1895.07.04
5.235 στίχοι · 41.433 λέξεις · 405 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
τῆς 4 Ἰουλίου 1895.
(Τρίτη).
Ὥρα 10 καὶ 30′ π. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Καλλιφρονᾶ).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ θ’ ἀναγνωσθῶσι μετὰ μεσημβρίαν, διότι δὲν ἐτυπώθησαν εἰσέτι. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑπόμενα τηλεγραφήματα. Τηλεγράφημα ἐπιτροπῆς τοῦ λαοῦ Ζακύνθου, διαμαρτυρομένου κατὰ τῆς εἰσαχθείσης εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεως νόμου περὶ εἰσφορᾶς ἐπὶ τοῦ ἐξαχθησομένου σταφιδοκάρπου. Ὅμοιον τοῦ νομάρχου Ζακύνθου, διαβιβάζοντος τὸ ψήφισμα τοῦ συνελθόντος ἐν συλλαλητηρίῳ λαοῦ τῆς Ζακύνθου. Τηλεγράφημα πολιτῶν ἐκ Κιάτου, ἐξαιτουμένων, ὅπως ἡ ἐπαρχία Κορινθίας, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ πρότασις περὶ εἰσφορᾶς, εἰσφέρῃ ὀλιγώτερον ποσὸν, ὡς παράγουσα καρπὸν ἀνωτέρας ἀξίας. Ὅμοιον τῆς κοινότητος Παναρίτι τοῦ δήμου Πελλήνης τῆς Κορινθίας, ἀποκρουούσης τὸ μέτρον τῆς ἀναγκαστικῆς εἰσφορᾶς. Ὅμοιον πολιτῶν ἐκ Ναυπάκτου, ἐξαιτουμένων ἵνα ὁ σταφιδόκαρπος τῆς Ναυπακτίας συμπεριληφθῇ εἰς τὸν τοῦ Αἰγίου, εἴ ποτε χορηγηθῇ τούτῳ προνόμιον εἰς τὴν ψηφισθησομένην σταφιδικὴν εἰσφοράν. Τηλεγράφημα πολιτῶν ἐκ Ζακύνθου, παριστώντων ὅτι τὸ διοργανωθὲν αὐτόθι συλλαλλητήριον εἶναι ἔργον πολιτικῶν ὑπολογισμῶν, ὅτι δὲ ὁ λαὸς προσδοκᾷ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως μέτρον σωτήριον ὑπὲρ τῆς ἐξαντληθείσης σταφίδος. Ὅμοιον τοῦ νομάρχου Μεσσηνίας, διαβιβάζοντος δήλωσιν τοῦ λαοῦ τῆς πόλεως Φιλιατρῶν, ὅτι ἐμμένει εἰς τὸ φρόνημα αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως. Τηλεγράφημα τῶν Προέδρων τῶν σωματείων Πατρῶν, δηλούντων ὅτι οἱ πάσχοντες σταφιδικοὶ πληθυσμοί εἰσιν ἕτοιμοι νὰ μεταβῶσιν ἐν ἀνάγκῃ εἰς Ἀθήνας καὶ παραστήσωσι καὶ προσωπικῶς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐκ τοῦ ἐξευτελισμοῦ τοῦ προϊόντος δυστυχίαν των.
§2ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 229).
§4Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, χθὲς περὶ τὴν 1ην ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον, εἰς τὴν βουλευτικὴν ἐκείνην ἀγρυπνίαν, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁδοποιίας, μακρὰ ἐγένετο συζήτησις καὶ λίαν ἐνδιαφέρουσα, θὰ ἦτο δ’ ἔτι μακροτέρα, ἐὰν τὸ ἐπέτρεπεν ἡ ὥρα. Συζητουμένου ὅμως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν ὡς λόγον δικαιολογητικόν, ἐν εἴδει αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, τρόπον τινὰ ἀνέπτυξεν, ὅτι ἐζήτει τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὰ τῆς ὁδοποιίας, ὡς πρὸς τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου πραγματεύεται τὸ νομοσχέδιον. Τῇ ἀδείᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διέκοψα αὐτὸν, λέγων, ὅτι οἱαδήποτε πρόνοιά του βεβαίως θὰ ναυαγήσῃ, ὁσάκις ἡ ἐφαρμογὴ γίνεται κακῶς καὶ κακοβούλως. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δεχόμενος καὶ ἐκεῖνος, ὅτι ἐν τῷ παρελθόντι μεγάλαι ἔλαβον χώραν ἀσχημίαι, εἶπεν ὅτι μία ὁδὸς, ἀπὸ Τριπόλεως, ἂν μὴ ἀπατῶμαι, πρὸς τὰ Καλάβρυτα διευθυνομένη, ἐσταμάτησε πρὸ τῆς οἰκίας ἑνὸς ἰσχυροῦ...
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ τοῦ κτήματος.
§6Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν μοὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ μάθω, τίς ὁ Κύριος οὗτος.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§8Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρὸ καιροῦ, Κύριοι, ἤθελον νὰ λάβω ἀφορμὴν, ὅπως ὁμιλήσω περὶ τῆς ὁδοποιίας, ἀλλὰ δὲν μοὶ εἶχε δοθῆ ἄχρι τοῦδε ἡ προσήκουσα εὐκολία· διότι κατὰ τὸ διαῤῥεῦσαν τριετὲς διάστημα, ἀπὸ τοῦ 1892 μέχρι τοῦ 1895, σκανδαλῶδες συμβὰν ἔλαβε χώραν ἐν τῷ Πηλίῳ. Ἐκεῖ ὄχι μόνον ἡ ἐθνικὴ ὁδὸς ἐσταμάτησε πρὸ τῆς οἰκίας ἑνὸς ἰσχυροῦ, ἀλλὰ καὶ κατεσκευάσθη μία ἁμαξιτὴ ὁδὸς, μὴ ἐγκριθεῖσα νομίμως, παρὰ τὸν νόμον καὶ τὸ Σύνταγμα ἀπαλλοτριωθέντων τῶν κτημάτων, κατεσκευάσθη δὲ καὶ δευτέρα ὁδὸς, ἵνα στρωθῇ ἐπ’ αὐτῆς σιδηροδρομικὴ γραμμὴ, ἡ ὁποία θὰ σταματήσῃ πρὸ τῆς οἰκίας τοῦ ἰσχυροῦ ἐκείνου, μὴ ἀποζημιωθέντων κἂν τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν γηπέδων μέχρι τοῦδε. Συνεπείᾳ ἐπερωτήσεώς μου κατὰ τὸ 1890 ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ σημείωμα περὶ τῆς ὁδοποιίας ἐν τῷ Πηλίῳ, διότι μεγάλα καὶ δικαιότατα παράπονα, ἀνέκαθεν εἶχον ἐγερθῆ κατὰ τῆς προσγινομένης εἰς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους ἀδικίας. Κατὰ τὸ σημείωμα ἐκεῖνο, ἡ ἐπαρχία Βόλου ἐπλήρωσε δι’ ὁδικοὺς φόρους ἀπὸ τοῦ 1882, ἤτοι ἀπὸ τῆς νομοθετικῆς ἀφομοιώσεως μέχρι τέλους τοῦ 1890, δραχμὰς 1,308,639.47. Δὲν ἔχω τὴν σημείωσιν τῶν πληρωθέντων ἀπὸ τοῦ 1890 μέχρι τοῦ 1895. Ἐὰν ὅμως κατ’ ἀναλογίαν παραδεχθῶμεν ὅτι κατὰ μέσον ὅρον ἐπληρώθη τὸ αὐτὸ ποσὸν, πρέπει νὰ ἔχωμεν πληρώσει ἐκ τῆς ἐπαρχίας Πηλίου δραχ. 2,133,000 περίπου μέχρι τοῦδε. Κατὰ τὸ αὐτὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν καλωσύνην τότε ἡ Κυβέρνησις νὰ καταθέσῃ, ὅλαι αἱ ὁδοὶ αἱ κατασκευασθεῖσαι, εἰς τὰς ὁποίας συμπεριλαμβάνω καὶ τὰς μεταγενεστέρας, ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχω, εἶναι ἐν ὅλῳ 17,800 μέτρων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν δραχ. 216,217. Ἐὰν λάβωμεν ὡς μέσον ὅρον τὴν δαπάνην τῆς κατασκευασθείσης ὁδοῦ, θὰ εὕρωμεν ὅτι μὲ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, καὶ δυνάμει τῶν νόμων τοῦ 1867 καὶ 1878 περὶ ταμείου ὁδοποιίας, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν καθ’ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν ἁμαξιτὰς καὶ βατὰς ὁδούς. Ἐν τούτοις, τό γε νῦν, καθ’ ὅλον τὸ Πήλιον ἔχομεν μόνον 17 χιλιόμετρα καὶ 800 μέτρα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν μόνον 216,000 δραχ. ἀπέναντι τῶν 2,130,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐπλήρωσεν ἡ ἐπαρχία Βόλου! Πολλὰ, κύριοι Βουλευταί, ἐλέχθησαν περὶ τῶν παρεκτροπῶν τῶν ἐν τῷ ταμείῳ τῆς ὁδοποιΐας λαβουσῶν χώραν. Καὶ ὡς συνέβη εἰς ὅλους τοὺς θεσμοὺς ἡμῶν, κατηργήθη τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, διότι κακῶς ἐφηρμόσθη ὁ θεσμὸς αὐτοῦ, ἐνῷ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸ κατήργησαν, ἀντὶ τούτου ἠδύναντο καὶ ὤφειλον νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῆς καλῆς αὐτοῦ ἐφαρμογῆς...
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ κακῶς ἐφαρμόσαντες ἔπρεπε νὰ καταργήσωσιν αὐτό.
§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μία ἐκ τῶν καταχρήσεων, ἡ ὁποία ἔφερεν εἰς ναυάγιον τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἐξήγειρε τὰ δικαιότατα παράπονα τῶν φορολογουμένων, εἶναι αὕτη. Ἐχαράσσετο εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς δικτατορίας τοῦ κ. Τρικούπη μία ἐθνικὴ ὁδὸς, π. χ. ἀπὸ Χαλκίδος μέχρι Ξηροχωρίου,—ἐπειδὴ βλέπω τὸν κ. Πετσάλην ἐνώπιόν μου,—ἀλλ’ ἀντὶ νὰ διευθυνθῇ ἡ ὁδὸς αὕτη ἀπὸ Χαλκίδος εἰς τὸ Ξηροχώριον, ἀρχομένης τῆς κατασκευῆς ἐκ τῶν δύο σημείων, τί ἐγίνετο; Ἔφθανε μέχρι τινὸς, καὶ ἀπ’ ἐκεῖ διηυθύνετο εἰς καμμίαν ἔπαυλιν, εἰς ἣν καὶ ἐσταμάτα. Ἐπειδὴ δὲ ἔφερον τὸ παράδειγμα τοῦτο, εὑρίσκω εἰς τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ καταθέσῃ, εἰς τὴν ἰδιωτικὴν αὐτὴν μελέτην, ὅτι ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ὁδὸν αὐτὴν ἀπὸ Χαλκίδος μέχρι Ξηροχωρίου δρ. 1,609,886.26...
§11Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τρία ἑκατομμύρια.
§12Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ ἡ ὁδὸς αὕτη κατεσκευάσθη μὲν, ἀλλὰ μόνον μέχρις ἐπαύλεώς τινος, καὶ ἐκεῖ ἐσταμάτησε...
§13ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μέχρι τίνος ἐπαύλεως;
§14Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἂς μὴ ἀναφέρω τὸ ὄνομα, πασίγνωστον ἄλλως τε, ἵνα μὴ ἀπομακρυνώμεθα τοῦ θέματος. Τοῦτο ἔφερον ὡς παράδειγμα... Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βόλου συνέβη τι σκανδαλωδέστερον τούτου. Κατὰ τὸ 1883, ὅτε παρεπονέθην εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν διὰ τὴν κακὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦ τότε, ὁ κ. Τρικούπης, ἔδωκεν εἰς ἐμὲ ἀπάντησιν, ἣν ἀναγκάζομαι νὰ χαρακτηρίσω—μολονότι εἶναι ἀπὼν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μεταχειρισθῶ ἄλλην φράσιν,—κακῆς πίστεως, λέγων, ὅτι δὲν δύναται νὰ κατασκευασθῇ ὡς ἐθνικὴ ὁδὸς ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἀπὸ Βόλου εἰς Μηλίναν, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος ἐπιτρέπων τοῦτο. Ἔχω ἐνταῦθα μάλιστα τυπωμένα τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι τῷ ἀπήντησα εἰς μεταγενεστέραν συνεδρίασιν, ἐπὶ παρουσίᾳ του,—διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω τὴν ὁμιλίαν ἐκείνην καὶ ἐν ἀπουσίᾳ του,—ὅτι ὁ νόμος ἐπέτρεπε τὴν κατασκευὴν, διότι εἰς Μηλίναν ὑπῆρχεν ὅρμος καὶ ὑποτελωνεῖον, ὁ δὲ Βόλος ἦτο πρωτεύουσα ἐπαρχίας, ἑπομένως ἠδύνατο νὰ συνδεθῇ ἐθνικὴ ὁδὸς ἀπὸ πρωτευούσης ἐπαρχίας εἰς ὅρμον. Μεθ’ ὅλην δὲ τὴν ὑπὸ τῶν συναδέλφων μου κομματικὴν ὑποστήριξιν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, δὲν κατωρθώθη μέχρι τοῦ ἔτους 1890 νὰ γείνῃ οὐδ’ ἓν βῆμα ὑπὲρ τῆς ὁδοῦ τοῦ Πηλίου. Κατὰ τὴν ΙΒʹ Βουλευτικὴν Περίοδον, τῇ εἰσηγήσει ὅλων ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν, καὶ τῇ καλῇ διαθέσει τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἧς προΐστατο ὁ καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς, ἐξεδόθη διάταγμα, τὸ διάταγμα τῆς 13 Ἀπριλίου 1891, διὰ τοῦ ὁποίου, προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἐθνικὴ ὁδὸς ἡ ἀπὸ Βόλου μέχρι Μηλίνης. Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα τῆς Εὐβοίας μετεδόθη εἰς τὸ Πήλιον. Διὰ δραστηριωτάτης ἐνεργείας ἔφθασε μέχρι τῆς κωμοπόλεως τῶν κάτω Λεχωνίων, ἐκεῖ ὅπου εἶναι αἱ ὡραῖαι ὀπῶραι, ἀντὶ ὅμως νὰ προχωρήσῃ πρὸς τὰ Καλὰ Νερὰ, τὸ ἐπίνειον τῶν Μηλεῶν, μετέβαλε διεύθυνσιν. Κατεσκευάσθη παρὰ τὸ διάταγμα, ὡς θὰ ἀποδείξω, καὶ παρὰ τὸν νόμον διακλάδωσις πρὸς τὰ ἄνω Λεχώνια, ὅπερ κατ’ οὐσίαν οὐδὲν ἔχει τὸ ἀξιοκατάκριτον, διότι ἀπήλαυσε καὶ ἡ κωμόπολις ἐκείνη διὰ μικρᾶς παρεκκλίσεως, τῶν ἀγαθῶν τῆς συγκοινωνίας· δὲν ἐσταμάτησεν ὅμως ἐκεῖ, διότι ἐκεῖ δὲν ἦτο ἡ ἐνδιαφέρουσα ἔπαυλις· γίνεται διακλάδωσις εἰδικὴ μέχρι τῆς οἰκίας καὶ τοῦ ἐργοστασίου τοῦ ὑποκινοῦντος πάντα ταῦτα ἰσχυροῦ, τῇ βοηθείᾳ τῶν δύο συναδέλφων του καὶ διὰ τῆς σιωπῆς τῶν ἑτέρων δύο, οὕτω δὲ κατασκευάζεται δαπάνῃ τοῦ δημοσίου ταμείου ἑτέρα προέκτασις διακλαδώσεως ἀκριβῶς μέχρι τῆς ἐπαύλεως τοῦ Βουλευτοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅστις δικαίως δύναται νὰ καυχηθῇ διὰ τὴν εὐφυΐαν του. Ἕως ἐδῶ νομίζετε, ὅτι ἐτελείωσε τὸ πρᾶγμα καὶ ὅτι δὲν ἀξίζει δὰ καὶ τόσον, ὅπως ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Μολονότι, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἀποδείξω, ὅτι παρὰ τὸν νόμον, παρὰ τὸ διάταγμα ἑπομένως καὶ παρὰ τὸ Σύνταγμα, ἀπηλλοτριώθησαν αἱ γαῖαι ἐκεῖναι, κατεστράφησαν ὡραῖοι κῆποι, μ’ ὅλα ταῦτα δέχομαι συγκαταβατικῶς νὰ κλείσωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πρὸ τῶν τοιούτων παρανομιῶν. Ὑπῆρχεν ὅμως ἀνάγκη νὰ διαῤῥυθμισθῇ ἡ ῥοὴ τῶν ὑδάτων κατὰ τοιοῦτον τρόπον συμφέροντα, ὥστε νὰ κατασκευασθῇ ἓν ἐργοστάσιον ἐκεῖ, εἷς ἀλευρόμυλος, ἐὰν δὲ ὁ ἰδιοκτήτης κατεσκεύαζεν ἐξ ἰδίων του χρημάτων τὴν ὁδὸν, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ διέλθῃ τὸ ὑδραγωγεῖον, τὸ πρᾶγμα ἦτο ἀνώτερον τῶν δυνάμεών του ἢ τῆς γενναιότητός του· ἦλθεν ἐπίκουρον τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὑπὸ τὸ πρόσχημα πάντοτε τῆς συγκοινωνίας τῶν μερῶν ἐκείνων. Κατασκευάζεται ἡ τρίτη προέκτασις, ἀποκόπτεται βουνὸν βραχῶδες πρὸς τὸν ἀποκλειστικὸν σκοπὸν, ἵνα εὐκολώτερον διέλθῃ τὸ ὑδραγωγεῖον καὶ κατασκευασθῇ ἀλευρόμυλος, ὡς καὶ κατεσκευάσθη καὶ λειτουργεῖ ἤδη λίαν ἐπικερδῶς. Τώρα νομίζετε, ὅτι ἐτελείωσε πλέον ἡ κατὰ τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιΐας ἐπιβουλή; Ὄχι! ἐνεθαῤῥύνθη ὁ ἐνδιαφερόμενος, ἐσκέφθη νὰ ἀπολαύσῃ καὶ σιδηρόδρομον, Κύριοι, καθ’ ἣν ἐποχὴν κρημνιζόμεθα εἰς τὰς βραχώδεις ἐκείνας καὶ ἀποκρήμνους ὁδοὺς, τὰς ὁποίας κατασκευάζουσιν οἱ ἡμίονοι καὶ τὰ ὄμβρια ὕδατα, καὶ τὰς ὁποίας ὅστις μόνον γινώσκει, δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ δεόντως καὶ τὴν ἀγανάκτησίν μου. Ἐν τούτοις ὁ κ. Βουλευτὴς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐσκέφθη διὰ τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου νὰ κατασκευάσῃ εἰς τὴν ἔπαυλίν του καὶ σιδηρόδρομον, ὅστις ἀληθῶς κατασκευάζεται ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας, κ. Πρόεδρε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου!...
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδώκαμεν ἡμεῖς ἄδειαν;
§16Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι· διατελεῖτε ἐν ἀγνοίᾳ. Διὰ τοῦτο ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησίν μου, ἵνα σᾶς καταστήσω γνωστὰ τὰ γεγονότα καὶ δώσητε τὰς δεούσας διαταγάς. Ὁ ἔλεγχος αὐτὸς ἀφορᾷ εἰς τὸ παρελθόν.
§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ Βουλευτὴς αὐτός;
§18Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Ν. Κοκωσλῆς. — Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἡ ἀγανάκτησίς μου ἐκορυφώθη, καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν ὑπεσχέθην νὰ φέρω τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἐπερωτήσεώς μου, ἵνα σταματήσω τὸν κατήφορον αὐτὸν καὶ τὴν διασπάθησιν τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιΐας εἰς ἰδιωτικὰς ὁδοὺς, διότι μεθαύριον δύναται νὰ γείνῃ καὶ ἄλλος τις ὅμοιος σιδηρόδρομος ἐκεῖ μὲ τὸ ὑπόλοιπον τῶν χρημάτων. Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἣν δὲν ἀνέπτυξα καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἄγνωστος. Τὴν ὑπέβαλον ἐγγράφως, ἐπιφυλαχθεὶς, ἵνα τὴν ἀναπτύξω μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σχεδιάγραμμα τῆς δημοσίας ὁδοῦ, ἐπίσης τῆς παρασκευαζομένης σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ Βόλου μέχρι Λεχωνίων μετὰ διακλαδώσεως πρὸς τὴν γέφυραν τῆς Κουφάλας, ἐξηγῶν ἐν σημειώματι ἐνυπογράφῳ: αʹ) Πόσον ἐδαπανήθη διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς πρὸς τὴν γέφυραν τῆς Κουράλας διακλαδώσεως τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ, καὶ διατὶ προὐτιμήθη αὕτη, ἀντὶ τῆς πρὸς τὰ Καλὰ Νερὰ ἀποφασισθείσης; βʹ) Ἐὰν ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ τῆς διακλαδώσεως πρὸς τὴν γέφυραν τῆς Κουράλας κατεσκευάσθη ἐπὶ τῆς αὐτῆς δημοσίας ἁμαξιτῆς ὁδοῦ, ὡς διατάσσει τὸ ἄρθρον 26 τῆς ἀπὸ 16 Δεκεμβρίου 1892 συμβάσεως μετὰ τῆς ἑταιρίας τοῦ «σιδηροδρόμου Θεσσαλίας», ἢ ἐχαράχθη καὶ κατεσκευάσθη ὅλως νέα ὁδὸς, παρὰ τὴν σύμβασιν, καὶ διὰ τίνα λόγον; γʹ) Δυνάμει τίνος νόμου ἢ διατάγματος ἐπετράπη ἡ νέα αὕτη ὁδὸς, ἐφ’ ἧς στρωθήσεται ἡ σιδηρᾶ γραμμὴ, συνταχθέντος κτηματολογίου ἀπαλλοτριώσεως τῶν κτημάτων δι’ ὧν διέρχεται; δʹ) Ἐὰν ἀπεζημιώθησαν πάντες οἱ ἰδιοκτῆται. εʹ) Διὰ τίνος ποσοῦ ἐπεβαρύνθη ἢ ἐπιβαρυνθήσεται τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὡς ἐκ τῆς κατασκευῆς τῆς νέας ταύτης ὁδοῦ τῆς διακλαδώσεως πρὸς τὴν γέφυραν τῆς Κουράλας, ἐφ’ ἧς στρωθήσεται ἡ σιδηρᾶ γραμμή;» Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα. Ἡ ὑπηρεσία ὅμως παρέλειψε νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ εἰς δύο ἐρωτήσεις, μοὶ ἀπήντησε δὲ μόνον εἰς τὰς τρεῖς· κατέθεσε δὲ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅλα τὰ σχεδιαγράμματα, τῶν ὁποίων δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν πᾶς τις, ἵνα ἐξελέγξῃ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεγόμενα. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου πληροφορεῖ τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει τὸ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ κατατεθὲν σημείωμα): «Ἀπάντησις—Αʹ) Ἡ ἀπὸ Βόλου εἰς ὅρμον Μηλίναν ἐθνικὴ ὁδὸς εἶναι ἡ κυρία ἀρτηρία, σκοποῦσα νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν συγκοινωνίαν τῶν ἐπὶ τῆς δυτικῆς κλιτύος τοῦ Πηλίου χωρίων. Ἡ ὁδὸς αὕτη κατ’ ἀνάγκην ἀκολουθεῖ τὰς ὑπωρείας τοῦ Πηλίου καὶ διὰ διακλαδώσεων αὐτῆς συγκοινωνοῦσι τὰ διάφορα χωρία. Ἐπειδὴ ἡ ἐξακολούθησις τῆς ὁδοῦ ἀπὸ ἄνω Λεχωνίων εἰς Καλὰ Νερὰ ἀπῄτει μεγάλην δαπάνην, ἀπεφασίσθη τότε, ὅπως προσωρινῶς κατασκευασθῇ ἡ μέχρι τῆς γεφύρας Κουράλας διακλάδωσις πρὸς τὸν σκοπὸν πρῶτον καὶ ἡ ἄνω συνοικία τῆς κωμοπόλεως Λεχωνίων νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς δι’ ἁμαξιτῆς ὁδοῦ συγκοινωνίας, καὶ δεύτερον πρωτίστως, ὅπως ἐξυπηρετηθῇ ἡ συγκοινωνία ὅλων τῶν ἄνω τῶν Λεχωνίων χωρίων ἐπὶ τοῦ Πηλίου, ἤτοι Ἁγίου Γεωργίου, Ἁγίου Λαυρεντίου, Τσαγκαράδος κλπ. Διὰ τὴν ἐν λόγῳ διακλάδωσιν ἐδαπανήθη ποσὸν ἐκ δραχ. 20,920. Βʹ) Κατὰ τὸ ἄρθρον 26 τῆς συμβάσεως περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Βόλου–Λεχωνίων, ἡ ἁμαξιτὴ ὁδὸς τῆς διακλαδώσεως πρὸς τὴν Κουράλαν ἔδει νὰ ἔχῃ ἀνωφερείας καὶ καμπύλας συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 26 τῆς συγγραφῆς. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ κατασκευασθεῖσα διακλάδωσις τῆς ὁδοῦ εἰς τινὰ σημεῖα εἶχεν ἀνωφερείας καὶ καμπύλας μὴ συμπεριλαμβανομένας ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν ἐπιτρεπομένων ὑπὸ τῆς συγγραφῆς τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου, ἐδέησε νὰ τροποποιηθῇ αὕτη εἰς τὰ σημεῖα ταῦτα. Γʹ) Δὲν πρόκειται περὶ κατασκευῆς νέας ὁδοῦ, ἀλλὰ περὶ τροποποιήσεως τῆς ὑπαρχούσης, ὅπως ἐκπληροῖ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως τῆς κυρωθείσης διὰ τοῦ νόμου ΒΡϞΒʹ τῆς 20 Μαρτίου 1893». Ποίαν ἔννοιαν ἔχει τὸ «προσωρινῶς», δὲν γνωρίζω· ἀπὸ οἱουδήποτε μέρους καὶ ἂν διέλθῃ ἁμαξιτὴ ὁδὸς, δύνανται νὰ ὠφεληθῶσι καὶ ἄλλα χωρία. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ ἀρχικὸν διάγραμμα ἔλαβον ὑπ’ ὄψει ποία ἡ κυρία ἀρτηρία καὶ πόθεν διέρχονται αἱ πλείονες. Δὲν ἕπεται ἐξ ὅσων λέγω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ πρόνοια περὶ ὁδῶν καὶ τῶν χωρίων τοῦ δήμου Νηλείας· τοὐναντίον. Ἀλλὰ καὶ τὰ μετέπειτα συμβάντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη πρόθεσις, διότι, ἀντὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ὁδὸς ἀπὸ τῆς γεφύρας Κουφάλας εἰς Καραμπάσιον καὶ Ἅγιον Γεώργιον ἢ Ἅγιον Λαυρέντιον, περιωρίσθη ἕως εἰς τὴν γέφυραν πρὸς διευκόλυνσιν τῆς κατασκευῆς τοῦ ὑδρομύλου. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἀπαντᾷ εἰς τὰς δύο τελευταίας ἐρωτήσεις μου, εἰς ἃς παρακαλῶ νὰ μοὶ δοθῇ ἀπάντησις. Κύριοι, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867 περὶ ταμείου ὁδοποιΐας δὲν ἠδύνατο νὰ κατασκευασθῇ ἐθνικὴ ὁδός, ἐὰν μὴ ἀπεφασίζετο αὕτη δι’ εἰδικοῦ νόμου. Ἦλθεν ὁ νόμος τῆς 23ης Νοεμβρίου 1878, ὁ ὁποῖος ἔδωκε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου τούτου λέγει τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Αἱ κατασκευαστέαι κατὰ προτίμησιν ἐθνικαὶ ὁδοὶ θέλουσιν ὁρισθῆ διὰ Β. Διατάγματος». Δυνάμει τῆς διατάξεως ταύτης ἐξεδόθη, ὡς εἶπον, τὸ διάταγμα, περὶ οὗ ὁ λόγος, πρὸς κατασκευὴν τῆς ἀπὸ Βόλου εἰς Μηλίναν ὁδοῦ. Τὸ διάταγμα τοῦτο, ὡς πρὸ μικροῦ ἀνέπτυξα, ἀνεγνώρισεν ὡς ἐθνικὴν ὁδὸν τὴν ἀπὸ Βόλου εἰς Κάτω Λεχώνια, Καλὰ Νερά, Ἄφυσον, Χόρτον καὶ Μηλίναν. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἔχομεν τὰς διακλαδώσεις ἐκείνας, διὰ τὰς ὁποίας ἐδαπανήσαμεν οὐκ ὀλίγα ἐκ τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιΐας, χωρὶς νὰ ἐκδοθῇ διάταγμα στηριζόμενον εἰς τὸν νόμον, ἑπομένως καὶ ἡ δαπάνη παρανόμως ἐγένετο καὶ αἱ ἀπαλλοτριώσεις παρὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ δὲ χρησιμωτάτη αὕτη ὁδὸς δὲν προὐχώρησεν ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ὑπῆρχε περίσσεια χρημάτων ὁδικῶν. Καὶ αὕτη εἶναι ἡ παρανομία περὶ τῆς πρώτης ὁδοῦ, περὶ τῆς πρώτης διακλαδώσεως. Τώρα τί συνέβη περὶ τῆς δευτέρας; Ὡς ἠκούσατε, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου λέγει, ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν καὶ τοὺς ὅρους τῆς συγγραφῆς ἠδύνατο νὰ στρωθῇ γραμμὴ σιδηρᾶ διὰ τὴν διακλάδωσιν αὐτήν, δηλ. ἀπὸ Ἄνω Λεχωνίων εἰς τὴν θύραν τῆς ἐπαύλεως, περὶ ἧς ὁ λόγος. Ἰδού, κ. Πρωθυπουργέ, τὸ ἄρθρον 26 τῆς συμβάσεως, εἰς τὸ ὁποῖον ἐστηρίχθη ἡ κατασκευὴ τῆς γραμμῆς, τῆς συμβάσεως τῆς ψηφισθείσης ὑπὸ τῆς Βουλῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 26. Ἡ ἑταιρία θέλει ἐκτελέσει προέκτασιν τῆς γραμμῆς αὐτῆς μέχρι τῆς δημοσίας ὁδοῦ, τῆς ἀνερχομένης πρὸς τὴν γέφυραν τῆς Κουφάλας, καὶ ἐντεῦθεν διακλάδωσιν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης μέχρι 1000 μ., ἐὰν ἡ μέχρι τοῦ σημείου τούτου ἐκ τοῦ σταθμοῦ Λεχωνίων δημοσία ὁδὸς κατασκευασθῇ ὑπὸ ὅρους ἐπιτρέποντας τὴν δίοδον τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς κατὰ τοὺς ὅρους ἀνωφερείας καὶ καμπυλῶν, τοὺς περιεχομένους ἐν τῇ συγγραφῇ τῶν ὅρων, καὶ ἂν τὸ πλάτος τῆς δημοσίας ὁδοῦ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐπ’ αὐτῆς ἐγκατάστασιν τῆς γραμμῆς καὶ τὴν ἐγκατάστασιν στάσεως μετὰ παρακαμπτηρίων γραμμῶν εἰς τὸ τέρμα τῆς διακλαδώσεως ἐπὶ τμήματος ὁριζοντίου μήκους τοὐλάχιστον 150 μέτρων ἄνευ ἀπαλλοτριώσεων εἰς βάρος τῆς ἑταιρίας. Ἐπὶ τῆς οὕτω κατασκευασθησομένης προεκτάσεως καὶ διακλαδώσεως, ἢ ἐπὶ ἑτέρας αὐτῶν, ἡ ἀνάδοχος ἑταιρία δικαιοῦται νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν μεταφορὰν ἐμπορευμάτων.» Ὥστε ἄριστα ἐννοεῖτε, ὅτι εἰς τὰς παραστάσεις τοῦ ἐνδιαφερομένου ἡ τότε Κυβέρνησις ἐδέχθη μὲν νὰ γείνῃ σιδηρᾶ γραμμὴ καὶ ἐν τῇ πρὸς τὰ ἐργοστάσια διακλαδώσει, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ῥητὸν καὶ ἀπαράβατον ὅρον, ἐὰν ἐπὶ τῆς ἰδίας ἁμαξιτῆς ὁδοῦ, τῆς παρανόμως κατασκευασθείσης, ἠδύνατο νὰ στρωθῇ. «Ἐὰν» καὶ «ἐὰν» αἱ κλίσεις καὶ καμπαὶ ἐπιτρέψωσι τοῦτο. Εἶναι τόσον σαφῆ πάντα ταῦτα, ὥστε δὲν δύναταί τις νὰ τολμήσῃ, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὴν ἐναντίαν γνώμην ἐὰν ὑποστηριχθῇ τοιαύτη, βεβαίως θ’ ἀπαντήσω. Πῶς λοιπὸν δικαιολογεῖται ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, ἐξηγοῦσα ὅτι εἶχε δικαίωμα ἐπὶ ἄλλης ὁδοῦ νὰ στρωθῇ σιδηρᾶ γραμμή; Ἀλλὰ, λέγει, δὲν εἶναι νέα ὁδὸς, διότι εἶναι τροποποίησις. Ἐνταῦθα εἶναι καὶ τὸ σχέδιον. Ἀρκεῖ νὰ ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς ὅλα τὰ σχετικὰ σχέδια καὶ εἰς τοῦτο, (δεικνύει ἓν σχέδιον) καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι ἀπεφασίσθη ἡ κατασκευὴ νέας ὅλως ὁδοῦ, ἀπὸ τὸ σημεῖον τῶν Ἄνω Λεχωνίων μέχρι τῆς ἐπαύλεως, γενομένων ἀπαλλοτριώσεων παρανόμων, ἀντισυνταγματικῶν, καὶ καταστροφῆς ὅλων τῶν κήπων, ἐκείνων τῶν ὡραιοτάτων κήπων, διὰ τοὺς ὁποίους ἔκλαιον καὶ ὠδύροντο οἱ ἰδιοκτῆται. Ἐνταῦθα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι τὸ σχέδιον· ἔχομεν εὐτυχῶς καὶ πολλοὺς κυρίους μηχανικοὺς μεταξὺ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐννοήσωσι καλλίτερον καὶ μὲ τὸ σχέδιον. Ἐδῶ εἶναι ἡ μία γραμμὴ, ἡ τῆς παλαιᾶς ὁδοῦ, (δεικνύει διάφορα σημεῖα ἐπὶ τοῦ σχεδίου) ἐκεῖ εἶναι ἡ ἄλλη γραμμὴ, ἡ τῆς νέας ὁδοῦ, μὲ ὅλας τὰς καμπύλας, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ἡ κατασκευὴ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς.
§19ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Τί ἐννοεῖτε «παρανόμων καὶ ἀντισυνταγματικῶν;» Τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπει...
§20Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπιτρέπει ἀπαλλοτρίωσιν, ὅταν στηρίζηται εἰς νόμον καὶ διάταγμα διὰ δημοσίαν ἀνάγκην. Δὲν ὑπάρχει ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς δημοσίας ἀνάγκης, ὅταν ἡ ὁδὸς δὲν γίνηται συμφώνως μὲ τὸν νόμον καὶ τὸ ἐπὶ τῇ βάσει τούτου ἐκδοθὲν διάταγμα. Ἐξ ὅσων ἐγὼ εἶπον, ἐὰν μὴ γείνῃ ἀντίῤῥησις, θεωρῶ ταῦτα ἀρκετά. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐνόησε περὶ τίνος πρόκειται. Καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι κατεσκευάσθη ὡς ἐθνικὴ ὁδὸς ἡ προέκτασις μέχρι τῆς ἐπαύλεως τοῦ συμπολίτου μου κ. Κοκωσλῆ, καὶ ἐκεῖθεν ἑτέρα προέκτασις χάριν διευθετήσεως τῶν ὑδάτων τῶν ἐργοστασίων τοῦ ἰδίου, παρὰ τὸν νόμον καὶ τὸ διάταγμα, ὅτι ἐγένοντο ἀπαλλοτριώσεις πτωχῶν ἀνθρώπων ἐκεῖ, καὶ καταστροφαὶ κήπων παρὰ τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη βεβαίως θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τοὺς διαβαίνοντας καὶ πρὸ πάντων εἰς τὸν ἰδιοκτήτην· δύναται νὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἰς 1–2 ἄλλας κωμοπόλεις πρὸς τὰ ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκείνη ἡ ὁδὸς ἡ ἀποφασισθεῖσα ὑπὸ τοῦ διατάγματος, οὔτε ἐκείνη ἡ ὁποία πρέπει νὰ κατασκευασθῇ δυνάμει τῶν νόμων, ἐφ’ ὧν ἐρείδεται τὸ ἐκδοθὲν διάταγμα· τὸ λεχθὲν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ἐγένετο διότι θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα χωρία, δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι δὲν ἐγένετο ἡ προέκτασις μέχρι τῶν χωρίων, ἀλλ’ ἐκεῖ ἐβάλτωσε τὸ δημόσιον ἔργον, διὰ νὰ γείνῃ ἄλλη ὁδὸς καὶ ἐπ’ αὐτῆς γείνῃ σιδηρᾶ γραμμὴ, μὴ ἀποζημιωθέντων μάλιστα μέχρι τοῦδε τῶν ἰδιοκτητῶν. Ὥστε εἶναι δύο παρανομίαι. Διὰ παρανομίας ἐγένετο ἡ πρώτη ὁδὸς, διὰ παρανομίας κατασκευάζεται ἤδη καὶ ἡ ἑτέρα ὁδὸς πρὸς στρῶσιν σιδηρᾶς γραμμῆς. Τώρα τὴν εὐθύνην τῶν παρανομιῶν τούτων καὶ τῶν εἰς τοὺς συμπολίτας μου ἀδικιῶν βεβαίως δὲν ζητῶ ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις, ὑποθέτω, ὅτι πρώτην φορὰν λαμβάνει γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου βεβαίως τὴν εὐθύνην ἀκεραίαν φέρει αὕτη. Δὲν δύναμαι νὰ ἀμφιβάλλω παντελῶς, ὅτι θέλουσι διαταχθῆ τὰ δέοντα, πρῶτον, διὰ τοῦ κ. Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ μὴ ἐγκριθῶσιν αἱ δαπάναι αὗται, καὶ γενόμεναι νὰ καταλογισθῶσιν εἰς βάρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰς διέταξαν παρὰ τὸν νόμον, δεύτερον δὲ νὰ μὴ γείνῃ καμμία ἄλλη πληρωμὴ τοῦ λοιποῦ, ἐκτὸς τῶν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἀποζημιώσεων, γινομένων καὶ ἀνακοινώσεων κατὰ τῶν ὑπευθύνων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, λαμβάνουσα ἀφορμὴν ἐκ τῆς μελέτης τοῦ σχετικοῦ φακέλλου, νὰ ἐξεύρῃ τὸν τρόπον, πῶς θὰ δυνηθῇ ἡ ὁδὸς αὕτη νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἐχάραξε τὸ διάταγμα τοῦ 1891, καὶ συντελεσθῇ ὅσον οἷόν τε τάχιον τὸ ἔργον μέχρι Μηλίνης. Ἀνάγκη ὅμως ἐπείγουσα κατασκευῆς ἁμαξιτῶν καὶ βατῶν ὁδῶν εἰς ἅπαν τὸ Πήλιον, ὅπερ μέχρι τοῦδε σφόδρα ἠδικήθη· ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου ἄλλοτε ἀναλυτικώτερον.
§21ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πολλὰς, Κύριοι, καὶ παντοίας κρίσεις, πολλοὺς καὶ μεγάλους κινδύνους ἔχει ὑποστῆ μέχρι τοῦδε ὁ Ἑλληνισμὸς, καθ’ ὅλον τὸν μακραίωνα αὐτοῦ βίον, τὸν ἀριθμούμενον κατὰ χιλιετηρίδας. Ἀλλ’ αἱ κρίσεις καὶ οἱ κίνδυνοι ἐκεῖνοι ἦσαν κυρίως κοινωνικῆς ἢ πολιτικῆς φύσεως. Καταλαβόντες οἱ Ἕλληνες ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων τὸ πρὸς νότον τοῦ Αἵμου τμῆμα τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου, τῆς κληθείσης διὰ τοῦτο καὶ Ἑλληνικῆς, πρὸς δὲ τὰς νήσους πάσας τῆς ἀνατολικῆς λεκάνης τῆς Μεσογείου μετὰ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἦλθον πολλάκις εἰς σύγκρουσιν καὶ πρὸς ἀλλήλους καὶ πρὸς τοὺς ὁμόρους λαοὺς, ἐξετέθησαν δὲ εἰς τὰς ἀλλεπαλλήλους ἐπιδρομὰς πολλῶν ἀλλοφύλων, εἰς οὓς αἱ ὑπ’ αὐτῶν οἰκούμεναι χῶραι, ὡς ἐκ τῆς ἀπαραμίλλου γεωγραφικῆς των τοποθεσίας, ὑπῆρξαν ἀείποτε περιζήτητοι καὶ περιμάχητοι. Κατὰ τοὺς πρὸς ἀλλήλους καὶ πρὸς τοὺς ἀλλοφύλους ἀγῶνας ἐκείνους περιῆλθον πολλάκις εἰς κοινωνικὴν ἔκλυσιν, καὶ ἀπέβαλον καὶ τὴν ἐλευθερίαν των, ὑποκύψαντες εἰς ξενικὸν ζυγὸν, εἰς ζυγὸν, ὑφ’ ὃν ἐνόμιζέ τις ὅτι εἶχον καταδικασθῆ ἐς ἀεὶ εἰς θάνατον πολιτικόν. Ἐν τούτοις, ὅτε ἦλθε τὸ πλήρωμα τῶν χρόνων, ὁ Ἑλληνισμὸς ἀνεγεννήθη, ὡς φοῖνιξ ἐκ τῆς τέφρας, πλήρης νέας ζωῆς καὶ ἀκμῆς, ὑποστὰς οὕτω καλλίνικος ὅλας τὰς κοινωνικὰς κρίσεις, καὶ τοὺς πολιτικοὺς ἐκείνους κινδύνους, ὧν τὸ μυριοστὸν ἤρκεσε νὰ ἐξαφανίσῃ ἄλλους λαοὺς παντάπασιν ἐκ τοῦ προσώπου τῆς γῆς. Ἀλλ’ ἀπό τινος, Κύριοι, νέα κρίσις ἐξεῤῥάγη διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν, καὶ νέος κίνδυνος ἀνεφάνη, ἐπαπειλῶν οὐχὶ πλέον τὴν κοινωνικὴν ἢ πολιτικὴν αὐτοῦ ζωὴν, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν ἐθνικήν του ὕπαρξιν. Ὁ κίνδυνος οὗτος εἶναι ὁ ἐκ τῶν ποικίλων καὶ πολυωνύμων προπαγανδῶν, αἵτινες ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν, εἴτε ὑπὸ πρόσχημα θρησκευτικόν, εἴτε ὑπὸ πρόσχημα πολιτικὸν, ὑποσκάπτουσι καὶ ὑπονομεύουσιν αὐτὸν τὸν ἐθνισμόν μας. Τοιαῦται προπαγάνδαι καθαρῶς μὲν θρησκευτικαὶ εἶναι αἱ παπιστικαί, ἰδίᾳ ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ Οὐνιτισμοῦ, καὶ αἱ προτεσταντικαί, θρησκευτικαὶ δὲ καὶ πολιτικαὶ ἐν ταὐτῷ αἱ τῶν Ρωμούνων καὶ τῶν Βουλγάρων. Ἡ τελευταία αὕτη, ἡ τῶν Βουλγάρων, εἶναι ἡ ἐπικινδυνωδεστάτη πασῶν. Οἱ νῦν Βούλγαροι εἶναι φυλὴ μιγὰς, ἐκ Σλαυϊκῶν καὶ Ταταρικῶν ἀπαρτισθεῖσα στοιχείων. Ἤδη ἀπὸ τοῦ τρίτου μ. Χ. αἰῶνος ἤρξατο ἡ εἰρηνικὴ μετανάστευσις καὶ ἐγκατάστασις τῶν Σλαύων ἐν τῇ πρὸς βοῤῥᾶν τοῦ Αἵμου Ἰλλυρικῇ χερσονήσῳ. Κατὰ τὸν ἕβδομον αἰῶνα ὑπετάγησαν οὗτοι εἰς τοὺς Βουλγάρους, λαὸν Οὑγγρικὸν, προερχόμενον ἐκ τῶν πέριξ τοῦ Βόλγα, ἐξ οὗ καὶ τὸ ὄνομα αὐτῶν, πρὸς ὃν συνανεμίγησαν, μεταδόντες αὐτῷ, ὡς πολυπληθέστεροι, καὶ τὴν ἰδίαν των γλῶσσαν. Οἱ Βούλγαροι σὺν τῷ χρόνῳ ἐπέδραμον πρὸς νότον καὶ ἐπεξέτειναν τὸ κράτος αὐτῶν ἐπὶ τὴν Θράκην μέχρι τῶν τειχῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐπὶ τὴν Μακεδονίαν, τὴν Θεσσαλίαν καὶ μέχρι τῆς κυρίας Ἑλλάδος. Ἀλλὰ τὸ κράτος αὐτῶν τοῦτο ὑπῆρξε παροδικὸν, καταλυθὲν ταχέως ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων αὐτοκρατόρων τοῦ Βυζαντίου καὶ περιορισθὲν κυρίως εἰς τὴν μεταξὺ τοῦ Αἵμου καὶ τοῦ Δανουβίου χώραν, τὴν πάλαι Μοισίαν. Οἱ Βούλγαροι θὰ ἦσαν λαὸς πρὸ πολλοῦ ἀνήκων εἰς τὴν ἱστορίαν, οὐδεὶς δὲ λόγος θὰ ἐγίνετο περὶ αὐτῶν ἐν τῷ παρόντι, ἂν μὴ ἀσπαζόμενοι καὶ αὐτοὶ τὴν ὀρθοδοξίαν κατέφευγον, ὡς εἰς ἄλλην κιβωτὸν τοῦ Νῶε, εἰς τὴν Μεγάλην τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν καὶ διεσώζοντο ὑπ’ αὐτῆς, ὡς τόσοι ἄλλοι λαοὶ, κατὰ τὴν μακραίωνα δουλείαν ὑπὸ ἀλλόφυλον καὶ ἀλλόθρησκον ζυγόν. Ἄνευ τῆς ὀρθοδοξίας, ἄνευ τῆς Μ. τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, βεβαίως πρὸ πολλοῦ θὰ εἶχον ἐξομώσει πρὸς τῷ θρησκεύματι καὶ τὸν ἐθνισμόν των καὶ θὰ ἦσαν τανῦν ἐκ τῶν πιστοτέρων ὀπαδῶν τοῦ Ἰσλὰμ, ἐξομοιούμενοι ἐν πᾶσι πρὸς τοὺς Μωαμεθανούς. Καὶ ὅμως ἐπέπρωτο ἐπ’ ἐσχάτων τούτων τῶν ἡμερῶν τὴν κοινὴν μητέρα καὶ τροφὸν πάντων τῶν ὀρθοδόξων λαῶν νὰ ποτίσωσιν ἀντὶ τοῦ μάννα χολήν! Πρὸ τοῦ κινδύνου τῆς ξενικῆς ἐπιδρομῆς προσέφυγον ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν πτερύγων της, ἀποκηρύττοντες τὰ ἴδια πατριαρχεῖα καὶ τὰς ἀρχιεπισκοπάς των, καὶ τασσόμενοι ὑπὸ τὴν ἄμεσον αὐτῆς δικαιοδοσίαν, εὐθὺς δὲ, ὡς εἶδον τὸν κίνδυνον ἐκεῖνον παρερχόμενον, ἐζήτησαν ν’ ἀποσκιρτήσωσιν ἐξ αὐτῆς, διαβάλλοντες καὶ κατασυκοφαντοῦντες αὐτὴν, ὡς δῆθεν προσενεχθεῖσαν πρὸς αὐτοὺς ὡς μητρυιὰν καὶ ὑπονομευθεῖσαν τὸν ἐθνισμόν των. Καὶ ἐν τούτοις ἡ διαβολὴ καὶ ἡ συκοφαντία αὐτῶν εἶναι τόσον ψευδὴς, τόσον στυγερά! Ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν, Κύριοι, οὐδέποτε παρεγνώρισε τὸν μέγαν καὶ ὑψηλὸν προορισμόν της, οὐδέποτε ἠθέτησε τὴν ἐντολὴν τοῦ θείου ἱδρυτοῦ της, τοῦ εἰπόντος, «ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Ἄνευ διακρίσεως φυλετισμοῦ, ἄνευ συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας πρὸς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λαὸν, θεωροῦσα ἑαυτὴν Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροις ὀφειλέτην, κατὰ τὸν μέγαν τῶν ἐθνῶν Ἀπόστολον, ἕνα καὶ μόνον ἐπεδίωξεν ἀείποτε σκοπὸν, νὰ γαλουχήσῃ ἐν τῇ εἰς Χριστὸν πίστει καὶ νὰ ποδηγετήσῃ εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ἀρετῆς, ὑποβοηθοῦσα αὐτοὺς εἰς τὴν ἐξομοίωσιν πρὸς τὸ πανυπερτέλειον Ὄν, πάντας τοὺς ὀπαδούς της, θεωροῦσα τούτους μίαν ποίμνην, ὑπὸ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν ἀρχιποιμένα, τὸν ἀρχηγὸν καὶ τελειωτήν της. Ἐὰν ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν ἤθελεν, ἐπιλήσμων γινομένη τῆς θείας ταύτης ἀποστολῆς της, ἐπιλήσμων γινομένη τῆς παραγγελίας τοῦ ἱδρυτοῦ της, καθ’ ἣν «οὐδεὶς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις», νὰ ἐπιδιώξῃ ἄλλους σκοποὺς, ἀποβαίνουσα ὄργανον εἰς χεῖρας τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ λαοῦ πρὸς ἐθνικὸν ὑπὲρ αὑτοῦ προσηλυτισμὸν, τότε δὲν ἠξεύρω μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν θὰ ὑπῆρχε τὴν σήμερον Βουλγαρία, ἐγείρουσα ἀξιώσεις ἐπικρατήσεως ἐφ’ ὅλης τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου, ἐὰν θὰ ὑπῆρχον τὴν σήμερον Βούλγαροι, τοιαῦτα ἐξερευγόμενοι κατὰ τῆς Μ. τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Ἐπὶ αἰῶνας πολλοὺς εἶχον ἀποβάλει οὗτοι πᾶσαν ἐθνικὴν συνείδησιν, τί δ’ ἐκώλυε τότε τὴν Ἐκκλησίαν, ἐὰν αὕτη ἐπεδίωκε πράγματι τοὺς νῦν ἀποδιδομένους εἰς αὐτὴν σκοποὺς, νὰ ἐξελληνίσῃ αὐτοὺς τέλεον; Ἡ Ἐκκλησία πρὸς τῇ πίστει τῶν πατέρων των διέσωσε καὶ τὸν ἐθνισμὸν τῶν Βουλγάρων, καθ’ ὃν χρόνον οὗτοι οὐδὲ συνείδησιν αὐτοῦ εἶχον. Ὅτε δὲ αὐτοὶ κατὰ τὰ μέσα τοῦ παρόντος αἰῶνος, ὑπ’ ἄλλων ἐξεγερθέντες ἐκ τοῦ ληθάργου, ὑφ’ ὃν τέως διετέλουν, ἀνέκτησαν τὴν ἐθνικήν των συνείδησιν, ἔστρεψαν τὸ πρῶτον τὰ ὅπλα αὑτῶν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐγίνωσκον κάλλιστα, ὅτι αὐτὴ δὲν ἠδύνατο νὰ συγκαλύψῃ τὰς σκευωρίας των κατὰ τοῦ πολιτικοῦ καθεστῶτος, καὶ ἐζήτησαν ἐν ἀρχῇ τὴν ἐκκλησιαστικήν των χειραφέτησιν ἐκ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τὴν ἀνίδρυσιν ἰδίας ἐθνικῆς ἐκκλησίας ὑπὸ ἴδιον ἔξαρχον, διότι μόνον ὑπ’ αὐτὴν καὶ δι’ αὐτῆς ἠδύναντο νὰ ἐπιδιώξωσι τελεσφόρως τὴν πραγμάτωσιν τῶν πολιτικῶν των σχεδίων. Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ἡ Πύλη, παραγνωρίσασα τέλεον τὴν ἀληθῆ φύσιν τοῦ τότε Βουλγαρικοῦ κινήματος, ἐνέδωκεν ὑπὸ τὸν ἄλλως περίνουν μέγαν αὐτῆς Βεζύρην Ἀλῆ πασσᾶν εἰς τὴν ἀνίδρυσιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς τῶν Βουλγάρων ἐξαρχίας διὰ τοῦ φιρμανίου τοῦ 1870, δι’ οὗ ὑπήγαγεν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῆς τὴν πέραν τοῦ Αἵμου Βουλγαρίαν καὶ μέρος τῆς βορείου Θράκης. Ἡ Μ. τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία διεμαρτυρήθη τότε κατὰ τῆς τοιαύτης ἀθετήσεως θεμελιώδους διατάξεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἡμῶν δικαίου, ἥτις ἀποκρούουσα τὴν ἀρχὴν τοῦ φυλετισμοῦ δὲν ἐπιτρέπει τὴν συνύπαρξιν δύο ὁμοδόξων Ἐκκλησιῶν ἐντὸς ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ Κράτους. Αἱ διαμαρτυρίαι τῆς ἀπέβησαν μάταιαι, διὸ ἠναγκάσθη ἐν μεγάλῃ Συνόδῳ, συγκροτηθείσῃ τῷ 1872, νὰ ἐπικυρώσῃ τὸ σχίσμα κατὰ τῶν Βουλγάρων, τῶν ὀπαδῶν τῆς ἐξαρχίας. Ἡ γείτων ἡμῶν ἐπικράτεια δὲν ἐβράδυνε νὰ δρέψῃ τοὺς καρποὺς τοῦ φιρμανίου τοῦ 1870. Οἱ Βούλγαροι ἐν τῇ ἐκκλησιαστικῇ αὑτῶν χειραφετήσει εὗρον πρόσφορον τὸ ἔδαφος, ἵνα ὑποσκάψωσι καὶ ὑπονομεύσωσι τὸ πολιτικὸν καθεστὼς, ἐπιδιώκοντες πρὸς τῇ ἐκκλησιαστικῇ καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτῶν ἀνεξαρτησίαν. Παρουσίασαν τεχνικὴν ἐπανάστασιν ἐν ἔτει 1876, ἥτις ἤγαγεν εἰς τὰς σφαγὰς τοῦ Βατὰκ καὶ τοῦ Ταρὰρ Παζαρτζίκ, τὰς προκαλεσάσας τὸν Ρωσσοτουρκικὸν πόλεμον καὶ τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου, δι’ ἧς ἀνεγνωρίσθη πέραν μὲν τοῦ Αἵμου ἡμιανεξάρτητος ἡγεμονία, ἐντεῦθεν δὲ αὐτοῦ αὐτόνομος τοπαρχία, ὑπὸ χριστιανὸν διοικητὴν, ἡ Ἀνατολικὴ Ρωμυλία. Διὰ τοῦ πραξικοπήματος τοῦ 1885 ἥνωσαν οἱ Βούλγαροι τὴν τοπαρχίαν ταύτην πρὸς τὴν ἐκεῖθεν τοῦ Αἵμου ἡγεμονίαν, ἀναγκάσαντες καὶ τὴν Πύλην καὶ τὰς Δυνάμεις τὰς συνυπογραψάσας τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου ἑκοῦσαι ἄκουσαι ν’ ἀναγνωρίσωσι τὸ τετελεσμένον αὐτῶν γεγονός. Αἱ ἐπιτυχίαι αὗται, Κύριοι, ἐνεθάῤῥυναν τοὺς Βουλγάρους νὰ στρέψωσι τὸ βλέμμα αὑτῶν ἄπληστον καὶ πρὸς ἄλλας χώρας, νοτιώτερον αὐτῶν κειμένας, ἐπιδιώκοντες καὶ τὴν τούτων ὑποταγὴν, δι’ ὧν μεθοδειῶν ἐπέτυχον καὶ τῆς ἡμιανεξαρτησίας τῆς νῦν Βουλγαρίας. Ἤρξαντο ἐπιδιώκοντες τὴν ὑπαγωγὴν εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν δικαιοδοσίαν τῆς ἐξαρχίας των καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν τῆς Θρᾴκης, μάλιστα δὲ τῆς Μακεδονίας, ἥτις ἀπὸ πολλοῦ ἔχει καταστῆ τὸ μῆλον τῆς ἔριδος εἰς πάντας τοὺς θέλοντας νὰ κυριαρχήσωσί ποτε ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου. Ἡ Μακεδονία, Κύριοι, ὁριζομένη πρὸς νότον μὲν ὑπὸ τοῦ Αἰγαίου πελάγους καὶ τῆς Ἑλλάδος, πρὸς ἀνατολὰς δὲ ὑπὸ τῆς Ροδόπης, πρὸς βοῤῥᾶν δὲ ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Σερβίας καὶ πρὸς δυσμὰς ὑπὸ τῆς Ἀλβανίας, εἶναι χώρα ἀριθμοῦσα περὶ τὸ 1,600,000 κατοίκων, διακρινομένη διὰ τὴν ἔκτακτον γονιμότητα τοῦ ἐδάφους της καὶ περικλείουσα πλεῖστα ὅσα πλούσια μεταλλεῖα. