ἀθ. Πιεῤῥ. Μαυρομιχάλης Δημ. Καμαριώτης
Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ν Διον. Στάϊκος Ν
Ἀσημ. Χριστόπουλος Ἀριστοβούλος Μάνεσης
Χαρ. Κανελλόπουλος Ν Σπ. Δεϊμέζης Ν
Π. Λαμπρούλιας Ν Θεόδ. Λιμπρίτης Ν
Σπ. Τυπάλδος Φορέστης Ν Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς Θεόδ. Γκίκας Ν
Θεόδ. Βελλιανίτης Ν Παντελῆς Γκίκας Ν
Ἀνάργ. Σιμόπουλος Νικ. Τσαμαδὸς
Λ. Καραλίβανος Ν Χριστόδ. Στεριάδης
Πανοῦρ. Πανουργιᾶς Νικολ. Κοντογιάννης Ν
Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Κομνᾶς Τράκας
Ἀχιλ. Γεραχωστόπουλος Ν. Χατζῖσκος
Τριαντάφυλλος Σχινᾶς Ο
Ἰω. Τσερτίδης Ν Δημ. Κρίτσας Ο
Χρ. Τζίνος Ν Μ. Κακαρᾶς
Δημ. Βότσης Ν Γ. Ἀβέρωφ Ν
Παναγ. Σάκκης Ν Παναγ. Βαρατάσης Ν
Δ. Ε. Καλογερόπουλος Ν Ἀλ. Μ. Κανάρης
Νικ. Καράπαυλος Ἰω. Α. Κανάρης Ν
Ἰωάννης Βρυώνης Ν

§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 129. Ἐκ τούτων 113 εἶπον Ναί, 15 εἶπον Ὄχι, καὶ 1 ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1–10 τοῦ νομοσχεδίου)

§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).

§165ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα δὲν ὑπάρχει ὑπηρέτης;

§166Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ὑπάρχει.

§167ΡΑΛΛΗΣ. Τότε ποῖος θὰ καθαρίζῃ; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).

§169ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο προτείνεται προσθήκη, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ γραμματοδιδάσκαλοι διορίζονται ὑπὸ τοῦ νομάρχου, προτάσει τοῦ ἁρμοδίου ἐπιθεωρητοῦ, δηλαδὴ προτείνεται προσθήκη, ἡ ὁποία κατὰ τὸ ἥμισυ σχεδὸν ἀναιρεῖ τὴν βάσιν καὶ τὴν ἀρχήν, ἐφ’ ἧς στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον στηρίζεται ἐπὶ τῆς βάσεως τῆς ἀποκεντρώσεως· ὡς τοιοῦτον τὸ ἐψηφίσαμεν πρὸ ὀλίγου, τὸ ἐψήφισα καὶ ἐγώ. Ἀλλ’ ἐὰν τὸν διορισμὸν τῶν γραμματοδιδασκάλων, οἵτινες σήμερον ἴσως εἶναι τόσοι, ὅσοι καὶ οἱ δημοδιδάσκαλοι, ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἀναιρεῖτε εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τὴν ἀρχὴν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίξατε τὸ νομοσχέδιόν σας.

§170Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Δεχόμεθα νὰ διαγραφῇ ἡ προσθήκη αὕτη, καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 14–23 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 24 (ἀναγινώσκεται).

§172ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ τρίτῳ στίχῳ τῆς γʹ παραγράφου λέγεται «ἡ τοῦ νομαρχιακοῦ ἐπιθεωρητοῦ», ἐνῷ πρέπει νὰ λέγῃ «ἡ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου».

§173Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Μάλιστα, οὕτω νὰ τεθῇ.

§174ΒΑΛΕΤΑΣ. Θ’ ἀφήσητε ν’ ἀποφαίνηται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἐὰν καὶ δύο μόνον μέλη παρίστανται;

§175ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δυνάμεθα ἴσως νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν ἀπαρτίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ ν’ ἀφήσωμεν ἀπεριόριστον τὸν ἀριθμὸν, τότε θὰ καταλήξωμεν, ὅπως ἓν μέλος μόνον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου προτείνῃ τὸν διοριστέον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξωμεν τοῦτο. Ἀφοῦ ὡς τιμωρίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου δεχόμεθα, ὅπως τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον προτείνῃ τὸν διοριστέον, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ θίξωμεν τὴν λειτουργίαν ἐν γένει τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Θὰ ἦναι ἴσως ἀναγκαῖον ἐν ἄλλῃ μελέτῃ τῶν δημοτικῶν ἡμῶν θεσμῶν νὰ τροποποιήσωμεν κατά τι τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἀπαρτίας τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἀλλ’ ἐν τῇ εἰδικῇ ταύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι δὲν εἶναι εὐπρεπὲς νὰ θίξωμεν ἐν τοῖς θεμελίοις αὑτοῦ τὸν θεσμὸν τῆς λειτουργίας τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Βεβαίως θὰ ἦτο κάλλιστον, ἐὰν ἐλαττοῦντες τὴν ἀπαρτίαν ἐπετυγχάνομεν τὴν ἄμεσον παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου πρότασιν τοῦ διοριστέου δημοδιδασκάλου. Ἐὰν ὅμως νομίζωμεν ἀναγκαῖον νὰ τροποποιήσωμέν τι, τότε πρέπει νὰ προσδιορίσωμεν ἄλλην ἀπαρτίαν, ὄχι δὲ νὰ ἀφήσωμεν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν καὶ εἰς ἓν μόνον μέλος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου νὰ ἐκδίδῃ ἀπόφασιν.

§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν νὰ προσδιορίζωμεν τὸν ἀριθμὸν τὸν ἀποτελοῦντα τὴν ἀπαρτίαν, διότι γνωστὸν, ὅτι ἀπαρτία εἶναι ἡ πλειοψηφία. Δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν νὰ λέγωμεν ἀπαρτίαν τὴν μειοψηφίαν. Ἐπειδὴ ὑμεῖς δὲν ἔχετε ἀπαρτίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἔχετε λογικῶς καὶ ἀπόφασιν νόμιμον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν δὲν ἔχητε ἀπαρτίαν αὐτοῦ, οὕτω δὲ πρέπει νὰ ἀπελπισθῆτε ἀπὸ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ λέγετε, ὅτι ἐπιθυμεῖτε νὰ ἔχητε μίαν σκιὰν δημοτικῆς ἀρχῆς, διὰ τοῦτο ἀνεγράφη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «τὰ προσελθόντα μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου».

§177ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χωρὶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι πρόκειται νὰ θεωρήσωμεν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐν ἀπαρτίᾳ, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, δύναται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐκτάκτως νὰ λάβῃ ἀπόφασιν, ἐὰν παρίσταται τὸ τρίτον τῶν μελῶν.

§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τότε Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν εἶναι.

§179ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καλλίτερον εἶναι νὰ μένῃ ὅπως ἔχει.

§180ΠΕΤΑΛΑΣ. Νομίζω ὅτι ἐδῶ εἶναι ἡ θέσις νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ γραμματοδιδάσκαλοι.

§181Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου δύναται νὰ προστεθῇ «καὶ οἱ γραμματοδιδάσκαλοι».

§182ΠΕΡΡΟΣ. Καὶ αἱ διδασκάλισσαι.

§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑλληνιστὶ λέγεται ἡ διδάσκαλος.

§184ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, ὅτι μετὰ τὰς προταθείσας τροποποιήσεις θὰ λείψῃ τὸ «καλοῦνται δὲ τὰ μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἰς συνεδρίασιν ἐπὶ ἀποδείξει».

§185Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν θὰ λείψῃ. Ἐὰν θέσωμεν τὸ ⅓, τὸ ὁποῖον προτείνετε, τότε εἰς τοὺς τρίτης τάξεως δήμους δύο μόνον σύμβουλοι θὰ προτείνωσι τὸν δημοδιδάσκαλον. Λοιπὸν θὰ μείνῃ ὅπως ἔχει. Ὅσα μέλη συνέλθωσι.

§186Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄνευ ἀπαρτίας;

§187Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως.

§188Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν ὑφίσταται πλέον Δημοτικὸν Συμβούλιον.

§189ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καλὸν ἴσως εἶναι νὰ ὑπάρχῃ αὐτοδιοίκησις ὡς πρὸς ἄλλα. Ἀλλ’ ὁ διορισμὸς δημοδιδασκάλου, ἡ ἐκλογὴ δηλαδὴ ἑνὸς προσώπου μεταξὺ χιλίων, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς γνωρίζει ἐκ τῶν δημοτῶν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατεθῇ εἰς τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους. Οὗτοι θὰ προτείνωσιν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θὰ ὑποδείξῃ εἰς αὐτοὺς ὁ ἐπιθεωρητὴς, διότι αὐτοὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν βεβαίως ἐξ ἰδίας γνώσεως ἢ ἐκτιμήσεως νὰ προτείνωσι τὸν καταλληλότερον δημοδιδάσκαλον. Καλλίτερον λοιπὸν νὰ μείνῃ ὅπως εἶχε τὸ ἄρθρον.

§190Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀντὶ νὰ καταφύγωμεν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν, καλλίτερον εἶναι νὰ ἀφήσωμεν τὴν πρότασιν εἰς 2 ἢ 3 ἐγκρίτους δημότας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὸ ἐνδιαφέρον νὰ μεριμνῶσι περὶ τῶν δημοτικῶν αὐτῶν πραγμάτων. Ὑποθέσατε ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἔχει μίαν ἐπιτροπὴν σχολικὴν ἐκ τριῶν μελῶν, ἵνα φροντίζῃ περὶ τῶν σχολείων τοῦ δήμου. Παρόμοιόν τι εἶναι καὶ τοῦτο· τὰ τρία μέλη θὰ προτείνωσι τὸν δημοδιδάσκαλον.

§191ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ ἀφῃρέσαμεν τόσα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχον τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια...

§192Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἀφῃρέσαμεν τίποτε.

§193ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Εὐταξίας.

§194Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ λειτουργῶσι κατὰ τὸν παρόντα νόμον. Μόνον τὸ δικαίωμα τῆς ἐποπτείας, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἐπετράπη, ὅπως ἀσκῆται διὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Οὕτως αἱ ἐπιτόπιοι ἐπιτροπαὶ δύνανται νὰ ἐξασκῶσι πάντα τὰ δικαιώματα, ἀρκεῖ νὰ δύνανται νὰ λειτουργήσωσι. Διότι μέχρι τοῦδε ἀπεδείχθη ὁ θεσμὸς νεκρός. Πάντα ταῦτα μένουσιν ἐν λειτουργίᾳ, διότι θὰ παρατηρήσητε εἰς τὸ τέλος τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἀναφέρονται αἱ διατάξεις αὗται τοῦ νόμου τοῦ 1834. Τὸ κακὸν εἶναι, ὅτι αἱ τοπικαὶ ἐπιτροπαὶ δὲν ἐλειτούργησαν ἀπὸ τοῦ 1844, εἴτε ἕνεκεν ὀλιγωρίας καὶ ἀδιαφορίας, εἴτε ἕνεκα ἀνεπαρκείας· εἶναι νεκραί. Ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ Βαυαρικοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐν Βαυαρίᾳ, πράγματι λειτουργοῦσιν αἱ ἐπιτροπαὶ αἱ τοπικαὶ τῶν σχολείων, διότι ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἐγκρίτους πολίτας ἀνεπτυγμένης κοινότητος. Παρ’ ἡμῖν ἓν δικαίωμα καὶ ἓν καθῆκον ἤσκησαν ἑκάστοτε αἱ τοπικαὶ ἐπιτροπαί. Νὰ καταγγέλλωσιν, ἀδίκως συνήθως, ὡς ἀμελῆ τὸν διδάσκαλον ἢ ἀνίκανον, ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ παύσεως φατριαστικῆς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τοῦ δημοδιδασκάλου. Δὲν πρέπει νὰ καταδικάζωμεν ὅλα τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τοῦ Κράτους. Ἄλλως τε ὁ νόμος αὐτὸς θὰ λειτουργήσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον, ὅτε ἐλπίζομεν ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις τῶν δημοτικῶν θεσμῶν καὶ ἡ ἀνάπτυξις καὶ μόρφωσις τῶν κοινοτήτων καὶ τῶν πολιτῶν.

§195ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν παρατήρησιν ἤθελον νὰ κάμω ὡς πρὸς τὰ ὀθωμανικὰ σχολεῖα...

§196Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τίποτε.

§197ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μένωσιν αἱ κείμεναι διατάξεις;

§198Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως.

§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 24 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Μπακοπούλου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς.

§200ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ ἄρθρον 24 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Οἱ δημοδιδάσκαλοι ἢ γραμματοδιδάσκαλοι διορίζονται, παύονται καὶ μετατίθενται δι’ ὑπουργικῆς πράξεως τοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργοῦ.»

§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπακοπούλου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§202ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐπιμένῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία του, δηλ. νὰ κληθῇ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἰς συνεδρίασιν ἐπὶ ἀποδείξει, καὶ ἂν δὲν καταρτισθῇ ἀπαρτία, τὰ προσελθόντα μέλη νὰ προτείνωσι κατὰ πλειοψηφίαν τὸν διοριστέον, μοὶ φαίνεται ὅτι λογικώτερον καὶ πρὸς τὰ πράγματα συμφωνότερον θὰ ἦναι νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὴν πρότασιν περὶ διορισμοῦ τῶν δημοδιδασκάλων τὴν κάμνει ἡ δημοτικὴ ἀρχή· διότι εἶναι γνωστὸν, καὶ ὅσοι παρακολουθοῦσι τὰ πράγματα ἡμῶν καὶ δὲν θέλουσιν ἄλλα νὰ λέγωσι καὶ ἄλλα νὰ γνωρίζωσι, θὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι ὅταν ὁ δήμαρχος θέλῃ, τότε θὰ συνέρχηται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ἁπλούστερον λοιπὸν θὰ ἦναι νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὴν πρότασιν περὶ διορισμοῦ τὴν κάμνει ἡ δημοτικὴ ἀρχή.

§203Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ δήμαρχος εἶναι πρόεδρος τῆς τοπικῆς ἐπιτροπῆς, ἑπομένως ἀσκεῖ μετὰ τῶν μελῶν τῆς τοπικῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1834, ἕτερον κύκλον ἐποπτείας τοπικῆς ὡς πρὸς τὰ διδακτήρια, τὰ ὑλικὰ τῶν σχολείων, τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων τῶν γονέων πρὸς τοὺς διδασκάλους κτλ. Ταῦτα δὲν κατηργήθησαν. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ δώσωμεν τὴν ἐξουσίαν ταύτην συγκεντρωμένην εἰς ἓν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ κάμῃ κατάχρησιν αὐτῆς, ἐνῷ εἰς τὸ Συμβούλιον εὑρίσκομεν πλείονας ἐγγυήσεις. Ἐλπίζομεν ὅτι προθύμως θὰ συνέλθῃ νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων του· ἐὰν δὲν προθυμοποιηθῇ, θὰ ἦναι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἐποπτεύῃ καὶ προνοῇ περὶ τοῦ σχολείου, καὶ τὸ Συμβούλιον τοῦτο θὰ ἦναι πενταμελὲς πάλιν σῶμα. Δυσκόλως οἱ πλείονες θὰ συναποφασίσωσι νὰ ἀδικήσωσι τὸν διδάσκαλον καὶ νὰ μὴ προνοήσωσι περὶ τοῦ σχολείου.

§204ΒΑΡΑΤΑΣΗΣ. Οἱ πλεῖστοι τῶν δημοτικῶν συμβούλων δὲν θὰ γνωρίζωσι νὰ ὑπογράφωσι, καὶ αἱ προσκλήσεις θὰ μένωσιν ἀνυπόγραφοι. Θὰ καλῇ ὁ δήμαρχος τοὺς συμβούλους, τοὺς ὁποίους θέλει, 2 ἢ 3, κατ’ οἶκον, καὶ αὐτοὶ θὰ συνέρχωνται καὶ θὰ προτείνωσι τὸν δημοδιδάσκαλον. Διὰ τοῦτο λίαν ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἐκ Μαντινείας κ. συνάδελφος, ὅτι ὁ δήμαρχος θὰ ὑποδεικνύῃ τὸν δημοδιδάσκαλον, καὶ οἱ σύμβουλοι θὰ τὸν προτείνωσι.

§205ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι θὰ καλῶσι καὶ τοὺς ἀγραμμάτους συμβούλους.

§206ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῇ τὸ αʹ ἐδάφιον. Ὁ ἐπιθεωρητὴς προκαλεῖ τὴν πρότασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου· ἀλλ’ ὑπὸ τίνος προσκαλεῖται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον;

§207Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.

§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 24, ὡς ἐτροποποιήθη, ἤτοι διὰ τῆς προσθήκης μετὰ τὴν λέξιν «δημοδιδάσκαλοι» τῶν λέξεων «αἱ δημοδιδασκάλισσαι, ὡς καὶ οἱ γραμματοδιδάσκαλοι», καὶ διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν λέξεων «νομαρχιακοῦ ἐπιθεωρητοῦ», ἐν τῷ τρίτῳ στίχῳ τῆς δʹ παραγράφου, διὰ τῶν λέξεων «Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 25 (ἀναγινώσκεται).

§209ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει «ἢ τοῦ εἰρηνοδίκου.» Θὰ ὑπάρχωσι δύο ἀρχαί, ἐνώπιον τῶν ὁποίων θὰ δίδεται ὁ ὅρκος; Κωλυομένου τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, θὰ δίδεται ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου;

§210Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Νὰ προστεθῇ «καὶ τούτου κωλυομένου ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου.»

§211ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τί κακὸν θὰ ὑπάρχῃ, ἐὰν ἐνώπιον οἱασδήποτε ἀρχῆς δίδεται ὁ ὅρκος; Μήπως εἰς τὴν δικονομίαν δὲν ἔχωμεν τοιαύτην ἐλευθερίαν; Πρόκειται π. χ. περὶ δηλώσεως τρίτου, τὴν ὁποίαν κάμνει εἴτε ἐνώπιον τοῦ γραμματέως τῶν Πρωτοδικῶν εἴτε ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 25, ὡς ἐτροποποιήθη)

§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 26 (ἀναγινώσκεται).

§213ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 26 ἔχω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ μετάθεσις τοῦ δημοδιδασκάλου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν δύναται νὰ συμβιβασθῇ πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἀποκεντρώσεως· ἀλλ’ ἄλλο τι παρατηρῶ. Ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, βεβαίως ἡ ἔννοια εἶναι, ὅτι, εἴτε διὰ παῦσιν, εἴτε διὰ μετάθεσιν, ἀπαιτεῖται πρῶτον ν’ ἀποφασισθῇ αὕτη ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, δεύτερον διὰ τὴν μετάθεσιν μόνον ἀπαιτεῖται ἡ συγκατάθεσις τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς τοῦ δήμου, εἰς τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ μετατεθῇ ὁ δημοδιδάσκαλος. Ἀλλ’ ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον, φαίνεται ὅτι καὶ διὰ τὴν παῦσιν καὶ διὰ τὴν μετάθεσιν ἀπαιτοῦνται ἀμφότερα, καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τοῦ νομοῦ καὶ ἡ συγκατάθεσις τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Πρέπει λοιπὸν νὰ συνταχθῇ τελειότερον τὸ ἄρθρον, ὥστε νὰ φαίνηται ὅτι ἡ συγκατάθεσις τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς ἀπαιτεῖται μόνον διὰ τὴν μετάθεσιν, διότι τοιαύτη πράγματι εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου.

§214Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου.

§215ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πλὴν τούτου ἔχει καὶ ἑτέραν ἀταξίαν ἡ σύνταξις τοῦ ἄρθρου 26· διότι ἐδῶ, προκειμένου περὶ μεταθέσεως, ἀπαιτεῖται ἡ συγκατάθεσις μόνον τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς τοῦ δήμου, ἐνῷ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον διὰ τὸν διορισμὸν ἀπαιτεῖται πρότασις οὐχὶ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Λοιπόν, ἀντὶ νὰ εἴπωμεν «τῇ συγκαταθέσει τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς», πρέπει, διὰ νὰ ἤμεθα σύμφωνοι πρὸς τὸ προηγούμενον ἄρθρον, νὰ εἴπωμεν «τῇ συγκαταθέσει τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου, εἰς ὃν πρόκειται νὰ μετατεθῇ.» Τὰς δύο ταύτας παρατηρήσεις παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, καὶ νὰ διορθωθῇ τὸ ἄρθρον, διότι μοὶ φαίνεται ὅτι, ὅπως ἔχει γραμματικῶς, φαίνεται ὅτι ἡ συγκατάθεσις ἀναφέρεται καὶ εἰς τὴν μετάθεσιν καὶ εἰς τὴν παῦσιν.

§216Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Νὰ τεθῇ «ἐπὶ μεταθέσεως δὲ ἀπαιτεῖται καὶ ἡ συγκατάθεσις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου, εἰς ὃν πρόκειται νὰ μετατεθῇ.»

§217ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μουτσόπουλος μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ ἐπιστήσω τὴν προτοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ ἑνὸς ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἴσως παρατρέχομεν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν ἔχομεν δημοτικὰς ἀρχὰς αἱρετὰς, δηλαδὴ ἀντλούσας τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς τῶν δημοτῶν, καὶ βεβαίως εἰς τοῦτο περιστρέφεται ἡ αὐτοδιοίκησις, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ καθιερώσωμεν, ὅτι ἀπονέμομεν ἐξουσίαν διὰ τὴν πρότασιν δημοδιδασκάλων εἰς ἄρχοντας ἐκλεγομένους ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὡς εἶναι γνωστὸν, τὴν ἐξουσίαν των αἱ σημεριναὶ δημοτικαὶ ἀρχαὶ τὴν ἀντλοῦσιν ἐκ τοῦ νόμου· αἱ σημεριναὶ δημοτικαὶ ἀρχαὶ δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ προσωρινοὶ διαχειρισταὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ δήμου.

§218Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐγκατάστασις τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν γίνεται τὴν 1 Ὀκτωβρίου.

§219ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἀνεβλήθησαν. Οἱ σήμερον διοικοῦντες τοὺς δήμους τοὺς διοικοῦσι προσωρινῶς. Εἶναι ὀρθὸν εἰς αὐτὰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, εἰς αὐτὰ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ν’ ἀναθέσωμεν αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν;

§220Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου εἶναι εὔλογος. Ἀλλ’ ὡς τελευταῖον ἄρθρον ἐθέσαμεν κατ’ ἀνάγκην διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐφαρμογὴ καὶ ἡ λειτουργία τοῦ παρόντος νόμου θὰ ὁρισθῇ διὰ Β. Διατάγματος, καθορίζοντος τὰ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Μέχρις ὅτου ἐκδοθῇ τὸ διάταγμα αὐτὸ, μέχρις ὅτου διορισθῶσιν ἐπιθεωρηταὶ καὶ ἀρχίσῃ ἡ λειτουργία τοῦ συστήματος καὶ καταρτισθῶσι τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, δὲν δύνανται ἢ νὰ ἰσχύωσι τὰ κείμενα.

§221ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ γείνῃ τὸ σκούπισμα τοῦ Σεπτεμβρίου.

§222Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ σκουπίσματος, πρόκειται περὶ ἀμέσων ἀποτελεσμάτων τῆς νομοθεσίας, καὶ ὁ νόμος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἀμέσως εἰς ἐνέργειαν, διότι δὲν ἔχομεν ἐπιθεωρητὰς, δὲν ἔχομεν Ἐποπτικὰ Συμβούλια. Ἀπαιτεῖται μεγάλη προπαρασκευαστικὴ λειτουργία διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου.

§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ πρέπει νὰ κανονισθῶσι διὰ τῶν νέων ἐκλογῶν· ἀλλὰ αἱ ἐρωτήσεις σας περὶ τοῦ σκουπίσματος, τίνα λόγον ἔχουν; Πρὸς τίνα σκοπὸν νὰ γείνῃ τὸ σκούπισμα;

§224ΡΑΛΛΗΣ. Ὥστε τὸ νομοσχέδιον θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς Σεπτεμβρίου;

§225Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Καὶ δὲν πιστεύομεν μάλιστα ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς Σεπτεμβρίου.

§226ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπὸ τοῦ μεθεπομένου Σεπτεμβρίου τότε τοῦ 1896. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ὁ κ. Χατζόπουλος.

§227Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παντάπασι. Διὰ Β. Διατάγματος θέλει προσδιορισθῆ ὁ χρόνος τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου· διατί; Διότι ἔχομεν δημοτικὰς ἐκλογὰς, διότι ἐκ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν θέλει προκύψει ἡ νέα δημοτικὴ διοίκησις. Ὅταν προκύψωσιν αἱ νέαι δημοτικαὶ ἀρχαὶ, τότε προσήκει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος.

§228ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ παντὸς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος εἶναι σύμφωνος, διότι εἴπερ τις καὶ ἄλλος διεμαρτυρήθη κατὰ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ὡς κακῶς παρατεινασῶν τὴν ἐξουσίαν των.

§229ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐλύθη τὸ ζήτημα.

§230ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς σκέψεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ μοὶ ἀποδώσῃ γνώμας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχω. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν τοὺς δημάρχους ὡς συνταγματικὸν δικαίωμα, ἀλλ’ ἀφοῦ τόσα ἄλλα δικαιώματα ἀφῃρέσαμεν ἀπὸ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, τοῦτο θὰ εἶναι σταγὼν ἐν τῷ ὠκεανῷ. Ἀλλὰ θέλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἐννοῶ διατὶ, ὅταν πρόκειται περὶ μεταθέσεως ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον, γνωματεύει ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ, καὶ ὄχι πλέον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον.

§231ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διωρθώθη.

§232ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι εἶχε τὸν λόγον του, τὸν ὁποῖον πρῶτον ἤδη μᾶς ἐγνώρισε· μᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ εἶναι δύσκολον νὰ συνέλθῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς μεταθέσεως· ὑποθέτει δὲ ταῦτα, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι νομίζει, ὅτι ἡ θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ μετατεθῇ ὁ δημοδιδάσκαλος, εἶναι κενή· ἀλλὰ ὑποθέσατε ὅτι δὲν εἶναι κενὴ καὶ πρόκειται περὶ μεταθέσεων δύο ἢ τριῶν ἢ τεσσάρων· πῶς θὰ λειτουργήσωσι καὶ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ καὶ ὁ ἐπιθεωρητής; Αὐτὸ εἶναι ἀπορίας ἄξιον.

§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 26 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Μπακοπούλου.

§234ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περιττὴ μετὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ πρώτου μέρους τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου.

§235ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν παρατήρησίν μου περὶ τῆς ἀνωμαλίας ἐν τῇ παρούσῃ διατάξει...

§236Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Οὐδεμία ἀνωμαλία ὑπάρχει. Τὸ ἄρθρον λέγει: «Παῦσις ἢ εἰς κενὴν θέσιν μετάθεσις δημοδιδασκάλου, δημοδιδασκαλίσσης ἢ γραμματοδιδασκάλου ἐπιτρέπεται μόνον ἂν αὕτη ἀπεφασίσθη ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τοῦ νομοῦ, κατὰ τὸ ὑπὸ τοῦ παρ’ αὐτῷ ἐπιθεωρητοῦ ὑποβληθὲν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρακτικὸν αὐτοῦ, ἢ κατὰ παραστάσεις ᾐτιολογημένας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, συγκαταθέσει πάντως τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς τοῦ δήμου, εἰς ὃν πρόκειται νὰ μετατεθῇ». Θὰ ἐρωτήσωμεν τὴν δημοτικὴν ἀρχήν.

§237ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ ἀφαιρεῖτε τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον; διὰ τὴν εὐκολίαν;

§238Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως.

§239ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δόσατέ την, ὅπως καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 24 διὰ τὸν διορισμόν. Παρεδέχθητε ἐκεῖ, ὅτι, ἂν ἐντὸς 10 ἡμερῶν δὲν διορίσωσι, τὰ παρευρεθέντα μέλη θ’ ἀποφασίζωσι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει καὶ τοῦτο δὲν γείνῃ, ἔρχεται τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, καὶ τότε δὲν ἔχετε τὴν ἀδυναμίαν μεταξὺ δύο ἄρθρων, τὰ ὁποῖα συγκρούονται.

§240ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀκόμη χειρότερον τότε, διότι δὲν εἶχον παρατηρήσει ἀληθῶς, ὅτι πρόκειται εἰς κενὴν θέσιν ἡ μετάθεσις νὰ γείνῃ· ἡ εἰς κενὴν δὲ θέσιν μετάθεσις εἶναι διορισμὸς, ἀφαιρεῖτε δὲ ἀπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δίδετε διὰ τῆς ἄλλης· εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τὸ ἓν δίδετε τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως διὰ τὸν διορισμὸν, εἰς τὸ ἄλλο λέγετε, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ διορισμοῦ εἰς τὴν θέσιν τὴν κενὴν ἐκείνου, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ μεταθέσητε.

§241ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποθέσατε τί θὰ συμβῇ εἰς κενὴν θέσιν. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον προτείνει τὸν διορισμὸν τοῦ δημοδιδασκάλου Α, τὸ Ὑπουργεῖον ἐννοεῖ νὰ μεταθέσῃ τὸν Β, καὶ συγκαταθέσει τοῦ δημάρχου μεταθέτει τὸν Β. Ἐπροτάθη ὁ διορισμὸς τοῦ Α, ἐγένετο καὶ ἡ μετάθεσις τοῦ Β· τίς ἐκ τῶν δύο θὰ ᾖναι ὁ νόμιμος διδάσκαλος εἰς τὸν δῆμον τοῦτον; Βεβαίως ὁ προταθεὶς ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 26, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 27 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἀποσυρθείσης τῆς ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίας τοῦ βουλευτοῦ Μαντινείας κ. Μπακοπούλου).

§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 28 (ἀναγινώσκεται).

§243ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγένετο μία παρατήρησις, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὀρθήν. Δὲν πρέπει πᾶσαν πρᾶξιν δημοδιδασκάλου ἢ δημοδιδασκαλίσσης, προσβάλλουσαν τὰ ἤθη, νὰ τὴν καταγγέλλῃ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, διότι ὑπάρχουσι πράξεις κατὰ τῶν ἠθῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν καταδιώκονται αὐτεπαγγέλτως.

§244Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ὅταν ἦναι πρᾶξις ἀξιόποινος.

§245ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι ἁπλῶς πρᾶξις ἀξιόποινος. Πρέπει νὰ δύναται καὶ νὰ καταδιωχθῇ ἄνευ μηνύσεως τοῦ παθόντος, διότι ὑπάρχουσι προσβολαὶ κατὰ τῶν ἠθῶν, αἱ ὁποῖαι καταδιώκονται μὲν, ἀλλὰ μόνον δυνάμει καταγγελίας τοῦ παθόντος. Θὰ ἦναι ἄτοπον, ἀφοῦ ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ προστατεύσῃ ἀπὸ τῶν προσβολῶν τὴν τιμὴν τῶν οἰκογενειῶν, τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον νὰ καταγγέλλῃ ἀδιακρίτως αὐτὰς εἰς τὴν ἐπὶ τῆς καταδιώξεως δημοσίαν ἀρχήν. Ἡ οἰκογένεια τοῦ παθόντος ἐτέθη παρὰ τοῦ νόμου ὁ μόνος κριτὴς, ἂν πρέπῃ προσβολή τις κατὰ τῆς τιμῆς ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς νὰ καταδιωχθῇ διὰ δημοσίας ἀγωγῆς. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀφεθῇ ἐλευθέρα αὐτὴ νὰ καταγγέλλῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἂν θέλῃ.

§246Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἂν ἡ πρᾶξις ἦναι καταδιώξιμος ἐξ ἐπαγγέλματος. Ὥστε νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει, μετὰ τὸ «ἂν ἡ πρᾶξις τυγχάνῃ ἀξιόποινος», αἱ λέξεις «καὶ αὐτεπαγγέλτως καταδιώξιμος».

§247Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἀνεξαρτήτως τούτου, νομίζω ὅτι ὑπάρχουσιν ἄλλα ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα δὲν συμβιβάζονται πρὸς τὸ διδασκαλικὸν ἐπάγγελμα· χαρτοπαιξία, μέθη, προσβολὴ κατὰ τῶν ἠθῶν ἐπανειλημμένη κτλ. Ὁ τοιοῦτος δημοδιδάσκαλος, ἂν πρὸς καιρὸν παυθῇ καὶ ἄλλο Συμβούλιον τὸν θέλῃ διδάσκαλον, θὰ μεταφέρῃ τὰ δικαιώματά του καὶ θὰ διορίζηται ἐκεῖ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου νὰ διαγράφηται τοῦ ἐλέγχου ὁ τοιοῦτος διδάσκαλος.

§248ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, παρατηρῶ ὅτι, ἐὰν ἦναι αὐτεπαγγέλτως καταδιώξιμος ἡ πρᾶξις, ὑποτίθεται ὅτι ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ θέλει καταδιώξει αὐτὴν αὐτεπαγγέλτως, ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει, διὰ νὰ ἤμεθα συνεπεῖς πρὸς τοὺς νόμους μας καὶ τὰ τεκμήρια τῶν νόμων μας, νὰ ἀφαιρέσωμεν αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν, διότι ἡ αὐτεπαγγέλτως καταδιωκομένη πρᾶξις, ὑποτίθεται ὅτι θέλει καταδιωχθῆ ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀνάγκη νὰ δώσῃ τὴν ὤθησιν τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, κρίνον αὐτὸ, ἐναντίον τοῦ προορισμοῦ του καὶ τῆς δικαιοσίας τῶν ἰδεῶν του καὶ τῶν γνώσεών του, «ὅτι ἐνταῦθα πρόκειται περὶ πράξεως αὐτεπαγγέλτως καταδιωκομένης», καὶ νὰ στείλῃ τὸ πρακτικόν του εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πληρέστατα πρέπει νὰ γείνῃ ἐντελῶς ἡ παράλειψις τῆς περιττῆς αὐτῆς ἐκφράσεως.

§249ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅλον τὸ ἄρθρον νὰ λείψῃ.

§250Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ προσθήκη ἡ προταθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσολογγίου περιττεύει. Ὁ Εἰσαγγελεὺς θέλει συμμορφωθῆ μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς καταδιώκει τὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα. Ἂν ἀπαιτῆται ἔγκλησις, θέλει γείνῃ ἡ καταδίωξις, ἂν ἐδόθη ἔγκλησις· ἂν δὲν ἀπαιτῆται ἔγκλησις, θέλει γείνῃ ἡ καταδίωξις ἀναγκαίως. Ἑπομένως εἶναι περιττὸν ἐνταῦθα νὰ διδάξωμεν διὰ τοῦ νόμου, τί θέλει πράξει ὁ Εἰσαγγελεὺς, διότι οὗτος γνωρίζει τί θέλει πράξει· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, εἶναι ὀρθὸν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ διδάσκαλος πρέπει νὰ διαγράφηται τῶν ἐλέγχων.

§251ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄνευ ἀποφάσεώς τινος δικαστικῆς;

§252Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως ἡ παῦσις αὕτη δὲν εἶναι αὐθαίρετος πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ γίνεται τῇ προτάσει τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, καὶ διὰ τοιοῦτον λόγον ἡ παῦσις αὕτη πρέπει νὰ τὸν καθιστᾷ ἀνίκανον διὰ νὰ διορισθῇ ἐκ νέου.

§253ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει διάταξις ἀπολογίας.

§254ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νὰ δύναται νὰ ἐφεσιβάλλῃ τὴν ἀπόφασιν ὁ δημοδιδάσκαλος· διότι θὰ ᾖναι πολὺ αὐστηρὰ τοιαύτη ἀπόφασις νὰ διαγράφηται τῶν ἐλέγχων.

§255Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε πεισθῆ, ὅτι εἶναι κακοηθέστατος, εἶναι μέθυσος, ὠλίσθησεν εἰς ἐγκλήματα ἠθικῆς· πῶς θέλετε νὰ διατηρήσητε αὐτὸν ἐπὶ πλέον;

§256ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δυνατὸν νὰ ᾖναι συκοφαντία. Οὐδεμία ἀπολογία ὑπάρχει τούτου.

§257Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει ἀπολογία ἐνώπιον τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου.

§258ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει.

§259ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχει.

§260ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον)... Δὲν βλέπω διαδικασίαν τινὰ, ἐξασφαλίζουσαν τὸν διδάσκαλον ὡς πρὸς τοῦτο.

§261Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Μὲ τὴν ὁποίαν κάμνομεν μεταῤῥύθμισιν, νομίζω ὅτι πληροῦται ὁ λόγος. Ἡ μεταῤῥύθμισις ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ὁ διὰ τοιούτους λόγους παυόμενος δημοδιδάσκαλος, μετ’ ἀπολογίαν, διαγράφεται ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν δημοδιδασκάλων, ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐπὶ διετίαν.»

§262ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα.

§263Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ διετίαν μόνον.

§264ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρῶτον ἐρωτῶ τὸ κ. Ὑπουργὸν, διατὶ νομίζει ὅτι ἐν τῷ νόμῳ πρέπει νὰ ἔχῃ δικαίωμα μόνον ἐπὶ χρόνον νὰ τὸν διαγράφῃ; Δὲν εἶναι ἄτοπον καὶ αὐθαίρετον νὰ περιορίζηται ἐπὶ τοιούτων πράξεων ἡ ἀναξιότης τοῦ δημοδιδασκάλου; Ἐὰν πεισθῇ ὅτι τις ἐκ τῶν ἐν τῷ καταλόγῳ ἔπραξεν ἀπρεπῆ καὶ πρέπει νὰ παυθῇ, ἂς τὸν παύσῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἂς μὴ ἀπαγορεύηται ὁ ἀναδιορισμός του εἰς δύο μόνον ἔτη, ἂν ᾖναι ἀνάξιος ν’ ἀναδιορισθῇ ἐντελῶς, ἢ ἂς μὴ ἀπαγορεύηται ἐπὶ δύο ἔτη, ἂν τὸ παράπτωμά του ᾖναι τοιοῦτον, ὥστε δικαιολογεῖται καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως δύο ἐτῶν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.

§265Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως. Ὁ διδάσκαλος διὰ τῆς ἀποκτήσεως τοῦ πτυχίου ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διδάσκῃ ἐν τοῖς σχολείοις τοῦ Κράτους.

§266ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸν διαγράφετε.

§267Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ διαγραφή του ἐκ τοῦ καταλόγου ἔχει μόνον λόγους ὑπηρεσιακοὺς, τοῦ νὰ γνωρίζωμεν τίνες κατὰ νόμον διδάσκουσιν, ἢ ποῖοι καὶ πόσοι διδάσκουσι καὶ ἔχουσι δικαίωμα νὰ διδάσκωσιν. Αὐτὸ ἔχει καθαρὸν λόγον ὑπηρεσιακόν· δὲν δύναται νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς ἄνευ λόγου.

§268ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, εἶναι αὐθαίρετον.

§269Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ὁ κείμενος νόμος ἔδωκεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τῆς προσωρινῆς παύσεως.

§270Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ νὰ γείνῃ, προσωρινὴ παῦσις· οὐχὶ ἐφ’ ὅρου ζωῆς νὰ μένῃ καταδεδικασμένος· ἐὰν δὲν ᾖναι διετία, νὰ ᾖναι τριετία τὸ πολύ.

§271Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διετία ἀρκεῖ.

§272ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐγγύησις εἶναι ἀρκετή· μετὰ τὴν ἀπολογίαν, ἀποφάσει τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου.

§273ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου, νομίζω ὅτι εἶναι κακῶς διατετυπωμένον. Ἢ πρέπει νὰ τεθῇ ὁ περιορισμὸς, τὸν ὁποῖον ἐν ἀρχῇ εἶπον, ἢ νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον. Διότι τὸ ἄρθρον τί λέγει; Μεταβάλλει ἄρθρον τοῦ ποινικοῦ νόμου. Λέγει: «Ἂν τὸ περὶ παύσεως δημοδιδασκάλου, δημοδιδασκαλίσσης ἢ γραμματοδιδασκάλου πρακτικὸν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἀναφέρῃ ὡς αἰτίαν τῆς ἀποφάσεως ταύτης πρᾶξίν τινα τοῦ δημοδιδασκάλου, τῆς δημοδιδασκαλίσσης ἢ τοῦ γραμματοδιδασκάλου, ἀναιροῦσαν τὴν ἐμπρέπουσαν τῷ διδασκάλῳ σεμνότητα τῶν ἠθῶν, μετὰ τὴν παῦσιν ἀποστέλλεται τὸ πρακτικὸν πρὸς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα, πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν αὐτοῦ...» Ἄρα παραδέχεται, ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων περὶ προσβολῆς τῶν ἠθῶν, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, διότι θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἀξιόποινος τοιαύτη τις πρᾶξις, νὰ παραπέμψῃ αὐτὴν πρὸς καταδίωξιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Λέγουσιν «ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ κρίνῃ.» Ἀλλὰ τοῦτο ἀκριβῶς δὲν θέλει ὁ νόμος, καὶ τὸ ἀπηγόρευσε. Λοιπὸν διατὶ νὰ γείνῃ διάβημα τοιοῦτον; Διατὶ, ἀφοῦ ἀπαιτεῖται ἔγκλησις διὰ τοιαύτας πράξεις ἀπευθυνομένας κατὰ τῶν ἠθῶν, διατὶ, ἀφοῦ ὁ ποινικὸς νόμος ἠθέλησε ν’ ἀφήσῃ εἰς τὸν παθόντα καὶ τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ νὰ κρίνῃ ἂν πρέπῃ νὰ καταδιωχθῇ ἡ πρᾶξις, ἡμεῖς νὰ θέλωμεν νὰ κρίνῃ τοῦτο ὁ Εἰσαγγελεύς; Εἶναι ἀληθῶς τοιαύτη ἡ θέλησις τοῦ νομοσχεδίου, ἢ ἐξ ἀπροσεξίας ἐτέθη; ὑποθέτω ὅτι εἶναι τὸ δεύτερον, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω νὰ τεθῇ «ἂν καταδιώκηται ἐξ ἐπαγγέλματος», ἢ ἄλλως νὰ διαγραφῇ, διότι δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πρέπον ἐν ἄρθρῳ τοιούτῳ νὰ κανονίζωνται τὰ περὶ ποινικῆς καταδιώξεως, περὶ ποινικῆς δὲ καταδιώξεως ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον.

§274Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἦναι ἀξιόποινος ἡ πρᾶξις, ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν δύναται νὰ προβῇ· διατὶ νὰ παρεμβαίνῃ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν τοῦ Εἰσαγγελέως;

§275ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διωρθώθη.

§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσουν οἱ διάλογοι.

§277ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πῶς διωρθώθη;

§278Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Προσετέθη (ἀναγινώσκει: «Ἐὰν ἡ πρᾶξις τυγχάνῃ ἀξιόποινος καὶ αὐτεπαγγέλτως καταδιώξιμος. Ὁ διὰ τοιούτους λόγους παυόμενος δημοδιδάσκαλος μετ’ ἀπολογίαν διαγράφεται ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν δημοδιδασκάλων, ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐπὶ διετίαν.»

§279ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετ’ ἀπολογίαν πρὸς τὸν Ὑπουργόν.

§280Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐννοεῖται. Λέγει «ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργοῦ».

§281ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι τοῦτο εἶναι πολὺ βαρὺ, καὶ πρέπει νὰ τὸ σκεφθῶμεν καλῶς, διότι πολλάκις δύναται νὰ συκοφαντηθῇ εἷς διδάσκαλος καὶ νὰ παραπεισθῶσιν οἱ ἁρμόδιοι καὶ ἀποφασίσωσι περὶ αὐτοῦ ὅτι προσέβαλε τὰ ἤθη. Γνωρίζετε ὅτι διὰ σοβαρωτέρας πράξεις ὁ νόμος μας δὲν ἐπιτρέπει τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, καὶ ἐκεῖ δὲ, ἔνθα τὴν ἐπιτρέπει, ὅταν πρόκειται περὶ πλημμελημάτων, ὡς ἐδῶ, τὴν ἐπιτρέπει διὰ χρόνον περιωρισμένον καὶ πότε; μετ’ ἀπόφασιν δικαστικήν· ἐδῶ ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἄνευ ἀποδείξεώς τινος, ἀλλὰ μόνον μετὰ μίαν ἀπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησεν ἐπαρκῆ ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτής.

§282ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετ’ ἀπόφανσιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργοῦ.

§283ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου εἶναι γνωμοδότησις, δὲν εἶναι δὲ δικαστήριον τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον.

§284ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ ν’ ἀποφασίζῃ, θὰ ἔλαβεν ἐντολήν.

§285ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπόφασις δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ, ἐὰν δὲν στηρίζηται εἰς κανόνας ἀποδείξεως· ἐδῶ εἰς οὐδένα κανόνα στηρίζεται. Προτείνει ὁ ἐπιθεωρητής, καὶ τὸ Συμβούλιον ἀποφαίνεται. Πῶς θὰ ἐπιβάλωμεν τοιαύτην ποινὴν εἰς ἕνα δημοδιδάσκαλον, διότι ἔτυχεν δύο ἢ τρεῖς ἄνθρωποι νὰ τὸν συκοφαντήσουν; πῶς θὰ τῷ ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ εἰς τὸ μέλλον διορισμοῦ του; Δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ὀρθόν. Δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ποινὰς, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰς δώσωμεν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν μιᾶς δικαστικῆς ἐξουσίας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν διάταξιν μόνον διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὑπάρχει δικαστικὴ ἀπόφασις.

§286ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέψωμεν διατάξεις σοφὰς τοῦ νόμου ἡμῶν· καὶ ἀκριβῶς ἐδῶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ ἀνατροπή. Ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, ἀπαγορεύοντος τὴν παρέμβασιν τῆς ἀρχῆς; διότι ἐθεώρησεν ὅτι εἴς τινας περιπτώσεις δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως, παρὰ μόνον ὁ παθών. Ἐνταῦθα ἀνατρέπομεν μίαν θεμελιώδη διάταξιν καὶ ἐπιτρέπομεν εἰς ἓν Ἐποπτικὸν Συμβούλιον νὰ καταγγέλλῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Εἶναι δὲ οὐσιῶδες, ἂν οὗτος θὰ προβῇ εἰς τὴν καταδίωξιν ἢ ὄχι. Διατὶ νὰ θέσωμεν ἐνταῦθα τὴν διάταξιν ταύτην; Πολλάκις δύναται τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ αἰτιολογήσῃ τὴν ἀπόφασίν του, νὰ ἀποφανθῇ περὶ διδασκάλου ἢ διδασκαλίσσης, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀπόλυσις, χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ περιστατικὰ λεπτομερῆ, ἢ δύναται νὰ τὰ ἀναφέρῃ κατὰ τρόπον κατάλληλον, καὶ τοῦτο χάριν τῆς κοινωνίας.

§287ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἀρκετὴ τιμωρία διὰ τὸν δημοδιδάσκαλον, ὅτι θὰ ἔχῃ εἰς τὴν ῥάχιν του ἀπόφασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία θὰ λέγῃ, ὅτι παύεται, διότι δὲν ἐτήρησε τὴν σεμνότητα τοῦ ἤθους, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ μίαν ἀπόφασιν δικαστικοῦ λειτουργοῦ; Ἐὰν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον κριθῇ ἄξιον τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἀπονέμομεν αὐτῷ, ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ τὸ ἦθος τοῦ δημοδιδασκάλου. Νομίζω ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ θέσιν εἰς συγκεντρωτικὸν νόμον, ἀλλ’ εἰς ἀποκεντρωτικὸν θὰ δημιουργήσῃ δυσκολίας καὶ σκάνδαλα, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 28, ὡς ἐτροποποιήθη).

§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 29 (ἀναγινώσκεται).

§289Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἐνταῦθα παρακαλῶ, νὰ γείνῃ ἡ ἑξῆς προσθήκη. Ἐν τέλει τῆς αʹ παραγράφου νὰ προστεθῇ: «Τῶν γραμματοδιδασκάλων ὁ μισθὸς, πλὴν τῶν γραμματιστῶν, ὁρίζεται εἰς δραχμὰς τεσσαράκοντα πέντε». Ἐν δὲ τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ, ἀντὶ «τὰ τῶν μισθῶν τῶν γραμματοδιδασκάλων», νὰ τεθῇ «τὰ τῶν μισθῶν τῶν γραμματιστῶν».

§290ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἄρῃ τὴν ἀνισότητα, ἡ ὁποία ὑπάρχει ὡς πρὸς τὸν μισθὸν μεταξὺ δημοδιδασκάλων καὶ δημοδιδασκαλισσῶν... Ἐπειδὴ τὸν βλέπω ἐνδοιάζοντα, ἂς γείνῃ τοὐλάχιστον ἡ ἀφομοίωσις διὰ τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, διότι εἶναι ἄδικον οἱ δημοδιδάσκαλοι νὰ λαμβάνωσι μισθὸν 150 δραχμῶν, αἱ δὲ δημοδιδασκάλισσαι μόνον 120.

§291ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1892 ἐπῆλθεν ἄλλη ἀναλογία τῶν μισθῶν, καθ’ ἣν αἱ δημοδιδασκάλισσαι δὲν λαμβάνουσι πλέον τὸν αὐτὸν μισθὸν μὲ τοὺς δημοδιδασκάλους. Τοῦτο ἐγὼ τοὐλάχιστον εὑρίσκω δίκαιον· διότι συνήθως οἱ δημοδιδάσκαλοι εἶναι ἔγγαμοι καὶ ἔχουσι βάρη μεγαλείτερα ἢ αἱ διδασκάλισσαι, αἵτινες συνήθως ὑπηρετοῦσι μόνον ἄγαμοι οὖσαι.

§292ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ δημοδιδάσκαλοι δὲν μεταβαίνουσι μόναι εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἀλλὰ συνοδεύονται ὑπὸ μητρὸς ἢ ἀδελφῆς, ἑπομένως προστίθεται ἐν βάρος, χωρὶς νὰ συντρέχῃ εἰς τὰ βάρη τῆς ὑπάρξεως.

§293ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπ’ αὐτῶν πρόκειται περὶ μιᾶς συνοδοῦ, ἐνῷ οἱ δημοδιδάσκαλοι ἔχουσι τέκνα καὶ πολυμελῆ οἰκογένειαν ἐνίοτε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 29, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 30–32).

§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 33 (ἀναγινώσκεται).

§295ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ἡ σύνταξις τοῦ ἄρθρου τούτου, διὰ νὰ ἐκφρασθῇ πληρέστερον ἡ ἰδέα αὐτοῦ, ἡ ὁποία εἶναι, ὅτι καὶ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα ὑπόκεινται εἰς τὴν ἐποπτείαν τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Τὴν ἐποπτείαν ταύτην ἐνασκεῖ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἐν μὲν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις διὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἐν δὲ τοῖς ἑλληνικοῖς διὰ τοῦ γυμνασιάρχου, ἀλλ’ ὡς διατυποῦται τὸ ἄρθρον, δὲν ἐξάγεται αὐτὴ ἡ ἔννοια.

§296Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἀντίφασις δὲν ὑπάρχει· τὸ πρὸς ἐκτέλεσιν Β. Διάταγμα θὰ τὰ καθαρίσῃ.

§297ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Β. Διάταγμα νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τὴν ἐποπτείαν τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, ἀφοῦ ῥητὴ διάταξις τοῦ νόμου τὴν ἀναθέτει εἰς τοὺς γυμνασιάρχας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 33, ὡς ἔχει).

§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 34 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Βόλου κ. Ν. Σχινᾶ (ἀναγινώσκεται).

§299ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, νὰ διευκρινήσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου τούτου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῆς Κεφαλληνίας πρὸς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον Ζακύνθου, καὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Κερκύρας πρὸς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον Ἄρτης. Νομίζω ὅτι ἐκ τοῦ νόμου ἐξάγεται, ὅτι ὑπάρχουσιν αἱ αὐταὶ σχέσεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ πρὸς ἓν ἕκαστον τῶν Συμβουλίων τούτων, ὡς καὶ παντὸς ἄλλου πρὸς τὸ οἰκεῖον Ἐποπτικὸν Συμβούλιον· δηλαδὴ ὁ ἐπιθεωρητὴς δύναται νὰ ὑπάγηται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 39 περὶ παύσεως αὐτοῦ καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Κερκύρας καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Ἄρτης, καθὼς καὶ ὁ ἕτερος ἀπέναντι τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Κεφαλληνίας καὶ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Ζακύνθου. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν δὲν διευκρινισθῇ ἡ ἔννοια, δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ δυσκολία εἰς τὴν ἐφαρμογήν, διότι ἐνδέχεται τὸ ἓν Συμβούλιον νὰ θέλῃ νὰ παυθῇ ὁ ἐπιθεωρητής, καὶ τὸ ἕτερον νὰ μὴ θέλῃ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διευκρινισθῇ ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀφοῦ λόγῳ οἰκονομίας δὲν κατωρθώθη νὰ προστεθῇ εἷς ἐπιθεωρητής, ἢ τοὐλάχιστον εἷς βοηθός.

§300Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ὁμολογῶ ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἔχει βάσιν, διότι ἐνδεχόμενον εἶναι ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ γίνηται καταχραστὴς ἐν τῷ νομῷ Ἄρτης καὶ νὰ προφυλάσσηται ἐν τῷ νομῷ Κερκύρας. Διὰ τοῦτο νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 34: «Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 39 ἰσχύει καὶ ὡς πρὸς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια Ζακύνθου καὶ Ἄρτης».

§301ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σχινᾶ, παρατηρῶ, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος εἶχε προτείνει, καὶ ἐγὼ ὑπεστήριξα, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τῶν ἐπιθεωρητριῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τοῦ κ. Σχινᾶ ἡ τροπολογία δὲν δύναται ἢ νὰ γείνῃ παραδεκτή, διότι, ὅπως καθωρίσαμεν προσόντα ἐπὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ καθορίσωμεν τοιαῦτα καὶ ἐπὶ τῶν ἐπιθεωρητριῶν· νομίζω μάλιστα, ὅτι ἔτι μᾶλλον πρέπει νὰ φροντίσωμεν περὶ προσόντων τῶν ἐπιθεωρητριῶν· διότι, ἐὰν ἀφήσωμεν νὰ διορίζηται ἐπιθεωρήτρια ἐκείνη ἡ ὁποία ἔχει, ὡς λέγει τὸ νομοσχέδιον, μεμαρτυρημένας παιδαγωγικὰς γνώσεις, ἀφίνεται ἐλευθερία πολὺ μεγάλη εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ἓν στάδιον τοιοῦτον, στάδιον ἐνοχλήσεων πρὸς τοῖς ἄλλοις, εἰς τοὺς ἑκάστοτε Ὑπουργοὺς, νὰ διορίζωσιν ὁποίας ἂν θέλωσι. Τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὸ ὅλον σύστημα, τὸ ὁποῖον παρεδέχθημεν, σύστημα ἐγγυήσεων, σύστημα περιορισμῶν.

§302Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ἀποδεχθῇ κατ’ ἀρχὴν τὴν τροπολογίαν μου, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πᾶσα ἐπιθεωρήτρια καθὼς καὶ πᾶς ἐπιθεωρητὴς πρέπει νὰ ἦναι καὶ κατὰ τὰς γνώσεις καὶ κατὰ πολλὰ ἀνώτερος τοῦ ἐπιθεωρουμένου. Ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ὁ κ. Ὑπουργός, εἶναι δυνατὸν ἴσως νὰ ἐφαρμοσθῇ μόνον παρ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει πλήρη τὴν διάθεσιν νὰ πέμψῃ ἐπιθεωρητρίας ἐχούσας μεμαρτυρημένας γνώσεις, ἀλλὰ νομοθετοῦμεν ὄχι μόνον διὰ τὸν κ. Πετρίδην, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς διαδόχους αὐτοῦ, καὶ πρέπει νὰ περιλάβωμεν ὡρισμένα προσόντα.

§303ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ ἀναγράψωμεν τὰ ὀνόματα τῶν διορισθησομένων;

§304Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁπόταν καὶ αὖθις ἀναλάβητε ὑμεῖς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ ὑποβάλητε νομοσχέδια, δύνασθε νὰ περιλάβητε ἐν αὐτοῖς τὰ ὀνόματα τῶν προσώπων. Καὶ ἐγὼ ὅμως οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ σᾶς ὀνομάσω πρόσωπα, καὶ τότε θὰ σᾶς φέρω τίτλους, τοὺς ὁποίους ἴσως δὲν φαντάζεσθε. Θεωρῶ λοιπὸν καλὸν νὰ ὁρισθῇ, ὅτι αἱ ἐπιθεωρήτριαι πρέπει νὰ ἔχωσι δίπλωμα διδάκτορος τῆς Φιλολογίας ἢ πτυχίον ξένης οἱασδήποτε Εὐρωπαϊκῆς Σχολῆς, Γερμανικῆς, τὴν ὁποίαν ἴσως θὰ θέλῃ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Λοκρίδος, ἢ Γαλλικῆς, ἐὰν νομίζῃ ὅτι καὶ τὸ πτυχίον τῆς Γαλλικῆς Σχολῆς εἶναι ἀρκετόν.

§305ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν εἶχον ἰδέαν περὶ προσώπου τινός, ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν περὶ τοιούτων θεσμῶν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὡρισμένα πρόσωπα, εἶναι καλλίτερον νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ ὀνομάσωμεν τὰ πρόσωπα ταῦτα. Πρόσωπα ἐγὼ δὲν γινώσκω· ἓν μόνον γινώσκω, ὅτι εἰς οὐδὲν Κράτος ἀπαντῶσιν ἐπιθεωρήτριαι, μόνον δὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα θέλομεν νὰ νομοθετήσωμεν τὴν θέσιν ταύτην. Ἐννοῶ αἱ κυρίαι νὰ διορισθῶσι τὸ πολὺ–πολὺ διευθύντριαι ἀνωτέρου παρθεναγωγείου, μολονότι σήμερον καὶ ἐπὶ τῶν ἀνωτέρων παρθεναγωγείων προτιμᾶται ἀλλαχοῦ ὁ διορισμὸς ἀνδρὸς παιδαγωγικοῦ. Ἀλλὰ τὸ νὰ θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἐπιθεωρήτριαν, μάλιστα ἐν Ἑλλάδι, ταξειδεύουσαν πρὸς ἐπιθεώρησιν, ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε νὰ τὸ σκεπτώμεθα. Ἐὰν θέλητε, ψηφίσατε τοῦτο, ἀλλ’ ἐν τοῖς πράγμασι θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι διάταξις δυναμένη νὰ ἔχῃ μυρία ἄτοπα ὡς ἐπακόλουθα.

§306Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Φαίνεται ὅτι τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Λοκρίδος, ὁ ὁποῖος ἀπέδειξεν ὅτι παρακολουθεῖ τόσον τὰ παιδαγωγικὰ, φαίνεται ὅτι διέφυγε τὴν προσοχὴν, διότι καταγίνεται εἰς μόνον τὰ Γερμανικὰ, ὁ γαλλικὸς νόμος τῆς 10 Ἰουνίου 1880, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ 22 ἄρθρον ῥητῶς ὀνομάζει ἐπιθεωρητρίας τῶν δημοτικῶν σχολείων. Καὶ τὴν ἀρχὴν, ὡς εἶπον, δὲν σκοπῶ νὰ τὴν συζητήσω, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος ἐφαρμόσθη ἐπὶ τῶν ἐπιθεωρήσεων τῶν νηπιαγωγείων καὶ ἔπειτα ἐξετάθη ἐπὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος παρηκολούθει ὀλίγον καὶ τὰ διεθνῆ Συνέδρια, τὰ ὁποῖα συνεκροτήθησαν, ἤθελε μάθει, ὅτι κατὰ τὸ 1889 συνῆλθεν ἐν Παρισίοις καὶ διεθνὲς συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ κανονίσῃ τὰ τῶν δημοτικῶν σχολείων. Συνῆλθον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἄλλα Συνέδρια περὶ κανονισμοῦ τῶν σιδηροδρόμων, καὶ ἄλλο Συνέδριον περὶ κανονισμοῦ τῶν μηχανῶν διὰ τὴν στάσιν τῶν ἁμαξοστοιχιῶν, καὶ πολλὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἀφεώρων εἰς γενικοὺς σκοπούς. Μεταξὺ λοιπὸν ἐκείνων κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 13 Αὐγούστου 1889 ἐγένετο ἀποδεκτὸν ὁμοφώνως τὸ σύστημα τῶν ἐπιθεωρητριῶν, ἐτέθη δὲ εἰς τὸν Γαλλικὸν νόμον, συνεπείᾳ προτάσεως Γερουσιαστοῦ, τὸν ὁποῖον ἴσως γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ ἐκ Λοκρίδος ἀξιότιμος Βουλευτής, καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἐξοχότης ἐν Γαλλίᾳ. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι τίποτε ἔκτακτον, ὅταν μάλιστα σήμερον βλέπητε μίαν διδασκάλισσαν νὰ ταξειδεύῃ ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Λιδωρίκιον π. χ., καὶ θὰ ἦναι εὔκολον μία ἐπιθεωρήτρια νὰ περιέρχηται τὰ σχολεῖα τῶν θηλέων.

§307ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἠξεύρω κάλλιστα, ὅτι πολλὰ καὶ ποικίλα γίνονται Συνέδρια καὶ ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν Ἀμερικῇ, εἰς τὰ ὁποῖα προτείνονται ὄχι μόνον ἐπιθεωρήτριαι νὰ γίνωνται αἱ θήλειαι, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχωσι πολιτικὰ δικαιώματα ἀνδρῶν, ἤτοι νὰ ἐκλέγωσι καὶ νὰ ἐκλέγωνται, νὰ γίνωνται καὶ Βουλευταὶ καὶ Ὑπουργοί. Ὑπάρχουσι μάλιστα πολλὰ πρόσωπα, ἐπιφανῆ ἄλλως, ἅτινα τὰς τοιαύτας οὐτοπίας ὑποστηρίζουσιν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποκλείει, ὅπως καὶ εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, πολλοὶ ἄνδρες, οὐχ ἧττον σοφοί, οὐχ ἧττον ἐπιφανεῖς, θεωρῶσιν αὐτὰς οὐτοπίας, ἡ γνώμη δὲ αὐτῶν νὰ ἦναι ἡ ἐπικρατεστέρα τὴν σήμερον. Ἐὰν ὅμως διὰ τὴν Ἀμερικήν, τὴν Ἀγγλίαν, τὴν Γερμανίαν καὶ δι’ αὐτὴν τὴν Γαλλίαν θεωρῶνται τὰ τοιαῦτα οὐτοπίαι, πῶς πρέπει νὰ θεωρηθῶσι παρ’ ἡμῖν; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ προτιμότερον στάδιον δι’ αὐτὰς τὰς κυρίας, τὰς ὁποίας ἀνεφέρατε, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξα, νὰ γείνωσιν ἀνώτερα παρθεναγωγεῖα τοῦ Κράτους, καὶ νὰ διορισθῶσιν ἐν αὐτοῖς διευθύντριαι ἢ διδασκάλισσαι, ἐν ἄλλαις λέξεσι, νὰ περιορισθῶσιν ἐντός τινος ἐκπαιδευτηρίου, εἰς τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσι τὸν προορισμόν των. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ! ἂς ἀφήσωμεν αὐτὰς τὰς οὐτοπίας, νὰ νομίζωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν μία νεᾶνις, ἡ ὁποία ἐμορφώθη, δὲν ἠξεύρω ποῦ, δύναται νὰ ταξειδεύῃ ἀπὸ τὰς Ἀθήνας εἰς τὸ Καρπενήσιον καὶ νὰ ἐπιθεωρῇ τὰ σχολεῖα. Ἴσως εἰς τὸν μέλλοντα αἰῶνα φθάσῃ ἡ ἀνθρωπότης εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον τῆς προόδου· ἀλλ’ εἰς τὸν παρόντα αἰῶνα βεβαίως δὲν ἔφθασεν ἀκόμη ἐκεῖ.

§308ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐκ Λοκρίδος ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅταν ἀπαντᾷ μίαν ἐναντίαν γνώμην, ἀμέσως σᾶς λέγει: «Οὐδαμοῦ ὑπάρχει τοῦτο, παντοῦ θεωρεῖται τοῦτο οὐτοπία, παντοῦ εἶναι καταδεδικασμένον» καὶ νομίζει ὅτι, ἐὰν ἀποφανθῇ οὕτω, τελειόνει τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ τοιαύτην δικτατορικὴν ἐξουσίαν οὔτε ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ἔχει. Συνεζητοῦμεν χθὲς περὶ νηπιαγωγείων, καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀμέσως ἔλεγε. «παντοῦ ταῦτα κατεδικάσθησαν». Ἂν ὑπάρχωσι λ. χ. ἐν Γαλλίᾳ, ἀδιάφορον εἰς αὐτὸν, αὐτὸς τὰ κατέκρινεν ὡς οὐδαμοῦ ὑπάρχοντα. Καὶ διατί τόσον πολὺ ἐξηγέρθη κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ νὰ ὑπάρχωσιν ἐπιθεωρήτριαι; Διατί τόσον ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἐλπίζει νὰ γείνῃ πάλιν Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, νὰ θέλῃ τὸ ἀπεριόριστον ἐν τῷ θέματι τούτῳ, νὰ θέλῃ νὰ μὴ ἔχωσι προσόντα ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ διορίσῃ ἐπιθεωρητρίας, νὰ θέλῃ νὰ ἦναι ἐντελῶς ἐλεύθερος εἰς τὴν ἐκλογὴν ἐκείνων, τὰς ὁποίας θὰ ἀποστείλῃ ὡς ἐπιθεωρητρίας; Τὸ πρᾶγμα καταντᾷ ἴσως ἄξιον προνοίας! ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος σᾶς προσδιορίζει καὶ τί δύνανται νὰ γείνωσιν αἱ ἔχουσαι προσόντα διπλωμάτων καὶ ἐξαιρετικῆς μορφώσεως. Καὶ νομίζει ὅτι ἐκδίδει αὐτὴν τὴν στιγμὴν διατάγματα διορισμῶν, παύσεων καὶ κανονιστικὰ ἀκόμη, καὶ σᾶς λέγει: «Τὰς διορίζω διευθυντρίας, τὰς διορίζω διδασκαλίσσας. Δὲν ἐπιτρέπω νὰ τὰς διορίσητε ἐπιθεωρητρίας· μάλιστα, ἐννοῶ αὗται νὰ διδάσκωσιν, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ὅμως νὰ τὰς ἀποστείλητε ἐπιθεωρητρίας». Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν μορφώσωμεν διδασκαλίσσας, τὰς ὁποίας θὰ διδάξουν αὗται, τότε διὰ τὰ σχολεῖα αὐτὰ τῶν θηλέων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων κατ’ ἀρχὴν κόπτεται ὁ συνάδελφος, λέγει ὅτι δὲν κάμνετε τίποτε μὲ τὴν ἐκπαίδευσιν, δὲν μορφώνετε μητέρας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου σᾶς λέγει: «δὲν ἔχετε ἐκτελούσας τὸ καθῆκόν των διδασκαλίσσας, ἀλλὰ καὶ μὴ τὰς ἐπιθεωρήσητε, ἢ ἐὰν τὰς ἐπιθεωρήσητε, μόνον δι’ ἀνδρῶν νὰ τὰς ἐπιθεωρήσητε». Ἐὰν συμπέσῃ νὰ ὑπάρχωσιν ἐν Ἑλλάδι ἢ πρόκειται νὰ ὑπάρξωσι γυναῖκες, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι δίπλωμα, καὶ Πανεπιστημιακὸν, φαίνεται αὐτὸ εἶναι σκανδαλῶδες, ποτὲ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐπιτρέψητε αὐτὸ, αὐταὶ νὰ μεταβοῦν νὰ ἐπιθεωρήσουν· πρέπει νὰ ᾖναι ἐλεύθερον τὸ στάδιον, ἢ πρέπει νὰ ᾖναι ἄνδρες διδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι νὰ μεταβοῦν νὰ ἐπιθεωρήσουν ἐκείνας, καὶ εἰς αὐτοὺς, τοὺς νέους μάλιστα, νὰ ἐξηγηθοῦν αἱ διδασκάλισσαι, ἐὰν ταῖς συμβαίνῃ καὶ τίποτε, τὸ ὁποῖον δυσχερῶς καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν ἐπιθεωρήτριαν θὰ δύνανται νὰ ἐξηγηθοῦν, αὐτὸ θὰ δύνανται νὰ τὸ ἐξηγηθοῦν πρὸς τὸν ἐπιθεωρητήν! Ἐγὼ δὲν πιστεύω, Κύριοι, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου νὰ ἐπιδεικνύωμεν τοιαύτας ἐγγυήσεις σοβαρότητος καὶ ἐμβριθείας, ὥστε νὰ ἀξιῶμεν ὑπὲρ τοῦ φύλου ἡμῶν ἀποκλειστικῶς καὶ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν σχολείων τῶν θηλέων, καὶ ἴσως αὐτὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα λέγονται ἐν τοιούτῳ θέματι ἐνταῦθα, ἔτι μᾶλλον συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς ἰδέας τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν ἀνδρῶν ἀπὸ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν σχολείων τῶν θηλέων.

§309ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι θὰ ἤμεθα συνεπέστεροι καὶ θὰ καταστῶμεν καθ’ ὅλα πρότυποι, ἐὰν προβῶμεν ἔτι περαιτέρω καὶ θεσπίσωμεν ὅτι ἐφεξῆς δύνανται νὰ γίνωνται ἐν ἡμῖν καὶ θήλειαι Ὑπουργοὶ τῆς Παιδείας, — ἐκτὸς ἐὰν ἔχῃ ἀντίῤῥησιν εἰς τοῦτο ὁ κύριος Πετρίδης — αἱ ὁποῖαι νὰ ἔχωσι τὸν προορισμὸν τοῦ νὰ διευθύνωσι τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν θηλέων!

§310Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τῆς αʹ παραγράφου τὸ ἑξῆς: «Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 39 ἰσχύει καὶ ὡς πρὸς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια Ζακύνθου καὶ Ἄρτης». Ἐν δὲ τῇ γʹ § μετὰ τὴν λέξιν «μεμαρτυρημένως» νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «διὰ πτυχίου Εὐρωπαϊκῆς τινος Σχολῆς», καὶ μετὰ τὴν λέξιν «παιδαγωγικὰς» αἱ λέξεις «καὶ φιλολογικάς». Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 34, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Μεθ’ ὃ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 35 καὶ 36).

§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 37 (ἀναγινώσκεται).

§312ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἐπίστευσα χθὲς, ὅτι ἐγένετο δεκτὴ ἡ διαγραφὴ τῶν λέξεων «καὶ μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ». Βλέπω ἤδη, ὅτι ἡ φράσις αὕτη μένει. Νομίζω ὅτι ὄχι μόνον παρέλκει, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβὴς εἶναι ἡ γνωμοδότησις τοῦ ὑπαλλήλου περὶ ἐκλογῆς μελῶν, ἅτινα κατὰ τὸ ἄρθρον 39 ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ τὸν παύωσι.

§313Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Εἴπομεν ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωτική. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 37, ὡς ἔχει).

§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 38 (ἀναγινώσκεται).

§315Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι, μετὰ τὴν λέξιν «διευθυντοῦ», ἐν τῷ ἕκτῳ στίχῳ τῆς προτελευταίας παραγράφου, αἱ λέξεις «ἤ τινος τῶν καθηγητῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 38 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 39–52).

§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 53 (ἀναγινώσκεται).

§317Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι τὰ ἑπόμενα: «πλὴν τῶν διατάξεων τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1834 περὶ ἐπιτοπίων ἐπιθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων, ὅσαι δὲν ἀντίκεινται εἰς τὸν παρόντα νόμον». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 53 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης).

§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 54 (ἀναγινώσκεται).

§319ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνταῦθα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ μνεία, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν πληρόνονται μόνον ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ἐσόδων τοῦ δήμου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἄλλων πόρων τοῦ ἄρθρου 60· διότι, ὡς ἔχει, εἶναι εἰς ἀντίφασιν τὸ ἄρθρον 54 μὲ τὸ ἄρθρον 60.

§320Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξαντλοῦνται πρῶτον τὰ δημοτικὰ ἔσοδα, καὶ μετὰ τοῦτο γίγνεται προσφυγὴ εἰς τὰ τοῦ δημοσίου ταμείου.

§321ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὐδαμοῦ τοῦ νομοσχεδίου γίνεται λόγος περὶ πληρωμῆς ἐκ τῶν δημοσίων ἐσόδων.

§322ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξηγεῖται εἰς τὰ κατωτέρω ἄρθρα, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνταῦθα ἡ διάταξις εἶναι γενικὴ, ἠδύνατο νὰ τεθῇ τοῦτο.

§323Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προηγουμένως πρέπει νὰ πληρόνωσιν οἱ δῆμοι. Ὅταν δὲ δὲν ἐπαρκῶσι τὰ δημοτικὰ ἔσοδα, τότε ἔρχονται τὰ τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναγράψητε ἐν τῷ νόμῳ, καθ’ ἃ προτείνουσιν, ἀδιαφόρως «ἐκ τῶν δημοτικῶν ἢ δημοσίων ἐσόδων», θέλετε καταστρέψει τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου.

§324ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἰδοὺ τί ἐννοῶ: «ἐκ τῶν δημοτικῶν ἐσόδων καὶ τῶν ὑπὸ τῶν κατωτέρω ἄρθρων ὁριζομένων πόρων.» Ὥστε νὰ μὴ φαίνηται, ὅτι εἶναι περιοριστικόν. Διότι, ἐὰν συνδυάσητε τὴν διάταξιν ταύτην μὲ τὴν διάταξιν τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 63, θέλετε ἐξαγάγει τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὑποτίθεται ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι οἱ πόροι τῶν δήμων εἶναι ἐπαρκεῖς, ἵνα πληρώσωσι τὰς δαπάνας ταύτας, καὶ ὅτι οὐδεμία ἐκ τῶν προτέρων πρόνοια πρέπει νὰ ληφθῇ περὶ τῆς πληρωμῆς αὐτῶν καὶ ἐξ ἄλλων πόρων. Ἀλλ’ ἀκολούθως, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, ἔρχονται ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐπιβοηθητικαὶ διατάξεις.

§325Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον 58 (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ ΑϠΝϚʹ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου χορηγουμένη εἰς τοὺς δήμους ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου συνδρομὴ ἀπονέμεται αὐτοῖς μόνον ἐὰν καὶ μετὰ τὰς κατὰ τὸ ἄρθρον 56 ἐπενεχθείσας ὑπὸ τοῦ νομάρχου μεταβολὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ μετὰ τὴν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον αὔξησιν τῶν φόρων, δὲν συμπληρόνωνται αἱ ἀπαιτούμεναι πιστώσεις.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 54, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 55).

§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 56 (ἀναγινώσκεται).

§327Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, μετὰ τὰς λέξεις «προκαλεῖται ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου», ἀντὶ «κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 19 ἕως 22 τοῦ ΑΘΝϚʹ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου», νὰ τεθῇ: «κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 19, 20 καὶ 22 § αʹ», διότι τὸ ἄρθρον 21 ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον.

§328ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί γίνεται τὸ ἄρθρον αὐτό;

§329Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν.

§330ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καταργεῖται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 62.

§331Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κατὰ τὸν παρόντα νόμον μένουσιν ἐν ἐν ἰσχύϊ αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 20, 21 καὶ 22, διότι ἄλλως εἶναι περιωρισμένον τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρέχῃ τὴν ἀναγκαίαν δαπάνην.

§332ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἄρθρων αὐτῶν τοῦ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου, ἅτινα ἐπικαλεῖται τὸ ἄρθρον 56, τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀφίεται ἐκτεθειμένον εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Ἰδοὺ πῶς ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι τοῦ πράγματος καὶ τὸ ὑποβάλλω ὑμῖν, ἵνα ἴδω, ἐὰν καὶ ὑμεῖς τὸ ἀντιλαμβάνεσθε ὡς ἐγώ. Ὡς βάσις τοῦ νομοσχεδίου θεωρεῖται ἡ συντήρησις τῶν σήμερον λειτουργούντων ἐν τῷ Κράτει δημοτικῶν σχολείων. Δὲν ἔχει οὕτω;

§333Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.

§334ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ δημοτικὰ αὐτὰ σχολεῖα πρόκειται νὰ συντηρήσωσιν αἱ διάφοροι δημοτικαὶ πιστώσεις, αἱ ἀναγεγραμμέναι ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν δήμων, κατὰ πρῶτον λόγον, καὶ ἐλλείψει τούτων, τὰ ἄλλα ποσὰ, τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ ἄρθρῳ 60, δηλαδὴ τὰ ἐκ τῶν τόκων τῶν κληροδοτημάτων, ἡ εἰσφορὰ τῶν Μονῶν καὶ ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου ταμείου. Ἐν πρώτοις ἔρχεται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ἀναγράφει ὡς πρώτην πρὸ πάσης ἄλλης δαπάνην τὴν ἀναγκαίαν διὰ τὴν συντήρησιν τῶν σχολείων τοῦ δήμου, τῶν ὑπαρχόντων κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐκτελεῖται ὁ νέος νόμος. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον λοιπὸν ἀνέγραψε τὰς πιστώσεις, ἃς νομίζει ὅτι δύναται τὸ δημοτικὸν ταμεῖον νὰ διαθέσῃ. Αὗται ὅμως δὲν ἐπαρκοῦσι, καθ’ ὑπόθεσιν, πρὸς συντήρησιν τῶν ὑπαρχόντων σχολείων. Τί γίνεται τότε; Προσφεύγομεν εἰς τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, προκαλούμενον ὑπὸ τοῦ νομάρχου. Τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον ὅμως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὰ δικαιώματα καὶ τὴν ἐξουσίαν, ἣν τῷ δίδουν τὰ ἄρθρα 19–22 τοῦ νόμου περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, εἰς τὰ ὁποῖα παραπέμπει τὸ νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ τροποποιηθῇ. Οὕτω κατὰ τὸ ἄρθρ. 19 τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια ἀποφασίζουν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Σχολείων. Θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ ὑπὸ τὸν παρόντα νόμον; Ἀλλὰ κατὰ τοῦτον πρέπει νὰ διατηρηθῶσι τὰ ὑπάρχοντα σήμερον σχολεῖα. Ἐπίσης κατὰ τὸ ἄρθρ. 21 τοῦ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου οὐδέποτε ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ⅓ τῶν ἐν τῷ δημοτικῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων πιστώσεων. Ἀλλὰ τότε ἡ οἰκονομία τοῦ νέου νόμου ἐντελῶς μεταβάλλεται καὶ οἱ ἐνδεεῖς δῆμοι μένουσιν ἀβοήθητοι. Ταῦτα δὲ πάντα εἶναι τόσον σπουδαιότερα, ὅσον κατὰ τὸ ἄρθρον 22 αἱ περὶ χορηγίας τοῦ δημοτικοῦ ταμείου προτάσεις τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν νομάρχην καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ὑπὸ τὰς διατάξεις λοιπὸν αὐτὰς τοῦ νόμου περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων ἀνατρέπονται αἱ ἀντίθετοι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἐνόουν τὴν ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν τῶν προτάσεων τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ἂν τοὐλάχιστον ἴσχυεν ὁ περιορισμὸς τοῦ ἄρθρου 21, καθ’ ὃ ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου οὐδέποτε δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ⅓. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὰς τοῦ ἄρθρ. 55 καὶ 56 τοῦ νομοσχεδίου. Αὗται δ’ εἶναι ὀρθόταται καὶ οὐδόλως πρέπει νὰ μεταβληθῶσι. Κατὰ τὸ 1893 καὶ 1894 τὸ Κράτος συνέδραμε τοὺς δήμους κατὰ 60% καὶ πλέον, ἐνῷ τὸ ἄρθρ. 21 τοῦ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου ἐπιτρέπει μόνον μέχρι 33%. Πῶς λοιπὸν θὰ συμβιβασθῶσιν αἱ ἀντιθέσεις αὗται; Ἢ ὁ νομάρχης καὶ ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιοῦν τὰς προτάσεις τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ἀλλὰ τότε μηδενίζεται ἡ ἐξουσία τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ἢ πρέπει νὰ ἐκλίπῃ ὁ περιορισμὸς τοῦ ⅓, μέχρι τοῦ ὁποίου δύναται νὰ συντρέχῃ τοῖς δήμοις τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τὴν ἐξουσίαν τοῦ νομάρχου ἀπέναντι τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων δὲν μεταβάλλει τὸ ἄρθρ. 56 τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἐξουσία τοῦ νομάρχου εἰς μεταβολὰς στρέφεται μόνον εἰς τὰ τῆς εὑρέσεως πόρων. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρ. 56 (ἀναγινώσκει: «Συμφώνως δὲ πρὸς ταύτην (δηλαδὴ τὴν πρότασιν τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου) ὁ νομάρχης εἴτε αὐξάνει τὰς πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις μέχρι τοῦ ἀναγκαιοῦντος ποσοῦ, διαγράφων ἄλλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δύνανται, ἄνευ ἀναλόγου ζημίας τῶν δημοτικῶν συμφερόντων, νὰ ἀναβληθῶσιν ἐπὶ τὸ ἑπόμενον ἔτος, ἢ ἐλαττώνων τὰς διὰ τὰ ἀναπόφευκτα κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἔξοδα ἀναγεγραμμένας πιστώσεις μέχρι τοῦ τελευταίου ὁρίου αὑτῶν, εἴτε, ἂν αἱ τοιαῦται ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων δὲν ἦναι ἐφικταὶ, ἢ δι’ αὐτῶν δὲν ἐπιτυγχάνηται ἡ ἐξίσωσις τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα, προκαλεῖ τὰς ἀρχὰς τοῦ δήμου νὰ προτείνωσι τὴν συμφώνως πρὸς τὰς νομίμους διατάξεις αὔξησιν τῶν ἐσόδων.» Ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν τὸ ποσὸν τῶν δημοτικῶν δαπανῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ὁ νομάρχης οὐδεμίαν ἔχει ἐξουσίαν νὰ περιορίσῃ αὐτάς. Ἔχει μόνον κατὰ τὸ ἄρθρον 62 τὸ δικαίωμα νὰ γνωμοδοτήσῃ, πρὶν τὸ Ὑπουργεῖον χορηγήσῃ τὰ ἐλλείποντα χρήματα ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Οὐδὲ ὁ Ὑπουργὸς φαίνεται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἔχων τὴν ἐξουσίαν νὰ περιορίζῃ τὰς προτάσεις τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν, ἅμα πρόκειται περὶ τῶν ὑπαρχόντων σχολείων, οὐχὶ δὲ περὶ νέων τοιούτων. Κατὰ συνέπειαν αἱ προτάσεις τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων δύνανται ν’ ἀποῤῥοφήσωσιν ὁλόκληρον τὴν συνδρομὴν τοῦ Κράτους, χωρὶς περιορισμοῦ τινος ἐκ μέρους προϊσταμένης ἀρχῆς. Κατὰ τὸ ἄρθρ. 22 τοῦ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου, ἂν καὶ αὐτὸ θὰ ἐφαρμόζηται, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως μάλιστα εἶναι ὑποχρεωμένον ἄνευ ἀναβολῆς νὰ ἐκτελῇ τὰς προτάσεις τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων περὶ χορηγίας τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐφ’ ὅσον ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου δὲν θὰ ὑπερέβαινε τὸ ⅓ τῶν δημοτικῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δαπανῶν, τοῦ ἄρθρ. 22 αἱ συνέπειαι δὲν θὰ ἦσαν σοβαραί. Ἀλλ’ ἤδη θὰ ἔχωμεν εἰδικὸν κεφάλαιον, τὸ κεφάλαιον τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ θὰ σπεύδουν νὰ διαθέσουν τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ἀφοῦ ἐξήντλησαν τὰ ἄλλα μέσα, τὸ δὲ κεφάλαιον αὐτὸ δὲν θὰ ἦναι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα μικρόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἦναι ἀνώτερον τῶν 33% ἐπὶ τῶν δημοτικῶν πιστώσεων, διότι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦναι ὑποχρεωμένη νὰ συμπληροῖ τὴν δαπάνην, ἥτις εἶναι ἀναγκαία διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὑπαρχόντων σήμερον δημοτικῶν σχολείων. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι βλέπω τὸ Δημόσιον εὑρισκόμενον ἐκτεθειμένον ἀπέναντι τῶν Ἐπαρχιακῶν καὶ Δημοτικῶν Συμβουλίων καὶ ἀναγκαζόμενον νὰ δεχθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὥρισαν ὅτι θὰ βαρύνῃ τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους, ἐνῷ τὸ ποσὸν αὐτὸ δύναται νὰ ἦναι ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος δύναται νὰ δώσῃ ἢ καὶ ἔδωκε μέχρι τοῦδε. Τὰ περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς συνδρομῆς τοῦ Κράτους πρέπει νὰ μὴ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια. Πρὸς τοῦτο πρέπει ἡ διάθεσις νὰ μὴ γίνεται παρ’ αὐτῶν ἀπεριορίστως. Νομίζω ὅτι εἶναι μεγάλη ἡ ἐξουσία ἡ διδομένη εἰς τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, καὶ ὡς παρεμβάλλονται ἐν τῇ διαθέσει τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ βαρύνῃ τὸ Δημόσιον, θὰ εὑρεθῇ τὸ Δημόσιον ἴσως ἀπέναντι τῆς δυσκόλου θέσεως τοῦ νὰ καταβάλλῃ ποσὰ, τὰ ὁποῖα, ἐὰν ἐπρόκειτο αὐτὸ νὰ ἀποφασίσῃ, δὲν ἤθελε δεχθῆ νὰ καταβάλλῃ. Λοιπὸν ἤθελον ὑποβάλει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ σκεφθῇ, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ μὴ περιληφθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεις τινὲς τοῦ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου, καὶ νὰ ἔχῃ περισσοτέραν ἐξουσίαν ὁ νομάρχης καὶ ὁ Ὑπουργὸς, καὶ νὰ μὴ ἦναι ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος νὰ δίδῃ εἰς ἕκαστον δῆμον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπεφάσισαν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον. Ἐννοῶ ὡς πρὸς τοὺς ἰδίους αὑτῶν πόρους νὰ ἦναι ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ οἱ δῆμοι καὶ τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ὅπως προσδιορίζωσι καὶ διαθέτωσιν αὐτούς. Ἀλλὰ νὰ ἀναγκάζουν καὶ τὸ Δημόσιον νὰ καταβάλλῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον αὐτὰ ὥρισαν, τοῦτο ὑπερβαίνει τὸν λόγον καὶ τὸν σκοπὸν τῆς αὐτοδιοικήσεως. Δὲν ἠξεύρω ἂν αὐτὸς ἦναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ ἄλλως ἀντιλαμβάνομαι τῶν διατάξεων αὐτοῦ.

§335ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ διάταξις αὕτη καὶ εἰς τὸν νόμον ΑϠΝΓʹ.

§336ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 56 δὲν πρόκειται περὶ βοηθήματος τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῶν φόρων. Δὲν σχετίζεται τὸ ἄρθρον 56 μὲ τὸ βοήθημα τοῦ Δημοσίου. Αἱ διατάξεις αἱ σχετιζόμεναι μὲ τὸ βοήθημα τοῦ Δημοσίου ἄρχονται ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 58 καὶ ἑξῆς.

§337ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 56 πρέπει νὰ γείνῃ λόγος, διότι δι’ αὐτοῦ παρεμβάλλονται τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν ἀναγκαίων δαπανῶν διὰ τὴν συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων τῶν ὑπαρχόντων. Ἐνταῦθα λοιπὸν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ μεταβολὴ, διότι βραδύτερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν. Ἐμνημονεύθησαν ἐνταῦθα αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ἀλλ’ αἱ συνέπειαι τῶν διατάξεων, ἃς ἐμνημόνευσα, εἶναι ἄτοποι, διότι αἱ προτάσεις τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὡς πρὸς τὴν συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου. Αἱ διατάξεις ἐκεῖναι ἠδύναντο νὰ ἦναι ἀζήμιοι ἐν τῷ νόμῳ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως περιπλέκει καὶ ζημιοῖ, ὡς προεῖπον, ἀλλὰ δὲν κατενοήθην. Ἐν τῷ νόμῳ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων ὑπῆρχε τὸ ἄρθρον 21, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ἓν τρίτον ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου, ἤδη ὅμως τὸ ἓν τρίτον δὲν θὰ ὑπάρχῃ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἔχομεν τὸ ἄρθρον 62, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὴν συμπλήρωσιν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου ὅλου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπολείπεται διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὑπαρχόντων σχολείων μετὰ τὴν ἀναγραφὴν τῶν δαπανῶν ἐν τοῖς δημοτικοῖς προϋπολογισμοῖς. Ὥστε μετὰ τὴν ἐξάλειψιν τοῦ ὅρου τοῦ ἑνὸς τρίτου, δὲν μένει κανὲν πρόσχωμα ἀπέναντι τῆς ἐπιδρομῆς τῶν Συμβουλίων τῶν Ἐπαρχιακῶν καὶ τῶν Δημοτικῶν, τὰ ὁποῖα, εἴτε ἐπίτηδες, εἴτε καὶ ἐλλείψει πόρων, δύνανται νὰ ζητήσωσι πολὺ ἀνώτερα ποσὰ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἐγκρίνῃ τὸ Κράτος. Ὥστε πρέπει ἐν τῷ ἄρθρῳ 56 νὰ ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις, ἄλλως θὰ ὑπερβῇ τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ εἰς τὴν εἰσφορὰν του ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.

§338Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 22 τοῦ νόμου περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων ἔχει δύο παραγράφους. Πρέπει νὰ γείνῃ μνεία τῆς πρώτης παραγράφου, ἡ ὁποία ἀνάγεται εἰς τὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐκ τῶν δήμων προερχομένων ἐσόδων, ἑπομένως τὸ ἄρθρον θέλει γραφῆ οὕτω πως: «ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 19, 20 καὶ 22 παράγραφος πρώτη.»

§339ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε νὰ μὴ ἦναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀπόφασις.

§340Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ὑποχρεωτική, εἰμὴ μόνον διὰ τὰ δημοτικὰ χρήματα.

§341ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον θ’ ἀποφασίσῃ;

§342ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περιορίζεται εἰς τὰς ἐκ τῶν πόρων τοῦ δήμου δαπάνας.

§343Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 56 ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 57–62).

§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 63 (ἀναγινώσκεται).

§345ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 58, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, ἀναφέρεται ῥητῶς, ὅτι: «Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ ᾼϠΝϚʹ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου χορηγουμένη εἰς τοὺς δήμους ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου συνδρομὴ ἀπονέμεται αὐτοῖς, μόνον ἐὰν, καὶ μετὰ τὰς κατὰ τὸ ἄρθρον 56 ἐπενεχθείσας ὑπὸ τοῦ νομάρχου μεταβολὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ μετὰ τὴν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον αὔξησιν τῶν φόρων, δὲν συμπληρόνωνται αἱ ἀπαιτούμεναι πιστώσεις.» Ὑποθέτει τὸ ἄρθρον, ὅτι κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δήμων γίνεται ἡ ἐξέτασις ὅλων τῶν πόρων αὐτῶν μετὰ τῶν αὐξήσεων, καὶ ἐὰν αἱ αὐξήσεις αὗται δὲν ἀρκῶσιν, ἀποφασίζεται νὰ δοθῇ εἰς αὐτὰς κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τὸ ποσὸν, οὗτινος ὁ δῆμος ἔχει ἀνάγκην πρὸς συμπλήρωσιν τῆς δαπάνης τῆς ἀναγκαίας διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν. Πρόκειται λοιπὸν νὰ γνωρίζῃ ἕκαστος τῶν δήμων ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους ποῖα θὰ ἦναι τὰ σχολεῖα τὰ δημοτικὰ ἢ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα, τὰ ὁποῖα θέλει συντηρήσει διὰ τῶν ἰδίων του πόρων ἐκ τῆς νέας φορολογίας, τὴν ὁποίαν θὰ προσθέσῃ, καὶ ἐκ τῆς βοηθείας τῆς Κυβερνήσεως. Ὅλην ταύτην τὴν οἰκονομίαν τῶν προηγουμένων ἄρθρων ἔρχεται, κατ’ ἐμὲ, νὰ ἀνατρέψῃ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 63, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχωσι πλέον ἔσοδα τοῦ δήμου πρὸς εἴσπραξιν, δὲν ὑπάρχωσι δὲ δημοτικὰ χρήματα οὐδ’ ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ οὐδ’ ἐν τῷ δημοτικῷ, ὁ ταμίας καταγγέλλει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν διοικητικὴν ἀρχὴν δι’ ἀναφορᾶς, ἱστορούσης λεπτομερῶς τὸ πρᾶγμα, ἵνα αὕτη προκαλέσῃ τὴν περὶ χορηγίας συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου πρόνοιαν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου.» Ὑποθέτει, κατ’ ἐμὲ, τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅτι δὲν ἔλαβον χώραν ὅσα ἐν τοῖς προηγουμένοις ἄρθροις ἀναγράφονται, τὰ ὁποῖα ἀπέδειξαν τὴν ἀνάγκην τοῦ δήμου νὰ λάβῃ χορήγημα, καὶ ὅτι ὁ δῆμος ἐξακολουθεῖ ἔχων τὰ σχολεῖά του, πληρόνων τοὺς μισθοὺς τῶν διδασκάλων ἐκ τῶν ἐσόδων του, καὶ ὅταν τελειώσωσιν αὐτὰ τὰ ἔσοδα καὶ δὲν ὑπάρχωσι πλέον χρήματα δημοτικὰ οὔτε ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, οὔτε ἐν τῷ δημοτικῷ, τότε ὁ ταμίας καταγγέλλει τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἔρχεται πρὸς τὴν κεντρικὴν νὰ ζητήσῃ τὸ βοήθημα. Ὑποθέτει ὅτι ὁλόκληρον τὸ διάστημα αὐτὸ μέχρι τοῦ γεγονότος τῆς ἐμφανίσεως τῆς ἀνεπαρκείας τῶν δημοτικῶν χρημάτων, ὁ δῆμος διῆλθεν εἴτε ἐν πεποιθήσει ὅτι τὰ χρήματά του θέλουσιν ἀρκέσει, εἴτε ἐν ἀοριστίᾳ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐξασφάλισις τῆς λειτουργίας τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἐὰν ἐκ τῶν προτέρων δὲν ὁρισθῇ τοῦτο συμφώνως μὲ τὰ ἄρθρα 56 καὶ 62.

