1895.06.17
4.492 στίχοι · 35.505 λέξεις · 238 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26
Τῆς 17 Ἰουνίου 1895.
(Σάββατον).
Ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς χθὲς παρεισέφρησαν λάθη τινά, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωσθῶσι πρὸ τῆς συνεδριάσεως. Θὰ ἦναι ὅμως ἕτοιμα μετ’ ὀλίγον, ὥστε νὰ ἀναγνωσθῶσι πρὸ τοῦ τέλους τῆς συνεδριάσεως. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας ἀναφοράς: Ἀναφορὰν συγγραφέων, βιβλιοπωλῶν καὶ ἐργοστασιαρχῶν τυπογράφων, ἐκφραζόντων εὐγνωμοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ διαγωνισμοῦ τῶν διδακτικῶν βιβλίων. Ὁμοίαν ἐμπόρων Ἀθηνῶν, παρακαλούντων τὴν Βουλήν, ὅπως προβῇ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ προληπτικοῦ τῶν πτωχεύσεων συμβιβασμοῦ. Ὁμοίαν πολιτῶν Ἑλλήνων, κατοίκων Φιλιππιάδος, παρακαλούντων νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ ἐκεῖ Ὑποπροξενεῖον. Ὁμοίαν τῶν οἰνοπωλῶν καὶ καπνοπωλῶν Λαμίας, ἐξαιτουμένων ὅπως παρασχεθῇ αὐτοῖς προθεσμία πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τῶν ἐτῶν 1890–1895. Ὁμοίαν τοῦ Κτηματικοῦ Συνδέσμου Πυλίων, προτείνοντος διάφορα μέτρα πρὸς προστασίαν τῆς σταφίδος. Ὁμοίαν σταφιδοκτημόνων καὶ ἐμπόρων Κεφαλληνίας, παρακαλούντων ὅπως ψηφισθῇ μέτρον τι ὑπὲρ τῆς σταφίδος. Ὁμοίαν κατοίκων τῆς πόλεως Ναυπάκτου περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Ὁμοίαν τοῦ λαοῦ τοῦ δήμου Πλαταμώδους, ὡσαύτως. Ὁμοίαν πολιτῶν ἐκ Γαργαλιάνων, συνηγορούντων ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ὁμοίαν Εὐθυμίου Νικολαΐδου, ἐργοστασιάρχου ἐν Ἑρμουπόλει, ἐξαιτουμένου ἀτέλειαν νήματος, χρησιμεύοντος εἰς κατασκευὴν σειριτίου. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον. Ὁμοίαν καταδίκων τῶν φυλακῶν Παλαμηδίου, ἐξαιτουμένων βασιλικὴν χάριν. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Καποδίστριας ὑποβάλλει τὰς ἑξῆς ἐπερωτήσεις.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα εὐαρεστούμενος προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: «Τίς ἡ ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰσφορὰ ἑνὸς ἑκάστου τῶν 12 δήμων τῆς ἐπαρχίας Κερκύρας κατὰ τὰ ἔτη 1893 καὶ 1894; «Τί πραγματικῶς ἐκ τῆς εἰσφορᾶς ταύτης εἰσεπράχθη παρὰ τοῦ Κράτους κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη;» «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν, ἵνα εὐαρεστούμενος προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα: «αʹ) Εἰς τίνας πόλεις ἢ χωρία ἑνὸς ἑκάστου τῶν 12 δήμων τῆς ἐπαρχίας Κερκύρας λειτουργοῦσι νῦν γραμματοδιδασκαλεῖα ἢ δημοτικὰ σχολεῖα, καὶ πόσα ἐν ἑκάστῃ πόλει ἢ χωρίῳ. «βʹ) Τίς ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰς μίαν ἑκάστην πόλιν ἢ χωρίον, ὅπου νῦν ὑπάρχουσι γραμματοδιδασκαλεῖα ἢ δημοτικὰ σχολεῖα, διδασκόντων γραμματοδιδασκάλων ἢ δημοδιδασκάλων. «γʹ) Πόσοι ἐκ τῶν δημοδιδασκάλων εἶναι πρωτοβάθμιοι, πόσοι δευτεροβάθμιοι καὶ πόσοι τριτοβάθμιοι.»
§3ΤΡΑΚΑΣ. Ἐν Λαμίᾳ, Κύριοι, οἱ κατὰ καιροὺς οἰκονομικοὶ ἔφοροι καὶ ἰδίως ὁ ἔφορος Σταματούδης δὲν συνέταξαν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευματιῶν οἰνοπωλῶν καὶ καπνοπωλῶν κατὰ τὰ ἔτη 1890, 1891 καὶ 1892, ἐπίσης δὲ δὲν συνέταξαν κατάλογον τῶν λοιπῶν ἐπιτηδευματιῶν ἐπὶ 3 ἔτη σὺν τοῖς εἰρημένοις, ἤτοι κατὰ ἔτη 1893, 1894 καὶ 1895. Ἐπειδὴ δὲ σήμερον ζητοῦνται φόροι 6 ἐτῶν διὰ μιᾶς, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ τοὺς πληρώσουν, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ διευκολυνθῇ ἡ πληρωμὴ εἰς δόσεις, οὕτως ὥστε νὰ πληρόνωσι τὴν ἐτησίαν δόσιν, σὺν ταύτῃ δὲ καὶ μίαν ἢ δύο ἐκ τῶν καθυστερουμένων.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν γνωρίζω τὴν ὑπόθεσιν. Ἤδη λαμβάνων ἀφορμὴν, θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα.
§5ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ προσθηκῶν καὶ διαγραφῶν εἰς πίνακας προσηρτημένους εἰς τοὺς νόμους ΑΦΛΓʹ καὶ ͵ΒΡΟϚʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 καὶ τῆς 20 Φεβρουαρίου 1893 περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ νόμου», συνοδευόμενον καὶ ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 151).
§7ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ προτιμηθῇ, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ ἡ σχετικὴ μεταβολὴ καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§8ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν σύστασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἐξήνεγκεν εἷς τῶν συναδέλφων, καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν δύο πίνακας, συνοδευομένους μετὰ λεπτομερειῶν, δηλοῦντας τὸν ἀριθμὸν τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1894 δοθεισῶν μηνύσεων κατ’ ἀστυνόμων καὶ ἀστυφυλάκων, τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκδικασθεισῶν ὑποθέσεων, τὴν ἔκβασιν αὐτῶν καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν μενουσῶν ἐκκρεμῶν. Αἱ στατιστικαὶ αὗται πληροφορίαι δὲν ἐχρησίμευσαν βεβαίως διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, θέλουσιν ὅμως χρησιμεύσει διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Προετίμων νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπειδὴ ὅμως ὑπέστη ἓν εἶδος ἐκλείψεως, τὸ ὁποῖον ἀποδίδω εἰς παρασκευὴν νομοσχεδίων....
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς ἐκπλήρωσιν καθήκοντος.
§12Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς λέγω εἰλικρινῶς, ὅτι τὸ εἶπον ἐν πεποιθήσει, ὅτι ἀπουσιάζει, διότι παρασκευάζει νομοσχέδια· δὲν ὑπέθετον δὲ ποτὲ, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῶ.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐργάζεται μετὰ νομομαθῶν πρὸς παρασκευὴν νομοθετημάτων. Ἡ βραχύτης τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος ὑπολείπεται εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι τοσοῦτον αἰσθητή, ὥστε δὲν εἶναι πιθανὸν ὅτι ἕκαστος Ὑπουργὸς θὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ κατεπείγοντα νομοσχέδια.
§14Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν παρεπονέθην. Ἀναγνωρίζω τὰς δυσχερείας τοῦ ἐγχειρήματος, καὶ διὰ τοῦτο δικαιολογῶ τὴν ἀπουσίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν δύναται ὅμως νὰ σιγήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, σελ. 36–37, εὑρίσκω δαπάνην πρὸς σύνταξιν ἀστικοῦ κώδικος δραχ. 10,000 μὲ τὴν παρατήρησιν «ἀπηλείφθη, μὴ ἐργαζομένης πρὸ πολλοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἀστικοῦ κώδικος». Ὅλοι γνωρίζετε τὰ περὶ ἀστικοῦ κώδικος· ἴσως οἱ περὶ τὰ νομικὰ μὴ ἀσχολούμενοι δὲν παρηκολούθησαν καὶ τὰς λεπτομερείας. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παραστήσω τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως ἀστικοῦ κώδικος· ἀνάγκη ὅμως νὰ ὑπομνήσω διὰ βραχέων τὰς βασάνους, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ ἐργασία αὕτη καὶ ἡ ὁποία προσέκοψε. Τρανὸν τεκμήριον ἡ παρατήρησις ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Μακροτάτη ἡ ἱστορία τοῦ ἀστικοῦ κώδικος· ἀρχίζει ἀπὸ τοῦ 1822, (ἀναφέρω μόνον τοὺς σταθμοὺς) εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἐν Ἐπιδαύρῳ Συνελεύσεως. Κατὰ τὸ 1835 ἐσχημάτισαν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἤρξατο προπαρασκευάζουσα τὸ ἔργον. Κατὰ τὸ 1849 ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου κατηρτίσθη ἐπιτροπὴ, ἥτις παρεσκεύασε τρεῖς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν βραδύτερον, ἤτοι τὸν νόμον τοῦ 1856 περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων, τῶν ληξιαρχικῶν πράξεων κτλ., ἐξ ἄρθρων 90, τὸν νόμον περὶ ὑποθηκῶν καὶ τὸν νόμον τοῦ 1861 περὶ ἀνηλίκων καὶ ἐπιτροπείας κτλ. Ἀλλ’ ἔκτοτε ἐκ τῶν ἔργων τῶν διαφόρων καὶ ποικίλων ἐπιτροπῶν οὐδεὶς ἕτερος νόμος ἐψηφίσθη. Διὰ τοῦ ἀπὸ 16 Φεβρουαρίου 1866 διατάγματος κατηρτίσθη ἑτέρα ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐπεράτωσε τὸ ἔργον κατὰ τὸ 1870. Κατὰ τὸ 1874 διωρίσθη ἑτέρα ἐπιτροπὴ πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ σχεδίου, καὶ οὕτω ἀπὸ ἐπιτροπῆς εἰς ἐπιτροπὴν ἀντεγράφοντο ξένοι ἀστικοὶ κώδικες, ἀλλ’ ὁ τόπος δὲν ἀπέκτησε τὸν ἀστικὸν του νόμον. Ἀπειράκις ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ πρῶτος ὁ ὁμιλήσας, ἀλλὰ πάντοτε εὑρίσκοντο λόγοι ἀναβολῆς. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τοῦ ἔτους 1891, ὅτε διηύθυνε τοῦτο ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Ζαΐμης, ἐγένοντο παραστάσεις καὶ παρ’ ἐμοῦ, καὶ ἀπεφασίσθη ἡ σύστασις ἐπιτροπῆς, ἐνεγράφη δὲ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν κονδύλιον 20,000 δραχμῶν. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξέδωκε τὸ ἀπὸ 3 Μαΐου 1891 διάταγμα, δι’ οὗ κατήρτιζεν ἐπιτροπὴν ἐξ ἐγκρίτων νομομαθῶν, ἧς πρόεδρος ἦτο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὡρίζετο δὲ προθεσμία ἓξ μηνῶν καὶ ἀποζημίωσις δραχ. 2,000 μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐργασίας. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Ζαΐμη τὸ ἔργον προὐχώρησεν ἀρκετά· ἀτυχῶς ὅμως ἀπεμακρύνθη ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ τῆς ἀρχικῆς ἰδέας, ἡ ὁποία ἦτο τοῦ κ. Ζαΐμη, ἐμοῦ καὶ ἄλλων, νὰ μὴ ἀρχίσῃ δηλαδὴ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὸ Α, ἀλλὰ νὰ συναρμολογήσῃ τοὺς μετέπειτα ψηφισθέντας νόμους ἐπὶ τοῦ πρὸ πολλοῦ παρασκευασθέντος σχεδίου. Ἡ φιλοτιμία ὅμως τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ὑπηγόρευσε τὴν ἀνάγκην νέου σχεδίου, καὶ ἤρχισεν ἀπὸ τὸ Α. Ὁπωσδήποτε τὸ ἔργον προὐχώρει ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Ζαΐμη. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω ἐπ’ ὀλίγον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐνόμισα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐργασία αὕτη, ἀλλ’ ὑπέβαλον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιηθῇ ἡ παρασκευασθεῖσα ἐργασία τμηματικῶς, διότι, καὶ ἂν ἐπερατοῦτο τὸ ἔργον, δὲν ἤθελε ψηφισθῆ ποτέ· δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ σύνοδος, ἥτις νὰ ψηφίσῃ 2025 ἄρθρα. Τμηματικῶς ἠδύνατο νὰ ψηφισθῇ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον· εἴχομεν δὲ πεῖραν τούτου τοὺς τρεῖς ψηφισθέντας νόμους, οὓς ἐμνημόνευσα. Εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ κ. Σιμόπουλος ἐσκέφθη ἄλλως· ἐπολλαπλασίασε τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπερ ἐδυσχέρανε τὴν ἐργασίαν· ἐνῷ δὲ ὑπῆρχε τότε μεγάλη βουλευτικὴ πλειονοψηφία, δὲν εἰσήγαγε τὴν τμηματικὴν ψήφισιν, οὐχ ἧττον ἡ ἐργασία τῆς παρασκευῆς τοῦ σχεδίου ἐξηκολούθησεν· εἶναι βέβαιον ὅμως, ὅτι ὁ διάδοχος Ὑπουργὸς, ὁ κ. Στεφάνου, εἰ καὶ μέλος ἐκ τῶν ἀρχικῶν τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν συνετέλεσεν, ὅπως προαχθῇ τὸ ἔργον, καὶ ἔκτοτε δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐσταμάτησεν. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς διαβατικῆς Κυβερνήσεως οὐδὲν ἠδύνατο βεβαίως νὰ γείνῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω καλὸν νὰ ὑποβάλω μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, θεωρῶν ἄλλως περιττὸν νὰ ὑποδείξω τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἔργου. Ἡ ἐρώτησίς μου ἔχει ἐπὶ λέξει ὡς ἑξῆς: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ διὰ τοῦ ἀπὸ 3 Μαΐου 1891 Β. Διατάγματος πρὸς σύνταξιν τοῦ σχεδίου Ἀστικοῦ Κώδικος συστᾶσα ἐπιτροπὴ ἐξετέλεσε τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῇ ἐντολὴν, ἢ ἂν διέκοψε τὰς ἐργασίας αὐτῆς, τίς ὁ λόγος τῆς διακοπῆς, ποῖα μέρη καὶ πόσα ἄρθρα παρεσκεύασεν, — ἅτινα ἀνάγκη νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν — καὶ ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης προτίθεται νὰ συνεχίσῃ, καὶ διὰ τίνων μέτρων, τὴν διὰ πολλῶν μόχθων καὶ δαπανῶν ἀπὸ τοῦ 1885 ἀρξαμένην ἐργασίαν πρὸς ἀπόκτησιν Ἑλληνικοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος.» Μετὰ τὸ διάταγμα τοῦ ἔτους 1891 ἐδόθη διὰ τοῦ ἀπὸ 14 Ἀπριλίου 1892 Β. Διατάγματος παράτασις παρ’ ἐμοῦ, καθ’ ἣν ἐποχὴν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Τότε ἡ ἐπιτροπὴ μοὶ ὑπέδειξεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ περατώσῃ τὸ ἔργον ἐντὸς τῆς ἑξαμήνου προθεσμίας, ἥτις παρετάθη μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1892. Ἔκτοτε δὲν γνωρίζω διάταγμα, δι’ οὗ νὰ παρετάθη ἡ προθεσμία, καὶ ἀγνοῶ διατὶ, ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη καὶ μετὰ τὸ 1892. Διὰ τοῦτο συνιστῶ θερμῶς τὴν ἐρώτησίν μου, διότι νομίζω αὐτὴν χρήσιμον. Ἂν ἀναμείνωμεν τὸ πέρας τοῦ ὅλου ἔργου, οὐδέποτε θὰ ἔχωμεν ἀστικὸν κώδικα, διότι ἑκάστοτε θὰ ψηφίζωνται νέοι κώδικες εἰς ἄλλα Κράτη, καὶ θὰ συνιστῶνται παρ’ ἡμῖν ἐπιτροπαὶ ἐπὶ ἐπιτροπῶν, καὶ θὰ περιοριζώμεθα εἰς σχέδια. Εἶναι λυπηρὸν νὰ ἔχῃ τὸ Μαυροβούνιον ἀστικὸν κώδικα, καὶ ἡ Ἑλλὰς, ἡ ὁποία θέλει νὰ ἦναι πρότυπον βασίλειον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, νὰ μὴ δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, μετὰ πάροδον τόσων δεκαετηρίδων. Εἶμαι ἐναντίον τῆς συστάσεως πολυμελῶν ἐπιτροπῶν. Ἂς ἀνατεθῇ τὸ ἔργον εἰς ἕνα ἢ δύο, τὸ πολὺ τρεῖς νομομαθεῖς· ἀλλὰ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ χρησιμοποιήσῃ καὶ συναρμολογήσῃ τὴν τελεσθεῖσαν ἐργασίαν καὶ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν, ἐὰν μὴ εἰς τὴν παροῦσαν, βεβαίως εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον τμηματικῶς. Τοιοῦτοι δὲ νόμοι δὲν δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν, ἄν δὲν ὡριμάσουν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν· διὰ τοῦτο δέον νὰ προδημοσιευθῶσι. Τότε δὲ θέλει διευκολυνθῆ καὶ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ θὰ λείψωσιν αἱ πολλαὶ συζητήσεις, διότι ἄλλως, ἐὰν ἀώρως ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐν αἰθούσῃ ἐχούσῃ τόσους βουλευτοδικηγόρους, θὰ καταστῇ διὰ τῆς ἀπεραντολογίας ἀνέφικτος ἡ ψήφισις.
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι ἀνακοινώσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπραγματεύθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, διότι δὲν εἶμαι ἐντελῶς ἐν ἀγνοίᾳ τῶν σκοπῶν καὶ τῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν ἔστερξε νὰ διαγραφῇ ἡ πίστωσις ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅτι πρέπει νὰ τελειώσῃ ὁ ἀστικὸς κῶδιξ, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφισθῇ, οὐδεὶς ὁ ἀντιλέγων, ἰδίως δὲ ἡμεῖς, οἵτινες ἀνήκομεν εἰς τὸ αὐτὸ πολιτικὸν κόμμα, διότι καὶ κατὰ τὸ 1890, ὅτε ἐκλήθημεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νῦν δὲ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐφρόντισε νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν, ἵνα συνεχίσῃ τὴν διακεκομμένην ἐργασίαν τῆς συντάξεως τοῦ ἀστικοῦ κώδικος. Οὐδεὶς δὲ, νομίζω, ἀντιλέγει, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῇ καὶ ψηφισθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ συνταχθὲν ἔργον, ὅταν τοῦτο συντελεσθῇ, τμηματικῶς· ἀλλὰ καὶ ὅταν εἰσαχθῇ, πρέπει νὰ παρέλθῃ χρόνος τις, ἵνα λάβωσι πάντες γνῶσιν, καὶ ἐκεῖ δὲ, ὅπου τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα τὸ πρῶτον λειτουργεῖ ἀπροσκόπτως, καὶ ἐκεῖ φρονοῦσιν, ὅτι πρέπει, πρὶν ἢ ψηφισθῇ νόμος τις, νὰ δίδωται εἰς τὴν δημοσιότητα τὸ κείμενον αὐτοῦ, καὶ νὰ παρέρχηται ἱκανὸς χρόνος μέχρι τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ, ὅπως δίδωται καιρὸς εἰς τὸ δημόσιον φρόνημα νὰ ἐκδηλῶται καὶ ἔρχηται ὁδηγὸς εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαγάγωμεν κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην τμήματα τοῦ ἀστικοῦ νόμου, καὶ ἂν τυχὸν ἦναι συντεταγμένα, διότι πρέπει νὰ προηγηθῇ προεξέτασίς τις τῆς ὕλης, εὐκταῖον δ’ εἶναι, ἂν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ τὸ πράξωμεν κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον. Ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τοὺς ἓξ μῆνας τοῦ ἐνιαυτοῦ δὲν εἰργάσθη ἡ ἐπιτροπή, εἰ καὶ ἀγνοῶ ἐὰν εἰργάσθη καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔργον τοῦτο, καὶ ἐὰν ἦτο συντεταγμένον, οὐδὲ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς, διότι δὲν ἤθελεν ὑπάρξει καιρὸς εἰς ἡμᾶς νὰ ἀσχοληθῶμεν πρὸς χειραγώγησιν αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ ὠθήσωμεν τὴν ἐργασίαν ταύτην, διὰ τοῦτο ὑπέλαβον, ὅτι δυνάμεθα διὰ τὸ ἔτος 1895 νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ βάρους τῶν 10,000 δραχμῶν. Καὶ λέγω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, διότι, καὶ ἐὰν ἦτο ἀναγεγραμμένη ἡ δαπάνη, δὲν ἤθελε πραγματοποιηθῆ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶναι καθ’ ὅλα σύμφωνος πρὸς ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς προεβάλετε, ὑποθέτω ὅτι κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς θέλει δώσει πρὸς αὐτὴν πληροφορίας πληρεστέρας.
§16Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤκουσα ὅσα ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξέθεσε, καὶ λίαν εὐχαρίστως. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι συμφέρουσα, διότι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ τὸ παρασκευασθὲν πρὸ πολλοῦ σχέδιον ἀστικοῦ κώδικος, ἴσως ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἠδύναντο νὰ γείνωσιν ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἤρξατο νέα ἐργασία καὶ ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἓν τμῆμα μόνον τῆς νέας ἐργασίας, νομίζω ἀναγκαιότατον καὶ ἀπαραίτητον ἡ ἐπιτροπὴ νὰ συνεχίσῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς. Ἐπειδὴ δ’ ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχωσι τμήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξωσι τὴν τοιαύτην ἐργασίαν, ἵνα δημοσιευθῇ αὕτη καὶ γείνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησεν, ἡ ὑπὸ τῶν νομομαθῶν ἐν τῷ τύπῳ συζήτησις. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ ἔργον θὰ προσκρούσῃ καὶ πάλιν, ἐὰν μὴ ληφθῇ τὸ μέτρον συστάσεως ἐπιτροπῆς ὀλιγομελοῦς. Ὑποθέτω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως δὲν θὰ ἦναι πρόσκομμα, ἀλλ’ ὅταν ἦναι ὀλιγώτεροι, ὑποθέτω ὅτι θὰ ἱκανοποιῶνται καὶ πλειότερον, διότι ἡ ἐργασία ὁμολογουμένως εἶναι πολύμοχθος, καὶ ἀνάγκη ν’ ἀποζημιωθῇ δεόντως. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καλὸν εἶναι, ὅσα ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ἀλλ’ ἀνάγκη εἰς ὅλα ταῦτα νὰ γείνῃ σκέψις καὶ περὶ συνεχίσεως τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον.
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς δὲν διεκόψαμεν, εὕρομεν ἀργοῦσαν τὴν ἐπιτροπήν.
§18Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι τοῦτο, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ σχεδίου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, ἔχει καὶ τὴν εὐθύνην μεγαλειτέραν νὰ περατώσῃ καὶ τὴν ἐργασίαν εἰς τὸ μέλλον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ματάλας νὰ προσέλθῃ καὶ ὁρκισθῇ. (Προσέρχεται καὶ ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Δημοσθένης Ματάλας).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρομμάτης ἔχει τὸν λόγον.
§21ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Θὰ ὑποβάλω ἐπερώτησιν, ἢ μᾶλλον σύστασιν, εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλ’ ὅπως διευκρινήσω τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προτάξω ὀλίγας λέξεις. Δὲν ἀγνοεῖτε, πιστεύω, Κύριοι, ὅτι ἐν τῷ Ἀμβρακικῷ κόλπῳ διεξάγεται μέγα λαθρεμπόριον, ὁρμητήριον ἔχον τὴν Πρέβεζαν, καὶ τροφοδοτοῦν τὸ τρίτον τῆς Ἑλλάδος, ἤτοι τοὺς νομοὺς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, Ἄρτης, Κερκύρας, Κεφαλληνίας, Ζακύνθου, καὶ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου τούτου ἔχουσι ταχθῆ δύο ἀτμοτελωνίδες, μία ἑδρεύουσα ἐν Λευκάδι, καὶ ἑτέρα ἐν Βονίτσῃ, μεγάλη δὲ βεβαίως ἔπρεπε νὰ δίδωται προσοχὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν κυβερνητῶν τῶν ἀτμοτελωνίδων τούτων. Ἄλλοτε εἶχε ταχθῆ κυβερνήτης τῆς ἐν Βονίτσῃ ἀτμοτελωνίδος Μηλάκας τις, ὁ ὁποῖος, νυμφευθεὶς πρὸ καιροῦ κόρην ἐκ Βονίτσης, ἐθεωρεῖτο, καὶ δικαίως, ὡς ἐντόπιος κομματάρχης. Ἡ διαγωγὴ τοῦ Μηλάκα τούτου εἶχε καταστῆ ἀληθὲς σκάνδαλον, καὶ ὡς ἐκ τοῦ κομματισμοῦ του, καὶ διότι ἐξ ἰδιοτελείας εἶχε καταστῆ κέντρον καὶ συνέταιρος ὅλων τῶν ἐκεῖ λαθρεμπόρων. Δι’ ὃ καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις τηλεγραφικῶς τὸν εἶχεν ἐκδιώξει ἐκεῖθεν. Ἐντούτοις ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τοῦ λεγομένου ἀχρόου καὶ τῆς ὑπηρεσίας Ὑπουργείου, μόλις ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, ὡς πρώτιστον καθῆκόν του ἐθεώρησε νὰ διορίσῃ, τῇ συστάσει τῶν ἀντιθέτων μου, τὸν λαθρέμπορον Μηλάκαν καὶ αὖθις κυβερνήτην τῆς ἐν Βονίτσῃ ἀτμοτελωνίδος. Διατελῶν εἰς φιλικὰς σχέσεις μετὰ τοῦ κ. Κριεζῆ, καὶ πρὶν ἀναχωρήσω διὰ τὰς ἐκλογάς, ὑπέδειξα εἰς αὐτὸν καὶ τὸ κομματικὸν καὶ τὸ λαθρεμπορικὸν ποιὸν τοῦ Μηλάκα. Ὁ κ. Κριεζῆς μοὶ ἀπήντησε διὰ διαφόρων ὑπεκφυγῶν καὶ κοινοτοπιῶν, ἀλλ’ οὐδὲν ἔπραξεν. Ἐν τούτοις, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ὁ Μηλάκας, μόλις ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῆς ἀτμοτελωνίδος, ἀντὶ νὰ περιπλέῃ τὸν Ἀμβρακικὸν κόλπον πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, διέμενε διαρκῶς ἐν τῇ ἀγορᾷ Βονίτσης, φωνάζων ὑπὲρ τῶν ἀντιθέτων μου, ὡς ὁ φανατικώτερος τῶν κομματαρχῶν, καὶ ὑβρίζων τὸν κ. Σακελλαρόπουλον καὶ ἐμέ· τὸ δὲ χείριστον, ἐν μέσῃ ἀγορᾷ συνεταιρίζετο μετὰ τῶν πολυαρίθμων ἐκεῖ λαθρεμπόρων, καὶ χάριν συμμετοχῆς εἰς τὰ κέρδη των καὶ ὅπως προσεταιρισθῇ τούτους ὑπὲρ τῶν ἀντιθέτων μας. Ἐννοεῖται ὅτι, ἐν τοιαύτῃ καταστάσει πραγμάτων, ἤκμασε τὸ λαθρεμπόριον, ὅσον οὐδέποτε ἄλλοτε. Καὶ ἵνα μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι λέγω ἀόριστα καὶ κενά, ἔχω σημείωμα, ληφθὲν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐμφαίνονται τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς διευθύνσεως τῆς ἀτμοτελωνίδος εἰς τοιοῦτον κυβερνήτην. Κατὰ τὸ σημείωμα τοῦτο, αἱ εἰσπράξεις τοῦ τελωνείου Βονίτσης τῶν δύο μηνῶν Ἀπριλίου καὶ Μαΐου τοῦ ἔτους τούτου, ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβε τὴν κυβέρνησιν τῆς ἀτμοτελωνίδος ὁ Μηλάκας, σχετικῶς πρὸς τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἔχουσιν ὡς ἑξῆς. Κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1893 τὸ τελωνεῖον Βονίτσης εἰσέπραξε δραχμὰς 982 καὶ 15/00. Κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1894 δραχμὰς 1403. Τί δὲ νομίζετε ὅτι εἰσέπραξε κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1895; Οὔτε λεπτόν! Ἂς ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὸν Μάϊον. Τὸ 1893 εἰσέπραξε δραχμὰς 722 καὶ 90/00, τὸ 1894 δραχμὰς 709. Τί δὲ κατὰ τὸν τρέχοντα Μάϊον; τὸ πρῶτον δεκαήμερον οὔτε λεπτόν, τὸ δεύτερον δεκαήμερον ἐπίσης οὔτε λεπτόν, τὸ τρίτον δεκαήμερον δραχμὰς 148 καὶ 90/00, καὶ τοῦτο, διότι, ὡς θέλετε ἰδεῖ, ἐγένετο κατόπιν πάταγος πολύς. Καὶ μὴ νομίσετε, Κύριοι, ὅτι μόνη ἡ βλάβη αὕτη ἐγένετο εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Πλὴν τοῦ τελωνείου Βονίτσης ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα τελωνεῖα ἐν τῷ Ἀμβρακικῷ, οἷον τὸ τοῦ Καρβασαρᾶ, καὶ τέσσαρα τελωνοσταθμαρχεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνάλογος βεβαίως ἐπῆλθεν ἔκπτωσις, ἀλλὰ περὶ ὧν δὲν ἔλαβον σημειώσεις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἐκ τούτων ζημίας, τὸ μεγαλύτερον λαθρεμπόριον διεξάγεται ἐν τῷ Ἀμβρακικῷ κόλπῳ εἰς τὰ εἴδη τοῦ Μονοπωλίου, οἷον πετρέλαιον, πυρεῖα, σιγαρόχαρτον, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπῆλθε μεγάλη μείωσις. Καὶ δὲν ἠδυνήθην μὲν νὰ λάβω καὶ περὶ τούτων πληροφορίας ἀκριβεῖς, γινώσκω ὅμως, ὅτι κατὰ τὸν Ἀπρίλιον παρελθόντος ἔτους εἰσεπράχθησαν ὑπὸ τῆς ἀποθήκης Βονίτσης, μόνον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν πυρείων, 800 δραχμαὶ περισσότεραι ἀπὸ τὸ ἔτος τοῦτο. Πρὸς τούτοις δὲ ἡ Βόνιτσα καὶ ἐν γένει ὁ Ἀμβρακικὸς κόλπος χρησιμεύουσι καὶ ὡς γέφυρα τῆς διὰ ξηρᾶς εἰσαγωγῆς ἐκ Πρεβέζης καὶ ἀλλαχόθεν πολυτίμων ἐμπορευμάτων. Ἡ δίοδος δὲ αὕτη ἦτο ἐλευθέρα, ἀφοῦ τοιοῦτος Κέρβερος, ὡς ὁ Μηλάκας, εἶχε ταχθῆ πρὸς φύλαξιν αὐτῆς. Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι φίλος μού τις (διότι καὶ οἱ φίλοι μου ὠφελοῦντο ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης) ἀπέστειλεν εἰς Ἀθήνας μεταξωτὰ ἀξίας χιλιάδων δραχμῶν, εἰσαγαγὼν αὐτὰ διὰ Βονίτσης λαθρεμπορικῶς. Μὴ νομίζετε δὲ, Κύριοι, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν ἦτο γνωστὴ εἰς τὸν πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἦτο ἐντελῶς γνωστή· ὁ κ. Σακελλαρόπουλος, ὅστις δὲν συνειθίζει νὰ σιωπᾷ ἐν τοιαύταις περιστάσεσι, διὰ μακροῦ τηλεγραφήματός του, παρεπονέθη ἐπὶ τῇ καταστάσει ταύτῃ πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα, ἥτις βεβαίως θὰ ἀνεκοίνωσε τοὐλάχιστον τὸ τηλεγράφημα τοῦτο τῷ Ὑπουργῷ της· ἐγὼ δ’ ἐπίσης διὰ μακροῦ τηλεγραφήματός μου παρεπονέθην τῷ Ὑπουργῷ. Ἐὰν δ’ οὗτος, ὡς μὴ ὤφειλεν, οὐδεμίαν ἀπέδωκε προσοχὴν εἰς τὰ τηλεγραφήματά μας ταῦτα, ὑπολαβὼν αὐτὰ ἴσως ὡς ἐκλογικὰ παράπονα, ὁ Ἐπιθεωρητὴς τῶν Μονοπωλίων, εὑρισκόμενος τότε ἐν Βονίτσῃ, καὶ ἀντιληφθεὶς ἰδίαις αἰσθήσεσι τὴν ἀθλίαν ταύτην κατάστασιν, ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία βεβαίως θὰ διεβιβάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ χείριστον δὲ εἶναι, ὅτι αὐτὸς ὁ τελώνης, ὁ ὁποῖος εἶχε διορισθῆ ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ὑπέβαλεν ἐπανειλημμένας ἐκθέσεις κατὰ τοῦ Μηλάκα τούτου. Ἐν τούτοις οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν τοῦ ἀχρόου Ὑπουργείου, τοῦ κληθέντος πρὸς ἀφατρίαστον διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν καὶ ἀνόρθωσιν τῆς διοικήσεως, τί νομίζετε ὅτι ἔπραξαν; Ὁ μὲν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἁπλῶς διεβίβασε τὰς ἐκθέσεις ταύτας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Σακελλαροπούλου καὶ τὸ ἐμὸν, οὔτε τὰ κατὰ τοῦ Μηλάκα ἔγγραφα τῶν δημοσίων ἀρχῶν, ἀλλὰ, πρὸς προφανῆ καὶ μεγάλην βλάβην τῶν δημοσίων συμφερόντων, διετήρησε τὸν Μηλάκαν πρὸς περαίωσιν τῆς ἐκλογικῆς ἀποστολῆς του, τὸν ἀφῆκε κατόπιν, πρὸς ἀμοιβὴν τῶν ἐκλογικῶν του ὑπηρεσιῶν, καὶ ἐξακολουθεῖ μέχρι τοῦδε οὗτος νὰ διευθύνῃ τὴν ἀτμοτελωνίδα Βονίτσης! Ὅπως, Κύριοι, ἐπισημοποιηθῶσι πάντα ταῦτα τὰ σκάνδαλα, ὑποβάλλω παράκλησιν εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἵνα προσκομίσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν: 1) ἐπισήμους πίνακας τῶν τελωνείων Βονίτσης καὶ Καρβασαρᾶ, καὶ τῶν ὑπαγομένων εἰς αὐτὰ τελωνοσταθμαρχείων, περιέχοντας τὰς εἰσπράξεις τῶν μηνῶν Ἀπριλίου καὶ Μαΐου τοῦ 1895, ἐν σχέσει πρὸς τὰς εἰσπράξεις τῶν αὐτῶν μηνῶν τῶν ἐτῶν 1893 καὶ 1894. 2) Πίνακας τῶν εἰσπράξεων τῶν ἀποθηκῶν τῶν Μονοπωλίων Βονίτσης καὶ Καρβασαρᾶ τῶν αὐτῶν μηνῶν Ἀπριλίου καὶ Μαΐου ἐ.ἔ. ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τῶν ἐτῶν 1893 καὶ 1894. 3) Νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν: αʹ) Ἐὰν ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν Μονοπωλίων καὶ ὁ τελώνης Βονίτσης ὑπέβαλον ἐκθέσεις περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ πότε. βʹ) Ἐὰν αἱ ἐκθέσεις αὗται διεβιβάσθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ πότε· καὶ γʹ) Τί ἔκαμε περὶ τῶν ἐκθέσεων τούτων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐὰν ὁ Μηλάκας διευθύνῃ ἔτι τὴν ἀτμοτελωνίδα Βονίτσης. Ὑπέβαλον, Κύριοι, τὴν ἐπερώτησιν ταύτην διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἰς ποίας χεῖρας εἶναι ἐμπεπιστευμένη ἡ καταδίωξις τοῦ λαθρεμπορίου ἐν τῷ Ἀμβρακικῷ κόλπῳ. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ Κοινοβουλευτικὸν Ὑπουργεῖον θὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, οὐχὶ ὡς ἐπετέλεσε τοῦτο τὸ ἄχρουν Ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ ἐμμέσως ἠθέλησα πρὸς τούτοις, διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης νὰ φωτίσω τὴν Βουλὴν καὶ περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀνακινεῖται ἀπό τινος, ἤτοι περὶ τῆς χρηστότητος, χρησιμότητος καὶ ἀγαθῆς διοικήσεως τῶν λεγομένων ἀχρόων Ὑπουργείων, ἐν σχέσει πρὸς τὴν τῶν Κοινοβουλευτικῶν. Δι’ ὃ καὶ ἐζήτησα νὰ ἀνασύρω πτυχήν τινα τοῦ πέπλου, ὅστις καλύπτει τὴν διαφημιζομένην ἀγαθὴν διοίκησιν τῶν ἀχρόων Ὑπουργείων. Θέλω ἐπανέλθει καὶ ἄλλοτε εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διὰ νὰ ἀνασύρω καὶ ἄλλας πτυχὰς καὶ ἀποκαλύψω καὶ ἄλλα σκάνδαλα. Νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ πάντες ὑμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἰς κρείττονα παντὸς ἄλλου διατελεῖ θέσιν νὰ γινώσκῃ τὰ σκάνδαλα ταῦτα, καὶ εἴ τις ἄλλος, πρέπει νὰ συντελέσωμεν, ἵνα ἀνασυρθῇ ἐντελῶς ὁ πέπλος οὗτος. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν βλέπουσι τὰ τρωτὰ μέρη καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ὅπως διεξάγεται οὗτος παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον φραγμὸς κατὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ τούτου εἶναι ὁ ἔλεγχος, ἡ δημοσιότης, ἡ κοινὴ γνώμη. Δι’ ὅ, καὶ ὅσον μεγάλη ἄν ὑποτεθῇ ἡ παρακολουθοῦσα κοινοβουλευτικόν τι Ὑπουργεῖον πλειοψηφία καὶ ἡ καταγγελλομένη βουλευτικὴ πίεσις, ὅσον ἀνάλγητος πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἥ τε πλειοψηφία καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν Ὑπουργεῖον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅσον ἀσθενὴς καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἡ ἀσκοῦσα τὸν ἔλεγχον πλειοψηφία, νομίζω ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν Ὑπουργεῖον θὰ σταματήσῃ πάντοτε ἐνώπιον σκανδάλων, ὡς τὸ ἀνωτέρω, ἀποκαλυπτομένων διὰ τοῦ ἐλέγχου. Ἐὰν δὲ δὲν σταματήσῃ, ἐπέρχεται τιμωρὸς ἡ κοινὴ γνώμη. Ἐὰν δὲ ὁ ἔλεγχος, Κύριοι, ἦναι ἀπαραίτητος πανταχοῦ, εἶναι ἔτι μᾶλλον ἀπαραίτητος παρ’ ἡμῖν, ἔνθα, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, καὶ τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς νομιμότητος, καὶ τὸ ἠθικὸν αἰσθητήριον καὶ ἡ στοργὴ πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα δὲν εἶναι ἀνεπτυγμέναι ὅπως παρ’ ἄλλοις ἔθνεσιν. Ἀλλὰ, Κύριοι, παρὰ τοῖς λαθροποιήτοις καὶ λαθροβίοις Ὑπουργείοις τοιοῦτος ἔλεγχος οὐδόλως ἐνασκεῖται, πραγματικὴ εὐθύνη οὐδόλως ὑφίσταται· δι’ ὃ καὶ βλέπομεν διαπραττόμενα τοιαῦτα σκάνδαλα, τοιαύτην ἀναλγησίαν πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῆς κοινῆς γνώμης. Πρέπει λοιπὸν νὰ διαφωτίζωμεν διὰ τῆς ἀποκαλύψεως τῶν σκανδάλων τὴν κοινὴν γνώμην, ἣν πολυειδῶς πειρῶνται νὰ παραπλανήσωσιν. Οὕτω δὲ αὕτη, ἐν ἐπιγνώσει τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως, ἐπιδιώκουσα τὸ κρεῖττον γενέσθαι, θὰ ἀποδίδῃ ἑκάστῳ τὸ ἑαυτοῦ, χωρὶς νὰ τρέχῃ τὸν κίνδυνον νὰ περιπέσῃ ἐκ τοῦ κακοῦ εἰς τὸ χεῖρον. Καταθέτω λοιπὸν τὴν ἐπερώτησίν μου, καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ αὕτη εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν.
§22Ν. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα παρὰ τῶν ἐν Ἀθήναις βιβλιοπωλῶν ἀναφορὰ εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία ἀνεκοινώθη πρὸ ὀλίγου καὶ διὰ τῆς ὁποίας οἱ ἀναφερόμενοι ἐκφράζουσι τὴν εὐγνωμοσύνην των πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, οἵτινες εἰσήγαγον τὸ περὶ καταργήσεως τῶν διδακτικῶν βιβλίων νομοσχέδιον, δεικνύει ἐπαρκῶς τὴν εὐεργετικότητα τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ταχείας αὐτοῦ ἐπιψηφίσεως. Δὲν προτίθεμαι βεβαίως σήμερον νὰ ἀναπτύξω τὸ ὠφέλιμον αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο ἦτο ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀτυχῶς δὲ ἐξ ἀσθενείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις αὐτοῦ, καὶ ἀφοῦ εὐτυχῶς σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναῤῥώσας εὑρίσκεται ἐνταῦθα, νομίζω ὅτι δύναται τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ἣν καὶ πρότερον ἦτο θέσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ οὕτω τὴν προσεχῆ Δευτέραν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Νομίζω δὲ ἀναγκαῖον τοῦτο, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφονται προθεσμίαι πρὸς διορισμὸν κριτῶν πρὸς κρίσιν τῶν βιβλίων καὶ πρὸς τύπωσιν, καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἀρκέσῃ ὁ χρόνος ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς Ἰουλίου, ὅτε θὰ ἔχῃ μεταβληθῆ εἰς νόμον τὸ νομοσχέδιον, μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου, ὅτε τὰ βιβλία πρέπει νὰ ἦναι ἕτοιμα, διότι τότε ἄρχονται τὰ σχολεῖα, δὲν θὰ ἀρκέσῃ, λέγω, ὁ χρόνος, ὅπως παρασκευασθῶσιν ὅλα τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προτεινόμενα. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§23ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν χθὲς τὸ ἑσπέρας ληφθεῖσαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς συνεδριάσεως τῆς Δευτέρας θὰ ἦναι τὰ σταφιδικὰ λεγόμενα νομοσχέδια· ἀμέσως μετὰ τὰ σταφιδικὰ δύνανται ν’ ἀναγραφῶσι τὰ ἐκπαιδευτικὰ, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἔχῃ ἀντίῤῥησιν. Ἀλλὰ κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡ ἡμερησία διάταξις ὁρίζεται κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, ἑπομένως δύνασθε εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως νὰ ὑποβάλητε τὴν πρότασίν σας.
§25ΣΠ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν σεβαστὸν φίλον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἵνα μὲ πληροφορήσῃ, τί ἐγένετο διὰ τὸν ἐν φυλακαῖς ἀδίκως κρατούμενον εἰσέτι Παναγῆ Βιτσεντσάτον ἐκ Θηναίας. Τοῦ δυστυχοῦς τούτου καταδικασθέντος ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ, ἡ Κυβέρνησις διὰ πλειστηριασμοῦ κατέλαβεν ἅπασαν τὴν περιουσίαν, δὲν τῷ ἀπέμεινε δὲ οὐδεμία κινητὴ ἢ ἀκίνητος περιουσία, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν σχετικῶν πιστοποιητικῶν. Ἀναφέρεται πρὸς τὸν τελώνην Κεφαλληνίας, ὁ τελώνης τὸν παραπέμπει εἰς τὸν δικηγόρον τοῦ Δημοσίου· κάμνει δευτέραν ἀναφορὰν, πάλιν τὰ αὐτά· δίδει εἰς ἐμὲ μίαν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν προσήγαγον κατὰ Μάϊον πρὸς τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτῆς οὐδεμία ἀπάντησις! Καθ’ ἑκάστην ζητεῖται τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἀναφορᾶς, ἀλλὰ μέχρι σήμερον οὐδεμία ἐπ’ αὐτῆς ἐγένετο ἐνέργεια, ὁ δυστυχὴς δὲ αὐτὸς οἰκογενειάρχης πάσχει καὶ σήπεται εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ 9 ἤδη μῆνας. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν.
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω ἀναζητήσει τὸν φάκελλον καὶ θέλω ἐξετάσει τὴν ὑπόθεσιν.
§27ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Δευτέρας ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἀναφορὰ τῶν Κεφαλλήνων ὡς πρὸς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῆς σταφίδος εἰς εἶδος καὶ ὡς πρὸς τὴν παρακράτησιν. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, εἶναι τοσοῦτον ἐπεῖγον καὶ σπουδαῖον, ὥστε σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ἐὰν δὲν ληφθῇ ἓν μέτρον διὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἐσοδείαν, πρὸς συντήρησιν τῆς τιμῆς τοῦ σταφιδοκάρπου, ἀφοῦ μάλιστα δικαίως ὑπάρχει ἡ ἰδέα, ὅτι δυνάμεθα νὰ φανῶμεν χρήσιμοι εἰς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, θὰ ἔχωμεν διαδηλώσεις καὶ ἴσως ἴσως ἐπανάστασιν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, τοὐλάχιστον δι’ ἐφέτος.
§28ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ ἐστάλη ἀναφορὰ ἐκ μέρους τῶν κατοίκων Λαπαναγῶν τοῦ δήμου Κερπινῆς, σταφιδοκτημόνων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Αἰγιαλείας, οἱ ὁποῖοι ἀποκρούουσι τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως τοῦ πλεονάζοντος σταφιδοκάρπου. Οὗτοι, ἔχοντες σταφιδοφυτείας εἰς τὴν Αἰγιάλειαν, ἔχουσιν ἰδιαίτερον λόγον νὰ ἀποκρούωσι τὴν παρακράτησιν, διότι τὰ κτήματά των τὰ ἔχουσι λάβει ὑπὸ κανόνα· πληρώνουσι κανόνα 25% εἰς τοὺς κυρίους τῆς γῆς, πληρώνουσι δέ, ὡς γνωρίζετε, καὶ φόρον εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐὰν λοιπὸν τοῖς παρακρατηθῇ καὶ 20%, ὡς ἤκουσαν, φοβοῦνται ὅτι δὲν θὰ τοῖς μείνῃ τίποτε. Ἔχουν δὲ καὶ ἕτερον λόγον, ὅτι τὸ ἔδαφος ἐκεῖ εἶναι πολὺ ξηρόν, καὶ ἵνα παραχθῇ μία χιλιὰς λιτρῶν σταφίδος, ἀπαιτοῦνται τρία στρέμματα γῆς, εἶναι δὲ ἀρίστης ποιότητος ὁ σταφιδόκαρπός των, καὶ ἐκ τούτου ὑποθέτουν, πολὺ δικαίως, ὅτι ἡ ζημία των θὰ ἦναι πολὺ μεγάλη. Τοὺς λόγους τούτους τοὺς ἐγνώριζον—καὶ δὲν εἶναι μόνον οἱ ἀναφερόμενοι, οἵτινες διαμαρτύρονται κατὰ τῆς παρακρατήσεως, εἶναι καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ἔχοντες σταφίδας εἰς τὴν ἐπαρχίαν Αἰγιαλείας ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους,—τοὺς λόγους, λέγω, τούτους ἐγνώριζον, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐσκέφθη ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων, ἐπρότεινα τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ὡς πρὸς τοὺς εἰρημένους σταφιδοκτήμονας ἡ εἰσφορὰ εἰς τὸ ἥμισυ. Εἰς τὴν γνώμην ταύτην θὰ ἐπιμείνω, καὶ ὅταν συζητηθῶσι τὰ σταφιδικὰ νομοσχέδια, θὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους τούτους. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀπευθύνεται εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὴν καταθέτω.