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ καθιστᾷ αὐτὴν κατ’ ἐξοχὴν περιμάχητον, εἶναι ἡ ἔξοχος αὐτῆς τοποθεσία ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ἰδίᾳ ὑπὸ ἐμπορικὴν καὶ οἰκονομικὴν, μάλιστα δὲ ὑπὸ στρατηγικὴν καὶ πολιτικήν. Ὁ κατέχων αὐτὴν εὐκόλως δύναται νὰ δεσπόσῃ καὶ τῶν γειτονικῶν χωρῶν, ὡς ἐγένετο τοῦτο ἐν τῇ ἀρχαιότητι. Ἀλλ’ ἡ Μακεδονία, Κύριοι, εἶναι χώρα Ἑλληνική. Τοῦτο μαρτυρεῖ ἡ ἀνέκαθεν αὐτῆς ἱστορία, τοῦτο ἀποδεικνύουσι πᾶσαι αὐτῆς αἱ παραδόσεις. Πάντα τὰ ὄρη, πάντες οἱ ποταμοὶ καὶ αἱ κοιλάδες, πᾶσαι αἱ πόλεις μὲ τὰ Ἑλληνικὰ ὀνόματά των, πάντα τὰ πανταχοῦ αὐτῆς ἀπαντῶντα μνημεῖα Ἑλληνικῆς τέχνης, μονονουχὶ φωνὴν ἀφιέντα, βοῶσι «καὶ ἡ γῆ Ἑλληνική ἐστὶ». Διὰ τοῦτο πάντες οἱ μνηστῆρες αὐτῆς, πᾶσαι αἱ ἐν αὐτῇ ἐνεργοῦσαι ξενικαὶ προπαγάνδαι, κατὰ τοῦ ἐν αὐτῇ Ἑλληνικοῦ στοιχείου βάλλουσι τὰ βέλη των, τούτου κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν τὸ ἐθνολογικὸν καθεστὼς ὑπονομεύουσαι. Ἡ ἀνενδοτώτερον δὲ πάσης ἄλλης προπαγάνδας ἐργαζομένη πρὸς τοῦτο εἶναι ἡ Βουλγαρική. Οἱ Βούλγαροι ζητοῦσι διέξοδον πρὸς τὸ Αἰγαῖον πέλαγος διὰ τῆς Μακεδονίας, ἐποφθαλμιῶντες ἰδίᾳ τὴν μητρόπολιν αὐτῆς, τὴν περικαλλῆ τοῦ Θερμαϊκοῦ κόλπου νύμφην Θεσσαλονίκην. Πράττουσι δὲ τοῦτο οὐ μόνον διὰ τὴν ἀπόκτησιν τόσον περιβλέπτου χώρας καὶ τόσον περιζητήτου ἐμπορικοῦ λιμένος, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον πολλῷ σπουδαιότερον λόγον. Θέλουσιν οὕτω νὰ διχοτομήσωσιν εἰς τὸ μέσον τὸν Ἑλληνισμόν, ὃν θεωροῦσι τὸν μᾶλλον ἐπίφοβον ἐχθρόν των, ἢ μᾶλλον ν’ ἀποκόψωσι τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ, τὴν νῦν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ἀπὸ τῆς λοιπῆς μεγάλης Ἑλλάδος, τῆς Ἑλλάδος τῆς Μακεδονίας, τῆς Θράκης καὶ πέραν τοῦ Ἑλλησπόντου ἐκτεινομένης. Θέλουσιν οὕτω ταύτην μὲν νὰ καταστήσωσιν εὐχείρωτον, ἐκείνην δὲ νὰ καταδικάσωσιν εἰς βίον ἀβίωτον, εἰς πολιτικὸν καὶ ἐθνικὸν μαρασμόν. Μὴ νομίσετε, Κύριοι, ὅτι ὁ ἰσχυρισμός μου οὗτος ἐνέχει τὸ παράπαν ὑπερβολήν τινα. Ἡ Μακεδονία ἠδύνατο νὰ ὑποδιαιρεθῇ εἰς τρία μεγάλα τμήματα· εἰς τὸ βόρειον, τὸ κείμενον μεταξὺ τῆς μεθορίου γραμμῆς τῆς Σερβίας καὶ Βουλγαρίας καὶ γραμμῆς ἀρχομένης μὲν ἐκ Νευροκοπίου, διηκούσης δὲ διὰ Μελενίκου, Στρωμνίτζης, Δεμὶρ–Καπί, Μοναστηρίου καὶ ληγούσης εἰς τὴν λίμνην τῆς Ἀχρίδος· εἰς τὸ μέσον τμῆμα, τὸ ὁριζόμενον πρὸς βοῤῥᾶν μὲν ὑπὸ τῆς εἰρημένης γραμμῆς, πρὸς νότον δὲ ὑπὸ γραμμῆς, ἀρχομένης μὲν ἐκ Καββάλας, διηκούσης δὲ διὰ Δράμας, Σεῤῥῶν καὶ Θεσσαλονίκης, ἐντεῦθεν παρακολουθούσης τὴν βόρειον ἀκτὴν τοῦ Θερμαϊκοῦ κόλπου μέχρι τῶν ἐκβολῶν τοῦ Λουδίου καὶ διὰ τῆς Ναούσσης ληγούσης εἰς Καστορίαν· εἰς τὸ νότιον τμῆμα, τὸ πρὸς βοῤῥᾶν μὲν ὁριζόμενον ὑπὸ τῆς εἰρημένης γραμμῆς, πρὸς νότον δὲ ὑπὸ τοῦ Αἰγαίου πελάγους καὶ τῆς μεθορίου γραμμῆς τῆς Ἑλλάδος. Τὸ τελευταῖον τοῦτο τμῆμα εἶναι τὸ κυρίως Ἑλληνικόν. Τὸ βόρειον τμῆμα οἰκούμενον ὑπ’ Ἀλβανῶν, Βλάχων καὶ Σλαυοφώνων, ὧν ἡ γλῶσσα ἐνιαχοῦ μὲν ἀποκλίνει πρὸς τὸ Σερβικόν, ἐνιαχοῦ δὲ πρὸς τὸ βουλγαρικὸν ἰδίωμα, εἶναι κυρίως ἀντικείμενον ἔριδος μεταξὺ Ἀλβανῶν, Σέρβων καὶ Βουλγάρων. Οἱ τελευταῖοι κατώρθωσαν πρό τινων ἐτῶν νὰ ὑφαρπάσωσι βεράτιά τινα, δι’ ὧν ἐγκαθιδρύοντο ἴδιοι αὐτῶν Μητροπολῖται ἐν αὐτῷ, ἐπὶ ἀθετήσει καὶ αὐτοῦ τοῦ φιρμανίου τοῦ 1870, καθ’ ὃ ἀπῃτεῖτο, ὅπως ἐγκαθιδρυθῇ ἐν ἐπαρχίᾳ τινὶ Βούλγαρος Μητροπολίτης, ν’ ἀπαιτήσωσι τοῦτο τοὐλάχιστον τὰ ⅔ τῶν χριστιανῶν κατοίκων της, ἀλλὰ δὲν ἠρωτήθησαν κἂν οὗτοι τότε. Ἡ ἔκδοσις τῶν βερατίων ἐκείνων ἦτο ὁμολογουμένως κατόρθωμα τοῦ τότε πανισχύρου πρωθυπουργοῦ Σταμπούλωφ, εἰ καὶ προσέκρουσε δὲ εἰς τὸ ἐν τῇ βορείῳ Μακεδονίᾳ ἐκκλησιαστικὸν καθεστώς, οὐδὲν ἧττον, ὡς καθαπτόμενον ἀμέσως τῶν ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ συμφερόντων ἡμῶν, δὲν ἐνεποίησε τότε τὴν προσήκουσαν ἐντύπωσιν, οὐδὲ προεκάλεσε παρ’ ἡμῶν ἐῤῥωμένην ἀντίστασιν. Ἀλλ’ αἱ δάφναι τοῦ Σταμπούλωφ δὲν ἄφινον νὰ καθεύδωσιν οἱ νῦν κρατοῦντες ἐν Βουλγαρίᾳ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐπεμβάσεως τῶν Μ. Δυνάμεων εἰς τὰ τῆς Ἀρμενίας, ἠθέλησαν νὰ δημιουργήσωσι καὶ αὐτοὶ Μακεδονικὸν ζήτημα. Πρὸς τοῦτο δὲν ὤκνησαν νὰ καταρτίσωσι λῃστανταρτικὰ στίφη καὶ νὰ ἐξαποστείλωσιν αὐτὰ κατὰ τῆς Μακεδονίας. Καὶ τ’ ἀπέκρουσε μὲν καὶ διέλυσε πάραυτα ὁ τουρκικὸς στρατός, ἅμα ὑπερβάντα τὰ Μακεδονικὰ σύνορα, πλὴν οἱ ἐν Σοφίᾳ ἔγνωσαν καὶ οὕτω νὰ πληρώσωσι τὰς ἐφημερίδας τῆς Ἑσπερίας μὲ εἰδήσεις φαντασιώδεις περὶ αἱματηρῶν συμπλοκῶν καὶ ἀναβρασμοῦ, ἐπικρατοῦντος ἐν Μακεδονίᾳ, νὰ ἀνησυχήσωσιν οὕτω τὰς Μ. Δυνάμεις, ὡς φαίνεται δέ, καὶ τὴν Πύλην, περὶ ἐνδεχομένων εὐρυτέρων διαστάσεων τοῦ δῆθεν ἐπαναστατικοῦ κινήματος, ἐὰν δὲν ἐπεξετείνοντο καὶ εἰς τὴν Μακεδονίαν αἱ μεταῤῥυθμίσεις αἱ συνιστώμεναι νῦν διὰ τὴν Ἀρμενίαν. Τοιαύτας μὲν ὑπερφιάλους ἀξιώσεις ἤγειρον οἱ ἐν Σοφίᾳ κατὰ τὸ φαινόμενον, ἰδιαιτέρως ὅμως δὲν ἐδίσταζον τό γε νῦν ν’ ἀρκεσθῶσι καὶ εἰς μόνην τὴν ἔκδοσιν ἓξ βερατίων, ἀφορώντων εἰς τὴν ἐγκαθίδρυσιν ἰσαρίθμων Βουλγάρων μητροπολιτῶν ἰδίᾳ ἐν τῷ μέσῳ τμήματι τῆς Μακεδονίας. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἀγγέλματα, ἀπεφασίσθη ὄντως ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ ἡ ἔκδοσις τεσσάρων βερατίων. Πλὴν καὶ ταῦτα, Κύριοι, οὐδόλως μειοῦσι τὸ καίριον τραῦμα, τὸ καταφερόμενον κατὰ τοῦ ἐθνισμοῦ ἡμῶν ἐν Μακεδονίᾳ. Τὸ μέσον αὐτῆς τμῆμα, τὸ σπουδαιότατον πάντων, οἰκεῖται ἐν μέρει μὲν ὑπὸ ἑλληνοφώνων, ἐν μέρει δὲ ὑπὸ βλαχοφώνων, βουλγαροφώνων καὶ ἀλβανοφώνων, ἀλλ’ ἔχει τὸ φρόνημα ἑλληνικόν, ἑλληνικώτατον, ἐκδηλούμενον ἐν τῇ χρήσει τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων καὶ ἐν τοῖς σχολείοις καὶ ἐν τοῖς ναοῖς. Οἱ κάτοικοι τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος τμήματος, καὶ αὐτοὶ οἱ ξενόγλωσσοι, ἔχουσι βαθύτατα ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν ἐγκεχαραγμένον τὸ αἴσθημα τῆς ἑλληνικῆς αὐτῶν καταγωγῆς, αὐτοὶ δὲ πρωταγωνιστοῦσιν ἐν τῷ ἀγῶνι, ὅστις ἐν τῷ τμήματι ἐκείνῳ ἀπὸ δεκαετηρίδων ἤδη διεξάγεται πρὸς ὅλας τὰς ξενικὰς προπαγάνδας. Καὶ αὐτοὶ πρόκειται νῦν διὰ τῆς ἐκδόσεως τῶν νέων βερατίων νὰ παραδοθῶσιν ἕρμαιον εἰς τοὺς βουλγάρους μητροπολίτας καὶ τὴν βουλγαρικὴν ἐξαρχίαν. Ὁποία τύχη ἀναμένει αὐτοὺς, δύναταί τις κάλλιστα νὰ προΐδῃ ἀπὸ τοῦδε, ἀναλογιζόμενος τὴν τύχην τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας καὶ τῶν ἐν αὐτῇ Ἑλλήνων. Τὸ τμῆμα τῆς Μακεδονίας, καθ’ οὗ ἐξαπολύονται διὰ τῶν νέων βερατίων ὡς λύκοι βαρεῖς, ὑπὸ ἔνδυμα προβάτου, οἱ Βούλγαροι Μητροπολῖται, εἶναι τὸ σπουδαιότατον καὶ κράτιστον τοῦ Ἑλληνισμοῦ προπύργιον ἐν Μακεδονίᾳ. Ἄν τὸ προπύργιον ἐκεῖνο, Κύριοι, πέσῃ, δὲν ὑπολείπεται πλέον ἄλλο τι ἢ νὰ ἐγκαθιδρυθῇ θᾶττον ἢ βράδιον καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Θεσσαλονίκῃ Βούλγαρος Μητροπολίτης, καὶ νὰ ἴδωμεν οὕτω πραγματοποιούμενον τὸ καταχθόνιον τῶν Βουλγάρων σχέδιον περὶ ἐκβουλγαρίσεως τῆς Μακεδονίας καὶ διχοτομήσεως τοῦ πέραν καὶ ἐντεῦθεν αὐτῆς Ἑλληνισμοῦ. Ἰδοὺ διατὶ, Κύριοι, τὸ ἄγγελμα περὶ ἐκδόσεως τῶν νέων βερατίων ὑπὲρ τῶν Βουλγάρων ἐθεώρησα σοβαρώτατον δι’ ἡμᾶς, καὶ ἐνόμισα ἐπάναγκες νὰ ἐπερωτήσω περὶ αὐτοῦ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ἔχῃ περὶ αὐτοῦ ἐπισήμους πληροφορίας ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐὰν σκέπτηται νὰ μετέλθῃ πάντα τρόπον πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ ἐπαπειλουμένου ἐντεῦθεν ἐθνικοῦ κινδύνου. Ἡμεῖς, Κύριοι, σεβόμεθα τὰς διεθνεῖς συμβάσεις, δὲν ἐννοοῦμεν δὲ νὰ διαταράξωμεν τὸ νῦν πολιτικὸν καθεστὼς τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας. Οἱ ὁμόφυλοι καὶ ὁμόδοξοι ἡμῶν συμβιοῦσιν εἰρηνικῶς ἀπ’ αἰώνων ἤδη μετὰ τῆς κρατούσης φυλῆς ἐν τῇ γείτονι χώρᾳ, οὐδένα κίνδυνον διατρέχοντες, ἵν’ ἀπωλέσωσιν ὑπ’ αὐτὴν τὴν πίστιν τῶν πατέρων των καὶ τὸν ἐθνισμόν των. Ἀλλ’ ὅταν εἰς ἄλλους συγχωρῆται ἡ ἀθέτησις τῶν διεθνῶν συμβάσεων, ὅταν οὗτοι, ἐπὶ τῇ ἀπειλῇ διαταράξεως τῆς εἰρήνης, εὑρίσκωσιν εὐμενῆ ἀποδοχὴν τῶν ὑπερφιάλων ἀξιώσεών των καὶ παρὰ τῇ Πύλῃ καὶ παρά τισι τῶν Μ. Δυνάμεων, ὅταν αἱ ἀξιώσεις αὐτῶν πληρῶνται, ἐπὶ ἀνατροπῇ τοῦ νῦν ἐθνολογικοῦ καθεστῶτος ἐν χώρᾳ κατ’ ἐξοχὴν ἑλληνικῇ, ὅταν, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ ἐρωτηθῶσιν οἱ ὁμόφυλοι καὶ ὁμόδοξοι ἡμῶν, πρόκειται νὰ ἐξαναγκασθῶσιν εἰς ὑποταγὴν εἰς ἀλλοφύλους καὶ ἀλλοδόξους ποιμενάρχας, εἰς ἀποβολὴν τῆς πίστεως τῶν πατέρων των καὶ τοῦ ἐθνισμοῦ των, ὅταν τοιοῦτο καίριον τραῦμα πρόκειται νὰ κατενεχθῇ κατὰ τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὤ! τότε θὰ ἐξαναγκάσωσι καὶ ἡμᾶς νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἡ ἐσχάτη ἀπόγνωσις θὰ ὑπηγόρευεν εἰς ἡμᾶς. Δὲν παραγνωρίζομεν, Κύριοι, τὴν οἰκτρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν, ὑφ’ ἣν διατελοῦμεν τὴν σήμερον. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ πείθουσα ἡμᾶς ὅτι οὐδὲν ἔχομεν νὰ χάσωμεν πλέον, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἔλθωσι τὰ πράγματα, εἶναι ἐκείνη, ἥτις εὐκολώτερον θὰ μᾶς ἐξώθει εἰς τὰ ἄκρα. Ἐὰν οἱ Βούλγαροι, ἀχθέντες ὡς πρόβατα ἐπὶ σφαγὴν ἐν Βατὰκ καὶ Τατὰρ–Παζαρτζίκ, ἔτυχον διὰ τοῦτο τῆς ἀνεξαρτησίας των, ἡμεῖς ἐτύχομεν τῆς ἀνεξαρτησίας μας μετὰ ἑπταετῆ ὑπεράνθρωπον ἀγῶνα, καθ’ ὃν τὸ αἷμα τῶν πατέρων μας ἔῤῥευσε ποταμηδόν, ὁλόκληρος δὲ ἡ χώρα ἡμῶν μετεβλήθη εἰς ἐρείπια. Ἂν οἱ Βούλγαροι διὰ τῆς ἀποστολῆς εὐαρίθμων ληστανταρτικῶν στιφῶν κατορθῶσι νὰ ἐκφοβίσωσι καὶ τὴν Πύλην καί τινας τῶν Μ. Δυνάμεων, καὶ νὰ καταστήσωσιν αὐτὰς ἐνδοτικὰς εἰς τὰς τόσον ὑπερφιάλους ἀξιώσεις των, ἐπὶ ἀνηκέστῳ ζημίᾳ τῶν ἄλλων, δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς, ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ, ὑπεραμυνόμενοι τῶν οὑτωσὶ καταπατουμένων τιμαλφεστάτων ἡμῶν συμφερόντων, οὐχὶ μόνον ν’ ἀπειλήσωμεν, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀποτολμήσωμεν τὰ πάντα. Ἀφοῦ καὶ οὕτω καὶ ἄλλως πρόκειται ν’ ἀποβάλωμεν πᾶν ἐθνικὸν ἰδεῶδες, πᾶσαν ἐλπίδα περὶ αἰσιωτέρου μέλλοντος, δυνάμεθα ἡμεῖς πρὸ πάντων, οἱ ἔχοντες νὰ ἐπιδείξωμεν ἓν Σοῦλι, ἓν Μεσολόγγιον καὶ ἓν Ἀρκάδιον, νὰ ῥίψωμεν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ τὸν ἀνημμένον δαυλὸν εἰς τὴν ἀπὸ πολλοῦ ἐπισωρευθεῖσαν εὔφλεκτον ὕλην ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἀνακράζοντες: «Συναποθανείτω ἡ ψυχὴ ἡμῶν μετὰ τῶν ἀλλοφύλων!» (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων).
§22ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ Κυβέρνησις ὡς καὶ πᾶς Ἕλλην, ἐν τῇ ἐσχάτῃ γωνίᾳ τοῦ Ἑλληνισμοῦ εὑρισκόμενος, ζωηρῶς συνεκινήθη ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῶν τεκταινομένων καὶ ἐνεργουμένων πρὸς διαστροφὴν τῶν κατὰ τὰς ἐπισήμους διεθνεῖς συνθήκας καθεστώτων ἐν τῇ Ἑλληνικωτάτῃ Μακεδονίᾳ. Ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ νὰ ἴδῃ διατηρούμενον τὸ εἰρημένον καθεστώς, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλειψε νὰ ποιήσηται τὰς ἀναγκαίας παραστάσεις καὶ διαβήματα, ὅπως καλῶς ἐννοηθῇ τὸ συμφέρον τοῦ νὰ μὴ θιχθῇ τὸ καθεστὼς καὶ ἐπέλθῃ ἀλλαγὴ πρὸς ὄφελος μιᾶς ἐθνικότητος, παραβλαπτομένων τῶν δικαιωμάτων ἑτέρας.
§23ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ κατηγορήσω τοὺς Βουλγάρους, οὐδὲ νὰ ψέξω αὐτοὺς, διότι ποιούμενοι χρῆσιν νέων μέσων, ἅτινα νομίζουσι καὶ εὑρίσκουσι πρόσφορα, ἐπεκτείνουσι τὰς ὅλως ἀδίκους κατακτήσεις αὐτῶν ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου, οὔτε ἔρχομαι νὰ μεμφθῶ αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι διὰ δραστηριότητος ἐκτάκτου καὶ δι’ εὐνοίας τῆς τύχης καὶ τῶν περιστάσεων πρωτοφανοῦς καὶ ἀξίας ἀπορίας ἀληθῶς, κατώρθωσαν νὰ ἐμβάλωσιν εἰς τὴν συνείδησιν παντὸς τοῦ κόσμου καὶ καταστήσωσιν αἰσθητὰς καὶ καταδήλους τὰς φανταστικὰς ἀξιώσεις των ἐπὶ πάσης χώρας τῆς Ἑλληνικῆς χερσονήσου, μέχρις αὐτοῦ τοῦ Αἰγαίου! Πρὸς τί νὰ λέγωμεν πάντα ταῦτα ἐντεῦθεν, μεμψιμοιροῦντες γραωδῶς κατ’ ἄλλων, οἵτινες ἐδείχθησαν ἀξιώτεροι ἡμῶν ἐν τῷ ἀγῶνι τῆς δράσεως, εἰ καὶ αἱ ἀντιποιήσεις αὐτῶν εἰσιν ὅλως ἄδικοι καὶ ἀντικείμεναι εἰς τὰ ἱστορικὰ δίκαια τῶν ἄλλων λαῶν; Ἐπεθύμουν, κύριοι συνάδελφοι, ἀντὶ τῶν ἐξηγήσεων, ἃς ἐχορήγησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι καὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, ὡς καὶ πᾶς βεβαίως Ἕλλην ἐν οἱαδήποτε γωνίᾳ τῆς γῆς ζῶν, συνεκινήθησαν ζωηρῶς ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῶν τεκταινομένων πρὸς διαστροφὴν τῶν καθεστώτων ἐν τῇ Μακεδονίᾳ, καὶ ὅτι αἰσθάνονται μυχιαίτατα τὴν προσγενομένην τῷ Ἑλληνικῷ ἔθνει νέαν ἀδικίαν ταύτην, ἐπεθύμουν, λέγω, ἀντὶ τούτου νὰ ἤκουον τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν δηλοῦντα πρὸς τὴν Βουλὴν, εἰς ἀπάντησιν τῆς περὶ ἐκδόσεως νέων θερατίων εἰδήσεως, ὅτι τὰ θωρηκτὰ τοῦ ἡμετέρου στόλου ἀπέπλευσαν τὴν παρελθοῦσαν νύκτα ἐκ Φαλήρου μετ’ ἐσφραγίστων διαταγῶν ὅπου ἔδει, πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἑλληνικῶν δικαίων. Ἐπεθύμουν νὰ ἤκουον τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀνακοινοῦντα ἡμῖν, ὅτι ἔλαβε τὰ εἰς αὐτὸν ἀναγόμενα μέτρα πρὸς προστασίαν τῶν ἑλληνικῶν ἀξιώσεων (συγκίνησις). Οὕτω μόνον φρονῶ, ὅτι προστατεύονται τὰ ἐθνικὰ δίκαια, καὶ δὴ ἀπέναντι τῶν ὑπερφιάλων ἀξιώσεων τῶν Βουλγάρων. Τοιαύτην ἐνέργειαν ἔπρεπε νὰ προσδοκῶμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας, βεβαίως δὲ πάντες ἡμεῖς, καὶ οἱ ἐκεῖθεν καὶ οἱ ἐντεῦθεν καθήμενοι, θὰ περιεβάλλομεν αὐτὴν διὰ τῆς κοινῆς καὶ ὁμοθύμου ὑποστηρίξεως ἡμῶν (ἐπιδοκιμασίαι). Ἀλλ’ εἰς τοιαύτην θέσιν δὲν εἴμεθα· ὁ στόλος ἱκανὸς μὲν, δὲν εἶναι οἷος ἔπρεπεν· ὁ στρατὸς... εἴπομεν ἤδη πολλάκις, ὅτι ἐῤῥίφθη εἰς ἔργα ξένα τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ. Τὸ δὲ Κοινοβούλιον, κατὰ μοιραίαν σύμπτωσιν, πρὸς τὰς τοιαύτας ἐνεργείας τῶν Βουλγάρων ἔχει ν’ ἀντιτάξῃ τὰς ἀτελευτήτους βυζαντινὰς συζητήσεις ἐπὶ εἴκοσιν ἐννέα—τόσα εἶναι ἀκριβῶς —νομοσχεδίων καὶ τροπολογιῶν καὶ ὑποτροπολογιῶν περὶ σταφίδος. Οὐδόλως ἀμφιβάλλω, ὅτι θ’ ἀντιτάξῃ διακοινώσεις καὶ διπλωματικὰς ἐνεργείας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ ἔπρεπε κάλλιον νὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀντιτάξωμεν τὴν μεγάλην δύναμιν τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει 300,000 Ἑλλήνων, τὰ δύο ἑκατομμύρια τῶν Ἑλλήνων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, καὶ τὰς ἑπτακοσίας χιλιάδας τῶν περὶ αὐτὴν Ἑλληνικωτάτων νήσων, τὴν ἄλλοτε ἀκαταγώνιστον δύναμιν τῆς γενναιόφρονος καὶ ἀκαταβλήτου Κρήτης. Ἡμεῖς ὅμως πᾶσαν ταύτην τὴν δύναμιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ παρημελήσαμεν, ἀφήκαμεν δὲ τὸ ἐθνικὸν φρόνημα νὰ καταπέσῃ καὶ ἐντὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος καὶ πέραν τῶν ὁρίων αὐτῆς. Ἰδίᾳ δὲ ἐνταῦθα, πρὸς βοῤῥᾶν, ὅπου συνάπτεται ὁ ἀγών, παρημελήσαμεν τὸ πᾶν, ἀφέντες ἑλληνικωτάτους πληθυσμοὺς εἰς τὴν τύχην των! Καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν ἀναφαίνονται τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἡμετέρας ἀδρανείας καὶ ἀσυνεσίας, μεμψιμοιροῦμεν κατ’ ἐκείνων, οἵτινες οὐδὲν ἕτερον πράττουσιν ἢ πραγματοποιοῦσι τὰς ἐθνικὰς ἀξιώσεις αὑτῶν, ὅσον καὶ ἂν αὗται ὦσιν ἄδικοι. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει, βασιζομένη εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν δύναμιν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, νὰ ἐνεργήσῃ ἐντόνως, βεβαία οὖσα, ὅτι ἐν τῇ ὑποστηρίξει τῶν δικαίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, θὰ ἔχῃ πλήρη καὶ ἀμέριστον τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους.
§24ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πρὸ πάντων παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, ἐξεδόθησαν τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος βεράτια. Τοῦτο δὲν ἀπάδει εἰς τὴν διπλωματικὴν ἐχεμύθειαν, διότι θὰ εἶναι γεγονός. Ἔχει ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπίσημον εἴδησιν περὶ τῆς ἐκδόσεως τῶν βερατίων; καὶ ἐὰν δὲν ἀπάδῃ καὶ τοῦτο εἰς τὴν διπλωματικὴν ἐχεμύθειαν, ἔχει γνῶσιν ἐὰν πρόκειται νὰ ἐκδοθῶσιν ἢ ὄχι;
§25ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδεμίαν ἐπίσημον ἀγγελίαν ἔχομεν ὅτι ἐξεδόθησαν.
§26Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τόσον κατεπείγουσα ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, καθόσον ἡ δυσάρεστος εἴδησις δὲν ἐβεβαιώθη ἔτι. (Ἀλλ’ οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος κ. Παπαμιχαλόπουλος τόσον εὐγλώττως καὶ μετὰ τόσου πάθους, μὲ ἀναγκάζουσι νὰ φέρω μίαν παρατήρησιν μόνον, ὅτι, ὅταν ἀπηυθύνθη εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐζήτησεν, ὅπως αὐτοί, καὶ ὄχι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπαντήσωσιν εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἐλησμόνησεν ὅτι τοιαῦτα ζητήματα δὲν κανονίζονται μόνον διὰ τῆς δυνάμεως, καὶ μάλιστα ὅταν ἡ δύναμις ἦναι εἰς οἵαν κατάστασιν περιέγραψεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ μάλιστα ὅταν τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκαλεῖτο νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν δυνάμεων τούτων, εὑρίσκηται εἰς τὴν γεωγραφικὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Ἑλλάς· διότι, καὶ ἂν τὰ θωρηκτὰ, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἦσαν εἰς κατάστασιν, ὥστε ἀμέσως νὰ ἐπιχειρήσωσι ναυτικὴν ἐκστρατείαν, βεβαίως δὲν λανθάνει τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον, ὅτι ἡ δύναμις αὕτη εἶναι μικρὰ, ἐν σχέσει πρὸς τὴν δύναμιν τῶν μεγάλων ναυτικῶν δυνάμεων, αἵτινες πᾶσαι ἔχουσι συμφέρον ἄμεσον εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Ἡ ἐπίδειξις ἡ ναυτικὴ καὶ στρατιωτικὴ τῆς Ἑλλάδος οὐδὲν ἕτερον ἤθελε κάμει ἢ νὰ προκαλέσῃ μίαν ὥραν προτήτερα τὴν σύῤῥαξιν, ἥτις δύναται νὰ ἐπέλθῃ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εὐχώμεθα ἡμεῖς τὴν σύῤῥαξιν ταύτην; Εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ εὐχώμεθα αὐτήν; Βεβαίως ὄχι. Ἀφίνων κατὰ μέρος τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάστασιν τῶν ναυτικῶν καὶ στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων καὶ τὴν ἐν γένει πολιτικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ὑπενθυμίζω ὅτι τὸ κύριον σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον δέον νὰ συγκεντρωθῇ ἡ προσοχὴ ἡμῶν, εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ὡς τὸ δευτερεῦον. Ὁμιλῶ περὶ τῆς διπλωματικῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Δὲν δυνάμεθα βεβαίως εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ παρουσιασθῶμεν, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον ἠθέλομεν παρασκευάσει τὸ διπλωματικὸν ἔδαφος ἡμῶν. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πληροφορίας. Ἀπεκδεχόμεθα δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ἀπαρτιζομένη ἐκ προσώπων δυναμένων νὰ ἐμπνεύσωσι πᾶσαν ἐμπιστοσύνην καὶ προεδρευομένη παρ’ αὐτοῦ ἐκείνου τοῦ ἀνδρὸς, ὅστις ἐκίνησε πρὸ δεκαετίας τὸ αὐτὸ ζήτημα μετὰ τόλμης μεγάλης, ἀλλ’ εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς αἱ προσπάθειαι τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἀπέληξαν οὐχὶ εἰς ἐπιτυχίαν, θέλει διαχειρισθῆ ἤδη τὸ ζήτημα τοῦτο μετὰ σκέψεως καὶ σθένους. Τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα ἐπικαιρότητος, εἶναι ζήτημα, εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ ὁποίου δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι μία στάσις προκλητικὴ, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀντικρύσωμεν αὐτὸ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις.
§27ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐλησμόνησα πρὸς στιγμὴν, Κύριοι, ἐὰν εὑρισκόμην ἐν Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, ὅτε ἤκουον τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτοῦ ἀγορεύοντος πρὸ μικροῦ, ὅπως διατραγῳδήσῃ τὴν σημερινὴν κατάστασιν καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν, καὶ μονονουχὶ ἀπονείμῃ εἰς τοὺς Βουλγάρους δίκαιον, δρῶντας ὡς δρῶσι καὶ προχωροῦντας μέχρι Θεσσαλονίκης. Καὶ τὶς ἀγνοεῖ τὴν σημερινὴν ἡμῶν κατάστασιν καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικῆς συντάξεως; Ἀλλὰ τὶς δύναται νὰ σκεφθῇ ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦτό ποτε εἰς θέσιν νὰ προβῇ εἰς πόλεμον συντεταγμένον; Καὶ κατὰ τίνος; Καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἤθελε νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῶν Βουλγάρων, θὰ εὑρίσκετο ἀντιμέτωπος πρὸς τοὺς Τούρκους, καὶ πρὸ τούτων θὰ εἶχεν ἐναντίον τῆς συνησπισμένην τὴν Εὐρώπην. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτων κινδύνων, οἷος ὁ ἐπαπειλῶν νῦν ἡμᾶς ἐν Μακεδονίᾳ, δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐπιτρέπηται εἰς ἕνα λαὸν, οἷος ὁ Ἑλληνικὸς, νὰ ἐρωτᾷ, ἐὰν ἔχῃ θωρηκτὰ, ἐὰν ἔχῃ στρατὸν συντεταγμένον. Ἐὰν ἐσκέπτοντο τοιουτοτρόπως οἱ πατέρες ἡμῶν, θὰ διετελοῦμεν ἀκόμη ὑπὸ ζυγόν. Ὅταν ἦλθεν ἡ κατάλληλος ὥρα, ἐκεῖνοι δὲν ἠρώτησαν, ἂν εἶχον στόλους, δὲν ἐξήτασαν, ἐὰν εἶχον στρατοὺς, ἀλλ’ ἀμέσως ἤναψαν πυρκαϊὰν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἄλλο τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὴ ἡ σκέψις, αὐτὴ ἡ ἀπόφασις ἁρμόζει καὶ νῦν εἰς ἡμᾶς. Ἐννοοῦμεν νὰ σεβασθῶμεν τὰς συνθήκας, ἐννοοῦμεν νὰ μὴ ταράξωμεν τὸ νῦν καθεστὼς ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου. Ὅταν ὅμως βλέπωμεν καὶ τὰς Δυνάμεις καὶ τὴν Πύλην ἐνδιδούσας εἰς τὰς ὑπερφιάλους τῶν Βουλγάρων ἀξιώσεις, ἐπὶ ζημίᾳ ἡμῶν ἀνυπολογίστῳ, ἐκ φόβου μήπως αὐτοὶ διαταράξωσι τὴν εἰρήνην, τότε δυνάμεθα ὄχι μόνον ἁπλῶς νὰ παραπονεθῶμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ δηλώσωμεν, ὅτι ἐν ἀνάγκῃ δυνάμεθα νὰ ἀνάψωμεν πυρκαϊὰν καὶ ἡμεῖς ὄχι μόνον ἐν Μακεδονίᾳ, ἀλλ’ ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἀνατολῆς, ὅπου ὑπάρχει Ἑλληνισμός. Τὴν πυρκαϊὰν δὲ, τὴν ὁποίαν θ’ ἀνάψωμεν ἡμεῖς, οὔτε ἡ Τουρκία, οὔτε ἡ Εὐρώπη ὁλόκληρος θὰ δυνηθῇ νὰ κατασβέσῃ εὐκόλως. Αὐτή, νομίζω, εἶναι ἡ μόνη προσήκουσα στάσις ἡμῶν ἀπέναντι τοῦ ἐν Μακεδονίᾳ κινδύνου, ἂν θέλωμεν νὰ προλάβωμεν τοῦτον.
§28ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Μετὰ προσοχῆς ἤκουσα τῆς βραχείας δηλώσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν ἡ πεῖρα δὲν ἀπέδειξεν αὐτῷ ἀνωφελὲς καὶ μάταιον τὸ σύστημα τῶν παραστάσεων καὶ τῆς ἐπικλήσεως τῶν συνθηκῶν. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ὄχι τὸ πρῶτον ἐκδίδονται βεράτια ὑπὲρ τῶν Βουλγάρων. Τὸ τρίτον ἤδη, παρὰ τὸ φιρμάνιον τοῦ 1870 καὶ παρὰ τὰς προνομίας τοῦ Πατριαρχείου, οἱ Βούλγαροι, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀρχικοῦ αὐτῶν σχεδίου, τῆς διὰ τῆς Ἐκκλησίας ὑπηρεσίας τῶν πολιτικῶν αὐτῶν βλέψεων, σφηνοῦνται νοτιώτερον τῆς Μακεδονίας καὶ θὰ ἐξακολουθῶσι σφηνούμενοι, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ διαμαρτυρομένου καὶ τὰς συνθήκας ἐπικαλουμένου Ἑλληνισμοῦ. Ὅτε τὰ δεύτερα βεράτια ἐξεδόθησαν, προεκλήθη καὶ πάλιν συγκίνησις ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐξετοξεύθησαν ὕβρεις κατὰ τῶν Βουλγάρων, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδήλωσεν ὅτι ἐποιήσατο παραστάσεις, ἀλλὰ τὰ βεράτια ἐξεδόθησαν. Ὅτε ὅμως τὸ πρῶτον ἐψιθυρίσθη ὅτι θὰ ἐκδοθῶσι βεράτια, ἤρκεσε ν’ ἀναστείλῃ αὐτὰ ἐπιτακτικὸν τηλεγράφημα τῆς Κρητικῆς Συνελεύσεως, ὑπεραμυνομένης γενναιοφρόνως καὶ πατριωτικῶς τῶν προνομιῶν τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν δύναταί τις ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης εἰς πολλὰ νὰ ἐκταθῇ. Ἀλλὰ δὲν νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πολιτευθέντες ὡς ἐπολιτεύθημεν ἐν τοῖς Κρητικοῖς, καὶ θωπεύοντες διαρκῶς, κατηντήσαμεν εἰς ταύτην τὴν θέσιν; καὶ δὲν κρίνει ἄξιον νὰ μελετήσῃ τὰ ἐκ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος διδάγματα, ἵνα χαράξῃ τὴν ὁδὸν τοῦ μέλλοντος;
§29ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς συμπληροῦνται τρεῖς ἤδη ἑβδομάδες, ἀφ’ ἧς συνεζητεῖτο τὸ περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς νομοσχέδιον· ἔλεγον δὲ τότε ὑμῖν: «Ἄφετε τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ὑπηρετῶσιν, ὡς ὑπηρετοῦσιν ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ, ἢ διαλύσατε τὴν ἀστυνομίαν καὶ ἀπόδοτε τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τὸ στράτευμα, διότι ταχέως θὰ ἴδητε νέα βεράτια ἐκδιδόμενα καὶ Βουλγαρικὰς ὀρδὰς συνταρασσούσας τὴν Μακεδονίαν!» Ταῦτα ἔλεγον τότε κατὰ λέξιν. Ἔλεγον δὲ οὐχὶ βεβαίως τῇ βοηθείᾳ μαντικῆς τινος ἐν ἐμοὶ δυνάμεως, ἀλλὰ καθ’ ὑπαγόρευσιν τῆς λογικῆς ἐπισκοπήσεως τῶν περὶ ἡμᾶς συμβαινόντων. Δυστυχῶς τάχιον ἢ ὅσον καὶ ἐγὼ προέβλεπον ἐπαληθεύουσιν αἱ προῤῥήσεις μου. Ἴδετε πάντες τὰ τελευταῖα τηλεγραφήματα ἐκεῖθεν! Τέσσαρα βεράτια πρὸς ἐγκαθίδρυσιν νέων ἐπισκόπων Βουλγάρων ἐν χώραις Ἑλληνικαῖς ἑτοιμάζονται πρὸς ἔκδοσιν, ἴσως ἐξεδόθησαν ἤδη, ὅτε λαλῶ. Χίλιοι δὲ ἐπαναστάται Βούλγαροι ὡρίσθησαν νὰ εἰσβάλωσιν εἰς Μακεδονίαν, τῇ ὑποκινήσει τοῦ ψευδομακεδονικοῦ κομητάτου. Ἔχομεν ἡμεῖς ὑποχρέωσιν νὰ προσέξωμεν ἐκεῖ καὶ νὰ λάβωμεν τὰ ἀντίστοιχα μέτρα ἢ οὔ; Ἡ Κυβέρνησις ἀποδεικνύει διὰ τῶν νομοσχεδίων αὑτῆς, ὅτι ἀδιαφορεῖ. Ταῦτα μόνον λέγω ἐν διαμαρτυρίᾳ.
§30ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κατέθηκε νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ. Ἀνέγνων καὶ ἐγὼ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἠγέρθησαν κατὰ τοῦ νόμου τούτου, ἀλλ’ ἐπεθύμουν, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς κατάργησιν νομοθετήματος ἀρκούντως σπουδαίου, νὰ ἔχωμεν τὰς ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων προσώπων, τὰς βεβαιούσας τὴν ἀποτυχίαν τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν πολὺ, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τῶν κ. Εἰσαγγελέων, καὶ ἰδίᾳ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, περὶ ἐπιτυχίας ἢ μὴ τοῦ νόμου τούτου. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου τούτου, θὰ ἔλαβε πρόνοιαν νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἂν δὲν ἔλαβε τὴν πρόνοιαν ταύτην, νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἤδη καιρὸς, ὥστε, ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην συζήτησιν, νὰ ἔχωμεν τὰς περὶ τούτων ἐκθέσεις. Παρακαλῶ προσέτι νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, σχετικῶς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου, πόσαι ἀπὸ τοῦ 1892 ὑπεβλήθησαν αἰτήσεις, πόσαι ἐγένοντο δεκταὶ, πόσαι ἀπεῤῥίφθησαν, καὶ εἰς πόσον ποσὸν ἀφεώρων αἱ αἰτήσεις αὗται. Προβαίνω δὲ ζητῶν τὰς πληροφορίας ταύτας, διότι δὲν λησμονῶ καὶ δὲν λησμονοῦσιν ὅλοι, ὅσοι παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐκ τῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον συναδέλφων, μετὰ πόσης ἐπιμονῆς ἐζήτουν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο παρ’ ἐκείνης τῆς πόλεως, ἐκ τῆς ὁποίας σήμερον ἔρχονται τὰ μεγαλείτερα παράπονα κατ’ αὐτοῦ. Τότε συλλαλητήρια ἐγένοντο, τὸ ἐμπορικὸν ἐπιμελητήριον, ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος ἐζήτει τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ δὲν λησμονῶ, ὅτι ὁ τέως βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ρικάκης ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης καθ’ ἑκάστην ἐφώναζε: «τί κάμνετε; δὲν ἐργάζεσθε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν; φέρετε τὸν νόμον περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ· ἀπωλέσθημεν ἄνευ αὐτοῦ!» Καὶ τόσον ἐπέμεινεν, ὥστε εἰς τὸ τέλος ἐτέθη καὶ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἴσχυε καὶ ὡς πρὸς τὰς ἐκκρεμεῖς πτωχεύσεις. Ὅτε δὲ ἐψηφίσθη, τηλεγραφήματα εὐχαριστήρια ἤρχισαν καταφθάνοντα ἐνταῦθα καὶ βεβαιοῦντα ὅτι ἐσώθη τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ κοινωνία. Δὲν παρέρχονται δύο ἔτη, καὶ παράπονα νέα καὶ ἀναφοραὶ καὶ τηλεγραφήματα ἐκ τῆς αὐτῆς πόλεως ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου. Αὐτὰ μοὶ ἐνθυμίζουσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ κ. Παναγιωτόπουλος χθὲς περὶ τῆς παρακρατήσεως, φοβοῦμαι μήπως αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔγεινε περὶ τοῦ νόμου τούτου, γείνῃ καὶ περὶ τῆς παρακρατήσεως, καὶ ὅλος ὁ θόρυβος ἀναστραφῇ.
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζετε ὅτι σπεύδετε ὀλίγον εἰς τὰς κρίσεις σας καὶ τὰς συμβουλάς σας; Ἐὰν εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ ἐπεριμένετε νὰ τυπωθῇ καὶ δημοσιευθῇ ἡ ἔκθεσις, ἠθέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐν αὐτῇ ὑπάρχουσι συγκεντρωμένα ἅπαντα τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, ἠθέλετε ἰδεῖ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἤδη σπεύδετε νὰ μᾶς δώσητε συμβουλὰς, ἐνῷ εἶναι ἐνδεχόμενον, ὅταν ἀναγνώσητε τὴν ἔκθεσιν, νὰ πεισθῆτε, ὅτι ἦσαν περιτταὶ αἱ συμβουλαί σας, καὶ ὅτι οὐδὲν ἕτερον κατορθώνετε ἢ ν’ ἀπολέσωμεν χρόνον.
§32ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὴν συμβουλὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εὐτυχῶς ἠκολούθησα. Ἀνέγνων ἤδη τὴν ἔκθεσιν, καὶ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως, θὰ μοὶ κάμῃ τὴν χάριν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐπειδὴ μὲ γνωρίζει ἐξ ἀρχαιοτάτων χρόνων, νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἐν πεποιθήσει λαλῶ, ὅταν λαλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λέγετε ὅτι ἀνέγνωτε τὴν ἔκθεσιν, ἀλλὰ συμβουλεύετε ἡμᾶς νὰ ζητήσωμεν ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου.
§34ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ ἐπιμένω.
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἐκθέσει.
§36ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχουσι.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχουσι τὰ ἀποτελέσματα ἐν Πάτραις, ἐν Σύρῳ καὶ ἐν Ἀθήναις.
§38ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Παρεκάλεσα νὰ συμπληρωθοῦν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις κατετέθη πρὸ ὀλίγου· ποῦ τὴν εἴδετε;
§40ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μοὶ τὴν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν ἀνέγνωσα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἔκθεσιν καὶ νὰ κομίσῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων, τὰς ὁποίας βεβαίως θὰ ἐπροκάλεσε, περὶ τοῦ λυσιτελοῦς ἢ μὴ τοῦ νόμου, περὶ τῆς ἐπιτυχίας ἢ ἀποτυχίας τοῦ νόμου· αὗται δὲν ἐμπεριέχονται ἐν τῇ ἐκθέσει. Ἔπραξα λοιπὸν, νομίζω, ὀρθῶς νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἔκθεσιν.
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ζητεῖτε καὶ στατιστικὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐν τῇ ἐκθέσει.
§42ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πόσαι ὑπεβλήθησαν αἰτήσεις ἐν Πάτραις, ἐν Σύρῳ καὶ ἐν Ἀθήναις. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ τὸ ἐμπόριον δὲν εἶναι μόνον ἐν Πάτραις, ἐν Σύρῳ καὶ ἐν Ἀθήναις. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, πόσαι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος εἰσήχθησαν αἰτήσεις· πόσαι εἰσήχθησαν ἐν Βόλῳ, πόσαι εἰσήχθησαν ἐν Καλάμαις, πόσαι εἰσήχθησαν εἰς τὰ ἄλλα Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους, καὶ δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἔχω πλήρη τὸν πίνακα καὶ πλήρη τὴν στατιστικήν· τοῦτο θὰ συμπληρώσῃ τὴν ἔκθεσιν. Ἐὰν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητῶ, περιείχοντο ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, βεβαίως δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν κόπον νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος, οὔτε θὰ ἀπησχόλουν ὑμᾶς. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν παρακαλῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως, συμπληρῶν τὴν ἔκθεσιν, κομίσῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων περὶ τῆς ἀποτυχίας ἢ ἐπιτυχίας τοῦ νόμου, τὰς ὁποίας βεβαίως θὰ ἐπροκάλεσε. Προβαίνω εἰς τοῦτο ἰδίως, διότι ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀνευρίσκω, ὅτι ὁ νόμος ἔχει ἐλλείψεις τινάς· τὰς ἐλλείψεις δυνάμεθα νὰ τὰς διορθώσωμεν.
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Συζητεῖτε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἴμεθα δ’ ὄντως ἐν τάξει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προβάλλει ποῖοι λόγοι ἔπεισαν αὐτὸν νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον, δύνασθε δὲ νὰ ἐπικρίνητε τοὺς λόγους αὐτοῦ τούτους κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἤδη τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ οὐδεὶς τῶν Βουλευτῶν ἀνέγνω, καθὼς καὶ τὸ νομοσχέδιον, ὑμεῖς δὲ ὁμιλεῖτε πρὸς Βουλήν, ἥτις δὲν ἔχει γνῶσιν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα λέγετε.
§44ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως — διότι καὶ ἐγὼ πρὸ εἰκοσαετίας ἑδρεύω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ — ὅτι ἀνεξαρτήτως τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ κομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐγὼ νομίζω ἀναγκαίας διὰ τὴν πορείαν μου ἐν τῇ αἰθούσῃ. Καὶ ἀνεξαρτήτως λοιπὸν τοῦ νομοσχεδίου ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω νὰ προσαχθῶσιν, ἐὰν ὑπάρχωσιν, αἱ ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων περὶ τῆς ἐπιτυχίας ἢ ἀποτυχίας τοῦ νόμου, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω στατιστικὰς πληροφορίας πλήρεις, πόσαι ὑπεβλήθησαν αἰτήσεις καὶ τίνες ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν ἐπ’ αὐτῶν, καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα. Εἰς τοῦτο δὲν παρεμποδίζει ἡ μὴ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου παρὰ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν.
§45Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὸν ἐκ Πυλίας ἀξιότιμον συνάδελφον, πληροφορίας ἐξηγούσας ἐν μέρει τὰς ἀπορίας του. Δὲν ἀνέγνων ἔτι τὴν ἔκθεσιν, περὶ ἧς ὁ λόγος, ἀλλ’ ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ πρὸ μικροῦ λαλήσας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξάγω, ὅτι ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸς ἀναφέρει ἐν τῇ ἐκθέσει του, καλῶς ποιῶν, τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας συνέλεξε, καὶ τὰς ὁποίας συνεπείᾳ ἐπερωτήσεώς μου, ὑποβληθείσης κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 7 Ἰουνίου 1895, ὅτε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, διὰ λόγους ἀγνώστους μοι, ἀπουσίαζεν ἐκ τῆς Βουλῆς, εἶχε ζητήσει. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐπερώτησιν). Δὲν ἀνέφερον δὲ ὅλα τὰ Πρωτοδικεῖα, διότι ἤθελον νὰ ἦμαι πρακτικός, καθόσον, ἐὰν ἐζήτουν ὅλα, δὲν θὰ εἶχον πληροφορίας δι’ οὐδὲν, καὶ διότι τὰ μεγάλα κέντρα τοῦ ἐμπορίου εἶναι εἰς τὰς Πάτρας, τὴν Σῦρον καὶ τὰς Ἀθήνας, θὰ ἠδυνάμεθα δὲ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν τριῶν αὐτῶν κέντρων νὰ μορφώσωμεν γνώμην οἱανδήποτε. Τὰς πληροφορίας ταύτας ἐζήτησα, ἵνα μορφώσω καὶ ἐγὼ γνώμην καὶ ἡ Βουλή, ἐὰν ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ ὁ προληπτικὸς συμβιβασμός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀντὶ νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, ἐθεώρησε, φαίνεται, καλὸν νὰ τὰς ἀναφέρῃ ἐν τῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἀνέγνωσα, ἢ ὅλας, ἤ τινας ἐξ αὐτῶν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος ὅμως ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν ἀναμείνωμεν τὰς ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων, εἶναι ὡς νὰ μὴ ἀποφασίσωμεν τίποτε περὶ τούτου. Καὶ δὲν εἶμαι μὲν ἐκ τῶν ἀνυπομονούντων εἰς τὸ νὰ ψηφίζωμεν νόμους καὶ νὰ τροποποιῶμεν ἢ καταργῶμεν αὐτούς, εἶναι δὲ πολὺ χαρακτηριστικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἐκ Πυλίας ἀξιότιμος συνάδελφος πρὸ μικροῦ εἶπε, περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐψηφίσθη ὁ θεσμὸς τοῦ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ, ὁ εἰσαχθεὶς τὸ πρῶτον ἐν Βελγίῳ καὶ ἐμφυτευθεὶς ἀκολούθως ἐν Γαλλίᾳ, καλῶς δὲ λειτουργῶν εἰς ἀμφότερα ἐκεῖνα τὰ Κράτη. Ὁμολογουμένως ἐψηφίσθη μετὰ σπουδῆς ἀξιοκατακρίτου τότε· διότι εἰσήχθη τὴν 4 Δεκεμβρίου 1893, ἀνεγνώσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, πρὶν ἢ τυπωθῇ, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, τὴν 5 Δεκεμβρίου ἐψηφίσθη εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, τὴν 6 Δεκεμβρίου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, ἐκυρώθη ἀμέσως καὶ ἐδημοσιεύθη αὐθημερὸν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἤρξατο ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ἀμέσως, ὥστε ἦτο νόμος σχεδὸν προσωπικός, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, διότι οἱ ἐνδιαφερόμενοι περὶ τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου ὑπεκίνουν ὅλα αὐτά. Δὲν κατακρίνω τὸν θεσμὸν, οὔτε τὴν πρόνοιαν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις εἶχεν εἰσαγάγει τὸν θεσμὸν ἐκεῖνον, κατακρίνω ὅμως τὴν σπουδήν, μετὰ τῆς ὁποίας ἐψηφίσθη· διότι, ἐὰν ἐδίδετο καιρὸς καὶ ἐμελετᾶτο ὁ θεσμὸς, θὰ ἐψηφίζετο προσηκόντως, θὰ ἐνεφυτεύετο τὸ φυτὸν τοῦ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ ἐκ τοῦ Βελγίου καὶ τῆς Γαλλίας, ἀφοῦ παρεσκευάζετο τὸ κατάλληλον ἔδαφος καὶ ἀφοῦ ἐλαμβάνοντο ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα, ὅπως λειτουργήσῃ καλῶς. Δὲν ἐξέφρασα γνώμην μέχρι τοῦδε, ἐὰν πρέπῃ νὰ καταργηθῇ ἢ μὴ ὁ προληπτικὸς συμβιβασμὸς, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐθίχθη τὸ ζήτημα, δι’ ὀλιγίστων λέξεων λέγω, ὅτι ἐδημιούργησε μεγίστας ἀπωλείας τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἐμπορικῆς πίστεως ὁ θεσμὸς οὗτος...
§46ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὰ πρέπει νὰ λεχθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν.
§47Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρόκειται νὰ πολεμήσω τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς.
§48ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐζητήθη ἀναβολή.
§49Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ διακόψω τὴν ὁμιλίαν μου.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ διατάξητε νὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ διανεμηθῇ, καὶ ὅταν τὸ ἀναγνώσωσιν οἱ κ.κ. Βουλευταί, δύνανται νὰ ζητήσωσιν ὅσας πληροφορίας κρίνωσιν ἀναγκαίας.
§51ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ συζήτησις. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα ἀναβολήν.
§52ΡΑΖΕΛΟΣ. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν θὰ παρακαλέσω νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ διορθώσεως ἑνὸς ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ ναύτας τοῦ Β. Ναυτικοῦ, τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὰ πολεμικὰ πλοῖα, τὰ μεταβαίνοντα εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ ναῦται λαμβάνουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν κατὰ τὴν τρέχουσαν διατίμησιν εἰς χαρτονόμισμα, ἐνῷ οἱ μὲν κυβερνῆται τῶν πλοίων λαμβάνουσι τὸν μισθόν των εἰς χρυσὸν καὶ ἐπὶ πλέον ηὐξημένον κατὰ τὸ διπλοῦν, λαμβάνουσι δηλαδὴ διπλάσιον μισθὸν, καὶ τοῦτον ὁλόκληρον εἰς χρυσὸν, ἐπίσης δὲ εἰς χρυσὸν καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν πολεμικῶν πλοίων, ἐνῷ, ἐπαναλαμβάνω, οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οἱ ναῦται λαμβάνουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν ὡς καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ· ἐννοεῖτε δὲ πόσον τοῦτο εἶναι ἄδικον διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ ναύτας, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσιν ὑπόλοιπον μισθοῦ ἐλάχιστον ποσὸν κατὰ μῆνα, 5 ἢ 6 δραχμὰς νομίζω, ποσὸν τὸ ὁποῖον δὲν δύναται οὔτε νὰ συντηρήσῃ αὐτούς, οὔτε νὰ τοῖς ἐπιτρέψῃ, ὥστε κατὰ τὴν ἔξοδον αὐτῶν εἰς τὰς πόλεις, ἐν τοῖς λιμέσι τῶν ὁποίων εὑρίσκοντα τὰ πολεμικὰ ἡμῶν πλοῖα, νὰ διάγωσι κἄπως ἀξιοπρεπῶς. Νομίζω ὅτι τοῦτο ἐνομοθετήθη πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Θεοτόκη, φρονῶ ὅμως, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἄδικος ἡ βάσις αὐτοῦ, διότι, ὡς γνωρίζετε, θεμελιώδης βάσις καὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν ναυτικῶν κανονισμῶν εἶναι, ὅτι ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα ἐξισοῦνται πάντα τὰ ἄτομα τὰ ἀνήκοντα καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης. Τὰ αὐτὰ δικαιώματα ἔχουσι καὶ οἱ ἁπλοῖ στρατιῶται καὶ οἱ στρατηγοί, διότι τὴν αὐτὴν ὑπέχουσιν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς πατρίδος, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἵστανται εἰς διαφόρους βαθμίδας τῆς αὐτῆς κλίμακος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον πρὸς διόρθωσιν τοῦ ἀδίκου τούτου.