§346Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μέχρι τοῦ ἄρθρου 62, καὶ τούτου συμπεριλαμβανομένου, ἐτέθησαν οἱ κανόνες, κατὰ τοὺς ὁποίους θέλουσιν οἰκονομεῖσθαι τὰ ἀναγκαῖα χρήματα πρὸς σύστασιν καὶ συντήρησιν τῶν σχολείων τούτων. Τὸ ἄρθρον 63 σκοπεῖ νὰ κανονίσῃ τὰς δικονομικὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ διεξαγάγῃ ἡ διοίκησις· ἀποτελεῖ, οὕτως εἰπεῖν, τὴν δικονομίαν, ἡ ὁποία ἀνεγράφη, ὅπως καταστήσῃ ἐκτελεστὰς τὰς διατάξεις ταύτας. Ἐπειδὴ δὲ ἡ δικονομικὴ αὕτη ἐξέλιξις καταλήγει εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ δήμου, ἀνεγράφη ἐν τῇ παραγράφῳ ἐκείνῃ ἡ ἐντολὴ πρὸς τὴν δημοσίαν διοίκησιν νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια. Ἀλλ’ ἐὰν νομίζητε ὅτι διὰ τῆς τελευταίας παραγράφου ἐπέρχεται ἀνατροπή τις, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ στέρξω εἰς τὴν διαγραφὴν αὐτῆς.

§347ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ οἰκονομία τοῦ ἄρθρου εἶναι αὕτη. Θέλει νὰ μὴ γίνηται χρῆσις τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσθη νὰ δώσῃ τὸ Κράτος εἴς τινα δῆμον, ἕως ὅτου ἐξαντληθῶσιν οὐχὶ μόνον τὰ ὑπάρχοντα ἐν τῷ δημοσίῳ καὶ τῷ δημοτικῷ ταμείῳ, δημοτικὰ χρήματα, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα τὰ δημοτικὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ δύναται νὰ εἰσπράξῃ. Ἐπ’ αὐτῶν μόνον προκαταβολὰς ἐνεργεῖ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Μόνον ἂν ἐξαντληθῶσιν ὅλα ταῦτα, χορηγεῖ τὸ Δημόσιον τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀπεφάσισε νὰ συνεισφέρῃ, διότι ἄλλως τὸ Δημόσιον θὰ πληρόνῃ οὐ μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπεχρεώθη, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ δῆμος ἀνέλαβε νὰ πληρώσῃ.

§348Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τελευταία παράγραφος εἶναι ἀναγκαία, διότι ἀποτελεῖ τὴν κύρωσιν τῶν προηγουμένων· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ κρίνῃ ὅτι καθίσταται ἀμφίβολος ἡ ἔννοια αὐτῆς, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ στρέξω νὰ διαγραφῇ. Μοὶ φαίνεται δ’ ὅτι ἡ κύρωσις εἶναι ἀναγκαία, διότι ἄνευ αὐτῆς θέλει συμβῆ ὅ,τι συνέβη κατὰ τὸ 1856, ὅτε διὰ τοῦ νόμου διετάχθη νὰ προκαταβάλῃ τὸ Δημόσιον τοὺς μισθοὺς τῶν δημοδιδασκάλων.

§349ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ἐξαντλεῖται ἡ ἰδέα, ὅπως ἐξοδεύσωσιν οἱ δῆμοι καὶ τὴν τελευταίαν αὐτῶν δραχμὴν, τὴν ἐπιβληθεῖσαν διὰ τῶν προηγουμένων διατάξεων. Ἐνταῦθα δὲ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν.

§350ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς διαδικασίας.

§351ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τῆς διαδικασίας πρόκειται. Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν διαδικασίαν. Ἐὰν λοιπὸν μετὰ τὴν διαδικασίαν πρόκειται ν’ ἀποφασισθῇ τὸ βοήθημα τοῦ δήμου, τότε εἶναι περιτταὶ αἱ προηγούμεναι διατάξεις. Ἐδῶ ζητοῦμεν ἐὰν ἐν τῇ ἐκτελέσει φανῇ ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ δήμου, τότε νὰ ἀποφασίζηται τὸ βοήθημα τοῦ Δημοσίου.

§352Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ βοήθημα τοῦ Δημοσίου προσδιωρίσθη, ἀλλὰ πρόκειται ἡ πληρωμή.

§353ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «... ἵνα αὕτη προκαλέσῃ τὴν περὶ χορηγίας συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου πρόνοιαν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου». Δὲν πρόκειται περὶ ἀποστολῆς χρημάτων, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο περιττόν.

§354ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προσδιορίζει.

§355ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐξάγεται ἡ ἔννοια αὕτη.

§356Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τελευταία περίοδος τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «ἵνα αὕτη προκαλέσῃ τὴν περὶ καταβολῆς τῶν ἀναγκαίων χρημάτων ἐκ τῆς προσδιορισθείσης συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου πρόνοιαν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου».

§357ΡΑΛΛΗΣ. Ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς διαδικασίας θὰ προκύψῃ μία ἀργοπορία περὶ τὴν καταβολὴν τῶν μισθῶν. Ὁ ταμίας, λαβὼν τὸ ἔνταλμα, ὀφείλει νὰ καλέσῃ τὸν εἰσπράκτορα, ὅπως πληρώσῃ.

§358Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα, πρὶν ἢ ὁ ταμίας ἀποφήνηται, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι χρήματα.

§359ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ προκαταβάλλωνται.

§360Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προκαταβάλλονται ἐκ τοῦ Δημοσίου εἰς βάρος τοῦ δήμου, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἔσοδα· ἐὰν ὅμως ἐξαντληθῶσι πάντα τὰ ἔσοδα, τότε τὸ Ὑπουργεῖον θέλει ἐκδώσει τὸ ἔνταλμα περὶ πληρωμῆς, ὅταν βεβαιωθῇ, ὅτι ὑπάρχουσιν. Ἀλλὰ νῦν πρόκειται περὶ τῆς καταβολῆς, τὴν καταβολὴν δὲ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θέλει εἰσενέγκει ὡς ἐπικουρίαν τὸ Δημόσιον, ὅπως συμπληροῖ τὰς μὴ ἐπαρκούσας καὶ ἀτελεῖς καταβολὰς τοῦ δήμου, αὐτὴν τὴν καταβολὴν θέλει ποιήσηται, ὅταν ὁ ταμίας τὸν εἰδοποιήσῃ ὅτι δὲν ἔχει πλέον χρήματα.

§361ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δηλαδὴ ἐτέθησαν ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου, καὶ ἀκολούθως τὰ λοιπά.

§362ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μόνον γεννᾶται, εἶναι πότε θὰ πληρωθῶσι.

§363ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λέγει εἰς τὸ τέλος, ἀφοῦ ἐξεύρωσι.

§364ΡΑΛΛΗΣ. Ἐντεῦθεν παράγεται μία ἀνωμαλία περὶ τῆς καταβολῆς τῶν μισθῶν, — διότι, ὅτι θὰ πληρωθῶσιν οἱ μισθοὶ, εἶναι ἀναμφισβήτητον, — ἡ ἀνωμαλία δ’ αὕτη δύναται νὰ παραταθῇ ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον, διότι ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαημέρου...

§365Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν 18ην τοῦ ἑπομένου μηνός. Καὶ μήπως τώρα νομίζετε, ὅτι δὲν πληρόνονται κατὰ τὰς 20 καὶ 25 καὶ ἐνίοτε μετὰ ἕνα καὶ μετὰ δύο μῆνας;

§366ΡΑΛΛΗΣ. Μέχρι σήμερον καταβάλλονται ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τώρα ὅμως θὰ ἔχωμεν μίαν διαδικασίαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ παρατείνῃ τὴν καταβολὴν ἐπὶ 2–3 μῆνας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 63, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 64 καὶ 65).

§367ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 66 (ἀναγινώσκεται).

§368ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον 66 μοὶ φαίνεται ὅτι ἔχει κἄτι τι τὸ εἰρωνικόν. Ἐκ τῶν δήμων, τοὺς ὁποίους ἐρχόμεθα νὰ βοηθήσωμεν, νομίζομεν ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν τὰ καθυστεροῦντα πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ἀφοῦ καταργοῦμεν τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας τὰ ὀφειλόμενα παρὰ τῶν δήμων πρὸς τὸ Δημόσιον, νομίζω ὅτι, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὸ εἰρωνικὸν, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὸ ἄρθρον τοῦτο, θὰ ἦτο καλὸν νὰ τὸ διαγράψωμεν, διότι δὲν προσθέτει τίποτε. Δὲν καταργεῖ ἡ ὅλη οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων παρὰ τῶν δήμων, δὲν ἔρχεται ὅμως νὰ κυρώσῃ ἓν χρέος, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν ἅπαντες ὅτι εἶναι ἰδανικὸν καὶ εἰκονικόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 66, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 67–71).

§369ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 72 (ἀναγινώσκεται).

§370ΠΕΡΡΟΣ. Νομίζω ὅτι κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον, τὸν συγχωνεύσαντα τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως μὲ τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὰ τότε δημοτικὰ κτίρια ἐθεωρήθησαν ὡς δημόσια. Ἤδη δὲν λαμβάνεται πρόνοια νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν κυριότητα τῶν δήμων ὅλα τὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Τὰ καταστήματα εἶναι ἤδη δημόσια.

§371ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.

§372ΠΕΡΡΟΣ. Βεβαίως. Τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὥριζεν, ὅτι τὰ σχολεῖα θεωροῦνται δημόσια.

§373ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θεωροῦνται, δὲν εἶναι δημόσια. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 72, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 73–75.

§374ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 76 ἀναγινώσκεται.

§375Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῶν ἄρθρων 76 καὶ 77 ἐγένετο συζήτησις, ἐὰν πρέπῃ ἡ ἔναρξις τῆς οἰκοδομῆς τῶν διδακτηρίων νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν καὶ νὰ τελειώσῃ εἰς τὰς πρωτευούσας καὶ εἰς τὰ χωρία τῶν δήμων, ἄλλοι ὅμως ἐπρότειναν τὸ ἀντίθετον, ἤτοι νὰ ἄρξηται ἡ οἰκοδομὴ ἀπὸ τῶν χωρίων τῶν δήμων τρίτης τάξεως, καὶ μετ’ αὐτὰ ἀπὸ τῶν χωρίων τῶν δήμων δευτέρας τάξεως, καὶ νὰ προβῇ εἶτα εἰς τὰ ἄνω. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὸ τελευταῖον τοῦτο εἶναι τὸ ὀρθότερον, καὶ ὄντως καλὸν νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τῶν ἄκρων. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας συγχωνεύονται τὰ δύο ἄρθρα 77 καὶ 76 (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὸν ἐγκεκριμένον τύπον μετασκευὴ τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν διδακτηρίων, ἢ ἡ κατὰ τοιοῦτον τύπον οἰκοδομὴ νέων διδακτηρίων, γίγνεται τὸ πρῶτον ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων τρίτης τάξεως, μετὰ τὴν πλήρωσιν δὲ τῶν ἀναγκῶν τῶν διδακτηρίων ἐν αὐτοῖς, γίγνεται ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων δευτέρας τάξεως· ὅταν δὲ πληρωθῶσι καὶ αἱ ἐν τοῖς δήμοις δευτέρας τάξεως ἀνάγκαι, γίγνεται ἡ μετασκευὴ τῶν ὑπαρχόντων διδακτηρίων ἢ ἡ οἰκοδομὴ νέων ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων πρώτης τάξεως.»

§376ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν, ὡς ἄρθρον 76, εἰς ἀντικατάστασιν τῶν ἄρθρων 76 καὶ 77 τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§377Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀντὶ τοῦ ἀπαλειφθέντος ἄρθρου 77 παρακαλῶ νὰ τεθῇ ἡ ἑξῆς προσθήκη (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 77. Διὰ Β. Διατάγματος θέλουσι προσδιορισθῆ ὁ χρόνος καὶ τὰ καθ’ ἕκαστον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ παρόντος νόμου.»

§378ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ προσθήκη αὕτη ἐγένετο ἕνεκα τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐκ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει παντάπασι νὰ προστεθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, διότι θέλει ἐπηρεάσει τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὸ τελευταῖον τετράμηνον τοῦ τρέχοντος ἔτους.

§379Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη πρὶν ἢ ἀναβληθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί, ὑπετίθετο δὲ τότε, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν τετραμηνίαν τοῦ ἔτους ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος· ἐπειδὴ δ’ ἐκρίθη ἄτοπον νὰ προκαλέσωμεν τὴν σύμπραξιν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπρόκειτο ν’ ἀντικατασταθῶσι, διὰ τοῦτο κατ’ ἀνάγκην ὁ νόμος θέλει ἐφαρμοσθῇ μετὰ τὴν 10 Σεπτεμβρίου ἢ μετὰ τὴν 1 Δεκεμβρίου, ὅτε θέλει γενῇ ἡ ἐγκατάστασις τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν.

§380ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ σήμερον λειτουργοῦσιν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαί.

§381Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ἔχομεν τοὺς ἐπιθεωρητὰς, οὔτε τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, καὶ τούτου ἕνεκα καθίσταται ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου.

§382ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἵνα ἔχητε τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, πρέπει νὰ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος· ἀλλ’ ἐνταῦθα ἔχομεν νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς αὐξήσεως δαπανῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἑπομένως αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ζητεῖτε, δὲν ἐφαρμόζονται.

§383Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πάντα ταῦτα εἶναι συνέπειαι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. (Διαλογικαὶ συζητήσεις).

§384ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προταθεῖσαν προσθήκην, ὡς ἄρθρον 77, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 78 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§385ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον...

§386ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου, ὅπως συναρμολογηθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀνατυπωθῇ, ὡς ἐτροποποιήθη.

§387ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 234).

§388Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεις τινὰς καὶ νομοσχέδια. Πρῶτον εἰσάγω δήλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξόδων στρατοῦ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1895. Ὁμοίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ περὶ προσθήκης πιστώσεως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1895. Ὁμοίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως 1895 καὶ Ὁμοίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως 1895. Εἰσάγω δὲ καὶ τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ τροποποιήσεως τῆς ἀπὸ 17 Δεκεμβρίου 1891 συμβάσεως περὶ κατασκευῆς τοῦ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσι μήπω συντελεσθέντος τμήματος τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν καὶ περὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς ὅλης γραμμῆς. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1894 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1894 ἐκ δρ. 264,942.13.

