1895.06.26
6.180 στίχοι · 48.209 λέξεις · 474 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
Τῆς 26 Ἰουνίου 1895.
(Δευτέρα).
Ὥρα 10 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τοῦ Σαββάτου δὲν ἐξετυπώθησαν εἰσέτι. Ὥστε ἡ ἀνάγνωσις αὐτῶν θὰ γείνῃ μετὰ μεσημβρίαν.
§2ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι συνέβη νὰ μὴ παρευρέθησαν εἰς τὴν συνεδρίασιν προχθὲς τὴν ἑσπέραν, δὲν γνωρίζουσι ποία ἐργασία ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγράφεται ἡ ἐργασία τῆς σήμερον. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν κατοίκων τοῦ δήμου Τριταίας τῶν Πατρῶν περὶ μεταθέσεως τοῦ ἐκεῖ ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου ὑπενωμοτάρχου Ἀργ. Ἀσημακοπούλου. Ὁμοίως τηλεγράφημα ἐκ Πατρῶν διαφόρων πολιτῶν, παρακαλούντων ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ πρὸς ταμβακοποιΐαν χρησίμου καπνοῦ, ἀνακαλούντων δὲ τὰς ἐκ πλάνης τεθείσας ὑπογραφάς των ἐπὶ ἀναφορᾶς τὰ ἀντίθετα διαλαμβανούσης. Ἕτερον τηλεγράφημα ἐκ Καλαμῶν κατὰ τοῦ ἀποσπασματάρχου ὑπομοιράρχου Μιχαλοπετράκου. Ὅμοιον Α. Ἀντωνοπούλου καὶ Θ. Ρουγκάλα ἐκ Καλαβρύτων κατὰ τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου Κερπινῆς ἐνωμοτάρχου Ἀνδρέου.
§4ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως πιστώσεως πρὸς κατασκευὴν καὶ ἀνακαίνισιν διαφόρων δημοσίων κτιρίων.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον προβάλλεται πρὸς κύρωσιν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων δαπανῶν. Εἰσάγω δήλωσιν περὶ μεταβολῶν προτεινομένων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. Ἡ δήλωσις κυρίως ἀναγράφει τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι κρίνονται ἀναγκαῖαι διὰ τὴν ἱδρυθεῖσαν νέαν τοῦ δημοσίου χρέους ὑπηρεσίαν. Ἐν Φθιώτιδι ἐγκατελείφθη ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἕνεκα τῆς βεβαιωθείσης ἤδη καὶ ὁμολογουμένης ὀλιγωρίας ἢ ἀνικανότητος τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου. Διὰ τοῦτο διὰ τὴν παράλειψιν ταύτην εὐθύνεται ἰδίως ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου, ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου· ἀλλ’ ἕνεκα τούτου ἐγένετο νῦν ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου 3 ἢ 4 ἐτῶν, ἐπάγεται δ’ ἀδικία εἰς τοὺς φορολογουμένους, διότι θέλουσι κληθῆ νὰ καταβάλωσι συγχρόνως φόρον ἐπιτηδεύματος πέντε καὶ ἓξ ἐτῶν. Διὰ τοῦτο ἔκρινα, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μέτρον ἐπιεικές, ἄνευ μειώσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον ὅμως νὰ παρέχῃ εὐκολίας εἰς τοὺς φορολογουμένους πρὸς πληρωμὴν σύγχρονον τοῦ φόρου πολλῶν ἐτῶν. Διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου ὁ μὲν φόρος ἐπιτηδεύματος παλαιῶν χρήσεων μέχρι τοῦ ἔτους 1893 θέλει πληρόνεσθαι μέχρι τῆς 30 Νοεμβρίου 1895, ὁ δὲ τοῦ ἔτους 1894 μέχρι τῆς 30 Νοεμβρίου 1896.
§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἔφορος; παρακαλῶ.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι πλέον· ἦτο ὁ κ. Ἰωάννης Σταματούλης.
§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωστὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος, ὅπου ὑπηρέτησεν, ἠσχολεῖτο πάντοτε εἰς πολιτικὰς ῥαδιουργίας, μὴ ἐπιτρεπούσας εἰς αὐτὸν νὰ ἀσχολῆται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του ἀποκλειστικῶς πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Ἡ Λακεδαίμων ἐγνώρισεν αὐτὸν καλῶς ἄλλοτε ἐν ταῖς παραμοναῖς τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1890.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 175–176).
§10ΚΑΙΡΗΣ. Τῇ γνώμῃ καὶ ἄλλων ἀξιοτίμων Βουλευτῶν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν περιβολίων ἐξ ἑσπεριδοειδῶν δένδρων. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ χαρίσῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς, ὅπως ἐν ἄκρᾳ συνοπτικότητι δικαιολογήσω τὴν πρότασιν ταύτην. Εἰς ὅλους εἶναι γνωστόν, ὅτι πρὸ πολλῶν ἐτῶν τὰ ἑσπεριδοειδῆ δένδρα ἐβλάβησαν ἐκ διαφόρων ἀσθενειῶν, καὶ ἰδίως αἱ λεμονέαι. Ἄλλαι μὲν ἐξ αὐτῶν, εὐθὺς ἅμα τῇ προσβολῇ των ὑπὸ τῆς νόσου, ξηραίνονται, ἄλλων δὲ ὁ καρπὸς βλάπτεται ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καθίσταται ἀσύμφορος ἡ ἐμπορία αὐτῶν. Εἰ καὶ ἐδοκιμάσθησαν ὅλαι αἱ θεραπευτικαὶ μέθοδοι πρὸς καταπολέμησιν τῶν ἀσθενειῶν αὐτῶν, οὐχ ἧττον ἀπέβησαν ἐντελῶς ἀνωφελεῖς. Ἡ βλάβη αὕτη τῶν δένδρων καὶ συνεπῶς καὶ τοῦ καρποῦ αὐτῶν, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τοὺς βαρεῖς δασμούς, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ ἰδίως ἐν Ῥουμανίᾳ καὶ Ῥωσσίᾳ, καὶ πρὸς τὴν πληθώραν τῶν λεμονίων, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται ἐκεῖ ἐξ Ἰταλίας καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ὁμολογουμένως πολὺ καλλιτέρας ποιότητος, ἐγέννησε πρὸ πολλοῦ κρίσιν τοῦ τοιούτου προϊόντος. Ἡ κρίσις αὕτη βεβαίως βλάπτει σημαντικὰ τὴν ἐμπορίαν των, καὶ περιάγει τοὺς κτηματίας εἰς στενοχωρίαν καὶ ἔνδειαν. Καὶ οἱ παραγωγοὶ κτηματίαι εἶναι πολυπληθεῖς, διότι μεγάλα τμήματα πληθυσμοῦ τῶν ἐπαρχιῶν Ἄνδρου, Τροιζηνίας, Ἑρμιονίδος, Τήνου, Καρυστίας, Νάξου καὶ Σκοπέλου ἔχουν δαπανήσει σημαντικὰ ποσὰ ἑκατοντάδων χιλιάδων καὶ ἑκατομμύρια διὰ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ βελτίωσιν τῶν κτημάτων αὐτῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ κύριον αὐτῶν εἰσόδημα. Ἡ Ἄνδρος, ἐν παραδείγματι, πρὸ ὀλίγων ἐτῶν εἰσέπραττεν ἐκ τῶν λεμονίων, τὰ ὁποῖα ἔπεμπεν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, περὶ τὰς 500,000 δραχμῶν, ἡ Νάξος ἐλάμβανεν ἐκ τῶν κίτρων της περὶ τὰς 550,000, ἡ Ἑρμιόνη, ἡ Τροιζηνία καὶ αἱ λοιπαὶ ἐπαρχίαι σημαντικὰ ποσά, ἀναλόγως τῆς παραγωγῆς των, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ἀσφαλῶς, ὅτι πλέον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου εἰσήρχετο χρῆμα ἐν τῷ τόπῳ ἐκ τῶν προϊόντων αὐτῶν· σήμερον ὅμως, ὡς ἐκ τῶν ἀσθενειῶν, τῶν μεγάλων δασμῶν, τῆς πληθώρας τῶν ἐξ Ἰταλίας εἰσαγομένων, ὄντων κρείττονος ποιότητος, κινδυνεύομεν νὰ στερηθῶμεν τῆς ἐμπορίας τοῦ τοιούτου προϊόντος, τὸ ὁποῖον συνεισφέρει καὶ αὐτὸ τὴν μερίδα του διὰ τὸν κανονισμὸν τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας καὶ διὰ τὴν συντήρησιν τόσου κτηματικοῦ πληθυσμοῦ. Τὰ ἑσπεριδοειδῆ προϊόντα εἶναι, Κύριοι, καὶ αὐτὰ ἓν τμῆμα τῆς ἐν γένει ἐθνικῆς παραγωγῆς, καὶ πρέπει νὰ τύχωσι τῆς προσοχῆς καὶ τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως· καὶ εὐτυχῶς ὑπάρχει ἤδη στάδιον, ὅπως ἡ Κυβέρνησις μεριμνήσῃ καὶ περὶ τοῦ προϊόντος τούτου. Ἡ σύμβασις ἡ ὑπὸ διαπραγμάτευσιν μεταξὺ Ῥωσσίας καὶ ἡμῶν ἀκόμη δὲν συνετελέσθη, καὶ δύναται ἡ Κυβέρνησις, δραστηρίως ἐργαζομένη, νὰ ἐπιτύχῃ πρὸς ταῖς ἄλλαις συμφωνίαις καὶ τὸν ὅρον τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ κατὰ τὸ ἥμισυ ἢ τοὐλάχιστον κατὰ τὸ ⅓, ἵνα δύνανται νὰ συναγωνίζωνται τὰ ἰδικά μας λεμόνια πρὸς τὰ τῆς Ἰταλίας. Ἐὰν τοῦτο κατορθωθῇ, βεβαίως θὰ εὐεργετηθῶσι μεγάλως αἱ ἐπαρχίαι, τῶν ὁποίων ἐμνήσθην, καὶ βεβαίως θέλουσιν ἀνακύψει ἐκ τῆς στενοχωρίας καὶ ἐκ τῆς δυσκόλου θέσεως, εἰς ἣν σήμερον εὑρίσκονται, καὶ θέλει ἐνισχυθῆ καὶ ἓν τμῆμα τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, τὸ ὁποῖον συντελεῖ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν τῶν τοῦ ἔθνους πραγμάτων. Δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν περὶ τῶν δραστηρίων ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο σπεύδω ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐκφράσω τῇ Κυβερνήσει τὰς εὐχαριστίας ὄχι μόνον τῆς ἐπαρχίας μου, ἀλλὰ καὶ τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν, ὡς καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν ἐπὶ τῇ ἐλπιζομένῃ ἐπιτυχίᾳ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρέπει νὰ γείνῃ, εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ ἐγγείου φόρου, ὅστις βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται ἐν τοῖς τελωνείοις κατὰ τὴν μεταφορὰν καὶ ἐξαγωγήν. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐγένετο σκέψις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκφράζουν τὴν εὐχὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ ἐγγείου αὐτοῦ φόρου. Συνέπεια τῆς εὐχῆς ταύτης τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν σήμερον ὑποβάλλω. Τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον σημειοῦται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς εἰσπραχθησόμενον, εἶναι δραχμαὶ ἐν συνόλῳ 37,000. Τὸ ἔσοδον αὐτὸ, ἀφαιρούμενον, βεβαίως δὲν διαταράσσει τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοὐναντίον ἀνακουφίζει κατά τι τὴν παραγωγὴν, καὶ καθιστᾷ τοὺς παραγωγοὺς εὐκολωτέρους εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἐπιλοίπων φόρων. Γνωρίζετε ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς εἶχε καὶ ἄλλοτε καταργηθῆ διὰ πολλὰ ἔτη, καὶ ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται καὶ σήμερον, ἤτοι τῆς παθήσεως τῶν δένδρων καὶ τῆς βλάβης τοῦ καρποῦ των. Ἐπανῆλθεν ὁ φόρος αὐτὸς κατὰ τὸ 1893, ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι τὰ δένδρα ἀνέῤῥωσαν, καὶ ἐπεβλήθη τότε πλέον οὐχὶ ὡς φόρος κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, ἀλλ’ ἐπεβλήθη ὡς φόρος στρεμματικὸς, ὁ ὁποῖος ὅμως ἦτο ἄδικος, ἀδικώτατος. Ἐξήγειρεν ὅθεν τὰ παράπονα τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος νὰ καταργήσῃ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν καὶ ἐπιβάλῃ πάλιν τὸν φόρον ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς, ὁρίζουσα τὴν χιλιάδα τῶν λεμονίων εἰς δραχμὴν μίαν, εἰς δύο τὴν τῶν πορτοκαλλίων καὶ μανδαρινίων, καὶ εἰς τρία λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν τὴν τῶν κίτρων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐκτὸς τῆς καταργήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου, πρέπει νὰ προβῇ καὶ εἰς ἄλλο μέτρον, εἰς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος συναδελφός μου ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς, ἤτοι ν’ ἀφήσῃ ἀτελῆ τὰ εἰσαγόμενα σανίδια πρὸς κατασκευὴν τῶν λεμονοκιβωτίων, καθὼς καὶ τὸ εἰσαγόμενον λεμονόχαρτον. Ὁ δασμὸς, τὸν ὁποῖον εἰσπράττει τὸ Δημόσιον ἀπὸ αὐτὰ τὰ εἴδη, δὲν εἶναι σημαντικός. Ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ δὲν ὑπεβλήθησαν μέχρι τοῦδε· ὑπολογίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι πλέον τὸ 10,000 δραχμῶν, καὶ ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως κλάσεών τινων τοῦ δασμολογίου, νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν πρότασιν ταύτην, ὅπως μείνωσιν ἀτελῆ τὰ εἴδη ταῦτα, χρήσιμα διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν λεμονίων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν. Ἡ κατάργησις λοιπὸν τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ ἡ ἀτέλεια τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ προϊόντος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, θέλουσιν ἀνακουφίσει κατά τι τοὺς παραγωγούς, ἄνευ αἰσθητῆς ζημίας τοῦ Δημοσίου, καὶ θέλουν δώσει ποιάν τινα ἐνίσχυσιν εἰς τὴν παραγωγὴν καὶ εἰς τὴν ἐμπορίαν τοῦ τοιούτου προϊόντος. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι μόνον διὰ τῆς ἐνισχύσεως καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐν γένει ἐθνικῆς παραγωγῆς δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν τὴν πραγματικὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ ἔθνους πραγμάτων, καὶ ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν πᾶν ὅ,τι εἰς τοῦτο συντελεῖ. Ὁ λόγος οὗτος παρεκίνησε καὶ ἐμὲ καὶ τοὺς ἄλλους ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ ὑποβάλωμεν τὴν παροῦσαν πρότασιν εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Βουλῆς, καὶ ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους τούτους εὐρύτερον, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ δοθῇ εἰς τύπωσιν, διανεμηθῇ καὶ λάβῃ θέσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 177).
§12Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς ἤδη ψηφισθείσης Ἑλληνοαιγυπτιακῆς συμβάσεως ἡ ἰσχὺς αὐτῆς ἄρχεται ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου. Ὑπάρχει ὅμως διάταξις ἐν τῷ τελευταίῳ ἄρθρῳ 24, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται ν’ ἀρχίσῃ ἡ ἔναρξις καὶ πρὸ τῆς προθεσμίας ταύτης. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν σχετικὴν διαταγὴν πρὸς τὸν Ἕλληνα πράκτορα ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ ἀρχίσῃ ἡ ἰσχὺς τῆς συμβάσεως ἐνωρίτερον, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα κατὰ τὴν συζήτησιν. Εἶχον καὶ ἄλλην ἐπερώτησιν διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἀπόντος τούτου καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀναβάλλω αὐτήν. Ἐὰν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔλθῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὑποβάλλω αὐτὴν σήμερον, ἄλλως αὔριον.
§13ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προτείνω νόμον τινὰ, ὁ ὁποῖος εἶναι γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, καὶ ἐπὶ τούτῳ ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐμενῆ προσοχήν σας. Ὅτε, Κύριοι, ἐξεδόθη ὁ νόμος ὁ δημοτικὸς κατὰ τὸ 1833, ἐπέφερε ῥητὴν διάταξιν ἐν τῷ ἄρθρῳ 18 § Ϛʹ, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ δῆμοι εἶναι ὑπόχρεοι νὰ συνιστῶσι καὶ διατηρῶσι τὰς δημοτικὰς ὁδούς. Ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν δύο ἢ τριῶν ἐτῶν περίπου ἡ ἕδρα τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους μετετοπίσθη εἰς Ἀθήνας. Τότε ἡ Κυβέρνησις, κατιδοῦσα ὅτι τὸ ἄστυ τῶν Ἀθηνῶν προορίζεται νὰ ἦναι ἡ πρωτεύουσα τοῦ Κράτους, ἐσκέφθη ὅτι δέον νὰ θεραπεύσῃ πολυειδεῖς ἀνάγκας. Ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν πρῶτον πολιτειακὸν συμφέρον, ἤτοι ὅτι πρέπει νὰ καταστήσῃ πρωτεύουσαν ὅσον ἔνεστιν ἀξίαν τοῦ προορισμοῦ της, δεύτερον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ δῆμος τῶν Ἀθηναίων ν’ ἀνθέξῃ εἰς τόσον μεγάλας δαπάνας πρὸς κατασκευὴν καὶ συντήρησιν τῶν δημοτικῶν ὁδῶν, καὶ τρίτον, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ πληρώνωσιν ἀποζημίωσίν τινα οἱ παρόδιοι γείτονες, οἱ ὁποῖοι θὰ ὠφελῶνται ἐκ τῶν ῥυμοτομιῶν, διότι θ’ ἀποκτῶσιν οἰκόπεδα οἰκοδομήσιμα, εὔρυθμα, ἐπὶ ὁδῶν κανονικῶν, καὶ ἐπὶ ὁδῶν ἐχουσῶν οὐ μόνον τελείαν ὀρθογώνισιν, ἀλλὰ καὶ συντελουσῶν εἰς τὴν δημοσίαν ὑγείαν, καὶ προσέτι θ’ ἀποκτῶσι γήπεδα οἰκοδομήσιμα, τὰ ὁποῖα θ’ αὐξήσωσι τὴν ἀξίαν αὐτῶν, ἐθεώρησε, λέγω, δίκαιον διὰ διατάγματος νομοθετικοῦ νὰ ἐπιβάλῃ καὶ ἀποζημίωσίν τινα εἰς τοὺς παροδίους γείτονας, ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν θ’ ἀποκτῶσιν ἐκ τῶν ῥυμοτομιῶν τούτων. Ἕνεκα τούτου ἐπῆλθε τὸ διάταγμα περὶ προσθήκης εἰς τὸ διάταγμα περὶ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, τῆς 11 Νοεμβρίου 1836, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ ἄρθρου 22 ἐπέβαλλε τὸ βάρος τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς παροδίους γείτονας. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἦλθεν εἰς ἐπικουρίαν τοῦ δήμου καὶ δι’ ὅλας τὰς ὁδούς, αἱ ὁποῖαι ἐχαράσσοντο ἐντὸς τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, οὕτω δὲ ὁ δῆμος τῶν Ἀθηναίων ἀνεκουφίζετο, καὶ δὲν ἦτο πλέον ὑπόχρεως, ὡς πρίν, κατὰ τὸν δημοτικὸν νόμον, νὰ φέρῃ εἰς βάρος του ὁλόκληρον τὴν δαπάνην τῆς κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν. Ὁ νόμος οὗτος ἴσχυε διὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν μέχρι τοῦ 1867, ὅτε ἡ τότε Κυβέρνησις εἰσήγαγε καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἄλλον νόμον, τὸν νόμον τοῦ Ἀπριλίου 1867, διὰ τοῦ ὁποίου ἐθεώρησαν, ὅτι οὐ μόνον ὁ δῆμος τῶν Ἀθηναίων, ἀλλὰ καὶ ὅλαι αἱ πόλεις τοῦ Κράτους, ὅλοι οἱ λοιποὶ δῆμοι, ὅλαι αἱ κῶμαι καὶ τὰ χωρία πρέπει νὰ μετέχωσι τοῦ εὐεργετήματος τούτου, τουτέστι νὰ μὴ ἐπιῤῥίπτωσιν εἰς βάρος τῶν ἰδίων δήμων τὰς ἀποζημιώσεις καὶ τὰς ῥυμοτομίας, ἀλλ’ ὅτι καὶ εἰς τὰς πόλεις ταύτας διὰ τὰς κώμας καὶ τὰ χωρία πρέπει τὸ βάρος τῆς ῥυμοτομίας νὰ τὸ φέρωσιν οἱ παρόδιοι. Ῥητῶς δὲ ὁ νόμος τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1867 κυροῖ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Β. Διατάγματος περὶ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Οὕτως ἐξηκολούθησε νὰ κρατῇ ἡ νομοθεσία καὶ ὅτε ἀκόμη ἐξεδόθη κατόπιν, τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1867, ὁ γενικὸς νόμος περὶ ὁδοποιΐας, ὁ ὁποῖος ἐπέφερε διατάξεις, τὰς ὁποίας δυστυχῶς παρανοήσασα πολὺ βραδέως ἡ νομολογία, ἐθεώρησεν ὅτι ἐπέφερε κατάργησιν τῶν προηγουμένων νόμων, τῶν ἐπιῤῥιπτόντων τὴν ὑποχρέωσιν τῶν ἀποζημιώσεων εἰς βάρος τῶν παροδίων. Ἀλλὰ, καίτοι ἐπῆλθεν ἄλλος νόμος, ἤτοι ὁ νόμος περὶ ὁδοποιΐας κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1867, ὅστις δὲν ἦτο μεταγενέστερος παρὰ μόνον κατὰ 6 μῆνας ἀπὸ τὸν νόμον τοῦ Ἀπριλίου 1867, μ’ ὅλα ταῦτα ἡ τότε νομολογία ἐθεώρησεν ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι συμβιβάζονται πληρέστατα, ὅτι ὁ εἷς συμπληροῖ τὸν ἕτερον, καὶ ἐξηκολούθησεν ἡ νομολογία αὕτη κρατοῦσα ἐπὶ 55 ἔτη μέχρι τοῦ 1891, διότι ὅλαι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου ἠκολούθησαν αὐτὴν τὴν νομολογίαν ἀπὸ τοῦ 1836 μέχρι τοῦ 1891, ἀλλὰ δυστυχῶς κατὰ τὸ 1891 τὸ ἀνώτατον δικαστήριον ἤλλαξε νομολογίαν, παρασυρθὲν ἀπὸ μίαν φράσιν ἑνὸς ἄρθρου τοῦ νόμου τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1867. Ἡ νομολογία αὕτη ἡ νέα, τὴν ὁποίαν καθιέρωσε τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, εἶναι τοσοῦτον ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα, ὥστε οὐχὶ μόνον πάντας τοὺς δήμους τοῦ Κράτους καταστρέφει, ἀλλὰ καταστρέφει καὶ αὐτοὺς τούτους τοὺς ἀνθρώπους, τῶν ὁποίων διὰ τῶν ῥυμοτομιῶν τὰ γήπεδα ἀφαιροῦνται, καὶ οἵτινες δὲν ἐλπίζουσι παρὰ τῶν δήμων νὰ λάβωσι ποτὲ ὀβολὸν, καὶ ὑποπίπτουσιν εἰς φανερὰν δήμευσιν τῆς περιουσίας αὐτῶν, διότι χαράττονται ὁδοὶ, ἀφαιροῦνται τὰ γήπεδά των, καὶ δὲν ἔχουν πόθεν ν’ ἀποζημιωθῶσι. Διὰ ταῦτα, Κύριοι, καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ τότε Κυβέρνησις εἰσήγαγε σχέδιον νόμου ἑρμηνευτικοῦ, διὰ νὰ ἐπιφέρῃ θεραπείαν εἰς τὴν ἀδικίαν αὐτὴν, εἰς τὸ μέγα τοῦτο κακὸν, τὸ ὁποῖον πάσχουσιν οἱ δῆμοι καὶ οἱ ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων τὰ γήπεδα ἀφαιροῦνται, ἀλλ’ ἕνεκα ἄλλων λόγων τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐψηφίσθη. Διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ὑποβάλω νόμον ἑρμηνευτικὸν διὰ μοναδικοῦ ἄρθρου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητῶ τὴν θεραπείαν αὐτῆς τῆς ἀδικίας. Πρὸ τούτου ὅμως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ὡς πρὸς τὴν νεωτέραν νομολογίαν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἐντελῶς ἐσφαλμένην. Κατὰ γενικὴν ἀρχὴν, νόμος τις δὲν ἀνατρέπεται, εἰμὴ διὰ νεωτέρου νόμου, ὁ ὁποῖος ἔχει ἔκτασιν ἰσχύος τοιαύτην, ἥτις ἀποδεικνύει, εἴτε ῥητῶς εἴτε σιωπηρῶς, τὴν ἀνατροπὴν τοῦ προγενεστέρου νόμου. Πολλάκις οἱ νόμοι ἐπιφέρουσιν ἐν τελευταίῳ ἄρθρῳ ῥητὴν τὴν κατάργησιν τοῦ προγενεστέρου νόμου, ἀλλὰ πολλάκις καὶ ἀλαλήτως ὑπονοοῦσιν αὐτὴν, καὶ ὅταν ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ἐξάγηται, ἔστω καὶ σιωπηρῶς, ἡ ἀνατροπὴ τοῦ προγενεστέρου νόμου, τότε τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν, εἶναι εὔκολον, ἀλλὰ πολλάκις τὸ πρᾶγμα καθίσταται ἀμφίβολον, καὶ τότε δὲν ἔχομεν νὰ σωθῶμεν, παρὰ ἐὰν προσφύγωμεν εἰς τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης καὶ τοὺς κανόνας τῆς ἑρμηνείας. Τὸ σφάλμα λοιπὸν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου εἶναι, ὅτι περιέπεσεν εἰς πλάνην ἐκ μιᾶς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 34 ἐδαφ. αʹ τοῦ νόμου τοῦ Δεκεμβρίου 1867, ἥτις διάταξις παρέσυρε τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, ἐκ πλάνης βεβαίως, εἰς τὴν νομολογίαν, ἥτις ἀνέτρεψεν ὁλόκληρον τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον εἶχε παραδεχθῆ, ὅτι μένει ἀκεραία ἡ ἰσχὺς ὅλων αὐτῶν τῶν διατάξεων περὶ ῥυμοτομιῶν, τὰς ὁποίας ἀνέφερα. Καὶ ἡ πρώτη πλάνη, εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσε τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι, ἐνῷ ὁ νόμος περὶ ὁδοποιίας τοῦ Δεκεμβρίου 1867 εἶναι νόμος γενικὸς, ὁ δὲ νόμος περὶ ῥυμοτομιῶν εἶναι εἰδικὸς νόμος ἐξ ἀρχῆς, ἐξ αὐτοῦ τοῦ προορισμοῦ του, ἀφοῦ ἐψηφίσθη τὸ διάταγμα τοῦ 1836, ὁ Ἄρειος Πάγος ἐνόμισεν, ὅτι ὁ γενικὸς νόμος περὶ ὁδοποιίας δύναται νὰ καταργήσῃ τὸν εἰδικὸν νόμον περὶ ῥυμοτομιῶν, ἐνῷ κατὰ γενικὸν ἀξίωμα, παραδεδεγμένον ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, οὐδέποτε οἱ εἰδικοὶ νόμοι καταργοῦνται διὰ τῶν γενικῶν νόμων. Δεύτερον ὁ νόμος τοῦ Δεκεμβρίου 1867, ἐνῷ ῥητῶς ἐπιφέρει τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιίας τοῦ 1852, καὶ προσέτι ἐπιφέρει τὴν κατάργησιν ἑνὸς διατάγματος ἀφορῶντος τὰ διόδια τὰ πληρωτέα μεταξὺ τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, οὐδὲν λέγει περὶ καταργήσεως τοῦ προγενεστέρου νόμου τοῦ Ἀπριλίου 1867, οὔτε περὶ τοῦ διατάγματος περὶ ῥυμοτομιῶν τοῦ 1836. Ἀλλὰ τὸ μεγαλείτερον σφάλμα τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου κεῖται περὶ τὴν παραγνώρισιν καὶ παρερμηνείαν τοῦ κειμένου αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον φέρει εἰς ἐπίῤῥωσιν αὐτοῦ πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ προγενεστέρου νόμου. Τὸ ἄρθρον 34 τοῦ νόμου τοῦ Δεκεμβρίου 1867 ὁρίζει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ἡ πρόσκτησις τῶν ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν καταλαμβανομένων ἰδιωτικῶν γαιῶν καὶ κτημάτων γίνεται εἰς βάρος τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας καὶ τῶν ὁδικῶν τῶν ἐπαρχιῶν φόρων. Ἐξαιροῦνται τὰ ἐν ταῖς πόλεσι καὶ κώμαις τμήματα αὐτῶν, ὧν τὸ ἔδαφος ἀποζημιοῦται κατὰ τὰς γενικὰς περὶ ῥυμοτομίας τῶν πόλεων καὶ κωμῶν διατάξεις.» Αὐτὸς εἶναι ὁ κανὼν, τὸν ὁποῖον καὶ ὁ νόμος τοῦ Δεκεμβρίου 1867 ἀναγνωρίζει ῥητῶς, τουτέστι θεωρεῖ ἰσχυούσας τὰς γενικὰς ἀρχὰς τῶν περὶ ῥυμοτομιῶν διατάξεων· τί δὲ παρέσυρε τὸ ἀνώτατον δικαστήριον; ἡ ἑξῆς ἔκφρασις τοῦ νόμου (ἀναγινώσκει): «αἱ δὲ ὑπὸ τῶν δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν ὁδῶν καταλαμβανόμεναι γαῖαι, ἐὰν μὲν ὦσιν ἐθνικαί, παραχωροῦνται δωρεάν, ἐὰν δὲ ἰδιωτικαί, ἡ πρόσκτησις αὐτῶν βαρύνει τοὺς δήμους». Ἐνόμισεν ὅτι ὑπὸ τὴν περικοπὴν αὐτὴν τοῦ νόμου, λέγοντος «δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν ὁδῶν», ἡ ὑποχρέωσις τῶν δήμων ἐκτείνεται καὶ εἰς τὰς ἀγυιὰς καὶ τὰς πλατείας, τὰς ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν ὑπαρχούσας. Ἀλλὰ ὁ νόμος ἔθεσε τὸν κανόνα, ἐθεώρησεν ἰσχυούσας τὰς γενικὰς περὶ ῥυμοτομιῶν διατάξεις. Καὶ ἐπέφερε μὲν ἐξαίρεσιν ὡς πρὸς τὰς δημοτικὰς ὁδοὺς καὶ τὰς ἀγροτικὰς τὰς ἐκτὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν κειμένας. Ἐὰν ὅμως τὸν νόμον τὸ ἀνώτατον δικαστήριον ἤθελε θεωρήσει ἐλλιπῆ, τότε ἔπρεπε νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τοὺς κανόνας τῆς ἑρμηνευτικῆς· καὶ πρῶτον ὤφειλε νὰ ἀνεύρῃ τὸν λόγον τοῦ νόμου. Ὁ λόγος τοῦ νόμου, ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, εἶναι πολυειδής, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ὁ ἐξαιρετικὸς καθιερώθη ὑπὲρ δημοσίου συμφέροντος, ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν κοινοτήτων καὶ τῶν δήμων καὶ ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος αὐτῶν τούτων τῶν χανόντων τὰ ἰδιοκτησίας των, θυσιαζομένας ὑπὲρ τῶν παροδίων γειτόνων, οἵτινες προσκτῶσιν ὠφέλειαν ἐκ τῶν ῥυμοτομιῶν τῶν ἐν ταῖς πόλεσι διὰ τῆς χαράξεως ἀγυιῶν καὶ πλατειῶν. Ἐὰν λοιπὸν ὁ λόγος τοῦ νόμου ἦτο οὗτος, βεβαίως ὑφίστατο καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τοῦ Δεκεμβρίου 1867, καὶ ὤφειλε τὸ ἀνώτατον δικαστήριον νὰ τὸν ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ἵνα δυνηθῇ νὰ συμβιβάσῃ τὴν φαινομένην ἀντίφασιν μεταξὺ τῶν παλαιῶν νόμων καὶ τοῦ ἐδαφίου, εἰς τὸ ὁποῖον ὠχυρώθη διὰ τῶν νεωτέρων ἀποφάσεών του καὶ διὰ τῶν ἐν αὐταῖς σκέψεών του. Εἰς τὴν περικοπήν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα, τοῦ ἄρθρου 34, ἐδαφ. αʹ, ἡ φράσις «περὶ τῶν ἐν γένει ὁδῶν» δὲν ὑπάρχει, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, παρεισαγαγὸν ἑρμηνείαν διασταλτικήν, παρεισήγαγε τὴν λέξιν «ἐν γένει» εἰς τὰς σκέψεις τῶν ἀποφάσεών του, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν κατάργησιν πάντων τῶν προγενεστέρων νόμων καὶ ἐπιῤῥίψῃ εἰς βάρος τῶν δήμων τὰς ἀποζημιώσεις ὅλων τῶν ῥυμοτομιῶν ἐν γένει, καὶ τῶν ἐν ταῖς πόλεσι καὶ τῶν ἐκτὸς τῶν πόλεων δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν ὁδῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον οὐδέποτε εἰς τὴν νομολογίαν νὰ δίδῃ τοιαύτην διασταλτικὴν ἑρμηνείαν, ὅπου ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει αὐτήν, διότι ὁ αὐτὸς νόμος, ὁ νόμος τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1867, ὅπου ἠθέλησε νὰ συμπεριλάβῃ ὅλας τὰς δημοτικὰς ὁδοὺς καὶ τὰς ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ τὰς ἐκτὸς τῶν πόλεων, ἀναφέρει ῥητῶς τὴν λέξιν «ἐν γένει»· καὶ ἰδού, ὅταν ὁμιλῇ περὶ τεχνικῶν ἔργων διὰ τοῦ ἄρθρου 8, λέγει τάδε ἐν τέλει αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «τὰ αὐτὰ τεχνικὰ ἔργα ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ἐν γένει ὁδῶν ἐπιβαρύνουσι τοὺς παροδίους καὶ οὐχὶ τοὺς δήμους». Ὥστε βλέπετε, ὅτι ὁ νόμος διαστέλλει καθαρώτατα· ὅπου θέλει νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὰ βάρη δι’ ὅλας τὰς δημοτικὰς ὁδοὺς εἰς τοὺς δήμους ἢ τοὺς παροδίους, τὸ λέγει ῥητῶς· ὅπου ὅμως ἀναφέρεται εἰς τὰς γενικὰς περὶ ῥυμοτομιῶν διατάξεις, ἐκεῖ δὲν ἔχει τὸ «ἐν γένει», καὶ τὸ «ἐν γένει» οὐδαμῶς ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 34, λέγοντος: «αἱ δὲ ὑπὸ τῶν δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν καταλαμβανόμεναι γαῖαι, ἐὰν ὦσιν ἰδιωτικαί, ἡ πρόσκτησις αὐτῶν ἐπιβαρύνει τοὺς δήμους». Λοιπὸν ἐπιβαρύνει τοὺς δήμους μόνον ἡ κατασκευὴ τῶν ἐκτὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν δημοτικῶν ὁδῶν καὶ τῶν ἀγροτικῶν, οὐδέποτε ὅμως τῶν ἀγυιῶν τῶν ἐν ταῖς πόλεσι καὶ ταῖς κώμαις ὑπαρχουσῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, περιέπεσε καὶ εἰς ἕτερον σφάλμα τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, διότι ἐν αὐτῷ τῷ ἄρθρῳ δὲν ὁμιλεῖ περὶ γηπέδων ὁ νόμος, καὶ περὶ ἐδάφους τῶν πόλεων, ἀλλ’ ὁμιλεῖ περὶ γαιῶν, ὅταν δὲ λέγῃ γαίας, καὶ μάλιστα γαίας τῶν ὁποίων, καθὼς θέλετε ἴδει παρακατιόν, ἐκτιμᾷ τὸ εἰσόδημα καὶ τὸ ὁρίζει εἰς 5%, ἐννοεῖ γαίας προσοδοφόρους, γαίας πεφυτευμένας, δὲν ἐννοεῖ ποτὲ γήπεδα. Λοιπὸν γαίας ἐντὸς τῶν πόλεων δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, καὶ μάλιστα γαίας προσοδοφόρους, διότι τὰ γήπεδα τὰ ἐντὸς τῶν πόλεων, τὰ ἐδάφη τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα δι’ οἰκοδομὰς, δὲν ἀποφέρουσιν εἰσόδημά τι, καὶ δύναται ἡ ἀξία αὐτῶν νὰ αὐξάνῃ ἀναλόγως τῆς χρησιμότητός των, ἀλλ’ οὐδέποτε γίνεται λόγος περὶ εἰσοδήματος, διότι ταῦτα εἶναι ξηρὰ καὶ ἄγονα, ἐν ὅσῳ δὲν χρησιμοποιηθῶσι δι’ οἰκοδομάς. Ἄλλη λοιπὸν ἀπόδειξις, ὅτι ἐπλανήθη τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, νομῖσαν ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δύναται νὰ ἐκταθῇ καὶ μέχρι τῶν ἀγυιῶν τῶν ἐν ταῖς πόλεσι καὶ ταῖς κώμαις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι τὸ ἀνώτατον δικαστήριον ὤφειλε νὰ μὴ προσφύγῃ εἰς διασταλτικὴν ἑρμηνείαν, διότι ὁ νόμος δὲν τὸ ἐπιτρέπει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐὰν εἶχεν ἐνδοιασμούς τινας, ἔπρεπε νὰ καταφύγῃ εἰς τοὺς ἑρμηνευτικοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης. Ἐὰν τὸ ἐγκατέλιπε τὸ γράμμα τὸ νόμου, ἡ ἐπιστήμη ὁρίζει τοὺς κανόνας, καθ’ οὓς λύονται αἱ φαινομενικαὶ ἀντιφάσεις μεταξὺ τῶν νόμων. Τοιοῦτοι κανόνες εἶναι ἡ λογικὴ ἑρμηνεία καὶ ἡ ἱστορικὴ ἑρμηνεία, ὡς καὶ ἡ συστηματικὴ ἑρμηνεία, καὶ ὤφειλε πρὸ παντὸς νὰ ἀσχοληθῇ νὰ ἀνεύρῃ τὸ ἀλληλένδετον καὶ τὴν συνύπαρξιν καὶ τὴν συμβίωσιν ὅλων τῶν νόμων ὁλοκλήρου τῆς ἐπὶ τῆς ὕλης ταύτης νομοθεσίας, καὶ ὄχι νὰ δεχθῇ, ὅτι ἡ μεμονωμένη φράσις ἑνὸς ἐδαφίου τοῦ τελευταίου νόμου ἀνέτρεψεν ἄρδην ὁλόκληρον τὴν νομοθεσίαν τὴν προγενεστέραν· ὤφειλε νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν συστηματικὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, ἡ ὁποία ἔργον ἀποκλειστικὸν ἔχει νὰ ἀναλύῃ τὴν νομοθεσίαν ὁλόκληρον, νὰ σχετίζῃ ὅλους τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι εἶναι τῆς αὐτῆς ὕλης, μεταξύ των, νὰ συμβιβάζῃ αὐτοὺς, καὶ τότε νὰ εὕρῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίφασις πραγματικὴ ἢ ὄχι· τοῦτο δὲ παρέλιπε νὰ πράξῃ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, πολλάκις καὶ οἱ προγενέστεροι νόμοι ἰσχύουσιν, ἐνῷ φαίνονται ὅτι ἐπέρχονται μεταγενέστεροι νόμοι, κατ’ ὄψιν ἀντιφατικοὶ, περὶ τούτου δὲ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν Ῥωμαίων ὑπάρχει ῥητὸν ἀξίωμα, κατὰ τὸ ὁποῖον «οἱ προγενέστεροι νόμοι καὶ εἰς τοὺς μεταγενεστέρους ἕλκονται, ὅθεν κρατοῦσι καὶ ἐπὶ τῶν αὐτῶν προσώπων καὶ πραγμάτων». Λοιπὸν δὲν εἰσάγω ἰδέας αὐθαιρέτους, οὔτε ἑρμηνείαν αὐθαίρετον, ἀλλ’ εἰσάγω τὸν κανόνα τῆς συστηματικῆς ἑρμηνείας, τὸν ὁποῖον αὐτὰ τὰ δόγματα τῆς ἐπιστήμης, αὐτὴ ἡ σοφὴ Ῥωμαϊκὴ νομοθεσία ῥητῶς καθιεροῖ. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἰσάγω δι’ ἑνὸς ἄρθρου νόμον ἑρμηνευτικὸν, ὅπως δυνηθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν σωστικὴν νομολογίαν τὴν παλαιὰν, ἡ ὁποία σώζει καὶ τοὺς δήμους ὅλους, σώζει καὶ τοὺς ἀνθρώπους, τῶν ὁποίων ἀπόλλυνται τὰ γήπεδα καὶ τὰ ὁποῖα δημεύονται· τὸ ἄρθρον δὲ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 34 § 1 τοῦ ΣΞΓʹ νόμου τῆς 16 Δεκεμβρίου 1867. «Ἄρθρον μόνον. «Αἱ γενικαὶ διατάξεις περὶ ῥυμοτομίας τῶν πόλεων καὶ κωμῶν καὶ ἰδίως αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1836 Β. Διατάγματος κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΣΚΒʹ τῆς 20 Ἀπριλίου 1867 νόμου περὶ ἐκτελέσεως τῶν σχεδίων τῶν πόλεων καὶ κωμῶν τοῦ Βασιλείου, οὐδέποτε δι’ οὐδενὸς νόμου καταργηθεῖσαι, διατελοῦσιν ἐν πλήρει ἰσχύϊ καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΣΞΓʹ τῆς 16 Δεκεμβρίου 1867 νόμου περὶ ὁδοποιΐας, οὗ τὸ ἄρθρον 34 § 1 ἔχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἐπὶ τῶν ἐν ταῖς πόλεσι καὶ κώμαις τμημάτων ὁδοῦ πάσης κατηγορίας ὑπόχρεοι πρὸς ἀποζημίωσιν τοῦ καταλαμβανομένου ἐδάφους εἰσὶ μόνον οἱ παρόδιοι καὶ οὐχὶ οἱ δῆμοι.»
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τῆς ὕλης ταύτης ὑπάρχει μελέτη, ὡς δύναμαι νὰ εἰκάσω, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ὁ πρώην Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶχεν εἰσαγάγει νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, λαμβάνων ἀφορμὴν καὶ ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως ὑμῶν, θέλει ἐπιληφθῆ τοῦ ζητήματος.
§15ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὸ παντὸς ὅμως πρέπει νὰ συμβιβασθῇ ἡ ἑξῆς ἀρχὴ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι δημοτικὴ μία ὁδὸς, ἡ ὁποία δὲν ἀπεκτήθη κατὰ τοὺς περὶ ἀποκτήσεως ἰδιοκτησίας κανόνας τοῦ δικαίου.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὴν οὐσίαν.
§17ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ναί· ἀλλὰ κατὰ κανόνα πρέπει νὰ μὴ ἀναγνωρίζηται ὡς ἰδιοκτησία ἑνὸς δήμου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπέκτησε κατὰ τὰς ἀρχὰς περὶ ἀποκτήσεως κυριότητος. Διὰ νὰ ἦναι δημοτικὴ μία ὁδὸς, πρέπει ν’ ἀπεκτήθη νομίμως ὑπὸ τοῦ δήμου τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἡ ὁδὸς αὕτη. Ἂν τὸ ἔδαφος ἀνήκῃ εἰς ἰδιώτας, ματαίως κηρύσσεται ἡ ὁδὸς δημοτική.
§18ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων, οἱ ὁποῖοι παρέσυραν τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, ὑπάρχει καὶ ἡ ἑξῆς πλάνη. Ἐνόμισεν ὅτι ἡ θυσία, τὴν ὁποίαν καταβάλλει ὁ παρόδιος γείτων, ὅτι αὐτὴ εἶναι ζημία· διατί; διότι παρεσύρθη ἀπὸ τὴν λέξιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου τοῦ Δεκεμβρίου 1867, καθ’ ὃ «αἱ ἐντὸς τῶν πόλεων, κωμῶν καὶ χωρίων ἀγυιαὶ καὶ πλατεῖαι ἀνήκουσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν δημοτικῶν ὁδῶν». Ἀλλὰ παρεῖδε τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ θυσία, τὴν ὁποίαν καταβάλλει ὁ παρόδιος εἰς ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἀποκτᾷ, εἶναι φόρος καταβαλλόμενος ὑπὲρ τοῦ δήμου, αἱ δὲ ὁδοί, αἱ ἀγυιαὶ καὶ αἱ πλατεῖαι κηρύσσονται δημοτικαί, διότι εἶναι κοινῆς χρήσεως, καὶ δὲν ἀνήκουσι πλέον εἰς οὐδένα, παρὰ εἰς τὸ ἠθικὸν πρόσωπον τοῦ δήμου. Ὅλαι λοιπὸν αἱ ἐσφαλμέναι αὗται σκέψεις παρέσυραν ἐσχάτως τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, καὶ ἀνέτρεψεν ὁλόκληρον τὴν νομολογίαν τοῦ παρελθόντος, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι ἦτο σοφωτέρα καὶ ὀρθοτέρα καὶ δικαιοτέρα.
§19ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὸν κατάλογον: αʹ) Τῶν ἱερέων, οἵτινες ὑπῆρχον ἐν Νάξῳ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐχειροτονήθη ὡς ἐπίσκοπος Νάξου ὁ Γρηγόριος, καὶ ποῖοι ἐξ αὐτῶν ἔκτοτε ἀπεδήμησαν ἐκ τοῦ τόπου εἴτε διὰ τὸ ἐσωτερικὸν εἴτε διὰ τὸ ἐξωτερικόν. βʹ) Πόσοι ἐχειροτονήθησαν ἀπὸ τῆς εἰς Νάξον ἀφίξεως τοῦ χειροτονηθέντος ἐπισκόπου Γρηγορίου μέχρι σήμερον· πόσοι ἐξ αὐτῶν ὑπάρχουσιν ἤδη ἐν τῷ τόπῳ, καὶ πόσοι ἐξ αὐτῶν ἀπεδήμησαν εἴτε εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἴτε εἰς τὸ ἐσωτερικόν· καὶ γʹ) Πόσοι καὶ ποῖοι ἐκ τῶν ἡγουμένων ἢ ἱερομονάχων ἐκ τῶν Μονῶν καὶ ἱερέων τῆς ἐπαρχίας Νάξου ἐτιμωρήθησαν δι’ ἐξορίας ἀπὸ τῆς χειροτονίας τοῦ ἀνωτέρω ἐπισκόπου.»
§20ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τὴν ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 19 τρ. μηνὸς παράκλησίν μου περὶ προσαγωγῆς τοῦ κανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἐπὶ τῶν πλοίων, τοῦ εἰσαχθέντος ὑπὸ τοῦ κ. τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν.
§21ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὐηρεστήθη πρὸ ἡμερῶν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ εἰς ἐπερώτησιν ἀναφερομένην εἰς τὴν μετάθεσιν τοῦ τόπου τῆς πανηγύρεως Μιστρᾶ. Δὲν ἤμην παρών, ἀλλ’ ἀνέγνωσα τὴν ἀπάντησίν του, καὶ βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ὁ καταλληλότερος ἵνα ἀποφασίσῃ περὶ τούτου, διότι ὄχι μόνον ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὰ πράγματα, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ τόπου αὐτοῦ κατάγεται. Οὐχ ἧττον νομίζω καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναφορὰν ἀποσταλεῖσάν μοι ἐκεῖθεν καὶ πραγματευομένην ἀκριβῶς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§22ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως εἶναι μοναδικὴ περίστασις, τουλάχιστον δι’ ἐμὲ, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἀναγκασθῇ νὰ ὁμιλήσῃ τις περὶ γραφέντος ἐν πρακτικοῖς ἐφημερίδος. Βεβαίως τὰ τοιαῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ ἀρχὴν νὰ ἦναι ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ σχετίζονται μὲ ἄλλην μέριμναν, τὴν ὁποίαν πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ λάβῃ, καθ’ ἃ ἐπηγγέλθη, ὅπως γίνηται ἡ δημοσίευσις τῶν πρακτικῶν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐμοῦ, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἄλλου τινὸς σωματείου, ἠδυνάμην νὰ μὴ κάμω λόγον, ὅπως διαψεύσω ἀναγραφέν τι· ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ Ἀρσακείου. Ὁμιλῶν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν σχολείων τῶν θηλέων, εἶπον ὅτι πολλὰ σχολεῖα θηλέων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις κατέστησαν ἑστίαι μολύσματος. Τοῦτο εἶπον καὶ τὸ ἐπαναλέγω. Περὶ δὲ Ἀρσακείου, προεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ μέριμναν, ὅπως ἐπιτηρῇ τὰ κατ’ αὐτὸ, διότι αὐτὸ πρόκειται νὰ μορφώσῃ τὰς διδασκαλίσσας. Εἶπον ὅτι ἐγένετό ποτε λόγος, ὅτι σκάνδαλα συνέβησαν. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ μία φράσις ἀπὸ τὴν ἄλλην ἀπέχει ὅσον ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τῆς γῆς, διότι εἰς ἓν σωματεῖον, διαχειριζόμενον μάλιστα καὶ περιουσίαν διαφόρων εἰδῶν, σκάνδαλα δύνανται νὰ γείνωσιν. Ἀλλὰ νὰ ὀνομάσω τὸ Ἀρσάκειον ἑστίαν μολύσματος καὶ διαφθορᾶς, τοῦτο οὐδὲ τὸ ἔπραξα, οὐδ’ ἠδυνάμην νὰ τὸ πράξω, ἐπὶ τέλους καὶ ἐξ ἀτομικοῦ ἐνδιαφέροντος, διότι καὶ συγγενεῖς στενωτάτας ἔχω ἐξελθούσας ἐκ τοῦ Ἀρσακείου. Ἐὰν ἤθελεν εἷς δημοσιογράφος νὰ γράψῃ αὐτὰς τοιοῦτόν τι, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ θέσῃ εἰς τὸ στόμα Βουλευτοῦ. Ἐὰν ἡ ἀκουστικὴ τοῦ Βουλευτηρίου ἦναι ἡ ἀναγκάζουσα τοὺς δημοσιογράφους νὰ γράφωσιν ἄλλα ἀντὶ ἄλλων, καὶ ὅ,τι εἶπον περὶ ἐνδεχομένου τινὸς εἰς τὰ σχολεῖα τῶν ἐπαρχιῶν νὰ τὸ μεταφέρωσι κατὰ λάθος, ἐκ τῆς ἀκουστικῆς, ἢ δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, εἰς τὸ Ἀρσάκειον, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προσέχωσι, τοὐλάχιστον ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτου σωματείου. Δύνανται αἱ ἐφημερίδες νὰ γράφωσιν ὅ,τι θέλωσι περὶ ἐμοῦ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι εἶπον ἐκείνην τὴν ἀνοησίαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶπον, ὅτι ἐφλυάρησα, καὶ ὅσα ἄλλα τοιαῦτα περὶ ἁπάντων ἡμῶν ἐκ περιτροπῆς γράφουσι· ταῦτα δὲν μὲ βλάπτουσι, βλάπτουσι τὸν τύπον μόνον. Ἀλλ’ ἴσως εἶναι μοναδικὸν τὸ παράδειγμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον σπουδαίως προκαλεῖ τὴν μέριμναν τῆς Βουλῆς περὶ μέτρου τινὸς καὶ διὰ τὴν ἀκουστικὴν τῆς αἰθούσης, ὅπως παύσῃ καὶ ἡ πρόφασις· διότι φαντασθῆτε νὰ ἀκουσθῇ, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, οὐδενὸς ἀντιλέγοντος, Βουλευτὴς ὠνόμασε τὸ μόνον ὑπὸ ἔποψιν σημαντικότητος καὶ ἐκτάσεως καὶ ἐπιτηρήσεως Παρθεναγωγεῖον τῆς Ἑλλάδος, ἑστίαν μολύσματος καὶ διαφθορᾶς!
§23Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ποία ἐφημερὶς, κύριε συνάδελφε, τὸ ἔγραψε;
§24ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἀλλὰ νομίζω ἡ «Ἀκρόπολις», καὶ τὸ ἔγραψε μάλιστα μὲ μεγάλα γράμματα, τὸ ὁποῖον δηλοῖ τὴν σκοπιμότητα, ἢ τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελον νὰ δώσωσιν εἰς τοῦτο. Τώρα ἴσως πρόκειται περὶ κακῆς ἀκουστικῆς, καὶ ὅ,τι εἶπον ἐγὼ περί τινων ἀορίστως σχολείων θηλέων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, τὸ μετέφερον εἰς τὸ Ἀρσάκειον. Ἀλλὰ τοῦτο μᾶς δίδει ἀφορμὴν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως κατορθωθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀπολύτως δύσκολον, τὸ νὰ δημοσιεύωνται τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Ἐὰν δὲ οἱ Βουλευταὶ ἀμελῶμεν, δύναται νὰ κατορθωθῇ νὰ μὴ ἀμελῶμεν, διότι, ὅταν γνωρίζῃ τις, ὅτι θὰ ἀποκλεισθῇ τῆς δημοσιεύσεως, ἐὰν δὲν σπεύσῃ νὰ διορθώσῃ τὴν ἀγόρευσίν του, θὰ σπεύσῃ νὰ τὸ πράξῃ.
§25ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Χατζόπουλε, πρακτικὰ συνεδριάσεως διαρκούσης 10 καὶ 12 ὥρας εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῶσι καὶ ἐκτυπωθῶσιν ἐντὸς 24 ὡρῶν;
§26ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων κἄτι τι πρέπει νὰ γείνῃ.
§27ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ ἐὰν δημοσιεύωνται τὰ πρακτικὰ, θὰ ἐμποδισθῶσιν αἱ ἐφημερίδες ἀπὸ τοῦ νὰ γράφωσιν ὅ,τι θέλωσι;
§28ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διαφέρει. Ἐζήτησα τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐδῶ καὶ τὰ ὁποῖα δὲν περιέχουσιν ὅτι εἶπον τοιοῦτόν τι.
§29Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι οὐσιωδέστατον. Ὅσοι λέγουσιν, ὅτι ἐντὸς 12 ἢ 24 ἢ 48 ὡρῶν εἶναι δυνατὸν νὰ δημοσιευθῶσι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, ἀποδεικνύουσιν ὅτι δὲν ἔλαβον ποτὲ τὸν κόπον νὰ μάθωσιν εἰς τὸ γραφεῖον τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν κατὰ τίνα τρόπον ἐκτελεῖται ἢ δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ὑπηρεσία αὕτη. Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι τῆς τελευταίας συνόδου τῆς παρελθούσης περιόδου τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἀκόμη δὲν ἐδημοσιεύθησαν, μετὰ πάροδον τοσούτων μηνῶν, καὶ εἶναι πιθανόν, ὅτι θὰ παρέλθωσι πολλοὶ μῆνες, πρὶν ἢ δημοσιευθῶσιν ὅλα. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ τυχὸν νὰ ἐφαρμόσῃ τοιοῦτον σύστημα, ἀνάγκη νὰ ὑποβάλῃ πίστωσιν σπουδαιοτάτην. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι οὐδὲ 20 οὐδὲ 30 χιλιάδες δραχμῶν κατ’ ἔτος θὰ ἦναι ἐπαρκεῖς διὰ νὰ καταρτισθῇ τοιαύτη ὑπηρεσία, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν μετὰ 48 ὥρας νὰ δημοσιεύωνται τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Ἀλλὰ βεβαίως οὐδὲ κατὰ νοῦν πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅτι δύναται νὰ γείνῃ τοιοῦτόν τι μὲ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἔχομεν σήμερον καὶ μὲ ἕνα μόνον διορθωτήν. Πῶς λοιπὸν γίνεται λόγος συνεχῶς περὶ δημοσιεύσεως τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν; Ἴσως θὰ ἦτο δυνατὴ ἄλλη τις δημοσίευσις, ἐὰν ἀντὶ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν ἐδημοσιεύετο ἕτερον εἶδος ἐπισήμων πρακτικῶν, ὅπως ἐδημοσιεύοντο εἰς τὰς παλαιὰς Ἐθνικάς μας Συνελεύσεις καὶ Βουλὰς, νὰ ὑπάρχῃ δηλαδὴ γραφεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ συντάσσῃ περιλήψεις τῶν ἀγορεύσεων ἀκριβεῖς, αἱ ὁποῖαι νὰ ὑποβάλλωνται, ἐννοεῖται, εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς τὴν ἐπιοῦσαν, ὅτε ἕκαστος τῶν ἀγορευσάντων θὰ ἠδύνατο νὰ φέρῃ διορθώσεις ἐπ’ αὐτῶν.
§30ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Θὰ κατηναλίσκετο ὅλη ἡ συνεδρίασις εἰς τὴν διόρθωσιν.
§31Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Πρό τινων ἐτῶν ἐγένετο τοιαύτη ἀπόπειρα· ἡ ἀπόπειρα αὕτη διήρκεσε τρεῖς καὶ τέσσαρας ἡμέρας, καὶ ἔπειτα παρῃτήθη ἡ Βουλή, διότι δυστυχῶς ἐπείσθη, ὅτι ἡ ἀνικανότης ἢ ἡ μεροληψία τῶν συντασσόντων τὰς περιλήψεις καθίστα μάταιον τὸ ἔργον. Οὐχ ἧττον τὸ τοιοῦτον δύναται νὰ κατορθωθῇ, διότι τὰ περιληπτικὰ ταῦτα πρακτικὰ δὲν θέλουσιν ἐγκρίνεσθαι ἄνευ συζητήσεως κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν. Δύναταί τις λοιπὸν νὰ παραδεχθῇ, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο κατ’ ἀρχὴν σήμερον δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἐνῷ σήμερον δὲν δίδομεν καμμίαν προσοχὴν εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά, τότε ἀπεναντίας θὰ ἐγίνετο σπουδαία συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν, καὶ ἕκαστος θὰ εἶχε τὴν ἀξίωσιν νὰ δημοσιευθῇ ἐν περιλήψει ἀκριβῶς ἡ ἀγόρευσίς του. Ἰδοὺ διατὶ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι λίαν δύσλυτον. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, φρονῶ ὅτι δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν σοβαρότητα τῆς συζητήσεώς μας, νὰ γίνηται λόγος περὶ δημοσιεύσεως ἐστενογραφημένων πρακτικῶν ἐντὸς 48 ὡρῶν, ἐὰν δὲν ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλή, ὅτι πρέπει νὰ δαπανῶμεν τοὐλάχιστον 30,000 δραχμάς.
§32Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ πλεῖστοι τῶν Βουλευτῶν δὲν ἔχουσιν ἴδια δημοσιογραφικὰ ὄργανα. Οἱ ἔχοντες ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ὄργανα ἐν τῷ τύπῳ, εἰς τὰ ὁποῖα αὐτοὶ οἱ ἴδιοι δημοσιεύουσι τὰς διαφόρους ἀγορεύσεις των, καταδεικνύουσι τὸ ἀναληθὲς ὅλων τῶν αἰτιάσεων καὶ τῶν ἑκάστοτε παρουσιαζομένων δυσχερειῶν διὰ τὴν ταχεῖαν ἐκτύπωσιν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἀγορεύσεων, καθόσον εἰς τὰς ἐφημερίδας, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς πρόσωπα γνωστὰ ἐν τῇ Βουλῇ, δημοσιεύονται τὴν ἑπομένην ἡμέραν ὁλόκληροι ἀγορεύσεις, ὅσον σχοινοτενεῖς καὶ ἂν ἦναι. Τοῦτο δεικνύει, ὅτι δυνάμεθα τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ἐὰν θέλωμεν, ἢ τὸ πολὺ μετὰ 48 ὥρας νὰ δημοσιεύωμεν ἁπάσας τὰς ἀγορεύσεις· διαβεβαιῶ δὲ πάντας τοὺς συναδέλφους, ὅτι τὸ γραφεῖον τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν εἶναι τοσοῦτον ἀκριβές, ὥστε μόλις περατωθῇ ἀγόρευσίς τις, μετὰ ἓν τέταρτον δύναται ὁ ἀγορεύσας νὰ ἔχῃ ὅλην τὴν ἀγόρευσίν του ἐκτεθειμένην ἐν ὅλῃ τῇ λεπτομερείᾳ. Ἐὰν ἀποφασίσητε αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἢ τὴν ἑπομένην ἡμέραν νὰ διορθώσητε ταύτην, βεβαίως ἐντὸς 48 ὡρῶν ἔχομεν δημοσιευμένα τὰ πρακτικὰ τὰ ἐστεγογραφημένα καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν αὐτῶν. Ἐὰν δέ τις τῶν κ. Βουλευτῶν παραλείψῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὐτὸ, ἂς παραλειφθῇ ἡ ἀγόρευσίς του, καὶ ἂς τεθῇ ἐν παραρτήματι. Ἐκτὸς δὲ ἄλλων λόγων ἡ κανονικὴ δημοσίευσις τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν θέλει μᾶς ἀναγκάσει ὅλους νὰ ἤμεθα καὶ λίαν σύντομοι, νὰ λέγωμεν καὶ ὀλιγώτερα, νὰ οἰκονομῶμεν οὕτω τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος εἶναι πολύτιμος. Δίδω δὲ τὸ παράδειγμα ἤδη, καταπαύων τὸν λόγον.
§33ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος μοὶ ἐπέστησε τὴν προσοχὴν ἐπὶ λάθους ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἄρθρων τοῦ τελωνειακοῦ κανονισμοῦ, τοῦ ὄντος ἐν παραρτήματι προσηρτημένου εἰς τὴν μετὰ τῆς Αἰγύπτου σύμβασιν. Ἐκ τοῦ προχείρου ἔδωσα τὴν ἐξήγησιν, ὑποθέτων ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι λάθος τοῦ ἀντιγραφέως ἡμῶν, ὅστις ἐκ τοῦ πρωτοτύπου ἀντέγραψε τὸν τελωνειακὸν κανονισμόν. Εὐτυχῶς εἶμαι εἰς θέσιν σήμερον νὰ διαβεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι τοιοῦτον λάθος δὲν συνέβη. Προσάγω ὑμῖν τὸ ἔντυπον πρωτότυπον τοῦ τελωνειακοῦ κανονισμοῦ, φέρον τὴν ἐπικύρωσιν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αἰγύπτου καὶ τοῦ ἡμετέρου πράκτορος, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι «ἐγκρίνεται καὶ προσαρτᾶται εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς συμβάσεως τῆς ὑπογραφείσης τὴν 9|21 Μαρτίου 1895». Τὸ πρωτότυπον τοῦτο εἶναι ἔντυπον. Καὶ εἰς αὐτὸ ἀκόμη ὑπάρχει τὸ φαινομενικὸν τοῦτο λάθος, διότι ἀπὸ τὸ ἄρθρον 36 μεταβαίνει ἀμέσως εἰς τὸ ἄρθρον 38. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ λάθος οὐσιαστικόν. Τὸ πρῶτον ἐκδοθὲν καὶ δημοσιευθὲν ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἐφημερίδι τῆς Αἰγύπτου κείμενον ἔχει ἄρθρα 36 καὶ 37. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατόπιν ἐφάνη, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 37 ὑπάγεται εἰς τὸ ἄρθρον 36, τὸ συνεχώνευσαν, καὶ μέχρι μὲν τοῦ πέμπτου ἐδαφίου εἶναι τὸ ἄρθρον 36, ἀπὸ τοῦ πέμπτου δὲ μέχρι τοῦ ἐννάτου ἐδαφίου εἶναι τὸ ἄρθρον 37, τὸ ὁποῖον συνεπτύχθη εἰς τὸ ἄρθρον 36. Ὥστε κατ’ οὐσίαν τὸ ἄρθρον 36 τοῦ ἐντύπου κανονισμοῦ, τοῦ ἐγκριθέντος καὶ ἐπικυρωθέντος ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Αἰγύπτου καὶ τὸν ἡμέτερον ἀντιπρόσωπον, εἶναι τὰ δύο ἄρθρα 36 καὶ 37. Καταθέτω τὸ ἔντυπον κείμενον.