§53ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔφθασαν ἀκόμη εἰς τὸ Προεδρεῖον τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς Κυθήρων;
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§55ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Συγχρόνως μὲ τὰς ἐκλογὰς, τὰς ὁποίας σήμερον πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ δικάσῃ, διεξήχθη καὶ ἡ ἐκλογὴ Κυθήρων.
§56Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀτμόπλοιον διέρχεται ἐκεῖθεν ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος.
§57ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, τὰ πρακτικὰ ἔφθασαν χθές, καὶ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐπιμεληθῇ, ὥστε τὸ τμῆμα νὰ ἐξελέγξῃ τὴν ἐκλογὴν καὶ προσαγάγῃ ταχέως τὴν ἔκθεσίν του.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τοῦ Βʹ τμήματος τοῦ δήμου Λυρκείας τῆς ἐπαρχίας Ἄργους. Τὸ Ηʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς δι’ ἐκθέσεώς του προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς νομίμων βουλευτῶν τῶν κ.κ. Ἰωάννου Πετρίδου καὶ Σωτ. Δανοπούλου. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νομίμους βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Ἄργους τοὺς κ. κ. Ι. Πετρίδην καὶ Σωτ. Δανόπουλον. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τοῦ Βʹ τμήματος τοῦ δήμου Καρπενησίων τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος τῆς Βουλῆς, ἐπικυρωτική). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νόμιμον βουλευτὴν τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας τὸν κ. Μιχαὴλ Ἰατρίδην.
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρακαλέσητε τοὺς κ.κ. Βουλευτὰς, διὰ τὴν μετὰ μεσημβρίαν σημερινὴν συνεδρίασιν νὰ συνέλθωσιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τὴν 6 ὥραν καὶ 45′, ἀντὶ τῆς 5, διότι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν δύναται νὰ προσέλθῃ ταχύτερον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 6 καὶ 45′ μ. μ. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 12 καὶ 30′. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 μ. μ., προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλ. Θ. Ζαΐμη).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Μετὰ τοῦτο προσελθόντες ὀμνύουσιν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον οἱ νέοι βουλευταὶ Ἰωάν. Πετρίδης, Σωτ. Δανόπουλος (Ἄργους) καὶ Μιχ. Ἰατρίδης (Εὐρυτανίας).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§63ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος μὲ τὴν σύστασιν τῶν νηπιαγωγείων, νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ μία τις ἡλικία, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὁρίσωμεν τὴν ἡλικίαν τῶν τριῶν ἐτῶν. Νομίζω ἀκόμη, ὅτι τὰ τοῦ νηπιαγωγείου βεβαίως εἶναι σπουδαιότατα. Ὑπάρχουν καὶ οἱ ἀντιφρονοῦντες περὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν νηπιαγωγείων, προτείνοντες δὲ διαφόρους λόγους, ὅτι εἶναι τὸ μὲν ἄχρηστα, τὸ δὲ καὶ ἐπιβλαβῆ, διότι ἀποσπῶσι τὸ νήπιον ἀπὸ τὴν μητέρα καὶ ἀποξενοῦσιν αὐτὸ ἀπ’ αὐτῆς, καὶ ἄλλα τοιαῦτα. Ἀλλ’ ἐὰν θέλωμεν νὰ καταστήσωμεν ἀληθῆ ἀνατροφὴν, καὶ οὐ μόνον πνευματικὴν, ἀλλὰ καὶ οἰκογενειακὴν καὶ σωματικὴν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν νηπιαγωγείων εἶναι σοφώτατος καὶ ἀναγκαιότατος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ κυρίου σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ θεσμὸς οὗτος, ἔχει καὶ ἄλλο ἀγαθὸν, ὅτι πολλάκις μητέρες τῶν πενομένων ἰδίως τάξεων δὲν δύνανται νὰ ἀσχολῶνται εἰς ἐργασίας οἰκιακὰς ἢ ἄλλας παραγωγικὰς, διότι ἔχουσι λ. χ. δύο νήπια, καὶ ἐὰν μὲν ἠσχολοῦντο ἐπωφελῶς καὶ χρησίμως εἰς τὴν συντήρησιν καὶ ἀνατροφὴν τῶν νηπίων, ἡ ἔλλειψις δὲν θὰ ἦτο πολὺ ἐπαισθητή, ἀλλ’ ἐὰν συλλογισθῇ τις, ὅτι ἀποκλείονται ἀπὸ ἄλλα ἔργα παραγωγικὰ, καὶ ἐπιβλαβῶς διὰ τὰ νήπια ἀσχολοῦνται εἰς αὐτὰ, βλέπει ὅτι, ἐὰν αἱ μητέρες ἠσχολοῦντο εἰς ἄλλα ἔργα, ἀπαλλασσόμεναι ἀπὸ τὰ νήπια, καὶ συγχρόνως τὰ νήπια ἀπεμακρύνοντο ἀπὸ τὰς τοιαύτας μητέρας, τὸ ἀγαθὸν θὰ ἦτο διττόν. Καὶ εἶναι παρατηρημένον, ὅτι τὸ νήπιον, ἄνευ παρασκευῆς, ἀποτόμως εἰσερχόμενον εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον, εὑρίσκεται ὡς εἰς χάος, εἶναι ὥς τι κτῆνος, καὶ οὕτως ἐξ ἀρχῆς εὐθὺς προσκόπτει αὐτὴ ἡ ἔννοια τῆς ἐκπαιδεύσεως. Παρ’ ἡμῖν δὲ κυρίως ὁ θεσμὸς τῶν νηπιαγωγείων, τὸν ὁποῖον λίαν ἐπιτυχῶς εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, δύναται νὰ κατασταθῇ πολύτιμος, διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ οἰκιακὴ κυρίως ἀνατροφὴ παρὰ τῷ λαῷ καθυστερεῖ περὶ τὰ στοιχειωδέστερα καὶ κυριωδέστερα, διότι δὲν ἔχουσι γνῶσιν πολλαὶ μητέρες, καὶ τῶν ἀνωτέρων ἀκόμη τάξεων, οὐδὲ τῶν στοιχείων τῆς ὑγιεινῆς, καὶ δὲν γίνεται ἄλλο τι ἐν τῷ οἴκῳ, παρὰ ἡ παρασκευὴ καχεκτικοῦ ὄντος καὶ πνευματικῶς καὶ σωματικῶς, ἥτις καθιστᾷ σχεδὸν ἀνεπανόρθωτον τὴν κακὴν ταύτην κατάστασιν τοῦ νηπίου. Καὶ νομίζω ὅτι, ἀντὶ ν’ ἀφήσωμεν εἰς τοὺς ἰδιώτας τὴν σύστασιν νηπιαγωγείων, πρέπει ἴσως νὰ κανονίσωμεν αὐτὴν ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι τοὐλάχιστον εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἑκάστης ἐπαρχίας (διότι δὲν ἔχομεν τὰ μέσα νὰ συστήσωμεν εἰς πᾶσαν κοινότητα) πρέπει νὰ ὑπάρχῃ νηπιαγωγεῖον δημόσιον, ἐὰν ἦτο δυνατόν. Ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ δὲν μοὶ φαίνεται ἐπαρκής, διότι ποῖος θὰ ἦναι ὁ ἐπιβλέπων; Εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε ν’ ἀφήσητε εἰς τὴν ὑπάρχουσαν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις μάλιστα μόρφωσιν τοῦ κοινοῦ, Εἶναι ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου μόνον τὸ Κράτος δύναται νὰ φροντίσῃ, ὅπως ὁ θεσμὸς τῶν νηπιαγωγείων καταστῇ πράγματι ἐπωφελής. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν λίαν ἐπιτυχῶς καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, πρέπει εἰς τὸν θεσμὸν τῶν νηπιαγωγείων νὰ προσέξωμεν, νὰ γείνῃ ὑποχρεωτικῶς τουλάχιστον εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν. Ἐν Γαλλίᾳ εἶναι κατὰ κοινότητας. Λέγω δὲ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι, ἀφοῦ ἔχομεν νηπιαγωγεῖα καὶ σχολεῖα θηλέων, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια ἐγκαίρως καὶ περὶ ἐπιβλέψεως αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅταν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν καὶ νηπιαγωγεῖα, καὶ ὅταν ἀναγνωρίζωμεν ὅτι ἡ ἐπιθεώρησις ἰδιαζόντως εἶναι στοιχεῖον συστατικὸν παντὸς εὔχοντος συστήματος δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἀτελῆ τὸν θεσμὸν καὶ νὰ μὴ εἰσαγάγωμεν καὶ τὸ ἁρμόζον τῆς ἀληθοῦς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως στοιχεῖον, τὸ νηπιαγωγεῖον. Ἀλλὰ διὰ νὰ συστήσητε νηπιαγωγεῖα, βεβαίως ἔχετε ἀπόλυτον ἀνάγκην ἐπιθεωρητριῶν.
§64ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν κρίνῃ καλὸν, ὡς εἰδικώτερος, νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον προσδιορίζει τοὺς ἐπιθεωρητάς, καὶ ἐπιθεωρητρίας.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα εἰς τὸ 1 ἄρθρον.
§66ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰς γνώμας μου περὶ νηπιαγωγείων ἀνέπτυξα διὰ μακρῶν κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, γνωρίζω δὲ, τι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν οὐχὶ καθόλου, ἀλλ’ ἐν μέρει τοὐλάχιστον, ἀπεδέχθη αὐτάς, καὶ διὰ τοῦτο τὰ νηπιαγωγεῖα ἐξῄρεσεν ἐκ τῆς κατηγορίας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, νομίζω ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἑαυτό. Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ γίνεται λόγος περὶ σχολείων δύο κατηγοριῶν, ἀλλ’ ἐν τῇ ἑτέρᾳ παραγράφῳ ἀναφέρεται «ἐν τοῖς σχολείοις τῶν δύο ἑτέρων κατηγοριῶν». Τοῦτο ἔχει σημασίαν, ὅπως εἶχεν ἐν ἀρχῇ τὸ ἄρθρον. Τώρα παρέλκει ἡ λέξις «ἑτέρων». Ὡς πρὸς τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ φοιτῶσιν οἱ μαθηταὶ εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξέλθωμεν ἡμεῖς τῆς διατάξεως, ἥτις ἀπαντᾷ εἰς ὅλας τὰς νομοθεσίας. Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην, ὁρίζονται τὰ ἔτη, καθ’ ἃ εἶναι ὑποχρεωμένοι καὶ ὁ μαθητὴς νὰ φοιτᾷ εἰς τὸ σχολεῖον καὶ οἱ γονεῖς νὰ ἀποστέλλωσι τὰ τέκνα αὐτῶν. Οὕτως εἶχεν ὁ νόμος ἡμῶν τοῦ 1834. Πρέπει νὰ καθορισθῇ τὸ ἔτος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἄρχεται ἡ μαθητεία, καὶ τὸ ἔτος κατὰ τὸ ὁποῖον λήγει, διότι πρέπει νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ ἡ μαθητεία. Ἡ Πολιτεία, προκειμένου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, φροντίζει νὰ ἐξασφαλισθῇ, ὅπως ἕκαστος μέλλων πολίτης προσκτήσηται ὡρισμένον μέτρον γνώσεων ἐν τοῖς σχολείοις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καλῶς εἶχεν ἐν ἀρχῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅτε ὡρίζετο ἐν αὐτῷ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἑβδόμου μέχρι τέλους τοῦ δωδεκάτου ἔτους. Τώρα πιθανόν τις ἐκ τοῦ 6 ἄρθρου νὰ ταραχθῇ καὶ νὰ νομίσῃ ὅτι καθορίζεται ὡρισμένος χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ φοιτῶσιν οἱ μαθηταὶ εἰς τὸ σχολεῖον· διότι ἐκεῖ λέγει (ἀναγινώσκει): «εἶναι δὲ ὑποχρεωτικὴ ἡ εἰς τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα φοίτησις τῶν παίδων, μέχρις οὗ τύχωσι τοῦ ἀπολυτηρίου αὐτῶν.» Κατὰ ταῦτα, προκειμένου περὶ κοινῶν δημοτικῶν σχολείων, ὁ μαθητὴς εἶναι ὑπόχρεως νὰ φοιτήσῃ ἀπὸ τοῦ ἑβδόμου ἔτους μέχρις ἀποφοιτήσεώς του. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ πλήρων δημοτικῶν σχολείων, ἠδύνατο εὐκόλως πᾶς τις νὰ νομίσῃ ὅτι ἐπιβάλλεται μόνον εἰς τὸν πατέρα κατὰ τὸ 7 ἔτος νὰ παρουσιάσῃ τὸ τέκνον του εἰς τὸ σχολεῖον, νὰ τὸ ἐγγράψῃ, καὶ ἀφοῦ τοῦτο φοιτήσῃ ἕνα ἢ δύο μῆνας, νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὸν ἀπηλλαγμένον πάσης ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ στέλλῃ τὸ τέκνον του εἰς τὸ σχολεῖον. Νομίζω ὅτι ἐν τούτῳ δὲ πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν διάταξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἰς ὅλας τὰς νομοθεσίας ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν νόμον τοῦ 1834, ὀφείλομεν δὲ νὰ ἀπαιτήσωμεν ὡρισμένην περίοδον ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα πρέπει οἱ παῖδες νὰ φοιτῶσιν εἰς τὰ σχολεῖα, διότι οὕτω πως ἡ Πολιτεία δύναται νὰ ἐξασφαλισθῇ, ὅτι ὁ παῖς θὰ προσκτήσηται τὸ ποσὸν τῶν ὡρισμένων γνώσεων.
§67Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου περὶ τῆς ἐξαναγκαστικῆς φοιτήσεως εἶναι ὁμολογουμένως ὀρθή, καὶ εἰς πάσας τὰς σχολικὰς νομοθεσίας τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν εἶναι ἀναγεγραμμένη τοιαύτη διάταξις. Δυστυχῶς ὅμως ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία εἶναι ἀρτιπαγής, ἀρτιγέννητος, δὲν εἶναι ἀκόμη ἀνεπτυγμένη τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ὁ ἐξαναγκασμὸς διὰ νόμου τῆς φοιτήσεως τῶν παίδων, διότι ἡ παράβασις τοῦ τοιούτου νόμου θὰ ἦτο τόσον εὐρεῖα, ὥστε οὐδεμία κύρωσις αὐτοῦ θὰ εἶχε λυσιτελῆ ἐφαρμογήν, ἢ θὰ ἦτο κἂν δυνατή· ἀφοῦ ἐν οὐκ ὀλίγοις χωρίοις ὀλιγοπληθέσιν οὔτε δημοτικὸν σχολεῖον οὔτε γραμματοδιδασκαλεῖον ὑπάρχει, ποῦ λοιπὸν νὰ πέμψωσιν οἱ γονεῖς ἐξαναγκαζόμενοι τὰ τέκνα των; Φανερὸν ὅτι, ἕνεκα τῆς πενίας τῶν κατοίκων, καὶ τῆς σποράδην οἰκήσεως τῆς χώρας καὶ οὐχὶ σπανίως ὡς ἐκ τῆς ἀδιαφορίας, δηλαδὴ ἕνεκα ἀνωμαλιῶν τοῦ βίου, μήπω διεῤῥυθμισμένου, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως γενικοῦ ἐνδιαφέροντος ἐκ μέρους τῶν κοινοτήτων ἢ καὶ τῆς πενίας αὐτῶν, ἡ φοίτησις εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἑπόμενον ἦτο νὰ ἦναι ἀνωμαλωτάτη. Βεβαίως εἰς τὴν Ἑλβετίαν, εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὴν Σαξωνίαν καὶ πανταχοῦ τῆς Βορειοδυτικῆς Εὐρώπης εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ devoir scolaire, τὸ devoire militaire εἶναι συμπεφυκότα, οὕτως εἰπεῖν, πρὸς πάσας τὰς κοινωνικὰς τάξεις, καὶ διὰ τοῦτο οὐ μόνον ἀπροφασίστως, ἀλλὰ καὶ μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἀσπαστὰ παρὰ πᾶσιν, ὥστε εὐθύς, ὡς γεννηθῇ τὸ τέκνον, γνωρίζει ὁ γονεύς, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος εἰς μίαν ὑπηρεσίαν, οὕτως εἰπεῖν, σχολικήν, μίαν ὑπηρεσίαν στρατιωτικήν. Εἶναι τόσον ἐῤῥιζωμένη ἡ ἰδέα αὕτη, ὥστε δὲν χρειάζεται πλέον ὁ ἐξαναγκασμὸς, οὐδ’ ἄλλη καμμία διοικητικὴ ἐνέργεια. Παρατηρεῖται δὲ, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἐλάχιστος ἀριθμὸς γονέων ἐτιμωρήθη δι’ ἔλλειψιν στοργῆς πρὸς τὸ σχολεῖον καὶ διὰ μὴ τακτικὴν φοίτησιν τῶν τέκνων του. Ἡμεῖς ὅμως ἀκόμη εἴμεθα εἰς κατάστασιν, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω· τὴν γνωρίζομεν πάντες. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ὁρίσωμεν τὸν χρόνον τῆς φοιτήσεως, διότι ὁ χρόνος τῆς φοιτήσεως θὰ ὁρισθῇ ἐκ τῶν συνηθειῶν καὶ τῶν ἀναγκῶν ἑκάστης περιφερείας. Εἷς πατὴρ, μία μήτηρ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσί τινα ἀνάπτυξιν, βεβαίως θὰ στέλλωσι τακτικώτατα τὸ τέκνον των εἰς τὸ σχολεῖον καὶ θὰ τὸ ἐπιμελῶνται κατ’ οἶκον περισσότερον· ἀλλ’ ἕτεροι, εἴτε λόγῳ ἀγροτικῶν ἐργασιῶν, εἴτε λόγῳ ἐλλείψεως ἐνδιαφέροντος, θὰ στέλλωσι τὸ τέκνον των τὸ ἥμισυ τοῦ ἔτους ἢ τὸ τρίτον μόνον τοῦ ἔτους. Εἶναι τοιαύτη ἡ κατάστασις, ὥστε, ἐνῷ τὸ τέκνον μιᾶς οἰκογενείας θὰ συμπληροῖ τὰ μαθήματα τοῦ κοινοῦ σχολείου εἰς 4 ἔτη, τὸ τέκνον ἄλλης οἰκογενείας θὰ τελειώνῃ αὐτὸ εἰς 8 ἔτη· περὶ τούτου δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀντιλογία, διότι πάντες γινώσκετε εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται οἱ δῆμοι καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἀγροτικῶν καὶ ποιμαντικῶν πληθυσμῶν. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν χρόνον ὑποχρεωτικῆς φοιτήσεως. Τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβωμεν περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶναι στοιχειωδέστατα, καὶ διὰ τούτων ἐφαρμοζομένων θὰ κινήσωμεν κατὰ μικρὸν τὸ ἐν νάρκῃ ἀπέλπιδι διατελοῦν ἐνδιαφέρον τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν πρὸς τὸ σχολεῖον. Διότι πρέπει νὰ εἴπωμεν μετὰ λύπης, ὅτι μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἀπολύτως ἐγένετο ὡς πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν λυσιτελὲς καὶ τελεσφόρον. Πᾶν ὅ,τι ἔχομεν ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει, προῆλθε μᾶλλον ἐκ πιέσεως τῶν κοινοτήτων, εἰθισμένων τῶν πλείστων ἐκ τῆς ἐνστίκτου φιλομαθείας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Οἱ ἀντιπρόσωποι, θέλοντες νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν κοινοτήτων καὶ τῶν δήμων, καὶ διὰ τοῦ ἐκλογικοῦ σφαιριδίου ἀπειλούμενοι ἑκάστοτε, φρονοῦσιν ὅτι προσφέρουσι μικρὰν παραμυθίαν εἰς τὸν πόθον, ὁ ὁποῖος ἐκδηλοῦται πολλαχοῦ θερμὸς ὑπὲρ τοῦ σχολείου, καὶ ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ὅπως σπουδάσωσι τὰ τέκνα των, παρήγαγον τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, μὴ ῥυθμισθείσης διὰ μεμελετημένου σχεδίου γενικοῦ καὶ σοβαροῦ, κατὰ μικρὸν ἐξελισσομένου καὶ ἐφαρμοζομένου λελογισμένως, ἐνδελεχῶς καὶ μετὰ προνοίας ἐν μακρᾷ σειρᾷ ἐνιαυτῶν. Οὕτως ἔχομεν δημοτικὰ σχολεῖα στερούμενα εὐμεθόδων διδασκάλων, μεμορφωμένων, στερούμενα διδακτηρίων καὶ διδακτικῶν ὀργάνων, στερούμενα πρὸ πάντων ἐπιθεωρήσεως καὶ παντὸς ἄλλου ἐκ τῶν ἀπαραιτήτων πρὸς τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὅ,τι πράττομεν σήμερον, εἶναι ἔργον ἀνάγκης ἐπειγούσης· πρόκειται νὰ ἐπουλώσωμεν πληγὰς ἀνοιχθείσας καὶ μὴ δυναμένας τόσον εὐκόλως νὰ θεραπευθῶσι· πλὴν τούτου, καὶ αἱ περιστάσεις εἰσὶ τόσον χαλεπαί, ὥστε θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος, ἕως ὅτου εὑρεθῶμεν εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν νὰ κανονίσωμεν τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν τὴν σχολικήν, ὅπως ὑπάρχει εἰς τὰ πεπολιτισμένα Κράτη· ὀλιγωρίαι ἢ πλημμέλειαι ἐπὶ δεκαετηρίδας ὅλας δὲν δύνανται ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ νὰ ἐπανορθωθῶσιν. Ἑπομένως μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Λοκρίδος, καίτοι ὀρθή, δὲν εἶναι δυνατόν, διὰ τοὺς λόγους τούτους, ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ὄσον ἀφορᾷ τὰ νηπιαγωγεῖα, δὲν δυνάμεθα νὰ συντηρῶμεν δαπάνῃ τῶν δήμων τοιαῦτα. Κατὰ τὰς νεωτέρας θεωρίας, τὰ νηπιαγωγεῖα εἶναι σχεδὸν καταδεδικασμένα, ἂν καὶ ἐπεκρότησεν ὅλη ἡ Εὐρώπη κατὰ τὴν σύστασιν αὐτῶν ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Φρέβελ. Καὶ ὅμως ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐν Ἑλλάδι τὰ νηπιαγωγεῖα δι’ ἐξαιρέτους κοινωνικὰς συνθήκας πρέπει νὰ ὑποστηριχθῶσιν ἐκ τῶν ἐνόντων· διότι, ὡς ἔφθην εἰπὼν, ἡ οἰκογένεια ἡ Ἑλληνικὴ, ἐξελθοῦσα ἀπὸ μακραίωνος δουλείας καὶ φέρουσα ὅλα τὰ ἴχνη τῶν ἀτελειῶν, τὰς ὁποίας ἡ δουλεία αὕτη ἐνεκόλαψεν εἰς τὸν βίον, ἔχει ἀνάγκην, ἵνα ἀπαλλαγῇ τούτων, μακρᾶς σχολικῆς ἀρωγῆς καὶ ἐπεξεργασίας, — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω τοῦτο· ὅσον περισσότερον χωρίζεται ἀπὸ τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ, τόσον χωρίζεται ἀπὸ τὰς δυσειδαιμονίας, ἀπὸ τὰς κατ’ οἶκον περὶ τὴν συμπεριφορὰν ἀτελείας, τὰς ὁποίας φέρει ἡ οἰκογένεια θλιβερὸν ἐφόδιον· ἑπομένως θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἐὰν συνιστῶντο κατὰ δήμους τοιαῦτα νηπιαγωγεῖα, κατ’ ἐξαίρεσιν, λέγω, καίτοι ἐπιστημονικῶς σήμερον δὲν θεωροῦνται τὰ νηπιαγωγεῖα ἄξια πολλῆς προσοχῆς. Ἀλλ’ ἡ ἀπορία καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῶν κοινοτήτων καθιστᾷ ἀτυχῶς τοῦτο ἀδύνατον. Ἀφήσαμεν λοιπὸν εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν, εἰς τὴν ἀγάπην ἐκείνων τῶν γονέων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ πληρόνωσι, νὰ ἔχωσι νηπιαγωγεῖον. Ἐπειδὴ δὲ ἔπρεπε νὰ τὰ διέπῃ καὶ αὐτὰ κανονισμός τις καὶ νὰ μὴ γίνηται εἰς αὐτὰ ὅ,τι δήποτε, ἀνεγράψαμεν τὰ ἄρθρα ταῦτα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, πρὸς πλήρωσιν τῆς σχολικῆς αὐτῆς ἀνάγκης τῶν νηπιαγωγείων.
§68ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πολὺ λυποῦμαι, ὅτι δὲν κατώρθωσα νὰ γείνω καταληπτὸς δι’ ὅσων παρατηρήσεων ἐνόμισα καλὸν νὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ διάταξις ἔχει ἀναγραφῆ εἰς πάσας τὰς νομοθεσίας, εἶχε δ’ ἀναγραφῆ καὶ ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1834, θὰ ἦτο δὲ λυπηρόν, μετὰ 60 ἐτῶν ἐλεύθερον βίον, νὰ εὑρεθῶμεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐν ὀπισθοδρομήσει καὶ οὐχὶ ἐν προόδῳ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπέστησα ἰδίως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Εἶπεν αὐτός, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσωμεν ὑποχρεωτικὴν τὴν ἐκπαίδευσιν πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος, διότι τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ πληθυσμοῦ τῆς πένεται καὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀποστείλῃ τὰ τέκνα του τακτικῶς εἰς τὸ σχολεῖον, δὲν ἔχει δὲ καὶ σχολεῖα. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου του, ὡς ἔχει, πράττει πᾶν τοὐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶπε· καθιστᾷ δηλαδὴ ὑποχρεωτικὴν τὴν ἐκπαίδευσιν ἀπὸ τοῦ ἕκτου ἔτους μέχρι τῆς ἀποφοιτήσεως τοῦ παιδὸς ἀπὸ τοῦ σχολείου, ποῦ; εἰς τὰ κοινὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦναι εἰς χωρία, ὅπου πράγματι πένονται οἱ γονεῖς, καὶ ὅπου πράγματι εὑρίσκονται ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ὥστε πολλοὶ ἐξ αὐτῶν νὰ ἦναι ἠναγκασμένοι νὰ μὴ ἀποστέλλωσι τὰ τέκνα των εἰς τὰ σχολεῖα, δὲν καθιστᾷ δὲ ὑποχρεωτικὴν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ποῦ; εἰς τὰς πόλεις, ὅπου εἶναι τὰ πλήρη σχολεῖα, διότι περὶ τῶν πλήρων σχολείων δὲν ἀναγράφει τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ φοιτήσῃ καὶ ἐκεῖ ὁ μαθητὴς μέχρι πέρατος τῆς διδασκαλίας. Ἐγὼ ἀναφέρω τὸ γράμμα τοῦ νομοσχεδίου, ἐν τῷ 1 ἄρθρῳ, καθ’ ὃ «ἐν τοῖς σχολείοις τῶν δύο ἑτέρων κατηγοριῶν εἰσάγονται ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἑβδόμου ἔτους». Ἀλλ’ ἐνῷ εἰς τὸ 6 ἄρθρον, προκειμένου περὶ κοινῶν σχολείων, τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ φοίτησις εἰς τὰ κοινὰ σχολεῖα ἀπὸ τοῦ 6 ἔτους μέχρι τέλους τοῦ σχολείου, δηλ. ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἀνεφάρμοστον εἰς τὰς ἀγροτικὰς κοινότητας, ἐν τούτοις διὰ τὰ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ φοιτῶσιν οἱ παῖδες, καὶ ἔπρεπε νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ ἡ φοίτησις ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, δι’ αὐτὰ οὐδεμία διάταξις ὑπάρχει· εἰς τοὺς γονεῖς τούτων λέγετε: δύνασθε νὰ κατατάξητε τὰ τέκνα σας εἰς τὸ σχολεῖον, νὰ φοιτήσωσι δὲ αὐτὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας· ἐγὼ οὐδεμίαν ἐγγύησιν ἀπαιτῶ παρ’ ὑμῶν, ὅπως ἀποκτήσωσιν αὐτὰ τὸ ὡρισμένον μέτρον τῶν γνώσεων διὰ τὴν παιδικὴν ἡλικίαν. Νομίζω ὅτι εἶναι προφανὴς ἀντίφασις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ νὰ διορθώσῃ.
§69Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Οὐδεμία ὑπάρχει κύρωσις τῆς διατάξεως τῆς ἀναγκαστικῆς φοιτήσεως εἰς τὰ σχολεῖα ἐν Ἑλλάδι· εἶναι ἁπλῶς ἀναγεγραμμένη. Ἡ μόνη κύρωσις τοῦ νόμου εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὸ σχολεῖον. Ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ στέλλῃ τὸ τέκνον του εἰς τὸ σχολεῖον, δὲν δυνάμεθα, καθ’ ἃ ἀνέπτυξα πρότερον, νὰ τὸν τιμωρήσωμεν. Πᾶσα διάταξις τοῦ νόμου, μὴ ἔχουσα κύρωσιν, εἶναι ἁπλῆ εὐχὴ καὶ οὐδὲν πλέον. Λοιπὸν ἡμεῖς ἀνεγράψαμεν τὴν εὐχὴν—ἂς τὴν ὀνομάσω οὕτω—ἵνα δείξωμεν ὅτι πρέπει οἱ γονεῖς νὰ στέλλωσι τὰ τέκνα των εἰς τὰ σχολεῖα...
§70ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα, διατὶ εἰς τὰ κοινὰ σχολεῖα καθίσταται ὑποχρεωτικὴ ἡ φοίτησις καὶ οὐχὶ καὶ εἰς τὰ πλήρη;
§71Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δυνάμεθα νὰ ἀναγράψωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ δι’ αὐτά.
§72ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 10 δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ διάταξις.
§73ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ σοφὴ καὶ σπουδαία παρατήρησις τοῦ ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ μὲ ἔκαμε νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ἐκφράσω ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸ πολλοῦ καὶ τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα ἐκ πείρας καὶ ἐκ τῆς ἐπισκέψεως διαφόρων εὐρωπαϊκῶν Σχολῶν. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρὸ πάντων ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, διότι δι’ αὐτῆς θέλουσιν ἐξαπλωθῆ τὰ πρῶτα γράμματα εἰς τὸ ἔθνος. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, δὲν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι σήμερον πάντα τὰ εὐνομούμενα Κράτη ἔχουσιν ὡς ἀρχὴν τὸ ἀναγκαστικὸν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ κάμνωμεν νόμους περὶ διαῤῥυθμίσεως τῆς Παιδείας καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν ἀναγκαστικήν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον ἔπρεπε ἡ τοιαύτη ἐκπαίδευσις, δηλαδὴ ἡ ἀνάγνωσις, ἡ γραφὴ καὶ αἱ τέσσαρες πράξεις τῆς ἀριθμητικῆς, νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ, ἀλλὰ καὶ νὰ δοθῶσι προνόμια καὶ νὰ ἐπιβληθῶσι ποιναί. Εἰς τὴν Ἰταλίαν δὲν δύναται νὰ χαίρῃ τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου ὁ πολίτης, ἐὰν δὲν γνωρίζῃ νὰ ἀναγινώσκῃ καὶ νὰ γράφῃ. Ἐὰν, κ. Πρόεδρε, δὲν καταστήσωμεν ὑποχρεωτικὴν τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, πῶς θὰ μορφώσωμεν τὸν λαὸν τὸν Ἑλληνικόν; Δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ αὐτοφυὴς εὐφυΐα καὶ φιλομάθεια τοῦ Ἕλληνος, πρέπει νὰ συντελέσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ νὰ δώσῃ ὤθησιν διὰ νόμου. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἶχον νὰ κάμω. Ἐγὼ δὲν λαμβάνω συνεχῶς τὸν λόγον, διότι δὲν θέλω νὰ κουράζω τὴν Βουλὴν, καὶ διότι ὑπάρχουσιν ἄλλοι, καλλίτεροι ἐμοῦ, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον· ἀλλ’ ἡ δικαία πράγματι παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, μὲ ἔκαμε νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις.
§74Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως ταύτης, ἀλλ’ ἰδίως ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀποτελεῖ εἰρωνείαν κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσδοκῶσι τὴν βελτίωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τί σημαίνει, Κύριοι, ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφὴ διατάξεως ὑπὸ τύπον εὐχῆς; Ἐὰν ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ καθορίσωμεν ὅτι ἡ φοίτησις εἰς τὰ σχολεῖα πρέπει νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ σκεφθῶμεν, πῶς θὰ τὴν ἐπιβάλωμεν· διότι πρὸς τοῦτο ἀπαιτοῦνται δύο πράγματα· ἀπαιτεῖται πρῶτον νὰ ἔχωμεν σχολεῖα πανταχοῦ τοῦ Κράτους καὶ δεύτερον ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ ἐγγύησις ἀσφαλὴς περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης. Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει οὐδὲ τὸ ἕν, οὐδὲ τὸ ἄλλο. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφεται ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐκπαίδευσις, ὅπου ὑπάρχουσι σχολεῖα, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς θὰ ἐπιβάλωμεν μίαν ὑποχρέωσιν εἰς ἓν μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὸ ἄλλο δὲν θὰ ἐπιβάλωμεν αὐτήν. Ἵνα ἀναγραφῇ, Κύριοι, τοιαύτη διάταξις, ἡ ὁποία ἐξυπηρετεῖ τὸ ἰδανικὸν παντὸς ἔθνους, διότι τὸ καλλίτερον ἔθνος εἶναι ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὅλοι οἱ πολῖται γνωρίζουσι νὰ γράφωσι καὶ νὰ ἀναγινώσκωσι, διὰ νὰ ἀναγραφῇ, λέγω, ἡ τοιαύτη διάταξις, πρέπει νὰ ὑπάρχωσι σχολεῖα. Κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ λάβω τὸν λόγον καὶ θὰ ἀποδείξω ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν σχολεῖα πανταχοῦ τοῦ Κράτους καὶ ἰδίως δὲν θὰ ἔχωμεν εἰς τοὺς ὀρεινοὺς δήμους, οἵτινες εἶναι οἱ ἀπορώτεροι καὶ οἵτινες ἔχουσιν ἀνάγκην κυρίως ἐκπαιδεύσεως στοιχειώδους. Λοιπὸν πῶς θ’ ἀναγράψωμεν ὑποχρέωσιν φοιτήσεως εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἀφοῦ τοιαῦτα δὲν θὰ ἔχωμεν; Ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὴν ἀναγράψωμεν, παραβλέποντες τὸ παράλογον τῆς ἐπιβολῆς ὑποχρεώσεως ἐφ’ ἑνὸς μόνον μέρους τῶν πολιτῶν, ἐὰν τὴν ἀναγράψωμεν ἔστω καὶ δι’ ἐκεῖνα τὰ μέρη τοῦ Κράτους ὅπου θὰ ὑπάρχωσι σχολεῖα, πρέπει νὰ λάβωμεν καὶ τὴν ἐγγύησιν ὑπὲρ τῆς ἐκπληρώσεως τῆς διατάξεως. Ποία τοιαύτη ἐγγύησις λαμβάνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Οὐδεμία. Δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ λέγωμεν, ὅτι κάμνομεν νόμον εὐχῆς, εὐχόμενοι δι’ αὐτοῦ, ἵνα δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Ἢ θὰ ἐπιβάλωμεν τὴν ὑποχρέωσιν, ἢ δὲν θὰ τὴν ἀναγράψωμεν ποσῶς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ παντελῶς ἡ διάταξις αὕτη. Ἄλλως, ἂν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν μερικῶς τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν, πρέπει νὰ τὴν συνδέσῃ μὲ ἐγγυήσεις, μὲ ποινάς. Ὅστις δὲν θὰ φοιτᾷ εἰς τὸ σχολεῖον, εἰς τί θὰ ὑπόκηται; Ὁ πατὴρ θὰ τιμωρηθῇ, ἢ τὸ τέκνον; Καὶ διὰ ποίας ποινῆς θὰ τιμωρηθῇ; Ἔπειτα, Κύριοι, παρατηρῶ καὶ ἓν ἄλλο. Μοὶ ἐφάνη παράδοξος ἡ λαμβανομένη πρόνοια περὶ κυρώσεως αὐτῆς τῆς διατάξεως δι’ ἑνὸς ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου,—δὲν ἠξεύρω τώρα ποῖον εἶναι —ἡ ἑξῆς πρόνοια, ὅτι ὁ νομαρχιακὸς ἐπιθεωρητὴς τῶν σχολείων θὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον περὶ ὅλων τῶν αἰτίων τῆς μὴ φοιτήσεως τῶν παίδων εἰς τὰ σχολεῖα, ἤτοι πρῶτον περὶ πάντων τῶν παίδων, οἵτινες δὲν φοιτῶσιν εἰς τὰ σχολεῖα, καὶ εἶτα περὶ ὅλων τῶν κατοίκων, οἵτινες δὲν παραμελοῦσι τὸ καθῆκον τοῦτο, τὸ δὲ Συμβούλιον θὰ σκεφθῇ περὶ τῆς λήψεως τῶν καταλλήλων μέτρων πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι μοὶ ἐφάνη παράδοξος ἡ τοιαύτη πρόνοια, ἡ λαμβανομένη πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ταῦτα ὑποθέτουσιν, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀπογραφὴν ὅλων τῶν παίδων καὶ νὰ διατελῇ ἐν γνώσει ποῖοι φοιτῶσιν ἐξ αὐτῶν εἰς τὰ σχολεῖα. Τώρα δὲν θέλω νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον ἐπὶ τούτου, διότι προχθὲς ἠκούσατε, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν θὰ δύναται οὔτε μακρόθεν νὰ ἴδῃ τὰ σχολεῖα, ἐκτὸς ἐὰν ταῦτα περιορισθῶσιν εἰς ὀλίγα μόνον. Ἐὰν ἦναι 30 μόνον εἰς τὸν νομόν καὶ ὑποθέσωμεν ὅτι ἀπαιτοῦνται δύο ἡμέραι δι’ ἕκαστον, τότε εἰς τὰς 60 ἡμέρας θὰ ἠδύνατο νὰ τὰ ἐπισκεφθῇ καὶ νὰ ἴδῃ τοὺς φοιτῶντας εἰς αὐτά· ἀλλὰ θὰ δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἀπογραφὴν τῶν κατοίκων καὶ νὰ γνωρίσῃ καὶ τὰς αἰτίας, διὰ τὰς ὁποίας ἕκαστος τῶν κατοίκων δὲν στέλλει τὰ τέκνα του εἰς τὸ σχολεῖον; Νομίζω ὅτι οἱ προτείνοντες τοιαύτας διατάξεις πρέπει νὰ προνοῶσι περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν· ἀφοῦ δὲν δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι, δὲν πρέπει ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ πρέπει ν’ ἀπαλειφθῶσι.
§75Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Νομίζω, ὅτι πολὺ εὐκόλως ἀποθαῤῥύνεται ὁ κ. συνάδελφος, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ὁ νόμος εἰς τοὺς γονεῖς τῶν τέκνων. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ὑπάρχουσι δυσκολίαι, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι αἱ δυσκολίαι αὗται ἀποτελοῦσιν ἐπαρκῆ λόγον, ὅπως μὴ λάβωμεν καμμίαν πρόνοιαν, ἥτις ἀληθῶς ἔχει καὶ φιλανθρωπικὸν χαρακτῆρα εἰς πολλὰς περιστάσεις ὑπὲρ τῶν παίδων, ἰδίως εἰς τοὺς ἐξοχικοὺς δήμους. Τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀναγράφηται ἡ ῥήτρα αὐτῆς τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς στοιχειώδους καὶ δημοτικῆς, διότι δὲν θὰ ἔχωμεν παντοῦ σχολεῖα, τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι ἐννοεῖται ὅτι ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ἀφορᾷ εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, ὅπου ὑπάρχουσι σχολεῖα. Εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, ὅπου δὲν ἱδρύθησαν ἀκόμη σχολεῖα, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τοιαύτη διάταξις. Διότι δὲν ἐπεκτείνεται ἐφ’ ὅλου τοῦ Κράτους τὸ εὐεργέτημα τῆς στοιχειώδους καὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι καὶ ἐκεῖ, ὅπου λειτουργοῦσι σχολεῖα, δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐκπαίδευσις. Ἐπίσης δὲν συμφωνῶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν μεγάλην δυσχέρειαν, ἡ ὁποία, πιστεύει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι θὰ παρουσιασθῇ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου. Πιστεύω μάλιστα, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ μεγάλη δυσχέρεια, καὶ τοῦτο, διότι ὑπάρχει φυσικὴ κλίσις τῶν Ἑλλήνων πάσης τάξεως πρὸς τὴν μάθησιν. Μᾶλλον θὰ εὑρεθῇ ἀπέναντι δυσχερειῶν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν διαμαρτυριῶν διὰ τὴν μὴ ὕπαρξιν σχολείων ἐλλείψει μέσων εἰς πολλὰ μέρη, παρὰ θὰ εὑρεθῇ ἀπέναντι δυσχερειῶν, ἵνα ἐφαρμόσῃ τὴν ὑποχρέωσιν. Τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἀναγράφει εἰς τὸν νόμον, διότι εἶναι μία ὑψηλὴ ἔννοια, διότι προνοεῖ περὶ ἀνηλίκων, περὶ ἀδυνάτων. Γνωρίζει ἴσως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, — ἀντελήφθη ἴσως ἐνίοτε καὶ ὁ ἴδιος, ὅπως ἀντελήφθην καὶ ἐγώ, ἐσχάτως μάλιστα, περιερχόμενος τὴν Ἀττικὴν καὶ εἰς ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος, — ὅτι ὑπάρχουσι πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἐκ φιλαργυρίας δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς τὰ τέκνα των νὰ πηγαίνουν εἰς τὸ σχολεῖον, διότι τὰ μεταχειρίζονται εἰς τὰς γεωργικάς των ἐργασίας. Ἀπέναντι αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποτελῶσιν, ὑποθέτω, τὴν ἐξαίρεσιν, ἕνεκα τοῦ ζήλου, τὸν ὁποῖον ἔχουσιν ἐν γένει οἱ Ἕλληνες πρὸς τὰ γράμματα, ἕνεκα τοῦ πόθου, τὸν ὁποῖον ἔχουσι, νὰ ἴδωσι τὰ παιδιά των ἀναπτυσσόμενα, στοιχειούμενα, ἀπέναντι τῶν τοιούτων γονέων θὰ ᾖναι εὐεργετικὴ ἡ ὑποχρέωσις, καὶ θὰ ἐφαρμοσθῇ εὐκολώτερον ἀπὸ ὅ,τι νομίζει ὁ κ. συνάδελφος· διότι ὄχι μόνον ὁ ἐπόπτης θὰ ἀντιληφθῇ τὸ πρᾶγμα αὐτό, ἀλλὰ θὰ τὸ ἀντιληφθῇ καὶ ὁ δήμαρχος, θὰ τὸ ἀντιληφθῇ καὶ ὁ πάρεδρος, θὰ τὸ ἀντιληφθῶσιν ἐν γένει αἱ δημοτικαὶ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι εἶναι πανταχοῦ ἐξηπλωμέναι. Ἅμα ὡς ἀντιληφθῇ ἡ δημοτικὴ ἀρχή, ὅτι εἰς τὸ χωρίον ὁ δεῖνα καὶ ὁ τάδε γονεύς, ἐκ φιλαργυρίας καὶ περιφρονήσεως πρὸς τὰ γράμματα, δὲν στέλλει τὸ τέκνον του εἰς τὸ σχολεῖον, — τὸ ὁποῖον φρονῶ ὅτι εἶναι σπάνιον εἰς τὸν ἑλληνικὸν πληθυσμόν, — ἅμα ἴδῃ τοῦτο, θὰ ἔχῃ βεβαίως τὰ μέσα νὰ ὑπενθυμίσῃ εἰς τὸν δυστροποῦντα αὐτὸν γονέα τὸ καθῆκόν του. Ἀλλὰ συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅταν ζητῇ ποινικήν τινα ῥήτραν εἰς ἐκτέλεσιν τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως, ὅπως διὰ τῆς τοιαύτης ῥήτρας ἐνισχύσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ὑποχρεωτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ποινική τις ῥήτρα εἰς τὸ ἄρθρον, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀπαλείψεως τῆς ὑποχρεώσεως, διότι ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες δυνάμεθα τοὐλάχιστον νὰ καυχηθῶμεν, ὅτι μεταξὺ ὅλων τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν εἴμεθα ἴσως τὸ μᾶλλον φιλόμουσον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν. Ὀλίγοι εἶναι οἱ γονεῖς, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀρνηθῇ τὸ εὐεργέτημα τοῦτο εἰς τὰ τέκνα των. Δι’ αὐτοὺς τοὺς ὀλίγους δύναται νὰ ὑπάρξῃ ῥήτρα, ἵνα ὑποχρεωθῶσι. Διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι καλῶς ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦτο. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω καὶ ἐγώ, ὅπως προστεθῇ ποινική τις ῥήτρα διὰ τοὺς δυστροποῦντας γονεῖς. Πιστεύω δέ, ὅτι οὐχὶ μόνον ὁ ἐπιθεωρητὴς δύναται ἔν τινι μέτρῳ νὰ ἐπαρκέσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ ληφθῇ πρόνοια, — καὶ νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ εὔκολον, — ὅπως καὶ αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἔχωσι τὴν ἐντολὴν νὰ θεωρῶσιν, ἐὰν ἐφαρμόζηται ὁ νόμος. Κατὰ τὴν περιοδείαν, τὴν ὁποίαν ἐπεχείρησα ἐσχάτως εἰς τὴν Ἀττικὴν, μοὶ ὑπέδειξαν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μόνον τὴν Ἀλβανικὴν ὡμίλουν, ἠγνόουν δὲ παντελῶς τὴν Ἑλληνικὴν, ἐνῷ οἱ πρῶτοι ἐξάδελφοι αὐτῶν ὡμίλουν κάλλιστα τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, διότι οἱ γονεῖς των ἐφρόντιζον νὰ στέλλωσι τὰ παιδιά των εἰς τὸ σχολεῖον.
§76Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἴσως δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐξηγήσω τὴν γνώμην μου, καὶ μὲ παρενόησεν ὁ κ. συνάδελφος διότι ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐκπαίδευσις, οὔτε ὅτι δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ ἐφαρμοσθῇ· εἶπον ὅτι, ὅπως ἔχει ἡ διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν ὑπάρχει καμμία ἐγγύησις περὶ τῆς ἐκπληρώσεως αὐτῆς, καὶ ἂν πρόκειται νὰ ἀναγραφῇ ὅπως ἔχει καὶ νὰ μείνῃ ἀνεκτέλεστος, δηλ. ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ χρησιμεύῃ ὡς εὐχὴ μόνον, εἶναι περιττή· ἐὰν δὲ πρόκειται νὰ ἀναγραφῇ διὰ νὰ καταστῇ ἐφαρμόσιμος ἡ ἰδέα αὕτη, δὲν ἀρνοῦμαι ποσῶς τὴν χρησιμότητα αὐτῆς, ἀπαιτοῦνται ὅμως δύο τινὰ, νὰ ἔχωμεν σχολεῖα καὶ νὰ ἐπιβάλλωμεν ποινὰς κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον ἐκπληρώσει τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Αὐτὰ τὰ δύο ἐνόμισα ὅτι ἐλλείπουσιν ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅταν ἐλλείπωσιν αὐτὰ τὰ δύο, δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀναγράφηται τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἢ πρέπει λοιπὸν νὰ συμπληρωθῇ, ἢ ν’ ἀπαλειφθῇ.
§77ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς, κύριε Πρόεδρε, τὸ μόνον ἀντικείμενον, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν μᾶς θέτει εἰς τὸν κόπον νὰ μεριμνήσωμεν ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ εἶναι, νομίζω, ὕβρις — καὶ εὐτυχῶς ἀπεδείχθη ὅλως διόλου περιττὸν ἐκ τῆς πείρας — νὰ σκεπτώμεθα σήμερον περὶ τῆς ὑποχρεώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ ὑποβάλωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅπως στέλλῃ τὰ τέκνα του εἰς τὸ σχολεῖον. Ἂς λάβωμεν ἄλλην φροντίδα περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἂς λείψῃ αὐτὴ ἡ ὑποχρεωτικότης, αὐταὶ αἱ ποιναί, αἱ ἐπιβαλλόμεναι κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ στέλλωσι τὰ τέκνα των εἰς τὸ σχολεῖον. Ἀρκεῖ μόνον νὰ παράσχωμεν τὴν εὐκολίαν εἰς αὐτὸν διὰ νὰ τὰ στέλλῃ, καὶ θὰ τὰ στέλλῃ· εἶναι δὲ εὐνόητον καὶ γνωστὸν εἰς τὸν ἔχοντα κοινοτάτην πεῖραν, ὅτι οὐδέποτε, οἱανδήποτε διάταξιν καὶ ἂν θέσητε εἰς τὸν νόμον, εἶναι δυνατὸν ἐν Ἑλλάδι νὰ ἐφαρμοσθῇ ποινὴ κατ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δὲν στέλλει τὸ παιδί του εἰς τὸ σχολεῖον καὶ ὁ ὁποῖος, ἐὰν δὲν τὸ στέλλῃ, βεβαίως ἐξ ἀπολύτου ἀνάγκης δὲν τὸ ἔστελλεν. Εἶναι, νομίζω, καὶ καιρὸς, εὑρισκόμενοι εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν, ἄνευ ἀνησυχίας τινὸς νὰ κηρύξωμεν, ὅτι ἡ πεῖρα ὑπέδειξεν ἐντελῶς περιττεύουσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν σχετικὴν ποινικὴν διάταξιν.
§78ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λησμονεῖ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ὑπάρχουσι χωρία ἐν Ἑλλάδι, κυρίως τὰ Ἀλβανικὰ, τὰ ὁποῖα οὔτε ἕνα μαθητὴν ἔχουσι.
§79ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τί σημαίνει;
§80ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σημαίνει πολύ. Σημαίνει, διότι ἰδίως τὰ ἐγκλήματα ἐκεῖ ἐπιπολάζουσιν, εἰς τὰ χωρία αὐτὰ, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ μορφωθῶσιν. Ἐὰν λοιπὸν ἀπαιτῆτε νὰ νομοθετηθῇ, ὅπως ἡ ἐκπαίδευσις ὑποχρεωτικῶς ἐπιβάλληται, πρέπει εἰς τὰ χωρία αὐτὰ νὰ γείνῃ, καὶ ἀπαιτοῦνται ποιναί. Ἂν δὲ δὲν πρόκειται τοῦτο νὰ γίνηται, τότε πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν.
§81ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα, κύριε συνάδελφε, καὶ ἂν τὸ θέσητε.
§82Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Διὰ τῶν ἄρθρων 6 καὶ 9 τοῦ νόμου τοῦ 1834 ἐπιβάλλεται ῥητὴ ποινὴ εἰς τοὺς γονεῖς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀμελοῦσι ν’ ἀποστέλλωσι τὰ τέκνα των εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔχει λόγον μέγαν. Βεβαίως συμμερίζομαι τὴν ἰδέαν τοῦ προλαλήσαντος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ κάμῃ σχολεῖα πάντοτε, καὶ νὰ φροντίσῃ, ἵνα τὰ σχολεῖα λειτουργῶσι, καὶ οὐχὶ κατὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον συνέστησεν ἐν Ῥωσσίᾳ ἄλλοτε ἡ Αἰκατερίνη τὰ σχολεῖα, διὰ νὰ ἐμπαίξῃ καὶ φενακίσῃ τὸν Εὐρωπαϊκὸν κόσμον, ἀλλὰ σχολεῖα λειτουργοῦντα καθ’ ὅλους τοὺς τύπους καὶ τοὺς κανόνας. Θὰ φέρω δὲ παράδειγμα, διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὸν λόγον, ὅτι αἱ κακαὶ πράξεις καὶ αἱ παρεκτροπαὶ προέρχονται ἐκ τῆς ἐλλείψεως σχολείων. Δυστυχῶς ὑπάρχουν ἐπαρχίαι ἐν Ἑλλάδι, στερηθεῖσαι οὐ μόνον συγκοινωνίας, οὐ μόνον γεφυρῶν, ἀλλὰ καὶ πάσης ἐκπαιδεύσεως καὶ μερίμνης περὶ αὐτῶν. Τοιαύτη δὲ δυστυχῶς εἶναι καὶ μία τῶν ἐπαρχιῶν, τὴν ὁποίαν σχεδὸν καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον διῆλθον, ἡ τοῦ Βάλτου. Ἐνθυμοῦμαι, καὶ τὸ λέγω μετὰ λύπης, ὅτι εἰς ἐφημερίδα τινὰ κατὰ τὸ 1870 ἐγράφη, ὅτι λῃστής τις, Τσατσομῆτσος ὀνόματι, ἐκ τῶν λύτρων ἔδωκε ποσὸν εἰς τὸ σχολεῖον τοῦ χωρίου Δούνιστα, πρωτευούσης τοῦ δήμου Ἰδομένης, διὰ συμπλήρωσιν καθισμάτων καὶ βιβλίων, καὶ ἕτερον ποσὸν διὰ τὴν ἀνέγερσιν κωδωνοστασίου τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ὥρα νὰ ὑπομνήσωμεν εἰς τὰς Κυβερνήσεις τὰς παραλείψεις, τὰς ὁποίας ἔκαμαν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· ἐὰν δὲ σήμερον ἐπέρχωνται τὰ κακουργήματα ταῦτα, προέρχονται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως σχολείων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἕνεκα τῆς μεγίστης καταπτώσεως τοῦ κλήρου, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ κλῆρος. Κατὰ τὴν πρωϊνὴν συνεδρίαν λόγος ἐγένετο περὶ τῶν Βουλγάρων. Εἶχον τὴν τύχην νὰ διέλθω μέρος τῆς Βουλγαρίας· ἠξεύρετε δὲ τί ἔκαμαν οἱ Βούλγαροι; Κατέστησαν πρῶτον ὑποχρεωτικὴν τὴν ἐκπαίδευσιν. Ἐφρόντισαν δὲ, ἀπέναντι τοῦ ἀνακτόρου τοῦ ἡγεμόνος τῆς Βουλγαρίας νὰ οἰκοδομήσωσι παρθεναγωγεῖον πρότυπον, ἀντιμετωπίζει δὲ τοῦτο καθ’ ἑκάστην ὁ ἡγεμὼν τῆς Βουλγαρίας· προσπαθοῦσι δ’ ἐκ παντὸς τρόπου νὰ διαδώσωσι τὴν ἐκπαίδευσιν πανταχοῦ. Δὲν φέρω τοὺς Βουλγάρους ὡς παράδειγμα, διότι ὑστεροῦσιν εἰς πολλὰ ἄλλα, καθόσον πρέπει τις νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου, διὰ νὰ ἴδῃ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται· ἀρκεῖ μόνον νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν γιγνομένων ἐν τῇ πολιτείᾳ καὶ μεταξὺ τῶν πολιτευομένων, διὰ νὰ ἴδῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται. Ἄλλα περὶ αὐτοῦ ἄλλοτε. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα μου, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ καταστήσωμεν πράγματι ὑποχρεωτικὴν τὴν ἐκπαίδευσιν, ἰδίως εἰς τὸν χωρικὸν λαὸν, καὶ νὰ ὑποχρεώσωμεν τοὺς γονεῖς, συμφώνως μὲ τὸ διάταγμα τοῦ 1834 καὶ τὰ ἄρθρα 6–9, νὰ στέλλωσιν ὑποχρεωτικῶς τὰ τέκνα των εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα μέχρι τοῦ δωδεκάτου ἔτους τῆς ἡλικίας των.
§83ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ ἐγκλήματα ἐπιπολάζουσιν εἰς τὰς τοπικὰς ἐκείνας περιφερείας, ὅπου δὲν ἀνεπτύχθη ἡ ἐκπαίδευσις, ὁποίαν ἔχομεν αὐτὴν, ἀπόδειξις, ὅτι ἐν Ἑλλάδι εἴχομεν ἀρχιληστὰς τελειοφοίτους τῶν Γυμνασίων. Εἶναι τὸ εἶδος τῆς παρ’ ἡμῖν ἐκπαιδεύσεως, ὅπερ παριστᾷ δυστυχῶς αὐτὴν τὴν ἀχρηστίαν καὶ τὸ ἀνωφελὲς ὑπὸ ἔποψιν ἠθικῆς μορφώσεως, καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν πρέπει μόνον νὰ προσέξωμεν καὶ ὄχι εἰς τὴν καταναγκαστικὴν διάδοσιν. Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις βεβαίως ἐν τῇ τελείᾳ αὐτῆς ἐννοίᾳ δὲν ὑπῆρξε, καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ, ἐὰν μόνον ὑποχρεώσητε τὸν γεννήτορα νὰ στείλῃ εἰς τὸ σχολεῖον τὸ τέκνον του ἐπὶ ἓν ἔτος. Δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι ἐκείνη, τῆς ὁποίας τὴν πλήρη ἔννοιαν συνέλαβον οἱ πεπολιτισμένοι λαοὶ σήμερον, καὶ τὴν ὁποίαν θ’ ἀργήσωμεν ἴσως ἐν Ἑλλάδι νὰ ἐννοήσωμεν. Ἐὰν δὲ νομίζητε, ὅτι τὰ τῆς Ἑλλάδος ἔχουσιν οὕτως, ὅτι θέλετε ἐξασφαλίσει τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ὑποχρεοῦντες τοὺς γονεῖς νὰ στέλλωσι τὰ τέκνα των εἰς τὸ λεγόμενον αὐτὸ δημοτικὸν σχολεῖον, ὡς ἀπάντησιν σᾶς λέγω πάλιν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐσχάτως ἀκόμη εἴχομεν ἀρχιληστὰς ἀποφοίτους τῶν Γυμνασίων. Ἐξετάσατε τὰς λῃστρικὰς συμμορίας, διὰ νὰ ἴδητε ἐὰν τὰ γράμματα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἡ παρ’ ἡμῖν δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ὑπόσχεται, ἦναι ἱκανὰ διὰ τὴν μόρφωσιν. Πρόκειται περὶ ἄλλης ἐκπαιδεύσεως· πρέπει ποιὸν νὰ ἐπιδιώξωμεν, τὸ δὲ ποσὸν, τὸν ἀριθμὸν τῶν παιδιῶν, τὰ ὁποῖα θὰ φοιτήσωσιν, ἂς τὸ ἀφήσωμεν μετὰ δικαίας, οὕτως εἰπεῖν, καυχήσεως εἰς τὸ φιλόμουσον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι δὲ μέγα τὸ κακόν, ἂν τυχὸν ὑπάρχῃ ἐν Ἑλλάδι ἓν χωρίον, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ γονεῖς δὲν στέλλουσι τὰ τέκνα των εἰς τὸ σχολεῖον. Δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἄλλη πρόνοια περὶ τούτου, καὶ ἡ βαθμιαία ἐξάπλωσις τῆς ἀγωγῆς καὶ ἄλλα θέλουσιν ἐπιδράσει εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ εἶναι ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσέξωμεν, πρακτικῶς φερόμενοι.