§29ΡΩΜΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα τὰ ὀνόματα τῶν διὰ Β. Διαταγμάτων πολιτογραφηθέντων, δυνάμει τοῦ ἀπὸ 10 Φεβρουαρίου 1893 ͵ΒΡΜΔʹ νόμου, ἀπὸ τῆς 24 Μαρτίου 1893 μέχρι σήμερον. Τὸν παρακαλῶ δὲ, ὅπως, εἰ δυνατόν, καταθέσῃ τὸν πίνακα τοῦτον πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας.
§30ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν σας.
§31ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔλαβον, Κύριοι, ὑπόμνημα τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ οἰνοπνευματοποιῶν καὶ οἰνοπνευματοπωλῶν, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκ τοῦ ὑπομνήματος τούτου καὶ ἐξ ἰδιαιτέρων ἐπιστολῶν πληροφοροῦμαι, ὅτι εὐρυτάτη τάξις ἐμπόρων καὶ βιομηχάνων ἐν Αἰγύπτῳ, τάξις ἀποτελουμένη ἀπὸ 6 καὶ 7 χιλιάδας Ἑλλήνων ἐμπόρων καὶ βιομηχάνων, εὑρίσκεται ἀνάστατος, διότι ὑπάρχει ὁ βάσιμος φόβος, ὅτι μετὰ τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως, ἥτις ὑπεβλήθη ἤδη εἰς τὴν Βουλήν, καὶ μέλλει μετά τινας ἡμέρας νὰ συζητηθῇ, πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ ἀστυνομικοὶ κανονισμοί, οἱ δημοσιευθέντες κατὰ τὸ 1891 ἐν Αἰγύπτῳ. Ὡς γνωρίζετε, κατὰ τὸ 1891 αἱ Δυνάμεις ἐπέτρεψαν εἰς τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ ἀστυνομικοὺς κανονισμούς· διὰ τῶν ἀστυνομικῶν τούτων κανονισμῶν προσεβάλλοντο κυρίως τὰ ἐμπορικὰ συμφέροντα τῆς Γαλλίας καὶ Ἑλλάδος, καὶ διὰ τοῦτο αἱ μόναι διαμαρτυρηθεῖσαι Δυνάμεις ἦσαν ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἑλλάς. Προσεβάλλοντο δὲ κυρίως τὰ ἐμπορικὰ συμφέροντα αὐτῶν τῶν Κρατῶν, διότι ἐν Αἰγύπτῳ καταναλίσκονται οἰνοπνευματώδη ποτὰ μόνον τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Γαλλίας, ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις κατώρθωσε νὰ γείνῃ τροποποίησις τῶν ἀστυνομικῶν κανονισμῶν, καὶ ἐπετράπη ἡ κατανάλωσις τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν τῆς Γαλλίας εἰς τὰς κυριωτέρας πόλεις τῆς Αἰγύπτου, τουτέστιν εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, τὸ Κάϊρον, τὸ Πὸρτ–Σαΐδ, τὴν Ἰσμαηλίαν καὶ τὸ Σουέζ. Τὰ οἰνοπνευματώδη ποτὰ τῆς Γαλλίας κυρίως καταναλίσκονται εἰς τὰς πόλεις αὐτάς, ἐνῷ τὰ ἑλληνικὰ ποτὰ καταναλίσκονται εἰς τὰς ἑτέρας πόλεις, ὅπου εἶναι πλειότερος ὁ ἰθαγενὴς πληθυσμὸς καὶ ὅπου οἱ Ἕλληνες ἔχουσι μικρεμπόριον καὶ μικροβιομηχανίαν. Ἐν τῷ ὑπομνήματι τούτῳ παρατηρῶ, ὅτι κατὰ τὸ 1891, ὅτε προΐστατο τῆς Κυβερνήσεως ὁ καὶ νῦν Πρόεδρος αὐτῆς, εἶχε κατορθωθῇ νὰ ἐπέλθῃ εὐκταία τις συνεννόησις, μικρὸν ἀπέχουσα ὁριστικῆς λύσεως, καὶ μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ κ. Ἀργυροπούλου ὁ κ. Εὐγένειος Εὐγενειάδης, ὅστις διηύθυνε τότε τὸ Πολιτικὸν Πρακτορεῖον, εἶχεν ἀποστείλει ἔκθεσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, δι’ ἧς ἐδήλου, ὅτι ἐπετρέπετο ἡ κατανάλωσις τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν εἰς ὅλας τὰς πόλεις, πλὴν τῶν χωρίων τῶν κατοικουμένων ἀποκλειστικῶς ὑπὸ ἰθαγενῶν καὶ ἐχόντων πληθυσμὸν κατώτερον τῶν 3 χιλιάδων ψυχῶν. Διὰ τῆς λύσεως ταύτης ἐπροστατεύοντο τοὐλάχιστον τὰ συμφέροντα τῆς μεγαλειτέρας μερίδος τῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς Αἰγύπτου ἐμπόρων, διότι χωρία ἔχοντα ἔλασσον τῶν 3,000 κατοίκων ἐν Αἰγύπτῳ εἰσὶν ὀλίγιστα. Ἀλλὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, καθ’ ἃς ἐπρόκειτο νὰ καταρτισθῇ ἡ ὑπὸ διαπραγμάτευσιν σύμβασις, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἔπεσε, καὶ ἡ διαδεχθεῖσα αὐτὴν δὲν ἐξηκολούθησε τὰς διαπραγματεύσεις, ἕνεκα δὲ τῆς διακοπῆς τῶν διαπραγματεύσεων ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις ἀνῄρεσε τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν ἔδωκε, καὶ σήμερον ὑπάρχει ὁ φόβος, ὅτι, ἐπικυρουμένης τῆς συμβάσεως, ἣν μετ’ ὀλίγον θὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα, θὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἀνηλεῶς οἱ ἀστυνομικοὶ κανονισμοὶ ἐφ’ ὅλων τῶν Αἰγυπτιακῶν πόλεων, πλὴν τῶν πέντε μεγαλοπόλεων, ὧν ἐμνήσθην προηγουμένως, καὶ τοιουτοτρόπως βιομηχανικὰ προϊόντα, οἷα εἶναι τὰ οἰνοπνευματώδη ποτά, θὰ ἀπαγορευθῶσιν ἐντελῶς νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν Αἴγυπτον. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου ὄχι μόνον 6 χιλιάδες Ἑλλήνων ἐμπόρων καὶ βιομηχάνων καταστρέφονται ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ καθίσταται πλέον ἀμφίβολος ἡ διαμονὴ αὐτῶν ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐδῶ βιομηχανία, ἡ ὁποία ἤρχισεν ἤδη νὰ ἀναπτύσσηται καὶ νὰ προοδεύῃ, θέλει ἐντελῶς καταστραφῇ, διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἡ κυρία ἀγορὰ, ἔνθα καταναλίσκονται τὰ προϊόντα τῆς βιομηχανίας ταύτης, εἶναι ἡ Αἴγυπτος καὶ ὅτι πλέον τῶν δύο ἑκατομμυρίων χρυσῶν φράγκων εἰσάγονται ἐξ Αἰγύπτου εἰς τὴν Ἑλλάδα ἕνεκα τῆς καταναλώσεως τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, τὰ ὁποῖα παράγει ἡ ἡμετέρα χώρα, χωρὶς νὰ ὑπολογισθῇ ἡ ζημία, ἥτις θὰ προσγείνῃ εἰς τοὺς ἐγκατεστημένους ἐν Αἰγύπτῳ Ἕλληνας, ὧν τὰ συμφέροντα καίριον θὰ ὑποστῶσι τραῦμα. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἡ ἔκδοσις τῶν ἀστυνομικῶν τούτων κανονισμῶν ἐγένετο παρὰ τὰς συμβάσεις καὶ τὰς συνθήκας, αἵτινες ὑφίστανται ἀπὸ τοῦ 1740. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀνταλλαγέντα κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν τοῦ ζητήματος τῆς τροποποιήσεως τῶν ἀστυνομικῶν κανονισμῶν, καὶ ἰδίᾳ τὰς ἐκθέσεις τοῦ τότε διευθύνοντος τὸ πολιτικὸν πρακτορεῖον Ἀλεξανδρείας κ. Εὐγενίου Εὐγενειάδου. Δέον νὰ τεθῶμεν ἐν γνώσει τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ νὰ πληροφορηθῶ καὶ ἐγὼ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐναυάγησαν αἱ διαπραγματεύσεις αὗται· διότι ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς συμβάσεως ἐνταῦθα, τότε θέλω λάβει τὸν λόγον καὶ θέλω ἀναπτύξει τὸ θέμα τοῦτο εὐρύτερον.
§32Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ἔχω νὰ προσθέσω ὀλίγα. Εἶναι ἐπαίνων ἄξιος ὁ ἐκ Παξῶν ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅστις ἔθιξε ζήτημα τόσον σπουδαῖον, τοῦ ὁποίου τὴν σπουδαιότητα περιττὸν νὰ καταδείξω κἀγώ, μετὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ προλαλήσαντος. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὅμως, κατὰ πλάνην, ὑποθέτω, εἶπε δύο ἀνακριβείας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐπανορθώσω. Ἡ μία τῶν ἀνακριβειῶν εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ καὶ νῦν Προέδρου, εἶχε παρασκευάσει σύμβασιν...
§33ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§34Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. .. Ὁμολογουμένως ὁ τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἐκ Μεσολογγίου νῦν ἀξιότιμος Βουλευτὴς, εἶχε προβῆ εἰς σπουδαιοτάτας ἐνεργείας, καὶ εἶχε διὰ τῶν διαμειφθέντων ἐγγράφων βελτιώσει τὸ ζήτημα, ἀλλὰ σύμβασιν δὲν ἔλαβε τὸν καιρὸν νὰ παρασκευάσῃ. Ἡ διάδοχος Κυβέρνησις δὲν παρημέλησε τὸ ζήτημα...
§35ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐνόουν τὴν ἄχρουν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου.
§36Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἦτο ἄχρους ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου· εἰς πρώτην εὐκαιρίαν πολιτικῆς συζητήσεως θὰ εἴπω περὶ τούτου τὴν γνώμην μου... Ἡ διάδοχος λοιπὸν Κυβέρνησις δὲν παρημέλησε τὸ ζήτημα, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ παραμελήσῃ, διότι συνέπεσε νὰ εὑρίσκεται ἐν τῇ κυβερνήσει ἐκείνῃ Βουλευτὴς, ὅστις μακρὸν ἐποιήσατο ἄλλοτε λόγον περὶ τῶν ζητημάτων τούτων κατὰ τὴν ΙΒʹ Περίοδον ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὁ ὁποῖος ἐγένετο εἰσηγητὴς εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅστις ἀπέστειλε τὸν νῦν πολιτικὸν πράκτορα, τὸν κ. Γρυπάρην, καὶ ὅστις ὁμολογουμένως ὄχι μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀστυνομικῶν κανονισμῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα ἐθνικὰ ζητήματα μεγάλας προσήνεγκεν ὑπηρεσίας. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, νομίζω ὅτι ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νομίζει ὅτι συνδέεται ἡ ὑπὸ συζήτησιν σύμβασις μετὰ τῆς Αἰγύπτου μὲ τὸ ζήτημα τῶν ἀστυνομικῶν κανονισμῶν. Ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἄσχετος ὑπό τινα ἔποψιν, σχετικὴ ὑπὸ ἄλλην· ἐν τῇ συμβάσει οὐδεὶς λόγος γίνεται περὶ τῶν ἀστυνομικῶν κανονισμῶν, ἑπομένως ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν εἶναι ἐντελῶς ἄσχετος, εἶναι σχετικὴ ὅμως ὑπὸ τὴν ἑξῆς ἔννοιαν, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν πρόκειται νὰ κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις τῶν συμφερόντων τῶν ἐν Αἰγύπτῳ Ἑλλήνων, συμφέρον εἶναι νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις περὶ τῶν ἀστυνομικῶν κανονισμῶν, καὶ ἤθελον θεωρήσει καταλληλότερον νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παξῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Αἰγύπτου, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε προτιμήσει νὰ ὁρισθῇ ἄλλη ἡμέρα, ὅτε νὰ γένηται εἰδικὴ συζήτησις. Κατὰ τὰς πληροφορίας μου, βεβαίως τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων — διότι τὸ ὑπόμνημα αὐτὸ ἐστάλη εἰς ὅλους τοὺς συναδέλφους — εἶναι πλέον ἢ δίκαια, ἀλλὰ τὰ δικαιώματα αὐτῶν δὲν κινδυνεύουσι διὰ τῆς συμβάσεως τῆς Ἑλληνοαιγυπτιακῆς. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας ἀπὸ ἀντιπρόσωπον τῶν ἀναφερομένων, ἐνταῦθα ἐλθόντα, μέλος τοῦ δικηγορικοῦ σώματος τῆς Ἀλεξανδρείας, τὸν ὁποῖον ἴσως καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶδεν, ἀκριβῶς αὐτὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ εἰσηγητὴς τῶν παραπόνων, καθ’ ἃ αὐτὸς μὲ ἐβεβαίωσεν, ὄχι μόνον δὲν βλάπτεται τὸ ζήτημα τῶν ἀστυνομικῶν κανονισμῶν διὰ τῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως τῆς Ἑλληνοαιγυπτιακῆς, ἀλλὰ καὶ διευκολύνεται ἡ καλλιτέρα λύσις αὐτοῦ. Δὲν θέλω νὰ φέρω σήμερον τὸν λόγον περὶ τῶν ἀστυνομικῶν κανονισμῶν, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι μακρὸν καὶ δὲν θέλω νὰ ἐμποδίσω τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς· ὅταν φθάσῃ ἡ κατάλληλος στιγμή, θὰ εἴπω τινὰ σχετικά, διότι συνέπεσε νὰ ἦμαι ἐνήμερος τοῦ ζητήματος· ἠθέλησα ὅμως ἀμέσως νὰ ἀντικρούσω τὴν γνώμην, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἔχῃ σπουδαιοτάτην ἐπίδρασιν εἰς τὴν γνώμην τῶν συναδέλφων ὡς πρὸς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως τῆς Ἑλληνοαιγυπτιακῆς, τῆς ὁποίας τὸ κατεπεῖγον καὶ τὸ σπουδαῖον εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω. Ἀτυχῶς, ἕνεκα ἀσθενείας, ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν παράκλησιν, ἵνα πληροφορηθῇ ἡ Βουλή, πότε θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ παρευρεθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μεταξὺ τῶν πρώτων θεμάτων ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης. Ἡ ἀναβολὴ τῆς κυρώσεως αὐτῆς ἐπιφέρει ἀνυπολογίστους ζημίας ὄχι μόνον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, εἰς τὸ Ἀγρίνιον, εἰς τὸ Ἄργος, εἰς ὅλας τὰς καπνοφόρους ἐπαρχίας. Ὑπολογίζουσι τὴν εἰσαγωγὴν τεσσάρων ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως, διότι αἱ ἐν Ἑλλάδι ἀποθῆκαι εἶναι πλήρεις, ἡ δὲ ἐσοδεία προαγγέλλεται καλή. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ συζήτησις τῆς συμβάσεως, διότι κατὰ τὸ τελευταῖον ἄρθρον αὐτῆς ἐπιτρέπεται ἡ ἔναρξις τῆς ἰσχύος καὶ πρὸ τῆς 1 Σεπτεμβρίου. Ἐὰν λοιπὸν ψηφισθῇ, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θὰ δηλώσῃ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τῆς συμβάσεως πρὸ τῆς 1 Σεπτεμβρίου, καὶ τοῦτο εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος καὶ μεγίστης ὠφελείας ζήτημα εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἀπουσία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν θὰ παραταθῇ, ἵνα γένηται ἀφορμὴ νὰ ἀναβληθῇ περισσότερον ἡ συζήτησις τῆς συμβάσεως. Πολὺ πιθανὸν τὴν προσεχῆ Δευτέραν νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν σχέσει πρὸς τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἅμα ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του, θέλει σπεύσει νὰ καταθέσῃ, δύναμαι νὰ δώσω τινὰς διασαφήσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος ὅπερ ἀφορῶσι, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου διεφώνησαν οἱ δύο προλαλήσαντες. Ἐπειδὴ τότε ἐτύγχανον Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι οὐχὶ σύμβασις, — διότι μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ δὲν ἔφθασαν τὰ πράγματα, ἕνεκα τῆς πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, — ἀλλὰ διαβεβαιώσεις προφορικαὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αἰγύπτου εἶχον δοθῆ ἡμῖν, ὡς διὰ τῶν ἐγγράφων θέλει βεβαιωθῆ. Αἱ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ τότε διευθύνοντος τὸ Πολιτικὸν Πρακτορεῖον διαπραγματεύσεις εἶχον ἀληθῶς φθάσει εἰς εὐχάριστον σημεῖον. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αἰγύπτου ἐδείχθη πρόθυμος νὰ δεχθῇ, ὅπως ἐφαρμοσθῶσιν οἱ ἀστυνομικοὶ κανονισμοί, οἱ ἀφορῶντες τὰ οἰνοπνευματοπωλεῖα, εἰς μόνον τὰς κωμοπόλεις καὶ τὰ χωρία τὰ καθαρῶς κατοικούμενα ὑπὸ Αἰγυπτίων ἢ ἔχοντα πληθυσμὸν μικρότερον τῶν 3 χιλιάδων ψυχῶν. Ἄν τοῦτο ἐφηρμόζετο, ὀλίγα μόνον οἰνοπνευματοπωλεῖα Ἑλλήνων ἤθελον πάθει, καὶ κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, οὓς τότε ἐποιησάμεθα, νομίζω ὄχι περισσότερα τῶν 300, ἐνῷ πρόκειται ἐν ὅλῳ περὶ τριῶν χιλιάδων περίπου, ἀνηκόντων εἰς Ἕλληνας καθ’ ὅλην τὴν Αἴγυπτον. Ἑπομένως θὰ ἦτο οὐχὶ τόσον ἐπιζήμιος ἡ λύσις αὕτη. Ἐπελθούσης εὐθὺς κατόπιν τῆς κυβερνητικῆς μεταβολῆς τῆς 17 Φεβρουαρίου 1892, ἀγνοῶ τίνα τροπὴν ἔλαβον αἱ διαπραγματεύσεις, γνωρίζω ὅμως, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ἀμέσως διαδεχθείς με τότε, μετὰ πολλῆς δραστηριότητος ἐξηκολούθησεν ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ τὰς διαπραγματεύσεις ἐκείνας. Τὸ ζήτημα τῶν ἀστυνομικῶν κανονισμῶν βεβαίως συνδέεται μετὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἐμπορικῆς συμβάσεως. Οἱ κατοικοῦντες ἐν Αἰγύπτῳ Ἕλληνες, καὶ ἰδίως οἱ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὰ δημόσια καταστήματα καὶ τὰ οἰνοπνευματοπωλεῖα, ὧν περιορίζουσι τὴν σύστασιν καὶ συντήρησιν οἱ ἀστυνομικοὶ κανονισμοί, νομίζουν ὅτι μόνον παραχωροῦντες ἐπ’ ἀνταλλάγματι δικαιώματά τινα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ πολλοῦ ζητεῖ ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς, δυνάμεθα νὰ ἐξαναγκάσωμεν τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὑποχωρήσῃ εἰς τὸ ζήτημα τῶν οἰνοπνευματοπωλείων. Ὡς εἶναι γνωστὸν, πολλῶν ἐξαιρετικῶν δικαιωμάτων ἀπολαύουν ἐν Αἰγύπτῳ δυνάμει τῶν ἀρχαίων συνθηκῶν οἱ ξένοι ὑπήκοοι. Περισσοτέραν σπουδαιότητα ἔχουν ταῦτα δι’ ἡμᾶς, διότι εἴμεθα οἱ πολυπληθέστεροι μεταξὺ τῶν ξένων ἐν Αἰγύπτῳ. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις, ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην Κυβέρνησιν, τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιθυμεῖ περισσότερον νὰ πείσῃ, ὅπως δεχθῇ νὰ παραιτήσῃ ἢ περιορίσῃ τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα τῶν ὑπηκόων της. Τὴν παραίτησιν ἢ τὸν περιορισμὸν αὐτὸν μόνον ἐπ’ ἀνταλλάγματι ἄλλων πρὸς ἡμᾶς παραχωρήσεων ἐκ μέρους τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως ἔχομεν συμφέρον νὰ δεχθῶμεν. Πλεῖστα δὲ καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ἐν Αἰγύπτῳ συμφέροντα, ὧν ὁ κανονισμὸς ἐνδιαφέρει ἡμῖν καὶ ὃν πρέπει νὰ ἐπιδιώκωμεν, ὅταν παραχωρῶμεν εἰς τὴν Αἴγυπτον ὅ,τι μᾶς ζητεῖ. Ἤδη διὰ τῆς συμβάσεως παραχωροῦνται δικαιώματα σπουδαιότερα, ἰδίως ὁ κανονισμὸς ὁ τελωνειακὸς, ὁ περιέχων ἐγκατάλειψιν καὶ παραίτησιν δικαιωμάτων, ὧν, δυνάμει τῶν ἀρχαίων συνθηκῶν, ἀπολαμβάνει ἡ Ἑλλὰς ἐν Αἰγύπτῳ. Ἀντὶ αὐτῶν οὐδὲν γίνεται διὰ τὸ ζήτημα τῶν οἰνοπνευματοπωλῶν. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον νομίζω, ὅτι ἐν τῇ συζητήσει περὶ τῆς συμβάσεως θὰ συσχετισθῇ καὶ τὸ ζήτημα περὶ τῶν ἀστυνομικῶν κανονισμῶν.
§39ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Πρὸ δέκα περίπου ἡμερῶν, ἀσθενοῦντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προκαλέσῃ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, τῶν σχετιζομένων μὲ τὰς συμβάσεις τῆς Αἰγύπτου καὶ τοῦ Βελγίου, ἵνα ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ὅταν ἀναγραφῶσιν αἱ συμβάσεις αὗται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Αἱ συμβάσεις ἀνεγράφησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα δὲν κατετέθησαν.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Νομίζω ὅτι ὑπάρχουσι κατατεθειμένα. Προσδιορίσατε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θέλετε.
§41ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὅσα τὸ Ὑπουργεῖον ἤθελε κρίνει σχετικὰ καὶ ἀναγκαῖα.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνδέχεται ἡ κρίσις τοῦ Ὑπουργείου νὰ μὴ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἐπιθυμίας σας. Διὰ τοῦτο ἠδύνασθε νὰ ὁρίσητε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμεῖτε.
§43ΤΡΑΚΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον ὑποβάλει τὴν παράκλησιν, ἀντὶ ἡ Ἑλληνοαιγυπτιακὴ σύμβασις νὰ ἦναι ἀναγεγραμμένη ὑπ’ ἀριθμὸν 37, νὰ τεθῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι εἶναι τὸ σπουδαιότερον ζήτημα.
§44ΜΑΝΕΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ συντάσσομαι μετὰ τῶν λοιπῶν ἀντιπροσώπων τῶν καπνοφόρων ἐπαρχιῶν, καὶ παρακαλῶ, εἰ δυνατόν, νὰ τεθῇ τὸ νομοσχέδιον τῆς συμβάσεως μετὰ τὰ σταφιδικὰ, ὡς δεύτερον, διότι εἶναι ἐπεῖγον, καὶ πράγματι ἀπειλοῦνται μεγάλα συμφέροντα τῶν καπνοφόρων ἐπαρχιῶν· μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι ὁ καπνὸς ἔρχεται μετὰ τὴν σταφίδα, καὶ ὅτι πλεῖσται ἐπαρχίαι δὲν ἔχουσιν ἄλλο προϊὸν ἢ τὸν καπνὸν, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἀποζῶσι. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι μετὰ τὰ σταφιδικὰ πρέπει νὰ ἔλθῃ ὡς δεύτερον ζήτημα ἡ συζήτησις τῆς συμβάσεως, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτῶνται μεγάλα συμφέροντα τῶν καπνοφόρων ἐπαρχιῶν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις κατὰ τὸν Κανονισμὸν κανονίζεται κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως. Ὥστε ἐπιφυλαχθῆτε τότε νὰ κάμητε τὰς παρατηρήσεις σας.
§46ΔΑΓΡΕΣ. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου κρατούμενοι παραπονοῦνται κατὰ τῆς μεροληπτικῆς ἐνεργείας τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν, καὶ ἰδίως κατὰ τοῦ ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν καὶ τοῦ φρουράρχου. Κατὰ τοῦ ἐπιστάτου παραπονοῦνται, διότι ὁ προσφερόμενος εἰς αὐτοὺς ἄρτος προσφέρεται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, καὶ οὐχὶ συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐνηργήθη ἡ δημοπρασία· δεῖγμα δὲ τῆς κακῆς ποιότητος τοῦ προσφερομένου ἄρτου ἐστάλη πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα λάβῃ μέτρα πρὸς ἄρσιν τοῦ προσγιγνομένου αὐτοῖς ἀδικήματος. Ἡ θλῖψις τῶν ἐν ταῖς εἰρηταῖς ταύταις κρατουμένων καταφαίνεται ἐκ τῆς ἐπιστολῆς, ἡ ὁποία μοὶ ἀπεστάλη, κύριε Πρόεδρε· ὥστε εἶναι δίκαιον νὰ ληφθῇ λυσιτελὲς μέτρον ὑπὲρ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ὄντων, τῶν καθειργμένων εἰς τὰς φυλακὰς μάλιστα τῆς Πύλου, αἱ ὁποῖαι καθιστῶσιν εἰς μεγαλείτερον βαθμὸν δεινοτέραν τὴν θέσιν αὐτῶν. Κατὰ τοῦ φρουράρχου παραπονοῦνται, διότι οὗτος, μικρῶν ἕνεκεν καὶ ἀσημάντων λόγων, τιμωρεῖ αὐτοὺς ἀμειλίκτως, τοὺς μεταφέρει ἀπὸ δωματίου εἰς δωμάτιον, καὶ τοὺς κατακλείει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας εἰς ζοφερὰ δωμάτια, ἕνεκα τοῦ ὁποίου πολλῶν φυλακισμένων ἡ ὑγιεία προσεβλήθη. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβωσι μέτρα κατάλληλα πρὸς θεραπείαν τῶν παραπόνων τούτων τῶν φυλακισμένων. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Καλαμῶν κρατούμενοι παραπονοῦνται ἐπίσης διὰ τὸ μέτρον τὸ ληφθὲν παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ ἐπιτρέπηται ἡ ἐπίσκεψις τῶν συγγενῶν καὶ φίλων τῶν κρατουμένων ἢ ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος μόνον, πολλάκις δὲ οἱ συγγενεῖς αὐτῶν ἔρχονται μακρόθεν καὶ ἀναγκάζονται νὰ ἐπιστρέφωσι, χωρὶς νὰ τοὺς ἴδωσι. Φρονῶ ὅτι καὶ τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι λίαν αὐστηρόν, καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἐὰν ἐπετρέπετο τρὶς ἢ τετράκις τοὐλάχιστον τῆς ἑβδομάδος ἡ ἐπίσκεψις.
§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἤμην ἐνταῦθα κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τῇ περιλήψει τοῦ εἰσηγητηρίου του λόγου, τῇ δημοσιευθείσῃ ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ἀνέγνων ἰσχυρισμόν τινα αὐτοῦ, ὃν ὅμως εὗρον ἐν ἀρχῇ τόσον ἀπίθανον, ὥστε ὁμολογῶ, ὅτι μοὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ πιστεύσω, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τοιαύτην ἀνακρίβειαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπεφυλάχθην νὰ ἀναγνώσω τὸν εἰσηγητήριον αὐτοῦ λόγον ὁλόκληρον, δημοσιευόμενον ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν· μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν δὲ αὐτοῦ παρετήρησα μετὰ λύπης μου, ὅτι ἦσαν ἀληθῆ τὰ ἀναγραφέντα ἐν περιλήψει εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀναγγέλλων σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶπεν ὅτι ἦτο ἠναγκασμένη ἡ νέα Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν προτεινομένην μεταβολὴν κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν διὰ τὸν λόγον ὅτι κατὰ τὸ τέως κρατοῦν σύστημα εἶχε παρατηρηθῆ δημευτικὴ καὶ κοινωνιστικὴ τάσις παρ’ ἡμῖν, καθόσον διὰ τῆς δημοτικῆς εἰσφορᾶς ἐλαμβάνοντο παρὰ τοῦ Κράτους ἔσοδα τούτου τοῦ δήμου καὶ ἐδαπανῶντο ὑπὲρ ἄλλου δήμου: Ἔλεγε μάλιστα, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο πρέπει νὰ εἰσφέρωσιν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως οἱ κάτοικοι Ἑρμουπόλεως καὶ οἱ κάτοικοι Ἀθηνῶν, ὅπως ἔχωσι σχολεῖα οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Κοθωνίων καὶ τοῦ δήμου Ἀγραίων. Ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως εἶναι ἀκριβές, Κύριοι. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ αὐτὸς οὗτος εἰσηγητὴς τοῦ νόμου ᾼϠΜΑʹ τοῦ 1891. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 ἐδάφ. βʹ αὐτοῦ ἰδοὺ τί ὁρίζεται (ἀναγινώσκει): «Εἰσφορὰ ἐκ τῶν ταμείων τῶν δήμων τοῦ Κράτους ἴση πρὸς τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην διὰ τὴν δημοτικὴν ἑκάστου αὐτῶν ἐκπαίδευσιν κτλ.» Τὴν διάταξιν ταύτην ἐπανέλαβεν αὐτολεξεὶ σχεδὸν καὶ ὁ νόμος ͵ΒΠΕʹ τοῦ 1892 ἐν ἐδαφ. αʹ τοῦ ἄρθρου 2. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὑπάρχει σαφὴς καὶ ἀναντίλεκτος διάταξις τοῦ νόμου, ἀπαγορεύουσα, ἵνα λαμβάνῃ τὸ Κράτος ἔσοδα ἐκ τῆς εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τούτου τοῦ δήμου καὶ διαθέτῃ αὐτὰ ὑπὲρ ἄλλου δήμου. Ὥστε οὐδὲν ἴχνος κοινωνισμοῦ ἢ δημεύσεως ἀπαντᾷ ἐν τῷ ἰσχύοντι συστήματι. Ἀπὸ τοῦ 1891 ὑπῆρξαν διάφοροι Ὑπουργοί, διευθύναντες τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Ὑπῆρξεν ἐπὶ ἓν ἔτος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτής, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, μετ’ αὐτὸν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτής, ὁ κ. Κοσσονάκος, ὁ κ. Σκουλούδης, ἐγὼ αὐτὸς, μετ’ ἐμὲ ὁ κ. Καλλιφρονᾶς καὶ τελευταῖον ὁ κ. Βλάχος. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν εἷς ἐξ ὅλων τούτων, παραβαίνων τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, διέταξεν ἢ μᾶλλον κατελόγισεν εἴς τινα τῶν δήμων τοῦ Κράτους δημοτικὴν εἰσφορὰν περιπλέον ἐκείνης, ἥτις ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ἰδίων αὐτοῦ σχολείων. Ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθές, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα ἕνα ἕκαστον τῶν δήμων τῶν καταβαλόντων ἀπὸ τοῦ 1891 καὶ ἐντεῦθεν δημοτικὴν εἰσφορὰν περιπλέον τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ἰδίων αὐτοῦ σχολείων, καὶ πόσον εἶναι τὸ ποσὸν τοῦτο. Οὕτω πῶς θὰ ἐξακριβωθῇ ἡ ἀλήθεια, ἐὰν ὑπῆρξεν Ὑπουργός τις ἔκτοτε, ὅστις ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν τοιαύτην κοινωνιστικὴν καὶ δημευτικὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν εἰς τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἀπέδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἢ αὐτὸς οὗτος ἐκ πλάνης προέβη εἰς τὸν τοιοῦτον ἰσχυρισμόν.
§48Ν. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μετὰ τὴν παράκλησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ περὶ ὑποβολῆς τοῦ καταλόγου τῶν πολιτογραφηθέντων διὰ Β. Διατάγματος κατὰ τὸ ἔτος 1893, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐπεκτείνῃ τὸν κατάλογον καὶ ἐπὶ μακροτέραν ἀκόμη ἐποχήν, δηλαδὴ μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη, νομίζω, κατὰ τὸ 1886, καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ κατάλογον πάντων τῶν διὰ Β. Διατάγματος πολιτογραφηθέντων ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου μέχρι σήμερον.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μήλου κ. Ταταράκης ὑποβάλλει ἐρώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τινὸς ἐντάλματος μὴ θεωρηθέντος παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§50ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ λύπης μου βλέπω, ὅτι παρῆλθεν ἄγονος ὁλόκληρος καὶ ἡ ἑβδομὰς αὕτη ὡς πρὸς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα· καὶ ἐν τούτοις ὁ σταφιδικὸς πληθυσμὸς ἀγωνιῶν ἀναμένει παρ’ ἡμῶν τὴν σωτηρίαν του...
§51ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡρίσθη διὰ τὴν Δευτέραν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν.
§53ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ συναδέλφων μου τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν, ἀσθενῶν, δὲν ἠδυνήθην δυστυχῶς νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ὡς εἶχον καθῆκον, καὶ ἕνεκα τῶν τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον καὶ ἐκ Πατρῶν καὶ ἐξ Ἀχαΐας ἐκ μέρους τῶν ἐπιτροπῶν τῶν ἐκλεχθεισῶν ὑπὸ τῶν συλλαλητηρίων τῆς Κυριακῆς, καὶ ἕνεκα τοῦ ψηφίσματος, ὅπερ ἔλαβον, τοῦ ἐν Πάτραις Συλλόγου τῶν Καλαβρυτινῶν, καὶ πρὸ πάντων ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ πολιτικοῦ μας προγράμματος πρὸς τὸν λαὸν τῆς ἐπαρχίας ἡμῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἦτο ἀναγεγραμμένη ῥητὴ ὑπόσχεσις, ὅτι θὰ ἐργασθῶμεν ἐῤῥωμένως διὰ τὴν ἐπιψήφισιν νομοθετικοῦ μέτρου ὑπὲρ τῆς σταφίδος. Εὐτυχῶς εἶδον, ὅτι ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγνωρίζων τὸ σοβαρὸν καὶ ἐπεῖγον τοῦ ζητήματος τούτου, ὑπεσχέθη ν’ ἀναγραφῇ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ σχέδιον νόμου τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ μοι ἐκ Τριφυλίας βουλευτοῦ...
§54ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὄλα τὰ νομοσχέδια, καὶ τῶν μὴ σεβαστῶν.
§55ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. καὶ ὅτι ἐκ τῶν συζητήσεων αὐτῶν ἐν τῇ Βουλῇ θέλει μορφώσει γνώμην καὶ θὰ ὑποβάλῃ ἐν ἀνάγκῃ ἴδιον νομοσχέδιον. Δὲν ἀμφέβαλλον οὐδὲ στιγμὴν περὶ τῶν ἀγαθῶν πρὸς τοῦτο προθέσεων τοῦ σεβαστοῦ μοι Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφέρω κἀγὼ γνώμην τινὰ καὶ πρότασιν ἐπὶ τοῦ ὄντως σοβαροῦ τούτου ζητήματος. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, ὡς γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, καθ’ ἣν ἔρχεται τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν· ἦλθε καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, καὶ συνεζητήθη ἐν ἐκτάσει, καὶ ἐὰν κατὰ τὰς ἀγόνους καὶ ματαίας ἐκείνας συζητήσεις, αἵτινες γνωρίζομεν διὰ ποῖον λόγον ἐγένοντο, δὲν ἐκερδήσαμεν ἄλλο τι, ἐκερδήσαμεν ὅμως τὴν βάσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, τὴν γνῶσιν τουτέστι τῶν αἰτίων τῆς κρίσεως ταύτης καὶ τῆς θεραπείας αὐτῆς. Αἱ αἰτίαι τῆς κρίσεως εἶναι τοῖς πᾶσι γνωσταί, ἐπίσης καὶ τὰ μέσα τῆς θεραπείας αὐτῆς, ἤτοι ἡ προσπάθεια διὰ συμβάσεων καὶ λοιπῶν κυβερνητικῶν καὶ ἰδιωτικῶν ἐνεργειῶν τῆς διαδόσεως πανταχοῦ τοῦ προϊόντος τούτου. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται ν’ ἀποσοβήσωμεν διὰ νομοθετήματος τὴν ἐπαπειλουμένην καταστρεπτικὴν τοῦ ἔτους τούτου κρίσιν, ἕνεκα τοῦ μεγάλου ἀποθέματος, τὸ ὁποῖον μᾶς κληρονομεῖ τὸ παρελθόν, καὶ τῆς προμηνυομένης μεγάλης παραγωγῆς. Συνεπῶς ἄς ἀποφύγωμεν τὰς ματαίας καὶ ἀγόνους συζητήσεις ἐπὶ τῶν διαφόρων σχεδίων νόμου τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τὰ ὁποῖα καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν συνεζητήθησαν καὶ τῶν ὁποίων, ὡς καὶ τότε, αἱ συζητήσεις θὰ ἦναι διεξοδικαὶ καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος, ἄς φεισθῶμεν τοῦ πολυτίμου χρόνου καὶ τῆς ἀγωνίας τῶν μέχρι τῆς χθὲς εὐημερούντων σταφιδικῶν πληθυσμῶν, οἵτινες σήμερον ἀναμένουσι διὰ τῆς ἀποφάσεώς σας τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ἄρτου τῶν οἰκογενειῶν των, οὐχὶ διὰ τῆς ἐλεημοσύνης, ἀλλὰ διὰ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ προσώπου των, καὶ ἄς ἐργασθῶμεν, ὅπως ἀνεύρωμεν τὸν σωστικώτερον τρόπον τῆς ἀποσοβήσεως τῆς καταστρεπτικῆς ταύτης κρίσεως· πρὸς τοῦτο δ’ ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸ πάντων τὸν σεβαστόν μοι Πρόεδρον αὐτῆς, ὅπως θελήσῃ νὰ μὴ ἀναμείνῃ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις, διὰ νὰ μορφώσῃ γνώμην περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ νὰ υἱοθετήσῃ ἀπὸ τοῦδε τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ἀποῤῥέον ἐκ τῆς πείρας του, τῶν μελετῶν του καὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐμόρφωσεν ἐκ τῶν συζητήσεων τῆς παρελθούσης Βουλῆς, καὶ αἵτινες δὲν ἦσαν διάφοροι τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀναπτυχθῶσι ματαίως καὶ κατὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν· ἡ δὲ Βουλὴ σοβαρῶς, καὶ οὐχὶ δι’ ἀντεγκλήσεων καὶ διχασμοῦ γνωμῶν, ἄς συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ αὐτό. Μὴ ἀπατᾶσθε, Κύριοι· διερχόμεθα τὴν κρισιμωτέραν τῶν στιγμῶν, διότι, ὡς εἶπον καὶ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Καρακάλλου, ἐκ τῆς καλῆς διαῤῥυθμίσεως τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος ἐξαρτᾶται κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου. Ἐὰν δὲν σπεύσωμεν λοιπὸν νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον τοῦτον, σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν θὰ φθάσῃ εἰς αἴσιον πέρας καὶ αὐτὸς ὁ συμβιβασμός, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ ἔθνος σύμπαν ἔχει ἐστραμμένα τὰ βλέμματά του πρὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, καὶ ἀναμένει ἐναγωνίως νὰ ἐξαλείψῃ δι’ αὐτοῦ πάσῃ θυσίᾳ τὴν κηλῖδα, ἣν φέρομεν, ἕνεκα τῆς χρεωκοπίας, καὶ τὴν ὁποίαν ὁ πρωτεργάτης αὐτῆς μετὰ μειδιάματος ἀντὶ δακρύων ἀνῆλθε καὶ ἐκήρυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ ἔπειτα ἔχουσι τὴν ἀφέλειάν τινες νὰ πιστεύωσιν, ὅτι ὁ εὐγενὴς λαὸς τῶν Πατρῶν, ὅστις ἀνέκαθεν ἐγνώρισε τοῦτον, ἀπεφάσισε νὰ θέσῃ τὴν ὑποψηφιότητα αὐτοῦ κατὰ τὰς μελλούσας ἐπαναληπτικὰς ἐκλογάς! Ἐὰν δὲν σπεύσωμεν, λέγω, νὰ λύσωμεν τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, βεβαιωθῆτε ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ τὸ πλεῖστον θὰ μείνῃ νεκρὸν γράμμα, διότι θ’ ἀναγκασθῆτε ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων ν’ ἀπαλείψητε πᾶν ἔσοδον προερχόμενον ἀπὸ τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, καὶ ἑτοιμασθῆτε νὰ ἐγγράψητε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων μέγα κονδύλιον, διότι θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ ἔλθητε ἀρωγοὶ ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§57ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐλάβομεν ἐκ Κυθήρων τηλεγράφημα τοῦ κ. Στάη, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διαμαρτυρηθῆτε ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ γενομένου ἀποκλεισμοῦ 90 ψηφοφόρων Ἀντικυθηρίων καὶ φατριαστικῆς ἐνεργείας ὀργάνων Κυβερνήσεως, καθιστῶντες αὐτὴν ὑπεύθυνον διὰ τὰς ἐπικειμένας αἱματηρὰς συμπλοκάς. Ἰδοὺ τηλεγράφημά μου πρὸς Εἰσαγγελέα Πρωτοδικῶν Ναυπλίου: «Εἷς Κυθήριος, ὀνόματι Σουρῆς, ἐπὶ κεφαλῆς ἀγνώστων προσωρμίσθησαν διὰ πλοιαρίου χθὲς μεσημβρίαν εἰς Ἀντικύθηρα ἔνοπλοι, ἀπεβιβάσθησαν δὲ ἐν πυροβολισμοῖς, ἀποκλείσαντες ἐκλογεῖς μεταβῆναι ἐνταῦθα πρὸς ἐλευθέραν ἐξάσκησιν πολιτικῶν αὐτῶν δικαιωμάτων κατὰ τὴν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν τῆς 25 μεσοῦντος. Εἰρηνοδίκης διστάζει μεταβῆναι δίωρον ἀπόστασιν πρὸς λύσιν ἐνόπλου πολιορκίας ἐκλογέων καὶ πρόληψιν συμπλοκῆς αἱματηρᾶς. Καταγγέλλομεν ἔκνομον πρᾶξιν, καὶ ἐξαιτούμεθα διατάξητε εἰρηνοδίκην ἐνεργήσῃ δέοντα. Στάης.» Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο καταθέτων εἰς τὸ Προεδρεῖον, παρακαλῶ νὰ μεταβιβασθῇ εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης· παρακαλῶ δὲ αὐτοὺς νὰ διατάξωσι τηλεγραφικῶς τὰ δέοντα, πρὸς πρόληψιν αἱματηρῶν σκηνῶν.
