| 3614 | Ἐπιθεώρησις. | ἄνδρες | ἵπποι | |
| 3615 | Ἀντισυνταγματάρχαι ἐπιθεωρηταὶ | 3 | 3.» |
1895.06.12
3.890 στίχοι · 30.838 λέξεις · 1 πίνακας · 149 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
Τῆς 12 Ἰουνίου 1895.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀναστάσιος Παπαναστασίου, ἀγωνιστής, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ μηνιαῖον βοήθημα. Κατάδικοι τῶν φυλακῶν Παλαιοῦ Στρατῶνος παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ συστήσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὴν εἰς αὐτοὺς ἀπονομὴν χάριτος διὰ τὸ τέταρτον τῆς ποινῆς των. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Διάφοροι δημόται τῶν δήμων Μυρτουντίων καὶ Βουπρασίων τῆς Ἠλείας, δηλώσαντες δυνάμει τοῦ νόμου ἐθνικὰς γαίας ἐν τοῖς δήμοις τούτοις, παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα περὶ δηλωθεισῶν γαιῶν, καὶ ἢ νὰ ἀποδοθῶσιν αὐτοῖς κατὰ νόμον αἱ δηλωθεῖσαι γαῖαι, ἢ νὰ ταῖς ἐπιστραφῶσι τὰ καταβληθέντα ὑπ’ αὐτῶν χρήματα καὶ ἀπαλλαχθῶσιν οὗτοι τῆς καταδιώξεως τοῦ Δημοσίου. Ὁ Δ. Λέριος δι’ ὑπομνήματός του ἐπαινεῖ τὸ νομοσχέδιον περὶ διδακτικῶν βιβλίων. Τὸ Προεδρεῖον τοῦ ἐν Ἀθήναις σωματείου τῶν σιδηρουργῶν ὑποβάλλει ἀναφορὰν τοῦ σωματείου, παρακαλοῦντος τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ ἡ μετὰ τοῦ Βελγίου συναφθεῖσα σύμβασις, δι’ ἧς καταργεῖται τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τοῦ κατειργασμένου σιδήρου. Δημόται Πανόρμου τῆς ἐπαρχίας Τήνου δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν ἐξαιτοῦνται ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσις δραχ. 2,150 πρὸς ἀνασύστασιν τοῦ Εἰρηνοδικείου Πανόρμου. Ἔμποροι καὶ πολῖται Πάλλης διὰ τηλεγραφήματός των ἐξαιτοῦνται τὴν προαγωγὴν τοῦ ὑποτελωνείου Ληξουρίου εἰς τελωνεῖον γʹ τάξεως, πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ ἐμπορίου. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Τριπόλεως διὰ τηλεγραφήματός του ἐκφράζει εὐχὴν ὑπὲρ τῆς ταχείας καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Πολῖται ἐκ Κυπαρισσίας παρακαλοῦσι διὰ τηλεγραφήματός των τὴν Βουλὴν, ὅπως ψηφισθῇ νόμος περὶ παρακρατήσεως τῆς σταφίδος. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Θορικίων καταγγέλλει τηλεγραφικῶς τὴν διαγωγὴν τοῦ αὐτόθι ἀστυνόμου κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀγροφυλάκων. Ὁ νομάρχης Πατρῶν διαβιβάζει ψήφισμα τοῦ λαοῦ τῶν Πατρῶν, δι’ οὗ παρακαλοῦνται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ προνοήσωσι νομοθετικῶς πρὸς ἄρσιν τῆς σταφιδικῆς κρίσεως.
§2ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὰς ζητηθείσας συμπληρωτικὰς πληροφορίας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ περὶ τῆς δημοπρασίας τῆς ὁδοῦ Καλαβρύτων–Πατρῶν. Ὁ βουλευτὴς Βώλου κ. Σχινᾶς μοὶ ἐζήτησε πίνακα κατ’ εἶδος καὶ κατὰ νόμον τῶν ὡς τηλεγραφοφυλάκων ὑπηρετούντων χωροφυλάκων καὶ ἰδιωτῶν. Καταθέτω αὐτόν. Ὁ κ. Τσαμαγκίδης, βουλευτὴς ἐκ Καρδίτσης, εἶχεν ὑποβάλει παράπονα κατὰ τοῦ δημάρχου Ταμασίου, ὡς διαρκῶς ἀπουσιάζοντος τῆς ἕδρας αὐτοῦ. Διέταξα τὸν νομάρχην, ὅπως φροντίσῃ, ἵνα ἡ ἕδρα τοῦ δήμου τούτου μείνῃ ἐν τῷ χωρίῳ τῷ ὡρισμένῳ ὑπὸ τοῦ Β. Διατάγματος. Ἐν ᾗ δ’ ἂν περιπτώσει ἐξακολουθῇ ὁ δήμαρχος ἀπουσιάζων, ν’ ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ πρώτου δημαρχικοῦ παρέδρου. Τέλος καταθέτω καὶ τὰς πληροφορίας τὰς ζητηθείσας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Τριφυλίας κ. Σωτηροπούλου περὶ τῶν ἐπιβληθέντων προσθέτων φόρων διὰ νόμου πρὸς διοχέτευσιν ποσίμου ὕδατος εἰς Λιγούδισταν. Ἐκ τούτων ἐξάγεται, ὅτι τὸ μίσθωμα κατὰ τὸ 1887 ἔφθασεν εἰς 8150 δραχμάς, τὸ 1888 εἰς 11,600, τὸ 1889 εἰς 4,360, τὸ 1890 εἰς 4,400. τὸ 1891 εἰς 8,500, τὸ 1892 εἰς 8,000. Ἐκ τῶν ποσῶν τούτων 10,000 δρ. κατετέθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν, καθυστεροῦνται δὲ 34,200, πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν ἐντάλματα προσωποκρατήσεως, τὰ ὁποῖα διέταξα τὸν νομάρχην Μεσσηνίας νὰ ἐκτελέσῃ, διετάχθη δὲ ὁ δήμαρχος νὰ ἐγγράψῃ ὑποθήκην ἐπὶ ἀκινήτων κτημάτων τῶν ὀφειλετῶν, πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ μισθώματος.
§3Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, δύο ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων «περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 7790 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1894 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου» καὶ «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 1050 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1894».
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 123–124).
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸν νόμον, ἡ δήλωσις τῶν ζῴων γίνεται μέχρι τῆς 10 Ἀπριλίου. Δυστυχῶς ἐν τῷ δήμῳ Φαλαισίας τῆς ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως ἀπέθανεν ὁ δήμαρχος καθ’ ὃν χρόνον ἔληγεν ἡ προθεσμία τῆς δηλώσεως τῶν ζῴων, μετὰ δὲ τὸν θάνατον αὐτοῦ κατεστράφησαν ἢ ὑπεξῃρέθησαν πάντα τὰ ἔγγραφα ἕνεκα τούτου οἱ κτηνοτρόφοι, καίτοι δηλώσαντες τὰ ἑαυτῶν κτήνη, ὑπόκεινται εἰς καταδίωξιν, ὡς μὴ δηλώσαντες. Τὴν ἀδικίαν ταύτην προτείνω νὰ ἄρωμεν, καὶ διὰ τοῦτο προβάλλω νομοσχέδιον περὶ τούτου.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 125).
§7ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου τρεῖς δήμαρχοι, φίλοι τοῦ κ. Λιδωρίκη, δὲν κατέγραψαν τὰ κτήνη τῶν ἀντιθέτων, καίτοι δηλωθέντα, καὶ ἕνεκα τούτου αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς ἄνθρωποι σήμερον καταδιώκονται. Παρακαλῶ νὰ συμπεριλάβητε εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ τούτους.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τῆς ὑποθέσεως ταύτης λαμβάνω γνῶσιν πρώτην ἤδη φοράν. Θέλω ἐξετάσει τὰ κατ’ αὐτήν. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ δήμαρχοι ἐξετέλεσαν ἀξιόποινον πρᾶξιν, θέλουσι καταδιωχθῆ ποινικῶς.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Μυλωνᾶς κατέθηκεν ἔγγραφον ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς.
§10ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ ἐξετάσῃ ἁρμοδίως: 1) Διατί ὁ ἀστυφύλαξ τῆς ἐν Ζακύνθῳ ἀστυνομίας Γεώργιος Ξένος ἢ Γονέος, καταδικασθεὶς παρὰ τοῦ Πλημμελειοδικείου Ζακύνθου εἰς δίμηνον φυλάκισιν ἐπὶ ἀδίκῳ ἐπιθέσει μετὰ βιαιοπραγιῶν κατὰ τοῦ Παναγιώτου Τσουλούφη ἢ Λάγκου, δὲν ἀποτίει τὴν ποινήν του εἰς τὰς ἐν Ζακύνθῳ φυλακάς. 2) Ἐν ᾧ ἡ ποινή του λήγει κατὰ τὴν 27 τρέχοντος μηνὸς Ἰουνίου, χρησιμεύει ὡς σωματοφύλαξ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ἀστυνομίας Δημητρίου Παλαιολόγου. 3) Ἂν ὁ Διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας Ζακύνθου ἀνέφερεν ἁρμοδίως τὴν καταδίκην τοῦ ἀστυφύλακος τούτου καὶ ἐζήτησε τὴν κατὰ νόμον περὶ ἀστυφυλακῆς μετάθεσιν αὐτοῦ, καταδικασθέντος, ὡς εἴρηται, εἰς βαθμὸν πλημμελήματος. 4) Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἀνέφερε τὸ τοιοῦτον ὁ Διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας Ζακύνθου καὶ ἅπαντα τὰ ἀνωτέρω, νὰ τιμωρηθῇ ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος.»
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡσαύτως ὁ βουλευτὴς Τροιζηνίας κ. Δειμέζης ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν.
§12ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, ὅπως εὐαρεστούμενος προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὸν κατάλογον πάντων τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ὑπαξιωματικῶν τῶν διαφόρων κλάδων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἐμφαίνοντα δι’ ἕκαστον τούτων: 1) Τὸ ὄνομα, ἐπώνυμον καὶ τὴν πατρίδα. 2) Τὸν χρόνον τῆς ἀρχικῆς ἐν τῷ ναυτικῷ κατατάξεως καὶ τὴν ἡλικίαν, ἣν ἔφερε τότε· 3) τὸν βαθμὸν ὃν ἔφερε κατὰ τὴν πρώτην Μαΐου 1895, καὶ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἔλαβε τοῦτον. 4) Εἰς τὰς παρατηρήσεις σημείωσιν τοῦ προβιβασμοῦ, ὃν ἔλαβε κατὰ τὸν παρελθόντα Μάϊον 1895. «Παρακαλεῖται προσέτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίγραφα τῶν διαταγῶν, δι’ ὧν ἐγένοντο προβιβασμοὶ ὑπαξιωματικῶν ἐντὸς τοῦ τελευταίου Μαΐου ἐνεστῶτος ἔτους.»
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Παπαμιχαλόπουλος δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεώς του παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν «νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν ἑκάστῳ σώματι στρατοῦ πλεοναζόντων τυχὸν ἀνθυπολοχαγῶν». Ὁ βουλευτὴς Μαντινείας κ. Τριανταφυλλάκος ὑποβάλλει γραπτὰς τὰς ἑξῆς ἐπερωτήσεις.
§14ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλοῦνται οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ προσαγάγωσιν, ἕκαστος ἰδίᾳ, λεπτομερῆ πίνακα, ὑπογεγραμμένον παρὰ τῶν ἁρμοδίων τμηματαρχῶν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας ἑκάστου Ὑπουργείου, ἐμφαίνοντα «αʹ) Τὰ ἀνεγνωρισμένα ὡς ὀφειλόμενα ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου ποσὰ κατ’ ἄτομον ἢ νομικὸν πρόσωπον, ποσὸν καὶ αἰτίαν χρέους, καὶ ἀνήκοντα εἰς κεκλεισμένας χρήσεις, μὴ περιλαμβανόμενα ἐν τῇ ἀναγραφομένῃ ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 13 ἄρθρον 1 τοῦ προϋπολογισμοῦ πιστώσει ἐκ δραχμῶν 1,065,766.05. «βʹ) Τὰ ὡσαύτως ἀνεγνωρισμένα ὡς ὀφειλόμενα καὶ ἀνήκοντα εἰς διαγεγραμμένας χρήσεις ποσὰ, μὴ περιλαμβανόμενα ἐν τῇ ἀναγεγραμμένῃ ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 13 ἄρθρον 2 τοῦ προϋπολογισμοῦ πιστώσει ἐκ δραχμῶν 13,567.11. «γʹ) Τὰ ἐπίσης ὀφειλόμενα καὶ ἀνήκοντα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1894. «δʹ) Διὰ τίνα τῶν ποσῶν ἑκάστης τῶν ἀνωτέρω κατηγοριῶν ἔχουσιν ἐκδοθῆ ἐντολαὶ πρὸς ἔκδοσιν χρηματικῶν ἐνταλμάτων, μένουσαι ἐκκρεμεῖς διὰ τὴν ἔλλειψιν πιστώσεως. «εʹ) Διὰ τίνα ἐκ τῶν ὀφειλομένων ποσῶν πληρόνεται τόκος, καὶ ποῖος. «Ϛʹ) Διὰ τίνα ἐκ τῶν ὀφειλομένων ποσῶν ὑπεβλήθησαν μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 διὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως δηλώσεις πιστώσεων; «ζʹ) Ἄν καὶ ποῖα ποσὰ ἐκ τῶν ὀφειλομένων, ἀναγομένων δὲ εἰς τὰ δημόσια ἔργα, περιλαμβάνωνται ἐν τῇ ἀναγραφομένῃ ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 15 ἄρθρα 3 καὶ 4 τοῦ ὑποβληθέντος νῦν προϋπολογισμοῦ προσθέτῳ πιστώσει ἐκ δραχμῶν 820,000 ἐν ὅλῳ. «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰς μετὰ τὸν ͵ΒΚΕʹ νόμον τῆς 16 Ἰουλίου 1892 γενομένας διαλύσεις ἐργολαβιῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται ἤδη αἱ πρὸς πραγματοποίησιν τῶν διαλύσεων τούτων ἐνέργειαι, ποῖαι δ’ ἐνεκρίθησαν ἀποζημιώσεις ἐπὶ τούτων διὰ διαφυγὸν θεμιτὸν κέρδος, διὰ προμηθευθὲν καὶ μὴ χρησιμοποιηθὲν ὑλικὸν καὶ δι’ ἐργαλεῖα. «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ πίνακα, ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων, ἐμφαίνοντα τὰ ἐργολαβικῶς παραχωρηθέντα πρὸς ἐκτέλεσιν δημόσια ἔργα ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ κατὰ τὸ π. ἔτος 1894 ψηφισθέντος καὶ δημοσιευθέντος νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ» μέχρι τέλους τοῦ π. μηνὸς Μαΐου ἐ. ἔ., τὸ ποσὸν τῆς προϋπολογισθείσης δαπάνης, τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης ἐφ’ ᾗ ἐγένετο ἡ παραχώρησις, καὶ ἂν ἐτηρήθησαν αἱ ὑπὸ τοῦ μνησθέντος νόμου καθιερωθεῖσαι διατυπώσεις. «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ πίνακα, δηλοῦντα τὰς μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1894 κατασκευασθείσας ἀρχικῶς ἀνὰ τὴν ἐπικράτειαν ἐθνικὰς ὁδούς, τὴν ἔκτασιν ἑκάστης κατὰ στάδια, καὶ τὴν ἐποχὴν τῆς κατασκευῆς.»
§15ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδένα λανθάνει, ὅτι τὸ πολύτιμον προϊόν τῆς σταφίδος διέρχεται κρίσιν, ἡ ὁποία ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος καθίσταται καὶ ὀξυτέρα καὶ μᾶλλον ἐπικίνδυνος. Αἱ τιμαὶ κατέπεσαν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε δὲν ἐπαρκοῦσι νὰ καλύψωσιν οὐδ’ αὐτὰ τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα διὰ τὴν συνήθη καλλιέργειαν ἔξοδα· καὶ ὅμως οὐδὲ εἰς αὐτὰς τὰς εὐτελεῖς τιμὰς εὑρίσκονται ἀγορασταί, καὶ πολλὰ ἑκατομμύρια σταφιδοκάρπου κεῖνται ἀζήτητα ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὰς ξένας ἀγοράς, ἐμβάλλοντα εἰς ἀπελπισίαν τοὺς κατόχους. Πρὶν ἐπέλθῃ ἡ κρίσις, ἐκ τοῦ προϊόντος τούτου εἰσήγοντο ἐν Ἑλλάδι ὑπὲρ τὰ 65,000,000 δραχμῶν, ποσὸν ὑπερβαῖνον τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου ἡμῶν ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου. Ἐκ τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου οὐδὲ τὸ ἥμισυ εἰσήρχετο εἰς τὰ βαλάντια τῶν σταφιδοκτημόνων· μέγα μέρος ἀπεῤῥόφων τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, καὶ ἰδίως οἱ μισθοὶ τῶν ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι, κατερχόμενοι ἀπὸ τῶν ὀρεινῶν ἐπαρχιῶν καὶ ἐργαζόμενοι μὲ παχέα ἡμερομίσθια, ἐπανήρχοντο εἰς τὰς ἑστίας των φορτωμένοι μὲ χρήματα, 7 ἢ 8 ἑκατομμύρια ἀπελάμβανε τὸ Κράτος ἀπὸ ἔγγειον φόρον καὶ ἐξαγωγικὸν τέλος, ὑπὲρ τὰ τρία δ’ ἑκατομμύρια εἰσέπραττον οἱ δῆμοι διὰ δημοτικούς, λιμενικοὺς καὶ ἄλλους φόρους, εἶχε δὲ τὸ Δημόσιον καὶ ἄλλην ἔμμεσον ὠφέλειαν ἐκ τῆς σταφίδος, διότι οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, περιοριζόμενοι εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς σταφίδος καὶ μὴ ἀσχολούμενοι εἰς ἑτέραν παραγωγήν, ἐπρομηθεύοντο ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς τὰ χρειώδη καὶ πολλὰ ἄλλα ἀντικείμενα ἐκ τῶν εἰς βαρεῖς εἰσαγωγικοὺς δασμοὺς ὑποκειμένων. Μετὰ τὴν κρίσιν ἡ πρόσοδος τῆς σταφίδος ἠλαττώθη κατὰ τὰ ⅗ ἢ καὶ τὰ ⅔, ἡ δὲ ἐλάττωσις αὕτη ἔπεσε κυρίως εἰς βάρος τῶν σταφιδοκτημόνων, διότι τὰ μὲν ἔξοδα τῆς καλλιεργείας ὀλίγον ἠλαττώθησαν, καὶ μάλιστα δι’ ἐκείνους, οἵτινες καλλιεργοῦσι διὰ ξένων χειρῶν, αἱ δὲ μερίδες τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δήμων ἔμειναν σχεδὸν ἄθικτοι, διότι πλὴν τῆς Ἑπτανήσου, ὅπου ἡ φορολογία παρακολουθεῖ τὴν τρέχουσαν τιμήν, εἰς τὰ ἄλλα μέρη οἱ ἐπὶ τῆς σταφίδος δημόσιοι καὶ δημοτικοὶ φόροι εἶναι πάγιοι, καὶ ἐξακολουθοῦσι τό τε Δημόσιον καὶ οἱ δῆμοι νὰ εἰσπράττωσι καὶ σήμερον τοὺς αὐτοὺς φόρους, ὅσους καὶ ὅτε ἡ σταφὶς εἶχε μεγάλην τιμήν. Ἕνεκα τούτου οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ περιέστησαν εἰς μεγάλας στενοχωρίας, καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι εὑρέθησαν ἐστερημένοι τῶν μέσων, ὅπως καλλιεργήσωσι τὰ κτήματά των, πληρώσωσι τοὺς φόρους των καὶ συντηρηθῶσιν. Ἀπέναντι τῆς καταστάσεως ταύτης δὲν ἠδύνατο νὰ μείνῃ ἀδιάφορος οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ Βουλή, καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν, ὅτι εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλήν, ἦλθε πολλάκις τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος, ἐγένοντο πολλαὶ καὶ μακραὶ συζητήσεις, ὑπεβλήθησαν διάφοροι προτάσεις καὶ ἐπὶ τέλους ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ νὰ ὑποβάλῃ ἴδιον νομοσχέδιον. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα δὲν κατέληξαν εἰς ἀποτέλεσμα, διότι ὁ τότε Πρωθυπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ περιορισθῇ εἰς μόνον τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπεδεικνύετο σχεδὸν πανταχόθεν καὶ τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸς ἐθεώρησεν ὅτι ἠδύνατο εὐκόλως νὰ πραγματοποιηθῇ καὶ νὰ προλάβῃ τὴν ὑποτίμησιν, ἀλλ’ ἐπρότεινε καὶ ἄλλα διάφορα μέτρα, τείνοντα εἰς ἀνακούφισιν τῶν παραγωγῶν· ἀλλὰ ταῦτα δὲν εὗρον ὑποδοχήν, διότι ἄλλοι μὲν τῶν Βουλευτῶν δὲν τὰ ἐθεώρησαν ἀρκούντως συντελεστικά, ἄλλοι δὲ ἔβλεπον, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι τὰ ἀναγκαῖα μέσα, ὅπως πραγματοποιηθῶσι. Δὲν ἔλειψαν δὲ κατὰ τὰς συζητήσεις ἐκείνας καὶ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν πάσας τὰς ὑποβληθείσας προτάσεις, δογματίζοντες ὅτι ἡ κρίσις θὰ παρέλθῃ ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ ὅτι πᾶσα παρέμβασις τῆς Πολιτείας μᾶλλον θὰ βλάψῃ. Ἐν τούτοις ἡ κρίσις οὐ μόνον δὲν παρῆλθεν, ἀλλ’ ἐδεινώθη ἔτι μᾶλλον, καὶ ἡ κατάστασις τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν κατέστη ἀφόρητος, ὡς δύνασθε νὰ συμπεράνητε ἀπὸ τὰ συλλαλητήρια, τὰ ὁποῖα συγκροτοῦνται καθ’ ἑκάστην ἐκεῖ, καὶ ἀπὸ τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα βροχηδὸν καταφθάνουσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Πλεῖστοι ὅσοι, οἱ ὁποῖοι ἔζων πρότερον ἐν μεγάλῃ ἀνέσει, ἀναγκάζονται σήμερον, ἵνα οἰκονομήσωσιν ὀλίγα χρήματα, νὰ ἐργάζωνται καὶ νὰ ἐκτελῶσι βαρυτάτας ἐργασίας, εἰς τὰς ὁποίας οὐδέποτε ἠσχολήθησαν· καὶ ὅμως εὑρίσκονται ἐν τοιαύτῃ ἀνεχείᾳ, ὥστε βλέπετε πολλοὺς νὰ περιφέρωνται μὲ πεπαλαιωμένα ἐνδύματα καὶ ῥακένδυτοι, καὶ μανθάνετε, ὅτι τρέφονται μὲ ξηρὸν ἄρτον, τὸν ὁποῖον, καὶ αὐτὸν, μὲ μεγάλην δυσκολίαν πορίζονται. Καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκει ἡ δυστυχία αὕτη, δὲν ἔχουσιν ἡσυχίαν καὶ ἀπὸ τὰς καταδιώξεις· ἀστυφύλακες καὶ δικαστικοὶ κλητῆρες περιφέρονται μὲ ἐντάλματα τῶν ταμιακῶν ἀρχῶν καὶ μὲ δικαστικὰς ἀποφάσεις διὰ χρέη προερχόμενα ἀπὸ συναλλάγματα καὶ γραμμάτια, καὶ ζητοῦσι νὰ τοὺς συλλάβωσιν· ὑπάρχουσι δὲ καὶ πολλοὶ δανεισταὶ ἐπὶ ὑποθήκῃ ἀκινήτων, οἱ ὁποῖοι, ὠφελούμενοι ἀπὸ τὴν περίστασιν, ἐκθέτουν εἰς πλειστηριασμὸν τὰ ἐνυπόθηκα κτήματα, καὶ κατακυροῦνται ταῦτα εἰς τὸ τρίτον, εἰς τὸ πέμπτον, πολλάκις δὲ καὶ εἰς τὸ δέκατον τῆς πραγματικῆς των ἀξίας. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐμακαρίζοντο ἄλλοτε διὰ τὸν πλοῦτόν των, ἡμεῖς δὲ, οἱ ἐκλεχθέντες ἐξ αὐτῶν Βουλευταί, εἰσήλθομεν εἰς τὸν περίβολον τοῦτον τοιαύτας κομίζοντες ἐντυπώσεις. Τὰς ἐντυπώσεις ταύτας ἔχομεν ἐντολὴν ἀπὸ τοὺς συνεπαρχιώτας μας νὰ μεταδώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ παρακαλέσωμεν, ὅπως μὴ ἀδιαφορήσωσιν ἐπὶ πλέον, ἀλλὰ νὰ λάβωσιν οἱονδήποτε μέτρον, πρὸς σωτηρίαν τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, διότι καὶ αὐτοὶ καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν τὰ πράγματα μείνωσιν ὡς ἔχουσι, θέλει χειροτερεύσει ἔτι μᾶλλον ἡ κατάστασις, θὰ πεινάσωσιν οἱ ἄνθρωποι, θὰ καταστραφῶσι τὰ κτήματα καὶ θὰ ζημιωθοῦν ἀκόμη καὶ οἱ ξένοι, οἱ ὁποῖοι συνείθισαν νὰ μεταχειρίζωνται τὸν καρπὸν, συστήσαντες μάλιστα καὶ ἐργοστάσια πρὸς κατασκευὴν βιομηχανικῶν προϊόντων, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ εὑρίσκωσι πάντοτε νὰ ἀγοράζωσι σταφίδα μὲ μετρίας τιμάς. Ὅπως δὲ εὐκολύνωμεν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἅμα κατηρτίσθη ἡ Βουλή, συνήλθομεν αὐτόκλητοι πάντες οἱ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν Βουλευταί, καὶ ἀφοῦ ἐθρηνήσαμεν διὰ τὴν δυστυχίαν τῶν ἐπαρχιῶν μας, ἀντηλλάξαμεν τὰς ἰδέας μας, καὶ ἐπὶ τέλους ἀνετέθη εἰς ἐμὲ, ὡς πρεσβύτερον, νὰ σχηματίσω ὀλιγομελῆ ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία, συνεργαζομένη μετ’ ἐμοῦ, νὰ ὑποβάλῃ ὁριστικὴν γνώμην περὶ τοῦ πρακτέου. Συνεπείᾳ τῆς ἐντολῆς ταύτης εὐηρεστήθησαν νὰ συνέλθωσι κατὰ παράκλησίν μου εἰς συνδιάσκεψιν μετ’ ἐμοῦ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου κ. κ. Αὐγερινὸς, Δεληγεώργης, Βαλσαμάκης, Πετιμεζᾶς, Παναγιωτόπουλος, Βότσης, Μποῦτος καὶ Φορέστης. Εἰς τὴν συνδιάσκεψιν ταύτην ἐπανελήφθησαν πάνθ’ ὅσα ἐλέχθησαν καὶ εἰς τὴν γενικωτέραν ὁμήγυριν καὶ πολλὰ ἄλλα, καὶ ἐξητάσθη τὸ ζήτημα ὑπὸ ὅλας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις, δὲν ἐβραδύναμεν δὲ νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὁμοφώνως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζεται καὶ ὁμολογεῖται παρὰ πάντων, ὅτι δηλαδὴ πρώτη καὶ κυρία αἰτία τῆς κρίσεως εἶναι ἡ δυσαναλογία τῆς παραγωγῆς πρὸς τὴν κατανάλωσιν. Ἡ παραγωγὴ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη οὐ μόνον δὲν ἠλαττώθη, ἀλλὰ καὶ ηὔξησεν, ὡς ἐκ τῆς ἐνηλικιώσεως καὶ τῆς καρποφορίας τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν γενομένων φυτειῶν, ἀφ’ ἑτέρου ἡ κατανάλωσις ἠλαττώθη, διότι ἕνεκα τῶν ἐπιβληθέντων φόρων ἐν Γαλλίᾳ ἀπεκλείσθη τὸ προϊόν μας ἀπὸ τὴν ἐπικράτειαν ἐκείνην, ἥτις εἶχε κατασταθῆ ἡ κυριωτέρα ἀγορὰ τῆς καταναλώσεως, ἐντεῦθεν δὲν εὑρίσκει διέξοδον ὁλόκληρον τὸ παραγόμενον ποσὸν, καὶ ἐκ τούτου προέρχεται ἡ ἀζητησία καὶ ἡ ὑποτίμησις. Δὲν ἀγνοεῖ ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι συντελεῖ εἰς τὴν ἐπιδείνωσιν τῆς κρίσεως καὶ ἡ ὑπάρχουσα οἰκονομικὴ δυσπραγία τῆς χώρας, ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν ἔχουσι χρήματα οὔτε οἱ μεγαλέμποροι, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε ἠγόραζον μεγάλας ποσότητας σταφιδοκάρπου ἐπὶ κερδοσκοπίᾳ, οὔτε αἱ Τράπεζαι καὶ οἱ κεφαλαιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι διηκόλυνον διὰ μικρῶν δανείων τοὺς παραγωγούς. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκλείψῃ ἡ δυσπραγία αὕτη, τὸ κακὸν δὲν ἤθελε θεραπευθῆ, διότι, ἐνόσῳ ὑπάρχει ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν δύναται νὰ καταναλωθῇ ὁλόκληρος ὁ παραγόμενος σταφιδόκαρπος, οὔτε μεγαλέμποροι ἤθελον εὑρεθῆ διὰ νὰ τὸν ἀγοράσουν, οὔτε Τράπεζαι καὶ κεφαλαιοῦχοι διὰ νὰ δανείσωσι χρήματα ἐπὶ ἐνεχύρῳ αὐτοῦ. Μένει λοιπὸν πάντοτε ὡς κυρία, ὡς πρώτη καὶ ὡς μόνη αἰτία τῆς κρίσεως ἡ δυσαναλογία μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως, ἐκ τῆς ὁποίας προέρχεται ἡ ἀνισοῤῥοπία τῆς προσφορᾶς πρὸς τὴν ζήτησιν, καὶ περὶ τῆς ἀνισοῤῥοπίας ταύτης ἔχομεν καθῆκον ἅπαντες νὰ σκεφθῶμεν, ὅπως ἐκ παντὸς τρόπου ἐλαττωθῇ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ προϊόντος, τοῦ ὁποίου ἡ κατανάλωσις ἔφθασεν εἰς τὸ τελευταῖον ὅριον, ἄλλο μέσον δὲν ὑπῆρχε, παρὰ νὰ καταστρέψωμεν, νὰ ἐκριζώσωμεν μέρος τῶν σταφιδαμπέλων, διὰ νὰ ἐλαττωθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ παραγωγή· καὶ ἡ συμβουλὴ αὕτη μᾶς δίδεται ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν καὶ πολεμοῦσι τὰ παρὰ τῶν ἄλλων προτεινόμενα μέτρα. Μᾶς λέγουσι καθαρά: ἀφοῦ παράγετε πολὺν σταφιδόκαρπον, ἀφοῦ διὰ τὴν παραγωγὴν ἑκάστης χιλιάδος δαπανᾶτε πλέον τῶν ὀγδοήκοντα δραχμῶν, ἀφοῦ δὲν εὑρίσκετε νὰ τὸν πωλήσητε οὔτε εἰς αὐτὴν τὴν τιμήν, ἐκριζώσατε μέρος τῶν σταφιδαμπέλων, διότι τοιουτοτρόπως καὶ τοῦ προϊόντος ἡ τιμὴ θὰ αὐξήσῃ, καὶ αἱ δαπάναι τῆς καλλιεργείας θὰ ἐλαττωθῶσι, θὰ κερδήσητε δὲ καὶ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύνασθε νὰ καλλιεργήσητε ἄλλα προϊόντα. Ἀλλὰ τὴν συμβουλὴν ταύτην δὲν δύνανται νὰ ἀποδεχθῶσιν ἢ μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ἡ κατανάλωσις τῆς σταφίδος θὰ μείνῃ εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκεται σήμερον, καὶ διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ τὴν ἐφαρμόσωσι πρῶτοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι μὲ τόσην εὐκολίαν τὴν δίδουσι πρὸς τοὺς ἄλλους. Ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν ὅλως ἐναντίαν ἰδέαν. Καθ’ ἡμᾶς, ἡ κατανάλωσις τῆς σταφίδος οὐ μόνον δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ ἀνώτατον αὐτῆς ὅριον, ἀλλ’ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ ποτὲ εἰς τὸ ὅριον τοῦτο, διότι ὁ σταφιδόκαρπος εἶναι προϊὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει πολλὰς καὶ ὠφελίμους ἰδιότητας· ἕνεκα τούτου οὐ μόνον εἰς τὰ μέρη, ὅπου εἶναι γνωστὸς, αὐξάνει ἡ κατανάλωσις αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλους τόπους εἰσάγεται, γενικεύεται δὲ καὶ ἐξαπλοῦται ὁσημέραι ἡ χρῆσις αὐτοῦ πρὸς κατασκευὴν διαφόρων βιομηχανικῶν προϊόντων. Ἐκ τῆς στατιστικῆς βλέπομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει προϊὸν, τοῦ ὁποίου ἡ κατανάλωσις ἔκαμε τοσοῦτον μεγάλα ἅλματα, ὁποῖα ἡ σταφίς. Ἐνῷ ἐπὶ τουρκοκρατίας ἡ παραγωγὴ τῆς σταφίδος κατά τε τὴν Πελοπόννησον καὶ τὰς Ἰονίους νήσους δὲν ὑπερέβαινε τὰ 15 ἑκατομμύρια, κατὰ τὸ 1850 ἀνῆλθεν εἰς ὀγδοήκοντα, μετὰ εἴκοσιν ἔτη, ἤτοι κατὰ τὸ 1870, ἔφθασεν εἰς ἑκατὸν πεντήκοντα, καὶ μετὰ ἄλλα εἴκοσιν, ἤτοι κατὰ τὸ 1890, ἀνῆλθεν εἰς τριακόσια εἴκοσι, κατὰ δὲ τὸ 1891 ὑπερέβη τὰ τριακόσια ἑξήκοντα ἑκατομμύρια. Ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται, ὅτι σταθερῶς καὶ ἀδιακόπως ἡ κατανάλωσις τῆς σταφίδος αὐξάνει, ὅλως δὲ φυσικὸν ἦτο νὰ ὀπισθοδρομήσῃ ἐσχάτως, ἀφοῦ ἀποτόμως ἐκλείσθη ἡ ἀγορὰ, εἰς τὴν ὁποίαν κατηναλίσκετο σχεδὸν τὸ ἥμισυ τοῦ προϊόντος, καὶ ἡ ἀγορὰ αὕτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναπληρωθῇ ἀμέσως. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι προϊόντος τοῦ χρόνου θὰ ἀναπληρωθῇ τὸ κενὸν, καὶ ὄχι μόνον ἡ παραγομένη σήμερον ποσότης θὰ ἐξοδεύηται εἰς τιμὰς συμφερούσας, ἀλλὰ καὶ πολὺ μεγαλειτέρα. Διὰ τοῦτο ὄχι μόνον δὲν παραδεχόμεθα τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συμβουλεύουσι νὰ ἐκριζώσωμεν μέρος τῶν σταφιδαμπέλων, ἀλλ’ ἀπεναντίας φρονοῦμεν, ὅτι θὰ ἦτο ἔγκλημα, θὰ ἦτο παραφροσύνη, νὰ καταστρέψωμεν πολύτιμα κτήματα, διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ὁποίων κατεβλήθησαν ἑκατοντάδες ἑκατομμυρίων καὶ ἐχύθησαν ποταμοὶ ἱδρώτων, καὶ νὰ ἐλαττώσωμεν ὁριστικῶς καὶ ἀνεπανορθώτως τὸ κυριώτερον ἡμῶν προϊὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου εἰσήχθησαν μέχρι τοῦδε εἰς τὴν Ἑλλάδα δισεκατομμύρια δραχμῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος ἡ ὑλικὴ πρόοδος καὶ ἀνάπτυξις τοῦ τόπου, καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο καὶ θὰ ἦναι, ἐλπίζω, ἡ κυριωτέρα πηγὴ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Ἀλλ’ ἐὰν ἀποκρούωμεν πάσῃ δυνάμει τὸ μέτρον τῆς καταστροφῆς καὶ ἐκριζώσεως μέρους τῶν σταφιδαμπέλων, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποκρύψωμεν ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι, ἐὰν μείνωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι καὶ δὲν ληφθῇ προσωρινόν τι μέτρον, διὰ νὰ ὑποστηριχθῶσιν ὀπωσδήποτε αἱ τιμαὶ, ἡ καταστροφὴ θέλει ἐπέλθει ἀφ’ ἑαυτῆς· διότι, ἀφοῦ ἡ τιμὴ τοῦ προϊόντος δὲν ἀνταποκρίνεται οὐδὲ εἰς τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, ἐννοεῖται ὅτι οἱ σταφιδοκτήμονες δὲν θὰ ἔχωσιν οὔτε τὰ μέσα, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὴν διάθεσιν νὰ ἐξακολουθήσωσι καλλιεργοῦντες τὰ κτήματά των. Διὰ νὰ προληφθῇ λοιπὸν ὁ κίνδυνος οὗτος, εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ἄλλο τι μέτρον κατάλληλον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν τὸν κίνδυνον. Ὡς τοιοῦτον δὲ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εὑρίσκει ἄλλο, παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προτείνεται σχεδὸν πανταχόθεν, καὶ τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποδεχθῆ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη. Εἶναι δὲ τοῦτο ὁ ἀποχωρισμὸς μέρους ἐκ τοῦ παραχθησομένου κατὰ τὴν προσεχῆ ἐσοδείαν σταφιδοκάρπου μέχρις 20%, τὸ ὁποῖον, ἀποταμιευόμενον εἰς εἰδικὰς ἀποθήκας, νὰ πωληθῇ μετὰ τὴν ἀλλοίωσιν εἰς μικρὰς τιμὰς, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ἀποκλειστικῶς εἰς παραγωγὴν βιομηχανικῶν προϊόντων. Διὰ τοῦ ἀποχωρισμοῦ τούτου ἡ προσφορὰ θὰ ἐλαττωθῇ κατὰ 20%, καὶ ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ πωληθῇ τὸ ὑπόλοιπον εἰς τιμὰς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας νὰ καλλιεργήσωσι καὶ νὰ διατηρήσωσι τὰ κτήματά των. Ἔχει δὲ τὴν ἰδέαν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐλαττώσῃ τὴν κατανάλωσιν τῆς σταφίδος, ἀλλὰ καὶ θὰ τὴν αὐξήσῃ· διότι σήμερον ἡ σταφὶς δὲν χρησιμεύει, ὅπως ἄλλοτε, πρὸς βρῶσιν μόνον, ἀλλὰ γίνεται χρῆσις αὐτῆς καὶ πρὸς κατασκευὴν διαφόρων βιομηχανικῶν προϊόντων. Ἀλλὰ διὰ νὰ προσελκύῃ πλειοτέρους πελάτας, ὁ πρὸς βρῶσιν χρήσιμος καρπὸς πρέπει νὰ προσφέρηται ἐντελῶς ἐκκαθαρισμένος, καλῶς περιποιημένος καὶ ἰσόκλωνος, διὰ δὲ τὸν χρησιμεύοντα εἰς παραγωγὴν βιομηχανικῶν προϊόντων δὲν ἐξετάζεται πολὺ ἡ ποιότης· ἀπαιτεῖται κυρίως νὰ ἦναι ὅσον ἔνεστιν εὐθηνός. Καὶ τὰ δύο ταῦτα ἐπιτυγχάνονται διὰ τῆς παρακρατήσεως, διότι ὁ παραγωγὸς καὶ ὁ ἔμπορος, ἔχων ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ τοῦ ἀφαιρεθῶσιν 20%, θὰ ἐκκαθαρίζῃ ἐντελῶς τὸν ἐξαχθησόμενον καρπόν, μεταχειριζόμενος πρὸς τοῦτο τὰ τελειότατα μηχανήματα. Εἶδον μάλιστα ἐσχάτως τοιοῦτον μηχάνημα, ἐπινοηθὲν ἀπὸ τὸν εὐφυέστατον Κορίνθιον Πολυχρονόπουλον, διὰ τοῦ ὁποίου μὲ ἁπλουστάτην ἐργασίαν χωρίζεται ὁ καρπὸς εἰς τέσσαρα μέρη, ἐξ ὧν τὰ δύο, περιλαμβάνοντα τὰ ὀκτὼ δέκατα τοῦ ὅλου, εἶναι ἀρίστης ποιότητος, τὰ δὲ δύο ἄλλα εἶναι κατωτέρας. Ἐκκαθαριζόμενος οὕτω ὁ σταφιδόκαρπος, θέλει εὑρίσκει εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καλλιτέραν ὑποδοχήν, ἡ δὲ κατωτέρα ποιότης θὰ πωλῆται εἰς μικρὰς τιμὰς, καὶ θὰ διευκολύνηται ἡ χρῆσις αὐτοῦ εἰς τὴν βιομηχανίαν. Τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ μέτρου τούτου, κατὰ τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, δύναται εὐκόλως ν’ ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἀποφασίσῃ νὰ μεταβάλῃ τὸ ἰσχύον φορολογικὸν σύστημα τῆς σταφίδος καὶ νὰ λαμβάνῃ τὸν ἔγγειον φόρον καὶ τὸ ἐξαγωγικὸν δικαίωμα εἰς εἶδος καὶ ὄχι εἰς χρήματα. Ἐπειδὴ δὲ ἡ μεταβολὴ αὕτη συνδέεται μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ μὴ παραδίδῃ εἰς τὸ κοινὸν ἐμπόριον τοὺς εἰς εἶδος λαμβανομένους φόρους, οἱ παραγωγοὶ ἀγογγύστως θέλουσι παραδεχθῆ νὰ δίδωσιν οὐχὶ 10, ἀλλὰ 20%. Τοιουτοτρόπως τὸ Δημόσιον θέλει εἰσπράξει 70–80 ἑκατομμύρια σταφιδοκάρπου, ὅσον δὲ εὐθηνὰ καὶ ἄν πωληθῶσι ταῦτα, δὲν θὰ ἦναι σπουδαία ἡ ἐπελευσομένη ἐλάττωσις εἰς τὸ ἐκ τῆς φορολογίας τῆς σταφίδος ἔσοδον. Ἀλλὰ καὶ σπουδαία ἐὰν ὑποτεθῇ, δὲν ἔχει δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ τὴν ἀποφεύγῃ, διότι τὸ ἐν ἰσχύϊ σύστημα φορολογίας διὰ τὴν σταφίδα ὑπερβαίνει πᾶν λογικὸν ὅριον, ἀποτελεῖ ἀδικίαν πρωτοφανῆ, ἀδικίαν τερατώδη, διότι, ὅταν ἡ σταφὶς πωλῆται πρὸς δραχ. 50 τὸ χιλιάλιτρον, λαμβάνῃ δὲ τὸ Δημόσιον 20, καὶ ἄλλας 10 οἱ δῆμοι, φορολογεῖται πρὸς 40% καὶ ἐπέκεινα ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος προϊόντος, τὸ ὁποῖον οὐδὲν καθαρὸν εἰσόδημα ἀφίνει εἰς τὸν παραγωγόν. Ἡ σταφὶς, καθὸ προϊὸν τῆς γῆς, ὑπόκειται εἰς ἔγγειον φόρον, ὅπως καὶ ὅλα τὰ ἄλλα προϊόντα, ἡ ἔγγειος δὲ φορολογία παρ’ ἡμῖν στηρίζεται εἰς τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον καὶ περιορίζεται κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς τὸ 10%. Ἐπὶ τῷ ὅρῳ τούτῳ οἱ παλαιότεροι νόμοι ὑπέβαλον εἰς φορολογίαν καὶ τὴν σταφίδα, κανονίσαντες νὰ μὴ λαμβάνηται εἰς εἶδος, ἀλλὰ νὰ πληρόνηται εἰς χρήματα, πρὸς δέκα τοῖς ἑκατὸν κατὰ τὴν ἀγοραίαν τιμὴν, βεβαιουμένην διὰ πρωτοκόλλων ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν ἀρχῶν. Ἐγίνοντο λοιπὸν πρωτόκολλα κατὰ καιροὺς εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, δι’ ὧν ἐβεβαιοῦτο ἡ τρέχουσα τιμή, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τὸ Δημόσιον ἐλάμβανε τὸν φόρον κατὰ τὴν ἐξαγωγήν. Τὸ σύστημα τοῦτο διετηρήθη ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἀλλ’ ἐπειδὴ παρετηρήθη, ὅτι ἐγένοντο ἀνωμαλίαι καὶ καταχρήσεις εἰς τὴν σύνταξιν τῶν πρωτοκόλλων, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κατέστησε τὸν φόρον αὐτὸν πάγιον, καὶ κατ’ ἀρχὰς ὥρισεν αὐτὸν εἰς δέκα πέντε δραχμὰς τὴν χιλιάδα, ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τὸν ὑπεβίβασεν εἰς 10 δραχ. καὶ 50 λεπτὰ κατὰ χιλιάδα, ἀλλὰ κατὰ τὰ 1867, ὅτε ἕνεκα τῶν Κρητικῶν ηὔξησαν ὅλοι οἱ φόροι, ἐπανῆλθεν εἰς τὰς 15 δραχμάς. Κατὰ τὰ 1869 διῃρέθησαν αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι εἰς 2 κατηγορίας, καὶ τῆς μὲν πρώτης κατηγορίας ὁ σταφιδόκαρπος ὑπεβλήθη εἰς πάγιον φόρον 13 παλαιῶν δραχμῶν, ὁ δὲ τῆς δευτέρας εἰς 11 μόνον. Οἱ φόροι οὗτοι διὰ μεταγενεστέρων αὐξήσεων ἀνῆλθον εἰς 19 δραχ. διὰ τὴν πρώτην κατηγορίαν, καὶ 16 δρ. καὶ 50 λεπ. διὰ τὴν δευτέραν. Εἰρήσθω δὲ ἐν παρόδῳ, ὅτι ἡ Τριφυλία ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν, διότι μέχρι τινὸς ὁ καρπὸς τῆς Τριφυλίας ἐτιμᾶτο περισσότερον ἀπὸ τὸν καρπὸν τῆς Ἠλείας καὶ τῆς Μεσσηνίας, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ἡ διαφορὰ αὕτη ἐξέλιπε, καὶ σήμερον ὁ καρπὸς τῆς Τριφυλίας πωλεῖται κατὰ 10 δραχμὰς ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸν καρπὸν τῆς Ἠλείας καὶ τῆς Μεσσηνίας, διότι δι’ ἔλλειψιν λιμένων δὲν φορτόνεται πρὸς ἐξαγωγὴν εἰς τὰ παράλια τῆς ἐπαρχίας, ἀλλὰ μεταφέρεται εἰς Πάτρας καὶ ἄλλα μέρη, ἐπιβαρυνόμενος οὕτω μὲ ἓν περιπλέον ἔξοδον. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ καλλίτερον τὴν ἀδικίαν, ἥτις γίνεται σήμερον, ὡς ἐκ τῆς φορολογίας, εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας τῆς Πελοποννήσου, παραβάλετε αὐτὴν μὲ τὴν φορολογίαν τῆς σταφίδος τῆς Ἑπτανήσου. Γνωρίζετε ὅτι, ἐπειδὴ ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν ἐπιβάλλονται ἄμεσοι φόροι, ἡ σταφὶς καὶ τὸ ἔλαιον φορολογοῦνται πρὸς 20% ἐπὶ τῆς ἀγοραίας τιμῆς, ἑπομένως ὅτε ἡ σταφὶς ἐπωλεῖτο πρὸς 200 καὶ ἐπέκεινα δραχμὰς, ὁ φόρος ἐν Ἑπτανήσῳ ἀνέβαινεν εἰς 40, 45, ἐνίοτε δὲ καὶ εἰς 50 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον, ἐνῷ ὁ καρπὸς τῆς Τριφυλίας καὶ τῶν ἄλλων τῆς πρώτης κατηγορίας ἐπαρχιῶν ἦτο μόνον 19 δραχμάς· σήμερον ὅμως, ὅτε ἡ τιμὴ κατῆλθεν εἰς τὰς 60 δραχμὰς τὴν χιλιάδα, ὁ μὲν καρπὸς τῆς Ἑπτανήσου πληρόνει 12 μόνον δραχμὰς, ὁ δὲ καρπὸς τῆς Πελοποννήσου ἐξακολουθεῖ νὰ πληρόνῃ 19 δραχμὰς, διότι, καθὼς σᾶς εἶπον, εἰς τὴν Ἑπτάνησον δὲν εἶναι ὁ φόρος πάγιος, ἀλλὰ παρακολουθεῖ τὴν τρέχουσαν τιμὴν, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν, πάγιος ὤν, δὲν ἐπιτρέπει οὐδεμίαν ἐλάττωσιν. Ἀφοῦ αἱ τιμαὶ κατέρχονται εἰς τὰς δραχ. 60, 50, ἐνίοτε δὲ καὶ 40, εἶναι ἀσυγχώρητον νὰ ἐπιμένῃ τὸ Κράτος εἰς τοσοῦτον ἄδικον φορολογίαν, καὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν θέσιν δυστυχῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται καὶ τοῦ ἄρτου. Διὰ τοῦτο ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐνόσῳ ἐξακολουθεῖ ἡ μεγάλη αὕτη ἀνωμαλία καὶ κατάπτωσις τῶν τιμῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ τὸ ὑπάρχον καθεστὼς ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῆς σταφίδος, καὶ θὰ ἐπέλθῃ πάντως μία μεταβολή· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ πρωτόκολλα, τὰ ὁποῖα, ὡς προεῖπον, ἔδιδον χώραν εἰς ἀνωμαλίας καὶ καταχρήσεις, φρονοῦμεν ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ εἰσπράττηται ὁ φόρος εἰς εἶδος, καὶ ἀντὶ 10 νὰ λαμβάνωνται 20% ἀπὸ τὸν ὅρον τῆς παρακρατήσεως. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς προβαίνει μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ προτείνῃ, ὅπως καὶ ἡ θυσία τῆς παρακρατήσεως ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας· ἐνθαῤῥύνονται δὲ εἰς τοῦτο ἀπὸ τὰ καθ’ ἑκάστην διαβιβαζόμενα τηλεγραφήματα, κατὰ τὰ ὁποῖα οἱ παραγωγοὶ τῶν πλειοτέρων ἐπαρχιῶν δέχονται νὰ ἀφαιρῆται ἀπὸ τὸ προϊόν των 20%, διότι ἐλπίζουσιν, ὅτι ἡ ἀφαίρεσις αὕτη θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἀνατίμησιν τῆς σταφίδος, καὶ θέλουν δυνηθῆ νὰ διατηρήσουν τὰ κτήματά των, ἐνῷ, ἐὰν μείνουν τὰ πράγματα ὡς ἔχουν, ἐπειδὴ ἡ μέλλουσα ἐσοδεία προμηνύεται ἄφθονος, ἡ τιμὴ θέλει καταπέσει ἔτι μᾶλλον, καὶ τὰ πράγματα θέλουν καταντήσει εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Αὐταὶ εἶναι αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἐσχημάτισεν ἡ ὀλιγομελὴς ἐπιτροπή, ἡ παρ’ ἐμοῦ σχηματισθεῖσα. Τὰς γνώμας ταύτας εἴχομεν καθῆκον νὰ ἐκθέσωμεν ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας συναδέλφων, ἀλλ’ ἐπειδὴ μετ’ ἐπανειλημμένας προσκλήσεις δὲν συνῆλθον οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν, δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ σᾶς εἴπωμεν κατὰ πόσον τὰς ἀποδέχονται. Ἐπειδὴ ὅμως ὁπωσδήποτε ἐγένετο γνωστόν, ὅτι ἐπιτροπή τις εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ὑποβάλωμεν μάλιστα καὶ πρότασιν νόμου. Ἡ πρότασις αὕτη θέλει θεωρηθῆ ὡς μὴ γενομένη, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ παραδεχθῇ τὴν μεταβολὴν τῆς φορολογίας, καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπόθεσιν τῆς παρακρατήσεως. Ἐὰν ὅμως ἡ θυσία ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς παραγωγούς, ἡ πρότασίς μας δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀρχὴ πρὸς συζήτησιν. Κατ’ αὐτὴν συνιστᾶται Σταφιδικὸν Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον, ἑδρεῦον ἐν Πάτραις, θέλει ἀναλάβει τὴν φροντίδα νὰ ἀποταμιεύῃ τὸν παρακρατούμενον σταφιδόκαρπον καὶ νὰ τὸν πωλῇ εἰς μικροτέρας τιμάς, οὐχὶ πρὸς βρῶσιν, ἀλλὰ δι’ ἄλλας ἀνάγκας. Αἱ περισσότεραι διατάξεις τῆς προτάσεώς μας ἐλήφθησαν ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, καὶ διὰ τοῦτο κρίνω περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, εἰσερχόμενος εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν καθ’ ἕκαστα. Ἄλλως τε ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἀποβλέπει, εἰμὴ μόνον εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς, ἥτις συνίσταται εἰς τὴν παρακράτησιν, περὶ δὲ τῶν λεπτομερειῶν φρονεῖ, ὅτι εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὰς κανονίσῃ. Θὰ κάμω λόγον περὶ δύο μόνον διατάξεων, αἱ ὁποῖαι περιέχονται εἰς τὴν πρότασίν μας. Ἡ πρώτη τῶν διατάξεων τούτων διαλαμβάνει, ὅτι ὁ θέλων νὰ ἐξαγάγῃ σταφίδα δύναται νὰ μὴ παραδώσῃ εἰς εἶδος τὰ 20%, ἀλλὰ νὰ τὰ πληρώσῃ εἰς χρήματα, πρὸς 120 δραχμὰς τὴν χιλιάδα, διὰ τῶν χρημάτων δὲ τούτων ὑποχρεοῦται τὸ Σταφιδικὸν Ταμεῖον νὰ ἀγοράζῃ ἴσης ποσότητος σταφιδόκαρπον, ἐπὶ τιμῇ κατωτέρᾳ τῶν 120. Ἡ διάταξις αὕτη σκοπεῖ δύο τινά· πρῶτον θέλει προλάβει τὰ παράπονα τῶν ξένων καταναλωτῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουν ἰδεῖ, ὅτι δὲν ζητοῦμεν νὰ ἐκβιάσωμεν τὴν ὕψωσιν τῶν τιμῶν διὰ νὰ κερδοσκοπήσωμεν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν μετριωτάτην τινὰ τιμήν, διὰ νὰ μὴ ἀναγκασθῶμεν νὰ καταστρέψωμεν μέρος τῶν σταφιδαμπέλων, ὅπερ θέλει ἀποβῆ ἐπὶ ζημίᾳ καὶ ἐκείνων· διότι, ὅταν ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν τοῦ σταφιδοκάρπου, θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη ὑπερτίμησις, καὶ οἱ τόποι, εἰς τοὺς ὁποίους ἐγένετο ἕξις, ἢ μᾶλλον ἀνάγκη, ἡ χρῆσις τῆς σταφίδος, θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ τὴν ἀγοράζωσιν εἰς μεγάλας τιμάς, ὡς τὸ ἔπαθον, ὅτε ἕνεκα τῆς νόσου τοῦ Ὠιδίου κατεστρέφετο ἡ παραγωγή, καὶ ὁ ὀλίγος παραγόμενος καρπὸς ἐπωλεῖτο εἰς τὰς μυθώδεις τιμὰς τῶν 100 καὶ 120 ταλλήρων κατὰ χιλιόλιτρον. Ἔπειτα ἡ διάταξις αὕτη θέλει καθησυχάσει τινὰς ἐκ τῶν ἡμετέρων, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται, ὅτι ἡ παρακράτησις θέλει ὑπεραυξήσει τὰς τιμὰς καὶ θέλει ἀναστείλει τὴν πρόοδον τῆς καταναλώσεως. Διὰ τῆς προκειμένης διατάξεως προλαμβάνεται καὶ ὁ κίνδυνος οὗτος· διότι, ἐὰν δι’ οἱονδήποτε λόγον καὶ ἐξ οἱασδήποτε περιστάσεως ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος φθάσῃ τὰς 120 δραχμάς, τότε παύει ἡ παρακράτησις. Ἡ ἄλλη διάταξις εἶναι ἡ περιεχομένη εἰς τὸ τέλος τῆς προτάσεώς μας, καὶ ἡ ὁποία διαλαμβάνει, ὅτι τὸ ἀντίτιμον τοῦ κρατηθησομένου σταφιδοκάρπου θέλει κατατεθῆ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ θέλει χρησιμεύει, κατὰ τὰ ὁρισθησόμενα δι’ εἰδικοῦ νόμου, ὡς βοήθημα πρὸς σύστασιν διαφόρων ἱδρυμάτων, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἀναγκαῖα διὰ τὴν διάδοσιν τῆς σταφίδος καὶ διὰ τὴν ἀνακούφισιν τῶν καλλιεργητῶν. Τοιαῦτα δὲ εἶναι τὸ ταμεῖον τῆς ἀμύνης, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι καὶ τὰ τοιαῦτα. Τοιοῦτον εἶναι τὸ ἔργον ἡμῶν καὶ τοιαῦται αἱ σκέψεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας ὡδηγήθημεν. Τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σπουδαῖον, καὶ οὐδεμίαν ἐπιδέχεται ἀναβολήν· ἐπειδὴ δὲ ἄνευ τῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως οὐδὲν δύναται νὰ κατορθωθῇ, παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ, ὅπως μὴ παρέλθῃ καὶ ἡ σύνοδος αὕτη, ὡς αἱ προηγούμεναι, χωρὶς νὰ ληφθῇ μέτρον τι κυβερνητικὸν πρὸς σωτηρίαν τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Τὸ καθ’ ἡμᾶς, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δώσωμεν πᾶσαν διασάφησιν, ὅταν τὸ ζήτημα τεθῇ εἰς συζήτησιν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τριφυλίας ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 126).
§17ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Μαΐου ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐπισκεφθῶ τοὺς κατοίκους τῶν ἄλλων πόλεων τῆς Τριφυλίας, διότι μετά τινας ἡμέρας ἐπρόκειτο νὰ μεταβῶ ἐνταῦθα. Μόλις ἔφθασα ἐν Φιλιατροῖς καὶ ἀμέσως ἠκούσθη μία φωνή: «πεινᾶμε!» Συνηθροίσθησαν πέριξ τῆς ἁμάξης μου πολλοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι μοῦ ἐφώναζον: «πεινᾶμε, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ πωλήσωμεν τὴν σταφίδα μας· ἀναγκαζόμεθα νὰ τὴν δίδωμεν κατὰ φορτίον ἢ χιλιάδα, ἵνα ἀγοράζωμεν ἀλεῦρι πρὸς συντήρησιν τῆς οἰκογενείας μας. Νὰ λάβητε μέτρα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς σταφίδος.» Τοὺς καθησύχασα, εἰπὼν πρὸς αὐτοὺς, ὅτι τὸ πρῶτον μέλημα τῆς Βουλῆς θὰ ἦναι ἡ λῆψις μέτρων ὑπὲρ τῆς διασώσεως τῆς κινδυνευούσης σταφίδος. Συνεκινήθην, καὶ φεύγων μὲ πόνον μέγαν καὶ μὲ λύπην ἐδάκρυσα διὰ τὰ δεινὰ τῶν συμπολιτῶν μου. Εἰς Κυπαρισσίαν ἐπανελθόντι, μοὶ συνέβη τὸ αὐτό· παρακολουθήσαντές με δὲ οἱ συμπολῖταί μου, ὅτε ἐπεβιβαζόμην εἰς τὴν λέμβον, μοὶ ἐφώναζον: «πρὸς Θεοῦ! φροντίσατε διὰ τὴν σταφίδα· τὰ παιδιὰ μας στὸ λαιμό σας! σώσατε τὴν σταφίδα!» Ἀνεχώρησα καὶ ἐκεῖθεν μὲ πόνον ἀπερίγραπτον, ἔφθασα εἰς τὴν Ζάκυνθον, καὶ ἐκεῖ τὰ αὐτὰ ἤκουσα. Ἔφυγον καὶ ἐκεῖθεν, μεταβὰς εἰς Πάτρας, τὰ αὐτὰ πάλιν ἤκουσα. Ἤρχισε νὰ μοῦ ἔρχηται μία ἰδέα, ἀλλὰ ἡ ἰδέα αὕτη, ἡ ὁποία ἐβασανίζετο ἐν τῷ νῷ, περιεστρέφετο εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπομεν ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ, τὰ ὁποῖα εἴπομεν εἰς τὰς ἰδιαιτέρας συναθροίσεις τῶν Βουλευτῶν, εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύξαμεν ἐδῶ, καὶ δὲν εὑρίσκετο ἡ λύσις. Ἐσκέφθην ὅτι ἔπρεπε νὰ θέσωμεν μίαν βάσιν, τέλος νὰ παρηγορήσωμεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς θρηνοῦντας διὰ τὴν κατάστασιν τῆς σταφίδος. Ἐνῷ ἐβασάνιζον τὰς περὶ σωτηρίας τῆς σταφίδος ἰδέας μου, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ καταφύγω καὶ εἰς τὴν γνώμην ἄλλων, πολὺ ἐμπειροτέρων, καὶ ἐζήτησα αὐτήν. Κατέφυγον καὶ εἰς μικροὺς ἀνθρώπους καὶ ἐζήτησα καὶ αὐτῶν τὴν γνώμην, κατέφυγον καὶ εἰς ἐργοστασιάρχας, ἐζήτησα καὶ αὐτῶν τὴν γνώμην, τοῖς ἀνέπτυξα τὰς ἰδέας μου καὶ τὰς γνώμας τῶν ἄλλων, καὶ τοὺς ἠρώτησα: «Ἐὰν τὸ Κράτος κάμῃ μονοπώλιον τὰ πνευματώδη ποτὰ, καὶ διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν σᾶς δώσωμεν σταφιδόκαρπον, θὰ ἐργασθῶσι τὰ καταστήματά σας; τί θὰ κάμητε; Πιστεύετε ὅτι δύναται νὰ κατεργασθῇ ὁ ἐξ 80 ἑκατομμυρίων φόρος τῆς σταφίδος παρὰ τῶν ὑφισταμένων καταστημάτων, καὶ δύναται τὸ μονοπώλιον αὐτὸ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν ν’ ἀναπληρώσῃ τὸν καταργηθησόμενον φόρον τῆς σταφίδος;» Δὲν μὲ ἀπήλπισαν, τουναντίον μὲ ἐνεθάῤῥυνον, ὅτι καὶ τὸ ποσὸν τῆς ἐμπορευσίμου σταφίδος θὰ περιορισθῇ, καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου τὰ ἔσοδα θὰ αὐξηθῶσι, διότι, ὅσον εὐθηνὰ καὶ ἂν δηλωθῇ ὁ εἰς εἶδος φόρος τῆς σταφίδος καὶ φορολογηθῇ τὸ ἐξ αὐτῆς παραχθησόμενον οἰνόπνευμα, τὸ ἔσοδον θ’ αὐξήσῃ κατ’ ἔτος διὰ τοῦ τοιούτου μονοπωλίου. Ἐξηκολούθουν νὰ ζυμόνω αὐτὰς τὰς ἰδέας ἐν τῷ νῷ, ὅτε μανθάνω, ὅτι ἐκαλούμεθα οἱ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν Βουλευταὶ νὰ συνέλθωμεν καὶ συσκεφθῶμεν περὶ τῆς τύχης τοῦ σταφιδοκάρπου. Τότε διετύπωσα τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, διότι ἐγνώριζον ἐκ τοῦ παρελθόντος, ὅτι αἱ συζητήσεις τοῦ παρόντος θὰ ἀπολήξωσιν ὡς καὶ αἱ τοῦ παρελθόντος, καὶ θὰ περιστραφῶσιν εἰς τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ ἐφρόνουν ὅτι ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῇ μία βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή, καὶ νὰ μὴ παρουσιασθῶσι τὰ εἰς τὸ παρελθὸν προσκόμματα, διότι ὡς ἐκ τῶν τότε συλλαλητηρίων τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, οἵτινες ἐζήτουν τὴν παρακράτησιν, καὶ διὰ νὰ θέσω τέρμα εἰς τὴν ἄνευ ἀποτελέσματος πολυλογίαν, ὑπέβαλον πρότασιν νόμου περὶ παρακρατήσεως, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν καὶ ἄλλαι, ἀλλ’ ἅπασαι ἀπεῤῥίφθησαν πρὸ τοῦ δυσκόλου τῆς ἐφαρμογῆς τοιούτου νομοθετήματος. Μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, πάλιν πολλοὶ ἐκ τῶν ἐμπορευομένων ὑπεστήριζον τὴν ἰδέαν τῆς παρακρατήσεως. Ἀλλὰ πῶς νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ τοιαύτη παρακράτησις; Τὴν ἰδέαν τῆς παρακρατήσεως αὐτῆς ἀνέπτυξα εἰς μικροὺς παραγωγούς, οἱ ὁποῖοι τὴν ἀπέκρουαν· ἔλεγον τότε πρὸς τοὺς ἐμπορευομένους, ὅτι οἱ μικροὶ παραγωγοὶ δὲν συγκατατίθενται εἰς τὴν παρακράτησιν, πῶς σεῖς φρονεῖτε ὅτι ὅλος ὁ κόσμος τὴν θέλει; Μετὰ τὰς τοιαύτας συζητήσεις ἐσκέφθην ὅτι, ὅπως ἐλαττωθῇ τὸ ἐμπορεύσιμον ποσὸν τῆς σταφίδος, βεβαίως πρέπει νὰ γείνῃ ἡ παρακράτησις καὶ νὰ προσφέρηται τόσον ποσὸν εἰς τὸ ἐμπόριον, ὅσον ἀπαιτεῖ ἡ κατανάλωσις. Ἡ παρακράτησις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἀπὸ τὸ Κράτος, καὶ ἂν τὸ Κράτος ἐκ τῆς παρακρατήσεως αὐτῆς ἐλαττώσῃ κατά τι τὸν προϋπολογισμόν του, θὰ σώσῃ ὅμως τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς καὶ ἐν γένει ὅλους τοὺς κατοίκους τοῦ Κράτους· ἡ παρακράτησις ἔπρεπε νὰ γείνῃ διὰ τῆς φορολογίας εἰς εἶδος τῆς σταφίδος, καὶ ὁ φόρος αὐτὸς νὰ μετατρέπηται ὑπὸ ἑταιρίας ἢ ἑταιριῶν εἰς οἰνοπνεύματα, ἢ οἶνον, ἢ ὄξος, ἐν μονοπωλίῳ, ἵνα μένῃ ὁ σταφιδόκαρπος αὐτὸς εἰς τὸν τόπον καὶ μεταποιῆται, διότι ἄλλως ἀδύνατον νὰ ἐξευρίσκετο ἄλλος τρόπος τῆς παρακρατήσεως. Διότι ἐγνώριζον, ὅτι ὁ λαὸς πάλιν ἐφέτος θὰ συνήρχετο εἰς συλλαλητήρια καὶ θὰ ἐσύσταινε εἰς τοὺς Βουλευτὰς καὶ τὴν Κυβέρνησιν τὴν λῆψιν μέτρων ὑπὲρ τῆς σταφίδος καὶ θὰ ἐγίνετο πάλιν τὸ ἀνακάτωμα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ εἰς τὸ παρελθόν, καὶ θὰ κατελήγομεν εἰς τὸ μέγα μηδενικὸν τοῦ παρελθόντος! Ἕνεκεν λοιπὸν τούτων, ὑπέβαλον ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς καταρτίσεως τῆς Βουλῆς τὸ περὶ φορολογίας τῆς σταφίδος νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον βλέπω ὅτι εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὑπὸ τὸν ἀριθ. 25. Ἐνδέχεται, Κύριοι, νὰ μὴ ἦναι ὀρθὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἄλλοι πρακτικωτέρας ἰδέας καὶ νὰ καταρτίσωσιν ὀρθοτέρας διατάξεις, διὰ τροποποιήσεων αὐτοῦ, ἢ δι’ ἄλλου. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο, ἂς προταχθῇ τὸ νομοσχέδιόν μου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅπως λυθῇ τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα δι’ οἱουδήποτε μέτρου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ σώσῃ τὴν σταφίδα. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰ 99 τοῖς ἑκατὸν θὰ δεχθῇ τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως, ὡς διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μου, διότι παρακράτησις, ὅπως σᾶς ἀνέπτυξα, δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ κατ’ οὐδένα ἄλλον τρόπον ἀπὸ τὸν λαόν, παρὰ γιγνομένη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἕκαστος σᾶς λέγει: «θὰ δώσω τὸν φόρον μου εἰς εἶδος καὶ ὄχι εἰς χρήματα, διότι ἡ εἰς χρήματα πληρωμὴ τοῦ φόρου εἶναι δυσανάλογος πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν τιμὴν τῆς σταφίδος». Ἐνδέχεται ἡ Κυβέρνησις νὰ φρονῇ, ὅτι δύναται νὰ διαταραχθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐνῷ εἰσπράττομεν 5,000,000 ἢ 4,500,000, θὰ εἰσπράξωμεν ἐκ τῆς φορολογίας εἰς εἶδος 2,000,000 ἢ 2,500,000. Φρονῶ, ὡς ἔλεγον πρὸ ὀλίγου εἰς τοὺς συναδέλφους, ὅτι καὶ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο ἐὰν διαγράψωμεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ Κράτος δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ· τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος θὰ προσπορίσῃ ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς μεγαλείτερα ποσὰ εἰς τὸν προϋπολογισμόν». Ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις συναινέσῃ νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῆς σταφίδος εἰς εἶδος καὶ ἐφαρμόσῃ τὸ μονοπώλιον εἰς τὰ πνευματώδη ποτὰ, θὰ ἔλθῃ καιρὸς, καθ’ ὃν τὸ Κράτος θὰ εἰσπράττῃ μεγάλα ποσὰ, καὶ ἴσως μετὰ 6 ἢ 10 ἔτη περὶ τὰ 80,000,000, καὶ ἐὰν μὲ δέκα λεπτὰ μόνον πωλῇ κατ’ ὀκᾶν τὴν σταφίδα· ἴσως δὲ καὶ φέτος ἐὰν ἐφαρμοσθῶσιν αὐτὰ καὶ τεθῇ φόρος ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος μία δραχμὴ τὴν ὀκᾶν, θὰ ἔχωμεν 6,500,000. Ὅτε συνεβουλευόμην τοὺς ἐργοστασιάρχας, μοὶ ἔλεγον: «ὅσον εὐθηνότερον μᾶς τὸ παραδώσῃ τὸ προϊὸν αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, τόσον μεγαλείτερον κέρδος δύναται νὰ ἔχῃ· διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν πώλησιν τοῦ σταφιδοκάρπου, ἀλλὰ θ’ ἀναγκασθῇ νὰ μᾶς ἐπιβάλῃ, καὶ δεχόμεθα ἀπὸ τοῦδε, φορολογίαν ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος τοῦ ἀνύδρου 1 δραχμὴν κατ’ ὀκᾶν· ἡμεῖς θὰ κατασκευάσωμεν 4,000,000 ὀκάδας οἰνόπνευμα ἄνυδρον, καὶ μὲ 1 δραχμὴν θὰ ἔχητε 4,000,000, καὶ 2,500,000 τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ ἐκ τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος, θὰ ἔχητε 6,500,000». Τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοὺς μοὶ ἔκαμον αὐτοί· δὲν εἶναι ἰδικαί μου ἰδέαι, εἶναι τῶν ἐργοστασιαρχῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φοβοῦνται ἐκεῖνοι, εἶναι ὅτι δὲν θὰ ἦναι εἰς θέσιν τὰ ὑπάρχοντα ἐν Ἑλλάδι καταστήματα νὰ μεταποιήσωσι τὰ 80,000,000 ταῦτα σταφίδος εἰς οἰνόπνευμα, καὶ φρονοῦσιν ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος πρέπει νὰ εὑρεθῇ μία ἑταιρία, ἡ ὁποία νὰ κατασκευάζῃ μόνον οἶνον ἐκ σταφίδος, ἀφοῦ ἡ ἀγορὰ τῆς Γαλλίας μᾶς ἐκλείσθη. Ἴσως, Κύριοι, ἄλλοι ἔχωσι πρακτικωτέρας ἰδέας, καταλληλότερα μέτρα. Ἐνδέχεται ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῆς συζητήσεως νὰ εὕρῃ ἄλλην βάσιν διὰ τὴν φορολογίαν αὐτήν. Ἡ ἰδική μου ἰδέα εἶναι αὕτη. Ταῦτα ὤφειλον νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ, ἵνα μὴ ἐκ τῆς πείνης καὶ τοῦ γεννηθέντος πατάγου εἰς τὰς σταφιδοφόρους πόλεις γεννηθῶσιν ἀνωμαλίαι. Πρὸς κατάπαυσιν δ’ αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν, καὶ εἴτε νὰ φέρῃ ἴδιον νομοσχέδιον, εἴτε νὰ υἱοθετήσῃ ἄλλο νομοσχέδιον, ἢ τὸ τοῦ κ. Σωτηροπούλου, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν εἴδομεν καὶ δὲν γνωρίζομεν τὰς διατάξεις αὐτοῦ, εἴτε νὰ λάβῃ ὡς βάσιν τὸ ἰδικόν μου νομοσχέδιον καὶ τὸ τροποποιήσῃ, ὅπως ἤθελε νομίσει καταλληλότερον· διότι, ἐὰν δὲ ληφθῇ μέτρον τι, δὲν ἠξεύρω εἰς τί θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν, καθόσον ὅστις δὲν ἔχει, δὲν δύναται νὰ καταναλώσῃ, καὶ ὅταν δὲν ἔχομεν, δὲν θὰ δώσωμεν καὶ εἰς τὸ Δημόσιον· καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι σήμερον οἱ ἄνθρωποι φεύγουν εἰς τὰ ὄρη, μὴ δυνάμενοι νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους των, πρὸς σύλληψιν δ’ αὐτῶν ἐμηχανεύθησαν οἱ ὑποταμίαι τώρα τὸ ἑξῆς· συνεννοοῦνται μετὰ τῶν ἀστυνόμων, καὶ οὗτοι τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου εἰσάγοντες διὰ πταίσματα εἰς τὰ Πταισματοδικεῖα, τοὺς συλλαμβάνουσιν ἀκόπως εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Πταισματοδικείου καὶ τοὺς ἀπάγουν εἰς τὰς φυλακάς. Τὸ εἶδος τοῦτο τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων βεβαίως θὰ ἐξεγείρῃ τὸν κόσμον· καὶ ἵνα παύσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ζητήματος τῆς σταφίδος πρὸ παντὸς ἄλλου. Δυνάμεθα βεβαίως νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ ἰθαγενείας, ἢ ἄλλου τοιούτου νομοσχεδίου, καὶ νὰ προτάξωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ σταφίδος, ἂν καὶ ἔχω πλήρη τὴν βεβαιότητα, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ὑπὸ μελέτην τὸ ζήτημα τοῦτο· σήμερον μάλιστα μοὶ ἔλεγεν, ὅτι θέλει νὰ λάβῃ τὰς γνώμας ὅλων τῶν Βουλευτῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν περὶ τῶν μέτρων τῆς ὑποστηρίξεως τῆς σταφίδος, καὶ ἐκ τῶν ἰδεῶν αὐτῶν θὰ μορφώσῃ ἴδιον σύστημα, ἵνα τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Λοιπόν, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν σχηματιζομένων συλλόγων Βουλευτῶν νὰ γεννηθῇ τέλειον ἔργον, φρονῶ ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ καταφεύγωμεν εἰς τὰς τοιαύτας συνελεύσεις· ἂς λάβωμεν ἓν νομοσχέδιον ὡς βάσιν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἂς ἱδρύσωμεν τέλειον ἔργον, πρὸς διάσωσιν τοῦ πολυτίμου προϊόντος τῆς σταφίδος. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλήν, ὅπως δεχθῇ νὰ ἀναγραφῇ ὡς πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιόν μου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 25 τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§18ΒΟΤΣΗΣ. Μεθ’ ὅσα, κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος ἀνέπτυξε περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, διερμηνεύων τὴν γνώμην τῆς σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς, ἧς κἀγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος, βεβαίως ἐλάχιστα ὑπολείπονται εἰς ἐμὲ, τὸ πρῶτον ἤδη ἀνερχόμενον τὸ βῆμα, νὰ προσθέσω πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γνώμης ταύτης, ὅτι δηλ. ἀνάγκη ἐκ τῆς προσεχοῦς σταφιδοπαραγωγῆς νὰ ἀφαιρεθῇ ἓν μέρος, ὅπερ νὰ διατεθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἑταιρίας τινὸς, πρὸς οἰνοποίησιν ἢ οἰνοπνευματοποιΐαν. Εἰς τὸ αὐτὸ δὲ κατέληξε συμπέρασμα καὶ ὁ προλαλήσας ἕτερος ἐκ Τριφυλίας συνάδελφος κ. Κοκκέβης. Ἐὰν, Κύριοι, δὲν ληφθῇ ἄμεσόν τι νομοθετικὸν μέτρον, τρέχομεν τὸν κίνδυνον οὐ μόνον νὰ ὑποστῶμεν ζημίας ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ ζωτικωτέρου τῶν προϊόντων τοῦ τόπου μας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξευτελισθῇ τοῦτο μέχρι τοσούτου, ὥστε πάσης σχεδὸν τιμῆς νὰ στερηθῇ. Ὅτε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου προελέγετο ἡ μέλλουσα τύχη τῆς σταφίδος, καὶ ὑπεστηρίζετο ἡ γνώμη τῆς παρακρατήσεως μέρους τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, πολλοὶ ἐξέλαβον ὡς πάσχοντας ἐκ ψυχώσεως τοὺς ὑποστηρικτὰς τῆς ἀρχῆς ταύτης, ἣν ἐθεώρουν γελοίαν καὶ ἀνόητον. Οὐδὲν οὐδαμοῦ παράδειγμα, σᾶς ἔλεγον, ὑπάρχει, καθ’ ὃ Κράτος ἐζήτησε διὰ τῆς παρακρατήσεως νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ὑπερτίμησιν τῶν προϊόντων αὐτοῦ, χωρὶς ὅμως προηγουμένως νὰ ἐξετάσωσιν, ἐὰν καὶ ἄλλα Κράτη εὑρέθησαν ὑπὸ τὰς αὐτάς, ὑφ’ ἃς ἡμεῖς σήμερον διατελοῦμεν, περιστάσεις. Ἐν τούτοις τὰ πράγματα ἐδικαίωσαν τοὺς πρώτους, καὶ ἀπέδειξαν, ὅτι ἔκτοτε ἔπρεπε νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια, ἵνα μὴ εὑρισκώμεθα σήμερον εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἀπελπισίας, εἰς τὸ ὁποῖον περιέστημεν. Μολονότι, πρὶν ἢ ἐφαρμοσθῇ ἐν Γαλλίᾳ ὁ τελευταῖος νόμος, ὅστις βαρύτατον, ὡς γνωστὸν, ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ σταφιδοκάρπου ἐπέβαλε φόρον, καὶ ἀπέκλεισεν οὕτω καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ προϊόν μας τοῦτο ἐκ τῶν ἀγορῶν αὐτῆς, εἶχε κατορθωθῆ νὰ εἰσαχθῇ ἐκεῖ ἐκ τῆς τελευταίας παραγωγῆς ποσὸν τριάκοντα περίπου ἑκατομμυρίων, καὶ μολονότι μέχρι τοῦδε ἐκ τῆς αὐτῆς ἐσοδείας εἰσήχθη εἰς Ρωσσίαν ποσὸν 60 ὡς ἔγγιστα ἑκατομμυρίων, ἐν τούτοις τὸ ὑπάρχον ἐν ταῖς ἀγοραῖς τοῦ τε ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ μέγα ἀπόθεμα κρατεῖ τὴν τιμὴν τῆς σταφίδος εἰς τὸ εὐτελὲς ποσὸν τῶν δραχμῶν 70 κατὰ χιλιόλιτρον. Σημειωτέον δ’ ὅτι ἀπὸ τῆς συγκομιδῆς μέχρι σήμερον ὁ εἰς τὰς τιμὰς ταύτας πωλούμενος σταφιδόκαρπος ἐπιβαρύνεται μὲ διάφορα πρόσθετα ἔξοδα, οἷον ἐνοίκια ἀποθηκῶν, φύλαξιν κλπ., ὥστε δὲν ὑπολείπεται διὰ τὸν παραγωγὸν οὐδὲ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 60 κατὰ χιλιόλιτρον. Ἀλλ’ ἡ τιμὴ αὕτη, μακρὰν τοῦ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς δαπάνας ἐν γένει τῆς καλλιεργείας, μόλις ἐπαρκεῖ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ τρυγητοῦ, μεταφορᾶς καὶ ἐν συνόλῳ τῆς συγκομιδῆς. Ἐὰν λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς δὲν ληφθῇ ἄμεσος πρόνοια ὑπὲρ τοῦ προϊόντος τούτου, ὀλεθριωτέραν προβλέπω τὴν τύχην τῆς προσεχοῦς ἐσοδείας. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὴν ἐσοδείαν τοῦ παρελθόντος ἔτους ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν ἡ σταφὶς εἶχε καταστῆ ἐντελῶς ἀζήτητος, καὶ οὐδεμία προσεφέρετο δι’ αὐτὴν τιμή. Ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθησαν πολλοὶ σταφιδοκτήμονες νὰ ἀποστείλωσι τὸ προϊόν των πρὸς πώλησιν εἰς Ἀγγλίαν, γνωρίζω δὲ καλῶς, ὅτι αἱ ἐκκαθαρίσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον, ἀπέφερον καθαρὸν ὑπὲρ αὐτῶν τίμημα τὸ μηδαμινὸν ποσὸν τῶν δραχμῶν 9 κατὰ χιλιόλιτρον. Παραπλήσια θὰ συμβῶσιν ἀναμφιβόλως καὶ κατὰ τὴν προσεχῆ ἐσοδείαν, ἥτις ἀσφαλῶς προμηνύεται πλουσία, καὶ θέλει ὑπερβῆ κατὰ τεσσαράκοντα περίπου ἑκατομμύρια τὴν τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἐὰν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ ἀπόθεμα θὰ ὑπολειφθῇ ἀρκετὸν ἐκ τῆς τελευταίας ἐσοδείας, καὶ ὅτι οὐδεμίαν εἰσαγωγὴν δέον νὰ ἀναμένωμεν εἰς Γαλλίαν, τῆς ὁποίας, ὡς ἐῤῥήθη, αἱ θύραι ἐκλείσθησαν, ὡς ἐκ τοῦ βαρυτάτου εἰσαγωγικοῦ φόρου ἀφ’ ἑνός, καὶ τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῶν ἀμπέλων της ἀφ’ ἑτέρου, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν ἀπέναντι προσφορᾶς δυσαναλόγως μεγαλειτέρας τῶν ἀναγκῶν τῆς καταναλώσεως καὶ τῆς ἐντεῦθεν ζητήσεως, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ ἐν Ῥωσσίᾳ κατανάλωσις ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν 60–70 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς τελευταίας ἐσοδείας εἰσήγαγε καὶ καταναλίσκει, θὰ φθάσῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἑκατὸν ἑκατομμυρίων. Τὸ μέτρον ὅθεν τῆς παρακρατήσεως μέρους ἐκ τῆς προσεχοῦς ἐσοδείας, ὡς προσωρινόν, ἐπιβάλλεται ἐκ τῶν περιστάσεων, καὶ ἀποτελεῖ κατάστασιν ἀνάγκης ἀναποδράστου. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τοῦ ζητήματος τῆς παρακρατήσεως, ἐξεταστέον ἐπίσης τυγχάνει καὶ τὸ ἕτερον ζήτημα τῆς ἀδίκου φορολογίας τοῦ ἐν λόγῳ προϊόντος μας. Ἀφοῦ βέβαιον καὶ ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι αἱ τιμαὶ τοῦ σταφιδοκάρπου κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη περιεστράφησαν κατὰ μέσον ὅρον εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 60 κατὰ χιλιάδα, ἡ δὲ προσεχὴς ἐσοδεία, δι’ οὓς ἐξέθεσα λόγους, ἐὰν δὲν ληφθῇ μέτρον τι, οὐ μόνον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πωληθῇ εἰς μεγαλειτέρας τιμὰς, ἀλλ’ εἰς μικροτέρας καὶ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχ. 50 κατὰ χιλιόλιτρον θέλει πωληθῆ, πῶς τὸ Δημόσιον ἀξιοῖ νὰ φορολογήσῃ ἀκαθάριστον τοιαύτην πρόσοδον πρὸς δραχ. 20 κατὰ χιλιάδα, ἤτοι 40 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν; Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ποῖον Κράτος ἐφορολόγησε ποτὲ οἱανδήποτε ἀκαθάριστον πρόσοδον μὲ τηλικοῦτον ποσὸν, ὅταν μάλιστα, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἡ τοιαύτη πρόσοδος οὐδὲ τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς καλύπτῃ; Ἀλλ’ ἴσως παρατηρήσῃ τις, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ προϊόντος τούτου δὲν εἶναι δραχ. 50 κατὰ χιλιάδα, ἀλλὰ πολλῷ μείζων, καὶ ὡς ἐκ τούτου φορολογεῖται πρὸς δραχ. 20 σχεδὸν κατὰ χιλιόλιτρον, ὑπολογιζομένης τῆς ἀξίας του πρὸς δραχ. 150 ἕως 200. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ παρατήρησις αὕτη ἔχῃ ὑπόστασιν, πρὸς τί ἀρνεῖται τὸ Κράτος νὰ λάβῃ τὸν δίκαιον καὶ νόμιμον φόρον 10 τοῖς ἑκατὸν εἰς εἶδος; Τί δικαιότερον τῆς τοιαύτης τῶν παραγωγῶν ἀξιώσεως; Ἀλλ’ ἴσως ἀπαντήσωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ μετέλθῃ τὸν ἔμπορον...