§84ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι λυπηρὸν, ἔγκριτοι Βουλευταὶ καὶ πεπαιδευμένοι νὰ μνημονεύωσι γεγονότων, ἅτινα ὑβρίζουσι τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, καὶ μάλιστα νὰ τὰ φέρωσιν ὡς ἐπιχειρήματα, ἵνα ὑποστηρίξωσιν, ὅτι οἱ προλαλήσαντες δὲν ἔχουσι δίκαιον. Ἐὰν ἐξῆλθον λῃσταὶ δύο μαθηταὶ τῶν Γυμνασίων, τοῦτο προῆλθεν ἕνεκα τῆς ἀνατροφῆς των, ἢ τῆς ἐμφύτου κακίας των, ἢ ἐκ τῆς βεβλαμμένης διανοίας των, τοῦτο ὅμως δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὑπὲρ αὐτῶν. Εἶναι δόγμα πασίγνωστον, ὅτι «ἡ παιδεία ἐξευγενίζει τὰ αἰσθήματα καὶ καθιστᾷ τοὺς ἀνθρώπους χρησίμους διὰ τὴν κοινωνίαν». Ἐὰν τὸ δόγμα τοῦτο δὲν ἦτο ἀναμφισβήτητον καὶ δὲν ἐθεωρεῖτο ὡς ὀρθὸν, δὲν θὰ καθίστατο ἀναγκαστικὴ ἡ ἐκπαίδευσις εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Παρ’ ἡμῖν τὰ μέσα ἐλλείπουσιν, ἵνα πάντες οἱ Ἕλληνες ἐκπαιδευθῶσιν· ἀλλ’ ἂν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ κατάλληλος νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν τοῦτο τὸ μέτρον τῆς ἀναγκαστικῆς μορφώσεως τοῦ πολίτου Ἕλληνος, ἂς τὸ ἀναβάλῃ· ἀλλὰ νὰ ἀναφέρωσι τοιαῦτα μονομερῆ παραδείγματα καὶ νὰ γράφωσιν εἰς τὰς ἐφημερίδας τοιαύτας μοναδικὰς πράξεις, εἶναι ἄτοπον, διότι καὶ ἀδίκως στιγματίζεται ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία καὶ ἴσως μᾶλλον βλάπτομεν.
§85Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐν συντόμῳ θ’ ἀπαντήσω εἰς τὰ λεχθέντα, διότι στεροῦνται καὶ πρακτικότητός τινος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν ἐξαναγκασμοῦ φοιτήσεως, ὡς εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ, εἶναι στοιχεῖον τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ παραλειφθῇ. Καὶ οὐδὲν Κράτος παρέλειψε νὰ ἀναγράψῃ ταύτην. Ἀλλ’ ὡς ἀνέπτυξα, δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν δὲν δύναται νὰ τύχῃ ἐφαρμογῆς. Ἡ Πολιτεία δὲ δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὰς εἰς τοὺς ἀπειθοῦντας νὰ πέμψωσι τὰ τέκνα των εἰς τὸ σχολεῖον, ἐν ὅσῳ δὲν δύναται νὰ παρέχῃ τὰ μέσα τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἤτοι ἐφ’ ὅσον δὲν συστήσῃ ἐν πάσαις ταῖς κώμαις καὶ τοῖς χωρίοις δημοτικὰ σχολεῖα, λειτουργοῦντα καρπίμως καὶ ἐπωφελῶς. Ἀνάγκη νὰ ἐξαντλήσῃ ἡ Πολιτεία πρότερον τὸ ζωηρὸν αὑτῆς ὑπὲρ τοῦ σχολείου ἐνδιαφέρον, προνοοῦσα περὶ μορφώσεως διδασκάλων, περὶ συστάσεως πανταχοῦ καλῶς ὠργανισμένων σχολείων, περὶ τακτικῆς αὐτῶν λειτουργίας, διὰ πεφωτισμένης ἐπιθεωρήσεως· ἀνάγκη νὰ δώσῃ ἡ Πολιτεία τὸ παράδειγμα πρὸς τοὺς πολίτας τοῦ ὑπὲρ τοῦ σχολείου ἐνδιαφέροντος, ἵνα δικαιωθῇ νὰ ἐξαγκάσῃ τούτους διὰ ποινῶν εἰς αὐτό. Ἠξεύρετε ὁποία ἀποθάῤῥυνσις καταλαμβάνει τοὺς πολίτας, ὅταν στέλλωσιν ἐπὶ 5 καὶ 6 ἔτη πολλάκις τὰ τέκνα των εἰς τὸ σχολεῖον καὶ δὲν μανθάνουν τίποτε, δὲν ὠφελοῦνται οὔτε διανοητικῶς οὔτε ἠθικῶς ἐν αὐτῷ; Οὐ μόνον δὲν κατώρθωσε νὰ ὑπεκκαύσῃ τὸ αἴσθημα τοῦτο, ὅπου ἐλλείπει, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν ὑπάρχοντα ζῆλον τῆς φιλομαθείας ἔν τισι τάξεσιν ἐκ τῶν πολιτῶν ἐμάρανεν ἡ Πολιτεία, ἐπὶ μακρὰν σειρὰν δεκαετηρίδων ὀλιγωρήσασα νὰ μεριμνήσῃ περὶ συστάσεως σχολείων, ἀξίων τοῦ ὀνόματος καὶ τῶν προσδοκιῶν τῶν πολιτῶν. Ἐὰν κατορθώσωμεν ἕκαστον χωρίον νὰ ἔχῃ σχολεῖον ὁπωσοῦν λειτουργοῦν ἀπροσκόπτως, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην οὐδενὸς ἐξαναγκασμοῦ τῶν γονέων, ὅπως στέλλωσι τὰ τέκνα των εἰς τὰ σχολεῖα. Ὁ Γερμανὸς μεταφραστὴς τοῦ περὶ σχολείων νόμου τῆς Βαυαρίας εὗρε τὴν διάταξιν ἐφαρμοζομένην ἐκεῖ, καὶ τὴν μετέφερε καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν νόμον, τὴν τοῦ ἐξαναγκασμοῦ τῶν γονέων. Ἀλλὰ σήμερον καὶ ἐν Βαυαρίᾳ ἴσως κατέστη πλέον περιττή· διότι πάντες οἱ πολῖται συνείθησαν νὰ στέλλωσιν ἀπροφασίστως τὰ τέκνα των εἰς τὸ σχολεῖον. Ἐὰν ἀναγράψωμεν χάριν δῆθεν τῆς ἀρτιότητος τοῦ νόμου ποινὰς κατὰ τῶν ἀμελούντων νὰ στέλλωσι τὰ τέκνα των εἰς τὸ σχολεῖον, θὰ δώσωμεν λαβὴν εἰς τὸν φατριασμὸν νὰ καταγγέλλωσί τινες τοὺς πολιτικοὺς ἀντιπάλους των, ὅτι δὲν στέλλουσι τὰ τέκνα των εἰς τὰ σχολεῖα, καὶ πιθανῶς αἱ ποιναὶ νὰ ἐφαρμόζωνται μονομερῶς καὶ ἀδίκως. Ἐν τῷ νόμῳ δὲ ἐτέθη τὸ τοιοῦτον, ἵνα δείξωμεν, ὅτι ἡ Πολιτεία τείνει νὰ κατορθώσῃ διὰ τῆς συστάσεως πυκνῶν καὶ καλῶς ὠργανισμένων σχολείων πανταχοῦ τοῦ Κράτους νὰ διευκολύνῃ τὴν φυλετικὴν προθυμίαν τῶν Ἑλλήνων εἰς ἐκπαίδευσιν τῶν τέκνων των. Τότε δὲ διὰ τοὺς τυχὸν ὀλιγώρους δύναται νὰ θεσπίσῃ καὶ τὸν ἐξαναγκασμὸν τῆς φοιτήσεως λυσιτελῶς καὶ εὐλόγως.
§86ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ διάταξις ἔχει τὴν ἑξῆς σημασίαν, ὅτι ἐπιβάλλει εἰς τὰς ἀρχάς, τὰς ἀσχολουμένας περὶ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, εἰς τὸν ἐπιθεωρητήν, ἢ εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ἵνα φροντίζωσι διὰ μέτρων μὴ πιεστικῶν νὰ ἀποστέλλωσι οἱ γονεῖς τὰ τέκνα των εἰς τὰ σχολεῖα.
§87ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προκειμένου περὶ τοῦ καθήκοντος τῶν ἐπιθεωρητῶν, καλὸν εἶναι νὰ προσθέσωμεν τὴν διάταξιν, ὅτι ὑποχρεοῦνται οἱ γονεῖς νὰ στέλλωσι τὰ τέκνα των εἰς τὰ σχολεῖα. Εἰς τὰ καθήκοντα τῶν ἐπιθεωρητῶν οὕτω θὰ ὑπάρχῃ μία κύρωσις.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν).
§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, διατὶ διεγράφη ἐκ τοῦ ἄρθρου ἡ διάταξις, ἥτις ἐπέτρεπεν εἰς τοὺς δήμους, ἐὰν ἔχωσι πόρους, νὰ συνιστῶσι νηπιαγωγεῖα.
§91ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ ἀπάλειψις τῆς διατάξεως ταύτης ἐγένετο τῇ ἐμῇ προτάσει. Πᾶς τις ἔχων πεῖραν τοῦ πράγματος δὲν δύναται νὰ μὴ ἦναι ἐναντίον τῶν νηπιαγωγείων, διότι ἀπέτυχον οἰκτρῶς. Ὅλοι οἱ εἰδικοὶ περὶ τὰ τοιαῦτα ἀπέδειξαν ὅτι τὰ παιδία, τὰ ὁποῖα ἐφοίτων εἰς τὰ νηπιαγωγεῖα, ἔνθα ἀπεμνημόνευσαν λέξεις καὶ φράσεις, οὐδὲν ἔμαθον. Ἡ παιδαγωγικὴ ἀπαιτεῖ, τὸ τέκνον νὰ μένῃ μέχρις ὡρισμένης ἡλικίας ἐλεύθερον, νὰ προσέρχηται δὲ μόνον εἰς τὸ σχολεῖον, ὅταν ἤδη ἀντιλαμβάνηται τῶν διδασκομένων. Καὶ ἐν Ἑλλάδι ἐδοκιμάσθησαν καὶ ἀπέτυχον. Ἡ Φιλεκπαιδευτικὴ Ἑταιρία κατ’ ἀρχὰς εἶχεν ἱδρύσει πρότυπον νηπιαγωγεῖον, διότι εἶχεν ἀποστείλει διδασκάλισσαν εἰς τὴν Ἑσπερίαν, ἵνα σπουδάσῃ εἰδικῶς τὴν νηπιαγωγικὴν, ταύτην δὲ ἐπιστρέψασαν ἐχρησιμοποίησεν εἰς μόρφωσιν νηπιαγωγῶν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν οἰκτρὰν ἀποτυχίαν τῶν νηπιαγωγείων ἔπαυσεν ἡ Ἑταιρία ἀπονέμουσα πτυχία νηπιαγωγῶν. Πανταχοῦ τὰ νηπιαγωγεῖα κατηργήθησαν μετὰ ἐπισταμένην μελέτην. Ἐν Γερμανίᾳ ἐπείσθησαν περὶ τοῦ μὴ λυσιτελοῦς αὐτῶν. Εἰς τὸ Βερολῖνον εἷς παιδαγωγὸς συνέταξε στατιστικὴν καὶ ἀπέδειξεν ὅτι ὅλα τὰ παιδία τῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα προήρχοντο ἐκ νηπιαγωγείων, καθυστέρουν πολὺ τῶν παιδίων, τὰ ὁποῖα εἰσῆλθον εἰς τὰ σχολεῖα κατ’ εὐθεῖαν.
§92ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐκτελέσεως· διότι εἰς τὸ νηπιαγωγεῖον θὰ προσέρχωνται παιδία 2–3 ἐτῶν, δὲν ἕπεται ὅτι ἡ διδασκάλισσα θὰ ἀσχολῆται νὰ μεταδώσῃ γνώσεις. Δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι καὶ πρὸ τῆς ἡλικίας τοῦ ἑβδόμου ἔτους δύναται νὰ γείνῃ εἶδος διδασκαλίας, καὶ ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τις ὡς πατὴρ ἀφορμὴν διὰ νὰ λάβῃ πεῖραν τοῦ πράγματος. Εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν 4–5 ἐτῶν δύνανται νὰ μεταδοθῶσιν ἕξεις τινὲς καὶ γνώσεις κατὰ τρόπον ἁρμόζοντα εἰς τὴν ἡλικίαν, αἱ ὁποῖαι θὰ χρησιμεύσωσι κατὰ τὴν μετάβασιν τοῦ παιδίου εἰς τὸ σχολεῖον· διότι, ἂν ἦναι ἀπαράσκευον, τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον ἔτος μόλις δύναται νὰ ἐξασκηθῇ τὸ παιδίον πρὸς τὸν νέον αὐτὸν κόσμον, εἰς τὸν ὁποῖον εἰσέρχεται. Φρονῶ δὲ, συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅτι, ἐὰν ἀλλαχοῦ ἀμφισβητεῖται ἡ χρησιμότης τῶν νηπιαγωγείων, παρ’ ἡμῖν εἶναι ταῦτα χρησιμώτατα, διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι περὶ τὰ τοιαῦτα κοινωνικῶς ἔχομεν λίαν ἀτελῶς, οὐδὲν δὲ ἔχομεν νὰ φοβηθῶμεν ἐκ τῶν νηπιαγωγείων, διότι παρ’ ἡμῖν ὑπάρχουσι τάξεις, αἵτινες δὲν συνέλαβον οὐδὲ στοιχειώδεις ἰδέας τῆς πνευματικῆς καὶ σωματικῆς ἀναπτύξεως τῶν τέκνων των. Παραβάλετε τὴν κατάστασιν τὴν ἀγρίαν ἐν ταῖς οἰκογενείαις αὐταῖς, ἐν ταῖς ὁποίαις ἀναπτύσσεται τὸ νήπιον, μὲ οἱανδήποτε ἄλλην κοινωνικὴν κατάστασιν, ὅσον θέλετε ἀτελῆ, ἵνα ἴδητε τὴν διαφοράν. Εἰς τὰ νηπιαγωγεῖα ταῦτα δὲν θὰ διορισθῶσι βεβαίως πρόσωπα τόσον ἀνόητα, ὥστε νὰ ἀσχοληθῶσι νὰ μεταδώσωσι γνώσεις εἰς παιδία ἡλικίας 2–3 ἐτῶν· ἀπεναντίας, ἐνῷ τὸ παιδίον τυραννεῖται ἐν τῇ οἰκίᾳ καὶ πνευματικῶς καὶ σωματικῶς, ἐκεῖ θὰ εὕρῃ τὰ παίγνια· καί, ὡς εἶπεν ἔξοχός τις παιδαγωγός, διὰ τῶν παιγνίων διδάσκεται τὸ παιδίον. Τῶν νηπιαγωγείων ὁ θεσμὸς δὲν ἱδρύθη ἀπὸ ἰδεολόγους· ἀπεναντίας εἰς τὰ νηπιαγωγεῖα τὰ παιδία θὰ παίζωσι, θὰ διασκεδάζωσι. Καλὸν εἶναι νὰ ὁρισθῇ καὶ ἡ ἡλικία, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἰσέρχωνται. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Λοκρίδος ἐθεώρησεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ δῆμοι εἰς τὴν σύστασιν νηπιαγωγείων· ἡ παρατήρησίς του δὲν ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ εἰς τοῦτο, διότι, ἐὰν τὰ νηπιαγωγεῖα ἐθεωρήθησαν ὡς θεσμὸς ἀκροσφαλὴς, τότε δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἐνέργειαν ἡ ἵδρυσις αὐτῶν, ἡ ὁποία συνδέεται καὶ πρὸς μίαν κερδοσκοπίαν. Διότι ἡ ἐπίβλεψις τῶν δημοτικῶν σχολείων δύναται νὰ γείνῃ καὶ ἀπὸ χωρικοὺς ὁπωσδήποτε ἀνεπτυγμένους, ἀλλὰ προκειμένου περὶ νηπιαγωγείων, πρέπει ἡ διδάσκαλος, τὴν ὁποίαν θὰ διορίσητε, νὰ ἦναι τελεία καὶ πνευματικῶς καὶ ἠθικῶς· ταῦτα δὲ δὲν δύναται νὰ ἐπιθεωρήσῃ ὁ τυχών. Ὅσον κατέρχεσθε δὲ εἰς τὴν νηπιακὴν ἡλικίαν, τόσον τὸ ἔργον τῆς νηπιαγωγίας εἶναι δυσκολώτερον. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς περὶ τίνος πρόκειται. Τὸ ἀντικείμενον τοῦτο συνδέεται πρὸς τὰ θέματα, περὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ τὸ Κράτος καὶ δὲν ἐφρόντισε. Πρέπει νὰ φροντίσωμεν καὶ μεριμνήσωμεν οὐχὶ τόσον περὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς παιδείας, ὅσον περὶ τοῦ ποιοῦ αὐτῆς, διότι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία διὰ ψυχολογικῆς ἐργασίας παρασκευάζει τὸ παιδίον πρὸς τὴν ἀρετὴν καὶ πρὸς τὴν πνευματικὴν ἐκείνην μόρφωσιν, ἡ ὁποία συνίσταται οὐχὶ εἰς τὴν ἁπλῆν ἀπομνημόνευσιν ξηρῶν τινων γνώσεων, λησμονουμένων τάχιστα, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀληθῆ ἐκμάθησιν γνώσεων, τὰς ὁποίας καθιστᾷ ἐντελῶς ἰδίας καὶ τὰς διατηρεῖ πάντοτε.
§93Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Δὲν γνωρίζω ὑπὸ ποίας περιστάσεις ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἔλαβε τοιαύτας αἰσιοδόξους ἐντυπώσεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νηπιαγωγικῶν μεθόδων τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι, ἐὰν, ὡς συνέβη εἰς ἐμὲ, ἐπί τινα ἔτη παρηκολούθει ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μεθόδων τούτων, ἤθελε σχηματίσει περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τὰς πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἐσχημάτισα. Δὲν πιστεύω ὅτι ὑπάρχει τι λεπτότερον καὶ δυσχερέστερον εἰς ὅλην τὴν ἀνέλιξιν τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μεθόδων τῶν νεωτέρων τοῦ νηπιαγωγείου. Ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, αἱ μέθοδοι αὗται στηρίζονται εἰς τὰ παίγνια τὰ συνδεόμενα πρὸς τὴν ὑγείαν, πρὸς τὴν ἔῤῥυθμον γυμναστικήν, τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ σώματος κλπ. Ἀλλὰ ταῦτα ἀπαιτοῦσι πολλὰ μέσα, καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον τὴν πληροφορίαν, ὅτι, ὅπως ἐφαρμοσθῇ τροποποιημένον τὸ Φροβελιανὸν σύστημα, εἰσαχθὲν εἰς τὸ Ἀμαλιεῖον Ὀρφανοτροφεῖον παρὰ τῆς κ. Λασκαρίδου, τὸ κατάστημα τοῦτο ἐδαπάνησε χιλιάδας δραχμῶν, δι’ ὃ καὶ κατεκρίθη. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο, τροποποιηθὲν κατὰ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἰδιοσυγκρασίαν τοῦ ἑλληνόπαιδος καὶ μὴ ἐφαρμοσθὲν κατὰ γράμμα, ὡς εἶναι γραμμένον παρὰ τοῦ κ. Froebel, ἔσχε καλὰ ἀποτελέσματα εἰς τὸ Ἀμαλιεῖον. Ἐδέησεν ὅμως νὰ λάβωμεν ἰδιαιτέραν διδασκάλισσαν, ὑποδειχθεῖσαν παρὰ τῆς κ. Λασκαρίδου, ἄλλην ἰδιαιτέραν διδασκάλισσαν γυμναστικῆς κλπ. Ταῦτα δύνανται νὰ γείνωσιν ἐκεῖ, ὅπου πολλὰ ὑπάρχουσι μέσα, ἰδίᾳ εἰς μεγάλα καταστήματα, τὰ ὁποῖα συνιστῶσι φιλανθρωπικαὶ ἑταιρίαι, ὀρφανοτροφεῖα, νηπιαγωγεῖα κτλ. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἤθελον συμβουλεύσει ποτὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐφαρμόσῃ τοιαῦτα συστήματα ὡς καθολικὰ συστήματα καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καθόσον εἶναι ἐπικίνδυνον σύστημα, ἐὰν δὲν ἐφαρμόζηται καλῶς καὶ τελείως. Φρονῶ δὲ, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ λαοῦ, δὲν χρειάζεται τόση πολυτέλεια, ὁποίαν ἀνέγραψεν εἰς τὸ νομοσχέδιόν του ὁ κ. Θεοτόκης, καὶ ὁποία ἀναγράφεται εἰς τὸ νῦν ὑπὸ τοῦ κ. Πετρίδου προτεινόμενον νομοσχέδιον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ἐγὼ ἔχω ἰδέας στοιχειωδεστάτας. Φρονῶ, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡλικίας τῶν 7 μέχρι 12 ἐτῶν ἡ διδασκαλία τῆς ἀναγνώσεως καὶ τῆς γραφῆς ἐπὶ τῇ βάσει γραμματικῆς ὀλίγων σελίδων καὶ ὀλιγίστων κανόνων τῆς μητρικῆς γλώσσης, ἡ διδασκαλία τῶν τεσσάρων πράξεων τῆς ἀριθμητικῆς καὶ στοιχειωδεστάτη κατήχησις, ἀρκοῦσι δι’ ὅλας τὰς τάξεις τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ σύστημα ἁπλοποιεῖται μεγάλως, ἀπαλλαττόμεθα ἀπὸ τὰς δυσχερείας τῶν τριταξίων καὶ τεταρτοταξίων σχολείων, καὶ ἐγκαθιστῶμεν τὴν εὐχερῆ ἐφαρμογὴν μιᾶς ἐπὶ τοῦ παρόντος πολὺ ἐπαρκοῦς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως.
§94ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐγὼ προτείνω τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι θεωρῶ αὐτὸ ἐντελῶς περιττὸν, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμιον. Ἐπιζήμιον δέ, διότι παρέχει τὴν ἐλπίδα εἰς τοὺς ἰδιώτας νὰ λάβωσιν ἄδειαν συστάσεως σχολείων, τὰ ὁποῖα θὰ ἦναι καταστρεπτικὰ εἰς τοὺς παῖδας. Ὅσα λέγετε περὶ νηπιαγωγίας, εἶναι ἐναντίον τῶν κανόνων τῆς φύσεως· τὸ νήπιον εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ ὥριμον νοῦν μέχρι τοῦ 6 ἔτους τῆς ἡλικίας του, ὁ θέλων δὲ νὰ ἐμβάλλῃ εἰς τὸν νοῦν τοῦ παιδὸς ἐν τοιαύτῃ ἁπαλῇ ἡλικίᾳ τὰς ἰδέας τῶν γραμμάτων, ἀμβλύνει τὸν νοῦν καὶ καταστρέφει τὴν διάνοιαν τοῦ παιδός, ὅταν δὲ ὡριμάσῃ ἡ ἡλικία του καὶ φθάσῃ εἰς τὸ 6ον ἔτος, ἀντὶ νὰ ἀντιλαμβάνηται, ἔχει κατεστραμμένην τὴν διάνοιαν. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ ὁ Ἑλληνικὸς κόσμος, εἶναι νὰ δίδῃ καλὰ ἤθη εἰς τοὺς παῖδας καὶ ἐνισχύῃ τὴν διάνοιαν αὐτῶν μέχρι τῆς ἡλικίας, καθ’ ἣν θὰ δύνανται νὰ ἀντιλαμβάνωνται τὰ γράμματα, αὐτὸ δὲ εἶναι ἔργον τῶν γονέων καὶ οὐχὶ τῶν διδασκαλισσῶν. Ὅταν δὲ ὁ παῖς φθάσῃ εἰς ἡλικίαν 6 ἐτῶν ἢ 7 ἐτῶν, τότε δύναται νὰ ἀντιληφθῇ τὰ στοιχειώδη γράμματα.
§95ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τί νομίζετε ὅτι κάμνουν εἰς τὰ νηπιαγωγεῖα;
§96ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τίποτε ἄλλο δὲν κάμνουν ἢ νὰ ἔχουν τὰ παιδιὰ νὰ παίζουν μὲ τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀλφαβήτου καὶ νὰ τραγουδοῦν, μὲ αὐτὰ δὲ οὐδὲν ἕτερον κατορθοῦται ἢ νὰ ἀμβλύνηται ὁ νοῦς τῶν παίδων αὐτῶν. Ἀνεπτυγμένους δὲ ἀνθρώπους κακούργους δὲν βλέπομεν μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ εἰς ὅλον τὸν Κόσμον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἀνεγνώσθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§98ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου παρετήρησα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὸ τὸ ἄτοπον, διὰ τοῦ ὁποίου νομίζομεν ὅτι δύνανται νὰ ἀναβιώσωσι νόμοι, ἅπαξ ἀκυρωθέντες. Διατάξεις ἀκυρωθεῖσαι ἅπαξ εἶναι ὡς νὰ μὴ ὑπῆρξαν διόλου, καὶ ἂν πρόκειται νὰ ἀναβιώσωσι πάλιν, πρέπει νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν εἰς νομοσχέδιον, κατὰ τὸ Σύνταγμα, καὶ νὰ ψηφισθῶσιν εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις κατ’ ἄρθρον. Τόσῳ δὲ μᾶλλον εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθῶσιν ἐκ νέου τὰ ἄρθρα ταῦτα τοῦ νόμου περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, καθ’ ὅσον ταῦτα τροποποιοῦνται ἐν πολλοῖς διὰ τοῦ παρόντος νόμου. Ἐὰν μείνωσι λοιπὸν, ὡς ἔχουσι, θὰ παρέχωσι πλείστας ἀφορμὰς εἰς παρεξηγήσεις καὶ εἰς σύγχυσιν. Τὸ ἄρθρον π. χ. 19 τοῦ ΑΘΝϚʹ νόμου διατάσσει, ὅτι «τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια ἀποφασίζουσιν ὁριστικῶς περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, καὶ περὶ τοῦ τόπου, ἐν ᾧ ἕκαστον τούτων πρέπει νὰ συστηθῇ.» Ἀλλὰ περὶ τούτων, κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἀποφασίζουσι τὰ ἐποπτικὰ συμβούλια, ἄρα τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νόμου περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἀνασυνταχθῶσι τὰ ἄρθρα ταῦτα καὶ προσαρμοσθῶσιν εἰς τὸν προκείμενον νόμον.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν).
§100Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ ἐνταῦθα νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «γραμματοδιδασκαλεῖα» καὶ ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ λέξις «κοινά.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§102ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ἀπηύθυνα παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, τὰς ὁποίας δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργός. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς εἰδικὸς σχολικὸς ἀνήρ, γινώσκει κάλλιστα, ὅτι ὄχι 50, οὐδὲ 60, ἀλλὰ καὶ 40 καὶ 30 καὶ 20 μαθηταὶ ἐὰν ὦσι, θὰ διαιρεθῶσιν ἀναλόγως τῶν τάξεων τοῦ σχολείου εἰς τμήματα. Πῶς ἔρχεται νῦν καὶ διατάσσει ἐνταῦθα, ὅτι θὰ διαιρεθῶσιν εἰς τόσα τμήματα; Πῶς θὰ γείνῃ τοῦτο; Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ διάταξις. Ὑποτίθεται δὲ, ὅτι ὁ διδάσκαλος θὰ διαιρέσῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ τοὺς μαθητὰς καὶ θὰ διδάσκῃ αὐτοὺς χωριστὰ, ἐκτὸς ὅταν πρόκειται περὶ μαθημάτων τεχνικῶν, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διδαχθῶσι συγχρόνως εἰς πλείονας τάξεις.
§103Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου δὲν ἔχει, νομίζω, πολὺ τὸ ὀρθόν· διότι δὲν πρόκειται περὶ τῆς διαιρέσεως τῶν τάξεων τοῦ σχολείου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν σχολείων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα συνέπεσε μία τάξις νὰ ἔχῃ 60 ἢ 70 μαθητάς, ὅτε δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ διδάσκωνται πάντες ὁμοῦ· διότι δὲν πρόκειται νὰ διδαχθῶσιν οἱ μαθηταὶ λέγοντος τοῦ διδασκάλου καὶ ἀκουόντων αὐτῶν, ἀλλὰ πρέπει ὁ διδάσκαλος νὰ κρατῇ τὴν διάνοιαν τοῦ παιδὸς ἐν δεκτικότητι τῶν διδασκομένων γνώσεων διὰ δύο, οὕτως εἰπεῖν, λαβίδων· διὰ τῆς μιᾶς δέον νὰ κινῇ εὐμεθόδως τὸ ἐνδιαφέρον αὐτοῦ, καὶ διὰ τῆς ἄλλης νὰ προκαλῇ ἐπὶ τὰ διδασκόμενα τὴν προσοχήν του, ἀποτρέπων αὐτὴν ἀπὸ πάσης ἄλλης ἐννοίας. Ἐὰν δὲν ἐνεργηθῇ αὐτὴ ἡ μυστηριώδης λειτουργία τοῦ πνεύματος τοῦ παιδὸς διὰ τοιαύτης μεθόδου, οὐδεμία διδασκαλία δύναται νὰ παραγάγῃ ἀποτέλεσμα. Αὐτὸ λοιπόν, τὸ ὁποῖον εὑρίσκει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος περιττόν, ἐγὼ τὸ εὑρίσκω ὀρθόν.
§104ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐννοεῖτε δύο τμήματα εἰς χωριστὰς αἰθούσας διδασκόμενα;
§105Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἰς τὴν ἰδίαν αἴθουσαν. Λαμβάνει εἰς μίαν γωνίαν τοὺς ἡμίσεις μαθητὰς καὶ τοὺς διδάσκει, καὶ εἰς ἄλλην γωνίαν τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς διδάσκει. Ἠναγκάσθην νὰ καταβῶ εἰς λεπτομερείας παιδαγωγικοῦ μαθήματος πρὸς τὴν Βουλήν, ἵνα ἀποδείξω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν εἰς παρεμβολὴν τῆς διατάξεως ταύτης.
§106ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Νομίζετε ὅτι δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ ὁ διδάσκαλος αὐτός;
§107Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως, ὅταν ᾖναι πτωχὸς ὁ δῆμος καὶ δὲν δύναται νὰ πληρόνῃ καὶ δεύτερον.
§108ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἷς καὶ ὁ αὐτὸς διδάσκαλος ἐπαρκεῖ ἐν αὐτῇ τῇ Πρωσίᾳ, πολλάκις δι’ 100 μαθητάς. Διαιρεῖ τούτους ὄχι εἰς δύο τμήματα, ἀλλ’ εἰς ὀκτὼ τάξεις, εἰς ὅσα ἔτη ἐπεκτείνεται ἐκεῖ ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις· ἐντὸς δὲ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς αἰθούσης ἐξ ὑπαμοιβῆς διδάσκει μίαν ἑκάστην τῶν τάξεων τούτων, ἀλλὰ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε 2 ἢ καὶ 3 τάξεις νὰ συνδιδάσκωνται ἐπὶ πολλῶν μαθημάτων. Ἡ διδασκαλία γίνεται κατ’ ἐρωταπόκρισιν. Ἐνῷ π. χ. διδάσκει ὁ διδάσκαλος τὴν μίαν τάξιν, δύναται συγχρόνως νὰ ἀπευθύνῃ, ἵνα ἐγείρῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἄλλων μαθητῶν, καὶ πρὸς μαθητὰς ἄλλων τάξεων ἐρωτήσεις σχετικάς, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουσι δι’ αὐτοὺς ὡς ἐπανάληψις τῶν ἤδη δεδιδαγμένων. Δὲν διδάσκει πάντοτε δύο καὶ τρεῖς τάξεις ὁμοῦ. Ὁσάκις τὸ διδασκόμενον μάθημα δὲν ἔχῃ σχέσιν πρὸς ἄλλας τάξεις, οἱ μαθηταὶ ἀσκοῦνται τὴν στιγμὴν ἐκείνην γραπτῶς εἰς ἄλλα μαθήματα. Λοιπόν, ἀφοῦ εἰς τὴν Πρωσσίαν, ὅπου ὑπάρχει τὸ πρότυπον σχολικὸν ὑπόδειγμα δι’ ὅλας τὰς ἄλλας χώρας, δύναται ὁ διδάσκαλος ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ αἰθούσῃ νὰ διδάξῃ ὄχι 50, ἀλλ’ 100 μαθητάς, καὶ νὰ τοὺς διδάξῃ μάλιστα εἰς ὀκτὼ τάξεις διῃρημένους, δὲν ἐννοῶ διατὶ αὐτὴ ἡ πολυτέλεια ἐν ἡμῖν, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν μάλιστα τὰ μέσα εἰς τοῦτο. Ἐνῷ ἰσχυριζόμεθα ὅτι δὲν δύναται νὰ διδάξῃ εἷς διδάσκαλος συγχρόνως πλέον τῶν 50 μαθητῶν, πῶς θεραπεύομεν τὸ πρᾶγμα; Ὅταν ἐντὸς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς αἰθούσης χωρίζωμεν τοὺς μαθητὰς εἰς δύο τμήματα καὶ ὁ διδάσκαλος ὀφείλῃ νὰ ἐπαναλαμβάνῃ δὶς τὰς αὐτὰς ἐρωταποκρίσεις, εἶναι τοῦτο ὡς ἐὰν παίζηται ὁ Μάης. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν εἰς ἄλλα μέρη παίζεται ὁ Μάης· εἰς τὴν πατρίδα μου παίζουν αὐτὸν, καὶ διαιροῦνται εἰς δύο ἡμιχόρια οἱ τραγῳδισταί, καὶ ὅταν τραγῳδῇ τὸ ἓν ἡμιχόριον, στρέφεται πρὸς αὐτὸ ὁ Μάης, ὅταν τὸ ἄλλο, πρὸς τοῦτο. Καὶ ὁ διδάσκαλος θὰ κάμῃ τὸ αὐτὸ, θὰ παίξῃ τὸν Μάην, θὰ λέγῃ τὰ αὐτὰ πράγματα καὶ τὰς αὐτὰς ἐρωταποκρίσεις πότε εἰς τοὺς μὲν, πότε εἰς τοὺς δέ. Ἔχω δὲ καὶ ἐγὼ γνῶσίν τινα τῶν στοιχειωδῶν τῆς παιδαγωγικῆς, καὶ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παραμείνω ἐπὶ μῆνας πολλοὺς ἐν διδασκαλείῳ, καὶ γινώσκω πῶς γίνεται ἡ διδασκαλία. Αὐτὸ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ καθιερώσητε νομοθετικῶς παρ’ ἡμῖν, δὲν γίνεται οὐδαμοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν.
§110ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὔτε τὸ ἄτοπον διωρθώθη, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξα ἐγὼ κατὰ τὴν αʹ ἀνάγνωσιν, οὔτε ἡ ἀντίφασις μεταξὺ τῶν δύο παραγράφων. Εἰς τὴν πρώτην παράγραφον ἀναγινώσκομεν: «Ἀλλ’ οἱ ἀπὸ τῶν Διδασκαλείων ἐξερχόμενοι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διευθύνωσι σχολεῖα ἔχοντα πλείονας τοῦ ἑνὸς διδασκάλους, ἂν δὲν συνεπλήρωσαν διετῆ τοὐλάχιστον διδασκαλικὴν ὑπηρεσίαν.» Καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς δευτέρας παραγράφου (ἀναγινώσκει): «Πάντως δ’ ἐν τοῖς πλήρεσιν οἱ διευθυνταὶ διορίζονται μόνον ἐκ τῶν πρωτοβαθμίων».
§111Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Τῶν ἐχόντων τὸ προσὸν ἐκεῖνο.
§112ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἄτοπον εἶναι τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξα εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν. Συμπίπτει ὥστε εἰς ἓν κοινὸν σχολεῖον, ὅπου ὑπηρετοῦσι δύο διδάσκαλοι, νὰ κληθῇ εἷς τριτοβάθμιος, τριτοβάθμιος ἴσως ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, Κύριος οἶδε, πῶς ἔλαβον τὸ πτυχίον των. Εἶναι δίκαιον ὁ ἀπόφοιτος τοῦ σημερινοῦ Διδασκαλείου, ὁ ὁποῖος ἔχει γνώσεις πολὺ μᾶλλον ἀνεπτυγμένας αὐτοῦ καὶ πεῖραν ἐκ τῆς μικρᾶς πρακτικῆς ἀσκήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἐν τῷ Προτύπῳ σχολείῳ, αὐτὸς ὁ πρωτοβάθμιος νὰ ὑπαχθῇ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ τοῦ γέροντος, τοῦ ἀνικάνου, τοῦ τριτοβαθμίου, ὅστις προῆλθεν ἐκ τῶν ἐπιτροπῶν; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἀνεγνώσθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§114ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρετήρησα καὶ εἰς τὴν αʹ ἀνάγνωσιν, παρατηρῶ καὶ νῦν, ὅτι πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φροντίσῃ, ὅπως εἰς τὰ πλήρη αὐτὰ σχολεῖα διδάσκῃ καὶ εἷς εἰδικὸς τὰ στοιχεῖα τῆς γεωμετρίας, τῆς χημείας, φυσικῆς ἱστορίας, τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν ἐν τῇ γεωργίᾳ, βιομηχανίᾳ, κτηνοτροφίᾳ καὶ ὑγιεινῇ, νὰ φροντίσῃ νὰ μορφώσῃ ἄνδρας ὡς τὸν κ. Ῥουσόπουλον καὶ τὸν κ. Ῥαινόλδον Δημητριάδην, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τοιαύτας γνώσεις.
§115Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος θὰ ἦτο εὔλογον νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε περὶ τῶν τοιούτων μαθημάτων, ἂν παρετήρει ὅτι πρέπει καὶ διὰ τὰ θρησκευτικὰ μαθήματα νὰ διδάσκωσιν εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου. Ἀλλ’ αἱ ἐπιστῆμαι ἔχουσι τὸ αὐτὸ ὄνομα ἐν πᾶσι τοῖς βαθμοῖς τῆς ἐκπαιδεύσεως. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι σοβαραὶ παρατηρήσεις αὗται. Αἱ γνώσεις αὗται, τὰς ὁποίας ἀναγράφομεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 10, δὲν ἔχουσι τὴν εὐρύτητα τῶν ἐπιστημῶν ὧν φέρουσι τὸ ὄνομα· εἶναι στοιχειωδέσταται. Πάντα ταῦτα τὰ μαθήματα, ὅσα ἀναγράφει τὸ ἄρθρον, διδάσκονται ἐπιμελέστατα εἰς τὰ διδασκαλεῖα, καὶ οἱ δημοδιδάσκαλοι ἔχουσι τὰς στοιχειώδεις αὐτὰς γνώσεις προχείρους, ὅπως μεταδώσωσιν αὐτάς.
§116ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διδαχθῶσιν ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις δογματικὴν θεολογίαν, ἠθικὴν, πνευματικὴν, πατρολογίαν, ἀπολογητικὴν, ὁμιλητικὴν καὶ τὰ τοιαῦτα, θὰ ἦτο μωρὸς ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀνέθετε τὴν διδασκαλίαν τῶν τοιούτων μαθημάτων εἰς ἁπλοῦς δημοδιδασκάλους, καὶ ὄχι εἰς τὸν κ. Κυριακὸν, εἰς τὸν κ. Ῥώσσην. Ἀλλὰ τί ἀπαιτεῖτε νὰ διδάξῃ ὁ δημοδιδάσκαλος; Ἱερὰν ἱστορίαν, καὶ ὀλίγην Κατήχησιν, δηλ. ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι προσιτὰ εἰς τοὺς μαθητὰς καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὸν δημοδιδάσκαλον. Εὕρετέ μοι ὅμως ἕνα δημοδιδάσκαλον, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ ἔννοιαν τῆς ἐφηρμοσμένης χημείας εἰς τὴν βιομηχανίαν, τὴν γεωργίαν καὶ τὴν ὑγιεινήν· ἐγὼ ἀμφιβάλλω, ἐὰν καὶ οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἔχωσι τοιαύτας γνώσεις. Τοιαύτας γνώσεις ἔχουσι μόνον οἱ κ. κ. Ῥαϊνόλδος Δημητριάδης καὶ Ὄθων Ῥουσόπουλος, ὡς εἶπον· ἑπομένως διατὶ νὰ νομοθετῶμεν τοιαύτας διατάξεις ἁπλῶς, ἵνα ἔχωμεν πομπώδεις τίτλους;
§117ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χρειάζεται παρ’ ἡμῖν πρὸ παντός, ὡς ἀντικείμενον σπουδαιοτάτης μερίμνης τοῦ Κράτους, εἶναι ἡ ὡς οἷόν τε εὐρυτέρα μετάδοσις στοιχειωδῶν γνώσεων γεωργικῶν εἰς τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος. Ἐκ παρατηρήσεων ἐγγυτάτων δύναμαι νὰ παρατηρήσω ὅτι ἀπεκόμισα τὴν ἑξῆς ἐντύπωσιν, ὅτι ἀγνοεῖ δυστυχῶς ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικός, ὁ εἰς πολλὰ ἄλλα ἱκανῶς προηγμένος, ἀγνοεῖ τὰ στοιχειωδέστατα τῆς γεωργικῆς, καὶ εἶναι τοῦτο ἀντικείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον ἰδιαζόντως πρέπει νὰ προσέξωμεν, διότι πρὸ παντὸς βεβαίως πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν, ὅπως γεωργικῶς ἀναπτυχθῇ ὁπωσοῦν ὁ τόπος. Ἡ γεωργικὴ ἀνάπτυξις τοῦ τόπου δὲν εἶναι μόνον ζήτημα ἀναπτύξεως πόρων οἰκονομικῶν, εἶναι καὶ ζήτημα ἐκπαιδεύσεως, οὕτως εἰπεῖν, ἀφ’ ἑνὸς καὶ μεταβολῆς ἀφ’ ἑτέρου τοῦ φυσικοῦ ἐδάφους, τοῦ ὄχι εὐαρέστου ἐδάφους τοῦ Ἑλληνικοῦ. Ἀληθῶς τὸ πρᾶγμα εἶναι σημαντικώτατον, διότι συνδέεται πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ μὲ τὴν μετάδοσιν εἰς τὸν λαὸν ἰδεῶν παραγωγῆς ἐξόχως συνδυαζομένης πρὸς τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἕξεις τῆς ἐννόμου τάξεως, ἰδεῶν φιλονομίας, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἀναπτύξῃ τις ταῦτα. Θὰ ἦτο κοινοτοπία νὰ ἀναπτύξῃ τις, ὅτι μέγα τι καὶ σπουδαιότατον ἐν Ἑλλάδι ἰδίως εἶναι ἡ ὡς οἷόν τε τελειοτέρα ἀνάπτυξις τῆς γεωργίας. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γινώσκω, ὅτι δυστυχῶς οἱ λεγόμενοι γεωργοί μας ἀγνοοῦσι τὰ στοιχειωδέστατα, ὄχι τὰ ἐπιστημονικώτερα, ἀλλὰ τὰ ὅλως διόλου στοιχειώδη, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἷς ὁπωσοῦν μορφωμένος διὰ μιᾶς ἁπλουστάτης παρατηρήσεως δύναται νὰ κατανοήσῃ. Δὲν ἔχουσιν ἰδέαν οὐδὲ τῆς διὰ λιπασμάτων γονιμοποιήσεως τοῦ ἐδάφους· νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ συγκεντρώσωσι ποίμνια πολυάριθμα, ἵνα λιπάνωσι τοὺς ἀγρούς, νομίζουσιν ὅτι, ἵνα λιπάνωσι τοὺς ἀγρούς, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ καταστροφὴ εἰς τὰ πέριξ καὶ εἰς ὅλας τὰς σπορὰς καὶ δενδροφυτείας διὰ πλήθους ποιμνίων, καὶ ἑπομένως ἔχετε τὴν κτηνοτροφίαν ἐν Ἑλλάδι ἐχθρὰν τῆς γεωργίας. Δὲν γνωρίζουσιν οὐδὲ νὰ φυτεύσωσι καλῶς ἓν δένδρον, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν τὸ φαινόμενον ἐν Ἑλλάδι νὰ μὴ ἔχωμεν ὀπωροφόρα δένδρα. Βεβαίως πολλοὶ λόγοι συντελοῦσι, πολλὰ προσκόμματα συντελοῦσιν εἰς τοῦτο, ἀλλὰ συντελοῦσι πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι δὲν ἀπέκτησαν οἱ γεωργοὶ τὴν ἕξιν καὶ τὸν ζῆλον καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ νὰ ἔχωσι καὶ διατηρῶσι δενδροφυτείας, καὶ ἑπομένως δὲν ἑλκύονται, διότι δὲν βλέπουσι τὸ δένδρον νὰ προάγηται, καὶ κατήντησε νὰ ἔχωμεν ἐν Ἑλλάδι ἀκατανόητον ὑπερτίμησιν ὀπωρῶν. Πόθεν τὰ τοιαῦτα συμβαίνουσι; Πολλοὶ λόγοι συντρέχουσιν εἰς τοῦτο, καὶ πρέπει, παρατηροῦντες ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι στασιμότητα καὶ καχεξίαν τοῦ τόπου, ἀποτελοῦσι τὴν ἔλλειψιν πάσης ἀληθοῦς προόδου, πρέπει, παρατηροῦντες ταῦτα, νὰ σπεύσωμεν πρὸ παντὸς νὰ ἄρωμεν τὰ προσκόμματα, καὶ ὄχι μόνον νὰ ἄρωμεν τὰ προσκόμματα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ κυριωτέρα μέριμνα τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἴσως ἀπαιτεῖται καὶ θετικώτερον νὰ ἐνεργήσωμεν, νὰ μεριμνήσωμεν πατρικῶς, οὕτως εἰπεῖν, περὶ τῆς θεραπείας τῶν ἐλλείψεων αὐτῆς, νὰ μεριμνήσωμεν περὶ ἐλλείψεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι τῳόντι ἓν μέγα ἀδίκημα εἰς λαὸν φύσει νοήμονα, καὶ τοῦτο ἰδίως εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον εὐχερέστατα δύναται νὰ διδαχθῇ ἀπὸ τῆς παιδικῆς ἡλικίας τῶν φοιτώντων εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Νομίζω λοιπὸν, χωρὶς νὰ ἀποκρούω καὶ τὰς ἐννοίας, ἃς ἐξήγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅτι ἀναφέρονται αἱ γνώσεις τῆς χημείας, τῆς γεωμετρίας καὶ τῆς φυσικῆς ἱστορίας, ὑφ’ οὓς περιορισμοὺς ἐξήγησε τὴν μέριμναν ταύτην, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πρέπει, ἀντὶ νὰ ἀναφέρηται ὡς δευτερεῦόν τι μετὰ τῶν γνώσεων τῶν στοιχείων τῆς γεωμετρίας, χημείας καὶ φυσικῆς ἱστορίας ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν ἐν τῇ γεωργίᾳ, ὡς κύριον πρὸ πάντων νὰ ἀναφερθῇ, ὅτι τοὐναντίον πως ἡ διδασκαλία ἡ πρακτικὴ στοιχειωδῶν τοὐλάχιστον γεωργικῶν γνώσεων πρέπει νὰ τεθῇ ὡς βάσις. Ἔχομεν δὲ γεωπόνους, γεωπόνους πρακτικούς, ἐξελθόντας ἐκ τῶν σχολείων τῶν γεωργικῶν καὶ διασταυρουμένους εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν, εἰς τοὺς ὁποίους δυνάμεθα νὰ ἀναθέσωμεν τὴν διδασκαλίαν ταύτην.
§118ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἀγροφυλακὴν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχομεν δένδρα.
§119ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὑπάρχουσι πολλὰ, τὰ ὁποῖα συντελοῦσιν εἰς τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, ὑπὸ ἔποψιν γεωργικὴν τοῦ τόπου. Δὲν ὑπάρχει ἀστυνομικὴ τάξις, δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς συγκοινωνία, ὅπως δύναται ὁ χωρικὸς γεωργὸς εὐχερῶς νὰ μεταφέρῃ τὸ προϊόν του καὶ ἀποκτήσῃ τὸ ἀνάλογον κέρδος.
§120ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχομεν χρήματα νὰ δαπανῶμεν δυστυχῶς διὰ τοιαύτην διδασκαλίαν.
§121ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μοὶ παριστᾷ, ὅτι χρειάζονται ἔξοδα διὰ τὴν διδασκαλίαν τῶν γνώσεων τούτων, ἀλλ’ ὅταν δὲν δαπανήσωμεν δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσι βεβαίως ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸν τόπον, ἐπιῤῥοὴν πρὸς ἄμεσον ἀνάπτυξιν πόρων, πῶς θὰ βελτιωθῶμεν οἰκονομικῶς; πῶς θὰ ἀποκτήσωμεν χρήματα; Ἀποροῦμεν διατὶ ἐχρεωκοπήσαμεν ὡς Κράτος. Βεβαίως ἀφίνω κατὰ μέρος τὰ ἄλλα αἴτια, τὰ ὁποῖα ἐπέφεραν αὐτὴν τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ διατὶ δὲν ἀναγνωρίζομεν, ὅτι δὲν ἔχομεν παραγωγὴν ἐν τῷ τόπῳ; Τὸ Κράτος διαρκῶς θὰ ἦναι χρεωκοπημένον, ἐὰν δὲν φροντίσωμεν νὰ ἀναπτύξωμεν παραγωγὴν ἀληθῆ. Κατήντησε, Κύριοι, νὰ φέρωμεν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην καὶ ὄσπρια καὶ ξύλα καὶ τὰ πάντα.
§122ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἰδίως ὄσπρια, καταστρέφοντες τὴν ἐγχώριον παραγωγήν.
§123ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε τί τόπος εἶναι αὐτός; πῶς περιμένετε νὰ βελτιωθῇ οἰκονομικῶς τόπος, ὅστις παρίσταται οὐδὲν παράγων; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει τοιαῦται ἰδέαι νὰ ὑπάρχωσιν ὑπ’ ὄψει καὶ ἐν αὐτῇ τῇ στοιχειώδει δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει.
§124ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ ἔχητε δημοδιδασκάλους ἐπιτηδείους, ἵνα διδάξωσιν εἰς κώμας καὶ χωρία, πρέπει πρὸ παντὸς ν’ ἀπομακρύνητε τὰ διδασκαλεῖα ἐκ τῶν πόλεων. Τοῦτο πράττουσιν ὅλοι οἱ φρόνιμοι λαοὶ ἀλλαχοῦ. Ὅταν συγκεντρῶνται τὰ διδασκαλεῖα ἐντὸς τῶν πόλεων, ἐκτὸς τῶν ἄλλων κινδύνων, τοὺς ὁποίους διατρέχουσιν οἱ φοιτῶντες εἰς αὐτὰ, συνειθίζοντες τὸν βίον τῶν πόλεων μὲ τὰς ἀπολαύσεις του, δὲν ἐξοικειοῦνται εὐκόλως πρὸς τὸν βίον τῶν ἐπαρχιῶν. Ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος σχετικὸς πρὸς ὅσα παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτής. Ἔχουσι τὰ διδασκαλεῖα ἀλλαχοῦ εἰς ἐπαρχίας, διότι ἐκεῖ εἶναι δυνατὸν πλησίον τοῦ διδασκαλείου νὰ ἔχωσι καὶ ἓν ἀγροκήπιον, ἐν τῷ ὁποίῳ αἱ στοιχειώδεις γνώσεις τῆς γεωπονίας δὲν διδάσκονται κατὰ τύπους καὶ παπαγαλλικῶς, ἀλλὰ ἐφηρμοσμένως, καὶ ἀφ’ οὗ ὁ διδάσκαλος οὕτω πως καὶ θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς καταρτισθῇ, δὲν μεταδίδει πάλιν τὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας ἀπέκτησεν, εἰς τοὺς μαθητὰς θεωρητικῶς, ἀλλὰ εἰς ἕκαστον σχολεῖον ὑπάρχει μικρὸν ἀγροκήπιον ἐξ ἑνὸς ἢ δύο στρεμμάτων, τὸ ὁποῖον χρησιμοποιεῖ ὑπὲρ αὐτοῦ ὁ δημοδιδάσκαλος, ἀλλὰ τὸ καλιεργεῖ συγχρόνως, ἵνα δύνηται νὰ χρησιμεύσῃ καὶ πρὸς πρακτικὴν διδασκαλίαν. Περὶ τούτου λαμβάνει πρόνοιαν ὁ νόμος τοῦ 1834· ἀλλ’ ἔκτοτε παρῆλθον 60 ὅλα ἔτη, καὶ ἐκάμομεν τόσην πρόοδον, ὥστε καὶ ταύτην τὴν διάταξιν, ὡς καὶ πολλὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου, τοῦ ἀπηρχαιωμένου, τὴν σήμερον νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος.