§58ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅπως εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν μέριμναν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε διὰ τὸν στρατὸν, ἂν καὶ μόλις πρὸ δεκαπενθημέρου ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ καλῶς ἔπραξε, ποιήσας ἔναρξιν ἐκ τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου, ἐκ τοῦ κλάδου ἐκείνου, ὅστις εἶναι ἐκ τῶν πρώτων παραγόντων τοῦ στρατοῦ, ἐκ τοῦ κλάδου ὅστις καὶ πρὸς τὴν κοινωνίαν καὶ πρὸς τὸν στρατὸν ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ προσφέρει μεγάλας ὑπηρεσίας, ἐκ τοῦ κλάδου τοῦ ὁποίου τὰ μέλη, διατρέχοντα τὰ πεδία τῶν μαχῶν, ὑπὸ τὸ φονικὸν τοῦ ἐχθροῦ πῦρ, παρέχουσιν εἰς μὲν τοὺς τραυματίας πᾶσαν ἰατρικὴν συνδρομήν, εἰς δὲ τοὺς θνήσκοντας παρηγορίαν, ἐκ τοῦ κλάδου τοῦ ὁποίου ὁ καλὸς καταρτισμὸς ἐνισχύει καὶ αὐξάνει τὸ ἠθικὸν θάῤῥος τοῦ ἐν ἐκστρατείᾳ στρατιώτου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως τὴν ἰδίαν μέριμναν λάβῃ καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς τοῦ στρατοῦ κλάδους, καθόσον ἐκ διαφόρων μελετῶν τῆς τε παλαιᾶς καὶ νέας ἱστορίας ἐξάγει τις ὡς πόρισμα τὸ μαθηματικὸν ἀξίωμα, ὅτι, ὅπου στρατὸς καλῶς συντεταγμένος, ὅπου στρατὸς αἰσθανόμενος τὸν προορισμόν του καὶ τὴν ἀποστολήν του, ὅπου στρατὸς μὲ φρόνημα, ἡ χώρα ἐκείνη, ἡ τοιοῦτον στρατὸν ἔχουσα, δὲν δύναται παρὰ νὰ εὐημερήσῃ. Τρανωτάτη ἀπόδειξις αἱ Ἀθῆναι, ἡ Σπάρτη, ἡ Μακεδονία, ἡ Καρχηδὼν καὶ ἡ Ρώμη, εἰς δὲ μεταγενεστέρας ἐποχὰς ἡ Ὁλλανδία, ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Γερμανία ἐπ’ ἐσχάτων. Ἐξετάζων τις ἐπισταμένως τὰς διαφόρους φάσεις τῆς νεαρᾶς Ἑλλάδος, πείθεται ὅτι, ὁσάκις ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη καλῶς συντεταγμένη στρατιωτικῶς, μετὰ τῆς καλλίστης συντάξεως ὑπῆρξε στενῶς συνδεδεμένη ἡ εὐημερία αὐτῆς. Ἅμα τῇ συστάσει τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ συνεπῶς τὸν στρατὸν, ἀνέλαβον ἀξιωματικοὶ Γερμανοί, οἵτινες, καὶ δυνάμενοι καὶ γνωρίζοντες νὰ ἐργασθῶσι, καὶ εἰλικρινῶς ἐργασθέντες πρὸς ὄφελος τοῦ συμπολίτου των Βασιλέως, κατήρτισαν στρατὸν πειθαρχοῦντα, στρατὸν ἀξιόμαχον. Διὰ τοῦ στρατοῦ ἐκείνου ἐπέβαλον τὸν νόμον, καὶ ὡς ἐκ τούτου καὶ δικαιοσύνη καὶ διοίκησις καὶ αἱ λοιπαὶ ἀρχαὶ ἐλειτούργουν ἀπροσκόπτως· καὶ εὐθὺς ὡς ὁ νόμος ἐπεβλήθη, ἡ Ἑλλὰς ἐκείνη, ἥτις εἶχε μεταβληθῆ εἰς σωροὺς ἐρειπίων, ἕνεκεν τοῦ ἑπταετοῦς καταστρεπτικοῦ ἀγῶνος, παρουσιάσθη ὑπὸ ἔποψιν εὐημερίας ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀνωτέρα τῆς σημερινῆς, καὶ τοῦτο, διότι ὁ στρατὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦτο πολὺ ἀνώτερος τοῦ σημερινοῦ. Μετὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς Γερμανοὺς ἀναλαμβάνουσι τὴν διεύθυνσιν τοῦ στρατοῦ οἱ ἄνδρες τοῦ ἀγῶνος, ἄνθρωποι ἐντελῶς μὲν ἀγράμματοι, ἀλλὰ φλεγόμενοι ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τοῦ πατριωτισμοῦ, οἵτινες ἐκράτησαν τὸ γόητρον τοῦ στρατοῦ ἐκείνου καὶ τὴν θέσιν του εἰς τὸ αὐτὸ ὕψος. Κατώρθωσαν διὰ τοῦ ὀλίγου ἐκείνου στρατοῦ καὶ ναυτικοῦ, ἀλλὰ παραδειγματιζομένου ἀπὸ τοῦ μεγαλειτέρου ἀρχηγοῦ μέχρι τοῦ τελευταίου ὑποδεκανέως καὶ ναύτου, νὰ καταπνίξωσι πολιτικὰς καὶ θρησκευτικὰς ἐπαναστάσεις μεγίστης σημασίας, νὰ καταστρέψωσι σοβαρὰς ληστανταρσίας, νὰ στηρίξωσι τὸν νόμον, καὶ ἐν τέλει νὰ ἐπαναφέρωσι τὴν τάξιν. Τούτου δ’ ἐπιτευχθέντος, τὰ πάντα ἔβαινον καλῶς. Τίς δύναται νὰ συγκρίνῃ τὴν Ἑλλάδα ἐκείνην μὲ τὴν σημερινήν; Μετὰ τοὺς ἄνδρας τοῦ ἀγῶνος ἀναλαμβάνουσι τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου οἱ τότε ὡς εὐπαίδευτοι θεωρούμενοι ἀξιωματικοί, οἵτινες, ἔχοντες συνεργάτην τὸν Βασιλέα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ συντάξαντες καὶ ἐφαρμόσαντες καταλλήλους ὀργανισμούς, οἵτινες ἐπέτυχον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, κατήρτισαν στρατὸν εὐρωπαϊκῆς φήμης καὶ ἑτοιμοπόλεμον. Οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι ἐξησφάλισαν τὴν θέσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ ἀπὸ πάσης ἐνδεχομένης αὐθαιρεσίας διὰ νομοθετημάτων, ἐπροστάτευσαν τὸ ὀρφανὸν καὶ τὴν χήραν τοῦ στρατιωτικοῦ καὶ ἐξησφάλισαν τὸν ἐν ἀποστρατείᾳ ἀξιωματικὸν διὰ τῶν μετοχικῶν ταμείων. Οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι συνέστησαν ἀρτοποιεῖα, ἐβελτίωσαν τὸ σιτηρέσιον τοῦ στρατιώτου, ἐπλήρωσαν τὰς ἀποθήκας δι’ ὅπλων ἐκ τῶν καλλιτέρων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δι’ ἱματισμοῦ, πολεμεφοδίων, ὑποδύσεως καὶ ἐν γένει δι’ ὅλων τῶν πρὸς ἐκστρατείαν χρειωδῶν. Ἐσκέφθησαν νὰ ἐξευγενίσωσι τὴν ψυχὴν τοῦ ἀγρίου ὀρεσιβίου νεοσυλλέκτου, καὶ διὰ συστάσεως σχολείων ἐζήτησαν τὴν γραμματικὴν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ. Τὰ Στρατοδικεῖα σπανίως μὲν, ἀλλ’ ἐλειτούργουν θαυμασίως, καὶ τοῦτο, διότι τὸ ἔγκλημα ἐσπάνιζεν εἰς στρατὸν ἀνεπτυγμένον. Τὰ στρατιωτικὰ δεσμωτήρια μετεβλήθησαν εἰς ἐργοστάσια παντὸς εἴδους. Ὁ στρατὸς ἠσκεῖτο διαρκῶς ὑπὸ σκηνήν, ἡμερήσιαι δὲ καὶ νυκτεριναὶ πορεῖαι, ἐπιθέσεις καὶ πλασταὶ μάχαι ἐλάμβανον χώραν, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ τε Βασιλέως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἡ ἀπίστευτος στρατιωτικὴ πρόοδος τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος ἐκίνησε τὴν προσοχὴν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἥτις, πιστεύσασα ὅτι ἐνδέχεται τὸ μικρὸν τοῦτο ἐθνάριον νὰ καταστῇ σκάνδαλον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἀπεφάσισε τὴν ἐκθρόνισιν τοῦ ἀληθοῦς Ἕλληνος ἐκείνου Βασιλέως. Ἀτυχῶς ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ ἐπέτυχεν, ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, οἱ δὲ συνεργάται Ὑπουργοί του κατεδικάσθησαν εἰς ἐξοστρακισμόν, οἵτινες ἀναχωροῦντες παρέδωκαν τὸν τόπον ἄνευ δημοσίου χρέους μιᾶς δραχμῆς, τὰ ταμεῖα γέμοντα χρημάτων, τὸν τόπον ἄνευ λῃστῶν καὶ φυγοδίκων, τὴν δὲ χώραν ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον εὐημεροῦσαν. Ἕνεκεν τῆς ἐκθρονίσεως τοῦ Βασιλέως ἡ πειθαρχία τοῦ στρατοῦ ἐκείνου ἐκ βάθρων ἐκλονίσθη, τὸν οὕτω δὲ κλονισθέντα στρατὸν ἀνέλαβον νὰ διευθύνωσιν ἀξιωματικοὶ τῶν στρατώνων καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι οὐδὲν νέον προσέθηκαν, ἀλλὰ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, πρὸς τιμὴν ἐκείνων, ὅτι ἡ συγκράτησις τοῦ στρατοῦ κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως ἦτο μέγα ἔργον. Ὁ στρατὸς ἤρχισε νὰ χωλαίνῃ, ἡ δὲ χώρα βῆμα πρὸς βῆμα εἶχε τὴν αὐτὴν τύχην, τὰ δημόσια χρέη ἤρχισαν, ἡ δὲ πενία ἤρχισε νὰ διευθύνηται πρὸς τὴν ἀτυχῆ Ἑλλάδα, καὶ ἡ χρεωκοπία ἐκ τοῦ μακρόθεν ἤρχισε νὰ ἐγείρῃ τὴν εἰδεχθῆ κεφαλήν της. Ἐὰν δὲ ἡ καταστροφὴ δὲν ἐβάδισε ταχεῖ τῷ βήματι, τοῦτο ἀποδοτέον εἰς τοὺς τέσσαρας ἐκείνους γίγαντας Πρωθυπουργοὺς, τῶν ὁποίων τὴν μνήμην πᾶς Ἕλλην ὀφείλει νὰ χαιρετᾷ μετὰ σεβασμοῦ καὶ εὐλαβείας. Μετὰ τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν στρατώνων ἀναλαμβάνει τὴν διεύθυνσιν τοῦ στρατοῦ ὁ πολίτης ἀρχηγὸς μιᾶς τῶν πολιτικῶν μερίδων, ὅστις ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος διακηρύττει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει συμμάχους, ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ πολεμήσῃ, ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην ἐσωτερικῆς ἀναπλάσεως· συνεπῶς διαλύει τὸν στρατὸν, καὶ διαιρεῖ αὐτὸν εἰς στρατὸν ἐκπαιδεύσεως καὶ στρατὸν ὑπηρεσίας, χωρὶς νὰ προβλέψῃ τὰ μέλλοντα νὰ λάβωσι χώραν μετὰ τρίμηνον, καὶ ἕνεκεν τῶν ὁποίων αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εὑρέθη εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ καλέσῃ ἐπιστράτευσιν. Ἀποτυχόντος τοῦ τότε ὀργανισμοῦ του, παρουσιάζει καὶ δεύτερον, τὸν τῆς γενικῆς στρατολογίας, καὶ ἰδοὺ τρίμηνοι, ἑξάμηνοι καὶ μονοετεῖς στρατιῶται· ἔκτοτε τὸ ἠθικὸν τοῦ στρατοῦ ἐντελῶς κατέπεσεν, ἡ πολιτικὴ σύσσωμος εἰσέδυσεν εἰς τὸν στρατὸν, ἡ ἀνικανότης δὲν ἔχει πλέον νὰ φοβηθῇ, ὡς ὀχυρωθεῖσα ὄπισθεν διπλῆς σειρᾶς ὀχυρωμάτων, δηλαδὴ τῆς πολιτικῆς καὶ τῶν πλαγίων μέσων, ἡ ἱκανότης δὲν ἔχει πλέον νὰ ἐλπίζῃ· ἔκτοτε ὁ στρατὸς φατριάζει καὶ ἀνήκει εἰς τὰς πολιτικὰς μερίδας, ἔκτοτε οἱ ἀξιωματικοὶ διῃρημένοι εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ, ἔκτοτε ἡ ποινὴ τῆς καθαιρέσεως εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς, αἱ αὐτοκτονίαι κατὰ δεκάδας, αἱ λιποταξίαι τῶν ἀξιωματικῶν ἕνεκεν ἐγκληματικῶν πράξεων, ἔκτοτε τὸ Κοινοβούλιον βρίθει ἀξιωματικῶν, τῶν ὁποίων ἡ χρησιμότης εἶναι ἐλαχίστη, ἀπέναντι τῆς ζημίας τῆς παρουσιαζομένης ὡς ἐκ τῆς ἀπομακρύνσεως ἐκ τοῦ στρατοῦ τοιούτων καὶ τοσούτων ἀξιωματικῶν. Εἰς ἐπίμετρον τῆς καταστροφῆς ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, καὶ ὁ στρατὸς πλέον οὐχὶ μόνον ἀνίκανος νὰ ἐπιχειρήσῃ ἐκστρατείαν, ἀλλὰ ἀδυνατῶν ν’ ἀναλάβῃ τὴν παραμικροτέραν στρατιωτικὴν ἐπιχείρησιν. Κατόπιν τῆς τοιαύτης τοῦ στρατοῦ καταστάσεως ποία ἡ κατάστασις τῆς χώρας; Χρεωκόπος καὶ πεινῶσα! Τίς πταίει διὰ τὴν οἰκτρὰν τοῦ στρατοῦ κατάστασιν καὶ διὰ τὴν πεινῶσαν χώραν; Πταίει ὁ μᾶλλον πταίσας καὶ ὁ διὰ τοῦ τίς πταίει τὴν ἐξουσίαν καταλαβών. Τοιαύτης οὔσης τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, ἐπιβάλλεται εἰς πάντα εὐσυνείδητον Ὑπουργὸν νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς περὶ τῆς διαλύσεώς του, διότι εἶναι ἔργον ἀσυνείδητον νὰ δαπανᾷ ἀσκόπως ἡ πατρὶς χρῆμα πολύτιμον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διαθέσῃ διὰ τὴν βιομηχανίαν, τὴν γεωργίαν, τὸ ἐμπόριον, ἢ πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν, ὅπως τοὐλάχιστον ἀνυψώσωμεν τὴν οἰκονομικήν μας πίστιν, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τῆς ζωῆς τῶν ἐθνῶν. Ἐξεταστέον ἂν ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ στρατοῦ. Ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι ἔθνος δυνάμενον νὰ γεννήσῃ τὰς περιστάσεις, ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν περιστάσεων τῆς Δύσεως καὶ τῆς Ἀνατολῆς, ὥστε ὀφείλει νὰ ᾖ ἕτοιμος, ὀφείλει νὰ ἔχῃ στρατὸν, οὐχὶ διὰ νὰ δαπανᾷ μόνον ἀσκόπως, ἀλλὰ στρατὸν ὠργανωμένον καὶ καλῶς συντεταγμένον. Συνεπῶς προτείνω μετὰ σεβασμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως διατάξῃ τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς ἐκ τῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀξιωματικῶν, οἵτινες εὐτυχῶς εἶναι ἐκ τῶν ἐπιλέκτων τοῦ στρατοῦ, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲ νὰ λάβωσι μέρος καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου· ἡ ἐπιτροπὴ νὰ μελετήσῃ καὶ συντάξῃ ὀργανισμὸν ἀνάλογον πρὸς τοὺς πόθους τῆς τε ἐλευθέρας καὶ δούλης Ἑλλάδος, ἀνάλογον μὲ τοὺς πόρους, μὲ τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, μὲ τὸν πληθυσμὸν καὶ μὲ τὰς φυσικὰς πολεμικὰς ἰδιότητας τῆς χώρας, νὰ μελετήσῃ τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν στρατευμάτων ἐκείνων, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ ἡμέτερος στρατὸς θέλει ἀντιμετωπισθῆ· πρωτίστως δὲ πρέπει νὰ σκεφθῇ τὸ εἶδος τῆς ἐκστρατείας, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναλάβῃ, καθ’ ὅσον ἡ ἐκστρατεία θὰ ἦναι πλήρης στερήσεων καὶ κόπων· ὥστε ὁ ὀργανισμὸς δέον νὰ παρουσιάζῃ στελέχη εὐπαίδευτα καὶ δυνατὰ, καὶ στρατιώτας ἀντοχῆς καὶ δυναμένους νὰ φέρωσιν εἰς πέρας ἐκστρατείαν στερήσεων καὶ κόπων, νὰ ἐπιστήσῃ δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὴν προσοχὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ὥστε νὰ ἀποφύγῃ μεταφράσεις εὐρωπαϊκῶν ὀργανισμῶν, οἵτινες ὑπὸ τακτικὴν ἔποψιν δύνανται νὰ ὦσι χρήσιμοι, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὅμως ὀργανισμοῦ, οὗτινος ἡ χώρα ἡμῶν ἔχει ἀνάγκην, εἰσὶν ἐντελῶς ἄχρηστοι καὶ ἐπιζήμιοι.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§60Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, εἰλικρινῶς πρὸς ὑμᾶς, ὅτι κανένα δὲν εἶχον σκοπὸν καὶ καμμίαν διάθεσιν νὰ ζητήσω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καὶ νὰ συντελέσω κἀγὼ εἰς αὔξησιν τῆς δυσφορίας, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεσθε, παραμένοντες ἐξ ἀνάγκης μέχρι τοῦ μεσονυκτίου ἐντὸς τοῦ ἀσφυκτικοῦ τούτου περιβόλου καὶ εἰς τοιαύτην πνιγηρὰν ὥραν τοῦ ἔτους. Δὲν ἐσκόπευον, λέγω, νὰ ὁμιλήσω, διότι, ὡς παρετηρήσατε βεβαίως, πάντες ὅσοι ἐκ περιτροπῆς ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος αὐτῆς καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ἄλλης, (δεικνύει τὴν δεξιὰν καὶ τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα) ἐκηρύχθησαν ἄνευ περιφράσεων ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, πάντες εὐνοϊκῶς ἐξεφράσθησαν κατ’ ἀρχὴν περὶ αὐτοῦ. Καὶ ὁ κ. Καραπάνος, ὅστις προέβαλε μάλιστα καὶ ἀξιώσεις τινὰς ἰδιαιτέρας πατρότητος, καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅστις ἀνεπιφυλάκτως ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὁ κ. Δειμέζης, ὅστις εἰδικῶς ἐνέκυψεν εἰς τοιαῦτα ζητήματα, πάντες, καίπερ διαφωνοῦντες εἴς τινας λεπτομερείας, παρεδέχθησαν ὅτι χρήσιμόν τι χρῆμα εἶναι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἀναγκαῖον νὰ μεταβληθῇ εἰς νόμον. Δυστυχῶς ὅμως δι’ ἐμὲ, καὶ ἴσως δυστυχέστερον δι’ ὑμᾶς, κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου τὴν γενικὴν αὐτὴν ἁρμονίαν περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ προτεινομένου εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν μέτρου ἦλθε νὰ ταράξῃ καὶ εἷς παράχορδος τόνος. Ὁ τόνος οὗτος ἐξῆλθεν ἐκ τῶν χειλέων τοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, τοῦ κ. Σιμοπούλου. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα προχθές, καὶ διὰ μακρᾶς ὁμιλίας ἐκηρύχθη ἀναφανδὸν καὶ ἐντόνως κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ παράδοξον ὅμως εἶναι, καὶ τὸ πολὺ περίεργον ἐνταυτῷ, ὅτι καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος Παρνασσίδος ὡμολόγησεν, ὡς ἠκούσατε εἰς τὸ προοίμιον τῆς ὁμιλίας του, ὅτι καὶ αὐτὸς οὗτος, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσῆγε τὸ νομοσχέδιόν του καὶ ἡμέρας τινὰς μετὰ ταῦτα, ἦτο ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Κατόπιν ὅμως μετέβαλε γνώμην, καὶ ἠσπάσθη ἄλλην, ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον, εὐθὺς ὅταν ἤκουσε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν συνηγοροῦντα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου του. Φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πολὺ ἀδίκως καὶ πολὺ ἀτόπως ἐκλαμβάνεται παρὰ πάντων ἀληθῶς, καὶ ἰδίως παρ’ ἡμῶν τῶν νεωτέρων, ὡς τὰ μάλιστα εὔγλωττος καὶ δεξιώτατος ῥήτωρ, ὡς πνεῦμα εὔστροφον, ὀξυτάτην ἔχον ἀντίληψιν, ἐξαισίαν ἀλκὴν καὶ διαύγειαν, ὡς παλαιστὴς κοινοβουλευτικὸς πρώτης τάξεως· διότι, ἐξ ὅσων ἐξεμυστηρεύθη πρὸς ἡμᾶς προχθὲς ὁ κ. Σιμόπουλος, ἀποδεικνύεται φανερῶς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι τόσον ἀδέξιος καὶ ἀνίκανος, ὥστε δὲν γνωρίζει οὔτε νὰ ὑπερασπίζῃ κἆν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσάγει εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ὑπερασπίζει ταῦτα μὲ τοιοῦτον ἐλεεινὸν τρόπον, ὥστε καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ ἐκεῖνοι μεταβάλλουσι κατόπιν γνώμην, καὶ κηρύσσονται κατ’ αὐτῶν, ἅμα τὸν ἀκούουν νὰ συνηγορῇ ὑπὲρ αὐτῶν. Ἂν λοιπὸν πρέπῃ νὰ ὑπέχῃ τις εὐθύνην τινὰ δι’ ὅσα πάσχετε σήμερον, καὶ δι’ ὅσην, κύριοι συνάδελφοι, αἰσθάνεσθε στενοχωρίαν ἐκ τῆς παρατάσεως τῶν συζητήσεων, τοῦ κακοῦ τούτου αἴτιος δὲν εἶμαι ἐγώ· ἄλλος εἶναι ὁ ἔνοχος, καὶ τὸν καταγγέλλω ἐνώπιόν σας, εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶμαι φίλος του, τὸν σέβομαι, τὸν ἐκτιμῶ, ἀλλ’ ἐννοῶ ἡ εὐθύνη ἑκάστου νὰ ἦναι χωριστή. Ἀλλ’ εἴτε συνέβησαν τὰ πράγματα καθὼς ἀφηγήθη εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Σιμόπουλος εἰς τὸ προοίμιον τῆς ὁμιλίας του, εἴτε δηλαδὴ μετέβαλε γνώμην, διότι ἤκουσε τὴν ἀδεξίαν ὑπεράσπισιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἴτε οἴκοθεν μετέβαλε γνώμην, διότι ἤθελε νὰ μεταβάλῃ γνώμην, εἴτε διότι ἤθελε νὰ μεταχειρισθῇ ῥητορικόν τι ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκω— μεταξύ μας—καὶ τόσον ἐκλεκτῆς ποιότητος, δι’ οἱονδήποτε λόγον ὅμως καὶ ἂν ἐκηρύχθη κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Σιμόπουλος, ἐμὲ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει· ἐμὲ ἐνδιαφέρει τοῦτο, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες ἔπεισαν τὸν κ. Σιμόπουλον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι κακὸν καὶ ὀλέθριον, καὶ τόσον μάλιστα, ὥστε ἐξώρκιζεν ἡμᾶς νὰ μὴ τὸ μεταβάλωμεν εἰς νόμον. Παρέμεινα ἀληθῶς προχθὲς μέχρι τοῦ μεσονυκτίου εἰς τὴν συνεδρίασιν, παρὰ τὰς συστάσεις καὶ τὰς προτροπὰς τοῦ παλαιοῦ μου φίλου καὶ συναδέλφου, τοῦ ἰατροῦ κ. Κακαρᾶ, ὅστις παρακαθήμενος μὲ συνεβούλευε νὰ ἀπέλθω, διότι σφοδρῶς πυρέσσων ἐπικινδύνευον νὰ χειροτερεύσω τὴν θέσιν μου. Παρέμεινα καὶ ἤκουσα μετὰ προσοχῆς, ὅσον ἠδυνάμην, τοῦ ἀντιπροσώπου Παρνασσίδος, ἀνὰ μέσον δὲ τῆς μακρᾶς του καὶ διεξοδικῆς ὁμιλίας ἀντελήφθην, ὅτι δύο λόγους, δύο ἰσχυρισμοὺς προέβαλε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν· πρῶτον, ὅτι θὰ καταστρέψωμεν δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου τὴν λογιστικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν, θὰ φέρωμεν σύγχυσιν καὶ περιπλοκὴν εἰς τὰ δημόσια ἡμῶν λογιστικὰ, καὶ δεύτερον, ὅτι θὰ δυσχεράνωμεν τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς ἐπίτευξιν συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν. Φέρε λοιπὸν ἐξετάσωμεν ἑκάτερον τῶν λόγων τούτων.
§61ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δεύτερον δὲν εἶπον.
§62ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἴπετε καὶ ὁ κ. Καραπάνος καὶ ὑμεῖς, καὶ ἐπανελάβετε εἰς τὸν ἐπίλογον μάλιστα, καὶ χαίρω πολὺ, διότι μὲ διακόπτετε, καθόσον ἀποδεικνύετε ὅτι μετεβλήθησαν αἱ ἰδέαι ὑμῶν καὶ ὡς πρὸς τὰς διακοπὰς κατὰ τῶν ὁποίων ᾐσθάνεσθε προχθὲς τόσην μεγάλην ἀγανάκτησιν (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ......
§64ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν διέκοψα· ἀποδίδετε εἰς ἐμέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶπον· ἐὰν σεῖς διακόπτητε, ἄλλα ζήτημα.
§65ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν καταλαμβάνω, τί ἄλλο πράττετε τὴν στιγμὴν ταύτην (γέλωτες). Ἐπιβάλλεται λοιπόν, νομίζω, νὰ ἐξετάσωμεν, ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν δημοσίων ἡμῶν λογιστικῶν ἢ τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Παρνασσίδος ἀντιπρόσωπον πρόκειται ἡμεῖς νὰ καταστρέψωμεν διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Τὰ λογιστικὰ τοῦ Κράτους, τὰ δημόσια λογιστικὰ τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἀκριβῶς ὅ,τι καὶ τὰ δημόσια λογιστικὰ ὅλων τῶν χρεωκοπημένων Κρατῶν, καὶ ἰδίως τῶν τῆς Ἀνατολῆς. Βαθὺς γνώστης καὶ βαθὺς μελετητὴς τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, τὸν ὁποῖον ὅλοι γνωρίζετε, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον γενικῶς ὅλοι ἀναγνωρίζουν καὶ αὐθεντίαν καὶ κῦρος, ὁ P. Leroy Beaulieu, ὁμιλῶν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῶν Κρατῶν τῆς Ἀνατολῆς, καὶ ἐφιστῶν τὴν προσοχὴν τῶν ἀναγνωστῶν του ἐπὶ τῆς διαρκοῦς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται ταῦτα, νὰ δανείζωνται ἀενάως, νὰ συνομολογῶσιν οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, νὰ συνάπτωσι δάνεια ἀλλεπάλληλα προσωρινά, βραχυπρόθεσμα, παρατηρεῖ, ὅτι τὰ δάνεια ταῦτα κατήντησαν ἀληθὴς μάστιξ καὶ πληγὴ τοῦ Φαραώ, πραγματικὴ ψώρα καὶ λέπρα εἰς τοὺς λαοὺς τῶν Κρατῶν τούτων, καὶ ὅτι ἐνέχουσι καὶ ἓν ἄλλο κακόν, μέγιστον καὶ σπουδαιότατον, τοῦτο, ὅτι καθιστάνουν τὰ λογιστικὰ τοῦ Κράτους σκοτεινὰ, δυσεξιχνίαστα, λαβυρινθώδη, καὶ ἐμποδίζουν τοὺς νομοθετοῦντας, ἀλλὰ καὶ τοὺς κυβερνῶντας, νὰ ἐμβαθύνωσι καλῶς εἰς τὴν δημοσίαν αὐτῶν οἰκονομίαν. Ἡ ἐκ τραπεζιτῶν ἐπιτροπή, παρατηρεῖ ὁ Γάλλος σοφός, ἡ διορισθεῖσα τὸ 1874, ὅπως ἐξελέγξῃ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Τουρκίας, δὲν κατώρθωσε νὰ ἐξακριβώσῃ εἰς ποῖον ποσὸν ἀνήρχοντο τὰ προσωρινὰ ταῦτα χρέη τῆς Τουρκίας· ἑτέρα ἐπιτροπὴ, συσταθεῖσα, ὅπως ἐξελέγξῃ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Αἰγύπτου, ἐπιτροπὴ ἀποτελεσθεῖσα καὶ αὕτη ἐξ Εὐρωπαίων οἰκονομολόγων, πολλῆς ἀξίας καὶ ἐπισημότητος, οἷον ἐκ τοῦ Κὰβ, τοῦ Σιαλόγια, τοῦ Ροβέρτου Βίλσωνος, αὐτοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ διευθύνων, ὡς νομίζω, Γεν. Γραμματεὺς εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ δημοσίου χρέους τῆς Ἀγγλίας, περὶ τοῦ ὁποίου ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ πολὺς Γκῶσσεν, ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας καὶ ἀπὸ τῆς προχθὲς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, λέγω, δὲν κατώρθωσε νὰ ἐξακριβώσῃ εἰς ποῖον ποσὸν ἀνήρχοντο τὰ προσωρινὰ χρέη τῆς Αἰγύπτου. Ὅ,τι παρετηρήθη ἐν Τουρκίᾳ, ἐν Αἰγύπτῳ, ἐν Ἱσπανίᾳ, ἐν Πορτογαλίᾳ, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ, παρετηρήθη φυσικῷ τῷ λόγῳ καὶ εἰς τὸ πρότυπον βασίλειον, ὡς τὸ ὠνόμαζε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Φιλάρετος, εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἁπλούστατα, διότι, δὲν γνωρίζω τί συμβαίνει εἰς τὰ ἄλλα πράγματα τοῦ κόσμου, ἀλλ’ ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς πράγμασι καὶ τῶν ἀτόμων καὶ τῶν ἐθνῶν τὰ αὐτὰ σφάλματα φέρουσιν ἀναγκαίως καὶ ἀναποδράστως εἰς τὰ αὐτὰ δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Ἐν Ἑλλάδι, καθ’ ἣν στιγμὴν συζητοῦμεν περὶ τῆς ἱδρύσεως ἰδιαιτέρας ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν ἀσφαλῶς, τί χρεωστοῦμεν εἰς ἐντοπίους καὶ ξένους, γνωρίζομεν μόνον, ὅτι χρεωστοῦμεν τόσα πολλά, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται, οὐδ’ ἐπετρέπετο πολὺ πρὶν χρεωκοπήσωμεν ἐπισήμως, ἡ ἀκεραία ἐκπλήρωσις τῶν πρὸς τοὺς δανειστὰς ὑποχρεώσεων ἡμῶν. Ὅλοι ἐνθυμεῖσθε βεβαίως τοὺς περιφήμους πίνακας, καὶ πρῶτος πάντων, ὑποθέτω, ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιότιμος συνάδελφος, τοὺς πίνακας, οἵτινες ἐδόθησαν εἰς τὸν Λόου καὶ τὸν Ροῦ ἐκ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου περὶ τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους καὶ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1892, περὶ τῶν ἀπολογισμῶν ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ περὶ ἄλλων συναφῶν οἰκονομικῶν λογαριασμῶν, πίνακας ὅμως, οἵτινες κατόπιν δὲν εὑρέθησαν εἰς καμμίαν συμφωνίαν διατελοῦντες πρὸς τοὺς πίνακας τοὺς ὑποβληθέντας εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν αὐτῶν θεμάτων. Τὰ αὐτὰ δηλαδὴ βιβλία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καταστρέψωμεν ἡμεῖς τώρα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, παρουσίασαν διπλᾶ ἐξαγόμενα, ἄλλως παριστῶντα τὰ πράγματα πρὸς τοὺς ξένους ἐλεγκτὰς καὶ ἄλλως πρὸς τὴν Βουλὴν (αἴσθησις). Καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅσοι ἦσθε τότε Βουλευταί, ποίαν πρόφασιν μετεχειρίσθη ὁ τότε Πρωθυπουργός, ὅπως κατασιγάσῃ τὸν θόρυβον, ὅστις ἐγεννήθη, ἰσχυρισθείς, ὅτι οἱ πρῶτοι πίνακες ἦσαν δοκίμια δῆθεν, ἐνῷ τὰ δοκίμια ταῦτα ἦσαν καθαρώτατα τετυπωμένα, καὶ ἐδημοσιεύθησαν προηγουμένως εἰς ὅλας τὰς τότε ὑπουργικὰς ἐφημερίδας. Ὅτε κατὰ πρῶτον ἐγένετο λόγος, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, παρεσκευάζετο νὰ καλέσῃ ξένους εὐρωπαίους ἐλεγκτὰς, ὅπως ἐξελέγξωσι τὰ βιβλία του καὶ θαυμάσωσι τὰ κατάστιχα τὰ πολύκροτα τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ, ἐδίδετο δὲ καὶ ὁ λόγος τῆς προσκλήσεως ταύτης, ὅπως διὰ τῆς ἐξελέγξεως ταύτης ὑπὸ ξένων προσώπων, ἀνωτέρων πάσης ὑπονοίας, λάβωσι θάῤῥος οἱ ξένοι κεφαλαιοῦχοι καὶ τραπεζῖται καὶ συνομολογήσωσι μετὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἄλλο δάνειον, διάπυρον πόθον τῶν τότε κυβερνώντων, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔγραφον ὡς δημοσιογράφος, ὅτι ἀκριβῶς ἡ πρόσκλησις αὕτη θὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν χρυσῆν ἐποχὴν τῶν χρυσῶν δανείων τῆς Ἑλλάδος, ὅτι οἱ κυβερνῶντες τότε καμμίαν δὲν ἔπρεπε νὰ τρέφωσιν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἐπιτύχωσι τὸ ποθούμενον, διότι τοιαύτη ἀκριβῶς ἐξέλεγξις τῶν βιβλίων τοῦ δημοσίου χρέους ἤθελε φέρει ὅλως εἰς ἐναντίον ἀποτέλεσμα· ἤθελεν ἀποκαλύψει τοιαύτην σύγχυσιν καὶ ἀταξίαν, ἤθελεν ἀποκαλύψει τοιαῦτα ἕλκη καὶ τόσας πληγὰς τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν, ὥστε ἤθελε τρέψει εἰς ἄτακτον φυγὴν καὶ ἐλεγκτὰς καὶ δανειστὰς, κεφαλαιούχους καὶ τραπεζίτας, ὡς τρέπουν εἰς φυγὴν πάντα δανειστὴν τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν καὶ ἀποτρέπουσι ἀπὸ παντὸς δανείου εἰς κτῆμα βεβαρημένον ἤδη διὰ πληθώρας τοιούτων, αἵτινες ὑπερβαίνουσι κατὰ πολὺ τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος. Καὶ ἔγραφον ἀληθῶς, ὅτι, ἂν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἐπεθύμει νὰ συνάψῃ δάνειον, τὸ προσφορώτερον μέσον, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ μεταχειρισθῇ, ἦτο νὰ κλειδώσῃ εἰς κἀνὲν σκοτεινὸν, κατασκότεινον ὑπόγειον καὶ κατάστιχα καὶ βιβλία καὶ λογιστὰς καὶ ὑπολογιστὰς καὶ διευθυντὰς γενικοὺς τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ νὰ φέρῃ τὴν κλεῖδα ἐπάνω του νύκτα καὶ ἡμέραν, ὡς φοροῦν μερικοὶ προληπτικοὶ τὰ περίαπτα, τὰ ὁποῖα ἐγκλείουν κανὲν τεμάχιον τιμίου ξύλου ἢ κανὲν ὀστοῦν ἁγίου, διότι μόνον μὲ τοιοῦτον αὐστηρὸν κλείδωμα καὶ τοιαύτην αὐστηρὰν ἀπόκρυψιν ἠδύνατο νὰ γελασθῇ κανεὶς καὶ νὰ δώσῃ πλέον χρήματα εἰς τὴν Ἑλλάδα (ἱλαρότης). Ἀλλὰ καὶ ἔγκριτος πολιτευτὴς, διὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ ὁποίου ἐκ τοῦ περιβόλου τούτου αἰσθάνεται, εἶμαι βέβαιος, εἰλικρινῆ λύπην ἡ Βουλή, διότι καὶ λόγῳ τῆς χρηστότητος αὐτοῦ καὶ τῆς ἀρετῆς καὶ λόγῳ τῆς ἱκανότητός του ἐτίμησε τὸ Κοινοβούλιον, ὡς ἐτίμησε καὶ τὴν ἐπαρχίαν του, ἣν διαρκῶς ἀντεπροσώπευεν ἐδῶ, ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, βουλευτὴς Μαντινείας, ὁμιλῶν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 22 Ἰανουαρίου 1893, ἐξέφραζε τὴν ἀγανάκτησιν αὐτοῦ καὶ τὴν λύπην διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκοντο τὰ περίφημα βιβλία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Σωρείαν ἀνέφερε σφαλμάτων, ἀνακριβείας ἐπὶ ἀνακριβειῶν, μεταθέσεις πιστώσεων ἀπὸ χρήσεως εἰς χρῆσιν, καὶ μεταξὺ ἄλλων ἀνέφερε, καὶ ἀναφέρω κἀγὼ εἰς ἡμᾶς, ἓν κονδύλιον ἐκ 15 ὅλων ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον εἰς τὰ βιβλία τοῦ Λογιστηρίου ἐμφαίνεται εἰς χρέωσιν τῶν Τραπεζῶν πρὸς πληρωμὴν δανείων, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐφαίνετο ποῦ διετέθη καὶ ποῦ ἐδαπανήθη ἕως τότε, καὶ βεβαίως μέχρι σήμερον. Βεβαίως δὲν ἐκλάπησαν τὰ 15 ταῦτα ἑκατομμύρια, ἐδαπανήθησαν κἄπου, ἀλλὰ ποῦ, δὲν ἐμφαίνεται εἰς τὰ θαυμάσια βιβλία τοῦ Λογιστηρίου ἡμῶν. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος τότε ἀνέφερε πληθὺν ἄλλων κονδυλίων, τὰ ὁποῖα ἄλλως ἐφέροντο εἰς τὴν μίαν κατάστασιν καὶ ἄλλως εἰς τὴν ἄλλην, καὶ ἐκραύγαζεν ἐν δικαίᾳ ὀργῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅθεν ὁμιλῶ καὶ ἐγὼ σήμερον: «Εἶναι κατάστασις, Κύριοι, αὐτὴ λογαριασμῶν οἰκονομικῶν! εἶναι βιβλία λογιστικὰ ἑνὸς Κράτους αὐτά!» Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐννοήσωμεν ἔτι μᾶλλον τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ δημόσια ἡμῶν λογιστικὰ, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν φίλον μου ἐκ Παρνασσίδος ἀντιπρόσωπον, τὸν κ. Σιμόπουλον, πρόκειται νὰ καταστρέψωμεν ἡμεῖς σήμερον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἠμπορῶ νὰ ἀναφέρω καὶ ἓν ἄλλο ἀκόμη. Ἡ ἐξέλεγξις τοῦ παρελθόντος, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ νομοσχέδιον θ’ ἀναλάβῃ τὸ Γʹ τμῆμα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, γνωρίζετε τί θ’ ἀποκαλύψῃ; Ἠξεύρομεν θετικῶς, ὅτι ἐκτὸς τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, διὰ τὸ ὁποῖον συνέστη τότε εἰδικὴ ἐξελεγκτικὴ ἐπιτροπὴ, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ μακαρίτου Δ. Λεβίδου, πατρὸς τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ, ἥτις καὶ συνέταξε περὶ τούτου ἀκριβῆ ἔκθεσιν, οὐδενὸς δανείου ἄλλου ἐγένετο πλέον ἔκτοτε ἐξέλεγξις, καὶ οὐδεὶς γνωρίζει καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ ἐν τῷ Γεν. Λογιστηρίῳ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται οἱ λογαριασμοὶ τοῦ Κράτους μετὰ τῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐξωτερικῷ Τραπεζῶν, μεθ’ ὧν συνομολογήθησαν τὰ διάφορα δάνεια, καὶ διὰ τῶν ὁποίων γίνεται ἕως τώρα ἡ ὑπηρεσία τῶν τοκομεριδίων καὶ τῶν κληρώσεων. Τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπεκινήθη καὶ εἰς τὸν τύπον, ὡς ἴσως γνωρίζετε, ὑπελογίσθησαν μάλιστα ἐπὶ τὸ μυθωδέστερον αἱ ζημίαι τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς ἐλλείψεως παντὸς ἐλέγχου. Εἶναι ὅμως ἀναμφισβήτητον, ὅτι, ὡς συμβαίνει καὶ εἰς ἰδιωτικὰς Τραπέζας, πολλὰ τοκομερίδια, εἴτε ἐξ ἀμελείας, εἴτε ἐκ πυρκαϊῶν, εἴτε ἐξ ἀπωλείας, δὲν παρουσιάζονται πρὸς ἐξαργύρωσιν εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα, καὶ ἑπομένως τὸ Δημόσιον, ἀφῖνον ἀνεξελέγκτους τοὺς λογαριασμοὺς τούτους, θὰ ἀπολέσῃ τὰς προκυπτούσας διαφορὰς πρὸς ὄφελός του. Ἀλλ’ εἴτε ἑκατομμύρια ὅλα εἶναι αἱ ζημίαι, ὡς θέλει κἄποιος νὰ πιστεύωμεν, εἴτε μόνον 1 δραχμὴ, εἶναι ἀδιάφορον, διότι δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ ἀταξίας, ἥτις πάντοτε στοιχίζει σπουδαίως. Καὶ ἀναφέρω εἰς ὑμᾶς καὶ ἓν ἄλλο σχετικὸν διὰ νὰ κρίνητε περὶ τῆς λαμπρᾶς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται αὐτὴ ἡ τόσον περίφημος λογιστικὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους. Κατὰ ἐπίσημον δήλωσιν, ὡς ἀκριβῶς γνωρίζω, τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, προκύπτει ὅτι πλεῖστα κιβώτια πλήρη τοκομεριδίων καὶ κληρωθεισῶν ὁμολογιῶν ἐκ δανείων εὑρίσκονται ἐν τοῖς ὑπογείοις τῆς Τραπέζης καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐντελῶς ἄθικτα, εἰς τὰς ἐπανειλημμένας δὲ προσκλήσεις τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως, ὅπως ἡ Κυβέρνησις παραλάβῃ καὶ ἐξελέγξῃ τὸ περιεχόμενον, ὁ κ. Τρικούπης, τότε Πρωθυπουργὸς, ἐκώφευσεν εἰς τρόπον ὥστε ἠναγκάθη ἡ ἑταιρία διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος νὰ εἰδοποιήσῃ καὶ πάλιν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως παραλάβῃ τὰ κιβώτια ταῦτα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του καὶ συγκεντρώσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι μένουσιν ἀκόμη ἄθικτα καὶ ἀνεξέλεγκτα (αἴσθησις). Βλέπετε λοιπὸν ἐξ ὅλων τούτων τῶν ὀλίγων παραδειγμάτων, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ἡμῶν λογιστικοῦ εἶναι τόσον οἰκτρὰ, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ κανένα νὰ διατρέξῃ κίνδυνον χειροτερεύσεως ἐκ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, καὶ τὸ ὁποῖον τί πράττει; ἀποσπᾷ ἀπὸ μίαν ὑπηρεσίαν ἐλεεινὴν τόσον, ἀτελῶς λειτουργοῦσαν, ἕνα κλάδον, ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν βλέπετε ὅλοι καὶ ὅλοι ἀντιλαμβανόμεθα, ὅτι εἶναι ἀναξία νὰ φέρῃ τὸν τίτλον, τὸν ὁποῖον φέρει, νὰ λέγεται ὑπηρεσία λογιστικὴ ἑνὸς Κράτους. Ἀλλὰ, ἂν ἤξευρον, ὅτι ἡ ὑπομονὴ ὑμῶν ἔχει μεγάλα ὅρια, καὶ ἂν ἤξευρον, ὅτι καὶ ἡ φωνή μου θὰ ἀντεῖχε, θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς φέρω σωρείαν πληροφοριῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ὅτι μεγάλων σφαλμάτων πλήρη καὶ ἀκατάστατα εἶναι τὰ κατάστιχα τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ ὅτι ἑπομένως τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν κανεὶς δὲν δύναται νὰ παραστήσῃ τόσον ἀξιοθαύμαστον, ὥστε πᾶσαν ἀπόπειραν πρὸς μεταῤῥύθμισιν αὐτῆς νὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς κίνδυνον καταστροφῆς. Ἀλλὰ διατὶ τάχα, κύριοι συνάδελφοι, νὰ καταφεύγω εἰς μεμονωμένα παραδείγματα, διὰ νὰ πείσω ὑμᾶς, ὅτι κυκεὼν καὶ χάος εἶναι τὰ βιβλία τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ, ἀκαταστασία καὶ ἀταξία ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου; Αὐτὴ ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ποῦ ἀλλοῦ ὀφείλεται ἢ εἰς τὰ βιβλία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου; Ποῦ ἀλλοῦ ἐχαλκεύοντο οἱ πίνακες ἐκεῖνοι καὶ αἱ ψευδεῖς καταστάσεις, δι’ ὧν ἐνοθεύοντο ἐπὶ τόσα ἔτη οἱ ἑλληνικοὶ προϋπολογισμοὶ, εἰμὴ εἰς τὰ βιβλία τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ; Αὐτὰ τὰ βιβλία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων λογιστικῶν ἐπέτρεπεν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐκυβέρνων ἐπὶ τόσα ἔτη, νὰ παρουσιάζωσιν εἰς ἡμᾶς ἀενάως προϋπολογισμοὺς μὲ περισσεύματα. Τὰ περισσεύματα ταῦτα ἐδικαιολογοῦντο διὰ πινάκων καὶ διὰ πινακιδίων διαφόρων, προσαγομένων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνακοινουμένων εἰς τὸν τύπον, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐξεικονίζετο ἡ κατάστασις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ὡς ἀνθηροτάτη. Διὰ τῶν πινάκων τοῦ Λογιστηρίου, διὰ τῶν βιβλίων τούτων καὶ καταστίχων ἐγίνετο ἐκεῖνο τὸ φούσκωμα τοῦ ἀσκοῦ, ὡς ἠμποροῦμεν νὰ χαρακτηρίσωμεν γνωστούς τινας προϋπολογισμοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου...
§66ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Φουσκωμένα ἄντερα!