§389ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πᾶσαι αἱ δηλώσεις θέλουσιν ἀποσταλῆ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν, τὰ δὲ νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 235–236). Λύεται ἡ συνεδρίασις Ὥρᾳ 3 π. μ. τῆς ἐπιούσης.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41
2Τῆς 5 Ἰουλίου 1895.
3(Τετάρτη)
4Ὥρα 10 καὶ 30′ π. μ.
5(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Καλλιφρονᾶ).
6(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα
8ἐκ Φιλιατρῶν τῆς σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλούσης τὴν
9Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ φέρωσιν εἰς πέρας τὸ μέτρον
10τῆς εἰσφορᾶς, ὡς τὸ μόνον συντελεστικὸν πρὸς ἀποτροπὴν τῆς
11μαστιζούσης τὸν λαὸν πενίας.
12Ὑπεβλήθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς Κυθήρων. Θ’ ἀπο-
13σταλῶσιν εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα.
14§2ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ παρακληθῇ νὰ συνέλθῃ
15ταχέως τὸ τμῆμα, ὅπως ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του.
16§3ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
17Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω τοὺς ζητηθέντας προϋπολογισμοὺς
18τῆς κατασκευῆς τῶν δημοσίων κτιρίων.
19§4ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι.
20§5ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καταθέτω νομοσχέδιον
21περὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Διακοφτοῦ–
22Καλαβρύτων καὶ τὴν σχετικὴν σύμβασιν.
23§6Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ τυπωθῇ, κύριε Πρόεδρε.
24§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρ-
25τημα, ἀριθ. 231).
26§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Ὑπουρ-
27γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐσκόπουν νὰ ἀπευ-
28θύνω παράκλησιν καὶ ἐρώτησίν τινα, περιορίζομαι νὰ κατα-
29θέσω τὰ περὶ αὐτῆς ἐγγράφως, ἵνα λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς, καὶ
30ὅταν προσκομίσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητῶ διὰ τῶν
31ἐγγράφων σημειωμάτων μου, τότε θὰ ἀναπτύξω ἀμφότερα
32τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ζητῶ σήμερον πληροφορίας.
33§9Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν δια-
34μαρτυρίαι ἠκούσθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐκ τῆς παρα-
35μορφώσεως ἐκφράσεων συναδέλφου. Ἡ παραμόρφωσις αὕτη
36τότε ἀπεδόθη εἰς τὴν ἀκουστικὴν τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ
37ἴσως καὶ τὴν κακὴν ἀντίληψιν τῶν κυρίων πρακτικογράφων
38τῶν ἐφημερίδων. Δυστυχῶς δι’ ἐφημερίδος τινὸς ἀπεδόθησαν
39καὶ εἰς ἐμὲ λέξεις καὶ ἐκφράσεις, οὐδόλως λεχθεῖσαι παρ’ ἐμοῦ.
40Ἐγράφη ὅτι ἐγὼ ἀπηύθυνα αἰτιάσεις κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς
41τῆς διοικούσης τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–
42Πειραιῶς. Ἐπικαλοῦμαι ὅλων ὑμῶν τὴν διαβεβαίωσιν, ἂν
43κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρίας ταύτης εἶπον τὸ ἐλάχι-
44στον. Ἀπ’ ἐναντίας δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι τὸ Συμ-
45βούλιον τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς διὰ τῶν ἔργων,
46τὰ ὁποῖα ἐπιτελεῖ καὶ ἐν Φαλήρῳ καὶ ἐν τῇ γραμμῇ ἀπ’
47Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ, ἄνευ τῆς προεκτάσεως, ἐκτελεῖ μετ’ ἐπι-
48μελείας τὸ καθῆκόν του, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὁ σιδη-
49ρόδρομος αὐτὸς δύναται σήμερον νὰ ταχθῇ εἰς τὴν τάξιν τῶν
50εὐρωπαϊκῶν σιδηροδρόμων. Ἐὰν αἱ παραμορφώσεις αὗται
51προήρχοντο ἐκ τῶν πρακτικογράφων, βεβαίως οὐδεμίαν προ-
52σοχὴν ἤθελον δώσει· ἀλλ’ ὅταν προέρχωνται ἐκ τῆς χειρὸς
53συναδέλφου παρακαθημένου ἐνταῦθα, ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ,
54δὲν δύναμαι νὰ σιωπήσω.
55§10ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ποῖος εἶναι;
56§11Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ παρακαθήμενός σας κ. Ράλλης.
57§12ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι συντάκτης τῆς «Ἐφημερίδος»; Ἡ
58«Ἐφημερὶς» ἔχει συντάκτας ὑπευθύνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς
59θέσιν νὰ γράφωσι καλλίτερα πολλῶν Βουλευτῶν παρακαθη-
60μένων ἐνταῦθα, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δ’ ἐκφράζουσι τὰ ἴδια
61αὑτῶν φρονήματα.
62§13Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἡ «Ἐφημερὶς» ἀνήκει εἰς τὸν κ. Ράλλην.
63Ἐν τῷ σημερινῷ δὲ αὐτῆς φύλλῳ γράφει (ἀναγινώσκει):
64«Δὲν θέλομεν νὰ ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ τῶν ἐπιθέσεων τοῦ
65ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Βόλου... κλπ.» Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἠδύ-
66νατο νὰ ἀντεπεξέλθῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ οὐχὶ διὰ τῆς
67«Ἐφημερίδος». Λυποῦμαι ὅτι ὁ τόσον γνώστης τῶν ἔργων
68τῆς προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς κ. ἐξ
69Ἀττικῆς συνάδελφος δὲν ἀντεπεξῆλθεν ἐναντίον μου κατὰ
70τῶν αἰτιάσεων, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνα, ἀλλ’ ἐτήρησε σιγὴν
71ἰχθύος. Φαίνεται, ἀξιότιμε συνάδελφε, ὅτι ἠθέλετε νὰ ἔχητε
72φόρου ὑποτελεῖς ὅλους τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ
73Πειραιῶς εἰς τὸν κ. Ψύχαν, ἠθέλετε οἱ συμπολῖταί σας, οἱ
74ὁποῖοι σᾶς ἐτίμησαν διὰ τῆς ψήφου των, νὰ πληρώνωσι λύτρα
75εἰς τὸν κ. Ψύχαν. Ἐπίστευον ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς
76συνάδελφος, χρηματίσας Ὑπουργός, καὶ μάλιστα τῶν Ἐσω-
77τερικῶν, ἀπὸ τοῦ Μαΐου μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1893,
78ἤθελε λάβει γνῶσιν τῶν ὑποχρεώσεων ἐκ τῶν συμβάσεων τοῦ
79κ. Ψύχα καὶ ἤθελεν ἐπιτελέσει τὸ καθ’ ἑαυτὸν, ἐφαρμόζων,
80ὡς νομικὸς μάλιστα καὶ ἐπικαλούμενος ἑκάστοτε τὰς συν-
81ταγματικὰς ἐλευθερίας, ἐφαρμόζων, λέγω, κατὰ τοῦ κ. Ψύχα
82ὅλας τὰς ῥήτρας, ἄνευ ἐξαιρέσεως. Ἐπίστευον ὅτι ἀπὸ τοῦ
83βήματος τούτου πρὸ ἐμοῦ ἤθελεν ἐκθέσει πάντα τὰ συμβαί-
84νοντα, διότι βεβαίως κατὰ τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διάστημα εἶχε
85καιρὸν καὶ ἡσυχίαν καὶ μέσα νὰ λάβῃ ὅλας τὰς ἀναγκαίας
86πληροφορίας καὶ ἀναπτύξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅλα τὰ
87γενόμενα ἐν τῷ ὑπογείῳ σιδηροδρόμῳ. Ἐρωτῶ ἤδη αὐτόν:
88ἐφήρμοσε τὴν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζεται, ὅτι ἐντὸς
89δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἔργων, ἡ ὁποία
90ἦτο ἡ 8 Ἰανουαρίου 1890, ἔπρεπε ν’ ἀποπερατωθῇ τὸ ἔρ-
91γον; ἐφήρμοσε τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ὤφειλε νὰ κηρύξῃ ἔκ-
92πτωτον τὸν ἐργολάβον κατὰ τὴν 8 Ἰανουαρίου 1893; Ἐντὸς
93δύο ἐτῶν ὁ κ. Ψύχας ὤφειλε νὰ περατώσῃ τὸ ἔργον· δὲν τὸ
94ἐπεράτωσε... Μειδιᾷ ὁ κ. συνάδελφος. Δὲν περιμένω τὴν
95ἀπάντησίν του βεβαίως, ἵνα συμπληρώσω καὶ ἐγὼ τὴν ἀπάν-
96τησίν μου. Ἀλλ’ εἰς τὸ μειδίαμά του θὰ ἀπαντήσω δι’ ἑνὸς
97ἐγγράφου ἐπισήμου, κοινοποιηθέντος εἰς τὸν ἐργολάβον κ.
98Ψύχαν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνακαλεῖται ἡ εἰς αὐτὸν δοθεῖσα
99προσωρινὴ ἐκμετάλλευσις, δι’ ἐγγράφου ὑπ’ ἀριθμὸν 11,687
100τῆς 28 Ἰουνίου 1894 (ἀναγινώσκει αὐτὸ)
101Ἐρωτῶ τὸν κ. συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς: διατὶ ἀφῆκεν εἰς
102τὸν διάδοχον αὐτοῦ Ὑπουργὸν νὰ κοινοποιήσῃ τὴν ἀνάκλη-
103σιν ταύτην καὶ δὲν ἐκοινοποίει αὐτὴν ὁ ἴδιος, ἐφαρμόζων τὰς
104διατάξεις ἐκείνας, περὶ τῶν ὁποίων κατακόπτεται καθ’ ἑκά-
105στην; Δὲν ἀρκεῖ, ἀντιπολιτευόμενοι ὄντες, νὰ ἀντιπολιτευώ-
106μεθα. Φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ εἰς οἱαν-
107δήποτε στιγμὴν νὰ ἐκπληρῶμεν τὸ καθῆκόν μας, ζητοῦντες
108ἀείποτε τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ συμβάσεων, μάλιστα
109τῶν συμβάσεων τῶν σιδηροδρομικῶν, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει
110νὰ ἤμεθα Κέρβεροι καὶ νὰ παρακολουθῶμεν βῆμα πρὸς βῆμα
111ἁπάσας τὰς ἐργασίας. Βεβαίως δὲν εἶμαι ἀντιπρόσωπος τῆς
112Ἀττικῆς, ἀλλ’ ἐὰν πράττω τι, τὸ πράττω ἐκ τῆς συναισθή-
113σεως, ὅτι ἐπιτελῶ τὸ καθῆκόν μου, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς
114ὅλης Ἑλλάδος. Δὲν ἐπιζητῶ ὑστεροφημίαν, δὲν ἐπιζητῶ νὰ
115ῥίψω πέπλον εἰς τὰ ὄμματα τῶν ἐκλογέων μου, καὶ νὰ τοὺς
116ἐξαπατήσω. Ζητῶ νὰ ἐπιτελέσω τὸ καθῆκόν μου, καὶ ἂν
117θέλωσι νὰ μὲ τιμήσωσι καὶ πάλιν διὰ τῆς ψήφου των, ἂς μὲ
118τιμήσωσιν, ἀδιαφορῶ δὲ δι’ οἱανδήποτε ἐντύπωσιν κάμνω καὶ
119δι’ ὅ,τι δήποτε γράψωσιν αἱ ἐφημερίδες.
120Δὲν θὰ παύσω, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐλέγ-
121χων ὅλα τὰ κακὰ τοῦ ὑπογείου σιδηροδρόμου, ἵνα μή ποτε
122μοὶ εἴπωσιν οἱ συμπολῖταί μου, οἱ ἐν Ἀθήναις κατοικοῦν-
123τες, ὅτι, ἀφοῦ ἀνεκίνησα τὸ ζήτημα, ὤφειλον νὰ τὸ παρα-
124κολουθήσω βῆμα πρὸς βῆμα, καὶ δὲν τὸ παρηκολούθησα.
125Ὑπενθυμίζω εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, τί εἶπον περὶ τοῦ ταμείου
126τῆς ὁδοποιΐας καὶ ὅτι προέβλεψα τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ,
127καὶ πραγματικῶς ἡ καταστροφὴ ἐπῆλθε· τί ἔλεγον περὶ τοῦ
128σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ ἐπῆλθε· τί ἔλεγον περὶ
129τοῦ σιδηροδρόμου Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων, οὐχὶ ὅ,τι ἔλεγον
130ὁ κ. Γκοτλὰν καὶ ὁ κ. Κελλενὲκ, ὅτι μετὰ 2 ἢ 3 μῆνας
131θὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, ἀλλὰ μετὰ 2 καὶ 3 ἔτη. Παρῆλθον
1324 ἔτη, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἀμφιβάλλω, ἂν καὶ σήμερον
133ἄνευ κινδύνου ἦναι δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς ἐκμετάλλευσιν.
134§14Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχετε καιρὸν νὰ τὸν ἰδῆτε, ἢ δὲν θὰ
135τὸν εἴδατε διόλου.
136§15Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μὴ μὲ παρεξηγεῖτε! Μὴ νομίζετε, ὅτι
137ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς λειτουργίας τοῦ σιδηροδρόμου αὐτοῦ·
138ἀπ’ ἐναντίας εὔχομαι καὶ ἐπιθυμῶ μίαν ὥραν ταχύτερον νὰ
139δοθῇ εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν· ἀλλὰ φοβοῦμαι, μήπως σπεύ-
140δοντες φέρωμεν κακὰ ἀποτελέσματα ἀντὶ καλῶν. Γνωρίζω,
141ὅτι ἐπ’ ἐσχάτων εἰς τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν ἐξηνέχθη γνώμη
142περὶ κατασκευῆς στοᾶς τινος ἢ σήραγγος τεχνητῆς 50 μέ-
143τρων. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ σῆραγξ αὕτη ἐξετελέσθη· δὲν ἠξεύρω,
144ἂν τὰ τειχίσματα καὶ ἄλλαι ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι εἶχον προ-
145ταθῇ χάριν τῆς ἀσφαλείας τοῦ σιδηροδρόμου, ἐγένοντο· δὲν
146ἠξεύρω μήπως, ἀφοῦ τὸν θέσητε εἰς ἐνέργειαν, ἕνεκα βροχῶν
147καὶ καταπτώσεως λίθων διακοπῇ ἡ συγκοινωνία. Ἀπεύχομαι
148νὰ συμβῇ δυστύχημά τι...
149§16Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐξετελέσθησαν πάντα.
150§17Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εὔχομαι νὰ ἐξετελέσθησαν καὶ νὰ δοθῇ ὁ
151σιδηρόδρομος εἰς ἐκμετάλλευσιν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἐνδιαφέρει
152προσωπικῶς, μὲ ἐνδιαφέρει ὅ,τι τότε ἔλεγον, ὅτι ὁ σιδηρό-
153δρομος αὐτὸς δὲν θὰ τελειώσῃ οὐδὲ μετὰ 6 μῆνας, οὐδὲ μετὰ
1542 ἔτη. Ἐνθυμεῖσθε τί εἶπον περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Λαρί-
155σης, τί εἶπον περὶ τοῦ barême. Ὅλα ἐπῆλθον. Ἂν δ’ ἐγὼ
156δὲν ἤθελον φέρει τὸν λόγον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ τρόπου
157τῆς συντάξεως τοῦ barême, ὁ κ. Κωνσταντόπουλος δὲν ἤθελε
158λάβει ἀφορμὴν νὰ μελετήσῃ τὸ barême τοῦ σιδηροδρόμου
159ἐκείνου καὶ νὰ φέρῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν,
160νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ ἴσως διὰ
161τῆς καλῆς του σκέψεως καὶ προνοίας ἑκατομμύρια ὑπὲρ τοῦ
162Δημοσίου.
163Δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω, διότι αἱ ὧραι καὶ αἱ στιγμαὶ
164εἶναι πολύτιμοι. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
165Ἐσωτερικῶν νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως, ἡ ὁποία
166φέρει ἀριθμὸν 17 καὶ ἡμερομηνίαν 10 Δεκεμβρίου 1894. Θὰ
167τὸν παρακαλέσω νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἰδίως τὴν μειοψηφίαν, ἡ
168ὁποία ἀνενδοιάστως εἰς δημόσιον ἔγγραφον λέγει—δὲν ἀναγι-
169νώσκω πολλὰ—(ἀναγινώσκει): «... ὅτι οἱ εἰρημένοι δύο
170»μηχανικοὶ δὲν δύνανται νὰ ἐκφέρωσι γνώμην ἀνεπηρέαστον,
171»ἀπέχομεν νὰ ἀναγνώσωμεν τὴν ἀναφορὰν ταύτην.» Κατω-
172τέρω δέ: «ὅτι καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου ἔλα-
173»βον χώραν σφάλματα, τόσον ἐκ μέρους τῶν μηχανικῶν τῆς
174»Γαλλικῆς ἀποστολῆς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ὑπηρεσίας, ὅσον
175»καὶ ἐκ μέρους τῆς ἐργολαβίας, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐπιτροπαὶ
176»αἵτινες ἐσχηματίσθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα διαφω-
177»τίσωσιν αὐτὸ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐνεχόμεναι κατὰ μέγα
178»μέρος εἰς τὰ σφάλματα ταῦτα, ὑποχωροῦσαι
179»ὑπὲρ τῶν ἐνεχομένων (compromis) συναδέλφων
180»των, παρέκαμψαν τὴν ἀλήθειαν...»
181Ταῦτα ἀναφέρονται ἐν ἐπισήμῳ ἐκθέσει· ἀφοῦ δὲ μέλος τῆς
182ἐπιτροπῆς ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ γράφῃ ἐν δημοσίᾳ ἐκθέσει κατὰ
183τῶν ἑαυτοῦ συναδέλφων ὅσα ἐδῶ διατυποῦνται, πιστεύω ὅτι
184ταῦτα εἶναι ἄξια μεγάλης προσοχῆς, ὀφείλομεν δὲ νὰ μὴ
185παρίδωμεν, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν γνώμην ἑνὸς μηχανικοῦ,
186καθόσον εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἀτύχημά τι, τὸ ὁποῖον ἐπί-
187σης ἀπεύχομαι, διότι ὑπάρχουσι σημεῖα λίαν ἐπικίνδυνα εἰς
188τὴν σήραγγα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἔχωσι κακὰ ἀποτελέ-
189σματα.
190Περαίνων καταθέτω ἐπερώτησίν τινα πρὸς τὸν κ. Ὑπουρ-
191γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τῆς ὁποίας τὸν παρακαλῶ νὰ
192ἀπαντήσῃ, ὅταν θεωρήσῃ τοῦτο φρόνιμον. Ἀλλὰ πρὶν κατα-
193βῶ, ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν,
194ὅτι πᾶσαι αἱ δοθεῖσαι προσωριναὶ ἄδειαι ἐκμεταλλεύσεως δὲν
195ὑπερέβησαν, οὔτε κατὰ τὴν γνώμην τῶν Γάλλων καὶ ἄλ-
196λων εὐρωπαίων μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν, τοὺς τέσ-
197σαρας μῆνας. Ἤδη ἡ δοθεῖσα ἄδεια ἐδόθη τὴν 12 Μαΐου·
198ἔχομεν ἤδη Ἰούλιον· ἕως πότε ἐννοεῖτε νὰ παρατείνητε τὴν
199προσωρινὴν ἄδειαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως; Ἓν ἔτος; Φρονῶ
200ὅτι δύο μῆνες εἶναι ἀρκετοί.
201§18ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
202Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἑταιρία τῶν σιδηροδρόμων Ἀθηνῶν–Πε-
203λοποννήσου προσωρινὴν ἄδειαν ἔχει ἀκόμη καὶ σήμερον.
204§19Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κακῶς.
205§20ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διότι αὐτὸς εἶναι ὁ τύπος
206ὁ παραδεδεγμένος· πάντοτε προσωρινὴ ἄδεια δίδεται...
207§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς ὅλας τὰς συμβάσεις.
208§22ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ... Καὶ ὅλαι αἱ συμβάσεις
209οὕτως ἐκτελοῦνται. Ἡ προσωρινὴ ἄδεια εἶναι μία δύναμις, ἡ
210ὁποία μᾶς δίδετε, νὰ διαθέτωμεν τὰ πράγματα οὕτω πως· μὴ
211παραπονεῖσθε κατὰ τῆς προσωρινότητος.
212§23Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἀπεναντίας θὰ ἔλθω ἐπίκουρος ὑμῶν. Ἡ
213προσωρινὴ ἄδεια δύναται ἐν πάσῃ περιπτώσει, μὴ τηρηθέν-
214των τῶν ὅρων τῶν ὑποχρεώσεων, ν’ ἀνακληθῇ ἐν πάσῃ στιγ-
215μῆ καὶ ὥρᾳ. Ἤδη οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως δὲν ἐξεπληρώθη-
216σαν· ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1893 νὰ κηρύξῃ ἔκπτω-
217τον τὸν κ. Ψύχαν, μὴ συμμορφωθέντα μὲ αὐτούς· ἀλλ’ ἠρ-
218κέσθη διὰ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, νὰ ἀνα-
219καλέσῃ μόνον τὴν ἄδειαν τῆς προσωρινῆς ἐκμεταλλεύσεως.
220Ἤδη ὅμως φρονῶ, ὅτι, μὴ ἐκπληρωθέντων τῶν ὅρων τῆς
221συγγραφῆς, ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παύσῃ τὴν ἐκμετάλ-
222λευσιν, καὶ συνάπτων νέαν σύμβασιν μεταξὺ τῆς ἑταιρίας τῆς
223προεκτάσεως καὶ τοῦ Δημοσίου, νὰ ὑποβάλῃ ταύτην ὡς τά-
224χιστα εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς· ἄλλως φρονῶ, ὅτι πάντα
225τὰ πληρονόμενα εἰς τὴν ἑταιρίαν τῆς προεκτάσεως εἶναι λύ-
226τρα τῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν καὶ ὅλης τῆς Ἑλλάδος.
227Εἴμεθα φόρου ὑποτελεῖς εἰς ἓν ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔδωκαν
228ὅλας τὰς παραχωρήσεις καὶ δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς ὑπο-
229χρεώσεις του. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν ζη-
230τοῦντες τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνελά-
231βομεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἤμεθα σύμφωνοι πρὸς τὰς ὑποσχέσεις,
232τὰς ὁποίας ἐδώσαμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μας.
233§24ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μὲ ἐνεκάλεσε διὰ
234τὴν ἐνέργειάν μου ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ διὰ
235τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον, καθόσον ὅλα τὰ λεχθέντα καὶ τὰ
236γραφέντα εἰς τὴν «Ἐφημερίδα» θεωρῶ ἀνάξια καὶ αὑτοῦ
237καὶ ἐμοῦ, οὐδὲ σκοπῶ ν’ ἀσχοληθῶ περὶ αὐτῶν. Εὐθύνομαι
238περὶ τῶν γραφέντων ὑπὲρ ἐμοῦ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι», ὅσον εὐ-
239θύνομαι καὶ περὶ τῶν γραφομένων κατ’ ἐμοῦ εἰς ἄλλας ἐφη-
240μερίδας. Διὰ τοῦτο θεωρῶ, εἶπον, ἀνάξια καὶ ὑμῶν καὶ ἐμοῦ
241ν’ ἀσχοληθῶμεν περὶ τῶν γραφέντων ἐν τῇ «Ἐφημερίδι». Τὰ
242γραφέντα ἐν τῇ «Ἐφημερίδι» εὐθύνουσι τὸν διευθυντὴν καὶ
243τοὺς συντάκτας αὐτῆς, καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατεχώρισαν τὸ
244ἄρθρον ἐκεῖνο. Ἀλλ’ ἐνεκάλεσεν, ὡς εἶπον, ὁ κ. Βουλευτὴς
245τὴν ἐνέργειάν μου ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, παραδό-
246ξως δὲ, διότι ἐμφαίνεται ἐκ τῶν χρονολογιῶν, τὰς ὁποίας ἀνέ-
247φερεν, ἢ ὅτι δὲν διετέλουν ἔτι Ὑπουργὸς, ἢ ὅτι εἶχον παύσει
248διατελῶν τοιοῦτος. Τῷ ὄντι μὲ ἐνεκάλεσεν, ὅτι κατὰ Ἰανουά-
249ριον τοῦ 1893 δὲν προέβην εἰς τὴν κήρυξιν τῆς ἑταιρίας τῆς
250προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς ἐκπτώ-
251του. Κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1893, νομίζω, Ὑπουργὸς τῶν
252Ἐσωτερικῶν ἦτο ὁ κ. πρώην ἐκ Λεβαδείας Βουλευτής. Μὲ
253ἐνεκάλεσεν ἐπίσης δι’ ἔγγραφον τοῦ 1894· ἀλλὰ καὶ κατ’
254ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν ἤμην πλέον Ὑπουργός. Ὅτε ἐκλή-
255θην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εὗρον τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς, ὄχι
256πλέον ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύ-
257νης. Εἶχεν ἐγερθῆ δίκη, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῆς
258συμβάσεως, ἡ ὁποία ἐθεωρεῖτο ὡς ἰσχύουσα, καὶ ἐπρόκειτο τὸ
259διαιτητικὸν δικαστήριον, συγκροτούμενον ὅπως ἡ σύμβασις
260ὥριζε, ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν διενέξεων τῶν ἀναφυεισῶν μεταξὺ
261τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ τῆς
262ἑταιρίας τῆς προεκτάσεως. Κατέβαλον ἀληθῶς τότε πᾶσαν
263προσπάθειαν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ δυνηθῶ νὰ φέρω εἰς συν-
264εννόησιν τὰς δύο ἑταιρίας, διότι ἐθεώρουν ὅτι ἦτο ἐπιζήμιος
265ἡ ἐκκρεμότης τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτῆς τῆς
266προσπαθείας ἡ ὁποία ἐγένετο παρ’ ἐμοῦ, διατελοῦντος μὲν
267Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ ἰδιωτικῶς καὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι
268ὅτι διὰ τῶν ἀτομικῶν μου σχέσεων πρὸς τὰ διοικητικὰ συμ-
269βούλια καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης ἑταιρίας ἤθελον φέρει
270ταχυτέραν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, τί ἕτερον ἔπραξα; Διώ-
271ρισα ἐπιτροπὰς, διὰ ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τοῦ ἂν ἐξετελέσθη-
272σαν οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως καὶ περὶ τοῦ ἂν ἡ προέκτασις
273ἦναι ἐκμεταλλεύσιμος· δυστυχῶς αἱ ἐπιτροπαὶ ἐκεῖναι δὲν κα-
274τέληξαν εἰς κανὲν συμπέρασμα, ἀφῆκα δὲ καὶ ἐγὼ τὸ ζήτημα
275ἐκκρεμὲς, ὡς ἦτο ἐκκρεμὲς καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν
276ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον. Νομίζω ὅτι αὐταὶ αἱ πληροφορίαι,
277τὰς ὁποίας ἔδωκα εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, θέλουσιν ἱκα-
278νοποιήσει αὐτὸν πληρέστατα, καὶ θέλει ἐννοήσει, ὅτι ἀδίκως
279μὲ ἐνεκάλεσε δι’ ἐνεργείας ἀλλοτρίας ἐμοῦ, καὶ ὅτι ἀδίκως μὲ
280ἐνεκάλεσε δι’ ἐνεργείας, αἵτινες ὀφείλονται εἴτε εἰς τοὺς προ-
281κατόχους μου, εἴτε εἰς τοὺς διαδόχους μου.
282§25Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἡ διετὴς προθεσμία, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ.
283Ψύχας ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τετελεσμένον καθ’ ὅλα τὸ ἔργον, εἶναι
284ἡ 8 Ἰανουαρίου 1892. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Κατὰ τὸν νόμον
285ὤφειλεν ὁ κ. Ψύχας ἐντὸς 6 μηνῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεως, ἤτοι
286ἀπὸ τῆς 8 Ἀπριλίου 1889, νὰ καταρτίσῃ τὰ σχετικὰ προ-
287καταρκτικὰ διαγράμματα, ἐντὸς δὲ δύο μηνῶν ἔπρεπε νὰ ἦναι
288ὁριστικὰ, καὶ τὴν 8 Ἰανουαρίου 1890 νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐρ-
289γασίας. Συνεπῶς, μὴ δοθείσης οὐδεμιᾶς παρατάσεως παρ’
290οὐδεμιᾶς Κυβερνήσεως, καὶ μάλιστα παρὰ τῆς προστατευσά-
291σης καὶ παρὰ τῆς παραχωρησάσης καὶ παρὰ τῆς ὑποδουλω-
292σάσης καθ’ ὁλοκληρίαν ὅλους τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν
293καὶ Πειραιῶς καὶ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν κ. Ψύχαν, ὤφειλεν
294οὗτος νὰ ἔχῃ περατώσει τὴν ἐργασίαν του τὴν 8 Ἰανουα-
295ρίου 1892. Νομίζω ὅτι ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐγένετο
296Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1893.
297Ἑπομένως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ,
298οἱ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης φίλα λίαν φρονοῦντες τῷ κ.
299Ψύχᾳ, ὁ ὁποῖος δὲν παρέλειψε δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ δείξῃ
300τὸν φανατισμὸν αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς μερίδος ἐκείνης καὶ διὰ ση-
301μαιῶν καὶ διὰ τυμπανοκρουσιῶν καὶ δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν
302καὶ ἀδυνάτων μέσων, ὡς προεῖπον, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, φίλα
303φρονοῦσα αὐτῷ καὶ μὴ ἀκούουσα οὐδόλως τὴν φωνὴν τῆς
304Ἀντιπολιτεύσεως, ἐτήρησε σιγὴν ἰχθύος· ἐπίστευον ὅμως ἀδι-
305στάκτως, ὅτι ἅμα νέα τις Κυβέρνησις ἤθελε καταλάβει τὴν
306ἀρχὴν, ἤθελε θέσει τὴν χεῖρά της ἐπὶ τῆς βεβήλου ἐκείνης ἐρ-
307γασίας...
308§26ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐνώπιον τῆς Δικαιο-
309σύνης.
310§27ΣΧΙΝΑΣ. Ἐννοῶ τὸ ἓν, ἐννοῶ καὶ τὸ ἄλλο... ἤθελε θέσει
311τὴν χεῖρά της καὶ ἤθελεν ἐρωτήσει τὸν κ. Ψύχαν: ἐξετέλε-
312σας τὴν ἐργασίαν μέχρι τῆς 8 Ἰανουαρίου 1892; ἐξετέλε-
313σας τὴν ἐργασίαν σου μέχρι τῆς 3 Ἀπριλίου 1893; Ὄχι.
314Εἴμεθα εἰς τὸν Μάϊον, καὶ ἐν τοσούτῳ ὁ κ. Ψύχας δὲν ἐκη-
315ρύχθη ἔκπτωτος. Πῶς δὲν ἐκηρύχθη ἔκπτωτος; διότι ἀπο-
316δεικνύεται ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ διαδόχου τοῦ κ. Ῥάλλη ἢ
317ἐκ τοῦ ἐγγράφου τῆς 28 Ἰουνίου 1894, ὅτι...
318§28ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει εἷς λόγος· δὲν θέλετε νὰ τὸν ἐν-
319νοήσητε.
320§29Ν. ΣΧΙΝΑΣ... μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὁ κ. Ψύχας οὐ-
321δόλως εἶχεν ἐκτελέσει τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἡ πρώτη πολυμε-
322λὴς ἐπιτροπή, ἐξ 20–22 μελῶν τὸν ἀριθμόν, εἶχεν ὁρίσει,
323ὅτι ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ, καὶ ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ, ἐννοεῖται,
324ἐν μικρῷ χρονικῷ διαστήματι, δύο μηνῶν, τὸ ὁποῖον ὥριζε
325τότε ἡ ἐπιτροπή· ἀλλ’ ἐνῷ παρῆλθε τόσον χρονικὸν διά-
326στημα, δὲν ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, ἐὰν δὲ ὑφίστατο δίκη μεταξὺ
327τῶν δύο ἑταιριῶν, τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον. Ἡ Κυβέρνησις εἶ-
328ναι ξένη καθ’ ὁλοκληρίαν, κατὰ τὴν μεταξὺ τῶν δύο ἑται-
329ριῶν σύμβασιν. Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσῃ: ὁ ἀνάδο-
330χος τῆς ἐκτελέσεως τῆς προεκτάσεως συνεμορφώθη μὲ τοὺς
331νόμους; ἐξετέλεσε τὴν ἐργασίαν του ἐντὸς τῆς ὡρισμένης
332προθεσμίας; ἐξετέλεσε πάνθ’ ὅσα ἡ ἐπιτροπὴ καὶ τὸ Ὑπουρ-
333γεῖον διέταξε; ναὶ, ἢ ὄχι; Ἀδιαφορεῖ, τί γίνεται ἐν τοῖς
334δικαστηρίοις, οὔτε μεσάζον πρέπει νὰ ἦναι μεταξὺ τῶν δύο
335ἑταιριῶν τὸ Ὑπουργεῖον, φρονῶ. Τὸ Ὑπουργεῖον, ἐὰν αἱ ἑται-
336ρίαι ἔλαβον τὴν ἄγουσαν πρὸς τὰ δικαστήρια, ἔπρεπε νὰ τὰς
337ἀφήσῃ νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸν δρόμον των. Ὁ λαὸς τῶν
338Ἀθηνῶν καὶ τῆς Ἑλλάδος ὁλοκλήρου, ὅστις ταξειδεύει διὰ
339τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, εἶναι εὐτυχὴς, καὶ δὲν
340ἔχει κανὲν παράπονον, καὶ οὐδόλως ἐπιθυμεῖ νὰ πληρόνῃ λύ-
341τρα εἰς τὸν κ. Ψύχαν.
342§30ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἔπραξα ἀκριβῶς κατὰ τὰς ἐνδείξεις τοῦ
343ἀξιοτίμου συναδέλφου, δηλαδὴ ἐκάλεσα τὸν πρόεδρον τοῦ Δι-
344οικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Προεκτάσεως καὶ τὸν ἠρώτησα,
345ἂν ἐξετέλεσε τοὺς ὅρους, καὶ μοὶ εἶπε ναί. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέ-
346σθην εἰς τοῦτο· ἐκάλεσα καὶ τὸν πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου
347τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν, καὶ τὸν ἠρώτησα, ἂν
348ἡ ἑταιρία τῆς προεκτάσεως ἐξετέλεσε τοὺς ὅρους, καὶ μοὶ εἶ-
349πεν ὄχι. Ἐγὼ δὲν εἶχον, ἐννοεῖται, τὴν ἀντίληψιν, μήτε τὴν
350εἰδικότητα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἵνα ἐπιθεωρῶ καθ’ ἡ-
351μέραν ὅλα τὰ δημόσια ἔργα, ὅπως πράττει αὐτὸς, ἔρχεται
352δ’ ἐνταῦθα κατόπιν καὶ μᾶς ἀναπτύσσει τὰς θεωρίας του·
353ἐγὼ δυστυχῶς δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν εἰδικότητα, ἤμην δὲ ἠναγ-
354κασμένος, ὅτε διετέλουν Ὑπουργὸς, νὰ προσφύγω εἰς τοὺς ἁρ-
355μοδίους. Ὠνόμασα λοιπὸν μίαν ἐπιτροπὴν, καὶ παρήγγειλα
356εἰς αὐτὴν ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ἂν ἐξετελέσθησαν οἱ ὅροι.
357Ὠνόμασα καὶ δευτέραν ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλ-
358θεν ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἣν μετεῖχον, καὶ ἑπομέ-
359νως δὲν εὐθύνομαι διὰ τὰ γενόμενα κατόπιν. Τώρα ὁ ἀξιό-
360τιμος συνάδελφος λέγει, διατὶ ἀφῆκα τὴν τιμὴν εἰς τὸν διά-
361δοχόν μου κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1894 ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν δοθεῖ-
362σαν κατὰ τὸ 1893 προσωρινὴν ἄδειαν ἐκμεταλλεύσεως; Διὰ
363τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶχον νὰ φροντίσω τότε
364περὶ αὐτῆς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην
365νὰ ἄρξηται ἡ ἐκμετάλλευσις. Ὅτε ἐπέκειτο ἡ ἐκμετάλλευσις,
366ὁ διάδοχός μου ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ σταματήσῃ ταύτην
367συνεπείᾳ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἁρμοδίων. Ἐγὼ ὅμως δὲν εὑρισκό-
368μην εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Ἐγὼ εὗρον τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς
369ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ἐκκρεμὲς δὲ καὶ ἐνώπιον τοῦ Ὑ-
370πουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· διέταξα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὤφει-
371λον νὰ διατάξω, καὶ τὰ ὁποῖα παραδέχεται ὁ ἀξιότιμος
372συνάδελφος, καὶ ἀνέμενον τὴν κρίσιν τῶν ἁρμοδίων. Ἀλλ’ ὁ
373ἀξιότιμος Βουλευτὴς εὑρίσκεται εἰς ὅλως ἐξαιρετικὴν θέσιν·
374ἱππεύει, ἐπιθεωρεῖ τὰ δημόσια ἔργα καὶ ἀποφαίνεται. Ὑπο-
375θέτω ὅτι οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν οὔτε ὁ Πρό-
376εδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ θελήσωσι νὰ μετέλθωσι τὴν τα-
377κτικὴν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, διότι ὑποθέτω, ὅτι οὗτοι
378δὲν ἱππεύουσι.
379§31Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Βόλου,
380παραπονούμενος ἐναντίον τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ἐπα-
381νέφερε τὸ ζήτημα τῆς περιλήψεως τῶν πρακτικῶν τῆς Βου-
382λῆς. Ἰδοὺ τὸ τρίτον ἤδη, διαρκούσης τῆς συνόδου ταύτης,
383ὅτι ἔρχεται τὸ ζήτημα τοῦτο. Φοβοῦμαι ὅτι δὲν εἶναι αὕτη
384ἡ τελευταία φορά. Τὸ νόημα ὅλων τῶν ὁμιλησάντων ἴσως
385παρενοήθη. Τὸ παράπονον δὲν στρέφεται κατὰ τῶν κυρίων
386πρακτικογράφων· μόνον κατ’ ἐξαίρεσιν δύναταί τις νὰ παρα-
387δεχθῇ, ὅτι δυνατὸν νὰ στρεβλῶνται τὰ ἐνταῦθα λεγόμενα.
388Τὸ παράπονον στρέφεται κατὰ τῆς ἀκουστικῆς τῆς Βου-
389λῆς καὶ τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας συζητοῦμεν
390ἐνταῦθα· εἴτε ληφθῇ, εἴτε μὴ, τὸ μέτρον πρὸς δημοσίευσιν τῆς
391περιλήψεως τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ἢ τῶν στενογραφι-
392κῶν πρακτικῶν, εἶναι ἀνάγκη κατεπείγουσα καὶ σπουδαία
393νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν κ. κ. πρακτικογράφων. Ὁ τύπος
394ἐν Ἑλλάδι στερεῖται ὅλων τῶν μέσων· ὅ,τι ἐξετέλεσε, τὸ ἐξε-
395τέλεσεν ἐκ τῶν ἰδίων του δυνάμεων, καὶ ἡ ὑπηρεσία, τὴν
396ὁποίαν σήμερον προσφέρει διὰ τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν
397τῆς Βουλῆς, εἶναι ὑπηρεσία ὁμολογουμένως μεγίστη, διότι
398εἶναι συμπλήρωμα τῶν ἐργασιῶν μας ἐνταῦθα. Ἀλλ’ εἶναι
399ἀνεπαρκὴς, ὡς ἐκ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ
400κ. πρακτικογράφοι. Καὶ ἄλλοτε ἦλθε τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ
401Βουλῇ, ἀλλὰ δὲν ἐπῆλθε θεραπεία τις, ὡς οὐδεμία ἐπέρχε-
402ται θεραπεία εἰς ὅλα τὰ λοιπά. Ἐντεῦθεν δὲ γίνεται ἀδί-
403κημα εἰς τοὺς κ. πρακτικογράφους, ἀδίκημα καὶ εἰς ἡμᾶς·
404ἀδικοῦνται ἀμφότερα τὰ μέρη, ἐνῷ ἡ θεραπεία εἶναι πολὺ
405εὔκολος, μία καλὴ θέλησις ἀπαιτεῖται. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι
406ἡ κακὴ πίστις μόνον κατ’ ἐξαίρεσιν δύναται νὰ νοηθῇ, διότι ὁ
407κανὼν, ἡ πλειοψηφία, εἶναι ἡ καλὴ πίστις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀδυ-
408ναμία, διὰ μυρίους λόγους εὐνοήτους, τοὺς ὁποίους περιττὸν
409ν’ ἀναπτύξω. Ἄλλοτε προὐτάθη, καὶ πολὺ εὐλόγως, ὅτι ἡ
410ἔλλειψις τῆς ἀκουστικῆς δύναται νὰ ἀναπληρωθῇ, ἐὰν ἀπε-
411φασίζετο νὰ παρακάθηνται οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν καθημερι-
412νῶν ἐφημερίδων εἰς μέρος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου νὰ δύνανται νὰ
413ἀκούωσιν, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσι τὸ παράπονον, ὅτι δὲν ἀκούουσι.
414Δὲν βλέπω καμμίαν δυσκολίαν εἰς τοῦτο. Ἀτυχῶς ἢ εὐτυ-
415χῶς,—ὅπως θέλετε λάβετέ το—δὲν εἶναι παρὰ 6–10 κα-
416θημεριναὶ ἐφημερίδες. Ἐὰν ὁρισθῶσιν 6–10 θέσεις ἐν τῇ αἰ-
417θούσῃ, ὅπου ἂν τὸ Προεδρεῖον νομίσῃ καλλίτερον, ἰδοὺ, ἐλύθη
418τὸ σπουδαιότερον, ἵνα μὴ εἴπω τὸ μόνον, πρόβλημα.
419Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον, ἀφοῦ παρου-
420σιάζεται τόσον μεγάλη δυσκολία, ἵνα ἔχωμεν ἐπίσημον περί-
421ληψιν, ἀφοῦ ἐπίσημα δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐστενογρα-
422φημένα, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία αὕτη τοῦ τύπου εἶναι σπουδαία
423καὶ ἀπαραίτητος, διατὶ νὰ μὴ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν ἐπιτρέπῃ
424νὰ παρακάθηνται 4 ἐκ τοῦ ἑνὸς μέρους καὶ 4 ἐκ τοῦ ἄλλου
425μέρους τοῦ Προεδρείου οἱ κ. πρακτικογράφοι; (δεικνύει
426τὰς ἑκατέρωθεν τοῦ Προέδρου ἕδρας). Δὲν εἶναι ἐξ
427ἐκείνων, ἐκ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ φοβηθῶμεν ἀταξίαν τινά.
428Ἐὰν δὲν θεωρῆται κατάλληλος ἡ θέσις ἐκείνη, ἂς εὑρεθῇ
429ἄλλη. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον, κυρίως διὰ
430νὰ δώσῃ τέρμα εἰς αὐτὰς τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπανα-
431λαμβάνωνται συνεχῶς, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ὅλοι
432γνωρίζετε, νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν, ἵνα δοθῶσιν 6–10 ἢ 12
433θέσεις εἰς τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελε θεωρηθῆ κατάλληλον.
434Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, φειδόμενος τοῦ χρόνου τῆς Βου-
435λῆς, νὰ θέση τέρμα καὶ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν σήμερον· φέρω
436πρότασιν περὶ τούτου.
437§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον δὲν δύναμαι νὰ ἐρωτήσω τὴν
438Βουλήν. Πρέπει νὰ ὑποβληθῇ γραπτὴ πρότασις, ἥτις θὰ τυ-
439πωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
440§33ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, κύριε
441Πρόεδρε, εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου, καθόσον
442καὶ ἄλλοτε ἠγέρθη τὸ ζήτημα τοῦτο.
443§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλετε γραπτὴν πρότασιν, ἡ ὁποία νὰ
444τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
445§35Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τί νὰ τυπωθῇ; Ἡμεῖς ψηφίζομεν νο-
446μοσχέδια εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, χωρὶς διατυπώσεων.
447§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὕτως ὁρίζει ὁ Κανονισμός.
448§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπανέλθωμεν καὶ αὔριον
449εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν.
450§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε εἶναι προτιμότερον νὰ ὑποβάλητε
451ἐγγράφως τὴν πρότασιν.
452§39ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πρὶν γείνω Βουλευτὴς, παρεκαθήμην εἰς
453τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων, καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἡ φωνὴ
454τοῦ ῥήτορος ἐκεῖ πολλάκις ἔφθανε κατεστραμμένη. Νομίζω
455καὶ ἐγὼ ὀρθὸν νὰ δοθῇ κατάλληλος θέσις εἰς τοὺς δημοσιο-
456γράφους.
457§40ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς σκεφθῇ τὸ Προεδρεῖον περὶ τοῦ
458ἀντικειμένου τούτου, τί πρέπει νὰ γείνῃ.
459§41Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ φέρω πρότασιν διακεκριμένην· ἐὰν
460θέλητε, τὴν ὑποβάλλω ἔγγραφον. Διὰ νὰ δοθῇ δὲ καιρὸς εἰς
461τὸ Προεδρεῖον νὰ σκεφθῇ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπι-
462ληφθῇ τοῦ θέματος τούτου ἐκ νέου.
463§42ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πρό τινων
464ἡμερῶν ὁ ἐκ Βονίτσης βουλευτὴς κ. Μαυρομμάτης ἀπηύθυ-
465νεν ἐπερωτήσεις τινὰς, εἰς ἃς ἔρχομαι νὰ ἀπαντήσω. Καὶ
466κατὰ πρῶτον μὲν ἐπηρώτησε: «Ποῖος ἦτο ὁ ἀριθμὸς τῶν
467»πλωταρχῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ κατὰ τὴν 27 Μαρτίου ἐ. ἔ.
468»καὶ ποῖος ὁ ἀριθμὸς οὗτος μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Β.
469»Διατάγματος τῆς 27 Μαρτίου, δι’ οὗ προεβιβάσθησαν εἰς
470»πλωτάρχας οἱ ὑποπλοίαρχοι Ἐλευθέριος Μεθενίτης καὶ
471»Ἰωάννης Δροῦδες;»
472Ὁ ἀριθμὸς τῶν πλωταρχῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ τῇ 27 Μαρ-
473τίου ἦν 20, δὲν ἐδύνατο δὲ κατὰ τὸν νόμον ὁ ἀριθμὸς νὰ ἦναι
474καὶ ἀνώτερος, διότι καὶ κατὰ τὸν νόμον ᾼΣΔʹ τῆς 12 Ἰου-
475λίου 1885 ἔτους «περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ
476τῶν δοκίμων αʹ τάξεως τοῦ Β. Ναυτικοῦ» (ἐν τῷ «Ναυτικῷ
477Συνεκδήμῳ» τόμῳ 5ῳ Αʹ): «Οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ
478»διαθεσιμότητι ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, συμπεριλαμ-
479»βανομένων καὶ τῶν ἐπικούρων, εἰσὶν ἐν καιρῷ εἰρήνης οἱ ἑξῆς
480»αʹ. Μάχιμοι.
481»Πλωτάρχαι........... 20.»
482Ἑπομένως ὁ νόμος ῥητῶς διαγράφει, ὅτι πλωτάρχαι δὲν
483εἶναι δυνατὸν νὰ ὦσι πλείονες τῶν 20. Ὅταν δὲ διὰ τοῦ Β.
484Διατάγματος τῆς 28 Μαρτίου ἐ. ἔ. προεβιβάσθησαν εἰς πλω-
485τάρχας οἱ ὑποπλοίαρχοι Ἐλευθέριος Μεθενίτης καὶ Ἰωάννης
486Δροῦδες, ὁ ἀριθμὸς τῶν πλωταρχῶν βεβαίως ἀνῆλθεν εἰς 22.
487Ἡ δευτέρα ἐρώτησις εἶναι ἡ ἑξῆς: «Τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ
488»ΨΒʹ νόμου τοῦ 1861 κελεύοντος ῥητῶς, ὅτι «οὐδεὶς ἀξιω-
489»ματικὸς προβιβάζεται, μὴ ὑπαρχούσης θέσεως κενῆς», δὲν
490»παρεβιάσθη προφανῶς ὁ νόμος οὗτος, ὑπαρχόντων ἐν τοῖς
491»ἀριθμοῖς 22 πλωταρχῶν, ἐνῷ ὁ περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωμα-
492»τικῶν τοῦ Ναυτικοῦ νόμος ὁρίζει τοὺς πλωτάρχας εἰς 20;»
493Ἡ ἀπάντησις βεβαίως δὲν εἶναι δυσχερής. Ἀφοῦ ὁ νόμος
494ὁρίζει 20, ἐγένοντο δὲ 22, ὁ νόμος παρεβιάσθη. Δὲν ἦτο δὲ
495ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ παρ’ ἐμοῦ τὴν ἀπάντησιν ὁ σοφὸς συνά-
496δελφος. Ὁ νόμος ͵ΨΒʹ «περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν», εὑρι-
497σκόμενος ἐν τῷ «Ναυτικῷ Συνεκδήμῳ», (ἐν τόμῳ Βʹ σελ. 39)
498ῥητῶς λέγει ἐν ἄρθρῳ 18: «οὐδεὶς ἀξιωματικὸς προβιβάζε-
499»ται, μὴ ὑπαρχούσης κενῆς θέσεως». Ἀφοῦ βεβαίως θέσις
500κενὴ δὲν ὑπῆρχε, προεβιβάσθησαν δὲ δύο, καὶ ἐγένοντο οἱ
501πλωτάρχαι 22, ἀντὶ 20, ἡ ἀπάντησις εἶναι εὐχερὴς, ὅτι δὲν
502ἐτηρήθη ἡ διάταξις 18 τοῦ νόμου.
503Τρίτη ἐρώτησις εἶναι ἡ ἑξῆς: «Τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ ͵ΨΒʹ
504»νόμου ὁρίζοντος, ὅτι οἱ ὑποπλοίαρχοι προβιβάζονται εἰς
505»πλωτάρχας κατὰ μὲν τὸ ἥμισυ κατ’ ἐκλογὴν, κατὰ δὲ τὸ
506»δεύτερον ἥμισυ κατ’ ἀρχαιότητα, δὲν παρεβιάσθη ἐπίσης τὸ
507»ἄρθρον τοῦτο διὰ τοῦ ῥηθέντος Διατάγματος τῆς 28 Μαρ-
508»τίου, οὐδὲν ἀναφέροντος περὶ τῶν προβιβασθέντων, καὶ ἀφοῦ
509»οὗτοι δὲν ἠδύναντο μὲν νὰ προβιβασθῶσι κατ’ ἀρχαιότητα,
510»ἔπρεπε δὲ νὰ προβιβασθῶσι καὶ δύο ἕτεροι κατ’ ἐκλογὴν;»
511Ἐκόμισα τὸ Β. Διάταγμα, ἐν ἀνάγκῃ δὲ, καταθέτω αὐτὸ
512εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα ἴδῃ αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἔχει
513δὲ τοῦτο ὡς ἑξῆς: «Προβιβάζομεν πλωτάρχας τοὺς ὑπο-
514»πλοιάρχους Ἐλευθέριον Μεθενίτην καὶ Ἰωάννην Δροῦδεν.»
515Δὲν ἀναφέρει δηλ. τὸ Διάταγμα, ἐὰν προεβιβάσθησαν κατ’
516ἐκλογὴν, ἢ κατ’ ἀρχαιότητα. Τῷ ὄντι, ἐὰν ἔδει τὰ πράγ-
517ματα νὰ ὦσιν ἀκριβῆ καὶ ὀρθὰ, ἔπρεπε νὰ λέγηται ἐν τῷ
518Β. Διατάγματι κατὰ τίνα τρόπον προεβιβάσθησαν, κατ’ ἀρ-
519χαιότητα ἢ κατ’ ἐκλογὴν; Αὐτοὶ κατ’ ἀρχαιότητα δὲν προε-
520βιβάσθησαν, διότι προηγοῦνται αὐτῶν δύο δεκάδες περίπου·
521ἑπομένως προεβιβάσθησαν κατ’ ἐκλογὴν. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἀπαιτεῖ
522νὰ ἐνεργῆται τὸ ἥμισυ τῶν προβιβασμῶν κατ’ ἐκλογὴν, καὶ
523τὸ ἕτερον ἥμισυ κατ’ ἀρχαιότητα.
524Τώρα ἔρχεται τὸ ἕτερον τῶν ζητημάτων, ἂν ἀληθῶς τῶν
525προβιβασθέντων τούτων ὑποπλοιάρχων εἰς πλωτάρχας προη-
526γοῦντο ἄλλοι ἀρχαιότεροι. Βεβαίως προηγοῦντο. Διὰ τοῦ
527προβιβασμοῦ τοῦ Μεθενίτου, ὅστις ἐν τῇ «Ἐπετηρίδι» φέρει
528τὸν ἀριθμὸν 24ον, κατεπατήθη ἡ ἀρχαιότης 22 ὑποπλοιάρ-
529χων, διὰ τοῦ προβιβασμοῦ δὲ τοῦ Δροῦδε, κατεπατήθη ἡ ἀρ-
530χαιότης 25 ὑποπλοιάρχων. Καὶ ταῦτα προκύπτουσιν ἐκ τοῦ
531ἐπισήμου πίνακος τοῦ Μητρῴου τῶν Μαχίμων Ἀξιωματικῶν
532τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Ὁ προβιβασμὸς δὲ ἐγένετο ἄνευ
533δικαιολογητικῆς πράξεως.
534Τετάρτη ἐρώτησις εἶναι ἡ ἑξῆς: «Πότε θὰ ἀπεστρατεύοντο
535»οἱ ἀξιωματικοὶ Μεθενίτης καὶ Δροῦδες;»
536Ὁ Ἐλευθέριος Μεθενίτης ἀπεστρατεύετο τῇ 26 Δεκεμ-
537βρίου 1895 ἔτους, ὁ δὲ Ἰωάννης Δροῦδες τῇ 18 Δεκεμβρίου
5381895 ἔτους.
539Ἀμφότεροι οἱ ἀξιωματικοὶ, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀπεστρατεύ-
540θησαν δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας μετὰ τὸν προβιβασμὸν αὐτῶν εἰς
541τὸν βαθμὸν τοῦ πλωτάρχου.
542Ἐρωτᾶτε: «ποίαν σύνταξιν θὰ ἐλάμβανον, ἐὰν δὲν προε-
543βιβάζοντο;» Ὁ μὲν Ἐλευθέριος Μεθενίτης ἤθελε λαμβάνει
544δραχμὰς 180, νῦν δὲ λαμβάνει δραχ. 252. Ὥστε ἡ σύν-
545ταξις ηὔξησε κατὰ δραχ. 72. Ὁ δὲ Ἰωάννης Δροῦδες ἤθελε
546λαμβάνει δρ. 169, νῦν δὲ λαμβάνει δρ. 224, ὥστε λαμβάνει
547ἐπὶ πλέον δραχ. 64.
548Ἐν τούτοις ἐπιθυμῶ νὰ ἦμαι ἀκριβὴς εἰς ὅ,τι ἀπαντῶ.
549Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς· ὅτι ὁ Ὑπουργὸς
550τῶν Ναυτικῶν, μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινὸς, προέβη εἰς γε-
551νικοὺς προβιβασμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ὡς
552καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ὥστε, ἐὰν ἤθελε,
553κατὰ τοὺς γενικοὺς προβιβασμοὺς ἐδύνατο νὰ προβιβάσῃ καὶ
554τοὺς δύο τούτους ἀξιωματικοὺς ἀπὸ ὑποπλοιάρχων εἰς πλω-
555τάρχας κατ’ ἐκλογήν. Ἀλλὰ τότε ὑπεχρεοῦτο νὰ προβιβάσῃ
556καὶ ἑτέρους δύο κατ’ ἀρχαιότητα, ἵνα εὑρίσκηται ἐντὸς τῶν
557ὅρων τοῦ νόμου. Δὲν ἔπραξε τοῦτο ὅμως. Βεβαίως παρ’ ἐμοῦ
558δὲν θέλετε ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀπαντήσω διατὶ δὲν ἔπραξε
559τοῦτο· ἴσως δύνασθε καὶ μόνοι νὰ εὕρητε αὐτό· οὐχ ἧττον
560ἐδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο κατὰ τοὺς γενικοὺς προβιβασμούς.
561Προβιβάσας αὐτοὺς ὀλίγους μῆνας πρὸ τῶν γενικῶν προ-
562βιβασμῶν ἐξαιρετικῶς, ἐζημίωσεν ἆρά γε ὑλικῶς τὸ Κράτος;
563Ὡς πρὸς τοῦτο καθῆκον ἔχω, προκειμένου περὶ πρώην συνα-
564δέλφου, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Φρονῶ, ὅτι δὲν ἐζημίωσε τὸ
565Κράτος, διότι ἐν τῇ θελήσει τοῦ Ὑπουργοῦ ἔκειτο νὰ προβι-
566βάσῃ αὐτοὺς κατὰ τοὺς γενικοὺς προβιβασμούς. Θὰ ἐδύνατο
567νὰ λεχθῇ: «πιθανὸν νὰ μὴ ἦτο αὐτὸς τότε Ὑπουργός.»
568Οὐχ ἧττον ὑλικὴ ζημία, ἐὰν προεβίβαζεν αὐτοὺς κατὰ τοὺς
569γενικοὺς προβιβασμοὺς, δὲν ἐδύνατο νὰ ἐπέλθῃ. Διότι ἤθελε
570μὲν προβιβάσει αὐτοὺς κατὰ τοὺς γενικοὺς προβιβασμοὺς,
571ἤθελε θέσει ὅμως καὶ εἰς ἀποστρατείαν. Εἰς τὴν Βουλὴν ὅμως
572πάντοτε ἐναπόκειται νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ὑπάρχῃ περίστασις τῆς
573ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν», ὡς
574καὶ ἂν ὑπῆρξε ζημία.
575Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ ἀπάντησις, ἣν δύναμαι νὰ δώσω
576πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον. Εἰς ὑμᾶς δὲ μένει, ἐκ τῶν
577ἐκτεθέντων νὰ σχηματίσητε γνώμην περὶ τῶν γενομένων καὶ
578περὶ τῆς εὐθύνης ἐκείνου, ὅστις προέβη εἰς τοὺς προβιβασμούς.
579Πρὶν ἢ κατέλθω ὅμως, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ παρατηρήσω
580καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ πρὸς τοὺς κυρίους
581Βουλευτὰς, ὅτι ἐξ ὅσων πληροφοριῶν ἔλαβον ἐκ τῆς ὑπηρε-
582σίας, ἀμφότεροι οἱ προβιβασθέντες ἀξιωματικοί εἰσιν ἐκ τῶν
583ἀρίστων τοῦ Ναυτικοῦ, ὁ δ’ ἕτερος αὐτῶν διέπρεψεν ἐν ἐθνικῷ
584ἐπεισοδίῳ, ἐκτελέσας τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον γενναίως
585καὶ ἐντίμως.
586§43ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡ περίστασις αὕτη πρέπει νὰ ἐπι-
587σύρῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι σπανίως κατηγγέλθη
588εἰς τὴν Βουλὴν τόσον ῥητὴ παρανομία, καὶ σπανίως ἀπάντη-
589σις Ὑπουργοῦ, παρὰ τὴν ἁβρότητα τὴν ὁποίαν ὤφειλε καὶ
590ἔδειξε πρὸς τὸν πρώην συνάδελφον, τόσῳ ῥητῶς ἐπεκύρωσε τὴν
591καταγγελίαν. Ἤδη ἀναμένω παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς
592Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσκομίσῃ
593καὶ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα τῆς συντάξεως καὶ τῶν αἰτή-
594σεων τῶν συντάξεων τῶν προβιβασθέντων πλοιάρχων. Μετὰ
595τὴν παρουσίασιν δὲ τῶν ἐγγράφων τούτων θέλω φέρει τὸν λό-
596γον ἐκ νέου.
597§44ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου θὰ εἴπω
598δύο λέξεις, ἵνα καταδείξω τὸ σκάνδαλον τῆς πράξεως ταύ-
599της. Εἶναι περίεργον, πῶς πολλοὶ τῶν κ. συναδέλφων ἐπὶ
600ἄλλων θεμάτων σπουδαίων καὶ συνταγματικῶν δὲν ἐδείχθη-
601σαν τόσον εὐαίσθητοι, ὡς δεικνύονται ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
602Ἡ εὐαισθησία αὕτη μὲ παρακινεῖ, ὅταν γίνηται λόγος
603περὶ τῶν πράξεων τῆς ἀχρόου Κυβερνήσεως, νὰ προσπαθῶ
604νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ Σώματος, ὅπως οὕτω προ-
605λάβω πολλά, ἅτινα δύνανται εἰς τὸ μέλλον νὰ διασείσωσι
606τὰ βάθρα τῆς Πολιτείας. Δὲν νομίζω ὅτι οἱ κ. συνάδελ-
607φοι, δεικνύοντες τοιαύτην ἀνοχὴν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο
608τοῦ σχηματισμοῦ αὐλικοῦ Ὑπουργείου ἐναντίον τῶν κανό-
609νων τοῦ Συντάγματος, ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς θυσίας, ἃς
610ὑπέστημεν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν ἐλευθεριῶν μας, αἱ ὁποῖαι ἀνε-
611γνωρίσθησαν ἐκ τῆς μεταπολιτεύσεως τοῦ 1862 καὶ αἱ ὁποῖαι
612ὁσημέραι ποδοπατοῦνται. Ἡ ἱστορία τῶν ἐθνῶν ἐχρωμάτισε
613πάντοτε μὲ τὰ μελανώτερα χρώματα τὴν προέλευσιν καὶ
614τὸν σχηματισμὸν τῶν αὐλικῶν ἢ ἀχρόων Ὑπουργείων, τῶν
615ὁποίων τὰ μέλη ὁμοιάζουσιν ὡς οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
616εἰσέρχονται προσωρινῶς εἰς ἀδέσποτον περιουσίαν καὶ ἐπειδὴ
617γνωρίζουσιν ὅτι δὲν εἶναι νόμιμον κτῆμα αὐτῶν, φροντίζουσι
618νὰ λάβωσι μεθ’ ἑαυτῶν ὅ,τι τοῖς ἀρέσκει, πρὶν τοὺς ἐκδιώ-
619ξωσιν. Οὕτω καὶ τὰ αὐλικὰ Ὑπουργεῖα, καταλαμβάνοντα
620τὴν ἐξουσίαν, φροντίζουσι πῶς νὰ ἀμείψωσι τοὺς συγγενεῖς
621των καὶ πῶς νὰ οἰκονομήσωσι τοὺς φίλους των. Ὡς πρὸς
622τοὺς προκειμένους προβιβασμούς, σύμπας ὁ ναυτικὸς κόσμος
623ἐξανέστη, ὄχι μόνον διότι παρανόμως ἐγένοντο οἱ προβιβα-
624σμοί, ἀλλὰ καὶ διότι πρὸ τῶν προβιβασμῶν ἔλαβον χώραν
625οὐκ ὀλίγα σκάνδαλα. Ὁ προσωπάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν
626Ναυτικῶν κ. Ζῶτος, τῇ διαταγῇ, φαίνεται, τοῦ τότε Ὑπουρ-
627γοῦ, ἔγραψεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐπιστολὰς
628διὰ τῆς ὑπογραφῆς του πρὸς τινας ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυ-
629τικοῦ, ἀπειλῶν αὐτούς, ὅτι, ἂν δὲν ἀποστείλωσιν αἰτήσεις
630πρὸς ἀποστράτευσιν, ὄχι μόνον ὁπωσδήποτε θὰ ἀποστρατευ-
631θῶσιν, ἀλλὰ καὶ θὰ μετανοήσωσι, παρακούοντες, ἐνῷ ὑπα-
632κούοντες καὶ ἀποστρατευόμενοι θὰ λάβωσιν ἕνα βαθμὸν με-
633γαλύτερον...
634§45Γ. ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε αὐτό;
635§46Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ἤκουσα ἀπὸ ναυτικούς, ἂν δὲ ἡ
636Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ βεβαιωθῇ, δύναται νὰ συστήσῃ ἐπιτρο-
637πὴν ἀνακριτικὴν πρὸς ἐξέτασιν, καὶ τότε θ’ ἀνακαλύψῃ παρα-
638νομίας καὶ σκάνδαλα πλειότερα.
639§47ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν διευ-
640θύνω ἐπὶ μακρὸν χρόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, κατὰ
641τὰς ὀλίγας ὅμως ταύτας ἡμέρας τῆς ὑπουργίας μου δὲν κα-
642τώρθωσα νὰ πείσω ἐμαυτόν, ὅτι ὁ κ. προσωπάρχης δὲν ἐκτε-
643λεῖ τὸ καθῆκόν του συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους.
644§48ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι δικαίωμά σας, κ. Ὑπουργέ, νὰ πι-
645στεύητε ὅτι ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του μόνον ὁ κ. προσωπάρ-
646χης· ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ἀξίας τοῦ προσωπάρχου, δυνα-
647τὸν ὁ Ὑπουργὸς νὰ διέταξε τὸν προσωπάρχην νὰ πράξῃ ὅ,τι
648ἔπραξεν, ἐγὼ δὲν ἐφάπτομαι τῆς ὑπολήψεως τοῦ προσωπάρ-
649χου, ἐγὼ ἀφηγοῦμαι τὰ πράγματα ὡς ἱστοριογράφος καὶ
650ἐλεγκτής. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
651Ναυτικῶν νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν πράγματι ἐστάλησαν τοιαῦται
652ἐπιστολαί.
653§49ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἰς τί
654ἀφεώρων αἱ ἐπιστολαὶ ἐκεῖναι;
655§50ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν
656λέγεται ὅτι διέταξε τὸν κ. προσωπάρχην νὰ ζητήσῃ δι’ ἐπι-
657στολῶν νὰ ἀποστρατευθῶσιν ἀξιωματικοί τινες, ὅπως κενώθῃ
658θέσεις καὶ προβιβάσῃ τοὺς συγγενεῖς του. Οὕτω πράγματι
659κατώρθωσε διὰ τῶν ἀπειλῶν νὰ προβιβάσῃ τοὺς συγγενεῖς
660του καὶ τοὺς εὐνοουμένους τῆς Αὐλῆς καὶ τοὺς προσωπικοὺς
661φίλους του. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ τις ὅλην τὴν ὑφὴν τῶν γενο-
662μένων προβιβασμῶν καὶ τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα ἔλαβον χώ-
663ραν, διὰ νὰ ἐννοήσῃ, τίς ἦτο ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἠνάγκασε τὸν
664κ. προσωπάρχην νὰ προβῇ εἰς τὰς ἀπειλητικὰς ἐπιστολάς.
665Πάντα τὰ ναυτικὰ ταῦτα σκάνδαλα κάμνω γνωστά, διὰ
666νὰ ἴδητε, τίνες εἶναι αἱ πράξεις τῶν Ὑπουργῶν τῶν μὴ ἀνη-
667κόντων εἰς κόμμα. Διότι δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι οἱ αὐλικοὶ οὐ-
668δὲν ἄλλο κάμνουσιν ἢ νὰ κατηγορῶσι τοὺς πολιτευτὰς καὶ
669πρὸ πάντων τοὺς ἀνήκοντας εἰς κόμμα, ἐνῷ δὲν ἔπρεπεν οἱ
670ἁρμόδιοι νὰ συγχωρῶσι τὰ τοιαῦτα. Δὲν κρίνω δὲ ἄσκοπον
671νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν περιστατικὸν βασιλέως ἐκ τῶν νεωτέρων.
672Ὅτε ἄλλοτε ὁ βασιλεὺς Λουιπόλδος μετέβη τὸ πρῶτον εἰς
673τὸ Βέλγιον, ἠρώτησε τότε τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν ἠδύνατο νὰ
674φέρῃ μεθ’ ἑαυτοῦ τὸν διδάσκαλόν του. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι
675οἱ βασιλεῖς ἵστανται ὑψηλὰ, τὸ ἔθνος ὀφείλει εἰς αὐτοὺς ὑπα-
676κοὴν, ἀγάπην καὶ μέγαν σεβασμὸν, δὲν παρέχει ὅμως εἰς αὐ-
677τοὺς οὐδὲν μέσον, οὐδὲ τὸ δικαίωμα τῆς διοικήσεως, ὡς δυ-
678νάμεως οὐδετέρας καὶ ὀργάνου ἀπαραιτήτου εἰς τὰ Συνταγ-
679ματικὰ Κράτη εἰς τὸ νὰ ἐποπτεύῃ τὴν λειτουργίαν τῶν
680διαφόρων ἐξουσιῶν τῆς συνταγματικῆς Πολιτείας.
681§51ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν
682οὐσίαν, ἀλλὰ πᾶς τις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν καὶ κατὰ τὴν
683ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ
684Βονίτσης καὶ σήμερον κατὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουρ-
685γοῦ ὑπέθεσεν ὅτι ἐγένετο παραβίασις νόμου κατὰ τοὺς τελευ-
686ταῖον γενομένους προβιβασμοὺς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς προέβη εἰς
687τὸν προβιβασμὸν δύο πλωταρχῶν, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχον κεναὶ θέ-
688σεις καὶ ὅτι προέβη εἰς προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογὴν, ἐνῷ ὤφειλε
689νὰ προβῇ εἰς προβιβασμὸν ἴσου ἀριθμοῦ κατ’ ἐκλογὴν καὶ
690κατ’ ἀρχαιότητα. Νομίζω ὅτι τὸ θέμα εἶναι σπουδαῖον καὶ
691πρέπει νὰ ἐξετασθῇ καὶ ὑπὸ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, διότι,
692ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὴν «Ἐπετηρίδα», τὴν ὁποίαν εἶχε τὴν
693καλωσύνην νὰ μοὶ ἀποστείλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν,
694θέλετε ἴδει, ὅτι οἱ προβιβασθέντες οὗτοι εἶναι ἀρχαῖοι ναῦται
695καὶ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ, ὑπηρετοῦντες ἀπὸ τοῦ
6961848, τουτέστιν ἀπὸ 47 ἐτῶν. Ὑποθέτω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς
697ἀπέβλεψεν εἰς τὴν μακρὰν αὐτῶν ὑπηρεσίαν καὶ εἶχεν ἴσως
698καὶ ἄλλους λόγους, ἀφοῦ ἐκ τῆς «Ἐπετηρίδος» βλέπει τις
699ὅτι εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν δὲν διετέλεσαν ἐπὶ 8 ἔτη καὶ
700συνεπῶς δὲν ἐδικαιοῦντο εἰς βαθμὸν καὶ σύνταξιν ἀνωτέραν.
701Αὐτοὶ κατετάχθησαν τὸ 1848, ἐν ἡλικίᾳ 8 ἐτῶν, διότι ἐγεν-
702νήθησαν τὸ 1840, ὑπηρετοῦσι δὲ ἐν τῷ ναυτικῷ 47 ἔτη.
703Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ζητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς παρὰ τοῦ Νο-
704μικοῦ Συμβουλίου μίαν σαφῆ καὶ εὐκρινῆ ἔκθεσιν, ἐξ ἧς εἶμαι
705βέβαιος, ὅτι θὰ δικαιολογηθῇ ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ διότι
706ὁμολογῶ, ὅτι, ὡς ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυ-
707τικῶν, ἐπιβαρύνεται ἴσως ἀδίκως ὁ προκάτοχός του ἐκ τῶν
708λόγων αὐτοῦ, ὅτι ὁ νόμος περὶ προβιβασμῶν παρεβιάσθη ὑπ’
709ἐκείνου, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ προεβιβάσθησαν εἰς θέσεις μὴ κε-
710νὰς, ὅτι προεβιβάσθησαν οὗτοι κατ’ ἐκλογὴν, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουρ-
711γὸς ὤφειλε νὰ προβιβάσῃ καὶ κατ’ ἀρχαιότητα.
712§52Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρα-
713καλῶ νὰ διατυπώσητε ἐγγράφως τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα
714ὑπεβάλετε.
715§53ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα ὁ
716νομικὸς σύμβουλος, καὶ νὰ κάμῃ μίαν ἔκθεσιν, ὅτι ὁ νόμος
717περὶ προβιβασμῶν παρεβιάσθη, ὅτι μὴ ὑπαρχούσης κενῆς θέ-
718σεως ὁ Ὑπουργὸς προέβη εἰς προβιβασμοὺς καὶ ὅτι προεβί-
719βασε μόνον κατ’ ἐκλογὴν, ἐνῷ ὤφειλε νὰ προβιβάσῃ καὶ κατ’
720ἀρχαιότητα. Διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἀμφιβάλλω, ἂν ὁ κ. Κριε-
721ζῆς προέβη εἰς παρανομίαν, ἀφοῦ μάλιστα ἠδύνατο κατὰ
722τοὺς γενικοὺς προβιβασμοὺς νὰ προβιβάσῃ τοὺς περὶ ὧν ὁ λό-
723γος ἀξιωματικοὺς, καὶ ἀμείψῃ τὴν πολυχρόνιον αὐτῶν ὑπη-
724ρεσίαν.
725§54Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὸ,
726ὅπερ ζητεῖτε, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸν νο-
727μικὸν σύμβουλον, ἵνα μεταδώσω πρὸς ὑμᾶς τε καὶ πρὸς τὴν
728Βουλὴν τὴν γνώμην αὐτοῦ τὴν νομικήν. Οὐχ ἧττον ὀφείλω
729νὰ δηλώσω πρὸς ὑμᾶς τε καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐκ τοῦ
730παρελθόντος, ὅπερ ἔχω ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὅπερ ὁπωσδήποτε
731εἶναι μακρὸν, οὐδέποτε ἐδέχθην, οὐδὲ συνείθισα νὰ παραδέχω-
732μαι τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἢ νομικοῦ τινος
733συμβούλου ἀνεξελέγκτως. Διὰ τοῦτο, οἱαδήποτε καὶ ἂν
734ἤθελεν εἶσθαι ἡ γνώμη τοῦ νομικοῦ συμβούλου, ἐκ τῶν προ-
735τέρων δηλῶ, ὅτι δὲν εἶμαι ὑπόχρεως νὰ ἀσπασθῶ αὐτήν.
736Ἄλλως δὲ δὲν πρόκειται δὰ καὶ περὶ νομικοῦ ζητήματος.
737Τὰ πράγματά εἰσι πρόδηλα· δὲν νομίζω δὲ ὅτι εἶναι ἐν
738ἀκριβείᾳ οἱ λέγοντες, ὅτι διὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου προσεπά-
739θησα νὰ καταδείξω τὴν παραβίασιν τοῦ νόμου. Διότι, ἀγο-
740ρεύων ἐγὼ, δὲν ἠθέλησα νὰ φέρω ἐπιχειρήματα, ἵνα ἀπο-
741δείξω τὴν παραβίασιν τῶν νόμων. Ἐγὼ ἀπήντησα εἰς ἐρω-
742τήματα. Εἶπον ὅτι ἐγένοντο προβιβασμοὶ, ὧν συνεπείᾳ ἐπὶ
743δύο ἡμέρας εὑρισκόμεθα ἔχοντες 22 πλωτάρχας, ἐνῷ ἔπρεπε
744νὰ ἔχωμεν μόνον 20. Ἀπαντᾷ λοιπὸν ὁ νόμος. Εἶναι ἀνάγκη
745νὰ ἀγορεύσῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἵνα ἀποδειχθῇ ἡ παραβίασις τοῦ
746νόμου; Καὶ ἔχετε ἀνάγκην τῆς γνώμης τοῦ Νομικοῦ Συμ-
747βουλίου, ἵνα βεβαιωθῇ, ὅτι παρεβιάσθη ὁ νόμος; Ὑπάρχει
748νόμος, ὅστις ῥητῶς λέγει: «μὴ ὑπαρχούσης κενῆς θέσεως, δὲν
749δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβιβάσῃ ἀξιωματικόν.» Ἔχετε
750ἀνάγκην νομικῶν γνώσεων, ἵνα βεβαιωθῆτε, ὅτι παρεβιάσθη
751ὁ νόμος; Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ εἶναι ἀληθὲς, ὅπερ δὲ ὀφείλω νὰ
752καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι, ὅτι ὁ αὐτὸς
753Ὑπουργὸς, ὁ ἐνεργήσας τὸν προβιβασμὸν τῶν δύο ἐκείνων ἀξιω-
754ματικῶν, ἐδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὸν προβιβασμὸν αὐτῶν εὐ-
755θὺς ὡς προέβαινεν εἰς τὸν προβιβασμὸν καὶ δύο ἄλλων κατ’
756ἀρχαιότητα· ἀφοῦ λοιπὸν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο,
757νομίζω, ὅτι δὲν ἐζημίωσε τὸ Κράτος. Ἡ σύνταξις, ἣν λαμβά-
758νουσι σήμερον ἐκεῖνοι, δὲν εἶναι πρὸς ζημίαν τοῦ Κράτους,
759διότι ἐδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς τὸν προβιβασμὸν αὐ-
760τῶν κατὰ τοὺς γενικοὺς προβιβασμούς. Διατὶ δὲν ἔπραξεν
761αὐτό; Νομίζω, ὅτι δὲν εἶμαι ὑπόχρεως νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν
762διάνοιαν τοῦ τότε κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν· οἱ
763ἐπερωτήσαντες εὐκόλως δύνανται νὰ εὕρωσιν αὐτό.
764§55ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ἀρχαῖος
765ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ, ὡς ἦτο ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ
766τῶν Ναυτικῶν, δυνάμενος νὰ προβιβάσῃ τοὺς ἀξιωματι-
767κοὺς ἐκείνους κατὰ τοὺς γενικοὺς προβιβασμοὺς, προέβη εἰς
768τὸν προβιβασμὸν τούτων παρὰ τὸν νόμον. Θὰ εἶχε λόγον.
769Ἠθέλησα λοιπὸν νὰ ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα καλῶς, διὰ νὰ πει-
770σθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι πράγματι ἐγένετο παραβίασις τοῦ νό-
771μου, καθόσον ἐγὼ δὲν πείθομαι ὅτι διακεκριμένος ἀξιωματι-
772κὸς τοῦ ναυτικοῦ, οἷος εἶναι ὁ κ. Κριεζῆς, παρεβίασε τὸν
773νόμον.
774§56Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἤδη
775παρατηρῶ, ὅτι διέφυγε καὶ ἐμὲ καὶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι
776ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀξιωματικῶν ὑπάρχει στήλη, ἐκ τῆς
777ὁποίας προκύπτει πότε προβιβάζονται. Οἱ περὶ οὗ ὁ λόγος
778δύο ἀξιωματικοὶ προεβιβάσθησαν κατὰ τὸ 1890 ἀμφότεροι.
779§57ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν εἶχον τότε δικαίωμα προβιβασμοῦ, ἀπο-
780στρατευόμενοι. Τὸ εἶπον εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, ἀλλ’ ἐπανα-
781λαμβάνω ὅτι, ἂν ὁ προκάτοχός σας ἦτο ἐδῶ, θὰ ἐξήγει τοὺς
782λόγους, καὶ βεβαίως θὰ εἶχε τοιούτους, ὅπως προβῇ εἰς ὅ,τι
783προέβη.
784§58ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὑπάρχει καὶ πραγματικὴ ζημία ἐδῶ,
785διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς, προβιβάζων αὐτοὺς εἰς πλωτάρχας,
786ἐσκόπει νὰ ἔχῃ δύο ἔτι κενὰς θέσεις κατὰ τοὺς γενικοὺς προ-
787βιβασμούς. Ἐκ τούτου δὲ, κενωθεισῶν τῶν δύο θέσεων, προε-
788βιβάσθησαν δύο πλοίαρχοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ προεβιβάζοντο,
789ἂν δὲν προεβιβάζοντο πρὸ τοῦ χρόνου τῶν προβιβασμῶν οἱ
790ἀξιωματικοὶ αὐτοί.
791§59Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐκεῖ-
792νο, ὅπερ ἐπίσης ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι,
793ὑπαρχόντων ἀρχαιοτέρων ἀξιωματικῶν, εἴκοσι καὶ εἰκοσιπέντε
794ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐγένοντο ἀπὸ ὑποπλοιάρχων
795πλωτάρχαι, ἐάν ποτε ὑπάρξῃ ἀνάγκη συγκλήσεως τῆς ἐφε-
796δρείας, αὐτοὶ, νεώτεροι ὄντες, θέλουσιν ἡγεῖσθαι ἀρχαιοτέρων,
797ὅπερ βεβαίως εἶναι ἄτοπον.
798§60ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν συμβου-
799λευθεὶς βεβαίως τὰ παρ’ αὐτῷ μητρῷα τῶν ἀξιωματικῶν,
800εὑρίσκει ὅτι οἱ περὶ ὧν ὁ προαγορεύσας ἐπραγματεύθη ἀξιω-
801ματικοὶ, προβιβασθέντες εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμὸν, μόνον κακὸν
802ἐπροξένησαν νὰ λάβωσι σύνταξιν ἀνωτέραν ἐκείνης, ἧς ἐδικαι-
803οῦντο, ἂν δὲν ἐπροβιβάζοντο, διότι κατὰ τὸ μητρῷον διατρέ-
804χοντες τὴν ἡλικίαν τῶν 55 ἐτῶν, ὑποχρεωτικῶς θ’ ἀπεστρα-
805τεύοντο ἐντὸς τοῦ 1895.
806Τὸ πρᾶγμα ὅμως δὲν εἶναι τοσοῦτον ἁπλοῦν, ὅσον ὁ κ.
807Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὸ ἀντιλαμβάνεται. Οἱ δύο ἀξιω-
808ματικοὶ, περὶ ὧν συζητοῦμεν, προεβιβάσθησαν παρανόμως, καθ’
809ὑπέρβασιν τῶν ὡρισμένων διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ πλωτάρχου
810ἀριθμῶν. Προεβιβάσθησαν δὲ τὰς παραμονὰς τῆς ὑποχρεωτι-
811κῆς ἀποστρατεύσεως αὐτῶν, ἄνευ ἀνάγκης τινὸς τῆς ὑπηρε-
812σίας καὶ χωρὶς νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τῆς εἰς τὸν ἀνώτερον
813βαθμὸν ἀνηκούσης συντάξεως κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου
814ΑΧΜʹ. Πρὸς τούτοις κατεπάτησαν τὸ εἰς ἀρχαιοτέρους αὐ-
815τῶν ἀνῆκον δικαίωμα προβιβασμοῦ, ὑστεροῦντες μάλιστα
816κατὰ τὴν ἱκανότητα τῶν ὁμοιοβάθμων των, διότι ἀνήκουσιν
817εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐπικούρων καὶ φέρονται ἐν τῷ ἀρι-
818στερῷ τοῦ μητρῴου. Τὰ κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς τῶν δύο
819ἀξιωματικῶν λαβόντα χώραν δὲν περιορίζονται εἰς τὰ λε-
820χθέντα. Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου ΑΧΜʹ τοῦ 1888 ὡς
821βάσις πρὸς ὁρισμὸν τοῦ ὁρίου ἡλικίας τῶν πρὸ τοῦ νόμου
822τούτου ὑπαρχόντων ἀξιωματικῶν χρησιμεύουσι τὰ ἐν τῷ
823Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν κρατούμενα μητρῷα τῶν ἀξιωμα-
824τικῶν. Κατὰ τὰ μητρῷα ταῦτα, οἱ ὑποπλοίαρχοι Μεθενίτης
825καὶ Δροῦδες ἐγεννήθησαν τὸ 1840, κατὰ Δεκέμβριον. Ἐν τῇ
826περὶ ἀποστρατεύσεως αἰτήσει των ἀμφότεροι ἐπισυνάπτουν ἓν
827καὶ μόνον δικαιολογητικὸν τοῦ πρὸς σύνταξιν δικαιώματός
828των, ἀντίγραφον τοῦ ῥηθέντος μητρῴου ἐπικεκυρωμένον ὑπὸ
829τοῦ ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν
830Ναυτικῶν. Ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν προδικαστικὴ
831ἐπιτροπὴ, συμφώνως πρὸς τὸ μητρῷον, ἀφαιρέσασα ἀπὸ τὸν
832χρόνον τῆς τελεσθείσης ὑπηρεσίας τοῦ μὲν 9, τοῦ δὲ 4, νο-
833μίζω, ἔτη, διότι ὅτε κατετάχθησαν ἐν τῷ ναυτικῷ εἶχον ἡλι-
834κίαν κατωτέραν ἐκείνης, ἀφ’ ἧς ἄρχεται τὸ δικαίωμα τῆς συν-
835τάξεως, ἀνεγνώρισε τὴν σύνταξιν αὐτῶν διὰ τὸ ὑπόλοιπον διά-
836στημα τῆς συνταξίμου ὑπηρεσίας...
837§61ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί ἐγένετο;
838§62ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Ἔχετε ὑπομονήν... Ὅτε ἐστάλησαν
839εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον οἱ φάκελλοι τῶν συντάξεων τῶν
840ἀξιωματικῶν, περὶ ὧν συζητοῦμεν, εὑρίσκονται ἐν αὐτοῖς δύο
841πιστοποιητικὰ ἰδιωτῶν, χωρὶς νὰ διακρίνηται ἡ προέλευσις
842αὐτῶν, βεβαιοῦντα, ὅτι ἡ ἡλικία τῶν εἰρημένων ἀξιωματικῶν
843εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς ἐν τῷ μητρῴῳ τοῦ Ὑπουργείου ἀνα-
844γραφομένης. Τὸ Συνέδριον δὲ, θεωρῆσαν τούτους ὡς ἄγοντας
845τὴν νομίμως συντάξιμον ἡλικίαν ἀπὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν
846κατετάχθησαν, ἀπονέμει αὐτοῖς σύνταξιν καὶ διὰ τὸ διάστημα,
847ὅπερ ἡ προδικαστικὴ ἐπιτροπὴ εἶχεν ἀφαιρέσει. Τὸ δὲ Ὑπουρ-
848γεῖον, ἀποδεχόμενον τὴν γνώμην τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου,
849ἐναντίον τῆς προτάσεως τῆς προδικαστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ
850τῆς ἀσφαλοῦς πληροφορίας τοῦ παρ’ αὐτῷ μητρῴου, προκαλεῖ
851διάταγμα, δι’ οὗ, αὐξανομένης αὐθαιρέτως τῆς ἡλικίας τῶν
852ἐν λόγῳ ἀξιωματικῶν, ἀπονέμεται αὐτοῖς σύνταξις ἀνωτέρα
853ἐκείνης, ἧς ἐδικαιοῦντο, ἐνῷ, ἀφοῦ παρεδέχθη τὴν ἀπόφασιν
854τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὤφειλε νὰ θεωρήσῃ τούτους ὑπο-
855χρεωτικῶς ἀπεστρατευμένους, τὸν μὲν πρὸ ἐννέα, τὸν δὲ πρὸ
856τριῶν ἐτῶν, ὅτε δηλαδὴ εἶχον ὑπερβῆ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας.
857§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς εἶναι τοῦτο;
858§64ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Ὅπως σᾶς τὸ εἶπον, ἀγαπητὲ συνάδελφε.
859Πιθανὸν νὰ σφάλλω εἰς τὰς χρονολογίας· ὅταν ὁ κ. Ὑπουρ-
860γὸς λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ προσαγάγῃ τοὺς φακέλλους,
861οὓς ὁ ἐκ Βονίτσης συνάδελφος ἐζήτησε, τότε καὶ ὑμεῖς καὶ
862πᾶς ὁ ἀμφιβάλλων θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξετάσῃ αὐτὰ τὰ πράγ-
863ματα, ἐγὼ δὲ, ἂν γείνῃ χρεία, προθύμως θέλω προσφέρει τὴν
864συνεργασίαν μου, ἂν κριθῇ χρήσιμος.
865§65ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι βεβαιότατον, ὅτι, ἐὰν εἶχε τὴν
866τιμὴν ὁ τέως ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς νὰ παρακάθηται
867εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα, δὲν ἤθελε λάβει χώραν ἡ συζήτησις,
868ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε γίνεται, διότι ἤθελε δυνηθῆ ν’ ἀπολο-
869γηθῇ ἀμέσως. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω
870τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ κ. Κριεζῆς, ὁ πλοίαρχος Κριεζῆς, περι-
871ποιεῖ τιμὴν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ναυτικὸν, ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπό-
872ψεις. Ὡμίλησα μετ’ Ἄγγλων καὶ Γάλλων ναυάρχων, τοὺς
873ὁποίους ηὐτύχησα νὰ γνωρίσω, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι ὁ κ. Κριε-
874ζῆς εἶναι τόσον διακεκριμένος ἀξιωματικὸς, ὥστε εἶναι ἀδύ-
875νατον νὰ προβῇ εἰς μίαν παρανομίαν, δι’ οἱονδήποτε λόγον,
876πολλῷ δὲ μᾶλλον ἕνεκα ἰδιοτελῶν σκοπῶν.
877Ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ζητήματα τοιαῦτα, φρονῶ ὅτι
878πρέπει νὰ ἐξετάζωνται ἀπὸ πολὺ ὑψηλοτέρας ἀπόψεως, καὶ
879δὲν πρέπει νὰ τὰ ῥίπτωμεν εἰς τοὺς νομικοὺς συμβούλους. Ὁ
880Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προέβη εἰς τὸν προβιβασμὸν τῶν
881περὶ ὧν ὁ λόγος δύο ἀξιωματικῶν, διότι διῴκησε τοὺς ἀξιω-
882ματικοὺς τούτους, τοὺς ἐγνώρισε καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ
883λάβουν τὴν σύνταξιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον, καὶ εἴδετε ὅτι μετὰ
884δύο ἡμέρας ἔλαβον τὴν σύνταξίν των. Φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει
885νὰ συζητῶμεν ἐδῶ, διϋλίζοντες τὸν κώνωπα, ὅταν γνωρίζωμεν
886ὅτι πρόκειται περὶ ἀξιωματικοῦ ἀνωτέρου, ὁ ὁποῖος, ἐπανα-
887λαμβάνω, τιμᾷ τὸ Ἑλληνικὸν ναυτικόν.
888Ἐπειδὴ δὲ εἷς συνάδελφος, τὸν ὁποῖον τιμῶ ὑπεράγαν, ὡμί-
889λησε καὶ περὶ τοῦ προσωπάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυ-
890τικῶν, ὅστις καὶ σήμερον ἐξακολουθεῖ ἐκτελῶν τὰ καθήκοντα
891τοῦ προσωπάρχου, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, διαβεβαιῶ ἐπί-
892σης τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ προσωπάρχης οὗτος εἶναι ὡς οἱ Ἄγ-
893γλοι ἀξιωματικοὶ, ἐσπούδασε καὶ ἐμορφώθη μόνος του, περι-
894ποιεῖ δὲ τιμὴν εἰς τὸ σῶμα τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ
895Ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ, εἶναι δὲ τόσον ἐπιφυλακτικὸς καὶ τό-
896σον ἔντιμος, ὥστε εἶμαι βεβαιότατος, ὅτι, ἐὰν εὑρεθῇ μία
897ἐπιστολή του ἀπευθυνομένη πρὸς οἱονδήποτε, μόνος του θέ-
898λει ἀποσυρθῆ ἐκ τῆς θέσεώς του καὶ τοῦ βαθμοῦ του. Παρα-
899καλῶ λοιπὸν τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἐξετασθῇ ἐνταῦθα, ὡς
900ἁρμόζει νὰ ἐξετάζωνται τὰ τοιαῦτα ζητήματα.
901§66ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μετὰ λύπης μου παρατηρῶ, ὅτι ὁ ἔντι-
902μος φίλος μου ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴς λαμβάνει τὰ πράγματα
903ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν πάντοτε καὶ ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς φι-
904λίας. Οὐδεὶς ἔψεξεν ἢ ψέγει τὸν Ἡρακλέα, οὐδεὶς εἶπεν, ὅτι
905ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς δὲν εἶναι πράγματι
906εἷς τῶν ἐγκρίτων ναυτικῶν. Ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τέως Ὑπουρ-
907γὸς εἶναι ἄριστος ναύτης, εἶναι εἷς τῶν διακεκριμένων ἀξιω-
908ματικῶν, οὐδεὶς τὸν ἔψεξεν· οὔτε περὶ τοῦ προσωπάρχου εἶπόν
909τι, ἀφορῶν τὴν ὑπόληψίν του ἢ τὴν ἀξίαν του. Ἐνταῦθα
910ἐγένετο λόγος μόνον περὶ τῆς γενομένης παρανομίας ἐκ μέ-
911ρους τούτων, καὶ τοῦτο πράττομεν δυνάμει τοῦ ὑψίστου δι-
912καιώματος, τὸ ὁποῖον κέκτηται πᾶς ἀντιπρόσωπος τοῦ
913ἔθνους. Θαυμάζω μάλιστα, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας συνά-
914δελφος δὲν ἐφρικίασεν, ὅταν εἶδε φανερὰ παραβιαζομένους
915τοὺς νόμους. Ἐδῶ παρεβιάσθη ῥητὸς νόμος, ὁ Ὀργανισμὸς
916ὁ γνωστὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐν τούτοις
917σᾶς λέγουν «νὰ ἐξετάζητε τὰ ζητήματα ταῦτα ἀπὸ ὑψηλῆς
918περιωπῆς». Καὶ ποία εἶναι ἡ ὑψηλὴ αὕτη περιωπή; Μὲ τὰς
919λέξεις θὰ παίζωμεν ἢ θὰ ἤμεθα σοβαροί; Παρεβιάσθη ὁ νό-
920μος, ναὶ ἢ οὔ;
921§67ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἀμφιβάλλω.
922§68ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐὰν ἀμφιβάλλητε, ζητήσατε νὰ συστηθῇ
923ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, καὶ τότε θὰ φανῇ, ἐὰν
924παρεβιάσθη ὁ νόμος καὶ διατὶ παρεβιάσθη. Ἐγὼ καὶ ἄλλοτε
925προὐκάλεσα τὸν ἐπερωτήσαντα συνάδελφον, καὶ τῷ εἶπον ὅτι,
926ἐὰν ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην αἴτησιν, ἐγὼ θὰ
927τὴν ὑπογράψω βεβαίως. Ἐδῶ πρόκειται, ὡς αὐστηροὶ καὶ ἀδέ-
928καστοι δικασταὶ νὰ δικάσωμεν τὴν πρᾶξιν τοῦ τέως Ὑπουρ-
929γοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἂς μὴ περιοριζώμεθα εἰς λέξεις, ἀλλ’ ἂς
930προσδιορίσωμεν ἡμέραν, καθ’ ἣν νὰ δικάσωμεν, ἐὰν παρεβιά-
931σθησαν οἱ νόμοι καὶ ἂν ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον καὶ κατὰ
932πόσον.
933§69ΜΑΝΕΣΗΣ. Περὶ αὐτοῦ ἐγὼ ἐξεδήλωσα ἀμφιβολίαν, ὅτι
934δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ ὅτι ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυ-
935τικῶν Ὑπουργὸς, ἀξιωματικὸς διακεκριμένος, ἠδύνατο νὰ προ-
936βῇ εἰς παράβασιν νόμου, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα εὐκρινεστέ-
937ρας, θετικωτέρας ἀποδείξεις. Ἰδοὺ διατὶ ἐνόμισα, ὅτι τὸ ζή-
938τημα ἔπρεπε νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὅπως
939ἐξενέγκῃ γνώμην καὶ φωτίσῃ τὴν Βουλήν· διότι ἠκούσατε,
940τί εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ ἐκ Ξηροχωρίου ἀξιότιμος Βουλευτὴς,
941ὅτι πρέπει νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νό-
942μου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ἐπίσης φρονῶ ὅτι, ὅ,τι
943ἐλέχθη περὶ τῆς ἀπονεμηθείσης συντάξεως, ἀποδεικνύει καθα-
944ρῶς, ὅτι ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς δὲν εἶχεν
945ἀνάγκην νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον, ἀφοῦ ἠδύνατο νὰ προβι-
946βάσῃ τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος δύο ἀξιωματικοὺς κατὰ τοὺς γε-
947νικοὺς προβιβασμοὺς, οἱ ὁποῖοι, ἐβεβαιοῦτο τότε θετικῶς, ὅτι
948θὰ γείνωσι, καὶ ἑπομένως οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι θὰ ἐλάμβα-
949νον τὴν σύνταξιν, ἡ ὁποία τοῖς ἐχορηγήθη, χωρὶς νὰ παρα-
950βιασθῇ ὁ νόμος, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουρ-
951γοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν.
952§70ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτι-
953κῶν νὰ εἴπῃ, ἐὰν ὑπῆρχον κεναὶ θέσεις.
954§71Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ
955πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κεναὶ θέσεις δὲν ὑπῆρχον, ὅτι αἱ
956θέσεις ἦσαν 20, διὰ τοῦ προβιβασμοῦ δὲ τῶν δύο ἀξιωματι-
957κῶν ἐγένοντο οἱ πλωτάρχαι 22. Εἰς ἐκεῖνο δὲ, ὅπερ παρατη-
958ρεῖτε, ἀπαντῶ τὸ ἑξῆς· εἶπον μέν, ὅτι ἐδύνατο νὰ προβῇ εἰς
959τὸν προβιβασμὸν τῶν δύο αὐτῶν ἀξιωματικῶν κατὰ τοὺς γε-
960νικοὺς προβιβασμοὺς, ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἐγγύησις τις ἀσφαλὴς
961καὶ βεβαία, προκειμένου περὶ τοῦ μέλλοντος, ὅτι ἤθελον γείνῃ
962γενικοὶ προβιβασμοί;
963§72ΒΑΛΕΤΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήμα-
964τος, ἀλλὰ μόνον περὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἐκ Τριχωνίας ἀξιο-
965τίμου Βουλευτοῦ, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἐντελῶς πρωτοφανῆ. Ἡ
966Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ζητῇ παρὰ τῶν Ὑπουργῶν πληρο-
967φορίας περὶ πράξεων τῆς διοικήσεως καὶ περὶ πράξεων τῶν
968Ὑπουργῶν, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν νὰ μορ-
969φώνῃ γνώμην καὶ νὰ ἐκφέρῃ ἀπόφασιν οἱανδήποτε. Οὐδέποτε
970ἠκούσθη ἡ Βουλὴ νὰ ζητῇ δικηγορικὰς γνωμοδοτήσεις, ὅπως
971κατὰ ταύτας μορφώνῃ τὴν πεποίθησίν της. Νομίζω λοιπὸν,
972ὅτι ὄχι μόνον ἀναξιοπρεπὲς εἶναι διὰ τὴν Βουλὴν τὸ ζητού-
973μενον, ἀλλὰ καὶ ἀπαράδεκτον, καθαυτὸ εἰπεῖν, κατὰ τὰ
974συνταγματικὰ νόμιμα. Ὅ,τι δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἐπὶ τῆς
975περιστάσεως ταύτης, εἶναι τὸ ἑξῆς· νὰ ζητήσωμεν μόνον συμ-
976πληρωτικὰς πληροφορίας, ἐφ’ ὅσον νομίζομεν ὅτι αἱ προσαχθεῖ-
977σαι δὲν ἀρκοῦσι πρὸς σχηματισμὸν πεποιθήσεως παρὰ τοῦ ἁρ-
978μοδίου Ὑπουργοῦ, καὶ μετὰ τοῦτο δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀπο-
979φασίσῃ ὅ,τι νομίζῃ πρέπον. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων, ἐπαναλαμ-
980βάνω, οὐδαμῶς εἰσέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας, ἀλλ’ εἰς
981τὸ ζήτημα τοῦ τύπου, τὸ ὁποῖον ἐκινήθη ὑπὸ τοῦ ἐκ Τρι-
982χωνίας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ.
983§73ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Φρονῶ ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας
984ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς σήμερον, εἶναι πλήρεις, δὲν ἔχομεν δὲ
985ἀνάγκην πληροφοριῶν ἄλλων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν
986σήμερον ἔφερε πληροφορίας, κατ’ ἐμὴν γνώμην, πληρεστάτας,
987τὰς ἀνέπτυξε δὲ κάλλιστα, καὶ τὸν συγχαίρω διὰ τοῦτο.
988§74ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι αἱ συζητήσεις ἐν τῷ Κοι-
989νοβουλίῳ ἔχουσί τινα κανόνα· δὲν δύναται νὰ γίνηται μία
990συζήτησις ἀσκόπως καὶ μάλιστα περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα
991δὲν παρακάθηνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἡ Βουλὴ, πλὴν τῶν
992νομοθετικῶν αὐτῆς καθηκόντων, ἔχει ἀληθῶς καὶ ἄλλα κα-
993θήκοντα, πολιτικὰ καὶ δικαστικά· ἔχει τὸ καθῆκον τοῦ νὰ
994ζητῇ τὴν κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην, τὴν πολιτικὴν εὐθύνην,
995ἔχει τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ καὶ τὴν δικαστι-
996κὴν εὐθύνην. Ἀλλ’ ἐνταῦθα γίνεται μία συζήτησις ἄνευ ἐν-
997νοίας, κατ’ ἐμέ, καὶ συζήτησις, ἡ ὁποία ἔχει καὶ τι τὸ ἄτο-
998πον. Ζητεῖται πολιτική τις εὐθύνη; κοινοβουλευτική τις εὐ-
999θύνη; Μήπως ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπεδέχθη τὴν
1000πρᾶξιν ταύτην καὶ ἀντεπεξῆλθε κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μέμ-
1001φονται τὴν πρᾶξιν, ἵνα ζητήσωμεν παρ’ αὐτοῦ ἢ δι’ αὐτοῦ
1002κοινοβουλευτικήν τινα εὐθύνην; Τοιοῦτόν τι δὲν συνέβη. Ὁ
1003Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν οὔτε ἔδωκεν ἀφορμὴν ἐπὶ τοῦ προ-
1004κειμένου, ὅπως καὶ παρ’ αὐτοῦ ζητηθῇ εὐθύνη τις, οὔτε θὰ
1005δώσῃ ποτὲ, πιστεύω, τοιαύτην ἀφορμήν. Ὁ τέως Ὑπουργὸς
1006τῶν Ναυτικῶν δὲν ὑπάρχει ἐδῶ. Μήπως οἱ προτείνοντες ἀξι-
1007οῦσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐνασκήσῃ τὸ δικαστικὸν αὐτῆς καθῆκον,
1008καὶ ἑπομένως νὰ φροντίσουν ἀμέσως νὰ ἔχωσι τὰς ὑπογραφὰς
1009ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι κινοῦσι τὴν δικαστικὴν ἐνέργειαν τῆς Βου-
1010λῆς; Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως ἐνασκεῖται ἐν τῇ Βουλῇ,
1011ὅπως ἀπολήξῃ εἰς ἓν συμπέρασμα, ὅπως ζητηθῇ πολιτικὴ
1012εὐθύνη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ ὑπάρχει βεβαίως περίστα-
1013σις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ διάδοχοι μετέχουσι τῆς εὐθύνης τῶν
1014διαπραξάντων πρᾶξίν τινα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως βε-
1015βαίως δὲν ἔχομεν τοιαύτην περίστασιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, προ-
1016κληθεὶς, ἐν πάσῃ τῇ αὐστηρότητι, ἀλλὰ καὶ τῇ ἀμερολη-
1017ψίᾳ, σᾶς εἶπε περὶ τίνος πρόκειται, καὶ ἐσταμάτησε. Κατό-
1018πιν ἡ συζήτησις εἰς τί ἀποβλέπει; Ζητεῖτε πολιτικὴν εὐθύ-
1019νην; Δὲν ἔχομεν τὸν Ὑπουργὸν ἐκεῖνον ἐδῶ. Ζητεῖτε δικα-
1020στικὴν εὐθύνη; Ὄχι· διότι οἱ μεμφόμενοι δὲν εἶπον ὅτι ζη-
1021τοῦσι ταῦτα, ὅπως ἐνεργηθῇ δικαστικὴ καταδίωξις.
1022§75ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐζητήθη συμπλήρωσις ἐγγράφων,
1023ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν πρότασιν
1024περὶ ὑπουργικῆς εὐθύνης.
1025§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ὑπέβαλε πρότασιν περὶ
1026τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
1027Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτ. ἀριθ. 232).
1028§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καταθέ-
1029τω εἰς τὴν Βουλὴν δήλωσιν περὶ προσθήκης δραχμῶν 863,130
1030εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1031Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1895. Ἐκ τοῦ εἰρημένου ποσοῦ
1032570 χιλιάδες ζητοῦνται διὰ τὰ ἕνεκα τῶν ἐνεργηθησομένων
1033δημοτικῶν ἐκλογῶν ἐκλογικὰ ἔξοδα. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
10341895, ὁ συνταχθεὶς καὶ εἰσαχθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ
1035κατὰ τὸ 1894, περιελλάμβανε πίστωσιν μόνον δι’ ἔξοδα δημο-
1036τικῶν ἐκλογῶν, ταῦτα δὲ διετέθησαν διὰ τὰς γενομένας βου-
1037λευτικὰς ἐκλογάς, ἑπομένως πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ ἀνα-
