1895.06.23
6,332 rows · 50,198 words · 418 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
Τῆς 23 Ἰουνίου 1895.
(Παρασκευή).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Δ. Καλλιφρονᾶ).
Ὥρα 10 καὶ 15′ π. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως δὲν εἶναι ἕτοιμα. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῶσι μετὰ μεσημβρίαν;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πεταλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§4ΠΕΤΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὴν τιμὴν, ὅπως ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν στρατιωτικῶν τινων ἱερέων, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1893 νόμου ἐῤῥίφθησαν εἰς τὰς ὁδοὺς, μετὰ δεκαπενταετῆ ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν, κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὁποίας εἶχον καταβάλει χρηματικὰ ποσὰ καὶ λόγῳ συντάξεως καὶ λόγῳ μετοχῆς εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον. Παρακαλοῦσι δὲ διὰ τῆς ἀναφορᾶς των, ὅπως ἡ Βουλὴ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτων. Δραττόμενος λοιπὸν τῆς περιστάσεως ταύτης, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ὅστις κάλλιον παντὸς ἄλλου γνωρίζει τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ εἰς στρατιωτικοὺς ἱερεῖς καὶ εἰς τὸν στρατὸν, ὁ ὁποῖος ἐστερήθη τῶν ἱερέων καὶ ἑπομένως τῆς τόσον χρησίμου θρησκευτικῆς ὑπηρεσίας, ὅπως λάβῃ μέριμναν καὶ ὑποβάλῃ σχετικὸν νομοσχέδιον πρὸς ἄρσιν τοῦ γενομένου ἀδικήματος. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ δηλῶ πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀποσύρω τὴν ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσαν πρότασιν νόμου, φέρουσαν ἀριθμὸν 33 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρέλκει.
§5ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ποδολοβίτσης, τοῦ δήμου Οἰνιάδος, τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης, ὑποβάλλουσι δι’ ἐμοῦ καὶ τοῦ συναδέλφου μου κ. Σακελλαροπούλου ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν, δι’ ἧς ἐπικαλοῦνται τὴν ἀρωγὴν καὶ παρέμβασιν αὐτῆς ἐπὶ τῆς ἑξῆς ὑποθέσεως. Ὡς εἶναι γνωστὸν, ἐκ τῶν κυριωτέρων πόρων τῶν συμπολιτῶν μου εἶναι καὶ ἡ συλλογὴ τοῦ βαλανιδοκάρπου. Τὰ βαλανιδοφόρα δάση εἰσὶ διῃρημένα εἰς πολλὰς περιφερείας, καὶ ἑκάστη κοινότης συλλέγει τὸν βαλανιδόκαρπον μιᾶς τῶν περιφερειῶν τούτων ἡσύχως καὶ ἀνενοχλήτως. Εἰς μόνην τὴν κοινότητα Ποδολοβίτσης ἐγένετο τὸ ἀδίκημα — ἄγνωστον πῶς — πρὸ πολλῶν ἐτῶν, νὰ καταπατῶνται τὰ δικαιώματά της, ὡς πρὸς τὴν συλλογὴν τοῦ βαλανιδοκάρπου τῆς περιφερείας της, ὄχι μόνον ἐκ μέρους ἄλλων κοινοτήτων τῆς ἐπαρχίας μου, ἀλλ’ ἰδίως ἐκ μέρους τῆς πέραν τοῦ Ἀχελώου ἐπαρχίας τοῦ Μεσολογγίου. Αἱ παρακείμεναι πέραν τοῦ Ἀχελώου κοινότητες τοῦ Μεσολογγίου, διερχόμεναι τὸν ποταμὸν κατὰ τὴν συλλογὴν τοῦ βαλανιδοκάρπου, παρανόμως καὶ ἄνευ οὐδενὸς δικαιώματος συλλέγουσιν αὐτὸν, ἀδικοῦντες οὕτω τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Ποδολοβίτσης. Ζητούντων δὲ τούτων νὰ τοὺς παρεμποδίσωσι καὶ νὰ προασπίσωσι τὰ δικαιώματά των, προκύπτουσιν ἑκάστοτε ἔριδες, καὶ διαταράσσεται ἡ δημοσία τάξις. Ἄλλοτε, τὸ 1891, ὁ Πρόεδρος τῆς καὶ νῦν Κυβερνήσεως εἶχεν ὑποβάλει, νομίζω, Β. Διάταγμα πρὸς διακανόνισιν τοῦ ζητήματος καὶ πρὸς ἀπονομὴν δικαιοσύνης εἰς τὴν κοινότητα Ποδολοβίτσης. Ἀλλ’ ἀγνοῶ πῶς τὸ διάταγμα ἐκεῖνο δὲν ἐξετελέσθη. Κατόπιν, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, ἀκολουθῶν τὴν πολιτικήν του, εἶχον ποιήσει αὐτῷ ἐπανειλημμένας παραστάσεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης, χαριζόμενος πρὸς τοὺς εὐγνώμονας τούτους συμπολίτας του, συνετέλεσε νὰ ἐπιτραπῇ αὐτοῖς νὰ ἐξακολουθῶσι συλλέγοντες βαλανιδόκαρπον εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς κοινότητος Ποδολοβίτσης. Κατὰ τοῦ ἀδικήματος τούτου παραπονεῖται ἤδη ἡ κοινότης αὕτη διὰ τῆς ἐν λόγῳ ἀναφορᾶς της. Ὅπως δὲ προληφθῶσιν ἐνδεχόμεναι συγκρούσεις, καὶ ἵνα συνάμα ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τὴν κοινότητα Ποδολοβίτσης, παρακαλῶ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, ἵνα μετὰ θερμῆς συστάσεως διαβιβάσητε τὴν ἀναφορὰν ταύτην πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ὁ συνάδελφός μου κ. Σακελλαρόπουλος, τυγχάνων φίλος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ συνηγορήσῃ καὶ οὗτος παρ’ αὐτῷ ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῆς κοινότητος Ποδολοβίτσης.
§6ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ συλλογὴ τοῦ βαλανιδοκάρπου ἐκ μέρους τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου, ἐκ τῶν παρὰ τὴν ὄχθην τοῦ ποταμοῦ Ἀχελώου, δὲν εἶναι αὐθαίρετος, ἀλλὰ στηρίζεται ἐπὶ μακρᾶς καὶ ἀνενοχλήτου ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου, δηλονότι ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων. Σήμερον πραγματικῶς ἡ διεύθυνσις τοῦ ποταμοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ μένωσιν ἐντεῦθεν τοῦ ποταμοῦ Ἀχελώου ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου ἐκτάσεις κεκαλυμμέναι μὲ βαλανιδόδενδρα, ἀλλὰ δὲν ἦτο αὐτὴ ἀνέκαθεν τοῦ ποταμοῦ ἡ διεύθυνσις. Πρὸ χρόνων ἦτο ἄλλη, ὡς φαίνεται ἐξ ἁπλῆς ἐξετάσεως τοῦ ἐδάφους. Εἶχον λοιπὸν τότε οἱ κάτοικοι τοῦ πρὸς τὸν Ἀχελῶον μέρους τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου, ὡς καὶ οἱ τῆς Ἀκαρνανίας, τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς συλλογῆς τοῦ βαλανιδοκάρπου, δὲν τὸ ἀπώλεσαν δὲ μετὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ ῥοῦ τοῦ Ἀχελώου, οὔτε ἔπαυσαν ἀναγνωρίζοντες αὐτὸ οἱ ἐκεῖθεν τῆς νέας ὄχθης κάτοικοι μετὰ τὴν μεταβολὴν τῆς διευθύνσεως τοῦ ποταμοῦ, καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ἐξήσκουν ἀνενοχλήτως καὶ μετὰ τὴν μεταβολὴν ἐπὶ μακρὰ ἔτη. Τοῦτο ἐβεβαίωσαν μαρτυρίαι ἐπιτοπίως διεξαχθεῖσαι ἄλλοτε. Λοιπὸν τὸ δικαίωμά των τοῦτο δὲν εἶναι αὐθαίρετον, ἀλλὰ στηρίζεται ἐπὶ μακρᾶς νομῆς καὶ ἐπὶ ἀναμφισβητήτων παραδόσεων, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, ἐπειδὴ σήμερον ἐπλήθυναν οἱ ἐν Ἀκαρνανίᾳ Καραγκούνιδες καὶ εὑρίσκουν συμφέρον, νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπὸ τὰς ὀλίγας κοινότητας τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι, παρὰ δύο χωρία, κείμενα πλησίον τοῦ ποταμοῦ Ἀχελώου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄσκησιν τὴν δικαίαν καὶ ἴσην τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τοῦ συλλέγειν τὸν καρπὸν τῶν βαλανιδοδένδρων, νομίζω ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἄλλοτε ἐκ πολιτικῶν λόγων ὑπέπεσαν εἰς λάθη, διότι ἀνεγνώρισαν εἰς τὰς κοινότητας τῶν Καραγκούνιδων, αἱ ὁποῖαι κατοικοῦν τοὺς βαλανιδοφόρους τόπους τῆς Ἀκαρνανίας, πολὺ μεγαλείτερα δικαιώματα, παρ’ ὅσα εἶχον καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχουν, στερήσασαι τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων τοὺς ἐντοπίους, καὶ διεγείρασαι μεταξὺ αὐτῶν ἕνεκα τούτου διάστασιν καὶ πάθη, ἐξ ὧν ἐπῆλθον καὶ ἐπέρχονται συχνάκις αἱματηραὶ συγκρούσεις μεταξὺ αὐτῶν. Τὸ ζήτημα λοιπὸν ἔχει, ἕνεκα τῶν ἀδίκων μέτρων τῆς Διοικήσεως, γενικωτέραν σημασίαν, δὲν ἀφορᾷ δὲ μόνον τοὺς κατοίκους τῶν δύο χωρίων τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου. Ἐὰν ἤθελε γείνῃ διανομὴ τοῦ δικαιώματος τῆς συλλογῆς τῶν βαλανιδίων δικαιοτέρα, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ οἱ κάτοικοι τῆς Ποδολοβίτσης, οἱ ἀναφερόμενοι πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἄλλοι ἀκόμη κάτοικοι τῆς Ἀκαρνανίας νὰ ἱκανοποιῶνται, χωρὶς νὰ ἀδικῶνται καὶ οἱ Καραγκούνιδες, οἵτινες τελευταῖοι ἦλθον καὶ κατῴκησαν ἐν Ἀκαρνανίᾳ καὶ οἵτινες δὲν εἶναι πλέον ἁπλοῖ ποιμένες, μὴ ἔχοντες γαίας, ἀλλὰ γεωργοὶ, ὡς οἱ ἄλλοι Ἀκαρνᾶνες, καὶ δύνανται νὰ ζῶσι διὰ τῆς γεωργίας, χωρὶς ν’ ἀπαιτῶσι ν’ ἀφίνωνται αὐτοῖς τὰ βαλανίδια ὡς μόνη πρόσοδος πρὸς συντήρησίν των.
§7ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀφ’ ὅτου οἱ Καραγκούνιδες συνοικισθέντες ἔπαυσαν τοῦ νὰ ἦναι σκηνῖται, ἀπολαμβάνουσι καὶ οὗτοι δικαιωμάτων, καὶ δύνανται μόνοι των νὰ κανονίσωσι τὰς σχέσεις των μετὰ τῶν συνεπαρχιωτῶν των καὶ κατοίκων τῶν χωρίων. Τὰ δικαιώματα ὅμως τῶν πέραν τοῦ Ἀχελώου κοινοτήτων τοῦ Μεσολογγίου ἐπὶ τοῦ βαλανιδοκάρπου Ἀκαρνανίας ἐπὶ οὐδεμιᾶς ἀπολύτως στηρίζονται βάσεως. Ἐὰν δὲ συνέλεγον αὗται κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη βαλανιδόκαρπον, διερχόμενοι τὸν Ἀχελῷον, τοῦτο ἐγίγνετο λάθρα καὶ κατὰ παράκλησιν. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν διαταχθῇ ἐπιτροπὴ καὶ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο εὐσυνειδήτως καὶ μὴ χαριζομένη, ὡς ἄλλοτε, εἰς τοὺς ἐν Μεσολογγίῳ, θὰ ἀποδώσῃ αὕτη ἑκάστῳ τὸ ἑαυτοῦ.
§8Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴς τινα πρωϊνὴν ἐφημερίδα ἀνέγνωσα ψήφισμα τοῦ Ἐμποροβιομηχανικοῦ Συλλόγου Τριπόλεως, ὅστις (ἀναγινώσκει) «ἐκφράζει τὴν ἄῤῥητον αὐτοῦ λύπην καὶ διὰ τὴν ἀνοίκειον συμπεριφορὰν, ἣν κατὰ τοῦ σωματείου ἐτήρησε, καὶ δὴ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὁ τῆς ἐπαρχίας μας βουλευτὴς κ. Μπακόπουλος, καὶ δι’ ὅσας ἀναληθείας ἐν αὐτῇ ἐξέφρασεν.» Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦτο μὲ ἐξέπληξεν, ὅπως βεβαίως θὰ ἐκπλήξῃ πάντας τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι παρέστησαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ἐγένετο λόγος καὶ μικρὰ συζήτησις περὶ τοῦ Ἐμποροβιομηχανικοῦ Συλλόγου Τριπόλεως. Ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ἐνθυμεῖται, ὅτι ὁ συνάδελφος ἡμῶν κ. Μπακόπουλος ὡμίλησε καὶ περὶ τῶν μελῶν τοῦ συλλόγου τούτου, καὶ ἰδίως περὶ τῶν ἀποτελούντων τὸ προεδρεῖον αὐτοῦ, μετὰ πάσης κοσμιότητος, ἁβρότητος καὶ εὐπρεπείας· διὰ τοῦτο ἠσθάνθην ἀπορίαν καὶ ἔκπληξιν, ὅτι οἱ ἐν Τριπόλει προέβησαν εἰς ψήφισμα τοιοῦτον, ἀποδοκιμάζον τὸν κ. Μπακόπουλον. Νομίζω ὅτι ἡ ἀποδοκιμασία, εἰς τὴν ὁποίαν προέβησαν, εἶναι ἐντελῶς ἄδικος, καὶ νομίζω ἀκόμη, ὅτι ἀπευθύνεται καὶ μομφή τις ἄδικος καὶ ἄτοπος καὶ ἐναντίον τῶν ἄλλων ἀντιπροσώπων Τριπόλεως καὶ ἐκείνων ἰδιαιτέρως, οἵτινες πρὸς τὴν Τρίπολιν ἢ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Μαντινείας συνδέονται μετὰ στενωτάτων δεσμῶν, καὶ οἵτινες πάντες δὲν ἠδύναντο νὰ ἀνεχθῶσιν ἄνευ διαμαρτυρίας ὕβρεις, ὅσας λέγει τὸ ψήφισμα, καὶ τὰς ὁποίας δῆθεν ἐξέφερε κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ὁ συνάδελφος ἡμῶν κ. Μπακόπουλος. Ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου ταύτην, μὲ τὸν σκοπὸν βεβαίως, ὅπως οἱ ἐν Τριπόλει καὶ οἱ ἐν Μαντινείᾳ πληροφορηθῶσι τὰ ἀληθῶς διατρέξαντα ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ λαμβάνοντες ὑπὸ σημείωσιν τὴν δήλωσιν ταύτην, μὴ παρεξηγῶσι τὰ γενόμενα, καὶ λόγους ἁβρότητος καὶ εὐπρεπείας μεταβάλλωσι παραδόξως εἰς ὕβρεις καὶ συκοφαντίας.
§9Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος, ὄχι διὰ τὸν κ. Μπακόπουλον, ἀλλὰ δι’ ὅλους τοὺς Βουλευτάς, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀρύεται τὰς πληροφορίας του ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας. Τὸ ζήτημα θεωρῶ δημοσίας τάξεως, διότι ἀνατρέπει τὰς βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἢ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅπως ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, ἢ νὰ ἐκλείψῃ. Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι δὲν ἔχομεν πρακτικὰ τῆς Βουλῆς; Τὴν βουλευτικὴν ἐντολὴν διαχειρίζεται ὁ τύπος· ὁ τύπος προσφέρει, εἶναι ἀληθές, μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον, —δὲν τὸ ἀρνοῦμαι, οὔτε εἶμαι ἐγὼ κατάλληλος, ἵνα ἀρνηθῶ τοῦτο, ἐγὼ αὐτὸς δημοσιογραφήσας ἄλλοτε,—ἀλλ’ ὁ τύπος εἶναι ἀνεπαρκής. Εἶναι ἀνεπαρκὴς, ἕνεκα τοῦ καταστήματος τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀνεπαρκής, ἕνεκα τῶν ὀλίγων μέσων, τὰ ὁποῖα διαθέτει, εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ ἕνεκα τῆς κομματικῆς ἐντάσεως, εἰς ἣν διατελεῖ ἡ Πολιτεία. Ἕνεκα πολλῶν λόγων ὁ τύπος εἶναι ἀνεπαρκὴς νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον, ὅπως διαβιβάζῃ εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ἀκριβῶς τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Πρέπει νὰ ληφθῇ μέτρον, καὶ μέτρον κατεπεῖγον, κύριοι συνάδελφοι· καὶ βοηθήσατε ὅλοι εἰς τοῦτο. Ἢ πρέπει νὰ συντάσσηται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς καὶ νὰ δίδεται εἰς τὰς ἐφημερίδας πρὸς δημοσίευσιν περίληψις ἐπίσημος, ἢ νὰ δημοσιεύωνται τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, ἤ, τούτου μὴ δυνατοῦ ὄντος, νὰ γείνῃ νόμος, ἀπαγορεύων τὴν δημοσίευσιν τῶν λεγομένων καὶ γιγνομένων ἐνταῦθα, διότι, ὡς ἔχουσι τὰ καθ’ ἡμᾶς, εἴτε ἀπὸ ἀγαθοῦ τοῦ συνειδότος γράφονται ἄλλα ἀντ’ ἄλλων μέχρι τοῦ γελοίου, εἴτε ἐκ διαστροφῆς καὶ κομματικῆς ἐμπαθείας καὶ ἐκδικήσεως διαχειρίζονται τὴν βουλευτικὴν ἐντολὴν νεανίσκοι τινὲς, μὴ δυνάμενοι νὰ ἀνυψωθῶσιν οὔτε εἰς τὸ ὕψος τοῦ τύπου, οὔτε εἰς τὸ ὕψος τῆς βουλευτικῆς ἐντολῆς. Ἔχω παραδείγματα ἁπτά, ψηλαφητά, εὐγλωτότατα, εὐγλωττότερα τῶν μειδιαμάτων τινῶν, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν σπουδαιότητα τῶν παρατηρήσεών μου. Ὡς ἀνέφερα καὶ εἰς ἄλλην τινὰ συνεδρίασιν, ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τοῦ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ· τὴν ἐπιοῦσαν, ἐν καλῇ τῇ πίστει βεβαίως, ὅλαι αἱ Ἀθηναϊκαὶ ἐφημερίδες ἔγραφον, ὅτι προέτεινον τὴν κατάργησιν τοῦ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ. Εἰς ἄλλην τινὰ συνεδρίασιν ὑπέβαλον παρατηρήσεις ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου· αἱ παρατηρήσεις αὗται ἀνεγράφοντο ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ὅτι ἐγένοντο εἰς ἄλλο νομοσχέδιον. Φαντασθῆτε τὸν τραγέλαφον! Χθὲς ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἀξιότιμος συνάδελφος ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν περί τινος Ρήγα Μουτοπούλου, καταδικασθέντος ἐν Ζανζιβάρῃ· ἐφημερίς τις, χωρὶς νὰ ἔχῃ βεβαίως συμφέρον νὰ διαστρέψῃ τὰ λεχθέντα ἐνταῦθα, ἔγραφεν ὅτι εἷς Εὐστάθιος Ζανζιβάρης (γέλωτες) κατεδικάσθη, δὲν ἠξεύρω ποῦ.
§10ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχει δίκαιον.
§11Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο λέγω, ὅτι εἶναι διάφορα τὰ αἴτια τῆς κακῆς ἐκθέσεως τῶν γεγονότων· τὰ ἀπεχθέστερα ὅλων εἶναι τὰ ἐκ κομματικῆς ἐμπαθείας καὶ ἐκδικήσεως. Ἢ πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἢ πρέπει διὰ νόμου ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ δημοσίευσις τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς. Δύνανται αἱ ἐφημερίδες νὰ γράφωσιν εἰς τόπον εἰδήσεων ὅ,τι θέλωσι, καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἂς τὸ ἀνασκευάζωσιν, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν τύπον περιλήψεων τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς νὰ ἀπαγορευθῇ, χάριν γενικοῦ συμφέροντος, ἔστω καὶ διὰ νόμου. Ἢ φροντίσατε νὰ δημοσιεύηται ἐπίσημος περίληψις τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ἢ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, ἤ, ἐπαναλαμβάνω, ἀπαγορεύσατε διὰ νόμου τὴν δημοσίευσιν τοιούτων περιλήψεων.
§12ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν ἀνεγράφετο ἔν τινι ἐφημερίδι ὅ,τι ὁ κ. Μπακόπουλος πραγματικῶς εἶπε, βεβαίως δὲν θὰ ἐγίνετο τὸ λυπηρὸν αὐτὸ ψήφισμα...
§13ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδόλως λυπηρόν.
§14ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λυπηρὸν δι’ αὐτούς... Δὲν θὰ εὕρισκον, κύριε Πρόεδρε, οἱ πολιτικοὶ ἀντίπαλοι τοῦ κ. Μπακοπούλου ἔδαφος ἐν Τριπόλει, διὰ νὰ προκαλέσωσι ψήφισμα τοιοῦτον, καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος ὁ ὁποῖος διὰ παμψηφίας σχεδὸν ἐξελέγη Βουλευτὴς, θὰ ἦτο, ὡς καὶ πρότερον, σεβαστὸς εἰς τὸ Σωματεῖον ἐκεῖνο. Ἀλλ’ ἐτέθησαν εἰς τὸ στόμα τοῦ κ. Μπακοπούλου λέξεις, τὰς ὁποίας οὐδέποτε εἶπεν, οὔτε διενοήθη· ἀπ’ ἐναντίας ὁ κ. Μπακόπουλος τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ Προεδρεῖον τοῦ Συλλόγου ἐκείνου, τὰ ἔχει περὶ πολλοῦ, τὰ σέβεται τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, καὶ ἐγὼ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ διαβεβαιώσω τοῦτο. Ἀλλὰ, κ. Πρόεδρε, τόσον ἐκαυτηριάσθησαν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα ἐκ τῶν ψευδῶν ἐκείνων δημοσιευμάτων, ὥστε μολονότι ὁ κ. Μπακόπουλος ἠναγκάσθη διὰ τῆς «Πρωΐας» νὰ διαψεύσῃ τὰ δημοσιεύματα ἐκεῖνα, οὐχ ἧττον ὁ Σύλλογος προέβη εἰς τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον προέβη. Συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα κ. συνάδελφον, καὶ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἵνα ληφθῇ μέτρον τι, ὅπως τοῦ λοιποῦ δημοσιεύωνται ἀκριβῶς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγουν οἱ κύριοι Βουλευταί, καὶ οὐχὶ ὅ,τι δὲν εἶπον.
§15ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι καὶ ἐγὼ μεταξὺ τῶν μειδιασάντων καὶ κακισθέντων παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Βόλου...
§16Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐνόουν σᾶς.
§17ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπέ τι πρὸς ὑμᾶς, διότι ἡ εὐπρέπεια ὑμῶν ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι παραδειγματική, κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην τοὐλάχιστον, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶμαι Βουλευτὴς.
§18ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ὅμως ὁμολογῶ, ὅτι ἐμειδίασα· πλὴν ἐμειδίασα οὐχὶ διὰ τὰ δίκαια παράπονα, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἤγειραν ὡς πρὸς τὴν ἀκρίβειαν τῶν δημοσιευομένων πρακτικῶν, ἀλλὰ δι’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, κατ’ ἀρχὰς μὲν κοπτόμενος ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, μετὰ ταῦτα δὲ ἰσχυριζόμενος ὅτι πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς τοὺς δημοσιογράφους ἡ σύνταξις καὶ δημοσίευσις πρακτικῶν τῆς Βουλῆς εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς συμβιβάζει τοῦτο μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ τὰς ἐλευθερίας, ὑπὲρ τῶν ὁποίων κόπτεται ὁ κ. Βουλευτὴς Βόλου.
§19Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νὰ μὴ πλαστογραφῶσι τὰ πρακτικά.
§20ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ κύριοι δημοσιογράφοι, δι’ ἕνα ἢ δι’ ἄλλον λόγον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιλαμβάνωνται πάντοτε ἀκριβῶς τῶν λεγομένων ἐνταῦθα. Παραδέχομαι ὅτι μεταξὺ αὐτῶν πιθανὸν νὰ ὑπάρχωσι καί τινες κακόβουλοι, οἵτινες θέτουσιν ἄλλ’ ἀντ’ ἄλλων εἰς τὸ στόμα τῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἓν κακὸν ἀναπόφευκτον· ἐν ὅσῳ τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει τὰς δημοσίας συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἐν ὅσῳ ἐπιβάλλει νὰ προσέρχωνται ἐνταῦθα πολῖται καὶ νὰ ἀκροῶνται ὑμῶν, μεταξὺ αὐτῶν θὰ προσέρχωνται καὶ δημοσιογράφοι, καὶ οὗτοι ἔχουσιν ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον, νὰ δημοσιεύωσι πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἡ μόνη ὀρθὴ πρότασις, ἡ ὑποβληθεῖσα ἐν τῇ Βουλῇ, ἦτο νὰ δημοσιεύηται καθ’ ἑκάστην ἐφημερὶς τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν· ἀλλὰ τοῦτο ἀπεδείχθη πάντοτε ἀδύνατον.
§21ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην οὕτω γίνεται.
§22ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ἀπεδείχθη ἀδύνατον, διὰ πολλοὺς καὶ ποικίλους λόγους, τοὺς ὁποίους πάντες γινώσκομεν. Ἐν ὅσῳ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ ἐπανέρχηται τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν ἐννοῶ διατὶ κακίζομεν τοὺς δημοσιογράφους, οἵτινες, μὴ ἀντιλαμβανόμενοι καλῶς τῶν ἐν τῇ Βουλῇ λεγομένων, δημοσιεύωσι κἄπως παραμεμορφωμένα τὰ πρακτικά. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν μίαν πρακτικὴν πρότασιν, πρότασιν ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκτελεσθῇ, τότε βεβαίως καὶ ἐγὼ θὰ παρεδεχόμην καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἐψήφιζεν αὐτὴν.
§23Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μολονότι δὲν ἀπετεινόμην πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λοκρίδος συνάδελφον, ἀλλ’ εἰς ἄλλον, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐνόησεν, ἐν τούτοις ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐθεώρησε καλὸν νὰ εἴπῃ λέξεις τινὰς, εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλω μικρὰν ἀπάντησιν. Βεβαίως ἀνώτερον τῶν δυνάμεων τῶν πρακτικογράφων θὰ ἦτο, ἐὰν ἐζητοῦμεν ἀπὸ τοὺς ἐν τοῖς θεωρείοις κ.κ. δημοσιογράφους νὰ ἀκούωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀκούονται. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν πλανῶν, περὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ληφθῇ ἄλλη τις πρόνοια· ἀλλὰ καταφέρομαι κατ’ ἐκείνων τῶν δημοσιογράφων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι δύνανται ἄνευ τῆς συναινέσεως ἡμῶν νὰ διαχειρίζωνται τὴν βουλευτικὴν ἡμῶν ἐντολὴν ἀνευθύνως. Καὶ ἵνα γείνω νοητὸς ἀπὸ τὸν κ. συνάδελφον, φέρω παράδειγμα. Ἡ ἐφημερὶς, τὴν ὁποίαν ὑπηνίχθην, ὅταν ὡμίλησα περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐπὶ μίαν ὥραν, τί νομίζετε ὅτι ἔγραψεν; ὅτι ἀνὰ πᾶσάν μου λέξιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ διέκοπτε, λέγων ὅτι ἐκτροχιάζομαι! (ἱλαρότης). Ὅσοι ἦσθε παρόντες, δύνασθε νὰ ἐκτιμήσητε τὴν κακοβουλίαν, ἵνα μὴ εἴπω βαρυτέραν λέξιν, τοιούτου δημοσιεύματος. Δύναμαι νὰ ἀναφέρω μύρια ὅσα ἄλλα παραδείγματα. Ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ περὶ ἐκείνου τοῦ δημοσιογράφου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἐδῶ, ὁ ὁποῖος ἤκουσε τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ ἔγραψεν ὅσα ἔγραψε. Δὲν ἤθελον νὰ τὴν θαυμάσῃ· ἠδύνατο ἐν κυρίῳ ἄρθρῳ, ἐν ἀρθριδίῳ ἢ διαφόρῳ, νὰ τὴν κατακρίνῃ δριμύτατα· ἀλλ’ εἰς τὸ στόμα μου καὶ εἰς τὸ στόμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ θέσῃ ἄλλα ἢ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν· ἄλλως νὰ σιγήσῃ. Τώρα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, ὁ ὁποῖος δὲν ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἐναντίος τῆς θεραπείας τοῦ κακοῦ, λέγει ὅτι δὲν φέρομεν πρότασιν θεραπείας. Πάντοτε ἐφέρομεν τοιαύτην πρότασιν. Εἶναι δύο προτάσεις· ἢ νὰ δημοσιεύηται περίληψις τῶν πρακτικῶν ὑπὸ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία νὰ δίδεται εἰς ἑκάστην ἐφημερίδα, θέλουσαν νὰ λαμβάνῃ ἀντίγραφον, ἢ νὰ δημοσιεύωνται ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν τὸ πολὺ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Ἡ ἐργασία αὕτη βεβαίως θὰ ἀπαιτήσῃ δαπάνην τινά· ἀλλ’ ἐννοεῖτε ὅτι ἡ μικρὰ αὕτη δαπάνη θὰ ἦναι λίαν δεδικαιολογημένη· ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω, τίς εἶναι, ὅστις λόγῳ οἰκονομίας ἤθελεν ἐμποδίσει τὴν τοιαύτην ἐργασίαν. Διὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι καὶ κύριοι Ὑπουργοί, παρακαλῶ νὰ λάβητε μέτρον τι, ὅπως τεθῇ τέρμα εἰς τὴν ἔκτροπον ταύτην κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐπιφέρει πολλὰς ἐπιζημίους συνεπείας ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν, διότι τὰ πρόσωπα δὲν προσβάλλονται ἐκ τοιούτων δημοσιευμάτων. Πρέπει νὰ λαμβάνωμεν τὴν εὐθύνην βεβαίως τῶν λόγων μας ἐνταῦθα, καὶ νὰ γίνωνται οὗτοι γνωστοί, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπω εἰς κανένα νὰ θέτῃ εἰς τὸ στόμα μου ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν ἤκουσε παρ’ ἐμοῦ, ἐκτὸς ἐὰν διὰ τῆς μεθόδου τοῦ πρακτικογράφου θέλῃ νὰ λιβελλογραφῇ.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκ τῶν λεχθέντων μίαν συνάγω πρότασιν, ἀξίαν τῆς μελέτης τῆς Βουλῆς, τὴν πρότασιν ἡ ὁποία σκοπεῖ νὰ ῥυθμίσῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἐργασία δὲ τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ φροντίζῃ, ὅπως δημοσιεύωνται πιστῶς τὰ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ λεγόμενα καὶ αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς, ὡς τὰ λεγόμενα λέγονται καὶ ὡς αἱ ἀποφάσεις διετυπώθησαν καὶ ἐξεδόθησαν. Ἡ ἐργασία δὲ αὕτη συνίσταται εἰς τὴν δημοσίευσιν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ δημοσίευσις τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν βραδύνει, ἀναστέλλεται, δὲν διεξάγεται ἐῤῥύθμως, καθῆκον ἡμῶν εἶναι προνοήσωμεν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὴν ἐργασίαν ἡμῶν ταύτην, περὶ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα πρὸς τοῦτο ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι δύσκολον ἢ ἀκατόρθωτον, νομίζω δ’ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δημοσιεύωνται τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ἐντὸς 24 ὡρῶν. Ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀπέχομεν 26 ἔτη, ἐτύγχανον Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡμέραν δέ τινα, καθ’ ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ἐν τοῖς Ἀνακτόροις, ὁ Βασιλεὺς μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶχε πληροφορηθῆ τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς προτεραίας ἐν τῇ Βουλῇ, μοὶ ἀφηγήθη δὲ ταῦτα· ἐπειδὴ δὲ ἐννόησα, ὅτι δὲν εἶχον πιστῶς μεταβιβασθῆ εἰς τὸν Βασιλέα, ἠρώτησα καὶ ἔμαθον, τίς εἶχε μεταβιβάσει ταῦτα, ἦτο δέ τις τῶν Βουλευτῶν, ὅστις εἶχε σπεύσει νὰ ὑποβάλῃ πρὸς τὸν Βασιλέα ἔκθεσιν περὶ τούτων. Παρεκάλεσα μὲν τότε τὸν Βασιλέα νὰ μὴ δίδῃ πίστιν εἰς τοιαύτας ἀτομικὰς παραστάσεις, ὑπεσχέθην δ’ ὅτι ἤθελον κατορθώσει νὰ δημοσιεύωνται τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου, ὅπως ἀποστέλλωνται εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ λαμβάνῃ ἀκριβῆ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ λεγομένων καὶ γιγνομένων γνῶσιν. Συνενοήθην μετὰ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Βουλῆς, τοῦ μακαρίτου Χρηστίδου, ἐπὶ τούτου, κατωρθώθη δ’ ὄντως ἐπὶ ἓξ μῆνας νὰ δημοσιεύωνται τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἐγκαίρως. Τίνος ἕνεκα βραδύνει νῦν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν ἡ διόρθωσις; Τὸ πρόσκομμα εἴμεθα ἡμεῖς αὐτοὶ, οἱ Βουλευταί, οἱ ἀγορεύοντες. Ἀγορεύομεν, ἀλλ’ ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐκτίθενται ἐν τοῖς πρακτικοῖς οἱ λόγοι ἡμῶν πιστῶς, ἢ καθ’ ὃν ἡμεῖς ἐγκρίνομεν τρόπον, ἀμελοῦμεν δὲ ἢ βραδύνομεν νὰ ἐπιθεωρήσωμεν τὰ στενογραφήματα, ἕνεκα δὲ τούτου σταματᾷ ἡ ἐργασία· βραδύνομεν δὲ, οὐχὶ διότι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ βραδύνωμεν, οὐχὶ διότι δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ βραδύνωμεν, ἀλλὰ βραδύνομεν ἐκ φυγοπονίας. Ἀνέγνων ἄλλοτε, ὅτι ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Λουδοβίκου ὁ Θιέρσος, ὅστις ἦτο εἷς τῶν ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παρέμενεν ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Moniteur Universel μέχρι τῆς 3ης ὥρας μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ἵνα ἐπιθεωρῇ τὰ στενογραφήματα τῶν λόγων αὐτοῦ. Διατὶ, Κύριοι, δὲν πράττομεν καὶ ἡμεῖς οὕτω; Πρέπει νὰ πεισθῶμεν ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ τὸ πράττωμεν, καὶ ὅταν τὸ πράττωμεν, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ εὐκολυνθῇ ἡ ἐκτύπωσις τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν καὶ ἡ ἐντὸς 24 ὡρῶν δημοσίευσις αὐτῶν. Αὕτη εἶναι ἡ πρακτικὴ πρότασις. Πάντα τὰ ἄλλα νομίζω ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀξίαν. Καὶ ἐν πρώτοις ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, ὁ ὁποῖος ἀπησχολήθη μὲ τὸ ψήφισμα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Τριπόλεως. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῶν συλλόγων, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ συστηθῶσι δικηγορικοὶ σύλλογοι ἐν πάσαις ταῖς περιφερείαις τῶν Πρωτοδικείων, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ συστηθῶσι πολιτικοὶ σύλλογοι ἐν πάσαις ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ συστηθῶσι σύλλογοι εἰδικοὶ εἴτε ὑπὲρ τῆς γεωργίας, εἴτε ὑπὲρ κλάδου τινὸς τῆς βιομηχανίας, ἤθελον ἐπικροτήσει καὶ ἤθελον εἰσφέρει πάσας τὰς ἐν ἐμοὶ δυνάμεις, ἵνα ὑποστηρίξω τὸ ἔργον. Ἀλλ’ οἱ σύλλογοι ὀφείλουσι νὰ ἐκπληρόνωσι τὸ ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐτάχθησαν. Τὸ ἔργον δὲ τοῦ βιομηχανικοῦ καὶ ἐμπορικοῦ συλλόγου τῆς Τριπόλεως εἶναι νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας καὶ περὶ τοῦ ἐγχωρίου ἐμπορίου, καὶ νὰ μελετᾷ πῶς θὰ ἐνισχυθῇ ἡ τοπικὴ βιομηχανία καὶ νὰ σκέπτηται πῶς θὰ ἐνισχυθῇ καὶ πολλαπλασιασθῇ καὶ ἐπεκταθῇ τὸ ἐμπόριον τοῦ τόπου. Δὲν ἔχει ἔργον νὰ ἐκδίδῃ πιστοποιητικὰ περὶ τῆς διαγωγῆς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐὰν ἦναι καλὴ ἢ κακή· ἔπταισε δὲ ὁ βιομηχανικὸς καὶ ἐμπορικὸς σύλλογος Τριπόλεως, ἀναμιχθεὶς εἰς ἀλλότρια ἔργα, ἐκδοὺς πιστοποιητικὰ, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποιήθησαν εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν. Ἕκαστος τῶν ἐντίμων πολιτῶν, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὸν βιομηχανικὸν καὶ ἐμπορικὸν σύλλογον Τριπόλεως, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ποιῆται καὶ νὰ δημοσιεύῃ οἷας ἂν ἔχῃ γνώμας περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἢ περὶ παντὸς ἑτέρου νόμου, ἀλλ’ ὁ βιομηχανικὸς ἢ ἐμπορικὸς σύλλογος οὐδὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐδόθη τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας εἶπε τὴν γνώμην του, ὡς ἔχει δικαίωμα ἕκαστος Βουλευτὴς νὰ λέγῃ τὴν γνώμην του. Δὲν ἐπιλαμβάνομαι νὰ ἐξετάσω ἐὰν ἡ γνώμη ἦναι ὀρθὴ ἢ ὄχι, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας, ὁ φίλος μου κ. Μπακόπουλος, εἶχε γνώμην, καὶ εἶχε δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ αὐτήν. Δὲν ἐξετάζω ποία εἶναι ἡ γνώμη του αὕτη, οἵα ἐξετέθη ὑπ’ αὐτοῦ μετὰ πάσης εὐπρεπείας, εἰς οὐδένα δὲ ἐδίδετο τὸ δικαίωμα ἵνα ἐκπλαγῇ ἢ φέρῃ παρατηρήσεις ἐπ’ αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ ἐμπορικὸς καὶ βιομηχανικὸς σύλλογος Τριπόλεως ὑπέλαβεν ὅτι ἔδει νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην του. Τί δὲ σημαίνει ἡ λύπη τοῦ ἐμπορικοῦ καὶ βιομηχανικοῦ συλλόγου; Μήπως συνεστήθη ὁ βιομηχανικὸς καὶ ἐμπορικὸς σύλλογος, ἵνα ἐκφράζῃ τὴν λύπην ἢ τὴν χαράν του, διότι ὁ εἷς Βουλευτὴς ὁμιλεῖ οὕτως, ὁ δ’ ἕτερος ἄλλως; Ταῦτά εἰσιν ἔκρυθμα πράγματα· εἶναι σύγχυσις ἐν τῇ πολιτικῇ δράσει, καὶ τὴν σύγχυσιν ταύτην πρέπει νὰ καταστείλωμεν, καὶ θέλομεν τὴν καταστείλει, ἂν δὲν προσέχωμεν εἰς αὐτήν. Ἀφήσατε τὰς συγχύσεις νὰ παρέρχωνται ὅπως τελοῦνται· ἀφήσατε ἕκαστον νὰ ἐνεργῇ ὅπως θέλει, διότι, ἐὰν ἐνεργῇ κακῶς, αὐτὸς θὰ μεταμεληθῇ, θὰ ἐπικριθῇ ἀπὸ τοὺς συμπολίτας του, ἐὰν δ’ ἐνεργῇ καλῶς, βεβαίως θὰ ἐπαινεθῇ. Ἀφοῦ λοιπὸν τοιαύτη ὑπάρχει ἡ αἰτία, ἡ δοῦσα ἀφορμὴν εἰς τὴν συζήτησιν, ἡ ἄμυνα εἶναι περιττή. Ἐγὼ δὲν κρίνω ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἀμύνης κατὰ τῶν ἐφημερίδων, ὅσα καὶ ἂν γράφωσιν, ὅσον καὶ ἂν διαστρέφωσιν ἢ ψευδῶς παριστῶσι τὰ πράγματα. Δὲν κρίνω ὅτι ὑπάρχει οὐδεμιᾶς ἀμύνης ἀνάγκη κατὰ τῶν συλλόγων, οὐδὲ κρίνω ὅτι ὑπάρχει ἀμύνης ἀνάγκη κατὰ πάσης ἀποπείρας διαστροφῆς τῶν γινομένων. Προχθὲς, τὴν ἑσπέραν τῆς Τετάρτης, ὅτε συνεζητεῖτο καὶ ἐψηφίζετο ἐνταῦθα τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως, ἑβδομήκοντα καὶ πλέον τηλεγραφήματα μοὶ ἐστάλησαν ἀπὸ τὸ τηλεγραφεῖον, ἵνα κρίνω, μήπως τυχὸν ὑπῆρχε λόγος, ὅπως παρακωλυθῇ ἡ μεταβίβασις αὐτῶν, διότι πράγματι ἐτηλεγράφουν εἰς Πάτρας καὶ ἀλλαχοῦ Βουλευταὶ καὶ μὴ Βουλευταὶ πράγματα ψευδῆ καὶ διαστροφὰς ἀληθείας. Οὐδαμῶς ἀντέτεινα νὰ μεταβιβασθῶσι πάντα ταῦτα, οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν προέβαλον, καὶ μετεβιβάσθησαν ἀκωλύτως τὰ ψεύδη εἰς τὰς πόλεις, εἰς ἃς ἐπέμποντο τὰ τηλεγραφήματα. Καὶ τὸ ψεῦδος μὲν δύναται ν’ ἀποπλανήσῃ, ἀλλὰ θ’ ἀποκαλυφθῇ κατόπιν. Τὴν τακτικὴν αὐτὴν μετέρχομαι, καὶ αὐτὴν τὴν τακτικὴν συμβουλεύω εἰς πάντας τοὺς νεωτέρους πολιτικοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ σταδιοδρομήσωσιν. Ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν πρέπει νὰ φοβῶνται τὸ ψεῦδος, ἀλλὰ πρέπει νὰ φροντίζωσι μόνον, ἵνα αὐτοὶ ὦσιν ἐν τῷ προσήκοντι, καὶ ἐὰν ἦναι ἐν τῷ προσήκοντι, καὶ ἐὰν παραγνωρισθῇ ἡ στάσις τὴν ὁποίαν τηροῦσι, καὶ ἂν παρεξηγηθῇ ἡ διαγωγή των, θέλει ἡμέραν τινὰ ἐμφανισθῆ ἡ ἀλήθεια. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀνησυχῶμεν. Αἱ ἐφημερίδες εἶναι ὄργανα πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ· λυπηρὸν καὶ οἱ σύλλογοι νὰ ἦναι ὄργανα πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ἡμεῖς ὡσαύτως ἀνταγωνιζόμεθα, καὶ οἱ φίλοι ἡμῶν ἀνταγωνίζονται, ὑποστηρίζοντες ἡμᾶς. Ἐὰν ἔχωσι συνείδησιν τοῦ προσήκοντος, ἐὰν ἔχωσι χρηστότητα, ἀποφεύγουσι τὸ ψεῦδος, δὲν διαστρέφουσι τὰ πράγματα. Ἀλλὰ ἐν τῷ κόσμῳ ὑπάρχουσι καὶ ἄνθρωποι μὴ χρηστοί. Πῶς θὰ ἠθικοποιήσητε αὐτούς; Ἄφετε αὐτοὺς νὰ ἐκδηλώσωσι τὴν ἀπόδειξιν τῆς μὴ χρηστότητος αὐτῶν, διότι ἡ κοινωνία θέλει ἀναγνωρίσει τὴν μὴ χρηστότητα αὐτῶν. (Εὖγε!)
§25Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Οἱ λόγοι τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λύουσι τὸ ζήτημα, καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀμφιβολία, ὅτι, ὅτε ἠγέρθη νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἤθελεν ἐν ὀλίγοις συνοψίσει τὴν ἀληθῆ θέσιν τοῦ ζητήματος, καὶ ἤθελε δώσει τὴν ἀληθῆ λύσιν αὐτοῦ. Φυσικῷ τῷ λόγῳ ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ μέσα τῆς πραγματοποιήσεως τῆς θεραπείας, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξε· διότι καλῶς γνωρίζομεν πάντες, ὅτι μὲ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἔχομεν σήμερον, μὲ τὸ outillage, μὲ τὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα διαθέτει σήμερον ἡ Βουλή, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογὴ τῆς θεραπείας ταύτης. Δύο μόνον ὑπάλληλοι, πράγματι ἱκανώτατοι, ὑπῆρχον διὰ τὴν κατάταξιν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. Ἕνεκα ἀκατανοήτου —δὲν ἠξεύρω πῶς νὰ τὴν χαρακτηρίσω— ἐλαφρότητος, (διότι πρέπει τις νὰ εἴπῃ ἐπὶ τέλους τὴν λέξιν) ὁ ἕτερος τῶν δύο αὐτῶν ὑπαλλήλων, ἀρχαιότατος καὶ ἱκανώτατος ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς, —δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομά του,— ἐργαζόμενος δέκα ὥρας διὰ τὴν κατάταξιν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, ἀπηλείφθη τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἑπομένως ἐπαύθη, καὶ σήμερον ἡ ὑπηρεσία αὕτη τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, —ὁμιλῶ περὶ τῆς κατατάξεως τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν, δὲν ὁμιλῶ, ἐννοεῖται, περὶ στενογραφικῆς ὑπηρεσίας, —σήμερον λοιπὸν ἡ ἐργασία αὕτη ἐκτελεῖται παρ’ ἑνὸς μόνον ὑπαλλήλου, τακτικωτάτου καὶ φιλοπονωτάτου, τοῦ κ. Πολυζωΐδου, ἀλλὰ μείναντος μόνου. Ἵνα ἐφαρμοσθῇ λοιπὸν ἡ θεραπεία, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τῳόντι εἶναι ἡ μόνη θεραπεία τῶν παραπόνων, τὰ ὁποῖα ἐξεφράσθησαν ἐνταῦθα, ἀπαιτεῖται διοργάνωσις τῆς ὑπηρεσίας ὅλως διάφορος τῆς σημερινῆς. Ἀνάγκη νὰ προστεθῇ ὁ ἀναγκαῖος ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων, ἀνάγκη νὰ προσδιορισθῇ ἰδιαιτέρα ὑπηρεσία εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, ἀνάγκη ὑπαλληλίας καὶ δαπάνης σπουδαίας, ὅπως κατορθῶται ἡ δημοσίευσις τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τὸ ὀλιγώτερον τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας μετὰ τὴν συνεδρίασιν. Καὶ θὰ ἦναι θαῦμα βεβαίως, ἐὰν κατορθωθῇ τοῦτο. Ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ θυσία αὕτη. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ. Ἔπρεπε μάλιστα, ἀντὶ νὰ ἀποκόψωμεν ἕνα ὑπάλληλον ἄριστον, τὸν ὁποῖον ἀπεκόψαμεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, νὰ προσθέσωμεν ἄλλους 10 ὑπαλλήλους, ἵνα γείνῃ ἡ ὑπηρεσία αὕτη.
§26ΜΑΝΕΣΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ παυθεὶς ὑπάλληλος;
§27Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομά του. Ὁ βοηθὸς τοῦ κ. Πολυζωΐδου.
§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, τοῦτο εἶναι ἔργον τοῦ Προεδρείου. Ἐὰν θέλητε, δότε ἰδιαιτέρως τὰ φῶτά σας εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§29Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ἔργον μόνον τοῦ Προεδρείου. Εἶναι ἔργον καὶ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ψηφίζει τὸν προϋπολογισμόν.
§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὕστερον θὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§31Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Τώρα θέλω νὰ εἴπω καὶ δύο λέξεις μόνον πρὸς τοὺς συναδέλφους. Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ὀρθὴ ἡ δυσμενὴς διάθεσις, ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται ἐδῶ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν κατὰ τοῦ τύπου. Ὁ τύπος προσφέρει μεγίστας ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον, προσφέρει μεγίστας ὑπηρεσίας εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ φρονῶ ὅτι κατὰ τοῦτο μόνον τὰ παράπονα εἶναι δίκαια, ὅτι δὲν χορηγοῦνται εἰς τὸν τύπον τὰ μέσα, ὅπως ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του πρὸς τὸν τόπον.
§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν πρότασιν ταύτην ἐγὼ δὲν ἐθεώρησα πρακτικήν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι αὕτη πολλάκις ὑπεβλήθη, θερμότερον δὲ ὑπεστηρίχθη ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ πρώην βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας κ. Κωνσταντοπούλου. Τότε καὶ ἐπιτροπὴ συνεστάθη πρὸς τοῦτο, τῆς ὁποίας μέλος ἤμην καὶ ἐγώ, αὕτη δὲ προέβη εἰς τὴν ὑποβολὴν σχετικῆς προτάσεως εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις ὅμως ἐθεωρήθη ἀνεφάρμοστος. Εἶναι τοῦτο ἐν πρώτοις ζήτημα δαπάνης, ὄχι προσθήκης ἑνὸς ἀκόμη ὑπαλλήλου ἐπὶ τῆς τυπώσεως. Ὁ ὑπάρχων ὑπάλληλος κ. Πολυζωΐδης ἐπαρκεῖ εἰς πᾶσαν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, χρησιμεύει δὲ ἐνίοτε ὡς κέντρον ἀνιαρὸν καὶ ἀφόρητον διὰ τοὺς Βουλευτάς, ὅπως διορθῶσι τὰς ἀγορεύσεις των. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἐπαρκῇ ἡ ὑπηρεσία ὑπὸ ἔποψιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στενογράφων. Πιθανὸν νὰ ἐπαρκῇ ἀλλὰ δύναται νὰ συμβῇ ἀσθένεια. Τελευταῖον ἠσθένησεν εἷς, καὶ ἀμέσως προσέκοψεν ἡ ὑπηρεσία. Θὰ ἦτο λοιπὸν καλόν, ἐὰν ἠδύναντο νὰ προσληφθῶσιν ἀκόμη δύο δόκιμοι στενογράφοι. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι. Ἀπαιτεῖται πρὸς τούτοις οἱ τεταγμένοι παρὰ τοῖς στενογράφοις γραφεῖς νὰ ὦσιν ἐντριβεῖς, νὰ παραμένωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ οἱ δεδοκιμασμένοι, καὶ νὰ μὴ θεωρῆται τὸ ἔργον αὐτῶν ὡς πάρεργον, ἀλλ’ ὡς κύριον καὶ τοιούτους γραφεῖς δὲν ἔχομεν, ὥστε προσκόπτει καὶ ἐν τούτῳ τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ἔρχεται ἕτερον ὑποθέσατε ὅτι ἐπαρκεῖ πληρέστατα ἡ στενογραφικὴ ὑπηρεσία, ἔρχεται ἡ σειρὰ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου νὰ ἐξοβελίσωμεν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης τὴν φυγοπονίαν, τότε βεβαίως θὰ ἐφθάνομεν εἰς ἀποτέλεσμά τι Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν αὐτό; Ὄχι. Τὴν σήμερον τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ δημοσιεύονται μετὰ μῆνας καὶ μετὰ ἔτος, καὶ βλέπετε εἰς αὐτὰ ἀντὶ ἀγορεύσεων τὸ στερεότυπον «ὅρα παράρτημα», καὶ δὲν ὑπάρχουν οὔτε εἰς τὸ παράρτημα αἱ σχετικαὶ ἀγορεύσεις πάντοτε, διότι ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἐνίοτε καὶ αὐτὸς ἐγὼ, δὲν εὑρίσκομεν καιρὸν νὰ διορθώσωμεν τὰς ἀγορεύσεις μας, καὶ οὕτω δὲν κατορθοῦται οὔτε μετὰ ἓν ἔτος νὰ τυπώνωνται τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Ἀλλ’ ἔχομεν ἐπὶ πᾶσι τούτοις τὴν δαπάνην. Τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον δὲν ἐπαρκεῖ, καθ’ ἣν χρόνον τόσα νομοσχέδια, τόσαι ἐκθέσεις, τόσαι πληροφορίαι ὑποβάλλονται πρὸς τύπωσιν. Λοιπὸν πρέπει ἢ νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰς ἐργασίας τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ἢ νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν μετὰ ἰδιωτικῶν τυπογραφείων, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, πῶς θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐπιβληθῶμεν εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἵτινες διὰ τοῦτον ἢ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον δὲν διορθώνουν τὰς ἀγορεύσεις των ἐγκαίρως;
§33Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγου ἀνέφερεν, ὅτι ἔλαβε τηλεγραφήματα προχθές, ὅτε συνεζητεῖτο καὶ ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον περὶ παρακρατήσεως, πεμφθέντα παρὰ Βουλευτῶν καὶ μὴ Βουλευτῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναφέρῃ ὀνομαστὶ τοὺς Βουλευτάς, διότι εἷς τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν παρακράτησιν, εἶμαι καὶ ἐγώ· θεωρῶ δ’ ἐμαυτὸν προσβεβλημένον, διότι δὲν καταδέχομαι ποτὲ νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἤθελον καταδεχθῆ νὰ μεταχειρισθῶ τοιαῦτα μέσα, ὅπως κερδοσκοπήσω πολιτικῶς.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀδίκως ὑπέλαβεν ὅτι ἐνόουν αὐτόν· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἔπεμψε τοιοῦτον τηλεγράφημα.
§35ΕΠ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δηλώσεων ὁμολογουμένως ἀξίων ἐπαίνων, περὶ παροχῆς πάσης δυνατῆς προστασίας εἰς τὴν ἐγχώριον παραγωγήν, φέρω εἰς γνῶσιν αὐτοῦ καὶ τῆς Βουλῆς τὸ ἑξῆς φορολογικὸν ἄδικον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω. Γνωστὸν τοῖς πᾶσι τυγχάνει, ὅτι ἡ νῆσος Ἄνδρος ὡς κύριον προϊὸν ἔχει τὸν λεμονόκαρπον. Ὁ λεμονόκαρπος οὗτος ἐξάγεται ἐντὸς κιβωτίων, τὰ δὲ κιβώτια εἰσαγόμενα πληρόνουν δραχ. 7,94 τὰς 100 ὀκάδας, τὸ δὲ λεμονόχαρτον, δι’ οὗ περιβάλλονται τὰ λεμόνια, ἐναποτιθέμενα ἐντὸς τῶν κιβωτίων, πληρόνει τὰς 100 ὀκάδας δραχ. 39,68. Τὸ ἄρθρον ὅμως 14 τοῦ δασμολογίου ἐν παραγράφῳ 10 περιλαμβάνει τὰ ἑξῆς: «Ἀπαλλάσσονται παντὸς εἰσαγωγικοῦ τέλους τὰ πρὸς ἐναπόθεσιν ἐγχωρίων προϊόντων εἰσαγόμενα δοχεῖα, τὰ προωρισμένα διὰ τὸ ἐξωτερικόν». Ἐφαρμοζομένου δὲ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ δασμολογίου, δὲν ἔπρεπεν ἡ εἰσαγωγὴ τῶν κιβωτίων, τῶν προωρισμένων νὰ ἐξάγωσι τὸν λεμονόκαρπον, νὰ φορολογῆται παρὰ τοῦ Κράτους. Νομίζω λοιπόν, ὅτι εἶναι καιρός, καὶ θὰ ἦτο δίκαιον νὰ λάβῃ μέτρον ἡ Κυβέρνησις, πρὸς προστασίαν τοῦ κυρίου τῆς ἐπαρχίας μας προϊόντος, ἔστω καὶ προσωρινόν, σήμερον μάλιστα, ὅτε ὁ λεμονόκαρπος εὑρίσκεται ἐν μεγάλῃ κρίσει, καὶ ἀπαλλάξῃ τοὺς συμπολίτας μου, παραγωγοὺς καὶ ἐμπορευομένους, τῆς φορολογίας ταύτης. Ἐὰν λάβωμεν πρὸς τούτοις ὑπ’ ὄψιν τὰ συμβαίνοντα ἀλλαχοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν προστασίαν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, πιστεύω ὅτι δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν καὶ τὴν παρ’ ὑμῖν ἐφαρμογὴν τῶν προνομίων τούτων. Εἰς τὴν Βουλγαρίαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν δυστυχῶς ἐν πολλοῖς νὰ μιμώμεθα, ἐξάγονται τὰ ἐγχώρια προϊόντα διὰ τῶν σιδηροδρόμων μὲ ἔκπτωσιν 35 καὶ 40%. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τοιαύτας ἀξιώσεις, ἀλλὰ θέλομεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ 14 ἄρθρου τοῦ δασμολογίου, τὸ ὁποῖον ἀπαλλάσσει παντὸς εἰσαγωγικοῦ τέλους τὰ λεμονοκιβώτια καὶ τὸ λεμονόχαρτον.
§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εὐχαριστῶ τὸν κ. Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος μὲ πληροφορεῖ, ὅτι ὑπάρχει διάταξις ἐν τοῖς νόμοις, παρακωλύουσα τὴν ἐξαγωγὴν τῶν λεμονίων τῆς πατρίδος του· ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ μάθω κατὰ ποίαν ἐποχὴν ἐψηφίσθησαν οἱ εἰρημένοι νόμοι.
§37ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Κατὰ τὸ 1893.
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι διότι τότε οὔτε ἐγὼ οὔτε ὁ κ. Βουλευτὴς κατεγείναμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὴν νομοθεσίαν διὰ καταλλήλων διατάξεων. Τώρα θέλω ἀσχοληθῆ νὰ ἐξετάσω, καὶ, ἂν τὰ πράγματα ἔχωσιν οὕτω, βεβαίως θέλω φροντίσει νὰ προτείνω τὴν διόρθωσιν αὐτῶν.
§39Δ. ΚΑΪΡΗΣ. Σχετικῶς πρὸς ταῦτα, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ σημείωμα, τί εἰσπράττει ἐτησίως τὸ Δημόσιον ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν ξύλων τῶν χρησίμων διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν λεμονοκιβωτίων, καὶ τί ποσὸν ἐκ τοῦ λεμονοχάρτου.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε τὴν ἐπερώτησίν σας γραπτήν.
§41Λ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑπόμενα ἔγγραφα, ἀφορῶντα τὰ λιμενικὰ ἔργα Γυθείου: αʹ) Τὴν διαταγὴν, δι’ ἧς διελύθη ἡ σύμβασις τῆς πρώτης ἀναλήψεως τοῦ ἔργου μεταξὺ λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ ἐργολάβου Μηνᾶ Κορωναίου. βʹ) Τὸ συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνέλαβεν ὁ αὐτὸς ἐργολάβος ἐκ νέου ἑτέραν ἐργασίαν ἐν τῷ ἰδίῳ λιμένι. γʹ) Τὰς πιστοποιήσεις τῶν μηχανικῶν ἐν γένει, δι’ ὧν ἐμφαίνεται ἡ τελεσθεῖσα μέχρι τοῦδε ἐργασία, ὡς καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Βλάση ἐπιθεωρητοῦ, μεταβάντος πρὸ ἡμερῶν ἐπὶ τούτῳ ἐκεῖσε, συνεπείᾳ καταγγελίας ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς. δʹ) Τὸν συνταχθέντα προϋπολογισμὸν ἐκ μέρους τῶν μηχανικῶν, δι’ οὗ ἀνέλαβε τὴν τελευταίαν ταύτην ἐργασίαν ὁ ῥηθεὶς ἐργολάβος, καὶ εʹ) Τὰς καταγγελίας ἐν γένει ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ὡς καὶ τὸ ψήφισμα τῶν κατοίκων τῆς πόλεως Γυθείου. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ καὶ τὸ συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐν γένει τὰ ὑλικὰ τοῦ ῥηθέντος ἐργολάβου, ἅτινα εἶχον προορισθῆ διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην, καὶ ἐν γένει τὰ διάφορα ἐργαλεῖα καὶ μηχανήματα εἶχον τεθῆ ὑπέγγυα εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον, ἐξ οὗ ἔλαβεν ὁ ἐργολάβος οὗτος 100,000 περίπου δραχμῶν. Ὅταν εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, θέλω ἀναπτύξει τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ζητῶ αὐτά. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ζητήσῃ πληροφορίας καὶ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν κατ’ αὐτὰς κατηγγέλθη ὁ ῥηθεὶς ἐργολάβος παρά τινος τῶν μελῶν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἑτέρου πολίτου Γυθείου, ἐὰν μετέβη ἐκεῖ ἀνακριτὴς καὶ κατέλυσεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἐργολάβου καὶ ἐφιλοξενήθη, ἀντὶ δὲ νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τοῦ καταγγελθέντος, προέβη εἰς ἀνακρίσεις κατὰ τῶν καταγγειλάντων, ζητῶν τούτους νὰ μεταβῶσιν εἰς Σπάρτην.
§42ΔΟΓΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἅπαντες οἱ Βουλευταὶ Ἠλείας ἐλάβομεν ἐκ Πύργου τηλεγράφημα ἐπιτροπῆς τοῦ λαοῦ, παραπονουμένης διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπισπεύσητε τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐπεξεργασθῇ τὰ νομοσχέδια περὶ σταφίδος.
§43ΑΛΕΞ. ΘΡ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, συμφώνως πρὸς τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκεν ἡ Βουλή, κατήρτισα τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἐκ τῶν κ. κ. Ν. Βαλσαμάκη, Α. Σιμοπούλου, Ι. Τσερτίδου, Κ. Ι. Ἀγγελοπούλου καὶ Π. Μερλοπούλου.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ζητεῖ τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§45ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καίτοι ζητήσας τὸν λόγον, ἤμην τοὐναντίον πρόθυμος νὰ παραχωρήσω αὐτὸν ἰδίως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἵνα αὐτὸς πρὸ παντὸς ἀγορεύσῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐξεφράσθη κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἡ ἰδέα, ὅπως καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν. Κατ’ ἀρχὴν βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ μὴ ἀξιοῖ, ἵνα νομοσχέδια τοιαῦτα, ἀφορῶντα εἰς ῥιζικὰς νομοθετικὰς μεταῤῥυθμίσεις, ὑποβάλλωνται εἰς προεπεξεργασίαν ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ οὐδόλως ἀφ’ ἑτέρου ἀρνοῦμαι, ὅτι ὁ ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος γίνεται συνήθως ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς, δὲν εἶναι πάντοτε ἀποτελεσματικός. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων παρουσιάζεται ὡς κενὸν κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι ἰδίως ἡ ἔλλειψις ἐκθέσεως αἰτιολογικῆς. Καὶ ἀναφέρω τοιουτοτρόπως ἔλλειψιν, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ αὐτοστιγμεὶ εὐτυχῶς δύναται ν’ ἀναπληρωθῇ, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἡ ἔγγραφος ἔκθεσις θὰ ἦτο ἀνεπαρκὴς ἀπέναντι τῶν ὅσα ἠδύνατο νὰ εἰσηγήσηται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, προκειμένου περὶ τοιούτου νομοσχεδίου. Καὶ εὑρισκόμεθα εὐτυχῶς ἀπέναντι Ὑπουργοῦ καὶ ὄντος εἰδικωτάτου, Ὑπουργοῦ, ὅστις αὐτὴν τὴν στιγμὴν δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ν’ ἀναπληρώσῃ καὶ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἐκθέσεως καὶ τὴν ἔλλειψιν τῆς προεπεξεργασίας ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ ἐπιδείξῃ πρὸ πάντων πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους εἰσάγει τὸ νέον σύστημα τοῦ νομοσχεδίου. Εὐνόητον εἶναι, ὅτι τοιαῦτα νομοθετήματα ἀπαιτοῦσι πληροφορίας στατιστικὰς, μελέτας βαθείας, θεωρητικὰς καὶ πρακτικὰς, ἀπαιτοῦσιν ἀφήγησιν τῶν πρότερον ἰσχυόντων νόμων, τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον ἰσχύει. Εὑρισκόμεθα εὐτυχῶς—τὰ ἐπαναλαμβάνω—ἀπέναντι Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος πάντα ταῦτα δύναται νὰ πράξῃ καὶ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἤθελε τῳόντι, Κύριοι, — ἐπιτρέψατέ μοι τὴν παρατήρησιν, — ἀπορήσει ὁ πεπολιτισμένος κόσμος διὰ τὴν σπουδὴν, μεθ’ ἧς ἐπιλαμβανόμεθα τοιούτου νομοσχεδίου. Εἰσάγεται τοῦτο ἄνευ πληροφοριῶν, ἄνευ ἐκθέσεως καὶ ἄνευ εἰσηγήσεως, καὶ ἀγορεύει πρῶτος Βουλευτὴς ἐπικρίνων! Ἀλλ’ εἰς τοῦτο μὴ θέλων ἐπὶ πλέον νὰ ἐπιμένω, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θεωρεῖ, φαίνεται, ὅτι δυνάμεθα καὶ οὕτω νὰ προβαίνωμεν, ἐπιφυλάσσομαι μόνον τὸ δικαίωμα ν’ ἀποσύρω ἀπ’ ἐμαυτοῦ πᾶσαν αἰτίασιν καὶ εὐθύνην, ἐὰν τυχὸν ἀνακρίβειά τις ἐν ταῖς λεπτομερείαις παρεισφρήσῃ εἰς τοὺς λόγους μου. Καὶ ἂς μὲ διακόψῃ ὁστιςδήποτε ἐξ ὑμῶν ἤθελε παρατηρήσει σφάλμα τι ἢ παράλειψιν. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, καὶ κοινοτοπίαν τινὰ ἤθελεν εἴπει τις, παρατηρῶν τοῦτο, ὁποίαν ἔννοιαν, ὁποίαν σημαντικότητα ἔχει σήμερον ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἐν ταῖς κοινωνίαις ταῖς πεπολιτισμέναις. Θεωρεῖται παρ’ αὐταῖς ἐν τῷ σημερινῷ αἰῶνι τὸ πολυτιμότερον τῶν μελημάτων, τὸ σαφέστερον τῶν ἔργων, ἡ διοργάνωσις πλήρους καὶ ἀληθοῦς συστήματος δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἓν τῶν μᾶλλον πεπολιτισμένων Κρατῶν τοῦ Κόσμου, ἡ Γαλλία, μετὰ τὰ παθήματα τὰ ἐκ τοῦ Γαλλογερμανικοῦ πολέμου, ὡς κύριον μέλημα αὐτῆς ἐθεώρησε τὸν καταρτισμὸν καὶ τὴν διοργάνωσιν τῆς δημοτικῆς τοῦ λαοῦ ἐκπαιδεύσεως. Καὶ γνωστόν εἶναι τὸ λόγιον μεγάλου ἀνδρὸς, εἰπόντος ὅτι οἱ δημοδιδάσκαλοι τῆς Γερμανίας ἐνίκησαν τὴν Γαλλίαν. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαῦτα λέγωνται καὶ πράττωνται περὶ μεγάλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἦναι σιδηρόφρακτα, καὶ πάντα τὰ ὑλικώτερα μέσα νὰ διαθέτωσι πρὸς ἐθνικοὺς ἀγῶνας, τίνα ἆρά γε σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, προκειμένου περὶ τῆς γωνίας ταύτης τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἥτις ἀξιοῖ, ὅτι ἔχει καὶ πόθους ἐθνικοὺς καὶ προορισμὸν μέγαν νὰ ἐκτελέσῃ; Παραπονούμεθα, Κύριοι, πάντες ἀπὸ δεκαετηρίδων ἤδη, καὶ ἀναγνωρίζομεν καὶ ἀνομολογοῦμεν, ὅτι πάσχομεν χρόνιόν τι πολιτικὸν νόσημα. Καὶ ἐὰν ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰς περιοδικὰς καὶ ἐκ περιτροπῆς ἀμοιβαίας ἀντεγκλήσεις μεταξὺ κομμάτων καὶ πολιτευομένων, ἓν ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίζωμεν, ἂν θέλωμεν νὰ σπουδαιολογῶμεν, ὅτι οὐσιωδῶς, ἐξαιρέσει τῶν παραλλαγῶν, τὰς ὁποίας ὁ χαρακτὴρ ὁ προσωπικὸς μᾶλλον τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων δύναται ἑκάστοτε νὰ χαράττῃ ἐπὶ τῆς καταστάσεως, ἐξαιρέσει τῶν τοιούτων ἐπουσιωδῶν συνήθως παραλλαγῶν, διατελοῦμεν ὑπὸ τὴν αὐτὴν νοσηρὰν κατάστασιν ἀπὸ δεκαετηρίδων, ὑπὸ πᾶσαν Κυβέρνησιν. Καὶ προτείνονται ὁλονὲν διάφορα φάρμακα, καὶ ἀναφέρουσιν ἄλλοι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συγκληθῇ Ἐθνοσυνέλευσις, ὅπως θεραπευθῶμεν, καὶ χωρὶς, ἐννοεῖται, νὰ λάβωμεν τὸν κόπον νὰ σκεφθῶμεν ἐκ τῶν προτέρων, ἐπὶ τίνων ἆρά γε θεμάτων ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἤθελε κρίνει; Ἄλλοι, ὅτι πρέπει νὰ ἠθικοποιηθῶσιν αἱ Κυβερνήσεις, καὶ εὑρίσκουσιν οὕτω τῷ ὄντι τὸ προχειρότερον μέσον τῆς θεραπείας, ἀλλὰ δὲν λέγουσιν, ἐννοεῖται, καὶ τοὺς τρόπους, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἠθικοποιηθῶσιν αἱ Κυβερνήσεις, Μήπως τοῦτο θὰ γείνῃ διὰ πνευματικῶν καὶ ἱεροκηρύκων; Ἀλλ’ ἄλλοι, ῥιζικώτερον, ὡς ἀξιοῦσι, σκεπτόμενοι καὶ λαλοῦντες, λέγουσιν ὅτι ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα προτείνονται, μεταβολαὶ θεσμῶν καὶ Συνταγμάτων, ὅλα αὐτὰ εἶναι μάταια ἢ ἀνεπαρκῆ· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γείνῃ, εἶναι νὰ ἠθικοποιηθῇ ὁ λαός! Καὶ οἱ τοιαῦτα λέγοντες χαρακτηρίζουσιν ἴσως ὡς κενοὺς ἰδεολόγους τοὺς προτείνοντας μεταῤῥυθμίσεις νόμων ὀργανικῶν. Τὸ πρακτικόν, σᾶς λέγουν, εἶναι αὐτό: νὰ ἠθικοποιηθῇ ὁ λαός. Τῷ ὄντι, Κύριοι, τὸ ζήτημα τὸ λύουσι, κατὰ τὴν ἰδέαν των, εὐχερέστατα· ἐγὼ μάλιστα δύναμαι νὰ προβῶ καὶ περαιτέρω, ὅτι οὐχὶ μόνον μεταβολῶν νομοθετικῶν δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, ἐὰν ἠθικοποιηθῇ ὁ λαὸς, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ ὑπάρχοντες νόμοι δύνανται νὰ ἀποβῶσι περιττοί. Καὶ ἀναφέρουσι τὸν τελικὸν προορισμὸν τῆς Πολιτείας ὡς μέσον θεραπείας, διότι ἡ ἠθικοποίησις τοῦ λαοῦ βεβαίως εἶναι ὁ κυριώτερος τελικὸς σκοπὸς τῆς Πολιτείας, καὶ οὐχὶ ἁπλῶς μέσον, διότι ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς Πολιτείας, ἐν τῇ ὁποίᾳ πάντα τἆλλα, καὶ προϋπολογισμοὶ καὶ στρατοὶ καὶ ὑπάλληλοι, εἶναι μέσα, ὁ τελικὸς προορισμὸς τῆς Πολιτείας εἶναι βεβαίως ἡ ἠθικοποίησις τοῦ λαοῦ, ἡ πραγμάτωσις τοῦ ἠθικοῦ ἀγαθοῦ καὶ ἡ εὐημερία τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἤθελον οἱ τοιαῦτα λέγοντες νὰ ἦναι μᾶλλον συγκεκριμένοι, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ μερικεύσωσι τὸ ζήτημα, διὰ νὰ μὴ ὁμιλῶσι θεωρητικῶς καὶ γενικῶς, καὶ ὅταν θέλωσι νὰ σκεφθῶσι περὶ ἠθικοποιήσεως τοῦ λαοῦ, νὰ λέγωσιν ἁπλούστα: χρειάζεται δημοτικὴ ἐκπαίδευσις. Δημοτικὴ ἐκπαίδευσις οὐχὶ ἐκείνη ἡ ὁποία συνίσταται εἰς μίαν καταπόνησιν τῶν παιδίων, καταπόνησιν καὶ τοῦ νοῦ καὶ τοῦ σώματος τῶν τρυφερῶν ὄντων, τῶν φοιτώντων εἰς δυσώδη πολλάκις καταστήματα, λεγόμενα σχολεῖα, ἢ εἰς ἀποστήθισίν τινων λέξεων, ὁρμαθῶν λέξεων, ἢ γνώσεων μηχανικῶν, τὰς ὁποίας μόλις φεύγοντες ἐκ τοῦ σχολείου, ὡσεὶ διαῤῥηγνύοντες ἁλύσους, πρόκειται τὴν ἐπαύριον νὰ λησμονήσωσιν ἐντελῶς. Ἄλλη βεβαίως εἶναι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἐκείνη, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνὴρ εἶπεν, ὅτι οἱ δημοδιδάσκαλοι τῆς Γερμανίας ἐνίκησαν τὴν Γαλλίαν.