§67ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. Διότι οἱ προϋπολογισμοὶ οὗτοι, ὅταν μὲν εἰσήγοντο εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Α πολιτικοῦ,— δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω πρόσωπα—παρίσταντο οἱ κατηραμένοι παχύτατοι, παχύτατοι. Ὅλοι οἱ λογισταὶ αὐτοὶ καὶ ὅλοι οἱ ὑπολογισταὶ καὶ ὅλοι οἱ διευθυνταὶ τῶν γενικῶν λογιστηρίων ἐτίθεντο εἰς κίνησιν καὶ ἐνέργειαν, ἐφύσων, ἐφύσων μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῶν πνευμόνων των, ἐφούσκονον τὸν ἀσκόν, δηλ. προϋπολογισμόν, τὸν προσαγόμενον εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἢ εἰς τὸ ἄνδηρον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τοῦτον τὸν ἀσκὸν ἐπιδεικνύων ἀφ’ ὑψηλοῦ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ἔλεγεν εἰς ἡμᾶς, ἔλεγεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν: Ἰδοὺ, θαυμάσατε πάντες οἱ λαοὶ, ἀνωρθώσαμεν τὰ οἰκονομικὰ, ἀνωρθώσαμεν τὰ στρατιωτικὰ, τὰ ναυτικὰ, καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ βαδίσωμεν ἐκεῖ, ὅπου μᾶς καλοῦσιν οἱ προαιώνιοι πόθοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους! (αἴσθησις). Ἀλλ’ ὅταν ἔπιπτεν ἐκ τῆς ἀρχῆς ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνος, τότε οἱ λογισταὶ καὶ παραλογισταὶ, προσάγοντες ἄλλους πίνακας καὶ ἄλλα πινακίδια, ἔλυον τοὺς πόδας τοῦ ἀσκοῦ, ὁ ἀσκὸς ἐξεφούσκονεν, ἐγίνετο ἰσχνὸς, κατάξηρος, καὶ τότε παρουσιάζοντο ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου προσήρχοντο ὁ Πρωθυπουργὸς, οἱ Ὑπουργοὶ, οἱ πρόεδροι καὶ εἰσηγηταὶ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, μὲ ὕφος θρηνῳδοῦ Ἰερεμίου, καὶ ἐπιδεικνύοντες τὸν ἀσκόν, ἔλεγον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν: «Ἐνθυμεῖσθε, ἐνθυμεῖσθε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, πόσον ἦτο ἀνθηρὸς, τὸν προϋπολογισμὸν ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγων μηνῶν εἰς χεῖράς μας ἦτο παχύτατος; Ἰδέτε τον τώρα εἰς ποῖον σημεῖον κατήντησεν!» (ἱλαρότης). Καὶ ὅλα ταῦτα ἐγίνοντο, διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ διὰ τῶν πινάκων καὶ πινακιδίων, τὰ ὁποῖα συνέτασσε κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῶν πολιτικῶν περιστάσεων, πινάκων, τοὺς ὁποίους περιέφερον ἀπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὰ γραφεῖα τῶν ἐφημερίδων, κατώρθονε νὰ φέρῃ εἰς σύγχυσιν καὶ περιπλοκὴν πάντα θέλοντα εἰλικρινῶς νὰ ἐξετάσῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Καὶ ὅταν ἐτόλμησάν τινες, ἀγανακτήσαντες ἐκ τοιαύτης τακτικῆς, ὅταν ἐτόλμησαν ἐν τῷ τύπῳ νὰ ἀπορήσωσι καὶ νὰ ἐρωτήσωσι, πῶς συμβαίνει ἐκεῖνο τὸ μέγα μυστήριον, πῶς συμβαίνει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1890, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν εἰσαγαγόντα αὐτὸν εἰς τὴν Βουλήν, τὸν τότε Πρωθυπουργόν, καὶ κατὰ τὸν εἰσηγητὴν τότε καὶ πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, πῶς συμβαίνει τὸ μέγα θαῦμα, ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς τοῦ 1890, ὁ ὁποῖος παρουσίαζε τότε σπουδαῖον περίσσευμα κατὰ τὸ 1890, προϋπολογισμὸς ὅστις ἐσήμαινε τότε κατὰ τὸν κ. Τρικούπην πλήρη ἀνόρθωσιν οἰκονομικήν, στρατιωτικήν, ναυτικήν, νὰ παρουσιάζῃ κατὰ τὸ 1892 ἔλλειμμα πολλῶν ἑκατομμυρίων, ἔλλειμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε κατὰ τὸν αὐτὸν Πρωθυπουργὸν νὰ καλύψωμεν διὰ μεγάλων θυσιῶν καὶ οἰκονομιῶν καὶ διὰ νέων φόρων εἰς δεκάδα ἑκατομμυρίων, πῶς συνέβαινε, λέγω, τοῦτο, ἀφοῦ καμμία δαπάνη δὲν προσετέθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον ὑπὸ τῶν διαδόχων του, παρὰ μόνον μία δαπάνη διὰ τὴν ἀνασύστασιν τῶν ἐπαρχείων ἐξ 75,000 δρ. καὶ ἑτέρα δαπάνη ἐξ αὐξήσεως τόσον ἀναγκαίας δικαστικῶν μισθῶν ἐκ 36,000, δηλ. δαπάνη ἐξ 110 χιλιάδων μόνον δραχμῶν, ἐνῷ, λέγω, ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος καθ’ ὅλα ἦτο ὅμοιος πρὸς τὸν ὑποβληθέντα πρὸ δύο ἐτῶν ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ κ. Τρικούπη, ἐμμέσως εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τοὺς ἐρωτήσαντας ἐν τῷ τύπῳ, ἐδόθη μία ἀπάντησις, ἐπειδὴ οἱ πίνακες καὶ τὰ πινακίδια τοῦ Γεν. Λογιστηρίου εἶχον πλέον κινήσει τὴν γενικὴν ἀγανάκτησιν καὶ περιφρόνησιν, καὶ δὲν εἶχον πλέον πέρασιν, ἐδόθη ἡ ἀπάντησις· καὶ ποία νομίζετε; ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἰσῆγε τὸν περίφημον προϋπολογισμόν, ἐγνώριζε μίαν τέχνην, τὴν ὁποίαν δὲν ἤξευρεν ὁ ἀντίπαλός του, τὴν τέχνην νὰ ζωογονῇ τοὺς ἀριθμοὺς (ἱλαρότης). Δὲν γνωρίζω, πόσοι κατέχουσιν ἀκόμη ἐν Ἑλλάδι τὴν τέχνην ταύτην, νὰ ζωογονῶσι τοὺς ἀριθμοὺς τῶν προϋπολογισμῶν· ἀλλ’ ὅσοι δήποτε καὶ οἷοι δήποτε καὶ ἂν ἦναι οὗτοι, καὶ ὅπου ἂν εὑρίσκωνται τώρα, εἴτε ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, εἴτε καὶ πέραν τῶν ὁρίων αὐτῆς, ἐὰν ἡ ἀσθενής μου φωνὴ δύναται νὰ φθάσῃ μέχρις αὐτῶν, θερμὴν ἀπευθύνω, θερμοτάτην ἐκ τοῦ βάθους τῆς ψυχῆς μου παράκλησιν, νὰ κρατήσωσι μυστικήν, πολὺ μυστικήν, ἀπόκρυφον τὴν τέχνην των αὐτήν· καὶ ὅταν ἐκ τῆς ἀτράκτου τοῦ βίου των ἤθελεν ἐκτυλιχθῆ ὅλον τὸ νῆμα, ὅσον ἐπέκλωσεν εἰς αὐτοὺς ἡ Κλωθὼ, καὶ ὅταν ἤθελε σημάνει ἡ ὥρα νὰ ἑτοιμάσουν τὰς ἀποσκευάς των διὰ τὸ μακρυνὸν ταξείδιον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον κανεὶς δὲν ἐπέστρεψεν ἕως τώρα, καὶ πάλιν ἤθελον παρακαλέσει αὐτούς, νὰ μὴ λησμονήσουν νὰ συμπαραλάβουν μαζῆ τὴν τέχνην των αὐτήν, εἰς τὸ βάθος τοῦ τάφου των. Ὄχι διότι θὰ τὴν χρειασθοῦν ἐκεῖ,— διότι ἐκεῖ δὲν εἰσάγονται προϋπολογισμοί, ἀλλὰ μόνον ἀπολογισμοὶ δίδονται, — ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ διαδοθῇ καὶ εἰς ἄλλους ἡ ἀπαισία αὕτη τέχνη, διότι εἶναι τέχνη κατάρατος, ὀλεθρία τέχνη, διότι μὲ τὴν τέχνην αὐτὴν ἐσώρευσαν συμφορὰς ἐπὶ συμφορῶν, ἔφερον τὸ ὄνειδος καὶ τὴν ἀτιμίαν εἰς τὸν δύσμοιρον αὐτὸν τόπον (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀλλ’ ἴσως σκανδαλίζει τινὰς ἐδῶ ἡ ἀνάμνησις τοῦ παρελθόντος, διότι κακόν τι εἶναι πάντοτε ἡ ἀνάμνησις τοῦ κακοῦ παρελθόντος εἰς τοὺς ἐνόχους τοῦ παρελθόντος τούτου· ἀλλὰ πρέπει, ὅσοι σκανδαλίζονται, νὰ μὴ ἀποδώσωσιν εἰς ἐμὲ ἄλλον σκοπόν, ἄλλην πρόθεσιν, εἰμὴ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πράγματι ἔχω, ἐκ τῆς ὁποίας πράγματι ὁρμῶμαι. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ λέγωνται εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ὅσα σχετίζονται πρὸς τὸ παρελθόν, ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν αὐστηρὰ διδάγματα διὰ τὸ μέλλον. Ἄλλως μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 16 Ἀπριλίου ἐπῆλθε μία ἐντελὴς ἀνακαίνισις, ὡς ὁ φίλος μου κ. Σιμόπουλος ἐδήλωσεν, ἀνακαίνισις, ἥτις τοὐλάχιστον τὰ πρόσωπα ἀπήλλαξεν εὐτυχῶς πάσης σχέσεως καὶ συναφείας πρὸς τὸ παρελθόν. Αἱ κόραι αἱ ἀφελεῖς τοῦ Πελίου ἐπίστευσαν τὰς εἰσηγήσεις τῆς δολερᾶς Μηδείας, καὶ ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐπαναφέρωσι τὰς νεανικὰς ἡμέρας τοῦ γέροντος πατρός των, ἐὰν ἔβραζον αὐτὸν ἐντὸς χύτρας. Τώρα, μετὰ τὴν προχθεσινὴν δήλωσιν τοῦ κ. Σιμοπούλου, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, καὶ μὲ πολλὴν εὐχαρίστησιν πρέπει νὰ πράξωμεν τοῦτο, ὅτι καὶ χωρὶς τοιοῦτον ἐπικίνδυνον βράσιμον δύνανται νὰ ἐπανέρχωνται αἱ παρθενικαὶ ἡμέραι τῶν παλαιῶν πολιτευομένων μὲ ἓν ἁπλοῦν ἐκλογικὸν λουτρόν, ὅμοιον πρὸς τὸ λουτρὸν τῆς 16 Ἀπριλίου. Αἱ ἐκλογαὶ τῆς 16 Ἀπριλίου ἐχρησίμευσαν εὐτυχῶς διά τινας κυρίους ἐνταῦθα, ὅσοι ἐπέπλευσαν εἰς τὸ οἰκτρὸν ναυάγιον, περὶ οὗ ὡμίλει προχθὲς ὁ κ. Σιμόπουλος, ἐχρησίμευσαν ὡς Καθαρτήριον, ὡς εἶδος Purgatorio. Καὶ ἐκ τοῦ ἡγιασμένου ὕδατος τοῦ Καθαρτηρίου τούτου, περὶ οὗ ὁμιλεῖ ὁ Φλωρεντῖνος ποιητής, ἐξῆλθον οἱ Κύριοι αὐτοί, καθαροὶ καὶ ἄσπιλοι ἐκ πάσης κακίας — πολιτικῆς ἐννοῶ — ἀπὸ τοῦ παρελθόντος, ἀνεγεννήθησαν ὡς τὰ νέα ἄνθη, τὰ ἀνανεωθέντα διὰ νέων φύλλων, puri e disposti a salire alle stelle, ἁγνοὶ καὶ ἕτοιμοι ν’ ἀνέλθουν εἰς τοὺς οὐρανοὺς (ἱλαρότης). Ἀλλὰ εἴτε θέλουν οἱ Κύριοι αὐτοὶ νὰ ἐμφανίζωνται ὡς συνέχεια τοῦ παρελθόντος, εἴτε θέλουν νὰ ἐμφανίζωνται ἐνώπιον ἡμῶν ὡς νέοι ἄνθρωποι, ἄσχετοι πρὸς τὸ παρελθόν, εἶναι ἐλεύθεροι. Ἡμεῖς θὰ ὑπομιμνήσκωμεν ἐνίοτε ἐνταῦθα τὸ παρελθόν, ὄχι διὰ τὰ πρόσωπα, — διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον συνείθισα νὰ εὐλαβῶμαι τὰ πρόσωπα, — ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχωμεν, ἐπαναλαμβάνω, ἀσφαλῆ ὁδηγὸν διὰ τὸ μέλλον. Πείθεσθε λοιπὸν, νομίζω, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὅτι θὰ καταστρέψωμεν δῆθεν τὰ λογιστικὰ τοῦ Κράτους διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, δὲν ἔχει, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καμμίαν ἀξίαν. Εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι θὰ καταστραφῇ ὑπηρεσία τόσον ἐλαττωματικῶς λειτουργοῦσα, ἀφ’ ἧς ἀφαιροῦμεν ἕνα κλάδον ἰδιαίτερον, τοῦ ὁποίου ἡ ὑπηρεσία ἀτελέστατα ἐπίσης διεξάγεται, καὶ τὸν ἀποσπῶμεν, λέγω, ἵνα τὸν θέσωμεν ὑπὸ σοβαρωτέραν, ὑπὸ ἐπιμελεστέραν φροντίδα, εἰς ἄνδρας καλῆς πίστεως, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ διαχειρίζωνται τοὺς ἀριθμοὺς τῆς ὑπηρεσίας καθ’ ὃν τρόπον διεχειρίσθησαν αὐτοὺς οἱ μέχρι τοῦδε διευθύναντες τὸ Λογιστήριον τοῦ Κράτους; Τουναντίον πᾶσα παρέχεται ἐλπὶς διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὅτι θὰ βελτιωθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους διὰ τῆς νέας ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία δημιουργεῖται νῦν εἰς ἴδιον ἀνεξάρτητον κλάδον, καὶ πᾶσα ὑπάρχει πιθανότης, ὅτι καὶ ἡ ἄλλη ὑπηρεσία τοῦ Γεν. Λογιστηρίου διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ταύτης ἑνὸς τμήματος ἐργασίας ἠμπορεῖ νὰ ἴδῃ βελτίωσίν τινα. Ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος εἰσῆλθε καὶ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ παρακολουθήσω τὸν φίλον μου κ. Σιμόπουλον εἰς τὴν ἐκδρομὴν ταύτην, ἀφοῦ καὶ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἐπιτρέπεται, καὶ ἀφοῦ ὁ πολύπειρος κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ μίτον Ἀριάδνης, ὡμολόγησεν ὅτι, ἂν εἶχε, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τὸν παρακολουθήσῃ πολὺ περισσότερον δὲν δύναμαι νὰ πράξω τοῦτο ἐγὼ, ὁ ὁποῖος εἶμαι νέηλυς εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζω ἀκόμη οὔτε τὰ στοιχειώδη τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς...
§68ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπέδωκα εἰς ὑμᾶς τοιαύτην αἰτίασιν· εἶσθε δημοσιογράφος ἐκ τῶν δοκίμων, παρηκολουθήσατε τὰ δημόσια πράγματα καὶ ὑπεστηρίξατε ἐκθύμως τὸ παρελθὸν, ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ θεωρῆσθε νέηλυς.
§69ΡΑΛΛΗΣ. Λήθη τοῦ παρελθόντος.
§70ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον λόγον δὲν θὰ παρακολουθήσω εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον ἐκδρομὴν τὸν ἐκ Παρνασσίδος ἀντιπρόσωπον, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιόν του τοῦτο, καθὼς πάντα, τὰ ὁποῖα εἰσάγει ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, δὲν θεωρεῖ ἀναμάρτητον καὶ ἄψογον, ὡς ἐθεώρουν ἄλλοι τινὲς τὰ ἔργα των, καὶ οἱ ὁποῖοι πᾶν ὅ,τι εἰσῆγον ἐνταῦθα, ἐνόμιζον ὅτι ἐξήρχετο ἄρτιον καὶ πλῆρες ἐκ τῆς μεγάλης κεφαλῆς των, ὡς ἡ Ἀθηνᾶ ἐκ τῆς κεφαλῆς τοῦ Διός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδέχθη προθύμως, καὶ καλῶς ἔπραξε, διαφόρους διορθώσεις ἐν τοῖς ἄρθροις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, καὶ προσεκάλεσε τὸν κ. Σιμόπουλον, ἐν τῇ κατ’ ἄρθρον συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐπαναλάβῃ καὶ πάλιν ὅσας νομίζει ὅτι ἔχει παρατηρήσεις, ὅπως συζητήσωμεν ἐλευθέρως πάνυ ἕκαστος ἐπ’ αὐτῶν, καὶ παραδεχθῶμεν ὅσας ἀποδείξουν ὅτι ἀτελῶς ἔχουσι διατάξεις τινές. Πᾶσα τυχὸν ἀτέλεια τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ὅσων ἄλλων, ὅπου ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ἂν ἤμεθα καλῆς πίστεως, ὅτι δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ εἰς τὰς περιστάσεις τὰς πολιτικὰς, ὑπὸ τὰς ὁποίας διετέλεσεν ὁ τόπος κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ ἔτους τούτου, καὶ κατὰ τὴν ταπεινὴν γνώμην μου εἰς τὸν ζῆλον καὶ τὴν φιλοτιμίαν, ἣν ἔδειξαν οἱ προκάτοχοι Ὑπουργοὶ, ὅπως ἐξακολουθήσωσι προσφέροντες τὰς ὑπηρεσίας αὑτῶν εἰς τὸ Κράτος, ὅσον ἦν δυνατὸν ἐπὶ μακρότερον χρόνον καὶ μέχρι τοῦ ἀκροτάτου ὁρίου, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεπον αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις περὶ ἐνεργείας ἐκλογῶν καὶ συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ φιλοτιμία αὕτη καὶ ὁ ὑπέρμετρος ζῆλος παρέσυρε τοὺς προκατόχους Ὑπουργοὺς πολὺ μακρὰν δυστυχῶς, καὶ ἀπέκλεισεν εἰς τὴν διάνοιαν αὐτῶν τὴν εἴσοδον πάσης ἄλλης γενικωτέρας σκέψεως καὶ πάσης ἀνησυχίας περὶ τῆς θέσεως, εἰς ἣν ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔμελλε νὰ διαδεχθῇ αὐτούς. Δὲν συμμερίζομαι ἀπολύτως τὴν παράτολμον καὶ παράβολον γνώμην ἐνίων, ὅτι οἱ προκάτοχοι Ὑπουργοὶ, εὑρίσκοντες δῆθεν γλυκύτατον τὸ νέκταρ τοῦ ὑπουργικοῦ κυπέλλου, τὸ ὁποῖον ἀπροσδοκήτως εἰς τὸ μονότονον συμπόσιον τῆς ζωῆς των ἐφιλοδώρησεν αὐτοῖς εὐμενὴς μοῖρα, εὗρον τάχα καὶ φυσικὸν ἐν πάσῃ ἡδυπαθεῖ νωχελείᾳ καὶ πλήρει ἀνέσει νὰ ῥοφήσωσι τοῦτο μέχρι τῆς τελευταίας ῥανίδος τῆς τελευταίας σταγόνος, ἀδιαφοροῦντες τελείως, ἂν ἡ νωχέλεια αὕτη καὶ ἡ ἄνεσις ἤθελε δημιουργήσει προσκόμματα ἀληθῶς σπουδαιότατα εἰς τοὺς διαδόχους των ἐπὶ σοβαρωτάτων ὑποθέσεων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τοιαύτη ἰδέα δὲν ἐπιτρέπεται βέβαια περὶ ἀνδρῶν, οἵτινες ὑπηρέτησαν εὐδοκίμως, ὡς πιστοὶ ὑπηρέται τοῦ Κράτους, ἐπὶ σειρὰν μακρὰν ἐτῶν, καὶ οἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀναγνωρίζωσιν, ὅτι ὑπεράνω μικρῶν καὶ ἀναξίων λόγου ἐπιθυμιῶν καὶ προσωπικῶν τινων βλέψεων ἵσταται ἡ ἐπιβλητικὴ μορφὴ τοῦ Κράτους, ᾗ πᾶς αἶνος ὀφείλεται καὶ τιμὴ καὶ προσκύνησις, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους τούτου ἐπιβάλλει, ὅπως οἱ ἐκ περιτροπῆς διαχειριζόμενοι τὰς ὑποθέσεις του θεωρῶσιν ἀλλήλους ὡς κρίκους μιᾶς συνεχοῦς καὶ ἀδιασπάστου ἁλύσεως, ὡς χρηστοὺς καὶ εὐθεῖς ὑπηρέτας τοῦ αὐτοῦ Κυρίου, μὴ δημιουργοῦντες ἀντιδράσεις καὶ δυσχερείας πρὸς ἀλλήλους, οὔτε παρεμβάλλοντες ὁ εἷς πρὸς τὸν ἄλλον προσκόμματα, ἱκανὰ νὰ ζημιώσουν ἐκεῖνον, οὗ ἔταξαν ἑαυτοὺς ὑπηρέτας. Πέποιθα διὰ τοῦτο, ὅτι ἐσφαλμένη μᾶλλον τῶν πολιτικῶν πραγμάτων ἐκτίμησις καὶ ἐλλιπὴς ἀτελὴς ἀντίληψις τῶν ἰδιαιτέρων ὅλως περιστάσεων, ἐν αἷς διατελεῖ τὸ Κράτος, παρέσυραν τοὺς τέως Ὑπουργοὺς μέχρι τοῦ ἀκροτάτου ὁρίου τῶν συνταγματικῶν προθεσμιῶν, περὶ ὧν ἔλεγον ἄρτι, καὶ ὡδήγησαν ἡμᾶς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνεδριάζωμεν μὲ τὸν ἀφόρητον αὐτὸν καύσωνα μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, ἠνάγκασαν δὲ καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ ἐν σπουδῇ ὅλα τὰ μέτρα, ὧν ἔχει ἀνάγκην. Καὶ παριστάμεθα σήμερον πρὸ τοῦ ἐκπληκτικοῦ ἀληθῶς φαινομένου, ἐγείροντος τὸν δίκαιον θαυμασμὸν ἡμῶν τῶν νεωτέρων, παρατηρούντων μετὰ ποίας δραστηριότητος ὁ ἀκαταπόνητος πρεσβύτης, ὅστις ἰθύνει τὰς τύχας τοῦ ἔθνους, σπεύδει, πολλαπλασιάζων ἑαυτὸν, ἐντείνων τὰς δυνάμεις του, νὰ ἐξοικονομήσῃ τὸν χρόνον, ὅστις ἄνευ λόγου, ἀλλὰ οὐχὶ καὶ ἄνευ τινὸς ἠθικῆς εὐθύνης, ἐσπαταλήθη ἐπὶ ματαίῳ ὑπὸ τῶν προκατόχων του. Ἂν ἐν τῇ ταχύτητι ταύτῃ καὶ τῇ σπουδῇ τῇ ἐπιβαλλομένῃ ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ ἐκ σφαλμάτων ἀλλοτρίων εἰσεχώρησαν τυχὸν λάθη ἀσήμαντα καὶ ὅλως συγγνωσταὶ ἀτέλειαι εἰς τὰ προβαλλόμενα ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ τοῦτο δύνανται ν’ ἀλαλάζουν τινὲς, ἀλλὰ πᾶς ἄλλος, σωφρόνως καὶ ἐν δικαιοσύνῃ κρίνων, δὲν δύναται ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὰς ἀτελείας αὐτὰς ἄλλην σημασίαν, εἰμὴ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πράγματι ἐνέχουν. Δευτέρα κατηγορία, τὴν ὁποίαν ἤκουσα καὶ παρὰ τοῦ κ. Καραπάνου,—ὁ κ. Σιμόπουλος τὴν ἠρνήθη—εἶναι ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ δυσχεράνῃ τὰς διαπραγματεύσεις ἡμῶν μετὰ τῶν δανειστῶν πρὸς ἐπίτευξιν συμβιβασμοῦ. Δὲν κατώρθωσα, ὅσον καὶ ἂν ἐνέτεινα τὴν προσοχήν μου, νὰ ἐννοήσω, κατὰ ποῖον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ καταστήσῃ δυσχερεστέρας τὰς διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ...
§71ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅπως εἶχε.
§72ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε σήμερον εἶσθε ὑπέρ.
§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετεβλήθη.
§74ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ μετεβάλετε καὶ ὑμεῖς ἰδέαν;... Δὲν ἐννοῶ, ἐπαναλαμβάνω, διὰ ποῖον λόγον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ δυσχεράνῃ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ συμβιβασμοῦ. Ὅταν προσάγωσιν εἰς ἡμᾶς πρὸς ψήφισιν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν νὰ φέρωμεν τάξιν τινὰ καὶ εὐπρέπειαν εἰς τὰ δημόσια ἡμῶν λογιστικὰ, ν’ ἀποσπάσωμεν τὸ τμῆμα τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους ἀπὸ λογιστικῆς ὑπηρεσίας, οἷα ἀτελῶς ἐξεικονίσθη ἐνώπιον ἡμῶν, ἀλλ’ ἡ ὁποία πάντοτε ἤθελε προκαλεῖ τὴν δυσπιστίαν τῶν ξένων δανειστῶν, τοῦτο εἶναι λόγος, ὅπως διϊσχυρισθῇ τις παραδόξως, ὅτι θὰ φέρωμεν πρόσκομμα περὶ τὰς διαπραγματεύσεις; Κατὰ ποίαν λογικήν; Ἡμεῖς, ἀποφασίζοντες νὰ θέσωμεν τάξιν καὶ ἀκρίβειαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, πράττομέν τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἐνθαῤῥύνῃ, καὶ πρέπει νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τοὺς ξένους δανειστάς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητοῦμεν νὰ φέρωμεν τὸν ἔλεγχον εἰς τὰ δημόσια λογιστικὰ, νὰ συλλάβωμεν δηλαδὴ τέλος πάντων ἐκεῖνο τὸ πτηνὸν, τὸ ἄγνωστον ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ ὀρνιθολογίου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλει ἄλλοτε ἐδῶ ὁ κ. Καλλιγᾶς, καὶ τὸ ὁποῖον διὰ τὴν Ἑλληνικὴν διοίκησιν ὁμοιάζει πολὺ πρὸς τὸν Φοίνικα τοῦ Τακίτου, ὁ ὁποῖος φαίνεται εἰς τὸν κόσμον ἀνὰ 500 ἔτη· διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητοῦμεν νὰ καταστήσωμεν ἐνεργὸν τὸν ἔλεγχον, νὰ ἐγκλείσωμεν τὸ πτηνὸν αὐτὸ εἰς τὸν κλωβὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἔρχονταί τινες νὰ πείσωσιν ἡμᾶς, ὅτι θὰ τρέψωμεν διὰ τοῦτο εἰς φυγὴν τοὺς ξένους δανειστάς! Ψηφίζοντες τοιοῦτο νομοσχέδιον, τοὐναντίον θὰ ἑλκύσωμεν τοὺς ξένους, ἵνα προσέλθωσι καὶ σκεφθῶσι περὶ συμβιβασμοῦ, διότι προσέρχονται οἱ δανεισταὶ εἰς τὸν καλῆς πίστεως ὀφειλέτην. Κακῆς πίστεως ὀφειλέται θὰ ἤμεθα, ἐὰν ἀφίναμεν τὴν δημοσίαν ἡμῶν λογιστικὴν εἰς οἵαν εὑρίσκεται κατάστασιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπολειφθῇ καμμία ἀμφιβολία, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐ μόνον δὲν καταστρέφει τὰ λογιστικὰ ἡμῶν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Σιμόπουλος, οὐ μόνον δὲν δυσχεραίνει τὰς διαπραγματεύσεις τῶν δανειστῶν, ἀλλὰ καὶ διευκολύνει αὐτὰς, καὶ κατὰ φυσικὸν λόγον καθῆκον, νομίζω, ἔχομεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καὶ νὰ μεταβάλωμεν αὐτὸ τὸ ταχύτερον εἰς νόμον. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§75ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν θ’ ἀναμιχθῶ ἐγὼ, Κύριοι, εἰς τοὺς ἰδιαιτέρους λογαριασμοὺς τῶν ἀξιοτίμων ἐξ Ἀττικῆς καὶ Παρνασσίδος Βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Πρόκειται κυρίως περὶ ἔριδος οἰκογενειακῆς· διότι ἀμφότεροι οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος συνάδελφοι ὑπῆρξαν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν μέλη μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς πολιτικῆς μερίδος, συναγωνισταὶ καὶ πρόμαχοι, ὁ μὲν διὰ τοῦ λόγου, ὁ δὲ διὰ τῆς γραφίδος, ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ συστήματος, τοῦ συστήματος, ὅπερ κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν περιήγαγεν ἡμᾶς ἐκεῖ, ὅπου εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον. Ἡ μόνη διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν εἶναι, ὅτι ὁ μὲν ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ἀφοῦ ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην ὑπερημύνατο μετὰ ζήλου καὶ ἐνθουσιασμοῦ ἀκρατήτου τοῦ συστήματος ἐκείνου, ἔγνω νὰ στρέψῃ τὰ νῶτα πρὸς αὐτὸ, ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν ἔληγεν ἡ περίοδος τῶν δανείων, ὧν τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα μετὰ τοσαύτης περιπαθείας διεξετραγώδησε πρό τινων ἡμερῶν, ἐγκαταλείπων οὕτω τὸν τέως ἀρχηγόν του, εὐθὺς ὡς εἶδε τὸ σκάφος αὐτοῦ κλυδωνιζόμενον καὶ διαῤῥέον, ἐνῷ ὁ ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος παρέμεινε πιστὸς παραστάτης τοῦ ἀρχηγοῦ του μέχρις αὐτοῦ τοῦ πλήρους ναυαγίου του, ἐξ οὗ μόλις αὐτὸς μετ’ εὐαρίθμων πάνυ ὁμοφρόνων περιεσώθη. Νῦν ἐνόμισαν καλὸν νὰ ἐκκαθαρίσωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τίς οἶδεν, ὁποίους παλαιοὺς λογαριασμούς των, οὓς ὅμως νομίζω, ὅτι δύναμαι ἐγὼ ν’ ἀντιπαρέλθω, ἄνευ περαιτέρω περὶ αὐτῶν λόγου, ἐπιλαμβανόμενος ἀμέσως τῆς ἐξετάσεως τοῦ κυρίου ἡμῶν θέματος, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Διημφισβητήθη, Κύριοι, ἤδη ἀπὸ τῆς πρώτης συζητήσεως ἡ πατρότης τοῦ θεσμοῦ, τοῦ παρεισαγομένου διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Πρῶτος λαβὼν τότε τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι ὁ οὑτωσὶ καθιερούμενος θεσμὸς εἶναι ἐπίνοια ἰδική του, ἐπίνοια, ἣν προέβαλεν ἤδη κατὰ τὴν ἡγουμένην βουλευτικὴν περίοδον, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σπεύσας τότε διεμαρτυρήθη κατὰ τῆς ὑπονοίας, ὅτι ὑπεξῄρεσεν αὐτὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Καραπάνου. Εἶπεν ὅτι παραπλησίαν γνώμην εἶχεν ἤδη ὁ πρῶτος ἡμῶν Βασιλεὺς, ὁ ἀοίδιμος Ὄθων, ἀλλὰ καὶ πρὸ τούτου παρόμοιος θεσμὸς ἐλειτούργει καὶ λειτουργεῖ ἔτι καὶ νῦν τελεσφόρως πάνυ ἐν χώρᾳ μεγάλῃ καὶ κραταιᾷ, ἐν Ἀγγλίᾳ, ὁ θεσμὸς τοῦ χρεωλυτικοῦ ταμείου. Παρόμοιον θεσμὸν ἀνεῦρεν εἶτα καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ἐν τῷ χρεωλυτικῷ ταμείῳ τῆς Γαλλίας. Διημφισβητήθη οὕτως ἡ ἑλληνικὴ πατρότης καὶ ἐπίνοια τοῦ νῦν προτεινομένου ἐν ἡμῖν θεσμοῦ· πλὴν κατ’ ἐμὲ ἀδίκως ὅλως. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὁ πρώην Βασιλεὺς ἡμῶν ἐσκέφθη ποτὲ τῳόντι νὰ εἰσαγάγῃ ἐν Ἑλλάδι τοιοῦτον θεσμόν· διότι ὁμολογῶ, ὅτι πρώτην φορὰν ἤκουσα τοῦτο λεγόμενον νῦν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ὑμᾶς, εἶναι, ὅτι ὁ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὑποβαλλόμενος θεσμὸς οὐδεμίαν ἀπολύτως σχέσιν ἔχει πρὸς τὰ χρεωλυτικὰ ταμεῖα ἄλλων χωρῶν, οὐδ’ ἀπαντᾷ ἐν ἄλλῳ τινὶ τῶν πεπολιτισμένων καὶ εὐνομουμένων Κρατῶν, καθ’ ὃν τρόπον τοὐλάχιστον ἐπιδιώκεται νῦν ἡ εἰσαγωγὴ παρ’ ἡμῖν, εἶναι δὲ πρωτότυπος ἑλληνικὴ ἐπίνοια, δι’ ἣν δὲν δικαιοῦται μὲν νὰ ἀξιώσῃ δίπλωμα εὑρεσιτεχνίας ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, διότι πρὸ δεκαετηρίδων ἤδη πολλῶν προεβλήθη αὐτὸ τὸ πρῶτον εἰς τὸ ἡμέτερον Κοινοβούλιον, διασώζεται ὅμως ὁπωσδήποτε ἡ ἑλληνικὴ αὐτῆς πατρότης, πρὸς τιμὴν καὶ δόξαν τοῦ ἔθνους ἡμῶν. Ὁ θεσμὸς τοῦ χρεωλυτικοῦ ταμείου εἰσήχθη τὸ πρῶτον ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου ἀπαντᾷ μέχρι τοῦδε, εἰ καὶ ἐν περιωρισμένῳ κύκλῳ ἐνεργείας καὶ ὡς ἀπηρχαιωμένος πλέον θεσμὸς, γνωστὸς ἀνέκαθεν ὡς Sinking Fund. Ἡ Ἀγγλία εἶχεν ἀναγκασθῆ πρὸ ἑκατονταετηρίδων ἤδη νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν συνομολόγησιν δανείων, διακρίνεται δὲ τὸ χρέος αὐτῆς ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους ἄλλων χωρῶν κατὰ τοῦτο, ὅτι αὐτὸ θεωρεῖται παρ’ Ἄγγλοις οὐχὶ δημόσιον, ὡς τοιοῦτο συνομολογούμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ ἐθνικὸν, ὡς τοιοῦτο συνομολογούμενον ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου. Τούτου ἕνεκεν ἐν Ἀγγλίᾳ ἦτο ἀρχῆθεν ἀχώριστος ἡ ἰδέα τῆς συνομολογήσεως τῶν δανείων ἀπὸ τῆς ἀποσβέσεως αὐτῶν, διὸ κατὰ τὴν συνομολόγησιν ἑκάστου δανείου ἔπρεπε νὰ ἐξευρεθῇ καὶ εἰδικὸς πόρος, νὰ ἐπινοηθῇ ἴδιος φόρος, προοριζόμενος εἰς ἀπόσβεσιν αὐτοῦ. Ἀφ’ ἧς ἤρξαντο νὰ συνομολογῶνται καὶ δάνεια ἄνευ τοιούτων εἰδικῶν πόρων, καθιερώθη ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ διάκρισις τοῦ χρέους αὐτῆς εἰς Funded debt καὶ εἰς Unfunded debt, ἤτοι εἰς χρέος κεκτημένον εἰδικοὺς πόρους πρὸς ἀπόσβεσιν, καὶ εἰς χρέος στερούμενον τοιούτων πόρων. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως εἶχον συνομολογηθῆ τόσα δάνεια μετὰ εἰδικῶν πόρων, ὥστε ἤρχισε νὰ ἐπικρατῇ ἀταξία καὶ σύγχυσις πολλὴ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτῶν, ἥτις παρέσχε τὴν πρώτην ἀφορμὴν εἰς τὴν ἵδρυσιν ἑνὸς γενικοῦ χρεωλυτικοῦ ταμείου. Ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ ἀνάγεται εἰς τὴν ἐν ἔτει 1716 ἐλάττωσιν τοῦ τόκου δανείου τινὸς ἀπὸ 6% εἰς 5%, τοῦ 1% προορισθέντος εἰς ἀπόσβεσιν τῶν ἐφεξῆς συνομολογηθησομένων δανείων. Ἔκτοτε καὶ ἄλλων δανείων οἱ τόκοι ἠλαττώθησαν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν κατὰ τὰ ἔτη 1727 καὶ 1750. Ἐγίνετο δὲ ὡς ἑξῆς ἡ ἀπόσβεσις τοῦ χρέους. Ἠγοράζοντο χρεώγραφα διὰ τῶν πρὸς τοῦτο διατιθεμένων ποσῶν τῶν ἠλαττωμένων τόκων, ταῦτα δὲ δὲν ἐξηφανίζοντο, ἀλλ’ ἐφυλάττοντο ὑπὸ τοῦ χρεωλυτικοῦ ταμείου, ὅπερ ἐξηκολούθει νὰ εἰσπράττῃ παρὰ τοῦ Δημοσίου τοὺς τόκους αὐτῶν καὶ νὰ τοὺς διαθέτῃ πρὸς ἀγορὰν ἄλλων χρεωγράφων. Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος θεσμὸς ἔφθασεν εἰς τὴν ἀκμήν του κυρίως ὑπὸ Πὶττ τὸν νεώτερον, ὑφ’ ὃν ἐν ἔτει 1786 ἀναδιωργανώθη ἐκ νέου. Δι’ αὐτοῦ δὲ τὸ δημόσιον χρέος τῆς Ἀγγλίας, ὅπερ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἀνήρχετο εἰς 230,000,000 λιρῶν στερλινῶν, ἠλπίζετο ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος ν’ ἀποσβεσθῇ ὁλοσχερῶς, ἀφοῦ ἕκαστον δάνειον θὰ ἐξωφλεῖτο οὕτω πως ἐντὸς 45 ἐτῶν. Ἀλλ’ ἐπηκολούθησαν μετ’ ὀλίγον οἱ μακροὶ καὶ δαπανηροὶ πόλεμοι ἰδίᾳ πρὸς Ναπολέοντα τὸν Αʹ, καθ’ οὓς τὸ δημόσιον τῆς Ἀγγλίας χρέος μέχρι τοῦ ἔτους 1813 ἀνῆλθεν εἰς 574,000,000 λ. στ. Τότε ἐβεβαιώθη τὸ ἄστοχον τοῦ ἐν ἰσχύϊ συστήματος τῆς ἀποσβέσεως, καθόσον πολλὰ τῶν νέων δανείων συνωμολογήθησαν ὑπὸ τόκον ἀνώτερον τοῦ τῶν ἀποσβεννυμένων, ἐντεῦθεν δ’ ἀνεπτύχθη ἀντίδρασις μεγάλη κατ’ αὐτοῦ, καθ’ ἣν ἐπρωτοστάτησαν ὁ Ῥοβέρτος Ἅμιλτων, ὁ γνωστὸς οἰκονομολόγος M. Culloch καὶ ὁ λόρδος Greenville, ἕως οὗ ἐν ἔτει μὲν 1819 ἀπεφασίσθη, ὅπως ἐφεξῆς διατίθενται εἰς ἀπόσβεσιν τοῦ χρέους 5,000,000 λιρ. στ. ἐτησίως, περίσσευμα τοῦ ἡγουμένου ἔτους, ὅτε δὲ τοῦτο ἀπεδείχθη δυσεφάρμοστον ἐν τοῖς πράγμασιν, ἐνομοθετήθη, ἵνα ἐκ τοῦ περισσεύματος, ὅπερ θὰ εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, τὸ ἓν τέταρτον διατίθεται εἰς ἀπόσθεσιν τοῦ χρέους, ἐξαφανιζομένων τῶν οὑτωσὶ ἐξαγοραζομένων χρεωγράφων. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἀπέβη δυσεπίτευκτον, καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸ Sinking Fund, παραιτηθὲν πάσης ἀποσβέσεως τοῦ παγίου, περιωρίσθη εἰς τὴν ἀπόσθεσιν τοῦ κυμαίνοντος χρέους, εἰς τὰς πληρωμὰς τῶν Annuities καὶ τὴν κάλυψιν τῶν Exchequer Bills. Ἡ Γαλλία, ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦ παγίου χρέους της, τῆς rente, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ περὶ ἀποσβέσεως αὐτοῦ, κατ’ ἀκολουθίαν οὐδὲ περὶ ἱδρύσεως χρεωλυτικοῦ ταμείου. Πρῶτος ὁ Ναπολέων Αʹ ἔγνω νὰ συστήσῃ τοιοῦτον, τὴν Caisse d’ Amortissement, ἐν ἔτει 1808, μὲ κεφάλαιον 10,000,000 φρ., ὅπερ ὅμως, μόνον προορισμὸν ἔχον τὴν ἐξόφλησιν τῶν ἐντόκων γραμματίων (Bons du trésor), μετεσχηματίσθη βραδύτερον ὑπὸ τὸν Ὑπουργὸν Mollien εἰς Γαλλικὴν Τράπεζαν. Περὶ ἀποσβέσεως τοῦ παγίου χρέους ἤρξαντο νὰ σκέπτωνται ἐν Γαλλίᾳ κυρίως, ὅτε ἔμελλε ν’ ἀναληφθῇ τὸ ἐξ ἑνὸς δισεκατομμυρίου χρέος, τὸ προωρισμένον εἰς ἀποζημίωσιν τῶν ἐκπατρισθέντων Γάλλων ἐν καιρῷ τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως, ἡ Milliarde des Emigrés. Τότε συνέστη ἐν ἔτει 1816 ἡ κυρίως Caisse d’ amortissement, ἥτις, ἴδιον προϋπολογισμὸν ὑποβάλλουσα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔχουσα τὴν ἀποστολὴν, ἵν’ ἀποσβέσῃ τὸ νέον χρέος καὶ πᾶν ἐφεξῆς συνομολογηθησόμενον δάνειον, ἐπροικοδοτήθη πρὸς τοῦτο ὑπὸ τοῦ Κράτους δι’ ἐπιχορηγήσεως ἐξ 20,000,000 φράγκων, εἰς ἣν προσετέθησαν εἶτα καί τινες πόροι ἐκ τῶν δημοσίων κτημάτων, domaines, συμποσωθέντες μετὰ τῆς ἐπιχορηγήσεως εἰς 88,000,000 φρ. Ἐν ἔτει 1848 ἀνεστάλη ἡ λειτουργία τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος χρεωλυτικοῦ ταμείου, μετὰ ἕνδεκα δ’ ἔτη ἐπανελήφθη, ἕως οὗ ἐν ἔτει 1870 ὁριστικῶς κατηργήθη. Ἔκτοτε ὑφίσταται ἀκόμη ἓν εἶδος Caisse d’ amortissement ἐν Γαλλίᾳ, πλὴν αὕτη δὲν ἀπομένει πλέον τὸ πάγιον χρέος, ἀλλὰ διενεργεῖ μόνον τὰς πληρωμὰς τῶν ἐξασφαλιστικῶν λεγομένων ἱδρυμάτων τοῦ Κράτους, ἰδίᾳ τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων, πρὸς δὲ τοῦ κυμαίνοντος χρέους, τῆς Caisse des dépôts et consignations, καταστᾶσα οὕτως ἁπλοῦν ταμιευτικὸν ὄργανον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διατελοῦν μόνον ὑπὸ ἰδίαν ἐποπτικὴν ἐπιτροπήν. Τοιαῦτα, Κύριοι, τὰ χρεωλυτικὰ ταμεῖα καὶ τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γαλλίας. Ἐρωτῶ δὲ νῦν ὑμᾶς, τίς σχέσις δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ θεσμοῦ, τοῦ παρεισαγομένου νῦν ἐν ἡμῖν διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου; Τὰ χρεωλυτικὰ ταμεῖα καὶ τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γαλλίας ἔχουσι περιωρισμένον κύκλον ἐνεργείας· δὲν εἶναι αὐτόβουλοι καὶ ἀνεξάρτητοι ἀρχαί, δὲν διαχειρίζονται ἀνευθύνως τὸ τρίτον σχεδὸν τῶν δημοσίων προσόδων, δὲν θέτουσι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τὸ Κράτος αὐτὸ ὑπὸ κηδεμονίαν, ὡς καθιεροῦται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Τίς λοιπὸν σχέσις, τίς συγγένεια δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τῶν θεσμῶν ἐκείνων καὶ τοῦ θεσμοῦ ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ὃν ζητοῦμεν νὰ εἰσαγάγωμεν νῦν ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι; Οὐδὲ πρὸς ἄλλους παραπλησίους θεσμοὺς ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ ὑπάρχει σχέσις τις τοῦ θεσμοῦ τούτου. Καὶ ὅπου ἀπαντῶσιν ἴδιαι διευθύνσεις τοῦ δημοσίου χρέους, αὗται δύνανται μὲν νὰ διατελῶσιν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν ἐπιτροπῶν ἢ συμβουλίων, ἀπαρτιζομένων ἐξ ἀνωτάτων ὑπαλλήλων καὶ ἐκ διευθυντῶν Τραπεζῶν, οἵτινες δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὑπό τινα ἔποψιν καὶ δημόσιοι λειτουργοί, κατὰ τὰ καταστατικὰ τῶν ἱδρυμάτων ἐκείνων, πλὴν αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος διευθύνσεις τοῦ δημοσίου χρέους δὲν εἶναι αὐτόβουλοι καὶ ἀνεξάρτητοι ἀρχαί, οὐδεμίαν εὐθύνην ὑπέχουσαι καὶ κηδεμονεύουσαι μᾶλλον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους, ἡ καθιερουμένη διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἀλλὰ εἶναι ἀρχαὶ ὑπάλληλοι, ὑπαγόμεναι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ περιορίζονται εἰς τὸ νὰ κρατῶσι τὰ βιβλία τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ νὰ διενεργῶσι τὰς κληρώσεις καὶ τὴν ἀπόσβεσιν αὐτοῦ, ὡς ἡ Direction der Staatschuld ἐν Αὐστρίᾳ. Ποῦ λοιπὸν ἡ συγγένεια τῆς νέας ἡμῶν ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους πρὸς τὰς διευθύνσεις τοῦ δημοσίου χρέους ἄλλων πεπολιτισμένων καὶ εὐνομουμένων χωρῶν; Πρόκειται, Κύριοι, περὶ θεσμοῦ, οὗτινος ἡ ἐπίνοια εἶναι ἀναμφισβητήτως Ἑλληνικὴ, περὶ θεσμοῦ ἐφευρεθέντος τὸ πρῶτον καὶ ὑποβληθέντος εἰς τὸ ἡμέτερον Κοινοβούλιον πρὸ τριῶν ὡς ἔγγιστα δεκαετηρίδων, ἤτοι ἀρχομένου τοῦ 1867, ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Εὐθυμίου Κεχαγιᾶ. Οὗτος, εἰσηγούμενος τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον, ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ἔρχεται τελευταῖον πρὸς συμπλήρωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ταμείου τοῦ δημοσίου χρέους· συνδυάζω τὰ διὰ τὰς καθυστερήσεις ληπτέα μέτρα μὲ τὴν πρόνοιαν περὶ τοποθετήσεως τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους. Ὡς σᾶς προεῖπον, τὰ καθυστερήματα φθάνουσι τὸ καταπληκτικὸν ποσὸν τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ἡ ἐργασία τῆς εἰσπράξεως τῶν δυναμένων νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐξ αὐτῶν, καθὼς καὶ ἡ ἐργασία τῆς τακτοποιήσεως τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, πρέπει κατὰ τὴν κρίσιν μου νὰ ἀνατεθῇ εἰς χωριστὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν. Δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἔλθω εἰς ἀναλυτικὰς ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι ὅλοι γνωρίζετε τὴν σπουδαιότητά του, καὶ διότι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, αἱ διατάξεις του εἶναι σαφεῖς καὶ δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἐπεξηγήσεων. Ὅλοι ἐννοεῖτε, ὅτι ἐθνικὴ ἀνάγκη κατεπείγουσα ἀπαιτεῖ νὰ ἀνορθώσωμεν τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν, διότι μόνον δι’ αὐτῆς θέλομεν κατορθώσει νὰ ἀναπτύξωμεν καὶ προαγάγωμεν σπουδαῖα ἐθνικὰ συμφέροντα. Τὴν δημοσίαν πίστιν δὲν θ’ ἀνακτήσωμεν, ἐνόσῳ δὲν τακτοποιήσωμεν τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος καὶ δὲν προνοήσωμεν περὶ τῶν μέσων καὶ τῶν ἀσφαλειῶν διὰ τὴν ἔγκαιρον καὶ ἀκριβῆ ἱκανοποίησιν τῶν πιστωτῶν μας. Ἡ σύστασις εἰδικοῦ ταμείου καὶ ὁ προσδιορισμὸς εἰδικῶν πόρων διὰ μόνον τὸ δημόσιον χρέος θέλουσι συντελέσει εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἤτοι τὴν ἀνόρθωσιν τῆς δημοσίας πίστεώς μας.» Πλὴν μόνης τῆς διαφορᾶς μιᾶς λέξεως τοῦ τίτλου—ὑπηρεσίας, ἀντὶ ταμείου τοῦ δημοσίου χρέους—καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα ἡ εἰσήγησις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου συμπίπτει, ὡς παρατηρεῖτε, πρὸς τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1867. Ὡς φαίνεται δὲ, καὶ τὸ περιεχόμενον θὰ ἦτο τὸ αὐτὸ ἐν πᾶσι, λέγω δὲ, ὡς φαίνεται, διότι τότε δὲν ἐδημοσιεύετο παράρτημα τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, περιέχον τὰς ἐκθέσεις καὶ τὰ νομοσχέδια, οὕτω δὲ δὲν θὰ περιεσώθη εἰς ἡμᾶς ἀντίτυπον τοῦ νομοσχεδίου τοῦ μακαρίτου Κεχαγιᾶ...
§76ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἐγὼ ἀντίγραφον.
§77ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοῦ ὁποίου ὅμως ἐγὼ στερούμενος, δὲν δύναμαι νὰ γινώσκω ἀσφαλῶς, ἐὰν καὶ τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ συμπίπτῃ καθ’ ὅλα πρὸς τὸ περιεχόμενον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Τὸ γεγονὸς ὅμως, καθ’ ἃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν συνεζητήθη κἂν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἐν τῇ Βουλῇ...
§78ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἄλλην γνώμην εἶχεν ὁ Κουμουνδοῦρος περὶ τοῦ θέματος τούτου.