§19ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ συναγωνίζηται τότε ἡ Κυβέρνησις μὲ τοὺς ἰδιώτας.
§20ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Νὰ πωλῇ πρῶτον ἡ Κυβέρνησις.
§21ΒΟΤΣΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ λάβῃ 10% μόνον εἰς εἶδος, λόγῳ φόρου, ἂς πωλήσῃ ὁπόταν θελήσῃ, οὐδὲ ὑπάρχει λόγος καὶ νὰ δοθῇ προνόμιον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πωλήσῃ αὕτη πρῶτον καὶ κατόπιν οἱ παραγωγοί. Τουναντίον τὸ Κράτος, ἔχον ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύῃ τοὺς φορολογουμένους, ὀφείλει νὰ πωλήσῃ τὸ ποσὸν, οὗ τὸν φόρον θὰ λάβῃ εἰς εἶδος, ἀφοῦ πωλήσωσιν οἱ παραγωγοί, ἵνα οὕτω καὶ αἱ τιμαὶ ὑποστηριχθῶσι καὶ ὠφεληθῶσι Δημόσιον καὶ φορολογούμενοι.
§22ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ θὰ τὸ πωλήσῃ;
§23ΒΟΤΣΗΣ. Ὅπου θὰ πωλήσουν καὶ οἱ παραγωγοὶ (διάλογοι).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§25ΒΟΤΣΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ Κράτος δὲν πρόκειται νὰ λάβῃ τὸν δίκαιον ὡς ἄνω φόρον 10%, ἀλλὰ πολλῷ μείζονα τούτου, 25 περίπου τοῖς ἑκατὸν, ὅσον κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἀναλογεῖ ὁ εἰς χρήματα εἰσπραττόμενος ἤδη φόρος πρὸς τὰς σημερινὰς τιμὰς τῆς σταφίδος, τότε ἡ ἀξίωσις τῶν φορολογουμένων παραγωγῶν διὰ τῆς καταλλήλου χρήσεως τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον λόγῳ φόρου θὰ ἀφαιρέσῃ, οὐ μόνον ἔλλογος καὶ δικαία εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλεται πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Ἀλλά, λέγουσι, τί θὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ ποσὸν τῶν 25 τοῖς ἑκατὸν, ὅπερ θὰ λάβῃ; καὶ ἂν δὲν δυνηθῇ νὰ διαθέσῃ τοῦτο, χωρὶς νὰ ἐξευτελίσῃ τὴν ἀξίαν τῆς ὑπολοίπου παραγωγῆς, πῶς θὰ ἀναπληρωθῇ τὸ ἐκ φόρου σταφίδος ἔσοδον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ δραχμῶν πέντε περίπου ἑκατομμυρίων; Οἱ ἐνδοιασμοὶ ὅμως οὗτοι δὲν εἶναι βάσιμοι, καὶ ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις, κάτοχος γιγνομένη τοῦ ἑνὸς τετάρτου τῆς ἐσοδείας, νὰ διαθέσῃ τοῦτο εἰς βιομηχανικήν τινα χρῆσιν, ὥστε καὶ νὰ ἀπολαύσῃ τὸ προϋπολογισθὲν ἔσοδον καὶ νὰ ὠφελήσῃ τὸν τόπον, ὑποστηρίζουσα τὴν ἀξίαν τοῦ ἐξευτελισθέντος προϊόντος μας. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο δὲν θελήσῃ νὰ πράξῃ, φοβουμένη τοὺς κινδύνους, οὓς ὑποστηρίζουσί τινες ὅτι θέλει διατρέξει, ἐὰν δὲν δυνηθῇ νὰ διαθέσῃ οὐδ’ εἰς εὐτελεῖς τιμὰς τὸ ποσὸν τοῦ εἰς εἶδος φόρου πρὸς βιομηχανικὴν ἀποκλειστικῶς χρῆσιν, ἂς δεχθῇ τοὐλάχιστον νὰ λάβῃ τὸ ἥμισυ μὲν τοῦ φόρου εἰς χρήματα, τὸ ἕτερον δὲ ἥμισυ ἀποκλειστικῶς εἰς εἶδος ἐξ οἱασδήποτε ποιότητος σταφιδοκάρπου, ὑπολογιζομένης τῆς τιμῆς διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου πρὸς δραχ. 40 κατὰ χιλιόλιτρον. Οὕτω δὲ πράττουσα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν λαμβάνει εἰς χρήματα οὐ μόνον τὸν δίκαιον τὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σημερινῶν τιμῶν ἀναλογοῦντα φόρον, ἀλλὰ καὶ πολλῷ μείζονα τούτου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ λαμβάνει 20 καὶ πλέον ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῆς ἐσοδείας εἰς εἶδος, λόγῳ φόρου ἐπίσης, τὸ ὁποῖον ἀναμφιβόλως θὰ δυνηθῇ νὰ διαθέσῃ πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν ἀντὶ τοῦ εὐτελοῦς τιμήματος τῶν δραχ. 40. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν δυνηθῇ νὰ πράξῃ τοῦτο, καὶ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην, ὡς ἄχρηστον, νὰ τὸ πετάξῃ εἰς τὴν θάλασσαν, ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου θὰ ἦναι μικροτέρα καὶ ὡς συνέπεια τοῦ ὅτι τὸ εἶδος, ἐξ οὗ προσεδόκα νὰ ἀπολαύσῃ λόγῳ φόρου ἔσοδα, πᾶσαν σχεδὸν ἀξίαν ἀπώλεσεν. Ἐν τούτοις ἡ τοιαύτη ὅλως ἀπίθανος τοῦ Δημοσίου ζημία θ’ ἀναπληρωθῇ ἀναμφιβόλως πολυειδῶς καὶ ποικιλοτρόπως, διότι τὸ ὑπόλοιπον τῆς παραγωγῆς θὰ ὑπερτιμηθῇ, καὶ θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸν τόπον χρῆμα εἰς χρυσὸν τριπλασίας τοὐλάχιστον ποσότητος. Ἐντεῦθεν δὲ ἡ τιμὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, δι’ οὗ ἡ Κυβέρνησις ἐκπληροῖ τὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις της, οὐσιωδῶς θὰ ἐκπέσῃ, οἱ φορολογούμενοι σταφιδοκτήμονες θὰ εὑρεθῶσιν εἰς θέσιν νὰ πληρώσωσι τοὺς πρὸς τὸ Δημόσιον φόρους των, καὶ τέλος θὰ σωθῇ ὁ τῶν σταφιδοφόρων μερῶν πληθυσμὸς ἐκ τῆς ἀπειλούσης αὐτὸν ἐσχάτης πενίας. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς οὐδὲν τῶν ἐνδεικνυομένων μέτρων προβῶμεν, καὶ ἀφήσωμεν τὴν σταφίδα εἰς τὴν τύχην της, ἵνα διὰ τοῦ χρόνου μόνη της σωθῇ, αἱ συνέπειαι θὰ ἦναι καὶ σοβαραὶ καὶ ὀλέθριαι, θὰ ἔχωμεν δὲ ἐξέγερσιν τῶν πενομένων πληθυσμῶν κατὰ τῶν εὐπορούντων, θὰ μᾶς ζητήσωσιν οὐ μόνον ἀπαλλαγὴν ἢ ἀναστολὴν πληρωμῆς φόρων, οὓς δὲν θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἀποτίσωσιν, ἀλλὰ καὶ ἄρτον, διὰ νὰ μὴ ἀποθάνωσι τῆς πείνης, καὶ κατόπιν ὅλων τούτων ὁ προϋπολογισμὸς βεβαίως θὰ μείνῃ στὸ χαρτὶ γραμμένος. Τὸ ζήτημα, ὡς παρατηρεῖτε, κύριοι Βουλευταί, εἶναι σοβαρώτατον, καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐπιστήσωμεν πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν, ὅπως, νομοθετοῦντες τὸ καταλληλότερον μέτρον, σώσωμεν τὸν τόπον μας.
§26Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καλλίτερον ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων δὲν διεμαρτύρετο ἀπὸ τοῦδε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀποσχούσης μέχρι τοῦδε ἀπὸ πάσης προτάσεως, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ἂν δὲν διεμαρτύρετο ἀπὸ τοῦδε κατὰ τῆς κακῆς προαιρέσεως τὴν ὁποίαν φρονεῖ, ὅτι ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Δὲν ἀπορῶ ὄντως, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων φρονῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει δυσμενῆ καὶ κακὴν προαίρεσιν διὰ τὴν τύχην τῆς σταφίδος, οὐδ’ ἀξιῶ, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων νὰ μεταβάλῃ τὴν γνώμην, ἣν ἔχει περὶ ἡμῶν, διότι οὐδὲν δικαίωμα ἔχω νὰ προσδοκῶ, ὅτι ἡ γνώμη αὐτοῦ ἤθελεν εἶσθαι δικαιοτέρα ἢ ἐπιεικεστέρα. Ὀφείλω ὅμως νὰ ποιήσωμαι ἀνακοινώσεις πρὸς τὴν Βουλήν, ὡς διευθύνων τὰς ἐργασίας τοῦ Ὑπουργείου, καθ’ ὃ ἔχω καθῆκον πρὸς τὸ Κοινοβούλιον. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁσημέραι λαμβάνομεν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς παραγωγῆς τοῦ σταφιδοκάρπου κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, εἰσὶ τὰ μάλιστα εὐχάριστοι. Ἀλλ’ ὅσον εὐχάριστοι εἶναι αἱ περὶ τῆς καταστάσεως τῆς παραγωγῆς πληροφορίαι, τοσοῦτον ἔχομεν ἐξ ἀντιθέτου πληροφορίας, ὅτι ἀνησυχίαι ἐγείρονται ἐν ταῖς τάξεσι τῶν παραγωγῶν, ὅτι αἱ ἀνησυχίαι αὗται ἐντείνονται ὁσημέραι, καὶ μάλιστα ὅτι συγκινοῦσι τὰς τάξεις ταύτας τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εὑρίσκω τὰς ἀνησυχίας ταύτας ἀβασίμους, διότι γνωρίζω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖόν τις ἢ τινες τῶν ἀγορευσάντων εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπάρχουσι περισσεύματα ἐκ τῶν παρελθουσῶν παραγωγῶν· γνωρίζω ὡσαύτως, ὅτι ἡ ἐτησία παραγωγὴ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὑπερβαίνει τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως, μάλιστα ἀφοῦ ἕνεκα τῶν ἐν ἄλλῃ χώρᾳ ἐπελθόντων εὐτυχῶν περιστατικῶν ἐκλείσθη ἡ ἀγορὰ αὐτῆς πρὸς τὴν κατανάλωσιν τῆς ἑλληνικῆς σταφίδος· ἑπομένως ὑπέθετον, ὅτι ἤθελον ἐγερθῆ τοιαῦται ἀνησυχίαι ἐν τῇ χώρᾳ, ἐπειδὴ δὲ ὁ σταφιδόκαρπος εἶναι προϊόν τὰ μάλιστα πολύτιμον, διότι δι’ αὐτοῦ εἰσάγεται εἰς τὸν τόπον πολὺς χρυσός, ὅστις διοχετεύεται διὰ ποικίλων ῥυάκων καὶ ὀχετῶν εἰς πάσας τὰς τάξεις τῶν πολιτῶν, τὸ πάθημα τῶν παραγόντων τὴν σταφίδα δὲν εἶναι πάθημα μιᾶς μόνον τάξεως, ἀλλὰ βεβαίως εἶναι πάθημα πασῶν τῶν τάξεων τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, καὶ ἐνδιαφέρει τὰ μάλιστα πάντας· διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι, καὶ ἐν ἐμοὶ ὑπάρχουσιν αἱ ἀνησυχίαι, αἱ ὁποῖαι ἐγείρονται ἐν ταῖς τάξεσι τῶν παραγωγῶν, ἂν καὶ δὲν εἶμαι ἰδιοκτήτης σταφίδος. Ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ τὸ τελευταῖον τοῦτο ἔτος οὐχὶ ἡμεῖς, ἀλλ’ οἱ πρὸ ἡμῶν κυβερνήσαντες ἐπί τινα χρόνον, μετὰ μεγάλης σπουδῆς ἐπελάβοντο καὶ μετὰ μείζονος σπουδῆς διεξήγαγον διαπραγματεύσεις μετ’ ἄλλων Κρατῶν πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεων ἐμπορικῶν, αἵτινες ἐνίσχυον ἐν αὐτοῖς τὴν ἐλπίδα, ὅτι οὗτοι ἤθελον συντελέσει, ἵνα εἰσαχθῇ καὶ ἐνισχυθῇ ἀλλαχοῦ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ προϊόντος τούτου καὶ ἡ κατανάλωσις αὐτοῦ. Αἱ προσπάθειαι τῶν πρὸ ἡμῶν κυβερνησάντων κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας δὲν ἀπέβησαν πᾶσαι εἰς ἀποτέλεσμα. Ὑπεγράφη μόνον ἡ συνθήκη μετὰ τοῦ Βελγίου, τῆς ὁποίας ὁ σκοπὸς στηρίζεται ἀληθῶς ἐπὶ ἐλπίδων καὶ οὐχὶ ἐπὶ ἄλλου θετικοῦ γεγονότος, ἀλλὰ δὲν ἐτελείωσαν εἰσέτι αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως, ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ ἀναγγείλω τὴν ὑπογραφὴν τῆς ῥωσσικῆς συνθήκης, διότι ὑπάρχουσιν ἔτι ἐκκρεμεῖς συνεννοήσεις, προσδοκῶ δ’ ὅτι θέλει κατορθωθῆ νὰ ἀρθῇ πᾶσα δυσκολία, ὅπως λήξωσιν αἱ διαπραγματεύσεις καὶ συνομολογηθῇ ἡ σύμβασις, διὰ τῆς ὁποίας θέλει βεβαίως ἐνισχυθῆ ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἡ κατανάλωσις ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ· ἀλλ’ ἀμέσως κατὰ τὰ πρῶτα ταῦτα ἔτη δὲν προσδοκῶ ὅτι θέλει ἐπέλθῃ τοσοῦτον μεγάλη κατανάλωσις, ὥστε νὰ ἐξισώσῃ τὴν κατάστασιν τῆς παραγωγῆς πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς καταναλώσεως τοῦ προϊόντος τούτου. Εἶπον ὑμῖν περὶ τῆς μετὰ τοῦ Βελγίου συνομολογηθείσης συμβάσεως, ὅτι αὕτη στηρίζεται εἰς ἐλπίδας μᾶλλον ἢ ἐπὶ δεδηλωμένην καὶ ἀποδεδειγμένην ἀνάγκην, στηρίζεται εἰς τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ σταφὶς δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρώτη ὕλη πρὸς οἰνοποιΐαν, καὶ ὅτι, ἂν δημιουργηθῇ ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ οἰνοποιΐα, ἐφ’ ὅσον αὕτη δημιουργουμένη προβαίνει, ἐπὶ τοσοῦτον θέλει προβαίνει ἡ εἰσαγωγὴ τῆς σταφίδος εἰς τὴν Βελγικὴν καὶ ἑπομένως θέλει ἐνισχυθῆ ἡ κατανάλωσις τοῦ προϊόντος· ἑπομένως αἱ προσπάθειαι τῶν πρὸ ἡμῶν κυβερνησάντων πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεων δὲν μοὶ δίδουσι τὴν ἀφορμὴν νὰ ὑποθέσω, ὅτι μόναι αὗται ἀρκοῦσιν, ἵνα ἄρωσι τὰς ἀφορμὰς, αἵτινες ἐνεποίησαν τὰς ἀνησυχίας, τὰς ταραττούσας τὰς τάξεις τῶν παραγωγῶν. Πρὸ ἡμερῶν συνωμίλησα μετὰ συναδέλφων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐζήτησα νὰ ἐρευνήσω τὰς γνώμας αὐτῶν, ἵνα ἴδω, ἐὰν συνεννόησίς τις μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἠδύνατο νὰ διαφωτίσῃ πληρέστερον τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπὸ συζήτησιν, ἠδύνατο νὰ χειραγωγήσῃ τὴν προθυμίαν τοῦ Ὑπουργείου εἰς ἐξεύρεσιν καὶ προσδιορισμὸν μέτρων, τῶν ὁποίων ἡ διὰ τῆς νομοθεσίας κύρωσις καὶ ἡ ἐφαρμογὴ ἠδύνατο νὰ μειώσῃ τὰς ἀφορμὰς τῶν κρατουσῶν ἀνησυχιῶν, καὶ ἐξασφαλίσῃ κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ τὴν παραγωγὴν τοῦ προϊόντος τούτου. Ἐθεώρουν δὲ τοῦτο ἀναγκαῖον, διότι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους προσεδόκων, ὅτι ἡ ἐμπορία τῆς σταφίδος ἤθελε διεξαχθῆ ὑπὸ ὅρους καὶ ὑπὸ συνθήκας κρείττονας τῶν ὅρων καὶ τῶν συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας διεξήχθη ἡ ἐμπορία τοῦ προϊόντος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Προσεδόκων ἀληθῶς κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους, ὅτι ἦτο πιθανὸν ἡ μελέτη τῶν αἰτιῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἐξέλιπεν ἡ πίστις τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἀνεύρεσις καὶ ἡ πρόοδος τῶν πρὸς συνομολόγησιν καὶ κανονισμὸν τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς ἐργασιῶν καὶ διαπραγματεύσεων, ὅτι ἤθελον ἴσως καταλήξει πρὸ τῆς ὥρας τῆς συγκομιδῆς καὶ πρὸ τῆς ὥρας τῆς ἐμπορίας, καὶ ὅτι ἡ ἐμπορία ἤθελε τελεσθῆ μετὰ τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων τούτων, ἤτοι ὑπὸ συνθήκας, αἵτινες μᾶς ἔδιδον τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ πίστις τοῦ Κράτους ἡ καταπεσοῦσα ἤθελεν ἀρχίσει νὰ ἀνεγείρηται, διότι, ἐφ’ ὅσον ἤθελεν αὕτη ἐγείρεται, ἐπὶ τοσοῦτον ἤθελον εἶσθαι βελτίονες οἱ ὅροι τῆς ἐμπορίας τοῦ προϊόντος, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἤθελεν ἡ ἐμπορία αὕτη διεξαχθῆ ἄνευ μεγάλων ζημιῶν τῶν παραγωγῶν, ἐνῷ, ἐφ’ ὅσον ἡ κατάστασις τῆς πίστεως τοῦ Κράτους εἶναι καταπεπτωκυῖα, οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἤθελε γείνῃ ἡ ἐμπορία, εἶναι δυσμενέστεροι διὰ τὴν τύχην τῶν παραγωγῶν, εὐμενέστεροι δὲ διὰ τὴν τύχην τῶν ἐμπορευομένων τὸ προϊόν. Ἀλλ’ ὅταν ἔμαθον, ὅτι μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ἐπελάβοντο τοῦ θέματος καὶ ἤρξαντο νὰ σκέπτωνται καὶ νὰ συζητῶσι περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα κρίνουσι κατάλληλα, ἵνα μεταβληθῶσιν εἰς νόμον τοῦ Κράτους, ἀνέστειλα τὰς μελέτας μου, ἵνα ἀκούσω τὸ πόρισμα τῶν σκέψεων τῶν συναδέλφων, ὁμολογῶ δέ, ὅτι ὑπὲρ πάντα ἄλλον αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην ν’ ἀκούσω τὰς γνώμας τῶν συζητούντων καὶ ἀσχολουμένων περὶ τὸ θέμα τοῦτο καὶ νὰ δίδω τὰς διαθέσεις τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ ἑκάστης τῶν γνωμῶν τούτων. Λέγω ὑπὲρ πάντα ἄλλον, διότι, ἐὰν ἡ ἐνεστῶσα Βουλὴ δὲν ἐδόθη εὐκαιρία ἵνα ἀκούσῃ τὰς γνώμας μου ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου καὶ πολυπλόκου θέματος, τῆς προστασίας τοῦ προϊόντος τοῦ σταφιδοκάρπου, ἐδόθη ὅμως εὐκαιρία, ἵνα ἀνακοινώσω τὰς γνώμας μου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς, καὶ ὅταν μάλιστα ἐκλήθην τότε νὰ δώσω κατά τινα ψηφοφορίαν τὴν ψῆφόν μου, καὶ ὤφειλον νὰ αἰτιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, ἔδωκα τὴν αἰτιολογίαν αὐτήν, ὡσαύτως καὶ ὅταν τὸ πρῶτον προετάθη τὸ ζήτημα τοῦτο, οὔτε ἐδίστασα νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος ποίας ἔχω γνώμας ἐπὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ τότε Κυβέρνησις ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλήν. Σήμερον ἤκουσα τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ δὲ φίλος μου βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας κ. Κοκκέβης, μετὰ τοῦ ὁποίου πολλάκις συνδιελέχθην πρότερον, πρὶν ἢ τὸ πόρισμα τοῦτο συστηματοποιηθῇ καὶ ἐκτεθῇ, συνωμίλησε μετ’ ἐμοῦ, καὶ πρὸ ἡμερῶν ἐζήτησε τὴν συναίνεσίν μου, ἵνα εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη παρ’ αὐτοῦ. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατετάσσετο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἰκοστὸν πέμπτον, τοῦτο ἐγένετο, διότι ἐκρίθη, ὅτι δὲν θὰ ἦτο προσῆκον νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ ἀμέσως εἰς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Βουλευτοῦ, εἰ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας εἶναι φίλος μου πολιτικός, ἀλλ’ ὅτι προσῆκον ἦτο ν’ ἀναμείνωμεν καὶ τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐλέγετο ὅτι ἠσχολεῖτο εἰς σύνταξιν νομοσχεδίου. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω χάριτας εἰς τοὺς συναδέλφους κ. κ. Βουλευτάς, οἵτινες ἐπελάβοντο τοῦ θέματος, οἵτινες συνεκρότησαν ἐπιτροπήν, καὶ οἵτινες εἴτε διὰ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας κ. Σωτηροπούλου, εἴτε διὰ τοῦ κ. Κοκκέβη ὑπέβαλον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Τὴν γνώμην τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, τὴν ὁποίαν ἤκουσα πρὸ ὀλίγου προταθεῖσαν, ὅτι πρέπει τὰ νομοθετήματα ταῦτα νὰ εἰσαχθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἵνα προκαλέσωσι τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, τὴν γνώμην ταύτην οὐχὶ μόνον ἀσπάζομαι, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ αὐτὸς προτείνω· προτείνω ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐν τοῖς πρώτοις τὰ νομοσχέδια ταῦτα, διὰ νὰ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ κατ’ οὐσίαν ἐφ’ ἑκάστου τῶν προτεινομένων θεμάτων. Ἡ συζήτησις τῶν θεμάτων τούτων τὴν ἑσπέραν ταύτην, πρὸ τῆς ἐκτυπώσεως τῶν νομοσχεδίων, ἐνῷ δὲν εἰσήλθομεν ἀκόμη εἰς τὴν οὐσίαν, καὶ πάντα τἆλλα τὰ λεχθέντα ἐλέχθησαν ἐν χρόνῳ μὴ δέοντι. Ὅταν τὰ νομοσχέδια ἀναγραφῶσι καὶ προταθῶσι πρὸς συζήτησιν, βεβαίως θέλει δοθῆ εὐκαιρία νὰ βασανισθῶσιν ἕκαστον τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προετάθησαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἕκαστον τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προτείνονται ὑπὸ τοῦ κ. Κοκκέβη. Ἡ Κυβέρνησις μετ’ ἀτενοῦς προσοχῆς θέλει ἀκούσει τὰς γνώμας καὶ τὰς συζητήσεις τὰς ἐξενεχθησομένας, θέλει προσφέρῃ πρόθυμον τὴν συνδρομήν της, ἵνα ὑποστηρίξῃ καὶ χειραγωγήσῃ τὴν συζήτησιν, καὶ θέλει δυνηθῆ μετὰ τὴν συζήτησιν εἴτε νὰ ἀσπασθῇ τὰ προταθησόμενα νομοσχέδια, εἴτε νὰ συντάξῃ αὐτὴ ἴδιον, διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατόν, ἐφ’ ὅσον εἶναι Κυβέρνησις Ἑλληνική, νὰ ἀδιαφορῇ περὶ τῆς τύχης τοιούτων ζητημάτων, συνδεομένων ἀκριβῶς μετὰ τῆς δημοσιονομίας καὶ μετὰ τῆς κοινωνικῆς προαγωγῆς. Λυποῦμαι δὲ, ἀλλὰ δὲν δυσαρεστοῦμαι, οὔτε ἀγανακτῶ, διότι τοιαύτη μοῦ κατελογίσθη ἀναλγησία καὶ ἀδιαφορία. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἥκιστα ἁρμόζει εἰς ἐμὲ νὰ δώσω διαβεβαιώσεις περὶ τούτου εἰς τὴν Βουλήν. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§28ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἐδήλωσεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ σταφιδικὸν ζήτημα εὑρίσκεται αὖθις ἐπὶ τοῦ τάπητος, πρόκειται δὲ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀσχοληθῶσιν ἐπειγόντως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ προσφέρω κἀγὼ συμβολήν τινα εἰς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα. Κατὰ τὴν προηγουμένην περίοδον τῆς Βουλῆς, εἰς δύο τελευταίας αὐτῆς συνόδους, τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ἀπησχόλησε τὸ Κοινοβούλιον. Ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης προέβαλεν ἐν ἀρχῇ, ὑπολαμβάνουσα ὅτι διηρμήνευε τὸ φρόνημα τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, νομοσχέδιον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀνεγράφετο ἡ ἀρχὴ τῆς παρακρατήσεως καὶ συνάμα ἀνεγράφοντο διατάξεις περὶ χορηγίας δανείων ἐπὶ καλλιεργείᾳ ὑπὸ σταφιδικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον συνιστᾶτο τῇ συνδρομῇ τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ ἑταιρίας. Ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀντετάχθη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἰδίως δὲ κατὰ τοῦ τμήματος ἐκείνου τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπε τὴν σύστασιν σταφιδικοῦ ταμείου. Ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία οὐδένα λόγον εἶχε νὰ υἱοθετήσῃ τὸ μέτρον τῆς χορηγίας δανείων ἐπὶ καλλιεργείᾳ ὡς μέτρον ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτὴν ὑπὸ λόγων ἀνεξαρτήτων τοῦ συμφέροντος τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἀπεχώρισεν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τὸ τμῆμα τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν σύστασιν σταφιδικοῦ ταμείου, καὶ ὑπέβαλεν αὐτοτελὲς τὸ νομοσχέδιον περὶ παρακρατήσεως. Τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῇ, ὅπως διορθωθῇ ἀνακρίβειά τις τοῦ σεβαστοῦ μοι φίλου καὶ βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας κ. Σωτηροπούλου, εἰπόντος, ὅτι τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως τότε δὲν ἔτυχε τῆς ἐπιδοκιμασίας τοῦ Κοινοβουλίου, διότι εἶχε προταθῆ ἐν συνδυασμῷ πρὸς ἄλλο μέτρον...
§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐπέρασε, διότι εἶχε τοιαύτην βάσιν.
§30ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν σύστασιν σταφιδικοῦ ταμείου προεβλήθη ὅμως καὶ αὐτοτελές, ὡς τοιοῦτον δὲ, ἤτοι ὡς ἀφορῶν εἰς μόνην τὴν παρακράτησιν, ἐτέθη ὑπὸ τὴν ψῆφον τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἀπεῤῥίφθη. Τοῦτο ἐγένετο εἰς τὴν προτελευταίαν σύνοδον τῆς διαλυθείσης Βουλῆς. Ἐν τῇ τελευταίᾳ συνόδῳ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος προέκυψεν ἐν τῷ μέσῳ, καὶ προέκυψεν ὑπὸ σοβαρὸν καὶ ἐπείγοντα χαρακτῆρα, ὁ ὁποῖος δικαίως τὸ περιβάλλει. Προεβλήθη καὶ τότε νομοσχέδιόν τι ὑπὸ τοῦ καὶ τότε καὶ νῦν ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας συναδέλφου κ. Κοκκέβη· προεβλήθη ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως ταμείου σταφιδικῆς ἀμύνης» ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας τότε βουλευτοῦ κ. Μεσσηνέζη, ἡ δὲ Βουλὴ κατὰ πλειονοψηφίαν, ἀφοῦ ἀπεῤῥίφθη καὶ αὖθις ἡ ἀρχὴ τῆς παρακρατήσεως, συνέστησεν ἐπιτροπὴν πολυμελῆ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέθηκε τὴν σύνταξιν νομοσχεδίων, ἅτινα ἤθελον κριθῇ πρόσφορα, ἂν οὐχὶ πρὸς λύσιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, τοὐλάχιστον πρὸς ἐφικτὴν συνδρομὴν ἢ ἀνακούφισιν τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἐτύγχανον μέλος, ἐγενόμην δὲ καὶ εἰσηγητὴς αὐτῆς, καὶ ὑπέβαλον τότε εἰς τὴν Βουλὴν τρία νομοσχέδια· τὸ πρῶτον περὶ συστάσεως γενικῶν ἀποθηκῶν, τὸ δεύτερον περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ τὸ τρίτον περὶ χορηγίας δανείων ἐπὶ καλλιεργείᾳ. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀνεγράφησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποστῶσι τὴν βάσανον ἐπανειλημμένων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συζητήσεων. Κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως γενικῶν ἀποθηκῶν οὐδεμία προεβλήθη ἀντίῤῥησις, προεβλήθησαν μόνον παρατηρήσεις τινὲς ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ· ὡς εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, πολλὰς ἐκ τῶν προβληθεισῶν τότε τροποποιήσεων ἀπεδέχθην καὶ ἀνατυπώσας εἶχον ὑποβάλει ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἵνα ὑποστῇ τὴν περαιτέρω συζήτησιν. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας δανείων ἐπὶ καλλιεργείᾳ ἐγένοντο ἐπίσης παρατηρήσεις. Πολλῶν τῶν παρατηρήσεων τούτων ἀνεγνώρισα τὸ βάσιμον καὶ τὸ ὀρθὸν, καὶ εἶχον ἤδη ἕτοιμον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἥτις ὅμως δὲν προεβλήθη, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης ἀποτόμως διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Τοῦ νομοσχεδίου περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης ἡ ἀρχὴ ὑπεβλήθη εἰς συζήτησιν, ἐν συγκρίσει ἰδίᾳ πρὸς ἄλλην πρότασιν, ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ ἑτέρων συναδέλφων καὶ ἀφορῶσαν τὴν σύστασιν Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐκ κεφαλαίου 15,000,000, καὶ ἐστηριγμένην ἐπὶ βάσεως ὅλως διαφόρου τῆς βάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίζετο τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Ὑπολαμβάνω καθῆκον ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐμὲ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον τὰ τρία ταῦτα νομοσχέδια, ὧν τὸ μὲν πρῶτον, περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν, εἶναι οἷον τότε, διορθωθὲν ὑπ’ ἐμοῦ κατὰ τὰς γενομένας συζητήσεις, εἶχεν ἀνατυπωθῆ, τὸ δὲ περὶ δανείων ἐπὶ καλλιεργείᾳ, τροποποιημένον κατὰ τὰς γενομένας τότε παρατηρήσεις, τὸ δὲ τρίτον νομοσχέδιον, τὸ περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὑποβάλλω ἐπίσης τροποποιημένον κατὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας καὶ τότε ἐγὼ εἶχον, ἀλλὰ δὲν ἀπεδέχετο ἡ τότε Κυβέρνησις, δηλαδὴ περὶ συστάσεως Σταφιδ. Τραπέζης ἐκ κεφαλαίου ὄχι 5,000,000, ὡς τότε προεβλήθη, ἀλλ’ ἐκ μετοχικοῦ κεφαλαίου 8,000,000, ἐκ τῶν ὁποίων 3,000,000 προορίζονται εἰς χορηγίαν δανείων ἐπὶ καλλιεργείᾳ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ τότε εἶχον ὑποβάλει τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθην κατόπιν, ἵνα συμφωνήσω πρὸς τοὺς ἔχοντας τὴν ἁρμοδιότητα τῆς εἰσηγήσεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, νὰ ἀποκόψω, δηλαδὴ τὸν προορισμὸν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, ἅς τινὲς τῶν συναδέλφων νομίζουσιν ὡς ἐπιβαλλομένας εἰς τὸ ταμεῖον τῆς σταφιδικῆς ἀμύνης. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐὰν συστηθῇ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ὡς ἐγὼ τὴν προτείνω, εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἡ ἀρχὴ τῆς παρακρατήσεως, εἶναι δυνατὸν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὴν μέριμναν περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ παρακρατηθησομένου μέρους τοῦ σταφιδοκάρπου. Καὶ τὰ τρία ταῦτα νομοσχέδια ὑποβάλλων σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσιν καὶ διανομὴν αὐτῶν, συνάμα δὲ καὶ τὴν ἀναγραφὴν των εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καθ’ ὅ μοὶ παρέχει δικαίωμα ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, τὴν ὁποίαν μοὶ παρέχει ἡ εἰς τὸ βῆμα πάροδος, νομίζω ἐπίκαιρον νὰ προβάλω καὶ ἕτερον πρὸς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ ὁποίου πρὸ πολλοῦ ἠσχολήθην. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγούμενος πρὸς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τῆς βʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1895, ὑπέλαβεν ὡς ἐπιβαλλομένην εἰς αὐτὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ποιήσηται μνείαν τινῶν ἐκ τῶν ὑφεστώτων φόρων, οἵτινες κατὰ πάγκοινον ὁμολογίαν εἶναι πιεστικοὶ καὶ ἐπαχθεῖς, καὶ κατὰ τῶν ὁποίων ἐξεγηγερμένη τυγχάνει ἡ δημοσία συνείδησις. Προέχει μεταξὺ τῶν φόρων τούτων, κατ’ ἐμέ, ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῶν οἴνων, ὅ τε ἔγγειος καὶ τὸ δικαίωμα καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἀντιπροσωπεύετε ἐπαρχίας οἰνοφόρους, γινώσκετε ὄχι μόνον τὰ παράπονα καὶ τὰς διαμαρτυρίας τῶν ὑποβαλλομένων εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην συμπολιτῶν μας, ἀλλὰ συνάμα τὰς καταπιέσεις, τὰς ἀδικίας καὶ τὰς καταχρήσεις, αἵτινες ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ συστήματος τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ νῦν κρατοῦντος προσγίνονται εἰς τοὺς συμπολίτας μας τούτους. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐξέγερσις τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, ὥστε, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ θεραπεία τις, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἶναι δυνατὸν νὰ μορφωθῇ ἡ πεποίθησις παρὰ τοῖς συμπολίταις ἡμῶν, ὅτι τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα παρ’ ἡμῖν δὲν δύναται νὰ λειτουργῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ τόπου. Ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν ὑπὸ ἀπόλυτον μοναρχίαν διωκούμεθα, καὶ ἐὰν τοσαύτη ὑπῆρχεν ἐξέγερσις καθ’ ἑνὸς τῶν ὑφεστώτων φόρων, ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ ἐξευρεθῇ τὸ μέσον τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ. Ἐν τούτοις ἡ φορολογία τοῦ οἴνου ἐπὶ τοσοῦτον ἀπεδείχθη ἐπαχθής, ἐπὶ τοσοῦτον πρὸ πάντων πιέζει τὰς οἰνοφόρους ἐπαρχίας τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως τῶν ἀδηλώτων οἴνων, ὥστε εἶναι ἀδύνατον εἰς ἡμᾶς ἰδίως, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῶν ἑδωλίων τούτων σήμερον καθήμεθα, νὰ παρουσιασθῶμεν ἐκ νέου ἐνώπιον τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, ἐὰν δὲν πείσωμεν αὐτούς, ὅτι μετήλθομεν πάντα τὰ μέσα πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ κρατοῦντος φορολογικοῦ συστήματος. Περὶ τοῦ φόρου τούτου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἔχει δυσμενῆ τὴν γνώμην, ἀλλὰ φοβούμενος τὸ παράδειγμα ἄλλων κυβερνησάντων τὸν τόπον ἡμῶν, οἵτινες ἐν τῇ εἰσαγωγῇ νέων φόρων ὑπελόγισαν ἐπὶ τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν εἰς ποσὰ ἀσυγκρίτως ἀνώτερα τῶν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀποδειχθέντων, καὶ ἔχων συνάμα ὑπ’ ὄψιν του τὴν κατάστασιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ διατελοῦσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἐνδοιάζει νὰ προέλθῃ εἰς τὴν ὑποβολὴν μέτρου, δυναμένου νὰ ἐλαττώσῃ τὰ δημόσια ἔσοδα. Δικαιολογῶ πληρέστατα τὸν ἐνδοιασμὸν τοῦτον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· νομίζω ὅμως, ὅτι δυνάμεθα ἄνευ τοῦ φόβου τῆς μειώσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὸ κρατοῦν σύστημα ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων. Εὐκταῖον εἶναι βεβαίως νὰ σκεφθῶμεν περὶ μεταβολῆς τοῦ κρατοῦντος παρ’ ἡμῖν φορολογικοῦ συστήματος ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν. Εὐκταῖον ἴσως εἶναι νὰ σκεφθῶμεν, ἐὰν δὲν ἦναι καιρὸς πλέον νὰ εἰσαγάγωμεν σύστημα ἐπιβολῆς φορολογίας εἴτε ἐπὶ βάσης τῆς καθαρᾶς προσόδου, εἴτε ἐπὶ τῇ καταρτίσει κτηματολογίου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν δικαιούμεθα νὰ σταματήσωμεν, πρὸ τῶν δυσκολιῶν, αἵτινες παρουσιάζονται ἐν τῇ γενικωτέρᾳ φορολογικῇ μεταῤῥυθμίσει, οὐδὲ δικαιούμεθα νὰ κρατῶμεν δεδεμένας τὰς χεῖρας ἡμῶν ἀπέναντι τῶν δυσχερειῶν, αἵτινες προβάλλονται εἴτε εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ κτηματολογίου, εἴτε εἰς τὴν εἰσαγωγὴν συστήματος φορολογικοῦ, στηριζομένου ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου δυνάμεθα νὰ προβῶμεν ἄνευ ἐνδοιασμοῦ μειώσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ συστήματος τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τὸ σύστημα τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τῶν ἀμπέλων ἐλειτούργει ἄλλοτε παρ’ ἡμῖν καὶ προεκάλεσε παράπονα καὶ ἐξέγερσιν τῶν φορολογουμένων· ἀλλ’ ὅταν ἀναλογισθῶμεν, ὅτι ἡ φορολογία τῶν ἀμπέλων ἐστηρίζετο εἰς φορολογικὸν μητρῷον καταρτισθὲν κατὰ τὸ 1845 καὶ μὴ ὑποστὰν ἐκείνας τὰς μεταβολὰς καὶ μεταῤῥυθμίσεις, ὅσας ὑπηγόρευεν ἡ ἐπελθοῦσα εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν ἀμπέλων μεταβολή, ὅταν συνάμα ἀναλογισθῶμεν, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐλειτούργει τὸ σύστημα τοῦτο, οἱ παρ’ ἡμῖν δημόσιοι γεωμέτραι ἦσαν ὀλίγιστοι, καὶ συνήθως αἱ καταμετρήσεις καὶ ἀναθεωρήσεις τῶν ἀμπέλων διενηργοῦντο ὑπὸ ἐμπείρων πραγματογνωμόνων, συνήθως ἐντοπίων, οἵτινες ἐν τῇ ἐξασκήσει τοῦ ἔργου αὐτῶν προέβαινον πάντοτε εἰς καταχρήσεις καὶ καταπιέσεις· ὅταν, λέγω, πάντα ταῦτα ἀναλογισθῇ τις, δύναται σήμερον, ἂν τὸ σύστημα τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τῶν ἀμπέλων ἑδραιώσωμεν ἐπὶ βάσεων κρεισσόνων, ἐὰν κατορθώσωμεν νὰ συνδυάσωμεν τὴν φορολογίαν τὴν κατὰ στρέμμα ἐπιβαλλομένην πρὸς ἀναλογικήν τινα κατανομὴν τοῦ φόρου τοῦ σήμερον εἰσπραττομένου ποσοῦ ἐκ τε τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου, ἐὰν συνάμα, λέγω, λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρέπει καὶ ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει ταύτῃ τοῦ φόρου νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν διαφορὰν τῶν τιμῶν, αἵτινες κρατοῦσιν ἐν ταῖς διαφόροις ἐπαρχίαις καὶ δήμοις, δυνάμεθα νὰ ἐξεύρωμεν βάσιν φορολογικὴν, ἥτις ἐφαρμοζομένη δύναται ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ ὑπάρχον σύστημα, τὸ ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν οἴνων, ἄνευ κινδύνου μειώσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἡ ἱστορία τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων ἡμῶν ἢ τοῦ οἴνου εἶναι γνωστὴ εἰς τοὺς πλείστους ἐξ ὑμῶν. Μέχρι τοῦ 1845 ὁ φόρος τοῦ οἴνου διετίθετο δι’ ἐνοικιάσεων. Οἱ ἐνοικιασταὶ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ καταμετρῶσι τὸ γλεῦκος ἐν ταῖς ἀμπέλοις ἢ ὅπου μετεβάλλετο εἰς οἶνον. Ἐπειδὴ ὅμως τότε συνέπιπτε, μὲ τὸν ἔγγειον φόρον, τὸν ἐπιβαλλόμενον ἐπὶ τοῦ οἴνου, νὰ συνυπάρχῃ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὰς ἐθνικοϊδιοκτήτους ἀμπέλους, διὰ τοῦτο ἐν ἀρχῇ μὲν ὁ φόρος ἐπεβάλλετο πρὸς 8% ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ γλεύκους, εἰς 15% δὲ εἴτε εἰς 20% τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὰς ἐθνικοϊδιοκτήτους ἀμπέλους. Ἡ κατάστασις αὕτη ἐξηκολούθησε μέχρι τοῦ 1845. Κατὰ μὲν τὰ δύο πρῶτα ἔτη, 1834 καὶ 1835, ὁ φόρος ἦτο 8% καὶ 15%, κατὰ δὲ τὰ μετὰ ταῦτα ἔτη εἰς 10% καὶ 20% εἰς τὰ 1845 μετεβλήθη τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, καὶ ἐπεβλήθη ἡ κατὰ στρέμμα φορολογία τῶν ἀμπέλων. Ἐν ἀρχῇ ὁ νόμος τῆς 5 Μαΐου 1845 ἐδημιούργησε ποιότητας 5, ὁ ἀνώτατος φόρος κατὰ στρέμμα ἦτο 4 δραχμαὶ καὶ κατέληγεν εἰς 50 λεπτὰ διὰ τὴν τελευταίαν ποιότητα· εἰς τὰ 1846 προσετέθη καὶ ἕκτη ποιότης, καὶ οὕτως ἡ πρώτη ποιότης ἐφορολογεῖτο πρὸς 5 δραχμὰς, ἡ τελευταία πρὸς 50 λεπτά. Μεταβολὰς καὶ παραλλαγὰς ἡ κλίμαξ τῶν ποιοτήτων ὑπέστη ἀλληλοδιαδόχως διὰ τῶν διαφόρων φορολογικῶν νόμων· τὰς μεταβολὰς ταύτας δὲν κρίνω χρήσιμον νὰ σᾶς ἀνακοινώσω, διότι πρὸς τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν ἀφορᾷ τὸ ὑποβαλλόμενον μέτρον, δὲν συμβάλλει. Ἡ φορολογία αὕτη ἐξηκολούθησε μέχρι τοῦ 1883, ὅτε κατηργήθη ἡ κατὰ στρέμμα φορολογία τῶν ἀμπέλων, καὶ εἰσήχθη τὸ σύστημα τῆς ἐπιβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου. Διὰ τοῦ νόμου τῆς 27 Ἀπριλίου 1883 ἐπεβλήθη φόρος ἢ δικαίωμα καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου, ὁ ὁποῖος ἐκανόνισε τὸν φόρον τὸν ἐπιβαλλόμενον εἰς ἑκάστην ὀκᾶν οἴνου ἀπὸ 5 λεπτῶν μέχρις 1 λεπτοῦ· τοῦτο μετεβλήθη κατὰ τὸ 1886, ὅτε ὁ φόρος κατῆλθεν εἰς 2 λεπτὰ, κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ τῶν πόλεων, κατὰ δὲ τὸ 1887 κατηργήθη ἡ κλίμαξ αὕτη τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ ὁ φόρος ἐγένετο δι’ ἅπαντα τὸν οἶνον πρὸς 2 λεπτὰ, ἐπεβλήθη ὅμως κατόπιν καὶ ἴδιον δικαίωμα ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου, τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς τὴν κλίμακα τοῦ πληθυσμοῦ. Κατὰ τὸ 1884 τὸ Δημόσιον εἰσέπραξεν ἐκ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπιβληθέντος εἰς τὸν πωλούμενον οἶνον δραχμὰς 787,209, κατὰ τὸ 1885 αἱ εἰσπράξεις κατῆλθον εἰς 398,835, κατὰ τὸ 1886 ἀνῆλθον εἰς δραχ. 826,231, κατὰ τὸ 1887 ἀνῆλθον εἰς δραχ. 2,027,710, κατὰ τὸ 1888 εἰς 1,490,369, κατὰ τὸ 1889 εἰς 1,520,315, κατὰ τὸ 1890 εἰς 1,100,120, κατὰ τὸ 1891 εἰς 1,711,010, κατὰ τὸ 1892 εἰς 1,899,170, καὶ κατὰ τὸ 1893 εἰς 1,222,535. Ἔλεγον πρότερον, ὅτι, ἐπειδὴ ἔχομεν τὸν φόρον, τὸν ἤδη λειτουργοῦντα, τῶν 2 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ὁμοιόμορφον ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, εἶναι πρέπον νὰ μὴ λησμονήσωμεν, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ οἴνου παραλλάσσει κατὰ τόπους, καὶ ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ τιμὴ τοῦ οἴνου ἐν Ἀθήναις, ἄλλη ἐν Τριπόλει, ἄλλη ἐν Χαλκίδι, ἄλλη ἐν Πύργῳ καὶ οὕτω καθεξῆς· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νομίζω ὅτι, ἐπιθυμοῦντες νὰ εἰσπράξωμεν ἐκ τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν δύο τούτων φόρων, τοῦ τε ἐγγείου καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ οἴνου κατὰ τὰς διαφόρους πόλεις. Συνέταξα πίνακα, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἔχει τοὺς δήμους, διότι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν αἱ καταστάσεις αἱ δημοσιευόμεναι δὲν ἔχουσι, παρὰ μόνας τὰς ἐπαρχίας. Δεδημοσιευμένη τυγχάνει μία κατάστασις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναγράφουσα τὸ ποσὸν τοῦ δηλωθέντος οἴνου κατὰ τὸ 1891 τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου τούτου, συμπεριλαμβανομένου καὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐξηκριβώθη διὰ τῆς ἐνοικιάσεως, ἀνέρχεται εἰς 93,631,376 ὀκάδας· ἐξ αὐτοῦ τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς δρ. 1,872,627...