1038γραφῇ ἡ ἀπαιτουμένη πίστωσις διὰ τὰς μετ’ ὀλίγον γενησομέ-
1039νας δημοτικὰς ἐκλογάς. Πλὴν τούτων ζητοῦνται δι’ ἔξοδα δη-
1040μοσίας ἀσφαλείας 158 χιλιάδες, ὧν αἱ 60 χιλιάδες προορίζονται
1041εἰς τὰς πληρωθησομένας ἀμοιβὰς ἐπὶ τῷ φόνῳ τῶν φονευθέντων
1042λῃστῶν, καὶ 98 χιλιάδες δι’ ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας,
1043διότι κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τῆς συστάσεως αὐτῆς προσελή-
1044φθη εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν καὶ
1045ὑπαξιωματικῶν ὑπὲρ τὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένον
1046ἀριθμόν. Οὕτως αἱ ἀνωτέρω δύο κατηγορίαι συγκεφαλαιοῦσι
1047πίστωσιν 728 χιλιάδων. Ἀλλὰ διὰ τῆς δηλώσεως, ἣν εἰσή-
1048γαγον, ζητεῖται ἡ προσθήκη εἰς τὸν εἰσαχθέντα προϋπολο-
1049γισμὸν ἐν ὅλῳ δραχ. 863,130, τὸ ὑπόλοιπον δὲ τῶν 728
1050χιλιάδων ζητεῖται δι’ ἄλλας ἀνάγκας.
1051§78ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν συνεπιφέρει ἡ δήλωσις αὕτη αὔξη-
1052σιν ἐξόδων;
1053§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
1054§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν συνεπιφέρει καὶ ἐλάττωσιν ἐξόδων
1055εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἕνεκα τῆς χρησιμο-
1056ποιήσεως τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὴν ἀστυνομίαν;
1057§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ μισθοῦ των. Κατὰ τὸ σύ-
1058στημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησε κατὰ τὸ 1894 καὶ 1895,
1059ἀνεγράφησαν αἱ δαπάναι διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν εἰς τὴν
1060ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ταχθέντων ἀξιωματικῶν ἐν τῷ Ὑπουρ-
1061γείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ προσέτι καὶ ἐν τῷ προϋπολο-
1062γισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἑπομένως ὁ μι-
1063σθὸς τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ὑπεραρίθμως προσληφθέντων εἰς
1064τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν θέλει καταβληθῆ ἐκ τοῦ προϋ-
1065πολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, θέλει δὲ κατα-
1066βληθῆ ὁ μισθὸς τῶν ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ προσλη-
1067φθέντων ἐν γένει ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1068Στρατιωτικῶν. Νῦν πρόκειται περὶ τῆς μισθοδοσίας 34 ὑπο-
1069λοχαγῶν, 25 ἀνθυπολοχαγῶν καὶ 4 ἀνθυπασπιστῶν ὑπερα-
1070ρίθμων.
1071§82Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν δύο
1072πίνακας περὶ τῶν καθαρῶν ἐσόδων τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονο-
1073πωλίων καὶ ἰδίως τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῆς πωλήσεως πετρε-
1074λαίου, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν δημοσίευσιν αὐτῶν. Δυσ-
1075τυχῶς παρῆλθον ἀρκεταὶ ἡμέραι ἔκτοτε, καὶ μολονότι ἐπα-
1076νέλαβον τὴν ὑπόμνησιν περὶ ἐκτυπώσεως αὐτῶν, δὲν ἐξετυπώ-
1077θησαν εἰσέτι.
1078§83ΒΑΛΕΤΑΣ. Εἰς τὸν ἰσολογισμόν, ὁ ὁποῖος ἐκδίδεται,
1079περιέχονται ὅλα.
1080§84Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν περιέχονται. Εἶναι λογαριασμοί, οἱ
1081ὁποῖοι μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ ἦναι λίαν χρήσιμοι εἰς τοὺς κυ-
1082ρίους Βουλευτὰς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ,
1083ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1084Οἰκονομικῶν, διότι ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων μόνον ἐκ τῆς
1085πωλήσεως πετρελαίου εἰς τοὺς οἰκοῦντας πέριξ τῶν κεντρι-
1086κῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς 7 τὸν
1087ἀριθμόν, ἀποκομίζει καθαρόν, καθαρώτατον κέρδος ἐτησίως
1088220,845 δραχμῶν.
1089§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῶσιν. (Ὅρα Παράρτημα,
1090σελ 355–356).
1091§86Γ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπο-
1092λογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, καταθέτω τὴν
1093ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως
10941895. Ἐν τῇ αὐτῇ ἐκθέσει ὑπέγραψαν μετ’ ἐπιφυλάξεων καὶ
1095τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, ἑπομένως δὲν θὰ ὑποβληθῇ ἰδιαιτέ-
1096ρα ἔκθεσις τῆς μειοψηφίας.
1097§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
1098ράρτημα, ἀριθ. 233).
1099Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1100Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5ην ὥραν μετὰ μεσημ-
1101βρίαν.
1102(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 12 καὶ 40′. Ἐπαναλαμβά-
1103νεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 μ. μ. προεδρεύοντος
1104τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη.
1105§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ
1106τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
1107Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομο-
1108σχεδίου.
1109§89Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἓν ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα μέτρα, κύ-
1110ριοι Βουλευταὶ, μία ἀπὸ τὰς σοβαρωτέρας μεταῤῥυθμίσεις τῆς
1111νέας Κυβερνήσεώς μας, εἶναι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον
1112τοῦτο μετὰ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἢ μελετᾷ νὰ
1113ὑποβάλῃ, ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν μεγάλων αὐτῆς
1114ἐπαγγελιῶν, συγκαποτελοῦσιν ὁμοῦ τὸ μέγα ἔργον, ὅπερ ἀνέ-
1115λαβε, τῆς περισυλλογῆς καὶ ἀνορθώσεως τῶν κοινῶν ἡμῶν
1116πραγμάτων. Οὕτω παρέστησαν εἰς ἡμᾶς τὸ νομοσχέδιον, καὶ
1117διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ μὴ εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀναπόδραστον
1118ἀνάγκην νὰ ἀντιταχθῶ κατ’ αὐτοῦ. Οἱ λόγοι, δι’ ὧν ὁ κ.
1119Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, ἀνήγγειλε
1120τὰ μέτρα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς στοιχειώδους
1121ἐκπαιδεύσεως καὶ εἰς τὴν αὐτοτέλειαν τῶν δήμων, δὲν ἠδύ-
1122ναντο παρὰ εὐνοϊκῶς νὰ διαθέσωσιν ὑπὲρ αὐτῶν πάντας ἡμᾶς·
1123διότι ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τῶν μέτρων τούτων
1124θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀποκαταστήσωμεν πλήρη τὴν αὐτοτέλειαν
1125τῶν δήμων, τὴν στοιχειώδη δ’ αὐτῶν ἐκπαίδευσιν τοιαύτην,
1126ὥστε νὰ βελτιώσωμεν τὰ ἤθη, νὰ σώσωμεν τὰς ψυχὰς τῶν
1127παίδων καὶ νὰ παρασκευάσωμεν ἠθικῶς τὴν μέλλουσαν γε-
1128νεάν. Ἀλλ’ ἡ μελέτη τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἐπιτρέπει
1129δυστυχῶς εἰς ἡμᾶς νὰ ἐμμείνωμεν ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ ταύτῃ, καὶ
1130καθιστᾷ ἡμῖν ἀνυπέρβλητον τὸ καθῆκον, νὰ ἀποκρούσωμεν
1131αὐτὸ καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ καθ’ ὅλου· διότι δὲν εἶναι ἐπιτε-
1132τραμμένον νὰ παρίδωμεν τὴν μεγάλην καταστροφὴν, ἥτις
1133κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν
1134στοιχειώδη τῆς χώρας ἐκπαίδευσιν, ἡ ὁποία οὐ μόνον δὲν
1135βελτιοῦται, οὐ μόνον δὲν σώζεται, ἀλλὰ — διὰ νὰ ἀκολου-
1136θήτω τὴν φράσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ — περιπίπτει εἰς
1137χεῖρας Πιτυοκάμπτου, πολλῷ ἀγριωτέρου ἐκείνου, εἰς οὗ τὰς
1138χεῖρας περιέπεσε, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ νόμος περὶ
1139εἰσπράξεως τῶν δημοτικῶν προσόδων.
1140Ἀποδίδουσιν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μεγάλας ἰδιότητας,
1141προσδοκῶντες ἐξ αὐτοῦ τὴν διοικητικὴν τῶν δήμων ἀποκέν-
1142τρωσιν, τὴν ἀποκατάστασιν τῆς κολοβωθείσης αὐτοτελείας
1143αὐτῶν, τὴν βελτίωσιν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τὴν
1144χειραφέτησιν αὐτῆς ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, καὶ τόσα ἄλλα. Ὡς
1145ἀπὸ πηγῆς δὲ, ἐκ τῆς ὁποίας πᾶν ἀγαθὸν ἀποῤῥέει, ἀναβλύ-
1146ζει ἐξ αὐτοῦ καὶ ἡ ἑτέρα ἀρίστη ἰδέα, τοῦ νὰ ἐπιβάλωμεν
1147ὑποχρεωτικῶς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν εἰς πάντας τοὺς
1148Ἕλληνας πολίτας.
1149Πᾶσαι αἱ ἰδέαι αὗται εἶναι ὁμολογουμένως ἄρισται, καὶ δὲν
1150δύναταί τις νὰ μὴ ἀποδεχθῇ αὐτὰς κατ’ ἀρχὴν, πάντες
1151δ’ εὐχόμεθα, ἵνα τὸ ταχύτερον τὰς ἴδωμεν πραγματοποιουμέ-
1152νας. Ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τού-
1153του, ὄχι μόνον δὲν θέλουσιν ἀχθῇ εἰς αἴσιον πέρας αἱ ἄρισται
1154αὗται ἐπαγγελίαι, ἀλλὰ τοὐναντίον θέλει ἐπέλθει μεγίστη
1155χειροτέρευσις τῶν καθ’ ἡμᾶς, σχετικῶς μὲ τὰ θέματα ταῦτα.
1156Τί ἐννοοῦσι, Κύριοι, μὲ τὰς λέξεις διοικητικὴ ἀποκέν-
1157τρωσις καὶ αὐτοτέλεια τῶν δήμων; Τὸ δικαίωμα, ὅπερ
1158χορηγεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς,
1159νὰ ἐκδίδωσι τὰ ἐντάλματα τῆς πληρωμῆς τῆς μισθοδοσίας
1160τῶν διδασκάλων καὶ νὰ προτείνωσι τὸν διορισμὸν τούτων;
1161Ἀλλ’ ἀφοῦ καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τοὺς μισθοὺς τῶν
1162δημοδιδασκάλων θὰ τοὺς πληρόνῃ ὁ δημόσιος ταμίας, ἀφοῦ
1163καὶ αὐτὴν τὴν πίστωσιν τῶν δημοτικῶν προϋπολογισμῶν,
1164τὴν σχετικὴν μὲ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, θὰ ἐξακολουθῇ
1165νὰ τὴν κανονίζῃ ἡ Διοίκησις, ἀφοῦ ἡ Διοίκησις θὰ κανονίζῃ
1166καὶ τὰ τῶν δημοτικῶν φόρων, ἐπιτάσσουσα τὴν αὔξησιν αὐ-
1167τῶν, δὲν σᾶς φαίνεται λίαν ὀξύμωρον νὰ ὁμιλῶσι περὶ διοι-
1168κητικῆς ἀποκεντρώσεως, ὡς δῆθεν τελουμένης διὰ τοῦ νομο-
1169σχεδίου τούτου;
1170Ἐγὼ, Κύριοι, ἄλλην ἰδέαν εἶχον περὶ τῆς διοικητικῆς τῶν
1171δήμων ἀποκεντρώσεως· ἐνόμιζον ὅτι αὕτη συνίσταται εἰς τὴν
1172πλήρη χειραφέτησιν τῶν δήμων ἀπὸ τῆς Διοικήσεως. Ἀκούων
1173ἀποκέντρωσιν, ἐνόμιζον ὅτι δι’ αὐτῆς πρόκειται νὰ θραυσθῇ
1174ὁ κλοιὸς τῆς Διοικήσεως, ὁ περισφίγγων τὸν λαιμὸν τῶν δή-
1175μων μέχρις ἀποπνιγμοῦ καὶ ἐμποδίζων τὴν ἀναπνοὴν αὐτῶν.
1176Ἐπίστευον ὅτι δι’ αὐτῆς πρόκειται νὰ ἀποσπασθῇ ὁ δῆμος
1177ἐντελῶς ἀπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς κεντρικῆς Διοικήσεως καὶ
1178ἀπαλλαγῇ ἀπὸ πάσης ἀναμίξεως αὐτῆς ἐπὶ τῶν δημοτι-
1179κῶν ὑποθέσεων. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ
1180ὁποῖα διὰ τοῦ νομοσχεδίου δίδονται εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς,
1181τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐνταλμάτων καὶ τῆς ὑποδείξεως εἰς τὴν
1182Διοίκησιν τῶν διοριστέων δημοδιδασκάλων, δὲν ἐπίστευον ὅτι
1183ἤξιζε τὸν κόπον νὰ γίνηται τόσος λόγος περὶ διοικητικῆς
1184τῶν δήμων ἀποκεντρώσεως. Ὅσοι μᾶς ἀκούουσιν, ὅσοι ἤκου-
1185σαν τοὺς τόσον θόρυβον ποιοῦντας περὶ ἀποκεντρώσεως, ὅσοι
1186ἤκουσαν τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Χατζο-
1187πούλου, θὰ ἐνόμισαν ὅτι μὲ τὰ σωστά μας ἀπεφασίσαμεν νὰ
1188προβῶμεν εἰς μεγάλας μεταῤῥυθμίσεις, προσαρμόττοντες τὴν
1189νομοθεσίαν ἡμῶν πρὸς τὸ φιλελεύθερον πολίτευμά μας. Ἀλλὰ
1190τοῦτο τὸ ἀναβάλλομεν, καὶ θὰ τὸ ἀναβάλλωμεν ἐπὶ πολὺ,
1191ἕως ὅτου, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσέλ-
1192θωμεν εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀναῤῥώσεως. Μήπως διὰ τὸν αὐτὸν
1193λόγον δὲν ἀναβάλλομεν τόσα ἄλλα ζητήματα! μήπως διὰ
1194τοῦτο δὲν ἀνεβάλομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς μεταβολῆς
1195τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὑπέρογκος,
1196καὶ περὶ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς ἐγγείου φορολογίας, τὴν
1197ὁποίαν καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ ἀνα-
1198γνωρίσῃ ὡς καταθλιπτικὴν, ἄνισον καὶ ἀσύμφορον! Περὶ
1199ὅλων τούτων ἀναβάλλομεν νὰ σκεφθῶμεν, ὅταν θὰ ἀναῤῥώσω-
1200μεν. Τότε θὰ λάβωμεν τὰ φάρμακα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
1201τὰ ὁποῖα ἔχουσι, φαίνεται, τὴν ἰδιότητα νὰ θεραπεύωσι μό-
1202νον τοὺς ὑγιεῖς, ἀλλὰ φόβος ὑπάρχει, μήπως δὲν προφθάσω-
1203μεν νὰ ἀναῤῥώσωμεν καὶ δὲν εὐτυχήσωμεν νὰ δοκιμάσωμεν
1204τὰ θαυμάσια ταῦτα φάρμακα.
1205Τῷ ὄντι, Κύριοι, ἡ ἀφαίρεσις ἐκ τῶν δήμων τοῦ δικαιώ-
1206ματος τοῦ νὰ ἐπιμελῶνται τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως,
1207δύναται νὰ θεωρηθῇ περιορισμὸς τῆς αὐτοτελείας αὐτῶν,
1208καθὼς καὶ ἡ ἀφαίρεσις τοῦ δικαιώματος τῆς εἰσπράξεως καὶ
1209διαχειρίσεως τῶν ἰδίων προσόδων. Ὁμιλήσας ἄλλοτε ἐπὶ τοῦ
1210προϋπολογισμοῦ, ἐκηρύχθην ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς πλήρους
1211αὐτοτελείας τῶν δήμων, καὶ ἐπέκρινα, ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοί, σφο-
1212δρῶς τὴν διὰ τοιούτων μέτρων κολόβωσιν τῆς αὐτοτελείας
1213ταύτης. Τὴν ἰδέαν δὲ ταύτην τῆς ποθητῆς αὐτοτελείας τῶν
1214δήμων ἔχων καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὴν περιέλαβεν ἐν τῷ
1215πολιτικῷ αὐτοῦ προγράμματι, καὶ δι’ ὡραίων λόγων, καὶ πρὸ
1216τῶν ἐκλογῶν, κατὰ τὰς ἐκλογικὰς αὐτοῦ ἐκδρομὰς, καὶ ἐν-
1217ταῦθα διὰ τοῦ εἰσηγητηρίου ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ λόγου
1218του, ὑπεσχέθη τὴν πραγματοποίησίν της. Ἀλλ’ ἐκ τῆς με-
1219λέτης τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δι’ οὗ ἐπιχειροῦσι τὴν πραγ-
1220ματοποίησιν τῆς ἰδέας ταύτης, δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι θ’ ἀργή-
1221σωμεν πολὺ νὰ ἴδωμεν τοὺς δήμους ἡμῶν ἐν τῇ ποθητῇ αὑ-
1222τῶν αὐτοτελείᾳ καὶ ὅτι θὰ μείνωμεν μὲ τοὺς ὡραίους λόγους
1223τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ;
1224Ἡμεῖς, ὁμιλοῦντες περὶ τῆς αὐτοτελείας τῶν δήμων, δὲν
1225ἐννοοῦμεν ὅτι αὕτη συνίσταται εἰς τὰ ἐπουσιώδη ταῦτα δι-
1226καιώματα τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν πλήρη καὶ
1227τελείαν οἰκονομικὴν καὶ διοικητικὴν τῶν δήμων ἀποκατά-
1228στασιν, οὕτως ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ποι-
1229κίλας αὐτῶν ἀνάγκας, μία τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ δημοτικὴ
1230ἐκπαίδευσις, καὶ νὰ ἔχωσιν οὕτως ἀναμφισβήτητον τὸ δι-
1231καίωμα τῆς αὐτοτελείας καὶ αὐτοδιοικήσεως. Ἡμεῖς ἐκακί-
1232σαμεν τὴν διὰ τοιούτων μέτρων κολόβωσιν τῆς αὐτοτελείας
1233τῶν δήμων, τὴν ἀφαίρεσιν ἀπ’ αὐτῶν τοῦ δικαιώματος νὰ
1234ἐπιμελῶνται τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ τὴν ἐκα-
1235κίσαμεν ὄχι ὡς ἀσύμφορον εἰς αὐτοὺς, ἀλλ’ ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ
1236οἰκονομικοῦ καὶ διοικητικοῦ συστήματος, τοῦ διέποντος τὰ καθ’
1237ἡμᾶς, ὅπερ περιέστησε τοὺς δήμους εἰς κατάστασιν νὰ μὴ ἐπαρ-
1238κῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν καὶ νὰ μὴ δύνανται νὰ ἦναι αὐτο-
1239τελεῖς καὶ ἀνεξάρτητοι. Οὕτως ἡ φορολογία ἡμῶν ἡ ἔγγειος
1240ἀφῄρεσεν ἀπὸ τοὺς δήμους τὸ σπουδαιότερον στάδιον τῆς
1241ἀναπτύξεως τῶν πόρων αὐτῶν, καὶ εἷς ἐκ τῶν λόγων, δι’ οὓς
1242ζητοῦμεν τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν ἐπί τε τῶν ἀγρῶν
1243καὶ τῶν ἀμπέλων, εἶναι καὶ οὗτος. Ἐν γένει δὲ τὸ οἰκονο-
1244μικὸν σύστημα, ὅπερ μᾶς διέπει καὶ ὅπερ ἀκολουθεῖ καὶ ἤδη
1245ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, συμπαρέσυρε καὶ τοὺς δήμους ἐν τῇ
1246κακοδαιμονίᾳ καὶ τοὺς περιέστησεν εἰς θέσιν, ὥστε νὰ μὴ δύ-
1247νανται νὰ ἀναπτύξωσι τοὺς πόρους αὐτῶν καὶ ἐπαρκέσωσιν
1248εἰς τὰς ἀνάγκας των, διὰ νὰ δύνανται νὰ ἦναι αὐτοτελεῖς
1249καὶ ἀνεξάρτητοι. Προσθέσατε δὲ τὰ κακὰ, ὅσα προσγίνονται
1250εἰς τοὺς δήμους ἐκ τῆς διοικητικῆς συγκεντρώσεως, ἐκ τῆς
1251φατριαστικῆς ἐπεμβάσεως τῆς Διοικήσεως εἰς τὰ ἀφορῶντα
1252τὴν οἰκονομίαν αὐτῶν, καὶ θὰ ἔχητε πλήρη τὴν εἰκόνα τῶν
1253δήμων καὶ πλήρεις τοὺς λόγους, οἵτινες ἐπέφερον τὴν ἀνεπάρ-
1254κειαν αὐτῶν καὶ τὴν ἀπώλειαν τῆς αὐτοτελείας των.
1255Ἐν τούτῳ τῷ σταδίῳ ἐπικαλοῦμαι τὴν πεῖραν καὶ τὰς
1256γνώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀποκατασταθῇ πραγματικὴ
1257καὶ πλήρης ἡ αὐτάρκεια καὶ αὐτοτέλεια τῶν δήμων, καὶ μὴ
1258νομίζωσιν ὅτι λύουσι τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα διὰ τῆς
1259ἀποδόσεως εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαιώματος νὰ
1260προτείνωσι τοὺς διοριστέους δημοδιδασκάλους καὶ νὰ ἐκδί-
1261δωσι τὰ ἐντάλματα τῆς πληρωμῆς αὐτῶν, ἀφοῦ ὑπὸ τὴν
1262ὑφεστῶσαν κατάστασίν των οἱ πλεῖστοι τούτων δὲν θὰ εὑρε-
1263θῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδώσωσι τοιαῦτα ἐντάλματα, διότι
1264δὲν θὰ ἔχωσι διδασκάλους, ἢ ἄν τὰ ἐκδώσωσι, θὰ καταστῇ
1265ἀνέφικτος ἡ πληρωμὴ αὐτῶν. Τὸ νὰ λέγωμεν δὲ εἰς τοὺς
1266πτωχοὺς δήμους ἤδη: «σᾶς ἀποδίδομεν τὴν αὐτοτέλειάν σας,
1267ἐπιμεληθῆτε οἱ ἴδιοι τὰ τῆς παιδείας σας», εἶναι παρόμοιον
1268ὡσανεὶ ἔλεγε Διευθυντὴς πτωχοκομείου πρὸς τοὺς οἰκοτρόφους
1269αὑτοῦ, ὅτι κηδόμενος τῆς ἀνεξαρτησίας των δὲν παρα-
1270σκευάζει πλέον δι’ αὐτοὺς οὔτε τοῖς δίδει τροφὴν, ἵνα πλῆρες
1271ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ φροντίσωσιν αὐτοὶ περὶ τῆς συντηρή-
1272σεώς των. Τοῦτο ἀκριβῶς πράττει πρὸς τοὺς δήμους ὁ κ.
1273Πρωθυπουργός, λέγων: «ἐὰν ἔχωσι χρήματα, ἂς ἔχωσι σχο-
1274λεῖα· ἐὰν δὲν ἔχωσιν, ἂς εὕρωσι πόρους, καὶ ἂς συντηρήσωσιν
1275ὅσα σχολεῖα δύνανται».
1276Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Πολιτεία διὰ τῆς ἀστοργίας αὑτῆς πρὸς
1277τοὺς δήμους περιήγαγεν αὐτοὺς εἰς ἣν εὑρίσκονται οἰκτρὰν
1278κατάστασιν, ὥστε νὰ μὴ δύνανται οἱ πλεῖστοι τούτων οὐδὲ
1279τὴν ἐκπαίδευσιν αὑτῶν νὰ ἐπιμεληθῶσιν, οὐδ’ ἑαυτοὺς νὰ
1280συντηρήσωσι, δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λέγῃ
1281ταῦτα, καὶ ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς βελτιώσεως τῆς ἐκπαιδεύ-
1282σεως νὰ καταφέρῃ τὸ ἔσχατον καὶ κατ’ αὐτῶν καὶ κατὰ τῆς
1283ἐκπαιδεύσεως τραῦμα.
1284Τί χρειάζεται, Κύριοι, διὰ τὴν καλὴν λειτουργίαν τῆς στοι-
1285χειώδους ἐκπαιδεύσεως; Πρῶτον νὰ ὑπάρχωσι σχολεῖα δυνά-
1286μενα νὰ ἐξυπηρετῶσι πάντα τὸν πληθυσμὸν τοῦ Κράτους,
1287καὶ δεύτερον τὰ σχολεῖα ταῦτα νὰ κατανεμηθῶσιν ἀναλό-
1288γως τῆς ἀνάγκης καὶ κατ’ ἀναλογίαν καὶ ἰσότητα, μὴ ἀδι-
1289κοῦσαν οὐδὲν μέρος τοῦ Κράτους. Τὰ δύο ταῦτα ἀποτελοῦσι
1290τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας δύναται νὰ στηριχθῇ πᾶσα σκέψις
1291καὶ πᾶσα ἐνέργεια ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὅλα δὲ τὰ ἄλλα,
1292τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν καλὴν ποιότητα τῆς στοιχειώδους ἐκ-
1293παιδεύσεως, τὴν ποιότητα τῶν σχολείων καὶ τῶν διδασκάλων,
1294τὴν χειραφέτησίν των ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, τὴν ἀφοσίωσίν
1295των εἰς τὸ καθῆκον καὶ τὰ τοιαῦτα, εἶναι ζητήματα σπου-
1296δαῖα βεβαίως, ἀλλὰ δευτερεύοντα καὶ μὴ δυνάμενα οὔτε νὰ
1297ἐννοηθῶσιν, οὔτε νὰ ἐπιδιωχθῶσιν, ἄνευ τῆς βάσεως ταύτης.
1298Διότι, ἂν δὲν ἔχωμεν σχολεῖα, δὲν εἶναι λογικὸν νὰ σκεπτώ-
1299μεθα περὶ τῆς ποιότητος αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ βάσις αὕτη ἀπαι-
1300τεῖ τὸ ἀνάλογον χρῆμα· ἄρα περὶ τούτου πρὸ παντὸς πρέπει
1301νὰ σκεφθῶμεν, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῶμεν νὰ θέσωμεν τὴν
1302βάσιν. Ταύτην τὴν λογικὴν ἠκολούθησε μέχρι τοῦδε ἡ ἱστο-
1303ρία τῆς στοιχειώδους ὑμῶν ἐκπαιδεύσεως. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ,
1304κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ δῆμοι εἶχον ἅπασαν τὴν ἐπιμέλειαν αὐτῆς,
1305ἀλλ’ ἡ ἀνεπάρκεια αὐτῶν ἔφερεν εἰς ἄτοπα, πρὸς διόρθωσιν
1306τῶν ὁποίων διάφορα μέτρα ἐπενοήθησαν, καὶ ἐπὶ τέλους ἐπε-
1307νοήθη τὸ ταμεῖον τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ
1308καὶ τοῦτο ἔφερεν εἰς ἄτοπα, διότι δὲν εἶχε ληφθῆ φροντὶς
1309περὶ ἴσου καὶ ἀναλόγου κατανομῆς τῶν σχολείων, ἡ σύστα-
1310σις καὶ ἡ τάξις τῶν ὁποίων ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν διακριτικὴν
1311ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐβλέπομεν ὑπὸ τὸ σύ-
1312στημα ἐκεῖνο ἕνα δῆμον βρίθοντα σχολείων, καὶ ἕνα ἄλλον
1313οὐδὲν ἔχοντα, ἢ ἓν σχολεῖον, ἔχον τριπλασίους διδασκάλους
1314τῶν ἀναγκαιούντων εἰς αὐτὸ, καὶ ἄλλο μὴ ἔχον οὐδὲ τοὺς
1315ἀπαραιτήτους πρὸς λειτουργίαν αὐτοῦ· δὲν ὑπῆρχε δὲ οὐδεὶς
1316κανὼν περὶ τῆς τάξεως τῶν σχολείων καὶ τοῦ βαθμοῦ τῶν
1317ἐν αὐτοῖς διδασκόντων. Καὶ μόνον ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο
1318ἠδύνατο νὰ συμβῇ ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι
1319κατήντησε νὰ βλέπωμεν ἕνα δῆμον πληρόνοντα διὰ τὴν ἐκ-
1320παίδευσιν ἄλλου δήμου, μετὰ τοῦ ὁποίου οὐδόλως συνεδέετο.
1321Ἀλλὰ τὸ ἄτοπον τοῦτο ἔχει παύσει πρὸ πολλοῦ διὰ νόμου,
1322κανονίζοντος τὴν εἰσφορὰν τῶν δήμων οὕτως, ὥστε οὐδεὶς νὰ
1323εἰσφέρῃ πλειότερον τῶν πραγματικῶς δαπανωμένων διὰ τὴν
1324ἰδίαν αὐτοῦ ἐκπαίδευσιν. Τὸ παράδοξον δ’ εἶναι, ὅτι ὁ κ.
1325Πρωθυπουργὸς ἔλεγε ταῦτα, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν εἰσαγωγὴν
1326τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, δι’ οὗ ἔμελλε νὰ παύσωσι τὰ
1327ἄτοπα ταῦτα, λησμονήσας φαίνεται, ὅτι ἡ κατάστασις ἐκεί-
1328νη μετεβλήθη καὶ νομίζων ὅτι ὑφίσταται ἀκόμη τὸ παλαιὸν
1329ἐκεῖνο σύστημα, ὅπερ εἰς τόσα ἔφερεν ἄτοπα· διὸ καὶ ἔσπευτε,
1330πρὸς ἄρσιν αὐτῶν, νὰ εἰσαγάγῃ τὸ μέτρον τοῦτο. Ἀλλὰ τὰ
1331ἄτοπα ταῦτα τὰ εἶχεν ἄρει ὁ νόμος, οὗ πρὸ ὀλίγου ἐμνήσθην,
1332καὶ ὁ τοῦ 1892, ὁ ὁποῖος ἔθετο ὀρθὴν, λογικὴν καὶ δικαίαν
1333βάσιν εἰς τὴν στοιχειώδη ἡμῶν ἐκπαίδευσιν· διότι δι’ αὐτοῦ
1334κατανέμονται τὰ σχολεῖα κατὰ πόλεις καὶ χωρία, ἀνα-
1335λόγως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων καὶ ἀναλόγως τοῦ ἀριθ-
1336μοῦ τῶν μαθητῶν, ἀναλογούντων ὡς 7 πρὸς 100· ἐπὶ τῇ
1337βάσει δὲ ταύτῃ κανονίζεται καὶ ἡ τάξις τῶν σχολείων καὶ ὁ
1338ἀριθμὸς καὶ βαθμὸς τῶν διδασκάλων, καὶ ὅλα ταῦτα ἀφῃρέ-
1339θησαν ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὑπὸ τὸ κράτος
1340τοῦ νόμου τούτου, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι
1341ἀποτελεῖ μίαν ἀπὸ τὰς καλλιτέρας, πράξεις, ἵνα μὴ εἴπω τὴν
1342μόνην καλὴν πρᾶξιν τῆς ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην Κυβερνήσεως,
1343ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου τούτου εἴδομεν σχολεῖα λειτουργοῦν-
1344τα εἰς ὅλα τὰ χωρία τοῦ Κράτους, καὶ ἐτέθη τῷ ὄντι δι’ αὐ-
1345τοῦ ὀρθὴ, λογικὴ καὶ δικαία βάσις εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν
1346στοιχειώδη ἡμῶν ἐκπαίδευσιν.
1347Τί ζητεῖ δὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἤδη, Κύριοι; ζητεῖ
1348προφανῶς νὰ ἀνατρέψῃ τὴν βάσιν αὐτὴν, ζητεῖ νὰ μᾶς ἐπα-
1349ναφέρῃ εἰς τὸ πρώην καθεστὼς τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως,
1350τῆς παντελοῦς ἀμοιρίας σχολείων εἰς πλεῖστα μέρη τοῦ Κρά-
1351τους. Ἐὰν, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον ἀπέβλεπε μόνον εἰς τὴν
1352βελτίωσιν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἐὰν ἀπέβλεπεν εἰς
1353τὴν καλλιτέραν αὐτῆς ἐπίβλεψιν καὶ τὴν μεθοδικωτέραν αὐτῆς
1354λειτουργίαν ὑπὸ ἔποψιν παιδαγωγικὴν, ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ.
1355Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πρόῤῥιζον ἀνατροπὴν τοῦ καλοῦ
1356καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, ἐφ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ νὰ
1357στερήσῃ τὴν χώραν τῆς στοιχειώδους αὐτῆς ἐκπαιδεύσεως,
1358νομίζω ὅτι εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἀποκρουστέον.
1359Ποῖος, Κύριοι, εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου; Ἐγὼ
1360φρονῶ, ὅτι κατ’ ἐπίφασιν λέγουσιν, ὅτι σκοπεῖ εἰς τὴν
1361βελτίωσιν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, διότι τοῦτο,
1362κατὰ τὴν κρίσιν μου καὶ ὡς θὰ ἀποδείξω, καταστρέφει, δὲν
1363διορθόνει· ὁ σκοπός του λοιπὸν εἶναι οἰκονομικός. Ἐπειδὴ,
1364σκέπτονται, τὸ Κράτος βαρύνεται πολὺ μὲ τὴν δαπάνην τῆς
1365στοιχειώδους ἐαπαιδεύσεως, πρέπει νὰ τὴν περιορίσωμεν, καὶ
1366οἱ δῆμοι, ἐὰν ἔχωσι χρήματα, ἐὰν ἔχωσι πόρους, ἂς ἔχωσι
1367σχολεῖα, ἄλλως ἂς μὴ ἔχωσι. Θὰ σᾶς ἀποδείξω, Κύριοι, μετ’
1368ὀλίγον, ὅτι οὗτος εἶναι ὁ ἀληθὴς σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ
1369ὅτι ἡ μέριμνα, ἡ ὁποία δῆθεν λαμβάνεται δι’ αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς
1370βελτιώσεως τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὄχι μόνον κατ’
1371ἐπίφασιν λέγεται, ἀλλὰ θὰ φέρῃ καὶ εἰς τὰ ἀντίθετα ἀπο-
1372τελέσματα.
1373Δὲν λέγω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς
1374βελτιώσεως τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ
1375ὅτι ἡ μέριμνά μας αὕτη πρέπει νὰ ἦναι λελογισμένη, φρονῶ
1376ὅτι, ἐν ὅσῳ δὲν δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν ἐπάρκειαν τῶν δήμων,
1377πρέπει νὰ μείνῃ τὸ καθεστὼς τὸ ὑφιστάμενον, διότι τὸ νέον
1378τοῦτο σύστημα προϋποθέτει πλήρη ἐπάρκειαν τῶν δήμων, καὶ
1379ἄνευ ταύτης, ὅσον καὶ ἂν τὸ βελτιώσωμεν, δὲν δύναται οὔτε
1380νὰ ἐννοηθῇ, οὔτε νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἐὰν δ’ ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ,
1381ὅτι ἀπαραίτητον εἶναι νὰ ἀποδοθῇ ἀπὸ τοῦδε εἰς τοὺς δή-
1382μους ἡ αὐτοτέλεια, ἡ ὑποσχομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου τού-
1383του, καὶ ἐφ’ ὅσον νομίζει ὅτι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δι’
1384αὐτοῦ ἀποδίδονται εἰς τοὺς δήμους, ἀποτελοῦσι τὴν αὐτο-
1385τέλειαν ταύτην, ἂς τὸ πράξῃ, ἂς ἐπιτρέψῃ εἰς τὰς δημοτι-
1386κὰς ἀρχὰς νὰ προτείνωσι τοὺς διοριστέους δημοδιδασκάλους
1387καὶ νὰ ἐκδίδωσι καὶ τὰ ἐντάλματα τῆς πληρωμῆς τῶν μισθῶν
1388αὐτῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀφήσῃ ἀσφαλὲς καὶ ἀνέπαφον τὸ
1389χρῆμα, ἄνευ τοῦ ὁποίου πολλοὶ τῶν δήμων δὲν θὰ δύναν-
1390ται, οὔτε σχολεῖα νὰ ἔχωσιν, οὔτε διδασκάλους νὰ εὕρωσιν,
1391οὔτε νὰ ἐκδίδωσιν ἐντάλματα πρὸς πληρωμὴν τῶν μισθῶν
1392αὐτῶν, καὶ θὰ τοὺς μείνῃ τότε ἡ αὐτοτέλεια, ἀναγεγραμ-
1393μένη μόνον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ.
1394Ἵνα ἐννοήσωμεν, κύριοι Βουλευταί, πόσον θὰ στοιχίσῃ εἰς
1395τοὺς δήμους ἡ ὑποσχομένη αὕτη αὐτοτέλεια, πρέπει νὰ ἐξε-
1396τάσωμεν τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου τούτου,
1397τὰ ὁποῖα προκύπτουσιν ἐξ αὐτοῦ. Κατὰ τὸν προϋπολογισμόν
1398μας, δαπανῶνται διὰ τὴν συντήρησιν τῆς στοιχειώδους ἐκ-
1399παιδεύσεως 4,300,000 δραχμαὶ περίπου, ἐκτὸς τῶν δαπα-
1400νωμένων διὰ τὴν συντήρησιν τῶν Διδασκαλείων, ἡ εἰσφορὰ
1401δὲ τῶν δήμων, ἡ δυναμένη νὰ πληρωθῇ, ἡ δυναμένη νὰ εἰσ-
1402πραχθῇ, ἀνέρχεται κατὰ μὲν τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ 1893
1403εἰς 2,400,000 δραχμάς, κατὰ δὲ τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ
14041894, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπερβῇ τὸ 1,700,000 δραχμάς,
1405διότι, βλέπετε, ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος καὶ οἱ δῆμοι γίνονται
1406πτωχότεροι, ἡ γενικὴ οἰκονομικὴ καχεξία ἐπιδρᾷ καὶ ἐπ’
1407αὐτῶν. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ Δημόσιον παύει νὰ δαπανᾷ
1408ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τί θὰ συμβῇ; τὰ ⅗
1409τῶν σχολείων τῶν ὑφισταμένων θὰ παύσωσι λειτουργοῦντα,
1410διότι εἰς τὰ ⅗ ἀνέρχεται τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δαπανᾷ τὸ
1411Δημόσιον ἐξ ἰδίων του. Δὲν παύει ὅμως τὸ Δημόσιον καὶ ἤδη
1412νὰ δαπανᾷ, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰσφέρει καὶ
1413αὐτὸ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ποσὸν 800,000
1414δραχμῶν· κανονίζει εἰσφορὰν τῶν Μονῶν ἐξ 100,000 δρ. καὶ
1415ἐπιτρέπει νὰ δαπανηθῶσιν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαι-
1416δεύσεως καὶ οἱ τόκοι τῶν κληροδοτημάτων, ἀνερχόμενοι καὶ
1417ἐκεῖνοι εἰς 50,000 δραχμάς· ἄρα ἀπαρτίζεται ἓν ποσὸν ἐξ
1418950,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις προορίζει διὰ τὴν
1419στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν. Τί ὅμως δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν
1420ἐκ τῆς τοιαύτης συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου; Θὰ μοὶ ἐπιτρέ-
1421ψητε νὰ παραβάλω τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου,
1422ὅπως εἶχε πρὶν διορθωθῇ, μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχει, ὅπως διωρ-
1423θώθη, ἵνα ἐννοήσωμεν καλῶς τί θὰ συμβῇ.
1424Ὅπως εἶχε τὸ νομοσχέδιον πρὶν διορθωθῇ, θὰ ἀπήλ-
1425λασσε τὸ Δημόσιον ἀπὸ πάσης δαπάνης. Διότι κατὰ τὸ
1426ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τὸ σχετικὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ 58,
1427ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου δὲν ἠδύνατο, νὰ ὑπερβῇ τὸ ἐλλεῖ-
1428πον διὰ τὴν συντήρησιν ἑνὸς μόνου κοινοῦ σχολείου καὶ ἑνὸς
1429γραμματοδιδασκαλείου δι’ ἕκαστον δῆμον...
1430§90Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
1431παιδεύσεως). Τὰ διεγράψαμεν αὐτά.
1432§91ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ παραβάλλω τὸ ἓν μὲ τὸ
1433ἄλλο... Ὥστε ἐὰν οἱ δῆμοι ἠδύναντο νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν
1434συντήρησιν ἑνὸς κοινοῦ δημοτικοῦ σχολείου καὶ ἑνὸς γραμμα-
1435τοδιδασκαλείου, τὸ Δημόσιον θὰ ἀπεῖχε πάσης συνδρομῆς.
1436Πόσοι δὲ, νομίζετε, Κύριοι, θὰ ἦσαν οἱ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν
1437θὰ ἠδύναντο νὰ συντηρήσωσιν ἓν κοινὸν δημοτικὸν σχολεῖον
1438καὶ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον; ἔχομεν ἕνα πίνακα τοῦ κ.
1439Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ δῆμοι αὐτοὶ
1440ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ εἰς 97· ὥστε, ἐὰν πάντες οὗτοι δὲν ἐπήρ-
1441κουν εἰς τὴν συντήρησιν τῶν σχολείων αὐτῶν, τὸ Δημόσιον
1442θὰ ἐδαπάνα ἀνὰ 2,000 δραχμὰς δι’ ἕκαστον, διότι τόση πε-
1443ρίπου εἶναι ἡ δαπάνη διὰ τὴν συντήρησιν ἑνὸς κοινοῦ σχο-
1444λείου καὶ ἑνὸς γραμματοδιδασκαλείου, ἤτοι θὰ ἐδαπάνα
1445194,000 δραχ. Ἀλλ’ οἱ δῆμοι οὗτοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον,
1446ἐὰν δὲν δύνανται νὰ καταβάλλωσι 2,000 δραχ. διὰ τὴν
1447ἐκπαίδευσίν των, δύνανται ὅμως νὰ καταβάλλωσιν ἓν μέγα
1448ποσόν. Ὑπελόγισα, Κύριοι, ὅλα τὰ ποσὰ, κατὰ τὰ ὁποῖα
1449εἶναι ἐλλιπεῖς οἱ δῆμοι οὗτοι, καὶ εὗρον ὅτι εἶναι ἐλλιπεῖς ἐν
1450γένει κατὰ 103,000 δραχμάς· ἄρα αὐτὰς θὰ κατέβαλλε τὸ
1451Δημόσιον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶχε πρότερον, καὶ ταύ-
1452τας θὰ τὰς κατέβαλλεν, ἐὰν δὲν ἐπεβάλλετο ἡ αὔξησις τῶν
1453δημοτικῶν φόρων. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις τῶν δημοτικῶν φόρων
1454εἰς 97 δήμους θὰ φέρῃ βεβαίως τὸ ποσὸν τῶν 100,000
1455δραχμῶν, καὶ ἑπομένως τὸ Δημόσιον δὲν θὰ κατέβαλλεν οὔτε
1456λεπτὸν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ποῖον δὲ θὰ ἦτο
1457τὸ ἀποτέλεσμα, Κύριοι; τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο, ὅτι ἤθελον
1458λειτουργήσει τόσα σχολεῖα μόνον, ὅσα ἠδύνατο νὰ συντη-
1459ρήσῃ ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων, ἡ ἀνερχομένη εἰς 1,700,000, ἢ
14602,500,000, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς χρήσεως 1893.
1461Ἀλλ’ ἕνεκα τῆς παρατηρήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ ἡ
1462ὁποία ἀπέδειξε τὸ μέγα ἄτοπον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸ νομο-
1463σχέδιον, οὕτω πως συντεταγμένον, ἐπῆλθεν ἡ διόρθωσις αὐ-
1464τοῦ, καὶ ἀπηλείφθη ἡ διάταξις, ἡ περιορίζουσα τὴν συνδρομὴν
1465τοῦ Δημοσίου μόνον ὡς πρὸς τὴν συμπλήρωσιν τῆς δαπάνης
1466τοῦ ἑνὸς κοινοῦ σχολείου καὶ τοῦ ἑνὸς γραμματοδιδασκαλείου
1467δι’ ἕκαστον δῆμον, ὁλόκληρον δὲ τὸ ποσὸν τῶν 950,000 δραχ.
1468τὸ Δημόσιον ὑπόσχεται ἤδη νὰ τὸ χορηγήσῃ ὑπὲρ τῶν δή-
1469μων, πρὸς συνδρομὴν τῆς στοιχειώδους αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως.
1470Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι μία ὑπόσχεσις, ὑπόσχεσις μάλιστα
1471ἐξαρτωμένη ἀπὸ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ,
1472διότι οὐδεὶς περιορισμὸς τίθεται εἰς αὐτὸν ἐν τῷ νομοσχε-
1473δίῳ. Ὅταν θέλῃ ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὑπὲρ οιουδήποτε δήμου
1474θέλῃ, θὰ ἐγκρίνῃ τὴν συνδρομήν. Καὶ ὅμως λέγουσιν οἱ Κύ-
1475ριοι, ὅτι φροντίζουσιν ὑπὲρ τῆς χειραφετήσεως τῆς στοιχειώ-
1476δους ἐκπαιδεύσεως, ἐνῷ κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην ὄχι μόνον
1477ἡ ἐκπαίδευσις, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ὕπαρξις τῶν σχολείων θὰ
1478ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ!
1479Πᾶς δῆμος εἰς τὸ ἑξῆς καὶ πᾶν χωρίον, ἵνα ἔχῃ σχολεῖον,
1480πρέπει νὰ ἦναι δουλόφρον εἰς τὴν ἰσχύουσαν πολιτικήν, δὲν
1481θὰ δύναται νὰ ἔχῃ ἐλεύθερον τὸ φρόνημα, ἀλλὰ θὰ ἕρπῃ πρὸ
1482τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας, διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ
1483σχολεῖον. Φαντάσθητε, Κύριοι, ποίαν ἀνεξαρτησίαν ὑπόσχεται
1484τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν!
1485Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, κύριοι Βουλευταὶ, — πρᾶγμα ἀδύ-
1486νατον, ἀλλ’ ἂς τὸ ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμήν,— ὅτι ὁ Ὑπουρ-
1487γὸς, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι, θὰ ἦναι δίκαιος, θὰ ἀδιαφορῇ
1488περὶ τῆς πολιτικῆς, θὰ ἦναι ἀνένδοτος εἰς τὰς ἀπαιτήσεις
1489τῶν Βουλευτῶν τῆς πλειοψηφίας, θὰ ἀποβλέπῃ μόνον εἰς
1490τὸ συμφέρον τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ θὰ ἔχῃ ὑπο-
1491γραμμὸν καὶ κανόνα τῆς ἐνεργείας αὑτοῦ τὴν δικαίαν κατα-
1492νομὴν τῶν σχολείων ἀνὰ τὸ Κράτος· τί θὰ δύναται νὰ πράξῃ,
1493Κύριοι, ὁ τοιοῦτος Ὑπουργός;
1494Ἀπαιτοῦνται, ὡς εἶπον, διὰ τὴν ὅλην δημοτικὴν ἐκπαί-
1495δευσιν 4,300,000 περίπου δραχμῶν, ἡ δημοτικὴ δ’ εἰσφορὰ
1496ἀνέρχεται εἰς 1,700,000, ἄρα ὑπολείπεται ἓν ποσὸν ἐκ δραχ.
14972,600,000, ἃς καταβάλλει τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἤδη θὰ κατα-
1498βάλλῃ μόνον 950,000· ποῖον θὰ ἦναι τὸ λογικὸν ἀποτέ-
1499λεσμα; Τὸ λογικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι, ὅτι τόσα σχολεῖα,
1500ὅσα ἀναλογοῦσιν εἰς τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν δὲν ἀναλαμ-
1501βάνει πλέον τὸ Κράτος, θὰ παύσωσι λειτουργοῦντα. Ἡ δα-
1502πάνη δὲ, τὴν ὁποίαν δὲν ἀναλαμβάνει πλέον τὸ Κράτος,
1503συνίσταται ἐξ 1,450,000 δραχ. Ἀνάλογα λοιπὸν σχολεῖα
1504πρὸς τὴν δαπάνην ταύτην θὰ παύσωσι λειτουργοῦντα. Καὶ
1505θὰ παύσωσι τόσα μόνον, Κύριοι, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἅπαν τὸ
1506ποσὸν, τὸ προωρισμένον, διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν θὰ τὸ
1507δαπανᾷ ὁ Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους
1508τὸν ὑποχρεώσωσι νὰ μὴ τὸ δαπανήσῃ, — διότι τὸ Κράτος τὸ
1509ἰδικόν μας δυστυχῶς εὑρίσκεται πάντοτε εἰς τοιαύτας ἀνάγ-
1510κας,—ἐὰν τὸν ὑποχρεώσωσι νὰ μὴ τὸ δαπανήσῃ, τότε; θὰ
1511ἔχωμεν ἐνώπιόν μας χάος! Καὶ βεβαίως, Κύριοι, ἀφοῦ πρό-
1512κειται νὰ παύσωσι λειτουργοῦντα πολλὰ σχολεῖα, βεβαίως
1513κατὰ πρώτιστον λόγον θὰ παύσωσι νὰ λειτουργῶσι τὰ σχο-
1514λεῖα τῶν χωρίων, διότι οἱ ὀρεινοὶ δῆμοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον
1515εἶναι οἱ ἄποροι δῆμοι.
1516§92Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
1517παιδεύσεως). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
1518§93ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα.
1519§94Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὰ λεγόμενα παρ’ ὑμῶν δὲν μοὶ φαίνε-
1520ται ὅτι εἶναι ἀκριβῆ, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀκριβῆ, ἔχω καθῆ-
1521κον νὰ σᾶς κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Τὸ ἄρθρον 56 ῥητῶς
1522λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν αἱ ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμ-
1523βουλίου ἀναγραφεῖσαι ἐν τῷ δημοτικῷ προϋπολογισμῷ πιστώ-
1524σεις δὲν ἐπαρκῶσι πρὸς συντήρησιν πάντων τῶν ἐν τῷ δήμῳ
1525ὑπαρχόντων δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων,
1526προκαλεῖται ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐπαρχια-
1527κοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 19, 20 καὶ 22
1528§ αʹ τοῦ ᾼΘΝΓʹ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου τῆς
15293 Ἀπριλίου 1891 διατασσόμενα...» Καθ’ ἃ τὸ ἄρθρον
1530καθορίζει ῥητῶς καὶ σαφῶς, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἄρθρον 62,
1531τὰς δαπάνας πάντων τῶν ὑπαρχόντων σχολείων οἱ δῆμοι καὶ
1532τὸ Δημόσιον θὰ καταβάλλωσιν ἀνελλιπῶς· οὐδὲν σχολεῖον
1533θὰ κλείσῃ. Ὥστε πρὸς τί αἱ παρατηρήσεις, πρὸς τί αἱ ἱερεμιά-
1534δες, πρὸς τί οἱ σχετλιασμοὶ οὗτοι, δὲν ἐννοῶ, ἀφοῦ πρόκειται
1535νὰ διατηρηθῶσι πάντα τὰ ὑπάρχοντα δημοτικὰ σχολεῖα.
1536§95ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον;
1537§96Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως, τῶν ὑπαρχόντων σήμερον σχο-
1538λείων ἀσφαλίζει ὁ νόμος τὴν διατήρησιν. Λοιπὸν πρὸς τί νὰ
1539ἐξαντλώμεθα εἰς παρατηρήσεις μὴ στηριζομένας ἐπὶ τῶν
1540πραγμάτων, ἀλλὰ ἐπὶ ἀπατηλῶν εἱκασιῶν;
1541§97ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ παρατήρησίς σας θὰ
1542ἦτο ὀρθή...
1543§98ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἀνέγνωσα τὸ ἄρθρον.
1544§99ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ παρατήρησίς
1545σας, ἡ στηριζομένη εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, θὰ ἦτο ὀρθή, ἐὰν εἴ-
1546χετε εἰς τὴν διάθεσίν σας ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, ὅπερ δαπα-
1547νᾶται σήμερον πρὸς συντήρησιν πάντων τῶν σχολείων, ἀλλὰ
1548σεῖς δὲν τὸ ἔχετε. Σεῖς, ἐκτὸς τῆς εἰσφορᾶς, τὴν ὁποίαν δύναν-
1549ται νὰ καταβάλλωσιν οἱ δῆμοι, ἤτοι τῶν 1,700,000 δραχ-
1550μῶν — διότι δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἐπειδὴ θὰ μεταβληθῇ τὸ
1551σύστημα, θὰ γείνωσιν οἱ δῆμοι εὐπορώτεροι καὶ θὰ δύνανται
1552νὰ πληρόνωσιν εἰς τὸ ἑξῆς περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἠδύναντο μέ-
1553χρι τοῦδε νὰ καταβάλλωσιν· οἱ δῆμοι ἐστίφθησαν κυριολε-
1554κτικῶς, ἵνα τοῖς ἀφαιρέσωμεν τὴν εἰσφοράν· ἐπειδὴ δὲ εἰς τὸ
1555ἑξῆς δὲν θὰ πληρόνωσι διὰ τοῦ μέσου τῆς εἰσφορᾶς, ἀλλ’ ἀπ’
1556εὐθείας, ἕπεται ὅτι θὰ ἔχωσι μεγαλειτέρας δυνάμεις καὶ θὰ
1557δύνανται νὰ πληρώσωσι πλειότερα; ὄχι βεβαίως — ἐκτὸς
1558λοιπὸν τῆς εἰσφορᾶς αὐτῆς, δηλ. τῶν 1,700,000 δραχμῶν,
1559ἔχετε καὶ τὰς 950,000 δραχμάς, τὰς ὁποίας προσφέρει τὸ Δη-
1560μόσιον. Πῶς εἶναι δυνατὸν διὰ τούτων τῶν δύο κονδυλίων,
1561ἅτινα εἶναι πολὺ ἐλάσσονα τῆς ὅλης δαπάνης, ἡ ὁποία βα-
1562ρύνει ἤδη τὸ Κράτος διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, πῶς
1563εἶναι δυνατὸν, λέγω, διὰ τούτων τῶν κονδυλίων, δι’ ἐλάσσο-
1564νος δηλαδὴ ποσοῦ νὰ συντηρήσητε ὅλα τὰ σχολεῖα; Ἴσα–
1565ἴσα τὸ ἄρθρον, ὅπερ ἀνεγνώσατε, εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς
1566ἰδικῆς μου, ὅτι θὰ κλείσουν πολλὰ σχολεῖα, θὰ ἴδητε δὲ, ὅταν
1567προχωρήσω εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, πόσον ἔχω δίκαιον, ἐπιμένων
1568εἰς τοῦτο.
1569Ἀφοῦ, Κύριοι,—ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα—ἀφοῦ πρόκειται
1570νὰ κλείσωσι σχολεῖα, βεβαίως θὰ κλείσωσι τὰ σχολεῖα τῶν
1571χωρίων, διότι οἱ ὀρεινοὶ δῆμοι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι οἱ ἀπο-
1572ρώτεροι, ἵνα μὴ μανθάνωμεν ἡμεῖς οἱ χωρικοὶ γράμματα, ὡς νὰ
1573μὴ ἤμεθα ἡμεῖς πολῖται τοῦ αὐτοῦ Βασιλείου, ὡς νὰ μὴ πλη-
1574ρώνωμεν ἡμεῖς φόρους εἰς τὸ Βασίλειον τοῦτο, ὡς νὰ ἤμεθα
1575παρίαι, ὡς νὰ ἤμεθα ἀπόκληροι ἡμεῖς τῆς στοργῆς τῆς Πο-
1576λιτείας! Ἀλλ’ ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο· ἡμεῖς
1577δικαιοσύνην δὲν ἔχομεν, ἀναγκαζόμενοι νὰ βαδίζωμεν 20 ὥρας
1578καὶ 30 πολλάκις, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὴν θύραν τῆς δικαιοσύ-
1579νης· ἡμεῖς ὁδοὺς δὲν ἔχομεν, συγκοινωνίαν δὲν ἔχομεν, ἡμεῖς
1580μόνον ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον ἔχομεν, καὶ θέλετε νὰ μᾶς τὸ
1581κλείσητε καὶ αὐτό; Εἶμαι περίεργος νὰ ἴδω, πῶς ὁ κ. Ὑπουρ-
1582γὸς θὰ κατορθώσῃ νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι μὲ τὸ ποσὸν, τὸ
1583ὁποῖον ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του, θὰ δυνηθῇ νὰ διατηρήσῃ ὅλα
1584τὰ σχολεῖα ταῦτα.
1585Ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν, Κύριοι, βεβαίως θὰ ἦτο προτιμότε-
1586ρον τὸ νομοσχέδιον, ἂν ἔμενεν ὡς εἶχε, διότι τουλάχιστον τότε
1587οἱ δῆμοι θὰ ἦσαν ἀσφαλεῖς, ὅτι θὰ εἶχον ἓν κοινὸν σχολεῖον
1588καὶ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον, ἐνῷ ἤδη ἀπειλοῦνται πολλοὶ
1589δῆμοι νὰ μὴ ἔχωσιν οὐδὲν σχολεῖον· διότι, ἀφοῦ ἡ δαπάνη δὲν
1590ἐξαρκεῖ, ἡ δὲ χορήγησις τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου ἐξήρτη-
1591ται ἀπὸ τὴν διακριτικὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, βεβαίως
1592θὰ ὑπάρξωσι πολλοὶ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι, εἴτε ἕνεκα δυσμενείας,
1593εἴτε ἕνεκεν ἄλλων λόγων, θὰ μείνωσιν ἄνευ συνδρομῆς.
1594Ἐὰν ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἦτο οἰκονομι-
1595κὸς, ἀλλ’ ἀπέβλεπε μόνον, ὡς λέγουσιν, εἰς τὸ συμφέρον τῆς
1596ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν δήμων, τί ἐμποδίζει νὰ ἀφήσωσιν ἄθι-
1597κτον τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ κατανομὴ τῶν
1598σχολείων μας, καὶ νὰ λάβωσιν ὅλα τὰ ἄλλα μέτρα, ὅσα θεω-
1599ροῦσι πρόσφορα πρὸς βελτίωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως; Ἀπέβλεψαν
1600λοιπὸν εἰς σκοποὺς οἰκονομικούς, καὶ θέλουσι νὰ περιορίσωσι τὰς
1601δαπάνας, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ἤδη τὸ Δημόσιον, καὶ ἔπειτα
1602μᾶς βεβαιοῦσιν, ὅτι οὐδὲν σχολεῖον θὰ κλείσῃ, ἀφοῦ αἱ δα-
1603πάναι θὰ περιορισθῶσι καὶ ἀφοῦ θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν δια-
1604κριτικὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐξουσίαν ἡ χορήγησις τῆς συνδρομῆς!
1605Δὲν ἀφίνουσιν ὅμως τὴν βάσιν ἄθικτον· καταστρέφουσιν αὐ-
1606τὴν χάριν οἰκονομίας, ἀδιαφοροῦντες ἂν θὰ ἔχωμεν σχολεῖα,
1607καὶ διότι βλέπουσι τὸ ναυάγιον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς φέρῃ ἡ
1608πρᾶξίς των αὕτη, θέλοντες νὰ ἐλαττώσωσι τὰ ἀποτελέσματα
1609αὐτῆς, ἐπιβάλλουσιν αὔξησιν τῆς δημοτικῆς φορολογίας, ἵνα
1610ὅσον τὸ δυνατὸν πλειότερα σχολεῖα λειτουργήσωσι δαπάναις
1611τῶν δήμων. Ἀλλὰ λησμονοῦσιν, ὅτι ὁ λαὸς, ἐν οἵᾳ εὑρίσκεται
1612οἰκονομικῇ καταστάσει, δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ οὐδὲ λεπτοῦ
1613αὔξησιν εἰς τὴν φορολογίαν τὴν ὑφισταμένην. Καὶ ἂν ὁ φό-
1614ρος, ὁ ἐπιβληθησόμενος εἰς οἱονδήποτε δῆμον, ἀφορᾷ εἰς τὴν
1615σταφίδα; θὰ πληρώνωμεν ἀκόμη δύο δραχμὰς τὴν χιλιάδα.
1616Καὶ αὐτὸ εἶναι παράδοξον, Κύριοι· ἀφοῦ πάντες δὲν ἀρνοῦν-
1617ται, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ἀπάνθρωπος, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ ἴδιος
1618ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνωρίζει τοῦτο, ἡ Κυβέρ-
1619νησίς μας διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὸν αὐξάνει. Μέχρι
1620τοῦδε ἐπληρώνομεν δημοτικὸν φόρον διὰ τὴν σταφίδα ἓξ δραχ-
1621μάς τὴν χιλιάδα, ἤδη θὰ πληρώνωμεν ὀκτὼ δραχμάς. Καὶ
1622ζητοῦσιν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ βοήθειαν ἀπὸ τὴν Κυβέρ-
1623νησιν! Ἰδοὺ ἡ βοήθεια, ἡ ὁποία τοῖς δίδεται. Αὔξησις τῆς
1624φορολογίας ἐπὶ τῆς σταφίδος. Καὶ ἂν ὁ φόρος ἀφορᾷ εἰς τὰ
1625διαπύλια τέλη; θὰ αὐξηθῶσι καὶ ἐκεῖνα κατὰ 1%, καὶ
1626ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἐπληρώναμεν 1½–2½%, εἰς τὸ ἑξῆς θὰ
1627πληρώνωμεν τὸ διπλοῦν. Καὶ ἐνῷ ἀνεμένομεν νὰ ἀπαλλαχθῶ-
1628μεν ἀπὸ τὸν καταθλιπτικὸν καὶ ὀχληρὸν αὐτὸν φόρον, τὸν
1629ἐμποδίζοντα καὶ τὴν συγκοινωνίαν ἀκόμη τῶν πολιτῶν, θὰ
1630πληρώνωμεν ἤδη τοῦτον διπλοῦν, χάρις εἰς τὸ εὐεργετικὸν
1631τοῦτο μέτρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
1632Νομίζουσιν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλωσι νέους φόρους
1633εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν! Εἶναι ἀπελπισία, Κύριοι, νὰ μὴ
1634δυνάμεθα νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν φορομανίαν! Δὲν
1635θὰ δυνηθῶμεν νὰ πείσωμεν τοὺς ἰθύνοντας τὰς τύχας ἡμῶν,
1636ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἀντέχει πλέον; ὅτι, ὅπως κατήντησεν ἡ οἰκο-
1637νομία αὐτοῦ, δὲν δύναται οὔτε εἰς τοὺς ὑπάρχοντας φόρους νὰ
1638ἀνταποκριθῇ; Οὕτω, Κύριοι, πᾶς τις δύναται νὰ εὕρῃ μέσον
1639οἰκονομίας εἰς τὰ δημόσια ἔξοδα, ἐπιῤῥίπτων αὐτὰ εἰς τοὺς
1640δήμους καὶ ὑποχρεῶν αὐτοὺς νὰ ἐπιβάλωσι δημοτικοὺς φό-
1641ρους. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δυνάμεθα νὰ ἁπλοποιήσωμεν τὰ
1642πάντα. Ὑποθέσατε ὅτι ἐπιῤῥίπτομεν εἰς τοὺς δήμους τὰς δα-
1643πάνας τῆς ἀστυνομίας, καὶ διὰ νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς αὐτὴν,
1644τοῖς ἐπιτάσσομεν νὰ ἐπιβάλωσι φόρους. Ἐπίσης ὑποθέσατε
1645ὅτι ἐπιῤῥίπτομεν εἰς τοὺς δήμους τὰ ἔξοδα τῆς δικαιοσύνης,
1646ἐπιτάσσοντες εἰς αὐτοὺς αὔξησιν τῶν δημοτικῶν φόρων, ὅπως
1647ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς δαπάνας. Οὕτω πως βεβαίως δυνάμεθα
1648νὰ ἀνακουφίσωμεν πολὺ τὸν προϋπολογισμὸν, χωρὶς νὰ ἐπι-
1649βάλωμεν δημοσίους φόρους· ἀλλ’ ἐννοεῖτε ποῦ θὰ φθάσωσι
1650τότε τὰ διαπύλια; εἰς 30%, ὁ δὲ φόρος ἐπὶ τῆς
1651σταφίδος ὁ δημοτικὸς θὰ ὑπερβῇ τὸν δημόσιον. Αὐτὸς ὅμως
1652ὁ τρόπος τῆς ἐξοικονομήσεως τῶν δημοσίων ἐξόδων δὲν εἶναι
1653παντάπασι λογικός.
1654Ἀλλὰ δὲν περιορίζονται, κύριοι Βουλευταὶ, ἕως ἐδῶ τὰ
1655ὀλέθρια ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου· καὶ ἄλλαι μεγαλεί-
1656τεραι συμφοραὶ μέλλουσιν ἐξ αὐτοῦ νὰ ἐπέλθωσιν εἰς τὴν
1657στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, ὡς θὰ σᾶς ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον.
1658Ἀλλ’ ἤδη πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸν ἕτερον ἄριστον σκο-
1659πὸν τοῦ νομοσχεδίου, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν χειραφέτησιν τῆς
1660στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τῆς πολιτικῆς. Οὐδεὶς ὑπάρ-
1661χει ὁ μὴ φρονῶν, ὅτι οἱ διδάσκαλοι πρέπει νὰ ἦναι ἀνεξάρ-
1662τητοι ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, ἀλλ’ ἐὰν ἦτο δυνατὸν,
1663καὶ ἀπὸ αὐτὰς τὰς περιπετείας τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, διὰ νὰ
1664ἦναι ἐλεύθεροι, νὰ ἀφοσιῶνται εἰς τὸ ἔργον αὑτῶν, τοῦ ὁποίου
1665ἡ φύσις ἀπαιτεῖ ἐνδελεχῆ καὶ ἀδιάκοπον τὴν τοιαύτην ἀφο-
1666σίωσιν. Ὁ διδάσκαλος πρέπει βεβαίως, διὰ ν’ ἀφοσιωθῇ εἰς τὸ
1667καθῆκόν του, διὰ νὰ ἐπιμεληθῇ τῆς πνευματικῆς ἀνατροφῆς τῶν
1668μαθητῶν του, πρέπει νὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι αὐτὸς θὰ συντελέσῃ
1669αὐτὴν ἐξ ἀρχῆς μέχρι τέλους, καὶ τότε μόνον θὰ δύναται νὰ
1670θεωρήσῃ ἑαυτὸν ὡς τὸν πνευματικὸν πατέρα τῶν μαθητῶν
1671του, καὶ ὡς τοιοῦτος νὰ ἐπιμεληθῇ τῆς ἀναπτύξεως αὐτῶν.
1672Τότε δὲ δύναται νὰ κρίνῃ τις περὶ τῆς ἀφοσιώσεως καὶ τῆς
1673ἱκανότητος τοῦ τοιούτου διδασκάλου. Περιπλέον δὲ, ὅταν ὁ
1674διδάσκαλος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, ἀναγκάζεται καὶ
1675οὗτος νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὰς πολιτικὰς διαμάχας καὶ τὰς
1676κομματικὰς ἔριδας, καὶ νὰ ἀποκτᾷ ἐχθροὺς, νὰ ἀποκτᾷ πάθη,
1677τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν συμβιβάζονται πρὸς τὴν ἀποστολὴν
1678αὐτοῦ. Εὐχῆς ἔργον λοιπὸν θὰ ἦτο, ἂν ἠδύνατο νὰ κατα-
1679στῶσι μόνιμοι οἱ διδάσκαλοι καὶ νὰ ἦσαν ἐντελῶς ἀνεξάρτη-
1680τοι. Τοῦτο δὲ νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ εὐκόλως, ἐὰν
1681διετάσσετο ἡ μονιμότης τῶν διδασκάλων καὶ τὸ ἀμετάθετον
1682αὐτῶν, ἔστω καὶ ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς, τοὺς ἐν τῷ νομο-
1683σχεδίῳ ἀναγραφομένους· ἄλλως ὅμως ἐσκέφθη ὁ συντάκτης
1684τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὸ ὁποῖον, διὰ νὰ ἦναι ἀνεξάρτητοι
1685εἰς τὸ ἑξῆς οἱ δημοδιδάσκαλοι, θὰ προτείνωνται ἀπὸ τὸ Δη-
1686μοτικὸν Συμβούλιον καὶ θὰ διορίζωνται ὑπὸ τοῦ νομάρχου,
1687δὲν θὰ παύωνται δὲ, οὔτε θὰ μετατίθενται, ἢ μόνον τῇ προ-
1688τάσει τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Εἰς τὸ ἑξῆς λοιπὸν ὁ δη-
1689μοδιδάσκαλος δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ἀνάγκην τοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ
1690ἔχῃ ὅμως τὴν ἀνάγκην τῶν δημοτικῶν συμβούλων καὶ πάν-
1691των ὅσοι ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τῶν δημοτικῶν συμβούλων, καὶ τοῦ
1692δημάρχου καὶ τῶν τοπικῶν κομματαρχῶν, καὶ ἀντὶ νὰ ἐξαρ-
1693τᾶται ἀπὸ ἑνὸς μόνου, τοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ
1694ὅλους αὐτούς. Ὅταν δὲ πληρωθῇ ὁ ἀριθμὸς ὁ ἀπαιτούμενος
1695διὰ τὰ σχολεῖα τοῦ δήμου, θ’ ἀναγκασθῶσιν οἱ ἀπομένοντες
1696δημοδιδάσκαλοι νὰ τραπῶσιν ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα ὅλην, καὶ νὰ
1697ἐκλιπαρῶσι τὴν εὐμένειαν τῶν Ἑλλήνων δημοτικῶν συμβούλων!
1698Φαντασθῆτε τὸν ἀγῶνα, ὅστις θὰ συναφθῇ μεταξὺ τῶν δυστυ-
1699χῶν αὐτῶν πλασμάτων, καὶ τὰς περιπετείας, ἃς ἔχουσι νὰ
1700διατρέξωσι!
1701Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν ὅμως καλῶς, Κύριοι, ποίου εἴδους εἶναι
1702ἡ χειραφέτησις αὕτη καὶ ἡ ἄνεσις, ἡ ὁποία προσδίδεται εἰς
1703τοὺς δημοδιδασκάλους διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πρέπει νὰ
1704ἐξετάσωμεν τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πληρωμὴν τῆς μισθοδο-
1705σίας αὐτῶν, ἥτις στενῶς σχετίζεται μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀνε-
1706ξαρτησίας καὶ τῆς ἀνέτου ἀφοσιώσεως αὐτῶν εἰς τὸ καθῆκόν
1707των. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὰ ἔξοδα τῆς στοιχειώδους ἐκ-
1708παιδεύσεως καταβάλλονται ὑπὸ τῶν δήμων, πληρόνονται δὲ
1709ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου δυνάμει ἐνταλμάτων τῆς δημοτι-
1710κῆς ἀρχῆς· διὰ τοῦτο τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ὑποχρεοῦνται
1711ν’ ἀναγράφωσιν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν δήμων πρώτην
1712τὴν πίστωσιν τὴν σχετικὴν μὲ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν·
1713τὴν πίστωσιν αὐτὴν θὰ τὴν κανονίζῃ ἡ Διοίκησις, καὶ ἐὰν
1714μὲν δὲν ἦναι ἐπαρκής, προκαλεῖ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐπαρχια-
1715κοῦ Συμβουλίου, μεθ’ ὃ αὐξάνει τὴν πίστωσιν κατὰ τὸ ἐφι-
1716κτὸν, περιορίζουσα ἄλλα ἔξοδα, ἄλλως προσκαλεῖ τὰς δημο-
1717τικὰς ἀρχὰς, ἵνα προτείνωσιν αὔξησιν φόρων, ὅπως διὰ τῶν
1718ἀποτελεσμάτων αὐτῶν κατωρθωθῇ νὰ καταστῇ ἐπαρκὴς ἡ πί-
1719στωσις. Καὶ ἂν οὔτε καὶ τότε καταστῆ ἐπαρκὴς ἡ πίστωσις,
1720τότε ἐπέρχεται ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου, ἐὰν δὲ οὔτε ἡ συν-
1721δρομὴ τοῦ Δημοσίου ἀρκῇ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν σχολείων,
1722τότε ἐπέρχεται ἡ καταγγελία, δηλ. ἡ ἀναφορὰ περὶ καταρ-
1723γήσεως αὐτῶν.
1724Ἀλλ’ ἕως οὗ γείνωσιν ὅλα ταῦτα, πῶς θὰ συντηρῶνται οἱ
1725διδάσκαλοι; Ὑποθέσατε δῆμον ἔχοντα ἤδη πολλὰ σχολεῖα,
1726τοῦ ὁποίου ὅμως οἱ πόροι δὲν ἀρκοῦσιν ἢ δι’ ἓν μόνον. Πότε θὰ
1727φανῇ τοῦτο; ὅταν θὰ συνταχθῇ ὁ προϋπολογισμός του, ὅταν
1728εὐδοκήσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, θὰ ἀναγραφῇ ἡ πίστω-
1729σις· ἀλλ’ ἡ πίστωσις αὕτη, ἡ μὴ ἀρκοῦσα, θὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν
1730βάσανον τοῦ νομάρχου, ὅστις θὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν
1731τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου· ὥστε θ’ ἀναμείνωμεν τὴν ἀπό-
1732φασιν αὐτοῦ, καὶ γνωρίζομεν ὅτι ἅπαξ τοῦ ἔτους συνέρχονται
1733τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια· μετὰ τὴν ἀπόφασιν δὲ ταύτην θὰ
1734ἐπιληφθῇ ὁ νομάρχης τῆς ἐλέγξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ,
1735εἴτε διὰ νὰ αὐξήσῃ τὴν ἀναγεγραμμένην πίστωσιν, εἴτε διὰ νὰ
1736προκαλέσῃ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς νὰ προτείνωσι τὴν αὔξησιν
1737τῶν φόρων. Πάλιν λοιπὸν, καὶ μεθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν διαδικα-
1738σίαν, θὰ ἐπανέλθῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον,
1739τὸ ψήφισμα δ’ αὐτοῦ θὰ ἀναμείνῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς διοικη-
1740τικῆς ἀρχῆς. Ἀλλὰ θὰ ἀναμένωσι καὶ οἱ διδάσκαλοι, ἕως οὗ
1741περατωθῶσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐργασίαι, καὶ θ’ ἀναμένωσιν ἀκόμη,
1742ἕως οὗ οἱ νέοι φόροι δώσωσι τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν, δηλ.
1743θὰ ἀναμένωσιν ἓν μὲν ἔτος τοὐλάχιστον, ἕως οὗ περατωθῶσιν
1744αἱ μνησθεῖσαι τῶν διαφόρων ἀρχῶν ἐργασίαι, καὶ ἓν ἄλλο
1745ἀκόμη ἔτος, ἕως οὗ οἱ νέοι φόροι δώσωσι τὰ ἀποτελέσματά
1746των. Ἐὰν δὲ οὔτε οἱ νέοι φόροι δὲν καταστήσωσι τὸν δῆμον
1747ἐπαρκῆ, τότε θὰ ἐπέλθῃ ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἡ
1748συνδρομὴ αὕτη ἢ δὲν θὰ παρασχεθῇ ποσῶς, ἢ θὰ ἦναι ἀνε-
1749παρκής, ὥστε οἱ τῶν λοιπῶν σχολείων τοῦ δήμου διδάσκαλοι
1750ἀδίκως καὶ ματαίως ἀνέμενον, διότι οὐδὲν θὰ ἔχωσι νὰ λά-
1751βωσι διὰ τὴν προσφερθεῖσαν ὑπηρεσίαν των, καὶ μάλιστα οὔτε
1752ἀγωγὴν θὰ ἔχωσι, διότι ὁ νόμος τοῖς στερεῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο.
1753Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ
1754ὑπάρξῃ διδάσκαλος, δεχόμενος νὰ ὑπηρετήσῃ; Δὲν γνωρίζω,
1755Κύριοι, πῶς ὑμεῖς κρίνετε ἐπ’ αὐτῶν τῶν ζητημάτων, ἀλλ’
1756ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου ἐπισφραγίζεται
1757ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπισφραγίζεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου
175862. Διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι ταῦτα οὕτως ἔχουσιν, ἀναγνώσατε τὸ
1759ἄρθρον 62, καθ’ ὃ «ἐὰν ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ δήμου δὲν συμπλη-
1760ροῦται οὔτε διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δημοτικῶν φόρων, οὔτε διὰ
1761τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου, ὑπάρχωσι δὲ καὶ ἄλλα σχολεῖα
1762ἐν τῷ δήμῳ, τότε τὸ Ὑπουργεῖον διατάσσει τὴν κατάργησιν
1763αὐτῶν.» Ἤτοι, ἀφοῦ γείνῃ ὅλη αὐτὴ ἡ μακρὰ διαδικασία, ἥτις
1764ἀπαιτεῖ τοὐλάχιστον διετὲς χρονικὸν διάστημα, θὰ εἴπωμεν
1765εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους: «πηγαίνετε τώρα ’στὰ σπήτια
1766σας, διότι κλείονται τὰ σχολεῖα τοῦ δήμου». Θὰ εἴπῃ
1767ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὅλας αὐτὰς τὰς ἐλλείψεις θὰ τὰς
1768καλύψῃ ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου. Σᾶς ἀπέδειξα, Κύριοι, ὅτι
1769ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου δὲν ἀρκεῖ, μὲ ὅλην τὴν καλὴν θέ-
1770λησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα καλύψῃ τὰς ἐλλείψεις ταύτας·
1771ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ μικρὰ αὕτη συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου
1772ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ κυρίου Ὑπουρ-
1773γοῦ. Καὶ ἂν λοιπὸν δοθῇ, ὑπὲρ τίνος δήμου θὰ δοθῇ, ἢ ὑπὲρ
1774τίνος σχολείου ἢ γραμματοδιδασκαλείου, ἐκ τῶν ἐν τῷ δήμῳ
1775λειτουργούντων; Ποῖος λοιπὸν δημοδιδάσκαλος θὰ ἦναι
1776ἀσφαλὴς, ὅτι θὰ πληρωθῇ διὰ τὴν προσενεχθεῖσαν παρ’ αὐ-
1777τοῦ ὑπηρεσίαν; Οἱ δημοδιδάσκαλοι, Κύριοι, δὲν δύνανται νὰ
1778γνωρίζωσι τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν τῶν δήμων. Ἀλλὰ καὶ
1779ἂν τὴν γνωρίζωσιν, αὕτη πολλάκις ἐξαρτᾶται ἐξ ὅλως ἀπροό-
1780πτων περιστατικῶν. Ὑποθέσωμεν ὅτι αἱ πρόσοδοι τοῦ δήμου
1781στηρίζονται ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐπὶ τῆς σταφίδος,
1782καὶ ὅτι ἐπέρχεται θεομηνία, ἢ νόσος καταστρεπτικὴ, καὶ
1783καταστρέφει τὰ προϊόντα ταῦτα καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται
1784αἱ πρόσοδοι αὗται νὰ πραγματοποιηθῶσι. Μὲ τί θὰ πλη-
1785ρωθῶσι τότε οἱ δημοδιδάσκαλοι; Διὰ τούτων ἀποδεικνύε-
1786ται, κ. Βουλευταὶ, ὅτι εἰς οὐδεμίαν περίστασιν εἶναι ἀσφαλὴς
1787ὁ δημοδιδάσκαλος, καὶ τοῦτο ἐπικυροῦσιν αἱ περὶ πληρωμῆς
1788διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, διότι κατ’ αὐτὰς ὁ ταμίας τότε
1789καὶ μόνον ἐξοφλεῖ τὰ ἐντάλματα τῆς πληρωμῆς τῶν δημο-
1790διδασκάλων, ὅταν ὑπάρχωσιν ἐν τῷ ταμείῳ χρήματα τοῦ
1791δήμου, ἢ πρόκειται νὰ εἰσπραχθῶσι τοιαῦτα. Τοῦτο σημαί-
1792νει, ὅτι καὶ εἰς ἐκείνους τοὺς δήμους, ἐν οἷς ἡ μακρὰ διαδι-
1793κασία ἐπερατώθη, καὶ ὡρίσθη ποῖα σχολεῖα τοῦ δήμου δύ-
1794νανται νὰ λειτουργήσωσι, καὶ εἰς ἐκείνους ἀκόμη οἱ διδά-
1795σκαλοι δυνατὸν νὰ μὴ πληρωθῶσιν, ἐὰν τὰ προϋπολογιζό-
1796μενα ἔσοδα δὲν πραγματοποιηθῶσιν.
1797Ἰδοὺ δὲ εἰς ποίας περιπετείας διὰ τῶν περὶ πληρωμῆς
1798διατάξεων περιάγεται ὁ δυστυχὴς δημοδιδάσκαλος. Εἶναι ὑπο-
1799χρεωμένος νὰ ἀναμένῃ ἐπὶ 10 ἡμέρας τὸν δήμαρχον, ἵνα ἐκ-
1800δώσῃ τὸ ἔνταλμα τῆς πληρωμῆς, διότι ἔχει τοιαύτην προ-
1801θεσμίαν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ὁ δήμαρχος. Μετὰ τοῦτο εἶναι
1802ἠναγκασμένος νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ταμείου, καὶ νὰ
1803ἀναμένῃ ἐκεῖ ἄλλας 5 ἡμέρας, ἵνα πληρωθῇ, διότι ὁ ταμίας
1804ἔχει τὴν προθεσμίαν αὐτὴν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ μάλιστα
1805τὴν ἔχει ἀπὸ τῆς πρώτης αἰτήσεως, ὡς ἐὰν προῃσθάνετο ὁ
1806συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὅτι πολλὰς αἰτήσεις θὰ
1807ὑποβάλλῃ περὶ τούτου ὁ δημοδιδάσκαλος, δὲν γνωρίζω ὅμως,
1808πῶς θὰ ἀποδειχθῇ ἡ πρώτη αἴτησις, ἀπὸ τῆς ὁποίας θὰ
1809τρέχῃ ἡ προθεσμία. Ἀλλ’ ἔστω· ἐὰν ὁ ταμίας ἔχῃ χρήματα
1810τοῦ δήμου, θὰ πληρώσῃ, ἄλλως, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, θὰ
1811ἀποταθῇ εἰς τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα· Θὰ περιμένῃ λοιπὸν
1812ὁ δημοδιδάσκαλος τὴν ἀπάντησιν τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτο-
1813ρος, καὶ ἐὰν οὗτος ἀποστείλῃ χρήματα, θὰ πληρώσῃ ὁ τα-
1814μίας, ἄλλως εἶναι ὑποχρεωμένος καὶ οὗτος νὰ παρατη-
1815ρήσῃ τοὺς καταλόγους του, ἵνα ἴδῃ, ἂν ὑπάρχωσιν εἰσπρα-
1816κτέα τοῦ δήμου, καὶ τότε προπληρόνει· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρ-
1817χωσι, στέλλει τὴν καταγγελίαν, δηλ. τὴν ἀναφορὰν περὶ κα-
1818ταργήσεως τοῦ σχολείου, πρὸς πλήρη ἱκανοποίησιν τοῦ ἀνα-
1819μένοντος νὰ πληρωθῇ δημοδιδασκάλου!
1820§100ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ζητήσω μίαν δια-
1821σάφησιν;
1822§101ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα.
1823§102ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μέχρι τοῦδε τί ἐγίνετο διὰ τὴν πληρωμὴν
1824τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων;
1825§103ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπλήρονε τὸ Δημόσιον.
1826§104ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τακτικῶς;
1827§105ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τακτικώτατα.
1828§106ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐπαρχίαν καὶ ἐπὶ
1829τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως καθ’ ἡμέραν διεμαρτύροντο,
1830καὶ κατὰ τὸ 1890 καὶ τὸ 1891 καὶ τὸ 1892.
1831§107ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε στρατηγέ, κατηργήθη ὁ νόμος ἐκεῖ-
1832νος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐγίνοντο αὐτά.
1833§108ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Καὶ τώρα, καὶ κατὰ 1893 καὶ 1894.
1834§109ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε ὁ ὑπάλληλος δὲν θὰ ἐκτελῇ τὸ κα-
1835θῆκόν του.
1836§110ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν τοιοῦτον δὲ δημοδιδάσκαλον, κ. Βου-
1837λευταί, ἀφοῦ τὸν ὑποχρεοῖ τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἴδατε, νὰ
1838περιμένῃ 10 ἡμέρας, ἵνα ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμά του, νὰ περι-
1839μένῃ τὸν ταμίαν ἐπὶ 5 ἡμέρας, ἵνα τὸν πληρώσῃ, νὰ περι-
1840μένῃ τὸν εἰσπράκτορα, ἵνα ἀποστείλῃ χρήματα, ἐὰν δὲν ἔχῃ
1841ὁ ταμίας, νὰ περιμένῃ τὸν ταμίαν, ἵνα παρατηρήσῃ, ἐὰν
1842ὑπάρχωσι εἰσπρακτέα τοῦ δήμου, καὶ ἐπὶ τέλους νὰ περι-
1843μένῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταγγελίας τοῦ ταμίου, ἥτις βε-
1844βαίως θ’ ἀποβῇ κατ’ αὐτοῦ, τὸν τοιοῦτον δημοδιδάσκαλον τὸν
1845θέλει τὸ νομοσχέδιον νὰ παραμένῃ ἐνδελεχῶς καὶ ἀδιακόπως
1846καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας καὶ καθ’ ὅλας τὰς ὥρας, τὰς κεκανο-
1847νισμένας ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ἐν τῷ σχολείῳ, ἀφωσιωμένος
1848εἰς τὸ καθῆκον αὑτοῦ, καὶ μάλιστα ἐπὶ ποιναῖς βαρείαις!
1849Κρίνατε ἤδη, κ. Βουλευταί, ποία θὰ ἦναι ἡ χειραφέτησις
1850καὶ ἡ ἀνεξαρτησία, ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προσδιδο-
1851μένη εἰς τὸν δημοδιδάσκαλον. Κρίνατε ἂν τὸ νομοσχέδιον
1852ἱκανοποιῇ τὰς προσδοκίας ἐκείνων, ὅσοι ἐγαλβανίσθησαν ἀπὸ
1853τὰς ὡραίας ἐπαγγελίας περὶ χειραφετήσεως τῆς δημοτικῆς
1854ἐκπαιδεύσεως, αἵτινες ἀπετέλεσαν μέρος τοῦ πολιτικοῦ προ-
1855γράμματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ κρίνατε περιπλέον,
1856πόσον ὀλέθρια ἔσονται τὰ ἀποτελέσματα τοῦ κατασκευάσμα-
1857τος τούτου κατὰ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως τῆς χώρας.
1858Ταῦτα κατὰ τὴν κρίσιν μου, Κύριοι, θὰ ἦναι ὀλεθριώτερα,
1859κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου,
1860παρὰ μετὰ τὴν ὁριστικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ· διότι, ἐὰν μετὰ
1861τὴν ὁριστικὴν λειτουργίαν πρόκειται νὰ παύσωσι λειτουρ-
1862γοῦντα, καθὼς σᾶς ἀπέδειξα, τὰ ⅖ τῶν σχολείων, κατὰ τὴν
1863ἀρχὴν τῆς ἐφαρμογῆς του θὰ παύσωσι λειτουργοῦντα τὰ
1864πλεῖστα τῶν σχολείων τοῦ Κράτους· διότι δὲν θὰ εὑρεθῇ δη-
1865μοδιδάσκαλος εἰς τοὺς πλείστους δήμους, δεχόμενος νὰ ὑπη-
1866ρετήσῃ ὑπὸ τοιούτους ὅρους· θὰ τοὺς ἴδωμεν δὲ τοὺς δημο-
1867διδασκάλους προτροπάδην φεύγοντας ἐκ τῶν σχολείων, ταῦτα
1868δὲ κλειόμενα ἑρμητικῶς, ἵνα μὴ ἀνοίξωσι πλέον, ἐφ’ ὅσον ἐπι-
1869κρατεῖ τὸ σύστημα τοῦτο, θὰ ἴδωμεν δὲ ἐγκαθιδρυομένας ἐν
1870αὐτοῖς τὰς γλαῦκας, τὰ σύμβολα ταῦτα τῆς Παιδείας, τὰ
1871ὁποῖα θὰ ἀπολαύσωσι τὴν ἄνεσιν, τὴν ὑποσχομένην ὑπὸ τοῦ
1872νομοσχεδίου εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους.
1873Ἐνῷ δὲ, Κύριοι, τοιοῦτον εἶναι τὸ νομοσχέδιον, ἐνῷ τοι-
1874οῦτον εἶναι τὸ κατάντημα, εἰς τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν κρίσιν
1875μου, ἐξωθεῖ τὰ τῆς στοιχειώδους ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως, αἴφνης,
1876πρὸς εἰρωνείαν τῶν ἀναμενόντων ἐξ αὐτοῦ βελτίωσιν τῶν καθ’
1877ἡμᾶς, ἀναγράφεται ἐν αὐτῷ τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς στοιχειώ-
1878δους ἐκπαιδεύσεως. Τοῦτο, Κύριοι, ὡς εἶπον καὶ χθὲς, ὅτε συνε-
1879ζητεῖτο τὸ σχετικὸν ἄρθρον, εἶναι τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς τε-
1880λειοποιήσεως τῶν ἀφορώντων τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν,
1881τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ ἰδανικὸν παντὸς ἔθνους. Τί ἄλλο ἠδύνατο
1882νὰ ἐπιθυμήσῃ τις διὰ τὸ ἔθνος του, παρὰ νὰ ἦναι πάντες οἱ
1883πολῖται αὐτοῦ ἐγγράμματοι, καὶ δὴ νὰ γνωρίζωσιν ὅσα
1884γράμματα ὑπόσχεται ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις; Ἰδοὺ ὅτι
1885ἡ Ἑλλὰς ἐκπληροῖ τὸ ἰδανικόν της τοῦτο. Δὲν συμφωνῶ μετ’
1886ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίσθησαν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπι-
1887βληθῇ ὑποχρεωτικῶς ἡ ἐκπαίδευσις εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐπὶ τῷ
1888λόγῳ ὅτι οἱ ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ ῥέπουσι πρὸς τὰ γράμ-
1889ματα, ἔχοντες ἔρωτα πρὸς αὐτὰ, καὶ ὅτι ἄνευ διατάξεως
1890ὑποχρεούσης αὐτούς, ἐξ ἀγάπης πρὸς τὴν παιδείαν, φοιτῶσιν
1891εἰς τὰ σχολεῖα· δὲν συμφωνῶ, διότι γνωρίζω μέρη τοῦ Ἑλλη-
1892νικοῦ Βασιλείου, ἰδίως τὰ κατοικούμενα ὑπὸ Ἀλβανῶν, τὰ
1893ὁποῖα οὐδένα ἔρωτα ἔχουσι πρὸς τὴν παιδείαν, γνωρίζω δῆ-
1894μον τοῦ νομοῦ Ἀχαϊοήλιδος, κατοικούμενον ὡς ἐπὶ πλεῖστον
1895ὑπὸ Ἀλβανῶν, εἰς τὸν ὁποῖον τὰ 9/10 τῶν χωρίων, πλὴν τῆς
1896πρωτευούσης, κατοικοῦνται ὑπὸ ἀνθρώπων ἐντελῶς ἀγραμ-
1897μάτων, καὶ δὲν εὑρίσκει τις ἐκεῖ οὐδὲ ἕνα ἐγγράμματον, δὲν
1898εὑρίσκονται ἄνθρωποι ἱκανοί, ὅπως γείνωσιν ἱερεῖς, καὶ δανεί-
1899ζωνται ἱερεῖς ἐκ τῶν περιχώρων καὶ γίνεται τῳόντι μία
1900ἐπιδρομὴ ἱερατικὴ εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει 25
1901χωρία! Ὡς δικηγόρος δὲ, Κύριοι, ὑπερασπιζόμενος ἰδίως ποι-
1902νικὰς ὑποθέσεις, παρετήρησα ὅτι τὰ 99%, χωρὶς νὰ ὑποθέ-
1903σητε ὑπερβολὴν, ἐκ τῶν κατηγορουμένων ἐπὶ ζωοκλοπῇ εἶναι
1904τοιοῦτοι, ἐντελῶς ἀγράμματοι ἄνθρωποι. Εἶναι λοιπὸν
1905ἀναγκαία ἡ ἐπιβολὴ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς εἰς τὰ σχολεῖα
1906φοιτήσεως· διότι, ἐὰν διὰ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως δύ-
1907νανται νὰ ἀνορθωθῶσι τὰ ἤθη, βεβαίως ὅταν ἀναγκάσωμεν
1908τοὺς τοιούτους, περὶ ὧν ὡμίλησα, νὰ φοιτῶσιν εἰς τὰ σχο-
1909λεῖα, νὰ φωτισθῶσι, νὰ παιδευθῶσι, θὰ παύσωσι ῥέποντες
1910εἰς τὰ ἐγκλήματα.
1911Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ὑποχρεωτικῶς ἡ ἐκπαί-
1912δευσις; Ἵνα ἐπιβληθῇ ὑποχρεωτικῶς ἡ ἐκπαίδευσις, ἀπαιτοῦντα
1913δύο τινά, καθὼς εἶπον χθές. Ἀπαιτεῖται πρῶτον νὰ ἔχωμεν
1914σχολεῖα πανταχοῦ τοῦ Κράτους, καὶ δεύτερον νὰ νομοθετηθῇ
1915ἐγγύησις τῆς ἐκτελέσεως τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, δηλ. νὰ νο-
1916μοθετηθῶσι ποιναί. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ οὐδενὸς τού-
1917των προβλέπει. Καθὼς σᾶς ἀπέδειξα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1918ἔχωμεν σχολεῖα πανταχοῦ τοῦ Κράτους. Εἶδον ὅτι διωρθώθη
1919τὸ ἄρθρον. Φαίνεται ὅτι ἐγένετο τοιαύτη παρατήρησις κατὰ
1920τὴν αʹ ἢ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, διότι τὸ ἄρθρον ἦτο γενικὸν καὶ
1921ἐπέβαλλε τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς πάντας τοὺς
1922κατοίκους τοῦ Βασιλείου, ἀδιαφόρως ἂν εἶχον ἢ δὲν εἶχον σχο-
1923λεῖα. Διωρθώθη ἤδη, καὶ περιωρίσθη τὸ ὑποχρεωτικὸν αὐτῆς
1924μόνον ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσι σχολεῖα. Ἐγὼ εἶπον καὶ χθὲς,
1925ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιβάλλωμεν ὑποχρεώσεις εἰς
1926ἓν μέρος τῶν κατοίκων τοῦ Κράτους, ἀπαλλάττοντες τοὺς
1927λοιποὺς, διότι οἱ νόμοι πρέπει νὰ ἦναι γενικοί. Ἀλλὰ καὶ
1928ἂν παραδεχθῶμεν τοῦτο, δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ ἔχωμεν σχολεῖα,
1929ἀπαιτεῖται νὰ ἐπιβληθῶσι καὶ ποιναὶ κατὰ τῶν παραβαινόν-
1930των τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Οὐδεμίαν τοιαύτην ποινὴν τὸ
1931νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιβάλλει.
1932Ἤκουσα χθὲς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λέγοντος, ὅτι «ἡμεῖς εὐχὴν
1933ὑποβάλλομεν.» Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ εὐχῆς, οὐδὲ
1934εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπῶνται εὐχαὶ ἐν νομοσχεδίῳ. Ἡ Βουλὴ
1935νομοθετοῦσα δὲν εὔχεται, ἡ Βουλὴ νομοθετοῦσα ἐπιτάσσει
1936καὶ πρέπει νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα, ὥστε αἱ ἐπιταγαὶ αὐτῆς
1937νὰ ὦσι σεβασταὶ καὶ νὰ ἐκτελῶνται. Πρώτην φορὰν ἀκούω,
1938ὅτι δύνανται νὰ διατυπῶνται εὐχαὶ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξου-
1939σίας. Εὔχονται τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια, εὔχονται τὰ δη-
1940μοτικὰ συμβούλια, εὔχονται οἱ σύλλογοι, ἀλλ’ ἡ νομοθετικὴ
1941ἐξουσία δὲν εὔχεται ποτέ. Ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀνα-
1942πτύσσοντος καὶ ἄλλην θεωρίαν, ὅτι αἱ ἐλλείψεις τοῦ νομοσχε-
1943δίου δὲν πρέπει νὰ μᾶς προξενήσωσιν ἐντύπωσιν. Ὅπως εἶχε
1944τὸ νομοσχέδιον συνταχθῆ, ἐνθυμεῖσθε, καθ’ ὃ ἡ συνδρομὴ τοῦ
1945Δημοσίου περιωρίζετο εἰς ἓν μόνον σχολεῖον, ἐφέρομεν περὶ τού-
1946του τὴν παρατήρησιν, καὶ μᾶς ἔλεγε: «δὲν πειράζει· ὅταν ἐφαρ-
1947μοσθῇ, θὰ δοκιμάσωμεν καὶ ἐὰν κλείσωσι τὰ σχολεῖα, ἐδῶ εἴ-
1948μεθα καὶ τὸ διορθώνομεν». Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ δοκιμά-
1949σωμεν, δὲν πρόκειται δοκιμαστικῶς νὰ προβαίνωμεν. Τοῦτο,
1950Κύριοι, εἶναι εἷς λόγος ἀκόμη, ὅστις ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ νομο-
1951σχέδιον πρέπει νὰ καταψηφισθῇ, διότι οὐδὲ ὁ συντάξας αὐτὸ
1952ἔχει πεποίθησιν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ. Σᾶς λέγει:
1953«ἂς τὸ δοκιμάσωμεν, ἂς ἴδωμεν, ἐὰν θὰ λειτουργήσῃ καλῶς».
1954Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχομεν, Κύριοι, σύστημα τέλειον, σύστημα, τὸ
1955ὁποῖον ὁμολογουμένως λειτουργεῖ καλῶς, σύστημα, κατὰ τὸ
1956ὁποῖον ὅλα τὰ μέρη τοῦ Κράτους ἔχουσι σχολεῖα, σύστημα,
1957κατὰ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται νὰ παραπονεθῇ, εἶναι λογικὸν
1958νὰ λέγωμεν, ὅτι πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο
1959καὶ νὰ φέρωμεν ἓν ἄλλο, διὰ νὰ τὸ δοκιμάσωμεν; Νομοσχέ-
1960δια, Κύριοι, διὰ τῶν ὁποίων διατυποῦνται εὐχαὶ, διὰ τῶν
1961ὁποίων πρόκειται νὰ γείνῃ δοκιμασία ἑνὸς οἱουδήποτε μέτρου,
1962δὲν ἔπρεπε νὰ φέρωνται ποσῶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τί θὰ
1963εἴπῃ, Κύριοι, «εὐχόμεθα ἵνα ἡ ἐκπαίδευσις ὑποχρεωτικῶς ἐπι-
1964βληθῇ εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ Βασιλείου;» ποίαν σημασίαν
1965δύναται νὰ ἔχῃ ὁ τοιοῦτος λόγος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Καὶ
1966βεβαίως εὐχὴ εἶναι, ἀφοῦ δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῆς
1967ἐπιβολῆς τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην
1968χθὲς νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι προτιμότερον εἶναι τότε νὰ
1969ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς ἡ διάταξις, διότι ἡμεῖς δὲν πρόκειται νὰ
1970εὐχηθῶμεν, ἡμεῖς πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν, νὰ ἐπιτάξωμεν.
1971Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι οὐδὲ τὸ ἓν οὐδὲ τὸ
1972ἄλλο τῶν ἀπαιτουμένων, ἵνα λειτουργήσῃ τὸ ὑποχρεωτικὸν
1973τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἀπαντῶνται ἐν τῷ νομοσχε-
1974δίῳ τούτῳ. Μᾶς ἔμειναν λοιπὸν αἱ λαμπραὶ ἐπαγγελίαι τοῦ
1975Πρωθυπουργοῦ, ὁ δὲ θησαυρὸς ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι ἄνθρακες·
1976καὶ κρίμα εἰς τὸν ἐνθουσιασμὸν, ὃν ἐγέννησαν εἰς τὸ Πανελλή-
1977νιον αἱ ὡραῖαι αὗται ἐπαγγελίαι.
1978Μοὶ ἐφάνη δὲ παράδοξος—καὶ ἔκαμα καὶ χθὲς λόγον περὶ
1979τούτου—μοὶ ἐφάνη παράδοξος ἡ πρόνοια, τὴν ὁποίαν λαμ-
1980βάνει τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς διατάξεως ταύ-
1981της. Ἀναθέτει εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν, ἵνα οὗτος συντάσσῃ ἔκ-
1982θεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀναφέρῃ διὰ ποίαν αἰτίαν τὰ τέκνα
1983τῶν κατοίκων δὲν φοιτῶσιν εἰς τὸ σχολεῖον, τὴν ἔκθεσιν δὲ
1984θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ Ἐποπτικόν, καὶ τοῦτο θὰ
1985σκέπτηται περὶ τῆς λήψεως τῶν καταλλήλων μέτρων, ὅπως
1986κατορθωθῇ ἡ φοίτησις τῶν παίδων εἰς τὸ σχολεῖον.
1987Ἂς ἀκούσωσιν ἤδη οἱ κάτοικοι τῆς Θαλπούσης, ἂν θὰ
1988ἔχωσι σχολεῖον, ὅτι, ἂν δὲν συμμορφωθῶσι μὲ τὴν διάταξιν
1989αὐτὴν καὶ ἂν δὲν φοιτῶσιν εἰς τὸ σχολεῖον τακτικῶς, ὁ ἐπι-
1990θεωρητὴς δὲν θέλει συζητήσει μὲ αὐτοὺς, ἀλλὰ θὰ κάμῃ ἔκ-
1991θεσιν καὶ θὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, διὰ
1992νὰ μάθῃ γνῶσιν τοὺς κατοίκους τῆς Θαλπούσης,—διότι τὸ
1993Ἐποπτικὸν Συμβούλιον θὰ λάβῃ τὰ μέτρα του.
1994Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνω πλέον ἀσχο-
1995λούμενος μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτό· νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ
1996θίξω καμμίαν ἄλλην αὐτοῦ διάταξιν, νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκε-
1997τὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπον, διὰ νὰ καταῤῥίψωσι τὸ νομοσχέ-
1998διον τοῦτο εἰς τὴν συνείδησιν παντός. Δὲν ἐπιχειρῶ ποσῶς
1999νὰ ἀσχοληθῶ περὶ τῆς διασκευῆς αὐτοῦ καὶ τῆς συναρμογῆς
2000αὐτοῦ ὡς μέτρου νομοθετικοῦ. Εἴδετε ἡ συζήτησις εἰς τὰ
2001καθέκαστα αὐτοῦ τί ἀπέδειξεν; Ἀπέδειξεν ἀμοιρίαν πάσης
2002συνοχῆς, ἀπέδειξεν ὅτι, ὁποῖον εἶναι, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὁ συν-
2003τάκτης αὐτοῦ μεγάλην τόλμην, διὰ νὰ τὸ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν
2004βάσανον τῆς Βουλῆς.
2005Δὲν ἐπιχειρῶ, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσω οὔτε περὶ τῶν διατάξεων,
2006αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὴν κατασκευὴν καὶ μετασκευὴν
2007τῶν διδακτηρίων πρῶτον, διότι τοῦτο δὲν τὸ θεωρῶ σχετιζό-
2008μενον μετὰ τῆς ἀρχῆς, καὶ δεύτερον διὰ νὰ μὴ μακρηγορήσω.
2009Ἀλλὰ μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν τὸ ἑξῆς, ὅτι ὑπὲρ τῶν διδα-
2010κτηρίων αὐτῶν προορίζεται ἓν μέρος τῶν τελῶν τῶν ἐκπαιδευ-
2011τικῶν, τὰ ὁποῖα περιορίζονται ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
2012Ἀλλὰ καθὼς ἐγὼ κρίνω—καὶ νομίζω ὅτι μετέδωκα τὴν κρίσιν
2013μου καὶ εἰς ὑμᾶς,—σχολεῖα θὰ ἔχωσι μόνον οἱ εὔποροι δῆμοι.
2014Ἐκεῖ λοιπὸν, εἰς τοὺς εὐπόρους δήμους, θὰ ἀνεγερθῶσι καὶ τὰ
2015διδακτήρια, διότι εἰς ἐκείνους τοὺς δήμους, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ
2016ἔχωσι σχολεῖα, δὲν πιστεύω νὰ σκεφθῇ κανεὶς νὰ ἀνεγείρῃ δι-
2017δακτήρια. Πρὸς ἀμοιβὴν λοιπὸν τῆς εὐπορίας των, θὰ τοῖς
2018κατασκευάσωμεν καὶ διδακτήρια, καὶ δὴ θὰ τὰ κατασκευά-
2019σωμεν διὰ τῶν τελῶν τῶν ἐκπαιδευτικῶν. Μὰ διατὶ θὰ πλη-
2020ρώνωμεν ἡμεῖς ἐκπαιδευτικὰ τέλη ὑπὲρ τῶν δήμων τῶν εὐπό-
2021ρων; Διὰ τοῦτο δὲν ἐννοῶ, διατὶ δὲν καταργοῦνται ὁλοσχερῶς
2022τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, ἀφοῦ πρόκειται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς
2023ἀμοιβὴν τῶν εὐπόρων δήμων, ἀπορῶ δ’ ἔτι μᾶλλον, διότι
2024ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε κηρυχθῆ, ἐν ὅσῳ ἦτο ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς,
2025κατὰ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, εἶχε κηρυχθῆ σφοδρὸς πο-
2026λέμιος αὐτῶν, ἀλλ’ ὅταν ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν, τὰ ἐθεώ-
2027ρησε νόμιμα καὶ τὰ περιορίζει μόνον. Ποῦ δὲ τὰ περιο-
2028ρίζει; τὰ καταργεῖ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ἡμεῖς
2029οἱ ὀρεινοὶ, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ μὴ ἔχωμεν οὔτε
2030ἀλληλοδιδακτικὰ σχολεῖα, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν οὔτε
2031Ἑλληνικά· διότι, ἂν οἱ μαθηταὶ δὲν προπαρασκευασθῶσιν
2032ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φοιτή-
2033σωσιν εἰς τὰ Ἑλληνικά. Ὥστε δὲν μᾶς ὠφελεῖ ἡμᾶς τί-
2034ποτε ὁ περιορισμὸς οὗτος, δηλαδὴ ἡ κατάργησις τῶν τε-
2035λῶν ὡς πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ
2036διατὶ νὰ διατηρηθῇ τὸ πλεῖστον τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν
2037ἀφοῦ ταῦτα θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἀνέγερσιν σχολείων τῶν
2038εὐπόρων δήμων.
2039Μόνον, Κύριοι, ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν εὑρίσκω τὸ νομο-
2040σχέδιον ἐπιτυχές· διότι, καθὼς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω
2041εἰς ὑμᾶς, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πραγματοποιεῖ μεγάλην οἰ-
2042κονομίαν, καθόσον οἰκονομεῖ 1,450,000 δραχμὰς, ἄν μείνῃ ὅπως
2043ἔχει ἤδη, περισσοτέραν δὲ, μεγαλειτέραν οἰκονομίαν θὰ ἐπραγ-
2044ματοποίει, ἄν ἔμενεν ὡς εἶχε πρότερον· καὶ ὑποθέτω, ὅτι πρὸς
2045μόνον αὐτὸν τὸν ἐπιτυχῆ σκοπὸν διεσκευάσθη τὸ νομοσχέ-
2046διον καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι, Κύριοι, τῷ ὄντι
2047μία μεγάλη οἰκονομία, καὶ δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ,
2048ὅτι προβαίνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ τόλμης εἰς τὴν πραγ-
2049ματοποίησιν τοῦ προγράμματός του, τὸ ὁποῖον ἐπὶ κεφαλῆς
2050ἀνέγραψε τὰς μεγάλας οἰκονομίας. Ἰδοὺ ὅτι ἀπὸ ἓν μόνον κε-
2051φάλαιον, τὸ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, οἰκονομεῖ ἓν τόσῳ