§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἁπλῶς ἐπὶ τῆς ἐκφράσεως τοῦ ἐδαφίου ἕκτου ἤθελον νὰ φέρω παρατήρησίν τινα, διότι θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀτυχής. Ἡ ἰδέα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι, ὅτι πρέπει ἐν τοῖς πλήρεσι δημοτικοῖς σχολείοις νὰ διδάσκωνται καὶ στοιχειώδεις τινὲς γνώσεις τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν, ἐφηρμοσμέναι ἐπὶ τῶν κοινοτέρων βιομηχανικῶν ἐπαγγελμάτων καὶ τῆς γεωργίας, τῆς κτηνοτροφίας καὶ τῆς ὑγιεινῆς. Ἡ ἔκφρασις ὅμως εἶναι ἀνακριβὴς ὡς ἔχει (ἀναγινώσκει): «Διδασκαλία στοιχείων γεωμετρίας, χημείας καὶ φυσικῆς ἱστορίας μετὰ ἐφαρμογῆς αὐτῶν ἐν τῇ γεωργίᾳ, τῇ βιομηχανίᾳ, τῇ κτηνοτροφίᾳ καὶ τῇ ὑγιεινῇ». Δὲν εἶναι πρακτικὴ καὶ λυσιτελὴς τοιαύτη διδασκαλία, δηλ. τῶν στοιχείων τῆς γεωμετρίας, τῆς χημείας καὶ τῆς φυσικῆς μετὰ ἐφαρμογῆς τῶν στοιχείων αὐτῶν εἰς τὴν βιομηχανίαν, τὴν γεωργίαν καὶ τὴν κτηνοτροφίαν. Τοιαύτη διδασκαλία θεωρίας καὶ πράξεως ἐκ παραλλήλου πρὸς μετάδοσιν πρακτικῶν γνώσεων, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῶν διαφόρων κέντρων, ἐν οἷς γίνεται ἡ διδασκαλία, εἶναι ἀκατάλληλος μέθοδος διὰ τοιαύτην ἡλικίαν καὶ πρὸς πρακτικοὺς σκοπούς. Ἡ βιομηχανία, ἡ γεωργία, ἡ κτηνοτροφία, ἡ ὑγιεινὴ εἶναι βεβαίως ἐφαρμογὴ ἀρχῶν τῆς γεωμετρίας, τῆς φυσικῆς, τῆς χημείας, ἀλλ’ οὔτε μόνον αὐτῶν εἶναι, οὔτε τῶν στοιχειωδῶν μόνον, οὔτε εὔκολος εἶναι ἡ πρακτικὴ σπουδὴ διὰ τοιαύτης μεθόδου, οὔτε γίνεται ἀλλαχοῦ. Θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ εἴπωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράγματι ἐννοοῦμεν, ὅτι θὰ διδάσκωνται δηλαδὴ στοιχειώδεις πρακτικαὶ γνώσεις γεωργίας, βιομηχανίας, κτηνοτροφίας καὶ ὑγιεινῆς. Βεβαίως, ἂν κατορθωθῇ ἐν τοῖς διδασκαλείοις ἡμῶν νὰ μορφῶνται διδάσκαλοι ἐννοοῦντες καὶ εὐκόλως μεταδίδοντες πρακτικὰς γνώσεις τοιαύτας, θὰ ἦτο μέγιστον κέρδος ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει ἰδίως τῶν ἐπαρχιῶν, διότι εἶναι ἀκατανόητον, πῶς ἐν αὐτοῖς τοῖς χωρίοις, ὅπου οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἢ γεωργία, ἀγνοοῦνται καὶ τὰ στοιχειωδέστατα περὶ γεωργίας, διότι δὲν διδάσκονται. Ἐξαιρέσει ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μηχανικῶς καὶ ἀσυνειδήτως ἔμαθον νὰ ἐκτελοῦν οἱ γεωργοὶ ἡμῶν, οὐδὲν ἄλλο γνωρίζουν, οὐδὲν ἄλλο ἐννοοῦν, διότι οὐδὲν ἐδιδάχθησάν ποτε, οὐδὲ τὰ δημοτικὰ γράμματα τοὺς ἐπαρκοῦν διὰ νὰ σπουδάσουν μόνον ὅ,τι δύναται νὰ τοῖς ἦναι ἀναγκαῖον καὶ ὠφέλιμον. Ἐν τούτοις εἶναι εὐκολώτατον ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις νὰ μάθωσι πολλὰς ἐκ τῶν γνώσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται ἀληθῆ βαθμηδὸν ἀναμόρφωσιν νὰ φέρωσιν ἐν τῇ γεωργίᾳ καὶ τῇ βιομηχανίᾳ. Ἡ ἄγνοια κοινοτάτων ἀλλαχοῦ γνώσεων γίνεται πρόξενος παρὰ τοῖς ἡμετέροις μεγάλων ζημιῶν. Ἐν τῇ φυτοκομίᾳ, τῇ δενδροκομίᾳ, τῇ κτηνοτροφίᾳ, δὲν δύναταί τις νὰ φαντασθῇ ὁποία ἄγνοια πραγμάτων στοιχειωδῶν, ἀλλ’ ἀναγκαιοτάτων διὰ τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὴν θεραπείαν τῶν φυτῶν, τῶν δένδρων, τῶν ζώων ὑπάρχει παρὰ τοῖς ἡμετέροις γεωργοῖς καὶ κτηνοτρόφοις. Συνηθέστατα ἐνσκήπτουσι νόσοι, καθ’ ὧν πολλάκις οὐδεμίαν γινώσκουσι νὰ ἐφαρμόσωσι θεραπείαν, ἃς ἀγνοοῦσιν ἐντελῶς. Καθ’ ἡμέραν ἀποθνήσκουσι ζῶα ἐξ ἀγνοίας τῆς ἀσθενείας καὶ τῆς θεραπείας. Καὶ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ τῶν ζώων καὶ τῶν δένδρων καὶ τῶν φυτῶν ἡ ὑγιεινὴ καὶ ἡ θεραπευτικὴ εἰσιν ἐντελῶς ἄγνωστα πράγματα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τοὺς χωρικοὺς ἡμῶν. Ἐκ τούτου ἀνυπολόγιστοι αἱ ζημίαι. Αἱ κατὰ παράδοσιν πρακτικαὶ γνώσεις δὲν ἀρκοῦν. Ἡ ἐπιστήμη ἤδη γινώσκει νὰ καλλιεργῇ καὶ νὰ προστατεύῃ καὶ νὰ θεραπεύῃ καλλίτερον ἢ ἄλλοτε, καὶ τὰς πρακτικὰς αὑτῆς ὁδηγίας καὶ συμβουλὰς πρέπει νὰ μεταδώσωμεν εἰς τὰ χωρία, καὶ ἓν τῶν προσφορωτέρων εἰς τοῦτο μέσων εἶναι τὸ δημοτικὸν σχολεῖον. Τοῦτο γίνεται εἰς πολλὰ μέρη ἀλλαχοῦ. Ἡμεῖς ὑπερμέτρως ὑστεροῦμεν καὶ κατὰ τὰς ὑγιεινὰς πρακτικὰς γνώσεις τῶν ἀνθρώπων. Ἐκ τούτου ἡ ζημία εἶναι σπουδαιοτέρα ἢ ἡ ἐκ τῆς ἐλλείψεως στοιχειωδῶν γνώσεων περὶ κτηνοτροφίας. Διὰ τοῦτο ὀρθότατα θὰ πράξωμεν, μεταδίδοντες διὰ τοῦ σχολείου καὶ τὰς ἀναγκαιοτέρας πρακτικὰς γνώσεις περὶ τῆς ἀνθρωπίνης ὑγιεινῆς. Οὐδαμοῦ ἀλλοῦ, ὑποθέτω, ἀποθνήσκουν τόσον πλῆθος ἀναλόγως μικρῶν παίδων, ὅσον ἐν Ἑλλάδι. Καὶ παρ’ ἡμῖν εἶναι ἀπολύτως ἄγνωστοι εἰς τοὺς χωρικοὺς αἱ στοιχειωδέστεραι προφυλάξεις, αἱ στοιχειωδέστεραι διαγνώσεις καὶ θεραπευτικαὶ μέθοδοι τῶν ἀσθενειῶν τῶν μικρῶν παίδων. Συχνότατα ἀκούομεν ἀθρόαν ἢ βαθμιαίαν καταστροφὴν τῶν πλείστων παίδων ἑνὸς ἢ πολλῶν χωρίων ἐκ μολυσματικῶν ἀσθενειῶν, ἐνῷ καὶ ἡ διάγνωσις καὶ τὰ μέσα τῆς θεραπείας εἶναι εὔκολα. Ἐὰν θελήσητε νὰ ἐξετάσητε ἀπὸ τί ἀπέθανον, θὰ μάθητε, ὅτι συχνότατα ἀπέθανον ἐξ ἀγνοίας, ἐξ ἀμαθείας τῶν γονέων, ἥτις εὐκολώτατον ἦτο νὰ μὴ ὑπῆρχεν. Ἀνάγκη ἑπομένως ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις οἱ παῖδες νὰ διδάσκωνται στοιχειώδεις τινὰς γνώσεις κτηνοτροφίας, ὑγιεινῆς, γεωργίας. Ἀνάγκη νὰ γνωρίζωσι τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν καλλιεργοῦσι, πῶς δύνανται νὰ τὴν βελτιώσωσι καὶ πῶς ἐπωφελέστερον νὰ τὴν χρησιμοποιήσωσι, νὰ γνωρίζωσιν ὅλα τὰ δένδρα καὶ τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ καλλιεργήσωσι, πῶς δύνανται ταῦτα ν’ ἀποδώσωσι περισσότερα, πῶς δύνανται νὰ τὰ προφυλάττωσιν ἀπὸ ἀσθενείας καὶ καταστροφὰς τῶν ἐντόμων, διότι ἐκ τούτων συχνότατα τὰ φυτὰ καὶ τὰ δένδρα καταστρέφονται. Τοῦτο εἶναι καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ ἀληθέστερον, συμφωνότερον πρὸς τὸν σκοπόν, οὐχὶ δὲ νὰ λέγωμεν, ὅτι θὰ διδάσκωνται ἐφαρμογὴν τῆς γεωμετρίας καὶ τῆς χημείας καὶ τῆς φυσικῆς ἱστορίας εἰς τὴν γεωργίαν, τὴν κτηνοτροφίαν καὶ τὴν ὑγιεινήν. Ἀνάγκη νὰ εἴπωμεν σαφῶς, ὅτι θὰ διδάσκωνται αἱ στοιχειώδεις γνώσεις τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας, τῆς κτηνοτροφίας, τῆς ὑγιεινῆς.
§126Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Οἱ λόγοι τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος συναδέλφου μοὶ δίδουσιν ἀφορμὴν νὰ ἀναμνησθῶ, ὅτι ὑπῆρχον ἄλλοτε θέσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τὰ γράμματα εὕρισκον ἄσυλον· αἱ θέσεις αὗται ἦσαν αἱ Μοναὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν Ἑλληνικῶν χωρῶν τῆς Τουρκίας καὶ ἀλλαχοῦ, αἱ ὁποῖαι εὐτυχῶς κεῖνται εἰς τὰς ὡραιοτέρας καὶ προσφορωτέρας τῶν θέσεων. Φρονῶ δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐὰν ῥίψῃ τὸ βλέμμα του εἰς τὰ πέριξ τῶν Ἀθηνῶν, θὰ εὕρῃ θέσιν καταλληλοτάτην, ἑτοίμην καὶ μὴ ἀπαιτοῦσαν καμμίαν δαπάνην, ἡ ὁποία δύναται ἄριστα νὰ μετασκευασθῇ εἰς πλῆρες Διδασκαλεῖον, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ Μονὴ τῆς Πεντέλης! Ἐν τῇ Μονῇ τῆς Πεντέλης καὶ ἡ συγκοινωνία εἶναι εὔκολος καὶ κτίρια ὑπάρχουσι καὶ ὕδωρ καὶ γαῖαι καὶ λατομεῖα καὶ πλεῖστα ἄλλα πράγματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ὁπωσδήποτε ἀνάπτυξιν τῶν ἐκπαιδευθησομένων. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ πλέον αὐτὴ ἡ κατάστασις τῶν Μονῶν καὶ μάλιστα τῆς Μονῆς Πεντέλης, ἡ ὁποία οὐδὲν ἄλλο εἶναι δυστυχῶς, — τὸ λέγω μετὰ παῤῥησίας, — παρὰ ἑστία κακουργημάτων, ἡ ὁποία ἐπλήρωσε τὰ ἀρχεῖα τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς ἀπὸ τὰ κακουργήματα τὰ ἐκεῖ τελεσθέντα. Ἀπὸ τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας παρακολουθῶ τὰς κακοηθείας τῶν ἐκεῖ καλογήρων, καὶ δυστυχῶς δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ ἀναμιμνήσκωμαι ἢ κακοηθείας ἐπὶ κακοηθειῶν. Εἰς ἄλλην συνεδρίασιν θέλω φέρει τὸ ζήτημα τῶν διαφόρων Μονῶν καὶ ἰδίως τῆς Μονῆς ταύτης, ἡ ὁποία χρῄζει διαλύσεως καὶ μετασχηματισμοῦ αὐτῆς εἰς Διδασκαλεῖον.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει, καὶ τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§129ΠΕΤΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ δεχθῇ, ὅπως προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅτι δύνανται νὰ διορίζωνται γραμματοδιδάσκαλοι καὶ οἱ ἱερεῖς τῶν χωρίων.
§130ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἔχωσι τὰ προσόντα, διορίζονται.
§131ΠΕΤΑΛΑΣ. Ὅταν ἦναι ἱερεῖς, πῶς θὰ ἦναι ἀγράμματοι;
§132ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πλεῖστοι τοιοῦτοι ὑπάρχουσι.
§133Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ λάβω ὑπ’ ὄψει τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. συναδέλφου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἔχει, καὶ τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν).
§135ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀριθμὸς 70 εἶναι μέγας. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ, ὅπως τεθῇ ὡς ἀνώτερος ὅρος ὁ ἀριθμὸς 40· διότι, ἵνα ἔχῃ 70 μαθητὰς ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ ἔχῃ 150 οἰκογενείας τὸ χωρίον. Εἰς ἓν χωρίον ἀπὸ 150 οἰκογενείας εἶναι σκληρὸν νὰ ἔχῃ μόνον γραμματοδιδασκαλεῖον· νὰ δώσωμεν τοὐλάχιστον εἰς τὸ χωρίον ἕνα διδάσκαλον.
§136ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἐπιτρέπωσιν οἱ πόροι τοῦ δήμου, θὰ ἔχῃ, ἐὰν δὲν ἐπιτρέπωσιν, δὲν θὰ ἔχῃ οὐδὲ γραμματοδιδασκαλεῖον.
§137ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ ἔλθῃ ἀρωγόν.
§138Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Διὰ τὰ ὑπάρχοντα.
§139ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν σχολείων πολλὰ δὲν ἔχουσιν 70 μαθητάς. Ταῦτα θὰ μεταβληθῶσιν εἰς γραμματοδιδασκαλεῖα;
§140Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ὄχι.
§141ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νόμῳ. Ἐξ ὅσων γνωρίζω, κ. Ὑπουργέ, οὐδὲν γραμματοδιδασκαλεῖον ὑπάρχει, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ πλείονας τῶν 50 μαθητῶν.
§142Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὄχι· ὑπάρχουσι τοιαῦτα, ἔχοντα καὶ 50 καὶ 60 μαθητάς.
§143ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε καταστρέφονται ὅλα τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, διότι οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἔχει πλείονας τῶν 50 μαθητῶν.
§144Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπως διαλύσωμεν αὐτά.
§145ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε φρονεῖτε, ὅτι τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, τὰ ὑπάρχοντα σήμερον καὶ μὴ ἔχοντα πλείονας τῶν 50 μαθητῶν, δὲν τρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ μεταβληθῶσιν εἰς γραμματοδιδασκαλεῖα;
§146Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὄχι βεβαίως.
§147ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ διάταξις εἶναι καθαρά. Ἀπαγορεύεται μόνον νὰ συστηθῇ γραμματοδιδασκαλεῖον μὲ ὀλιγωτέρους τῶν 70 μαθητῶν, ἀλλὰ δὲν ἀπαγορεύεται καὶ δημοτικὸν σχολεῖον νὰ ἔχῃ 50 μαθητάς. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἀνεγνώσθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν).
§149Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐν τῷ τελευταίῳ στίχῳ, ἀντὶ «καὶ νὰ τύχωσι», νὰ τεθῇ «ἢ καὶ νὰ τύχωσι».
§150ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς: «Οἱ ἀπὸ κοινοῦ εἰς κοινὸν δημοτικὸν σχολεῖον μεταβαίνοντες μαθηταί, ὀφείλουσι νὰ προσάγωσιν ἀποδεικτικὸν τοῦ σχολείου, εἰς ὃ ἐφοίτησαν, ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου.» Διότι, ἐὰν ἀφήσωμεν τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους, αὐτοὶ θὰ ζητῶσι νὰ παρουσιάζωσιν οἱ μαθηταὶ πιστοποιητικὸν 2 δραχμῶν.
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη, προβλέπει περὶ τούτου.
§152ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ δημοδιδάσκαλοι δὲν θὰ ἔχωσιν ὅλους τοὺς νόμους προχείρους.
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ καμμία ἀντίφασις πρὸς τὸν νόμον περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἂς προστεθῇ.
§154ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν νόμος, δὲν κάμνει καθόλου λόγον περὶ δημοτικῶν σχολείων. Οἱ διδάσκαλοι λοιπὸν δύνανται ν’ ἀπαιτῶσι δίδραχμον χαρτόσημον ἀπὸ τὸν χωρικόν, ὁ ὁποῖος μεταφέρει τὸ τέκνον του ἀπὸ ἑνὸς σχολείου εἰς ἄλλο, καὶ ὑπάρχουσι χωρικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἰδεῖ ποτὲ 2 δραχμάς.
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ πατήρ, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ μεταφέρῃ τὸ τέκνον του ἀπὸ τοῦ ἑνὸς σχολείου εἰς ἄλλο, θὰ δύναται νὰ πληρώσῃ καὶ 2 δραχμάς.
§156ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς ἐὰν ταμιευτικοὶ λόγοι ὑπαγορεύωσιν, ἵνα τὰ πιστοποιητικὰ αὐτὰ γράφωνται ἐπὶ χαρτοσήμου, ὅτε ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου.
§157Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ὄχι. Ἀρκεῖ νὰ μὴ ὑπάρχῃ εἰς τὸν νόμον περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν.
§158ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει.
§159ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὴν ἰδέαν αὐτὴν, νὰ θεωρηθῇ ὡς ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου. Ἀρκεῖ νὰ μὴ ὑφίσταται καμμία ἀντίφασις πρὸς τὸν νόμον περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 19).
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 20 (ἀναγινώσκεται).
§161ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εὑρίσκω εὐκαιρίαν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅπως ἔστω ὑπενθύμισίν τινα ἁπλῶς ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, προκειμένου περὶ διδασκαλισσῶν θηλέων παρ’ ἡμῖν. Ἐὰν ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις σχετικῶς πρὸς τὰ ἄῤῥενα ἀποτελῇ μέριμναν τοσοῦτον σπουδαίαν τῶν πεπολιτισμένων κοινωνιῶν, ὁποίαν ἆρά γε μέριμναν πρέπει νὰ προκαλέσῃ καὶ πανταχοῦ μὲν, ἰδίως δὲ ἐν Ἑλλάδι, τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν θηλέων; Νομίζω ὅτι πρέπει, παρατηροῦντες καὶ μελετῶντες ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν κατάστασιν τὴν παρ’ ἡμῖν, νὰ σκεφθῶμεν σπουδαίως περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι ἐδῶ δὲν κινδυνεύομεν ἁπλῶς νὰ ἔχωμεν ἀτέλειαν ἢ ἀνεπάρκειάν τινα ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἀλλὰ κινδυνεύομεν, ἐν ᾧ νομίζομεν ὅτι ἐκπαιδεύομεν τὸ θῆλυ γένος, ἀπ’ ἐναντίας νὰ τὸ ἐξολοθρεύωμεν. Ἡ ἀτέλεια εἶναί τι ἀνεκτὸν, προκειμένου περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀῤῥένων, ἀλλ’ ἡ ἀτέλεια τῶν θεμελιωδῶν βάσεων, προκειμένου περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν θηλέων, δὲν εἶναί τι ἀνεκτὸν, ἀλλὰ εἶναί τι κινδυνωδέστερον τῆς πλήρους ἀμαθείας. Ἀρκεῖ νὰ ἐπιστήσῃ τις τὴν προσοχήν του εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα κρίνῃ ἀμέσως, ὅτι μέγιστον ἔχομεν ἐνδιαφέρον, ὅπως μὴ φρονῶμεν, πλανώμενοι οἰκτρῶς, ὅτι καθιεροῦμεν θεσμοὺς ἐκπαιδεύσεως θηλέων καὶ ὅτι ἐκπαιδεύομεν τὸ θῆλυ γένος, ἐν ᾧ ἀπ’ ἐναντίας τὸ ἐκθέτομεν εἰς σπουδαίους ἠθικοὺς κινδύνους. Ἐγὼ τολμῶ νὰ εἴπω, ἢ μᾶλλον νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι εἶπον, ὅτι, ἂν δὲν πρόκειται νὰ ἔχωμεν ἐκπαίδευσιν θηλέων ὁπωσοῦν σπουδαίαν καὶ ἁρμόζουσαν εἰς τὸ γένος τὸ θῆλυ, εἶναι προτιμοτέρα ἡ κατάργησις αὐτῆς παρ’ ἡμῖν. Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἀφεθῶμεν τότε εἰς τὰς φυσικὰς ἀρετὰς, τὰς παραδεδομένας ἐκ τῶν μακροτέρων ἀκόμη χρόνων καὶ περιόδων τοῦ ἐθνικοῦ βίου· διότι ἄλλως κινδυνεύομεν νὰ δηλητηριάσωμεν τὴν πηγήν, ἐκ τῆς ὁποίας περιμένομεν νὰ συντελεσθῇ ἡ μόρφωσις τῆς μελλούσης γενεᾶς. Ἡ ἀτέλεια τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ ἄῤῥενος πληθυσμοῦ ἔχει ἴσως τοῦτο τὸ ἐνθαῤῥυντικὸν, ὅτι περιορίζεται τὸ κακὸν εἰς ἐκεῖνο τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἤθελε τύχει τῆς ἀτελοῦς ἐκπαιδεύσεως, καὶ παρίσταται ἐπανορθώσιμος διὰ τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἡλικίας· ἐὰν ὅμως οὐχὶ ἁπλῶς ἀτελῶς, ἀλλ’ ἐλαττωματικῶς ἀναθρέψητε τὸ θῆλυ γένος, ἑκάστην μητέρα θέλετε τὴν καταστήσει μίαν πηγὴν καταστροφῆς πολλῶν προσώπων καὶ πολλῶν πολιτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους κατόπιν πρόκειται νὰ ἐμπιστευθῆτε τόσα καὶ τόσα δικαιώματα· εἶναι προτιμότερον ν’ ἀφήσητε τότε τὴν γυναῖκα αὐτὴν ἐν τῇ ἰδίᾳ της ἁπλότητι, παρὰ νὰ νομίσητε ὅτι τὴν ἐμορφώσατε, τὴν ἐδιδάξατε, ἐν ᾧ τὴν κατεστρέψατε ἐξ ἐναντίας. Ἐδηλητηριάσατε οὕτω τὴν πηγήν, ἐκ τῆς ὁποίας περιμένετε τὴν μόρφωσιν τῆς μελλούσης γενεᾶς. Καὶ ὑπάρχει, Κύριοι, πιστεύω, ἐν τῇ ἀνατροφῇ τοῦ ἀνθρώπου ἐν γένει φαινόμενόν τι, ὅπερ συμβαίνει ἐν τῇ χημείᾳ· δηλαδὴ ἡ κατασκευὴ δηλητηριωδεστάτης πολλάκις οὐσίας διὰ τῆς ἀναμίξεως δύο διαφόρων οὐσιῶν. Ἐὰν ἔχητε ἐκείνην τὴν κατάστασιν τὴν παλαιὰν τῆς ἁπλότητος, βεβαίως δὲν ἔχετε μὲν τοὺς ὅρους τῆς ἀνατροφῆς, τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖ σήμερον ἡ κοινωνία, καὶ δὲν δύνασθε τὴν γενεὰν ταύτην νὰ τὴν ἐμπιστευθῆτε ἐντελῶς εἰς τὰς ἁπλᾶς ἐκείνας ἀρετὰς, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς τὰς μητέρας αὐτῶν τῶν θηλέων, ἀλλ’ ἂν μαζὺ μὲ τὰ ἤθη τὰ πατροπαράδοτα θέλητε νὰ ἀναμίξητε ψευδῆ τινα καὶ ἀτελῆ νεωτέραν μόρφωσιν, θὰ πλάσητε τὸ χειρότερον ἠθικὸν δηλητήριον. Οὐδὲν γνωρίζω κινδυνωδέστερον διὰ τὴν μόρφωσιν τοῦ θήλεος γένους, παρὰ αὐτὴν τὴν λεγομένην ἐκπαίδευσιν, τὴν ὁποίαν νομίζομεν ὅτι δίδομεν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς τὸ Κράτος νὰ μεριμνήσῃ περὶ καταρτισμοῦ διδασκαλίας θηλέων, ὅπως παρασκευάζωνται ἀληθεῖς διδασκάλισσαι, διότι ἀληθὴς διδασκάλισσα δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία μετέλαβε ξηρῶν τινων γνώσεων μόνον· ἀληθὴς διδασκάλισσα εἶναι ἡ παρασκευασθεῖσα διὰ νὰ ἦναι διδασκάλισσα, διότι ἄλλως ἔχομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετήρησα ἀπὸ τοῦ βήματος πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ τὸ ὁποῖον κακῶς βεβαίως ἐφηρμόσθη εἰς τὸ Ἀρσάκειον· διότι γνωρίζομεν πάντες ἐκ γεγονότων καὶ ἐκ παρατηρήσεων, ὅτι ἀληθῶς πολλὰ σχολεῖα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις θηλέων ἐγένοντο ἑστία μολύσματος καὶ διαφθορᾶς, καὶ διὰ τοῦτο συνήθως δὲν ἐμπιστεύονται οἱ ἄνθρωποι νὰ στέλλωσι τὰ κοράσιά των εἰς τὰ σχολεῖα, εἰς αὐτὰς τὰς διδασκαλίσσας, τὰς ὁποίας πέμπομεν ὅλως διόλου ἄνευ προνοίας τινὸς, ἄνευ περισκέψεως. Συμβαίνει πολλάκις, νομίζοντες ὅτι φροντίζετε περὶ ἐκπαιδεύσεως τῶν θηλέων, νὰ στέλλητε εἰς τὰς ἐπαρχίας, καὶ νὰ πληρόνῃ ὁ λαὸς δι’ αὐτὰ, μίαν ἀληθῆ ἑστίαν μολύσματος καὶ διαφθορᾶς. Καὶ ἂν ὑπολογίσητε τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον προξενεῖτε πολλάκις εἰς μίαν ὁλόκληρον γενεὰν, εἰς μίαν ὁλόκληρον ἐπαρχίαν τοιουτοτρόπως, δὲν ἠξεύρω ἂν ἔχητε ἀντισήκωμα ἐκ τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα θέλουσι προσπορίσει αἱ διδασκάλισσαι, αἱ πᾶν ἄλλο ἢ διδασκάλισσαι ἠθῶν. Συμφώνως λοιπὸν πρὸς τὸ ἐν γένει πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου καὶ πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ὀλίγον ἀφειδέστερος εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι πρέπει νὰ ἔχητε ἀληθῆ τινα διδασκαλίαν θηλέων, ἢ ἄλλως νὰ τὴν καταργήσητε καθ’ ὁλοκληρίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 20, ὡς ἔχει.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 21 (ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν).
§163ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ δέκατον ἔτος τῆς ἡλικίας εἶναι πολύ. Νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ ὄγδοον.
§164ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ δωδέκατον εἶναι ἀρκετόν. Δὲν παραδέχεται τὸ δωδέκατον ὁ κ. Ὑπουργός; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 21. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 22 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 23 (ἀναγινώσκεται).
§166ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐκτὸς τῶν κοινοτήτων τῶν κατοικουμένων ὑπὸ καθολικῶν ὁμογενῶν, ὑπάρχουσι καὶ κοινότητες ἄλλαι, διὰ τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν. Κοινότητες τοιαῦται εἶναι αἱ ἰσραηλιτικαί· ὑπάρχουσι κοινότητες, τὰς ὁποίας σήμερον τὸ Δημόσιον βοηθεῖ διὰ βοηθήματος. Νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν καὶ εἰς τὰς κοινότητας τὰς ἰσραηλιτικὰς νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρον.
§167Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρεδέχθημεν νὰ παράσχωμεν τὴν κατωτέραν ἐκπαίδευσιν εἰς τὰς κώμας ἐκείνας καὶ τὰς πόλεις, αἱ ὁποῖαι κατοικοῦνται ἀποκλειστικῶς ἀπὸ χριστιανοὺς πρεσβεύοντας τὸ καθολικὸν δόγμα, ἀλλ’ αἱ ἰσραηλιτικαὶ κοινότητες συζῶσι μετὰ κοινοτήτων ὀρθοδόξων, ἀποτελοῦσι μίαν οἰκογένειαν μετὰ τῶν ὀρθοδόξων, δὲν εἶναι ἑπομένως εἰς τὴν περίπτωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ καθολικοί. Ἐὰν δὲ ἀποδεχθῶμεν νὰ μισθοδοτῶμεν διδασκάλους διὰ τὰς ἰσραηλιτικὰς κοινότητας, διὰ τὰς μουσουλμανικὰς κοινότητας, θέλομεν ἀνοίξει θύραν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι εὔκολον νὰ κλεισθῇ. Ἄλλως δὲν νομίζω ὅτι τὸ Κράτος ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν, αἱ κοινότητες μάλιστα ἔχουσι μέσα καὶ δύνανται νὰ διατηρήσωσι τὰ σχολεῖά των, δὲν εἶναι δ’ ἀναγκαῖον τὸ Κράτος νὰ μισθοδοτήσῃ τὸν διδάσκαλον τῶν ἱερῶν μαθημάτων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχωσι χωρία, ἔνθα εἶναι μόνον καθολικοί, βεβαίως πρέπει νὰ διορίσῃ τὸ Κράτος ἕνα διδάσκαλον τῶν ἱερῶν μαθημάτων, τὸν ἱερέα αὐτῶν.
§168ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ὑπῆρχε φόβος, ὅτι παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν ταύτην θέλομεν ὠθήσει τὸ Κράτος εἰς σπουδαίας δαπάνας, θὰ ἦτο λογικόν· ἀλλ’ ἡ δαπάνη εἶναι ἐλαχίστη· ἔχει ὅμως τὸ ἑξῆς καλὸν, ὅτι αἱ κοινότητες αὗται, αἱ ὁποῖαι δὲν στέλλουσι τὰ τέκνα των εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα τῶν ὀρθοδόξων κοινοτήτων, ἀλλ’ ἔχουσιν ὅλαι ἴδιον σχολεῖον, θὰ συντηρῶσι τὰ σχολεῖά των ταῦτα ὁμοιομόρφως, θὰ διδάσκηται δὲ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ὅπως καὶ εἰς τὰ ὀρθόδοξα σχολεῖα. Τοῦτο ἔχει τὸ ἑξῆς καλὸν, ὅτι τὰ τέκνα τῶν Ἰσραηλιτῶν ἰδίως—ἂν δὲ καὶ τῶν Ὀθωμανῶν ἦτο δυνατόν, καὶ τοῦτο νὰ τὸ κάμωμεν,—θέλουσιν ἀποβαίνει πλέον Ἕλληνες, ἀφ’ ὅ,τι ἀποβαίνουσιν, ἐὰν κεχωρισμένως ἐξακολουθῶσι τὰς σπουδάς των. Μετὰ τὸ πέρας δὲ τῶν δημοτικῶν σπουδῶν των, ἢ ἐγκαταλιμπάνουσι τὰς σπουδάς των καὶ εἰσέρχονται εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμποδίσωμεν, ἢ πέμπονται ἐκτὸς τοῦ Κράτους, διὰ νὰ συμπληρώσωσιν αὐτάς. Εἶναι καλὸν αἱ σπουδαὶ καὶ τῶν νέων τούτων τῶν ἰσραηλιτικῶν κοινοτήτων νὰ ἦναι ὁμοιόμορφοι μὲ τὰς σπουδὰς τῶν κοινοτήτων τῶν ὀρθοδόξων. Τοῦτο κυρίως παρετήρησα, διότι σήμερον, ὡς γνωρίζετε, τὸ Κράτος δαπανᾷ διὰ τὰς κοινότητας, καὶ διὰ βοηθήματος δίδει περίπου τὴν μισθοδοσίαν, ἀλλοῦ μὲν διαρκῆ, ἀλλοῦ δὲ περιοδικήν.
§169Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἶναι καὶ διδάσκαλοι.
§170ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι καὶ διδάσκαλοι· δὲν εἶναι ὅμως διδάσκαλοι ὑπαγόμενοι εἰς τὸν νόμον.
§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἤθελον σπουδάζει ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις τέκνα Ἰσραηλιτῶν, τότε ἐστὲ βέβαιος, ὅτι οἱ πατέρες αὐτῶν δὲν θέλουν στέργει νὰ ἀκούωσι τῶν ἱερῶν μαθημάτων τοῦ δημοτικοῦ σχολείου· θέλουσι πέμψει τὰ τέκνα των εἰς τὸν Ραββῖνον. Ἐὰν δὲ ἡμεῖς θελήσωμεν νὰ μισθοδοτῶμεν διδάσκαλον ἱερῶν μαθημάτων διὰ τοὺς Ἰσραηλίτας, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ νομοθετήσωμεν μισθοδοσίαν εἰς τοὺς Ραββίνους.
§172ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῶν ἱερῶν μαθημάτων ὄχι· αὐτοὶ ἔχουσιν ἰδιαίτερα κοινοτικὰ σχολεῖα.
§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἔχωσιν ἰδιαίτερα, θὰ ἔχωσι τὸν Ραββῖνον.
§174ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι· ἔχουσι δημοδιδάσκαλον καὶ εἰς τὴν Λάρισαν καὶ εἰς τὰ Τρίκκαλα.
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἱερὰ διδάσκονται πανταχοῦ ἀπὸ τὸν Ραββῖνον, διδάσκεται μάλιστα καί τι πλέον, ἡ τήρησις τῶν παραδόσεων, ὅπου δ’ ὑπάρχουσιν ἰσραηλιτικαὶ κοινότητες, ἔχουσιν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐκτελεῖ τὰς πατρίας αὐτῶν παραδόσεις καὶ κατὰ τὴν σφαγὴν τῶν ζώων ἀκόμη πρὸς τέλεσιν τῶν θυσιῶν.
§176ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ταῦτα δὲν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὴν διδασκαλίαν. Ὁ Ραββῖνος οὐδαμοῦ θὰ κατέλθῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ δημοδιδασκάλου.
§177ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον ὁμιλεῖ μόνον περὶ ἱερῶν μαθημάτων. Τοῦτο ἐγέννησε τὴν σύγχυσιν.
§178ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει (ἀναγινώσκει: «... Ἐν κώμαις καὶ πόλεσιν, ἐν αἷς πάντες οἱ κατοικοῦντες πρεσβεύουσι τὸ καθολικὸν δόγμα, δύναται νὰ διορισθῇ ἐν τοῖς ἐν αὐτοῖς δημοτικοῖς σχολείοις ἢ γραμματοδιδασκαλείοις διδάσκαλος τῶν ἱερῶν μαθημάτων ἱερεὺς καθολικός. Ὁ οὕτω διοριζόμενος δὲν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἔχῃ πτυχίον δημοδιδασκάλου.» Ἔστω· ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου δύναται νὰ προστεθῇ, ἐὰν ἐγκριθῇ, ὅτι καὶ αἱ κοινότητες αἱ ἰσραηλιτικαὶ πρέπει νὰ ἔχωσι γραμματοδιδάσκαλον, ἢ διδάσκαλον, ἀναλόγως τῶν πόρων των καὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
§179Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν κωλύει αὐτό.
§180ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κωλύει. Αὐτοὶ δὲν θὰ στείλουν τὰ τέκνα των νὰ σπουδάσουν.
§181Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτοὶ τὰ στέλλουν.
§182Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς τὴν Πρέβεζαν, μεταβὰς εἰς τὸ σχολεῖον, εἶδον ὀθωμανόπαιδας.
§183ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὴν Πρέβεζαν μάλιστα.
§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζετε ὅτι οἱ πατέρες αὐτῶν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ διορίσητε ἐν τῷ δημοτικῷ σχολείῳ ἕνα, ἵνα διδάσκῃ καὶ ἱερὰ μαθήματα; Διδάσκονται αὐτοὶ ἰδίᾳ αὐτῶν φροντίδι.
§185ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἱερῶν· πρόκειται περὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν σχολείων.
§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ φοιτῶσι, φοιτῶσι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 23 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρ. 24 (ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν.
§188Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). «Ὁ νομάρχης ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν ἐντὸς 3 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παραλαβῆς τῆς προτάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἢ τοῦ νομαρχιακοῦ ἐπιθεωρητοῦ», λέγει τὸ ἄρθρον. Πρέπει νὰ γείνῃ «καὶ τοῦ νομαρχιακοῦ ἐπιθεωρητοῦ». Δὲν δύναται νὰ προβῇ ἄνευ τοῦ νομαρχιακοῦ ἐπιθεωρητοῦ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον.
§189ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι δά! δὲν ἔχει οὕτω.
§190ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁπλῶς προκαλεῖ ὁ ἐπιθεωρητὴς τὸν διορισμόν.
§191Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ δώσῃ τὴν γνώμην του.
§192ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ τὸ συζητήσωμεν διὰ μακρῶν, διότι αὐτὸ εἶναι μία ἀνατροπὴ τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§193Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὄχι δὲν εἶναι καμμία ἀνατροπή.
§194ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ τὸ συζητήσωμεν αὐτό.
§195ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον εἶναι ἀλληλένδετον μὲ τὰ ἄρθρα 26 καὶ 27. Ἔχω νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν τινὰ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀφορῶσαν τὸν διορισμὸν κυρίως τῶν δημοδιδασκάλων, χωρὶς νὰ θίγῃ δὲ τὸ τῆς μεταθέσεως τοῦ δημοδιδασκάλου. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἀνέπτυξα ὅτι ἡ τακτική, ἡ ὁποία καθιεροῦται διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ, ἀδύνατον δὲ νὰ πραγματοποιηθῇ, δι’ ἔλλειψιν Δημοτικῶν Συμβουλίων, διότι ὁ θεσμὸς τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τελείως ἀργεῖ ἐν Ἑλλάδι. Διὰ τοῦτο λοιπὸν προτείνω, τὸ ἄρθρον 24 νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Οἱ δημοδιδάσκαλοι ἢ γραμματοδιδάσκαλοι διορίζονται, παύονται καὶ μετατίθενται δι’ ὑπουργικῆς πράξεως τοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργοῦ» Τὸ «μετατίθενται δὲ δι’ ὑπουργικῆς πράξεως» δὲν εἶναι αὐθαίρετον δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι δεσμεύεται ὑπὸ τῶν διατυπώσεων τῶν καθιερουμένων ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 26. Τὸ ἄρθρον 26 νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς—καὶ τὸ προτείνω ἀπὸ τοῦδε, διότι εἶναι ἀλληλένδετον μὲ τὸ ἄρθρον 24 —(ἀναγινώσκει): «Παῦσις ἢ εἰς κενὴν θέσιν μετάθεσις δημοδιδασκάλου, δημοδιδασκαλίσσης ἢ γραμματοδιδασκάλου ἐπιτρέπεται, μόνον ἂν αὕτη ἀπεφασίσθη ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου.» Νὰ μείνῃ ὡς ἐκεῖ τὸ ἄρθρον· τὸ ὑπόλοιπον νὰ διαγραφῇ. Ὅταν τοὺς διορίζῃ ὁ Ὑπουργὸς τοὺς δημοδιδασκάλους καὶ τοὺς μεταθέτῃ, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρωτῶνται τὰ Συμβούλια. Δι’ αὐτὸ προτείνω τὴν διαγραφὴν τοῦ μέρους αὐτοῦ. Ἐπίσης προτείνω τὴν διαγραφὴν ἐκ τοῦ ἄρθρου 27...
§196ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη.
§197ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἀλληλένδετον· διότι, ἐὰν ἡ τροπολογία μου τεθῇ μεμονωμένη, εἶναι εἰς ἀντίφασιν μὲ τὰ ἄρθρα αὐτά... Προτείνω τὴν διαγραφὴν τῆς φράσεως «συγκατατεθῇ δὲ εἰς τοῦτο τὸ ἁρμόδιον Συμβούλιον.»
§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν λέγει τὸ ἄρθρον «τὸ ἁρμόδιον Συμβούλιον».
§199ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Δύναται νὰ διαταχθῇ μετάθεσις δημοδιδασκάλου, ἢ δημοδιδασκαλίσσης, ἢ γραμματοδιδασκάλου, καὶ ἄνευ ἀποφάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὰς ἐτησίας διακοπὰς τῶν μαθημάτων, ἀλλὰ μόνον τῇ διὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ὑποβληθείσῃ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον αἰτήσει αὐτῶν, ἂν τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην τοῦ αἰτοῦντος ἐγκρίνῃ καὶ ὁ ἐπιθεωρητής, καὶ ἂν ἐρωτηθεὶς ἀναφέρῃ τὴν ἑαυτοῦ συγκατάθεσιν ὡσαύτως διὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ὁ ἀντιμετατιθέμενος, συγκατατεθῇ δὲ εἰς τοῦτο τὸ ἁρμόδιον Δημοτικὸν Συμβούλιον...» Τὸ «συγκατατεθῇ δὲ εἰς τοῦτο τὸ ἁρμόδιον Δημοτικὸν Συμβούλιον» περιττεύει, ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν τῆς τροπολογίας μου, διότι εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν θὰ προκαλέσω ψηφοφορίαν ἐπ’ αὐτῆς.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 230).
§201ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἐὰν ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ γείνῃ δεκτὴ, πρέπει ν’ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ μὴ χάνωμεν καιρὸν, συζητοῦντες αὐτό. Ἡ ἐφαρμογὴ τῆς θεμελιώδους ἰδέας, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ νομοσχέδιον, βεβαίως θέλει ἀπαντήσει πολλὰς δυσχερείας, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ ὀῤῥωδήσωμεν, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ καθιερώσωμεν μίαν σωστικὴν ἀρχὴν, τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἄν λείψῃ ἡ ἀρχὴ αὕτη, νομίζω ὅτι καλῶς ἔχει τὸ σήμερον λειτουργοῦν σύστημα, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν νέα συστήματα ἄνευ βάσεως καὶ ἄνευ κεντρικῆς καὶ θεμελιώδους τινὸς ἰδέας. Ἄς βελτιώσωμεν τὸ σήμερον ἰσχύον σύστημα, ἂς συμβιβάσωμεν αὐτὸ μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ μας καὶ ἂς μὴ θελήσωμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς πολλὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας θέλει ἀπαντήσει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου τούτου συστήματος. Ἀπὸ τὴν αὐτὴν ἰδέαν ὁρμώμενος, εὑρίσκω, ὅτι κυρίως ἡγεῖται ἡ ἀρχὴ τῆς ἀποκεντρώσεως ἐν τῷ ἄρθρῳ 24. Εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον ὅτι σήμερον τὰ πλεῖστα, τὰ 9/10 ἴσως τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, δὲν λειτουργοῦσι κανονικῶς· δὲν εἶναι δὲ μόνον τοῦτο τὸ σφάλμα τῆς λειτουργίας τῶν δημοτικῶν ἡμῶν θεσμῶν. Πάντες ὅσοι δὲν ἐνθουσιαζόμεθα μὲ τὴν ὑπερβολικὴν συγκέντρωσιν, ὁμολογοῦμεν ὅτι οἱ δημοτικοὶ θεσμοὶ καίριον ἔπαθον τραῦμα ἀφ’ ὅτου ἡ συγκέντρωσις ἤρξατο ἐπικρατοῦσα ἐν τῇ νομοθεσίᾳ. Πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ὀργανώσωμεν τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς οὕτως, ὥστε νὰ ἐπιτύχωμεν ἀποκεντρωτικοὺς θεσμοὺς, συντελοῦντας εἰς τὴν ἀληθῆ λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, εἰς τὴν τελειοτέραν ἐκτέλεσιν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν καὶ εἰς τὴν ἐκγύμνασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως πράγματι ἀπολαμβάνῃ ἐλευθερίας πραγματικῆς καὶ θετικῆς. Τοιαύτην ἀρχὴν νομίζω ὅτι προτίθεται νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ὡς τοιοῦτον τὸ παραδέχομαι καὶ τὸ ὑποστηρίζω· ἀλλὰ πρέπει εἰλικρινῶς νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ. Ἀπαντᾶται δυσκολία εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῶν δημοτικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ἀρχῶν, ἢ καὶ τῶν νομαρχιακῶν. Ἔχομεν νομάρχας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐπειδὴ δ’ ἐλλείπουσι τέλειαι δημοτικαὶ ἀρχαὶ καὶ τέλειαι ἐπαρχιακαὶ ἢ νομαρχιακαὶ, εὑρέθη ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν δύσκολον θέσιν νὰ εὕρῃ τὴν θεμελιώδη βάσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατέφυγεν εἰς τὸν σχηματισμὸν ἑνὸς εἰδικοῦ Συμβουλίου, τοῦ Ἐποπτικοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι κἄτι τι τυχαῖον, καὶ τὸ ὁποῖον ἐσχηματίσθη, ὅπως δοθῇ βάσις τις εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἄν ἀφαιρέσητε τὴν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον λειτουργίαν τῶν διαφόρων ἀρχῶν, δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον τὴν ἀποκέντρωσιν ὡς βάσιν τοῦ θεσμοῦ. Ἀφοῦ τυχαίως ἐσχηματίσθη ἡ βάσις αὕτη ἡ ἀποκεντρωτικὴ, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐκλείψῃ, καὶ θὰ ἐκλείψῃ ἅμα ὡς εἰλικρινῶς βελτιώσωμεν τὴν λειτουργίαν τῶν δημοτικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ἀρχῶν, ἡ βάσις αὕτη πρέπει νὰ ᾖ σεβαστή, μέχρις οὗ μορφωθῶσιν αἱ ἄλλαι, αἱ φυσικώτεραι. Ἡ σημασία τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου δὲν πρέπει ν’ ἀποῤῥοφηθῇ ὑπὸ τῆς ἐξουσίας τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐνταῦτα δὲ ἐπειδὴ προεῖδεν ὁ συντάκτης τοῦ νομοθετήματος ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τῆς δεκαπενθημέρου προθεσμίας τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ἐξουσίαν, ἥτις δίδεται εἰς αὐτὰ πρὸς διορισμὸν τοῦ δημοδιδασκάλου, ἀφῆκε τὴν ἀντικατάστασιν τῆς ἐξουσίας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου οὐχὶ εἰς τὸ ἐπίτηδες σχηματιζόμενον ἀποκεντρωτικὸν σῶμα τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐποπτείας, ἀλλ’ εἰς τὸν ἐπιθεωρητήν, ὅστις εἶναι ὄργανον τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν ἦναι οὗτος, ὁ ὁποῖος θὰ προτείνῃ τὸν διορισμὸν εἰς τὸν νομάρχην, ἐξερχόμεθα τῆς θεμελιώδους ἰδέας τοῦ θεσμοῦ, διότι ὁ ἐπιθεωρητὴς εἶναι ὄργανον τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Μόνον δ’ ἐν τῇ συμπράξει μετὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐποπτείας ἀποτελεῖ μέρος τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ σώματος, τοῦ χρησιμεύοντος εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ. Ἐὰν ἐπρόβλεπεν ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἐξασκήσωσι τελείαν τὴν ἐξουσίαν, τὴν παραχωρουμένην εἰς αὐτά, τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς ἐποπτείας καὶ οὐχὶ εἰς τὸν ἐπιθεωρητήν. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι θεωρῶ προσωρινὴν τὴν λειτουργίαν τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἐποπτικοῦ, διότι νομίζω, ὅτι, ἂν βαδίσωμεν τὴν ὁδὸν τῆς ἀποκεντρώσεως, θὰ ἔχωμεν καὶ Δημοτικὰ καὶ Νομαρχιακὰ Συμβούλια πράγματι λειτουργοῦντα· ἀλλὰ μέχρις οὗ φθάσωμεν εἰς τὴν τελειοποίησιν ταύτην τῶν δημοτικῶν καὶ νομαρχιακῶν θεσμῶν, πρέπει νὰ μείνωμεν εἰς τὴν πλήρη λειτουργίαν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, καὶ νὰ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτὸ τὴν πρότασιν τοῦ διορισμοῦ τοῦ δημοδιδασκάλου, ἐὰν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν ἠδυνήθη νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτήν.
§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης δὲν θέλει μᾶς ἀγάγει εἰς βέβαια ἀποτελέσματα. Πᾶσα ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν, εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ὀρθή, διότι ἔπρεπεν ἀληθῶς νὰ ἀποκεντρώσωμεν τὴν διοίκησιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἀφαιρέσωμεν αὐτὴν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἡ διοίκησις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐνασκεῖται διὰ πολλαπλῶν πράξεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι τὸ καθῆκον τοῦ διορισμοῦ, τὸ τῆς παύσεως καὶ τῆς μεταθέσεως, ἀλλὰ πλὴν τούτου ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα καθήκοντα τῆς διοικήσεως, σκοποῦντα τὴν ῥύθμισιν τῶν πραγμάτων. Τὰ καθήκοντα τοῦ διορισμοῦ, τῆς παύσεως καὶ τῆς μεταθέσεως ἐνασκοῦνται ἐπὶ προσώπων, ἐπειδὴ δὲ ταῦτα συνδέονται ἀῤῥήκτως μὲ πολιτικὰς σχέσεις ἢ μὲ τοπικὰ συμφέροντα, ἢ μὲ κοινοτικά, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον διὰ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ διορισμοῦ, τῆς παύσεως καὶ τῆς μεταθέσεως ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν συμφερόντων τούτων. Διὰ τοῦτο κατὰ πρῶτον λόγον ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ καὶ τὸ τῆς παύσεως, ἔπρεπε δὲ νὰ εὑρεθῇ ἄλλη τις ἀρχὴ εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀνατεθῶσι ταῦτα, ἥτις ὅμως δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον. Οἱ νόμοι οἱ ἀρχαιότεροι περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν προέβλεπον περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ διορισμοῦ, τῆς παύσεως καὶ τῆς μεταθέσεως, ἀναφέροντες ἁπλῶς, ὅτι ὁ νομάρχης διορίζει τοὺς διδασκάλους· ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἐξετελεῖτο. Αἱ κατὰ τὸν νόμον τοπικαὶ ἐφορευτικαὶ ἐπιτροπαὶ εἴτε δὲν συνεστάθησαν, εἴτε ὅπου συνεστάθησαν, δὲν εἰργάσθησαν, ἴσως ἕνεκα τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ἴσως ἕνεκα τῶν ἠθῶν· διὰ τοῦτο δὲν συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ λειτουργήσῃ ὁ θεσμὸς, οὐδ’ ἐλειτούργει ἡ ἐπιθεωρητικὴ κατὰ δῆμον ἐπιτροπή, διότι καὶ αἱ ἐκλεχθεῖσαι που δὲν εἰργάζοντο. Ὑπελείπετο νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο ἦτο ἐπαρκές, ἵνα ἐνασκήσῃ τὰ τῆς διοικήσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Γνωρίζετε τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, καὶ μὴ ζητεῖτε περισσοτέρας πληροφορίας. Διὰ τοῦτο ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἐδημιούργησεν ἀρχὴν νέαν, τὴν ὁποίαν προσεπάθησε νὰ καταστήσῃ ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ἔχουσαν τὰς ἀναγκαίας τοπικὰς καὶ ἐπιστημονικὰς γνώσεις, συνδυάζων τὸ συμφέρον τὸ ἐπιστημονικὸν μὲ τὴν γνῶσιν τῶν τοπικῶν περιστάσεων. Ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον. Τοῦτο περιέχει τὴν ἐπιστήμην, διότι τυγχάνει μέλος αὐτοῦ ὁ γυμνασιάρχης, περιέχει ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσοτέρας πεφωτισμένας γνώσεις περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, διότι εἰσήχθησαν ἐν τῷ Συμβουλίῳ ἓν μέλος ἐκ τῶν ἐμποροκτηματιῶν καὶ ἓν μέλος ἐκ τῶν ἐν τῷ τόπῳ μετερχομένων ἐλεύθερα ἐπαγγέλματα, ἤτοι τῶν δικηγόρων καὶ τῶν ἰατρῶν. Ταῦτα τὰ μέλη ἐτάχθησαν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἐπισκόπου, ὅστις, κατὰ τὴν ἱστορίαν καὶ τὰς παραδόσεις τοῦ τόπου, ἐτύγχανε πάντοτε ἐπιφορτισμένος μὲ τὴν καλλιέργειαν τῶν γραμμάτων, ἥτις ἦτο ἀνατεθειμένη εἰς τὸν κλῆρον. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου προέρχεταί τις καὶ ἐκ διορισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου, ὁ ἐπιθεωρητὴς, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ σημαντικώτερον ὄργανον τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ διὰ τοῦτο ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου προσεπάθησε νὰ χειραφετηθῇ οὗτος ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ συνδέεται μὲν μὲ τὸ Ὑπουργεῖον, διότι διορίζεται ὑπ’ αὐτοῦ, χαλαροῦνται ὅμως οἱ δεσμοὶ οἱ συνδέοντες αὐτὸν μετὰ τοῦ Ὑπουργείου, διότι ἀφῃρέθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἐλευθερία νὰ παύῃ αὐτὸν, ἐτέθη δ’ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν συναδέλφων αὐτοῦ, καὶ ἐπετράπη ἡ παῦσις ἢ ἡ μετάθεσις αὐτοῦ μόνον ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, διότι ἄλλως ἤθελε μεταβληθῆ ὁ ἐπιθεωρητὴς εἰς ἰδιόῤῥυθμόν τι καὶ ἔκρυθμον ὄργανον διοικήσεως. Ὅθεν οἱ συνάδελφοι τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, οἵτινες γνωρίζουσι τὸν τόπον, ἐν ᾧ κατοικοῦσι, καὶ πονοῦσιν αὐτὸν, ἐὰν πεισθῶσιν ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς κατεχράσθη τῆς θέσεως αὐτοῦ δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἔχουσιν ἐκ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα νὰ προτείνωσι τὴν παῦσιν ἢ τὴν μετάθεσιν αὐτοῦ. Οὕτως ἐχαλαρώθη καὶ ὁ μόνος δεσμὸς, ὅστις ὑπῆρχε μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ἡ λειτουργία τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κατεστάθη ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἀνεξάρτητος, ἐπειδὴ δὲ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἐπιτηρεῖ τὰ τῆς διδασκαλίας διὰ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ, ἐδημιουργήθησαν πιθανότητες, ὅτι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως καὶ τὸ τῆς μεταθέσεως θέλουσιν ἐνασκεῖσθαι εὐσυνειδήτως καὶ σκοπίμως. Καὶ ὄντως διατὶ πρέπει νὰ μετατίθεται ὁ δημοδιδάσκαλος, εἰμὴ διότι ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ διωρίσθη, δὲν ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του, εἴτε ἕνεκα ὑποκειμενικῶν εἴτε ἕνεκα ἀντικειμενικῶν λόγων; Ὁ ἐπιθεωρητὴς λοιπὸν ἐτάχθη, ἵνα ἐξετάσῃ, ἂν ὄντως δὲν ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα του ἕνεκα λόγων συναφῶν μετὰ τοῦ τόπου, τὸ δ’ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον νὰ προτείνῃ τὴν μετάθεσιν τοῦ δημοδιδασκάλου. Καὶ ὄντως πῶς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἤθελεν ἄλλως ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν πραγμάτων, εἰμὴ διὰ τῶν ἐπιθεωρήσεων; Πρὸς τοῦτο, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὁ ἐπιθεωρητὴς μεταβαίνει ἐπὶ τόπου, ἐξετάζει τὰ τῆς διδασκαλίας, πορίζεται πάσας τὰς πληροφορίας περὶ τοῦ διδασκάλου, ἀνακοινώνει αὐτὰς εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, τοῦτο δὲ ἀποφαίνεται περὶ τῆς μεταθέσεως ἢ τῆς παύσεως. Ἀλλ’ ἡ μεταβίβασις τοῦ δικαιώματος τοῦ διορισμοῦ εἰς ἑτέραν ἀρχὴν, ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργείου, προσκρούει εἰς δυσκολίας. Καὶ πρῶτον οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις κατοικοῦντες, καὶ αὐτοὶ οἱ ἐν Ἀθήναις, δὲν γνωρίζουσι τίνες δημοδιδάσκαλοί εἰσι διαθέσιμοι, ἢ στέργουσι νὰ διορισθῶσι δημοδιδάσκαλοι ἐν τούτῳ ἢ ἐν ἐκείνῳ τῷ Σχολείῳ, οὐδὲ γνωρίζουσιν ἂν οἱ ὑπάρχοντες διαθέσιμοι καὶ στέργοντες νὰ διορισθῶσιν ἦναι κατάλληλοι. Εἰς ποίαν δὲ ἀρχὴν νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἔρευνα τούτων; Εἰς τὸν Δήμαρχον ἡ κοινωνία ἔχει δυσπίστως. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, συγκείμενον ἀπὸ 6 ἢ 12 ἢ 18 λογάδας τοῦ δήμου, ὑποτίθεται μὲν ὅτι πονεῖ τὸν τόπον, ὅτι ἔχει πρὸς αὐτὸν στοργὴν, καὶ ὅτι ἐργάζεται εἰλικρινέστερον, τὰ μέλη ὅμως τοῦ Συμβουλίου εἰσὶν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι βιωτικὰς ἀνάγκας, καὶ ὀφείλουσι νὰ ἐργάζωνται, εἰ μὲν γεωργοί, ἐν τῷ ἀγρῷ, εἰ δὲ βιομήχανοι, ἐν τῷ ἐργαστηρίῳ, εἰ δὲ μικροέμποροι ἢ μικροβιομήχανοι, ἐν τοῖς περιχώροις καὶ ἀλλαχοῦ, οὐδ’ εἰσὶ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν παρόντες ἢ ἕτοιμοι νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὰ τοῦ Σχολείου. Διὰ τοῦτο οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον ἐσκέφθησαν νὰ εὕρωσιν ἐκεῖνον, εἰς ὃν προσήκει νὰ ἀνατεθῇ ὁ διορισμός. Ἀνευρέθη λοιπόν τις, ὅστις εἶναι εἰς κρείττονα θέσιν ἀπὸ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, διότι ἔχει τοὺς καταλόγους τῶν δημοδιδασκάλων, ἔχει καὶ εἰδήσεις περὶ τοῦ χαρακτῆρος ἢ τῆς ἱκανότητος αὐτῶν· διὰ τοῦτο, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν ἤθελε διορίσει τὸν δημοδιδάσκαλον, θέλει διορίζεσθαι οὗτος ἀπὸ τὸν νομάρχην, τῇ προτάσει τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εὗρε τὸ ἐλάττωμα, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ ἰσχυρίσθη ὅτι εἶναι οὕτως ὑπάλληλος αὐτοῦ. Περὶ τοῦ ἐλαττώματος ὅμως τούτου εἶπον, ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου προσεπάθησε νὰ μειώσῃ αὐτό, ὅσον εἶναι δυνατὸν, χαλαρώσας τοὺς δεσμοὺς, τοὺς συνδέοντας τὸν ἐπιθεωρητὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, καταστήσας αὐτὸν σχεδὸν ἀνεξάρτητον· δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ἕτερος τρόπος. Ἂς ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸ πρῶτον τοῦτο βῆμα· ἡ ἐφαρμογὴ θέλει ἀποδείξει, ὅτι οὕτως ἀπηλλάξαμεν τοὺς διδασκάλους ἀπὸ τὴν συμφορὰν, ἥτις ἐνέσκηπτεν εἰς αὐτοὺς κατὰ τοὺς μῆνας Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον ἑκάστου ἔτους, ὅτε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐγίγνετο ἀληθὴς ἀναστάτωσις. Ἂς ἀρκεσθῶμεν εἰς τοῦτο τὸ μέτρον. Ἐγὼ δὲν παριστῶ αὐτὸ ὡς τὸ τελειότερον· μάλιστα, ὅτε συνεζήτουν μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὃν χρόνον τοῦτο συνετάσσετο, ἐδίσταζον νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τῶν δημοδιδασκάλων, ἀμηχανῶν εἰς τίνα νὰ ἀναθέσω αὐτὸ, ὑπεχώρησα δ’ εἰς τὴν ἐπιμονὴν τοῦ συναδέλφου μου, ἀποδεχθεὶς τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφὲν σύστημα. Ἐν τούτοις, ἂν ἠθέλομεν πεισθῇ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ διορισμοῦ τῶν δημοδιδασκάλων προσκόπτει εἰς μεγάλας δυσχερείας, εὔκολον εἶναι νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ νῦν ἰσχύον σύστημα, ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς τὸν διορισμόν.