§31ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περιέχει τὸν οἶνον τὸν ἐξακριβωθέντα ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν ἐπὶ τῇ βάσει πάντων τῶν πρωτοκόλλων; Διότι, ὡς βεβαίως γνωρίζετε, τὰ πλεῖστα τῶν πρωτοκόλλων ἀκυροῦνται ὑπὸ τῶν δικαστηρίων.
§32ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως εἶσθε ἐν δικαίῳ, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πρωτοκόλλων τούτων τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔχει ἀκριβῆ σημείωσιν, διότι, ὡς γινώσκετε, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὸν φόρον τῶν ἀδηλώτων ἰδίως τὸν ἐνοικιάζει εἰς χρήματα, καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τὸν φόρον τῶν ἀδηλώτων τὸν εἰσπράττουσιν ἢ ἄνευ πρωτοκόλλων ἢ διὰ πρωτοκόλλων, τὰ ὁποῖα, ἀφοῦ εἰσπράξωσι τὰ δικαιώματά των, καταστρέφουσι.
§33ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τῶν πρωτοκόλλων αὐτῶν γίνεται ἀνακοπὴ ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων, καὶ τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν καταστρέφονται ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου.
§34ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· καὶ δι’ αὐτὸ, ἐπαναλαμβάνω, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου τοῦ ἐξακριβωθέντος οὕτω. Ἔχομεν δὲ καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1894 ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τὸ εἰσπραττόμενον ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου. Ἔχομεν λοιπὸν κατὰ τὸ 1891 εἰσπράξεις ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου δραχ. 1,872,627· ἔχομεν εἰσπράξεις ἐκ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπιβεβλημένου ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου δρ. 322,408· ἔχομεν εἰσπράξεις ἐκ τῶν δύο φόρων δρ. 2,195,035· οὗτος εἶναι ὁ μέσος ὅρος. Ἔχομεν καθῆκον, μὴ λησμονοῦντες τὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, ἐν ταῖς ὁποίαις διατελεῖ τὸ Κράτος καὶ ἡ χώρα, νὰ ζητήσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ οὐχὶ πλέον, διότι εἶναι πρέπον, προκειμένου περὶ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ σπουδαιότατον παράγοντα τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς ἡμῶν, εἶναι δὲ καὶ εἶδος τροφῆς διὰ τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, νὰ μὴ ζητήσωμεν ἐπαύξησιν τῆς φορολογίας, ἀλλὰ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσεπράττετο μέχρι τοῦδε. Προχείρως ᾐτησάμην πληροφορίας τινὰς περὶ τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς τοῦ οἴνου κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη, καὶ ἀνέγραψα ταύτας εἰς πίνακα, ἀλλὰ δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν τοῦ ἀλαθήτου. Ἐὰν γένηται δεκτὸν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προβάλλω, ἀνάγκη νὰ γένηται συστηματικωτέρα ἐξέτασις ὅλων τῶν στοιχείων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὰς κατὰ τόπους τιμάς. Ἐν τούτοις, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν πιθανοτήτων, ἔχομεν ἀξίαν ἐπὶ τοῦ οἴνου, κατὰ μέσον ὅρον, ἐκ δραχ. 38,000,000. Ἔχω δὲ κατ’ ἐπαρχίας τὸ ποσὸν τῆς ἀξίας, τὸ ὁποῖον εἰς ἑκάστην ἀναλογεῖ. Ἐὰν λοιπὸν βασισθῶμεν εἰς τὴν ἀναλογίαν, ὅτι ἐπὶ τῶν 38,000,000 εἰσεπράχθησαν 2,195,000, καὶ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν οὐχὶ τὸ ποσὸν κατ’ ἐπαρχίας, ἀλλὰ κατὰ δήμους, θέλει ἐξευρεθῆ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς ἕκαστον δῆμον. Οὕτως εἶναι εὔκολος ἡ κατανομὴ τοῦ φόρου. Ἐννοεῖται, ὅτι, πρὶν ἢ τὸ σύστημα τοῦτο ἐφαρμοσθῇ, θὰ προηγηθῇ ἡ ἐξακρίβωσις τῆς φορολογικῆς βάσεως. Ἐν συμπεράσματι παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ὑφεστῶτος ἐλαττωματικοῦ συστήματος, θέλομεν προέλθῃ διὰ τοῦ συστήματος τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας διὰ δηλώσεων, αἵτινες δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἀναθεωρήσεως διὰ καταμετρήσεως γενησομένης ὑπὸ ἐπιστημόνων γεωμετρῶν· ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ παρασταθῇ ἀνάγκη καταμετρήσεων, διότι ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ κατὰ στρέμμα, δὲν εἶναι τοσοῦτος, ὥστε νὰ ἐγείρῃ τὴν φιλοκέρδειαν τοῦ ἀμπελοκτήμονος, ἵνα ἀποκρύψῃ τὴν ἔκτασιν τῆς ἀμπέλου του. Ὅταν ἔχωμεν γνωστὸν τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ εἰς ἕκαστον δῆμον, τότε καλεῖται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ δημιουργήσῃ ποιότητας, ἀλλὰ ποιότητας μέχρι τριῶν, οὐχὶ δὲ καὶ νὰ προσδιορίσῃ τὸν φόρον, διότι οὗτος εἶναι γνωστός· θὰ προσδιορίσῃ τὴν ποιότητα οὐχὶ κατ’ ἄμπελον, ἀλλὰ κατὰ θέσεις, διότι οὕτω θὰ ἦναι δυσκολώτερον καὶ εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ εἰς πᾶσαν ἀρχὴν νὰ ποιήσηται ἀδίκημα πρὸς τὸν ἀμπελοκτήμονα. Ἅπασαι αἱ σκέψεις αὗται, τὰς ὁποίας διὰ βραχέων ἀνέπτυξα, ἐκτίθενται εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καταθέτω. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν αὐτοῦ καὶ τὴν ἀναγραφὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅταν δ’ εὐτυχήσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, προθύμως θέλω παράσχει πᾶσαν πληροφορίαν καὶ ἐξήγησιν. Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον συνέταξα, ὁ ὁποῖος δύναται ὡσαύτως νὰ τυπωθῇ, πρὸς γνῶσιν τῶν συναδέλφων μου.
§35ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καλὸν εἶναι νὰ τυπωθῇ.
§36ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀφήσῃ περαιτέρω τὴν λειτουργίαν φόρου, ὅστις ἀπέβη τοσοῦτον ἐπαχθὴς καὶ καταπιεστικός. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, φρονῶ ὅτι, ἐὰν τύχῃ τὸ νομοσχέδιόν μου τῆς εὐμενοῦς ὑποδοχῆς τῆς Βουλῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἄνευ δυσκολίας, καὶ οὕτω νὰ ἀποφύγωσιν οἱ ἡμέτεροι συμπολῖται τὰς καταπιέσεις καὶ τὰς ἀδικίας, τῶν ὁποίων γίνεται πρόξενον τὸ ὑπάρχον σύστημα.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Παρνασσίδος ὑποβληθεῖσαι προτάσεις νόμων μετὰ τοῦ πίνακος θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 127–130).
§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἥτις ἀπηρτίσθη ἐκ τῶν Βουλευτῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, καὶ εἰς ἣν ἔλαβον μέρος, εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως πρόετεινα τὴν διανομὴν τῶν ἔργων αὐτῆς εἰς δύο ἐργασίας. Ἐπειδὴ πολλὰ ὑπῆρξαν τὰ μέτρα τὰ προταθέντα πρὸ καιροῦ πρὸς ἀποσόβησιν ἢ περιορισμὸν τῆς σταφιδικῆς κρίσεως, ἐζήτησα, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ ἀποχωρίσῃ ἐξ αὐτῶν ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει κατ’ ἀρχὴν ἀμφισβήτησις, ἀλλὰ μόνον ἐν ταῖς λεπτομερείαις διαφωνία, καὶ ἀναθέσῃ τὴν μελέτην αὐτῶν εἰς ἰδίαν ἐπιτροπήν, ἥτις, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον νομοσχέδια, ἅτινα πρὸ μικροῦ καὶ πάλιν κατέθηκεν ὁ ἔντιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, νὰ καταρτίσῃ τὰ σχετικὰ νομοσχέδια, καὶ ὑποβάλῃ αὐτὰ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὴν Βουλήν. Διὰ δὲ τὸ ἕτερον μέτρον, τὸ τῆς παρακρατήσεως, περὶ οὗ μεγάλαι ἀμφισβητήσεις καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογήν, προέτεινα ν’ ἀνατεθῇ εἰς ἰδιαιτέραν ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ μελετήσῃ καὶ συζητήσῃ πάσας τὰς περὶ αὐτοῦ γνώμας καὶ τὰς ἀντιῤῥήσεις, καὶ κατόπιν ὑποβάλῃ τῇ ἐπιτροπῇ τὸ πόρισμα τῆς ἐργασίας αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπ’ ἀρχῆς ἀπέκρουσε τὴν διαίρεσιν αὐτὴν, καὶ τὴν ἐνασχόλησιν εἰς ἄλλα παρὰ τὴν παρακράτησιν ἔργα, θέλουσα οὕτω νὰ δείξῃ, ὅτι μόνον περὶ τοῦ παρόντος θέλει ν’ ἀσχοληθῇ, περὶ τῆς ἐπικειμένης δηλονότι καταστροφῆς καὶ τῆς νέας ἐσοδείας, καὶ περὶ αὐτῆς νὰ προτείνῃ μέτρα σωτηρίας. Ἑπομένως περὶ τῶν ἄλλων μέτρων, ἤτοι περὶ συστάσεως γενικῶν ἀποθηκῶν, περὶ ταμείου ἀμύνης, περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῶν τοιούτων, δὲν ἠθέλησε ν’ ἀσχοληθῇ, αὐτὴν τοὐλάχιστον τὴν φορὰν, περιορισθεῖσα εἰς τὴν παρακράτησιν, ἣν πολλὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐθεώρησαν ὡς τὸ μόνον καὶ κατεπεῖγον μέτρον ὑπὲρ ἀποσοβήσεως τῆς κρίσεως. Τὰ μέτρα, ἅτινα πρὸ μικροῦ ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ἐθεώρησε καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ὡς χρήσιμα ἐν γένει, ἀλλ’ εὗρεν ἀνεπαρκῆ διὰ τὴν ἐπικειμένην σταφιδικὴν κρίσιν, ἑπομένως παρέλιπε τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἀσχοληθεῖσα εἰς μόνον τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως, καὶ τοῦτο, μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸ μετ’ ὀλίγον ἀρχόμενον σταφιδικὸν ἔτος. Ἐπὶ τούτου ἠσχολήθη καὶ ἡ μακρὰ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν συνεκρότησεν ὁ πρόεδρος τῆς μεγάλης ἐπιτροπῆς κ. Σωτηρόπουλος, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου δὲ, ὅπερ ὑπέβαλεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, θὰ κληθῇ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προκληθεὶς ἐδήλωσε πρὸ μικροῦ τὴν γνώμην του· δηλώσας δ’ αὐτὴν, συνεφώνησεν ὡς πρὸς τὸ κατεπεῖγον τοῦ ζητήματος καὶ τὸ σοβαρὸν τῆς κρίσεως, συμφωνήσας μετὰ πολλῶν ἐξ ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῶν ἐμπορικῶν συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι εἴτε συνωμολογήθησαν, εἴτε πρόκειται νὰ συνομολογηθῶσιν. Εὐχάριστον εἶναι, ὅτι συνεφώνησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρακολουθήσῃ τὰς περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος συζητήσεις ἀπροκαταλήπτως, καὶ διὰ τοῦτο ἐδέχθη νὰ προταχθῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ ἐπισπευσθῶσι τὰ ὑποβεβλημένα δύο νομοσχέδια, δι’ ὧν οἱ συντάκται αὐτῶν νομίζουσιν, ὅτι δύναται νὰ διασκεδασθῇ ἢ τοὐλάχιστον μετριασθῇ ἡ κρίσις. Δίκαιον εἶναι καὶ συμφέρον νὰ σπεύσωμεν, διότι ἀναστάτους ἔχει τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας ὁ φόβος, μὴ καὶ ἡ ἐνεστῶσα Βουλὴ οὐδὲν ὑπὲρ τῆς σταφίδος πράξῃ. Μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἐγένετο. Δὲν ἐπαρκοῦν σήμερον αἱ ἐμπορικαὶ συμβάσεις, δηλ. ἡ σύμβασις μετὰ τοῦ Βελγίου καὶ ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ρωσσίας. Ἀμφότεραι αἱ συμβάσεις αὗται δὲν ἀρκοῦσιν, ὅπου τὰ πράγματα ἔφθασαν, ὅπως προλάβωσιν, οὔτε κἂν μειώσωσιν εἰς βαθμὸν ἄξιον λόγου τὴν κρίσιν, ἥτις ἐπίκειται καὶ κατὰ τῆς νέας ἐσοδείας. Ἡ σύμβασις τοῦ Βελγίου, ἐν τῇ σημερινῇ καταστάσει, δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, διότι ἐν Βελγίῳ σταφὶς πρὸς βρῶσιν ἐν μεγάλῃ ποσότητι δὲν εἰσάγεται, οὔτε εἶναι ἐλπὶς, καὶ ἀτελὴς καταλειπομένη, ταχέως ν’ αὐξήσῃ ἡ κατανάλωσις αὐτῆς. Μόνον ἐὰν πρόκειται περὶ οἰνοποιήσεως τῆς σταφίδος ἐν Βελγίῳ, ἠδύνατο νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ὁ γινώσκων τὴν συνήθη κατανάλωσιν τῶν οἴνων ἐν Βελγίῳ θὰ θεωρήσῃ προβληματικὴν τὴν ἵδρυσιν σπουδαίας βιομηχανίας οἰνοποιΐας ἐκ σταφίδος, διότι ἡ κατανάλωσις τοῦ οἴνου εἶναι μικρὰ ἐν Βελγίῳ. Ὅσον οἶνον καταναλίσκουσιν οἱ Βέλγοι, τὸν εἰσάγουσιν ἐκ Γαλλίας· μολονότι δ’ εἰσῆγον αὐτὸν ὑπὸ ἐλαφρότερα τέλη ἄλλοτε, ἐν τούτοις οὐδέποτε ἡ κατανάλωσις τῶν οἴνων ἀπέβη σπουδαία. Νομίζω ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τῶν οἴνων ἐν Βελγίῳ δὲν εἶναι κατ’ ἔτος πλέον τῶν 200–300 χιλιάδων ἑκατολίτρων. Ἡ Βελγικὴ κατανάλωσις καταναλίσκει μᾶλλον τὸν ζῦθον της καὶ τὰ βιομηχανικὰ αὐτῆς οἰνοπνεύματα. Πῶς εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ καταναλώσωσι μεγαλείτερον ποσὸν σταφιδίτου οἴνου, παρ’ ὅσον καταναλίσκουσι ποσὸν οἴνου ἐκ σταφυλῶν, ἀφοῦ προκατάληψις ὁπωσδήποτε ὑπάρχει κατὰ τοῦ σταφιδίτου; Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις εὐκόλως καὶ ὅτι ἐν Βελγίῳ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκαθιδρυθῇ, πρὸς ἐξαγωγὴν τουλάχιστον, βιομηχανία οἴνου σταφιδίτου· καὶ ὁ λόγος εἶναι εὐνόητος. Οἶνος ἐκ Βελγίου ἐξαγόμενος θὰ ἦναι πάντοτε ὕποπτος, θὰ θεωρῆται οἶνος νενοθευμένος, διότι πασίγνωστον εἶναι, ὅτι τὸ Βέλγιον δὲν παράγει ἀπολύτως οἶνον ἐκ σταφυλῶν, δὲν παράγει ἢ ὀλίγας σταφυλὰς ἐκλεκτὰς, ἐν θερμοκηπίοις, πρὸς βρῶσιν. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἐκ Βελγίου ἐλπὶς ἄλλη ἢ ἂν κατὰ μικρὸν εἰσαχθῇ εἰς τὰς πτωχὰς τάξεις, τὰς ἐργατικὰς, ὡς ἐν Γαλλίᾳ, ἡ μετατροπὴ τῆς σταφίδος εἰς οἶνον, πρὸς ἰδίαν αὐτῶν χρῆσιν. Ἀλλ’ οὔτε ἐκ Ρωσσίας πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπερβολικὰς ἐλπίδας, διότι ἡ διάδοσις τῆς σταφίδος εἰς Ρωσσίαν πρὸς βρῶσιν θ’ ἀπαιτήσῃ χρόνον, ἡ δὲ διάδοσις τῆς σταφίδος ἐν Ρωσσίᾳ πρὸς κατασκευὴν οἴνου, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ταχέως, δὲν μᾶς ἀσφαλίζει, διότι φόβος ὑπάρχει, μήπως αὐξάνουσα προκαλέσῃ τὴν παρέμβασιν τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως. Αὕτη, προστατεύουσα τοὺς ἐντοπίους οἴνους, τοὺς παραγομένους ἐν τῇ μεσημβρινῇ Ρωσσίᾳ καὶ ἐν Κριμαίᾳ, θ’ ἀναγκασθῇ ἴσως, ἐν τοιαύτῃ περιστάσει, νὰ προστατεύσῃ τοὺς οἰνοπαραγωγοὺς, διότι οὗτοι κατέβαλον καὶ καταβάλλουσι μεγάλας δαπάνας καλλιεργείας, θὰ ὑποκύψουν δ’ ἐν τῷ συναγωνισμῷ πρὸς τὸν σταφιδίτην. Ἀλλὰ τὸν σταφιδίτην ἡμῶν καὶ ἕτερος κίνδυνος, ἐκτὸς τῶν ἤδη γνωστῶν, ἀπειλεῖ ἐν Γαλλίᾳ. Ἐν Γαλλίᾳ σήμερον συζητεῖται ὁ περὶ ποτῶν νόμος, δι’ οὗ ὁρίζεται, ὡς γνωστόν, ἡ κατάργησις παντὸς φόρου ἐπὶ τῶν ὑγιεινῶν λεγομένων ποτῶν, καὶ ἑπομένως ἐπὶ τῶν οἴνων. Εἰς τὰ ὑγιεινὰ ποτὰ περιλαμβάνεται καὶ ὁ σταφιδίτης, καὶ ἂν δὲν ἐξαιρεθῇ δι’ εἰδικῆς διατάξεως τοῦ νόμου, θὰ ἦναι ἀπηλλαγμένος ἐπίσης παντὸς ἐσωτερικοῦ ἐκ τῶν καταργουμένων φόρου. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι, ὅταν καταργηθῇ πᾶς ἐσωτερικὸς φόρος ἐπὶ τῶν οἴνων, θὰ κατασταθῇ ὁ οἶνος ὁ ἐκ σταφυλῆς τόσον εὐθηνὸς, ὥστε θὰ ἦναι δύσκολον νὰ προτιμᾶται πλέον, λόγῳ εὐθηνίας, ὁ σταφιδίτης, καὶ νὰ εἰσάγηται σταφὶς καὶ μεταποιῆται εἰς οἶνον. Ὁ ἐργάτης, ὅστις σήμερον εἶναι καταναλωτὴς τοῦ σταφιδίτου, θὰ ἔχῃ εὐθηνὸν οἶνον ἐκ σταφυλῆς, καὶ δύσκολον θὰ ἦναι νὰ διαγωνισθῇ πρὸς αὐτὸν ἡ οἰνοποιία τοῦ σταφιδίτου, καὶ ἂν ἔτι διατηρηθῇ ἡ ὑπαγωγὴ τοῦ σταφιδίτου εἰς τὰ ὑγιεινὰ ποτά. Μόνον εἰς μίαν περίστασιν δύναται ἴσως νὰ ἦναι συμφέρουσα ἡ εἰς Γαλλίαν εἰσαγωγὴ καὶ οἰνοποίησις τῆς σταφίδος, ἐὰν δηλονότι ἐπέλθωσι καταστροφαὶ κατά τινα ἐσοδείαν εἰς τὰς γαλλικὰς ἀμπέλους, καὶ ἀνέλθῃ ἡ τιμὴ τοῦ γαλλικοῦ οἴνου εἰς ποσὸν ἄνω τῶν 15 φράγκων τὸ ἑκατόλιτρον· οὖσα τότε ἀκριβὴ ἡ τιμὴ, θὰ καθιστᾷ συμφέρουσαν τῷ ἐργάτῃ τὴν κατασκευὴν σταφιδίτου οἴνου. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀμφίβολον καὶ ἐνδεχόμενον μόνον. Καὶ ὁ ἐκ Γαλλίας λοιπὸν κίνδυνος εἶναι σπουδαῖος, καὶ συντελεῖ νὰ ἐλαττῶνται αἱ τυχὸν ὑπάρχουσαι ἐλπίδες περὶ ἐλαττώσεως τοῦ κακοῦ δι’ ἄλλων μέσων παρ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ὡς τὸ ἔσχατον καὶ μόνον μέσον, προτείνουσι πολλοὶ σήμερον, πρὸς ἀποτροπὴν τῆς ἐπικειμένης κρίσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνεφώνησε μὲν περὶ τῶν κινδύνων καὶ τοῦ κατεπείγοντος, ἀλλ’ ἀπέφυγε νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ὡς ἀκόμη περιωρίσθη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς μικρᾶς ἐπιτροπῆς, δηλαδὴ τῆς παρακρατήσεως τοῦ ὑπερβάλλοντος τὴν κατανάλωσιν ποσοῦ διὰ τὸ ἐπερχόμενον σταφιδικὸν ἔτος. Ὅσα μέχρι τοῦδε ἐγράφησαν καὶ ἐλέχθησαν δὲν ἐπήρκεσαν αὐτῷ, καὶ ἐπιθυμεῖ ἐκ νέας συζητήσεως νὰ φωτισθῇ περὶ τοῦ πρακτέου. Ὅ,τι θὰ συζητηθῇ παρ’ ἡμῶν, θὰ συζητηθῇ ὡς δοκιμαστικὸν μέτρον διὰ τὴν νέαν ἐσοδείαν, διότι ἐπὶ τοιαύτῃ βάσει συνέταξε τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ὁ ἐκ Τριφυλίας Βουλευτής. Δὲν θὰ συζητήσωμεν ἐν γένει περὶ παρακρατήσεως ὡς μέτρου μέλλοντος νὰ ἐφαρμόζηται ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει πλεόνασμα. Ἐπὶ τῆς παρακρατήσεως, οὕτω περιοριζομένης, θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ ἐγινώσκομεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Περὶ παρακρατήσεως νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ μεμορφωμένην γνώμην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μετὰ μεμορφωμένης γνώμης ἀνέμενον νὰ προσέλθῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, διότι θεωρῶ ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπείσθη περὶ τοῦ ἀναγκαίου, περὶ τοῦ ὠφελίμου, περὶ τοῦ ἀναποφεύκτου τῆς παρακρατήσεως, τοὐλάχιστον δι’ αὐτὸ τὸ ἔτος. Θεωρῶ ὅτι θὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ πεισθῇ ἤδη ἐκ τῶν συζητήσεων ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ νὰ συμμερισθῇ τὴν γνώμην ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν τῶν πλείστων σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, διότι καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ προβληθῶσιν αἱ αὐταὶ ἀντιῤῥήσεις, αἱ καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ προπαρελθὸν ἔτος προβληθεῖσαι. Διότι νομίζω ὅτι ἡ παρακράτησις δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ, ἔστω καὶ δι’ ἓν μόνον ἔτος, ἂν δὲν ἀποδέχηταί τις ἀναγκαίως τὰ μειονεκτήματα, τὰ ὁποῖα τὴν συνοδεύουσι. Πῶς θέλετε π.χ. νὰ εἴπωμεν, ὅτι θὰ παρακρατήσωμεν 70 ἕως 80 ἑκατομμύρια σταφιδοκάρπου ἐκ τῆς νέας παραγωγῆς καὶ τῆς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ παρακαταθήκης, καὶ νὰ ἀσφαλίσωμεν τοὺς ἰδιοκτήτας τοῦ παρακρατηθησομένου ποσοῦ, ὅτι ἡ παρακράτησις θὰ γείνῃ ἰσοβαρὴς δι’ ὅλους, ὅτι θὰ χρησιμοποιήσωμεν πάντως τὸ ποσὸν αὐτό, καὶ ὅτι θὰ λάβωμεν τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ, καὶ ὅτι ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ οὐδόλως θὰ ζημιωθοῦν; Παρακράτησις μετὰ τοιούτων ἐγγυήσεων εἶναι τι ἀδύνατον· ὅστις θέλει παρακράτησιν, ὀφείλει νὰ θέλῃ καὶ τοὺς κινδύνους τῆς παρακρατήσεως, δηλαδὴ καὶ τὸ παρακρατούμενον ποσὸν νὰ ἴδῃ ἀπολλύμενον, καὶ ἀνισότητας περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου νὰ ἔχῃ. Βεβαίως ἐν τῇ καταρτίσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ σταφιδικοῦ ταμείου ἐλάβομεν ὡς ἐνδεχόμενον, ὅτι δύναται τὸ ταμεῖον νὰ διαχειρισθῇ ἐπικερδῶς τὸ ποσὸν τὸ παρακρατηθὲν, νὰ τὸ διαθέσῃ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος πρὸ πάντων, εἰς εὐθηνὰς τιμὰς, πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνευμάτων, ἢ καὶ μεταπεποιημένον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὅπως χρησιμεύσῃ εἰς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος. Πάντα ὅμως ταῦτα εἶναι ἐνδεχόμενα μόνον, καὶ δυνατὸν τὸ ποσὸν τῶν 80 ἑκατομμυρίων λιτρῶν νὰ μὴ χρησιμοποιηθῇ ἐντελῶς, ἢ νὰ χρησιμοποιηθῇ ἐπ’ ἐλάχιστον. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν καθ’ ἡμέραν τηλεγραφοῦντες πρός τε τὴν ἐπιτροπὴν καὶ πρὸς ἡμᾶς τοὺς ἀντιπροσώπους, καὶ οἱ συσκεφθέντες ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ οἱ ὁπωσδήποτε ἀσχοληθέντες εἰς τὸ ζήτημα, ἐθεώρησαν ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτος ἡ ἐκ τῆς παρακρατήσεως αὔξησις τῶν τιμῶν, καὶ ὅτι ἀρκεῖ αὕτη ν’ ἀποζημιώσῃ διὰ τὴν ἀπώλειαν καὶ ὁλοκλήρου τοῦ ἀντιτίμου τοῦ παρακρατηθησομένου ποσοῦ. Λοιπὸν τὸ ζήτημα τῶν δυσαρέστων ἀποτελεσμάτων τῆς παρακρατήσεως εἶναι καθαρόν. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται ἢ περὶ παρακρατήσεως κατὰ τὸ ἐρχόμενον σταφιδικὸν ἔτος ἑνὸς ποσοῦ, ὅπερ ἡ ἐπιτροπὴ ὑποθέτει ὡς 80 ἑκατομμύρια, καὶ ὅπερ θὰ διαχειρισθῇ τὸ σταφιδικὸν ταμεῖον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ βλάψῃ μὲν εἰς τ’ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἀπεκδέχεται ἐκ τῆς παρακρατήσεως ἡ Βουλή, ἤτοι νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῶν τιμῶν, νὰ ἀποφέρῃ δὲ πρόσοδόν τινα, χρησιμοποιούμενον εἰς ἄλλας χρήσεις, καὶ πρὸ πάντων νὰ καλύψῃ πᾶσαν δαπάνην. Οὕτω τὸ ζήτημα ἁπλοποιεῖται. Πρόκειται σήμερον περὶ μόνου αὐτοῦ τοῦ ἔτους, ἀλλὰ πάντοτε περὶ παρακρατήσεως, ἥτις πάντοτε συνοδεύεται ὑπὸ κινδύνων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι δι’ ὅλους τοὺς παραγωγοὺς ἐντελῶς ἴσου βάρους, δὲν εἶναι βέβαιον ὅτι τὸ παρακρατηθησόμενον ποσοστὸν θὰ διατεθῇ ἐπωφελῶς. Λοιπὸν θὰ ηὐχόμην, ὅπως μὲ τοιαύτας ἰδέας ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν. Βεβαίως δὲν θὰ μάθῃ ὅτι εὑρέθη τρόπος νὰ παρακρατηθῇ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, καὶ ἐν τούτοις οὐδεὶς νὰ ζημιωθῇ ἐκ τῆς διαθέσεως ἢ μὴ αὐτοῦ. Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Διὰ τοῦτο φοβοῦμαι, μὴ οὔτε αἱ μακραὶ συζητήσεις, οὔτε τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ῥητόρων συντελέσουν ἤδη νὰ μεταβάλουν τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν κατώρθωσαν μέχρι τοῦδε νὰ μορφώσουν γνώμην ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως, καὶ μὴ ματαιοπονήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ πάλιν.
§39ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις, ἵνα διορθώσω παραδρομήν τινα τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τριφυλίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἡ ὑπ’ αὐτοῦ σχηματισθεῖσα μικρὰ ἐπιτροπὴ ἐν ὁλομελείᾳ παρεδέχθη τὴν παρακράτησιν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὡς πρὸς ἐμέ.
§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸ δηλώσητε· εἶναι γνωστόν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δύο λέξεις. Θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπί τινος καταχρήσεως, ἥτις συμβαίνει ἔν τινι δήμῳ τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου, καὶ ἥτις σπουδαίως ζημιοῖ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἐν τῷ δήμῳ Παραχελωΐτιδος ὑπάρχει μεγάλη ἔκτασις βοσκησίμων γαιῶν, ἀποτελοῦσα τὴν περιφέρειαν δύο χωρίων. Ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῇ πρὸ 4 ἢ 5 μηνῶν ἑταιρία τις ἐκ Σμύρνης, μεταβᾶσα καὶ συνεννοηθεῖσα δυστυχῶς μετὰ τοῦ δημάρχου Παραχελωΐτιδος, εἰς ὃν παρεχώρησε καὶ μερίδιον, ὡς λέγεται, ἐπὶ τῆς ἐπιχειρήσεως, ἤρξατο ἐκριζοῦσα ἄνευ δικαιώματος γλυκόῤῥιζαν, εἰς τοιοῦτον δὲ ποσὸν ἀνῆλθεν ἡ ἐκριζωθεῖσα γλυκόῤῥιζα, ὥστε περίπου 3,000,000 ὀκάδων ἐξ αὐτῆς εἶναι εἰς σωροὺς ἀποτεθειμένη καὶ ἕτοιμος πρὸς ἐξαγωγὴν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἄν ὑποθέσωμεν, ὅτι καὶ 10 μόνον λεπτὰ ἔχει ἑκάστη ὀκᾶ γλυκόῤῥιζης, ἰδοὺ ὅτι ἡ ἀξία της ἀνέρχεται εἰς 300,000 δρ. Τὸ ποσὸν αὐτὸ τῆς γλυκόῤῥιζης, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, δὲν ἀνήκει οὔτε εἰς τοὺς ἐκριζώσαντας, οὔτε εἰς τὸν ἐπιτρέψαντα διὰ τοῦ δημάρχου τὴν ἐκρίζωσιν δῆμον, ἀλλ’ εἰς τὸ Δημόσιον, διότι τὰς ἐθνικὰς βοσκησίμους γαίας παρεχώρησε τὸ Κράτος εἰς τὰς Κοινότητας διὰ νόμου ὡς πρός τινας νομοὺς, ἀλλὰ παρεχώρησεν ὄχι κατὰ κυριότητα, ἀλλὰ μόνον τὴν νομὴν τῆς βοσκῆς τοῦ χόρτου, καὶ διὰ τοῦτο οἱ νεμόμενοι θεωροῦνται ὡς κατὰ παράκλησιν νομεῖς. Ἑπομένως παρεχώρησε τὴν χρῆσιν μόνον τῆς νομῆς τοῦ χόρτου. Ἀναγκαίως μόνον τὸ Κράτος ἔχει δικαίωμα νὰ διαθέτῃ πᾶν ὅ,τι δὲν εἶναι βοσκὴ τοῦ χόρτου, ἑπομένως καὶ τὴν γλυκόῤῥιζαν, ἥτις κυρίως εἶναι ὑπὸ τὴν γῆν καὶ δὲν ἀποτελεῖ νομὴν χόρτου. Ἐπειδὴ δὲ οὐδεμία ἄδεια ἐζητήθη ἀπὸ τὸ Δημόσιον πρὸς ἐκρίζωσιν τῆς γλυκόῤῥιζης, νομίζω, ὅτι τοῦτο ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῶν παρανόμως ἐξαγαγόντων αὐτὴν, ὅπως ἢ παραδώσουν αὐτὴν εἰς τὸ Δημόσιον ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως, ἀφοῦ ἄνευ ἀδείας τοῦ Δημοσίου ἐξέβαλον αὐτὴν ἐκ τῆς γῆς, ἤ, ἂν θέλουν, νὰ ἔλθουν εἰς συμφωνίαν μετ’ αὐτοῦ, ἵνα μετὰ τὴν πληρωμὴν κατ’ ἐκτίμησιν τῆς ἀξίας τῆς γλυκόῤῥιζης παραλάβωσιν αὐτήν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ καταδιωχθῇ ἡ πρᾶξις αὕτη ἡ, παράνομος, ἀνορθωθῇ δὲ ἡ ζημία. Λόγον ποιοῦμαι σήμερον, διότι ἔμαθον, ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ ἐξαγωγὴ τοῦ ἐκριζωθέντος ποσοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἀλλοδαποὶ οἱ ἐξαγαγόντες, μετὰ τὴν ἐξαγωγὴν θὰ καταστῇ ἀδύνατος ἡ ἀποζημίωσις τοῦ Δημοσίου. Περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς εἰδοποιήθη ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐζητήθησαν ὑπ’ αὐτοῦ πληροφορίαι, ἀλλ’ ὁ ἔφορος δυστυχῶς παρέστησεν, ὅτι τὰ πράγματα ἐγένοντο τακτικῶς, ὅτι αἱ γαῖαι, ἐξ ὧν ἡ γλυκόῤῥιζα, εἶναι ἐνῳκιασμέναι, καὶ οὕτως ἐξηκολούθησεν ἔκτοτε ἀνενόχλητος ἡ παράνομος ἐκρίζωσις. Ἤδη, ὡς εἶπον, πρόκειται νὰ ἐξαχθῇ ἐκτὸς τοῦ Κράτους ποσὸν 3,000,000 ὀκάδων, ἀνῆκον εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, τὸ μόνον κακὸν τοῦτο· ἡ ἐξαγωγὴ τῆς γλυκοῤῥίζης, ἡ γενομένη ἐν τῇ περιφερείᾳ τῶν χωρίων Νεοχωρίου καὶ Μαγούλας, καταστρέφει τὰς βοσκησίμους γαίας, διότι τὸ ἔδαφος ἐκεῖ εἶναι ἁλμυρὸν, λεπτοτάτη δὲ μόνον ἐπιφάνεια αὐτοῦ εἶναι ἡ δίδουσα τὸ χόρτον, καὶ διὰ τοῦτο τὰ ἀνασκαπτόμενα χώματα, τὰ ῥιπτόμενα ἔξω τῶν ἀνοιγομένων λάκκων, εἶναι ἁλατοῦχα, καὶ πρέπει νὰ παρέλθωσι τρία τουλάχιστον ἔτη, ἵνα φυτρώσῃ ἐπ’ αὐτῶν χόρτον πρὸς βοσκήν. Τοῦτο εἶναι ἀληθέστατον· ἀλλὰ οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι τοῦ δήμου ἐκείνου, ἐπειδὴ ὁ δήμαρχος καί τινες ἄλλοι ἰσχυροὶ ἐνδιαφέρονται εἰς τὴν ἐπιχείρησιν, ἐσιώπησαν, καὶ οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ καταγγείλῃ τὴν κατάχρησιν. Νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ἐκτιμᾷ τὰ πράγματα κατὰ τὸν αὐτὸν ὡς ἐγὼ τρόπον, πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ προστατεύσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς κοινότητος Παραχελωΐτιδος, διότι εἶναι ἄδικον τόσον μεγάλη περιουσία νὰ ἀφαιρῆται καθ’ οὕτω σκανδαλώδη τρόπον.