2052μέγα ποσόν. Ἀνέλαβε τὴν μεγάλην ψαλίδα τῶν οἰκονομιῶν
2053ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ μὲ μιὰ ψαλιδιὰ, ἰδοὺ ὅτι σφαγιάζει
2054τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν! Τῷ ἔδωκε δὲ, φαίνεται, ἡ με-
2055γάλη αὕτη οἰκονομία τὸ ἐνδόσιμον διὰ νὰ προβῇ καὶ εἰς
2056ἄλλας οἰκονομίας, διότι, καθὼς εἶπεν, ᾠκονόμησεν ἓν ποσὸν
2057400,000 δραχμῶν— καὶ φαίνεται ἀπ’ ἐδῶ τὰς οἰκονομεῖ —
2058χάριν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ ἄλλας ἑκατο-
2059στύας χιλιάδων δραχμῶν χάριν τῶν ἀρξαμένων μὲν, μήπω
2060δὲ συντελεσθεισῶν δημοσίων ὁδῶν. Ἔῤῥιψα, Κύριοι, ἓν βλέμμα
2061εἰς τὰς ὁδοὺς, περὶ ὧν πρόκειται, καὶ εἶδον, ὅτι ἀναφέρονται εἰς
2062ὡρισμένας ἐπαρχίας, καὶ ἐνόησα τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Πρω-
2063θυπουργοῦ. Νομίζει δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ δυνηθῇ
2064καὶ ἄλλας οἰκονομίας νὰ πραγματοποιήσῃ, διὰ νὰ ἐπουλώσῃ,
2065ὡς ἔλεγε, τὰς πληγὰς, τὰς ὁποίας ἤνοιξαν αἱ σιδηροδρομικαὶ
2066γραμμαὶ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς Ἑλληνικῆς χώρας καὶ ἀπὸ τὰς
2067ὁποίας, κατὰ τὴν ῥητορικὴν φράσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
2068ῥέει πύον, τὸ ὁποῖον τόσον πολὺ τὸν συνεκίνησεν, ὥστε σπεύ-
2069δει νὰ περιορίσῃ τὴν δαπάνην τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύ-
2070σεως, διὰ νὰ ἐπουλώσῃ τὰς πληγὰς ταύτας, τὰς πυοῤῥοού-
2071σας πληγὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους!
2072Δὲν πιστεύω, Κύριοι, σεῖς νὰ τὸ ἐπιτρέψητε· δὲν πιστεύω
2073ν’ ἀποφασίσητε, ἵνα χάριν τοιούτων μέτρων, ἵνα πρὸς ἐξοι-
2074κονόμησιν τοιούτων ἀντικειμένων ἐλαττώσητε τὰ σχολεῖα
2075τῆς χώρας· πρέπει νὰ συλλογισθῆτε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐλάττω-
2076σις αὕτη γίνεται ἀκριβῶς εἰς τοὺς δήμους τοὺς μᾶλλον ἔχον-
2077τας ἀνάγκην ἐκπαιδεύσεως, εἰς τοὺς δήμους τοὺς ὀρεινοὺς, εἰς
2078τοὺς δήμους τοὺς πτωχοὺς, εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἀνεπαρκεῖς.
2079Ἄν τὸ Κράτος, Κύριοι, ὑπεχρεώθη νὰ συνδράμῃ τὴν στοι-
2080χειώδη ἐκπαίδευσιν, ὑπεχρεώθη ἀκριβῶς διὰ τοῦτο, διὰ νὰ
2081συνδράμῃ τοὺς ἀπόρους δήμους, τοὺς ὀρεινοὺς δήμους. Ὅταν
2082οἱ συντάκται τοῦ Συντάγματος ἐσκέπτοντο νὰ ὑποχρεώσωσι
2083τὸ Κράτος, ἵνα ἔλθῃ εἰς ἀρωγὴν τῶν δήμων, συνδράμον τὴν
2084στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, τοῦτο ἰδίως εἶχον ὑπ’ ὄψιν των. Δὲν
2085ἐσκέπτοντο, ὅτι ἦτο δυνατὸν ὁ δῆμος Ἀθηναίων, ὁ δῆμος
2086Πειραιῶς, ὁ δῆμος Ἑρμουπόλεως, ὁ δῆμος Πατρῶν νὰ ἔχω-
2087σιν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου πρὸς συντήρησιν
2088τῆς στοιχειώδους αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως. Εἶχον ὑπ’ ὄψιν οἱ ἄν-
2089δρες ἐκεῖνοι, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Κράτει δῆμοι, οἱ ὁποῖοι
2090δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν, ὡς ἐκ τῆς πτωχείας αὑ-
2091τῶν, ὡς ἐκ τῆς πτωχείας τῶν κατοίκων αὐτῶν, εἰς τὴν
2092στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν· ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ λειτουργήσῃ
2093ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις ἰδίως εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους,
2094καὶ διὰ τοῦτο ὑπεχρεώθη τὸ Κράτος νὰ ἔλθῃ εἰς συνδρο-
2095μὴν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Τί θὰ εἴπωμεν ἡμεῖς
2096τώρα, Κύριοι; Ἀφαιροῦμεν τὴν συνδρομὴν αὐτὴν, διὰ νὰ
2097βλέπωμεν σχολεῖα δημοτικὰ μόνον εἰς τοὺς δήμους τοὺς εὐ-
2098πόρους, μόνον εἰς τὰς πόλεις τὰς ἀνθούσας, καὶ νὰ μὴ βλέ-
2099πωμεν εἰς τὰ χωριὰ, ὅπου ἰδίως εἶναι ἀνάγκη ἐκπαιδεύσεως.
2100Ἐπικαλοῦμαι, κύριοι, Βουλευταὶ τὴν προσοχήν σας ἐπὶ
2101τοῦ σπουδαίου τούτου ἐθνικοῦ ζητήματος· προτείνω εἰς ὑμᾶς,
2102μὲ ὅλην τὴν ἐν ἐμοὶ δύναμιν, τὴν ἀπόῤῥιψιν κατ’ ἀρχὴν τοῦ
2103νομοσχεδίου τούτου. Ὤφειλον, Κύριοι, νὰ εἴπω ταῦτα. Γνω-
2104ρίζω ὅτι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ πείσω τινὰ, γνωρίζω ὅτι μό-
2105νος μου δὲν δύναμαι νὰ ἐμποδίσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παι-
2106δείας, δὲν δύναμαι νὰ ἐμποδίσω τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ
2107νὰ φέρῃ τὴν τοιαύτην καταστροφὴν εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκ-
2108παίδευσιν τῆς χώρας, ἀλλ’ ὤφειλον νὰ διαμαρτυρηθῶ ἀπὸ
2109τοῦ βήματος τούτου, διότι ἔχω πεποίθησιν, Κύριοι, ὅτι, ἂν τὸ
2110νομοσχέδιον αὐτὸ μεταβληθῇ εἰς νόμον τοῦ Κράτους, πλεῖστα
2111σχολεῖα τοῦ τόπου θέλουσι κλεισθῆ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο
2112μόνον, Κύριοι· ἔχω πεποίθησιν ἀκόμη περισσοτέραν, ὅτι καὶ
2113ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ μείνωσιν, ὡς ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου
2114δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ λειτουργήσωσιν, ὅπως λειτουργοῦσιν ἤδη.
2115Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχήν σας
2116ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ ἀποῤῥίψητε,
2117καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι προσφέρετε μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν
2118χώραν ἡμῶν. Κατὰ τὴν κρίσιν μου, τὴν ὁποίαν ἀπροκαλύ-
2119πτως εἶπον, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρόκειται κυριολεκτικῶς
2120νὰ σφαγιάσῃ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν τῆς χώρας, πρόκει-
2121ται τοὺς κατοίκους πολλῶν δήμων νὰ τοὺς ἐξομοιώσῃ κατὰ
2122τὴν ἀγραμματωσύνην καὶ τὴν ἀγριότητα μὲ τοὺς κατοίκους
2123τοῦ δήμου Θαλπούσης.
2124§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
2125§112ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὲ ἐμέμφθη, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος
2126τῆς Κυβερνήσεως ὅτι εἶμαι κατὰ τοῦ προκειμένου νομοσχε-
2127δίου οὐχὶ ἐκ πεποιθήσεως εἰλικρινοῦς, ἀλλ’ ἐκ πνεύματος
2128ἀντιπολιτευτικοῦ. Ὅστις ὅμως ἐξ ὑμῶν εἶχε τὴν ὑπομονὴν νὰ
2129παρακολουθήσῃ μετὰ προσοχῆς τὴν λεπτομερῆ καὶ ἀκριβο-
2130λόγον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον ἤδη
2131κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἀνάγνωσιν, ἐκεῖνος γινώσκει κάλ-
2132λιστα, ὁπόσον ἄδικον εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοιαύτην
2133ἀπευθύνας πρὸς ἐμὲ μομφήν. Συνεζήτησα τότε αὐτὸ ἄρθρον
2134πρὸς ἄρθρον, ἐδάφιον πρὸς ἐδάφιον καὶ πρότασιν πρὸς πρό-
2135τασιν, καὶ ἀπέδειξα, νομίζω, κατὰ τρόπον ἀναντίλεκτον ἐν
2136τοῖς πλείστοις, ὁπόσον ἀδόκιμον καὶ ἀσύστατον ἦτο αὐτὸ
2137ἀρχῆθεν. Μετὰ τὴν μεταμόρφωσιν δὲ, ἣν ὑπέστη ἔκτοτε τὸ
2138νομοσχέδιον, τροποποιηθὲν κατὰ τὸ πλεῖστον συμφῳδὰ πρὸς
2139τὰς ἐμὰς ὑποδείξεις, ἥκιστα, νομίζω, ἐδικαιοῦτο ὁ κ. Πρόε-
2140δρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἶπε χθὲς ἑσπέρας περὶ
2141ἐμοῦ. Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἀπεδείχθη
2142κατὰ τὴν δευτέραν αὐτοῦ συζήτησιν, καὶ οὕτω παραμένει
2143κυρίως ἀδιόρθωτον καὶ ἄξιον νὰ γείνῃ, ὡς καὶ κατὰ τὴν
2144πρώτην αὐτοῦ συζήτησιν ἐδήλωσα, παρανάλωμα τοῦ πυρός.
2145Ἄν ὑπολείπηται ἔτι ἀμφιβολία τις περὶ τοῦ πράγματος,
2146ἐλπίζω νὰ διασκεδάσῃ αὐτὴν ἡ νῦν κατ’ ἀρχὴν συζήτησις
2147τοῦ νομοσχεδίου.
2148Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις φαίνεται ὢν ὁ κυρίως εἰσηγη-
2149τὴς αὐτοῦ, αἰτιολογῶν τὸ παρὸν νομοσχέδιον διὰ μακρῶν ἐν
2150μιᾷ τῶν τελευταίων συνεδριάσεων τῆς ἡγουμένης βουλευτικῆς
2151περιόδου, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2152διαπυλίων τελῶν, πρὸς δὲ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπο-
2153λογισμοῦ τοῦ 1895, προέβαλε τρεῖς ἰδίως λόγους πρὸς δι-
2154καιολογίαν τῆς προτεινομένης ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ
2155συστήματος. Εἶπεν ὅτι ὑπὸ τοῦτο παρετηρήθησαν δημευτι-
2156καὶ καὶ κοινωνιστικαὶ τάσεις ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς εἰσφορᾶς
2157τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἐχαρακτή-
2158ρισε τὸ ἰσχύον σύστημα ὡς ἀντισυνταγματικὸν, καθὸ ἀπο-
2159στεροῦν τοὺς δήμους τοῦ ἄλλως τε φυσικοῦ δικαιώματός των,
2160ἵνα μεριμνῶσιν αὐτοὶ περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν δημοτῶν
2161των. Ἐπηγγείλατο δὲ, ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου
2162θ’ ἀπεφεύγομεν μὲν τὰ τοιαῦτα ἄτοπα, θὰ κατωρθοῦμεν δὲ
2163νὰ χειραφετήσωμεν τοὺς δήμους ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν τῆς
2164στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς ταύτην τὴν
2165τόσον ποθητὴν εἴς τινας ἀποκέντρωσιν, νὰ βελτιώσωμεν τὴν
2166τύχην τῶν δημοδιδασκάλων, ν’ ἀποκτήσωμεν ἐπὶ τέλους δι-
2167δακτήρια καὶ διδακτικὰ ὄργανα καὶ, τὸ κυριώτατον πάντων,
2168νὰ τύχωμεν οἰκονομίας πολλοῦ λόγου ἀξίας ἐν τῇ δαπάνῃ
2169τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἔχου-
2170σιν ἆρά γε ὑπόστασίν τινα αἱ αἰτιολογικαὶ αὗται βάσεις τοῦ
2171νομοσχεδίου; πληροῦνται τῳόντι δι’ αὐτοῦ ἀληθεῖς ἀνάγκαι
2172τῆς στοιχειώδους ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως; ἢ μήπως ὑπὸ τὸ πρόσ-
2173χημα τῶν ἐπαγωγῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
2174βερνήσεως μέλλει νὰ καταλυθῇ μᾶλλον πᾶν ὅ,τι καλὸν ἔχει
2175νὰ ἐπιδείξῃ ἡ μέχρι τοῦδε νομοθετικὴ ἡμῶν ἐργασία ἐν τῇ
2176περὶ ἧς ὁ λόγος ἐκπαιδεύσει; Ἰδοὺ, Κύριοι, τὰ κεφαλαιώδη
2177ζητήματα, περὶ ἃ ὀφείλομεν κατ’ ἀνάγκην ν’ ἀσχοληθῶμεν
2178ἐν τῇ προκειμένῃ κατ’ ἀρχὴν συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου.
2179Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διετραγῴδησε μετὰ τοῦ
2180συνήθους αὐτῷ ἐλεγειακοῦ ὕφους τὰς δημευτικὰς καὶ κοινω-
2181νιστικὰς τάσεις τοῦ κρατοῦντος συστήματος. Εἶπεν ὅτι ὑπ’
2182αὐτὸ εἰσπράττει τὸ Δημόσιον παρὰ τῶν εὐπόρων δήμων εἰσ-
2183φορὰν περιπλέον τῆς ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους αὐτῶν ἐκπαι-
2184δεύσεως ἀπαιτουμένης δαπάνης, ὅπως ἐπαρκῇ οὕτω καὶ εἰς
2185τὴν δαπάνην τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τοὺς ἀπόρους δήμους.
2186Ἀνέφερε μάλιστα ὀνομαστὶ, ὅτι οὕτως οἱ δημόται Ἑρμουπό-
2187λεως καὶ Ἀθηνῶν εἰσφέρουσι περιπλέον τῶν ὑπὲρ τῆς στοι-
2188χειώδους αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως δαπανωμένων, τὸ περιπλέον δὲ
2189τοῦτο ποσὸν δημεῦον διαθέτει τὸ Κράτος κοινωνιστικῶς ὑπὲρ
2190τῶν κατοίκων τῶν ἀπόρων δήμων Ἀγραίων καὶ Κολοκυνθίων.
2191Ἀλλ’ ὑπάρχει ἴχνος ἀληθείας ἐν τῷ ἰσχυρισμῷ τούτῳ τοῦ
2192κ. Πρωθυπουργοῦ;
2193Ἀπηύθυνα ἤδη, Κύριοι, πρὸ ἑβδομάδων ἐπερώτησιν πρὸς
2194αὐτὸν, δι’ ἧς τὸν προεκάλουν, ἵνα ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν
2195πίνακα, ἐμφαίνοντα ἕνα ἕκαστον τῶν δήμων καὶ τὰ ποσὰ,
2196ἅτινα οὗτοι εἰσέφερον μέχρι τοῦδε περιπλέον τῆς δαπάνης
2197τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν στοιχειώδη αὐτῶν ἐκπαίδευσιν.
2198Ἀλλ’ ὁ πίναξ οὗτος οὔτε ὑπεβλήθη, οὔτε θὰ ὑποβληθῇ ποτε
2199εἰς ἡμᾶς, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, μὴ δυνάμενος ν’ ἀποδείξῃ
2200ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη, προετίμησε μᾶλλον νὰ σιωπήσῃ.
2201Διότι τί θὰ εἶχεν ἄλλως νὰ εἴπῃ, ἀφοῦ θ’ ἀπεστομοῦτο πά-
2202ραυτα ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ᾼϠΜΑʹ τῆς 27 Μαρτίου 1891,
2203οὗ εἰσηγητὴς ὑπῆρξεν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
2204βερνήσεως; Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 § βʹ τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐπι-
2205βάλλεται «εἰσφορὰ ἐκ τῶν ταμείων τῶν δήμων τοῦ Κρά-
2206«τους ἴση πρὸς τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην διὰ τὴν δημοτι-
2207«κὴν ἑκάστου αὐτῶν ἐκπαίδευσιν». Τὴν διάταξιν ταύτην ἐπα-
2208νέλαβε καὶ ὁ νῦν ἰσχύων νόμος ͵ΒΠΕʹ τῆς 12 Αὐγούστου
22091892, καθ’ ἣν (ἄρθρον 2 § αʹ) ἐπιβάλλεται «εἰσφορὰ τῶν δή-
2210«μων τοῦ Κράτους ἴση πρὸς τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην διὰ
2211«τὴν προσήκουσαν καὶ ἐπαρκῆ εἰς ἕκαστον τῶν δήμων στοι-
2212«χειώδη αὐτοῦ ἐκπαίδευσιν». Οὕτω, Κύριοι, ἀνατρέπεται ἄρ-
2213δην ἡ πρώτη αἰτιολογικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου.
2214Ὡς δευτέραν αἰτιολογικὴν αὐτοῦ βάσιν προέβαλεν ὁ κ.
2215Πρωθυπουργὸς τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ κρατοῦντος συστή-
2216ματος. Εἶπεν ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα οἱ δῆμοι δαπανῶσι διὰ
2217τὴν στοιχειώδη αὐτῶν ἐκπαίδευσιν, τὸ δὲ Κράτος ἐπέρχεται
2218εἰς ἐπικουρίαν αὐτῶν κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης των. Τὸ
2219σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἔχει ἐπὶ λέξει ὡς ἑξῆς
2220(ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις ἐνεργεῖται δαπάνῃ
2221τοῦ Κράτους, εἰς δὲ τὴν δημοτικὴν συντρέχει καὶ τὸ Κράτος,
2222κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης τῶν δήμων». Ἐρωτῶ νῦν
2223ὑμᾶς, Κύριοι, ποῦ ἴχνος ἀντισυνταγματικότητος ἐν τῷ κρα-
2224τοῦντι συστήματι τῆς στοιχειώδους ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως;
2225Τὸ Κράτος εἰσπράττει μὲν παρὰ τῶν δήμων ὅ,τι οὗτοι
2226δύνανται νὰ εἰσφέρωσι, δαπανᾷ δὲ αὐτὸ πᾶν ὅ,τι ἀναγ-
2227καιοῖ διὰ τὴν στοιχειώδη αὐτῶν ἐκπαίδευσιν. Τὸ σύστημα
2228τοῦτο ἀπαντᾷ ἐν ἡμῖν ἤδη ἀπὸ τοῦ 1856. Μέχρι τῆς ἐπο-
2229χῆς ἐκείνης οἱ δῆμοι κατέβαλλον ἀπ’ εὐθείας τὰς ἀπαιτου-
2230μένας διὰ τὴν στοιχειώδη αὐτῶν ἐκπαίδευσιν δαπάνας. Ἀλλὰ
2231τί εἶχε συμβῆ ὑπὸ τὸ σύστημα ἐκεῖνο; Τὸ περιέγραψεν ἤδη
2232αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του περὶ
2233διαπυλίων τελῶν ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν 23 Δεκεμβρίου 1894,
2234ὅτε, ἐκθέτων τὴν πρὸ τοῦ 1856 οἰκτρὰν οἰκονομικὴν κατά-
2235στασιν τῶν δήμων, ἔλεγεν ὅτι οὗτοι ἠδυνάτουν νὰ πληρώ-
2236νωσι τοὺς δημοδιδασκάλους, ἐξ ὧν πολλοὶ κατέλειπον τὰς
2237θέσεις των. Τούτου ἕνεκεν ἐδέησε διὰ τοῦ νόμου ΤΛΗʹ τῆς
223812 Ἰουλίου 1856 ν’ ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον τὴν προκαταβο-
2239λὴν τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων καὶ νὰ κρατῇ ἐκ τῶν
2240ποσοστῶν τῶν ἀμέσων φόρων, τῶν ὑπὲρ τῶν δήμων εἰσπρατ-
2241τομένων, τὸ ὑπ’ αὐτοῦ προκαταβαλλόμενον ποσόν. Τὸ σύ-
2242στημα ἐκεῖνο οὐδόλως εὑρίσκει ἀντισυνταγματικὸν ὁ κ. Πρόε-
2243δρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ κατὰ τί διαφέρει αὐτοῦ τὸ νῦν
2244κρατοῦν σύστημα; Μήπως καὶ κατὰ τοῦτο δὲν προκατα-
2245βάλλει τὸ Δημόσιον τὰς δαπάνας ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκ-
2246παιδεύσεως ἑνὸς ἑκάστου τῶν δήμων καὶ δὲν εἰσπράττει εἶτα
2247παρὰ τούτων ὅ,τι εἷς ἕκαστος αὐτῶν δύναται νὰ εἰσφέρῃ ἐκ
2248τῶν πόρων του ὑπὲρ αὐτῆς; Δὲν συντρέχει οὕτω τὸ Κρά-
2249τος κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης τῶν δήμων, ὡς δια-
2250κελεύει τὸ Σύνταγμα; Ἀλλὰ τὸ νῦν κρατοῦν σύστημα ἰσχύει
2251ἀπὸ τὸ 1888. Διατὶ δὲν ἔσπευσε νὰ μεταβάλῃ αὐτὸ ὁ κ.
2252Πρωθυπουργὸς τὸ 1890–1892, ὅτε πάλιν προΐστατο τῆς
2253Κυβερνήσεως; Καὶ ἡ περὶ ἀντισυνταγματικότητος ἄρα αἰ-
2254τιολογικὴ βάσις καταῤῥέει ἀφ’ ἑαυτῆς, ὡς ἕωλος καὶ ἀνυπό-
2255στατος.
2256Εἶναι δὲ τῇ ἀληθείᾳ παράδοξον, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, ὅτι
2257ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε νὰ ἀνεύρῃ ἀντισυν-
2258ταγματικότητα ἐκεῖ, ὅπου οὐδ’ ἴχνος τοιαύτης ὑπάρχει, καθ’
2259ἣν στιγμὴν αὐτὸς οὗτος, ὑποβάλλων τὸ περὶ ἐκπαιδευτικῶν τε-
2260λῶν νομοσχέδιον, ὅπερ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐψήφισεν ἡ Βουλή,
2261ἠθέτει ἀπροκαλύπτως τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου τοῦ Συν-
2262τάγματος, ὅπερ ἐπεκαλέσθη κατὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ συστήματος
2263τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Κατ’ αὐτό, «ἡ ἀνωτέρα ἐκ-
2264παίδευσις ἐνεργεῖται δαπάνῃ τοῦ Κράτους». Καὶ ὅμως ὁ κ.
2265Πρωθυπουργός, τηρῶν ἐν ἰσχύϊ τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη τοῦ Πα-
2266νεπιστημίου, ἐδήλωσεν, ὅτι 200,000 δρ. ἐξ αὐτῶν προορίζει
2267ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, δηλαδὴ ἐννοεῖ νὰ εἰσπράττῃ
2268παρὰ τῶν φοιτητῶν ἐκπαιδευτικὰ τέλη καὶ νὰ τὰ δαπανᾷ
2269ὑπὲρ τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ δὲν παύει οὕτω νὰ
2270ἐνεργῆται δαπάνῃ τοῦ Κράτους ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις; δὲν
2271ἀνατρέπεται δὲ ἄρδην ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος;
2272Ὡς τρίτον λόγον ὑπὲρ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ
2273συστήματος προέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι κατ’ αὐτὸ ἔχει
2274ἀφαιρεθῆ ἐκ τῶν δήμων τὸ κατὰ φύσιν ἀνῆκον εἰς αὐτοὺς
2275δικαίωμα, ἵνα μεριμνῶσι περὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως
2276τῶν δημοτῶν των. Εἰς τοῦτο, ὡς φαίνεται, παρήχθη, νομίσας
2277ὅτι ὁ ὅρος δημοτικὴ ἐκπαίδευσις σημαίνει τι ἴδιον τῶν
2278δήμων καὶ οὐχὶ τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἤδη παρὰ τοῖς πάλαι Ἕλ-
2279λησιν ἡ λέξις δημοτικὴ ἀπαντᾷ συνηθέστερον ἐν τῇ τελευ-
2280ταίᾳ ταύτῃ ἐκδοχῇ. Οὕτω λ. χ. ἀναγινώσκομεν παρ’ Ἡρο-
2281δότῳ (2,36): «Διφασίοισι γράμμασι χρέονται (Αἰγύπτιοι) καὶ
2282»τὰ μὲν αὐτῶν ἱρὰ, τὰ δὲ δημοτικὰ καλέεται». Παρὰ δὲ
2283Ξενοφῶντι (Ἀθην. πολιτ. 1, 4): «Ἔπειτα δὲ ὃ ἔνιοι θαυ-
2284»μάζουσιν ὅτι πανταχοῦ πλέον νέμουσι τοῖς πονηροῖς καὶ
2285»πένησι καὶ δημοτικοῖς». Παρὰ δὲ Ἀριστοτέλει (Πολιτικὰ
22861310 α, 13): «Ὄφελος παρ’ οὐδὲν τῶν ὠφελιμωτάτων, εἰ μὴ
2287»ἔσονται εἰθισμένοι καὶ πεπαιδευμένοι ἐν τῇ πολιτείᾳ, εἰ ἡμῖν
2288»οἱ νόμοι δημοτικοί, δημοτικῶς, εἰ δὲ ὀλιγαρχικοί, ὀλι-
2289»γαρχικῶς». Ἐν τῇ ἐκδοχῇ ταύτῃ ἀπαντᾷ ἡ λέξις καὶ ἐπὶ
2290τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς γίνεται τοῦτο δῆλον καὶ
2291ἐκ τοῦ πρώτου περὶ αὐτῆς νόμου ἐν Ἑλλάδι τοῦ 1834, καθ’
2292ὃν (ἄρθρ. 1) «εἰς ἕκαστον δημοτικὸν ἢ τοῦ λαοῦ σχολεῖον
2293»θέλουν διδάσκεσθαι κτλ.» Ἐν τοιαύτῃ σημασίᾳ καλεῖται τὸ
2294δημοτικὸν σχολεῖον καὶ ἐν Γερμανίᾳ VolksSchule, ἐκ τοῦ
2295Γερμανικοῦ δ’ ἐλήφθη καὶ ὁ σχετικὸς ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1834
2296ὅρος. Ἀλλ’ εἰς τίνα ἀνήκει ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις, ὡς
2297τοιαύτη; εἰς τοὺς δήμους, ὡς νομίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
2298βερνήσεως;
2299Ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις, Κύριοι, ἥτις δὲν εἶναι μόνον
2300μετάδοσις τῶν πρώτων γνώσεων, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ ἀγωγή,
2301ἀνήκει κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον εἰς τὴν οἰκογένειαν,
2302κατὰ δεύτερον δὲ λόγον εἰς τὴν κοινότητα, εἰς τὸν δῆμον,
2303εἰς τὴν ἐπαρχίαν, εἰς τὸν νομόν. Ἀλλ’ ὑπεράνω ὅλων τούτων
2304τῶν κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν συνδέσμων ἵσταται, ὡς κέντρον
2305συνεκτικόν, τὸ Κράτος. Βεβαίως ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἑκάστη
2306οἰκογένεια νὰ μεταδίδῃ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν εἰς τὰ τέ-
2307κνα της, οὔτε ἡ κοινότης, οὔτε ὁ δῆμος, οὔτε ἄλλος τις θὰ
2308εἶχε νὰ προνοήσῃ περὶ αὐτῆς. Ἀλλὰ πόσαι οἰκογένειαι δύ-
2309νανται νὰ πράξωσι τοῦτο; Καὶ ὁ πρῶτος ἐνδιαφερόμενος μετὰ
2310τὴν οἰκογένειαν εἶναι ἡ κοινότης, ἥτις ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ
2311πρόνοιαν, ὅπως τὰ μέλη αὐτῆς ἀποκτῶσι τὰς στοιχειώδεις
2312γνώσεις, τὰς ἀπαιτουμένας εἰς τὸν βίον. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἡ
2313κοινότης δὲν ᾖναι εἰς θέσιν νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐπέρχεται ἐπί-
2314κουρος ὁ δῆμος, ἐπέρχονται ἐπίκουροι οἱ ἄλλοι πολιτικοὶ σύν-
2315δεσμοι, καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις ἡ Πολιτεία, ἥτις διὰ τοῦτο ἓν
2316τῶν κυριωτάτων μελημάτων της ὀφείλει νὰ θεωρῇ τὴν στοι-
2317χειώδη ἐκπαίδευσιν τῶν πολιτῶν, ἔχουσα καὶ τὴν ἀνωτάτην
2318ἐποπτείαν καὶ διοίκησιν αὐτῆς.
2319Δὲν εἶναι γνώμη, Κύριοι, ἀτομική μου αὕτη. Ἤδη παρὰ
2320τοῖς πάλαι Ἕλλησιν, οἵτινες ἐθεώρουν τὸν πολίτην μόριον τῆς
2321πολιτείας καὶ εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ἡ παίδευσις αὐτοῦ δὲν
2322ἀφορᾷ εἰς αὐτὸν μόνον, ὡς ἄτομον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πολι-
2323τείαν, ὡς ὅλον, ἀπαντᾷ ἡ γνώμη αὕτη, ὡς ἐγὼ διετύπωσα
2324αὐτήν. Κατὰ τὸν Πλάτωνα, εἰς τὴν πολιτείαν ἐπιβάλλεται
2325νὰ ἱδρύῃ καὶ συντηρῇ γυμνάσια καὶ διδασκαλεῖα κοινὰ καὶ
2326νὰ παιδεύῃ ἐξ ἀνάγκης «πάντ’ ἄνδρα καὶ παῖδα κατὰ τὸ
2327»δυνατὸν, ὡς τῆς πόλεως μᾶλλον ἢ τῶν γεννητόρων ὄντας»,
2328τὸ αὐτὸ δὲ ἰσχύει καὶ ὡς πρὸς τὸ γυναικεῖον φῦλον, τὰς θη-
2329λείας, (Νόμ. Ζʹ 804, C. D. E.). Κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ, «εὖ
2330»μὲν τραφέντων καὶ τρεφομένων τῶν νέων, πάντα ἡμῖν κατ’
2331»ὀρθὸν πλεῖ’ μὴ δὲ, μήτ’ εἰπεῖν ἄξιον οὐθ’ ἡμεῖς λέγομεν»
2332(αὐτ. 813 D.). Κατὰ δὲ τὸν Σταγειρίτην φιλόσοφον (Πολιτ.
2333Θʹ 1337 α, 11), «ὅτι μὲν οὖν τῷ νομοθέτῃ μάλιστα πραγ-
2334»ματευτέον περὶ τὴν τῶν νέων παιδείαν, οὐδεὶς ἂν ἀμφισβη-
2335»τήσειεν· καὶ γὰρ ἐν ταῖς πόλεσιν, οὐ γιγνόμενον τοῦτο, βλά-
2336»πτει τὰς πολιτείας». Καὶ (Πολιτ. α, 21): «Ἐπεὶ δ’ ἓν τὸ
2337»τέλος τῇ πόλει πάσῃ, φανερὸν ὅτι καὶ τὴν παιδείαν μίαν
2338»καὶ τὴν αὐτὴν ἀναγκαῖον εἶναι πάντων καὶ ταύτης τὴν
2339»ἐπιμέλειαν εἶναι κοινὴν καὶ μὴ κατ’ ἰδίαν».
2340Καὶ παρὰ τοῖς νεωτέροις, Κύριοι, ἡ αὐτὴ ἐπικρατεῖ γνώμη,
2341ὅτι ὑπεράνω τῆς οἰκογενείας, ὑπεράνω τῆς κοινότητος, ὑπερ-
2342άνω τῶν δήμων καὶ τῶν διαφόρων πολιτικῶν συνδέσμων ἵστα-
2343ται ἡ Πολιτεία, ἥτις ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς μορφώσεως
2344τῆς στοιχειώδους τῶν μελλόντων αὐτῆς πολιτῶν. Ἤδη ὁ μέ-
2345γας μεταῤῥυθμιστὴς τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως Λούθηρος
2346ὁμολογεῖ, ὅτι ἡ πρώτη παίδευσις εἶναι ἔργον τῶν γονέων,
2347ἀλλ’ ἐρωτᾷ (ἀναγινώσκει): «Καὶ ἂν οἱ γονεῖς ὀλιγώρως
2348»ἔχωσι πρὸς τοῦτο, τίς ἄρα θὰ τὸ ἐκτελέσῃ; Πρέπει διὰ
2349»τοῦτο νὰ μὴ ληφθῇ πρόνοιά τις περὶ τοῦ πράγματος καὶ νὰ
2350»ἐγκαταλειφθῶσι τὰ τέκνα εἰς τὴν τύχην των; Ἀλλὰ πῶς
2351»δύναται τότε νὰ δικαιολογηθῇ ἡ Πολιτεία, ὅτι τοῦτο δὲν
2352»εἶναι ἔργον της;... Εἰς τὴν Πολιτείαν λοιπὸν προσήκει νὰ
2353»φροντίσῃ τὰ μάλιστα καὶ νὰ ἐπιμεληθῇ τῆς νεότητος...
2354»Αὐτὴ ὀφείλει νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, μὴ φειδο-
2355»μένη τῆς πρὸς τοῦτο δαπάνης, ὅπως μορφώνῃ καλοὺς πο-
2356»λίτας καὶ χριστιανούς». (Karl Raumer, Geschichte
2357der Paedagogik Ι. σελ. 119). Τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχουσιν
2358ἔκτοτε καὶ πάντες οἱ κορυφαῖοι τῶν παιδαγωγῶν καὶ σχολι-
2359κῶν ἀνδρῶν.
2360Τοιοῦτο πνεῦμα διήκει καὶ δι’ ὅλης σχεδὸν τῆς νεωτέρας
2361νομοθεσίας. Ἐπικαλοῦμαι πρὸς τοῦτο τὸ παράδειγμα δύο
2362χωρῶν, τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Γερμανίας, αἵτινες ἔχουσι τὴν
2363σήμερον τὴν ἡγεσίαν ἐν τοῖς ἐκπαιδευτικοῖς ζητήμασιν. Ἐν
2364Γαλλίᾳ διὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς συμβάσεως πρὸς τὸν Πάπαν
2365(Concordat) τῆς 18 Ἀπριλίου 1808, ἀφαιρεθεῖσα ἐκ τῆς
2366δικαιοδοσίας τῆς Ἐκκλησίας, ὑπήχθη εἰς τὴν ἐποπτείαν
2367καὶ διοίκησιν τοῦ Κράτους ἡ ὅλη ἐκπαίδευσις, τυγχάνουσα
2368ἔκτοτε τῆς ἰδιαιτέρας αὐτοῦ μερίμνης. Ἐν Πρωσσίᾳ, κατὰ
2369τὸ κρατοῦν ἐκεῖ δίκαιον, «τὰ σχολεῖα εἶναι ἱδρύματα τοῦ
2370Κράτους» (Das allgemeine Laudrecht Theil Ι. Tit. 12
2371§ 1), καὶ «ὁ διορισμὸς τῶν διδασκάλων ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος»
2372(αὐτ. § 59).
2373Ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ, Κύριοι, μακρὸς καὶ πεισματώδης διεξή-
2374χθη ἀγών, ἐὰν ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέ-
2375ρει, ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Ἐκκλησίας. Τοιαύ-
2376την ἀξίωσιν ἤγειρεν ἰδίᾳ ἡ Παπικὴ Ἐκκλησία, ἥτις, ὑπὸ τὸ
2377πρόσχημα τοῦ ὅτι αὐτὴ ἔχει νὰ διαπαιδαγωγήσῃ τοὺς πι-
2378στοὺς εἰς τὴν πίστιν εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ καθή-
2379κοντος καὶ τῆς ἀρετῆς καθ’ ὅλον αὐτῶν τὸν βίον, ἠθέλησε
2380νὰ ὑπαγάγῃ ὑπὸ τὴν ἄμεσον δικαιοδοσίαν της, ἢ καὶ ὑπὸ
2381τὴν ἐποπτείαν της, τὴν ὅλην παιδείαν, μάλιστα δὲ τὴν στοι-
2382χειώδη, ἥτις εἶναι ἐν ταὐτῷ ἀγωγή. Ἀλλ’ ἡ Πολιτεία, ζη-
2383λοτύπως ἐχομένη τῶν δικαιωμάτων της καὶ ἐπὶ τῆς παι-
2384δείας καθόλου καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀγωγῆς τῶν πολιτῶν, ἀπέ-
2385κρουσε πάντοτε ἐῤῥωμένως τὴν ἐπέμβασιν τῆς Ἐκκλησίας,
2386ἰδίᾳ τῆς παπικῆς, ἥτις, ἰδίους σκοποὺς καὶ ἐν τῷ κόσμῳ
2387τούτῳ ἐπιδιώκουσα, ἀντιστρατεύεται πολλάκις πρὸς τὴν Πο-
2388λιτείαν, ἠνέχθη δὲ μόνον τὴν ἐποπτείαν αὐτῆς ὑπὸ περιορι-
2389σμοὺς πολλούς, καὶ δὴ ὑπὸ θρησκευτικὴν μόνον ἔποψιν. Ἀλλὰ
2390τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τῆς ὅλης ἐκπαιδεύσεως, μάλιστα
2391δὲ τῆς στοιχειώδους, θεωρεῖ αὐτὴ παντοῦ καὶ πάντοτε ἴδιον
2392ἀναπαλλοτρίωτον δικαίωμα καὶ καθῆκον. Τοῦτο συμβαίνει
2393παρ’ ὅλοις τοῖς πεπολιτισμένοις λαοῖς, οὐδ’ αὐτῆς τῆς Ἀγ-
2394γλίας, οὐδ’ αὐτῶν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Β. Ἀμε-
2395ρικῆς ἐξαιρουμένων. Μόνον παρ’ ἡμῖν ἐπέπρωτο νὰ ἐπιζητῆ-
2396ται ἐν λήγοντι ΙΘʹ αἰῶνι ἡ καθιέρωσις τοῦ καινοφανοῦς καὶ
2397παραδόξου τῷ ὄντι δόγματος, καθ’ ὃ (ἀναγινώσκει) «ἡ
2398εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
2399δεύσεως Ὑπουργεῖον ἀνατεθειμένη ἐποπτεία ἐπὶ τῶν σχο-
2400λείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν ἑλληνικῶν
2401σχολείων.... ἐνασκεῖται τοῦ λοιποῦ.... διὰ τῶν κατὰ
2402νομὸν ἐποπτικῶν συμβουλίων», ὡς γίνεται τοῦτο διὰ τοῦ προ-
2403κειμένου νομοσχεδίου (ἄρθρ. 33).
2404Ἀλλὰ ποῦ τότε τὸ ἑνιαῖον καὶ ὁμοιόμορφον ἐν τῇ ἐκπαι-
2405δεύσει; Τοῦτο εἶναι πρώτιστος καὶ ἀπαραίτητος ὅρος ἰδίᾳ
2406παρὰ λαοῖς, οἵτινες ἔχουσιν ἐθνικὰ ἰδεώδη καὶ ὀφείλουσι νὰ
2407ἐπιδιώξωσι τὴν πραγμάτωσιν αὐτῶν. Παρὰ τοῖς λαοῖς τούτοις
2408τὸ Κράτος εἶναι τὸ κέντρον πάσης πνευματικῆς κινήσεως, ἡ
2409κεφαλὴ, ἡ ἐποπτεύουσα καὶ διέπουσα τὴν ὅλην ἐκπαίδευσιν
2410καὶ ἰδίᾳ τὴν στοιχειώδη. Οὕτω πως μόνον ἡ παιδεία καὶ ἡ
2411ἀγωγὴ καθίσταται ἐθνικὴ, οὕτω πως μόνον, ἤτοι ὑπὸ τὴν
2412ἑνιαίαν τοῦ Κράτους διεύθυνσιν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπνευσθῶσι
2413γενναῖα καὶ ὑψηλὰ φρονήματα εἰς λαόν τινα, καὶ νὰ διαπαι-
2414δαγωγηθῇ οὗτος εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν του πόθων.
2415Τοῦτο διδάσκει ἡμᾶς ἡ πεῖρα ἄλλων λαῶν, οἵτινες ὑπὸ τοι-
2416αύτην ἑνιαίαν καὶ ὁμοιόμορφον παίδευσιν διαπαιδαγωγηθέν-
2417τες ἐμεγαλούργησαν. Τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν σήμερον, ὅτι
2418οἱ Γερμανοί, ὑπὸ τοιαύτην ἐκπαίδευσιν ἀνδρωθέντες, ἤχθησαν
2419εἰς τὰς νίκας τῆς Σαδόβας καὶ τοῦ Σεδὰν, εἰς τὴν πραγμά-
2420τωσιν τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ των ἰδεώδους; Τοιαύτη ἐκπαί-
2421δευσις ἐπιβάλλεται τὴν σήμερον κατ’ ἐξοχὴν εἰς ἡμᾶς τοὺς
2422Ἕλληνας, ἂν θέλωμεν νὰ πληρώσωμέν ποτε καὶ ἡμεῖς τὸ
2423μέγα ἐθνικὸν ἡμῶν ἰδεῶδες, ἂν δὲν θέλωμεν ν’ ἀποβάλωμεν
2424πᾶσαν ἐθνικὴν συνείδησιν καὶ νὰ συνεξομοιωθῶμεν πρὸς αὐ-
2425τοὺς τοὺς Ἑβραίους.
2426§113ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ λέγει τὸ ἄρθρον, τὸ
2427ἑνιαῖον καθιεροῖ.
2428§114ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τουναντίον ἀνατρέπει τὸ μέχρι τοῦδε ἑνι-
2429αῖον, ἀφοῦ ὑποκαθιστᾷ εἰς τὴν ἑνότητα τῆς ἐποπτείας καὶ
2430διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τοὺς ἑκα-
2431σταχοῦ ἐπιθεωρητὰς, δίκην τοπαρχῶν, οἵτινες θὰ ἐνεργῶσι
2432μετὰ τῶν ἐποπτικῶν συμβουλίων αὐτοβούλως, ἄνευ ἀμοιβαίας
2433συνοχῆς, ἄνευ ἀληθοῦς συνοχῆς πρὸς τὸ κέντρον. Ποῦ λοιπὸν
2434τὸ ἑνιαῖον ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώσει;
2435§115ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ....
2436§116ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ μή με διακόπτετε ἀκαίρως. Μετ’
2437ὀλίγον, ὅταν ἐπιστῇ ἡ κατάλληλος ὥρα, θὰ ἐξετάσω τὸ ζή-
2438τημα ἐν πάσῃ δυνατῇ ἀκριβείᾳ, οὕτως ὥστε νὰ μὴ μείνῃ
2439εἴς τινα ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ ἰσχυ-
2440ρισμοῦ μου. Τό γε νῦν ἔχον, σᾶς ἀπέδειξα, νομίζω, Κύριοι,
2441ὅτι καὶ ἡ τρίτη αἰτιολογικὴ τοῦ νομοσχεδίου βάσις οὐδεμίαν
2442ἔχει ὑπόστασιν. Ὑπολείπεται νῦν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν δι’ αὐ-
2443τοῦ πληροῦνται τῳόντι ἀληθεῖς ἀνάγκαι τῆς στοιχειώδους
2444ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως, ὡς ἐπαγγέλλεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
2445ἔχων ἐν τούτῳ σύμφωνον καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλη-
2446σιαστικῶν, ἢ τουναντίον καταλύεται καὶ πᾶν ὅ,τι καλὸν
2447ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ αὐτή. Πρὸς τοῦτο ὅμως ἐπάναγκες νομίζω
2448νὰ ἐπισκοπήσω διὰ βραχέων τὴν μέχρι τοῦδε νομοθετικὴν ἐρ-
2449γασίαν ἐν τῇ στοιχειώδει ἡμῶν ἐκπαιδεύσει, καὶ νὰ παράσχω
2450ὑμῖν ὅσον οἷόν τε πιστὴν εἰκόνα τῆς νῦν καταστάσεώς της.
2451Ἤδη ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Κυβερνήτην ἐγένετο ἡ πρώτη λελο-
2452γισμένη ἐνέργεια πρὸς εἰσαγωγὴν ἐν Ἑλλάδι τῆς στοιχειώδους
2453ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τότε κρατούσης ἐν τῇ Ἑσπε-
2454ρίᾳ ἀλληλοδιδακτικῆς μεθόδου, ἐξελληνισθέντος ἐπὶ τούτῳ τοῦ
2455ὁδηγοῦ τοῦ Γάλλου Σαραζίνου. Ὑπὸ τὸν Κυβερνήτην ἱδρύ-
2456θησαν καὶ τὰ πρῶτα διδακτήρια, παραμένοντα ἔτι καὶ νῦν
2457τὰ μόνα σχεδὸν δημόσια διδακτήρια ἐν Ἑλλάδι. Τὰ τῆς στοι-
2458χειώδους ὅμως ἐκπαιδεύσεως ἐσυστηματοποιήθησαν τὸ πρῶ-
2459τον διὰ τοῦ καταστατικοῦ, οὕτως εἰπεῖν, νόμου αὐτῆς, τοῦ
2460Διατάγματος τῆς 6/18 Φεβρουαρίου τοῦ 1834, ὅπερ ὀφεί-
2461λεται εἰς τὴν Ἀντιβασιλείαν.
2462Κατ’ αὐτὸ ὁρίζονται τὰ διδακτέα μαθήματα ἐν τοῖς δη-
2463μοτικοῖς σχολείοις καὶ τὰ τῶν ἐξετάσεων τῶν μαθητῶν ἐν
2464αὐτοῖς, ἀνατίθεται δὲ εἰς τοὺς δήμους ἡ συντήρησις τούτων,
2465ἐπιφυλαττομένου τοῦ Κράτους νὰ συστήσῃ καὶ συντηρήσῃ καὶ
2466δημόσια τοιαῦτα, ὅπου οἱ πόροι τῶν δήμων θὰ ἦσαν ἀνε-
2467παρκεῖς πρὸς τοῦτο (ἄρθρ. 1–5, 56, 57 καὶ 59). Γίνεται
2468ἰδιαίτερος λόγος περὶ σχολείων τῶν θηλέων (ἄρθρ. 58) καὶ
2469περὶ ἰδιωτικῶν σχολείων (ἄρθρ. 60–64). Ἡ δημοτικὴ ἐκ-
2470παίδευσις καθίσταται ὑποχρεωτικὴ, ἀπὸ τοῦ 5 συμπεπληρω-
2471μένου μέχρι τοῦ 12 συμπεπληρωμένου ἔτους τῆς ἡλικίας,
2472ὅπου ἂν ὑπάρχωσι σχολεῖα, ἐξαναγκαζομένων τῶν γονέων διὰ
2473προστίμου μέχρι 50 δραχμῶν, ἵν’ ἀποστέλλωσι τὰ τέκνα των
2474εἰς αὐτὰ (ἄρθρ. 6 καὶ 7). Οἱ διδάσκαλοι ὑποδιαιροῦνται εἰς
2475τρεῖς τάξεις: αʹ) εἰς νομαρχιακοὺς καὶ ἐπαρχιακοὺς δι-
2476δασκάλους, βʹ) εἰς ὑποδιδασκάλους τούτων καὶ διδασκά-
2477λους δήμων δευτέρας τάξεως καὶ γʹ) εἰς διδασκάλους
2478δήμων τρίτης τάξεως, καθοριζομένων ἰδίων προσόντων
2479ἐφ’ ἑκάστης αὐτῶν καὶ μισθῶν, ἐπὶ μὲν τῶν νομαρχιακῶν
2480100 δραχ. κατὰ μῆνα, ἐπὶ δὲ τῶν ἐπαρχιακῶν 90, ἐπὶ δὲ
2481τῶν ὑποδιδασκάλων καὶ διδασκάλων τῶν δήμων βʹ τάξεως
248280 καὶ ἐπὶ τῶν διδασκάλων τῶν δήμων γʹ τάξεως 50, καὶ
2483διδάκτρων τῶν μαθητῶν μηνιαίων πρὸς 10–50 λεπτὰ, κατα-
2484βαλλομένων αὐτοῖς ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου καὶ εἰσπρατ-
2485τομένων παρὰ τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων (ἄρθρ. 8–12
2486καὶ 23–27). Ἀναγράφονται τὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα
2487αὐτῶν, τῶν μὲν νομαρχιακῶν διδασκάλων καθισταμένων ἐπι-
2488θεωρητῶν τῶν σχολείων τοῦ νομοῦ, τῶν δ’ ἐπαρχιακῶν τῶν
2489τῆς ἐπαρχίας καὶ ἐπισκεπτομένων πρὸς τοῦτο αὐτὰ καθ’ ἑξα-
2490μηνίαν (ἄρθρ. 18–22). Λαμβάνεται πρόνοια περὶ συντάξεως
2491αὐτῶν καὶ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν των (31–34). Συνιστᾶ-
2492ται τὸ πρῶτον Διδασκαλεῖον, ὑπὸ διευθυντὴν τὸν γενικὸν
2493ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων, πρὸς μόρφωσιν
2494τῶν μελλόντων διδασκάλων, ἐν αὐτῷ δὲ ὑφίστανται τὴν δοκι-
2495μασίαν καὶ οἱ θέλοντες νὰ διορισθῶσιν ἐν ἀρχῇ διδάσκαλοι καὶ
2496αἱ διδασκάλισσαι, καὶ καθιεροῦνται καὶ ἐπὶ τῶν ἀποφοίτων
2497τοῦ Διδασκαλείου δεύτεραι ἐξετάσεις, δι’ ὧν τὸ Κράτος ἐζή-
2498τει νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι οἱ ἅπαξ διοριζόμενοι διδάσκαλοι δὲν γί-
2499νονται χείρονες, ἀλλὰ βελτίονες ἑαυτῶν (ἄρθρ. 65–82).
2500Καθιστῶνται ἐπιθεωρητικαὶ ἐπιτροπαί: αʹ) ἐπιτόπιοι,
2501ἔχουσαι τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν τῶν ἑκασταχοῦ σχολείων καὶ
2502προνοοῦσαι περὶ τῶν ἀμέσων αὐτῶν ἀναγκῶν, ἀπαρτιζόμεναι
2503δ’ ἐκ τοῦ δημάρχου, ὡς προέδρου, ἑνὸς τῶν ἐφημερίων, διορι-
2504ζομένου ὑπὸ τοῦ νομάρχου, καὶ 2–4 μελῶν τοῦ δημοτικοῦ
2505συμβουλίου (ἄρθρ. 34–37)· βʹ) ἐπαρχιακαὶ, ἀπαρτιζόμεναι
2506ἐκ τοῦ ἐπάρχου, ὡς προέδρου, τοῦ εἰρηνοδίκου, ἑνὸς κληρικοῦ
2507καὶ ἑνὸς ἑλληνοδιδασκάλου, διοριζομένων παρὰ τοῦ νομάρχου,
2508καὶ 2–4 πολιτῶν, διοριζομένων ὑπὸ τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμ-
2509βουλίου (ἄρθρ. 40)· γʹ) νομαρχιακαὶ, ἀπαρτιζόμεναι ἐκ
2510τοῦ νομάρχου, ὡς προέδρου, ἐκ τοῦ προέδρου τοῦ δικαστηρίου,
2511ἐξ ἑνὸς κληρικοῦ, διοριζομένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἐξ ἑνὸς
2512καθηγητοῦ τοῦ Γυμνασίου καὶ ἐκ 2–4 πολιτῶν, διοριζομέ-
2513νων ὑπὸ τοῦ νομαρχιακοῦ συμβουλίου (ἄρθρ. 39). Ὑπὸ τὴν
2514ἐποπτείαν τῶν ἐπαρχιακῶν ἐπιτροπῶν διατελοῦσι τὰ σχολεῖα
2515τῆς ἐπαρχίας, ὑπὸ δὲ τὴν ἐποπτείαν τῶν νομαρχιακῶν τὰ
2516τοῦ νομοῦ σχολεῖα καὶ αἱ ἐπιτόπιοι ἐπιτροπαί. Αἱ ἐπαρ-
2517χιακαὶ καὶ αἱ νομαρχιακαὶ ἐπιτροπαὶ διενεργοῦσιν ἐπιθεώρη-
2518σιν τῶν ἐπιτοπίων ἐπιτροπῶν καὶ τῶν σχολείων τῆς δικαιο-
2519δοσίας των καθ’ ἑξάμηνον δι’ ἰδίων ἀπεσταλμένων, ἐπιβάλλου-
2520σαι ποινὰς ἐπὶ τῶν διδασκάλων, καὶ ἐπικυροῦσαι ἢ ἀκυροῦσαι
2521τὰς ὑπὸ τῶν ἐπιτοπίων ἐπιτροπῶν ἐπιβαλλομένας ποινὰς,
2522καθοριζομένων ἀκριβῶς τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων
2523αὐτῶν (ἄρθρ. 38 καὶ 41–50). Ἀλλ’ ἡ ὑπερτάτη ἐποπτεία
2524καὶ διεύθυνσις καὶ τῶν διαφόρων ἐπιθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν καὶ
2525τῶν σχολείων ἐπιφυλάσσεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλη-
2526σιαστικῶν, ἡ δ’ ἐποπτεία αὕτη καὶ διεύθυνσις καθορίζεται
2527ἀκριβῶς, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ὑπολείπηται ἀμφιβολία τις, ὅτι
2528αὐτὸ εἶναι τὸ κέντρον τὸ συνεκτικὸν, τὸ κινοῦν καὶ ἐμψυχοῦν
2529τὴν ὅλην στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν (ἄρθρ. 51–55).
2530Ὁ νόμος, Κύριοι, τοῦ 1834 εἶναί τι ἄρτιον καθ’ ἑαυτὸν,
2531συνταχθεὶς τότε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τελειοτέρων σχετικῶν νο-
2532μοθετημάτων ἄλλων χωρῶν, ἰδίᾳ τῆς Βαυαρίας. Ὡς τοιοῦ-
2533τος δὲν ἠδύνατο βεβαίως νὰ ἦναι αὐτὸς προσηρμοσμένος ἐν
2534πᾶσιν εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς, οὐδὲ νὰ ἀνταποκρίνηται ὁλοσχερῶς
2535εἰς τὰς τότε ἐκπαιδευτικὰς ἡμῶν ἀνάγκας, εἰς τὴν τότε κοι-
2536νωνικὴν καὶ πολιτικὴν ἡμῶν κατάστασιν. Καὶ οὕτως ὅμως ὁ
2537νόμος ἐκεῖνος δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πρότυπον παντὸς μετα-
2538γενεστέρου νομοθετήματος ἡμῶν περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύ-
2539σεως, εἶναι δὲ ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀνώτερος, ὡς θὰ ἴδωμεν
2540βραδύτερον, τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ κατ’ εἶδος καὶ
2541καθ’ ὕλην, καὶ ὑπὸ ἔποψιν τυπικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν πραγμα-
2542τικήν. Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι δὲν κατωρθώθη ἔκτοτε νὰ ἀναθεω-
2543ρηθῇ καὶ προσαρμοσθῇ εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς ὁ νόμος ἐκεῖνος, τὴν
2544δὲ ἀκηδείαν καὶ ὀλιγωρίαν τῶν πάλαι Κυβερνήσεων, ὡς πρὸς
2545τοῦτο, δύναται νὰ δικαιολογήσῃ πως μόνον τὸ κακότεχνον
2546καὶ κακόζηλον τοῦ νῦν ὑποβληθέντος εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βου-
2547λῆς νομοσχεδίου.
2548Ὁ νόμος τοῦ 1834 ἀπέτυχεν, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς
2549πληρωμῆς τοῦ μισθοῦ τῶν δημοδιδασκάλων. Τὴν πληρωμὴν
2550ταύτην, ὡς καὶ τὴν τῶν διδάκτρων, ἀνέθετεν αὐτὸς εἰς τοὺς
2551δήμους. Ἀλλ’ οἱ δῆμοι ἐν ἀρχῇ ἦσαν μικροὶ καὶ ἀνεπαρκεῖς
2552ὅλως. Καὶ μετὰ τὸν περιορισμὸν δὲ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, τὸν
2553ἐπιτευχθέντα διὰ τῆς συγχωνεύσεως πολλῶν δήμων ἐν ἔτει
25541840, καὶ πάλιν οἱ πόροι αὐτῶν δὲν ἐπήρκουν, ἵνα καλύψωσι
2555καὶ τὰς ἄλλας δαπάνας των καὶ τὴν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύ-
2556σεως. Ἡ χώρα, ἐξελθοῦσα τότε μόλις πρὸ ὀλίγου ἐκ μακροῦ
2557καταστρεπτικοῦ πολέμου, διετέλει ἔτι ἐν οἰκτρᾷ οἰκονομικῇ
2558καταστάσει, ἥτις οὔτε εἰς τοὺς δήμους, οὔτε εἰς τοὺς ἰδιώτας ἐπέ-
2559τρεπε νὰ καταβάλλωσι τακτικῶς καὶ ἀνελλιπῶς τὰς πρὸς τοὺς
2560δημοδιδασκάλους ὀφειλάς των· διὸ πολλοὶ τούτων ἢ ἔμενον εἰς
2561τὰς θέσεις των, διάγοντες βίον ἀβίωτον, ἢ ἐγκατέλειπον αὐτὰς,
2562ἐπιζητοῦντες ἄλλο στάδιον βιοποριστικόν. Εἰς τὴν κατάστασιν
2563ταύτην ἔμελλε νὰ θέση ἓν τέρμα ὁ νόμος ΤΛΗʹ τῆς 12
2564Ἀπριλίου 1856 «περὶ προκαταβολῶν τῶν μισθοδοσιῶν τῶν
2565δημοδιδασκάλων καὶ δημοδιδασκαλισσῶν», καθ’ ὃν προκατε-
2566βάλλοντο ἐφεξῆς οἱ μισθοὶ τούτων ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου,
2567ἀπολαμβάνοντος αὐτοὺς ἐκ τῶν πρώτων εἰσπράξεων τῶν δη-
2568μοτικῶν ἐσόδων. Οὕτως ἐξησφαλίσθη πως ἡ οἰκονομικὴ θέσις
2569τῶν δημοδιδασκάλων. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀρχικὸς αὐτῶν μισθός, ἐν
2570τῷ μέσῳ μάλιστα τῶν δυσκολιῶν, ἃς ἀπήντων κατὰ τὴν
2571πληρωμὴν τῶν διδάκτρων, ἦτο ὅλως ἀνεπαρκὴς διὰ τὰς προϊ-
2572ούσας βιωτικὰς ἀνάγκας, ἐδέησε διὰ μὲν τοῦ Διατάγματος
2573τῆς 24 Ἰανουαρίου 1856 ν’ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς τῶν διδασκά-
2574λων γʹ τάξεως ἐκ 50 εἰς 60 δραχ. κατὰ μῆνα, διὰ δὲ τοῦ νό-
2575μου ΦΛϚʹ τῆς 26 Μαΐου τοῦ 1859 «περὶ αὐξήσεως τῆς μι-
2576σθοδοσίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κτλ.» εἰς μὲν τοὺς πρω-
2577τοβαθμίους νομαρχιακοὺς δημοδιδασκάλους νὰ χορηγηθῇ μη-
2578νιαῖον ἐπιμίσθιον ἐκ 10 δραχ., εἰς αὐτοὺς δὲ καὶ τοὺς ἐπαρ-
2579χιακοὺς πρωτοβαθμίους δημοδιδασκάλους νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα
2580τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ ἀνὰ 10 δραχ. τὸν μῆνα κατὰ πᾶ-
2581σαν πενταετίαν μέχρι 40 δραχ. ἐν συνόλῳ. Διὰ τοῦ νόμου
2582ΧΘʹ τῆς 11 Ἰανουαρίου 1878 «περὶ συστάσεως τοῦ Διδα-
2583σκαλείου ἐν Ἀθήναις» καθωρίσθη ὁ μισθὸς τῶν ἀποφοίτων ἐξ
2584αὐτοῦ δημοδιδασκάλων, τῶν μὲν πρωτοβαθμίων εἰς 140, τῶν
2585δὲ δευτεροβαθμίων εἰς 100 καὶ τῶν τριτοβαθμίων εἰς 80, εἰς
2586δὲ τοὺς πρωτοβαθμίους διδασκάλους, τοὺς διευθυντὰς σχολείων
2587ἐν Ἀθήναις, Πάτραις, Κερκύρᾳ, Ἑρμουπόλει — παρεισάκτως
2588δὲ καὶ ἄνευ νόμου ἢ Διατάγματος καὶ ἐν Πειραιεῖ — μηνιαῖον
2589ἐπιμίσθιον ἐκ 40 δραχ. Διὰ τοῦ νόμου ΑΡΠΔʹ τῆς 17 Ἀπρι-
2590λίου 1884 «περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δημοδιδασκά-
2591λων» εἰς τὴν αὐτὴν μισθοδοσίαν πρὸς τοὺς ἀποφοίτους τοῦ
2592νέου Διδασκαλείου Ἀθηνῶν ὑπήχθησαν καὶ πάντες οἱ πρὸ τοῦ
25931880 λαβόντες πτυχίον δημοδιδάσκαλοι, μετὰ εὐδόκιμον
2594ἄσκησιν περὶ τὴν συνδιδακτικὴν μέθοδον. Διὰ τοῦ νόμου ᾼΣΞΓʹ
2595τῆς 26 Ἰουλίου 1885 «περὶ καταργήσεως τῶν διδάκτρων ἐν
2596τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις κτλ.», καταργηθέντων τῶν δι-
2597δάκτρων, καθιερώθη ἡ κατὰ πενταετίαν αὔξησις τοῦ μισθοῦ
2598τῶν διδασκάλων κατὰ 10 δραχ. τὸν μῆνα, μὴ δυναμένη
2599ὅμως νὰ ὑπερβῇ τὸ ἥμισυ τοῦ ἀρχικοῦ μισθοῦ. Οἱ δι-
2600δάσκαλοι ἐδικαιοῦντο νὰ λαμβάνωσι καὶ δι’ ἐνοίκιον κατὰ
2601μῆνα, οἱ μὲν πρωτοβάθμιοι διευθυνταὶ ἐν Ἀθήναις, Κερκύρᾳ,
2602Πάτραις, Σύρῳ καὶ Πειραιεῖ δραχ. 41.60, ἐν δὲ ταῖς λοιπαῖς
2603πρωτευούσαις τῶν νομῶν 33.30, οἱ δὲ ἄλλοι ἐν μὲν ταῖς
2604πρωτευούσαις τῶν ἐπαρχιῶν 25 καὶ ἀλλαχοῦ 10 μόνον. Διὰ
2605τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ τῆς 12 Αὐγούστου 1892 «περὶ τοῦ διορ-
2606γανισμοῦ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ
2607καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως» διε-
2608τηρήθησαν μὲν μόνον αἱ κατὰ πενταετίαν προσαυξήσεις τοῦ
2609νόμου ᾼΣΞΓʹ, κατηργήθησαν δὲ τὰ ἄλλα ἐπιμίσθια καὶ τὰ
2610ἐνοίκια, καὶ καθωρίσθη ὁ μισθὸς ἑκασταχοῦ τοῦ Κράτους ἐπὶ
2611μὲν τῶν πρωτοβαθμίων δημοδιδασκάλων εἰς 150 δραχμὰς
2612κατὰ μῆνα, ἐπὶ δὲ τῶν δευτεροβαθμίων εἰς 120 καὶ ἐπὶ τῶν
2613τριτοβαθμίων εἰς 100, ἐπὶ δὲ τῶν πρωτοβαθμίων διδασκαλισ-
2614σῶν εἰς 120, ἐπὶ τῶν δευτεροβαθμίων εἰς 110 καὶ ἐπὶ τῶν
2615τριτοβαθμίων εἰς 100, ἐπετράπη δὲ ἐπὶ μόνων τῶν πρωτο-
2616βαθμίων ἡ προσαύξησις κατὰ 10 δραχμὰς, ἐὰν οὗτοι, ὑφι-
2617στάμενοι δοκιμαστικὴν ἐξέτασιν, ἀπεδεικνύοντο ἄξιοι τοῦ
2618βαθμοῦ των.
2619Ταχέως, Κύριοι, αἱ περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν διατάξεις
2620τοῦ νόμου τοῦ 1834 παρεδόθησαν εἰς λήθην ὑπὸ τῶν ἐχόν-
2621των συμφέρον εἰς τοῦτο. Καὶ μέχρι μὲν τῆς Μεταπολιτεύσεως
2622αἱ μεταθέσεις καὶ αἱ παύσεις αὐτῶν ἐξηρτῶντο ὡς ἐπὶ τὸ
2623πολὺ ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημο-
2624τικῶν σχολείων, παχυνομένου ἐκ τῆς καταχρήσεως τῆς τοι-
2625αύτης ἐξουσίας. Ἀφ’ ὅτου δὲ μετὰ τὴν Μεταπολίτευσιν ἤρξατο
2626νὰ ἐπικρατῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ κοινοβουλευτισμὸς, οἱ διδάσκα-
2627λοι εὑρέθησαν ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς ἐπιδρομὰς τοῦ ἑκάστοτε
2628κρατοῦντος φατριασμοῦ, ἀναλόγως τῶν ἀξιώσεων τοῦ ὁποίου
2629μετετίθεντο ἢ ἀπελύοντο, ὑπὸ διαφόρους προφάσεις, ὡς ἐπὶ
2630τὸ πολὺ ὅμως ἄνευ λόγου ἀποχρῶντος. Ἐν πάσῃ ὥρᾳ τοῦ
2631ἔτους ἐγίνοντο διδασκαλικαὶ μεταβολαὶ, ἤρκει μόνον ν’ ἀπαι-
2632τήσωσιν αὐτὰς οἱ ἰσχυροὶ τῆς ἡμέρας. Τὸ κακὸν εἶχε κορυ-
2633φωθῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐδέησε νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος ΥΗʹ
2634τῆς 27 Μαΐου 1871 «περὶ τῆς μὴ μεταθέσεως καθηγητῶν
2635καὶ διδασκάλων, διαρκοῦντος τοῦ σχολικοῦ ἔτους.» Πλὴν
2636ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, αἱ διδασκαλικαὶ μεταβολαὶ ἐπετρέ-
2637ποντο καὶ διενηργοῦντο ἀθρόαι μόνον ἐν καιρῷ τῶν διακοπῶν
2638τῶν μαθημάτων. Τὸν νόμον αὐτὸν ἠθέλησε νὰ συμπληρώσῃ
2639ὁ νόμος ᾼΦΝΗʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 «περὶ πειθαρχικῶν ποι-
2640»νῶν, παύσεως καὶ μεταθέσεως τῶν δημοδιδασκάλων ἀμφο-
2641»τέρων τῶν φύλων», καθ’ ὃν οὔτ’ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ
2642ἔτους οὔτε μετὰ τὸ τέλος αὐτοῦ ἐπετρέποντο διδασκαλικαὶ
2643μεταβολαὶ, εἰμὴ μόνον ὡς ποιναὶ, ἐπιβαλλόμεναι εἰς ὡρισμέ-
2644νας περιπτώσεις. Μία τῶν περιπτώσεων τούτων ἦτο ἐκείνη,
2645καθ’ ἣν, ἐὰν δι’ ἐκτάκτου ἐπιθεωρητοῦ ἐβεβαιοῦτο, ὅτι ἦτό
2646τις ἀνίκανος ἢ ἀμελής, ἢ διῆγε βίον ἀναξιοπρεπῆ, ἀπελύετο
2647τῆς θέσεώς του. Ἡ διάταξις αὕτη ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς πολ-
2648λὰς καταχρήσεις, ἰδίᾳ λήγοντος τοῦ 1890 καὶ ἀρχομένου
2649τοῦ 1891 ἔτους. Εἶχον διορισθῆ τότε ἔκτακτοι ἐπιθεωρηταὶ,
2650οἵτινες, ἁπλῶς ἐπισκεπτόμενοι διάφορα σχολεῖα, ὑπέγραφον
2651συνήθως ἑτοίμους ἐκθέσεις, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἐπαύοντο
2652οἱ ἀπαρέσκοντες εἰς τὴν τότε κρατοῦσαν φατρίαν. Ὑπὸ τὴν
2653Κυβέρνησιν μάλιστα ἐκείνην ἠγέρθησαν ἀμφιβολίαι, ἐὰν διὰ
2654τοῦ νόμου ᾼΦΝΗʹ κατηργήθη τῳόντι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ΥΗʹ
2655νόμου, τοῦ ἐπιτρέποντος τὰς ἀθρόας διδασκαλικὰς μεταβολὰς
2656κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ἐρωτηθέντος δὲ περὶ
2657τούτου καὶ ἀπαντήσαντος ἀποφατικῶς τοῦ Νομικοῦ Συμ-
2658βουλίου, ἤρξαντο αὖθις ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου αἱ τοιαῦται
2659μεταβολαὶ, δι’ ἃς κόπτεται νῦν καὶ ψάλλει ἱερεμιάδας ὁ καὶ
2660τότε καὶ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως!
2661Τὸ ἐν ἔτει 1834 ἱδρυθὲν πρῶτον καὶ μόνον Διδασκαλεῖον
2662ἐν Ἑλλάδι, λειτουργῆσαν μέχρι τοῦ ἔτους 1864, κατηργήθη
2663τοῦτο μὲν, διότι κατὰ τὰ τελευταῖα αὐτοῦ ἔτη οἱ καρποί
2664του δὲν ἦσαν γενναῖοι, τοῦτο δὲ, διότι ἐθεωροῦντο ἱκανοὶ διὰ
2665τὰ ὑπάρχοντα τότε σχολεῖα οἱ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀπο-
2666φοιτήσαντες ἐξ αὐτοῦ διδάσκαλοι. Ἔκτοτε αἱ μὲν ὑποψήφιοι
2667διδασκάλισσαι ἐξητάζοντο ἐν τῷ Ἀρσακείῳ, τῷ μόνῳ ἀνεγνωρι-
2668σμένῳ διδασκαλείῳ τῶν θηλέων, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Γενικοῦ
2669Ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων ἢ ἀναπληρωτοῦ τού-
2670του (Διάτ. 11 Μαΐου 1867), οἱ δὲ θέλοντες νὰ γείνωσι δημο-
2671διδάσκαλοι, ἐνώπιον ἐπιτροπῆς, ὀνομαζομένης ἐπὶ τούτῳ καὶ
2672ἀπαρτιζομένης ἐκ δύο καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, τῶν
2673δύο ἐν Ἀθήναις γυμνασιαρχῶν ἢ ἀναπληρωτῶν τούτων καὶ
2674τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων, ὡς προέ-
2675δρου (Διάτ. 12 Σεπτεμβρίου 1872). Ἐνώπιον τῆς ἐπιτρο-
2676πῆς ταύτης ἔπρεπε νὰ γίνωνται ἐφεξῆς καὶ αἱ δεύτεραι ἐξετά-
2677σεις τῶν πτυχιούχων διδασκάλων, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1834
2678(ἄρθρ. 72). Ἡ κατάστασις αὕτη ἐξηκολούθησε μέχρι τοῦ ἔτους
26791878, ὅτε διὰ τοῦ ΧΘʹ νόμου τῆς 11 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους
2680ἐκείνου συνέστη τὸ νέον ἐν Ἀθήναις Διδασκαλεῖον ἐπὶ τῇ βά-
2681σει τῶν νεωτέρων παιδαγωγικῶν ἀρχῶν καὶ συστημάτων. Ὁ
2682νόμος ΧΘʹ εἶναι ὁμολογουμένως ἓν ἐκ τῶν ὀλίγων φαεινῶν
2683σημείων ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ περὶ στοιχειώδους ἐκπαι-
2684δεύσεως ἀπὸ τοῦ 1834, τιμᾷ δὲ τοὺς εἰσηγητὰς αὐτοῦ, τὸν
2685κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστι-
2686κῶν, ἐξ ὧν ἐκεῖνος μὲν ἦτο τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησια-
2687στικῶν, οὗτος δὲ Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαι-
2688δεύσεως. Ὁ νόμος ΧΘʹ ἐτροποποιήθη βραδύτερον διὰ τοῦ νό-
2689μου ΩΝΘʹ τῆς 6 Μαΐου 1880 «περὶ συστάσεως Διδασκα-
2690λείου ἐν Πελοποννήσῳ καὶ Ἑπτανήσῳ» καὶ ἐν ἄλλοις, ἰδίᾳ
2691δὲ ἐν τῷ καθορισμῷ τοῦ προσόντος τῶν Διευθυντῶν, ἵνα ἔχωσι
2692σπουδάσει εἰδικῶς παιδαγωγικά, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον ΧΘʹ
2693ἤρκει νὰ ὦσι διδάκτορες τῆς φιλολογίας καὶ νὰ ἔχωσιν ὑπη-
2694ρετήσει ἐπὶ πέντε ἔτη ὡς γυμνασιάρχαι ἢ ἐπὶ δέκα ἔτη ὡς
2695καθηγηταὶ Γυμνασίων. Διὰ τοῦ νόμου ᾼΙΒʹ τῆς 12 Ἰουνίου
26961882 συνέστη καὶ τὸ ἐν Θεσσαλίᾳ διδασκαλεῖον, διὰ δὲ τοῦ
2697νόμου ᾼΜʹ τῆς 12 Ἰουνίου 1882 ἐγένοντο καὶ ἄλλαι τρο-
2698ποποιήσεις τοῦ νόμου ΧΘʹ, προστεθείσης ἰδίᾳ τῆς διδασκα-
2699λίας τῆς ὁπλασκίας καὶ τῶν κειμένων θεμελιωδῶν νόμων περὶ
2700δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως μεθ’ ἑρμηνείας αὐτῶν. Διὰ διαφόρων
2701Διαταγμάτων ἐκανονίσθησαν τὰ τοῦ προγράμματος καὶ τῶν
2702ἐξετάσεων τῶν διδασκαλείων.
2703Τῷ 1880 ἐγένετο ἡ πρώτη ἀπόπειρα τῆς ἀντικαταστά-
2704σεως τῆς ἀλληλοδιδακτικῆς μεθόδου, τῆς εἰσαχθείσης τὸ
2705πρῶτον ὑπὸ τὸν ἀοίδιμον Κυβερνήτην, τῆς καθιερωθείσης εἶτα
2706διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836 καὶ τροποποιηθείσης διὰ
2707τοῦ Διατάγματος τοῦ 1856, διὰ τῆς συνδιδακτικῆς λεγομέ-
2708νης μεθόδου. Τῆς μεθόδου ταύτης ἡ εἰσαγωγή, ὅπου ἦτο
2709τοῦτο δυνατὸν, ἀπεφασίσθη διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 3 Σε-
2710πτεμβρίου 1880, διὰ δὲ τοῦ Διατάγματος τῆς 16 Μαρτίου
27111881 ὡρίσθη ν’ ἀσκῶνται οἱ παλαιοὶ διδάσκαλοι ἐντὸς 6
2712ἑβδομάδων ἐν τῇ συνδιδακτικῇ μεθόδῳ. Ἡ ἄσκησις ὅμως αὕτη
2713δὲν ἀπέφερε πάντοτε τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Πολ-
2714λοὶ δηλαδὴ τῶν παλαιῶν διδασκάλων ἔπαθον τὸ πάθημα τῆς
2715κορώνης, κατά τινα τουρκικὸν μῦθον, ἥτις, θελήσασα νὰ μι-
2716μηθῇ τὸ βάδισμα τῆς πέρδικος, ἀπώλεσε καὶ τὸ ἴδιον αὐτῆς
2717βάδισμα.
2718Διὰ τοῦ νόμου ΤΛΗʹ τοῦ 1856 κατωρθώθη μὲν νὰ ἐξα-
2719σφαλισθῶσιν οἱ δημοδιδάσκαλοι, ὡς πρὸς τὴν τακτικὴν καὶ
2720ἀνελλιπῆ πληρωμὴν τοῦ μισθοῦ των, τὸ δημόσιον ὅμως τα-
2721μεῖον ἔμενε πάντοτε ἐκτεθειμένον ἀπέναντι τῶν καθυστερή-
2722σεων τῶν ἐκ τῶν δήμων εἰσπρακτέων ποσῶν. Αἱ καθυστερή-
2723σεις αὗται ἦσαν ἐν ἀρχῇ μὲν μικρότεραι, βραδύτερον δὲ ἀπέ-
2724βησαν μεγαλείτεραι, καθόσον ηὔξανε σὺν τῷ χρόνῳ ὁ ἀριθμὸς
2725τῶν σχολείων καὶ τῶν διδασκάλων, ἀπὸ τῆς συστάσεως μά-
2726λιστα τῶν νέων Διδασκαλείων. Τὸ καθυστεροῦν ποσὸν ἐκ τῶν
2727δήμων ἀνῆλθε μέχρι τέλους τοῦ 1887 εἰς 7 περίπου ἑκατομ-
2728μύρια, τοῦτο δὲ ἠνάγκασε τὴν τότε Κυβέρνησιν, ὅπως διὰ τοῦ
2729νόμου ΑΧΜΗʹ τῆς 9 Ἰανουαρίου 1888 ἱδρύσῃ τὸ ταμεῖον
2730τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
2731Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου συνιστᾶτο ἴδιον ταμεῖον τῆς δημο-
2732τικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ τὴν διοίκησιν ἐπιτροπῆς, ἀπαρτι-
2733ζομένης ἐκ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Λογιστηρίου, τοῦ τμη-
2734ματάρχου τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ τμηματάρ-
2735χου τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, καὶ διατελούσης ὑπὸ τὴν ἄμε-
2736σον δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ὡς
2737πόροι αὐτοῦ καθωρίζοντο καὶ ἄλλοι, ἰδίᾳ δὲ αʹ) εἰσφορὰ τῶν
2738δήμων, ὑπολογιζομένη πρὸς μίαν δραχμὴν ἐφ’ ἑκάστου τῶν
2739κατοίκων των, μὴ ὑπερβαίνουσα τὰ 50% τῶν ἐξ ἀμέσων καὶ
2740ἐμμέσων φόρων ἐσόδων του, μηδὲ κατωτέρα τῶν 15%, ἀφί-
2741νοντα δὲ ὁπωσδήποτε ὑπόλοιπον 2000 δρ. εἰς τοὺς δήμους
2742καὶ ἐπιτρέπουσα ἐν ἀνάγκῃ αὔξησιν τῶν φόρων αὐτῶν κατὰ
274312%, βʹ) συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου ἐξ 1,200,000 δραχμῶν,
2744ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἀνεγράφετο μὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
2745ἐτησία πίστωσις ἐκ 500,000, αὐξανομένη ὅμως κατ’ ἔτος
2746δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐξ ἑκατοστύων ὅλων χιλιά-
2747δων δραχμῶν, καὶ γʹ) εἰσφορὰ τῶν Μονῶν πρὸς 5% ἐπὶ τῶν
2748ἐγκρινομένων διὰ τοῦ ἐτησίου των προϋπολογισμοῦ ἐσόδων.
2749Διὰ τοῦ ΑΧΟΘʹ νόμου τῆς 23 Δεκεμβρίου 1888 τὸ ἄθικτον
2750ὑπὸ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπόλοιπον ἀνεβιβάζετο ἐκ 2000
2751εἰς 3000 δραχμάς. Διὰ δὲ τοῦ νόμου ΑϠΜΑʹ τῆς 27 Μαρ-
2752τίου 1891 ὡρίσθη μὲν νὰ μὴ εἰσπράττηται εἰσφορὰ ἐξ ἑνὸς
2753ἑκάστου τῶν δήμων ἀνωτέρα τοῦ ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους αὐ-
2754τοῦ ἐκπαιδεύσεως δαπανωμένου ποσοῦ, ηὐξήθη δὲ ἡ εἰσφορὰ
2755τῶν Μονῶν εἰς 150,000 δραχ. Ἀπέναντι τῶν πόρων τούτων
2756εἶχε νὰ δαπανήσῃ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως
2757αʹ) διὰ μισθοὺς, ἐνοίκια καὶ ἐπιμίσθια τοῦ προσωπικοῦ τῶν
2758ὑφισταμένων καὶ τῶν ἱδρυθησομένων σχολείων καὶ γραμμα-
2759τοδιδασκαλείων, βʹ) εἰς ἐνοίκια τῶν διδακτηρίων κτλ. γʹ) εἰς
2760ἔξοδα ἐπιθεωρήσεως τῶν σχολείων καὶ δʹ) εἰς ἔξοδα τῆς βε-
2761βαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ
2762ταμείου.
2763Ὅσον δήποτε, Κύριοι, καὶ ἂν κατεκρίθη τὸ ταμεῖον τῆς
2764δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀδύνατον ν’ ἀρνηθῇ τις, ὅτι αὐτὸ
2765ἐγένετο ὁπωσδήποτε πρόξενον καὶ ἀγαθοῦ τινος. Δι’ αὐτοῦ
2766κατωρθώθη νὰ μάθωμεν, τί δύνανται νὰ εἰσφέρωσιν οἱ δῆμοι
2767ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τί δὲ δύνανται ν’ ἀπο-
2768φέρωσι καὶ οἱ ἄλλοι πόροι οἱ διατεθέντες ὑπὲρ ταύτης. Δι’ αὐ-
2769τοῦ ἐγένοντο ἐπαισθηταὶ τὰ μάλιστα αἱ πολλαὶ καὶ ποικί-
2770λαι ἀνάγκαι τῆς στοιχειώδους ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως. Αὐτὸ ἐγέ-
2771νετο ἀφορμὴ καὶ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου ΒΠΕʹ τοῦ 1892,
2772ὅστις εἶναι ὁμολογουμένως μία πρόοδος ἐν τῇ περὶ ἧς ὁ λόγος
2773ἐκπαιδεύσει ἡμῶν.
2774Ἀλλὰ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως παρέσχεν
2775ἀφορμὴν καὶ εἰς ἄτοπα, ὧν τὸ κυριώτατον ἦτο τὸ ἑξῆς. Κατὰ
2776τὸ ἄρθρ. 5 τοῦ ΑΧΜΑʹ νόμου, ἡ διοικοῦσα τὸ ταμεῖον ἐπι-
2777τροπὴ ἀναγνωρίζει καὶ ἐντέλλεται τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξό-
2778»δων, εἴτε δι’ ἀπ’ εὐθείας χρηματικῶν ἐνταλμάτων, εἴτε διὰ
2779»τῶν ἐπαρχιακῶν καταλλήλων ἀρχῶν, ἃς καθιστᾷ ἐπιτρό-
2780»πους, μεταβιβάζουσα αὐταῖς κατὰ μῆνα ὡρισμένην πίστω-
2781»σιν. Τὰ χρηματικὰ καὶ ἐπιτροπικὰ ἐντάλματα θεωροῦνται
2782»ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τοῦ Γενικοῦ Λογι-
2783»στηρίου». Ἀλλὰ περὶ τὴν ἀναγνώρισιν, ἔκδοσιν καὶ θεώρη-
2784σιν τῶν σχετικῶν ἐνταλμάτων ἐπήρχετο βραδύτης μεγάλη καὶ
2785καθυστέρησις κατὰ μῆνας πολλούς, ἰδίᾳ δὲ ὑπὸ τὴν Κυβέρ-
2786νησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὑφ’ ἣν χιλιάδες
2787ὅλαι τοιούτων ἐνταλμάτων ἔμενον ἀθεώρητοι.
2788Πλὴν τούτου, εἰ καὶ προσεδοκᾶτο ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ
2789ταμείου περίσσευμα, ὅπερ κατὰ τὸ ἄρθρ. 6 τοῦ ᾼΧΜΑʹ νό-
2790μου προωρίζετο «εἰς ἀγορὰν δημοσίων χρεωγράφων, ἅτινα
2791»κατατίθενται εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον», οὐδὲν ἧττον ἐλλείμ-
2792ματα ἐπὶ ἐλλειμμάτων εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ αὐτὸ, ἐλλείμματα
2793συμποσωθέντα ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1888 μέχρι τέλους
2794Μαΐου τοῦ 1892, κατά τινα λογαριασμὸν τοῦ Γενικοῦ Λο-
2795γιστηρίου, ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔτος ἐκεῖνο, εἰς
27965,723,247 δρ. Οὕτως ἐφαίνετο ἀποτυγχάνων ὁ κύριος σκο-
2797πός, δι’ ὃν συνέστη τὸ ταμεῖον, χωρὶς κυρίως νὰ εὐθύνηται
2798αὐτὸ διὰ τοῦτο. Οἱ Ὑπουργοὶ δηλαδὴ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
2799ἠδύναντο καὶ ὑπ’ αὐτὸ νὰ συνιστῶσι σχολεῖα ὑπεράριθμα καὶ
2800νὰ ὑπερπληρῶσι ταῦτα διδασκάλων, χωρὶς νὰ ὑπολογίζωσι
2801τοὺς πόρους τοῦ ταμείου. Τὸ κακὸν ὑπερῆρε κεφαλὴν ἰδίᾳ ὑπὸ
2802τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ 1890
2803μέχρι τῶν μέσων τοῦ 1892. Τότε κυρίως παρετηρήθη καὶ ἡ
2804δημευτικὴ καὶ κοινωνιστικὴ τάσις, ἣν μετὰ τόσον ἱερᾶς ἀγα-
2805νακτήσεως ἐστιγμάτισε νῦν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ κατ’
2806ἀντίθετον λόγον ἐκείνου, ὃν ὑπηνίχθη αὐτός. Συνιστῶντο
2807ὑπεράριθμα σχολεῖα καὶ διωρίζοντο ὑπεράριθμοι διδάσκαλοι
2808εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς ὡρισμένας ἐπαρχίας, αἵτινες ἐτύγχανον
2809ἰσχυρᾶς προστασίας παρὰ τοῖς κρατοῦσιν, ἐπὶ ζημίᾳ ἄλλων
2810ἐπαρχιῶν, αἵτινες ἐστεροῦντο τοιαύτης προστασίας. Τότε δὲ,
2811ἐνῷ ὁ νομὸς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἠρίθμει δημοδιδασκάλους
2812ἑκατέρου φύλου 336, ὁ τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος 234 καὶ ὁ
2813τῆς Ἀρκαδίας 208, ὁ τῆς Μεσσηνίας ἠρίθμει μόλις 152· ὁ
2814τῆς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος 141 καὶ ὁ τῶν Τρικκάλων μόνον
281553. Τότε 507 δημοτικὰ σχολεῖα καὶ ἰσάριθμα σχεδὸν γραμ-
2816ματοδιδασκαλεῖα ἔμενον ἀργοῦντα, ἐλλείψει διδασκάλων, οἵ-
2817τινες ὑπερεπλήρουν τὰ ὑπεράριθμα σχολεῖα ἄλλων εὐνοουμέ-
2818νων ἐπαρχιῶν. Τότε οἱ δῆμοι τῶν κεκλεισμένων σχολείων καὶ
2819γραμματοδιδασκαλείων εἰσέφερον ὅ,τι οἱ πόροι αὐτῶν ἐπέτρε-
2820πον, ἀλλ’ ὅπως διὰ τῆς εἰσφορᾶς των μισθοδοτῶνται οἱ ὑπερά-
2821ριθμοι διδάσκαλοι τῶν πόλεων. Τότε, ἐνῷ ὁ δῆμος Ἀθηναίων
2822εἰσέφερε 200,000 δραχμὰς, ἡ δαπάνη ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους
2823αὐτοῦ ἐκπαιδεύσεως ἀνήρχετο εἰς 400,000 δραχμάς. Ἀρκεῖ
2824νὰ σᾶς ἀναφέρω, Κύριοι, ὅτι, ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη,
2825ἐλθὸν εἰς τὰ πράγματα κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890, εὗρεν ἐν
2826Ἀθήναις 92 δημοδιδασκάλους ἑκατέρου φύλου, τὸ Ὑπουρ-
2827γεῖον Τρικούπη ἐπανελθὸν εἰς τὴν ἀρχὴν τὸ 1892 εὗρε τοι-
2828ούτους 173! Ταῦτα κατ’ ἐπίσημον κατάστασιν τοῦ Ὑπουρ-
2829γείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ
2830ἔτος ἐκεῖνο.
2831Εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύ-
2832σεως, τὴν οἰκτρὰν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ἠθέλησε νὰ θέσῃ ἓν
2833τέρμα ὁ νόμος ͵ΒΠΕʹ τῆς 12 Αὐγούστου 1892 «περὶ τοῦ
2834διοργανισμοῦ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ
2835καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». Δι’
2836αὐτοῦ κατηργήθη τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως
2837καὶ ἀνέλαβε τὸ Κράτος ἀπ’ εὐθείας τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα αὐ-
2838τοῦ, κατὰ τὸ ἄρθρον 18, τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀνα-
2839γνώσω νῦν διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐκ-
2840δηλώσαντα ἐνδοιασμοὺς περὶ τοῦ πράγματος. Τὸ ἄρθρον ἔχει
2841ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ καθυστεροῦντα ἐκ τῶν δήμων
2842»καὶ λοιπὰ ἔσοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, συμπεριλαμ-
2843»βανομένων καὶ τῶν εἰσφορῶν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, ὡς καὶ τὰ
2844»ἐφεξῆς σχετικὰ πρὸς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν ἔσοδα, θέ-
2845»λουσι καταλογίζεσθαι εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, οὗτινος τὰ
2846»ἔξοδα θέλει ἐπιβαρύνει τὸ εἰς χρέωσιν τοῦ ταμείου τῆς δη-
2847»μοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπόλοιπον καὶ τὰ ἐφεξῆς ἔξοδα τῆς
2848»στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως». Ἐτηρήθησαν δηλαδὴ οἱ ἄλλοι
2849πόροι τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰσερχόμενοι
2850νῦν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς ἔσοδα τοῦ Κρά-
2851τους. Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκει): «τὸ ποσὸν τὸ
2852»ἀναγραφόμενον εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ὡς ἀπαιτούμενον διὰ
2853»τὰ ἔξοδα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἀνταποκρίνεται
2854»πρὸς τὸ ἑκάστοτε εἰς ἕκαστον τῶν δήμων προσῆκον καὶ ἐπαρ-
2855»κὲς αὐτῆς, ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησια-
2856»στικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἑπο-
2857»μένοις ἄρθροις 9–15 ἀναγραφόμενα».
2858Κατὰ τὸ ἄρθρ. 9, ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις καθορίζεται
2859τετραετής. Ὡς βάσις δὲ τῆς συστάσεως καὶ διαβαθμολογή-
2860σεως τῶν σχολείων τίθεται ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων, κατὰ
2861τὴν τελευταίαν ἐπίσημον ἀπογραφήν, ὑπολογιζομένων τῶν μα-
2862θητῶν τῶν τεσσάρων ἡλικιῶν εἰς 7%, ἐξ ὧν τὰ ⅖ θήλεια
2863καὶ τὰ ⅗ ἄῤῥενες. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἐξευρισκομένου τοῦ
2864ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν, ἀναλογοῦσιν ἐπὶ 15–40 τοιούτων εἷς
2865γραμματοδιδάσκαλος, ἐπὶ 40–55 εἷς τριτοβάθμιος δημοδι-
2866δάσκαλος καὶ ἐπὶ 55–75 εἷς δευτεροβάθμιος. Ἐπὶ μείζο-
2867νος ἀριθμοῦ μαθητῶν συνιστῶνται σχολεῖα διτάξια μεθ’ ἑνὸς
2868πρωτοβαθμίου καὶ ἑνὸς δευτεροβαθμίου δημοδιδασκάλου, τρι-
2869τάξια μεθ’ ἑνὸς πρωτοβαθμίου καὶ δύο δευτεροβαθμίων, καὶ
2870τετρατάξια μετὰ 2 πρωτοβαθμίων καὶ 2 δευτεροβαθμίων.
2871Κατὰ δὲ τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ 9 ἄρθρου (ἀνα-
2872γινώσκει): «Τὸ πηλίκον τῆς διαιρέσεως τοῦ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ
2873»τῶν μαθητευόντων ἐν τοῖς σχολείοις τῆς στοιχειώδους ἐκ-
2874»παιδεύσεως διὰ τοῦ ἀριθμοῦ 40 μὲν ἕως 50 κατὰ τὰς κώ-
2875»μας, 50 δὲ ἕως 60 κατὰ τὰς κωμοπόλεις, καὶ 60–70 κατὰ
2876»τὰς πόλεις, παριστᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν διδασκάλων τὸν ἐπαρκῆ
2877»διὰ τὴν διδασκαλίαν τοῦ συνόλου τῶν μαθητῶν εἰς ἑκάστας
2878»τῶν πόλεων καὶ τῶν κωμῶν».
2879Διὰ τοῦ ἄρθρ. 10 ἐπετεύχθη ἀναλογία τις μεταξὺ τοῦ μι-
2880σθοῦ τῶν διδασκάλων τῶν διαφόρων βαθμῶν, μὴ ἀπαντῶσα
2881πρίν, κατηργήθησαν δὲ τὰ ἐπιμίσθια καὶ ἐνοίκια, δι’ ἃ οἱ
2882δημοδιδάσκαλοι συνωστίζοντο τέως εἰς τὰς πόλεις.
2883Συμπλήρωμα ἀναγκαῖον τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ ὑπῆρξεν ὁ νόμος
2884͵ΒΟΘʹ τῆς 6 Αὐγούστου 1892 «περὶ συστάσεως ὑποδιδα-
2885σκαλείων». Δι’ αὐτοῦ συνέστησαν καὶ λειτουργοῦσιν ἀπὸ τοῦ
2886Σεπτεμβρίου τοῦ 1893 ἓξ ὑποδιδασκαλεῖα, ἅτινα ἀπέφερον
2887ἤδη τοὺς πρώτους καρπούς των κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ οἱ
2888καρποὶ οὗτοι ὑπερέβησαν, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, πᾶσαν προσ-
2889δοκίαν. Οἱ ἀπόφοιτοι αὐτῶν γραμματισταὶ ἀπέβησαν ὑπὸ
2890πολλὰς ἐπόψεις ἀνώτεροι πολλῶν ἀρχαίων δημοδιδασκάλων,
2891ἰδίᾳ τῶν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς χειροτονηθέντων τοιούτων. Ἐκ
2892τῶν γραμματιστῶν οἱ φέροντες βαθμὸν ἄριστα διορίζονται εἰς
2893κώμας ἐχούσας 500–600 κατοίκους, μὲ μισθὸν 75 δραχ.
2894κατὰ μῆνα, οἱ φέροντες βαθμὸν λίαν καλῶς εἰς κώμας ἐχού-
2895σας 400–500 κατοίκους μὲ μισθὸν 65, καὶ οἱ φέροντες βαθ-
2896μὸν καλῶς μὲ μισθὸν 55 εἰς κώμας μὲ 150–400 κατοί-
2897κους. Εἰς τὰς τελευταίας κώμας, ἐλλείψει γραμματιστῶν, διο-
2898ρίζονται γραμματοδιδάσκαλοι.
2899Διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ ἐτέθη ὁπωσδήποτε ἀσφαλής τις
2900βάσις περὶ τὴν σύστασιν καὶ διαβαθμολόγησιν τῶν σχολείων
2901καὶ τὸν διορισμὸν τῶν διδασκάλων. Δὲν ἐξήρτηται νῦν ἐκ τῆς
2902διακριτικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ
2903συνιστᾷ ὁπουδήποτε καὶ ὁσαδήποτε ἂν θέλῃ οὗτος σχολεῖα,
2904νὰ διορίζῃ δὲ ὁσουςδήποτε καὶ ὁπουδήποτε ἂν θέλῃ δημο-
2905διδασκάλους μὲ τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθόν των, ὡς πρίν. Δὲν
2906συμβαίνει νῦν τὸ πρὸ τοῦ 1892 παρατηρούμενον ἄτοπον, καθὸ
2907πολλὰ σχολεῖα, ἀριθμοῦντα μόλις 20–30 μαθητὰς, εἶχον
2908δημοδιδασκάλους, καὶ ἐνίοτε πρωτοβαθμίους, μὲ τὸν μισθὸν
2909καὶ τὰς ἀποδοχὰς τοῦ βαθμοῦ των, ἐνῷ ἄλλα σχολεῖα μὲ 100
2910καὶ ἐπέκεινα μαθητὰς εἶχον μόλις γραμματοδιδασκάλους,
2911ἐνίοτε δ’ ἐστεροῦντο καὶ τούτων. Δὲν συμβαίνει νῦν τὸ ἄτοπον
2912τὸ πρὸ τοῦ 1892 παρατηρούμενον, καθ’ ὃ, ἐνῷ ἔμενον ὡς 500
2913δημοτικὰ σχολεῖα ἄνευ δημοδιδασκάλων, ἀλλαχοῦ ὑπῆρχε
2914πληθώρα τοιούτων, ἀναλογούντων ὡς 1 πρὸς 4 ἢ 5 μαθητάς!
2915Νῦν ἑκάστη κοινότης δικαιοῦται νὰ ἔχῃ τὸ προσῆκον εἰς τὸν
2916ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν της σχολεῖον, μὲ τὸν προσήκοντα εἰς αὐτὸ
2917διδάσκαλον. Καὶ τοῦτο ἦτο, Κύριοι, πραγματικὸν κατόρθωμα,
2918ἀληθὲς βῆμα προόδου διὰ τὴν στοιχειώδη ἡμῶν ἐκπαίδευσιν.
2919Πολλὰ εἶναι τὰ χρήζοντα ἔτι ἀνορθώσεως ἐν τῇ στοιχειώδει
2920ἡμῶν ἐκπαιδεύσει. Πρὸ πάντων πρέπει ν’ ἀναθεωρηθῶσιν οἱ
2921νόμοι περὶ διδασκαλείων. Πρέπει ταῦτα νὰ ἱδρυθῶσι μακρὰν
2922τῶν πόλεων, ὧν ἡ πνιγηρὰ ἀτμοσφαίρα εἶναι πάντοτε ἐπι-
2923βλαβὴς εἰς τὸ ἦθος τῶν μελλόντων δημοδιδασκάλων. Καὶ ἂν
2924δὲν κατορθώσωσιν οὗτοι ν’ ἀποφύγωσι πάντα ἠθικὸν κίνδυ-
2925νον, εἰς ὃν εἶναι ἐκτεθειμένοι ἐν ταῖς πόλεσιν, ἡ ἐξοικείωσις αὐ-
2926τῶν πρὸς τὸν ἐν ταύταις βίον τοὺς καθιστᾷ δυσκόλους διὰ τὸν
2927ἐν κώμαις καὶ χωρίοις βίον, ὅπου κυρίως κέκληνται νὰ ἐνερ-
2928γήσωσιν ὡς διδάσκαλοι. Ἰδοὺ διατί, Κύριοι, καὶ ἀλλαχοῦ τὰ
2929διδασκαλεῖα δὲν ἱδρύονται εἰς μεγάλας, ἀλλ’ εἰς μικρὰς ἐπαρ-
2930χιακὰς πόλεις. Πρέπει ἡ ἐν τοῖς διδασκαλείοις παίδευσις νὰ
2931καταστῇ τετραετὴς, τῆς πρώτης τάξεως οὔσης μᾶλλον προ-
2932παρασκευαστικῆς. Πρέπει εἰς τὰς δύο ἀνωτέρας τάξεις ν’ ἀνα-
2933κουφισθῶσί πως οἱ διδασκαλισταὶ ἐκ τῆς ἐπιβαρύνσεώς των
2934μὲ τόσα θεωρητικὰ μαθήματα, καὶ νὰ καταναλίσκωσι πλείονα
2935χρόνον εἰς πρακτικὰς ἀσκήσεις. Πρέπει καὶ τὰ πρότυπα σχο-
2936λεῖα, τὰ εἰς τὰ διδασκαλεῖα προσηρτημένα, νὰ μὴ ὦσι μόνον
2937διῃρημένα, ἀλλὰ καὶ ἀδιαίρετα. Νῦν ἀσκεῖται ὁ διδασκαλι-
2938στὴς εἰς τὸ πλῆρες τετρατάξιον σχολεῖον, ἐν ᾧ διδάσκεται
2939χωριστὰ ἑκάστη τάξις ὑπὸ ἰδίου διδασκάλου. Ἀλλὰ δὲν ἀπο-
2940κτᾷ οὕτω σαφῆ ἔννοιαν τῆς διδασκαλίας ἐν τριταξίῳ ἢ δι-
2941ταξίῳ, πρὸ πάντων δὲ ἐν μονοταξίῳ ἀδιαιρέτῳ σχολείῳ, ἐν ᾧ
2942ὁ διδάσκαλος ἔχει νὰ διδάξῃ ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ αἰθούσῃ
2943τέσσαρας διαφόρους τάξεις. Τὰ πλεῖστα δὲ τῶν σχολείων
2944μας εἶναι μονοτάξια, καὶ δι’ αὐτὰ δὲν παρασκευάζονται ἐμ-
2945πράκτως οἱ μέλλοντες δημοδιδάσκαλοι.
2946Ἀνάγκη δὲ, καὶ ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ καὶ ἐπείγουσα, Κύριοι,
2947νὰ ἱδρύσῃ τὸ Κράτος καὶ ἴδια διδασκαλεῖα τῶν θηλέων, καὶ
2948ταῦτα μακρὰν τῶν μεγάλων πόλεων. Ὁ ἐν ταῖς πόλεσι βίος
2949τῶν μελλουσῶν διδασκαλισσῶν δύναται νὰ ἔχῃ ὀλέθρια δι’ αὐ-
2950τὰς ἐπακόλουθα, δυνάμενα νὰ ἐπιδράσωσι καὶ ἐπὶ τὸ ἦθος τῶν
2951τρυφερῶν πλασμάτων τῶν μικρῶν κορασίων, ὧν ἡ πρώτη μόρ-
2952φωσις καὶ ἀγωγὴ μέλλει νὰ διαπιστευθῇ εἰς αὐτάς. Μακρὰν
2953τῶν πόλεων ἂν ἱδρυθῶσι τὰ διδασκαλεῖα τῶν θηλέων, δυνά-
2954μεθα νὰ ἐλπίζωμεν καὶ κρεῖττον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ὑλικὸν
2955ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν συνήθως εἰς τὰς πόλεις. Ἀνάγκη εἰς
2956τὰς πόλεις νὰ ἱδρυθῶσιν ἀνώτερα παρθεναγωγεῖα, προωρισμένα
2957εἰς ἀνωτέραν μόρφωσιν τῶν θυγατέρων τῆς μέσης ἀστικῆς τά-
2958ξεως. Ἐλλείψει τοιούτων παρθεναγωγείων, πολλοὶ γονεῖς ἀπο-
2959στέλλουσι τὰς θυγατέρας των εἰς τὰ γνωστὰ καθολικὰ παρθε-
2960ναγωγεῖα ἐνταῦθά τε καὶ ἀλλαχοῦ, ἅτινα δύνανται μὲν νὰ ὦσι
2961κάλλιστα διὰ καθολικὰ κοράσια, ἀλλὰ πάντοτε κάκιστα διὰ
2962τὰς μελλούσας ἑλληνίδας μητέρας, ἃς ὀφείλει πρὸ πάντων νὰ
2963περικοσμῇ ἡ πίστις τῶν πατέρων των.
2964Ἀνάγκη ἡ δημοτικὴ ἡμῶν ἐκπαίδευσις νὰ καταστῇ ἀρτία
2965καὶ αὐτοτελής, ἑνιαία καὶ ὁμοιόμορφος καθ’ ὅλον τὸ Κράτος.
2966Πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἦναι αὐτὴ τοὐλάχιστον ἑξαετής. Τὴν
2967διάκρισιν τὴν γενομένην ἐν τῷ συζητουμένῳ νῦν νομοσχεδίῳ
2968μεταξὺ κοινῶν καὶ πλήρων σχολείων, μεταξὺ τετραετοῦς καὶ
2969ἑξαετοῦς παιδεύσεως, θεωρῶ ὅλως ἄστοχον, ἐπιβλαβῆ δὲ τὰ
2970μάλιστα εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν ἡμῶν. Οὕτως ἀποβάλλει αὕτη
2971τὸ ἑνιαῖον καὶ ὁμοιόμορφον. Ἄν δὲ τῶν πλήρων σχολείων αἱ
2972δύο ἀνώτεραι τάξεις μέλλωσι νὰ ἀναπληρῶσι τὰς δύο πρώ-
2973τας τάξεις τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουρ-
2974γὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ ὡς ἐξάγεται καὶ ἐκ τῶν σχε-
2975τικῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, τότε θὰ ἦτο ἀσύγγνωστος
2976σπατάλη νὰ ἱδρύωμεν τοιαῦτα πλήρη σχολεῖα ἀκριβῶς εἰς τὰς
2977πόλεις καὶ κωμοπόλεις, ὅπου λειτουργοῦσιν ἤδη ἑλληνικὰ σχο-
2978λεῖα, καὶ εἶναι πάντη περιττὴ ἡ προσθήκη τῶν δύο ἀνωτέρων
2979αὐτῶν τάξεων, τῶν ἀναπληρουσῶν τὰς δύο κατωτέρας τά-
2980ξεις τούτων, νὰ καταδικάζωμεν δὲ τὰ ἄλλα μέρη, ὅπου δὲν
2981ὑπάρχουσιν ἑλληνικὰ σχολεῖα, εἰς τὴν στέρησιν τῶν δύο αὐτῶν
2982τάξεων διὰ τῆς ἱδρύσεως κοινῶν σχολείων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουρ-
2983γὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εὕρηται ἐν προφανῇ συγχύσει, ὅταν
2984νομίζῃ, ὅτι αἱ δύο ἀνώτεραι τάξεις τῶν πλήρων δημοτικῶν
2985σχολείων δὲν ἔχουσιν ἄλλον προορισμὸν ἢ νὰ μεταδίδωσι τὰς
2986γνώσεις τῶν δύο πρώτων τάξεων τῶν ἑλληνικῶν σχολείων. Τὰ
2987σχολεῖα ταῦτα, Κύριοι, ἀνήκουσιν εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν,
2988ἥτις ἔχει ὅλως διάφορον προορισμὸν τῆς στοιχειώδους ἐκπαι-
2989δεύσεως. Ἡ μέση ἐκπαίδευσις εἶναι κυρίως προπαρασκευαστικὴ
2990δι’ ἀνωτέραν ἐπιστημονικὴν καὶ τεχνικὴν μόρφωσιν. Ἡ στοι-
2991χειώδης ἐκπαίδευσις ὀφείλει νὰ ἦναι αὐτάρκης καὶ αὐτοτελής,
2992ὀφείλει νὰ μεταδίδῃ τὴν πρώτην ἀναγκαίαν μόρφωσιν καὶ
2993ἀγωγὴν, τὴν ἀναγκαιοῦσαν εἰς πάντα πολίτην, ἀδιακρίτως
2994σταδίου ἢ ἐπαγγέλματος, ἀδιακρίτως ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως.
2995Ἀλλαχοῦ ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις εἶναι ὀκταετὴς, ἡμεῖς
2996ὅμως δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν καὶ εἰς τὸ ἑξαετὲς αὐτῆς.
2997Πρέπει δὲ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν 1689 κοινοτήτων
2998ἡμῶν, τῶν κάτω τῶν 200 κατοίκων, τῶν στερουμένων νῦν
2999καὶ αὐτοῦ τοῦ γραμματοσχολείου. Τὸ σύστημα, Κύριοι, τῶν
3000σχολικῶν συνδυασμῶν, τὸ καθιερωθὲν διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ,
3001ἦτο ἀτυχές. Κατ’ αὐτὸ ἐλαμβάνοντο ὁμοῦ δύο, τρία, ἐνίοτε
3002καὶ δέκα καὶ ἐπέκεινα χωρία, πολλάκις ὥρας ὁλοκλήρους ἀπέ-
3003χοντα ἀλλήλων, καὶ ἀπήρτιζον ἕνα σχολικὸν συνδυασμὸν, καθ’
3004ὃν ἐν ἑνὶ ἐξ αὐτῶν ἱδρύετο τὸ προσῆκον εἰς τὸν πληθυσμόν των
3005σχολεῖον, χωρὶς ὅμως συνήθως καὶ νὰ φοιτῶσιν εἰς αὐτὸ τὰ
3006τέκνα ἄλλων χωρίων, πλὴν μόνου ἐκείνου, ἐν ᾧ ἦτο ἱδρυμέ-
3007νον αὐτό. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῶν
3008ἡμιημερησίων σχολείων, τοῦ ἀπαντῶντος ἐν Πρωσσίᾳ, ἐν
3009ἀνάγκῃ δὲ, θὰ προετίμων καὶ τὸ σύστημα τὸ ἀπαντῶν ἐν
3010Δανίᾳ καὶ καθ’ ὃ εἷς καὶ ὁ αὐτὸς διδάσκαλος διδάσκει καθ’
3011ἑκάστην εἰς τρία διάφορα γειτονικὰ χωρία, καθ’ ἑκάστην
3012μεταβαίνων εἰς αὐτά. Καὶ πᾶς τις ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, θὰ εὕρῃ
3013προτιμότερον τὸ σύστημα τοῦτο, καθ’ ὃ εἶναι δυνατὸν τὰ τέ-
3014κνα τῶν μικρῶν χωρίων νὰ διδάσκωνται ἀνὰ 2–3 ὥρας τὴν
3015ἡμέραν, ἢ νὰ μὴ διδάσκωνται διόλου, ὡς συμβαίνει τὴν σή-
3016μερον, ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν σχολικῶν συνδυασμῶν. Πρέπει δὲ
3017ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευ-
3018σιν μέχρι καὶ τοῦ τελευταίου χωρίου, ἀφοῦ αὕτη εἶναι ὁ ἐπι-
3019ούσιος πνευματικὸς ἄρτος τοῦ λαοῦ.
3020Πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν ὡς τάχιστα καὶ περὶ διδα-
3021κτηρίων. Εἶναι αἶσχος δι’ ἡμᾶς, ἀριθμοῦντας ἤδη ἑβδομηκον-
3022ταετῆ ὡς ἔγγιστα ἀνεξάρτητον βίον, νὰ στερώμεθα ἔτι καταλ-
3023λήλων διδακτηρίων, νὰ ὦσι δὲ καταδεδικασμένα τὰ τέκνα
3024τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ φοιτῶσιν εἰς σχολεῖα ἀλλαχοῦ μὲν
3025ἐντὸς ναῶν ὑγρῶν καὶ ἀνηλίων, ἀλλαχοῦ δὲ εἰς τρώγλας
3026ἀκαταλλήλους καὶ εἰς σταύλους καὶ χοιροστάσια. Καὶ ἐν τού-
3027τοις, Κύριοι, ἤκουσα πολλοὺς πολλάκις ῥήτορας, μετὰ συγκι-
3028νήσεως ἐκθέτοντας καὶ στιγματίζοντας τὸ ἀκατάλληλον καὶ
3029ἀνθυγιεινὸν τῶν φυλακῶν, ἀνέγνων πολλὰ πολλάκις ἄρθρα ἐν
3030τῷ τύπῳ κατὰ τῆς ἀπανθρωπίας, ἣν ἐπιδεικνύομεν οὕτω πρὸς
3031τοὺς ἐν τοιαύταις φυλακαῖς ἐγκεκλεισμένους ἐγκληματίας.
3032Οὐδεὶς ὅμως οὐδέποτε οὔτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οὔτε ἐν τῇ
3033δημοσιογραφίᾳ ἐξανέστη κατὰ τῶν ἐλεεινῶν τρωγλῶν, αἵτι-
3034νες, χρησιμεύουσαι νῦν εἰς διδακτήρια, ταπεινοῦσι τὸ φρόνημα
3035καὶ φθείρουσι τὴν ὑγείαν τοσούτων μυριάδων τρυφερῶν ὑπάρ-
3036ξεων. Εἶναι αἶσχος, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατὰ τοῦτο ὑστε-
3037ροῦμεν ἡμεῖς πολλῶν ἄλλων χθεσινῶν λαῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ.
3038Καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Βουλγαρίᾳ θὰ ἀπαντήσητε τὴν σήμερον ἐν
3039ἑκάστῳ χωρίῳ πρὸς τῷ ναῷ διδακτήριον, ὅπερ εἶναι ᾠκοδομη-
3040μένον καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς ὑγιεινῆς καὶ τῆς παιδα-
3041γωγικῆς.
3042Πρέπει νὰ βελτιωθῇ καὶ ἀνυψωθῇ ἡ θέσις τοῦ δημοδιδα-
3043σκάλου, ὅστις εἶναι ὁ σκαπανεὺς τῆς πρώτης μορφώσεως καὶ
3044ἀγωγῆς, τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ παντὸς λαοῦ. Πρέ-
3045πει νὰ ἀνακτήσῃ αὐτὸς τὸ προσῆκον φρόνημα, ἵνα δυνηθῇ νὰ
3046ἐμπνεύσῃ τοῦτο καὶ εἰς τοὺς μαθητάς του. Πρὸς τοῦτο
3047ὅμως ἀνάγκη πρὸ παντὸς ὁ διδασκαλικὸς ἡμῶν κλάδος νὰ
3048ὑποστῇ ἀληθῆ κάθαρσιν ἐξ ὅλων τῶν ἀνικάνων στοιχείων
3049διὰ νέων δοκιμαστικῶν ἐξετάσεων. Ἀνάγκη ν’ ἀναπτυχθῇ ἐν
3050γένει ἅμιλλα μεταξὺ τῶν ὑπολειπομένων διδασκάλων διὰ
3051προαγωγικῶν ἐξετάσεων, δι’ ὧν καὶ ὁ μισθὸς αὐτῶν ν’ αὐ-
3052ξάνῃ καὶ εἰς θέσεις ἀνωτέρας ἐν τῷ κλάδῳ αὐτῶν νὰ προά-
3053γωνται μέχρι καθηγεσίας ἐν τοῖς διδασκαλείοις, ὡς τοῦτο
3054καὶ ἐν Πρωσσίᾳ γίνεται. Ἀνάγκη νὰ ἐξασφαλισθῇ ἐκ παντὸς
3055τρόπου ἡ μονιμότης καὶ ἡ ἀνεξαρτησία αὐτῶν. Ἀνάγκη πρὸς
3056τοῦτο νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς ἐπιθεώρησιν ζῶσαν καὶ ἐνεργὸν ἐν
3057ἑκάστῳ νομῷ, διεξαγομένην δι’ ἀνδρῶν εἰδικῶν εἰς τοῦτο.
3058Ἀνάγκη τέλος νὰ ἐγκαθιδρυθῇ ἐποπτικὸν συμβούλιον ἐξ εἰδι-
3059κῶν ἀνδρῶν ἐν αὐτῷ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν,
3060ὅπερ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ οἰκείου Ὑπουργοῦ νὰ μεριμνᾷ
3061περὶ παντὸς νομοθετικοῦ καὶ διοικητικοῦ μέτρου, ἀφορῶντος
3062εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, καὶ νὰ ἀσκῇ τὴν ἀνωτάτην
3063ἐποπτείαν καὶ διοίκησιν αὐτῆς. Οὕτω πως καὶ ἡ μονιμότης
3064τῶν δημοδιδασκάλων καὶ ἡ ἀνεξαρτησία θὰ ἐξασφαλισθῇ, καὶ
3065ἡ ἑνότης ἐν τῇ στοιχειώδη ἡμῶν ἐκπαιδεύσει θὰ διασωθῇ, ἡ
3066ἑνότης ἡ τόσον ἀπαραίτητος, ἂν πρόκειται ἡ ἐκπαίδευσις αὕ-
3067τη νὰ πληρώσῃ τὴν προσήκουσαν εἰς αὐτὴν ὑψηλὴν ἀπο-
3068στολήν.
3069Ἀλλ’ ὅπως πάντα ταῦτα, Κύριοι, κατορθωθῶσιν, ἔχομεν
3070ἀνάγκην νομοθετημάτων καὶ νομοθετημάτων ἐνδελεχῶν, νο-
3071μοθετημάτων οὐχὶ ἐπὶ τοῦ γόνατος συντασσομένων, ὡς ἐκαυ-
3072χήθησαν οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἀλλὰ
3073ἀποῤῥεόντων ἐκ μακρᾶς καὶ ἐπισταμένης μελέτης τῶν ἀληθῶν
3074ἀναγκῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, νομοθετημάτων
3075ἐπεξειργασμένων πρῶτον ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, τῇ ἀντιλήψει καὶ
3076συνεργασίᾳ, εἰ δυνατόν, παντὸς εἰδικοῦ περὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ
3077οὕτως ὑποβαλλομένων εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψῆφον ἡμῶν.
3078Ἔχομεν προσέτι ἀνάγκην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν,
3079ἔχοντος συνείδησιν τοῦ μεγάλου καὶ ὑψηλοῦ προορισμοῦ του,
3080ἔχοντος καὶ τὴν θέλησιν καὶ τὴν δύναμιν νὰ δράσῃ καὶ νὰ
3081ἐμφυσήσῃ πνοὴν ζωῆς εἰς τὸ νῦν νεκρὸν πτῶμα τῆς στοι-
3082χειώδους ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως καὶ ν’ ἀναδείξῃ αὐτὴν ὄργανον
3083ἀναμορφωτικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὄργανον πληρώσεως τῶν
3084προαιωνίων ἐθνικῶν αὐτοῦ πόθων.
3085Τοιαῦται, Κύριοι, ἐν κεφαλαίῳ αἱ ἀληθεῖς ἀνάγκαι τῆς
3086στοιχειώδους ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως. Τῶν ἀναγκῶν τούτων δὲν
3087φαίνονται ἔχοντες κἂν συνείδησιν οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νῦν συζη-
3088τουμένου νομοσχεδίου, διότι, ὁμολογῶ πρὸς τιμήν των, ὅτι,
3089ἐὰν εἶχον συνείδησιν αὐτῶν, οὐδαμῶς οὐδέποτε θὰ ὑπέβαλλον
3090εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον τοιοῦτον, νομοσχέδιον, δι’ οὗ, χω-
3091ρὶς νὰ πληρῶται ἀληθής τις ἀνάγκη τῆς στοιχειώδους ἡμῶν
3092ἐκπαιδεύσεως, τοὐναντίον καταλύεται καὶ πᾶν ὅ,τι καλὸν ἔχει
3093αὕτη νὰ ἐπιδείξῃ. Τοῦτο θὰ γείνῃ κατάδηλον διὰ τοῦ ἐλέγ-
3094χου τῶν δῆθεν βελτιώσεων, ἃς ἐπαγγέλλονται διὰ τοῦ νομο-
3095σχεδίου οἱ εἰσηγηταὶ αὐτοῦ.
3096Ἡ πρώτη καὶ κυρία βελτίωσις, ἣν ἐπαγγέλλονται, εἶναι
3097ἡ τῆς χειραφετήσεως τῶν δήμων, ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν
3098τῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Συνοδὰ πρὸς τὴν γνώ-
3099μην, ἣν ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ταύ-
3100της, ὡς ἀνηκούσης δῆθεν εἰς τοὺς δήμους, ἔρχεται νῦν νὰ
3101χειραφετήσῃ τούτους, ἀπονέμων αὐτοῖς δικαιώματα, ἅτινα
3102τέως δὲν εἶχον. Ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τούτῳ οἱ γαλβανιζόμε-
3103νοι συνήθως διὰ φράσεων κενῶν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ πάσης ἐν-
3104νοίας, ἀνεσκίρτησαν ἐκ χαρᾶς καὶ ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τῆς νῦν
3105καθιερουμένης σωτηρίου ἀρχῆς τῆς χειραφετήσεως τῶν δή-