§46ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὁ Κυβερνήτης, ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, πρῶτόν του μέλημα ἦτο νὰ κάμῃ σχολεῖα, καταστήματα.
§47ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τί θέλει εἴπει τις περὶ τῆς παρ’ ἡμῖν δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις παρ’ ἡμῖν, κατ’ ἀντίθεσιν, δύναται ν’ ἀποβῇ τὸ καταλληλότερον μέσον, ὅπως, καὶ ἄλλως ἂν εἴχομεν κατὰ τὰς ὑλικὰς δυνάμεις, ἡττηθῶμεν ποτὲ καὶ καταβληθῶμεν ἐντελῶς, διότι καὶ ὁ νοῦς καὶ τὸ φρόνημα καὶ τὸ σῶμα καταπονοῦνται ἐν αὐτῇ τῇ λεγομένῃ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, δὲν γνωρίζω, τοὐλάχιστον ἐγώ, κατὰ τὸν σημερινὸν αἰῶνα, ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ἀληθῆ ἐκτίμησιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν γνωρίζω ἔργον ὑψηλότερον, τὸ ὁποῖον πᾶσαν μὲν κοινωνίαν πεπολιτισμένην δύναται ν’ ἀπασχολήσῃ, ἐξόχως δὲ τὴν πατρίδα ἡμῶν. Οὐδὲ δύναταί τις νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι ἠθικοποιοῦνται λαοί, ἠθικοποιεῖται πολίτης, εὑρισκόμενος ἤδη ἐν ὡρίμῳ ἡλικίᾳ. Τὸ πᾶν θὰ παρασκευασθῇ ἀπὸ τῆς παιδικῆς ἡλικίας. Καὶ ἡ σκέψις αὕτη μοὶ ἐνθυμίζει ἀνέκδοτόν τι μεγάλου καὶ σοφοῦ Γερμανοῦ παιδαγωγοῦ, τὸν ὁποῖον μήτηρ παιδίου νεαροῦ, κόμησσα, ἐκάλεσεν, ὅπως παρακαλέσῃ αὐτὸν, ἵνα διὰ πάσης θυσίας, πρὸς τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἦτο πρόθυμος, μορφώσῃ καθ’ ὅλα τὸν μονογενῆ αὐτῆς υἱόν. Ὁ σοφὸς Γερμανὸς ἐζήτησε νὰ γνωρίσῃ τὸ παιδίον· παρουσιάσθη τοῦτο, ἠρώτησε δὲ ὁ παιδαγωγὸς τὴν μητέρα, ποίας ἡλικίας εἶναι ὁ υἱός της· ἐκείνη ἀπήντησεν ὅτι εἶναι 7 ἐτῶν. «Δὲν εἶναι πλέον καιρὸς, εἶπεν ὁ παιδαγωγὸς, διὰ νὰ ἀναλάβω τὸ ἔργον.» Ἐθεώρησε δηλαδή, ὅτι ἡ ἀληθὴς ἐκπαίδευσις, ἡ μόρφωσις τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ ἤθους ἔπρεπε νὰ ἀρχίσῃ ἴσως ἀπὸ τῆς ἡλικίας τῶν τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν.
§48ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐν Γερμανίᾳ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἰσαγωγὴ εἰς τὸ σχολεῖον εἰς παῖδας ἡλικίας κατωτέρας τῶν 6 ἐτῶν.
§49ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ πανταχοῦ σχεδὸν προνοοῦσι καὶ περὶ νηπιαγωγείων, καί, καθὼς γνωρίζετε, εἶναι τὸ Γαλλικὸν ἓν ἐκ τῶν θεωρουμένων τελειοτάτων συστημάτων. Οἱ Γάλλοι ἀκριβῶς εἶχον ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ σύστημα τὸ Γερμανικὸν, καὶ ἰδοὺ ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν ἤδη ὁ εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προνοεῖ περὶ νηπιαγωγείων.
§50ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὰ νηπιαγωγεῖα εἰς τὴν Γαλλίαν καθὼς καὶ εἰς τὴν λοιπὴν Εὐρώπην δὲν θεωροῦνται ὡς ἀποτελοῦντα μέρος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· δὲν ἀρχίζει δηλ. ἡ ἐκπαίδευσις ἀπὸ τὸ νηπιαγωγεῖον, καὶ δὲν ἐξακολουθεῖ αὐτὴ εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον, δὲν εἶναι ἑπομένως νηπιαγωγεῖον καὶ δημοτικὸν σχολεῖον. Τὰ νηπιαγωγεῖα ἀναλαμβάνουν φιλανθρωπικαὶ ἑταιρίαι, αἱ ὁποῖαι συνδράμουν οὕτω τοὺς γονεῖς, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ δώσωσιν ἀνατροφὴν εἰς τὰ τέκνα των, ἕνεκεν τῆς ἐλλείψεως μέσων, ἰδίᾳ διότι αἱ μητέρες δὲν δύνανται νὰ παραμένωσιν οἴκοι, ἀλλὰ ἐργάζονται εἰς ἐργοστάσια ἢ εἰς τοὺς ἀγρούς. Ἂν θέλετε μάλιστα, τὰ νηπιαγωγεῖα κατακρίνονται, καὶ οἱ κάλλιστοι τῶν παιδαγωγῶν ἀποκρούουν τὴν σύστασιν αὐτῶν. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἄλλος εἶναι ὁ σκοπὸς τούτων.
§51ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ μεταβληθῇ ἡ συζήτησις εἰς διαλογικήν.
§52ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ λάβω τὸν λόγον εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ θὰ παράσχω εὐρύτερον τὰς ἐξηγήσεις ταύτας.
§53ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν βεβαίως δύνασθε νὰ λάβητε τὸν λόγον, διὰ νὰ ὁμιλήσητε καὶ περὶ νηπιαγωγείων· ἀλλ’ ἐπειδή μοὶ δίδετε ἀφορμήν, ὁμολογῶ ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες ὡς πρὸς τὴν χρησιμότητα τῶν νηπιαγωγείων, καὶ μεταξὺ ἄλλων φρονοῦντες ὅτι ἀποσπᾶται τὸ τέκνον εἰς τὴν μικρὰν καὶ τόσον ἁπαλὴν ἡλικίαν ἀπὸ τῆς προσηλώσεως εἰς τὸν οἶκον καὶ εἰς τοὺς γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ αἱ ἰδέαι αὗται ἐξηλέγχθησαν οὐχὶ ὀρθαί. Ἀλλὰ κατωτέρω θὰ λάβω ἴσως ἀφορμὴν νὰ εἴπω τινὰ καὶ περὶ τούτου, καὶ ἂς μὴ ἐκτείνωμαι ὑπερμέτρως εἰς τὰ προοιμιακῶς ἤδη λεγόμενα. Καὶ ἐμνημονεύθη, Κύριοι,—ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω τοῦτο εἰς συμπλήρωσιν τῶν προκαταρκτικῶς λεγομένων,—ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς συναφοῦς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω γενικῶς, ὅτι αὐτὴ ἡ εὐλάβειά μας ἡ τυπικὴ πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ ψηφίζηται ἐγκαίρως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους— γενικῶς ὁμιλῶ—δὲν μοὶ φαίνεται, εἰμὴ μᾶλλον ὡς μία εἰρωνεία πρὸς τὸν λαὸν τὸν Ἑλληνικόν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ὑπὸ ἔννοιαν ὑψηλοτέραν καὶ μᾶλλον κοινοβουλευτικὴν ἔχει πρὸ πάντων τὴν ἀξίαν ὅτι παριστᾷ ὡς ἐν κατόπτρῳ τὸ σύνολον τῶν μέτρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἐν μελέτῃ μία Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ λάβῃ, ὅπως ἐκπληρωθῶσιν οἱ σκοποὶ τῆς Πολιτείας. Τοῦτο δίδει ζωὴν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τοῦτο προδιαθέτει τὸν πολίτην, ὅπως τὰς θυσίας, εἰς ἃς ὑποβάλλεται, προθύμως τὰς ἐκτελῇ. Καὶ διὰ νὰ ἐκφράσω πλήρη τὴν ἰδέαν μου, ἐὰν ἦτο δυνατὸν μία Κυβέρνησις νὰ μοὶ χαρίσῃ ἓν πλῆρες σύστημα δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἠδυνάμην νὰ ἐπιτρέψω εἰς αὐτὴν, ἐὰν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν μου, ἵνα ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὴν διατύπωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, κυβερνῶσα ὅσον θέλει ἀκόμη, καὶ ἓν καὶ δύο ἔτη, μὲ διατάγματα, ἀρκεῖ νὰ μοὶ παρασκευάσῃ ἓν μόνον νομοθέτημα σπουδαῖον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ λαοῦ. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι παρουσιάσθη ποτὲ ἔκθεσις, βιβλίον ὁλόκληρον, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπιθεωρητῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων. Καὶ ἓν τῶν ἐλαφροτέρων, τὰ ὁποῖα περιείχοντο πρὸς χαρακτηρισμὸν δημοδιδασκάλων τινῶν τοῦ λαοῦ, ἦτο τὸ νὰ λέγῃ ὁ ἐπιθεωρητής, ὅτι ὁ δεῖνα εἶναι φαυλόβιος, ὁ ἕτερος μέθυσος, ὁ ἄλλος χαρτοπαίκτης! Καὶ ἔλεγον τότε, προκειμένου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως: ἀλλὰ, πρὸς Θεοῦ! τί σᾶς ἐμποδίζει καὶ τὸ ὑπάρχον σύστημα, ὅπως ἐπὶ τοῦ παρόντος λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἐλέγχους τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ προβῆτε ἐκ τῶν ἐνόντων εἰς τὰ μᾶλλον πρόχειρα καὶ ἐπείγοντα; Καὶ ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος κατήντησε νὰ ἦναι ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν—ὁμιλῶ ἐννοεῖται γενικώτερον—τὸ μαρτυρολόγιον τοῦ λαοῦ τὸ οἰκονομικόν, ὑπὸ ἔποψιν πνευματικὴν καὶ ἠθικὴν αἱ ἐκθέσεις ἐκεῖναι περὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων εἶναι τὸ μαρτυρολόγιον τὸ ἠθικὸν τοῦ λαοῦ, τοῦ στερουμένου αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου· διότι ἐπιούσιος ἄρτος εἶναι πνευματικῶς καὶ ἠθικῶς ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις. Λαβὼν, Κύριοι, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὁμολογῶ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ἐκ προοιμίων, εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου; εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ; Δυσδιάγνωστα βεβαίως ἐν τῇ πράξει εἶναι πολλάκις τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα χωρίζουσι τὰς λεπτομερείας ἀπὸ τῆς ἀρχῆς. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ὁ τελικὸς σκοπὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι πάντοτε ἀγαθόν τι ἐν πᾶσι τοῖς νόμοις τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, ἀλλὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ἰδιάζον εἰς ἓν νομοθέτημα, τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο, τὸ διῆκον δι’ ὅλων τῶν διατάξεων αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ῥυθμίζει ἐν συνόλῳ τὰ μέσα τὰ τείνοντα πρὸς τὸν σκοπόν. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ὁμολογῶ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ εὕρω μίαν μόνην ἀρχὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ. Εὑρίσκω, οὕτως εἰπεῖν, δύο ἀρχάς, διότι δύο εἶναι τὰ κεφαλαιώδη μέτρα τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δύναμαι νὰ ἦμαι σύμφωνος πρὸς τὴν μίαν ἀρχὴν, ἐνῷ διαφωνῶ πρὸς τὴν ἄλλην. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πρέπει βεβαίως πρὸ παντὸς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν τὸ μέχρι τοῦδε καθεστὼς, τὸ τί ἰσχύει μέχρι τοῦδε καὶ κατὰ τί πρόκειται τὸ καθεστὼς τοῦτο νὰ ἀλλοιώσωμεν. Εἴχομεν ἀπὸ τοῦ 1887 ἐψηφισμένον τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο περὶ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Πρὸ αὐτοῦ δὲ εἴχομεν τὸ σύστημα ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐθεωροῦντο μὲν οἱ δῆμοι ὑπόχρεοι, ἀλλ’ ἤρχετο εἰς ἐπικουρίαν τὸ Κράτος. Εἶναι ἀδιάφορον βεβαίως ἐν τῇ πράξει ὑπὸ ποίαν ἀκριβέστερον ἔννοιαν ψηφίζεται ἡ ἐπικουρία αὕτη τοῦ Κράτους. Καὶ ὑπὸ τὰ τρία συστήματα ὑπάρχει πάντοτε ἐπικουρία τοῦ Κράτους· εἰσφορὰ ἀφ’ ἑνὸς τῶν δήμων, εἰσφορὰ τοῦ Κράτους ἀφ’ ἑτέρου. Ἀλλ’ ὁ τελευταῖος νόμος, ὁ νόμος τοῦ 1892, ἐπέφερε μίαν μεταβολὴν οὐσιώδη καὶ μεγάλην. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1892 λέγεται μὲν ἴσως καὶ ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, ὅτι εἶναι ἁπλῶς συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου ἡ εἰσφορὰ αὐτοῦ, καὶ ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις μένει καὶ κατὰ τοῦτο δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ἂν καὶ ἡ ἔκφρασις σημαίνει ἁπλῶς λαϊκὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ὡς βάσις δύναται νὰ θεωρῆται ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων, ἀλλ’ ὅταν ἀποβλέψῃ τις εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος μᾶς διέπει, βλέπει μίαν ἀρχὴν οὐσιωδῶς ἐξέχουσαν, προέχουσαν πάσης ἄλλης ἰδέας: «ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους.» Διότι ὁ νόμος τοῦ 1892 δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν ἔχωσιν ἢ δὲν ἔχωσιν οἱ δῆμοι τὰ ἀπαιτούμενα μέσα· τοὺς δήμους τοὺς ὑποχρεοῖ ἁπλῶς εἰς μίαν εἰσφοράν, καὶ τὸ Κράτος λέγει πρὸς τοὺς δήμους: «Σεῖς ὀφείλετε νὰ ἐκπαιδευθῆτε· ἐὰν δὲν ἔχητε, εἶμαι ἐδῶ ἐγώ, τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἔχετε καὶ δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἐκπαιδευθῆτε». Μόνος περιορισμὸς ὑπὲρ τῶν δήμων μόνον εἶναι ἡ ἀνεπάρκεια τῶν μέσων. Διὰ τὸ Κράτος ὄχι, οὐδεμία ἰδέα ἀνεπαρκείας μέσων, οὐδεμία ἰδέα οἰκονομίας δύναται νὰ περιορίσῃ τὴν εἰσφοράν. Προκειμένου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀναγνωρίζεται διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1892 ἓν μόνον ὅριον, τὸ ὅριον τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἀνάγκης ἑκάστου δήμου, ἑκάστου χωρίου. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ ἡ ἐκπαιδευτικὴ ἀνάγκη, αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους εἶναι ἀπεριόριστοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη τῷ ὄντι καὶ ἀξία συζητήσεως καὶ μελέτης ἀρχή, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος τοῦ 1892 καθιέρωσεν. Ἐὰν πρὶν ἐγίνετο τὸ αὐτὸ ἢ περίπου τὸ αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ποσοῦ τῆς δαπάνης κατὰ τὸν θεσμὸν τὸν παλαιὸν καὶ τὸν θεσμὸν τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁ νόμος τοῦ 1892 ἦλθε καὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους, καὶ ὑποχρέωσις ἐπιβαλλομένη ἐκ τοῦ νόμου, ὅ,τι ἕως τότε ἐγίνετο καταχρηστικῶς. Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ τις, ὅτι παραβιάζομεν τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἐκτελεῖται δαπάνῃ τῶν δήμων, τὸ δὲ Κράτος συντρέχει ἁπλῶς διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτῶν. Ἀλλ’ εἶναι περιττὸν νὰ λεπτολογῶμεν ἐπὶ τῶν λέξεων καὶ τῆς θεωρητικῆς ἰδέας, ἀφοῦ τὸ μὲν ἡ εἰσφορὰ τοῦ Δημοσίου πάντοτε ἴσχυε καὶ ἐλειτούργει, τὸ δὲ ὑποχρεωτικὴ ἀνεκηρύσσετο ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, καὶ ἡ διαφορὰ ἡ οὐσιώδης περιεστρέφετο καὶ περιστρέφεται πάντοτε εἰς τὰ ὅρια καὶ τοὺς κανόνας, καθ’ οὓς ὁρίζονται τὰ τῆς εἰσφορᾶς τοῦ Δημοσίου. Ὅσα λοιπὸν εἶπον ὑπὸ μίαν γενικὴν ἰδέαν, τὰ εἶπον, ἵνα δείξω μόνον πόσον ὁ νομοθέτης τοῦ 1892 θεωρεῖ τὸ Κράτος ἐνδιαφερόμενον διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἵνα τὰ ὅρια τῆς συνδρομῆς αὐτοῦ ἐκτείνωνται ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ ἐκπαιδευτικὴ ἀνάγκη ἑκάστου δήμου, οὐδὲ θὰ ταραχθῇ βεβαίως τὸ Σύνταγμα διόλου, οὔτε ἔδειξεν ὅτι συνταράσσεται καὶ παρενοχλεῖται ἐκ τοῦ ὅτι ὑπολανθάνει εἰς τὸν νόμον τοῦ 1892 τὸ πνεῦμα αὐτὸ, ὅτι κυρίως καὶ πρωτίστως θεωρεῖται ὑπεύθυνον τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἵνα συνδράμῃ μὲν, ἀλλὰ συνδράμῃ κατὰ νόμον, καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς κεκανονισμένης ἐκπαιδευτικῆς ἀνάγκης, ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων ἐκ τοῦ νόμου ἀναλογιῶν τοῦ πληθυσμοῦ ἑκάστου χωρίου. Τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγει σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, μεταβάλλει τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἢ μᾶλλον τὸν τοιοῦτον κανονισμόν. Τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον, λέγει πρὸς τοὺς δήμους: «Κάμετε καλὰ μὲ τὰ μέσα σας καὶ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ ἔχητε περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· εἶσθε ἐλεύθεροι, αὐτοδιοικεῖσθε· ψηφίσατε ὅσας δαπάνας δύνασθε νὰ ψηφίσητε διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ ἔλθω εἰς μίαν ἐπικουρίαν, ἀλλ’ εἰς μίαν ἐπικουρίαν, τῆς ὁποίας τὰ ὅρια θὰ ὁρίσω, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἀναγκῶν σας, ἵνα μὲ ξεφορτωθῆτε. Παρέχω βοήθειαν δι’ ἓν δημοτικὸν σχολεῖον καὶ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον». Καὶ ὑπετέθη κατ’ ἀρχὰς καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ὅτι τὸ Δημόσιον πρόκειται νὰ πληρόνῃ ὀλίγιστα, διότι πρόκειται νὰ πληρώσῃ μόνον εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἐντελῶς ἐνδεεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν νὰ συντηρήσουν οὔτε ἓν δημοτικὸν σχολεῖον καὶ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον, καὶ ἑπομένως, ἐὰν ὑπετίθεντο οἱ τόσον πολὺ ἐνδεεῖς δῆμοι ἀνερχόμενοι εἰς τὸν ἀριθμὸν 50, τὸ Δημόσιον θὰ εἶχε νὰ πληρώσῃ 100 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ καθ’ ἁπλῆν ἐπίδειξιν νὰ λέγηται ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ προβῇ εἰς δαπάνην 800,000 δραχμῶν. Μοὶ ἐφάνη περίεργον, πῶς ἐπῆλθε τοιαύτη παρεξήγησις καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνέκυψαν εἰς τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἂς μὴ φοβῶνται ὅτι τόσον ὀλίγα θὰ δαπανᾷ τὸ Κράτος· θὰ δαπανᾷ πλειότερα τῶν ὅσων ὑπελόγισαν αὐτοί, θὰ δαπανᾷ ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προσδιορίζεται, τῶν 800 χιλιάδων, διότι ἠξεύρομεν πόση φιλομουσία ὑπάρχει παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἔχομεν ἐγγυήσεις, ὅτι δὲν θ’ ἀφήσωμεν ποτὲ ἡσύχους τὰς Κυβερνήσεις, ἀλλὰ θὰ τὰς ἀναγκάζωμεν νὰ δαπανήσωσιν ὁλόκληρον τὸ ποσόν. Ἄλλο τι θὰ συμβαίνῃ ἐν πράγματι· θὰ δίδῃ τὸ Δημόσιον συνδρομὴν δι’ ἓν δημοτικὸν σχολεῖον καὶ δι’ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον δι’ ἕκαστον ἴσως δῆμον, διότι ἕκαστος δῆμος θὰ προσδιορίσῃ κατὰ ἓν τοὐλάχιστον ἐπὶ πλέον δημοτικὸν σχολεῖον τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ παρ’ ὅσην ἔχει πραγματικῶς...
§54ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον.
§55ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ, ἔχομεν τὸ ἄρθρον 58 (ἀναγινώσκει:) «Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ ᾼΘΝΓʹ περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων νόμου χορηγουμένη εἰς τοὺς δήμους ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου συνδρομὴ ἀπονέμεται αὐτοῖς, μόνον ἐὰν καὶ μετὰ τὰς κατὰ τὸ ἄρθρον 56 ἐπενεχθείσας ὑπὸ τοῦ νομάρχου μεταβολὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ μετὰ τὴν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον αὔξησιν τῶν φόρων δὲν συμπληρώνωνται αἱ ἀπαιτούμεναι πιστώσεις. Ἀλλὰ τῆς ἐγκρινομένης συνδρομῆς τὸ ποσὸν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπερβῇ τὸ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς συντήρησιν ἑνὸς κοινοῦ δημοτικοῦ σχολείου καὶ ἑνὸς γραμματοδιδασκαλείου ἐλλεῖπον.» Τὶ προκύπτει ἐκ τῶν διατάξεων τούτων; Προκύπτει οὐχὶ ὅτι μόνον εἰς τοὺς ὅλως ἐνδεεῖς δήμους θὰ δοθῇ συνδρομὴ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ δι’ ἓν δημοτικὸν σχολεῖον καὶ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον, ἀλλ’ ὅτι εἰς ἕκαστον δῆμον δύναται νὰ δοθῇ μία συνδρομή, ἀλλὰ δι’ ἓν μόνον δημοτικὸν σχολεῖον καὶ δι’ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον, καὶ οὕτω τῳόντι δύναται νὰ δαπανηθῇ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 800 χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτη θὰ γίνηται δαπάνη ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, θὰ καρπῶνται ταύτην ἐξίσου οἱ ὅλως ἐνδεεῖς δῆμοι πρὸς τοὺς ἴσως λίαν εὐποροῦντας, καὶ τοῦτο μὲ περιορισμὸν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἦναι ἀκριβές, βεβαίως ἔχομεν τὸ ἄλλο, ὅτι θὰ δώσῃ συνδρομὴν τὸ Δημόσιον μόνον διὰ τοὺς ἐντελῶς ἐνδεεῖς δήμους, καὶ θὰ δώσῃ συνδρομὴν δι’ ἓν δημοτικὸν σχολεῖον καὶ δι’ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον, θὰ δαπανήσῃ δηλαδὴ ἐν συνόλῳ ἑκατὸν ἴσως μόνον χιλιάδας. Ἐγὼ ἠρώτων πρὸ ὀλίγου τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, καὶ μοὶ ἐφάνη συμφωνήσας πρὸς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν πρῶτον ἐξέθεσα, καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι ἡ ἐκπαιδευτικὴ ἀνάγκη θὰ κανονίζηται τώρα κατὰ τὰ ὑπάρχοντα σήμερον σχολεῖα, διότι πῶς θὰ ὁρίζητε τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ ὀφείλωσι νὰ περιορίζωνται οἱ δῆμοι καὶ ἡ Κυβέρνησις;
§56ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἔννοια τῶν ἄρθρων 58 καὶ 62 συνδυασμένων εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι συντρέχει τὸ Δημόσιον, μόνον καθ’ ὅσον ὁ δῆμος δὲν ἐπαρκεῖ πρὸς τὴν συντήρησιν ἑνὸς δημοτικοῦ σχολείου καὶ ἑνὸς γραμματοδιδασκαλείου.
§57ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ εἴπητε ὅτι δὲν θὰ δίδῃ καὶ τὸ ὅλον τοῦ ἀπαιτουμένου οὕτω ποσοῦ, ἀλλὰ τὸ ἐλλεῖπον. Δὲν ἀντιλέγω, ἀλλὰ παρατηρῶ ὅτι καὶ οἱ διακόπτοντες περιέρχεσθε εἰς διαφωνίας. Χαίρω, διότι προέκυψεν αὐτὴ ἡ παρεμπίπτουσα ἀμφισβήτησις, διότι ἀκριβῶς αἱ ἀναφυεῖσαι διχογνωμίαι καὶ μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διεφώνησαν πρὸς τὴν κατ’ ἐμὲ ἐξήγησιν τῆς ἐννοίας τῶν ἄρθρων τούτων τοῦ νομοσχεδίου, ἔρχονται πρὸς ἐπικύρωσιν τῆς ἰδέας μου, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι ἔπρεπε τὰ πάντα νὰ ἦναι ἐξ ἠκριβωμένα δι’ εἰσηγήσεως, καὶ ὄχι νὰ ἀρχίσωμεν πρωθυστέρως, πρῶτον νὰ ἐλέγχωμεν καὶ κατόπιν νὰ ἔρχωνται αἱ ἐξηγήσεις, ἡ εἰσήγησις, αἱ πληροφορίαι περὶ τῆς ἐννοίας τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ μοὶ εἶναι ἀδιάφορος ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη ἐξήγησις τῶν ἀσαφειῶν. Παραδέχομαι οἱανδήποτε τῶν δύο ἐννοιῶν, οἱανδήποτε τῶν δύο ἐξηγήσεων. Ἐὰν παραδεχθῶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους περιορίζεται ὑπὲρ ἐκείνων μόνον τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὰ μέσα νὰ συντηρήσωσιν ἓν δημοτικὸν σχολεῖον καὶ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον, περιορίζεται δὲ εἰς τὸ νὰ συντρέξῃ αὐτοὺς δι’ ἓν δημοτικὸν σχολεῖον καὶ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον, βεβαίως τότε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ὁ ἀντίπους τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἴσχυε μέχρι τοῦδε, καὶ ἡ δαπάνη θὰ ἦναι μὲν συνδρομὴ πρὸς τὴν παντελῆ ἔνδειαν, ἀλλὰ θὰ περιορίζηται εἰς ποσὸν ἑκατὸν ἴσως μόνον χιλιάδων δραχμῶν. Ἐὰν ὅμως ἡ συνδρομὴ ἐκτείνηται καὶ ἐκτὸς τῶν ὅλως ἐνδεῶν δήμων, θὰ ἦναι μὲν ἀνωτέρα ἡ δαπάνη, ἀλλὰ μετὰ ἰσότητος οὐ μόνον ἀδίκου κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβοῦς διὰ τὴν διάδοσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τῶν ὅσων ἀναφέρω λεπτομερῶς πως, ἐνῷ ὁμιλῶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, σκοπῶ κυρίως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἀρχῆς τῷ ὄντι μεγάλης, ἡ ὁποία ἰσχύει μέχρι τοῦδε, καὶ ἐπὶ τῆς ἀντιθέτου ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἰδοὺ τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἡ ἀρχὴ ἐκείνη, ἐπὶ τῆς ὁποίας διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἐνῷ ὑπάρχει ἴσως ἄλλο κεφάλαιον τοῦ νομοσχεδίου, ἄλλη ἀρχή, περὶ τῆς ὁποίας λίαν προθύμως θὰ συμφωνήσω καὶ θὰ ἐξάρω τὴν νομοθετικὴν πρόνοιαν αὐτοῦ. Λοιπόν, Κύριοι, σταματῶ ἐδῶ, διότι εἶναι ἄξιον πρὸ παντὸς νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἡ ἐκπαίδευσις ἡ δημοτικὴ τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος θὰ κανονίζηται κατὰ τοὺς πόρους τῶν δήμων, ἢ θὰ κανονίζηται κατὰ τὴν ἐκπαιδευτικὴν ἀνάγκην; Ἡ εἰσφορὰ τοῦ Δημοσίου θὰ κανονίζηται καθ’ ὡρισμένον τι, μηχανικῶς, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ἀριθμητικῶς ὁριζόμενον ποσὸν, ἵνα τὸ Κράτος τοιουτοτρόπως ἐξοφλῇ, ἀδιαφοροῦν περαιτέρω περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἢ θὰ τεθῇ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους καὶ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτοῦ πρὸς συνδρομὴν ἐπὶ ὅλως ἀλλοίων ἰδεῶν, ἐπὶ ὅλως ἀλλοίας βάσεως; Δὲν ἔχω ἀνάγκην τῆς λεπτομερείας, ἐὰν θὰ δαπανᾷ τὸ Δημόσιον 100 ἢ 200 ἢ 800 χιλιάδας δραχμῶν, οὔτε τῆς ἐξακριβώσεως τῆς ἀσαφείας ἐκείνης, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο πρὸ ὀλίγου λόγος· σταματῶ εἰς τὴν ἀρχήν· ἐὰν δηλ. ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου θὰ θεωρηθῇ ἐπιβαρύνουσα τὸ Κράτος ἀναλόγως τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἀνάγκης, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος, ἢ θὰ ἔχῃ ἄλλους περιορισμούς. Δύνασθε νὰ ὁρίσητε ἐπὶ τὸ φειδωλότερον ἢ ἐπὶ τὸ εὐρύτερον τὴν ἐκπαιδευτικὴν ἀνάγκην,—ἄλλο τὸ ζήτημα τοῦτο—ἀναλόγως τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ διαθέσῃ τὸ Κράτος, ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ ὁρίσητε ἐκπαιδευτικὴν ἀνάγκην. Ἐὰν ταύτην τὴν ἀρχὴν παραβιάσητε, ἐπαναστατεῖτε κατὰ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἅπας ὁ πεπολιτισμένος κόσμος πρεσβεύει σήμερον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ θὰ ἦτο, Κύριοι, εἷς ἀναχρονισμὸς, καὶ ἄνευ μάλιστα ἀνάγκης τινὸς γινόμενος, ἀναχρονισμὸς ἀνάξιος ἰδίως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅστις ἑνώνει τὴν παίδευσιν τὴν εὐρεῖαν μὲ τὴν γνῶσιν τοῦ τόπου καὶ τὴν πολιτικὴν ἐμπειρίαν. Καὶ δυνάμεθα σήμερον νὰ παραδεχθῶμεν ποτὲ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς οἰκονομικῆς ἀνεπαρκείας τῶν δήμων ἡ διάδοσις ἢ ὁ περιορισμὸς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τοῦτο εἶναι αὐτοδιοίκησις; Ἀλλ’ ἡ αὐτοδιοίκησις δὲν συνίσταται, νομίζω, εἰς τὸ νὰ πένωνται οἱ δῆμοι καὶ νὰ μένωσι καταναγκαστικῶς ἀπαίδευτοι. Βεβαίως εἰρωνεία θὰ ἦτο πρὸς τοὺς δημότας τῶν δήμων τῆς Ἑλλάδος, ἂν τοῖς εἴπῃ τὸ Κράτος: «δὲν ἀναμιγνύομαι διόλου· κάμετε καλὰ, θυσιάσατε ὅσα θέλετε διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν». Δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ αὐτοδιοικήσεως, ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐλλείποντος χρήματος καὶ περὶ συνδρομῆς τοῦ Κράτους, ἀλλοῦ ἔγκειται ἡ αὐτοδιοίκησις. Ἡ αὐτοδιοίκησις ἔγκειται τοὐναντίον εἰς τὸ νὰ τοῖς παράσχητε τὰ μέσα, ἵνα ἔχωσι καὶ διαχειρίζωνται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαραιτήτως πρέπει νὰ ἔχωσι, δηλαδὴ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν. Καὶ μήπως οἱ δῆμοι, Κύριοι, τῆς Ἑλλάδος εἶναί τι αὐτοφυὲς, τὸ ὁποῖον προέκυψεν ἐκ τῆς ἐλευθέρας θελήσεως τῶν πολιτῶν; Πλανώμεθα βεβαίως, ὅταν, ὁμιλοῦντες περὶ δήμων τῆς Ἑλλάδος, φανταζώμεθα ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ δήμου ἐν Ἑλλάδι ἡ ἔννοια αὐτοφυοῦς σωματείου, τὸ ὁποῖον ἱστορικὴ πρόοδος ἐδημιούργησεν, ἢ κοινότης συμφερόντων, ἰδεῶν, αἰσθημάτων, τοπικῶν περιστάσεων, ἢ ἀρχικὴ ἐλευθέρα θέλησις τῶν ἀποτελεσάντων τὸν δῆμον. Μόνον ἡ κοινότης ἔχει ἔννοιαν τοιαύτην, καὶ ἡ αὐτοδιοίκησις ἡ χορηγουμένη διὰ τῆς παροχῆς δικαιωμάτων εἰς τὴν κοινότητα προϋποθέτει εὐλόγως ὅτι εἶναι σωματεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἰδίαν ζωήν, ἰδιαίτερα συμφέροντα, ἰδίους ὅρους ὑπάρξεως. Ἀλλὰ ὁ δῆμος τί εἶναι ἐν Ἑλλάδι; Ὁ δῆμος ἐν Ἑλλάδι εἶναι κατασκεύασμα τοῦ Κράτους, εἶναι μία αὐθαίρετος διαίρεσις διοικητικὴ, δι’ ἧς πολλάκις ἀνεμίξαμεν ἐν τῇ αὐτῇ περιφερείᾳ κατοίκους χωρίων, τὰ ὁποῖα καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν τοπικῶν περιστάσεων καὶ τῶν συμφερόντων, εὑρίσκονται ὄχι εἰς ἁρμονίαν καὶ συνάφειαν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας εἰς ἀντιθέσεις· βλέπετε εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν δῆμον ἄλλους μὲν εὑρισκομένους εἰς πεδιάδα καὶ ἄλλους εἰς ὀρεινὰ μέρη, ἄλλους ποιμένας καὶ ἄλλους γεωργούς· εὑρίσκετε εἰς τὸν αὐτὸν δῆμον τὴν πάλην, ἀντὶ νὰ εὑρίσκητε ἁρμονίαν τινὰ συμφερόντων. Ἐν τῇ προτέρᾳ καταστάσει τοῦ τόπου, προτοῦ καταστῇ ἐλεύθερον Κράτος, ὑπῆρχεν ἡ κοινότης, δὲν ὑπῆρχεν ὁ δῆμος· ὁ δῆμος κατεσκευάσθη ὑπὸ τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος διέγραψε τὰς περιφερείας τῶν δήμων ὡς μονάδων διοικητικῶν, καὶ πρὸς τοὺς ὅσοι συνέπεσε νὰ κατοικῶσιν ἐν ἑκάστῃ τοιαύτῃ περιφερείᾳ λέγει σήμερον: «Εἶσθε ὑπόχρεοι νὰ ἐκπαιδεύησθε· τιμωρεῖσθε μάλιστα, ἂν δὲν ἐκπαιδευθῆτε». Ἀλλ’ ἐὰν ἐξαρτᾶται τοῦτο ἀπὸ τὴν εὐπορίαν τοῦ δήμου, περὶ τούτου τὸ Κράτος δὲν ἐννοεῖ νὰ εὐθύνηται σπουδαίως. Ἔχομεν λοιπὸν δήμους πενομένους, χωρὶς βεβαίως διὰ τοῦτο νὰ πταίωσιν οἱ δημόται των, ὡς ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν δήμους εὐποροῦντας, χωρὶς νὰ δυνάμεθα νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν ἔκτακτον δραστηριότητα τῶν δημοτῶν τὴν εὐπορίαν ταύτην. Ποίαν ἔννοιαν λοιπὸν ἔχει, ποίαν ἀξίαν, τὸ νὰ σχετίζωμεν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἡ ὁποία θεωρεῖται κυριώτατον μέλημα τῶν πεπολιτισμένων κοινωνιῶν, νὰ τὴν σχετίζωμεν μὲ τὴν πενίαν ἢ τὴν εὐπορίαν τῶν τυχαίως ἢ αὐθαιρέτως σχηματισθεισῶν αὐτῶν μικρῶν τοπικῶν περιφερειῶν; Μήπως ὑπάρχει ὀλιγωτέρα ἀνάγκη ἢ ὀλιγωτέρα χρησιμότης τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκεῖ, ὅπου ὁ δῆμος συνέπεσε νὰ ἦναι πένης; ἐκεῖ, ὅπου πάλιν ἕνεκα τοῦ Κράτους ὑπάρχει ἡ στέρησις παντὸς μέσου συγκοινωνίας, ἡ ἔλλειψις τάξεως ἀστυνομικῆς καὶ παντὸς κοινωνικοῦ ἀγαθοῦ, ἡ περὶ πάντα ἀμηχανία καὶ ἀπόγνωσις; Ἀλλ’ ἀκριβῶς, κατ’ ἀντιπεπονθότα λόγον, ἐκεῖ ἀκριβῶς τὸ Κράτος ἔπρεπε μᾶλλον νὰ ἐνδιαφέρηται νὰ ἐκτείνῃ τουλάχιστον τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, νὰ πράξῃ δηλαδὴ τὸ ἀντίστροφον ἀκριβῶς ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θέλομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ καθιερώσωμεν. Εἶναι λοιπὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μία πλάνη ῥιζική, θεμελιώδης, ἀσυμβίβαστος μὲ τὰς κρατούσας σήμερον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἰδέας. Διὰ τοῦτο εἶπον πρότερον, ὅτι δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν καὶ πολὺ λεπτομέρειαί τινες, διότι ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ πολεμῶ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ Κράτος λέγει «ἐκπαιδευθῆτε πάντες»· ἀλλὰ πῶς θὰ ἐκπαιδευθῶσιν, οὐ φροντὶς Ἱπποκλείδῃ! Καὶ ὑπάρχουσι δῆμοι μεγάλης ἐκτάσεως εἰς μέρη δύσβατα, δῆμοι πενέστατοι, ἔχοντες ὅμως μέγαν σχετικῶς πληθυσμόν. Λέγετε πρὸς αὐτούς: «ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἔχητε ἓν σχολεῖον καὶ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον», ἂς μεταβαίνωσι δὲ τὰ τέκνα τῶν δημοτῶν ἀπὸ τοῦ χωρίου των εἰς ἀπόστασιν πεντάωρον, ἵνα πραγματοποιήσωσι τὸ δικαίωμα καὶ ἐκπληρώσωσι τὴν ὑποχρέωσιν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Καὶ αὐτὸ λέγεται παρ’ ἡμῖν δημοτικὴ ἐκπαίδευσις! Ἀλλὰ δημοτικὴ ἢ μᾶλλον λαϊκὴ ἐκπαίδευσις, ἐν σχέσει καὶ πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους, ὅπως συνδράμῃ πρὸς αὐτήν, δὲν δύναται κἂν νὰ ἐννοηθῇ, εἰμὴ ἐὰν στηρίζηται τὴν ἀπαραίτητον συνδρομὴν εἰς τὰς ἀναλογίας τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα πεπολιτισμένα Κράτη, ἔλαβε καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ νομοθέτης ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τοῦ 1892· ἀναλογία δὲ ἀνάγκης ἐκπαιδευτικῆς καὶ κατ’ αὐτὰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου δὲν ὑπάρχει, εἰμὴ ἡ στηριζομένη ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ ἑκάστου χωρίου. Αὕτη φειδωλῶς μὲν ἴσως, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐπαρκῶς, εἶναι ἡ τῶν 7% ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ. Καὶ εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀναλογία φαίνεται πραγματοποιηθεῖσα, ἐὰν συγκρίνῃ τις τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν σπουδαζόντων ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις. Βλέπομεν τοῦτο ἐν τῷ πίνακι τῷ κατατεθέντι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Ὁ ὅλος πληθυσμὸς εἶναι κατὰ τὰς τελευταίας ἀπογραφὰς 2,250,000 περίπου. Ἔχομεν δὲ φοιτῶντας ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις 157,000 ἐν ὅλῳ, ἑπομένως εὑρίσκομεν κατὰ σύμπτωσιν τὴν ἀναλογίαν τῶν 7 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μοὶ ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὡς βάσις θὰ τεθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαρχόντων σχολείων· ἀλλὰ τότε διατὶ νὰ μὴ διατηρήσητε καὶ ἐν τῷ νέῳ νομοσχεδίῳ τὴν ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν καθιέρωσεν ὁ νομοθέτης, ἀφοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαρχόντων σχολείων προέκυψεν ἐκ τῆς ἀναλογίας ταύτης τῶν 7 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ; Καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, πρὸς τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι ἔχων τάσιν πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν ἤθελεν ὑπερακοντίσει καὶ τὰ μᾶλλον πεπολιτισμένα ἔθνη, ἂν ὑπῆρχον ὅροι εὐκολωτέρας προσελεύσεως τῶν μαθητῶν εἰς τὰ σχολεῖα. Εἰς ἄλλα Κράτη καθιέρωσαν τὴν ἀναλογίαν 17%, ὅπως ἐν Γερμανίᾳ...
§58ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μεταξὺ τῶν ἀστικῶν πληθυσμῶν παρατηρεῖται οὐχὶ ἡ ἀναλογία τῶν 7%, ἀλλὰ τῶν 12 καὶ 14%.
§59ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν ἐπικουρίαν... Ἀλλ’ ἐνῷ ὁπωσδήποτε παρέχομεν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν κατ’ ἀποχρῶσαν ὁπωσοῦν ἀναλογίαν, διατηροῦμεν αὐτὴν κατὰ ποιὸν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἦναι ἐπαχθὲς καὶ ἀνιαρὸν ἔργον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὁ δυστυχὴς παῖς δὲν βλέπει τὴν ὥραν ν’ ἀπαλλαγῇ. Μὲ ποίας δὲ θυσίας ἐπιδιώκει αὐτὴν τὴν τόσον ὀχληρὰν ἐκπαίδευσιν ὁ Ἑλληνικὸς λαός; οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων ἀποσπῶσι τὰ παιδία των, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ στείλωσι πρὸς φύλαξιν τοῦ μικροῦ ποιμνίου,—διότι ἔχουσι πρὸς τοῦτο ἀνάγκην καὶ τῶν νηπίων των ἀκόμη. Ἐξεμύζησε τὸ Κράτος πᾶσαν ἰκμάδα αὐτῶν, τοὺς ἐφορολόγησε μέχρι τοῦ μυελοῦ τῶν ὀστέων, χωρὶς οὐδὲν νὰ τοῖς παρέχῃ, καὶ ὅμως ἀποφασίζει ὁ χωρικὸς νὰ στείλῃ τὸ τέκνον του εἰς τὸ σχολεῖον· ἀλλὰ ποῦ νὰ τὸ εὕρῃ τὸ σχολεῖον;
§60ΕΥΤΑΞΙΑΣ. 1689 κοινότητες στεροῦνται σχολείων.
§61ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ λέγων ταῦτα, δὲν ἐννοῶ βεβαίως νὰ ἐπεξέλθω κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, εἴπερ τις καὶ ἄλλος, ἔχει τὴν διάθεσιν, ὅπως πάντα τὰ χωρία τύχωσι διδασκάλων, ἀλλὰ πρέπει πάντες νὰ σκεφθῶμεν, ἵνα ληφθῶσι ῥιζικὰ μέτρα καὶ ὁριστικὰ καὶ πλήρη, διότι πρόκειται περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ λαοῦ, ὑπὲρ τῆς ὁποίας πάντες ἐνδιαφερόμεθα...
§62ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γείνῃ διακοπή, κύριε Πρόεδρε.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 5ης ὥρας μετὰ μεσημβρίαν. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 τῆς μεσημβρίας. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ὥρᾳ 5 καὶ 25′ μ. μ.)
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον. Ἀλλὰ πρὸ τούτου θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ἕτοιμα τὴν πρωΐαν. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως)
§65ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν πρὸ μεσημβρίας συνεδρίασιν ἐνησχολήθην εἰς τὴν πρώτην βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν σχετικὴν πρὸς τὴν συνδρομὴν τὴν χρηματικὴν τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς δήμους· ἐξήτασα ἰδίως ταύτην οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ποσοῦ, ἐὰν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται, τῶν 800,000 δραχμῶν, ἢ 1,000,000, ἦναι ἢ δὲν ἦναι ἐπαρκὲς, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν καὶ τοὺς κανόνας, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ συνδρομὴ αὕτη πρέπει νὰ κανονίζηται. Καὶ ὁμιλῶν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διεκόπην ὑπὸ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι ὑπέπιπτον εἰς ἀνακρίβειάν τινα. Ἐὰν ἡ παρατήρησις ἦτο ἀκριβής, ἀληθῶς θὰ ἐνισχύετο ἔτι μᾶλλον ἡ πρώτη ἐμὴ παρατήρησις, ὅτι πρὸ παντός, προκειμένου περὶ τοιούτου νομοσχεδίου, ἔπρεπε νὰ ἤμεθα ἀπηλλαγμένοι τῶν κινδύνων τῶν ἀνακριβειῶν, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας πλήρεις πίνακας, στατιστικὰς πληροφορίας, πλήρεις ἐξηγήσεις. Ἠθέλησα νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ γραφὲν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ὅτι ἡ συνδρομὴ τοῦ δημοσίου ταμείου θὰ περιορίζηται εἰς 150 ἢ 160 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ κατὰ τοῦτο ὑπερασπιζόμενος τὸ νομοσχέδιον ἠθέλησα νὰ προείπω, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 800 χιλιάδων ὁλόκληρον θὰ ἐξαντλῆται. Ἐὰν πρόκειται τὸ Δημόσιον νὰ συνεισφέρῃ μόνον πρὸς τοὺς δήμους ἐκείνους, οἵτινες δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ συντηρήσωσιν ἓν δημοτικὸν σχολεῖον, ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον, νὰ συνεισφέρῃ δὲ κατὰ τοσοῦτον μόνον, ὥστε νὰ ἐπαρκῇ ἕκαστος δῆμος πρὸς συντήρησιν ἑνὸς δημοτικοῦ σχολείου καὶ ἑνὸς γραμματοδιδασκαλείου, βεβαίως δὲν θὰ ἔχωμεν δαπάνην τοῦ Δημοσίου ἢ 150 χιλιάδων περίπου δραχμῶν, χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἔχω πίνακα ἐνταῦθα, τὸ ὁποῖον εὐηρεστήθη ὁ κ. Ὑπουργός, συνεπείᾳ αἰτήσεώς μου, νὰ καταθέσῃ, περὶ τῶν δήμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, ὅπως δαπανήσωσι δύο χιλιάδας δραχμῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ ἐξ αὐτοῦ μανθάνομεν, ὅτι ἔχομεν δήμους τοιούτους 97. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι δι’ αὐτοὺς μόνους τοὺς δήμους, τοὺς ὅλως ἐνδεεῖς, πρόκειται νὰ δώσῃ τὸ Δημόσιον, βεβαίως θὰ δώσῃ περὶ τὰς 200,000 δραχμῶν τὸ πολὺ, καὶ τοῦτο ὑπετέθη, ὅπως εἶπον, καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, καὶ ὑπελογίσθη τὸ ποσὸν εἰς 195,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου (καὶ κατὰ τοῦτο ὑπερησπιζόμην αὐτὸ) δὲν εἶναι αὐτή. Τὸ νομοσχέδιον δὲν λέγει ὅτι ἡ συνδρομὴ θὰ δίδεται εἰς μόνους αὐτοὺς τοὺς δήμους, τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι μόνον τόσον ποσὸν διαθέτει τὸ Δημόσιον, διαθέτει ὅσον ποσὸν ἀπαιτεῖται δι’ ἓν δημοτικὸν σχολεῖον καὶ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον...
§66Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ ἐξασφαλίσῃ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον δύο σχολεῖα εἰς ἐκείνους τοὺς δήμους τοὺς ἐνδεεῖς, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τὸ 1 ἢ τὸ 1½ ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον τυχὸν ἤθελεν ἡ Βουλὴ παράσχει πρὸς ἐπικουρίαν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, νὰ τὸ διαθέτῃ ἐλευθέρως, κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ θέλησιν. Ἐὰν π. χ. συμπέσῃ νὰ ᾖναι Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἷς ἐκ Κορινθίας, νὰ μὴ δύναται νὰ συστήσῃ εἰς ἕκαστον δῆμον, καὶ εὔπορος ἂν ᾖναι, τῆς ἐπαρχίας αὑτοῦ 3, 4, 5 σχολεῖα, χάριν τῆς ἰδίας του ἐπιῤῥοῆς, ἢ εἰς ἄλλους δήμους, χάριν τῆς πολιτικῆς ἐνισχύσεως φίλου του, ἀλλὰ νὰ καταβληθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον χορηγεῖ τὸ Δημόσιον, ἐν δικαίῳ λόγῳ εἰς τοὺς δήμους πάντας, τοὺς ἀποδεδειγμένως ἐπιδεεῖς καὶ χρῄζοντας ἐπικουρίας. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου, νὰ μὴ ἀφεθῇ εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ συνιστᾷ σχολεῖα ὅσα καὶ ὅπου θέλει· διότι μεγίστη ἐγένετο κατάχρησις κατὰ τὸ παρελθόν, ἐπὶ βλάβῃ ἀπόρων δήμων· διετίθεντο δηλαδὴ 500 χιλιάδες δραχμῶν ἀνεξελέγκτως, ὁ δὲ Ὑπουργὸς, ἔχων ἐλευθερίαν ἐνεργείας, συνίστα 3, 4, 5 σχολεῖα εἰς τοὺς δήμους τῆς ἐπαρχίας του, ἢ τῶν φίλων του, χάριν πολιτικῶν συμφερόντων καὶ ἐπὶ βλάβῃ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§67ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ χαίρω, διότι λαμβάνω ἀφορμὴν, ὅπως, προκειμένου περὶ προσωπικῆς ἐμπιστοσύνης, ἐκφράσω ταύτην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἂν ὁ νόμος ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὸν νὰ συστήσῃ ὅπου τυχὸν ἤθελεν ἐγκρίνει δημοτικὰ σχολεῖα· καὶ ἀκριβῶς λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἔχει ἐκ τοῦ νόμου αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν θὰ προετίμων τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅτι κατὰ τὸν νόμον τοῦτον δὲν θὰ ἦναι ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς νὰ συνιστᾷ ὅπου τυχὸν ἐγκρίνῃ δημοτικὰ σχολεῖα· ἀλλ’ ἐγὼ, ἀπέναντι τῆς ἰσοπεδώσεως, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιφέρει εἰς τοὺς δήμους ὅλους, μὴ λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκτασιν τῆς ἀνάγκης ἑκάστου, θὰ προετίμων τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, διότι τὸ νομοσχέδιον τί σᾶς λέγει; (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 58. Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ ᾼϠΝϚʹ περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων νόμου χορηγουμένη εἰς τοὺς δήμους ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου συνδρομὴ ἀπονέμεται αὐτοῖς, μόνον ἐὰν, καὶ μετὰ τὰς κατὰ τὸ ἄρθρον 56 ἐπενεχθείσας ὑπὸ τοῦ νομάρχου μεταβολὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ μετὰ τὴν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον αὔξησιν τῶν φόρων, δὲν συμπληρόνονται αἱ ἀπαιτούμεναι πιστώσεις, ἀλλὰ τῆς ἐγκρινομένης συνδρομῆς τὸ ποσὸν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπερβῇ τὸ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς συντήρησιν ἑνὸς κοινοῦ δημοτικοῦ σχολείου καὶ ἑνὸς γραμματοδιδασκαλείου ἐλλεῖπον.»
§68Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δύο σχολεῖα ὑπόσχεται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν ἄπορον δῆμον. Ἀλλὰ καὶ ἡ διάταξις αὕτη δυνατὸν νὰ τροποποιηθῇ, ὅπως καὶ μεῖζον καταστῇ ἐν ἀνάγκῃ τὸ χορήγημα.
§69ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγω.
§70ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὥστε, ἂν ὑπάρχωσι δύο σχολεῖα, δὲν δίδει τίποτε.
§71Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶπον ὅτι δύναται νὰ τροποποιηθῇ.
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνω πρὸς ὑμᾶς, (ἀποτείνεται πρὸς τὸν ἀγορεύοντα) δὲν τὴν ἀπευθύνω μετὰ προαιρέσεως νὰ ἐνασκήσω ἐπιῤῥοήν τινα ἐπὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ μεταδώσητε τὰς ἰδέας σας εἰς τὴν Βουλήν· νομίζω ὅμως, ὅτι, ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφεύγῃ τις τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, κατὰ τοσοῦτον εὐκολύνει περισσότερον τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς· διότι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, ἐφ’ ὅσον αἱ λεπτομέρειαι δὲν δύνανται νὰ ἀναχθῶσιν εἰς ἀρχὴν, εἰς γενικὰς ἰδέας, περιπλέκει τὴν συζήτησιν. Αὐτὸ ἤθελον νὰ σᾶς συστήσω, χωρὶς νὰ ἐννοῶ, ὅτι τοῦτο πράττω, ἵνα σᾶς ἐπηρεάσω, ὥστε νὰ πράξητέ τι, τὸ ὁποῖον σεῖς δὲν ἐγκρίνετε.
§73ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπ’ ἐναντίας, ἐγὼ φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὄχι ὑμεῖς, ἀλλὰ καὶ πᾶς Βουλευτὴς δύναται νὰ ποιῆται ἀνάλογόν τινα παρατήρησιν, διότι νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ ἔχομεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἔτι μᾶλλον φέρομεν τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως μὴ καταχρώμεθα τῆς ἐλευθερίας ταύτης, οὐδὲ πρέπον εἶναι ἐκεῖνα, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἀκούομεν λεγόμενον ἀπὸ τοῦ βήματος πρὸς Βουλευτὰς τυχὸν ποιουμένους τοιαύτας παρατηρήσεις: «Δὲν θὰ μοῦ κανονίσητε τὸ πῶς θὰ ὁμιλήσω, δὲν θὰ μὲ διακόψητε, δὲν δύνασθε νὰ μοῦ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον». Καὶ φρονῶ, ὅτι ἀκριβῶς διότι ὑπάρχει ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἰς πάντα Βουλευτὴν, ὑπάρχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ποιῆται ἕτερος παρατηρήσεις εἰς τὸν καταχρώμενον τῆς ἐλευθερίας ταύτης. Διότι ἄλλως, Κύριοι, ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὄχι μόνον νόμῳ ἀπεριόριστον, ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν ὅλως ἀπεριόριστον, εἷς Βουλευτὴς δύναται νὰ ματαιοῖ τὸ πολίτευμα. Ἀλλ’ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὸ προεῖπον ἐγὼ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι θὰ φέρω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ἐκείνας τὰς λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι βεβαίως εἶναι συναφεῖς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἡ κυριωτέρα εἶναι ἡ δαπάνη· καὶ λέγω ἡ κυριωτέρα, διότι εἶναι διττὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου· καὶ σπεύδω νὰ ὁρίσω τοῦτο. Μία ἀρχὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς βάσεως καὶ τῶν κανόνων, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ εἰσφορὰ τοῦ Δημοσίου θέλει γείνῃ· ἡ ἀρχὴ αὕτη συνδέεται πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους διὰ τὴν συνδρομήν. Ἄλλη ἀρχὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀποκεντρώσεως ἐν τοῖς διορισμοῖς τῶν διδασκάλων. Τὰ δύο ταῦτα δὲν ἀποτελοῦσι μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἀρχήν, καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀσχολοῦμαι εἰς τὴν πρώτην βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν βάσιν τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος πρὸς τοὺς δήμους· καὶ ἀσχολοῦμαι εἰς τὴν βάσιν ταύτην, ὄχι ὑπολογίζων τὸ ποσὸν, ὡς ἔφθην εἰπὼν καὶ πρὸ ὀλίγου, διότι τοῦτο ἀκριβῶς θὰ ἦτο λεπτομέρεια, ἀλλὰ συζητῶν τὰ τῆς δαπάνης τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῶν δήμων ὑπὸ ἄλλην ἔννοιαν, ἐπὶ ποίων δηλαδὴ κανόνων θὰ βασίζηται ἡ δαπάνη αὕτη καὶ ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ ὅλον σχεδὸν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν βάσιν αὐτοῦ. Τί ὁρίζει τὸ ἄρθρον 58; — καὶ ἐδῶ ὑπάρχει ἡ κυριωτέρα ἀρχὴ — (ἀναγινώσκει): «... ἀλλὰ τῆς ἐγκρινομένης συνδρομῆς τὸ ποσὸν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπερβῇ τὸ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς συντήρησιν ἑνὸς κοινοῦ δημοτικοῦ σχολείου καὶ ἑνὸς γραμματοδιδασκαλείου».
§74Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δύο σχολεῖα πλήρη παρέχει τὸ Δημόσιον, κατὰ τὴν ἐν λόγῳ διάταξιν.
§75ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Περιστρέφεσθε εἰς τὰς λεπτομερείας. Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅπως θέλετε νὰ ἐξηγήσητε αὐτό· ἀφήσατε νὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου. Τὸ πῶς λοιπὸν πρόκειται νὰ ὁρισθῇ· καὶ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ δίδῃ αὐτὸ τὸ ποσὸν, ἀποτείνεται πρὸς τοὺς δήμους ὅλους καὶ λέγει: «Δὲν ἔχω νὰ σᾶς δώσω, παρὰ μόνον δι’ ἓν δημοτικὸν σχολεῖον καὶ δι’ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον». Τώρα πῶς θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ τὸ δίδῃ τὸ Δημόσιον πρὸς ἐκείνους τοὺς δήμους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνεπαρκεῖς πρὸς συντήρησιν ἑνὸς δημοτικοῦ σχολείου καὶ ἑνὸς γραμματοδιδασκαλείου; Δὲν τὸ λέγει τοῦτο ὁ νόμος. Ὁ νόμος λέγει μόνον, ὅτι τόσον ποσὸν θὰ δώσω, ὄχι ὅμως πρὸς ἐκείνους τοὺς δήμους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνεπαρκεῖς πρὸς συντήρησιν ἑνὸς δημοτικοῦ σχολείου καὶ ἑνὸς γραμματοδιδασκαλείου. Καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν τείνει εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατεμέμφθησαν αὐτοῦ ἐν τῷ τύπῳ, ὅτι τείνει νὰ περιορίσῃ τὴν δαπάνην τῶν 800 χιλιάδων δραχ. εἰς 100,000. Τοῦτο θὰ ὑπῆρχεν, ἐὰν ὁ νόμος ὥριζεν, ὅτι ἡ συνδρομὴ αὕτη θέλει δοθῆ πρὸς ἐκείνους μόνον τοὺς δήμους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ συντηρήσουν ἓν δημοτικὸν σχολεῖον καὶ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον. Τοῦτο ἐκ πρώτης ὄψεως θὰ ἦτο συναφὲς πρὸς τὴν ὅλην ἰδέαν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ ὅλη ἰδέα τοῦ νομοσχεδίου, ἡ βάσις αὐτοῦ στηρίζεται εἰς τοῦτο· «σᾶς ἀρκεῖ ἓν δημοτικὸν σχολεῖον καὶ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον, ἀδιάφορον πόσοι εἶσθε, ἀδιάφορον ποίαν ἐκπαιδευτικὴν ἀνάγκην ἔχετε». Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο· ἠδύνατο κατὰ παρεξήγησιν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ διατάσσετε ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ δὲν διατάσσετε τοῦτο. Τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 800 ἢ 900 χιλιάδων δραχμῶν θὰ διατεθῇ ἴσως ὁλόκληρον, ἀλλὰ πῶς; διὰ μιᾶς ἀφομοιώσεως καὶ ἰσοπεδώσεως ὅλων τῶν δήμων· οἱ δῆμοι οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ συντηρήσωσιν ἓν δημοτικὸν σχολεῖον καὶ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον, θὰ λάβουν καὶ αὐτοὶ τὸ μερίδιόν των, ἀλλὰ θὰ τὰ λάβουν ἐπίσης καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπαρκεῖς πρὸς συντήρησιν 20 δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων. Τί θὰ λάβωσι; θὰ λάβωσι τὸ ἓν θὰ παραστήσουν ὅτι ἔχουσιν ἀνάγκην 20 καὶ θὰ λάβωσι τὸ ἓν παρὰ τοῦ Δημοσίου.
§76ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι αὐτὰ, διότι λέγει «τὸ ἐλλεῖπον διὰ τὴν συντήρησιν ἑνὸς δημοτικοῦ σχολείου καὶ ἑνὸς γραμματοδιδασκαλείου».
§77ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως...
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑμεῖς δύο ἀρχὰς διεκρίνατε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὰς ὁποίας ἐκρίνατε ἀξίας, ἵνα ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας τὴν μίαν ἀρχήν, ὅτι τὸ Κράτος θέλει δαπανᾷ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὴν ἄλλην, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσάγεται ἡ ἀποκέντρωσις ἐν τῇ διοικήσει τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ πρώτη ἀρχή, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἀρχὴ, ἡ ὁποία τείνει νὰ ὑπαγάγῃ τὴν λειτουργίαν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὰς πρὸς τὴν Πολιτείαν σχέσεις αὐτῆς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα Ἐθνικὴ Συνέλευσις, νὰ ἀποφασίζωμεν ὅ,τι ἂν ἐγκρίνωμεν, ἡμεῖς εἴμεθα Βουλή, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ ὑποτάσσῃ τὰ βουλεύματά της εἰς τὰ παρακελεύσματα τοῦ Συντάγματος. Τὸ κέλευσμα τοῦ Συντάγματος εἶναι, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἐκτελεῖται δαπάνῃ τῶν δήμων, ἐπίκουρον δ’ ἔρχεται τὸ Δημόσιον. Τὸ σύστημα τὸ μέχρι τοῦδε ὑπάρχον ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ταύτην, διότι κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὑπάρχον ἡ δαπάνη τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κατεβάλλετο ὑπὸ τοῦ Κράτους, εἰσέφερον δὲ οἱ δῆμοι, τὸ πρᾶγμα δὲ τοῦτο διαφέρει μεγάλως τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διατασσομένων. Ἐὰν φαίνηται ὅτι προσεγγίζει τὸ ἓν σύστημα πρὸς τὸ ἄλλο, ἡ διαφορὰ εἶναι τοσοῦτον μεγάλη, ὥστε μεταξὺ τῶν δύο ὑπάρχει μέγα χάσμα. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν ἠθέλησε νὰ ἐπαναφέρῃ, νὰ ὑπαγάγῃ τὰ τῆς μερίμνης τῆς Πολιτείας ὑπὲρ τῆς λειτουργίας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέγραψεν ὡς ἀρχὴν, ὅτι ἡ δαπάνη τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καταβάλλεται ὑπὸ τῶν δήμων, ἐκάλεσε δὲ τὸ Κράτος εἰς συνδρομὴν, ὅπως διατάσσει τὸ Σύνταγμα. Ποία εἶναι ἡ συνδρομὴ, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε εἰσέφερε τὸ Κράτος; Ἡ συνδρομὴ αὕτη, κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον σύστημα, ἀνέρχεται εἰς 800 περίπου χιλιάδας δραχμῶν. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, κατὰ τὸ 1893 προϋπελογίσθησαν ἔξοδα διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν 4,085,840 δραχμαί, ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων προϋπελογίσθη εἰς 3,200,000. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως τοῦ 1893 εἰσεπράχθησαν ἐξ εἰσφορῶν τῶν δήμων 2,439,961, ἐξ εἰσφορῶν δὲ τῶν Μονῶν 98,332· ἑπομένως κατὰ τὸ 1893 εἰσεπράχθησαν 2,538,293· ἐπειδὴ δὲ ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων προϋπελογίσθη εἰς 3,200,000, τὰ εἰσπραχθέντα ἦσαν ἐλάσσω τῶν προϋπολογισθέντων ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων κατὰ 661,707 δραχμὰς, τὰς ὁποίας κατέβαλε τὸ Δημόσιον. Εἶχον δὲ προϋπολογισθῆ κατὰ τὸ 1893 ὡς ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δραχ. 4,085,840, ἀλλ’ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1893 δὲν ἐδημοσιεύθη εἰσέτι, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω πόσα ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων 4,085,840 ἐδαπανήθησαν· ἔχω ὅμως τὴν βεβαίαν πληροφορίαν, ὅτι εἰσεπράχθησαν μόνον 2,538,293 δραχμαί, αἵτινες εἶναι ὀλιγώτεραι τῶν προϋπολογισθεισῶν κατὰ 1,547,547, ποσὸν τὸ ὁποῖον πάντως ἐδαπάνησε τὸ Κράτος ἐκ τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἵνα συμπληρώσῃ τὴν δαπάνην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Κατὰ τὸ 1894 προϋπελογίσθη ὡς δαπάνη τοῦ Κράτους διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ποσὸν 4,166,356, ὡς ἔσοδον δ’ ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων 2,500,000, καὶ ὡς ἔσοδον ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν Μονῶν 1,500,000, τὸ ὅλον 2,650,000. Εἰσεπράχθησαν ὅμως ἐξ εἰσφορᾶς τῶν δήμων μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου 1895 δραχμαὶ 1,591,204.20, καὶ ἐξ εἰσφορῶν τῶν Μονῶν δραχ. 12,220.50, τὸ ὅλον 1,603,424.70.