§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ διορθωθῇ τότε ἡ σειρὰ τῶν ἄρθρων.
§35ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκ συνεννοήσεως.
§37ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Ὁ ἡμέτερος ἀντιγραφεὺς πολὺ ὀρθῶς ἔπραξεν, ἀντιγράψας λέξιν πρὸς λέξιν. Καὶ ἂν ἀκόμη ἔβλεπε τὸ λάθος αὐτὸ, δὲν ἠδύνατο εἰς σύμβασιν ἐπικυρωθεῖσαν ὑπὸ δύο Δυνάμεων νὰ ἐπιφέρῃ αὐτὸς διόρθωσιν. Σᾶς ἐξήγησα, ὅτι κατ’ οὐσίαν τὸ ἄρθρον 36 εἶναι τὰ ἄρθρα 36 καὶ 37 συνεπτυγμένα εἰς ἕν, ἑπομένως ὅταν ἡ οὐσία ὑπάρχῃ, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἡ ἔλλειψις τοῦ ἄρθρου.
§38ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἦσθε παρὼν χθὲς καὶ διηυθύνετε ἡμεῖς τὴν συνεδρίασιν, σᾶς παρακαλῶ ἵνα ἡμεῖς ὁ ἴδιος βεβαιώσητε, ἐὰν ἐγὼ εἶπον τὴν φράσιν αὐτὴν, περὶ ἧς ἔκαμα λόγον.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως παρηκολούθησα τὸν ἀγορεύοντα μετὰ πολλῆς προσοχῆς, βεβαιῶ δὲ, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§40Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀντελήφθη τοιοῦτόν τι.
§41ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ παρθεναγωγεῖον αὐτὸ προσφέρει ἀνυπολογίστους ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον, καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῶσι τοιαῦται φράσεις ὑπὸ Βουλευτοῦ.
§42ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ νὰ συστήσῃ εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν δέον νὰ παραπεμφθῶσι τὰ σταφιδικὰ νομοσχέδια. Τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην κατήρτισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκ 5 μελῶν, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης καὶ ἐμοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐν ὁλομελείᾳ συνεδρίασεν ἅπαξ, συνεδρίασε δὲ καὶ κατόπιν, παρόντων τῶν τεσσάρων μελῶν αὐτῆς, τοῦ πέμπτου, τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου, μὴ παρευρεθέντος ἕνεκα κωλύματος. Κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, τῇ προτάσει ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, προσῆλθεν εἰς αὐτὴν εἰδικός τις εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ σταφιδεμπόριον, ἐκ Πατρῶν, ὁ ὁποῖος πολλὰς παρέσχεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πληροφορίας...
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύνασθε νὰ ποιήσησθε γνωστὸν τὸ ὄνομα τοῦ συνεργασθέντος;
§44ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συνειργάσθη· προσῆλθε καὶ ἔδωκε μόνον πληροφορίας τινὰς εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ὁ ἔμπορος οὗτος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὀνομάζεται Σταμάτης, θεωρεῖται δὲ ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Πατρῶν συναδέλφων ὡς ἄνθρωπος εἰδικὸς περὶ τὰ σταφιδικά. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ εὐχαρίστως τὸν εἶδεν, ἵνα δώσῃ εἰς αὐτὴν πληροφορίας περὶ τοῦ θέματος. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ οὐ μόνον τὰ τρία νομοσχέδια, τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ τὰ δύο ἕτερα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη ὁριστικῶς, ἤτοι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ καὶ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ εἰσαχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ προέκυψεν ἀμέσως τὸ ζήτημα, ἐὰν εἰς αὐτὴν ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα, ὑπὸ διάφορον ἑκάτερον τύπον, ἀφεώρων τὴν παρακράτησιν. Καὶ ὑπῆρξαν μὲν δύο τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξαν, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν ἀπεῤῥίφθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ δύνανται ἐκ νέου νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἔκρινεν, ὅτι, ἐπειδὴ καὶ τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια ἀφορῶσιν εἰς τὴν παρακράτησιν, ἡ δὲ Βουλὴ κατ’ ἀρχὴν ἀπεφήνατο ἤδη κατὰ τῆς παρακρατήσεως, δὲν εἶχε καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ ταῦτα. Ἀπομένει πάντοτε εἰς τὴν Βουλὴν ἀκέραιον τὸ δικαίωμα, ἂν ἐγκρίνῃ, νὰ ἀναγραφῶσι καὶ ταῦτα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅπως συζητηθῶσι. Βεβαίως οὐδ’ ἐκ μέρους ἡμῶν, οὐδ’ ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι δὲν ἐπεβάλλετο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, θὰ προταθῇ ἀντίῤῥησίς τις.
§45ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν διασάφησιν, παρακαλῶ. Διατὶ εἴπετε, ὅτι δὲν ἐπεβάλλετο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ τὰ ἐξετάσῃ; Μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν διακοπήν.
§46ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον τὸν λόγον, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς φρονεῖ, ὅτι τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια ἀφορῶσιν εἰς τὴν παρακράτησιν, διότι κυρίως καταλήγουσιν εἰς τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Κοκκέβη, τὸ Δημόσιον, ἀντὶ ἐγγείου φόρου εἰς χρήματα, θὰ εἰσπράττῃ 20% εἰς εἶδος, τοῦτο δὲ θὰ μεταβάλλῃ εἰς οἰνόπνευμα, ἀναλαμβάνοντος τοῦ Κράτους τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ, πρόκειται νὰ εἰσπράττηται τὸ ἥμισυ τοῦ ἐγγείου φόρου εἰς εἶδος καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς χρήματα. Κατ’ ἐμὲ, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο βεβαίως ἀφορᾷ εἰς παρακράτησιν μετὰ ἀσημάντου διαφορᾶς. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τούτου σήμερον. Ἐποιησάμην δὲ μνείαν μόνον, ὅπως ἐξηγήσω, διατὶ ἡ ἐπιτροπεία τῆς Βουλῆς δὲν ἐνόμισε καθῆκόν της νὰ ἐξετάσῃ τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια. Περιωρίσθη λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὰ τρία ἕτερα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀπεδέχθη κατ’ ἀρχὴν, χωρὶς νὰ φέρῃ οὐσιώδεις μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὰς λεπτομερείας. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ προσελθόντος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐμπόρου ἐκ Πατρῶν δὲν ἦταν τόσον τοιαύτης σπουδαιότητος, ὥστε νὰ πείσωσι τὴν ἐπιτροπὴν εἰς ἀναγραφὴν μεταῤῥυθμίσεων. Μόνον ὁ ἐκ Κραναίας κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν εἰς τὸ περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης νομοσχέδιον, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν τὸ Κράτος ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐγγυηθῇ τόκον μέχρις 6% ὑπὲρ τῶν καταβλητέων πρὸς τοῦτο κεφαλαίων. Τὸ θέμα τοῦτο εἶναι βεβαίως ἄξιον συζητήσεως. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφεται ὡς τόκος ἀνώτατος, τὸν ὁποῖον δύναται τὸ Κράτος νὰ ἐγγυηθῇ, 6%, ἀλλ’ ἀφίνεται πάντοτε ἐλεύθερος ὁ συναγωνισμὸς μεταξὺ τῶν παρουσιασθησομένων μὲ προτάσεις περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης ἄνευ ἐγγυήσεως ἢ μετ’ ἐγγυήσεως ἐλάσσονος. Πᾶσα Κυβέρνησις δὲ πρὸ παντὸς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ θὰ προτιμήσῃ ἐκεῖνον ἐκ τῶν κεφαλαιούχων, ὁ ὁποῖος εἴτε ἄνευ ἐγγυήσεως, εἴτε μετ’ ἐγγυήσεως ἐλάσσονος, θὰ προσφερθῇ νὰ συστήσῃ τοιαύτην Τράπεζαν. Ὑπάρχουσι μερικαὶ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ αὐτὸς ἐπρότεινα, καὶ ἄλλαι, ἃς τὰ ἕτερα τῆς ἐπιτροπῆς μέλη προέτειναν. Ὅταν δὲ ἐν τῇ συζητήσει προβληθῶσι καὶ ἄλλαι τροποποιήσεις ἐκ μέρους τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, βεβαίως καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐγώ, ὁ συντάξας τὰ νομοσχέδια, θὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν. Βεβαίως οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ὑπολαμβάνῃ ἑαυτὸν ἀλάθητον. Ὥστε, ἐὰν ὑποβληθῶσι προτάσεις ἄξιαι συζητήσεως καὶ ἀποδοχῆς, θέλουσι γείνῃ δεκταὶ καὶ θέλουσιν ἀναγραφῆ ἐν τοῖς νομοσχεδίοις. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐγένετο λόγος, ἐὰν ἦναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσις. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται χρόνος πολύς, διότι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἔχουσι καὶ ἐπιστημονικὸν καὶ πρακτικὸν χαρακτῆρα, καὶ οὐδὲν τῶν μελῶν ἀνελάμβανε τὸν κόπον νὰ συντάξῃ τοιαύτην ἔκθεσιν, δὲν ἐνεδείκνυετο δὲ καὶ ἀνάγκη τοιαύτη, διότι, ὡς εἶπον, σπουδαῖαι μεταβολαὶ δὲν προετάθησαν. Μετὰ τὰς βραχείας ταύτας ἐξηγήσεις, φρονῶ ὅτι εἶναι προσῆκον νὰ ἀναγραφῶσι τὰ νομοσχέδια ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει συντόμως. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀγορεύσας ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, ὑπεσχέθη καὶ τὴν ὑποστήριξιν καὶ τὴν ψῆφον αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων τούτων. Ὑποθέτω ἑπομένως, ὅτι θὰ συναινέσῃ νὰ ἐγγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὡς τάχιστα, ὥστε πρὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου ταύτης νὰ παρασχεθῇ ἀνακούφισίς τις εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς.
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπήνεγκεν ἐπὶ τῶν τριῶν νομοσχεδίων νέας τροπολογίας, ἢ ταύτας θέλει διατυπώσει ὡς κείμενον νέου νομοσχεδίου;
§48ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ νομοσχέδια, ἅτινα ὑπέβαλον, θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς κείμενον, διότι αἱ ἐξενεχθεῖσαι ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς παρατηρήσεις δὲν ἐπάγονται σπουδαίαν τινὰ μεταβολήν.
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκτυπωθῶσιν ἐκ νέου;
§50ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὄχι.
§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἂν στέρξῃ ἡ Βουλὴ νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσι τὰ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἀναγεγραμμένα νομοσχέδια, διότι αὐτὰ κανονίζουσι τὸν προϋπολογισμόν, πρέπει δὲ νὰ δημοσιευθῶσι διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ τῆς πρώτης Ἰουλίου, δυνάμεθα μετὰ τὴν συζήτησιν αὐτῶν νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τῶν σταφιδικῶν νομοσχεδίων. Τὰ νομοσχέδια δὲ ταῦτα, τὰ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν προκείμενα, δὲν χρῄζουσιν, ὑποθέτω, πολλῶν συζητήσεων, καὶ θέλουσι ψηφισθῆ ταχέως. Ἑπομένως, ἐὰν αὔριον ἀναγράψωμεν ὡς πρῶτον ἀντικείμενον, πρῶτον τὰ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ὅσα συνδέονται πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, δεύτερον τὰ τρία νομοσχέδια περὶ σταφίδος καὶ ἔπειτα τὰ ἄλλα, δυνάμεθα ταχέως νὰ καταλήξωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα.
§52ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ὅπως καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν παρ’ ἐμοῦ παραπεμφθῇ μετὰ τῶν ἄλλων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ ὤφειλε νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ δὲν εἶχεν αὕτη τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἐπὶ τούτου ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ ἢ ὄχι· διότι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποφανθῆ καὶ ἑπομένως παύσει τὴν περαιτέρω συζήτησιν, βεβαίως δὲν ἤθελε τὸ ἀποστείλῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§53ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρεπέμφθη καὶ αὐτό;
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς 22 Ἰουλίου 1895 (ἀναγινώσκει): «Προέβη εἶτα ἡ Βουλὴ εἰς τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Εἷς τῶν βουλευτῶν Κραναίας προέτεινεν, ὅπως αἱ ἀναγεγραμμέναι προτάσεις νόμου περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν καὶ τίτλων ἀποθηκεύσεως, περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ περὶ τῶν χορηγουμένων πρὸς καλλιέργειαν δανείων παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν. Ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης ἐγένετο συζήτησις, ἧς μετέσχον πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν, προτάσει δὲ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργείου, αἱ ῥηθεῖσαι προτάσεις νόμου παρεπέμφθησαν εἰς ἐπιτροπὴν πενταμελῆ, ὁρισθησομένην ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὡρίσθη δὲ, ὅπως προσαγάγῃ αὕτη τὴν ἔκθεσίν της μέχρι τῆς προσεχοῦς Τετάρτης.»
§55ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν εἶναι ἀκριβῆ.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν οὐδεμία παρατήρησις ἐγένετο. Ἑπομένως αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονός.
§57ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν ἤμην παρὼν, ὡς ἐργαζόμενος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ δὲν ἐπιμένω εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ διασαφήσω τὸ λεχθὲν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου μου ὁ σταφιδόκαρπος δὲν ἐξαιρεῖται τῆς κυκλοφορίας καὶ τῆς ἐμπορίας ἢ ὅπως δήποτε δὲν ὑποβάλλεται εἰς τοὺς ὅρους τῆς παρακρατήσεως. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, καθόσον τὸ ποσὸν τῶν 20% κατὰ τὸ νομοσχέδιόν μου ἀποκλείεται τῆς κυκλοφορίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, ἐπιφυλασσομένης τῆς Βουλῆς ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ πρακτέου κατὰ τὰς περιστάσεις.
§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ συμφωνῶ καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ ὅ,τι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας. Ἐνθυμοῦμαι δὲ καλῶς, ὅτι, τῇ προτάσει τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅπως καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν παρ’ αὐτοῦ, παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τοῖς πρακτικοῖς δὲν συμπεριελήφθη τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἀπεκλείσθη τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐπιληφθῇ καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως ἐλύθη ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως παρὰ τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως ἐπὶ ἓν ἔτος, συμφώνως μὲ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος παρ’ ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας εἰσηγητὴς ἦτο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ἐλύθη ὁριστικῶς διὰ τὴν σύνοδον ταύτην. Ἡ γενικὴ ὅμως ἰδέα τῆς παρακρατήσεως δὲν συνεζητήθη καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἐγὼ εἶχον ζητήσει νὰ συζητηθῇ ἡ γενικὴ αὕτη ἰδέα καὶ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἀπόλυτος ἰδέα τῆς παρακρατήσεως, ἀλλὰ τοῦτο ἀπεκρούσθη καὶ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρ’ ἄλλων, εἰπόντων ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς γενικῆς ἰδέας τῆς παρακρατήσεως, ἀλλὰ περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι οὐσιαστικῶς οἱ ἰσχυριζόμενοι ὅτι ἠδύνατο ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ γενικοῦ ζητήματος τῆς παρακρατήσεως, εἰσὶν ἐν τῷ ὀρθῷ καὶ ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Τοῦτο καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐν γένει σταφιδικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον βεβαίως εἶναι ἐκ τῶν οὐσιωδεστέρων. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα τρία νομοσχέδια, ἐγὼ πραγματικῶς λυποῦμαι διότι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠθέλησε νὰ τὰ μελετήσῃ μᾶλλον ἐπισταμένως. Εἶναι βέβαιον, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἰδίως τὸ περὶ ἀποθηκῶν, συνεζητήθησαν καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον, καὶ ἡ συζήτησις ἐκείνη, ἥτις δὲν ἐτελείωσεν, ὑπέδειξε σπουδαίας ἀτελείας, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπῆλθε ῥιζικὴ αὐτοῦ μεταῤῥύθμισις. Οὕτω δὲ μετεῤῥυθμισμένον ὑποβάλλεται σήμερον ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ περὶ ἀποθηκῶν εἶχε συζητηθῆ πληρέστερον τῶν ἄλλων δύο νομοσχεδίων, διότι ταῦτα ἐν συνδυασμῷ μετὰ τοῦ πρώτου δὲν ἔκαμον ἄλλο τι, παρὰ νὰ σχηματίσωσιν εἶδος κρίκου χαριστικοῦ, οὐχὶ μὲν ὁμοίου, ἀλλὰ ἀναλόγου μὲ τὸν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀπέῤῥιψεν ἡ Βουλή, ὅταν ἐπροτάθη εἰς αὐτὴν νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων τὴν διαχείρισιν τοῦ παρακρατουμένου σταφιδοκάρπου. Βεβαίως τὰ νομοσχέδια διακρίνονται τὸ ἓν ἀπὸ τοῦ ἄλλου, καὶ ἕκαστον θὰ συζητηθῇ καὶ θὰ ψηφισθῇ κεχωρισμένως, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἠθέλομεν προχωρήσει πολὺ καταλληλότερον καὶ ταχύτερον εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτῶν, ἐὰν ἐγίνετο παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς λεπτομερὴς ἔκθεσις εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο λυποῦμαι ὅτι δὲν ἔγεινε τοιαύτη μελέτη, καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν κ. Βουλευτὴν Παρνασσίδος τοὐλάχιστον τὴν ἐκφρασθεῖσαν γνώμην ἐν τῇ ἐπιτροπῇ νὰ ὑποβάλῃ δι’ ἐγγράφου ἐκθέσεώς του, ὥστε νὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον καὶ μίαν νεωτέραν γνώμην ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων.
§59ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ἐνδεικνύουσι τὸ ὁποῖον οὗτος ἔχει παράπονον καθ’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν ὠνομάσατε αὐτὸν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς...
§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διαμαρτύρομαι κατηγορηματικῶς.
§61ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμει νὰ προσφέρῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὰ φῶτά του. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης προέβη εἰς τὴν συζήτησιν κατ’ οὐσίαν, καὶ εἶπεν, ὅτι πολλαὶ παρατηρήσεις ὑπεβλήθησαν παρ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, αἱ ὁποῖαι, γενόμεναι δεκταί, ἀνέτρεπον τὸ νομοσχέδιον. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι μίαν καὶ μόνην, ἥτις καὶ αὐτὴ δὲν ἔγεινε δεκτή. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εὗρεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ὤφειλε νὰ ἀσχοληθῇ καὶ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Τριφυλίας καὶ Κραναίας, καὶ ἐμέμφθη τὴν ἐπιτροπήν, διότι δὲν ἠσχολήθη ἐπ’ αὐτῶν. Ἐκ τοῦ πρακτικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος, ἐγνώσθη τοὐναντίον, ὅτι δὲν εἶχεν ἐντολὴν ἡ ἐπιτροπή. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχεν, ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἄρτης, ὑπάρχει τι τὸ δυνάμενον μεταξὺ τῶν ἐξετασθέντων καὶ τῶν μὴ ἐξετασθέντων νομοσχεδίων νὰ καταστήσῃ τὰ ἕτερα ἀπαράδεκτα; Βεβαίως ὄχι, διότι τὰ δύο ἕτερα ἀφορῶσιν, ὡς εἶπον, εἰς τὴν παρακράτησιν, καὶ δύνανται ἄρτια νὰ συζητηθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Παρετήρησα ἄλλως πρὸ ὀλίγου διὰ βραχέων, ὅτι οὐδεμίαν ἤθελον ἔχει ἀντίῤῥησιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ καὶ σήμερον ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ παραπέμψῃ τὰ νομοσχέδια αὐτὰ εἰς ἄλλην ἐπιτροπὴν πρὸς ῥιζικὴν μελέτην καὶ ἐπεξεργασίαν. Ἀλλὰ τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, ἀποδεικνύει ἕτερόν τι, ὅτι πρέπει νὰ συνταχθῇ ἔκθεσις, ὅτι πρέπει ἡ ἔκθεσις νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ λάβωμεν γνῶσιν πάντες οἱ Βουλευταί, ἵνα συζητήσωμεν σπουδαίως ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, διότι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀφορῶσι τῷ ὄντι εἰς σπουδαιότατα θέματα, πρόκειται δι’ αὐτῶν νὰ παράσχωμεν ἀνακούφισιν εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγὴν, πρόκειται νὰ εἰσαχθῶσι θεσμοὶ ὅλως νέοι, καὶ πρέπει νὰ γένηται μελέτη ἐπ’ αὐτῶν. Ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον, φαίνεται, δὲν ἐδόθη ἡ δέουσα προσοχὴ εἰς ὅσα ἐλέχθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος μέχρι τοῦδε. Φαίνεται ἀγνοῶν, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲν ἐπροτάθησαν τροποποιήσεις σπουδαῖαι, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη ἐκθέσεως περὶ αὐτῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς θὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν, ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ φέρῃ τὰς παρατηρήσεις του, διότι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἰσχυρίζεται, ὅτι εἶναι ἀλάθητον τὸ νομοσχέδιόν του.
§62ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐννοῶ τὴν στενοχωρίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς, ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τῆς σχηματισθείσης πέρυσιν, εἰσήγαγε καὶ ἐφέτος τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα καὶ πέρυσιν εἶχεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν. Θίγεται δ’ ἴσως ἡ φιλοτιμία του ὡς συντάκτου αὐτῶν. Ἀλλὰ θὰ ἐπιτρέψῃ καὶ εἰς ἐμὲ μικρὰν συμμετοχὴν εἰς τὴν φιλοτιμίαν ταύτην. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὰ δύο νομοσχέδια, τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον, τὸ τροπολογηθέν. Εὑρίσκω δὲ, ὅτι ἐν τῷ νέῳ νομοσχεδίῳ περιέχεται τὸ ὅλον τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον ἐγὼ πέρυσιν. Ἀναφέρω μόνον μίαν τῶν τροποποιήσεων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἐλάμβανε κἄν ὑπ’ ὄψιν της νὰ ζητήσῃ ἐγγύησιν παρὰ τοῦ ἐργολάβου, ὅστις ἤθελεν ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν ἀποθήκης τινός. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἀπέδιδεν ἀποκλειστικῶς τὸ δικαίωμα, ὅπως ἀναλάβωσι τὴν παραχώρησιν ἱδρύσεως ἀποθηκῶν, μόνον εἰς 2 ἢ 3 ἑταιρίας. Οὐδεμία δηλ. ἑταιρία νέα ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὴν παραχώρησιν κατασκευῆς γενικῆς τινος ἀποθήκης. Τὰς σκέψεις ταύτας ὑπέβαλον τότε εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ νομοσχέδιον μετεβλήθη συμφώνως μὲ αὐτὰς, γενομένης δεκτῆς τῆς παρατηρήσεώς μου, ὅπως ὄχι μόνον εἰς τὰς ἑταιρίας ἐκείνας δοθῇ τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην, ἥτις μετ’ εὐκολίας ἠδύνατο νὰ ἀναδεχθῇ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κατασκευάσῃ τὰς ἀποθήκας. Καὶ ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος δὲν εἶναι ζήτημα πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ἀλλὰ ζήτημα γενικῆς ἀνάγκης καὶ γενικοῦ συμφέροντος, περὶ τοῦ ὁποίου πρέπει ἅπαντες νὰ ἐργασθῶμεν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως τούτου δὲν λύομεν τὸ ζήτημα, ἀλλὰ μόνον προσθέτομεν ἕνα θεσμὸν καλὸν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν διὰ τῆς συστάσεως γενικῶν ἀποθηκῶν. Προσθέτομεν ἐπίσης καὶ ἕτερον καλὸν θεσμὸν διὰ τὰ δάνεια ἐπὶ καλλιεργείᾳ, ὅστις, ὅπως ἀποβῇ καλὸς καὶ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν, πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ῥιζικῶς. Καὶ τρίτος δὲ θεσμὸς, ὠφέλιμος διὰ τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, εἶναι ὁ ἀφορῶν τὴν σύστασιν Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ οὗτος, ὅπως ἀποβῇ ὠφέλιμος καὶ θετικὸς, πρέπει νὰ νομοθετηθῇ ἐπὶ βάσεων ἐν πολλοῖς διαφόρων ἐκείνων, ἃς περιέχει τὸ νομοσχέδιον. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν Παρνασσίδος νὰ μὴ νομίσῃ, ὅτι φέρω παρατηρήσεις εἰς νομοσχέδια εἴτε αὐτοῦ εἴτε ἄλλων Βουλευτῶν δι’ ἄλλον λόγον ἢ μόνον ἐκ τοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον πιστεύω ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς πάντα ἕτερον Βουλευτὴν, ὑπὲρ τῶν γενικῶν συμφερόντων.
§63ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ τελευταῖαι παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου βεβαίως δὲν παρουσιάζουσί τι νέον. Ἡ ἀξίωσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ, ὅτι πρέπει ἐν τῷ σταφιδικῷ ζητήματι νὰ μὴ ἀγώμεθα οὔτε ἐκ προσωπικῆς φιλοτιμίας οὔτε ἐξ ἰδεῶν πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, εἶναι ὀρθοτάτη. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τούτου. Οὐδεὶς ἔψεξε τὸν Ἡρακλέα, ὥστε νὰ ἔλθῃ ὁ ἐξ Ἄρτης κ. συνάδελφος νὰ τὸν ὑπερασπισθῇ. Πρόκειται περὶ ἄλλου τινός. Ὁ κ. συνάδελφος ἰσχυρίσθη, ὅτι ὤφειλεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν ἀναγράφουσαν τὰς παρατηρήσεις της ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν προτείνει τοιαύτας σπουδαίας παρατηρήσεις. Οὐδέποτε δὲ ἰσχυρίσθην, ὅτι αἱ γνῶμαι τοῦ ἐξ Ἄρτης συναδέλφου ἢ ἄλλων εἰδικωτέρων περὶ τὰ τοιαῦτα δὲν θὰ χρησιμεύσωσιν ἐν τῇ συζητήσει. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἐξ Ἄρτης κ. συνάδελφος, ἀνελθὼν εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν προεβλήθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶπεν, ὅτι πολλαὶ ὑπεβλήθησαν τροποποιήσεις, παρετήρησα, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς μίαν καὶ μόνην προέτεινε. Μάλιστα εἶχε γείνῃ συζήτησις ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ καὶ προεβλήθη ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων, καὶ οὐχὶ ὑπὸ μόνου τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ἡ παρατήρησις, ὅτι πρέπει νὰ χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα οὐ μόνον εἰς τὰς ὑφισταμένας ἑταιρίας, ἀλλὰ καὶ εἰς ἰδιώτας. Κατὰ τὴν μεταγενεστέραν συνεδρίασιν εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον τροποποιημένον καὶ περιλαμβάνον τὴν διάταξιν ταύτην, τὴν αὐτὴν δ’ ἡμέραν καὶ ὁ κ. ἐξ Ἄρτης συνάδελφος ἔφερε τὴν τροπολογίαν ταύτην καὶ ἐτυποῦντο συγχρόνως, ἡ δὲ τοῦ κ. συναδέλφου τροπολογία ἦτο διάφορος τῆς ἐμῆς.
§64ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν συζήτησιν νομίζω, ὅτι προεκάλεσεν ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος, οὐχὶ δὲ ἡ ἐσφαλμένη ἀναγραφὴ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐν τοῖς πρακτικοῖς· λέγω δὲ ἡ ἐσφαλμένη ἀναγραφὴ, διότι, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν, ὅπως τὰ σταφιδικὰ νομοσχέδια παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν αὐτὴν ἐκείνην ἡμέραν ἡ Βουλὴ ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν, ὅπως ἅπαντα τὰ σταφιδικὰ νομοσχέδια παραπεμφθῶσιν· ἐὰν δὲ ἡ ἀπόφασις ἀνεγράφη οὕτω πως ἐν τοῖς πρακτικοῖς, βεβαίως ἀνεγράφη ἐκ παραδρομῆς, καὶ δὲν διωρθώθη, διότι οὐδεὶς ἴσως ἐκ τῶν κ. συναδέλφων προσέσχε κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῶν ἐπὶ τῆς λεπτομερείας ταύτης. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς μελέτης ἁπάντων τῶν νομοσχεδίων, ἰδιαιτέρως δὲ τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβεβλημένων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κραναίας καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐλέχθη ἡ γνώμη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος τούτου, διότι ἡ Βουλὴ, συζητήσασα τὴν γνώμην τῆς παρακρατήσεως, ἀπεφάνθη ἐπὶ ταύτης, καὶ ἀπεφάνθη γνώμην ἀρνητικὴν, ἀποῤῥίψασα αὐτήν. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἦτο ἐπιβεβλημένον, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπιβάλλεται, ὅπως ἐξετάσῃ καὶ μελετήσῃ τὴν ἀρχὴν τῶν νομοσχεδίων τοῦ κ. ἐκ Κραναίας καὶ τοῦ κ. ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ. Διότι ἡ Βουλὴ συζητεῖ ἐπὶ θεμάτων ὡρισμένων καὶ οὐχὶ ἀκαδημαϊκῶς ἐπὶ ἀρχῶν ἀφῃρημένων. Συζητεῖ περὶ ἀρχῆς ἑκάστου νομοσχεδίου, ὡς διατυποῦται αὕτη ἐν νομοσχεδίῳ ὡρισμένῳ καὶ ὡς προκύπτει ἐκ τῶν διαφόρων διατάξεων τῶν περιεχομένων ἐν αὐτῷ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἀποῤῥίψασα τὴν παρακράτησιν, ἀπεφάνθη ἐπὶ μόνης τῆς παρακρατήσεως τῆς περιεχομένης ἐν τῷ συζητηθέντι νομοσχεδίῳ, δὲν ἀπεφάνθη δὲ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς παρακρατήσεως ὡς ἀρχῆς ἀφῃρημένης, ἢ ὅπως ἡ ἀρχὴ αὕτη διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας. Κατὰ τὰ ἄλλα ἡ ἐπιτροπὴ, κύριε Πρόεδρε, ἐργασθεῖσα καὶ μελετήσασα τὰ εἰς αὐτὴν ὑποβληθέντα νομοσχέδια, δὲν κατέληξεν εἰς κοινὴν γνώμην περὶ ὅλων. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι διαφόρους διήμειψαν τὰ μέλη αὐτῆς γνώμας, καὶ διάφοροι προεβλήθησαν ἀντιῤῥήσεις περὶ ἀτελειῶν τῶν τριῶν νομοσχεδίων τῶν προταθέντων παρὰ τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, ἀντιῤῥήσεις αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουσι, τινὲς μὲν εἰς ἐπουσιώδη μέρη τῶν νομοσχεδίων, ἄλλαι δὲ εἰς πολὺ σπουδαιότερα καὶ εἰς τὰς γενικὰς βάσεις τῶν νομοσχεδίων. Ἂν δὲ καλῶς ἀντελήφθην τοῦ πορίσματος, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξαν αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ πόρισμα τοῦτο ὑπῆρξεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ καθ’ ὁμοφωνίαν ἀπεδέξατο τὴν χρησιμότητα τῶν παραπεμφθέντων εἰς αὐτὴν νομοσχεδίων, ὅτι τουτέστιν ἐπιδοκιμάζει τὴν γενικὴν ἀρχήν, τὴν γενικὴν ἰδέαν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ὡρμήθη ὁ συντάξας τὰ νομοσχέδια ταῦτα, οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ σπουδαῖαι ὑπεβλήθησαν ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῶν λεπτομερειῶν τῶν νομοσχεδίων τούτων, καὶ οὐχὶ μόνον κατὰ τῶν λεπτομερειῶν τῶν νομοσχεδίων, ἀλλά, ὡς προεῖπον, καὶ κατὰ τῶν γενικωτέρων βάσεων αὐτῶν, τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπεφυλάχθησαν, καθ’ ὃ εἶχον δικαίωμα, ὅπως κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ λάβῃ χώραν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ, ἐκθέσωσι τὴν γνώμην αὐτῶν. Καὶ διὰ τοῦτο κατέληξαν εἰς τὸ πόρισμα μόνον, ὅτι ἐν τῇ ἀρχῇ ἐπιδοκιμάζουσι τὰ παραπεμφθέντα νομοσχέδια, ἐπιφυλάσσονται ὅμως τὸ δικαίωμα, ὅπως κατὰ τὴν γενικωτέραν συζήτησιν παρουσιάσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀντιῤῥήσεις αὐτῶν. Ἐπειδή, Κύριοι, ἅπαντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρεπέμφθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, θεωρῶ ὡς ὑψίστης σημασίας θέματα, διὰ τοῦτο θέλω συμφωνήσει πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, καὶ θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγραφῶσι πρῶτα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἢ, ἂν οὐχὶ πρῶτα, ἀλλὰ τοὐλάχιστον δεύτερα κατὰ σειρὰν τὰ νομοσχέδια τὰ σταφιδικὰ μετὰ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἵνα οὕτω ταχέως ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ἀποφάσεως ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων.
§65ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν, κύριε Πρόεδρε, τοῦ σχετικοῦ πρακτικοῦ, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὁ ἴδιος ἐποιήσατε εἰς τὴν Βουλήν, ἀναμφισβήτητον κατέστη, ὅτι δὲν παρεπέμφθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὰ νομοσχέδια τοῦ Βουλευτοῦ Κραναίας καὶ τοῦ Βουλευτοῦ Τριφυλίας. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβές, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἡ Βουλὴ εἶχεν ἐκδηλώσει τὴν ἐπιθυμίαν, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας ἔντιμος ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος, νὰ παραπέμψῃ καὶ τὰ νομοσχέδια αὐτὰ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ εἶχε τοιαύτην ἰδέαν ἡ Βουλή. Ὄχι μόνον δὲν ἀντελήφθην τοιοῦτόν τι, ἀλλ’ οὔτε πιστεύω ὅτι μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς προτάσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς παρακρατήσεως ἐπὶ ἓν ἔτος, ἡ ὁποία δὲν ἐπέβαλλε κανὲν βάρος εἰς τὸ Δημόσιον, ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῇ καὶ παραπέμψῃ εἰς ἐπιτροπὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει βάρη εἰς τὸ Κράτος, διότι τὸ ὑποχρεοῖ μόνον τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου νὰ εἰσπράττῃ εἰς χρήματα. Ἀφοῦ ἀπέῤῥιψε ἐπὶ ἓν ἔτος τὴν παρακράτησιν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν δεχθῇ διὰ πολλὰ ἔτη. Λοιπὸν οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο ἐνόησε. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ παραπέμψῃ τὸ τοῦ κ. Κοκκέβη νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν, διότι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποῤῥίψασα, ἐνόει τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἀδίκου καὶ τοῦ ἀφορήτου τοῦ φόρου τῆς σταφίδος· διότι, ἂν ἤθελε γείνῃ παρακράτησις ἐπὶ ἓν ἔτος, βεβαίως ἤθελεν ὑψωθῇ ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἄδικος ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου τοῦ νενομισμένου σήμερον ἐπὶ ἑκάστης χιλιάδος σταφίδος. Ἂν σήμερον ἦναι ἄδικος ὁ φόρος ἐπὶ τιμῆς 80 δραχμῶν, δὲν εἶναι ἄδικος ἐπὶ τῆς τιμῆς 130 καὶ 140 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡ Βουλή, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, δὲν τὸ ἀπεδέχθη οὔτε δι’ ἓν ἔτος. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ προτάσεις περὶ παρακρατήσεως, ἀλλ’ οὐχὶ διὰ τὸ ἔτος αὐτό· ἴσως διὰ τὸ ἑπόμενον, οὐχὶ ὅμως διὰ τὸ νῦν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ τῆς δικαιοδοσίας τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ὡς ὁ ἔντιμος ἐκ Κραναίας συνάδελφος ὑπεστήριξε, παρὰ μόνον ἂν νέα ἀπόφασις τῆς Βουλῆς παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ αὐτό...
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ σᾶς βοηθήσω εἰς τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγετε; Ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραπέμψῃ τὰ ἄλλα νομοσχέδια εἰς τὴν ἐπιτροπὴν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, διότι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα κατεῖχον θέσιν πολὺ ἀπομεμακρυσμένην τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα. Διὰ νὰ ἐλάμβανε λοιπὸν τοιαύτην ἀπόφασιν ἡ Βουλή, ἔπρεπε ν’ ἀποφασίσῃ κατὰ πρῶτον νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια, τοιαύτη δὲ ἀπόφασις εἶναι φανερὸν ὅτι δὲν ἐλήφθη. Ἀλλὰ λόγος ἐγένετο ὁμολογουμένως, καὶ πολλοὶ ὑπεστήριξαν, ὅπως τὰ νομοσχέδια παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν. Τοῦτο δύναται νὰ πράξῃ καὶ ἤδη ἡ Βουλή.
§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τὸ ζήτημα ἔληξεν ἄνευ μὲν ἀποφάσεως, ἀλλὰ τῇ πλήρει συγκαταθέσει τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ εἶναι ζήτημα ἀντιλήψεως.
§68Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ αὐτὸς ἠρώτησα τότε: πάντα τὰ νομοσχέδια θὰ σταλῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν; Καὶ πολλαὶ κραυγαὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ἄλλης ἠκούσθησαν «πάντα». Ὅτι δὲ ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἀναγράφεται ἄλλως τὸ πρᾶγμα, τοῦτο, νομίζω, δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν.
§69ΔΑΓΡΕΣ. Τὰ μὴ σχετικὰ μὲ τὴν παρακράτησιν, κύριε συνάδελφε.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν ἐτελείωσε.
§71ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, ἤδη καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, δηλ. τοῦ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τοῦ περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν καὶ τοῦ περὶ δανείων πρὸς καλλιέργειαν, εἶμαι ἐναντίος, καίτοι ἤμην κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ αὐτῶν. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἡ ὁποία ἐσχηματίσθη κατὰ πρῶτον ἐκ Βουλευτῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, προέτεινα, ὅπως ἀποχωρισθῶσιν ἀπὸ τὴν πρότασιν περὶ παρακρατήσεως καὶ εἰς ἐπιτροπὴν ἰδιαιτέραν παραπεμφθῶσι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ἵνα μελετηθῶσι καὶ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐθεώρουν ὅτι, λαμβανομένου τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως καὶ σωζομένης διὰ τὸ ἔτος αὐτὸ τῆς ἐσοδείας, ἐδίδετο καιρὸς νὰ ληφθῶσι καὶ λειτουργήσωσι τὰ μέτρα, περὶ ὧν προνοοῦσι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, μέτρα τὰ ὁποῖα ἀποβαίνουσιν ἀνωφελῆ ἄνευ τῆς παρακρατήσεως. Ἤδη ὅμως ἐξ ἀνάγκης μετέβαλα ἰδέαν, μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἥτις ἀπέῤῥιψε τὴν παρακράτησιν, διότι νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπεδίωκον τὰ νομοσχέδια, κατέστρεψεν ἡ ἄρνησις τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐφαρμοσθῇ καὶ δι’ ἓν ἔτος ἡ παρακράτησις καὶ ἀφεθῇ ἡ σταφὶς εἰς τὴν ἰδίαν τύχην, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὸν ὁποία ἔσεται, τελεία δηλονότι καταστροφὴ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Ἤδη ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ, οἵαν τὴν θέλει ἡ Βουλή, καταναγκαστικῶς θ’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦ ἑπομένου ἔτους, διότι κατ’ αὐτὸ ἡ σταφὶς θὰ πωληθῇ εἰς τόσον εὐτελεῖς τιμὰς, ὥστε μετὰ τὰς ἐν τοῖς προηγουμένοις ἔτεσι καταστροφὰς θέλουν ἀναγκασθῆ πολλοί, ἐξ ἀπελπισίας καὶ ἀδυναμίας πρὸς περαιτέρω ἐξακολούθησιν τῆς καλλιεργείας, νὰ παραιτήσουν τὴν καλλιέργειαν τῶν σταφίδων, καὶ οὕτω θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἰσοῤῥοπία μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως. Τοῦτο εἶναι ἡ ἀναγκαία συνέπεια τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἀφοῦ δ’ ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν παρακράτησιν, δὲν εἶναι ἀναγκαῖον, οὐδ’ ἐπεῖγον, νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ἅτινα ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐθεώρησα μόνον βοηθητικά, δηλαδὴ τὰ περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, περὶ ἀποθηκῶν καὶ περὶ δανείων. Ταῦτα εἶναι οὐ μόνον περιττὸν νὰ ψηφισθῶσι μετὰ τὴν καταψήφισιν τῆς παρακρατήσεως, ἀλλὰ καὶ ἀβέβαια κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἀνωφελῆ. Νομίζουσί τινες ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τούτων θὰ δυνηθῶσι νὰ εὕρωσι χρήματα εὐκόλως διὰ τὴν σταφίδα, καὶ ὅτι τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν ἐκ τῆς ἀποῤῥίψεως τῆς παρακρατήσεως, θέλει ἀνορθωθῆ διὰ κανονικωτέρων μέσων, ὁποῖα τὰ ἐν τοῖς νομοσχεδίοις αὐτοῖς καθιερωμένα. Τοὐναντίον ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἐνόσῳ ἡ τύχη τῆς σταφίδος εἶναι ὁποία ἤδη εἶναι, τὰ κεφάλαια δὲν θὰ ἔχουν τὸ θάῤῥος νὰ προσέλθουν, ὡς θὰ προσήρχοντο μὲ τὴν παρακράτησιν τοῦ πλεονάσματος, δηλαδὴ μετὰ τὴν ὕψωσιν καὶ σταθεροποίησιν τῶν τιμῶν αὐτῆς. Τὰ νομοσχέδια αὐτὰ προσήκουσιν εἰς ἄλλας ἐποχὰς, οὐχὶ δὲ τὴν σημερινήν. Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν τὰ νομοσχέδια ταῦτα νὰ μελετηθῶσι καλλίτερον καὶ ἀνετώτερον, νὰ συζητηθῶσιν ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος αὐτῶν, καὶ μὴ σπεύδωμεν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ παρούσῃ καταστάσει τῆς ἀγορᾶς νὰ εὑρεθῶσι κεφαλαιοῦχοι, οἵτινες νὰ ἱδρύσωσιν ἀποθήκας καὶ παράσχωσι δάνεια ἐπὶ ἀσφαλείᾳ προϊόντος, οὗτινος ἡ τιμὴ οὐ μόνον δὲν καλύπτει τὰ ἔξοδα τοῦ παραγωγοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀδιαλείπτως κυμαίνεται. Μάτην ἐλπίζομεν ὅτι θὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι, οἵτινες νὰ δανείσωσι καὶ ν’ ἀναλαμβάνωσιν αὐτοὶ τὴν ἀβεβαιότητα καὶ τοὺς κινδύνους τῶν παραγωγῶν. Ὅσον καὶ ἂν προέρχηται ζημία τις ἐκ τῆς σπουδῆς αὐτῶν πρὸς πώλησιν, τὸ μέγα κακὸν κεῖται ἐν τῇ ἀνωτέρᾳ τῆς καταναλώσεως παραγωγῇ. Ἐν ὅσῳ δὲν ἑδραιωθῇ τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος ἐπὶ στερεῶν βάσεων, οἱαδήποτε νομοσχέδια καὶ ἂν ψηφίσωμεν, δὲν θὰ εὕρωμεν κεφάλαια ὑπὲρ αὐτοῦ. Νομίζω λοιπὸν, ὁμιλῶν περὶ τῶν τριῶν νομοσχεδίων, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ σπεύσῃ. Δὲν περιλαμβάνει καὶ τὰ λοιπὰ νομοσχέδια. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ παραπέμψῃ εἰς ἐπιτροπὴν, εἴτε τὴν ὑπάρχουσαν εἴτε ἄλλην, τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας περὶ παρακρατήσεως, συνδεομένης μετὰ μονοπωλίου πρὸς πνευματοποιΐαν, ἢ τὸ τοῦ ἐντίμου ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ περὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου, μέρους μὲν εἰς εἶδος καὶ μέρους εἰς χρήματα, δύναται νὰ τὰ πράξῃ, ἀλλ’ εἶναι περιττὸν νὰ σπεύσῃ διὰ τὰ ἄλλα, ἐνῷ ἔχει ἑτέρας ἐργασίας κατεπειγούσας, ὀλίγας δὲ ἡμέρας ὑπολειπομένας πρὸς συζήτησιν τοσούτων νομοσχεδίων.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἐξηγήσω, ὅτι εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐργασιῶν μας αὐτὴν τὴν στιγμὴν οὐδεμίαν ἀπόφασιν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν, διότι εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· ἑπομένως οὔτε ἀπόφασιν περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὴν δύναται νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ, οὔτε περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, οἱ φρονοῦντες ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο δύνανται νὰ τὸ ζητήσωσι, καὶ τότε δύναται νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία γίνεται ἤδη παρὰ τὸν Κανονισμόν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ὑπέβαλε παρατηρήσεις, ἡ Βουλὴ δὲ δὲν ἔλαβεν ἀπόφασιν περὶ ἀναγραφῆς τῶν νομοσχεδίων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι ταύτην λαμβάνει εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, κατὰ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως προσδιορίζεται τῇ ἐπινεύσει τῆς Βουλῆς ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς ἑπομένης.
§73ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθητε, δὲν λύει τὸ ζήτημα· διότι ἕκαστος Βουλευτὴς καὶ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως δικαιοῦται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν, ὅπως προταχθῇ ἓν νομοσχέδιον πάντων τῶν λοιπῶν ἐγγεγραμμένων, καὶ τοῦτο ἐγένετο παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ζητήσαντος ἵνα τὸ ἐγγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῆς φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου προταχθῇ ὡς πρῶτον, καὶ ἐπὶ τούτου καλεῖται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ. Δὲν ἀντίκειται λοιπὸν εἰς τὸν Κανονισμὸν, διότι ὑπάρχει ἑτέρα διάταξις, ἡ ὁποία κανονίζει τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν, ὁσάκις Βουλευτής τις θεωρῇ ὅτι νομοσχέδιόν τι ἔχει τὸ κατεπεῖγον, δύναται νὰ προβάλῃ τοῦτο καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο ὁρίζει τὸ ἄρθρον 29· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται ἡ πρότασις ὑπὸ 10 Βουλευτῶν.
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ζητεῖται νὰ εὑρεθῇ, τίς ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον δύναταί τις νὰ προτείνῃ τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Καθ’ ὑμᾶς, ὁ χρόνος οὗτος εἶναι ὅταν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ τοῦτο εἶναι ὀρθὸν, οὐδεὶς δὲ τὸ ἀμφισβητεῖ· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἐγένετο αὐτοτελὴς πρότασις· ὑπῆρξε γνώμη, ἡ ὁποία ἦτο συνέπεια τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο πρὸς τὴν Βουλὴν ἓν τῶν μελῶν τῆς συστηθείσης ἐπιτροπῆς. Οὕτως ἡ γνώμη ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐγένετο ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις, ἥτις συνετέλεσε νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην, καθ’ ὃν χρόνον ὑμεῖς θεωρεῖτε τοῦτο κατάλληλον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως, ἀφοῦ δ’ ἐξαντληθῇ ἡ συζήτησις, τότε θέλει κηρυχθῇ, ὅτι προβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τότε δὲ δύναται νὰ γένηται ἡ πρότασις καὶ νὰ γένηται ἀπόφασις, πεφωτισμένης ἤδη οὔσης τῆς Βουλῆς.
§76ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαγρὲς ἔχει τὸν λόγον, καὶ κατόπιν εἶναι σημειωμένος ὁ κ. Πετιμεζᾶς.
§78ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακόψωμεν;
§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρόκειται νὰ λάβωσι τὸν λόγον πολλοὶ καὶ διὰ μακρῶν νὰ ἐπαναλάβωσιν ὅσα γνωρίζομεν, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκούω ὅτι πολλοὶ ἔχουσι νὰ ὁμιλήσωσι.
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ ἁπλοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι θέμα—ἵνα μὴ ὀνομάσω αὐτὸ ἐμπειρικὸν—δὲν εἶναι θέμα ἄξιον τοσούτων δισταγμῶν, ὅσοι προεβλήθησαν μέχρι τοῦδε. Τὸ θέμα εἶναι, ἐὰν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ τὰ σχέδια νόμου, τὰ ὁποῖα προτείνουσιν ὁ ἐκ Κραναίας κ. Βουλευτὴς καὶ ὁ ἐκ Τριφυλίας κ. Βουλευτής. Τὸ θέμα τοῦτο δὲν κρίνω ἄξιον δισταγμῶν. Ποῖος λόγος ἤθελεν ὑπαγορεύσει εἰς ἡμᾶς νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῶν νομοσχεδίων τούτων; Ὁ λόγος ὅτι ἐν τοῖς σχεδίοις τούτοις ἀναγράφεται καὶ ἡ παρακράτησις; Ὅταν ἠθέλομεν ἐπιληφθῆ τῆς συζητήσεως αὐτῶν, ἐάν τις νομίζῃ ὅτι ταῦτα τὰ θέματα ἐλύθησαν ἤδη δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, προτείνει τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως αὐτῶν, ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, εἶναι μάταιον νὰ συζητῶμεν περὶ τῆς ἀρχῆς αὐτῶν. Ἀλλὰ λέγων ταῦτα δὲν ἀσπάζομαι τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶπον σήμερον, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀνάξια προσοχῆς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προυτάθησαν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, τὰ ὁποῖα δὲ καὶ ἄλλοτε εἶχον προταθῆ. Ἐὰν τὰ μέτρα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ παράσχωσιν ἀνακούφισιν κατὰ τὴν παροῦσαν συγκομιδὴν, εἶναι ὅμως μέτρα, τὰ ὁποῖα οὐσιωδῶς θὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τὸ μέλλον, ἴσως καὶ κατὰ τὸ τέλος τῆς παρούσης συγκομιδῆς, ἑπομένως ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μετὰ τὴν συζήτησιν τῶν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων προτείνεται ἐλάττωσις ἐξόδων, πρέπει νὰ ἀναγραφῶσι τὰ τρία νομοσχέδια τὰ προταθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, καὶ τὰ δύο νομοσχέδια τὰ προταθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας.
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀναπτύσσων ἐκ τῶν προτέρων τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁδοποιΐας, ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν περιέχουσαν τὴν ἱστορίαν τῆς ὁδοποιΐας, ἐκ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ θέλει φωτισθῆ.
§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προθύμως καταθέτω τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἀλλ’ ἡ ἐργασία αὕτη εἶναι ἰδιωτική, δὲν εἶναι ἐργασία, τὴν ὁποίαν ὡς Πρωθυπουργὸς ἐποιησάμην διὰ τῶν ὀργάνων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, εἶναι ἐργασία, τὴν ὁποίαν ὡς Βουλευτὴς ἐποιησάμην ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ μου σπουδαστηρίῳ.
§84ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εὐχαρίστως θὰ λάβωμεν γνῶσιν αὐτῆς τῆς ἐργασίας.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Μετὰ μεσημβρίαν θ’ ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς προτάξεως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῶν σταφιδικῶν νομοσχεδίων. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 1 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ.)
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§87ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀντίῤῥησις ὄχι, ἀλλὰ νομίζω ὅτι μεταξὺ τῶν ψηφισθέντων νομοσχεδίων ὑπάρχουσί τινα μὲν εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, ἄλλα δὲ εἰς βʹ, τὰ ὁποῖα ἔλαβον οὐσιώδεις τροποποιήσεις. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὅταν εἰσάγωνται τροποποιήσεις διάφοροι εἴς τι νομοσχέδιον, πρὶν τοῦτο ψηφισθῇ ἐν τῷ συνόλῳ, ἀνατυποῦται, συνδυαζομένων τῶν τροποποιήσεων, καὶ ψηφίζεται εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν. Τοῦτο ὅσον ἀφορᾷ τὰ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν νομοσχέδια. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἕτερα εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, εἰς τὰ ὁποῖα ὡσαύτως εἰσήχθησαν τροποποιήσεις· νομίζω ὅτι πρέπει καὶ ταῦτα νὰ ἀνατυπωθῶσι, συνδυαζομένων τῶν εἰσαχθεισῶν τροποποιήσεων.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν πρόκειται περὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως», αὐτὸ ἀνατυποῦται.
§89ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ ἄλλων, π. χ. περὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν», ὅπου ἐγένοντο πλεῖσται ὅσαι τροποποιήσεις, καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ ἀναγράφονται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου, προτάσει τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργείου, ἀντικατεστάθησαν αἱ λέξεις «ὁ ἐκπληρῶν τὰ χρέη τοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μηχανικοῦ ἢ τοῦ μηχανικοῦ τοῦ νομοῦ» διὰ τῶν λέξεων «ἕκαστος μηχανικὸς ἢ νομομηχανικός», διωρθώθη δὲ ἡ λέξις «ἐπαρχίᾳ» ἐν τῷ τετάρτῳ στίχῳ διὰ τῆς λέξεως «περιφερείᾳ». Οὕτω τροποποιηθὲν τὸ ἄρθρον ἐγένετο δεκτόν. «Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, ὡσαύτως προτάσει τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργείου, ἀντεκατεστάθησαν αἱ τρεῖς τελευταῖοι στίχοι τῆς πρώτης παραγράφου διὰ τῶν λέξεων «καὶ προμηθειῶν ὑλικοῦ», ὡς καὶ αἱ λέξεις «δεκαπενθημέρου τοῦ Μαΐου», ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ, διὰ τῶν λέξεων «δεκαημέρου τοῦ Ἰουνίου».
§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι πλεῖσται ὅσαι τροποποιήσεις, ἐὰν ἀντὶ «νομομηχανικοῦ» τεθῇ «τοῦ ἁρμοδίου νομομηχανικοῦ».
§91ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σπουδαῖαί εἰσιν ἐπίσης αἱ γενόμεναι προσθῆκαι, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ διδακτικῶν βιβλίων.
§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἀνατυπωθῇ μάλιστα.
§93ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπὸν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν δὲν ἐψηφίσθη μὲ τὰς τροποποιήσεις;
§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐψηφίσθη, ἀλλὰ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ὅτε συνεζητεῖτο, δὲν ἦσθε ἐδῶ.
§95ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἁπλῆν παρατήρησιν ποιοῦμαι λόγῳ τάξεως. Προτείνω, ὅταν εἰς ἓν νομοσχέδιον εἰσάγωνται πολλαὶ τροποποιήσεις, ὅπως κατὰ τὰ ἀνέκαθεν κεκανονισμένα καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ἀναβάλλεται ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου μετὰ τὴν συναρμολόγησιν τῶν γενομένων τροποποιήσεων, καὶ ὄχι ὅπως ἐγένετο εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ διδακτικῶν βιβλίων.
§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ ὑμᾶς ἐξηρτᾶτο νὰ ἦσθε ἐδῶ, ἵνα προβάλητε τοῦτο.
§97ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἀπουσία μου δὲν δικαιολογεῖ τὴν παραβίασιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν συνηρμολογεῖτο τὸ νομοσχέδιον, θὰ εἴχομεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν ἐν συνόλῳ.
§98ΡΑΛΛΗΣ. Παρατηρῶ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἡ συνεδρίασις τοῦ Σαββάτου ἐλύθη «μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἀντικειμένου», τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ἐξηντλήθη ὁλόκληρος ἡ ἡμερησία διάταξις, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν. Δύναταί τις ὅμως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὀρθότερον εἶναι νὰ ὁρισθῇ μία ὥρα, καθ’ ἣν νὰ συνέρχωνται οἱ Βουλευταί, διότι, βλέπετε, εἶναι ἤδη ἕκτη, καὶ ἐν τούτοις καθήμεθα ἐδῶ καὶ συζητοῦμεν μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς συναδέλφους τὸν καιρὸν νὰ ἔλθωσιν. Ἕνεκα τούτου κοπιάζομεν εἰς μάτην, καὶ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν συνέρχονται οἱ ἄλλοι, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ καθήσωμεν ἐνταῦθα καὶ συζητήσωμεν. Ἐντεῦθεν ἐπῆλθε τὸ ἀληθῶς πρωτότυπον τῆς συνεδριάσεως τοῦ Σαββάτου, ὁλόκληρος ἡ ἡμερησία διάταξις νὰ ἐξαντληθῇ, καὶ ἐξηντλήθη βεβαίως ἀναγινωσκόντων τῶν γραμματέων καὶ παρισταμένης τῆς ἀπαρτίας. Ἀλλὰ δὲν θεωρῶ ὅτι διὰ τοιαύτης τακτικῆς πληροῦται τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἀνάγνωσιν καὶ συζήτησιν ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου ἑκάστου νομοσχεδίου. Συνέβη δὲ τοῦτο, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ συμβαίνῃ, ἀφοῦ καταδικαζόμεθα νὰ παραμένωμεν ἐνταῦθα μόνοι συζητοῦντες, καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν οἱ συνάδελφοι προσέρχονται, εἴμεθα ἠναγκασμένοι, ἕνεκεν τοῦ καύσωνος καὶ τοῦ καμάτου, νὰ ἀπερχώμεθα.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, λέγω ὅτι ἡ ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἔκφρασις «μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἀντικειμένου» δὲν εἶναι ἀκριβής, διότι ὅλα τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως δὲν ἐξηντλήθησαν, καὶ πρέπει νὰ διαγραφῇ. (Μετὰ τὴν διόρθωσιν ταύτην ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικά).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν πρωΐαν ἐγένετο συζήτησις, καθ’ ἣν τινὲς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐζήτησαν νὰ προταχθῶσι τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 42 καὶ 43 ἀναγεγραμμένα νομοσχέδια τοῦ κ. Βαλσαμάκη καὶ τοῦ κ. Κοκκέβη.
§101ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθη νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μετὰ τὴν συζήτησιν ἄλλων τινῶν νομοσχεδίων.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς ἡ Βουλὴ ἐνθυμεῖται, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἦσαν ἀναγεγραμμένα νομοσχέδια ἀφορῶντα εἰς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, ταῦτα δὲ ἦσαν τρία, τὰ ὁποῖα παρεπέμφθησαν εἰς ἐπιτροπήν. Ἡ συστᾶσα ἐπιτροπὴ ἀνεκοίνωσε σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπεράτωσε τὴν ἐργασίαν της καὶ ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν. Τότε ἐπροτάθη νὰ ἀναγραφῶσι καὶ τὰ δύο ἄλλα νομοσχέδια μετ’ αὐτῶν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐνόμισα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ δισταγμὸς, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ προταχθῶσι καὶ ταῦτα.
§103ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι διὰ σήμερον.
§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ κανονισμοῦ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ πρόκειται περὶ κανονισμοῦ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, αἱ παρατηρήσεις τῶν κ. Βουλευτῶν θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως. Ἤδη μεταβαίνομεν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, διότι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀναβάλλεται, μέχρις οὗ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀνατυπωθῇ, συναρμολογουμένων τῶν ἐπενεχθεισῶν εἰς αὐτὸ τροποποιήσεων. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§106Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρατηρῶ ὅτι κανονικώτερον πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς συνταγματικῆς διατάξεως ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον διετυποῦτο κατ’ ἄλλον τρόπον, οὐχὶ ἐν ἑνὶ καὶ μόνῳ ἄρθρῳ, περιέχοντι πολλὰ ἄλλα τοιαῦτα, ἀλλ’ ἕκαστον ἄρθρον ἰδιαιτέρως.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλ’ εἶναι ἐλάττωμα τοῦ νόμου τοῦ 1892, ἑπομένως ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἦτο ἠναγκασμένος νὰ ἀκολουθήσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον.
§108Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θεωρῶ πλημμελέστατον· εἶναι δὲ οὗτος προφανῶς πλημμελὴς, διότι καλεῖται ὁ Βουλευτὴς ν’ ἀποφανθῇ δι’ ἑνὸς ναὶ καὶ δι’ ἑνὸς ὄχι ἐπὶ 40 ζητημάτων....
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύναται νὰ φέρῃ γνώμην ἐπὶ ἑκάστου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἢ ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ ἄλλως, καὶ τότε θὰ ἀπῄτει μεγάλην ἐργασίαν, ἢ ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ ὡς συνετάχθη ὁ νόμος τοῦ 1892, ὅπερ ἐγένετο πρὸς ἀποφυγὴν μεγάλης ἐργασίας.
§110Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ κωδικοποίησις ὑπάρχει, καὶ ἡ κωδικοποίησις τοῦ νόμου τοῦ 1887 διὰ τροποποιήσεως ἠδύνατο νὰ τηρηθῇ. Τοῦτο δὲν θὰ ἔφερε καμμίαν δυσκολίαν, θὰ διηυκόλυνε δὲ καὶ τὴν ψῆφον καὶ τὰς παρατηρήσεις τῶν Βουλευτῶν.
§111ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 26 τετράκις, ἐδάφιον βʹ, ὑποβάλλονται εἰς τέλος δραχ. 100 αἱ ὑπὸ τῶν κοσμητόρων τῶν Σχολῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου παρεχόμεναι ἄδειαι πρὸς ἐξετάσεις ἐπὶ πτυχίῳ ἑλληνοδιδασκάλων καὶ φαρμακοποιῶν, πρὸς ἐπαναληπτικὰς διδακτορικὰς ἐξετάσεις, πρὸς πρακτικὰς ἐξετάσεις τῶν διδακτόρων τῆς Ἰατρικῆς καὶ τὰς ἐπὶ προαγωγῇ ἐξετάσεις τῶν διδακτόρων καὶ τελειοδιδάκτων τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς. Ἤθελον νὰ μάθω, διὰ ποῖον λόγον δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν αὐτὸν φόρον καὶ οἱ διδάκτορες τῆς Νομικῆς, οἱ ἐμφανιζόμενοι διὰ πρακτικὰς ἐξετάσεις ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δὲν εὑρίσκω νὰ ὑπάρχουν περισσότεροι λόγοι εὐμενείας ὑπὲρ τῶν διδακτόρων καὶ προλυτῶν τῆς Νομικῆς ἢ ὑπὲρ τῶν προλυτῶν καὶ διδακτόρων τῆς Ἰατρικῆς καὶ Φιλοσοφικῆς Σχολῆς καὶ τῶν φαρμακοποιῶν. Ποῖος ἆρα ὁ λόγος; Δὲν ἐξῃρέθησαν οἱ διδάκτορες καὶ οἱ προλύται τῆς Νομικῆς; Εἶναι ἁπλῆ παράλειψις, ἢ ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης ἰδιαιτέραν ὑπὲρ τῶν δικηγόρων νὰ δείξῃ μέριμναν καὶ νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ τοῦ φόρου, ὅπως ἐξέρχωνται περισσότεροι ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου;
§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν συμπλήρωσιν τῆς θεωρητικῆς διδασκαλίας τῆς Σχολῆς τῆς Ἰατρικῆς ἀνέλαβεν αὐτὸ τὸ Πανεπιστήμιον, διότι παρὰ τὸ Πανεπιστήμιον ὑπάρχουσι νοσοκομεῖα, ἐν τοῖς ὁποίοις γίνεται ἡ διδασκαλία ἡ πρακτικὴ, καὶ αὕτη ἀποτελεῖ τὴν συμπλήρωσιν τῆς θεωρίας, ἑπομένως εἶναι ἐργασία ἐκπαιδευτικὴ, γενομένη ἐν τῷ ἀνωτάτῳ ἐκπαιδευτηρίῳ, καὶ ὑποβάλλεται εἰς ἐκπαιδευτικὰ τέλη. Ἀλλὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς θεωρητικῆς διδασκαλίας τῆς Νομικῆς δὲν ἀνέλαβε τὸ Πανεπιστήμιον, ἀλλ’ οἱ τελειώσαντες τὰς σπουδάς των τρέπονται εἰς τὴν κοινωνίαν, φοιτῶσιν εἰς δικηγορικὸν γραφεῖον, ἐργάζονται ἐκεῖ καὶ μετὰ ταῦτα προσέρχονται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἀπετελέσθη ἀπὸ τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἐζήτησε παρ’ αὐτῶν ἐγγυήσεις, ἵνα ἀναγνωρίσῃ αὐτοὺς, ὅπως δύνανται νὰ μετέρχωνται τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου.