§79ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τόσῳ τὸ χειρότερον διὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο· διότι τοῦτο ἀκριβῶς ἀποδεικνύει, ὅτι καὶ ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ θὰ ἐθεώρησεν αὐτὸ τόσον ἀπᾷδον πρὸς τὰ δημόσια ἡμῶν συμφέροντα, ὥστε δὲν τὸ ἄφησε νὰ ἔλθῃ κἂν εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐπέπρωτο δὲ μετὰ τόσα ἔτη νὰ ἐπανέλθῃ παρόμοιον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ἔχῃ δὲ μάλιστα τοῦτο ὡς εἰσηγητὴν αὐτὸν τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ νὰ συζητῆται ἤδη εἰς τρίτην καὶ τελευταίαν ἀνάγνωσιν! Ἡ ἀμφίβολος, Κύριοι, τιμὴ καὶ δόξα τῆς ἐπινοίας τοῦ προκειμένου θεσμοῦ διασώζεται οὕτως ἀκεραία εἰς τὸ ἔθνος ἡμῶν. Μετὰ τὸ 1867 εἰσήχθη παραπλήσιος θεσμὸς ἐν Τουρκίᾳ καὶ ἐν Αἰγύπτῳ. Ἀλλ’ ἐν πρώτοις τὸ πολίτευμα τῶν χωρῶν ἐκείνων δὲν εἶναι κοινοβουλευτικόν, ἀλλ’ ἀπολυταρχικόν, εἶτα δὲ καὶ αὐταὶ δὲν προέβησαν ἀφ’ ἑαυτῶν εἰς τὸν δι’ αὐτοῦ παρεισαγόμενον περιορισμὸν τῶν κυριαρχικῶν των δικαιωμάτων, ὅπως πράττομεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλ’ ἐδέχθησαν αὐτὸν ἐπιβληθέντα παρ’ ἄλλων καὶ ὑπείκουσαν εἰς σιδηρᾶν καὶ ἀναπόδραστον ἀνάγκην, εἰς ἣν ἡμεῖς οὔτε περιέστημεν, οὔτε ἐλπίζω νὰ παριστῶμεν ποτέ. Ἐγκαθιδρύθη οὕτω καὶ ἐν Τουρκίᾳ καὶ ἐν Αἰγύπτῳ αὐτόβουλος καὶ ἀνεξάρτητος ἀρχὴ, διαχειριστικὴ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἡ Commision de la dette publique, καὶ τὸ μέγα κακὸν δὲν ἔγκειται κυρίως ἐν τούτῳ, ὅτι παρεδρεύουσιν ἐν αὐτῇ καὶ ἀντιπρόσωποι τῶν ξένων ὁμολογιούχων, ἀλλὰ μᾶλλον ἐν τῇ κηδεμονίᾳ, εἰς ἣν ὑποβάλλεται οὕτω τὸ Κράτος, ὑπὸ ἔποψιν διαχειρίσεως μεγάλου μέρους τῶν δημοσίων του προσόδων, καὶ ἐν τῇ ἐπερχομένῃ οὕτω μειώσει τῶν κυριαρχικῶν του δικαιωμάτων. Ἀλλὰ ἐν χώραις, Κύριοι, ἀπολυταρχικαῖς, οἷαι ἡ Τουρκία καὶ ἡ Αἴγυπτος, δύναται νὰ ᾖναι ἐπὶ τέλους ὀπωσδήποτε ἀνεκτὸς ὁ τοιοῦτος θεσμός. Ἐν χώρᾳ ὅμως κοινοβουλευτικῇ, ἐν χώρᾳ ἐν ᾗ ὑπάρχει διάκρισις ἐξουσιῶν, καθοριζομένη ὑπὸ τοῦ συνταγματικοῦ αὐτῆς χάρτου, εἶναί τι ἀσυμβίβαστον ὅλως, ἀνατρέπον ἐκ θεμελίων αὐτὸ τὸ πολίτευμα, ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος θεσμός. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου ἡ διοίκησις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, χωριζομένης ἀπὸ τῆς ἄλλης διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἀνατίθεται εἰς ἀρχὴν «αὐτόβουλον καὶ ἀνεξάρτητον, ὑπὸ τὸ ὄνομα Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους». Τὴν αὐτόβουλον καὶ ἀνεξάρτητον ταύτην ἀρχὴν θ’ ἀπαρτίσωσι, κατὰ τὸ ἐπιὸν 3 ἄρθρον, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ πρόεδροι τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὁ διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς καὶ οἱ διευθυνταὶ τῶν δύο ἄλλων προνομιούχων Τραπεζῶν, τῆς Ἰονικῆς καὶ τῆς Ἠπειροθεσσαλίας. Κατὰ δὲ τὰ ἄρθρα 8 καὶ 9 αἱ ἀποφάσεις τῆς οὑτωσὶ καταρτισθησομένης αὐτοβούλου καὶ ἀνεξελέγκτου ἀρχῆς θὰ λαμβάνωνται κατὰ πλειονοψηφίαν, καὶ μόνον ἐν ἰσοψηφίᾳ θὰ νικᾷ ἡ ψῆφος τοῦ μέλλοντος νὰ διευθύνῃ τὰς ἐργασίας τῶν συνεδριάσεων τοῦ Συμβουλίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς εὐλόγως παρετήρησεν ἤδη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι τοιουτοτρόπως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὐδὲ νὰ ζητηθῇ εὐθύνη, καίτοι προκειμένου περὶ διαχειρίσεως προσόδων δεκάδων ὅλων ἑκατομμυρίων. Διότι, ἐν ὅσῳ μὲν ὁ Ὑπουργὸς εὕρηται ἐν τῇ πλειονοψηφίᾳ τοῦ Συμβουλίου, ἔχει καλῶς, ὅταν ὅμως εὕρηται ἐν μειονοψηφίᾳ καὶ ᾖναι ἠναγκασμένος νὰ ἐκτελέσῃ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου, ἃς αὐτὸς ἀποδοκιμάζει, πῶς δύνασθε νὰ ζητήσητε παρ’ αὐτοῦ εὐθύνας; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὤκνησε τότε ν’ ἀπαντήσῃ, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει νὰ πράξῃ ἓν ἐκ τῶν δύο: «ἢ νὰ συνταχθῇ μετὰ τῆς γνώμης τῆς πλειοψηφίας, ἀναλαμβάνων τὴν ἐπὶ τῇ ἐκτελέσει αὐτῆς εὐθύνην, ἢ νὰ ἐπιμένῃ διαφωνῶν καὶ νὰ τραπῇ τὴν ὁδὸν, ἣν τρέπονται οἱ μειοψηφοῦντες· τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν ἰσχὺν τῆς εὐθύνης αὐτοῦ». Ἐγὼ, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι οὐχὶ ἰσχὺν, ἀλλ’ οὐδ’ ἴχνος εὐθύνης δύναμαι νὰ ἀνεύρω διὰ πρᾶξιν ἢ ἀπόφασίν τινα τοῦ Συμβουλίου, καὶ ὅταν ὁ Ὑπουργὸς ἀναγκάζηται νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ὅταν, μὴ ὑποκύπτων εἰς αὐτὴν, ἀναγκάζηται νὰ παραιτηθῇ· διότι βεβαίως τοῦτο καὶ οὐδὲν ἄλλο ἐνόει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγων «ἢ νὰ ἐπιμένῃ διαφωνῶν καὶ νὰ τραπῇ τὴν ὁδὸν, ἣν τρέπονται οἱ μειοψηφοῦντες». Ἀλλὰ διὰ τῆς ἐπιβαλλομένης ταύτης παραιτήσεως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν περιπτώσει διαφωνίας πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Συμβουλίου, γεννᾶται ἕτερον ζήτημα, πολὺ σπουδαιότερον. Διὰ τοῦ θεσμοῦ, ὃν ζητεῖ νὰ καθιερώσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, δημιουργεῖται κράτος ἐν κράτει ἐν Ἑλλάδι, ἢ μᾶλλον ἐπινοεῖται ἐξουσία τις ἄγνωστος τέως καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ καὶ ἐν παντὶ ἄλλῳ συνταγματικῷ πολιτεύματι, ἐξουσία μάλιστα τιθεμένη ὑπεράνω πάσης ἄλλης ἐξουσίας, ἀναγνωριζομένης ὑπὸ τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν χάρτου. Ὅπως ἦναί τις Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐφεξῆς, δὲν ἀρκεῖ ν’ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος καὶ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δέον ν’ ἀπολαύῃ καὶ τῆς τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ὅταν μάλιστα συμπέσῃ, ὡς σύνηθες τοῦτο μέχρι τοῦδε παρ’ ἡμῖν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἦναι καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τότε οὐ μόνον ἡ ἰδία, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου ἡ τύχη θὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς συμφωνίας ἢ διαφωνίας αὐτοῦ πρὸς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος Συμβούλιον. Ἡ διαφωνία αὐτοῦ πρὸς τοῦτο θὰ τῷ στοιχίζῃ τὴν ἰδίαν καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργείου τὴν πτῶσιν, καίτοι περιβαλλομένου ὑπὸ τῆς ἀμερίστου ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος, καίτοι διαθέτοντος μεγάλην πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, Κύριοι, ὁποῖον χάος θὰ ἐδημιουργεῖτο οὕτω, παρεχομένου τοῦ δικαιώματος εἰς ἄλλην τινὰ ἀρχὴν, πλὴν τῶν καθεστηκυιῶν ἐξουσιῶν, ἵνα ἐξαναγκάζῃ εἰς παραίτησιν τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ τυχὸν προεδρευόμενον Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐρωτῶ δὲ μόνον ὑμᾶς, δὲν δημιουργεῖται οὕτω κράτος ἐν κράτει παρ’ ἡμῖν; δὲν ἀνατρέπεται ἐκ βάθρων αὐτὸ τὸ πολίτευμα ἡμῶν; Καὶ πρὸς τί τὸ χάος τοῦτο καὶ ἡ ἀνατροπὴ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, αἰτιολογῶν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καὶ διὰ τοῦ εἰσηγητηρίου αὐτοῦ λόγου εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ δι’ ὅσων εἶπε περὶ αὐτοῦ, προκληθεὶς ὑπ’ ἄλλων συναδέλφων, κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσίν του, ἔφερεν ὡς πρῶτον καὶ κύριον λόγον τὴν ἀταξίαν, τὴν ἀπαντῶσαν ἐν τῷ Δημοσίῳ ἡμῶν Λογιστικῷ, δι’ ἣν βάσιμοι καὶ δίκαιαι ἐγείρονται ἑκάστοτε ἀμφιβολίαι περὶ τῆς ἀκριβείας καὶ ἀληθείας τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν τοῦ Κράτους. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐνόμισεν, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν, ἵνα ἀποχωρίσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐκ τοῦ Δημοσίου ἡμῶν Λογιστικοῦ, καὶ τὴν διοργανώσῃ εἰς ἰδίαν ὑπηρεσίαν, ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτοβούλου καὶ ἀνεξαρτήτου ἀρχῆς, διότι οὕτω μόνον θὰ ἐπήρχετο πλήρης τάξις εἰς αὐτὴν, οὕτω πως μόνον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πᾶσαν δυνατὴν ἐγγύησιν περὶ τῆς ἀκριβοῦς καὶ ἀπροσκόπτου αὐτῆς λειτουργίας, οὕτω πως μόνον θὰ ἐξέλειπον αἱ τέως κρατοῦσαι περὶ αὐτῆς ἀμφιβολίαι, καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εὐπροσωπήσωμεν ἀπέναντι τῶν ξένων. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀποδέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι διὰ τοῦ προτεινομένου ἀποχωρισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἐκ τοῦ Δημοσίου ἡμῶν Λογιστικοῦ καὶ τῆς ἀναδιοργανώσεως αὐτῆς ὑπὸ τὴν διοίκησιν ἰδίας αὐτοβούλου καὶ ἀνεξαρτήτου ἀρχῆς θὰ κατωρθοῦμεν πράγματι νὰ τακτοποιήσωμεν αὐτὴν οὕτως, ὥστε ἐφεξῆς μηδεμία ἀμφιβολία νὰ ὑπολείπηται περὶ τῆς ἀκριβείας αὐτῆς. Ἀλλὰ θὰ ἤρκει τοῦτο καὶ μόνον, ἵνα εὐπροσωπήσωμεν ἀπέναντι τῶν ξένων; Θεωρῶ ἀνάξιον ἀνασκευῆς τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς ὃν προέβη οὗτος, ἀπαντῶν κατὰ τὴν ἡγουμένην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτήν, καὶ καθ’ ὃν δῆθεν, ἂν γείνῃ αὐτὸ νόμος τοῦ Κράτους, δὲν θὰ εὑρεθῶσι ποτὲ εἰς τὴν θέσιν νὰ ἰσχυρίζωνται περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ, οἷος ὁ τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἡ μὲν Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἔχομεν ἔλλειμμα 17 ἑκατομμυρίων, ἡ δὲ Συμπολίτευσις, ὅτι ἔχομεν περίσσευμα 15 ἑκατομμυρίων. Ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἐλλείμματος ἢ περισσεύματος ἑνὸς προϋπολογισμοῦ, ὡς γινώσκει κάλλιστα καὶ ὁ ἀδαέστατος περὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ λογιστικά, δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ μόνης τῆς ἀκριβοῦς ἀναγραφῆς τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλ’ ἐκ τῆς πιστῆς καὶ ἀνελλιποῦς ἀναγραφῆς ὅλων τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐνόμισε πρέπον, οὐχὶ πλέον ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπισήμῳ αὐτοῦ ἰδιότητι, ὡς Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ἀκρίβειαν καὶ ἀλήθειαν τῶν ἀριθμῶν τοῦ Δημοσίου ἡμῶν Λογιστικοῦ, πρώτιστον καθῆκον ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἀμέσου τακτοποιήσεως τῆς ὅλης λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Τοῦτο ὤφειλε τόσῳ μᾶλλον νὰ πράξῃ, ὅσῳ αὐτὸς πολὺ ὀρθῶς καὶ δικαίως ἐδήλωσεν ἤδη καὶ πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχὴν καὶ μετὰ τὴν ἀνάληψιν αὐτῆς, ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ὦμεν εἰλικρινεῖς καὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους· πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ πεισθῶμεν περὶ τοῦ τί δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς πιστωτάς μας, ἀφοῦ ἐξασφαλίσωμεν τὴν πλήρωσιν τῶν ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, καὶ εἰς τοὺς ξένους νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην, ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι νὰ καταβάλλωμεν ἐφεξῆς τακτικῶς καὶ ἀνελλιπῶς ἀπέναντι τῶν ἀνειλημμένων ὑπ’ αὐτοῦ ὑποχρεώσεων πᾶν ὅ,τι αἱ οἰκονομικαὶ ἡμῶν δυνάμεις συγχωροῦσιν. Ἀλλὰ πῶς, πρὸς Θεοῦ, δυνάμεθα νὰ κατορθώσωμεν τοῦτο, ὅταν, καίτοι ἀνομολογοῦντες, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἀταξία τῆς ὅλης λογιστικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, ὥστε νὰ ἐγείρωνται δίκαιαι ἀμφιβολίαι περὶ τῶν ἐπισήμων λογαριασμῶν τοῦ Κράτους, οὐχὶ κατὰ μονάδας καὶ χιλιάδας, ἀλλὰ καθ’ ἑκατομμύρια πολλά, οὐδὲν ἧττον οὐδεμίαν ἀπολύτως πρόνοιαν λαμβάνωμεν περὶ τακτοποιήσεως αὐτῆς; Δὲν εὐπροσωποῦμεν, Κύριοι, ἀπέναντι τῶν ξένων, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ ἐμπνέομεν πᾶσαν δυσπιστίαν εἰς αὐτούς, ὅταν, καίτοι ἀναγνωρίζοντες καὶ διακηρύττοντες τόσον οἰκτρὰν τὴν κατάστασιν τοῦ Δημοσίου ἡμῶν Λογιστικοῦ, περιοριζώμεθα εἰς τὴν τακτοποίησιν μιᾶς μόνης ὑπηρεσίας αὐτοῦ, τῆς ἀναφερομένης εἰς τὰ τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους. Ἀλλὰ τακτοποιεῖται τῳόντι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ θὰ παρέχῃ πράγματι πᾶσαν δυνατὴν ἐγγύησιν περὶ τῆς ἀκριβείας καὶ ἀληθείας τῶν λογαριασμῶν της, τὴν ὁποίαν δὲν παρεῖχε μέχρι τοῦδε, προσηρτημένη οὖσα εἰς τὸ Δημόσιον Λογιστικόν; Προτείνεται δι’ αὐτοῦ αὔξησις μόνον τοῦ προσωπικοῦ, ἀλλ’ οὐδεμία μεταβολὴ συστήματος, οὐδεμία ἀναδιοργάνωσις τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας εἰσάγεται δι’ αὐτοῦ. Καὶ τὸ προσωπικὸν αὐτό, τοὐλάχιστον τὸ τῶν τμηματαρχῶν καὶ ὑπουργικῶν γραμματέων, θὰ στρατολογηθῇ βεβαίως, πλὴν μόνου τοῦ γραμματέως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ἐκ τῆς λοιπῆς λογιστικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, ἀφοῦ καθιεροῦνται ἐπ’ αὐτοῦ τὰ προσόντα, τὰ ἀπαιτούμενα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ· ἄρα δὲν θὰ ἦναι κρεῖττον τοῦ νῦν ἀσχολουμένου ἐν τῇ λογιστικῇ καὶ οἰκονομικῇ ἡμῶν ὑπηρεσίᾳ. Κατὰ τί λοιπὸν τακτοποιεῖται καὶ βελτιοῦται, οὕτως ἀποσπωμένη ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ἐκ τοῦ Δημοσίου ἡμῶν Λογιστικοῦ; Μήπως κατὰ τοῦτο, ὅτι θὰ προΐσταται τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων ὁ γραμματεὺς τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν γενικοῦ γραμματέως, παρ’ οὗ ὅμως οὐδὲν προσὸν ἀπαιτεῖται οὔτε γνώσεων, οὔτε πείρας, οὔτε εἰδικότητος; Πρέπει νὰ ἦναί τις τῇ ἀληθείᾳ πολὺ ἀφελής, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, ὅπως ἀποδεχθῇ τοιοῦτόν τι. Ἀλλὰ παρέχεται τοὐλάχιστον διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς φαντάζεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πᾶσα δυνατὴ ἐγγύησις περὶ τῆς ἀκριβοῦς καὶ ἀπροσκόπτου λειτουργίας, περὶ τῆς ἀκριβείας καὶ ἀληθείας τῶν λογαριασμῶν καὶ ἀριθμῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, τιθεμένης ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν μελλόντων ν’ ἀπαρτίσωσι τὸ Διοικητικὸν αὐτῆς Συμβούλιον; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Τίνες, Κύριοι, θ’ ἀπαρτίζωσι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον; ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ πρόεδροι τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὁ διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ οἱ διευθυνταὶ τῆς Ἰονικῆς καὶ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἐποπτεύῃ καὶ ἐλέγχῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ὡς μέλος τοῦ Διοικητικοῦ αὐτῆς Συμβουλίου, καὶ νὰ ἦναι ἐγγύησις διὰ τὴν ἀκριβῆ καὶ ἀπρόσκοπον αὐτῆς λειτουργίαν, διατὶ δὲν πράττει τοῦτο καὶ ἐπὶ τῆς ὅλης ὑπηρεσίας τοῦ Δημοσίου ἡμῶν Λογιστικοῦ; διατὶ δὲν χρησιμεύει ὡς ἐγγύησις καὶ εἰς τὴν ἀκριβῆ καὶ ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τούτου; Τίνα δὲ γνῶσιν, τίνα εἰδικότητα ἔχει ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ τὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον ὑπηρεσίας, οἵα ἡ τοῦ δημοσίου χρέους; Πλὴν καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ οἱ διευθυνταὶ τῶν Τραπεζῶν θὰ ἔχωσί ποτε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὡς ἐκ τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων ἀσχολιῶν των, ἵνα ἐνασκήσωσιν ἀληθῆ ἐποπτείαν, πραγματικὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς τοιαύτης ὑπηρεσίας, καὶ χρησιμεύσωσιν οὕτω ὡς ἐγγύησις διὰ τὴν ἀκριβῆ καὶ ἀπρόσκοπτον αὐτῆς λειτουργίαν; Μὴ πλανώμεθα, Κύριοι! Διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου οὐδεμίαν τακτοποίησιν, οὐδεμίαν βελτίωσιν ἐπιφέρομεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, οὐδεμίαν ἐγγύησιν παρέχομεν δι’ αὐτήν, ἥκιστα δὲ δυνάμεθα νὰ εὐπροσωπήσωμεν οὕτως ἀπέναντι τῶν ξένων. Οἱ ξένοι, ἐξ ὧν ἔπαθον μέχρι τοῦδε, ἐδιδάχθησαν νὰ δυσπιστῶσι πρὸς πᾶσαν ἐπαγγελίαν ἡμῶν, καὶ νὰ ἐξετάζωσι τὰ πράγματα κάλλιον καὶ ἡμῶν αὐτῶν. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι διὰ σχεδίων τόσον κενῶν καὶ ἀπατηλῶν, οἷον τὸ προκείμενον, μόνον ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ οὐδένα ἄλλον δυνάμεθα νὰ διαβουκολήσωμεν πλέον. Καὶ ἐνῷ οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδὲν κέρδος ἀποκομίζομεν ἐντεῦθεν, θέτομεν ἐν ἀμφιβόλῳ τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους ἡμῶν, ψηφίζοντες μὲ τόσον ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν θεσμὸν, δι’ οὗ τίθεται μὲν ὑπὸ ἀληθῆ κηδεμονίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ἀντιπροσωπευόμενον Δημόσιον, δημιουργεῖται δὲ κράτος ἐν κράτει ἐν ἡμῖν, καὶ ἀνατρέπονται αὐτὰ τὰ θεμέλια τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Ἰδού, Κύριοι, οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἡμεῖς ἀποκρούομεν κατ’ ἀρχὴν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὡς ἕωλον καὶ ἀσύστατον ὅλως, ἀποκρούοντες δὲ αὐτὸ κατ’ ἀρχὴν, ὑπολαμβάνομεν περιττὴν πᾶσαν συζήτησιν περὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ. Θὰ κατέστρεφον, Κύριοι, ἐνταῦθα τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἐθεώρουν καθῆκον ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμὲ, ἔστω καὶ ὡς ἁπλοῦν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ν’ ἀποκρούσω πάσῃ δυνάμει τὴν περὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ. Πρὸ αὐτοῦ δύο ἕτεροι συνάδελφοι, οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ Ἄρτης καὶ Τροιζηνίας, λαβόντες ἀφορμὴν ἔκ τινος περικοπῆς τοῦ εἰσηγητηρίου λόγου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, ἔνθα ἀπεδέχετο οὗτος συγγένειαν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου πρὸς τὸ ζήτημα τῆς διακανονίσεως τῶν σχέσεων ἡμῶν πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους, ἠθέλησαν νὰ σχετίσωσιν αὐτὸ πρὸς τὸν συμβιβασμόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργός, φρονίμως πάνυ φερόμενος τότε, ἔσπευσε νὰ διακηρύξῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι καθαρῶς ὑπηρεσιακὸν καὶ ἐν οὐδεμιᾷ σχέσει εὕρηται πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ. Εἰ καὶ ἐπεβάλλετο δὲ εἰς πάντας ἡμᾶς, διὰ λόγους εὐνοήτους, νὰ σεβασθῶμεν τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ προϊσταμένου τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τούτοις ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἐνόμισε καλὸν νὰ ἐπανορθώσῃ αὐτὴν, ἐκφράζων τὴν ἀπορίαν του, διατὶ νὰ ἀποκρύψωμεν τὸν κύριον σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, ὅστις εἶναι ὁ καθορισμὸς τῶν ἐγγυήσεων, ἃς ἔχομεν νὰ παράσχωμεν πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους, προκειμένου περὶ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων ἡμῶν πρὸς αὐτούς. Ὁ κ. συνάδελφος μάλιστα ἐδήλωσεν, ὅτι αὐτὸς εὑρίσκει καὶ τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἄριστον, καὶ τὰς δι’ αὐτοῦ παρεχομένας ἐγγυήσεις ἀποχρώσας, προσέθεσε δὲ μόνον, ὅτι, ἐὰν αὐτὸ συνεπληροῦτο ἔτι καὶ διὰ τῶν περὶ δημοσίου χρέους διατάξεων τοῦ Γαλλικοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, οἱ πιστωταὶ τοῦ Κράτους δὲν θὰ εἶχον νὰ προβάλωσι πλέον μηδεμίαν ἀντίῤῥησιν, ὡς πρὸς τὰς ἐγγυήσεις. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ἀγνοεῖ, ὡς φαίνεται, ὅτι, ὡς τὰ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ πληρωτέου τόκου, οὕτω καὶ τὰ τῶν ἐγγυήσεων, τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ κανονίσῃ μονομερῶς, ἀλλὰ μόνον μετὰ προηγουμένην συνεννόησιν πρὸς τοὺς πιστωτάς του. Ὁ συμπολίτης του πολιτευτὴς ἠθέλησε διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 νὰ ὁρίσῃ τὸ προσωρινῶς πληρωτέον ποσοστὸν τοῦ τόκου, καὶ νὰ ἀναστείλῃ πρὸς καιρὸν μόνον τὴν λειτουργίαν τῶν ἐγγυήσεων τῶν δανείων, ἕως οὗ ἐπήρχετο ὁ ὁριστικὸς διακανονισμὸς αὐτῶν, μετὰ προηγουμένην συνεννόησιν πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους. Καὶ ὅμως τὸ προσωρινὸν ἐκεῖνο μέτρον, χαρακτηρισθὲν τότε ὑπὸ τῶν πιστωτῶν ὡς μονομερὲς καὶ αὐθαίρετον, ἤγειρεν ἀληθῆ θύελλαν ὕβρεων καὶ προπηλακισμῶν καθ’ ἡμῶν, καὶ ἐδυσχέρανε τὰ μάλιστα τὸ ἔργον τοῦ συμβιβασμοῦ. Δὲν νομίζει νῦν, μετὰ τὸ πάθημα ἐκεῖνο, ὅτι θὰ ἦτο ἡ ἐσχάτη ἀπόνοια νὰ κανονίσωμεν ἡμεῖς μονομερῶς, καὶ δὴ οὐχὶ πρὸς καιρὸν, ἀλλ’ ὁριστικῶς καὶ διὰ πάντα, τὰ τῶν ἐγγυήσεων; Δὲν θὰ ἤρκει τοῦτο, ἵνα ἐγείρῃ καθ’ ἡμῶν μίαν φοβερωτέραν τῆς πρώτης θύελλαν καὶ δυσχεράνῃ ἔτι μᾶλλον τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, τὴν πραγμάτωσιν τοῦ ὁποίου ἔχομεν συμφέρον ἡμεῖς ὑπὲρ πάντα ἄλλον νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν σήμερον; Ἔστω δὲ βέβαιος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἐγγυήσεις, οἷαι αἱ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου παρεχόμεναι καὶ ὑπ’ αὐτοῦ συμπληρωματικῶς ὑποδεικνυόμεναι, δὲν εἶναι ἱκαναὶ οὔτε τοὺς ξένους, ἀλλ’ οὐδ’ ἡμᾶς αὐτοὺς νὰ ἐπαναπαύσωσιν. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι ψηφίζεται τὸ παρὸν νομοσχέδιον καὶ δὴ ὁμοῦ μετὰ τῶν συμπληρωματικῶν διατάξεων, τῶν ὑποδεικνυομένων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ἐρωτῶ δὲ, κατὰ τί καὶ οὕτω θὰ ἐξησφαλιζόμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ ξένοι κατὰ νέας, χείρονος τῆς πρώτης, πτωχεύσεως τοῦ Κράτους; Ἂν ἐξακολουθήσῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ νῦν ἀταξία τῆς λογιστικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, ἂν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐλλείπῃ πᾶς ἔλεγχος τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν διαχειρίσεως, ἂν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ψηφίζωμεν εἰς τὰ τυφλὰ προϋπολογισμοὺς μὲ πλαστὰ καὶ εἰκονικὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, μὲ πλαστὰ ἰσοζύγια, ὡς μέχρι τοῦδε, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἔχωμεν ἐλλείμματα ἐπὶ ἐλλειμμάτων, ἕως οὗ ἀναγκασθῶμεν καὶ πάλιν ἑκόντες ἄκοντες νὰ προβῶμεν εἰς νέον πραξικόπημα τῆς 10ης Δεκεμβρίου, θέτοντες καὶ αὖθις χεῖρα ἐπὶ τῶν προσόδων τῶν προορισθησομένων διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ ἐπὶ τῶν ἐγγυήσεων, ἃς θὰ παρείχομεν διὰ τὴν τακτικὴν καὶ ἐμπρόθεσμον ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεών μας. Αἱ μόναι ἀληθεῖς ἐγγυήσεις, Κύριοι, αἵτινες θὰ ἠδύναντο νὰ ἐπαναπαύσωσι κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ εἶτα τοὺς πιστωτάς μας, αἵτινες θὰ συνετέλουν εἰς πραγματικὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ θὰ ἀπεσόβουν ἐν τῷ μέλλοντι πᾶσαν ἐπανάληψιν τοῦ πραξικοπήματος τῆς 10 Δεκεμβρίου, εἶναι αἱ ἑξῆς. Πρέπει νὰ λάβωμεν ἅπαξ διὰ παντὸς ὁριστικὸν διαζύγιον πρὸς τὸ παρελθόν, ὅπερ περιήγαγεν ἡμᾶς ἐκεῖ, ὅπου εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον. Πρέπει νὰ ἀναδιοργανώσωμεν καὶ τακτοποιήσωμεν τὴν ὅλην λογιστικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν, οὕτως ὥστε νὰ ἦναι αὕτη τὸ πιστὸν κάτοπτρον τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν διαχειρίσεως. Πρέπει νὰ ἀποδείξωμεν ζῶντα καὶ ἐνεργὸν καὶ τὸν διοικητικόν, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὸν δικαστικὸν ἡμῶν ἔλεγχον, ἀναδιοργανοῦντες τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ καθιστῶντες αὐτὸ ἐνήμερον, καθυστεροῦν νῦν κατὰ δεκαετηρίδας ἐν τῷ ἐλέγχῳ αὐτοῦ, καὶ ἀφῖνον οὕτως ἐλεύθερον τὸν σάρακα τῶν καταχρήσεων νὰ καταβιβρώσκῃ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν διαχείρισιν. Πρέπει νὰ συντάξωμεν προϋπολογισμὸν ἀληθῆ καὶ πραγματικόν, μὲ ἀληθῆ καὶ πραγματικὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα. Πρέπει ἰδίᾳ ἐν τοῖς ἐξόδοις αὐτοῦ νὰ ἀναγράφωμεν ἐτησίως ποσόν τι πρὸς βαθμιαῖον περιορισμὸν τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφοφορίᾳ καὶ τοῦ ἄλλου κυμαίνοντος ἡμῶν χρέους· διότι οὕτω πως μόνον καὶ βάσιν ἀσφαλῆ θὰ ἔχωμεν διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ἡμῶν, καὶ ἀπόδειξιν περιφανῆ θὰ παράσχωμεν, ὅτι ἀπεφασίσαμεν πλέον ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀναῤῥώσεως. Πρέπει νὰ ἀναγράφωμεν ποσόν τι ἐτησίως καὶ διὰ τὴν συντήρησιν καὶ ἐξακολούθησιν τῶν μεγάλων δημοσίων ἡμῶν ἔργων, τῶν σιδηροδρόμων Μύλων–Καλαμῶν καὶ Πειραιῶς–Λαρίσσης· διότι, ἐνόσῳ ἀφίνωμεν ἐκτεθειμένα εἰς τὴν φθορὰν καὶ τὴν καταστροφὴν ἔργα τοιαῦτα, ἀντιπροσωπεύοντα περιουσίαν πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων, οὐδεὶς βεβαίως θὰ πιστεύσῃ, ὅτι σκεπτόμεθα σπουδαίως νὰ διασώσωμεν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν ἔτι νὰ διασωθῇ ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν ναυαγίου. Αὐταὶ εἶναι, Κύριοι, αἱ μόναι ἀληθεῖς ἐγγυήσεις, ἃς ἔχομεν νὰ παράσχωμεν καὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς τοὺς ξένους. Ὅταν ταῦτα πάντα πράξωμεν, τότε μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι καὶ τῶν πιστωτῶν τοῦ Κράτους τὰς ἀξιώσεις θὰ καταστήσωμεν ἐπιεικεστέρας, καὶ τὸ ἔργον τοῦ συμβιβασμοῦ θὰ προλειάνωμεν καὶ θὰ ἐξομαλίσωμεν κατὰ τὸ δυνατόν, καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν ἀνόρθωσιν θὰ καταστήσωμεν βεβαίαν καὶ ἀσφαλῆ.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βαλέττας ἔχει τὸν λόγον.
§81ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν δὲν μοὶ ἐνέπνευσε μέγαν ἐνθουσιασμόν, ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ σωθῇ ἡ Ἑλλάς, δὲν μοὶ ἐνέπνευσε καὶ τὸν τρόμον, τὸν ὁποῖον ἐνέπνευσεν εἰς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, οὐχὶ δι’ οὓς λόγους ἐλέχθησαν, ἰδίως παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δι’ οὓς λόγους δὲν ἐλέχθησαν. Ἡ κατάκρισις, ἣν ἐξήνεγκον ὅ τε κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς καὶ ὁ ἐκ Παρνασσίδος, περιωρίσθη εἰς δύο τινά· πρῶτον, ὅτι ψηφιζόμενον τὸ νομοσχέδιον θὰ ζημιώσῃ ἡμᾶς ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι περὶ συμβιβασμοῦ, δεύτερον δέ, ὅτι ἡ δημιουργουμένη ἐν αὐτῷ λογιστικὴ ὑπηρεσία θὰ ἦναι ἀτελής, θὰ ἦναι ἀνεπαρκής, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἀποσπωμένη ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ παραβλάψῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, χωρὶς αὕτη νὰ δημιουργήσῃ κανὲν νέον καλόν. Ὁ κύριος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος, ὅπως κατακρίνῃ θεωρητικῶς τὸ νομοσχέδιον, ἀνέδραμεν εἰς ξένας νομοθεσίας, καὶ εἰς οὐδεμίαν τούτων ἀνεῦρεν ὅμοιον τούτου σύστημα. Τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, ὅπως ἀποδειχθῇ ἡ χρησιμότης ἢ ἡ μὴ χρησιμότης τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὠφέλιμον ἢ μὴ ὠφέλιμον τῆς ἐπιψηφίσεώς του. Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ κριθῇ συμφώνως πρὸς τὰς ἡμετέρας περιστάσεις καὶ τὰς ἀνάγκας, καὶ πρὸς ταύτας νὰ συγκριθῶσιν οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ. Εἶπον, ὅτι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι κυρίως μὲ ἔπεισαν νὰ ἦμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐλέχθησαν. Ἑρμηνεύων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ μόνον τὴν γνώμην μου, ὑπ’ οὐδενὸς δεσμεύομαι λόγου, ὅπως κρίνω αὐτὸ, ὡς νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κριθῇ, καὶ ὡς δὲν ἐνόμισαν ὅτι ὤφειλον νὰ πράξωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες δεσμεύονται ὑπὸ ἐπιφυλάξεων, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς ἡ ἐπίσημος αὐτῶν θέσις. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν, εἶναι οὐχὶ λόγοι βελτιώσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Λογιστηρίου, οὐδὲ λόγοι ἀκόμη συντρέχοντες εἰς τὴν διευκόλυνσιν τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἐὰν ἦμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, εἶμαι διότι εἶναι δυνατὸν, κατά τινα διασκευαζόμενον, νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ἐπιτυχοῦς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ὡς ὄργανον ἐκτελέσεως οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐὰν ἀναλαμβάνῃ, ὡς φαίνεται ὅτι ἀναλαμβάνει, τὴν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις νὰ πραγματοποιήσῃ, δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν ἡμετέρων οἰκονομικῶν. Αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔχουν οὔτε τὴν σαφήνειαν, οὔτε τὴν ἀνάπτυξιν, ἡ ὁποία ἴσως ἀπῃτεῖτο, ἐὰν ἄλλαι γνῶμαι ἐδέσποζον παρὰ τῇ Κυβερνήσει. Δὲν ἔχουν, λέγω, τὴν ἀπαιτουμένην εὐρύτητα, ὅπως καταδείξωσι πλήρη τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προβάλλεται. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀσαφῶν ἐν μέρει καὶ συνεπτυγμένων φράσεων τοῦ νομοσχεδίου, ἔκ τινων φράσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσάγοντος τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἔκ τινων νύξεων, τὰς ὁποίας ἔδωκε κατὰ τὰς συζητήσεις τὰς προηγουμένας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δύναταί τις νὰ συναγάγῃ, ὅτι ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ὁ ἀκόλουθος· νὰ ἀποχωρίσῃ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ ἀναθέσῃ εἰς ἀνεξάρτητον καὶ αὐτόβουλον ὑπηρεσίαν τοὺς φόρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μέλλουσι νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, οὐ μόνον τῶν λεγομένων ἐξωτερικῶν, ἐκείνων δηλαδὴ περὶ ὧν πρόκειται νὰ γείνωσι διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν δανείων ἁπάντων τῶν ἐσωτερικῶν, καὶ διὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν τελευταίων τούτων, ἐκτελουμένης καὶ ὠργανουμένης προσηκόντως, νὰ κατορθωθῇ ὁ βαθμιαῖος περιορισμὸς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ἀπόσβεσις τοῦ κυμαίνοντος χρέους, μέχρις οὗ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον ν’ ἀπαλλαγῶμεν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐὰν ἀληθὴς ἦναι ὁ σκοπὸς οὗτος τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἦμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, ἀρκεῖ αἱ διατάξεις αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν αὐτῷ νὰ ἦναι ἐπαρκεῖς, ὅπως παράσχωσι τὰ μέσα πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ τούτου. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς κατέκρινε τὸ νομοσχέδιον, ἰσχυρισθεὶς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιώσῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Λογιστηρίου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς ἀποσβέσεως τῶν δανείων, καὶ ὅτι τοὐναντίον θὰ ἐπιφέρῃ πλειότερον χάος ἢ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπάρχει σήμερον ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ. Τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει ἐμέ, τοῦτο ἐνδιαφέρει τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἰς τὴν εὐθύνην αὐτῆς ἀνήκει. Ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι πλήρεις ὡς πρὸς τοῦτο, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει λόγον νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς ἐκτελέσεως, διότι τοῦτο εἶναι ζήτημα εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὅπως κάλλιον τὸν γενικὸν σκοπὸν αὐτοῦ ἐκπληρώσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἔπρεπε νὰ διασκευασθῇ οὕτως, ὥστε νὰ καταστῇ οὐ μόνον εὐκολωτέρα ἡ ἐκτέλεσις τοῦ σκοποῦ, ὃν προτίθεται, ἀλλὰ καὶ ἀνάλογον ἠθικὸν ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ ἐπέλθῃ. Ἡ διασκευή, τὴν ὁποίαν φρονῶ ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ, ἀφορᾷ οὐ μόνον πρὸς τὰς κυρίας αὐτοῦ διατάξεις, τουτέστιν εἰς τὰ τῶν ἄρθρων 1 καὶ 2, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν σύστασιν καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Συμβουλίου. Φρονῶ τουτέστιν, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 1, ἐκτὸς τοῦ ὅρου, ὁ ὁποῖος ἀναγράφεται ἐν αὐτῷ, «μέχρις οὗ ὁρισθῶσι νομοθετικῶς... κτλ.», δέον νὰ προστεθῇ δεύτερον ἐδάφιον, ὁρίζον ἀπὸ τοῦδε ὡς ἔσοδα μέλλοντα νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους τοὺς φόρους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις ὅτι δύναται νὰ διαθέσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντέταξε πρὸς συνάδελφον, ζητήσαντα σαφέστερον νὰ ὁρισθῶσι τὰ ἔσοδα ταῦτα, δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη εἶναι ἰσχυρὰ, ὅτι δηλαδὴ πρὸ τοῦ συμβιβασμοῦ δὲν πρέπει νὰ ὁρισθῶσιν ἔσοδα ὡρισμένα, τὰ ὁποῖα νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους μετὰ τὸν συμβιβασμόν. Τὰ ἔσοδα ταῦτα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ὁρίσῃ ἡ Κυβέρνησις, δὲν θὰ ἀνήκουν ὁπωσδήποτε ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ ἐξωτερικοῦ, οἱοσδήποτε καὶ ἂν γείνῃ συμβιβασμὸς, ἀλλὰ καὶ εἰς ὑπηρεσίαν τῶν ἐσωτερικῶν χρεῶν καὶ εἰς ἄλλας τινὰς, ἀλλὰ καθωρισμένας, ἀνάγκας. Ἐννοῶ τουτέστιν, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ διὰ τοῦ προσθετέου ἐδαφίου τούτου, ὅτι ὑπάγονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ὅλοι οἱ ὑπολειπόμενοι φόροι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως προωρισμένων. Ὅσα ὑπολείπονται μετὰ τὰς δαπάνας τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τῶν Ὑπουργείων, ὅλα ταῦτα δέον νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, νὰ ὁρισθῇ δὲ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἀκόμη, ὅτι τὸ μετὰ τὴν καταβολὴν τῶν προσδιορισθησομένων τόκων διὰ τὸ ἐξωτερικὸν ἡμῶν χρέος, ὑπόλοιπον θὰ χρησιμεύσῃ καθ’ ὡρισμένα ποσοστὰ πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν ἐσωτερικῶν χρεῶν ἡμῶν, τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τῶν λοιπῶν. Θέλω δηλαδὴ διὰ τούτου, ἀντιστρόφως πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λοκρίδος συνάδελφον, οὐ μόνον νὰ περιορίσω ὅσον τὸ νομοσχέδιον περιορίζει τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὰ τῆς διαθέσεως τῶν πόρων πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλὰ καὶ νὰ κανονίσω ὡρισμένως ὅλην τὴν μέλλουσαν οἰκονομικὴν τρόπον τινὰ πορείαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ. Ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος ἤδη διατελοῦμεν ἐν πτωχεύσει, καὶ οὐδὲν ἐπράξαμεν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δείξωμεν, ὅτι συναισθανόμεθα τὰ σφάλματα ἐκεῖνα, ὧν ἕνεκα περιήλθομεν εἰς πτώχευσιν, οὐδὲ συναισθανόμεθα πλῆρες τὸ ὄνειδος, τὸ ὁποῖον ὑπέστημεν, εἰς τοιαύτην περιελθόντες κατάστασιν. Ἡ νέα Βουλὴ ἔχει ἀναλάβει, ἐκλεγεῖσα μάλιστα ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις ἐκείνας τῆς καταδίκης τοῦ παρελθόντος, τὸ βαρὺ αὐτὸ ἔργον τοῦ ν’ ἀποδείξῃ καὶ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ εἰς τοὺς ξένους, ὅτι ἔχει συναίσθησιν τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ διατελοῦμεν, καὶ ἔχουσα συναίσθησιν τῆς καταστάσεως ταύτης ἀποφασίζει νὰ λάβῃ τὰ ἡρωϊκώτερα μέτρα, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ αὐτήν. Δὲν νομίζω ὅτι προσβάλλεται ἡ ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια, ἐὰν, ἔχοντες συναίσθησιν ὅτι ἐσφάλλομεν, ὅτι ἠδικήσαμεν ἐκείνους, τῶν ὁποίων τὰ κεφάλαια ἀπωλέσθησαν ἐν τῇ πατρίδι μας, θελήσωμεν νὰ λάβωμεν ὅλα τὰ μέτρα, ὅπως δεσμεύσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἵνα μὴ ἐν τῷ μέλλοντι ὑποπέσωμεν εἰς ὅμοια σφάλματα. Δὲν θὰ πράξωμεν τοῦτο, ταπεινούμενοι ἀπέναντι τῶν δανειστῶν ἡμῶν, τὸ πράττομεν ἑκουσίως, καὶ τὸ πράττομεν, διότι ἔχομεν τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος πρὸς ἐκείνους, παρὰ τῶν ὁποίων ἐδανείσθημεν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ μέγα ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἤδη ἀσχολεῖται, ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα, πρέπει νὰ ἦναι πλῆρες, καὶ πρέπει νὰ ἦναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ δείξῃ εἰς τὸν ἔξω κόσμον, ὅτι συναισθανόμεθα τὸ καθῆκον ἡμῶν πρὸς τοὺς δανειστὰς, συναισθανόμεθα πλῆρες τὸ καθῆκόν μας πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς, καὶ ὅτι οἱ περιορισμοὶ, τοὺς ὁποίους θέτομεν, εἶναι ἀπόδειξις τῆς μεταμελείας ἡμῶν. Ἐκτὸς τῆς οὐσιώδους ταύτης μεταβολῆς, τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, νομίζω ὅτι καὶ κατὰ τὸ μηχανικὸν αὐτοῦ μέρος πρέπει νὰ διασκευασθῇ οὕτως, ὥστε οἰκονομικώτερον νὰ κατορθώσῃ νὰ λειτουργῇ καὶ σκοπιμώτερον. Καὶ ἐν πρώτοις ἐντελῶς συμμερίζομαι τὰ ὑπὸ τῶν δύο συναδέλφων λεχθέντα, τοῦ τε ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος συναδέλφου καὶ τοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ὅτι ἡ θέσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ Συμβουλίῳ τούτῳ δὲν ἔχει λόγον. Φρονῶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τοῦ Συμβουλίου τούτου, τὴν ἐποπτείαν πλήρη καὶ ἀκεραίαν, ἐνῷ συνάμα τὸ Συμβούλιον θὰ ἦναι ἀνεξάρτητον καὶ αὐτόβουλον· ἡ ἐποπτεία αὕτη ἀρκεῖ ὡς σύνδεσμος μεταξὺ τοῦ ἱδρύματος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ συνάμα σύνδεσμος πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, πρὸς τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ δίδωνται αἱ εὐθῦναι. Ἐκτὸς τοῦ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον εἶπε μὲν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τραγικώτερον ἐξῆρεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος, πλὴν τοῦ ἀτόπου ὅτι δυνατὸν ἐν διαφωνίᾳ νὰ προκύψωσι κρίσεις ὑπουργικαὶ, νομίζω ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ καλλιτέρα συναρμολόγησις τῶν τοῦ νομοσχεδίου ἀπαιτεῖ τὴν ἀπουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τοῦ Συμβουλίου τούτου. Ἀντὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ ἦναι ἢ ὁ Γεν. Γραμματεὺς, ἢ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ἢ ἄλλος τις ἀνώτερος οἰκονομικὸς ὑπάλληλος. Ὁ Ὑπουργὸς ὅμως, νομίζω ὅτι θὰ παρίσταται ἐκεῖ ἔχων διφυῆ τινα χαρακτῆρα, ἀσυμβίβαστον πρὸς ἀμφότερα τὰ καθήκοντα τοῦ ἐλέγχοντος καὶ τοῦ ἐποπτεύοντος. Πλὴν τῆς μεταβολῆς ταύτης, τὴν ὁποίαν κρίνω ἀναγκαίαν, νομίζω ἀπαραίτητον, ἵνα τὸ Συμβούλιον τοῦ δημοσίου χρέους συντάσσῃ προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἰσάγηται ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς συναφὴς, οὕτως εἰπεῖν, μὲ τὸν κοινὸν προϋπολογισμόν. Τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ προτιμότερον, παρὰ νὰ ἀφεθῇ ἡ σύνταξις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους εἰς τὸ Λογιστήριον ἢ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἦναι οὐδὲ τοσοῦτον ἐνήμερον, οὐδὲ τοσοῦτον ἐν γνώσει τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ δημοσίου χρέους γινομένων καὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς. Τοῦτο θὰ εὐκολύνῃ καὶ τὸν ἔλεγχον, θὰ δώσῃ δὲ εἰς τὴν ὅλην ἐργασίαν τοῦ Συμβουλίου συμφωνότερον χαρακτῆρα πρὸς τοὺς θεσμοὺς καὶ τὴν λοιπὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν. Πλὴν τούτου, θεωρῶ προτιμότερον, ὅπως ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους αὐτὴ εἰσπράττῃ, καὶ οὐχὶ ὅπως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφεται. Ἐννοῶ εἴσπραξιν οὐχὶ τὴν ἄμεσον, ἀλλὰ τὴν ἐκ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ ταμεῖον αὐτὸ εἴσοδον τῶν χρημάτων. Νομίζω δηλαδὴ, ὅτι τὸ ἵδρυμα τοῦτο ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἴδιον ταμεῖον, καὶ αὐτὸ νὰ ἐκτελῇ ὅλας τὰς τραπεζιτικὰς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι χρήσιμοι πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Τοῦτο βεβαίως θὰ καταστήσῃ πολυδαπανώτερον τὸν ὀργανισμὸν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ἀλλ’ ἡ ἐπὶ πλέον δαπάνη, ἡ ὁποία θὰ χρειασθῇ, θὰ καλυφθῇ ἀπὸ τὴν οἰκονομίαν τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν θὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δίδωμεν εἰς τὰς Τραπέζας, χάριν προμηθειῶν, προβλέψεων κτλ. Τὸ ταμεῖον τοῦ δημοσίου χρέους δέον νὰ συγκεντροῖ ὅλας τὰς εἰσπράξεις, τὰς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ὡρισμένας, καὶ αὐτὸ νὰ τὰς κατανέμῃ κατὰ τὰς ἀνάγκας καὶ τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον θὰ ὁρίζῃ καὶ ἡ σύμβασις τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ αἱ συμβάσεις τῶν λοιπῶν δανείων. Ὁ ὀργανισμὸς βεβαίως τοιαύτης ὑπηρεσίας, τὸ πρῶτον ἐν Ἑλλάδι ἱδρυομένης, καὶ μετὰ τὰς ἀπαιτήσεις τὰς ὁποίας σήμερον ἔχομεν, μεθ’ ὅσα ἐγένοντο καὶ μεθ’ ὅσα εἴδομεν γινόμενα ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὀργανισμός, λέγω, τοιαύτης ὑπηρεσίας βεβαίως δὲν εἶναι εὐχερής, καὶ θὰ προσκόψῃ εἰς ἀπείρους δυσχερείας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ταύτας δυνάμεθα νὰ παρακάμψωμεν, μόνον ἐὰν εἰς τὴν ἐκλογὴν ἰδίως τοῦ προσωπικοῦ κατορθώσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν. Τὸ μισθολόγιον τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐὰν γείνῃ δεκτὸν, μὲ ἀπελπίζει περὶ τούτου, διότι ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ὑπηρεσίᾳ ἴσως ποῦ καί που νὰ εὑρίσκηταί τις, ἱκανὸς νὰ καταλάβῃ καὶ δευτερεύουσαν θέσιν ἐν αὐτῇ· ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων πρόσωπα ἱκανὰ, ἵνα καταλάβωσι τοιαύτας θέσεις, δὲν θὰ εὑρεθῶσιν, ἐὰν δὲν πληρωθῶσι πολὺ ἀκριβώτερον. Ἀπόδειξις εἶναι οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν διαφόρων Τραπεζῶν, ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς μισθοὺς, τοὺς ὁποίους ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον. Θὰ ἐπεθύμουν, εἶπον, νὰ ὑφίστατο τὸ νομοσχέδιον τοιαύτην τινὰ μετασκευήν, διότι φρονῶ, ὅτι δύναται νὰ συντελέσῃ πολὺ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον φαίνεται διὰ τούτου προτιθεμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιδιώξῃ. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Βουλή, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, ζητήματος ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν μέλλον καὶ ἡ ὑπόληψις ἡμῶν καὶ φιλοτιμία, καὶ ὡς Ἔθνους καὶ ὡς Κράτους, καθῆκον ἔχει νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ ψηφίσῃ περὶ αὐτοῦ ἀνεξαρτήτως πάσης κομματικῆς ἐπιδράσεως καὶ παντὸς κομματικοῦ ἐπηρεασμοῦ. Ὑπὸ τοιούτου αἰσθήματος ἐλαυνόμενος, καίτοι τεταγμένος ἐν τῇ πλευρᾷ ταύτῃ, δὲν ἐδίστασα νὰ εἴπω τὰ ὀλίγα ταῦτα καὶ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζέγγελης ἔχει τὸν λόγον.