§203ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν πρὸ παντὸς νὰ μοὶ ἐξηγηθῇ τι, τὸ ὁποῖον ἤκουσα προηγουμένως ἐν διαλογικῇ συζητήσει λεχθέν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μοὶ ἐφάνη ὅτι εἶπεν ὅτι μαζὺ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ Συμβουλίου περὶ τοῦ διοριστέου πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ πρότασις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ...
§204Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν εἶπον αὐτό.
§205ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε οἱ δημοδιδάσκαλοι διορίζονται ὑπὸ τοῦ νομάρχου τοῦ νομοῦ, ἐν ᾧ ὑπάρχει τὸ σχολεῖον, κατὰ πρότασιν τοῦ ἁρμοδίου Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προκαλουμένην ὑπὸ τοῦ παρὰ τῷ ἐν τῷ νομῷ Ἐποπτικῷ Συμβουλίῳ ἐπιθεωρητοῦ. Τὸ προκαλουμένην ὑπὸ τοῦ.... ἐπιθεωρητοῦ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ συμπροτείνῃ καὶ ὁ ἐπιθεωρητής. Πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ σαφῶς, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν πρόκειται νὰ προκαλῇ τὸ Συμβούλιον διὰ νὰ διορίσῃ τὸν δεῖνα ἢ τὸν τάδε, ὁ ἐπιθεωρητὴς ἁπλῶς προκαλεῖ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ προτείνῃ τὸν διοριστέον. Αὐτὸ δὲν ἐννοεῖ, κύριε Ὑπουργέ;
§206Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μάλιστα.
§207ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰ ἄλλα, τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Μαντινείας, βεβαίως ὑπεραρκοῦσι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὐχ ἧττον ὅμως βεβαίως ὀφείλει τις νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ὁ κ. συνάδελφος εἶπε, διὰ μακρῶν ὑποστηρίζων τὴν γνώμην του, τὴν ὁποίαν καὶ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἶχεν ὑποβάλει. Τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου εἶναι βεβαίως πλήρης ἀνατροπὴ τοῦ νομοσχεδίου· ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ παραμερίσωμεν καὶ κατ’ ἐλάχιστον ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως τοῦ διορισμοῦ τῶν διδασκάλων παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, οὐδὲν ἐπράξαμεν· τοσούτῳ δὲ μᾶλλον οὐδὲν ἐπράξαμεν, καθ’ ὅσον ὡς πρὸς τὸ πρῶτον κεφάλαιον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ σχετιζόμενον μὲ τὰ ὅρια, μέχρι τῶν ὁποίων θὰ φθάνῃ ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου, ἐλάβομεν τὴν ὑπόσχεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα θὰ μείνωσιν ὅλα. Ἐὰν λοιπὸν ἀναγνωρίσητε ὡς βάσιν καὶ τὴν ἀνάγκην τὴν ἐκπαιδευτικήν, ἐφ’ ἧς στηρίζεται τὸ νομοθετικὸν καθεστώς, ὡς πρὸς τὴν εἰσφορὰν τοῦ Δημοσίου, δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι, ἐὰν ὁ διορισμὸς δὲν γίνεται παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τὸ νομοσχέδιον αὐτό, μετὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις περὶ διατηρήσεως τῶν ὑπαρχόντων σχολείων, δὲν βλέπω ποίαν ἔχει χρησιμότητα· διότι κατ’ οὐσίαν ἐντελῶς ἀνατρέπεται, διότι αἱ ἄλλαι ἐγγυήσεις τῶν ἐπιτροπῶν καὶ τὰ τοιαῦτα ὑπάρχουσι καὶ κατὰ τὸν καθεστῶτα νόμον, ἀλλ’ εἰς οὐδὲν ταῦτα ὠφέλησαν. Εἴμεθα χορτασμένοι καὶ ἀπὸ ἐπιτροπὰς καὶ ἀπὸ γνωμοδοτήσεις καὶ ἀπὸ Συμβούλια· ἂς μὴ ἐξακολουθῶμεν νὰ ἐχώμεθα τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὡς πρὸς τὰ τοιαῦτα μᾶς διέπει μέχρι τοῦδε, οὐδὲ πρόκειται ἄλλως νὰ ἐκλέξῃ τὸ Συμβούλιον μεταξὺ ἀπεράντου ἀριθμοῦ. Τὸ Κράτος λέγει: ἔχω αὐτοὺς τοὺς δεδοκιμασμένους διδασκάλους, ἐξ αὐτῶν τὸ Συμβούλιον θὰ ἐκλέξῃ. Ἡ μόνη δέ, ἀλλὰ πρακτικὴ ἐγγύησις, εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον πλέον τὸ εἰλικρινές, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προτείνουσι τὸν διοριστέον. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἐὰν ὑπάρξῃ ἐλάττωμα καὶ ἀτέλεια περὶ τὴν ἐφαρμογὴν καὶ διάψευσις τῶν προσδοκιῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν, θὰ ἐπέλθῃ αὐτὴ ἡ διάψευσις ἡ μερικὴ τῶν προσδοκιῶν μόνον ἐκ τούτου, ὅτι δὲν ἐφηρμόσαμεν ἐντελῶς τὴν ἰδέαν τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἐὰν ὑπάρξῃ ἀποτυχία, δὲν θὰ ὑπάρξῃ διότι ἐκάμαμεν ἓν βῆμα πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν, ἀλλὰ διότι δὲν ἐκάμαμεν ἀρκετὸν βῆμα πρὸς αὐτήν. Ἐὰν ἠθέλετε προβῆ περαιτέρω, ἐὰν ἠθέλετε ἀναγνωρίσει τὰς κοινότητας ὡς δυναμένας νὰ προτείνωσι τοὺς διδασκάλους, ἠθέλετε ἔχει πλήρη ὡς πρὸς τοῦτο τὴν ἀποκέντρωσιν, καὶ τὴν αὐτοδιοίκησιν πράγματι λειτουργοῦσαν. Τί βλέπομεν ἐν Τουρκίᾳ; βλέπομεν σχολεῖα Ἑλληνικῶν κοινοτήτων ἄριστα λειτουργοῦντα. Διατί; Διότι περὶ τῶν διδασκάλων σκέπτονται αἱ κοινότητες, σκέπτονται οἱ γονεῖς, καὶ ἂν ἦναι πρᾶγμα, περὶ τοῦ ὁποίου οἱ γονεῖς μετ’ ἐνδιαφέροντος εἰλικρινοῦς σκέπτονται, εἶναι ἡ ἐκπαίδευσις τῶν τέκνων των. Καὶ μὴ δὲν ἔχομεν ὅλα τὰ κακὰ τῆς ἀποκεντρώσεως; Ἡ ἀποκέντρωσις ἐπενεργεῖ παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἐπενεργεῖ διὰ τρόπου νόθου, διὰ τρόπου διαφθείροντος. Γράφουν δημοτικοὶ σύμβουλοι, ὄχι ὡς δημοτικοὶ σύμβουλοι, ἀλλ’ ὡς κομματάρχαι μου, πρὸς ἐμέ, νὰ συστήσω τὸν διορισμὸν τοῦ δεῖνα διδασκάλου, καὶ ἐγὼ ἐνεργῶ καὶ διορίζεται. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἓν ἀγαθόν; Ἐὰν οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι, οἱ κομματάρχαι μου, συμπέσῃ νὰ προτείνωσιν εἰς ἐμὲ, τὸν ὑπουργικὸν Βουλευτήν, νὰ ἐπιβάλω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸν διορισμὸν καταλλήλου διδασκάλου, ἔχει καλῶς. Ἀλλὰ συμβαίνει καὶ νὰ μοὶ γράφῃ τὸ δεῖνα χωρίον ἢ ὁ δεῖνα κομματάρχης ὅτι ὁ διδάσκαλος τῆς Κοινότητος ἐκείνης δὲν πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὸ χωρίον του, διότι εἶναι κακὸς καὶ δὲν θέλουσι νὰ ἔχωσι τὰ παιδιὰ των ὑπὸ τοιοῦτον διδάσκαλον. Ἐγὼ ἐνεργῶ ὁ διδάσκαλος ἐκεῖνος νὰ μετατεθῇ ἀπὸ τὸ χωρίον ἐκεῖνο καὶ νὰ ἀποσταλῇ εἰς ἄλλο χωρίον, τὸ ὁποῖον ἔτυχε νὰ ἔχῃ τὴν δυσμένειάν μου, καὶ οὕτως ἐπέρχεται τὸ ἀποτέλεσμα τὸ οἰκτρόν, ὅτι ἄλλο μὲν χωρίον εἰσακούεται, καὶ ἄλλο τυραννεῖται. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι συγγραφεύς, ὁ ὁποῖος δὲν διακρίνεται διὰ τὰς ἀποκεντρωτικὰς ἰδέας, λέγει οὐχ ἧττον, προκειμένου περὶ ἐκπαιδεύσεως, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἐρωτῶνται οἱ γονεῖς. Ὅταν προκειμένου περὶ ἐκπαιδεύσεως, περὶ διορισμοῦ διδασκάλου, συμβουλεύησθε τοὺς γονεῖς τῶν ἐκπαιδευομένων παίδων, ἔχετε πάντοτε τὴν ἀσφάλειαν, ὅτι θὰ λάβητε καλὴν καὶ εἰλικρινῆ πρότασιν. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι, ἂν ὁ θεσμὸς οὗτος δὲν εὐδοκιμήσῃ ἐντελῶς, τότε δὲν πταίει ἡ ἐν αὐτῷ ἀποκέντρωσις, ἀλλὰ πταίει τὸ ὅτι δὲν ἐνοήθη καλῶς ἡ ἀποκέντρωσις. Ἀλλ’ εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι προτιμῶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν. Τὸ ἕτερον, ἐὰν τυχὸν ᾖναι ὀλίγη ἡ προθεσμία τοῦ δεκαημέρου, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὀφείλει νὰ ὑποβάλλῃ πρότασιν περὶ διορισμοῦ διδασκάλου, πρέπει νὰ λυθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδέας, ὅτι πρέπει νὰ διευκολυνθῇ ἡ ἐργασία τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ ἡ προθεσμία, νὰ ληφθῇ πᾶν μέτρον πρὸς διευκόλυνσιν τῆς ἐργασίας αὐτῆς ἵνα μὴ φύγωμεν ἀπὸ τὴν βάσιν. Ἐὰν πταίωσι τὰ ἄλλα, τὰ παρ’ ἡμῖν κακῶς ἔχοντα, καὶ δὲν προτείνῃ τὸ Συμβούλιον μετὰ τὴν διευκόλυνσιν τῆς ἐργασίας του ταύτης, δὲν πταίει ὁ θεσμὸς, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβωμεν πᾶν μέτρον, ὅπως ὁ θεσμὸς λειτουργήσῃ, διότι ἄλλως δολιευόμεθα αὐτόν.
§208ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δηλῶ ὅτι εἶμαι ἀποκεντρωτικώτερος καὶ ἀπὸ τὸν κ. Καραπάνον καὶ ἀπὸ τὸν κ. Χατζόπουλον, διότι εἶμαι νεώτερος καὶ ἐπικρατοῦσιν ἐν ἐμοὶ νεώτεραι ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀποκεντρωτικώτεραι. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηταί τις νὰ νομοθετήσῃ, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ποῖος νόμος δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τὸν τόπον, διὰ τὸν ὁποῖον νομοθετοῦμεν. Καὶ ὁ κ. Καραπάνος καὶ ὁ κ. Χατζόπουλος συμφωνοῦσι μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι Δημοτικὰ Συμβούλια δὲν λειτουργοῦσιν, ὁ θεσμὸς τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων εἶναι γράμμα τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον κατέστη νεκρὸν πρὸ πολλοῦ, νεκρώτερον δὲ τὸ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, διότι τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ἐνῷ εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ συνέρχωνται ἅπαξ τοὐλάχιστον τοῦ ἔτους, μόνον πρὸς ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου συνέρχονται. Ἐγὼ δὲ δὲν εἶδον ποτὲ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν πρᾶξις ἢ γνώμη Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου. Καὶ ὅταν ἤμεθα σύμφωνοι, ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια δὲν λειτουργοῦσιν ἐν Ἑλλάδι, διατὶ νὰ ἀναθέσωμεν τὸν διορισμὸν τοῦ δημοδιδασκάλου εἰς ἕνα πρωτοβάθμιον διδάσκαλον, ὁ ὁποῖος διωρίσθη ἐπιθεωρητής, καὶ νὰ μὴ ἀφήσωμεν αὐτὸν εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος γνωρίζει καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοδιδασκάλων καὶ τὸ ποιὸν αὐτῶν; Τὰς ἀποκεντρωτικὰς δὲ ἰδέας καὶ τὰς περὶ αὐτοτελείας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Καραπάνος καὶ ὁ κ. Χατζόπουλος, διηρμήνευσαν πρὸ χιλιετηρίδων σπουδαῖοι ἄλλοι ἄνδρες, ὁ Πλάτων καὶ ὁ Ἀριστοτέλης...
§209ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοὐναντίον, ἦσαν συγκεντρωτικώτατοι.
§210ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἔχομεν πρόσφατον παράδειγμα ἀποκεντρώσεως ἐφαρμοσθείσης ἐν Ἑλλάδι, ἡ ὁποία ἀπέτυχε τελείως. Εἰσήχθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς νόμοι ἀποκεντρωτικοί, ἀφορῶντες τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, ἀνετέθη ἡ ἐκλογὴ τῶν Εἰσαγγελέων εἰς τὰ ἀνώτερα δικαστήρια τοῦ Κράτους, νὰ προτείνωσι τοὺς δικαστάς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι προσόντα προαγωγῆς. Ἐὰν ᾖναι εὐχαριστημένοι οἱ κ. συνάδελφοι ἐκ τῶν προτάσεων τῶν δικαστηρίων, ἂς ἔλθωσι νὰ τὸ εἴπωσι, γνωρίζω ὅμως, ὅτι Ἐφετεῖον τοῦ Κράτους ἐπρότεινε πρόσωπα νὰ καθέξωσι τὴν θέσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, πρόσωπα εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάξιον νὰ εἴπῃ κανεὶς καὶ καλημέρα. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἐπρότεινεν ἕνα πρωτοδίκην νὰ γείνῃ ἐφέτης, τὸν ὁποῖον ἀπὸ φιλανθρωπίαν κρατοῦσιν εἰς τὴν θέσιν του τὰ Ὑπουργεῖα. Δὲν εἶναι λοιπὸν καλλίτερον νὰ ἀφήσωμεν τὴν ἐκλογὴν τῶν δημοδιδασκάλων εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντί μας, καὶ νὰ μὴ παράσχωμεν εἰς αὐτὸν τὴν εὐκολίαν νὰ εὑρίσκῃ πρόφασιν, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐπρότεινε, τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἐπρότεινε;— διότι κατ’ οὐσίαν πάλιν ὁ Ὑπουργὸς θὰ διορίζῃ.
§211Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Νομίζω, Κύριοι, ἀναγκαῖον, μετὰ τὰς παρατηρήσεις τῶν ἐξ Ἄρτης καὶ ἐκ Μαντινείας ἀξιοτίμων συναδέλφων, νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου, φειδόμενος καὶ τοῦ χρόνου καὶ τῆς ὥρας. Ἡ πεῖρα μέχρι τοῦδε ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ σχολεῖον παρ’ ἡμῖν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντικείμενον τῆς μερίμνης πρῶτον τῶν δημοτῶν, ὧν τὰ τέκνα ἐπαγγέλλεται νὰ ἐκπαιδεύσῃ, δεύτερον τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία ἔχει τὸ συμφέρον καὶ τὸ καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ὁμοιομόρφου τῶν πολιτῶν μορφώσεως, δὲν ἔτυχε τῆς προσηκούσης ἀγάπης καὶ ὑποστηρίξεως· τὸ σχολεῖον παρ’ ἑκατέρου τῶν παραγόντων τούτων δὲν ἔτυχε τῆς μερίμνης καὶ τῆς περὶ αὐτοῦ προνοίας· ἴσως δὲν ἔτυχεν οὐδὲ τῆς ἐλαχίστης μερίμνης. Γνωστὸν τυγχάνει, ὅτι οὔτε αἱ κοινότητες, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ὁμολογεῖτε πάντες, οὔτε ἡ Πολιτεία, διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, προσηνέχθησαν ὡς μητέρες πρὸς τὸ σχολεῖον, ἀλλ’ ὡς μητρυιαὶ· εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν καὶ ὀλιγωρίαν ἑκατέρου τῶν παραγόντων τούτων, τῆς τε κοινότητος καὶ τῆς Πολιτείας ὀφείλει τὴν ἀτροφίαν του τὸ σχολεῖον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, σήμερον καὶ εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα αἱ κοινότητες εἶναι ἀνεπτυγμέναι καὶ αἱ τοπικαὶ ἀρχαὶ καὶ αἱ Κυβερνήσεις δύνανται νὰ ἐπιβλέπωσι τὸ σχολεῖον, καὶ ἐκεῖ ἀκόμη σήμερον ἡ κυριωτάτη περὶ τῶν σχολείων πρόνοια ἀνετέθη εἰς ἐπιστήμονας ἄνδρας, πρὸς τοῦτο παρεσκευασμένους, πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς, μορφουμένους δι’ εἰδικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ παρασκευαζομένους εἰς τοῦτο. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναμιγνύεται ποσῶς εἰς τὰ σχολεῖα, οὔτε διορίζει, οὔτε παύει, οὔτε συντηρεῖ τὰ σχολεῖα, ἀλλὰ ἐπιθεωρεῖ ἀκριβῶς καὶ αὐστηρῶς διὰ πεφωτισμένων καὶ ἐντίμων ἐπιθεωρητῶν, ἂν ἐφαρμόζωνται ἐν αὐτοῖς αἱ μέθοδοι τῆς διδασκαλίας καὶ οἱ κανονισμοὶ τῶν σχολείων.
§212ΡΑΛΛΗΣ....
§213Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, διότι ὁ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτὴς τὸν παρουσιάζει ὡς ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως.
§214ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄργανον τῆς ἑκασταχοῦ φατρίας, ὄχι τῆς Κυβερνήσεως.
§215Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐν Ἑλλάδι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναθέσωμεν τὴν φροντίδα καὶ τὴν μέριμναν τῆς ὑπάρξεως τῶν δημοτικῶν σχολείων τῆς ἀγαθῆς, παρὰ εἰς τοὺς ἐπιθεωρητάς. Ὁ θεσμὸς, τὸν ὁποῖον σήμερον εἰσάγομεν, τῆς ἐπιθεωρήσεως, εἶναι ἡ πρώτη αὐτοῦ ἐμφάνισις. Ὁ θεσμὸς τῆς ἐπιθεωρήσεως βεβαίως θὰ τύχῃ κανονικῆς παρ’ ἡμῖν ἀναπτύξεως’ ὑπάρχουσι κενὰ ἐν τῷ νομοθετήματι, διότι ἤδη, ὡς ἔχει, ἐλλείπει ἡ ἀνωτάτη τῆς ἐπιθεωρήσεως λειτουργία. Δέον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ νὰ κατασταθῇ ἀρχὴ ἀνωτάτη, διευθύνουσα καὶ ἐπισκοποῦσα τὴν λειτουργίαν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἀποτελουμένη ἐκ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐκ δύο γενικῶν ἐπιθεωρητῶν, παρεδρευόντων αὐτῷ.
§216ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ κάμητε νομοθέτημα.
§217Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ ἔχω ἕτοιμον, ἀλλ’ ἐπειδὴ σήμερον ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἤθελε παρουσιάσει πολλὰς δυσκολίας καὶ τινας δαπάνας, ἀφέθη νὰ λειτουργήσῃ δοκιμαστικῶς τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ὡς ἀφορῶν τὴν ἐπιθεώρησιν, καὶ κατόπιν νὰ τύχῃ μείζονος ἀναπτύξεως. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ θὰ ὑπάρχῃ, ὡς εἶπον, εἷς Γενικὸς Διευθυντὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἔχων παρ’ ἑαυτῷ δύο ἐπιθεωρητάς, ἀνεγνωρισμένους ἐπιστήμονας, οἱ ὁποῖοι ἐν συμβουλίῳ θὰ διέπωσι τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, θὰ ἐπισκοπῶσιν, αὐστηρῶς ἐλέγχοντες, τοὺς ἐπιθεωρητάς. Ἄνευ τούτου βεβαίως ὁ θεσμὸς τῆς ἐπιθεωρήσεως θὰ ἀποτύχῃ. Ὁ ἐπιθεωρητὴς λοιπόν, ὁ ὁποῖος σήμερον εἶναι τεταγμένος ἄνευ ἄλλου χαλινοῦ, πλὴν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἐποπτεύοντος αὐτὸν καὶ ἔχοντος, δυνάμει τοῦ παρόντος νόμου, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἐπ’ αὐτοῦ, θὰ τεθῇ ὑπὸ αὐστηρότερον διοικητικὸν καὶ ἐπιστημονικὸν ἔλεγχον. Δὲν μᾶς ὤθησε τόσον ἡ ἰδέα τῆς ἀποκεντρώσεως εἰς τὴν σύστασιν τοῦ θεσμοῦ τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ἀλλὰ κυριώτατα μᾶς ὤθησεν ἡ ἀνάγκη τῆς περικοπῆς τῆς δυνάμεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἵνα μὴ γείνῃ ἀπόλυτος ἀρχὴ ἀνεξέλεγκτος καὶ καταστῇ τύραννος τῶν δημοδιδασκάλων· διὰ τοῦτο εἴπομεν, ὅτι δέον νὰ περικόψωμεν τὴν ἀπολυταρχίαν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ δι’ ἑνὸς Συμβουλίου. Ὁ θεσμὸς λοιπὸν τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ ἡ παρουσία τοῦ ἐπιθεωρητοῦ εἶναι ἡ μόνη καὶ κυρία ἐγγύησις, ἡ ὁποία θὰ δυνηθῇ νὰ μᾶς ἐξασφαλίσῃ τὴν λειτουργίαν, ἔστω καὶ ἀτελῆ κατὰ μεθόδους, τῶν δημοτικῶν σχολείων.
§218ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅσα εἶπε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἀπήντησαν μήτε ἀνῄρεσαν ὅσα ἀνέπτυξα περὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀντικαθιστᾷ ὄχι ὁ ἐπιθεωρητής, ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τῆς ἐποπτείας. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς ἐποπτείας χρησιμεύει καὶ ὡς χαλινὸς εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὅπως παρακωλύηται πᾶσα αὐθαίρετος δρᾶσις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ὅτι δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν, ὅπως σήμερον λειτουργοῦσι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἰδέα τῆς ἀποκεντρώσεως, ἐὰν δὲν ἐσχηματίζετο τὸ Συμβούλιον τῆς ἐποπτείας. Τὸ Συμβούλιον τῆς ἐποπτείας χρησιμεύει συνάμα, ὅπως χορηγήσῃ εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, τὴν βάσιν αὐτοῦ τὴν πρώτην, τὴν βάσιν τὴν ἐπαρχιακήν, διότι δὲν ἔχομεν Νομαρχιακὰ Συμβούλια, δὲν ἔχομεν Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια. Ἄς μὴ ἀμφιβάλλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅτι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον θέλει ἀποτελέσει καὶ τὴν βάσιν ταύτην.
§219Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ τὰ δύο.
§220ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε δὲν διαφωνεῖ μαζύ μου. Μὴ διαφωνῶν δὲ, πρέπει νὰ ἦναι συνεπής, ὅτι τὸ Συμβούλιον τοῦτο εἶναι ὁ φυσικὸς ἀντικαταστάτης τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐν ᾗ περιπτώσει τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ἐξουσίαν του περὶ τῆς προτάσεως τοῦ δημοδιδασκάλου. Οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ ἐπιθεωρητής, ὁ ἄριστος τῶν ἀνθρώπων, οὗτος περιλαμβάνεται ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς ἐποπτείας. Τὴν δρᾶσιν δ’ αὐτοῦ, ὡς ἀτόμου, εἰς τὸν διορισμὸν τῶν δημοδιδασκάλων θὰ τὴν συνεισφέρῃ πάντοτε ὡς μέλος τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Μίαν λέξιν θὰ προσθέσω, ἵνα ἔλθω ἀρωγὸς εἰς μίαν ἄλλην ἰδέαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπελπιζώμεθα ἀπὸ τὴν λειτουργίαν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ὅπως κατήντησεν αὕτη. Δὲν εἶναι τὸ ὅτι σύγκειται ἀπὸ ἀγρότας, ἔχοντας τὴν ἐργασίαν αὐτῶν, ὁ λόγος ὅτι δὲν ἐργάζονται. Οὗτος εἶναι τὸ ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀξίαν λόγου ἐξουσίαν. Ἡ μικρὰ δὲ ἐξουσία, ἡ ὁποία ἀφέθη εἰς τοὺς δήμους, εἶναι κυρίως ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἐκτελουμένη παρὰ τῶν δημάρχων, ἡ ἀληθὴς δ’ ἐξουσία ἀφηρέθη ἀπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Δόσατε εἰς αὐτὰ πραγματικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐπὶ τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας, ἐπὶ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, καὶ θὰ ἴδητε, ἐὰν δὲν θὰ ἐπέλθῃ ὁμαλὴ λειτουργία καὶ ἀποτελέσματα ἄξια λόγου ἐκ τῆς τοιαύτης λειτουργίας τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Θὰ ἐπανέλθω καὶ εἰς μίαν ἄλλην ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν· νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν οἱ δημοδιδάσκαλοι, ἐὰν δὲν θεωρηθῇ καλὸν νὰ ἀπομακρυνθῶσιν ἐκ τῆς ἐπαρχίας των, νὰ ἀπομακρυνθῶσι τοὐλάχιστον ἐκ τοῦ δήμου των. Τὸ νομοσχέδιον λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον προτείνει τὸν διοριστέον ἐκ τῶν κεκτημένων πτυχίον καὶ ἐκ τοῦ νομοῦ, εἰς ὃν ἀνήκει ὁ δῆμος, καταγομένων. Μόνον ἐν ἐλλείψει τοιούτων ἐπιτρέπεται νὰ προτείνωνται καὶ οἱ ἐξ ἄλλων νομῶν καταγόμενοι». Ὥστε ὄχι μόνον δὲν ἀπομακρύνετε ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας του τὸν δημοδιδάσκαλον, ἀλλὰ σχεδὸν καθιστᾶτε ὑπόχρεον τὸν διορισμὸν τοῦ δημοδιδασκάλου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του καὶ τῷ δήμῳ του. Τοῦτο δύναται νὰ ἔχῃ πολλὰ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν. Ἐὰν δὲν νομίζητε καλὸν νὰ τὸν ἀπομακρύνητε τῆς ἐπαρχίας του, βεβαίως πρέπει νὰ τὸν ἀπομακρύνητε τοῦ δήμου του, διότι ὁ περιορισμὸς, τὸν ὁποῖον θέτετε εἰς τὸ νομοσχέδιον, εἶναι δέσμευσις τῆς ἐλευθέρας ἐνεργείας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δέσμευσις τυραννικωτάτη· διότι, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπάρχει ἐκ τοῦ νομοῦ εἷς κάκιστος δημοδιδάσκαλος διὰ τὸν δῆμον, ὁ ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην νὰ διορίσῃ τοιοῦτον καὶ ὑποχρεοῦται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ ἐκλέγῃ τὸν δημοδιδάσκαλον τοῦτον διὰ τὸν δῆμον αὐτὸν, θέλετε δεσμεύσει τὸ Συμβούλιον πρὸς βλάβην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀφήσατε τοὐλάχιστον τὸν Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐλεύθερον νὰ ἐκλέξῃ καὶ ἐκτὸς τοῦ νομοῦ, ἄνευ περιορισμοῦ τινος.
§221Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, διὰ τῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει, τοῦ νὰ μὴ διορίζηται δημοδιδάσκαλος ἐκ τοῦ δήμου, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κατάγεται, μοὶ φαίνεται, ὅτι μεγάλως θέλει βλάψει τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἀναγνωρίζω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ προβάλῃ τὴν γνώμην του ταύτην· τὰ μέτρα ὅμως, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ λαμβάνομεν, τῆς συχνῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, νομίζω ὅτι κατά τι θέλουσι μετριάσει τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ὁ διορισμὸς τῶν δημοδιδασκάλων παρουσιάζει· διότι μέχρι σήμερον, ἄνευ περιορισμοῦ διατελοῦντες οἱ δημοδιδάσκαλοι, ὁμολογουμένως παρεδίδοντο εἰς τὰ συμφέροντα καὶ τὰ πάθη αὐτῶν. Σήμερον ὅμως, ὡς ἐκ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐπιθεωρήσεως, ὁ δημοδιδάσκαλος θὰ διατελῇ εἰς ἄγρυπνον προσοχὴν περὶ τὴν συμπεριφοράν του καὶ τὴν διαγωγήν του, ἵνα μὴ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὴν κοινότητα, ἢ εἰς μέλη ἔγκριτα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἔχωσι παρὰ τῷ ἐπιθεωρητῇ ἐπιῤῥοὴν, νὰ ὑποστῇ τὴν νόμιμον παρ’ αὐτοῦ τιμωρίαν καὶ καταδίωξιν. Ὁ δημοδιδάσκαλος θὰ διατελῇ εἰς διαρκῆ μέριμναν τῶν ἀφορώντων τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του. Αὐτὰ ἔχει τὸ νομοσχέδιον. Ἐξ ἄλλου δὲ θὰ ἦναι ἓν μέγα ἀδίκημα νὰ μὴ ὑπηρετῶσιν οἱ δημοδιδάσκαλοι ἐν τῷ δήμῳ των, διότι οἱ δημοδιδάσκαλοι εἶναι μικροϋπάλληλοι, ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσιν ἀνεπαρκέστατον μισθὸν, καὶ οἱ ὁποῖοι μόλις ἀποζῶσιν ἐκ τῆς μισθοδοσίας των· θὰ ἦναι λοιπὸν ἄδικον, ἐὰν τοὺς δημοδιδασκάλους ἐκτοπίσωμεν εἰς μέρη, ὅπου δὲν θὰ δύνανται νὰ ἀποζῶσι. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι τὸ μεγαλείτερον κακὸν, τὸ ὁποῖον πάσχουσιν οἱ δημοδιδάσκαλοι, δὲν εἶναι ἡ ἀμέλεια· τὸ μεγαλείτερον κακὸν εἶναι ὁ φατριασμὸς καὶ ἡ κατάπτωσις τοῦ φρονήματος· οἱ δημοδιδάσκαλοι σήμερον εἶναι τοσοῦτον ταπεινοί, ὥστε εἶναι ἐντροπὴ νὰ παραδίδωμεν εἰς χεῖρας αὐτῶν ἑλληνόπαιδας, εἰς τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐμπνεύσωσι πᾶν ὅ,τι ἔχει ἰδανικὸν τὸ ἔθνος, αὐτὸ τὸ ὑπερήφανον ἐθνικὸν φρόνημα. Ἀλλ’ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τοσοῦτον ταπεινωθῆ, πῶς θὰ ἐμπνεύσωσι τὸ φρόνημα πρὸς ἄλλους; Πρέπει λοιπὸν νὰ τοῖς ἐμπνεύσωμεν ὀλίγον φρόνημα. Πῶς θὰ τὸ ἐμπνεύσωμεν; ἀφίνοντες αὐτοὺς νὰ ζῶσι μετὰ τινος ἀνέσεως ἐν τῷ ἰδίῳ των δήμῳ, τάσσοντες ὅμως αὐτοὺς ὑπὸ τὴν ἄγρυπνον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἐπιτήρησιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀρκετὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον.
§222ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφήσατε ἐλεύθερον τοὐλάχιστον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, μὴ τὸ δεσμεύετε ἐντὸς τοῦ νομοῦ· ἀφήσατέ το ἐλεύθερον, ἐὰν θέλῃ, νὰ ἐκλέξῃ καὶ ἐκτὸς τοῦ νομοῦ.
§223Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ποιοῦμεν τὰς ἑξῆς τροποποιήσεις εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό. Πρῶτον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐζητήσαμεν νὰ τὴν ἐξασφαλίσωμεν, χωρὶς νὰ ἀφαιρέσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν ἀπὸ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως. Ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν συνέλθῃ, καλούμενον ὅπως προτείνῃ τὸν δημοδιδάσκαλον, κατ’ ἀπαρτίαν, δύνανται τὰ παρόντα μέλη κατὰ πλειονοψηφίαν νὰ προτείνωσι τὸν δημοδιδάσκαλον. Δὲν εἶναι δὲ τοῦτο δύσκολον νὰ γείνῃ καὶ εἰς τοὺς μικροτέρους δήμους· διότι ὅπως δήποτε θὰ δύνανται νὰ παρουσιασθῶσι 3 ἢ 4 δημοτικοὶ σύμβουλοι, ὅπως προτείνωσι τὸν δημοδιδάσκαλον. Διὰ τοῦτο λέγομεν, ὅτι, ἐὰν δὲν κατορθωθῇ νὰ γείνῃ ἀπαρτία, οὐδὲ νὰ συνέλθῃ κἂν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τὸν δημοδιδάσκαλον τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ἐὰν δὲ ἐπὶ δύο μῆνας μείνῃ τὸ σχολεῖον κλειστὸν ἐξ ὀλιγωρίας εἴτε τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, εἴτε τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, τότε θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίζῃ τὸν δημοδιδάσκαλον.
§224ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καλλίτερον νὰ ὁρίσητε τὸ τρίτον τῶν μελῶν.
§225Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εὐθὺς ὡς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον κατανοήσῃ ὅτι ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ προτείνῃ τὸν δημοδιδάσκαλον, θὰ ἦναι ζηλότυπον τοῦ δικαιώματος αὑτοῦ καὶ θὰ συνέρχηται.
§226Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Νὰ τεθῇ καὶ ὁ δήμαρχος.
§227Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὄχι, νὰ μὴ θέσωμεν τὸν δήμαρχον.
§228ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ὁ προαγορεύσας Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου μετὰ μεγάλης ἐπιμονῆς πράγματι ὑπεστήριξε τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Ὁμολογῶ ὅτι, ἀκούων αὐτοῦ, ἠρώτων ἐμαυτὸν, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Χατζόπουλος ἦναι πράγματι ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν ἐρωτήσω, ἐὰν γνωρίζῃ πολλὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του, δυνάμενα νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ὁμολογῶ, μολονότι ἡ ἐπαρχία, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, δὲν εἶναι τόσον δύσβατος καὶ ὀρεινή, ὅσον ἡ ἐπαρχία τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας, ὁμολογῶ, λέγω, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου δὲν εὑρίσκω ὅτι δύνανται τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἐπιβαλλομένας εἰς αὐτὰ ὑποχρεώσεις ὑπὸ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μετ’ εὐχαριστήσεως διεῖδον ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας, καθόσον, ἐὰν ἐνόησα καλῶς, ἐδικαιολόγησε τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτου διάταξιν, καθ’ ἣν, ἐὰν ἐντὸς 10 ἡμερῶν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν προβῇ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ διορισμοῦ τοῦ δημοδιδασκάλου, ἐπειδὴ πράγματι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀκουσίως ἴσως, διὰ τοῦτο προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅπως θέσῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ὁ ἐπιθεωρητὴς προτείνει τὸν διδάσκαλον, τὸν κατάλληλον διὰ τὴν κενὴν θέσιν τοῦ δημοδιδασκάλου. Συμφωνῶ, Κύριοι, ὅτι αἱ ἰδέαι τῆς ἀποκεντρώσεως βεβαίως εἶναι λαμπραὶ καὶ θεῖαι, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν ἦναι ἐφαρμόσιμοι ἐν Ἑλλάδι, ἐὰν τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, δύνανται νὰ εὐκολύνωσι τὴν σύγκλησιν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἐὰν αἱ ἐργασίαι τῶν δημοτικῶν συμβούλων ἐπιτρέπωσιν εἰς αὐτοὺς νὰ συνέρχωνται τακτικῶς, ἵνα ἀποφασίζωσιν ἐπὶ τῶν προτάσεων τοῦ ἐπιθεωρητοῦ διὰ τὸν διορισμὸν τῶν δημοδιδασκάλων. Τὸ κατ’ ἐμὲ, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο βεβαίως, ἐν Βελγίῳ ἢ Γερμανίᾳ ἢ ἀλλαχοῦ ἐφαρμοζόμενον, θὰ ἦτο ἄριστον· ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἀπραγματοποίητον, θὰ καταλήξωμεν δὲ, Κύριοι, εἰς τοῦτο, οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν, ἀντὶ νὰ λαμβάνωμεν, ὡς σήμερον, τὴν ὀχληρὰν φροντίδα νὰ ἀνερχώμεθα τὰς κλίμακας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας καὶ νὰ λαμβάνωμεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ βλέπωμεν τὸν Ὑπουργὸν, παρακαλοῦντες αὐτὸν νὰ διορίσῃ τὸν Α ἢ Β δημοδιδάσκαλον ἔν τινι χωρίῳ τῆς ἐπαρχίας μας, ἀντὶ τούτου, λέγω, θὰ ἔχωμεν τὴν φροντίδα νὰ ὑποδεικνύωμεν εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τὸν δημοδιδάσκαλον, διότι εἰς ἡμᾶς θὰ ἀποτείνωνται πάλιν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ἵνα εὑρίσκωμεν τὸν κατάλληλον δημοδιδάσκαλον,) ὅπως προτείνωσιν αὐτὸν, ἢ νὰ γράφωμεν εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν, ὅπως προτείνῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τὸν Α ἢ Β δημοδιδάσκαλον διὰ τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα σχολεῖον. Εἰς αὐτὸ θὰ καταλήξωμεν, Κύριοι, πραγματικῶς. Λοιπὸν ἀντὶ τούτου συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτοῦ, καὶ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τοῦδε λέγω, ὅτι θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μαντινείας κατέθεσεν εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐπαναλαμβάνω, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ὡς ἔχουσι σήμερον, ὄχι μόνον εἶναι ἀνίκανα νὰ συνέρχωνται τακτικῶς καὶ νὰ γνωρίζωσι ποῖοι εἶναι οἱ κατάλληλοι διδάσκαλοι καὶ οἱ διαθέσιμοι, ἵνα προτείνωσιν αὐτοὺς, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς πολιτικῆς διαμάχης, ἡ ὁποία ἐνίοτε ὑφίσταται ἐν αὐτοῖς, θὰ ἀποβαίνῃ ἀδύνατος ἡ συνεννόησις τῶν δημ. συμβούλων, διότι ὁ εἷς θὰ θέλῃ τὸν Α, ὁ ἄλλος θὰ θέλῃ τὸν Β, ὁ δήμαρχος θὰ ἐπηρεάζῃ τοὺς 3 ἢ 4 δημοτικοὺς συμβούλους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦναι ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ θὰ καταλήγωμεν εἰς τὸ νὰ παρακαλῶμεν τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ νομοῦ ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι, ὅπως διορίζῃ τὸν δημοδιδάσκαλον. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀξιοπρεπέστερον νὰ ἀναλάβῃ τὸ βάρος αὐτὸ τοῦ διορισμοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ τῶν παύσεων καὶ μεταθέσεων τῶν δημοδιδασκάλων, ταῦτα βεβαίως θὰ τροποποιηθῶσιν ἀναλόγως εἰς τὰ ἑπόμενα ἄρθρα.
§229ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μᾶλλον ἴσως ἠδυνάμην ἐγὼ νὰ ἔχω τὸν φόβον, ὅτι εἶμαι πλέον τοῦ δέοντος ἀντιπρόσωπος τῆς Εὐρυτανίας. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ αὕτη ἡ διὰ λογαριασμὸν τῆς ἐπαρχίας μου καύχησις, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι τῳόντι εἶναι παρατηρημένον καὶ ἀνεγνωρισμένον, ὅτι ἰδιάζουσα τάσις ὑπάρχει ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ πρὸς τὴν ὅσον οἷόν τε μεγαλειτέραν διάδοσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τοιουτοτρόπως, ὥστε ἀνακριτὴς, ἐλθών ποτε εἰς Εὐρυτανίαν, ἔλεγεν, ὅτι, ὅταν περιέρχηται ὡς ἀνακριτὴς ἐν Εὐρυτανίᾳ, βλέπει περιττὸν νὰ ἐρωτᾷ τὸν ἀνακρινόμενον, ἐὰν γνωρίζῃ γράμματα, ἀλλὰ τὰς ἐκθέσεις του τὰς συνέτασσε πλήρεις, μὲ τὸ «βεβαιωθεῖσα ὑπογράφεται.» Λοιπὸν ὅταν αἰσθάνωμαι πεποίθησίν τινα, ὅτι ἐν Εὐρυτανίᾳ θὰ ὑπάρχῃ προθυμία καὶ εἰς τοὺς κατοίκους καὶ εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ὅπως συνέρχωνται διὰ τὸν διορισμὸν τῶν δημοδιδασκάλων, δὲν ὑπάρχει τόσος ὁ φόβος, μήπως δὲν εἶμαι ἀντιπρόσωπος τῆς Εὐρυτανίας, ὁ φόβος τὸν ὁποῖον ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλὰ μή πως εἶμαι περισσότερον ἀντιπρόσωπος αὐτῆς καὶ ἐπηρεάζομαι ἀπὸ τὰ συμβαίνοντα ἐν Εὐρυτανίᾳ, καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν.
§230ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Τοῦτο εἶπον, διότι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ σας εἶναι πολὺ δύσκολος ἡ συγκοινωνία.
§231ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὴν δυσκολίαν τῆς συγκοινωνίας δὲν θὰ τὴν εὕρωσιν ἀνυπέρβλητον πρόσκομμα, ὅταν πρόκειται νὰ συνέλθωσι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ἵνα διορίσωσι δημοδιδάσκαλον, δὲν θὰ συμβῇ τὸ μέγα αὐτὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ὑποθέτει ὁ κ. συνάδελφος, οὐδὲ πρόκειται νὰ συνέρχωνται καθ’ ἡμέραν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν συνέρχωνται τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, προκειμένου περὶ διορισμοῦ ἑνὸς δημοδιδασκάλου, προκειμένου νὰ ἐνασκήσωσιν ἓν δικαίωμα, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ σεμνύνωνται τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, τότε τί ἔχομεν τοὺς θεσμοὺς τῶν δήμων ἐν γένει; τί καθήμεθα καὶ ὁμιλοῦμεν πλέον περὶ δημάρχων καὶ Δημοτικῶν Συμβουλίων; Δὲν τὰ ῥίπτομεν ὅλα κάτω; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς εὗρεν ἀληθῶς μίαν διευκόλυνσιν, ὅπως καὶ ὀλιγώτερα μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου δύνωνται νὰ προτείνωσι τὸν δημοδιδάσκαλον. Ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν εὑρίσκητε μίαν δυσκολίαν, ὅτι ἐντὸς τῆς προθεσμίας αὐτῆς δὲν θὰ γίνηται σύγκλησις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, περὶ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ γίνηται λόγος διὰ τοῦτο, καὶ οὐχὶ περὶ ἀνατροπῆς τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τοῦτο, δηλ. νὰ καταργήσωμεν τὸν θεσμὸν αὐτὸν, οὐχὶ δι’ ἐλάττωμα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τῷ θεσμῷ, ἀλλὰ δι’ ἐλάττωμα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐκτὸς τοῦ θεσμοῦ. Ἐθέσαμεν προθεσμίαν μικράν; ἂς θέσωμεν μεγαλειτέραν. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἔλλειψις συγκοινωνίας καὶ δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν θεσμόν τινα περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι εἰς τὴν δεῖνα ἐπαρχίαν ὑπάρχει δυσκολία συγκοινωνίας. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ καταστρέψωμεν ἕνα θεσμὸν δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν εἶναι προτιμότερον νὰ ἄρωμεν τὸ πρόσκομμα τὸ εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, τοὐλάχιστον ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον πρὸς λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ; Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι αἱ γενόμεναι παρατηρήσεις δὲν ἔχουσι καμμίαν πρακτικὴν βάσιν.
§232ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ μᾶς διασαφήσῃ, ὁ διορισμὸς τῶν γραμματοδιδασκάλων ἀπὸ ποῖον θὰ προτείνηται καὶ ἀπὸ ποῖον θὰ γίνηται; διότι ἐνταῦθα γίνεται λόγος μόνον περὶ δημοδιδασκάλων.
§233Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ τὸ κανονίσωμεν.
§234ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, Κύριοι, ἀπέδειξα, νομίζω, ὅτι τὸ δικαίωμα, τὸ χορηγούμενον εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, περὶ προτάσεως τῶν δημοδιδασκάλων εἶναι ἰδανικὸν καὶ φαντασιῶδες. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἀμφιβολία τις περὶ τούτου, νομίζω ὅτι τὴν ἀμφιβολίαν ταύτην αἴρει ἐντελῶς ἐκ τοῦ μέσου ἡ σημερινὴ τροποποίησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ κἄν λόγος σπουδαῖος περὶ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἵνα προτείνῃ αὐτὸ τὸν διοριστέον δημοδιδάσκαλον, ὅταν τὸ δικαίωμα τοῦτο δεσμεύηται ὑπὸ πολλῶν ἄλλων διατάξεων, ἀναγραφομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ; Ἐκενώθη θέσις τις δημοδιδασκάλου· τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν δύναται νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς πρότασιν πρὸς πλήρωσιν αὐτῆς, πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Πρέπει προηγουμένως, κατὰ τὸ ἄρθρον 49, τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον νὰ προτείνῃ τὴν πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων. Ἐὰν δὲν εὐαρεστηθῇ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον νὰ συνέλθῃ καὶ νὰ προτείνῃ τὴν πλήρωσιν τῆς κενωθείσης θέσεως, βεβαίως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ προβῇ εἰς πρότασιν περὶ τοῦ διοριστέου διδασκάλου. Καὶ ἐννοεῖται ὁπόσος χρόνος θὰ παρέλθῃ, ἕως ὅτου τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον λάβῃ γνῶσιν ὅτι ἐκενώθη θέσις τις, καὶ εὐαρεστηθῇ νὰ προτείνῃ τὴν πλήρωσιν αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον εὐαρεστηθῇ νὰ προτείνῃ τὴν πλήρωσιν τῆς κενωθείσης θέσεως, δὲν ἐλύθη τὸ ζήτημα· ἔρχεται ἡ σειρὰ τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ. Κατὰ τὸ ἄρθρον τὸ ὑπὸ συζήτησιν (ἀναγινώσκει) «οἱ δημοδιδάσκαλοι διορίζονται ὑπὸ τοῦ νομάρχου τοῦ νομοῦ, ἐν ᾧ ὑπάρχει τὸ σχολεῖον, κατὰ πρότασιν τοῦ ἁρμοδίου Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προκαλουμένην ὑπὸ τοῦ παρὰ τῷ ἐν τῷ νομῷ Ἐποπτικῷ Συμβουλίῳ ἐπιθεωρητοῦ, πρὸς πλήρωσιν εἴτε θέσεως χηρευούσης, εἴτε σχολικῆς ἀνάγκης». Δηλ. ἀφοῦ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον κατορθώσῃ, τίς οἶδε πότε, νὰ λάβῃ γνῶσιν ὅτι ἐκενώθη θέσις τις δημοδιδασκάλου καὶ εὐαρεστηθῇ τοῦτο, τίς οἶδε πότε, νὰ προτείνῃ ὅτι πρέπει νὰ πληρωθῇ ἡ κενωθεῖσα αὕτη θέσις, ἔρχεται τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἵνα προκαλέσῃ τὴν πρότασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου περὶ τοῦ διοριστέου δημοδιδασκάλου. Τώρα δύναται ὁ ἐπιθεωρητὴς οὗτος νὰ ᾖναι πιστὸς καὶ εὐσυνείδητος τηρητὴς τοῦ καθήκοντος, ἀλλὰ δύναται νὰ μὴ ᾖναι τοιοῦτος, καὶ νὰ θέλῃ αὐτὸς νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τὸν εὐνοούμενόν του. Καὶ φροντίζει τότε νὰ ἔλθῃ προηγουμένως εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ νὰ τῷ εἴπῃ: «Ἐὰν ἔχῃς σκοπὸν νὰ προτείνῃς τὸν δεῖνα δημοδιδάσκαλον, θὰ σὲ προκαλέσω νὰ κάμῃς πρότασιν, ἄλλως μεῖνε ἄνευ δημοδιδασκάλου». Τί θὰ κάμῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον; Πιθανὸν νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν θέλησιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ νὰ προτείνῃ τὸν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποδεικνυόμενον, καὶ οὕτω πως νὰ κάμῃ τὴν πρότασιν ὁ ἐπιθεωρητής. Ἀλλὰ κατορθοῦται μετὰ τοιαύτην συνεννόησιν νὰ κάμῃ τὴν πρότασιν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἢ ὁ ἐπιθεωρητὴς εἶναι τίμιος καὶ εὐσυνείδητος καὶ ἐννοεῖ, εὐθὺς ὡς λάβῃ γνῶσιν τῆς προτάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, νὰ προκαλέσῃ τὴν γνώμην τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου; Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον θὰ δύναται νὰ συνέλθῃ ἐγκαίρως; Ἐγεννήθησαν ἀμφιβολίαι περὶ τούτου, ἐὰν θὰ δύναται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐντὸς 10 ἡμερῶν νὰ συνέλθῃ καὶ κάμῃ τὴν πρότασιν. Τὰς ἀμφιβολίας ταύτας ἐπεκύρωσαν καὶ οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου, οἱ ὁποῖοι προέβησαν σήμερον εἰς τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου. Ποίαν τροποποίησιν ὅμως; Εἰς τροποποίησιν ἀνατρέπουσαν τὸ ἄρθρον αὐτό. Εἶπον ὅτι, ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν συνέλθῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐντὸς τῆς τεταγμένης προθεσμίας, δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς τὴν πρότασιν καὶ ὅσοι ἂν ᾖναι παρόντες ἐκ τῶν δημοτικῶν συμβούλων. Ἀλλὰ, κύριοι εἰσηγηταί, πῶς τολμᾶτε τότε νὰ ὁμιλῆτε περὶ Δημοτικοῦ Συμβουλίου; Ἵνα ὑπάρξῃ Δημοτικὸν Συμβούλιον, πρέπει τοῦτο νὰ ᾖναι ἐν ἀπαρτίᾳ, ἄλλως δὲν ὑπάρχει Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὑπάρχουσιν ἄτομα, καὶ δὲν ἔχετε δικαίωμα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ὁμιλῆτε πλέον περὶ δικαιωμάτων τῶν δήμων, περὶ δικαιωμάτων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, περὶ χειραφετήσεως τῶν δήμων, περὶ ἀποκεντρώσεως καὶ τῶν τοιούτων. Πάντα ταῦτα, Κύριοι, οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ διακωμῴδησις τῆς ἄλλως ἴσως ὀρθῆς ἰδέας περὶ τῆς χειραφετήσεως τῶν δήμων καὶ περὶ ἀποκεντρώσεως. Ἀλλ’ ἡμεῖς καὶ αὐτὸ τὸ ἰδανικὸν καὶ φαντασιῶδες δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀποδίδομεν εἰς τοὺς δήμους, ἰδίως διὰ τῆς σημερινῆς τροποποιήσεως καθιστῶμεν ὅλως διόλου ἀνύπαρκτον· διότι τί εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας; ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐντὸς δύο μηνῶν δὲν κατορθωθῇ νὰ κάμῃ πρότασιν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον,—καὶ δὲν θὰ κατορθωθῇ βεβαίως, διότι ἕως ὅτου λάβῃ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον γνῶσιν ὅτι ἐκενώθη θέσις, ἕως ὅτου εὐαρεστηθῇ αὐτὸ νὰ προτείνῃ ὅτι πρέπει νὰ πληρωθῇ ἡ κενωθεῖσα θέσις, ἕως ὅτου εὐαρεστηθῇ ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ προκαλέσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ κάμῃ τὴν πρότασιν, δύνανται νὰ παρέλθωσι καὶ 2 καὶ 3 μῆνας,—ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, λέγω, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ αὐτὸς τὸν δημοδιδάσκαλο. Λοιπὸν ὕστερον ἀπὸ ὅλας αὐτὰς τὰς τροποποιήσεις ἔχετε τὸ θάῤῥος ἀκόμη νὰ ὁμιλῆτε περὶ χειραφετήσεως τῶν δήμων, περὶ ἀποκεντρώσεως ἐν τῇ στοιχειώδει ἐκπαιδεύσει; Ὄχι, Κύριοι, ὅλα αὐτὰ εἶναι προφάσεις, εἶναι προσχήματα, διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦσι νὰ καλύψωσιν,—ὅπως θὰ ἀποδείξω ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν αὐτοῦ,—τὴν κατάργησιν πάσης αὐτοτελείας τῶν δήμων, τὴν ἀφαίρεσιν παντὸς δικαιώματος αὐτῶν, ὅπως ἔχωσιν αὐτοβουλίαν τινὰ ἐν τῇ στοιχειώδει ἐκπαιδεύσει. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, θέλετε νὰ ἴδητε, ποία εἶναι ἡ ἀληθὴς χειραφέτησις τῶν δήμων, ἡ ἀληθὴς ἀποκέντρωσις αὐτῶν, ὑπὸ ἔποψιν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, παρακαλῶ νὰ λάβητε ἀνὰ χεῖρας τὸν νόμον τοῦ 1834, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐχαρακτήρισεν ὥς τι ἀπηρχαιωμένον, ὥς τι πεπαλαιωμένον, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ πρότυπον νομοθετικῆς ἐργασίας, τὸ ὁποῖον ὀφείλει τις νὰ ἀποθαυμάσῃ, ὅταν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀκριβῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶχεν ἀληθῆ χειραφέτησιν τῶν δήμων, εἶχεν ἀληθῆ ἀποκέντρωσιν, καθιέρου ἐπιτηρητικὴν ἐπιτροπὴν εἰς ἕκαστον τόπον, ὅπου ὑπῆρχον σχολεῖα, ἐπιτροπὴν ἀπαρτιζομένην ἀπὸ τὸν δήμαρχον, ἀπὸ τὸν ἐφημέριον, ἀπὸ τὸν λογιώτερον τῶν ἐφημερίων, ὅταν οὗτοι ἦσαν πλείονες, ἀπὸ 2 ἕως 4 δημοτικοὺς συμβούλους, οἵτινες ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ἐξασκῶσιν ἀληθῆ ἐποπτείαν ἐπὶ τῶν δημοτικῶν των σχολείων, οἵτινες ἐφρόντιζον περὶ ὅλων τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ δημοτικά των σχολεῖα καὶ ἦσαν εἰς θέσιν νὰ φροντίζωσι, διότι εἶχον τὴν ἐξουσίαν αὐτοὶ νὰ φροντίζωσι, περὶ διδακτηρίων, νὰ ἐνοικιάζωσι τὸ κατάλληλον οἴκημα, νὰ ἐπισκευάζωσιν αὐτὸ, ἐὰν ἦτο δημόσιον ἢ δημοτικὸν κτίριον καὶ ἔχρῃζεν ἐπισκευῆς, νὰ ἐπιτηρῶσι τοὺς διδασκάλους καὶ τοὺς διδασκομένους, ἐὰν ἐξετέλουν ἐκεῖνοι πιστῶς καὶ εὐόρκως τὸ καθῆκόν των, νὰ παρακολουθῶσι τὴν πειθαρχίαν ἐν τῷ σχολείῳ, νὰ παρακολουθῶσι τὰ ἤθη τοῦ διδασκάλου, νὰ ἐπιβλέπωσι τοὺς μαθητὰς, ἂν φοιτῶσι τακτικῶς εἰς τὸ σχολεῖον, νὰ παρατηρῶσιν ἂν οἱ γονεῖς φροντίζωσι τῷ ὄντι ν’ ἀποστέλλωσι τὰ τέκνα των εἰς τὰ σχολεῖα ἢ τὰ παρακωλύωσι καὶ διὰ τίνα λόγον. Εἶχον αἱ ἐπιτροπαὶ ἐκεῖναι ἀληθῆ δικαιώματα. Σὺν τοῖς ἄλλοις, ἂν συνέβαινεν ὁ διδάσκαλος εἴτε νὰ παραμελῇ τὸ καθῆκόν του, εἴτε νὰ προσκρούῃ εἰς τὰ δημόσια ἤθη, ἡ ἐπιτόπιος ἐκείνη ἐπιτροπὴ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ καὶ εἰς προσωρινὴν παῦσιν, μὲ μόνην τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὴν ἀναγγέλλῃ εἰς τὸν ἔπαρχον, διὰ νὰ γίνηται ἡ δέουσα διατύπωσις. Ὅλα αὐτὰ τὰ δικαιώματα, τὰ ἀληθῆ, τὰ πρακτικά, ἔρχεται καὶ τὰ ἀνατρέπει ἄρδην ὁ παρὼν νόμος, ὁ ὁποῖος εἰς τοὺς δήμους ἐπιβάλλει μόνον καθῆκον νὰ πληρόνουν καὶ μόνον νὰ πληρόνουν, καὶ νὰ μὴ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσωσιν αὐτοὶ τὴν περιουσίαν των, διότι ὀφείλουσι κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον νὰ ἀναγράψωσι τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ κατὰ δεύτερον λόγον τὰ ἔξοδα διὰ τὰς ἄλλας ἀνάγκας των, ὁ δὲ νομάρχης ἔχει τὸ δικαίωμα ἀνεκκλήτως νὰ μεταῤῥυθμίζῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ προσδιορίζῃ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ὅ,τι θέλῃ αὐτὸς, καὶ νὰ μὴ ἀφίνῃ σχεδὸν τίποτε. Ὁ δήμαρχος ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ὑπογράφῃ τὰ ἐντάλματα τῶν διδασκάλων, εἴτε διδάσκουσιν οὗτοι, εἴτε μή· κανὲν δικαίωμα δὲν τῷ δίδει ὁ νόμος νὰ ἐποπτεύῃ τὴν διδασκαλίαν τῶν διδασκάλων. Ὁ δήμαρχος ἔχει μόνον ἓν δικαίωμα. Ὅταν ὁ ἐπόπτης σκεφθῇ νὰ ἐπισκευάσῃ ἢ νὰ κατασκευάσῃ νέα σχολεῖα εἰς τὸν δῆμον καὶ συνεννοηθῇ μὲ τὸν νομάρχην καὶ κάμῃ τὸ σχέδιον, νὰ τὸν προσκαλέσῃ νὰ συμμετάσχῃ μόνον εἰς τὴν πρόκλησιν τῆς δημοπρασίας. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δαπάνην, τὸ σχέδιον καὶ τὴν τοποθεσίαν τοῦ σχολείου καὶ τὴν ἐποπτείαν τῆς ἐργασίας ταύτης, ὁ δήμαρχος οὐδὲν δικαίωμα ἔχει. Οἱ δῆμοι ἀποστεροῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τοῦ δικαιώματος τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας των, διότι δύναται ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ κηρύξῃ ἓν σχολεῖον ἀκατάλληλον διὰ δημοτικὸν κτίριον, καὶ τοῦτο νὰ ἐκποιηθῇ, καὶ τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῆς ἐκποιήσεώς του νὰ τὸ παρακαταθέσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι πράγματι ἐπέρχεται οὐχὶ ἀποκέντρωσις, ἀλλὰ συγκέντρωσις· οὐδεμία χειραφέτησις τῶν δήμων, ἀλλὰ ἐξουδένωσις παντὸς δικαιώματος αὐτῶν. Καὶ διὰ νὰ συγκαλύψωσι τὴν τοιαύτην παντελῆ ἀνατροπὴν τῶν δημοτικῶν ἡμῶν ἐλευθεριῶν, ἔρχονται καὶ λέγουσιν, ὅτι δίδουσι τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς δήμους διὰ νὰ κάμωσι προτάσεις περὶ τῶν διοριστέων διδασκάλων. Ἀλλ’ ὁποῖαί τινες αὐταὶ αἱ προτάσεις, σᾶς τὸ ἀπέδειξα κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ὅτε κατέδειξα αὐτὰς ὅλως ἰδανικὰς καὶ φαντασιώδεις. Μετὰ τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐνόησαμεν πάντες, ὅτι οὐδεμία διαχείρισις ἐπιτρέπεται πλέον εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ τοὺς δήμους. Αὐτοὶ ἔχουσι μόνον νὰ πληρόνουν, καὶ ἂν δὲν πληρόνουν, νὰ τιμωρῶνται. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὐδεμία φροντὶς οὔτε περὶ διδασκαλίας, οὔτε περὶ σχολείων, οὔτε περὶ ἐπίπλων καὶ διδακτικῶν ὀργάνων. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐγὼ δὲν θαυμάζω, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔχει οἵαν ἔχει γνώμην καὶ αὐτὸς καὶ ὁ ἕτερος εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπιμένοντες ἀμφότεροι εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Θαυμάζω ὅμως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἐνταῦθα ὡς θεωρητικοὶ ὀπαδοὶ τῆς ἀποκεντρώσεως, καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῆς συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πράγματι οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ παρῳδία καὶ διακωμώδησις πάσης ἀρχῆς καὶ πάσης ἰδέας ἀποκεντρώσεως.