§113ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱ φαρμακοποιοὶ δὲν ἐργάζονται εἰς ἰδιωτικὰ φαρμακεῖα;
§114Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ὄχι εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται):
§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 3 προτείνω νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Τὰ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους εἰσπραχθέντα ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, πλὴν διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, ἀποδιδομένων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀντὶ τῶν δαπανωμένων εἰς ἀνάγκας τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, καὶ πλὴν τῶν ἐξόδων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, κατατίθενται ἐντὸς τοῦ πρώτου μηνὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους ἔν τινι τῶν Τραπεζῶν, ὡς κεφάλαιον τοκοφόρον ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ.»
§117ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἀρχὴ ἐπιβλαβὴς, καὶ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ καὶ αὕτη μετ’ ἄλλων ἀφορμῶν ὡς αἰτία διαταράξεως τῶν ἐν γένει οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἔχομεν ἤδη παραδείγματα καὶ παρ’ ἡμῖν τοιαύτης διαθέσεως δημοσίων προσόδων, εἰσπραττομένων δι’ εἰδικοὺς σκοποὺς, ἥτις διάθεσις κακὰ ἔφερεν ἀποτελέσματα. Ἔχομεν τὰ ταμεῖα τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διὰ τὴν ὁποίαν ἔσοδα εἰδικῶς εἰσπραττόμενα διετίθεντο ὑπὸ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν, ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγχου. Καλῶς σκεφθέντες, κατηργήσαμεν τοὺς τοιούτους παρεισάκτους προϋπολογισμούς, τοὺς λειτουργοῦντας παραπλεύρως μὲ τὸν γενικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ βλάπτοντας τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά. Ἐπράξαμεν, λέγω, καλῶς, διότι σήμερον οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν τοῖς πεπολιτισμένοις Κράτεσιν ἀσχολούμενος περὶ τὰ οἰκονομικὰ, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ καταδικάζῃ τὴν ἀρχὴν ταύτην τῶν παρασίτων προϋπολογισμῶν, τῶν παραπλεύρως πρὸς τὸν γενικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ πρὸς βλάβην αὐτοῦ λειτουργούντων. Διὰ τοῦτο βλέπομεν πάντοτε ὅλους τοὺς τοιούτους προϋπολογισμούς, ὅλας τὰς τοιαύτας εἰδικὰς διαχειρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ αἰώνων ἴσως ὑπῆρχον ἀλλαχοῦ, καταργουμένας, καὶ τὰς προσόδους αὐτῶν συγχωνευομένας ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ. Ἐνταῦθα, ἐναντίον τῶν γενικῶς παραδεδεγμένων τοιούτων ἰδεῶν, τὰς ὁποίας καὶ ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν ὡς λογικὰς, ἔχομεν ἓν ὡρισμένον ἔσοδον, τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἰσάγεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν διατίθεται πρὸς σκοποὺς γενικούς, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ κατατίθεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διατίθεται δὲ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου διὰ σκοποὺς, τοὺς ὁποίους δὲν θέλω νὰ συζητήσω κατὰ πόσον εἶναι ὠφέλιμοι. Διατίθεται, ὡς εἶπον, ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγχου τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐὰν οἱ σκοποὶ, εἰς τοὺς ὁποίους τὸ ἑπόμενον ἄρθρον ἀφορᾷ, ἦναι σκοποὶ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν, πρέπει νὰ συζητῶμεν ἑκάστοτε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, τί χάριν τῶν σκοπῶν τούτων πρέπει νὰ πράξωμεν, τί τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ αὐτῶν, δὲν πρέπει δὲ νὰ σχηματίσωμεν ἰδιαίτερον ταμεῖον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου θὰ ἀρύωνται οἱ ἐκτελοῦντες τοὺς σκοποὺς τούτους τὰ ἀναγκαῖα χρήματα. Ἔχομεν, ὡς ἀνέφερα πρὸ ὀλίγου, τοιαῦτα παραδείγματα ἐπιβλαβοῦς, ἵνα μὴ εἴπω καταχρηστικῆς, διαθέσεως χρημάτων, καὶ ἀνέφερα τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τὰ ἔργα τοῦ ὁποίου πάντες γνωρίζομεν. Τοιοῦτόν τι μᾶς ἀπειλεῖ καὶ τὸ νομοθέτημα τοῦτο διὰ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν εἰσάγει ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἡμεῖς σήμερον, ἐναντίον καὶ τῆς ἰδίας ἡμῶν πείρας, ἐναντίον καὶ τῆς πείρας ὅλων τῶν ἐθνῶν, νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην. Τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἢ εἶναι ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δικαίως ἐπιβάλλονται καὶ πρέπει νὰ εἰσπραχθῶσιν, ἢ δὲν εἶναι ἔσοδα δικαίως ἐπιβαλλόμενα χάριν γενικῶν σκοπῶν τοῦ Κράτους, καὶ τότε δὲν πρέπει νὰ εἰσπράττωνται. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δικαίως ἐπιβάλλονται, ὅπως μάλιστα ἐτροποποιήθησαν, ἀλλ’ ἐπιβάλλονται ὑπὲρ τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τοῦ Κράτους, οὐχὶ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἢ ὑπὲρ τῆς μέσης ἢ ὑπὲρ τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, διότι καὶ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἐνεργεῖται ὑπὸ τῶν δήμων, συμφώνως καὶ μὲ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν καὶ μὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Τὸ Κράτος δὲ, ὡς Κράτος, ἔρχεται ἀρωγὸν εἰς αὐτήν. Ἐὰν τὸ Κράτος ἔρχηται ἀρωγὸν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, πᾶν ὅ,τι εἰσπράττει ὑπὸ οἱονδήποτε τίτλον καὶ ὑπὸ τὸν τίτλον τῆς ἐκπαιδεύσεως, τοῦτο πρέπει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους. Μέχρι δὲ τίνος βαθμοῦ πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν τὸ Κράτος, τοῦτο θὰ ῥυθμίσωσιν ἀφ’ ἑνὸς αἱ ἀνάγκαι τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφ’ ἑτέρου τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ διαθέσῃ τὸ Κράτος. Νομίζω δὲ τοσοῦτον ἐπιβλαβῆ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν εἰσάγομεν, καὶ ὡς δυναμένην νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀφετηρία μεγαλειτέρας βλάβης, καθόσον ἔχομεν ἤδη παραδείγματα ἀλλαχόθεν, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ ἰδέα μόνον τῆς δι’ εἰδικοῦ ταμείου κατασκευῆς ἐκπαιδευτηρίων ἔφερεν εἰς κίνδυνον τὰ οἰκονομικὰ ἄλλων Κρατῶν, ἀσυγκρίτως ἰσχυροτέρων, ἀσυγκρίτως πλουσιωτέρων ἡμῶν. Ὅσοι, Κύριοι, ἠσχολήθητε εἰς τὴν μελέτην τῆς πορείας τῶν οἰκονομικῶν ἄλλων Κρατῶν, θὰ γνωρίζετε βεβαίως ποῖα ἀποτελέσματα ἔφερε τὸ ταμεῖον τῆς κατασκευῆς διδακτηρίων εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἑνὸς ἐκ τῶν πλουσιωτέρων ἐθνῶν τοῦ κόσμου, τῆς Γαλλίας. Πρὸ 15 περίπου ἐτῶν ἐσχηματίσθη ἐκεῖ ταμεῖον μὲ μικρὰ ποσὰ κατ’ ἀρχάς· ἀλλ’ ἔπειτα, ἐπειδὴ ἕκαστος Βουλευτὴς ἤθελε καὶ ἐκπαιδευτήρια εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, τὸ μικρὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὰς, ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις καὶ ἀφετηρία, ἵνα αὐξήσῃ εἰς βαθμὸν ἀπίστευτον, μέχρις 100 ἢ 120 ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος. Εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον σήμερον, ὅτι μία ἀπὸ τὰς κυρίας ἀφορμὰς, αἱ ὁποῖαι ἔθεσαν εἰς κίνδυνον τὴν ἰσοῤῥοπίαν τῶν Γαλλικῶν οἰκονομικῶν, εἶναι τὸ ταμεῖον τοῦτο τῆς κατασκευῆς ἐκπαιδευτηρίων. Ἠναγκάσθησαν δὲ μετὰ πολλῆς δυσκολίας νὰ περιστείλωσι τὰς καταχρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπέτρεπεν ἡ λειτουργία τοῦ ταμείου τούτου. Φοβοῦμαι καὶ ἐγὼ, ὅτι, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἐκτὸς τῶν γενικῶν κακῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐκ παραλλήλου λειτουργίας ἑνὸς παρασίτου προϋπολογισμοῦ μετὰ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, φοβοῦμαι μήπως ἔχωμεν ἀποτελέσματα ἀνάλογα ἢ καὶ χείρονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔφερεν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Φοβοῦμαι μήπως ἡ ἐπιθυμία, ἡ ἀνάγκη, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῇ ἑκάστη ἐπαρχία, ἵνα ζητῇ τὴν κατασκευὴν διδακτηρίων, ἀναγκάσῃ καὶ αὐτὴν τὴν Βουλὴν καὶ πᾶσαν Κυβέρνησιν, ἵνα ὑπερβῇ κατὰ πολὺ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα χαράττει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ θὰ ἔλθωμεν διὰ προκαταβολῶν, ὡς ἐπράττομεν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἢ δι’ ἐκτάκτων εἰσφορῶν ἀπὸ μέρους τοῦ Δημοσίου εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο, θὰ ἔλθωμεν, λέγω, νὰ πλάσωμεν ἕνα λόγον διαρκοῦς διαταράξεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Μὴ λησμονῶμεν, τίς εἶχε καταλάβει πυρετὸς τὴν Βουλὴν, ὅτε συνεζητοῦντο ἐν αὐτῷ τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὴν ὁδοποιΐαν, ἢ τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τοὺς σιδηροδρόμους. Ὅστις ἐτόλμα νὰ φέρῃ παρατήρησίν τινα διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν σιδηροδρόμων, ἐχαρακτηρίζετο ὡς ὀπισθοδρομικὸς καὶ ὡς μὴ θέλων τὴν πρόοδον τοῦ τόπου. Ὁ πυρετὸς δ’ ἐκεῖνος, ὁ μέχρι μεγαλομανίας φθάσας, ἔφερεν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν, μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα. Φοβοῦμαι δὲ, μήπως οὐχὶ εἰς πολὺ ἀπομεμακρυσμένην ἐποχὴν, ἀλλὰ συντόμως, ἀνάλογος πυρετὸς καταλάβῃ πάλιν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι αὕτη, διὰ τὴν κατασκευὴν διδακτηρίων, καὶ μήπως περιέλθωμεν εἰς ἀποφάσεις ἀναλόγους ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας περιήλθομεν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ τοὺς σιδηροδρόμους. Διὰ τοῦτο ἀντιτάσσομαι κατὰ τῆς διατάξεως τοῦ παρόντος ἄρθρου, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ αὐτὸ, τοῦ σχηματισμοῦ δηλ. ἑνὸς ἰδιαιτέρου ταμείου πρὸς κατασκευὴν κυρίως διδακτηρίων. Πρόκειται καὶ περὶ ἄλλου σκοποῦ, ἀλλὰ κυρίως πρὸς κατασκευὴν διδακτηρίων. Βεβαίως εἶναι ἀρίστη ἡ ἰδέα νὰ ἔχωμεν διδακτήρια, νὰ ἔχωμεν δημοτικὰ σχολεῖα, τέλεια, ὡς καὶ ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ Γυμνάσια, — τὶς ἀποκρούει τοῦτο;—ἀλλὰ νομίζω, ὅτι σήμερον, εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, δὲν εἶναι τὸ πρώτιστον μέλημα ἡμῶν ἡ κατασκευὴ τοιούτων, εἶναι μέλημα, τὸ ὁποῖον τότε πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅταν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν συντελέσωσιν εἰς τὴν θεραπείαν ἄλλων πολὺ μᾶλλον ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν, καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν τότε τοῦτο οὐχὶ δι’ ἰδιαιτέρου ταμείου, ἐπιτρέποντος τὴν κακὴν χρῆσιν τῆς τοιαύτης ἰδέας, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, δι’ ὅλων τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας παρέχει ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος τῶν ἐργασιῶν πάσης Κυβερνήσεως, καὶ μὲ ὅλας τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει εἰς τοὺς ἐκτελοῦντας τοὺς νόμους Ὑπουργούς. Αὐτὴ εἶναι ἡ κυρία παρατήρησις, τὴν ὁποίαν φέρω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν διάταξιν αὐτοῦ, τὴν εἰσαγωγὴν 200,000 δραχμῶν εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους, ὅπως χρησιμεύσωσιν, ὑποθέτω, εἰς τὴν βοήθειαν τοῦ Πανεπιστημίου, τοῦτο θὰ ἔχωμεν κυρίως νὰ συζητήσωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ἀφορῶντι τὸ χορήγημα τοῦ Δημοσίου εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦμαι ὅλην τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς καθιερώσεως μιᾶς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως ὀλέθρια δύναται νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα.
§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐξέλιξις τῶν συλλογισμῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης δὲν μοὶ φαίνεται ἐπιτυχής. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ὡς συμπέρασμα τῶν λόγων αὑτοῦ ἔκρινεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης νομίζει, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, αἱ περιστάσεις αἱ ἐνεστῶσαι, δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς αὐτὸ νὰ μεριμνήσῃ περὶ οἰκοδομήσεως διδακτηρίων καὶ δημοτικῶν σχολείων, ἑπομένως νομίζει, ὅτι τὰ ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν εἰσπραττόμενα πρέπει νὰ χύνωνται εἰς τὸν δημόσιον θησαυρόν. Ἡ γνώμη αὕτη εἶναι γνώμη ἀρτία, καὶ ἐπ’ αὐτῆς προθύμως δέχομαι συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτην εἶχε γνώμην, δὲν ἐπρότεινε ταύτην, παρενεῖρε μόνον αὐτὴν ἐν τῷ λόγῳ του. Ἤρξατο ἐξ ἄλλης θεωρίας, ὅτι τὸ σύστημα τῶν ἰδιαιτέρων ταμείων εἶναι σύστημα πλημμελές, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ ἀπέτυχεν, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον. Καὶ ὅτι μὲν εἶναι ἐπικίνδυνον, ἐπεκαλέσθη τὴν ἱστορίαν δύο ταμείων εἰδικῶν, τὰ ὁποῖα εἶχον ἱδρυθῆ ἐν τῷ Κράτει, τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτόν, διατὶ ἀπέτυχον τὰ ταμεῖα ταῦτα; διατὶ ἀπέτυχε τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας; Διότι οἱ διοικοῦντες, παραμερίσαντες τὴν διοικοῦσαν ἐπιτροπὴν, ἀνέλαβον τὴν διοίκησιν τοῦ ταμείου, καὶ μὴ ἐξετάζοντες ἐὰν τὸ ταμεῖον ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ χρήματα, ἐπεχείρουν ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀπῄτουν δαπάνην πολλῷ μεγαλειτέραν ἀπὸ τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου. Καὶ μὲ ὅλα ταῦτα τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας δὲν προσέκοψεν, ἠναγκάσθη νὰ ὀφείλῃ διὰ κατασκευὴν ἔργων ἑκατομμύριά τινα, διότι τὸ δημόσιον ταμεῖον ὤφειλεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ποσὸν μεγαλείτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὤφειλε τὸ ταμεῖον τοῦτο εἰς τὴν κατασκευὴν ἔργων, ἐνῷ τὸ δημόσιον ταμεῖον εἶχεν εἰσπράξει εἰς λογαριασμὸν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ὅσα ὤφειλεν αὐτῷ, ἀλλὰ δὲν ἀπέδιδεν εἰς αὐτό, διότι ἐδαπάνα ταῦτα εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Ἐὰν τὴν τακτικὴν ταύτην μετέλθωμεν, βεβαίως τὸ αὐτὸ θέλει συμβῆ, θέλει πτωχεύσει καὶ τὸ ταμεῖον αὐτὸ ὡς ἐπτώχευσε καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλὰ διατὶ ἐπτώχευσε τὸ δημόσιον ταμεῖον; Διότι αἱ δαπάναι ἡμῶν ὑπερέβαινον τὰ ἔσοδα ἡμῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ καταστήσωμεν τάξιν ἐν τῇ διαχειρίσει ἡμῶν, καὶ ἂν πράξωμεν τοῦτο, δὲν ἔχομεν νὰ φοβηθῶμεν τίποτε. Ἐὰν ὅμως δὲν ἀποκαταστήσωμεν τάξιν, ἐὰν δαπανῶμεν περισσότερα ἢ ὅσα εἰσπράττομεν, βεβαίως δὲν θέλουσιν ἐπαρκέσει τὰ χρήματα ταῦτα. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι, ἂν συνέβη τὸ τοιοῦτον εἰς τὴν Γαλλίαν, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Γαλλία. Ἀλλὰ μήπως τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ἀπέτυχε διὰ τοῦτο; Καὶ αὐτὸ τὸ ταμεῖον ἀπέτυχε, διότι κατέλαβεν ἡμᾶς πάντας ἡ μανία τῆς δαπάνης, μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι τὰ χρήματα ἦσαν ἀνεξάντλητα. Κατὰ τὸ 1882, ὅτε προετάθη τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκυροῦτο σύμβασις συνομολογηθεῖσα μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, περὶ δανείου 20 ἑκατομμυρίων δραχμῶν πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ ἐγὼ ἐζήτησα νὰ ἀναστείλω τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀναβὰς ἐπὶ τὸ βῆμα ἐπεχείρησα τὸ ἔργον τὰ μάλα ἀντιδημοτικόν. Τῷ ὄντι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἦτο πεποίθησις πλήρης εἰς πάντα, ὅτι πρέπει νὰ βελτιώσωμεν τὰ τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἡ πεποίθησις αὕτη εἶχε παρασύρει πάντα τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ὅταν ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον ἐναντίον αὐτοῦ, φίλοι μου μὲ ἀπέτρεπον νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο διατεθειμένη νὰ ἀκούσῃ ἀντιῤῥήσεις. Ἐγὼ ὅμως προέβαλον τὰς ἀντιῤῥήσεις μου, καὶ πολλοὶ τότε ἀνεγνώρισαν αὐτὰς ὡς ὀρθάς. Ἀλλὰ διατὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος; Διότι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος ἔλεγεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ δαπανήσῃ καὶ 6 καὶ 16 καὶ 26 καὶ 36 ἑκατομμύρια ἐντὸς ἑνὸς ἔτους πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν· ὅταν δὲ τοιαῦτα ἤκουον οἱ Βουλευταί, ἡμιλλῶντο, ἐννοεῖται, τίς πρῶτος νὰ κατασκευάσῃ ὁδοὺς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του. Ἐὰν τώρα ἡμεῖς εἴπωμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ οἰκοδομήσωμεν 500 ἢ 1000 ἢ 5000 διδακτήρια, βεβαίως τὸ αὐτὸ θέλει συμβῆ. Ἀλλὰ τότε τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας εἶχεν ἔσοδα κατ’ ἔτος πέντε ἑκατομμύρια, ἔλαβε δὲ καὶ δάνειον 20 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχομεν ἡμεῖς τίποτε, καὶ ἐάν τις ἤθελε ζητήσει τοιαῦτα διδακτήρια πανταχοῦ, χρήματα δὲν θέλουσιν ὑπάρχει· ὥστε κίνδυνος, κατ’ ἐμὲ, καταχρήσεως δὲν ὑπάρχει. Ὅτι δὲ ἀνεγνωρίσθη τὸ ὀρθὸν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, ἐγὼ δὲν τὸ βεβαιῶ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ σήμερον ὑπάρχει ταμεῖον de l'assistance publique, καὶ ἕκαστον τῶν ἱδρυμάτων, τὰ ὁποῖα διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν ἐπιμέλειαν τοῦ ταμείου τῆς assistance publique, συντηρεῖται οὕτω πως. Βλέπετε ὅτι, ἐὰν ἡ Γαλλία ἀπέκλεισε τὸ σύστημα τοῦτο ἕνεκα τῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο, ἡμεῖς ἔχομεν ἰδιαίτερον λόγον νὰ τὸ ἀποδεχθῶμεν, διότι τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη ἐνομοθετήθησαν ὑπὸ ὅρους τὰ μάλιστα ἀκαταλλήλους, διότι τότε εἶχον ἐξαντληθῆ πάντα τὰ ἀποταμιεύματα τῶν πολιτῶν, διότι εἶχον μειωθῆ τὰ ἔσοδα αὐτῶν, διότι εἶχε μειωθῆ καὶ αὐτὴ ἡ ἀξία τῆς ἐργασίας, ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος, ἀλλ’ ἐδικαιολογοῦμεν τὸν ἐν τοιούτῳ χρόνῳ νομοθετούμενον φόρον, προβάλλοντες ὅτι ἐπιβάλλομεν αὐτὸν ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἐπράξαμεν αὐτό, τὸ ὁποῖον συμβουλεύει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, τὰ ἔσοδα ταῦτα τὰ ἐχύσαμεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐὰν δὲ καὶ νῦν πράξωμεν τοῦτο, δὲν πρέπει νὰ προσδοκῶμεν ἐκ τοῦ φόρου τούτου ὀφέλη ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸν σκοπόν, δι’ ὃν ἐπεβλήθησαν τὰ τέλη ταῦτα, πρὸς τοῦτο δ’ ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρξῃ εἰδικὸν ταμεῖον, δηλ. εἰδικὴ διαχείρισις. Ἀλλὰ λέγων εἰδικὴν διαχείρισιν, δὲν ἐννοῶ ὅτι ἡ διαχείρισις αὕτη δύναται νὰ ᾖναι ἀνεξέλεγκτος, ἐξ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προβάλληται προϋπολογισμὸς ἰδιαίτερος τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων εἰς τὴν Βουλήν, διότι δὲν νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ οὔτε διαχείρισις οὔτε πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἄνευ εὐθύνης. Ἡ εὐθύνη δὲ τελεῖται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγχῃ τὴν διαχείρισιν τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ σχέδιον ἡμῶν. Νομίζω ὅτι θέλομεν εἶσθαι εἰλικρινεῖς πρὸς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, τοὺς ὁποίους καλοῦμεν νὰ πληρώνωσι, καὶ ὅτι θέλομεν εἰπεῖ τὴν ἀλήθειαν εἰς αὐτούς. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ἐπιβάλλομεν τὸ βάρος τοῦτο ἐν χρόνῳ ἀκαταλλήλῳ, ἀλλὰ πρὸς ὠφέλειαν τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ, ἑπομένως θὰ ἐνθαῤῥύνωμεν αὐτοὺς νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸ βάρος τοῦτο, ὡς ἐνισχύσαμεν αὐτοὺς κατὰ τὸ 1867 καὶ 1877, ὅτε κατὰ πρώτην φορὰν ἐπεβάλλομεν εἰς αὐτοὺς τοὺς εἰδικοὺς φόρους τῆς ὁδοποιΐας. Διὰ τοῦτο δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης.
§119ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τὸ κύριον, τὸ ὁποῖον ἔθιξα, δὲν ἦτο ἡ σκοπιμότης ἢ μὴ τῶν διδακτηρίων, τὸ ὁποῖον εἶναι δευτερεῦον ζήτημα. Τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπραγματεύθην, ἦτο ἁπλῶς τὸ ζήτημα σχηματισμοῦ ἰδιαιτέρου ταμείου. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει ἴσως ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῶν ἐν Γαλλίᾳ συμβαινόντων. Ὑπάρχει βεβαίως ἐκεῖ fond d'assistance publique, δὲν ὑπάρχει ὅμως ἰδιαίτερον ταμεῖον. Τὸ fond αὐτὸ εἶναι ὅπως ὑπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡμῶν διὰ τὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐκεῖ, εἶναι τὸ fond des depenses secrètes, ἀλλὰ ταμεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ διαχειρίζηται ἐκτὸς τῆς ἁρμοδιότητος καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ὑπάρχει.
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Fond ἴδιον, προωρισμένον πρὸς εἰδικὴν ἀνάγκην.
§121ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ταμεῖον, ὅπως δὲν εἶναι ταμεῖον τὸ ἄρθρον οἱουδήποτε προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ δαπανήσῃ 20 ἢ 30 ἢ 40 χιλιάδας δραχμῶν διὰ γραφικήν του ὕλην, διὰ θέρμανσιν κτλ. Βεβαιῶ δὲ τὴν Βουλήν, ὅτι ὅλα τὰ τοιαῦτα εἰδικὰ ταμεῖα ἀπὸ τριετίας καὶ τετραετίας τὰ συγχωνεύουν πανταχοῦ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς τὸν γενικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Μάλιστα ἑνὸς ἐκ τῶν μᾶλλον διακεκριμένων οἰκονομολόγων τῆς Γαλλίας, τοῦ κ. Ρουβιὲ, ἡ ὑπόληψις στηρίζεται κυρίως εἰς τοῦτο. Ὁ κ. Ρουβιὲ, πλὴν βεβαίως πολλῶν ἄλλων ζητημάτων, καὶ εἰς τοῦτο ἠσχολήθη κυρίως. Ἐγὼ ἐπερίμενον, ἵνα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναμιμνησκόμενος τὰ τῶν ταμείων τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ψυχολογῶν, ὅπως ἐνίοτε ψυχολογεῖ περὶ τῶν πυρετῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μᾶς εἶχον καταλάβει καὶ δύνανται νὰ μᾶς καταλάβουν καὶ πάλιν, ἐπερίμενον, λέγω, νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν πρέπει διὰ προϋπολογισμοῦ παρασίτου, παραπλεύρως τοῦ γενικοῦ λειτουργοῦντος καὶ μὴ ἐπηρεαζομένου ὑπὸ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν ν’ ἀναφανῇ πυρετός τις, ἀνάλογος ἐκείνου, ὅστις μᾶς κατέλαβεν ἄλλοτε δι’ ἄλλα ἔργα, ἑλκύσαντα τὴν προσοχὴν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον πάντων. Δὲν εἶμαι διόλου κατὰ τῆς ἀρχῆς νὰ κατασκευάσωμεν σχολεῖα, ἐὰν ἔχωμεν τὰ μέσα, ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ τὸ ἀποφασίζωμεν ἐξετάζοντες ἑκάστοτε τὸ ζήτημα ἐν σχέσει πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους.
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ προϋπολογισμοὶ συντάσσονται ἐπὶ τῇ βάσει νόμων. Ἑπομένως σήμερον συντάσσεται ὁ νόμος, ὄχι ὁ προϋπολογισμός.
§123ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκεῖ βλέπω τὸν κίνδυνον, καὶ τὸν βλέπω θετικὸν καὶ ἀναμφισβήτητον. Φοβοῦμαι δὲ, ὅτι καὶ αἱ ὑπηρεσίαι αἱ σχετικαὶ, τὰς ὁποίας ἀνέφερε, θὰ πάθωσιν, ἀνεξαρτήτως τῆς βλάβης, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰ γενικὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διὰ προσθήκης τινὸς, τὴν ὁποίαν ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔφερε βελτίωσίν τινα, διὰ τῆς προσθήκης δηλ. ὅτι θέλει νομοθετηθῆ, ὅπως εἰδικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ ταμείου τούτου ὑποβάλληται εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς.
§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως.
§125ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἡμεῖς ἐννοῆτε, ὅτι πρόκειται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ τεθῇ ἓν κεφάλαιον, ἀναγράφον ἁπλῶς τὸ ποσὸν τὸ προωρισμένον διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν κτιρίων καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, τότε ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀνακαλέσω τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς προσθήκης, ἣν ἐκάματε. Ἐγὼ ὑπέθεσα, ὅτι πρόκειται νὰ συνταχθῇ προϋπολογισμὸς ἀκριβὴς ὁρίζων ποῖον εἶναι τὸ κατάστημα, τὸ ὁποῖον θὰ οἰκοδομηθῇ, καὶ τίς ἡ δι’ αὐτὸ δαπάνη, καὶ τοῦτο ἐπεδοκίμασα.
§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἰδίως τὸ κεφάλαιον τέταρτον, πρέπει νὰ συντάσσηται κατ’ ἄλλον τρόπον, διότι, καθ’ ὃν συντάσσεται τρόπον, δὲν ὑπάρχει εἰδικοποίησις· ἑπομένως τὸ τμῆμα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως πρέπει νὰ διαιρῆται εἰς κεφάλαια πολλά. Θέλουσιν ὑπάρχει δημοτικὰ ἐκπαιδευτήρια ἐν τῷ δήμῳ Ἀθηνῶν ἓν ἢ δύο, ἐν τῷ δήμῳ Πειραιῶς ἓν ἢ δύο, ἐν τῷ δήμῳ Ἄρτης ἓν ἢ δύο. Πῶς δὲ θὰ δαπανῶνται τὰ χρήματα; Τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, κανονίζει τὸν τρόπον. Ὁ μηχανικὸς θὰ κάμῃ τὸ σχέδιον, θὰ καταρτίζηται ὁ προϋπολογισμὸς, θὰ ἐγκρίνηται καὶ θὰ γείνῃ ἡ ἐργασία. Πρὸς πληρωμὴν δὲ τῶν χρημάτων τούτων ἐντέλλεται ὁ Ὑπουργὸς ἐκ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ τὴν πληρωμήν.
§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν προϋπολογισμὸν, ὅπως τὸν ἐννοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ἐννοῶ καὶ ἐγὼ, καὶ τοιοῦτόν τι ἐπιθυμῶ. Ἀλλὰ τότε ποία εἶναι ἡ χρησιμότης τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου; Γνωρίζετε ποῦ θὰ καταλήξωμεν; Ἀντὶ νὰ εἰσπράττῃ ὁ κεντρικὸς ταμίας τὰ χρήματα καὶ νὰ τὰ ἔχῃ ἐν τῷ Κεντρικῷ ταμείῳ, θὰ εἰσπράττωνται ταῦτα καὶ θὰ κατατίθενται εἰς τὴν Τράπεζαν, ἔπειτα θὰ παραλαμβάνωνται παρὰ τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου τὰ χρήματα ταῦτα, ὡς ἔσοδον τοῦ Κράτους, καὶ θὰ χρησιμοποιῶνται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀπαριθμεῖ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ὑπάρχει καμμία δικαιολογία, οὐδεὶς λόγος, νομίζω, ὁ ὁποῖος νὰ δικαιολογῇ τὴν μεταφορὰν, τὴν ἔμμεσον ταύτην κατάθεσιν τῶν ἐσόδων τούτων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διότι εἴτε τὰ χρήματα ταῦτα εἰσπραχθῶσι παρὰ τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου, καὶ δαπανηθῶσι δι’ ὡρισμένας ἀνάγκας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διὰ προϋπολογισμοῦ τοιούτου, οἷον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε παραληφθῶσι παρὰ τῆς Τραπέζης, καὶ εἰσαχθῶσιν ἐκ νέου ὡς ἔσοδον εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον.
§128Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ εἰσπράξεως· πρόκειται περὶ καταθέσεως.
§129ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως πρόκειται περὶ καταθέσεως μετὰ τὴν εἴσπραξιν· ἀλλὰ πρόκειται κυρίως περὶ πληρωμῆς τῶν ἐνταλμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Ὅταν τοῦτο θὰ ἔχῃ νὰ ἐκτελέσῃ δαπάνας ἀναγεγραμμένας εἰς τὸν προϋπολογισμόν, θ’ ἀποταθῶσιν εἰς τὸν κεντρικὸν ταμίαν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ θὰ ἔχωμεν εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ Δημοσίου μίαν ἔμμεσον εἴσπραξιν ἐκ τῆς Τραπέζης, εἰς ἣν παρεκατετέθησαν τὰ χρήματα. Οὐδὲν θετικὸν ἀποτέλεσμα δύναται νὰ ἔχῃ ἡ τοιαύτη περιπλοκὴ τῆς εἰσπράξεως ἑνὸς δημοσίου ἐσόδου, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἔννοιαν ἡ διάταξις αὕτη, καὶ ἂν τοιαύτην ἔννοιαν ἔχῃ, πρόκειται περὶ ἁπλῆς πολυτελείας εἰσπράξεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἠξεύρω ἐὰν χάριν ἰδιοτροπίας πρέπῃ νὰ τὴν παραδεχθῶμεν ἢ ὄχι. Ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι εἰδικεύοντες τὸν προορισμὸν τῶν ἐσόδων τούτων, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἤμεθα συνεπεῖς, θέλομεν εἰδικεύσει καὶ τὴν διαχείρισιν. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τὰ χρήματα ταῦτα θὰ διαθέτῃ πρὸς ἐκτέλεσιν εἰδικῶν σκοπῶν καὶ οὐχὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν σκοπῶν, οἵτινες ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς τοιαύτην ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τούτων. Πρόκειται περὶ ἐγκαταστάσεως εἰδικῆς διαχειρίσεως, ἥτις θέλει ἔχει ὅλα τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου, διότι δὲν ἐννοῶ ποίαν ἄλλην πρακτικὴν σημασίαν, τίνα ἄλλον λόγον θὰ ἔχῃ ἡ διάκρισις τῶν ἐσόδων τούτων. Ὅπως μὴ περιέλθῃ τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν νὰ ἐκτελέσῃ μίαν δαπάνην τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως; Βεβαίως δὲν ὑπάρχει τοιαύτη πρόβλεψις· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται καὶ αἱ δαπάναι αὗται νὰ ψηφισθῶσι καὶ ἐκτελεσθῶσι, καθ’ ὃν τρόπον ψηφίζονται καὶ ἐκτελοῦνται ὅλαι αἱ ἄλλαι δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τότε δὲν ὑπάρχει λόγος σχηματισμοῦ εἰδικοῦ κεφαλαίου. Ὅπως γίνονται αἱ ἄλλαι δαπάναι αὐτοῦ, αἱ μισθοδοσίαι π. χ. τῶν καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου, ἢ τὰ ἐνοίκια τῶν Γυμνασίων καὶ ἄλλα τοιαῦτα ἔξοδα, οὕτω δύνανται νὰ γίνωνται τὰ ἀναγκαιοῦντα ἔξοδα πρὸς οἰκοδομὴν κτιρίων, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ Πανεπιστημίου, πρὸς βελτίωσιν καὶ συμπλήρωσιν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἐὰν ἐννοῶμεν, ὅτι, ὅπως γίνονται ὅλαι δαπάναι, θὰ γίνηται καὶ αὕτη, εἶναι περιττὴ αὐτὴ ἡ περιστροφὴ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοῶμεν τοιοῦτόν τι. Πρόκειται περὶ δαπάνης ἐκτελεσθησομένης κατὰ τρόπον διάφορον ἐκείνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκτελοῦνται αἱ ἄλλαι δαπάναι. Δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἀναγράφομεν ταύτας, ὅπως ὑποχρεωθῇ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα ταῦτα, διότι τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἐκτελέσῃ ὅλας τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἀναγράφουσιν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους, εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἐκτελῇ τὰς δαπάνας τῶν Γυμνασίων, τὰς δαπάνας τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς ἀναγράφονται ἐν τοῖς νόμοις, τὰς δαπάνας τῶν διδακτηρίων καὶ οὕτω καθεξῆς. Διὰ νόμου ὅταν ὁρίσωμεν ὅτι θὰ κατασκευάζηται διδακτήριον ἢ θὰ δίδωται ἐπιχορήγημά τι εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἢ θὰ δαπανᾶταί τι διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, ὅταν διὰ νόμου ὁρίσωμεν τοῦτο, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας θὰ ἐκτελῇ τὰς δαπάνας ταύτας χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην, ὡς εἶπον, νὰ πλάσωμεν ἕνα παράσιτον προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος ἐκ τῆς φυσικῆς πορείας ὅλων τῶν τοιούτων προϋπολογισμῶν δὲν δύναται, εἰμὴ νὰ ἀπολήξῃ εἰς ἀποτελέσματα ἐπιβλαβῆ διὰ τὸ Δημόσιον.
§130Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁμολογῶ ὅτι ἐξεπλάγην, πῶς τοσοῦτον σωτήριον διάταξιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος καὶ ἀρχηγὸς τῶν προοδευτικῶν, κατ’ ἀντίθεσιν τῶν ἀρχῶν τοῦ ὑπ’ αὐτὸν κόμματος, ἀντὶ νὰ ἐπαινέσῃ καὶ νὰ χειροκροτήσῃ, ἔκρινεν εὔλογον νὰ ψέξῃ. Ἔτι δὲ μᾶλλον ἐξεπλάγην, πῶς ὁ ἀρχηγὸς τῶν προοδευτικῶν ἔχει καὶ τόσην ἀτολμίαν, ἐνῷ οἱ μέλλοντες νὰ σταδιοδρομήσωσι προοδευτικοὶ παντοῦ καὶ ἐν παντὶ χαρακτηρίζονται εὐθαρσεῖς, καὶ μετὰ πεποιθήσεως χωροῦσιν. Ἀδικαιολόγητοι φόβοι πανταχόθεν, ὅτι τὸ παράσιτον τῆς ἀπὸ τοῦ Δημοσίου παροχῆς καὶ χορηγίας θὰ καταφάγῃ ὁλόκληρον τὸν προϋπολογισμόν· ποῦ δὲ στηρίζει τοὺς φόβους αὐτοῦ; Εἰς τὸ ὅτι τὸ παράσιτον τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κατέφαγε τὸν ἄλλον προϋπολογισμόν, ἢ τὸ παράσιτον δὲν ἠξεύρω τίνος ἄλλου ταμείου ἐπέφερε τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Ἴσως, μεθ’ ὅσα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου λίαν ὀρθῶς ἀνέπτυξε, θὰ ἦτο περιττὸν ἐγὼ νὰ ἀναλάβω τὸν λόγον· ἀλλ’ ἠναγκάσθην ν’ ἀναλάβω τὸν λόγον, μόνον ὅπως ὑποδείξω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφον, ὅτι καὶ οἱ φόβοι του εἶναι κενοί, καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως ἑνὸς τοιούτου χωριστοῦ ταμείου ἐπιβάλλεται ἰδίως ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ καθ’ ἡμᾶς προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἐναντίον τῆς διατάξεως, ἐνδείκνυται ἔτι μᾶλλον ἡ ἀνάγκη τούτου. Τί σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος; Σᾶς εἶπεν ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀναγράφωμεν κατ’ ἔτος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὅσα θέλομεν χρήματα διὰ νὰ κατασκευάσωμεν διδακτήρια· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα δυστυχῶς νὰ πράξωμεν· ἐν ᾗ καταστάσει διατελεῖ σήμερον ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας, αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτραπῇ. Μόλις τολμῶμεν καὶ μετὰ δέους καὶ προσοχῆς πολλῆς κατορθοῦμεν νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὴν ἀναγκαίαν συμπληρωτικὴν δαπάνην πρὸς μισθοδοσίαν τῶν διδασκάλων· ἐὰν δὲ ἀκολουθήσωμεν τοὺς συλλογισμοὺς τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης συναδέλφου, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς θὰ εὐτυχήσῃ ν’ ἀποκτήσῃ οὐδὲ ἓν διδακτήριον ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι θεωρῶ ἀναγκαιοτάτην εἰς τοῦτο τὴν διάταξιν, διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἴσως ἐτῶν θὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ μᾶς παράσχῃ τὴν εὐκολίαν νὰ ἀναγράψωμεν καὶ τὴν ἐλαχίστην πίστωσιν διὰ κατασκευὴν διδακτηρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀνάγκη καὶ αὐτὴ ἡ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπελπισία ὤθησε καὶ τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον νὰ εἰσαγάγῃ εἰδικὸν νόμον περὶ ὁδοποιΐας, καὶ προορίσῃ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν εἰδικοὺς πόρους. Πρακτικώτατον πνεῦμα ὡδήγησεν αὐτὸν νὰ συστήσῃ ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας εἰδικὸν ταμεῖον, διότι ἡ σύστασις τῶν εἰδικῶν ταμείων ἐξ εἰδικῶν πόρων οὐδένα προδήλως ἄλλον λόγον εἶχε, παρὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως παρέχῃ τὴν ἀναγκαίαν δαπάνην πρὸς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ πληρώσῃ τὸ εἰδικὸν ταμεῖον Βεβαίως θὰ ἦσαν ὀρθοὶ οἱ συλλογισμοὶ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ ἀναγράψωμεν πίστωσιν διακοσίων ἢ πεντακοσίων χιλιάδων δραχμῶν ἢ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, τέλος πάντων ἀναλόγου ποσοῦ κατ’ ἔτος, ὅπως δι’ αὐτῶν οἰκοδομηθῶσι διδακτήρια κατὰ μικρόν· ἀλλὰ τοῦτο ἐξελέγχεται ἀδύνατον. Λοιπὸν τί πρέπει νὰ πράξωμεν; νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας ἀπέναντι τοιαύτης σοβαρᾶς καὶ ἀδυσωπήτου κοινωνικῆς ἀνάγκης; Πρέπει τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ νὰ προσφεύγωσι τρέμοντα ἐκ τοῦ ψύχους εἰς τοὺς νάρθηκας τῶν ἐκκλησιῶν, λήγοντος τοῦ ΙΘʹ αἰῶνος, ὅπως διδάσκωνται; Νομίζω ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ ληφθῇ ἐκ τῶν ἐνάντων πρόνοιά τις· ἀρίστη δὲ καὶ σκοπιμωτάτη εἶναι ἡ ἀναγραφεῖσα διὰ τοῦ νομοσχεδίου διάταξις, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ ὡς πυρὴν ἑνὸς εἰδικοῦ ταμείου, τοῦ ὁποίου θὰ κανονίζωνται αἱ δαπάναι διὰ προϋπολογισμοῦ ἰδιαιτέρου, προσαρτωμένου, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σᾶς ἀνέπτυξεν, ἐν τῷ γενικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους· καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἀναγραφομένη αὕτη δαπάνη ἀπέναντι τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ πληρώσῃ, τὸν ὁποῖον καθορίζει λεπτομερῶς τὸ ὑπὸ τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, εἶναι ἀνεπαρκεστάτη· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τὸ εὐχάριστον, ὅτι τίθεται μία βάσις, ἵνα σὺν τῷ χρόνῳ ἐξευρεθῇ μετὰ μελέτην ἐμβριθῆ γενικώτερος καὶ ἐπαρκὴς σχολικὸς πόρος, ἐλαφρὸς, τὸν ὁποῖον προθύμως, βεβαιωθῆτε, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ εἰσενέγκῃ, ὅπως στεγάσῃ τὰ τέκνα του, διδασκόμενα ἐν σχολείοις ὁπωσδήποτε ἀνεκτοῖς. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος σᾶς εἶπεν, ὅτι φοβεῖται, μήπως τὸ ταμεῖον αὐτὸ καταφάγῃ τὸ προϋπολογισμόν· ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταφάγῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ὅταν θὰ κεῖται ὑπὸ περιορισμόν; ὅταν οὐδεμία οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη δαπάνη θὰ ἐπιτρέπηται πέραν τοῦ κεκανονισμένου ἐσόδου;
§131ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι θὰ καταφάγῃ τὸν προϋπολογισμόν.
§132Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παράσιτον εἴπετε. Βεβαίως, ἐὰν ἔλθῃ εἰς Ὑπουργὸς ἀλόγιστος καὶ ἀπερίσκεπτος, μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν ἔκφρασιν — καὶ προτείνῃ ὅτι, ἐνῷ ἔχομεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης ἐκ τοῦ κατατεθειμένου εἰς αὐτὴν πόρου διακοσίας χιλιάδας, νὰ ἀναγράψωμεν καὶ ἄλλα τέσσαρα ἑκατομμύρια, ὅπως σπεύσωμεν νὰ κατασκευάσωμεν διδακτήρια, καὶ εὑρεθῇ μία Βουλὴ νὰ χειροκροτήσῃ τοῦτο, ὅπως ἐγένετο ἐπὶ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας, βεβαίως τότε θὰ ἔχωμεν συνεπείας ὀλεθρίους· ἀλλὰ τοῦτο ὑποθέτει ἀσυνεσίαν τῶν Κυβερνήσεων, ἡ δὲ ἀσυνεσία τῶν κυβερνώντων δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας δέον νὰ στηρίζωνται οἱ νομοθετοῦντες. Ἡμεῖς φρονοῦμεν εὐλόγως, ὅτι οἱ κυβερνῶντες χώραν μικρῶν πόρων θὰ ἦναι, ὡς ὀφείλουσι νὰ ἦναι, συνετοὶ καὶ περιεσκεμμένοι, καὶ πονοῦντες τὸν τόπον· ἑπομένως τὰ κεφαλαιούμενα ἐν τῇ Τραπέζῃ ἔσοδα ἐκ τῆς μικρᾶς αὐτῆς εἰσφορᾶς θὰ τὰ διαχειρίζωνται κατ’ ἔτος ἐντὸς τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ὁ μικρὸς αὐτὸς προϋπολογισμὸς θὰ τοῖς παρέχῃ. Ἐὰν δ’ ἐπιτευχθῇ — τὸ ὁποῖον εὔχομαι ἀπὸ καρδίας — ν’ αὐξήσωσιν οἱ πόροι οὗτοι διά τινος σχολικοῦ φόρου μικροῦ, ἐλπίζω μετά τινα χρόνου πάροδον νὰ ἔχωμεν ἐπαρκῆ καὶ ἀξιοπρεπῆ καὶ κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ὑγιεινῆς δημοτικὰ διδακτήρια. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος προσέθηκε καὶ ἄλλο τι, ὅτι εἰς οὐδὲν Κράτος ἐγένετο τοῦτο, καὶ προσέθηκεν, ὅτι ἠπειλήθη καὶ αὐτὴ ἡ Γαλλία ν’ ἀνατραπῇ ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν δαπάνην τῆς κατασκευῆς διδακτηρίων· διότι ἐδαπάνησεν ἑκατὸν ἑκατομμύρια. Καὶ φαντασθῆτε, ἐὰν προϋπολογισμὸς δύο δισεκατομμυρίων, εἰς ὅσα κεφαλαιοῦται ὁ τῆς Γαλλίας, δύναται νὰ ἀπειληθῇ ποτε ἐκ τόσον μικρᾶς δαπάνης. Κρίνατε, ἂν προϋπολογισμὸς διὰ κατασκευὴν διδακτηρίων ἑκατὸν ἑκατομμυρίων δύναται κατ’ ἐλάχιστον νὰ ἐπηρεάσῃ τὸν θωρηκτὸν προϋπολογισμὸν τῆς Γαλλίας. Πλὴν τούτου, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι εἰς ἅπαντα τὰ Γερμανικὰ Κράτη ὑπάρχει εἰδικὸς σχολικὸς φόρος, καὶ ὁ σχολικὸς οὗτος φόρος κυριωδέστατα διατίθεται διὰ τὴν δαπάνην τῆς παρασκευῆς τῶν διδασκάλων καὶ τῆς οἰκοδομήσεως διδακτηρίων· διότι, ὅπως χθὲς ἀνέπτυξα διὰ μακρῶν, ἡ τῶν διδασκάλων παρασκευὴ ἐν διδασκαλείοις, ἡ ἐπιθεώρησις τῶν σχολείων καὶ ἡ ἀνοικοδόμησις διδακτηρίων ἀπαιτεῖ δαπάνην πολλῶν ἀληθῶς ἑκατομμυρίων. Ἐνδεχόμενον, μ’ ὅλην τὴν μικρότητα τῆς χώρας, εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ χρειασθῶσι πρὸς τοῦτο καὶ δέκα, καὶ δώδεκα, καὶ δεκαπέντε ἑκατομμύρια, ἂν πρόκειται νὰ ἀποκτήσωμεν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἀνταποκρινομένην εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς νεωτέρας κοινωνίας. Ἀλλὰ πότε θ’ ἀρχίσωμεν καὶ πόθεν, ἵνα προχωρήσωμεν κατὰ μικρόν; Πρέπει, διότι στερούμεθα ἐπαρκῶν πόρων, νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας; πρέπει ν’ ἀδιαφορήσωμεν; Ἀνάγκη νὰ ποιήσωμεν ἀρχὴν, νὰ κινηθῶμεν· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο σὺν τῷ χρόνῳ πρέπει νὰ ἀνεύρωμεν καὶ ἡμεῖς, ὅπως ἡ Σαξωνία, ἕνα πόρον σχολικὸν, καὶ καταθέτοντες τοῦτον ἐν τῇ Τραπέζῃ, ν’ ἀποκτήσωμεν κεφάλαιον καὶ ἐξ αὐτοῦ κανονικὸν ἔσοδον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ κατασκευάζωνται σχολεῖα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οἱ φόβοι οὗτοι τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου εἶναι μάταιοι, ὅταν οὕτω πως ὀχυροῦται ἐντὸς τῶν εἰδικῶν πόρων ἡ δαπάνη, καὶ δὲν ἐπιτραπῇ νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ τὰ λοιπὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, καὶ δεύτερον, διότι ἐλπίζω ὅτι θὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλοι τινὲς πόροι, τοὺς ὁποίους πιθανῶς εἰς τὴν ἑπομένην σύνοδον νὰ ἐξεύρωμεν καὶ ἡμεῖς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἠπόρησα ὁμολογουμένως καὶ ἐξεπλάγην μὲ τὴν δικαιολογικὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν εὗρεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ὁ φόρος ὁ καταβαλλόμενος ἀπὸ τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ σπουδάζοντα, ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις καταβάλλει τὰ ἔξοδα τῆς διατηρήσεως τῶν σχολείων, εἶναι πολὺ λογικὸς καὶ ἡ βάσις του ὀρθή, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ εἰσάγωνται τὰ χρήματα εἰς τὸν δημόσιον θησαυρόν. Σήμερον τὸ Κράτος δαπανᾷ καὶ διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν· πρέπει διὰ τοῦτο νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον καὶ εἰς τοὺς ὁδοιποροῦντας, διότι φυλάττουσιν αὐτοὺς ὁδοιποροῦντας οἱ χωροφύλακες; Τοῦτο μοὶ φαίνεται ἥκιστα ὀρθόν. Τότε καὶ μόνον ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ σχολικὸς φόρος ἐν Ἑλλάδι, τῷ τόπῳ, ὁ ὁποῖος, καὶ ἐκ τῶν παραδόσεών του καὶ ἕνεκεν τῶν ἐνστίκτων τῆς φυλῆς του καὶ τῆς καταγωγῆς του, οὐδὲν ἕτερον ἔχει νὰ δείξῃ, οὐδὲ νὰ ἐλπίσῃ ἄλλοθεν, παρὰ ἀπὸ τὰ γράμματα, τότε, λέγω, ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ εἰς τοιοῦτον Κράτος φόρος σχολικός, φόρος ἐπὶ τῶν σχολείων, ἐπὶ τῆς πνευματικῆς τουτέστιν ἀναπτύξεως, ὅταν τὰ ἐκ τοῦ σχολικοῦ φόρου εἰσπραττόμενα χρήματα ἔμελλον νὰ δαπανῶνται καθ’ ἕνα ἢ ἄλλον τρόπον πρὸς βελτίωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰ δὲ μή, πᾶσα ἄλλη φορολογία ἐπὶ τοῦ σχολείου θὰ ἦτο φρικτή, ὡς βάσις τοῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως δὲ ἡ ἱστορία θέλει ἀναφέρει ὡς κηλῖδα, ὡς ὄνειδος τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας, ὅτι εὑρέθησαν ἄνθρωποι νὰ σχεδιάσωσι καὶ νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται, χάριν ἁπλῶς ταμιευτικῶν λόγων, νὰ φορολογῶνται τὰ γράμματα. Ἑπομένως, δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι, νομίζω, εἶναι ἀποχρῶντες, δὲν ἐφρόνουν ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἤθελε δείξει τόσην ἐχθρικὴν διάθεσιν πρὸς τόσον εὐεργετικὸν, τόσον φιλάνθρωπον, τόσον λογικὸν καὶ ἐπὶ σοφῆς προνοίας στηριζόμενον νομοθέτημα.
§133Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον σήμερον, διότι ὑπέθετον ὅτι ἠθέλομεν συζητήσει τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ ἀρξαμένη ὅμως συζήτησις, μ’ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα οὐχὶ διὰ νὰ παρεμβῶ κυρίως εἰς τὸ δημοσιονομικὸν ζήτημα, εἰς τὰ περὶ παρασίτου ταμείου, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξαν οἱ εἰδικώτερον ἀσχολούμενοι περὶ τὰ οἰκονομικὰ, ἀλλὰ διότι, ἐὰν ὑπετίθετο καὶ πρὸς στιγμὴν ὅτι δύναται νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου, ἤθελον κηρυχθῆ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως ὅλων τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Θεωρῶ δὲ τόσον ἀναποσπάστως συνδεδεμένην τὴν γνώμην τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν εἰσπραχθησομένων τελῶν χαρτοσήμου πρὸς βελτίωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὥστε ἤθελον κηρυχθῆ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑπὲρ τῆς πλήρους καταργήσεως ὅλων τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα ηὐξήθησαν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1892. Ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, καὶ ἐν τούτοις τὸ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι συζητοῦμεν νόμον περὶ χαρτοσήμου. Ἤθελον ὁμολογουμένως, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, παρατηρήσει εἰς τοὺς κυρίους εἰσηγητὰς τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι θὰ ἦσαν ἀκριβέστεροι, ἂν ἐδέχοντο νὰ τροποποιήσωσι τὸν τίτλον αὐτοῦ· ἀντὶ τοῦ «περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν», τοῦ τίτλου τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ νόμος τοῦ 1892, νὰ θέσωσι «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΑΧΚΕʹ τοῦ 1887, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1892». Καὶ ὅταν, λέγω, συζητῶμεν περὶ χαρτοσήμου νόμον, βεβαίως ἄπειρα δύναμαι νὰ εἴπω, διότι εἶναι εἷς φόρος, περὶ τοῦ ὁποίου πολὺ ὀλίγα ἐλέχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐλάχιστα, σχεδὸν τίποτε, ἀπέναντι τῶν συνεπειῶν, αἵτινες ἐπακολουθοῦσιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Δὲν θέλω ὅμως νὰ ἐκτραπῶ ἀπὸ τὴν συζήτησιν τὴν εἰδικὴν τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἀλλ’ ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ δι’ ὀλιγίστων λέξεων νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν νομίζουσιν ὅτι ὤφειλον νὰ λάβωσι πρόνοιάν τινα περὶ τοῦ τμήματος τούτου τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, ὀφείλουσι παραλλήλως νὰ ἀσχοληθῶσι καὶ περὶ τῶν δικαστικῶν τελῶν. Ἂν μοὶ ἐπετρέπετο, ἐν γενικωτάταις γραμμαῖς καὶ λίαν συνεπτυγμένως, ἤθελον συμβουλεύσει, ἤθελον ὑποδείξει, ὅτι κατεπείγουσα ὑπάρχει ἀνάγκη, ἢ νὰ δεχθῶσιν ὡς βάσιν τὸν νόμον τὸν Γαλλικὸν τῆς 26 Ἰανουαρίου 1892 «περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν», περὶ τοῦ ὁποίου θὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἢ νὰ σπεύσωσι νὰ μειώσωσιν ἐν δικαίῳ καὶ ἀναλόγῳ μέτρῳ τὰ δικαστικὰ τέλη, χάριν γενικωτάτου συμφέροντος τῆς Πολιτείας, χάριν αὐτῆς τῆς δημοσίας τάξεως, χάριν τῆς βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἐν Γαλλίᾳ ἀπησχολήθησαν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν δικαστικῶν τελῶν. Ὁ κ. Brisson ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς μεγάλης στρατιᾶς Γάλλων Βουλευτῶν, οἵτινες ἐπέβαλον, πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Rouvier, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης ὡμίλησε πρὸ μικροῦ, ἐπέβαλον, λέγω, τὸν νόμον περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῶν δικαστικῶν τελῶν· ὑπέγραψαν ἑκατὸν Βουλευταὶ τὴν πρότασιν ἐκείνην, ἥτις καὶ ἐγένετο νόμος. Ποίαν βάσιν δέχεται ὁ νόμος τοῦ 1892; Ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ πληρωμὴ τοῦ τέλους τοῦ δικαστικοῦ πρὶν ἢ ἡ ὑπόθεσις ἔλθῃ εἰς τέρμα. Κατ’ ἀρχὴν δὲν ὑπάρχει βάσις δικαιολογικὴ εἰς τὸ δικαστικὸν τέλος· τοῦτο δὲ καὶ ὁ τέως Πρωθυπουργὸς ἐκ Μεσολογγίου καὶ πρώην Βουλευτὴς ἐδήλωσεν εἰς ἐπιτροπὴν τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν ἄλλοτε, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τῆς Πολιτείας, καὶ ἰδίως τῶν βαρῶν, εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἐδέχθησαν κατ’ ἀρχὴν τὸ βάρος τοῦτο, ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως οὐχὶ τόσον βάρος, ὅσον ἐν Ἑλλάδι. Ἐν Γαλλίᾳ, ἐπαναλαμβάνω, διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1892 κατηργήθησαν ὅλα τὰ δικαστικὰ τέλη, καὶ ἐπεβλήθη φόρος ἀνάλογος μόνον ἐπὶ τῶν ὁριστικῶν καὶ τελεσιδίκων δικαστικῶν ἀποφάσεων, μικρότερος μὲν καὶ ἐλαφρότερος διὰ τὰ μικρότερα ποσὰ, μεγαλείτερος δὲ διὰ τὰ μεγαλείτερα. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε νὰ λάβῃ ὡς βάσιν τὸν νόμον αὐτὸν, θὰ ἠδύνατο τοὐλάχιστον νὰ δεχθῇ πλήρη ἀτέλειαν διά τινα μικρὰ ποσὰ ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων π. χ. μέχρι δραχμῶν 25 ἢ 30, διότι εἶναι γελοιωδέστατον, ἵνα μὴ εἴπω τραγικώτατον ἅμα καὶ ἐγκληματικὸν, ν’ ἀναγκάζῃ ἡ Πολιτεία νὰ δαπανᾷ ὁ διάδικος 100 δραχμὰς διὰ νὰ λάβῃ 25 (κίνησις).
§134Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εὖγε! εὖγε!