§79ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μέχρι τίνος μηνός;
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου 1895. Καὶ οἱ δῆμοι εἰσέφερον 1,591,204.20, καὶ αἱ Μοναὶ μόνον 12,220.50... Ἑπομένως μεταξὺ τῶν προϋπολογισθέντων ὡς ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως 4,166,356 καὶ τῶν εἰσπραχθέντων ἐξ εἰσφορῶν 1,603,424.70, ὑπάρχει διαφορὰ 2,562,931.30, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἐπλήρωσε τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§81ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ τῆς εἰσφορᾶς ἔλλειμμα;
§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Οὕτω τὰ μὲν εἰσπραχθέντα κατὰ 1893 ἦσαν ἐλάσσω τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 661.707, ἐλάσσω δὲ τῶν προϋπολογισθέντων ὡς δαπανητέων κατὰ 1,547,547, κατὰ δὲ τὸ 1894 τὰ εἰσπραχθέντα ἦσαν ἐλάσσω τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 1,046,575.30, ἐλάσσω δὲ τῶν προϋπολογισθέντων ὡς δαπανητέων κατὰ 2,562,931.30. Τοῦτο δ’ ἦτο τὸ ἀληθὲς βάρος, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε κατὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§83ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ διὰ τὸ 1894 ἔχει νὰ εἰσπράξῃ ἀκόμη.
§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μένουσι τρεῖς μῆνες μέχρι τέλους τῆς χρήσεως. Συλλογίσθητε ὅτι πρόκειται περὶ εἰσφορῶν τῶν Μονῶν, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων εἶναι γνωστοὶ ποῖοι εἶναι, ὅτι μέχρι τοῦ Μαρτίου τοῦ ἑπομένου ἔτους πραγματοποιοῦνται ὅλα τὰ ἔσοδα τῶν δήμων, καὶ ἑπομένως εἰσέπραξαν ὅσα ἠδύναντο νὰ εἰσπραχθῶσι. Τοιουτοτρόπως τὸ Κράτος δαπανᾷ τὸ γε νῦν ἔχον ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δύο ἑκατομμύρια πλέον τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων. Τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου σκοπεῖται νὰ ὑπαχθῶσι ταῦτα εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀνεκήρυξεν ὑποχρέους τοὺς δήμους διὰ τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐκάλεσε δὲ τὸ Κράτος εἰς ἐπικουρίαν. Τὸ σύστημα ἀκόμη δὲν ἐφηρμόσθη. Πᾶν νέον σύστημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ παραστήσῃ κενὰ, τὰ ὁποῖα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καλεῖται ἀμέσως καὶ ἀναπληροῖ. Τὸ νομοσχέδιον ὑπέλαβεν ὅτι σήμερον τὸ Κράτος εἰσφέρει 800,000 δραχμὰς, ἵνα συμπληρώσῃ τὰ ποσὰ τὰ ἀπαιτούμενα, ὅπως ἐν τοῖς δήμοις λειτουργήσῃ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ὡς νῦν λειτουργεῖ κατὰ ποσὸν, ἀποκτηθῇ δὲ ἡ κατὰ ποιὸν βελτίωσις, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον. Λοιπὸν ἀνέγραψε δαπάνην 800,000 δραχμῶν· ἀλλ’ ἂν ἡ δαπάνη αὕτη ἤθελεν ὑποληφθῇ ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ, τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον δαπανᾷ σήμερον 2,000,000, δὲν θέλει φεισθῆ νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρον καὶ νὰ αὐξήσῃ τὴν χορηγίαν ἀπὸ 800,000 δραχμῶν εἰς 1,000,000, ἀπὸ 1,000,000 εἰς 1,500,000, ἀπὸ 1,500,000 εἰς 2,000,000, ἀναλόγως τῆς ἀνάγκης. Ἡ ἀνάγκη εἶναι μεγίστη. Ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει ὁ ἄνθρωπος τοῦ λαοῦ δύναται νὰ λάβῃ τὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας πρέπει ὁ πολίτης νὰ ἀποκτήσῃ εἴτε ἵνα παρασταθῇ ὡς πολίτης, εἴτε ἵνα ζήσῃ ὡς ἄτομον καὶ ἐπιδοθῇ εἰς βιοποριστικὸν ἔργον καὶ συντηρήσῃ ἑαυτὸν καὶ τὴν οἰκογένειάν του. Ἑπομένως ἡ ἀνάγκη εἶναι μεγίστη. Ἐὰν τὸ Κράτος δαπανᾷ τώρα 2,000,000, ἡμεῖς ἀνεγράψαμεν 800,000, ἵνα ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ ἀνάγκη τοῦ νέου συστήματος. Ἐὰν τὸ Κράτος ἀναγκασθῇ νὰ εἰσφέρῃ πλείονα τῶν 800,000, ὑπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς δαπάνης περιθώριον μέχρι 2,000,000· διότι τόσα δαπανῶνται μέχρι τοῦδε. Ἑπομένως ἡ δαπάνη αὕτη δὲν εἶναι αὔξησις τῶν δαπανωμένων, οὐδεμία δ’ ὑπάρχει ἀφορμὴ, ὅπως ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. «Ἀλλὰ διατὶ ἐκανονίσατε οὕτω τὴν δαπάνην;» Ἐκανονίσαμεν τὴν δαπάνην, ἵνα αὕτη συμπληροῖ μόνον τὰ μὴ ἐπαρκοῦντα ἔσοδα τοῦ δήμου, ἵνα συντηρήσῃ πρὸς τοῖς ἄλλοις σχολείοις καὶ τὸ τελευταῖον δημοτικὸν σχολεῖον. Νομίζω ὅτι ἔχομεν συμφέρον πολιτικὸν νὰ ἀποκλείσωμεν ὅσον δυνάμεθα τὰ πρῶτα ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τοὺς Ὑπουργοὺς, ἀπὸ ἀπόλυτα δικαιώματα, ἀπὸ εὐρύτατα δικαιώματα, τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἐξουσίας των νὰ περιορίσωμεν ὅσον δυνάμεθα, ἵνα μὴ οὗτοι, ἔχοντες εὐρεῖαν ἐξουσίαν, διαθέτωσι μέρος αὐτῆς εἰς κερδοσκοπίαν πολιτικήν. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ἐλεύθερον τὸν Ὑπουργὸν, ἵνα προσδιορίσῃ αὐτὸς τοὺς δήμους, εἰς τοὺς ὁποίους θέλει διανείμει τὴν βοήθειαν τοῦ δημοσίου ταμείου, οὐδὲ νὰ προσδιορίσῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰς ἕκαστον δῆμον θέλει παραχωρήσει. Πρὶν ἢ συστηθῇ τὸ περίφημον ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἰδέαν μου—καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ λυπήσω κανένα ἐκ τῶν συνεδρευόντων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ— κατὰ τὴν ἰδέαν μου ἦτο μέτρον μὴ ἐπιτρεπόμενον ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, ἀπέτυχε δὲ καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, πρὶν ἢ συστηθῇ λοιπὸν τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπῆρχεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένη πάντοτε πίστωσίς τις, ἡ ὁποία διενέμετο ὡς βοήθημα εἰς τοὺς δήμους διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἀλλ’ ἡ πίστωσις αὕτη ἐχρησίμευεν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ ὡς μέσον ἐνισχύσεως πολιτικῆς τῶν φίλων των. Δὲν διένεμον τὸ βοήθημα εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην αὐτοῦ δήμους, ἀλλ’ εἰς τοὺς συνιστωμένους ἀπὸ τοὺς φίλους αὐτῶν Βουλευτάς. Πρὸς τοῦτο εὕρισκον μίαν δικαιολογίαν, ἀλλ’ ἡ πρᾶξίς των δὲν ἦτο δικαία; καὶ δὲν ἦτο δικαία διότι ἐζήτουν νὰ προσφέρωσιν εἰς ἑαυτοὺς πολιτικὸν κέρδος διὰ τῆς αὐθαιρέτου διανομῆς τοῦ βοηθήματος. Τὸ ἄτοπον τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἄρωμεν, καὶ τὴν διανομὴν τοῦ βοηθήματος τοῦ Δημοσίου νὰ ὑποτάξωμεν εἰς κανόνα. Εἰς ποῖον κανόνα; Εἰς τὸν κανόνα τῆς ἀποδείξεως τῆς ἀνεπαρκείας τῶν ἐσόδων τοῦ δήμου. Ἐλάβομεν δὲ ἓν δημοτικὸν σχολεῖον ἢ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι τὰ μέσα τῶν δήμων δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τὴν συντήρησιν πάντων τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι ἐπαρκοῦσι μόνον εἰς τὴν συντήρησιν δύο δημοτικῶν σχολείων, ἐνῷ ὑπάρχουσιν ὀκτὼ, καὶ λείπουσιν οὕτω τὰ πρὸς συντήρησιν τῶν ἄλλων ἕξ ἀναγκαιοῦντα, βεβαίως θὰ φέρωμεν νομοθετικὴν πρότασιν, ἵνα μεταβάλωμεν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἵνα χρησιμεύσῃ ἡ βοήθεια τοῦ Δημοσίου πρὸς σύστασιν ἕξ δημοτικῶν σχολείων. Ἀλλὰ θέλει ἡ Βουλὴ νὰ προσδιορίσωμεν καὶ ἀπὸ τοῦδε τοῦτο; Οὐδαμῶς δυσκολευόμεθα, ἵνα καὶ ἀπὸ τοῦδε ἀναγραφῇ τοιαύτη διάταξις. Ἀλλὰ, μᾶς ἐρωτῶσι, ποίαν πεποίθησιν ἔχετε ὅτι οἱ δῆμοι θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς, ἵνα ἐπιμελῶνται τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν τέκνων τῶν δημοτῶν; Τὸ νομοσχέδιον μετέβαλε πᾶσαν τὴν μέχρι τοῦδε ἰσχύουσαν νομοθεσίαν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, οἱ δημοτικοὶ προϋπολογισμοὶ θὰ συντάσσωνται κατ’ ἄλλον τρόπον καὶ οὐχὶ καθ’ οἷον συνετάσσοντο μέχρι τοῦδε. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἡ πρώτη δαπάνη, ἡ ὁποία ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἶναι ἡ δαπάνη τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ μάλιστα ἵνα μὴ ἀφεθῇ ἐλευθερία εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς νὰ διαθέτωσι μέρος τῆς διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν πιστώσεως εἰς ἄλλας ἀνάγκας, καθ’ ἣν παρέχουσιν ἐλευθερίαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, αἵτινες ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῶν δήμων, διότι κατὰ τὰς εἰρημένας διατάξεις ἐπιτρέπεται ἡ διάθεσις τῶν πιστώσεων τῶν διαφόρων ἐδαφίων, δὲν δύναται δὲ νὰ γένηται χρῆσις τῆς πιστώσεως τοῦ ἄρθρου εἰς τὰς ἀνάγκας ἄλλου ἄρθρου, τὸ νομοσχέδιον κανονίζει τὰ ἄρθρα καὶ κεφάλαια τοῦ δημοτικοῦ προϋπολογισμοῦ οὕτως, ὥστε δὲν ἀφίνει τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, ἵνα μεταφέρωσι τὴν πίστωσιν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄρθρου τοῦ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κεφαλαίου εἰς ἄλλο κεφάλαιον. Δευτέραν τάξιν ἐσόδων ὁρίζει δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ δήμου, ἀλλὰ περιορίζει τὴν πρόβλεψιν ἐπὶ τῆς θεραπείας τῶν δευτερευουσῶν τούτων ἀναγκῶν τόσον, ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῶσιν ἄνευ βλάβης τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Μετὰ τοῦτο δίδει εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα ν’ αὐξήσωσι τοὺς δημοτικοὺς φόρους κατὰ 1%, καὶ ἀφοῦ ἐνασκηθῇ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο, τότε ἐπέρχεται ἡ ἐπικουρία τοῦ δημοσίου ταμείου. Αἱ ἐγγυήσεις λοιπὸν, τὰς ὁποίας ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον, μάλιστα αἱ ἐν αὐτῷ ἀναγραφεῖσαι ποινικαὶ διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων σκοπεῖ νὰ ἐκβιάσῃ τοὺς δημάρχους, ἵνα μὴ βραδύνωσι οὐδὲ μίαν ἡμέραν τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀναγκαίων ἐνταλμάτων πρὸς πληρωμὴν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας, ἵνα θεωρῶσιν ἀμέσως τὰ ἐντάλματα ταῦτα, τοὺς ταμίας, ἵνα ἐξοφλῶσιν ἀμέσως τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα, ταῦτα πάντα εἰσὶν ἀρκοῦσαι ἐγγυήσεις, ὅτι οἱ δημοδιδάσκαλοι δὲν θέλουσι μείνει ἐκτεθειμένοι εἰς τὴν ἀκηδίαν τῶν δήμων, εἰς τὴν κακὴν πίστιν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, εἰς τὴν ἀμέλειαν τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων, καὶ ὅτι θέλουσι κατασταθῆ οἱ δῆμοι ὅσον οἷόν τε ἐπαρκεῖς, ἵνα διαχειρισθῶσι τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἀπονέμομεν αὐτοῖς. Ἀλλά, Κύριοι, ἐνδέχεται νὰ συμβῇ νὰ ὑπάρξωσι δῆμοι, οἵτινες θὰ φανῶσιν ὑποδεέστεροι τῆς ἐντολῆς ταύτης. Καὶ μήπως δὲν ὑπάρχουσι δημόσιαι ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι φαίνονται ὑποδεέστεραι τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἀνέθηκαν οἱ νόμοι εἰς αὐτάς; Δὲν πρέπει νὰ καταστήσωμεν ἀργὴν μίαν ἐλευθερίαν τῆς χώρας, διότι νομίζουσί τινες, ὅτι ἡ χώρα δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διαχειρισθῇ τὴν ἐλευθερίαν αὐτῆς. Πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ συνειθίσωμεν τὸν τόπον, ὅπως ἐνασκῇ τὰς ἐλευθερίας αὑτοῦ, νὰ συνετίσωμεν καὶ ὁδηγήσωμεν αὐτὸν, ἵνα κατασταθῇ ἄξιος τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας ἔχει, καὶ τῶν θεσμῶν οἱ ὁποῖοι ἐχορηγήθησαν εἰς αὐτόν· πρέπει ν’ ἀναθρέψωμεν τὸν τόπον, ν’ ἀναθρέψωμεν τοὺς δήμους καὶ νὰ μορφώσωμεν τὰ πολιτικὰ ἤθη αὐτῶν. Τοῦτον τὸν σκοπὸν νομίζω ὅτι ἐπιτελοῦσιν αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας περιελάβομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ ἡ διαῤῥύθμισις καθ’ ἣν διεσκευάσθησαν τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Μὴ ταραχθήτω ἡ Βουλή, ὅτι, ἐπειδὴ ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅτι ἡ συνδρομὴ τοῦ δημοσίου ταμείου προορίζεται μόνον πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἐλλείποντος διὰ τὴν συντήρησιν ἑνὸς δημοτικοῦ σχολείου καὶ ἑνὸς γραμματοδιδασκαλείου, ὅτι τοῦτο ἐνδεικνύει τὸν ἀποκλειστικὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα μὴ ἐπιτρέψῃ ἄλλην περαιτέρω ἐπικουρίαν τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀποδεχόμεθα πᾶσαν εὐρύτητα τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκεν εἰς τὸ Κράτος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν, εἶναι νὰ δέσωμεν τὰς χεῖρας ἡμῶν καὶ τῶν διαδόχων ἡμῶν, ἵνα μὴ ἀπονέμωσι τὴν βοήθειαν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἄνευ ἀληθοῦς ἀνάγκης τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὡς πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ λεχθέντα, διότι ὁ συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως θέλει μὲ ἀναπληρώσει κατὰ τοῦτο.
§85ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν τελευταίαν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἓν μόνον ἤθελον τὸν παρακαλέσει, ἂν καὶ δὲν ζῶμεν εἰς τὴν ἀρχαιότητα. Ἐὰν ἐζῶμεν εἰς τὴν ἀρχαιότητα, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρχεν ἡ κλεψύδρα, ἤθελον παρακαλέσει νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι ἠγόρευσεν ὁ κ. Πρόεδρος ἐν τῷ ἐμῷ ὕδατι, ὅπως ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι (ἱλαρότης).
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι. Νομίζω ὅτι δώδεκα λεπτὰ σᾶς ἀφῄρεσα (ἱλαρότης).
§87ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐτυχῶς δὲν ἔχομεν τὴν κλεψύδραν.
§88Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ τὸ Ἀττικὸν δίκαιον ἀφῃρεῖτο ὁ χρόνος οὗτος.
§89ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ περὶ πλέον νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι λαμβάνω ἤδη ἐκ δευτέρου τὸν λόγον (ἱλαρότης).
§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εὐτυχῶς δὲν ἀμφιβάλλετε ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἔνθερμοι θιασῶται τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τοῦ λόγου.
§91ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συμπράττω ἐντελῶς μεθ’ ὑμῶν... Ὥστε διὰ τὴν παρέκβασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οὐδένα λόγον ἔχω, ἵνα παραπονεθῶ· ἀπεναντίας μάλιστα, δύναμαι νὰ αἰσθανθῶ εὐχαρίστησιν, διότι ἐν τῷ τέλει τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἐπηγγείλατο οὐδὲν ὀλιγώτερον ἢ πλήρη νομοθετικὴν διόρθωσιν τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἐπειδὴ βεβαίως σκοπὸς ἡμῶν δὲν εἶναι νὰ εὑρίσκωμεν ἀφορμὰς ἀλληλομαχίας καὶ διενέξεως, ἐγὼ εὐχαρίστως ἀποδέχομαι τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι, ἐὰν ἴδωμεν, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ εἰς δήμους τινὰς τὸ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον καὶ τὸ ἓν δημοτικὸν σχολεῖον, νομοθετικὴν πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τῆς συμπληρώσεως αὐτοῦ ἀλλ’ ἡ νομοθετικὴ πρόνοια δύναται νὰ γείνῃ αὐτοστιγμεὶ.
§92ΡΑΛΛΗΣ. Ἄλλος νόμος.
§93Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ποιήσωμαι ἀναγγελίαν περὶ τούτου εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ ἡμερῶν, καθ’ ἣν ἐδήλωσα, ὅτι ἐκανονίσθησαν τὰ περὶ τοῦ θέματος τούτου διὰ τροπολογίας.
§94ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπόν, Κύριοι, πρόκειται κυρίως περὶ τούτου τοῦ κανόνος, τὸν ὁποῖον θέτει τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα· ἐκεῖνα δέ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχουσι τῳόντι πολλὴν ἀξίαν, ἀλλ’ ἀξίαν, ἡ ὁποία δὲν μᾶς χρησιμεύει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀξίαν ἐπιστημονικήν. Μήπως ὁ νόμος τοῦ 1892 σᾶς λέγει, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἐνεργεῖται δαπάνῃ τοῦ Κράτους; Συνδρομὴν σᾶς λέγει καὶ ἐκεῖνος ὁ νόμος, συνδρομὴν σᾶς ἔλεγον καὶ τὰ πρώην ἰσχύοντα, συνδρομὴν σᾶς λέγει καὶ ὁ νόμος οὗτος· ἀλλὰ μήπως ἡ συνδρομὴ παύει οὖσα συνδρομή, ἐὰν κανονισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει κανόνων; Μήπως ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς δήμους θὰ ἦναι τότε μόνον συνδρομή, ἐὰν κανονισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει ἴσως τῶν ἑκάστοτε κλαυθμῶν καὶ ὀλοφυρμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπευθύνωνται ἐξ ἑνὸς ἑκάστου δήμου; Μήπως ἡ συνδρομὴ τότε μόνον θὰ ἦναι συνδρομὴ, ὅταν ἦναι ἴση κατὰ ποσόν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν θὰ παριστῶσιν αὐτοὶ οἱ πενόμενοι καὶ ἐκλιπαροῦντες τὴν συνδρομὴν δῆμοι; Εἶναι ὡς νὰ ἔλεγέ τις, ὅτι εἶναι ἐλεήμων καὶ παρέχει συνδρομὴν εἰς τοὺς πολίτας, ἀλλὰ ἐννοεῖ νὰ παρέχῃ αὐτὴν ἐξ ἴσου εἰς ἕκαστον πολίτην, ἀνεξαρτήτως τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, ἐννοεῖ νὰ παρέχῃ συνδρομήν, ἀλλὰ μόνον μίαν δεκάραν εἰς ὅλους τοὺς πολίτας ἀνεξαιρέτως. Θὰ διαφέρῃ ἡ συνδρομή, δὲν θὰ ἦναι συνδρομὴ, ἐὰν ἀκριβῶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κανονισθῇ ἡ συνδρομὴ αὕτη ἐν τῷ νόμῳ; Ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον! Τότε θὰ ἦναι συνδρομὴ, ὅταν τὸ ποσὸν τὸ εἰσφερόμενον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς ἕνα ἕκαστον δῆμον κανονίζηται ἀναλόγως τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ δῆμος. Ποίας ἀνάγκης; τῆς ἀνάγκης τῆς ἐκπαιδευτικῆς· διότι περὶ ταύτης καὶ μόνης πρόκειται. Περὶ συνδρομῆς πάντοτε πρόκειται, ἀλλὰ τὰ ἰσχύοντα μέχρι τοῦδε δὲν περιώριζον τὴν συνδρομὴν παρὰ ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἀνάγκης διότι ἀκριβῶς τοῦτο εἶναι συνδρομή. Ἅμα ὑπερβῇ τὴν ἐκπαιδευτικὴν ἀνάγκην, τότε δὲν εἶναι συνδρομὴ χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τότε εἶναι παροχὴ, ἡ ὁποία γίνεται ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν δικαίως ἀπεδοκίμασεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶναι συνδρομή, διότι εἶναι κατὰ λόγον τῆς ἀνάγκης, ἡ ἀνάγκη δὲ οὐδεμία ἄλλη δύναται νὰ ἦναι, παρὰ ἡ ἀνάγκη ἡ ἐκπαιδευτική, ἡ ἀνάγκη δὲ ἡ ἐκπαιδευτικὴ δὲν δύναται νὰ κανονίζηται ποτὲ ἀναλόγως τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους ἕκαστος δῆμος ἔχει, τὸ κατασκεύασμα δηλαδὴ αὐτὸ τοῦ Κράτους, ὁ δῆμος, εἰς τὸν ὁποῖον λέγομεν ὅτι παρέχομεν ἐλευθερίαν· ἀλλὰ ποίαν ἐλευθερίαν; Μήπως τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νὰ πένηται, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νὰ μένῃ ἀπαίδευτος; Ἀλλὰ τοιαύτην ἐλευθερίαν βεβαίως δὲν τὴν θέλουσιν οἱ δῆμοι. Εἶναι ἡ ἐλευθερία ἐκείνη, τὴν ὁποίαν δωρεὰν στρατηγός τις Ρωμαῖος ὑπέσχετο ποτὲ εἰς τοὺς Ἕλληνας, καὶ ἐχειροκρότουν οἱ ἀκούοντες, ἐνῷ πράγματι ἤθελε νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς τὴν δουλείαν!
§95Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ποῖος στρατηγός;
§96ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ παρακαθήμενος εἰς ὑμᾶς κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶναι ἁρμόδιος ἵνα σᾶς πληροφορήσῃ (ἱλαρότης).
§97Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἶπον, ὁ Ρωμαῖος Φλαμινῖνος ἐν τῷ ἰσθμῷ τῆς Κορίνθου.
§98ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει καὶ ἐν τούτῳ τῷ κεφαλαίῳ νὰ μεταφέρῃ τὴν ἀξίαν καὶ τὴν σημασίαν τοῦ ἄλλου κεφαλαίου, νὰ χαρακτηρίσῃ καὶ τοῦτο ἀποκέντρωσιν ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ὀνομασθῇ μᾶλλον συγκέντρωσις τῆς πενίας διαρκὴς καὶ ὁριστική· διότι δὲν βλέπω ποίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὴν ἀποκέντρωσιν ὁ περιορισμὸς τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου καὶ ἡ ἰσοπέδωσις αὐτῆς, ὁ περιορισμὸς κατὰ ποσόν, ὅτι εἰς ἕκαστον δῆμον δίδει ἀπὸ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον καὶ ἀπὸ ἓν δημοτικὸν σχολεῖον. Ἀλλὰ σπεύδω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεσχέθη ὅτι τοῦτο δὲν θὰ γείνῃ ἐξ ἡμῶν, ὅτι, ἐὰν παρατηρηθῇ ὅτι εἷς δῆμος δὲν δύναται νὰ ἀρκεσθῇ εἰς ἓν δημοτικὸν σχολεῖον καὶ εἰς ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον, καὶ ὑπάρχῃ ἀνάγκη καὶ 5 καὶ 6 ἀκόμη, θὰ συστηθῶσι καὶ ταῦτα. Ἀλλὰ τότε, Κύριοι, ποίαν βάσιν ἔχομεν; Καὶ διατί τότε περιστρεφόμεθα ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, καὶ δὲν ἐπανερχόμεθα ὡς πρὸς τὴν βάσιν εἰς τὸ καθεστώς; Βεβαίως καὶ τοῦτο εἶναι ἀκριβῶς περιορισμὸς τῆς αὐθαιρεσίας τῶν Ὑπουργῶν, τὸ νὰ ἔχητε μίαν βάσιν ὑπὸ τοῦ νόμου προσδιοριζομένην, τὴν βάσιν τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἀνάγκης· διότι, ἐὰν δὲν ἔχητε ταύτην τὴν ἀνάγκην, εἰπέτε μου ποίαν ἄλλην βάσιν θέλετε διὰ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους πρὸς συνδρομὴν εἰς τοὺς δήμους; Θὰ θέσητε λοιπὸν κατ’ ἀνάγκην τὴν βάσιν τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἀνάγκης, καὶ ἵνα θέσητε τὴν βάσιν τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἀνάγκης, δὲν θὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν εὐπορίαν, ἐκτὸς ἐάν, μὰ τὴν ἀλήθειαν, θεωρήσητε κατ’ ἀντιπεπονθότα λόγον ὑπάρχουσαν τὴν ἀναλογίαν τῆς ἀπορίας πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν σχολείων, δηλαδὴ ὅπου ὑπάρχει ἀπορία, ἐκεῖ νὰ συνιστᾶτε πλείονα δημοτικὰ σχολεῖα. Ἐὰν τοιοῦτόν τι δὲν πράξητε, τότε βεβαίως ἡ ἰσότης, ἡ καλῶς ἐννοουμένη, δὲν ὑπάρχει· δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἄλλως ἡ ἰσότης, παρὰ ἐὰν κανονισθῇ κατ’ ἀναλογίαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τῆς ἀναλογίας τῶν μαθητῶν πρὸς τὸν πληθυσμὸν κ. χ. τοῦ 7%, εἰς τὸ ὁποῖον φειδωλῶς ὁ νομοθέτης, ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Δημοσίου, περιωρίσθη κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα. Ἅμα ἀπὸ τὴν βάσιν ταύτην φύγητε, δὲν ἔχετε καμμίαν βάσιν, ἔχετε μίαν ἰσότητα ἐξωτερικήν, τὴν χειροτέραν τῶν ἀνισοτήτων, τὴν ἰσότητα ὅτι θὰ δώσητε εἰς τὸν δῆμον Ἀγράφων τῆς Εὐρυτανίας καὶ εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων ἀπὸ ἓν δημοτικὸν σχολεῖον καὶ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον. Εἶναι ὡς νὰ θέλητε νὰ ποιήσησθε δωρεάν τινα, καὶ δίδετε ἓν τεμάχιον ἄρτου εἰς ἕνα πλούσιον καὶ τὸ αὐτὸ τεμάχιον ἄρτου δίδετε καὶ εἰς ἕνα λιμοκτονοῦντα, καὶ λέγετε πρὸς τὸν πλούσιον τὸν πολυτάλαντον: ἐγὼ ἀπεφάσισα νὰ κάμω τοιαύτην δωρεάν· παρακαλῶ λοιπὸν λάβετε καὶ σεῖς, κύριε Καραπᾶνε, αὐτὸ τὸ τεμάχιον τοῦ ἄρτου (ἱλαρότης). Λοιπὸν ἓν ἐκ τῶν δύο· ἢ θὰ περιορισθῇ ἡ συνδρομὴ αὕτη πρὸς τοὺς 97 δήμους, ἢ θὰ ἐπεκταθῇ εἰς ὅλους τοὺς δήμους, περιοριζομένη μόνον κατὰ ποσόν. Καὶ δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι θὰ ἔχωμεν κατάλυσιν σχολείων, ἐὰν ὁ νόμος δὲν μεταβληθῇ. Κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τὸν πίνακα τῶν ἐνδεῶν δήμων. Ἀμέσως ἔχω εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου 4 δήμους ἀνεπαρκεῖς...
§99Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς διεβεβαίωσεν, ὅτι ἅπαντα τὰ συντηρούμενα νῦν σχολεῖα τῶν Ἀγράφων καὶ ἅπαντα τὰ ἐν τῷ Κράτει θὰ διατηρηθῶσι. Διατὶ ἐπιμένετε λοιπὸν δυσχεραίνοντες τὴν συζήτησιν;
§100ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε βεβαίως οὐδὲν ἄλλο ἔχω νὰ εἴπω, καὶ ἴσως ὀφείλω νὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὴν δήλωσιν τῆς ὑποχωρήσεως.
§101ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, θὰ χρειασθῇ ἄλλος νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ νὰ συμπληρώσῃ τὰ κενὰ αὐτοῦ τοῦ νόμου.
§102Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τούτου θὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς διατάξεως αὐτοῦ ἐπὶ τὸ συμφερώτερον. Ἤδη συζητεῖται ἡ ἀρχή. Ἐὰν ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου γίνεται συζήτησις γενικὴ, οὐδέποτε θὰ τελειώσωμεν, διότι ἔχει 78 ἄρθρα.
§103ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ φέρῃ διάταξιν, ἡ ὁποία θὰ κανονίσῃ ὁριστικῶς αὐτὸ τὸ θέμα ἐπὶ τὸ συμφερώτερον.
§104ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§105ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν παρουσιασθῶσιν ἀνάγκαι, τότε, εἶπε, θὰ φέρωμεν νόμον.
§106ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σταματῶ, κατ’ ἀνάγκην βεβαίως· διότι, ὅταν δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως ἐγκαταλείπῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ τὸ θέτῃ ὑπὸ μέλλουσαν τροποποίησιν, δὲν ἠμπορῶ ἐπὶ προφορικοῦ νομοσχεδίου νὰ συζητήσω. Ἐὰν ἐξακολουθήσω κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον κερδίζων ἔδαφος, δηλαδὴ κατορθόνων εἰς πᾶν ἄρθρον μίαν τοιαύτην μεταβολὴν, τότε κατερχόμενος τὸ βῆμα, δὲν θὰ ἀφήσω τίποτε πλέον ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ ζωῇ. Ἀλλ’ ἔρχεται ἄλλη βάσις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ βάσις τοῦ διορισμοῦ τῶν δημοδιδασκάλων καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ἔχω, εἰμὴ κατ’ ἀρχὴν νὰ συγχαρῶ τῷ κυρίῳ Ὑπουργῷ τῆς Παιδείας, ἀνεξαρτήτως τοῦ εἰς ποίαν ἀρχὴν ἀνέθηκε τὸν διορισμὸν τῶν δημοδιδασκάλων. Μοὶ ἀρκεῖ τοῦτο, ὅτι ἀφῄρεσε τὴν ἐξουσίαν ταύτην ἀπὸ τῆς Κεντρικῆς ἀρχῆς, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν τὴν ἀφετηρίαν τοιούτων μεταβολῶν ἐν τῷ Κράτει, ὥστε νὰ εἴπωμεν, ὅτι ποιούμεθα ἔναρξιν τῆς σωτηρίας τοῦ τόπου, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἰσάγει νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὐδὲν δὲ σημαίνει, ἐὰν πρὸς τὸν αὐτὸν τείνοντες σκοπὸν διαφωνοῦμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ δίδει ἀφορμὴν εἰς εὐρυτέραν σκέψιν περὶ τῆς καταστάσεως ἡμῶν τῆς πολιτικῆς, περὶ τοῦ νοσήματος τοῦ πολιτικοῦ τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν εἶναι λογικὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι, ἅπαξ τεθείσης τῆς ἀρχῆς ταύτης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, δὲν δύναται νὰ ἐπεκταθῇ αὕτη εἰς γενικώτερα ἀντικείμενα καὶ εἰς πλειότερα. Πολεμοῦμεν πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς, ἀντεγκαλούμεθα ἀμοιβαίως, ἐπιῤῥίπτομεν τὰς αἰτίας τῆς κακῆς καταστάσεως οἱ μὲν ἐπὶ τῶν δὲ, καὶ κατ’ οὐσίαν εὑρισκόμεθα πάντοτε εἰς τὸν αὐτὸν κύκλον. Βεβαίως ὑπάρχουν διαφοραὶ διοικήσεως ὑπὸ τὰς διαφόρους Κυβερνήσεις, ἀλλ’ αἱ τοιαῦται διαφοραὶ διοικήσεως ὁρίζονται ὑπὸ μόνου τοῦ προσωπικοῦ χαρακτῆρος τῶν κυβερνώντων. Ἀλλὰ τὸ πολιτικὸν νόσημα τῆς Ἑλλάδος ἐξακολουθεῖ ὑποβόσκον πάντοτε, ὑφίσταται, καὶ ἀφοῦ κατέστρεψε πλέον τὸν τόπον, προκαλούμεθα ἴσως νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰς μελέτας ἡμῶν, λαμβάνοντες ἀφορμὴν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἐν γένει ἐπὶ τῶν τοῦ Κράτους! Καὶ πῶς ἤθελε δικαιολογηθῆ, Κύριοι, ἐὰν ἠθέλομεν νὰ περιορίσωμεν τὴν ἀποκέντρωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον κατὰ θεωρίαν ὅλως ἴσως ἀκαταλλήλως ἠδύναντο λόγου χάριν οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι νὰ προτιμηθῶσι τῶν Ὑπουργῶν; Τὸ πρῶτον βῆμα ὅμως τὸ θεωρῶ σημαντικώτατον, καίτοι μὴ παραδεχόμενος τὴν ἀνάθεσιν τοῦ διορισμοῦ εἰς τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους. Ἀλλὰ ἐγκαθιστᾷ τὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ δοκιμασθῇ, τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποκεντρώσεως, ἥτις ἐθεωρεῖτο, ὡς πρὸ ὀλίγου, ἀσχόλημα τῶν ἰδεολόγων, διότι οἱ πρακτικοὶ ἔλεγον, λόγου χάριν, πρέπει νὰ ἠθικοποιηθῶσιν αἱ Κυβερνήσεις, πρέπει νὰ ἠθικοποιηθῇ καὶ ὁ λαός. Ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἐθεωροῦντο πρακτικὰ, αὐτὰ ἀκριβῶς εἶναι ἁπλῶς θεωρίαι καὶ εὐχαὶ, κεναὶ πρακτικῆς ἀξίας. Πταίει ὁ λαός! Ὁ λαὸς διεφθάρη! Τότε πῶς θὰ διορθωθῶσι τὰ πράγματα; Τοῦτο τὸ εὑρίσκω ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Καὶ ἐὰν μὲν πρόκειται περὶ τῆς ἠθικοποιήσεως τοῦ λαοῦ, οὐδὲν ἄλλο ἔχετε τόσον νὰ σκεφθῆτε ἢ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν! Ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ θεραπείας ἐν γένει τοῦ πολιτικοῦ νοσήματος τῆς Ἑλλάδος, πάλιν δὲν ἔχετε ἄλλο παρὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δηλ. τὴν ἀποκέντρωσιν, νὰ μεταχειρισθῆτε. Καὶ βλέπομεν πολλάκις εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι τὰ πράγματα θὰ διορθωθοῦν, ὅταν οἱ Βουλευταὶ γείνουν ἀνεξάρτητοι, ὅταν αἱ Κυβερνήσεις ἀρχίσουν νὰ μεριμνῶσι περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου εἰλικρινῶς. Ταῦτα ὅμως εἶναι τὸ κατὰ τὴν λογικὴν λεγόμενον τὸ ἐν ἀρχῇ αἰτεῖσθαι. Καὶ λέγεται πολλάκις ὑφ’ ἡμῶν αὐτῶν, καὶ ἠκούσθη τοιοῦτόν τι προχθές· πῶς! λοιπὸν εἴμεθα κακοήθεις; Ἐγίνετο μία διαμάχη μεταξὺ δύο ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος, νομίζω, ἐπετίθετο κατὰ τοῦ κ. Κρίτσα. Καὶ ἔλεγεν ὁ πρῶτος: λοιπὸν παραδέχεσθε ὅτι ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ θὰ ζητῶμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν συμφέρουν εἰς τὸν τόπον; ὑποθέτετε λοιπὸν, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα κακοήθεις; Μάτην διεμαρτύρετο ὁ κ. Κρίτσας, λέγων: ὄχι! δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! ἐγὼ ἐννοῶ, ὅτι καὶ ἄλλοι θὰ πράξουν τὰ αὐτὰ, καὶ ὄχι μόνον σεῖς.
§107ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νὰ ἐξαιρέσῃς τὰ ἄχροα, τὰ λαθρόβια, αὐτὰ τὰ ἑρπετά!
§108ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, εἴμεθα ὅ,τι εἶναι ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου οἱ πολιτευόμενοι! Δυνάμεθα νὰ καυχηθῶμεν μόνον, ὅτι ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα κυβερνητικὸν, ὑπὸ τοιούτους διοργανισμοὺς, ὁποίους ἔχομεν, ἄλλαι Πολιτεῖαι, ἄλλοι πολιτευόμενοι βεβαίως ἤθελον παραστήσει πολὺ χειρότερον θέαμα. Ἐὰν ὑπὸ τοιοῦτον ἐλαττωματικὸν σύστημα ὁ τόπος ἀντέχῃ καὶ προάγηται, τοῦτο ὀφείλομεν βεβαίως εἰς τὴν ζωτικὴν δύναμιν τοῦ τόπου. Ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα ἠθέλετε μεταφέρει ὁλόκληρον τὸν ὀργανισμόν μας εἰς ἄλλο Κράτος, εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ ἤθελεν ἐντελῶς παραλύσει. Ἐὰν ζητῶμεν τὰ ἀθέμιτα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως τὰ ζητοῦμεν διότι ζητοῦμεν ἀνευθύνως, καὶ διότι ζητοῦμεν μέρος ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διατίθενται εἰς τὴν λαφυραγωγίαν καὶ θὰ κατέκρινα τῇ ἀληθείᾳ, καὶ δικαίως, τὸν Βουλευτὴν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὰ ἐκτεθειμένα ταῦτα λάφυρα, θὰ ἀφήσῃ νὰ τὰ λάβῃ ἄλλος διὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἐπαρχίαν, καὶ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ τὰ λάβῃ αὐτός. Ἴσως μάλιστα δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι μέσον διορθώσεως θὰ ἦτο ἡ ἐπίτασις τοῦ κακοῦ, διότι τὰ πλειότερα ἐν Ἑλλάδι τὰ διωρθώσαμεν διὰ τῆς ὑπερβολῆς τοῦ κακοῦ. Αὐτὴ αὕτη ἡ ληστεία, ἡ ὁποία ἄλλοτε κατεστράφη, λαβοῦσα ἀληθῶς τὰ πρῶτα κτυπήματα, ὅπως εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὡς καταγόμενος ἐκ νομοῦ, ὅπου εἶχε κυριαρχήσει ἡ ληστεία, λαβοῦσα, λέγω, τὰ πρῶτα κτυπήματα ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἀοιδίμου Ζαΐμη, ἐδέησε, διὰ νὰ καταστραφῇ, νὰ παραγείνῃ τὸ κακὸν ἐντελῶς, καὶ τότε μόλις κατεστράφη. Ματαιοπονία λοιπὸν εἶναι πᾶσα ἄλλη προσπάθεια, καὶ ἁπλαῖ θεωρίαι εἶναι νὰ λέγωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ διὰ τοῦτο καὶ ἐκεῖνο. Οὐδὲν ἄλλο ἔχομεν νὰ πράξωμεν, ὡς τελευταίαν δοκιμὴν, παρὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς συστήματος ἀποκεντρώσεως. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ μὲ τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ παρασυρθῶμεν ἀπὸ θεωρίας ἐκ τῶν προτέρων καὶ νὰ προβῶμεν ἀπερισκέπτως. Κανὼν πρέπει νὰ ᾖναι, ὅτι θὰ ἀποσπῶμεν ἕκαστον τμῆμα ἐξουσίας ἀπὸ τὴν Κεντρικὴν ἀρχήν, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ διαχειρισθῇ χειρότερα ἓν ἄλλο πρόσωπον, μία ἄλλη ἀρχή. Ἅμα τοῦτο βλέπωμεν, τότε τὸ ἀποσπῶμεν ἀπὸ τὴν Κεντρικὴν ἀρχήν, διότι ἀπαλλάττομεν αὐτὴν ἀπὸ βάρος μάταιον, ἀπὸ ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται, καὶ θέλουσα, νὰ διαχειρίζηται καλῶς. Καὶ εἶναι, Κύριοι, ἀποδεδειγμένον καὶ εἰς ἄλλας κοινωνίας, πλέον ἡμῶν προηγμένας, ἰδίως δὲ κραταιοτέρας οἰκονομικῶς, εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι πολίτευμα συνταγματικὸν καὶ διοικητικὴ συγκέντρωσις εἶναι ἀδύνατον νὰ συνυπάρξωσιν. Ἀλλ’ ἐὰν σύστημα αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως δὲν ὑπῆρχεν ἐπινενοημένον ἀλλαχοῦ, εἰς τὴν Ἑλλάδα τοὐλάχιστον ἔπρεπε νὰ ἐπινοηθῇ· ἔπρεπε νὰ ἐπινοηθῇ, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ παράδοσις ἡ ἱστορική, μὲ τὰς ἰδέας ταύτας ἐζυμώθη ὁ τόπος, τὰς ἰδέας ταύτας ἔχει προσφάτους ἐν τῇ μνήμῃ, ἐν τῇ συνειδήσει, ἐν τῇ διανοίᾳ αὑτοῦ. Καὶ θέλετε αἰφνιδίως νὰ κατασκευάσωμεν τὸν τόπον κατά τι σχέδιον αὐθαίρετον, καὶ θεωρητικόν· καὶ ἀποροῦμεν, διατὶ δὲν κινεῖται τὸ σῶμα τοῦτο καὶ δὲν ἔχει ζωήν, ἀφοῦ δῆθεν τὸ κατεσκευάσαμεν κατὰ θεωρίαν ὑγιές. Βεβαίως, Κύριοι, εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἀλλ’ εἶναι δυστυχῶς θεωρία ἁπλῆ, τοὺς διδασκάλους νὰ τοὺς διώριζε πεφωτισμένος τις ἀνὴρ, ὅστις ὑποτίθεται ὅτι εἶναι, ὅπως καὶ πράγματι εἶναι, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, διότι αὐτὸς εἶναι εἰς θέσιν νὰ τοὺς κρίνῃ, νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν διδασκαλίαν αὐτῶν, καὶ ὄχι ὁ δημοτικὸς σύμβουλος ἀποκέντρου τινὸς δήμου ἐπαρχίας· ἀλλ’ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι θεωρία. Ἐνόσῳ ἔχετε Σύνταγμα καὶ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, δὲν θὰ τοὺς διορίσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀλλὰ καὶ ἂν τοὺς διορίσῃ, δὲν γνωρίζει, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ἕνα πρὸς ἕνα αὐτούς, καὶ τὸ πῶς φέρεται καὶ πῶς διδάσκει ἕκαστος. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν πρέπει νὰ ἐμπιστευθῆτε ἀλλαχοῦ· καὶ ποῦ πρέπει νὰ ἐμπιστευθῆτε; Νὰ ἐμπιστευθῆτε εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, καὶ πρόκειται περὶ ἀντικειμένου, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχετε τοὺς ἐνδιαφερομένους καὶ τοὺς εὑρίσκετε προχείρως. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ εἰς σύγγραμμά τι συγγραφέως, συγκεντρωτικοῦ μᾶλλον, ἀπήντησα τὴν ἰδέαν ταύτην, ὅτι, προκειμένου περὶ κατωτέρας ἰδίως ἐκπαιδεύσεως, καλὸν πρὸ παντὸς θὰ ᾖναι νὰ ἐρωτῶνται οἱ γονεῖς. Καὶ ἄν, Κύριοι, θεωρῶμεν ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἤδη πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κατὰ χωρίον, ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, —τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνεγνωρισμένον— διατὶ δὲν ἐρωτῶμεν λοιπὸν, ἀφοῦ θέλομεν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν Κεντρικὴν ἀρχήν, διατὶ νὰ μὴ ἐρωτῶμεν τὸ ἴδιον τὸ χωρίον; Ποῖος λόγος ὑπὲρ τοῦ ἐναντίου ὑπάρχει; Καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καίτοι ἀποδεχόμενος βεβαίως, ὅτι εἶναι προτιμότερον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη, ἀπὸ τὸ καθεστὼς, μυριάκις προτιμότερον· διατί ὅμως ἡμεῖς, φεύγοντες ἀπὸ τὴν Κεντρικὴν ἀρχὴν, ἀπευθυνόμεθα πρὸς τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους; Τοὺς θεωροῦμεν κατὰ τεκμήριον ὡς ἐνδιαφερομένους. Ὄχι βέβαια διὰ τὰ φῶτα τὰ ὑπέρτερα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι, ἀλλὰ διὰ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχουσι, τὸ συμφέρον τὸ εἰλικρινὲς, τὸ ὁποῖον ἔχουσι διὰ τοὺς διδασκάλους.
§109ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι ἀνήκουσιν εἰς κόμματα.
§110ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχητε προχειροτέρους ἀκόμη τοὺς πράγματι καὶ ἀμέσως ἐνδιαφερομένους, τί τοὺς θέλετε τοὺς ἐκ πλάσματος νομικοῦ τεκμαιρομένους ἀντιπροσώπους αὐτῶν; Μήπως πρόκειται περὶ ἀντικειμένου τινὸς, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἀμέσως εἰς ὅλους, εἰς τὸ νομικὸν πρόσωπον τοῦ δήμου; Πρόκειται περὶ σχολείου ἢ περὶ ἄλλου τινὸς ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνήκῃ εἰς τὸν δῆμον; Ὄχι! Πρόκειται περὶ ἀντικειμένου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται ἕκαστον χωρίον διὰ τὸν ἑαυτόν του. Λοιπὸν τί ἐκπροσωπεῖ ὁ δημοτικὸς σύμβουλος; Ἀφοῦ, προοδεύσαντες βεβαίως εἰς τοῦτο, σκεπτόμεθα νὰ ἔχωμεν διδασκάλους κατὰ χωρίον, διατὶ ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τὸ λογικὸν, ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ἡ πρόσφατος ἱστορία τοῦ τόπου ἔχει εἰσαγάγει εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ; Φανταζόμεθα ὅτι ἐπλάσαμεν πρόσωπόν τι, ἔχον ἰδίαν τινὰ ζωὴν, τὸν δῆμον. Εἶπον τὴν πρωΐαν, ὅτι εἶναι κατασκεύασμα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ βεβαίως, ἀφοῦ ἐγένετο πρέπει νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτὸ ἐλευθερίαν, ὅπως ἀσκούμενον βαθμηδὸν ἀποβῇ ἄξιον τῆς ἀποστολῆς του. Ἀλλ’ ἔχομεν ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι κυρίως ἀντικείμενα δημοτικὰ, τὰ ὁποῖα ν’ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν δῆμον. Δυνάμεθα λ. χ. νὰ μὴ παρεμβάλλωμεν παντοῦ τὸν νομάρχην· ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, ν’ ἀφήσωμεν πληρεστέραν εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς ἐλευθερίαν. Θὰ πάθωσι πολλοὶ δῆμοι, ἀλλ’ ἐν τοῖς παθήμασι θέλουσι μάθει καὶ θὰ προοδεύσωσι, καὶ τέλος πάντων εἶναι ὀλιγώτερον τὸ κακὸν νὰ πάθῃ ζημίαν τινὰ εἷς δῆμος, διδασκόμενος εἰς τοῦτο, καὶ μεγαλείτερον πολὺ ἀσυγκρίτως τὸ κακὸν, ἂν ἡ κατάστασις ἐκείνη τοῦ δήμου, ἐπενεργοῦσα κατ’ ἀνάγκην, δηλητηριάζῃ τὴν ὅλην πολιτικὴν μηχανὴν τοῦ Κράτους, διότι ὁ νομάρχης λ. χ. κρίνων περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου, πολὺ καλὰ γνωρίζομεν, ὅτι θὰ ἀκούσῃ κατ’ ἀνάγκην, μὴ ἔχων ἄλλως τε καὶ ἀκριβεῖς γνώσεις τῶν πραγμάτων, θ’ ἀκούσῃ κατ’ ἀνάγκην παραστάσεις θ’ ἀκούσῃ παραστάσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἠναγκασμένοι ν’ ἀκούσωσι πάλιν τὰς παραστάσεις τῶν κατοίκων. Ἀλλὰ τότε διατί αὐταὶ αἱ πλάγιαι διοχετεύσεις, αἱ ὁποῖαι νοθεύουν τὴν δύναμιν αὐτὴν τοῦ λαοῦ; διατὶ δὲν ἀφίνετε εἰς τοὺς ἰδίους πολίτας ν’ ἀποφαίνωνται ἀμέσως περὶ τῶν ἰδίων των συμφερόντων; Καὶ ὅπως θ’ ἀφήσητε τὰ κυρίως δημοτικὰ συμφέροντα εἰς τοὺς δήμους, διὰ νὰ ἀσκήσητε αὐτοὺς ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ, διὰ ν’ ἀπαλλάξητε τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται καλῶς νὰ διαχειρίζηται, οὕτω νὰ ἀφήσητε τὴν λεγομένην δημοτικὴν, ἤτοι λαϊκὴν ἐκπαίδευσιν εἰς τοὺς ἀμέσως ἐνδιαφερομένους· νὰ τὴν ἀφήσητε λοιπὸν ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τῶν δημοδιδασκάλων καὶ γραμματοδιδασκάλων εἰς τοὺς γονεῖς τῶν μαθητῶν.
§111ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνὰ πάντα διορισμὸν θὰ ἔχωμεν ἐμφύλιον πόλεμον, κύριε Χατζόπουλε! Θὰ ἔχωμεν φόνους! Διὰ τοὺς δημοδιδασκάλους γίνεται ὅλος ὁ καυγᾶς ὁ κομματικός.
§112ΠΕΡΡΟΣ. Δὲν εἶναι πρακτικὸς ὁ κ. Χατζόπουλος.
§113ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ, σᾶς παρακαλῶ, διατὶ δὲν δύνανται νὰ σκοτωθοῦν, ὅταν θέλητε νὰ γράφωσι πρὸς τὸν Βουλευτὴν ἢ πρὸς τὸν Ὑπουργόν;
§114ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν φονεύονται εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν ἀγροφυλάκων; Αἱ πεισματωδέστεραι ἐκλογαὶ εἶναι αἱ τῶν ἀγροφυλάκων. Οὕτω πως θὰ φονεύωνται καὶ εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν δημοδιδασκάλων.
§115ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν διὰ τὸν κίνδυνον νὰ μὴ σκοτόνωνται ἀμοιβαίως, νὰ τοὺς σκοτόνωμεν πνευματικῶς καὶ ἠθικῶς, διότι εἶναι πιθανὸν κἀμμιὰ φορὰ εἰς μίαν ἐκλογὴν νὰ μαλώσουν καὶ νὰ φονευθοῦν! Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω διατὶ τότε νὰ μὴ καταργήσωμεν ὅλον τὸ σύστημα καὶ ὅλας τὰς ἐκλογὰς, καὶ διατὶ νὰ μὴ πράξουν αὐτὸ καὶ οἱ Ἄγγλοι, οἱ ὁποῖοι καὶ εἰς διαπληκτισμοὺς ἐν ταῖς ἐκλογαῖς βεβαίως ἔρχονται. Καὶ παρ’ ἡμῖν πολλάκις βεβαίως συμβαίνει νὰ σκοτόνωνται ἄνθρωποι εἰς τὰς ἐκλογάς· ἀλλὰ διατὶ νὰ μὴ καταργήσωμεν ὅλας τὰς ἐκλογὰς, αἱ ὁποῖαι ἔφερον αὐτὸν τὸν κίνδυνον, τοῦ νὰ σκοτόνωνται ἄνθρωποι, καὶ διὰ τὸν κίνδυνον αὐτὸν τοῦ διαπληκτισμοῦ, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ συμβῇ εἰς ἓν χωρίον, ὡς φάρμακον νὰ καταργήσωμεν τὰς ἐκλογὰς καὶ νὰ καταδικάσωμεν εἰς πραγματικὸν θάνατον ἠθικὸν καὶ πνευματικὸν τὸν λαὸν, καὶ νὰ καταργήσωμεν καὶ τοὺς ἀγροφύλακας, ἵνα μὴ οἱ πολῖται σκοτόνωνται; Ἀλλ’ ἐπειδὴ μοὶ ἀρέσκει πρακτικώτερον νὰ κρίνω, νομίζω, Κύριοι,—καὶ πρέπει εἰς τοῦτο νὰ ψυχολογήσωμεν,—ἐὰν ἦναι θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων πολὺ καλὰ σκέπτονται καὶ πολὺ ἠρέμα καὶ πολὺ εἰρηνικῶς καὶ ἁρμονικῶς, εἶναι τὸ θέμα τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν τέκνων των. Ἀδικεῖτε τὸν λαὸν, ὅταν νομίζητε, ὅτι δὲν ἐκτιμᾷ τὸ τοιοῦτον ἀντικείμενον· θὰ ζητῶσι τὰ χωρία τὸν καλλίτερον δημοδιδάσκαλον· οἱ γονεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐνδιαφέρωνται, θὰ πλειοδοτῶσι πολλάκις διὰ τὸν καλλίτερον διδάσκαλον, καὶ δὲν θὰ συμβῇ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε. Ἀναγκάζομαι νὰ προσθέσω ὀλίγας μόνον ἀκόμη λέξεις. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο μὲν, συμπεραίνων λέγω, ὅτι ἀποδέχομαι ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ ἐξουσία ἀπὸ τὴν Κεντρικὴν ἀρχὴν, καὶ θεωρῶ προτιμότερον τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τὸ καθεστὼς τὸ ὑπάρχον. Εἶχον, Κύριοι, ἱκανὰ νὰ παρατηρήσω προκειμένου περὶ τῶν ἄλλων στοιχείων καὶ βάσεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου, προκειμένου περὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, προκειμένου περὶ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ τότε θέλω ἴσως ὑποπέσει εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρετήρησεν, ὅτι ἐπεμβαίνω εἰς τὰς λεπτομερείας, ἐνῷ πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς. Καίτοι παραδεχόμενος κατ’ ἀρχὴν τὸν θεσμὸν τοῦ Ἐπαπτικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, βεβαίως δύναμαι νὰ ἔχω ἀντιῤῥήσεις ὡς πρὸς τὰ καθέκαστα. Μόνον τοῦτο σπεύδω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, νὰ προσέξῃ ἐπαρκῶς εἰς τὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, διότι ὁ ἐπιθεωρητὴς ἀληθῶς εἶναι ἡ κλεὶς τοῦ οἰκοδομήματος. Μὴ ἀντιγράφωμεν κακῶς. Ὁ ἐπιθεωρητὴς εἶναι καὶ ἐν τῷ Γαλλικῷ συστήματι, ἀλλ’ ἀμέσως θέλετε παρατηρήσει τὴν διαφορὰν· ἐκεῖ ἔχετε τοὺς λεγομένους ἐπιθεωρητὰς τῆς Ἀκαδημίας, πρώην καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, ἔχετε αὐτοὺς περιστοιχιζομένους ὑπὸ σωματείου ὁλοκλήρου ἐπιθεωρητῶν, ἐπιθεωρητῶν οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μέγιστα προσόντα. Ἐδῶ τί ἔχομεν; ἔχομεν ἐπιθεωρητὴν πρωτοβάθμιον δημοδιδάσκαλον! Δὲν θέλω νὰ σπεύσω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἐπιφέρω τὰς παρατηρήσεις μου, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ ἄρθρα· ἔσπευσα μόνον νὰ ποιήσωμαι τὴν ὑπόμνησιν ταύτην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διότι δὲν ἀρέσκομαι νὰ ἐλέγξω ὅσα τυχὸν εὑρίσκω ἀτελῆ, ὅπως ἄλλως τε ἐφάνησαν, καὶ προκαλῶ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ, ὅπως διορθώσῃ τὰ περὶ ἐπιθεωρητῶν κανονιζόμενα, καὶ πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἀδύνατον, ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ νομοσχεδίου, τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων τοῦ ἐπιθεωρητοῦ· διότι ἀναθέτετε ἓν πλῆθος καθηκόντων εἰς αὐτὸν, ἐπιβάλλετε εἰς αὐτὸν περιοδείας καὶ ἐπιθεωρήσεις λεπτομερεῖς ὅλων τῶν σχολείων, δι’ ἑκάστην τῶν ὁποίων ἐπιθεωρήσεων μετὰ περιοδείας δὲν θὰ ἀρκῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὴν στερουμένην συγκοινωνίας, οὔτε δύο ἔτη, ἂν καὶ πολλοστημόριον τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἐκτελέσωσι, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐπρόσεξεν εἰς τοῦτο, ὅτι οὐδὲν καθῆκον δύναται νὰ ἐκτελέσῃ ὁ ἐπιθεωρητής, ὅσον καὶ ἂν προὐνόησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῆς σωματικῆς αὐτοῦ καταστάσεως,—διότι προὐνόησεν, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν πρέπει νὰ ἦναι νοσηρὸς τὴν κρᾶσιν, καὶ ὀρθῶς τῇ ἀληθείᾳ προὐνόησεν· ἀλλ’ ἂν πρόκειται πάντα ταῦτα τὰ καθήκοντα νὰ τὰ ἐκτελέσῃ περιοδεύων καθ’ ἑξαμηνίαν «τὰ ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου δημοτικὰ σχολεῖα παντὸς βαθμοῦ καὶ ἑκατέρου τῶν φύλων», δὲν ἀρκεῖ νὰ μὴ ἦναι νοσηρὸς τὴν κρᾶσιν, πρέπει ν’ ἀπαιτηθῇ ἐν τῷ νόμῳ, καὶ ἴσως εἶναι ἀνεπαρκὲς καὶ τοῦτο, νὰ ἦναι πτερόπους, νὰ ἔχῃ εὐρωστίαν ὑπεράνθρωπον καὶ ἀντοχὴν ἀκατάβλητον. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι ἁπλῆ ὑπόμνησις ἐπὶ ἀντικειμένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ φέρῃ τὴν διόρθωσιν. Ἐπίσης ἠδυνάμην, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι, νὰ ποιήσωμαι παρατηρήσεις καὶ ἐπὶ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τοῦ καταρτισμοῦ καὶ ἐν γένει ἐπὶ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ. Συνοψίζων, Κύριοι, καὶ περαίνων τὴν ὁμιλίαν μου, ἡ ὁποία ἴσως παρετάθη πλέον τοῦ δέοντος, δύναμαι πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ παρακαλέσω πάντας ὑμᾶς, ὅπως, προκειμένου περὶ τοιούτου θέματος, συνεισφέρητε τὰ φῶτα ὑμῶν. Εἶπον, προκειμένου περὶ τῆς ἀρχῆς, ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δύο διακρίνω ἀρχὰς, χαίρω δὲ, διότι ὡς πρὸς τὴν μίαν ἐγένοντο ἐπαγγελίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπισχνοῦνται τὴν ἄμεσον διόρθωσιν. Τὴν ἀρχὴν τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν κανόνων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ κανονίζηται ἡ συνδρομὴ αὕτη· ὡς πρὸς τοῦτο ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος κανὼν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, εἰμὴ ὁ κανὼν τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἀνάγκης...
§116ΡΑΛΛΗΣ. Τῆς ἰσότητος.
§117ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· τὸ αὐτὸ εἶναι... Ἔρχεται ἡ ἄλλη ἀρχή, τῆς ἀποκεντρώσεως. Καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην, εἶμαι τόσον ὑπὲρ τῆς βάσεως, τὴν ὁποίαν θέτει τὸ νομοσχέδιον, ὥστε θεωρῶ ὅτι πανάκεια, οὕτως εἰπεῖν, ἤθελεν εἶναι εἰς τὸ νόσημα, εἰς τοὺς πόνους, ὑφ’ ὧν πάσχομεν ὡς Κράτος, ἐὰν σύστημα τοιοῦτον ἀποκεντρώσεως ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ καὶ εἰς ἄλλους ἀκόμη κλάδους τῆς διοικήσεως. Δὲν πρέπει οὔτε στιγμήν, ὁπουδήποτε συζητοῦμεν, νὰ λησμονῶμεν εἰς ποίαν κατάστασιν περιήλθομεν, ὅτι ἔχομεν καθήκοντα λίαν ἐπιβλητικὰ, καθήκοντα ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ καθήκοντα πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς, διότι καὶ ἡμεῖς βεβαίως πάσχομεν. Καὶ ἐὰν, Κύριοι, οἱ πολῖται οἱ σημερινοὶ, οἱ ὑπάρχοντες, οἱ κατηρτισμένοι, οὕτως εἰπεῖν, πολῖται, μᾶς διαιροῦν εἰς ἀλληλομαχομένας φατρίας, διότι καὶ ἡμεῖς τοὺς διαιροῦμεν, καὶ τοὺς διαιροῦμεν καὶ δι’ αὐτὰ ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα κοινὰ ἔχομεν συμφέροντα, καὶ παλαίομεν πάντες ζημιούμενοι, ζημιούμενοι ἐκ περιτροπῆς, ζημιούμενοι ἐπ’ ὠφελείᾳ, ἥτις ἐπὶ τέλους δὲν καταλήγει, εἰμὴ εἰς ὠφέλειαν εὐαρίθμων καταχραστῶν ἢ ἐγκληματιῶν, ἐνῷ οἱ ἄλλοι πάντες ζημιοῦνται ἐκ περιτροπῆς· ἐὰν, λέγω, οἱ πολῖται καὶ οἱ ἐκλογεῖς τῆς σήμερον μᾶς διαιροῦν, διότι τοὺς διαιροῦμεν, ἂς μᾶς ἑνώσουν οἱ πολῖται τῆς αὔριον· οἱ πολῖται τῆς αὔριον εἶναι τὰ παιδιὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τείνουσι πρὸς ἡμᾶς ἱκέτιδας τὰς χεῖρας, ὅπως σώσωμεν αὐτὰ ἀπὸ τὴν καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν ἡ κατάστασις αὕτη δύναται νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ ἐπ’ αὐτῶν. Ἐὰν λοιπὸν οἱ ἐκλογεῖς οἱ ἐνήλικοι μᾶς διαιροῦν σήμερον, διότι διαιροῦμεν αὐτούς, ἂς μᾶς ἑνώσουν τὰ μικρὰ ἡμῶν τέκνα! Ἐὰν τὸ παρὸν, τὸ πολιτικὸν παρὸν, μᾶς διατηρῇ εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν τῆς ἀσκόπου καὶ ἀγόνου ἀλληλομαχίας, ἃς μᾶς ἑνώσῃ ἡ προσεχὴς γενεά, ἃς μᾶς ἑνώσῃ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος. (Εὖγε! εὖγε!).