§235ΡΑΛΛΗΣ. Ἐφρόνουν ὅτι ἐπὶ τῶν λεπτομεριῶν δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου· ἀρχὴ δὲ καὶ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὸ ἄρθρον 24. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν παραδέχονται τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου, κατ’ ἐμὲ, ὀφείλουσι νὰ καταψηφίσωσι τὴν ἀρχὴν, διὰ νὰ τελειώνωμεν· διότι, ἂν ἑκάστοτε καὶ ἐπὶ ἑκάστης λεπτομερείας ἐπανερχώμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν, ποτὲ δὲν θὰ ἐξέλθωμεν. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν πρέπει ἡ συζήτησις νὰ γίνεται ἠρέμα, διὰ νὰ μὴ ἐξάπτωσι τὴν συζήτησιν· ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, δὲν εἶναι ὀρθή. Ἐκλείπει δι’ αὐτῆς πᾶσα ἐγγύησις ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἶναι ἀρχὴ, ἀρχὴ ὠργανωμένη, ἔχουσα τὸν μηχανισμόν της, ἔχουσα τὸν γραματέα της, ἔχουσα τὸ κῦρός της· ἀλλ’ ἅμα ὡς ἐκφύγωμεν ἐκ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν καθιστᾷ ὁ δημοτικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ὁρίζει πῶς συγκροτεῖται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἐκπίπτομεν πλέον ἐκ τῶν ἐγγυήσεων, ἃς παρέχει ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἡ ἐξουσία αὕτη. Οὕτω δὲ συνεκλείπει καὶ πᾶν κῦρος τῆς ἀρχῆς. Τί θὰ γίνηται, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ζητήσητε τὴν ἀπαρτίαν κατὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου; Θὰ ἔχητε 3–4 ἢ 5 ἄτομα. Τὰ ἄτομα αὐτὰ, ὡς ἐκ τῆς προσωπικότητός των, ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Πολιτείαν, ὡς ἤθελεν ἐπιβληθῆ εἰς τὴν Πολιτείαν εἷς τοιοῦτος διορισμὸς παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου; Βεβαίως ὄχι. Κατ’ ἐμέ, ἡ τροπολογία εἶναι ἐντελῶς κακὴ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὴν ἀποσύρῃ. Εἶναι ἱκανὴ κύρωσις ὑπὲρ τῆς λειτουργίας τῆς προτάσεως παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἡ ἀπειλὴ, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐντὸς 10 ἡμερῶν δὲν ἤθελε προτείνει, θὰ προτείνῃ, ὡς τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ὁ ἐπιθεωρητής.
§236ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προτείνει τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον.
§237ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ δευτέρα κύρωσις ἐπέρχεται ἀμέσως ἐξ ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανὰ ταῦτα, ὅπως πεισθῶμεν, ὅτι θέλει λειτουργεῖ ἡ πρότασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ταῦτα ὡς πρὸ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὴν ἄρτι ὑποβληθεῖσαν. Ὀφείλω ὅμως νὰ κάμω δύο παρατηρήσεις, ἀφορώσας εἰς τὴν βʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου· ἡ βʹ ἢ τοῦ ἄρθρου 24 ἐπαναλαμβάνει δύο περιπτώσεις, τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχουσι δημοδιδάσκαλοι ἐντὸς τοῦ νομοῦ, καὶ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχουσι δημοδιδάσκαλοι ἐκτὸς τοῦ νομοῦ, ἐπάγεται δὲ εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν,—καὶ ἐπ’ αὐτοῦ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του,—ὅτι πάντως προτιμῶνται οἱ ἀνεγνωρισμένοι ὑπὸ τῶν Διδασκαλείων. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσητε, πῶς θὰ λειτουργήσῃ αὐτὸς ὁ θεσμός. Δυνατὸν νὰ ἔχητε δημοδιδασκάλους ἐκ τοῦ νομοῦ, καὶ δυνατὸν νὰ ἔχητε δημοδιδασκάλους ἐκτὸς τοῦ νομοῦ, δημοδιδασκάλους ὅμως ἐκτὸς τοῦ νομοῦ ἀνεγνωρισμένους ὑπὸ τῶν Διδασκαλείων. Εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν τίς θέλει προτιμηθῆ; Δὲν τὸ λύει τὸ ἄρθρον σας.
§238Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ λέξις «πάντως» νομίζω ὅτι ἀρκεῖ.
§239ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἀρκεῖ ἡ λέξις «πάντως». Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι σεῖς θέλετε κατὰ πρῶτον λόγον νὰ προτείνητε ὑμεῖς καὶ τὸν δημοδιδάσκαλον, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἦναι ἐκ τοῦ νομοῦ ἢ ὄχι. Μόνον ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι εἰς ἴσην μοῖραν, τότε προτιμῶνται οἱ τῶν Διδασκαλείων. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ διευκρινήσητε, διότι τὸ «πάντως» ἐκεῖνο δὲν κυριεύει καὶ τῆς προτάσεως τῆς προηγουμένης, ἡ ὁποία κόπτεται δι’ ἄνω τελείας.
§240Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§241ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς ἔκαμον τὴν παρατήρησιν, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι σπουδαία. Τὴν προτίμησιν, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ καταστήσητε, τὴν περιορίζει ἀναμφισβητήτως τὸ κείμενον, ὅπως ἔχει, μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν θὰ ὑπάρχῃ ἐκτὸς τοῦ νόμου ὁ δημοδιδάσκαλος, ὁ ἀνεγνωρισμένος ὑπὸ τοῦ Διδασκαλείου. Δευτέρα παρατήρησις εἶναι ὡς πρὸς τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν ὑποβάλλει, προβάλλει, καὶ κακῶς ὑπολαμβάνεται ἐν τῷ κειμένῳ, ὅτι ὑποβάλλει.
§242Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. «Προτείνει», λέγει τὸ ἄρθρον.
§243ΡΑΛΛΗΣ. Ἀμέσως θὰ ἔλθω εἰς τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον παρατηρῶ ἐνταῦθα. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν εὑρίσκεται εἰς ἀλληλογραφίαν πρὸς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν ἀμέσως, ἀλλ’ ἐμμέσως, διὰ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς· καὶ ἐνῷ περιλαμβάνετε τὴν κύρωσιν ὡς πρὸς τὸν νομάρχην διὰ τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἀρνεῖσθαι τὸν διορισμὸν, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ χώραν ἐντὸς τεταγμένων ὁρίων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, λησμονεῖτε νὰ περιλάβητε κύρωσιν ὡς πρὸς τὴν ὑποβολὴν τοῦ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἐκεῖ δὲ ἀκριβῶς θὰ γεννηθῶσιν αἱ δυσχέρειαι. Διατί; Διότι συνήθως τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια δὲν ἔχουσι τὴν αὐτὴν γνώμην μετὰ τοῦ δημάρχου, ὁ δήμαρχος δὲ, ὅταν τύχῃ νὰ μὴ ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, προσπαθεῖ νὰ μηδενίζῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἅμα ἀφήσητε τὸ κείμενον ὅπως ἔχει, ὁ δήμαρχος δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν εὐθύνην διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως, θὰ κατορθώνῃ δὲ, μὴ ὑποκείμενος εἰς καμμίαν πειθαρχικὴν τιμωρίαν, νὰ παρελκύῃ τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ νὰ ἐπέρχηται ἡ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ περίπτωσις, δηλ. ἡ πρότασις ἐκ μέρους τοῦ ἐπιθεωρητοῦ.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 24 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς: Ἀντὶ τῆς λέξεως «πάντες» ἐν τῷ προτελευταίῳ στίχῳ τῆς βʹ § ἐτέθησαν αἱ λέξεις «καθ’ ἑκάτερον τῶν τρόπων τούτων» ἐν τέλει δὲ τῆς παραγράφου προσετέθησαν τὰ ἑπόμενα: «Καλοῦνται δὲ τὰ μέλη τοῦ Δημ. Συμβουλίου εἰς συνεδρίασιν ἐπὶ ἀποδείξει, ἀλλ’ ἂν δὲν συγκροτηθῇ συνεδρίασις δι’ ἔλλειψιν τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ, τὰ προσελθόντα μέλη προτείνουσι ταῦτα τὸν διοριστέον, ἀποφαινόμενα κατὰ πλειονοψηφίαν». Μετὰ δὲ τὴν βʹ παράγραφον προσετέθη νέα §, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἄν δ’ ἐντὸς δεκαημέρου ἀπὸ τῆς προσκλήσεως δὲν συνέλθωσιν, ἵνα προτείνωσι τὸν διοριστέον, οὐδὲ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ, οὐδὲ μέλη κἂν αὐτοῦ, προτείνει τὸν διοριστέον πρὸς τὸν νομάρχην ἄνευ ἀναβολῆς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 24, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 25 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 26 (ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν).
§246ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν παρετήρησα καὶ ἤδη ἐπανέρχομαι, ὅτι ἡ μετάθεσις, κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ ἰδέα τῆς μεταθέσεως. Μετάθεσις εἶναι πρᾶξις διπλῆ· εἶναι παῦσις καὶ διορισμὸς· παύεται ὁ δημοδιδάσκαλος ἐκεῖθεν ὅπου ὑπάρχει, διορίζεται ἐκεῖ ὅπου μετατίθεται. Διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ διπλῆ αὕτη πρᾶξις, κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου, θέλουσι χρειασθῆ διατυπώσεις, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις εἶναι ἀδύνατος· διότι πρέπει ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις θὰ ἔχῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν μετάθεσιν ταύτην, νὰ αἰτήσηται τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου, ἐξ οὗ θὰ μεταθέσῃ τὸν δημοδιδάσκαλον, ἂν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦτο δὲν ἔχῃ ἐκπεφρασμένην ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἰδέαν του περὶ τῆς μεταθέσεώς του, καὶ τὴν συγκατάθεσιν συγχρόνως τοῦ ἑτέρου Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου, εἰς ὃν θὰ μεταθέσῃ αὐτὸν, εἴτε ἀμφοτέρων τὰς συγκαταθέσεις, ἂν θελήσῃ νὰ μεταθέσῃ, ὠθούμενος ἐκ προτάσεως ἢ ἐξ ἐκθέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἐκθέτοντος λόγους ἐπιβάλλοντας τὴν ἀνάγκην τῆς μεταθέσεως. Εἴτε ἀμφοτέρων τῶν Συμβουλίων ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν συγκατάθεσιν, εἴτε καὶ ἑνὸς μόνου, ἐκείνου τοῦ δήμου, εἰς ὃν θὰ μεταθέσῃ τὸν δημοδιδάσκαλον, τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ καταντᾷ ἔργον αἰτοῦντος καὶ παρουσιάζοντος τὴν ἀναφοράν του εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Δὲν νομίζω ὅτι τοιαῦτα ἔργα δύναταί ποτε νὰ ἐκτελέσῃ ὁ Ὑπουργός. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ἐπίσης, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πραγματικῆς ἐφαρμογῆς δύναται νὰ ἔχῃ καλὰ ἀποτελέσματα· διότι, καὶ ἂν ἀποφασίσῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην, ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὴν ὁ Ὑπουργὸς, νὰ αἰτήσηται δηλ. δι’ ἀναφορᾶς του τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, πάλιν ἡ χρονοτριβή, ἡ ὁποία θέλει χρειασθῆ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πράξεως ταύτης, εἶναι τοιαύτη καὶ τοσαύτη, ὥστε θέλει καταστήσει ἴσως ἀνωφελῆ ἢ ἐπιβλαβῆ τὴν μετάθεσιν τὴν ἐπιδιωκομένην. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ ἰδέα τῆς μεταθέσεως καὶ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς παύσεως. Ὁ δημοδιδάσκαλος, ὅστις ἤθελε χαρακτηρισθῆ ὡς ἀκατάλληλος ἢ καὶ ὡς παυτέος, ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἢ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὰς διατάξεις τὰς ὁποίας συζητοῦμεν, οὗτος θὰ παύηται καὶ θὰ ἀναγράφηται εἰς τὸν κατάλογον τῶν διοριστέων δημοδιδασκάλων, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ λόγος, ὅπως διαγραφῇ ἐκ τοῦ καταλόγου τούτου. Ἐκ τοῦ καταλόγου δὲ τούτου τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἀνάγκην δημοδιδασκάλου, θὰ ἐκλέγῃ αὐτὸν ἢ πάντα ἄλλον. Τοιουτοτρόπως ἁπλοποιεῖται ἡ πρᾶξις καὶ ἐκλείπει μία ἰδέα ἀπραγματοποίητος κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ ἰδέα τῆς μεταθέσεως, καὶ νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰς παύσεις τῶν δημοδιδασκάλων κλπ.
§247Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Σπανιώτατα, κύριε Πρόεδρε, παρουσιάζεται περίπτωσις μεταθέσεως, ὅπως ἤδη ὀργανίζεται. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ὑπερβολικοὶ οἱ φόβοι τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ἐν ᾗ περιπτώσει πρόκειται δι’ ἀποχρῶντας λόγους νὰ μετατεθῇ δημοδιδάσκαλος, ὁ Ὑπουργὸς θὰ παραγγέλλῃ τὸν κατὰ νομὸν ἐπιθεωρητήν, ὅπως ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν, ὁ ἐπιθεωρητὴς θὰ ἀναγγέλλῃ εἰς τὸ Συμβούλιον, καὶ τοῦτο θὰ κρίνῃ. Ἐν ᾗ περιπτώσει δὲ ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ἡ γνωμοδότησις τότε τοῦ ἐπιθεωρητοῦ θέλει καταλήξει εἰς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον εἴπομεν.
§248ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον ἀληθὲς, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καθόσον ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ λόγος περὶ παύσεως. Μόνον μετάθεσις δύναται νὰ γείνῃ.
§249ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ εὑρεθῇ κενὴ θέσις.
§250ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μίαν ἀπορίαν ἔχω. Κατὰ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, ὑπαρχούσης κενῆς θέσεως, «ἡ μετάθεσις ἐπιτρέπεται μόνον, ἂν αὕτη ἀπεφασίσθη ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τοῦ νομοῦ, κατὰ τὸ ὑπὸ τοῦ παρ’ αὐτῷ ἐπιθεωρητοῦ ὑποβληθὲν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρακτικὸν αὐτοῦ.» Ἐννοεῖτε ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία ἴσως εἶναι μία πρότασις, ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι ὑποχρεωτική;
§251Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Βεβαίως. Ἡ λέξις μόνον ἀρκεῖ.
§252ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ μιᾶς ὑποχρεωτικῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ πρέπει νὰ ἐπέρχηται κατόπιν Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει σημαίνει ἄλλο τι, παρὰ μίαν ὑπακοὴν, ὀφειλομένην εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Διατὶ νὰ παρίσταται ἡ Βασιλικὴ ἀρχὴ ὡς οὐδὲν ἄλλο ἐκτελοῦσα, εἰμὴ ὑπείκουσα εἰς ὅ,τι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀποφασίσει; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ Β. Διάταγμα θὰ ἦναι τὸ πρακτικὸν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ βεβαιοῖ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου.
§253ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
§254ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν πρόκειται νὰ προκαλῆται ἓν Β. Διάταγμα, νομίζω πάντοτε, ὅτι πρέπει νὰ ὑποτίθηται ὅτι ὑπάρχει καὶ ἡ πραγματικὴ ἔννοια διατάγματος πηγάζοντος ἔκ τινος διακριτικῆς ἐξουσίας, πρέπει νὰ ὑποτίθεται ὅτι δύναται νὰ ἐκδοθῇ καὶ νὰ μὴ ἐκδοθῇ Β. Διάταγμα. Ἀλλὰ Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην προκαλεῖται, δὲν συμβιβάζεται οὔτε μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, οὔτε μὲ τὴν λέξιν διάταγμα, διότι αὐτὸ δὲν εἶναι διάταγμα· εἶναι ἁπλῶς ὑπακοὴ εἰς τὸ πραγματικὸν διάταγμα τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 26, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 27–33, ὡς ἐτροποποιήθησαν μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν).
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 34 (ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν).
§256Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Παρετήρησα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου τούτου προσθήκην 6 ἐπιθεωρητῶν βʹ τάξεως. Ἡ προσθήκη αὕτη ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐκ δύο λόγων, εἴτε ἐκ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν σχολείων, εἴτε ἐκ τῆς μεγάλης ἀποστάσεως. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι 2 μόνον τῶν νομῶν ἔχουσιν ἀνάγκην βοηθῶν ἐπιθεωρητῶν, καὶ οὗτοι εἶναι ὁ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, καὶ ὁ τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος· ἀλλὰ τοὺς ἄλλους 4 ἐπιθεωρητὰς δὲν εὑρίσκω δεδικαιολογημένους. Ἐὰν ῥίψητε ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σχολείων τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας ἔχομεν 20 δημοτικὰ σχολεῖα καὶ 25 παρθεναγωγεῖα, ἐν ὅλῳ δὲ εἰς τὸν νομὸν 127 σχολεῖα καὶ 62 παρθεναγωγεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα φοιτῶσιν 11,000 μαθηταί, διδασκόμενοι ὑπὸ 188 διδασκάλων, εἰς δὲ τὰ σχολεῖα τῶν θηλέων φοιτῶσιν 7,780 μαθήτριαι, διδασκόμεναι ὑπὸ 109 διδασκαλισσῶν. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, εἶναι δυνατὸν εἷς μόνος ἐπιθεωρητὴς νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐπιθεώρησιν, καὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ ἄρθρον 40; Ἀλλὰ μεταφέρω τὸν λόγον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἥτις καὶ πλειότερον ἐνδιαφέρει ἐμὲ, οὐ μόνον ὡς ἀντιπρόσωπον αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πλέον διότι συνδέεται στενῶς καὶ μὲ τὰς ὑποδούλους χώρας. Ἐν Θεσσαλίᾳ ἔχομεν 106 σχολεῖα, ἐν οἷς διδάσκουσιν 177 διδάσκαλοι, φοιτῶσι δὲ 10,000 περίπου μαθηταί· ἔχομεν 42 παρθεναγωγεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα φοιτῶσι 3,652 κοράσια, διδασκόμενα παρὰ 54 διδασκαλισσῶν. Ἐν τῷ νομῷ Τρικκάλων ἔχομεν 189 σχολεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα φοιτῶσιν 8,000 μαθηταί, καὶ 20 παρθεναγωγεῖα εἰς τὰ ὁποῖα φοιτῶσιν 1,127 μαθήτριαι. Ὁ ἐπιθεωρητὴς θὰ δυνηθῇ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις αὐταῖς νὰ ἐκπληρώσῃ ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς διαγραφομένας ὑπὸ τοῦ νόμου; Ἔχων ὑπ’ ὄψει μου τὴν ἐμὴν ἐπαρχίαν, ἀπαντῶ, ὄχι!! διότι καὶ δυσπρόσιτος εἶναι καὶ μέγας ἀριθμὸς σχολείων ὑπάρχει εἰς τὰς κωμοπόλεις αὐτῆς, ἐχούσας πληθυσμὸν ἀπὸ 4 ἕως 8 χιλιάδων κατοίκων. Ἑπομένως φρονῶ, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸν νόμον τῆς 19 Ἰανουαρίου 1890, τὸν ψηφισθέντα ἐν Γαλλίᾳ, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ πρῶτον καθιερώθη ὁ θεσμὸς τῶν ἐπιθεωρητριῶν εἰς τὰ παρθεναγωγεῖα, ὅτι πρέπει παρ’ ἡμῖν νὰ λειτουργήσῃ ὁ θεσμὸς οὗτος. Προστίθημι δ’ ὅτι εἰς τὸ κατὰ τὸ 1889 συνελθὸν ἐν Παρισίοις Συνέδριον, ἐν ᾧ πλεῖστοι προσῆλθον ἐκπαιδευτικοὶ Σύλλογοι, μέγας ἐγένετο λόγος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, κατὰ δὲ τὴν συνεδρίαν τῆς 13 Αὐγούστου ὁμοψήφως ἀπεφασίσθη, ὅτι αἱ ἐπιθεωρήτριαι δύνανται νὰ ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντά των, καὶ ἐθεωρήθη ὁ θεσμὸς οὗτος ἀπαραίτητος. Φρονῶ δὲ, ὅτι δύναται ὁ θεσμὸς, εἰσαγόμενος καὶ παρ’ ἡμῖν, νὰ φέρῃ καλὰ ἀποτελέσματα· δὲν ἐννοῶ δὲ ἀριθμὸν ἐπιθεωρητριῶν ἴσον πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ ἐγκατάστασις 4 ἐπιθεωρητριῶν, αἵτινες θὰ ἔχωσιν ἕδραν τὰς Ἀθήνας, τὰς Πάτρας, τὸν Βόλον καὶ τὴν Κεφαλληνίαν, μὲ περιφερείας ὡρισμένας διὰ Β. Διατάγματος, δύναται νὰ φέρῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα ἐν τῇ ἐπιθεωρήσει τῶν παρθεναγωγείων. Ἔχομεν δὲ τοιαῦτα πρόσωπα, καὶ μάλιστα τοιαῦτα, ὥστε λέγω, ὅτι πολλοὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν, τοὺς ὁποίους θέλει διορίσει ἡ Κυβέρνησις, θέλουσιν εἶναι πολὺ κατώτεροι τῶν ἐπιθεωρητριῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἔχωμεν. Γνωρίζω πολλὰ πρόσωπα ἱκανά, καὶ πέπεισμαι ὅτι ταῦτα θέλουσιν ἐπιτελέσει ἄριστα τὰ καθήκοντά των ταῦτα. Μετ’ ὀλίγον ἐξέρχεται ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου κόρη ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, ἡ κ. Ροκᾶ, ἥτις ἐπίσης δύναται κάλλιστα νὰ χρησιμεύσῃ. Ἑπομένως ὑποβάλλω πρότασιν περὶ τούτου, ἥτις παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ.
§257Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου συναδέλφου, περὶ τοῦ ὅτι ἐν πᾶσι τοῖς σχολικοῖς νόμοις τῆς Εὐρώπης ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένοι ἐπιθεωρηταί, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐν Ἑλλάδι. Διότι, ἐνῷ λείπουσι σχολεῖα, νὰ συνιστῶμεν ἕδρας καὶ μισθοὺς ἐπιθεωρητῶν, δὲν εἶναι πρέπον. Εἶναι δὲ καὶ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰς ἄλλας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχομεν. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἔν τισι πρωτευούσαις νομῶν ὑπάρχουσιν ἰδιωτικὰ σχολεῖα πολλά, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος ἄνευ δαπάνης καὶ ἄνευ συστάσεως πολλῶν θέσεων νὰ θεραπεύσωμεν τὴν ἀνάγκην ταύτην διὰ τῆς ἀναγραφῆς μικρᾶς δαπάνης εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Διὰ τοῦτο φέρω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, ἥτις νὰ προστεθῇ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου (ἀναγινώσκει): «Καὶ πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν σχολείων θηλέων καὶ παρθεναγωγείων ἐπιτρέπεται ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἀποστέλλωνται ἔκτακτοι ἐπιθεωρήτριαι, κεκτημέναι μεμαρτυρημένως παιδαγωγικὰς γνώσεις, ἀναγραφομένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς ἀναγκαίας πρὸς τοῦτο πιστώσεως. Διὰ Β. Διατάγματος θέλουσι κανονισθῆ τὰ καθήκοντα τῶν ἐπιθεωρητριῶν τούτων καὶ τὰ τῶν ἀποδοχῶν αὐτῶν.»
§258Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐννοῶ αἱ ἐπιθεωρήτριαι νὰ ἔχωσι πάντα τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἔχουν καὶ οἱ ἐπιθεωρηταί· ἂν δὲν ὑπάρχωσι τοιαῦται, νὰ μὴ διορισθῶσιν. Ἐγὼ δὲν ἐνόησα νὰ προσθέσω αὔξησιν δαπάνης· ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τῆς προσθήκης τῶν 6 ἐπιθεωρητῶν βʹ. τάξεως, τὴν προσθήκην δὲ ταύτην ἐθεώρησα λίαν μεγάλην. Ὅθεν ἐκ τούτων δύνανται νὰ μείνωσιν οἱ δύο, οἱ λοιποὶ δὲ τέσσαρες ν’ ἀντικατασταθῶσιν ὑπὸ ἐπιθεωρητριῶν.
§259ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει «ἂς προχωρήσωμεν». Καὶ ἐγὼ αὐτὸ ἤθελον νὰ κάμωμεν, αὐτὸ πρέπει νὰ πράξωμεν, «νὰ προχωρήσωμεν·» ἀλλ’ ἡ προχώρησις αὐτὴ δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι μόνον εἰς τὴν ἐσπευσμένην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ προχώρησις εἶναι, ὅπως καλῶς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς μεριμνᾷ, νὰ πράξωμέν τι οὐσιῶδες, τὸ ὁποῖον σημαίνει πρόοδον καὶ μεταβολὴν καταστάσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀξιοῦμεν ὅτι προβαίνομεν, νομίζω ὅτι πολὺ ὑποκύπτομεν εἰς τὴν δύναμιν τῆς ἕξεως, καὶ ἐνῷ λέγομεν ὅτι μεριμνῶμεν περὶ σχολείων θηλέων, ἡ θυμηδία, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη πρὸ ὀλίγου, καὶ ἡ ἱλαρότης δεικνύει, ὅτι οὐδόλως μεριμνῶμεν περὶ τούτου. Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει ἔτι μᾶλλον, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἐπιθεωρητριῶν καὶ ὄχι ἐπιθεωρητῶν, διότι ἴσως οἱ ἐπιθεωρηταί, ὅταν εὑρεθῶσι πολλοὶ μαζὺ καὶ συσκέπτωνται περὶ τῶν σχολείων αὐτῶν, θὰ περιέρχωνται εἰς τὴν ἱλαρότητα, εἰς ἣν καὶ ἡμεῖς πρὸ ὀλίγου. Τὸ κατ’ ἐμέ, θὰ ἠδυνάμην νὰ δεχθῶ καὶ τὴν κατάργησιν τῶν ἐπιθεωρήσεων, ἀλλὰ προκειμένου περὶ σχολείων θηλέων, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔχωμεν τὰς διδασκαλίσσας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχωμεν, νομίζετε ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τοιαῦτα καλῶς λειτουργοῦντα ἄνευ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐπιθεωρήσεων; Καὶ ἡ διδασκάλισσα αὐτή, ἡ ὁποία θὰ διευθύνῃ τὸ σχολεῖον, δὲν συλλογίζεσθε ὅτι πολλάκις θὰ εὑρίσκηται εἰς μεγάλην δυσχέρειαν, νὰ μὴ δύναται νὰ ἐξηγῆται εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν πᾶν ὅ,τι τυχὸν συμβαίνει σχετικὸν ἐν τῷ τόπῳ, ὅπου εἶναι διδασκάλισσα; Ἐὰν σπουδαίως λοιπὸν μεριμνῶμεν περὶ τῆς ἠθικῆς μορφώσεως τῶν τέκνων ἡμῶν, πρέπει νὰ καταρτίσωμεν ὡς οἷόν τε τάχιον Διδασκαλεῖον, ἵνα ἐξέρχωνται ἐξ αὐτοῦ διδασκάλισσαι σκοπίμως μεμορφωμέναι πρὸς τὸ ἔργον τοῦτο, καὶ νὰ ὁρίσωμεν καὶ τὸν θεσμὸν τῶν ἐπιθεωρητριῶν. Καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐὰν διδασκαλίσσας δὲν ἔχωμεν ἐν Ἑλλάδι, ἐπιθεωρητρίας εὐτυχῶς δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν.
§260ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὠθοῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ἐκ τοπικῶν λόγων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοῦ Ζακύνθου εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν Κεφαλληνίας, τοῦ νομοῦ Ἄρτης εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν Κερκύρας θὰ γεννήσῃ τὴν ἑξῆς δυσχέρειαν. Ὁ ἐπιθεωρητὴς παύεται κατόπιν ἀποφάσεως καὶ προτάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ποῖον ἐκ τῶν δύο Συμβουλίων θὰ προτείνῃ τὴν παῦσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ; τὸ τῆς Ζακύνθου ἢ τὸ τῆς Κεφαλληνίας; τὸ τῆς Κερκύρας ἢ τὸ τῆς Ἄρτης; Ἢ εἶναι ἀνάγκη ἀμφότερα;
§261Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 34, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 35 καὶ 36 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 37 (ἀναγινώσκεται).
§263ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ γνωμοδότησις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ εἰς τὸν διορισμὸν τῶν κτηματιῶν καὶ ἐμπόρων ὡς μελῶν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου παρέλκει, διότι ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν δύναται νὰ προσθέσῃ τι ὡς πρὸς τὸ ποιὸν τοῦ ἐκλεχθησομένου, εἶναι ὅμως κακὸν, διότι ἐξουδετεροῖ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ὅπως ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά του, προτείνῃ τοῦτο τὴν παῦσιν αὐτοῦ.
§264Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ γνωμοδότησις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ δὲν εἶναι ὑποχρεωτική· ὁ ἐπιθεωρητὴς ὑποτίθεται ὅτι εἶναι ὁ ἐπιμελητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἔχει τὸ συμφέρον καὶ τοῦ ζήλου τὴν θερμότητα ὑπὲρ αὐτοῦ, ὥστε ὁ ἐπιθεωρητὴς θὰ δύναται νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν νομάρχην, τίς εἶναι ὁ κατάλληλος περὶ τούτου. Ἡ γνωμοδότησις ὅμως αὕτη οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρεωτικὴν δύναμιν διὰ τὸν νομάρχην.
§265ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀνάμιξις αὕτη τοῦ ἐπιθεωρητοῦ εἶναι ὅλως ἀνώμαλος καὶ ἐπιβλαβὴς, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου οὐδεμίαν φέρει ὠφέλειαν· ὥστε καλὸν εἶναι νὰ λείψῃ. Ὁ νομάρχης θὰ γνωρίζῃ τὰ πρόσωπα τῆς πόλεως, ἐν ᾗ κατοικεῖ, καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐπίσης. Βεβαίως ὁ ἐπιθεωρητής, ἐπεμβαίνων ἐπισήμως, θὰ φροντίσῃ καὶ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν νομάρχην.
§266ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἴσως δὲν θὰ ἔβλαπτε νὰ γνωμοδοτῇ ὁ ἐπιθεωρητής, τίς ἐκ τῶν τριῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποδειχθῶσιν ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ὁ καταλληλότερος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 37, ὡς ἔχει.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 38 (ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν).
§268Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἐνταῦθα, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ ἐν τέλει τοῦ ἐδαφίου αʹ νὰ προστεθῶσι τὰ ἑπόμενα: «Ἐὰν ὅμως διορισθῇ ἐπιθεωρητὴς διευθυντὴς Διδασκαλείου, οὗτος τηρεῖ τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθόν, ὃν ὡς διευθυντὴς Διδασκαλείου εἶχεν. Ὡσαύτως, ἂν δὲν ἦναι διδάκτωρ τῆς Φιλοσοφίας, διδάξας ὡς πρωτοβάθμιος δημοδιδάσκαλος ἐπὶ τρία ἔτη».
§269ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν ἐννοῶ τὴν διάκρισιν, διατὶ «πρωτοβάθμιος δημοδιδάσκαλος ἐκ τῶν κατὰ τὰ πρῶτα τρία ἔτη ἐκ τοῦ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν ἀναγνωρισθέντων τοιούτων ἢ ἐκ τῶν ὑπηρετησάντων ὡς τακτικῶν διδασκάλων ἐν τῷ ἐν Ἀθήναις προτύπῳ κατὰ τὰ τρία πρῶτα ἔτη τῆς λειτουργίας αὐτοῦ», νὰ δύναται νὰ διορισθῇ ἐπιθεωρητής, νὰ μὴ δύναται δὲ νὰ διορισθῇ τοιοῦτος ἕτερός τις πρωτοβάθμιος δημοδιδάσκαλος. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον δὲν ἐννοῶ τὴν διάκρισιν αὐτήν, καθόσον κατὰ τὴν προτελευταίαν παράγραφον, ἵνα διορισθῇ τις ἐκ τῶν τελευταίων δύο κατηγοριῶν, ἤτοι τοῦ βʹ καὶ γʹ ἐδαφίου, ἐπιθεωρητὴς, δέον νὰ ὑποστῇ δοκιμασίαν. Ἀφοῦ λοιπὸν πρόκειται νὰ δοκιμασθῇ ὁ διορισθησόμενος, διατί εἰς τὸν διαγωνισμὸν νὰ μὴ δύνανται νὰ προσέλθωσιν ὅλοι;
§270Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Οἱ λόγοι ἐξηγήθησαν κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν διὰ μακρῶν, ἀλλὰ σήμερον ἐκφράζω τὴν λύπην μου, διότι, καθ’ ἃ ἐβεβαιώθην, ἐξ ὅλων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς τάξεις ταύτας, καὶ τοὺς ὁποίους ἀνέφερα προχθὲς ὀνομαστὶ, οὐδεὶς δέχεται τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ.
§271ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν ἤμην παρὼν, ὥστε δὲν ἤκουσα τοὺς λόγους σας, ἀλλ’ οἷοι δήποτε λόγοι καὶ ἂν ὑπάρχωσιν, ἐμὲ δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ πείσητε.
§272ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δέχεσθε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ἐλαττώσητε τὸν χρόνον τῆς διδασκαλίας τῶν διδακτόρων τῆς Φιλοσοφίας εἰς τρία μόνον ἔτη ἀντὶ πέντε;
§273Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Τρία ἔτη εἶναι διὰ τὸν διευθυντὴν Διδασκαλείου ἢ Γυμνασιάρχην.
§274ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀφοῦ διὰ τὸν πρωτοβάθμιον δημοδιδάσκαλον θεωρεῖτε ὡς προσὸν, δυνάμει τοῦ ὁποίου δύναται νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τὸ ὅτι ἀνεγνωρίσθη τοιοῦτος ὑπὸ τοῦ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν κατὰ τὰ πρῶτα τρία ἔτη τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, δὲν φρονεῖτε ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν πρωτοβάθμιον δημοδιδάσκαλον, ὅπως καθέξῃ τὴν θέσιν ἐπιθεωρητοῦ, ἐὰν φέρῃ καὶ δίπλωμα διδάκτορος τῆς Φιλοσοφίας;
§275Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Αὐτὸ τὸ δέχομαι. (Γίνεται δεκτὸν εἶτα τὸ ἄρθρον 38, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 39 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 40 (ἀναγινώσκεται).
§277ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκοδομὴν ἢ τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῶν δημοτικῶν σχολείων, ὑπάρχει ἔλλειψίς τις, διότι ἀφίνεται εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν, ἵνα οὗτος προβαίνῃ μετὰ τοῦ ἁρμοδίου δημάρχου εἰς τὴν μειοδοτικὴν δημοπρασίαν.
§278ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὴν προκήρυξιν μόνον.
§279ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ ιδʹ ἐδάφιον λέγεται (ἀναγινώσκει): «Προκαλεῖ τὴν παρὰ τοῦ ἁρμοδίου νομομηχανικοῦ συγγραφὴν τῶν ἀπαιτουμένων σχεδίων καὶ προϋπολογισμῶν διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων, τῶν προοριζομένων εἴτε διὰ κοινὸν εἴτε διὰ πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον, φροντίζει περὶ τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς ἐγγυήσεως τῶν σχεδίων τούτων καὶ τῶν προϋπολογισμῶν, καὶ, ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς ἁρμοδίας δημοτικῆς ἀρχῆς, προκαλεῖ τὴν ἐνέργειαν τῶν κατὰ νόμον μειοδοτικῶν δημοπρασιῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς οἰκοδομῆς, μετέχων τῆς διευθύνσεως αὐτῶν καὶ ἐπιτηρῶν, ἵνα κατὰ τὴν οἰκοδομὴν ἐφαρμοσθῶσιν ἀκριβῶς τὰ ἐγκεκριμένα σχέδια.». Εἰς τὸ Βʹ κεφάλαιον ἀναφέρεται (ἀναγινώσκει): «Προσδιορίζει τὰς θέσεις, ἐφ’ ὧν πρέπει νὰ οἰκοδομηθῶσι τὰ διδακτήρια τῶν δημοτικῶν σχολείων, καὶ παρασκευάζει τὰ τῆς ἀποκτήσεως τῶν ἀναγκαιούντων γηπέδων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἑπομένου Εʹ κεφαλαίου.» Νομίζω ὅτι εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν διὰ τῶν διατάξεων τούτων, συνδυαζομένων πρὸς τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ ἄρθρου 49, καὶ τοῦ ἄρθρου 71, δίδεται ἐξουσία, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὴν ἁρμοδιότητα αὐτοῦ καὶ τὴν ὁποίαν ἡ νομοθεσία ἡμῶν δὲν ἐμπιστεύεται μήτε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν μήτε εἰς ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ὁ ἐπιθεωρητὴς μένει κύριος, ἀφοῦ ἔχει τὸ σχέδιον τὸ ἀποφασισθὲν καὶ κατατεθὲν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ πράξῃ ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα, δημοπρασίαν, ἐκτέλεσιν, ἐπιθεώρησιν, προμηθείας, μόνος του καὶ ἄνευ γεωμέτρου ἢ ἄλλου εἰδικοῦ προσώπου.
§280Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετέχει τῆς διευθύνσεως τῶν δημοπρασιῶν, ἡ ὁποία διεύθυνσις διεξάγεται ἀπὸ ἄλλους.
§281ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τίνας;
§282Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διεξάγουσι τὰς δημοπρασίας.
§283ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις.
§284Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ἀναγινώσκει). «ιγʹ. Μετέχει τῆς διευθύνσεως τῶν ἐνεργουμένων κατὰ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις δημοπρασιῶν, καὶ ἐπιτηρεῖ ἵνα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μεταῤῥυθμιστικῶν ἔργων ἐφαρμόζωνται τὰ ἐγκεκριμένα σχέδια».
§285ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ μιᾶς διατάξεως ἀνατίθεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἡ ἀπόφασις ἡ ὁριστικὴ ἐπὶ τῶν σχεδίων καὶ ἡ ἔγκρισις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστου κτιρίου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας δὲν εἶναι τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον νὰ ἐξελέγξῃ προϋπολογισμούς· ἁρμοδιώτερον εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ μᾶλλον τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων.
§286ΕΥΤΑΞΙΑΣ....
§287ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ νὰ κρίνῃ ἐὰν πρόκειται νὰ δαπανηθῇ δι’ ὡρισμένον οἰκοδόμημα ὡρισμένον ποσόν, δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅσην εἰδικότητα καὶ ἂν ἔχῃ, νὰ κρίνῃ περὶ τούτου. Δὲν εἶδον τοὐλάχιστον διάταξιν, ἡ ὁποία νὰ ἀναθέτῃ ταῦτα εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα.
§288Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ὁ νομομηχανικός.
§289ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπιμένω, ἐὰν ὑπάρχῃ, καὶ ἀφοῦ εἶναι ὁ νομομηχανικός, ὁ ὁποῖος φέρει τὴν εὐθύνην τῆς ἐκτελέσεως. Ἀφοῦ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ θὰ γνωμοδοτήσῃ, δὲν ἔχω νὰ κάμω παρατήρησίν τινα.
§290Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιτηρεῖ καὶ ὁ ἐπιθεωρητής, ἵνα μὴ τυχὸν ἀλλοιωθῇ τὸ σχέδιον.
§291ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει καθαρώτερον νὰ διατυπωθῇ.
§292Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν μελετήσητε ἐν ἡσυχίᾳ τὰ σχετικὰ ἄρθρα, θὰ ἴδητε ὅτι εἶναι πλήρης ἡ ἔννοια. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 40 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 41, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν).
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 42 (ἀναγινώσκεται).
§294ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ βοηθὸς τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὅπου ὑπάρχει τοιοῦτος, δὲν ἀναπληροῖ τὸν ἐπιθεωρητήν;
§295Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ βοηθὸς ἐπιθεωρητοῦ, περιοδεύων παραλλήλως πρὸς τὸν ἐπιθεωρητὴν, ἐπισκεπτόμενος καὶ ἐξετάζων τὰ σχολεῖα.
§296ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ τὸν ἀναπληροῖ ὁ βοηθὸς ἐπιθεωρητής;
§297Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ γυμνασιάρχης.
§298ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε ὁ βοηθὸς δὲν ἔχει πρωτοβουλίαν τινά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 42 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 43 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 44 (ἀναγινώσκεται).
§300ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δύο παρατηρήσεις ἔχω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἡ μία ἀνάγεται εἰς τὸ ἐὰν ὁ γυμνασιάρχης ὁ ἐπιθεωρῶν—ἐπειδὴ δὲν γίνεται μνεία ἐν τῷ ἄρθρῳ—θὰ λαμβάνῃ ἀποζημίωσίν τινα, ὅπως καὶ ὁ ἄλλος ἐπιθεωρητής. Αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον. Δεύτερον παρατηρῶ, ὅτι, ἐὰν ὁ γυμνασιάρχης ἐκτελέσῃ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν, θὰ παραμελήσῃ τὰ κύρια αὐτοῦ ἔργα· διότι, ἐὰν λάβωμεν π. χ. τὸν γυμνασιάρχην Τριπόλεως καὶ τὸν ὑποχρεώσωμεν νὰ ἐπιθεωρήσῃ ὁλόκληρον τὸν νομὸν Ἀρκαδίας, ἔχει νὰ ἐπιθεωρήσῃ, νομίζω, 22 πλήρη Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ νὰ διατρέξῃ ὁλόκληρον τὴν Ἀρκαδίαν. Ὑποθέτω ὅτι ὁλόκληρος ὁ χρόνος, ἢ τὸ ἥμισυ τοῦ χρόνου τοὐλάχιστον, δὲν θὰ τὸν ἀρκέσῃ νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτὸ τὸ καθῆκον. Ὅλην αὐτὴν τὴν δυσχέρειαν θὰ τὴν ἀπεφεύγομεν, ἐὰν εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἀπηλείφομεν τοὺς πρωτοβαθμίους δημοδιδασκάλους, διότι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τοὺς πρωτοβαθμίους δημοδιδασκάλους νὰ ἐπιθεωρῶσιν Ἑλληνικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ διευθύνωσι διδάκτορες τῆς Φιλοσοφίας· ἐὰν ὅμως ἀπηλείφομεν τοὺς πρωτοβαθμίους δημοδιδασκάλους, ἠδυνάμεθα εἰς αὐτοὺς, διδάκτορας ὄντας τῆς Φιλοσοφίας, νὰ ἐπιβάλωμεν τὸ καθῆκον τῆς ἐπιθεωρήσεως, καὶ νὰ μὴ περιέλθωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀδυναμίαν τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος τούτου, χωρὶς νὰ παραμεληθῇ τὸ ἄλλο ἔργον τοῦ γυμνασιάρχου, τὸ κύριον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 44 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 45 (ἀναγινώσκεται).
§302Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἐκ τυπογραφικοῦ σφάλματος ἐτέθη ἡ λέξις «βαθμοὺς» ἀντὶ νὰ τεθῇ «βοηθούς». Παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 45, ὡς διωρθώθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 46–55).
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 56 (ἀναγινώσκεται).
§304ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ δικαίωμα ἑπομένως, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἵνα ὑποβάλλῃ ἔφεσιν κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ νομάρχου, διατηρεῖται.
§305Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως· ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ περὶ δήμων νόμου.
§306ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐδῶ βλέπω διάταξιν, ἡ ὁποία δίδει δικαίωμα εἰς τὸν νομάρχην νὰ ἀλλάσσῃ τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὴν θέλησίν του. Ὑπέθετον ὅτι τοῦτο ἀποκλείει τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως.
§307Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.
§308ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ δικαιώματος, κατὰ τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἔφεσις, τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἔχει καὶ νῦν. Ποῖος ὁ λόγος λοιπὸν τῆς διατάξεως ταύτης;
§309Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ὁδηγίαι πρὸς τὸν νομάρχην, ἐπὶ τίνων θεμάτων θὰ στραφῇ ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ.
§310ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὥστε τὸ ἄρθρον δὲν σημαίνει ὅτι ἀποκλείεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως.
§311Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.
§312ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει: «πρὸς συντήρησιν πάντων τῶν ἐν τῷ δήμῳ ὑπαρχόντων δημοτικῶν σχολαίων καὶ γραμματοδιδασκαλείων». Κατὰ τίνα ἐποχὴν ὑπαρχόντων;
§313Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§314ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν νομίζετε ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ διάταξις, κανονίζουσα τὴν ἐπιστροφὴν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς δήμους τῶν πληρωθέντων ἤδη ὑπὸ τῶν δήμων; Διότι πολλοὶ δῆμοι κατέβαλον τὸ ποσὸν ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους.
§315Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκανονίσθησαν, ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον θὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν κατὰ τὴν τελευταίαν τετραμηνίαν τοῦ ἔτους, τὰ ἀναλογοῦντα πρὸς τὰ ⅔ τῆς δημοτικῆς εἰσφορᾶς, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσι κατὰ τὸ παρελθόν· τὸ ⅓ θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸ μέλλον.
§316ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐτέθη τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ πρὸς τὰ ⅔ τῆς δημοτικῆς εἰσφορᾶς ἀλλὰ ὑποθέτω ὅτι δῆμός τις ἐπλήρωσεν ἤδη τὸ ποσὸν ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους. Οὐδεμία διάταξις ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἐπιστροφῆς τοῦ ἀναλογοῦντος ποσοῦ, καὶ ἑπομένως θὰ ἐπέλθῃ τὸ ἄτοπον αὐτό· ὁ δῆμος νὰ ἀναλάβῃ ἀπὸ τῆς 1 Σεπτεμβρίου τὴν πληρωμὴν τῶν δημοδιδασκάλων, ἐνῷ ἤδη τὸ ποσὸν τὸ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν τὸ κατέθεσε, καὶ ὁ ταμίας τὸ κατέχει.
§317Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς τελευταίας τετραμηνίας, αἱ ὑποχρεώσεις καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δημιουργεῖ, θὰ ἐκτελεσθῶσι κατὰ τὴν τετραμηνίαν αὐτήν. Ἡ ὑποχρέωσις λοιπὸν τῶν δήμων εἶναι νὰ ἀναλάβωσιν αὐτοὶ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς τετραμηνίας, καὶ ἑπομένως δὲν θ’ ἀναλάβωσι τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς ἐξόδων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν τετραμηνίαν.
§318ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ κάμνω τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Δῆμός τις ἐπλήρωσεν ἤδη δι’ ὅλον τὸ ἔτος· δὲν βλέπω διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀποδοθῇ τὸ ποσὸν τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὴν τελευταίαν τετραμηνίαν.
§319Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἐπιστραφῇ ὡς ἀχρεώστητον.
§320ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Ὁ ταμίας κρατεῖ ἐπὶ συμψηφισμῷ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 56 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 57 (ἀναγινώσκεται).
§322ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς θὰ λειτουργήσῃ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ; Τίς εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία θὰ προκαλέσῃ τὸν πρόσθετον αὐτὸν φόρον; Θὰ γίνεται, ὅπως γίνεται ἤδη;
§323Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ γίνεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1848 περὶ ἐπιβολῆς ἐκτάκτων δημοτικῶν δασμῶν. Τὸ ἄρθρον λέγει: «κατὰ τὰς περὶ προσδιορισμοῦ τῶν δημοτικῶν ἐσόδων νομίμους διατάξεις.»
§324ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ χώρα ἐξεδήλωσε πολλάκις τὴν ἐπιθυμίαν της νὰ ἀπαλλαχθῇ τῶν διαπυλίων λεγομένων τελῶν. Νομίζω ὅτι ἐκ τοῦ ἄρθρου 57 πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις ἡ δίδουσα τὸ δικαίωμα πρὸς ἐπιβολὴν δημοτικῶν δασμῶν ἐπὶ τῶν πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν εἰσαγομένων, ὅπως μὴ φανῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχουσα τὴν ἐναντίαν γνώμην, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ, ὅτι ἡ χώρα ἔχει τὴν ἐναντίαν γνώμην περὶ τῶν δασμῶν τούτων.
§325Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν ὅσῳ δὲν καταργοῦνται, δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν αὐτοὺς μὴ ὑπάρχοντας.
§326ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἂς αὐξηθῶσιν οἱ ἄμεσοι φόροι. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐκφρασθεῖσαν θέλησιν τῆς χώρας ἡμεῖς, νομοθετοῦντες αὔξησιν τῶν δημοτικῶν τούτων δασμῶν, δεικνύομεν ὅτι δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ καταργήσωμεν τούτους. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 57, ὡς ἔχει).
§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 58 (ἀναγινώσκεται).
§328ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 58, ὑποθέτω ὅτι ἀναφέρεται εἰς τὸ ἄρθρον 21 καὶ οὐχὶ 20 τοῦ περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων νόμου, καὶ ἴσως κατὰ λάθος ἐσημειώθη ἐνταῦθα τὸ ἄρθρον 20. Τοῦτο δὲ, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν διάταξιν τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 60 καὶ μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 62, ἐγείρει δύο ζητήματα. Τὸ πρῶτον ζήτημα εἶναι, ὅτι τὸ ἄρθρον 60 ἐν § 3 διατάσσει ὅτι τὸ ποσὸν τῆς εἰσφορᾶς τοῦ δημοσίου ταμείου, ἥτις θὰ καταβάλληται εἰς τὸ κεφάλαιον τὸ σχηματιζόμενον κατὰ τὸ ἄρθρον 59, θὰ ἀναγράφηται ἐν τοῖς ἐτησίοις προϋπολογισμοῖς ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «συνδρομὴ τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως»· δηλ. τὸ χορήγημα τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον θὰ συνεισφέρῃ εἰς τὸ κεφάλαιον τὸ σχηματιζόμενον ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 59, θὰ ἦναι ἴσον μὲ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον προσδιορίζει τὸ ἄρθρον 58· διότι τὸ ἄρθρον 58 λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει) «Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ ΑϠΝΓʹ περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων νόμου χορηγουμένη εἰς τοὺς δήμους ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου συνδρομὴ ἀπονέμεται αὐτοῖς, μόνον ἐὰν, καὶ μετὰ τὰς κατὰ τὸ ἄρθρον 56 ἐπενεχθείσας ὑπὸ τοῦ νομάρχου μεταβολὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ μετὰ τὴν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον αὔξησιν τῶν φόρων, δὲν συμπληρώνωνται αἱ ἀπαιτούμεναι πιστώσεις, ἀλλὰ τῆς ἐγκρινομένης συνδρομῆς τὸ ποσὸν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπερβῇ τὸ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς συντήρησιν ἑνὸς κοινοῦ δημοτικοῦ σχολείου καὶ ἑνὸς γραμματοδιδασκαλείου ἐλλεῖπον.» Ἡ εἰσφορὰ τοῦ δημοσίου ταμείου φυσικῶς θὰ κανονίζηται ἐκ τῶν συνδρομῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ὁρίζωνται εἰς τοὺς δήμους συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 58. Τὸ ἄρθρον 58, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὸ ἄρθρον 21, ὁρίζει τρόπον προσδιορισμοῦ τοῦ χορηγήματος τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς δήμους, ὁ τρόπος δὲ οὗτος εἶναι, ὅτι εἰς ἕκαστον δῆμον θὰ χορηγῇ τὸ Δημόσιον τὸ τρίτον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ δῆμος οὗτος θὰ ἀναγράφῃ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς αὑτοῦ ἐκπαιδεύσεως, ὥστε ὅσον ποσὸν ἀναγράψῃ ὁ δῆμος οὗτος μετὰ τὰς αὐξήσεις τὰς γενομένας ὑπὸ τοῦ νομάρχου καὶ τὰς αὐξήσεις τῶν δασμῶν, τὸ τρίτον τούτου τὸ Δημόσιον θὰ δώσῃ εἰς τὸν δῆμον.
§329Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῦ εἶναι τὸ τρίτον;
§330ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 21 τοῦ περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων νόμου. Τὸ ἄρθρον 20 ἀναφέρεται εἰς τὸν προσδιορισμὸν σχολείων. Τὸ ἄρθρον 21 λέγει ὅτι «οὐδέποτε ἡ βοήθεια τοῦ Δημοσίου δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ τρίτον τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ δήμου πιστώσεων διὰ δημοτικὰ σχολεῖα». Ὥστε μὲ τὸ ἄρθρον 21 ἔχει σχέσιν ἡ βοήθεια τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς δήμους.
§331ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὸ ἄρθρον 58 δὲν παραπέμπει εἰς τὸ ἄρθρον 21, ἀλλ’ εἰς τὸ ἄρθρον 20 τοῦ νόμου περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων.
§332ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὕτη εἶναι ἡ μόνη διάταξις, ἡ τοῦ ἄρθρου 21, ἡ ὁποία καθορίζει τὴν ἀναλογίαν τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου.
§333Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων περιέλαβε δύο τινά. Πρῶτον, ἐπιβάλλει εἰς τὸ Κράτος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δίδῃ συνδρομὴν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν· δεύτερον, προσδιορίζει τὸ ποσὸν τῆς συνδρομῆς. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὴν διάταξιν. Λέγω δ’ ὅτι προσδιορίζει τὸ ποσὸν τῆς συνδρομῆς, πειθόμενος εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας δίδετε ὑμεῖς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διὰ τοῦ ἄρθρου 62, τὸ ὁποῖον εἶναι μεταγενέστερον τοῦ νόμου περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, προσδιορίζει ποία εἶναι ἡ συνδρομὴ, ἑπομένως τροποποιεῖ κατ’ ἀρχὴν τὰς περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς συνδρομῆς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων. Ἐμνημόνευσεν ὅμως τοῦ εἰρημένου ἄρθρου τοῦ νόμου περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, διότι ἀποδέχεται τὴν ἀρχήν, ὅτι τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ δώσῃ συνδρομήν.