§135Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Συμφώνως μὲ τὸν θεσμὸν τῶν εἰρηνοδικῶν, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἀτέλεια μέχρι τῶν δραχμῶν 25 ἢ 30, τὰ ἡμίση δὲ τῶν τελῶν μέχρι τῶν δραχμῶν 300, εἰς δὲ τὸ Πρωτοδικεῖον μείωσις ἐπίσης ἐπὶ τῇ βάσει ἀναλογίας τινός. Ἀλλ’ ἐγὼ ἤθελον ταχθῆ πλειότερον μὲ τὴν γνώμην τοῦ Γαλλικοῦ νόμου. Ταῦτα ἐν παρόδῳ. Περὶ δὲ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινάς. Δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε προὐτάθη καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν· παρηκολούθησα καὶ ἐγὼ μετ’ ἐνδιαφέροντος ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ὅλας τὰς φάσεις τοῦ ζητήματος, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἀδιστάκτως εἶχον κηρυχθῆ κατὰ τοῦ ὑποβληθέντος τότε νομοσχεδίου. Οἱ λόγοι οἱ δικαιολογικοὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἦσαν δύο· ὁ πρῶτος, ἡ ἀκεραία πληρωμὴ καὶ ἀρτία τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν πρὸς τοὺς δανειστὰς, ἢ μᾶλλον ὁ μόνος λόγος κατ’ ἀρχάς· ἀλλὰ προϊούσης τῆς συζητήσεως προσετέθη καὶ δεύτερος λόγος, ὁ λόγος τῆς παρεμποδίσεως τῆς πλημμύρας τῶν γραμματισμένων! Ἐπιτρέψατέ μοι, μεθ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν, ὃν ἔχω πρὸς πᾶσαν γνώμην, νὰ εἴπω, ὅτι ἡ μὲν πρώτη δὲν μοὶ φαίνεται σπουδαία, διότι ἔχω πικρὰν πεῖραν, ἡ δευτέρα μοὶ φαίνεται σκληρὰ καὶ ἀπάνθρωπος. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα τῆς ἀντισυνταγματικότητος ὡς πρὸς τὴν ἀνωτέραν ἐκπαίδευσιν, ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος εἶναι ἀντίστροφος· διότι ἡ κατωτέρα ἐκπαίδευσις ἔπρεπε νὰ ἦναι δωρεάν. Οὕτως ἢ ἄλλως ἡ δοθεῖσα αἰτιολογία, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῶσι βαρέα τέλη, ἵνα κλεισθῶσι τὰ σχολεῖα εἰς τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ, καὶ βεβαίως τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, μοὶ ἐφάνη τι τερατῶδες· ἐὰν δὲ τὸ τοιοῦτον εἰς πᾶσαν Πολιτείαν δύναται νὰ ἦναι τερατῶδες, τερατωδέστερον καθίσταται διὰ τὴν Ἑλληνικήν. Ὅλοι λέγομεν πρὸς τὸν Ἕλληνα ἐκλογέα: «Εἶσαι τυφλός! εἶσαι μονόφθαλμος! δὲν βαδίζεις καλά· δὲν ἐξεπαιδεύθης· δὲν ἐξεπαιδεύθης, διότι δὲν ἐφρόντισεν ἡ Πολιτεία, ἀλλὰ σοῦ ἐξορύττω καὶ τὸν ἕτερον ὀφθαλμόν! Σοὶ κλείω τὴν θύραν τῶν σχολείων, ἵνα μὴ δυνηθῇς ποτὲ νὰ βελτιωθῇς!» «Ἀλλ’ εἶσαι εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν πληθώραν ταύτην τῶν ἐπιστημόνων,» δύναταί τις νὰ μ’ ἐρωτήσῃ, «ἀπὸ τὴν ἡμιμάθειαν ταύτην, ἥτις εἶναι μία τῶν μεγαλειτέρων πληγῶν;» Βεβαίως ὄχι. Ἐζητήθη ὅμως κακὴ θεραπεία τοῦ κακοῦ· διότι ὑπάρχουσι μέσα ἄλλα, οὐκ ὀλίγα, ὅπως ἡ ἡμιμάθεια περιορισθῇ καὶ ἡ νεολαία τραπῇ εἰς ἕτερα ἔργα. Ἐὰν ἡ Πολιτεία ἤνοιγε λεωφόρους πρὸς τὴν βιομηχανίαν, τὴν γεωργίαν, τὸ ἐμπόριον, ἐὰν ἐμερίμνα νὰ δώσῃ ἐπιστήμονας ἀρτίους, ἠδύνατο νὰ τὸ ἐπιτύχῃ· ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξε. Βεβαίως οἱ εὔποροι γονεῖς δὲν ἠσθάνθησαν τὸν κώνωπα τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, οὔτε ὅταν ἦλθεν, οὔτε ὅταν θὰ ἀπέλθῃ. Ἄν δὲ ἀναλογισθῶμεν, ὅτι ἐκ τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ ἀνῆλθον πολλὰ εἰς τὰ ὕψιστα ἀξιώματα τῆς Πολιτείας, θέλομεν εὕρει φιλοσοφοῦντες λόγον σημαντικώτατον νὰ μὴ τιμωρήσωμεν τοὺς ἀπόρους, νὰ μὴ κλείσωμεν εἰς αὐτοὺς τὰς θύρας τῶν σχολείων. Δὲν ἐλήφθη διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου οὐδεμία πρόνοια, ὅπως μείνῃ τοὐλάχιστον ἀνοικτὴ ἡ θύρα εἰς τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν φιλομάθειαν, ὡς βραβεῖον τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μακρηγορήσω, ἵνα εἴπω πόσον σημαντικὸν εἶναι τοῦτο εἰς κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, διότι, ὅπου ὑπάρχει καθολικὴ ψηφοφορία, οἱ θέτοντες προσκόμματα εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν κατεργάζονται τὴν δουλείαν τοῦ λαοῦ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐπιεικῶς δέχομαι, ἕνεκα τῶν λυπηρῶν περιστάσεων, εἰς ἃς εὑρέθημεν, ἀντὶ τῆς τελείας καταργήσεως, τὴν μείωσιν τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ὡς διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτείνονται, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῇ ἐπαγγελίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ φόρος οὗτος θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως· τὸ θεωρῶ ἀναποσπάστως συνδεδεμένον μὲ τὴν ἰδέαν ταύτην, καὶ χωρὶς νὰ ἀναπτύξω τὴν θεωρίαν περὶ συστάσεως ταμείου, θὰ ηὐχόμην, εἰ δυνατόν, νὰ γείνῃ σκέψις ἐπίσης καὶ περὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει, νὰ ἀποσπασθῇ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου τι, πρὸς βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης. Τοῦτο εἶναι τὸ ἓν συμπέρασμα· τὸ ἕτερον εἶναι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θεωρῶ ἀτελὲς εἰς μέρη ἱκανῶς σπουδαῖα, διότι καὶ τοῦτο συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1892, μὲ τὴν διαφορὰν τῆς μειώσεως. Θεωρῶ ὅμως ἀπαραίτητον νὰ προστεθῇ ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀνοιχθῇ ἡ θύρα εἰς τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ τὰ ἄπορα, ἵνα ἐπέλθῃ ἰσότης μεταξὺ εὐπόρων καὶ ἀπόρων· τοῦτο δὲ θὰ γείνῃ πρὸς ὄφελος τῆς Πολιτείας, ἐὰν ὁρισθῇ ὅτι διὰ διαγωνισμοῦ, ἢ καὶ διὰ τοῦ βαθμοῦ ἄριστα, εἷς μαθητὴς ἀπὸ ἕκαστον δημοτικὸν σχολεῖον, εἷς ἀπὸ ἕκαστον ἑλληνικὸν καὶ εἷς ἀπὸ τὸ Γυμνάσιον θὰ εἶχον πλήρη ἀτέλειαν διὰ τὴν διάρκειαν τῶν σπουδῶν των, ἢ διὰ τὸ ἀμέσως ἀνώτερον σχολεῖον. Ἐγὼ ἤθελον προτείνει ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρυτέραν τὴν ἀτέλειαν διὰ τὸ Πανεπιστήμιον νὰ τελῆται διαγωνισμὸς, καὶ ὁ διαπρέπων ἐν αὐτῷ νὰ ἔχῃ ἀτέλειαν δι’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν πανεπιστημιακῶν του σπουδῶν. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐνόμισα καλὸν νὰ ὑποβάλω, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δεχθῇ τὴν τελευταίαν πρότασιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4.
§137ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ κεφάλαιον τοῦτο προορίζεται ἀποκλειστικῶς: αʹ) εἰς βελτίωσιν τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ συμπλήρωσιν αὐτῆς, βʹ) εἰς βελτίωσιν καὶ συμπλήρωσιν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ γʹ) εἰς βελτίωσιν τῆς ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ διδασκαλίας κατὰ τὰ δι’ εἰδικῶν νόμων ὁρισθησόμενα. «Ἀλλὰ μέχρις οὗ δι’ εἰδικῶν νόμων κανονισθῶσι λεπτομερῶς τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐν τοῖς ἀνωτέρω ἐδαφίοις ἀναφερομένων βελτιώσεων καὶ συμπληρώσεων, ἐπιτρέπεται νὰ διατίθενται ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου τὰ ἀπαιτούμενα ποσὰ, ὅπως βαθμηδὸν οἰκοδομηθῶσι τὰ ἀναγκαιοῦντα κτίρια, κατὰ τοὺς ὑπὸ τῆς παιδαγωγικῆς γενομένους ἀποδεκτοὺς οἰκοδομικοὺς ὅρους, διὰ τὰ ἐν πᾶσι τοῖς δήμοις ὑπάρχοντα δημοτικὰ σχολεῖα.»
§138ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ οὐδὲν εὑρίσκω ἐγὼ ταμεῖον ὑπὲρ κατασκευῆς δημοτικῶν διδακτηρίων, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εὗρε τόσους ἐπαίνους νὰ ἐπιδαψιλεύσῃ ὑπὲρ τοιούτου ταμείου. Δὲν ὑπάρχει ταμεῖον τοιοῦτον πρὸς κατασκευὴν κτιρίων, διότι δὲν ὑπάρχει ποσὸν ἐξησφαλισμένον πρὸς τοῦτο καὶ βέβαιον. Πᾶς τις ἐννοεῖ, ὅτι, ἐὰν ὑπολογίσωμεν τ’ ἀναγκαιοῦντα διδακτικὰ κτίρια εἰς μόνον 3,000, καὶ δεχθῶμεν ὅτι τὰ κτίρια ταῦτα θὰ στοιχίσωσι κατὰ μέσον ὅρον ἕκαστον 15 χιλιάδας δραχμὰς, θ’ ἀπαιτηθῇ δαπάνη πλέον τῶν 45 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Δι’ ἐπιχείρησιν τοιαύτην ἄλλως πρέπει νὰ σκεφθῇ τὸ Κράτος, ἐὰν σκοπῇ νὰ ἀναλάβῃ καὶ ἀποπερατώσῃ ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου τὴν κατασκευὴν τῶν διδακτικῶν κτιρίων. Ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν ὑπάρχει οὐχὶ ἀρχή, ἀλλ’ οὐδὲ σκιὰ ἀρχῆς, διότι ὁ συντάκτης αὐτοῦ, μὴ ἔχων τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ, ὅτι διαθέτει τοὺς πόρους αὐτοὺς, προσεπάθησεν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ καὶ τὸ δίκαιον, ὡς ἐφαντάζετο, νὰ ἱκανοποιήσῃ, καὶ πόθον τινά, ὃν εἶχε πρὸς ἔναρξιν κατασκευῆς διδακτηρίων, νὰ κορέσῃ ὁπωσδήποτε. Ὀρθῶς ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου εἶπεν, ὅτι τὰ ἐκ τῶν τελῶν τῶν ἐκπαιδευτικῶν εἰσπραττόμενα ἀνήκουσιν εἰς τὸ ἔργον τῆς βελτιώσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ ἀναγράφεται, καὶ τῆς συμπληρώσεως τῆς δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη καὶ δικαία ἀντίληψις, ἣν ὁ νομοθετήσας τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη ἔλαβεν εὐθὺς περὶ τοῦ περισσεύματος, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν διάθεσιν τῶν 200,000 δρ. ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου προέκυψεν ἐξ αὐτῶν. Ἀλλ’ ὡς καὶ προχθὲς ἐλέχθη, τὰ τέλη ταῦτα ἔπρεπε κατὰ πρώτιστον λόγον νὰ διατίθενται ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως καὶ τῆς συμπληρώσεως τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς ἀνωτάτης, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι, ὡς γινώσκετε, διὰ τοῦ νέου νόμου περὶ τελῶν καταργοῦνται τὰ ἐπὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τέλη. Τοῦτο οὐ μόνον δικαιότερον εἶναι, διότι τὸ χρῆμα δαπανᾶται ὑπὲρ ἐκείνων, ὑφ’ ὧν καταβάλλεται, ἀλλὰ καὶ συμφωνότερον πρὸς τὸ Σύνταγμα, ὅπερ ἐνόησεν, ἵνα τὸ Κράτος συνεισφέρῃ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὐχὶ δ’ οἱ σπουδασταὶ τῆς μέσης καὶ ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως δι’ εἰδικῆς φορολογίας. Κατὰ πρῶτον λοιπὸν λόγον ἔπρεπε τὸ περίσσευμα νὰ δαπανᾶται εἰς βελτίωσιν καὶ συμπλήρωσιν τῆς μέσης καὶ ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ τοῦτο περιωρίσθη νὰ καθιερώσῃ τὸ νομοσχέδιον θεωρητικῶς μόνον ἐν τῷ ἐδαφίῳ πρώτῳ, εὐθὺς δ’ ἀμέσως, καὶ μέχρις οὗ δῆθεν κανονισθῶσι δι’ εἰδικῶν νόμων τὰ περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς δημοσίας καὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν γένει, τὸ νομοσχέδιον ἐπιτρέπει νὰ διατίθεται εἰς οἰκοδόμησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐν πᾶσι τοῖς δήμοις, ἐν οἷς δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦτα. Βεβαίως τοῦτο εἶναι μία ἀνάγκη, καὶ θὰ ἦναι μία βελτίωσις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἀλλὰ γινομένη διὰ χρημάτων προωρισμένων πρὸ πάντων διὰ τὴν μέσην καὶ ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν, αἵτινες ἐπίσης ἔχουσιν ἀνάγκας, δὲν εἶναι δικαιολογημένη. Ἡ ἀναβολὴ τῆς θεραπείας πλέον κατεπειγουσῶν ἀναγκῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶναι εὔλογος. Ἀλλὰ καὶ πᾶσα ἄλλη βελτίωσις, πρὸ πάντων δ’ ἐπέκτασις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ Κράτει, εἶναι πλέον ὠφέλιμος καὶ πλέον κατεπείγουσα ἢ ἡ κατασκευὴ τῶν οἰκοδομῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Προτιμότερον νὰ ἔχουν ὅλα τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος δημοτικὰ σχολεῖα, ἔστω καὶ εἰς ἀκατάλληλα κτίρια, παρὰ νὰ στερῶνται αὐτῶν χάριν ὀλίγων ἄλλων χωρίων, ἅτινα ηὐνοήθησαν, ὅπως ἔχουν καὶ καταλληλότερα σχολικὰ κτίρια. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον τὸ κακὸν, ὅτι παραβλέπεται χάριν τῆς ἀποκτήσεως κτιρίων ἡ ἐπέκτασις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῇ χώρᾳ. Καὶ ἡ δαπάνη τοῦ ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν κεφαλαίου ὑπὲρ κτιρίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀφίνεται εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, ἄδηλον δὲ, ἂν θὰ γίνεται κατὰ τὸν χρησιμώτερον τρόπον.
§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§140ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκεῖ ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει ν’ ἀρχίσητε ἐκ τῶν σχολείων τῶν πόλεων. Ὥστε οὐ μόνον παρορᾶται τὸ χωρίον ὡς πρὸς τὴν σύστασιν τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν σειρὰν διὰ τὴν ἀπόκτησιν δημοτικῶν διδακτηρίων. Ἀλλὰ δὲν εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ταμείου εἰδικοῦ πρὸς κατασκευὴν τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων. Ὑπάρχει ὁ ἐκπαιδευτικὸς φόρος, ἀλλ’ οὗτος, εἴτε διότι θεωρεῖ δίκαιον ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ τὸν ἀποσπάσῃ ἐκ τῆς μέσης καὶ ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως, εἰς ἃς κυρίως καὶ δικαιωματικῶς ἀνήκει, εἴτε διότι νομίζει ὅτι πρέπει νὰ τὸν ἀφήσῃ νὰ λειτουργήσῃ προσωρινῶς μόνον, ἕως οὗ δι’ εἰδικῶν νόμων κανονισθῶσι τὰ τῆς βελτιώσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν γένει καὶ σχηματίσῃ μετὰ ταῦτα μίαν ἰδέαν, δὲν παρουσιάζει βάσιν στερεάν. Τοιουτοτρόπως προσωρινῶς θὰ λειτουργήσῃ τὸ ταμεῖον αὐτὸ, ὅπως κατασκευασθοῦν ὀλίγα κτίρια δημοτικῶν σχολείων. Αὔριον ἄλλη Κυβέρνησις θὰ μετατρέψῃ τὸν νόμον, καὶ τὸ περὶ οἰκοδομῆς διδακτηρίων ἐν τῷ Κράτει σχέδιον τοῦ νόμου θὰ σταματήσῃ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἤθελον εὐχηθῆ, ὅπως τὸ ἄρθρον 4 ὁριστικῶς διατάξῃ, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα θέλουσι χρησιμεύει πρὸς βελτίωσιν καὶ ἐπέκτασιν τῆς δημοτικῆς, τῆς μέσης καὶ τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως, ἀφίνοντες εἰς ἄλλους καιροὺς νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα περὶ κατασκευῆς τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων. Τοῦτο ἀπαιτεῖ μεγάλα κεφάλαια. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, τίς θὰ δαπανήσῃ διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν, καὶ διὰ τίνων πόρων θ’ ἀσφαλισθῇ ἡ δαπάνη ἐν τοῖς δήμοις, ἐν οἷς δὲν ὑπάρχουσι τὰ χρήματα, ποῖοι φόροι δέον νὰ ἐπιβληθῶσιν, ἢ ὅπου φόροι δὲν εἶναι δυνατοὶ, πόθεν θὰ ληφθῶσι τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι τὰ τέλη πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦνται πρὸς βελτίωσιν καὶ ἐπέκτασιν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὄχι ὑπὲρ κτιρίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Νομίζω ὅτι ἢ πρέπει καὶ οἱ τρεῖς κλάδοι τῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ συγχέωνται εἰς ἕνα γενικὸν σκοπὸν, τὸν τῆς βελτιώσεως καὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν τριῶν κλάδων τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἢ, ὅταν θέλωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν διακρίσεις ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν κεφαλαίου, δὲν πρέπει νὰ ποιώμεθα αὐτὰς ὑπὲρ ἐκείνου τοῦ κλάδου, ὁ ὁποῖος ὀλιγώτερα δικαιώματα ἔχει ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ, διότι ὀλιγώτερα εἰσφέρει.
§141ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται κατὰ τὸ 4ον ἄρθρον, παρίσταται κατὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους τρόπους, ἐνῷ ἀναμφισβητήτως πρόκειται περὶ ταμείου, τοῦ ὁποίου δυστυχῶς καὶ ἡ διαχείρισις δὲν κανονίζεται ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἀφίεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Θεωρεῖται, ὅτι δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἰδέα τῶν δύο ἄρθρων διὰ μιᾶς ἄλλης θεωρίας, διὰ τῆς θεωρίας τῆς εἰδικεύσεως τῶν πόρων, δηλαδὴ ἐπειδὴ εἰσπράττομεν ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἄρα τὸ ἔσοδον ἐκ τῶν τελῶν τούτων πρέπει νὰ τὸ χρησιμοποιήσωμεν εἰς τὴν βελτίωσιν ἑνὸς οἱουδήποτε ἢ ἁπάντων τῶν κλάδων τῆς ἐκπαιδεύσεως. Νομίζω, ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι οὐχὶ ὀλιγώτερον ἐσφαλμένη τῆς ἄλλης ἰδέας τοῦ εἰδικοῦ ταμείου. Οἱ πόροι τοῦ Κράτους δὲν εἰδικεύονται, εἰδικευόμενοι δὲ, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ καταλήξωσιν εἰς σύγχυσιν. Ὅπως πεισθῆτε περὶ τούτου, εἰδικεύσατε οἱονδήποτε ἄλλον φόρον. Διατὶ π. χ. οἱ κτηνοτρόφοι, οἱ ὁποῖοι πληρόνουσι τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, νὰ μὴ ἐπωφελῶνται αὐτοὶ τοῦ ἐκ τούτου ἐσόδου; Εἰδικεύσατε τὸν φόρον αὐτὸν, ἵνα βελτιώσητε τὴν κατάστασιν τῆς κτηνοτροφίας, καὶ προχωρήσατε εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους φόρους, ἵνα ἴδητε εἰς ποίαν σύγχυσιν θέλομεν περιέλθῃ. Ἐὰν τὸ Κράτος νομίζῃ ἀναγκαίαν τὴν δαπάνην διὰ δημόσια κτίρια, διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, διὰ συνδρομὴν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ὀφείλει νὰ ποιήσηται ταύτην ἐκ τῶν γενικῶν αὐτοῦ πόρων, ἐὰν οὗτοι τὸ ἐπιτρέπουν. Ἐὰν δὲ νομίζῃ, ὅτι δι’ εἰδικοῦ πόρου πρέπει νὰ ποιήσηται τὰ ἔργα ταῦτα, δὲν δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἵδρυσιν εἰδικοῦ ταμείου καὶ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ κανονίσῃ διὰ τίνος τρόπου καὶ ὑπὸ εὐθύνην τίνος καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τίνος ἐλέγχου θὰ δαπανήσῃ τὸν πόρον τοῦτον. Διότι, ἂν παραδεχθῶμεν ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἀρχὴν εἰδικοῦ ταμείου, χωρὶς νὰ τὸ κανονίζωμεν, ἀφ’ ἑτέρου τὴν εἰδίκευσιν τῶν πόρων, θὰ καταντήσωμεν νὰ μὴ ἔχωμεν οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἄλλο, ἀλλὰ τὴν διάθεσιν τῶν πόρων ὑπὸ ἑνὸς Ὑπουργοῦ. Γνωρίζετε δὲ τί σημαίνει τοῦτο; Σημαίνει, ὅσον καὶ ἂν ἔχω πεποίθησιν εἰς τὰς θεωρίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως περὶ τοῦ κήδους καὶ τῶν διαθέσεων ἑκάστου Ὑπουργοῦ, σημαίνει χαριστικὴν διάθεσιν, διότι βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἀντιπροσώπων τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὰ δύο αὐτὰ ἄρθρα πρέπει ἢ νὰ διαγραφῶσι καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ δι’ ἄλλου νομοσχεδίου ἀλλαχοῦ νὰ προσδιορισθῇ, ἐὰν θέλωμεν νὰ προσδιορισθῇ, δαπάνη τις διὰ τοὺς σκοποὺς τούτους, ἢ, ἐὰν δὲν διαγραφῶσι, νὰ συμπληρωθῶσι διὰ τῶν διατάξεων τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς ἵδρυσιν καὶ λειτουργίαν εἰδικοῦ ταμείου, κακοῦ ἀπολύτως, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὀλιγώτερον κακοῦ, ἂν λειτουργῇ συμφώνως μὲ τὰς ὡρισμένας διατάξεις τοῦ νόμου, ὀλιγώτερον κακοῦ τῆς αὐθαιρέτου γνώμης τοῦ Ὑπουργοῦ.
§142ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα τῆς εἰδικεύσεως τῶν πόρων τοῦ Δημοσίου τῶν ἄλλων. Βεβαίως καὶ ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνηται κατάχρησις εἰδικεύσεως πόρων τοῦ Δημοσίου πρὸς εἰδικοὺς σκοποὺς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν πράττομεν ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον, διότι εἰσπράξεις ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν γένει τὰς διαθέτομεν ὑπὲρ μόνης τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐκτὸς ὅμως τούτου θὰ ἤμεθα συμφωνότεροι πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἐὰν ὁρίσωμεν τὴν χρησιμοποίησιν αὐτῶν ἄλλως ἢ ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τὸ νομοσχέδιον ἀπαρτίζει ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ταμεῖον, εἰδικὸν ἔχον σκοπὸν, τὴν βελτίωσιν καὶ ἐπέκτασιν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν γένει. Ἑπομένως εἰδίκευσε τοὺς πόρους αὐτούς. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοὺς εἰδίκευσε, τοὺς δαπανᾷ μᾶλλον ὑπὲρ ἐκείνου τοῦ κλάδου τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπὲρ οὗ κατὰ τὸ Σύνταγμα μόνον ἐπίκουρος ἔρχεται, ἐνῷ κατὰ τὸ Σύνταγμα ὑποχρεοῦται νὰ δαπανᾷ ὑπὲρ τῆς μέσης καὶ τῆς ἀνωτάτης. Ἐν τούτοις δὲν τοὺς δαπανᾷ ὑπὲρ αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ἦναί τις ἐν γένει κατὰ τῆς εἰδικεύσεως τῶν φόρων, δὲν εἶναι δίκαιον, ἀφοῦ ὁ νόμος τοὺς εἰδίκευσε, καταρτίσας ἐξ αὐτῶν εἰδικὸν ταμεῖον, νὰ ἀνέχηται διακρίσεις ἀδίκους καὶ ἀκριβῶς ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες συνεισφέρουσιν ἐλάχιστα, πρὸς ζημίαν ἐκείνων, οἵτινες συνεισφέρουσι τὰ περισσότερα. Τὸ ζήτημα λοιπὸν δὲν εἶναι περὶ εἰδικεύσεως τῶν φόρων, ἀλλὰ περὶ ἀδίκου διανομῆς αὐτῶν, καὶ οὐ μόνον ἀδίκου, ἀλλὰ καὶ ἧττον χρησίμου, ἀφοῦ προτιμῶνται τὰ κτίρια πρὸς βλάβην τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἄλλης βελτιώσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐπανέλαβεν, ἵνα προβάλῃ ἀντιῤῥήσεις ἐπὶ τοῦ τρίτου ἄρθρου, δὲν τὰ ἀποδέχομαι. Ἡ ἀντίῤῥησις αὐτοῦ εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ὁ σκοπὸς, ἡ διάθεσις τῶν ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν εἰσπραττομένων χρημάτων, ἀλλ’ ὅτι πρέπει ταῦτα νὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ἑπομένως ἡ διοίκησις νὰ διαθέτῃ ταῦτα πρὸς θεραπείαν πασῶν τῶν ἀναγκῶν αὑτῆς· μὲ συνεβούλευσε μάλιστα ὁ κ. Βουλευτής, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ 3ου ἄρθρου, ἵνα ψυχολογῶ, ὅταν πρόκειται νὰ ἀποφήνωμαι γνώμην ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων καὶ ἰδίως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ψυχολογικὴ μελέτη μὲ ἠνάγκασε νὰ συντελέσω εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡ ψυχολογικὴ μάλιστα μελέτη, ἡ ὁποία μὲ ἠνάγκασεν, εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῆς ἀνευρέσεως τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπεβλήθησαν τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη. Τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἡ ἐπιψήφισις δὲν εἶχε σκοπὸν τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, ἐπειδὴ δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιζητηθῇ αὔξησις ἐσόδων δι’ αὐξήσεως τῶν ἄλλων φορολογικῶν νόμων, ἐβαπτίσθη ὁ φόρος μὲ τὸν χαρακτηρισμὸν ἐκπαιδευτικὰ τέλη, ἐνῷ κατὰ νοῦν εἶχον νὰ προσθέσωσιν αὐτὸν ὡς πόρον τοῦ δημοσίου ταμείου. Διὰ νὰ δικαιολογηθῇ δὲ ἡ τοιαύτη ἐξ ὡρισμένης τάξεως ἀπότισις φόρου, παρεστάθη ὡς σκοπὸς ἡ βελτίωσις τῆς τάξεως ταύτης. Ἀλλ’ οὕτω πολιτευόμενοι καὶ οὕτω νομοθετοῦντες, συντελοῦμεν ἑκάστοτε εἰς τὴν μείωσιν τῆς πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν πίστεως τοῦ κοινοῦ. Διότι, ἂν προβάλλωμεν εἰς τὸ κοινὸν λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ζητοῦμεν νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς αὐτὸ ὑποχρεώσεις, τοὺς λόγους δὲ τούτους δὲν τηρῶμεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, τὸ κοινὸν ἀναγκαίως θέλει δυσπιστεῖ. Τοῦτο συμβαίνει καὶ ἐπὶ τῆς ὁδοποιΐας, χάριν τῆς ὁποίας εἰσπράττομεν κατ’ ἔτος πέντε ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀρχῆθεν ἐψηφίσθησαν ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας, εἰσπράττονται δὲ νῦν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ διατίθενται εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις, καὶ πρὸ παντὸς αἱ πολιτειακαὶ ἐξουσίαι, πρέπει νὰ ἦναι εἰλικρινεῖς πρὸς τὸν λαὸν καὶ νὰ λέγωσι πρὸς αὐτὸν τὴν ἀλήθειαν. Ἄν ἡ ἀλήθεια ἦναι, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων, ὅπως θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς Διοικήσεως, ὀφείλομεν νὰ τὸ λέγωμεν εἰς τὸν λαὸν καὶ νὰ μὴ λέγωμεν πρὸς αὐτόν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκας ἐκπαιδευτικὰς νὰ θεραπεύσωμεν. Τοιαύτη δυστυχῶς τακτικὴ εἰσήχθη, ἔχομεν δὲ νῦν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Διὰ τοῦτο ἀποστέργω, οὐδὲ δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ζητοῦντος καὶ ἐπιμένοντος νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐξακολουθήσῃ νὰ ἐπιτρέπῃ νὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰ χρήματα τὰ ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἐξήγησεν ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι πράγματι ὑπάρχουσιν. Ὡμολογημένη ἀνάγκη εἶναι ἡ ἀναθεώρησις τῶν δικαστικῶν τελῶν. Ἐγὼ αὐτὸς εἶχον μελετήσει κλάδον δικαστικῶν τελῶν, τὸν κλάδον τὸν ἀναγόμενον εἰς τὴν ἐνώπιον τῶν εἰρηνοδικῶν διαδικασίαν. Μοὶ ἐφάνη ὅτι ἡ ἐπιβολὴ τελῶν, δηλ. ὁ ταμιευτικὸς σκοπὸς ὁ ὑπαγορεύσας τὴν νομοθέτησιν τῶν τελῶν τούτων, ἠλλοίωσε καὶ αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, μεταποιήσας αὐτὴν εἰς δικαστήριον βαθμοῦ. Ἔχομεν ἀντὶ δύο βαθμῶν δικαιοδοσίας τρεῖς βαθμοὺς δικαιοδοσίας. Διὰ τοῦτο μάλιστα μεταξὺ τῶν μελετῶν μου ὑπάρχουσι καὶ χειρόγραφα, τὰ ὁποῖά εἰσι σχέδια νόμων πρὸς τροποποίησιν τῶν διατάξεων περὶ τελῶν ἐπὶ τῆς εἰρηνοδικειακῆς διαδικασίας. Ἀλλ’ ἀνεστάλην ἀπὸ τοῦ σκοποῦ, ἵνα μὴ ἐπικριθῶ, ὅτι προβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀτελὲς μέτρον· διότι, ἐὰν τὰ ἐπιβεβλημένα ἐπὶ τῆς εἰρηνοδικειακῆς διαδικασίας τέλη ἀλλοιώνωσι τὸν σκοπὸν τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, τὰ δικαστικὰ τέλη ἐν γένει ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης προτέρημα, τὸ ὁποῖον αὕτη πρέπει νὰ ἔχῃ, τὸ ὀλιγοδάπανον. Αἱ ἀρεταὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης εἶναι δύο· νὰ καθιστῶσιν ὀλιγοδάπανον καὶ βραχυχρόνιον τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης· δυστυχῶς δὲ, παρ’ ἡμῖν δὲν γνωρίζω ἐὰν ἠδυνήθημεν νὰ καταστήσωμεν βραχυχρόνιον τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ βεβαίως δὲν κατεστήσαμεν αὐτὴν ὀλιγοδάπανον. Διὰ τοῦτο, φρονῶν ὅτι πρέπει νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὰ δικαστικὰ τέλη ἐν γένει, ἀνέβαλον νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον περὶ μόνον τῶν εἰρηνοδικειακῶν τελῶν. Ἀλλὰ διὰ τοιαύτην μελέτην δὲν εἶναι μόνον ἐμπόδιον, ὅτι δὲν ἐπιλείπεται ἡμῖν καιρὸς, ἵνα διεξαγάγωμεν αὐτήν, ὑπάρχει καὶ ἄλλο κώλυμα, ὅπερ δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐπιδοθῶμεν εἰς τὴν μελέτην ταύτην, διότι μᾶς ἐφάνη ὅτι, ἐὰν δὲν ἐκρίνετο ὄντως ἄσεμνον νὰ προβαίνωμεν εἰς ἐλάττωσιν ἐσόδων, ἐνῷ ἀνάγκαι ὡμολογημέναι τοῦ Κράτους καθίστων ἀναγκαίαν τὴν αὔξησιν αὐτῶν, ἦτο ὅμως ἐνδεχόμενον νὰ προκαλέσωμεν παρεξηγήσεις, καὶ μετὰ τὴν διάρκειαν ταύτην τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι ἐκκρεμῆ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐκρίναμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπόσχωμεν τοιούτων προτάσεων πρὸς τὴν Βουλήν, ἵνα μὴ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις καὶ δυσχεράνωμεν τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον ἡμῶν τοῦτο, νομίζω ὅτι ἡ εἰδικοποίησις τῆς διαθέσεως τῆς προσόδου αὐτῆς ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῆς καλῆς πίστεως, ἥτις πρέπει νὰ μᾶς χαρακτηρίζῃ, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται προσέτι καὶ ὑπὸ τοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ ἐμποιήσωμεν πεποίθησιν εἰς τὸ κοινὸν, τοῦ ὁποίου ἡ πρὸς ἡμᾶς πίστις διατελεῖ ἐν κλονισμῷ· ἀλλ’ ἐπιβάλλεται προσέτι καὶ ἐκ τοῦ ἄλλου λόγου, ὅτι πρέπει νὰ κατασταθῇ κατάδηλον τοῖς πᾶσιν, ὅτι τὰ ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἔσοδα δὲν εἶναι ἐκ τῶν συνήθων τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα ἐξυπηρετοῦσι τὸν οἰκονομικὸν αὐτοῦ προϋπολογισμὸν, τὰ ὁποῖα παριστῶσι τὴν ὑλικὴν δύναμιν τῆς χώρας, ἀλλ’ εἶναι εἰδικὰ ἔσοδα, ὡς καὶ ἡ δαπάνη αὐτῶν ἀποτελεῖ εἰδικὸν ἔξοδον. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, συμφωνῶν κατ’ ἀρχὴν μὲ τὴν γνώμην ἡμῶν, διαφωνεῖ πρὸς ἄλλα, διαφωνεῖ πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι κρίνει, ὅτι διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ προσδιορίσῃ τὰ ὑπόλοιπα τῶν ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν εἰσπραττομένων ἐσόδων, ὅτι διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀνάγκης ταύτης ἔχομεν ἀνάγκην μεγάλων ποσῶν, ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἀρξώμεθα διὰ τῶν ὀλίγων, πρὶν ἢ ἐξασφαλίσωμεν αὐτὰ τὰ ὀγκώδη ποσὰ, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου προϋπολογίζει, ὅτι ἀπαιτοῦνται 60 ἑκατομμύρια, κρίνει δὲ, ὅτι ἐπὶ ἀνάγκης, τῆς ὁποίας ἡ πλήρωσις ἀπαιτεῖ τοσαῦτα ἑκατομμύρια, ἡ διάθεσις ὀλίγων ἑκατοντάδων χιλιάδων ἀποτελεῖ σταγόνα ἐν τῷ Ὠκεανῷ. Ἀλλὰ διατὶ νὰ μὴ ἀρξώμεθα ἤδη; Τίς οἶδεν, ἐὰν ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους δὲν ἤθελε καταστήσει δυνατὴν τὴν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης ταύτης; Τίς οἶδεν, ἂν δὲν ἤθελεν ἐπιτευχθῆ ἡ σύστασις εἰδικοῦ ταμείου διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐκπαιδεύσεως; Μήπως τοῦτο δὲν τὸ πράττει τὸ Κράτος; ἐρχόμενον ἐπίκουρον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐκπαιδεύσεως; Τὸ πράττει, ἀλλὰ τὸ πράττει ἐκ τῆς θελήσεως αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐὰν ἐξ ὅσων εἰσέπραξε προβαίνῃ εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, θέλει καταστήσει αὐτὸ εὐχερέστερον. Διὰ ταῦτα ἐξακολουθῶ ἐπιμένων, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι λυσιτελὴς καὶ ἀναπόφευκτος. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν εὑρέθην σύμφωνος μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης πολλάκις διαφωνεῖ πρὸς ἡμᾶς, καὶ κατὰ τὸ ῥῆμα τῶν νόμων καὶ κατὰ τὰς φράσεις καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν, καὶ δὲν ἀπορῶ ἐὰν διαφωνῇ καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Περὶ τοῦ διαγωνισμοῦ τῶν ἀπόρων δὲν διστάζω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Τὸν διαγωνισμὸν πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν μαθητῶν κρίνω ἐπιτήδειον μέσον, ἀλλὰ πρὸς ἀπαλλαγὴν ἀπὸ βαρῶν δὲν κρίνω σοβαρόν· ὅταν οἱ δικασταὶ ζητῶνται νὰ κρίνωσιν ἐπὶ διαγωνισμοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ σκοπὸς εἶναι ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ βάρους, δὲν γνωρίζω ἐὰν δύνανται νὰ εἴπωσιν εὐσυνειδήτως γνώμην, ἢ ἐὰν δὲν θὰ νομίσωσιν ὅτι ποιοῦνται πρᾶξιν φιλανθρωπίας, βραβεύοντες καὶ τοὺς μὴ ἀξίους βραβεύσεως. Οὕτω θέλει ἀλλοιωθῆ ἡ ἔννοια, ὁ σκοπὸς καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ διαγωνισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω αὐτόν.
§144ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ δύο νόμοι, οἱ κατὰ τὸ 1892 ψηφισθέντες, περὶ τῶν δικαστικῶν τελῶν καὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, εἶχον καθαρῶς ταμιευτικὸν χαρακτῆρα. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἐφρόνει, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δημοσίων προσόδων ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ σταθερὸν ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἠδύνατο ἡ πολιτικὴ τῆς ἐπαρκείας νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι τότε ὑφίσταντο. Ἐν ταῖς συζητήσεσιν, αἵτινες διεξήχθησαν πρὸς ἐπιψήφισιν καὶ τῶν δύο ἐκείνων νόμων, ὁ ταμιευτικὸς σκοπὸς τῶν νόμων τούτων δὲν ἀπεκρύβη. Ἐπειδὴ ὅμως ὡς πρὸς τὸν νόμον περὶ ἐπιβολῆς ἐκπαιδευτικῶν τελῶν προεβλήθησαν πολλαὶ ἀντιῤῥήσεις, πολλαὶ δ’ ἐξηνέχθησαν τότε γνῶμαι πρὸς ἀναίρεσιν τῶν ἀντιῤῥήσεων τούτων, ἐγένετο δὲ καί τις παρατήρησις, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῶν διδακτικῶν τελῶν νὰ βελτιωθῶσι τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως παρ’ ἡμῖν, ἀνομολογῶ, ὅτι ὁ σκοπὸς οὗτος ἦτο δευτερεύων, τοῦ πρωτίστου ὄντος κυρίως ταμιευτικοῦ. Τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη ἐπήνεγκον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου πρόσοδον 1,500,000. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν δικαστικῶν τελῶν, διότι δὲν προβάλλεται πρὸ ἡμῶν νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς ταῦτα, ἐπιφυλάσσομαι δὲ περὶ τούτου νὰ ἐκδηλώσω τὴν γνώμην μου, ὅταν τοῦτο προβληθῇ καὶ καθ’ οὓς ὅρους ἤθελε προβληθῆ. Βεβαίως τὸ βάρος, τὸ ἐπιβληθὲν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἦτο πιεστικὸν, δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι ἦτο ἐξαιρετικῶς πιεστικὸν τὸ βάρος τοῦτο, διότι ὑπῆρχον καὶ ὑπάρχουσιν ἕτεροι φόροι πιεστικώτεροι τούτων. Ἐξ ὅσων ἐγὼ ἀντελήφθην, ἐπισκεφθεὶς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω ἐπαρχίαν, καὶ ἐξ ὅσων ἀπὸ ἑτέρας ἐπαρχίας ἔλαβον πληροφοριῶν, τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη ἐν ἀρχῇ μὲν ἐφάνησαν πιεστικά, βραδύτερον δὲ μικρὸν κατὰ μικρὸν ἐγένοντο ἀνεκτά. Ὑπάρχουσι τοὐναντίον ἄλλοι φόροι, οἱ ὁποῖοι ἐξήγειραν κοινωνικὰς τάξεις πολυπληθεστέρας· ὑπάρχει ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὁ ὁποῖος, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἔχρηζε τροποποιήσεως, ἴσως καὶ μειώσεως, διότι κατὰ τοῦ φόρου τούτου ἡ τάξις τῶν οἰνοπαραγωγῶν εἶναι ἐξεγηγερμένη. Συνέβη μάλιστα ἔν τινι κωμοπόλει, ὅπου ὑπῆρχεν Ἑλληνικὸν σχολεῖον μονοτάξιον, νὰ ἀκούσω ἀπὸ τοὺς γονεῖς τῶν μαθητῶν, ὅτι ἤθελον εὐχαρίστως ὑποβληθῆ εἰς τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, ἐὰν δι’ αὐτῶν κατωρθοῦτο νὰ συντηρηθῇ Σχολαρχεῖον πλῆρες. Τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη ἰδίως ὡς πρός τινα ἰδιοσυντήρητα Γυμνάσια συνετέλεσαν εἰς τὴν συντήρησιν αὐτῶν, διότι ἄνευ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, μετὰ τὰς ζημίας αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον εἰς τὰ ἀποτελοῦντα τὴν περιουσίαν αὐτῶν κληροδοτήματα, ἐνδεδυμένα εἰς ἑλληνικὰ χρεώγραφα, διὰ τῆς προσόδου τῶν ὁποίων συνετηροῦντο τὰ Γυμνάσια ταῦτα, ἤθελε καταστῆ ἀνέφικτος ἡ περαιτέρω συντήρησίς των. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς, οὔτε νομίζω ὅτι εἶναι ἐπίκαιρον νὰ ὁμιλήσω κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐξ ἀρχῆς ἐφάνη ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὡς ὑπαγορευομένη ἐξ ἐπαγγελιῶν, πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 16 Ἀπριλίου γενομένων, καὶ ἑπομένως ὡς ἐπαγωγὸς πρὸς προσέλευσιν ἐκλογέων πρότασις. Σήμερον πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη θέλουσι διατεθῆ. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραττόμενον ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἀνήρχετο εἰς 1,500,000. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου προσεκλήθησαν οἱ ἀξιότιμοι εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου νὰ δηλώσωσι πρὸς τὴν Βουλὴν, κατὰ πόσον δι’ αὐτοῦ ἐλαττοῦται ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου, ἐδηλώθη δὲ, νομίζω, ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀντὶ 1,500,000 ἐλαττοῦται ἡ πρόσοδος αὕτη εἰς 900,000 δραχμῶν. Ἐὰν εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοὺς ἀπατῶμαι, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὲ διορθώσῃ, διότι, ὡς νομίζω, εἶπεν, ὅτι κατὰ 600,000 δραχ. ἐπέρχεται μείωσις ἐπὶ τῆς ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν προσόδου. Ἔχομεν λοιπὸν πρόσοδον ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ὡς μειοῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, 900,000 δραχμῶν. Ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3, καθ’ ἣν 200,000 δραχ. εἰσέρχονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἄρα ἀπομένουσιν 700,000. Ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4, καθ’ ἣν, μέχρις οὗ κανονισθῇ διὰ νόμου εἰδικοῦ ἡ συνδρομὴ ἡ ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ὀφειλομένη ὑπὸ τοῦ Κράτους πρὸς τὴν μέσην καὶ τὴν ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν, θέλει διατίθεσθαι τὸ ὑπολειπόμενον ποσὸν πρὸς ἀνέγερσιν διδακτηρίων. Ἄρα πρόκειται νὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ τῆς ἀνεγέρσεως ἐκπαιδευτηρίων 700,000 δραχμῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν νομίζω ἀνάξιον λόγου. Δὲν συμμερίζομαι τῆς γνώμης τοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, φρονοῦντος, ὅτι διὰ τὴν ἀνέγερσιν διδακτηρίων ἐν Ἑλλάδι ἀπαιτοῦνται 60,000,000. Πρόκειται πρὸ παντὸς περὶ δημοτικῶν σχολείων, εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι, ἂν ὄχι οἱ πλεῖστοι, πολλοὶ τῶν δήμων ἔχουσι τοιαῦτα σχολεῖα δημοτικά· τὰ δημοτικὰ μάλιστα ταῦτα ἱδρύματα, τὰ ἐπὶ τῇ βάσει πιστώσεως χορηγουμένης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἄλλοτε, νῦν δὲ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, κατ’ ἔτος διορθοῦνται, δαπανωμένων πρὸς τοῦτο 150,000 δραχμῶν. Βεβαίως ἔχομεν ἀνάγκην συμπληρώσεως τῶν διδακτηρίων, καὶ, κατ’ ἐμὲ, αὐτὴ εἶναι ἡ πρωτίστη ἀνάγκη τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως· εἰς οὐδὲν θέλουσι χρησιμεύσει οἱ δημοδιδάσκαλοι, εἰς οὐδὲν θέλουσι χρησιμεύσει ἅπασαι αἱ ἄλλαι θυσίαι τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχομεν τὰ κατάλληλα διδακτήρια. Κατ’ ἐμὴν ἑπομένως γνώμην, ἡ διάθεσις τῶν 700,000 δραχμῶν ὑπὲρ ἀνεγέρσεως δημοτικῶν σχολείων εἶναι ἡ προσήκουσα, δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἡ πρόνοια ἡ λαμβανομένη διὰ τοῦ αʹ ἐδαφ. τοῦ ἄρθρου 4 ἔχει ἄλλον σκοπὸν, εἰμὴ φαινομενικόν. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, τὸ Κράτος εἶναι ὑπόχρεων νὰ καταβάλλῃ τὰ ἔξοδα τῆς μέσης καὶ τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως, ἑπομένως ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους δύνανται πᾶσαι αἱ ἀνάγκαι τῆς μέσης καὶ ἀνωτάτης παιδείας νὰ θεραπευθῶσι. Τὸ ποσὸν ἄρα τῶν 700,000 δραχμῶν πρέπει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, νὰ διατίθεται ὁλόκληρον ὑπὲρ τῆς ἀνεγέρσεως διδακτηρίων· ἐὰν δὲ βραδύτερον, ὡς ἐλέχθη καὶ ὑπὸ τῶν εἰσηγητῶν τοῦ νομοσχεδίου, ἐξευρεθῇ καὶ ἕτερός τις πόρος, ὅστις ἤθελον ἐπαυξήσει τὴν χορηγίαν τῶν 700,000, βεβαίως ἤθελον εὐχηθῆ νὰ γένηται τοῦτο, ὥστε ἐν χρονικῇ περιόδῳ ὡς οἷόν τε συντομωτέρᾳ νὰ ὑπάρχωσιν ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους κατάλληλα διδακτήρια. Παρατηρῶ ὅμως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ὅτι δὲν ἀναγράφεται ὡρισμένως καὶ σαφῶς ἡ σύστασις εἰδικοῦ ταμείου, δὲν εἶχε δὲ ἄδικον ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτής, παρατηρήσας, ὅτι δὲν διαβλέπει ἐν ταῖς διατάξεσι ταύταις τὸν σχηματισμὸν εἰδικοῦ ταμείου πρὸς διαχείρισιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀποσπᾶται ἐκ τῶν διδακτικῶν τελῶν καὶ διατίθεται ὑπὲρ τῆς ἀνεγέρσεως διδακτηρίων. Φαίνεται ὅμως ἐμμέσως εἰς τὸν ἀναγινώσκοντα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἡ σύστασις εἰδικοῦ ταμείου, ὅταν διὰ τοῦ ἄρθρου 3 καθορίζηται ἡ παρὰ τινι Τραπέζῃ κατάθεσις τοῦ ποσοῦ τούτου, τοῦ ἐκ διδακτικῶν τελῶν προερχομένου. Ὅταν δὲν κατατίθεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡρισμένον τι ἔσοδον, ἀλλ’ εἰς μίαν Τράπεζαν, φυσικὸν εἶναι, ὅτι οἱ εἰδικοὶ νόμοι, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει τὸ ἄρθρον 4, θὰ διαμορφώσωσιν ἴσως τὰ τοῦ εἰδικοῦ τούτου ταμείου κατὰ τρόπον κανονίζοντα τὰ τῆς χρήσεως τῶν χρημάτων τῶν κατατεθησομένων παρὰ τινι Τραπέζῃ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, παρακαλῶ εἰς τὴν ἀπορίαν ταύτην νὰ ἀπαντήσωσιν οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου, μεταδίδοντες εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην των περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον, ἀνεξαρτήτως τῆς προνοίας, τὴν ὁποίαν θέλει λάβει ἡ Κυβέρνησις δι’ εἰδικοῦ νόμου κατὰ τὴν αʹ παράγραφον, θέλει διατίθεσθαι ὑπὲρ τῆς ἀνεγέρσεως διδακτηρίων· διότι, ἐὰν ὁ ὑπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ἀνήνεγκον, εἶναι ἀκριβὴς, πρόκειται νὰ διατίθενται 700,000 δρ. πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ποιούμεθα τοὺς αὐτοὺς ὑπολογισμούς. Ἄλλοτε γενομένου περὶ τούτου λόγου, ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν ποίαν ποιοῦμαι εἰκασίαν περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσπράττεσθαι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Νομίζω ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσπράττεσθαι, θέλει φθάσει μόλις εἰς τὸ ἥμισυ...
§146ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε ὅτι ἐλαττοῦται κατὰ 600,000 δραχμῶν.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· μόλις θέλει φθάσει εἰς τὸ ἥμισυ, ὑποθέτω ὅτι θέλει φθάσει εἰς 750 χιλιάδας δραχμῶν. Ἐὰν ἀφαιρέσητε 200 χιλιάδας, τὰς ὁποίας πληρόνει νῦν τὸ Δημόσιον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, τὸ εἰσαγαγὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, ὑπολείπονται 550 χιλιάδας δραχμῶν, ἐὰν ἀφαιρέσητε 80 ἢ 90 ἢ καὶ 100 χιλιάδας δραχμῶν, δι’ ἔξοδα τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων καὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν, ὑπολείπονται περίπου 450 χιλιάδες.
§148ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου κατὰ τὸν εἰδικὸν νόμον πρόκειται νὰ καταβάλλωνται 119,000.
§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν λάβητε ἀνὰ χεῖρας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, τὸν εἰσαχθέντα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Νοέμβριον ὑπὸ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, θέλετε εὕρει 189,680 δρ. ἔξοδα ἀναγραφέντα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργείου, διότι τὰ ἐξέταστρα καὶ τὰ ἄσκητρα ἀνέρχονται εἰς 105,080 περίπου, ἐκτὸς δ’ αὐτῶν ἀναγράφει καὶ δαπάνας 84,600 διὰ μισθοδοσίαν προσωπικοῦ τῶν συλλογῶν καὶ τῶν παραρτημάτων τῆς ἐπιστημονικῆς διδασκαλίας, ὡς θέλετε εὕρει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§150ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δαπάνη αὕτη ἀνέρχεται εἰς ποσὸν 119,000.
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ εἰσαχθεὶς εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν ἀπὸ τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ἐξήτασεν ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1894, τῆς ὁποίας εἰσηγητὴς ἦτο ὁ κ. Σιμόπουλος...
§152ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ἀνομολογεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον ἐστερήθη ἐσόδων τινῶν, δι’ ὧν κατέβαλλε πλείστας δαπάνας αὐτοῦ, ὡς καὶ τὰ ἐξέταστρα τῶν καθηγητῶν κλπ., τὰς ὁποίας εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ περικόψῃ, ἕνεκα τῆς ἐπιβολῆς τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα ὅμως οὐκ εὐκαταφρόνητα προσπορίζουσιν εἰς τὸ Δημόσιον ἔσοδα. «Ἕνεκα τούτου ἐθεώρησεν ἡ Κυβέρνησις ἐπιβαλλόμενον νὰ ἐπέλθῃ ἀρωγὸς τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ τούτου ἱδρύματος, καταβάλλουσα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐκτὸς τῶν διὰ τοῦ νόμου ΒΟΗʹ τοῦ ἔτους 1892 ὁρισθέντων ἐξετάστρων, μέρος τῶν ἄλλων δαπανῶν αὐτοῦ, καὶ ἰδίως τὰς δαπάνας τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τὰ ἄσκητρα τῶν φοιτητῶν. Ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχεν εἰδικὸς περὶ τούτου νόμος, συνετάχθη εἰδικὸν νομοσχέδιον, ὅπερ ὑποβάλλω, συνιστῶν τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ὡς ἀναγκαιοτάτου διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου.»
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδοὺ διατί. Τὸ Πανεπιστήμιον ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ τὰς 119,000 δρ., ἔχει δικαίωμα, διότι εἰσέπραττεν αὐτὰς ὡς δικαίωμα ἐξετάσεων καὶ δικαίωμα ἀσκήτρων, ἐστερήθη δὲ αὐτῶν μετὰ τὴν νομοθέτησιν τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐξετέλεσε τὸν νόμον περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ὑπέλαβεν ὅτι ὤφειλε νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ὅσα πρὸ τοῦ νόμου τούτου εἰσέπραττεν αὐτό. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὸ Πανεπιστήμιον ὑπέστη μείωσιν τῶν ἐσόδων αὐτοῦ ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τῶν εἰς ὁμολογίας κεφαλαίων αὐτοῦ, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον, τὸ εἰσαγαγὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν, περιέλαβε καὶ ἄλλας πλὴν τῶν 119,000 δρ. δαπάνας, αἱ ὁποῖαι προστιθέμεναι εἰς τὰς 119,000 ἀναβιβάζουσι τὴν εἰσφορὰν τὴν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον δοθησομένην εἰς 180 καὶ πλέον χιλιάδας δραχμῶν. Ἐὰν ζητήσητε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὴν σελίδα 10, θέλετε εὑρεῖ ὅτι μετὰ τῶν 313,440 δραχμῶν, αἵτινες ἀναγράφονται ἐν αὐτῇ διὰ μισθοδοσίαν καὶ ἐπιμίσθια τῶν καθηγητῶν καὶ διὰ μισθοδοσίαν τοῦ γραμματέως καὶ τῶν ὑπογραμματέων τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δαπάνη ὑπὸ τὸν τίτλον «προσωπικὸν τοῦ Πανεπιστημίου» ἀνέρχεται εἰς 503,120. Ἐὰν ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὰς 503,120 τὰς 313,440, ὑπολείπονται 189,680, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦνται πρῶτον ἀπὸ τὰς 105,080, τὰς ἀποδιδομένας ἀντὶ δικαιωμάτων ἐξετάστρων καὶ ἀσκήτρων, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττε κατὰ τὸ παρελθὸν τὸ Πανεπιστήμιον, δεύτερον δὲ ἐξ 84,600, τὰ ὁποῖα ἀποδίδωσι τὸ Κράτος λόγῳ βοηθείας, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις, ἡ συντάξασα τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, ἔκρινεν ὅτι πρέπει τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ εἰσενέγκῃ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἵνα τοῦτο δυνηθῇ νὰ συντηρήσῃ τὴν λειτουργίαν τῶν συλλογῶν καὶ τῶν παραρτημάτων τῆς ἐπιστημονικῆς διδασκαλίας.
§154ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ τοῦ προϋπολογισμοῦ φύλλῳ, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ἀναγράφονται τῷ ὄντι καὶ δαπάναι τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλ’ αὗται δὲν ἀνέρχονται εἰς ὃ ποσὸν ἀναφέρετε, διὰ τὸν λόγον, ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν ἀνεγράφοντο καὶ εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν προηγουμένων ἐτῶν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου. Μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ κατώτερον προσωπικὸν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν εἰσαγάγει εἰδικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐκανόνιζε τὰ τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο συζήτησις ἔν τε τῇ Βουλῇ καὶ τῇ εἰδικῇ ἐπιτροπῇ τῇ ὑπ’ αὐτῆς ἐκλεχθείσῃ. Ἐκ τῶν συζητήσεων ἐκείνων προέκυπτεν, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὸ κατώτερον προσωπικὸν ἀνέρχεται εἰς 119,000.
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ὅτι εἶναι 189,680, τὰς ὁποίας ἀνέγραφεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τοῦ ἔτους 1895 ἐν σελίδι 10, τὸ Ὑπουργεῖον τὸ εἰσαγαγὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν, καὶ ὅτι ἐκ τῶν 189,680 αἱ 105,080 εἶναι αἱ ἀποδιδόμεναι εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἀντὶ ἐξετάστρων καὶ ἀσκήτρων, ἑπομένως 84,600 αἱ πληρωνόμεναι εἰς τὸ Πανεπιστήμιον διὰ βοήθειαν αὐτοῦ, ὡς συνδρομὴ τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν συλλογῶν καὶ τῶν παραρτημάτων τῆς ἐπιστημονικῆς διδασκαλίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀποδίδεται ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου ὡς συνδρομὴ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἵνα μὴ διακοπῇ ἡ λειτουργία τῶν συλλογῶν καὶ τῶν παραρτημάτων τῆς ἐπιστημονικῆς διδασκαλίας, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνεγράφετο καὶ ἄλλοτε ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς, καὶ ἀφηρέθη ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν πρό τινων ἐτῶν, τώρα δὲ ἐπανερχόμεθα εἰς τὰ ἄλλοτε ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἀναγεγραμμένα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές.
§156ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἅπαν, μέρος αὐτοῦ.
§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πλὴν τοῦ μισθοῦ τοῦ γραμματέως τοῦ Πανεπιστημίου, δραχ. 400 κατὰ μῆνα, καὶ τῶν ὑπογραμματέων αὐτοῦ, δραχ. 240 καὶ 190, τὸ ὅλον 430, πλὴν αὐτῶν πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἀναγραφόμεναι δαπάναι οὐδέποτε ἀνεγράφοντο ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους· καὶ ἀπαγγέλλω αὐτὰς μίαν πρὸς μίαν, διότι πάντες ἐνθυμοῦνται τὰ ἀναγραφόμενα ἄλλοτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Δὲν ἀνεγράφετο εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς ἡ πληρωμὴ τοῦ βοηθοῦ τοῦ γραφείου τῆς Πρυτανείας, τοῦ βοηθοῦ τοῦ γραφείου τῶν Σχολῶν, τοῦ λογιστοῦ, τοῦ ὑπολογιστοῦ, τοῦ ταμίου, τοῦ ἀρχιτέκτονος, τοῦ ἐπιστάτου τοῦ Πανεπιστημίου, τοῦ ἀρχικλητῆρος καὶ τῶν κλητήρων, τῶν καθαριστῶν, τοῦ νυκτοφύλακος, τοῦ κηπουροῦ τοῦ Πανεπιστημίου, τῆς Ἀκαδημίας καὶ τοῦ Χημείου, τοῦ φύλακος τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Πανεπιστημίου, τοῦ ἐπιμελητοῦ τοῦ Χημείου καὶ πάντων τῶν ἄλλων, ὅσοι ἀναγράφονται ὑπὸ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ κεφ. γʹ καὶ ἐν σελίδι 10 τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ταῦτα ποτὲ δὲν εἶχον ἀναγραφῆ, ἑπομένως ἀνεγράφησαν μόνον κατὰ τὸ 1895, διότι τὸ Κράτος, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἐκρίθη ὅτι ὤφειλε νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἀφοῦ τὰ τακτικὰ ἔσοδα αὐτοῦ δὲν ἐπήρκουν, ἵνα ἐξακολουθήσῃ ἡ λειτουργία τῶν συλλογῶν καὶ τῶν παραρτημάτων, τὰ ὁποῖα βοηθοῦσι τὴν πανεπιστημιακὴν διδασκαλίαν.
§158ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 ἀνεγράφησαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1894· ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται χρῆσις τῶν πιστώσεων τούτων, διότι δὲν εἶχε ψηφισθῆ ὁ εἰδικὸς νόμος, ὁ κανονίζων τὰ τῶν θέσεων.
§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τοὺς προηγουμένους προϋπολογισμοὺς οὐδέποτε ἀνεγράφοντο.
§160ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοὺς πρὸ τοῦ 1894 προϋπολογισμοὺς δὲν ὑπῆρχον αἱ θέσεις αὗται, διότι συνετήρει ταύτας τὸ Πανεπιστήμιον. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη. Προστίθημι ὅμως, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 119,000 δραχμῶν εἶχε θεωρηθῆ ὡς τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ὤφειλε τὸ Κράτος νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ὡς συνδρομὴν λόγῳ τῶν εἰσπραττομένων ἀσκήτρων καὶ διδάκτρων. Μάλιστα ἐν τῇ εἰδικῇ ἐπιτροπῇ τῇ πολυμελεστάτῃ, τὴν ὁποίαν εἶχε ἐκλέξει ἐπὶ τούτῳ ἡ διαλυθεῖσα Βουλή, ἐγένετο μακρὰ περὶ τούτου συζήτησις, τότε δὲ ἐπροτάθη ἀκριβῶς τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον προτείνεται καὶ ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ τὸ μέτρον τοῦ νὰ χορηγηθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 120 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ οὕτω νὰ μὴ ἀναγραφῶσιν αἱ θέσεις αὗται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Δὲν ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη αὕτη· ἐπεκράτησεν ἡ ἀντίθετος γνώμη, νὰ καθορισθῶσι λεπτομερῶς τὰ τῶν θέσεων τούτων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἐν τῷ εἰδικῷ ὀργανικῷ νόμῳ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μεγάλη διαφορά. Ἐγὼ κυρίως ἐξεδήλωσα τὴν ἀπορίαν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου προηγουμένην δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη νὰ μειωθῶσι κατὰ 600,000, καὶ ἑπομένως νὰ ἔχωμεν τοῦ λοιποῦ ἔσοδα 900,000. Ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ δηλώσει στηριζόμενος, ὑπολογίζω, ὅτι θὰ ἔχωμεν 600,000 δραχμὰς ὑπὲρ τῆς ἀνεγέρσεως διδακτηρίων.
§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προϋπολογισμὸς ἀκριβὴς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνταχθῇ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ εἰσπραχθῇ ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν· διότι, ὡς εἶναι ἤδη γνωστὸν καὶ τοῖς ἄλλοις κυρίοις Βουλευταῖς, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἔφερεν ὀλέθρια εἰς τοὺς ἐκπαιδευομένους ἀποτελέσματα· ἀμέσως κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ἔτρεψεν εἰς φυγὴν 16 καὶ πλέον χιλιάδας νέων. Ἡ ἐλάττωσις δύναται νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτούς. Ἐνδέχεται τὰ εἰσπραχθησόμενα νὰ ἀνέλθωσιν εἰς ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω, ἀλλ’ ἔκρινα ὅτι θὰ φθάσωσι μέχρι τοῦ ἡμίσεως, διότι δὲν εἶμαι βέβαιος περὶ τῶν ἀμέσων ἀποτελεσμάτων. Ἐὰν ὑπέβαλλον εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν, αἵτινες ἀπῄτουν ὡρισμένον ποσὸν, ἦτο εὔλογον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος νὰ ἐπιθυμήσῃ νὰ παραστήσῃ, ὅτι τὸ εἰσπραχθησόμενον ποσὸν δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, ἀφοῦ μάλιστα αἱ ἀνάγκαι αὗται χρήζουσι προσδιωρισμένου ποσοῦ, δὲν ἀρκεῖ ἡ διάθεσις πρὸς θεραπείαν αὐτῶν ποσοῦ ἐλάσσονος. Ἐγὼ ἐποιησάμην ὑπόθεσιν, ἥτις ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἐσφαλμένη, ἐνδέχεται νὰ ἐπαληθεύσῃ. Ἀλλ’ εἴτε εἶναι ἐσφαλμένη, εἴτε ἐπαληθεύσει, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν θέλει ἐπιφέρει ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκπαιδευομένων. Ὡς πρὸς δὲ τὴν πανεπιστημιακὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ἠμέλησα καὶ ἐγὼ νὰ ἐκπληρώσω ὅ,τι ὤφειλον ἴσως νὰ πράξω, ἂν καὶ ὁ καιρὸς ἦτο βραχύτατος. Ἐκάλεσα παρ’ ἐμοὶ τὸν κ. Πρύτανιν, ἔλαβον μακρὰν μετὰ τούτου συνέντευξιν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐζήτησα λεπτομερεῖς πληροφορίας περὶ τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου, περὶ τῶν ἐσόδων αὐτοῦ, εἴτε ἐκ κτημάτων ἀστικῶν, εἴτε ἐκ κτημάτων ἀγροτικῶν, εἴτε ἐξ ὁμολογιῶν τῶν ἐθνικῶν δανείων, καὶ μετὰ τοῦτο, ὅταν προετέθη τὸ ζήτημα ὑπὸ τοῦ κ. Πρυτάνεως, ἐὰν δὲν ἦτο καλλίτερον, τὸ Δημόσιον νὰ ἀποδίδῃ ποσὸν ὡρισμένον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, αὐτὸ δὲ νὰ διαθέτῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅπως ἂν βούληται, μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἦτο ὀρθοτέρα ἡ γνώμη τοῦ συντάξαντος τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν προϋπολογισμὸν, ὅστις ἦτο ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου, καθ’ ὃν χρόνον εἰσήχθη ὁ προϋπολογισμός. Ὁ συντάξας τὸν προϋπολογισμὸν τὸν εἰσαχθέντα εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν ἐπροτίμησε νὰ μὴ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἄδειαν νὰ χορηγήσῃ ποσόν τι εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ὅπως τοῦτο διαθέσῃ αὐτὸ εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπροτίμησε νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὰς ἀνάγκας τοῦ Πανεπιστημίου καὶ νὰ ζητήσῃ τὸ διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἀπαιτούμενον ποσόν. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο παρεῖχε περισσοτέρας ἐγγυήσεις διὰ τὴν ἀκρίβειαν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπεδέχθην αὐτό.