3106μων. Ἀλλ’ ἦτο δικαία ἡ χαρὰ των αὕτη; πρόκειται τῳόντι
3107περὶ χειραφετήσεως τῶν δήμων ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ,
3108ἢ περὶ καταλύσεως παντὸς δικαιώματος αὐτῶν ἐπὶ τῆς στοι-
3109χειώδους ἐκπαιδεύσεως, καταλύσεως διηκούσης μέχρις ἐξου-
3110δενώσεως καὶ αὐτῆς τῆς οἰκονομικῆς των αὐτοτελείας;
3111Οἱ δῆμοι, Κύριοι, κατὰ τὸ ἄρθρ. 34 τοῦ νόμου τοῦ 1834,
3112κέκτηνται τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτοπίου ἐπιθεωρήσεως τῶν σχο-
3113λείων των, ὡς εἴδομεν ἤδη, δι’ ἐπιτροπῆς, ἀπαρτιζομένης ἐκ
3114τοῦ δημάρχου, ὡς προέδρου, ἐξ ἑνὸς ἐφημερίου καὶ ἐκ 2–4
3115δημοτικῶν συμβούλων. Διὰ τῶν ἐπιτοπίων τῶν ἐπιθεωρητι-
3116κῶν ἐπιτροπῶν οἱ δῆμοι ἐνήσκουν ἀληθῆ δικαιώματα καὶ κα-
3117θήκοντα ἐπὶ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως,
3118τῶν ἐντὸς τῆς περιφερείας των λειτουργούντων...
3119§117Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
3120παιδεύσεως). Ἐπειδὴ καὶ χθὲς ἐπανελάβετε αὐτὸ τοῦτο,
3121σᾶς παρατηρῶ, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ αἱ ἐπιτόπιοι δὲν κατηργή-
3122θησαν διὰ τοῦ παρόντος νόμου — Διὰ τοῦ παρόντος νόμου ἐπε-
3123τράπη, ὅπως ἡ ἐποπτεία ἐπὶ τῶν σχολείων, τὴν ὁποίαν ἀνέ-
3124θηκεν ὁ νόμος εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἐνασκῆται τοῦ λοιποῦ,
3125εἰσηγήσει τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὑπὸ τῶν Ἐποπτικῶν Συμβου-
3126λίων. Ἀλλ’ αἱ ἐπιτόπιοι ἐπιτροπαί, αἱ ἐπιθεωρητικαὶ τῶν
3127σχολείων, ἂν ἐλειτούργησαν ποτὲ, καὶ ἂν ὑπῆρξαν ποτὲ, ἐφ’
3128ὅσον τὰ καθήκοντα τούτων δὲν ἀντίκεινται εἰς τὰς διατάξεις
3129τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου, δὲν καταργοῦνται.
3130§118ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐπιτόπιοι ἐπιθεωρητικαὶ
3131ἐπιτροπαὶ εἶχον ἀληθῆ δικαιώματα.
3132§119Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν καταργοῦνται αἱ
3133ἐπιτόπιοι ἐπιτροπαί, ἀλλὰ θὰ λειτουργῶσιν ὡς πρότερον πρὸς
3134τί ἡ ματαία συζήτησις;
3135§120ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἑκάστη ἐπιτόπιος ἐπιθεωρητικὴ ἐπιτροπὴ
3136τοῦ νόμου τοῦ 1834 κέκτηται ὡρισμένα δικαιώματα καὶ κα-
3137θήκοντα, κατὰ τὸ ἄρθρ. 37, τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
3138«Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐφορεύει, ἐμψυχώνει καὶ διευθύνει τὸ
3139ἐπιτόπιον σχολεῖον. Ἰδιαίτερα αὐτῆς καθήκοντα εἶναι τὰ
3140ἑξῆς: 1) Νὰ προμηθεύῃ τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὸ σχολεῖον καὶ
3141τοὺς διδασκάλους. 2) Νὰ φροντίζῃ περὶ εὑρέσεως καὶ διατη-
3142ρήσεως τοῦ οἰκοδομήματος τοῦ σχολείου καὶ τῶν κατοικιῶν
3143τῶν διδασκάλων. 3) Νὰ ἐπαγρυπνῇ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς
3144ὑγείας εἰς τὰ σχολεῖα. 4) Νὰ ἀποφασίζῃ ποῖαι οἰκογένειαι
3145εἶναι τόσον πτωχαί, ὥστε νὰ μὴ ὑποχρεῶνται πρὸς τὰς εἰς
3146τὰ ἄρθρ. 4 καὶ 26 προσδιοριζομένας πληρωμὰς (δίδακτρα).
31475) Νὰ βεβαιώνηται ὅτι τῳόντι γίνεται φροντὶς καὶ περὶ τῆς
3148ἀνεξόδου διδασκαλίας τῶν ὅλως πτωχῶν παίδων. 6) Νὰ ση-
3149μειώνῃ τὰ ὀνόματα τῶν γονέων, τῶν ὁποίων οἱ παῖδες δὲν
3150φοιτῶσιν οὔτε εἰς τὴν δημοτικὴν, οὔτε εἰς ἄλλην τινὰ δημο-
3151σίαν ἢ ἰδιωτικὴν σχολὴν, οὔτε παιδεύονται εἰς τὴν οἰκίαν
3152των ἢ εἰς παιδαγωγεῖον. Τὸ σημείωμα τοῦτο θέλουν πέμπει
3153εἰς τὸν παρὰ τῷ ἁρμοδίῳ ἀστυνομικῷ δικαστηρίῳ δημόσιον
3154κατήγορον. 7) Νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς διατηρήσεως τῆς ἐσω-
3155τερικῆς τοῦ σχολείου πειθαρχίας, νὰ ἐπαγρυπνῇ ἰδίως εἰς τὴν
3156ἐκτέλεσιν τῶν χρεῶν τοῦ διδασκάλου καὶ, παρατηρήσασα εἰς
3157αὐτὴν ἐλλείψεις, νὰ τὰς ἀναφέρῃ εἰς τὴν ἐπιθεωρητικὴν ἐπι-
3158τροπὴν τῶν κατ’ ἐπαρχίας ἢ κατὰ νομοὺς σχολείων, διαφυ-
3159λαττομένου πάντοτε εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτοπίους πολιτικὰς
3160ἀρχὰς, ἢ τὴν Ἀστυνομίαν, τοῦ δικαιώματος νὰ ἐνεργήσωσι
3161τὰ καθήκοντά των. 8) Εἰς κατεπειγούσας περιστάσεις νὰ
3162παύῃ τὸν διδάσκαλον, ἀλλ’ ἐπὶ ῥητῇ ὑποχρεώσει νὰ ἀναφέρῃ
3163εἰς τὴν κατὰ τὴν ἐπαρχίαν ἢ τὸν νομὸν ἐπιθεωρητικὴν ἐπι-
3164τροπὴν ἐντὸς 24 ὡρῶν περὶ τῆς παύσεως ταύτης καὶ τῶν
3165αἰτιῶν αὐτῆς. 9) Νὰ διέπῃ τὴν ἀκίνητον περιουσίαν τῆς ἐπι-
3166τοπίου σχολῆς κατὰ τοὺς ἰδιαιτέρους ὅρους τοῦ περὶ δήμων
3167νόμου. 10) Νὰ θεωρῇ τοὐλάχιστον ἅπαξ κατὰ μῆνα τὴν
3168Σχολὴν καὶ ν’ ἀναφέρῃ πρὸς τὸν ἀνήκοντα ἔπαρχον περὶ τῶν
3169ἐλλείψεων, ὅσας παρετήρησε, καὶ περὶ τῶν ἀναγκαίων μεταῤ-
3170ῥυθμίσεων.»
3171Τοιαῦτα, Κύριοι, ἀληθῆ δικαιώματα καὶ καθήκοντα εἶχε
3172νὰ ἐνασκήσῃ ὁ δῆμος διὰ τῆς ἐπιτοπίου ἐπιθεωρητικῆς ἐπι-
3173τροπῆς του, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1834. Τὰ δικαιώματα καὶ
3174καθήκοντα ταῦτα ἀφαιροῦνται νῦν ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης
3175τοῦ δήμου καὶ ἀνατίθενται κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὸν νομαρ-
3176χιακὸν ἐπιθεωρητὴν, ἐν μέρει δὲ εἰς τὸ ἐποπτικὸν ἑκάστου
3177νομοῦ συμβούλιον τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Καὶ εἰς
3178μὲν τὸν ἐπιθεωρητὴν ἀνατίθενται τὰ ἑξῆς δικαιώματα καὶ
3179καθήκοντα, κατὰ τὸ ἄρθρ. 40 τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου
3180(ἀναγινώσκει):
3181«Αʹ.... δʹ) Τὰ τῆς διαγωγῆς τῶν διδασκάλων πρὸς
3182τοὺς μαθητὰς καὶ τοὺς γονεῖς αὐτῶν, ἢ πρὸς τοὺς ἰδίους
3183συναδέλφους των. εʹ) Τὰ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐκπληροῦσι
3184τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα, καὶ ἰδίως ἂν διδάσκωσιν ἀκριβῶς κατὰ
3185πάσας τὰς ἐργασίμους ἡμέρας, ἀρχόμενοι τῆς διδασκαλίας
3186καὶ περατοῦντες αὐτὴν κατὰ τὰς προσδιωρισμένας ὥρας, ἂν
3187ἦναι φιλόπονοι, καὶ ἂν ἐκπληρῶσι τὰ ἔργα αὑτῶν μετὰ νοη-
3188μοσύνης καὶ εὐσυνειδησίας. ϛʹ) Τὰ τῆς συμπεριφορᾶς αὐτῶν
3189ἐν τῷ τόπῳ καὶ τοῦ ἐν τῇ κοινωνίᾳ βίου αὐτῶν. ζʹ) Τὰ τῶν
3190ἐξετάσεων, τῶν προβιβασμῶν καὶ τῶν ἀπολυτηρίων, ἐὰν τη-
3191ρῶνται αἱ περὶ τούτων διατάξεις. ηʹ) Τὰ τῶν τηρουμένων ἐν
3192τῷ σχολείῳ ἐλέγχων καὶ βιβλίων, ἐὰν τηρῶνται ἀκριβῶς καὶ
3193ἐν τάξει, ἄνευ παρειγγραφῶν καὶ διαγραφῶν. θʹ) Τὰ κατὰ
3194τὰς ποινὰς, τὰς ὁποίας οἱ διδάσκαλοι ἐπέβαλον εἰς τοὺς μα-
3195θητάς. ιʹ) Τὰ ὑπάρχοντα διδακτήρια, ἐὰν ἦναι κατάλληλα,
3196καὶ φροντίζει περὶ λύσεως ἢ ἀνανεώσεως τῶν μισθώσεων αὐ-
3197τῶν, ἢ περὶ τῶν ἀναγκαίων ἐπισκευῶν ἢ βελτιώσεων, ἂν
3198χρῄζωσι τοιούτων. ιαʹ) Τὰ διδακτήρια, ὅσα εἶναι κτίρια δη-
3199μοτικά, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ μεταῤῥυθμισθῶσι, συμφώνως πρὸς
3200τὸ τηρούμενον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ κεκυρωμένον καὶ γενικὸν
3201σχεδιάγραμμα διδακτηρίου δημοτικοῦ σχολείου, προκαλεῖ δὲ
3202τὰς περὶ τούτου μελέτας τοῦ ἁρμοδίου νομομηχανικοῦ καὶ
3203τὴν ὑπ’ αὐτοῦ σύνταξιν τῶν τε σχεδίων τῶν ἐπενεκτέων με-
3204ταῤῥυθμίσεων καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς πρὸς τοῦτο ἀναγ-
3205καίας δαπάνης. ιβʹ) Προκαλεῖ τὴν σύμπραξιν μετὰ τοῦ ἁρ-
3206μοδίου δημάρχου, καὶ μετ’ αὐτοῦ προβαίνει εἰς τὴν προκήρυ-
3207ξιν τῶν ἀπαιτουμένων μειοδοτικῶν δημοπρασιῶν διὰ τὰς ἐπὶ
3208τῇ βάσει τῶν ἐγκεκριμένων σχεδίων ἐκτελεστέας ἐργασίας πρὸς
3209μεταῤῥύθμισιν τοῦ διδακτηρίου. ιγʹ) Μετέχει τῆς διευθύνσεως
3210τῶν ἐνεργουμένων κατὰ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις δημοπρα-
3211σιῶν, καὶ ἐπιτηρεῖ ἵνα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μεταῤῥυθμι-
3212στικῶν ἔργων ἐφαρμόζωνται τὰ ἐγκεκριμένα σχέδια. ιδʹ) Προ-
3213καλεῖ τὴν παρὰ τοῦ ἁρμοδίου νομομηχανικοῦ συγγραφὴν τῶν
3214ἀπαιτουμένων σχεδίων καὶ προϋπολογισμῶν διὰ τὴν οἰκοδο-
3215μὴν τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων, τῶν προοριζομένων εἴτε διὰ
3216κοινὸν εἴτε διὰ πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον, φροντίζει περὶ
3217τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς ἐγκρίσεως τῶν σχεδίων τούτων καὶ
3218τῶν προϋπολογισμῶν, καί, ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς ἁρμοδίας
3219δημοτικῆς ἀρχῆς, προκαλεῖ τὴν ἐνέργειαν τῶν κατὰ νόμον
3220μειοδοτικῶν δημοπρασιῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς οἰκοδομῆς, με-
3221τέχων τῆς διευθύνσεως αὐτῶν καὶ ἐπιτηρῶν, ἵνα κατὰ τὴν
3222οἰκοδομὴν ἐφαρμοσθῶσιν ἀκριβῶς τὰ ἐγκεκριμένα σχέδια.
3223«Βʹ) Προσδιορίζει τὰς θέσεις, ἐφ’ ὧν πρέπει νὰ οἰκοδομη-
3224θῶσι τὰ διδακτήρια τῶν δημοτικῶν σχολείων, καὶ παρα-
3225σκευάζει τὰ τῆς ἀποκτήσεως τῶν ἀναγκαιούντων γηπέδων
3226κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἑπομένου Εʹ κεφαλαίου.
3227«Γʹ) Ἐνασκεῖ τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 32 πειθαρχικὴν ἐξου-
3228σίαν, καὶ προκαλεῖ τὸ παρ’ ᾧ διατελεῖ Ἐποπτικὸν Συμβού-
3229λιον, ἵνα καὶ τοῦτο ἀσκήσῃ τὴν ἀνατεθειμένην αὐτῷ ἐπὶ τῶν
3230εἰς αὐτὴν ὑπαγομένων περιπτώσεων.»
3231Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 49 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ Ἐποπτικὸν
3232Συμβούλιον σὺν τοῖς ἄλλοις προτείνει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώ-
3233σκει): «... 4) Τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα κρίνει συντελοῦντα
3234πρὸς ἄρσιν τῶν αἰτιῶν, δι’ ἃς δὲν προτέρχονται εἰς τὰ δημο-
3235τικὰ σχολεῖα οἱ παῖδες τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ σχολείου
3236οἰκούντων... 6) Τὴν ἔγκρισιν τῶν ἐπενεκτέων μεταβολῶν καὶ
3237τῶν προϋπολογισμῶν τῆς ἀναγκαίας δαπάνης πρὸς μεταῤῥύθ-
3238μισιν τῶν δημοτικῶν κτιρίων, ἐν οἷς λειτουργοῦσι νῦν δημοτικὰ
3239σχολεῖα ἢ γραμματοδιδασκαλεῖα, εἴτε τὰ σχέδια καὶ τοὺς
3240προϋπολογισμοὺς πρὸς οἰκοδομὴν τοιούτων κτιρίων, κατὰ τὰς
3241περιπτώσεις ιαʹ—ιδʹ τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ παρόντος νόμου.
32427) Τὴν ἐπισκευήν, συμπλήρωσιν ἢ ἀντικατάστασιν τῶν ἐν
3243τοῖς δημοτικοῖς ἐκπαιδευτηρίοις σκευῶν, ἐπίπλων καὶ ὀργάνων
3244διδασκαλίας.»
3245Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 50, τὸ αὐτὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον
3246ἀποφασίζει σὺν ἄλλοις (ἀναγινώσκει): «... 5. Ἐπὶ τῆς
3247ἀποπομπῆς ἐκ τοῦ σχολείου μαθητῶν, τῶν ὁποίων ἡ περαι-
3248τέρω ἐν τῷ σχολείῳ ἀναστροφὴ ἀποβαίνει ἐπιβλαβής.»
3249Ἀφοῦ οὕτω, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, πάντα
3250τὰ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1834 ἀνατεθειμένα εἰς τὰς ἐπιτο-
3251πίους ἐπιθεωρητικὰς ἐπιτροπὰς δικαιώματα καὶ καθήκοντα
3252ἀφαιρεῖτε ἐξ αὐτῶν καὶ ὑπάγετε εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ
3253ἐπιθεωρητοῦ καὶ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἐν ἑκάστῳ
3254νομῷ, τί ὑπολείπεται πλέον εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἐκείνας; οὐδέν.
3255Ἀφοῦ δὲ οὐδεμία ἀπολύτως μνεία αὐτῶν γίνεται ἐν τῷ προ-
3256κειμένῳ νομοσχεδίῳ, οὔτε ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὰ σχολεῖα, οὔτε ἐν
3257ἀναφορᾷ πρὸς τὸν ἐπιθεωρητὴν καὶ τὰ ἐποπτικὰ συμβούλια,
3258πῶς δύναται νὰ γείνῃ πλέον λόγος περὶ τῶν ἐπιτοπίων ἐπι-
3259θεωρητικῶν ἐπιτροπῶν; Ἀφοῦ δὲ τέλος κατὰ τὸ ἄρθρον 78
3260τοῦ νομοσχεδίου σας πᾶσα ἄλλη διάταξις ἀντιβαίνουσα
3261εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου καταργεῖται,
3262κατ’ ἀκολουθίαν καταργεῖται καὶ ἡ διάταξις περὶ ἐπιτοπίων
3263ἐπιθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν καὶ καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων
3264αὐτῶν, ὡς ἀντικειμένη πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νό-
3265μου περὶ ἐπιθεωρητῶν καὶ ἐποπτικῶν συμβουλίων, πῶς τολ-
3266μᾶτε νῦν νὰ διαβεβαιώσητε κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι αἱ ἐπιτόπιοι
3267ἐπιθεωρητικαὶ ἐπιτροπαί, αἱ ἐκπροσωποῦσαι τὰ ἀληθῆ δι-
3268καιώματα τῶν δήμων ἐπὶ τῶν διδασκάλων καὶ σχολείων τῆς
3269στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῶν, δὲν καταρ-
3270γοῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας;
3271Ἀντὶ λοιπὸν νὰ χειραφετήσητε τοὺς δήμους, ὡς πρὸς τὰ
3272τῆς διαχειρίσεως τῆς στοιχειώδους αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως, τοὺς
3273ἀποστερεῖτε παντὸς δικαιώματος, ὅπερ ἐκέκτηντο ἐπ’ αὐτῆς
3274κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1834. Ὅπως δὲ συγκαλύψητε τοῦτο,
3275ἐπενοήσατε ἓν ἰδανικὸν, ἓν φαντασιῶδες ὅλως δικαίωμά των,
3276ὅπερ ἀνεγράψατε ἐν ἄρθρῳ 24, ὡς ἐτροποποιήσατε αὐτὸ χθές.
3277Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο (ἀναγινώσκει):
3278«Οἱ δημοδιδάσκαλοι ὡς καὶ οἱ γραμματοδιδάσκαλοι διο-
3279ρίζονται ὑπὸ τοῦ νομάρχου τοῦ νομοῦ, ἐν ᾧ ὑπάρχει τὸ
3280σχολεῖον, κατὰ πρότασιν τοῦ ἁρμοδίου Δημοτικοῦ Συμβου-
3281λίου, προκαλουμένην ὑπὸ τοῦ παρὰ τῷ ἐν τῷ νομῷ Ἐπο-
3282πτικῷ Συμβουλίῳ ἐπιθεωρητοῦ, πρὸς πλήρωσιν εἴτε θέσεως
3283χηρευούσης, εἴτε σχολικῆς ἀνάγκης.
3284«Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον προτείνει τὸν διοριστέον ἐκ
3285τῶν κεκτημένων πτυχίον καὶ ἐκ τοῦ νομοῦ, εἰς ὃν ἀνήκει ὁ
3286δῆμος καταγομένων. Μόνον ἐν ἐλλείψει τοιούτων ἐπιτρέπεται
3287νὰ προτείνωνται καὶ οἱ ἐξ ἄλλων νομῶν καταγόμενοι, προτι-
3288μῶνται δὲ καθ’ ἑκάτερον τῶν τρόπων τούτων οἱ ὑπὸ τῶν Δι-
3289δασκαλείων ἀναγνωρισθέντες. Καλοῦνται δὲ τὰ μέλη τοῦ Δη-
3290μοτικοῦ Συμβουλίου εἰς συνεδρίασιν ἐπὶ ἀποδείξει, ἀλλ’ ἂν
3291δὲν συγκροτηθῇ συνεδρίασις, δι’ ἔλλειψιν τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ,
3292τὰ προσελθόντα μέλη προτείνουσι ταῦτα τὸν διοριστέον, ἀπο-
3293φαινόμενα κατὰ πλειονοψηφίαν.
3294«Ἂν δ’ ἐντὸς δεκαημέρου ἀπὸ τῆς προσκλήσεως δὲν συν-
3295έλθωσιν, ἵνα προτείνωσι τὸν διοριστέον, οὐδὲ τὸ Δημοτικὸν
3296Συμβούλιον ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ, οὐδὲ μέλη κἄν αὐτοῦ, προ-
3297τείνει τὸν διοριστέον πρὸς τὸν νομάρχην ἄνευ ἀναβολῆς τὸ
3298Ἐποπτικὸν Συμβούλιον.
3299«Ἀλλ’ ἂν σχολεῖόν τι μείνῃ ἄνευ διδασκάλου ἐπὶ δύο μῆ-
3300νας, δύναται ὁ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς νὰ προβῇ
3301εἰς τὸν διορισμὸν διδασκάλου».
3302Κατὰ τὸ ἄρθρον, Κύριοι, 49 τοῦ νομοσχεδίου «τὸ Ἐποπτι-
3303»κὸν Συμβούλιον προτείνει τὴν πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέ-
3304»σεων ἐν δημοτικοῖς... σχολείοις ἢ γραμματοσχολείοις».
3305Ἀλλὰ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον θὰ χρειασθῇ καιρὸν, ἕως οὗ
3306μάθῃ τὴν κένωσιν θέσεως ἔν τινι σχολείῳ καὶ εὐαρεστηθῇ νὰ
3307προτείνῃ τὴν πλήρωσιν αὐτῆς. Ἔρχεται μετὰ τοῦτο ἡ σειρὰ
3308τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὅστις θὰ χρειασθῇ ἐπίσης καιρὸν, ἕως οὗ εὐ-
3309δοκήσῃ κατὰ τὸ ἄρθρ. 24 νὰ προκαλέσῃ τὸ οἰκεῖον Δημοτικὸν
3310Συμβούλιον, ἵνα ὑποβάλῃ πρότασιν περὶ τοῦ διοριστέου δημο-
3311διδασκάλου ἢ γραμματοδιδασκάλου. Πιθανὸν μάλιστα αὐτὸς νὰ
3312ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν ἴδιον ὑποψήφιον καὶ ν’ ἀναβάλῃ τὴν πρό-
3313κλησιν, ἕως οὗ συνεννοηθεὶς μετὰ τοῦ ἁρμοδίου Δημοτικοῦ Συμ-
3314βουλίου ἐξασφαλίσῃ τὴν περὶ αὐτοῦ πρότασιν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀπο-
3315δέχομαι, ὅτι αὐτὸς ἄνευ ὑστεροβουλίας τινὸς ἀπευθύνει τὴν
3316πρόκλησιν πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Εἶναι ὅμως δυνατὸν
3317νὰ συνέλθῃ τοῦτο ἐντὸς τῆς τεταγμένης δεκαημέρου προθε-
3318σμίας καὶ νὰ προτείνῃ τὸν διοριστέον; Πάντες σχεδὸν οἱ λα-
3319βόντες τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 24 ἐξεδήλωσαν ἐνδοιασμοὺς
3320περὶ τοῦ κατορθωτοῦ τοῦ πράγματος, τοὺς ἐνδοιασμοὺς δὲ
3321τούτους εὑρίσκοντες δικαίους καὶ οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχε-
3322δίου, ἔγνωσαν νὰ τροποποιήσωσι τὸ ἄρθρον οὕτως, ὥστε ἀνε-
3323πιτεύκτου οὔσης τῆς συνεδριάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου,
3324οἱ παρόντες μόνοι τῶν συμβούλων, εἴησαν οὗτοι καὶ τρεῖς καὶ
3325δύο μόνον, νὰ δικαιῶνται νὰ προτείνωσι τὸν διοριστέον διδά-
3326σκαλον. Ἀλλὰ ποῦ τότε ἡ πρότασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβου-
3327λίου; Οἱ παρόντες τρεῖς ἢ δύο σύμβουλοι, ἄνευ δηλαδὴ τῆς
3328νομίμου ἀπαρτίας, δὲν εἶναι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἀλλ’
3329ἁπλοῖ δημόται. Ἐπειδὴ δὲ τὸ πιθανώτατον εἶναι, ὡς πάντες
3330ἀποδέχονται, νὰ μὴ συνέρχηται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἡ
3331πρότασις, εἰς ἣν θὰ προβαίνωσιν οἱ παρόντες μόνον σύμβου-
3332λοι, δὲν ἐκπροσωπεῖ αὐτὸ, ἀλλ’ ἄτομα. Καὶ οὕτως ὅμως δὲν
3333εἶναι πιθανὸν νὰ τελειώσῃ ἕως ἐδῶ ἡ ἱστορία. Ὁ ἐπιθεωρητὴς
3334δικαιοῦται ν’ ἀποκρούσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, προφασιζόμε-
3335νος ἴσως, ὅτι τὸ φύλλον ποιότητος τῶν διδασκάλων, ὅπερ αὐ-
3336τὸς θὰ κρατῇ, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκ-
3337κλησιαστικῶν, δὲν τῷ ἐπιτρέπει νὰ διαβιβάσῃ τὴν πρότασιν
3338εἰς τὸν νομάρχην, οὕτω δὲ εἶναι εὔκολον νὰ παρέλθωσιν οἱ δύο
3339μῆνες καὶ νὰ διορίσῃ αὐτεπαγγέλτως τὸ Ὑπουργεῖον τὸν δι-
3340δάσκαλον. Ἰδοὺ, Κύριοι, οἱ λόγοι, δι’ οὓς τὸ δικαίωμα τοῦ
3341Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἵνα προτείνῃ τὸν διοριστέον διδάσκα-
3342λον, εἶναι ὅλως ἰδανικὸν καὶ φαντασιῶδες. Ἐπίσης διὰ τοὺς
3343αὐτοὺς λόγους ἰδανικὸν καὶ φαντασιῶδες ἐλέγχεται καὶ τὸ δι-
3344καίωμα αὐτοῦ, ἵνα ἐγκρίνῃ τὴν μετάθεσιν διδασκάλου εἴς τι
3345σχολεῖον τῆς περιφερείας του. Πλὴν τῶν ἀνυποστάτων τού-
3346των δικαιωμάτων κέκτηται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον κατὰ
3347τὸ ἄρθρ. 26 τὸ δικαίωμα, ὅπερ κατὰ Σύνταγμα πᾶς πολί-
3348της ἔχει, ἵνα δι’ ἠτιολογημένων παραστάσεων ζητῇ τὴν μετά-
3349θεσιν ἢ παῦσιν διδασκάλου τινος. Τὸ δικαίωμα δὲ, ὅπερ χο-
3350ρηγεῖται εἰς τὸν δήμαρχον, κατὰ τὸ ἄρθρ. 40, Αʹ ιβʹ, ἵνα
3351συμπράττῃ εἰς τὴν σύνταξιν τῆς προκηρύξεως «τῶν ἀπαι-
3352»τουμένων μειοδοτικῶν δημοπρασιῶν διὰ τὰς ἐπὶ τῇ βάσει
3353»τῶν ἐγκεκριμένων σχεδίων ἐκτελεστέας ἐργασίας πρὸς μεταρ-
3354»ρύθμισιν τοῦ διδακτηρίου», εἶναι αὐτόχρημα γελοῖον.
3355Ἀπέναντι δὲ τοιούτων ἀνυποστάτων ἢ γελοίων δικαιωμά-
3356των, ἢ μᾶλλον ὑπὸ τὸ πρόσχημα αὐτῶν, ἀποστεροῦνται, ὡς
3357εἴδομεν, οἱ δῆμοι παντὸς ἀληθοῦς καὶ πραγματικοῦ δικαιώ-
3358ματος ἐποπτείας καὶ ἐλέγχου ἐπὶ τῶν σχολείων των, ὅπερ
3359ἐκέκτηντο κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1834· ἀποστεροῦνται καὶ
3360τοῦ δικαιώματος, ὅπερ κέκτηνται νῦν, ὅπως προτείνωσι διὰ
3361ψηφισμάτων τῶν συμβουλίων των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν σύ-
3362στασιν ἢ κατάργησιν σχολείων, τὴν μεταβολὴν σχολικῶν συν-
3363δυασμῶν καὶ τὴν μετάθεσιν τῆς ἕδρας τῶν σχολείων αὐτῶν.
3364Κατὰ τὸ ἄρθρ. 5 τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, περὶ τῆς συ-
3365στάσεως ἢ καταργήσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων ἀποφασί-
3366ζει τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, τὴν δὲ σύστασιν τῶν γραμ-
3367ματοδιδασκαλείων προτείνει τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον (ἄρθρ.
336849), χωρὶς τὸ παράπαν νὰ ἐρωτᾶται ὁ δαπανῶν δι’ αὐτὰ δῆ-
3369μος. Οὗτος δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, οὔτε προκειμένου περὶ
3370προσθήκης δημοδιδασκάλων, οὔτε περὶ διορισμοῦ τριτοβαθμίων
3371δημοδιδασκάλων ἐν τοῖς γραμματοδιδασκαλείοις, ἅτινα προ-
3372τείνει ἐπίσης τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον (ἄρθρ. 49). Ὡσαύ-
3373τως δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν διόλου, προκειμένου περὶ ἐνοι-
3374κιάσεως διδακτηρίων ἢ ἐπισκευῆς τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν
3375τοιούτων, περὶ ὧν φροντίζει καὶ μεριμνᾷ μόνος ὁ ἐπιθεωρητὴς
3376καὶ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον (ἄρθρ. 40, 49, 71 καὶ 72).
3377Οἱ δῆμοι ἔχουσιν ὑποχρεώσεις μόνον. Ὁ δήμαρχος ὀφεί-
3378λει νὰ ἐκδίδῃ «τὰ ἐντάλματα τῶν μηνιαίων ἐξόδων τῆς δη-
3379»μοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ ἑπο-
3380μένου μηνὸς», τιμωρούμενος ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει «διὰ πει-
3381»θαρχικοῦ προστίμου δραχμῶν δέκα, τὸ ὁποῖον αὐξάνει κατὰ
3382»πέντε δραχμὰς καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἀναβολῆς τῆς ἐκδό-
3383»σεως τῶν ἐνταλμάτων» (ἄρθρ. 64), ἄν τε διδάσκωσιν, ἄν τε
3384μὴ διδάσκωσι τακτικῶς οἱ διδάσκαλοι. «Κατὰ τὴν σύνταξιν
3385»τῶν δημοτικῶν προϋπολογισμῶν τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκ-
3386»παιδεύσεως προσδιορίζονται πρὸ πάντων τῶν ἄλλων, καὶ αἱ
3387»πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ τῶν γραμμα-
3388»τοδιδασκαλείων πιστώσεις ἀναγράφονται πρῶται ἐν τοῖς δη-
3389»μοτικοῖς προϋπολογισμοῖς» (ἄρθρ. 55). Καὶ «ἐὰν αἱ ὑπὸ
3390»τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀναγραφεῖσαι ἐν τῷ δημοτικῷ
3391»προϋπολογισμῷ πιστώσεις δὲν ἐπαρκῶσι πρὸς συντήρησιν
3392»πάντων τῶν ἐν τῷ δήμῳ ὑπαρχόντων δημοτικῶν σχολείων
3393»καὶ γραμματοδιδασκαλείων, προκαλεῖται ὑπὸ τοῦ νομάρχου
3394»ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὰ ἐν τοῖς
3395»ἄρθροις 19, 20 καὶ 22 § αʹ τοῦ ΑΦΝϚʹ περὶ Ἐπαρχια-
3396»κῶν Συμβουλίων νόμου τῆς 3 Ἀπριλίου 1891 διατασσό-
3397μενα· συμφώνως δὲ πρὸς ταύτην ὁ νομάρχης εἴτε αὐξάνει
3398»τὰς πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμμα-
3399»τοδιδασκαλείων ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πι-
3400»στώσεις μέχρι τοῦ ἀναγκαιοῦντος ποσοῦ, διαγράφων ἄλλα
3401»ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δύνανται, ἄνευ ἀναλόγου ζημίας τῶν δη-
3402»μοτικῶν συμφερόντων, νὰ ἀναβληθῶσιν ἐπὶ τὸ ἑπόμενον ἔτος,
3403»ἢ ἐλαττόνων τὰς διὰ τὰ ἀναπόφευκτα κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο
3404»ἔξοδα ἀναγεγραμμένας πιστώσεις μέχρι τοῦ τελευταίου ὁρίου
3405»αὐτῶν» (ἄρθρ. 56). Τὸ δὲ παράδοξον εἶναι, ὅτι αἱ ἀποφά-
3406σεις αὗται τοῦ νομάρχου εἶναι ἀνέκκλητοι. Ἐπὶ πᾶσι δὲ τού-
3407τοις, ἂν ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐκ συνεννοήσεως μετὰ τοῦ νομομηχα-
3408νικοῦ προτείνῃ εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ τοῦτο εἰς τὸ
3409Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἐγκρίνῃ τὸ τελευταῖον
3410τοῦτο τὴν ἐκποίησιν τοῦ δημοτικοῦ κτιρίου, τοῦ χρησιμεύον-
3411τος εἰς διδακτήριον, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος παραλαμβάνει καὶ
3412ἐκποιεῖ αὐτὸ ἐπὶ δημοπρασίας, τὸ οὕτω δ’ εἰσπραχθὲν ἀντίτι-
3413μον, «ἀνήκει εἰς τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 60 εἰδικὸν κεφάλαιον» (τὸ
3414προωρισμένον διὰ τὴν καθόλου δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ
3415Κράτους) «καὶ ἑπομένως κατατίθεται ἐν τῇ Τραπέζῃ, ἐν ᾗ
3416καὶ τοῦτο ὑπάρχει κατατεθειμένον» (ἄρθρ. 72 καὶ 73)
3417Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, οἱ δῆμοι ἐξουθενοῦνται καὶ ὑπὸ ἔπο-
3418ψιν οἰκονομικῆς αὐτοτελείας, δημεύεται δὲ καὶ διατίθεται
3419κοινωνιστικῶς ἡ περιουσία των, χωρὶς νὰ ἐρωτῶνται αὐτοὶ
3420διόλου, χωρὶς νὰ λαμβάνωνται τὸ παράπαν ὑπ’ ὄψιν. Καὶ
3421ἐνῷ τοιαῦτα ἀποτολμῶνται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου,
3422ἔχουσι τὸ θάῤῥος οἱ εἰσηγηταὶ τούτου νὰ ἐπαγγέλλωνται τὴν
3423χειραφέτησιν τῶν δήμων, καὶ εὑρίσκονται συνάδελφοι ἐν τῇ
3424αἰθούσῃ ταύτῃ, οἵτινες ἔχουσι τὴν ἀφέλειαν νὰ λέγωσιν, ὅτι
3425εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι δι’ αὐτοῦ καθιε-
3426ροῦται ἡ σωτήριος ἀρχὴ τῆς χειραφετήσεως τῶν δήμων, ἐνῷ
3427πράγματι ἡ ἀρχὴ αὕτη παρῳδεῖται καὶ διαπομπεύεται
3428δι’ αὐτοῦ!
3429Οὐχ ἧττον, Κύριοι, παρῳδεῖται καὶ διαπομπεύεται καὶ ἡ
3430ἀρχὴ τῆς ἀποκεντρώσεως, ὑπὲρ ἧς ὡσαύτως συνάδελφοί τινες
3431ἐνθουσιῶντες φαίνονται πρόθυμοι οὐχὶ μόνον τὸ προκείμενον,
3432ἀλλὰ καὶ χεῖρον αὐτοῦ νομοσχέδιον, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρ-
3433ξῃ ποτὲ τοιοῦτο, νὰ ψηφίσωσιν, ἀρκούμενοι εἰς τὴν διαβε-
3434βαίωσιν τῶν εἰσηγητῶν του, ὅτι οὕτω πως καθιεροῦται τέ-
3435λος πάντων ἐν τῇ στοιχειώδει ἡμῶν ἐκπαιδεύσει ἡ τόσον
3436προσφιλὴς καὶ ποθητὴ εἰς αὐτοὺς ἀποκέντρωσις. Ἀλλὰ πρό-
3437κειται πράγματι ἐνταῦθα περὶ ἀποκεντρώσεως ἀληθοῦς, περὶ
3438ἀποκεντρώσεως ἐξασφαλιζούσης τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς στοι-
3439χειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐκ πάσης φατριαστικῆς ἐπηρείας καὶ
3440τὴν σκοπιμωτέραν αὐτῆς λειτουργίαν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς μαθη-
3441τευούσης νεότητος; πολλοῦ γε καὶ δεῖ.
3442Ἡ ὅλη, Κύριοι, ἀποκέντρωσις συνίσταται ἐν τούτῳ, ὅτι ὁ
3443κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς ἄλλος Μέγας Βασιλεὺς
3444τῶν πάλαι Περσῶν, ἢ Σουλτάνος τῶν νεωτέρων χρόνων, μὴ
3445θεωρῶν ἑαυτὸν ἐπαρκῆ εἰς τὴν ἄμεσον διοίκησιν τοῦ ἀχανοῦς
3446του Κράτους, ὑποδιαιρεῖ τοῦτο εἰς τοπαρχίας, ἐγκαθιστῶν ἐν
3447αὐταῖς σατράπας, κυρίους καὶ δεσπότας τῶν διαπεπιστευμέ-
3448νων αὐτοῖς χωρῶν. Τοπαρχίαι ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει
3449εἶναι αἱ συνιστώμεναι κατὰ ἕνα ἢ κατὰ δύο νομοὺς ἐπιθεω-
3450ρήσεις, σατράπαι δὲ οἱ μέλλοντες ἐπιθεωρηταὶ τῆς στοιχειώ-
3451δους ἐκπαιδεύσεως, περιστοιχιζόμενοι κατὰ τύπους μόνον ὑπὸ
3452τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, παρεμφεροῦς ἐν πᾶσι καὶ κατὰ
3453τὴν εἰδικότητα τῶν ἀπαρτιζόντων αὐτὸ μελῶν καὶ κατὰ τὴν
3454σπουδαιότητα καὶ σημασίαν του πρὸς τὰ διοικητικὰ συμβού-
3455λια (Ἰδαρὲ–Μεζλίς), τὰ περιστοιχίζοντα τοὺς Βαλῆδες ἐν
3456Τουρκίᾳ. Ἀλλὰ ποῖοί τινες οἱ ἐπιθεωρηταί, ποῖά τινα δὲ καὶ
3457τὰ μέλη, ἅτινα θ’ ἀπαρτίζωσι τὸ Ἐποπτικόν των Συμβούλιον;
3458Κατὰ ἄρθρ. 36 (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ἐποπτικὸν Συμ-
3459βούλιον ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν ἐν τῇ πόλει καθεδρεύοντα ἀρ-
3460χιεπίσκοπον τοῦ νομοῦ, ὡς πρόεδρον, ἤ, χηρευούσης τῆς ἀρ-
3461χιεπισκοπῆς, ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῆς ἐνασκούσης τὰ καθήκοντα
3462αὐτοῦ ἐπισκοπικῆς ἐπιτροπῆς, ἀπὸ τὸν γυμνασιάρχην, ἤ, ἄν
3463πλείω τοῦ ἑνὸς ὑπάρχωσιν ἐν τῇ πόλει Γυμνάσια, ἀπὸ τὸν
3464ἀρχαιότερον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀπὸ ἕνα τῶν ἐν αὐτῇ κατοι-
3465κούντων ἐπιστημόνων, ἀπὸ ἕνα τῶν εὐϋποληπτοτέρων κτημα-
3466τιῶν ἢ ἐμπόρων, καὶ ἀπὸ τὸν νομαρχιακὸν ἐπιθεωρητὴν τῆς
3467δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως».
3468Πλὴν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, περὶ οὗ θὰ κάμω βραδύτερον ἰδιαί-
3469τερον λόγον, τίς ἄλλος ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμ-
3470βουλίου κέκτηται γνῶσίν τινα καὶ ἐμπειρίαν τῶν τῆς στοι-
3471χειώδους ἐκπαιδεύσεως; Πρόεδρος αὐτοῦ εἶναι ὁ ἀρχιεπίσκοπος
3472ἤ, ἐλλείψει τοιούτου, ὁ πρόεδρος τῆς διοικούσης τὴν ἀρχιε-
3473πισκοπὴν ἐπιτροπῆς. Ἀλλαχοῦ βεβαίως καὶ μέλη τῶν ἐπο-
3474πτικῶν συμβουλίων καὶ ἐπιθεωρηταὶ κατὰ τύπους καὶ περι-
3475φερείας γίνονται κληρικοί. Πλὴν ἐκεῖ πάντες οἱ κληρικοὶ τυγ-
3476χάνουσιν ἐπιστημονικῆς μορφώσεως, ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ ἀκρο-
3477ῶνται καὶ παιδαγωγικῶν μαθημάτων καὶ φοιτῶσιν ἐπί τινας
3478ἑβδομάδας εἴς τι Διδασκαλεῖον καὶ εἰς τὸ προσηρτημένον αὐ-
3479τῷ πρότυπον σχολεῖον, ὅπως οὕτω καὶ ἐμπράκτως ἐμπεδώ-
3480σωσι τὰς θεωρητικάς των γνώσεις. Ἀλλὰ πόσοι τῶν ἡμετέ-
3481ρων ἀρχιεπισκόπων κέκτηνται ἐπιστημονικὴν κἄν μόρφωσιν,
3482ἀφοῦ ἐπ’ αὐτῶν οὐδὲν προσὸν γνώσεων ἀπαιτεῖται; πόσοι δὲ
3483τῶν προέδρων τῶν διοικουσῶν τὰς χηρευούσας ἀρχιεπισκοπὰς
3484ἐπιτροπῶν φέρουσι κἄν ἀπολυτήριον ἑλληνικοῦ σχολείου; Πό-
3485σοι τῶν γυμνασιαρχῶν ἡμῶν ἔχουσιν ἀσχοληθῆ ποτε περὶ τὰ
3486τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ζητήματα; τίνα σχέσιν ἔχουσι
3487πρὸς αὐτὰ οἱ ἐπιστήμονες ἰατροὶ καὶ δικηγόροι καὶ οἱ κτη-
3488ματίαι καὶ ἔμποροι, ὅσον εὐϋπόληπτοι καὶ ἄν ὦσιν οὗτοι ἄλ-
3489λως; Κατὰ τί λοιπὸν βελτιοῦται ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις,
3490ὑπαγομένη εἰς τὴν δικαιοδοσίαν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ἐκ
3491τοιούτων ἀπαρτιζομένων μελῶν; Πλὴν ἴσως μοὶ ἀντείπωσιν
3492οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι οὕτως ἀπαλλάσσεται αὕτη
3493τῆς ἐπηρείας τοῦ φατριασμοῦ. Μήπως ὅμως τὰ μέλη τῶν
3494Ἐποπτικῶν Συμβουλίων θὰ ὦσιν ἀνώτερα τῳόντι κομματικῶν
3495συμπαθειῶν καὶ ἀντιπαθειῶν, ἀπρόσιτα πάντη εἰς εἰσηγή-
3496σεις κομματικάς; Ὁ ἀρχιεπίσκοπος εἶναι μὲν ἰσόβιος καὶ
3497ἀμετάθετος, ἀλλὰ μήπως καὶ αὐτὸς δὲν εἶναι Ἕλλην, δὲν
3498ἔχει τὰς συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας του; τί δ’ ἐξαρτᾶται
3499ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι εὐσυνειδήτως καὶ
3500ἀμερολήπτως θὰ ἐπιτελῇ αὐτὸς τὸ καθῆκόν του; Ἀλλὰ πιθα-
3501νὸν ν’ ἀναπληροῖ αὐτὸν ὁ πρόεδρος τῆς διοικούσης τὴν χηρεύ-
3502ουσαν ἀρχιεπισκοπὴν ἐπιτροπῆς, ὅστις εἶναι δημιούργημα τῆς
3503κρατούσης φατρίας, δυνάμενος ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ν’ ἀντικα-
3504τασταθῇ τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῆς. Ὁ γυμνασιάρχης ἐξήρτηται καὶ
3505αὐτὸς ἐκ τῆς κρατούσης πολιτικῆς, ἥτις ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν
3506δύναται νὰ τὸν ἀπολύσῃ ἢ μεταθέσῃ. Ὁ ἐπιστήμων καὶ ὁ
3507ἔμπορος ἢ κτηματίας, ὅπως γείνωσι μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμ-
3508βουλίου, ὀφείλουσι ν’ ἀνήκωσιν εἰς τὰς τάξεις τῆς ἰσχυούσης
3509μερίδος. Τίνα λοιπὸν ἐχέγγυα ἀφατριάστου παρέχουσι τὰ
3510Ἐποπτικὰ Συμβούλια, οὕτω πως καταρτιζόμενα;
3511Ἀλλὰ τὰ συμβούλια ταῦτα θὰ ὦσιν ἁπλοῦν πρόσχημα,
3512ὑφ’ ὅ θὰ συγκαλύπτηται πᾶσα ἐνέργεια τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ
3513τῆς ὄπισθεν τούτου ἐλλοχευούσης φατρίας. Αὐτὸ δὲν ἔχει ἰδί-
3514ους ὀφθαλμούς, ἴδια ὦτα, ἀλλὰ βλέπει καὶ ἀκούει διὰ τῶν
3515ὀφθαλμῶν καὶ τῶν ὤτων τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἐγκρίνει δὲ ἀπο-
3516φασίζει καὶ προτείνει μόνον τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ (ἄρθρ. 40
3517καὶ 51). Ἄνευ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἢ τοῦ ἀναπληρωτοῦ αὐτοῦ
3518δὲν δύναται κἄν νὰ συνεδριάσῃ, εἰμὴ προκειμένου μόνον ν’ ἀπο-
3519φασίσῃ περὶ μεταθέσεως ἢ ἀπολύσεώς του (ἄρθρ. 52). Τέ-
3520λος καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ πρὸς τὰς ἄλλας δημοσίας
3521ἀρχὰς καὶ πρὸς τοὺς πολίτας αὐτοὺς δὲν δύναται νὰ συγκοι-
3522νωνήσῃ ἀπ’ εὐθείας, εἰ μὴ μόνον διὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, κατὰ
3523τὸ ἄρθρ. 43, τὸ ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
3524«Ὁ νομαρχιακὸς ἐπιθεωρητὴς ἀντιπροσωπεύει τὸ Ἐπο-
3525πτικὸν Συμβούλιον κατὰ πάσας τὰς σχέσεις αὐτοῦ εἴτε μετὰ
3526τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῶν ἄλλων δημοσίων ἀρχῶν, εἴτε μετὰ
3527τῶν πολιτῶν Ἑπομένως ὁ ἐπιθεωρητὴς κοινοποιεῖ πρὸς τὸ
3528Ὑπουργεῖον τὴν ἑπομένην ἑκάστης τῶν συνεδριάσεων τοῦ
3529Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τὰς ἀποφάσεις, προτάσεις ἢ γνωμο-
3530δοτήσεις αὐτοῦ, ὑποβάλλων εἰς αὐτὸ πλῆρες ἀντίγραφον τῶν
3531πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως. Ἀνακοινόνει εἰς τὰς ἁρμοδίας
3532ἀρχὰς τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῶν μέρη τῶν
3533εἰρημένων πράξεων τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, διαβιβάζων
3534αὐταῖς ἀπόσπασμα τοῦ περὶ τούτου πραγματευομένου μέρους
3535τῶν πρακτικῶν, καὶ διεξάγει πᾶσαν τὴν ἀλληλογραφίαν τοῦ
3536Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἔχων ἴδιον γραφεῖον καὶ ἰδίαν σφρα-
3537γῖδα.»
3538Ποῖος δέ τις θὰ ἦναι ὁ ἐπιθεωρητὴς αὐτὸς, εἰς ὃν θὰ συγ-
3539κεντρωθῇ ἐφεξῆς πᾶσα σχεδὸν ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
3540Ἐκκλησιαστικῶν, πρὸς δὲ τὸ ἔργον τῶν ἐπιτοπίων καὶ νο-
3541μαρχικῶν ἐπιθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν, κατὰ τὸν νόμον τοῦ
35421834, ἐντὸς τῆς περιφερείας τῆς δικαιοδοσίας του; Κατὰ τὸ
3543ἄρθρ. 38 (ἀναγινώσκει):
3544«Ὁ ἐπιθεωρητὴς ἔχει βαθμὸν καὶ μισθὸν τμηματάρχου δευ-
3545τέρας τάξεως, διορίζεται δὲ διὰ Β. Διατάγματος, ἐπὶ τῇ προ-
3546τάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
3547παιδεύσεως Ὑπουργοῦ. Οὐδεὶς δύναται νὰ διορισθῇ νομαρ-
3548χιακὸς ἐπιθεωρητής, ἐὰν δὲν ἦναι αʹ) Διδάκτωρ τῆς φιλοσο-
3549φίας, διδάξας εὐδοκίμως ἐπὶ πέντε τοὐλάχιστον ἔτη ὡς κα-
3550θηγητὴς Διδασκαλείου ἢ Γυμνασίου, ἢ ἐπὶ 3 τοὐλάχιστον
3551ὡς διευθυντὴς Διδασκαλείου ἢ γυμνασιάρχης, ἀλλὰ πάντως
3552ἔχων μεμαρτυρημένην περὶ τὰ παιδαγωγικὰ εἰδικότητα. Ἐὰν
3553ὅμως διορισθῇ ἐπιθεωρητὴς διευθυντὴς Διδασκαλείου, οὗτος
3554τηρεῖ τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθόν, ὃν ὡς διευθυντὴς Διδασκα-
3555λείου εἶχεν. Ὡσαύτως ἂν δὲν ἦναι διδάκτωρ τῆς Φιλοσοφίας,
3556διδάξας ὡς πρωτοβάθμιος δημοδιδάσκαλος ἐπὶ τρία ἔτη. βʹ)
3557Πρωτοβάθμιος δημοδιδάσκαλος ἐκ τῶν κατὰ τὰ πρῶτα τρία
3558ἔτη ἐκ τοῦ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν ἀναγνωρισθέντων τοιούτων
3559ἢ ἐκ τῶν ὑπηρετησάντων ὡς τακτικῶν διδασκάλων ἐν τῷ ἐν
3560Ἀθήναις Προτύπῳ κατὰ τὰ τρία πρῶτα ἔτη τῆς λειτουρ-
3561γίας αὐτοῦ. γʹ) Διδάκτωρ τῆς φιλοσοφίας, ἔχων ἀποδείξεις
3562ὅτι ἐσπούδασεν εἰδικῶς τὴν παιδαγωγικὴν ἔν τινι Πανεπιστη-
3563μίῳ ἢ Διδασκαλείῳ τῆς Εὐρώπης, ἢ φέρων πτυχίον ἀνωτέ-
3564ρου Διδασκαλείου Γαλλικοῦ ἢ Γερμανικοῦ. Οἱ τῶν δύο τελευ-
3565ταίων τούτων κατηγοριῶν διορίζονται, ἄν ἐγκριθῶσι μετὰ δο-
3566κιμασίαν, τῆς ὁποίας τὰ καθ’ ἕκαστα θέλουσι καθορισθῆ διὰ
3567Β. Διατάγματος, ἐνώπιον ἐπιτροπείας, ἀποτελουμένης ἐκ
3568τοῦ καθηγητοῦ τῆς φιλοσοφίας ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ
3569ὡς προέδρου, τοῦ διευθυντοῦ ἤ τινος τῶν καθηγητῶν τοῦ ἐν
3570Ἀθήναις Διδασκαλείου καὶ τοῦ ἀρχαιοτέρου τῶν ἐν Ἀθήναις
3571γυμνασιαρχῶν. Ἀλλ’ οἱ ἐκ τῶν ἐν τῇ ἀνωτέρῳ § βʹ ἀναφε-
3572ρομένων διοριζόμενοι ἐπιθεωρηταὶ ἔχουσι βαθμὸν καὶ μισθὸν
3573ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως· ἐπιτρέπεται δὲ νὰ προ-
3574βιβασθῶσι μετὰ διετῆ ὑπηρεσίαν»
3575Ἐν πρώτοις, Κύριοι, οὐδεὶς Διευθυντὴς Διδασκαλείου ἢ
3576Γυμνασιάρχης θὰ δεχθῇ ποτε νὰ μεταλλάξῃ τὴν θέσιν του
3577πρὸς τὴν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τὴν τόσον πολυμέριμνον καὶ
3578ἀκροσφαλῆ, ὡς θὰ ἴδωμεν βραδύτερον, καὶ νὰ ἐξομοιωθῇ
3579οὕτω, συνεδρεύων καὶ συνδιασκεπτόμενος ὡς ἴσος πρὸς ἴσους,
3580πρὸς ἄλλους ἐπιθεωρητὰς, στρατολογουμένους ἐκ τῶν τάξεων
3581τῶν δημοδιδασκάλων. Οὐδεὶς διδάκτωρ τῆς φιλολογίας ὑπάρ-
3582χει, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον γινώσκω, ἔχων μεμαρτυρημένην
3583περὶ τὰ παιδαγωγικὰ εἰδικότητα καὶ προϋπηρετήσας ἐπὶ
3584δέκα ἔτη ὡς καθηγητὴς Γυμνασίου. Οὐδεὶς διδάκτωρ τῆς φι-
3585λοσοφίας, σπουδάσας εἰδικῶς τὴν παιδαγωγικὴν ἔν τινι
3586Πανεπιστημίῳ ἢ διδασκαλείῳ τῆς Εὐρώπης φέρων
3587πτυχίον ἀνωτέρου Διδασκαλείου Γαλλικοῦ ἢ Γερμα-
3588νικοῦ, θ’ ἀντίσχῃ εἰς διαγωνισμόν, καθορισθησόμενον διὰ
3589Διατάγματος, πάντως κατὰ τρόπον, ἐξασφαλίζοντα τὴν ἐπι-
3590τυχίαν εἰς τοὺς ὑποψηφίους ἐπιθεωρητὰς τῆς βʹ κατηγορίας.
3591Πάντα ταῦτα εἶναι ἁπλᾶ καρυκεύματα, δι’ ὧν ἠθέλησαν οἱ
3592εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου νὰ καταστήσωσι μᾶλλον εὔγευ-
3593στον τὸν κύριον σκοπόν, δι’ ὃν κατ’ ἐξοχὴν ἐπενοήθη ὁ θεσμὸς
3594τῶν ἐπιθεωρητῶν. Τοιοῦτοι θὰ γείνωσι μόνοι οἱ ἀπόφοιτοι
3595πρωτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι τοῦ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν
3596κατὰ τὰ τρία πρῶτα ἔτη τῆς λειτουργίας του καὶ οἱ κατὰ
3597τὴν αὐτὴν ἐποχὴν διδάξαντες ἐν τῷ προτύπῳ αὐτοῦ σχο-
3598λείῳ. Τὸ ποιὸν αὐτῶν κατέστησα ἤδη κατάδηλον, ὅτε κατὰ
3599τὴν αʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἀνέγνων ἐνταῦθα περικο-
3600πὰς ἐκθέσεων τοῦ τότε διευθυντοῦ τοῦ Διδασκαλείου καὶ δια-
3601φόρων ἐπιθεωρητῶν, καθ’ ἃς ἡ μὲν μόρφωσις τῶν τότε διδα-
3602σκαλιστῶν ἐχώλαινεν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, οἱ δὲ τότε διδά-
3603σκαλοι τοῦ προτύπου σχολείου ἦσαν ἀνίκανοι νὰ παρακο-
3604λουθήσωσι κἂν τὰ μαθήματα τῶν ἀνωτέρων τάξεων τοῦ Δι-
3605δασκαλείου. Δι’ αὐτῶν δὲ πρόκειται νῦν νὰ πληρωθῶσιν αἱ
3606θέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Αὐ-
3607τοὶ θὰ ἐπιτελέσωσιν ὅλα τὰ πολλὰ καὶ παντοῖα, τὰ ὄντως
3608ὑπεράνθρωπα καθήκοντα, καθ’ ἃ θὰ ὦσι πανταχοῦ παρόν-
3609τες καὶ τὰ πάντα θὰ πληρῶσι.
3610Θὰ τυγχάνωσιν εἰσηγηταὶ πασῶν τῶν εἰς τὰ Ἐποπτικὰ
3611Συμβούλια ἀναγομένων ὑποθέσεων, ἀντιπροσωπεύοντες ταῦτα
3612καὶ διεξάγοντες πᾶσαν τὴν ἀλληλογραφίαν πρὸς τὸ Ὑπουρ-
3613γεῖον, τὰς ἄλλας ἀρχὰς καὶ τοὺς πολίτας (ἄρθρ. 40 καὶ 43).
3614Θὰ ἐπιθεωρῶσι καθ’ ἑξαμηνίαν, πρᾶγμα ἀνθρωπίνως ἀδύνατον,
3615ὡς ἀπέδειξα κατὰ τὴν αʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, πάντα
3616τὰ σχολεῖα τῆς περιφερείας των, καὶ θὰ ἐξετάζωσι τοὺς τη-
3617ρουμένους ἐν ἑκάστῳ αὐτῶν ἐλέγχους, τὰς τοπικὰς περιστά-
3618σεις, ὑφ’ ἃς πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὁ χρόνος τῆς ἐνάρξεως καὶ λή-
3619ξεως τοῦ σχολικοῦ ἔτους, τὰ τῶν ἐν χρήσει διδακτικῶν βι-
3620βλίων, τὰ τῆς διαγωγῆς τῶν διδασκάλων πρὸς ἀλλήλους,
3621πρὸς τοὺς μαθητὰς καὶ τοὺς γονεῖς των, τὸν τρόπον καθ’ ὃν
3622ἐκπληροῦσι τὰ καθήκοντά των, τὰ τῆς συμπεριφορᾶς καὶ τοῦ
3623βίου των καθόλου, τὰ τῶν ἐξετάσεων, τὰ κατὰ τὰς ἐπιβαλ-
3624λομένας εἰς τοὺς μαθητὰς ποινὰς, τὰ διδακτήρια, λύοντες ἢ
3625ἀνανεοῦντες τὰς μισθώσεις αὐτῶν· προκαλοῦσι τὰς περὶ ἐπι-
3626σκευῆς τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν κτιρίων μελέτας τῶν ἁρ-
3627μοδίων νομομηχανικῶν· συντάσσουσι τὰς περὶ μειοδοτικῶν
3628δημοπρασιῶν προκηρύξεις καὶ μετέχουσι τῆς διευθύνσεως αὐ-
3629τῶν, ἐπιτηροῦντες «ἵνα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μεταῤῥυθμι-
3630»στικῶν ἔργων ἐφαρμόζωνται τὰ ἐγκεκριμένα σχέδια»· προ-
3631καλοῦσι τὴν παρὰ τῶν ἁρμοδίων νομομηχανικῶν συγγρα-
3632φὴν τῶν ἀπαιτουμένων σχεδίων καὶ προϋπολογισμῶν διὰ τὴν
3633οἰκοδομὴν τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων, συντάττοντες αὐτοὶ
3634τὰς προκηρύξεις τῶν σχετικῶν μειοδοτικῶν δημοπρασιῶν, δι-
3635ευθύνοντες ταύτας καὶ ἐπιτηροῦντες, «ἵνα κατὰ τὴν οἰκοδο-
3636μὴν ἐφαρμοσθῶσιν ἀκριβῶς τὰ ἐγκεκριμένα σχέδια» (ὡς παρα-
3637τηρεῖτε, οἱ δημοδιδάσκαλοι ἐπιθεωρηταὶ χειροτονοῦνται οὕτω
3638καὶ μηχανικοί!)· προσδιορίζουσι τὰς θέσεις, ἐφ’ ὧν πρέπει νὰ
3639οἰκοδομηθῶσι τὰ διδακτήρια· ἐπιβάλλουσιν αὐτοὶ μικρὰς
3640πειθαρχικὰς ποινὰς εἰς τοὺς διδασκάλους, ἢ εἰσηγοῦνται με-
3641γαλειτέρας τοιαύτας εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον συγκα-
3642λοῦσιν ἐν καιρῷ τῶν διακοπῶν συνελεύσεις τῶν δημοδιδασκά-
3643λων, εἰς ἃς ὑποβάλλουσι πρὸς συζήτησιν διάφορα μεθολογικὰ
3644καὶ παιδαγωγικὰ ζητήματα· ὑποβάλλουσι πλῆρες ἡμερολό-
3645γιον τῆς περιοδείας των, ἅμα ἐπανελθόντες ἐξ αὐτῆς, ἐν ᾧ
3646πραγματεύονται de omnibus rebus et quibusdam aliis
3647(ἄρθρ. 40). Ἐρωτῶ νῦν ὑμᾶς, Κύριοι, εἶναι δυνατόν ποτε
3648εἷς ἄνθρωπος, ἔστω οὗτος καὶ ἀπόφοιτος τοῦ Διδασκαλείου
3649κατὰ τρία πρῶτα ἔτη αὐτοῦ καὶ διδάσκαλος τοῦ προτύπου
3650του σχολείου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, νὰ ἐπιτελέσῃ πάντα
3651ταῦτα; βεβαίως ὄχι. Θὰ ἐπέλθῃ οὕτω μόνον σύγχυσις με-
3652γάλη, θὰ πάθῃ δὲ πρὸ πάντων τὰ πάνδεινα αὐτὴ ἡ στοι-
3653χειώδης ἐκπαίδευσις. Ὁ ἐπιθεωρητὴς, ὡς ἀπεδείχθη ἤδη κατὰ
3654τὴν αʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ κατορθώνῃ ἀνὰ πᾶν
3655δεύτερον ἢ τρίτον ἔτος νὰ ἐπισκέπτηται τὰ σχολεῖα τῆς
3656περιφερείας του· ἐν τῷ μεταξὺ θὰ μένωσι ταῦτα ἄνευ ἀμέσου
3657ἐποπτείας καὶ ἐλέγχου, ἄνευ ἀμέσου προνοίας περὶ ἄρσεως
3658παντὸς προσκόμματος, παρεμβαλλομένου εἰς τὴν κανονικήν
3659των λειτουργίαν. Καὶ διδάσκαλοι ἀμελεῖς καὶ ὀκνηροὶ, καὶ
3660διδάσκαλοι γινόμενοι σκάνδαλον εἰς πάντας διὰ τὸν ἄσεμνόν
3661των ἴσως βίον, καὶ μαθηταὶ ὄντες λύμη τῶν χρηστῶν ἠθῶν,
3662δὲν θὰ ἀπολύωνται ἢ μετατίθενται, δὲν θ’ ἀποβάλλωνται
3663ἐπὶ μῆνας καὶ ἔτη ἴσως, ὑπὸ τὸν σωτήριον τοῦτον θεσμὸν
3664τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἀλλ’ οὕτως ἡ μὲν στοιχειώδης ἐκπαί-
3665δευσις θὰ παραλύσῃ τέλεον, ἡ δὲ περιλάλητος ἀποκέντρωσις
3666θ’ ἀποδειχθῇ ἀληθὴς ἐξάρθρωσις καὶ ἀποσύνθεσις αὐτῆς.
3667Οἱ ἐπιθεωρηταὶ, Κύριοι, ἀπόλυτοι ὄντες δεσπόται τῶν ἀτυ-
3668χῶν διδασκάλων, ἕνα κυρίως προορισμὸν θὰ ἐκπληρῶσι. Θὰ
3669ἐπιβάλλωσι δι’ αὑτῶν τὰ διδακτικὰ βιβλία τῶν συγγραφέων
3670καὶ ἐκδοτῶν, πρὸς οὓς θὰ ἔρχωνται εἰς ἰδιαιτέρας συμφωνίας,
3671ὡς ἀπέδειξα ἤδη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ διδακτικῶν
3672βιβλίων νομοσχεδίου, καὶ θὰ ἔχωσι φόρου ὑποτελεῖς τοὺς δη-
3673μοδιδασκάλους, ὧν ὁ διορισμὸς, αἱ πειθαρχικαὶ ποιναί, ἡ μετά-
3674θεσις καὶ ἡ παῦσις, ὡς θὰ ἴδωμεν μετ’ ὀλίγον, ἐν γούνασιν
3675αὐτῶν κυρίως θὰ κεῖνται. Ἀλλὰ θὰ παραμένωσιν εἰς τὰς θέ-
3676σεις των ὡς ἀληθεῖς σατράπαι, ἐφ’ ὅσον θὰ ἦναι τυφλὰ ὄρ-
3677γανα τῆς κρατούσης φατρίας, εὐθὺς ὅμως ἅμα ὑποπεσόντες
3678εἰς τὴν δυσμένειαν ταύτης, θὰ ἐκπέσωσι τῆς ἀρχῆς κακοὶ κα-
3679κῶς, ἀναπολόγητοι ὅλως καὶ ἀνυπεράσπιστοι, ὡς οἱ πάλαι
3680σατράπαι τῆς Περσίας ἢ οἱ σημερινοὶ Βαλῆδες τῆς Τουρκίας.
3681Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ὡς δημιούργημα τῆς κρατούσης
3682φατρίας, θὰ ἄγηται καὶ θὰ φέρηται ὑπὸ ταύτης. Τῇ εἰση-
3683γήσει λοιπὸν αὐτῆς θὰ προτείνῃ τὴν μετάθεσιν ἢ ἀπόλυσιν
3684τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον θὰ ἐκτελέσῃ ταύτην,
3685χωρὶς νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τὸν ἐπιθεωρητὴν ἄρθρον 39).
3686Ἡ πρότασις τῆς μεταθέσεως ἢ ἀπολύσεως καθορίζεται ἐν τῷ
3687ἄρθρῳ 48 κατὰ τρόπον ἀναμιμνήσκοντα ἐν πολλοῖς τὰ μυ-
3688στήρια τῆς Ἱερᾶς Ἐξετάσεως. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει):
3689«Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον δύναται νὰ συνέλθῃ καὶ εἰς
3690ἰδίαν συνεδρίασιν ἄνευ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, συγκαλούμενον πρὸς
3691τοῦτο ὑπὸ τοῦ προέδρου αὐτοῦ. Ἀλλὰ μόνον κατὰ τὴν πε-
3692ρίπτωσιν τῆς πρώτης διατάξεως τοῦ ἄρθρου 39, ὅτε ἀκούει
3693τὰς πρὸς αὐτὸ γιγνομένας παραστάσεις κατὰ τοῦ ἐπιθεωρη-
3694τοῦ, εἴτε ἐπὶ ἀκηδίᾳ ἢ ἀσυγγνώστῳ ὀλιγωρίᾳ, εἴτε ἐπὶ ἐλ-
3695λείψεσιν ἢ παραβάσεσιν αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν κα-
3696θηκόντων του, εἴτε ἐπὶ ἀνωμαλίαις τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου αὐτοῦ,
3697καὶ μετὰ ἐπισταμένην συζήτησιν καὶ ἔρευναν ἀποφασίζει, ἂν
3698ὑπάρχῃ ἀφορμὴ, ἵνα ὑποβάλῃ πρότασιν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκ-
3699κλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον
3700περὶ μεταθέσεως ἢ ἀπολύσεως αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Τὰ
3701πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως ταύτης, κρατούμενα ἐν χωριστῷ
3702βιβλίῳ, φυλάσσονται ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμ-
3703βουλίου. Ἐκτίθενται δ’ ἐν αὐτοῖς αἱ κατὰ τὴν συζήτησιν
3704προταθεῖσαι γνῶμαι, καὶ μετὰ λεπτομεροῦς αἰτιολογίας τὰ
3705πορίσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξε τὸ Συμβούλιον, καὶ ὑπο-
3706γράφονται ὑπὸ τῶν ἀποτελεσάντων τὴν συνεδρίασιν μελῶν.
3707Τοῦ πρακτικοῦ τούτου ἀντίγραφον ὑποβάλλει τὴν ἑπομένην
3708πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
3709δεύσεως Ὑπουργεῖον ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου,
3710κατὰ μόνην τὴν περίπτωσιν ταύτην ἐπικοινωνῶν ἀπ’ εὐθείας
3711πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον».
3712Τοσαῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ παρατηρήσω καὶ περὶ τῆς ἀπο-
3713κεντρώσεως, τῆς δῆθεν καθιερουμένης διὰ τοῦ παρόντος νομο-
3714σχεδίου, ἱκανὰ νομίζω, ἵνα διανοίξωσι τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ αὐ-
3715τῶν τῶν ἐθελοτυφλούντων, ἐξ ἐνθουσιασμοῦ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς
3716τῆς ἀποκεντρώσεως, πρὸ τῶν κινδύνων, εἰς οὓς ἐκτίθεται οὕ-
3717τως ἡ στοιχειώδης ἡμῶν ἐκπαίδευσις.
3718Ἀλλ’ εἰρωνεία πικρὰ ἐλέγχεται ἰδίᾳ ἡ ἐπαγγελία τοῦ κ.
3719Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν περὶ
3720δῆθεν βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν δημοδιδασκάλων, ἐπιδιωκο-
3721μένης διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἡ θέσις αὐτῶν καὶ
3722ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς χειροτερεύει κατὰ πολὺ δι’ αὐτοῦ.
3723Ἐν πρώτοις τὸ πτυχίον, Κύριοι, ὅπερ εἶναι, οὕτως εἰπεῖν,
3724σύμβασις μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ δημοδιδασκάλου,
3725ἐξασφαλίζουσα εἰς τὸν τελευταῖον τοῦτον τὸν βαθμὸν καὶ τὸν
3726προσήκοντα εἰς αὐτὸν μισθόν, ἀναιρεῖται νῦν ὑπὸ τοῦ Κρά-
3727τους. Καὶ ὁ νόμος ΧΘʹ περὶ Διδασκαλείου ἐν Ἀθήναις, οὗ
3728εἰσηγηταὶ ὑπῆρξαν, ὡς εἴδομεν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ.
3729Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ οἱ λοιποὶ σχετικοὶ νό-
3730μοι, οἱ κανονίζοντες τὰ τῆς μισθοδοσίας τῶν διδασκάλων, ἦσαν,
3731οὕτως εἰπεῖν, ἡ ἐπίσημος διαβεβαίωσις, ἡ ἐπίσημος ἀνάληψις
3732ὑπὸ τοῦ Κράτους τῆς ὑποχρεώσεως, ἵνα τοποθετῇ καὶ μισθο-
3733δοτῇ αὐτοὺς ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ τοῦ πτυχίου των. Εἰς
3734ταύτην τὴν διαβεβαίωσιν δόντες πίστιν πολλοὶ νέοι, ἐπιτή-
3735δειοι εἰς πᾶν ἄλλο στάδιον, ἔγνωσαν νὰ καταταχθῶσιν εἰς
3736τὰ Διδασκαλεῖα, νὰ ὑποστῶσι δαπάνας καὶ νὰ καταβάλωσι
3737παντοίους κόπους, ὅπως τύχωσι τοῦ νενομισμένου πτυχίου.
3738Πῶς ἐφεξῆς κατὰ τὸν διορισμόν των θέλετε νὰ μὴ λαμβάνη-
3739ται ὑπ’ ὄψιν αὐτό, ἀλλ’ οἱ πόροι τῶν δήμων, εἰς τὰ σχολεῖα
3740τῶν ὁποίων θὰ τοποθετῶνται καὶ ἀναλόγως αὐτῶν θὰ διορί-
3741ζωνται οἱ πρωτοβάθμιοι μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν δευτεροβαθ-
3742μίων, οἱ δευτεροβάθμιοι μὲ μισθὸν καὶ βαθμὸν τριτοβαθμίων,
3743οἱ τριτοβάθμιοι μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν γραμματιστῶν;
3744§121Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαι-
3745δεύσεως). Ἡ διάταξις ἐτροποποιήθη.
3746§122ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ ὅτι μὲ τὸ ὑπενθυμίζετε. Τὸ
3747ἄρθρον 8 ἐν ἀρχῇ εἶχεν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ βαθμὸς
3748»καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τῶν πλειόνων συνυπηρετούντων διδασκάλων
3749»κανονίζεται ἐκ τῶν πόρων τῶν δήμων». Ὕστερον ἐτρο-
3750ποποιήθη ἡ διάταξις αὕτη ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ
3751»βαθμὸς (ἄρα καὶ ὁ μισθὸς) καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τῶν πλειόνων
3752»συνυπηρετούντων διδασκάλων κανονίζεται ὑπὸ τοῦ Ἐπο-
3753»πτικοῦ Συμβουλίου». Τόσῳ τὸ χειρότερον διὰ τοὺς
3754δυστυχεῖς διδασκάλους· διότι, ὡς ἔχει νῦν ἡ διάταξις, καὶ ἂν
3755ἔτι ἐπιτρέπωσιν οἱ πόροι τῶν δήμων τὸν διορισμὸν αὐτῶν μὲ
3756τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθόν των, τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον
3757ἢ μᾶλλον ὁ εἰσηγητὴς τούτου ἐπιθεωρητὴς θὰ δύνανται ὅλως
3758αὐθαιρέτως νὰ κανονίζωσι τὸν βαθμὸν καὶ μισθόν των καὶ νὰ
3759ὑποβιβάζωσιν αὐτούς, ὡς ὑπέδειξα ἤδη.
3760Τὸ δὲ παράδοξον εἶναι, ὅτι, ἐνῷ οὕτω πως χειροτε-
3761ρεύει ἡ θέσις τῶν πτυχιούχων δημοδιδασκάλων καὶ γραμμα-
3762τιστῶν, βελτιοῦται ἡ θέσις τῶν γραμματοδιδασκάλων. Οἱ
3763γραμματοδιδάσκαλοι, Κύριοι, εἶναι ὅλως ἄγνωστοι εἰς τὸν νό-
3764μον τοῦ 1834, παρεισεκώμασαν δ’ ἐν ἀρχῇ ἄνευ νόμου καὶ
3765διατάγματος εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, μισθοδοτούμε-
3766νοι πρὸς δρ. 33,30 τὸν μῆνα. Καίτοι δὲ παρὰ πάντων θεω-
3767ρούμενοι ἀπόβλητοι, ὡς λύμη τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως,
3768οὐδὲν ἧττον κατώρθωσαν νὰ παραμείνωσι μέχρι τοῦδε ἐν τῇ
3769ὑπηρεσίᾳ καὶ νὰ ἴδωσι, μάλιστα τὴν οἰκονομικήν των θέσιν
3770βελτιουμένη δι’ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ των μέχρι 45 δρ. κατὰ
3771μῆνα. Ἐνῷ δὲ αὐτοὶ θὰ ἦσαν εὐχαριστημένοι καὶ θὰ ἐδόξα-
3772ζον τὸν Θεὸν, διατηρούμενοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μὲ αὐτὸν τὸν μι-
3773σθὸν, αἴφνης καὶ παρὰ προσδοκίαν, χωρὶς δηλαδὴ νὰ τὸ
3774ὀνειρευθῶσι καὶ οἱ ἴδιοι, ἐξομοιοῦνται διὰ τοῦ παρόντος νομο-
3775σχεδίου κατὰ τὸν μισθὸν πρὸς τοὺς γραμματιστάς. Κατὰ τὸ
3776ἄρθρον 29 (ἀναγινώσκει): «Τὰ τῶν μισθῶν τῶν γραμμα-
3777τοδιδασκάλων τηροῦνται, ὡς ἐκανονίσθησαν διὰ τῶν ἄρθρων
377818 καὶ 19 τοῦ περὶ ὑποδιδασκαλείων ͵ΒΟΘʹ νόμου τῆς 6
3779Αὐγούστου 1892». Πλὴν τὰ εἰρημένα ἄρθρα τοῦ νόμου ͵ΒΟΘʹ
3780δὲν κανονίζουσι τὰ τῶν μισθῶν τῶν γραμματοδιδασκάλων,
3781ἀλλὰ τῶν γραμματιστῶν, ἐντεῦθεν δὲ πᾶς λογικῶς σκε-
3782πτόμενος ὀφείλει ν’ ἀποδεχθῇ, ὅτι διὰ τοῦ παρόντος νομοσχε-
3783δίου ἐξολοιοῦται ὁ μισθὸς αὐτῶν πρὸς τὸν τῶν γραμματιστῶν.
3784Ἀλλὰ μήπως τοὐλάχιστον βελτιοῦται ἡ θέσις τῶν δι-
3785δασκάλων κατὰ τὰ ἄλλα, κατὰ τὸν διορισμὸν, τὴν μετάθε-
3786σιν καὶ παῦσιν; μήπως κατὰ ταῦτα ἀπαλλάττονται αὐτοὶ
3787πάσης φατριαστικῆς ἐπηρείας, ὡς ἐπαγγέλλονται οἱ εἰσηγη-
3788ταὶ τοῦ νομοσχεδίου; οὐδαμῶς. Τοὐναντίον μάλιστα ἡ θέσις
3789των ἀκριβῶς ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην καθίσταται νῦν ἀσυγ-
3790κρίτῳ τῷ λόγῳ χείρων.
3791Καὶ δὴ, ὡς πρὸς τὸν διορισμόν του, εἶχε μέχρι τοῦδε ὁ δη-
3792μοδιδάσκαλος ν’ ἀποταθῇ εἴτε πρὸς τὸν Βουλευτὴν τῆς ἐπαρ-
3793χίας, ἐν ᾗ ἐπεθύμει νὰ διορισθῇ, εἴτε ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ
3794Ὑπουργεῖον, ὅπερ, γινῶσκον τὰς κενὰς θέσεις, τὸν ἐτοποθέτει
3795ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ του. Ἀπέναντι τοῦ Βουλευτοῦ, ἂν ἦτο
3796ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας, ἀνελάμβανεν οὕτως ὁ διδάσκαλος τὸ
3797πολὺ πολὺ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ ἦναι αὐτὸς καὶ οἱ συγ-
3798γενεῖς του πολιτικοὶ αὐτοῦ φίλοι. Τί ὅμως τὸν ἀναμένει τώρα;
3799Ἐν πρώτοις ὀφείλει νὰ διατελῇ εἰς ἀνταπόκρισιν πρὸς ὅλους
3800τοὺς νομοὺς, πρὸς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, εἰ δυνατὸν, πρὸς ὅλους
3801τοὺς δήμους, ὅπως γινώσκῃ, ποῦ ἔχουσιν ἀνάγκην διδασκά-
3802λου. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀνταπόκρισις αὕτη θὰ τῷ ἦναι δύσκολος,
3803θὰ προτιμήσῃ νὰ λάβῃ πήραν ἐπ’ ὤμου καὶ ῥάβδον ἀνὰ χεῖ-
3804ρας καὶ νὰ περιοδεύσῃ ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον, ἕως οὗ εὕρῃ Δη-
3805μοτικὸν Συμβούλιον πρόθυμον νὰ τὸν προτείνῃ δι’ ἓν τῶν σχο-
3806λείων τῆς περιφερείας του. Ἀλλὰ δὲν θὰ τελειώσουν ἕως ἐδῶ
3807τὰ βάσανά του. Ὀφείλει ν’ ἀποταθῇ εἶτα πρὸς τὸν ἐπιθεω-
3808ρητὴν τοῦ νομοῦ, πρὸς τοῦτον ἴσως ὄχι μὲ κενὰς τὰς χεῖρας,
3809καὶ νὰ τὸν ἐκλιπαρήσῃ, ἵνα μὴ ἀντιτάξῃ αὐτὸς ἀρνησικυ-
3810ρίαν πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προβάλ-
3811λων τὸ φύλλον ποιότητός του. Ἂν θέλῃ ὁ Θεὸς, θὰ λάβῃ
3812τότε ὁ διδάσκαλος τὸν διορισμόν του παρὰ τοῦ νομάρχου·
3813ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ οὐδὲν ἀναγράφεται περὶ δη-
3814μοσιεύσεως τοῦ τοιούτου διορισμοῦ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς
3815Κυβερνήσεως,» θὰ ἦναι ζήτημα, ἐὰν δύναται πλέον αὐτὸς
3816νὰ θεωρηθῇ δημόσιος ὑπάλληλος καὶ νὰ ἔχῃ δικαίωμα πρὸς
3817σύνταξιν.
3818Πλὴν καὶ μετὰ τὸν διορισμὸν ἄλλαι φροντίδες καὶ ἄλλα
3819βάσανα ἀναμένουσι τὸν διδάσκαλον. Δυνατὸν αἴφνης νὰ ἦναι
3820τὸ κλίμα νοσηρὸν εἴτε δι’ αὐτὸν εἴτε διὰ τὴν οἰκογένειάν του,
3821καὶ τοῦτο νὰ πιστοποιήσωσι δύο ἰατροὶ ἐνόρκως ἐνώπιον τοῦ
3822Εἰρηνοδικείου Δυνατὸν διδασκάλισσά τις νὰ ἦναι ἐκτεθειμένη
3823εἰς τὰς ἀσέμνους ἐπιθέσεις κομματαρχίσκου τινὸς καὶ νὰ δια-
3824τρέχῃ ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν κίνδυνον ἠθικόν. Δυνατὸν καὶ
3825ἐν τῇ μιᾷ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ περιπτώσει νὰ εὑρεθῶσιν οἱ προ-
3826θύμως ἔχοντες, ἵν’ ἀντιμετατεθῶσι πρὸς αὐτούς. Πάντα
3827ταῦτα δὲν ἀρκοῦσιν ἐφεξῆς, ὅπως οἱ διδάσκαλοι ἐγκαταλί-
3828πωσι πάραυτα τὸ φθοροποιὸν δι’ αὐτοὺς κλίμα καὶ ἀπαλ-
3829λαγῶσι τοῦ ἠθικοῦ κινδύνου, ὃν διατρέχουσι. Κατὰ τὸ νο-
3830μοσχέδιον ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι τὴν ὑπομονὴν μέχρι τῶν δια-
3831κοπῶν τῶν μαθημάτων, δηλαδὴ μετὰ μῆνας καὶ μετὰ ἔτος
3832ὁλόκληρον, ἵνα τύχωσι τῆς ἀμοιβαίας μεταθέσεως. Καὶ τότε
3833δὲ θὰ ἐπιτύχωσι ταύτης, ἂν τὰ δημοτικὰ συμβούλια τῶν
3834ἀντιμετατιθεμένων συγκατατεθῶσιν εἰς αὐτὴν, ἄλλως νέα
3835ὑπομονὴ ἐπιβάλλεται εἰς αὐτοὺς μέχρι τῶν ἄλλων διακοπῶν.
3836Ἀκούσατε, Κύριοι, τὸ σχετικὸν ἄρθρον 27 (ἀναγινώσκει).
3837«Δύναται ὅμως νὰ διαταχθῇ μετάθεσις δημοδιδασκάλου,
3838ἢ δημοδιδασκαλίσσης, ἢ γραμματοδιδασκάλου, καὶ ἄνευ ἀπο-
3839φάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ μόνον τῇ διὰ τοῦ
3840ἐπιθεωρητοῦ ὑποβληθείσῃ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον αἰτήσει αὐτῶν,
3841ἂν τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην τοῦ αἰτοῦντος ἐγκρίνῃ καὶ ὁ ἐπι-
3842θεωρητὴς, καὶ ἂν ἐρωτηθεὶς ἀναφέρῃ τὴν ἑαυτοῦ συγκατά-
3843θεσιν ὡσαύτως διὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ὁ ἀντιμετατιθέμενος. Αἱ
3844λόγῳ ὅμως ὑγιείας ζητούμεναι μεταθέσεις δέον νὰ ὑποστη-
3845ρίζωνται ὑπὸ πιστοποιητικοῦ δύο ἰατρῶν, ὁρκισθέντων πρὸς
3846τοῦτο ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου. Αἱ τοιαῦται μετα-
3847θέσεις ἐπιτρέπονται μόνον κατὰ τὰς ἐτησίας διακοπὰς τῶν
3848μαθημάτων.»
3849Ἐμπορεῖ τις, Κύριοι, ἐξ ὑμῶν νὰ φαντασθῇ ἀπανθρωπο-
3850τέραν ταύτης διάταξιν διὰ τοὺς ἀτυχεῖς διδασκάλους; Καὶ
3851ὅμως αὐτὴ εἶναι μία ἐκ τῶν βελτιώσεων τῆς τύχης των, ἃς
3852ἐπαγγέλλονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου των ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
3853καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ δι’ ἃς νομί-
3854ζουσιν ὅτι πλείστας ὅσας χάριτας πρέπει νὰ ὀφείλωσι πρὸς
3855αὐτοὺς οἱ διδάσκαλοι.
3856Καὶ ὡς πρὸς τὰς πειθαρχικὰς ποινὰς χειροτερεύει οὐχ ἧττον
3857ἡ θέσις των. Δὲν θὰ ἔχωσιν αὐτοὶ νὰ κάμωσι πλέον πρὸς μό-
3858νον τὸν ἐπιθεωρητὴν, ὃν τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἀπέστελλε, κατ’
3859ἀκολουθίαν καταγγελίας, δὲν θὰ ἔχωσι ν’ ἀπολογηθῶσι πρὸς
3860μόνον τοῦτο. Θὰ ὦσιν ἠναγκασμένοι ἐφεξῆς νὰ περισαίνωσι
3861καὶ ἐκλιπαρῶσι τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους, ὅπως μήποτε
3862κινήσωσι τὴν μῆνιν τούτων ἐναντίον των, νὰ καταστῶσι φό-
3863ρου ὑποτελεῖς πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς, καὶ νὰ μεταβαίνωσι διὰ
3864ψύλλου πήδημα εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ, ὅπως καὶ
3865αὐτοὺς ἐξευμενίσωσι καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου,
3866προκειμένου νὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτοὺς πειθαρχική τις ποινὴ
3867κατὰ τὰ ἄρθρα 30–32. Καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα δύνανται νὰ
3868μετατεθῶσιν, ἢ καὶ νὰ παυθῶσιν ὁριστικῶς, χωρὶς κἂν νὰ κλη-
3869θῶσιν εἰς ἀπολογίαν (ἄρθρον 26), στερούμενοι οὕτω τοῦ δι-
3870καιώματος, ὅπερ πᾶσα ποινικὴ νομοθεσία παρέχει καὶ εἰς
3871αὐτὸν τὸν ἔσχατον τῶν κακούργων. Καὶ τὸ χείριστον πάντων,
3872δυνατὸν νὰ παυθῇ τις, κατὰ τὸ ἄρθρον 28, οὕτως ἀναπολό-
3873γητος διὰ πρᾶξιν προσκρούουσαν εἰς τὰ ἤθη, πρὶν ἢ ἀπο-
3874δειχθῇ αὕτη δικαστικῶς, μετὰ δὲ τὴν παῦσίν του νὰ παρα-
3875πεμφθῇ εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ νὰ εὑρεθῇ ἐντελῶς ἀθῷος·
3876πλὴν τί τὸ ὄφελος; ὁ δυστυχὴς θὰ ἔχῃ παυθῆ ἤδη δι’ ἀσυμ-
3877βίβαστον διαγωγὴν, ἡ παῦσίς του αὕτη θὰ ἔχῃ ἀναγραφῆ
3878εἰς τὸ φύλλον ποιότητος, τὸ ἀποστελλόμενον παρὰ τοῦ
3879Ὑπουργείου πρὸς τοὺς ἁπανταχοῦ ἐπιθεωρητὰς, ἐπὶ τῇ βά-
3880σει δὲ τούτου οὐδεὶς πλέον ἐξ αὐτῶν θὰ δεχθῇ πρότασιν περὶ
3881διορισμοῦ του!
3882Ὁ φατριασμὸς, Κύριοι, οὐδαμῶς περιστέλλεται διὰ τοῦ
3883προκειμένου νομοσχεδίου. Οἱ ἰσχυροὶ τῆς ἡμέρας θὰ ἐπιβάλ-
3884λωνται εὐκολώτερον εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ τὰ ἐποπτικὰ
3885συμβούλια ἢ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Οἱ κατὰ καιροὺς διέποντες
3886τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, οἷοι δήποτε καὶ ἂν
3887ὦσιν οὗτοι, θὰ ἔχωσιν ἀξιοπρέπειάν τινα, θέτουσαν φραγμοὺς
3888εἰς τὸν ἀχαλίνωτον φατριασμόν. Καὶ ἂν δὲν ἔχωσιν αὐτοὶ τὴν
3889ἀξιοπρέπειαν ταύτην, ἐξαναγκάζονται ὁπωσδήποτε καὶ ὑπὸ
3890τῆς δημοσιογραφίας καὶ ὑπὸ τῆς πεφωτισμένης ἐν Ἀθήναις
3891κοινῆς γνώμης καὶ ὑπὸ τοῦ ἐν τῇ Βουλῇ ἐλέγχου νὰ θέσωσι
3892τοιοῦτον φραγμόν. Τίς δύναται ὅμως νὰ θέσῃ φραγμόν τινα
3893εἰς τὴν εὐτέλειαν τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ τῶν ἐποπτικῶν συμ-
3894βούλων ἀπέναντι τῶν ἐν ἑκάστῳ νομῷ ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας,
3895ὧν αὐτοὶ θὰ ὦσι δημιουργήματα, ὡς εἴδομεν πρίν; Ὁ φα-
3896τριασμὸς λοιπὸν θὰ ὑπεράρῃ οὕτω τὴν κεφαλὴν ὑπὸ τὴν ἀπαι-
3897σιωτέραν μορφήν του. Θὰ προστεθῇ δὲ εἰς αὐτὸν καὶ νέα
3898πληγὴ διὰ τοὺς διδασκάλους, ἡ ἀπληστία τῶν ἐπιθεωρητῶν,
3899οἵτινες θὰ πληρῶσι μὲν πάσας τὰς ἐπιθυμίας τῶν κρατούν-
3900των, θὰ πληρῶσι δ’ ἐν ταὐτῷ καὶ τὰ ἴδια βαλάντια ἐκ τῶν
3901ἑκουσίων ἢ ἀκουσίων εἰσφορῶν τῶν διδασκάλων, οἵτινες οὕτω
3902θὰ καταστῶσιν ἀληθεῖς Παρίαι! Ἰδοὺ, Κύριοι, ἡ ἀναμένουσα
3903αὐτοὺς τύχη, ἄν ποτε, κατὰ παραχώρησιν πάντως θείαν,
3904γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους τὸ παρὸν νομοσχέδιον.
3905Κενὴ καὶ ἕωλος ἐν πολλοῖς ἐλέγχεται καὶ ἡ περὶ διδακτη-
3906ρίων ἐπαγγελία τῶν εἰσηγητῶν τοῦ νομοσχεδίου. Πρόκειται
3907κυρίως νὰ διατεθῶσιν ἐτησίως, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ
3908κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς 320 χιλ. δραχ. ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν
3909τελῶν, ἅτινα θὰ καταβάλλωσιν οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστη-
3910μίου ἐκ τῆς δούλης Ἑλλάδος καὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ἄρα καὶ
3911οἱ ἐκ τῶν δήμων Ἀγραίων καὶ Κολοκυνθίων, ὑπὲρ κατασκευῆς
3912διδακτηρίων τὸ πρῶτον ἐν Ἀθήναις καὶ ταῖς πρωτευούσαις
3913τῶν νομῶν. Τὴν διάθεσιν ταύτην ποιεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
3914Κυβερνήσεως κατὰ τρόπον ὄντως δημευτικὸν καὶ κοινωνιστι-
3915κόν, ἂν καὶ φαίνεται ἐξανισταμένη ἡ συνείδησίς του κατὰ
3916πάσης δημευτικῆς καὶ κοινωνιστικῆς τάσεως, —ἀλλὰ, nota
3917bene, μόνον ἐκεῖ, ὅπου οὐδ’ ἴχνος τοιαύτης ὑπάρχει, ὡς εἴδο-
3918μεν ἤδη. Ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει δημεύει μέρος τῆς
3919περιουσίας τῶν ἐπαρχιωτῶν καὶ τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς φοιτη-
3920τῶν, ὑπὸ τὸν τύπον τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, καὶ διαθέτει
3921αὐτὸ κοινωνιστικῶς εἰς κατασκευὴν διδακτηρίων ἐν δήμοις,
3922πρὸς οὓς αὐτοὶ οὐδὲν κοινὸν ἔχουσιν. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἱκανὰ
3923εἶπον ἤδη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ ἐκπαιδευτικῶν τε-
3924λῶν νομοσχεδίου.
3925Νῦν παρατηρῶ, ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, καθορί-
3926ζων ἐν ἄρθρῳ 68 δύο τύπους μόνον διδακτηρίων, τὸν ἕνα διὰ
3927πλήρη καὶ τὸν ἄλλον διὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ γραμ-
3928ματοδιδασκαλεῖα, μαρτυρεῖ οὕτως, ὅτι οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔν-
3929νοιαν ἔχει τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος σχολείων. Ἐν πρώτοις τὰ πλήρη
3930σχολεῖα χρήζουσι κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἓξ αἰθουσῶν διδασκα-
3931λίας καὶ μιᾶς τοιαύτης, χρησιμευούσης εἰς ἐντευκτήριον τῶν
3932διδασκάλων, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν δὲν
3933ἐπιτρέπει τὴν ὑποδιαίρεσιν τάξεώς τινος εἰς δύο τμήματα.
3934Ἀλλ’ ὅταν ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν, ὡς συμβαίνει ἐν Ἀθήναις
3935καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσι, ἦναι τοσοῦτος, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται
3936ὁ χωρισμὸς μιᾶς ἢ καὶ πλειόνων τάξεων εἰς τμήματα, τότε
3937κατ’ ἀνάγκην καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν αἰθουσῶν διδασκαλίας θὰ
3938ἦναι μεγαλύτερος καὶ οἱ τύποι διδακτηρίων τῶν πλήρων σχο-
3939λείων πλείονες τοῦ ἑνός. Καὶ ἐὰν δὲ ἀπεδέχετό τις ἐπὶ τέ-
3940λους ἕνα τύπον ἐπὶ τῶν διδακτηρίων τῶν πλήρων σχολείων,
3941ἀδύνατον εἶτα ν’ ἀποδεχθῇ τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν κοινῶν σχολείων.
3942Τὰ σχολεῖα ταῦτα, Κύριοι, ὡς καθιεροῖ καὶ τὸ νομοσχέ-
3943διον, ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν, θὰ ἔχωσιν ἢ 4 δι-
3944δασκάλους, ἢ 3, ἢ 2, ἢ 1, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ ἢ 4 αἰθούσας,
3945ἢ 3, ἢ 2, ἢ 1· διότι, ὅσον ἰδιώτης καὶ ἂν ἦναι ὁ συντάξας
3946τὸ νομοσχέδιον, δὲν πιστεύω ν’ ἀποδέχηται ὅτι εἶναι δυνα-
3947τὸν ἐντὸς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς αἰθούσης νὰ διδάσκωσι συγχρό-
3948νως 4, ἢ 3 ἢ καὶ 2 μόνον διδάσκαλοι, ἀφοῦ ἐν τοιαύτῃ περι-
3949πτώσει τὸ σχολεῖον θὰ μετεβάλλετο εἰς ἀληθῆ Χάβραν. Πῶς
3950ὅμως εἶναι δυνατὸν οὕτω ν’ ἀποδεχθῶμεν ἕνα μόνον τύπον
3951διὰ τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα; Πλὴν δὲν εἶναι τοῦτο τὸ
3952χείριστον τοῦ σχετικοῦ κεφαλαίου τοῦ νομοσχεδίου.
3953Ἡ κατασκευὴ τῶν διδακτηρίων ἄρχεται τὸ πρῶτον ἐκ τῶν
3954πρωτευουσῶν τῶν νομῶν, ἀφοῦ δὲ συντελεσθῶσι πάντα τὰ εἰς
3955αὐτὰς ἀναγκαῖα διδακτήρια ἀῤῥένων καὶ θηλέων, θὰ κατα-
3956σκευασθῶσι τὰ τῶν πρωτευουσῶν τῶν ἐπαρχιῶν καὶ, ἀφοῦ
3957κατασκευασθῶσι καὶ ταῦτα, ἔρχεται τότε ἡ σειρὰ τῶν διδα-
3958κτηρίων τῶν πρωτευουσῶν τῶν δήμων, μόλις δὲ μετὰ τὴν
3959συντέλεσιν τούτων θ’ ἄρξηται ἡ κατασκευὴ τῶν διδακτη-
3960ρίων ἐν τοῖς χωρίοις. Ἀλλὰ τί θὰ συμβῇ οὕτω; Μόναι αἱ
3961Ἀθῆναι ἔχουσιν ἀνάγκην 40 ὅλων διδακτηρίων ἑκατέρου
3962φύλου Ταῦτα θὰ στοιχίσωσιν ἕκαστον κατ’ ἐλάχιστον ὅρον
3963πρὸς 80,000 δρ. τὸ ὅλον ὡς 3,200,000. Ἄλλο τόσον πε-
3964ρίπου ποσὸν θ’ ἀπαιτήσῃ ἡ κατασκευὴ τῶν διδακτηρίων τῶν
3965λοιπῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν τοῦ Κράτους. Ἐρωτῶ δὲ νῦν
3966ὑμᾶς, πόσα ἔτη ἀπαιτοῦνται, ἵνα καλυφθῶσι τὰ 6,400,000
3967διὰ τῆς ἐτησίας διαθέσεως 320,000 δραχμῶν; 20 ὡς ἔγγι-
3968στα ἔτη. Ἀλλὰ τόσα καὶ πλείονα ἴσως ἔτη θὰ παρέλθωσιν,
3969ἕως οὗ κατασκευασθῶσι καὶ τὰ διδακτήρια τῶν ἐπαρχιῶν,
3970τὰ διπλάσια δὲ πάντως, ἕως οὗ ἀποκτήσωσι καὶ πᾶσαι αἱ
3971πρωτεύουσαι τῶν δήμων διδακτήρια. Πότε θὰ ἔλθῃ δὲ οὕτως
3972ἡ σειρὰ τῶν χωρίων; Μετὰ ἑκατονταετηρίδα ἴσως ὅλην!
3973Καὶ ὅμως, Κύριοι, προκειμένου νὰ μὴ γείνωσι συγχρόνως
3974πάντα τὰ ἀπαιτούμενα ἐν τῷ Κράτει διδακτήρια διὰ τὴν
3975στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, ὁ κοινὸς νοῦς παντὸς λογικῶς σκε-
3976πτομένου ἀνθρώπου ἐπιτάττει νὰ ἄρξηται ἡ κατασκευὴ αὐ-
3977τῶν ἐκεῖθεν, ὅπου παρίσταται τὰ μάλιστα ἐπείγουσα ἡ ἀνάγ-
3978κη αὐτῶν. Ἐν Ἀθήναις, ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν,
3979τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν πλείστων δήμων, δύναται νὰ μισθώσῃ
3980τις ἀνεκτὰ ὁπωσδήποτε ἰδιωτικὰ κτίρια διὰ διδακτήρια. Ἐν-
3981ταῦθα μάλιστα εὑρίσκονται ἰδιῶται πρόθυμοι νὰ οἰκοδομή-
3982σωσι διδακτήρια καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς ὑγιεινῆς καὶ
3983παιδαγωγικῆς, ἂν ταῦτα πρόκειται νὰ ἐνοικιασθῶσι πολυετῶς
3984ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον ἀνῳκοδόμησε τελευ-
3985ταῖον ἰδιώτης τις ἐν τῇ συνοικίᾳ τοῦ Μεταξουργείου λαμπρὸν
3986ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν διδακτήριον, τὸ μόνον, ὅπερ εἴχομεν νὰ
3987ἐπιδείξωμεν πρὸς ἐπιφανῆ Γερμανὸν φιλόλογον καὶ παιδαγω-
3988γὸν, ἐπισκεφθέντα πρὸ μικροῦ τὰς Ἀθήνας. Ἄλλως ὅμως ἔχει
3989τὸ πρᾶγμα ἐν τοῖς χωρίοις. Ἐν αὐτοῖς, καὶ ἂν θελήσῃ τις,
3990ἀδύνατον νὰ εὕρῃ οὐχὶ κατάλληλον, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἀνε-
3991κτὸν διὰ διδακτήριον ἰδιωτικὸν κτίριον. Τοῦτο ἐπιβεβαιοῦσι
3992μονονουχὶ πᾶσαι αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν, τῶν ἀποστα-
3993λέντων κατὰ καιροὺς εἰς ἐπιθεώρησιν τῶν σχολείων τοῦ Κρά-
3994τους. Φρίττει τις τῇ ἀληθείᾳ, ἀναγινώσκων τὰς περὶ ὧν ὁ
3995λόγος ἐκθέσεις, ὡς πρὸς τὰ διάφορα διδακτήρια τῶν χωρίων.
3996Μὲ τόσον μελανὰ χρώματα περιγράφεται ἡ κατάστασις αὐ-
3997τῶν, ὥστε πρέπει νὰ ἔχῃ ἀποβάλει τις πᾶν αἴσθημα ἀνθρώ-
3998πινον, ἵνα μὴ ἀνομολογήσῃ ὅτι ἀνάγκη καὶ ἀνάγκη ἀπόλυ-
3999τος νὰ σπεύσωμεν κατὰ πρῶτον εἰς τὴν κατασκευὴν διδακτη-
4000ρίων ἐν τοῖς χωρίοις· πρέπει νὰ ἔχῃ τις τὴν καρδίαν τοῦ κ.
4001Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν,
4002ἵνα τὴν τοιαύτην οἰκτρὰν κατάστασιν παρατείνῃ ἐπὶ μίαν ὅλην
4003ἑκατονταετηρίδα, ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἀναβάλλων τὴν κατα-
4004σκευὴν διδακτηρίων ἐν τοῖς χωρίοις, ὡς γίνεται τοῦτο διὰ
4005τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
4006Ὁ κυριώτατος σκοπὸς, ὃν ἐπεδίωκεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος
4007τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ παρόντος νομοσχε-
4008δίου, ἦτο ὁ περιορισμὸς τῆς δαπάνης τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς
4009στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Καὶ κατὰ τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ
4010περὶ τῶν διαπυλίων τελῶν καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησίν του εἰς
4011τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1895 αὐτὸν
4012τὸν σκοπὸν ἐξῆρεν. Εὕρισκε πολλὰ τὰ ὑπὸ τοῦ Κράτους δα-
4013πανώμενα, κατὰ τὸ ἐν ἰσχύϊ σύστημα, ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους
4014ἐκπαιδεύσεως. Ὑπολογίζων ταῦτα εἰς 2–2½ ἑκατομμύ-
4015ρια, ἤλπιζε νὰ ἐπενέγκῃ εἰς τὴν τοιαύτην δαπάνην οἰκονο-
4016μίαν 1½ ἑκατομμ. καὶ ἐπέκεινα· ὁ σκοπὸς αὐτὸς ἦτο κατά-
4017δηλος καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὡς εἶχεν αὐτὸ κατὰ τὴν πρώ-
4018την ἀνάγνωσίν του. Κατὰ τὸ ἄρθρον 58, ὡς εἶχεν αὐτὸ ἐν
4019ἀρχῇ, ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκ-
4020παιδεύσεως ἑκάστου ἐπιδεοῦς ἢ ἐνδεοῦς δήμου «δὲν ἐπιτρέπε-
4021» ται νὰ ὑπερβῇ τὸ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς
4022» συντήρησιν ἑνὸς κοινοῦ δημοτικοῦ σχολείου ἐλλεῖπον». Ἀλλὰ
4023τὸν πρῶτον καὶ κύριον τοῦτον σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου ἐγ-
4024κατέλιπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὑποχωρήσας ἐν τούτῳ πρὸ τῆς
4025ἐῤῥωμένης ἐπιθέσεως ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων, ἤδη κατὰ
4026τὴν πρώτην αὐτοῦ ἀνάγνωσιν. Ὡς ἐτροποποίησεν ἔκτοτε
4027τὸ νομοσχέδιον, τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ συμπληρώσῃ ἅπαν
4028τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν,
4029καθόσον δὲν θὰ ἐπήρκουν δι’ αὐτὴν οἱ πόροι τῶν δήμων καὶ
4030ἡ εἰσφορὰ τῶν Μονῶν, ἡ ἐλαττουμένη νῦν ἐξ 150,000 εἰς
4031100,000 δρ. Πλὴν οὕτως οὐ μόνον οἰκονομία δὲν ἐπέρχεται,
4032ἀλλὰ καὶ ἀνοίγεται ἡ θύρα εἰς τὴν σπατάλην τοῦ δημοσίου
4033πλούτου.
4034Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προοιωνίζε-
4035ται μεγάλα ἀποτελέσματα ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προσόδων
4036τῶν δήμων ἐξ ἀμέσων φόρων μέχρις 1%, ὡς αὕτη ἐπιτρέ-
4037πεται διὰ τῶν ἄρθρων 56 καὶ 57. Μὴ λησμονεῖτε ὅμως, Κύ-
4038ριοι, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπιδεῶν καὶ ἐνδεῶν δήμων, ἐκ τῆς
4039αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τῶν ὁποίων μέχρις 1% δὲν δύναταί τις
4040ν’ ἀναμένῃ μεγάλα πράγματα. Ἀλλὰ θὰ κατορθωθῇ ποτε
4041καὶ ἡ αὔξησις αὕτη; Ἐν τῷ μέσῳ τῆς κακοδαιμονίας, ἐν ᾗ
4042διατελοῦσι καὶ αὐτοὶ καὶ πᾶσα ἡ χώρα, οὐδεὶς δῆμος θ’ ἀπο-
4043φασίσῃ τὴν αὔξησιν τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων του, οὐ-
4044δὲν Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, προερχόμενον ἐκ τῶν σπλάγχνων
4045τῶν ἐνδιαφερομένων δημοτῶν, θὰ τολμήσῃ νὰ προτείνῃ αὐτήν.
4046Ἀπέναντι δὲ τῆς ἀνυποστάτου, τῆς ἀδυνάτου ταύτης αὐξή-
4047σεως τῶν πόρων τῶν δήμων, τῶν διατεθειμένων ὑπὲρ τῆς
4048στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἔχομεν τὴν βεβαίαν μείωσιν τῆς
4049ὑπὲρ αὐτῆς εἰσφορᾶς τῶν μονῶν κατὰ 50,000 δραχ., ἔχομεν
4050αὔξησιν τῶν ἐξόδων αὐτῆς, ὡς ἐκ τῆς ἐξισώσεως τοῦ μισθοῦ
4051τῶν γραμματοδιδασκάλων πρὸς τὸν τῶν γραμματιστῶν, κατὰ
405280,000 δρ. τοὐλάχιστον, ἔχομεν τέλος τὴν καταπληκτικὴν
4053αὔξησιν τῶν ἐξόδων αὐτῆς, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἀφεύκτως ἅμα τῇ
4054ἐφαρμογῇ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
4055Διὰ τούτου, Κύριοι, καταῤῥίπτεται πᾶς ἀληθὴς φραγμὸς,
4056ὃν εἶχεν ἀνεγείρει ὁ νόμος ͵ΒΠΕʹ τοῦ 1892 κατὰ πάσης ἀδι-
4057καιολογήτου συστάσεως σχολείων, κατὰ πάσης ἀδικαιολογή-
4058του αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διδασκάλων, καὶ ἐπανερχόμεθα
4059εἰς τὴν πρὸ τοῦ νόμου ἐκείνου χαώδη κατάστασιν. Ἐφεξῆς
4060τὰ μὲν Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια θὰ προτείνωσι κατὰ τὸ ἄρθρ.
40615 τὴν σύστασιν νέων σχολείων, οὐδέποτε δὲ τὴν κατάργησιν
4062ὑπαρχόντων, μὴ δυνάμενα ν’ ἀντιστρατευθῶσι κατὰ τοῦτο
4063πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῶν δημοτῶν, οὓς αὐτὰ ἀντιπροσωπεύου-
4064σιν, οἱ δὲ ἰσχυροὶ τῆς ἡμέρας θὰ ἐπιβάλλωνται καὶ εἰς τοὺς
4065νομάρχας καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ἐγκρίνωσι τὰς τοιαύτας
4066ἀποφάσεις. Καὶ τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια θὰ προτείνωσιν
4067(ἄρθρ. 49) καὶ οἱ νομάρχαι καὶ τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἐγκρίνωσι
4068τὴν προσθήκην νέων, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ὑπεραρίθμων διδασκάλων,
4069κατὰ τὰς ἀξιώσεις τῆς κρατούσης φατρίας. Ἀφοῦ αἴρεται ἐκ
4070τοῦ μέσου ἡ μόνη ἀσφαλὴς βάσις τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κα-
4071τοίκων κατὰ τὴν ἐπίσημον ἀπογραφὴν τοῦ Κράτους, ὄπισθεν
4072τῆς ὁποίας ἠδύναντο κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΠΕʹ νὰ ὀχυρωθῶσι
4073καὶ οἱ νομάρχαι καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, λαμβάνεται δὲ ὡς βάσις
4074ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν, ὃν οἱ ἐνδιαφερόμενοι δύνανται ἑκά-
4075στοτε νὰ ἐξογκῶσι, χωρὶς νὰ ἦναι εὔκολος ἡ ἐξακρίβωσις τῆς
4076ἀληθείας, βεβαίως θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν πρὸ τοῦ 1892
4077κατάστασιν, καθ’ ἣν ηὔξανεν ὁσημέραι ἀλογίστως ὁ ἀριθμὸς
4078τῶν σχολείων καὶ τῶν διδασκάλων εἴς τινας ἐπαρχίας, ἀπο-
4079λαυούσας ἰσχυρᾶς προστασίας, ὅπως μένωσιν ἐν ἄλλαις ἐπαρ-
4080χίαις, στερουμέναις τῆς τοιαύτης προστασίας, τὰ σχολεῖα
4081κλειστά, ἐλλείψει διδασκάλων. Οὕτω δέ πως ἡ μὲν δαπάνη
4082τοῦ Κράτους θ’ αὐξήσῃ καταπληκτικῶς, ἡ δὲ στοιχειώδης ἐκ-
4083παίδευσις πολλαχοῦ τῆς χώρας θὰ χωλαίνῃ ἐπαισθητῶς.
4084Κύριε Πρωθυπουργὲ καὶ κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐκκλησιαστι-
4085κῶν, τὸ νομοσχέδιόν σας ἠδύνατο νὰ ἔχῃ βάσιν τινὰ δικαιο-
4086λογητικήν, ἐν ὅσῳ δι’ αὐτοῦ ἐπεδιώκετο πράγματι οἰκονο-
4087μία τις ἐν τῇ δαπάνῃ τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους
4088ἐκπαιδεύσεως, ἔστω καὶ ἐπὶ ζημίᾳ ταύτης ἀνυπολογίστῳ.
4089Ἀφ’ ὅτου ὅμως ἡ βάσις ἐκείνη ἐξέλιπεν, ἀφ’ ὅτου διὰ τῆς τρο-
4090ποποιήσεως τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου ἀνεπετάσατε τὰς θύρας
4091τῆς συναλλαγῆς εἰς τὴν σπατάλην τοῦ δημοσίου πλούτου,
4092οὐδένα λόγον ἔχετε πλέον νὰ ἐπιμένητε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν
4093τοιούτου νομοσχεδίου. Ὀφείλετε ν’ ἀποσύρητε αὐτό, ἂν κήδη-
4094σθε καὶ τοῦ δημοσίου πλούτου καὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαι-
4095δεύσεως. Ἀφοῦ εἶσθε ἀνίκανοι ν’ ἀντιληφθῆτε τῶν ἀληθῶν
4096ἀναγκῶν της καὶ νὰ λάβητε πρόνοιαν νομοθετικὴν περὶ θε-
4097ραπείας αὐτῶν, μὴ θέλετε τοὐλάχιστον ν’ ἀνατρέψητε καὶ
4098πᾶν ὅ,τι καλὸν ἀπέκτησε μέχρι τοῦδε ἡ στοιχειώδης ἡμῶν
4099ἐκπαίδευσις μετὰ πικρὰν πεῖραν ἑξήκοντα ὅλων ἐτῶν, μετὰ
4100τοσαύτας θυσίας, ἃς ἔχομεν ὑποστῆ ἤδη, ὅπως ἀποκτηθῇ
4101αὐτὸ τὸ καλόν.
4102Καὶ ἀπέδειξα ἤδη, ὡς νομίζω, Κύριοι, κατὰ τρόπον ἀπο-
4103κλείοντα πᾶσαν ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέ-
4104διον ἀνατρέπει ἄρδην πᾶν ὅ,τι καλὸν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ μέχρι
4105τοῦδε ἡ στοιχειώδης ἡμῶν ἐκπαίδευσις. Ἀπέδειξα ὅτι δι’ αὐ-
4106τοῦ, ἀντὶ τῆς ἐπαγγελλομένης χειραφετήσεως τῶν δήμων, ὡς
4107πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, θὰ
4108ἔχωμεν κατάλυσιν παντὸς δικαιώματός των ἐπ’ αὐτῆς, κατά-
4109λυσιν πάσης οἰκονομικῆς των αὐτοτελείας μέχρι δημεύσεως
4110καὶ αὐτῆς τῆς δημοτικῆς των περιουσίας. Ἀπέδειξα ὅτι ἀντὶ
4111τῆς ἐπαγγελλομένης ἀποκεντρώσεως θὰ ἔχωμεν παντελῆ ἀπο-
4112σύνθεσιν καὶ ἐξάρθρωσιν τῆς στοιχειώδους ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως.
4113Ἀπέδειξα ὅτι ἀντὶ τῆς ἐπαγγελλομένης βελτιώσεως τῆς τύ-
4114χης τῶν διδασκάλων, θὰ ἔχωμεν χειροτέρευσιν αὐτῆς ἐπὶ το-
4115σοῦτον, ὥστε νὰ ἐπίδωμεν ταχέως πάντα ἱκανὸν καὶ φιλό-
4116τιμον διδάσκαλον, μὴ ἀποβαλόντα τὸ αἴσθημα τῆς ἀξιο-
4117πρεπείας καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ—καὶ τοιούτους οὐκ ὀλίγους
4118ἀριθμοῦμεν ἤδη, δυναμένους νὰ παραβληθῶσι πρὸς τοὺς δι-
4119δασκάλους πάσης ἄλλης χώρας καὶ αὐτῆς τῆς Γερμανίας —
4120στρέφοντα τὰ νῶτα πρὸς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, καὶ
4121ἐναπολειπομένην εἰς ταύτην τὴν νῦν ὑποστάθμην τῶν διδα-
4122σκάλων τῶν ἀνικάνων καὶ ἀνεπιτηδείων εἰς οἱονδήποτε ἄλλο
4123στάδιον. Ἀπέδειξα ὅτι ἀντὶ τῆς ἐπαγγελομένης κατασκευῆς
4124διδακτηρίων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἀναβάλλεται ἐπὶ ἑκατον-
4125ταετηρίδα ὅλην ἡ κατασκευή των ἀκριβῶς ἐκεῖ, ὅπου ἔχο-
4126μεν κατ’ ἐξοχὴν ἀνάγκην αὐτῶν. Ἀπέδειξα ὅτι ἀντὶ τῆς ἐν
4127ἀρχῇ ἐπαγγελθείσης οἰκονομίας ἐν τῇ δαπάνῃ τοῦ Κράτους
4128ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, θὰ ἔχωμεν ἀληθῆ σπα-
4129τάλην τοῦ δημοσίου πλούτου. Νῦν ὑπολείπεται εἰς ὑμᾶς,
4130κύριοι Βουλευταὶ, ἂν θέλητε, νὰ ψηφίσητε νομοσχέδιον, τοι-
4131αῦτα ἔχον ὀλέθρια ἐπακόλουθα.
4132Ἀλλὰ πρὶν ἢ πράξητε τοῦτο, ὀφείλετε ν’ ἀναλογισθῆτε
4133καὶ τὸ χάος, ὅπερ θὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὴν στοιχειώδη ἡμῶν ἐκ-
4134παίδευσιν ἡ πρώτη αὐτοῦ ἐφορμογή. Τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ
4135ὡς νόμου τοῦ Κράτους θὰ παρακολουθήσῃ κατ’ ἀνάγκην τὸ
4136οἰκεῖον νομοτελεστικὸν διάταγμα, καθ’ ὃ θ’ ἀπολυθῶσιν ἐκ
4137τῆς ὑπηρεσίας πάντες οἱ ἐν αὐτοὶ διατελοῦντες δημοδιδάσκα-
4138λοι ἑκατέρου φύλου, γραμματισταὶ καὶ γραμματοδιδάσκαλοι,
4139ὅπως ἀναδιορισθῶσι τῇ προτάσει τῶν ἁρμοδίων Δημοτικῶν
4140Συμβουλίων, ὡς θὰ ὁρίζῃ ὁ νέος νόμος. Ἕως ὅτου ὅμως διο-
4141ρισθῶσιν οἱ ἐπιθεωρηταὶ καὶ συσταθῶσι τὰ κατὰ νομοὺς Ἐπο-
4142πτικὰ Συμβούλια, ἕως ὅτου ταῦτα λάβωσι γνῶσιν τῶν κε-
4143νωθεισῶν θέσεων καὶ προτείνωσι τὴν πλήρωσιν αὐτῶν, ἕως
4144ὅτου οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἀπευθύνωσι τὰς σχετικὰς προκλήσεις
4145πρὸς τὰ ἁρμόδια Συμβούλια, ἕως ὅτου ταῦτα συνέλθωσι καὶ
4146προτείνωσι τοὺς διοριστέους διδασκάλους, ἕως ὅτου πληρω-
4147θῶσι πᾶσαι αἱ πολύπλοκοι διατυπώσεις, περὶ ὧν ἐγένετο ἤδη
4148ὁ προσήκων λόγος, καὶ κατορθωθῇ οὕτω νὰ διορισθῶσιν ἐκ
4149νέου οἱ διδάσκαλοι καὶ ἐγκατασταθῶσιν εἰς τὰς θέσεις των,—
4150ἂν θὰ κατορθωθῇ ποτε τοῦτο,—θὰ παρέλθωσι μῆνες καὶ μῆ-
4151νες πολλοί, καθ’ οὓς τόσαι χιλιάδες διδασκάλων καὶ 160 χι-
4152λιάδες μαθητῶν θὰ τρέχωσι, τὸ δὴ λεγόμενον, εἰς τοὺς δρόμους.