§334ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ τελειώσω τὸν συλλογισμόν μου καὶ ἀκολούθως μοὶ ἀπαντᾶτε; Εὑρίσκω μόνην διάταξιν, καθορίζουσαν τὴν ἀναλογίαν τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου, τὸ ἄρθρον 21. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν Καρδίτσης νὰ εἴπῃ κατόπιν τὴν γνώμην του καὶ οὐχὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
§335Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κ. Βουλευτής, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ σᾶς χρησιμεύσῃ. Λέγει ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 21, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 20, τὸ δ’ ἄρθρον 20 μνημονεύει μόνον τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους πρὸς χορηγίαν συνδρομῆς, οὐχὶ δὲ τοῦ ποσοῦ. Ὑμεῖς ὑπελάβετε, ὅτι μνημονεύει τοῦ ἄρθρου 21. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔλεγεν ἰδιαιτέρως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καρδίτσης, ἦτο χρησιμώτατον δι’ ὑμᾶς, καὶ προσῆκον ἑπομένως νὰ σᾶς διακόψῃ.
§336ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ θὰ ἦτο χρησιμώτερον, ἂν τὸ ἔλεγε πρότερον.
§337ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Σᾶς τὸ εἶπον ἐγώ.
§338ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε δὲν βλέπω διάταξιν κανονίζουσαν ἀναλογίαν τινὰ τῆς διανομῆς. Ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 62 (ἀναγινώσκει: «Ἐὰν ὅμως τὰ ἔσοδα τῶν δήμων δὲν ἐπαρκῶσι πρὸς συντήρησιν τῶν ἐν τῷ δήμῳ δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων, καὶ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν αὐτῶν διὰ τοῦ ἀναβιβασμοῦ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 57 ἀναφερομένων φόρων, τότε μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ ἁρμοδίου νομάρχου χορηγοῦνται τὰ ἐλλείποντα ἐκ τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ ἐτησίῳ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους πιστώσεως καὶ καταβάλλονται ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου.» Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν καμμία διάταξις, κανονίζουσα βάσιν τινὰ τῆς κατ’ ἀναλογίαν οἱανδήποτε διανομῆς τοῦ χορηγήματος τοῦ Δημοσίου.
§339Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅ,τι ἐλλείπει, τὸ δίδει τὸ Δημόσιον.
§340ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ τοιαύτη διάταξις τοῦ ἄρθρου 62 θὰ φέρῃ πολὺ μακρὰν τὸ Δημόσιον. Δὲν πρόκειται πλέον νὰ ὑπολογίσωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡμῶν οἰκονομίαν τινὰ ἐν ταῖς δαπάναις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀπεναντίας πρέπει τότε νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ θὰ ἀναγράψωμεν ποσὸν πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐδαπάνα τὸ Δημόσιον μέχρι σήμερον.
§341Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν, ἢ ἐπιθυμεῖτε νὰ ἐξακολουθήσητε;
§342ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἐτελείωσα.
§343Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πάντοτε αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου θέλουσιν εἶσθαι ἐλάσσονες τῶν νῦν ἐπιβαλλομένων εἰς αὐτό.
§344ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διατί;
§345Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τώρα προσδιορίζεται δημοτικὴ εἰσφορὰ, καὶ τὸ Δημόσιον πλὴν τῆς δημοτικῆς εἰσφορᾶς εἰσφέρει τὸ ἐλλεῖπον. Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἰσπράττει ὅλην τὴν δημοτικὴν εἰσφορὰν, εἰσφέρει τὸ ἐλλεῖπον ἐκ τῆς δημοτικῆς εἰσφορᾶς. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ Δημόσιον θὰ ἀποδίδῃ τὸ ἐλλεῖπον. Ἐλλεῖπον κατὰ τί; Εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ δήμου ἀναγεγραμμένα ἔσοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου θέλουσιν εἶσθαι πάντως περισσότερα ἢ ὅσα νῦν προσδιορίζουσι τὴν δημοτικὴν εἰσφορὰν, διότι ὁ δῆμος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ αὐξήσῃ τούς τε ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους μέχρις ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν, οὕτω δὲ οἱ δῆμοι θέλουσιν εἰσφέρει περισσότερα ἢ ὅσα νῦν, καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ Δημόσιον θέλει εἰσφέρει ὀλιγώτερα ἢ ὅσα ἤδη εἰσέφερεν.
§346ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀκριβῶς ὅμως οἱ ἐπιδεεῖς δῆμοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐλάχιστα ἢ οὐδὲν ἐλπίζουσιν ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἀμέσων ἢ ἐμμέσων φόρων. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον οὐδεμία αὔξησις ἐλπίζεται ἐντεῦθεν, ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων, καθ’ ὃν χρόνον ἐλαττοῦται ἡ εἰσφορὰ τῶν μονῶν κατὰ 50,000 δραχμὰς, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐλπίζει ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πᾶν τὸ ἐναντίον θὰ ἐπέλθῃ νῦν, ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετηρεῖτο πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ νῦν οὐδεὶς δεσμὸς, οὐδεὶς χαλινὸς θὰ ὑπάρχῃ ὡς πρὸς τὴν σύστασιν σχολείων καὶ τὸν διορισμὸν δημοδιδασκάλων. Τὸν χαλινὸν, τὸν ὁποῖον ἔθεσεν ὁ νόμος ͵ΒΠΕʹ, ἔρχεσθε καὶ ἀνατρέπετε. Λοιπὸν ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν δημοτικῶν προσόδων ἐπὶ τῶν δήμων τῶν ἐπιδεῶν καὶ ἐνδεῶν εἶναι ὅλως ἰδανικὴ, ὅτι ἀπέναντι τῆς ἰδανικῆς αὐτῆς αὐξήσεως ἔχομεν τὴν θετικὴν ἐλάττωσιν τῆς εἰσφορᾶς τῶν μονῶν κατὰ 50,000 δραχμῶν διὰ λόγον ἀνεξήγητον, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἔχομεν δὲ ἀφ’ ἑτέρου τὴν θύραν, τὴν ὁποίαν τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀνοίγει εἰς τὴν συναλλαγὴν, ὡς πρὸς τὴν ἵδρυσιν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων, καὶ διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις βεβαίως τῶν δαπανῶν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὴν αὔξησιν ταύτην θὰ καταβάλῃ, ὡς συνήθως, τὸ Δημόσιον καὶ οὐχὶ οἱ δῆμοι.
§347ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀνεξαρτήτως τῶν κινδύνων τῆς αὐξήσεως τῶν σχολείων, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς, καὶ τὰ σήμερον ἀκόμη ὑπάρχοντα σχολεῖα συμπληρούμενα θὰ ἀρκέσωσιν, ἵνα αὐξήσωσι τὸ βάρος τοῦ Δημοσίου. Ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ συμψηφισθῇ εἰς τὸ σύνολον τῶν ἐξόδων τοῦ Δημοσίου, δὲν ἀπαντᾷ τὴν δαπάνην, διότι ἡ εἰσφορὰ σήμερον δὲν βεβαιοῦται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σχολείων τῶν λειτουργούντων ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων ἐσόδων, 50% τῶν ἐσόδων τοῦ δήμου, τὰ ὁποῖα 50% δὲν πρέπει νὰ θίγωσι ποσὸν 2,000 δραχμῶν· πολλοὶ δὲ δῆμοι—καὶ ἔχω ἐνώπιόν μου κατάλογον 97 τοιούτων—συνεισφέρουν ἐλάχιστον ποσὸν εἰς τὸ Δημόσιον, ὡς βεβαιούμενον καὶ τοῦτο, ἀπέναντι τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας προκαλοῦσιν. Ὅτι ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν ἔσεται ἀναμφισβήτητος, δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ τεθῇ εἰς ἀμφιβολίαν. Τὸ Δημόσιον, ἀναδεχόμενον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντηρήσῃ ἅπαντα τὰ σήμερον ὑπάρχοντα δημοτικὰ σχολεῖα καὶ γραμματοδιδασκαλεῖα, βεβαίως θέλει ὑπερβῆ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δαπανᾷ σήμερον ἐπὶ πλέον τοῦ εἰσπραττομένου ποσοῦ ἐκ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων. Περὶ τούτου δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία. Δὲν πρέπει νὰ πλανῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, καὶ νὰ ὑποθέτωμεν, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ποσοῦ 800 χιλιάδων δραχμῶν, ἢ καὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, δὲν εἶναι ἀναγραφὴ πεπλανημένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡμῶν. Βεβαίως θέλομεν ὑπερβῆ τὸ 1½ ἑκατομμύριον, ἴσως φθάσωμεν καὶ τὰ 2 ἑκατομμύρια. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν σήμερον ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἐπιτρέπῃ εἰς ἡμᾶς νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τῆς δαπάνης. Θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν αὔξησιν ταύτην τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, ἐὰν συνεπληροῦμεν τὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως, θίγοντες καὶ τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα, διότι ἐκεῖ ἔχομεν δαπάνην 1,200,000 δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ ἐξοικονομήσωμεν ποσὸν ἀρκοῦν, ὅπως οὐχὶ μόνον συμπληρώσωμεν τὴν δαπάνην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ καὶ βελτιώσωμεν ἀκόμη τὴν δημοτικὴν ἡμῶν ἐκπαίδευσιν. Ἀλλὰ μὴ συμπληροῦντες τὴν μεταῤῥύθμισιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα,— καὶ δὲν εἶναι πλέον καιρὸς νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τούτου—νομίζω ὅτι εἶναι πρέπον νὰ σκεφθῶμεν πολὺ, πρὶν ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τὸ ὅλον τῆς δαπάνης τῆς συντηρήσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων. Νομίζω ὅτι τὸ βοήθημα τοῦ Δημοσίου πρέπει νὰ τύχῃ περιορισμῶν τινων, νὰ τύχῃ περιορισμῶν τινων καὶ ἀπέναντι τῆς δαπάνης τῆς σήμερον ἐπιβαλλομένης ἐκ τῆς συντηρήσεως τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων, καὶ ἀπέναντι τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον δυνάμεθα νὰ διατρέξωμεν, τῆς ἐπ’ ἄπειρον αὐξήσεως τῶν σχολείων τούτων. Τὸ βοήθημα τοῦ Δημοσίου κυρίως καὶ ἀποκλειστικῶς πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους. Μόνον οἱ δῆμοι, τῶν ὁποίων ἡ ἀπορία εἶναι ἀναμφισβήτητος, ἐκεῖνοι πρέπει νὰ τύχωσι τοῦ βοηθήματος τοῦ Δημοσίου, οἱ δῆμοι δὲ, οἵτινες ἔχουσιν εὐπορίαν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται εἰς αὐτοὺς, περιοριζομένων ἴσως ἐξόδων τινῶν σπατάλης, ἢ μὴ χρησίμων, ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰς ἐκείνους τὸ Δημόσιον δύναται ἢ νὰ περιστείλῃ ἢ καὶ νὰ ἀρνηθῇ τὸ βοήθημά του. Ἂν ἐπὶ τοιαύτη βάσει κανονίσωμεν τὸ βοήθημα τοῦ Δημοσίου, ἐρχόμεθα ἀρωγοὶ εἰς τοὺς ἀπόρους, τοὺς ἀνεγνωρισμένως ἀπόρους δήμους, καὶ θὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν συντήρησιν τῶν σχολείων αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωμεν ἐπιβλαβῶς καὶ τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά. Εἰς τοῦτο ἐφιστῶ ἰδίως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ μὴ αὐξήσωμεν τὸ σήμερον ὑφιστάμενον ἀνισοσκελὲς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν εἰς βαθμὸν ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά.
§348Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγκάζομαι νὰ ἀναγνώσω τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη πρὸ μικροῦ, διὰ νὰ σᾶς πείσω, ὅτι ὅσας συμβουλὰς εἴπετε...
§349ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον συμβουλάς.
§350Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. ὅσας συμβουλὰς εἴπετε περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων τῶν δήμων, ὅπως καθίστανται ἐπαρκέστεροι εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ὑποχρεώσεών των, τῶν προδιαγραφομένων ὑπὸ τοῦ νόμου, ὅτι αἱ συμβουλαὶ αὗται δὲν εἶναι ὀρθαὶ (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 56. Ἐὰν αἱ ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀναγραφεῖσαι ἐν τῷ δημοτικῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις δὲν ἐπαρκῶσι πρὸς συντήρησιν πάντων τῶν ἐν τῷ δήμῳ ὑπαρχόντων δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων, προκαλεῖται ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 19–22 τοῦ ΑΘΝΓʹ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου τῆς 3 Ἀπριλίου 1891 διατασσόμενα· συμφώνως δὲ πρὸς ταύτην ὁ νομάρχης εἴτε αὐξάνει τὰς πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις μέχρι τοῦ ἀναγκαιοῦντος ποσοῦ, διαγράφων ἄλλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δύνανται, ἄνευ ἀναλόγου ζημίας τῶν δημοτικῶν συμφερόντων, νὰ ἀναβληθῶσιν ἐπὶ τὸ ἑπόμενον ἔτος, ἢ ἐλαττώνων τὰς διὰ τὰ ἀναπόφευκτα κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἔξοδα ἀναγεγραμμένας πιστώσεις μέχρι τοῦ τελευταίου ὁρίου αὐτῶν, εἴτε, ἂν αἱ τοιαῦται ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων δὲν ἦναι ἐφικταί, ἢ δι’ αὐτῶν δὲν ἐπιτυγχάνηται ἡ ἐξίσωσις τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, προκαλεῖ τὰς ἀρχὰς τοῦ δήμου νὰ προτείνωσι τὴν συμφώνως πρὸς τὰς νομίμους διατάξεις αὔξησιν τῶν ἐσόδων.» Λεπτομερεστέρας ὁδηγίας δὲν ἠδύνατό τις νὰ δώσῃ εἰς νομάρχην.
§351ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συμφωνότατοι.
§352Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὥστε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι διὰ τοῦ νόμου τούτου, ὅπως ἐπέρχωνται πᾶσαι αἱ ἀναγκαῖαι ἐλαττώσεις τῶν περιττῶν ἐξόδων εἰς τοὺς δήμους, ἐκτελοῦνται. Ἀλλ’ ὑμεῖς ἔχετε φόβους, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅταν γένηται νόμος, θέλει ἀναγκάσει τὸ Κράτος νὰ εἰσφέρῃ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως πολλῷ πλείονα ἢ ὅσα εἰσέφερε μέχρι τοῦδε· νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν γνωρίζετε, τί εἰσέφερε μέχρι τοῦδε. Δότε μοι τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸν λογαριασμὸν τοῦ 1894. Κατὰ τὸ 1894 προϋπελογίσθησαν διὰ τοῦ δημοσίου προϋπολογισμοῦ ἔξοδα δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως 4,166,356 ὑπὸ τὸ κεφάλαιον Δʹ, ἀπέναντι δὲ τῶν ἐξόδων τούτων ὁ προϋπολογισμὸς ἀνέγραψεν ὅτι ἔμελλε νὰ εἰσπραχθῇ ἐκ δημοτικῶν εἰσφορῶν κτλ. ποσὸν 2,500,000. Οὕτω 4,166,356 ἔξοδα δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἔσοδα 2,500,000, ὑπόλοιπον 1,666,356, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ τὸ Κράτος ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλὰ τάχα εἰσέπραξε τὰ 2,500,000; ἀκούσατε. Ἀντὶ νὰ εἰσπραχθῶσι τὰ 2,500,000, εἰσεπράχθησαν 1,591,204.20
§353ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μέχρι τίνος ἐποχῆς;
§354Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου 1895.
§355ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ὄχι μέχρι τέλους τῆς χρήσεως
§356Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριέ μου, πρόκειται περὶ δήμων, καὶ ἡ χρῆσις τῶν δήμων κλείει τὸν Ἀπρίλιον τοῦ ἔτους αὐτοῦ.
§357ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§358Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν ἀντὶ νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον 2,500,000, εἰσέπραξεν 1,591,204.20, δηλ. ὀλιγώτερα 908,795.80. Προσθέσατε ταύτας εἰς τὰ 1,666,356. Τὸ Δημόσιον εἰσέφερεν οὕτω διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν δραχ. 2,575,151.80. Σᾶς ὑπόσχομαι διὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ποτὲ νὰ μὴ κατασταθῇ ἀναγκαῖον νὰ πληρώσῃ τοσαῦτα τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§359ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἀκριβές, ὅτι τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1,500,000, ὅπως τὸ βεβαιοῦτε· δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἀλλὰ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως 1893 τὸ Δημόσιον εἰσέπραξεν ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων 2,490,000 περίπου δραχμάς.
§360Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἠξεύρετε διατί; Διότι κατὰ τὸ 1893 εἶχον προϋπολογισθῆ 3,200,000, καὶ ἐκ τούτων εἰσεπράχθησαν μόνον 2,439,961 δηλ. 760,039 δραχ. ὀλιγώτερον. Ἀλλὰ 2,439,961, εἰσέπραξε καὶ κατὰ τὸ 1891, ἂν καὶ ἠλάττωσε τὸ ποσὸν τῆς εἰσφορᾶς;
§361ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι κατὰ μὲν τὸ 1893 ἀνέγραψε βεβαιώσεις τρία ἑκατομμύρια καί τινας χιλιάδας δραχμῶν, κατὰ δὲ τὸ 1894 ἀνέγραψεν εἰσπράξεις 2,439,000.
§362Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι. Καὶ κατὰ τὸ 1894 εἴχομεν δύο προϋπολογισμούς· εἶχον προϋπολογισθῆ ἐπὶ βεβαιώσεων 2,500,000, καὶ τοῦτο τὸ ποσὸν σᾶς ἀνέφερα ἀλλὰ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφὲν ἐξ εἰσπράξεων εἶναι 1,800,000. Λοιπὸν, ἐὰν ἠθέλομεν ὑπολογίσει ὡς ποσὸν προϋπολογισθὲν τὸ ποσὸν τῶν 1,800,000, τὸ ἔλλειμμα τοῦ Δημοσίου εἶναι μεγαλείτερον· ἀλλ’ ἐγὼ ἀποδέχομαι τὸ ποσὸν τὸ προϋπολογισθὲν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιώσεων, ἤτοι τὸ τῶν 2,500,000.
§363ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ ὑπολογισμοί σας ἐστηρίχθησαν εἰς 1 ἑκατομμύριον περίπου. Δὲν πρόκειται νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τῶν συλλογισμῶν μας τὰ ἀναγραφέντα ἁπλῶς ἐν προϋπολογισμοῖς, διότι δύναται νὰ πλανηθῇ εἰς τὴν ἐκτίμησίν του ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναγράψας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔσοδόν τι.
§364Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ εἴπετε ὅτι κατὰ τὸ 1893 ὑπελόγισεν ἐπὶ τῇ βάσει βεβαιώσεων, ἐνῷ κατὰ τὸ 1894 δὲν ὑπελόγισεν ἐπὶ τῇ βάσει βεβαιώσεων. Ἐπὶ τῇ βάσει ὅμως βεβαιώσεων ὑπελόγισε καὶ κατὰ τὸ 1894.
§365ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἔλαβον βάσιν ἐκ τοῦ συλλογισμοῦ τοῦ ἑξῆς· ὅτι κατὰ τὸ 1893 καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν αὐτοῦ εἰσεπράχθησαν 2,500,000 περίπου· εἶχε δὲ εἰσπράξει τὸ Δημόσιον μέχρι τέλους Μαρτίου, νομίζω, ἢ ἀρχὰς Ἀπριλίου, ποσὸν ἀναλογοῦν μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξε κατὰ τὴν ἀντίστοιχον περίοδον τῆς χρήσεως τοῦ 1894, δηλ. 1,500,000 περίπου δραχμάς. Ἐλπίζω ἑπομένως, ὅτι κατὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1894, δηλ. μέχρις Ὀκτωβρίου 1895, εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ εἴσπραξις τῆς χρήσεως τοῦ 1894 νὰ φθάσῃ τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1893. Δὲν μὲ ἐπηρεάζει δὲ τὸ ὅτι κατὰ τὸ 1894 αἱ βεβαιώσεις ἠλαττώθησαν ἐν τῇ στήλῃ τῶν εἰσπράξεων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ 2,500,000 εἰς 1,800,000, διότι γνωρίζομεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1894 συνετάχθη ὑπὸ τὸ πρίσμα ἐλαττώσεων μᾶλλον, παρὰ αὐξήσεων, καὶ σᾶς φέρω παράδειγμα τὰ τελωνειακὰ τέλη.
§366Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§367ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ λέγω ἐγώ.
§368Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτι αἱ βεβαιώσεις ἀνεγράφησαν ὀλιγώτεραι, δὲν τὸ εἶπον. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι προϋπελογίσθησαν δύο εἰδῶν ποσὰ κατὰ τὸ 1894, ὅτι προϋπελογίσθη ποσὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιωθέντων, προϋπελογίσθη δὲ ποσὸν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραχθέντων.
§369ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ναί. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ κρίνωμεν διατὶ αὐτὸς ἀνέγραψεν αὐτὸ τὸ ποσὸν, θὰ εὕρωμεν ὅτι κακῶς προϋπελόγισε βεβαίως 1,900,000 ἀφοῦ εἶχεν εἰσπράξει τὸ 1893 δρ. 2,439,000. Ἄρα ὁ συντάξας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1894 ἐπηρεάσθη καὶ εἰς τὸ ἔσοδον τοῦτο ἐκ τῶν αὐτῶν σκέψεων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπηρεάσθη καὶ εἰς τὸ ἔσοδον τῶν τελωνειακῶν τελῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέγραψε 18 ἑκατομμύρια δραχμὰς ἔσοδον, ἀντὶ 22–23 ἑκατομμυρίων, ὡς ἔπρεπε νὰ ἀναγράψῃ. Δὲν πρόκειται νὰ κρίνωμεν τοῦτο· εἰς ἐμὲ ὑπάρχει ἡ πεποίθησις, ὅτι, ὅπως εἰσεπράξαμεν κατὰ τὸ 1893 2½ ἑκατομμύρια περίπου ἐξ εἰσφορῶν τῶν δήμων διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν παραπλήσιον ποσὸν καὶ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1894. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἁπλῆ σκέψις, ἁπλοῦς συλογισμός. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι οὐσιαστικὸν ἐν τῇ παρατηρήσει μου, εἶναι ὅτι τὸ Δημόσιον, παρέχον τὸ βοήθημά του ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, ἄνευ ἀναλογίας τινὸς, στηριζομένης ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν δήμων, τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ εἰσφέρῃ ποσὸν πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δύναται, μετὰ τὴν μεταῤῥύθμισιν τὴν γενομένην εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ν’ ἀναγράψῃ ἐπωφελῶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτοῦ, εἴτε τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 2½ ἑκατομμύρια, ὅσα κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰσέφερεν, εἴτε εἰς 1,600,000, ὅσα κατὰ τοὺς ἐμοὺς ὑπολογισμοὺς εἰσέφερε τὸ Δημόσιον μέχρι σήμερον. Εἴτε 1,600,000 εἶναι, εἴτε 2,000,000, εἶναι ποσὸν βαρὺ διὰ τὸ Δημόσιον· δύναται δὲ ν’ ἀποβῇ ἔτι βαρύτερον, ἐὰν πιστεύσωμεν, ὅπως πρέπει νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἡ σύστασις νέων σχολείων, νέων γραμματοδιδασκαλείων, θέλει εἶναι ἀθρόα μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅταν οἱ δῆμοι οὐδένα αἰσθάνωνται χαλινὸν διὰ τὴν σύστασιν τῶν σχολείων τούτων, ὅταν ἔχωσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι πᾶν ὅ,τι λείψει εἰς αὐτοὺς θέλουσιν εὕρει ἕτοιμον τὸ Δημόσιον, ὅπως τοὺς βοηθήσῃ. Ἀνέπτυξα πότε δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο, ἂν τὸ ὅλον τῆς ἐκπαιδεύσεως ἡμῶν ἠθέλομεν μεταῤῥυθμίσει κατὰ τρόπον ἐρχόμενον εἰς βοήθειαν τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ μὴ ἐκτελοῦντες τὴν γενικωτέραν ταύτην μεταῤῥύθμισιν, ἐξ ἧς νὰ ἐλαφρύνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Δημοσίου, νομίζω ὅτι πράττομεν πρᾶξιν ἐπικίνδυνον, παραδεχόμενοι τὴν ἀχαλίνωτον ἐλευθερίαν τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας σχολείων εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐπιβαρύνομεν σπουδαίως τὸ Δημόσιον ταμεῖον εἰς τὸ μέλλον.
§370Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ ὑπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀναφέρετε, δὲν φαίνονται ἀκριβεῖς, διότι ὑμεῖς ὑπελογίσατε, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1884 θέλουσιν εἰσπραχθῆ ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου τοσαῦτα, ὅσα εἰσεπράχθησαν καὶ κατὰ τὸ 1893· μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι οἱ ὅροι εἶναι διαφορετικοί. Ἐὰν εἰς τὰ ἔσοδα τὰ τελωνειακὰ δὲν ἀνταπεκρίθησαν οἱ προϋπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους τὸ ὑπὸ τὸν πρώην Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου Ὑπουργεῖον εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἠδύνατο νὰ προΐδῃ τοῦτο ὁ συντάξας τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, ἢ δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ προΐδῃ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἐμελέτα τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα κατὰ τὸ 1894, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι φυσικὸν ἦτο νὰ εἰσπραχθῶσι πλείω ἢ ὅσα εἶχον ἀναγραφῆ, ὡς ἔσοδα ἐκ τῶν τελωνειακῶν ἐσόδων. Ἀλλ’ αἱ εἰσπράξεις αἱ ἐκ τῶν δήμων δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν καὶ ἔρευναν, δὲν ὑπόκεινται εἰς τοὺς αὐτοὺς κανόνας. Τὰ τελωνειακὰ τέλη κατὰ τὸ 1894 ἔμελλον ἀναγκαίως νὰ ἦναι πλείονα ἢ ὅσα εἶχον ἀναγραφῆ, διότι ὁ κλονισμὸς εἶχεν ἤδη συντελεσθῆ κατὰ τὸ 1893. Κατὰ τὸ 1893 τὸ ἐμπόριον εἶχε σταματήσει, εἰσαγωγὴ δὲν εἶχε γενῆ, ἀλλ’ ἔκτοτε ἐξηντλήθησαν πάντα τὰ ἀποταμιεύματα ἐν τῷ ἐμπορίῳ, τὸ ἐμπόριον δ’ ἀναγκαίως ἤθελε φροντίσει νὰ πληρώσῃ τὰς κενὰς ἀποθήκας του, ἑπομένως ἡ εἰσαγωγὴ ἐμπορευμάτων ἤθελεν εἶσθαι ἀφθονωτέρα ἢ ὅση ἦτο κατὰ τὸ 1893, οὗ ἕνεκα ἐπῆλθεν ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων. Ἀλλ’ εἰς τοὺς δήμους τὰ ἔσοδα τῶν δήμων δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς αὐτὰς εὐνοϊκὰς περιστάσεις. Ἐξ ἐναντίας ἡ μείωσις τῶν ἐσόδων τῶν δήμων ἔμελλε νὰ ἦναι μείζων ἢ κατὰ τὸ 1893, διότι, ἐφ’ ὅσον ἀπεμακρυνόμεθα ἀπὸ μίαν κατάστασιν ἀνεκτήν, ἐπὶ τοσοῦτον τὸ κακὸν προέβαινε, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἡ μείωσις τῶν ἐσόδων καὶ τῶν δήμων καὶ τῶν ἰδιωτῶν ἦτο μείζων. Ἑπομένως κατὰ τὸ 1894 δὲν ὑπῆρχε πιθανότης ὅτι ἤθελον εἰσπραχθῆ πλείονα ἢ ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1893. Ἀλλ’ ἂς ἀποδεχθῶμεν τὸν ἰσχυρισμόν σας, ἂς ἀποδεχθῶμεν ὅτι ἔχετε δίκαιον εἰς πάντας αὐτοὺς τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἐξεθήκατε ὑμεῖς, ὅτι κατὰ τὸ 1894 θέλουσιν εἰσπραχθῆ περισσότερα ἢ ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1893, ἢ θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἴσα πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1893. Ἂς ἴδωμεν κατὰ τὸ 1893 πόσα εἰσεπράχθησαν καὶ τί εἰσέφερε τὸ δημόσιον ταμεῖον. Κατὰ τὸ 1893 εἶχον προϋπολογισθῆ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς δραχμὰς 4,085,840, εἶχον δὲ προϋπολογισθῆ ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἐξ εἰσφορῶν 3,200,000· ἑπομένως ἔμενεν ἔλλειμμα τοῦ δημοσίου ταμείου 885,840. Ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν 3,200,000; Ὄχι· εἰσεπράχθησαν 2,439,961, δηλ. ὀλιγώτερα κατὰ 760,039. Προσθέσατε καὶ τὰς 760,039 εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 885,840, καὶ θέλετε εὑρεῖ, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσήνεγκεν 1,645,879 διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ 1893.
§371ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Γινώσκετε πόσα ἐδαπανήθησαν τῷ 1892;
§372Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ βλέπω, τί ἔχουσιν ἀναγραφῆ. Δὲν ἔχω ἀπολογισμόν.
§373ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπάρχει καὶ ἀπολογισμός.
§374Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχομεν.
§375ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπάρχει προσωρινός.
§376Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς δὲν ἀναγράφει τὰ δαπανηθέντα κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον.
§377ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ἐγὼ εὗρον τὰς δαπάνας.
§378Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠμπορεῖ ὑμεῖς νὰ ἔχητε ταῦτα κατ’ οἶκον, ἀλλ’ ἀπολογισμὸν ἐπίσημον δὲν ἔχομεν. Ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος δημοσιεύει κατ’ ἄρθρον καὶ κατὰ κεφάλαιον τὰς δαπάνας, δὲν ἐδημοσιεύθη ἔτι. Ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος ἐδημοσιεύθη, ἀναγράφει κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον μόνον τὰ ἔσοδα, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ ἔξοδα. Ἑπομένως δὲν ἀναγράφει πόσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν μέσην, ἢ διὰ τὴν ἀνωτέραν, ἢ διὰ τὴν κατωτάτην ἐκπαίδευσιν. Λοιπὸν ἡ δαπάνη εἶναι 1,500,000. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ἀναλογία, τὴν ὁποίαν εὑρίσκω μεταξὺ τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ 1894 καὶ τῶν εἰσπραχθέντων, ὅτι ἡ αὐτὴ ἀναλογία εἶναι καὶ κατὰ τὸ 1893 μεταξὺ τῶν προϋπολογισθέντων ἐξ εἰσφορῶν καὶ τῶν εἰσπραχθέντων μέχρι τέλους τῆς χρήσεως. Ἑπομένως τὰ εἰσπραχθησόμενα ἢ τὰ εἰσπραχθέντα μετὰ τὴν 30 Ἀπριλίου 1894 μέχρι τοῦδε, ὑποθέτω ὅτι θὰ ἦναι ἐλάχιστα. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλα ταῦτα ἀπεδέχθην τὴν γνώμην σας. Ἂς ὑποθέσωμεν δὲ, ὅτι ὁ νόμος ἐφαρμόζεται. Τίς ἐβεβαίωσεν ὑμᾶς, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἀφίνει ἀχαλίνωτον ἐλευθερίαν πρὸς σύστασιν νέων σχολείων; Ὁ νόμος πραγματεύεται περὶ ὑπαρχόντων δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων. Εἰς ποίαν διάταξιν τοῦ νόμου ἀποδίδετε αὐτὸ τὸ ἀχαλίνωτον τῆς ἐλευθερίας τῶν Ὑπουργῶν ἢ τῆς ἐλευθερίας τῆς διοικήσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅπως συνιστᾷ πανταχοῦ ὅσα καὶ ὁπότε θέλει σχολεῖα; Δημιουργεῖτε ὑποθέσεις, αἵτινες δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ νόμῳ, καὶ ἑπομένως ὑποθέτω ὅτι σφάλλετε. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι κατὰ τὸ 1895 ἢ 1896 τὸ Κράτος θέλει δαπανήσει πλειότερα ἢ ὅσα ἐδαπάνησε κατὰ τὸ 1892. Τὸ 1896 εἶναι τὸ πρῶτον ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ σύστημα ἐντελῶς νέον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι ἀποτελεῖ βελτίωσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ὑμεῖς, οἱ μὴ προτείναντες, δύνασθε νὰ τὸ θεωρῆτε ὀλέθριον, ἡμεῖς, οἱ προτείναντες αὐτὸ, τυγχάνομεν πεπεισμένοι, ὅτι εἶναι σωτήριον. Ἂς ἴδωμεν τὰ ἀποτελέσματα· ἐὰν ταῦτα ἀποδείξωσιν, ὅτι ἐβαρύνθη τὸ δημόσιον ταμεῖον ὑπὲρ πᾶν μέτρον, ὅτι ἐδαπάνησε ποσὸν μέγα, εἴμεθα ἐν καιρῷ νὰ ἄρωμεν τὴν ζημίαν καὶ νὰ διορθώσωμεν τὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐλαττόνοντες τὰ ἔξοδα τοῦ Δημοσίου. Ἐννοῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος, θεωροῦντα ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι τὸ πλέον βδελυρότερον ἔργον καὶ διανόημα...
§379ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§380Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴπετε ὅτι εἶναι ἐπαίσχυντον, καὶ ὅτι τοιοῦτον ἤθελε χαρακτηρισθῆ, ἐὰν παρουσιάζετο ἀλλαχοῦ... Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἔχει δίκαιον, καὶ ἐγὼ ἀκούων ἀφίνω αὐτὸν νὰ λέγῃ· ἕκαστος εὐθύνεται δι’ ὅσα λέγει, ἀλλ’ ὑμεῖς, ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὁ ὁποῖος εἶσθε τόσον δεινὸς περὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς, ὁ ὁποῖος εἶσθε ὀπαδὸς τῆς ἀποκεντρώσεως, καὶ ὁ ὁποῖος θέλετε νὰ βελτιώσητε πάντας τοὺς κλάδους, νὰ ἀποκεντρώσητε πᾶσαν τὴν διοίκησιν, διστάζετε, διότι πρόκειται νὰ δαπανήσῃ τὸ Κράτος 500 χιλιάδας δραχμὰς, ἵνα ἐφαρμόσῃ ἓν σύστημα ἀποκεντρωτικόν! Τέλος πάντων, ἰδοὺ αὐτὸς ὁ καρπὸς, ἀνήκει εἰς σᾶς, εἰς τὸ ὑμέτερον κόμμα, τὸ ἀποκεντρωτικὸν, τὸ προοδευτικόν. Ὑμεῖς ἐλάβετε τὴν σημαίαν, καὶ διότι ἡμεῖς ἠκολουθήσαμεν αὐτὴν, ῥίπτετε τὴν σημαίαν σας χαμαὶ καὶ μᾶς πολεμεῖτε!
§381ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς διότι δὲν ἐννοῶ νὰ πολεμήσω τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον, διότι βασίζεται ἐπὶ ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζω καὶ τὰς ὁποίας ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω ἐφαρμοζομένας, μένω ἐνταῦθα μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ὅπως συντελέσω κατά τι εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ. Ἐὰν ἦτο νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐνδιαφέρομαι, θὰ ἐπροτίμων νὰ ἤμην εἰς τὴν οἰκίαν μου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς σοβαρῶς νὰ σκεφθῶμεν περὶ ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων ἐν τῇ Διοικήσει καὶ τῇ Πολιτείᾳ, διὰ τοῦτο ἐργάζομαι καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ μὴ περιληφθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεις, αἵτινες δύνανται νὰ βλάψωσιν ἑτέρους κλάδους τῆς διοικήσεως, ἴσως σπουδαιοτέρους εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, ὅπως μὴ ἡ βλάβη αὐτῶν, ἰδίως εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, παρακωλύσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἢ νὰ περιστείλῃ τὴν ἐφαρμογὴν, ἢ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξαναγκάσῃ πᾶσαν Κυβέρνησιν, ἵνα σεβασθῇ αὐτό. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἴδωμεν ὑπερβολικὴν αὔξησιν σχολείων, οὐχὶ αὐθαίρετον, ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, τὸ ἄρθρον 58 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἐν αὐτῷ ἀναφερόμενον ἄρθρον 20 τοῦ ΑϠΝΓʹ νόμου, ἀφίνει εἰς τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια νὰ ἀποφασίσωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου. Νομίζετε δὲ, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀρνηθῇ τὴν σύστασιν γραμματοδιδασκαλείων ἢ δημοτικῶν σχολείων, κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου προτεινομένων παρ’ οἱουδήποτε δήμου τῆς ἐπαρχίας, ὅταν γνωρίζῃ τὸ Συμβούλιον, ὅτι τὸ Δημόσιον εἶναι ὑπόχρεον νὰ δώσῃ τὰ χρήματα πρὸς συντήρησίν του; Ὅστις τοῦτο ἀρνηθῇ, ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν ζῇ ἐν Ἑλλάδι. Βεβαίως θὰ ἔχωμεν αὔξησιν σχολείων καὶ δαπάνας διὰ τὴν συντήρησίν των, ἑπομένως τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ θέλει πληρώσει τὸ Δημόσιον, θὰ ὑπερβῇ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσε τοῦτο κατὰ τὸ 1894. Εἶχον καθῆκον νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι ἐνδιαφέρομαι εἰλικρινῶς ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀποκεντρώσεως, ἐφ’ ἧς στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον. Ὑπὸ τοῦ καθήκοντος δὲ τούτου ὁρμώμενος, ἀνέπτυξα ὅσα ἀνέπτυξα. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ εὐθυνόμενος διὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ βαρύνῃ τὸν προϋπολογισμόν. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζῃ ὅτι συνδυάζει τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀποκεντρωτικῆς ἀρχῆς μετὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ διαθέσῃ τὸ Δημόσιον, δὲν θὰ ἀντιταχθῶ βεβαίως ἐγώ.
§382ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὡς καὶ ἐπὶ ἄλλων, δὲν ἔπραξα τοῦτο, ὅπως τύχω τῆς ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅπως ἐκπληρώσω καθῆκον ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐμὲ, ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ ἔθνους. Ὅταν δὲ τοῦτο ἔπραττον, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀπέβλεπον εἰς τὰ πράγματα, καὶ μόνον εἰς τὰ πράγματα. Ὅταν δὲ εἰς τὰ πράγματα ταῦτα στηρίζω τὰς γνώμας μου, νομίζω ὅτι, καὶ ἂν τυγχάνω τῆς ἀποδοκιμασίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ τυγχάνω τῆς ἐπιδοκιμασίας πάντων τῶν εὖ φρονούντων. Καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ εὗρον τὰ πράγματα ἐπιβεβαιοῦντα τὴν γνώμην μου, ὅτι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, χωρὶς νὰ πληροῖ οἱανδήποτε ἀνάγκην τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἔρχεται νὰ ἀνατρέψῃ πᾶν ὅ,τι καλὸν ἀπεκτήσαμεν μετὰ 60 ἐτῶν ἀγῶνας, καθ’ οὓς δεκάδας ἑκατομμυρίων ἐδαπανήσαμεν, πικρὰς πείρας ὑπέστημεν, ἕως ὅτου φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμά τι. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ ἔρχεται νὰ ἀνατρέψῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἔχομεν ἤδη φθάσει εἰς σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύεται ἡ αὐθαίρετος σύστασις σχολείων, ἐτέθη μία βάσις ἀσφαλής, ἐφ’ ἧς στηριζόμενον τὸ Ὑπουργεῖον, δύναται νὰ προβῇ εἰς ἵδρυσιν σχολείων, καὶ τὴν βάσιν ταύτην ἔρχεται νὰ ἀνατρέψῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἐπαφιέμενον εἰς τὰ ἑκασταχοῦ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῆς ἑκάστοτε ἰσχυούσης φατρίας, νὰ συνιστᾷ σχολεῖα, ὅσα θέλῃ. Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι τοῦ δικαιώματος τούτου θὰ κάμῃ χρῆσιν εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας. Θὰ συμβῇ ὅ,τι συνέβη καὶ πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ. Καὶ τότε συνιστῶντο σχολεῖα εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ τὰ πλεῖστα ἀργοῦντα, διότι οἱ διδάσκαλοι συνεκεντροῦντο εἰς τὰς πόλεις, αἱ δὲ ἐπαρχίαι ἔμενον ἄνευ διδασκάλων. Πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ 1892 ὑπῆρχον 700 δημοτικὰ σχολεῖα ἀργοῦντα, διατί; ὁ προϋπολογισμὸς ἐλειτούργει, αἱ μοναὶ συνεισέφερον, τὸ Κράτος συνεισέφερε, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι τοὺς διδασκάλους κατώρθωνον νὰ ἔχωσι πόλεις τινὲς καὶ ἐπαρχίαι κατ’ ἐξοχὴν εὐνοούμεναι, ἄλλαι δὲ νὰ μένωσιν ἄνευ διδασκάλων. Ὕστερον ἀπὸ τὴν πεῖραν ταύτην κατωρθώσαμεν νὰ ἀποκτήσωμεν νόμον τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἠδύνατο οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον, οὔτε οἱ πολιτευόμενοι νὰ προβῶσιν εἰς σύστασιν σχολείων, νὰ διορίζωσιν ἀλλοῦ πολλοὺς διδασκάλους, καὶ ἀλλοῦ νὰ ἀφίνωσι κενὰ τὰ σχολεῖα. Ἐξευρέθη βάσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἕκαστος δῆμος εἶχε σχολεῖα ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ του. Καὶ αὐτὴν τὴν βάσιν ἔρχεται νὰ ἀνατρέψῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἐπαναφέρον τὸ πρώην καθεστώς. Ἤδη τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια θὰ δύνανται νὰ προτείνωσιν οἱονδήποτε σχολεῖον θέλωσιν, ὡς ἐγίνετο καὶ πρὸ τοῦ 1892, θὰ ἐπέλθῃ δὲ αὔξησις σχολείων, χωρὶς πᾶσαι αἱ ἐπαρχίαι νὰ ἔχωσιν ἐπαρκῆ ἀριθμόν, ἢ, καὶ ἂν ἔχωσι, θὰ μένωσιν ἄνευ διδασκάλων, θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις δαπάνης, χωρὶς νὰ ἐπιτευχθῇ βελτίωσις. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων ἠλαττώθη κατὰ τὸ 1894 ἐν σχέσει πρὸς τὸ 1893, καὶ πιστεύω τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ μᾶς ἐγγυηθῇ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ κατὰ τὸ 1895; Λοιπὸν περιπλέον δὲν θὰ εἰσπράξῃ ἀφ’ ὅ,τι θὰ εἰσέπραττε καὶ κατὰ τὸ ἰσχύον σύστημα. Ἰδοὺ ἄρα, ὅτι ἡ δαπάνη τοῦ Δημοσίου θὰ ἦναι ἡ αὐτὴ, ἐν σχέσει πρὸς τὴν εἰσφορὰν τῶν δήμων. Ἀλλὰ προέβη καὶ εἰς ἑτέραν καινοτομίαν, ὡς εἶπον, διὰ λόγους ἀνεξηγήτους. Ἐννοεῖ νὰ ἀνακουφίσῃ τοὺς καλογήρους, καὶ ἐννοεῖ οὗτοι νὰ εἰσφέρωσι μόνον 100,000. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, τοὺς ἀπαλλάττει τῶν διατάξεων τοῦ περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων φόρων νόμου, καὶ τῶν περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων. Ἠξεύρετε δὲ, τί σημαίνει τοῦτο· οὐδεὶς καλόγηρος θὰ σκεφθῇ νὰ πληρώσῃ ὀβολὸν, ὅπως οὐδέποτε ἐπλήρωσαν, μὴ ἐξαναγκασθέντες. Τώρα ἀπαλλάσσονται παντὸς δεσμοῦ, ἐπιβαλλομένου εἰς αὐτοὺς, ἐστὲ δὲ βέβαιοι, ὅτι οὐχὶ 100,000, ἀλλ’ οὐδὲ 10,000 δραχμὰς θὰ καταβάλλωσιν. Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα, καὶ τὰ ἐξαγόμενα τοῦ εἰσαγομένου συστήματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θεωρεῖ βελτίωσιν. Τὴν ἑσπέραν δὲ, καθ’ ἣν ἐγένοντο εἰς αὐτὸν αἱ σχετικαὶ παρατηρήσεις, εἶπεν «ἃς κάμωμεν καὶ δοκιμὴν», ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμόζωνται οἱ νόμοι μόνον πρὸς δοκιμὴν, ἀδιάφορον ἂν ἐντεῦθεν ἐπέρχηται χάος, σύγχυσις, καταστροφή. Ἀλλὰ τί πρὸς τοῦτο διὰ τοὺς φατριάρχας, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν κυβερνήσαντες τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἔφερον εἰς τὸ σημεῖον, ὅπου εὑρίσκεται τὴν σήμερον;
§383Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἀπήγγειλεν αἰτίασιν, ὅτι μετεβάλομεν τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τῶν Μονῶν. Ἀληθῶς μέχρι τοῦδε ἐξεβιάζοντο αἱ Μοναὶ καὶ διὰ τῆς ἐκποιήσεως τῶν κτημάτων αὐτῶν, ἐπειδὴ δὲ κατὰ τοὺς ἱεροὺς κανόνας τὰ κτήματα τῶν Μονῶν εἰσιν ἀναπαλλοτρίωτα, ἡ περὶ ἐκποιήσεως τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων διάταξις τοῦ νόμου ἀντέβαινεν εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶχον δὲ καθῆκον νὰ ἐπανορθώσω οῦτο, καὶ ἔσπευσα διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀπαγορεύω τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ ἀτόπου.
§384ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ αὐτὸς κατέκρινα ἄλλοτε τὸ μέτρον οῦτο τῆς ἐκποιήσεως καὶ ἐκλαϊκεύσεως τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφαιρέσωμεν καὶ πᾶν ἄλλο μέτρον ἐκβιάσεως. Ὅταν οὔτε τὸ δικαίωμα τῆς κατασχέσεως ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων θὰ ὑπάρχῃ, τότε ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι οὐδὲν θὰ εἰσπράττητε.
§385Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄρθρον 61 (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἐξ ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν ποσὸν τῆς εἰσφορᾶς τῶν Μονῶν εἰσπράττεται παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐφαρμοζομένων πασῶν τῶν περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων διατάξεων, πλὴν τῆς περὶ ἐκποιήσεως τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων». Αὐτὸ δὲ, τὸ ὁποῖον κατακρίνετε, ἡμεῖς ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι ἀνεκτὸν πλέον νὰ παραβαίνηται τὸ Σύνταγμα. Καὶ αὐτὸς δ’ ὁ ὑποβαλὼν καὶ εἰσαγαγὼν εἰς τὴν νομοθεσίαν τὴν ἀντισυνταγματικὴν διάταξιν πολιτευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἐπερωτηθεὶς ἐν τῇ Βουλῇ, ἀνεγνώρισεν ὅτι οὕτως εἶχε, καὶ ἔδωκε τότε τὴν βεβαίωσιν, ὅτι ἤθελεν ἀπαγορεύσει τὰς ἐκποιήσεις τῶν κτημάτων τῶν Μονῶν.
§386ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ μιμηθῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος, οὐδὲ θὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καίτοι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔφερεν ὁμολογουμένως καλὰ ἀποτελέσματα, διότι οὐδεὶς θὰ ἀρνηθῇ, ὅτι μεταξὺ τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου μέγισται ὑπάρχουσι διαφοραί· διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ὡρίζετο ὅτι ἡ συντήρησις τῶν δημοτικῶν σχολείων ἀνετίθετο εἰς τοὺς δήμους, κατόπιν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων ἐγκατελείφθη ἡ ἀρχὴ αὕτη, καὶ ἐγένετο δεκτὴ ἡ βάσις τῆς διατηρήσεως τῶν σήμερον λειτουργούντων σχολείων. Ἐγὼ παραδέχομαι ὡς λίαν ἀκριβεῖς τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέγραψε, καὶ νομίζω ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ αὐτοί, οἱ βασιζόμενοι ἐπὶ τῶν χρήσεων τοῦ 1893 καὶ 1894, ἀποδεικνύουσιν ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τροποποιηθέντων νομοσχεδίων θὰ ἦναι ὑπόχρεον τὸ Δημόσιον νὰ καταβάλλῃ ὡς συνδρομὴν εἰς τοὺς δήμους, θὰ ἦναι ἀκριβῶς τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδαπανᾶτο ὑπὸ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου τοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καταργουμένου, διότι δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, πρόκειται νὰ διατηρηθῶσιν ἅπαντα τὰ σχολεῖα τὰ σήμερον λειτουργοῦντα. Εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀποδεχθεῖσα βάσιν ὅλως διάφορον, θὰ κανονίσῃ καὶ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναλόγως πρὸς τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ ὑποβληθεῖσα καὶ συζητουμένη ἤδη ἀρχὴ, καὶ ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς πρότασιν, ὅπως περιληφθῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὰ ποσὰ τὰ ἀναγκαιοῦντα πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν σχολείων τούτων, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι αὐτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφοντο ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ 1893 καὶ 1894. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 58 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.
§387ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 59 (ἀναγινώσκεται).
§388ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει μία ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 59 καὶ τοῦ ἄρθρου 54, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πληρωμήν.
§389Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίφασις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 59, ὡς ἔχει).
§390ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 60 (ἀναγινώσκεται).
§391ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, μετὰ τὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 62 δοθεῖσαν ἐξήγησιν, ὅτι τὸ ὅλον τῶν δαπανῶν ἀναλαμβάνει τὸ Δημόσιον, δὲν ἐννοῶ τὴν εἰδίκευσιν ταύτην τῶν φόρων. Νομίζω ὅτι οὐδένα λόγον ἔχει ἡ ὕπαρξις τοῦ φόρου τούτου.
§392ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διατὶ ὑπεβιβάσατε τὴν εἰσφορὰν τῶν Μονῶν ἀπὸ 150,000 δραχμῶν εἰς 100,000 δραχμῶν; Ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐρώτησίν μου ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι αἱ Μοναὶ δύνανται νὰ καταβάλλωσι καὶ διπλάσια καὶ τετραπλάσια τοῦ ποσοῦ τούτου.
§393Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τόσον μόνον δύνανται νὰ εἰσφέρωσιν αἱ Μοναί.
§394ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι αἱ Μοναὶ δύνανται νὰ εἰσφέρωσι καὶ διπλάσια καὶ τριπλάσια. Αἱ δύο μόνον Μοναὶ τῆς Ἀττικῆς δύνανται νὰ εἰσφέρωσιν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν αὐτό. Ἐγώ, Κύριοι, ἤμην βεβαίως ὑπὲρ τῆς διαθέσεως τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας, ἥτις εἶναι περιουσία κατ’ ἐξοχὴν ἐκκλησιαστική, εἰς σκοποὺς ἐκκλησιαστικούς. Ἐν ὅσῳ ὅμως οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται περὶ τούτου, ἀλλ’ ἀφίνεται εἰς τὴν σπατάλην ὀλίγων καλογήρων καὶ ἄλλων τινῶν, ἐπιδρώντων ἐπ’ αὐτῶν, δὲν ἐννοῶ, διατί νὰ μὴ εἰσπράττηται ἀπὸ τὰς Μονὰς τὸ αὐτὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε εἰσεπράττετο. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πιθανὸν νὰ γνωρίζῃ καλλίτερα ἐμοῦ καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν Μονῶν καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν καλογήρων, καὶ νὰ νομίζῃ ὅτι καὶ ἑκατὸν χιλιάδες εἶναι πολλαί. Ἀλλὰ τότε ἂς χαρίσῃ καὶ τὰς ἑκατὸν χιλιάδας ταύτας, ἵνα τύχῃ τοὐλάχιστον τῶν εὐχῶν καὶ εὐλογιῶν τῶν καλογήρων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 60 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὸ ἄρθρον 61, ὡς ἔχει, καὶ τὸ ἄρθρον 62, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν).
§395ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 63 ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν).
§396ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρ. 63 ἔχει τι τὸ ἀνώμαλον, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἀντιθέσει καὶ ἀντιφάσει πρὸς τὰ προηγούμενα ἄρθρα 58 καὶ 62. Διότι κατὰ τὴν τελευταίαν παράγραφον ὑποτίθεται ὅτι τὰ ἔσοδα τῶν δήμων δύνανται νὰ μὴ ἀρκῶσι πρὸς συντήρησιν τῶν σχολείων αὐτῶν, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν ἀρκῶσι τὰ ἔσοδα αὐτῶν καὶ συμβῶσιν ὅσα τὰ προηγούμενα ἐδάφια περιλαμβάνουσιν, ἔρχεται τὸ γʹ ἐδάφιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔρχεται ὁ ταμίας καὶ καταγγέλλει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν διοικητικὴν ἀρχήν, ἵνα αὕτη προκαλέσῃ τὴν συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου. Ὅπως διὰ μακρῶν ἀνεπτύχθη πρὸ ὀλίγου, ἐπρόκειτο ἀπ’ ἀρχῆς κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δήμων νὰ ὁρισθῇ ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου, ἥτις θὰ ἦναι ἀναγκαία διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐκπαιδευτικῶν δαπανῶν ἑκάστου δήμου. Ἀλλ’ ἐνταῦθα τί βλέπομεν; Ὅτι δὲν ὁρίζεται τὸ ποσὸν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ κατόπιν, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δαπανῶν, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ δῆμος δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ τοὺς δημοδιδασκάλους· ἕπεται ἑπομένως, ὅτι δὲν θὰ γνωρίζῃ ἐξ ἀρχῆς τοῦ ἔτους ἡ δημοτικὴ ἀρχή, τίνα σχολεῖα θὰ συντηρῇ, τίνα δαπάνας ἔχει, τίνα ποσὰ ἔχει πρὸς τοῦτο καὶ ποῖον βοήθημα θὰ λάβῃ ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι ἐν ἁρμονίᾳ μὲ τὴν διάταξιν τῶν ἄρθρων 55 καὶ 58, διότι ἕκαστος δῆμος πρέπει νὰ γνωρίζῃ τίνα σχολεῖα θὰ συντηρῇ καὶ διὰ τίνων πόρων, μεταξὺ δὲ τῶν πόρων αὐτῶν βεβαίως τὴν σπουδαιοτέραν θέσιν θὰ ἔχῃ τὸ βοήθημα τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὁρίζηται ἐκ τῶν προτέρων καὶ ὄχι ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅπως ὁρίζει τὸ ἄρθρον 63. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 63, ὡς ἀνεγνώσθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 64– 74 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§397ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 75 (ἀναγινώσκεται).
§398ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπανέρχομαι εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν καὶ προηγουμένως ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν σύνταξιν τῶν προγραμμάτων τῶν δημοπρασιῶν δὲν εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὸ ἁρμόδιον. Νομίζω ὅτι, ὅπως καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις, προκειμένου περὶ ἔργων ἐν γένει οἰκοδομῶν ἢ ἄλλων δημοσίων ἔργων, παρεδέχθημεν, καὶ ἡ λογικὴ ἐπιβάλλει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἔχοντες ὑπηρεσίαν τεχνικὴν, εἰδικὴν, τὴν τῶν δημοσίων ἔργων, εἰς αὐτὴν πρέπει νὰ ἀναθέτωμεν τὴν μελέτην καὶ ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων, νομίζω ὅτι καὶ ἐνταῦθα ἐπωφελέστερον θὰ πράξωμεν, προκαλοῦντες τὴν παρέμβασιν καὶ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης τῆς εἰδικῆς, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἔχει μήτε τμῆμα μηχανικὸν, μήτε μηχανικόν τινα παρ’ αὐτῷ, μήτε ἀρχιτέκτονα. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι πρέπει, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐγκρίνῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ προηγηθῇ ἡ παρέμβασις τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων.
§399Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§400Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Νὰ προστεθῶσι λοιπὸν μετὰ τὴν λέξιν «Ὑπουργείου», ἐν τῷ τρίτῳ στίχῳ τῆς δευτέρας παραγράφου, αἱ λέξεις «τῇ συνεννοήσει μετὰ τοῦ γραφείου τῶν δημοσίων ἔργων. (Οὕτω τροποποιηθὲν τὸ ἄρθρον 75 γίνεται δεκτόν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 76–78, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν.
§401ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔρχεται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, καὶ νομίζω ὅτι χρήζει εἰδικῆς ἐπεξεργασίας, καὶ λόγῳ τῆς εἰδικότητος τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον κανονίζει, καὶ διότι προεβλήθησαν πολλαὶ τροποποιήσεις. Νομίζω λοιπόν, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ παραπεμφθῇ εἴτε εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, εἴτε εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς.
§402ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ παραπομπή του εἰς ἐπιτροπὴν σημαίνει ἀπόῤῥιψιν.
§403ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν διὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας.
§404ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπὸ τὸν ὅρον, ἐντὸς δύο ἡμερῶν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της εἰς τὴν Βουλήν.
§405ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της τὴν Παρασκευήν; (Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις Ὥρα 2 π. μ. τῆς ἐπιούσης.