§162ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μολονότι παρενέπεσε λογιστικὴ συζήτησις, ἥτις σχετίζεται μᾶλλον μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 35 νομοσχέδιον καὶ ἥτις ἴσως θὰ ἐπαναληφθῇ ἐκεῖ, οὐχ ἧττον νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐξέφρασε λύπην, μὴ συμφωνῶν μαζί μου...
§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παντάπασιν.
§164ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν ὁποίαν λύπην καὶ ἐγὼ συμμερίζομαι.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν λύπην ταύτην ἠσθάνθην μίαν φορὰν, καὶ ὑμεῖς ἠξεύρετε πότε.
§166ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Τὴν λύπην του τὴν συμμερίζομαι ἐγὼ καὶ τώρα, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὸ ῥῆμα, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἀρέσκομαι νὰ διαφωνῶ καὶ εἰς τὰ ῥήματα καὶ εἰς τὴν οὐσίαν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπαναλάβῃ τὴν φράσιν ταύτην, ὅταν δὲν διαφωνῶ μήτε εἰς τὰ ῥήματα μήτε εἰς τὴν οὐσίαν, καὶ πρὸ πάντων ὅταν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετ’ αὐτοῦ. Νομίζω δὲ, ὅτι θὰ ὁμολογήσῃ ὅτι συνεφώνησα εἰς οὐσιωδεστάτας διατάξεις, καὶ ὅτι προσεπάθησα, ἐκπληρῶν καθῆκον, τὸ ὁποῖον νομίζω ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐμὲ, νὰ βελτιώσω πολλὰς ἐκ τῶν διατάξεων τούτων· μάλιστα ἓν τῶν κυριωτέρων νομοσχεδίων προσεπάθησα νὰ τὸ καταστήσω καὶ ἐφαρμόσιμον. Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἐγὼ λυποῦμαι, διότι εὑρίσκομαι ἐν διαφωνίᾳ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς θεμελιώδους διατάξεως τῶν δύο ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, τῆς χρησιμότητος εἰδικῶν πόρων καὶ τῆς εἰδικῆς διαχειρίσεως αὐτῶν. Λυποῦμαι δὲ τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐπὶ ἔτη ἤμεθα καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνοι, πολεμοῦντες τὴν πορείαν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς.
§167Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ οὐδέποτε ἐπολέμησα τὴν ὕπαρξιν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας.
§168ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεως, τὰς καταχρήσεις, τὰς ὁποίας ἐγέννα, καὶ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἤμεθα δὲ ῥιζικώτερον σύμφωνοι διὰ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ προείδομεν καὶ ἐκ συμφώνου τὰ ἐπολεμοῦμεν. Ὑπέθετον ὅτι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἠθέλομεν τοὐλάχιστον, συνεχίζοντες τὰς θεμελιώδους γνώμας, αἵτινες μᾶς ὤθουν τότε, ἵνα προσπαθῶμεν νὰ ὑποδεικνύωμεν τὰ ἄτοπα τῶν δύο τούτων ταμείων, ἠθέλομεν καὶ ἐνταῦθα τοὐλάχιστον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εὑρεθῆ σύμφωνοι καὶ προσπαθήσει, ὅπως καὶ τὴν ἰδέαν τῆς βελτιώσεως τῆς μέσης καὶ τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως καὶ τὴν ἰδέαν τῆς κατὰ τὰς δυνάμεις τῆς χώρας ἱδρύσεως ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων τὰς συνδυάσωμεν μὲ τὰς θεμελιώδεις ἐκείνας ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζομεν, στηριζόμενοι ἐπὶ πραγμάτων ἀναμφισβητήτων καὶ ὁδηγούμενοι ἐκ τοῦ παρελθόντος. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω τὴν συζήτησιν· λέγω τοῦτο ὡς ἁπλῆν ἐπιβαλλομένην εἰς ἐμὲ ἀπάντησιν εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι διαφωνῶ, διότι θέλω νὰ διαφωνῶ. Ὄχι· διαφωνῶ διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἷα ἀποτελέσματα ἔφερον ἐκεῖνα τὰ ταμεῖα, ἀνάλογα θὰ φέρῃ καὶ ἡ εἰδικοποίησις καὶ ἡ ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ διαχείρισις τῶν εἰδικῶν τούτων πόρων.
§169ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν θὰ πληρώνωνται καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιθεωρήσεως. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ γίνεται λόγος περὶ διαθέσεως τοῦ ἐσόδου τοῦ ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἀλλὰ μνημονεύονται μόνον αἱ 200,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ χορηγῶνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀντὶ τῶν δαπανωμένων ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, νομίζω ὅτι ὁ τόπος εἶναι ἐνταῦθα, ὅπως μνημονευθῇ καὶ ἡ διάθεσις μέρους αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς ἐπιθεωρήσεως.
§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸ ἀναγράψω.
§171ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐμπεριέχεται ἡ ἰδέα ἐνταῦθα, διότι λέγει «εἰς βελτίωσιν τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως».
§172Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βραχεῖαν ὀφείλω ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ κυρίως νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, ὅτι δὲν ηὐτύχησα νὰ μεταδώσω αὐτῷ τὴν ἀπαραίτητον ἀνάγκην, ὅπως ἀνοιχθῇ ἡ θύρα τῆς παιδείας εἰς τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προκατειλημμένος ὢν ἐναντίον τῶν διαγωνισμῶν, ἐκηρύχθη κατὰ τῆς προτάσεώς μου. Δὲν γνωρίζω ποίαν γνώμην ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι θὰ ἐπιδράσῃ ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ θὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν γνώμην αὐτοῦ. Τὸ ζήτημα τὸ θεωρῶ ἱκανῶς σπουδαῖον, καὶ διὰ τοῦτο ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπαναλάβω τὴν πρότασιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις σκεφθῇ ὡριμώτερον περὶ αὐτῆς. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἦναι προκατειλημμένη κατὰ τῶν διαγωνισμῶν, ὑπάρχουσιν ἄλλοι τρόποι· παραδείγματος χάριν, οἱ λαμβάνοντες τὸν δεῖνα βαθμὸν μέχρι τοῦ ἄριστα νὰ ἔχωσι δικαίωμα κληρώσεως πρὸς ἀτέλειαν, ἢ ὁ ὀρφανὸς πατρὸς καὶ μητρός, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀλλ’ εἶναι ἀπαραίτητον ν’ ἀναγραφῇ διάταξίς τις, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἀνοιχθῇ ἡ θύρα εἰς τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν μεγίστῃ ἀνισότητι πρὸς τὴν εὔπορον τάξιν. Ἐὰν ἀπελπισθῶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, θὰ λάβω τὸ θάῤῥος καὶ τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, ἵνα μέχρι τέλους ἐκπληρώσω τὸ ἐμὸν καθῆκον, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ εὑρεθῶσι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ἵνα μὲ ὑποστηρίξωσιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο δὲν συμβῇ, θὰ κάμω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ ἐμὴ συνείδησις μοὶ ἐπιβάλλει. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ διὰ τὰ δικαστικὰ τέλη, εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀληθῶς μεγάλην χαρὰν ἠσθάνθην, ἀκούων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως συμφωνοῦντος περὶ τοῦ ἐπαχθοῦς τῶν δικαστικῶν τελῶν. Ἀλλ’ ἡ χαρά μου πολὺ ὀλίγον διήρκεσε, διότι, ὡς ἐκ τοῦ φάσματος τῶν δανειστῶν, ἔδειξεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι πρέπει ἡ ἐπαχθὴς αὕτη κατάστασις νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ἴσως ἐπ’ ἄπειρον. Εἶναι λίαν πρόωρον νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἰδέαι τινὲς δύνανται νὰ ὦσιν ἐπιβλαβεῖς, ἐὰν ἐπικρατήσωσιν. Οἱ κύριοι δανεισταί, ἐὰν καλῶς ἐνόησα, ἐστραμμένα τὰ βλέμματα αὐτῶν ἔχουσιν ἐρωτικῶς, δύναμαι νὰ εἴπω, πρὸς τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου. Ἐὰν δεσμεύσωμεν τὸ ἔσοδον τοῦτο καὶ δώσωμεν τὴν ἐλπίδα εἰς τοὺς δανειστάς, ὅτι θὰ μείνῃ τὸ ἔσοδον αὐτὸ ὑπὲρ ἐκείνων, καὶ ὅτι δὲν θέλομεν τὸ θίξει, καὶ ἂν ἀκόμη ἀπάνθρωπος ἦναι ὁ φόρος οὗτος, δυνάμεθα νὰ δεσμευθῶμεν εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα. Νομίζω ὅτι τοιαύτη ἀρχὴ δὲν εἶναι ὀρθή, ὄχι μόνον διότι δὲν εἶναι σύμφωνος καὶ μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει μειώσεις τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου καὶ ἑπομένως ἤμεθα ἀνακόλουθοι, λέγοντες ὅτι δὲν προβαίνομεν εἰς μειώσεις, ἀλλὰ καὶ διότι, ἐὰν ἀποκρυσταλλώσωμεν τὰ ἐπαχθέστατα δικαστικὰ τέλη, ἀποκρυσταλλοῦμεν τὴν κακίστην ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Διὰ τοῦτο, εἰ καὶ πρόωρον...
§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐντελῶς.
§174Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. .. νὰ εἰσέλθω εἰς περισσοτέρας λεπτομερείας, νομίζω ὅτι τόσον ὡς πρὸς τὰ δικαστικὰ τέλη, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, πρέπει ἀκριβῶς καὶ πρὸ τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ νὰ ληφθῶσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ ποθουμένη βελτίωσις, ἡ τόσον στενῶς καὶ ἀῤῥήκτως συνδεομένη μὲ τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, μὲ τὴν πρόοδον τῆς χώρας.
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποιοῦμαι τὴν ἐξήγησιν, ὅτι καὶ ἐγὼ θεωρῶ πρόωρον πᾶσαν μελέτην περὶ τῶν ὅρων, οἵτινες θέλουσι τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν μεταξὺ τῶν δανειστῶν καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Κράτους. Θὰ ηὐχόμην δὲ νὰ ἐπιφυλαχθῶσι πάντες οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπὶ τούτων παρατηρήσεις των, ὅταν προταθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν τὸ σχέδιον τοῦ συμβιβασμοῦ...
§176Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τούτου μίαν ἐξήγησιν, κύριε Πρωθυπουργέ. Ἐγὼ δὲν ἤθελον κάμει λόγον, ἐὰν σεῖς δὲν ἐφέρετε τὸν λόγον, ἴσως δὲ καὶ ὑπόσχεσίν τινα δὲν ἐδίδετε.
§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παντάπασιν. Ἴσως ὡμίλησα πολὺ ἀσαφῶς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐνοήθην. Ἀλλ’ ἂς τὸ ἀναβάλωμεν... Ἐγὼ πᾶσαν κρίσιν καὶ γνώμην, τὴν ὁποίαν οἱ κύριοι συνάδελφοι ἔχουσι περὶ τῶν θεμάτων τούτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν δέχομαι τὴν δημοσίαν συζήτησιν, εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὴν δέχωμαι κατ’ ἰδίαν. Ἀποτείνω δὲ τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἵνα πείσω αὐτὸν, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, ὅταν ἤμεθα ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, παρεπονούμεθα κατὰ τοῦ θεσμοῦ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Παρεπονούμεθα κατὰ τῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο ἐν τῇ διοικήσει τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἐγὼ οὐδέποτε παρεπονέθην κατὰ τοῦ θεσμοῦ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Τότε ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἡ διοίκησις αὐτοῦ ἐγίνετο μετ’ ἀπερισκεψίας, ὅτι ἡ διαχείρισις αὐτοῦ ἦτο σπάταλος, ὅτι ὑπεβάλλετο εἰς ὑποχρεώσεις ἀνωτέρας τῶν δυνάμεων αὐτοῦ, ὅτι ὁ ἔλεγχος ἦτο ἀτελής. Ἐὰν ἠθέλετε μὲ καταγγείλῃ ἐπὶ καταχρήσεσι παραπλησίαις, ἴσως ἤθελον συμφωνήσει μαζύ σας, ἵνα πολεμήσωμεν τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῶν καταχρήσεων. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ αἱ καταχρήσεις αὗται δὲν λάβωσι χώραν, νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς εἶναι πολὺ ἄδικος, νὰ μεταχειρίζηται αὐτὰς, ἵνα πολεμήσῃ τὰς προτάσεις μας, καὶ νὰ φαίνηται ἀγορεύων κατὰ καταχρήσεων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ περὶ τῶν ἑδρῶν καὶ τῶν μαθημάτων τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου νόμου.
§179Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ ἀναβάλωμεν εἰς ἄλλην ἡμέραν, διότι δὲν ἔχομεν μεθ’ ἡμῶν τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πολιτικῶν γεωμετρῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§181Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μίαν ἐρώτησιν μόνον. Αὐτοὶ οἱ γεωμέτραι εὑρίσκονται εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκονται ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ μηχανικοῦ τμήματος. Ἐπανερχόμενοι θὰ εὑρεθῶσιν ὑπὸ τὴν αὐτὴν κατάστασιν; δὲν θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς ἰδιαιτέραν τινά;
§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εὑρίσκοντο ὑπὸ τὸ κράτος καὶ τὴν προστασίαν διατάξεων μονιμότητος, διότι ἀπετέλουν μέρος τοῦ σώματος τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν, κατετάχθησαν δὲ εἰς τὸ σῶμα τοῦτο οὐχὶ ὀρθῶς, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀπολαύωσιν ἰδιαιτέρας τινὸς προστασίας. Τώρα ἀποσπῶνται ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦτο καὶ ἐπανέρχονται εἰς ἣν ἦσαν πρότερον κατάστασιν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ λαμβάνωσι τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον ἐλάμβανον ὡς γεωμέτραι, πρὶν ἢ καταταχθῶσιν εἰς τὸ σῶμα τῶν μηχανικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν).
§184Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τὰ μαθήματα τοῦ γεωμέτρου, κατόπιν, παραμένοντες ἐν τῷ σχολείῳ τῶν τεχνῶν, ἐξακολουθοῦσι μαθήματα ἐργοδηγῶν. Αὐτοὶ βεβαίως ἀποκτῶσι γνώσεις περισσοτέρας καὶ δύνανται νὰ ὦσι χρησιμώτεροι. Δὲν φρονεῖ ὁ κ. Πρόεδρος ὅτι δύναται νὰ περιλάβῃ καὶ τοὺς ἐργοδηγοὺς αὐτοὺς, ὥστε νὰ δύνανται νὰ καταταχθῶσιν ὑπὸ μίαν κατηγορίαν γεωμετρῶν;
§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅπως κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον κατετάσσοντο γεωμέτραι, οὕτω καὶ νῦν θὰ κατατάσσωνται. Νομίζω δὲ, ὅτι κατετάσσοντο ἀναλόγως τοῦ διπλώματος, τὸ ὁποῖον ἔφερον.
§186Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον, ἐὰν φρονῇ ὅτι δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, νὰ τὸ πράξῃ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὰς προηγουμένας συζητήσεις).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καθορισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἐφοριῶν τοῦ Κράτους. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§188ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, λόγῳ ὑπηρεσίας, νὰ προαχθῇ ἡ Ἐφορία τοῦ Ξηροχωρίου, διότι ἡ ἐπαρχία αὕτη καὶ πολλὰς γαίας ἔχει καὶ πολλὰ χωρία, εἰς τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν γαῖαι. Σύγκειται δὲ ἐκ τριῶν δήμων, καὶ ἡ ἀπόστασις εἶναι μεγάλη· ἀπὸ τοῦ Βασιλικοῦ μέχρι τῆς πρωτευούσης εἶναι 6 ὧραι. Καὶ οἱ ἔφοροι ὅλοι καὶ οἱ γραμματεῖς μοὶ ἔκαμον πολλάκις παράπονα, ἀλλὰ δὲν εὕρισκον κατάλληλον περίστασιν, ἵνα τὰ ὑποβάλω. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς νοημονέστερον πάντων καὶ εἰδικὸν τῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν νομίζῃ ὅτι ἡ πρότασίς μου θὰ ὠφελήσῃ τὸ Δημόσιον καὶ θὰ εὐκολύνῃ τοὺς φορολογουμένους, νὰ τὴν παραδεχθῇ, διότι εἶναι ἀδύνατον ὁ ἔφορος μόνος νὰ ἐπαρκέσῃ.
§189Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπὸ τοῦ χρόνου καθ’ ὃν ἐξεδόθη ὁ νόμος, δι’ οὗ διωργανώθησαν αἱ Ἐφορίαι, μέχρι τοῦδε παρῆλθον πολλὰ ἔτη, μετεβλήθησαν δὲ καὶ ἐν πολλοῖς καὶ τὸ ποσὸν τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὰ ἄλλα καθήκοντα τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων, ἐπηρεαζομένου τούτου τοῦ πράγματος ἀπὸ τὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις τοῦ τόπου. Διὰ τοῦτο καὶ παρ’ ἄλλων συναδέλφων καὶ ἀλλαχόθεν ἔχω παραστάσεις τοιαύτας. Τὰς παραστάσεις ταύτας θέλομεν συγκεντρώσει καὶ θέλομεν ἀσχοληθῆ ἐπὶ τῆς μελέτης αὐτῶν. Ἄν δὲ κριθῇ ἀναγκαῖον κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον, δυνάμεθα νὰ προτείνωμεν τροπολογίαν ἐπ’ αὐτῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ ἀσχοληθησομένου εἰς τὰ λιμενικὰ ἔργα προσωπικοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθησαν κατὰ τὰς προηγουμένας συζητήσεις).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα δαπάνη διὰ τὸ ἀποσπώμενον κατὰ τὸν παρόντα νόμον προσωπικὸν καταβάλλεται ὑπὸ τοῦ οἰκείου λιμενικοῦ ταμείου.»
§192Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου θὰ παρατηρήσω, ὅτι πολλὰ ἔργα δὲν περατοῦνται, ἢ περατούμενα διαιωνίζονται κατὰ τὴν παραλαβήν. Αἱ ἐργασίαι τοῦ λιμένος Ἄνδρου π. χ. ἐπερατώθησαν τὸ 1889, ὡς τοῦ κυματοθραύστου, ἐπὶ 6 δ’ ἔτη ἐπλήρονεν ἀδικαιολογήτως μηχανικοὺς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον. Τὰ τοιαῦτα, συμβαίνουσι πολλάκις, καὶ πληρόνουσι τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, χωρὶς οὐδεὶς τοῦ προσωπικοῦ νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίαν· ἐν ἀνάγκῃ δὲ, δύναται νὰ μείνῃ μόνος ὁ μηχανικός. Ἑπομένως ὑποβάλλω τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν (ἀναγινώσκει): «Ἡ μισθοδοσία τοῦ κατὰ τὸν παρόντα νόμον ἀποσπασθησομένου προσωπικοῦ ἄρχεται δέκα ἡμέρας πρὸ τῆς ὁριζομένης εἰς τὸν ἀναδειχθησόμενον ἐργολάβον πρὸς ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν προθεσμίας, καὶ παύει μετὰ τεσσαρακονθήμερον ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἐργασίας ἢ τῆς ὁπωσδήποτε διακοπῆς τῶν ἔργων.»
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἐντελῶς ἔργον τῆς διοικήσεως, διότι Ὑπουργὸς, διατηρῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν προσωπικὸν μὴ ἐργαζόμενον, ποιεῖται κατάχρησιν. Μ’ ὅλα ταῦτα, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ τοῦτο περισσότερον, νομίζω ὅτι δύναται νὰ γραφῇ οὕτω: «Πᾶσα δαπάνη διὰ τὸ ἀποσπώμενον κατὰ τὸν παρόντα νόμον προσωπικὸν καταβάλλεται ὑπὸ τοῦ οἰκείου λιμενικοῦ ταμείου ἐπὶ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ.»
§194ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι πληρέστερον.
§195Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑποθέτει πάντοτε, ὅτι εἶναι Κυβερνήσεις λειτουργοῦσαι καθ’ ὅλους τοὺς νομίμους τύπους· ἀλλ’ ὅταν νομοθετῶμεν, δὲν νομοθετοῦμεν ἀποβλέποντες εἰς τὰ σημερινὰ πρόσωπα, ἀποβλέπομεν εἰς τὸ μέλλον. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἔχοντες πρόχειρα διδάγματα τῆς προτέρας καταστάσεως, καὶ ἐξακολουθοῦντες καὶ νῦν νὰ πληρόνωμεν ἄνευ ἀνάγκης μηχανικοὺς διὰ μελέτας, διὰ σχέδια κλπ., ἔχοντες, λέγω, ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, πρέπει νὰ παύσωμεν σκεπτόμενοι οὕτω.
§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Συνωμολογήθη σύμβασις μεταξὺ τῶν μηχανικῶν αὐτῶν καὶ τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία ἔχει διάρκειαν χρόνου· ἡ διάρκεια αὕτη ἀκόμη δὲν ἔληξε, καὶ διὰ τοῦτο ἐξακολουθοῦσιν ὑπηρετοῦντες, εὐθὺς δὲ ὡς λήξῃ ἡ σύμβασις, θὰ παυθῶσιν.
§197Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἀκριβῶς. Ὅτε ὅμως συνωμολογήθη ἡ σύμβασις, κύριε Πρόεδρε, τὰ ἔργα εἶχον καταπαύσει.
§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ Ὑπουργοί.
§199Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ δι’ αὐτὸ, ἐνῷ εἶχον καταπαύσει τὰ ἔργα, ἐνῷ σκοτεινὸν βλέπω τὸ μέλλον ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαφόρων ἔργων, μ’ ὅλα ταῦτα βλέπετε ὅτι συνομολογεῖται σύμβασις καὶ ὑποχρεοῦται τὸ Δημόσιον, χωρὶς νὰ ἐκτελῇ καμμίαν ἐργασίαν, νὰ πληρόνῃ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, τὰ ὁποῖα σχηματίζονται ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ ναύτου καὶ ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ λαοῦ, ὅστις ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ πλοῖόν του ἢ τὴν λέμβον του, πρέπει νὰ τὰ ἀσφαλίσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία μου ἐξασφαλίζει ἐξ ἴσου καὶ τὸ προσωπικὸν τὸ ἀσχοληθησόμενον εἰς τὰ λιμενικὰ ἔργα, καὶ τὸ ταμεῖον τὸ λιμενικόν. Ἀρκοῦμαι εἰς αὐτά. Πιστεύω δὲ, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην.
§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδιορίσωμεν δι’ ὅρων προτέρας ἐργασίας. Ἐν τῇ τροπολογίᾳ σας ἀναφέρετε δέκα ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως, 40 ἡμέρας μετά· δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐκ τῶν προτέρων ἦναι ὁ προσδιορισμὸς ἀκριβής. Πῶς θέλετε ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ διατὶ εἶναι 30 καὶ ὄχι 20;
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρετε τὴν τροπολογίαν σας, κύριε Σχινᾶ;
§202Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἄς ἀποῤῥιφθῇ.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σχινᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ὑποδεεστέρου προσωπικοῦ τῶν δημοσίων ἔργων. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ κ. Μυλωνᾶ, ἔχουσα οὕτω:
§205ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν δημοσίων ἔργων. «αʹ) Βοηθῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ νόμου ΑΧΚΑʹ τῆς 24 Δεκεμβρίου 1887 περιορίζεται εἰς 18, καὶ αἱ κατὰ τὰ ἄρθρα 16 καὶ 17 τοῦ νόμου ΑΧΚΑʹ τοῦ 1887 καὶ 4 τοῦ νόμου ΑΨΝΔʹ τοῦ 1889 θέσεις τῶν βοηθῶν τῶν δημοσίων ἔργων καταργοῦνται. «Οἱ δὲ κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας διατελοῦντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀφομοιοῦνται πρὸς τοὺς κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ΧΠΗʹ τῆς 6 Φεβρουαρίου 1878 καὶ 1 τοῦ νόμου ΑΥΜʹ τῆς 27 Μαΐου 1887 βοηθοὺς μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν ἐργοδηγοῦ, καὶ προάγονται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 26 τοῦ ΑΧΚΑʹ νόμου, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὦσιν ἐν τῇ αὐτῇ τάξει, πλὴν τῆς τετάρτης καὶ τῆς τῶν μαθητευομένων πλείονες τῶν τεσσάρων. «Οἱ βοηθοὶ αʹ τάξεως κατατάσσονται εἰς τὴν 4ην τάξιν, οἱ τῆς βʹ εἰς τὴν τῶν μαθητευομένων. «βʹ) Τῶν ἐπιστατῶν κατὰ τὸν νόμον ΑΨΛΕʹ τῆς 29 Μαρτίου 1889 ὁρίζεται εἰς 14 πρώτης τάξεως, εἰς 14 δευτέρας καὶ εἰς 10 τρίτης.»
§206Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι διότι δὲν δύναμαι νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Βουλευτήν, τὸν προβαλόντα τὴν τροπολογίαν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπροτάθη διὰ νὰ προσδιορίσῃ τὰς ἐλαττώσεις, αἵτινες πρέπει νὰ νομοθετηθῶσι, τοῦ προσωπικοῦ τῶν δημοσίων ἔργων, οὐχὶ δὲ διὰ νὰ ὀργανώσῃ τὸν κλάδον. Ἡ τροπολογία, ἡ προταθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, εἶναι τροπολογία ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων, ἑπομέως πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μυλωνᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2.
§208ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Οἱ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς διατάξεως τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ἀπολυτέοι ἐκ τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ βοηθῶν καὶ ἐπιστατῶν ὁρισθήσονται ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων.»
§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ νὰ ἀσφαλισθῇ περισσότερον ἡ ἐπιτυχὴς ἐκλογὴ τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων, παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου αἱ λέξεις «ἐκ τῶν νεωτέρων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.»
§210ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνδέχεται νὰ ἦναι καὶ οἱ καλλίτεροι.
§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ νεώτεροι ἔχουσιν ὀλιγωτέρας πιθανότητας νὰ ἦναι καλλίτεροι τῶν ἀρχαιοτέρων (ἱλαρότης).
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3.
§213ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Οἱ ἐκ τῶν ἀπολυθέντων ἐπιστατῶν ἱκανοί, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ αὐτοῦ Συμβουλίου, πρὸς ἐπιτήρησιν τῶν ἐκτελουμένων λιμενικῶν ἔργων, ἢ διὰ τὸν ἔλεγχον κατασκευῆς σιδηροδρόμων, ὑδραυλικῶν καὶ οἰκοδομῶν ἔργων, δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἐπιστάται ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις ταύταις, ἀπολυομένου ἴσου ἀριθμοῦ ἐκ τῶν ἤδη ἐν αὐταῖς ὑπηρετούντων, ὑφ’ οὓς καὶ οὗτοι διωρίσθησαν ὅρους.»
§214ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ φαίνεται κἄτι τι σκοτεινὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ. Εἰς τὰ λιμενικὰ ταμεῖα βεβαίως οἱ ἐπιστάται διορίζονται σήμερον παρὰ τῶν ταμείων, ἀλλὰ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων, ὑδραυλικῶν καὶ οἰκοδομικῶν ἔργων οἱ ἐπιστάται διορίζονται καὶ σήμερον παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Διατὶ ἑπομένως τὸ ἄρθρον τοῦτο προτείνει, ὅπως ἀπολυθῶσι μὲν κατ’ ἀρχὰς οἱ ἱκανοὶ ἐπιστάται, ὕστερον δὲ ἔλθωσι ν’ ἀντικαταστήσωσιν ἐπιστάτας ἀνικανωτέρους ἀπ’ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν εἰς τὰ δημόσια ἔργα τὰ διάφορα, τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν; καὶ διατὶ διὰ μιᾶς νὰ μὴ παυθῶσιν οἱ ἐν τοῖς ἔργοις τούτοις ἀνίκανοι;
§215Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται νὰ παρασκευάσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ τοὺς διαδεχθῶσι.
§216ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκεῖνοι ὑπάρχουσιν (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐκ τῶν ἀπολυθέντων ἐπιστατῶν ἱκανοί...»
§217Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. «Ἀπολυθέντων» κατὰ τὴν § βʹ τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν λοιπὸν ἐκ τῶν ἀπολυθέντων, κατὰ τὴν βʹ ἢ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιστατῶν ἦναι ἀνίκανοι, καὶ εὑρίσκωνται ἄλλοι ἱκανοί, θέλομεν σπεύσει νὰ διορίσωμεν τοὺς ἱκανούς.
§218ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἔλεγχος κατασκευῆς σιδηροδρόμων εἶναι δημόσιος.
§219ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι.
§220ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως’ ἔλεγχος κατασκευῆς σιδηροδρόμου δὲν ἐνεργεῖται, παρὰ διὰ δημοσίων ὑπαλλήλων, διοριζομένων παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Λοιπόν, ἐὰν παυθῶσιν ἅπαξ ἱκανοὶ ἐξ αὐτῶν, πρόκειται νὰ ἐπανέλθωσι πάλιν οἱ ἱκανοὶ ἐξ αὐτῶν εἰς τὰς αὐτὰς ὑπηρεσίας, παυομένων τῶν ἀνικάνων.
§221Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§222ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ λοιπὸν νὰ παυθῶσιν αὐτοὶ οἱ ἱκανοὶ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐπανέλθωσι πρὸς ἀντικατάστασιν ἀνικάνων, καὶ νὰ μὴ παυθῶσιν ἐξ ἀρχῆς οἱ ἀνίκανοι οὗτοι;
§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι παύονται μὲν τώρα, καὶ μένουσιν ἐκτὸς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἂν μετὰ δύο ἔτη παρουσιάζηται ἀνάγκη σιδηροδρομικῶν ἔργων, προσλαμβάνονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοί.
§224ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Νομίζω, ὅτι ἀφίνετε ἓν κενὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Παύει ἡ ὑπηρεσία σήμερον, καὶ αὔριον, ἂν νομίσῃ ὅτι ἐξ αὐτῶν τῶν ἔργων, τῶν διευθυνομένων παρὰ τοῦ Δημοσίου, πρέπει νὰ παύσῃ καὶ ἕνα ἄλλον ἀπ’ ἐκεῖ, καὶ νὰ φέρῃ ἕνα παυθέντα, δύναται νὰ παύσῃ τοῦτον καὶ νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ, στηριζομένη εἰς τὴν ἀνεξέλεγκτον δικαιολογίαν τῆς ἱκανότητος καὶ ἀνικανότητος.
§225Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν γείνῃ νόμος τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον θέλει γενῇ μετὰ πέντε ἡμέρας, τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων θέλει λάβει τὸν κατάλογον τῶν ἐπιστατῶν, καὶ ἐπειδὴ οἱ ἐπιστάται εἶναι, φέρ’ εἰπεῖν, δέκα καὶ περιωρίσθησαν εἰς ἑπτὰ, θέλει παύσει τοὺς τρεῖς. Ἀλλὰ μετὰ ἕξ μῆνας παρουσιάζονται ἀνάγκαι ἔκτακτοι, καὶ ὑπάρχει τις ἀνίκανος· θὰ ἦναι ἱκανώτερος ἕτερος, ἀντικαθιστᾶται δὲ τότε ὁ ἀνίκανος διὰ τοῦ ἱκανοῦ, διότι αὐτὸς ἔχει τὴν πρόληψιν ὅτι εἶναι ἱκανός. Ἐπειδὴ δὲ γίνονται πάντα ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων, δὲν ὑπάρχει αὐθαιρεσία διοικήσεως, ἐκτὸς ἐὰν ἦναι κατάχρησις τοῦ Συμβουλίου. Ἰδοὺ μάλιστα τί λέγει τὸ ἑπόμενον ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Αἱ κενούμεναι ἐφεξῆς θέσεις τῶν μὲν βοηθῶν δὲν πληροῦνται, τῶν δὲ ἐπιστατῶν πληροῦνται ὑπὸ τῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ἀπολυθησομένων καὶ ὑπὸ ἀποφοίτων τοῦ βιοτεχνικοῦ τμήματος τοῦ Σχολείου τῶν Τεχνῶν.»
§226ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολὺ σωστά.
§227Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἦλθόν τινες καὶ μοὶ εἶπον ὅτι δὲν θὰ ἐπαρκέσωσι καὶ αὐτοὶ, καὶ διὰ τοῦτο προσέθηκα καὶ «ἐξ ἐργολάβων», ὥστε ἐὰν δὲν ἐπαρκέσωσιν οἱ ἅπαξ ἀπολυθέντες ἱκανοὶ, ἐὰν δὲν ἐπαρκέσωσιν οἱ ἀπόφοιτοι, νὰ προσλαμβάνωνται καὶ ἐργολάβοι.
§228ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε ἀντὶ ἐλαττώσεως θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ.
§229Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ὑπάρχωσιν ἔργα μετά τινα καιρὸν, ἐὰν προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης εἴτε δι’ ἑταιρίας, εἴτε ἄλλως, θέλει λάβει ἀνάγκην. Δὲν προστίθενται τώρα, ἀλλὰ δίδεται ἄδεια, ἵνα ἐπανακληθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν οἱ νῦν ἀπολυόμενοι.
§230ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ τελευταῖον ἄρθρον εἶναι καθαρόν.
§231ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἓν ὁμιλεῖ περὶ ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων, τὸ ἄλλο περὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Δημόσιον νὰ διορίζῃ ἐπιστάτας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ΑΦΝΑʹ τοῦ 1887 περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν καὶ δεμάτων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον.
§233ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ ἄρθρα 2, 3 καὶ 6 τοῦ νόμου ΑΦΝΑʹ περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν καὶ δεμάτων καταργοῦνται».
§234ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἐπιμισθίου; Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον.
§235Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ταχυδρομείου μοὶ ἀνέφερεν ὅτι εἶναι περιττοί.
§236ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι φέρουσιν εὐθύνας.
§237Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ὅμως εὑρίσκονται ἄνθρωποι δεχόμενοι τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν ἄνευ τοῦ ἐπιμισθίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς γʹ συζήτησιν ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκπροθέσμου δηλώσεως ζώων ἐν τῷ δήμῳ Φαλαισίας τῆς ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου μόνου ὑπάρχει τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ. κ. Σινανιώτου καὶ Βούτουνα, ἔχουσα οὕτω (ἀναγινώσκει) «Μετὰ τὰς λέξεις «τῆς χρήσεως 1895» νὰ προστεθῇ «οἱ ἐκ τῶν αὐτῶν κτηνοτρόφων καταδικασθέντες ὑπὸ τοῦ Πταισματοδικείου Φαλαισίας εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἁπλοῦ φόρου».
§239Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἄρθρον λέγει: «Οἱ ὑποβάλλοντες ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τούτου ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἐκπροθέσμους κατὰ τὸ ἄρθρον 109 τοῦ ΒΠʹ νόμου τῆς 5 Αὐγούστου 1892 δηλώσεις ζώων, ἅτινα ἐντὸς τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 97 τοῦ αὐτοῦ νόμου προθεσμίας πρὸς δήλωσιν ἔβοσκον ἐν τῷ δήμῳ Φαλαισίας τῆς ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως, πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν ζώων τούτων τῆς χρήσεως 1895, ἀπαλλάσσονται τοῦ κατὰ τὸ ἐδάφιον εʹ τοῦ 109 ἄρθρου τοῦ ΒΠʹ νόμου προσθέτου φόρου.» Ἀπαλλάσσει αὐτοὺς τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τὸν πρόσθετον φόρον, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει τὸ Κράτος εἰς αὐτοὺς, διότι δὲν ἐδήλωσαν ἐμπροθέσμως. Τί ἐπιθυμοῦσιν οἱ προβάλλοντες τὴν τροπολογίαν κ. συνάδελφοι ἐκ Μεγαλοπόλεως;
§240ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Εἰσήχθησαν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, κύριε Πρόεδρε, καὶ κατεδικάσθησαν εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἁπλοῦ φόρου...
§241Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπαλλάσσονται λοιπὸν καὶ ἐκ τῆς ποινῆς, ἐφ’ ᾗ κατεδικάσθησαν διὰ τὴν παράλειψιν τῆς δηλώσεως· ἀλλ’ ἡ τροπολογία δὲν ἀναφέρει τοῦτο.
§242ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Ἐπεβλήθη πρόσθετος φόρος.
§243Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπαλλάσσονται τούτου.
§244ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Ὁ νόμος τοὺς καταδικάζει νὰ δηλώσωσιν. Ἔχουσι δύο δηλώσεις, μίαν τὴν ἀπόφασιν καὶ μίαν τὴν δήλωσιν.
§245Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀπόφασις αἴρεται, διότι ἡ ἀπόφασις ἐτιμώρησεν αὐτοὺς, διότι δὲν ἐδήλωσαν τότε· ἀναγνωρίζεται ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ δηλώσωσι τώρα, ἐὰν ὅμως δὲν δηλώσωσι τώρα, δὲν αἴρεται.
§246ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Ἐὰν αἴρηται ἡ ἀπόφασις, δὲν ἐπιμένομεν.
§247Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§248ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ ἀπόφασις δὲν τοὺς κατεδίκασε διὰ τὴν παράλειψιν τοῦ φόρου αὐτοῦ τῆς δηλώσεως. Ἤδη, ἐπειδὴ ἰσχυρίσθησαν οἱ κατηγορούμενοι ὅτι ἐδήλωσαν ἐμπραθέσμως ὅτι εἶχον τὰ ζῶα περὶ τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο, ἀλλ’ ὅτι ὑπεξηρέθησαν αἱ δηλώσεις των, διὰ τοῦτο τὸ Πταισματοδικεῖον εἶπε: σᾶς καταδικάζω εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἁπλοῦ φόρου, ἐπειδὴ ὁμολογεῖτε ὅτι εἴχετε τὰ ζῶα αὐτὰ, ἀναβάλλω δὲ τὴν περαιτέρω ἀπόφασίν μου, ὅσον ἀφορᾷ τὸν πρόσθετον φόρον, μέχρις οὗ περατωθῇ ἡ ἐπὶ ὑπεξαιρέσει τῶν δηλώσεων κατηγορία, καὶ ἐπιφυλάσσομαι περὶ τῶν ἐξόδων. Μένει λοιπὸν μία κατηγορία ἐκκρεμής. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ κεφάλαιον τῆς ἀποφάσεως, τὸ ὁποῖον τοὺς κατεδίκασεν εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἁπλοῦ φόρου, αἱ ἀποφάσεις εἶναι ὁριστικαὶ καὶ τελεσίδικοι, καὶ ἐστάλησαν εἰς ἐκτέλεσιν, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν, διὰ τὸ ὁποῖον καταδικάσθησαν.
§249Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατεδικάσθησαν διὰ τὸν ἁπλοῦν φόρον.
§250ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐὰν κάμουν μεταγενεστέραν δήλωσιν, θὰ πληρώσουν δὶς τὸν αὐτὸν φόρον.
§251Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐκκρεμὴς ποινικὴ δίκη αἴρεται, διότι αὐτοὶ ὑποβάλλουσι δήλωσιν ἐκ νέου· ποίαν δήλωσιν; «Ἡμεῖς ἐδηλώσαμεν τόσα ζῶα καὶ ἐπαναλαμβάνομεν νὰ δηλώσωμεν αὐτά».
§252ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ γείνῃ ἑρμηνεία, μία ἐξήγησις, ὅτι θὰ πληρώσουν ἅπαξ τὸν φόρον εἴτε διὰ τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως, εἴτε διὰ τῆς δηλώσεως, ἵνα μὴ γείνῃ σύγχυσις. Κατεδικάσθησαν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἁπλοῦ φόρου, καὶ ἐὰν ὑποβάλωσιν ἤδη δηλώσεις θὰ ζητηθῶσι νὰ πληρώσωσι καὶ αὖθις τὸν ἁπλοῦν φόρον. Νὰ μὴ βεβαιωθῇ λοιπὸν φόρος συνεπείᾳ τῶν δηλώσεων, ἀλλὰ μόνον συνεπείᾳ τῶν ἀποφάσεων.
§253Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν τὸν ἁπλοῦν φόρον νὰ τὸν πληρώσουν. Τώρα ἔχουσι δικαίωμα νὰ δηλώσωσιν ἐκ νέου. Τί θὰ δηλώσουν; «Ἡμεῖς πιστοποιοῦμεν, ὅτι ἐδηλώσαμεν τόσα ζῶα, καὶ ἐπειδὴ ὑπεξῃρέθη ἡ δήλωσις, ἐπαναλαμβάνομεν τὴν δήλωσιν διὰ τὰ 100 ζῶα, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὸν πρόσθετον φόρον καὶ τὴν ποινικὴν δίκην, ἡ ὁποία εἶναι ἐκκρεμὴς καθ’ ἡμῶν.»
§254ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ δεδικασμένον δὲν θίγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§255Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θίγεται. Αὐτοὶ ὡμολόγησαν ὅτι ἐδήλωσαν 100 ζῶα, τὰ ὁποῖα εἶχον, καὶ κατεδικάσθησαν νὰ πληρώσωσι τὸν ἁπλοῦν φόρον.
§256ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ δεδικασμένον.
§257Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸν ἐπλήρονον καὶ θὰ πληρώσουν. Ἐπαναλαμβάνουσι τὴν δήλωσιν καὶ λέγουσιν ὅτι, «ἐπειδὴ τὸ δικαστήριον ἀπεφάνθη ἐπὶ τῆς κατηγορίας, ἥτις ἐγένετο καθ’ ἡμῶν, ὅτι δὲν ἐδηλώσαμεν αὐτά, ὅτι ἐδηλώσαμεν ὀλιγώτερα, ἐπαναλαμβάνομεν κατὰ τὸν νόμον τὴν δήλωσιν καὶ δηλοῦμεν ὅτι 100 ζῶα εἴχομεν καὶ ἐπληρώσαμεν δι’ αὐτὰ τὸν φόρον.» Πρόκειται νὰ πληρώσωσι τὸν ἁπλοῦν φόρον· δι’ αὐτῆς δὲ τῆς δηλώσεως παύει ἡ ἐκκρεμὴς δίκη, ἡ ὁποία κατ’ αὐτῶν ὑπάρχει.
§258ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ τελευταία δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι συμφωνοτέρα πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δεδικασμένου, διότι πρὸ ὀλίγου νομίζω ὅτι ἐδήλωσεν ὅτι μηδενίζονται ἐντελῶς αἱ ἀποφάσεις.
§259Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Ἐὰν ὑπῆρχε δίκη ποινική, καὶ ἐξεδόθη ἀπόφασις καὶ κατεδικάσθησαν διὰ παράβασιν, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ διατείνονται ὅτι δὲν ἔπραξαν, καὶ δὲν εὑρίσκουν ἀποδείξεις, καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπέτρεπεν εἰς αὐτοὺς τὰς ἀποδείξεις, τότε βεβαίως ᾔρετο ἡ καταδίκη· ἀλλὰ δὲν κατεδικάσθησαν δι’ αὐτό, κατεδικάσθησαν νὰ πληρώσωσι τὸν ἁπλοῦν φόρον, καὶ μένει ἐκκρεμὴς ἡ περὶ προσθέτου φόρου ποινικὴ δίκη· τώρα αὐτὴν πρέπει νὰ ἀποφύγωσι· πῶς; Ἐπαναλαμβάνοντες τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσαντο πρότερον.
§260ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ θεωρηθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει παράβασις.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρετε τὴν τροπολογίαν σας, κύριε Σινανιώτη;
§262ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως καὶ ἑρμηνείας τοῦ ᾼΘΙΓʹ νόμου τῆς 7 Μαρτίου 1891. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν.
§265ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν πρωϊνὴν συνεδρίασιν εἶπεν, ὅτι θὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἱστορίαν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας.
§266Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ἱστορίαν καταθέτω ἀμέσως. Ποιοῦμαι ὅμως τὴν ἑξῆς ἀνακοίνωσιν, ὅτι ἡ μελέτη εἶναι ὅλως ἰδιωτική. Εἰργάσθην καθ’ ὃν χρόνον ἤμην ἰδιώτης ἐν τῷ ἰδίῳ μου γραφείῳ. Ἐνδέχεται νὰ ἦναι πλημμελής. Δὲν ἐνόμιζον ὅτι ὤφειλον νὰ παρουσιάσω αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης τὴν ἐζήτησε, καταθέτω αὐτήν. Ἡ ἱστορία ἔχει οὕτω. Πρῶτον μέρος ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1878. Δεύτερον ἀπὸ τοῦ 1879, ὅτε ηὔξησαν οἱ φόροι τῆς ὁδοποιΐας, μέχρι τοῦ 1882. Τρίτον ἀπὸ 1883, ὅτε συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων, μέχρι τοῦ 1890, ὅτε ἔπαυσεν ἡ ἐργασία τοῦ ταμείου. Τὴν ἱστορίαν ἐξήγαγον ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἐξ ἄλλων ἐπισήμων δημοσιευμάτων.
§267Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρέπει νὰ τυπωθῇ, ἵνα λάβωμεν καὶ ἡμεῖς γνῶσιν.
§268Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν καταθέτω αὐτὴν ὡς Πρωθυπουργός, τὴν καταθέτω ὡς ἰδιωτικὴν ἐργασίαν. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ τυπωθῇ.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 179).
§270ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ περὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν νομοσχέδιον ὑπέστη δύο συζητήσεις’ ἔσχον δὲ τὸ ἀτύχημα νὰ μὴ παρίσταμαι ἐν τῇ αἰθούσῃ κατὰ τὰς δύο ταύτας συζητήσεις. Ἐπληροφορήθην—δὲν γινώσκω ἂν ἡ πληροφορία μου ἦναι ἀκριβής—ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, προσκληθεὶς νὰ δηλώσῃ, ἂν ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία ἦναι σύμφωνος πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἐδήλωσεν, ὅτι αὕτη εἶναι ἐναντία, ὡς ἐκ τούτου δὲ δὲν ὑπέβαλεν ἔκθεσιν τοῦ ἁρμοδίου τμήματος· προέβη δὲ εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐξ οἰκείας μελέτης καὶ ἐξ ἰδίων πεποιθήσεων. Προκειμένου ἄρα νὰ νομοθετήσωμεν, δικαιοῦται ἕκαστος νὰ ἐκθέσῃ τὴν γνώμην του. Ἐγὼ ἔχω γνώμην ἀντίθετον. Κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, τὸ μέτρον τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν διὰ τῶν ὁδοστατῶν ηὐδοκίμησεν. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος π.χ., τὴν ὁποίαν ἐπεσκέφθην τελευταίως χάριν τῶν ἐκλογῶν, εἶδον μετ’ εὐχαριστήσεως, ὅτι ἅπασαι αἱ ὁδοὶ διετηροῦντο εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν ὑπὸ τῶν ὁδοστατῶν. Οἱ ὁδοστάται, διῃρημένοι εἰς συνεργεῖα, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν ἱκανωτάτων καὶ φιλοπονωτάτων μηχανικῶν, ἐξετέλουν ἐργασίαν, ἥτις ἦτο κἄτι περισσότερον τῆς ἁπλῆς συντηρήσεως. Εἴς τινας ὁδοὺς ὑπῆρχον φθοραί, διὰ τὰς ὁποίας ἤθελον ἀπαιτηθῆ δαπάναι ἀνακαινίσεως, καὶ τὰς ὁποίας οἱ ὁδοστάται διώρθωσαν. Ἐπληροφορήθην δέ, ὅτι καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ἐλειτούργησεν εὐδοκίμως ὁ νόμος. Κατ’ ἐμὴν δὲ γνώμην, ὅπου συνέπεσε νὰ ὑπάρχωσι μηχανικοὶ προϊστάμενοι τῶν ὁδοστατῶν, ἔχοντες πλήρη τὴν συνείδησιν τῶν ἐπιβεβλημένων αὐτοῖς καθηκόντων, ὁ θεσμὸς ἐλειτούργησεν. Ὅπου οἱ μηχανικοὶ ἦσαν ἢ φυγόπονοι ἢ ὑπέκυψαν εἰς συστάσεις ἢ πιέσεις μὴ προσηκούσας, ἐκεῖ ὁ θεσμὸς δὲν ἐλειτούργησε. Νομίζω, ὅτι, προκειμένου περὶ μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπαρκῶς δὲν ἐδοκιμάσθησαν, δὲν εἶναι προσῆκον νὰ τὰ μεταβάλλωμεν ἐκ βάθρων καὶ νὰ προερχώμεθα ἀμελετήτως εἰς τὴν ἐγκατάστασιν ἄλλου συστήματος. Εἶναι μάλιστα γνωστόν, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου περὶ ὁδοστατῶν ὑπῆρξε καί τις ἄλλη δυσχέρεια. Δὲν γνωρίζω διὰ τίνας λόγους αἱ πιστώσεις, αἱ χορηγηθεῖσαι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν, ὑπῆρξαν ἀνεπαρκεῖς, οἱ δὲ ὁδοστάται ἀπὸ τοῦ μηνὸς Αὐγούστου ὑπηρέτουν χωρὶς νὰ λαμβάνωσι μισθόν. Οἴκοθεν δ’ ἐννοεῖται, ὅτι ὡς ὁδοστάται χρησιμεύουσιν ἄνθρωποι ἔχοντες ἀνάγκας οἰκογενειακάς, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐλάμβανον μισθὸν ἐπί τινας μῆνας, δὲν εἰργάζοντο μετὰ ζήλου, ἴσως δ’ ἕνεκεν τούτου εἰς πολλὰς ἐπαρχίας δὲν ὑπῆρξαν εὐάρεστα ἀπολύτως τὰ ἐκ τοῦ θεσμοῦ ἀποτελέσματα. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἔπρεπεν ὁ θεσμὸς οὗτος νὰ διατηρηθῇ, καὶ νὰ δοθῇ ἡ ἀπαιτουμένη προσοχὴ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως οἱ ἁρμόδιοι μηχανικοὶ ἐφορεύωσι τοὺς ὁδοστάτας πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐπιβαλλομένων αὐτοῖς καθηκόντων. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπροτίμησε νὰ εἰσαγάγῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ πρὸ ἐτῶν εἶχεν εἰσαχθῆ, τὸ σύστημα τῆς δι’ ἐργολάβων συντηρήσεως τῶν ὁδῶν. Δὲν ἔχω εἰδικότητα, ὥστε ν’ ἀποφανθῶ ἀποφθεγματικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος. Γνωστὸν εἶναι ἐκ πείρας, ὅτι τὸ σύστημα τῆς δι’ ἐργολαβίας συντηρήσεως τῶν ὁδῶν ἀπέτυχε, πρωτίστως δ’ ἕνεκα τῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐλάμβανον χώραν. Εἶναι δυσκολώτατον, ἵνα μὴ εἴπω ἀνέφικτον, νὰ κατορθωθῇ ὥστε ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς ἐργολαβίας νὰ προληφθῶσι πᾶσαι αἱ καταχρήσεις, αἱ παρομαρτοῦσαι ἐν τῇ συντηρήσει τῶν ὁδῶν. Ὅταν πρόκειται περὶ κατασκευῆς ὁδοῦ, βεβαίως ἐν τῇ ἐργασίᾳ ἐφορεύουσι μηχανικοί, καὶ ὑπὸ τούτους ἐπιστάται. Ὅταν ὅμως πρόκειται νὰ προσδιορισθῇ διὰ δημοπρασίας τὸ ὑλικὸν τὸ χρήσιμον διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ, εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ὁ ἔλεγχος ἀποβαίνει δυσχερέστερος. Πολλοὶ τῶν συναδέλφων θὰ γνωρίζωσιν ἐκ πείρας, ὅτι πολλάκις συνέπεσε μηχανικὸς νὰ βεβαιοῖ τὴν ὕπαρξιν ὡρισμένης ποσότητος σκύρων, καὶ μετὰ τινα χρόνον ὁ ἐργολάβος νὰ βεβαιοῖ τὸν μηχανικόν, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν σκύρων, τῶν προωρισμένων διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ, ἐχρησιμοποιήθησαν ἤδη πρὸς ὃν προωρίσθησαν σκοπὸν, ἐνῷ πράγματι μετηνέχθησαν ἀλλαχοῦ καὶ ἐχρησιμοποιήθησαν εἰς ἄλλην χρῆσιν. Νομίζω, ὅτι, ὅταν ἔχωμεν ἐκ τοῦ παρελθόντος τὴν πεῖραν, ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνωμεν, δοκιμάζοντες ἀκόμη τὸν θεσμὸν τῶν ὁδοστατῶν, καὶ φροντίζοντες, ὅπως οἱ μηχανικοὶ οἱ ἐπιτηροῦντες τοὺς ὁδοστάτας ὦσιν αὐστηροὶ καὶ φιλόπονοι ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐπιβεβλημένων αὐτοῖς καθηκόντων. Ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ παρατηρεῖται καὶ ἕτερόν τι, ὅτι, προκειμένου περὶ ἔργων συντηρήσεως, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις ἤθελε καταδειχθῆ ἀναγκαία, ἡ ἐκτέλεσις θὰ γίνηται δι’ ἡμερομισθίων. Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ γινώσκωμεν, ὅτι, εὐθὺς ὡς περατωθῇ ἡ δημοπρασία, ἡ ἔνδειξις ὡρισμένων μερῶν διὰ τὴν συντήρησιν ὁδοῦ, μετὰ τινα χρόνον θέλει καταδειχθῆ ὡς ἀναγκαία, καὶ ἡ ἐκτέλεσις θὰ γίνεται δι’ ἡμερομισθίων. Καὶ ἑτέραν τινὰ παρατήρησιν ἔχω. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζεται ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ γίνεται δημοπρασία, ὡς καὶ ἡ ἔγκρισις αὐτῆς καὶ ἡ κοινοποίησις. Ὡς δ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφονται αἱ διάφοροι χρονικαὶ διορίαι, εἶναι ἀδύνατον νὰ κατορθωθῇ ἡ κατακύρωσις ἐμπροθέσμως. Εἶναι ἐκ πείρας γνωστὸν, ὅτι οὐδεμία δημοπρασία, ἀφορῶσα εἰς τοιαῦτα ἔργα, ἐπερατώθη κατὰ τὴν πρώτην αὐτῆς χρονικὴν διορίαν· συνήθως δίδονται νεώτεραι προσφοραί, καὶ πολλάκις ἐπὶ ἑξάμηνον δὲν κατωρθώθη νὰ περατωθῇ μία δημοπρασία. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ποιοῦμαι, καθόσον ἤκουσα, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν προσεκλήθη νὰ δώσῃ γνώμην περὶ τούτου. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νομίζῃ ὅτι αἱ προθεσμίαι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς καὶ πρὸς τὴν σύνταξιν τῶν προϋπολογισμῶν καὶ πρὸς ἔγκρισιν τῶν δημοπρασιῶν, δὲν ἐπιμένω. Ποιοῦμαι τὴν παρατήρησιν, ἵνα παράσχω αὐτῷ τὴν εὐκαιρίαν νὰ παρατείνῃ τὴν διορίαν πρὸς χρησιμοποίησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§271Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. συνάδελφος, ὡς εἶπε, δὲν παρευρίσκετο κατὰ τὴν γενομένην μακρὰν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, κατακρίνων τὰ δύο συστήματα, τὰ ὁποῖα ἐφαρμοσθέντα δὲν ἔφερον τοὺς προσδοκωμένους καρπούς. Ἐὰν ῥίψῃ τις βλέμμα ἐπὶ τοῦ περὶ ὁδοτηρητῶν νόμου τοῦ 1892, θέλει θαυμάσει τὰς ὡραίας αὐτοῦ διατάξεις, ἀλλ’ οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν ὁδοστατῶν ὑπῆρχον καὶ ἄνθρωποι φέροντες ῥεδεγκότα καὶ φωκόλ, οὐδὲν συνεπῶς ἐκτελοῦντες ἔργον, ἀλλὰ μόνην φροντίδα τὴν λῆψιν τοῦ μηνιαίου μισθοῦ των ἔχοντες. Διὰ τὴν καλὴν κατάστασιν τῶν ὁδῶν τῆς ἐπαρχίας του θὰ συγχαρῶ τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Παρνασσίδος, διότι ηὐτύχησε νὰ ἔχῃ ὁδοὺς ἐν καλῇ καταστάσει· ἀλλ’ ἐγὼ ὅλας τὰς ὁδοὺς, τὰς ὁποίας διῆλθον ἐν Ἀρκαδίᾳ καὶ Ἀργολίδι, τὰς εἶλον κατεστραμμένας. Ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, πόσους ὁδοστάτας ἔχει ἡ ἐπαρχία του καὶ πόσον μῆκος ὁδῶν; Βεβαίως δὲν ἔχει ὁδοὺς περισσοτέρας τῆς Ἀττικῆς, οὐδὲ ἡ ἔκτασις αὐτῶν εἶναι μεγαλειτέρα τῶν ὁδῶν τῆς Κεφαλληνίας ἢ τῆς Κερκύρας· ἡ Κεφαλληνία ἔχει τὰς μεγαλειτέρας ἐκτάσεως ὁδοὺς, καὶ ἡ κίνησις ἐκεῖ εἶναι μεγαλειτέρα παρ’ ὅσον εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ ἐκ Παρνασσίδος κ. συναδέλφου, διότι ἡ μόνη ὁδὸς ἐν Παρνασσίδι εἶναι ἡ ἀπὸ Ἰτέας εἰς Ἄμφισσαν...
§272ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπὸ Ἀμφίσσης εἰς Λαμίαν.
§273Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Αὐτὴ εἶχε κίνησιν κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου, ἀλλὰ μετὰ τὴν διακοπὴν αὐτῶν ἡ συγκοινωνία ἐμειώθη, κατὰ μέγιστον δὲ λόγον σήμερον, ἕνεκα τῆς εὐθηνίας τῆς μεγίστης τῶν ἀτμοπλοίων, τὰ ὁποῖα κατήντησαν ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Βόλον μετ’ ἐπανόδου νὰ λαμβάνωσι 10 δραχμάς. Οἱ δὲ ἄνθρωποι προτιμῶσι βεβαίως τὴν διὰ θαλάσσης συγκοινωνίαν ἀπὸ τὴν διὰ ξηρᾶς. Ἀλλ’ ἤθελον ὑπομνήσει εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ἡ ἐπαρχία του ἔχει, κατὰ τὸν πίνακα ὁ ὁποῖος εἶναι προσηρτημένος εἰς τὸν νόμον, 95 ὁδοστάτας ἐκ τῶν 715, οἱ ὁποῖοι εἶναι διεσπαρμένοι εἰς ὅλον τὸ Κράτος...
§274ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νομὸς ἔχει 95, ὄχι ἡ ἐπαρχία.
§275Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ νομὸς, μάλιστα... Ἑπομένως διὰ τὸν νομόν του μόνον ἐδαπανᾶτο διὰ Β. Διαταγμάτων τὸ οὐκ εὐκαταφρόνητον ποσὸν τῶν ἑβδομήκοντα μέχρις ὀγδοήκοντα χιλιάδων δραχμῶν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐναβρυνώμεθα, ὅτι διὰ τόσον μεγάλης δαπάνης μισθῶν μόνον, ἄνευ τῶν ἀναγκαιούντων ὑλικῶν κλπ. συντηροῦμεν τὰς ὁδούς. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι, μὲ ὅλας ταύτας τὰς δαπάνας τὰς κολοσσιαίας, τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν, αἱ ὁδοὶ κατέῤῥευσαν καθ’ ὅλην τὴν σημασίαν τῆς λέξεως, καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν διετὲς διάστημα οὐδὲν ἐγένετο ὑπὲρ συντηρήσεως αὐτῶν, καὶ ἑπομένως φρονῶ, ὅτι, ὡς σήμερον λειτουργεῖ ὁ νόμος περὶ ὁδοστατῶν, εἶναι λίαν ἐπιζήμιος εἰς τὸ Κράτος, καὶ διὰ Κράτος μάλιστα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ δαπανήσῃ ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν πλέον τῶν ἑπτακοσίων ἢ ὀκτακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ἑπομένως ἡ κατάργησις τοιούτου νόμου, ὡς ἐφηρμόσθη μάλιστα, βεβαίως θὰ φέρῃ εὐάρεστα ἀποτελέσματα.
§276ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ ὑποστηρίξας τὸ νῦν λειτουργοῦν σύστημα ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, αὐτὸς οὗτος τὸ κατεδίκαζεν, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἡ ἐπιτυχὴς λειτουργία αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ μηχανικοῦ, ὅστις προΐσταται τῆς ἐργασίας. Ὡς παράδειγμα δὲ ἀνέφερε τὴν ἐπαρχίαν του, ἥτις ηὐτύχησε νὰ ἀποκτήσῃ μηχανικὸν ἐκπληροῦντα εὐόρκως τὸ καθῆκόν του. Ὅτι κατ’ ἀρχὴν τὸ σύστημα τῶν ὁδοστατῶν εἶναι τὸ μόνον σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ συντηρηθῶσιν αἱ ὁδοὶ, εἶναι ἀναμφισβήτητον, καθότι ὁ ἐργάτης, ὅστις ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του καὶ εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν αὐστηρὰν ἐπιτήρησιν τοῦ ἁρμοδίου μηχανικοῦ, ὑποχρεοῦται νὰ διατηρῇ τὴν ὁδὸν πάντοτε εἰς καλὴν κατάστασιν, διότι τοιουτοτρόπως ὄχι μόνον τὸ καθῆκόν του ἐπιτελεῖ, ἀλλ’ ὅταν ἡ ὁδὸς διατηρῆται εἰς καλὴν κατάστασιν, ἐναπομένει καιρὸς νὰ ἐπιδίδεται καὶ εἰς τὰ ἄλλα του ἔργα. Ἀλλὰ σπανίως εὐτυχοῦσιν αἱ ἐπαρχίαι νὰ ἀποκτῶσι τοιούτους μηχανικούς. Καὶ ἐν Κεφαλληνίᾳ ηὐτυχήσαμεν κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος νὰ ἔχωμεν ἐπὶ ἀρκετὰ ἔτη ὁδοὺς εἰς λαμπρὰν κατάστασιν, κατὰ τὴν δευτέραν ὅμως ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος, μολονότι συνέβη οἱ ἐργάται νὰ ἦναι πολυπληθέστεροι, ἀπέτυχε καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ σύστημα, διότι ἀτυχῶς ἡ ἐπιτήρησις καὶ ἡ διεύθυνσις ἐξέλιπεν, οἱ δὲ ὁδοεργάται εἰς πᾶν ἄλλο ἠσχολοῦντο ἢ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος αὐτῶν. Δοκιμασθέντος ὅθεν δὶς τοῦ συστήματος τούτου καὶ ἀποτυχόντος, ἕπεται ὅτι δὲν ἔχομεν ἐλπίδα, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσωμεν ἐφαρμόζοντες αὐτὸ, θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν. Οἱ λόγοι τῆς ἀποτυχίας ἐῤῥήθησαν ἐπανειλημμένως καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, καὶ πιστεύω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβωμεν αὐτούς. Πάντες, ὅσοι εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα, προερχόμεθα ἐκ διαφόρων ἐπαρχιῶν, καὶ ἂν ἐρωτηθῶσιν ἅπαντες οἱ κ. Βουλευταὶ, ἡ μεγάλη πλειονότης θ’ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν ἔτυχον τοῦ εὐτυχήματος νὰ ἔχωσι κατάλληλον μηχανικὸν, καὶ ἑπομένως αἱ ὁδοί των νὰ συντηρηθῶσιν εἰς καλὴν κατάστασιν. Ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ νέον σύστημα, δὲν ἕπεται ὅτι καὶ θὰ ἐπιτύχωμεν εἰς τὸν σκοπὸν, ὃν προτιθέμεθα· διότι, ἐνῷ μεριμνῶμεν περὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, ἀποφασίζομεν περὶ κατασκευῆς ὁδῶν. Ἄλλο συντήρησις καὶ ἄλλο κατασκευή. Συντήρησις σημαίνει τὴν διατήρησιν τῆς ὁδοῦ, ἐν ᾗ καλῇ καταστάσει παρελήφθη, παρὰ τοῦ κατασκευάσαντος αὐτὴν, ἀλλὰ πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου κανονίζουσι τὸν τρόπον, δι’ οὗ ἑκάστοτε νὰ κατασκευάζωμεν τὰς καταστρεφομένας ὁδούς. Διότι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου μετὰ τὴν παραλαβὴν παρὰ τοῦ ἁρμοδίου μηχανικοῦ ἡ ὁδὸς πάλιν ἐγκαταλείπεται μέχρι τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ὅτε ὑποβάλλεται εἰς ἐξέτασιν παρὰ τῶν μηχανικῶν. Ὡς ἐκ τούτου δὲν εἶναι, νομίζω, ὀρθὸν νὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι ἐφαρμόζομεν πρὸς συντήρησιν τῶν ὁδῶν τὸ σύστημα τῶν ἐργολαβιῶν, διότι τὸ σύστημα τῆς δι’ ἐργολαβιῶν συντηρήσεως στηρίζεται εἰς τὴν ἀνάληψιν τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν παρὰ ἐργολάβων, παραλαμβανόντων τὴν ὁδὸν εἰς καλὴν κατάστασιν καὶ ὑποχρεωμένων νὰ παραδώσωσι ταύτην μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας, δι’ ἣν ἀνέλαβον τὴν συντήρησιν τῆς ὁδοῦ, εἰς τὴν αὐτὴν καλὴν κατάστασιν. Τοιουτοτρόπως καὶ εἰς τὰ λοιπὰ Κράτη ἐννοεῖται ἡ δι’ ἐργολαβίας συντήρησις· ὁ ἐργολάβος δὲν κατασκευάζει τὴν ὁδὸν, ὁ ἐργολάβος συντηρεῖ τὴν ὁδόν.