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὐχαριστῶ τὸν κ. Βουλευτὴν Μεσολογγίου, διότι ἐπέστησε τὴν προσοχήν μου ἐπὶ ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν ἠγνόουν· βεβαιῶ δὲ αὐτὸν, ὅτι τάχιστα θέλω φροντίσει.
§44ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐξήγετο οὕτω πως ἡ γλυκόῤῥιζα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, τοῦτο δὲ ἐθεωρεῖτο ἐκεῖ εὐεργετικὸν, διότι ἀφ’ ἑνὸς δὲν φυτρόνουν πλέον ζιζάνια ἐπὶ τῶν καθαριζομένων ἐκ τῆς γλυκοῤῥίζης γαιῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀπησχολοῦντο πλεῖστοι ἐργάται εἰς τὴν ἐκρίζωσιν.
§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ βεβαιῶ, ὅτι ἐν τῷ δήμῳ Παραχελωΐτιδος, ἕνεκα τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων, ὧν ἐμνήσθην, καταστρέφει ἡ ἐκρίζωσις αὕτη τὰς βοσκησίμους γαίας. Ἀπασχολοῦνται καὶ ἐκεῖ βεβαίως πολλοὶ ἐργάται. Ἀλλ’ οἱ ἐργάται ἠδύναντο ν’ ἀπασχοληθῶσιν εἰς ἄλλας ἐργασίας. Νομίζω ὅτι τὸ δίκαιον καὶ ὁ νόμος πρέπει νὰ ἐφαρμόζωνται· ἂν δὲ νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι ὠφέλιμον νὰ ἐκριζόνηται δωρεὰν ἡ γλυκόῤῥιζα, ἂς κάμῃ νόμον περὶ τούτου.
§46Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅσοι παρέστησαν κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν ἐνθυμοῦνται ὅσα ἀφηγήθην συμβαίνοντα κατὰ τῶν συμπολιτῶν μας ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ ὑποταμείων. Δὲν ὑπέθετον ὅτι τόσον ταχέως ὁ ὑποταμίας Βόλου ἤθελε φιλοτιμηθῆ νὰ ἐπιβεβαιώσῃ καὶ διὰ νεωτέρων πράξεων ὅσα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν. Χθὲς ἀργὰ ἔλαβον τηλεγράφημα πολλῶν συμπολιτῶν μου, οἵτινες μοὶ ἀναγγέλλουσιν, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Ἀργαλαστῆς, πεισθέντες ὅτι ὁ ὑποταμίας θέλει μεταβῆ ἐπιτοπίως, ἵνα εἰσπράξῃ φόρους ἐκ 2 καὶ 3 δραχμῶν, ὡς εἶχε διαταχθῆ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἀνέμενον αὐτὸν, ἀλλ’ ὁ ὑποταμίας ἀπέστειλεν εἰς τὴν ἀστυνομίαν Ἀργαλαστῆς ἐντάλματα προσωπικρατήσεως, ἡ δὲ ἀστυνομία συνέλαβε μέγαν ἀριθμὸν χωρικῶν, ἵνα τοὺς ἀπαγάγῃ εἰς Βόλον· ἀντὶ δηλ. νὰ μεταβῇ εἰς Ἀργαλαστὴν ὁ κ. ὑποταμίας, ὡς εἶχε διαταχθῆ, ἔστειλε τὰ ἐντάλματα, διὰ νὰ μὴ ζημιωθῇ τὰ ἡμίση ποσοστὰ, ἅτινα θ’ ἀπελάμβανεν ὁ ἀντικαταστάτης του. Καταθέτω τὸ τηλεγράφημα, διὰ νὰ σπεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ κακῶς γενόμενα, ἅτινα χθὲς διὰ μακρῶν ἐξέθηκα.
§47Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἡ Ἀργαλαστὴ ἀπέχει ὀκτὼ ὥρας ἀπὸ τὸν Βόλον, καὶ ὑποχρεοῦνται οἱ δυστυχεῖς χωρικοὶ νὰ μεταβαίνουν εἰς Βόλον καὶ νὰ περιμένουν. Καὶ ἐπὶ τουρκοκρατίας ἔτι οἱ μικροὶ αὐτοὶ φόροι εἰσεπράττοντο ἐπὶ τόπου καὶ ἀπεστέλλοντο εἰς τὴν κεντρικὴν διοίκησιν. Σήμερον δὲ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοὺς μεταφέρουν εἰς τὸν Βόλον ὡς ἀγέλας, διὰ νὰ πληρώσουν ἐκεῖ 2 ἢ 3 δραχμάς!
§48Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὸν ὑπαστυνόμον Σκιάθου, ὅτι αἱ χῆνες δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν νόμον περὶ ποιμνιοβοσκῆς, διότι ὁ Κύριος οὗτος συλλαμβάνει τὰς χῆνας καὶ ζητεῖ σύλληπτρα (γέλως).
§49Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τοῦ δήμου Θορικίων παραπονοῦνται κατὰ τῆς ἐκτρόπου ἐνεργείας τοῦ ἐκεῖ ἀστυνόμου ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν ἀγροφυλάκων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν, ὅπως ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ φέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν.
§50Δ. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας οἱ κληρωτοί, οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς προβλεπομένας περιπτώσεις ἀπαλλαγῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ νόμου, νὰ δύνανται νὰ καταβάλλωσι τὸ ἀντισήκωμα μέχρι τῆς 1ης Ὀκτωβρίου, ὅτε ἐφαρμόζεται ὁ λόγος τῆς ἀπαλλαγῆς, καταργουμένης τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 125 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὴν καταβολὴν τοῦ ἀντισηκώματος ἀμέσως μὲ τὴν αἴτησιν περὶ ἀπαλλαγῆς. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου θ’ ἀνακουφίσῃ τοὺς ἐνδιαφερομένους, καὶ ἰδίᾳ τοὺς χωρικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ εὕρωσι τὰ ἀπαιτούμενα χρήματα τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ στρατολογικὰ συμβούλια ἐργάζονται. Γνωρίζω δέ, ὅτι πολλοὶ τῶν κληρωτῶν αὐτῶν ὑπηρετοῦσι, μόνον διότι δὲν δύνανται νὰ καταβάλωσι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ ἀντισήκωμα.
§51ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ δικαιοτάτην τὴν σύστασιν τὴν γενομένην παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πυλίας συναδέλφου, πρῶτον διότι καθ’ ἣν ἐποχὴν ζητεῖται παρὰ τῶν στρατευσίμων νὰ καταβάλωσι τὸ ἀντισήκωμα, ἀχρηματία μεγάλη καταμαστίζει τὸν τόπον, καὶ δεύτερον, διότι ἡ ὑποχρέωσις εἰς στράτευσιν ἐπάγεται κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον, ὅτε ὁ κληρωτὸς εἶναι ὑπόχρεως νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον καὶ καταταχθῇ. Λοιπὸν τότε εἶναι δίκαιον νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ κληρωτὸς νὰ προσαγάγῃ τὸ γραμμάτιον τῆς καταβολῆς τοῦ ἀντισηκώματος.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ζητεῖ τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἰθάκης ἔχει τὸν λόγον.
§53ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐπειδὴ τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς συνδέεται στενῶς πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ τοῦτο, ἐὰν δὲν προταχθῶσιν ὀλίγα τινὰ περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Εἰς τρεῖς κατηγορίας δύναταί τις νὰ ἀναγάγῃ τὰς αἰτιάσεις κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· ἡ πρώτη κατηγορία τῶν αἰτιάσεων κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀνάγεται εἰς τὸ ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐγένετο μάστιξ τοῦ τόπου, φονεύουσα, δέρουσα, καταπιέζουσα...
§54ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Χρηματολογοῦσα, ληστεύουσα.
§55ΠΕΤΑΛΑΣ. .. Ἡ δευτέρα κατηγορία τῶν αἰτιάσεων κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, εἶναι, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὁ στρατὸς ἐβλάβησαν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀπομακρυνθέντες τῶν καθηκόντων αὐτῶν καὶ δηλητηριασθέντες ἐκ τῶν ἀναθυμιάσεων τῶν λωποδυτῶν καὶ τῶν πορνῶν. Ἡ τρίτη κατηγορία τῶν αἰτιάσεων κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἶναι, ὅτι αὕτη δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ὑπὸ κομματικὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ νὰ μεταβάλῃ τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων. Ἂς ἐξετάσωμεν τὴν πρώτην κατηγορίαν τῶν αἰτιάσεων τούτων. Ἤθελον φανῆ ἀνειλικρινὴς πρὸς ὑμᾶς, ἐὰν δὲν ἀνωμολόγουν, ὅτι συνέβησαν ἐκτροπά τινα ἐκ μέρους τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, καίτοι τὰ ἔκτροπα ταῦτα ἐπληρώθησαν πολὺ ἀκριβὰ ὑπὸ τῶν παρεκτραπέντων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο ἔλλειψις τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, εἶναι ἔλλειψις ἐκλογῆς τῶν καταλλήλων προσώπων. Δὲν ἀντιλέγω ὅτι ἄτομά τινα, διορισθέντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἦσαν ἀκατάλληλα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, — ἀτυχῶς ἡ περίστασις αὕτη συμβαίνει καὶ ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ, — ἀλλὰ τὰ ἄτομα ταῦτα δύνανται ν’ ἀντικατασταθῶσι διὰ καταλλήλων...
§56ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολὺ δύσκολον τοῦτο.
§57ΠΕΤΑΛΑΣ. Εἶναι πολὺ εὔκολος ἡ ἀντικατάστασις, καὶ μάλιστα παρ’ ἡμῖν, ἔνθα ὁ στρατὸς δὲν εἶναι μέγας τὸν ἀριθμόν, τὰ δὲ πρόσωπα εἶναι τόσον γνωστά, ὥστε δύνανται εὐκόλως νὰ ἐκλεχθῶσι τὰ κατάλληλα πρόσωπα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀπέναντι τῶν ἐκτρόπων τούτων ἴδωμεν ποῖα καλὰ ἔσχεν ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἐλλάτωσιν τῆς ἐγκληματικότητος, σύντονον καταδίωξιν τῶν φυγαδίκων καὶ φυγοποίνων, ἑδραίωσιν τῆς τάξεως καὶ τῆς εὐκοσμίας, ἐξασφάλισιν τῆς περιουσίας καὶ ἐφαρμογὴν τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων, αἵτινες ἦσαν ἄγνωστοι, αὔξησιν ἐσόδων καὶ εἰσπράξεων, καταδίωξιν λαθρεμπορίου. Περιῆλθον μέρη τινὰ τῆς Ἑλλάδος, εἴτε λόγῳ ὑπηρεσίας, εἴτε λόγῳ ἐκδρομῆς, καὶ ἀντελήφθην ἰδίαις αἰσθήσεσι τῶν καλῶν ἀποτελεσμάτων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, πολλὰ δὲ καλὰ ἤκουσα καὶ παρ’ ἄλλων. Ἤκουσα, ἐπὶ παραδείγματι, παρὰ τινὸς ἀξιοτίμου συναδέλφου, λέγοντός μοι, ὅτι κατὰ τὰς ἄρτι διεξαχθείσας ἐκλογὰς κατεψήφισαν τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ πάντες οἱ ἀρτοπῶλαι, παντοπῶλαι, ἰχθυοπῶλαι καὶ λοιποί, ὑπαγόμενοι εἰς τὰς ἀστυνομικὰς διατάξεις, διότι τινὲς ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τούτου εἶχον ὑπερψηφίσει τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἥτις δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τοὺς Κυρίους τούτους νὰ πωλῶσι κατ’ ἀρέσκειαν καὶ ἀσυνειδήτως. Ἤκουσα ἑτέρου ἀξιοτίμου λοχαγοῦ τοῦ μηχανικοῦ, ἔχοντος μεγάλην κτηματικὴν περιουσίαν ἐν Ἠλείᾳ, λέγοντός μοι, ὅτι, ἀφ’ ἧς συνεστήθη ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἐγνώρισεν ὅτι ἔχει περιουσίαν· οἱ ζωοκλέπται καὶ ἐκβιασταὶ ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγκαταλίπωσι τὰ ἔντιμα ταῦτα ἔργα των καὶ ἀναλάβωσι τὴν ἀξίνην, ἵνα διὰ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ προσώπου των κερδήσωσι τὸν ἄρτον. Ἤκουσα ἑτέρου ἀξιοτίμου Κυρίου, διδάκτορος τῆς νομικῆς, λέγοντός μοι, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του ἔπρεπε νὰ ἀνιδρύσωσι τὸν ἀνδριάντα τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ ἀστυνόμου, διότι κατώρθωσε τοὺς ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου μέχρις ὀδόντων ὡπλισμένους συμπολίτας του νὰ ἀφοπλίσῃ πάντας, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, ἐντὸς μηνός. Ἤκουσα ἑτέρου Κυρίου, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ὁ ἀνθυπολοχαγὸς ἀστυνόμος εἰς τι χωρίον τῆς ἐπαρχίας του κατώρθωσεν ὄχι μόνον νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν καθαριότητα ἐν τῷ χωρίῳ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐμπνεύσῃ τὴν ἀτομικὴν καθαριότητα εἰς τοὺς κατοίκους, τὴν ὁποίαν γενικώτερον ἐξετέλουν κατὰ Σάββατον...
§58Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τοὺς ὑπεχρέωσε νὰ κάμνωσι λουτρά;
§59ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τοῦτο περιλαμβάνεται εἰς τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα;
§60ΠΕΤΑΛΑΣ. Τὸ αἴσθημα τῆς καθαριότητος συντελεῖ πολὺ εἰς τὴν εὐεξίαν τοῦ σώματος, καὶ ἑπομένως εἰς τὴν δημοσίαν ὑγείαν.
§61ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν πίεσιν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων.
§62ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς περισσότερον διὰ παραδειγμάτων· ἠδυνάμην πλεῖστα ὅσα νὰ ἀναφέρω. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι εἰς θέσιν βεβαίως κάλλιον ἐμοῦ νὰ γνωρίζῃ κατὰ πόσον ηὔξησαν τὰ ἔξοδα καὶ αἱ εἰσπράξεις μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἡ δευτέρα κατηγορία τῶν αἰτιάσεων κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἶναι, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἀπεμακρύνθησαν τῶν καθηκόντων των καὶ ἐβλάβησαν περὶ ταῦτα. Φρονῶ ὅτι διετὴς ἀπομάκρυνσις ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας δὲν εἶναι ἐπαρκής, ὥστε νὰ κάμῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ἀποβάλωσι τὰς ἕξεις τοῦ σταδίου των καὶ τὰς γνώσεις των, ἄλλως ἔπρεπεν ἅπαντες οἱ συνάδελφοι ἀξιωματικοὶ νὰ τραπῶμεν τὴν πρὸς τοὺς στρατῶνας ἄγουσαν. Οὐδὲ νομίζω, ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἐντελῶς ξένη πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν στρατιωτικήν, διότι τὸ ἀστυνομικὸν πνεῦμα εἶναι ἀναγκαῖον καὶ εἰς τὴν διοίκησιν καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τῶν ἀξιωματικῶν ἐν πολέμῳ, ὅταν διορίζωνται διὰ τὴν περισυλλογὴν πληροφοριῶν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἀναγνωρίσεων...
§63Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὰ θὰ τὰ μανθάνουν εἰς τὴν ῥάχιν μας;
§64ΠΕΤΑΛΑΣ. .. Ἀλλοίμονον εἰς τὸν ἀξιωματικὸν ἐκεῖνον, ὅστις δὲν ἔχει τὴν δέουσαν ἀστυνομικὴν ὀξυδέρκειαν νὰ ἐξακριβώσῃ καὶ σταθμίσῃ τὰς δοθείσας πληροφορίας! Τὰς ἐργασίας δὲ ταύτας ἀναγράφει ἄλλως καὶ ὁ κανονισμὸς τῆς ἐν ἐκστρατείᾳ ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ ἀστυνομικὸν πνεῦμα εἶναι ἔμφυτον, ὡς εἶναι ἔμφυτον τὸ πνεῦμα τὸ ἔξοχον εἰς ὅλους τοὺς κλάδους, ἀλλ’ ἡ ἱστορία ἀτυχῶς ὀλίγα παραδείγματα ἐξόχων πνευμάτων ἀναφέρει· τὰ λοιπὰ εἶναι συνήθη πνεύματα, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς μελέτης, διὰ τῆς ἐξασκήσεως, διὰ τῆς πείρας, καθίστανται ἐπίσης ὠφέλιμα εἰς τὸν κόσμον. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐκ βρωμερῶν ἀναθυμιάσεων δηλητηρίασιν τῶν ἀξιωματικῶν, τοῦτο εἶναι ζήτημα χαρακτῆρος, ὅστις ἀδύνατον νὰ μεταβληθῇ κατὰ τὸ βραχυχρόνιον διάστημα τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ἐκ τοῦ περιβάλλοντος, διότι τότε πάντες οἱ ἱεραπόστολοι θὰ ἐκινδύνευον νὰ γείνωσιν αἱρετικοί. Δὲν εἶναι δὲ καὶ ἄσκοπον νὰ ἀναφέρω, ὅτι εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι μικρὸν καὶ τὸ ὁποῖον δὲν διαθέτει μεγάλα ποσὰ διὰ τὴν διατήρησιν στρατοῦ, οἱ στρατιωτικοὶ θεσμοὶ τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας θὰ ἦναι ὠφέλιμοι διὰ τυχὸν ἐπιστράτευσιν, ὅτε δύναται ν’ ἀνατεθῇ εἰς τοὺς κλάδους τούτους, τοὺς στρατιωτικῶς ὠργανωμένους, ἡ ἄμυνα τῆς χώρας καὶ ἡ ἐξασφάλισις τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους. Ἴσως θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ὠργανοῦντο στρατιωτικῶς καὶ ἄλλοι κλάδοι τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ τρίτη κατηγορία τῶν αἰτιάσεων κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἥτις εἶναι καὶ τὸ κρίσιμον σημεῖον (le point décisif, ὡς λέγουσιν οἱ τακτικοὶ,) ὅλων μας, εἶναι ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δύναται νὰ ἐπιδράσῃ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐπὶ τῆς θελήσεως τῶν ψηφοφόρων. Δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, ὡς πολῖται Ἕλληνες, ἔχουσι καὶ αὐτοὶ καὶ δικαιοῦνται νὰ ἔχωσιν ἰδέαν καὶ γνώμην περὶ τῶν πολιτικῶν καὶ νὰ ἔχωσι συμπαθείας...
§65ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι ὅταν φέρωσι στολήν.
§66ΠΕΤΑΛΑΣ. .. Ἀλλ’ αἱ συμπάθειαι αὗται ἐπ’ ἐλάχιστον ἐξωτερικεύονται εἰς ἐκλογικὰς ἐνεργείας.
§67ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν κατέλθητε, θὰ λάβω τὸν λόγον καὶ θ’ ἀναγνώσω ἐπιστολάς, ἐν ταῖς ὁποίαις ἀποκαλοῦνται Τσουλήδες οἱ ἀξιωματικοὶ ἀστυνόμοι.
§68ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι τινὲς τῶν ἀξιωματικῶν, ἐπιλαθόμενοι τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς τιμῆς, παρεκτρέπονται, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι στοιχεῖα νομιμόφρονα.
§69ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς τιμῶμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς ὅσον οὐδεὶς ἄλλος, ἀλλ’ ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ ἐξέρχονται τῶν καθηκόντων των.
§70ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐὰν ἐπεριμένετε, κύριε συνάδελφε, τὸ πέρας τῆς ὁμιλίας μου, νομίζω ὅτι θὰ ἐμένετε πολὺ εὐχαριστημένος, περισσότερον εὐχαριστημένος, παρ’ ὅσον θὰ ἦσθε ἀπὸ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Λέγω λοιπὸν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀξιωματικῶν δὲν δύνανται νὰ παρεκτραπῶσιν εἰς ἐκλογικὰς ἐνεργείας, ὄχι μόνον διότι φοβοῦνται τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἐκλογικῶν παραβάσεων, ἀλλὰ διότι ἔχουσι πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι μετὰ τὸ βραχυχρόνιον διάστημα τῆς ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἀστυνομίᾳ ὑπηρεσίας θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ θὰ δώσωσι λόγον εἰς τοὺς συναδέλφους των...
§71ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀσθενὲς ἐπιχείρημα.
§72ΠΕΤΑΛΑΣ. Σεῖς εὑρίσκετε ἰσχυρότερα ἐπιχειρήματα, ἐγὼ ὁμιλῶ κατὰ τὰς δυνάμεις μου... Πίστωσις δὲ τῶν λόγων μου εἶναι, ὅτι ἅπαντες οἱ συνάδελφοι, οἱ παραπονεθέντες ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἦτο δυσμενὴς πρὸς αὐτοὺς, ἅπαντες εὑρίσκονται ἐνταῦθα, συνεπῶς οὐδεμίαν ἐπίδρασιν ἔσχεν ἡ κατ’ αὐτῶν δυσμένεια τῶν ἀστυνομικῶν ἀρχῶν. Ἡ θέλησις τοῦ κυριάρχου λαοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε οὐδεμία δύναμις δύναται νὰ ἀντιστῇ· εἶναι ἐκ τῶν χειμάῤῥων ἐκείνων, οἵτινες παρασύρουσι καὶ καταστρέφουσι πᾶν τὸ προστυχόν. Μὴ λησμονήσωμεν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἔχει καὶ ἓν ἄλλο σπουδαῖον προσὸν διὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, εἶναι τὸ οἰκονομικώτερον σύστημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας (θόρυβος)... Ἐπειδὴ βλέπω ὅτι ἐνοχλεῖσθε πολύ, διὰ τοῦτο δὲν θὰ ἐκταθῶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ θὰ ἔλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, Ὁ καταστατικὸς νόμος τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας βεβαίως ἔχει ἐλλείψεις, καὶ αἱ ἐλλείψεις αὐταὶ δέον νὰ διορθωθῶσι. Μία τῶν ἐλλείψεων αὐτοῦ εἶναι, ὅτι εἰς τοὺς μικροὺς δήμους τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα ἀνατίθενται εἰς ὑπαξιωματικούς, κατὰ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι πλεῖστα παράπονα. Ἐπίσης ἔλλειψις τοῦ καταστατικοῦ νόμου τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἶναι, ὅτι διὰ τῶν ἄρθρων 33 καὶ 34 οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν τίθενται εἰς ἀπαγόρευσιν, καὶ ἀνατίθεται ἡ διαχείρισις τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἰς ἓν Συμβούλιον ἐποπτείας, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ ἀνεύθυνον. Διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου τὰ ἄτοπα ταῦτα δὲν αἴρονται· καθόσον εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι καταργεῖται τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς, θεσμὸς ἀναπόφευκτος, διότι ἄλλως ἐξαρθροῦται ὅλον τὸ σύστημα καὶ δὲν ὑπάρχει ὁ μέλλων νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸ, οὐδὲ τὸν κανονισμὸν τῆς ἐσωταρικῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν καταργοῦνται καὶ τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων οἱ Ὑπουργοὶ τίθενται εἰς ἀπαγόρευσιν, ἀλλ’ ἀνατίθενται τὰ καθήκοντα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἄλλα μὲν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄλλα δὲ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐν τῷ νόμῳ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ὅμως ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι καθήκοντα οὐσιαστικὰ καὶ ἀναπόσπαστα τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ταῦτα εἶναι οἱ ἐπιθεωρηταί. Τὰ καθήκοντα τῶν ἐπιθεωρητῶν τίς θὰ τὰ ἐκτελέσῃ; (θόρυβος).
§73ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τί κάμουν τὰ Συμβούλια;
§74ΠΕΤΑΛΑΣ. Καταργήσατε τότε τὸν θεσμὸν ὁλόκληρον. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὑπάρχει ὁ θεσμὸς, πρέπει νὰ ὑπάρχωσι καὶ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ λειτουργήσῃ ὁ θεσμός. Διὰ τοῦτο θὰ λάβω τὴν τιμὴν, ὅπως ὑποβάλω νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὰ ἄρθρα 1, 2, 33, 34 καὶ 36 καὶ τὴν ἀκροτελευταίαν διάταξιν τοῦ καταστατικοῦ νόμου τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, πρὸς ἄρσιν τῶν παρ’ ἐμοῦ μνημονευθεισῶν ἐλλείψεων τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τηρουμένου τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς.
§75ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Συνδέεται ἡ τροποποίησις αὕτη μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον;
§76ΠΕΤΑΛΑΣ. Βεβαίως. Συμπεραίνων θὰ σᾶς παρακαλέσω, μὲ ὅλην τὴν ἐξεγερθεῖσαν κατ’ ἐμοῦ ἀγανάκτησιν...
§77ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι! ἀπ’ ἐναντίας μᾶς εἶσθε συμπαθέστατος· μόνον κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀγανακτοῦμεν.
§78ΠΕΤΑΛΑΣ. .. νὰ ἐξετάσητε τὸν θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας μετ’ ἀπαθείας, μετὰ ψυχραιμίας καὶ ἄνευ ἄλλης τινὸς ἰδέας, καὶ νὰ μὴ σπεύσητε εἰς τὴν ἀπόφασίν σας, διότι πιθανὸν νὰ μεταμεληθῆτε, καὶ ἡ μεταμέλειά σας θὰ πληρωθῇ εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 131).
§80ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα ἔλαβον δύο ἐπιστολὰς ἐκ Σικυῶνος, τὰς ὁποίας θ’ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλήν. (Ἀναγινώσκει τὴν μίαν). Εἰς τὸν δῆμον Εὐρωστίνης ἦσαν 3 Γεωργαλαῖοι, ἐξ ὧν ὁ εἷς ἦτο καθυστερούμενος κληρωτὸς ἐπίστρατος. Ἐζητήθη ἀπὸ τὸν ἀστυνόμον Ζαχώλης, ὅστις ὑπέθεσεν ὅτι ὁ καθυστερούμενος εἶναι εἰς τὸ χωρίον Διμινιό. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἐπιστάτης μου. Ἐφρόντισα καὶ ἔλαβον πιστοποιητικὸν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι αὐτὸς ἐξεπλήρωσε τὴν ὑποχρέωσίν του· τὸ δὲ Στρατολογικὸν Συμβούλιον Ναυπλίας διέταξε τὸν ἀστυνόμον νὰ παύσῃ τὴν καταδίωξιν τοῦ ἐπιστάτου μου καὶ νὰ στείλῃ τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Αἴγιον, ὅπου εἶναι ὁ πραγματικῶς καθυστερούμενος κληρωτός. Ἀλλ’ ὁ κύριος ἀστυνόμος ἔλαβεν ἀφορμὴν, διότι εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, καὶ πρὸς ἐκδίκησίν μου συνέλαβε τὸν ἐπιστάτην μου, τὸν ἐκακοποίησε καὶ τὸν ἔστειλεν ἐν κακῇ καταστάσει εἰς Κόρινθον, συνωδευμένον ὡς κακοῦργον, ὡς Τσουλῆν!
§81ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν ὑπεβάλετε σεῖς τὸ νομοσχέδιον (θόρυβος).
§82ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούσατε καὶ τὴν ἄλλην ἐπιστολήν. (Ἀναγινώσκει αὐτήν).
§83ΚΡΙΤΣΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἀνάξιον Βουλῆς νὰ ἀκροᾶται αὕτη ἐπιστολῶν, ὡς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας. Ἐνταῦθα εὑρισκόμενοι, ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα τὸν ἑαυτόν μας· καὶ ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐσέβετο ἑαυτὸν, δὲν θὰ ἐνεκολποῦτο καὶ δὲν θ’ ἀνεγίνωσκεν ἐνταῦθα τὰς ὕβρεις, τὰς ὁποίας ὁ ἐπιστάτης του ἀπευθύνει κατὰ τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου. Δὲν ἔπρεπε, κύριε Βουλευτά, νὰ φέρητε ἐδῶ τοιαύτας ἐπιστολάς· διότι, ὅταν φέρητε τοιαύτας ἐπιστολὰς ἐνταῦθα, ὁμολογεῖτε ὅτι εἶσθε ἄξιος τῆς θέσεως τοῦ ἐπιστάτου σας καὶ οὐχὶ τῆς τοῦ Βουλευτοῦ (θόρυβος).
§84ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν, κύριε Πρόεδρε.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ὕβρισε προσωπικῶς τὸν συνάδελφόν του· τὸν ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν.
§86ΚΡΙΤΣΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Πρόεδρε! Ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν εἶναι ποινή· οὐδέποτε δὲ ποινή τις ἐπιβάλλεται, πρὶν ἢ ἀπολογηθῇ ὁ καθ’ οὗ αὕτη ἐπιβάλλεται.
§87ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὑβρίζητε τοὺς συναδέλφους σας (θόρυβος).
§88ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὁμιλήσας, κ. Πρόεδρε, ὡς ὡμίλησα, ἠθέλησα νὰ ὑποδείξω εἰς τὸν ἐκ Κορινθίας κ. Βουλευτὴν, ὅτι, ἐνταῦθα καθήμενοι, δὲν πρέπει νὰ δίδωμεν πίστιν εἰς τὸν πρῶτον τυχόντα (θόρυβος).
§89ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ κάμω ἀγωγήν.
§90ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον τῶν Βουλευτῶν νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν ἐπιστολὰς προερχομένας ἐξ οἱουδήποτε, καὶ νὰ λέγωσιν ὅ,τι θέλουσι περὶ τῆς διαγωγῆς ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος, διὰ νὰ ἦναι ἀξιωματικός, βεβαίως κέκτηται τὰ πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ βαθμοῦ τούτου ἀπαιτούμενα προσόντα, πρώτιστον δὲ προσὸν εἶναι τὸ ἀνεπίληπτον τῆς διαγωγῆς (θόρυβος).... Μὴ ταράσσεσθε, παρακαλῶ. Ἔχετε δικαίωμα ὕστερον νὰ μὲ ἀντικρούσητε. Λοιπὸν κατὰ τί ἠδίκησα τὸν ἐκ Κορίνθου συνάδελφον, καὶ ἐσπεύσατε τόσον νὰ μοὶ ἐπιβάλητε τὴν ποινὴν τῆς ἀνακλήσεως;
§91Π. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Εἴπετε ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Κορινθίας ἔπρεπε νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν τοῦ ἐπιστάτου του.
§92ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶπον ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς εἶναι ἄξιος τῆς θέσεως τοῦ ἐπιστάτου του. Ἀλλ’ εἶναι ὕβρις νὰ ἐπιμελῆταί τις τῶν κτημάτων του, ἤτοι νὰ διευθύνῃ αὐτὸς οὗτος τὴν περιουσίαν του, ἀντὶ νὰ ἔχῃ ἄλλον; Καὶ εἶναι ποταπὸν τὸ ἔργον τοῦ ἐπιστάτου; Ποῦ ἔγκειται ἡ ὕβρις; Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πολὺ ἐβιάσθητε νὰ μοὶ ἐπιβάλητε τὴν ποινὴν τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν τώρα ἰσχυρίζησθε, ὅτι δὲν ἀπετείνατε πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Κορινθίας τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας πάντες ἠκούσαμεν, ὅτι ἀπετείνατε, δὲν ὑπάρχει πλέον λόγος, ὅπως ἀνακληθῆτε εἰς τὴν τάξιν.
§94ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἔσπευσεν. Ἔπρεπε πρῶτον νὰ ζητήσητε ἐξηγήσεις παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι ἠδύνατο νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ὑβριστικὴν τυχὸν φράσιν, τὴν ὁποίαν ἐξέφερε, καὶ νὰ μὴ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸν ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν (θόρυβος).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Βουλευταὶ οἱ προλαλήσαντες νομίζουσιν ὅτι ὁ Πρόεδρος εἶναι ὑπόχρεως νὰ προσκαλῇ τὸν ἀτακτοῦντα Βουλευτὴν εἰς ἀπολογίαν. Οὐδὲν τοιοῦτον ὁρίζει ὁ Κανονισμός. Τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει: «Ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ διακόπτωσι τοὺς ἀγορεύοντας, ἢ διὰ φωνῆς ἢ διὰ χειρονομιῶν νὰ ἐπιδοκιμάζωσιν ἢ ἀποδοκιμάζωσιν αὐτούς. Ἀπαγορεύεται ὡσαύτως εἰς τοὺς ἀγορεύοντας νὰ ἐκτρέπωνται εἰς προσβολὰς προσωπικάς. Οἱ τὰς ἀπαγορεύσεις ταύτας παραβαίνοντες ἀνακαλοῦνται εἰς τὴν τάξιν ὑπὸ τοῦ Προέδρου οἴκοθεν ἢ κατ’ αἴτησιν ἑνὸς Βουλευτοῦ». Τοῦτο ἔπραξα. Δὲν εἶχον καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀπολογίαν.
§96ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὕτως εἴθισται.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω τί διατάσσει ὁ Κανονισμός.
§98ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Κύριοι, δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν προλαλήσαντα εἰς τὰς ἀναπτύξεις περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καθόσον τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν εἶναι τοῦτο. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι τὸ περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Θέλω περιορισθῆ εἰς τοῦτο, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ξηροχωρίου δὲν θὰ μὲ διακόψῃ, διότι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ θὰ ἀναπτύξω τὰς ἰδέας μου. Ὡς ἐδήλωσα καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς λήξεως τῆς συνεδριάσεως τοῦ Σαββάτου, δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἕνεκεν ἀτομικῶν μου ὑποθέσεων, ὑπέγραψα ὅμως τὰς τροποποιήσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον ἐθεωρήθη τοῦτο ὡς ἀπαραίτητος ὅρος παρὰ τοῦ κ. Προέδρου διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς· τοῦτο ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, διότι, καίτοι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς φέρει τὴν ὑπογραφήν μου, δὲν συμφωνῶ ἐν πολλοῖς πρὸς τὰς ἐπενεχθείσας παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τροποποιήσεις. Εἶμαι, Κύριοι, ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι φρονῶ ὅτι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησε τὸ μέτρον τοῦτο ὡς συντελοῦν εἰς τὴν εὐχερῆ πορείαν τῆς διοικήσεως, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ψηφίσῃ. Λυποῦμαι ὅμως, διότι τό τε νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ αἱ τροποποιήσεις τῆς ἐπιτροπῆς οὐδὲν ἕτερον θὰ φέρωσι, ψηφιζόμενα, παρὰ τὸν κυκεῶνα, καὶ θὰ παρεμβάλλωσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν προσκόμματα ἀνυπέρβλητα κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τῷ δίδει τὸ νομοσχέδιον...
§99ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς φρονεῖτε ὅμως τότε, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ;
§100ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Μὲ τροποποιήσεις. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι, ὅτε τὸ πρῶτον ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐθεωρήθη ἀνεφάρμοστος, ὄχι μόνον διὰ τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας περιεῖχεν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἀντιφατικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἀνέγραφεν. Ἐδέησε δὲ κατὰ τὴν δευτέραν πρωθυπουργίαν τοῦ κ. Τρικούπη νὰ συνταχθῇ νέος νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη τὸ 1893 καὶ ἐφηρμόσθη τὸ 1894. Λοιπὸν, Κύριοι, σήμερον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ εὑρίσκηται ἀδιακόπως ἀπέναντι κωλυμάτων, καθ’ ἑκάστην θὰ γεννῶνται ζητήματα. Δύο Ὑπουργεῖα θὰ διευθύνωσι τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, ἢ μᾶλλον θὰ προΐστανται ὑπηρεσιῶν συντεινουσῶν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀναγράφει τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρ. 34 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, δηλ. τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὑφίσταται ἓν Συμβούλιον ἐποπτείας, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, μέχρι τοῦδε· σήμερον δὲ θὰ προεδρεύῃ τούτου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο μένει ἀκέραιον· ἐν τούτοις διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν διατάξεων αὐτοῦ ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχωσιν ἐπιθεωρηταὶ, οἵτινες καταργοῦνται. Ἐπίσης πολλὰ ἄρθρα τοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου μένουσιν ὡς ἔχουσιν, εὑρίσκονται εἰς ἀντίθεσιν ἐντελῆ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου. Διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω πολλὰ, σᾶς ἀναφέρω τὸ 35 ἄρθρον. Τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 35 τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἀναγραφόμενα καθήκοντα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἀνατίθενται κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν τούτοις ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου ἀναγράφει, ὅτι, ὁσάκις ἀστυνομικὴ περιφέρεια στερῆται ἀστυνόμου δι’ οἱονδήποτε λόγον, ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς ἀναθέτει τὴν ἀστυνομικὴν διοίκησιν εἰς ἕνα ἀξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς. Πῶς θὰ κάμῃ σήμερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ ἡ χωροφυλακὴ ὑπάγεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν; Ὅλαι αἱ διατάξεις ἀντιστρατεύονται κατ’ ἀλλήλων. Ὑπάρχει δὲ καὶ λάθος—γραφικὸν βεβαίως, τὸ ὁποῖον παρηκολούθησε καὶ ἡ ἐπιτροπὴ,—ἐν τῇ ἡμερομηνία τοῦ τροποποιουμένου νόμου, ὅστις δὲν εἶναι τῆς 21 Μαρτίου 1893, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ τῆς 20 Μαρτίου· ὥστε θὰ καταστρέψωμεν καὶ νόμον μὴ ὑπάρχοντα. Ἡ ἐπιτροπή, Κύριοι, παραδέχεται εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῶσιν αἱ τρεῖς θέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς ἀστυνομίας, νὰ προστεθῶσι δὲ τρεῖς ἄλλαι θέσεις ἐπιθεωρητῶν τῆς χωροφυλακῆς καὶ τὰ τρία Ἀρχηγεῖα στρατοῦ, ὅπως ὑπῆρχον πρὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Τὸ δεύτερον ἄρθρον ἀποδέχεται ὡς ἔχει. Ἐπὶ τοῦ τρίτου ἄρθρου φέρει τὴν ἑξῆς μεταβολήν· ἀπαλείφει τὴν βʹ περίοδον τοῦ ἄρθρου, καὶ διατηρεῖ μόνον τὴν πρώτην, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ὁ περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως ͵ΒΡΠΗʹ νόμος τῆς 21 Μαρτίου 1893, ἡ ἀστυνομία ὑπάγεται εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, οἱ δὲ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτῆς ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ εἰς τοὺς πειθαρχικοὺς κανονισμοὺς τοῦ στρατοῦ». Τοῦτο ὅμως εἶναι ἐλλιπὲς, διότι ἀντὶ ὑπαξιωματικῶν ἔπρεπε νὰ θέση ὁπλίτας, διότι εἶναι καὶ στρατιῶται καὶ χωροφύλακες. Προσέθεσε δὲ καὶ τέταρτον ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ ἄρθρον 29, καὶ ὄχι 21, ὡς κατὰ λάθος ἀναγράφεται, τροποποιεῖται· αἱ τροπολογίαι τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἔχουσι καλῶς, ὅσον ἀφορᾷ τὰς τρεῖς πρώτας παραγράφους, ἀλλὰ διαγράφεται ἐντελῶς ἡ πέμπτη παράγραφος μετὰ τῶν ἐδαφίων αὐτῆς. Περὶ τῆς πειθαρχικῆς ἁρμοδιότητος τῶν βαθμολόγων τῆς οἰκονομίας, φρονῶ ὅτι αὕτη πρέπει νὰ μένῃ ὡς ἔχει, διότι οἱ ἀστυνόμοι πρέπει νὰ ἔχωσι πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν κατωτέρων ὀργάνων. Παραδέχεται ἡ ἐπιτροπὴ, πολὺ δικαίως, τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὅσον ἀφορᾷ τὸ Συμβούλιον τῆς ἐποπτείας. Τοῦτο εἶναι ὀρθότατον, διότι πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ ἐλευθέρα ἐνέργεια, καὶ τότε ὁ νόμος τῆς καταργήσεως ἔχει ἀξίαν. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔχῃ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών του, ἀλλὰ θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἓν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ὑποδεικνύῃ καθ’ ἑκάστην τί πρέπει νὰ καταχωρῇ εἰς τὰ πρακτικά του, θὰ ἦναι σύγχυσις. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ ἔχῃ ἐλευθερίαν ἐνεργείας, καὶ ἀκούων τὰς παραστάσεις τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν πολιτῶν, νὰ προβαίνῃ, ἀφοῦ μάλιστα δὲν θὰ ὑπάρχωσι πλέον οὐδ’ οἱ ἐπιθεωρηταί.
§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ὀρθότατα.
§102ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἔχῃ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἀστυνομίας, ναὶ ἢ ὄχι; Λοιπὸν πρέπει αὐτὸς νὰ ἔχῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν του τὰ τῆς κατατάξεως καὶ τῆς διανομῆς εἰς τὰς διαφόρους ἀστυνομικὰς περιφερείας τῶν ἀστυφυλάκων, ἐπίσης καὶ τὰ μητρῷα τῶν ἀστυφυλάκων, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν ἄρθρων τοῦ νόμου τούτου ἐκρατοῦντο παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὥστε ὅλα τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὰ περὶ τηρήσεως τῶν μητρῴων καὶ τὰ περὶ κατατάξεως, πρέπει νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐν τέλει, Κύριοι, ἵνα μὴ περιέλθωμεν εἰς χάος, ψηφίζοντες εἴτε τὸ νομοσχέδιον, εἴτε τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ παρακαλέσω — καὶ φρονῶ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ συναινέσῃ — νὰ μελετηθῇ καλλίτερον τὸ ζήτημα, διότι ἄλλως θὰ εὑρεθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς ἀδιέξοδον καθ’ ἑκάστην, ἀπέναντι κωλυμάτων ἀνυπερβλήτων, θὰ ἔχῃ δικαιοδοσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ δύναται νὰ ἐξασκήσῃ. Δὲν γνωρίζω τὰς ἰδέας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, φρονῶ ὅμως, ὅτι θὰ εὑρίσκηται καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητῇ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν συγκατάθεσίν του εἰς τὰ ἁπλούστερα ζητήματα, καὶ πάλιν τὰ ζητήματα δὲν θὰ λύωνται. Ἄν θελήσω ν’ ἀναπτύξω ὑμῖν ὅλας τὰς ἀντιθέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ ἡ ὥρα θὰ παρέλθῃ καὶ κόπος μάταιος εἶναι νὰ ὁμιλῶμεν περὶ διατάξεων, τὰς ὁποίας ἕκαστος ἐξ ἡμῶν δὲν ἐνθυμεῖται. Πιστεύω ὅτι μία μελέτη αὐτοῦ καταλληλοτέρα καὶ μετὰ περισσοτέρας προσοχῆς θὰ βραδύνῃ μὲν ἴσως τὰ πράγματα, ἀλλὰ δὲν θὰ φέρῃ καὶ τὸ χάος, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει.