4153Νομίζω ὅτι τοὐλάχιστον ἀπέναντι τῆς ἀληθοῦς ταύτης ἀνα-
4154στατώσεως, τοῦ ἀληθοῦς τούτου χάους, ὅπερ ἐπαπειλεῖται
4155διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου εἰς τὴν στοι-
4156χειώδη ἡμῶν ἐκπαίδευσιν, ἓν καὶ μόνον ἐπιτακτικὸν καθῆκον
4157ἐπιβάλλεται εἰς πάντας ἡμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, νὰ κατα-
4158ψηφίσωμεν αὐτὸ, ἀδιακρίτως πολιτικῆς ἀποχρώσεως. Ἔχω
4159τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ πᾶσα ἄλλη Κυβέρνησις καὶ αὐτὴ ἡ
4160παροῦσα, ἅμα ἐκ τῶν πραγμάτων κατιδοῦσα, ὁποίων καὶ
4161ὁπόσων κακῶν πρόξενον μέλλει νὰ γείνῃ αὐτὸ, ἐφαρμοζόμενον
4162ὡς νόμος τοῦ Κράτους, θὰ σπεύσῃ δι’ ἄλλου νομοσχεδίου νὰ
4163ζητήσῃ τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ διατὶ, ἀφοῦ ἐκ τοῦ
4164προτέρου δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν τὰ τοιαῦτα κακὰ, νὰ μὴ
4165προλάβωμεν αὐτὰ ἀπὸ τοῦδε, καταψηφίζοντες τὸ παρὸν νο-
4166μοσχέδιον;
4167Κύριοι Βουλευταὶ, σωρείαν ὅλην νομοσχεδίων ἐψηφίσατε
4168μέχρι τοῦδε, δι’ ὧν πᾶν ἄλλο ἐπιδιώκεται ἢ ἡ ἀνόρθωσις
4169τῶν διαφόρων κλάδων τῆς δημοσίας ἡμῶν ὑπηρεσίας, ἢ ἡ θε-
4170ραπεία τῶν κακῶς ἐχόντων παρ’ ἡμῖν. Ἀρκεῖ ἡ ζημία καὶ
4171ἡ καταστροφὴ, ἡ ἐπερχομένη δι’ αὐτῶν εἰς τὸ ἐνεστὼς τοῦ
4172ἀτυχοῦς αὐτοῦ τόπου. Μὴ θέλετε ὅμως παραπλησίαν κατα-
4173στροφὴν νὰ παρασκευάσητε καὶ διὰ τὸ μέλλον αὐτοῦ, ὡς
4174θὰ συμβῇ τοῦτο ἀφεύκτως, ἂν ψηφισθῇ καὶ γείνῃ νόμος τοῦ
4175Κράτους τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἐπὶ τέλους τί σᾶς πταίουσιν
4176οἱ δυστυχεῖς διδάσκαλοι, τί σᾶς πταίουσιν οἱ 160,000 μα-
4177θηταὶ, τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ ῥίψητε εἰς τοὺς δρόμους, κλείον-
4178τες τὰ σχολεῖά των καὶ ἀποστεροῦντες αὐτοὺς τῆς πρώτης
4179στοιχειώδους μορφώσεώς των; Μὴ πλανᾶσθε, Κύριοι! Ἄν ψη-
4180φίσητε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, οὐχὶ τὰς εὐχὰς καὶ εὐ-
4181λογίας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ τὰς ἀρὰς καὶ τὰ
4182ἀναθέματα ὅλων αὐτῶν τῶν ἀθῴων πλασμάτων θὰ ἐπισύ-
4183ρητε ἐπὶ τὰς κεφαλάς σας!
4184§123ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω κυρίως καὶ θὰ εἴπω δύο
4185λέξεις οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ μέσου μᾶλλον τῆς
4186ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, διότι εἰς τὸ μέσον
4187ἀκριβῶς τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἠναγκά-
4188σθην νὰ ἀπευθύνω μικράν τινα διακοπὴν ἐκ τῆς θέσεώς μου.
4189Κατόπιν τῆς διακοπῆς ἐκείνης δὲν ἔτυχε νὰ ἀκούσω τὸν ἀξιό-
4190τιμον συνάδελφον εἰς τὰ κατόπιν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα, καὶ
4191νομίζω ὅτι τῷ ὄντι, ὅταν πρόκειται νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τῆς
4192ἀρχῆς, πρέπει, ἂν οὐχὶ χάριν τοῦ γενικοῦ κανόνος καὶ τῆς
4193εὐλαβείας πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ χάριν αὐτῆς τῆς
4194κατανοήσεως τοῦ θέματος, νὰ περιστρεφώμεθα ἁπλῶς ἐπὶ
4195τῶν ζητημάτων τῆς ἀρχῆς, ὅταν δὲ πρόκειται περὶ τῶν κα-
4196θέκαστα, νὰ ἐπιφυλάσσωμεν τοὺς λόγους ἡμῶν εἰς τὰ καθέ-
4197καστα καὶ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ὅταν ἠθέλησα νὰ
4198διακόψω πρὸς στιγμὴν τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, κατέκρινεν
4199ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐλλείπει ἀπ’ αὐ-
4200τοῦ ἡ ἑνότης, καὶ τὴν ἑνότητα ἐξῆρε, τὴν ἑνότητα ὡς πρὸς
4201τὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ ἀπῄτει πρὸ πάντων τὴν ἑνότητα. Ἀλλ’
4202ἀφ’ ἑτέρου νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κατέκρινε πολὺ
4203τὸ νομοσχέδιον, ὅτι δὲν ἐφαρμόζει τὰς ἀρχὰς τῆς ἀποκεν-
4204τρώσεως καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως. Νομίζω ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο
4205ὑπάρχει τις σύγχυσις ἰδεῶν, διότι ἡ ἑνότης βεβαίως δὲν συμ-
4206βιβάζεται μὲ τὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ τὴν ἀποκέντρωσιν. Ἡ
4207ἑνότης εἶναι κυρίως τὸ εἴδωλον τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας ἐν
4208γένει, καὶ ὁ ἡμέτερος νομοθέτης καὶ ἐν πολλοῖς ἄλλοις καὶ
4209ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ἀκόμη φαίνεται ἐμπνευσμένος ἐκ
4210τῶν ἰδεῶν τῆς ἑνότητος, αἱ ὁποῖαι πρὸ πάντων ἐπικρατοῦ-
4211σιν ἐν Γαλλίᾳ, διότι ἐν Γαλλίᾳ, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἔχωσιν
4212ἐλευθέρους θεσμοὺς, ὁσονδήποτε καὶ ἂν δημοκρατηθῶσι, δὲν
4213δύνανται ν’ ἀποσπασθῶσιν ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς ἑνότητος, τὴν
4214ὁποίαν ὁ Λαβουλαὶ ἔν τινι εὐτραπέλῳ, ἀλλὰ καὶ σοβαρῷ
4215συγγράμματί του, ἐν τῷ «ἡγεμόνι σκύλακι», ἐσατύρισεν εἰς
4216βάρος τῶν συμπολιτῶν του· διότι οἱ Γάλλοι δὲν ἐννοοῦσιν ἢ
4217τὴν ἑνότητα πανταχοῦ καὶ τὸ εὔρυθμον. Καὶ ἐνῷ περιέμενον,
4218ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἤθελε κατακρίνει τὸ νομοσχέδιον
4219τοῦτο διὰ τὸ ὑπέρμετρον τοῦ ἑνιαίου, κατέκρινεν αὐτὸ ὅτι
4220δὲν ὑπάρχει τὸ ἑνιαῖον εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, τὸ
4221ἐποπτικὸν, ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς ὑπερβολὴν ἔχει τὸ
4222νομοσχέδιον, καὶ ἀκριβῶς ἐν ἐκείνῳ τῷ ἄρθρῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ
4223πρὸ παντὸς ἐκδηλοῦται ἡ ἀρχὴ τῆς ἑνότητος, ἐν τῷ ἄρθρῳ
422433, ὅπου λέγεται, ὅτι ἡ ἐποπτεία ἡ ἀνατεθειμένη εἰς τὸ
4225Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως οὐχὶ ἀποσπᾶται ἀπὸ τὸ
4226Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἐνασκεῖται διὰ τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ διὰ τῶν
4227ἐποπτικῶν συμβουλίων. Καὶ πανταχοῦ ὑπάρχει ἑνότης· διότι,
4228ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἑνότης ἐν τούτῳ, ἔπρεπε νὰ ἀπαιτήσῃ, ἵνα
4229ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μεταμορφωθῇ εἰς τι πτερόπουν
4230ὄν, τὸ ὁποῖον νὰ δύνηται νὰ περιέρχηται ὅλους τοὺς δήμους
4231καὶ τὰ σχολεῖα μόνον του. Ἄλλως ἡ ἑνότης δύναται νὰ ἐν-
4232νοηθῇ ὅτι ὑπάρχει, ἐὰν δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας
4233νὰ στέλλῃ μόνον τοὺς ὑπηρέτας του, καὶ ἀπαγορεύεται εἰς
4234αὐτὸν, ἵνα τὴν ἐποπτείαν ἐνασκῇ διὰ τῶν ἐπιθεωρητῶν, διότι
4235οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἔχουσιν ὡρισμένα προσόντα. Ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ
4236πνεῦμα τῆς ἑνότητος διήκει δ’ ὅλων τῶν διατάξεων τοῦ νο-
4237μοσχεδίου, καὶ ἐὰν ᾖναι ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ
4238παρατηρηθῇ εἰς τὸ ἔργον τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι
4239τὸ ὑπέρμετρον τῆς ἑνότητος. Καὶ ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος
4240συνάδελφος, ὅτι πανταχοῦ ἡ ἑνότης βασιλεύει εἰς τὰ τῆς
4241ἐκπαιδεύσεως, καὶ εἶπεν ὅτι καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ τοῦτο συμβαίνει.
4242§124ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν ἔχει ἐπιφυλάξει
4243εἰς ἑαυτὴν ἡ Κυβέρνησις.
4244§125ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιό-
4245τιμον συνάδελφον, ἐὰν ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχῃ Ὑπουργὸς τῆς
4246Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐγὼ ἐκτιμῶ τὰ φῶτα καὶ τὴν παι-
4247δείαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀλλὰ νομίζω (καὶ εὐχαρίστως
4248θὰ δεχθῶ πᾶσαν διάλυσιν τῆς ἀπορίας μου) ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ
4249δὲν ὑπάρχει Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὰ
4250τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν γένει διέπουσιν ἐπιτροπαὶ ἀνεξαρτήτως
4251ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
4252§126Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
4253παιδεύσεως). Ἑταιρίαι πολλαί.
4254§127ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἀγγλίᾳ διέ-
4255πει ἰδίως μία ἐπιτροπή. Καὶ τί ἄλλο βλέπετε εἰς τὸ νομο-
4256σχέδιον τοῦτο, παρὰ ἀντὶ τῆς ἐπιτροπῆς μόνον Ὑπουργὸν
4257τῆς Ἐκπαιδεύσεως; Καὶ ἔχομεν κατόπιν ἐπιτροπὰς, αἱ ὁποῖαι
4258ἀκριβῶς χαρακτηρίζονται διὰ τοῦ ὁμοιομόρφου, διὰ τῆς ἑνό-
4259τητος. Ὁ Ὑπουργὸς ἐνασκεῖ τὴν ἐποπτείαν διὰ τῶν ἐπιθεω-
4260ρητῶν. Ἔχομεν τὴν ἑνότητα διήκουσαν μέχρι τοῦ σημείου
4261ἐκείνου, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ Λαβουλαὶ ἐσατύριζε τοὺς συμπολί-
4262τας του, διότι οἱ συμπολῖταί του, λέγει, δὲν φαντάζονται
4263παρὰ ἐπιθεωρητὰς καὶ ὑποεπιθεωρητὰς, οἱ ὁποῖοι μάλιστα
4264εὑρίσκονται ὑπὸ μίαν γενικὴν ἐποπτείαν· ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον
4265ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἰδίως παρὰ τοῖς Ἄγγλοις. Καὶ
4266ἡμεῖς ἔχομεν ἐδῶ ἑνότητα καὶ ὑπέρμετρον ἑνότητα. Καὶ ποῦ
4267ἀλλαχοῦ ὑπάρχει ἑνότης; ἔχετε ἐν Βελγίῳ λόγου χάριν τοὺς
4268περιορισμοὺς ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἡμεῖς;
4269ἐν Βελγίῳ ἡ ἐκπαίδευσις εἶναι ἐλευθέρα, καὶ πᾶν μέτρον προ-
4270ληπτικὸν ἀπαγορεύεται, κατὰ τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα.
4271Ἡμεῖς ἔχομεν ἐδῶ μᾶλλον ὀπισθοδρομικὰς ἰδέας. Καὶ ἀκούω
4272τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἀφ’ ἑνὸς κατηγοροῦντα τὴν Κυβέρ-
4273νησιν, ὅτι δὲν σέβεται τὸ ἑνιαῖον ἐν τῇ ἐποπτείᾳ τῆς ἐκπαι-
4274δεύσεως, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι δὲν ἔχει ἀποκεντρωτικὰς ἀρχὰς,
4275δύο πράγματα δηλ. ἀσυμβίβαστα. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι,
4276ὅτι πρέπει νὰ ὁρμώμεθα ἀπό τινος συστήματος ἰδεῶν, συστή-
4277ματος λογικοῦ, καὶ ἑπομένως, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῆς ἀρχῆς
4278καὶ ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῶν τοιούτων ἀπόψεων τοῦ νομο-
4279σχεδίου τούτου, νὰ κατακρίνωμεν τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἓν ἐκ τῶν
4280δύο καὶ οὐχὶ καὶ διὰ τὰ δύο τὰ ἀσυμβίβαστα, ἐὰν ἡ Κυβέρ-
4281νησις δείκνυται συγκεντρωτικὴ ἢ ἀποκεντρωτική. Ἀπὸ τὸ ἓν
4282μέρος τὴν κατακρίνομεν, ὅτι εἶναι ὑπερμέτρως συγκεντρωτικὴ,
4283διότι λέγομεν ὅτι ἄλλοτε αἱ ἐπιτροπαὶ (ὅπως ἤκουσα παρ’
4284ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ
4285Λοκρίδος) εἶχον πλειότερα δικαιώματα, καὶ τώρα τὰ συμβού-
4286λια τὰ ἐποπτικὰ δὲν θὰ ἔχωσι κανὲν δικαίωμα. Ἄλλοτε
4287κατακρίνει τοῦτο, καὶ ἄλλοτε κατακρίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει ἑνό-
4288της ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει. Τὰ τοιαῦτα νομίζω ὅτι ἀποτελοῦσι
4289σύγχυσιν ἰδεῶν. Ἡ ἑνότης λοιπὸν ὑπάρχει ἐν τούτῳ. Τὸ κατ’
4290ἐμὲ, δὲν παρέλειψα νὰ ἐπικρίνω ὅσα εὗρον ἐλαττωματικὰ ἐν
4291τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ. Ἀλλ’ ὅταν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν πόλεμον
4292ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, πρόκειται μόνον νὰ κατακρίνωμεν τὴν ἐφαρ-
4293μογὴν τῆς ἀρχῆς ἐν ταῖς λεπτομερείαις, τότε νομίζω, ὅτι ἡ
4294ὑπέρμετρος πολεμικὴ, ἡ μετὰ πάθους συζήτησις, δὲν δικαιο-
4295λογεῖται ἀποχρώντως. Κατ’ ἐμὲ, ἡ πάλη μᾶλλον περιστρέ-
4296φεται ἤδη εἰς τὸ ὅτι αὐτὰς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας τελευ-
4297ταῖον ἡ Κυβέρνησις ἐξεδήλωσεν ὅτι ἔχει, συμμεριζομένη παρα-
4298τηρήσεις γενομένας καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι αὐτὰς
4299τὰς ἰδέας δὲν τὰς διετύπωσεν εἰσέτι καθαρῶς ἐν τῷ νομοσχε-
4300δίῳ, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ Αʹ κεφάλαιον αὐτοῦ. Ἐκεῖνο
4301τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ κατακρίνῃ, εἶναι ὅτι, ἀφοῦ ὁ κ.
4302Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὡς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλω-
4303σαν ὅτι τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα θέλουσι μείνει, ἀφοῦ τὰ ὑπάρ-
4304χοντα σχολεῖα εἶναι προσδιωρισμένα ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἀνα-
4305λογίας, τὴν ὁποίαν καθιέρωσεν ὁ νόμος τοῦ 1892, δύναται
4306νὰ μεμφθῇ τις αὐτῶν ἐπ’ αὐτοῦ, χάριν βεβαίως τῆς ἰδέας
4307ὅτι ὑπάρχει ῥιζικὴ ἀντίθεσις φρονημάτων, νὰ καταμεμφθῇ ὅτι
4308ταῦτα δὲν ὁρίζονται ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἀφίνουσιν αὐτὰ εἰς τὸ
4309ἄδηλον, εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν. Διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ
4310αὐτοῦ· διότι καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, ὡς
4311πρὸς τὸ Αʹ κεφάλαιον αὐτοῦ, ἀφιέμενον ἐν τῇ ἐκτελέσει εἰς
4312Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει στοργήν τινα πρὸς τὰς ἰδέας αὐ-
4313τὰς, δύναται τῷ ὄντι νὰ ἀνοίξῃ στάδιον μεγάλων καταχρή-
4314σεων, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ τοῦτο μόνον κυρίως, αὐτὰ τὰ
4315ὁποῖα ἐδηλώθησαν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ παρὰ
4316τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ τεθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ, καὶ τότε εἴμεθα
4317σύμφωνοι. Τὰ κατόπιν ἀνάγονται ἁπλῶς εἰς τὸν διορισμὸν
4318τῶν δημοδιδασκάλων κατὰ πρότασιν τῶν Δημοτικῶν Συμ-
4319βουλίων, ἢ ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Γίνεται τὸ ὄντι
4320ἓν βῆμα πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν, ἀλλὰ γίνεται κανὲν βῆμα
4321ῥιψοκίνδυνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς κανὲν χάος;
4322Καὶ ἐδῶ, Κύριοι, ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας·
4323διότι τὸ Κράτος παρασκευάζει τὸ φυτώριον αὐτὸ, ἐκ τοῦ
4324ὁποίου εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀντλήσητε. Τὸ Κράτος λέγει:
4325«αὐτοὶ εἶναι οἱ δημοδιδάσκαλοι, οἱ ἔχοντες τὸ πτυχίον· σεῖς
4326οἱ δῆμοι ἐκλέξατε μεταξὺ αὐτῶν.» Εἶναι τοῦτο κανὲν βῆμα
4327ῥιψοκίνδυνον πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ
4328ἐφαρμόσωμεν; Οὐδεὶς κίνδυνος. Ἁπλῶς δὲν ἔχει ὁ Ὑπουργὸς
4329τὸ δικαίωμα ἐξ αὐτοῦ τοῦ φυτωρίου νὰ λαμβάνῃ οἱαδήποτε
4330θέλῃ ἀντικείμενα καὶ νὰ τὰ φυτεύῃ ὁπουδήποτε θέλῃ· ἀντὶ
4331νὰ ἐνοχλήσητε τὸν Ὑπουργὸν μὲ τὴν φροντίδα αὐτὴν, ἀντὶ
4332νὰ ἐνοχλήσητε ὑμᾶς αὐτοὺς μὲ τὴν φροντίδα τοῦ νὰ ζητῆτε
4333τὸν μὲν καὶ τὸν δὲ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, τὰ ἀφίνετε ἁπλού-
4334στατα εἰς τοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας. Καὶ χαλάει ὁ Κό-
4335σμος ἐν τούτοις, ὅτι δῆθεν πρόκειται κἄτι τι ἐπικίνδυνον νὰ
4336γείνῃ. Οὐδὲν ἐπικίνδυνον ἐκ τούτου πρόκειται νὰ γείνῃ. Αὐ-
4337ταὶ εἶναι αἱ ἀρχαὶ, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον·
4338πρὸς τὸ πρῶτον μέρος σχετίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νὰ ἔρχηται εἰς
4339ἐπικουρίαν τὸ Κράτος ἀναλόγως μόνον τῆς ἐκπαιδευτικῆς
4340ἀνάγκης· τὴν ἀρχὴν ταύτην δυστυχῶς δὲν καθιεροῦσι ῥητῶς
4341αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ἀναγνωρίζουσιν ὅμως αἱ
4342δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς
4343Παιδείας.
4344§128ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος εἰς τὰ ἄρθρα 56
4345καὶ 62.
4346§129ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ....
4347§130ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν λέγητε «ἀναλόγως τῆς ἐκπαι-
4348δευτικῆς ἀνάγκης», εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ καθιερώσητε τὴν
4349ἐκπαιδευτικὴν ἀνάγκην ἀναλόγως πρὸς τὸν πληθυσμὸν, διότι
4350ἄλλως ἀφίνετε τοῦτο εἰς τὸ αὐθαίρετον τῆς Κυβερνήσεως·
4351ἐγὼ δὲ προθυμότατα ὁμολογῶ, ἀσχέτως πρὸς τὰς προθέσεις
4352τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δοῦλοι γίνονται οἱ δῆμοι, δοῦλοι γί-
4353νονται καὶ αὐτοὶ οἱ Βουλευταὶ, ἐὰν ἀφεθῇ αὐτὸ τὸ φαινό-
4354μενον μικρὸν δικαίωμα εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῶν
4355Κυβερνήσεων.
4356§131ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν ἀφίνεται εἰς τὴν διακρι-
4357τικὴν ἐξουσίαν τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλ’ εἰς τὴν διακριτικὴν
4358ἐξουσίαν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα ὁριστικῶς
4359ἀποφασίζουσι κατὰ τὸν σχετικὸν νόμον περὶ συστάσεως τῶν
4360δημοτικῶν σχολείων.
4361§132ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνεγνώσατε. Ἐὰν ἴδητε τὰ ἄρ-
4362θρα 19, 20 καὶ 21, ἐκεῖ καταλήγει, πάντοτε εἰς τὴν δια-
4363κριτικὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως...
4364§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ εἶναι λεπτομέρειαι.
4365§134ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ... Διότι ἓν ἐκ τῶν δύο· ἢ ἔχετε τὸ
4366πρᾶγμα κεκανονισμένον ἐκ τοῦ νόμου, ἢ τὸ ἔχετε κἄπου
4367ἀφειμένον· ἐὰν δὲν τὸ ἔχητε κεκανονισμένον, τὸ ἔχετε ἀφει-
4368μένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν τούτῳ κυρίως διαφωνῶ· ἐδῶ
4369ὑπάρχει πράγματι ἡ συγκέντρωσις.
4370§135ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς αὐτὸ ὑπάρχει ὑπερβολικὴ ἀπο-
4371κέντρωσις.
4372§136ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς;
4373§137ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν δαπανῶν.
4374§138ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν δαπανῶν,
4375πῶς;
4376§139ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τῆς διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλα
4377τὰ σχολεῖα διατηροῦνται.
4378§140ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν δήλωσιν μόνον ὅτι τὰ ὑπάρ-
4379χοντα σχολεῖα διατηροῦνται.
4380§141ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν νόμον. Ἐτροποποιήθη τὸ
4381νομοσχέδιον καὶ ἔχομεν νόμον· τὸ ἄρθρον 56 λέγει: «τὰ ὑπάρ-
4382χοντα σχολεῖα διατηροῦνται». Δὲν ἠρκέσθημεν μόνον εἰς τὴν
4383δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
4384§142ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποῖος θὰ πληρόνῃ;
4385§143ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 62 κανονίζει τὴν πλη-
4386ρωμήν.
4387§144ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Μὴ ἐπιτρέπετε διακοπὰς, κ. Χατζόπουλε...
4388Κύριε Πρόεδρε, προστατεύσατε τὸν ἀγορεύοντα, διότι δὲν θὰ
4389τελειώσωμεν ποτέ.
4390§145ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριοι, διότι ἀληθῶς
4391ἐξερχόμεθα τῶν ὁρίων τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
4392§146ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ νὰ διατηρηθῶσι τὰ σχολεῖα, δὲν πρέ-
4393πει ὁ νόμος νὰ περιορίσῃ τὴν δαπάνην· πρέπει νὰ εἴπῃ «ἅπα-
4394σαν τὴν δαπάνην τὴν ἀναλαμβάνει τὸ Δημόσιον».
4395§147ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει τὸ ἄρθρον 62.
4396§148ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο, κύριε συνάδελφε, δέχομαι
4397ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν παρατήρησιν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς
4398ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν, διότι τότε, συζητοῦντες ἐπὶ τῆς
4399ἀρχῆς, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς πέλαγος τῳόντι ἀδιέξοδον.
4400§149ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀρχή.
4401§150ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω μόνον τοῦτο, συνοψίζων, ὅτι,
4402ἂν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς ἀρχῆς, τὴν μὲν δευ-
4403τέραν ἀρχὴν, τὴν ἀρχὴν τοῦ διορισμοῦ τῶν δημοδιδασκάλων
4404κατὰ πρότασιν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἢ μᾶλλον ὑπὸ
4405τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, δὲν δύναται κατ’ ἀρχὴν νὰ τὴν
4406ἀποκρούσῃ τις· τὰ ἄλλα ἀνάγονται ἁπλῶς εἰς τὰς λεπτο-
4407μερείας. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον κεφάλαιον, παρετήρησα τὸ ἑξῆς,
4408ὅτι τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ ὁ νόμος τοῦ 1892, τὴν
4409ἀναγνωρίζει καὶ ἡ Κυβέρνησις. Ὅταν λοιπὸν καὶ εἰς τοῦτο
4410ἤμεθα σύμφωνοι, περὶ τίνος ἄλλου πρόκειται; Πρόκειται περὶ
4411κανονισμοῦ τῶν λεπτομερειῶν· ἠθέλησα δὲ μόνον νὰ ποιήσω-
4412μαι καὶ τὴν παρατήρησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον,
4413διότι εἶχον διακόψει αὐτὸν σχετικῶς πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ ὅτι
4414ἡ Κυβέρνησις δὲν διατηρεῖ τὸ νῆμα τῆς ἐποπτείας, ὅτι δια-
4415τηρεῖ αὐτὸ μέχρις ὑπερβολῆς, καὶ ὅτι ἐνόσῳ συζητοῦμεν ἐπὶ
4416τῆς ἀρχῆς, πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ ζητήματα τῆς
4417ἀρχῆς, περιοριζόμενοι δὲ εἰς τὰ ζητήματα τῆς ἀρχῆς, ὀφεί-
4418λομεν νὰ εἴπωμεν — καὶ νομίζω ὅτι διερμηνεύω ἴσως πάντων
4419τὴν γνώμην — ὅτι κατὰ τὴν κοινὴν πεποίθησιν, προκειμένου
4420περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ συνδρομὴ τοῦ Κράτους πρέπει
4421νὰ ἦναι ἀπεριόριστος, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἄλλο ὅριον, παρὰ
4422τὴν ἐκπαιδευτικὴν ἀνάγκην, ἐὰν δὲ πρέπῃ νὰ ἔχῃ μόνον τοῦτο
4423τὸ ὅριον, τὴν ἐκπαιδευτικὴν ἀνάγκην, εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ
4424θέσητε κανόνα, διότι τὸ ἄλλο τὸ παρατηρούμενον ἐν τῷ νο-
4425μοσχεδίῳ, ὅτι τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα θέλει διατηρεῖ τὸ Κρά-
4426τος, αὐτὸ δὲν εἶναι νομοθετικῶς ἀκριβὲς, διότι τὰ ὑπάρχοντα
4427σχολεῖα — τυχαίως ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχωσι τόσα, ὅσα ὑπάρ-
4428χουσιν, — ἐκανονίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἀναλογίας, καὶ
4429αὔριον τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα δὲν θέλουσιν εἶσθαι ἐπαρκῆ, τὰ
4430ὑπάρχοντα σχολεῖα ὑπάρχουσι τόσα, διότι τοιαύτη ἦτο τότε
4431ἡ ἀναλογία. Ὅταν ἀναγνωρίζητε τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα,
4432ὀφείλετε νὰ ἀναγνωρίσητε τὴν ἀναλογίαν. Εἴμεθα λοιπὸν
4433σύμφωνοι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, καὶ τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον λείπει,
4434εἶναι νὰ ἀναγνωρισθῇ ἐν τῷ νόμῳ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγνω-
4435ρίζεται πράγματι ἐν οὐσίᾳ. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα, δὲν ἔχομεν δια-
4436φωνίαν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Αἱ λοιπαὶ διαφωνίαι ἀνάγονται εἰς
4437τὰ καθέκαστα καὶ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
4438§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
4439§152ΡΑΖΕΛΟΣ. Δὲν θέλω ἐκταθῆ, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὴν
4440ἐξέτασιν τῶν ἐν γένει ἀποτελεσμάτων τοῦ συστήματος, τὸ
4441ὁποῖον καθιεροῖ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι λίαν κατα-
4442πεπονημένοι εἶσθε ἐκ τῆς εὐρυτάτης συζητήσεως, ἀφ’ ἑτέρου
4443λίαν εὐγλώττως καὶ ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις κατέδειξαν
4444ταῦτα οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν κατὰ
4445τὰς λεπτομερείας καὶ σήμερον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ὀφείλω ὅμως
4446νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοῦ συστήματος τούτου ἐκ μέρους
4447τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω,
4448καὶ τὴν ὁποίαν τὸ σύστημα τοῦτο καταδικάζει εἰς τελείαν
4449τῷ ὄντι πνευματικὴν ἀσιτίαν, ὅπως καὶ τὴν ἑτέραν τῶν ἐπαρ-
4450χιῶν, τῶν ἀποτελουσῶν τὴν Μάνην, τὴν ἐπαρχίαν Γυθείου.
4451§153ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Κάμετε ἐξαίρεσιν παρακαλῶ περιο-
4452ρισθῆτε εἰς τὴν ἰδικήν σας ἐπαρχίαν.
4453§154ΡΑΖΕΛΟΣ. Τὰ ἀποτελέσματα δι’ ἀμφοτέρας τὰς ἐπαρ-
4454χίας ταύτας θέλουσιν εἶσθαι τὰ αὐτὰ, καὶ τοῦτο, διότι ἕνεκεν
4455ἰδιαζουσῶν περιστάσεων αἱ ἐπαρχίαι αὗται ἀδυνατοῦσι νὰ
4456συντηρήσωσιν οἱονδήποτε σχολεῖον διὰ τῶν ἰδιαιτέρων πόρων
4457τῶν δήμων αὐτῶν, νομίζω δ’ ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεω-
4458ρηθῇ δίκαιον· ἡ δὲ δαπάνη, τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον ἠδύνατο
4459νὰ χορηγήσῃ εἰς τὰς ἐπαρχίας ταύτας, δὲν δύναται ποτὲ νὰ
4460ἀρκέσῃ, ἂν οὐχὶ καθ’ ὁλοκληρίαν, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ πλεῖ-
4461στον μέρος εἰς τὰς ἐκπαιδευτικὰς ἀνάγκας τῶν δύο τούτων
4462ἐπαρχιῶν.
4463Τὸ σύστημα, Κύριοι, τὸ φορολογικὸν τῆς Μάνης διαφέρει
4464ἀπὸ τὸ φορολογικὸν σύστημα τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Ἐν γένει
4465αἱ ἐπαρχίαι αὗται εἶναι ἀπηλλαγμέναι τῆς πληρωμῆς φόρου,
4466ἡ δὲ ἐπιβολὴ τῶν δημοτικῶν φόρων ἐνεργεῖται ὅλως διόλου
4467κατ’ ἰδιαίτερον σύστημα· τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον συνερχό-
4468μενον προσδιορίζει τί ὀφείλει νὰ καταθέτῃ ἕκαστος τῶν δημο-
4469τῶν εἰς τὸ δημοτικὸν ταμεῖον, λαμβάνον ὑπ’ ὄψει τὰς κυριω-
4470τέρας τῶν ἀναγκῶν τοῦ δήμου καὶ τὰ μέτρα, διὰ τὰ ὁποῖα
4471θέλουσιν ἐπιβληθῆ αἱ εἰσφοραί.
4472§155ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Αὐτὸ συμβαίνει μόνον εἰς τὸ Οἴτυλον·
4473εἰς τὸ Γύθειον δὲν συμβαίνει.
4474§156ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἀπατᾶσθε· εἰς ἀμφοτέρας τὰς ἐπαρχίας πλὴν
4475τοῦ δήμου Γυθείου. Τὰ ἔσοδα δὲ ταῦτα εἶναι τοιαῦτα καὶ
4476τόσον ὀλίγα, ὥστε πολλάκις δὲν ἐπαρκοῦσι νὰ πληρόνηται
4477οὔτε ὁ μισθὸς αὐτὸς τοῦ δημάρχου. Νομίζω ὅτι, μὲ ὅλας τὰς
4478ἀντιῤῥήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γυθείου Βουλευτοῦ καὶ ἀγαπη-
4479τοῦ θείου μου, ὡς πρὸς τοῦτο δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ κἀμ-
4480μία ἀντίῤῥησις παρ’ ἐκείνων, οἵτινες γνωρίζουσι τὰ τῆς Μά-
4481νης, εἰς τὸ ὅτι οἱ δῆμοι τῆς Μάνης δὲν δύνανται νὰ κατα-
4482βάλλωσι τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν πρὸς διατήρησιν τῶν δημο-
4483τικῶν αὐτῶν σχολείων· ἐπανειλημμένως δὲ μελετήσας τὰς
4484διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶδον ὅτι τὸ σύστημα,
4485τὸ ὁποῖον καθιεροῖ, δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἡ συνδρομὴ, τὴν
4486ὁποίαν τὸ Δημόσιον θέλει χορηγήσει εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας,
4487νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ πληρώσῃ τὰ ἀνάγκας τὰς ἐκπαι-
4488δευτικὰς τῶν ἐπαρχιῶν τούτων· διατί; Διότι λέγει ὁ νόμος,
4489ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ πληρόνῃ τοὺς μισθοὺς τῶν διδασκάλων
4490τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων, καθό-
4491σον δὲν ἐπαρκοῦσι τὰ ἔσοδα τῶν δήμων. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ,
4492ὅτι ἔσοδα ἐπαρκῆ τῶν δήμων δὲν θὰ ἔχητε· ἀλλ’ ὅπως ἀπε-
4493δείχθη ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων, οὔτε τὸ Δημόσιον δὲν θέλει
4494πληρόνει τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως, ἀφοῦ μόνον 800,000
4495διαθέτει ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου (διακοπαί).
4496§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐλύθη τὸ ζήτημα αὐτό.
4497§158ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δηλώσῃ, ὅτι ἀναγράφει
4498εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸ ποσὸν ὁλόκληρον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρ-
4499χε μέχρι τοῦδε, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ συμφωνήσω· μέχρις οὗ
4500ὅμως ἐπισήμως τοῦτο δηλωθῇ, νομίζω ὅτι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται
4501νὰ τὸ παραδεχθῶ, καὶ ἑπομένως θέλω καταψηφίσει τοῦ νομο-
4502σχεδίου.
4503§159Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἶναι ἀναμφίβολον, ὅτι,
4504ἕνεκα τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον κανονίζει, τὸ ὑπὸ συζήτησιν
4505σχέδιον νόμου εἶναι τὸ σπουδαιότερον ἐκ τῶν εἰσαχθέντων ἐν
4506τῇ συνόδῳ ταύτῃ εἰς τὴν ψῆφον ἡμῶν. Ἀλλ’ ὀφείλομεν ἀφ’
4507ἑτέρου νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἀναλόγως πρὸς τὴν σπουδαιό-
4508τητα τοῦ θέματος καὶ ἡ συζήτησις ὑπῆρξεν εὐρυτάτη· εἰς
4509ταύτην δὲ χρεωστοῦμεν μεταῤῥυθμίσεις τινὰς, αἵτινες, καί-
4510ρια τοῦ νομοσχεδίου ἐλαττώματα θεραπεύσασαι, κατέστησαν
4511τοῦτο ἴσως ἐφαρμόσιμον. Ἐὰν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, πλὴν τῶν
4512ἄλλων λόγων, δύο κυρίως εἶναι οἱ δικαιολογικοὶ λόγοι τοῦ
4513νομοσχεδίου· ὁ πρῶτος εἶναι οἰκονομικὸς, ὁ δὲ δεύτερος διοι-
4514κητικός. Εἶπεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, ὁ ἀξιότιμος
4515Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τοῦ νόμου τούτου ἐφαρμοζο-
4516μένου, θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κρά-
4517τους, ἀνερχομένην εἰς 2 ἑκατομμύρια περίπου δραχμάς· εἶπε
4518συγχρόνως, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου, εἰσαγομένου, ποιούμεθα
4519ἐπὶ τέλους τὰς ἀρχὰς συστήματος ἀποκεντρωτικοῦ, ὑπὲρ
4520τοῦ ὁποίου κατ’ ἀρχὴν ἐκηρύχθην. Ἂς ἐξετάσωμεν ἀμφοτέ-
4521ρους τούτους τοὺς λόγους, ἐὰν, ὡς τὸ νομοσχέδιον ἐτροποποιήθη
4522καὶ ὡς πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ, δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσιν.
4523Ὑποθέτω ὅτι, μετὰ τὴν διὰ τῆς εὐρείας συζητήσεως γε-
4524νομένην κατάληξιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς διατηρήσεως τῶν
4525ὑπαρχόντων σχολείων καὶ τὴν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον διαῤ-
4526ῥύθμισιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν δύναται νὰ γείνῃ σπουδαῖος
4527λόγος πλέον περὶ οἰκονομίας. Ὅπως εἶχε τὸ πρῶτον νομοσχέ-
4528διον, ἀναμφισβητήτως ἐπεδίωκε καὶ ἐπετύγχανε τὸν σκοπὸν
4529τὸν οἰκονομικὸν, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐτίθετο μὲν
4530ἡ ἀρχὴ, ὅτι τὸ Κράτος ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπι-
4531κουρίαν τῶν δήμων πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων,
4532ἀλλ’ ἐτίθετο φραγμὸς, πέραν τοῦ ὁποίου ἡ ἀρωγὴ τοῦ Κρά-
4533τους δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένη, ἐτίθετο ὁ κανὼν, ὅτι ἡ συνδρο-
4534μὴ τοῦ Κράτους περιωρίζετο εἰς συντήρησιν ἑνὸς πλήρους δη-
4535μοτικοῦ σχολείου καὶ ἑνὸς γραμματοδιδασκαλείου ἐν ἑκάστῳ
4536δήμῳ. Ἐννοεῖται ὅτι τὴν ἀρωγὴν ταύτην, τὴν περιωρισμέ-
4537νην, τὸ Κράτος ἦτο ὑποχρεωμένον ν’ ἀπονείμῃ εἰς ἐκείνους
4538τοὺς δήμους, οἵτινες δὲν ἔχουσι τὸ εὐτύχημα ἐξ ἰδίων πόρων
4539νὰ ἔχωσι τοιαῦτα σχολεῖα· διότι, ἐὰν παρεδεχόμεθα ὅτι καὶ
4540εἰς τοὺς δήμους, οἵτινες ἐξ ἰδίων πόρων εἶναι εἰς θέσιν νὰ
4541πληρώσωσι πλέον τοῦ κατωτάτου τούτου ὁρίου τῆς δημοτι-
4542κῆς ἀνατροφῆς, ἦτο ὑπόχρεον τὸ Κράτος καὶ ἐκεῖ νὰ συνεισ-
4543φέρῃ, τότε θὰ ἦτο Κράτος ἄνισον, διότι εἰς τοὺς ἐντελῶς
4544ἐνδεεῖς δήμους δὲν θὰ ἐδεικνύετο ἐξ ἴσου πρόθυμον. Ἐὰν λοι-
4545πὸν τοιαύτη ἦτο ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, ἀληθῶς τότε ἡ ἀρωγὴ
4546τοῦ Κράτους ἦτο τῷ ὄντι περιωρισμένη καὶ κατὰ ποσὸν καὶ
4547κατ’ ἀριθμὸν, διότι τὸ Κράτος θὰ ἤρχετο ἐπίκουρον εἰς τοὺς
4548ἐνδεεῖς δήμους καὶ ἐπίκουρον μέχρις ὡρισμένου τινὸς ὁρίου
4549χρηματικοῦ. Τῷ ὄντι δὲ ἡ ἐπικουρία ἐκείνη δὲν ἦτο δυνατὸν
4550νὰ ὑπερβῇ ποτε τὸ ποσὸν τὸ προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ εἰσηγη-
4551τοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῶν 800,000 δραχμῶν, ἴσως δὲ,
4552ἐὰν ἀκριβῶς τὰ πράγματα μελετηθῶσι, θὰ εὑρίσκομεν ὅτι ἡ
4553ἀρωγὴ θὰ ἦτο κάτωθεν τοῦ ὁρίου ἐκείνου. Ἀλλ’ ἐκ τῆς εὐ-
4554ρείας συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀνεπτύ-
4555χθη ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπῆλθε μεταῤῥύθμισις τοῦ νομοσχεδίου καὶ
4556κατὰ τὴν βάσιν ταύτην. Ἡ μεταῤῥύθμισις ἐπῆλθε κατὰ τὰ
4557δύο ταῦτα· πρῶτον ἀπεκτήσαμεν οὐ μόνον τὴν δήλωσιν τῆς
4558Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ῥητὴν τροποποίησιν ἐν τῷ νομοσχε-
4559δίῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἅπαντα τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, τὰ
4560μέχρι τοῦδε διατηρούμενα, διατηροῦνται· ἑπομένως ἡ πρὸς
4561συντήρησιν δαπάνη τῶν σχολείων τούτων θὰ ἦναι ἡ αὐτὴ
4562πρὸς τὴν δαπάνην τοῦ παρελθόντος, καὶ εἶναι ἐκτὸς πάσης
4563ἀμφιβολίας, ὅτι καὶ ἡ ἐπικουρία τοῦ Κράτους πρὸς συντή-
4564ρησιν τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν σχολείων θὰ ἦναι ἴση πρὸς
4565τὴν ἐπικουρίαν, ἣν καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔδιδεν εἰς τοὺς δήμους.
4566Ὄχι μόνον λοιπὸν δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ
4567οἰκονομιῶν, ἀλλὰ καὶ εἴμεθα ἐκτεθειμένοι εἰς ὑπέρβασιν δα-
4568πανῶν, ὡς τὸ νομοθέτημα πρόκειται νὰ ψηφισθῇ εἰς γʹ καὶ
4569τελευταίαν συζήτησιν, διότι κατὰ τὸ νομοθέτημα ἡ σύστα-
4570σις τῶν δημοτικῶν σχολείων εἶναι ἐναποτεθειμένη, κατὰ τὸ
4571ἄρθρον 5 αὐτοῦ, εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια, συμφώνως
4572πρὸς τὴν διάταξιν τῶν ἄρθρων 19, 20 καὶ 22. Κατὰ δὲ τὸ
4573ἄρθρον 19 τοῦ νόμου τοῦ 1891 περὶ ἐπαρχιακῶν συμ-
4574βουλίων, ὁριστικῶς ἀποφασίζουσι περὶ συστάσεως σχολείων τὰ
4575ἐπαρχιακὰ συμβούλια. Ὅταν ἐξ ἑτέρου τὸ Κράτος ἔχῃ ἀνα-
4576λάβῃ τὴν ἀπόλυτον ὑποχρέωσιν ἄνευ περιορισμοῦ νὰ ἔλθῃ εἰς
4577ἐπικουρίαν πρὸς συντήρησιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶναι
4578ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια εἶναι δυνατὸν
4579νὰ προβῶσιν εἰς σύστασιν καὶ ἑτέρων δημοτικῶν σχολείων, τὸ
4580δὲ Κράτος θὰ ἔχῃ ὑπερβασίαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι
4581θὰ ἦναι ὑποχρεωμένον νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν πρὸς συντήρη-
4582σιν τῶν νέων σχολείων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι εἰς τὴν
4583τοιαύτην ἄμετρον ἐλευθεριότητα τῶν ἐπαρχιακῶν συμβου-
4584λίων τίθεται φραγμός τις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι δὲν ἔρχε-
4585ται τὸ Κράτος εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἰς συντήρησιν αὐτῶν, ἀλλ’
4586ἐπιβάλλει εἰς τοὺς δήμους νὰ συντηρήσωσιν ἐξ ἰδίων πόρων
4587τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἐπαυξάνοντες τοὺς ἰδίους πόρους, καὶ
4588ἐὰν ἐξ ἰδίων δὲν ἐπαρκέσωσι, τότε ἔρχεται εἰς ἀρωγὴν τὸ
4589Κράτος. Ἀλλ’ ὡς παρετηρήθη, ἡ αὔξησις τῶν δημοτικῶν
4590φόρων εἶναι ἀδύνατος καὶ ἰδίως ἡ αὔξησις τοῦ δασμοῦ τῶν
4591ὠνίων, τὸ μὲν, διότι ὀλίγοι δῆμοι ἔχουσι τοιοῦτον, οἱ εὐπορώ-
4592τεροι, τὸ δὲ, διότι οἱ ἐνδεεῖς δῆμοι οὐδὲν ἔχουσι δικαίωμα δα-
4593σμοῦ ἐπὶ τῶν ὠνίων. Ἑπομένως ἡ οἰκονομικὴ ἀρχὴ τοῦ νο-
4594μοσχεδίου εἶναι ἐγκαταλελειμμένη, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς
4595τῆς Παιδείας μᾶς πείσῃ περὶ τοῦ ἐναντίου.
4596Δευτέρα ἀρχὴ εἶναι ἡ διοικητική, ἡ ἀρχὴ τῆς ἀποκεν-
4597τρώσεως. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εὑ-
4598ρίσκω πεδίον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν μέ-
4599ρει ἡ ἀρχὴ τῆς ἀποκεντρώσεως, διότι ἐπὶ τοῦ ὅρου συγκέν-
4600τρωσις καὶ ἀποκέντρωσις δὲν εἶναι εὔκολον νὰ συνεννοη-
4601θῶμεν πάντες, τί ἐννοοῦμεν. Οἱ γενικώτερον γνωρίζοντες τὰ
4602τῆς συγκεντρώσεως καὶ ἀποκεντρώσεως λέγουσιν, ὅτι ὑπὸ τὸν
4603ὅρον συγκέντρωσις ἐννοοῦσι τὴν Πολιτείαν ἀπὸ τοῦ κέν-
4604τρου αὐτῆς ὁριστικῶς κανονίζουσαν πάσας τὰς ὑποθέσεις τοῦ
4605Κράτους, ὑπὸ τὸν ὅρον δὲ ἀποκέντρωσις, ὅτι, ὑπάρχοντος
4606τοῦ Κυβερνητικοῦ κέντρου, ἡ κατὰ μέρος ἐνέργεια θὰ γίνηται
4607κατὰ περιφερείας, μὲ κύκλον αὐτενεργείας, ἀναλόγως πρὸς τὴν
4608φύσιν καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ λαοῦ. Εἶναι ὅμως κατὰ πλειο-
4609ψηφίαν σύμφωνοι, ὅτι ἐπὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐπι-
4610τρέπεται δόσις τις αὐτενεργείας, διότι θεωροῦσι τὸν δῆμον
4611ἐνδιαφερόμενον κατὰ πρῶτον λόγον διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν
4612τέκνων τῶν δημοτῶν, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον τὴν κοινότητα
4613καὶ κατὰ τρίτον τὸ Κράτος. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν πλη-
4614ροῖ τοὺς ἀποκεντρωτικοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους εἰσάγει, διότι
4615δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ προ-
4616τείνῃ τὸν δημοδιδάσκαλον, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν
4617αὐτὸν διατηρεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἐπόπτου, ὅστις διορί-
4618ζεται ὑπὸ τῆς Κεντρικῆς ἐξουσίας. Οὗτος συνεργάζεται μετὰ
4619τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου κύριον μέλος εἶναι ὁ
4620γυμνασιάρχης, ἀλλὰ καὶ τοῦτον διορίζει ἡ Κυβέρνησις· τὰ ἕτερα
4621μέλη, οἱ κτηματίαι, οἱ δικηγόροι, ἐκλέγονται καὶ οὗτοι κατὰ
4622γνωμοδότησιν τοῦ ἐπόπτου. Ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ
4623ἀποτελέσῃ ἀποκεντρωτικὸν στοιχεῖον ἐν τῷ Ἐποπτικῷ Συμ-
4624βουλίῳ, εἶναι ὁ ἀρχιεπίσκοπος τοῦ νομοῦ, διότι εἶναι ἰσόβιος
4625καὶ διατελεῖ εἰς σχετικήν τινα ἀπὸ τοῦ Κράτους ἀνεξαρ-
4626τησίαν. Ὅταν δὲ ὁ ἐπιθεωρητὴς ἦναι μετακλητέος, ὅταν
4627ὁ γυμνασιάρχης ἦναι μετακλητέος, ὅταν ὁ νομάρχης ἦναι
4628μετακλητέος, τὰ ὄργανα τὰ κύρια τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμ-
4629βουλίου ὑπακούουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὕτω δὲ ἀποκέν-
4630τρωσις δὲν ὑπάρχει, κατὰ τὴν ἐπιστημονικὴν σημασίαν τῆς
4631λέξεως. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ περιπλέον ἐπὶ τούτου, διότι ἡ
4632Βουλὴ εἶναι δικαίως κουρασμένη ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ.
4633Ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω τὸν εἰσαγόμενον θεσμὸν ὑπὸ τὴν ἔπο-
4634ψιν τοῦ ποιοῦ τῶν δημοδιδασκάλων. Τὸ ποιὸν τῶν δημοδι-
4635δασκάλων θὰ χειροτερεύσῃ, ψηφιζομένου τοῦ παρόντος νόμου,
4636διότι δὲν θὰ ἔχωσι πλέον ἰδανικόν. Κατὰ τὸν κείμενον νόμον,
4637ὁ δημοδιδάσκαλος εἶχε τὴν φιλοτιμίαν νὰ διακριθῇ, νὰ γείνῃ
4638πρωτοβάθμιος, ἡ δὲ φιλοτιμία αὑτοῦ αὕτη δὲν ἦτο καὶ ἄνευ
4639ὑλικοῦ συμφέροντος, διότι κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον ὡρίζοντο
4640ὡρισμέναι θέσεις διὰ τοὺς πρωτοβαθμίους, τοὺς δευτεροβαθ-
4641μίους καὶ τοὺς τριτοβαθμίους· ὁ πρωτοβάθμιος ἤξευρεν, ὅτι
4642εἶχεν ἠσφαλισμένην τὴν θέσιν του καὶ ἀμοιβὴν μεγαλειτέραν,
4643ἀλλὰ διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου ὁ πρωτοβάθμιος οὐ-
4644δὲν ἔχει συμφέρον, διότι οἱ βαθμοὶ τῶν δημοδιδασκάλων ἐξαρ-
4645τῶνται ἐκ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Εἶναι δυνατὸν τὸ
4646Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τοῦ νομοῦ, ἀποβλέπον εἰς τὴν οἰκονο-
4647μικὴν δυσχέρειαν τῶν δήμων, νὰ ἀποφασίσῃ νὰ διορίσῃ ἀντὶ
4648πρωτοβαθμίων δημοδιδασκάλων τριτοβαθμίους. Οὕτω δὲ οἱ
4649τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι θὰ ἔχωσι πλείονας θέσεις, οἱ δὲ
4650πρωτοβάθμιοι θὰ μείνωσιν ἄνευ θέσεως· τοῦτο δὲ θὰ ἐπι-
4651δράσῃ καὶ ἐπὶ τοὺς δημοδιδασκάλους τοῦ μέλλοντος, διότι θὰ
4652παύσῃ μεταξὺ τούτων ἡ περὶ πρωτείων εὐγενὴς ἅμιλλα.
4653Ἂν καὶ δὲν φρονῶ, ὅτι ὁ δημοδιδάσκαλος μόνον διὰ τὴν με-
4654γαλειτέραν ἀμοιβὴν ζητεῖ νὰ γείνῃ κρείσσων ἑαυτοῦ, εἶναι
4655ὅμως καὶ τοῦτο μέγα ἐλατήριον, διότι ἀσφαλίζει τὴν ἀνεξ-
4656αρτησίαν τὴν ἀτομικήν. Ὁ ἀληθὴς δημοδιδάσκαλος εὑρί-
4657σκει τὴν κυρίαν ἀμοιβὴν ἐν τῇ ψυχικῇ ἱκανοποιήσει, ὅτι συν-
4658τελεῖ εἰς τὴν μόρφωσιν καὶ ἀνάπτυξιν πολιτῶν ἐναρέτων· ὁ
4659δημοδιδάσκαλος τὴν μεγαλειτέραν αὑτοῦ ἱκανοποίησιν εὑρί-
4660σκει ἐν τούτῳ, ὅτι, παρακολουθῶν τὸν μαθητὴν μέχρι τῆς τε-
4661λευταίας ἀποκαταστάσεως, δύναται νὰ ὑπερηφανεύηται, δει-
4662κνύων τοὺς καρποὺς τῶν πνευματικῶν αὑτοῦ ἀγώνων. Ἀλλὰ
4663τὴν μόρφωσιν τοιούτων δημοδιδασκάλων δὲν δύναται νὰ προσ-
4664δοκᾷ τις ἐκ τοῦ νομοσχεδίου· διὰ τοῦτο ἐν μέρει συμφωνῶ μὲ
4665τὴν γνώμην τοῦ ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ Πολιτεία
4666ἔχει καθῆκον, ἐὰν θέλῃ τὸν νόμον νὰ καταστήσῃ καὶ εἰς
4667ἑαυτὴν ἀκίνδυνον καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν ὀλιγώτερον ἐπιβλαβῆ,
4668ἔχει, λέγω, καθῆκον νὰ θέσῃ φραγμούς τινας. Πρῶτον νὰ θέσῃ
4669τὸν φραγμόν, λαμβάνουσα τοῦτον ἐκ τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ, τοῦ
4670τρόπου τῆς συστάσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων· Οὕτω θὰ
4671ἔχωμεν τρόπον ἀσφαλῆ, κανονίζοντα τὴν σύστασιν τῶν σχο-
4672λείων ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ θὰ θέσωμεν φραγμοὺς
4673εἰς τὰς ὑπερβασίας τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, καὶ θὰ
4674ἀπαλλάξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ δα-
4675πανᾷ πλείονα τῶν προϋπολογιζομένων. Δεύτερον νὰ ἀποδε-
4676χθῶμεν ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ τοῦτο τὸ καλὸν, ὅτι ἀνα-
4677λόγως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν μαθητῶν θὰ καθορίζωνται καὶ οἱ
4678βαθμοὶ τῶν δημοδιδασκάλων, διότι οὕτως ἡ θέσις αὐτῶν δὲν
4679θὰ ἦναι τόσον ἀπελπιστική, ὅσον θὰ ἀποβῇ ψηφιζομένου τοῦ
4680νομοσχεδίου ἄνευ τροποποιήσεων, καὶ οὕτω θὰ ἐξακολουθήσῃ
4681ἡ μόρφωσις διδασκάλων ἐναρέτων καὶ χρηστῶν. Ἐὰν τὸ νο-
4682μοσχέδιον ψηφισθῇ ὡς ἔχει, ἔχω τὴν προαίσθησιν, ὅτι τὸ ποιὸν
4683τῶν δημοδιδασκάλων θὰ χειροτερεύσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε
4684ταχέως θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταργήσωμεν τὸν
4685ψηφιζόμενον νόμον καὶ νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸν καταργούμενον.
4686§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω τὴν συζήτησιν περατωμένην.
4687Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
4688§161ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
4689§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχε-
4690δίου «περὶ τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως» λέ-
4691γουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
4692(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
4693τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ι.
4694Λάππα καὶ Ν. Τριανταφυλλάκου, κατὰ τὸ ἑπόμενον
4695πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
4696Μιλτιάδης Δάλλας Δημ. Οἰκονομίδης Ν
4697Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ν Δημοσθ. Καΐρης
4698Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος
4699Ν. Σμόλενιτζ Ν Κωνστ. Νεγρεπόντης Ν
4700Ἰωάνν. Πετρίδης Ν Λεων. Πετιμεζᾶς Ο
4701Νικόλ. Φαρμακόπουλος
4702Σωτήρ. Δανόπουλος Γιαννούσιος Τάκης
4703Χρ. Βότσαρης Νικ. Δαγρὲς Ν
4704Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ν Κωνστ. Φλέσσας
4705Σπυρ. Βαρζέλης Ν. Σάλμας Ν
4706Νικόλαος Λεβίδης Ν Δημ. Τερτίπης
4707Κωνστ. Κολιάτσος Ν Ἰωάν. Παλάσκας Ν
4708Δημοσθ. Σκυλίτσης Ν Ἰωάν. Σταμούλης
4709Ἀθανάσ. Μουτσόπουλος Ν Κίμων Βελλίνης Ν
4710Ν. Δ. Καλλιφρονᾶς Ν Ξενοφ. Τσαμαγκίδης Ο
4711Ἀλέξ. Σκουζὲς Ν Ἰωάν. Καζαμπάκας Ν
4712Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος Ι. Στεφάνου Ν
4713Δ. Γ. Ράλλης Παν. Λεβέντης Ν
4714Ἀλέξ. Ψύλλας Ν Ἀλέξ. Κοντόσταυλος
4715Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ν Ν. Χατζηνικολῆς Ν
4716Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Γεώργ. Κόρπας
4717Βλ. Βαλτινὸς Ν Ἀχιλ. Ἀγάθος
4718Ἀθ. Ἴσκος Ν Κωνστ. Βασιλάκης
4719Κωνστ. Τοπάλης Ἰωάν. Σέχος Ν
4720Νικ. Σχινᾶς Ν Νικ. Βασιλάκης Ν
4721Γεώργιος Φιλάρετος Ἀθ. Παραμυθιώτης Ν
4722Νικ. Σταματιάδης Ν Γεώργ. Θεοτόκης Ο
4723Ἰωάν. Γιαννακόπουλος Ν Γεώργ. Καποδίστριας
4724Ἐπ. Μαυρομμάτης Ο Δημ. Οἰκονόμου
4725Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ν Δημ. Πετρίδης Ν
4726Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν Π. Ζούζουλας
4727Περ. Ἀλεξάκης Ν Κωνστ. Σκαρπέτης Ν
4728Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Ν
4729Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος Ν Νικόλαος Βαλταμάκης
4730Π. Λαμπρινόπουλος Ν Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς Ν
4731Χαρ. Τζανετάκης Δημ. Σβορῶνος Ν
4732Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ἄθως Ρωμᾶνος Ο
4733Πολύμ. Ζαρίμπας Ν Διον. Καλούτσης
4734Χρ. Μαστραπᾶς Ο
4735Γεώργ. Ἀνδρίτσου Ν Χ. Κ. Βοζίκης Ν
4736Κωνστ. ΠαπαμιχαλόπουλοςΟ Νικ. Σταματόπουλος
4737Π. Ρίτσος Ο Θ. Πέῤῥος Ν
4738Ἀνδρ. Βασιλείου Ν Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ν
4739Σπ. Τσιτσάρας Δημοσθ. Μανουσάκης Ν
4740Δημ. Χατζόπουλος Ν Δημοσθ. Μάταλας
4741Δημ. Βουλπιώτης Ἀρ. Μελετόπουλος
4742Μιχ. Ἰατρίδης Νικ. Γκουζούλης
4743Ἀλέξ. Σ. Κ. Ρώμας Ν Δημ. Πιπινόπουλος Ν
4744Κ. Δ. Βοῦλτσος Ο Χασὰν βέης Πετρεδὴν βέη
4745Γ. Μελισσηνὸς Ν Φιλώτας Ἰσχόμαχος Ν
4746Διον. Μυλωνᾶς Ν Ἰωάννης Γεωργαντᾶς Ν
4747Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ν Ἰωάννης Λάππας Ν
4748Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν
4749Γεώρ. Κρεστενίτης Ἄγγ. Καλκάνης Ν
4750Γεώρ. Παπακυριακόπουλος Β. Βασιλειάδης
4751Δημοσθ. Δόγκας Ἀθ. Εὐταξίας Ο
4752Ἰωάν. Σισίνης Ν Ἰω. Μπακόπουλος Ν
4753Στέφ. Σκουλούδης Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος
4754Γεώρ. Πετούσης Ν Φίλ. Βάρβογλης Ν
4755Ἀριστομ. Βαλέτας Ο Ν. Τριανταφυλλάκος Ο
4756Νικ. Νομικὸς Ν Ἠλ. Ζέγγελης Ν
4757Πέτρος Δελένδας Ν Λάμπρος Σινανιώτης Ν
4758Κωνστ. Πεταλᾶς Ν Ἰω. Βούτουνας
4759Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν Γ. Μαλέας
4760Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν Γ. Νικολαΐδης Ν
4761Θεόδ. Ζαΐμης Ν Λεων. Δεληγεώργης Ο
4762Μιλτ. Γουλιμῆς Ν Π. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
4763Παν. Μερλόπουλος Νικολ. Δημητριάδης Ν
4764Περ. Μποῦτος Ν Γ. Ν. Μπούμπουλης
4765Ἀλκ. Δεληγιάννης Ἀντ. Γουδῆς Ν
4766Ἀντ. Καρατζᾶς Ν Ἀθ. Λαδόπουλος Ν
4767Πέτρ. Ταταράκης Ν Ν. Βαφειαδάκης Ν
4768Γεώργ. Κουλούρης Ν Γ. Παγανέλης Ν
4769Ὄθων Μαῦρος ἀρν.Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
4770Ἐλευθ. Μυκώνιος Ν Ν. Δρόσος Ν
4771Μίλτ. Βαρότσης Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν
4772Γεώργ. Σισμάνης Σωτ. Χατζηγάκης
4773Γεώργ. Πλατανιώτης Νικ. Ταρμπάκης Ν
4774Ἰω. Καναβός Ν Κωνστ. Χατζηπέτρος
4775Γ. Φαρμακόπουλος Ν Θεόδ. Κριεμάδης Ν
4776Μιχ. Ἰατρός Εὐστ. Κοκκέβης Ν
4777Α. Πετσάλης Ν Ν. Γεωργακόπουλος Ν
4778Παῦλος Ραζέλος Ο Σωτήρ. Σωτηρόπουλος
4779Ἀθ. Πιεῤῥ. Μαυρομιχάλης Δημ. Καμαριώτης
4780Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ν Διον. Στάϊκος Ν
4781Ἀσημ. Χριστόπουλος Ἀριστοβούλος Μάνεσης
4782Χαρ. Κανελλόπουλος Ν Σπ. Δεϊμέζης Ν
4783Π. Λαμπρούλιας Ν Θεόδ. Λιμπρίτης Ν
4784Σπ. Τυπάλδος Φορέστης Ν Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
4785Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς Θεόδ. Γκίκας Ν
4786Θεόδ. Βελλιανίτης Ν Παντελῆς Γκίκας Ν
4787Ἀνάργ. Σιμόπουλος Νικ. Τσαμαδὸς
4788Λ. Καραλίβανος Ν Χριστόδ. Στεριάδης
4789Πανοῦρ. Πανουργιᾶς Νικολ. Κοντογιάννης Ν
4790Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Κομνᾶς Τράκας
4791Ἀχιλ. Γεραχωστόπουλος Ν. Χατζῖσκος
4792 Τριαντάφυλλος Σχινᾶς Ο
4793Ἰω. Τσερτίδης Ν Δημ. Κρίτσας Ο
4794Χρ. Τζίνος Ν Μ. Κακαρᾶς
4795Δημ. Βότσης Ν Γ. Ἀβέρωφ Ν
4796Παναγ. Σάκκης Ν Παναγ. Βαρατάσης Ν
4797Δ. Ε. Καλογερόπουλος Ν Ἀλ. Μ. Κανάρης
4798Νικ. Καράπαυλος Ἰω. Α. Κανάρης Ν
4799Ἰωάννης Βρυώνης Ν
4800§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 129. Ἐκ τούτων 113
4801εἶπον Ναί, 15 εἶπον Ὄχι, καὶ 1 ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἡ
4802Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζή-
4803τησιν.
4804(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ
4805ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1–10 τοῦ νομοσχεδίου)
4806§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
4807§165ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα δὲν ὑπάρχει
4808ὑπηρέτης;
4809§166Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύ-
4810σεως). Δὲν ὑπάρχει.
4811§167ΡΑΛΛΗΣ. Τότε ποῖος θὰ καθαρίζῃ;
4812(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀνα-
4813γινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12 ἄνευ
4814ἀντιῤῥήσεως).
4815§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
4816§169ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο προτείνεται προσ-
4817θήκη, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ γραμματοδιδάσκαλοι διορίζονται
4818ὑπὸ τοῦ νομάρχου, προτάσει τοῦ ἁρμοδίου ἐπιθεωρητοῦ, δη-
4819λαδὴ προτείνεται προσθήκη, ἡ ὁποία κατὰ τὸ ἥμισυ σχεδὸν
4820ἀναιρεῖ τὴν βάσιν καὶ τὴν ἀρχήν, ἐφ’ ἧς στηρίζεται τὸ νο-
4821μοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον στηρίζεται ἐπὶ τῆς βάσεως τῆς
4822ἀποκεντρώσεως· ὡς τοιοῦτον τὸ ἐψηφίσαμεν πρὸ ὀλίγου, τὸ
4823ἐψήφισα καὶ ἐγώ. Ἀλλ’ ἐὰν τὸν διορισμὸν τῶν γραμματο-
4824διδασκάλων, οἵτινες σήμερον ἴσως εἶναι τόσοι, ὅσοι καὶ οἱ δη-
4825μοδιδάσκαλοι, ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον,
4826ἀναιρεῖτε εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τὴν
4827ἀρχὴν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίξατε τὸ νομοσχέδιόν σας.
4828§170Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύ-
4829σεως). Δεχόμεθα νὰ διαγραφῇ ἡ προσθήκη αὕτη, καὶ νὰ
4830ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει.
4831Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀνα-
4832γινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 14–23
4833ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
4834§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 24 (ἀναγινώσκεται).
4835§172ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ τρίτῳ στίχῳ τῆς γʹ παραγράφου
4836λέγεται «ἡ τοῦ νομαρχιακοῦ ἐπιθεωρητοῦ», ἐνῷ πρέπει νὰ
4837λέγῃ «ἡ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου».
4838§173Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύ-
4839σεως). Μάλιστα, οὕτω νὰ τεθῇ.
4840§174ΒΑΛΕΤΑΣ. Θ’ ἀφήσητε ν’ ἀποφαίνηται τὸ Δημοτικὸν
4841Συμβούλιον, ἐὰν καὶ δύο μόνον μέλη παρίστανται;
4842§175ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δυνάμεθα ἴσως νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν
4843ἀπαρτίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ ν’ ἀφήσωμεν
4844ἀπεριόριστον τὸν ἀριθμὸν, τότε θὰ καταλήξωμεν, ὅπως ἓν μέ-
4845λος μόνον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου προτείνῃ τὸν διοριστέον.
4846Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξωμεν τοῦτο. Ἀφοῦ ὡς τιμωρίαν
4847τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου δεχόμεθα, ὅπως τὸ Ἐποπτικὸν
4848Συμβούλιον προτείνῃ τὸν διοριστέον, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει
4849νὰ θίξωμεν τὴν λειτουργίαν ἐν γένει τῶν Δημοτικῶν Συμβου-
4850λίων. Θὰ ἦναι ἴσως ἀναγκαῖον ἐν ἄλλῃ μελέτῃ τῶν δημο-
4851τικῶν ἡμῶν θεσμῶν νὰ τροποποιήσωμεν κατά τι τὸ ζήτημα
4852τοῦτο τῆς ἀπαρτίας τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἀλλ’ ἐν
4853τῇ εἰδικῇ ταύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι δὲν εἶναι εὐπρεπὲς νὰ
4854θίξωμεν ἐν τοῖς θεμελίοις αὑτοῦ τὸν θεσμὸν τῆς λειτουργίας
4855τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Βεβαίως θὰ ἦτο κάλλιστον, ἐὰν ἐλατ-
4856τοῦντες τὴν ἀπαρτίαν ἐπετυγχάνομεν τὴν ἄμεσον παρὰ τοῦ
4857Δημοτικοῦ Συμβουλίου πρότασιν τοῦ διοριστέου δημοδιδα-
4858σκάλου. Ἐὰν ὅμως νομίζωμεν ἀναγκαῖον νὰ τροποποιήσωμέν
4859τι, τότε πρέπει νὰ προσδιορίσωμεν ἄλλην ἀπαρτίαν, ὄχι δὲ
4860νὰ ἀφήσωμεν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν καὶ εἰς ἓν μόνον μέλος
4861τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου νὰ ἐκδίδῃ ἀπόφασιν.
4862§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι
4863εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν νὰ προσδιορίζωμεν τὸν ἀριθμὸν τὸν
4864ἀποτελοῦντα τὴν ἀπαρτίαν, διότι γνωστὸν, ὅτι ἀπαρτία εἶναι
4865ἡ πλειοψηφία. Δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν νὰ λέγωμεν
4866ἀπαρτίαν τὴν μειοψηφίαν. Ἐπειδὴ ὑμεῖς δὲν ἔχετε ἀπαρτίαν
4867τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἔχετε λογικῶς καὶ ἀπόφα-
4868σιν νόμιμον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν δὲν ἔχητε ἀπαρ-
4869τίαν αὐτοῦ, οὕτω δὲ πρέπει νὰ ἀπελπισθῆτε ἀπὸ τὸ Δημοτι-
4870κὸν Συμβούλιον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ λέγετε, ὅτι ἐπιθυμεῖτε νὰ
4871ἔχητε μίαν σκιὰν δημοτικῆς ἀρχῆς, διὰ τοῦτο ἀνεγράφη ἐν
4872τῷ νομοσχεδίῳ «τὰ προσελθόντα μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμ-
4873»βουλίου».
4874§177ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χωρὶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι πρόκειται νὰ θεω-
4875ρήσωμεν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐν ἀπαρτίᾳ, δυνάμεθα
4876νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, δύναται
4877τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐκτάκτως νὰ λάβῃ ἀπόφασιν, ἐὰν
4878παρίσταται τὸ τρίτον τῶν μελῶν.
4879§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τότε Δημο-
4880τικὸν Συμβούλιον δὲν εἶναι.
4881§179ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καλλίτερον εἶναι νὰ μένῃ ὅπως ἔχει.
4882§180ΠΕΤΑΛΑΣ. Νομίζω ὅτι ἐδῶ εἶναι ἡ θέσις νὰ προστε-
4883θῶσι καὶ οἱ γραμματοδιδάσκαλοι.
4884§181Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύ-
4885σεως). Εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου δύναται νὰ προστεθῇ
4886«καὶ οἱ γραμματοδιδάσκαλοι».
4887§182ΠΕΡΡΟΣ. Καὶ αἱ διδασκάλισσαι.
4888§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑλληνιστὶ λέγεται ἡ διδάσκαλος.
4889§184ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, ὅτι μετὰ
4890τὰς προταθείσας τροποποιήσεις θὰ λείψῃ τὸ «καλοῦνται δὲ
4891τὰ μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἰς συνεδρίασιν ἐπὶ ἀπο-
4892δείξει».
4893§185Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύ-
4894σεως). Δὲν θὰ λείψῃ. Ἐὰν θέσωμεν τὸ ⅓, τὸ ὁποῖον προ-
4895τείνετε, τότε εἰς τοὺς τρίτης τάξεως δήμους δύο μόνον σύμ-
4896βουλοι θὰ προτείνωσι τὸν δημοδιδάσκαλον. Λοιπὸν θὰ μείνῃ
4897ὅπως ἔχει. Ὅσα μέλη συνέλθωσι.
4898§186Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄνευ ἀπαρτίας;
4899§187Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως.
4900§188Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν ὑφίσταται πλέον
4901Δημοτικὸν Συμβούλιον.
4902§189ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καλὸν ἴσως εἶναι νὰ ὑπάρχῃ αὐτο-
4903διοίκησις ὡς πρὸς ἄλλα. Ἀλλ’ ὁ διορισμὸς δημοδιδασκάλου,
4904ἡ ἐκλογὴ δηλαδὴ ἑνὸς προσώπου μεταξὺ χιλίων, τὰ ὁποῖα
4905οὐδεὶς γνωρίζει ἐκ τῶν δημοτῶν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνα-
4906τεθῇ εἰς τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους. Οὗτοι θὰ προτείνωσιν
4907ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θὰ ὑποδείξῃ εἰς αὐτοὺς ὁ ἐπιθεωρητὴς, διότι
4908αὐτοὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν βεβαίως ἐξ ἰδίας γνώσεως ἢ
4909ἐκτιμήσεως νὰ προτείνωσι τὸν καταλληλότερον δημοδιδάσκα-
4910λον. Καλλίτερον λοιπὸν νὰ μείνῃ ὅπως εἶχε τὸ ἄρθρον.
4911§190Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύ-
4912σεως). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀντὶ νὰ καταφύγωμεν ἀπ’ εὐθείας
4913εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν, καλλίτερον εἶναι νὰ ἀφήσωμεν τὴν πρό-
4914τασιν εἰς 2 ἢ 3 ἐγκρίτους δημότας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὸ
4915ἐνδιαφέρον νὰ μεριμνῶσι περὶ τῶν δημοτικῶν αὐτῶν πραγμά-
4916των. Ὑποθέσατε ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἔχει μίαν ἐπι-
4917τροπὴν σχολικὴν ἐκ τριῶν μελῶν, ἵνα φροντίζῃ περὶ τῶν
4918σχολείων τοῦ δήμου. Παρόμοιόν τι εἶναι καὶ τοῦτο· τὰ τρία
4919μέλη θὰ προτείνωσι τὸν δημοδιδάσκαλον.
4920§191ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ ἀφῃρέσαμεν τόσα δικαιώματα,
4921τὰ ὁποῖα εἶχον τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια...
4922§192Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἀφῃρέσαμεν τίποτε.
4923§193ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Εὐταξίας.
4924§194Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ λειτουργῶσι κατὰ τὸν παρόντα νό-
4925μον. Μόνον τὸ δικαίωμα τῆς ἐποπτείας, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς
4926τὸν Ὑπουργὸν, ἐπετράπη, ὅπως ἀσκῆται διὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ.
4927Οὕτως αἱ ἐπιτόπιοι ἐπιτροπαὶ δύνανται νὰ ἐξασκῶσι πάντα
4928τὰ δικαιώματα, ἀρκεῖ νὰ δύνανται νὰ λειτουργήσωσι. Διότι
4929μέχρι τοῦδε ἀπεδείχθη ὁ θεσμὸς νεκρός. Πάντα ταῦτα μένου-
4930σιν ἐν λειτουργίᾳ, διότι θὰ παρατηρήσητε εἰς τὸ τέλος τοῦ
4931νομοσχεδίου, ὅτι ἀναφέρονται αἱ διατάξεις αὗται τοῦ νόμου
4932τοῦ 1834. Τὸ κακὸν εἶναι, ὅτι αἱ τοπικαὶ ἐπιτροπαὶ δὲν
4933ἐλειτούργησαν ἀπὸ τοῦ 1844, εἴτε ἕνεκεν ὀλιγωρίας καὶ ἀδια-
4934φορίας, εἴτε ἕνεκα ἀνεπαρκείας· εἶναι νεκραί. Ὁ νόμος ἐκεῖνος
4935εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ Βαυαρικοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐν Βαυαρίᾳ, πράγ-
4936ματι λειτουργοῦσιν αἱ ἐπιτροπαὶ αἱ τοπικαὶ τῶν σχολείων,
4937διότι ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἐγκρίτους πολίτας ἀνεπτυγμένης κοι-
4938νότητος. Παρ’ ἡμῖν ἓν δικαίωμα καὶ ἓν καθῆκον ἤσκησαν ἑκά-
4939στοτε αἱ τοπικαὶ ἐπιτροπαί. Νὰ καταγγέλλωσιν, ἀδίκως συν-
4940ήθως, ὡς ἀμελῆ τὸν διδάσκαλον ἢ ἀνίκανον, ὁσάκις ἐπρόκειτο
4941περὶ παύσεως φατριαστικῆς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τοῦ δημοδιδα-
4942σκάλου. Δὲν πρέπει νὰ καταδικάζωμεν ὅλα τὰ Δημοτικὰ Συμ-
4943βούλια τοῦ Κράτους. Ἄλλως τε ὁ νόμος αὐτὸς θὰ λειτουρ-
4944γήσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον, ὅτε ἐλπίζομεν ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἡ βελ-
4945τίωσις τῶν δημοτικῶν θεσμῶν καὶ ἡ ἀνάπτυξις καὶ μόρφωσις
4946τῶν κοινοτήτων καὶ τῶν πολιτῶν.
4947§195ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν παρατήρησιν ἤθελον νὰ κάμω
4948ὡς πρὸς τὰ ὀθωμανικὰ σχολεῖα...
4949§196Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαι-
4950δεύσεως). Δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τίποτε.
4951§197ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μένωσιν αἱ κείμεναι διατάξεις;
4952§198Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως.
4953§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 24 ὑπάρχει τροπολογία
4954τοῦ κ. Μπακοπούλου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς.
4955§200ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ ἄρθρον 24 τρο-
4956ποποιεῖται ὡς ἑξῆς:
4957«Οἱ δημοδιδάσκαλοι ἢ γραμματοδιδάσκαλοι διορίζονται,
4958»παύονται καὶ μετατίθενται δι’ ὑπουργικῆς πράξεως τοῦ
4959»ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργοῦ.»
4960§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ.
4961Μπακοπούλου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται
4962ὀλίγοι. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
4963§202ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐπιμένῃ ὁ
4964κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία του,
4965δηλ. νὰ κληθῇ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἰς συνεδρίασιν ἐπὶ
4966ἀποδείξει, καὶ ἂν δὲν καταρτισθῇ ἀπαρτία, τὰ προσελθόντα
4967μέλη νὰ προτείνωσι κατὰ πλειοψηφίαν τὸν διοριστέον, μοὶ
4968φαίνεται ὅτι λογικώτερον καὶ πρὸς τὰ πράγματα συμφωνότε-
4969ρον θὰ ἦναι νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὴν πρότασιν περὶ διορισμοῦ τῶν
4970δημοδιδασκάλων τὴν κάμνει ἡ δημοτικὴ ἀρχή· διότι εἶναι
4971γνωστὸν, καὶ ὅσοι παρακολουθοῦσι τὰ πράγματα ἡμῶν καὶ
4972δὲν θέλουσιν ἄλλα νὰ λέγωσι καὶ ἄλλα νὰ γνωρίζωσι, θὰ
4973ὁμολογήσωσιν, ὅτι ὅταν ὁ δήμαρχος θέλῃ, τότε θὰ συνέρ-
4974χηται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ἁπλούστερον λοιπὸν θὰ
4975ἦναι νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὴν πρότασιν περὶ διορισμοῦ τὴν κάμνει
4976ἡ δημοτικὴ ἀρχή.
4977§203Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
4978παιδεύσεως). Ὁ δήμαρχος εἶναι πρόεδρος τῆς τοπικῆς ἐπι-
4979τροπῆς, ἑπομένως ἀσκεῖ μετὰ τῶν μελῶν τῆς τοπικῆς ἐπι-
4980τροπῆς, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1834, ἕτερον κύκλον ἐποπτείας
4981τοπικῆς ὡς πρὸς τὰ διδακτήρια, τὰ ὑλικὰ τῶν σχολείων, τὸν
4982κανονισμὸν τῶν σχέσεων τῶν γονέων πρὸς τοὺς διδασκάλους
4983κτλ. Ταῦτα δὲν κατηργήθησαν. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ δώ-
4984σωμεν τὴν ἐξουσίαν ταύτην συγκεντρωμένην εἰς ἓν πρόσωπον,
4985τὸ ὁποῖον δύναται νὰ κάμῃ κατάχρησιν αὐτῆς, ἐνῷ εἰς τὸ
4986Συμβούλιον εὑρίσκομεν πλείονας ἐγγυήσεις. Ἐλπίζομεν ὅτι
4987προθύμως θὰ συνέλθῃ νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων του·
4988ἐὰν δὲν προθυμοποιηθῇ, θὰ ἦναι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον,
4989ὅπερ ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἐποπτεύῃ καὶ προνοῇ περὶ τοῦ
4990σχολείου, καὶ τὸ Συμβούλιον τοῦτο θὰ ἦναι πενταμελὲς πάλιν
4991σῶμα. Δυσκόλως οἱ πλείονες θὰ συναποφασίσωσι νὰ ἀδική-
4992σωσι τὸν διδάσκαλον καὶ νὰ μὴ προνοήσωσι περὶ τοῦ σχολείου.
4993§204ΒΑΡΑΤΑΣΗΣ. Οἱ πλεῖστοι τῶν δημοτικῶν συμβούλων δὲν
4994θὰ γνωρίζωσι νὰ ὑπογράφωσι, καὶ αἱ προσκλήσεις θὰ μένωσιν
4995ἀνυπόγραφοι. Θὰ καλῇ ὁ δήμαρχος τοὺς συμβούλους, τοὺς
4996ὁποίους θέλει, 2 ἢ 3, κατ’ οἶκον, καὶ αὐτοὶ θὰ συνέρχωνται
4997καὶ θὰ προτείνωσι τὸν δημοδιδάσκαλον. Διὰ τοῦτο λίαν ὀρθῶς
4998παρετήρησεν ὁ ἐκ Μαντινείας κ. συνάδελφος, ὅτι ὁ δήμαρχος
4999θὰ ὑποδεικνύῃ τὸν δημοδιδάσκαλον, καὶ οἱ σύμβουλοι θὰ τὸν
5000προτείνωσι.
5001§205ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι θὰ καλῶσι καὶ τοὺς
5002ἀγραμμάτους συμβούλους.
5003§206ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῇ τὸ αʹ ἐδάφιον. Ὁ ἐπι-
5004θεωρητὴς προκαλεῖ τὴν πρότασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβου-
5005λίου· ἀλλ’ ὑπὸ τίνος προσκαλεῖται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον;
5006§207Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τοῦ
5007Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
5008§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 24, ὡς ἐτρο-
5009ποποιήθη, ἤτοι διὰ τῆς προσθήκης μετὰ τὴν λέξιν «δημο-
5010διδάσκαλοι» τῶν λέξεων «αἱ δημοδιδασκάλισσαι, ὡς καὶ οἱ
5011γραμματοδιδάσκαλοι», καὶ διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν λέ-
5012ξεων «νομαρχιακοῦ ἐπιθεωρητοῦ», ἐν τῷ τρίτῳ στίχῳ τῆς
5013δʹ παραγράφου, διὰ τῶν λέξεων «Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου»,
5014παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότε-
5015ροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
5016Ἄρθρον 25 (ἀναγινώσκεται).
5017§209ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει «ἢ τοῦ εἰρηνοδίκου.» Θὰ
5018ὑπάρχωσι δύο ἀρχαί, ἐνώπιον τῶν ὁποίων θὰ δίδεται ὁ ὅρκος;
5019Κωλυομένου τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, θὰ δίδεται ἐνώπιον τοῦ εἰρη-
5020νοδίκου;
5021§210Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
5022Νὰ προστεθῇ «καὶ τούτου κωλυομένου ἐνώπιον τοῦ εἰρη-
5023νοδίκου.»
5024§211ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τί κακὸν θὰ ὑπάρχῃ, ἐὰν ἐνώπιον
5025οἱασδήποτε ἀρχῆς δίδεται ὁ ὅρκος; Μήπως εἰς τὴν δικονο-
5026μίαν δὲν ἔχωμεν τοιαύτην ἐλευθερίαν; Πρόκειται π. χ. περὶ
5027δηλώσεως τρίτου, τὴν ὁποίαν κάμνει εἴτε ἐνώπιον τοῦ γραμ-
5028ματέως τῶν Πρωτοδικῶν εἴτε ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου.
5029(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 25, ὡς ἐτροποποιήθη)
5030§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 26 (ἀναγινώσκεται).
5031§213ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 26 ἔχω τὴν
5032ἑξῆς παρατήρησιν. Δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα,
5033ὅτι ἡ μετάθεσις τοῦ δημοδιδασκάλου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν
5034δύναται νὰ συμβιβασθῇ πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἀποκεντρώσεως·
5035ἀλλ’ ἄλλο τι παρατηρῶ. Ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, βεβαίως ἡ ἔν-
5036νοια εἶναι, ὅτι, εἴτε διὰ παῦσιν, εἴτε διὰ μετάθεσιν, ἀπαιτεῖ-
5037ται πρῶτον ν’ ἀποφασισθῇ αὕτη ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμ-
5038βουλίου, δεύτερον διὰ τὴν μετάθεσιν μόνον ἀπαιτεῖται ἡ συγ-
5039κατάθεσις τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς τοῦ δήμου, εἰς τὸν ὁποῖον
5040πρόκειται νὰ μετατεθῇ ὁ δημοδιδάσκαλος. Ἀλλ’ ὅπως ἔχει
5041τὸ ἄρθρον, φαίνεται ὅτι καὶ διὰ τὴν παῦσιν καὶ διὰ τὴν με-
5042τάθεσιν ἀπαιτοῦνται ἀμφότερα, καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐπο-
5043πτικοῦ Συμβουλίου τοῦ νομοῦ καὶ ἡ συγκατάθεσις τῆς δη-
5044μοτικῆς ἀρχῆς. Πρέπει λοιπὸν νὰ συνταχθῇ τελειότερον τὸ
5045ἄρθρον, ὥστε νὰ φαίνηται ὅτι ἡ συγκατάθεσις τῆς δημοτικῆς
5046ἀρχῆς ἀπαιτεῖται μόνον διὰ τὴν μετάθεσιν, διότι τοιαύτη
5047πράγματι εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου.
5048§214Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαι-
5049δεύσεως). Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου.
5050§215ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πλὴν τούτου ἔχει καὶ ἑτέραν
5051ἀταξίαν ἡ σύνταξις τοῦ ἄρθρου 26· διότι ἐδῶ, προκειμένου
5052περὶ μεταθέσεως, ἀπαιτεῖται ἡ συγκατάθεσις μόνον τῆς δη-
5053μοτικῆς ἀρχῆς τοῦ δήμου, ἐνῷ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον
5054διὰ τὸν διορισμὸν ἀπαιτεῖται πρότασις οὐχὶ τῆς δημοτικῆς
5055ἀρχῆς, ἀλλὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Λοιπόν, ἀντὶ νὰ εἴ-
5056πωμεν «τῇ συγκαταθέσει τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς», πρέπει, διὰ
5057νὰ ἤμεθα σύμφωνοι πρὸς τὸ προηγούμενον ἄρθρον, νὰ εἴπωμεν
5058«τῇ συγκαταθέσει τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου,
5059εἰς ὃν πρόκειται νὰ μετατεθῇ.» Τὰς δύο ταύτας παρατηρή-
5060σεις παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, καὶ νὰ διορθωθῇ τὸ
5061ἄρθρον, διότι μοὶ φαίνεται ὅτι, ὅπως ἔχει γραμματικῶς, φαί-
5062νεται ὅτι ἡ συγκατάθεσις ἀναφέρεται καὶ εἰς τὴν μετάθεσιν
5063καὶ εἰς τὴν παῦσιν.
5064§216Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαι-
5065δεύσεως). Νὰ τεθῇ «ἐπὶ μεταθέσεως δὲ ἀπαιτεῖται καὶ ἡ
5066συγκατάθεσις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου, εἰς ὃν
5067πρόκειται νὰ μετατεθῇ.»
5068§217ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μουτσό-
5069πουλος μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ ἐπιστήσω τὴν προτοχὴν τοῦ κ.
5070Ὑπουργοῦ ἐπὶ ἑνὸς ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἴσως παρατρέχο-
5071μεν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν ἔχο-
5072μεν δημοτικὰς ἀρχὰς αἱρετὰς, δηλαδὴ ἀντλούσας τὴν ἐξου-
5073σίαν αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς τῶν δημοτῶν, καὶ βεβαίως εἰς
5074τοῦτο περιστρέφεται ἡ αὐτοδιοίκησις, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ
5075καθιερώσωμεν, ὅτι ἀπονέμομεν ἐξουσίαν διὰ τὴν πρότασιν δη-
5076μοδιδασκάλων εἰς ἄρχοντας ἐκλεγομένους ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’
5077ὡς εἶναι γνωστὸν, τὴν ἐξουσίαν των αἱ σημεριναὶ δημοτικαὶ
5078ἀρχαὶ τὴν ἀντλοῦσιν ἐκ τοῦ νόμου· αἱ σημεριναὶ δημοτικαὶ
5079ἀρχαὶ δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ προσωρινοὶ διαχειρισταὶ τῶν ὑπο-
5080θέσεων τοῦ δήμου.
5081§218Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐγκατάστασις τῶν νέων
5082δημοτικῶν ἀρχῶν γίνεται τὴν 1 Ὀκτωβρίου.
5083§219ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἀνεβλήθησαν.
5084Οἱ σήμερον διοικοῦντες τοὺς δήμους τοὺς διοικοῦσι προσωρινῶς.
5085Εἶναι ὀρθὸν εἰς αὐτὰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, εἰς αὐτὰ τὰ Δη-
5086μοτικὰ Συμβούλια ν’ ἀναθέσωμεν αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν;
5087§220Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύ-
5088σεως). Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου εἶναι εὔ-
5089λογος. Ἀλλ’ ὡς τελευταῖον ἄρθρον ἐθέσαμεν κατ’ ἀνάγκην
5090διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐφαρμογὴ καὶ ἡ λειτουργία
5091τοῦ παρόντος νόμου θὰ ὁρισθῇ διὰ Β. Διατάγματος, καθο-
5092ρίζοντος τὰ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Μέχρις ὅτου ἐκδοθῇ τὸ
5093διάταγμα αὐτὸ, μέχρις ὅτου διορισθῶσιν ἐπιθεωρηταὶ καὶ ἀρ-
5094χίσῃ ἡ λειτουργία τοῦ συστήματος καὶ καταρτισθῶσι τὰ
5095Ἐποπτικὰ Συμβούλια, δὲν δύνανται ἢ νὰ ἰσχύωσι τὰ κεί-
5096μενα.
5097§221ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ γείνῃ τὸ σκούπισμα τοῦ Σεπτεμβρίου.
5098§222Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ σκουπίσματος, πρό-
5099κειται περὶ ἀμέσων ἀποτελεσμάτων τῆς νομοθεσίας, καὶ ὁ
5100νόμος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἀμέσως εἰς ἐνέργειαν, διότι
5101δὲν ἔχομεν ἐπιθεωρητὰς, δὲν ἔχομεν Ἐποπτικὰ Συμβούλια.
5102Ἀπαιτεῖται μεγάλη προπαρασκευαστικὴ λειτουργία διὰ τὴν
5103ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου.
5104§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ δημοτι-
5105καὶ ἀρχαὶ πρέπει νὰ κανονισθῶσι διὰ τῶν νέων ἐκλογῶν· ἀλλὰ
5106αἱ ἐρωτήσεις σας περὶ τοῦ σκουπίσματος, τίνα λόγον ἔχουν;
5107Πρὸς τίνα σκοπὸν νὰ γείνῃ τὸ σκούπισμα;
5108§224ΡΑΛΛΗΣ. Ὥστε τὸ νομοσχέδιον θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τοῦ
5109προσεχοῦς Σεπτεμβρίου;
5110§225Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαι-
5111δεύσεως). Καὶ δὲν πιστεύομεν μάλιστα ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς
5112Σεπτεμβρίου.
5113§226ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπὸ τοῦ μεθεπομένου Σεπτεμβρίου τότε τοῦ
51141896. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ὁ κ.
5115Χατζόπουλος.
5116§227Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παντάπασι.
5117Διὰ Β. Διατάγματος θέλει προσδιορισθῆ ὁ χρόνος τῆς ἐνάρ-
5118ξεως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου· διατί; Διότι ἔχομεν δημοτι-
5119κὰς ἐκλογὰς, διότι ἐκ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν θέλει προκύ-
5120ψει ἡ νέα δημοτικὴ διοίκησις. Ὅταν προκύψωσιν αἱ νέαι δη-
5121μοτικαὶ ἀρχαὶ, τότε προσήκει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος.
5122§228ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ παντὸς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττι-
5123κῆς συνάδελφος εἶναι σύμφωνος, διότι εἴπερ τις καὶ ἄλλος διε-
5124μαρτυρήθη κατὰ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ὡς κακῶς παρατει-
5125νασῶν τὴν ἐξουσίαν των.
5126§229ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐλύθη τὸ ζήτημα.
5127§230ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς σκέψεως τοῦ
5128κ. Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ μοὶ ἀποδώσῃ
5129γνώμας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχω. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ τὸ δικαίωμα
5130τοῦ διορίζειν τοὺς δημάρχους ὡς συνταγματικὸν δικαίωμα,
5131ἀλλ’ ἀφοῦ τόσα ἄλλα δικαιώματα ἀφῃρέσαμεν ἀπὸ τὰς
5132δημοτικὰς ἀρχὰς, τοῦτο θὰ εἶναι σταγὼν ἐν τῷ ὠκεανῷ.
5133Ἀλλὰ θέλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἐννοῶ διατὶ, ὅταν πρό-
5134κειται περὶ μεταθέσεως ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον, γνωματεύει ἡ
5135δημοτικὴ ἀρχὴ, καὶ ὄχι πλέον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον.
5136§231ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διωρθώθη.
5137§232ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι εἶχε τὸν λόγον
5138του, τὸν ὁποῖον πρῶτον ἤδη μᾶς ἐγνώρισε· μᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ
5139εἶναι δύσκολον νὰ συνέλθῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ
5140ἀποφανθῇ περὶ τῆς μεταθέσεως· ὑποθέτει δὲ ταῦτα, εἶπεν ὁ
5141κ. Ὑπουργὸς, διότι νομίζει, ὅτι ἡ θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν
5142πρόκειται νὰ μετατεθῇ ὁ δημοδιδάσκαλος, εἶναι κενή· ἀλλὰ
5143ὑποθέσατε ὅτι δὲν εἶναι κενὴ καὶ πρόκειται περὶ μεταθέσεων
5144δύο ἢ τριῶν ἢ τεσσάρων· πῶς θὰ λειτουργήσωσι καὶ τὸ
5145Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ καὶ ὁ ἐπιθεω-
5146ρητής; Αὐτὸ εἶναι ἀπορίας ἄξιον.
5147§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 26 ὑπάρχει τροπολογία
5148τοῦ κ. Μπακοπούλου.
5149§234ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περιττὴ μετὰ τὴν παραδοχὴν
5150τοῦ πρώτου μέρους τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου.
5151§235ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν παρατήρησίν μου
5152περὶ τῆς ἀνωμαλίας ἐν τῇ παρούσῃ διατάξει...
5153§236Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαι-
5154δεύσεως). Οὐδεμία ἀνωμαλία ὑπάρχει. Τὸ ἄρθρον λέγει:
5155«Παῦσις ἢ εἰς κενὴν θέσιν μετάθεσις δημοδιδασκάλου, δημο-
5156διδασκαλίσσης ἢ γραμματοδιδασκάλου ἐπιτρέπεται μόνον ἂν
5157αὕτη ἀπεφασίσθη ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τοῦ νο-
5158μοῦ, κατὰ τὸ ὑπὸ τοῦ παρ’ αὐτῷ ἐπιθεωρητοῦ ὑποβληθὲν εἰς
5159τὸ Ὑπουργεῖον πρακτικὸν αὐτοῦ, ἢ κατὰ παραστάσεις ᾐτιο-
5160λογημένας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, συγκαταθέσει πάν-
5161τως τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς τοῦ δήμου, εἰς ὃν πρόκειται νὰ
5162μετατεθῇ». Θὰ ἐρωτήσωμεν τὴν δημοτικὴν ἀρχήν.
5163§237ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ ἀφαιρεῖτε τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸ
5164Δημοτικὸν Συμβούλιον; διὰ τὴν εὐκολίαν;
5165§238Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως.
5166§239ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δόσατέ την, ὅπως καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 24
5167διὰ τὸν διορισμόν. Παρεδέχθητε ἐκεῖ, ὅτι, ἂν ἐντὸς 10 ἡμε-
5168ρῶν δὲν διορίσωσι, τὰ παρευρεθέντα μέλη θ’ ἀποφασίζωσι, καὶ
5169ἐν ᾗ περιπτώσει καὶ τοῦτο δὲν γείνῃ, ἔρχεται τὸ Ἐποπτικὸν
5170Συμβούλιον, καὶ τότε δὲν ἔχετε τὴν ἀδυναμίαν μεταξὺ δύο
5171ἄρθρων, τὰ ὁποῖα συγκρούονται.
5172§240ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀκόμη χειρότερον τότε, διότι δὲν εἶχον
5173παρατηρήσει ἀληθῶς, ὅτι πρόκειται εἰς κενὴν θέσιν ἡ μετά-
5174θεσις νὰ γείνῃ· ἡ εἰς κενὴν δὲ θέσιν μετάθεσις εἶναι διορισμὸς,
5175ἀφαιρεῖτε δὲ ἀπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου διὰ τῆς μιᾶς
5176χειρὸς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δίδετε διὰ τῆς ἄλλης· εἰς τὸ Δημοτι-
5177κὸν Συμβούλιον τὸ ἓν δίδετε τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως διὰ
5178τὸν διορισμὸν, εἰς τὸ ἄλλο λέγετε, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα
5179νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ διορισμοῦ εἰς τὴν θέσιν τὴν κενὴν
5180ἐκείνου, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ μεταθέσητε.
5181§241ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποθέσατε τί θὰ συμβῇ εἰς κενὴν θέσιν.
5182Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον προτείνει τὸν διορισμὸν τοῦ δημο-
5183διδασκάλου Α, τὸ Ὑπουργεῖον ἐννοεῖ νὰ μεταθέσῃ τὸν Β, καὶ
5184συγκαταθέσει τοῦ δημάρχου μεταθέτει τὸν Β. Ἐπροτάθη
5185ὁ διορισμὸς τοῦ Α, ἐγένετο καὶ ἡ μετάθεσις τοῦ Β· τίς ἐκ
5186τῶν δύο θὰ ᾖναι ὁ νόμιμος διδάσκαλος εἰς τὸν δῆμον τοῦτον;
5187Βεβαίως ὁ προταθεὶς ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
5188(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 26, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀνα-
5189γινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 27 ἄνευ
5190ἀντιῤῥήσεως, ἀποσυρθείσης τῆς ἐπ’ αὐτοῦ τροπολο-
5191γίας τοῦ βουλευτοῦ Μαντινείας κ. Μπακοπούλου).
5192§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 28 (ἀναγινώσκεται).
5193§243ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγένετο μία παρατήρησις, τὴν ὁποίαν
5194θεωρῶ ὀρθήν. Δὲν πρέπει πᾶσαν πρᾶξιν δημοδιδασκάλου ἢ
5195δημοδιδασκαλίσσης, προσβάλλουσαν τὰ ἤθη, νὰ τὴν καταγ-
5196γέλλῃ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, διότι ὑπάρχουσι
5197πράξεις κατὰ τῶν ἠθῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν καταδιώκονται αὐτε-
5198παγγέλτως.
5199§244Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως).
5200Ὅταν ἦναι πρᾶξις ἀξιόποινος.
5201§245ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι ἁπλῶς πρᾶξις ἀξιόποινος. Πρέ-
5202πει νὰ δύναται καὶ νὰ καταδιωχθῇ ἄνευ μηνύσεως τοῦ πα-
5203θόντος, διότι ὑπάρχουσι προσβολαὶ κατὰ τῶν ἠθῶν, αἱ ὁποῖαι
5204καταδιώκονται μὲν, ἀλλὰ μόνον δυνάμει καταγγελίας τοῦ
5205παθόντος. Θὰ ἦναι ἄτοπον, ἀφοῦ ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ προ-
5206στατεύσῃ ἀπὸ τῶν προσβολῶν τὴν τιμὴν τῶν οἰκογενειῶν, τὸ
5207Ἐποπτικὸν Συμβούλιον νὰ καταγγέλλῃ ἀδιακρίτως αὐτὰς
5208εἰς τὴν ἐπὶ τῆς καταδιώξεως δημοσίαν ἀρχήν. Ἡ οἰκογένεια
5209τοῦ παθόντος ἐτέθη παρὰ τοῦ νόμου ὁ μόνος κριτὴς, ἂν πρέπῃ
5210προσβολή τις κατὰ τῆς τιμῆς ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς νὰ κατα-
5211διωχθῇ διὰ δημοσίας ἀγωγῆς. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀφεθῇ ἐλευ-
5212θέρα αὐτὴ νὰ καταγγέλλῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἂν θέλῃ.
5213§246Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
5214παιδεύσεως). Ἂν ἡ πρᾶξις ἦναι καταδιώξιμος ἐξ ἐπαγγέλ-
5215ματος. Ὥστε νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει, μετὰ τὸ «ἂν ἡ πρᾶ-
5216ξις τυγχάνῃ ἀξιόποινος», αἱ λέξεις «καὶ αὐτεπαγγέλτως
5217καταδιώξιμος».
5218§247Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἀνεξαρτήτως τούτου, νομίζω ὅτι ὑπάρ-
5219χουσιν ἄλλα ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα δὲν συμβιβάζονται πρὸς
5220τὸ διδασκαλικὸν ἐπάγγελμα· χαρτοπαιξία, μέθη, προσβολὴ
5221κατὰ τῶν ἠθῶν ἐπανειλημμένη κτλ. Ὁ τοιοῦτος δημοδιδά-
5222σκαλος, ἂν πρὸς καιρὸν παυθῇ καὶ ἄλλο Συμβούλιον τὸν θέλῃ
5223διδάσκαλον, θὰ μεταφέρῃ τὰ δικαιώματά του καὶ θὰ διορί-
5224ζηται ἐκεῖ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν μετ’ ἀπόφα-
5225σιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου νὰ διαγράφηται τοῦ ἐλέγ-
5226χου ὁ τοιοῦτος διδάσκαλος.
5227§248ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Δε-
5228ληγεώργη, παρατηρῶ ὅτι, ἐὰν ἦναι αὐτεπαγγέλτως κατα-
5229διώξιμος ἡ πρᾶξις, ὑποτίθεται ὅτι ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ θέ-
5230λει καταδιώξει αὐτὴν αὐτεπαγγέλτως, ἑπομένως νομίζω, ὅτι
5231πρέπει, διὰ νὰ ἤμεθα συνεπεῖς πρὸς τοὺς νόμους μας καὶ τὰ
5232τεκμήρια τῶν νόμων μας, νὰ ἀφαιρέσωμεν αὐτὴν τὴν ἔκφρα-
5233σιν, διότι ἡ αὐτεπαγγέλτως καταδιωκομένη πρᾶξις, ὑποτί-
5234θεται ὅτι θέλει καταδιωχθῆ ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως. Δὲν ὑπάρ-
5235χει λοιπὸν ἀνάγκη νὰ δώσῃ τὴν ὤθησιν τὸ Ἐποπτικὸν Συμ-
5236βούλιον, κρίνον αὐτὸ, ἐναντίον τοῦ προορισμοῦ του καὶ τῆς
5237δικαιοσίας τῶν ἰδεῶν του καὶ τῶν γνώσεών του, «ὅτι ἐνταῦθα
5238πρόκειται περὶ πράξεως αὐτεπαγγέλτως καταδιωκομένης»,
5239καὶ νὰ στείλῃ τὸ πρακτικόν του εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Διὰ
5240τοῦτο νομίζω, ὅτι πληρέστατα πρέπει νὰ γείνῃ ἐντελῶς ἡ
5241παράλειψις τῆς περιττῆς αὐτῆς ἐκφράσεως.
5242§249ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅλον τὸ ἄρθρον νὰ λείψῃ.
5243§250Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ φαί-
5244νεται ὅτι ἡ προσθήκη ἡ προταθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ
5245Μεσολογγίου περιττεύει. Ὁ Εἰσαγγελεὺς θέλει συμμορφωθῆ
5246μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς καταδιώκει
5247τὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα. Ἂν ἀπαιτῆται ἔγκλησις, θέλει
5248γείνῃ ἡ καταδίωξις, ἂν ἐδόθη ἔγκλησις· ἂν δὲν ἀπαιτῆται
5249ἔγκλησις, θέλει γείνῃ ἡ καταδίωξις ἀναγκαίως. Ἑπομένως
5250εἶναι περιττὸν ἐνταῦθα νὰ διδάξωμεν διὰ τοῦ νόμου, τί θέ-
5251λει πράξει ὁ Εἰσαγγελεὺς, διότι οὗτος γνωρίζει τί θέλει πρά-
5252ξει· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων
5253Βουλευτὴς, εἶναι ὀρθὸν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ διδά-
5254σκαλος πρέπει νὰ διαγράφηται τῶν ἐλέγχων.
5255§251ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄνευ ἀποφάσεώς τινος δικαστικῆς;
5256§252Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως ἡ παῦσις αὕτη δὲν εἶ-
5257ναι αὐθαίρετος πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ γίνεται τῇ προ-
5258τάσει τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, καὶ διὰ τοιοῦτον λόγον ἡ
5259παῦσις αὕτη πρέπει νὰ τὸν καθιστᾷ ἀνίκανον διὰ νὰ διορισθῇ
5260ἐκ νέου.
5261§253ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει διάταξις ἀπολογίας.
5262§254ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νὰ δύναται νὰ ἐφεσιβάλλῃ τὴν ἀπό-
5263φασιν ὁ δημοδιδάσκαλος· διότι θὰ ᾖναι πολὺ αὐστηρὰ τοι-
5264αύτη ἀπόφασις νὰ διαγράφηται τῶν ἐλέγχων.
5265§255Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε πεισθῆ, ὅτι εἶναι κα-
5266κοηθέστατος, εἶναι μέθυσος, ὠλίσθησεν εἰς ἐγκλήματα ἠθι-
5267κῆς· πῶς θέλετε νὰ διατηρήσητε αὐτὸν ἐπὶ πλέον;
5268§256ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δυνατὸν νὰ ᾖναι συκοφαντία. Οὐδεμία
5269ἀπολογία ὑπάρχει τούτου.
5270§257Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει ἀπολογία ἐνώπιον τοῦ
5271Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου.
5272§258ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει.
5273§259ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχει.
5274§260ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον)... Δὲν βλέπω
5275διαδικασίαν τινὰ, ἐξασφαλίζουσαν τὸν διδάσκαλον ὡς πρὸς
5276τοῦτο.
5277§261Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαι-
5278δεύσεως). Μὲ τὴν ὁποίαν κάμνομεν μεταῤῥύθμισιν, νομίζω
5279ὅτι πληροῦται ὁ λόγος. Ἡ μεταῤῥύθμισις ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ὁ
5280διὰ τοιούτους λόγους παυόμενος δημοδιδάσκαλος, μετ’ ἀπο-
5281λογίαν, διαγράφεται ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν δημοδιδασκάλων,
5282ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐπὶ διετίαν.»
5283§262ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
5284§263Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ διετίαν μόνον.
5285§264ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρῶτον ἐρωτῶ τὸ κ. Ὑπουργὸν, διατὶ
5286νομίζει ὅτι ἐν τῷ νόμῳ πρέπει νὰ ἔχῃ δικαίωμα μόνον ἐπὶ
5287χρόνον νὰ τὸν διαγράφῃ; Δὲν εἶναι ἄτοπον καὶ αὐθαίρετον
5288νὰ περιορίζηται ἐπὶ τοιούτων πράξεων ἡ ἀναξιότης τοῦ δη-
5289μοδιδασκάλου; Ἐὰν πεισθῇ ὅτι τις ἐκ τῶν ἐν τῷ καταλόγῳ
5290ἔπραξεν ἀπρεπῆ καὶ πρέπει νὰ παυθῇ, ἂς τὸν παύσῃ ὁ Ὑπουρ-
5291γὸς, ἀλλ’ ἂς μὴ ἀπαγορεύηται ὁ ἀναδιορισμός του εἰς δύο μό-
5292νον ἔτη, ἂν ᾖναι ἀνάξιος ν’ ἀναδιορισθῇ ἐντελῶς, ἢ ἂς μὴ
5293ἀπαγορεύηται ἐπὶ δύο ἔτη, ἂν τὸ παράπτωμά του ᾖναι
5294τοιοῦτον, ὥστε δικαιολογεῖται καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως δύο
5295ἐτῶν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
5296§265Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως. Ὁ διδάσκαλος διὰ τῆς ἀπο-
5297κτήσεως τοῦ πτυχίου ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διδάσκῃ ἐν τοῖς
5298σχολείοις τοῦ Κράτους.
5299§266ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸν διαγράφετε.
5300§267Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ διαγραφή του ἐκ τοῦ καταλόγου
5301ἔχει μόνον λόγους ὑπηρεσιακοὺς, τοῦ νὰ γνωρίζωμεν τίνες
5302κατὰ νόμον διδάσκουσιν, ἢ ποῖοι καὶ πόσοι διδάσκουσι καὶ
5303ἔχουσι δικαίωμα νὰ διδάσκωσιν. Αὐτὸ ἔχει καθαρὸν λόγον
5304ὑπηρεσιακόν· δὲν δύναται νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα ὁ
5305Ὑπουργὸς ἄνευ λόγου.
5306§268ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, εἶναι
5307αὐθαίρετον.
5308§269Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ὁ κείμενος νόμος ἔδωκεν εἰς τὸν
5309Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τῆς προσωρινῆς παύσεως.
5310§270Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ νὰ γείνῃ, προσωρινὴ παῦ-
5311σις· οὐχὶ ἐφ’ ὅρου ζωῆς νὰ μένῃ καταδεδικασμένος· ἐὰν δὲν
5312ᾖναι διετία, νὰ ᾖναι τριετία τὸ πολύ.
5313§271Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διετία ἀρκεῖ.
5314§272ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐγγύησις εἶναι ἀρκετή· μετὰ τὴν
5315ἀπολογίαν, ἀποφάσει τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου.
5316§273ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος
5317τοῦ ἄρθρου, νομίζω ὅτι εἶναι κακῶς διατετυπωμένον. Ἢ πρέπει
5318νὰ τεθῇ ὁ περιορισμὸς, τὸν ὁποῖον ἐν ἀρχῇ εἶπον, ἢ νὰ δια-
5319γραφῇ τὸ ἄρθρον. Διότι τὸ ἄρθρον τί λέγει; Μεταβάλλει
5320ἄρθρον τοῦ ποινικοῦ νόμου. Λέγει: «Ἂν τὸ περὶ παύσεως δη-
5321μοδιδασκάλου, δημοδιδασκαλίσσης ἢ γραμματοδιδασκάλου
5322πρακτικὸν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἀναφέρῃ ὡς αἰτίαν
5323τῆς ἀποφάσεως ταύτης πρᾶξίν τινα τοῦ δημοδιδασκάλου,
5324τῆς δημοδιδασκαλίσσης ἢ τοῦ γραμματοδιδασκάλου, ἀναι-
5325ροῦσαν τὴν ἐμπρέπουσαν τῷ διδασκάλῳ σεμνότητα τῶν ἠθῶν,
5326μετὰ τὴν παῦσιν ἀποστέλλεται τὸ πρακτικὸν πρὸς τὸν ἁρμό-
5327διον Εἰσαγγελέα, πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν αὐτοῦ...» Ἄρα
5328παραδέχεται, ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων περὶ προσβολῆς
5329τῶν ἠθῶν, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον,
5330διότι θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἀξιόποινος τοιαύτη τις πρᾶξις, νὰ παρα-
5331πέμψῃ αὐτὴν πρὸς καταδίωξιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Λέγου-
5332σιν «ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ κρίνῃ.» Ἀλλὰ τοῦτο ἀκριβῶς δὲν θέ-
5333λει ὁ νόμος, καὶ τὸ ἀπηγόρευσε. Λοιπὸν διατὶ νὰ γείνῃ διά-
5334βημα τοιοῦτον; Διατὶ, ἀφοῦ ἀπαιτεῖται ἔγκλησις διὰ τοι-
5335αύτας πράξεις ἀπευθυνομένας κατὰ τῶν ἠθῶν, διατὶ, ἀφοῦ ὁ
5336ποινικὸς νόμος ἠθέλησε ν’ ἀφήσῃ εἰς τὸν παθόντα καὶ τὴν οἰ-
5337κογένειαν αὐτοῦ νὰ κρίνῃ ἂν πρέπῃ νὰ καταδιωχθῇ ἡ πρᾶ-
5338ξις, ἡμεῖς νὰ θέλωμεν νὰ κρίνῃ τοῦτο ὁ Εἰσαγγελεύς; Εἶναι
5339ἀληθῶς τοιαύτη ἡ θέλησις τοῦ νομοσχεδίου, ἢ ἐξ ἀπροσεξίας
5340ἐτέθη; ὑποθέτω ὅτι εἶναι τὸ δεύτερον, καὶ διὰ τοῦτο προ-
5341τείνω νὰ τεθῇ «ἂν καταδιώκηται ἐξ ἐπαγγέλματος», ἢ ἄλ-
5342λως νὰ διαγραφῇ, διότι δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πρέπον ἐν ἄρθρῳ
5343τοιούτῳ νὰ κανονίζωνται τὰ περὶ ποινικῆς καταδιώξεως, περὶ
5344ποινικῆς δὲ καταδιώξεως ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον.
5345§274Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἦναι ἀξιόποινος ἡ
5346πρᾶξις, ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν δύναται νὰ προβῇ· διατὶ νὰ πα-
5347ρεμβαίνῃ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν
5348τοῦ Εἰσαγγελέως;
5349§275ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διωρθώθη.
5350§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσουν οἱ διάλογοι.
5351§277ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πῶς διωρθώθη;
5352§278Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύ-
5353σεως). Προσετέθη (ἀναγινώσκει: «Ἐὰν ἡ πρᾶξις τυγ-
5354χάνῃ ἀξιόποινος καὶ αὐτεπαγγέλτως καταδιώξιμος. Ὁ
5355διὰ τοιούτους λόγους παυόμενος δημοδιδάσκαλος μετ’ ἀπολο-
5356γίαν διαγράφεται ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν δημοδιδασκάλων,
5357ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐπὶ διετίαν.»
5358§279ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετ’ ἀπολογίαν πρὸς τὸν Ὑπουργόν.
5359§280Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐννοεῖται.
5360Λέγει «ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργοῦ».
5361§281ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι τοῦτο εἶναι πολὺ βαρὺ,
5362καὶ πρέπει νὰ τὸ σκεφθῶμεν καλῶς, διότι πολλάκις δύναται
5363νὰ συκοφαντηθῇ εἷς διδάσκαλος καὶ νὰ παραπεισθῶσιν οἱ
5364ἁρμόδιοι καὶ ἀποφασίσωσι περὶ αὐτοῦ ὅτι προσέβαλε τὰ ἤθη.
5365Γνωρίζετε ὅτι διὰ σοβαρωτέρας πράξεις ὁ νόμος μας δὲν ἐπι-
5366τρέπει τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, καὶ ἐκεῖ
5367δὲ, ἔνθα τὴν ἐπιτρέπει, ὅταν πρόκειται περὶ πλημμελημάτων,
5368ὡς ἐδῶ, τὴν ἐπιτρέπει διὰ χρόνον περιωρισμένον καὶ πότε;
5369μετ’ ἀπόφασιν δικαστικήν· ἐδῶ ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως,
5370ἄνευ ἀποδείξεώς τινος, ἀλλὰ μόνον μετὰ μίαν ἀπολογίαν, τὴν
5371ὁποίαν ἐθεώρησεν ἐπαρκῆ ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτής.
5372§282ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετ’ ἀπόφανσιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμ-
5373βουλίου καὶ ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργοῦ.
5374§283ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου εἶναι γνωμο-
5375δότησις, δὲν εἶναι δὲ δικαστήριον τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον.
5376§284ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ ν’ ἀποφασίζῃ, θὰ ἔλαβεν ἐντολήν.
5377§285ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπόφασις δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ, ἐὰν
5378δὲν στηρίζηται εἰς κανόνας ἀποδείξεως· ἐδῶ εἰς οὐδένα κα-
5379νόνα στηρίζεται. Προτείνει ὁ ἐπιθεωρητής, καὶ τὸ Συμβού-
5380λιον ἀποφαίνεται. Πῶς θὰ ἐπιβάλωμεν τοιαύτην ποινὴν εἰς
5381ἕνα δημοδιδάσκαλον, διότι ἔτυχεν δύο ἢ τρεῖς ἄνθρωποι νὰ
5382τὸν συκοφαντήσουν; πῶς θὰ τῷ ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα
5383τοῦ εἰς τὸ μέλλον διορισμοῦ του; Δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι
5384ὀρθόν. Δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ποινὰς, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰς
5385δώσωμεν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν μιᾶς δικαστικῆς ἐξουσίας. Διὰ
5386τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν διάταξιν μόνον
5387διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὑπάρχει δικαστικὴ ἀπόφασις.
5388§286ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέψωμεν
5389διατάξεις σοφὰς τοῦ νόμου ἡμῶν· καὶ ἀκριβῶς ἐδῶ δὲν ὑπάρ-
5390χει ἀνάγκη νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ ἀνατροπή. Ποῖος εἶναι ὁ σκο-
5391πὸς τοῦ νόμου, ἀπαγορεύοντος τὴν παρέμβασιν τῆς ἀρχῆς;
5392διότι ἐθεώρησεν ὅτι εἴς τινας περιπτώσεις δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ
5393γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως, παρὰ μόνον ὁ παθών. Ἐνταῦθα ἀνα-
5394τρέπομεν μίαν θεμελιώδη διάταξιν καὶ ἐπιτρέπομεν εἰς ἓν
5395Ἐποπτικὸν Συμβούλιον νὰ καταγγέλλῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα.
5396Εἶναι δὲ οὐσιῶδες, ἂν οὗτος θὰ προβῇ εἰς τὴν καταδίωξιν
5397ἢ ὄχι. Διατὶ νὰ θέσωμεν ἐνταῦθα τὴν διάταξιν ταύτην;
5398Πολλάκις δύναται τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον δὲν
5399εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ αἰτιολογήσῃ τὴν ἀπόφασίν του, νὰ
5400ἀποφανθῇ περὶ διδασκάλου ἢ διδασκαλίσσης, ὅτι πρέπει νὰ
5401ἐπέλθῃ ἡ ἀπόλυσις, χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ περιστατικὰ λεπτο-
5402μερῆ, ἢ δύναται νὰ τὰ ἀναφέρῃ κατὰ τρόπον κατάλληλον,
5403καὶ τοῦτο χάριν τῆς κοινωνίας.
5404§287ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἀρκετὴ τιμωρία διὰ
5405τὸν δημοδιδάσκαλον, ὅτι θὰ ἔχῃ εἰς τὴν ῥάχιν του ἀπόφασιν
5406τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία θὰ λέγῃ, ὅτι παύεται,
5407διότι δὲν ἐτήρησε τὴν σεμνότητα τοῦ ἤθους, ἀλλὰ πρέπει
5408νὰ ἔχωμεν καὶ μίαν ἀπόφασιν δικαστικοῦ λειτουργοῦ; Ἐὰν
5409τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον κριθῇ ἄξιον τῶν καθηκόντων, τὰ
5410ὁποῖα ἀπονέμομεν αὐτῷ, ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ τὸ ἦθος
5411τοῦ δημοδιδασκάλου. Νομίζω ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν
5412προτείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ θέσιν εἰς
5413συγκεντρωτικὸν νόμον, ἀλλ’ εἰς ἀποκεντρωτικὸν θὰ δημιουρ-
5414γήσῃ δυσκολίας καὶ σκάνδαλα, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ
5415μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῆς.
5416(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 28, ὡς ἐτροποποιήθη).
5417§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 29 (ἀναγινώσκεται).
5418§289Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαι-
5419δεύσεως). Ἐνταῦθα παρακαλῶ, νὰ γείνῃ ἡ ἑξῆς προσθήκη.
5420Ἐν τέλει τῆς αʹ παραγράφου νὰ προστεθῇ: «Τῶν γραμμα-
5421τοδιδασκάλων ὁ μισθὸς, πλὴν τῶν γραμματιστῶν, ὁρίζεται
5422εἰς δραχμὰς τεσσαράκοντα πέντε». Ἐν δὲ τῇ τελευταίᾳ πα-
5423ραγράφῳ, ἀντὶ «τὰ τῶν μισθῶν τῶν γραμματοδιδασκάλων»,
5424νὰ τεθῇ «τὰ τῶν μισθῶν τῶν γραμματιστῶν».
5425§290ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐα-
5426ρεστηθῇ νὰ ἄρῃ τὴν ἀνισότητα, ἡ ὁποία ὑπάρχει ὡς πρὸς
5427τὸν μισθὸν μεταξὺ δημοδιδασκάλων καὶ δημοδιδασκαλισσῶν...
5428Ἐπειδὴ τὸν βλέπω ἐνδοιάζοντα, ἂς γείνῃ τοὐλάχιστον ἡ ἀφο-
5429μοίωσις διὰ τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, διότι εἶναι ἄδικον
5430οἱ δημοδιδάσκαλοι νὰ λαμβάνωσι μισθὸν 150 δραχμῶν, αἱ δὲ
5431δημοδιδασκάλισσαι μόνον 120.
5432§291ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1892 ἐπῆλθεν ἄλλη
5433ἀναλογία τῶν μισθῶν, καθ’ ἣν αἱ δημοδιδασκάλισσαι δὲν λαμ-
5434βάνουσι πλέον τὸν αὐτὸν μισθὸν μὲ τοὺς δημοδιδασκάλους.
5435Τοῦτο ἐγὼ τοὐλάχιστον εὑρίσκω δίκαιον· διότι συνήθως οἱ
5436δημοδιδάσκαλοι εἶναι ἔγγαμοι καὶ ἔχουσι βάρη μεγαλείτερα
5437ἢ αἱ διδασκάλισσαι, αἵτινες συνήθως ὑπηρετοῦσι μόνον ἄγα-
5438μοι οὖσαι.
5439§292ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ δημοδιδάσκαλοι δὲν μεταβαίνουσι
5440μόναι εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἀλλὰ συνοδεύονται ὑπὸ μητρὸς ἢ
5441ἀδελφῆς, ἑπομένως προστίθεται ἐν βάρος, χωρὶς νὰ συντρέχῃ
5442εἰς τὰ βάρη τῆς ὑπάρξεως.
5443§293ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπ’ αὐτῶν πρόκειται περὶ μιᾶς συνοδοῦ, ἐνῷ
5444οἱ δημοδιδάσκαλοι ἔχουσι τέκνα καὶ πολυμελῆ οἰκογένειαν
5445ἐνίοτε.
5446(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 29, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ
5447τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως. Μεθ’ ὃ
5448ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥή-
5449σεως τὰ ἄρθρα 30–32).
5450§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 33 (ἀναγινώσκεται).
5451§295ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ἡ
5452σύνταξις τοῦ ἄρθρου τούτου, διὰ νὰ ἐκφρασθῇ πληρέστερον ἡ
5453ἰδέα αὐτοῦ, ἡ ὁποία εἶναι, ὅτι καὶ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ
5454τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα ὑπόκεινται εἰς τὴν ἐποπτείαν τῶν Ἐπο-
5455πτικῶν Συμβουλίων. Τὴν ἐποπτείαν ταύτην ἐνασκεῖ τὸ Ἐπο-
5456πτικὸν Συμβούλιον ἐν μὲν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις διὰ τοῦ
5457ἐπιθεωρητοῦ, ἐν δὲ τοῖς ἑλληνικοῖς διὰ τοῦ γυμνασιάρχου,
5458ἀλλ’ ὡς διατυποῦται τὸ ἄρθρον, δὲν ἐξάγεται αὐτὴ ἡ ἔννοια.
5459§296Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύ-
5460σεως). Ἀντίφασις δὲν ὑπάρχει· τὸ πρὸς ἐκτέλεσιν Β. Διά-
5461ταγμα θὰ τὰ καθαρίσῃ.
5462§297ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Β. Διάταγμα νὰ
5463ἀναθέσῃ εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τὴν ἐποπτείαν τῶν
5464ἑλληνικῶν σχολείων, ἀφοῦ ῥητὴ διάταξις τοῦ νόμου τὴν ἀνα-
5465θέτει εἰς τοὺς γυμνασιάρχας.
5466(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 33, ὡς ἔχει).
5467§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 34 (ἀναγινώσκεται).
5468Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βου-
5469λευτοῦ Βόλου κ. Ν. Σχινᾶ (ἀναγινώσκεται).
5470§299ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν εἶχον
5471παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, νὰ
5472διευκρινήσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου τούτου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ
5473τὰς σχέσεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῆς Κεφαλληνίας πρὸς τὸ Ἐπο-
5474πτικὸν Συμβούλιον Ζακύνθου, καὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Κερκύ-
5475ρας πρὸς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον Ἄρτης. Νομίζω ὅτι ἐκ
5476τοῦ νόμου ἐξάγεται, ὅτι ὑπάρχουσιν αἱ αὐταὶ σχέσεις τοῦ
5477ἐπιθεωρητοῦ πρὸς ἓν ἕκαστον τῶν Συμβουλίων τούτων, ὡς καὶ
5478παντὸς ἄλλου πρὸς τὸ οἰκεῖον Ἐποπτικὸν Συμβούλιον· δη-
5479λαδὴ ὁ ἐπιθεωρητὴς δύναται νὰ ὑπάγηται εἰς τὴν διάταξιν
5480τοῦ ἄρθρου 39 περὶ παύσεως αὐτοῦ καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἐπο-
5481πτικοῦ Συμβουλίου Κερκύρας καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἐποπτικοῦ
5482Συμβουλίου Ἄρτης, καθὼς καὶ ὁ ἕτερος ἀπέναντι τοῦ Ἐπο-
5483πτικοῦ Συμβουλίου Κεφαλληνίας καὶ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμ-
5484βουλίου Ζακύνθου. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν δὲν διευ-
5485κρινισθῇ ἡ ἔννοια, δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ δυσκολία εἰς τὴν ἐφαρ-
5486μογήν, διότι ἐνδέχεται τὸ ἓν Συμβούλιον νὰ θέλῃ νὰ παυθῇ
5487ὁ ἐπιθεωρητής, καὶ τὸ ἕτερον νὰ μὴ θέλῃ. Νομίζω λοιπὸν,
5488ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διευκρινισθῇ ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου τούτου,
5489ἀφοῦ λόγῳ οἰκονομίας δὲν κατωρθώθη νὰ προστεθῇ εἷς ἐπι-
5490θεωρητής, ἢ τοὐλάχιστον εἷς βοηθός.
5491§300Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύ-
5492σεως). Ὁμολογῶ ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἔχει
5493βάσιν, διότι ἐνδεχόμενον εἶναι ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ γίνηται κατα-
5494χραστὴς ἐν τῷ νομῷ Ἄρτης καὶ νὰ προφυλάσσηται ἐν τῷ
5495νομῷ Κερκύρας. Διὰ τοῦτο νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ
5496εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 34: «Ἡ διά-
5497ταξις τοῦ ἄρθρου 39 ἰσχύει καὶ ὡς πρὸς τὰ Ἐποπτικὰ
5498Συμβούλια Ζακύνθου καὶ Ἄρτης».
5499§301ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ.
5500Σχινᾶ, παρατηρῶ, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος εἶχε προτείνει, καὶ
5501ἐγὼ ὑπεστήριξα, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τῶν
5502ἐπιθεωρητριῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τοῦ κ. Σχινᾶ ἡ τροπολο-
5503γία δὲν δύναται ἢ νὰ γείνῃ παραδεκτή, διότι, ὅπως καθω-
5504ρίσαμεν προσόντα ἐπὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ
5505καθορίσωμεν τοιαῦτα καὶ ἐπὶ τῶν ἐπιθεωρητριῶν· νομίζω μά-
5506λιστα, ὅτι ἔτι μᾶλλον πρέπει νὰ φροντίσωμεν περὶ προσόντων
5507τῶν ἐπιθεωρητριῶν· διότι, ἐὰν ἀφήσωμεν νὰ διορίζηται ἐπι-
5508θεωρήτρια ἐκείνη ἡ ὁποία ἔχει, ὡς λέγει τὸ νομοσχέδιον, με-
5509μαρτυρημένας παιδαγωγικὰς γνώσεις, ἀφίνεται ἐλευθερία πολὺ
5510μεγάλη εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφή-
5511σωμεν ἓν στάδιον τοιοῦτον, στάδιον ἐνοχλήσεων πρὸς τοῖς ἄλ-
5512λοις, εἰς τοὺς ἑκάστοτε Ὑπουργοὺς, νὰ διορίζωσιν ὁποίας ἂν
5513θέλωσι. Τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὸ ὅλον σύστημα, τὸ ὁποῖον
5514παρεδέχθημεν, σύστημα ἐγγυήσεων, σύστημα περιορισμῶν.
5515§302Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν
5516καλωσύνην νὰ ἀποδεχθῇ κατ’ ἀρχὴν τὴν τροπολογίαν μου,
5517ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πᾶσα ἐπιθεωρήτρια καθὼς καὶ πᾶς ἐπιθεω-
5518ρητὴς πρέπει νὰ ἦναι καὶ κατὰ τὰς γνώσεις καὶ κατὰ πολλὰ
5519ἀνώτερος τοῦ ἐπιθεωρουμένου. Ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν
5520ὁ κ. Ὑπουργός, εἶναι δυνατὸν ἴσως νὰ ἐφαρμοσθῇ μόνον παρ’
5521αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει πλήρη τὴν διάθεσιν νὰ
5522πέμψῃ ἐπιθεωρητρίας ἐχούσας μεμαρτυρημένας γνώσεις, ἀλλὰ
5523νομοθετοῦμεν ὄχι μόνον διὰ τὸν κ. Πετρίδην, ἀλλὰ καὶ διὰ
5524τοὺς διαδόχους αὐτοῦ, καὶ πρέπει νὰ περιλάβωμεν ὡρισμένα
5525προσόντα.
5526§303ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ ἀναγράψωμεν τὰ
5527ὀνόματα τῶν διορισθησομένων;
5528§304Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁπόταν καὶ αὖθις ἀναλάβητε ὑμεῖς τὴν
5529διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ ὑποβάλητε
5530νομοσχέδια, δύνασθε νὰ περιλάβητε ἐν αὐτοῖς τὰ ὀνόματα
5531τῶν προσώπων. Καὶ ἐγὼ ὅμως οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ
5532σᾶς ὀνομάσω πρόσωπα, καὶ τότε θὰ σᾶς φέρω τίτλους, τοὺς
5533ὁποίους ἴσως δὲν φαντάζεσθε.
5534Θεωρῶ λοιπὸν καλὸν νὰ ὁρισθῇ, ὅτι αἱ ἐπιθεωρήτριαι
5535πρέπει νὰ ἔχωσι δίπλωμα διδάκτορος τῆς Φιλολογίας ἢ
5536πτυχίον ξένης οἱασδήποτε Εὐρωπαϊκῆς Σχολῆς, Γερμανικῆς,
5537τὴν ὁποίαν ἴσως θὰ θέλῃ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Λοκρίδος, ἢ Γαλ-
5538λικῆς, ἐὰν νομίζῃ ὅτι καὶ τὸ πτυχίον τῆς Γαλλικῆς Σχολῆς
5539εἶναι ἀρκετόν.
5540§305ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν εἶχον ἰδέαν περὶ προσώπου
5541τινός, ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν περὶ τοιούτων
5542θεσμῶν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὡρισμένα πρόσωπα, εἶναι καλλίτερον
5543νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ ὀνομάσωμεν τὰ πρόσωπα ταῦτα.
5544Πρόσωπα ἐγὼ δὲν γινώσκω· ἓν μόνον γινώσκω, ὅτι εἰς οὐδὲν
5545Κράτος ἀπαντῶσιν ἐπιθεωρήτριαι, μόνον δὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα
5546θέλομεν νὰ νομοθετήσωμεν τὴν θέσιν ταύτην. Ἐννοῶ αἱ κυ-
5547ρίαι νὰ διορισθῶσι τὸ πολὺ–πολὺ διευθύντριαι ἀνωτέρου παρ-
5548θεναγωγείου, μολονότι σήμερον καὶ ἐπὶ τῶν ἀνωτέρων παρ-
5549θεναγωγείων προτιμᾶται ἀλλαχοῦ ὁ διορισμὸς ἀνδρὸς παιδα-
5550γωγικοῦ. Ἀλλὰ τὸ νὰ θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἐπιθεωρήτριαν, μά-
5551λιστα ἐν Ἑλλάδι, ταξειδεύουσαν πρὸς ἐπιθεώρησιν, ἐγὼ τοὐ-
5552λάχιστον νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε νὰ τὸ σκεπτώμεθα.
5553Ἐὰν θέλητε, ψηφίσατε τοῦτο, ἀλλ’ ἐν τοῖς πράγμασι θὰ
5554ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι διάταξις δυναμένη νὰ ἔχῃ μυρία ἄτοπα
5555ὡς ἐπακόλουθα.
5556§306Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Φαίνεται ὅτι τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Λοκρί-
5557δος, ὁ ὁποῖος ἀπέδειξεν ὅτι παρακολουθεῖ τόσον τὰ παιδαγω-
5558γικὰ, φαίνεται ὅτι διέφυγε τὴν προσοχὴν, διότι καταγίνεται εἰς
5559μόνον τὰ Γερμανικὰ, ὁ γαλλικὸς νόμος τῆς 10 Ἰουνίου 1880,
5560ὁ ὁποῖος εἰς τὸ 22 ἄρθρον ῥητῶς ὀνομάζει ἐπιθεωρητρίας τῶν
5561δημοτικῶν σχολείων. Καὶ τὴν ἀρχὴν, ὡς εἶπον, δὲν σκοπῶ νὰ
5562τὴν συζητήσω, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος ἐφαρ-
5563μόσθη ἐπὶ τῶν ἐπιθεωρήσεων τῶν νηπιαγωγείων καὶ ἔπειτα
5564ἐξετάθη ἐπὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. συνά-
5565δελφος παρηκολούθει ὀλίγον καὶ τὰ διεθνῆ Συνέδρια, τὰ ὁποῖα
5566συνεκροτήθησαν, ἤθελε μάθει, ὅτι κατὰ τὸ 1889 συνῆλθεν ἐν
5567Παρισίοις καὶ διεθνὲς συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ κα-
5568νονίσῃ τὰ τῶν δημοτικῶν σχολείων. Συνῆλθον κατὰ τὴν ἐπο-
5569χὴν ἐκείνην καὶ ἄλλα Συνέδρια περὶ κανονισμοῦ τῶν σιδη-
5570ροδρόμων, καὶ ἄλλο Συνέδριον περὶ κανονισμοῦ τῶν μηχανῶν
5571διὰ τὴν στάσιν τῶν ἁμαξοστοιχιῶν, καὶ πολλὰ ἄλλα, τὰ
5572ὁποῖα ἀφεώρων εἰς γενικοὺς σκοπούς. Μεταξὺ λοιπὸν ἐκείνων
5573κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 13 Αὐγούστου 1889 ἐγένετο ἀπο-
5574δεκτὸν ὁμοφώνως τὸ σύστημα τῶν ἐπιθεωρητριῶν, ἐτέθη δὲ
5575εἰς τὸν Γαλλικὸν νόμον, συνεπείᾳ προτάσεως Γερουσιαστοῦ,
5576τὸν ὁποῖον ἴσως γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ ἐκ Λοκρίδος ἀξιό-
5577τιμος Βουλευτής, καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἐξοχότης ἐν Γαλλίᾳ.
5578Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι τίποτε ἔκτακτον, ὅταν μά-
5579λιστα σήμερον βλέπητε μίαν διδασκάλισσαν νὰ ταξειδεύῃ ἐξ
5580Ἀθηνῶν εἰς Λιδωρίκιον π. χ., καὶ θὰ ἦναι εὔκολον μία ἐπι-
5581θεωρήτρια νὰ περιέρχηται τὰ σχολεῖα τῶν θηλέων.
5582§307ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἠξεύρω κάλλιστα, ὅτι πολλὰ καὶ
5583ποικίλα γίνονται Συνέδρια καὶ ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν Ἀμερικῇ,
5584εἰς τὰ ὁποῖα προτείνονται ὄχι μόνον ἐπιθεωρήτριαι νὰ γί-
5585νωνται αἱ θήλειαι, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχωσι πολιτικὰ δικαιώματα
5586ἀνδρῶν, ἤτοι νὰ ἐκλέγωσι καὶ νὰ ἐκλέγωνται, νὰ γίνωνται
5587καὶ Βουλευταὶ καὶ Ὑπουργοί. Ὑπάρχουσι μάλιστα πολλὰ
5588πρόσωπα, ἐπιφανῆ ἄλλως, ἅτινα τὰς τοιαύτας οὐτοπίας ὑπο-
5589στηρίζουσιν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποκλείει, ὅπως καὶ εἰς τὰς χώρας
5590ἐκείνας, πολλοὶ ἄνδρες, οὐχ ἧττον σοφοί, οὐχ ἧττον ἐπιφανεῖς,
5591θεωρῶσιν αὐτὰς οὐτοπίας, ἡ γνώμη δὲ αὐτῶν νὰ ἦναι ἡ
5592ἐπικρατεστέρα τὴν σήμερον. Ἐὰν ὅμως διὰ τὴν Ἀμερικήν,
5593τὴν Ἀγγλίαν, τὴν Γερμανίαν καὶ δι’ αὐτὴν τὴν Γαλλίαν
5594θεωρῶνται τὰ τοιαῦτα οὐτοπίαι, πῶς πρέπει νὰ θεωρηθῶσι
5595παρ’ ἡμῖν; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ προτιμότερον στάδιον δι’
5596αὐτὰς τὰς κυρίας, τὰς ὁποίας ἀνεφέρατε, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ
5597ὁποῖον ὑπέδειξα, νὰ γείνωσιν ἀνώτερα παρθεναγωγεῖα τοῦ
5598Κράτους, καὶ νὰ διορισθῶσιν ἐν αὐτοῖς διευθύντριαι ἢ διδα-
5599σκάλισσαι, ἐν ἄλλαις λέξεσι, νὰ περιορισθῶσιν ἐντός τινος ἐκ-
5600παιδευτηρίου, εἰς τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσι τὸν
5601προορισμόν των. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ! ἂς ἀφήσωμεν αὐτὰς τὰς
5602οὐτοπίας, νὰ νομίζωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν μία νεᾶνις, ἡ ὁποία
5603ἐμορφώθη, δὲν ἠξεύρω ποῦ, δύναται νὰ ταξειδεύῃ ἀπὸ τὰς
5604Ἀθήνας εἰς τὸ Καρπενήσιον καὶ νὰ ἐπιθεωρῇ τὰ σχολεῖα.
5605Ἴσως εἰς τὸν μέλλοντα αἰῶνα φθάσῃ ἡ ἀνθρωπότης εἰς αὐτὸ
5606τὸ σημεῖον τῆς προόδου· ἀλλ’ εἰς τὸν παρόντα αἰῶνα βε-
5607βαίως δὲν ἔφθασεν ἀκόμη ἐκεῖ.
5608§308ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐκ Λοκρίδος ἀξιότιμος συνάδελφος,
5609ὅταν ἀπαντᾷ μίαν ἐναντίαν γνώμην, ἀμέσως σᾶς λέγει:
5610«Οὐδαμοῦ ὑπάρχει τοῦτο, παντοῦ θεωρεῖται τοῦτο οὐτοπία,
5611παντοῦ εἶναι καταδεδικασμένον» καὶ νομίζει ὅτι, ἐὰν ἀπο-
5612φανθῇ οὕτω, τελειόνει τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ τοιαύτην δικτατορι-
5613κὴν ἐξουσίαν οὔτε ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν
5614ἔχει. Συνεζητοῦμεν χθὲς περὶ νηπιαγωγείων, καὶ ὁ ἀξιότιμος
5615συνάδελφος ἀμέσως ἔλεγε. «παντοῦ ταῦτα κατεδικάσθησαν».
5616Ἂν ὑπάρχωσι λ. χ. ἐν Γαλλίᾳ, ἀδιάφορον εἰς αὐτὸν, αὐτὸς
5617τὰ κατέκρινεν ὡς οὐδαμοῦ ὑπάρχοντα. Καὶ διατί τόσον πολὺ
5618ἐξηγέρθη κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ νὰ ὑπάρχωσιν ἐπιθεωρή-
5619τριαι; Διατί τόσον ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος
5620ἐλπίζει νὰ γείνῃ πάλιν Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, νὰ θέλῃ τὸ
5621ἀπεριόριστον ἐν τῷ θέματι τούτῳ, νὰ θέλῃ νὰ μὴ ἔχωσι προσόντα
5622ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ διορίσῃ ἐπιθεωρητρίας, νὰ θέλῃ
5623νὰ ἦναι ἐντελῶς ἐλεύθερος εἰς τὴν ἐκλογὴν ἐκείνων, τὰς ὁποίας
5624θὰ ἀποστείλῃ ὡς ἐπιθεωρητρίας; Τὸ πρᾶγμα καταντᾷ ἴσως
5625ἄξιον προνοίας! ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος σᾶς προσδιορίζει
5626καὶ τί δύνανται νὰ γείνωσιν αἱ ἔχουσαι προσόντα διπλω-
5627μάτων καὶ ἐξαιρετικῆς μορφώσεως. Καὶ νομίζει ὅτι ἐκδίδει
5628αὐτὴν τὴν στιγμὴν διατάγματα διορισμῶν, παύσεων καὶ κα-
5629νονιστικὰ ἀκόμη, καὶ σᾶς λέγει: «Τὰς διορίζω διευθυντρίας,
5630τὰς διορίζω διδασκαλίσσας. Δὲν ἐπιτρέπω νὰ τὰς διορίσητε
5631ἐπιθεωρητρίας· μάλιστα, ἐννοῶ αὗται νὰ διδάσκωσιν, ἀλλὰ
5632δὲν ἐννοῶ ὅμως νὰ τὰς ἀποστείλητε ἐπιθεωρητρίας». Καὶ
5633ἐφ’ ὅσον δὲν μορφώσωμεν διδασκαλίσσας, τὰς ὁποίας θὰ δι-
5634δάξουν αὗται, τότε διὰ τὰ σχολεῖα αὐτὰ τῶν θηλέων, ὑπὲρ
5635τῶν ὁποίων κατ’ ἀρχὴν κόπτεται ὁ συνάδελφος, λέγει ὅτι
5636δὲν κάμνετε τίποτε μὲ τὴν ἐκπαίδευσιν, δὲν μορφώνετε μητέ-
5637ρας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου σᾶς λέγει: «δὲν ἔχετε ἐκτελούσας τὸ
5638καθῆκόν των διδασκαλίσσας, ἀλλὰ καὶ μὴ τὰς ἐπιθεωρήσητε,
5639ἢ ἐὰν τὰς ἐπιθεωρήσητε, μόνον δι’ ἀνδρῶν νὰ τὰς ἐπιθεωρή-
5640σητε». Ἐὰν συμπέσῃ νὰ ὑπάρχωσιν ἐν Ἑλλάδι ἢ πρόκειται
5641νὰ ὑπάρξωσι γυναῖκες, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι δίπλωμα, καὶ Πανε-
5642πιστημιακὸν, φαίνεται αὐτὸ εἶναι σκανδαλῶδες, ποτὲ δὲν
5643πρέπει νὰ τὸ ἐπιτρέψητε αὐτὸ, αὐταὶ νὰ μεταβοῦν νὰ ἐπι-
5644θεωρήσουν· πρέπει νὰ ᾖναι ἐλεύθερον τὸ στάδιον, ἢ πρέπει
5645νὰ ᾖναι ἄνδρες διδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι νὰ μεταβοῦν νὰ ἐπι-
5646θεωρήσουν ἐκείνας, καὶ εἰς αὐτοὺς, τοὺς νέους μάλιστα, νὰ
5647ἐξηγηθοῦν αἱ διδασκάλισσαι, ἐὰν ταῖς συμβαίνῃ καὶ τίποτε,
5648τὸ ὁποῖον δυσχερῶς καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν ἐπιθεωρήτριαν θὰ
5649δύνανται νὰ ἐξηγηθοῦν, αὐτὸ θὰ δύνανται νὰ τὸ ἐξηγηθοῦν
5650πρὸς τὸν ἐπιθεωρητήν! Ἐγὼ δὲν πιστεύω, Κύριοι, καὶ κατὰ
5651τὴν συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου νὰ ἐπιδεικνύωμεν
5652τοιαύτας ἐγγυήσεις σοβαρότητος καὶ ἐμβριθείας, ὥστε νὰ
5653ἀξιῶμεν ὑπὲρ τοῦ φύλου ἡμῶν ἀποκλειστικῶς καὶ τὴν ἐπι-
5654θεώρησιν τῶν σχολείων τῶν θηλέων, καὶ ἴσως αὐτὰ ταῦτα,
5655τὰ ὁποῖα λέγονται ἐν τοιούτῳ θέματι ἐνταῦθα, ἔτι μᾶλλον
5656συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς ἰδέας τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν ἀνδρῶν
5657ἀπὸ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν σχολείων τῶν θηλέων.
5658§309ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι θὰ ἤμεθα συνεπέστεροι
5659καὶ θὰ καταστῶμεν καθ’ ὅλα πρότυποι, ἐὰν προβῶμεν ἔτι
5660περαιτέρω καὶ θεσπίσωμεν ὅτι ἐφεξῆς δύνανται νὰ γίνωνται
5661ἐν ἡμῖν καὶ θήλειαι Ὑπουργοὶ τῆς Παιδείας, — ἐκτὸς ἐὰν
5662ἔχῃ ἀντίῤῥησιν εἰς τοῦτο ὁ κύριος Πετρίδης — αἱ ὁποῖαι
5663νὰ ἔχωσι τὸν προορισμὸν τοῦ νὰ διευθύνωσι τὴν ἐκπαίδευσιν
5664τῶν θηλέων!
5665§310Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαι-
5666δεύσεως). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τῆς αʹ
5667παραγράφου τὸ ἑξῆς: «Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 39 ἰσχύει
5668καὶ ὡς πρὸς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια Ζακύνθου καὶ Ἄρτης».
5669Ἐν δὲ τῇ γʹ § μετὰ τὴν λέξιν «μεμαρτυρημένως» νὰ τεθῶ-
5670σιν αἱ λέξεις «διὰ πτυχίου Εὐρωπαϊκῆς τινος Σχολῆς», καὶ
5671μετὰ τὴν λέξιν «παιδαγωγικὰς» αἱ λέξεις «καὶ φιλολο-
5672γικάς».
5673Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 34, ὡς ἐτροποποιήθη
5674ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
5675Μεθ’ ὃ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα
567635 καὶ 36).
5677§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 37 (ἀναγινώσκεται).
5678§312ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἐπίστευσα χθὲς, ὅτι ἐγένετο δεκτὴ
5679ἡ διαγραφὴ τῶν λέξεων «καὶ μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ ἐπι-
5680θεωρητοῦ». Βλέπω ἤδη, ὅτι ἡ φράσις αὕτη μένει. Νομίζω
5681ὅτι ὄχι μόνον παρέλκει, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβὴς εἶναι ἡ γνω-
5682μοδότησις τοῦ ὑπαλλήλου περὶ ἐκλογῆς μελῶν, ἅτινα κατὰ
5683τὸ ἄρθρον 39 ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ τὸν παύωσι.
5684§313Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαι-
5685δεύσεως). Εἴπομεν ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωτική.
5686Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 37, ὡς ἔχει).
5687§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 38 (ἀναγινώσκεται).
5688§315Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαι-
5689δεύσεως). Παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι, μετὰ τὴν λέξιν «διευ-
5690θυντοῦ», ἐν τῷ ἕκτῳ στίχῳ τῆς προτελευταίας παραγράφου,
5691αἱ λέξεις «ἤ τινος τῶν καθηγητῶν».
5692(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 38 μετὰ τῆς προσθή-
5693κης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται
5694δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 39–52).
5695§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 53 (ἀναγινώσκεται).
5696§317Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαι-
5697δεύσεως). Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι
5698τὰ ἑπόμενα: «πλὴν τῶν διατάξεων τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ
56991834 περὶ ἐπιτοπίων ἐπιθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν τῶν δημοτι-
5700κῶν σχολείων, ὅσαι δὲν ἀντίκεινται εἰς τὸν παρόντα νόμον».
5701(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 53 μετὰ τῆς προσθήκης
5702ταύτης).
5703§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 54 (ἀναγινώσκεται).
5704§319ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνταῦθα νομίζω ὅτι πρέ-
5705πει νὰ γείνῃ μνεία, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύ-
5706σεως δὲν πληρόνονται μόνον ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ἐσόδων
5707τοῦ δήμου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἄλλων πόρων τοῦ ἄρθρου 60·
5708διότι, ὡς ἔχει, εἶναι εἰς ἀντίφασιν τὸ ἄρθρον 54 μὲ τὸ ἄρ-
5709θρον 60.
5710§320Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξαντλοῦν-
5711ται πρῶτον τὰ δημοτικὰ ἔσοδα, καὶ μετὰ τοῦτο γίγνεται
5712προσφυγὴ εἰς τὰ τοῦ δημοσίου ταμείου.
5713§321ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὐδαμοῦ τοῦ νομοσχεδίου γίνεται λό-
5714γος περὶ πληρωμῆς ἐκ τῶν δημοσίων ἐσόδων.
5715§322ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξηγεῖται εἰς τὰ κατωτέρω ἄρθρα,
5716ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνταῦθα ἡ διάταξις εἶναι γενικὴ, ἠδύνατο νὰ
5717τεθῇ τοῦτο.
5718§323Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προηγου-
5719μένως πρέπει νὰ πληρόνωσιν οἱ δῆμοι. Ὅταν δὲ δὲν ἐπαρ-
5720κῶσι τὰ δημοτικὰ ἔσοδα, τότε ἔρχονται τὰ τῆς συνδρομῆς τοῦ
5721Δημοσίου. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναγράψητε ἐν τῷ νόμῳ, καθ’ ἃ προ-
5722τείνουσιν, ἀδιαφόρως «ἐκ τῶν δημοτικῶν ἢ δημοσίων ἐσό-
5723δων», θέλετε καταστρέψει τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου.
5724§324ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἰδοὺ τί ἐννοῶ: «ἐκ τῶν δημοτικῶν ἐσό-
5725δων καὶ τῶν ὑπὸ τῶν κατωτέρω ἄρθρων ὁριζομένων πόρων.»
5726Ὥστε νὰ μὴ φαίνηται, ὅτι εἶναι περιοριστικόν. Διότι, ἐὰν
5727συνδυάσητε τὴν διάταξιν ταύτην μὲ τὴν διάταξιν τοῦ τελευ-
5728ταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 63, θέλετε ἐξαγάγει τὸ συμπέρασμα,
5729ὅτι ὑποτίθεται ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι οἱ πόροι τῶν δήμων εἶναι
5730ἐπαρκεῖς, ἵνα πληρώσωσι τὰς δαπάνας ταύτας, καὶ ὅτι οὐδε-
5731μία ἐκ τῶν προτέρων πρόνοια πρέπει νὰ ληφθῇ περὶ τῆς πλη-
5732ρωμῆς αὐτῶν καὶ ἐξ ἄλλων πόρων. Ἀλλ’ ἀκολούθως, ἐὰν
5733παρουσιασθῇ ἀνάγκη, ἔρχονται ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐπιβοηθητικαὶ
5734διατάξεις.
5735§325Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο ἐννοεῖ
5736τὸ ἄρθρον 58 (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ
5737ΑϠΝϚʹ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου χορηγουμένη
5738εἰς τοὺς δήμους ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου συνδρομὴ ἀπονέ-
5739μεται αὐτοῖς μόνον ἐὰν καὶ μετὰ τὰς κατὰ τὸ ἄρθρον 56
5740ἐπενεχθείσας ὑπὸ τοῦ νομάρχου μεταβολὰς ἐν τῷ προϋπολο-
5741γισμῷ, καὶ μετὰ τὴν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον αὔξησιν
5742τῶν φόρων, δὲν συμπληρόνωνται αἱ ἀπαιτούμεναι πιστώσεις.»
5743(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 54, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀνα-
5744γινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ
5745ἄρθρον 55).
5746§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 56 (ἀναγινώσκεται).
5747§327Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαι-
5748δεύσεως). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, μετὰ τὰς λέξεις «προ-
5749καλεῖται ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐπαρχιακοῦ
5750Συμβουλίου», ἀντὶ «κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 19 ἕως 22 τοῦ
5751ΑΘΝϚʹ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου», νὰ τεθῇ:
5752«κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 19, 20 καὶ 22 § αʹ», διότι τὸ
5753ἄρθρον 21 ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον.
5754§328ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί γίνεται τὸ ἄρθρον αὐτό;
5755§329Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν.
5756§330ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καταργεῖται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 62.
5757§331Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κατὰ τὸν παρόντα νόμον μένουσιν ἐν
5758ἐν ἰσχύϊ αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 20, 21 καὶ 22, διότι
5759ἄλλως εἶναι περιωρισμένον τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ
5760παρέχῃ τὴν ἀναγκαίαν δαπάνην.
5761§332ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν
5762ἄρθρων αὐτῶν τοῦ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου, ἅτινα
5763ἐπικαλεῖται τὸ ἄρθρον 56, τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀφίεται ἐκ-
5764τεθειμένον εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων.
5765Ἰδοὺ πῶς ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι τοῦ πράγματος καὶ τὸ ὑπο-
5766βάλλω ὑμῖν, ἵνα ἴδω, ἐὰν καὶ ὑμεῖς τὸ ἀντιλαμβάνεσθε ὡς
5767ἐγώ. Ὡς βάσις τοῦ νομοσχεδίου θεωρεῖται ἡ συντήρησις τῶν
5768σήμερον λειτουργούντων ἐν τῷ Κράτει δημοτικῶν σχολείων.
5769Δὲν ἔχει οὕτω;
5770§333Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
5771§334ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ δημοτικὰ αὐτὰ σχολεῖα πρόκει-
5772ται νὰ συντηρήσωσιν αἱ διάφοροι δημοτικαὶ πιστώσεις, αἱ
5773ἀναγεγραμμέναι ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν δήμων, κατὰ
5774πρῶτον λόγον, καὶ ἐλλείψει τούτων, τὰ ἄλλα ποσὰ, τὰ ἀνα-
5775γεγραμμένα ἐν τῷ ἄρθρῳ 60, δηλαδὴ τὰ ἐκ τῶν τόκων τῶν
5776κληροδοτημάτων, ἡ εἰσφορὰ τῶν Μονῶν καὶ ἡ συνδρομὴ τοῦ
5777Δημοσίου ταμείου. Ἐν πρώτοις ἔρχεται τὸ Δημοτικὸν Συμ-
5778βούλιον καὶ ἀναγράφει ὡς πρώτην πρὸ πάσης ἄλλης δαπά-
5779νην τὴν ἀναγκαίαν διὰ τὴν συντήρησιν τῶν σχολείων τοῦ
5780δήμου, τῶν ὑπαρχόντων κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐκτελεῖται
5781ὁ νέος νόμος. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον λοιπὸν ἀνέγραψε
5782τὰς πιστώσεις, ἃς νομίζει ὅτι δύναται τὸ δημοτικὸν ταμεῖον
5783νὰ διαθέσῃ. Αὗται ὅμως δὲν ἐπαρκοῦσι, καθ’ ὑπόθεσιν, πρὸς
5784συντήρησιν τῶν ὑπαρχόντων σχολείων. Τί γίνεται τότε; Προσ-
5785φεύγομεν εἰς τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, προκαλούμενον ὑπὸ
5786τοῦ νομάρχου. Τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον ὅμως δὲν δύνα-
5787ται νὰ ἔχῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὰ δικαιώματα καὶ τὴν
5788ἐξουσίαν, ἣν τῷ δίδουν τὰ ἄρθρα 19–22 τοῦ νόμου περὶ
5789Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, εἰς τὰ ὁποῖα παραπέμπει τὸ νο-
5790μοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ τροποποιηθῇ.
5791Οὕτω κατὰ τὸ ἄρθρ. 19 τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια ἀπο-
5792φασίζουν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Σχολείων. Θὰ ἔχουν τὸ δι-
5793καίωμα τοῦτο καὶ ὑπὸ τὸν παρόντα νόμον; Ἀλλὰ κατὰ
5794τοῦτον πρέπει νὰ διατηρηθῶσι τὰ ὑπάρχοντα σήμερον σχο-
5795λεῖα. Ἐπίσης κατὰ τὸ ἄρθρ. 21 τοῦ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμ-
5796βουλίων νόμου οὐδέποτε ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου δύναται νὰ
5797ὑπερβῇ τὸ ⅓ τῶν ἐν τῷ δημοτικῷ προϋπολογισμῷ ἀναγε-
5798γραμμένων πιστώσεων. Ἀλλὰ τότε ἡ οἰκονομία τοῦ νέου νό-
5799μου ἐντελῶς μεταβάλλεται καὶ οἱ ἐνδεεῖς δῆμοι μένουσιν ἀβοή-
5800θητοι. Ταῦτα δὲ πάντα εἶναι τόσον σπουδαιότερα, ὅσον κατὰ
5801τὸ ἄρθρον 22 αἱ περὶ χορηγίας τοῦ δημοτικοῦ ταμείου προ-
5802τάσεις τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων εἶναι ὑποχρεωτικαὶ
5803διὰ τὸν νομάρχην καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ὑπὸ
5804τὰς διατάξεις λοιπὸν αὐτὰς τοῦ νόμου περὶ Ἐπαρχιακῶν
5805Συμβουλίων ἀνατρέπονται αἱ ἀντίθετοι διατάξεις τοῦ νομο-
5806σχεδίου. Θὰ ἐνόουν τὴν ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν τῶν προτάσεων
5807τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ἂν τοὐλάχιστον ἴσχυεν ὁ
5808περιορισμὸς τοῦ ἄρθρου 21, καθ’ ὃ ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου
5809οὐδέποτε δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ⅓. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη
5810εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὰς τοῦ ἄρθρ. 55 καὶ 56 τοῦ νομο-
5811σχεδίου. Αὗται δ’ εἶναι ὀρθόταται καὶ οὐδόλως πρέπει νὰ
5812μεταβληθῶσι. Κατὰ τὸ 1893 καὶ 1894 τὸ Κράτος συνέδρα-
5813με τοὺς δήμους κατὰ 60% καὶ πλέον, ἐνῷ τὸ ἄρθρ. 21 τοῦ
5814περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου ἐπιτρέπει μόνον μέχρι
581533%. Πῶς λοιπὸν θὰ συμβιβασθῶσιν αἱ ἀντιθέσεις αὗται;
5816Ἢ ὁ νομάρχης καὶ ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἔχουν τὸ δικαίω-
5817μα νὰ τροποποιοῦν τὰς προτάσεις τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμ-
5818βουλίων, ἀλλὰ τότε μηδενίζεται ἡ ἐξουσία τῶν Ἐπαρχια-
5819κῶν Συμβουλίων, ἢ πρέπει νὰ ἐκλίπῃ ὁ περιορισμὸς τοῦ ⅓,
5820μέχρι τοῦ ὁποίου δύναται νὰ συντρέχῃ τοῖς δήμοις τὸ δημό-
5821σιον ταμεῖον. Τὴν ἐξουσίαν τοῦ νομάρχου ἀπέναντι τῶν
5822Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων δὲν μεταβάλλει τὸ ἄρθρ. 56 τοῦ
5823νομοσχεδίου. Ἡ ἐξουσία τοῦ νομάρχου εἰς μεταβολὰς στρέφε-
5824ται μόνον εἰς τὰ τῆς εὑρέσεως πόρων. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρ.
582556 (ἀναγινώσκει: «Συμφώνως δὲ πρὸς ταύτην (δηλαδὴ τὴν
5826πρότασιν τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου) ὁ νομάρχης εἴτε αὐ-
5827ξάνει τὰς πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμ-
5828ματοδιδασκαλείων ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πι-
5829στώσεις μέχρι τοῦ ἀναγκαιοῦντος ποσοῦ, διαγράφων ἄλλα ἔξο-
5830δα, τὰ ὁποῖα δύνανται, ἄνευ ἀναλόγου ζημίας τῶν δημο-
5831τικῶν συμφερόντων, νὰ ἀναβληθῶσιν ἐπὶ τὸ ἑπόμενον ἔτος, ἢ
5832ἐλαττώνων τὰς διὰ τὰ ἀναπόφευκτα κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο
5833ἔξοδα ἀναγεγραμμένας πιστώσεις μέχρι τοῦ τελευταίου ὁρίου
5834αὑτῶν, εἴτε, ἂν αἱ τοιαῦται ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων δὲν ἦναι
5835ἐφικταὶ, ἢ δι’ αὐτῶν δὲν ἐπιτυγχάνηται ἡ ἐξίσωσις τῶν ἐξόδων
5836πρὸς τὰ ἔσοδα, προκαλεῖ τὰς ἀρχὰς τοῦ δήμου νὰ προτεί-
5837νωσι τὴν συμφώνως πρὸς τὰς νομίμους διατάξεις αὔξησιν τῶν
5838ἐσόδων.»
5839Ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν τὸ ποσὸν τῶν δημοτικῶν δαπανῶν
5840διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ὁ νομάρχης οὐδεμίαν ἔχει
5841ἐξουσίαν νὰ περιορίσῃ αὐτάς. Ἔχει μόνον κατὰ τὸ ἄρθρον
584262 τὸ δικαίωμα νὰ γνωμοδοτήσῃ, πρὶν τὸ Ὑπουργεῖον χο-
5843ρηγήσῃ τὰ ἐλλείποντα χρήματα ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
5844Κράτους. Οὐδὲ ὁ Ὑπουργὸς φαίνεται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἔχων
5845τὴν ἐξουσίαν νὰ περιορίζῃ τὰς προτάσεις τῶν Ἐπαρχιακῶν
5846Συμβουλίων, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν, ἅμα πρόκειται περὶ τῶν
5847ὑπαρχόντων σχολείων, οὐχὶ δὲ περὶ νέων τοιούτων. Κατὰ
5848συνέπειαν αἱ προτάσεις τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων δύναν-
5849ται ν’ ἀποῤῥοφήσωσιν ὁλόκληρον τὴν συνδρομὴν τοῦ Κράτους,
5850χωρὶς περιορισμοῦ τινος ἐκ μέρους προϊσταμένης ἀρχῆς. Κατὰ
5851τὸ ἄρθρ. 22 τοῦ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου, ἂν
5852καὶ αὐτὸ θὰ ἐφαρμόζηται, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως
5853μάλιστα εἶναι ὑποχρεωμένον ἄνευ ἀναβολῆς νὰ ἐκτελῇ τὰς
5854προτάσεις τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων περὶ χορηγίας τοῦ
5855δημοσίου ταμείου. Ἐφ’ ὅσον ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου δὲν
5856θὰ ὑπερέβαινε τὸ ⅓ τῶν δημοτικῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς
5857ἐκπαιδεύσεως δαπανῶν, τοῦ ἄρθρ. 22 αἱ συνέπειαι δὲν θὰ
5858ἦσαν σοβαραί. Ἀλλ’ ἤδη θὰ ἔχωμεν εἰδικὸν κεφάλαιον, τὸ
5859κεφάλαιον τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ θὰ σπεύ-
5860δουν νὰ διαθέσουν τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ἀφοῦ ἐξήντλη-
5861σαν τὰ ἄλλα μέσα, τὸ δὲ κεφάλαιον αὐτὸ δὲν θὰ ἦναι κατὰ
5862πᾶσαν πιθανότητα μικρόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἦναι ἀνώ-
5863τερον τῶν 33% ἐπὶ τῶν δημοτικῶν πιστώσεων, διότι ἡ
5864Κυβέρνησις θὰ ἦναι ὑποχρεωμένη νὰ συμπληροῖ τὴν δαπά-
5865νην, ἥτις εἶναι ἀναγκαία διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὑπαρχόν-
5866των σήμερον δημοτικῶν σχολείων.
5867Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι βλέπω τὸ Δημόσιον εὑρισκόμενον ἐκ-
5868τεθειμένον ἀπέναντι τῶν Ἐπαρχιακῶν καὶ Δημοτικῶν Συμ-
5869βουλίων καὶ ἀναγκαζόμενον νὰ δεχθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον
5870ὥρισαν ὅτι θὰ βαρύνῃ τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους, ἐνῷ τὸ πο-
5871σὸν αὐτὸ δύναται νὰ ἦναι ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τὸ Κρά-
5872τος δύναται νὰ δώσῃ ἢ καὶ ἔδωκε μέχρι τοῦδε. Τὰ περὶ τοῦ
5873ποσοῦ τῆς συνδρομῆς τοῦ Κράτους πρέπει νὰ μὴ ἐξαρτῶν-
5874ται ἀπὸ τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια. Πρὸς τοῦτο πρέπει ἡ
5875διάθεσις νὰ μὴ γίνεται παρ’ αὐτῶν ἀπεριορίστως. Νομίζω
5876ὅτι εἶναι μεγάλη ἡ ἐξουσία ἡ διδομένη εἰς τὰ Ἐπαρχιακὰ
5877Συμβούλια, καὶ ὡς παρεμβάλλονται ἐν τῇ διαθέσει τοῦ πο-
5878σοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ βαρύνῃ τὸ Δημόσιον, θὰ εὑρεθῇ τὸ
5879Δημόσιον ἴσως ἀπέναντι τῆς δυσκόλου θέσεως τοῦ νὰ κατα-
5880βάλλῃ ποσὰ, τὰ ὁποῖα, ἐὰν ἐπρόκειτο αὐτὸ νὰ ἀποφασίσῃ,
5881δὲν ἤθελε δεχθῆ νὰ καταβάλλῃ. Λοιπὸν ἤθελον ὑποβάλει
5882εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ σκεφθῇ, ἂν ἦναι δυ-
5883νατὸν, νὰ μὴ περιληφθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεις τι-
5884νὲς τοῦ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου, καὶ νὰ ἔχῃ
5885περισσοτέραν ἐξουσίαν ὁ νομάρχης καὶ ὁ Ὑπουργὸς, καὶ νὰ μὴ
5886ἦναι ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος νὰ δίδῃ εἰς ἕκαστον δῆμον
5887ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπεφάσισαν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ
5888τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον. Ἐννοῶ ὡς πρὸς τοὺς ἰδίους αὑ-
5889τῶν πόρους νὰ ἦναι ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ οἱ δῆμοι καὶ τὰ
5890Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ὅπως προσδιορίζωσι καὶ διαθέτωσιν
5891αὐτούς. Ἀλλὰ νὰ ἀναγκάζουν καὶ τὸ Δημόσιον νὰ κατα-
5892βάλλῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον αὐτὰ ὥρισαν, τοῦτο ὑπερβαίνει
5893τὸν λόγον καὶ τὸν σκοπὸν τῆς αὐτοδιοικήσεως. Δὲν ἠξεύρω
5894ἂν αὐτὸς ἦναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ ἄλλως ἀντι-
5895λαμβάνομαι τῶν διατάξεων αὐτοῦ.
5896§335ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ διάταξις αὕτη καὶ
5897εἰς τὸν νόμον ΑϠΝΓʹ.
5898§336ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 56 δὲν πρόκειται περὶ
5899βοηθήματος τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου
5900ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῶν φόρων. Δὲν σχετίζεται τὸ ἄρθρον 56
5901μὲ τὸ βοήθημα τοῦ Δημοσίου. Αἱ διατάξεις αἱ σχετιζόμεναι
5902μὲ τὸ βοήθημα τοῦ Δημοσίου ἄρχονται ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 58
5903καὶ ἑξῆς.
5904§337ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 56 πρέπει νὰ γείνῃ
5905λόγος, διότι δι’ αὐτοῦ παρεμβάλλονται τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμ-
5906βούλια εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν ἀναγκαίων δαπανῶν διὰ τὴν
5907συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων τῶν ὑπαρχόντων. Ἐν-
5908ταῦθα λοιπὸν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ μεταβολὴ, διότι βραδύτε-
5909ρον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν. Ἐμνημονεύθησαν ἐν-
5910ταῦθα αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ Ἐπαρχιακῶν
5911Συμβουλίων, ἀλλ’ αἱ συνέπειαι τῶν διατάξεων, ἃς ἐμνημό-
5912νευσα, εἶναι ἄτοποι, διότι αἱ προτάσεις τῶν Ἐπαρχιακῶν
5913Συμβουλίων εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παι-
5914δείας ὡς πρὸς τὴν συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου. Αἱ διατάξεις
5915ἐκεῖναι ἠδύναντο νὰ ἦναι ἀζήμιοι ἐν τῷ νόμῳ περὶ Ἐπαρ-
5916χιακῶν Συμβουλίων. Ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ δημοτι-
5917κῆς ἐκπαιδεύσεως περιπλέκει καὶ ζημιοῖ, ὡς προεῖπον, ἀλλὰ
5918δὲν κατενοήθην. Ἐν τῷ νόμῳ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβου-
5919λίων ὑπῆρχε τὸ ἄρθρον 21, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, ὅτι δὲν δύνα-
5920ται νὰ ὑπερβῇ τὸ ἓν τρίτον ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου, ἤδη
5921ὅμως τὸ ἓν τρίτον δὲν θὰ ὑπάρχῃ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἔχομεν
5922τὸ ἄρθρον 62, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὴν συμπλήρωσιν ἐκ μέρους
5923τοῦ Δημοσίου ὅλου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπολείπεται διὰ
5924τὴν συντήρησιν τῶν ὑπαρχόντων σχολείων μετὰ τὴν ἀνα-
5925γραφὴν τῶν δαπανῶν ἐν τοῖς δημοτικοῖς προϋπολογισμοῖς.
5926Ὥστε μετὰ τὴν ἐξάλειψιν τοῦ ὅρου τοῦ ἑνὸς τρίτου, δὲν μένει
5927κανὲν πρόσχωμα ἀπέναντι τῆς ἐπιδρομῆς τῶν Συμβουλίων τῶν
5928Ἐπαρχιακῶν καὶ τῶν Δημοτικῶν, τὰ ὁποῖα, εἴτε ἐπίτηδες,
5929εἴτε καὶ ἐλλείψει πόρων, δύνανται νὰ ζητήσωσι πολὺ ἀνώτερα
5930ποσὰ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἐγκρίνῃ τὸ Κράτος. Ὥστε
5931πρέπει ἐν τῷ ἄρθρῳ 56 νὰ ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις, ἄλλως θὰ
5932ὑπερβῇ τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ εἰς
5933τὴν εἰσφορὰν του ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
5934§338Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον
593522 τοῦ νόμου περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων ἔχει δύο παρα-
5936γράφους. Πρέπει νὰ γείνῃ μνεία τῆς πρώτης παραγράφου, ἡ
5937ὁποία ἀνάγεται εἰς τὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐκ τῶν δήμων
5938προερχομένων ἐσόδων, ἑπομένως τὸ ἄρθρον θέλει γραφῆ οὕτω
5939πως: «ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου κατὰ τὰ ἐν
5940»τοῖς ἄρθροις 19, 20 καὶ 22 παράγραφος πρώτη.»
5941§339ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε νὰ μὴ ἦναι ὑποχρεωτικὴ ἡ
5942ἀπόφασις.
5943§340Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι
5944ὑποχρεωτική, εἰμὴ μόνον διὰ τὰ δημοτικὰ χρήματα.
5945§341ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸν τὸ ποσὸν, τὸ
5946ὁποῖον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον θ’ ἀποφασίσῃ;
5947§342ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περιορίζεται εἰς τὰς ἐκ τῶν πόρων τοῦ
5948δήμου δαπάνας.
5949§343Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
5950(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 56 ὡς ἐτροποποιήθη.
5951Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα
595257–62).
5953§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 63 (ἀναγινώσκεται).
5954§345ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 58, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσα-
5955μεν, ἀναφέρεται ῥητῶς, ὅτι: «Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ
5956ᾼϠΝϚʹ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου χορηγουμένη
5957εἰς τοὺς δήμους ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου συνδρομὴ ἀπονέ-
5958μεται αὐτοῖς, μόνον ἐὰν, καὶ μετὰ τὰς κατὰ τὸ ἄρθρον 56
5959ἐπενεχθείσας ὑπὸ τοῦ νομάρχου μεταβολὰς ἐν τῷ προϋπολο-
5960γισμῷ, καὶ μετὰ τὴν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον αὔξησιν
5961τῶν φόρων, δὲν συμπληρόνωνται αἱ ἀπαιτούμεναι πιστώσεις.»
5962Ὑποθέτει τὸ ἄρθρον, ὅτι κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολο-
5963γισμοῦ τῶν δήμων γίνεται ἡ ἐξέτασις ὅλων τῶν πόρων αὐτῶν
5964μετὰ τῶν αὐξήσεων, καὶ ἐὰν αἱ αὐξήσεις αὗται δὲν ἀρκῶσιν,
5965ἀποφασίζεται νὰ δοθῇ εἰς αὐτὰς κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν
5966τὸ ποσὸν, οὗτινος ὁ δῆμος ἔχει ἀνάγκην πρὸς συμπλήρωσιν
5967τῆς δαπάνης τῆς ἀναγκαίας διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν.
5968Πρόκειται λοιπὸν νὰ γνωρίζῃ ἕκαστος τῶν δήμων ἀπὸ τῆς
5969ἀρχῆς τοῦ ἔτους ποῖα θὰ ἦναι τὰ σχολεῖα τὰ δημοτικὰ ἢ
5970τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα, τὰ ὁποῖα θέλει συντηρήσει διὰ τῶν
5971ἰδίων του πόρων ἐκ τῆς νέας φορολογίας, τὴν ὁποίαν θὰ
5972προσθέσῃ, καὶ ἐκ τῆς βοηθείας τῆς Κυβερνήσεως. Ὅλην ταύ-
5973την τὴν οἰκονομίαν τῶν προηγουμένων ἄρθρων ἔρχεται, κατ’
5974ἐμὲ, νὰ ἀνατρέψῃ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 63, τὸ
5975ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχωσι πλέον
5976ἔσοδα τοῦ δήμου πρὸς εἴσπραξιν, δὲν ὑπάρχωσι δὲ δημοτικὰ
5977χρήματα οὐδ’ ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ οὐδ’ ἐν τῷ δημοτικῷ,
5978ὁ ταμίας καταγγέλλει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν διοικη-
5979τικὴν ἀρχὴν δι’ ἀναφορᾶς, ἱστορούσης λεπτομερῶς τὸ πρᾶγμα,
5980ἵνα αὕτη προκαλέσῃ τὴν περὶ χορηγίας συνδρομῆς τοῦ Δημο-
5981σίου πρόνοιαν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου.»
5982Ὑποθέτει, κατ’ ἐμὲ, τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅτι δὲν ἔλαβον χώ-
5983ραν ὅσα ἐν τοῖς προηγουμένοις ἄρθροις ἀναγράφονται, τὰ ὁποῖα
5984ἀπέδειξαν τὴν ἀνάγκην τοῦ δήμου νὰ λάβῃ χορήγημα, καὶ
5985ὅτι ὁ δῆμος ἐξακολουθεῖ ἔχων τὰ σχολεῖά του, πληρόνων
5986τοὺς μισθοὺς τῶν διδασκάλων ἐκ τῶν ἐσόδων του, καὶ ὅταν
5987τελειώσωσιν αὐτὰ τὰ ἔσοδα καὶ δὲν ὑπάρχωσι πλέον χρήματα
5988δημοτικὰ οὔτε ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, οὔτε ἐν τῷ δημοτικῷ,
5989τότε ὁ ταμίας καταγγέλλει τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἡ διοικητικὴ
5990ἀρχὴ ἔρχεται πρὸς τὴν κεντρικὴν νὰ ζητήσῃ τὸ βοήθημα.
5991Ὑποθέτει ὅτι ὁλόκληρον τὸ διάστημα αὐτὸ μέχρι τοῦ γεγο-
5992νότος τῆς ἐμφανίσεως τῆς ἀνεπαρκείας τῶν δημοτικῶν χρημά-
5993των, ὁ δῆμος διῆλθεν εἴτε ἐν πεποιθήσει ὅτι τὰ χρήματά του
5994θέλουσιν ἀρκέσει, εἴτε ἐν ἀοριστίᾳ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνα-
5995τὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐξασφάλισις τῆς λειτουργίας τῶν δημοτικῶν
5996σχολείων, ἐὰν ἐκ τῶν προτέρων δὲν ὁρισθῇ τοῦτο συμφώνως
5997μὲ τὰ ἄρθρα 56 καὶ 62.
5998§346Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μέχρι τοῦ
5999ἄρθρου 62, καὶ τούτου συμπεριλαμβανομένου, ἐτέθησαν οἱ
6000κανόνες, κατὰ τοὺς ὁποίους θέλουσιν οἰκονομεῖσθαι τὰ ἀναγ-
6001καῖα χρήματα πρὸς σύστασιν καὶ συντήρησιν τῶν σχολείων
6002τούτων. Τὸ ἄρθρον 63 σκοπεῖ νὰ κανονίσῃ τὰς δικονομικὰς
6003ἐργασίας, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ διεξαγάγῃ ἡ διοίκησις· ἀπο-
6004τελεῖ, οὕτως εἰπεῖν, τὴν δικονομίαν, ἡ ὁποία ἀνεγράφη, ὅπως
6005καταστήσῃ ἐκτελεστὰς τὰς διατάξεις ταύτας. Ἐπειδὴ δὲ ἡ
6006δικονομικὴ αὕτη ἐξέλιξις καταλήγει εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ
6007δήμου, ἀνεγράφη ἐν τῇ παραγράφῳ ἐκείνῃ ἡ ἐντολὴ πρὸς
6008τὴν δημοσίαν διοίκησιν νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος. Αὐτὴ εἶναι ἡ
6009ἔννοια. Ἀλλ’ ἐὰν νομίζητε ὅτι διὰ τῆς τελευταίας παραγράφου
6010ἐπέρχεται ἀνατροπή τις, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ στέρξω εἰς
6011τὴν διαγραφὴν αὐτῆς.
6012§347ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ οἰκονομία τοῦ ἄρθρου εἶναι αὕτη.
6013Θέλει νὰ μὴ γίνηται χρῆσις τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπεφα-
6014σίσθη νὰ δώσῃ τὸ Κράτος εἴς τινα δῆμον, ἕως ὅτου ἐξαν-
6015τληθῶσιν οὐχὶ μόνον τὰ ὑπάρχοντα ἐν τῷ δημοσίῳ καὶ τῷ
6016δημοτικῷ ταμείῳ, δημοτικὰ χρήματα, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα τὰ
6017δημοτικὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ δύναται νὰ εἰσπράξῃ. Ἐπ’
6018αὐτῶν μόνον προκαταβολὰς ἐνεργεῖ τὸ δημόσιον ταμεῖον.
6019Μόνον ἂν ἐξαντληθῶσιν ὅλα ταῦτα, χορηγεῖ τὸ Δημόσιον τὰ
6020ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀπεφάσισε νὰ συνεισφέρῃ, διότι ἄλλως τὸ Δη-
6021μόσιον θὰ πληρόνῃ οὐ μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπεχρεώθη,
6022ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ δῆμος ἀνέλαβε νὰ πληρώσῃ.
6023§348Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τελευ-
6024ταία παράγραφος εἶναι ἀναγκαία, διότι ἀποτελεῖ τὴν κύρω-
6025σιν τῶν προηγουμένων· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ κρίνῃ ὅτι καθί-
6026σταται ἀμφίβολος ἡ ἔννοια αὐτῆς, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ
6027στρέξω νὰ διαγραφῇ. Μοὶ φαίνεται δ’ ὅτι ἡ κύρωσις εἶναι
6028ἀναγκαία, διότι ἄνευ αὐτῆς θέλει συμβῆ ὅ,τι συνέβη κατὰ
6029τὸ 1856, ὅτε διὰ τοῦ νόμου διετάχθη νὰ προκαταβάλῃ
6030τὸ Δημόσιον τοὺς μισθοὺς τῶν δημοδιδασκάλων.
6031§349ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ἐξαντλεῖται ἡ ἰδέα, ὅπως ἐξοδεύ-
6032σωσιν οἱ δῆμοι καὶ τὴν τελευταίαν αὐτῶν δραχμὴν, τὴν ἐπι-
6033βληθεῖσαν διὰ τῶν προηγουμένων διατάξεων. Ἐνταῦθα δὲ
6034εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν.
6035§350ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς διαδικασίας.
6036§351ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τῆς διαδικασίας πρόκειται. Εὑρι-
6037σκόμεθα εἰς τὴν διαδικασίαν. Ἐὰν λοιπὸν μετὰ τὴν διαδι-
6038κασίαν πρόκειται ν’ ἀποφασισθῇ τὸ βοήθημα τοῦ δήμου,
6039τότε εἶναι περιτταὶ αἱ προηγούμεναι διατάξεις. Ἐδῶ ζητοῦ-
6040μεν ἐὰν ἐν τῇ ἐκτελέσει φανῇ ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ δήμου, τότε
6041νὰ ἀποφασίζηται τὸ βοήθημα τοῦ Δημοσίου.
6042§352Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ βοήθημα
6043τοῦ Δημοσίου προσδιωρίσθη, ἀλλὰ πρόκειται ἡ πληρωμή.
6044§353ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώ-
6045σκει): «... ἵνα αὕτη προκαλέσῃ τὴν περὶ χορηγίας συν-
6046δρομῆς τοῦ Δημοσίου πρόνοιαν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου».
6047Δὲν πρόκειται περὶ ἀποστολῆς χρημάτων, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο
6048περιττόν.
6049§354ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προσδιορίζει.
6050§355ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐξάγεται ἡ ἔννοια αὕτη.
6051§356Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τελευ-
6052ταία περίοδος τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου νὰ
6053τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «ἵνα αὕτη προκαλέσῃ τὴν περὶ κατα-
6054βολῆς τῶν ἀναγκαίων χρημάτων ἐκ τῆς προσδιορισθείσης συν-
6055δρομῆς τοῦ Δημοσίου πρόνοιαν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου».
6056§357ΡΑΛΛΗΣ. Ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς διαδικασίας θὰ προκύψῃ
6057μία ἀργοπορία περὶ τὴν καταβολὴν τῶν μισθῶν. Ὁ ταμίας,
6058λαβὼν τὸ ἔνταλμα, ὀφείλει νὰ καλέσῃ τὸν εἰσπράκτορα, ὅπως
6059πληρώσῃ.
6060§358Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠμπορεῖ
6061νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα, πρὶν ἢ ὁ ταμίας ἀποφήνηται, ὅτι
6062δὲν ὑπάρχουσι χρήματα.
6063§359ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ προκαταβάλλωνται.
6064§360Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προκαταβάλλονται ἐκ τοῦ Δη-
6065μοσίου εἰς βάρος τοῦ δήμου, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἔσοδα· ἐὰν ὅμως
6066ἐξαντληθῶσι πάντα τὰ ἔσοδα, τότε τὸ Ὑπουργεῖον θέλει
6067ἐκδώσει τὸ ἔνταλμα περὶ πληρωμῆς, ὅταν βεβαιωθῇ, ὅτι
6068ὑπάρχουσιν. Ἀλλὰ νῦν πρόκειται περὶ τῆς καταβολῆς, τὴν
6069καταβολὴν δὲ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θέλει εἰσενέγκει ὡς
6070ἐπικουρίαν τὸ Δημόσιον, ὅπως συμπληροῖ τὰς μὴ ἐπαρκούσας
6071καὶ ἀτελεῖς καταβολὰς τοῦ δήμου, αὐτὴν τὴν καταβολὴν
6072θέλει ποιήσηται, ὅταν ὁ ταμίας τὸν εἰδοποιήσῃ ὅτι δὲν ἔχει
6073πλέον χρήματα.
6074§361ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δηλαδὴ ἐτέθησαν ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ
6075τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου, καὶ ἀκολούθως τὰ λοιπά.
6076§362ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μόνον γεννᾶται, εἶναι
6077πότε θὰ πληρωθῶσι.
6078§363ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λέγει εἰς τὸ τέλος, ἀφοῦ ἐξεύρωσι.
6079§364ΡΑΛΛΗΣ. Ἐντεῦθεν παράγεται μία ἀνωμαλία περὶ τῆς
6080καταβολῆς τῶν μισθῶν, — διότι, ὅτι θὰ πληρωθῶσιν οἱ μισθοὶ,
6081εἶναι ἀναμφισβήτητον, — ἡ ἀνωμαλία δ’ αὕτη δύναται νὰ
6082παραταθῇ ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον, διότι ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαη-
6083μέρου...
6084§365Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν
608518ην τοῦ ἑπομένου μηνός. Καὶ μήπως τώρα νομίζετε, ὅτι
6086δὲν πληρόνονται κατὰ τὰς 20 καὶ 25 καὶ ἐνίοτε μετὰ ἕνα
6087καὶ μετὰ δύο μῆνας;
6088§366ΡΑΛΛΗΣ. Μέχρι σήμερον καταβάλλονται ἀπὸ τὸ δη-
6089μόσιον ταμεῖον. Τώρα ὅμως θὰ ἔχωμεν μίαν διαδικασίαν, ἡ
6090ὁποία δύναται νὰ παρατείνῃ τὴν καταβολὴν ἐπὶ 2–3 μῆνας.
6091(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 63, ὡς ἐτροποποιήθη.
6092Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ
6093ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 64 καὶ 65).
6094§367ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 66 (ἀναγινώσκεται).
6095§368ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον 66 μοὶ φαίνεται ὅτι ἔχει
6096κἄτι τι τὸ εἰρωνικόν. Ἐκ τῶν δήμων, τοὺς ὁποίους ἐρχόμεθα
6097νὰ βοηθήσωμεν, νομίζομεν ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν τὰ καθυστε-
6098ροῦντα πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ἀφοῦ καταργοῦμεν τὰς δια-
6099τάξεις τὰς ἀφορώσας τὰ ὀφειλόμενα παρὰ τῶν δήμων πρὸς τὸ
6100Δημόσιον, νομίζω ὅτι, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὸ εἰρωνικὸν, τὸ
6101ὁποῖον παρουσιάζει τὸ ἄρθρον τοῦτο, θὰ ἦτο καλὸν νὰ τὸ
6102διαγράψωμεν, διότι δὲν προσθέτει τίποτε. Δὲν καταργεῖ ἡ ὅλη
6103οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων
6104παρὰ τῶν δήμων, δὲν ἔρχεται ὅμως νὰ κυρώσῃ ἓν χρέος, τὸ
6105ὁποῖον γνωρίζομεν ἅπαντες ὅτι εἶναι ἰδανικὸν καὶ εἰκονικόν.
6106(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 66, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀνα-
6107γινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως
6108τὰ ἄρθρα 67–71).
6109§369ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 72 (ἀναγινώσκεται).
6110§370ΠΕΡΡΟΣ. Νομίζω ὅτι κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον,
6111τὸν συγχωνεύσαντα τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως
6112μὲ τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὰ τότε δημοτικὰ κτίρια ἐθεωρή-
6113θησαν ὡς δημόσια. Ἤδη δὲν λαμβάνεται πρόνοια νὰ ἐπα-
6114νέλθωσιν εἰς τὴν κυριότητα τῶν δήμων ὅλα τὰ δημοτικὰ
6115σχολεῖα. Τὰ καταστήματα εἶναι ἤδη δημόσια.
6116§371ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
6117§372ΠΕΡΡΟΣ. Βεβαίως. Τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύ-
6118σεως ὥριζεν, ὅτι τὰ σχολεῖα θεωροῦνται δημόσια.
6119§373ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θεωροῦνται, δὲν εἶναι δημόσια.
6120(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 72, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀνα-
6121γινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως
6122τὰ ἄρθρα 73–75.
6123§374ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 76 ἀναγινώσκεται.
6124§375Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῶν
6125ἄρθρων 76 καὶ 77 ἐγένετο συζήτησις, ἐὰν πρέπῃ ἡ ἔναρξις
6126τῆς οἰκοδομῆς τῶν διδακτηρίων νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῶν πρω-
6127τευουσῶν τῶν νομῶν καὶ νὰ τελειώσῃ εἰς τὰς πρωτευούσας
6128καὶ εἰς τὰ χωρία τῶν δήμων, ἄλλοι ὅμως ἐπρότειναν τὸ
6129ἀντίθετον, ἤτοι νὰ ἄρξηται ἡ οἰκοδομὴ ἀπὸ τῶν χωρίων τῶν
6130δήμων τρίτης τάξεως, καὶ μετ’ αὐτὰ ἀπὸ τῶν χωρίων τῶν
6131δήμων δευτέρας τάξεως, καὶ νὰ προβῇ εἶτα εἰς τὰ ἄνω.
6132Κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὸ τελευταῖον τοῦτο εἶναι τὸ ὀρθότερον,
6133καὶ ὄντως καλὸν νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τῶν ἄκρων. Διὰ τοῦτο
6134προτείνω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας συγχωνεύ-
6135ονται τὰ δύο ἄρθρα 77 καὶ 76 (ἀναγινώσκει):
6136«Ἡ κατὰ τὸν ἐγκεκριμένον τύπον μετασκευὴ τῶν ὑπαρ-
6137»χόντων δημοτικῶν διδακτηρίων, ἢ ἡ κατὰ τοιοῦτον τύπον
6138»οἰκοδομὴ νέων διδακτηρίων, γίγνεται τὸ πρῶτον ἐν ταῖς
6139»πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων τρίτης τάξεως,
6140»μετὰ τὴν πλήρωσιν δὲ τῶν ἀναγκῶν τῶν διδακτηρίων ἐν
6141»αὐτοῖς, γίγνεται ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν
6142»δήμων δευτέρας τάξεως· ὅταν δὲ πληρωθῶσι καὶ αἱ ἐν τοῖς
6143»δήμοις δευτέρας τάξεως ἀνάγκαι, γίγνεται ἡ μετασκευὴ
6144»τῶν ὑπαρχόντων διδακτηρίων ἢ ἡ οἰκοδομὴ νέων ἐν ταῖς
6145»πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων πρώτης τάξεως.»
6146§376ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Προέ-
6147δρου τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν, ὡς ἄρθρον
614876, εἰς ἀντικατάστασιν τῶν ἄρθρων 76 καὶ 77 τοῦ νομοσχε-
6149δίου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισ-
6150σότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
6151§377Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
6152παιδεύσεως). Ἀντὶ τοῦ ἀπαλειφθέντος ἄρθρου 77 παρα-
6153καλῶ νὰ τεθῇ ἡ ἑξῆς προσθήκη (ἀναγινώσκει):
6154«Ἄρθρον 77. Διὰ Β. Διατάγματος θέλουσι προσδιορισθῆ
6155ὁ χρόνος καὶ τὰ καθ’ ἕκαστον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ παρόντος
6156νόμου.»
6157§378ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ προσθήκη αὕτη ἐγένετο ἕνεκα τῶν δη-
6158μοτικῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ ἐφαρμογὴ
6159τοῦ νόμου ἐκ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν
6160πρέπει παντάπασι νὰ προστεθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, διότι θέλει
6161ἐπηρεάσει τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὸ τελευταῖον τετρά-
6162μηνον τοῦ τρέχοντος ἔτους.
6163§379Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομο-
6164σχέδιον εἰσήχθη πρὶν ἢ ἀναβληθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί,
6165ὑπετίθετο δὲ τότε, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν τετραμηνίαν τοῦ
6166ἔτους ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος· ἐπειδὴ δ’ ἐκρίθη ἄτο-
6167πον νὰ προκαλέσωμεν τὴν σύμπραξιν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν,
6168αἱ ὁποῖαι ἐπρόκειτο ν’ ἀντικατασταθῶσι, διὰ τοῦτο κατ’ ἀνάγ-
6169κην ὁ νόμος θέλει ἐφαρμοσθῇ μετὰ τὴν 10 Σεπτεμβρίου ἢ
6170μετὰ τὴν 1 Δεκεμβρίου, ὅτε θέλει γενῇ ἡ ἐγκατάστασις τῶν
6171νέων δημοτικῶν ἀρχῶν.
6172§380ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ σήμερον λειτουργοῦσιν αἱ δημοτι-
6173καὶ ἀρχαί.
6174§381Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
6175παιδεύσεως). Δὲν ἔχομεν τοὺς ἐπιθεωρητὰς, οὔτε τὰ Ἐπο-
6176πτικὰ Συμβούλια, καὶ τούτου ἕνεκα καθίσταται ἀδύνατος
6177ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου.
6178§382ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἵνα ἔχητε τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια,
6179πρέπει νὰ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος· ἀλλ’ ἐνταῦθα ἔχομεν νὰ κρί-
6180νωμεν περὶ τῆς αὐξήσεως δαπανῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ,
6181ἑπομένως αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ζητεῖτε, δὲν ἐφαρμόζονται.
6182§383Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πάντα ταῦτα
6183εἶναι συνέπειαι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. (Διαλογικαὶ συ-
6184ζητήσεις).
6185§384ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουρ-
6186γοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προταθεῖσαν προσθήκην,
6187ὡς ἄρθρον 77, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται
6188οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
6189(Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρ-
6190θρον 78 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
6191§385ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον...
6192§386ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ συνό-
6193λου, ὅπως συναρμολογηθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀνατυπωθῇ,
6194ὡς ἐτροποποιήθη.
6195§387ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ.
6196234).
6197§388Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ
6198νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεις τινὰς καὶ νομοσχέδια.
6199Πρῶτον εἰσάγω δήλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ Ὑπουργοῦ
6200τῶν Στρατιωτικῶν περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐπὶ τοῦ προϋ-
6201πολογισμοῦ ἐξόδων στρατοῦ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1895.
6202Ὁμοίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ περὶ προσ-
6203θήκης πιστώσεως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου
6204τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1895.
6205Ὁμοίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
6206Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν εἰς τὰ
6207ἔξοδα τῆς χρήσεως 1895 καὶ
6208Ὁμοίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ περὶ ἐπενε-
6209κτέων μεταβολῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως 1895.
6210Εἰσάγω δὲ καὶ τὰ ἑξῆς νομοσχέδια:
6211Περὶ τροποποιήσεως τῆς ἀπὸ 17 Δεκεμβρίου 1891 συμ-
6212βάσεως περὶ κατασκευῆς τοῦ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσι
6213μήπω συντελεσθέντος τμήματος τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–
6214Καλαμῶν καὶ περὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς ὅλης γραμμῆς.
6215Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋ-
6216πολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1894 τοῦ Ὑπουργείου
6217τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1894 ἐκ δρ. 264,942.13.
6218§389ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πᾶσαι αἱ δηλώσεις θέλουσιν ἀποσταλῆ
6219εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν, τὰ δὲ νομοσχέ-
6220δια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα,
6221ἀριθ. 235–236).
6222Λύεται ἡ συνεδρίασις
6223Ὥρᾳ 3 π. μ. τῆς ἐπιούσης.