§83ΜΑΝΕΣΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν, καὶ νὰ καθιερώσωμεν μάλιστα τοῦτο, διότι καθ’ ἑκάστην συμβαίνει τὸ ἄτοπον τῆς παρατάσεως τῆς συνεδριάσεως. Δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τῆς 5ης ὥρας μέχρι τῆς 12ης νὰ καθήμεθα ἐνταῦθα, συνεχῶς ἀκροώμενοι.
§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ Κύριοι ἐπαναλαμβάνουσι πάντοτε τὴν αὐτὴν πρότασιν. Ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω νὰ δοκιμάσωμεν τὴν διακοπὴν ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν, ἀλλ’ εἰς τὰς δέκα παρὰ τέταρτον πρέπει νὰ ἤμεθα ἐδῶ.
§85ΜΑΝΕΣΗΣ. Εἰς τὰς 10.
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε πόσην ὥραν θὰ ἔχωμεν ἵνα ἐργασθῶμεν;
§87Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ διακοπὴ θὰ ἦναι ἁπλῆ δοκιμή· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἀκριβῶς ἐπὶ ὡρισμένην ὥραν νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις. Ἐὰν διακόψητε εἰς τὰς 9, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἀπαρτία καὶ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συνεδρίασις πρὸ τῶν 11, καὶ τότε δὲν θὰ τελειώσωμεν οὐδὲ εἰς τὴν 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον.
§88ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ νέα συνεδρίασις, ἵνα ἀναγνωσθῇ ἐκ νέου ὁ κατάλογος. Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις κατὰ τὴν ὁρισθησομένην ὥραν, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος ἀντιληφθῇ ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία· ἔστε δὲ βέβαιοι, ὅτι οὐδεὶς θὰ ἐγείρῃ ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§89ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἔκαμα τὴν πρότασιν ταύτην, σᾶς βεβαιῶ ὅτι ὑπάρχει μεγαλειτέρα προθυμία ἐκ μέρους ἡμῶν, ὅπως ἐργασθῶμεν· οὐδὲ ἔνστασις θὰ ὑποβληθῇ, οὐδὲ κατάλογος θὰ ἀναγνωσθῇ.
§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου δὲν πρέπει νὰ προβάλληται ὡς φόβητρον, διότι ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου εἶναι ἐπικειμένη εἰς πᾶσαν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἓν τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς ἤθελεν ἐκδηλώσει τὴν γνώμην περὶ ἐλλείψεως ἀπαρτίας.
§91ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι εἰς καλλιτέραν θέσιν θὰ ἦναι ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν μετὰ ἡμίσειαν ὥραν, παρὰ τώρα.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος εἶναι ἐγγεγραμμένος, ὅπως ὁμιλήσῃ, πλὴν τοῦ κ. Ζέγγελη.
§93ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχει καὶ λεπτομερείας τὸ νομοσχέδιον.
§94ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανὸν νὰ μὴ ἦναι ἄλλος τις ἐγγεγραμμένος· ἀλλ’ ἐὰν ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δοθῇ ἀφορμή, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὁμιλήσωσι καὶ ἄλλοι.
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄς ἐξακολουθήσωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§96ΗΛΙΑΣ ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Προκειμένου, Κύριοι, μετ’ ὀλίγον νὰ ζητηθῇ ἡ τελευταία ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ δικαιολογήσω τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ ψῆφόν μου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, ὡς ἀνήκων εἰς τὸ τμῆμα τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ἣν ἐστάλη τὸ νομοσχέδιον πρὸς ἐξέτασιν, ἐπεφυλάχθην νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Διπλοῦς, Κύριοι, εἶναι ὁ χαρακτηρισμὸς, ὁ δοθεὶς εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ὁ μὲν εἶναι ἐξ ὑποκειμένου, τὸν ὁποῖον ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκεν εἰς αὐτὸ, εἰπὼν, ὅτι προτίθεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ κανονίσῃ ἐπὶ τὸ εὐρυθμότερον τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, τὸ ἀποβλέπον εἰς τὰ τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, ὁ δὲ ἕτερος, ὁ ἐξ ἀντικειμένου οὕτως εἰπεῖν χαρακτηρισμὸς αὐτοῦ, εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον διαβλέπει τις, ἀναγινώσκων τὸ νομοσχέδιον, ὅτι δηλ. τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, γινόμενον διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κυρώσεως τοῦ Βασιλέως νόμος τοῦ Κράτους, θέλει χρησιμεύσει ὡς ἀφετηρία πρὸς συνεννόησιν πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, καὶ ὡς ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλει ἐποικοδομηθῇ ὁ συμβιβασμός. Τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέδειξεν ἔν τε τῷ εἰσηγητηρίῳ αὐτοῦ λόγῳ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, εἰπὼν ὅτι ἔχει συγγένειαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρὸς τὸν συμβιβασμὸν, καὶ ἐν τῇ εὐρείᾳ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου, οἱονεὶ καθορίζων τὸν δεσμὸν τῆς συγγενείας τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὸν συμβιβασμόν. Ἀπὸ τῆς ἀντικειμενικῆς ταύτης ἀπόψεως ἐξετάζων τις τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὀφείλει, κατὰ τὴν κρίσιν μου, νὰ ἦναι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἕκαστον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἀνεξαρτήτως τῆς πολιτικῆς ἀποχρώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει, ὀφείλει ἀμέριστον νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας πᾶσαν τὴν συνδρομήν του, ὅπως αὕτη προβῇ εἰς ὁριστικὸν διακανονισμὸν τῶν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, ὀφείλει, νομίζω, ἐφ’ ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπ’ αὐτοῦ, νὰ προλειάνῃ τὴν ὁδὸν, ἥτις ἄγει πρὸς συνεννόησιν μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Ἔχει καθῆκον ἕκαστον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἀνεξαρτήτως τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ φρονήματος, νὰ βοηθήσῃ, τὸ ἐπ’ αὐτῷ, τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ ζωτικωτάτου τούτου ζητήματος τοῦ συμβιβασμοῦ, ζητήματος ζωτικοῦ τόσον διὰ τὴν Πολιτείαν ἡμῶν, ὅσον καὶ διὰ τὴν χώραν ἡμῶν. Ἔχουσα δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐλεύθερον τὸ στάδιον νὰ προέλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν δανειστῶν, ἃς ἐλπίσωμεν, ὅτι τὸ λεπτεπίλεπτον τοῦτο καὶ τόσον σοβαρὸν ζήτημα θέλει ἐπιλύσει ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ἄν δὲ ἡ Κυβέρνησις τότε, μεθ’ ὅλα ταῦτα, φέρῃ ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς σύμβασιν συμβιβασμοῦ, ἡ ὁποία εἴτε θίγει τὰ κυριαρχικὰ τοῦ Κράτους δικαιώματα, εἴτε ἄλλως πως προσβάλλει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους, ἢ ἐν γένει εἶναι ἀσύμφορος πρὸς τὰ τοῦ Κράτους συμφέροντα, τότε, ἀλλὰ τότε μόνον, νομίζω ὅτι ἕκαστος ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους ὀφείλει νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, εὐχαρίστως ὁμολογῶ, ὅτι ἐν τῇ κατασκευῇ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδὲν εἶδον τὸ δυνάμενον νὰ δώσῃ ὑπόνοιαν πρὸς τοιαύτην ἔκβασιν τῶν τοῦ συμβιβασμοῦ· διότι ὁμολογῶ, ὅτι οὔτε ξενικὸν ἔλεγχον διαβλέπω ἐν αὐτῷ, οὔτε κἂν βλέπω παραχώρησιν ἄλλην, παρὰ λελογισμένην ἐγγύησιν πρὸς τοὺς δανειστὰς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τυχὸν πραγματωθησομένου συμβιβασμοῦ· ἐκ τοιαύτης δ’ ἀπόψεως ὀφείλω νὰ ταχθῶ κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας, καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερον παρατηρήσεις τινὰς, καὶ ἐπεφυλάχθην κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ φέρω ὁμοίας ἐν τῇ Βουλῇ. Εὐτυχῶς συνάδελφοι πολλῷ κρείσσονες ἐμοῦ, καὶ ἀπὸ ἀπόψεως μορφώσεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πείρας, ἔφερον πολλὰς παρατηρήσεις διὰ τὴν μηχανικὴν κατασκευὴν τοῦ νομοσχεδίου, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἐγένοντο ἀποδεκταὶ ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ εἰσηγητοῦ δηλ. τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τὰ ὀλίγα ταῦτα, Κύριοι, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, πρὸς δικαιολογίαν τῆς ψήφου μου ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἄλλος τις νὰ ἀγορεύσῃ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§98ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτής, ἐπικρίνων τὰς γνώμας μου. Οὐδείς, πιστεύω, ἐν τῇ Βουλῇ παραδέχεται, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συζητοῦμεν, εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸν συμβιβασμὸν, οὔτε αὐτὸς ὁ ἔντιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος. Τοσοῦτον τὸ πρᾶγμα εἶναι πασίδηλον. Ἀλλ’ ἄν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐβεβαίωσεν, ὅτι οὐδόλως σχετίζεται πρὸς τὸν συμβιβασμὸν, τοῦτο βεβαίως ἔπραξεν ἐξ ἀνάγκης, διότι οὔτε ὡς μονομερῶς κανονίζων τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως τῶν προσόδων, αἵτινες θέλουσι δοθῆ πρὸς ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν ἡμετέρων δανειστῶν, ἤθελε νὰ παρασταθῇ, οὔτε, ἄν τυχὸν δὲν ἤθελε γείνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῶν ὁμολογιούχων ἡ νέα διοίκησις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἡ δημιουργουμένη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ἤθελε διὰ τοῦτο νὰ παύσῃ αὕτη ὑπάρχουσα καὶ ἐνεργοῦσα. Μεθ’ ὅλα ὅμως ταῦτα, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον συνδέεται μετὰ τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἄλλως, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ δὲν συνδέεται μετ’ αὐτοῦ, διωργάνωσεν ὡς διωργάνωσε τὴν νέαν ταύτην ὑπηρεσίαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ τὸ ὑπέβαλεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς; Βεβαίως εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἀποδοχὴν αὐτοῦ ἐκ μέρους τῶν δανειστῶν κυρίως καὶ πρὸ πάντων. Ἐὰν συμβῇ οἱ δανεισταὶ ν’ ἀποδεχθῶσι τὴν νέαν διοίκησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ὑπὲρ τῶν ἰδικῶν των δανείων, τὸ νομοσχέδιον ἐντελῶς ἐπέτυχεν. Ἐὰν ὅμως δὲν γείνῃ δεκτὸν παρὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, τότε ἢ θὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τὰ ἄλλα δάνεια μόνον, εἰς ἃ δὲν ἀφορᾷ ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου, ἢ θέλει ὑπαγάγει καὶ τὸν νέον κανονισμὸν, τὸν ὁποῖον μετὰ τῶν δανειστῶν θὰ συμφωνήσῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν ὑπεγγύων εἰς αὐτοὺς προσόδων, ἢ θέλει, λέγω, ὑπαγάγει καὶ αὐτὸν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, εἰς τὴν διοίκησιν τὴν δημιουργουμένην ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Προδήλως αὕτη, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτὴν ἀμέσως αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι, αἵτινες θέλουσι δοθῆ τοῖς ὁμολογιούχοις εἰς ἀσφάλειαν, θὰ δύναται ἐπ’ αὐτῶν νὰ ἀσκῇ καὶ θὰ ἀσκῇ ὡς δημοσία ἐξουσία καὶ ἔλεγχον καὶ ἐπίβλεψιν, ἑπομένως θὰ λειτουργῇ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς προσόδους καὶ τὴν διοίκησιν αὐτῶν, τὰς ὁποίας ὁ συμβιβασμὸς ἤθελεν ὁρίσει. Κατὰ συνέπειαν δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ χρησιμεύσῃ ψηφιζόμενον τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν ἤθελε θεωρηθῆ ὑπὸ τῶν πιστωτῶν ἡμῶν ὡς ἀσφαλίζουσα αὐτοὺς ἡ νέα διοίκησις τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων δανείων καὶ δὲν ἤθελε γείνῃ δεκτή. Συμφέρον ἔχομεν νὰ ὑπαγάγωμεν καὶ τὰ ὑπὸ διαπραγμάτευσιν δάνεια εἰς τὸν νέον νόμον, καὶ τοῦτο θὰ ἐπιδιώξῃ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ. Συμφέρον ἔχομεν καὶ διὰ αὐτὰ τὰ δάνεια νὰ ὑφίσταται δημοσία ὑπηρεσία, διαχειριζομένη τὰς ὑπεγγύους προσόδους ἀντὶ πάσης ἄλλης. Ἀλλ’ ἂν τυχὸν αἱ διαπραγματεύσεις καταλήξωσιν εἰς ἄλλον διακανονισμὸν, διάφορον ἐκείνου, ὃν ὑποθέτει τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀπώλεσε πᾶσαν χρησιμότητα. Οὐ μόνον ὑπάρχουν ἄλλα δάνεια, ἅτινα θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτό, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ δάνεια, περὶ ὧν πραγματεύεται ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου, θέλουν ὑπόκεισθαι εἰς τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς διοικήσεως, ἣν καθιεροῖ ὁ νέος νόμος. Οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν καὶ οἱανδήποτε διοίκησιν αὐτῆς καὶ ἂν καθιερώσῃ διὰ τὰ εἰς χρυσὸν δάνεια ὁ ἐπιδιωκόμενος συμβιβασμὸς, αὗται ἀναγκαίως θὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Κράτους, τὸ δὲ Κράτος βεβαίως ταύτην θὰ διεξάγῃ διὰ τῆς ὑπηρεσίας, ἣν ὀργανίζει τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συζητοῦμεν. Καὶ ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν ὑποθέσει ὁ νέος ὀργανισμὸς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους δὲν θὰ ἀποβῇ ἄχρηστος. Ἄλλο ζήτημα εἶναι, ἂν ἐπιτυχῶς ὀργανίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ὑπηρεσία αὕτη. Ἐξ αὐτῆς τῆς ἰδέας ὁρμώμενος, λέγω, ὅτι ἠδύνατο τὸ νομοσχέδιον νὰ διατυπωθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, νὰ συμπληρωθῇ διὰ τοιούτων διατάξεων, ὥστε προβαλλόμενον μετὰ τὴν ψήφισίν του κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις εἰς τοὺς ὁμολογιούχους, νὰ γένηται πιθανῶς ἀποδεκτὸν, διότι θὰ ἐνέπνεε περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην, παρ’ ὅσην ἴσως θὰ ἐμπνέῃ σήμερον, καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ προτιμηθῇ παντὸς ἄλλου κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἴτε ἐπροτάθη εἴτε δύναται νὰ προταθῇ. Ἀνέφερον τὰ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἡμῶν ἐν σχέσει πρὸς τὰ τοῦ γαλλικοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἐξ οὗ ἐλήφθη ὁ ἡμέτερος, ὅστις τὰς περὶ δημοσίου χρέους διατάξεις ἐκείνου ἐντελῶς παρέλειψεν, ἀλλὰ δὲν ἐνόησα, ὅτι μόνον δι’ αὐτῶν τῶν διατάξεων, προστιθεμένων εἰς τὸ νομοσχέδιον, εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαγάγωμεν ὅλας τὰς ἐγγυήσεις καὶ ὅλας τὰς ἀσφαλείας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσι τὴν ἀποδοχὴν αὐτοῦ ἐκ μέρους τῶν ὁμολογιούχων, ὡς καὶ ὑπὸ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἐῤῥήθη, ὡς ἐν ταῖς διαφόροις περὶ δανείων συμβάσεσιν, αἵτινες μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν συνωμολογήθησαν ἀκριβῶς περὶ τῶν δανείων τὰ ὁποῖα ἀφορᾷ ὁ συμβιβασμὸς, ὑπάρχουσι πολλαὶ διατάξεις, κανονίζουσαι καὶ ἐνισχύουσαι τὰς ἀσφαλείας καὶ τὰς ἐγγυήσεις, αἵτινες παρέχονται διὰ τῶν συμβάσεων εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Αἱ διατάξεις αὗται ἐλλείπουσιν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ περιλαμβανόμεναι εἰς αὐτὸ θὰ καθίστων τὴν νέαν διοίκησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἵδρυμα μείζονος ἐμπιστοσύνης ἄξιον ἐκ μέρους τῶν δανειστῶν μας. Τοιούτων διατάξεων τὴν ἀνάγκην ἀπέδειξεν ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου. Ὁ νόμος οὗτος ἀφήρεσεν ἀπὸ τοὺς δανειστὰς προσόδους ἀνηκούσας πλέον εἰς αὐτούς, διότι εἶχον εἰσπραχθῆ ἤδη καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐφηρμόζετο. Τοιοῦτον μέτρον ἦτο αὐθαίρετον, καὶ ἐνεποίησε τὴν χειρίστην ἐντύπωσιν ἐν Εὐρώπῃ, καὶ δικαίως. Ἡ πρᾶξις αὕτη ἔφερεν εἰς τὸ μέσον τὸ ζήτημα ἀπὸ τίνος ἡμέρας αἱ ὑπέγγυοι εἰσπράξεις ἀνήκουσιν εἰς τοὺς δανειστάς· ἐὰν ἀνήκωσιν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσπράξεως, ἐννοεῖται ὅτι τὸ Κράτος οὐδεμίαν ἔκτοτε ἐξουσίαν ἔχει ἐπ’ αὐτῶν, ἑπομένως κακῶς ἐγένετο ὅ,τι ἐγένετο διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου, ν’ ἀφαιρεθῶσι δηλονότι ἀπὸ τῶν δανειστῶν πρόσοδοι, αἵτινες ἦσαν ὑπέγγυοι καὶ εἶχον ἤδη εἰσπραχθῆ. Ἄνευ τοιούτου δικαιώματος τῶν δανειστῶν δὲν ἐννοεῖται τί ἐγγύησις εἶναι ἡ ὑπέγγυος πρόσοδος. Τοιαῦται διατάξεις βεβαίως ἐννοοῦνται ἀφ’ ἑαυτῶν, οὐδ’ εἶναί τι νέον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μετὰ τῶν ἄλλων διατάξεων, αἵτινες κανονίζουσι τὰ τῶν ὑπεγγύων ἐσόδων. Τοῦτο ἐπιβάλλουσι τοῦ παρελθόντος τὰ σφάλματα καὶ ἡ αὐθαιρεσία τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893. Καίτοι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἄλλως ἀναγκαία ἡ ἀναγραφὴ αὐτῶν, ἕνεκα ὅμως τῶν ἰδικιτέρων ἡμῶν περιστάσεων πρέπει νὰ γείνῃ. Φρονῶ ὅτι εἰσαγόμεναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἀποτελοῦσαι μέρος τοῦ νόμου, θὰ ἐμπνέουν μείζονα ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς τοιαύτας διατάξεις εὑρίσκουν συμφέρον, καὶ ὅταν ἦναι περιτταὶ ἀκόμη. Τὸ νομοσχέδιον ὑποθέτει, ὅτι ἀπὸ κοινοῦ θὰ ὁρισθῶσι μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῶν ὁμολογιούχων αἱ πρόσοδοι κατὰ τὸν συμβιβασμόν, ὡς καὶ τὰ τῆς εἰσπράξεως καὶ διοικήσεως αὐτῶν. Ἀλλ’ ἄν τὸ νομοσχέδιον ἀναγράψῃ ἀπὸ τοῦδε λεπτομερῶς ὅλας ἐκείνας τὰς διατάξεις, αἵτινες ἀσφαλίζουσι περὶ τῆς τακτικῆς καὶ ἀμετατρέπτου εἰσπράξεως καὶ εἰσαγωγῆς τῶν προσόδων αὐτῶν εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ νόμου, ἄν ἀναγράψῃ ποινὰς καὶ εὐθύνας διὰ πᾶσαν παράβασιν, ἄν περιορίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κηρῦττον ὅτι αἱ πρόσοδοι ἀπὸ τῆς εἰσπράξεώς των εἶναι ἀναφαίρετος ἰδιοκτησία τῶν δανειστῶν, καὶ οὐδεμία διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ δύναται νὰ μετατρέψῃ αὐτὰς τοῦ προορισμοῦ των, νομίζω ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ εὐκολώτερον τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιδιώκει, καὶ ὅστις, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἡ ἐπίτευξις δημοσίας διοικήσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων τῶν ὑπὸ διαπραγμάτευσιν δανείων ἡμῶν. Ὅσα περὶ τούτων τῶν ἐγγυήσεων διαλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀνεπαρκῆ, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἀτοπημάτων, ὅσα ἔλαβον χώραν διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου. Τοσοῦτο δὲ μᾶλλον ἔχει ἀνάγκην ὁ νέος νόμος καὶ ἡ νέα διοίκησις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τοιούτων διατάξεων, ὅσον αὕτη παραδίδεται εἰς χεῖρας Συμβουλίου, οὗτινος προΐσταται αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸς θὰ θεωρῆται ὁ προϊστάμενος, ὁ κυρίως διοικητὴς τῆς νέας αὐτῆς ὑπηρεσίας, μολονότι ἀπεσπάσθη ἀπὸ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὅλη αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία. Τοιαύτη ἁπλῆ μεταστροφὴ προσώπων καὶ δικαιοδοσιῶν δὲν ἀρκεῖ. Πρέπει νὰ εἰσαχθῶσι καὶ οὐσιαστικώτεραι διατάξεις. Ἀφοῦ δὲν θέλομεν ἀνάμιξιν τῶν δανειστῶν μας εἰς τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, οὐδ’ ἔλεγχον αὐτῶν, πρέπει νὰ ἀσφαλίσωμεν αὐτοὺς μὲ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέραν ἀνάμιξιν τοῦ Κράτους καὶ τῶν Ἀρχῶν εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῶν ἐγγυήσεων, ἃς παρέχομεν αὐτοῖς. Δὲν πρέπει νὰ θέλωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν καλὴν ἡμῶν θέλησιν καὶ τὴν καλὴν πίστιν εἰς τοὺς ἄλλους τὴν ἐπαύριον τῆς πτωχεύσεώς μας, διότι αὕτη δὲν ἀρκεῖ. Τὰ χρεώγραφά μας ἔχουν ἀνάγκην ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας ἀνεξαρτησίας ἀπὸ τὴν δημοσίαν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν μας, ὅπως ἀναλάβωσι καλλιτέρας τιμάς. Δὲν ἀρκεῖ τὸ νὰ δίδῃ τις ὑπεγγύους προσόδους εἰς τοὺς δανειστάς του. Τὸ νὰ δώσωμεν αὐτοῖς προσόδους, ἀποσπῶντες αὐτὰς ἐκ τῶν δημοσίων προσόδων, πρὸς ἀσφάλειαν τῶν δανείων, ὅπως ἄλλα Κράτη, ἰδίως ἐν τῇ Ἀνατολῇ, τοῦτο δὲν εἶναι δύσκολον, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀρκετόν. Τὸ δύσκολον εἶναι, ὑπὸ τίνων καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους θὰ γίνηται ἡ διαχείρισις τῶν προσόδων αὐτῶν. Ὑπὸ ἔποψιν ἀνεξαρτησίας καὶ ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους, δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, ὅτι τὴν διαχείρισιν αὐτῶν πρέπει νὰ ἔχῃ μᾶλλον δημοσία ἀρχὴ, παρὰ ἰδιωτικὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχουν ἢ δὲν ἔχουν ἀντιπροσώπους οἱ ὁμολογιοῦχοι. Ἰδοὺ τὸ πλεονέκτημα, τὸ ἀναμφισβήτητον πλεονέκτημα τοῦ Κράτους ἐν τῷ κανονισμῷ, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον δίδει. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ πρὸς ἐπιτυχίαν νὰ ἐπιζητῶμεν τὰ πλεονεκτήματα τοῦ Κράτους μόνον. Πρέπει νὰ προσέχωμεν καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἡμετέρων δανειστῶν, οἵτινες, προκειμένου περὶ τῶν οἰκονομικῶν Κράτους πτωχεύσαντος, ἔχουσιν ἀνάγκην ἀσφαλειῶν ἄλλων, παρὰ τὰ πρόσωπα καὶ τὰς διαβεβαιώσεις αὐτῶν. Τοῦτο κυρίως ἔπρεπε νὰ προσφέρῃ καὶ ἀσφαλίζῃ τὸ νομοσχέδιον. Τὸ ἄλλο δὲ ζήτημα, τὸ τῆς καλλιτέρας λογιστικῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν τοῦ δημοσίου χρέους, εἶναι δευτερεῦον. Καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἔτι μᾶλλον τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀνεπαρκές. Διὰ τοῦτο μᾶλλον εὐχαριστήθησαν οἱ ἐχθροὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, διότι, δεχθέντες ὅτι τοιοῦτον σκοπὸν κυρίως ἔχει, ἠδυνήθησαν εὐκόλως πολλὰς ἐπ’ αὐτοῦ νὰ φέρωσιν ἐπικρίσεις· ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ τοῦτο εἶναι ὁ δευτερεύων σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ πρωτεύων εἶναι νὰ παραδοθῇ ἡ διοίκησις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, δηλαδὴ καὶ τῶν προσόδων, ἃς θὰ χορηγήσωμεν, συμβιβαζόμενοι μὲ τοὺς ἡμετέρους δανειστὰς, εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Κατὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου τὴν ὁποίαν ἀποδέχομαι, ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει ὅλας τὰς διατάξεις, ὅλας τὰς ἐγγυήσεις καὶ ἀσφαλείας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ νὰ πείσωσι τοὺς ὁμολογιούχους, ὅπως ἐμπιστευθῶσι τὴν νέαν αὐτὴν διοίκησιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων των καὶ παραιτήσωσι τὰς γνωστὰς ἢ ἄλλας ὡς πρὸς τοῦτο ἀξιώσεις αὐτῶν. Ὡς πρὸς τοῦτο νομίζω ὅτι ἔχει πολλὰ τὰ κενὰ τὸ νομοσχέδιον, καὶ νομίζω ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν διεύθυνσιν, ὅπως καὶ κατὰ τὴν πρώτην μου ὁμιλίαν εἶπον, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ στρέψῃ περισσότερον τὴν προσοχὴν αὐτῆς. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἶπον, διότι τὸ νομοσχέδιον, κανονίζει τὰ τῆς διοικήσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν εἰς χρυσὸν δανείων, περὶ ὧν ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὕτη θὰ κανονισθῇ μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῶν δανειστῶν. Ἐπ’ αὐτῶν ἑπομένως δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νέος νόμος ἢ ἂν ἀποδεχθῶσιν ὅ,τι διατάσσει ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν ὑπεγγύων προσόδων τῶν δανείων αὐτῶν. Τοῦτο ῥητῶς καὶ σαφῶς ἐπαναλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, καὶ κατὰ τοῦτο οὐδόλως παραβιάζει τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου καὶ τὰς περὶ δανείων συμβάσεις, αἵτινες ἀπαιτοῦσι διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν δανειστῶν, καὶ ἀποκλείουσι μονομερῆ κανονισμὸν εἴτε τῶν ὑπεγγύων προσόδων, εἴτε τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν εἰσήχθησαν ὅλαι αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ διευκολύνωσι τὴν ἀποδοχὴν τῶν διατάξεών του. Πιθανὸν νὰ ἐπιτύχῃ, πιθανὸν καὶ νὰ ἀποτύχῃ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀποτύχῃ, δύναται νὰ μείνῃ ἡ διοίκησις ὡς θὰ ὁρισθῇ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, διότι καὶ τὰ δάνεια τὰ μὴ ὑπαγόμενα εἰς τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν νόμον τοῦτον, καὶ τὰ δάνεια τοῦ νόμου τούτου θὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς νέας διοικήσεως.
§99ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸν λόγον, δι’ ὃν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον σκοπὸν διάφορον ἐκείνου, ὃν ἔχει καὶ ὃν τῷ ἀπέδωκεν ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ, σκοπὸν ὃν ἄλλως ἀποκρούει αὐτὴ ἡ οἰκονομία αὐτοῦ. Ἐὰν ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου κατεκρίθη τοσοῦτον, ἐὰν ἐξήγειρε κατὰ τῆς Πολιτείας ἡμῶν, κατὰ τῆς χώρας ἡμῶν, τοιαύτην θύελλαν ὕβρεων καὶ κατακρίσεων, τοῦτο ὀφείλεται οὐχὶ τόσον εἰς τὴν περικοπὴν τοῦ τοκομεριδίου ἢ τὴν ἀναστολὴν τοῦ χρεωλυσίου, ὅσον εἰς τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐγγυήσεων. Καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ μέτρου ἐκείνου κατέγεινε διὰ παντὸς τρόπου νὰ κολάσῃ τὸν ἀποδοθέντα εἰς αὐτὸ σκοπὸν, καὶ διὰ δηλώσεων ἐντεῦθεν καὶ διὰ δηλώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν προσεπάθησε νὰ μειώσῃ τὰ ἄτοπα τοῦ μέτρου, ἀποδώσας εἰς αὐτὸ τὸν χαρακτῆρα μέτρου προσωρινοῦ. Ἐβεβαίου τῳόντι, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις παρέμενον ἀκέραιαι, ἀλλ’ ἀδρανοῦσαι, θὰ ἔμενον δὲ ἀδρανεῖς μόνον μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἤθελε προέλθει τὸ Κράτος ὁριστικῶς εἰς συμβιβασμὸν πρὸς τοὺς δανειστάς. Ἀλλὰ πᾶσαι αἱ προσπάθειαι αὗται τοῦ τέως Βουλευτοῦ Μεσολογγίου οὐδόλως ἠδυνήθησαν νὰ κατευνάσωσι τὴν ἐξεγερθεῖσαν κοινὴν γνώμην ἐν Εὐρώπῃ, ἂν δὲ σήμερον δὲν παρακάθηται μεταξὺ ἡμῶν, τοῦτο ἀκριβῶς ὀφείλεται εἰς τὸ μέτρον ἐκεῖνο τῆς 10 Δεκεμβρίου, διὰ τοῦ ὁποίου κατεβαράθρωσε μὲν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ κατεβαράθρωσε καὶ ἑαυτόν. Οὕτω καίριον ἐλάττωμα τοῦ μέτρου ἐκείνου ὑπελήφθη οὐχὶ ἡ περικοπὴ τοῦ τοκομεριδίου ἢ ἡ ἀναστολὴ τῶν χρεωλυσίων, διότι οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος, — τοῦτο δ’ εἶναι ἀξίωμα ἰσχῦον πανταχοῦ, ἐπίσης ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Εὐρώπῃ,— ἀλλ’ ἡ παράβασις τῶν ὑπεσχημένων ὡς πρὸς τὰς ἐγγυήσεις, ἡ δήμευσις αὐτῶν· διότι ἀπεδεικνυόμεθα κακῆς πίστεως, καταργοῦντες ἐγγυήσεις, αἵτινες ἐχορηγήθησαν παρὰ τοῦ Κράτους. Ἂν ἐντεῦθεν σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου ἦν ἐκεῖνος, ὃν ἀπέδωκεν εἰς αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, δὲν ἠθέλομεν περιπέσει εἰς τὰ ἄτοπα, εἰς ἃ περιέπεσεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου; δὲν ἤθελε κατακριθῆ δικαίως τὸ νέον μέτρον, ὡς ἀποτελοῦν τὸ συμπλήρωμα, τὴν τελειοποίησιν τοῦ ἔργου τῆς 10 Δεκεμβρίου; Δι’ αὐτοῦ δὲν ἠθέλομεν ἀποδείξει τὴν πολιτείαν ἡμῶν μᾶλλον κακόπιστον καὶ μᾶλλον κατακριτέαν ἢ ὅσον ἀπέδειξεν αὐτὴν τὸ ἔργον τῆς 10 Δεκεμβρίου; Ἀναμφισβητήτως· διότι ἠθέλομεν διακανονίσει ὁριστικῶς πλέον καὶ μονομερῶς διὰ νομοθετήματος, ὅπερ πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ κατὰ τὸν εἰσηγητὴν αὐτοῦ καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὸν συμβιβασμὸν, τὸ ζήτημα τῶν ἐγγυήσεων, ἠθέλομεν δ’ οὕτω εἰσέλθει εἰς ὁριστικὴν καὶ πραγματικὴν δήμευσιν αὐτῶν. Ὀρθῶς δ’ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διεμαρτυρήθη κατὰ τοῦ τοιούτου σκοποῦ, ὅστις ἀπεδίδετο εἰς τὸ ἔργον του. Αἱ περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις θὰ περιστραφῶσιν ἀναγκαίως περὶ ὡρισμένα τινὰ θέματα, θὰ περιστραφῶσι περὶ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ καταβλητέου εἰς τοὺς δανειστὰς, περὶ τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἐπαυξήσεως αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ περὶ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐγγυήσεων, αἵτινες συνδέονται στενῶς πρὸς τὸν τρόπον τῆς παραλαβῆς καὶ διαθέσεως τῶν προσόδων, αἵτινες θέλουσι καθορισθῆ διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἂν ἡμεῖς κανονίσωμεν ὁριστικῶς ἀπὸ τοῦδε τὰ τελευταῖα ταῦτα, δὲν θὰ περιπέσωμεν ἀκριβῶς εἰς τὸ ἄτοπον, δι’ ὃ κατεκρίθη ἐπὶ τοσοῦτον τὸ νομοθέτημα τῆς 10 Δεκεμβρίου; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὀρθῶς ἀπὸ τῆς περιωπῆς, εἰς ἣν ἤγαγεν αὐτὸν ἡ 16 Ἀπριλίου, διεκήρυξεν, ὅτι εἰς τὴν διακανόνισιν τοῦ δημοσίου χρέους δὲν δυνάμεθα μονομερῶς νὰ προέλθωμεν· ὁ συμβιβασμὸς εἶναι πρᾶξις ἀμφοτεροβαρὴς, ὅπως δ’ ἐπέλθῃ οὗτος, ἀπαιτεῖται ἀναγκαίως ἡ σύμπτωσις τῶν δύο θελήσεων, ἀφ’ ἑνὸς τῆς θελήσεως τῆς Πολιτείας, ἐκπροσωπουμένης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς θελήσεως τῶν δανειστῶν ἡμῶν· ἐὰν δ’ ἀναιρέσωμεν τὴν ἀναμφισβήτητον ταύτην ἀρχήν, ἐφ’ ἧς καὶ μόνης ἐλπίζομεν νὰ θεμελιώσωμεν τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν ἡμῶν, διότι ὁ τοιοῦτος συμβιβασμὸς συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν τῆς χώρας, πῶς θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς αἰσιώτερον μέλλον; Πῶς ἔσται δυνατὸν καὶ νὰ σκεφθῶμεν κἂν περὶ μονομεροῦς διακανονισμοῦ τῶν ἐγγυήσεων, μεταβάλλοντες δι’ ἑνὸς νομοθετήματος τὴν ὅλην οἰκονομίαν αὐτῶν; Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις μετὰ τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου ἀδρανοῦσιν, ἀλλ’ ὑφίστανται, καθεύδουσιν ὑπὸ τὸν μανδραγόραν τῆς 10 Δεκεμβρίου, ἀλλὰ θὰ ἀφυπνισθῶσιν, ὅταν οὗτος ἐκλείψῃ, ὅταν ὁ νόμος οὗτος καταπέσῃ. Ἂν πᾶσαι αἱ σκέψεις αὗται δὲν ἤρκεσαν νὰ πείσωσι τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Μεσολογγίου, ὅτι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἦτο ὁ καθορισμὸς τῶν ἐγγυήσεων, τοὐλάχιστον ἡ οἰκονομία αὐτοῦ δὲν τὸν ἔπεισε περὶ τούτου; Ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον; Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ διατάγματος τοῦ 1833, καθ’ ὅσον δι’ αὐτοῦ κανονίζεται ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀλλὰ πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ ποικίλαι καὶ πολυώνυμοι συμβάσεις, αἱ συνομολογηθεῖσαι πρὸς τοὺς ἑκάστοτε δανειστὰς ἡμῶν, πάντες οἱ νόμοι οἱ κυρώσαντες αὐτὰς δὲν ἀπέσπασαν μέρος τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους; Καθ’ ὅσον συνωμολογεῖτο ὑπὲρ ἑκάστου δανείου μία εἰδικὴ ἐγγύησις, δὲν ἀπηλλοτριοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μέρους τῆς φροντίδος, ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους; Ἂν ἐντεῦθεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον προετίθετο νὰ διακανονίσῃ τὸ ζήτημα τῶν ἐγγυήσεων, ἔπρεπε νὰ χαρακτηρισθῇ οὐχὶ πλέον ὡς μεταῤῥυθμιστικὸν τοῦ διατάγματος τοῦ 1833, ἀλλὰ καὶ πάντων τῶν ποικίλων νόμων, τῶν κυρωσάντων τὰς συμβάσεις τῶν δανείων. Λοιπὸν εἰς ἐπίῤῥωσιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔρχεται αὐτὴ ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου νὰ μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι σκοπὸς τοῦ μέτρου δὲν εἶναι ὁ διακανονισμὸς τῶν ἐγγυήσεων, καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ τοῦτο ὡς βάσις τοῦ ἐλπιζομένου συμβιβασμοῦ. Ἀλλ’ ἄν, Κύριοι, σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὃν ἀπέδωκεν εἰς αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, τὸ μέτρον καταπίπτει ἐκ τῆς βάσεως αὐτοῦ, καὶ ἀποδεικνύεται ἐντελῶς ἕωλον καὶ ἄσκοπον. Δὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν τὰς ἐγγυήσεις τὰς παραχωρηθείσας διὰ τῶν εἰδικῶν συμβάσεων τῶν δανείων, δὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν τοὺς νόμους τοὺς κυρώσαντας τὰς συμβάσεις ταύτας. Ἐνταῦθα δὲν δυνάμεθα νὰ διακανονίσωμεν τὸ ζήτημα τῶν ἐγγυήσεων, ἐκτὸς ἂν θέλωμεν νὰ περιπέσωμεν εἰς νέαν κατάκρισιν σφοδροτέραν, τὴν κατάκρισιν τῆς ὁριστικῆς ἀθετήσεως τῶν ὑποχρεώσεών μας. Ἀλλ’ ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν τὰς ἐγγυήσεις ταύτας, ἐκλείπει ἀκριβῶς ἡ δευτέρα περίοδος τοῦ βίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἣν ἐπηγγέλλετο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Σᾶς εἶπεν ὅτι ὁ βίος τοῦ νομοσχεδίου δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο περιόδους, εἰς τὴν περίοδον τὴν μεταβατικήν, τὴν μέχρι τῆς συνομολογήσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ εἰς τὴν ὁριστικήν, τὴν μετὰ τὴν συνομολόγησιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ πῶς, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν τὰς ἐγγυήσεις καὶ νὰ τὰς κανονίσωμεν, ἀφοῦ ἀντικείμενον τοῦ συμβιβασμοῦ ἔσεται τὸ ζήτημα τῶν ἐγγυήσεων, πῶς δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι δύναται νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ τὸ μέτρον τοῦτο εἰς τὴν περίοδον τὴν κατόπιν τοῦ συμβιβασμοῦ; Αἱ ἐγγυήσεις αἱ συνομολογηθεῖσαι διὰ τῶν κατὰ μέρος συμβάσεων ὑπνώττουσιν ὑπὸ τὴν δρᾶσιν τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου, τὴν στιγμὴν δέ, καθ’ ἣν ἤθελε συνομολογηθῆ ἡ περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ σύμβασις, θέλει καταπέσει ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα τῆς 10 Δεκεμβρίου, καὶ θ’ ἀνακύψωσιν ἅπασαι αἱ ἐγγυήσεις αἱ συνομολογηθεῖσαι διὰ τῶν ἰδιαιτέρων συμβάσεων, ἐκτὸς ἂν ἐπέλθῃ ἕτερος διακανονισμὸς τῶν ἐγγυήσεων Ἀλλ’ ὁ διακανονισμὸς οὗτος ὁποῖός τις ἔσεται, οὐδεὶς δύναται νὰ γνωρίζῃ, καὶ ἂν δὲ προσόμοιόν τι πρὸς τὸ νομοσχέδιον ἤθελε συνομολογηθῆ, τοῦτο ἐκ τῆς συμβάσεως τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ ἤδη ψηφιζομένου νομοσχεδίου ἤθελεν ἀντλήσει τὸ κῦρός του. Διὰ τοῦτο, ἀφοῦ ὑπολαμβάνω ἐντελῶς ξένον πρὸς τὰς ἐγγυήσεις τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐθαύμασα ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρησε καλὸν νὰ συστήσῃ ἡμῖν μεγίστην προσοχὴν καὶ ἐπιφύλαξιν κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἔχει τι τὸ κοινὸν πρὸς τὸν συμβιβασμόν; ὄχι. Δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις αὐτοῦ; ὄχι. Πρὸς τί λοιπὸν ἡ σύστασις προσοχῆς καὶ ἡ ἐπιφύλαξις κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου; Ὑποθέτω ὅτι διὰ τῆς συστάσεώς του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετῆλθε τὴν πολιτείαν τῶν πωλητῶν πραγμάτων, οἵτινες, διὰ νὰ ἑλκύσωσι τὸν ἀγοραστήν, ἀφίνουσιν αὐτὸν νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἔχει τὸ προσφερόμενον καὶ κεκρυμμένα πλεονεκτήματα. Ἦτο τέχνασμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δι’ οὗ ἐπλάνησε τοὺς ἀφελεστέρους, διότι ἡ ἐπιφύλαξίς του οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν, ἀφοῦ παρέστησε τὸ μέτρον ἀλλότριον τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἐκλείπει λοιπόν, ὡς εἶπον, ἐντελῶς ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου ὡς πρὸς τὸν μετὰ τὸν συμβιβασμὸν χρόνον, ἀφοῦ διὰ τὸν μετὰ τὸν συμβιβασμὸν χρόνον θὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ δημοσίου χρέους διὰ τῆς συμβάσεως περὶ συμβιβασμοῦ, ἀφοῦ ὀρθῶς δὲν ἐννοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μονομερῶς νὰ διακανονίσῃ τὰ τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου: «ὄχι! δύναται μὲν νὰ ὦσιν ἀλλοῖοι οἱ ὅροι τοῦ συμβιβασμοῦ, νὰ ἀπαιτήσωσιν οἱ δανεισταὶ ἡμῶν ἄλλας ἐγγυήσεις παρ’ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ὅτι δὲν ἔχει πλέον τοῦτο χρησιμότητα, διότι ὑπάρχουσι δάνεια, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία δὲν ἀνεστάλη διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου, καὶ ὡς πρὸς τὰ δάνεια ταῦτα δύναται κάλλιστα νὰ χρησιμεύσῃ ὁ θεσμός.» Ἐὰν τοιοῦτος ὑποληφθῇ ὁ προορισμὸς τοῦ νομοσχεδίου, συμφερώτερον διὰ τὴν λογιστικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν εἶναι ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως ἐν τοῖς πρακτικοῖς νὰ ταφῇ, ὡς ἐτάφη καὶ τὸ προηγούμενον προσόμοιον αὐτῷ νομοσχέδιον ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς τοῦ 1867· διότι, ἐὰν πρόκειται νὰ ἔχωμεν ἀλλοίαν διαχείρισιν ὡς πρὸς τὰς προσόδους, αἵτινες ἤθελον παραχωρηθῆ ὑπὲρ τῶν δανειστῶν, οὓς ἀφορᾷ ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου, ἀλλοίαν δὲ ὡς πρὸς τὰς προσόδους καὶ τὰ δάνεια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔτυχε νὰ μὴ ἔχωσιν ἀσφαλείας, ἀντὶ νὰ καταστήσωμεν ὁμαλωτέραν τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν, θέλομεν καταστήσει αὐτὴν δυσχερεστέραν καὶ ἀδιέξοδον, θέλομεν ἔχει ἀληθὲς χάος ἐν αὐτῇ. Θὰ ἔχωμεν τὸ Γενικὸν Λογιστήριον λειτουργοῦν διὰ τὸ ὑπόλοιπον τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ δημοσίου χρέους διὰ τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τὰ δάνεια τὰ ἐσωτερικὰ, καὶ ἑτέραν τρίτην ὑπηρεσίαν, λειτουργοῦσαν συμφώνως μὲ τὸν νόμον τὸν ψηφισθησόμενον διὰ τὸν συμβιβασμόν. Ἀλλ’ ἐάν, Κύριοι, τὸ μέτρον δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ μετὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ, ἔχει λόγον τινὰ ὑπάρξεως κατὰ τὴν μεταβατικὴν ἐκείνην περίοδον, καθ’ ἣν τὰ δημόσια δάνεια θὰ τελῶσιν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου; Κατ’ ἐμὲ, ὄχι. Κατὰ τὴν μεταβατικὴν ταύτην περίοδον δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἐκτὸς ἂν πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ, ὡς λίαν εὐφυῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, παρασκευάζον ἄλεσμα ἀλεσθὲν ἤδη. Διὰ νὰ δώσῃ ζωὴν εἰς τὸ μέτρον του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατ’ αὐτὴν τὴν περίοδον τὴν μεταβατικὴν, ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ τὴν ὑποχώρησιν, ἣν ἔκαμε πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ὅστις, ὡς ἄνθρωπος, πρακτικὸς τῷ ἔλεγε: καλὰ εἶναι αὐτὰ τὰ σχέδια, ἀλλὰ ποῦ ἡ συρμαγιά; πῶς θὰ γίνεται τὸ ἀλισβερίσι; Καὶ ἀμέσως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὴν ἀγχίνοιαν καὶ τὴν ἑτοιμότητα, ἥτις προκύπτει ἐξ ὅλων αὐτοῦ τῶν μέτρων, λαμβάνει ἀπὸ τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον τὰς εἰσπράξεις τοῦ Κράτους, καὶ ἀποδίδει εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ νομοσχεδίου τὴν εὐθύνην τῆς διαχειρίσεως τῶν 30%, τὰ ὁποῖα παρέχει εἰς τοὺς δανειστὰς ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου. Δὲν πρόκειται πλέον τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον κατὰ τὴν μεταβατικὴν αὐτὴν περίοδον νὰ ἐπιτηρήσῃ τὰς εἰσπράξεις εἰδικῶν προσόδων, οὐδὲ νὰ βεβαιώσῃ κατὰ τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἐξ αὐτῶν ἔσοδον, πρόκειται ἁπλῶς νὰ παραλάβῃ πρόσοδον παρασκευασθεῖσαν, πρόσοδον ἀποταμιευθεῖσαν εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον, ἣν τοῦτο παραδίδει εἰς τοὺς Κυρίους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, διὰ νὰ λάβωσι τὸν κόπον οὗτοι νὰ τὴν ἀποδώσωσιν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπιτυγχάνεται διὰ τοιούτου μέτρου ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἠθελήσατε νὰ ἐπιδιώξητε; Εἰς τίνα θὰ ἐμπνεύσητε τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τοῦ τοιούτου μέτρου ἡμῶν ἀποφεύγετε τὰ ἐλαττώματα τῆς παρελθούσης διαχειρίσεως ἡμῶν, διὰ τὰ ὁποῖα εὐθυνόμεθα πάντες, τοὐλάχιστον ἐκεῖνοι οἵτινες συνέταξαν προϋπολογισμὸν καὶ οἵτινες ὑπεστήριξαν προϋπολογισμόν; Τὰ ἔσοδα καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ εἰσπράττωνται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφιζομένου προϋπολογισμοῦ καὶ θὰ διατίθενται ἐπὶ τῇ βάσει πιστώσεων ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἴτε κουτσὸς εἴτε στραβὸς εἶναι οὗτος, θὰ ἀναγράφωνται ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὡς ἀναγράφονται καὶ ἤδη, καὶ θὰ διοχετεύωνται κατόπιν ἐν μέρει εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης, διὰ νὰ διαχειρίζηται αὐτὰ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Τίς ἐντεῦθεν ἡ διευθέτησις τῶν οἰκονομικῶν μας; Οὕτω τὸ μέτρον τοῦτο καὶ κατὰ τὴν μεταβατικὴν περίοδον, τὴν μέχρι τῆς συνομολογήσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀποδεικνύεται ἐντελῶς ἄσκοπον καὶ ἕωλον, δυνάμενον νέαν σύγχυσιν εἰς τὴν ἤδη ὑφισταμένην νὰ προσθέσῃ ἐν τοῖς λογαριασμοῖς ἡμῶν διὰ τῆς ἀσκόπου μεταβιβάσεως εἰς διαμέσους τῶν σήμερον πρὸς τοὺς δανειστὰς ἀπ’ εὐθείας καταβαλλομένων. Καὶ ἐὰν θελήσῃ τις ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις ἀποδεικνύεται ἐντελῶς ἄσκοπος καὶ ἕωλος, νὰ κατέλθῃ εἰς τὰς λεπτομερείας, θὰ θαυμάσῃ διὰ τὴν εὐφυΐαν τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ πολύ μίαν καὶ μόνην διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἑρμηνεύσω, τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, οἱ τρεῖς διευθυνταὶ τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν, οὗτοι οἱ μακάριοι ἀποτελοῦσι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἐξομαλυνθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ ἡμῶν, νὰ κατασταθῇ κανονικωτέρα ἡ λειτουργία τῶν οἰκονομικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει μὲν τὴν κρατοῦσαν ψῆφον, καθ’ ὅσον ὅμως μόνον δύναται νὰ προσεταιρισθῇ καὶ δύο ἑτέρας ψήφους ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῶν 6· ἐὰν κατ’ ἀτυχίαν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἀτυχίαν τῆς Πολιτείας, ὑπὲρ οἱουδήποτε μέτρου συγκεντρωθῶσι 4 ψῆφοι ἐναντίον αὑτοῦ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει νὰ λάβῃ τὴν πρὸς τὰ Ἀνάκτορα ἄγουσαν, ἵνα δώσῃ τὴν παραίτησίν του, ὀφείλει νὰ πράξῃ ὅ,τι πράττουσιν οἱ μειοψηφοῦντες. Ταῦτα λέγει ὁ ἐκτυπωθεὶς ἤδη λόγος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τότε; πρόκειται περὶ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον θὰ ᾖναι ὑπέρτερον ἡμῶν, ἄνω τοῦ Στέμματος· διότι, ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ μειοψηφήσωσιν ἐνταῦθα, ἐὰν τὸ Στέμμα ἔχῃ πεποίθησιν ἐπ’ αὐτοὺς, διαλύει ὑμᾶς, διαλύει τὴν Βουλὴν, καὶ ποιεῖται ἔκκλησιν πρὸς τὸν λαόν. Ἀλλὰ διαλύσατε, Κύριοι, τὸν διοικητὴν τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς, ἢ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἢ μᾶλλον τὸν διευθυντὴν τοῦ ἐνταῦθα πρακτορείου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, διαλύσατε τὸν διευθύνοντα τὴν Ἠπειροθεσσαλίαν! Δὲν βλέπετε ὅτι καθιστᾶτε ἀρχὴν ὑπερτέραν ὑμῶν, ὑπερτέραν τοῦ Στέμματος; Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτην φέρῃ εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ Συμβουλίου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξετάσατε, τίνα φέρει εὐθύνην ἀπέναντι ὑμῶν, ἀπέναντι τοῦ Στέμματος; Θέλετε εὕρει, ὅτι οὐδεμίαν τοιαύτην φέρει, διότι θὰ κρύπτηται πάντοτε ὄπισθεν τῆς ψήφου τῶν πλειόνων· θὰ λέγῃ πρὸς ὑμᾶς: Κακὸν τὸ μέτρον καὶ ψυχρὸν, ἀλλὰ τί ἠδυνάμην νὰ πράξω; Τὸ πολὺ, τὸ ὁποῖον ἠδυνάμην νὰ πράξω, ἦτο νὰ παραιτηθῶ, ἀλλὰ καὶ ὁ διάδοχός μου θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς ἣν καὶ ἐγὼ, ἀπέναντι τῆς πλειονοψηφίας. Τοιουτοτρόπως ἅπαντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ δημόσιον χρέος ἐκφεύγουσι τῶν νομίμων ἐξουσιῶν, ἐκφεύγουσι τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς, τοῦ ἐλέγχου τοῦ Στέμματος, καὶ παραδίδονται κατὰ τὸ πλεῖστον, ἢ τοὐλάχιστον κατὰ τὰ 3/6, εἰς ἰδιώτας, τοὺς ὁποίους παραδόξως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐχαρακτήρισεν ὡς δημοσίους λειτουργούς. Καὶ αὐτὸς ὁ διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς δημόσιος λειτουργός. Δὲν ἐκλέγεται παρὰ τῆς συνελεύσεως τῶν μετόχων; Μετέχει εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία; ἔχει τοὐλάχιστον τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας; δύναται νὰ παρέμβῃ ὅπως δήποτε; Δύναται νὰ παρέμβῃ τὸ Δημόσιον κατὰ τὴν ἐκλογὴν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὡς ἁπλοῦς μέτοχος, ἐὰν ᾖναι μέτοχος, οὐδέποτε ἡ Πολιτεία. Ἀλλ’ ὁ διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δίδει ἕνα ὅρκον· τίνα ὅμως ὅρκον ὁρκίζεται ὁ διευθυντὴς τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης; τίνα ὅρκον ὁρκίζεται ὁ διευθύνων τὴν Ἠπειροθεσσαλίαν; καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν καὶ αὐτοὺς ὡς δημοσίους λειτουργούς; Τοιοῦτον κατὰ τὰ 3/6 τὸ Συμβούλιον, εἰς χεῖρας τοῦ ὁποίου παραδίδεται ἡ τύχη τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὴν συγκρότησιν αὐτοῦ καὶ ἐκ τῆς ἀπόψεως τῶν ἑτέρων μελῶν. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καθίσταται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅ,τι καθίστανται πάντες οἱ μετέχοντες εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων, καθίσταται ὑπόλογος, ὡς καθίσταται ὑπόλογος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καθίσταται ὑπόλογος παραδόξως ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς καθίστανται ὑπόλογοι, ἐναντίον τοῦ καταστατικοῦ τῶν Τραπεζῶν καὶ ἐναντίον ἴσως τῆς θελήσεως, τῆς ἐντολῆς αὐτῶν τῶν μετόχων, οἱ διευθυνταὶ τῶν Τραπεζῶν. Καὶ τότε ποία θὰ ᾖναι ἡ νέα παράδοξος θέσις, τὴν ὁποίαν θὰ καταστήσωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Τὴν θέσιν ταύτην περιγράφει τὸ ἄρθρον 16 τοῦ περὶ συστάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νόμου: «Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει χρέος νὰ ἐξετάζῃ καὶ νὰ ἐλέγχῃ τοὺς λογαριασμοὺς ὅλων, ὅσοι, ἢ δυνάμει τῆς ὑπηρεσίας των, ἢ δυνάμει εἰδικῆς παραγγελίας, ἢ δυνάμει ἀμφοτέρων τούτων, εἰσπράττουν ἢ ἐξοδεύουν δημόσια χρήματα». Ἑπομένως ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καθίσταται ὑπόλογος, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐλεγκτής, καὶ θὰ ἐλέγχῃ αὐτὸς ἑαυτὸν, ὡς θὰ ἐλέγχῃ τοὺς συμπράττοντας αὐτῷ, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοῦ, τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς θὰ ἐλέγχῃ τοὺς λογαριασμοὺς τῶν τριῶν Τραπεζῶν, αἵτινες παραδόξως ἀναμιγνύονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ παραδόξως συγκομίζουσιν ἐξ αὐτῆς εὐθύνας· διότι τὰς εὐθύνας δὲν θὰ συγκομίσῃ ὁ κ. Καλλιγᾶς, ἢ ὁ κ. Μερκάτης, ἢ ὁ κ. Παναγουλόπουλος, ὁ διευθύνων τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, τὴν εὐθύνην καὶ τὴν ἀλληλεγγύην διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους θὰ συγκομίσωσι, χωρὶς νὰ ἐρωτηθῶσιν, αὐταὶ αἱ Τράπεζαι καὶ οἱ μέτοχοι αὐτῶν. Τελεία ἡ σύγχυσις καὶ ἐξουσιῶν καὶ εὐθυνῶν! Τοιοῦτον, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπαγγέλλονται τὴν διευθέτησιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;... Οὐδεὶς ζητεῖ τὸν λόγον. Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§101ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς, διότι τὴν γνώμην μου ἐξέφρασα ἀρκετὰ εὐκρινῶς κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως δικαιολογήσω τροποποίησίν τινα τοῦ ἄρθρου 1. Ὁ μηχανισμὸς ὁλοκλήρου τοῦ νομοσχεδίου ἀναμφισβητήτως εἶναι προωρισμένος νὰ λειτουργήσῃ κατὰ τὴν δευτέραν περίοδον αὐτοῦ, δηλ. κατὰ τὴν περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὁρισθῶσιν αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι, αἵτινες θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Μόνον κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, μεταβαλλόμενον εἰς νόμον, πρόκειται νὰ φέρῃ τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐμὲ ἔσονται ἀποτελέσματα ἐπωφελῆ. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι ἡμεῖς ἀνεκαλύψαμεν ἐνταῦθα τὸν μηχανισμὸν αὐτοῦ. Δὲν τὸν ἀνεκαλύψαμεν ἡμεῖς· καὶ ἂν εἷς ἐκ τῶν σπουδαίων συμπολιτῶν μας, δυστυχῶς μὴ ὢν ἐν τῇ ζωῇ σήμερον, ἐξέφερε τὴν γνώμην ταύτην πρὸ 30 ἐτῶν, ἐὰν ἐγὼ πρὸ 2 ἐτῶν, ἐὰν σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀνεκάλυψε τὴν ἰδέαν περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ, θεσμοῦ γνωστοῦ. Τὴν ἐφαρμογὴν ὅμως αὐτοῦ ἐπροτείναμεν εἰς στιγμὴν κατάλληλον, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ὠφελήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ὁ θεσμὸς οὗτος δὲν εἶναι μήτε ἡ Διεύθυνσις τοῦ χρεωλυτικοῦ ταμείου τῆς Γαλλίας, μήτε ἡ Διεύθυνσις τοῦ χρεωλυτικοῦ ταμείου τῆς Ἀγγλίας, τοῦ Sinking Fund· ἡ Διεύθυνσις αὕτη εἶναι ἡ Διεύθυνσις τοῦ δημοσίου χρέους, ἥτις συνεστήθη κατὰ τὸ 1816, ὅτε ἡ Ἀγγλία μετὰ τοὺς μακροὺς καὶ πολυδαπάνους πολέμους κατὰ τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντος ἐξῆλθε τετραυματισμένη οἰκονομικῶς, ὅτε εὑρίσκετο εἰς κατάστασιν ἴσως χείρονα ἡμῶν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν χρεῶν αὐτῆς. Τότε ἠναγκάσθη νὰ σχηματίσῃ Διεύθυνσιν χρέους. Εἰς τὴν Διεύθυνσιν δὲ ταύτην ἔδωκε τὴν ὑπηρεσίαν τὴν χρεωλυτικὴν, εἰδικῶς δὲ καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ ἰδιαιτέρας προσόδους. Ἡ Διεύθυνσις τοῦ δημοσίου χρέους ὑπῆρξεν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλ’ ὄχι βεβαίως αὐτόβουλος καὶ ἀνεξάρτητος. Ὑπάρχει δ’ ὡς τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχον διεύθυνσιν διάφορον τῆς διευθύνσεως τοῦ χρεωλυσίου. Ἀλλ’ ἐὰν θέλητε νὰ εὕρητε πληρεστέραν τὴν Διεύθυνσιν εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν, θὰ εὕρητε ταύτην ἐν Ὁλλανδίᾳ. Θὰ τὴν εὕρητε σήμερον εἰς τὸ Κράτος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περιῆλθεν εἰς ἣν δυσχέρειαν περιήλθομεν καὶ ἡμεῖς, θὰ τὴν εὕρητε ἐν Πορτογαλίᾳ. Ἡ Πορτογαλία ἀπέκρουσε τὴν ἐπέμβασιν τῶν ξένων, καὶ δὲν ἐδέχθη κατ’ οὐδένα τρόπον, ὅπως ἐπιβληθῇ εἰς αὐτὴν ἐλάττωσις τῆς αὐτοτελείας της. Γνωρίζουσιν ὅσοι ἀσχολοῦνται εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα ὅλην τὴν ἀνέλιξιν τῶν διαπραγματεύσεων μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Πορτογαλικῆς καὶ τῶν ὁμολογιούχων, τῶν ὑποστηριζομένων παρὰ ξένων Κυβερνήσεων. Ἡ Πορτογαλία, χωρὶς κἂν νὰ γεννήσῃ ὑπόνοιαν καμμίαν μήτε ἐκτὸς μήτε ἐντὸς τῆς Πορτογαλίας περὶ ἐλαττώσεως τῆς αὐτοτελείας αὐτῆς, ἔπραξεν ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ πράξωμεν ἡμεῖς σήμερον. Ἐσχημάτισε Διεύθυνσιν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀνέθηκεν εἰς αὐτὴν τὴν παραλαβὴν τοῦ ἡμίσεως τῶν τελωνειακῶν ἐσόδων, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρελάμβανεν ἡ Διεύθυνσις τοῦ δημοσίου χρέους, διαχειρίζεται διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ χρέους αὐτοῦ· τὸ διαχειρίζεται δὲ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος, δύναμαι νὰ εἴπω, σήμερον ἱκανοποιεῖ μέχρι βαθμοῦ τινος τοὺς δανειστὰς τῆς Πορτογαλίας. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ καταχρώμεθα τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς ὑψηλοτέρας ἰδέας, καὶ νὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι κανονίζοντες κατὰ τρόπον οἱονδήποτε τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, εἴτε ἐν τῷ ἐσωτερικῷ εἴτε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ ὁρίζοντες, χάριν τῆς δημοσίας πίστεως, τὸν τρόπον τῆς ἀνορθώσεως τοῦ μέρους τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, τὸ ὁποῖον σχετίζεται μὲ τὰ χρέη μας, ἐπὶ βάσεων ἀσφαλῶν, ὅτι τοῦτο πράττοντες ἀπαλλοτριοῦμεν καὶ δεσμεύομεν τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς χώρας· διότι οὐδὲν τοιοῦτον δύναται νὰ δίδῃ τις ἐν τῷ θεσμῷ, τὸν ὁποῖον νομοθετοῦμεν. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει τὴν ζηλότυπον προσοχὴν, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν πάντες νὰ ἔχωμεν διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν αὐτοτέλειαν ἡμῶν, πρέπει νὰ τὴν ὠθῶμεν μέχρι βαθμοῦ τοιούτου, ὁ ὁποῖος νὰ δεσμεύῃ τὰς χεῖρας ἡμῶν πρὸς λῆψιν παντὸς μέτρου τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Λέγω ταῦτα, διότι θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν προτείνω ἐπὶ τῆς παραγράφου αʹ τοῦ ἄρθρου 1. Νομίζω ὅτι τὸ δεύτερον ἐδάφιον τῆς πρώτης παραγράφου, τὸ ὁποῖον προσετέθη κατόπιν ἀναπτύξεως τοῦ ζητήματος παρ’ ἐμοῦ, νομίζω ὅτι δὲν ἐτέθη καλῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ 1. Τὸ ἐδάφιον τοῦτο πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ ἓν ἢ καὶ δύο ἄρθρα, τιθέμενα εἰς τὸ τέλος τοῦ νομοσχεδίου, ὡς διατάξεις προσωριναί· διότι, ὅπως ἔχει ἡ τροποποίησις αὕτη, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὰς διαφόρους διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, θέλει πάλιν καταστήσει δυσκολωτάτην, ἵνα μὴ εἴπω ἀδύνατον, τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ. Κατὰ τὴν τροποποίησιν ταύτην, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν θὰ θέτῃ ἑκάστοτε εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τὰ διὰ τὴν κατὰ τὰ νῦν ἰσχύοντα ὑπηρεσίαν ταύτην ἀπαιτούμενα ποσὰ ἐκ τοῦ ὅλου τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους οὐδεμία διάταξις τοῦ νομοσχεδίου τούτου δίδει ταμεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ παραλαμβάνῃ αὐτὰ, ἑπομένως δὲν θὰ τὰ θέτῃ ἁπλῶς εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ταμείου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλὰ θὰ τὰ ἀποστέλλῃ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 16, νομίζω, εἰς τὴν ὁρισθησομένην Τράπεζαν. Πρέπει λοιπὸν νὰ γείνῃ μνεία τούτου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου πρέπει νὰ ὁρισθῇ καὶ πῶς θὰ διαθέτῃ τὰ χρήματα ταῦτα ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους. Τοῦτο εἶναι γενικώτερον ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον εἰς ἄλλο ἄρθρον θὰ λάβω ἀφορμὴν ἴσως νὰ ἀναπτύξω. Θὰ τὰ διαθέτῃ βεβαίως πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐξωτερικὰ χρέη, ἢ χρυσοῦ ἀποσταλησομένου εἰς τὰς Τραπέζας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιφορτίζωνται τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀλλὰ τὸ συνάλλαγμα δὲν ἀγοράζεται ἀμέσως, οὐδὲ ἴσως θὰ ἦναι συμφέρον ἀμέσως ἢ ἐν ταῖς παραμοναῖς τῶν πληρωμῶν νὰ ἀγοράζηται τὸ συνάλλαγμα. Θὰ ἦναι ἴσως συμφέρον, καὶ τοῦτο θὰ τὸ κρίνῃ τὸ Συμβούλιον, εἰς ἐποχὴν κατάλληλον νὰ γίνεται ἡ προμήθεια αὕτη, ὅπως προλαμβάνωνται διαταράξεις νομισματικαὶ, τῶν ὁποίων τὰ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα γνωρίζομεν πάντες. Τοῦτο δὲ πρέπει νὰ ὁρισθῇ· διότι, ἐὰν διὰ τοῦ «ἑκάστοτε» ἐννοῆτε «συμφώνως μὲ τὰ κατὰ τὰ νῦν ἰσχύοντα», ἕπεται ὅτι 15 ἢ 20 ἡμέρας πρὸ τῆς πληρωμῆς ἑκάστου τοκομεριδίου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ᾖναι ὑποχρεωμένον νὰ θέτῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τὰ ποσὰ ταῦτα. Νομίζω ὅτι εἰς πᾶσαν αἴτησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους μέχρις ὡρισμένου ποσοῦ, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῶν πληρωμῶν, τὰς ὁποίας ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα παρέχῃ εἰς αὐτὴν τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν, ἵνα αὕτη δύναται νὰ προμηθεύηται τὸ ἀναγκαῖον συνάλλαγμα ἄνευ διαταράξεως τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας. Πρέπει νὰ γείνῃ καὶ συνδυασμὸς τις διαφόρων ἄλλων διατάξεων. Ὑπάρχουσι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι προωρισμέναι νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατὰ τὴν δευτέραν περίοδον τοῦ νομοσχεδίου, δηλαδὴ κατὰ τὴν περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀποβῇ δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ τὰς ὑπεγγύους προσόδους καθ’ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον. Δὲν θέλω νὰ θίξω τὸ ζήτημα τοῦτο, μήτε θέλω νὰ ἐκφέρω γνώμην περὶ τῶν λεχθέντων παρ’ ἑτέρων συναδέλφων καὶ περὶ τῆς σημασίας τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν εἰς τὰς μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δανειστῶν ἡμῶν διαπραγματεύσεις ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Δὲν θέλω νὰ προδικάσω τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ περίοδος αὕτη εἶναι ἀκριβῶς ἡ περίοδος, χάριν τῆς ὁποίας ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τὴν περίοδον ταύτην διάφοροι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου θὰ παρουσιάσωσιν ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἐφαρμογῆς των...
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀφίνετε τοῦτο, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰς διατάξεις αὐτάς; Διότι πρέπει νὰ σᾶς ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἴπετε περὶ τοῦ 1ου ἄρθρου.
§103ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολὺ καλά. Εἶπον τὰς διατάξεις ταύτας, χωρὶς νὰ τὰς ἀναφέρω, ἵνα εἴπω ὅτι διὰ προσωρινῶν διατάξεων ἐν τέλει τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ κανονισθῇ ὄχι μόνον τὸ γεγονὸς τῆς θέσεως εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ ὁριζομένου ποσοῦ, ἀλλὰ καὶ διάφοροι ἄλλαι διατάξεις, τὰς ὁποίας βεβαίως καλλίτερον εἶναι νὰ ἀναπτύξωμεν ἀργότερον, ἐὰν κατ’ ἀρχὴν παραδέχησθε τοῦτο.
§104ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ἔχω νὰ φέρω παρατήρησίν τινα, ἥτις ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι οὐδόλως θὰ ἀπολέσῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐκ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, ἐὰν παραλειφθῶσιν οἱ τίτλοι τῆς καταγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου, οὓς ἀπαριθμεῖ. Θεωρῶ ὅλως περιττὴν τὴν γενεαλογίαν αὐτήν. Λέγει τὸ 1ον ἄρθρον, ἐδάφ. αʹ, ὅτι ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου ὡρισμέναι ἐξουσίαι, κατονομαζόμεναι ἐν τοῖς ἑπομένοις ἐδαφίοις. Τοῦτο ἀρκεῖ πρὸς διευκρίνησιν τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου, καὶ περιττὴ ἡ προσθήκη ὅλων τῶν κατ’ ἰδίαν διατάξεων τοῦ διατάγματος τοῦ 1833, ἐξ ὧν μεταφέρεται ἑκάστη τῶν ἐξουσιῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν συνιστωμένην διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀμφιβολία περὶ τῆς ταὐτότητος τῶν νέων διατάξεων πρὸς τὰς τοῦ διατάγματος τοῦ 1833 περὶ ἁρμοδιότητος τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Γραμματείας δὲν ὑφίσταται, ὅπως ᾖναι ἀνάγκη ἀναγραφῆς μιᾶς ἑκάστης ἐξ αὐτῶν, ὡς καὶ τοῦ ἐδαφίου, ἐξ οὗ παρελήφθη. Τοιαύτη μάλιστα ἐξακρίβωσις δὲν ὠφελεῖ τὸν νέον νόμον. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους δὲν περιλαμβάνεται εἰς μόνον τὸ διάταγμα τοῦ 1833, διότι καὶ ἄλλοι νόμοι μετὰ τὸν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διέλαβον περὶ θεμάτων σχετιζομένων μὲ τὴν διοίκησιν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ νέα διοίκησις τοῦ δημοσίου χρέους θ’ ἀποτελεσθῇ ἐκ μόνων τῶν ἀρχικῶν ἐκείνων διατάξεων τοῦ 1833. Τοῦτο παρετήρησε καὶ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Παρνασσίδος, ὅστις ἐπεχείρησεν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη, νὰ προσαρμόσῃ τὰς νέας διατάξεις πρὸς τὰς τοῦ διατάγματος τοῦ 1833, ἵνα βεβαιωθῇ, ἂν πράγματι ἀντιστοιχοῦν καθ’ ὅλα πρὸς αὐτάς. Ὁπωσδήποτε οἱ τίτλοι καταγωγῆς ἑνὸς νόμου μᾶλλον προσήκουσιν εἰς δικαιολογητικὰς ἐκθέσεις, παρὰ εἰς τὸ κείμενον αὐτὸ τοῦ νόμου, πιστεύω δ’ ὅτι καλλιτέραν ἐντύπωσιν θὰ παράγῃ τοιοῦτος νόμος ἀναγινωσκόμενος, ὅταν βλέπῃ τις, ὅτι εἶναί τι νέον καὶ μὴ προϋπάρχον ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τοῦ πτωχεύσαντος Κράτους, παρὰ ἐὰν ἀναφέρηται, ὅτι ὅλα ὑπῆρχον, καὶ μνημονεύηται μάλιστα κατὰ παράγραφον καὶ κατὰ ἐδάφιον ἡ καταγωγὴ ἑκάστης τῶν ἐξουσιῶν, τὰς ὁποίας μεταβιβάζει ὁ νόμος εἰς τὴν συνιστωμένην διοίκησιν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον θὰ ἐπροτίμων, ἂν τὸ ἄρθρον εἶχεν οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου αἱ ἑπόμεναι ὑπηρεσίαι· αʹ) ἡ φροντὶς περὶ τῆς παραλαβῆς κτλ. βʹ) ἡ διαχείρισις τῶν κατὰ τὰς ἐν τῷ ἐτησίῳ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἀναγραφὰς προσδιορισθεισῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους πιστώσεων κτλ. γʹ) ἡ ὑπηρεσία τῆς ἀποσβέσεως τοῦ δημοσίου χρέους, ἥ τε πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν περὶ ἀποσβέσεως διατάξεων τῶν περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους νομοθετηθησομένων κανονισμῶν κτλ.», παραλειπομένων δηλαδὴ τῶν διαφόρων ἐδαφίων τοῦ διατάγματος τοῦ 1833, ἐξ ὧν αἱ ἐξουσίαι αὗται ἐλήφθησαν. Ἑτέρα παρατήρησις, μᾶλλον οὐσιώδης, ἣν καὶ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἐποιησάμην, εἶναι ἡ περὶ τῆς λέξεως «ἀποκλειστικῶς». Καὶ εἰς τὴν § αʹ ἐδάφιον 1ον καὶ εἰς τὸ προστεθὲν 2ον ἐδάφιον ἀναφέρεται τὸ «ἀποκλειστικῶς». Λέγεται ἐν τῷ πρώτῳ: «ἐκ τῶν φόρων καὶ δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου τῶν διὰ νομοθετικῆς πράξεως προσδιορισθησομένων ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους». Καὶ πάλιν: «μέχρις οὗ ὁρισθῶσι νομοθετικῶς τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους προσδιορισθησόμενα ἀποκλειστικῶς ἔσοδα». Νομίζω ὅτι ἀντικείμενον τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου εἶναι νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ δημοσίου χρέους, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ἄλλο διοίκησις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἄλλο ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ὁρίσωμεν οὔτε τὰς ὑπεγγύους προσόδους, διότι αὗται ἀφίενται νὰ καθορισθῶσι διὰ μεταγενεστέρων συμβάσεων μετὰ τῶν δανειστῶν, οὔτε κατὰ πόσον αἱ ὑπέγγυοι αὗται πρόσοδοι θὰ ὑπηρετῶσι τὸ δημόσιον χρέος. Αἱ πρόσοδοι, αἵτινες βραδύτερον θὰ καθορισθῶσι, θὰ συμβαίνῃ ἴσως νὰ ἀφίνωσι κατ’ ἔτος περισσεύματα, μετὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλύτρων, διότι θὰ καθορισθῶσι πρόσοδοι ἀποδίδουσαι πιθανῶς τοσαῦτα ποσὰ, ὥστε ὄχι μόνον νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλὰ νὰ καταλείπωσι καὶ περισσεύματα, διότι τότε μόνον ἡ ἀσφάλεια θὰ ᾖναι τελεία. Τί θὰ γίνωνται τὰ περισσεύματα ταῦτα, δὲν πρόκειται ν’ ἀποφασισθῇ σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Τοῦτο εἶναι ἔργον τῶν συναφθησομένων συμβάσεων μετὰ τῶν ὁμολογιούχων. Ὅταν ὅμως καθορίζηται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι πᾶν περίσσευμα τοιοῦτον δὲν θὰ ἐπανέρχηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι ἀποκλειστικῶς ὡρίσθη διὰ τὸ δημόσιον χρέος, ἐπιλαμβανόμεθα ἀπὸ σήμερον θέματος, ὅπερ δὲν ἀνήκει εἰς τὸ νομοσχέδιον. Εἰσάγοντες τοιαύτην εἰς αὐτὸ διάταξιν, λύομεν σπουδαιότατον ζήτημα πρὸ τῆς ὥρας καὶ ἄνευ ἀνάγκης. Λύομεν ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν καλούμεθα σήμερον νὰ λύσωμεν· διότι καθορίζομεν, ὅτι αἱ πρόσοδοι, ἃς μετὰ τῶν δανειστῶν μας θὰ προσδιορίσωμεν εἰς ἀσφάλειαν τῶν δανείων των, ἀποκλειστικῶς θὰ ὑπηρετῶσι τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεώλυτρα αὐτῶν, δηλαδὴ καὶ διὰ τῶν περισσευμάτων αὐτῶν.
§105ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν.
§106ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει σήμερον νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Σήμερον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν μόνον τοκομερίδια καὶ πιθανῶς χρεώλυτρα. Ταῦτα θὰ πληρώνωμεν. Ὅταν δὲ πληρωθῶσι διὰ τῶν ὑπεγγύων εἰσπράξεων, ὅ,τι περισσεύσει ἐξ αὐτῶν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους ὑποτίθεται ὅτι θὰ ἐπανέρχηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἂν δὲν θὰ ἐπανέρχηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ θὰ χρησιμεύῃ εἰς ἄλλας ἀνάγκας, τοῦτο δὲν γινώσκομεν, καὶ μόνον ὅταν ἀποφασισθῇ, θὰ τὸ μάθωμεν. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «ἀποκλειστικῶς», καὶ νὰ τεθῇ ἡ λέξις «εἰδικῶς», ἥτις ἀρκεῖ διὰ τὸν σκοπὸν, καὶ παρέχει τὴν πρέπουσαν ἀσφάλειαν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ προστεθὲν 2ον ἐδάφιον, θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ προσετίθετο ἐν τῷ τέλει αὐτοῦ «ἐκ τοῦ ὅλου τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους». Καλλίτερον νὰ μείνῃ τὸ κείμενον ὡς ἔχει μέχρι τοῦ «τὰ διὰ τὴν κατὰ τὰ νῦν ἰσχύοντα ὑπηρεσίαν ταύτην ἀπαιτούμενα ποσὰ», χωρὶς νὰ λέγηται ὅτι ταῦτα λαμβάνονται ἐκ τοῦ ὅλου τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Τὸ κατ’ ἐμὲ, φρονῶ ὅτι καὶ μετὰ τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου δὲν μετεβλήθησαν τὰ δικαιώματα τῶν δανειστῶν ἡμῶν, τὰ ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων φόρων. Οἱ δανεισταὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ ἔχωσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα ἐπὶ τῶν προσόδων, αἵτινες ἐδόθησαν αὐτοῖς ὑπέγγυοι διὰ τῶν ἀρχικῶν συμβάσεων. Αὐθαιρέτως καὶ ἄνευ ἀνάγκης καὶ ὠφελείας ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου ἀφῄρεσε προσωρινῶς τὰς ἐγγυήσεις ταύτας καὶ τὰς ἔῤῥιψεν ἐντὸς τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου. Τοιοῦτον μέτρον δὲν ἐδικαιολόγει ἡ ἀνάγκη τοῦ Κράτους, ὡς τὸ ἐδικαιολόγει διὰ τὴν περικοπὴν τῶν τόκων καὶ τὴν ἀναστολὴν τῶν χρεωλυσίων. Αἱ εἰσπράξεις λοιπὸν τῶν ὑπεγγύων φόρων πρέπει νὰ ἐπανέλθουν ὅπου καὶ πρὶν μετέβαινον, μέχρι ποσοῦ 30%. Τοῦτο ἔπρεπε ῥητῶς νὰ λέγῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἂς μὴ ἐπικυροῖ τουλάχιστον τὰ λάθη τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893. Τελευταίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς. Νομίζω ὅτι ὁ ἔλεγχος τῶν γενομένων πληρωμῶν ὅσον ἀφορᾷ τὰ χρεώλυτρα, δὲν πρέπει νὰ ὑπάγηται εἰς τὸ ἐδάφιον βʹ. Τοῦτο λέγει ἐν τέλει «ὁ ἔλεγχος τῶν τε γενομένων πληρωμῶν καὶ πασῶν τῶν συναφῶν εἰς ταύτας ἐργασιῶν...» Νομίζω ὅτι τὸ Βʹ τμῆμα πρέπει νὰ ἔχῃ μόνον τὸν ἔλεγχον τῶν γενομένων πληρωμῶν τῶν τοκομεριδίων, ὁ δὲ ἔλεγχος τῶν πληρωμῶν τῶν χρεωλύτρων πρέπει νὰ γίνηται παρὰ τοῦ τμήματος εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένη κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ ὑπηρεσία τῆς ἀποσβέσεως τοῦ δημοσίου χρέους· διότι εἶναι ἄτοπον νὰ ἔχῃ ἐξέλεγξιν χρεωλυσίας τὸ Βʹ τμῆμα, τὸ ὁποῖον κυρίως ἔχει τὴν ἐπιτήρησιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν πληρωμῶν, αἵτινες θὰ συνομολογηθῶσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, νὰ μὴ ἔχῃ δ’ αὐτὴν τὸ Γʹ τμῆμα, τὸ ὁποῖον ἐπεφορτίσθη τὴν χρεωλυσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Δὲν βλέπω δὲ ἄνευ αὐτοῦ τοῦ ἐλέγχου τί θὰ ἔχῃ νὰ πράξῃ τὸ τρίτον τμῆμα.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν μετέρχομαι, ὑποστηρίζων τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχω περὶ τοῦ νομοθετεῖν, ἤτοι περὶ τῆς νομοθετικῆς συμπράξεως τῶν προτεινόντων τὰ νομοσχέδια Ὑπουργῶν μετὰ τῆς Βουλῆς, ἐνασκούσης τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Διὰ τοῦτο οὐδεὶς λόγος μὲ ἐμποδίζει νὰ ἀποδέχομαι τροπολογίας προτεινομένας, τὰς ὁποίας ἤθελον κρίνει ὀρθὰς, εὐλόγους, ἀναγκαίας, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ μεταβληθῶσιν αἱ βάσεις, αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ὡς Ὑπουργοὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἀκολουθῶμεν. Προέταξα τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἵνα δηλωθῇ εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους Βουλευτὰς ἐξ Ἄρτης καὶ Μεσολογγίου, ὅτι δὲν ὁδηγοῦμαι ὑπὸ τῶν ἰδεῶν, ὑπὸ τῶν ὁποίων ὡδηγεῖτο ὁ πρώην Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ἄλλοτε Πρωθυπουργὸς, οὐδὲ νομίζω ὅτι ἡ παραλλαγὴ μιᾶς λέξεως ἢ μιᾶς φράσεως, ἐὰν αὕτη δὲν παραβλάπτῃ τὰς βάσεις τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν, ὅτι ἡ παραλλαγὴ αὕτη δύναται νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις ἡμῶν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, ὅπως ἀναγκάζωμαι νὰ ἐπιμένω μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ὑποστηρίζων αὐτήν. Ἀφοῦ τοιαύτας ἔχω γνώμας, οὐδαμῶς δυσκολεύομαι νὰ ἀποδεχθῶ πᾶσαν διόρθωσιν, ἡ ὁποία ἤθελε προταθῆ, καὶ ἡ ὁποία ἤθελε θεωρηθῆ εὔλογος. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι δὲν μοὶ φαίνονται εὔλογοι αἱ διορθώσεις, αἱ ὁποῖαι προτείνονται, δὲν δύναμαι δὲ διὰ τοῦτο νὰ συντρέξω αὐτάς. Ὀφείλω ἐν τούτοις νὰ δικαιολογήσω τὸ νομοσχέδιον. Ἐν πρώτοις ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ὁ σύνδεσμος, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει πρὸς τὸ γενικὸν καταστατικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον διαγράφει ἐν γένει πᾶσαν τὴν ἁρμοδιότητα αὐτοῦ, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μεταγενέστερος νόμος ἀνέθηκεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διάφορα καθήκοντα, ἀλλ’ οὐδεὶς νόμος ἀνέθηκεν εἰς αὐτὸ καθήκοντα ἀλλότρια τῆς ὕλης, ἥτις ἐν γένει ἀνετέθη εἰς αὐτό. Ἡ ὕλη ἡ ὁποία ἀνετέθη εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτοῦ, ἐχωρίσθη ἀπὸ πᾶσαν τὴν ἄλλην ὕλην, τὴν ὑπαγομένην εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἀφῃρέθη ἀπὸ τὴν ὁμάδα ὅλων τῶν ὑποθέσεων ἡ εἰσήγησις τῶν οἰκονομικῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους, ἡ ὑποχρέωσις τῆς διαῤῥυθμίσεως αὐτῶν, ἡ φροντὶς περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν χρηματικῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Ἐὰν λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον ἤρξατο νὰ προβαίνῃ κεχωρισμένως ἀπὸ τῆς βάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκε μέχρι τοῦδε, βεβαίως δὲν ἤθελε δημιουργηθῆ μία ἀντινομία, ἤθελεν ὅμως εἶσθαι νομοθετικὴ ἀσυναρτησία. Ἡ συναρμολογία τῶν νόμων πρὸς ἀλλήλους συντελεῖ πολὺ εἰς τὴν κατάληψιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Ὅταν δὲ συναρμολογίαι, οἷαι αἱ ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, δὲν καταγγέλλωνται ὅτι ἀναιροῦσι τὴν ἑνότητα, ὅτι παράγουσιν ἐπιβλαβῆ ἐπιῤῥοὴν, δὲν ἐννοῶ διατὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐπιθυμεῖ νὰ χωρίσῃ τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τοῦ καταστατικοῦ διατάγματος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἔχει καὶ δύο ἄλλας γνώμας. Ἡ μία γνώμη αὐτοῦ εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ μὴ προστεθῇ, ὅτι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα τίθενται ἑκάστοτε εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ, πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων ἢ τῶν χρεωλυσίων τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους, θέλουσι λαμβάνεσθαι ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἤχθην δὲ εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην ἐξ ἀφορμῆς εὐλόγου· διότι, ἐὰν ἤθελε κριθῆ, ὅτι ἡ ἐν τῇ § βʹ τοῦ ἐδαφίου αʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου φράσις ἐκ τοῦ ὅλου τῶν ἐσόδων ἐσκόπει νὰ ἐπιφέρῃ τροποποίησιν εἰς τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους συνομολογήθησαν τὰ διάφορα δάνεια, βεβαίως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου θὰ εἶχε δίκαιον. Ἀλλ’ ἡ φράσις αὕτη οὐδεμίαν ἐπάγει τροποποίησιν εἰς τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς συνωμολογήθησαν τὰ δάνεια, ἐξ ἐναντίας βελτιόνει τὸ καθεστὼς, συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν ὅμως νομίζητε, ὅτι δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος φράσιν ἢ ἔννοια, ἣν παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ φράσις ἐκ τοῦ ὅλου τῶν ἐσόδων· διότι, ἐὰν ἀφαιρεθῇ, δὲν ἀλλάσσει τὴν ὅλην ἔννοιαν. Εἰς τὴν ἀπάλειψιν ὅμως τῆς διατάξεως τοῦ ἐδαφίου δὲν στέργω, διότι, ἐν ὅσῳ δὲν ἤθελον κανονισθῆ τὰ τῶν δανείων καὶ τὰ τῶν ἐξ αὐτῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους κατὰ τρόπον ὁριστικὸν καὶ ἀμετάβλητον, καὶ ἑπομένως προσδιορισθῇ διὰ τοῦ κανονισμοῦ ὡρισμένα ἔσοδα, πρέπει νὰ ἐκπληρώνωμεν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην τῶν δανείων ἐκ τοῦ ὅλου τῶν ἐσόδων. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῶν δανείων, ἀναλογιζόμενος δὲ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνουσιν οἱ δανειζόμενοι, εἴτε Κράτος, εἴτε ἰδιῶταί εἰσιν οὗτοι, ἀπορῶ ὄντως, διότι τὰ δάνεια καὶ αἱ ἐκ δανείων ὑποχρεώσεις εἰσὶ πιεστικαί, πιέζουσι τὸν δανεισθέντα κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἐξόδων, πιέζουσιν αὐτὸν κατὰ τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, πιέζουσιν αὐτὸν κατὰ τὴν πρόνοιαν, μεθ’ ἧς ὀφείλει νὰ κανονίζῃ τὰς ὑποθέσεις τοῦ καταλόγου τῶν ἰδίων αὑτοῦ ἀναγκῶν. Διὰ τοῦτο εὔχομαι ἡ γνώμη αὕτη ἀποκλειστικῶς νὰ χρησιμεύῃ ὡς ὁδηγὸς εἰς τὰς Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν κατὰ τὴν διάπραξιν τοῦ συμβιβασμοῦ ἤθελε κριθῇ ἀναγκαῖον νὰ συνομολογηθῇ δάνειον πρὸς διαῤῥύθμισιν ἄλλων οἰκονομικῶν ἀνωμαλιῶν, δὲν θέλω ἀντείπει, ἀλλὰ ὁμολογῶ, ὅτι ἐπεθύμουν καὶ τοῦτο νὰ ἀποφύγωμεν, ἂν κατασταθῇ δυνατόν. Καὶ ἐνδέχεται νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποφύγωμεν, διότι δυστυχῶς δὲν ἔχομεν μόνον τὰ χρέη ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα σκοποῦμεν καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ συνομολογήσωμεν τὸν συμβιβασμόν, ἔχομεν καὶ ἄλλα χρέη, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ μειόνωμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν εὐχάριστον ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θέλομεν ἔχει πλέον αὐτά. Εἶναι δὲ τὰ χρέη ταῦτα τὰ προσωρινά, ἤτοι τὰ κυμαινόμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι χρέη αἰτητὰ καὶ πιέζοντα, καὶ ἐνίοτε ἐνοχλητικά, εἶναι προσέτι τὰ χρέη ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, καὶ τὰ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ κερμάτων. Διὰ τοῦτο τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν προσδιορίσει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, δὲν θὰ προσδιορίσωμεν μόνον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν χρεῶν, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦμεν νὰ συμβιβασθῶμεν, ἀλλὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν πάντων τῶν χρεῶν. Ἑπομένως, ἐὰν περισσεύσῃ τι ἐκ τῆς τοιαύτης ὑπηρεσίας τῶν χρεῶν, διατὶ νὰ μὴ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις σχεδίου ἀποσβέσεως, τὸ ὁποῖον δύναται τὸ Κράτος νὰ συντάξῃ, ὅταν ἀποφασίσῃ νὰ προσδιορίσῃ ἔσοδα ὡρισμένα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους; Καὶ ταῦτα ἀφοῦ πρὸ τούτων ἀφῃρέθησαν τὰ διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους ἀπαιτούμενα. Τὰ οὕτω διὰ τὴν ἀπόσβεσιν τῶν χρεῶν διατεθησόμενα θέλουσι περισσεύει μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἀναγκαιούντων διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, καὶ προσέτι μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν διὰ τοῦ συνομολογηθησομένου συμβιβασμοῦ προσδιορισθησομένων ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ. Δυστυχῶς δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ ὡς βάσιμον τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης προέβαλεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης προέβαλε τὴν ἀπορίαν, ὅτι τὰ χρήματα κατὰ τὸ προσωρινὸν αὐτὸ διάστημα θέλουσι τίθεσθαι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ταμεῖον ἴδιον, πῶς θέλουσι τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου; Ἀλλὰ ὁ κεντρικὸς ταμίας θέλει καταθέτει εἰς τὴν Τράπεζαν ὅσα εἰσὶν ἀναγκαῖα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους· ἑπομένως τὰ χρήματα θέλουσιν εἶσθαι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Συμβουλίου· θέλουσιν εἰσπράττεσθαι ἀπὸ τοὺς κατὰ τοὺς νόμους περὶ τῶν εἰδικῶν τούτων ἐσόδων τεταγμένους ὑπαλλήλους, θέλουσι κατατίθεσθαι ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν θέλουσι μεταφέρεσθαι εἰς τὸ ταμεῖον τῆς προσδιορισθησομένης Τραπέζης. Τὸ Συμβούλιον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ὅταν ὑπάρχῃ ἀνάγκη προμηθείας συναλλάγματος, θέλει προμηθεύει αὐτὸ οὐχὶ ἐν ὡρισμένῃ ἡμέρᾳ, οὐχὶ ἐν ὡρισμένῳ μηνὶ, ἀλλὰ θέλει προβλέπει νὰ προμηθεύηται ἐγκαίρως τὸ συνάλλαγμα, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην. Διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον 17 τοῦ νομοσχεδίου περιέλαβε τὴν λέξιν «ἑκάστοτε». Τὸ «ἑκάστοτε» δὲν ἀναφέρεται εἰς τὰς προθεσμίας, καθ’ ἃς θέλουσι γίγνεσθαι αἱ πληρωμαὶ, ἀναφέρεται εἰς τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θέλει ἑκάστοτε φροντίζει νὰ προμηθεύηται τὸ ἀναγκαιοῦν ποσὸν τοῦ συναλλάγματος ἢ τοῦ χρυσοῦ. Οὕτω, εὗρε συνάλλαγμα εἰς συμφέρουσαν τιμὴν, ἢ συνεννοήθη ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἔχει ἐκεῖ εἰς τὴν διάθεσίν της συνάλλαγμα συμφέρον; δίδωσιν ἐντολὴν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα διαθέσῃ πρὸς ἀγορὰν τοῦ συναλλάγματος τούτου τὸ ἀναγκαιοῦν ποσόν. Ἡ τρίτη παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἦτο ν’ ἀποσπασθῇ ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 16, καὶ ν’ ἀποτελέσῃ σύνολον ἴδιον διατάξεων διαβατικῶν. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι ἡ πρόνοια αὕτη τῆς προσωρινότητος δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία. Ἀληθῶς δύο ὑπάρχουσι περίοδοι, ἡ μὲν μακροτέρα, ἡ δὲ βραχυτέρα· ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τοῦ ἐδαφ. αʹ τοῦ ἄρθρου 1 γίνεται λόγος περὶ τῆς περιόδου τῆς μακρᾶς, ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τοῦ αὐτοῦ ἐδαφίου περὶ τῆς περιόδου τῆς βραχυτέρας. Κατὰ τοὺς κανόνας δὲ, καθ’ οὓς συντάσσονται οἱ νόμοι, καλῶς διετάχθησαν τὰ περὶ τούτου, διότι πρέπει νὰ ἕπηται ἀμέσως τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία κανονίζει τὴν μακροτέραν περίοδον, παρὰ νὰ τεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ νόμου, διότι οὕτως ἐκδηλοῦται εὐκρινέστερον, ὅτι ἡμεῖς συνετάξαμεν τὸν νόμον τοῦτον διὰ τὸν μακρὸν χρόνον, τὸν χρόνον καθ’ ὃν θέλουσι κανονίζεσθαι τὰ περὶ τούτου διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ οὐχὶ διὰ τὸν βραχύν. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμένωμεν νὰ διατρανώσωμεν ἄλλην ἔννοιαν. Ἐγὼ δὲ δὲν δύναμαι ν’ ἀκολουθήσω αὐτοὺς κατὰ τοῦτο.