§103ΠΕΤΑΛΑΣ. Ὁ θεσμὸς, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ νόμῳ, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἄνευ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Δύνανται νὰ διορθωθῶσιν ὅλα τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ νόμος ὁ καταστατικὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διὰ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Τότε δὲν γεννᾶται καμμία ἀνωμαλία, κανεὶς κυκεὼν, καὶ ἐφαρμόζεται καὶ ὁ καταστατικὸς νόμος κατὰ τὰς ἐννοίας, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§104ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν, κύριοι συνάδελφοι, νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Διὰ νὰ καταργῆται τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς, βεβαίως πρέπει νὰ μὴ λειτουργῇ, ἢ νὰ μὴ λειτουργῇ καλῶς· περιέμενον δ’ ὅτι οἱ λαβόντες τὸν λόγον ἐντεῦθεν ἤθελον ὁμιλήσει περὶ αὐτοῦ καὶ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ οὕτως ἢ ἄλλως· ἀλλ’ ὁ μὲν συνάδελφος ἐξ Ἰθάκης, ὁ ταγματάρχης κ. Πεταλᾶς, παραλείψας τοῦτο, ὡμίλησε περὶ τῆς ἀστυνομίας, ὁ δὲ κ. συνάδελφος ἐκ Λοκρίδος, ὁ συνταγματάρχης κ. Βασιλειάδης, λαβὼν τὸν λόγον μετ’ ἐκεῖνον, ὡμίλησε μὲν περὶ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἤκουσα νὰ ψέξῃ αὐτὸ, ἢ νὰ χαρακτηρίσῃ, ὡς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ καὶ εἷς τῶν εὐφραδεστάτων συναδέλφων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν ἤκουσα, λέγω, ἢ δὲν ἀντελήφθην νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς ὡς κακῶς λειτουργοῦν. Ἀπορῶ δὲ τῇ ἀληθείᾳ, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ὑπεστήριζέ τις — καὶ περιέμενον νὰ ἀκούσω τοὺς ὑποστηρικτὰς τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τίνα τρόπον καὶ διὰ τίνων ἐπιχειρημάτων θὰ ὑποστηρίξωσι τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Μόλις προφέρεται ὁ ὅρος «στρατιωτικὴ ἀστυνομία», ἐξανίσταται ἡ συνείδησις τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου, ὡς ἀντελήφθην...
§105ΜΠΟΥΤΟΣ. Δικαίως.
§106ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιβεβαιοῦτε τοὺς λόγους μου.
§107ΣΑΚΚΗΣ. Θὰ φέρω τὰ κατορθώματα μεθαύριον, διὰ νὰ ἴδητε· ἐπὶ ἐποχῆς βασιβουζούκων εὑρισκόμεθα, εἰς τὰς ἐπαρχίας τοὐλάχιστον!
§108ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περιμένω καὶ ἄλλας διακοπὰς, διὰ νὰ ἐπιβεβαιωθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω, διότι πᾶσα διακοπὴ, ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ἐπερχομένη, ἵνα ἐπιβεβαιώσῃ τὰ κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας λεγόμενα, εἶναι μία προσθήκη εἰς τὸ ἐμὸν ἐπιχείρημα.
§109ΣΑΚΚΗΣ. Θὰ φρίξητε, ὅταν ἀκούσητε ὁποῖα ἐν τῷ Κακουργιοδικείῳ Καλαμῶν ἐκτυλίσσονται, γενόμενα ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας! (Ὅμοιαι διακοπαὶ καὶ παρ’ ἄλλων Βουλευτῶν).
§110ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὑπῆρξα ἐκ τῶν καταψηφισάντων τὸν νόμον ἐκεῖνον. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν μοὶ ἐδόθη καὶ ἡ εὐκαιρία νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἀγορεύσω κατ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι συνεμεριζόμην ἐξ ὅλης τῆς προαιρέσεώς μου τὰς κατὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἀγορεύσεις τῶν τότε ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, τῇ Ἀντιπολιτεύσει, συναδέλφων μου. Περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐγένετο πλείων ἢ ὅσος ἔπρεπε λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐπὶ ἐπανειλημμένας συνόδους τῆς Βουλῆς. Οὐδέποτε ἔλαβον τὸν λόγον καὶ οὐδέποτε εἶπόν τι. Κατὰ τὴν τελευταίαν ὅμως σύνοδον, καὶ δὴ κατὰ τὴν προτελευταίαν συνεδρίασιν αὐτῆς, δοθείσης συγκεκριμένης ἀφορμῆς, ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ λαλήσω καὶ νὰ εἴπω ποίαν γνώμην ἔχω περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἐκηρύχθην ἀνεπιφυλάκτως, κύριοι συνάδελφοι, κατ’ αὐτοῦ. Ἐκηρύχθην δὲ κατ’ αὐτοῦ διὰ δύο οὐσιωδεστάτους, κατ’ ἐμὴν ἐκτίμησιν, λόγους. Ζητήσας πληροφορίας ἐπισήμους παρὰ τοῦ τότε κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔμαθον ὅτι 299 ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ ἀπησχολοῦντο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας τότε, δηλαδὴ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου λήξαντος ἔτους 1894. Πλὴν τῶν 300 τούτων καὶ πολλοὶ ἕτεροι ἀξιωματικοὶ ἀπησχολοῦντο, κατὰ τὸ ἐπίσημον σημείωμα τοῦ τότε κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς διαφόρους ἄλλας ὑπηρεσίας. «Ἐν ὅλῳ δὲ 628 ἀξιωματικοί, ἔλεγον τότε, ὑπηρετοῦσιν ἐκτὸς τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἐκτὸς τῶν τάξεων ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι τεταγμένοι νὰ ὑπηρετῶσιν. Ἐπὶ συνόλου δὲ ἀξιωματικῶν 1870, οἱ 628, ἤτοι τὸ ⅓ καὶ πλέον κατὰ 5 μονάδας, εὑρίσκονται ἐκτὸς τῶν κεκανονισμένων θέσεων αὑτῶν.» Διότι λοιπὸν ἡ ὑπόσπασις τριῶν ἑκατοντάδων ἀξιωματικῶν ἠραίου τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, εὕρισκον ὅτι ἡ ἀστυνομία καθίστατο κατὰ τοῦτο ἐπιζήμιος, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ διότι οἱ ἀξιωματικοὶ ἀσχολοῦνται εἰς ἔργα πόῤῥω ἀπέχοντα τοῦ προορισμοῦ τοῦ στρατιώτου, πόῤῥω ἀπέχοντα τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀξιωματικοῦ· καὶ ἐβεβαίωσαν τοῦτο προχθὲς οἱ εὐφραδεῖς λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἄρτης, τοῦ συνταγματάρχου κ. Βότσαρη, ἀναφέρω δὲ τοῦτο πρὸς τιμήν μου, διότι ἡ γνώμη μου ἐπεβεβαίωσαν παρὰ προσώπου εἰδικωτάτου καὶ ἐμπείρου ἐν πᾶσιν — οἱ ἀξιωματικοί, οἱ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν προσκεκολλημένοι, ἀσχολοῦνται εἰς ἔργα πόῤῥω ἀπέχοντα τοῦ προορισμοῦ των, ἐπαναλαμβάνω. Εἶναι γνωστά, κύριοι συνάδελφοι, τὰ ἔργα εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀσχολῆται ἀπὸ φυλακῆς πρωΐας μέχρι νυκτὸς ὁ ἀξιωματικὸς ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ· περιττὸν δὲ κρίνω νὰ μνημονεύσω αὐτὰ εἰλικρινέστερον δ’ εἰπεῖν, δὲν ἀναφέρω αὐτὰ μᾶλλον ἀπὸ σκοποῦ, διότι θέλω νὰ θέσω φυλακὴν τῷ στόματί μου, προκειμένου περὶ ὀλιγίστων εὐτυχῶς — καὶ ἐπιθυμῶ νὰ τονισθῇ ἡ λέξις — περὶ ὀλιγίστων, ἐπαναλαμβάνω, ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ θέτω φυλακὴν τῷ στόματί μου, διότι, ἂν προβῶ εἰς τὴν ἐξιστόρησιν τῶν ἀσχολιῶν τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ, πιθανὸν νὰ εἴπω τι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἴπω, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπω εἰς ἐμαυτόν, προκειμένου περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Δι’ ἀμφοτέρους τοὺς λόγους τούτους ἐκηρύχθην κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Εἶπον τότε, ὅτε ἤκουον καθ’ ἑκάστην τοὺς συναδέλφους τοὺς ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ, (δεικνύει τὴν κυβερνητικὴν πτέρυγα) τῇ τότε Ἀντιπολιτεύσει, καθημένους, ἐξιστοροῦντας διὰ μελανωτάτων χρωμάτων πράξεις ὑπερβασίας, παρεκτροπὰς, παρανομίας, πολλάκις δὲ καὶ κακουργίας, ὅπως ἐχαρακτήριζον αὐτὰς οἱ συνάδελφοι τότε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πάντα δὲ ταῦτα, ἐννοεῖται, ὅλως ἀνεπιφυλάκτως καὶ εἰς βάρος τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἀστυνομίας. Οὐδέποτε ἐγὼ ἐξέφερον τοιοῦτόν τι κατὰ ἀξιωματικοῦ, οὔτε ἀπέδειξα ποτὲ, ἐὰν συμμερίζωμαι ἢ μὴ τὰ τοιαῦτα λεγόμενα κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν. Λαβὼν ὅμως ἅπαξ, ὡς εἶπον, τὸν λόγον, ἵνα ὁμιλήσω περὶ τῆς ἀστυνομίας, συνέστησα εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν, ἐὰν ἤθελε, νὰ τροποποιήσῃ τὸν περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμον κατὰ τρόπον, ὥστε ἢ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ δημοτικὴ ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἤμην κεκηρυγμένος καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἦμαι, ἢ νὰ ἀναθέσῃ τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα εἰς ἐκείνην τὴν ἀρχὴν ἐν τῇ Πολιτείᾳ, εἰς ἣν οἴκοθεν καὶ ὡς ἀπὸ φύσεως, οὕτως εἰπεῖν, ἀνήκει ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία, εἰς τὴν χωροφυλακήν· πρότεινα μάλιστα τότε, μετά τινος προχείρου ὑπολογισμοῦ καὶ τῆς δαπάνης, νὰ προστεθῶσι 200 ἀξιωματικοὶ εἰς τὴν χωροφυλακήν, εἴτε προαγόμενοι ἐκ τῶν τάξεων τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἵνα καὶ εἰς αὐτοὺς ἀποδοθῇ δικαιοσύνη καὶ ἱκανοποίησις διὰ τὴν πολυετῆ ὑπηρεσίαν των, εἴτε μετατιθέμενοι ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ καὶ ἄλλων σωμάτων τοῦ στρατοῦ, κατ’ ἐκλογήν, εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ν’ ἀφιερωθῶσι καὶ ἐγκαταβιώσωσι· νὰ προστεθῶσιν ὡσαύτως περὶ τοὺς 300 ὑπαξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, νὰ προστεθῶσι 3,000 ἔτι χωροφύλακες, καὶ νὰ καταρτισθῇ σῶμα ἀστυνομικόν, ἀνεξάρτητον, ἀφωσιωμένον καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὰ καθήκοντα ταῦτα. Προέτεινον ἀκόμη τότε καὶ τὴν σύστασιν Σχολῆς τῆς ἀστυνομίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ ἐξεμάνθανον οὐχὶ μόνον στοιχειωδῶς, ἀλλὰ καὶ λεπτομερέστερόν πως, τὰ καθήκοντα τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας οἱ δι’ αὐτὴν προοριζόμενοι ἄνδρες, διὰ νὰ δύνανται νὰ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των καὶ τὴν ἀποστολήν των ἐν τῇ χώρᾳ προσηκόντως· προέτεινον δὲ ταῦτα πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ηὐχόμην νὰ ἴδω τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ ἐπανερχομένους ταχέως εἰς τὸ στράτευμα, ἀναλαμβάνοντας ὑπηρεσίαν ἐν αὐτῷ, πεμπομένους, εἰ δυνατόν, εἰς στρατόπεδον, ἐπὶ τούτῳ συνιστάμενον, τὸ ὁποῖον ὠνόμασα τότε «λουτρόν παλιγγενεσίας», διὰ τὰς ἁμαρτίας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσαν τυχὸν οἱ ἀξιωματικοὶ μέχρι τότε ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ. Αὐτὰς τὰς γνώμας ἐξέφρασα περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ εἰς αὐτὰς ἐμμένω καὶ νῦν. Προσέθετον μάλιστα τότε—εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω τοῦτο καὶ αὖθις, ἴσως μάλιστα περισσότερον νῦν, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ, ὅπερ ἀπεύχομαι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον—ἔλεγον τότε, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις καὶ ἡ διεξαγωγὴ ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ὑπὸ τῶν ἀξιωματικῶν κατεργάζεται καὶ καθιστᾷ ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ βαθύτερον ῥῆγμα μεταξὺ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν πολιτῶν· ἐξέφρασα δὲ τὸν φόβον, ὅτι ἡ λέξις «ἀνθυπολοχαγὸς» (ἀνθυπολοχαγοὶ εἶναι οἱ πλεῖστοι ἀξιωματικοὶ τῆς ἀστυνομίας) αἱ λέξεις «ἀστυνομικὸς ἀξιωματικός», «ἀξιωματικὸς τῆς ἀστυνομίας», «στρατιωτικὸς ἀστυνόμος», καὶ ἐπὶ τέλους ἡ λέξις «ἀξιωματικὸς» γενικώτερον, ἤθελον εἶναι λέξις, ἡ ὁποία νὰ ἐμποιῇ αἴσθημα, εἰμή τι ἄλλο, τοὐλάχιστον δυσάρεστον εἰς τὸν πολίτην γενικῶς, καὶ τοῦτο εὕρισκον ὡς ἓν ἐκ τῶν μεγίστων κακῶν, τὰ ὁποῖα κατεργάζεται ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλα. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἀστυνομίᾳ, ἀκατάλληλοι ὄντες ἀπὸ φύσεως, ἀπὸ μορφώσεως καὶ ἀπὸ χαρακτῆρος, ἕνεκα τῆς πολυχρονίου ἕξεως τοῦ φέρειν τὸν βαθμὸν τοῦ στρατιώτου, ὡς πρέπει, μετὰ ὑπερηφανείας καί τινος ὀξύτητος, ἐγκειμένης εἰς τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα, οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἔδιδον, ὡς ἐλέγετο ἐνταῦθα, ἐγράφετο δὲ καὶ ἐν τῷ τύπῳ, πλείστας ὅσας ἀφορμάς, καὶ ὑπέστησαν ἐπὶ ταύταις τιμωρίας, τιμωρίας παρὰ τῶν ἀνωτέρων των, τιμωρίας παρὰ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, τιμωρίας παρὰ πειθαρχικῶν συμβουλίων, τιμωρίας διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων, ἕτεροι ἠπειλοῦντο διὰ τιμωρίας ὑπὸ δικαστικῶν βουλευμάτων, τὰ ὁποῖα παρέπεμπον αὐτοὺς νὰ δικασθῶσιν ἐπὶ διαφόροις πράξεσιν, ἕτεροι ὑπέστησαν ἐπίσης τὴν ἐκκόλαψιν μομφῆς ἐντεῦθεν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅθεν ἡ φωνὴ ἀκούεται εἰς τὰ πέρατα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοί, ἐπανερχόμενοι αὔριον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐπανερχόμενοι εἰς τὸ σῶμά των, θὰ ἐπανέλθωσι, κύριε συνάδελφε ἐξ Ἰθάκης, φέροντες ἐστιγματισμένον, εἴτε πολὺ εἴτε ὀλίγον, τὸ ὄνομά των, καὶ δὲν θὰ εὕρισκον ἐκεῖ τὴν τιμωρίαν, τὴν ὁποίαν σεῖς εἴπετε ὅτι θὰ εὕρισκον, τὴν τιμωρίαν τῆς μὴ ἐκτιμήσεως παρὰ τῶν συναδέλφων των, ἐὰν ἐπανήρχοντο τελέσαντες κακὰς πράξεις ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων· οὔτε θὰ ἦτο πλέον ἀνάγκη νὰ δεχθῶσι τιμωρίαν παρὰ τῶν συναδέλφων, τοὺς ὁποίους θὰ εὕρισκον ἐκεῖ, ἐπανερχόμενοι εἰς τὰ συντάγματά των. Θὰ ἐπανήρχοντο φέροντες ἤδη μεμειωμένην τὴν ὑπόληψίν των. Καὶ τοῦτο ἀκόμη εὑρίσκω ἓν τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα κατεργάζεται ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Εἶπον τὰς γνώμας μου ταύτας κατὰ τὴν προτελευταίαν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Βουλῆς. Τὰ πράγματα μετεβλήθησαν. Ἡ Κυβέρνησις, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα τότε τὰς παρατηρήσεις μου, ἀνετράπη, ἄνωθεν καὶ κάτωθεν, ἄλλη Κυβέρνησις ἀντικατέστησεν αὐτὴν προσωρινῶς, νέα δὲ κατάστασις ὑπέφωσκεν ἐν τῷ τόπῳ. Εὐχαρίστως ἀνεγίνωσκον εἰς τὰς ἐφημερίδας περιοδεύων ἐν Ἐπιδαύρῳ Λιμηρᾷ, τὰς διδομένας παρὰ τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπαγγελίας πρὸς διαφόρους ἐκλογικοὺς συλλόγους, ἐνώπιον τῶν ὁποίων ἐξέθετε τὰς πολιτικὰς ἰδέας αὐτοῦ, εὐχαρίστως, λέγω, ἀνεγίνωσκον τὴν ἐπαγγελίαν τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· μετὰ μείζονος ἔτι εὐχαριστήσεως ἤκουσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε εἰσῆγε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, ἐκθέτοντα τὸ σχέδιον, ἐφ’ οὗ ἐστήριζε τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἄρτι συνεπήχθη ὑπ’ αὐτὸν, εὐχαρίστως, λέγω, ἤκουσα τότε τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπαγγελλόμενον καὶ ἐντεῦθεν θετικῶς καὶ ἀξιωματικῶς τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπῆρξεν ἀνέκαθεν εἷς τῶν θερμοτάτων ὑποστηρικτῶν τῶν δικαιωμάτων τῶν δήμων καὶ τῆς αὐτοτελείας αὐτῶν. Πολλάκις, ἐπὶ πλείονας ἢ δέκα συνόδους ἔχων τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἤκουσα τὸν νῦν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀγορεύοντα μετὰ θέρμης καὶ ζήλου ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῶν δήμων· εἰς τὴν τήρησιν δὲ τῶν δικαιωμάτων τῶν δήμων ἐστήριξε κατὰ τὸ πλεῖστον — εἰς τέσσαρα τουλάχιστον μέρη — τῆς εἰσιτηρίου εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 ἀγορεύσεώς του τὴν γνώμην καὶ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, πρὸς κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἔλεγε, μετὰ τὰ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νομίζω (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ καὶ ἄλλο δικαίωμα τῶν δήμων εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν αὐτοῖς. Οἱ δῆμοι ἀπώλεσαν, διότι ἀφῃρέθη ἀπὸ αὐτοὺς, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐνασκεῖν τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν». Περαιτέρω δέ: «Οὕτω τὸ νομοθέτημα τοῦτο, τὸ ὑφιστάμενον, περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας δὲν εἶναι οἰκονομικὸν, ἀλλὰ δαπανηρότατον, ἀλλ’ εἶναι προσέτι καὶ ἐπιστημονικῶς μὴ ὀρθὸν, διότι ἀναιρεῖ τὰ δικαιώματα τῶν δήμων. Ἑπομένως εἶναι μέτρον σπατάλης κλπ.» Περαιτέρω δέ: «Ἀλλὰ μὴ ἀνακαλεῖτε τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπὸ τὸν δῆμον». Καὶ ἀλλαχοῦ: «Ἀλλὰ δὲν στέργομεν νὰ ἀναιρεθῇ τὸ δικαίωμα τῶν δήμων ἐν γένει». Κατὰ ταῦτα δὲ, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπῆρξε συνεπέστατος πρὸς ὅσα ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ὑπεστήριξε. Προσεδόκων λοιπὸν μετὰ τοὺς λόγους καὶ τὴν ἐν τοῖς πράγμασι συνέπειαν, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ τὴν ταχεῖαν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπό τινα ἄλλην ἔποψιν, καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν ἀνευθύνου ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας καθόλου, ἐχαρακτήριζε καὶ «ἀντισυνταγματικόν»· ἐπαναλαμβάνω οὐχὶ ἀπολύτως, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐλλείψει ὑπευθύνου, διότι ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐρωτώμενος διὰ τὰς καταγγελλομένας παραβάσεις τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, δὲν εἶχέ τι ν’ ἀπαντήσῃ, ἀλλ’ ὕψου τοὺς ὤμους, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς εἶναι ὄντως ἀληθές, κατὰ τὰς παρελθούσας συνόδους τῆς Βουλῆς. Περιέμενον λοιπὸν νὰ ἴδω εἰσαγόμενον τὸ νομοσχέδιον τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, πρὸς ἀναβίωσιν τῶν καταπατηθέντων δικαιωμάτων τῶν δήμων πρώτιστα· διότι τὴν ἀναβολὴν οὐδὲν δικαιολογεῖ, ὡς ἐγὼ κρίνω· ἡ εἰσαγωγὴ δὲ νομοσχεδίου τοιούτου, δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ἤθελεν εὐχαριστήσει ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τὴν τάξιν πρὸ πάντων ἐκείνων τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὅσοι συντάσσονται καὶ ὑποστηρίζουσι τὰς πολιτικὰς γνώμας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δυστυχῶς ἀντὶ τούτου προετάθη ἀπροσδοκήτως ἄλλο, τὸ περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, ἀτελῶς καὶ τοῦτο ἐπιγραφόμενον «περὶ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς», ἀνεβλήθη δὲ ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, μετὰ τὴν ὁμολογίαν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἔπρεπεν οἱ δῆμοι νὰ ἀναλάβωσι τὰ ἀπολεσθέντα δικαιώματα αὐτῶν, μετὰ τὴν ὁμολογίαν, ὅτι τὸ νομοθέτημα δὲν εἶναι οἰκονομικὸν, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, μετὰ τὴν γενικὴν φωνὴν καὶ κατακραυγὴν τὴν ἐγερθεῖσαν παρὰ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ἐσχάτως δὲ καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ φύλλου, ὅπερ ὁπωσδήποτε ἐκφράζει τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἔνθα κατεχωρίσθησαν φωναὶ καὶ ἐκ διαφόρων ἄλλων μερῶν, ἀλλὰ, νομίζω, καὶ ἐκ Μεγαλοπόλεως καὶ ἐκ Γορτυνίας. Καὶ ἐνῷ περιεμένομεν τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀντὶ τούτου εἰσήχθη τὸ περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Ἡ δὲ ἀναβολὴ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας δικαιολογεῖται διὰ τῆς συμπτώσεως δῆθεν τῆς ἐνεργείας τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Εὐτυχῶς ταύτας ἀνεβάλομεν ἐπὶ τρίμηνον, καὶ ὑπάρχει καιρὸς κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου ταύτης νὰ ψηφισθῇ ὁ νέος νόμος περὶ ἀστυνομίας, εἴτε δημοτικῆς, εἴτε διοικητικῆς, εἴτε μικτῆς, ὡς ἐπηγγέλθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρὸ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν τεθῇ εἰς ἐνέργειαν καὶ λειτουργήσῃ· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο. Μὴ τοὐλάχιστον ὑπεβλήθη κἄν, καὶ ἂς μὴ ἐκαλεῖτο ἡ Βουλὴ εἰς συζήτησιν; Οὔτε τοῦτο. Ἂν τὸ Ἀρχηγεῖον δὲν λειτουργῇ, ἢ ἂν λειτουργῇ κακῶς, διατὶ προτείνετε μόνον τὴν κατάργησιν αὐτοῦ πρὸ τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας; Ἐὰν δὲν λειτουργῇ καλῶς, μὴ τυχὸν ἔπταισαν τὰ πρόσωπα τὰ ἐνασκήσαντα τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, ἢ ὁ ἀρχηγός; Δὲν ἤκουσα μέχρι τοῦδε κατηγορίαν διατυπωθεῖσαν κατὰ τῆς λειτουργίας τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Δὲν δύνασθε δὲ καὶ ὑμεῖς, οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν κατάργησιν, νὰ ἀξιώσητε, ὅτι ἐν ἐλλείψει τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, οἱ Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι αὐταρχικῶς θὰ διαχειρίζωνται τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, δὲν θὰ ὑποκύψωσιν εἰς πολιτικὰς χάριτας καὶ εἰς πολιτικὰς πιέσεις καὶ ἀνάγκας, ἐπὶ ζημίᾳ βεβαίως τῆς λειτουργίας τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας. Διατὶ ἀφαιρεῖτε τοὺς ἀξιωματικοὺς, τοὺς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνομίας, ἀπὸ τὸν φυσικώτερον διοικητὴν καὶ κατὰ νόμον καὶ κατὰ ἐπάγγελμα; Ἔχετε ἀνώτατον ἀξιωματικὸν τοῦ στρατοῦ συνταγματάρχην, δύνασθε δὲ νὰ θέσητε καὶ ὑποστράτηγον, καὶ εἰς αὐτὸν νὰ ἐμπιστευθῆτε τὴν διεύθυνσιν τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ἀξιωματικῶν. Ἐνισχύσατε τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς, ἵνα καταστήσητε τὰς ὑπερβασίας τῶν στρατιωτικῶν ὀλιγωτέρας. Σεῖς ὅμως καταργεῖτε τὸ Ἀρχηγεῖον, καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς παραδίδετε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἔχω τὴν καλλιτέραν ἰδέαν περὶ τῶν νῦν κυρίων Ὑπουργῶν· ἀλλ’ οὐδεὶς θ’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι αἱ πολιτικαὶ ἀνάγκαι καὶ ἄλλαι περιστάσεις θὰ δώσωσιν ἀφορμὴν νὰ αἰσθανθῇ οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς τὰς χεῖρας του ἀσθενεστέρας, ἐνῷ ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὡς ἐκ τῆς ἀνεξαρτησίας, ἣν ἔχει, δὲν ἤθελεν ὑποκύψει. Περὶ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς ἔχω ἄλλην ἰδέαν. Φρονῶ ὅτι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε καταργηθῆ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς ἔπρεπε νὰ μείνῃ· καὶ μὴ ὑπάρχοντος νομοθετήματος τοιούτου, ἐγὼ προέτεινα κατὰ τὸ 1889 νὰ νομοθετηθῇ, διότι ἀείποτε ἐθεώρησα ἀναγκαίαν τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ πρὸς διοίκησιν τῆς χωροφυλακῆς, ἀποτελούσης σῶμα οὐ μόνον πολυπληθὲς, — διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν αὐτοῦ ἀνέρχεται εἰς 4,000 περίπου — ἀλλὰ καὶ ἰδιάζον τὴν φύσιν καὶ τὴν ἀποστολὴν, διάφορον δὲ τῶν ἄλλων σωμάτων τοῦ στρατοῦ. Εὐτυχῶς ἐνομοθετήθη ἡ ἵδρυσις αὐτοῦ. Τὴν δὲ διατήρησιν νῦν νομίζω ἀναγκαίαν οὐχὶ μόνον διὰ τὴν διοίκησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν αὐτῆς διὰ τὴν διοίκησιν τῆς χωροφυλακῆς. Ἐπιμένω δὲ τόσῳ μᾶλλον εἰς τὴν γνώμην ταύτην, καθόσον φρονῶ, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, καταργουμένη, δι’ οὓς λόγους προέτεινα καὶ ἄλλοτε καὶ σήμερον πρὸ μικροῦ, δέον ν’ ἀναπληρωθῇ ἐν τῇ χώρᾳ διὰ τοῦ ἐκ τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ προωρισμένου εἰς ἀστυνομίαν σώματος, τῆς χωροφυλακῆς. Ἔλαβον δὲ τότε τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω, ὅτι διὰ δαπάνης πολλῷ μικροτέρας τῆς νῦν ἀπαιτουμένης διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν χωροφυλακὴν ὑπερδιπλασίαν τῆς νῦν, κατὰ ποιὸν δὲ τῶν ἀνδρῶν καλλιτέραν. Καὶ τὸ σῶμα τοῦτο θὰ ἔχῃ ἀνάγκην κεφαλῆς ὁμοιοειδοῦς, Ἀρχηγείου χωροφυλακῆς. Θ’ ἀντιταχθῶ λοιπὸν διὰ πάσης τῆς δυνάμεώς μου, διὰ τῆς ψήφου μου κἂν μόνης, κατὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου θὰ ἐψήφιζον, ἂν ἐψηφίζετο συγχρόνως καὶ ὁ νόμος περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· διότι ὑποθέτω, ὅτι μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου, καλῶς λειτουργοῦντος, θὰ ὑπολειφθῇ ἡμῖν διὰ παντὸς ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, διαφθειρομένη διὰ τῆς ἀποσπάσεως ἀπ’ αὐτῆς τῆς προσηκούσης αὐτῇ στρατιωτικῆς διοικήσεως.
§111ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διατὶ τοσοῦτον ἀνυπομονεῖτε πρὸς ψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Πρὸς τί τοσαύτη σπουδή; τί ἐπιδιώκετε δι’ αὐτῆς; νὰ λύσητε τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἡ ἀστυνομία γείνῃ ἕρμαιον τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ κόμματος! Καὶ βεβαίως, Κύριοι, ἔχω τὴν καλλίστην ἰδέαν περὶ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἀντιτάξῃ πᾶσαν τὴν δυνατὴν ἀντίστασιν κατὰ τῶν ἐπιδρομῶν, ἀλλ’ ὅταν ἐκλείψωσιν οἱ φραγμοὶ, οἵτινες παρακωλύουσι τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειάν του, θὰ ὑποκύψῃ, διότι ἡ πολιτικὴ κατάστασις ἡ ἡμετέρα εἶναι τοιαύτη. Ἀλλὰ σπεύδετε, καὶ κατ’ ἀνάγκην ὀφείλω νὰ ὑποκύψω εἰς τὴν ὑμετέραν σπουδὴν καὶ νὰ συζητήσω. Θέλω δὲ διεξαγάγει τὴν συζήτησιν ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ θέλω κατὰ τὴν συζήτησιν ἐξετάσει μᾶλλον τὸν θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὡς ἔπραξε τοῦτο ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἰθάκης. Θεωρῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἰθάκης Βουλευτὴς ἔθεσε τὸ ζήτημα κάλλιστα, διότι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ κατ’ ἐμὲ τὸ χείριστον. Τοσοῦτον δὲ θεωρῶ κακὸν τὸ πρῶτον τοῦτο βῆμα, ὥστε ἤθελον προτιμήσει νὰ συζητήσω ἐπὶ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ὄχι ἐπὶ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὲ, ἀποτελεῖ νόθευσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Καὶ συζητῶν περὶ ἀστυνομίας, Κύριοι, πρέπει νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις, ἃς ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτής. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐθεώρησεν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀναιρεῖ τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν, τὸ ἀνῆκον εἰς τοὺς δήμους· ἐπανῆλθε τουτέστιν εἰς τὴν μεγάλην συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης διεξήχθη, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν δὲν εἶναι δικαίωμα ἀνῆκον εἰς τοὺς δήμους, διότι καὶ τὸ διάταγμα τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836 ὥριζεν, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἐνεργεῖται παρὰ τῶν δήμων, ἀλλ’ ἐπ’ ὀνόματι, κατ’ ἐπιταγὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ δικαίωμα λοιπὸν ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῆς ἐξήσκουν τοῦτο οἱ δῆμοι. Ἐξεταστέον μόνον, ὁποία ἐγένετο παρ’ αὐτῶν χρῆσις τῆς δοθείσης αὐτοῖς παρὰ τοῦ Κράτους ἐντολῆς. Οἱ δήμαρχοι ἐδείχθησαν ἐντελῶς ἀνίκανοι νὰ ἀσκήσωσι τὸ εἰς αὐτοὺς χορηγηθὲν δικαίωμα· ἡ ἀστυνομικὴ αὐτῶν διοίκησις, ἥ τε δικαστικὴ καὶ διοικητική, πλημμελὴς ἀπεδείχθη. Ἐν ταῖς πλείστοις τῶν δήμων τοῦ Κράτους, δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἐλειτούργησε· καὶ δὲν ἐλειτούργησε, διότι ἀστυνομικὰ ὄργανα δὲν ὑπῆρχον. Ἐν ἐκείνοις δὲ τοῖς δήμοις, ἔνθα τὰ οἰκονομικὰ μέσα ἐπέτρεπον τὴν ὕπαρξιν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, κάπως ἐλειτούργησεν ἡ ἀστυνομία. Πάντες ἐνθυμούμεθα ὁποῖον φατριαστικὸν χαρακτῆρα εἶχεν ἡ διοίκησις αὐτῆς. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων παράπονα κατὰ τῆς ἀστυνομίας τῶν δήμων πανταχόθεν ἠγείροντο. Πάντοτε ἀπαίτησις γενικὴ ὑπῆρχεν, ὅπως ἡ κατάστασις αὕτη, ἥτις γενικὴν ἀταξίαν ἐπέφερε καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν εἰς κίνδυνον ἐνέβαλλε, παύσῃ, ὅπως ἐξευρεθῇ σύστημα δυνάμενον καὶ τὴν τάξιν νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ τὴν ἡσυχίαν τῶν πολιτῶν νὰ προστατεύσῃ. Καὶ τοιοῦτον σύστημα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις τῷ 1892, καὶ ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι ὁ ͵ΒϞΘʹ τῆς 21 Ἰουλίου 1892 περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐν αὐτῷ περιελήφθησαν διατάξεις τοσοῦτον αὐστηραὶ ὡς πρὸς τὰ προσόντα τῶν ἀστυφυλάκων, ὥστε ἀπέβη ἀδύνατος ἡ εὕρεσις ἀριθμοῦ ἱκανοῦ τοιούτων, ἐπιτρέποντος τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἐδέησε δὲ εἰς ἑτέραν σύνοδον νὰ ὑποβάλω τροποποίησιν τοῦ νόμου, ὅπως καταστήσωμεν δυνατὴν τὴν ἐγγραφὴν ἱκανῶν ἀστυφυλάκων, καὶ ἑπομένως τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Αἱ τροπολογίαι, αἱ τότε προταθεῖσαι, ἐψηφίσθησαν, καὶ κατηρτίσθη οὕτω ὁ νόμος ͵ΒΡΠΗʹτῆς 20 Μαρτίου 1893, ὅστις ἐφηρμόσθη ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1894. Διὰ τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, πᾶσα κατεβλήθη προσπάθεια, ὅπως καθιερωθῇ τὸ ἀφατρίαστον αὐτῆς, ὅπως καταστήσωμεν αὐτὴν ἀπολύτως ἀνεξάρτητον πάσης πολιτικῆς ἐπιδράσεως· καὶ ἡμεῖς μὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν ἐπὶ τῆς ἀνεξαρτησίας ἡμῶν, ἀλλ’ ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δεσμεύσωμεν τὰς χεῖράς μας· ἐνομίσαμεν ὅτι, ἂν δὲν ἐτίθεντο ἐν τῷ νόμῳ φραγμοὶ κατὰ τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν ἠδύνατο τὸ σύστημα τοῦτο νὰ ἀποβῇ τελεσφόρον καὶ παραγάγῃ τὰ καλὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα περιεμένομεν, καὶ κατηρτίσαμεν τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς ἐποπτείας. Δι’ ἀμφοτέρων τούτων εἰς οὐδὲν ἕτερον ἀπεβλέψαμεν, ἢ εἰς τὸ νὰ ἔχωμεν ἀφατρίαστον καὶ ἀνεξάρτητον ἀπὸ τῆς πολιτικῆς ἐνέργειαν τῆς ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς πρόνοιαν ἐλαμβάνομεν περὶ τούτου, ἀφ’ ἑτέρου ἐλαμβάνομεν πρόνοιαν, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, ὅπως παράσχωμεν πᾶσαν προστασίαν εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων τούτων. Καὶ σᾶς ὡμίλησαν περὶ καταχρήσεων, περὶ παραπτωμάτων πολλῶν διορισθέντων ἀστυνόμων, ἔστιν ὅτε δὲ περὶ ἀδικημάτων ἢ ἐγκλημάτων τελεσθέντων παρ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ταῦτα προῆλθον ἐκ τῆς ἀπειρίας τινῶν ἐκ τῶν διορισθέντων καὶ ἐκ τῆς ἀνικανότητος ἢ ἀκαταλληλότητός τινων ἐξ αὐτῶν· ἀλλ’ οὗτοι ἀπετέλεσαν μικρὰν ὅλως ἐξαίρεσιν, ἐκ τῆς ἐξαιρέσεως δὲ ταύτης, λυπηρᾶς βεβαίως, ἀλλ’ ἀσημάντου, ἐν σχέσει πρὸς τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν ἀστυνόμων καὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀρυσθῇ τις ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτων νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν αὐτῆς. Ἀλλὰ μήπως ὁ πολίτης ἀφέθη ἕρμαιον τῶν ὀρέξεων τῶν ἀστυνόμων καὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων; Ἐν τῷ νόμῳ περιελήφθη διάταξις, δι’ ἧς τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου περιεφρουροῦντο. Δυνάμει τῆς διατάξεως ταύτης οἱ ἀστυνόμοι καὶ οἱ ἐπιτελοῦντες ἀστυνομικὰ καθήκοντα ὑπήχθησαν εἰς τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια· ἀλλ’ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὡρίσθησαν καὶ βραχύταται προθεσμίαι, ἐντὸς τῶν ὁποίων οἱ Εἰσαγγελεῖς ὤφειλον νὰ ἐνεργήσωσιν ἐπὶ μηνύσει ἢ ἐγκλήσει κατ’ ἀστυνόμου ἢ ἐκτελοῦντος ἀστυνομικὰ καθήκοντα. Καὶ νομίζετε, ὅτι τῆς δικαιοσύνης ἡ προστασία δὲν εἶναι ἀρκοῦσα διὰ τὸν πολίτην; Ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τοῦτο ἠρκέσθημεν, ἀλλ’ ὡρίσθη ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι πᾶσα κατ’ ἀστυνόμου ἀναφορὰ δημάρχου ἢ ἄλλης ἀρχῆς ἐξετάζεται ὑπὸ Συμβουλίου ἐποπτείας, τὸ ὁποῖον ἦτο ὑπόχρεων νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τοῦ παραβάτου τοῦ καθήκοντος. Διατὶ δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν ὅλας αὐτὰς τὰς διατάξεις, αἵτινες ἐξασφαλίζουσι τὸν πολίτην κατὰ πάσης τοῦ νόμου παραβάσεως; Ἀλλά, Κύριοι, φυσικὸν ἦτο, νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ προσβάλῃ κεκτημένας ἕξεις, τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ περιορίσῃ ἐξουσίαν, ἣν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἶχον οἱ δήμαρχοι, νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἔδιδεν ἐξουσίαν εἰς τὸν ἀστυνόμον νὰ περιορίσῃ τὰ ταραχοποιὰ στοιχεῖα καὶ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὰ νὰ ἐννοήσουν, ὅτι παρῆλθεν ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἠδύναντο ἐλευθέρως νὰ διαπράττωσιν ὅ,τι ἤθελον, ἦτο φυσικόν, ὅτι τοιοῦτο νομοθέτημα ἤθελε γεννήσει ἀντιδράσεις, καὶ τῶν ἀντιδράσεων τούτων τὴν ἀπήχησιν πολλάκις ἠκούσαμεν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, διότι δὲν παρήρχετο ἡμέρα, καθ’ ἣν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ μὴ ἐπιτίθεται κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι δῆθεν δὲν λαμβάνει μέτρα, ἵνα περιορίσῃ τὰς ὑπερβασίας τῶν ἀστυνόμων. Καὶ ἐφέροντο ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καταγγελίαι κατὰ ἀστυνόμων, ὅμοιαι ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴς, καὶ ἠτιῶντο τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι δὲν λαμβάνει ἄμεσα μέτρα πρὸς θεραπείαν τῶν καταγγελλομένων σκηνῶν, διατὶ δὲν παύει ἢ δὲν μεταθέτει τὸν καταγγελλόμενον ἀστυνόμον· ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἐλευθέρως τὰ μέτρα ταῦτα, διότι ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς διατυπώσεις ἐκείνας τοῦ νόμου, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ ἐνέργειά του δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ μήπως τὰ μέτρα ταῦτα, ὁσάκις αἱ καταγγελίαι ἀπεδεικνύοντο βάσιμοι, δὲν ἐλαμβάνοντο, κατόπιν ἐκθέσεως ἐκείνων, οἵτινες ὑπὸ τοῦ νόμου ἐτάσσοντο πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας τῶν καταγγελιῶν; Ἀλλ’ ἡ ἐπιμονὴ τότε περὶ ἀμέσου τοῦ Ὑπουργοῦ ἐνεργείας ἦτο τοσαύτη, ὥστε ὑπεστηρίζετο πανταχόθεν, ὅτι πλημμελῶς ὁ νόμος ἀφήρεσεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ ὑποβαλλομένων, καὶ συνέπεια τῆς ἐπιμονῆς ταύτης, ὅπως τὸ ἄτοπον ἀρθῇ καὶ χορηγηθῇ ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὑπῆρξεν ἡ ὑποβολὴ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνελάμβανε τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ἀστυνόμων καὶ ἀστυνομικῶν ὀργάνων, πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ὁ περὶ καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἔδιδεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Περιώριζε μάλιστα τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν δυνάμει τοῦ νόμου ἐξασκεῖ ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων, καὶ περιώριζε ταύτην ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀστυνόμους καὶ τοὺς ἐκτελοῦντας ἐπίπληξιν καὶ τὴν προσωρινὴν παῦσιν. Ἀλλ’ ὅλοι ἠγέρθησαν ἐντὸς τῆς Βουλῆς κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου· ἠγέρθησαν κατ’ αὐτοῦ οἱ μὲν στρατιωτικοὶ ἐν ὀνόματι τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας· ἔλεγον τότε, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν στρατιωτικὸς νὰ τιμωρηθῇ παρὰ μὴ στρατιωτικοῦ· ἔλεγον ὅτι ἡ πειθαρχικὴ τιμωρία ἐν τῷ στρατῷ κανονίζεται οὕτως, ὥστε τῶν ἐπιβαλλομένων ποινῶν εἰς τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς δὲν δύνανται νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ κατώτεροι, τῶν δὲ ἐπιβαλλομένων ποινῶν εἰς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικοὺς δὲν δύνανται νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ ὁπλῖται. Καὶ ἔλεγον, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι γνωσταὶ αἱ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιβαλλόμεναι ποιναὶ εἰς ὅλους τοὺς ὁπλίτας, καὶ νὰ καταστραφῇ οὕτως ἡ πειθαρχία; Καὶ ταῦτα ἔλεγον οἱ στρατιωτικοί. Οἱ δὲ ἄλλοι ἔλεγον, ὅτι, ἀναγνωρίζοντες εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ δικαίωμα τῆς προσκαίρου παύσεως, καταστρέφομεν τὸν θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι παρέχομεν εἰς αὐτὸν τὸ μέσον τῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὴν ἐλευθέραν αὐτῆς λειτουργίαν. Καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἐπικρίσεων τούτων ἠναγκάσθη ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τοιουτοτρόπως ὁ νόμος ͵ΒΡΠΗʹ ἐξηκολούθησεν ἐφαρμοζόμενος, ὡς εἶχε ψηφισθῆ. Καὶ ποῖα ὑπῆρξαν, Κύριοι, τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου; τὰ ἐγκλήματα περιωρίσθησαν, ὁ τραμπουκισμὸς ἐξέλιπε. Τὰ ταραχοποιὰ στοιχεῖα ἠσθάνθησαν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται αὐτοῖς, ὡς πρότερον, ἐλευθερία, τὸ δὲ λαθρεμπόριον περιωρίσθη. Ἡ τάξις ἠδραιώθη καὶ ἡ ἡσυχία τῶν πολιτῶν ἐξησφαλίσθη. Καὶ ἀπέναντι τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων τί παρατηρεῖτε, Κύριοι; ὅτι βεβαίως ἐξακολουθεῖ ἀντίδρασις ἐκ μέρους τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, κατὰ τοῦ θεσμοῦ, ἀλλ’ οἱ οἰκοκυραῖοι, αἱ συντηρητικαὶ τῆς κοινωνίας τάξεις κηρύσσονται ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ θεσμοῦ, ὑπὲρ αὐτοῦ δὲ συντάσσονται καὶ πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες μετά τινος ἀνησυχίας ἀπέβλεπον εἰς τὸν θεσμὸν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐτίθετο εἰς ἐφαρμογὴν, γινώσκω δὲ, ὅτι καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὑπάρχουσί τινες, οἵτινες ἐμμανῶς ἐπολέμησαν τὸν θεσμὸν αὐτὸν, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νομοσχέδιον, καὶ οἱ ὁποῖοι σήμερον ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῶν εἶναι ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ παρουσιάσθησαν καὶ ἔκτακτοι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὅλοι περιέμενον νὰ ἴδωσι, ποῖα εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Εὑρέθημεν εἰς ἐποχὴν ἐκλογῶν· εἴπετε ὑμεῖς ὅλοι, ποία ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· ὑπῆρξεν ἀμερόληπτος, ναὶ ἢ ὄχι;
§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι! (Θόρυβος καὶ διακοπαί).