§118ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἴσως τὸ σπουδαιότερον τῶν κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σχετίζεται πρὸς ἀντικείμενα ὑψίστης σπουδαιότητος, σχετίζεται πρὸς τὸ μέλλον τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ἄσκοπον ἐντελῶς θεωρῶ νὰ ἀναπτύξω τὴν σημασίαν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· αὕτη εἶναι καλῶς εἰς πάντας γνωστή. Ἤθελον κουράσει ὑμᾶς ἄνευ λόγου, ἐὰν προέβαινον εἰς τὴν ἀπόδειξιν τῆς ὑψίστης σημασίας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Κοινῶς ὁμολογεῖται, ὅτι τὸ σύστημα τὸ διέπον τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἔχει ἀνάγκην μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καταβληθῇ μεγίστη προσοχή, ὅπως αἱ μεταῤῥυθμίσεις, αἱ προτεινόμεναι πρὸς συμπλήρωσιν αὐτοῦ, ὦσι τοιαῦται, ὥστε ν’ ἀποβῶσι λυσιτελεῖς καὶ ὠφέλιμοι. Ἀλλ’ ὅπως διαγνώσωμεν, ἐὰν αἱ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προτεινόμεναι μεταῤῥυθμίσεις διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἔχωσι τοιοῦτον χαρακτῆρα, πρέπει πρὸ πάντων νὰ ἐξετάσωμεν, ὁποῖον εἶναι τὸ διέπον σύστημα τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, πῶς κατελήξαμεν εἰς αὐτὸ, ὁποῖαι ὑπ’ αὐτὸ ἐγένοντο πρόοδοι ἀπέναντι τῆς πρότερον κρατούσης καταστάσεως, ὁποῖαι αἱ πλημμέλειαι, τὰς ὁποίας ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ συστήματι τούτῳ, ὁποῖα τὰ ἐν αὐτῷ κενά. Νομίζω, ὅτι πρὸ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν ὀλίγον τὸ παρελθόν· ἀλλ’ εἰς τὴν ἀναδρομικὴν ταύτην ἐξέτασιν θέλω προβῆ μετὰ πάσης δυνατῆς συντομίας. Καὶ πρῶτον, Κύριοι, ποία ἦτο ἡ κατάστασις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, πρὸ τοῦ νόμου τῆς 9 Ἰανουαρίου 1888; Πρὸ τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου τούτου ὑπῆρχον 2,278 σχολεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφοίτων 78,815 ἄῤῥενες μαθηταὶ καὶ 18,986 θήλεις· εἰς τὰ σχολεῖα ταῦτα ἐδίδασκον 1640 διδάσκαλοι ἄῤῥενες καὶ θήλεις καὶ 863 γραμματοδιδάσκαλοι, ἐκ τῶν ὁποίων 400 ἐδίδασκον εἰς συνεστημένα σχολεῖα. Τὰ δημοτικὰ σχολεῖα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἱδρύοντο αὐθαιρέτως, μὴ ὑπάρχοντος οὔτε νόμου τινὸς, οὔτε Β. Διατάγματος, κανονίζοντος τὰ τῆς ἱδρύσεως αὐτῶν, διότι ναὶ μὲν ἐν τῷ περὶ δημοτικῶν σχολείων νόμῳ τοῦ 1834 ὑπῆρχον γενικαὶ διατάξεις, ἀλλὰ δὲν ἦσαν ἀρκοῦσαι, ὅπως ἐμποδίσωσι τὴν σύστασιν σχολείων κατὰ τὸ δοκοῦν τοῦ Ὑπουργοῦ· ἤρκει ἡ σύστασις εἴτε Βουλευτοῦ, εἴτε δημοτικοῦ ἄρχοντος, πολλάκις δὲ ἀναφοραὶ κατοίκων κώμης ἢ χωρίου, ὅπως ἱδρυθῶσι σχολεῖα, οὐδεμία δὲ βάσις ὑπῆρχεν ὡς πρὸς τὴν ἵδρυσιν αὐτῶν, καὶ ἐβλέπομεν τότε τὸ παράδοξον φαινόμενον, ὅτι, ἐνῷ εἰς πλεῖστα μέρη ὑπῆρχον πολλὰ σχολεῖα, δυσανάλογα ὅλως πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν κατοίκων, εἰς ἄλλα, πολλάκις μάλιστα πολυανθρωπότερα, δὲν ὑπῆρχον παντελῶς σχολεῖα. Διωρίζοντο δὲ οἱ διδάσκαλοι ἐν τοῖς σχολείοις τούτοις ἀνεξαρτήτως τοῦ βαθμοῦ αὐτῶν καὶ τῆς σχέσεως, ἥτις ἔπρεπε νὰ ὑφίσταται μεταξὺ τῶν βαθμῶν τῶν διδασκάλων, καὶ τῆς σπουδαιότητος τῶν σχολείων, καὶ ἐβλέπομεν πολλάκις δύο καὶ τρεῖς πρωτοβαθμίους δημοδιδασκάλους εἰς σχολεῖον ἔχον ὀλίγους μαθητάς, ἐνῷ ἐβλέπομεν τριτοβαθμίους καὶ δευτεροβαθμίους εἰς ἄλλα σχολεῖα, ἔχοντα πολλοὺς μαθητάς. Οἱ διδάσκαλοι ἐπληρώνοντο ὑπὸ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν μέχρι τοῦ νόμου τοῦ κανονίσαντος τὴν προκαταβολὴν παρὰ τοῦ Δημοσίου τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων. Τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως τοῦ νόμου ΤΛΗʹ περὶ προκαταβολῆς τῶν μισθοδοσιῶν τῶν δημοδιδασκάλων ὑπῆρξεν, ὅτι μετὰ παρέλευσιν ἐτῶν οἱ δῆμοι ἦσαν ὀφειλέται πρὸς τὸ Δημόσιον ποσοῦ δρ. 6,766,197 ὥστε ἀνεξαρτήτως τῆς εἰσφορᾶς τοῦ Κράτους, τῆς ἀναγραφομένης εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους, εἴχομεν ὑπέρβασιν ἑκατομμυρίων ὅλων. Οἱ μισθοὶ τῶν διδασκάλων ἦσαν πρὸ τοῦ νόμου ΑΡΠΔʹ τῆς 17 Ἀπριλίου 1884 περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ αὐτῶν, 100 δραχ. διὰ τοὺς πρωτοβαθμίους, 80 δραχ. διὰ τοὺς δευτεροβαθμίους, 60 δραχ. διὰ τοὺς τριτοβαθμίους. Διὰ τοῦ νόμου ΑΡΠΔʹ οἱ μισθοὶ οὗτοι ηὐξήθησαν, καὶ οἱ πρωτοβάθμιοι ἐλάμβανον 140, οἱ δευτεροβάθμιοι 100 καὶ οἱ τριτοβάθμιοι 80, πλὴν τῶν πρώτων διδασκάλων τῶν προτύπων καὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων Ἀθηνῶν, Πειραιῶς, Πατρῶν, Σύρου καὶ Κερκύρας, οἵτινες ἐλάμβανον 180. Εἶχον ἔτι εἰσχωρήσει ἄνευ νόμου ἢ διατάγματος εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν οἱ γραμματοδιδάσκαλοι, καὶ ἔκτοτε ηὔξησε κατὰ πολὺ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, καὶ πολλὰ δημοτικὰ σχολεῖα διηυθύνοντο παρὰ γραμματοδιδασκάλων. Ἡ μέριμνα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀνετίθετο εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχάς, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἦσαν ἐντεταλμέναι νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῶν σχολείων, εὑρίσκοντο ταῦτα ἐν καλῇ καταστάσει. Οἱοσδήποτε ἐξ ὑμῶν ἔλαβε γνῶσιν τῶν ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας οἱ κατὰ καιροὺς ἐπιθεωρηταὶ ὑπέβαλλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ αἱ ὁποῖαι πολλάκις ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τῶν ὁποίων ὑποθέτω ὅτι ἔλαβε γνῶσιν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, κατελήφθη βεβαίως ὑπὸ ἀπελπισίας, ὡς πρὸς τὴν τότε κρατοῦσαν κατάστασιν, διότι αἱ ἐκθέσεις παρουσιάζουσιν εἰκόνα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν περὶ αὐτῆς πρέπει νὰ ἔχωμεν. Τοιαύτην ἐντύπωσιν αἱ ἐκθέσεις αὗται μοὶ ἐνεποίησαν, ὥστε ὑποβαλὼν κατὰ τὰ 1888 εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἠναγκάσθην νὰ ἐκφέρω μίαν πικρὰν ἀλήθειαν, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπῆρχε. Τοιαύτη, Κύριοι, ἦτο ἡ κατάστασις μέχρι τοῦ 1888, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ταμείου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ποῖα τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου τούτου; Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι κατ’ οὐδὲν συνετέλεσεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· οὔτε ἡ ποιότης τῶν διδασκάλων ἐβελτιώθη, οὔτε μέτρα ἐλήφθησαν περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς κατανομῆς αὐτῶν ἐν τοῖς διαφόροις σχολείοις, οὔτε ἐξησφαλίσθησαν οἱ δημοδιδάσκαλοι κατὰ τῶν παύσεων καὶ μεταθέσεων τῶν αὐθαιρέτων, οὔτε πρόνοια ἐλήφθη, ὅπως δημοτικὰ σχολεῖα συσταθῶσιν ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσι τοιαῦτα. Νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ κάμω τὴν ὁμολογίαν ταύτην, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ μὲ ἀποτρέψῃ τὸ γεγονὸς, ὅτι τὸν νόμον περὶ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπέβαλε Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀπετέλουν μέρος. Προκειμένου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, περὶ ζητήματος τόσον ἐνδιαφέροντος τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ ὁμολογήσω τὴν ἀλήθειαν, ἔστω καὶ ἂν αὕτη ἦναι δυσάρεστος καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προέβαλον τὸν νόμον περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἐψήφισαν τὸν νόμον τοῦτον. Ἄλλως τε οἱ προτείναντες τὸν νόμον καὶ οἱ ψηφίσαντες αὐτὸν ἔπραξαν τοῦτο ἐπ’ ἐλπίδι βελτιώσεως τῆς καταστάσεως. Ἐὰν ὅμως ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι τοιαύτη βελτίωσις δὲν ἐπῆλθεν, εἶναι πρέπον, ὅπως ταῦτα ὁμολογηθῇ, εἶναι πρέπον, ὅπως ἡ ἀλήθεια ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνομολογηθῇ, ὅπως ἀποτρέψῃ, ἵνα καὶ νέα σφάλματα προστεθῶσιν εἰς τὰ ἤδη πεπραγμένα, ἵνα ἀποτρέψῃ ὑμᾶς, ὅπως νέα σφάλματα προσθέσητε εἰς τὰ ἄλλοτε πεπραγμένα. Κατὰ τὸν νόμον περὶ συστάσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡρίζετο τὸ ποσὸν τῆς εἰσφορᾶς τοῦ Δημοσίου, ὡρίζετο δὲ καὶ ἀναλογία, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ δῆμοι ὤφειλον νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὴν δαπάνην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ διὰ πρώτην φορὰν ὡρίσθη, ὅπως οἱ δῆμοι συνεισφέρωσι κατ’ ἀναλογίαν ἐκ τῶν προτέρων ὁριζομένην. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ συστάσεως ταμείου, οὐδεὶς δῆμος ἦτο ὑπόχρεως νὰ συνεισφέρῃ πέραν τοῦ 50% τῶν ἐξ ἀμέσων ἢ ἐμμέσων φόρων προσόδων αὐτοῦ, οὐδεὶς δῆμος ἦτο ὑπόχρεως εἰς εἰσφορὰν, ὅταν διὰ τῆς εἰσφορᾶς του ἐπρόκειτο νὰ μειωθῇ τὸ ποσὸν 2,000 δραχ. κατ’ ἔτος, τὸ ὁποῖον ἔδει νὰ μένῃ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ δήμου, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐλήφθη ἓν μέτρον περὶ τῆς καταλλήλου διανομῆς τοῦ ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τοῦ Δημοσίου καὶ ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ἀπαρτιζομένου ποσοῦ τούτου καὶ τοῦτο ἀπετέλει σπουδαίαν τοῦ νόμου ἔλλειψιν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας πολλοὶ δῆμοι συνεισέφερον ποσὸν ἀνώτερον τοῦ πράγματι διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτῶν δαπανωμένου, ἐνῷ ἕτεροι εἶχον ἴσως περισσότερα σχολεῖα ἐκείνων, ἃ ἔπρεπε νὰ ἔχουν, καίτοι ἡ συνεισφορὰ αὐτῶν ἦτο μικρά. Πολλάκις εἰς πολλὰ σχολεῖα διωρίσθησαν διδάσκαλοι πλείονες τῶν ἀναγκαίων πρὸς διδασκαλίαν τῶν εἰς ταῦτα φοιτώντων μαθητῶν. Οὕτως ὑπῆρχε κατὰ τὸ ἔτος 1892 ἐν Ἀθήναις σχολεῖον, ὅπου ἐδίδασκον 13 διδασκάλισσαι καὶ πότε τοῦτο; ὅτε ἡ εἰσφορὰ τοῦ δήμου Ἀθηναίων ἀνήρχετο εἰς 200,000, ἡ δὲ δαπάνη τῶν σχολείων αὐτοῦ ἀνήρχετο εἰς 400,000· πότε τοῦτο; ὅτε εἴχομεν 507 δημοτικὰ σχολεῖα κλειστὰ, 600 γραμματοδιδασκαλεῖα κλειστὰ, καὶ ὅτε ὑπῆρχον 300 διδάσκαλοι ὑπεράριθμοι ἐν τοῖς σχολείοις. Ἀλλ’ ἐνῷ μετ’ εἰλικρινείας ὁμολογῶ, ὅτι ὁ νόμος περὶ συστάσεως τοῦ ταμείου περὶ δημ. ἐκπαιδεύσεως δὲν συνετέλεσεν εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῆς, πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι παρέσχε σπουδαίαν ἐκδούλευσιν, διότι κατέστησε γνωστὰς τὰς ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι ἐπέτρεψεν, ὅπως πληροφορίαι πλεῖσται συλλεγῶσι περὶ τῆς καταστάσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ τῶν διδακτηρίων, περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διδασκάλων καὶ τῶν γραμματοδιδασκάλων, περὶ τῶν πόρων τῶν δήμων καὶ περὶ τῆς δυνατῆς ἐκ μέρους αὐτῶν εἰσφορᾶς πρὸς συντήρησιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔλαβε περὶ ὅλων τούτων ἀκριβῆ γνῶσιν, ἐνῷ πρότερον περὶ τούτων ὑπῆρχον γνώσεις ἀτελεῖς· ἐχρησίμευσε τὸ ταμεῖον ὡς στατιστικὸν γραφεῖον, ἔνθα συνεκεντρώθησαν ἅπασαι αἱ πληροφορίαι αὗται, αἱ τοσοῦτον ἀναγκαῖαι καὶ ὠφέλιμοι. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τούτων συνέταξα κατὰ τὸ 1889 νομοσχέδια, κανονίζοντα τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ περὶ πάντων τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν στοιχείων ἀσχολούμενα. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν· καίτοι δ’ ἕκαστον ἐξ αὐτῶν συνωδεύετο διὰ μακρᾶς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἡ τότε Βουλὴ ἐνόμισεν, ὅτι τὸ ζήτημα ἦτο τόσον σπουδαῖον, ὥστε ἔπρεπεν εἰδικὴ ἐπιτροπὴ νὰ ἐπεξεργασθῇ ταῦτα, καὶ ἐξετάσῃ τὸ λυσιτελὲς αὐτῶν, καὶ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε καταρτισθῆ λίαν καταλλήλως· ἐν αὐτῇ περιελαμβάνοντο πρόσωπα, ἃ ἐκ τῶν γνώσεών των καὶ τῆς περὶ τὰ ἐκπαιδευτικὰ εἰδικότητός των ἠδύναντο μεγάλως νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων. Ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ἐπὶ πολὺ, ἀλλὰ ἐπῆλθον περιστάσεις, αἵτινες ἠμπόδισαν τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἀσχοληθῇ· ἐπῆλθεν ἡ παραίτησις τῆς τότε Κυβερνήσεως, καὶ τὰ νομοσχέδια ἔμειναν εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Βουλῆς. Ὁμολογῶ ὅτι πολὺ ἤθελον ἐπιθυμήσει, ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ἀκολουθήσῃ τὸ παράδειγμα τὸ παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ δοθέν. Πολὺ ἤθελον ἐπιθυμήσει νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ τότε Βουλευτὴς Κορινθίας, βασιζόμενος εἰς τὴν σπουδαιότητα τῶν ζητημάτων, ἅτινα ἐκανονίζοντο ὑπὸ τῶν τότε ὑποβληθέντων παρ’ ἐμοῦ νομοσχεδίων, ἦτο μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιμόνως ἐζήτησαν, ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα μελετηθῶσι παρ’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Ἤλπιζον μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐνθυμούμενος τὰ τότε παρ’ αὑτοῦ λεχθέντα, δὲν ἤθελε φέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνατρέπεται ἐντελῶς τὸ κρατοῦν σύστημα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ παρ’ ἄλλου, ὅλως πρωτοτύπου, ἀντικαθίσταται, χωρὶς νὰ νομίσῃ πρέπον καὶ πρὸς ἑαυτὸν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἵνα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνοδεύσῃ δι’ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, ἐξηγούσης τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι παρεκίνησαν αὐτὸν, ἵνα τοιοῦτο νομοσχέδιον συντάξῃ. Ἤλπιζον ὅτι, ἐν ἐλλείψει αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως εἰς θέμα τοσοῦτον σπουδαῖον, ἤθελεν ὁ ἴδιος ζητήσει τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἴτε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως ἤ, ὀρθότερον, εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, δυναμένην νὰ μελετήσῃ ἐπισταμένως τὸ ζήτημα· ἀλλὰ φαίνεται ὅτι αἱ ἰδέαι αἱ τότε ἤλλαξαν, καὶ ὅτι σήμερον κρατοῦσιν ἄλλαι ἰδέαι· φαίνεται ὅτι σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς φρονεῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τοσοῦτον σπουδαίου ἀντικειμένου, περὶ τοσοῦτον σπουδαίου νομοσχεδίου, χωρὶς οὐδεμία προκαταρκτικὴ ἐργασία νὰ γείνῃ. Καὶ παριστάμεθα, Κύριοι, σήμερον μάρτυρες φαινομένου, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν σπουδαιότητα τοῦ θέματος, διότι συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, χωρὶς νὰ γινώσκωμεν ἀκριβῶς ποία πράγματι εἶναι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι αἱ δοθεῖσαι ἐξηγήσεις παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κατὰ πολὺ διαφέρουσιν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐηρεστήθη νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι ἀπέναντι τῆς ἐπιθυμίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα οὕτω πως διεξαχθῇ ἡ συζήτησις, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ θέματος, καὶ μετὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἡ ἀνάμνησις τῶν κατὰ τὸ 1889 λαβόντων χώραν ὑπηγόρευσεν εἰς ἐμὲ, ἐπανέρχομαι εἰς τὴν σειράν τῆς ὁμιλίας μου. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι μὴ συζητηθέντων τῶν ὑποβληθέντων παρ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων, ἐξηκολούθησεν ἡ κατάστασις ἡ κανονισθεῖσα ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Βελτιώσεις τινὲς τοῦ νόμου τούτου ἐψηφίσθησαν κατὰ καιρούς, ἀλλ’ αἱ βελτιώσεις αὗται ἦσαν ἐπουσιώδεις. Ἐξηκολούθησε, λέγω, ἡ κατάστασις αὕτη μέχρι τοῦ 1892, ὅτε ἐξεδόθη ὁ νόμος «περὶ διοργανισμοῦ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως», ὁ ὑπὸ στοιχεῖα ΒΠΕʹ ἀπὸ 12 Αὐγούστου 1892. Δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ἐκανονίσθη, ὅτι ἡ εἰσφορὰ ἑκάστου δήμου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι ἀνωτέρα τῶν πράγματι ἐν τῷ δήμῳ δαπανωμένων διὰ τὴν στοιχειώδη αὐτοῦ ἐκπαίδευσιν· ἐλήφθη ὡς βάσις ἡ αὐτὴ ἀναλογία τοῦ 50% ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων εἰσπραττομένων, καὶ ἀφέθη ἄθικτον τὸ ποσὸν 2,000 δραχ., τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ μένῃ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ δήμου, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, καὶ ἐνεγράφη ἐν τῷ νόμῳ ἡ διάταξις, ὅτι πᾶσα δαπάνη, ἀναγκαία ὅπως προσηκόντως λειτουργήσῃ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, καθ’ ὑπέρβασιν τῶν παρὰ τῶν δήμων εἰσφερομένων εἶναι εἰς βάρος τοῦ Κράτους. Αὕτη εἶναι ἡ βάσις καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ νόμου τοῦ 1892.
§119Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ποῖον ἄρθρον κανονίζει τὴν βάσιν ταύτην, καθ’ ἣν εἶναι εἰς βάρος τοῦ Κράτους; Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.
§120ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἄρθρον 1.
§121Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀλλὰ τὸ Δημόσιον λαμβάνει ἀπὸ τοὺς δήμους πᾶσαν τὴν δαπάνην, τὴν πρὸς συντήρησιν τῶν ἐν τῷ δήμῳ σχολείων· ὥστε δὲν ὑπισχνεῖται νὰ πληρόνῃ κανὲν σχολεῖον, πλὴν ἂν δὲν ἐπαρκῶσιν οἱ πόροι τοῦ δήμου.
§122ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου εἶναι, ὅτι τὸ Δημόσιον καταβάλλει πᾶσαν δαπάνην ἀναγκαίαν πρὸς τὴν λειτουργίαν τὴν προσήκουσαν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐννοεῖται ἀφαιρουμένων τῶν εἰσφορῶν τοῦ δήμου.
§123Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον αὐτόν, οἱ δῆμοι ὀφείλουσι νὰ προσφέρωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πᾶσαν δαπάνην ἀναγκαίαν πρὸς συντήρησιν τῶν σχολείων αὑτῶν. Ἑπομένως τὸ Κράτος δὲν ἀναλαμβάνει νὰ πληρόνῃ δαπάνας διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Κατορθοῦται τοῦτο, διότι πολλοὶ δῆμοι δὲν ἐπήρκουν νὰ πληρώσωσι πάσας τὰς δαπάνας τῶν ἐν τοῖς δήμοις των σχολείων, καὶ ἠναγκάσθη νὰ πληρόνῃ τὸ Κράτος· ἀλλὰ ῥητὴ διάταξις τοῦ νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ἀναλαμβάνει ἡ Πολιτεία νὰ καταβάλλῃ δαπάνην διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, δὲν ὑπάρχει. Ἐξ ἐναντίας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀναγράφονται ὡς ἔσοδον τοῦ Κράτους αἱ εἰσφοραὶ τῶν δήμων.
§124ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρῶτον ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου τῆς 12 Αὐγούστου 1892, ἡ ἔχουσα οὕτω: «Τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ δυνάμει τῶν ἀπὸ 9 Ἰανουαρίου 1888 ᾼΧΜΑʹ καὶ ἀπὸ 27 Μαρτίου 1891 ᾼϠΜΗʹ νόμων ὡς ἴδιον ταμεῖον λειτουργοῦν, καταργεῖται, συγχωνευόμενον μετὰ τοῦ δημοσίου ταμείου», σχετιζομένη πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου τῆς 9 Ἰανουαρίου 1888, λύει τὸ ζήτημα. Ὅταν μάλιστα, κύριε Ὑπουργέ, λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ ῥητῶς ὁρίζεται ποῖα εἶναι τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συστηθῶσι, καὶ ὅτι τὰ σχολεῖα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συστηθῶσιν, εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητα τῆς ἐπιθυμίας τῶν ὀρέξεων τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ νόμου λαμβάνουσι τὴν ὕπαρξίν των, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἑτέραν αὐτοῦ διάταξιν, ἡ ὁποία ὁρίζει ποῖα θὰ ἦναι τὰ σχολεῖα τὰ ὁποῖα ἐν Ἑλλάδι θὰ ὑπάρχωσι, λύει τὴν ἀπορίαν ὑμῶν, καὶ ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ εἰς ἀνακρίβειαν περιπεσών, ἀλλ’ ὅτι εἶσθε ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος ἐλησμονήσατε τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς τοῦτο δὲν ἀρκῆσθε καὶ θέλητε καὶ ἑτέραν ἀπόδειξιν περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν παρ’ ἐμοῦ λεχθέντων καὶ τῆς ἀνακριβείας εἰς ἥν περιεπέσατε, ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου τῆς 12 Αὐγούστου 1892, ἔχουσαν οὕτω: «Τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς ἀπαιτούμενον διὰ τὰ ἔξοδα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ ἑκάστοτε εἰς ἕκαστον τῶν δήμων προσῆκον καὶ ἐπαρκὲς αὐτῆς, ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἑπομένοις ἄρθροις 9–15 ἀναγραφόμενα.» Ἐπειδὴ ὅμως ὁ νόμος, ὅπως εἶπον, ἀνέθετεν εἰς βάρος τοῦ Κράτους τὴν καταβολὴν ὅλου τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ πρὸς ἀκριβῆ τοῦ νόμου λειτουργίαν, ἀφαιρουμένων βεβαίως τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων τῶν ἐπὶ τῶν παρ’ αὐτῶν εἰσπραττομένων ὑπολογιζομένων, ἔπρεπε νὰ τεθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ βάσεις τινὲς, ὅπως μὴ ἡ δαπάνη αὕτη ἦναι ἀόριστος, ἀλλ’ ἵνα ἐκ τῶν προτέρων δυνηθῇ ἕκαστος νὰ εἰκάσῃ, ποία θὰ ἦτο ἡ πραγματικὴ δαπάνη, ἡ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν προωρισμένη. Καὶ ὡς πρώτη βάσις ἐτέθη ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων, καὶ ὑπελογίσθη πρὸς 7% τῶν κατοίκων ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν, καὶ ὡρίσθη ἡ ἀναλογία μεταξὺ ἀῤῥένων καὶ θηλέων, καὶ ἐγένετο δεκτόν, ὅτι ἡ ἀναλογία αὕτη εἶναι τὰ ⅖, καὶ ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ὁρίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν διδασκάλων, καὶ ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν διδασκάλων ὁρίζει τὸ εἶδος τοῦ σχολείου. Τὰ σχολεῖα δὲ ταῦτα εἶναι μονοτάξια, (δευτεροβάθμια ἢ τριτοβάθμια) διτάξια, τριτάξια, τετρατάξια. Ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς τετραετοῦς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, χάριν οἰκονομικῶν βεβαίως λόγων, διότι ἡ παραδοχὴ τῆς ἑξαετοῦς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἤθελε καταστήσει ἀναγκαίαν δαπάνην πολλῷ μεγαλειτέραν. Ὡρίσθη ὑπὸ τοῦ νόμου ὁ βαθμὸς τῶν διδασκάλων, τῶν ἐν ἑκάστῳ τῶν σχολείων διδασκόντων, ἀναλόγως τοῦ εἴδους τοῦ σχολείου· οὕτως ἐνομοθετήθη, ὅτι εἰς τὰ τετρατάξια ἐδίδασκον δύο πρωτοβάθμιοι καὶ δύο δευτεροβάθμιοι, εἰς τὰ τριτάξια εἷς πρωτοβάθμιος καὶ δύο δευτεροβάθμιοι, εἰς τὰ διτάξια εἷς πρωτοβάθμιος καὶ εἷς δευτεροβάθμιος, εἰς τὰ μονοτάξια εἷς δευτεροβάθμιος ἢ τριτοβάθμιος, κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν. Ἑπομένως ὅλα ταῦτα μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τοῦ 1892 διέφυγον ἐντελῶς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο οὔτε νὰ συστήσῃ σχολεῖα, ἐκτὸς τῶν ὅρων τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπομένων, οὔτε νὰ διορίσῃ διδασκάλους ἄλλους ἢ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος διέλαβεν. Ἡ ἐπίκρισις λοιπόν, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ λόγῳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶδον, ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τὴν κρατοῦσαν τότε, δὲν μοὶ φαίνεται ἐντελῶς ἀκριβής· ἀκριβεστάτη εἶναι, ἐὰν ἀπευθύνηται εἰς τὴν κατάστασιν τὴν κρατοῦσαν ὑπὸ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ βεβαίως ὄχι ἀκριβής, ἐὰν ἀπευθύνηται εἰς τὴν κατάστασιν τὴν κρατοῦσαν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τοῦ 1892. Ποῖα ὑπῆρξαν, Κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου; Ἐνῷ κατὰ τὸ 1888, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω ὑμῖν, ὑπῆρχον σχολεῖα κλειστὰ 507 καὶ ἀργοῦντα γραμματοδιδασκαλεῖα 600, τῇ 29 Μαΐου 1895 ἦσαν κλειστὰ μόνον 28 δημοτικὰ σχολεῖα καὶ 117 γραμματοδιδασκαλεῖα· σήμερον δὲν ὑπηρετοῦσι 383 γραμματοδιδάσκαλοι εἰς δημοτικὰ σχολεῖα, ὡς πρότερον. Παρατηρεῖται δὲ τὸ ἑξῆς· ὅτι, καίτοι εἶναι μικρότερος ὁ ἀριθμὸς τῶν σχολείων τῶν σήμερον λειτουργούντων, διότι ὑπάρχουσι σήμερον 2,684 σχολεῖα, ὧν 1,414 ἀῤῥένων, 400 θηλέων καὶ 870 γραμματοδιδασκαλεῖα, ἐνῷ τότε ὑπῆρχον 2,758, ὧν 2,278 συνεστημένα καὶ 480 μὴ συνεστημένα, οἱ διδάσκαλοι εἶναι πολυαριθμότεροι κατὰ 857· σήμερον διδάσκουσι 3,361 διδάσκαλοι· ἄῤῥενες 1,868, διδασκάλισσαι 623, καὶ γραμματισταὶ 177, γραμματοδιδάσκαλοι δὲ 693. Τότε ὁ ἀριθμὸς τῶν διδασκάλων ἀνήρχετο εἰς 2,504, ὧν 1,641 διδάσκαλοι καὶ 863 γραμματοδιδάσκαλοι. Ἀλλὰ ποῖος ἦτο ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ὑπὸ τὸ τότε κρατοῦν σύστημα; Ὁ ἀριθμὸς οὗτος ἀνήρχετο εἰς 97,801. Ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς ὁ σήμερον; Σήμερον φοιτῶσιν εἰς τὰ σχολεῖα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως 158,644, ἀπέναντι 97,801, οἱ ὁποῖοι ἐφοίτων ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ παλαιοῦ νόμου· ἑπομένως ἔχομεν αὔξησιν ἀριθμοῦ μαθητῶν κατὰ 60,843.
§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πότε;
§126ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀνέφερα τὴν ἐποχὴν τὴν πρὸ τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ 1888 ἦσαν 78,815 ἄῤῥενες καὶ 18,986 θήλεις· λοιπὸν κατὰ τὸ 1888 ἦσαν περισσότεροι ἢ ὅσοι εἰς τὰ 1892;
§128ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι. Εἰς τὰ 1888 ὑπῆρχον ἐν συνόλῳ μαθηταὶ 97,801 κατὰ τὰ 1895, τὸν Μάϊον, τὸ σύνολον τῶν μαθητῶν ἦτο 158,644.
§129ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς συγχύσεως. Ὁ ἀριθμὸς τῶν 97,801 συμπίπτει πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν ἐν ἔτει 1892, τὴν σήμερον δὲ, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ὑφισταμένου νόμου, ἔχομεν 158,644.
§130ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ λέγω.
§131ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅμως ἐνόησεν ἄλλως πως τὸ πρᾶγμα, ὅτι δηλαδὴ τὸ 1888 εἴχομεν 97,801, καὶ τὸ 1892, εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ, 158,644.
§132ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι σήμερον, δηλαδὴ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ 1892, ἔχομεν 158,644, ἀπέναντι 97,801, τοὺς ὁποίους εἴχομεν εἰς τὸ 1888· ἄρα ἔχομεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον ἀνερχομένην εἰς 60,843, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ 1892. Ἐνῷ τὰ σχολεῖα δὲν ηὔξησαν, ἐπαισθητῶς ηὔξησεν ὁ ἀριθμὸς τῶν διδασκάλων, καὶ μεγάλως ηὔξησεν ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν, καὶ νομίζω, ὅτι δι’ ἀριθμῶν ἀπέδειξα τοῦτο κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον.
§133Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Χωρὶς νὰ αὐξηθῶσι τὰ σχολεῖα;
§134ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ ἀριθμὸς δὲν ηὔξησεν· ἐμειώθη μάλιστα ὁ ἀριθμὸς τῶν σχολείων, ἀλλ’ ηὔξησεν ὁ ἀριθμὸς τῶν διδασκάλων· ἐγένετο διαίρεσις τῶν σχολείων καταλληλοτέρα, ἥτις μεγάλως συνετέλεσεν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν, καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ἀποδεικνύουσιν οἱ ἀριθμοί· διότι τί ἀποδεικνύουσιν; Ὅτι, ἐπειδὴ ἄλλοτε ὑπῆρχον πολλὰ σχολεῖα ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔπρεπε νὰ ἦναι πολλὰ σχολεῖα, καὶ ἔλειπον σχολεῖα εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν, ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν κατὰ πολὺ ὑπελείπετο· ὅταν ὅμως ἱδρύθησαν σχολεῖα ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῶν διαφόρων μερῶν καὶ ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων τῶν μερῶν τούτων, ἐπῆλθε τὸ εὐχάριστον ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον οἱ ἀριθμοὶ ἀποδεικνύουσιν. Ἡ μισθοδοσία τῶν διδασκάλων ὡρίσθη ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1892 ἡ αὐτὴ πανταχοῦ τοῦ Κράτους, κατηργήθησαν αἱ ἄλλοτε διδόμεναι παροχαὶ, ἐτηρήθησαν μόνον αἱ αὐξήσεις λόγῳ πενταετοῦς ὑπηρεσίας, ὡρίσθη ὁ μισθὸς τῶν πρωτοβαθμίων εἰς 150 δραχμὰς, τῶν δευτεροβαθμίων εἰς 120 καὶ τῶν τριτοβαθμίων εἰς 100. Ὡρίσθησαν ἐν τῷ νόμῳ τὰ τῶν ἐνοικίων τῶν διδακτηρίων, τὰ τῶν ἐπισκευῶν αὐτῶν, τὰ τῶν ὑπηρετῶν κτλ. Περιελήφθη διάταξις ἐν τῷ ἄρθρῳ 16 τοῦ νόμου, δυνάμει τῆς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον κατατοπίζει τοὺς προσήκοντας καὶ ἐπαρκεῖς διδασκάλους κατὰ τὴν ἀρχὴν ἑκάστου σχολικοῦ ἔτους, καὶ δικαιοῦται νὰ διορίζῃ, νὰ μεταθέτῃ καὶ νὰ παύῃ τοὺς δημοδιδασκάλους κατὰ τὰς ποικίλας τῆς ὑπηρεσίας ἀνάγκας. Ἐπεκρίθη ἡ διάταξις αὕτη. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἐξασφαλισθῶσιν οἱ δημοδιδάσκαλοι, ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἀπολύτως νὰ ἀπαγορεύσητε τὰς παύσεις καὶ τὰς μεταθέσεις· διότι ὅλοι γινώσκομεν, ὅτι οἱ δημοδιδάσκαλοι παρ’ ἡμῖν ἐκ πολλῶν προέρχονται πηγῶν, διότι δὲν ἔρχονται ὅλοι ἐκ τῶν διδασκαλείων· ἔρχονταί τινες ἐκ τῶν παλαιῶν διδασκαλείων, ἔρχονται πολλοὶ ἐκ τῶν νεωτέρων διδασκαλείων, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ πολλοί, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐλειτούργουν τὰ διδασκαλεῖα, ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν ἀνεγνωρίζοντο ὡς δημοδιδάσκαλοι, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι οἱ πλεῖστοι τούτων εἶναι ἀκατάλληλοι, καὶ ὅτι ἡ ἀντικατάστασις αὐτῶν διὰ τῶν ἐκ τῶν διδασκαλείων ἐξερχομένων, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς 200 κατ’ ἔτος, ἐπιβάλλεται ἀναγκαίως, ἄρα εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχητε 200 παύσεις καὶ διορισμοὺς, ἐπιβαλλομένους ἐκ τῆς ἀνάγκης καὶ ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, τὴν ὁποίαν ὅλοι πρέπει νὰ ἔχωμεν, ἵνα τὸ προτωπικὸν τῶν διδασκάλων βελτιωθῇ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ νόμου τοῦ 1892 περὶ διοργανισμοῦ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἐξεδόθη καὶ ἕτερος νόμος, ὁ ͵ΒΟΕʹ περὶ συστάσεως ὑποδιδασκαλείων, καὶ διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐκανονίσθησαν τὰ τῶν γραμματιστῶν, καὶ πρώτην φορὰν διὰ Β. Διαταγμάτων ἐκανονίσθησαν τὰ τῶν προγραμμάτων τῶν διαφόρων σχολείων, καὶ οὕτω διὰ τοῦ διατάγματος τῆς δωδεκάτης Μαρτίου 1894 ἐκανονίσθη τὸ πρόγραμμα τῶν τετραταξίων, διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 20 Ἰουνίου 1894 τὸ τῶν τριταξίων, διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 10 Ἰουλίου 1894 τὸ πρόγραμμα τῶν διταξίων καὶ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 10 Αὐγούστου τὸ τῶν μονοταξίων· δι’ ἑτέρων δὲ διαταγμάτων ἐκανονίσθησαν τὰ προγράμματα τῶν δημοτικῶν σχολείων τῶν θηλέων. Ἀλλ’ ὁ νόμος τοῦ 1892 ἦτο ἆρά γε τέλειος; δὲν ὑπῆρχον ἐν αὐτῷ πλημμέλειαι; Βεβαίως τέλειος δὲν ἦτο, καὶ πολλὰ εἰσέτι ὑπελείποντο. Ὑπελείποντο καὶ τελειότεροι ὀργανισμοὶ τῶν διδασκαλείων, ἡ ἀνίδρυσις διδακτηρίων, ἡ πρόνοια περὶ ἐπαρκῶν διδακτικῶν ὀργάνων. Ἔπρεπε νὰ ληφθῇ φροντὶς περὶ συστάσεως ἐκπαιδευτικῶν συμβουλίων, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμέ, εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον, ἐὰν θέλωμεν νὰ ὀρθοποδήσωμεν εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Δὲν ἐλήφθησαν ἐν τῷ νόμῳ τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως ἐξασφαλισθῶσιν οἱ δημοδιδάσκαλοι κατὰ τῶν παύσεων καὶ μεταθέσεων, ὅπως καθιερωθῇ ἡ μονιμότης αὐτῶν. Περιωρίσθη ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἰς τετραετῆ διδασκαλίαν, καὶ ἀπεκρούσθη τὸ ἑξαετὲς τῆς παιδείας. Τοιαῦται αἱ σπουδαιότεραι τοῦ νόμου πλημμέλειαι. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τὰ πλεῖστα τούτων προέρχονται ἐκ τῆς ἀμελείας τοῦ νομοθέτου, ἢ ἐξ ἐλλείψεως τῶν ἀναγκαίων χρηματικῶν πόρων; Βεβαίως τὸ δεύτερον εἶναι τὸ ἀληθές. Ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ταῦτα ἀποτελοῦσιν ἐλλείψεις τοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι ἐπιθυμητὸν ἦτο νὰ διορθωθῶσιν. Ἀλλ’ ἀσχολεῖται πρὸς πλήρωσιν τῶν ἐλλείψεων τούτων τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν; Ἀσχολεῖται περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου, τοῦ ἀναμφισβητήτως καλῶς λειτουργοῦντος; Ἀσχολεῖται ὅπως διὰ μεταῤῥυθμίσεων καταλλήλων συμπληρώσῃ τὸν νόμον τοῦ 1892 καὶ μὴ ἀνακόψῃ τὴν λειτουργίαν νόμου, ὁ ὁποῖος καλὰ ἔφερεν ἀποτελέσματα, καὶ ὁ ὁποῖος, ἐξακολουθῶν ἐφαρμοζόμενος, καλλίτερα ἔτι θὰ ἐπιφέρῃ τοιαῦτα, ἐὰν μάλιστα αἱ πλημμέλειαι αὐτοῦ διορθωθῶσιν; Ὄχι. Ἀλλ’ ἀνατρέπει ἐντελῶς τὸν λειτουργοῦντα νόμον καὶ τὸ κρατοῦν σύστημα, καὶ εἰσερχόμεθα εἰς νέον στάδιον δοκιμασιῶν, τὸ ὁποῖον, ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, μοὶ φαίνεται λίαν ἐπικίνδυνον, προκειμένου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ποῖοι οἱ λόγοι, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον; Ἐν ἐλλείψει, ἐπαναλαμβάνω, εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ θεωρήσω ὡς τοιαύτην τὴν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως γενομένην ἀνάπτυξιν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐπέμεινε πολὺ ἐπὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὑπεστήριξε πρῶτον τὴν ἀρχήν, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἔπρεπε νὰ βαρύνῃ τοὺς δήμους, καὶ ὅτι τραῦμα μέγιστον κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ αὐτοδιοικήσεως αὐτῶν ἐγένετο, ὅταν ἀφῃρέθη ἀπ’ αὐτοὺς ἡ μέριμνα περὶ τῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι βάρος δημοτικόν, ὅτι οἱ δῆμοι πρέπει νὰ ἔχωσι τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα οἱ πόροι αὐτῶν ἐπιτρέπουσιν εἰς αὐτοὺς νὰ ἔχωσιν, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους πρέπει νὰ κανονισθῇ ἐκ τῶν περιστάσεων, ἐν αἷς εὑρίσκεται τὸ Κράτος, καὶ ὅτι πάντοτε πρέπει νὰ θεωρηθῇ αὕτη ὡς ἁπλῆ εἰσφορὰ, ἐπιτρέπουσα εἰς τὸν δῆμον, ἵνα καλῶς ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του. Νομίζει δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι κακῶς ἐπράξαμεν, ἀπομακρυνθέντες ἐκ τῶν ἀρχῶν τούτων, καὶ ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς, ἵνα εἰς τὰς ἀρχὰς ταύτας καὶ πάλιν ἐπανέλθωμεν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ ἀνάπτυξις, τὴν ὁποίαν ἔκαμον, ἀρχόμενος τῆς ἀγορεύσεώς μου, περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅταν ἡ μέριμνα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς ἀνετίθετο, ἀπέδειξε, φρονῶ, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡμῖν, ἵνα ἐπανέλθωμεν εἰς σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ πεῖρα ἀπολύτως κατεδίκασε. Βεβαίως ἡ ἀρχὴ, ἣν πρεσβεύει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ, ἄν τὰ δημοτικὰ ἡμῶν πράγματα εἶχον καλῶς. Ἐὰν αἱ δημοτικαὶ ἡμῶν ἀρχαὶ ἦσαν παρεσκευασμέναι, ὅπως ἀνταποκριθῶσι δεόντως εἰς τὰ καθήκοντα, ἅπερ ἡ μέριμνα περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως συνεπάγεται, οὐδένα θὰ εἶχεν ἡ ἀναπτυχθεῖσα ἀρχὴ ἀντίπαλον. Ἀλλ’ ἐξεταστέον, αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ, οἷαι παρ’ ἡμῖν ὑπάρχουσι, — διότι, ὅταν τις νομοθετῇ, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων τῆς χώρας, διὰ τὴν ὁποίαν νομοθετεῖ, — αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐμπιστευθῆτε εἰς αὐτὰς τὴν μέριμναν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Καὶ ὅτι δὲν εἶναι τοιαῦται, ὑμεῖς αὐτοὶ τὸ ἀναγνωρίζετε, διότι, ὡς θέλω ἀποδείξει, ἐξετάζων τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐνῷ διατείνεσθε, ὅτι τὴν μέριμναν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τὸ νομοσχέδιον ἡμῶν ἀναθέτει εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχήν, οὐδὲν τοιοῦτον εἰς ταύτην ἀναθέτει, ἀλλὰ ἀπ’ ἐναντίας ἀφαιρεῖ τὴν διεύθυνσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει, κατ’ ἐμὲ, νὰ ἀνήκῃ, καὶ τὴν μεταθέτει πλήρη εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς, τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον δημιουργεῖ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ δημοτικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ περὶ ἀναθέσεως τῆς μερίμνης τῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχάς. Πράγματι, Κύριοι, ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον ἀναγνωρίζει εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχήν; ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν δίδει εἰς τὸν δῆμον; Ἕν καὶ μόνον δικαίωμα δύναμαι νὰ εὕρω, τὸ καθῆκον νὰ πληρόνῃ· ἓν δικαίωμα εὑρίσκω παρεχόμενον εἰς τὸν δήμαρχον, τὸ δικαίωμα νὰ ὑπογράφῃ τὰς καταστάσεις τῶν δημοδιδασκάλων. Καὶ ὅπως ἀποδείξω τοῦτο, δὲν ἔχω ἢ νὰ ἀρχίσω ἐκ τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὸν διορισμὸν, τὴν μετάθεσιν καὶ τὴν παῦσιν τοῦ δημοδιδασκάλου. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ μοὶ εἴπῃ: «συζητεῖς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, δὲν δικαιοῦσαι νὰ εἰσέλθῃς εἰς τὰς λεπτομερείας». Ἀλλὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐννοήσω, πῶς εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν, ἵνα τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐντελῶς μεταβάλῃ καὶ ἀντικαταστήσῃ δι’ ἄλλου, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ τὸ νέον σύστημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κανονισθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, χωρὶς διὰ τῆς ἐξετάσεως μερικῶν λεπτομερειῶν τοὐλάχιστον νὰ ἐννοήσωμεν ποῖον εἶναι τὸ νέον σύστημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ σήμερον λειτουργοῦν; Καὶ πρῶτον, Κύριοι, περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν διδασκάλων. Τίς διορίζει τοὺς διδασκάλους; Κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ νομοσχεδίου, οἱ δημοδιδάσκαλοι διορίζονται ὑπὸ τοῦ νομάρχου, κατὰ πρότασιν τοῦ ἁρμοδίου Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προκαλουμένην ὑπὸ τοῦ παρὰ τῷ ἐν τῷ νομῷ Ἐποπτικῷ Συμβουλίῳ ἐπιθεωρητοῦ, πρὸς πλήρωσιν εἴτε θέσεως χηρευούσης, εἴτε σχολικῆς ἀνάγκης. Ἄν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐντὸς δεκαημέρου δὲν ὑποβάλῃ πρότασιν, προτείνει τὸν διοριστέον πρὸς τὸν νομάρχην ἄνευ ἀναβολῆς ὁ νομαρχιακὸς ἐπιθεωρητὴς ἀπ’ εὐθείας. Λοιπὸν ὁ ἐπιθεωρητὴς προκαλεῖ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἵνα προτείνῃ, καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν πρόκειται νὰ προτείνῃ τὸν διοριστέον ἢ τὴν πλήρωσιν τῆς θέσεως, ἀλλὰ παραδέχομαι ὅτι προτείνει τὸν διοριστέον· ποία προθεσμία δίδεται εἰς τὸ Συμβούλιον, ὅπως ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν ταύτην; Δέκα ἡμερῶν. Ἡ πεῖρα δὲ ἀποδεικνύει, ὅτι ἐντὸς αὐτῆς τῆς προθεσμίας εἶναι ἀδύνατον νὰ συνέλθῃ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν πάντες ἔχομεν περὶ τῆς δυσκολίας εἰς τὴν συγκρότησιν τῶν συνεδριάσεων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, μᾶς διδάσκει, ὅτι τὸ δῶρον, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, εἶναι δῶρον ἄδωρον, διότι ἐκτὸς ὀλιγίστων ἴσως Συμβουλίων, ὅπου εἶναι εὔκολος ἡ συγκρότησις τῆς συνεδριάσεως ἐντὸς προθεσμίας τόσον μικρᾶς, εἶναι ἀδύνατον εἰς τοὺς πλείστους τῶν δήμων νὰ συνέλθῃ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐντὸς τῆς τασσομένης ὑπὸ τοῦ νόμου προθεσμίας. Ὥστε δὲν θὰ ἔχητε εἰς τὸν διορισμὸν τῶν δημοδιδασκάλων πρότασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ πρότασιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ διορισμὸν τοῦ νομάρχου.
§135ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι λεπτομέρεια.
§136ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑμεῖς ἐθεωρήσατε ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθητε εἰς τὰς λεπτομερείας· ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εὗρον δύο λόγους, δικαιολογοῦντας τὸ νομοσχέδιον, ἢ μᾶλλον δύο ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ τὴν μεταβολὴν τοῦ λειτουργοῦντος συστήματος. Ἡ πρώτη εἶναι, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῶσι δικαιώματα εἰς τοὺς δήμους, τὰ ὁποῖα τὸ καθεστὼς ἀφαιρεῖ ἀπὸ αὐτούς. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐξετάσω, ἂν πραγματοποιῆται ἡ ἀρχὴ αὐτή· διότι, ἐὰν δικαιώματα δὲν παραχωροῦνται εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, πίπτει ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Εἶμαι λοιπὸν ἠναγκασμένος νὰ ἐξετάσω, ἐὰν πράγματι χορηγοῦνται δικαιώματα εἰς τὸν δῆμον. Ἀπέδειξα, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα χορηγεῖται εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς ὡς πρὸς τὸν διορισμόν. Ἀλλὰ πῶς παύονται καὶ πῶς μετατίθενται οἱ δημοδιδάσκαλοι; Ἔχει γνῶσιν ὁ δῆμος τῆς παύσεως ἢ τῆς μεταθέσεως τοῦ δημοδιδασκάλου; Ὄχι. Οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχει. Τὰ πάντα ἐξαρτῶνται ἐκ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, τὸ Ἐποπτικὸν δὲ Συμβούλιον, περὶ τοῦ ὁποίου τοσοῦτος γίνεται λόγος, οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ ὁ ἐπιθεωρητής· διότι πῶς ἀποτελεῖται τὸ Συμβούλιον τοῦτο; Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπον, τὸν γυμνασιάρχην, ἕνα ἔμπορον ἢ κτηματίαν, ἕνα ἐπιστήμονα καὶ τὸν ἐπιθεωρητήν. Δὲν ἠξεύρω διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἐπίσκοπον διὰ τοῦ προέδρου ἐφετῶν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι σύμφωνος εἰς τοῦτο· ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ κλῆρος ὁ Ἑλληνικὸς, ὁ ὁποῖος ἀείποτε συνέδεσε τὴν τύχην του μὲ τὴν τύχην τοῦ ἔθνους, δὲν γεννᾷ τοὺς λόγους ἐκείνους τῆς δυσπιστίας, τοὺς ὁποίους ἐν τῇ Δύσει γεννᾷ οὗτος· παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχουσιν οἱ ἱστορικοὶ ἐκεῖνοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι παρ’ ἄλλοις ἔθνεσιν ὑπάρχουσι καὶ οἵτινες ἀποκλείουσι τὸν κλῆρον ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευσιν. Παρ’ ἡμῖν ἀπεναντίας ἡ συμμετοχὴ τοῦ κλήρου εἰς τὰ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως εἶναι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἐπιθυμητή.
§137Γ. ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Βεβαίως δὲν ἐκράτησε τοιαύτη σκέψις διὰ τὴν ἀντικατάστασιν.
§138ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω ποία σκέψις ἐπεκράτησεν, ἀλλ’ ἐγὼ ἤθελον προτιμήσει τὴν παρουσίαν τοῦ ἐπισκόπου ἀπὸ τὴν παρουσίαν τοῦ προέδρου τῶν ἐφετῶν, διότι φρονῶ, ὅτι ὁ πρόεδρος τῶν ἐφετῶν, ὁ κτηματίας καὶ ἔμπορος οὐδεμίαν ἔχουσιν ἁρμοδιότητα διὰ τὴν εἰς αὐτοὺς ἀνατιθεμένην ὑπηρεσίαν.
§139Γ. ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Λησμονεῖτε, ὅτι αἱ ἀρχιεπισκοπαὶ μένουσιν ἐπὶ ἔτη κεναί.
§140ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν λησμονῶ τοῦτο, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ ὑπάρχει διάταξις περὶ ἀναπληρώσεως τοῦ ἐπισκόπου· ἀδιάφορον λοιπόν, ἂν αἱ ἐπισκοπαὶ μένουν κεναί. Ἀλλὰ, λέγω, τί εἶναι αὐτὸ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον; Ὅλοι, ὅσοι γνωρίζομεν, Κύριοι, τὰ παρ’ ἡμῖν συμβαίνοντα, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἐκ τῶν πέντε μελῶν εἷς καὶ μόνος θὰ ἐνεργῇ, καὶ ὁ εἷς οὗτος εἶναι ὁ ἐπιθεωρητής. Πῶς δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, ὅτι ὁ ἔμπορος ἢ ὁ κτηματίας, ὁ ζῶν ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ, δύναται νὰ ἔχῃ γνῶσιν τῶν συμβαινόντων εἰς τὰ σχολεῖα τὰ ἀπομεμακρυσμένα ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν αὐτήν; Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀσχοληθῶσι περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν πολλαπλῶν καθηκόντων, ἅτινα ἀνατίθενται εἰς αὐτούς; Βεβαίως αὐτοὶ θὰ ἀρκεσθῶσιν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ἐπιθεωρητὴς ἀναφέρει εἰς αὐτούς. Ὁ ἐπιθεωρητὴς θὰ συγκεντρώνῃ ἐν ἑαυτῷ πᾶσαν τοῦ Συμβουλίου τὴν ἐξουσίαν· ἀλλὰ μήπως ὁ ἐπιθεωρητής, εἰς τὸν ὁποῖον ἐμπιστεύεσθε τόσα δικαιώματα, δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλα αὐτά; Ὑποθέτω τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Ἐκεῖ ὑπάρχουσι 250 σχολεῖα καὶ 400 διδάσκαλοι· ἐρωτῶ, εἰς 60 ἢ τὸ πολὺ εἰς 80 ἡμέρας, καθ’ ἃς θὰ διαρκέσῃ ἡ περιοδεία τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιθεωρήσῃ οὗτος τὰ 250 σχολεῖα τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, καὶ νὰ ἐπιθεωρήσῃ εἰς τρόπον, ὥστε νὰ λάβῃ γνῶσιν ὅλων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει αὐτῷ τὸ νομοσχέδιον, ἵνα ἐξετάσῃ; Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον. Σημειωτέον δέ, ὅτι κατηργήσατε καὶ τὰς ἐφορευτικὰς ἐπιτροπάς, ἀπὸ τὰς ὁποίας ὁ ἐπιθεωρητὴς ἠδύνατο καὶ ποιάν τινα πληροφορίαν νὰ λάβῃ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν τὰ σχολεῖα λειτουργοῦσι.
§141Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν τὰς καταργοῦμεν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐλειτούργησαν λυσιτελῶς, οὐδ’ ἐμερίμνησαν περὶ τοῦ σχολείου.
§142ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὰς βλέπω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§143ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδόλως ἀναφέρονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ θὰ πηγαίνῃ ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλῃ.
§144Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Σήμερον ἐπιθεωρεῖ τὰ σχολεῖα τίς; ὁ Βουλευτὴς, ὅστις διὰ τῶν σημειώσεων αὐτοῦ φωτίζει τὸ Ὑπουργεῖον περὶ παύσεων καὶ μεταθέσεων, κατὰ χιλιάδας ἐνεργουμένων.
§145ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σήμερον ἐπιθεωρεῖ τὰ σχολεῖα ὁ Βουλευτὴς, λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ κατάστασις ἦναι τοιαύτη, ὥστε ὁ Βουλευτὴς δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ διορισμοὺς καὶ παύσεις, — κατάστασις τὴν ὁποίαν βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἀναγνωρίζει ὡς ὑφισταμένην, — ἐὰν ἡ κατάστασις, λέγω, ἦναι τοιαύτη, δὲν φοβεῖσθε περισσότερον τοὺς κομματαρχίσκους τῶν ἐπαρχιῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐνασκήσωσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ θέσις εἶναι πολὺ διάφορος τῆς τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ πρέπει νὰ ἵστανται τόσον ὑψηλὰ, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέψωσιν, ὅπως αἱ ἐπιῤῥοαί, περὶ ὧν ἐμνήσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀσκηθῶσιν ἐπὶ βλάβῃ τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δὲν παραδέχηται ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ὀλιγώτερον φοβοῦμαι τὴν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπίδρασιν τῶν ἐπιῤῥοῶν τούτων, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει εὐθύνην διὰ τὰς πράξεις του· ὁ Ὑπουργὸς ἐνεργεῖ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς κοινῆς γνώμης, ἐνῷ ὁ ἐπιθεωρητὴς θὰ ἐνεργῇ ἀνευθύνως καὶ ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγχου, κρυπτόμενος ὄπισθεν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὑπὸ τὴν σκέπην αὐτοῦ ἐκτελῶν τὰς διαταγὰς τῶν κομματαρχίσκων τῶν ἐπαρχιῶν. Ὁ ἐπιθεωρητὴς θὰ ἦναι ἀνεξέλεγκτος, θὰ κάμνῃ ὅτι θέλῃ, θὰ παύῃ καὶ θὰ μεταθέτῃ. Ἡ παντοδυναμία τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καθιεροῦται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ταύτην παρουσιάζει εἰς ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις ὡς ἀποτελοῦσαν σπουδαῖον βῆμα ἐν τῇ ὁδῷ τῆς ἀποκεντρώσεως. Αὕτη εἶναι ἡ αὐτοδιοίκησις τῶν δήμων· αὐταὶ εἶναι αἱ ἐλευθερίαι αἱ δημοτικαί, χάριν τῶν ὁποίων θυσιάζεται ὁ νόμος τοῦ 1892, ὅστις πράγματι ἐβελτίωσε τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ τοσούτους παρήγαγεν ἀγαθοὺς καρπούς. Ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ διδάσκαλοι ἐξαρτῶνται σήμερον ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ τοὺς μεταθέτῃ, νὰ τοὺς παύῃ. Καὶ πρῶτον τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἀσκηθῇ ἢ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ σχολικοῦ ἔτους, οὐδέποτε δὲ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ σχολικοῦ ἔτους· ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, ἐξεταστέον, ἂν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἴδωσιν οἱ δημοδιδάσκαλοι τὴν τύχην αὑτῶν βελτιουμένην. Καὶ πρῶτον, Κύριοι, τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον δύναται τῇ προτάσει τοῦ ἐπιθεωρητοῦ νὰ ἐπιβάλῃ ἐπίπληξιν, πρόστιμον, προσωρινὴν παῦσιν, οὐ μόνον, ἀλλὰ νὰ προτείνῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν παῦσιν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ὑποχρεοῦται τότε νὰ προκαλέσῃ τὴν διὰ Β. Διατάγματος παῦσιν. Ἐνταῦθα παρατηρεῖται κἄτι τι λίαν περίεργον, ὅτι προκειμένου περὶ πειθαρχικῆς ποινῆς τὸ νομοσχέδιον ἀναγνωρίζει εἰς τὸν δημοδιδάσκαλον τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολογίας, συμφώνως πρὸς τὴν ἀρχήν, ὅτι οὐδεὶς καταδικάζεται ἀναπολόγητος. Ὅταν ὅμως πρόκειται περὶ τῆς μεγαλειτέρας τῶν ποινῶν, ἤτοι τῆς παύσεως, τότε ὁ δημοδιδάσκαλος καταδικάζεται χωρὶς νὰ προκληθῇ εἰς ἀπολογίαν. Ἀρκεῖ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον νὰ εἴπῃ, ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐκπαιδεύσεως νομίζει ὀρθὸν νὰ παυθῇ ὁ δημοδιδάσκαλος, ὅπως παυθῇ. Καὶ ἰδοὺ ὁ ἀτυχὴς δημοδιδάσκαλος, περὶ τῆς τύχης τοῦ ὁποίου τοσοῦτον ἐπεδείξατο ἐνδιαφέρον ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀγορεύσει του ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐξαρτώμενος ἀπὸ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἀπὸ τὸν ἐπιθεωρητήν, διότι Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ ἐπιθεωρητὴς εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό· ἰδοὺ ὁ ἀτυχὴς δημοδιδάσκαλος ἐγκαταλελειμμένος εἰς τὴν αὐθαίρετον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ θέλησιν. Εἶναι περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας, καὶ νὰ ἐξετάσω λεπτομερέστερον τὰς διατάξεις τὰς σχετιζομένας πρὸς τὸν διορισμὸν, τὴν μετάθεσιν καὶ τὴν παῦσιν. Μίαν μόνην ὑποβάλλω παρατήρησιν, ὅπως καταδείξω τὴν μεγάλην ἀντίφασιν, ἥτις ἐν τῷ νόμῳ κρατεῖ, ἐν σχέσει πρὸς τὴν μετάθεσιν· ἐννοῶ τὴν μετάθεσιν ἀναθετομένην εἰς τὸν Ὑπουργὸν, διότι ὁ Ὑπουργὸς γνωρίζει ποῦ θὰ μεταθέσῃ τὸν διδάσκαλον, ποῦ ὑπάρχουν κεναὶ θέσεις, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τὴν μετάθεσιν ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τοῦ νομοσχεδίου, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γινώσκῃ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ποῖαι εἶναι αἱ κεναὶ θέσεις εἰς ἄλλην περιφέρειαν; Ἐκτὸς τούτου, ἀναγνωριζομένου τοῦ δικαιώματος τῆς μεταθέσεως εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, τί γίνεται ἡ διάταξις περὶ διορισμοῦ τῇ προτάσει τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου; Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ταράξω τὴν ἡσυχίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτοῦ, ὅστις δὲν ἐπιθυμεῖ ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὰς λεπτομερείας, δὲν ἐπιμένω εἰς τοῦτο, ἐπιφυλασσόμενος, ὅπως εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπανέλθω κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων, καὶ μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν ἄλλου θέματος. Πῶς ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου κανονίζονται τὰ τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων; Καὶ πρῶτον ἀπαιτεῖται ἔνταλμα τοῦ δημάρχου. Ἐὰν ἐν τῷ ταμείῳ δὲν ὑπάρχωσιν ἔσοδα τοῦ δήμου, ὁ ταμίας προσκαλεῖ τὸν εἰσπράκτορα ν’ ἀποστείλῃ αὐτῷ τὸ ἀπαιτούμενον ποσόν· ἐὰν δὲν ἔχῃ χρήματα τὸ δημοτικὸν ταμεῖον, ἐξοφλεῖ ὁ ταμίας, ἐὰν ἔχῃ νὰ εἰσπράξῃ ἔσοδα τοῦ δήμου· ἐὰν δὲν ἔχῃ, δὲν πληρόνεται ὁ διδάσκαλος, ἀλλ’ ὁ ταμίας καταγγέλλει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχήν. Καὶ περιμένει ἐν τούτοις ὁ ἀτυχὴς δημοδιδάσκαλος. Ἀλλὰ εἶναι τοὐλάχιστον ἠσφαλισμένοι οἱ δημοδιδάσκαλοι, ὅτι θὰ λάβωσι τὸ μισθόν των ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ των; Ὄχι· διότι, ἐν ᾧ δυνάμει τοῦ κρατοῦντος συστήματος οἱ δημοδιδάσκαλοι εἶναι τεταγμένοι εἰς τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἀναγνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων ὡς ἀνηκούσας εἰς τὸν βαθμόν των, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν δὲν εἶναι τοῦτο ἀνεγνωρισμένον· ἀπεναντίας ὑπάρχει ἐν αὐτῷ διάταξις, δυνάμει τῆς ὁποίας οἱ μισθοὶ τῶν δημοδιδασκάλων δὲν κανονίζονται ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ των, ἀλλ’ ἀναλόγως τῶν πόρων τοῦ δήμου· ὥστε καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἡ κατάστασις τῶν δημοδιδασκάλων γίνεται πολὺ χειρότερα. Ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, ἀναλύων τὰς πλείστας τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου διατάξεις, ἀποδεικνύουσι πληρέστατα ὅτι αἱ δύο ἀρχαὶ, αἱ ὁποῖαι παρεστάθησαν εἰς ἡμᾶς ὡς δικαιολογοῦσαι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἀποτελοῦσαι τὴν βάσιν αὐτοῦ, οὐδόλως διατυποῦνται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι διατάξεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, περὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἀνάγκη ὀλίγας λέξεις νὰ εἴπω. Καὶ κατὰ πρῶτον, πῶς ὁρίζεται τὸ εἶδος τῶν σχολείων διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, τὰ πάντα εἶναι ἐκ τῶν προτέρων ὡρισμένα· γινώσκομεν ὅτι, ὅταν ὑπάρχουν τόσοι μαθηταὶ, θὰ ὑπάρχουν μονοτάξια σχολεῖα, καὶ ὅτι καθ’ ὅσον ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, ὁ διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων ὁριζόμενος, αὐξάνει, ὑπάρχουν διτάξια, τριτάξια ἢ τετρατάξια σχολεῖα. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ εἶδος τοῦ σχολείου ὁρίζεται ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φοιτώντων μαθητῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς δύναταί ποτε ν’ ἀποτελέσῃ λογικὴν βάσιν; Ὁ ἀριθμὸς παραλλάσσει. Σήμερον εἰς ἓν χωρίον εὑρίσκονται 40 μαθηταί, δικαιοῦνται λοιπὸν νὰ ἔχουν σχολεῖον· μετὰ 1 μῆνα εὑρίσκονται 20 μαθηταὶ, καὶ δὲν δικαιοῦνται τότε νὰ ἔχουν δημοτικὸν σχολεῖον, ἀλλὰ γραμματοδιδασκαλεῖον. Ἄρα κατὰ βούλησιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τοῦ δυναμένου ν’ ἀντιληφθῇ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν, τὰ σχολεῖα μεταβάλλονται. Τὸ ἐλάττωμα τοῦτο δὲν ἔχει ἡ σήμερον κρατοῦσα νομοθεσία. Καὶ ἄλλο τι ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὡς πρὸς τὴν σύστασιν τῶν σχολείων, ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς περιελήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις, δυνάμει τῆς ὁποίας πλήρη σχολεῖα συνιστῶνται εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν· διότι, ἐὰν ἐξετάσητε τὸν κατάλογον τῶν πρωτευουσῶν τούτων, θὰ ἴδητε ὅτι αἱ πλεῖσται αὐτῶν δὲν ἔχουν τὰ μέσα, ὅπως συντηρῶσιν ἓν κοινὸν σχολεῖον. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συντηρηθῶσιν ἐν αὐταῖς πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα; Δεύτερον πολλαὶ ἐξ αὐτῶν ἔχουσι κατοίκους πολὺ ὀλιγωτέρους 100 ἄλλων πόλεων τῆς Ἑλλάδος· καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς τόσον ὀλίγους κατοίκους ἐχούσαις πρωτευούσαις ἱδρύετε πλῆρες σχολεῖον, ἀδιαφοροῦντες, ἐὰν ἐν αὐταῖς ὑπάρχῃ ἢ ὄχι ἀρκετὸς ἀριθμὸς μαθητῶν, ὥστε νὰ ἱδρυθῇ ἓν κοινὸν δημοτικὸν σχολεῖον. Ταῦτα πάντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει ἀνάγκην μελέτης, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν συζητήσεων τῶν ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις ὅλων τῶν πλημμελειῶν, αἵτινες ἐν αὐτῷ ὑπάρχουσι. Κηρύττεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις εἶναι ὑποχρεωτική. Ποίαν ἔννοιαν, παρακαλῶ, ἔχει ἡ διάταξις αὕτη; Μήπως δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1834; ἀλλ’ ἐφηρμόσθη ποτέ; Ἐκεῖ τοὐλάχιστον ὑπῆρχον διατάξεις πρὸς καταναγκασμὸν τῶν γονέων, ἐν ᾧ ἐδῶ οὐδὲν περὶ τούτου ὁρίζεται. Καθιεροῦται μόνον ἡ ἀρχή· ἀλλὰ παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, εἴπετέ μοι, δύναται νὰ ἐννοηθῇ ὑποχρεωτικὴ ἐκπαίδευσις, ὅταν δὲν ἦναι καθολική; Ἡ ἀναγραφὴ τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις εἶναι ὑποχρεωτική, οὐδένα πρακτικὸν ἔχει σκοπόν, σᾶς περιήγαγε δὲ εἰς τὴν ἀντίφασιν, ἐκ τῆς ὁποίας δυσκόλως δύνασθε νὰ ἐξέλθητε, μέχρις οὗ δὲν κατορθώσητε νὰ καταστήσητε τὴν ἐκπαίδευσιν καθολικήν. Καὶ τώρα ἐπεθύμουν νὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν μέσων, ἅτινα χορηγεῖ, ὅπως λειτουργήσῃ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις. Ὅταν ἐσκεπτόμην περὶ τοῦ μέρους τούτου τῆς ἀγορεύσεώς μου, εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου τὸ νομοσχέδιον, οἷον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὰς διατάξεις αὐτοῦ ἡρμήνευον, ὅπως οἱ κανόνες τῆς ἑρμηνευτικῆς μοὶ ἐπέβαλλον νὰ πράξω. Ἀλλὰ σήμερον ἄλλως παρεστάθησαν τὰ πράγματα. Σήμερον ὁ μὲν κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως παρέστησεν ὅτι ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου ὡρίσθη εἰς 800,000 δραχμῶν, καὶ ὅτι διὰ ταύτης δὲν πρόκειται νὰ δοθῇ τὸ ἐλλεῖπον μόνον εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ συντηρήσωσιν ἓν δημοτικὸν σχολεῖον καὶ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον, ἀλλὰ πρόκειται εἰς ὅλους τοὺς δήμους νὰ δοθῇ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαῖον πρὸς ἵδρυσιν ἑνὸς δημοτικοῦ σχολείου καὶ ἑνὸς γραμματοδιδασκαλείου. Ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέστησε, χωρὶς νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν ἔδιδεν εἰς τὸ ἄρθρον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι, ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν 800 χιλιάδων δραχμῶν δὲν θεωρηθῇ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐπαρκές, τότε θὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια, ὅπως χορηγηθῶσι τὰ ἀπαιτούμενα ποσά, ἵνα λειτουργήσωσι τὰ σχολεῖα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ διόρθωσις θὰ γείνῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ἀλλ’ ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ θεωρήσω ὡς αὐθεντικωτέραν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, γνώμην, ἥτις ἄλλως περισσότερον συμφωνεῖ πρὸς τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον ἀνεξαρτήτως τῶν δοθεισῶν ἐξηγήσεων, αἵτινες οὐδόλως συνάδουσι πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἐάν, λέγω, ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον κατὰ τοὺς γενικοὺς κανόνας τῆς ἑρμηνευτικῆς, ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ; Τἀποτελέσματα θὰ ἦναι, ὅτι ἐν ὅλοις τοῖς ἀπόροις δήμοις, 29, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τὸν ἀριθμόν, δὲν θὰ ὑπάρχῃ τοῦ λοιποῦ ἢ ἓν δημοτικὸν σχολεῖον καὶ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον, καὶ ὅτι ἐν αὐτοῖς πάντα τὰ ἄλλα σχολεῖα θὰ καταργηθῶσιν. Εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἐπιδεεῖς, τῶν ὁποίων ἡ εἰσφορὰ δὲν ἐπαρκεῖ πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου εἶναι ἀναγκαία, θὰ καταργηθῶσι τοὐλάχιστον τὰ ἡμίση τῶν σχολείων, οἱ ἡμίσεις τῶν διδασκάλων θὰ παυθῶσι, καὶ οἱ ἡμίσεις τῶν μαθητῶν θὰ τρέχωσιν εἰς τοὺς δρόμους. Ταῦτα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ καὶ τὴν δοθεῖσαν ἑρμηνείαν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐὰν λάβω ὑπ’ ὄψιν, πάλιν τὰ ἀποτελέσματα ἔσονται ὀλέθρια.
§146Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ἔχετε καμμίαν ἑρμηνείαν νὰ λάβητε τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας.
§147ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λαμβάνω τότε τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ λέγω: 2,400,000 δραχμῶν ἀνεγνώρισεν ὅτι δαπανῶνται σήμερον εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ὅταν ἐκ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τῶν 800 χιλιάδων δραχμῶν, ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀναγράφει καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον θὰ συζητήσωμεν τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα, ἐρωτῶ, τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα συνετηροῦντο ἄλλοτε μὲ τὸ ποσὸν τὸ μεταξὺ 800,000 καὶ 2,400,000, δηλαδὴ μὲ τὸ ποσὸν 1,600,000, τὸ ὁποῖον καταργεῖται, θὰ κλείσωσι, ναὶ ἢ ὄχι;
§148Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ὄχι· κανὲν δὲν θὰ κλείσῃ, σᾶς βεβαιοῦμεν.
§149ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι θὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια, ὅταν ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὲς τὸ ποσὸν τῶν 800,000.
§150Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὄχι.
§151ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα, τὸ εἶπεν· ὑπεστήριξε μάλιστα, ὅτι τὸ ποσὸν θὰ ἦναι ἐπαρκὲς, διότι οἱ δῆμοι θὰ δυνηθῶσι νὰ συνεισφέρωσι πλειότερα ὅσον σήμερον συνεισφέρουσι, λησμονήσας ὁποία κατακραυγὴ πανταχόθεν ἠγέρθη κατὰ τῆς ἀναλογίας τῶν 50%, τῆς καθιερωθείσης ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1892. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἐλπίδα ἔχω, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις εἰς τὴν εἰσφορὰν τῶν δήμων διὰ τῶν μέτρων τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τουτέστι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δασμῶν κατὰ 1 τοῖς ἑκατὸν, διότι εἶναι ἀδύνατον οἱ δῆμοι νὰ προβῶσιν εἰς περαιτέρω αὐξήσεις φόρων, καὶ ἂν προβῶσιν εἰς ταύτας, αὗται ὀλίγα θὰ ἀποδώσουν. Ἑπομένως ἡ διαφορὰ αὕτη θὰ ὑπάρχῃ μέχρι νεωτέρας νομοθετικῆς προνοίας, καὶ θὰ ἦσθε ἠναγκασμένοι νὰ κλείσητε τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἐν ἐλλείψει τῆς ἀπαιτουμένης πιστώσεως δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ διατηρήσητε. Οὕτω τοὐλάχιστον ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι τὰ πράγματα. Ὅταν μᾶς ἀποδείξητε, ὅτι ἡ ἀντίληψις ὅλων ἡμῶν, διότι νομίζω, ὅτι καὶ πολλοὶ συνάδελφοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οὕτω πως ἀντιλαμβάνονται, ὅταν μᾶς ἀποδείξητε, ὅτι κατὰ τοῦτο ἡ ἀντίληψις ἡμῶν δὲν μᾶς παρέχει τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν συνήθως μᾶς παρέχει, τότε βεβαίως θ’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ἀπατώμεθα. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Συμπέρασμα αὐτῶν εἶναι ἡ παράκλησις, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συναινέσῃ, ἵνα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον τοσαῦτα σπουδαῖα ζητήματα πρόκειται νὰ κανονίσῃ, τὸ ὁποῖον σχετίζεται μὲ τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν, μὲ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος ἡμῶν, μελετηθῇ εἰς τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον θὰ μεσολαβήσῃ μεταξὺ τῆς πρώτης ταύτης συνόδου, τῆς ὁποίας αἱ συνεδριάσεις εἶναι βεβαίως ὀλίγαι, καὶ τῆς δευτέρας συνόδου, μελετηθῇ παρ’ ἀνθρώπων εἰδικῶν, παρ’ ἀνθρώπων δυναμένων εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ φέρωσι τὰ φῶτα καὶ τὰς γνώσεις αὑτῶν, καὶ ἂν ἐκ τῆς μελέτης ταύτης προκύψῃ, ὅτι αἱ ἐπικρίσεις ἡμῶν δὲν εἶναι ὀρθαί, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τούτου θὰ ἔχωμεν μὲν ἀποτελέσματα καλλίτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τὸ κρατοῦν σύστημα ἐπέφερεν, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τούτου δὲν θὰ καταστραφῶσι τὰ καλά, τὰ ὁποῖα τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν ἐπέφερε, τότε βεβαίως, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησιν ταύτην, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ μέχρις ὅτου ἡ πεποίθησις αὕτη δὲν γεννηθῇ, εἶναι δὲ ἀδύνατον ἐκ τῆς ἀναγνώσεως καὶ τῆς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου τοιαύτη πεποίθησις νὰ γεννηθῇ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην, ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ.