§277ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ ἐργολάβος ἐνταῦθα κατασκευάζει τὰ καταστρεφόμενα μέρη.
§278ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι συντήρησις, αὐτὸ εἶναι κατασκευὴ ὁδῶν, ἀπαιτοῦσα πάσας τὰς περὶ κατασκευῆς διατυπώσεις. Ὡς πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν παρατήρησιν ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Παρνασσίδος διὰ τὰς προθεσμίας τὰς ὁριζομένας ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, βεβαίως αἱ προθεσμίαι εἶναι συντομώταται, καὶ δὲν εἶναι ἀρκοῦσαι ἵνα λάβωσι χώραν ὅλαι αἱ διαγραφόμεναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πράξεις· ἀλλὰ φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι καὶ κατάλληλος ἡ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁρίζονται αἱ ἐργασίαι πρὸς κατασκευὴν τῶν ὁδῶν, διότι ὡς ἐκ τῆς ἐπικρατούσης παρ’ ἡμῖν μεγάλης ξηρασίας τὰ ὑλικὰ μεταβάλλονται εἰς κόνιν, ἀφ’ ἑνὸς καταστρέφονται, καὶ ἀφ’ ἑτέρου κατὰ τὰς πρώτας ῥαγδαίας βροχὰς παρασύρονται. Κατὰ τὴν γνώμην μου, προτιμότερον νὰ ὁρισθῇ ἡ πρὸς κατασκευὴν ἐποχὴ τὸ τέλος τοῦ φθινοπώρου· οὕτω δὲν παρεμποδίζεται καὶ ἡ κυκλοφορία, ἡ ὁποία κατὰ τὸ θέρος εἶναι μεγαλειτέρα ὡς ἐκ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐργασίας καὶ τῆς συγκομιδῆς. Ὡς ἐκ τούτου ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας καὶ νὰ εἰσαγάγῃ πλῆρες σύστημα περὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν. Ἐὰν δὲ φρονῇ, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τούτου δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν, νὰ λάβῃ τοὐλάχιστον ὑπ’ ὄψει τὰς λοιπὰς παρατηρήσεις ὡς πρὸς τὰς προθεσμίας καὶ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐργασίας κλπ.
§279ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συζητοῦμεν, δὲν σκοπεῖ ν’ ἀντικαταστήσῃ σύστημα συντηρήσεως ὁδῶν δι’ ἄλλου συστήματος. Σκοπὸν ἔχει τὴν ψήφισιν τοῦ τελευταίου ἄρθρου, τὴν κατάργησιν δηλαδὴ τῶν ὁδοστατῶν καὶ ἀρχιοδοστατῶν. Οὐδεμία δὲ ἀμφιβολία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ὅτι, ὁσάκις τὰ νομοθετήματα παρ’ ἡμῖν καθιεροῦσι θητείας, τὰ νομοθετήματα αὐτὰ θὰ καταργηθῶσιν ἀμέσως ὑπὸ τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως. Πρέπει νὰ παυθῶσιν οἱ ὑπηρετοῦντες ἐπὶ θητείᾳ, ἐπειδὴ δὲ μεγάλου ἀριθμοῦ τοιούτων ὑπαλλήλων ἡ παῦσις δὲν εἶναι εὔκολος, ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος, νὰ μεταβληθῇ δῆθεν τὸ σύστημα. Οὐδέποτε δὲ θέλουσι παύσει καταργούμενα τὰ τοιαῦτα συστήματα περὶ θητειῶν, ἐὰν τὰ δικαστήρια δὲν καθιερώσωσιν ὅτι οὐδόλως ἡ κατάργησις νόμου περὶ θητειῶν ἀπαλλάττει τὸ Δημόσιον ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς ἀποζημίωσιν. Διότι εἶναι ἄδικον νὰ στρατολογῇ τὸ Κράτος πεντακοσίους καὶ χιλίους ἀνθρώπους καὶ νὰ συμφωνῇ μετ’ αὐτῶν ὑπηρεσίαν ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον, νὰ ἀποσπᾷ αὐτοὺς ἀπὸ τὰς ἐργασίας των, νὰ ὑποχρεόνῃ αὐτοὺς νὰ μεταβάλλωσιν ἔργον, καὶ εἶτα δι’ ἑτέρου νόμου νὰ ῥίπτῃ αὐτοὺς αὐθαιρέτως καὶ μονομερῶς εἰς τοὺς δρόμους, ἐνῷ αὐτοὶ δυνάμει τῆς πρὸς τὸ Δημόσιον συμφωνίας των ἐφησύχαζον, ὅτι ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον εἶχον ἐξασφαλίσει ἐργασίαν, καὶ ἐξετέλουν αὐτήν. Ὅταν τοιαύτη γίνηται διάλυσις τῆς συμφωνίας, ἀπαντῶμεν αὐτοῖς, ὅτι δὲν ἔχουσι δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Βεβαίως τὸ Κράτος εἶναι ἐλεύθερον νὰ καταργῇ τοὺς νόμους καὶ νὰ μεταβάλλῃ ἑκάστοτε συστήματα, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον ν’ ἀποζημιοῖ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους κατέταξεν ὑπὸ ὡρισμένον χρόνον ὑπὸ τὸν προηγούμενον νόμον. Ὅταν δὲν ἔληξεν ἡ συμφωνηθεῖσα προθεσμία, δίκαιον εἶναι καὶ λογικὸν νὰ μὴ παραβιάζωνται διὰ μεταγενεστέρου νόμου αἱ συμφωνίαι, ἐκτὸς ἂν συνεφωνήθη τὸ ἐναντίον. Βεβαίως τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀφορᾷ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν. Συντήρησις τῶν ὁδῶν δὲν ἐννοεῖται ἡ μόνον διὰ τῆς ἀδιακόπου καθ’ ὅλον τὸ ἔτος παρουσίας ἀνθρώπων ἑτοίμων ν’ ἀποσύρωσιν εὐθὺς τὰ φθειρόμενα τῆς ὁδοῦ ὑλικὰ καὶ νὰ ἀντικαθιστῶσιν αὐτὰ διὰ νέων ὑλικῶν. Δυνατὸν τοῦτο νὰ μὴ γίνηται καὶ ὑπὸ τὸ λειτουργοῦν νῦν σύστημα, ἀλλὰ τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος. Αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ ὑφιστάμενον σύστημα εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν. Διαιροῦνται κατ’ αὐτὸ αἱ ὁδοὶ εἰς τμήματα, διανέμονται εἰς αὐτὰ οἱ ὁδοστάται, ἕξ ὁδοστάται ἀποτελοῦσιν ἓν συνεργεῖον ὑπὸ ἕνα ἀρχηγὸν, καὶ αὐτοὶ παραλαμβάνουσι τὰς ὁδοὺς καὶ ὑποχρεοῦνται νὰ διατηρῶσιν αὐτὰς ἐν καλῇ καταστάσει. Δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος ὄχι μόνον ἔχομεν τὰς ὁδοὺς εἰς καλὴν κατάστασιν ἐπὶ μακρότερον χρόνον, ἀλλὰ καὶ δι’ ὀλιγωτέρας σχετικῶς δαπάνης ἀνακαινίζομεν αὐτάς. Ὅταν ὅμως δὲν λειτουργῇ τοιαύτη ὑπηρεσία, φυσικώτερον εἶναι ὅ,τι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας συνάδελφος, νὰ δίδεται δηλονότι εἰς ἐργολαβίαν ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν. Αἱ ὁδοὶ πρέπει, οὐ μόνον νὰ ὑπάρχωσιν, ἀλλὰ καὶ νὰ συντηρῶνται διαρκῶς ἐν καλῇ καταστάσει, διότι ἀποτελοῦσι μέγα στοιχεῖον ἐθνικοῦ πλούτου, ἄνευ δ’ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ἐργάζηται ὁ λαός. Ἀφοῦ ἐξωδεύσαμεν τοσαῦτα ἑκατομμύρια διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀληθὲς σύστημα συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, λειτουργοῦν καλῶς καὶ ἀκαταπαύστως. Ὅσα κακὰ καὶ ἂν ἐξετραγῳδήσάν τινες κατὰ τοῦ ὑφισταμένου νῦν συστήματος, οὐδόλως δικαιολογοῦν τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον, δικαιολογοῦν μόνον καλλιτέραν αὐτοῦ ἐφαρμογὴν, καὶ εἰς ταύτην μόνον εἶχε καθῆκον νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Κυβέρνησις.
§280ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Τὸ ὑφιστάμενον σύστημα εἶναι σύστημα καταχρήσεων.
§281ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ ἴδητε μεγαλειτέρας καταχρήσεις ὑπὸ τὸ προτεινόμενον σύστημα. Πλανᾶσθε, ἂν πιστεύητε ὅτι καθιεροῦται ἤδη τι καλλίτερον. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσολογγίου, ὅταν καὶ ἐκεῖ ἐφηρμόζετο τὸ σύστημα τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν δι’ ἐργολαβίας, ἐνθυμοῦμαι ὅτι αἱ καταχρήσεις ἦσαν φοβερώτεραι. Πολλαχοῦ οἱ μηχανικοὶ συνενοοῦντο μὲ τοὺς ἐργολάβους. Οἱ ἐργολάβοι συνηθέστατα κατώρθουν νὰ ἐμποδίζωσι τὸν συναγωνισμὸν, καὶ ἀνελάμβανον τὴν ἐργολαβίαν εἰς τιμὰς πολὺ ἀνωτέρας τῆς ἀληθοῦς ἀξίας τοῦ ἔργου, ἢ εἰς τιμὰς ἀνωτέρας μὲν τῆς τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει τῶν προσθέτων ἔργων καὶ προσθέτων προϋπολογισμῶν. Οἱ ἐργολάβοι συχνότατα ἐλάμβανον τὴν ἐπισκευὴν, καὶ εἶτα ἐπώλουν τὴν ἐργολαβίαν εἰς ἄλλους μὲ κέρδος 20 καὶ 30%, καὶ οὗτοι πάλιν εἰς τρίτους μὲ ἄλλο κέρδος. Αἱ καταχρήσεις αὗται, αἵτινες εἶναι εἰς πάντας γνωσταὶ καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν δικαιολογοῦσι τὴν μεταβολὴν τοῦ ὑφισταμένου συστήματος διὰ τοῦ νῦν προτεινομένου, ὅπερ, δοκιμασθὲν ἐπὶ μακρὸν, ἐντελῶς ἀπέτυχε. Διὰ τοῦ συστήματος τούτου θὰ μεταπέσωμεν εἰς τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ἐγίνοντο πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰς ἐργολαβίας. Ἐρωτήσατε εἰς τὰς ἐπαρχίας, καὶ πανταχοῦ θὰ μάθητε ὅτι συνέβησαν αἱ ἀναιδέστεραι καταχρήσεις. Ἐπαναφέροντες αὐτὸ, χωρὶς τοὐλάχιστον νὰ προσθέτωμεν νέας καὶ ἀσφαλεῖς ἐγγυήσεις, ἐπαναφέρομεν καθαρῶς τὰς καταχρήσεις ἐκείνας· οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅτι δὲν θὰ συμβοῦν τὰ αὐτά. Πολλοὶ μάλιστα ὑπάρχουν λόγοι, ὅτι θὰ συμβοῦν χειρότερα ἢ ἄλλοτε. Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, καὶ δαπανηρότερον θεωρῶ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ. Κατά τινα ἔκθεσιν, στηριζομένην ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου 5 ἐτῶν ὡς πρὸς τὴν δαπάνην τῆς συντηρήσεως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἑκάστου χιλιομέτρου, ὑπελογίσθη, ὅτι 428 δραχμαὶ ἀπαιτοῦνται ἐν Ἑλλάδι διὰ τὴν συντήρησιν αὐτοῦ κατ’ ἔτος. Ἐγὼ εὑρίσκω τὸ ποσὸν αὐτὸ λίαν εὐθηνὸν ἐν τόπῳ, ὡς ἡ Ἑλλάς, ἐν ᾧ, ἕνεκα τῆς μεγάλης ξηρασίας, αἱ ὁδοὶ καταστρέφονται ταχύτερον παρ’ ὅσον εἰς ἄλλους τόπους, ὀλιγώτερον θερμούς. Ὅσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ θερμότης τοῦ κλίματος καὶ ὀλιγωτέρα ἡ ὑγρασία, τόσον ταχυτέρα γίνεται ἡ καταστροφὴ τῶν ὁδῶν. Ὅπου ἡ ὑγρασία ἐν τῇ ἀτμοσφαίρᾳ εἶναι διαρκεστέρα καὶ μεγαλειτέρα, αἱ ὁδοὶ συντηροῦνται εὐκολώτερον, καὶ ἑπομένως ἡ συντήρησις ἢ ἡ ἐπισκευὴ αὐτῶν εἶναι ὀλιγοδαπανοτέρα. Δι’ αὐτὸ παρ’ ἡμῖν ὀλιγώτερον σχετικῶς χρόνον συντηροῦνται αἱ ὁδοὶ, καὶ συχνότερον ἔχουν ἀνάγκην ἐπισκευῆς καὶ ἀνανεώσεως. Ἐν Ἑλλάδι λοιπὸν 428 δραχμαὶ κατὰ χιλιόμετρον δὲν εἶναι, νομίζω, ὑπερβολικὸν ποσὸν, ὅταν ἀλλαχοῦ γνωρίζωμεν, ὅτι 600 καὶ 800 φράγκα ἀπαιτεῖ ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν. Ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 428 δραχμῶν ἐπὶ 3½ χιλιάδας χιλιόμετρα, ὅσα περίπου ὑπολογίζονται ἐν ὅλῳ τὰ τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν ἐν τῷ Κράτει, θὰ ἔχωμεν ἓν ποσὸν 1.500.000, εἰς τοιοῦτον δὲ ποσὸν δὲν ἀνέρχεται ἡ δαπάνη τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν διὰ τῶν ὁδοστατῶν, μεθ’ ὅλας τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, καὶ τοὺς μεγάλους μισθοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐχορηγήθησαν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 σημειοῦται διὰ συντήρησιν τῶν ὁδῶν ποσὸν δραχ. 300,000 περίπου. Εἰς ταύτας πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ δαπάνη τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὁδοστατῶν. Δι’ αὐτοὺς ἡ δαπάνη ἀναγράφεται 574,000. Ἐὰν προσθέσητε 300,000 δραχ. δι’ ὑλικὰ καὶ 300,000 δι’ ἀνανέωσιν, ἔχετε 1,174,000 περίπου, ἐνῷ κατὰ τὸ νέον σύστημα ἀπαιτοῦνται 1,500,000, καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν βεβαίως τὸ αὐτὸ ὑλικὸν συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, οὔτε τὴν αὐτὴν ἐργασίαν διὰ τῶν ἐργολαβιῶν, ὁποίαν ἔχομεν διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους συντηρήσεως τῶν ὁδῶν. Πάντες γινώσκομεν πῶς γίνονται αἱ ἐργολαβίαι τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν καὶ πῶς παραλαμβάνονται καὶ πῶς ἐπιτηροῦνται αἱ ἐργασίαι. Οὔτε λοιπὸν καλλιτέραν συντήρησιν θὰ ἔχωμεν, οὔτε εὐθηνοτέραν, ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι κατ’ αὐτοῦ.
§282ΡΑΛΛΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι θεωρῶ, ὅτι, ὡς διετυπώθησαν τὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, καθίσταται τοῦτο ἀνεπαρκὲς, θὰ ἀποβῇ δὲ ἀληθὴς πληγὴ διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε καθιερωθῇ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον, τὸ σύστημα τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν σπασμωδικῶς καὶ δι’ ἀθρόων ἐργολαβιῶν. Καὶ πρῶτον, λίαν ὀρθῶς παρετηρήθη, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συνεχοῦς καὶ ἀδιαλείπτου συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, πρόκειται περὶ σπασμωδικῆς ἐργασίας, ἥτις περιοδικῶς θὰ ἐπαναλαμβάνηται κατὰ πέντε ἐνιαυτούς. Ἐντεῦθεν τί θὰ ἐπέρχηται; δὲν θὰ ἔχωμεν ὁδοὺς κατὰ τὸ πλεῖστον τοῦ ἔτους, καὶ κατὰ τὰς ὥρας ἀκριβῶς, καθ’ ἃς ἐπέρχονται αἱ μεγαλείτεραι ζημίαι, αὗται θὰ ἀφίενται εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου. Καὶ ὑπάρχει μὲν μία διάταξις, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5, ἡ ὁποία φαίνεται ἔχουσα σκοπὸν νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἐλάττωμα τοῦτο ἀκριβῶς, ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη δίδει ἀφορμὴν εἰς νέαν δαπάνην καὶ νέας καταχρήσεις. Ὡς εἶπον, τὸ σύστημα τοῦτο τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν εἶναι σπασμωδικὸν, θὰ ἐπαναλαμβάνωνται δὲ περιοδικῶς αἱ πρὸς διόρθωσιν ἐργολαβίαι καθ’ ὡρισμένην ὥραν τοῦ ἔτους· τί δὲ θὰ συμβαίνῃ; Θὰ ἔχωμεν τὴν ἀθρόαν ἐπιθεώρησιν τῶν ὁδῶν ἐκ μέρους ἑνὸς καὶ μόνου ἐπαρχιακοῦ μηχανικοῦ, ἢ ἐκ μέρους ἑνὸς καὶ μόνου νομομηχανικοῦ, θὰ ἔχωμεν τὴν ἀθρόαν σύνταξιν τῶν προϋπολογισμῶν ἐκ μέρους τῶν αὐτῶν προσώπων, θὰ ἔχωμεν ἀθρόαν τὴν ὑποβολὴν τῶν προϋπολογισμῶν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ δὲ ἀτυχὴς αὐτὸς ἄνθρωπος, κατὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3, θὰ ἦναι ἠναγκασμένος νὰ διέλθῃ ὅλους αὐτοὺς τοὺς προϋπολογισμοὺς ἐντὸς 5 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς αὐτῶν. Καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, τίς θὰ ἦναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ δύναται νὰ διαπεραιώσῃ τὴν τοιαύτην ἐργασίαν, νὰ διέλθῃ ὅλους αὐτοὺς τοὺς προϋπολογισμοὺς, νὰ σταθμίσῃ ὅλας αὐτὰς τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπαρχιακῶν μηχανικῶν ἢ τῶν νομομηχανικῶν, καὶ νὰ ἐκφέρῃ ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης τῶν ἐκθέσεων τούτων καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν προϋπολογισμῶν τούτων τὴν γνώμην του, νὰ ἐπικυρώσῃ ἢ νὰ ἀκυρώσῃ τινὰς ἐξ αὐτῶν, καὶ νὰ διατάξῃ ἢ νὰ μὴ διατάξῃ τὴν δημοπρασίαν; Ἀλλ’ ἀφοῦ διέλθωμεν τὸ στάδιον αὐτὸ τὸ προπαρασκευαστικόν, ἐρχόμεθα εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς δημοπρασίας, καὶ ἐκεῖ θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τοῦ ἀδυνάτου, διότι συγχρόνως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος θὰ ἐκτεθῇ εἰς δημοπρασίαν ἡ συντήρησις ἢ ἐπισκευὴ τῶν ὁδῶν. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ μάθω, ἐὰν ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἦναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οἱαδήποτε ἐπίβλεψις καὶ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐκ μέρους τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, ὡς πρὸς τὴν ἀκριβῆ διεξαγωγὴν τῶν δημοπρασιῶν. Ἀλλὰ θὰ ἐπέλθῃ καὶ ἕτερόν τι· αὐτὴ ἡ ἀθρόα ἔκθεσις ὅλων αὐτῶν τῶν ἔργων εἰς δημοπρασίαν συνεπάγεται αὔξησιν τῆς δαπάνης πρὸς τῇ ἐλλείψει τῇ παντελεῖ τοῦ ἐλέγχου. Εἰς αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα φέρει ἀναποφεύκτως ἡ ἀθρόα ἔκθεσις τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων τούτων εἰς δημοπρασίαν. Καὶ μετὰ ταῦτα ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν. Κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, ἡ ὁποία θὰ συμπίπτῃ ἐπίσης καὶ θὰ διεξάγηται ἐπίσης ἀθρόως, τίς θὰ ὑπάρχῃ ἔλεγχος; ὁ ἔλεγχος θὰ ἦναι εἰς χεῖρας τοῦ νομομηχανικοῦ ἢ τοῦ ἐπαρχιακοῦ μηχανικοῦ, καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους διεξαγομένη μία τοιαύτη ἐργασία καθ’ ὅλον τὸ Κράτος εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν, ἐννοεῖτε εἰς τίνα ἀποτελέσματα θὰ φέρῃ, εἰς τίνα ἀληθῆ λεηλασίαν. Καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκει αὐτὴ ἡ λεηλασία, εἰς τὴν ὁποίαν παραδίδεται ὁ δημόσιος πλοῦτος, ἐρχόμεθα καὶ προσθέτομεν μίαν ἄλλην πηγὴν καταχρήσεων, τὴν πηγὴν τῶν καταχρήσεων τῆς δι’ ἡμερομισθίων ἐπισκευῆς. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§283ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφρόνουν, ὅτι ἤθελον δοθῆ ἐξηγήσεις τινὲς ἐκ μέρους τῶν εἰσηγητῶν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅτι δὲν ἤθελον μὲ ἀναγκάσει νὰ προσθέσω ὀλίγας τινὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταργεῖται ὁ νόμος περὶ ὁδοστατῶν, καὶ παύονται πάντες οἱ ὁδοστάται, ἑπομένως μέχρι τοῦ μηνὸς Ἰουνίου τοῦ ἑπομένου ἔτους οὐδεμίαν θὰ ἔχωμεν συντήρησιν τῶν ὁδῶν, διότι ἀπὸ τοῦ μηνὸς Μαρτίου τοῦ ἑπομένου ἔτους ἄρχονται αἱ ἐργασίαι πρὸς σύνταξιν προϋπολογισμῶν καὶ πρὸς παρασκευὴν τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ διεξαχθῶσιν αἱ δημοπρασίαι. Ὑποθέτω ὅτι, ἐὰν μάλιστα περὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν ὁδοστατῶν τόσον δυσμενῆ εἶχε τὴν γνώμην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως ἡ κατάστασις τῶν ὁδῶν δὲν εἶναι καλή· ἐὰν δὲ ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον ἀφήσητε τὰς ὁδοὺς αὐτὰς ἐστερημένας πάσης συντηρήσεως, βεβαίως αἱ ὁδοὶ θὰ καταστῶσιν ἀπολύτως ἀδιάβατοι καὶ ἄχρηστοι. Ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύνατο τοὐλάχιστον νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἤθελον κατασταθῆ ὁριστικαὶ αἱ δημοπρασίαι αἱ διεξαχθησόμεναι κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, ὥστε ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ὑπάρχῃ ποιά τις συντήρησις. Τὸ σύστημα τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν δι’ ὁδοστατῶν εἶναι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, γαλλικὸν, λειτουργεῖ δὲ οὐ μόνον ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλοις τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, ἐκεῖθεν δὲ καὶ ἡμεῖς τὸ ἐλάβομεν. Ἐὰν, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, εἴς τινας ἐπαρχίας δὲν ἐλειτούργησεν εὐδοκίμως, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν φυγοπονίαν ἢ εἰς τὴν ἐλαστικότητα τοῦ χαρακτῆρος τῶν μηχανικῶν. Ἀλλ’ ἐὰν περὶ τῶν μηχανικῶν τοιαύτην γνώμην ἔχωμεν, νομίζετε, ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ συστήματος τῶν ἐργολαβιῶν οἱ μηχανικοὶ οὗτοι θέλουσιν ἐκτελεῖ ἀκριβέστερον τὰ καθήκοντά των; Βεβαίως τότε ἔχουσι στάδιον εὐρύτερον καὶ πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς φυγοπονίας των καὶ πρὸς βλάβην τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ὑπέλαβεν ἴσως, ὅτι αἱ διὰ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου προβλεπόμεναι πειθαρχικαὶ ποιναί, καὶ ἡ ἀναγραφὴ τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς ἤθελε παύεσθαι ὁ μηχανικὸς, ἐὰν δὲν ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, προλαμβάνουσι πάντα ταῦτα, πρὸ πάντων τὴν καθυστέρησιν αὐτῶν πέραν τῶν προθεσμιῶν, αἵτινες τάσσονται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, αἱ πειθαρχικαὶ ποιναὶ ὑπελήφθησαν ὡς χρήσιμοι πρὸς λειτουργίαν τοῦ συστήματος τῆς δι’ ἐργολαβιῶν συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, ἠδύνατο ὡς ἄριστα αὐτὰς τὰς ποινὰς νὰ τὰς προσθέσῃ διὰ νόμου εἰς τὸν περὶ ὁδοστατῶν νόμον, καὶ οὕτω, ὅπου ὑπάρχουσι μηχανικοὶ ἀνίκανοι, φυγόπονοι, ἢ ἐνδοτικοὶ εἰς πολιτικὰς πιέσεις, νὰ τοὺς καταστήσῃ ἱκανοὺς καὶ εἰς τὸ καθῆκόν των ἀκριβεῖς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἕνα σκοπὸν ἔχει, νὰ καταργήσῃ τὸν ὑφιστάμενον νόμον περὶ τοῦ τρόπου τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, καὶ νὰ ἀφήσῃ τὰς ὁδούς, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς, εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, πρὸς βλάβην τῶν ἐμπορικῶν καὶ γεωργικῶν συμφερόντων τοῦ τόπου.
§284ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σχετικῶς πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, παρατηρῶ τὸ ἑξῆς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λύσῃ τὴν ἀπορίαν μου. Ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὴν βʹ ἑξαμηνίαν ποσὸν 224,500 δρ. διὰ συντήρησιν τῶν ὁδῶν. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι καταργεῖται τὸ ὑπάρχον σύστημα ἀπὸ τῆς 1 Ἰουλίου, ὅθεν ἄρχεται ἡ βʹ ἑξαμηνία, δυνάμει τίνος νόμου θέλουσι δαπανηθῆ αὐταὶ αἱ χιλιάδες δραχμαί; δυνάμει νέου νόμου; Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κανονίζει ἄλλον τρόπον συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, ὁ ὁποῖος, ἅμα ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ γείνῃ νόμος, δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ, παρὰ μετὰ ἐξέτασιν τῶν ὁδῶν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων μηχανικῶν, σύνταξιν ἐκθέσεων, προϋπολογισμῶν καὶ λοιπὰ, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται· ὥστε θὰ καταντήσῃ μόνον ἀπὸ τοῦ ἑπομένου Ἰουνίου νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν τὸ νέον σύστημα. Ἑπομένως πρέπει ἄλλως νὰ προΐδῃ ὁ νόμος τὰ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ ἔτους τούτου, ἐὰν θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5.
§287ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τῶν ἕνεκα ἀπροόπτων καὶ τυχαίων συμβεβηκότων ἐν ἄλλῳ τοῦ ἔτους χρόνῳ ἐπιγενομένων ἐπί τινος ὁδοῦ φθορῶν ἢ βλαβῶν ἡ ἐπισκευὴ ἐκτελεῖται τῇ ἐπιμελείᾳ καὶ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ τεταγμένου μηχανικοῦ δι’ ἡμερομισθίων ἐργατῶν, ἀλλὰ πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ, νομίμως ἐγκριθέντος.»
§288ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ ἐνταῦθα γίνεται δεκτὸν τὸ σύστημα τῆς δι’ ἡμερομισθίων ἐργατῶν ἐκτελέσεως τῶν ἔργων, καὶ δὲν γίνεται τοὐλάχιστον δεκτὸν τὸ αὐτὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, νὰ γίνωνται δηλ. καὶ διὰ τὰ ἔργα ταῦτα νεώτεραι δημοπρασίαι, κατὰ τὰς διατυπώσεις τοῦ προηγουμένου ἄρθρου; Τοιουτοτρόπως δὲν θέλει τίποτε ἄλλο κατορθωθῆ, εἰμὴ αἱ σπουδαιότεραι ἐλλείψεις τῶν ὁδῶν ν’ ἀποδεικνύωνται μετὰ τὴν πρώτην τῶν μηχανικῶν περιοδείαν καὶ σύνταξιν τῶν προϋπολογισμῶν, καὶ οὕτως ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν νὰ γίνηται πάντοτε δι’ ἡμερομισθίων ἐργατῶν, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ δημοσίου ταμείου. Προτείνω κατ’ ἀκολουθίαν νὰ γένηται δεκτὸν καὶ ἐνταῦθα τὸ σύστημα τῶν δημοπρασιῶν.
§289Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον ὑπέλαβον ὅτι αἱ φθοραὶ τῶν ὁδῶν συμβαίνουσι συνήθως κατὰ τὸν χειμῶνα, διὰ τοῦτο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀνέγραψαν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐξετάσεως τῶν φθορῶν τούτων κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον, τῆς συντάξεως περὶ τούτων ἐκθέσεων καὶ προϋπολογισμῶν, καὶ τὴν φροντίδα περὶ ἐπισκευῆς αὐτῶν, καὶ ἐκανόνισαν τὰ περὶ δημοπρασιῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων. Ἡ ἐπισκευὴ τῶν ὁδῶν θέλει γενῆ τὸν Ἰούλιον, ὁπότε θὰ ἐπισκευασθῶσιν αἱ φθοραὶ αἱ ἐπιγενόμεναι κατὰ τὸν παρελθόντα χειμῶνα, ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ ἐπέλθωσι φθοραὶ πάλιν κατὰ τὸ φθινόπωρον διὰ τὴν ταχύτητα λοιπὸν, ἵνα μὴ ἐγκαταλειφθῶσιν αἱ φθοραὶ αὗται ἐπὶ πολὺν χρόνον, ἐπετράπη ἐκτάκτως νὰ γίνηται ἡ ἐπισκευὴ δι’ ἡμερομισθίων ἐργατῶν.
§290ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι ἐπὶ τούτου τοῦ ἄρθρου δύνανται νὰ συμβῶσι τὰ ἑξῆς ἄτοπα; Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς ὁδοῦ, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐνδιαφέρεταί τις, τίς θὰ βεβαιώσῃ ὅτι ἡ φθορὰ ἐπῆλθεν ἕνεκα ἀπροόπτων καὶ τυχαίων συμβεβηκότων; ὁ μηχανικὸς ἄρα μόνον ἀπ’ αὐτὸν ἐξαρτᾶται νὰ γένηται ἡ ἐπισκευὴ, διότι εἶναι λίαν εὔκολον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὁδοῦ ἐπῆλθε φθορὰ, καὶ ἑπομένως νὰ ἐπικαλῆται αὐτὴν καὶ νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἐπισκευήν της· συνεπῶς οὐδεὶς θὰ ὑπάρχῃ ἔλεγχος.
§291Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ μηχανικὸς αὐτὸς εἶναι ὁ νομομηχανικὸς, δηλ. ὁ ἀνώτατος ὑπάλληλος τῆς ὑπηρεσίας ταύτης τοῦ νομοῦ· ἐὰν δὲ γεννηθῇ ὑπόνοια ὅτι ὁ μηχανικὸς οὗτος παραβαίνει τὸ καθῆκόν του, τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει ἐπιθεωρητὰς, ἀποστέλλει ἐπιθεωρητὴν καὶ ἐξελέγχει τὴν διαγωγὴν τοῦ νομομηχανικοῦ.
§292ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Νομίζω ὅτι περὶ τούτου ἠδύνατο νὰ γείνῃ κἄποια διαδικασία, διότι εἶναι δύσκολον νὰ ἀποδειχθῇ.
§293ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου 5 εἶναι ὅλως διάφορος· νομίζω ὅτι σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι νὰ πληρώσῃ τὸ ἓν κενὸν, ὅπερ ἀφίνει τὸ σύστημα τὸ εἰσαγόμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι φθοραὶ, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐπέλθωσιν κατ’ ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν πρόκειται νὰ γείνωσι δημοπρασίαι καὶ ἀκριβῶς εἰς αὐτὰς τὰς φθορὰς ἀποβλέπει τὸ ἄρθρον 5, «βλέπει δὲ εἰς τὸ νὰ ἐμποδίσῃ, ὅπως αἱ φθοραὶ αὗται, μὴ προλαμβανόμεναι καὶ μὴ ἐπισκευαζόμεναι ἀμέσως, καταστῶσιν ἀκόμη ἐπαχθέστεραι. Ἐὰν ὅμως θὰ ἔχωμεν τὴν σύνταξιν, τὴν ὑποβολὴν καὶ τὴν ἔγκρισιν προϋπολογισμοῦ, τότε ἐξουδετεροῦμεν ἐντελῶς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5, δηλ. ἡ πρόσκαιρος ἐκείνη ἐπισκευὴ, ἡ ὁποία ἤθελε παρεμποδίσει ἄλλην μεγαλειτέραν βλάβην, δὲν θὰ δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἀμέσως. Νομ. ὅτι τοῦτο ἔπρεπε κἄπως νὰ τροποποιηθῇ. Νὰ ὑποβάλληται ὁ μηχανικὸς εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναφέρῃ ἀμέσως τὰς φθορὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον νὰ ἀποστέλλῃ ἐπιθεωρητὴν πρὸς ἐξακρίβωσιν αὐτῶν, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην ν’ ἀφήσῃ νὰ παρέλθωσιν ὅλαι ἐκεῖναι αἱ προθεσμίαι πρὸς τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἔγκρισιν αὐτοῦ.
§294Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδετε, τὴν δίδετε κατ’ ἰδίαν ὑμῶν βούλησιν· δὲν ἔχετε αὐτὴν ἐκ τοῦ νόμου. Ὁ νόμος διατάσσει ῥητῶς, ὅτι αἱ φθοραὶ ἐπῆλθον ἐξ ἀπροόπτων συμβεβηκότων. Τὰ συμβάντα βεβαίως ἐπῆλθον μετὰ τὴν γενομένην ἐπισκευήν. Ἀλλ’ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 δὲν συμπληροῖ τὴν ἀτέλειαν τοῦ συστήματος, ἀλλὰ προνοεῖ περὶ πληρώσεως ἀνάγκης ἐπελθούσης μετὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ συστήματος, καὶ κατὰ τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ δι’ ἄλλου τρόπου ἐπισκευὴ τῆς φθορᾶς ἤθελεν ἀπαιτήσει πολὺν χρόνον καὶ ἤθελεν ἀφήσει τὴν φθορὰν προβαίνουσαν.
§295ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ ἐπὶ παραδείγματι, κ. Πρόεδρε, πῶς δύναταί τις νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν λειτουργίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τὸν μῆνα Μάρτιον ὁ νομομηχανικὸς περιῆλθε τὸν νομὸν, ἐβεβαίωσε δι’ προϋπολογισμοῦ, ὁποῖαι εἶναι αἱ ἐλλείψεις ἑκάστης τῶν ὁδῶν καὶ ὁποῖαι ἑπομένως εἶναι αἱ δαπάναι, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ὑποβληθῇ ὁ μέλλων νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐργολαβίαν τῆς συντηρήσεως ἑκάστης τῶν ὁδῶν τούτων. Ἡ δημοπρασία ἐγένετο ὁριστική, καὶ ἀνέλαβεν ὁ ἐργολάβος τὴν ἐκτέλεσιν πασῶν ἐκείνων τῶν ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸν συνταχθέντα κατὰ μῆνα Μάρτιον ὑπὸ τοῦ νομομηχανικοῦ. Ἄρχεται οὗτος τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον. Εἰσήλθομεν εἰς τὸν χειμῶνα, ἐπέσκηψε μία θύελλα, ἢ ἄλλα τινὰ γεγονότα, ἐκ τῶν ὁποίων ὡρισμένη τις ὁδὸς, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ νομομηχανικὸς ἀνεῦρεν ὡρισμένας ἐλλείψεις, δεικνύει ἑτέρας ἐλλείψεις· τότε καλεῖται πάλιν ὁ νομομηχανικὸς, συντάσσει οὗτος νέον προϋπολογισμὸν, προκαλεῖ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο ὁ νομομηχανικὸς ἐργάζεται δι’ ἡμερομισθίων, ἑπομένως ὁ ἐργολάβος ἀφίνει πλέον τὸ τμῆμα ἐκεῖνο καὶ ἐργάζεται εἰς ἄλλο τμῆμα. Ἔλεγον καὶ πρότερον, ὅτι ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς ἐργολαβίας διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν ὑπολανθάνουσι καὶ χωροῦσι καταχρήσεις· διότι εἰς τί συνίσταται ἡ ἐπιθεώρησις τοῦ ἁρμοδίου μηχανικοῦ; πρὸς βεβαίωσιν τῶν ὑλικῶν, τὰ ὁποῖα ἕκαστος τῶν ἐργολάβων συνήγαγεν ἐπὶ σημείων τινῶν τῆς ὁδοῦ, καὶ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῶσι βραδύτερον διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ. Ἐβεβαίωσεν ἐπὶ παραδείγματι 500 κυβικὰ μέτρα σκύρων, τοποθετηθέντων εἰς ὡρισμένα σημεῖα τῆς ὁδοῦ· μετὰ χρόνον τινὰ ὁ μηχανικὸς ἐπιθεωρεῖ ἐκ νέου τὴν ὁδὸν ἐκείνην καὶ εὑρίσκει, ὅτι οὐδὲν κυβικὸν μέτρον ἐκ τῶν σκύρων ἐκείνων ὑπάρχει. Ὁ ἐργολάβος θὰ ἰσχυρισθῇ βεβαίως, ὅτι τὰ σκῦρα ταῦτα πάντα κατηναλώθησαν εἰς ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθε καὶ ἡ ἄλλη περίστασις τῶν νεωτέρων ἐλλείψεων καὶ παρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη τῆς δι’ ἡμερομισθίων ἐργατῶν ἀναπληρώσεως τῶν ἐλλείψεων ἐκείνων. Οἱ ἡμερομίσθιοι ἐργάται θέλουσιν ἐργάζεσθαι, ὡς τὸ ἄρθρον 5, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, διαλαμβάνει, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ διεύθυνσιν τοῦ ἁρμοδίου μηχανικοῦ. Λοιπὸν τὰ ὑλικὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐπιθεωρηθῆ, ἵνα χρησιμεύσωσι διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ, θέλουσι χρησιμοποιεῖσθαι διὰ τὰς ἐπισκευὰς, αἱ ὁποῖαι θὰ καταδειχθῶσιν ὡς ἀναγκαῖαι μετὰ τὸ πρῶτον στάδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐβεβαιώθησαν αἱ ἐλλείψεις τῆς ὁδοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἄλλη τις βελτίωσις εἰς τὸ νομοσχέδιον, εἶναι προσῆκον ὥστε καὶ διὰ τὰς ἀπροόπτους αὐτὰς ἐπισκευὰς, ἐκ τυχαίων συμβεβηκότων προελευσομένας, τὸ αὐτὸ σύστημα νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἤτοι ἡ δι’ ἐργολάβων ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τούτων.
§296Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τῶν ἕνεκα ἀπροόπτων καὶ τυχαίων συμβεβηκότων ἐν ἄλλῳ τοῦ ἔτους χρόνῳ ἐπιγενομένων ἐπί τινος ὁδοῦ φθορῶν ἢ βλαβῶν ἡ ἐπισκευὴ ἐκτελεῖται τῇ ἐπιμελείᾳ καὶ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ τεταγμένου μηχανικοῦ, ὡσαύτως δι’ ἐργολαβίας, μετὰ δημοπρασίαν μειοδοτικὴν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συνταχθέντος προϋπολογισμοῦ, ἤ, ἂν ὁ καιρὸς δὲν ἐπιτρέπῃ, δι’ ἡμερομισθίων ἐργατῶν, ἀλλὰ πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ, νομίμως ἐγκριθέντος.»
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, οὕτω τροποποιημένον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§298ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ τί θὰ γίνηται ὡς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ἐντὸς 5 ἡμερῶν δὲν ἐπικυρώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας; Αὐτὸς θὰ πηγαίνῃ εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον;
§299Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποιεῖσθε ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἀνεφέρετε πρὸ μικροῦ, ὅτι κατὰ τὴν 27 Ἀπριλίου θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ πρακτικὰ τῶν δημοπρασιῶν 85 ὁδῶν. Αὗται εἶναι ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι στηρίζονται ἐπὶ βάσεων ἀερωδῶν.
§300ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 3 ὁρίζει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ πρακτικὰ τῶν δημοπρασιῶν τούτων ὑποβάλλονται ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαημέρου, τὸ βραδύτερον, εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐξετάζει καὶ ἐγκρίνει ἢ ἀκυρόνει αὐτὰ ἐντὸς 5 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κατὰ τὸ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τηρούμενον πρωτόκολλον τῶν εἰσαγομένων παραλαβῆς αὐτῶν.»
§301Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως διότι ἄλλα θὰ ἔλθωσι κατὰ τὰ μέσα Ἀπριλίου, ἄλλα κατὰ τὸ τέλος, καὶ ἄλλα κατὰ τὴν 1ην Μαΐου, ἄλλα κατὰ τὰς 15 Μαΐου. Καὶ πέντε ἡμέρας, ἀφ’ ἧς παραλάβῃ τὰ πρακτικὰ ὁ Ὑπουργὸς, θέλει ἐγκρίνει ἢ ἀκυρώσει αὐτά.
§302ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι ὅλη ἡ ἐργασία αὐτὴ θὰ παραλύσῃ ἐντελῶς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἀναγράφεται μία ὑποχρέωσις εἰς βάρος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἣν δὲν θὰ δύναται νὰ ἐκτελέσῃ.
§303Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑμεῖς ὑποθέτετε καὶ ἄλλο τι· ὑποθέτετε ὅτι θέλει γενῇ καὶ λεηλασία τοῦ δημοσίου ταμείου.
§304ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ὑμεῖς εἶσθε βέβαιος περὶ τούτου, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ λεηλασία.
§305Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω παντάπασι τὴν βεβαιότητα ταύτην· διότι, ἐὰν εἶχον τὴν βεβαιότητα ταύτην, δὲν ἤθελον συντελέσει εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Θὰ ἤμην πολὺ ἀσυνείδητος, ἐὰν, ἔχων τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ ἐπέλθῃ λεηλασία τοῦ δημοσίου ταμείου, ἤθελον συντελέσει εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου νομοσχεδίου.
§306ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἴδωμεν τ’ ἀποτελέσματα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν.
§307Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ λεηλασία ἴσως εἶναι θεμιτὴ εἰς ἄλλους, οὐχὶ εἰς ἡμᾶς.
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται)
§309ΡΑΛΛΗΣ. Τώρα καταργοῦνται ὅλοι. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ πληροφορηθῶ, πῶς οἱ μηχανικοὶ ἢ οἱ νομομηχανικοὶ θὰ δύνανται νὰ βεβαιῶσι τὴν κατάστασιν τῶν ὁδῶν καὶ τὰς ζημίας ἐκείνας καὶ τὰς βλάβας, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει τὸ ἄρθρον 5, ἀφοῦ δὲν ἔχουσι μήτε ἐπιστάτας, μήτε ἐργοδηγούς, μήτε ὁδοστάτας.
§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθηκῶν καὶ διαγραφῶν εἰς πίνακας προσηρτημένους εἰς τοὺς νόμους ΑΦΛΓʹ καὶ ͵ΒΡΟϚʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 καὶ τῆς 21 Φεβρουαρίου 1893 περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ νόμου.
§312Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δύο κυρίως ἐπιδιώκει σκοπούς, τοῦτο μὲν ἵνα βελτιώσῃ τὴν τύχην τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν προαγωγήν, ὡς ἀναγράφει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, καὶ καταστήσῃ ταύτην ὁμοιόμορφον πρὸς τὴν τῶν λοιπῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὁμοιοβάθμων αὐτῶν ἐν τοῖς σώμασι τοῦ στρατοῦ, τοῦτο δὲ, ὅπως διαῤῥυθμίσῃ τὰ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἐπὶ τὰ βελτίω διὰ τῆς καταλλήλου συνθέσεως τῶν πινάκων τοῦ σώματος τούτου, οὕτως ὥστε οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ νὰ ὦσιν ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τοὺς ὑποδεεστέρους ἀξιωματικούς, κατὰ τὰ ἐν τοῖς λοιποῖς εὐρωπαϊκοῖς Κράτεσι παραδεδεγμένα, καὶ ἰδίως ἐν Γαλλίᾳ. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὸν πρῶτον ἐπιδιωκόμενον σκοπόν, νομίζω ὅτι ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις δὲν εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ μετὰ τῶν πραγμάτων, διότι ἡ ἐξέτασις τοῦ ἐλέγχου τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ παρέχει πᾶσαν ἀλήθειαν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ὁ ἔλεγχος τῶν ἀξιωματικῶν παρουσιάζει τὰς ἐποχὰς τοῦ προβιβασμοῦ ἑκάστου βαθμοφόρου, καὶ συνεπῶς ἡ σύγκρισις εἶναι ἁπλουστάτη. Δὲν ποιοῦμαι λόγον περὶ τοῦ γενικοῦ ἀρχιάτρου, τοῦ πρώτου ἀναγραφομένου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὡς ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ ἐκθέσει γέγραπται, καὶ ὅστις προτείνεται πρὸς ἐπαύξησιν τῶν δύο ἤδη ὑπαρχόντων ἀρχιάτρων ἐν τῷ στρατῷ, διότι οὗτος τυγχάνει μεταξὺ ἡμῶν, καὶ ἑπομένως προβιβαζόμενος οὐδεμίαν θὰ παράσχῃ ὑπηρεσίαν εἰς τὸ στράτευμα. Ἐν τούτοις ὁ ἔλεγχος ἀναγράφει, ὅτι οὗτος προήχθη εἰς τὸν τελευταῖον βαθμὸν τοῦ ἀρχιάτρου κατὰ τὸ 1886, ἤτοι καθ’ ἣν ἐποχὴν καὶ ὁ πρὸ μικροῦ προβιβασθεὶς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου, καὶ αὐτὸς μεταξὺ ἡμῶν συνεδρεύων, κ. Κόρπας. Ἔρχομαι ὅμως νὰ ἐξετάσω τοὺς κατόπιν βαθμούς, δηλ. τοὺς ἀρχιάτρους. Τὸ νομοσχέδιον προτείνει τὴν αὔξησιν τῶν ἀρχιάτρων ἀπὸ 7 εἰς 12, ἑπομένως ἀνάγκη πᾶσα νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἀληθῶς οἱ ἐπίατροι οὗτοι ὑστέρησαν κατὰ πολὺ τῶν λοιπῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν προαγωγήν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἂν ὑπάρχῃ ἡ περίπτωσις ἡ δικαιολογοῦσα μέτρα ἔκτακτα, ὅπως δηλαδὴ ἐπιδιορθωθῇ ἡ προαγωγὴ αὐτῶν δι’ εἰδικοῦ νόμου καὶ δὴ διὰ τροποποιήσεως τῶν πινάκων τῶν προσηρτημένων εἰς τὸν νόμον τοῦ 1887.
§313ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§314ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ πρῶτος ἐν τῷ ἐλέγχῳ τοῦ ὑγειονομικοῦ σώματος εἶναι ὁ ἐπίατρος κ. Βάλλας· οὗτος τυγχάνει πολὺ νεώτερος ἐν τῇ γενικῇ ἀρχαιότητι τῶν ὁμοιοβάθμων αὑτοῦ ἐν τοῖς λοιποῖς σώμασι τοῦ στρατοῦ.
§315ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Πότε κατετάχθη; Ἐγὼ ἔμεινα 15 ἔτη εἰς ἕνα βαθμόν.
§316ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡ γενικὴ ἀρχαιότης τῶν ταγματαρχῶν ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Χόρς, Μοσχόπουλος, τοῦ μηχανικοῦ· Βοῦλτσος, Ἀντωνόπουλος, Κρεστενίτης, τοῦ πυροβολικοῦ· Ἀμπελᾶς, Πάλλης κτλ. καὶ τέλος Κωνσταντινίδης τοῦ πεζικοῦ»· τουτέστι κατέχει τὸν 22 ἀριθμὸν ἐν τῇ γενικῇ ἀρχαιότητι τῶν πρὸ αὐτοῦ ὄντων, πάντων λογάδων ἀξιωματικῶν. Ἐρωτῶ ἤδη τὴν Βουλήν, κατόπιν τοιαύτης καταστάσεως εἶναι δυνατὸν νὰ τροποποιήσωμεν τοὺς πίνακας, ὅπως ἐπισπεύσωμεν τὴν προαγωγὴν τῶν ἐπιάτρων καὶ προαχθῶσιν οἱ ἐπίατροι, παραλειπομένων τοσούτων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν ἐν τοῖς σώμασι τοῦ στρατοῦ, καθ’ ὧν ἡ ὑπηρεσία οὐ μόνον δὲν ἔχει παράπονόν τι, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔχει ἀρίστας ἐντυπώσεις; Συμφωνῶ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἰατρούς. Τούτων ἀληθῶς δὲν ὑπῆρξεν ὁμοιόμορφος πρὸς τοὺς λοιποὺς ὁμοιοβάθμους ἐν τῷ στρατῷ ἀξιωματικοὺς ἡ προαγωγή, καὶ διὰ τοῦτο δέον νὰ παρασχεθῇ αὐτοῖς εὐκολία πρὸς πρόοδον. Διὸ συμφωνῶ, ὅτι οὗτοι πρέπει νὰ προαχθῶσι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν θέσεων. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπιάτρους καὶ ἀνθυπιάτρους, εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἀντίθετος τῆς περικοπῆς τῶν θέσεων αὐτῶν, ὡς μετ’ ὀλίγον θ’ ἀναπτύξω. Ἤδη ἐξετάσωμεν τὸν δεύτερον σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ὄντως διαῤῥυθμιζομένου τοῦ πίνακος δύναται νὰ προκύψῃ ὠφέλεια ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ σώματος τούτου τοῦ στρατοῦ. Δὲν συμφωνῶ εἰς τὴν προσθήκην τρίτου γενικοῦ ἀρχιάτρου, διότι κατὰ τί ἤθελεν ὠφελήσει τὴν ὑπηρεσίαν ἡ ὕπαρξις τρίτου γενικοῦ ἀρχιάτρου, ἀφοῦ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ὁ εἷς ἀσχολεῖται ὡς γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τοῦ σώματος, ὁ δὲ ἕτερος τυγχάνει τμηματάρχης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν; Ὁ τρίτος ἄρα γενικὸς ἀρχίατρος περισσεύει, ἡ δὲ θέσις αὐτοῦ ἐν τῷ σώματι καθίσταται δύσκολος, ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὁ τρίτος γενικὸς ἀρχίατρος προώρισται νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἀρχίατρον ἐν τῷ 3ῳ Ἀρχηγείῳ στρατοῦ, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ἄτοπον. Ἀλλὰ τότε διατὶ νὰ μὴ ἦναι τρεῖς γενικοὶ ἀρχίατροι τοπικῆς περιφερείας; Τοῦτο ἀποτελεῖ σύγχυσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Δι’ αὐτὸ κατ’ ἀρχὴν ἀποκρούω τὴν θέσιν τοῦ τρίτου γενικοῦ ἀρχιάτρου. Λυποῦμαι διὰ τὸν φίλον μου κ. Μανουσάκην, ὅτι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τῷ παράσχω τὴν ὑπηρεσίαν μου...
§317ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ.
§318ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ ὀργανισμὸς τῆς ὑπηρεσίας ἀποκρούει τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθῇ ἄλλος ἐν τῇ ὑγειονομικῇ ὑπηρεσίᾳ ὁμοιόβαθμος τοῦ γενικοῦ ἀρχιάτρου, ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ καὶ ἀσχολούμενος εἰς τοπικὰς ἐπιθεωρήσεις. Ἤδη ἐξετάζω τὸν βαθμὸν τοῦ ἀρχιάτρου. Καὶ ἐνταῦθα ὑφίσταται ἀνωμαλία τις, διότι ἐκ τῶν 7 ἀρχιάτρων οἱ 3 εἶναι διωρισμένοι παρὰ τοῖς Ἀρχηγείοις τοῦ στρατοῦ. Ἡ ὑπηρεσία, ἣν οὗτοι ἐκτελοῦσι, συνίσταται εἰς ἐπιθεωρήσεις ἐν τῇ τοπικῇ δικαιοδοσίᾳ τῶν Ἀρχηγείων, καὶ οὐδεμίαν ἄλλην ὑπηρεσίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελέσωσιν εἴτε παρὰ τοῖς σώμασιν, εἴτε παρὰ τοῖς στρατιωτικοῖς καταστήμασιν. Οἱ 4 μένοντες ἐκ τῶν ἀρχιάτρων ἀσχολοῦνται ὡς διευθυνταὶ τῶν 4 κυριωτέρων νοσοκομείων, τουτέστι παρὰ ταῖς ἕδραις τῶν τριῶν Ἀρχηγείων καὶ ἐν Κερκύρᾳ, ὅπου ἡ φρουρὰ ἀπαιτεῖ τὴν ὕπαρξιν ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, ἕνεκα τοῦ πολυαρίθμου αὐτῆς. Ἀποδέχομαι ἕνα ἀρχίατρον εἰς τὸ σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων, διότι τὸ σχολεῖον τοῦτο ἀπαιτεῖ ἰδιαιτέραν μέριμναν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑγειονομικὴν αὐτοῦ ὑπηρεσίαν. Πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, νομίζω προτιμότερον νὰ καταργηθῶσιν οἱ 3 ἀρχίατροι παρὰ τοῖς Ἀρχηγείοις, διότι, ὡς ὡμολόγησεν ὁ κ. ἐκ Νάξου Βουλευτὴς, οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν ἐκτελεῖ ὁ ἀρχίατρος ἐπιθεωρητὴς τοῦ Ἀρχηγείου. Ἀλλὰ τότε διατὶ ζητεῖται ἡ προαγωγὴ αὐτοῦ;
§319ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐκτελεῖ ὅ,τι καὶ ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητής, τὸν ὁποῖον ἔχετε.
§320ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κατόπιν, σᾶς παρακαλῶ, νὰ μὲ ἀντικρούσητε. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀρχιάτρους, δέχομαι, ἵνα προαχθῶσι καὶ ἀντικαταστήσωσι τοὺς ἰατροὺς τῶν συνταγμάτων, καὶ δέχομαι μάλιστα εἰς μεγαλείτερον ἀριθμὸν, οὐχὶ εἰς 18, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ εἰς 20 καὶ 22. Ἀποκρούω τὴν κατάργησιν τῶν θέσεων τῶν ὑπιάτρων, διότι τοῦτο εἶναι πρᾶξις τείνουσα εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ ὑγειονομικοῦ σώματος, διότι ἀκρωτηριάζοντες τὸ σῶμα βεβαίως θὰ τὸ καταστρέψωμεν μετ’ οὐ πολύ. Οἱ ἀνθυπίατροι καὶ οἱ ὑπίατροι εἶναι τὸ φυτώριον, καὶ ἐὰν ἐκλείψῃ τὸ φυτώριον τοῦτο, δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἐν τῷ μέλλοντι ὕλη πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα παρουσιάζεται καὶ νέον ζήτημα, ἡ ἀπάλειψις τοῦ μεγαλειτέρου μέρους τῶν ἀνθυπιάτρων· ὥστε μετ’ οὐ πολὺ καταργεῖται σχεδὸν καὶ ὁ βαθμὸς οὗτος. Ἀλλὰ τότε εἶναι προτιμότερον νὰ τὸν καταργήσωμεν καὶ εἰς τὸ πεζικόν, ἔνθα ἤδη ὑπάρχουσιν ἀνθυπολοχαγοὶ, διανύοντες τὸ 11ον ἔτος εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν. Κατὰ συνέπειαν ἀποκρούω τὴν τοιαύτην περικοπὴν τῶν θέσεων τῶν ὑπιάτρων καὶ ἀνθυπιάτρων, διότι θὰ ἦναι ἐπιζήμιος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μᾶλλον ἢ ὠφέλιμος. Ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις λέγει, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐσχημάτισε τὴν γνώμην αὑτοῦ ἐξ αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν φρονῶ τοῦτο. Τὴν ἐσχημάτισε, λέγει, καὶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῶν ἐπιθεωρητῶν τοῦ στρατοῦ. Μὲ ὅλον τὸ σέβας καὶ τὴν ὑπόληψιν, ἣν ἔχω πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους ἐπιθεωρητὰς, νομίζω ὅτι δὲν ἦσαν οἱ ἁρμόδιοι ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ. Ἔχομεν πρόσωπα ἁρμοδιώτερα, ἔχομεν τὸν γενικὸν ἀρχίατρον, ἐπιθεωρητὴν τοῦ σώματος, ἄνδρα σώφρονα, πεπειραμένον καὶ ἀληθῆ ἐπιστήμονα, οὗτινος ἡ γνώμη βεβαίως θὰ εἶχε μεγίστην σημασίαν σήμερον κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἔχομεν ἐπίσης τὸν ἕτερον γενικὸν ἀρχίατρον, τὸν ὑπηρετοῦντα ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ἐπὶ τεσσαρακονταπενταετίαν, ὅπως ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ γνωρίζω καλῶς καὶ οὗτινος ἔργα εἰσὶ τὰ ἰσχύοντα νῦν· καὶ τούτου ἡ γνώμη θὰ ἦτο βαρυσήμαντος, ἀλλ’ ἀτυχῶς οὐδεμίαν ἔκθεσιν αὐτοῦ ἔχομεν. Ἐπὶ τῶν δύο λοιπὸν τούτων ἐκθέσεων ἠδυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, καὶ μετὰ θάῤῥους νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν πινάκων· διότι ἐγὼ κατ’ ἀρχὴν φρονῶ, ὅτι δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μεταβάλωμεν τοὺς πίνακας ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ προαγωγὴ ἀξιωματικῶν τινων βραδύνει εἴς τι σῶμα, καθόσον, ἐὰν τὴν ἀρχὴν ταύτην ἠθέλομεν ἐφαρμόσει ἀπό τινος χρόνου καὶ εἰς τὰ λοιπὰ σώματα τοῦ στρατοῦ, βεβαίως θὰ ἐπήρχετο πλήρης ἡ ἀποσύνθεσις. Καὶ δὲν εὑρέθη τάχα ἄλλο σῶμα εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην πρὸ πολλοῦ; Τὸ Μηχανικὸν διατελεῖ ἔτι καὶ νῦν, ἀλλ’ οὐδὲν περὶ αὐτοῦ ἐλήφθη μέτρον, τὸ δὲ Πυροβολικὸν θὰ εὑρεθῇ εἰς χείρονα κατάστασιν μετ’ ὀλίγον, ἕνεκα τῆς ἀθρόας κατατάξεως πολλῶν νέων ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Πρέπει ἄρα νὰ μεταβάλλωμεν τοὺς πίνακας ἑκάστοτε, καὶ διὰ τῆς μεταβολῆς νὰ προσπαθῶμεν νὰ προαγάγωμεν τοὺς ὑστεροῦντας τῶν λοιπῶν ὁμοιοβάθμων αὐτῶν κατὰ τὴν προαγωγὴν ἀξιωματικούς; Τοῦτο δὲν νομίζω. Νομίζω ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο, ἡ σύνταξις τοῦ σώματος νὰ ᾖ ἀνάλογος τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ σώματος. Αὐτὴ πρέπει νὰ ἦναι ἡ βάσις τῆς ἐργασίας. Ταύτην πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν, ταύτην καὶ μόνην, καὶ οὐχὶ τὴν προαγωγήν τινων ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἕνεκα περιστάσεων δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προαχθῶσι μετὰ τῶν ὁμοιοβάθμων εἰς ἄλλα σώματα.
§321ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕνεκα τίνων περιστάσεων;
§322ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἕνεκα θανάτων ἀπροσδοκήτων ἢ ἀποστρατεύσεων ἀθρόων, αἵτινες ἐπήνεγκον μέγιστα κενὰ εἰς τὰ σώματα καὶ κατ’ ἀκολουθίαν προαγωγὰς ταχείας. Ἀποκρούω λοιπὸν τὴν ἀρχὴν τῆς μετατροπῆς τῶν πινάκων ἐπὶ τῷ τέλει νὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς περὶ ὧν πρόκειται ἀξιωματικοὺς ὁμοιόμορφον προαγωγὴν μετὰ τῶν λοιπῶν ἀξιωματικῶν. Δὲν εἶμαι, ὡς εἶπον, κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος εἰς τὸ νομοσχέδιον, προτείνω ὅμως, ἵνα οἱ μὲν γενικοὶ ἀρχίατροι μείνωσιν, ὡς ἔχουν, δύο, οἱ ἀρχίατροι αὐξηθῶσιν εἰς 8, ἀντὶ τῶν μέχρι τοῦδε 7, οἱ ἐπίατροι εἰς 20, οἱ ἰατροὶ εἰς 30, οἱ ὑπίατροι εἰς 40 καὶ οἱ ἀνθυπίατροι εἰς ἑτέρους 40.
§323ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Πρέπει νὰ δώσουν ἐξετάσεις οἱ νέοι, διὰ νὰ γείνουν ἀνθυπίατροι.
§324ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ταῦτα ἐνόμισα καλὸν νὰ ἐκθέσω. Ἔλαβον δὲ τὸν λόγον οὐχὶ ἐκ λόγου ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἵνα συντελέσω, ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀπὸ μόνον τὸν ἔρωτα πρὸς τὸ ὑγειονομικὸν σῶμα, διότι ἀληθῶς τοῦτο παρέσχε μεγίστας ὑπηρεσίας εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, εἰς τὰς παρούσας δὲ περιστάσεις θὰ παράσχῃ ἔτι μεγαλειτέρας, καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο ἠθέλησα νὰ συνδράμω, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἵνα μὴ καταστραφῇ τὸ σῶμα διὰ τῆς ἀποκοπῆς τῶν θέσεων τῶν ἀνθυπιάτρων καὶ τῶν ὑπιάτρων.