§113ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αἱ διακοπαὶ ὑμῶν, Κύριοι, δὲν θὰ μὲ ἐμποδίσωσι ποτὲ νὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω. Ὑπῆρξεν ἀμερόληπτος, καὶ τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀμεροληψίας τὴν ἔχομεν ἐκ τῶν διεξαχθεισῶν συζητήσεων ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν. Κατὰ ταύτας οὐδὲν σπουδαῖον ἐλέχθη, ἀποδεικνύον ὅτι ἡ ἀστυνομία δὲν ὑπῆρξεν ἀμερόληπτος. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν ἀποδεικνύει καὶ ἕτερόν τι· ὅτι τοσαύτη ἦτο ἡ ἐπὶ τῆς ἀμεροληψίας πεποίθησις, ὥστε ἐκλογή τις ἠκυρώθη, διότι εἷς ἀστυνόμος ἵππευσε τὸν ἵππον ἑνὸς τῶν ὑποψηφίων. Ὅταν παρ’ ὑμῶν ἐγένετο δεκτὸν, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη ἀπετέλει ἐπέμβασιν τοιαύτην, ὥστε ἀποτέλεσμα αὐτῆς ἔδει νὰ ἦναι ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς, δὲν ἀποδεικνύει τοῦτο, ὁποίαν ὑψηλὴν εἴχετε σχηματίσει ἰδέαν περὶ τῆς ἀμερολήπτου ἐνεργείας τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων; Παρήλθον αἱ ἐκλογαὶ, καὶ ἠκούσαμεν τὸν εἰσηγητήριον λόγον τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀπηγγέλθη ἡ ἐπίσημος καταδίκη τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἐνομίζομεν, Κύριοι, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἤθελεν ὑποβληθῆ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως αὐτῆς, ὅτε αἴφνης ὑπεβλήθη νομοσχέδιον ὅλως διάφορον, περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ περὶ μεταῤῥυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Δὲν τὸ ἠξεύρω. Διότι τὸ νομοσχέδιον παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν, δυναμένην ν’ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔκθεσιν τὴν εἰσηγητήριον, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρέλειψε νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ὑπέβαλε νέον νομοσχέδιον, ἐπὶ βάσεων ὅλως ἀλλοίων βασιζόμενον, καὶ ὡσεὶ τοῦτο μὴ ἤρκει, ἦλθε σήμερον ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὑπέβαλε τρίτον νομοσχέδιον. Ποῖον ἐκ τῶν νομοσχεδίων τούτων συζητοῦμεν, Κύριοι; Ἀσπάζεται ἡ Κυβέρνησις τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς; ἐμμένει εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ἰδικόν της; Ἀναμένω ἀπάντησιν. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐαρεστηθῆ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, διερμηνεύων τὰς ἐπὶ τῶν διαφόρων νομοσχεδίων ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, θὰ γινώσκω ἐπὶ τίνος νομοσχεδίου πρέπει νὰ συζητήσω.
§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ τελειώσετε τὸν λόγον σας.
§115ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀφοῦ τελειώσω· ἀλλὰ τότε θ’ ἀναγκασθῶ νὰ λάβω καὶ ἐκ δευτέρου τὸν λόγον. Ὅθεν πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ἐνοχλήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς δώσω, ἀναγκάζων ὑμᾶς νὰ μὲ ἀκούσητε καὶ δευτέραν φορὰν, θὰ περιορισθῶ εἰς τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως.
§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεμίαν ἐνόχλησιν θὰ μᾶς δώσητε, διότι γνωρίζετε, ὅτι πάντοτε σᾶς ἠκροάσθημεν μετὰ προσοχῆς, ἐλυπήθημεν δὲ, διότι ἠναγκάσθημεν νὰ σᾶς ἀντικρούσωμεν, καὶ σᾶς ἀποδείξωμεν, ὅτι ὅσα ἐλέγετε δὲν ἦσαν ἀκριβῆ.
§117ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνοψίζεται ἐν τῷ τρίτῳ αὐτοῦ ἄρθρῳ, τῷ περιλαμβάνοντι τὴν ἀστυνομικὴν αὐτοῦ διάταξιν. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου τούτου, τοῦ συνταχθέντος κατὰ τρόπον πρωτότυπον, ὡσεὶ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἐπεθύμει νὰ δώσῃ ὑπόσχεσιν ὅτι ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας δὲν θέλει ἐπὶ πολὺ ἀναβληθῆ,—διότι πῶς ἄλλως δύνανται νὰ ἑρμηνευθῶσιν αἱ λέξεις: «Ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ὁ περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως ͵ΒΡΠΗʹ νόμος τῆς 21 Μαρτίου 1893, ἡ ἀστυνομία ὑπάγεται εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον»;— δυνάμει, λέγω, τοῦ ἄρθρου τούτου, «τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 4, 5, 6, 29, 31, 33, 35 καὶ 41 τοῦ νόμου ͵ΒΡΠΗʹ ἀναγραφόμενα καθήκοντα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἀνατίθενται εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν.» Ἴδωμεν ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα ταῦτα. Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου ͵ΒΡΠΗʹ, «τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους προΐσταται, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς...» Ἑπομένως, δυνάμει τοῦ ἄρθρου τούτου, τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους θὰ προΐσταται εἰς τὸ ἑξῆς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Δυνάμει τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6 τοῦ αὐτοῦ νόμου, οἱ ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι ὑπάγονται εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς. Εἰς τὸ μέλλον οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, οἱ ἀστυνομικοί, ὑπάγονται εἰς τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἄρθρον 29, τὸ σπουδαιότερον ἴσως τῶν ἄρθρων ὅλων τοῦ ἰσχύοντος νόμου ͵ΒΡΠΗʹ. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο «ἅπαντες οἱ ἀστυνόμοι καὶ οἱ ἐκτελοῦντες ἀστυνομικὰ καθήκοντα ὁπλῖται ὑπάγονται ἐν γένει εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους καὶ κανονισμούς. «Ἐὰν ὁ ἀδικηθεὶς καταγγείλῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς ἀστυνόμον, ἢ ἐκτελοῦντα ἀστυνομικὰ καθήκοντα ὁπλίτην, ἐπὶ πταίσματι ἢ πλημμελήματι, εἰς τὴν δημοσίαν αὐτῶν ὑπηρεσίαν ἀναγομένῳ, δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν καταγγελθέντα πειθαρχικὴ ποινὴ κρατήσεως ἢ φυλακίσεως ὑπὸ μὲν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν μέχρι τριῶν μηνῶν, ὑπὸ δὲ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς μέχρι δύο μηνῶν». Ἑπομένως εἰς τὸ μέλλον, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς πάντα ἀξιωματικόν, ὑπηρετοῦντα εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, τὴν πειθαρχικὴν ποινὴν τῆς κρατήσεως ἢ τῆς φυλακίσεως μέχρι 2 μηνῶν. Ἐρωτῶ, τί γίνονται αἱ διαμαρτυρίαι τῶν ἀξιωματικῶν ὅλων κατὰ τοῦ δικαιώματος τῆς προσκαίρου παύσεως ἐκ τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη, εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Σημειώσατε ὅτι, προκειμένου περὶ προσωρινῆς παύσεως, δὲν πρόκειται περὶ προσβολῆς γινομένης κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν, πρόκειται κυρίως περὶ ἀναγνωρίσεως τῆς ἀκαταλληλότητος τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς ἐκτέλεσιν ἀστυνομικῶν καθηκόντων. Ἐρωτῶ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἀξιωματικοὶ ἱκανώτατοι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν στρατιωτικῶν αὐτῶν καθηκόντων καὶ ἀκατάλληλοι πρὸς ἐκτέλεσιν ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας; Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἀγρία ἐπίθεσις ἐγένετο τότε παρ’ ἀξιωματικῶν κατὰ τοῦ δικαιώματος τῆς προσκαίρου παύσεως, τοῦ ὁποίου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζήτει τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ ἀναγνώρισιν. Σήμερον ἔχετε τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ζητοῦντα ὄχι τὸ δικαίωμα τῆς προσκαίρου παύσεως ἐκ τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ ποινὰς εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ αἱ ποιναὶ αὗται θέλουσι γείνῃ γνωσταὶ εἰς ὅλους τοὺς ὁπλίτας, καὶ θὰ παρουσιασθῶσιν ὅλα τὰ ἄτοπα κατὰ τῆς πειθαρχίας, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα πρὸ μικροῦ. Ἄρθρον 33. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου τούτου τὸ Συμβούλιον τῆς ἐποπτείας σύγκειται ἐκ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, τῶν παρὰ τοῖς Ὑπουργείοις τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν νομικῶν συμβούλων, τοῦ τμηματάρχου τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τμηματαρχῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τοῦ Συμβουλίου προεδρεύει ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τὰ δικαιώματα τοῦ προέδρου τοῦ Συμβουλίου τούτου ἀνατίθενται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἔχομεν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν συνεδριάζοντα μετὰ τοῦ τμηματάρχου ἐπὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, συζητοῦντα μετ’ αὐτοῦ, διαφωνοῦντα πρὸς αὐτόν, ὑπόχρεων νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἐὰν ὁ τμηματάρχης οὗτος ἤθελεν ἔχει τὴν τύχην νὰ ἔχῃ δύο ἕτερα μέλη ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν μόνον τοῦτο· ἔχομεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπόχρεων νὰ ἀνακοινώσῃ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ Συμβούλιον καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου, πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἄρθρον 34. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου τούτου «οἱ ἀστυνόμοι μετατίθενται εἰς ἑτέραν ἀστυνομικὴν περιφέρειαν ἢ ἀπαλλάσσονται τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἥτις δέον νὰ στηρίζηται εἰς δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς». Εἰς τὸ μέλλον ἀρκεῖ ἁπλῆ δικαιολογητικὴ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μετατεθῶσιν ἢ ἀπαλλαγῶσι τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων. Αὐτὸς εἶναι, Κύριοι, ὁ μόνος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, αὐτὸ καὶ μόνον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται. Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα ἦναι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἴδωμεν ἤδη ἐν ὀλίγοις, ποῖα θὰ ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν διῄρεσε — καὶ καλῶς ἔπραξεν, ἀπαρτιζομένη ὑπὸ στρατιωτικῶν, — τὰ ζητήματα καὶ ὅ,τι μὲν ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, εἰς τὴν πειθαρχίαν, εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, τὸ ἀφῄρεσεν ἐντελῶς ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ εἰς αὐτὸν ἔδωκε περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως δίδει, ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ἀστυνομίας καθόλου. Καταργεῖ τὸ Συμβούλιον τὸ πειθαρχικὸν, δίδει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως καὶ τῆς μεταθέσεως. Δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ ἠσχολήθησαν νὰ ἀφαιρέσωσι τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ δίδουσιν εἰς αὐτὸν περισσότερα δικαιώματα, προσθέτοντες μόνον, ὅτι δύνανται οἱ ἀξιωματικοὶ ἀστυνόμοι νὰ ἀπαλλαγῶσι τῇ αἰτήσει των· προβλέπει δηλαδὴ ὁ ἀξιωματικὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν, καὶ ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν νὰ παραιτηθῇ. Νομίζω ὅτι ἀντὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, διὰ τῶν ὁποίων ἀναντιῤῥήτως καταστρέφεται ὅλη ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Μετὰ τὰς δηλώσεις ὑμῶν περὶ προσεχοῦς καταργήσεως, ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἀπώλεσε πᾶν γόητρον. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἠθικὴν δύναμιν ἡ ἀστυνομία, ὅταν ἡ Ἑλλὰς ὅλη γινώσκῃ, ὅτι ἡ ζωή της παύει τὴν 31 Δεκεμβρίου; Ποῖον ζῆλον δύνανται νὰ ἔχωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὁπλῖται σήμερον, ὅταν γνωρίζωσιν, ὅτι μετὰ τινας μῆνας ἡ λειτουργία αὐτῶν παύει; Διατηρεῖτε τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἀφοῦ ἐστερήσατε αὐτὴν διὰ τῶν δηλώσεών σας πάσης ἠθικῆς δυνάμεως, παντὸς γοήτρου, καὶ τὴν καθιστᾶτε ὑποχείριον τῆς πολιτικῆς. Τοιαῦτα πράττοντες, Κύριοι, τοιαῦτα νομοθετοῦντες, τοιαῦτα προαγγέλλοντες νομοθετήματα, εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθώσητε τὴν διατήρησιν τῆς δημοτικότητος, εἰς τὴν ὁποίαν, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, μεγάλως συνετέλεσε καὶ ὁ θεσμὸς οὗτος; διότι ὁ θεσμὸς οὗτος, ὁ ὑποστηριζόμενος παρὰ τῶν συντηρητικῶν στοιχείων τοῦ τόπου, τῶν ὁποίων δυστυχῶς τὴν ἀδράνειαν γνωρίζομεν, ἐπολεμεῖτο παρ’ ἄλλων στοιχείων, τῶν ὁποίων τὴν ἐνεργητικότητα ὡσαύτως γνωρίζομεν (θόρυβος).
§118ΠΕΡΡΟΣ. Λέγετε ὅτι εἴμεθα προϊόντα τῶν ταραχοποιῶν.
§119Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν λέγω ὅτι εἶσθε προϊόντα τῶν ταραχοποιῶν, — σέβομαι πολὺ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε, διότι τὴν αὐτὴν θέσιν ἔχω καὶ ἐγώ, — ἀλλὰ λέγω, ὅτι εἰς ἐκλογὰς, ὅπου παλαίουν σχεδὸν ἰσόπαλα κόμματα, ὅταν διὰ τῶν ἀποτελεσμάτων θεσμοῦ οἱουδήποτε κατορθῶται ἡ μετακίνησις ἐκ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο κόμμα μικρᾶς δυνάμεως, τότε τὸ ἓν τῶν κομμάτων ὑπερισχύει, καὶ τὸ ἄλλο ἡττᾶται. Οὐδέποτε ἐσκέφθην νὰ προσβάλω ὑμᾶς, διότι προσβάλλων ὑμᾶς θὰ προσέβαλλον ἐμαυτόν. Δύνασθε, Κύριοι, τὴν δημοτικότητα νὰ ἐπιζητήσητε, ἀλλὰ θὰ τὴν ἐπιζητήσητε ἐπὶ θυσίᾳ τῆς τάξεως, ἐπὶ θυσίᾳ τῶν συμφερόντων, τῶν ὁποίων ἐτάχθητε φρουροὶ καὶ φύλακες. Δύνασθε σήμερον, Κύριοι, καταργοῦντες τὸν θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, νὰ διακυβεύσητε τὴν τάξιν· δύνασθε, Κύριοι, αὔριον, καταργοῦντες τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, νὰ καταστρέψητε σπουδαίαν πρόσοδον τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ σπουδαίαν κοινωνικὴν ἀνάγκην (Θόρυβος). Κύριοι, θὰ μὲ ἀφήσητε νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου; Εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ εἴπητε τὴν ἰδικήν σας. Θὰ ἦτο περίεργον ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ νὰ μὴ εἶχον τὸ δικαίωμα ἐγὼ, ὁ ὁποῖος πιστεύω ὅτι τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη ὑπηρετοῦσιν ἀνάγκην κοινωνικήν, νὰ μὴ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου.
§120ΔΑΛΛΑΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις.
§121ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ὅταν ἔλθῃ καὶ πρὶν ἔλθῃ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσω τὴν ἀγόρευσίν μου ὅπως θέλω. Εἶμαι ἐλεύθερος νὰ πιστεύω, ὅτι κοινωνικὴ ἀνάγκη μᾶς ἐπιβάλλει ἵνα μετριάσωμεν κατὰ τι τὴν πληθώραν τῶν καλλιεργούντων τὰς ἐπιστήμας. Θὰ ἦσθε ἐλεύθεροι αὔριον διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων νὰ θυσιάσητε τὴν ἐλπίδα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, περὶ βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς καὶ διοικητικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Εἶσθε ἐλεύθεροι πάντα ταῦτα νὰ θυσιάσητε πρὸς διατήρησιν τῆς δημοτικότητος, ἀλλ’ αὕτη παρέρχεται, καὶ τὰ κακὰ τὰ χάριν αὐτῆς πραττόμενα θέλουσιν ἐπὶ πολὺ βαρύνει τὸν τόπον (Θόρυβος). Εἶσθε ἐλεύθεροι πάντα ταῦτα νὰ πράξητε, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ ἀποτρέψω ὑμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ βαδίσητε τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν φαίνεσθε ὅτι σκέπτεσθε νὰ βαδίσητε. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καθῆκον ἔχομεν ὅλοι, ἰδίως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται ἐπὶ τούτῳ ἀποτελεσματικῶς νὰ δράσωσιν, ὅτι καθῆκον ἔχετε, ἵνα τὴν προσοχὴν ὑμῶν κυρίως στρέψητε πρὸς ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, πρὸς βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς αὐτῆς, πρὸς διευκόλυνσιν τῆς καταναλώσεως τῶν γεωργικῶν προϊόντων αὐτῆς (Θόρυβος). Κραυγάζετε, Κύριοι, καὶ καγχάζετε· καὶ τί οἱ καγχασμοὶ αὐτοὶ ἀποδεικνύουσι; Θέλετε νὰ κατηγορήσητε τὸ παρελθόν· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔρχομαι ἐδῶ συνήγορος τοῦ παρελθόντος ἢ καθ’ ὅσον εὐθύνομαι, καὶ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών μου ἀναλαμβάνω πλήρη, πληρεστάτην. Πρέπει, ἔλεγον, ὅταν μὲ διέκοψαν, τὴν προσοχὴν ὑμῶν νὰ στρέψητε πρὸς ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Ἐστὲ δὲ βέβαιοι, ὅτι σύμφωνος πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας λύσις αὐτῶν δύναται μόνον νὰ δικαιώσῃ τὰς προσπαθείας τοῦ λαοῦ, ὅστις τοσαύτην ἐπεδείξατο πρὸς ὑμᾶς ἐμπιστοσύνην.
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἂν προεκαλεῖτο εἰς τὴν ἀνάμνησιν τοῦ παρελθόντος, θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ἀναδράμῃ εἰς αὐτὸ, ἵνα ἀποδείξῃ τὴν κυρίαν αἰτίαν τῆς κακοδαιμονίας ἡμῶν. Ἡ ὑπόσχεσις αὕτη τοῦ κ. Βουλευτοῦ μοὶ ἐνεθύμισε μίαν ἄλλην ἑσπέραν, ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἐπιθυμῶν νὰ ἀνεύρῃ τὰς αἰτίας τῆς κακοδαιμονίας τῆς χώρας ἐν τοῖς χρόνοις τοῦ παρελθόντος, ἰσχυρίσθη ὅτι τὸ ἐνεστώς, ἤτοι ἡ χρονικὴ περίοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν διετέλει ἐν τῇ ἀρχῇ τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου μέλος ἐπιφανὲς τυγχάνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὅτι ἡ περίοδος, λέγω, αὕτη ἐξεβαρβάρωσε τὴν Ἑλλάδα (εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἤμην ἁπλοῦς Βουλευτής, ἑπομένως μοὶ ἐπετρέπετο νὰ ἀφεθῶ εἰς τὴν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν ἤγειρεν ἐν τῇ ψυχῇ μου ἡ ὕβρις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε κατὰ τῆς πατρίδος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας. Σήμερον ὅμως δὲν εἶμαι ἁπλοῦς Βουλευτής, διευθύνω τὰς ἐργασίας τοῦ Ὑπουργείου, καὶ δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται ν’ ἀγανακτήσω, ἤθελον δὲ ἀγανακτήσει, ὅτε ἤκουον πρὸ μικροῦ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, ὁμιλοῦντα περὶ τῆς 16ης Ἀπριλίου, καὶ ἀποδιδόντα τὴν ἐπικράτησιν τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὴν ἀρχήν, εἰς τὰς ἐνεργείας τῶν τραμπούκων...
§123ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Ἐξήγησα καλῶς τὴν ἰδέαν μου. Μοὶ ἀποδίδετε ἐκφράσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐξέφερον.
§124ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἴσως ἐλησμόνησε, τί ἔλεγεν ὁ ἡγέτης τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, Πρωθυπουργὸς τυγχάνων, ἑσπέραν τινά, ὅτε ἐγὼ προανήγγελλον εἰς αὐτὸν, ὅτι, ἐὰν ἐμελέτα νὰ ἐγκρίνῃ διὰ Β. Διατάγματος μεταβολὴν τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, ὅπως εἰσαγάγῃ διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης τὸν ξενικὸν ἔλεγχον, καὶ ἀποφύγῃ οὕτω τῆς Βουλῆς τὰς συζητήσεις καὶ τὴν ἀντίστασιν, αἵτινες πάντως ἤθελον προκληθῆ, ἂν ἐζήτει νὰ εἰσαγάγῃ τὸν ἔλεγχον τοῦτον διὰ νομοθετικῆς πράξεως, ἠναγκαζόμην νὰ ποιήσωμαι αὐτῷ καὶ τῇ Βουλῇ γνωστόν, ὅτι, ἂν αἱ περιστάσεις ἤθελον μὲ ἀγάγει εἰς σύμβουλον τοῦ Στέμματος, ἤθελον ἀμέσως σπεύσει, ὡς πρώτην πρᾶξιν, νὰ ζητήσω τὴν κατάργησιν τοῦ τοιούτου διατάγματος, δι’ οὗ ἤθελεν ἐπικυρωθῆ τοιαύτη μεταβολὴ τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων. Ἠγανάκτησε τότε ὁ Πρωθυπουργός, ὁ πρώην Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ εἰς ἀπάντησιν πρὸς τοὺς λόγους μου τούτους ἔλεγε μετ’ ἀγανακτήσεως, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος εἰς αὐτὸν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ μόνον εἰς αὐτὸν, καὶ ὅτι οὐδέποτε ἐδήλωσεν ἐμπιστοσύνην πρός με τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Ἐλυπήθην ἀληθῶς τότε τὸν ἄνθρωπον, οὐδ’ ἀπήντησα πρὸς τοὺς λόγους του τούτους παντάπασιν, οὐδ’ ἐζήτησα νὰ ἀναιρέσω τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ, διότι ἤμην πεπεισμένος, ὅτι ἄλλος ἀντ’ ἐμοῦ ἤθελε δώσει αὐτῷ ἀπάντησιν πρὸς τοὺς λόγους του ἐκείνους· ὁ ἄλλος ἐν τούτοις ἐπῆλθε τέλος πάντων, ὁ ἄλλος οὗτος εἶναι αἱ ἐκλογαὶ τῆς 16ης Ἀπριλίου, καὶ ἔδωκαν τὴν ἀπάντησιν καὶ εἰς ἐκεῖνον καὶ εἰς τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν ἐζητήσαμεν διὰ τῶν τραμπούκων καὶ τῶν ταραχοποιῶν νὰ ὑφαρπάσωμεν τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων ἡμῶν. Ἐδηλώσαμεν εἰς αὐτοὺς, τί φρονοῦμεν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ποίαν ἔχομεν γνώμην περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσι πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς καὶ πρὸς σωτηρίαν τῆς χώρας. Ἐὰν ὁ λαός, ἐνθυμούμενος τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν μετῆλθε τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου διευθύνω τὰς ἐργασίας, ἐὰν πιστεύων εἰς τὰς διαβεβαιώσεις ἡμῶν ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς τὰς ψήφους αὐτοῦ, δὲν τὰς ἔδωκεν οὐδ’ ἐκβιασθεὶς ὑπὸ τῶν τραμπούκων, οὐδ’ ἀπειληθεὶς ὑπὸ τῶν ταραχοποιῶν, οὐδὲ δεκασθεὶς ὑπὸ τῶν χαρίτων, ἃς παρέσχομεν εἰς αὐτὸν, οὐδὲ καμφθεὶς διὰ μέσων ἄλλων, τῶν ὁποίων ἐγένετο χρῆσις. Τὰς ψήφους αὐτοῦ ἔδωκε κατὰ πεποίθησιν. Καὶ ἵνα γνωρίσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας τὴν διαφορὰν τῶν ἐκλογῶν τῆς 16 Ἀπριλίου πρὸς ἐκλογὰς προηγηθείσας, ἐκ τῶν ὁποίων ἀνεδεικνύετο ἐπικρατοῦν τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, πρέπει νὰ παραβάλῃ τὴν ἐν ἑκάστῃ τῶν ἐπαρχιῶν πλειονοψηφίαν τῶν ἐκλογῶν τῆς 3 Μαΐου πρὸς τὴν ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ πλειονοψηφίαν τῶν ἐκλογῶν τῆς 16 Ἀπριλίου, ἵνα εὕρῃ ἐν τῇ παραβολῇ ταύτῃ διδακτικώτατον μάθημα, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς 16 Ἀπριλίου ἐν πάσαις ταῖς ἐπαρχίαις καὶ ἐν ἑκάστῃ αὐτῶν ἦτο ὀγκώδης, συνίστατο εἰς χιλιάδας ψήφων, ἐνῷ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 3 Μαΐου τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε, ἐδείχθη νικῆσαν ἐν ἑκάστῃ τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ἐν πάσαις συλλήβδην, διὰ δεκάδων ἢ τὸ πολὺ δι’ ἑκατοντάδος μόνον ψήφων. Μὴ ὁμιλεῖτε περὶ ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μὴ ἀναμιμνήσκετε συμβεβηκότα, ἐπὶ τοῖς ὁποίοις ἐθρηνήσαμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ χώρα. Τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ οὐδέποτε εἶχε τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε, καὶ ἂν ἐφάνη ποτὲ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξεδήλωσεν εἰς αὐτὸ ἐμπιστοσύνην, ἐνθυμηθῆτε ὑπὸ ποίας συνθήκας καὶ περιστάσεις ἐτελέσθη τὸ γεγονὸς, καὶ ἐνθυμηθῆτε τὰ ἐκλογικὰ τεχνάσματα, τὰ ὁποῖα τὸ πολιτικὸν ὑμῶν κόμμα μετῆλθεν, ἵνα ἀποπλανήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ λάβῃ τὰς ψήφους αὐτοῦ, ἐνθυμηθῆτε τὰ ἀντισυνταγματικὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἤχθησαν ἐν τῷ μέσῳ τότε καὶ πρὸ τῶν ὁποίων ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπεχώρει, καμπτόμενος τὴν γνώμην καὶ κύπτων τὴν κεφαλὴν εἰς τὴν βαρεῖαν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν προέτασσον πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ (εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Λυποῦμαι διότι προκαλοῦσιν ἐν οὐ δέοντι πολιτικὰς συζητήσεις, καὶ τοιαύτας μάλιστα. Λυποῦμαι διότι μᾶς προκαλοῦσιν εἰς ἔρευναν τοῦ παρελθόντος, ἐνῷ τὸ ἐνεστὼς κεῖται εἰς τοιαύτην ἐλεεινὴν κατάστασιν καὶ κραυγάζει πρὸς τὴν Βουλὴν, ζητοῦν τὴν ἀτενῆ προσοχὴν αὐτῆς, τὴν ἀποκλειστικὴν φροντίδα ἡμῶν, τὴν ἄμεσον μέριμναν πρὸς βελτίωσιν, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, τὸν ὁποῖον τιμῶ ὡς ἄτομον, διότι ἀνευρίσκω ἐν αὐτῷ ἰδιότητας ἐπιζήλους, λυποῦμαι διότι ἀφίεται εἰς τὰς ὁρμὰς τῆς καρδίας του, εἰς τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἐμποιοῦσιν αὐτῷ αἱ πολιτικαὶ σχέσεις του, καὶ παρασύρεται εἰς ἐκδρομὰς, οἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν καταλήγουσιν οὐδὲ πρὸς ὄφελος τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, οὐδὲ πρὸς εὐχαρίστησιν αὐτοῦ. Δὲν δύναμαι δ’ ἰδίως νὰ ἐννοήσω, διατὶ ἐξελέξαντο τὴν ἑσπέραν ταύτην οἱ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς ἀγορεύσαντες, ὅπως ἐκφράσωσιν ἔκπληξιν, διότι δὲν εἰσηγάγομεν ἀμέσως νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ εἰσηγάγομεν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω δὲ πρὸ πάντων, πῶς ἐγένετο δυνατὸν νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐγείρωσιν ἕνεκα τούτου ἐν τῇ διανοίᾳ τῶν ἢ ἐν τῇ ψυχῇ τῶν ἀκουόντων δισταγμοὺς, ὅτι ἡμεῖς ἐλησμονήσαμεν ἢ ἐγκατελίπομεν τὰς γνώμας ἡμῶν, διότι δὲν ἐσπεύσαμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ἐπαγγελίας, τὰς ὁποίας ἐδώκαμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, παραιτήσαντες τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πολλάκις ἀπηγγείλαμεν, ὅταν ἠγωνιζόμεθα ν’ ἀποσοβήσωμεν τὰ συζητούμενα περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νομοσχέδια. Τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ὡς θεσμὸν κρίνομεν πεποιθότως ἀξίαν καταργήσεως, διότι κρίνομεν τὸν θεσμὸν τοῦτον ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, τιθέμενον ἐν ἀμφιβόλῳ καὶ ἀπειλοῦντα τὰ πολυτιμότερα δικαιώματα τῶν πολιτῶν, διαφθείροντα τὸν στρατὸν καὶ καταστρέφοντα τὸ στρατιωτικὸν ἦθος τῶν ἀξιωματικῶν αὐτοῦ (εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ καὶ ὁ στρατὸς ἡμῶν εἶναι αἱ πολύτιμοι ἐλπίδες τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὀφείλομεν δὲ νὰ μεριμνῶμεν περὶ αὐτῶν, ὡς περὶ τοῦ πρωτοτόκου υἱοῦ ἡμῶν, ὡς περὶ τῶν φιλτάτων ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν. Καὶ βεβαίως θρηνεῖ τις, ἀναλογιζόμενος ὅτι ἠνάγκαζον τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ νὰ τραπῶσιν εἰς ἔργα ἀνάξια τοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν, ἀνάξια τῆς ἀνατροφῆς καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτῶν. Δὲν εἶναι ἀνάξιον ἔργον τοῦ ἀξιωματικοῦ νὰ φροντίζῃ περὶ τῶν δημοσίων ἠθῶν ἔν τινι κώμῃ ἢ ἔν τινι πόλει, νὰ μεριμνᾷ ἵνα μὴ δι’ ἀσχημοσυνῶν προσβάλλωνται τὰ δημόσια ἤθη ἢ σκανδαλίζηται ἡ αἰδὼς τῶν ἀνδρῶν ἢ τῶν γυναικῶν; Δὲν εἶναι ἀνάξιον τῶν ἀξιωματικῶν νὰ μεριμνῶσι περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἀγορᾶς τῶν τροφίμων, ἢ περὶ ἄλλων μελημάτων τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας; Καὶ ἦτο δυνατὸν ἡμεῖς νὰ μὴ ἀντιταχθῶμεν, νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τῆς τοιαύτης ἐπιχειρήσεως, ὑπὲρ τῆς ὁποίας οὐδένα εὑρίσκομεν δικαιολογητικὸν λόγον, νὰ ἀνεχθῶμεν τοιοῦτον νομοθέτημα; Τίνα δικαιολογητικὸν λόγον προέβαλον τῆς προτάσεως τοῦ θεσμοῦ τούτου, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τοῦ παρελθόντος δι’ ἐπανειλημμένων νομοσχεδίων προέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ κατώρθωσεν ἐπὶ τέλους νὰ ἁρπάσῃ τὸ νομοσχέδιον, ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς; Ἐνθυμοῦμαι τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἀπήγγειλεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894, κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1895, ὅστις δὲν ἐψηφίσθη ἕνεκα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἀπέβη εὐεργετικωτάτη εἰς τὴν χώραν ὑπὸ πλείστας ἐπόψεις, ἀπέβη εὐεργετικωτάτη καὶ εἰς τὸ Δημόσιον, ἐπαγομένη τὴν ἀνελλιπεστέραν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων φορολογίας.» Προβαίνων δὲ, προσδιώρισεν εἰδικώτερον τὴν εὐεργετικὴν ταύτην δρᾶσιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐπικαλεσθεὶς ὅτι δι’ αὐτῆς ἐξησφαλίσθη ἡ ἀκεραία εἴσπραξις τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ τουμπεκίου. Ἀλλ’ εἰσὶ τοιαῦτα τ’ ἀποτελέσματα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἐξῆρε τὸν θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας; Ἐν Αἰγίνῃ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1894 ἐφορολογήθησαν 362 ὀκάδες καπνοῦ, δηλαδὴ 30 ὀκάδες κατὰ μῆνα, ἤτοι μία μόνον ὀκᾶ καπνοῦ καταναλίσκεται ἐν Αἰγίνῃ τὴν ἡμέραν· ἐν Ἀταλάντῃ ἐφορολογήθησαν μόνον 300 ὀκάδες καπνοῦ, ἤτοι 25 ὀκάδες καθ’ ἕκαστον μῆνα, ὡς ἂν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν μόνον 330 δράμια καπνοῦ καταναλίσκονται. Ἐν Κύμῃ ἐφορολογήθησαν 236 μόνον ὀκάδες καπνοῦ περίπου, ἤτοι 19 μόνον ὀκάδες κατὰ μῆνα, ὡς ἂν μόνον 253 δράμια καπνοῦ καταναλίσκονται ἐκεῖ καθ’ ἑκάστην. Ἐν Τήνῳ ἐφορολογήθησαν 222 ὀκάδες, δηλαδὴ 18 καὶ ἡμίσεια ὀκάδες καπνοῦ κατὰ μῆνα, ὡς ἂν καταναλίσκονται ἐν τῇ νήσῳ ἐκείνῃ 240 μόνον δράμια καπνοῦ καθ’ ἑκάστην. Ἐν Ἰθάκῃ ἐφορολογήθησαν 113 μόνον ὀκάδες καπνοῦ, δηλαδὴ 9½ ὀκάδες κατὰ μῆνα, ὡς ἂν κατηναλίσκοντο μόνον 120 δράμια καπνοῦ τὴν ἡμέραν. Ἐν Μήλῳ ἐφορολογήθησαν μόνον 76 ὀκάδες καπνοῦ, ἤτοι 7 περίπου ὀκάδες κατὰ μῆνα. Ἐν Σκοπέλῳ ἐφορολογήθησαν 13 ὀκάδες καπνοῦ κατὰ τὸ 1894, ἤτοι μία ὀκᾶ καί τινα δράμια καθ’ ἕκαστον μῆνα. Ἐν Σινάνῳ ἐφορολογήθησαν 175 ὀκάδες καπνοῦ, δηλαδὴ 14 περίπου ὀκάδες κατὰ μῆνα. Ἐν Πύλῳ δὲ καὶ ἐν Δημητσάνῃ οὐδεμία ὀκᾶ! Καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος ἐπροίκισε τὴν χώραν δι’ αὐτοῦ, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894 ἐπεδείκνυε τὰ περιφανῆ ταῦτα ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν φορολογικῶν νόμων, ὡς ἐπιτευχθέντα διὰ τῆς συνδρομῆς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας! Ἀλλ’ ἐὰν δὲν στέργω τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἐὰν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ αὕτη, ἐὰν ἀντετάχθην κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ περὶ αὐτῆς νομοσχεδίου καὶ προσεπάθησα ν’ ἀποτρέψω τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιψηφίσῃ τοὺς περὶ αὐτῆς νόμους, ἐὰν ἐπηγγέλθημεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν κατὰ τὰς ἐκλογικὰς ἐκδρομάς μου, ὅτι θέλομεν ψηφίσει τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τούτου, δὲν ἠδυνάμην ὅμως νὰ προβάλω ἀμέσως τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ, διότι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο συνέπεσε νὰ πρόκειται νὰ ἐνεργηθῶσι δημοτικαὶ ἐκλογαί. Χρόνος, καθ’ ὃν αὗται ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῶσιν, εἶχε προσδιορισθῆ ὑπὸ τοῦ νόμου ἡ πρώτη Κυριακὴ τοῦ Ἰουλίου, καὶ ὑπέθετον μὲν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐνδώσει καὶ ἤθελε ψηφίσει πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ δὲν ὑπέθετον, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἤθελον ἀναβληθῆ πέραν τοῦ ἔτους 1895, ἀλλ’ ἤθελον ἀναβληθῆ εἰς ἡμέραν κειμένην ἐντὸς τοῦ ἔτους 1895. Ἐσκέφθην ἑπομένως, ὅτι, ἐὰν κατηργεῖτο ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, οἱανδήποτε ἀστυνομίαν ἠθέλετε ἐγκαταστήσει, εἴτε δημοτικὴν ἀστυνομίαν ἀκραιφνῆ, πανταχοῦ λειτουργοῦσαν, εἴτε διοικητικὴν ἐνιαχοῦ, δημοτικὴν δ’ ἐνιαχοῦ, ἀπῃτεῖτο νὰ λειτουργῇ τῶν δήμων ἡ διοίκησις ὁμαλῶς καὶ ἐῤῥύθμως, ἀλλὰ τῶν δήμων ἡ λειτουργία ἔμελλε μετ’ ὀλίγον νὰ διακοπῇ ἕνεκα τῶν ἐκλογῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἀνανεωθῆ ἡ διοίκησις αὐτῶν, ἐὰν δ’ ἐπροτείνομεν τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἐψηφίζετο ὁ περὶ ταύτης νόμος κατὰ μῆνα Αὔγουστον ἢ Ἰούλιον, προεβαίνομεν δ’ εἰς διορισμὸν ἀστυνόμων κατὰ τὸν μῆνα Σεπτέμβριον, αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ δὲν παρεῖχον ὁμαλὴν τὴν λειτουργίαν τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, αἱ δ’ ἐξ αὐτῶν ἀναδειχθησόμεναι νέαι δημοτικαὶ ἀρχαὶ δὲν ἦτο ἀπίθανον ν’ ἀντικαταστήσωσι τοὺς ἀστυνόμους τούτους καὶ νὰ περιέλθωμεν εἰς ἀλλεπαλλήλους μεταβολάς. Διὰ τοῦτο ὑπελάβομεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, οὐχὶ ἐντὸς τοῦ 1895, ἀλλὰ νὰ προτείνωμεν μὲν τὸν νόμον καὶ νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτὸν, νὰ ζητήσωμεν ὅμως, ἵνα ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ γένηται ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου τοῦ 1896. Τὸ νομοσχέδιον δὲν τὸ εἰσηγάγομεν ἀληθῶς ἀμέσως ἕνεκα τούτου, ἀσχολούμενοι εἰς τὴν πληρεστέραν παρασκευὴν αὐτοῦ, θέλομεν ὅμως εἰσαγάγει αὐτὸ πρὶν ἢ παρέλθῃ ἑβδομάς. Ἀλλὰ διατὶ ἐσπεύσαμεν νὰ ζητήσωμεν τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς; Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ ἐρώτημα δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀπαντήσεως. Τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἡ ἐξουσία αὐτοῦ ἀποτελοῦσιν ἐξαίρεσιν ἐν πάσῃ τῇ λειτουργίᾳ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων. Ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία, οἱοσδήποτε καὶ ἂν δοθῇ περὶ αὐτῆς χαρακτηρισμός, εἴτε ὀνομάσητε αὐτὴν δημοτικὴν, εἴτε τὴν ὀνομάσητε διοικητικὴν, εἴτε τὴν ὀνομάσητε στρατιωτικὴν, ὁ χαρακτηρισμὸς οὗτος δὲν μεταβάλλει τὴν φύσιν αὐτῆς, ἡ ἀστυνομία εἶναι ἐξουσία διοικητική, ὑπάγεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, οὐδεμία δὲ πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐπιτρέπεται, ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν ὑπάρχει εὐθύνη. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἔχει μόνη τὸ δικαίωμα, τὸ προνόμιον νὰ μὴ ὀφείλῃ εὐθύνην, ἀλλ’ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, εἶναι αὐτοτελής, εἶναι μία τῶν πολιτικῶν ἐξουσιῶν, οἵα εἶναι καὶ ἡ ἐκτελεστική. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εὐθύνην ὀφείλει εἰς τὴν συνείδησίν της, διὰ τὴν κρίσιν τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ δικαστὴς καὶ τὸ δικαστήριον ἐπὶ τῶν διαφορῶν τῶν πολιτῶν πρὸς ἀλλήλους, διὰ τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ἐπὶ τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν δικαζομένων πράξεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων καλεῖται νὰ δικάσῃ, ἐπὶ τῆς ποινῆς, τὴν ὁποίαν καλεῖται νὰ ἐπιβάλῃ, μόνον εἰς τὴν συνείδησιν αὐτοῦ ὀφείλει εὐθύνην, καὶ τὴν γνώμην του ὑποτάσσει ὁ νόμος εἰς τὸν ἔλεγχον ἀνωτέρου τινὸς δικαστηρίου. Ἀλλ’ οὐδὲν ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἔχει δικαίωμα νὰ ἀρκεσθῇ εἰς μόνην τὴν συνείδησίν του· ὀφείλει νὰ δίδῃ λόγον τῶν πράξεών του· ἀπὸ τοῦ πρώτου συμβούλου τοῦ Στέμματος, ἀπὸ τοῦ πρώτου ὀργάνου τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον ἐτάχθη ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, μέχρι τοῦ τελευταίου ὑπηρέτου, πάντες ὀφείλουσιν εὐθύνην τῶν πράξεών των. Ἀλλ’ ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας κατέστησεν ἀρχήν, ἡ ὁποία δὲν ὀφείλει εὐθύνην εἰς οὐδένα, καὶ ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς. Ὠφελήθησαν τάχα ἐκ τῶν ἀτελειῶν τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐξεθείασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἰδιοποιούμενος τὴν εἰσήγησιν αὐτοῦ καὶ σεμνυνόμενος διὰ τοῦτο, τοῦ ὁποίου δὲ τὰς ἀτελείας θέλω σᾶς ἀναλύσει μετ’ ὀλίγον, ἢ τοιαύτην ἀνεύθυνον κατέστησε τὴν ἀρχὴν ταύτην αὐτὸς ὁ νόμος; Ἡ ἐξέτασις αὕτη δὲν ἀνήκει νῦν εἰς ἡμᾶς, εἶναι ἴσως ἔργον ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης· ἡμεῖς καθορῶμεν τ’ ἀποτελέσματα, ταῦτα δὲ μᾶς καθοδηγοῦσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἄρωμεν ἀρχὴν ἐκ τοῦ μέσου, ἥτις μετέρχεται ἔργα ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἄνευ εὐθύνης. Ποίαν εὐθύνην, Κύριοι, ἔχει ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος διαχειρίζεται τοσοῦτον μεγάλην ἐξουσίαν; Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὁμιλῶν περὶ τοῦ δικαιώματος τῶν πολιτῶν, νὰ ὑποβάλλωσι παράπονα κατὰ τῶν παραβάσεων τῶν νόμων, ἔλεγεν ὅτι οἱ τὸν νόμον συντάξαντες Ὑπουργοὶ ἔδωκαν εἰς τοὺς πολίτας τὸ δικαίωμα νὰ ἀναφέρωνται, ὡς ἂν οἱ πολῖται νὰ εἶχον ἀνάγκην νὰ λάβωσι τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς τούτους. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι ἔλαβον οἱ πολῖται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, οὐδεμία δ’ ἐξουσία δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ. Ἀλλ’ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ παραπόνου τῶν πολιτῶν τί γίνεται κατὰ τὸν περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμον; Ὅταν οἱ δήμαρχοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν νόμον δὲν δύνανται νὰ ἐπεμβαίνουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὑποβάλλωσι παρατηρήσεις, ἢ ὅταν οἱ πολῖται ὑποβάλλωσι παράπονα, τί γίνεται κατὰ τὸ θαυμάσιον τοῦτο ἔργον; «Πᾶσα κατὰ ἀστυνόμου ἀναφορὰ δημάρχου ἢ ἄλλης ἀρχῆς», διατάσσει τὸ ἄρθρον 33 τοῦ εἰρημένου νόμου, «ἐξετάζεται ὑπὸ Συμβουλίου ἐποπτείας, ἐκ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, τῶν παρὰ τοῖς Ὑπουργείοις τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν νομικῶν συμβούλων, τοῦ τμηματάρχου τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τῶν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τμηματαρχῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.» Εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο παρεπέμποντο αἱ τοιαῦται ἀναφοραί. Τί ἐπ’ αὐτῶν νὰ πράξῃ; Μήπως διὰ τῆς ἀναφορᾶς ἐζητεῖτο ἡ ἑρμηνεία τῶν νόμων, καὶ ἐκαλοῦντο οἱ νομικοὶ σύμβουλοι νὰ γνωμοδοτήσωσι περὶ τῆς ἐννοίας τῶν νόμων; Μήπως προεβάλλετο κίνδυνος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ἐκαλοῦντο οἱ τμηματάρχαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα μεριμνήσωσιν, ὅπως ἀποσοβήσωσι τοὺς κατὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας κινδύνους; Μήπως ἐπρόκειτο περὶ καταδιώξεως ἐγκλημάτων στρατιωτικῶν καὶ ἐκαλεῖτο ὁ τμηματάρχης τῆς δικαιοσύνης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς παραπομπῆς τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸ Στρατοδικεῖον; Περὶ ἄλλου ἐπρόκειτο. Κατηγγέλλετο παρανομία, ἀθέτησις τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, καὶ ἀντὶ νὰ φροντίζωσι νὰ ἐξετάσωσιν, ὅπως ἀνεύρωσιν, ἐὰν πράγματι συνέβησαν αἱ καταγγελλόμεναι παρεκτροπαί, παρέπεμπον τὰς περὶ αὐτοῦ καταγγελίας εἰς τὸ εἰρημένον Συμβούλιον. Τί ἔπραττε τὸ Συμβούλιον, ἀφοῦ δὲν εἶχεν ἔτι βεβαιωθῆ, ἂν εἶχον πράγματι πραχθῆ αἱ παρεκτροπαὶ ἢ αἱ βιαιοπραγίαι, αἵτινες κατηγγέλλοντο; Προσφεύγων εἰς τὸ ἄρθρον 4, εὑρίσκω τὴν ἑπομένην διάταξιν: «Τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους προΐσταται, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς». Ὁμολογῶ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ὡς εἰρωνεία πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι πλήρης, διότι οὐδαμοῦ εὑρίσκω τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ, ἀφοῦ οὐδεμίαν ἐξουσίαν, οὐδεμίαν ἐπιτήρησιν, οὐδένα ἔλεγχον ἀνέθηκαν εἰς αὐτόν. Προϊούσης τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4, εὑρίσκονται ἐν αὐτῷ τὰ ἑπόμενα: «Οἱ δὲ παρὰ τῷ Ἀρχηγείῳ τῆς χωροφυλακῆς ἐπιθεωρηταὶ τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς, περιοδεύοντες, κατὰ τὰς διαταγὰς τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἐπιτηροῦσι τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν περὶ ἀστυνομίας νόμων καὶ Β. Διαταγμάτων, ἐλέγχουσι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἀσκεῖται ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ, βεβαιοῦσι πᾶσαν ἀξιόποινον πρᾶξιν τῶν ἐν ταῖς ἀστυνομίαις ὑπηρετούντων, καὶ προκαλοῦσιν ἱεραρχικῶς τὴν κατὰ νόμον ποινικὴν καταδίωξιν τοῦ παραβάτου.» Λοιπὸν ἡ ἀναφορὰ τῶν παραπόνων εἰσήχθη εἰς τὸ Συμβούλιον, ἐνηργήθη ἐξέτασις κατὰ τὸν εἰρημένον τρόπον ὑπὸ τῶν περιοδευόντων κατὰ τὰς διαταγὰς τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἐπιθεωρητῶν, ἠλέγχθη ὑπ’ αὐτῶν ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἠσκήθη ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχή; Οὐδὲν πλέον ἐγνώσθη, εἰ καὶ παρῆλθον 5 καὶ 8 καὶ 10 μῆνες. Ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον, οἷον κατηρτίσθη ὑπὸ τοῦ νόμου, ποίαν εἶχεν εἰδικότητα νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ πρακτέου; Καὶ ἂν ἀπεφήνατο γνώμην τὸ Συμβούλιον, τί ἐπὶ ταύτης ἐνήργησεν ὁ ἀρχηγός; Λέγουσιν ὅτι σωρεία γνωμοδοτήσεων τοῦ Συμβουλίου ὑπάρχουσιν ἐπὶ τῶν τραπεζῶν τοῦ Ἀρχηγείου, δεόμεναι ἐρεύνης καὶ ἐκτελέσεως, οἱ δὲ ἀδικηθέντες διὰ κακώσεων καὶ στρεβλώσεων καταδικάζονται νὰ περιμένωσι νὰ ἱκανοποιηθῶσιν εἰς τὴν ἄλλην ζωήν...