§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἀπέδειξεν εὐλόγως τὴν στοργὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς νομοθέτημα, εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ ὁποίου συνετέλεσεν ὡς μέλος τῆς κατὰ τὸ 1892 Κυβερνήσεως, οὐδὲ εὗρον λόγον, ἵνα ἐκπλαγῶ διὰ τοῦτο· ἡ ἀναδρομὴ ὅμως, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο πρὸς τὸ παρελθὸν, ἤτοι πρὸς τὴν ἐποχὴν τὴν πρὸ τοῦ 1892, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδόθη ὁ λειτουργῶν εἰσέτι νόμος, δὲν κατέληξεν εἰς ἀκριβῆ πορίσματα. Τὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα πείσῃ αὐτὴν, ὅτι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος νῦν ἰσχύει, λειτουργεῖ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν εἶναι βάσιμα, καὶ διὰ τοῦτο ἀνῆλθον, ἵνα ἀναιρέσω τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον προβάλλομεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, εἶναι τελειότερον καὶ πληρέστερον καὶ ἀναγκαῖον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἀνωμολόγησέ τι, τὸ ὁποῖον ἤκουσα, καὶ ὁμολογῶ ὅτι προσῆκεν εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας ἡ ὁμολογία αὐτοῦ αὕτη. Ὡμολόγησεν ὄντως ὁ κ. Βουλευτὴς τὰ ἐλαττώματα τοῦ νόμου τοῦ 1888, διὰ τοῦ ὁποίου συνεστήθη τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1888 διήλθομεν περίοδον πλήρη ἐτῶν 32, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλειτούργησεν ἄλλο σύστημα, τὸ ὁποῖον κρίνω μᾶλλον σύμφωνον μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, οἱ δῆμοι κατέβαλλον τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ δὲ δημόσιον ταμεῖον ἤρχετο ἐπίκουρον εἰς αὐτοὺς, καὶ ἀνεγράφετο πράγματι ἐν τῷ ἐτησίῳ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ποσὸν ἑκατοστύων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον προώρισε πρὸς συνδρομὴν εἰς τοὺς δήμους, τῶν ὁποίων τὰ ἔξοδα δὲν ἐπήρκουν, ἵνα καταβάλωσι τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφετο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἦτο ἀνεπαρκές· πρὸ τοῦ 1856 μάλιστα, ὅτε καὶ ἡ βοήθεια αὕτη τοῦ Δημοσίου δὲν κατεβάλλετο, ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἦτο εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν, διότι οἱ δῆμοι δὲν εἶχον τὰ ἀναγκαῖα μέσα, ἵνα συντηρῶσι τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν· ἀλλ’ ἦτο εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι τὸ Κράτος δὲν εἶχε παρασκευάσει ὄργανον πρὸς διδασκαλίαν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἀληθῶς οἱ δημοτικοὶ διδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον μέχρι τοῦ 1878, δὲν εἶχον προέλθει ἐκ διδασκαλείων, ἀλλὰ κατὰ τὰ 9/10 εἶχον ἀναγνωρισθῆ ὡς τοιοῦτοι ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐξήταζε τοὺς βουλομένους νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς ἐξετάσεις δημοδιδασκάλων, καὶ ἐξητάζοντο οἱ βουλόμενοι ἵνα ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς ἐξετάσεις ταύτας εἰς τὴν γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν καὶ εἰς τὴν ἀριθμητικήν. Ἐὰν λοιπὸν ἀπεδείκνυέ τις, ὅτι ἐγνώριζε νὰ γράφῃ καὶ νὰ ἀναγινώσκῃ, καὶ ὅτι ἐγνώριζε τὰς τέσσαρας πράξεις τῆς ἀριθμητικῆς, ἐχρίετο δημοδιδάσκαλος. Τοιαῦτα λοιπὸν ἦσαν τὰ ὄργανα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τὰ διδακτικὰ, τὰ ὁποῖα εἴχομεν μέχρι τοῦ 1878. Ἀλλὰ μέχρι τοῦ 1856 δὲν ἐπήρκουν οὐδὲ τὰ χρήματα τῶν δήμων ἵνα καταβάλωσι τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἠναγκάσθη δ’ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1856 νὰ προτείνῃ νόμον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπεχρεοῦτο τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ προκαταβάλλῃ τοὺς μισθοὺς τῶν δημοδιδασκάλων. Ἐντεῦθεν προκατέβαλλε μὲν τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ οἱ δῆμοι δὲν εἶχον τὰ μέσα ἵνα ἐξοφλήσωσι τὰς προκαταβολὰς, καὶ ἀπετελεῖτο κατ’ ἔτος χρέος τῶν δήμων πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ ὁποῖον, ὅσον προέβαινεν ὁ χρόνος, τοσοῦτον ηὔξανεν. Εἰς τοιαύτην ἦσαν κατάστασιν τὰ πράγματα, ὅτε ἦλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸ 1880 ὁ κ. πρώην Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Δὲν ὑπῆρχον τότε ἢ προκαταβολαὶ τοῦ Δημοσίου εἰς βάρος τῶν δήμων, μὴ ἀποδιδόμεναι ὑπὸ τῶν δήμων, διότι ἐστεροῦντο τῶν χρημάτων τῶν ἀναγκαίων, ἵνα ἐξοφλήσωσιν αὐτάς. Ὑπῆρχον δημοδιδάσκαλοι, πάντες προερχόμενοι ἀπὸ τὰς ἐξετάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἐνώπιον τῆς ὁποίας εἶπον ὑμῖν ἐπὶ τίνων μαθημάτων ἐξητάζοντο. Ἀλλ’ ὑπῆρχον καὶ ὀλίγοι τινὲς, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐξέλθει ἐκ τοῦ Διδασκαλείου, τὸ ὁποῖον εἶχε συστηθῆ κατὰ τὸ 1878 ἐν Ἀθήναις. Τῳόντι τὸ 1878 ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος σταθμὸς, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ λογισθῇ ἡ ἐγκατάστασις δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ὑπῆρξε σταθμὸς, διότι πρῶτον ἱδρύθη ἐκπαιδευτήριον, τοῦ ὁποίου σκοπὸς ἦτο νὰ παρασκευάζῃ δημοδιδασκάλους ἀρτίους, δεύτερον διότι προσδιωρίσθη ὁποῖαί τινές εἰσιν αἱ γνώσεις αἱ ἀποτελοῦσαι τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ὁ δὲ προσδιορισμὸς τῶν γνώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, εἶναι ὁ κυριώτερος χαρακτὴρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· διότι, ἐὰν δὲν ἔχητε τοιοῦτον προσδιορισμόν, εὐκόλως θέλετε ὀπισθοχωρήσει εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ὁποία ἦτο κατὰ τοὺς ἀρχαιοτάτους χρόνους, ὅτε ἐδιδάσκοντο εἰς τὰ προαύλια τῶν ἐκκλησιῶν τὴν ἀνάγνωσιν καὶ τὴν γραφὴν ἔκ τινων ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων, οὐδεμίαν δὲ ἄλλην ἐπορίζοντο οἱ διδασκόμενοι γνῶσιν. Ἀπὸ τοῦ 1878 λοιπὸν προσδιωρίσθη τίνα μαθήματα θέλουσι διδάσκεσθαι ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις, καὶ παρεσκευάσθη ἵδρυμα, ἵνα δίδῃ τοὺς ἀναγκαίους δημοδιδασκάλους. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ 1856, ὅτε ἤρχισε τὸ Δημόσιον νὰ προκαταβάλλῃ εἰς βάρος τῶν δήμων τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, μέχρι τοῦ 1888, ἐπὶ 32 ἔτη δηλαδή, ἠκούσατε ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ Δημόσιον εἶχε καταβάλῃ 6,000,000 εἰς βάρος τῶν δήμων, τὰ ὁποῖα ὅμως οἱ δῆμοι ὤφειλον εἰς αὐτὸ, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ἀποτίσωσι τὴν ὀφειλὴν αὐτῶν ταύτην. Ἰδοὺ ἡ ἀφορμή, ἡ ὁποία προὐκάλεσε τὴν μέριμναν τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινε τὸ νομοσχέδιον περὶ ταμείου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἔβλεπε τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον ἄφινον ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ τὰ ὀφλήματα τῶν δήμων, καὶ ἔσπευδεν ὅπως ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τῶν προκαταβολῶν, τὰς ὁποίας ἐποιεῖτο ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὰς ὁποίας δὲν εἰσέπραττε, διενοήθη δὲ νὰ συστήσῃ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ ἵδρυσις ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ἦτο γνῶσις ἄγνωστος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἴχομεν ἀποβλέψει ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ 1878· ἀλλ’ εἴχομεν ἀποβλέψει προσπαθοῦντες ἵνα ὀργανώσωμεν ταμεῖον δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ βάσεων ἐντελῶς ἀλλοίων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη τὸ ἵδρυμα κατὰ τὸ 1888. Ὅτε ἱδρύθη τὸ πρῶτον Διδασκαλεῖον ἐν Ἀθήναις, ἦτο ἐποχὴ πολιτικῆς κρίσεως καὶ πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν ἐν τῷ Κράτει. Ἡ προσοχὴ πάντων ἦτο ἐστραμμένη πρὸς τὰ πολιτικὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλουν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος· αἱ δαπάναι τοῦ δημοσίου ταμείου ἦσαν μεγάλαι, διότι ἠσχολεῖτο εἰς στρατιωτικὰς παρασκευάς. Ἐγνωρίζομεν ὅτι ἓν Διδασκαλεῖον δὲν ἐπήρκει ἵνα πληρώσῃ τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει, ὅτι ἀπῃτεῖτο νὰ συστηθῶσι πλείονα τοῦ ἑνός. Ἐμελετῶμεν λοιπὸν, ὅπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀποστείλωμεν εἰς Εὐρώπην τοσούτους νέους, ἵνα σπουδάσωσι τὴν παιδαγωγικὴν, ὅσοι θὰ ἐπήρκουν διὰ τὴν ἵδρυσιν καὶ ἄλλων διδασκαλείων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πορισθῶμεν χρήματα, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλομεν δυνηθῆ καὶ εἰς τὴν σύστασιν ἄλλων διδασκαλείων νὰ ἐπαρκέσωμεν, καὶ εἰς τοὺς παρασκευασθησομένους ἐν αὐτοῖς δημοδιδασκάλους νὰ παράσχωμεν μισθὸν ἀνέτως παρεχόμενον καὶ ἄνετον ὑποσχόμενον εἰς αὐτοὺς βίον. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν νὰ συστήσωμεν ταμεῖον δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἐπὶ ἄλλων βάσεων. Τότε ἀπετάθημεν κατὰ πρῶτον πρὸς τὰς Μονὰς, καὶ ἐζητήσαμεν τὴν εἰσφορὰν αὐτῶν, ἐζητήσαμεν δὲ, ἵνα ἐξ ἑκάστου δήμου κρατῆται ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, τῷ εἰσπράττοντι τὰ ἔσοδα αὐτῶν, ἓν ποσὸν χρηματικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπετέλει ἴδιον ταμεῖον ἐκπαιδεύσεως ἑκάστου δήμου, ὥστε ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ τῷ κατ’ ἐπαρχίας νὰ ὑπάρχῃ κεφάλαιον προωρισμένον διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἑκάστου τῶν δήμων, νὰ τηρῆται οὕτω λογαριασμὸς ἴδιος δι’ ἕκαστον τῶν δήμων διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτοῦ. Ἀπεβλέπομεν δὲ πάντοτε, ὅτι, ἀποκαθισταμένων τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, ἐκλειπόντων τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἀπησχόλουν καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον καὶ τοὺς ὁμοφύλους πάντας, εἰσαγομένων ἡμῶν εἰς βίον ὁμαλόν, ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ ἐπιβάλῃ ἐκπαιδευτικὸν φόρον εἰδικόν, ἵνα πάντες οἱ πολῖται τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου εἰσφέρωσιν ἀναλόγως τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς τὴν φορολογίαν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, δυνηθῆ δ’ οὕτω τὸ Κράτος νὰ παρέχῃ εἰς τοὺς παῖδας αὐτοῦ πλήρη καὶ ἀρτίαν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον ταῦτα ἐσκεπτόμεθα, τὸ Κράτος δὲν εἶχεν ἐπιβαρυνθῆ ὑπὸ τῶν δανείων, δὲν εἶχεν ἐξαντληθῆ ὑπὸ τῶν φόρων, καὶ προσεδοκῶμεν, ὅτι, προβάλλοντες νομοθέτημα περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐκπαιδευτικοῦ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, δὲν ἠθέλομεν εὑρεῖ τοὺς συμπολίτας ἡμῶν οὐδὲ ὀκνοῦντας, οὐδὲ δυσφοροῦντας. Κατὰ τὸ 1880 μάλιστα, ὅτε τὸ πρῶτον ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ κ. πρώην Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐτύγχανεν ὁ νῦν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυς τοῦ Βασιλέως. Οὗτος προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ταμείου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐντυχὼν δ’ αὐτῷ τότε ἰδίᾳ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου του, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἦτο ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων μετ’ ὀλίγα ἔτη ἐνομοθετήθη ὁ νόμος τοῦ 1888 περὶ συστάσεως ταμείου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ τότε μὲν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔτεινε τὸ οὖς αὐτοῦ εἰς τὰς παραστάσεις μου, καὶ δὲν ἐπέμεινεν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοθέτημα, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1888 τὸ νομοθέτημα καὶ ἐπροτάθη καὶ ἐψηφίσθη, καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, καὶ συνεστήθη πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ αἰτία λοιπόν, ἡ ὑπαγορεύσασα τὸ νομοθέτημα τοῦτο, ἦτο ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τοῦ βάρους τῆς καταβολῆς τῶν 6,000,000 δραχμῶν. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλάκις οἱ κυβερνῶντες τότε ἠρεύνησαν τὴν μεγάλην ἀνωμαλίαν, ἡ ὁποία ἐπεγίνετο ἐκ τοῦ συστήματος ἐκείνου, καὶ ἐδήλωσαν ἀληθῆ δυσφορίαν, διότι τὸ Κράτος ἀνέλαβε βάρος 6,000,000 ἐπὶ διάρκειαν 32 ἐτῶν, τὰ ὁποῖα προκατέβαλεν ὑπὲρ τῶν δήμων, μὴ ὄντων εἰς κατάστασιν νὰ ἀποτίσωσιν αὐτά. Τῳόντι 6 ἑκατομμύρια, ἐπὶ 32 ἔτη κατανεμόμενα, παριστῶσι δαπάνην ἐτησίαν τοῦ Κράτους 187,000 δραχμῶν, αὐτὴν δὲ τὴν δαπάνην ἐπεθύμουν νὰ ἀποφύγωσιν εἰς τὸ μέλλον οἱ τότε Ὑπουργοί, προσφεύγοντες εἰς τὸ μέτρον τῆς ἱδρύσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ νομοθέτημα τοῦτο εἶχε δύο σκοπούς, σκοπὸν μὲν ἵνα κατανείμῃ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα τὸ δημόσιον ταμεῖον ὑπεῖχε μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου, τὰς προκαταβολὰς περὶ τῶν ὁποίων σᾶς εἶπον, ἵνα τὰ κατανείμῃ εἰς τοὺς δήμους, καὶ ἐπειδὴ οἱ ἄποροι δῆμοι, καὶ ἂν τὸ κατένεμεν εἰς βάρος αὐτῶν, δὲν ἠδύναντο νὰ ἀποτίσωσι τὸ κατανεμηθησόμενον ποσόν,—οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος,—ἐπενόησαν κοινωνιστικόν τι μέτρον. Πάντες οἱ δῆμοι νὰ εἰσφέρωσιν ἀναλόγως τῶν ἐσόδων των τόσον ποσόν, ἀδιακρίτως ἐὰν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἰσέφερον, ὑπερέβαινεν ἢ ἦτο ἔλασσον τῶν δαπανῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ δήμου ἐκείνου. Τοῦτο ἦτο ἐλάττωμα, διότι ἐπέβαλλε βάρη οὐχὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλ’ εἰς δημοτικὰς κοινωνίας. Ἐπειθόμην ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν φόρος ἐκπαιδευτικός, καὶ σᾶς εἶπον ὅτι ἐσκεπτόμην περὶ τοιούτου τινὸς νομοθετήματος, ἵνα προβάλω κατὰ τὸ 1878· ἀλλὰ νὰ ὑπέχωσι τὰ βάρη τῶν ἀπορωτέρων δήμων οἱ ἄλλοι δῆμοι, τοῦτο ἦτο πρωτοφανὲς σύστημα. Ἀλλὰ τὸ νομοθέτημα εἶχε καὶ ἄλλο ἐλάττωμα, τὸ ἐλάττωμα ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ἐῤῥύθμως καὶ κανονικῶς. Καὶ ἐνθυμοῦνται ὅσοι ἦσαν μέλη τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὰ ἔτη 1888, 1889 καὶ 1890, ποῖαι παραστάσεις καὶ ποῖαι προτροπαὶ ἀπηυθύνοντο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, χάριν τῶν δημοδιδασκάλων, τῶν ὁποίων οὐδὲ τὰ ἐντάλματα ἐξεδίδοντο, οὐδὲ τὰ ἐκδοθέντα ἐξηργυροῦντο, παρήρχοντο δὲ 6 καὶ 8 καὶ 10 μῆνες, κατὰ τοὺς ὁποίους οἱ δημοδιδάσκαλοι δὲν ἐλάμβανον τοὺς μισθοὺς αὑτῶν. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐξέλιπε, διότι τὸ κατήργησεν ὁ νόμος τοῦ 1892, ὁμολογῶ δὲ καὶ πάλιν, ὅτι ἥρμοζεν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Κερκύρας νὰ ὁμολογήσῃ τὰ ἐλαττώματα τοῦ ἱδρύματος τούτου. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦ 1892, τὸ ὁποῖον ἐνομοθετήθη διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ, εἶναι σύστημα πλῆρες; Ποῖον ἔχει σκοπόν; Ἐμελέτησα τὸν νόμον καὶ τὸν δι’ αὐτοῦ νομοθετηθέντα κανονισμὸν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ συστήματος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ εὗρον ὅτι δὲν ἔχουσιν οἱ συντάκται τοῦ νόμου ἐκείνου τὰς αὐτὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἔχομεν περὶ τῆς βάσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τίς πρέπει νὰ ἦναι ἡ βάσις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Βάσις πρέπει νὰ ἦναι αἱ γνώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἡ διδασκαλία τῶν γνώσεων τῶν ἀποτελουσῶν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ὁ νόμος τοῦ 1892 οὐδὲν περὶ τούτου διαλαμβάνει· δὲν διαλαμβάνει τί εἶναι δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, δὲν προσδιορίζει τὰς γνώσεις, αἵτινες ἀποτελοῦσιν αὐτήν, ἀλλ’ ἀσχολεῖται νὰ κανονίζῃ ποῦ καὶ πότε συνιστῶνται δημοτικὰ σχολεῖα, πόσος ἀριθμὸς δημοδιδασκάλων ἐπιτρέπεται νὰ ἦναι ἐν ἑκάστῳ αὐτῶν, ποῖον πρέπει ἕκαστος τῶν δημοδιδασκάλων νὰ ἔχῃ βαθμόν. Ἐὰν δὲ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1892 τὰ δημοτικὰ σχολεῖα διαιροῦνται εἰς μονοτάξια, εἰς διτάξια, εἰς τριτάξια καὶ εἰς τετρατάξια, δύναται νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι τὰ πληρέστερα τῶν δημοτικῶν σχολείων, κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, εἰσὶ τὰ ἔχοντα τέσσαρας τάξεις, ἐνῷ οὐδὲ ταῦτα προωρίσθησαν νὰ μεταδώσωσιν εἰς τοὺς διδασκομένους πάσας τὰς γνώσεις τὰς ἀποτελούσας τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διδαχθῶσιν εἰς τὰς τέσσαρας τάξεις πᾶσαι αἱ γνώσεις αἱ ἀποτελοῦσαι τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἑπομένως καὶ αὐτὰ τὰ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1892 πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα ἦσαν σχολεῖα ἀτελῆ, διότι ἐν αὐτοῖς δὲν ἐδιδάσκοντο πᾶσαι, ἀλλὰ τινὲς μόνον τῶν ἀποτελουσῶν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν γνώσεων. Ἐὰν, Κύριοι, πεισθῶμεν ὅτι πρέπει νὰ λησμονήσωμεν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἥτις μετεδίδετο εἰς τοὺς παῖδας κατὰ τὸν καιρὸν κατὰ τὸν ὁποῖον ἔζων οἱ πατέρες ἡμῶν, τότε ἀναγκαίως πρέπει ν’ ἀποδεχθῶμεν, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις πρέπει νὰ παρασκευάζῃ τοὺς παῖδας οὕτως, ὥστε περατοῦντες πάντα τ’ ἀποτελοῦντα τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν μαθήματα ἐν τῷ δημοτικῷ σχολείῳ, νὰ δύνανται νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον. Καὶ νομίζω ὅτι τοῦτο ἰδίως εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον, οὐχὶ μόνον διὰ τοὺς ἀστοὺς, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἀγρότας. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴχομεν τόσους δημοδιδασκάλους ὅσοι ἀπαιτοῦνται, ἵνα ἐν ἑκάστῳ δήμῳ ἔχωμεν τρία ἢ τέσσαρα ἢ πέντε πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴχομεν τόσα χρήματα, ὅσα ἀπαιτοῦνται πρὸς ὀργανισμὸν καὶ συντήρησιν τόσων πλήρων δημοτικῶν σχολείων, ἠθέλομεν μεθ’ ὑπερηφανείας ἰσχυρισθῆ, ὅτι ἔχομεν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς οὔτε ὄργανα διδασκαλίας ἔχομεν, οὔτε ἀριθμὸν διδασκόντων ἔχομεν, οὔτε χρήματα ἀρκοῦντα πρὸς θεραπείαν τῆς ἀνάγκης ταύτης ἔχομεν. Διὰ τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἠναγκάσθημεν νὰ μὴ παραλείψωμεν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀναλάβωσί τινες δῆμοι, νὰ ἔχωσι τοὐλάχιστον ἓν πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον, τὴν δὲ ὑποχρέωσιν ταύτην κατενείμαμεν οὕτως, ὥστε τὰ τέκνα τῶν ἀστῶν νὰ δύνανται νὰ λαμβάνωσι πλήρη δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἐν τῷ πλήρει δημοτικῷ σχολείῳ, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ τόπῳ τῆς κατοικίας των. Καὶ ὑπελάβομεν ὅτι δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς τέκνα ἀστῶν τὰ τέκνα τῶν κατοικούντων ἐν πρωτευούσαις νομῶν, τὰ τέκνα τῶν κατοικούντων ἐν πρωτευούσαις ἐπαρχιῶν, τὰ τέκνα τῶν κατοικούντων ἐν πόλεσι, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς ἕξ χιλιάδας ψυχῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἀνωμολόγησεν ὡς ἐλάττωμα τοῦ συστήματος, διότι περιελάβομεν τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν, διότι πολλοὶ τῶν δήμων, ἐν οἷς ὑπάρχουσι πρωτεύουσαι ἐπαρχιῶν, δὲν ἔχουσι τὰ ἀναγκαῖα μέσα, ὅπως διατηρήσωσι πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον, διότι αἱ πόλεις αὐτῶν εἶναι πολυάριθμοι, μικρὸν διαφέρουσαι τῶν χωρίων. Διὰ τοῦ συστήματος λοιπὸν, τὸ ὁποῖον προτείνομεν, πληροῦμεν κενὸν, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε μέχρι τοῦδε, τὸ κενὸν ὅτι προσδιορίζονται αἱ γνώσεις αἱ ἀποτελοῦσαι τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Καὶ δὲν ἠρκέσθημεν μόνον εἰς τὰς γνώσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀνέγραψεν ὁ νόμος τοῦ 1878, ὁ ὀργανώσας τὸ πρῶτον τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἀλλ’ ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἄλλας γνώσεις, ὑποχρεωτικῶς διδακτέας, χρησιμωτάτας καὶ ὠφελίμους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀνάγκη αὕτη· πολλὰς ἄλλας εἴχομεν νὰ θεραπεύσωμεν, ὅτε ἐκρίναμεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ παρασκευάσωμεν νομοσχέδιον περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, τοῦ ὁποίου γνωρίζω πρὸ χρόνων τὰς φιλελευθέρους ἰδέας, καὶ πολλάκις ἐτύχομεν καθήμενοι ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἑδωλίων, εὐηρεστήθη ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ὑπάρχει κἄποιον τέλος πάντων προτέρημα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐπροτείναμεν. Ἀνεγνώρισεν ὅτι τίθενται βάσεις ἀποκεντρώσεως, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ ἄκουσμα τῆς ἀπακεντρώσεως ἔκρουσε τὰς παλάμας. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας οὐδαμῶς στέργει τοιαύτην ἀποκέντρωσιν, καὶ ἐλέγχει μάλιστα ἡμᾶς, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τοῦ μετατιθέναι καὶ τοῦ παύειν τοὺς δημοδιδασκάλους, καὶ ἀνατίθεμεν τοῦτο εἰς ἐποπτικὰ συμβούλια, ἑδρεύοντα ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τοσαύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ἐμὸς συνάδελφος, καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτοῦ, ἔχομεν πεποίθησιν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταβολῆς ταύτης, τὴν ὁποίαν προτείνομεν, ὥστε θέλομεν προτιμήσει εἰς πᾶσαν θυσίαν νὰ ἐκθέσωμεν τὰ προϊόντα τῆς πνευματικῆς λειτουργίας ἡμῶν, οὐδέποτε ὅμως νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν γνώμην ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐσχηματίσαμεν. Καὶ πῶς νὰ μὴ σχηματίσωμεν γνώμην τοιαύτην ἐν χώρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς ἓξ καὶ ἑπτὰ χιλιάδας δημοδιδασκάλους ἑκατέρου τῶν φύλων ἀναβαίνει ὁ ἀριθμὸς τῶν κατὰ πάντα Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον παυομένων καὶ μετατιθεμένων; Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοδιδασκάλων, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν διαπραττομένων μετακινήσεων εἰς δύο μόνον μῆνας τοῦ ἔτους ὑπερβαίνει καὶ αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν τῶν διδασκόντων. «Ἀλλὰ μεταφέρετε τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν, εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον»,—ἂν καὶ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον δὲν σημαίνει ἄλλο τι, εἰμὴ ἐπιθεωρητής.— Δὲν μεταφέρομεν τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἐνασκεῖ μέχρι τοῦδε ὁ Ὑπουργὸς, δὲν τὸ μεταφέρομεν ἄνευ λόγου, τὸ μεταφέρομεν ἐλλόγως, διότι πᾶν δικαίωμα πρέπει νὰ ἐνασκῆται ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐνασκεῖ αὐτὸ, ἐν γνώσει τοῦ δικαιώματος, καὶ ἐν γνώσει τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ ἐνασκουμένου δικαιώματος κανονίζει. Ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐνήσκει τὸ δικαίωμα τοῦ παύειν καὶ μετατιθέναι τοὺς διδασκάλους ἐν γνώσει τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ παῦσις ἢ ἡ μετάθεσις, ἡ ὁποία διετάσσετο ὑπ’ αὐτοῦ, κανονίζουσι. Ποῖα στοιχεῖα γνώσεων ἢ πληροφοριῶν ἔχει ὁ Ὑπουργὸς κατὰ Αὔγουστον ἢ Σεπτέμβριον, ὅταν ὑπογράφῃ τὰς χιλιάδας ταύτας τῶν παύσεων καὶ μεταθέσεων; Γνωρίζει εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι τὸ δημοτικὸν σχολεῖον; Γνωρίζει ἂν ἦναι οἰκοδόμημα ἄρτιον, ἂν στεγάζῃ τοὺς μαθητὰς ἀπὸ τῶν ἀκτίνων τοῦ ἡλίου, ἂν προφυλάσσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς καταῤῥάκτας τῶν βροχῶν; Γνωρίζει ἐὰν ἔχωσιν ὑελοπίνακας ἢ ἂν ὁ βοῤῥᾶς θερίζῃ τὰ δυστυχῆ ἐκεῖνα πλάσματα; Γνωρίζει ἐὰν ὑπάρχωσι θρανία, ἢ ἐὰν ὑπάρχωσι πίνακες διδασκαλίας; Γνωρίζει ἂν ὑπάρχωσιν ὄργανα διδασκαλίας; Γνωρίζει πόσας ἡμέρας ἐδίδαξεν ὁ διδάσκαλος καὶ ἂν ἐδίδαξε πάσας τὰς ἡμέρας καὶ πάσας τὰς ὥρας τὰς διὰ τοῦ προγράμματος τεταγμένας, καὶ ἂν διδάσκῃ πάντα τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ διδάσκῃ; Οὐδὲν τούτων γνωρίζει. Πληροφορίαι τῷ δίδονται ἀπὸ ἀξιόπιστα καὶ ἔντιμα πρόσωπα, καὶ ὁμολογῶ ὅτι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δίδουσιν αὐτῷ τὰς πληροφορίας, εἶναι ἄξια παντὸς σεβασμοῦ, διότι ἐμφοροῦνται ὑπὸ τοῦ πόθου νὰ συντρέξωσι τοὺς παῖδας τῶν συμπατριωτῶν των, ἀλλὰ καὶ ταῦτα δὲν εἶναι ἐν γνώσει τῶν θεμάτων. Πλανῶνται καὶ ταῦτα ἀπὸ πληροφορίας ἢ ἀπὸ ἀκούσματα, ὁ δὲ Ὑπουργὸς μεταβάλλεται εἰς πολυγραφικὴν μηχανὴν, εἰς πολυγράφον, ὁ ὁποῖος σύρει τὰ ἐκτυπώματα καὶ διανέμει εἰς τὰ διάφορα δημοτικὰ σχολεῖα. Αὐτῆς ταύτης τῆς καταστάσεως προτείνομεν τὴν μεταβολὴν καὶ ζητοῦμεν νὰ ἐγκαταστήσωμεν ἄλλην κατάστασιν, τὴν κατάστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει ὑπάρχει ἓν Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἑκάστου νομοῦ, καὶ μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου θὰ ὑπάρχῃ καὶ εἷς, ὁ ὁποῖος θὰ περιέρχηται τοὺς δήμους καὶ τὰ χωρία τοῦ νομοῦ, θὰ ἐξετάζῃ τὰ σχολεῖα, θὰ πληροφορῆται αὐταῖς αἰσθήσεσι περὶ πάντων, θὰ μελετᾷ τοὺς ἐλέγχους τῶν μαθητῶν, καὶ θὰ βλέπῃ ἂν φοιτῶσι πάντες, θὰ ἐξετάζῃ διατὶ δὲν φοιτῶσι πάντες, θὰ ἐξετάζῃ ἂν οἱ διδάσκαλοι διδάσκωσι τὰς ὡρισμένας ὥρας καὶ τὰς ὡρισμένας ἡμέρας, ἂν ὑπάρχωσι τὰ ὄργανα τῆς διδασκαλίας, ἢ ἐὰν ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις λειτουργῇ, ἐὰν τέλος πάντων ἐν τῷ διδακτηρίῳ ἐκείνῳ ἦναι δυνατὸν νὰ μένῃ ἀκώλυτος ἡ πνευματικὴ λειτουργία τοῦ παιδὸς, ἢ παρακωλύηται ὑπὸ τῶν ἐπιῤῥοῶν τῆς ἀτμοσφαίρας, ὑπὸ τῆς στενότητος τοῦ χώρου, ὑπὸ τοῦ θερμοῦ ἀτμοσφαιρικοῦ ἀέρος, τὸν ὁποῖον ἀναπνέει, καὶ μολύνεται ὁ ὀργανισμὸς αὐτοῦ, καὶ διαφθείρεται τὸ σῶμά του. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ ἐπιθεωρητὴς, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἦναι ὁ τυχαῖος ἄνθρωπος, διότι ἀνεγράφησαν περὶ αὐτοῦ προσόντα, νὰ ἦναι διδάκτωρ τῆς παιδαγωγικῆς ἢ τῆς Φιλοσοφίας, νὰ ἐδίδαξε πέντε ἔτη ἔν τινι Γυμνασίῳ, νὰ ἔχῃ τέλος πάντων προσόντα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέχουσι πιθανότητας,—διότι πρέπει νὰ ἀρκώμεθα εἰς πιθανότητας ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ—ὅτι θὰ ἐκπληρώσῃ εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν του, αὐτὸς λοιπὸν ὁ ἐπιθεωρητὴς θέλει ἐξετάζει καὶ θέλει πληροφορεῖσθαι περὶ πάντων τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐρευνήσῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ μορφώσῃ γνώμην, ἐὰν καλῶς ἔχῃ τὸ δημοτικὸν σχολεῖον, ἐὰν καλῶς ἐκπληροῖ ὁ διδάσκαλος τὸ ἔργον του, ἐὰν πρέπῃ νὰ μένῃ ἐν ἐκείνῳ τῷ τόπῳ, ἢ ἂν ᾖναι μὲν καλὸς, ἀλλ’ ἐν ἐκείνῳ τῷ τόπῳ δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ ἀκριβῶς καὶ πιστῶς τὰ καθήκοντά του, καὶ ἑπομένως νὰ μορφώσῃ τὴν γνώμην, ἂν πρέπῃ νὰ παυθῇ ἢ νὰ μετατεθῇ. Ὅταν λοιπὸν αὐτὸς παρουσιάζηται ἐνώπιον τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, δὲν παρουσιάζει θέλησιν αὐθαίρετον, «προτείνω νὰ παυθῇ, διότι οὕτω θέλω», «προτείνω νὰ μετατεθῇ, διότι τοῦτο μοὶ ἐσύστησεν ὁ Α ἢ ὁ Β», προβάλλει ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιθεωρήσεώς του, ἀνακοινώνει παρατηρήσεις, ἃς εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ ἡμερολογίῳ τῆς περιοδείας του, μεταδίδωσι τὰ πορίσματα τῆς ἐρεύνης του, καὶ ἐπ’ αὐτῶν στηρίζει τὴν γνώμην, ἂν πρέπῃ νὰ παυθῇ ἢ νὰ μετατεθῇ, καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν θεμάτων ἀποφαίνονται τὰ μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Καὶ σᾶς ἔλεγον πρὸ μικροῦ, τί περιμένετε ἀπὸ ἕνα ἔμπορον, ἢ ἕνα κτηματίαν, ἀπὸ ἕνα δικηγόρον ἢ ἕνα ἰατρόν, ἀπὸ ἕνα γυμνασιάρχην;— Δὲν ζητοῦμεν γνώσεις, σοφίαν, δὲν ζητοῦμεν νὰ ἦναι διδάκτορες τῆς παιδαγωγικῆς, δὲν ζητοῦμεν νὰ ἠσχολήθησαν οἱ ἔμποροι καὶ οἱ κτηματίαι ἀπὸ ἁπαλῶν χρόνων νεότητος εἰς μελέτας περὶ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος, ἀλλὰ ζητοῦμεν εὐθεῖαν κρίσιν, ὀρθοκρισίαν, ὀρθολογισμόν. «Ταῦτα οὕτως ἔχουσιν ἐν τῷ σχολείῳ τοῦ χωρίου Ἀμαρουσίου, δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, νομίζομεν ὅτι ὁ διδάσκαλος τοῦ χωρίου Ἀμαρουσίου πρέπει νὰ μετατεθῇ ἐκεῖθεν». Ταῦτα θέλει ἐκθέσει ὁ ἐπιθεωρητής, αὐτοὶ δὲ θέλουσι κρίνει, ἂν πρέπῃ νὰ μετατεθῇ ἢ νὰ παυθῇ. Τί ἄλλο ἀπαιτεῖται ἀπὸ τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια; Ἀλλ’ ὁ ἐκ Κερκύρας κ. Βουλευτὴς εὗρεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον παρέλιπε νὰ ποιήσηται μνείαν περὶ τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν. Ὁμολογῶ ὅτι κατὰ τὸν ἀρχαῖον νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως συνιστῶντο ἐφορευτικαὶ ἐπιτροπαὶ ὑπὸ δύο ἢ τριῶν δημοτῶν, τοὺς ὁποίους προσδιώριζεν ὁ δήμαρχος, καὶ ὑπὸ τοῦ ἱερέως τοῦ χωρίου. Ὁ νομοθέτης ἦτο Βαυαρὸς, τὴν Ἑλλάδα δὲν ἐγνώριζεν, ἡ δὲ Ἑλλὰς κατὰ τὸ 1834 καὶ 1835 ἦτο χώρα, ἡ ὁποία ἀκόμη ἐκάπνιζεν ἀπὸ τοὺς ἐμπρησμοὺς τῆς Ἐπαναστάσεως. Αὐτὸς μετέφερε τὸ νομοθέτημα ἀπὸ τὴν πατρίδα του· δύο ἢ τρεῖς πολῖται μιᾶς κώμης Βαυαρικῆς ἀρκοῦσι διὰ νὰ ἐξετάσωσι τὴν κατάστασιν ἑνὸς σχολείου καὶ νὰ δώσωσι γνώμην. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι δὲν ἤρκουν αὐτοὶ οἱ δύο ἢ τρεῖς πολῖται, δὲν εἶχον καιρὸν νὰ χάσωσι, διὰ νὰ ἀσχολῶνται διὰ τὸ σχολεῖόν των, διότι ἔπρεπε νὰ σπείρωσι τὸν ἀγρόν των, ἢ νὰ φυτεύσωσι τὴν ἄμπελόν των, ἀπὸ τὴν ὁποίαν προσεδόκων νὰ ζήσωσι, τότε δὲ οὔτε ἄμπελοι ὑπῆρχον, οὔτε δένδρα ὑπῆρχον, οὔτε καλύβαι. Ὁ θεσμὸς λοιπὸν οὐδέποτε ἐλειτούργησεν. Ὑπῆρξαν ἐφορευτικαὶ ἐπιτροπαὶ, τὰ δὲ δημοτικὰ σχολεῖα δὲν ἐπεθεωρήθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπ’ αὐτῶν· ἐπεθεωρήθησαν ἐνίοτε ὑπὸ ἐπιθεωρητῶν, οἵτινες ἐστέλλοντο ἐξ Ἀθηνῶν. Καὶ ἐστέλλοντο κατὰ περιόδους ὡρισμένας; Οὐχί. Κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς ἐπιέζετο καὶ ἦτο ἠναγκασμένος νὰ προβῇ εἰς παύσεις δημοδιδασκάλων, εἶχεν ἀνάγκην μιᾶς γνωμοδοτήσεως, ἵνα συμμορφωθῇ μὲ τὸν νόμον· ἐζήτει λοιπὸν γνωμοδότησιν ἑνὸς ἐπιθεωρητοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἔστελλε τοιοῦτον εἰς ὡρισμένας περιφερείας, οὗτος ἐπανήρχετο, ὑπέβαλλε τὴν γνωμοδότησίν του, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ηὐκολύνετο οὕτω νὰ παύσῃ τοὺς δημοδιδασκάλους. Ἦτο ἐκπλήρωσις τύπου, ἦτο καταστρατήγησις τοῦ νόμου. Λοιπὸν ποίαν ἀπῄτει ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας νὰ ποιήσωμεν μνείαν τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὰς ὁποίας εἶχε συστήσει ὁ νόμος τοῦ 1835; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἐπεθύμει, τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν νὰ ἦναι ἄψογον, νὰ μὴ ἔχῃ κανὲν κενόν, νὰ μὴ ἀφίνῃ καμμίαν ἀπορίαν, ἀλλ’ ἐπεθύμει συγχρόνως νὰ ἀνεύρῃ ἀφορμὰς, ἵνα τὸ ψέξῃ, νὰ δημιουργήσῃ κενὰ μὴ ὑπάρχοντα, νὰ παραστήσῃ ἀπορίας· καὶ ἰδοὺ μία ἀπορία, τὴν ὁποίαν παρέστησεν, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ζητῆται ἀπολογία τοῦ διδασκάλου, ἵνα τιμωρηθῇ διὰ τῆς ποινῆς τῆς προσωρινῆς παύσεως, ὅταν παύηται κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁ δυστυχὴς ἄνθρωπος, οὐδεὶς ζητεῖ παρ’ αὐτοῦ ἀπολογίαν. Ἀλλὰ δὲν ἐνέκυψεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁ κ. Βουλευτής, ἵνα ἴδῃ, ὅτι ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος ἄνθρωπος δὲν παύεται ποτὲ, εἰμὴ μετὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐπανερχόμενος ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως, θὰ προέτεινε τὴν παῦσιν αὐτοῦ, καὶ ὅτι ἡ παῦσις αὐτοῦ δὲν ἀπεφασίζετο, εἰμὴ ἐὰν ὁ ἐπιθεωρητὴς προέτεινε λόγους πείθοντας τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς παύσεως αὐτοῦ· τοὺς δὲ λόγους τούτους ἤθελε προτείνει ὁ ἐπιθεωρητὴς, ἀφοῦ εἶχεν ἐξετάσει τὸ σχολεῖον, ἀφοῦ εἶχεν ὑποβάλει εἰς ἀπολογίαν τὸν παυόμενον, ἀφοῦ εἶχεν ἐρευνήσει διατὶ ὁ διδάσκαλος δὲν ἔπραξε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, διατὶ δὲν παρέδωκε πάσας τὰς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ παραδίδῃ, διατὶ δὲν παρέδωκεν ἀκριβῶς τὰς τεταγμένας ὥρας, διατὶ ἐμεθύσκετο, διατὶ διημέρευεν ἐν τοῖς καφφενείοις ἢ οἰνοπωλείοις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ὁμολογῶ ὅτι ὑπερέχει ἐμοῦ κατὰ τὰς ἐπιστημονικὰς καὶ τεχνικὰς γνώσεις περὶ ἐκπαιδεύσεως ἐν γένει, διὰ τοῦτο ἀγορεύων ἔθιξε πολλὰ ἄλλα ζητήματα, ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν ἀτέλειαν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ψέξῃ αὐτὸ καὶ παραστήσῃ ὅτι καὶ κατὰ τὸ μέρος τοῦτο εἶναι ἐσφαλμένον καὶ ἀτελές. Ἐγὼ δὲν ἀξιῶ νὰ ἀνταγωνισθῶ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν κατὰ τὸ μέρος τοῦτο, ἐλπίζων ὅτι ὁ ἐμὸς συνάδελφος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως θέλει ἀπαντήσει εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, καὶ θέλει ἀποδείξει, ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου εἶναι φανταστικαὶ καὶ οὐχὶ ἀκριβεῖς. Οὕτω π. χ. ὁ ἐμὸς συνάδελφος θέλει ἀπαντήσει εἰς ψόγον τινὰ, τὸν ὁποῖον ἀνέγραψεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅταν ἔλεγεν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1892 ἐστηρίζετο ἐπὶ ἐσφαλμένης βάσεως, ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἀνέγραφε τὸν ἀριθμὸν τῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συστηθῶσιν, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο στηρίζεται ἐπὶ πλημμελοῦς βάσεως, διότι στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν. Τὸ θέμα εἶναι καθαρὸν διοικητικὸν, δὲν ἀνάγεται εἰς τὸ ἐπιστημονικὸν μέρος, καὶ διὰ τοῦτο τολμῶ νὰ τὸ ψαύσω. Νομίζω ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῶν ψυχῶν δὲν εἶναι ἀσφαλὴς βάσις, ἵνα ληφθῇ ὡς μέτρον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συστηθησομένων δημοτικῶν σχολαίων. Ἀναλόγως τῶν τόπων ἢ τῶν κλημάτων, οὐ μόνον ὁ πληθυσμὸς δὲν δύναται νὰ ὁδηγήσῃ, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ παραγάγῃ καὶ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα ἐπὶ ἑκατέρου τῶν φύλων. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπικρατεῖ ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν, ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀῤῥένων εἶναι πολλῷ περισσότερος, διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν ὅτι ἀσφαλὴς βάσις εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν, καὶ ἐπὶ τούτου ἐστηρίξαμεν τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ εὑρέθη ἄλλη ἀφορμὴ πρὸς ψόγον τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εἰς τοῦτο συμφωνεῖ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ἡ ἀφορμὴ ὅτι ἡ σύστασις τῶν δημοτικῶν σχολείων πρέπει νὰ ἀφίηται εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει, εἶναι οὐ μόνον περιτταὶ, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβεῖς. Ἤκουσα μάλιστα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως, ἤκουσα ὑπεραπολογουμένου τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἀποκρούοντος πάσας τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας νέαι ἰδέαι καὶ νέα προβαλλόμενα συστήματα ἀναγράφουσιν ἐν ταῖς ἐφημερίσι καὶ μεταδίδουσιν εἰς τὸ κοινὸν, ἵνα ἀποπλανήσωσιν αὐτό. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας εἶπεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς παρέχει μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων του, εἶναι πολιτικὸς ἀνὴρ, φειδόμενος τῆς ἰδίας ὑπολήψεως, εὑρίσκεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, καὶ ταῦτα ἤκουσα μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως, διότι τοιαύτην ἔχω καὶ ἐγὼ γνώμην περὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ διαπράξωσι τὰ τῆς πατρίδος, καὶ πολλάκις ἐθλίβην καιρίως, διότι ἤκουσα παρερχομένους ἐπὶ τὸ βῆμα πολλοὺς, δίδοντας εἰκόνας ἀπαισίας τοῦ πολιτικοῦ βίου ἡμῶν καὶ τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἠθῶν.
§153ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ταῦτα ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας.
§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠσθάνθην χαρὰν, διότι ὑπέλαβον, ὅτι ἤκουσα ὑμᾶς λέγοντας ταῦτα· ἡ χαρά μου δὲν εἶναι τόσον μεγάλη, διότι ὑποθέτω ὅτι ἔχετε τοιαύτας ἰδέας, ἀλλὰ μείζονα αἰσθάνομαι χαράν, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἀπήγγειλε τοιαύτην γνώμην. Ὁμολογῶ ὅτι ἐκτιμῶ τὴν νοημοσύνην καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας. Εὑρέθην καθήμενος ἐπὶ ἀντιθέτων θρανίων, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, ἵνα ὑποτιμήσω τὸν ἄνδρα. Ποτὲ δὲν εἶχον ἀκούσει ἀπὸ τοῦ στόματός του τοσοῦτον ὑγιεῖς ἰδέας, καὶ ἠσθάνθην εὐφροσύνην, ὅταν ἤκουον αὐτὸν πρὸ μικροῦ. Καθ’ ὃν χρόνον ἤκουον αὐτὸν, διῆλθε στιγμή τις, καθ’ ἣν ἐτόλμησα νὰ διανοηθῶ, μήπως τοσαύτην τὰ τελευταῖα συμβεβηκότα κατεσκεύασαν τὴν ἐν αὐτῷ μεταβολὴν, καὶ μήπως αἱ μελέται αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου μᾶς προαναγγέλλουσι τὴν πολύτιμον ἐπικουρίαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ εἰς τὰς τάξεις ἡμῶν ταύτας (ἱλαρότης)· ἀλλὰ καὶ ἂν ἀρνῆται τὴν ἐπικουρίαν αὐτοῦ εἰς ἡμᾶς, ἀρκεῖ νὰ ἦναι πεπεισμένος, ὅτι ὀρθαὶ εἶναι αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἀπήγγειλεν ἐνταῦθα, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ αὐτὰς, καὶ ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι, καὶ ἂν ἀρνῆται εἰς ἡμᾶς τὴν ἐπικουρίαν του, οὐδέποτε θέλομεν παύσει συμπαθοῦντες πρὸς τὰς ἰδέας αὐτοῦ. Ἀλλά, Κύριοι, τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ νομίζω ἀναγκαίαν συμπλήρωσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· δὲν ἐπιθυμῶ Ὑπουργεῖον ἔχον δεδεμένας τὰς χεῖρας κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ἀλλ’ ἡ διοίκησις τῶν δημοτικῶν σχολείων εἶναι δικαίωμα δημοτικὸν, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐπιθυμῶ νὰ μὴ ὑπολαμβάνῃ ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι δύναται νὰ διαχειρίζηται τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καθ’ ὃν τρόπον διαχειρίζεται τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, ὡς δὲν ὑπολαμβάνει ὅτι Ὑπουργὸς δύναται νὰ διαχειρίζηται τὰ τῆς διοικήσεως τῶν δήμων ὡς τὰ τῆς δημοσίας διοικήσεως. Διὰ τοῦτο δὲν θέλω ἐλεύθερον αὐτὸν, δὲν στέργω νὰ ἀφήσω τὸ δικαίωμα νὰ ἱδρύῃ σχολεῖα ὁπουδήποτε θέλῃ, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἔχῃ ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ ὅσους διδασκάλους θέλῃ καὶ ὅπου θέλῃ, διότι δὲν εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς ἐνασκεῖ ἐπιτήρησιν, καθῆκον ἔχει νὰ ἐπιτηρῇ τὴν ἐπιστήμην μακρόθεν, νὰ ἐπιτηρῇ τὴν τέχνην, νὰ ἐπιτηρῇ τὴν ἐκτέλεσιν προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐκανόνισε διὰ τοῦ νόμου. Καὶ ὁμιλῶ περὶ προγράμματος, διότι καὶ τὴν ἔλλειψιν προγράμματος κατήγγειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ὡς ἀφορμὴν ψόγου, διότι δὲν μνημονεύεται, ἐνῷ πρόγραμμα τοῦ δημοτικοῦ σχολείου εἶναι αἱ γνώσεις, αἱ ὁποῖαι διδάσκονται ἐν αὐτῷ, τὸ δὲ νομοσχέδιον τοῦτο οὐ μόνον ἀναγράφει τὰς γνώσεις, ὅσαι διὰ τοῦ προηγουμένου νόμου εἶχον ἀναγραφῆ ὡς τοιαῦται, ἀλλὰ καὶ συνεπλήρωσεν αὐτάς. Ὑπολείπονται ἄλλα μέρη τοῦ νομοσχεδίου, τὸ μέρος τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπολείπεται τὸ κανονίζον τὴν ἐξασκηθησομένην ἐπὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐπιτήρησιν, ὑπολείπεται τὸ κανονίζον τὴν πρόνοιαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἵνα συντρέχῃ εἰς παροχὴν τῶν διδακτηρίων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Περὶ ἑκάστου τῶν θεμάτων τούτων ὀφείλω νὰ διαλάβω. Τὸ κεφάλαιον τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διαφέρει ἐντελῶς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ 1892, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν Κερκύρας παρήγαγε τόσον ποθητὰ ἀποτελέσματα. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1892 αἱ δαπάναι τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κατεβάλλοντο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ποσοστῶν ἐκ τῶν δήμων. Κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καταβάλλονται ὑπὸ τῶν δήμων, τὸ Δημόσιον δ’ ἔρχεται εἰς συμπλήρωσιν τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ. Ἡ διαφορὰ αὕτη εἶναι θεμελιώδης. Οἱαδήποτε καὶ ἂν ἀναγράφωσι τὰ προτερήματα παντὸς ἑτέρου συστήματος, δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ προβάλωσιν αὐτὸ, ἐν ὅσῳ ἐναντιοῦται εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864. Νομοθέτημα ἀντιβαῖνον εἰς τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προτείνηται, καὶ ἂν προταθῇ, περιέχει ἐν ἑαυτῷ τὴν ἀκυρότητα. Τὸ Σύνταγμα ἀνέγραψεν, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις γίνεται δαπάνῃ τῶν δήμων, συντρέχει δὲ τὸ Δημόσιον. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι πρέπει νὰ γίνηται ἡ δαπάνη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, διότι ἀναστρέφει τοὺς ὅρους. Καὶ τίς ἡ ἀνάγκη; Καὶ μήπως ἀναστρέφετε τοὺς ὅρους, ἵνα πορισθῆτε χρήματα; Οἱ δῆμοι καταβάλλουσι τὰ χρήματα, διατὶ δὲ ὑμεῖς κηρύσσετε ὑπόχρεον τὸ Κράτος, ἐνῷ τοὐναντίον οἱ δῆμοι εἶναι ὑπόχρεοι, τὸ δὲ Κράτος ἔρχεται ὡς βοηθός; Λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ Κράτος θέλει εἰσφέρει μόνον μικρὸν ποσὸν, δι’ οὗ θέλει συμπληροῦσθαι τὸ ὑπόλοιπον ἐν τοῖς δήμοις πρὸς συντήρησιν δημοτικοῦ σχολείου καὶ γραμματοδιδασκαλείου. Ὅσα εἶπον πρὸ μικροῦ, σπεύδων νὰ διαφωτίσω ἐγκαίρως τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας, δὲν ἐχρησίμευσαν διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας· τὰ παρέτρεξε, καὶ ἐξηκολούθησεν ἐπιμένων, καὶ ἐρωτᾷ; διατὶ 800 μόνον χιλιάδας ἀνεγράψατε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅτι θέλει εἰσφέρει τὸ Κράτος, ἐνῷ τὸ Κράτος δαπανᾷ δύο ἑκατομμύρια; Ἐκ τούτου καὶ μόνου συνεπέρανεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι σκεπτόμεθα νὰ καταργήσωμεν δημοτικὰ σχολεῖα, καὶ ἀνεκήρυσσε τοῦτο, ζητῶν νὰ ἀκούσωσι τὴν εἴδησιν οἱ Ἕλληνες, καὶ σεῖς οἱ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις, καὶ νὰ σπεύσητε νὰ διαλαλήσητε εἰς τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα σας, ὅτι ἦλθον ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἄνδρες φωτοσβέσται! Ἀνεγράψαμεν πράγματι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὀκτακοσίας χιλιάδας τὴν συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ διατί; Διότι τοιοῦτοί εἰσιν οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ Κράτους. Ἀπὸ τοῦ 1893 ἐν αὐτοῖς ὑπολογίζονται ἔξοδα στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως 4,085,840, ἔσοδα δὲ τῶν δήμων 3,350,000· ἀφαιρέσατε τὰ ἔσοδα ἀπὸ τὰ ἔξοδα, ἵνα γνῶτε, ὅτι ἡ διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς 800,000. Καὶ δὲν εἰσπράττονται ὅσα προϋπολογίζονται, διότι δὲν εἰσφέρουσιν αὐτὰ οἱ δῆμοι, καὶ δὲν τὰ εἰσφέρουσι, διότι δὲν ἔχουσιν. Αὐτὰ λοιπὸν, τὰ ὁποῖα δὲν εἰσφέρουσιν οἱ δῆμοι, διατὶ νὰ βιάζωνται νὰ εἰσφέρωσιν, ἀφοῦ δὲν δύνανται; Διὰ τοῦτο ἐσκέφθην ὅτι 800,000 εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐνδεικνύουσιν οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ Ὑπουργείου, οὗ ἀπετέλει μέρος καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας. Ἐὰν τὰ πράγματα ἀποδείξωσιν, ὅτι πρέπει νὰ εἰσφέρωμεν περισσότερα, ἀναβιβάζομεν τὸ ποσόν.
§155ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχετε νόμον;
§156Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας ἀναλογίζεται ἕτερον μέγα δεινὸν, τὸ ὁποῖον ὅμως τῇ ἀληθείᾳ δὲν εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὴν ἐγνωσμένην εὐφυΐαν του. Ἀναλογίζεται τὸ δεινὸν, ὅτι, Κύριοι, ἔχετε πίστωσιν 800,000 καὶ δαπανᾶτε δύο ἑκατομμύρια, ἀλλὰ πρέπει νὰ φέρητε νόμον. Ἀλλ’ ἕως ἂν κατασκευάσητε τὸν νόμον, θέλουσι κλεισθῆ τὰ σχολεῖα. Λοιπόν; Πρῶτον, ἂν πρέπῃ νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν τὴν διάταξιν τὴν προσδιορίζουσαν τὴν συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου εἰς 800,000, διότι ὑπάρχει δισταγμὸς, ὅτι θέλουσιν ἐπέλθει ζημίαι, ἀφοῦ εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ συναινέσωμεν, ἵνα καὶ ἡ εἰσφορὰ τοῦ δημοσίου ταμείου φθάσῃ εἰς δύο ἑκατομμύρια, ἐγὼ οὐδαμῶς διστάζω νὰ ἀναγράψω καὶ ἀπὸ τοῦδε τὰ δύο ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ διατὶ δὲν τὸ πράττω; διότι ὁ νόμος θέλει ἐφαρμοσθῆ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1895. Τὸν Νοέμβριον θέλουσιν εἶσθαι γνωστὰ τὰ ἀποτελέσματα. Ἂν αἱ 800,000 δραχμῶν ἐπήρκεσαν, ἢ ἂν ἀπαιτῶνται 1,500,000 καὶ λείπωσιν 700,000, ταῦτα θέλουσι γενῆ γνωστὰ, ἡ δὲ Βουλὴ παροῦσα θέλει ψηφίσει τὸν νόμον, ἢ καὶ ἂν δὲν ἦναι παροῦσα καὶ δὲν φέρωμεν νόμον, φέρομεν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν. Ὑμεῖς δὲν ἐφηρμόσατε τὸ σύστημα τοῦτο;
§157ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ τὸ σύστημα κατεπολεμήσαμεν καὶ ἡμεῖς καὶ σεῖς, δηλαδὴ τὸ τῶν εἰκονικῶν προϋπολογισμῶν.
§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰκονικὸς προϋπολογισμὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ἐν γνώσει ὅτι δὲν ὑπάρχει τόση δαπάνη, ἀλλὰ μεγαλειτέρα, ἀναγράφει μικρὰ ποσὰ, ἵνα ἀποκρύψῃ ἢ μειώσῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἡμεῖς οὐδὲν συμφέρον ἔχομεν, ἵνα καλύψωμεν ἐλλείμματα, ἐξ ἐναντίας συμφέρον ἔχομεν ν’ ἀποκαλύψωμεν τὰ κεκρυμμένα ἐλλείμματα. Καὶ ποῖον σύστημα, πρώτην φορὰν ἐφαρμοζόμενον, δὲν ἀποδεικνύει ἀνάγκην συμπληρώσεως ἢ μεταβολῆς; Καὶ μήπως πρόκειται περὶ συμπληρώσεως τεχνικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς, περὶ συμπληρώσεως διδακτικῆς ἢ διοικητικῆς; Πρόκειται περὶ συμπληρώσεως ἐλλειπόντων χρημάτων. Ἀλλὰ κόπτονται, διότι ἐλέγχεται ἡ πλημμέλεια τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ὄχι, ἀλλὰ διότι βλάπτεται ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἐκόπτετο, διότι βλάπτεται ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, διότι θέλουσι κλεισθῆ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἠγόρευε περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη, καὶ εὕρισκεν ὅτι κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη ἡ λειτουργία διὰ τοῦ κρατοῦντος τότε συστήματος ἀποδεικνύει τὴν ἀτέλειαν τοῦ τότε νομοσχεδίου. Διότι τότε ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ δήμαρχοι δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς εἰς τὰς ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς δημοδιδασκάλους. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι συμβεβηκότα, ἀναγόμενα εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν πρώτων χρόνων τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου καὶ τῶν πρώτων χρόνων τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τὰ ὁποῖα ἐὰν ἤθελον ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ἤθελον τρέψει ὅλους τοὺς κυρίους Βουλευτὰς εἰς γέλωτας. Βεβαίως κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους οἱ δήμαρχοι ἦσαν ἀλλοῖοι. Χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1864, καὶ πρὸς τὸν ὁποῖον ἐγὼ τότε, μέλος τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἐδυσπίστουν καὶ ἤμην ἐναντίος τῶν διατάξεων αὐτοῦ, ὁ ἐκλογικὸς, λέγω, οὗτος νόμος κατέδειξε καταφανῶς τὴν μεγάλην πρόοδον, ἡ ὁποία συνετελέσθη ἐν τῷ τόπῳ. Καὶ ἐνῷ κατὰ τὸ 1845, κατὰ τὸ 1848, κατὰ τὸ 1850 οἱ δήμαρχοι ἦσαν κακοὶ ἢ ἀνίκανοι, ἐνίοτε δὲ καὶ κακῆς πίστεως, νῦν καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνικάνων εἶναι ὀλίγος, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν σκαιῶν εἶναι ὀλίγος, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν κακῆς πίστεως ὀλιγώτερος· ἐγνώρισα μάλιστα δημάρχους ἐξοχικοῦ δήμου, — καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρω τὸ ὄνομα τοῦ δήμου, διότι ἀνήκει εἰς τὴν πατρίδα συναδέλφου μου καὶ φίλου κ. Βουλευτοῦ, — ἐγνώρισα, λέγω, δημάρχους καὶ δῆμον, τοῦ ὁποίου ὁ πολιτισμὸς καὶ ἡ φιλομάθεια, τὰ προτερήματα καὶ ἡ ἱκανότης ὑπερβάλλουσι τὰ προτερήματα καὶ τὴν ἱκανότητα τῶν νομαρχῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐκ τῶν 400 δημάρχων ὑπάρχουσι καί τινες ἀνίκανοι· ὁ νόμος περιλαμβάνει διατάξεις ἐκβιαστικὰς, ἐκβιαστικὰς καὶ κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον ἐκδώσει ἐμπροθέσμως τὰ ἐντάλματα, ἐκβιαστικὰς καὶ κατὰ τῶν εἰσπρακτόρων, ἐκβιαστικὰς κατὰ τῶν ταμιῶν, καὶ περιέλαβε πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἄπταιστον λειτουργίαν αὐτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἐπεκαλέσθη τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν, καὶ τοῦτον προσέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἀπόδειξιν τῆς πληρότητος, τῆς σκοπιμότητος τοῦ νόμου τοῦ 1892. Ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν βεβαίως ηὔξησεν, ἀλλ’ ηὔξησε, διότι ηὔξησεν ὁ ἀριθμὸς τῶν διδασκάλων, καὶ ηὔξησεν ὁ ἀριθμὸς τῶν διδασκάλων, διότι μέχρι τοῦδε παρῆλθον πολὺ περισσότερα ἔτη ἀπὸ τοῦ 1878 ἢ ὅσα εἶχον παρέλθει κατὰ τὸ 1880 ἢ 1885. Ἀπὸ τοῦ 1892 λειτουργοῦσι τέσσαρα Διδασκαλεῖα, πρότερον ἐλειτούργει ἓν, τὸ ὁποῖον παρῆγε 30 ἢ 40 διδασκάλους κατ’ ἔτος, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1892 καὶ ἐντεῦθεν λειτουργοῦσι τέσσαρα, τὰ ὁποῖα παράγουσι 200 διδασκάλους. Ἀπὸ τοῦ 1888 μέχρι τοῦ 1892 παρεδόθησαν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν 800 διδάσκαλοι. Ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διδασκάλων εἶναι αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σχολείων, εἶναι αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τάξεων ἐν τοῖς σχολείοις, ὅσα δὲ περισσότερα σχολεῖα ὑπάρχουσιν, ὅσαι περισσότεραι τάξεις ἐν τοῖς σχολείοις ὑπάρχουσι, τόσοι περισσότεροι μαθηταὶ διδάσκονται. Ἰδοὺ διατὶ ἐπλεόνασεν ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν. Ἐὰν εἰσαχθῶσι τὰ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα μὲ περισσοτέρας τάξεις πανταχοῦ, νομίζετε ὅτι δὲν θὰ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς ἁπανταχοῦ; Ἐὰν ἓν σχολεῖον, ἔχον τέσσαρας τάξεις, ἔχῃ 100 μαθητάς, δὲν πιστεύετε ὅτι, ἐὰν ἔχῃ ἓξ τάξεις, θὰ ἔχῃ 140 μαθητάς; Μὴ ἀποδίδετε τὴν πρόοδον ταύτην εἰς τὰς ἀρετὰς τοῦ νόμου, ἀλλ’ εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν μέσων τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν σχολείων δὲν παρεσκεύασε κατὰ πολὺ ὁ νόμος τοῦ 1892, τὸν παρεσκεύασεν ἀναγκαία μὲν, ἀλλὰ πολιτικὴ ἀκρασία τῆς περιόδου ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1890. Τότε ἵδρυσις δημοτικοῦ σχολείου ἐκρίνετο ὡς μέσον χρησιμώτατον διὰ τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν, ἦτο παροχὴ, ἡ ὁποία ἐδίδετο, ὡς πᾶσαι αἱ ἄλλαι παροχαὶ τῆς διοικήσεως Τοῦτο ὠφέλει μέχρι τινὸς τὸν τόπον, διότι ἡ αὔξησις τῶν δημοτικῶν σχολείων εἶναι αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διδασκομένων, ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διδασκομένων εἶναι μείωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀγραμμάτων. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις τῶν δημοτικῶν σχολείων δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἀκανόνιστος, διότι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ἡ μεταδιδομένη εἰς τοὺς μαθητὰς, πρέπει νὰ ἦναι ἀρτία, νὰ μὴ ἦναι ἐλλιπὴς, διότι παράγει ἀνισότητα ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει, πολλάκις δὲ διαστρέφει τὸ πνεῦμα καὶ βλάπτει τὸν ἐκπαιδευόμενον. Τὸ 1892 λοιπὸν εὗρε σχολεῖα ἱδρυμένα ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς πᾶν φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐδημοσιεύοντο διατάγματα περὶ συστάσεως πλήρων δημοτικῶν σχολείων, καὶ ἐν πρώτοις συνεστήθησαν πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα ἐν ταῖς πατρίσι τῶν Ὑπουργῶν, κατόπιν δὲ ἐν ταῖς πατρίσι τῶν οἰκειοτέρων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἦσαν ταῦτα πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα; Παντάπασιν· ἦτο ἀριθμὸς διδασκάλων πληρονομένων, ἀλλ’ οὐδὲν πλέον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας δὲν ἀνευρίσκει ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐφαίνετο εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ περιλαμβάνουσα ἀρχήν· αἱ κατὰ μέρος διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, αἱ κατὰ κατηγορίαν διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιθεωρήσεως, δὲν ἐφαίνοντο εἰς αὐτὸν ἀρχή, ἡ περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας δὲν ἐφαίνετο εἰς αὐτὸν ἀρχή, ἡ περὶ ἐξόδων δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐφαίνετο εἰς αὐτὸν ἀρχή, ἡ περὶ οἰκοδομῆς διδακτηρίων δὲν ἐφαίνετο εἰς αὐτὸν ἀρχή. Δὲν ἔβλεπεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἢ μόνον ἕνα πόθον, τὸν πόθον τῆς καταστροφῆς τοῦ προσφιλοῦς αὐτῷ νόμου τοῦ 1892. Τὸν πόθον τοῦτον εἴχομεν ἀληθῶς, ἀλλὰ τὸν εἴχομεν, ἵνα βελτιώσωμεν τὴν ἐκπαίδευσιν, ἐζητήσαμεν δὲ νὰ τὴν βελτιώσωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον περιέχει ἀρχὴν γενικήν, περιέχει δὲ καὶ μερικὰς ἀρχάς. Μερικὴ ἀρχὴ εἶναι ἡ ἐπιθεώρησις, εὔχομαι δὲ πάντες οἱ διάδοχοι ἡμῶν νὰ ἁμιλληθῶσι κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο τοῦ νόμου νὰ συμπληρώσωσι τὸ ἔργον ἡμῶν, ἂν ἔχῃ ἀτελείας, ἐν τῇ ὁδῷ τῆς πληρεστέρας καταρτίσεως, οὐχὶ ἐν τῇ μομφῇ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ τῇ ἐπανόδῳ τῆς ἐξουσίας ἐν ταῖς χερσὶ τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀρχὴ ἡ οἰκοδομὴ κτιρίων ἐκπαιδευτικῶν; Κατὰ τὸν περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν νόμον, ἡ Κυβέρνησις, ἡ παρασκευάσασα τὸ νομοσχέδιον, σκοπὸν κύριον εἶχε νὰ περιορίσῃ τοὺς ἐφιεμένους γραμμάτων, καὶ ἐφ’ ὅσον οἱ ἐφιέμενοι γραμμάτων προέβαινον πρὸς τὰ ἀνώτερα διδακτήρια, ἐπὶ τοσοῦτον ἐζήτουν νὰ τοὺς σταματήσωσι καθ’ ὁδόν. Ἑπομένως, ἐὰν ἐσταμάτων τοὺς εἰς τὴν ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν τρεπομένους, τοὺς εἰσερχομένους εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, τοῦτο θὰ ἦτο εὐτυχὲς συμβεβηκός· ἀλλ’ ἐὰν ἐσταμάτων καὶ τοὺς εἰς τὰ Γυμνάσια εἰσερχομένους, θὰ ἦτο κέρδος, ἐὰν ἐσταμάτων καὶ τοὺς εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, οἵτινες ἐπεθύμουν νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐκπαιδευόμενοι, ἤθελεν εἶσθαι εὐχάριστον. Ἐπεθύμουν νὰ τρέψωσι τὴν νεολαίαν εἰς τὰ βιωτικὰ ἔργα, ἵνα καταστήσωσι μέλη τῆς κοινωνίας ἐργατικὰ, χρήσιμα εἰς βιωτικὰ ἐπαγγέλματα, ἀλλὰ παρέλιπον τὰ ἄλλα, ὅτι παρεκώλυον μὲν τοὺς μαθητὰς, ἀλλὰ δὲν τοὺς παρεσκεύαζον ποῦ νὰ τραπῶσι, καὶ ἄφινον αὐτοὺς ἐκθέτους εἰς τὴν ὁδόν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὀργανωθῇ ἡμέραν τινὰ ἡ μέση ἐκπαίδευσις, διότι ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀνοργάνωτος, ὁμολογῶ ὅτι ἡ μέση ἐκπαίδευσις εἶναι ἀτελὴς, καὶ ὅτι οἱ ἀπὸ τῶν Γυμνασίων μεταβαίνοντες εἰς τὸ Πανεπιστήμιον δὲν φέρουσι πλήρη καταρτισμὸν, ὅτι ἔπρεπε μετὰ τὸ πέρας τῶν γυμνασιακῶν μαθημάτων νὰ συμπληρῶσιν ἀκόμη τὰς ἐγκυκλοπαιδικὰς γνώσεις των, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὰ Γυμνάσια ἔπρεπε νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας, εἰς Γυμνάσια τὰ ὁποῖα θέλουσιν εἶσθαι προωρισμένα διὰ νὰ συμπληρῶσι τὰς βιωτικὰς γνώσεις τοῦ νέου καὶ παρασκευάζωσιν αὐτὸν οὕτως, ὥστε οἱ ἀφιέμενοι τῶν τάξεων τοῦ Γυμνασίου νὰ δύνανται πεποιθότως νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς ἔργα βιωτικὰ, καὶ εἰς Γυμνάσια τὰ ὁποῖα ἤθελον χρησιμεύει ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ νὰ παρασκευάζωσι τοὺς ἀπὸ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων ἀφιεμένους, ὅπως δυνηθῶσι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ἀλλ’ αἱ μεταβολαὶ αὗται τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἀπαιτοῦσι καὶ αὐταὶ αὐτὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις. Ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων καὶ δεύτερον διδασκάλων, καθηγητῶν, δυναμένων νὰ διδάσκωσι. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀσχοληθῶμεν νὰ βελτιώσωμεν χρηματικῶς τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἔχομεν, καὶ δεύτερον νὰ παρασκευάσωμεν διδασκάλους, οἵτινες θέλουσι παρασκευάζει τοὺς νέους εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῶν βιωτικῶν γνώσεων. Μέχρι τοῦ χρόνου τούτου φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ θίξωμεν τὰ Γυμνάσια. Διότι, ἀφοῦ ἐλλείπουσιν ἀπὸ τοὺς νέους αἱ γνώσεις τῆς πλήρους δημοτικῆς διδασκαλίας, ἐν τοῖς Γυμνασίοις συμπληροῦσι τὰς γνώσεις αὐτάς. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπὶ τὰς ἐπιστήμας τρεπομένων· ἀλλ’ ἐὰν θέλητε τοῦτο, πρέπει νὰ παρασκευάσητε μέσα ἐκπαιδεύσεως τοιαῦτα, ὥστε νὰ παρασκευάζητε δι’ αὐτῶν τοὺς ἐπὶ τὰ βιωτικὰ ἔργα τραπησομένους. Ἐὰν θέλητε νὰ μὴ τραπῶσιν εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, πρέπει νὰ καταρτίσητε τὴν δημοτικὴν οὕτως, ὥστε νὰ περιέχῃ αὕτη πάσας τὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἁπλοῦς ἐργάτης, ὁ ἁπλοῦς ἀγρότης ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ. Δὲν φρονῶ, ὅτι τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη δὲν ἦσαν συντελεστικὰ, φρονῶ ὅμως, ὅτι ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεβάλλοντο τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, ἦτο ἥκιστα κατάλληλος, διότι ἤμεθα κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς πτωχεύσεως, διότι οἱ φόροι εἶχον ἐμβάλει εἰς κάματον πάσας τὰς παραγωγικὰς ἐργασίας τοῦ τόπου, εἶχον ἐξαντλήσει πάντα τὰ ἀποταμιεύματα, ἑπομένως οἱ ἄνθρωποι δὲν ἤθελον ἔχει πάντες τὰ ἀναγκαῖα χρήματα, ὅπως πληρόνωσι τοὺς φόρους τούτους, ἑπομένως οἱ μαθηταὶ ἤθελον ἀναγκασθῆ, δι’ ἔλλειψιν χρημάτων, νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς τάξεις τῶν σχολείων. Δέκα καὶ ἕξ χιλιάδες μαθητῶν ἐγκατέλειψαν τὰς τάξεις τῶν σχολείων κατὰ τὸ 1894. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη ἐψηφίσθησαν. Ὑπέλαβον ὅτι καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, καὶ ἰδίως τὰ τῶν κατωτέρων διδακτηρίων, τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, νὰ ἐλαττώσῃ αὐτὰ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, νὰ ἐλαττώσῃ τὰ τέλη τῆς διδασκαλίας τῶν Γυμνασίων ὀλιγώτερον, ν’ ἀφήσῃ δὲ τὰ τέλη τοῦ Πανεπιστημίου, ἐπιφέρουσα μικράς τινας ἐλαττώσεις. Ἀλλὰ πρὸ πάντων ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις, τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα εἰσπράττει ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, νὰ μὴ χύνῃ αὐτὰ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι ὁ τίτλος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐπαρουσιάσθη, ζητοῦσα τὸν φόρον τοῦτον, ἐμποδίζει αὐτὴν νὰ μεταχειρισθῇ τὰ εἰσπραττόμενα εἰς ἄλλας ἀνάγκας, ὑποχρεοῖ αὐτὴν νὰ μεταχειρισθῇ τὸ χρῆμα τοῦτο εἰς μόνον μίαν ἀνάγκην, εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τοῦτο ὁ κ. συνάδελφός μου, συμφώνως καὶ πρὸς τὴν ἐμὴν γνώμην, συνέταξε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλαττοῦνται τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, ἐλαττοῦνται σχεδὸν κατὰ τὸ ἥμισυ, ἐπιβάλλεται δὲ ἡ ὑποχρέωσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὰ ποσὰ τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν νὰ κατατίθενται ἐν Τραπέζῃ, προωρισμένα διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἀπὸ αὐτὰ λοιπὸν τὰ χρήματα θέλουσι πληρόνεσθαι τὰ ἔξοδα τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ἐξ αὐτῶν θέλουσιν ἀποδίδοσθαι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἑκατὸν χιλιάδες δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι νῦν παρέχονται εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἀφοῦ τὸ Πανεπιστήμιον, ἕνεκα τῆς πτωχεύσεως, δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὴν συντήρησιν τῶν ἐπιστημονικῶν αὑτοῦ συλλογῶν καὶ τῶν διαφόρων αὑτοῦ παραρτημάτων. Τὸ ἄλλο ποσὸν ἐκανονίσθη νὰ χρησιμεύσῃ εἰς οἰκοδομὴν ἐκπαιδευτηρίων.