§108ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπιμένω ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν γνώμην μου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως...
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι τὴν γνώμην, τὴν ἑρμηνείαν.
§110ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν ἑρμηνείαν.... διότι δὲν βλέπω νὰ ὑπάρχῃ πολλὴ διαφωνία, ἀφοῦ παραδέχεται, ὅτι ὑπάρχει σύμβασις.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, —μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς διακόψω—ὁ νόμος ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῷ μέλλοντι. Δέκα ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ὁ νόμος λαμβάνει τὴν ἰσχὺν καὶ ἐφαρμόζεται. Τί ἐστὶ μέλλον; Μέλλον εἶναι ὁ χρόνος, ὅστις ἄρχεται, ἀφοῦ ὁ νόμος λάβῃ τὴν ἰσχύν.
§112ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ὁ νόμος οὗτος θὰ ἦναι εἷς ἐκ τῶν ἀπογόνων τοῦ συμβιβασμοῦ ἢ ἐκ τῶν προγόνων, δὲν τὸ συζητῶ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφισβήτητον, εἶναι ὅτι ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ ὑπάρχουσι πολλαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι μετὰ τὴν πρώτην περίοδον. Τὸ ἄρθρον 16 δίδει τὴν ἄδειαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους νὰ καταθέτῃ χρήματα εἰς μίαν ὡρισμένην Τράπεζαν, ἀλλὰ τίνα χρήματα; Τὰ χρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ εἰσπράττοντες δημόσια ἔσοδα ὑποχρεοῦνται κατὰ δεκαήμερον νὰ καταθέτουν εἰς τὴν Τράπεζαν αὐτήν. Οὐδεμία ὅμως διάταξις τῇ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα νὰ χρησιμοποιῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ νὰ καταθέτῃ εἰς Τράπεζάν τινα...
§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ βʹ παράγραφος.
§114ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Δι’ αὐτὸ παρετήρησα, ὅτι δὲν ἔχει χρηματικὴν διαχείρισιν.
§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν εὐαρεστηθῆτε νὰ θέσητε εἰς τὴν διάθεσίν μου μερικὰς χιλιάδας φράγκων, ἔχω τὴν διαχείρισιν αὐτῶν.
§116ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δύναμαι νὰ τὰ καταθέσω ὅπου θέλω, ἀλλ’ ἐὰν δώσω εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν χρήματα, τὰ ὁποῖα διαθέτω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν δὲν ἔχῃ εἰδικὴν πληρεξουσιότητα, δὲν δύναται νὰ τὰ καταθέσῃ ἢ εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον. Δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα τῷ ἐμπιστεύεται τὸ Κράτος, νὰ τὰ στέλλῃ π. χ. εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν.
§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον. Θὰ γείνῃ δὲ σύμβασις μετὰ τῆς Τραπέζης.
§118ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον 16 τὸ λέγει ῥητῶς.
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Τραπέζης θὰ κανονίσῃ, ὅτι μέχρις οὗ προσδιορισθῶσι τὰ εἰδικὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἔσοδα, θὰ κατατίθενται τὰ χρήματα εἰς τὴν Τράπεζαν.
§120ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν κανονίσῃ τοῦτο, θὰ πράξῃ κἄτι τι διάφορον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Ἀνέπτυξα τοῦτο διὰ νὰ ἔλθω εἰς τὴν ἐξήγησιν τῶν λόγων, ἕνεκα τῶν ὁποίων προτείνω τὰς τροποποιήσεις ταύτας. Ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε πολὺ σαφῶς, ὅτι τὴν νομοθετικὴν συνεργασίαν τὴν ἀποδέχεται, τοῦτο ἀκριβῶς ἐλέγομεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι τὴν νομοθετικὴν ταύτην συνεργασίαν τὴν προσφέρομεν ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι βελτιοῦμεν τὸ νομοθέτημα, ἐγὼ δὲ ἰδιαιτέρως ἔτυχον τῶν ἐπιθέσεων πανταχόθεν...
§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι ἐμοῦ.
§122ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ παρ’ ὑμῶν ἐν μέρει.... διότι ἠθέλησα νὰ δώσω τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν. Ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι ἴσως πλειότερον παντὸς ἄλλου, ὅπως λειτουργήσῃ ὁ θεσμὸς οὗτος ὑπὸ ἔποψιν κοινοβουλευτικῆς συνεργασίας, νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ λειτουργία τοῦ νομοθετήματος τούτου κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ περίοδον θὰ ἀπαντήσῃ δυσκολίας.
§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πάντες οἱ νόμοι κατὰ τὴν πρώτην ἐκτέλεσιν ἀπαντῶσι δυσκολίας.
§124ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θ’ ἀποφύγωμεν αὐτάς, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὰς προσωρινὰς διατάξεις, χωρὶς νὰ φοβώμεθα, ὅτι οὕτω δὲν κρύπτομεν τὴν ἀτέλειαν τοῦ νομοθετήματος. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν τὸ νομίζητε καλὸν, δὲν ἐπιμένω. Ἔκαμα τὸ καθῆκόν μου, ὑποβαλὼν τὰς βελτιώσεις, τὰς ὁποίας κρίνω ἀναγκαίας.
§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ὀφείλω χάριτας εἰς πάντα τὰ μέλη τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα ἠσχολήθησαν πρὸς ἐξεύρεσιν βελτιώσεων τοῦ νομοθετήματος.
§126ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μία ἄλλη γνώμη εἶναι εἰς τὴν τρίτην παράγραφον, ἥτις ἀφορᾷ τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ δημοσίου χρέους. Ὑπάρχει, νομίζω, ἔλλειψίς τις, ἡ ἔλλειψις ὅτι τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, (ἃς τὸ ἀναγνώσω ὅλον: «Ἡ ὑπηρεσία τῆς ἀποσβέσεως τοῦ δημοσίου χρέους, περὶ ἧς διέλαβεν ἡ § ιζʹ τοῦ εἰρημένου ἄρθρου τοῦ μνημονευθέντος Β. Διατάγματος τῆς 3ης Ἀπριλίου 1833, ἥ τε πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν περὶ ἀποσβέσεως διατάξεων τῶν περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους νομοθετηθησομένων κανονισμῶν, καὶ πᾶσα ἄλλη πρὸς πραγματοποίησιν ἀποσβέσεων, εἴτε διὰ τῆς ἐφαρμογῆς γενικοῦ ἀποσβεστικοῦ σχεδίου, εἴτε διὰ τῆς διαθέσεως πιστώσεων εἰδικῶς πρὸς τοῦτο χορηγηθεισῶν»), ὅπως εἶναι συντεταγμένον, ἀφίνει εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς γενικοῦ σχεδίου ἀποσβέσεων τοῦ χρέους, ἄνευ νόμου.
§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατόν.
§128ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως· διότι λέγει «νομοθετηθησομένων κανονισμῶν» τοὺς κανονισμοὺς τοὺς παραδέχεται νομοθετηθησομένους, ἐνῷ ἀμέσως κατωτέρω λέγει: «καὶ πᾶσα ἄλλη πρὸς πραγματοποίησιν ἀποσβέσεως, εἴτε διὰ τῆς ἐφαρμογῆς γενικοῦ ἀποσβεστικοῦ σχεδίου, εἴτε διὰ τῆς διαθέσεως πιστώσεων εἰδικῶς πρὸς τοῦτο χορηγηθεισῶν.» Αἱ πιστώσεις βεβαίως θέλουσι δοθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ ἡ ἐφαρμογὴ γενικοῦ ἀποσβεστικοῦ σχεδίου θὰ γείνῃ παρὰ τοῦ Συμβουλίου τοῦ δημοσίου χρέους.
§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ τῆς Βουλῆς;
§130ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως δύναται νὰ γείνῃ. Πρέπει νὰ τεθῇ «διὰ τῆς νομοθετηθησομένης ἐφαρμογῆς.»
§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· «διὰ τῆς ἐφαρμογῆς γενικοῦ ἀποσβεστικοῦ σχεδίου νομοθετηθησομένου.»
§132ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἴδιον κάμνει. Πρέπει νὰ προστεθῇ τὸ «νομοθετηθησομένου», διότι, ὅπως ἔχει, ὑποτίθεται ὅτι ἔχει ἐξουσίαν ἡ ὑπηρεσία νὰ προβῇ αὐτὴ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν γενικοῦ ἀποσβεστικοῦ σχεδίου.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερος τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1;
§134ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τῆς λέξεως «ἀποκλειστικῶς» θέλω νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Τὸ ἄρθρον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῶν ἀναφερομένων ἐν τῇ § ιεʹ τοῦ εἰρημένου 2 ἄρθρου τοῦ μνημονευθέντος Β. Διατάγματος, ἡ φροντὶς περὶ τῆς παραλαβῆς καὶ τῆς κατὰ τοὺς νενομοθετημένους εἰδικοὺς κανονισμοὺς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἀποταμιεύσεως τῶν κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους εἰσπραττομένων ἐσόδων ἐκ τῶν φόρων καὶ δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, τῶν διὰ νομοθετικῆς πράξεως προσδιορισθησομένων ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους.» Ὁμιλεῖ ἑπομένως τὸ ἄρθρον ἐν τέλει περὶ τῆς πράξεως ἢ συμβάσεως, ἥτις θὰ προσδιορίσῃ τοὺς φόρους καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ὅλα τὰ ἄλλα ὑπάρχουσι κεκανονισμένα. Μόνον περὶ μελλόντων δανείων ἢ περὶ τῶν δανείων τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη περίπτωσις· ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον περὶ τοῦ μέλλοντος κανονισμοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Ἄν μετὰ τῶν δανειστῶν αὐτῶν προσδιορίσωμεν ἀπὸ κοινοῦ ἔσοδα ὑπέγγυα, δὲν ἐννοῶ διατὶ ἀπὸ τοῦδε ἀποφαινόμεθα, ὅτι ταῦτα ἀποκλειστικῶς θὰ προσδιορισθῶσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν. Τοιοῦτος ὅρος ὑποχρεοῖ τὸ Κράτος νὰ μὴ ἀναλαμβάνῃ τὰ περισσεύματα, ὅσα μετὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν δανείων, δι’ ἃ εἶναι ὑπέγγυα, ἐπερίσσευσαν. Ἅπαν τὸ ἐκ τῶν φόρων αὐτῶν εἰσόδημα καὶ πέραν τῶν ἐτησίων τοκοχρεωλύτρων ἀνήκει εἰς τοὺς δανειστάς. Ἄν, ὡς πιστεύω, οὕτω δὲν τὸ ἐννοῇ ἡ Κυβέρνησις, τότε προτείνω ἀντὶ τοῦ «ἀποκλειστικῶς» νὰ τεθῇ «εἰδικῶς».
§135Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχει σημασίαν.
§136ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχει τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν εἴδομεν. Ἄν ἀφαιρέσητε αὐτὴν τὴν σημασίαν, μένει τὸ ζήτημα ἐκκρεμές.
§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ σβεσθῇ τὸ «ἀποκλειστικῶς» καὶ νὰ τεθῇ «εἰδικῶς», διότι νομίζει, ὅτι τὰ περὶ τούτου πρέπει νὰ κανονισθῶσι μετὰ τῶν δανειστῶν. Ἀλλὰ διατὶ νὰ σπεύσωμεν ἡμεῖς νὰ κανονίσωμέν τι, τὸ ὁποῖον θέλει κανονισθῆ; Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι, ἂν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀνατεθῶσιν αἱ ἐργασίαι, περὶ ὧν γίνεται λόγος ἐν τῷ 1 ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, δὲν ἤθελον ἐπιμείνῃ νὰ τεθῇ τὸ ἀποκλειστικῶς, ἠθέλομεν δ’ ἡμεῖς ὑποχωρήσει. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐτέθη τὸ ἀποκλειστικῶς ἐν περιόδῳ κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται μόνον περὶ τῶν προσδιορισθησομένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ὑποχρεώσεων, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμεῖ νὰ μή...
§138ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐτέθη (ἀναγινώσκει)... Πρόκειται περὶ ὅλου τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐνταῦθα ἀκριβῶς εἶναι ἡ θεμελιώδης διαφορά.
§139ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχουσιν αἱ συμβάσεις· δὲν πρόκειται νὰ προσδιορισθῶσι.
§140ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖαι συμβάσεις; Σήμερον δὲν ὑπάρχουσι καλύμματα.
§141ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τῶν ἄλλων δανείων, τῶν διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου κανονισθέντων, εἶναι κεκανονισμένα, δὲν εἶναι κανονισθησόμενα.
§142ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σήμερον δὲν ὑπάρχει καμμία πρόσοδος, ὑπαγομένη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, καμμία ἀπολύτως, μήτε διὰ τὰ ἐσωτερικά, μήτε διὰ τὰ προσωρινά, μήτε διὰ τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δάνεια. Τὰς ἀνέστειλε πάσας ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893.
§143ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πῶς τὸ συνάγετε αὐτό;
§144ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου.
§145ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁμιλεῖ περὶ ὅλων τῶν δανείων;
§146ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι τὸ ἀποκλειστικῶς δυνάμεθα νὰ μὴ τὸ διαγράψωμεν ἀπὸ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἐδαφ. αʹ, νὰ διαγράψωμεν δὲ αὐτὸ ἀπὸ τῆς βʹ ἢ τοῦ εἰρημένου ἐδαφίου.
§148ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς καμμίαν, νομίζω, δὲν πρέπει νὰ μείνῃ.
§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον νὰ διαγραφῇ, χωρὶς ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ «εἰδικῶς».
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 1 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς. Διεγράφη ἡ λέξις «ἀποκλειστικῶς» ἐκ τοῦ δευτέρου στίχου τῆς βʹ παραγράφου τοῦ αʹ ἐδαφίου, προσετέθη δὲ ἐν τῷ προτελευταίῳ στίχῳ τοῦ γʹ ἐδαφίου, μετὰ τὴν λέξιν «σχεδίου», ἡ λέξις «νομοθετηθησομένου». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2.
§151ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Πᾶσαι αἱ κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον ὑπηρεσίαι συνιστῶσιν ἴδιον κλάδον οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, ὑπὸ τὸ ὄνομα «ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους», κεχωρισμένον ἀπὸ τῆς ἄλλης διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου ἡ διοίκησις ἀνατίθεται εἰς ἀρχὴν αὐτόβουλον καὶ ἀνεξάρτητον, ὑπὸ τὸ ὄνομα «Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους».
§152ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν ἁπλῆν λεκτικὴν παρατήρησιν θέλω νὰ κάμω. Νομίζω ὅτι ὁ τίτλος «ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους» θὰ φέρῃ πολλὰς δυσκολίας. «Ὑπηρεσία», «ὑπηρεσία», «ὑπηρεσιῶν», «ὑπηρεσίας»! Νομίζω καλλίτερον, ἀντὶ «ὑπηρεσία», νὰ δώσωμεν τὸν τίτλον «Διεύθυνσις τοῦ δημοσίου χρέους.»
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ τεθῇ «Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Διευθύνσεως τοῦ δημοσίου χρέους».
§154ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἢ «Διοίκησις τοῦ δημοσίου χρέους», ἢ «Διεύθυνσις τοῦ δημοσίου χρέους».
§155Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω παρατήρησίν τινα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε ῥητῶς νὰ ἐξηγηθῇ, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 2 δὲν ἀποφασίζεται ἡ ἵδρυσις ἀνυπάρκτου νομικοῦ προσώπου.
§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. Ὁ πρακτικογράφος ἐκεῖ κάμνει μνείαν τῆς βεβαιώσεως ὑμῶν.
§157Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τῇ προτάσει μου ἐσημειώθη εἰς τὰ πρακτικά, ἀλλ’ ἐσημειώθη τοῦτο μόνον (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου, ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν Βόλου, ἔδωκε τὴν διασάφησιν, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, περὶ οὗ διαλαμβάνει τὸ ἄρθρον, εἶναι ἀρχὴ ἀνήκουσα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους.» Αὐτὸ δὲν ἐξηγεῖ τὸ πρᾶγμα. Ἢ λοιπὸν νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι δὲν εἶναι νομικὸν πρόσωπον, ἢ νὰ σημειωθῇ εἰς τὸν ἴδιον τὸν νόμον.
§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ σημειωθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι εἶναι Ἀρχὴ ἀπαραιτήτως ἀνήκουσα εἰς τὸ Κράτος, καὶ δὲν εἶναι νομικὸν πρόσωπον.
§159Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα· διότι εἰς τὰ πρακτικὰ δὲν ἐξηγεῖται ὅτι δὲν εἶναι νομικὸν πρόσωπον.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ γραφῇ τώρα, ὅτι δὲν εἶναι νομικὸν πρόσωπον.
§161ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ πρῶτον πρέπει νὰ γείνῃ «Διοίκησις τοῦ δημοσίου χρέους», καὶ τὸ τέλος νὰ γείνῃ «Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ δημοσίου χρέους».
§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δυνάμεθα νῦν νὰ τὸ ἀφαιρέσωμεν, διότι ἀνεγράφη ἐν τῇ βʹ § τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ 1 ἄρθρου (ἀναγινώσκει): «Μέχρις οὗ ὁρισθῶσι νομοθετικῶς τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους» κλπ. Δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ μεταβάλλωμεν κατὰ πᾶσαν ὥραν.
§163ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ παρατήρησίς μου ἀφεώρα εἰς τοῦτο, ὅτι, ὅταν θὰ ὑπάρχωσιν ἔγγραφα ἢ τι ἄλλο, ἡ λέξις «ὑπηρεσία» θὰ συγχέηται ἐν τῇ ἐννοίᾳ της μετ’ ἄλλων ὑπηρεσιῶν.
§164Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν direction ἔχει καλῶς, ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν ἁρμόζει.
§165ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν εἶναι ἡ Διεύθυνσις, direction de la dete publique, τὸ δὲ Συμβούλιον...
§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. «Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Διευθύνσεως».
§167ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐδῶ εἶναι Διοικητικὸν Συμβούλιον, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Φρονῶ ὅτι, ἂν καταστήσωμεν τὴν διοίκησιν τοῦ δημοσίου χρέους πολυμελῆ καὶ ἐκ τοιούτων προσώπων, ὁποῖα ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ, θὰ παραβιάσωμεν ὅλους τοὺς κανόνας περὶ εὐθύνης. Ἐγὼ ὑπὸ ἕνα μόνον ὅρον θὰ ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ λειτουργοῦντα τὸν ὀργανισμόν, ὃν παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου, ἦτο καὶ ὁ μόνος ὑπεύθυνος. Διὰ νὰ ἦναι ὅμως ὑπεύθυνος, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας, τὸ veto. Βεβαίως ἀνατρέπει ὅλην τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἄνευ τοιαύτης μεταβολῆς οὐδὲν πράττομεν.
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει. Δὲν ἀπήντησα προηγουμένως ἐπὶ τοῦ θέματος, διὰ νὰ μὴ μηκύνωμεν τὴν συζήτησιν, καὶ διότι δὲν ἐθεώρουν, ὅτι τέλος πάντων ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καὶ καταγγελίας τόσῳ δυσαρέστους. Ποῖα εἶναι τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα θέλουσι τίθεσθαι ὑπ’ ὄψει τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους; Ἡ ἀκρίβεια. Μόνον ἡ ἀκρίβεια, διότι ἐπὶ ἄλλων θεμάτων δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ διαφωνία, ἀλλὰ μόνον γνώμη στηριζομένη ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας διαβιβάζουσιν εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, ἢ ἐπὶ τῶν εἰκασιῶν, τὰς ὁποίας ποιοῦνται περὶ τῶν διακυμάνσεων τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος ἢ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου· ἀλλὰ περὶ τῆς ἀκριβείας εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις ἢ διαφωνία; Διχογνωμία περὶ τῆς ἀκριβείας! Ἀνεγράφησαν ἀκριβῶς καὶ πιστῶς τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα; ἐστάλησαν εἰς τὴν Τράπεζαν; ἐβεβαίωσεν αὕτη ὅτι παρέλαβεν αὐτά; ὑπελογίσθησαν ἀκριβῶς οἱ τόκοι; ἐξεδόθησαν τὰ ἀναγκαῖα ἐντάλματα τακτικῶς; ἐστάλησαν εἰς τὴν Τράπεζαν; ἀνεγράφησαν ἐν τοῖς βιβλίοις; Εἶναι ταῦτα μέτρα διοικητικὰ ἢ κυβερνητικά, ἐφ’ ὧν δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ διαφωνία; Μὲ ἠρώτησαν προχθὲς καὶ εἶπον ἴσως· δὲν ἐπίστευον ὅτι ἤθελεν ἀποπλανήσει τοσοῦτον αὐτὸς ὁ συλλογισμός, τὸν ὁποῖον τότε ἐξέθηκα, μνημονεύσας τὰς παραιτήσεις τῶν μειοψηφιῶν. Καὶ ἐξέλαβεν ἐκεῖνα ἡ μειοψηφία ὡς πιθανὰ, καὶ ἐτόνισεν αὐτὰ εἰς τὴν διὰ πασῶν ἀπὸ τοῦ βήματος! Δὲν εἶναι σπουδαῖα αὐτά. Πῶς θέλει παραιτηθῆ τις, καὶ ἂν ἤθελε συμβῆ, ἀντὶ νὰ ἀναγραφῶσιν 105, νὰ ἀνεγράφησαν 107; Μήπως δὲν ὑπάρχωσι στοιχεῖα καὶ ἔγγραφα, διὰ νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἀνακαλυφθῇ ὅτι κακῶς ἀνεγράφησαν 107, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῶσιν 105; Καὶ ὅταν πρόκειται περὶ παραλαβῆς χρημάτων ἢ περὶ πληρωμῆς χρημάτων, περὶ ἀγορᾶς συναλλάγματος ἢ περὶ ἐφαρμογῆς σχεδίου ἀποσβεστικοῦ, δύναται νὰ ὑπάρξῃ διχογνωμία, καὶ νὰ παρασταθῇ πλειοψηφία καὶ μειοψηφία, καὶ νὰ ἀναγκασθῇ ἡ μειοψηφία νὰ παραιτηθῇ;
§169ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ νομοθετῶν καὶ ξενομοθετεῖ.
§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ παρεστήθη, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Βασιλεία ἔχασαν τὸ κῦρός των! Ποία σύγχυσις ἢ ποία πλάνη!
§171ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἐπιμείνητε νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε;
§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν Δευτέραν εἶναι σταφιδικὸν ζήτημα.
§173ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐγεύθημεν.
§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν ἐγεύθην, καὶ εἶμαι ἐδῶ ἀπὸ τῆς ἕκτης ὥρας.
§175ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ τῆς τετάρτης ὥρας.
§176ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (πρὸς τὸν κ. Καραπάνον). Θὰ ὁμιλήσητε;
§177ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἔχω πολλὰς παρατηρήσεις νὰ φέρω.
§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ζητοῦμεν νὰ μᾶς στερήσητε καμμιᾶς ὁδηγίας. Εἰλικρινῶς σᾶς τὸ λέγω.
§179ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τῆς εἰλικρινείας σας, ἀλλ’ ἔχετε πολλὴν μετριοφροσύνην. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει).
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3.
§181ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀπὸ τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἀπὸ τοὺς διευθύνοντας τὰς ἐχούσας τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων δύο ἄλλας Τραπέζας, τὴν Ἰονικὴν καὶ τὴν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας. «Κωλυομένου τινὸς τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου, καλεῖται ὅπως μετάσχῃ τῆς συνεδριάσεως ὁ ἐν τῇ θέσει αὐτοῦ νόμιμος ἀναπληρωτής του.»
§182ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν καθωρίσατε τὸ ζήτημα τῶν διευθυνόντων τὰς Τραπέζας Ἠπειροθεσσαλίας καὶ Ἰονικῆς. Ποῖοι θὰ ἦναι; Διοικητὴς τῆς Ἰονικῆς εἶναι ὁ ἐν Λονδίνῳ, διευθύνων δὲ εἶναι ὁ ἐν Ἀθήναις. Ὑμεῖς λέγετε «τὴν Ἰονικὴν καὶ τὴν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας.»
§183ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νὰ τεθῇ «τοῦ ἐν Ἀθήναις καταστήματος τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης.»
§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρώτη παράγραφος νὰ διορθωθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀπὸ τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἀπὸ τοὺς διευθύνοντας τὰς ἐχούσας τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων δύο ἄλλας Τραπέζας, ἤτοι τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας καὶ τὸ ἐν Ἀθήναις κατάστημα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης.»
§185Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον αὐτὸ δὲν θὰ ἀπαρτίζηται ἀπὸ πολίτας Ἕλληνας;
§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι πολίτης Ἕλλην, ὁ διευθύνων τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας εἶναι πολίτης Ἕλλην, ὁ διευθύνων τὸ ἐν Ἀθήναις κατάστημα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης εἶναι πολίτης Ἕλλην. Λοιπὸν συνετάχθη ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου ἐν γνώσει ὅτι πάντες οἱ εἰρημένοι εἶναι πολῖται Ἕλληνες. Ἂν ὅμως ἤθελε συμβῆ μετά τινα ἔτη νὰ γείνῃ ἀλλοδαπὸς διοικητὴς τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ὑπάρχει πάντοτε ἐν τῷ Κράτει νομοθετικὴ ἐξουσία, ἵνα νομοθετήσῃ ὅ,τι ἂν ἐγκρίνῃ.
§187Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Φοβοῦμαι διὰ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν.
§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ φοβεῖσθε. Ἄν ἤθελε μεταβληθῆ, τότε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θὰ κανονίσῃ.
§189ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Τίνα φόβον ἔχετε διὰ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν;
§190Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι σπουδαιοτάτη καὶ ὀρθοτάτη ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Σκοπέλου, προσθέτω δὲ καὶ ἐγὼ τὴν ἐμὴν γνώμην εἰς αὐτὴν, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ταχθῇ ἐκεῖ διάκρισις, ὅτι πρέπει ὑπὸ πολίτου Ἕλληνος νὰ ἀντιπροσωπεύηται ἡ Τράπεζα.
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκα, ἀρκεῖ. Νομοθετοῦμεν ἔχοντες ὑπ’ ὄψει πολίτας Ἕλληνας· δὲν νομοθετοῦμεν ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ἀλλοδαπούς.
§192Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οἱ ἑρμηνευτικοὶ κανόνες παραδέχονται ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σπουδαία, ἀλλὰ δὲν δύναται αὕτη νὰ μεταβάλῃ τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Τὸ κείμενον τοῦ νόμου εἶναι, ὅτι ζητεῖ τοὺς διοικητὰς τῶν Τραπεζῶν χωρὶς τοῦ προσόντος τῆς ἰθαγενείας. Νομίζω ἀπαραίτητον νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον. Δὲν ἀρκεῖ μόνη ἡ σημείωσις εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Μία κακόβουλος πρόθεσις, ὑποθέσατε, μιᾶς τῶν Τραπεζῶν δύναται νὰ σοφισθῇ τὸ πᾶν.
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἤθελε κωλυθῆ παντάπασιν ἡ Βουλὴ τότε ἢ ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον. Ὁ νόμος εἶναι νόμος τοῦ Κράτους.
§194Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν λέγω ὄχι. Τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν θὰ μείνῃ ἀδρανὲς, ἀλλὰ θὰ ἦναι δυσχερέστερον τὸ ζήτημα τότε.
§195Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ ἦναι σημειωμένον εἰς τὰ πρακτικά.
§196ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι, κύριε Ὑπουργὲ, δὲν ἀρκεῖ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ σημειωθῇ εἰς τὸν νόμον· δὲν νομίζω κἂν ἐπαρκὲς νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§197Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί νὰ σημειωθῇ;
§198Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅτι πρέπει νὰ ἦναι Ἕλληνες οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Τραπεζῶν.
§199Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει ὁ κ. Φιλάρετος, εἶναι ὀρθή.
§200ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Φιλαρέτου δὲν ἔχει ὑπόστασιν, διότι δικαίωμα παραστάσεως δίδομεν εἰς τὰ ἱδρύματα, ἐνόσῳ ταῦτα εἶναι ἐθνικά.
§201ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀφοῦ ἀνεγράφη εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι περιττὴ πᾶσα ἄλλη προσθήκη.
§202Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι τοῦτο ἐγένετο τῇ προτάσει Βουλευτοῦ, καὶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἂν ἡ πρότασις γίνηται δεκτή.
§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ σημειωθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι ὁ εἰσαγαγὼν τὸν νόμον εἶπεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη οὕτω, ἐπὶ τῇ γνώσει ὅτι οἱ διευθύνοντες τὰ εἰρημένα τραπεζικὰ καταστήματά εἰσι πολῖται Ἕλληνες, ἐν ᾗ ἂν περιπτώσει δὲ οὗτοι δὲν ἤθελον εἶσθαί ποτε πολῖται Ἕλληνες, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θὰ δύναται τότε νὰ προνοήσῃ.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 4–8).
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9.
§206ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρὰ τῷ Διοικητικῷ Συμβουλίῳ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους διορίζεται γραμματεύς, ἐπὶ τῷ βαθμῷ τοῦ γενικοῦ γραμματέως τῶν Ὑπουργείων, μὴ ὑπαγόμενος δὲ εἰς τοὺς περιορισμοὺς τῶν προσόντων. Τῆς ὑπηρεσίας δ’ αὐτοῦ ἡ διάρκεια ὁρίζεται πενταετής, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ ἀπολυθῇ οὗτος τῆς ὑπηρεσίας πρὸ τῆς λήξεως τῆς πενταετίας, πλὴν ἄν ἤθελε παραπεμφθῇ δι’ ὁριστικοῦ βουλεύματος ἐπὶ πράξει προβλεπομένῃ ὑπὸ τῶν ἄρθρων 21 καὶ 22 τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἢ ἀναγομένῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, εἰς βαθμὸν πλημμελήματος ἢ ἐπὶ κακουργήματι.»
§207ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ δρᾶσις τοῦ γενικοῦ γραμματέως, ὡς ὁρίζει τὸ ἄρθρον 9, ἐν συνδυασμῷ μετὰ τῶν ἄλλων διατάξεων, ἔχει τι τὸ ἀνώμαλον μέχρι βαθμοῦ ἐπικινδύνου· διότι ὁ γενικὸς γραμματεὺς δὲν ὑπάγεται εἰς προσόντα, οὐδὲ εἰς καμμίαν ἐξουσίαν, δὲν παύεται παρὰ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις. Οὕτω δὲ δὲν εἶναι πλέον ὑπάλληλος, ἀλλὰ κυρίαρχος. Ἂν ὑπάρχῃ σκοπός τις ὑπερβολικῆς τινος παραχωρήσεως δι’ ἓν οἱονδήποτε πρόσωπον, θὰ τὸ συζητήσωμεν ὅταν ...
§208Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδὲν πρόσωπον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν.
§209ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ σκοπὸς τοιαύτης τινὸς μεγάλης παραχωρήσεως, δὲν βλέπω διατὶ ὁ γενικὸς γραμματεὺς νὰ ἦναι ἄνευ προσόντων, νὰ μὴ ὑπάγηται εἰς οὐδεμίαν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, νὰ μὴ ὑποτάσσηται εἰς κανένα, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν εἶναι δύστροπος ἢ κακὸς ἐκτελεστής, νὰ μένῃ, καὶ οὐ μόνον νὰ δυσκολεύῃ τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ νὰ καθιστᾷ δύσκολον τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐμὲ εἶναι ὁ κύριος διαχειριστὴς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ὀφείλει πᾶσαν τὴν δρᾶσίν του νὰ τὴν ἐκτελῇ διὰ τοῦ γενικοῦ γραμματέως. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχῃ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, καὶ δικαίωμα νὰ τὸν ἀποβάλλῃ ἀκόμη. Δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἕνα ἄγγελον, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀνωτάτου ὑπαλλήλου, πρέπει νὰ τεθῶσι προσόντα, διότι ἐνδέχεται νὰ μὴ ἦναι οὗτος ἄγγελος, ἀλλὰ διάβολος.
§210Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀνέγραψα προσόντα, διότι ἤθελον ἀναγκάσει ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἀναζητήσει νὰ ἀνεύρῃ γενικὸν γραμματέα, νὰ προσφύγῃ εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὸν πῶς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν· ἀνάγκη νὰ κατανοηθῇ, ὅτι ὁ γενικὸς γραμματεὺς εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ ἱδρύματος, ἂν δὲ αὐτὸς ἤθελε δυσαρεστήσει συμφέροντα ἀτόμων, ταῦτα ἤθελον ἐξεγερθῆ κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως κατὰ τὴν πρώτην εὐκαιρίαν ἤθελεν ἀποπεμφθῆ ἐκεῖθεν, ἐνῷ διὰ τῆς συνεχείας τῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ 4 ἢ 5 ἔτη θέλει κατασταθῆ χρησιμώτατος, ἀσφαλιζόμενος ἀπὸ πάσης ἐπιθέσεως, τὴν ὁποίαν ἀντίθεσις συμφερόντων ἤθελέ ποτε ἐπιχειρήσει, διότι ταῦτα εἶχον ζημιωθῆ ἕνεκα τοῦ γενικοῦ γραμματέως, ἐμμείναντος νὰ ἐκπληρώσῃ ἀκριβῶς τὸ καθῆκόν του. Ἄν θέλητε νὰ ἀναγράψωμεν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, δὲν ἀντιλέγω, ἀλλ’ ὑπάγεται εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Δὲν ὑπήγαγον καὶ αὐτὸν εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, διότι συμφέρον εἶναι ὁ γενικὸς γραμματεὺς νὰ ἔχῃ τόσον κῦρος, ὥστε ἕκαστος τῶν ὑπαλλήλων νὰ σέβηται αὐτόν. Εἰς τὸ ἄρθρον 9 παρακαλῶ νὰ γείνῃ μία διόρθωσις, ἵνα κατασταθῇ ἡ διάταξις σαφεστέρα. Προτείνω, μετὰ τὰς λέξεις «δι’ ὁριστικοῦ βουλεύματος» νὰ προστεθῇ ἡ λέξις εἴτε: «εἴτε ἐπὶ πράξει προβλεπομένῃ» κλπ., καὶ μετὰ τὴν λέξιν «πλημμελήματος» νὰ προστεθῇ πάλιν εἴτε: «εἴτε ἐπὶ κακουργήματι».
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10.
§212ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐν τοῖς γραφείοις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους διορίζονται· αʹ) Δύο τμηματάρχαι πρώτης τάξεως. βʹ) Εἷς τμηματάρχης δευτέρας τάξεως. γʹ) Τρεῖς ὑπουργικοὶ γραμματεῖς πρώτης τάξεως. δʹ) Τρεῖς ὑπουργικοὶ γραμματεῖς δευτέρας τάξεως. εʹ) Εἷς ὑπάλληλος ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς ἀλληλογραφίας, γνωρίζων τὰς ἀναγκαιούσας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην γλώσσας, ἐπὶ μισθῷ δραχ. τριακοσίων. Ϛʹ) Τρεῖς γραφεῖς πρώτης τάξεως. ζʹ) Δύο γραφεῖς δευτέρας τάξεως. ηʹ) Εἷς γραφεὺς τρίτης τάξεως. θʹ) Δύο κλητῆρες πρώτης, δευτέρας ἢ τρίτης τάξεως.»
§213Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ διαγραφῇ τὸ ἐδάφιον εʹ, τὰ δὲ ἑπόμενα ἐδάφια νὰ λάβωσι τὴν θέσιν ἐδαφ. εʹ, Ϛʹ, ζʹ καὶ ηʹ.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 11.
§215ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Αἱ περὶ διορισμοῦ, παύσεως καὶ πειθαρχικῶν ποινῶν διατάξεις τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν ἐν τοῖς Ὑπουργείοις ὑπαλλήλων ἰσχύουσι καὶ ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν ἐν τῷ ἀνωτέρῳ ἄρθρῳ ἀναγραφομένων ὑπαλλήλων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ἡ ἐπιτήρησις δὲ, ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῶν πειθαρχικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, ἐνασκουμένη διὰ τοῦ Γραμματέως αὐτοῦ. «Κατὰ τὴν πρώτην ὅμως ἐγκατάστασιν τῶν γραφείων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ ἐπὶ πενταετίαν ἔτι μετ’ αὐτήν, ἐπιτρέπεται νὰ διορισθῶσιν εἰς τὰς θέσεις γραμματέων καὶ γραφέων καὶ ἐκ τῶν διατελεσάντων ἐπὶ τριετῆ τοὐλάχιστον περίοδον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τραπεζικῶν καταστημάτων.»
§216Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀντὶ τῶν λέξεων «ἐν τῷ ἀνωτέρῳ ἄρθρῳ» παρακαλῶ νὰ τεθῇ «ἐν τοῖς ἀνωτέρω δυσὶν ἄρθροις». Προτείνω δὲ νὰ προστεθῇ ὡς δευτέρα παράγραφος ἡ ἑξῆς: «Εἰς τὸ κατὰ τὸ ἀνωτέρω 10 ἄρθρον προσωπικὸν τοῦ γραφείου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους δύναται νὰ προστεθῇ καὶ εἷς ὑπάλληλος ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς ἀλληλογραφίας, γνωρίζων τὰς ἀναγκαιούσας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ξένας γλώσσας, ἐπὶ μισθῷ δραχ. τριακοσίων.» Ἡ δὲ δευτέρα παράγραφος τοῦ νομοσχεδίου νὰ γείνῃ παράγραφος τρίτη.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§218Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὰς λέξεις «εἰς τὸν τμηματάρχην βʹ τάξεως» παρακαλῶ νὰ προστεθῇ «ὡς καὶ εἰς τὸν ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς ἀλληλογραφίας.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης).
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13.
§220ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ γραφικὰ ἔξοδα καὶ τὰ τῆς θερμάνσεως καὶ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ καταστήματος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ὡς καὶ τὰ πρὸς ἀγορὰν σκευῶν καὶ ἐπίπλων, κανονίζονται κατ’ ἔτος διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. «Τὸ μίσθωμα δὲ τῆς οἰκίας, ἥτις χρησιμεύει ὡς κατάστημα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, προσδιορίζεται διὰ τοῦ συμβολαίου τῆς μισθώσεως.»
§221Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ, μετὰ τὰς λέξεις «ὡς καὶ τὰ πρὸς ἀγορὰν σκευῶν καὶ ἐπίπλων», παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ λοιπὰ ἔξοδα»· διότι ὑπάρχουσιν ἔξοδα μεταφορᾶς, ταχυδρομικά, τηλεγραφημάτων, ἔξοδα κινήσεως, τὰ ὁποῖα εἰσιν ἀναπόφευκτα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 14–16).
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17.
§223ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐκ τῶν κατατεθειμένων ἐν τῇ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον Τραπέζῃ χρημάτων ἀναλαμβάνονται, δυνάμει ἐπιταγῶν τοῦ διευθύνοντος τὰς συνεδριάσεις τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, προσυπογεγραμμένων ὑπὸ τοῦ Γραμματέως τοῦ Συμβουλίου, φερουσῶν προσηρτημένον ἀπόσπασμα τῆς περὶ τούτου ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου, τὰ ἑκάστοτε ἀναγκαιοῦντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ποσά.»
§224Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 νὰ γείνῃ ἡ ἑξῆς τροποποίησις· ν’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ λέξεις «ἀναλαμβάνονται δυνάμει ἐπιταγῶν» διὰ τῶν λέξεων «πληρόνονται ὑπ’ αὐτῆς δυνάμει ἐνταλμάτων».
§225ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον 18, ὅπως ἔχει, εἶναι ἀρκετὸν νὰ κανονίσῃ τὴν κίνησιν τῶν κεφαλαίων, τὸ δὲ ἄρθρον 17 περιττεύει.
§226Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· διότι τὸ μὲν ἄρθρον 17 ὁρίζει τὰς πληρωμάς, τὰς ὁποίας ἐντέλλεται τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον συνεπείᾳ προβλέψεων, τὸ δὲ 18 ὁρίζει τὴν πληρωμὴν τῶν τρεχουσῶν δαπανῶν.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 17, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 18.
§228ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ πληρωμὴ τῶν ἐξόδων τοῦ δημοσίου χρέους κανονίζεται ἑκάστοτε ἐμπροθέσμως ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου. Τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἐκδίδονται ὑπὸ τοῦ διευθύνοντος τὰς συνεδριάσεις τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἐπ’ ὀνόματι τῶν δικαιούχων, εἰς βάρος τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 16 ὁριζομένης Τραπέζης καὶ ἀπέναντι τῶν παρ’ αὐτῇ καταθέσεων, ἀλλὰ πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει καὶ ἐντὸς τῶν διὰ τοῦ ἐτησίου προϋπολογισμοῦ κεχορηγημένων πιστώσεων, προσυπογράφονται δὲ ὑπὸ τοῦ Γραμματέως τοῦ Συμβουλίου, καὶ θεωροῦνται ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κατὰ τὰ περὶ τούτου νενομοθετημένα. «Τὰ ἐντάλματα ταῦτα ἐξοφλοῦνται πρὸ τῆς προσαρτήσεως εἰς αὐτὰ τῶν δικαιολογητικῶν αὐτῶν, ἤτοι τῶν οἰκείων τοκομεριδίων ἢ τῶν ἐξωφλημένων ὁμολογιῶν. Ταῦτα συγκεντρούμενα βαθμηδὸν προσαρτῶνται εἰς τὰ ἐντάλματα, εἰς ἃ ἀνήκουσι, καὶ ἀποστέλλονται εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον.»
§229Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, ἐν μὲν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «προσυπογράφονται δὲ ὑπὸ τοῦ Γραμματέως τοῦ Συμβουλίου», ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «προσαρτῶνται εἰς τὰ ἐντάλματα, εἰς ἃ ἀνήκουσι καί», νὰ προστεθῶσι δ’ ἐν τέλει τῆς αὐτῆς παραγράφου αἱ λέξεις «ἵνα προσαρτηθῶσιν εἰς τὰ ἐντάλματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήκουσι»· διότι, καθὰ εἶχον παρατηρήσει κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐγένετο ἀναστροφὴ φράσεων καὶ δὲν ἐγένετο ἡ διόρθωσις τότε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 19, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν).
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 20.
§231ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐν τοῖς γραφείοις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους συγκεντρόνονται πάντες οἱ ἀναγόμενοι εἰς τὴν ἐκ τῶν ἐθνικῶν δανείων καὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν ληψοδοσίαν ταμιακοὶ λογαριασμοί, ὡς καὶ οἱ εἰς τὰς εἰσπράξεις τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐσόδων καὶ εἰς τὰς καταθέσεις αὐτῶν. Πρὸς τοῦτο ὁ Κεντρικὸς ταμίας, οἱ λοιποὶ ταμίαι τῶν Ἀθηνῶν καὶ πάντες οἱ ἐπαρχιακοὶ ταμίαι ὀφείλουσι νὰ διαβιβάζωσιν εἰς τὸν Γραμματέα τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τὴν πέμπτην ἡμέραν ἑκάστου μηνὸς τοὺς τοῦ προηγουμένου μηνὸς λογαριασμοὺς αὐτῶν διὰ τὰ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ὡρισμένα ἔσοδα· ἡ δὲ κατὰ τὸ ἄρθρον 16 ὁρισθησομένη Τράπεζα τοὺς λογαριασμοὺς τῶν ἐσόδων τοῦ δημοσίου χρέους.»
§232Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν λέξιν «ἐσόδων», ἐν τῷ προτελευταίῳ στίχῳ, παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ πληρωμῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 20 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 21).
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 22 (ἀναγινώσκεται).
§234Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀντὶ «διὰ Β. Διατάγματος» νὰ τεθῇ «διὰ Β. Διαταγμάτων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 22, ὡς ἐτροποποιήθη).
§235ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ἄρθρον 23, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καταργηθῶσιν αἱ §§ 15, 16 καὶ 17 τοῦ διατάγματος τῆς 3 Ἀπριλίου 1833.
§236Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παντάπασι. Τὰ ἄρθρα 15, 16 καὶ 17 περιλαμβάνουσιν ὁμάδα ὑποθέσεων· ἀπὸ αὐτὰς ἀφῃρέθησάν τινες, ἀλλ’ ὑπολείπονται ἕτεραι. Τοῦτο ἦτο τὸ λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον περιέπεσε καί τις τῶν ἀγορευσάντων, τοῦ ὁποίου δὲν μνημονεύω· ὑπέλαβεν οὗτος ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ παράγραφοι αὗται.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μετὰ τοῦτο ἀναγνωσθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Δευτέραν πρῶτον ἀντικείμενον τὰ σταφιδικὰ νομοσχέδια. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 12 τῆς νυκτός.