§125ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ἐπεβάλλετο τιμωρία καὶ δὲν ἐξετελεῖτο (θόρυβος).
§126ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ποδάρι τοῦ πατριώτη σας, κύριε Δεληγιάννη, βουλευτὰ Μεσσήνης, τί ἔγεινε;
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§128Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περιοδεύων πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἔν τισι τῶν ἐπαρχιῶν, διὰ νὰ ἐκπληρώσω καθῆκον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπεβάλλετο, εἰ καὶ βαρὺ φέρω ἐπὶ τῶν ὤμων τὸ βάρος τῆς ἡλικίας μου, καὶ νὰ συνεισενέγκω τὴν ἐμὴν συμβολὴν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅπως ποιήσηται σκόπιμον καὶ φιλοπάτριδα χρῆσιν τοῦ ἐκλογικοῦ του δικαιώματος, ἐμάνθανον ἐν ταῖς πόλεσι, δι’ ὧν διηρχόμην, ὅτι διαταγαὶ εἶχον δοθῆ ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ἀστυνόμους νὰ μὲ ἐπιτηρῶσι, νὰ μανθάνωσι μετὰ τίνων συνδιαλέγομαι, μετὰ τίνος συνεννοοῦμαι, ποῖαι ἐντυπώσεις παρήχθησαν ἐκ τῆς ἐπισκέψεώς μου, ποῖοι ἐπείσθησαν ἐκ τῶν λόγων μου, τί πράττουσιν οἱ πεισθέντες, πόσοι εἰσὶ, καὶ νὰ ἀναφέρωσι περὶ πάντων τούτων εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον. Θέλετε, Κύριοι, θέλει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ καταστήσῃ τὸν κλάδον τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς κλάδον κεχωρισμένον τῆς διοικήσεως, αὐτοτελῆ; Ψηφίσατε νόμον, καὶ καταστήσατε Ὑπουργεῖον Ἀστυνομίας. Ἀπαισία εἶναι ἡ ἱστορία τῶν Ὑπουργείων τῆς Ἀστυνομίας, ἀλλὰ καταστήσατε τέλος πάντων τοιοῦτον, διότι θέλετε ἔχει τοὐλάχιστον ἕνα ὑπεύθυνον, τὸν ὁποῖον θέλετε σύρει εἰς τὴν θέσιν ταύτην καὶ ζητεῖ λόγον παρ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ σύστημα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει τις ὁ εὐθυνόμενος, δὲν εἶναι σύστημα ἁρμόζον εἰς Κράτος κοινοβουλευτικῶς κυβερνώμενον, οὔτε εἰς συνταγματικῶς κυβερνώμενον. Οὔτε ἐπὶ τῆς Βασιλείας πρὸ τοῦ 1843, οὔτε τότε, ὅτε ἡ Βασιλεία ἦτο Μοναρχία ἀπόλυτος, οὔτε τότε ἐνησκεῖτο ἐπίβλεψις τοιαύτη ἐπὶ τῶν πολιτῶν. Μήπως ἤμην λωποδύτης, περιφερόμενος διὰ νὰ ἀφαιρέσω τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν; Καὶ ἂν ἐπ’ ἐμοῦ εἰς τοιαύτας ἐργασίας ἐπέτεινον τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν τῶν καὶ ἔθετον ἐμὲ ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, φαντασθῆτε τί ἦσαν ἱκανοὶ νὰ πράξωσιν ἐπὶ ἄλλων προσώπων. Λυποῦμαι διότι ἀνέφερα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀγνοῶ ἂν ἐπράττοντο ἐν γνώσει ἢ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ τούτοις πρέπει νὰ ἀναζητῇ τις τὸν εὐθυνόμενον, καὶ τὸν ἀρχηγὸν πάντως θέλει ἀνεύρει ὡς τοιοῦτον. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἔλεγεν, ὁμιλῶν περὶ τοῦ παρελθόντος, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου περὶ δήμων, ἀπὸ τοῦ 1834, ὅτε ἐξεδόθη οὗτος, μέχρι τοῦ ἔτους 1893, ὅτε ἐγκατεστάθη ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἡ κατάστασις τῆς χώρας εἶχε κατασταθῆ ἀφόρητος, ὅτι ἦτο ἀληθὴς ἀναρχία, ὅτι εἶχον πολλαπλασιασθῆ τὰ ἐγκλήματα, ὅτι ἐσαλεύοντο αἱ βάσεις τῆς δημοσίας τάξεως, ὅτι τέλος πάντων δὲν ἐνεπνέετο ἔτι εἰς τοὺς πολίτας, ὡς ἀνέφερεν ἀγορεύων ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐξ Ἰθάκης, τὸ αἴσθημα τῆς καθαριότητος. Λυποῦμαι διότι οὕτως ἐχαρακτηρίσθη ἡ τότε κατάστασις τῆς χώρας. Ἀλλὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ ἱστορία ἔκρινεν, ἐὰν δὲ ἐγὼ ἠδυνάμην, πρὶν ἢ κλείσω τοὺς ὀφθαλμοὺς, νὰ φέρω γνώμην περὶ τῆς περιόδου ἐκείνης, ἤθελον εὐχηθῆ εἰς τοὺς ἐπιγόνους μου νὰ ἴδωσιν ἐπανερχομένην τὴν περίοδον ἐκείνην. Ποῖαι ἀληθῶς συνετελέσθησαν πρόοδοι κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, ἀπὸ τοῦ 1834 μέχρι τοῦ... ὄχι τοῦ 1893, ὅτε κατεστάθη ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἀλλὰ μέχρι δεκαετίας πλήρους πρὸ τοῦ 1893! Ποῖαι πρόοδοι ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τῆς χώρας, ἐν τῷ βίῳ τοῦ ἰδιώτου καὶ ἐν τῷ βίῳ τοῦ πολίτου! Εὔχομαι, καὶ τὸ εὔχομαι εἰλικρινῶς, νὰ ἐπανίδωμεν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διότι κατ’ αὐτὴν ἐξελίσσετο φυσικῶς ὁ βίος καὶ τῶν ἀτόμων καὶ τῆς χώρας καὶ τοῦ Κράτους, ἐξελίσσετο μόνος, οἴκοθεν, ἄνευ ὠθήσεως, κατὰ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ὁ χαρακτὴρ τοῦ Ἕλληνος καὶ ἡ φύσις τῆς χώρας εἶχον καταστήσει. Δὲν ἦτο ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐζητήθη νὰ στρεβλωθῇ ὁ χαρακτὴρ ἡμῶν καὶ ἀλλοιωθῶσι τῆς χώρας τὰ ἤθη. Μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὴν τιμὴν τῶν πρὸς τὸ Κράτος ὑπηρεσιῶν ἀντικατέστησεν ἡ τιμὴ καὶ ἡ αἴγλη, δι’ ἧς περιεβλήθη ὁ χρηματισμός· τοῦ χρήματος ἡ δίψα ἐκινδύνευσε νὰ καταβάλῃ πάντας ἡμᾶς, καὶ νὰ σπεύδωμεν πάντες νὰ σβένωμεν τὴν δίψαν ταύτην διὰ παντὸς μέσου, χρηστοῦ καὶ μὴ χρηστοῦ, ἐντίμου καὶ μή· ἡ δίψα δ’ αὕτη καὶ ἡ νέα ὤθησις ἐκλόνισε τὰς βάσεις τοῦ κοινωνικοῦ βίου, καὶ περιήγαγεν ἐν κινδύνῳ καὶ αὐτὴν τὴν οἰκογένειαν. Μὴ ποιεῖσθε τοιαύτας ἀναδρομὰς, μάλιστα ὑμεῖς, συνάδελφοι, ὅσοι δὲν ἐζῆτε μεθ’ ἡμῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Εὐχαριστήθητε καὶ δοξάσατε τὸν Θεὸν, ὡς δοξάζομεν καὶ ἡμεῖς αὐτὸν, διότι συμβιοῦμεν νῦν ἐλεύθεροι, ἀλλὰ μὴ κρίνετε πῶς ἐζῶμεν πρὶν ἢ ἐπισκήψῃ ἡ τελευταία πολιτικὴ περίοδος, τῆς ὁποίας τὴν λῆξιν εὔχομαι νὰ ἐκήρυξεν ἡ 16 Ἀπριλίου. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς εἶναι ἀτελές! Βεβαιωθῆτε ὅτι παρ’ οὐδενὸς ἠξίωσα νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἦτο τέλειον. Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα γράφονται ἐν δυσὶν ἡμέραις, δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ ἦναι τέλεια, ἠθέλετε δὲ μὲ ἐλέγξει εὐλόγως, ἐὰν, φερόμενος ὑπὸ ἐγωϊσμοῦ ἢ ὑπὸ δοκησισοφίας, παρίστων τὰ ἐμὰ ἔργα ἀναμάρτητα. Ἐξ ἐναντίας κηρύσσω ταῦτα ἀτελῆ ἐγὼ πρῶτος, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα ἢ δὲν ἀπέστερξα, ἀλλ’ ἀμέσως ἀπεδέχθην, νὰ ἀποσταλῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν, ὅπως αὕτη τὸ ἐξετάσῃ, καὶ ὅταν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ γνώμη αὐτῆς, ἠσχολήθην εἰς τὴν μελέτην αὐτῆς, καὶ παρεκάλεσα τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πορισθῇ καὶ μεταδώσῃ τὰ φῶτα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ συνέθεσα νέας τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἐσκόπουν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου, ὅπως συντελέσωμεν πάντες νὰ καταρτισθῇ τέλειον νομοθέτημα. Καὶ τοῦτο δὲ, τὸ οὕτω καταρτισθησόμενον, δὲν ἀνακηρύσσω πληρέστατον ἢ τελειότατον, διότι ἐνδέχεται καὶ τοῦτο νὰ τύχῃ νέων συμπληρώσεων κατὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν, ὅταν ὑμεῖς ἐξετάσητε αὐτὸ καὶ εὕρητε τυχὸν ἐν αὐτῷ ἀτελείας. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου, διότι τοῦτο διατάσσει τὴν κατάργησιν, δὲν ἐπεκρίθη ὑπό τινος. Ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ, καταργουμένου τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, διαγράφονται αἱ θέσεις τῶν ἀποτελούντων τὴν δύναμιν αὐτοῦ· κατὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ εὗρεν αὐτὸ ἐλλιπὲς, καὶ ἐγὼ δὲ φρονῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔδει νὰ συμπληρωθῇ διὰ δευτέρου ἄρθρου, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς θέσεως τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν δύναμιν τοῦ καταργουμένου Ἀρχηγείου, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, ἀπαλλασσόμενοι τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ἀρχηγείου, ἔδει νὰ ταχθῶσιν ἐν ἄλλῃ τινὶ ὑπηρεσίᾳ. Διὰ τοῦτο προτείνω 2ον ἄρθρον τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸν ὑπὸ στοιχ. ΙΒʹ πίνακα, τὸν προσηρτημένον εἰς τὸν νόμον ΒΡΟϚʹ τῆς 21 Φεβρουαρίου 1893, περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων καὶ πινάκων τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ νόμου, καὶ ἐμφαίνοντα τὴν σύνθεσιν τῆς χωροφυλακῆς, προστίθενται τὰ ἑξῆς·
| Ἐπιθεώρησις. | ἄνδρες | ἵπποι |
| Ἀντισυνταγματάρχαι ἐπιθεωρηταὶ | 3 | 3.» |
Οὕτω πληροῦται τὸ κενὸν τοῦ νομοσχεδίου, διότι διατάσσεται ἡ τοποθέτησις τῶν ἀντισυνταγματαρχῶν ἐπιθεωρητῶν εἰς τὰ τρία Ἀρχηγεῖα στρατοῦ.
§129ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· δεύτερον ἐδάφιον ἴσως καλλίτερον.
§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀντιλέγω νὰ γένηται δεύτερον ἐδάφιον. Ἐπειδὴ ἡ κατάργησις τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς στερεῖ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτοῦ, προσήκει νὰ πληρωθῇ τὸ κενὸν τῆς διοικήσεως τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον περιεῖχεν ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον νῦν ἀναγκαίως θέλει γείνῃ ἄρθρον 3, ἡ δὲ διάταξις αὐτοῦ κρίνεται ἀρκοῦσα, αὕτη: «Τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ὑπάγεται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, διεξαγομένης τῆς περὶ αὐτοῦ ὑπηρεσίας ἐν τῷ τμήματι τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου». Ἡ χωροφυλακὴ, ὡς σῶμα στρατιωτικὸν, ὑπήγετο πάντοτε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὸν ὀργανισμὸν αὐτῆς, τὴν σύνθεσιν, τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν. Ἡ χωροφυλακὴ δὲν ἐχειροτονήθη πρώτην φορὰν κατὰ τὸ 1893 ὡς σῶμα ἀστυνομικόν. Ἡ νομοθεσία ἀπὸ τοῦ 1836 ἀνεκήρυξε τὴν χωροφυλακὴν ὡς σῶμα βοηθητικὸν τῆς ἀστυνομίας· ἐνῷ ὁ χαρακτὴρ αὐτῆς ἦτο στρατιωτικὸς καὶ ὁ ὀργανισμὸς αὐτῆς στρατιωτικὸς, ἡ ὑπηρεσία αὐτῆς ἦτο διοικητική. Ἀλλ’ ἡ νομοθεσία ἐκείνη, ἥτις ἦτο εὐλαβεστέρα πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, ἐὰν ὑπήγαγε τὴν χωροφυλακὴν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸν ὀργανισμὸν, τὴν σύνθεσιν, τὴν διοίκησιν καὶ τὴν πειθαρχίαν, δὲν ὑπήγαγε τὴν ἀστυνομίαν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Τοῦτο ἐπετράπη μόνον κατὰ τὸ 1893, διὰ νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, ἥτις εἶχε κατασταθῆ κατάστασις κοινωνίας βαρβάρου καὶ λαοῦ βαρβάρου! Ἀλλ’ ὡς ἐξέθηκα ὑμῖν τὰ πράγματα, γίνεται κατάδηλον, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἶναι θεσμὸς προσωρινὸς, προσήκει ὅμως νὰ προβλέψωμεν ἀμέσως περὶ τοῦ μεγαλειτέρου τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα ὁ θεσμὸς οὗτος περιέλαβε, τοῦ ἀτόπου τῆς ἐγκαταστάσεως ἀρχῆς ἀνευθύνου, εἰ καὶ αὕτη ἦτο ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ταύτης μέχρι τῆς 1 Δεκεμβρίου ἐδημιουργήθη, ὡς εἶπον, κατάστασις προσωρινή, ἡ ὁποία θέλει παύσει τὴν 1 Ἰανουαρίου 1896, ὅτε θὰ εἰσαχθῇ τὸ νέον σύστημα. Πρέπει λοιπὸν νὰ προνοήσωμεν καὶ περὶ τῆς προσωρινῆς ταύτης καταστάσεως, νὰ διαῤῥυθμίσωμεν αὐτὴν οὕτως, ὥστε νὰ μὴ πάθῃ ἡ δημοσία τάξις, νὰ μὴ χαλαρωθῇ ἡ ἀστυνομικὴ ἐνέργεια, νὰ ἐξακολουθῇ ἡ ἐπιμέλεια καὶ ἡ φροντὶς περὶ προλήψεως τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, καὶ ἑπομένως καὶ ἡ ἐπιμέλεια καὶ ἡ φροντὶς περὶ τῆς ἀνακαλύψεως αὐτῶν, ἐὰν ἤθελον διαπραχθῆ τοιαῦται, καὶ περὶ τιμωρίας αὐτῶν. Διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον 4 νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ὁ περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως ͵ΒΡΠΗʹ νόμος τῆς 20 Μαρτίου 1893, ἡ ἀστυνομία ὑπάγεται εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον». Οὕτω δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καθίσταται ὁ προϊστάμενος τῆς ἀστυνομίας, διότι αὐτὸς τυγχάνει ὁ προϊστάμενος τῆς γενικῆς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους, αὐτὸς, ὅστις εἶναι εἷς ἐκ τῶν συμβούλων τοῦ Στέμματος, ὅστις διαχειρίζεται ἐξουσίαν, ἥτις ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, αὐτὸς διαχειρίζεται αὐτὴν δι’ ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἔταξεν, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτηρήσεως, τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς καταστολῆς. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν δύναμιν τῆς διοικήσεως. Διοίκησις ἄνευ δικαιώματος ἐπιτηρήσεως, ἄνευ δικαιώματος ἐλέγχου, ἄνευ δικαιώματος καταστολῆς καὶ ἐκβιάσεως τῶν ὑφισταμένων πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος, δὲν εἶναι διοίκησις, εἶναι τυραννία, εἶναι βασιβουζουκισμός, ἢ εἶναι εἰρωνεία, ὁποίαν ἀνέγραψεν ὁ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμος, πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπὸ τὴν δῆθεν διεύθυνσιν τοῦ ὁποίου ἔταξε τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ δὲν ἀνέθηκεν αὐτῷ οὔτε τὴν ἐπιτήρησιν, οὔτε τὸν ἔλεγχον, οὔτε τὴν καταστολήν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τίθεται οὕτως εἰς ἣν ἔταξεν αὐτὸν ἡ νομοθεσία θέσιν. Δὲν ἐμπιστεύεσθε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα διαχειρίζηται τὴν ἀστυνομίαν, τὴν τοπικὴν καὶ τὴν γενικὴν, αὐτόν, ὅστις ἐτάχθη ὁ φύλαξ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, τῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας, τῆς ἀκεραιότητος τοῦ Κράτους; Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ τῆς πολιτικῆς, καὶ ἐγκαλοῦσιν αὐτήν, λέγοντες, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη εἶναι ἡ φαγέδαινα, ἥτις μολύνει καὶ δηλητηριάζει τὸ κοινωνικὸν σῶμα, αὕτη εἶναι ἡ Σχολή, ἡ ὁποία ὑπονομεύει τὸ πολιτικὸν οἰκοδόμημα, καὶ ζητοῦσι νὰ περιορίσωσι τὴν πολιτικήν, διὰ νὰ σώσωσι τὴν χώραν, νὰ σώσωσι τοὺς θεσμούς, νὰ σώσωσι τὸ Κράτος! Αἱ θεωρίαι αὗται εἶναι θεωρίαι, τὰς ὁποίας ἀποκρούω πάσῃ ψυχῇ. Ἂν ἡ πολιτικὴ ἦναι ἡ εὐγενεστέρα τῶν ἐπιστημῶν, διότι αὕτη διδάσκει πᾶσιν ἡμῖν νὰ λησμονῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, νὰ λησμονῶμεν τὰ συμφέροντα ἡμῶν, νὰ μὴ φειδώμεθα τῆς περιουσίας ἡμῶν, τῆς ζωῆς ἡμῶν, διὰ νὰ ὑπηρετήσωμεν τὴν πατρίδα, μὴ ὑβρίζετε τὴν πολιτικὴν τῆς πατρίδος σας. Ἡ πολιτικὴ τῆς πατρίδος δύναται νὰ ἔχῃ ἀτελείας, ὡς ἔχει καὶ ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος, ὡς ἔχει καὶ ἡ οἰκονομία τῆς πατρίδος, ὡς ἔχει καὶ ὁ στρατὸς τῆς πατρίδος, ὡς ἔχει καὶ τὸ ναυτικὸν τῆς πατρίδος, ὡς ἔχει ὅλον τὸ πολιτειακὸν οἰκοδόμημα, τὸ βασίλειον καὶ πᾶσα ἡ κοινωνία. Τοιαύτη εἶναι ἡ φύσις τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Καὶ ἐπιλαμβάνεσθε τῶν ἀτελειῶν τούτων, διὰ νὰ καταγγείλητε τὴν πολιτικὴν ὡς ὑπαίτιον τοῦ κακοῦ, διὰ νὰ καταδείξητε αὐτὴν ὡς τὸν μέγαν κίνδυνον, καθ’ οὗ ἐφοπλίζεσθε, καὶ ζητεῖτε νὰ ἀφαιρέσητε τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, διὰ νὰ ἀμυνθῆτε ὑπὲρ τῆς ἀκεραιότητος καὶ τῆς διατηρήσεως τοῦ Κράτους κατ’ αὐτῆς! Εἶναι ὄχι περιγραφὴ τοῦ Συντάγματος, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, εἶναι ἀνατροπὴ πασῶν τῶν ἰδεῶν τοῦ δημοσίου δικαίου. Δὲν ὑπάρχει τι πλέον ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ ἱστάμενον ὄρθιον. Ὅταν Κοινοβούλιον ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ οὖς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ τὸν ἐλέγξῃ ἐνταῦθα καὶ νὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς τὸ δικαστήριον, φοβεῖσθε τὴν πολιτικήν; Ἀλλ’ ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ τὸ ἠθικὸν σθένος νὰ ἐνασκήσῃ τὰ δικαιώματα αὐτῆς ταῦτα, σᾶς πταίει ἡ πολιτική; Καὶ ἐγκαλεῖτε ὡς αἰτίαν τὴν πολιτικὴν τῆς πατρίδος, ἀντὶ νὰ ἀσχοληθῆτε καὶ ὁδηγήσητε πάντας ἡμᾶς νὰ ἀσχοληθῶμεν νὰ μορφώσωμεν τὰ ἤθη καὶ τοὺς χαρακτῆρας, νὰ κρατύνωμεν τοὺς συμπολίτας ἡμῶν εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των. Καὶ ἂν ἀνάγκη ἦτο νὰ κρατύνωμεν τοὺς συμπολίτας ἡμῶν εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των, προσήκει βεβαίως νὰ κρατύνωμεν πρὸ παντὸς τοὺς συναδέλφους ἡμῶν, τὰ μέλη αὐτὰ αὐτῆς τῆς μεγάλης ἐξουσίας, ἥτις συνεδρεύει ἐνταῦθα, εἰς ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων των, καὶ νὰ ἐμποιήσωμεν αὐτοῖς τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς τοῦτο ἠθικὸν σθένος· οὐδέποτε δὲ νὰ τολμῶμεν νὰ θίξωμεν τὰς ἀσθενείας τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἢ νὰ ἐκμεταλλευώμεθα ταύτας, διὰ νὰ ἁλίσκωμεν τὸ πνεῦμα αὐτῶν. Τὸ ἄρθρον 29 τοῦ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμου χρῄζει ἀληθῶς τροποποιήσεως· διὰ τοῦτο προτείνω, ἵνα προστεθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἄρθρον 5, τόδε (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον 29 τοῦ μνημονευθέντος ͵ΒΡΠΗʹ νόμου τροποποιεῖται οὕτω: «Ἅπαντες οἱ ἀστυνόμοι καὶ οἱ ἐκτελοῦντες ἀστυνομικὰ καθήκοντα ὁπλῖται ὑπάγονται ἐν γένει εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους καὶ κανονισμούς, τὴν ἐπ’ αὐτῶν δὲ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐξασκεῖ ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός. Ποινὴ τῆς φυλακίσεως ὅμως δύναται νὰ ἐπιβληθῇ καὶ μέχρι τριῶν μηνῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. «Ἐὰν ὁ πειθαρχικῶς τιμωρηθεὶς καταδικασθῇ ὑπὸ ποινικοῦ δικαστηρίου διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν, ὁ χρόνος τῆς πειθαρχικῆς ποινῆς τῆς φυλακίσεως θεωρεῖται ὡς χρόνος προφυλακίσεως, καὶ ἐφαρμόζονται τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 1 τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1892 ͵ΒΙΔʹ νόμου καὶ 518 τοῦ ποινικοῦ νόμου ὁριζόμενα, ἄνευ ὅμως τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 191 § βʹ τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας συνεπειῶν τῆς προφυλακίσεως. Πρὸς τοῦτο ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς διαβιβάζει πρὸς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα ἀντίγραφον τῆς περὶ πειθαρχικῆς ποινῆς ἀποφάσεώς του.» Καὶ δὲν εἶχε κατασταθῆ στρατιωτικὸς, Κύριοι, μόνος ὁ θεσμὸς τῆς ἀστυνομίας· εἶχε κατασταθῆ στρατιωτικὸν καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου καὶ ἡ σύνθεσις τῶν φράσεων αὐτοῦ. Ἀκούσατε, παρακαλῶ, πῶς εἶχε περίοδός τις τοῦ κειμένου τοῦ 29 ἄρθρου, τὸ ὁποῖον τροποποιεῖται δι’ αὐτοῦ, ὅπερ ἀνέγνων ὑμῖν νῦν. «Πρὸς τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἢ ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς πέμπει πρὸς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα τὴν περὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας διαταγήν του»! Προτείνω προσέτι, ὡς 6ον ἄρθρον, τόδε (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἄρθρα 33 καὶ 34 τοῦ μνημονευθέντος ͵ΒΡΠΗʹ νόμου καταργοῦνται. Πᾶσα δὲ κατὰ ἀστυνόμου ἀναφορὰ δημάρχου ἢ ἄλλης ἀρχῆς, ἀφορῶσα τὰ ἀστυνομικὰ τούτου καθήκοντα, ἐξετάζεται καὶ κρίνεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.» Ὡς ἄρθρον δʹ 7 προτείνω τόδε (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἀστυνόμοι μετατίθενται εἰς ἑτέραν ἀστυνομικὴν περιφέρειαν, ἢ ἀπαλλάσσονται τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, διὰ Β. Διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, στηριζομένῃ πάντοτε εἰς ἔκθεσιν, περιλαμβάνουσαν τοὺς λόγους τῆς μεταθέσεως ἢ ἀπαλλαγῆς. Μετάθεσις ἢ ἀπαλλαγὴ αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ἐπιτρέπεται καὶ τῇ αἰτήσει αὐτῶν, ἐὰν αὕτη ἤθελε κριθῆ δεδικαιολογημένη.» Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἐπεθύμησε νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν περὶ παραιτήσεως ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀξιωματικῶν ἀνωτέρω διάταξιν, ὡς ἀποκαλύπτουσαν ὅτι καὶ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς θέλει κατασταθῆ ἀδύνατος ἡ ὑπηρεσία τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν· διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ μὴ παραλίπω νὰ ἀναμνήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ εἰς τοὺς ἀκούοντάς τι, τὸ ὁποῖον κατεδήλωσε, ποίαν οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ εἶχον ἀρχῆθεν ἰδέαν περὶ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ ἀνατεθῇ αὐτοῖς. Κατὰ τὸν πρῶτον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμον, ὅστις ἐψηφίσθη καὶ ἐκυρώθη, αἱ διατάξεις αὐτοῦ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι, διότι ἡ ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ ὑπηρεσία τῶν ἀξιωματικῶν ἦτο ἑκουσία καὶ οὐχὶ ὑποχρεωτικὴ, δὲν εὑρίσκοντο δὲ, πρὸς τιμὴν τῶν ἀξιωματικῶν, τοσοῦτοι ἀξιωματικοί, ἵνα σπεύσωσι νὰ ἀναλάβωσι τὰ καθήκοντα ταῦτα, ὅσοι κατὰ τὸν νόμον ἀπῃτοῦντο. Ἠναγκάσθησαν δὲ τότε νὰ ἐκδώσωσι νέον νόμον καὶ νὰ καταστήσωσιν αὐτὴν ὑποχρεωτικήν, καὶ οὕτω νὰ σύρωσιν αὐτοὺς καὶ ἄκοντας εἰς τὴν ἀστυνομίαν.
§131ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοὺς δηλώσαντας δὲν διώριζεν ὁ ἀρχηγός.
§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προτείνω προσέτι νὰ προστεθῇ καὶ ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον 41 ἀντικαθίσταται ὡς ἑξῆς. «Τὰ καθήκοντα τῶν ἀγροφυλάκων ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐκτελοῦσιν ὁπλῖται τῆς χωροφυλακῆς, τασσόμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην κατ’ αἴτησιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, κατανεμόμενοι δ’ εἰς τὰς κτηματικὰς περιφερείας ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας.» Προτείνω τέλος πάντων καὶ τελευταῖον ἄρθρον, τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προτεινόμενον (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 5 καὶ 6 τοῦ ἀνωτέρω νόμου ἀναγραφόμενα καθήκοντα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἀνατίθενται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰ δ’ ἐν τοῖς ἄρθροις 11, 12, 13, 17 καὶ 18 τοῦ αὐτοῦ νόμου εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.» Τοιουτοτρόπως μοὶ φαίνεται, ὅτι θέλει κριθῆ ἐπαρκῶς συμπεπληρωμένον τὸ νομοσχέδιον. Καταθέτω δὲ τὰ κείμενα τῶν προτεινομένων ἄρθρων εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον οὕτως, ἵνα διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς καὶ συζητήσωμεν ἐπὶ αὐτῶν τῶν ἄρθρων. Ἀλλὰ καὶ πάλιν, ἐνῷ τοιοῦτον νομίζω τὸ νομοσχέδιον, μετὰ μεγάλης προθυμίας θέλω ἀκούσει πᾶσαν παρατήρησιν προταθησομένην, πᾶσαν ἔλλειψιν καταδειχθησομένην, καὶ θέλω σπεύσει ν’ ἀποδεχθῶ πᾶσαν πρότασιν, τείνουσαν ἢ πρὸς διόρθωσιν πλημμελείας, ἢ πρὸς συμπλήρωσιν ἐλλείψεως. Λυποῦμαι διότι τὴν συζήτησιν ταύτην παρειλκύσαμεν ἀνελπίστως, διότι καὶ περὶ ἄλλου ἐπρόκειτο καὶ περὶ ἄλλων συνεζητήσαμεν. Δὲν εἶναι τὸ λάθος ἐμόν. Σέβομαι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὅσον πάντες ὑμεῖς, ἔκρινα δ’ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπευθύνω παρατήρησιν εἰς τοὺς ἀγορεύοντας, καὶ ἀφῆκα αὐτοὺς ἀσχοληθέντας περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, ἀναπτύσσοντας τὰ προτερήματα καὶ τὰ ἐλαττώματα τοῦ θεσμοῦ, ἐνῷ ὁ θεσμὸς δὲν πρόκειται νὰ ἀναιρεθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐπειδὴ ὅμως ἐλέχθησαν ὅσα ἐλέχθησαν, δὲν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ σιγήσω πρὸς ταῦτα, καὶ ἠναγκάσθην νὰ τραπῶ καὶ ἐγὼ τὴν ὑπ’ ἐκείνων χαραχθεῖσαν ὁδόν. Ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλήν, διότι ἀπησχόλησα οὕτως αὐτήν· ἀλλ’ ἔπραξα τοῦτο, ὡς εἶπον, ἕνεκα τῶν ἐπιθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ καθ’ ἡμῶν. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῇ μετὰ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 132).
§134ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὔριον, αὔριον.
§135Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις ἀναβολῆς;
§137ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1... (Ἐγείρονται οἱ τῆς ἀριστερᾶς πάντες πρὸς ἀναχώρησιν).
§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν ἔχητε δισταγμὸν περὶ τῆς ἀπαρτίας, δεχόμεθα νὰ γείνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις.
§140ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον μετὰ τὰς τροπολογίας δὲν μένει τὸ ἴδιον.
§141ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν, τὰ ἄρθρα νὰ μείνουν δι’ αὔριον.
§142ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.
§143ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴχομεν νομοσχέδιον μὲ 4 ἄρθρα, καὶ τώρα εἶναι καταρτισμένον μὲ πολλά, ἑπομένως πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν.
§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε ὄχι. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, μετὰ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προταθεισῶν τροπολογιῶν, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς αʹ συζήτησιν).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ ἦναι τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ δεύτερον τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς· κατὰ τὰ ἄλλα ἡ ἡμερησία διάταξις θὰ ἦναι ἡ αὐτή.
§146ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Πρῶτον τὸ περὶ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, κύριε Πρόεδρε.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεύτερον.
§148ΠΕΤΣΑΛΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Πρῶτον, κύριε Πρόεδρε.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 1 καὶ 30′ μ. μ.