§159ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς πόσον ὑπολογίζετε τὸ ἄλλο ποσόν;
§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλομεν εἰσπράξει ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει, θέλει ἀνέλθει εἰς 600 χιλιάδας δραχμῶν. Τινὲς δῆμοι ἔχουσι δημοτικὰ διδακτήρια, ἀλλὰ δὲν εἶναι ᾠκοδομημένα κατὰ τοὺς κανόνας τῆς παιδαγωγικῆς. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, φροντίδι τῆς Κυβερνήσεως, θέλουσι παρασκευασθῆ δύο τύποι σχεδίων ἀρχιτεκτονικῶν, ἓν σχέδιον ὡς τύπος διὰ σχολεῖον πλῆρες δημοτικὸν, ἓν ἄλλο σχέδιον ἀρχιτεκτονικὸν ὡς τύπος καὶ τοῦτο διὰ σχολεῖον δημοτικὸν κοινόν. Αὐτοὶ οἱ δύο τύποι τῶν ἀρχιτεκτονικῶν τούτων σχεδίων θέλουσι γνωστοποιηθῆ εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, στελλομένων ἀντιγράφων αὐτῶν. Ὁ ἐπιθεωρητὴς θέλει ἐξετάζει τὰ ὑπάρχοντα ἤδη δημοτικὰ σχολεῖα, δηλαδὴ τὰ κτίρια τὰ δημοτικὰ, ἐν οἷς ὑπάρχουσι δημοτικὰ σχολεῖα, ἵνα εὕρῃ ἐὰν αὐτὰ δύνανται νὰ μετασκευασθῶσι κατὰ τὸν τύπον τὸν ἀρχιτεκτονικὸν τοῦ πλήρους ἢ τοῦ κοινοῦ σχολείου, καὶ ἐὰν πεισθῇ ὅτι δύνανται νὰ μετασκευασθῶσι, θέλει φροντίζει, τῇ συνδρομῇ τοῦ νομομηχανικοῦ, νὰ συντάσσηται προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης καὶ τὸ σχέδιον τῆς μετασκευῆς· τὰ ἔργα τότε θέλουσιν ἐκτίθεσθαι εἰς δημοπρασίαν, θὰ καταβάλληται ἡ δαπάνη ἐκ τῶν ἐν τῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένων χρημάτων, καὶ θέλουσι μετασκευάζεσθαι τὰ νῦν ὑπάρχοντα δημοτικὰ κτίρια κατὰ τοὺς κανόνας τῆς παιδαγωγικῆς. Ὅπου δὲ δὲν ὑπάρχουσι δημοτικὰ τοιαῦτα κτίρια, θέλει καταλαμβάνεσθαι χῶρος, ὁ ὁποῖος ἤθελε κριθῆ ὡς κατάλληλος, κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῆς ἰδιοκτησίας ἕνεκα δημοσίας ἀνάγκης, θέλει συντάττεσθαι σχέδιον καὶ προϋπολογισμὸς τοῦ οἰκοδομηθησομένου σχολείου, καὶ θέλει οἰκοδομεῖσθαι τὸ σχολεῖον κατὰ τοὺς κανόνας τῆς παιδαγωγικῆς. Τοιουτοτρόπως κατὰ τὴν διάρκειαν ἐτῶν τινων θέλομεν ἔχει πανταχοῦ σχολεῖα τοιαῦτα, γινομένης ἐνάρξεως τῆς κατασκευῆς τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ προβαινούσης τῆς κατασκευῆς κατὰ κανόνα ὡρισμένον, ὥστε νὰ μὴ ἀποβῇ ὡς χαριστικὴ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν οἱ Ὑπουργοὶ θέλουσι παρέχει εἰς τοὺς φίλους των, διατάσσοντες νὰ οἰκοδομηθῇ δημοτικὸν σχολεῖον ἐν τούτῳ τῷ δήμῳ καὶ ὄχι ἐν ἐκείνῳ, ἀλλὰ κατὰ κανόνα ἀσφαλίζοντα εἰς πάντας τοὺς δήμους δημοτικὰ σχολεῖα ᾠκοδομημένα κατὰ τοὺς κανόνας τῆς παιδαγωγικῆς. Τοιουτοτρόπως, λέγω, μετά τινα ἔτη θέλομεν πληρώσει κενὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι αἰσθητὸν, εἶναι δὲ αἰσθητὸν ὄχι μόνον διὰ τὴν εὐεξίαν τῶν σωμάτων τῶν μαθητῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν εὐεξίαν τὴν πνευματικὴν αὐτῶν. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη τις διάταξις, τὴν ὁποίαν πρέπει, πρὶν περάνω τὸν λόγον, νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν. Ὁμολογῶ ὅτι ἐγὼ ἤμην διστακτικὸς, ὁ δὲ ἐμὸς συνάδελφος, ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἦτο ὀλιγώτερον ἐμοῦ διστακτικὸς, καὶ εἶχε περισσοτέραν ἐμοῦ πεποίθησιν. Ἐγὼ, ὡς διστακτικὸς, ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶμεν νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν περὶ χειραφετήσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διάταξιν ἐν μόνῃ τῇ ἀπαγορεύσει τῆς παύσεως καὶ τῆς μὴ μεταθέσεως, νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ μετατιθέναι καὶ τοῦ παύειν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν, καὶ νὰ μεταφέρωμεν ταῦτα εἰς τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον· ἀλλ’ ὁ ἐμὸς συνάδελφος ἐθεώρει ἀτελὲς τὸ σύστημα, καὶ ἐπρότεινεν ὅτι πρέπει νὰ ἀναθέσωμεν εἰς ἄλλην ἀρχὴν τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ. Ἐγὼ ἔχω πολλὴν ἐπὶ τὸν ἄνδρα πεποίθησιν· συνέπεσε νὰ συνεργασθῶ μετ’ αὐτοῦ καὶ ἄλλοτε, ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Τότε παρεκάλεσα αὐτὸν καὶ παρώτρυνα καὶ προέτρεψα νὰ καταλίπῃ τὰ ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα ἠσχολεῖτο τότε, καὶ νὰ δεχθῇ θέσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐδέχθη τὴν θέσιν, ἐπὶ ζημίᾳ, ὁμολογῶ, τῶν χρηματικῶν αὐτοῦ συμφερόντων. Τότε συνειργάσθην μετ’ αὐτοῦ, καὶ ἐπειδὴ ἐσχημάτισα ἀγαθὴν περὶ τοῦ ἀνθρώπου γνώμην, ἐνέδωκα καὶ παρεδέχθην τὴν γνώμην του, μὴ ἐγκαταλείψας τοὺς δισταγμούς μου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε συμμερισθῇ τοὺς δισταγμοὺς τούτους, θὰ παρακαλέσω τὸν συνάδελφόν μου νὰ μὴ ἐπιμείνῃ καὶ οὗτος, καὶ νὰ ἀφεθῇ ὁ διορισμὸς εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἀλλὰ πάντοτε ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, δηλοῦντος τὴν ἀνάγκην τοῦ διορισμοῦ τοῦ διδασκάλου καὶ τοῦ βαθμοῦ αὐτοῦ, ἢ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διδασκάλων καὶ τῶν βαθμῶν αὐτῶν. Τοιαύτη ἦτο ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀρχικοῦ, τὴν ὁποίαν ἐματαίωσεν ὁ συνάδελφός μου. Εἶπον ὅτι ἐδίσταζον, διότι ὑπέλαβον, ὅτι ἐνδέχεται εἰς τὴν διάπραξιν τῶν ἀπαιτουμένων διατυπώσεων μεταξὺ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἢ τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἠδύνατο νὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος, καὶ ἠδύναντο νὰ μένωσι χηρεύουσαι θέσεις δημοδιδασκάλων, ἀλλ’ ὁ συναδελφός μου εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ τὸ ἄτοπον τοῦτο, καὶ οὕτω συνήνεσα. Ἀλλ’ ἐὰν ἤθελεν ἐπιμείνει ἡ Βουλή, ἢ ἤθελε συμμερισθῇ ἡ Βουλὴ τὸν δισταγμὸν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ εἶχον, ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν γνώμην του, καὶ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἶχε κατὰ τὸ παρελθὸν, πρὶν ἢ τροποποιήσῃ αὐτὴν ὁ συνάδελφος.
§161ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι μεταβολὴ τοῦ νομοσχεδίου.
§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι μεταβολή... Ὁ ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς μάλιστα, ὁ ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς μάλιστα (ἱλαρότης). Τὸ νομοθέτημα ἔχει ἀποκέντρωσιν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Χατζόπουλος, ἡ χειραφέτησις δὲν συντελεῖται μόνον διὰ τοῦ διορισμοῦ, συντελεῖται καὶ διὰ τῆς παύσεως καὶ διὰ τῆς μεταθέσεως, ἰδίως δὲ διὰ τῆς παύσεως καὶ τῆς μεταθέσεως, συντελεῖται δὲ καὶ διὰ τοῦ διορισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸν διορισμὸν τοῦτον, κατὰ τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ νομοσχέδιον, περιορίζομεν ἐφ’ ἱκανὸν, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ διορίσῃ ὁ Ὑπουργὸς, εἰμὴ μόνον ὅταν τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἐπρότεινεν εἰς αὐτὸν τὴν ἀνάγκην τοῦ διορισμοῦ διδασκάλου καὶ τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ.
§163ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δυσκόλως θὰ δυνηθῶ νὰ ἐννοήσω τὴν θεμελιώδη ἰδέαν τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ νὰ ἀσπασθῶ πολλὰς ἐκ τῶν γνωμῶν, ἃς ἀνεπτύξατε πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας ταύτης, ὅταν τὸν διορισμὸν τῶν δημοδιδασκάλων ἀφήσητε εἰς τὸν Ὑπουργόν, ἐνεργοῦντα ὑπὸ τὰς ἐπηρείας καὶ τὰς ἐπενεργείας, τὰς ὁποίας γνωρίζομεν, καὶ τὰς ὁποίας κάλλιον παντὸς ἄλλου ἀνεπτύξατε ὑμεῖς.
§164Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Χαίρω, διότι ἔχετε τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ὁ συνάδελφός μου. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἰδίως τὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα εἰσάγει ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε δυσκόλως δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ ἡ χρησιμότης καὶ ἡ ἀλήθεια αὐτῶν. Τὸ σύστημα τῶν παραπομπῶν εἰς ἐπιτροπάς, τῶν ὁποίων τὰ ἔργα κατείδομεν πολλάκις, ὁσάκις παρεπέμψαμεν νομοθετήματα, εἶναι σύστημα εὐφήμου ἀναβολῆς, δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ὀκνήσῃ νὰ ἐπιλάβηται τῆς ἐρεύνης τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ἐπιλάβηται τῆς ἐρεύνης τοῦ νομοθετήματος, θέλει συζητήσει αὐτὸ ἐν πάσῃ τῇ εὐρύτητι, καὶ ἐπειδὴ γνωρίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡμεῖς ἐργαζόμεθα μετὰ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου συζήτησιν θέλει ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι θέλομεν δεχθῆ πάσας τὰς βελτιώσεις, τὰς προτεινομένας ὑπὸ τῶν συναδέλφων Βουλευτῶν, ὅσας ἠθέλομεν κρίνει ὀρθάς. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας, ὡς Πολιτείας, πολλῷ δὲ μᾶλλον ὡς χώρας ἐχούσης ἀνάγκην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπουσι τὴν ἐλαχίστην ἀναβολήν. Τὰ τελευταῖα ἔτη ἰδίως ἀπέδειξαν πόσην ἀνάγκην ἔχομεν δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· τὰ τελευταῖα ἔτη ἀπέδειξαν ὅτι πρέπει ἰδίως νὰ ἀσχοληθῶμεν περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς ἀγωγῆς τῶν Ἑλληνοπαίδων, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ μορφώσωμεν τοὺς χαρακτῆρας, καὶ ἵνα παρασκευάσωμεν χρηστοὺς πολίτας ἐν χώρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ πλεῖσται ἀναμφισβήτητοι ἀλήθειαι διαστρέφονται καὶ διασύρονται. Καὶ ἀναμφισβήτητος εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὅτι μόνον κοινοβουλευτικοὶ θεσμοὶ προσήκουσιν εἰς τὴν χώραν ταύτην νὰ κρατῶσιν· ὅταν, λέγω, τοσοῦτον ἀναμφισβήτητοι ἀλήθειαι ἀμφισβητῶνται ὑπὸ ἀνθρώπων, οἵτινες ἔχουσι τὸ θάῤῥος νὰ ἀναγράφωσιν αὐτὰς ἐν ἐφημερίσι, καὶ δὲν ἀναγράφουσι μόνον γνώμας τοιαύτας πεπλανημένας, ὅπως πείσωσι τοὺς πολίτας περὶ τῆς ὀρθότητος αὐτῶν, ἀλλ’ ἀναγράφουσιν αὐτὰς, ἵνα διαφθείρωσι τὸ πολίτευμα, συκοφαντοῦντες τὰ πρόσωπα, κακίζοντες τὰ πράγματα, ζωγραφίζοντες δι’ ἀπαισίων χρωμάτων τὴν κοινωνίαν, παριστῶντες ἡμᾶς ἀνθρώπους ἀπολυθέντας ἀπὸ τὰ σωφρονιστήρια καὶ ἀπὸ τὰ κάτεργα, νομίζω ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ παρασκευάσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι ἄμυναν. Δὲν λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἀσχοληθῶμεν νὰ παρασκευάσωμεν ἄμυναν ἄλλην πλὴν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀπαιτοῦσιν οἱ χαρακτῆρες τῶν πολιτῶν, τὰ ἤθη αὐτῶν, ἡ μόρφωσις αὐτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄμυνα ὑπὲρ τῶν θεσμῶν, αὐτὴ εἶναι ἡ ἄμυνα ὑπὲρ τῆς ἱστορίας τῆς πατρίδος, τὴν ὁποίαν καὶ ταύτην ἐνέπαιξαν βέβηλοι γλῶσσαι καὶ βέβηλοι γραφίδες. Πρέπει νὰ μορφώσωμεν τοὺς ἐπιγόνους μας, ἵνα δυνηθῶσι κἂν ἐκεῖνοι νὰ ἐκπληρώσωσιν ὅ,τι ἡμεῖς οἱ δυστυχεῖς δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐκπληρώσωμεν· πρέπει νὰ μορφώσωμεν αὐτούς, ἵνα δυνηθῶσι νὰ συγκρατήσωσι καὶ τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον τοσοῦτοι ἀνεμοστρόβιλοι πολλαχόθεν παρωθοῦσι δεξιὰ καὶ ἀριστερά. Πρέπει νὰ θέσωμεν βάσεις ἀρτίου καὶ πλήρους δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐπὶ πάσῃ θυσίᾳ, ἵνα δυνηθῶμεν, ἀπερχόμενοι τοῦ κόσμου τούτου, νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν ὅτι θέλομεν συγχωρηθῆ δι’ ὅ,τι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ πράξωμεν, καὶ θέλομεν εὐλογηθῆ διὰ τὰς βάσεις, τὰς ὁποίας ἐθήκαμεν, τῆς μελλούσης ζωῆς τοῦ τόπου. (Εὖγε! εὖγε!)
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος.
§166ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ αὔριον, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναβάλωμεν.
§167ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι! νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§168ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄς ἐξακολουθήσωμεν· ἀλλ’ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο ὡρῶν. Ἀφοῦ ἀπεκλείσθη ἡ συζήτησις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ προεπεξεργασία τοῦ νομοσχεδίου, ἡ συζήτησις τῶν λεπτομερειῶν του ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ᾖναι εὐρυτάτη. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἐν οὕτω προκεχωρηκυίᾳ ὥρᾳ εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοιαύτη συζήτησις, ἀφοῦ μάλιστα εἰργάσθημεν καὶ δύο ὥρας τὴν πρωΐαν;
§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀναγεγραμμένον πρὸ 19 ἡμερῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἔχει δὲ μελετηθῇ, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν εὐρυτάτην συζήτησιν, καὶ ἄν ἀγορεύσητε ἀκόμη δέκα καὶ πέντε, ἡμεῖς μετὰ προσοχῆς θέλομεν σᾶς ἀκούσει. Νὰ διακόπτωμεν ὅμως τὰς συνεδριάσεις ἀπὸ τῆς δεκάτης, δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν μας.
§170Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μετὰ τὴν γενομένην εὐρυτάτην συζήτησιν τῶν ἐξ Εὐρυτανίας καὶ Κερκύρας ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ μετὰ τὴν σαφῆ καὶ ἀναλυτικωτάτην ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου διεφωτίσθη καὶ διελευκάνθη ἐν πᾶσιν αὐτῆς τοῖς σημείοις· δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι ἀπομένουν, παρὰ ὀλίγιστα, ἀφοῦ μάλιστα ἐπείσθη ἡ Βουλὴ ὅτι οὐδὲν σχολεῖον πρόκειται νὰ κλεισθῇ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν ἔχουσι καιρὸν οἱ συνάδελφοι νὰ συζητήσωσι καὶ μᾶς χορηγήσωσι τὰ φῶτά των· καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν εὑρεθῇ σκόπιμον ἢ ἀναγκαῖον νὰ μεταῤῥυθμισθῶσιν ἄρθρα τινὰ, προθύμως ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ τὴν γνώμην τῶν. Ἄς ἐνθυμηθῶσι δὲ οἱ συνάδελφοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖται ἐξ 78 ἄρθρων, καὶ ὅτι τοιούτου νομοθετήματος ἡ ἐπιψήφισις ἀπαιτεῖ χρόνον μακρόν. Ἐὰν λοιπὸν ἀναβάλωμεν τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, θέλει τεθῆ ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ πᾶσα ἐλπὶς περὶ διορθώσεως καὶ βελτιώσεως τῶν κακῶς κειμένων ἐκλείπει.
§171ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι τοιαῦτα νομοθετήματα, ἀπαρτιζόμενα ἐξ 78 ἄρθρων καὶ ἀφορῶντα εἰς τόσον σπουδαῖα ζητήματα, οἷα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἀπαιτοῦσι χρόνον μακρὸν πρὸς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν· καὶ ἐν τούτοις ἔχει τὴν ἀξίωσιν ἐντὸς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς συνεδριάσεως τοιοῦτο νομοσχέδιον, εἰς τοιαῦτα ἀφορῶν ζητήματα, νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ! Ἐγὼ δέχομαι, ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ συζήτησιν, ἀλλὰ μέχρι τινὸς ὁρίου, μέχρι τῆς δωδεκάτης ὥρας. Ἄν ὅμως νομίζῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ ἡμεῖς νὰ συζητῶμεν καὶ οἱ ἄλλοι Βουλευταὶ νὰ ἀκροῶνται τῆς τοιαύτης συζητήσεως μέχρι πρωΐας, πλανᾶται βεβαίως. Ἐὰν θέλητε νὰ ἐξακολουθήσωμεν μέχρι τῆς δωδεκάτης συζητοῦντες ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, δεχόμεθα· ἀλλ’ ἐὰν ἐννοῆτε, ὅτι πρέπει ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ συνεδριάσει νὰ ψηφισθῇ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶναι ἀδύνατον.
§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδὲν ἄλλο ἐννοοῦμεν, εἰμὴ ὅτι εἶναι σήμερον εἰκοστὴ τρίτη Ἰουνίου, καὶ ὅτι μᾶς ὑπολείπονται 15–20 τὸ πολὺ ἡμέραι, καθ’ ἃς εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ τελειώσωμεν τὰς ἐργασίας μας.
§173ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐν τῇ πρώτῃ ἀναγνώσει πρέπει νὰ γείνῃ ὅλη ἡ εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Ἐὰν λοιπὸν νομίζητε, ὅτι εἶναι δυνατὸν, ὑφ’ ἣν κατάστασιν εὑρίσκεται τώρα ἡ Βουλή, νὰ διεξέλθωμεν ὅλας αὐτὰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, τότε νὰ μείνητε μόνοι σας καὶ νὰ τὸ συζητήσητε. Ἐὰν θέλητε νὰ συμπράξωμεν καὶ ἡμεῖς, ὁμολογοῦμεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον εἰς ἡμᾶς τοῦτο.
§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην ἀδυναμίαν, καὶ παρακαλοῦμεν καὶ ὑμᾶς νὰ ἐγκαρδιωθῆτε, ἵνα ἀνθέξητε εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§175Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡμεῖς λέγομεν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ἐφ’ ὅσον βεβαίως θὰ ἦναι δυνατόν.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς λοιπὸν ζητεῖ τὸν λόγον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1.
§177ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει): «Τὰ πρὸς ἠθικὴν καὶ θρησκευτικὴν μόρφωσιν τῶν παίδων καὶ πρὸς διδασκαλίαν τῶν εἰς τὸν βίον χρησίμων στοιχειωδῶν γνώσεων προκαταρκτικὰ σχολεῖά εἰσι τριῶν κατηγοριῶν, τὰ νηπιαγωγεῖα, τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα, καὶ τὰ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα, ἐν οἷς διδάσκονται στενώτερον ἢ εὐρύτερον αἱ αὐταὶ στοιχειώδεις γνώσεις. «Ἐν τοῖς νηπιαγωγείοις εἰσάγονται οἱ παῖδες ἀπὸ τῆς ἁπαλῆς ἡλικίας καὶ φοιτῶσιν ἐν αὐτοῖς μέχρι τοῦ ἕκτου ἔτους συμπεπληρωμένου. Ἐν τοῖς σχολείοις δὲ τῶν δύο ἑτέρων κατηγοριῶν, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἑβδόμου μέχρι τοῦ δωδεκάτου ἔτους, συμπεπληρωμένου καὶ τούτου.»
§178ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἐξ Εὐρυτανίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἀγορεύων ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, εἶπεν ὅτι θὰ κάμῃ βεβαίως ὄχι πολὺ εὐάρεστον δι’ ἡμᾶς ἐντύπωσιν εἰς τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ἐὰν γνωσθῇ, ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πρόκειται νὰ ἐπιψηφισθῇ ἐν αὐτῇ ἄνευ εἰσηγήσεως. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ κάμῃ τόσον δυσάρεστον ἐντύπωσιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην. Ἐν ἄλλῃ χώρᾳ, ὁσάκις πρόκειται περὶ μεταβολῶν τοιούτων θεσμῶν, ἀφορώντων εἰς αὐτὴν τὴν πρώτην ἐκπαίδευσιν, οὐδέποτε τολμᾷ Ὑπουργὸς νὰ εἰσαγάγῃ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιόν του, ἀλλὰ προηγουμένως συζητεῖ αὐτὸ μετὰ τῶν σχετικῶν ἐκπαιδευτικῶν συμβουλίων, προσκαλεῖ εἰς αὐτὰ καὶ πολλοὺς ἄλλους ἄνδρας εἰδικούς, καὶ ἀφοῦ ἐπεξεργασθῇ ἐκεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἀποστέλλεται εἰς ὅλους τοὺς ἁρμοδίους κύκλους, εἰς τὰ ἐποπτικὰ συμβούλια τῶν διαφόρων νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν, ἅτινα ἐπεξεργάζονται αὐτὸ, τότε δὲ συγκεντροῦται ὅλη αὐτὴ ἡ ἐργασία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ ἐκεῖ ἀναθεωρεῖται τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον οἱ ἐπεξεργασθέντες αὐτὸ, οὕτω δὲ εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν τῇ Βουλῇ δὲ καὶ τότε δὲν συζητεῖται ἀμέσως ἐν τῇ ὁλομελείᾳ αὐτῆς, ἀλλὰ παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικήν, ἡ ὁποία ἐπεξεργάζεται αὐτὸ καὶ πάλιν, καὶ τότε μόλις ἔρχεται εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς, συζητεῖται καὶ ἐν αὐτῇ εὐρύτατα, καὶ οὕτω πως δύναται νὰ γείνῃ νομοθέτημα ἔχον βάσεις ὑγιεῖς, νομοθέτημα τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἡμεῖς ἐγκαταλείπομεν τὴν ὁδὸν ταύτην. Τὰ νομοθετήματα ὑμῶν δὲν εἰσάγονται εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅπως πράγματι πληρώσωσιν ἀνάγκην τινά· δὲν εἰσάγονται μεμελετημένα καὶ προεπεξειργασμένα, δὲν εἰσάγονται ὅπως καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τύχωσι τῆς ἀναγκαίας βασάνου καὶ δοκιμασίας. Ἐξέρχονται ὡς ἀλάνθαστα ἐκ τῆς κεφαλῆς τοῦ οἰκείου Ὑπουργοῦ, καὶ τίθενται ἀμέσως ὡς ζητήματα ἐμπιστοσύνης, ὅπως ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης ἡμῶν νομοθετικῆς ἐργασίας; τὰ ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν. Τὸ νομοθετικὸν χάος, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ παρ’ ἡμῖν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅλων τῶν ἄλλων, Κύριοι, ἐπετρέπετο ἴσως νὰ γείνῃ τοῦτο, ἂν καὶ κακῶς, οὐδαμῶς ὅμως ἐπετρέπετο νὰ γείνῃ, προκειμένου περὶ θεσμοῦ, οἷος ὁ ἀφορῶν εἰς τὴν στοιχειώδη ἡμῶν ἐκπαίδευσιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι οὐχὶ ἡ ἔλλειψις δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως, ἡ ὁποία βεβαίως καὶ αὐτὴ εἶναι ἀναγκαία, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις πάσης προπαρασκευαστικῆς ἐργασίας καὶ ὑπὸ εἰδικῶν ἀνδρῶν καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ, δύναται νὰ ἐκθέσῃ ἡμᾶς εἰς τὰ ὄμματα τῶν ξένων. Πλὴν δὲν εἶναι, Κύριοι, μόνον τοῦτο τὸ κακόν. Τὸ κακὸν τὸ μεγαλείτερον εἶναι, ὅτι νομοθετήματα, οὕτω πως καταρτιζόμενα, οὕτω πως γινόμενα νόμοι, ἄνευ οἱασδήποτε προεπεξεργασίας δὲν δύνανται ἢ νὰ ἔχωσι κακὰ ἀποτελέσματα ὄχι μόνον διὰ τὸ ἐνεστώς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος. Ὅπως δὲ σᾶς ἀπέδειξα, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχεν ἀνάγκην προεπεξεργασίας εἰδικῆς, εἶχεν ἀνάγκην νὰ παραπεμφθῇ οὐχὶ βεβαίως εἰς τὰς συνήθεις ἐπιτροπὰς τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, καταρτιζομένην καὶ ἐκ τῶν μελῶν τῆς ὑφισταμένης ἐκπαιδευτικῆς ἐπιτροπῆς τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων λογάδων ἀνδρῶν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Τότε βεβαίως θὰ εἰσήγετο αὐτὸ ἄρτιον εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν θὰ παρίστατο ἀνάγκη τόσον μακρᾶς συζητήσεως ἐνταῦθα, ἐν μεσονυκτίοις ποθ’ ὥραις, ὅπως γίνεται τώρα. Ἀγνοῶ τί θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς τοιαύτης λεπτομεροῦς συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον, ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐμὲ, ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἔθνους, νὰ συζητήσω ὅσον δύναμαι καὶ ἐπὶ τοιούτοις ὅροις. Ἄρχομαι ἀπὸ τῆς ἐπιγραφῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι καὶ τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὰς λεπτομερείας. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιγράφεται «περὶ τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». Ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἐνόμισεν ἴσως, ὅτι αἱ δύο αὗται λέξεις σημαίνουσιν ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ἀλλ’ ὑπὸ δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν εἴθισται νὰ ἐννοῶσι τὴν ἐκπαίδευσιν τὴν πλήρη, τὴν ἐκπαίδευσιν τὴν παρεχομένην διὰ τῶν δημοδιδασκάλων. Τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτὴν ἐνόει καὶ ὁ νόμος τοῦ 1834. Ἀλλὰ μετὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, πλὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἐν οἷς διδάσκουσι δημοδιδάσκαλοι, καθιερώθη ὀλίγον κατ’ ὀλίγον παρείσακτόν τι, τὸ γραμματοσχολεῖον. Τοῦτο δὲν εἶναι κυρίως δημοτικὴ ἐκπαίδευσις. Εἶναι ἁπλῆ μετάδοσις τῶν πρώτων στοιχειωδῶν γνώσεων, ἥτις κατὰ περίεργον τρόπον εἰσήχθη παρ’ ἡμῖν ἄνευ νόμου, ἄνευ διατάγματος. Οὕτω πλὴν τῆς κυρίως δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἔχομεν καὶ τὰ σχολεῖα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὁμοῦ μετὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπαρτίζουσι τὴν καθόλου στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον, — καθόσον νῦν συμπεριλαμβάνει τοῦτο, κατ’ ἀντιδιαστολὴν πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1834, πλὴν τῶν κυρίως δημοτικῶν σχολείων, καὶ τὰ γραμματοσχολεῖα, πλὴν δὲ τούτων, καὶ τὰ νηπιαγωγεῖα, κατὰ πρωτότυπον τρόπον, — ἔπρεπε, λέγω, τὸ νομοσχέδιον νὰ ἔχῃ τίτλον ἁπλῶς περὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καὶ οὐχὶ περὶ τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὥστε νὰ νομίζῃ τις ὅτι εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό, ἐνῷ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι μέρος τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, πάντοτε τὸ κυριώτατον. Τὸ σύνολον τῶν γνώσεων, τὰς ὁποίας διὰ τούτου ἢ δι’ ἐκείνου τοῦ σχολείου μεταδίδομεν εἰς τὴν πρώτην ἡλικίαν τῶν παίδων, τὸ σύνολον τῶν γνώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπαρτίζουσι τὴν πρώτην μόρφωσιν αὐτῶν, τοῦτο εἶναι ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις. Τὸ κύριον μέρος βεβαίως τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἡ δημοτική. Ἀλλ’ ὑπὸ δημοτικὴν ἐννοοῦμεν τὴν ἐκπαίδευσιν τὴν μεταδιδομένην διὰ τελείως καὶ ἀρτίως κατηρτισμένων δημοδιδασκάλων, τὸ γενικώτερον δὲ ταύτης εἶναι ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις, καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο μέχρι τοῦδε ἡ διάκρισις Ἀπορῶ δὲ τώρα, πῶς θεωροῦνται ταυτόσημα. Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν ἐπιγραφήν. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον κεφάλαιον, ἐπεθύμουν νὰ μάθω, τί ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐννοεῖ τὸν ἐξωτερικὸν διοργανισμὸν τῶν σχολείων; ἐννοεῖ τὸν ἐσωτερικὸν διοργανισμὸν αὐτῶν; Ὡς θὰ ἴδωμεν ἐν ταῖς λεπτομερείαις, βεβαίως φύρδην μίγδην ὅλα ταῦτα συμπεριλαμβάνονται, ἀκόμη καὶ τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ ἡ μέση ἐκπαίδευσις ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ. Μεταβαίνω νῦν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ πρώτου ἄρθρου. Τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου τούτου οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν νομοθεσίαν. Εἶναι θεωρίαι ἀναγόμεναι εἰς τὴν παιδαγωγικήν. Βεβαίως εἰς ἐγχειρίδιον παιδαγωγικῆς ἐπιτρέπεται νὰ ἀναγράφῃ τις: «τὰ πρὸς ἠθικὴν καὶ θρησκευτικὴν μόρφωσιν τῶν παίδων καὶ πρὸς διδασκαλίαν τῶν εἰς τὸν βίον χρησίμων στοιχειωδῶν γνώσεων προκαταρκτικὰ σχολεῖά εἰσι τριῶν κατηγοριῶν» κτλ. Ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο. Εἰς οὐδένα νόμον ἀπαντᾷ τοιαύτη διάταξις. Καὶ εἰς αὐτὸν τὸν νόμον τοῦ 1834, ὁ ὁποῖος ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀκόμη σήμερον, μετὰ 61 ἔτη, ὡς πρότυπον νομοθέτημα, καὶ εἰς τὸν νόμον, λέγω, τοῦ 1834 θὰ ἴδητε, ὅτι ἀμέσως ὁ νομοθέτης εἰσέρχεται εἰς τὸ κύριον νομοθετικὸν αὑτοῦ ἔργον (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1. Εἰς ἕκαστον δημοτικὸν ἢ τοῦ λαοῦ σχολεῖον θέλουσι διδάσκεσθαι τὰ ἑξῆς». Ἀλλὰ μήπως καὶ ὑπὸ παιδαγωγικὴν ἔποψιν τοὐλάχιστον εἶναι ὀρθὸν τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ πρώτῳ μέρει τοῦ ἄρθρου; Μόνον ἡ ἠθικὴ καὶ θρησκευτικὴ μόρφωσις τῶν παίδων εἶναι ἔργον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Αὕτη εἶναι μόνον μέρος αὐτῆς. Τὸ πρῶτον καὶ κύριον εἶναι ἡ διανοητικὴ αὐτῶν μόρφωσις. Εἰς τὴν διανοητικὴν συμβαδίζει καὶ ἡ ἠθικὴ καὶ θρησκευτικὴ αὐτῶν μόρφωσις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ μόνη αὕτη. Εἶναι καὶ ἡ σωματικὴ μόρφωσις. Διὰ τοῦτο τὸ ἀπαραίτητον μέρος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι καὶ ἡ γυμναστική, εἶναι αἱ διάφοροι παιδιαί, αἱ ὁποῖαι ἀναπτύσσουσι τὸ σῶμα. Καὶ διὰ τοῦτο οἱ Γερμανοί, ὁμιλοῦντες περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἀρκοῦνται μόνον εἰς τὸ νὰ θεωρῶσιν ὡς ἔργον αὐτῆς τὴν διανοητικήν, τὴν ἠθικὴν καὶ θρησκευτικὴν μόρφωσιν, ἀλλὰ εἰσάγουσι καὶ τὴν σωματικὴν μόρφωσιν, κατὰ τοῦτο ἀναφερόμενοι εἰς τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνας, οἵτινες ὁμοῦ μετὰ τῆς διανοητικῆς ἐπεδίωκον καὶ τὴν σωματικὴν μόρφωσιν, καὶ οὕτως ἑνόουν τὴν ὅλην ἀγωγήν. Εἶναι ἄστοχος λοιπὸν αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν ὁ ὁρισμὸς οὗτος τοῦ σκοποῦ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἄστοχος δὲ καὶ διότι ἀναγράφεται ἐν νομοθετήματι. Μεταβαίνω νῦν εἰς τὸ κύριον νομοθετικὸν μέρος τοῦ ἄρθρου. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχομεν κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἔχομεν πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα, ἔχομεν νηπιαγωγεῖα, ἐν οἷς διδάσκονται στενώτερον ἢ εὐρύτερον αἱ αὐταὶ στοιχειώδεις γνώσεις. Τὰ νηπιαγωγεῖα, Κύριοι, οὐδαμοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου θεωροῦνται μέρος ἀναπόσπαστον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ταῦτα εἰσήχθησαν τὸ πρῶτον ἐν Γερμανίᾳ ὑπὸ τὸν τίτλον τῶν Kindergarten. Εἰσηγητὴς δὲ αὐτῶν ὑπῆρξεν εἷς παιδαγωγὸς, Froebel ὀνόματι. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι κατ’ ἀρχὰς καὶ ἐν Γερμανίᾳ, ὅπως βραδύτερον ἐν Γαλλίᾳ, διὰ τὸ θεατρικὸν αὐτῶν ἔκαμαν ἐντύπωσιν μεγάλην. Ὅταν ἤρχοντο οἱ γονεῖς καὶ ἤκουον τὰ τέκνα των τὰ μικρά, τριῶν, τεσσάρων καὶ πέντε ἐτῶν τὴν ἡλικίαν, ἀποστηθίζοντα καὶ ἀπαγγέλλοντα πλεῖστα ὅσα πράγματα, καινοφανῆ καὶ εἰς αὐτοὺς, ἐξίσταντο καὶ ἔλεγον, ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ ἡλικία τῶν τριῶν, τῶν τεσσάρων καὶ τῶν πέντε ἐτῶν εἶναι ὅλως ἀνεπιτηδεία δ’ οἱανδήποτε τοιαύτην μόρφωσιν τοῦ παιδός. Ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐμάνθανον ἐν τοῖς νηπιαγωγείοις τὸ ἐμάνθανον μηχανικῶς, τὸ ἐμάνθανον κατὰ τρόπον ἀπονεκροῦντα τὴν σκέψιν καὶ τὴν κρίσιν. Καὶ τί ἀπεδείχθη; Ὅταν τὰ τέκνα τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν νηπιαγωγείων κατετάσσοντο εἰς τὰ καθαυτὸ δημοτικὰ σχολεῖα, βεβαίως ἐκ πρώτης ἀφετηρίας ἐπαρουσιάζοντο μὲ πλείονας γνώσεις ἢ τὰ τέκνα, τὰ ὁποῖα τὸ πρῶτον τότε εἰσήρχοντο εἰς τὸ σχολεῖον· ἀλλ’ εὐθὺς μετ’ ὀλίγον παρετήρει τις, ὅτι τὰ μὲν τέκνα τὰ τὸ πρῶτον εἰσερχόμενα ἀνεπτύσσοντο ταχύτερον εἰς τὴν σκέψιν, εἰς τὴν κρίσιν, εἰς τὸ συλλογίζεσθαι, ἐνῷ τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν νηπιαγωγείων καθυστέρουν ἐν τούτῳ. Ἐδημοσιεύθη μάλιστα καὶ στατιστικὴ ἀκριβὴς ἐν Γερμανίᾳ, ἀφορῶσα εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῆς προόδου τῶν παίδων, οἱ ὁποῖοι ἀπ’ εὐθείας κατετάσσοντο εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, καὶ εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῆς προόδου τῶν παίδων, οἱ ὁποῖοι προηγουμένως διῆλθον διὰ τῶν νηπιαγωγείων. Καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς στατιστικῆς ἀπεδείχθη, ὅτι καθυστέρουν πολὺ οἱ ἐκ τῶν νηπιαγωγείων προερχόμενοι τῶν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα τὸ πρῶτον εἰσερχομένων. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, τὰ νηπιαγωγεῖα, ἐν Γερμανίᾳ τοὐλάχιστον, καὶ δὴ ἐν Πρωσσίᾳ, ἥτις θεωρεῖται τὸ πρότυπον καὶ θὰ μένῃ ἐπὶ πολὺ ἔτι πρότυπον διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, τὰ νηπιαγωγεῖα ἔχουσιν ἐξοβελισθῆ ἐκ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐν τῷ νόμῳ ἰδίᾳ περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως διόλου δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν. Καὶ ἐνῷ ὁ συντάκτης τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου συμπεριλαμβάνει εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, ἢ μᾶλλον εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, τὰ νηπιαγωγεῖα, τὰ ὁποῖα πράγματι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς αὐτὴν, ἐξαιρεῖ, τί νομίζετε; τὰ γραμματοσχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουσι μέρος ἀναπόσπαστον πλέον τῆς στοιχειώδους ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως, τὰ γραμματοσχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἀναπληροῦσι τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν εἰς τὰ πλεῖστα χωρία τῶν δήμων ἡμῶν, ἐκεῖ, ὅπου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συστηθῶσι πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα. Ποιεῖται δὲ διάκρισιν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου μεταξὺ κοινῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ πλήρων δημοτικῶν σχολείων, καὶ εὑρίσκει τὸ πρᾶγμα ἁπλούστατον, ὅτι ἐν μὲν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις θὰ διδάσκωνται συνοπτικώτερον τὰ αὐτὰ μαθήματα ἢ ἐν τοῖς πλήρεσι σχολείοις. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἄλλως πως ἐνόησε τὸ πρᾶγμα. Ὁμιλῶν περὶ τῆς νῦν τετραετοῦς ἡμῶν παιδεύσεως καὶ συγκρίνων αὐτὴν πρὸς τὴν πλήρη δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἡ ὁποία καθιεροῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶπεν ὅτι καθυστέρει ἐκείνη κατὰ πολὺ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν νὰ διδαχθῶσιν οἱ παῖδες ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ διδαχθῶσι, καὶ τὰ ὁποῖα μόνον ἐντὸς 6 ἐτῶν δύνανται νὰ διδαχθῶσι. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ διαφορᾶς ἐπὶ τὸ συνοπτικώτερον ἢ περιεκτικώτερον, πρόκειται περὶ ποσοῦ γνώσεων, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταδοθῇ ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπαιτοῦνται 6 ἔτη. Πῶς ὅμως ὁμιλεῖτε τότε περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς κρατούσης καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ὅταν ποιῆσθε τοιαύτην διάκρισιν μεταξὺ κοινῶν καὶ πλήρων δημοτικῶν σχολείων; ποῦ ἡ ἰσοπολιτεία μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων, ὅταν οἱ μὲν ἐξ αὐτῶν τυγχάνωσι τοῦ πλεονεκτήματος νὰ ἔχωσι πλήρη καὶ τελείαν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἑξαετῆ, οἱ δὲ ἄλλοι καταδικάζωνται νὰ ἔχωσι τετραετῆ, μὲ τὴν ἐκ τῶν προτέρων διαβεβαίωσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι αὕτη θὰ ὑπολείπηται κατὰ πολὺ τῆς ἑξαετοῦς παιδεύσεως; Ὑπάρχει πλέον ἴχνος ἑνότητος ἐν τῇ δημοτικῇ ἡμῶν ἐκπαιδεύσει; Ἀλλὰ περιπίπτει εἰς ἀντίφασιν ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου. Ἐνῷ λέγει, ὅτι ἔχομεν κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα μὲ τέσσαρας τάξεις καὶ τετραετῆ παίδευσιν, καὶ πλήρη σχολεῖα μὲ ἓξ τάξεις καὶ ἑξαετῆ παίδευσιν, ἐν τούτοις κατωτέρω λέγει, ὅτι ἐν τοῖς νηπιαγωγείοις εἰσάγεται ἡ παίδευσις ἀπὸ τῆς ἁπαλῆς ἡλικίας μέχρι τοῦ ἕκτου ἔτους συμπεπληρωμένου, ἐν τοῖς σχολείοις δὲ τῶν ἰδιαιτέρων κατηγοριῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἑβδόμου ἔτους μέχρι τοῦ δωδεκάτου συμπεπληρωμένου. Δὲν εὑρίσκετε ἀντίφασιν μεταξὺ τῆς διατάξεως ταύτης καὶ τοῦ καθορισμοῦ τῶν κοινῶν δημοτικῶν σχολείων; Τὰ κοινὰ σχολεῖα, λέγει, εἶναι τετραετῆ, ἐδῶ ὅμως λέγει, ὅτι καὶ εἰς τὰ κοινὰ σχολεῖα πρέπει νὰ φοιτῶσιν οἱ μαθηταὶ ἐπὶ ἓξ ἔτη, ἀπὸ τοῦ ἕκτου ἔτους συμπεπληρωμένου μέχρι τοῦ δωδεκάτου ἔτους.
§179Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ παρακολουθήσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον εἰς τὴν παιδαγωγικὴν αὐτοῦ ἔρευναν, διότι καὶ ὁ χρόνος ἐπείγει, καὶ τὰς τοιαύτας θεωρητικὰς καὶ πρὸς ἐπίδειξιν γενομένας ἀναλύσεις θεωρῶ ἐπὶ νομοθετικῆς ἐργασίας ὅλως διόλου παρελκούσας. Ὅ,τι μόνον σκοπῶ εἶναι νὰ ἀναιρέσω τὰ οὐσιωδέστερα μέρη τῶν ψόγων, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος. Διὰ τοῦτο θὰ προσπαθήσω διὰ βραχέων νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν σπουδαιοτέρων σημείων τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ. Καὶ πρῶτον μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὅρον, διὰ τοῦ ὁποίου κατονομάζεται τὸ νομοσχέδιον, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι πεπλανημένη ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ἡμεῖς λέγομεν στοιχειώδη δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν τὴν προκαταρκτικὴν, τὴν τῶν μικρῶν παίδων, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μέση. Πάντα τὰ προκαταρκτικὰ σχολεῖα, εἴτε νηπιαγωγεῖα, εἴτε δημοτικὰ, εἴτε σχολεῖα ἀῤῥένων, εἴτε σχολεῖα θηλέων, πάντα τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα νὰ μεταδίδωσι τὰς στοιχειώδεις γνώσεις καὶ νὰ ἀναπτύσσωσι τὴν διάνοιαν καὶ νὰ χρησιμεύωσιν εἰς μόρφωσιν τοῦ ἤθους καὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν μικρῶν παίδων, ταῦτα λέγομεν δημοτικὰ σχολεῖα. Ἐὰν ἐρωτήσητε οἱονδήποτε Ἕλληνα, θὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι πάντα ταῦτά εἰσι δημοτικὰ σχολεῖα. Τώρα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δυσκολίαν, τὴν ὁποίαν ἀνευρίσκει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐν τῷ καθορισμῷ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν περὶ σχολείων, τί θέλετε νὰ ἀπαντήσω; Δὲν ἤλπιζον παρ’ αὐτοῦ τόσην ἐπιλησμοσύνην ὁλοκλήρου νομοθεσίας, ἐν ᾗ διετυπώσαμεν ἐν σαφηνείᾳ καὶ εὐκρινείᾳ τὴν περὶ δημοτικοῦ σχολείου ἔννοιαν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν λέξιν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἐχρημάτισε καὶ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ ἱκανὸν χρόνον, νὰ ἐκφράσω τὴν ἐπὶ τούτῳ λύπην μου. Ἡμεῖς ἔχομεν σαφῆ καὶ ὀρθὴν γνώμην περὶ τοῦ τόνου, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ σχολεῖον, ἐν τῷ ὁποίῳ ὁ Ἑλληνόπαις θὰ λάβῃ τὴν πρώτην ἀνατροφήν. Τὴν ἰδέαν ἡμῶν ταύτην καθώρισεν ὁ νόμος ΧΘʹ τοῦ 1878 καὶ τὰ ὀργανωτικὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα διεῤῥύθμισαν τὰ πρότυπα σχολεῖα, τὰ ἐν τοῖς διδασκαλείοις προσαρτώμενα. Τί λέγεται, Κύριοι, πρότυπον σχολεῖον; Πρότυπον σχολεῖον λέγεται τὸ πρόπλασμα ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἅπαντα τὰ σχολεῖα τοῦ Κράτους δέον νὰ ῥυθμισθῶσι. Τὸ πρότυπον εἶναι τὸ σχολεῖον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐξασκοῦνται οἱ δημοδιδάσκαλοι εἰς τὰς μεθόδους τῆς διδασκαλίας αὐτῶν· εἶναι ὁ τύπος, τὸν ὁποῖον ἐννοοῦμεν νὰ λάβωσιν ὅλα τὰ δημοτικὰ σχολεῖα τοῦ Κράτους. Ἐὰν οἱ πόροι ἡμῶν, αἱ κοινωνικαὶ συνθῆκαι καὶ ἀνάγκαι δὲν μᾶς ἐπιτρέπωσι νὰ ἐφαρμόζωμεν τὸν τύπον τοῦτον εἰς πάντας σήμερον τοὺς δήμους, ἀδιάφορον. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὅτι ὁ Ἑλληνόπαις πρέπει νὰ συμπληρώσῃ τὴν στοιχειώδη μόρφωσιν αὑτοῦ εἰς πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον, ἀπαρτιζόμενον ἀπὸ ἓξ τάξεις. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ δι’ ἀνεπάρκειαν πόρων τῶν δήμων, δὲν πταίει τὸ νομοσχέδιον. Ἆρα πταίει ἡ φύσις, ἂν ἠναγκάσθη τὰ ζῶα, φέρ’ εἰπεῖν, τὰ ψύχραιμα, νὰ τὰ διαπλάσῃ νὰ ἔχωσι τρεῖς θαλάμους ἐν τῇ καρδίᾳ, ἐνῷ τὰ ἁρπακτικά, τὰ τελειότερα, ἔχουσι τέσσαρας, τὰ ἔτι ἀτελέστερα ἔχουσι δύο, τὰ ἀτελέστατα ἔχουσιν ἕνα θάλαμον καὶ δι’ αὐτοῦ καὶ μόνου γίνεται ἡ κυκλοφορία; Λοιπὸν ἡμεῖς ἔχομεν κοινωνίαν ἄπορον, δήμους πτωχοὺς τοὺς πλείστους· πῶς θέλετε νὰ ἔχωμεν σχολεῖα τέλεια; Ἴσως μετὰ δεκαετηρίδας δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς ἐν πᾶσι τοῖς δήμοις πλήρη σχολεῖα. Βεβαίως τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα εἶναι ὄνειδος τῆς νομοθεσίας κατὰ τὸν λήγοντα 19ον αἰῶνα. Ἀλλὰ τί νὰ κάμωμεν, στερούμενοι τελειοτέρων μέσων; Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνήκει εἰς ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει οὔτε γραμματοδιδασκαλεῖα, στερουμένην δηλ. καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου πνευματικοῦ ἄρτου. Τὴν ἄλλην παρατήρησιν, ὡς πρὸς τὰ νηπιαγωγεῖα, τὴν παραδέχομαι ὡς ὀρθήν. Τῷ ὄντι δὲν ἔπρεπε νὰ περιέχωνται οἱ ὁρισμοὶ αὐτοὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν Ἑλλάδι λειτουργοῦσι τοιαῦτα καθ’ ὅλας τὰς πόλεις, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ περιλάβω κανονισμόν, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ εἰς αὐτὰ ἐπιτήρησις τῆς ἀρχῆς καὶ νομιμοποιηθῇ ἡ ὕπαρξις αὐτῶν, τιθεμένων ὑπὸ ἐπιθεωρητικὸν ἔλεγχον. Τὰς αὐτὰς παρατηρήσεις ἔχω ὅσον ἀφορᾷ τὸ τριετὲς ἢ τετραετὲς τῆς φοιτήσεως. Βεβαίως τὸ σχολεῖον τὸ δημοτικὸν πρέπει νὰ ἔχῃ ἓξ τάξεις, ἀλλὰ ἡ ἀνεπάρκεια τῶν πόρων μᾶς ἠνάγκασε νὰ σχηματίσωμεν μικρότερα σχολεῖα τετρατάξια. Ὁ σκοπὸς τοῦ σχολείου δὲν εἶναι αἱ γνώσεις. Ὁ σκοπὸς τοῦ σχολείου, ὅπως ἐννοεῖται σήμερον ἐν τοῖς πεπολιτισμένοις ἔθνεσι, δὲν εἶναι οὔτε ἡ μετάδοσις πολλῶν γνώσεων, οὔτε ἡ παρασκευὴ πρὸς τὸν ἐπαγγελματικὸν βίον· σκοπὸς τοῦ σχολείου κύριος εἶναι ἡ μόρφωσις τοῦ χαρακτῆρος τοῦ παιδός· διότι τότε ἔχεις τὸν ἄνθρωπον ἕτοιμον νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν κοινωνίαν καὶ Πολιτείαν, ὡς μέλος αὐτῆς ἠθικόν. Ψυχὴ δὲ τοῦ σχολείου εἶναι οἱ διδάσκοντες. Ἱκανοὶ διδάσκαλοι καὶ εὐμέθοδοι δύνανται καὶ ὑπὸ τὰ δένδρα νὰ διδάσκωσι λυσιτελῶς. Διὰ τοῦτο ὠργανώθησαν διδασκαλεῖα, ἵνα ἐν αὐτοῖς θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς μορφοῦντες τὸν διδάσκαλον δυνηθῆτε νὰ δώσητε εἰς τὸ σχολεῖον τὸν τόνον τοῦτον τὸν ἠθικόν. Αὐτὸν τὸν τόνον ἐδώκαμεν καὶ εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις πρότυπα καὶ εἰς τὰ διδασκαλεῖα. Ἀλλ’ ἀτυχῶς μετ’ ὀλίγα ἔτη, ἤτοι πρὸ μικροῦ, νέα νομοθεσία ἦλθεν ἀμελετήτως καὶ ἀσεβῶς νὰ θέσῃ χεῖρα ἀνευλαβῆ κατὰ τῶν διδασκαλείων, ἀπειλήσασα τὴν διάλυσιν αὐτῶν, καὶ ἐστρέβλωσεν ἐντελῶς καὶ διέστρεψε τὸν παρ’ ἡμῶν ὁρισθέντα χαρακτῆρα τοῦ σχολείου καὶ τὸν λόγον αὐτοῦ. Σημεῖον τοῦτο, ὅτι διαφωνοῦμεν εἰς τὴν θεμελιώδη ἰδέαν τοῦ σχολείου, ἤτοι ὡς πρὸς τὸν κυριώτατον αὐτοῦ χαρακτῆρα, διότι, ὅστις ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἣν ἡμεῖς ἔχομεν περὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ σχολείου ὡς μορφωτικοῦ χαρακτῆρος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ συνιστᾷ ὑποδιδασκαλεῖα, ἀντικαθιστῶν δι’ αὐτῶν τὰ διδασκαλεῖα, ἀλλὰ πρέπει νὰ παρασκευάσῃ διδασκάλους μεμορφωμένους διὰ τῆς ψυχολογίας καὶ τῆς παιδαγωγικῆς καὶ τῶν ἀσκήσεων οὕτως, ὥστε νὰ δύνανται νὰ διδάσκωσιν εὐστόχως, καὶ νὰ συντελῶσιν εἰς τὸν σκοπὸν τῆς τοῦ χαρακτῆρος μορφώσεως. Ἐὰν δὲν ἔχητε τοιοῦτον τέλειον διδάσκαλον, δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε ποτὲ μορφωτικοῦ χαρακτῆρος σχολεῖον. Ἐὰν δ’ οἱ πόροι τοῦ Κράτους ἦναι ἀνεπαρκεῖς, ὥστε νὰ συστήσωμεν καὶ συντηρήσωμεν τοιοῦτον σχολεῖον, δυνάμενον νὰ ὑπηρετήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς νεωτέρας κοινωνίας εἰς πάντας τοὺς δήμους, κατὰ τί πταίει τὸ σύστημα διὰ τοῦτο; Τὸ σύστημα εἶναι πλῆρες, ἄρτιον καὶ σύμφωνον πρὸς τὰ παραδεδεγμένα παρὰ πᾶσι τοῖς πεπολιτισμένοις λαοῖς. Αἱ ὀλίγαι αὗται παρατηρήσεις νομίζω ὅτι ἀρκοῦσι νὰ ἐξηγήσωσι πρὸς τὸν συνάδελφον, τίνα ἔχομεν ἔννοιαν περὶ δημοτικοῦ σχολείου, καὶ πῶς ἐπιζητοῦμεν τὴν ὀργάνωσιν αὐτοῦ.
§180ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐξ ὅσων εἶπον τὴν ἑσπέραν ταύτην θὰ ἐνόησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὁποίαν ἰδέαν ἔχω περὶ αὐτοῦ. Ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ λέγω, ὅτι, ἐὰν παρεκάθητο ἐνταῦθα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον, θὰ ἐγίνωσκεν ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς πλήρους, ἀρτίας καὶ ἑνιαίας καθ’ ὅλον τὸ Κράτος δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα θεωρῶ ὡς ἀνεκτὸν κακόν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν κοινῶν σχολείων, νομίζω ὅτι ἀπαντᾷ σύγχυσίς τις παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ τῆς Παιδείας. Ἐν Πρωσσίᾳ ὑπάρχει καθιερωμένη ἡ ὀκταετὴς δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, αὕτη δὲ εἶναι καὶ εἰς τὸ Βερολῖνον, τὸ ὁποῖον ἀριθμεῖ ὑπὲρ τὸ 1,500,000 περίπου κατοίκων, καὶ εἰς τὸ τελευταῖον χωρίον, τὸ ὁποῖον ἀριθμεῖ 150–200 κατοίκους, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι εἰς τὸ Βερολῖνον διδάσκουσιν οὐχὶ εἰς ἑκάστην τάξιν ἀνὰ εἷς διδάσκαλος, ἀλλ’ ὑποδιαιρεῖται ἡ τάξις εἰς δύο, τρία ἢ τέσσαρα τμήματα, ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν, ἐνῷ, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι τόσοι μαθηταὶ, δὲν ὑπάρχουν 8 διδάσκαλοι, ὑπάρχουν 7 ἢ 5 ἢ 4, ὑπάρχει εἷς μόνον, ἢ καὶ ἥμισυς, διότι ἔχουσι τὰς Halbtaegigen Schulen, εἰς ἃς διδάσκει εἷς καὶ ὁ αὐτὸς διδάσκαλος τὸ ἥμισυ τῆς ἡμέρας εἰς τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς τὸ ἄλλο. Ἐκεῖ δὲν συνενοῦσι 2, 3, 5 μέχρι 13 χωρίων εἰς ἕνα σχολικὸν συνδυασμὸν, ὡς παρ’ ἡμῖν· διότι ἐκεῖ εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι δι’ ἕκαστον χωρίον πρέπει νὰ διδάσκῃ χωριστὰ διδάσκαλος· εἰς τὴν Δανίαν μάλιστα καὶ εἰς τρία χωρία διδάσκει εἷς καὶ ὁ αὐτὸς διδάσκαλος. Ἡμεῖς ὑπὸ τοὺς δῆθεν σχολικοὺς συνδυασμοὺς κατορθοῦμεν μόνον νὰ ἔχωσι διδάσκαλον οἱ μαθηταὶ ἑνὸς χωρίου, οἱ δὲ τῶν πέριξ νὰ μένωσιν ἄνευ τοιούτου. Ἀντὶ τῆς τοιαύτης αὐταπάτης προτιμότερον θὰ ἦτο ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν τὸ ἐν Δανίᾳ κρατοῦν σύστημα, ὑφ’ ὃ ὅπως δήποτε θὰ εἴχομεν ἑνιαίαν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἀρκεῖ τὸ κακὸν ὡς ἐκ τῶν παρεισάκτων γραμματοδιδασκαλείων, τὰ ὁποῖα εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ δεχθῶμεν, ἐνόσῳ δὲν ἔχωμεν ἀρκετὸν ἀριθμὸν δημοδιδασκάλων, ἐκτὸς τῆς ἐλλείψεως τῶν πόρων. Αὐτὰς τὰς ἀντιπαρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἂν καὶ δὲν δύναμαι νὰ καυχηθῶ ἐπὶ εἰδικότητι, ὡς αὐτός. Νομίζω δὲ, ὅτι ὀρθοτέρα εἶναι ἡ ἰδική μου γνώμη, καθ’ ἣν δέον ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις νὰ ἦναι ἑνιαία καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ διάκρισις. Ἐν Πρωσσίᾳ, ὡς προεῖπον, ὑπάρχει ὀκταετὴς ἐκπαίδευσις μὲ ἕνα διδάσκαλον. Διαιρεῖ τοὺς μαθητὰς κατὰ τὰ ἔτη καὶ τὰς τάξεις, καὶ διδάσκει αὐτοὺς ἀλλεπαλλήλως. Ὑπάρχουν δύο τάξεις, καθ’ ἃς ἡ διδασκαλία συμπίπτει ἔν τισι μαθήμασιν, ἐν ᾧ δ’ ἐξετάζει τὴν μίαν τάξιν, ἀπαιτεῖ νὰ ἦναι προσεκτικὴ καὶ ἡ ἄλλη τάξις, καὶ ἀπευθύνει καὶ πρὸς αὐτὴν ἐρωτήσεις, ἤ, ἐν ᾧ διδάσκει τὴν μίαν τάξιν, ἀσκεῖται ἡ ἄλλη εἰς γραφὴν, ἐκθέσεις κτλ. Λοιπὸν δὲν βλέπω διατὶ δὲν καθιεροῦται τὸ αὐτὸ σύστημα καὶ παρ’ ἡμῖν, οὕτως ὥστε νὰ μὴ διαιρῶμεν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν εἰς πλήρη καὶ εἰς μὴ τοιαύτην, καὶ τὸ πλεῖστον μέρος τῶν κατοίκων νὰ καταδικάζωμεν εἰς ἀτελῆ δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν.
§181ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, νὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς συντακτικὰς ἐπὶ τοῦ δευτέρου παραγράφου τοῦ πρώτου ἄρθρου. Εἰς τὸν παράγραφον τοῦτον ἀναγινώσκω: «Ἐν τοῖς νηπιαγωγείοις εἰσάγονται οἱ παῖδες ἀπὸ τῆς ἁπαλῆς ἡλικίας καὶ φοιτῶσιν ἐν αὐτοῖς μέχρι τοῦ ἕκτου ἔτους συμπεπληρωμένου. Ἐν τοῖς σχολείοις δὲ τῶν δύο ἑτέρων κατηγοριῶν κτλ.» Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι κακῶς συντεταγμένον. Φοιτῶσιν ἐν τοῖς νηπιαγωγείοις, δὲν δύναται νὰ λεχθῇ· δι’ ὃ προτείνω νὰ ἀντικατασταθῇ δι’ αἰτιατικῆς καὶ διὰ τῆς εἰς προθέσεως ἡ δοτικὴ καὶ ἡ ἐν πρόθεσις, καθόσον τὸ ῥῆμα φοιτῶ εἶναι κινήσεως σημαντικόν, σημαίνει δηλαδὴ τὸ πηγαίνειν καὶ ἔρχεσθαι, κατ’ ἀκολουθίαν συντάσσεται μὲ αἰτιατικὴν καὶ τὴν εἰς πρόθεσιν. Ὡς «ἄρτι μὲν ἐπεπαύμην εἰς τὰ διδασκαλεῖα φοιτῶν» καὶ οὐχὶ ἐν τοῖς διδασκαλείοις φοιτῶν. Ἠδυνάμην νὰ σᾶς φέρω ἄπειρα ἄλλα παραδείγματα, ἵνα πείσω κυρίως τὸν κ. Καραπάνον, τὸν ὁποῖον βλέπω διστάζοντα.
§182ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ ἔχομεν εἰδικὸν τὸν κ. Πετρίδην εἰς αὐτά...
§183ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀδιάφορον· ὁ κ. Ὑπουργὸς πιστεύω ὅτι στέργει εἰς τὴν διόρθωσιν, ἣν προτείνω, διότι εἶναι ὀρθή· ἄλλως τε δὲν πρόκειται ἢ περὶ μιᾶς δοτικῆς, ἀντικαθισταμένης μὲ αἰτιατικὴν (ἱλαρότης). Ζημία δὲν θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ πιστεύω ὅτι πλειότερον ἐνδιαφέρεται περὶ τούτου ὁ κ. Πετρίδης· ἄλλως, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ἐκπαιδευτικοῦ, ἂς ᾖναι τουλάχιστον συντεταγμένον κατ’ ἀκριβεῖς συντακτικοὺς κανόνας τοῦτο.