§325ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ὁ προλαλήσας μετετόπισεν ἐντελῶς τὸ ζήτημα. Ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον μὲ τὸν ἔλεγχον τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν ἀνὰ χεῖρας, καὶ νὰ παραβάλῃ τὴν ἐποχὴν τοῦ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων ὅπλων πρὸς τὴν τοῦ ὑγειονομικοῦ σώματος. Φρονῶ ὅτι ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν δὲν ἐξετάζονται τὰ νομοσχέδια ἐν τῇ Βουλῇ· πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἦναι συμφέρον διὰ τὸ στράτευμα, ἐὰν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον κανονίζῃ καὶ ῥυθμίζῃ πολλὰς ἀνωμαλίας, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ὁ νόμος τοῦ 1887, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπῆλθον αἱ ῥιζικώτεραι τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ τοῦ 1882, ἐὰν, λέγω, διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου κανονίζωνται αἱ ἀνωμαλίαι, αἵτινες κατ’ ἐμὲ σκοπίμως παρεισέφρησαν τότε ἐν τῷ ὀργανισμῷ, ἵνα παρεμποδίσωσι τὴν προαγωγὴν τοῦ ὑγειονομικοῦ σώματος.
§326ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Καὶ τότε πάλιν ἐγὼ ἤμην ἡ αἰτία, δι’ ἣν ἔγεινε μία μεταῤῥύθμισις.
§327ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ὑπὸ ὅλως διάφορον ἔποψιν θέλω ἐξετάσει τὸ νομοσχέδιον. Ὁ θεμελιώδης νόμος, Κύριοι, τοῦ 1882 — ὁμιλῶ περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ ὄχι περὶ τοῦ Συντάγματος ὥστε οἱ κύριοι συνταγματολόγοι ἂς μὴ ταράσσωνται,— ἐτροποποιήθη διὰ δέκα μεταγενεστέρων νόμων, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ὁ νόμος ΑΦΛΓʹ τοῦ 1887, ὁ ὁποῖος, οὕτως εἰπεῖν, ἠθέλησε ν’ ἀφομοιώσῃ τὸν ὀργανισμόν μας πρὸς τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν εὐρωπαϊκῶν στρατῶν καὶ ἰδίως τοῦ Γαλλικοῦ. Ὑπάρχοντος τότε ἐν Ἑλλάδι τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ, κατηρτίσθη σχέδιον ὀργανισμοῦ, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις ἀποδεχθεῖσα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐψηφίσθη, ὑπὸ τὸν νόμον, ὃν ἀνέφερον. Κατὰ τὸν Γαλλικὸν ὀργανισμὸν λοιπὸν, Κύριοι, εἰς ἕκαστον σύνταγμα ὑπάρχουσιν εἷς ἐπίατρος (medecin major de 1re classe) καὶ εἷς medecin major de 2me classe, ἰατρὸς καθ’ ἡμᾶς. Ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος ἐθεωρήθη καλὸν νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ διὰ τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον, ὡς εἶχε καὶ τοῦτο, ἵνα μὴ τεθῶσιν εἰς τὰ συντάγματα ἐπίατροι· ἀλλὰ τὸ major de 1re classe μετεφράσθη εἰς λοχαγὸν αʹ τάξεως (ἰατρὸν), τὸ δὲ major de 2me classe εἰς λοχαγὸν βʹ τάξεως. Ἐκ τούτου προέκυψε βεβαίως ἀδίκημα, διότι οἱ ἰατροὶ, οἱ λοχαγοὶ δηλ.—καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς κάμω αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν, ὅτι ἰατρὸς εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν εἶναι ὁ λοχαγὸς, ταγματάρχης δ’ εἶναι ὁ ἐπίατρος, καὶ ὑπολοχαγὸς εἶναι ὁ ὑπίατρος—οἱ λοχαγοὶ ἰατροὶ, λέγω, οὐδεμίαν εὑρίσκουσι πλέον προαγωγὴν, καὶ ἕνεκεν τούτου βλέπομεν ἰατροὺς,—ἐπειδὴ ὁ προλαλήσας ἠθέλησε ν’ ἀνατρέξῃ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἀρχαιότητος—οἵτινες ἦσαν ἀνθυπίατροι, ὅταν τινὲς ἐκ τῶν νῦν ταγματαρχῶν ἦσαν ἐπιλοχίαι. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν εὑρίσκω κανονικὸν, ἀφοῦ παρεδέχθημεν τὸν ὀργανισμὸν ἑνὸς ξένου στρατοῦ, νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν αὐτὸν ἐπακριβῶς καὶ διὰ τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον· διότι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι γεννᾶται ἐκ τούτου ἀνωμαλία εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, πρέπει νὰ μάθητε, ὅτι τὸν ἐπίατρον παρεδέχθησαν εἰς τὰ συντάγματα ἐν Γαλλίᾳ, διότι κατὰ τὰς ἐπιθεωρήσεις αὐτὸς εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ συντάξῃ τὴν δέουσαν ἔκθεσιν περὶ τῶν ἰατρῶν τοῦ συντάγματος, καὶ νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν ἐπιστημονικὴν ἑκάστου ἱκανότητα, καὶ νὰ προτείνῃ τίνες ἐκ τῶν ἰατρῶν τοῦ συντάγματος ἔχουσι τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμόν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Τὸ στράτευμα ἐκ τῆς στασιμότητος αὐτῆς τῶν ἰατρῶν του ζημιοῦται ἢ ὄχι; Ζημιοῦται καὶ πολύ· διότι νέοι ἐπιστήμονες δὲν κατατάσσονται εἰς αὐτὸ, βλέποντες τὴν στασιμότητα καὶ τὴν stagnation, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ ὑγειονομικὸν σῶμα. Οὐδεὶς ἰατρὸς, ἀληθὴς ἐπιστήμων, θὰ προτιμήσῃ νὰ καταταχθῇ ἀνθυπίατρος μὲ 140 ἢ 160 δραχμὰς κατὰ μῆνα καὶ νὰ μαραίνηται εἰς τὰ νοσοκομεῖα τῶν Τρικκάλων καὶ τῆς Καρδίτσης.
§328ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐπὶ δώδεκα ἔτη!
§329ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Καὶ θὰ σᾶς φέρω παραδείγματα, Κύριοι, διαπρεπῶν ἰατρῶν, τὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, κ. Μαγγίναν π. χ., ὅστις, δόκιμος ὢν ἰατρὸς, ἐγκατέλιπε τὸ στρατιωτικὸν ὑγειονομικὸν σῶμα, διότι δὲν ἔβλεπε προαγωγὴν, τὸν χειρουργὸν κ. Λάμπρον, ὃν εἶχον εἰς τὸ σῶμά μου καὶ τὸν παρεκάλουν νὰ μείνῃ ἐν τῷ στρατεύματι, κλπ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ ὑλικῆς ἀμοιβῆς, διότι, ὅσον μισθὸν καὶ ἂν λάβῃ εἷς ἐπίατρος ἢ ἀρχίατρος, βεβαίως μετερχόμενος τὸν ἰδιώτην ἰατρὸν θ’ ἀπελάμβανε τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς διάστημα 10 ἡμερῶν. Θὰ εἴπητε ἴσως, ὅτι καὶ οἱ στρατιωτικοὶ ἰατροὶ μετέρχονται τὴν ἐπιστήμην των καὶ κερδαίνουσι. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι, ἀλλὰ ὀλίγοι εἶναι αὐτοὶ, διὰ τὸν λόγον τῆς μεταθέσεως. Τίς ἐξ ἡμῶν θὰ προτιμήσῃ νὰ ἔχῃ στρατιωτικὸν ἰατρὸν εἰς τὴν οἰκογένειάν του, ὅταν γνωρίζῃ ὅτι αὔριον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ τὸν μεταθέσῃ; Ἀλλὰ, Κύριοι, παράδειγμα τρανώτατον ἔχομεν τῆς μὴ κατατάξεως πλέον ἰατρῶν ἐν τῷ στρατεύματι, ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν χηρεύουσι θέσεις ἀνθυπιάτρων, καὶ ἐν τούτοις, μολονότι προεκηρύχθη πολλάκις διαγωνισμὸς, οὐδεὶς παρουσιάσθη, καὶ μόνον ἓξ πρὸ τεσσάρων ἐτῶν παρουσιάσθησαν.
§330ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν προεκηρύχθη.
§331ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Τὸ γνωρίζετε;
§332ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως.
§333ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πρὸ τεσσάρων ἐτῶν προεκηρύχθη διαγωνισμὸς καὶ παρουσιάσθησαν μόνον ἓξ διὰ 18 θέσεις.
§334ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πρὸ τεσσάρων ἐτῶν.
§335ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Δὲν σᾶς λέγω σήμερον. Λοιπὸν ἡ ὑπηρεσία ἡ στρατιωτικὴ γνωρίζει ὅτι, καὶ μὲ ὅλας τὰς προσκλήσεις, δὲν παρουσιάσθησαν ἰατροὶ νὰ συναγωνισθῶσι καὶ νὰ καθέξωσι τὸν ἐπίζηλον βαθμὸν τοῦ ἀνθυπιάτρου. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ προλαλήσας εἶπεν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιζητεῖται ἡ κατάργησις τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπιάτρου. Γνωρίζετε, Κύριοι, ἐν Γαλλίᾳ πόσοι ἀνθυπίατροι ὑπάρχουσιν; 100 μόνον! ἐν δὲ τῇ Ἱσπανίᾳ οὐδείς· καὶ ἡμεῖς ἔχομεν 43. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι λογικὴ ἡ ἀναλογία αὕτη; Οἱ 100 δ’ ἀνθυπίατροι, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν ἐν Γαλλίᾳ, νομίζετε ὅτι ὑπηρετοῦσιν εἰς τὰ στράτευμα; Ὄχι, Κύριοι· μένουσιν εἰς τὸ πρακτικὸν νοσοκομεῖον, ὅπου ἐκγυμνάζονται πρακτικῶς. Ὁ προλαλήσας εἶπεν, ὅτι τότε πρέπει ν’ ἀποκόψωμεν καὶ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ ἀπὸ τὰ διάφορα ἄλλα σώματα τοῦ στρατοῦ.
§336ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν.
§337ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Τίς σχέσις ὑπάρχει; Τὰ καθήκοντα τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ εἰς τὰ σώματα τοῦ πυροβολικοῦ, ἱππικοῦ, πεζικοῦ, δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἐκτελέσῃ ὁ λοχαγός· ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, τὰ καθήκοντα τοῦ ἀνθυπιάτρου δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ ὁ ὑπίατρος; δηλ. νὰ ἐπισκεφθῇ τὸν ἀσθενῆ, ἀφοῦ τὸν ἐπισκέπτεται καὶ ὁ ἰατρὸς, ὁ πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου; Εἰς τοὺς εὐρωπαϊκοὺς στρατοὺς ὁ βαθμὸς τοῦ ἀνθυπιάτρου εἶναι διαβατικός· πρέπει νὰ διέλθῃ τις δι’ αὐτοῦ, ὄχι διὰ νὰ γείνῃ ἐπιστήμων, ἀλλὰ μᾶλλον διὰ νὰ μάθῃ νὰ φέρῃ τὴν στολὴν, νὰ διδαχθῇ τοὺς κανονισμοὺς τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ πειθαρχίας. Ἀλλὰ, Κύριοι, σᾶς ἀνέφερεν ἐπίσης ὁ προλαλήσας, ὅτι καὶ εἰς τὸ μηχανικὸν καὶ εἰς τὸ πυροβολικὸν ὑπῆρξε στασιμότης. Βεβαίως παρουσιάζεται τοιαύτη κατὰ περιόδους. Ἀλλ’ οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ καὶ Κυβερνήσεις ἐφρόντιζον τὴν στασιμότητα ταύτην νὰ τὴν καθιστῶσιν οὐχὶ τόσον ὀχληρὰν εἰς τὰ ἄτομα· καὶ ὑπάρχει ὁ τρόπος, διότι τὰ σώματα ταῦτα συντρέχουν καί εἰς τὰς γενικὰς θέσεις. Ὡς γνωρίζετε, ἕνα ταγματάρχην, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ θέσις εἰς τὸ σῶμά του, ἵνα προαχθῇ, καὶ ἔχῃ οὗτος πολλὰ ἔτη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦτον, ὁ Ὑπουργὸς δύναται, χηρευσάσης μιᾶς θέσεως γενικῆς, νὰ τὸν κάμῃ ἀντισυνταγματάρχην, νὰ τὸν διορίσῃ φρούραρχον Ἀθηνῶν, νὰ τὸν τοποθετήσῃ πρόεδρον Στρατοδικείου, ἕνα συνταγματάρχην νὰ τὸν κάμῃ Β. Ἐπίτροπον τοῦ Στρατοδικείου, καὶ οὕτω καθεξῆς· οἱ ἰατροὶ ὅμως δὲν συντρέχουσιν εἰς αὐτὰς τὰς γενικὰς θέσεις, διὰ τῶν ὁποίων τὸ Ὑπουργεῖον θεραπεύει τὰ ἀτομικὰ, οὕτως εἰπεῖν, αὐτὰ ἀδικήματα, ἅτινα παρουσιάζονται ἐν τοῖς διαφόροις ἄλλοις σώμασιν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας ἐνθυμεῖται βεβαίως, ὅτι μεταξὺ τῶν μέτρων τῶν οἰκονομικῶν, τῶν ληφθέντων ἄλλοτε, ἦτο νὰ ἀποκοπῇ ἀπὸ τοὺς ἰατροὺς καὶ τὸ ἐπιμίσθιον, τὸ ὁποῖον τοῖς ἐδίδετο δι’ ἐπιστημονικὰ βιβλία. Βεβαίως τὸ ποσὸν εἶναι γλίσχρον καὶ ὄχι ἀντάξιον τῆς ἐπιστήμης. Ἀλλ’ ἐν τούτοις βλέπετε, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ γλίσχρον ἐπιμίσθιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδύνατο εἷς ἰατρὸς νὰ ἀγοράζῃ ἓν περιοδικὸν σύγγραμμα, καὶ αὐτὸ ἀπεκόπη· ἀπέναντι δ’ αὐτῶν τῶν θυσιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία ὑποβάλλει τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον, ἀπέναντι τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν μεγάλων, τὰς ὁποίας ὁ ὑγειονομικὸς στρατιωτικὸς κλάδος προσέφερεν εἰς τὸν τόπον καὶ τὸ στράτευμα, τί ἀποδίδει εἰς αὐτὸν τὸ Κράτος;... Θὰ ἤμεθα πολὺ ἄδικοι, ἐὰν δὲν ἀνεγνωρίζομεν τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσφέρει ὁ ὑγειονομικὸς κλάδος εἰς τὴν Πολιτείαν. Πότε ὑπῆρξαν, Κύριοι, εἰς τὴν Ἑλλάδα εἴτε καταστροφαὶ κατόπιν σεισμῶν, εἴτε ἐπιδημίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δὲν μετεχειρίσθη τοὺς ὑγειονομικοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ; Ὅλοι ἐνθυμούμεθα ὅτι οἱ πρῶτοι ἀναχωροῦντες μὲ τὰς πρώτας βοηθείας, τὰς ὁποίας πέμπει ἡ Κυβέρνησις, εἶναι οἱ στρατιωτικοὶ ἰατροὶ, οἱ ὁποῖοι ἐγκαταλείπουν καὶ τὴν μικρὰν πελατείαν, τὴν ὁποίαν ἔχουν, καὶ τὰς οἰκογενείας των καὶ τρέχουν, λαμβάνοντες μόνον τὸν μισθὸν τῶν 140–160 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Θὰ σᾶς φέρω δὲ ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι χαρακτηριστικώτατον, διὰ νὰ σταθμίσητε τὴν μεγάλην ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν προσφέρουσιν οἱ στρατιωτικοὶ ἰατροί. Ἐνθυμεῖσθε τὸ ἀτύχημα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐν Λαμίᾳ κατὰ τὸν φόνον τοῦ Παπακυριτσοπούλου· ἐστάλησαν δύο ἰατροὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὁ χειρουργὸς κ. Λούης καὶ ὁ ὑγειονομικὸς ἀξιωματικὸς τοῦ σχολείου τῶν ὑπαξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τότε. Ἠξεύρετε τί ἀπεζημιώθη ὁ κ. Λούης; ἔλαβε — καὶ δικαίως — χιλίας δραχμάς. Γνωρίζετε δὲ τί ἔλαβεν ὁ ἀξιωματικὸς ὁ ὑγειονομικὸς τοῦ σχολείου μου τότε; — ὑπέγραψα ἐγὼ τὴν κατάστασιν τῶν ὁδοιπορικῶν του ἐξόδων — 68 μόνον δραχμάς! (αἴσθησις). Ὁ κ. Λούης πολὺ καλὰ καὶ δικαίως ἔλαβε 1000 δραχμὰς, διότι ἀφῆκε τὴν πελατείαν του καὶ ἔτρεχεν εἰς τὴν Λαμίαν, ἐν καιρῷ χειμῶνος· ὁ ἀξιωματικὸς ὅμως τοῦ στρατοῦ ἔλαβε μόνον 68 δραχμάς! Διὰ νὰ μὴ σᾶς βαρύνω ἐπὶ πολὺ, ἀφίνω, Κύριοι, τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσφέρουσιν εἴτε ὡς ἀστυΐατροι εἰς τὰς πόλεις, εἴτε εἰς τὰ λοιμοκαθαρτήρια, πάντοτε καὶ πανταχοῦ.
§338ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Καὶ εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους.
§339ΣΕΧΟΣ. Καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀξιωματικῶν.
§340ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Σᾶς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι εἰς τὸ στράτευμα ὑπάρχουσι τέσσαρα νοσοκομεῖα, διευθυνόμενα παρ’ ἀρχιάτρων, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ προστεθῇ ἄλλος ἀρχίατρος. Τοὐναντίον, ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τεσσάρων εἰσέτι νοσοκομείων, διότι, ἀφοῦ ἔχετε 8 νοσοκομεῖα, διατὶ τὰ 4 μόνον νὰ διευθύνωνται παρ’ ἀρχιάτρων καὶ τὰ ἄλλα 4 νὰ μὴ διευθύνωνται παρὰ τοιούτων; Σᾶς ἀνέφερεν, ὅτι εἰς τὰ νοσοκομεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὰς ἕδρας τῶν Ἀρχηγείων, ἐλήφθη τὸ κυβερνητικὸν μέτρον ἄλλοτε, νὰ διευθύνωνται παρ’ ἀρχιάτρων. Καὶ τίς ἀνάγκη παρουσιάζεται εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγκατεστημένον Ἀρχηγεῖον, ἐκεῖ νὰ ἦναι ὁ ἀρχίατρος, καὶ ὄχι εἰς ἄλλα μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι Ἀρχηγεῖον; Ἀσθενεῖς δὲν εἶναι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ; τέκνα τῆς αὐτῆς πατρίδος δὲν εἶναι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ; Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· ἴσως νὰ διέλαθε τῆς μνήμης τοῦ προαγορεύσαντος, διότι ἐν Λαρίσῃ λ. χ. δὲν εἶναι γενικὸς ἀρχίατρος, ὅπου εἶναι ἐγκατεστημένον Ἀρχηγεῖον πρὸ πολλοῦ, ἐνῷ ἄλλοτε εἰς τὴν Ἄρταν ἦτο νοσοκομεῖον, διευθυνόμενον παρ’ ἀρχιάτρου, διότι ἦτο εἷς ἀρχίατρος ἐκεῖ, ὅστις ἤθελε νὰ μένῃ εἰς Ἄρταν, ἑπομένως τὸ νοσοκομεῖον τῆς Ἄρτης καθιερώθη ὡς νοσοκομεῖον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ διευθύνηται ἀπὸ ἀρχίατρον. Φρονῶ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι καὶ πρὸς ἐξομάλυνσιν τῆς ἀνωμαλίας ταύτης ἀκριβῶς πρέπει νὰ προστεθῶσιν οἱ 4 ἀρχίατροι, ὅπως ὅλα τὰ νοσοκομεῖα διευθύνωνται παρ’ ἀρχιάτρων· θεωρῶ μάλιστα λυσιτελὲς, ὅπως εἰς τὸ νοσοκομεῖον Ἀθηνῶν τοποθετηθῇ καὶ εἷς γενικὸς ἀρχίατρος.
§341ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§342ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Διότι εἰς τὸ νοσοκομεῖον τῶν Ἀθηνῶν, Κύριοι, ἀνέρχονται οἱ ἀσθενεῖς εἰς 250 καὶ 300. Ἐὰν δέ τινες ἐξ ὑμῶν ἐπιθυμῆτε νὰ ἔχητε ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τούτου, δὲν ἔχομεν, παρὰ εἰς τὴν προσεχῆ συζήτησιν νὰ φέρωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν, ἐκ τῆς ὁποίας καταδεικνύεται, ὅτι πολλάκις οἱ ἀσθενεῖς τοῦ νοσοκομείου Ἀθηνῶν ἀνεβιβάσθησαν εἰς 300.
§343ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ἠξεύρομεν.
§344ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ὅλαι αἱ ἐπιδημίαι, ἱλαρὰ, εὐλογία κλπ., παρουσιάζονται ἑκάστοτε, ὁ δὲ διευθύνων ἀρχίατρος τὸ νοσοκομεῖον Ἀθηνῶν δὲν δύναται νὰ ἐπισκεφθῇ ἐν μιᾷ πρωΐᾳ αἰθούσας μὲ 50 καὶ 60 ἑκάστην ἀσθενεῖς. Ποῖος ἰατρὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐπισκεφθῇ κατ’ ἐξακολούθησιν, χωρὶς νὰ διαταραχθῇ ἡ διάνοιά του, καὶ νὰ ἐξετάσῃ ἐπισταμένως πλέον τῶν 10–15 ἀσθενεῖς; Ἀλλ’ ὑπάρχοντος καὶ ἑνὸς γενικοῦ ἀρχιάτρου εἰς τὸ νοσοκομεῖον τοῦτο, δύναται νὰ εὐκολυνθῇ ἡ ὑπηρεσία, χάριν αὐτῆς τῆς φιλανθρωπίας πρὸς ἀτυχεῖς ἀσθενεῖς, ἀνατιθεμένης τῆς ἐπισκέψεως τοῦ ἡμίσεως αὐτῶν εἰς τὸν ἀρχίατρον. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι τὸ νοσοκομεῖον Ἀθηνῶν πολλάκις ἐκ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς διῃρέθη εἰς δύο καὶ τρία τμήματα ἐντὸς τῆς πόλεως. Ἐνοικιάσθησαν οἰκίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἐτοποθέτουν τοὺς ἀσθενεῖς διὰ νὰ τοὺς ἀραιώσουν, καὶ διότι ὄχι μόνον δὲν ἐπήρκει ὁ χῶρος, ἀλλὰ καὶ τὰ νοσήματα ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε δὲν ἠδύναντο νὰ νοσηλευθῶσιν ἅπαντες εἰς τὸ κεντρικὸν κατάστημα τοῦ νοσοκομείου. Διατείνεται ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι οἱ ἀναγραφόμενοι δύο γενικοὶ ἀρχίατροι ἐν τῷ ὀργανισμῷ εἶναι ἀρκετοὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, φρονῶ ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν δύο γεν. ἀρχιάτρων δὲν εἶναι ἱκανὸς, διότι κατὰ τὸν ὀργανισμὸν ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία ἀποτελεῖται ἐκτὸς τῶν ἐν τῷ πίνακι ὑπηρεσιῶν καὶ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν νομίζω δὲ κανονικὸν, πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης νὰ ἦναι ὁ τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, κατέχων οὕτω δύο ὀργανικὰς θέσεις ἐν τῷ στρατεύματι· θεωρῶ τοῦτο ἄτοπον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ ὑγειονομικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου διέρχονται ὅλα τὰ ἔγγραφα τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας πρόεδρος εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος τμηματάρχης. Τὸ τοιοῦτον μάλιστα ἄλλοτε ἐθεωρήθη ὡς ἀντικείμενον μελέτης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα καταστῇ ὁ πρόεδρος τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς ἀνεξάρτητος, μὴ ὑπαγόμενος ἀμέσως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ σκέψις ὅμως ἐκείνη ἐναυάγησε, δι’ οὓς λόγους δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ ἐξετάσω. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου οὐ μόνον θὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τοὺς ὑγειονομικοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, οἵτινες τοσαύτας προσφέρουσιν ὑπηρεσίας εἴς τε τὸ στράτευμα καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν, ἀλλὰ καὶ θέλουσιν ἐκλείψει αἱ ὑφιστάμεναι ἀνωμαλίαι ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς νοσοκομείοις, χωρὶς οὐδεμία νὰ προστεθῇ δαπάνη, καὶ τοῦτο, διότι αἱ θέσεις τῶν ἀνθυπιάτρων, αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, μένουσι κεναὶ, ὡς μὴ παρουσιαζομένων, ὡς προεξέθηκα ἐν ἀρχῇ, νέων πρὸς κατάταξιν. Κατόπιν ὅλων τούτων, φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἐνθυμηθῇ τὴν σύστασίν μου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διεύθυνσιν τοῦ νοσοκομείου Ἀθηνῶν, διότι ἐπιμένω νὰ θεωρῶ, ὅτι πρέπει ὁ διευθυντὴς τοῦ νοσοκομείου τούτου νὰ ἦναι γενικὸς ἀρχίατρος, ὅστις τότε δύναται νὰ ἦναι καὶ πρόεδρος τῆς Ἀνωτάτης τοῦ στρατοῦ Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπίσης ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσθήκην τοῦ γενικοῦ ἀρχιάτρου εἰς τὸν πίνακα τοῦ Γʹ Ἀρχηγείου, δὲν βλέπω τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ προλαλήσαντος ἀρκετὰ πειστικὸν, ὅτι δηλ. ἐπειδὴ ἔχομεν διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ ἕνα ἐπιθεωρητὴν τοῦ ὑγειονομικοῦ σώματος, θεωρεῖ περιττὴν τὴν προσθήκην ταύτην. Ὁ προστιθέμενος γεν. ἀρχίατρος εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον θὰ ἐνεργῇ τὴν ἐπιθεώρησιν (ὁσάκις διαταχθῇ παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ) τοῦ νοσοκομείου τῶν Ἀθηνῶν ἢ τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας οἱουδήποτε σώματος, καὶ δὲν βλέπω πῶς θὰ συγκρουσθῶσι τὰ καθήκοντα τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου μὲ τὰ καθήκοντα τοῦ γενικοῦ ἀρχιάτρου.
§345ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐσκόπουν πράγματι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ὕδρας συνάδελφον ἀναπτύξαντα τοσαύτην σφοδρότητα, τὴν ὁποίαν ἥκιστα προσεδόκα τις παρ’ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, πολλάκις ἐπὶ πολλὰ ἔτη διευθύναντος τὸν στρατόν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος συναδέλφου, τοῦ ἐκ τῶν μᾶλλον διακεκριμένων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, τοῦ κ. Βασιλειάδου, ὁμολογῶ ὅτι τίποτε δὲν ἀπολείπεται εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατὰ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας συναδέλφου, διότι ὁ κ. Βασιλειάδης μετ’ εὐφραδείας καὶ διὰ πολλῶν ἐπιχειρημάτων ἐξήντλησε τὸ θέμα. Ἐν τούτοις, ἀσχέτως πρὸς τὰς ἀντιῤῥήσεις τοῦ ἐξ Ὕδρας κ. συναδέλφου, καθ’ ὅσον ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη, ἔχουσα πλήρη καὶ σαφῆ συνείδησιν τῆς προσγιγνομένης ἀδικίας εἰς τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον τοῦ στρατοῦ, νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, ἔρχομαι νὰ παρατηρήσω ἐλαχίστας παρατηρήσεις ἐπί τινων μερῶν τοῦ νομοσχεδίου. Πρὸ τούτου ὅμως θὰ ὑποστηρίξω καὶ ἐγὼ πάσῃ δυνάμει τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπέδειξεν ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος, περὶ προσθήκης καὶ τετάρτου γενικοῦ ἀρχιάτρου, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξε, πρὸ πάντων δὲ διὰ τὴν ἀνάγκην τῆς διευθύνσεως τοῦ νοσοκομείου τῶν Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι μέγα οὐχὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Ἀνατολήν. Αὐτὴ ἡ ἀπαιτουμένη καὶ ἐπιβαλλομένη ἐπὶ τὸ στρατιωτικώτερον διοίκησις τοῦ νοσοκομείου Ἀθηνῶν ἀπαιτεῖ τὴν ἐν αὐτῇ παρουσίαν γενικοῦ ἀρχιάτρου. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος δὲν ὑπέβαλλε τοιαύτην πρότασιν, ἤθελον ὑποβάλει αὐτὴν ἐγὼ ἐπὶ τῆς τελευταίας παραγράφου, καὶ ἤθελον ἐπιμένει παρακαλῶν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτήν, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι ἐθεραπεύετο ἔλλειψις οὐσιώδης καὶ ἀδικία ἐν τῷ προσωπικῷ τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου, καὶ δὴ εἰς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου, οἱ ὁποῖοι ἀφιέρωσαν τὸν βίον των εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν πρόκειται, ὡς εἶπον, νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀναίρεσιν τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ ἐξ Ὕδρας κ. συναδέλφου, πλὴν τοῦ λεχθέντος παρ’ αὐτοῦ, ὅτι ἐλαττοῦντες τὸν ἀριθμὸν τῶν κατωτέρων βαθμοφόρων τοῦ ὑγειονομικοῦ, θὰ κόψωμεν τοὺς πόδας τοῦ κλάδου τούτου. Ἐκ τῶν 25 ἀνθυποφαρμακοποιῶν, τοὺς ὁποίους ὁ ὀργανισμὸς περιλαμβάνει, ὑπάρχουσιν ἐν ὑπηρεσίᾳ μόνον 8, χηρεύουσι δὲ 17 θέσεις, διότι, ἀπηλπισμένοι περὶ τῆς προαγωγῆς των ἐν τῷ σώματι, δὲν προσέρχονται. Ἐκ τῶν 43 θέσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ διὰ τοὺς ἀνθυπιάτρους, κατέχονται 21, χηρεύουσι δὲ 22 διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, διότι οὐδεμίαν προαγωγὴν περιμένουσιν· ὀρθῶς δὲ τὸ νομοσχέδιον ἐπεδίωξε τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς, καὶ δίδει εἰς τοὺς ὑπολειπομένους τὴν ἐλπίδα, ὅτι ταχέως θέλουσι προαχθῆ, δίδει δὲ καὶ τὸ ἐνδόσιμον καὶ εἰς ἑτέρους ἐπιστήμονας, ὅτι, ἂν προσέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις, θέλουσι τύχει προαγωγῆς τινος. Ἀλλ’ αἱ ἀναγραφαὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, διότι (ἀναγινώσκει) ....Πρέπει λοιπὸν νὰ ὁρισθῶσιν ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ νομοσχεδίου τὰ διαγραφόμενα καὶ τὰ προστιθέμενα μέρη.
§346Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συνέταξα οὕτως, ὥστε νὰ δοθῇ ἐπαρκὴς προαγωγὴ εἰς τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον, χωρὶς νὰ ὑπερβῶμεν τὸν προϋπολογισμόν. Κατὰ συνέπειαν θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ ὡς ἔχει, ἄνευ οὐδεμιᾶς τροπολογίας.
§347ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, εἰς τὸ νομοσχέδιον νὰ προστεθῇ καὶ ἡ δύναμις τῶν ἵππων.
§348Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον μετέχω τῆς συζητήσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἶναι, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ ἐτῶν, κατὰ τὴν ἑνδεκάτην περίοδον, διὰ μακρῶν καὶ ἐπανειλημμένως ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, διότι ἐφρόνουν ὅτι τὰ πράγματα δὲν εἶχον ὅπως ἔπρεπε νὰ ἔχωσι, καὶ ἐκ τῶν παρόντων εἰς τὴν συνεδρίασιν ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἐπιείκειαν νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν παρέμβασίν μου εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην. Ἀναφέρω δύο, οἵτινες εἶναι εἰς τὰς ἕδρας τῶν Ὑπουργῶν, αὐτὸν τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις τότε μὲ ἐνεψύχωσε καὶ μὲ ἐπῄνεσεν ὁμιλοῦντα, καὶ αὐτὸν τὸν φίλον μου κ. Πετρίδην. Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι εἶχον τὸ καθῆκον νὰ παρέμβω εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ βλέπω τάσιν πρὸς βελτίωσιν τοῦ σώματος αὐτοῦ. Ἐὰν ἐγὼ δὲν ἐλάμβανον τὸν λόγον νὰ φέρω τὴν γνώμην μου εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν, τότε θὰ ἐφαίνετο ὅτι ἐκ συστήματος ἠδίκουν τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ. Μεθ’ ὅσα μετὰ τόσης λεπτομερείας καὶ εἰδικότητος ἐξέθεσεν ὁ κ. Βασιλειάδης, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο· νομίζω μόνον, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑπομνήσω ὅτι περικοπαί τινες τοῦ λόγου τοῦ κ. Βασιλειάδου εὑρίσκονται εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς ἑνδεκάτης περιόδου, διατυπωθεῖσαι ὑπ’ ἐμοῦ. Τόσον εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἦσαν ἐνδεδειγμέναι αἱ βελτιώσεις αὗται, αἱ ὁποῖαι ὑποδεικνύονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὡς μέλος καὶ ὡς ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ, πολλάκις ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐκτιμήσω τὰς μεγάλας ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας τὸ σῶμα τοῦτο προσέφερεν εἰς τὴν κοινωνίαν, ἐκτὸς τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας προσφέρει εἰς τὸν στρατόν. Λόγου χάριν τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦσαν πολὺ δεινότερα διὰ τὸν στρατὸν κατὰ τὴν περίστασιν τῆς ἐπιδημίας τῆς ἰλαρᾶς κατὰ τὸ 1889, ἄνευ τῆς ἀφοσιώσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς κ. Σούτσου. Ἀλλ’ ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ὑπῆρξαν γλίσχραι, οὕτως εἰπεῖν, καὶ φειδωλόταται εἰς τὴν παροχὴν τῶν μέσων πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Σήμερον πρόκειται περὶ βαθμῶν τινων, οἵτινες καθιερώθησαν δι’ ὅλα τὰ ἄλλα σώματα, καὶ τῶν ὁποίων ἐστερήθη ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία κατὰ τὸ 1887. Δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι προστίθεται δαπάνη διὰ τῶν μέτρων τούτων, διότι ἀποδεικνύεται μάλιστα εἰς τὰς ἐκθέσεις, ὅτι καὶ οἰκονομία τις ἐπέρχεται. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν εἶναι καθ’ ὅλα δίκαιον καὶ συμφέρον, καὶ ἐπειδὴ ἄλλοτε ἔλαβον τὸν λόγον ἐν λεπτομερείᾳ καὶ μετά τινος πείρας κατέδειξα τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀτελείας τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς, δὲν δύναμαι ἢ νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε.
§349ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Κατόπιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, ὀλίγα τινὰ θὰ προσθέσω. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ ἐπιθεώρησις, ἡ τελευταῖον γενομένη, ἦτο ἀκατάλληλος νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἀξίαν τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν. Εἰς τοῦτο νομίζω ὅτι ἐπλανήθη. Οἱ ἀρχηγοὶ συνοδεύονται ὑπὸ ἀρχιάτρων, οἵτινές εἰσιν οἱ εἰσηγηταὶ ἐπὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, ἑπομένως αἱ ἐκθέσεις τῶν ἀρχηγῶν, γινόμεναι κατ’ εἰσήγησιν καὶ μελέτην διακεκριμένων ἐπιστημόνων καὶ λίαν πεπειραμένων, φέρουσιν ὁλόκληρον τὸ κῦρος τῆς ἀκριβείας. Τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον παρηκολούθει ὁ ἀρχίατρος κ. Βερνάρδος, καθ’ ὅλην τὴν ἐπιθεώρησιν, περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἱκανότητος τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη. Τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τούτου, τὴν λίαν πεφωτισμένην, πολὺ ὀρθῶς καὶ δικαίως ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Κατόπιν τῶν λόγων τούτων θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι τὸ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθὲν περὶ ἀκαταλληλότητος τῶν ἀρχηγῶν πρὸς γνωμοδότησιν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθόν.
§350ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἤθελον παραιτηθῆ τοῦ λόγου, διὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην τοὐλάχιστον, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἀνανεωθῇ πάλιν αὔριον ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἔχητε ὀλίγην ὑπομονὴν, ἵνα εἴπω τὴν γνώμην μου καὶ γνωρίσω ὑμῖν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους εἶμαι διατεθειμένος ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ θεωρεῖται σῶμα ὁ ὑγειονομικὸς κλάδος. Ἐν Γαλλίᾳ ὁ ὑγειονομικὸς κλάδος ἔχει ἰδίαν ἀρχαιότητα, καὶ οἱ προβιβασμοὶ γίνονται ἐν τῷ ἰδίῳ κύκλῳ, ἀσχέτως, οὕτως εἰπεῖν, πρὸς τὴν πρόοδον τῶν ἄλλων ὅπλων. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Ἐνῷ ὁμολογουμένως ὁ στρατὸς χωλαίνει, διὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους, περὶ ὧν οὐ τῆς παρούσης ὥρας, καὶ διὰ τοὺς ὁποίους εὐθύνεται αὐτὴ ἡ Πολιτεία καὶ οὐχὶ ὁ στρατὸς, καθ’ οὗ μάλιστα πρὸ ἡμερῶν ἀδίκως ἐξετοξεύθησαν πολλαὶ μομφαὶ, ἐν τούτοις δύο κλάδοι αὐτοῦ, ὁ ὑγειονομικὸς καὶ ὁ φαρμακευτικὸς, λειτουργοῦσιν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου θαυμασίως. Τοῦτο ἀποδοτέον τὸ μὲν εἰς τὴν ἄκραν νοημοσύνην καὶ τὴν ἐγνωσμένην ἱκανότητα τοῦ ἀληθοῦς διοργανωτοῦ αὐτῶν, τοῦ ἀπὸ μακροῦ χρόνου λίαν εὐδοκίμως διευθύνοντος τοὺς κλάδους τούτους, τοῦ ἐπιβαρυνομένου προσωπικῶς διὰ τῆς λειτουργίας πολλῶν καὶ ποικίλων ὑπηρεσιῶν, τοῦ κ. Σούτσου, τὸ δὲ εἰς τὸ ἄριστον ποιὸν τῶν ἀποτελούντων τοὺς κλάδους τούτους ἀξιωματικῶν. Λέγω δὲ ἄριστον ποιὸν, διότι μέγα μέρος αὐτῶν κατηνάλωσαν περιουσίας ὅλας, ὅπως μεταβῶσιν εἰς Εὐρώπην καὶ τελειοποιηθῶσιν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ αὐτῶν, ἐπιστρέψαντες δὲ, κατέκτησαν οὐ μόνον ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Πολιτείᾳ, τὴν γενικὴν ἐκτίμησιν καὶ ὑπόληψιν. Ἐγὼ ὁ ἴδιος ἤκουσα τῶν διαπρεπεστέρων καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, συμπραξάντων ἐν συμβουλίῳ μετὰ ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν, νὰ πλέκωσιν ἐγκώμια ὑπὲρ αὐτῶν ἐπὶ ἐπιστημονικῇ ἀξίᾳ. Πρέπει λοιπὸν νὰ συλλογισθῶμεν, ἐὰν τοὺς ἰατροὺς τούτους ἦναι ἀνάγκη νὰ διατηρήσωμεν ἢ νὰ τοὺς χάσωμεν. Ἡ ὑπηρεσία δὲ τῶν κλάδων τούτων, μεθοδικῶς καὶ ἀπταίστως διενεργουμένη, οὐ μόνον εἰς τὸν στρατὸν ἐφάνη εὐεργετικὴ, διότι ἐν γένει ὁ στρατὸς, οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχουσι πλήρη ἐμπιστοσύνην, ἐμπιστευόμενοι τὸ πολυτιμότερον τοῦ ἀνθρώπου εἰς αὐτοὺς, τὴν ζωὴν, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ κοινωνίᾳ, διότι, ὡς κάλλιστα ἡ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ ἀναφέρει, οἱ κλάδοι οὗτοι προσήνεγκον τὴν μεγαλειτέραν ὑπηρεσίαν, καὶ ἡ κοινωνία, ἐν χαλεπαῖς περιστάσεσιν εὑρεθεῖσα, καὶ ἐν ἐπιδημίαις καὶ ἐν πλημμύραις καὶ ἐν σεισμοῖς, προσέτρεξεν εἰς τοὺς κλάδους τούτους καὶ εὗρε πρόθυμον τὴν συνδρομὴν αὐτῶν. Ὁ φαρμακευτικὸς κλάδος ὁμολογουμένως προσήνεγκε τὰς μεγαλειτέρας ὑπηρεσίας, καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ κλάδου τὸ Δημόσιον οἰκονομεῖ οὐ μικρὰ χρηματικὰ ποσὰ, διότι οὗτος κατασκευάζει τὰ φάρμακα καὶ διὰ τοὺς καταδίκους καὶ διὰ τὰ λοιμοκαθαρτήρια καὶ διὰ τοὺς πτωχούς. Ὁμολογουμένως λοιπὸν, οὐ μόνον ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἄλλα σώματα, ἀλλὰ καὶ ἀπολύτως, ὑπάρχει στασιμότης, δὲν ὑπάρχει ταχεῖα προαγωγὴ, καὶ τοῦτο ἐχαλάρωσε τὸν ζῆλον τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἀπεθάῤῥυνεν αὐτούς. Ἐγὼ αὐτὸς εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην διὰ προτροπῶν νὰ πείσω πολλοὺς ἐξ αὐτῶν νὰ μὴ παραιτηθῶσι καὶ ζητήσωσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ βίον ἀνετώτερον καὶ ἐπικερδεστέραν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν. Δὲν ἔχετε ἢ νὰ λάβητε τὴν ἐπετηρίδα, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι οἱ ἀπὸ τοῦ 1880 καταταχθέντες μόλις εἶναι ὑπίατροι καὶ δὲν ἐλπίζουσι νὰ προβιβασθῶσι ταχέως. Λαμβάνουσι δὲ 180 δραχμάς, καὶ ταύτας μὴ πλήρεις, ὡς ἐκ τῶν κρατήσεων τῶν διαφόρων κατὰ μῆνα, ἐνῷ οὐ μόνον εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ διαιτῶνται ὡς ἀξιωματικοί, ἀξιοπρεπῶς, ἀλλὰ καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ προμηθεύωνται διὰ τῆς γλίσχρας αὐτῶν μισθοδοσίας διδακτικὰ βιβλία καὶ ἐργαλεῖα ἐπιστημονικά. Εἶναι δυνατὸν λοιπὸν οὗτοι νὰ παραμείνωσιν ἐν τῷ στρατεύματι; Καὶ τίς θὰ χάσῃ; Αὐτοί; Ὄχι· ἡμεῖς θὰ χάσωμεν. Πρέπει λοιπὸν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τῆς προαγωγῆς αὐτῶν, ἤτοι περὶ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν, καὶ τοιαύτην μόνον διὰ τῆς προαγωγῆς δυνάμεθα νὰ παράσχωμεν αὐτοῖς. Ἰδοὺ λοιπὸν οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ· χαίρω δέ, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς καὶ φίλος μου ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν ἐπὶ τούτῳ. Δὲν τολμῶ νὰ προτείνω μείζονας αὐξήσεις, ἀλλ’ ἐν τούτοις τὸν παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπάρχει πίστωσις ἐν τῷ κεφαλαίῳ 6ῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ διαθέσιμος, τουτέστιν ἡ μισθοδοσία τοῦ ἀποθανόντος ἀρχιάτρου Παπαζήση. Διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν θεραπευτηρίων 9 ἰατρούς, ἀντὶ τῶν 9 ὑπιάτρων, οὓς ὁρίζει ὁ πίναξ, σχεδὸν δὲ θὰ καλυφθῇ τὸ ποσὸν τῆς ἐπὶ πλέον δαπάνης, διότι ἔχομεν τὰς 5,880 δραχμὰς τοῦ μισθοῦ τοῦ ἀρχιάτρου καὶ 480 πλεόνασμα κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν φέρω, προκύπτει αὔξησις δαπάνης δρ. 6,480, ἄρα ἐπὶ πλέον δαπάνη 120 δρ. κατ’ ἔτος. Ἐν τῷ ἕκτῳ κεφαλαίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἀναφέρεται ἀρχίατρος, ἀλλ’ ἀναφέρονται δύο ἀντισυνταγματάρχαι, οὗτοι δὲ εἶναι ὁ ὑπασπιστὴς τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου κ. Σαπουντζάκης καὶ ὁ ἀποθανὼν ἀρχίατρος Παπαζήσης.
§351ΣΕΧΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 ἀνέγραφε 5 συνταγματάρχας καὶ 2 ἀντισυνταγματάρχας· τότε δὲ ὁ μακαρίτης Παπαζήσης δὲν ἦτο παρὰ ταγματάρχης.
§352ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἦτο ἰατρὸς τοῦ Διαδόχου, δὲν ἦτο τοῦ Βασιλέως.
§353ΜΑΝΕΣΗΣ. Διὰ τὸ 1890 ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ὀρθὸν τὸ λεγόμενον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Κερκύρας, ἀλλὰ προὐβιβάσθησαν.
§354ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προτείνετε αὔξησιν δαπάνης.
§355ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν προτείνω αὔξησιν δαπάνης· εἶναι ἀναγεγραμμένη, καὶ μάλιστα τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως αὐτῆς, τὸ μέχρι τοῦ θανάτου τοῦ Παπαζήση, εἶναι καὶ διατεθειμένον. Εἶπον, ἀντὶ ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ πίστωσις αὕτη, εἰς τὸν κλάδον ἀνήκουσα, νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τὸ νὰ προστεθῶσιν 9 ἰατροὶ ἀντὶ 9 ὑπιάτρων. Ἡ διαφορὰ τῆς μισθοδοσίας εἶναι 69 δραχμαί, καὶ συνεπῶς διὰ τοὺς 9 εἶναι 540 κατὰ μῆνα, καὶ κατ’ ἔτος 6,480. Εἶπον τοῦτο, διότι κυρίως πρέπει νὰ δώσωμεν, ἐκτὸς τῆς ὠθήσεως τὴν ὁποίαν δίδει τὸ νομοσχέδιον, μεγαλειτέραν ὤθησιν εἰς τοὺς ὑπιάτρους, οἱ ὁποῖοι ὁμολογουμένως εἶναι λίαν ὀπισθοδρομημένοι κατὰ τὴν προαγωγήν. Αὐτὰ εἶχον, Κύριοι, νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ συμφωνῶ ἐν γένει ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ.
§356ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, ἡ ὁποία συνοδεύει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀναφέρει τὴν ἀναλογίαν τῶν ἀνωτέρων βαθμοφόρων τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου ἐν τῷ γαλλικῷ στρατῷ πρὸς τοὺς κατωτέρους. Θὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ἵνα κατὰ τὴν ἑπομένην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου εὐαρεστηθῇ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν, δηλοῦσαν πόσοι βαθμοφόροι τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου ἐν Γαλλίᾳ ἀναλογοῦσι πρὸς ἑκάστην μονάδα στρατοῦ.
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§358ΜΑΝΕΣΗΣ. Οἱ ἐπίατροι ἀντὶ τῶν ἰατρῶν, οἱ διοριζόμενοι ἐν τοῖς συντάγμασι τοῦ πεζικοῦ, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχουσι τόσον καλὴν τὴν θέσιν, ὅσον ἐν τοῖς τεχνικοῖς σώμασιν. Ὡς εἶναι γνωστόν, ἁπανταχοῦ, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως ἐν Γαλλίᾳ, δίδεται μεγίστη προσοχὴ ὡς πρὸς τὴν τοποθέτησιν τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν, διότι, ὡς γινώσκετε, καὶ μείζονες οἱ κίνδυνοι καὶ βαρύτεραι αἱ ἀσθένειαι, ὡς ἐξ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῶν σωμάτων, προκύπτουσι πολλάκις καὶ εἰς τὸ πυροβολικὸν καὶ εἰς τὸ μηχανικόν, ὡς ἐκ τῶν πυρῶν καὶ ποικίλων ἄλλων δυσκόλων ἐργασιῶν, εἰς ἃς ὑποβάλλονται οἱ ὁπλῖται τῶν ὅπλων τούτων, γίνονται δὲ δυστυχήματα· ἐνθυμοῦμαι δέ, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ, ὅτε ἤμην ἐκεῖ, οἱ καλλίτεροι τῶν ἰατρῶν, ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν τουτέστιν, ἦσαν εἰς τὰ σώματα ταῦτα. Διὰ τοῦτο, ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τὴν τοποθέτησιν τῶν ἐπιάτρων τὰ σώματα κυρίως τοῦ ἱππικοῦ, τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τοῦ μηχανικοῦ νὰ προτιμῶνται, καὶ νὰ ἔχωσιν ἐπιάτρους· καὶ ὅταν λέγω ἐπιάτρους, ἐννοῶ μᾶλλον πεπειραμένους, μᾶλλον εἰδικοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν, ἄλλως θὰ βλέπωμέν τι παράδοξον, τὰ σώματα ταῦτα νὰ ἔχωσιν ἰατρούς, ἐνῷ τὰ πεζικὰ σώματα, καὶ τὰ ὁποῖα μάλιστα δὲν εὑρίσκονται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καὶ συγκεντρωμένα, θὰ ἔχωσιν ἐπιάτρους.
§359ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐπίατροι εἶναι καὶ εἰς τὸ πυροβολικόν, ἀλλ’ εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ ἱππικοῦ εἶναι μόνον τέσσαρα τάγματα, αἱ ἴλαι λεγόμεναι, ἐνῷ τὰ συντάγματα τοῦ πεζικοῦ ἔχουσι 16, καὶ τὰ συντάγματα τοῦ πυροβολικοῦ ἐπίσης.
§360ΜΑΝΕΣΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν.
§361ΣΕΧΟΣ. Δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὰ συντάγματα τοῦ πυροβολικοῦ, μηχανικοῦ καὶ ἱππικοῦ ἐπίατροι· ἰατροὶ ὑπάρχουσι.
§362ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Εἷς ἰατρὸς καὶ εἷς ἐπίατρος.
§363ΣΕΧΟΣ. Ὁ ὀργανισμὸς τοὐλάχιστον αὐτὸ λέγει.
§364ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Καλῶς ἔχει τὸ νομοσχέδιον.
§365ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ τροπολογία μου;
§366ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 180). (Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§367ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§368ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶχον κάμει τὴν παρατήρησιν καὶ πρὸ ἡμερῶν, ἂν ἦτο δυνατόν, ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα τροποποιοῦσι τὸ δασμολόγιον ἡμῶν, νὰ συμπτυχθῶσιν εἰς ἕν, χάριν τῆς ὑπηρεσίας· διότι βεβαίως θὰ ἦναι δύσκολον εἰς τοὺς θέλοντας μετά τινα καιρὸν νὰ μελετήσωσι τὸ δασμολόγιον ἡμῶν νὰ ὑποθέσωσιν ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ π. χ. πρέπει νὰ καταφύγωσι διὰ νὰ ἴδωσιν ὄχι μόνον τίνα δασμὸν πληρώνει ὁ χάρτης ὁ τυπογραφικός, ἀλλὰ συνάμα τί πληρόνουσιν αἱ αἶγες, αἱ εἰσερχόμεναι ἐκ τῶν μεθορίων ἐπαρχιῶν, καὶ τί πληρόνουσι τὰ μάρμαρα. Θὰ ἦτο καλὸν, ἂν ἓν νομοσχέδιον περιελάμβανεν ὅλας τὰς ὑποβληθείσας μεταῤῥυθμίσεις, διὰ νὰ ἦναι εὐκολωτέρα ἡ μελέτη καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ δασμολογίου.
§369Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ χάρτης ὁ τυπογραφικός, ὁ προωρισμένος διὰ τὰς ἐφημερίδας, καὶ τὸ τέλος τῶν αἰγῶν καὶ τῶν μαρμάρων ἀνεγράφησαν ἐν τῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ. Ἡ ἐπιθυμία ὅμως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἵνα πάντα τὰ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντα κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην νομοσχέδια περιληφθῶσιν ἐν ἑνὶ νομοσχεδίῳ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ, πρῶτον διότι τὰ νομοσχέδια ταῦτα διαιροῦνται εἰς δύο κατηγορίας, εἰς νομοσχέδια ἀναφερόμενα εἰς μεταβολὰς τοῦ δασμολογίου, καὶ εἰς νομοσχέδια ἀναφερόμενα εἰς τὸν νόμον τοῦ 1892 περὶ πρώτων ὑλῶν. Λοιπὸν τὰ νομοσχέδια τὰ κυρίως δασμολογικὰ εἶναι δύο, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ περὶ χάρτου κλπ. καὶ ἓν ἄλλο. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ δύο νομοσχέδια δὲν δύνανται ν’ ἀποτελέσωσιν ἓν νομοσχέδιον, διότι ἐπὶ μὲν τοῦ ἑνὸς νομοσχεδίου ἡ μεταβολή, ἡ δι’ αὐτοῦ γενομένη, τοῦ τέλους ἐφηρμόσθη ἀφ’ ἧς εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς πρὸς δὲ τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, ἡ μεταβολὴ τοῦ τέλους, ἡ δι’ αὐτοῦ προβαλλομένη, θέλει ἐφαρμοσθῆ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως ἡ διαφορὰ αὕτη παρακωλύει τὴν ἐν τῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφήν. Ἐπίσης καὶ τὰ τρία ἄλλα νομοσχέδια δὲν δύνανται πρὸς ἄλληλα νὰ συμπεριληφθῶσι. Σήμερον ἠσχολήθην εἰς τοῦτο μετὰ τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου, ὅστις μοὶ παρέστησεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ συνένωσις αὕτη. Ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην θέλομεν ἔχει πέντε νομοσχέδια.
§370ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολὺ καλά.
§371ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§372Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐγένετο ἡ παράστασις, ὅτι θὰ ἦτο ἀσφαλεστέρα ἐγγύησις τῆς ἀποφυγῆς τῆς καταδολιεύσεως τοῦ νόμου, ἂν τὸ ὑδάτινον σημεῖον, τὸ ὁποῖον θέλει εἶσθαι ἐκτετυπωμένον καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ χάρτου χιαστὶ διαγωνίως, ἐξετυποῦτο εἰς παραλλήλους καὶ πλήρεις γραμμάς, ἀνὰ 5/100 τοῦ Γαλλικοῦ μέτρου καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ χάρτου τετυπωμένας...
§373ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑδατίνως πάλιν.
§374Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀντὶ χιαστί, παραλλήλως.
§375ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Εἶναι δαπανηρὸν, κύριε Πρόεδρε.
§376Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐγένετο παράστασις, ὅτι τοιουτοτρόπως θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ σύστημα συναγωνισμοῦ ἢ νοθεύσεως, ἐνῷ δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν παρασκευὴν χάρτου ἔχοντος χιαστὶ ὑδάτινον σημεῖον. Καὶ τὰς τελευταίας ταύτας παραστάσεις μοὶ τὰς ἀπηύθυναν ἐκ τοῦ χαρτοποιείου τοῦ Ἑλληνικοῦ. Μοὶ εἶπον ὅτι θὰ τοὺς εὐκολύνῃ ἡ χρῆσις χιαστοῦ σημείου. Ἄλλοι δὲ μοὶ παρέστησαν, ὅτι τοιαύτη μεταβολὴ θέλει συντελέσει καὶ εἰς τὴν πρόληψιν σφραγίδων ψευδῶν. Διὰ τοῦτο προτείνω, ἵνα αἱ λέξεις «χιαστὶ διαγωνίως καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ χάρτου τετυπωμένου» ἀντικατασταθῶσι διὰ τῶν λέξεων «δύο παραλλήλων καὶ κανονικῶν γραμμῶν, εὐκρινῶς ἐκτετυπωμένων καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ χάρτου, καὶ πέντε ἑκατοστὰ τοῦ Γαλλικοῦ μέτρου ἀπ’ ἀλλήλων ἀπεχουσῶν».
§377ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦναι δύσκολον νὰ ἔχωμεν πρὸ τῆς γʹ ἀναγνώσεως τὸν ὑπολογισμὸν τῶν διαφορῶν, τὰς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία ὑπολογίζει, ὅτι θὰ ἐπέλθωσιν εἰς τὰ ταμιακὰ ἀποτελέσματα.
§378Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλαδὴ τὰς ἐλαττώσεις.
§379ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰς ἐλατώσεις ἢ αὐξήσεις, τὰς αὐξομοιώσεις· διότι ἔχομεν μὲν ὑπολογισμόν τινα περὶ τῶν μεταβολῶν τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 18, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν εἰς τὰ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ σχετιζόμενα μὲ τὰς μεταβολάς. Ὥστε περιττὸν νὰ ζητήσω ἐγγράφως τὴν πληροφορίαν.
§380Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς βʹ συζήτησιν).
§381ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικαιοδοσίας τῶν ἐν τῇ ἡγεμονίᾳ τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας προξενικῶν ἀρχῶν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§382Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἀμέσως ἑπόμενον νομοσχέδιον «περὶ ὁδοποιΐας» θ’ ἀναβληθῇ, διότι ἀπεφασίσθη νὰ τυπωθῇ ἡ κατατεθεῖσα μελέτη περὶ ὁδοποιΐας.
§383ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ νὰ συζητηθῇ μετὰ τὴν διανομὴν αὐτῆς.
§384Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§385ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§386ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ δικαιολογητικὸς λόγος, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ μὲν καπνός, ὅστις εἶναι ὡσαύτως ἀντικείμενον θεωρούμενον λίαν εὐπροσδέκτου φορολογίας, φορολογεῖται, ὁ δὲ ταμβάκος, ὁ ὁποῖος τὴν αὐτὴν ἔχει χρησιμότητα, κηρύσσεται ἀφορολόγητος;
§387ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξάγεται.
§388ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἐξαγόμενος μάλιστα, εἶναι πολὺ δίκαιον νὰ μὴ φορολογηθῇ· ἀλλ’ ὁ καταναλισκόμενος ἐν τῷ τόπῳ, ὅστις εἶναι καὶ οὗτος εἶδος λίαν φορολογήσιμον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὅλους τοὺς δικαιολογητικοὺς λόγους τῆς φορολογίας, διατὶ νὰ κηρύσσηται ἀφορολόγητος; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἔχει.
§389ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§390ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 εὑρίσκω μίαν ἔλλειψιν, ἐκ τῆς ὁποίας δημιουργεῖται ἀδίκημα εἰς ἓν μέρος παραγωγῶν τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω ἐνταῦθα. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ὀλυμπίας ὑπάρχει ἓν χωρίον καὶ μόνον, τὸ ὁποῖον παράγει καπνόν, μεταποιούμενον εἰς ταμβάκον. Κατὰ τὸ ἄρθρον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, οἱ παραγωγοὶ τοῦ χωρίου τούτου δὲν ἀπολαύουσι τῶν εὐεργετημάτων, τὰ ὁποῖα χορηγεῖ τὸ νομοσχέδιον, διότι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου δὲν ὑπάρχει καπνοκοπτήριον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ παρασκευάζωσι τὸν καπνόν, νὰ τὸν μεταφέρωσι, νὰ τὸν περιβρέχωσι μὲ τὸ σερμπέτι, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὸ ἄρθρον 2, καὶ νὰ τὸν καθιστῶσιν ἄχρηστον, ἂν καὶ ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του ὁ καπνὸς αὐτὸς ἦναι ἄχρηστος πρὸς κάπνισμα. Τὴν παράκλησιν ταύτην ἔκαμον προφορικῶς πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἀνεγνώρισεν, ὅτι τῷ ὄντι ὑπάρχει ἔλλειψίς τις, ἐκ τῆς ὁποίας γεννᾶται ἀδίκημα, καὶ ὑπεσχέθη ὅτι θὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς ὑπηρεσίας καὶ θὰ ἐπενέγκῃ τὴν προσήκουσαν διόρθωσιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον πρὸς αὐτὸν, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐπέρχηται θεραπεία.
§391Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν διατυπόνετε αὐτήν;
§392ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3–10 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§393ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11. (ἀναγινώσκεται).
§394ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠρώτησα πρὸ ὀλίγου τὸν δικαιολογητικὸν λόγον τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ διὰ ταμβάκον χρησιμεύοντος καπνοῦ. Δὲν ὑπάρχει βεβαίως οὐδεὶς τοιοῦτος, καὶ δὲν ἐδόθη. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ὁ λόγος, διατὶ ἡ σύνταξις ὅλων τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιτρέπωνται καταχρήσεις. Μίαν τοιαύτην διάταξιν βλέπω ἐν ἄρθρῳ 11· διότι τὸ ἄρθρον 11 λέγει: «ἐὰν δὲν μεταποιηθῇ ἐντελῶς εἰς ταμβάκον καὶ ἐξαχθῇ τοῦ ταμβακοποιείου ἀμεταποίητος». Ἀλλὰ πόθεν θὰ γείνῃ γνωστόν, ὅτι ἐξήχθη ἐκ τοῦ ταμβακοποιείου ἀμεταποίητος; Τὸ ταμβακοποιεῖον δὲν εἶναι κατάστημα δημόσιον, οὐδ’ ὑπόκειται εἰς ἔλεγχόν τινα τοῦ Δημοσίου, ἑπομένως πάντοτε θὰ παρουσιάζῃ ὁ κατασκευαστὴς τὸν καπνὸν, τὸν ὁποῖον παρέλαβεν, ὡς μεταποιηθέντα εἰς ταμβάκον, δύναται δὲ μεγάλην ποσότητα καπνοῦ νὰ καταναλώσῃ ἄλλως, καὶ νὰ παραστήσῃ ὅτι τὸν μετεποίησεν εἰς ταμβάκον. Τοιαῦται διατάξεις ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι εἰς τὰ προηγούμενα ἄρθρα, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν παρετηρήθησαν, ἐπειδὴ ταχέως ἐψηφίσθησαν. Νομίζω ὅτι, καὶ ἂν δοθῇ ἀτέλεια μὴ δεδικαιολογημένη εἰς τὸν ταμβάκον, βεβαίως ὅμως πρέπει νὰ ληφθῶσι τοιαῦτα μέτρα, ὥστε νὰ μὴ χρησιμεύσῃ ἡ ἀτέλεια αὕτη εἰς ἀτέλειαν μεγάλης ποσότητος καπνοῦ καταναλισκομένου εἰς κάπνισμα.
§395Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι περιελήφθησαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, αὐτὸν ἔχουσι τὸν σκοπὸν, νὰ προλάβωσι τὰς καταχρήσεις. Ἡ ἐπιτήρησις, ἡ ὁποία θέλει ἐνασκεῖσθαι ἐπὶ τοῦ ταμβακοποιείου, εἶναι μεγαλειτέρα, διότι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὸ καπνεργοστάσιον, τὸ ὁποῖον ἑδρεύει ἐν Καλαβρύτοις, θὰ μετατεθῇ εἰς Λειβάρτζιον.
§396ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ Καλαβρύτων, πρόκειται πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος νὰ κατασκευάζηται ταμβάκος.
§397Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀλλαχοῦ βιομηχανία ταμβάκου, παρὰ εἰς τὸ χωρίον Λειβάρτζιον.
§398ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἀλλαχοῦ· ὑπάρχει εἰς τὰς Πάτρας.
§399Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὰς Πάτρας εἶναι τὸ καπνεργοστάσιον.
§400ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ταμβάκος δὲν κατασκευάζεται ἐντὸς τοῦ καπνοκοπτηρίου.
§401Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιτηρεῖ ἐπὶ τῆς καταβρέξεως καὶ τῆς θέσεως αὐτοῦ εἰς ἀχρηστίαν. Ἐὰν ὅμως νομίζητε, ὅτι πρέπει νὰ περιληφθῶσι καὶ ἄλλαι διατάξεις, προτείνατε τοιαύτας.
§402ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι, ὅτε ἐπετρέπετο ἡ κατὰ μηχανισμὸν ἀνάλογον μὲ τὸ παρὸν νομοσχέδιον κατασκευὴ ταμβάκου, ἐγίνοντο μεγάλαι καταχρήσεις καπνοῦ· διότι δὲν ἀρκεῖ τὸ κατάβρεγμα, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ἂν γείνῃ. Δὲν εἶμαι ἐγὼ δὲ, ὅστις θὰ προτείνω ἄλλας διατάξεις, περὶ τῆς συστηματικῆς ἀποῤῥίψεως τῶν ὁποίων δὲν ἀμφιβάλλω, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία.
§403Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῷ τμήματι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπάρχουσι καὶ κἄποιαι ἐπιστημονικαὶ γνώσεις. Τοῦτο ἐβεβαίωσεν, ὅτι διὰ τοῦ καταβρέγματος αὐτοῦ ὁ καπνὸς καθίσταται ἄχρηστος, ἑπομένως, καὶ ἂν ἤθελε μετὰ τὸ κατάβρεγμα μὴ ὑποβάλει αὐτὸν εἰς τὴν ταμβακοποιΐαν, ἀλλὰ ποιήσηται χρῆσιν αὐτοῦ διὰ κάπνισμα, τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Ἐὰν τὴν διάταξιν αὐτὴν δὲν εὑρίσκητε πλήρη, προτείνατε συμπλήρωσιν αὐτῆς· ἐν ὅσῳ ὅμως δὲν προτείνετε συμπλήρωσιν ἀλλ’ ἀρκεῖσθε μόνον εἰς τὴν ἄρνησιν, δὲν εἶναι πλήρης ἡ συζήτησις.
§404ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ποιοῦμαι τὴν παρατήρησιν αὐτὴν τὴν γενικὴν, ὅτι πρὶν ἢ ὑποβληθῇ ὁ ταμβάκος εἰς φορολογίαν, ἔσχε τὸ σύστημα τῆς καταβρέξεως, καὶ ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος τούτου, πανταχόθεν κατηγγέλθησαν καταχρήσεις καπνοῦ. Τώρα τίνες ἄλλαι διατάξεις πρέπει νὰ ληφθῶσιν, ὅπως ἐξασφαλισθῇ τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν τοιούτων καταχρήσεων, βεβαίως δὲν δύναμαι ἐγὼ μετὰ τὸ μεσονύκτιον τώρα νὰ τὰς συντάξω.
§405Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι καὶ τὸ δειλινὸν δὲν θὰ ἠδύνασθε.
§406ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι βέβαιον. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον, εἶναι ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ δώσῃ τὴν δέουσαν προσοχὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸν κίνδυνον, ὅστις εἶναι ἀναμφισβήτητος.
§407Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν διάταξίς τις ἐν τῇ ἐκτελέσει ἀποδειχθῇ ἀνεπαρκής, βεβαίως θέλει γνωσθῆ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀποφεύγουσι τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, καὶ θέλουσι ληφθῆ μέτρα πρὸς διόρθωσιν.
§408ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§409ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας.
§410ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον, ἠξιώθη κατὰ τὸν εἰσηγητήριον λόγον τοῦ προϋπολογισμοῦ μακρᾶς αἰτιολογίας παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Γνωρίζομεν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι ὀφείλει νὰ καταργήσῃ τὸν νόμον τοῦ 1893, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδόθη αὐτῇ τὸ δικαίωμα ν’ ἀναγνωρίζῃ ἀλλοδαποὺς ὡς Ἕλληνας ὑπηκόους διὰ Β. Διατάγματος, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ νόμου περὶ διετοῦς ἢ τριετοῦς ἐν Ἑλλάδι διαμονῆς αὐτῶν. Ἀφοῦ γνωρίζομεν τὰς αἰτίας, αἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι πολὺ εὐχερεστέρα ἢ ἐπὶ ἄλλων νομοσχεδίων. Ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Βασιλείου τὰ τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας ἐκανονίσθησαν ὡς ἑξῆς. Ὁ ἀρχικὸς νόμος τοῦ 1835 ὥρισε τριετῆ προθεσμίαν διαμονῆς ἐν Ἑλλάδι εἰς τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ πολιτογραφηθῶσι πολῖται Ἕλληνες. Κατὰ τὸ 1856 ὁ ἀστικὸς νόμος διὰ μὲν τοὺς ὁμοφύλους περιώρισε τὴν προθεσμίαν τῆς ἐν Ἑλλάδι διαμονῆς εἰς δύο ἔτη, διὰ δὲ τοὺς ἀλλοφύλους διετήρησε τὴν τριετῆ προθεσμίαν. Ὁ νόμος οὗτος ἐλειτούργησε μέχρι τοῦ 1881, ὅτε ἕνεκα ἐκτάκτων περιστάσεων ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος ὑπέβαλε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν πολιτογράφησιν ἀλλοδαπῶν, μὴ ὑποβαλλομένων εἰς τοὺς περιορισμοὺς τοῦ ἀστικοῦ νόμου. Κατὰ τὸ ἔτος 1890 ὁ νόμος ϠΓʹ τῆς 19 Φεβρουαρίου 1881 κατηργήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἧς προΐστατο ὁ νῦν Πρωθυπουργός. Εἰς τὰ 1893 ὑπεβλήθη πάλιν καὶ ἐπεψηφίσθη νομοσχέδιον περὶ ἀναγνωρίσεως Ἑλλήνων ὑπηκόων δι’ ἁπλοῦ βασιλικοῦ διατάγματος, καὶ σήμερον πρόκειται ἐκ δευτέρου νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος οὗτος, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ νόμου τοῦ ἔτους 1856. Αἱ αἰτίαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν γνώμην, ἣν ἔχει ἐπὶ τοῦ ζητήματος, εἶναι ἀναντιῤῥήτως σπουδαῖαι. Πρῶτον μὲν φρονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1893 κατεδολιεύθη χάριν ἐκλογικῶν σκοπῶν, ὅτι ξένοι, οὐδὲν ἔχοντες κοινὸν πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, ἦλθον ἐνταῦθα καὶ ἐπολιτογραφήθησαν ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὅτι εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐψήφισαν ὑπὲρ τῶν ὑποψηφίων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι διὰ τῆς ψήφου των παρεμόρφωσαν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν. Πρὸς τούτοις δὲ ἄλλος λόγος, ἀφορῶν εἰς τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι ξένων Δυνάμεων, ὑπαγορεύει κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τοῦ 1893. Κυβέρνησις, ἥτις δὲν στηρίζει τὴν δύναμιν αὑτῆς ἐπὶ τηλεβόλων, ἀλλ’ ἐπὶ ἐλπίδων καὶ ἐπὶ ἱστορικῶν δικαιωμάτων, δὲν ἔχει συμφέρον νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν προστασίαν της ἐπὶ πολλῶν ὑπηκόων, τοὺς ὁποίους δὲν θὰ δυνηθῇ κατόπιν νὰ προστατεύσῃ, ὡς ἐκ τούτου δὲ, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὀφείλομεν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀλλοδαπῶν, εἴτε ὁμοφύλων εἴτε ἀλλοφύλων, οἵτινες δύνανται νὰ ζητήσωσι τὴν πολιτογράφησίν των ὡς ὑπηκόων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἂς ἐξετάσωμεν, ἂν οἱ λόγοι οὗτοι στηρίζωνται ἐπὶ τῶν γεγονότων. Ὡς πρὸς τὸν πρῶτον λόγον, ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν ἐκλογικῶν σκοπῶν, ἐγένετο μακρὰ ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις, ὅτε ὑπεβλήθη ὁ νόμος τοῦ 1893, ὁ δὲ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ μομφὴ αὕτη δὲν ἦτο δεδικαιολογημένη, καὶ ἀνεκοίνωσε καταλόγους τῶν διὰ Β. Διατάγματος κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη πολιτογραφηθέντων. Ἐκ τῶν καταλόγων ἐκείνων ἀπεδείχθη, ὅτι μόνον περὶ τοὺς 250 κατ’ ἔτος εἶχον πολιτογραφηθῆ διὰ Β. Διατάγματος, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα νὰ παραμορφωθῶσιν ὑπὸ ὀλίγων ἑκατοντάδων ἐκλογέων...
§411Ν. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ποίων ἐτῶν καταλόγους ἐννοεῖτε;
§412ΡΩΜΑΝΟΣ. Τοὺς πρὸ τοῦ ἔτους 1893.
§413Ν. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἔχετε τοὺς καταλόγους τῶν πολιτογραφηθέντων κατὰ τὰ ἔτη 1883, 1884 καὶ ἑπόμενα;
§414ΡΩΜΑΝΟΣ. Δὲν εἶδον τοὺς καταλόγους ἐκείνους. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ὑποβάλῃ κατάλογον τῶν πολιτογραφηθέντων ἀπὸ τοῦ 1893 καὶ ἑξῆς.
§415Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι εὔκολον ν’ ἀναδιφήσητε τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θὰ ἴδητε ἐκεῖ, ὅτι οἱ διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων πολιτογραφούμενοι ὑπερέβαινον τοὺς 700 κατ’ ἔτος.
§416ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁ κατὰ τὸ 1893 Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε καταλόγους τῶν πρὸ τοῦ 1893 πολιτογραφηθέντων διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, καὶ εἶπεν ὅτι τόσοι μόνον εἶχον πολιτογραφηθῆ, δὲν εἶδον δὲ ἀναγραφόμενον ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς», ὅτι ἀντέκρουσέ τις τὰς πληροφορίας ταύτας τοῦ τότε Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ ἐζήτησα κατάλογον τῶν ἀπὸ τοῦ 1893 πολιτογραφηθέντων διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, ἐζήτησα δὲ κατάλογον τούτων, διότι κατὰ τὸ 1893 ἐξεδόθη βασιλικὸν διάταγμα, τοῦ ὁποίου ἀντίγραφον ἔχω πρόχειρον καὶ τὸ ὁποῖον ὁρίζει «τὰ ἀποδεικτέα προσόντα ὑπὸ τῶν αἰτουμένων τὴν πρόσκτησιν τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας». Τὸ διάταγμα τοῦ 1893 ἀναγράφει μίαν σπουδαιοτάτην προσθήκην εἰς τὰ προηγούμενα διατάγματα, ἥτις δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος. Κατὰ τὸ διάταγμα τοῦτο, οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ ἐγγραφῶσι πολῖται Ἕλληνες διὰ βασιλικοῦ διατάγματος ὀφείλουσι νὰ φέρωσι καὶ πιστοποιητικὸν τῆς ἐντοπίου ἀρχῆς τῆς χώρας, ἐξ ἧς κατάγονται, περὶ τῆς χρηστότητος τῆς προτέρας διαγωγῆς των. Ἡ διάταξις αὕτη ἔσχε τὸ καλὸν ἀποτέλεσμα νὰ κωλύῃ τὴν πολιτογράφησιν φαυλοβίων, ἐκτὸς δὲ τούτου καθίστα τὴν πολιτογράφησιν δυσχερεστέραν. Τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπὸ τῆς 10 Φεβρουαρίου 1893 μέχρι σήμερον μόνον 119 ἐπολιτογραφήθησαν διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐντὸς 2 ἐτῶν καὶ 4 μηνῶν ἐπολιτογραφήθησαν 119, δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν ἴσως εἰς 50 τοὺς κατ’ ἔτος ἀποκτῶντας τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν διὰ Β. Διατάγματος. Δὲν γνωρίζω ἐὰν κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου οἱ 50 οὗτοι δύνανται νὰ παραμορφώσωσιν ἐκλογικὸν ἀποτέλεσμα, ἀμφιβάλλω ὅμως περὶ τούτου.
§417ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Διατὶ δὲν ἐζητήσατε καὶ κατάλογον τῶν πολιτογραφηθέντων ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1893;
§418ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὸ εἶπον τὴν στιγμὴν αὐτήν. Εἶπον ὅτι ἐν τῷ διατάγματι τοῦ 1893 ὑπάρχει μία διάταξις, ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρχε πρότερον. Ἡ διάταξις αὕτη ὁρίζει περισσότερα προσόντα ἢ ἄλλοτε πρὸς ἀπόκτησιν τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας. Κατόπιν τῆς δημοσιεύσεως τοῦ διατάγματος τούτου πολὺ ὀλίγοι ἐπολιτογραφήθησαν, καὶ ὡς ἐκ τούτου νομίζω, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1893 δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ πολιτογραφηθῶσι τόσοι, ὥστε νὰ ἀλλοιώσωσιν ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ πολὺ σπουδαιοτέρα ἔνστασις κατὰ τοῦ νόμου τοῦ 1893 ἀφορᾷ εἰς τὴν προστασίαν, ἣν ὀφείλει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς Ἕλληνας πολίτας. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν ἐν τῷ εἰσηγητηρίῳ λόγῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διεκδικῇ ὡς Ἕλληνας πολίτας τοὺς διὰ Β. Διατάγματος ἀποκτήσαντας τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι σήμερον χιλιάδες Ἑλλήνων ὑπηκόων ἀνεγνωρίσθησαν παρὰ ξένων Κυβερνήσεων, πλεῖστοι δὲ ἐκ τῶν ἀναγνωρισθέντων εἶχον ἀποκτήσει τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν διὰ Β. Διατάγματος συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους, ὧν τὴν κατάργησιν ἐπιζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§419Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς;
§420ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀνεγνωρίσθησαν ἐπισήμως ὑπὸ τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς Βουλγαρίας ὡς πολῖται Ἕλληνες κατὰ τὸ ἔτος 1890 καὶ 1893 χιλιάδες πολιτῶν Ἑλλήνων, μεταξὺ αὐτῶν δὲ πλεῖστοι εἶχον ἀποκτήσει τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν διὰ Β. Διατάγματος, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1881. Κατὰ τὸ ἔτος 1890 συνήφθη συμφωνία μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως δι’ ἀνταλλαγῆς διακοινώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αἰγύπτου καὶ τοῦ ἡμετέρου πολιτικοῦ πράκτορος, καὶ κατὰ τὴν συμφωνίαν ταύτην ἀνεγνωρίσθησαν ὡς πολῖται Ἕλληνες: «1) Οἱ ἐκ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος καταγόμενοι καὶ οἱ κατιόντες αὐτῶν, ὡς καὶ οἱ εἰς Ἑλλάδα πρὸ τοῦ 1837 μετανάσται μετὰ τῶν κατιόντων αὐτῶν. 2) Οἱ ἀποκτήσαντες τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν πρὸ τοῦ νόμου τῆς 16 Ἰανουαρίου 1869 καὶ οἱ κατιόντες αὐτῶν...»
§421Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Αἴγυπτος διά τινος συνεννοήσεως μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἠξίωσεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κηρύξῃ ἀναπαλλοτρίωτον τὴν αἰγυπτιακὴν ἰθαγένειαν, ὡς εἶχε κηρύξει αὐτὴν ἡ Τουρκία κατὰ τὸ 1864, ἠξίωσε δὲ νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1869. Εἶδεν ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα, δὲν ἠδύνατο δὲ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπ’ αὐτὴν ἡ ἰσχὺς τῶν νόμων τῆς Τουρκικῆς ἐπικρατείας, διότι δὲν εἶχεν ἐκδώσει αὕτη τοιοῦτον νόμον, ἀλλ’ ἠξίωσε νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τοῦ τουρκικοῦ νόμου. Δυστυχῶς δὲ κατώρθωσεν, ἡ ἀξίωσίς της αὕτη νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ διεπράχθη συνεννόησις, διὰ δὲ τῆς συνεννοήσεως ἐγένετο ἡ προεξέτασις τῶν πρὸ τοῦ 1869 ἀξιούντων τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ συνεσωρεύθησαν χιλιάδες πιστοποιητικῶν ἐν Ἀθήναις, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος τότε ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐγὼ ἐνθυμούμεθα, ὅτι δὲν εἴχομεν χῶρον νὰ ἀποθέσωμεν τὰ ἔγγραφα, πολὺ δ’ ἧσσον νὰ γράφωμεν ὑπογραφάς· τοσοῦτος ἦτο ὁ ἀριθμὸς ἐκείνων, ὧν ἠμφισβήτουν τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν ἐν Αἰγύπτῳ.
§422ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ φθάσουν οἱ ἐν Αἰγύπτῳ εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασαν ἐν τῇ Τουρκικῇ ἐπικρατείᾳ, δηλαδὴ πᾶς ὁ μετὰ τὸ 1869 ἀξιῶν ὅτι ἀπέκτησε τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, καταγόμενος δ’ ἐκ Τουρκίας, δὲν θὰ δύναται ν’ ἀποκτήσῃ αὐτὸ, διότι ἰραδὲς ἀπαγορεύει τὴν ἀπόκτησιν ἰθαγενείας ἄλλης.
§423ΡΩΜΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν τρίτην διάταξιν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος Ἑλληνοαιγυπτιακῆς συμφωνίας, ἀνεγνωρίσθησαν ὡς πολῖται Ἕλληνες «πάντες οἱ ἐν Αἰγύπτῳ ἀποκατεστημένοι, οἱ ἀποκτήσαντες συμφώνως ταῖς διατάξεσι τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας, (νόμος τοῦ 1856 καὶ 1881) τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν μετὰ τὸν ῥηθέντα νόμον τοῦ 1869, ὡς καὶ οἱ κατιόντες αὐτῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ προσαγάγωσιν ἐπίσημα ἔγγραφα, ἰδίως δὲ ἀποσπάσματα δημοτολογίων, ἀποδεικνύοντα ὅτι ἀπέκτησαν τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, συμφώνως ταῖς διατάξεσι τῶν ἄνω ῥηθέντων ἑλληνικῶν νόμων». Καὶ ἀνεγνωρίσθησαν 9,000 ὑπήκοοι Ἕλληνες, ἐξ αὐτῶν δὲ πλεῖστοι ἐκ τῶν διὰ Β. Διαταγμάτων πολιτογραφηθέντων. Ἐκ τῶν 9,000 πολλοὶ εἶναι ἀρχηγοὶ οἰκογενειῶν, ἀποτελουμένων ἐκ τριῶν ἢ περισσοτέρων ἀτόμων, οὕτως ὥστε τοὐλάχιστον εἰς 30,000 ὑπηκόους Ἕλληνας ἀνέρχονται οἱ διὰ τῆς ῥηθείσης συμφωνίας ἐπισήμως ἀναγνωρισθέντες. Ἄλλην συμφωνίαν ἔχομεν μὲ τὴν Βουλγαρίαν, τὴν συμφωνίαν τῆς 10ης Ἰουνίου 1893. Ὅτε κατὰ τὸ 1893 ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τοῦ περὶ ἑλληνικῆς ἰθαγενείας νομοσχεδίου, αἱ σχετικαὶ μετὰ τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως διαπραγματεύσεις ἦσαν εἰσέτι ἐκκρεμεῖς, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξέφρασε φόβους, μήπως οἱ διὰ βασ. διατάγματος πολιτογραφηθέντες ἐκ Βουλγαρίας ἢ Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας Ἕλληνες δὲν ἤθελον ἀναγνωρισθῆ. Εὐτυχῶς συνέβη τὸ ἐναντίον, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ὅρων τῆς συμφωνίας, δυνάμει τῆς ὁποίας ἀνεγνωρίσθησαν ὡς ὑπήκοοι Ἕλληνες «ὅσοι διημφισβητήθησαν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1891, ὅσοι ὑπηρέτησαν ἐν τῷ ἑλληνικῷ στρατῷ ὡς ἐθελονταὶ καὶ ὅσοι ἠκολούθησαν τὰς σπουδάς των ἐν Ἑλλάδι»· πάντες οὗτοι βεβαίως μόνον ἅμα δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων ἤθελον ἀποδείξει ὅτι συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους τοῦ 1856 καὶ 1881 ἀπέκτησαν τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Ἀλλ’ ὁ νόμος τοῦ 1881 κατηργήθη εἰς τὰ 1890. Ἀπὸ τοῦ 1890 μέχρι τοῦ 1891 παρῆλθεν ἓν ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἠδυνήθη νὰ ἐγγραφῇ πολίτης Ἕλλην διὰ Β. Διατάγματος, ἐνῷ, ἂν εἶχον ἐγγραφῆ Ἕλληνές τινες ἐκ Βουλγαρίας κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἤθελον ἀναγνωρισθῆ μετὰ τῶν λοιπῶν. Τίς οἶδε πόσοι Ἕλληνες ἠδύναντο κατὰ τὸ ἔτος 1891 νὰ ἐγγραφῶσι διὰ Β. Διατάγματος, καὶ ἐγένοντο Βούλγαροι, ἐπειδὴ ὁ νόμος τοῦ 1881 εἶχε καταργηθῆ! Ἐὰν πάλιν σήμερον καταργήσητε τὸν νόμον τοῦ 1893, βεβαίως πολλοὶ Ἕλληνες, οἵτινες δύνανται νὰ πολιτογραφηθῶσι διὰ Β. Διατάγματος, καὶ ἡμέραν τινὰ ἀναμφιβόλως θ’ ἀνεγνωρίζοντο ὡς πολῖται Ἕλληνες, θὰ μείνωσι κατ’ ἀνάγκην ῥαγιάδες, ἀφοῦ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διαμείνωσιν ἐπὶ δύο ἔτη ἐν Ἑλλάδι. Ἐν Τουρκίᾳ ἔχομεν τὸν περὶ ἰθαγενείας νόμον τοῦ 1869. Ὁ νόμος οὗτος προσδιορίζει, ὅτι μόνον δι’ αὐτοκρατορικοῦ ἰραδὲ ἐπιτρέπεται ἡ ἀλλαγὴ ἐθνικότητος. Δυστυχῶς ὅμως τοιοῦτος ἰραδὲς οὐδέποτε ἐκδίδεται· τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω παράδειγμα ἐκδόσεως ἰραδὲ ὑπὲρ Ἕλληνος.
§424ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀνεγνώρισαν πολλὰ Κράτη τὸν νόμον τοῦ 1869.
§425ΡΩΜΑΝΟΣ. Καὶ ἡμεῖς δὲν τὸν ἀνεγνωρίσαμεν, καὶ τὸ ζήτημα μένει ἐκκρεμές. Ἄδηλον πότε θὰ λυθῇ. Βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι οὐδέποτε ἐγένετο διάκρισις ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου τοῦ 1869 μεταξὺ τῶν ἀποκτησάντων τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν κατόπιν διετοῦς ἢ τριετοῦς διαμονῆς ἐν Ἑλλάδι καὶ τῶν διὰ Β. Διατάγματος πολιτογραφηθέντων, καὶ ἂν μεταβῇ σήμερον εἰς Τουρκίαν Ἕλλην, διαμείνας ἐνταῦθα δύο ἔτη καὶ πολιτογραφηθεὶς συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ νόμου τοῦ 1856, αἱ τουρκικαὶ ἀρχαὶ δὲν θὰ τὸν ἀναγνωρίσωσιν, ἂν δὲν ἀπέκτησε τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν πρὸ τοῦ 1869. Ὥστε δὲν ἐννοῶ, πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ προστατεύσωμεν τὸν Ἕλληνα τοῦτον, καὶ δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ προστατεύσωμεν τὸν διὰ Β. Διατάγματος πολιτογραφηθέντα. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν, Κύριοι, ὅπως ὁ νόμος τοῦ 1893 μείνῃ ἐν ἰσχύϊ, οὕτως ὥστε Ἕλληνες ἐκ τῶν ἐν Τουρκίᾳ διαμενόντων νὰ δυνηθῶσιν εὐκόλως ν’ ἀποκτήσουν ἐπίσημον τίτλον τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας. Νομίζω ὅτι τὸ ἐπίσημον ἔγγραφον τῆς πολιτογραφήσεώς των ἀποτελεῖ πρόσθετον πρὸς τὴν πατρίδα δεσμὸν, ὅτι ὑπενθυμίζει αὐτοῖς τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑποχρεώσεις των. Αἱ ἐπιβουλαὶ τῶν βουλγαρικῶν καὶ ῥωμουνικῶν προπαγανδῶν εὐχερέστερον θὰ ἐξασκηθῶσιν ἀπέναντι Ὀθωμανῶν ὑπηκόων ἢ ἀπέναντι Ἑλλήνων πολιτῶν, ἐχόντων συναίσθησιν τῶν πρὸς τὴν πατρίδα ὑποχρεώσεών των. Ὄχι μόνον λοιπὸν οὐδέποτε ἤθελον ἀρνηθῆ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ὅπως εἰς οἱανδήποτε περίστασιν παράσχῃ ἐπίσημον τίτλον ἑλληνικῆς ἰθαγενείας πρὸς ὁμοφύλους, ἀλλὰ τοὐναντίον ἤθελον ἐπιθυμήσει, ἵνα εἰς ἔτι περισοτέρους ἢ κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπονείμῃ τὰ ἐκ τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας ἀποῤῥέοντα δικαιώματα. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ἵνα ἀπαλλάξῃ τὸν ἐπιθυμοῦντα ν’ ἀποκτήσῃ τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν τῆς ἀνάγκης διετοῦς ἐν τῷ τόπῳ διαμονῆς. Πλεῖστοι ἀπ’ ἐναντίας ὑπάρχουσι λόγοι, συνηγοροῦντες ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος τούτου, οὐδεμίαν ὅμως ἔχω δυσκολίαν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὰς περὶ πολιτογραφήσεως διὰ Β. Διατάγματος ἄνευ διετοῦς ἐν τῷ τόπῳ διαμονῆς διατάξεις ὀφείλει νὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Β. Κυβέρνησις, μόνον ὁσάκις πρόκειται ν’ ἀναγνωρισθῶσιν ἐπισήμως, ὡς ἀνήκοντες εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁμόφυλοι, ἔχοντες τὰς αὐτὰς μεθ’ ἡμῶν παραδόσεις καὶ ἐλπίδας.
§426Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας εἶναι ἀρχαιότατον ζήτημα, ἐδημιουργήθη εὐθὺς μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, διότι ἐγεννήθησαν τὰ ζητήματα ἰθαγενείας ἐκ τοῦ ἐν ταῖς συνθήκαις ἀναγραφέντος δικαιώματος μεταναστεύσεως. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τὸ ζήτημα περιωρίζετο μόνον εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἀποκτησάντων τὸ δικαίωμα τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, τὸ ζήτημα ἦτο περιωρισμένον καὶ ἐν διαστάσεσιν ὁμαλαῖς. Ὅταν ὅμως ἐπῆλθον δυστυχῆ συμβεβηκότα εἰς τὴν Ἑλλάδα, οἷον ἦτο ἡ ἀποτυχία τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος τοῦ 1867, ὅτε καὶ οἱ Κρῆτες ὑπέκυψαν καὶ ἡ νῆσος ἠρημώθη, ἡ δ’ Εὐρώπη ἐδείχθη ἀδρανής, καὶ ἀφῆκεν ἐλευθέραν τὴν Τουρκίαν νὰ ἐνεργήσῃ ὅπως ἤθελε, τότε ἡ Τουρκία ἐξεμεταλλεύθη τὴν δυσμένειαν τῆς Δύσεως πρὸς τοὺς Ἕλληνας, καὶ ἐξέδωκε τὸν νόμον τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῆς τουρκικῆς ὑπηκοότητος. Ἦτο νόμος ἐκδοθεὶς πρὸς βλάβην ἰδίως τῶν Ἑλλήνων τῶν κατοικούντων ἐν Τουρκίᾳ, οὐδ’ ἐπηρέαζε τὰ συμφέροντα ἄλλων χωρῶν τοσοῦτον, ὅσον τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων. Διὰ τοῦτο βεβαίως καὶ ἀμέσως μεγάλη Δύναμις, ἡ ὁποία ἐλάχιστα εἶχε συμφέροντα, ἔσπευσε ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸν νόμον τοῦ 1869 τῆς Τουρκίας, ἡ Ῥωσσία. Κατὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἀντέστην τότε, τυγχάνων Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ προέβην εἰς διαμαρτυρίας, καὶ ἐπροκάλεσα συζητήσεις, καὶ ἐπεκαλέσθην τὴν συνδρομὴν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἔλαβον τὴν τύχην, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσι πᾶσαι αἱ ἀπαιτήσεις ἡμῶν, ὁσάκις ἐν Τουρκίᾳ ἠθετήθησαν τὰ δικαιώματα ἡμῶν· ἀφίνονται πάντα ἐκκρεμῆ. Οὕτω δὲ παρῆλθον ἔκτοτε 26 ἔτη, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἰθαγενείας οὐδεμία ἐπῆλθε βελτίωσις. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τοὺς ἔκτοτε ἀποκτήσαντας τὸ δικαίωμα τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας ἀποκρούει ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις, ἀμφισβητεῖ ὅμως ἐνίοτε τὴν ἰθαγένειαν καὶ τῶν πρὸ τοῦ 1869 ἀποκτησάντων αὐτήν. Πάντα τὰ ζητήματα ταῦτα μένουσιν ἐκκρεμῆ, καὶ οὐδὲν οὐδεμία Κυβέρνησις κατώρθωσέ τι μέχρι τοῦδε. Ἐνῷ δὲ τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις ἐν Τουρκίᾳ, ἦτο ὅμως εὐχάριστος ἡ κατάστασις ἐν Αἰγύπτῳ. Ἐκεῖ ἠδύνατο ὁ τελευταῖος κάτοικος τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου ἢ τῶν Σποράδων νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ ν’ ἀπολαμβάνῃ τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου Ἕλληνος, μηδενὸς ἀμφισβητοῦντος τὴν ἰθαγένειαν αὐτοῦ. Τοιουτοτρόπως πολλοὶ τῶν ὁμοφύλων μετέβησαν ἐκεῖ, καὶ ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, τὴν ὁποίαν διετήρησαν, κατώρθωσαν ν’ ἀποκτήσωσι μεγάλας περιουσίας. Ἀλλὰ κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους ἡ Αἴγυπτος ἐπεκαλέσθη τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου τῆς Τουρκίας, ἂν καὶ αὕτη δὲν εἶχεν ἐκδώσει νόμον τοιοῦτον, καὶ ἐπεχείρησε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον τοῦτον, καὶ κατώρθωσε νὰ πείσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ μετ’ αὐτῆς κανονισμόν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀνεγνώριζεν ἡ Αἴγυπτος τοὺς πρὸ τοῦ 1869 ἀποκτήσαντας τὸ δικαίωμα τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, ὑπέσχετο δὲ ν’ ἀναγνωρίσῃ καὶ τοὺς μετὰ τὸ 1869 ἀποκτήσαντας τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐὰν παρουσιάσωσιν ἔγγραφα πιστοποιοῦντα τὴν ὑπηκοότητα αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγνωρίσεως ἐπεφύλαττεν εἰς ἑαυτὴν, μόλις δ’ ἐπὶ τέλους ἔστερξεν ἐπιτροπήν, ἀλλὰ καὶ οὕτως ἠδύνατο πάντοτε νὰ μειώσῃ τὰ δικαιώματα ἡμῶν, ἐνῷ, ἐὰν δὲν ἀνεγνωρίζομεν τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτῆς, ὅτι ἡ Αἰγυπτιακὴ ὑπηκοότης ἦτο ἀναπαλλοτρίωτος ἀπὸ τοῦ 1869, ἠθέλομεν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διεκδικῶμεν τὴν ἰθαγένειαν τῶν Ἑλλήνων. Ἀλλὰ κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα οὐδὲν ἐγένετο, ὅπως ἀποφύγωμεν τὴν οὕτω συντελεσθεῖσαν περικοπὴν τῶν ἑλληνικῶν δικαιωμάτων, πάντα δὲ τὰ γενόμενα ἐγένοντο ἐπὶ μειώσει τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλὰς εἶχε. Κατὰ τὸ 1856 ὁ ἀστικὸς νόμος ἐν Ἑλλάδι εἰσήγαγε μεταβολὴν περὶ τὴν ἀπόκτησιν τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, διότι, ἐνῷ ὁ νόμος τοῦ 1835 ἀπήτει τριετῆ διαμονὴν πρὸς δοκιμασίαν τοῦ ζητοῦντος νὰ πολιτογραφηθῇ ἐν Ἑλλάδι, ὁ νόμος τοῦ 1856 συνέταμε τὴν τριετῆ δοκιμασίαν εἰς διετῆ. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τοῦ 1881. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1881, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἐν ἐπιστρατεύσει, ὅτε ἐδέχετο εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ της πάντας τοὺς ἔξωθεν Ἕλληνας, οἵτινες προσήρχοντο ἵνα συμπληρώσωσι τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐπέτρεψε διὰ νόμου νὰ μεταδίδωται ἡ ἑλληνικὴ ἐθνικότης εἰς πάντας τοὺς δηλοῦντας τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην ἀλλοδαπούς. Δὲν γνωρίζω, ἂν πολλοὶ τοιοῦτοι τότε κατετάχθησαν ἐν τῷ στρατῷ, γνωρίζω ὅμως, ὅτι παρελθούσης τῆς ἀνάγκης, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος, δὲν ὑπῆρχε λόγος, ἵνα ἐξακολουθήσῃ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ καὶ ἐν μέλλοντι χρόνῳ, ἐκρίθη ὅμως ὑπὸ τῶν τότε κυβερνώντων, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου καὶ ἐν μέλλοντι χρόνῳ, καὶ ὄχι μόνον ἐκρίθη οὕτως, ἀλλὰ καὶ ἐφηρμόσθη μετὰ μεγάλης θερμότητος. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1886 ἰδίως πολλοὶ ἐνεγράφησαν πολῖται Ἕλληνες, μόλις πατήσαντες τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἂν ἦτο ἄγνωστος καὶ ὁ πρότερος βίος των, καὶ ἂν ἀμφίβολος ἦτο ἐνίοτε καὶ ἡ καταγωγή των. Τοῦτο βεβαίως συνετέλεσεν εἰς τὴν νοθείαν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος ἐν τοῖς δύο δήμοις, δηλαδὴ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, διότι εἰς τοὺς δύο τούτους δήμους ἐνεγράφοντο πάντες οἱ τότε προσερχόμενοι. Ἀλλ’ ἡ ζημία, ὅσον καὶ ἂν ἐκρίνετο μεγάλη ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, ἦτο μικροτέρα ἄλλης ζημίας μεγαλειτέρας, τὴν ὁποίαν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τοῦ 1881 παρεῖχε, τῆς ζημίας, ὅτι αὐτοί, ἀναγνωριζόμενοι παρ’ ἡμῶν ὡς πολῖται Ἕλληνες, ἄν ποτε ἐπέστρεφον εἰς τοὺς τόπους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους κατήγοντο, ἡ δεξίωσις ἡ ὁποία ἐγίνετο εἰς αὐτοὺς, δὲν ἠδύνατο νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὸ πρὸς τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν ὀφειλόμενον σέβας. Πολλάκις καὶ ἐκακοποίουν αὐτούς, ἐνίοτε δὲ καὶ τοὺς ἐξύβριζον καὶ ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐνέκλειον, καὶ πολλὰς ἄλλας παρεῖχον αὐτοῖς δυσκολίας, συνήθως τὰ μάλιστα δυσάρεστους. Ἡ δὲ Ἑλλάς, ἥτις ἀνεγνώρισεν αὐτοὺς πολίτας Ἕλληνας καὶ εἶχε καθῆκον νὰ τοὺς προστατεύσῃ, τὸ καθῆκον τοῦτο ὁσάκις ἐνήσκησεν, ἦτο ἠναγκασμένη νὰ τὸ ἐνασκήσῃ διὰ διακοινώσεων καὶ δι’ ἐγγράφων, ταῦτα δὲ σπανίως ἀκούονται, ὅταν δὲν ἔχωσιν ἑτέραν δύναμιν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἀξιώσεων, αἵτινες ἐν τοῖς ἐγγράφοις τούτοις ἀνεγράφοντο. Διὰ τοῦτο τὰ γενόμενα κατὰ τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων δὲν εὗρον θεραπείαν τινά. Τελευταῖον δὲ, κατὰ τὸ 1893, συνωμολογήθη καὶ μετὰ τῆς Βουλγαρίας κανονισμός, διὰ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς προσεπορίσθημεν τὸ ἐλάχιστον κέρδος, ἀφοῦ πρὸ τοῦ κανονισμοῦ πάντες οἱ Ἕλληνες τὸ γένος, οἵ τε κατοικοῦντες ἐν Βουλγαρίᾳ καὶ οἱ μὴ κατοικοῦντες ἐν Βουλγαρίᾳ, ζητοῦντες ὅμως ν’ ἀποκατασταθῶσιν ἐν Βουλγαρίᾳ, ἠξίουν τὴν ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα, καὶ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἀνεγνωρίζοντο. Μετὰ τὸν κανονισμὸν ὅμως ἡ ἀξίωσις αὕτη ὑπόκειται εἰς ἔλεγχον, καὶ ὁ ἔλεγχος αὐτὸς γίνεται βεβαίως τῇ μετοχῇ τῶν ὀργάνων τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως, τῶν ὁποίων ἡ ἀφοσίωσις πρὸς τὰ ἴδια αὐτῶν διοικητικὰ συμφέροντα εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε πάντοτε καθίστανται ἐν κινδύνῳ καὶ ἐν ἀμφιβόλῳ αἱ ἀξιώσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποβάλλονται εἰς τὸν ἔλεγχον αὐτῶν. Διὰ τοῦτο καὶ κατὰ τὸ 1890 παρεκάλεσα τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ καταργήσῃ τὸν νόμον, καὶ κατὰ τὸ 1895 προτείνω τὴν αὐτὴν πρότασιν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι προκάτοχον Ὑπουργεῖον ἐζήτησε νὰ καταστήσῃ μᾶλλον ἐνεργὸν τὸν νόμον τοῦ 1881, καὶ αὐτοὺς τοὺς πολιτογραφουμένους, ἅμα τῇ ἀφίξει των ἐν Ἑλλάδι, διὰ διατάγματος κατέτασσεν εἰς τὰ εὐζωνικὰ σώματα, καὶ λόγοι ὁλόκληροι τῶν εὐζωνικῶν σωμάτων ἀπετελοῦντο ἀπὸ ἄνδρας ἐλθόντας ἐκ Φιλιππουπόλεως καὶ ἄλλων μερῶν τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας καὶ Βουλγαρίας. Οὗτοι δὲ, ἐπειδὴ οἱ συγγενεῖς των ἐκεῖ ἐστενοχωροῦντο ὑπὸ τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπιέζοντο, ὅταν ἐγίνετο γνωστὸν ὅτι οἱ ἀδελφοὶ ἢ τὰ τέκνα αὐτῶν ἐγένοντο πολῖται Ἕλληνες καὶ κατετάχθησαν εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατόν, ἠνάγκαζον τοὺς ἐνταῦθα πολιτογραφηθέντας νὰ ἐπανέλθωσι, δὲν γνωρίζω δὲ ποίας ἐτύγχανον ἐκεῖ ὑποδοχῆς. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐζήτησεν ἔκτακτον πίστωσιν δεκάδων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν, ἵνα δι’ αὐτῶν δίδῃ τὰ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα εἰς τοὺς ἀφιεμένους ἀπὸ τὰ εὐζωνικὰ τοιούτους συμπολίτας ἡμῶν, ὅπως ἀπέρχωνται πάλιν εἰς τὴν Βουλγαρίαν καὶ εἰς τὰ μέρη, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶχον ἐλθεῖ. Ἐγὼ κρίνω, ὅτι τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἐκ Κραναίας συνάδελφος ἰσχυρίζετο ὅτι προσεποριζόμεθα, ἦτο κέρδος ἰδανικόν. Εὐτύχημα ὄντως εἶναι, ἂν πάντες οἱ ἐκτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου κατοικοῦντες ἦσαν πολῖται Ἕλληνες, εὐτύχημα δὲ, ἐὰν εἶχον πάντες τὸ αἴσθημα τῆς ἀφοσιώσεως πρὸς τὴν φυλὴν καὶ πρὸς τὰς ἱστορικὰς παραδόσεις αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ τίτλος τοῦ πολίτου Ἕλληνος δὲν εἶναι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύει τὸ αἴσθημα τοῦτο· τὸ αἴσθημα τοῦτο κατεδηλώθη πάντοτε καὶ ὑπὸ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἀποκτήσει τὸν τίτλον τοῦ πολίτου Ἕλληνος, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἔτρεφον ἐν τοῖς στέρνοις αὐτῶν αἰσθήματα θερμὰ ὑπὲρ τῆς Πατρίδος. Θὰ ηὐχόμην τὰ αἰσθήματα ταῦτα νὰ εἶχον πάντες οἱ ἐκτὸς τοῦ Βασιλείου, καὶ ὑποθέτω ὅτι τοῦτο τὸ κέρδος εἶναι πάντοτε βέβαιον, ἐνῷ τὸ κέρδος τὸ ἐκ τῆς εἰρημένης πολιτογραφήσεως ἦτο κέρδος ἰδανικόν.
§427ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι τῷ ὄντι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι σπουδαιότατοι· ἑπομένως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι πολὺ ὀρθὴ καὶ βάσιμος. Μίαν μόνον παρατήρησιν θὰ ὑποβάλω, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ πρὸ 15 ἐτῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τοιούτου ζητήματος. Ἡ Τουρκία, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐζήτει, ὅπου ἦτο δυνατὸν, νὰ ἐπωφεληθῇ καὶ ν’ ἀποῤῥοφήσῃ τὸ ἑλληνικὸν στοιχεῖον εἰς τὴν ἰδίαν αὑτῆς κυριαρχίαν καὶ ὑπηκοότητα· ἀλλ’ ἐν Τουρκίᾳ καὶ μεταξὺ αὐτῶν τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας πρὸ τοῦ 1869, ὑπάρχουσιν Ἕλληνες, τῶν ὁποίων τὰ τέκνα ἐγεννήθησαν ἐν Τουρκίᾳ, ἀλλ’ ἀπὸ γονεῖς Ἕλληνας, ἔχοντας ὅλα τὰ προσόντα καὶ τὰ δικαιώματα τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας. Τὰ τέκνα ταῦτα αὐτῶν τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλλήνων, τὰ γεννηθέντα ἐν Τουρκίᾳ, αὐτὰ δὲν παύουν νὰ ἦναι Ἕλληνες, διότι δὲν ἤλλαξαν ἐθνικότητα, καὶ ἐξηκολούθησαν νὰ ἔχωσι τὴν ἰθαγένειαν τῶν γονέων αὑτῶν εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τὰ τέκνα αὐτῶν πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ ὅλαις δυνάμεσι νὰ ἀμφισβητῇ πᾶσαν ἀντίδρασιν τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις θέλει νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτοὺς ὡς ὑπηκόους Ὀθωμανοὺς καὶ οὐχὶ ὡς πολίτας Ἕλληνας. Σφάλμα δὲ εἶναι καὶ τῶν δημάρχων τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι πολλάκις, ἐνῷ γινώσκουσι καλῶς, ὅτι οἱ γονεῖς πολλῶν τέκνων γεννηθέντων ἐν Τουρκίᾳ ἦσαν καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἦναι πολῖται Ἕλληνες, οὐδέποτε μεταβαλόντες ὑπηκοότητα, ἀρνοῦνται (οἱ δήμαρχοι τῆς Ἑλλάδος) νὰ δώσωσι πιστοποιητικὰ εἰς τὰ τέκνα αὐτὰ, ὅτι οἱ γονεῖς των εἶναι Ἕλληνες ἰθαγενεῖς, ὄντες μάλιστα ἐγγεγραμμένοι καὶ εἰς πολλοὺς τῶν δήμων τῆς Ἑλλάδος. Λοιπὸν κατὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ προσοχὴν, τὸ μὲν νὰ διεκδικῇ καὶ ὑποστηρίζῃ ἀπέναντι τῆς Τουρκίας τὴν ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα διὰ τοὺς γεννηθέντας ἐν Τουρκίᾳ πρὸ τοῦ 1869, τὸ δὲ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν δημάρχων καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ διατάξῃ αὐτοὺς, ὅτι εἰς τὰ τέκνα Ἑλλήνων, τὰ γεννηθέντα ἐν Τουρκίᾳ ἀπὸ γονεῖς Ἕλληνας ἰθαγενεῖς, ἔχοντας ὅλα τὰ προσόντα τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας κατὰ τοὺς ἑλληνικοὺς νόμους, ὅτι εἰς αὐτὰ πρέπει νὰ παρέχωνται αἱ νόμιμοι ἀποδείξεις, διὰ νὰ ἀποδεικνύωσι τὴν ὑπηκοότητα αὐτῶν καὶ νὰ μὴ ἀποῤῥοφῶνται ἀπὸ τὴν τουρκικὴν αὐθαιρεσίαν καὶ γίνωνται ὑπήκοοι Ὀθωμανοί. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§428ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῶν ἐν τῷ τελωνειακῷ δασμολογίῳ.
§429ΤΟΜΑΝ. Ἐνθαῤῥυνθέντες οἱ κάτοικοι κέντρων βιομηχανικῶν καὶ ἐμπορικῶν ἐκ τῶν σωστικῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐμπορίας καὶ τῆς βιομηχανίας, ἡ ἐνίσχυσις ἡ πραγματικὴ τῶν ὁποίων ἐνδεικνύεται ἐκ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοθετημάτων σκοπούντων τοῦτο, ὑπέβαλον καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διαφόρους ἀναφορὰς, δι’ ὧν ζητοῦσιν εἴτε τροποποιήσεις δασμολογικὰς, εἴτε μέτρα τείνοντα εἰς ἐνίσχυσιν τῶν διαφόρων βιομηχανιῶν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι ἴσως δυνατὸν, ἕνεκα ἐλλείψεως χρόνου, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπαρκέσῃ, ὅπως ἱκανοποιήσῃ τὰς κατ’ ἐμὲ, καὶ ἐλπίζω καὶ κατ’ αὐτήν, δικαίας ἀξιώσεις τῆς βιομηχανίας καὶ τῶν ἐμπορικῶν κέντρων, ἐνόμισα ὅτι τοῦτο δύναται νὰ κατορθωθῇ, ἐὰν ὡς τροπολογίας τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν συνοψίσω τὰς ἀξιώσεις τὰς διαφόρους τούτων, ὑποβάλω δὲ ταύτας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀποδεχόμενος κατ’ ἀρχὴν τὰ ὀρθὰ τῶν νομοθετημάτων, διότι διὰ τούτων σκοπεῖται ἐλάφρυνσις βάρους πτωχῶν τάξεων, μετριασμὸς τέλους πρὸς ἐνίσχυσιν βιομηχανιῶν τινων, νομίζω ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ στέρξῃ νὰ παραδεχθῇ ὡς τροπολογίας τὰς ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβαλλομένας ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, θέλει ἱκανοποιήσει ἐν μέρει καὶ τὰς δικαίας ἀξιώσεις ἐμπορικῶν τινων κέντρων καὶ βιομηχάνων τινῶν. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον δύναται ὑπηρεσιακῶς νὰ συνδεθῇ ἡ τροπολογία μου μὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καίτοι φρονῶ, ὅτι, προκειμένου περὶ τροπολογιῶν ἀναγομένων εἰς τὸ δασμολόγιον, ταυτίζονται αἱ τροπολογίαι μου μὲ τὴν ὅλην διαῤῥύθμισιν τοῦ νομοσχεδίου. Αὗται ἀφορῶσιν ἰδίως εἰς ἐνίσχυσιν τῆς βιομηχανίας τῆς βυρσοδεψικῆς, ἐνίσχυσιν τῆς λεπτουργίας καὶ ἐνίσχυσιν τῆς φλανελλοποιΐας. Εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τούτων δὲν νομίζω κατάλληλον τὴν ὥραν νὰ εἰσέλθω. Ὑποβάλλω τὰς τροποποιήσεις μου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν νομίσῃ ὅτι δὲν δύνανται νὰ προσαρμοσθῶσιν αἱ τροπολογίαι εἰς τὸ παρὸν νομοσχέδιον, νὰ λάβῃ μέτρον ἐν καιρῷ καταλλήλῳ, ὁπόταν οὗτος ἐγκρίνῃ, ὅπως προστατευθῶσιν αἱ πραγματικαὶ ἀνάγκαι τῆς χρῃζούσης προστασίας βιομηχανίας.
§430ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Στηρίζεσθε εἰς ἀτέλειαν τῶν εἰδῶν αὐτῶν;
§431ΤΟΜΑΝ. Οὐχὶ μόνον εἰς ἀτέλειαν, διότι δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ κατάλληλος καιρὸς νὰ σκέπτηταί τις περὶ ἀτελείας.
§432ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Σύρου ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 182). (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§433ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1895. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§434ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῶν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐπὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ ὀφειλομένου τιμήματος γαιῶν καὶ φυτειῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4, ὡς ἔχουσι).
§435Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ καὶ ἄρθρον 5, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταχωρήσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ πρόσθετον ἄρθρον 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§436ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Ἀστεροσκοπείου Ἀθηνῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς ἔχουσι).
§437ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3.
§438ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Οἱ βοηθοὶ εἶναι διδάκτορες τοῦ μαθηματικοῦ ἢ τοῦ φυσικοῦ τμήματος τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ ἢ ἄλλου ἰσοτίμου Πανεπιστημίου, καὶ δύνανται νὰ προάγωνται εἰς τὸν βαθμὸν καὶ μισθὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως δευτέρας μὲν τάξεως μετὰ διετῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Ἀστεροσκοπείῳ, πρώτης δὲ μετὰ τριετῆ. Οἱ δὲ δόκιμοι εἶναι ἀπόφοιτοι τοῦ Γυμνασίου καὶ δύνανται νὰ λαμβάνωσι μισθὸν δραχ. 70 μετὰ τρίμηνον εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν. Τὸ ἐπιμίσθιον τῶν εἰδικῶν ἐπιστημόνων, ὡς καὶ ὁ μισθὸς τῶν τοῦ ἀνωτάτου βαθμοῦ βοηθῶν καὶ τῶν δοκίμων δύναται νὰ αὐξηθῇ κατὰ δραχμὰς 50 μέχρις 100 ἀνὰ τριετῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν.»
§439Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀντὶ «οἱ βοηθοὶ εἶναι διδάκτορες» νὰ τεθῇ «βοηθοὶ διορίζονται διδάκτορες».
§440Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· διότι οὕτω πάντες οἱ διδάκτορες διορίζονται βοηθοί.
§441Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βοηθοὶ τοῦ Ἀστεροσκοπείου δηλαδή.
§442Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀρθότερον εἶναι νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Βοηθοὶ τοῦ Ἀστεροσκοπείου δύνανται νὰ διορισθῶσι διδάκτορες τοῦ μαθηματικοῦ ἢ τοῦ φυσικοῦ τμήματος κλπ.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§443ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνακλήσεως τῶν πρὸς συνομολόγησιν δανείων κεχορηγημένων ἀδειῶν καὶ περὶ καταργήσεως τῶν περὶ τούτων νομοθετικῶν διατάξεων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, τὰ νομοσχέδια «περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1894 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου» καὶ «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχ. 1050 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1894»).
§444ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσαγομένων ἐπὶ προσωρινῇ ἀτελείᾳ τεντζιπίων καὶ μουλίων πρὸς κατασκευὴν καλεμκεριῶν καὶ ἐξαγωγὴν ἢ ἀποταμίευσιν αὐτῶν ὑπὸ διαμετακόμισιν.
§445ΤΟΜΑΝ. Μεταξὺ τῶν αἰτήσεων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν, ὑπεβλήθη τοιαύτη καὶ διὰ τὴν προσωρινὴν ἀτέλειαν ὡς πρὸς τὰ ἁπαλᾶ νήματα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν ὅπως μετατραπῶσιν εἰς ἐστρημμένα καὶ ἐξαχθῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τοῦτο ζητοῦσι δύο τῶν καταστημάτων τῆς Σύρου. Ἐπίσης ζητοῦσι τὴν ἀτέλειαν καὶ διὰ τὸν μόλυβδον, τὸν μεταποιούμενον εἰς σφαιρίδια, μεγάλη δὲ βιομηχανία πρό τινος ἤρχισε νὰ γίνηται, καὶ ὑπάρχει ἐλπὶς ἐξαγωγῆς καὶ διὰ τὴν Ἀνατολήν.
§446Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τὰ ἁπαλᾶ νήματα μοὶ ἐδόθη αἴτησις καὶ δείγματα, ἅτινα καὶ ἀπέστειλα εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἐζήτησα τὴν γνώμην αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν περιμένω. Περὶ τοῦ μολύβδου δὲν μοὶ ὡμίλησαν ἐν Σύρῳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τῶν τελωνειακῶν νόμων).
§447ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1895.
§448ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§449ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωρινῆς ἀτελείας νημάτων λελευκασμένων, κεχρωματισμένων, ἀστρήπτων ἢ ἐστρημμένων, χρησίμων πρὸς πλέξιμον συνήθων φλανελλῶν, περιποδίων κτλ.
§450ΤΟΜΑΝ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου παρατηρῶ, ὅτι κατὰ τοῦτο τροποποιεῖ τὸ προηγούμενον, ὅτι ὁρίζει τὴν ἐγγύησιν χρηματικήν. Καὶ ἀναγνωρίζω τὸν λόγον, δι’ ὃν ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τοῦτο· ὁ λόγος δὲ εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἠνάγκασεν ἀναιτίως προηγουμένην Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν ἑτέρου νομοθετήματος εὐεργετικοῦ. Ἀλλὰ δύναται τὸ Κράτος ν’ ἀσφαλισθῇ ἐπαρκέστερον· ἡ μὴ ἀξίωσις τοῦ νὰ καταβάλληται χρηματικὴ ἐγγύησις εἶναι ἡ μεγαλειτέρα διευκόλυνσις, διδομένη χάριν τῆς προστασίας τῶν βιομηχάνων. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν τοῦ νομοθετήματος περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου, εὐφυῶς καὶ πρακτικῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξῆρεν ὡς πλεονέκτημα τὴν εὐκολίαν, ἣν ἔχουσιν οἱ ἔμποροι, νὰ μὴ καταβάλλωσι χρήματα. Εἶναι, εἶπεν, οἰκονομία, ἣν πᾶς ἔμπορος ἐπιδιώκει, διότι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος δι’ ἀξίαν μικρὰν ἢ μεγάλην νὰ ἔχῃ πρόχειρον τὸ χρῆμα· τοιαῦται εὐκολίαι δίδονται πάντοτε πρὸς προστασίαν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ παράσχωμεν αὐτοῖς τὴν εὐκολίαν τοῦ νὰ μὴ ἦναι ὑπόχρεοι νὰ καταβάλλωσι τὸ χρῆμα διὰ τέλος, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἦναι καὶ ὑπόχρεοι νὰ πληρώσωσι.
§451Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου εἶναι ὀρθή. Εἰς ὅσον ὀλιγωτέρας ὑποχρεώσεις ὑποβάλλεται ὁ βιομήχανος, τοσοῦτον ἐνισχύεται ἡ ἐργασία του· ἀλλ’ ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου παρεχομένη εὐκολία εἶναι μεγάλη. Ἐὰν δὲν γείνῃ δεκτὴ, ὑπάρχει κίνδυνος, μὴ τυχὸν οἱ κακοὶ βιομήχανοι ἀποπειραθῶσι νὰ καταδολιευθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ ἐμπόρου, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἴχομεν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ συμβουλεύσητε τοὺς συμπολίτας σας νὰ μὴ βαρυθυμήσωσι διὰ τὸ βάρος.
§452ΤΟΜΑΝ. Ἐγὼ συνέστησα μέτρον ἀσφαλιστικόν. Αὐτοὶ δὲν ἔχουν συμφέρον νὰ προκαλέσουν τὴν κατάργησιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ πρὶν δὲν ἐπλήρονον τέλη, ἐπεθύμουν καὶ νῦν δι’ ἐγγυήσεως ἀξιοχρέου, ἢ διὰ χρεωγράφων, νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ Δημόσιον. Ἡ ἐξεύρεσις παρὰ τοῦ ἐμπόρου χρημάτων εἶναι δυσχερής. Ἐπικαλοῦμαι πρὸς τοῦτο καὶ τὴν συνδρομὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις γινώσκει νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν πραγματικὴν ὠφέλειαν. Ἐπὶ τούτῳ ὑποβάλλω τροπολογίαν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§453ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 183). (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: Περὶ πληρώσεως τῆς θέσεως τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ ἀρχιμουσικοῦ. Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου ᾼΦΛΘʹ τῆς 27 Μαΐου 1887 περὶ φυλάξεως καὶ συντηρήσεως τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν δι’ ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς.
§454ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν καθηγητῶν καὶ ἑλληνοδιδασκάλων. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§455Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐν τῷ γʹ ἐδαφίῳ, μετὰ τὴν λέξιν «Προλύται», νὰ προστεθῇ «ἢ τελειοδίδακτοι». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης).
§456ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§457Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἀντὶ τῶν λέξεων «ἀξιωθῶσι διδακτορικοῦ πτυχίου διὰ νέας ἐξετάσεως ἐνώπιον τῶν καθηγητῶν τῆς οἰκείας Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου» νὰ τεθῇ: «ὑποστάντες πρακτικὴν δοκιμασίαν ἐνώπιον τριμελοῦς ἐπιτροπείας ἐκ καθηγητῶν τοῦ φιλολογικοῦ τμήματος τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, κριθῶσιν ἱκανοί».
§458ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§459Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἐν τέλει τῆς αʹ παραγράφου, ἀντὶ τῶν λέξεων «ὑπὸ τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς κατ’ ἐνιαυτὸν ἐκλεγομένων», νὰ τεθῇ μόνον «τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς». Ἡ δὲ βʹ παράγραφος νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Τὰ κατὰ τὰς ἐπιτροπείας, τὰς διὰ τῶν δύο ἀνωτέρω ἄρθρων καθισταμένας, καὶ τὰ ἐξεταστέα μαθήματα κανονισθήσονται διὰ βασιλικοῦ διατάγματος».
§460ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§461Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ ἄρθρον τοῦτο ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ ἑπομένου (ἀναγινώσκει): «Οἱ πρὸ τοῦ παρόντος νόμου ἀποκτήσαντες τὸν βαθμὸν καθηγητοῦ ἢ γυμνασιάρχου ἢ σχολάρχου προλύται ἢ τελειοδίδακτοι τῆς Φιλοσοφικῆς ἢ Θεολογικῆς Σχολῆς δικαιοῦνται νὰ ἔχωσι καὶ εἰς τὸ μέλλον τὸν βαθμὸν τοῦτον. «Ὡσαύτως οἱ ἐν ταῖς στρατιωτικαῖς Σχολαῖς καὶ τῇ Πολυτεχνικῇ ὑπηρετήσαντες διδάκτορες τῆς Φιλοσοφίας θεωροῦνται κεκτημένοι τὸν βαθμὸν τοῦ καθηγητοῦ καὶ εἰς τὸ μέλλον, Ὡσαύτως κεκτημένοι τὸν βαθμὸν τοῦ σχολάρχου θεωροῦνται εἰς τὸ μέλλον οἱ ὡς σχολάρχαι ὑπηρετήσαντες ἐπὶ τριετίαν τριτοβάθμιοι ἑλληνοδιδάσκαλοι.»
§462ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νέον ἄρθρον 4, ὡς ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5
§463Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ὡς ἄρθρον 5 παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὑπηρεσία τῶν διδακτόρων τῶν ἐν ταῖς στρατιωτικαῖς Σχολαῖς καὶ τοῖς Διδασκαλείοις ὑπηρετησάντων ὡς καθηγητῶν τῶν Ἑλληνικῶν λογίζεται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας ἐν Γυμνασίῳ». Τὸ δὲ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου νὰ γείνῃ ἄρθρον 6. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νέον ἄρθρον 5. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ὡς ἄρθρον 6 τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου).
§464ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, εἰς βʹ συζήτησιν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη, διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 184). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναλήψεως ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου τῶν ἀσφαλίστρων τῆς Σιναίας Ἀκαδημίας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§465Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω κατὰ τίνων κινδύνων ἀσφαλίζεται ἡ Ἀκαδημία, καὶ διὰ τίνα λόγον ἀσφαλίζεται μόνον ἡ Ἀκαδημία καὶ δὲν ἀσφαλίζεται καὶ τὸ Πανεπιστήμιον καὶ τὰ διάφορα κτίρια, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς παραρτήματα αὐτοῦ.
§466Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι πρόδηλος· κατὰ τοῦ πυρὸς πρέπει νὰ ἀσφαλίζωνται πάντα τὰ δημόσια κτίρια καὶ καταστήματα.
§467Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἀκαδημία δὲν περιλαμβάνει ξυλείαν παντελῶς, οὐδὲ ἕτερόν τι ὑποκείμενον εἰς πυρκαϊάν.
§468Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Περιλαμβάνει εἰκόνας, τὸ νομισματικὸν μουσεῖον καὶ διάφορα ἔπιπλα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§469ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξετάσεων ἐν τοῖς Γυμνασίοις καὶ τοῖς Ἑλληνικοῖς σχολείοις. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–3, ὡς ἔχουσι).
§470ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4.
§471ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Μαθητὴς μὴ ἀξιωθεὶς βαθμοῦ προβιβάζοντος ἐν ταῖς ἐγγράφοις γενικαῖς ἐξετάσεσιν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ, Λατινικὰ καὶ Μαθηματικὰ, δὲν προβιβάζεται ἢ ἀπολύεται, καὶ ἂν τὸ γενικὸν ἐξαγόμενον παρέχῃ βαθμὸν προβιβάζοντα. Τῆς ὑποχρεώσεως ὅμως ταύτης ἀπαλλάσσονται ὡς πρὸς τὰ Λατινικὰ οἱ ἀπολυόμενοι ἐξ ἑλληνικῶν σχολείων, ἐξετάζονται δ’ οὗτοι εἰς αὐτὰ μόνον προφορικῶς.»
§472Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Μετὰ τὴν ἐν τέλει τῆς πρώτης περιόδου λέξιν «προβιβάζοντα» παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «Ἀλλ’ οἱ τυχόντες οὕτω γενικοῦ βαθμοῦ προβιβάζοντος δύνανται νὰ μετεξετασθῶσι τὸν Σεπτέμβριον, ἀποφάσει τοῦ συλλόγου τῶν καθηγητῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§473ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Βραΐλᾳ ἑδρευούσης ἑλληνικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας «Ἐμπειρίκων» συμβάσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια «περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον» καὶ «περὶ ἐκτάκτων δαπανῶν τῶν ἐν Βερολίνῳ, Λονδίνῳ καὶ Παρισίοις Πρεσβειῶν»).
§474ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει θ’ ἀναγραφῶσι τὰ τρία σταφιδικὰ νομοσχέδια, τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Σιμοπούλου ὑποβληθέντα, μετὰ τὰ εἰς γʹ συζήτησιν νομοσχέδια. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 1 καὶ 30′ π. μ. τῆς ἐπιούσης.