§184ΒΟΖΙΚΗΣ. Κατὰ τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1 οἱ μαθηταὶ φοιτῶσιν εἰς τὰ κοινὰ καὶ εἰς τὰ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἑβδόμου ἔτους τῆς ἡλικίας των μέχρι τοῦ δωδεκάτου συμπεπληρωμένου. Ἀπαιτεῖται ἄρα 6 ἐτῶν διδασκαλία εἰς τὰ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα, καὶ ὁ μαθητὴς συμπίπτει νὰ ἀπολύηται ἅμα συμπληρώσῃ τὸ 12ον ἔτος, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ προβιβάζηται καθ’ ἕκαστον ἔτος, νὰ μὴ ἀσθενήσῃ ποτέ, ἢ νὰ μὴ παραλείψῃ τὰ μαθήματα. Ἐὰν ὅμως συμβῇ νὰ ἀρχίσῃ τὴν φοίτησιν εἰς τὸ σχολεῖον ἀπὸ τοῦ 8ου ἔτους ἢ τοῦ 12ου, ἢ νὰ διακόψῃ ἐν τῷ μεταξὺ δι’ οἱονδήποτε λόγον, θὰ ἔχωμεν μαθητὰς ὑποχρεωμένους νὰ φοιτῶσιν εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον, ἀλλὰ συμπληρώσαντας ἤδη τὸ 12ον ἔτος, καὶ μὴ γινομένους δεκτοὺς ὑπὸ τοῦ διδασκάλου. Προτείνω λοιπὸν νὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ τελευταῖαι λέξεις τοῦ ἄρθρου «μέχρι τοῦ δωδεκάτου ἔτους συμπεπληρωμένου καὶ τούτου», διὰ νὰ μὴ ἀποκλείηται καὶ ἄν τις θελήσῃ νὰ γείνῃ μαθητὴς τοῦ πλήρους δημοτικοῦ σχολείου καὶ δεκαπενταετής, ἐὰν δὲν κατώρθωσε νὰ μαθητεύσῃ πρότερον.
§185ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προκειμένου περὶ νηπιαγωγείων, λέγει «φοιτῶσιν ἐν αὐτοῖς». Ἄρα καὶ ἐν τοῖς σχολείοις ἐννοεῖ τὸ «φοιτῶσι», καὶ θὰ φοιτῶσιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἑβδόμου μέχρι συμπεπληρωμένου τοῦ δωδεκάτου.
§186ΠΕΡΡΟΣ. Καὶ ἂν δὲν ἀπολυθῇ ὁ μαθητής, χάνει τὸ μέλλον του!
§187ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (δεξιόθεν). Αὐτὸ λέγει ὁ κ. συνάδελφος, ν’ ἀπαλειφθῇ αὐτὴ ἡ τελευταία παράγραφος.
§188ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἔτι πλέον. Πρόκειται περὶ ὁρίου ἡλικίας· διότι, ὅταν λέγητε ἀπὸ τοῦ ἑβδόμου μέχρι τοῦ δωδεκάτου, τάσσετε ἓν ὅριον ἡλικίας, καὶ ὅταν λέγητε ὅτι εἰς τὰ νηπιαγωγεῖα εἰσάγονται παῖδες ἀπὸ τῆς ἁπαλῆς ἡλικίας μέχρι τοῦ ἕκτου ἔτους συμπεπληρωμένου, τάσσετε ἓν ὅριον, καὶ ἑπομένως ὁ διδάσκαλος τοὺς ὑπερήλικας δὲν θὰ δεχθῇ.
§189Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον: «ὅσοι δὲν προβιβάζονται κατ’ ἔτος».
§190ΠΕΡΡΟΣ. Διατὶ δὲν ἐξαλείφετε ὅλην τὴν τελευταίαν περίοδον;
§191ΒΟΤΣΗΣ. Ἐάν τις ἕνεκα διαφόρων οἰκογενειακῶν λόγων δὲν ἠδυνήθη νὰ φοιτήσῃ, θέλῃ δὲ νὰ εἰσέλθῃ, καθ’ ὃν χρόνον ἄγει τὸ 13ον ἔτος, θὰ τῷ ἦναι ἀπηγορευμένον;
§192Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὄχι.
§193ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἀπαλείφετε τὰς λέξεις «φοιτῶσιν ἐν αὐτοῖς μέχρι τοῦ ἕκτου ἔτους συμπεπληρωμένου»;
§194ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχει τὸν λόγον του τοῦτο. Αὐτὸ εἶναι παραδεδεγμένον καὶ εἰς τὰ ξένα Κράτη· δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον ἄγων ἡλικίαν μικροτέραν τοῦ ἕκτου ἔτους.
§195ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ εἰς τὰ νηπιαγωγεῖα ἠμπορεῖ νὰ φοιτᾷ καὶ μέχρι τοῦ ὀγδόου ἔτους.
§196ΠΕΡΡΟΣ. Τὸ «μέχρι τοῦ δωδεκάτου ἔτους» ν’ ἀπαλειφθῇ.
§197Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γεννᾷ τὸν δισταγμὸν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυνουρίας συναδέλφου, εἶναι τὸ «μέχρι τοῦ δωδεκάτου ἔτους συμπεπληρωμένου»· αὐτὸ πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ, διὰ νὰ μείνῃ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος.
§198ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τοὺς νόμους ἄλλων Κρατῶν ἐκ παιδαγωγικῶν λόγων καθορίζεται ἡ ἡλικία.
§199ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπὸ τοῦ ἑβδόμου ἔτους θέσατε μόνον.
§200Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ἡ ἀμφιβολία γεννᾶται περὶ τοῦ δωδεκάτου ἔτους, ἐὰν συμπληρωθέντος τοῦ δωδεκάτου ἔτους, καὶ μὴ ἔχοντος τοῦ παιδὸς ἀποτελειωμένα τὰ μαθήματά του, ἐὰν πρέπῃ νὰ τὸν δεχώμεθα εἰς τὸ σχολεῖον.
§201ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἁπλοποιεῖται τὸ πρᾶγμα, ἐὰν δὲν θέσωμεν τὸν ἀνώτερον ὅρον, ἀλλ’ ἀφήσωμεν μόνον «ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἑβδόμου ἔτους».
§202ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν εἷς εἰκοσαετὴς θέλῃ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον, ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέλθῃ;
§203ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ λόγων παιδαγωγικῶν τίθεται ὅριον ἡλικίας, ὅπως μὴ συναγελάζωνται νεανίαι καὶ ἄνδρες μετὰ παίδων.
§204ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν θέλῃ εἷς εἰκοσαετὴς ἀγράμματος νὰ μάθῃ, διατὶ νὰ τὸν ἀποκλείσητε;
§205ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νὰ μάθῃ κατ’ οἶκον, καὶ ὄχι εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον, ὅπου φοιτῶσι παιδία 8 καὶ 10 ἐτῶν.
§206Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). «Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἑβδόμου ἔτους» νὰ τεθῇ, παραλειπομένων τῶν λοιπῶν.
§207ΠΕΡΡΟΣ. Βεβαίως. Ὅταν εἴπωμεν «ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἑβδόμου ἔτους» μόνον, ἀρκεῖ.
§208ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς πρώτης παραγράφου θὰ κάμω ἑτέραν παρατήρησιν. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ εἶναι εἰς τελείαν ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἄρθρον αὐτὸ, διότι λέγετε, ὅτι «τὰ πρὸς ἠθικὴν καὶ θρησκευτικὴν μόρφωσιν τῶν παίδων καὶ πρὸς διδασκαλίαν τῶν εἰς τὸν βίον χρησίμων στοιχειωδῶν γνώσεων προκαταρκτικὰ σχολεῖά εἰσι τριῶν κατηγοριῶν, τὰ νηπιαγωγεῖα, τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα, καὶ τὰ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα, ἐν οἷς διδάσκονται στενώτερον ἢ εὐρύτερον αἱ αὐταὶ στοιχειώδεις γνώσεις». Λοιπὸν τὸ «ἐν οἷς διδάσκονται» περιλαμβάνει καὶ τὰ νηπιαγωγεῖα.
§209Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὄχι.
§210ΡΑΛΛΗΣ. Τουλάχιστον γράφετε ἑλληνικά! Καὶ ἔχω τὴν ἀπαίτησιν νὰ γράφητε ἑλληνικά, διότι ὑπήρξατε γυμνασιάρχης.
§211ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καλὸν νομίζω νὰ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς γενομένας παρατηρήσεις, καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ τὰς ἀναγράψῃ, ἂν ἀποδέχηται αὐτὰς, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§212Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Σᾶς ἐξήγησα φιλοσοφικώτατα, ὅτι ἡ θρησκευτικὴ μόρφωσις ὑποθέτει τὴν διανοητικὴν, διότι ὁ μὴ προσηκόντως ἀνεπτυγμένος ἀδύνατον νὰ ἔχῃ πεφωτισμένην συνείδησιν ἠθικὴν καὶ θρησκευτικὸν αἴσθημα θερμόν.
§213ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ μετάδοσις τῆς ἀναγνώσεως, τῆς γραφῆς, τῆς ἀριθμητικῆς, αὐτὰ εἶναι διανοητικὴ μόρφωσις ...
§214Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἔχει αὐτὸν τὸν σκοπὸν εἰς τὰ σχολεῖα. Σᾶς ἐξήγησα διὰ μακρῶν, ὅτι ἄλλο εἶναι τὸ σχολεῖον τὸ μεταδοτικὸν τῶν τριῶν λεγομένων ἐμπειριῶν, ἀναγνώσεως, γραφῆς καὶ ἀριθμητικῆς, μηχανικῶς καὶ δι’ ἀσκητισμοῦ μεσαιωνικοῦ μεταδιδομένων, ὅλως δὲ διάφορον καὶ ἐπὶ τῶν ψυχολογικῶν κανόνων ἐρειδόμενον εἶναι τὸ σχολεῖον, οὗ σκοπὸς μὲν κύριος εἶναι ἡ τοῦ χαρακτῆρος μόρφωσις, πρὸς τοῦτο δὲ μέσα εἶναι αἱ γνώσεις καὶ τὰ μαθήματα καὶ πᾶσα ἡ τοῦ σχολείου παιδαγωγικὴ δρᾶσις· ἡ δὲ μετάδοσις τῶν γνώσεων καὶ τὸ ἐξ αὐτῶν πρακτικὸν ὄφελος τίθεται ἐν δευτέρῳ λόγῳ. Τοιούτου σχολείου στερούμεθα, δι’ ἔλλειψιν καὶ ἄλλων, ἀλλ’ ἰδίως ἱκανῶς μεμορφωμένων διδασκάλων.
§215ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Βεβαίως πρὸς αὐτοῖς ἔρχεται ἡ θρησκευτικὴ καὶ ἠθικὴ μόρφωσις. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἡ σωματικὴ μόρφωσις θεωρεῖται τὴν σήμερον ὁ πρώτιστος παράγων, διότι ἀπαιτεῖται νοῦς ὑγιὴς ἐν σώματι ὑγιεῖ. Σεῖς ἐδῶ φροντίζετε μόνον περὶ τῆς ἠθικῆς καὶ θρησκευτικῆς μορφώσεως, ὡς ἐὰν πρόκειται νὰ παρασκευάσητε μοναχοὺς καὶ ἀσκητὰς, καὶ ὄχι πολίτας. Κατὰ τοῦτο διίστανται αἱ γνῶμαι ἡμῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2.
§217ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ τῶν παιδικῶν ἀσχολημάτων καὶ μορφωτικῶν ἀσκήσεων ἐν τοῖς νηπιαγωγείοις κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος· ἐνιαύσιον δὲ πρόγραμμα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου θέλει καθορίζει τὰ καθ’ ἕκαστα τῶν ἐν τοῖς νηπιαγωγείοις μεθόδων. Τὰ ἀποτελοῦντα ὅμως τὴν κυρίως δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν μαθήματα, τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ περὶ συστάσεως Διδασκαλείου ἐν Ἀθήναις ΧΘʹ νόμου τῆς 11 Ἰανουαρίου 1878, περιλαμβανομένης καὶ τῆς διδασκαλίας περικοπῶν ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου, διδάσκονται εἰς ἓξ ἐνιαυσίους τάξεις, ἐν μείζονι ἀναπτύξει ἐν τοῖς πλήρεσι, συνοπτικώτερον δὲ εἰς τέσσαρας ἐνιαυσίους τάξεις ἐν τοῖς κοινοῖς δημοτικοῖς σχολείοις, ἐπαναλαμβανομένων ἐν ἀνάγκῃ τῶν μαθημάτων ἑκατέρας τῶν ἀνωτέρων τάξεων.»
§218ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ πρώτη παράγραφος, καθ’ ἣν «τὰ τῶν παιδικῶν ἀσχολημάτων καὶ μορφωτικῶν ἀσκήσεων ἐν τοῖς νηπιαγωγείοις κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος· ἐνιαύσιον δὲ πρόγραμμα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου θέλει καθορίζει τὰ καθ’ ἕκαστα τῶν ἐν τοῖς νηπιαγωγείοις μεθόδων», νομίζω ὅτι ἀνήκει μᾶλλον εἰς ἀκροτελεύτιον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Πλὴν τούτου ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ συμφύρονται διατάξεις ἀναφερόμεναι εἰς νηπιαγωγεῖα καὶ δημοτικὰ σχολεῖα. Προσέτι ὁρίζεται: «διδάσκονται εἰς ἓξ ἐνιαυσίους τάξεις, ἐν μείζονι ἀναπτύξει ἐν τοῖς πλήρεσι, συνοπτικώτερον δὲ εἰς τέσσαρας ἐνιαυσίους τάξεις ἐν τοῖς κοινοῖς δημοτικοῖς σχολείοις»· καὶ κατωτέρω: «ἐπαναλαμβανομένων ἐν ἀνάγκῃ τῶν μαθημάτων ἑκατέρας τῶν ἀνωτέρων τάξεων». Αὐτὰ δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀντικείμενον νομοθετικῆς διατάξεως. Ἡ ἀνάγκη θὰ κριθῇ ἀπὸ τὸν διδάσκαλον ἐν μέρει καὶ ἀπὸ τὸν πατέρα ἢ κηδεμόνα τοῦ μαθητοῦ· ἀπὸ τὸν διδάσκαλον, ὅταν δὲν ἔχῃ ἐπαρκεῖς γνώσεις ὁ μαθητής, ἵνα προβιβασθῇ εἰς τὴν ἀνωτέραν τάξιν, ὁπότε θὰ καταδικασθῇ νὰ μείνῃ ἓν καὶ δύο ἔτη εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν τάξιν· ὑπὸ τοῦ πατρός, ὅταν νομίζῃ ὅτι εἶναι ἔτι ἁπαλὴ ἡ ἡλικία τοῦ τέκνου του καὶ δὲν ἐπιτρέπει νὰ τὸν ἀποστείλῃ εἰς ἀνώτερον σχολεῖον. Λοιπὸν εἶναι ἀντικείμενον ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῆς κρίσεως τοῦ διδασκάλου, ἂν πρέπῃ νὰ προβιβασθῇ ἢ ὄχι, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τῆς προαιρέσεως τοῦ πατρός. Δὲν βλέπω τίνα σκοπὸν ἔχει ἡ νομοθετικὴ διάταξις.
§219Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἔρχεται εἰς ἐπίλυσιν μιᾶς δυσχερείας, τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν. Ἔψεξε τὸ νομοσχέδιον, ὅτι δίδει δύο εἰδῶν ἀνατροφὴν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, εἰς μὲν τοὺς τῶν πόλεων κατοίκους μεγαλειτέραν, εἰς δὲ τοὺς ἀγροτικοὺς μικροτέραν. Πρὸς ἄρσιν τῆς δυσκολίας ταύτης, ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἰς τὰ σχολεῖα τὰ ἔχοντα τέσσαρας τάξεις ἐπαναλαμβάνονται ἐν ταῖς ἀνωτέραις αὐτῶν τῶν σχολείων τάξεσι τὰ μαθήματα, ὥστε νὰ συμπληρῶται ἡ ἀτέλεια τοῦ σχολείου καὶ νὰ ἔρχωνται εἰς κάποιαν ἰσοῤῥοπίαν τὰ ἀγροτικὰ σχολεῖα πρὸς τὰ ἀστικά.
§220ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπαναλαμβάνονται πάντοτε;
§221Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὅταν δὲν ἐφωτίσθησαν ἐπαρκῶς οἱ μέλλοντες ν’ ἀπολυθῶσιν ἐκ τοῦ τετραταξίου σχολείου μαθηταί.
§222ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖος τὸ γνωρίζει αὐτό;
§223ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ διδάσκαλος θὰ κρίνῃ. Ὅταν πεισθῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναλάβῃ ὁ μαθητὴς τὸ ἑπόμενον ἔτος τὰ αὐτὰ μαθήματα, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀδείας, διότι ἔπρεπεν εἰς ὅλας τὰς τάξεις νὰ τὸ εἴπητε αὐτὸ, καὶ τοῦ τετραταξίου καὶ τοῦ ἑξαταξίου σχολείου τὰ μαθήματα νὰ ἐπαναλαμβάνωνται, ὁσάκις παρίσταται ἀνάγκη, ὄχι μόνον εἰς δύο τάξεις.
§224ΠΕΡΡΟΣ. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὰ Γυμνάσια· εἰς τὴν τετάρτην τάξιν τοῦ Γυμνασίου ἐπαναλαμβάνουν καὶ ἐξετάζουν τὰ μαθήματα τῆς τρίτης καὶ τῆς τετάρτης. Τοιοῦτόν τι προβλέπει καὶ ἡ προκειμένη διάταξις, ὥστε νὰ ἐξετάζωνται καὶ τὰ μαθήματα τῆς προηγουμένης τάξεως. (Διάλογοι).
§225ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀντίθετον γνώμην, ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 2. Ἐγὼ ἐνόησα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξήγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἐνόησα ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε κριθῆ ἀνεπαρκὴς ἡ τετραετὴς φοίτησις, ἐπαναλαμβάνονται αἱ δύο τελευταῖαι τάξεις. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια.
§226Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μάλιστα.
§227ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἔννοια καθιστᾷ πλέον ἀνεκτέλεστον τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνετε· ἀποδεικνύει μὲν ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἀνισότητα τῆς στοιχειώδους παιδεύσεως, ἡ ὁποία θὰ δίδεται εἰς τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ τῶν σχολείων, ἀλλὰ καθιστᾷ καὶ τὸ μέτρον ἀνεκτέλεστον, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι μετὰ τὴν διετῆ φοίτησιν ἐν τοῖς κοινοῖς δημοτικοῖς σχολείοις θὰ ἔχῃ δικαίωμα καὶ νὰ λάβῃ ἓν ἀπολυτήριον· τὸν ἔχοντα δὲ τὸ ἀπολυτήριον τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, σᾶς βεβαιῶ, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι δὲν θὰ τὸν πείσητε ποτὲ νὰ μὴ μεταβῇ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον, ἂν ἔχῃ αὐτὸν τὸν σκοπόν. Ἡ εὐχὴ δὲ, ἣν ἐκφέρετε, περὶ ἐπαναλήψεως τῶν μαθημάτων τῶν δύο τελευταίων τάξεων, θὰ μείνῃ τοιαύτη, καὶ θὰ ἔχητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετηρήθη ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου, καὶ ἔπρεπε νὰ παρατηρηθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ δευτέρου, θὰ ἔχητε ἐντελῶς ἀνομοίαν ἐκπαίδευσιν, ἀντὶ δὲ νὰ ζητήσητε διδασκαλίαν μακροτέραν διὰ τοὺς ἀγρότας, ἔχετε ἀτελεστέραν μὲν τὴν διδασκαλίαν αὐτῶν καὶ μακροτέραν ἐκείνην τῶν ἀστικῶν πληθυσμῶν. Νομίζω ὅτι αὐτὸ καὶ μόνον ἀρκεῖ νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι καλῶς κατηρτισμένον καὶ πρέπει νὰ μελετηθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3.
§229ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ νηπιαγωγεῖα συνιστῶνται τῇ ἀδείᾳ τοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου ὑπὸ ἰδιωτῶν, διδάσκουσι δ’ ἐν αὐτοῖς διδασκάλισσαι ἀνεγνωρισμέναι διὰ πτυχίου. «Καὶ δῆμοι δύνανται νὰ συστήσωσι καὶ συντηρῶσι νηπιαγωγεῖα δημοτικῇ δαπάνῃ, ἂν ἐν αὐτοῖς ὑπάρχωσι καὶ συντηρῶνται πάνθ’ ὅσα ἀναλόγως πρὸς τὸν πληθυσμὸν τοῦ δήμου ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχωσιν ἀναγκαίως ἐν αὐτοῖς σχολεῖα.»
§230ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου νομίζω ὅτι δὲν ἔχει θέσιν ἐνταῦθα...
§231ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ παρατηρήσω καὶ ἐγώ.
§232ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Τὰ νηπιαγωγεῖα εἶναι ἰδιωτικὰ, ὡς τοιαῦτα δὲ ἀνάγονται εἰς ἄλλο κεφάλαιον «περὶ ἰδιωτικῶν σχολείων». Λοιπὸν, ἀφοῦ ἀναγράφεται, ὅτι «τὰ νηπιαγωγεῖα συνιστῶνται τῇ ἀδείᾳ τοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου ὑπὸ ἰδιωτῶν, διδάσκουσι δ’ ἐν αὐτοῖς διδασκάλισσαι ἀνεγνωρισμέναι διὰ πτυχίου...»
§233ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νὰ τεθῇ «καὶ ὑπὸ ἰδιωτῶν».
§234ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, γίνεται διάκρισις· ἐδῶ ὁ λόγος περὶ ἰδιωτῶν· ὥστε τὰ νηπιαγωγεῖα τὰ θεωρεῖ ὡς ἀναγόμενα εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν.
§235ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅπως εἶναι.
§236ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἰδιωτικῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι θέσιν εἰς αὐτὸ τὸ κεφάλαιον. Ἔπρεπε νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς ἰδιαίτερον κεφάλαιον. Ἡ διάταξις ὅμως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς δήμους «νὰ συνιστῶσι καὶ συντηρῶσι νηπιαγωγεῖα δημοτικῇ δαπάνῃ» καὶ νὰ διδάσκωσιν ἐν αὐτοῖς διδασκάλισσαι ἀνεγνωρισμέναι διὰ πτυχίου, δὲν εἶναι ὀρθή. Πρέπει νὰ ἠξεύρητε, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι πλέον νηπιαγωγοί. Ἄλλοτε τὸ Ἀρσάκειον ἔστειλε τὴν δεσποινίδα Δημητριάδου, ἵνα σπουδάσῃ εἰδικῶς τὰ τῶν νηπιαγωγείων εἰς τὴν Εὐρώπην, ἐπανελθοῦσα δὲ αὕτη ἵδρυσε μίαν τάξιν ἐν αὐτῷ πρὸς ἄσκησιν ἐν τῇ νηπιαγωγικῇ. Ἀλλ’ ἔκτοτε καὶ τὸ Ἀρσάκειον καὶ πᾶς τις ἐνταῦθα ἐπείσθη, ὅτι εἶναι ὅλως διόλου περιττὰ τὰ νηπιαγωγεῖα, ὅτι βλάπτουσιν, ἀντὶ νὰ ὠφελῶσιν. Ἔπαυσε λοιπὸν ἐν αὐτῷ ἡ διδασκαλία τῆς νηπιαγωγικῆς καὶ ἡ ἀπονομὴ πτυχίων νηπιαγωγῶν, καὶ ἐντεῦθεν ἐννοεῖ τις τὸ ὅλως ἄσκοπον τοῦ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον θέλει νὰ καθιερώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§237ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι καὶ πολυδάπανον.
§238ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄλλο ἓν κακὸν δύναται νὰ προέλθῃ εἰς τοὺς δήμους, ἂν ἐπιτραπῇ νὰ συνιστῶσιν αὐτοὶ νηπιαγωγεῖα. Θὰ κατορθώσωσι τότε οἱ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐνασμενίζωσιν ἴσως μᾶλλον εἰς αὐτὰ τὰ θεατρικὰ σχολεῖα, νὰ συνεννοῶνται μὲ τὸν νομάρχην καὶ νὰ ἐπικυρῶνται οἱ προϋπολογισμοί των καὶ ἀπολογισμοί των, ὅπως καὶ ἂν ἔχωσι· θὰ εὕρωσι τρόπον νὰ συνεννοηθῶσι καὶ μὲ τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον καὶ μὲ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ὥστε νὰ ἀφήσωσιν ἀνίδρυτα δημοτικὰ σχολεῖα, καὶ νὰ ἱδρύσωσι νηπιαγωγεῖα. Καὶ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον. Αἱ μητέρες, ἐπειδὴ τὴν σήμερον δὲν δύναται νὰ ἀποστέλλωσιν εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον τὰ μικρὰ τέκνα των, τὰ 3–5 ἐτῶν τὴν ἡλικίαν, θὰ τ’ ἀποστέλλωσιν εἰς τὰ νηπιαγωγεῖα, εἰς ἃ αἱ διδασκάλισσαι θὰ ἐκτελῶσι χρέη μᾶλλον τροφοῦ. Λοιπόν, ὅταν ἀναγράφητε αὐτὴν τὴν διάταξιν, βεβαίως θὰ δώσητε ἀφορμὴν εἰς πολλὰς καταχρήσεις εἰς τοὺς δήμους, καὶ μάλιστα τοὺς ἀγροτικοὺς ἡμῶν δήμους. Πόσοι δήμαρχοι δὲν θὰ θελήσουν νὰ κάμουν καταχρήσεις διὰ πολλοὺς λόγους;
§239ΠΕΡΡΟΣ. Ὅταν ἔχῃ τὰ μέσα εἷς δῆμος νὰ τὰ μάθῃ...
§240ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μέσα δὲν θὰ ἔχῃ. Θ’ ἀφήσῃ τὰ χωρία του ἄνευ δημοδιδασκάλων καὶ γραμματοδιδασκάλων, ὅπως συστήσῃ ἓν ἢ δύο νηπιαγωγεῖα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4.
§242ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα δύνανται νὰ συστηθῶσι πανταχοῦ τοῦ Κράτους, ἂν οἱ δημοτικοὶ πόροι ἢ εἰσφοραὶ ἰδιωτικαὶ ἢ κληροδοτήματα ἐπαρκῶσι νὰ παρέχωσι τὴν πρὸς συντήρησιν αὐτῶν δαπάνην. Ἀλλ’ ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ταῖς πόλεσι ταῖς ἐχούσαις πληθυσμὸν μείζονα τῶν ἓξ χιλιάδων, συνιστᾶται ἀναγκαίως ἀνὰ ἓν τοὐλάχιστον πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον, τῶν πόρων δὲ τῶν δήμων ἐπιτρεπόντων, ἅπαντα τὰ ἐν ταῖς πόλεσι δημοτικὰ σχολεῖα πλήρη, ἢ τὰ πλείονα, ἀναλόγως πρὸς τοὺς πόρους τοῦ δήμου.»
§243ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐννοεῖ τις ὁπόσον ἀνυπόστατος εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ θίξωμεν κανὲν σχολεῖον. Ἡμεῖς ἔχομεν 800,000 δραχμῶν, καὶ ἂν ἐπαρκέσωσιν αὗται πρὸς συντήρησιν ὅλων τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἔχει καλῶς· ἂν δὲν ἐπαρκέσωσιν, εἴμεθα πρόθυμοι, δυνάμει ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, νὰ θυσιάσωμεν καὶ ἓν καὶ ἥμισυ καὶ δύο ἑκατομμύρια! Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐννοεῖται ὅτι πρόκειται νῦν νὰ συστηθῶσι σχολεῖα...
§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ὑπάρχοντα θεωρεῖτε ὡς μὴ ὑπάρχοντα.
§245ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Καὶ, ὅπως λέγει, «ἀναλόγως πρὸς τοὺς πόρους τοῦ δήμου»· καθιεροῖ δὲ τὴν διάκρισιν, ποῦ πρέπει νὰ ἱδρύωνται σχολεῖα πλήρη, καὶ ποῦ σχολεῖα κοινά. Καὶ τί λέγει; (ἀναγινώσκει): «Πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα δύνανται νὰ συστηθῶσι πανταχοῦ τοῦ Κράτους, ἂν οἱ δημοτικοὶ πόροι ἢ εἰσφοραὶ ἰδιωτικαὶ ἢ κληροδοτήματα ἐπαρκῶσι νὰ παρέχωσι τὴν πρὸς συντήρησιν αὐτῶν δαπάνην». Πρέπει ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἦναι ἓν τοὐλάχιστον πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ ταῖς πόλεσι ταῖς ἐχούσαις πληθυσμὸν μείζονα τῶν ἓξ χιλιάδων. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ἐπαρκῶσι τὰ μέσα—καὶ δὲν ἐπαρκοῦσι βεβαίως εἰς πολλὰς πρωτευούσας ἐπαρχιῶν, ἀφοῦ ἔχομεν πρωτευούσας ἐπαρχιῶν, τῶν ὁποίων οἱ πόροι δὲν ἐπαρκοῦσιν οὐδὲ διὰ κοινοῦ δημοτικοῦ σχολείου τὴν συντήρησιν—καὶ ἔχωμεν καὶ ἄλλα χωρία, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει κανὲν σχολεῖον, τότε, λέγω, πῶς θέλετε νὰ συστηθῇ πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον;
§246ΠΕΡΡΟΣ. Εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν εἶναι ὑποχρεωτικόν.
§247ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑποχρεωτικὸν, ἀλλὰ ὁρίζει «ἂν ἔχωσι πόρους». Ὅταν δὲν ἔχωσι πόρους;
§248ΠΕΡΡΟΣ. Θὰ ἔχωμεν συνδρομὴν ἀπὸ τὸ Δημόσιον. Ὅταν καθιερώμεν τὸ ὑποχρεωτικὸν, θὰ εὕρωμεν τοὺς πόρους διὰ τὴν δαπάνην.
§249ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι πρόκειται κυρίως περὶ ἀνασυστάσεως τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, καὶ περὶ ἀνασυστάσεως καθ’ ὅσον ἐπιτρέπουσιν οἱ πόροι τοῦ δήμου.
§250ΠΕΡΡΟΣ. Ὄχι εἰς τὰς πρωτευούσας.
§251ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα δύνανται νὰ συστηθῶσι πανταχοῦ τοῦ Κράτους, ἂν οἱ δημοτικοὶ πόροι ἢ εἰσφοραὶ ἰδιωτικαὶ ἢ κληροδοτήματα ἐπαρκῶσι νὰ παρέχωσι τὴν πρὸς συντήρησιν αὐτῶν δαπάνην. Ἀλλ’ ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ταῖς πόλεσι ταῖς ἐχούσαις πληθυσμὸν μείζονα τῶν ἓξ χιλιάδων, συνιστᾶται ἀναγκαίως ἀνὰ ἓν τοὐλάχιστον πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον, τῶν πόρων δὲ τῶν δήμων ἐπιτρεπόντων, ἅπαντα τὰ ἐν ταῖς πόλεσι δημοτικὰ σχολεῖα πλήρη, ἢ τὰ πλείονα, ἀναλόγως πρὸς τοὺς πόρους τοῦ δήμου». Ὥστε ἐδῶ δὲν γίνεται λόγος περὶ ἐπικουρίας. Ἀλλὰ περὶ ἄλλου τινὸς ἤθελον νὰ ὁμιλήσω ἐνταῦθα. Οἱ ἀπόφοιτοι τῶν πλήρων σχολείων ἔχουσι δικαίωμα νὰ ὑποστῶσιν ἐξετάσεις, μεταβαίνοντες ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα εἰς τὴν ἀνωτέραν τάξιν, καὶ ἐκ τῶν μαθημάτων, τὰ ὁποῖα προστίθενται εἰς τὰ πλήρη σχολεῖα, καὶ ἓν τῶν ὁποίων εἶναι «ἡ γραμματικὴ τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσης ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν τῆς καθωμιλημένης, καὶ γραπταὶ ἀσκήσεις» ὡς καὶ «ἑρμηνεία μερῶν ἐκ τῶν ὁμαλωτέρων πεζῶν συγγραφέων τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσης», ἐννοεῖ πᾶς τις, ὅτι θ’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ δύο πρῶται τάξεις τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων διὰ τῶν δύο τελευταίων τάξεων τῶν πλήρων σχολείων. Ἀλλὰ πρὸς τί τότε νὰ συστηθῶσι σχολεῖα πλήρη εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν, ὅπου ἔχομεν Ἑλληνικὰ σχολεῖα; Ταῦτα παρατηρῶ διὰ νὰ ἐννοήσῃ πᾶς τις, ὅτι, ἂν ἦναι ἀνάγκη νὰ συστηθῶσι πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα, ταῦτα πρέπει νὰ συστηθῶσιν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὅπου δὲν ὑπάρχουσιν Ἑλληνικὰ σχολεῖα, καὶ ταῦτα εἶναι αἱ πρωτεύουσαι τῶν δήμων, ἐν αἷς δὲν ἀπαντῶσιν Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 10, κατὰ τὸ ὁποῖον καθορίζεται, ὅτι ἐν τοῖς πλήρεσι δημοτικοῖς σχολείοις θὰ διδάσκηται ἡ γραμματικὴ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ ἡ ἑρμηνεία συγγραφέων, ἀποδεικνύεται ὅτι αἱ δύο τάξεις τῶν δημοτικῶν σχολείων θ’ ἀναπληρώσωσι τὰς δύο τάξεις τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων.
§252Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπελάθετο τῶν βραχέων παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμα. Ἐδήλωσα ὅτι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἔχομεν περὶ σχολείων, περιλαμβάνεται εἰς τὸν νόμον ΧΘʹ τοῦ 1878. Τοῦτο λέγεται δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως σύστημα, καὶ οὐχὶ ὁ κανονισμὸς τῶν πόρων· σύστημα εἶναι τὸ πρόγραμμα τῶν μαθητῶν, ὁ σκοπὸς, ὃν ἐπιδιώκει, καὶ αἱ μέθοδοι, καθ’ ἃς ταῦτα διδάσκονται πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ. Κατὰ τὸν νόμον ΧΘʹ καὶ τὴν θεμελιώδη αὐτοῦ ἔννοιαν, καθιερώσαμεν, ὅπως ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχωσι σχολεῖα τέλεια δημοτικὰ, μορφωτικὰ δηλονότι χαρακτῆρος. Ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ καθιερώσαμεν, ὅπως πάντα τὰ σχολεῖα τοῦ Κράτους ἦναι ἑξατάξια· μόνον ταῦτα δύνανται νὰ δώσωσι τὴν μόρφωσιν, ἥτις εἶναι ἀναγκαία εἰς τοὺς πολίτας, ἵνα καταστῶσι μέλη χρήσιμα τῆς σημερινῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας. Ἡ ἁπλῆ μετάδοσις διὰ τοῦ σχολείου μηχανικῶς τῶν τριῶν ἐμπειριῶν δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τοὺς πολίτας σήμερον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ πόροι δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς σύστασιν τελείων ἑξαταξίων σχολείων πανταχοῦ, δανειζόμενοι τὸ παράδειγμα ἀπὸ τὴν φύσιν, περιορίζομεν τὸ σχολεῖον εἰς 4 τάξεις ἐκ τῶν ἐνόντων, διὰ νὰ μεταδώσωμεν εἰς τοὺς ἀπορωτέρους κατοίκους μόρφωσιν ἱκανὴν, δαπανῶντες ὀλιγώτερα, ὅσα εἶναι δυνατὸν, μέχρις οὗ κατορθωθῇ νὰ σχηματισθῶσιν ἅπαντα τὰ σχολεῖα τοῦ Κράτους ἑξατάξια. Ἰδιαιτέρως ἐμεριμνήσαμεν νὰ ἦναι ἑξατάξια τὰ σχολεῖα τῶν πόλεων, διότι ἐν αὐταῖς ὑπάρχουσι πληθυσμοὶ, οἱ ὁποῖοι καὶ διὰ τὴν πενίαν των καὶ διὰ τὸ ἔργον, ὃ θὰ ἀσκήσωσιν, ἔχουσιν ἀνάγκην πλειοτέρων γνώσεων πρὸς ἐξάσκησιν τῶν βιοτεχνικῶν ἐπαγγελμάτων· τὸ σύστημα δὲ τοῦτο τῶν τελείων ἑξαταξίων σχολείων τείνει εἰς τὴν σὺν τῷ χρόνῳ καὶ κατὰ μικρὸν κατάργησιν τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων. Καὶ δὲν εἶναι ἀνακάλυψις αὐτὴ, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής. Τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα εἶναι μεταβατικά· συνεστήθησαν λόγῳ ἀνάγκης· μεταξὺ τοῦ πλήρους δημοτικοῦ σχολείου καὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τι. Τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καθιερώσαμεν, ἔχει σκοπὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ ἑξαετῆ σχολεῖα εἰς πάντας τοὺς δήμους, καὶ νὰ καταργήσῃ πάντα τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ἀλλὰ περὶ τούτου ὁ χρόνος καὶ ἡ βελτίωσις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου δι’ ἱκανῶν διδασκάλων θ’ ἀποφασίσῃ. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς χρήζομεν πρὸς τοῦτο ἐπιθεωρητῶν. Ἵνα ὀργανωθῇ ἐπιστημονικὴ καὶ ἀρτία ἐπιθεώρησις ἄγρυπνος καὶ πεφωτισμένη, πρέπει νὰ παρέλθῃ χρόνος. Ταῦτα ἔλεγον καὶ πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἀποστολῆς ὑποτρόφων, ὅπως παρασκευάσωμεν ἐπιθεωρητάς· ἤδη εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ παραλαμβάνωμεν ὡς τοιούτους διδασκάλους ἀπὸ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, διότι ἄνευ καλῆς ἐπιθεωρήσεως πᾶσαι αἱ γενόμεναι δαπάναι ματαίως γίνονται· ἄνευ ἐπιθεωρητῶν ἀδύνατον νὰ ἔχητε καλὰ σχολεῖα. Διότι σχολεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπισκέπτεται πολλάκις τοῦ ἔτους ἐπιστήμων ἐπιθεωρητὴς, ἀδύνατον νὰ λειτουργῇ καρπίμως, καὶ τελείους ἄν ἔχῃ διδασκάλους. Ὁ τόνος, τὸν ὁποῖον δίδομεν εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον, ὑποθέτει ἐπιθεώρησιν πεφωτισμένην, ἐνδελεχῆ καὶ ἄγρυπνον.
§253ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, δὲν εἶναι νέον· αὐτὸ τὸ σύστημα ἀνεγράφη κατὰ πλάτος καὶ κατὰ μῆκος εἰς τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα κατὰ τὸ 1888 παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας. Πρόκειται περὶ συνδυασμοῦ τῶν πλήρων δημοτικῶν σχολείων πρὸς τὴν κατάργησιν τῶν τελευταίων τάξεων τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι, ἵνα λειτουργήσῃ ὁ θεσμὸς, θὰ παρέλθῃ ὁλόκληρος δεκαετία· ἐγὼ λέγω, ὅτι θὰ παρέλθῃ εἰκοσαετία. Ἂς ἐξετάσωμεν ποῖα θὰ ἦναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ θεσμοῦ μετὰ εἰκοσαετίαν. Θὰ ἔχωμεν τὰς ἓξ τάξεις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου· εἰς τὰς ἀνωτέρας τάξεις θὰ παραδίδωνται μαθήματα τῶν δύο κατωτέρων τάξεων τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων. Θὰ ἔχωμεν τοὺς μαθητὰς τῶν πόλεων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πρόχειρα τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, ἐν δυσὶ τάξεσι ἐπαναλαμβάνοντας τὰ μαθήματα, ἃ θὰ διδάσκωνται εἰς τὰς ἀνωτέρας τάξεις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Τοῦτο εἶναι ἄδικον, καὶ θὰ δυσχεράνῃ τὴν πρόοδον τῶν νέων, ὅταν ἐπὶ τέσσαρα ἔτη διδάσκωνται τὰ αὐτὰ μαθήματα.
§254Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπελάθετο ἑνὸς πράγματος, ὅτι τὰ ἀφορῶντα τὸν καθορισμὸν τῶν σχολείων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσι σχέσιν καὶ ἀναφορὰν πρὸς τὰ σχολεῖα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἐν Γερμανίᾳ δύνανται νὰ σπουδάζωσιν ὀκτὼ ἔτη εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον. Ὁ νομοθέτης δὲν φροντίζει περὶ τούτου. Ἡμεῖς καθιερώσαμεν τὰ ὅρια τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τὸ ἑξατάξιον. Ἐὰν δὲ πολλοὶ τῶν σπουδαζόντων ἔχουν ἀνάγκην νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, τοῦτο εἶναι ἄλλος λόγος. Μήπως οἱ μαθηταί, οἱ ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις σπουδάζοντες, θὰ μεταβῶσιν ἅπαντες εἰς τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον; Ἡμεῖς ἐνταῦθα ἁπλῶς θέλομεν νὰ δώσωμεν ἕνα πλήρη κύκλον μαθήσεως εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον, ὅπερ δὲν θεωροῦμεν ὡς παρασκευαστικὸν σχολεῖον διὰ τὸ Ἑλληνικὸν, ἀλλ’ ὡς παιδευτήριον ὅλως αὐτοτελὲς καὶ ἀνεξάρτητον, αὐτοτελῆ μόρφωσιν τὴν στοιχειώδη παρέχον.
§255ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τῆς τελευταίας ἰδέας αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι σχηματίζοντες πλήρη τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, χωρὶς νὰ θίξωμεν τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, θὰ φθάσωμεν εὐκολώτερον εἰς τὸν σκοπὸν τῆς καταργήσεως τῶν ἑλληνικῶν σχολείων διὰ τῆς συμπληρώσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων ἀφ’ ἑνὸς, καὶ διὰ τῆς βελτιώσεως τῶν Γυμνασίων ἀφ’ ἑτέρου. Τὴν ἰδέαν ταύτην δυνάμεθα ἀμέσως νὰ ἐπιδιώξωμεν καὶ ἐπιτύχωμεν εὐκολώτερον σήμερον, ὅτε ἀναδιοργανοῦμεν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἐὰν θέλωμεν ἀπὸ σήμερον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, θέλομεν εὕρει τοὺς πόρους, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, ἵνα τελειοποιήσωμεν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Θὰ εὕρωμεν πόρους ἀρκοῦντας, ὥστε νὰ σχηματίσωμεν ἀρκετὰ ἑξατάξια δημοτικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ ἐπιτρέπωσι τὴν τελειοποίησιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τοῦτο πρέπει νὰ πράξωμεν ἀπὸ σήμερον, καταργοῦντες τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἅτινα ἀπαιτοῦσι δαπάνην ἄνω τοῦ ἑκατομμυρίου. Διὰ τοιαύτης ῥιζικωτέρας μεταῤῥυθμίσεως δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν ἀμεσωτέραν βελτίωσιν τῶν δημοτικῶν σχολείων.
§256ΠΕΡΡΟΣ. Μικρὰν οἰκονομίαν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν διὰ τῆς καταργήσεως ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν ἐπαρχιῶν καὶ νομῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων.
§257ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐξαίρει τὸ ἰδικόν του σύστημα, ἐν ἀντιδιαστολῇ πρὸς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἤθελε νὰ καθιερώσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής. Ἀλλὰ τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι ἔν τισιν οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ ἀντιγράφει αὐτὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτει ὁ κ. Θεοτόκης ἄλλοτε νὰ εἰσαγάγῃ, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς ἀντιπολιτευόμενος τότε, τὸ ἐπολέμησεν ἐκθύμως. Τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὴν καθιερουμένην ἐν τῷ νῦν νομοσχεδίῳ, καὶ τὴν κατάργησιν τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, ἐπεδίωκε τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας, καθόσον μέρος τῶν ἑλληνικῶν σχολείων προσήρτα εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, καὶ μέρος εἰς τὰ Γυμνάσια. Λοιπὸν δὲν ἐννοῶ τίνα νεωτερισμὸν εἰσάγει νῦν αὐτός. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, ὡς ἰσχυρίζεται, αὐτὸς εἰσάγει καὶ ἐπιθεωρητὰς διευθυντὰς Διδασκαλείων καὶ γυμνασιάρχας· ἀλλ’ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου, θὰ τῷ ἀποδείξω, ὅτι μόνον δημοδιδασκάλους θὰ διορίσῃ αὐτὸς ἐπιθεωρητὰς, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι τὴν ἐκλογήν του μεταξὺ τούτων περιορίζει εἰς τοὺς ἀποφοίτους τοῦ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν κατὰ τὰ τρία πρῶτα ἔτη, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Θεοτόκη ἐδέχετο καὶ τοὺς μετὰ ταῦτα ἀποφοιτήσαντας, ἀλλὰ μετὰ προηγουμένας δοκιμαστικὰς καὶ προαγωγικὰς ἐξετάσεις καὶ ἐὰν ἦσαν κάτοχοι μιᾶς ξένης γλώσσης. Κατὰ τὸ συζητούμενον ἄρθρον, εἰς μόνας τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν συνιστῶνται πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα, εἰς τὰ λοιπὰ μέρη ἱδρύονται τοιαῦτα σχολεῖα, ὅταν οἱ πόροι τῶν δήμων ἐπαρκῶσιν εἰς τοῦτο. Ἐγὼ εἰς τοῦτο παρατηρῶ, ὅτι, ἀφοῦ αἱ δύο τάξεις αἱ ἀνώτεραι τῶν πλήρων δημοτικῶν σχολείων πρόκειται ν’ ἀναπληρῶσι τὰς δύο πρώτας τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἑλληνικῶν σχολείων εἰς τὰς πόλεις αὐτάς. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται τὸ πρωτότυπον ἐκεῖνο πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἤδη τὸ συμπληροῖ ὄχι μόνον διὰ τῶν πλήρων σχολείων, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν κοινῶν. Διότι κατὰ τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο δὲν εἴχομεν περικοπὴν τοῦ Εὐαγγελίου, τὴν ὁποίαν εἰσάγει νῦν, καὶ πλὴν τούτου καθιερῶν τὴν διδασκαλίαν τῆς γραμματικῆς τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ ἑρμηνείαν τῶν ἀρχαίων συγγραφέων, ἐξομοιοῖ τὰς δύο τελευταίας τάξεις τῶν πλήρων σχολείων πρὸς τὰς δύο πρώτας τῶν ἑλληνικῶν σχολείων. Ἐντεῦθεν δικαιοῦται, νομίζω, πᾶς τις νὰ εἴπῃ: καταργήσατε τὰς δύο τάξεις, ὅπου ὑπάρχουσιν ἑλληνικὰ σχολεῖα, καὶ ἱδρύσατε αὐτὰς, ὅπου δὲν ἔχομεν ἑλληνικὰ σχολεῖα, ἵνα μὴ ἔχωμεν διπλῆν δαπάνην.
§258ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ φανῇ παράδοξος ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον συμφωνῶ καὶ ἐγὼ πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος. Εἶμαι ἐναντίος τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν πλήρων αὐτῶν δημοτικῶν σχολείων, διότι νομίζω, ὅτι ἡ κατάστασις σήμερον τοῦ τόπου καὶ οἱ πόροι, οἱ ὁποῖοι εἴτε νῦν διατίθενται, εἴτε θὰ διατεθῶσι βραδύτερον, δὲν ἐπιτρέπουσιν, ὅπως ἐπισπεύσωμεν τὸν πολλαπλασιασμὸν αὐτῶν καὶ ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουσιν ἑλληνικὰ σχολεῖα, νὰ μὴ φροντίζωμεν δὲ περὶ τῆς ἀποστολῆς γραμματοδιδασκάλων εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν νόμον ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἔχωσι τοιούτους. Νομίζω, ὅτι κατὰ πρῶτον λόγον πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἀνάγκην κατεπείγουσαν καὶ πρώτιστον καθῆκον τῶν Κυβερνήσεων πρὸς τὸν λαὸν εἰς ὅλα τὰ χωρία, τὰ ὁποῖα δικαιοῦνται ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ νὰ ἔχωσι γραμματοδιδασκάλους, νὰ δώσωμεν τοὐλάχιστον γραμματοδιδασκάλους. Ἀλλ’ ἂν ὅλοι οἱ πόροι, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀποῤῥοφηθῶσιν ἀπὸ τὰ πλήρη καὶ τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ, δὲν θ’ ἀπομείνῃ πόρος, ὁ ὁποῖος νὰ δύναται νὰ συντηρήσῃ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα ἐν τοῖς χωρίοις. Οὕτω τὰ χωρία θ’ ἀπομείνουν ἄνευ γραμματοδιδασκάλων τοὐλάχιστον. Νομίζω, ὅτι οὔτε εἰς τὸ καθῆκον ἡμῶν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀνταποκρινόμεθα, οὔτε πληροῦμεν τὰς ἐπιθυμίας καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ. Βεβαίως οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὴν χρησιμότητα καὶ τὴν ὑπεροχὴν τῶν πλήρων δημοτικῶν σχολείων, ἀλλ’ ὅταν δὲν ἔχωμεν τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς τοῦτο μέσα, ἐννοεῖται, ὅτι ὡς πρώτην ὑποχρέωσιν πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τὸ νὰ σπεύσωμεν εἰς τὰ χωρία, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἔχουν ἓν κοινὸν δημοτικὸν σχολεῖον, νὰ δώσωμεν ἕνα γραμματοδιδάσκαλον. Ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι ὑπέρτερα τὰ κοινὰ αὐτὰ δημοτικὰ σχολεῖα, εἶναι συμφερώτερον εἰς τὸν τόπον ἀντὶ ἑνὸς κοινοῦ δημοτικοῦ σχολείου εἰς ἓν χωρίον νὰ ἔχωμεν ἀνὰ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον εἰς δύο ἢ καὶ τρία χωρία.
§259ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Δὲν φρονεῖτε, ὅτι μεριμνᾷ περὶ τούτου τὸ ἄρθρον 12;
§260ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσι πρὸς σύστασιν δημοτικῶν σχολείων παντοῦ οἱ ἀναγκαῖοι πόροι, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι τὸ Κράτος θὰ προβῇ εἰς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν μέχρι τῆς δαπάνης ὡρισμένου ποσοῦ. Ἔπρεπεν αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος θ’ ἀποφασίσῃ νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, νὰ μὴ τὸ δαπανήσῃ κατὰ προτίμησιν πρὸς ἵδρυσιν καὶ συντήρησιν πρῶτον πλήρων ἢ κοινῶν δημοτικῶν σχολείων, ἀλλὰ νὰ προβλέψῃ καὶ περὶ συστάσεως γραμματοδιδασκαλείων, διότι τὸ ποσὸν εἶναι ἀνεπαρκὲς, καὶ πλεῖστα χωρία θὰ μείνουν ἄνευ σχολείου. Καὶ ἐγὼ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα θεωρῶ μικροῦ λόγου ἄξια ὑπὸ ἔποψιν μεθόδου διδασκαλίας καὶ ἀποτελεσμάτων, ἀλλ’ ὅλοι ὑμεῖς, οἵτινες ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἔρχεσθε, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσητε καλλίτερον παντὸς ἄλλου ποίαν ἀξίαν ἀποδίδουσιν ἐξ ἀνάγκης εἰς αὐτὰ οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων, ἐλλείψει ἄλλων σχολείων. Δὲν ὑπάρχει χωρίον τῆς Ἑλλάδος, μικρὸν ἢ μέγα, στερούμενον δημοτικοῦ σχολείου, τὸ ὁποῖον δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην καὶ δὲν ἀπαιτεῖ νὰ ἔχῃ ἔστω καὶ ἓν γραμματοδιδασκαλεῖον. Δὲν εὑρίσκω δὲ εἰς ποίους λόγους δικαιοσύνης, εἰς ποίους λόγους ἰσότητος ἢ πρακτικῆς πείρας θυσιάζεται ἡ ἀξίωσις αὕτη τῶν χωρίων. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη σπουδαιοτέρα καὶ ἐπιθυμία λογικωτέρα εἰς τὰ χωρία ἢ ἡ ἀπόκτησις γραμματοδιδασκαλείου. Ὁ γραμματοδιδάσκαλος δὲν εἶναι μόνον διδάσκαλος γραφῆς καὶ ἀναγνώσεως εἰς τοὺς παῖδας τοῦ χωρίου, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ παιδαγωγὸς αὐτῶν καὶ ἐπιτηρητὴς καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν. Τὰ παιδία τοῦ χωρίου, συγκεντρούμενα εἰς ἓν κοινὸν μέρος, εἰς τὸ σχολεῖον, καὶ ἐπιβλεπόμενα ὑπὸ τοῦ διδασκάλου, ἀπαλλάττουν τοὺς γονεῖς τῆς φροντίδος τοῦ ν’ ἀπασχολῶνται μὲ αὐτὰ καὶ νὰ διακόπτωσι τὰς ἐργασίας των. Ἄνευ τοῦ διδασκάλου εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ μεριμνῶσι καὶ περὶ τῶν τέκνων των, ὅταν ἦναι μικρᾶς ἡλικίας, καθ’ ὥρας, καθ’ ἃς ἀπαιτεῖται ν’ ἀπομακρύνωνται τῆς οἰκίας των. Ἀλλὰ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα ταῦτα εἶναι εἰς τὰ χωρία πρὸ πάντων ἀναγκαῖα, διότι αὐτὰ συνήθως στεροῦνται ἐντελῶς ἀνθρώπων εἰδότων ὀλίγα γράμματα, καὶ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ταύτης διατελοῦν ἀποξενωμένα ἀπὸ τῶν πέριξ καὶ ἀπὸ πᾶσαν κίνησιν συμβαίνουσαν ἀλλαχοῦ, δὲν δύνανται δὲ νὰ ἐπικοινωνοῦν μετὰ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων καὶ νὰ γινώσκωσιν ὅ,τι διὰ τῶν γραμμάτων μόνον δύνανται νὰ γινώσκωσι πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων των. Ἐκ τούτου ὑπάρχει ἀνάγκη τὸ χωρίον νὰ ἔχῃ μεταξὺ τῶν χωρικῶν τινας γνωρίζοντας ὀλίγα γράμματα. Τῶν χωρίων ἰδίως τὴν ἀνάγκην ταύτην ὀφείλει νὰ θεραπεύῃ τὸ Κράτος, καὶ ταύτην ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον, ὡς τὴν κυριεύουσαν ὅλων τῶν ἄλλων ἀναγκῶν. Τίς δὲν ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν χρησιμότητα ὑπάρξεως πληρεστέρας δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; ἀλλὰ, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὐδὲ μετὰ εἴκοσιν ἔτη θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἔχωμεν πανταχοῦ τοῦ Κράτους σχολεῖα δημοτικὰ κοινὰ ἢ πλήρη. Ἀλλ’ ἕως τότε καθῆκον καὶ συμφέρον ἔχομεν νὰ ἐπεκτείνωμεν τοὐλάχιστον τὴν διὰ τῶν γραμματοδιδασκάλων ὠφέλειαν, ὅσον μικρὰ καὶ ἂν ἦναι.
§261ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Διατὶ φρονεῖτε, ὅτι ἐπιβεβλημένη εἶναι ἡ σύστασις τῶν δημοτικῶν σχολείων, καὶ ὅτι αὐτὰ θὰ ἀποῤῥοφήσωσι τοὺς πόρους τοῦ δήμου, καὶ φρονεῖτε, ὅτι τὸ ἄρθρον 4 εἶναι ἐπιτακτικὸν καὶ ὄχι τὸ ἄρθρον 12;
§262ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. «Πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα δύνανται νὰ συστηθῶσι πανταχοῦ τοῦ Κράτους, ἂν οἱ δημοτικοὶ πόροι ἢ εἰσφοραὶ ἰδιωτικαὶ ἢ κληροδοτήματα ἐπαρκῶσι νὰ παρέχωσι τὴν πρὸς συντήρησιν αὐτῶν δαπάνην». Αὐτὸ εἶναι δυνητικόν. «Ἀλλ’ ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ ταῖς πόλεσι ταῖς ἐχούσαις πληθυσμὸν μείζονα τῶν 6 χιλιάδων συνιστᾶται ἀναγκαίως ἀνὰ ἓν τοὐλάχιστον πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον, τῶν πόρων δὲ τῶν δήμων ἐπιτρεπόντων, ἅπαντα τὰ ἐν ταῖς πόλεσι δημοτικὰ σχολεῖα πλήρη, ἢ τὰ πλείονα, ἀναλόγως πρὸς τοὺς πόρους τοῦ δήμου».
§263ΠΕΡΡΟΣ. Ἀναγνώσατε καὶ τὸ ἄρθρον 12.
§264ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον 12 λέγει: «Γραμματοδιδασκαλεῖα συνιστῶνται πανταχοῦ, ἔνθα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συστηθῇ καὶ συντηρηθῇ δημοτικὸν σχολεῖον, εἴτε δι’ ἀνεπάρκειαν τῶν δημοτικῶν πόρων, εἴτε δι’ ἔλλειψιν μαθητῶν...» Οὕτω τοὺς πόρους δύνανται νὰ ἐξαντλήσωσιν αἱ πρωτεύουσαι τῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν καὶ αἱ πόλεις, πρὸς βλάβην τῶν χωρίων.
§265ΠΕΡΡΟΣ. Εἴτε ὑπάρχουσι λοιπὸν, εἴτε δὲν ὑπάρχουσι δημοτικοὶ πόροι, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ συστηθῶσι γραμματοδιδασκαλεῖα εἰς ὅλα τὰ χωρία, πλὴν ἐκείνων, ἐν οἷς ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν δὲν ὑπερβαίνει τοὺς δέκα πέντε.
§266ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν θεωρῶ τοῦτο ἐξασφαλιζόμενον ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπεν εὐκρινῶς καὶ ἐπιτακτικῶς νὰ ἐπιβάλληται δι’ αὐτοῦ ἡ σύστασις ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρων ἐν τοῖς χωρίοις γραμματοδιδασκαλείων, ὅταν οἱ πόροι οἱ διατιθέμενοι εἴτε ἀπὸ τὸ Δημόσιον, εἴτε ἀπὸ τοὺς δήμους, δὲν ἐπαρκῶσιν, ἵνα εἰς ὅλα τὰ χωρία ὑπάρχῃ σχολεῖον πλῆρες ἢ κοινόν. Φρονῶ, ὅτι ὅλον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσφέρῃ τὸ Κράτος, πρέπει νὰ τὸ εἰσφέρῃ πρὸς συντήρησιν γραμματοδιδασκαλείων εἰς τὰ χωρία κατὰ προτίμησιν. Τοῦτο εἶναι συμφωνότερον καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου.
§267ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχετε, κύριε Πρόεδρε, μεταβολὴν τῆς διατάξεως τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 58, τὸ ἄρθρον 12 βεβαίως οὐδεμίαν ὁριστικῶς ἐπιβάλλει ὑποχρέωσιν, διότι τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 58 σᾶς ὁρίζει τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ὑποχρεοῦται νὰ συνεισφέρῃ.
§268ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον 58 μετεῤῥυθμίσθη.
§269Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγένετο μεταβολή, τὴν ὁποίαν ἀνεκοινώσαμεν προχθὲς εἰς τὴν Βουλήν.
§270ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἡ ἰδέα τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι τὸ ἄρθρον 12 λύει τὸ ζήτημα, δὲν εἶναι ὀρθή.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἅρθρον 5.
§272ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐπὶ τῆς συστάσεως ἢ τῆς καταργήσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐκτελοῦνται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 19, 20 καὶ 22 τοῦ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων ΑϠΝΓʹ νόμου τῆς 3 Ἀπριλίου 1891, ὡς διεῤῥυθμίζονται διὰ τῶν διατάξεων τοῦ περὶ ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἑπομένου κεφαλαίου.»
§273ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου δύναταί τις ἀσφαλῶς νὰ συναγάγῃ ὁπόσον ἀνυπόστατος εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὐδὲν σχολεῖον θίγεται, ὅτι δὲ τὰ πάντα μένουσιν ὅπως ἔχουσι, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ἔλθῃ ἐπίκουρον, ἐὰν δὲν ἐπαρκῶσιν οἱ δῆμοι εἰς τὴν συντήρησιν ὅλων τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν σχολείων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ ΑϠΝΓʹ νόμου, ὅπερ ἀναφέρει τὸ παρὸν ἄρθρον, «τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια ἀποφασίζουσι αʹ) περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἐν ἑκάστῳ δήμῳ...» Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 20, τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον προτείνει «νὰ μειωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν τῷ δήμῳ σχολείων, ἂν οὐδὲ τὰ πρὸς σύστασιν καὶ συντήρησιν τοῦ κρινομένου ὡς ἀναγκαίου ἀριθμοῦ αὐτῶν δυνάμενα νὰ διατεθῶσιν ἔσοδα τοῦ δήμου μὴ ἐπαρκῶσιν, οὐδὲ διὰ τῆς βοηθείας τοῦ δημοσίου ταμείου δύνανται ταῦτα νὰ κατασταθῶσιν ἐπαρκῆ.» Λοιπὸν τοῦτο τί σημαίνει; Τὸ δημόσιον ταμεῖον χορηγεῖ 800,000 δραχμάς. Ἄν ὅμως αἱ 800,000 αὗται δραχμαὶ δὲν ἐπαρκῶσιν, ὅπως καλύψωσι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιάζωσιν οἱ πόροι οἱ δημοτικοί, τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον θὰ προτείνῃ τὴν κατάργησιν τῶν σχολείων, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐπαρκῶσιν οὔτε οἱ δημοτικοὶ πόροι οὔτε ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου.
§274ΠΕΡΡΟΣ. Ἔκαμε δήλωσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ αὐξηθῇ ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου.
§275ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν ὅσῳ ἡ δήλωσις εἶναι προφορικὴ καὶ δὲν ἀναγράφεται εἰς τὸν νόμον, εἶναι ἕωλος. Ὅλαι αἱ διατάξεις αὗται ἀποδεικνύουσι πᾶν τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἕτερόν τι ἔχω νὰ παρατηρήσω ἐνταῦθα. Τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων 19, 20 καὶ 22 κατηργήθησαν διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ, καταργηθέντα δὲ, ἀπέθανον καὶ ἐτάφησαν. Πῶς δύνανται ν’ ἀναβιώσωσι τώρα διὰ τῆς ἁπλῆς αὐτῶν μνείας; Ἵνα ἀναβιώσωσι, πρέπει κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ εἰσαχθῶσιν ἐκ νέου ἐν νομοσχεδίῳ καὶ ψηφισθῶσιν ἄρθρον πρὸς ἄρθρον ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τρεῖς διαφόρους ἀναγνώσεις. Ἂν λοιπὸν θέλωμεν νὰ τηρήσωμεν τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον τοσάκις ἐπικαλούμεθα, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ νέον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις. Ἄλλοτε ἐγένετο λόγος μακρὸς περὶ τούτου ἐν τῇ Βουλῇ μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ κ. Τρικούπη, ὁ ὁποῖος ἐνόμιζεν, ὅτι δύνανται ὡς ἐκ θαύματος νὰ ἀναβιώσωσιν ἄρθρα καταργηθέντα, καὶ ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπει τοῦτο. Ὅταν πρόκειται ν’ ἀνακληθῶσιν εἰς ἰσχὺν ἄρθρα καταργηθέντα, πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν ἐκ νέου ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§276Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις περὶ τούτου.
§277ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἂν ἀκόμη δὲν κατηργήθη ὁ νόμος περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, νομίζω ὅτι αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 19, 20 καὶ 22 τοῦ νόμου τούτου δὲν πρέπει ἁπλῶς νὰ μνημονευθῶσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ συνδυασθῶσι μετὰ τῶν ἄρθρων 58 καὶ 62· διότι τὰ ἄρθρα ταῦτα ἀκριβῶς συνδυάζονται μὲ τὸν νόμον περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς διανομῆς τοῦ βοηθήματος τοῦ Δημοσίου. Τὸν τρόπον δὲ τοῦτον δὲν καθορίζουσι τὰ ἄρθρα 58 καὶ 62. Θὰ ἔχωμεν οὕτως ἢ ἀντινομίαν τινὰ, ἢ δυσκολίαν εἰς τὴν ἐν γένει ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, καὶ δυσκολίαν πολλάκις εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἀντὶ τοῦ ἄρθρου 5 νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συνταχθῶσιν ἐν συνδυασμῷ μετὰ τῶν ἄρθρων 58 καὶ 62 νέαι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ καθορίζωσι τὰ ἀφορῶντα τὴν διανομὴν τοῦ ἐπιδόματος τοῦ Δημοσίου καὶ τὰ ἀφορῶντα τοὺς ὅρους τῆς συστάσεως καὶ τῆς καταργήσεως σχολείων.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6.
§279ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἔχουσι τέσσαρας τάξεις ἐνιαυσίους, εἰς τὰς ὁποίας κατανέμεται ἡ διδασκαλία τῶν τε κατὰ τὸ ἄρθρ. 1 τοῦ περὶ συστάσεως Διδασκαλείου ἐν Ἀθήναις ΧΘʹ νόμου τῆς 11ης Ἰανουαρίου 1878 ἀποτελουσῶν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν γνώσεων, καὶ προσέτι ἡ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ τῆς πραγματογνωσίας (leçon de choses). Εἶναι δὲ ὑποχρεωτικὴ ἡ εἰς τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα φοίτησις τῶν παίδων, μέχρι οὗ τύχωσι τοῦ ἀπολυτηρίου αὐτῶν.»
§280ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνταῦθα ἔχομεν κυρίως ἐπανάληψιν ἄνευ λόγου τοῦ ἄρθρου 2. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ μοὶ εἴπῃ, τί ἐννοεῖ διὰ τῆς φράσεως «ἡ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης»; ἐννοεῖ τὴν ἀρχαίαν ἢ τὴν καθωμιλημένην γλῶσσαν.
§281Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ ὅρος Ἑλληνικὴ γλῶσσα περιέχει καὶ τὰ δύο ἰδιώματα, τό τε ἀρχαῖον καὶ τὸ νεώτερον· διότι ἐν τοῖς κοινοῖς σχολείοις, ἵνα ᾖ καταληπτὸν τὸ Εὐαγγέλιον, ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ διδαχθῶσι συνοπτικώτατα ἐν τῷ δημοτικῷ σχολείῳ τὸ τυπολογικόν, τὸ ὁμαλὸν τῆς ἀρχαίας γλώσσης. Καὶ ἡ σημερινὴ λοιπὸν καὶ ἡ ἀρχαία εἶναι μία γλῶσσα. Διὰ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἐννοοῦμεν τὴν ἁπλῆν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ἀρχαίαν.
§282ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐλησμόνησε, τί ἔγραψεν αὐτὸς οὗτος ἄλλοτε, – διότι πιστεύω, πρὸς τιμήν του, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ συντάκτης τοῦ περὶ συστάσεως διδασκαλείων νόμου. — Ὁ νόμος ὁ περὶ διδασκαλείων μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1834, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶναι τὸ φαεινότερον σημεῖον ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, τῇ ἀφορώσῃ εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Καθ’ ἃς δ’ ἔχω πληροφορίας, ὑμεῖς ἦσθε γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅτε συνετάχθη ὁ νόμος περὶ διδασκαλείων, ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς σᾶς τιμᾷ. Λοιπὸν τότε δὲν εἴχετε τὴν ἰδέαν αὐτὴν, ὅτι, λέγοντες ἑλληνικὴν γλῶσσαν, ἐννοοῦμεν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν γλῶσσαν, καὶ ὅτι ἀποδεχόμεθα μίαν καὶ τὴν αὐτὴν γλῶσσαν.
§283Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Βεβαίως δὲν εἶχον τὴν αὐτὴν γνώμην.
§284ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε εἴχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ ἀρχαία καὶ ἄλλη ἡ νέα ἑλληνικὴ γλῶσσα· ἀλλὰ καὶ σήμερον ἔχετε τὴν αὐτὴν γνώμην.
§285Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὄχι.
§286ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πετρίδης, ὁμιλῶν προφορικῶς, ἔχει αὐτὴν τὴν γνώμην, ἀλλ’ ἐγγράφως ἔχει ἄλλην γνώμην, διότι ἐν ἄρθρῳ λέγει, ὅτι κατὰ προσθήκην, περιπλέον δηλαδὴ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διδάσκονται εἰς τὰ κοινὰ σχολεῖα, θὰ διδάσκωνται εἰς τὰ πλήρη σχολεῖα σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ ἡ γραμματικὴ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ πεζογράφοι τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ τότε καὶ τώρα ἐγγράφως ἔχει ἄλλην γνώμην, ὅλως διάφορον τῆς προφορικῶς ἐκδηλωθείσης, δηλαδὴ καὶ τότε καὶ τώρα ἐγγράφως ποιεῖται διάκρισιν μεταξὺ τοῦ ἀρχαίου καὶ τοῦ καθωμιλουμένου ἰδιώματος τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, προφορικῶς ὅμως, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, ἠθέλησε νὰ συγχίσῃ τὰ δύο ἰδιώματα. Ἐὰν παραδέχηται ὅτι εἰς τὰ κοινὰ σχολεῖα θὰ διδάσκηται καὶ ἡ ἀρχαία Ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ὄχι μόνον ἡ καθωμιλημένη, τότε περιττεύουσιν αἱ κατὰ προσθήκην διατάξεις τοῦ ἄρθρου 10, ὡς πρὸς τὴν διδασκαλίαν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης. Ἐὰν ὅμως ἐννοῇ τὴν κοινὴν γλῶσσαν, τότε περιττεύει ἡ κατὰ προσθήκην διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ΧΘʹ τοῦ 1878· διότι κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο καθιεροῦται ἡ διδασκαλία τῆς νέας ἑλληνικῆς γλώσσης. Ἐὰν πρόκειται λοιπὸν νὰ διδάσκηται καὶ εἰς τὰ κοινὰ σχολεῖα ἡ νέα ἑλληνικὴ γλῶσσα, εἶναι περιττὸν νὰ γείνῃ αὕτη ἡ προσθήκη ἐνταῦθα. Ἐπεθύμουν ἐπίσης νὰ μοὶ δώσῃ ἐξηγήσεις τινὰς ὁ κ. Ὑπουργὸς, κατὰ πόσον νομίζει ὅτι ἁρμόζει εἰς ἑλληνικὸν νομοθέτημα καὶ μία προσθήκη, ἄνευ παρενθέσεως μάλιστα, τοῦ Γαλλικοῦ ὅρου leçons des choses. Νομίζω ὅτι ἀρκεῖ ὁ ἑλληνικὸς ὅρος πραγματογνωσία, καὶ δὲν χρειάζεται καὶ εἰς ἑλληνικὸν νόμον νὰ κάμνωμεν χρῆσιν τοιούτων ἐκφράσεων. Ἐπὶ τέλους ἡ τελευταία φράσις «εἶναι δὲ ὑποχρεωτικὴ ἡ εἰς τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα φοίτησις τῶν παίδων μέχρις οὗ τύχωσι τοῦ ἀπολυτηρίου αὐτῶν» νομίζω ὅτι εἶναι ὅλως διόλου ἄσκοπος. Ὡς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς περὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχετε καθολικὴν παίδευσιν, διότι καὶ ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν διατηρήσητε ὅλα τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα, περὶ οὗ ἐγὼ ἀμφιβάλλω, τά τε δημοτικὰ καὶ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα, θὰ ἔχητε κατ’ ἐμὴν πληροφορίαν 1600 χωρία ἄνευ σχολείων, κατὰ τὰς πληροφορίας δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 200 χωρία ἄνευ σχολείων, πῶς δύνασθε εἰς τοὺς κατοίκους ὅλων τῶν χωρίων αὐτῶν νὰ ἐπιβάλλητε ὑποχρεωτικὴν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν; Καὶ ἐπὶ τέλους, Κύριοι, καθίσταται τῷ ὄντι γελοία ἡ διάταξις αὕτη, ὅταν δὲν ἔχῃ κύρωσιν. Ἀλλὰ καὶ κύρωσιν ἐὰν εἶχεν, ἐν Ἑλλάδι δὲν θὰ εἶχε καμμίαν σημασίαν. Μήπως δὲν εἶχε κύρωσιν ὁ νόμος τοῦ 1834; ἐν τούτοις οὐδεμίαν ἰσχὺν ἔσχεν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀντὶ νὰ ἀναγράφωνται διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι κανένα σκοπὸν, οὐδ’ ἐφηρμόσθησαν ποτὲ ἐν Ἑλλάδι, καλλίτερον εἶναι νὰ παραλείπωνται αὐταὶ ὅλως, νὰ ἐπαφιέμεθα δὲ εἰς τὸ φιλομαθὲς ὁμολογουμένως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ζητεῖ νὰ τῷ δώσωμεν σχολεῖα καὶ διδασκάλους, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ ἀναλογία τοῦ πληθυσμοῦ ἡμῶν, ἐὰν δὲν ἦναι ἀνωτέρα παντὸς ἄλλου ἔθνους, βεβαίως θὰ ἐξικνῆται εἰς τὴν ἀναλογίαν τῶν πρωτευόντων ἐν τούτῳ Κρατῶν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ ἐδάφιον τοῦτο.
§287ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν περιττεύει πᾶσα προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον 6. Ἐπειδὴ εἰς τοὺς παλαιοὺς νόμους ἡμῶν ἔχομεν ἀναγεγραμμένην τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην μιᾶς προσθήκης, ἀλλὰ προσθήκης ἀντιστρόφου πρὸς τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δηλ. ἔχομεν ἀνάγκην νὰ εἴπωμεν, καταργοῦντες τὸν παλαιὸν ἡμῶν νόμον, ὅτι οὐδόλως εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ εἰς τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα φοίτησις τῶν παίδων, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι κατεστήσαμεν ἀδύνατον τὴν φοίτησιν τῶν παίδων εἰς τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Ἐὰν ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὑπάρχει ἀνάγκη προσθήκης ἀπαραιτήτου, διότι εἰς τὸν παλαιὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐγένετο ὅτε συνεστήθη τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος, ὑπάρχει ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐκπαίδευσις, καὶ τιμωρία ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς παραβλέποντας τὸ καθῆκον τοῦτο γονεῖς, ἵνα στέλλωσι τὰ τέκνα των εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Σήμερον ὅμως εἶναι ἀνάγκη, μετὰ πάροδον τοσούτου χρόνου, νὰ προσθέσωμεν μίαν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν καταργεῖται, ἡ ὑποχρέωσις ἐκείνη πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ ἑπομένως οὐδόλως εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ εἰς τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα φοίτησις τῶν παίδων, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι εἶναι ἀνέφικτος.
§288ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἐπειδὴ εἶναι Γερμανομαθής, βεβαίως θὰ γνωρίζῃ ποία εἶναι ἡ κύρωσις τῆς διατάξεως ταύτης ἐν τοῖς Γερμανικοῖς νόμοις. Κλητεύεται ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου ὁ γονεὺς καὶ καταδικάζεται εἰς πρόστιμον, καὶ ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐπέλθει δευτέρα καὶ τρίτη παράβασις ἐκ μέρους του, καταδικάζεται καὶ εἰς κράτησιν. Ὑμεῖς ποίαν κύρωσιν ἔχετε;
§289ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐὰν θὰ μείνῃ ἡ διάταξις, προτείνω νὰ συμπληρωθῇ. Ἡ ὑποχρεωτικὴ φοίτησις ἔχει ἀναγραφῆ μόνον εἰς τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Προτείνω νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῇ διατάξει καὶ τὰ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα καὶ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα. Ἀλλὰ νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ ἡ φοίτησις τῶν παίδων οὐχὶ μέχρις ὅτου τύχωσι τοῦ ἀπολυτηρίου αὑτῶν, ἀλλὰ μέχρι τοῦ 10 ἔτους τῆς ἡλικίας των, διότι εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ μὴ δυνηθῇ παῖς τις μέχρι συμπληρώσεως τοῦ 12 ἔτους νὰ λάβῃ τὸ ἀπολυτήριόν του, εἶναι πιθανὸν νὰ γείνῃ 15 ἐτῶν, χωρὶς νὰ λάβῃ τὸ ἀπολυτήριόν του· νὰ μὴ ἦναι λοιπὸν ὑποχρεωτικὴ ἡ φοίτησις καὶ μέχρι τῆς ἡλικίας αὐτῆς.
§290ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνηγόρησα ὑπὲρ τῶν γραμματοδιδασκαλείων, ἀλλ’ εἶναι ἄτοπον νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ ἡ εἰς αὐτὰ φοίτησις.
§291ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ προτείνω, ἐὰν ὑπάρχωσι γραμματοδιδασκαλεῖα ἢ σχολεῖα πλήρη, τότε νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ ἡ φοίτησις διὰ τοὺς ἐν ταῖς ἕδραις τῶν σχολείων κατοικοῦντας, ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχωσι, νὰ μὴ ἦναι ὑποχρεωτική.
§292ΠΕΡΡΟΣ. Καὶ νὰ συμπληρωθῇ ἡ διάταξις διὰ τῆς κυρώσεως, ἐπιβαλλομένου προστίμου εἰς τοὺς γονεῖς ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ τοῦ διδασκάλου ἢ τοῦ δημάρχου, διότι ἄλλως, ἐὰν δὲν ἐπιβάλωμεν τοιαύτην ποινήν, δὲν ἔχει κανένα λόγον ἡ τοιαύτη διάταξις. Εἶναι πολλοὶ γονεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀμελοῦσιν ὅλως διόλου τὴν παίδευσιν τῶν τέκνων αὐτῶν.
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7.
§294ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐν τοῖς κοινοῖς δημοτικοῖς σχολείοις διδάσκει εἷς μὲν δημοδιδάσκαλος, ἂν φοιτῶσιν ἐν αὐτοῖς μαθηταὶ μὴ πλείονες τῶν ὀγδοήκοντα, δύο δὲ, ἂν φοιτῶσι πλείονες, καὶ τρεῖς, ἂν φοιτῶσι πλείονες τῶν ἑκατὸν τεσσαράκοντα, καὶ τέσσαρες, ἂν φοιτῶσι πλείονες τῶν διακοσίων. Ἀλλ’ οὐδεμία τάξις κοινοῦ ἢ πλήρους δημοτικοῦ σχολείου ἐπιτρέπεται νὰ περιλαμβάνῃ πλείονας τῶν πεντήκοντα μαθητῶν, εἰ δὲ μή, διαιρεῖται εἰς τμήματα ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ διδασκάλου χωριστὰ διδασκόμενα.»
§295ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐπεξηγήσῃ τὴν τελευταίαν διάταξιν· «ἀλλ’ οὐδεμία τάξις κοινοῦ ἢ πλήρους δημοτικοῦ σχολείου ἐπιτρέπεται νὰ περιλαμβάνῃ πλείονας τῶν 50 μαθητῶν, εἰδεμή, διαιρεῖται εἰς τμήματα ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ διδασκάλου χωριστὰ διδασκόμενα». Ἐννοεῖ εἰς χωριστὰ δωμάτια ἢ ἐντὸς ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ δωματίου;
§296Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ δωματίου. Ὅπως γνωρίζετε, ἡμεῖς ἔχομεν ἤδη σχολεῖα, ἐν οἷς αἱ τάξεις, ὅταν ὦσιν ὀλιγοπληθεῖς, περιλαμβάνονται ἐν τῇ αὐτῇ αἰθούσῃ, ὑφ’ ἑνὸς διδασκάλου διδασκόμεναι ἐξ ὑπαμοιβῆς. Δυνατὸν εἰς τὴν Γερμανίαν νὰ διδάσκῃ εἷς διδάσκαλος καὶ ὀκτὼ τάξεις· ἡμεῖς παραδεχόμεθα 4 τάξεις, ὅταν οἱ μαθηταὶ ᾖναι ὀλιγώτεροι τῶν 50 δι’ ἑκάστην τάξιν· διότι, ὅταν ᾖναι περισσότεροι τῶν 50, ἡ τάξις διαιρεῖται εἰς τμήματα.
§297ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λυποῦμαι ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καίτοι εἰδικὸς περὶ τὰ τοιαῦτα, καίτοι Schulmann, ὡς λέγουσιν οἱ Γερμανοί, ἀγνοεῖ ἐν τούτοις ἓν τῶν οὐσιωδεστάτων, ὅτι δηλ. ἔχομεν τετραετῆ δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν μὲ τετρατάξια, τριτάξια, διτάξια καὶ μονοτάξια σχολεῖα. Εἰς τὰ τελευταῖα ταῦτα εἷς καὶ ὁ αὐτὸς διδάσκαλος ὀφείλει, ὅσοι δήποτε καὶ ἂν ὦσιν οἱ μαθηταί, εἴτε 30, εἴτε 50, εἴτε καὶ πλείονες, νὰ διαιρέσῃ αὐτοὺς εἰς 4 τμήματα, καὶ νὰ τοὺς διδάξῃ χωριστά, ἀναλόγως τῆς τάξεως αὐτῶν. Ἀφοῦ εἶναι τετραετὴς ἡ παίδευσις, θὰ ᾖναι τέσσαρα καὶ τὰ τμήματα κατ’ ἀνάγκην· πῶς ὅμως καθιεροῖ νῦν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν συγχώνευσιν τούτων εἰς 2 τμήματα; Πῶς θὰ γείνῃ τοῦτο; θὰ συγχωνευθῶσιν αἱ δύο κατωτέραι τάξεις εἰς ἓν τμῆμα καὶ αἱ δύο ἀνώτεραι εἰς ἕτερον; Καθ’ ἃ δὲ γινώσκει ἴσως ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὁ διδάσκαλος ὀφείλει ἀναλόγως τῶν τάξεων νὰ διαιρέσῃ καὶ εἰς τμήματα τοὺς μαθητὰς καὶ νὰ διδάσκῃ χωριστὰ αὐτούς. Θὰ ἦτο δὲ ἀστειότατον, ἐὰν ἔχων αὐτὸς 52 μαθητὰς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς τάξεως τοὺς διῄρει ἀνὰ 26 καὶ ἔλεγε: τώρα διδάσκω σᾶς αὐτὸ τὸ μάθημα, οἱ ἄλλοι θ’ ἀκούουν, ὅπως εἶτα ἐπαναλαμβανόμενον τὸ αὐτὸ μάθημα τὸ ἀκούσωσι δίς.
§298Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Βεβαίως, ἔχει καλῶς ἡ διάταξις.
§299ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ δωματίου εἰς χωριστὰ θρανία νὰ κάθηνται οἱ μαθηταὶ ἀνὰ 26. Ὁ διδάσκαλος θὰ διδάξῃ τότε, ἐπὶ παραδείγματος, ὅτι ὁ Θεὸς ἔπλασεν ἐν ἀρχῇ τὸν κόσμον. Ἀφοῦ τὸ διδάξῃ ἅπαξ, θὰ τὸ διδάξῃ καὶ ἐκ δευτέρου, καὶ θὰ εἴπῃ: τώρα τὸ διδάσκω διὰ τὰ ἄλλα θρανία.
§300ΠΕΡΡΟΣ. Ἠμποροῦν νὰ ἐξέλθουν.
§301ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ θὰ ἦτο ὀλέθριον διὰ τοὺς μαθητάς, οἵτινες θὰ συνηγελάζοντο ἔξω τοῦ σχολείου ἄνευ μαθήματος, ἄνευ ἐπιτηρήσεώς τινος.
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8.
§303ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ σχολεῖον διευθύνει ὁ κατὰ βαθμὸν ἀνώτερος διδάσκαλος, ἢ ὁ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀρχαιότερος μεταξὺ τῶν ἰσοβαθμίων. Ἀλλ’ οἱ ἀπὸ τῶν Διδασκαλείων ἐξερχόμενοι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διευθύνωσι σχολεῖα, ἔχοντα πλείονας τοῦ ἑνὸς διδασκάλους, ἂν δὲν συνεπλήρωσαν διετῆ τοὐλάχιστον διδασκαλικὴν ὑπηρεσίαν. «Ὁ βαθμὸς καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τῶν πλειόνων συνυπηρετούντων διδασκάλων κανονίζεται ἐκ τῶν πόρων τῶν δήμων. Ἀλλ’ ἐν τοῖς πλήρεσι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπηρετῶσι τριτοβάθμιοι πλείονες τῶν δύο μεταξὺ τεσσάρων συνυπηρετούντων· ἂν δὲ ἦναι τρεῖς μόνον οἱ συνυπηρετοῦντες, μόνον εἷς τριτοβάθμιος ἐπιτρέπεται νὰ διορισθῇ. Πάντως δ’ ἐν τοῖς πλήρεσιν οἱ διευθυνταὶ διορίζονται μόνον ἐκ τῶν πρωτοβαθμίων.»
§304ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου, «τὸ σχολεῖον διευθύνει ὁ κατὰ βαθμὸν ἀνώτερος διδάσκαλος ἢ ὁ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀρχαιότερος μεταξὺ τῶν ἰσοβαθμίων. Ἀλλ’ οἱ ἀπὸ τῶν διδασκαλείων ἐξερχόμενοι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διευθύνωσι σχολεῖα ἔχοντα πλείονας τοῦ ἑνὸς διδασκάλους, ἐὰν δὲν συνεπλήρωσαν διετῆ τοὐλάχιστον διδασκαλικὴν ὑπηρεσίαν.» Τὸ πρῶτον μέρος τῆς παραγράφου ἔχει καλῶς, προκειμένου περὶ ἀποφοίτων τῶν διδασκαλείων· ἄλλως ὅμως δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Ἔχομεν πρωτοβαθμίους διδασκάλους ἐκ τῶν ἀποφοίτων τῶν διδασκαλείων, ἔχομεν πρωτοβαθμίους διδασκάλους ἐκ τῶν τριῶν πρώτων ἐτῶν τοῦ Διδασκαλείου, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὡς τὸ ἄκρον ἄωτον. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ πρωτοβαθμίους διδασκάλους χειροτονηθέντας τοιούτους ἐλέῳ τῆς Ἐπιτροπῆς, ῥακενδύτους καὶ ἀνικάνους ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Καὶ θὰ θελήσητε νὰ ὑπαγάγητε εἰς τὴν διεύθυνσιν αὐτῶν ὅλους τοὺς ἀποφοίτους τῶν Διδασκαλείων, καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀριστοβαθμίους; Αὐτὸ θεωρῶ ἐγὼ τοὐλάχιστον ἄτοπον. Ἀλλὰ τὸ δεύτερον μέρος τῆς παραγράφου εἶναι ὅλως ἄτοπον. Εἰς ἓν σχολεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει δύο διδασκάλους, δύναται εἷς ἐξ αὐτῶν νὰ ἦναι δευτεροβάθμιος, ἢ καὶ τριτοβάθμιος, καὶ δὴ ἐκ τῶν χειροτονηθέντων ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν, οἵτινες ἤρχοντο εἰς Ἀθήνας πρὸς ἐξέτασιν, φέροντες ὡς προσόντα τυρὸν, βούτυρον καὶ ἔλαιον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν κυρίως ἐχειροτονοῦντο διδάσκαλοι. Φαντασθῆτε τώρα νὰ ὑποβάλλητε τὸν πρωτοβάθμιον τοῦ σημερινοῦ Διδασκαλείου ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ τοῦ ἐλεεινοῦ καὶ ἀξιοδακρύτου τριτοβαθμίου διδασκάλου. Εὑρίσκετε τοῦτο ὀρθὸν καὶ δίκαιον; Ἀλλ’ ἡ ἀτοπωτάτη τῶν διατάξεων εἶναι ἡ τῆς ἐπιούσης παραγράφου, καθ’ ἣν «ὁ βαθμὸς καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τῶν πλειόνων συνυπηρετούντων διδασκάλων κανονίζεται ἐκ τῶν πόρων τῶν δήμων». Ἀλλὰ τί θέλετε τότε τὰς ἐπιτροπὰς καὶ τοὺς ἐπιθεωρητὰς, καὶ πρὸς τί οἱ διδάσκαλοι ν’ ἀγωνίζωνται, ὅπως λαμβάνωσι βαθμοὺς, ὅταν ἐκ τῶν πόρων τοῦ δήμου ἐξαρτᾶται ὁ βαθμὸς αὐτῶν; Τότε οἱ ἄριστοι βαθμοὶ δὲν σημαίνουν τίποτε, μάταια δὲ ἀποβαίνουσι καὶ τὰ διδασκαλεῖα καὶ αἱ ἐξετάσεις. Καὶ μετὰ τοιοῦτο καίριον τραῦμα, ὅπερ καταφέρετε οὕτω κατὰ τῶν δημοδιδασκάλων, τολμᾶτε νὰ ὁμιλῆτε περὶ βελτιώσεως τῆς τύχης των, ἣν δῆθεν ἐπιδιώκετε διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου!
§305Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ ὑπολοχαγὸς ἔχει μισθὸν 150 δραχμῶν, ὅσον ὁ διδάσκαλος.
§306ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τολμήσατε ὅμως νὰ ὑποβιβάσητε τὸν ὑπολοχαγὸν εἰς ἀνθυπολοχαγὸν ἢ ἀνθυπασπιστὴν, ἀναλόγως τῆς θέσεως εἰς ἣν τοποθετεῖτε αὐτὸν, καὶ τότε θὰ ἐβλέπατε τὰς συνεπείας. Τοῦτο ἀποτολμᾶτε νῦν κατὰ τῶν δημοδιδασκάλων. Ὑποβιβάζετε τὸν πρωτοβάθμιον εἰς δευτεροβάθμιον, καὶ τὸν τριτοβάθμιον εἰς γραμματοδιδάσκαλον, διότι τοὺς διδασκάλους θεωρεῖτε ὄντα ὑπομονητικὰ, τὰ πάντα δυνάμενα νὰ ἀνεχθῶσιν.
§307ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸς ὁ νεωτερισμὸς θ’ ἀποβῇ ἀφορμὴ χειροτερεύσεως τοῦ διδασκαλικοῦ κλάδου, διότι δὲν εἶναι πιθανὸν ὅτι θὰ εὑρεθῇ διδάσκαλος αʹ τάξεως νὰ δεχθῇ θέσιν γʹ τάξεως, θὰ ἔχητε δὲ πάντοτε τὸ χειρότερον προσωπικόν.
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9.
§309ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὁ κατὰ τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ 7 περιπτώσεις διορισμὸς ἐν κοινῷ δημοτικῷ σχολείῳ διδασκάλων πλειόνων τῶν δύο γίγνεται μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ νομαρχιακοῦ ἐπιθεωρητοῦ βεβαίωσιν τῆς ἀνάγκης, τῇ προτάσει τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ὁ ὑπὸ τοὺς ἐν τῷ εἰρημένῳ ἄρθρῳ ὅρους προσδιορισμὸς τοῦ βαθμοῦ αὐτῶν γίγνεται κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἁρμοδίου ἐπιθεωρητοῦ.»
§310ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐνταῦθα ἔχομεν ἕτερον ἄτοπον. Ὡς ἐὰν μὴ ἤρκει ἡ καινοτομία, καθ’ ἣν ἐκ τῶν πόρων τῶν δήμων θὰ κανονίζηται ἐφεξῆς ὁ βαθμὸς τῶν διδασκάλων, ἐπιπροστίθεται διὰ τοῦ παρόντος ἄρθρου καὶ ἡ αὐθαιρεσία τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὅστις θὰ δύναται κατ’ αὐτὸ νὰ κανονίζῃ σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τοὺς βαθμοὺς τῶν διδασκάλων καὶ τοὺς μισθοὺς αὐτῶν. Ἐὰν νομίζητε καὶ τοῦτο ὀρθὸν, ψηφίσατέ το.
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10.
§312ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐν τοῖς πλήρεσι δημοτικοῖς σχολείοις, ἀπαρτιζομένοις ἐκ τάξεων ἐνιαυσίων ἕξ, ἐν αἷς διδάσκονται εὐρύτερον τὰ καθωρισμένα διὰ τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα μαθήματα, διδάσκονται κατὰ προσθήκην καὶ τὰ ἑξῆς μαθήματα: «αʹ) Ἀνάγνωσις καὶ ἑρμηνεία περικοπῶν τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. βʹ) Ἀνάγνωσις καὶ ἑρμηνεία ἐκλεκτῶν συγγραφέων τῆς καθωμιλημένης γλώσσης, καὶ γραπταὶ ἐν αὐτῇ ἀσκήσεις τῶν μαθητῶν. γʹ) Διδασκαλία τῶν στοιχείων τῆς γραμματικῆς τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσης ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν τῆς καθωμιλημένης, καὶ γραπταὶ ἀσκήσεις. δʹ) Ἑρμηνεία μερῶν ἐκ τῶν ὁμαλωτέρων πεζῶν συγγραφέων τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσης. εʹ) Ἀσκήσεις πρὸς λύσιν πολυπλοκωτέρων ἀριθμητικῶν προβλημάτων. στʹ) Διδασκαλία στοιχείων Γεωμετρίας, Χημείας καὶ Φυσικῆς Ἱστορίας, μετὰ ἐφαρμογῆς αὐτῶν ἐν τῇ Γεωργίᾳ, τῇ Βιομηχανίᾳ, τῇ Κτηνοτροφίᾳ καὶ τῇ Ὑγιεινῇ.»
§313ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡς πρὶν ἐδήλωσα, ὀφείλω καὶ νῦν νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ἀνεγράφη ὅτι διδάσκονται μαθήματα πλήρους σχολείου ἡ ἀνάγνωσις καὶ ἑρμηνεία περικοπῶν τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου· ἀλλὰ αὐτὸ τοῦτο θεσπίζεται καὶ διὰ τὰ κοινὰ σχολεῖα, εἶναι δὲ ἡ ἐπανάληψις ὅλως περιττή. Ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1878, παρατηρῶ ὅτι προστίθεται νῦν ἡ Γραμματικὴ τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ οἱ πεζογράφοι αὐτῆς. Σᾶς βεβαιῶ ὅμως, ὅτι ἀκριβῶς τὰ μαθήματα ταῦτα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Ἐγὼ ἤθελον καὶ εἰς τὰς ἕξ τάξεις νὰ ἐπεκταθῇ ἡ διδασκαλία τῆς καθωμιλημένης Ἑλληνικῆς γλώσσης. Εἶναι ἡ γλῶσσα, εἰς τὴν ὁποίαν γεννᾶται καὶ ἀνατρέφεται ὁ παῖς, καὶ ἄν διακόψητε τὸ πρῶτον στάδιον τῆς διδασκαλίας αὐτῆς καὶ ζητήσητε νὰ τὴν ἀντικαταστήσητε δι’ ἄλλης γλώσσης, ἔστω καὶ τοῦ ἰδιώματος τῆς ἀρχαίας γλώσσης, παρακωλύετε πολὺ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ παιδός. Ἀπόδειξις τρανὴ τὸ γεγονὸς, καθ’ ὃ οἱ σημερινοὶ μαθηταὶ καὶ μετὰ τὴν ἀποφοίτησιν ἐκ τοῦ Γυμνασίου οὔτε τῆς ἀρχαίας εἶναι κάτοχοι, οὔτε τῆς καθωμιλημένης. Λοιπὸν κατὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω μετὰ λύπης μου, ὅτι δὲν παρατηρεῖται πρόοδος ἐν παραβολῇ πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1878, ἀλλὰ ὀπισθοδρόμησις. Κατὰ προσθήκην ἀναγράφονται καὶ αἱ γραπταὶ ἀσκήσεις. Ὅστις ὅμως ἐξ ὑμῶν ἔχει γνῶσιν τοῦ πράγματος, δύναται νὰ πληροφορήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι αἱ γραπταὶ ἀσκήσεις οὐχὶ μόνον εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα ὑπάρχουσι.
§314ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Γραπτὰς ἐκθέσεις, ὑποθέτω, ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς ἐκθέσεις ἰδεῶν.
§315ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ γραπταὶ ἐκθέσεις εἰς τὴν καθωμιλημένην ἄρχονται ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους. Αἱ γραπταὶ ἀσκήσεις ἐπιβάλλονται καὶ εἰς τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα.
§316Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Αὐτὰ θὰ καθορισθῶσι δι’ ὁδηγιῶν τοῦ Ὑπουργείου.
§317ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι κατὰ προσθήκην θὰ διδάσκωνται καὶ αἱ γραπταὶ ἀσκήσεις. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι καὶ τὸν τελευταῖον γραμματοδιδάσκαλον ἄν ἐρωτήσητε, θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει χειρότερον πρᾶγμα ἀπὸ τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν γραπτῶν ἀσκήσεων ἐκ τῆς διδασκαλίας του. Ἐὰν ἐρωτήσητε δὲ ἕνα ξένον διδάσκαλον, βεβαίως θὰ ἀπορήσῃ. Τὸ μόνον μέρος, τὸ ὁποῖον πράγματι προσθέτει τὸ παρὸν νομοσχέδιον, εἶναι τὸ ἑξῆς, δι’ οὗ συμπληροῦται μᾶλλον μία διάταξις τοῦ ἄρθρου ἐκείνου (ἀναγινώσκει): «Διδασκαλία στοιχείων γεωμετρίας, χημείας καὶ φυσικῆς ἱστορίας, μετὰ ἐφαρμογῆς αὐτῶν ἐν τῇ γεωργίᾳ, τῇ βιομηχανίᾳ, τῇ κτηνοτροφίᾳ καὶ τῇ ὑγιεινῇ.» Εἰς τὰ σχολεῖα λοιπὸν τὰ πλήρη θὰ ἔχωμεν κατὰ ταῦτα ἐφηρμοσμένην χημείαν, γεωμετρίαν κλπ. εἰς τὴν γεωργίαν, τὴν βιομηχανίαν κτλ. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ ὄχι δημοδιδάσκαλος, ἀλλὰ καθηγητὴς Διδασκαλείου, καθηγητὴς Γυμνασίου, δυνάμενος νὰ διδάξῃ εἰς παῖδας γεωμετρίαν, χημείαν, φυσικὴν ἱστορίαν, καὶ δὴ ἐφηρμοσμένας τὰς ἐπιστήμας ταύτας εἰς τὴν γεωργίαν, τὴν βιομηχανίαν, τὴν κτηνοτροφίαν καὶ τὴν ὑγιεινήν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω κανένα καθηγητήν. Ἄν ἐξαιρέσῃ τις τὸν διευθυντὴν τῆς Ἐμπορικῆς Ἀκαδημίας τοῦ Πειραιῶς κ. Ρουσόπουλον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ διδάξῃ ταῦτα τὰ μαθήματα καὶ ἐφηρμοσμένα, δεύτερον καθηγητὴν ἐν Ἑλλάδι δὲν γνωρίζω· καὶ ἐν τούτοις θέλει νὰ φορτώσῃ αὐτὰ εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ νὰ τοὺς καταστήσῃ πανεπιστήμονας! Πλὴν δὲ τούτου θὰ ἦσαν ποτὲ εἰς θέσιν οἱ μαθηταὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων νὰ διδαχθῶσι τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος ἐπιστήμας;
§318ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅ,τι ἤθελον συστήσει εἶναι ἓν μάθημα, ὅπερ θεωρῶ τὸ ἀναγκαιότερον ὅλων διὰ τοὺς παῖδας τοῦ λαοῦ, τοὺς ὁποίους ὀφείλομεν νὰ διατηρήσωμεν καὶ παρασκευάσωμεν εἰς τὰ ἐπαγγέλματα, τὰ ὁποῖα οἱ γονεῖς των συνήθως ἀσκοῦσιν, εἶναι τὸ τῆς ἰχνογραφίας.
§319Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1878. Ζητεῖτε προσθήκην μαθήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον.
§320ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχει ἰχνογραφία πρὸς τοιούτους βιομηχανικοὺς σκοπούς;
§321Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως ὑπάρχει.
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 11.
§323ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Εἰς τὰ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα διορίζεται, προτάσει τοῦ Διευθυντοῦ, ὑπηρέτης ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ δραχμῶν τριάκοντα μὲν ἐν ταῖς πρωτευούσαις νομῶν, εἴκοσι δ’ ἐν ταῖς ἄλλαις πόλεσι. «Καὶ δι’ ἔξοδα γραφείου χορηγοῦνται κατ’ ἔτος εἰς μὲν τὸν διευθύνοντα πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον δραχμαὶ εἴκοσι καὶ πέντε, εἰς δὲ τὸν διευθύνοντα κοινὸν δημοτικὸν σχολεῖον δραχμαὶ δώδεκα.»
§324ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ, Κύριοι, ἐβασάνισα ἀρκετὰ τὸν νοῦν μου, ἀλλὰ δὲν εὗρον τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον μέσα εἰς τὰ μαθήματα τῶν σχολείων καὶ τὸν βαθμὸν τῶν διδασκάλων παρεισκωμάζουσι τὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν ὑπηρετῶν καὶ τοῦ μισθοῦ αὐτῶν.
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 12.
§326ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Γραμματοδιδασκαλεῖα συνιστῶνται πανταχοῦ, ἔνθα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συστηθῇ καὶ συντηρηθῇ δημοτικὸν σχολεῖον, εἴτε δι’ ἀνεπάρκειαν τῶν δημοτικῶν πόρων, εἴτε δι’ ἔλλειψιν μαθητῶν. Ἀλλ’ οὐδὲ γραμματοδιδασκαλεῖα συνιστῶνται ἐν οἷς χωρίοις ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν δὲν ὑπερβαίνει τοὺς δέκα πέντε.»
§327ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ἐν τέλει τῆς περιόδου «Ἀλλ’ οὐδὲ γραμματοδιδασκαλεῖα συνιστῶνται ἐν οἷς χωρίοις ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν δὲν ὑπερβαίνει τοὺς δέκα πέντε» φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «δαπάνῃ τοῦ δήμου». Μεθ’ ὃ νὰ γείνῃ ἡ ἑξῆς προσθήκη, ὅτι εἰς τὰ χωρία, εἰς ἃ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν δὲν ὑπερβαίνει τοὺς δέκα πέντε, δύναται νὰ συστηθῇ ἢ διατηρηθῇ τὸ ὑπάρχον δημοτικὸν σχολεῖον ἢ γραμματοδιδασκαλεῖον, ἂν ἰδιῶται ἀναλάβωσι τὴν πληρωμὴν τῆς τοῦ διδασκάλου ἀντιμισθίας.
§328Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἶναι περιττόν. Ἄν θέλουν οἱ γονεῖς τῶν παιδίων δι’ ἰδιωτικῶν εἰσφορῶν νὰ σπουδάσωσι τὰ τέκνα των, οὐδεὶς δύναται νὰ κωλύσῃ αὐτούς.
§329ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι περιττὸν, διότι ἔχουσι καταργηθῇ πλεῖστα ὅσα σχολεῖα, καὶ σήμερον δὲν συνιστῶνται, ἂν δὲν ἔχωσι πλείονας τῶν 15 μαθητῶν, ἐν ᾧ δύνανται οἱ γονεῖς νὰ συντηρήσωσιν αὐτὸ τὸ σχολεῖον.
§330Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Κατωτέρω τῶν 12;
§331ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Καὶ κατωτέρω τῶν 12, διατὶ νὰ μὴ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἰδιώτας νὰ τὸ συντηρήσωσι;
§332Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καταθέσατε τὴν τροπολογίαν σας.
§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 13.
§334ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Γραμματοδιδάσκαλοι διορίζονται πρὸ παντὸς οἱ τριτοβάθμιοι διδάσκαλοι. Μόνον ἐν ἐλλείψει ἢ ἐν ἀρνήσει τῶν τριτοβαθμίων διδασκάλων διορίζονται γραμματοδιδάσκαλοι οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ περὶ Ὑποδιδασκαλείων ͵ΒΟΘʹ νόμου τῆς 6 Αὐγούστου 1892 ἀναγνωρισθέντες γραμματισταί. Ἐν ἐλλείψει δὲ καὶ τοιούτων, διορίζονται οἱ κατὰ τὸ ἀπὸ 13 Σεπτεμβρίου 1891 Β. Διάταγμα ἀποκτήσαντες πτυχίον γραμματοδιδασκάλου, καὶ ἐπὶ τέλους οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον Σχολαρχείου ἢ Ἱερατικῆς Σχολῆς. «Οὐδεὶς ὅμως δύναται νὰ διορισθῇ γραμματοδιδάσκαλος, ἐὰν δὲν συνεπλήρωσε τὸ 17ον ἔτος τῆς ἡλικίας αὑτοῦ.»
§335ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κρίνω περιττὸν, μεθ’ ὅσα εἶπον ἤδη, νὰ ἐλεεινολογήσω καὶ ἐκ νέου τὴν τύχην τῶν γραμματοδιδασκάλων, οἵτινες καταδικάζονται διὰ τοῦ παρόντος νόμου νὰ γείνωσι γραμματισταὶ καὶ γραμματοδιδάσκαλοι. Ἀλλ’ ἔχω ἀπορίας τινάς. Διατάσσεται διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου (ἀναγινώσκει): «Γραμματοδιδάσκαλοι διορίζονται πρὸ παντὸς οἱ τριτοβάθμιοι διδάσκαλοι. Μόνον ἐν ἐλλείψει ἢ ἐν ἀρνήσει τῶν τριτοβαθμίων διδασκάλων διορίζονται γραμματοδιδάσκαλοι οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ περὶ Ὑποδιδασκαλείων ͵ΒΟΘʹ νόμου τῆς 6 Αὐγούστου 1892 ἀναγνωρισθέντες γραμματισταί». Δὲν μοὶ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, πόθεν θὰ γινώσκῃ ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν νομῶν Αἰτωλοακαρνανίας καὶ Ἄρτης, ὅτι θὰ ὑπάρχωσι γραμματοδιδάσκαλοι ἐν Ἀρκαδίᾳ ἢ ἀλλοῦ, διὰ νὰ προτιμήσῃ αὐτούς;
§336Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ ἔχῃ τὸ μητρῷον.
§337ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἔχῃ καθημερινὴν ἀνταπόκρισιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρὸς ὅλους τοὺς ἐντὸς ὑπηρεσίας δημοδιδασκάλους καὶ γραμματιστάς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς, ὅπως ἑκάστοτε.
§338Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον θὰ παρακολουθῇ κατὰ βῆμα τὰς ἐργασίας τοῦ Ἐπιθεωρητικοῦ Συμβουλίου. Δὲν θὰ τὸ ἀφήσῃ ἐντελῶς ἀνεπιτήρητον.
§339ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν νομίζετε δὲ, ὅτι προσγίγνεται ἓν μέγα ἀδίκημα εἰς τοὺς δυστυχεῖς γραμματιστάς; Αὐτοὶ ἠναγκάσθησαν νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰ ὑποδιδασκαλεῖα, νὰ φοιτήσωσιν εἰς αὐτὰ ἐπὶ ἓν ἔτος, νὰ ὑποστῶσι δοκιμασίαν, ἡ ὁποία βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι ἀναδεικνύει αὐτοὺς πολὺ ἀνωτέρους ὄχι μόνον τριτοβαθμίων, ἀλλὰ καὶ δευτεροβαθμίων καὶ πρωτοβαθμίων δημοδιδασκάλων, χειροτονηθέντων ὑπὸ ἐπιτροπῶν, καὶ ἀφοῦ κατέβαλον τόσην ἐπιμέλειαν καὶ ἀνεδείχθησαν τόσον ἱκανοὶ, στηριζόμενοι εἰς τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα τοῖς παρεῖχεν ὁ νόμος τοῦ 1892 τοῦ νὰ διορίζωνται αὐτοὶ κατὰ προτίμησιν εἰς γραμματοδιδασκαλεῖα, πῶς ἔρχεσθε νῦν καὶ τοὺς ἀπεκδύετε τῶν δικαιωμάτων των, τὰ ὁποῖα ἐξ ἑνὸς νόμου αὐτοὶ ἀρύονται; Ἀλλοίμονον ἂν μία Πολιτεία ἔρχηται ἑκάστοτε καὶ μεταβάλλουσα τοὺς νόμους ἀφαιρῇ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐκ προηγουμένων νόμων ἀπέκτησαν οἱ πολῖται!
§340ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνδιαφέρομαι πολὺ διὰ τοὺς τίτλους τῶν δημοδιδασκάλων. Ἐνδιαφέρομαι περισσότερον διὰ τοὺς μισθοὺς αὐτῶν, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν οἱ τριτοβάθμιοι διδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι διορίζονται γραμματοδιδάσκαλοι, θὰ λαμβάνωσι τὸν μισθὸν τοῦ γραμματοδιδασκάλου ἢ τὸν τοῦ δημοδιδασκάλου.
§341ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως.
§342Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ λαμβάνωσι τὸν μισθὸν τοῦ βαθμοῦ των.
§343ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τίς ἡ ἀνάγκη τότε νὰ μὴ γείνῃ δημοτικὸν σχολεῖον κοινόν;
§344Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διότι δὲν ἐπαρκοῦσιν οἱ πόροι καὶ νὰ λαμβάνῃ μισθὸν 100 δραχμῶν ὁ δημοδιδάσκαλος· διὰ τοῦτο ὑποβιβάζονται, καὶ θὰ λαμβάνῃ μόνον 60 ἢ 70 δραχμὰς, ὅπως ὁ γραμματιστής. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον, ἀπορῶ δὲ, πῶς ὑπάρχουσιν ἀμφιβολίαι. Δὲν πρόκειται ἐδῶ οἱ γραμματοδιδάσκαλοι νὰ ἀλλάξωσι τίτλον, πρόκειται νὰ λάβωσι μικρὸν μισθόν.
§345ΠΕΡΡΟΣ. Ἂν πρόκειται νὰ ἀλλάξῃ τὸν μισθόν του ὁ τριτοβάθμιος, νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἐν τοῖς γραμματοδιδασκαλείοις τοῦ προηγουμένου ἄρθρου διορίζονται πρὸ παντὸς τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι». Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὀνομάσωμεν ἐκ τῶν προτέρων ἐκείνους οἱ ὁποῖοι φέρουσι τὸν βαθμὸν τοῦ δημοδιδασκάλου, νὰ τοὺς ὀνομάσωμεν γραμματοδιδασκάλους. Αὐτοὶ ἔχουσι κεκτημένον τὸν βαθμὸν δημοδιδασκάλου.
§346ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν τὸν χάνουν.
§347ΠΕΡΡΟΣ. Προσβάλλονται· διατὶ νὰ μὴ τοὺς ὀνομάζητε δημοδιδασκάλους, ἀφοῦ ἀπέκτησαν τὰ στοιχεῖα, ἀλλὰ τοὺς ἀποκαλεῖτε γραμματοδιδασκάλους; Ὑποτιμᾶτε τὴν θέσιν των. Ἀντὶ νὰ εἴπωμεν «γραμματοδιδάσκαλοι διορίζονται κλπ.» νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐν τοῖς γραμματοδιδασκαλείοις, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι διαθέσιμα, προτιμῶνται οἱ τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι, ἀντὶ τῶν γραμματιστῶν, καὶ μετ’ αὐτοὺς ἔρχονται οἱ γραμματοδιδάσκαλοι. Λοιπὸν πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὡς εἶπον.
§348Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§349ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μόνον τὸν τίτλον θέλετε νὰ διασώσωσι;
§350ΠΕΡΡΟΣ. Μάλιστα. Διατὶ ὄχι;
§351Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Αὐτὸ λέγει καὶ τὸ ἄρθρον 8. «Ὁ βαθμὸς καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τῶν πλειόνων συνυπηρετούντων διδασκάλων κανονίζεται ἐκ τῶν πόρων τῶν δήμων.»
§352ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν τεθῇ ὅπως λέγετε, διατὶ θὰ φέρουν βαθμὸν δημοδιδασκάλου; (διάλογοι).
§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσουν οἱ διάλογοι.
§354ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δηλώσῃ, ἂν θεωρῇ τὴν προτίμησιν τοῦ ἄρθρου 13 ὡς ὑποχρεωτικήν.
§355Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει τὴν ἑξῆς ἔνοιαν· θέλει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν διδασκαλίαν τῶν δημοδιδασκάλων καὶ ἰδιαιτέρως τῶν γραμματοδιδασκάλων. Ἐν ᾗ περιπτώσει λοιπὸν ὑπάρχωσιν ὑπεράριθμοι τριτοβάθμιοι, μὴ εὑρόντες θέσιν, ἢ ἀποστρατευθέντες καὶ ἔχοντες σύνταξίν τινα, ἢ δι’ ἄλλον λόγον στέργοντες νὰ διδάξωσι, νὰ προτιμῶνται αὐτοί. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου.
§356ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ τότε θὰ σᾶς παρατηρήσω ὅτι θὰ συμβαίνῃ τὸ ἑξῆς· ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν θὰ ἔχητε σήμερον δημοδιδάσκαλον καὶ διορίσητε γραμματοδιδάσκαλον, αὔριον δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ δημοδιδάσκαλος τρίτης τάξεως, καὶ τότε θ’ ἀναγκασθῆτε ἀμέσως νὰ παύσητε τὸν διορισθέντα καὶ διορίσητε τὸν ἄλλον. Ἀφοῦ δὲ ὁ δημοδιδάσκαλος τρίτης τάξεως ἤθελεν ἐκτοπίσει τὸν γραμματοδιδάσκαλον, δυνατὸν νὰ εὕρῃ θέσιν δημοδιδασκάλου, καὶ τότε θὰ σᾶς ἀφήσῃ τὴν ὑγείαν, ὅπερ θὰ φέρῃ εἰς τελείαν παράλυσιν τῶν σχολείων.
§357Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τί νὰ κάμωμεν;
§358ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ κάμητε ὅ,τι δὲν φέρει εἰς κίνησιν ἀέναον.
§359Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι ἐν τῷ συμφέροντι καὶ τῷ τέλει τῶν δημοδιδασκάλων· ὁ δημοδιδάσκαλος δὲν ἔχει θέσιν τινά, δὲν τοποθετεῖται, μένει ἀργός· ὑπάρχει ἡ θέσις γραμματοδιδασκάλου· ἄν θέλῃ, διορίζεται, ἂν δὲν θέλῃ, οὐδεὶς βιάζει αὐτὸν νὰ τὴν δεχθῇ.
§360ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἴπετε ὅτι καθιεροῦτε τὴν μονιμότητα, καὶ δημιουργεῖτε ἀέναον κίνησιν.
§361Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν δημιουργοῦμεν ἀέναον κίνησιν, ἀλλ’ ὅταν δὲν ἔχῃ θέσιν καὶ προτιμᾷ νὰ μὴ μένῃ ἐν ἀργίᾳ, νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ διορίζηται.
§362ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὔριον εὑρίσκει καλλιτέραν θέσιν, θὰ ὑπάγῃ εἰς ἐκείνην· μεθαύριον εὑρίσκει καλλιτέραν...
§363Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς θὰ τὸν δεσμεύσητε; Ποῖον δικαίωμα ἔχομεν νὰ τὸν δεσμεύσωμεν;
§364ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ δικαίωμα, ὅπερ πρέπει νὰ ἀρνῆσθε ἐκ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ καταρτίσητε κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, χωρὶς νὰ ἀνοίγῃ στάδιον κερδοσκοπίας εἰς τὸν διδάσκαλον, ἐπὶ παραλύσει ταύτης.
§365Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸς ἔχει τὸ δικαίωμα πάντοτε, ὅταν εὕρῃ θέσιν ἐν τῷ δημοτικῷ σχολείῳ, νὰ εἴπῃ: «διόρισόν με εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, διότι ἔχω δίπλωμα δι’ αὐτὴν τὴν θέσιν.»
§366ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπήρξατε εἰσηγητὴς τοῦ νόμου περὶ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν, καὶ ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, διὰ τοῦ ὁποίου συνεβλήθητε μὲ τοὺς μέλλοντας νὰ σπουδάσωσιν ἐκεῖ, ἀνελάβετε τὴν ὑποχρέωσιν, εὐθὺς ὡς ἀποφοιτήσωσιν οὗτοι, νὰ τοποθετηθῶσι παρὰ τῆς Πολιτείας μὲ τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχουσι.
§367Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄν ὑπάρχῃ θέσις.
§368ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διατὶ ἀνατρέπετε τὸ καθεστὼς, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ὁ διδάσκαλος ἠδύνατο νὰ διορισθῇ μέχρι τοῦδε μὲ τὸν βαθμόν του;
§369Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνατρέπεται καθ’ ὑμᾶς, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖτε νὰ κωλυσιεργῆτε, προβάλλοντες τοιαῦτα (αἴσθησις). Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸν τοποθετήσω ἐν τῷ σχολείῳ. Ὑπάρχει θέσις; τὸν διορίζω. Δὲν ὑπάρχει θέσις; δὲν τὸν διορίζω.
§370ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄν νομίζητε, ὅτι κωλυσιεργοῦμεν, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ὁμιλήσω πλέον, καὶ νὰ ψηφισθῇ ὅπως ἔχει τὸ νομοσχέδιον.
§371Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως κωλυσιεργεῖτε· διότι ὅσα λέγετε ἐδῶ δὲν εἶναι σπουδαῖα.
§372ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθητε νὰ συντάξητε κἄν μίαν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ τραγελαφικοῦ σας νομοσχεδίου, θέλετε τώρα διὰ προσωπικῶν ἐπιθέσεων νὰ παρακωλύσητε καὶ τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ ἦναι οὕτω καθ’ ὅλα πρωτότυπος ὁ νόμος σας, ἂν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως.
§373Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἐδώκαμεν, εἶναι περισσότερον ἀπὸ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν.
§374Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἀπὸ δέκα ἐκθέσεις.
§375ΡΑΛΛΗΣ....
§376Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶπον δι’ ὑμᾶς· διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διορίσωμεν τὸν δημοδιδάσκαλον. Ἡμεῖς ἐπροτιμήσαμεν αὐτὸν, διότι ὅταν ἔχῃ δίπλωμα δημοδιδασκάλου, ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ θέσιν ἐν δημοτικῷ σχολείῳ, καὶ ἐν ὅσῳ ὑπάρχει θέσις κενὴ, ὀφείλει ἡ διοίκησις νὰ τὸν διορίσῃ εἰς αὐτήν. Οὐδ’ ἐπιτρέπεται αὐτῇ νὰ τὸν δεσμεύσῃ εἰς τὸ γραμματοδιδασκαλεῖον.
§377ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὸν νῦν ἐν ἰσχύϊ νόμον, ὑπῆρχον καὶ θέσεις ἱκαναὶ καὶ μισθὸς πάντοτε ὁ ἀντάξιος τοῦ βαθμοῦ του, διὰ νὰ λαμβάνῃ ὁ διδάσκαλος, ὁ ἀποκτήσας δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου δικαίωμα. Ἔρχεσθε ὑμεῖς διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ ἀνατρέπετε τὴν καθεστηκυῖαν τάξιν.
§378Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Τίποτε ἀπ’ αὐτά.
§379ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπὸ δευτεροβαθμίους καὶ τριτοβαθμίους τοὺς κάμνετε γραμματιστὰς ἢ γραμματοδιδασκάλους. Αὐταὶ εἶναι αἱ συνέπειαι ἀκριβῶς τοῦ μέτρου.
§380Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ συμφέροντι τῶν δημοδιδασκάλων. Σεῖς ἀποκαλεῖτε δυστυχεῖς τοὺς διδασκάλους· ἀλλ’ ἂν ἦσαν οὗτοι παρόντες, ἀγνοῶ ἂν ἠθέλετε κινήσει τὸν οἶκτον αὐτῶν ἢ τὴν ἀγανάκτησιν.
§381ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διατὶ ταράσσονται ἐπὶ τοσοῦτον τὰ νεῦρά σας; Σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε ἐν ἀπαθείᾳ, διατὶ οἱ διδάσκαλοι θ’ ἀγανακτήσωσιν ἐναντίον ἐμοῦ, ὅστις ζητῶ νὰ προλάβω τὸν ἄδικον ὑποβιβασμόν των;
§382Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι τοὺς προτιμῶμεν εἰς τὰς θέσεις τὰς ὑποδεεστέρας· εἶναι προτίμησις, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ἔλαβον ἐν τοῖς διδασκαλείοις ἐξετασθέντες.
§383ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ὀνομάζετε προτίμησιν τοῦτο, ὅταν ἀφαιρῆτε ἀπ’ αὐτῶν τὰς 100 δραχμὰς καὶ τοῖς δίδητε 70;
§384Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀφαιρῶ τίποτε. Δὲν ἔχω. Ἂν εἶχε τὰς ἑκατὸν δραχμὰς, δὲν ἐδέχετο θέσιν.
§385ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐνῷ τὴν σήμερον ὑπάρχει δι’ αὐτὸν θέσις μὲ ἑκατὸν δραχμὰς...
§386Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ὑπάρχει. Τὴν σήμερον ἀκόμη ἔχομεν ἀνάγκην γραμματοδιδασκάλων.
§387ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δηλαδὴ ὑποστηρίζετε ὅ,τι ἐγὼ ἰσχυρίζομαι. Σήμερον, ὡς ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ εἰδικὸς περὶ τὰ τοιαῦτα Ὑπουργὸς, ὑπάρχουσι τόσον πολλαὶ θέσεις, ὥστε ἐλλείψει δημοδιδασκάλων διορίζετε εἰς αὐτὰς γραμματοδιδασκάλους. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας ὅμως, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ἐκπαιδεύσεως, περιορίζετε ἐπὶ τοσοῦτον τὰς θέσεις, ὥστε ἐκ τῶν ὑπαρχόντων δημοδιδασκάλων νὰ πλεονάζωσι πολλοὶ δι’ αὐτὰς, καὶ νὰ διορίζωνται ἐφεξῆς ὡς γραμματισταὶ καὶ γραμματοδιδάσκαλοι. Τοῦτο ἀπέδειξα ἐγὼ μέχρι τοῦδε κατὰ τρόπον ἀναντίλεκτον. Ἀπέδειξα ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιόν σας δὲν θὰ ὑπάρχωσι θέσεις ἱκαναὶ οὔτε διὰ τοὺς πρωτοβαθμίους, οὔτε διὰ τοὺς δευτεροβαθμίους καὶ τριτοβαθμίους δημοδοδασκάλους οὔτε διὰ τοὺς γραμματιστὰς, ἀφοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας καταργεῖται σωρεία ὅλη δημοτικῶν σχολείων. Αὐτὸ δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται πλέον νὰ τὸ συγκαλύπτητε διὰ τῶν δηλώσεων, ὅτι, ἂν δὲν ἀρκέσωσιν 800,000 δραχμαὶ, θέλετε ψηφίσει ἓν ἢ δύο ἑκατομμύρια. Εἴπατέ το καθαρὰ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑποδηλοῦσιν ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου σας, ὅτι προτίθεσθε νὰ καταργήσητε πλεῖστα ὅσα δημοτικὰ σχολεῖα καὶ νὰ ῥίψητε εἰς τοὺς δρόμους καὶ πρωτοβαθμίους καὶ δευτεροβαθμίους καὶ τριτοβαθμίους δημοδιδασκάλους καὶ γραμματιστὰς, καὶ μετὰ τὴν καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν ἐπιφέρετε εἰς αὐτοὺς, δεικνύετε δῆθεν πρὸς αὐτοὺς οἶκτον, λέγοντες: δύνασθε ἐφεξῆς νὰ γίνητε γραμματοδιδάσκαλοι!
§388Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πάντα ὅσα λέγετε εἶναι διαστροφή, καὶ ἑπομένως δὲν λέγετε ἀκριβῆ, διότι ἡμεῖς δὲν σκοποῦμεν οὔτε τοὺς πρωτοβαθμίους διδασκάλους νὰ ἀφήσωμεν ἐκτὸς θέσεως, οὔτε τοὺς δευτεροβαθμίους, οὔτε τοὺς τριτοβαθμίους. Ὑμεῖς δημιουργεῖτε αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, καὶ ἀπορῶ πῶς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀνῆλθεν εἰς τόσον ὑψηλὸν ἀξίωμα, εἰς ὃ ἀνεβίβασαν ὑμᾶς, πῶς μετέρχεται τοιαύτην τακτικὴν ἐν τῇ συζητήσει. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Ἀποδίδετε εἰς ἡμᾶς πρόθεσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν, καὶ διαμαρτυρόμεθα, καὶ ἀναιροῦμεν ὅσα λέγετε.
§389ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ τὰ ἀναιρέσητε διὰ τοῦ νομοσχεδίου!
§390Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐδώκαμεν διασαφήσεις ἀρκετὰς ἀπὸ τοῦ βήματος.
§391ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ διασαφήσεις σας δὲν εἶναι τίποτε ἀπέναντι τῶν σαφῶν καὶ ῥητῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου σας, καθ’ ἃς οἱ διδάσκαλοι καὶ οἱ γραμματισταὶ, ἐλλείψει θέσεων, ἃς καταργεῖτε, ῥίπτονται εἰς τοὺς δρόμους, ἢ γίνονται κατὰ συγκατάβασιν ἁπλοῖ γραμματοδιδάσκαλοι.
§392Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε ὅσον θέλετε· νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ σᾶς ἀπαντήσω πλέον.
§393ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι οὐδὲν ἔχετε ν’ ἀπαντήσητε.
§394Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Σᾶς ἐδηλώσαμεν δεκάκις, ὅτι δὲν προτιθέμεθα οὔτε σχολεῖα νὰ καταργήσωμεν, οὔτε διδασκάλους νὰ ὑποβιβάσωμεν. Ὁ ἐπιθεωρητὴς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ γνωμοδοτῇ. Εἶναι τὸ σχολεῖον πρωτοβάθμιον; θὰ διορισθῇ πρωτοβάθμιος. Σᾶς τὸ ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, σᾶς τὸ ὑπέβαλον διὰ δηλώσεων ἐγώ· δὲν πείθεσθε! Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἓν νομοσχέδιον ἐκ τοσούτων ἄρθρων, ὑπὸ τοιαύτην τῶν ἐννοιῶν διαστροφὴν, δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ.
§395ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅταν διερμηνεύων τὸ γράμμα καὶ πνεῦμα τοῦ νόμου ἀποδεικνύω, ὅτι ἐφεξῆς οἱ δημοτικοὶ πόροι θὰ κανονίζωσι τὸν βαθμὸν καὶ μισθὸν τῶν δημοδιδασκάλων, ὅτι δὲ οὕτω θὰ ἔχωμεν περιττεύοντας δημοδιδασκάλους, ὥστε θὰ διαθέτωμεν αὐτοὺς καὶ ὡς γραμματοδιδασκάλους, μὲ ἔκπτωσιν τοῦ βαθμοῦ καὶ τοῦ μισθοῦ των, δύνασθε ὑμεῖς νὰ ὑπολαμβάνητε ταῦτα ὡς διαστροφὴν τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ τοῦτο μαρτυρεῖ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀνέγνω κἄν τὸ νομοσχέδιον.
§396ΡΑΛΛΗΣ. Λυποῦμαι διότι ἁπλῆ παρατήρησις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς λογομαχίαν, ἐκ τῆς ὁποίας προέκυψε καὶ ἡ κατηγορία τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐνταῦθα κωλυσιεργοῦμεν· ἀλλὰ διὰ τίνα λόγον; Ἡ παρατήρησίς μου ἦτο ἡ ἑξῆς· παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν θεωρῇ ὑποχρεωτικὴν τὴν προτίμησιν, τὴν ὁποίαν περιλαμβάνει τὸ ἄρθρον 13. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι θεωρεῖ ταύτην ὑποχρεωτικὴν, δηλαδὴ ὅτι οἱ τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι θὰ προτιμῶνται τῶν γραμματοδιδασκάλων, καὶ οἱ γραμματοδιδάσκαλοι τῶν γραμματιστῶν. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ὑποχρεωτικὴ προτίμησις συνεπάγεται ἀέναον μετακίνησιν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ διδακτικοῦ τῶν σχολείων. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν φραγμὸν, ἀφοῦ ὁ δημοδιδάσκαλος, εὑρεθεὶς ἄνευ θέσεως, δύναται νὰ δεχθῇ θέσιν γραμματοδιδασκάλου. Ἀλλ’ ἅμα ὡς ἤθελε παρουσιασθῇ θέσις καλλιτέρα, θὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν θέσιν του, καὶ οὕτω θὰ εὑρίσκωνται εἰς ἀέναον κίνησιν.
§397ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 14.
§398ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ διδασκόμενα ἐν τοῖς γραμματοδιδασκαλείοις μαθήματά εἰσι αʹ) ἡ ἀνάγνωσις καὶ πραγματογνωσία· βʹ) ἡ γραφή· γʹ) ἀριθμητική· δʹ) στοιχειώδης ἱερὰ ἱστορία καὶ κατήχησις· εʹ) στοιχεῖα Ἑλληνικῆς ἱστορίας, καὶ μάλιστα ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821· ϛʹ) γεωγραφία τῆς Ἑλλάδος· ζʹ) περικοπαὶ τοῦ Εὐαγγελίου. «Β. Διάταγμα θέλει κανονίσει τὰ καθ’ ἕκαστα τῆς ἐν τοῖς γραμματοδιδασκαλείοις διδασκαλίας καὶ τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως αὐτῶν.»
§399ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μοὶ λύσῃ τὴν ἑξῆς ἀπορίαν· ἡ γυμναστικὴ, ἡ μουσικὴ θ’ ἀπαγορευθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι ἐκ τῶν δημοτικῶν σχολείων; Διατὶ δὲν γίνεται διόλου μνεία αὐτῶν τῶν μαθημάτων; Ἡ γυμναστικὴ εἶναι ἓν τῶν ἀπαραιτήτων μαθημάτων, ἐπιβάλλεται δὲ καὶ εἰς αὐτὰ τὰ νηπιαγωγεῖα. Γνωρίζουσι δὲ νὰ διδάξωσι καὶ γυμναστικὴν καὶ μουσικὴν οἱ δημοδιδάσκαλοι, διότι ἐδιδάχθησαν αὐτὰς εἰς τὰ διδασκαλεῖα. (Γίνεται δεκτὸν τό ἄρθρον 14, ὡς ἔχει).
§400ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15.
§401ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐν τοῖς γραμματοδιδασκαλείοις δύνανται νὰ φοιτῶσι καὶ διδάσκωνται καὶ θήλεα, ἐὰν ἐν τῷ τόπῳ δὲν ὑπάρχῃ σχολεῖον θηλέων, ἀλλὰ ἐν χωριστοῖς θρανίοις καὶ μέχρι τῆς ἡλικίας τῶν δέκα ἐτῶν. Ἐν τοῖς γραμματοδιδασκαλείοις ὅμως τούτοις διορίζονται κατὰ προτίμησιν διδασκάλισσαι.»
§402ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ τοῦ ἄρθρου 21, διότι ἐν τούτῳ ὁρίζεται ἡ ἡλικία τῶν θηλέων δεκαετής, ἐν τῷ 21 δὲ ὀκταετής. Καλὸν δὲ θὰ ἦτο νὰ ἔλειπεν ἡ φράσις, καθ’ ἣν πρέπει τὰ θήλεα νὰ κάθηνται ἐν χωριστοῖς θρανίοις. Αἱ τοιαῦται διατάξεις δὲν ἀναγράφονται ἐν τοῖς νόμοις. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἔχει.
§403ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16.
§404ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν γραμματοδιδασκαλείῳ φοιτώντων μαθητῶν ὑπερβαίνῃ τοὺς ἑβδομήκοντα, διορίζεται ἐν αὐτῷ ὡς γραμματοδιδάσκαλος τριτοβάθμιος δημοδιδάσκαλος, καὶ οὐχὶ ἐξ ἄλλης τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 13 κατηγοριῶν, ἂν οἱ χρηματικοὶ πόροι τοῦ δήμου δὲν ἐπαρκῶσι πρὸς ἵδρυσιν δημοτικοῦ σχολείου.»
§405ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει γραμματοδιδάσκαλος, θὰ μείνῃ κλειστὸν τὸ σχολεῖον; Σᾶς λέγω ὅτι εἰς τὸν νομόν Τρικκάλων δὲν εὑρίσκετε νὰ στείλητε δημοδιδασκάλους μὲ πλήρη τὸν μισθόν, πολὺ ὀλιγώτερον θὰ εὕρητε νὰ στείλητε γραμματοδιδασκάλους. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἔχει).
§406ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17.
§407ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Μετὰ γνωμοδότησιν τῶν κατὰ νομοὺς ἐπιθεωρητῶν, ὑποβαλλομένην ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων μετὰ τῶν ἰδίων αὐτοῦ παρατηρήσεων, θέλουσι καθορίζεσθαι διὰ Β. Διατάγματος τὰ περὶ ἐνάρξεως καὶ λήξεως τῆς καθ’ ἑξάμηνον τοῦ σχολικοῦ ἔτους διδασκαλίας, τὰ περὶ διδακτέας ὕλης ἐν ἑκάστῃ τῶν τάξεων τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὰ περὶ μεθόδων καὶ τρόπων διδασκαλίας, καὶ τὰ περὶ ἐξετάσεων ἐν γένει ἐν τοῖς σχολείοις τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Τὰ δὲ περὶ τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως καὶ τὸ ἑβδομαδιαῖον ὡρολόγιον τῶν μαθημάτων, δι’ ἐνιαυσίων κανονισμῶν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου.»
§408ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λέγετε ὅτι θὰ κανονίζωνται διὰ Β. Διατάγματος τὰ περὶ ἐνάρξεως καὶ λήξεως τῆς καθ’ ἑξάμηνον τοῦ σχολικοῦ ἔτους διδασκαλίας, τὰ περὶ τῆς διδακτέας ὕλης, τὰ περὶ τῶν μεθόδων καὶ τρόπων καὶ τὰ περὶ ἐξετάσεων κλπ. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι τοῦτο θὰ ἦναι δυσκατόρθωτον, νομίζω ὅτι εἰς κανονιστικὰς διατάξεις περιλαμβάνεται τι, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάγεται εἰς αὐτάς. Τὰ περὶ μεθόδων καὶ τρόπων διδασκαλίας εἶναι ἔργον τῆς διδασκαλίας. Διατὶ νὰ κανονίζηται καθ’ ἑξάμηνον; Καὶ πῶς; Μετὰ γνωμοδότησιν τῶν ἐπιθεωρητῶν. Ταῦτα νομίζω ὅτι δὲν δύνανται νὰ μεταβάλλωνται κατ’ ἔτος καὶ καθ’ ἑξάμηνον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17, ὡς ἔχει).
§409ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18.
§410ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Οἱ ἀπὸ κοινοῦ εἰς κοινὸν δημοτικὸν σχολεῖον μεταβαίνοντες μαθηταὶ ὀφείλουσι νὰ προσάγωσιν ἀποδεικτικὸν τοῦ σχολείου, ἐξ οὗ προέρχονται, κατ’ αὐτὸ δὲ κατατάσσονται εἰς τὴν προσήκουσαν τάξιν. Οἱ δὲ ἀπὸ κοινοῦ εἰς πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον μεταβαίνοντες, ἢ ἀπὸ γραμματοδιδασκαλείου εἰς κοινὸν ἢ πλῆρες, πλὴν τῆς προσαγωγῆς τοῦ ἀποδεικτικοῦ, ὑποβάλλονται ὑπὸ τῶν διδασκάλων καὶ εἰς δοκιμασίαν, καὶ συμφώνως πρὸς ταύτην κατατάσσονται εἰς ἣν τάξιν ἤθελον κριθῆ ἱκανοί.»
§411ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν ἠθέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν ἀληθῆ μεταῤῥύθμισιν, ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψωμεν τὸ δικαίωμα τῆς μεταδόσεως τῆς πρώτης μορφώσεως εἰς τοὺς παῖδας ἐν τῇ οἰκογενείᾳ αὐτῶν. Τοῦτο ἐπιτρέπεται καὶ εἰς ἕτερα Κράτη, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι τὸ Κράτος, ὡς ἐν Δανίᾳ, ζητεῖ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἀπέναντι τῶν γονέων, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τὴν ἀνατροφὴν τῶν τέκνων των, καὶ ἐξασφαλίζεται διὰ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ προσάγωσι κατ’ ἔτος τὰ τέκνα των εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἐν οἷς ὑφίστανται ἐξετάσεις, καὶ ἂν ὁ παῖς ἀποδειχθῇ ἀνίκανος, ἀπαγορεύεται τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς γονεῖς τῆς κατ’ οἶκον διδασκαλίας. Παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει περίστασις ἐξαιρετική, καθ’ ἣν ἐπιβάλλεται τοῦτο. Πρέπει λοιπὸν νὰ καθιερωθῇ τοιαύτη διάταξις οὐ μόνον διὰ τοὺς ἐκ γραμματοδιδασκάλων προερχομένους, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἐκ διδασκαλίας ἐν τῇ οἰκογενείᾳ. Νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῶν ἰδιωτικῶν σχολείων, ἐὰν δηλ. ὁ ἔχων ἀπολυτήριον ἐξ ἰδιωτικοῦ σχολείου θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, μεταβαίνων εἰς τὸ ἑλληνικόν, νὰ ὑφίσταται τὴν δοκιμασίαν, ἢ θὰ ὑποχρεῶται νὰ ὑποστῇ καὶ εἰς τὸ δημοτικὸν τὴν τοιαύτην δοκιμασίαν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀπολυτηρίου, τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ, θ’ ἀποκτᾷ τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστῇ τὴν δοκιμασίαν ἐν τῷ ἑλληνικῷ σχολείῳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18, ὡς ἔχει).
§412ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19.
§413ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Εἰς ἐξέτασιν ὡσαύτως ὑποβάλλεται ὁ δυνάμει ἀπολυτηρίου κοινοῦ ἢ πλήρους δημοτικοῦ σχολείου προσερχόμενος νὰ καταταχθῇ εἰς ἑλληνικὸν σχολεῖον. Καὶ ὁ μὲν ἀπὸ κοινοῦ κριθεὶς ἱκανὸς κατατάσσεται ἐν τῇ πρώτῃ (τῇ κατωτάτῃ) τάξει τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου, ὁ δὲ ἀπὸ πλήρους, ἂν κριθῇ ἱκανὸς, δύναται νὰ καταταχθῇ καὶ εἰς ἀνωτέραν.»
§414ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνταῦθα γεννᾶται ἓν ἀδίκημα. Ἀφοῦ ἐν τοῖς κοινοῖς σχολείοις ὑπάρχουσι τὰ μαθήματα τῶν δύο κατωτέρων τάξεων τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, καὶ ἐξομοιοῦνται αὐτὰ πρὸς τὰ ἑξατάξια σχολεῖα, δικαιοῦνται οἱ ἀπόφοιτοι τῶν κοινῶν σχολείων, ὅταν ἔχωσι τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, νὰ κατατάσσωνται εἰς τὰς ἀνωτέρας τάξεις· διατὶ νὰ κατατάσσωνται καὶ αὐτοὶ ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ μετὰ δοκιμασίαν, διότι ἄλλως ἀδικοῦνται οἱ εὐφυέστεροι καὶ ἱκανώτεροι τῶν μαθητῶν. Οὐδεμίαν συγκατάβασιν ζητοῦμεν ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὸ δίκαιόν των ἐπιβάλλει, ἡ ἱκανότης των, ἐὰν κριθῶσιν ἄξιοι κατὰ τὴν δοκιμασίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῶσι, νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν ἁρμόζουσαν τάξιν.
§415ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγώ, φρονῶ, ὅτι ὁ μόνος τρόπος, καθ’ ὃν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου, εἶναι αὐτὸς, ὃν παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, διότι μόνον ἐφ’ ὅσον οἱ φοιτῶντες εἰς τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα δὲν ἔχωσι τὸ πλεονέκτημα προσερχόμενοι εἰς τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον νὰ ὑποστῶσι τὴν δοκιμασίαν διὰ τὴν ἀνωτέραν τάξιν, μόνον τότε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ παραμένωσιν ἐπὶ δύο ἀκόμη ἔτη εἰς τὰς δύο ἀνωτέρας τάξεις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Ἄλλως βεβαίως θὰ προτιμήσῃ ὁ μαθητὴς νὰ παραμείνῃ μόνον τέσσαρα ἔτη ἐν τῷ δημοτικῷ σχολείῳ καὶ μετ’ αὐτὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς σπουδάς του εἰς τὸ ἑλληνικόν.
§416ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 19 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§417Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε ἡ ὥρα εἶναι μία· νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§418ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον.