1895.06.10
2.162 στίχοι · 17.067 λέξεις · 207 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
Τῆς 10 Ἰουνίου 1895.
(Σάββατον)
Ὥρα 5 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεστάλη αἴτησις τῆς Αἰκατερίνης Μ. Βάρλα, αἰτούσης χρηματικὸν βοήθημα. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν «Ἑρμῆς» δι’ ἀναφορᾶς του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ καταργήσῃ τὸν θεσμὸν τοῦ προληπτικοῦ τῶν πτωχεύσεων συμβιβασμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀσθενῶν, μὲ παρεκάλεσε νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν δήλωσίν του περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1895 ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἡ δήλωσις αὕτη θ’ ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Τόμαν.
§2ΤΟΜΑΝ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δικαίας ἀρχῆς, ὅτι τὰ μὴ καταναλισκόμενα ἐν τῷ Κράτει δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ὑπόκεινται εἰς τέλος ἢ ἕτερόν τι βάρος, εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1889 νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροτείνετο, ὅπως ἀπαλλαχθῶσι παντὸς τέλους ἢ ἑτέρου βάρους πάντα τὰ ἐκ τῆς διαμετακομίσεως παραλαμβανόμενα πρὸς κατασκευὴν τῶν καλεμκερίων μούλια καὶ τεντζίπια, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἐξαχθῶσι ταῦτα εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἢ ἐντὸς τριῶν μηνῶν νὰ ἐπανέλθωσιν ἀκατέργαστα εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς διαμετακομίσεως. Ἡ τότε Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, ἀναγνωρίσασα τὴν δικαίαν ταύτην ἀρχήν, παρεδέξατο τὸ νομοσχέδιον, καὶ τοιουτοτρόπως ἐγένετο τοῦτο νόμος τοῦ Κράτους, ὁ νόμος ΑΨΞΒʹ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Πράγματι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νόμου τούτου ἐπέδρασεν ἐπὶ τῆς βιομηχανίας ταύτης τῶν καλεμκερίων, ἥτις πολὺν πτωχὸν κόσμον ἐργατικὸν ἀπασχολεῖ εἰς διάφορα μέρη τοῦ Κράτους, καὶ παρέσχε τὴν ἐλπίδα εἰς τοὺς μετερχομένους τὴν βιομηχανίαν ταύτην, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ δι’ ἄλλων μέτρων κυβερνητικῶν νὰ ἐνισχυθῇ αὕτη καὶ νὰ δύνανται τὰ βιομηχανήματα αὐτὰ νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὰ εὐρωπαϊκὰ, εἰσαγόμενα εἰς ξένας χώρας, ἰδίως δὲ εἰς τὴν γείτονα χώραν. Ἀλλ’ ἐνῷ πάντες ἀνέμενον νὰ ἴδωσι τὴν ἐλπίδα αὐτῶν πραγματοποιουμένην, αἴφνης ὁ νόμος οὗτος κατηργήθη, δυνάμει μιᾶς ἀκροτελευτίας διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ 1894 περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπαναφέρῃ πάλιν τὴν εὐκολίαν ταύτην τῆς βιομηχανίας, πρὸς ὃν σκοπὸν προανέφερον. Ἐπειδὴ δὲ εἶδον ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς διατάξεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐμψυχώσεως βιομηχανιῶν τινων ἐν τῷ Κράτει, ἰδίως τῆς κατασκευῆς καλεμκερίων, ὅπερ καὶ δίκαιον καὶ συμφέρον καὶ λογικὸν εἶναι, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐν συνδυασμῷ τινι πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἴτε δι’ ἰδίου νομοθετήματος, εἴτε διὰ προσθήκης τινὸς, λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τῆς βιομηχανίας ταύτης τῶν καλεμκερίων, εἴτε ζητῶν νὰ χαρακτηρίσῃ ἀτελεῖς τὰς πρώτας ὕλας ἡ Βουλή, εἴτε, ἂν νομίζῃ ὅτι αἱ πρῶται ὗλαι ἐξυπηρετοῦσι καὶ ἑτέρας ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, ἐπιζητῶν τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προσωρινῆς ἀτελείας.
§3ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατηργήθη καὶ ὁ νόμος περὶ τῶν προϊόντων τῆς ζακχάρεως; — διότι τοῦτο εἶναι ἀνακάλυψις, τὴν ὁποίαν κάμνετε διὰ τὰ μούλια.
§4ΤΟΜΑΝ. Ἴσως εἶναι σχετικόν· διότι παρατηρῶ ἐν τῷ νόμῳ περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου τοῦ 1894 διάταξίν τινα, ἥτις καταργεῖ διαφόρους νόμους, μεταξὺ δ’ αὐτῶν ἐπρόσεξα ἰδίως τὸν νόμον ΑΨΞΒʹ, ὁ ὁποῖος ἐλειτούργει καὶ μετὰ ταῦτα ἐπὶ 6 μῆνας, ὅτε ἡ Κυβέρνησις αἰφνιδίως διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου αὑτῆς εἶπε: πρὸ 6 μηνῶν κατηργήθη ὁ νόμος· παρακαλῶ λοιπὸν νὰ παύσητε ἐφαρμόζοντες τὴν εὐκολίαν αὐτὴν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους.
§5ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἀναφέρετε τὰ ἐν Σύρῳ.
§6ΤΟΜΑΝ. Βεβαίως. Ἐγὼ μάλιστα φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν, ἂν τὸ ζήτημα τῆς προσωρινῆς ἀτελείας ἐλάμβανε γενικωτέραν ἐφαρμογὴν καὶ ἐξετείνετο ἐπὶ ὅλων ἐν γένει τῶν εἰδῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην προστασίας, ἵνα τοιουτοτρόπως δυνηθῶμεν νὰ καταστήσωμεν τὴν βιομηχανίαν μας ἀνθηροτέραν.
§7Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐσκεπτόμην νὰ ζητήσω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταβολῆς τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου», τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποβάλῃ. Δοθείσης ὅμως ἀφορμῆς, ἵνα μὴ ἐπανέρχωμαι ἐπὶ τὸ αὐτὸ, θεωρῶ καλὸν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ σχετικῆς βιομηχανίας. Ἐν Βόλῳ, καὶ κυρίως ἐν Μακρυνίτσῃ, ἐλειτούργουν ἄριστα πρὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας βυρσοδεψεῖα, τὰ ὁποῖα παρεῖχον κατειργασμένα δέρματα εἰς τὸ πλεῖστον τῆς Μακεδονίας. Δυστυχῶς ἡ νέα ὁροθετικὴ γραμμὴ ἀπέκλεισε τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἐμπορευμάτων τούτων, καθόσον εἴδη ἐπιβαρυνόμενα μὲ τέλος 9–10 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν εἶναι ἀδύνατον νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὰ ἐξ ἄλλων μερῶν εἰσαγόμενα εἰς Μακεδονίαν. Τούτου δ’ ἕνεκα τὰ πλεῖστα τῶν βυρσοδεψείων, τὰ ὁποῖα εἰργάζοντο πρὸ τῆς προσαρτήσεως ἐν Μακρυνίτσῃ, ἔκλεισαν, καὶ ἤδη εὐάριθμα μόνον μένουσι λειτουργοῦντα. Ἐννοεῖται δ’ ὅτι τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα εἰργάζοντο εἰς τὴν βιομηχανίαν ταύτην, ἐξεπατρίσθησαν καὶ μετέφεραν τὴν βιομηχανίαν αὐτὴν διαδοχικῶς εἰς ἄλλα μέρη. Τοιουτοτρόπως δὲ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ συστηθῶσι βυρσοδεψεῖα καὶ ἐν Μοναστηρίῳ ἢ ἐν Βεῤῥοίᾳ, Βιτωλίοις καὶ ἀλλαχοῦ, τὰ ὁποῖα σχεδόν, δύναμαι νὰ εἴπω, κατέστρεψαν τὴν βιομηχανίαν τοῦ τόπου. Τὸ κακὸν τοῦτο προέρχεται, τὸ μὲν, διότι ἕνεκα τῆς ἐπιζωοτίας τὰ δέρματα ὑποβάλλονται εἰς κάθαρσιν, λοιμοκαθαρτήριον δὲ τοιοῦτον, καίτοι ζητηθὲν ἀπὸ τοῦ 1891 παρ’ ἐμοῦ κατ’ ἐπανάληψιν, δὲν ἀπεφάσισαν οἱ ἁρμόδιοι νὰ συστήσωσιν ἐν Βόλῳ, τὸ δὲ, ἕνεκα τοῦ ἐπιβαλλομένου φόρου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει διάθεσιν, ὡς εἶδον, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, ἡ ὁποία καὶ τὸν ἐργατικὸν λαὸν ὑποστηρίζει, παρέχουσα αὐτῷ ἐργασίαν, καὶ χρυσὸν εἰσάγει εἰς τὸν τόπον, ἰδίως δὲ τὰ βιομηχανήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξάγονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὡς ὁ συνάδελφος κ. Τόμαν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ δηλώσῃ. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι τὰ δέρματα, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται ἐν Βόλῳ, κατεργάζονται ἐκεῖ ἐν τοῖς βυρσοδεψείοις καὶ βεβαιοῦται ἡ ἐξαγωγή των εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, δέον νὰ ὦσιν ἀπηλλαγμένα παντὸς τέλους, τοιουτοτρόπως δὲ καὶ τὴν βιομηχανίαν θέλομεν ἐνισχύσει καὶ χρήματα θέλομεν εἰσκομίσει. Γνωστὸν δὲ ποιοῦμαι τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ δέρματα τῆς Μακρυνίτσης, καὶ ἰδίως τὰ τελατίνια, ἔτυχον χρυσοῦ βραβείου ἐν τῇ Ἐκθέσει τῶν Παρισίων, δεῖγμα δὲ εἶναι, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν διὰ τοῦ μέσου τούτου νὰ συναγωνισθῶμεν πρὸς τὰ ὡραῖα δέρματα τῆς Αὐστρίας καὶ Τεργέστης. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς βιομηχανίας, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαιοτάτη, διότι ἐν πάσῃ ἐπιστρατείᾳ ἀναγκαζόμεθα νὰ προσφεύγωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἵνα προμηθευθῶμεν δέρματα πρὸς κατασκευὴν ἀρβυλῶν· ὅταν δὲ δυνηθῶμεν νὰ ἀναπτύξωμεν τὴν βιομηχανίαν ταύτην, θὰ δυνηθῶμεν νὰ παρέχωμεν εἰς τὸν στρατὸν τὰ ἀναγκαιοῦντα αὐτῷ, οὐκ ὀλίγα, δερμάτινα εἴδη. Προσθέτω δὲ, ὅτι ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις, ὡς καὶ ἡ Σερβικὴ καὶ ἡ Βουλγαρικὴ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἔχουσιν ἴδια καταστήματα πρὸς κατασκευὴν ἐρέας δι’ ἐνδυμασίας τοῦ στρατοῦ, ἡ Ρουμανικὴ κατ’ ἐξαίρεσιν ἔχει καὶ βυρσοδεψικὸν κατάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον προετοιμάζονται τὰ δέρματα διὰ τὸν στρατὸν τὸν ῥουμανικόν· εἶναι δὲ ἄδικον ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ἡ βιομηχανία αὕτη ὑπῆρχεν ἀνέκαθεν καὶ ἤδη ἔχομεν ἱκανὸν ἔτι ἀριθμὸν βυρσοδεψείων, εἶναι ἄδικον νὰ ἐκδιώκωμεν τὰ τέκνα μας, μεταβαίνοντα ἀλλαχοῦ, ὅπως ζητήσωσι πόρον ζωῆς, καὶ νὰ μὴ κρατῶμεν τὴν βιομηχανίαν ἐν τῷ τόπῳ, ἡ ὁποία θὰ μᾶς φέρῃ, ἐπαναλαμβάνω, χρυσόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἴσως ἔχει μελετήσει τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ πιστεύω ὅτι θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως αὐτῆς.
§8ΤΟΜΑΝ. Βεβαίως χρήζουσι πολλῆς προσοχῆς καὶ μελέτης τὰ τῆς βυρσοδεψίας ἐν Ἑλλάδι. Αὕτη προεκάλεσε πολλάκις τὴν προσοχὴν τῶν Κυβερνήσεων, καὶ ἄλλοτε ἐθεωρήθη ὅτι εἶναι συντελεστικὴ πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας ταύτης, ἥτις πολλὰ κέρδη δύναται νὰ προσπορίσῃ εἰς τὸ Κράτος, ἡ κατάργησις τοῦ τέλους· καὶ αὕτη διήρκεσεν ἐπὶ 2 ἢ 3 ἔτη. Πράγματι ἡ ἀτέλεια αὕτη, συνδυαζομένη καὶ μὲ ἑτέρας περιστάσεις, εἶχεν ἀναπτύξει εἰς βαθμὸν ὁμολογουμένως ἐπίζηλον τὴν βιομηχανίαν τῆς βυρσοδεψίας, εἶχον δὲ καταστῆ γνωστὰ καὶ περιζήτητα τὰ δέρματα τὰ ἐν Ἑλλάδι κατασκευαζόμενα, ἰδίως ἐν Τουρκίᾳ, Μακεδονίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, ἔνθα μεγίστη κατανάλωσις ἐγίνετο. Ἀγνοῶ τίνος ἕνεκεν, ἂν ἕνεκα οἰκονομίας ἢ ἄλλων λόγων, ἡ ἀτέλεια τῶν ἀκατεργάστων δερμάτων κατηργήθη καὶ ἐπεβαρύνθησαν ταῦτα καὶ πάλιν διὰ τέλους. Πᾶσα ἐπιβάρυνσις δὲν δύναται παρὰ νὰ περιστείλῃ βεβαίως τὴν βιομηχανίαν ταύτην, καὶ ἐπῆλθε περιστολὴ ταύτης. Ἐὰν ὁ νόμος περὶ προσωρινῆς διαμετακομίσεως ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τῆς βιομηχανίας τῶν δερμάτων, θὰ ὠφελήσῃ αὐτὴν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ὠφέλεια δὲν θὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ προσδοκῶμεν ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν. Ἀλλαχοῦ ἔγκειται ἡ δυσκολία. Ἡμεῖς συνηγωνιζόμεθα μὲ δέρματα τουρκικὰ, καὶ ἠδυνάμεθα μὲν ἄλλοτε νὰ εἰσάγωμεν δέρματα τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰς Ἡγεμονίας, διότι ἡ βιομηχανία τῆς κατεργασίας τῶν δερμάτων ἐν Τουρκίᾳ ὑπελείπετο τῆς παρ’ ἡμῖν, ἤδη ὅμως ἀπό τινος χρόνου συνεστήθησαν καὶ ἐν Τουρκίᾳ ἱκανὰ βιομηχανικὰ καταστήματα. Ἄλλοτε εἴχομεν συνθήκας μὲ τὰς Ἡγεμονίας, δυνάμει δὲ τῶν συνθηκῶν τούτων ἐφορολογοῦντο τὰ δέρματα τὰ ἐκ τῆς Ἑλλάδος εἰσαγόμενα διὰ τοῦ τέλους, δι’ οὗ καὶ τὰ τουρκικά. Ἤδη, μὴ ὑπαρχούσης συνθήκης τινὸς, τὰ ἑλληνικὰ δέρματα βαρύνονται μὲ μίαν δραχμὴν τὴν ὀκᾶν, ἐνῷ τὰ ἐν Τουρκίᾳ κατεργαζόμενα βαρύνονται, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μὲ 12 ἢ 15 λεπτὰ μόνον, συνεπῶς δὲν δυνάμεθα νὰ συναγωνισθῶμεν καὶ νὰ ποιήσωμεν μεγάλην ἐξαγωγὴν, καὶ ἂν ὁ νόμος ἐκεῖνος ὁ εὐεργετικὸς τεθῇ εἰς ἐνέργειαν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἦναι δυνατὸν, δι’ ἀνταλλαγμάτων, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ φέρωσι δυσανάλογον ζημίαν εἰς τὸ Κράτος, νὰ ἐπιτύχῃ τὴν συνομολόγησιν συνθήκης μετὰ τῶν Ἡγεμονιῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ τύχωσι τὰ δέρματα τὰ ἑλληνικὰ τῶν αὐτῶν προνομίων μὲ τὰ τουρκικά. Ἴσως δι’ αὐτοῦ μόνου τοῦ τρόπου δοθῇ ὤθησις, παρέχουσα ἐλπίδας μέλλοντος κέρδους καὶ συναγωνισμοῦ εἰς τὴν ἑλληνικὴν βιομηχανίαν τῆς κατεργασίας τῶν δερμάτων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν παρακωλύει νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν καὶ τὸ ἄλλο μέτρον, ὅπερ συνιστᾷ ὁ κ. Βουλευτής.
§9Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Συμπληρῶ τὴν πληροφορίαν τοῦ κ. συναδέλφου. Τὰ δέρματα κατὰ μέσον ὅρον ζυγίζουσι 14 ὀκάδας ἕκαστον, δηλ. ἄρχονται ἀπὸ 3–3½ ὀκάδες καὶ φθάνουσιν εἰς τὰς 28, ὥστε ὁ μέσος ὅρος εἶναι 14–15 ὀκάδες καὶ ἐπιβαρύνονται.
§10ΤΟΜΑΝ. Ἀτελῆ νὰ μείνωσι.
§11Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἔχει δίκαιον, συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας τῶν δερμάτων ἐν Σύρῳ· ἀλλ’ ἐγὼ τὸν λόγον φέρω περὶ τῶν δερμάτων, καθόσον δὲν πρόκειται περὶ ἐξαγωγῆς εἰς Ρουμανίαν, ἀλλὰ περὶ διατηρήσεως τοῦ ἐμπορίου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ Βόλος καὶ ἡ Μακρυνίτσα πρὸς τὴν Ἤπειρον καὶ Μακεδονίαν. Ἰδίως τὰ δέρματα τοῦ Βόλου κατεργάζονται ἐν Βόλῳ καὶ ἐξάγονται διὰ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπείρου. Τὴν ὁδὸν ταύτην δὲν δύνανται νὰ ἀκολουθήσωσι τὰ δέρματα τῆς Σύρου. Τὰ δέρματα τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὸ Τουρκικὸν Κράτος πληρόνουσι μόνον φόρον εἰσαγωγῆς 8%, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἑπομένως δύνανται κάλλιστα, εὑρισκόμενα ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς ἀτελείας, νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὰ ἄλλα κατειργασμένα δέρματα ἄλλων χωρῶν. Ἐκτὸς δὲ τούτου, διὰ τῆς ἀτελείας ταύτης τὰ δέρματα, τὰ ὁποῖα παράγονται ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Ἠπείρῳ, θὰ εἰσάγωνται πρὸς κατεργασίαν πολὺ εὐθηνότερα, διότι δὲν θὰ ἐπιβαρύνωνται μὲ τέλος μεταφορᾶς εἰς Θεσσαλίαν, καὶ θὰ κατεργάζωνται καὶ θὰ μεταφέρωνται πάλιν εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ Μακεδονίαν. Τὰ μεταφέροντα τὰ κατειργασμένα δέρματα ζῷα εἰς Μακεδονίαν θὰ παραλαμβάνωσιν ἐκεῖθεν ἀκατέργαστα καὶ θὰ μεταφέρωσιν εἰς Θεσσαλίαν. Καὶ οὕτω θὰ ἔλθωμεν ἀρωγοὶ τῆς πενομένης καθ’ ὁλοκληρίαν τάξεως τῶν βυρσοδεψῶν. Οἱ βυρσοδέψαι τῆς Μακρυνίτσης, κύριε Πρόεδρε, πένονται, ἐκπατρίζονται καὶ μεταφέρουσι βιομηχανίαν πολύτιμον εἰς ἄλλας χώρας.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰς παρατηρήσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ φίλων μου ἤκουσα μετὰ μεγίστης προσοχῆς· καὶ ἐκείνας μὲν, αἵτινες σκοποῦσι νὰ παραστήσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀνάγκην τῆς προστασίας καὶ ἐνισχύσεως ὡρισμένων κλάδων τῆς βιομηχανίας ταύτης, ἀσπάζομαι καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι φρονῶ, ὅτι, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν λάβωμεν οἰκονομικὰ μέτρα, οἱανδήποτε καὶ ἂν φέρωμεν διαῤῥύθμισιν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους, οὐδόλως πρέπει νὰ παραλίπωμεν ἄλλο τι μέτρον, τὸ μέτρον τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Τὰ οἰκονομικὰ ἅλματα, εἰς τὰ ὁποῖα μᾶς παρέσυρεν ἡ δημοσιονομία τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἐπέφερον καὶ ἄλλα δεινὰ, πλὴν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο πλέον ἁπτὰ καὶ μαστίζουσι νῦν τὴν χώραν, ἐπέφερον τὸ κακὸν τῆς ἐξαντλήσεως τῶν ἀποταμιευμάτων τῶν ἰδιωτῶν καὶ κατὰ συνέπειαν τὸν κάματον τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου. Πρέπει λοιπὸν τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου νὰ ἐνισχύσωμεν, καὶ νὰ θερμάνωμεν, καὶ νὰ ἐντείνωμεν. Καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐντείνωμεν αὐτὰς ἄλλως ἢ ἐνισχύοντες τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, κλάδος δὲ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς εἶναι καὶ ἡ βιομηχανία. Τὴν γνώμην ταύτην ἔχω ἀπὸ ἐτῶν, καὶ ὁσάκις ἔτυχε νὰ ἀνέλθω εἰς τὴν ἀρχὴν, προσεπάθησα πάντοτε νὰ ἐφαρμόσω αὐτὴν, διδομένης μοι εὐκαιρίας. Ἀλλ’ ἡ ἐνίσχυσις τῆς βιομηχανίας δύναται νὰ γένηται διὰ πολλῶν μέσων, καὶ ἄλλα μὲν τῶν μέσων τούτων δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν, ἄλλων δὲ δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ ποιησώμεθα χρῆσιν. Δυνάμεθα π.χ. νὰ διαθέσωμεν τὸ μέσον τῆς ἀτελείας τῶν πρώτων ὑλῶν, δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν τὸ μέσον τῆς τελωνειακῆς προστασίας· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν ἄλλο μέσον, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην ἡ νεαρὰ βιομηχανία, ἵνα ὑποστηριχθῇ, τὸ μέσον τῶν χρηματικῶν ἐνισχύσεων. Καὶ διὰ μὲν τὴν τελωνειακὴν προστασίαν βεβαιῶ τοὺς συναδέλφους, ὅτι, ὅπου ἂν ἤθελε παρασταθῆ ἀνάγκη, θέλω σπεύσει νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα σκοποῦντα τὴν παροχὴν τοιαύτης προστασίας εἰς τὴν ἐθνικὴν βιομηχανίαν, περὶ δὲ τῆς ἀτελείας τῶν πρώτων ὑλῶν νομίζω, ὅτι καὶ ἐγὼ, ὡς διαχειριζόμενος τὰ δημόσια, καὶ ἡ Βουλὴ ὡς ἐνασκοῦσα τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, πρέπει ἀπὸ κοινοῦ νὰ μελετήσωμεν καλῶς τὴν ὑπόθεσιν, ὅπως παράσχωμεν τὴν βοήθειαν ταύτην εἰς τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐνισχύσωμεν αὐτὴν διὰ χρηματικῶν θυσιῶν. Καὶ ταῦτα μὲν ἐπὶ τῶν γενικῶν παρατηρήσεων· ἔκρινα ὅτι ὤφειλον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν, ἵνα διαθέσω αὐτὴν πρὸς μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ προτείνω κατ’ αὐτὴν τὴν σύνοδον, πιθανῶς δὲ θέλω προτείνει καὶ κατὰ τὴν ἑπομένην, ἂν συμβῇ νὰ ἐξακολουθῶ νὰ ἦμαι ἐν τῇ ἀρχῇ. Περὶ τῶν εἰδικῶν ὅμως παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας οἱ συνάδελφοι προέβαλον, ἤτοι περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐνισχύσεως τῆς βιομηχανίας τῶν καλεμκερίων καὶ τῆς βιομηχανίας τῆς βυρσοδεψικῆς, πρέπει ν’ ἀνακοινώσω ἃς ἔχω παρατηρήσεις. Τὴν βιομηχανίαν τῆς κατασκευῆς τῶν καλεμκερίων εὗρον ἱδρυθεῖσαν καὶ προβαίνουσαν ἐν Ἑρμουπόλει. Ὅτε τελευταῖον εἶχον καθῆκον νὰ ἐπισκεφθῶ τὴν πόλιν ἐκείνην, διὰ νὰ συμπληρώσω τὴν ἐκλογικὴν περιοδείαν μου, ὠφελήθην τῆς εὐκαιρίας ἵνα ἐπισκεφθῶ τὰ βιομηχανικὰ καταστήματα, τὰ ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ ἱδρυμένα· μοὶ παρέσχον δὲ τὴν εὐχαρίστησιν καὶ οἱ κ.κ. Βουλευταὶ Σύρου, οἵτινες συνεδρεύουσι μεθ’ ἡμῶν, νὰ μὲ συνοδεύσωσι κατὰ τὴν ἐπίσκεψιν ταύτην τῶν βιομηχανικῶν καταστημάτων. Ἐπεσκέφθημεν λοιπὸν μαζῆ πάντα τὰ βιομηχανικὰ καταστήματα, καὶ ἑπομένως καὶ τὰ καταστήματα ἐκεῖνα, ἐν οἷς κατασκευάζονται καλεμκεριά. Τὰς παραστάσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Σύρου Βουλευτοῦ ἤκουσα ἐκεῖ ἐκφερομένας ὑπὸ τῶν διευθυνόντων τὰ καταστήματα, καὶ αἱ παραστάσεις αὐτῶν μοὶ ἐφαίνοντο εὔλογοι καὶ δίκαιαι. Διὰ τοῦτο διετέθην, εὐθὺς ὡς ἐπανῆλθον ἐκεῖθεν, ν’ ἀσχοληθῶ εἰς μελέτην τοῦ θέματος, καὶ ἠσχολήθην ὄντως εἰς τὴν μελέτην τοῦ θέματος, καὶ εὗρον ὅτι εἶχε παρασχεθῆ ἡ εὐκολία αὕτη κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς τὴν βιομηχανίαν τῶν καλεμκερίων, ἀλλ’ αἴφνης ἀφῃρέθη, διότι οὕτως ἔκριναν ὅτι ὤφειλον νὰ πράξωσιν οἱ τότε κυβερνῶντες. Ἀλλ’ ἐζήτησα νὰ μάθω διὰ ποῖον λόγον ἀφῃρέθη, ἀφοῦ ἐκρίθη ὅτι ἔπρεπε νὰ παρασχεθῇ ἡ εὐκολία αὕτη, ἀφοῦ μάλιστα οἱ ταύτην μετερχόμενοι ἐβεβαίουν μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι οὐδεμίαν ζημίαν ὑπέστη τὸ Δημόσιον, παρέχον τὴν εὐκολίαν ταύτην. Διατὶ ἀφῄρεσαν αὐτὴν καὶ ἀνεκάλεσαν τὴν εὐκολίαν; Οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους μοὶ ἔδωκαν, δὲν μοὶ ἐφάνησαν πείθοντες· μοὶ ἔδωκαν λόγον, ὁ ὁποῖος ἦτο μᾶλλον πόθος τιμωρίας καὶ ἐπιθυμία ἐκδικήσεως, ἀλλ’ ὄχι μελέτης περὶ δημοσίου συμφέροντος. Συνέπεσεν εἷς ἢ δύο κατασκευασταὶ καλεμκερίων νὰ ἐγγυηθῶσιν εἰς τὴν τελωνειακὴν ἀρχὴν κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν πρώτων ὑλῶν, καθ’ ἃ ὁ νόμος ἐκέλευεν· ἀλλὰ συνέβη μετὰ τοῦτο οὗτοι νὰ πτωχεύσωσι, καὶ ἕνεκα τῆς κακοπιστίας τοῦ πτωχεύσαντος ἐγγυητοῦ νὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον 4 ἢ 5 χιλιάδας δραχμῶν. Ἡ παράβασις ἢ ἡ κακὴ πίστις διέθεσε δυσμενῶς τοὺς τότε διοικοῦντας ἐναντίον τῶν διευθυνόντων τὰ καταστήματα ταῦτα. Ἀλλὰ δὲν προσῆκε νὰ πείσῃ αὐτούς, ὅτι προσῆκε νὰ καταργήσωσι τὴν εἰς τὴν βιομηχανίαν ταύτην παρεχομένην εὐκολίαν. Διὰ τοῦτο συνεννοήθην μετὰ τοῦ ἁρμοδίου τμήματος, ἔδωκα εἰς αὐτὸ ὁδηγίας, καὶ ἐπεφυλάχθην νὰ παρασκευάσω νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ ἐπεξεργασθῶ, θέλω εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν.
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπεται νὰ ἐρωτήσω, διὰ τίνος νόμου κατηργήθη; Καὶ πῶς; Ὁ κ. συνάδελφος εἶπε «δι’ ἑνὸς ἀκροτελευτίου ἄρθρου», ὅσον ἀφορᾷ τὰ μούλια.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπευθύνετε, σκοπὸν ἔχῃ νὰ προσπορίσῃ εἰς ὑμᾶς τὴν πληροφορίαν ἐὰν ἀνεκλήθη καὶ ἡ ἀτέλεια, ἥτις εἶχε παρασχεθῆ διὰ τὴν εἰσαγομένην πάσταν, τὴν χρησιμοποιουμένην εἰς κατασκευὴν εἰδῶν ἄλλων ἐπιτηδευμάτων, νομίζω ὅτι...
§15ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· καὶ διὰ τοῦτο εἶπον διὰ τὰ μούλια.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τὰ μούλια ἀνεκλήθη, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω...
§17ΤΟΜΑΝ. Θὰ σᾶς εἴπω τὴν ἱστορίαν ἰδιαιτέρως.
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θέλω δυνηθῆ νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ παρέχηται ἡ εὐκολία αὕτη, ἡ ἀτέλεια τῆς εἰσαγομένης πρώτης ὕλης, λαμβανομένων τῶν δυνατῶν ἐγγυήσεων, ὅπως μὴ δίδωται ἀφορμὴ εἰς καταχρήσεις διὰ τῆς παροχῆς αὐτῆς. Διὰ τὴν ἑτέραν βιομηχανίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐποιήσατο λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. ἐκ Βόλου συνάδελφος, ὡσαύτως καὶ περὶ ταύτης ἐζήτησα πληροφορίας λεπτομερεῖς, καὶ αἱ πληροφορίαι μου ἐλήφθησαν ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὰ τῆς βυρσοδεψικῆς βιομηχανίας ἐν Ἑρμουπόλει, ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὰ τῆς βυρσοδεψικῆς βιομηχανίας ἐν Βόλῳ, καὶ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὰ τῆς βυρσοδεψικῆς βιομηχανίας ἐν Ἀθήναις, — διότι καὶ ἐν Ἀθήναις ὑπάρχουσι τοιαῦτα καταστήματα. Κατὰ τὰς πληροφορίας μου ταύτας, πάντα τὰ βυρσοδεψεῖα, τὰ ἐν ταῖς τρισὶ ταύταις πόλεσι, δὲν εἶναι εἰς ἀκμήν. Ἐζήτησα νὰ πληροφορηθῶ ἐπὶ πλέον, καὶ ἐκ τῆς μελέτης καὶ ἐκ τῶν ἐξετάσεων, τὰς ὁποίας ἐποιησάμην, ἠδυνήθην νὰ πορισθῶ τὰς ἑξῆς πληροφορίας, ὅτι ἡ σταμάτησις, ἵνα μὴ εἴπω ἡ παρακμὴ, τῆς βυρσοδεψικῆς βιομηχανίας ἐν Ἑρμουπόλει προέρχεται ἐξ ἄλλων λόγων καὶ οὐχὶ ἐξ ἐκείνων, ἐκ τῶν ὁποίων προέρχεται ἡ σταμάτησις τῆς βυρσοδεψικῆς βιομηχανίας ἐν Βόλῳ, ὡς καὶ ἐξ ἄλλων λόγων προέρχεται ἡ σταμάτησις τῆς βυρσοδεψικῆς βιομηχανίας ἐν Ἀθήναις. Ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ βυρσοδεψία ἐν Ἑρμουπόλει δὲν ἀκμάζει, τό γε νῦν ἔχον, ἐνῷ ἤκμαζε πρὸ πολλοῦ, εἶναι κυρίως εἷς. Τὰ προϊόντα τῆς βυρσοδεψίας τῆς Ἑρμουπόλεως ἐξήγοντο καὶ κατηναλίσκοντο ἐν Ρουμανίᾳ καὶ ἐν ἄλλαις χώραις τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Ρουμανίαν, ἡ ὁποία ἔφερε τὴν ἀναστολὴν πασῶν τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων, ἑπομένως τὴν μὴ ἀνανέωσιν τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως, ὑπήγαγε τὰ προϊόντα τῆς Ἑλλάδος κατ’ ἀνάγκην εἰς τέλη διάφορα, εἰς τέλη ὑπέρογκα, τῶν ὁποίων ἡ πληρωμὴ καθιστᾷ ἀδύνατον τὸν συναγωνισμὸν εἰς τὰ προϊόντα τῆς ἐν Ἑρμουπόλει βιομηχανίας τῆς βυρσοδεψίας. Εἶναι ζημία, ἡ ὁποία ἐπεγένετο εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην, ἕνεκα τοῦ γενικοῦ τούτου λόγου. Ἐλπίζω ὅτι ἴσως αἱ περιστάσεις θὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἴδῃ ἐπαναλαμβανομένας τὰς σχέσεις μας μετὰ τῆς Ῥουμανίας, καὶ ἐν τούτῳ θέλει ἐπιτευχθῆ, ὅπως ἀρθῇ ὁ κυριώτερος λόγος τῆς παρακμῆς τῆς βυρσοδεψίας ἐν Σύρῳ. Ἀλλ’ ἡ βυρσοδεψικὴ βιομηχανία ἐν Βόλῳ νομίζω ὅτι ἐπηρεάζεται ἐξ ἄλλων λόγων. Ἐὰν τὰ προϊόντα τῆς βυρσοδεψικῆς βιομηχανίας ἐν Ἑρμουπόλει δὲν ἔχωσι τοὺς τόπους τῆς καταναλώσεως, τοὺς ὁποίους εἶχον πρότερον, τὰ προϊόντα τῆς βυρσοδεψικῆς βιομηχανίας ἐν Βόλῳ ὡσαύτως εὑρίσκουσι πλέον περιωρισμένην τὴν κατανάλωσιν, ὁ δὲ περιορισμὸς τῆς καταναλώσεως δὲν εἶναι τόσον ἕνεκα τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, τὸ ὁποῖον ἐπεβλήθη ἐπὶ τῶν ἐκ Μακεδονίας εἰσαγομένων δερμάτων, ὅσον διότι ἐν Μακεδονίᾳ ἱδρύθησαν βυρσοδεψεῖα, τὰ ὁποῖα συναγωνίζονται ἐῤῥωμένως πρὸς τὴν βυρσοδεψίαν τὴν ἑλληνικὴν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀφαιροῦσι τὰ μεγαλεῖτερα κέντρα τῆς καταναλώσεως τῆς βυρσοδεψίας τοῦ Βόλου. Οὕτω δὲ, τὰ προϊόντα ταῦτα ἔχουσι μόνον τόπον καταναλώσεως τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐν τούτῳ δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι, καίτοι ὑπέχουσι τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη. Μ’ ὅλα ταῦτα, ἐπειδὴ εἶπον «δύνανται», διότι δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι βεβαίως θέλουσι συναγωνισθῆ, δὲν θὰ λείψω νὰ ἐξετάσω ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐσύστησεν ὁ κ. ἐκ Βόλου συνάδελφος, ἄνευ ἄλλης ζημίας, καὶ εὐθὺς, ὡς ἤθελον πεισθῆ, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ, βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι καὶ περὶ τούτου θέλω εἰσαγάγει νομοσχέδιον.
§19Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὰ ἱδρυθέντα ἐν Μακεδονίᾳ βυρσοδεψεῖα ἱδρύθησαν ἐπὶ τῆς δεκαετοῦς ἐκείνης διοικήσεως, ἡ ὁποία ἔλεγεν ὅτι προστατεύει διὰ τῶν νόμων, δι’ ὅλων τῶν μέσων, τὸν λαὸν, καὶ ἰδίως τὸν χειρώνακτα λαὸν, καὶ ἐν τοσούτῳ ἔκλειεν ὅλας τὰς θύρας τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας πρὸς ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Τὰ ἐν Μακεδονίᾳ ἱδρυθέντα βυρσοδεψεῖα, ἐν Βεῤῥοίᾳ κυρίως καὶ Βιτωλίοις, ἱδρύθησαν ἀπὸ τοῦ 1885, μετὰ τὴν προσάρτησιν, συνετέλεσαν δὲ μεγάλως εἰς τοῦτο οἱ ἐκεῖσε ἐκπατρισθέντες ἐκ Θεσσαλίας.
§20ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὡς εἶναι γνωστὸν, ὁ μόνος λιμὴν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐν Θεσσαλίᾳ εἰσάγονται τὰ ἐμπορεύματα, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπίσης ἐξάγονται τὰ ἐξ αὐτῆς προϊόντα, εἶναι ὁ Βόλος. Τούτου ἕνεκα ἐθεωρήθη βεβαίως ἐξ ἀρχῆς ἀναγκαῖον νὰ κατασκευασθῇ ὁ λιμὴν αὐτοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον διὰ τούτου ἐπρόκειτο ν’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ δαπάναι αἱ βαρύνουσαι τὰ ἐμπορεύματα τὰ εἰσαγόμενα, καὶ αἱ δαπάναι τῆς φορτώσεως καὶ ἐκφορτώσεως, ἐκτὸς δὲ τούτου ν’ ἀπαλλαγῶσι καὶ τὰ ἐμπορεύματα ἀπὸ τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους δύνανται νὰ ὑφίστανται κατὰ τὴν φόρτωσιν καὶ ἐκφόρτωσιν. Συνεπῶς ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν ταχυτέραν ἀποπεράτωσιν τοῦ λιμένος, καὶ ἰδίως διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἀνωτέρου μέρους αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐν τούτοις παρατηρεῖται, καίτοι πρὸ πολλοῦ χρόνου ὁ λιμὴν αὐτὸς ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν πρὸς κατασκευὴν, παρατηρεῖται, λέγω, βραδύτης περὶ αὐτό. Δὲν γνωρίζω τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἔχει ἐπέλθει αὐτὴ ἡ βραδύτης. Ἀλλ’ ἂν ἰσχυρίζηται ἡ ἐν Βόλῳ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἔλλειψιν χρηματικῶν μέσων, ἀβάσιμα, ὡς πληροφοροῦμαι, ἰσχυρίζεται, καθόσον, ἐνῷ ἐδείχθη τόσον φειδωλὴ ὡς πρὸς τὰ λιμενικὰ ἔργα, ἀφ’ ἑτέρου δείκνυται πρόθυμος εἰς γενναιοδωρίας, εἰς τὰς ὁποίας οὐδὲν ἔχει δικαίωμα, καὶ μάλιστα εἰς συντέλεσιν ἔργων, τὰ ὁποῖα καθόλου δὲν ἐνδιαφέρουσι τὴν Θεσσαλίαν. Πληροφοροῦμαι π. χ. ὅτι, κατασκευαζομένου ἤδη τοῦ σιδηροδρόμου Βόλου–Λεχωνίων, ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἔχει ἀπόφασιν νὰ διαθέσῃ περὶ τὰς 70,000 δραχμῶν, ἵνα συντελέσῃ, οὕτως εἰπεῖν, ὡς ἀρωγὸς εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου ἐκείνου. Δὲν γνωρίζω κατὰ τί δύναται νὰ σχετισθῇ ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου πρὸς τὸν λιμένα, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἂν ὑποτεθῇ, νομίζω ὅτι ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει καθόλου τὸ δικαίωμα νὰ διαθέτῃ φόρους, τοὺς ὁποίους πληρόνει ὁλόκληρος ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς εἰς ἔργα ἐπωφελῆ εἰς τὴν πόλιν τοῦ Βόλου, εἴτε ἄλλου χαρακτῆρος, πρὶν ἢ περατώσῃ τὰ ἔργα τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος, χάριν τῶν ὁποίων ὑπεβλήθησαν οἱ Θεσσαλοὶ εἰς τὸν φόρον. Θεωρῶ δὲ ὡς ἀναγκαῖα ἔργα τοῦ λιμένος Βόλου τὴν κατασκευὴν τῶν κρηπιδωμάτων, καὶ τὴν ἐκβάθυνσιν αὐτοῦ εἰς τὰ κρηπιδώματα ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὴ ἡ προσέγγισις μεγάλων πλοίων, εἴτε ἱστιοφόρων εἴτε ἀτμοκινήτων, πλησίον τῶν κρηπιδωμάτων, ἵνα προλαμβάνωνται αἱ ζημίαι, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ, πρῶτον διὰ ποῖον λόγον ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοσοῦτον βραδύνει τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος, καὶ δεύτερον, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι αὕτη διαθέτει χρήματα — τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουσι βεβαίως αὐτῇ — ἀλλαχοῦ ἢ ὅπου προωρίσθησαν, καὶ εἰς συνδρομὴν ὑπὲρ ἔργων ἀσχέτων πρὸς τὰ τοῦ κατασκευαζομένου λιμένος, καὶ ἂν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη νομίμως δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο.
§21Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι ὁμολογουμένως εἶναι χρησιμώταται. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. συνάδελφον νὰ διατυπώσῃ τὴν αἴτησίν του ἐγγράφως, ἵνα προσαχθῶσιν αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι, διότι καὶ ἐγὼ ἔχω νὰ εἴπω πολλὰ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καθόσον εἶναι ζήτημα ἐνδιαφέρον ὅλην τὴν Θεσσαλίαν.
§22ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Μάλιστα.
§23Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ τὴν σύστασίν μου περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων.
§24ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐζήτησα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ θέλω τὰ φέρει εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
§25ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἔλαβον σήμερον μίαν ἀναφορὰν καταδίκων μὲ τὴν παράκλησιν νὰ καταθέσω ταύτην εἰς τὴν Βουλήν. Δι’ αὐτῆς οἱ ἀναφερόμενοι ζητοῦσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως χαρισθῇ εἰς αὐτοὺς τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι καταδικασθέντες εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν διετέλει ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος ὁ ὁρίζων ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως, ἐστερήθησαν τοῦ εὐεργετήματος τούτου, συνεπῶς δὲ κρατοῦνται εἰσέτι ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἐνῷ, ἐὰν καὶ εἰς αὐτοὺς ἀπενέμετο τὸ εὐεργέτημα τοῦτο, ἤθελον ἐξέλθει ἤδη ἐκ τῶν φυλακῶν. Σημειώσατε δὲ, ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἔχουσι διατελέσει ἐν προφυλακίσει πέραν τῶν δύο ἐτῶν. Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διαβιβάσῃ αὐτὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς ὃν ἀπευθύνω τὴν παράκλησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν αἴτησιν τῶν καταδίκων, διότι νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία ἅπαξ ἐθεώρησεν ὀρθὸν νὰ συμψηφίζηται ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως μὲ τὸν τῆς ποινῆς, δίκαιον εἶναι νὰ ἀπονεμηθῇ καὶ εἰς τοὺς ἀναφερομένους τὸ εὐεργέτημα τοῦτο. Συνεπῶς τὸ ζήτημα καταντᾷ ζήτημα ἀπονομῆς οὐχὶ χάριτος, ἀλλὰ δικαιοσύνης.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Μερλόπουλος δι’ ἐπερωτήσεώς του παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν «νὰ προσαγάγῃ πίνακα ὑπογεγραμμένον παρὰ τοῦ διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων, ἐμφαίνοντα τὰ ἐργολαβικῶς παραχωρηθέντα πρὸς ἐκτέλεσιν δημόσια ἔργα ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1894 ψηφισθέντος καὶ δημοσιευθέντος νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ» μέχρι τέλους τοῦ παρελθόντος μηνὸς Μαΐου, τὸ ποσὸν τῆς προϋπολογισθείσης δαπάνης, τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης, ἐφ’ ᾗ ἐγένετο ἡ παραχώρησις, καὶ ἂν ἐτηρήθησαν αἱ ὑπὸ τοῦ μνησθέντος νόμου καθιερωθεῖσαι διατυπώσεις».
§27ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐνισχύων καὶ ἐγὼ τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου συναδέλφου, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, λαμβάνουσα ἐκ ταύτης ἀφορμὴν, προβῇ εἰς τὴν λῆψιν γενικοῦ τινος μέτρου, διὰ τοῦ ὁποίου θ’ ἀπέδιδε τὸ δίκαιον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ διανύσωσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς ὁλόκληρον τὴν καταγνωσθεῖσαν εἰς αὐτοὺς ποινὴν, μὴ προσμετρουμένης εἰς αὐτὴν τῆς προφυλακίσεως, διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι, μὴ φυγοδικήσαντες, προσῆλθον ἅμα τῇ ἐκτελέσει τοῦ ἐγκλήματος, ἵνα δικασθῶσι ταχέως, ἐνῷ ἄλλοι, κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν ἢ καὶ πρότερον ὑποπεσόντες εἰς τὸ αὐτὸ ἔγκλημα, ἀπολαύουσι τοῦ εὐεργετήματος τῆς προσμετρήσεως τῆς προφυλακίσεως, διὰ μόνον τοῦ λόγον, ὅτι οὗτοι, παραταθείσης τῆς ὑποδικίας των διὰ διαφόρους λόγους, ἐδικάσθησαν καὶ κατεδικάσθησαν μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου. Νομίζω ὅτι πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος τοῦ προσγενομένου εἰς τοὺς καταδίκους τοὺς πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ περὶ προσμετρήσεως τῆς προφυλακίσεως νόμου δικασθέντας, καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἐφηρμόζετο τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὰς ὁλονὲν τότε ἐπιτεινομένας διαδόσεις, ἐσκέπτετο νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐχαρίζετο τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν καταδίκων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἤδη συμπληρώσει τὰ ⅘ τῆς καταγνωσθείσης εἰς αὐτοὺς ποινῆς. Δὲν ἐξετάζω ἂν τοιοῦτόν τι μέτρον ἦναι ἀπολύτως δίκαιον, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε φρονῶ, ὅτι ἐφαρμοζόμενον ἤθελεν ἐπεκτείνει πλαγίως πως τὸ εὐεργέτημα τῆς προσμετρήσεως τῆς προφυλακίσεως καὶ εἰς τοὺς πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου καταδικασθέντας, ἰδίως ὅμως ἤθελεν ἀπαλλάξει καὶ τὸ Δημόσιον ἀπὸ μεγάλης δαπάνης καὶ τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς καταδίκους ἀπὸ τῆς παρατάσεως τῆς καθείρξεώς των ἐν φυλακαῖς, αἱ ὁποῖαι πᾶν ἄλλο ὄνομα δύνανται νὰ φέρωσιν, οὐδέποτε ὅμως τὸ τῶν σωφρονιστικῶν καταστημάτων, διότι, ὡς γνωρίζομεν πάντες, ἐν αὐταῖς ἀντὶ τοῦ σωφρονισμοῦ εὑρίσκει τις πολὺ εὐκόλως τὴν εὐκαιρίαν νὰ τελειοποιηθῇ εἰς τὸ ἔγκλημα καὶ νὰ φθαρῇ καὶ κατὰ τὸ σῶμα καὶ κατὰ τὴν ψυχήν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι δίκαιον, ἰδίως δὲ προκειμένου περὶ τῶν καταδίκων τῶν καταδικασθέντων ἐπὶ παραπτώμασι, τὰ ὁποῖα δὲν προσβάλλουσι καιρίως τὴν κοινωνίαν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. (Γίνεται δεκτὸν, τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν προσόντων καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1.
§30ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Οἱ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταὶ ἔχουσι τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθὸν τῶν ἐν τοῖς Ὑπουργείοις τμηματαρχῶν πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως· διορίζονται δὲ οἱ ἔχοντες τὰ νενομισμένα διὰ τὸν βαθμὸν τῶν τμηματαρχῶν προσόντα καὶ οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 44 τοῦ νόμου ΑΣΞʹ τῆς 29 Ἀπριλίου 1885 διατελέσαντες οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταί. «Ἐπὶ τοῦ προβιβασμοῦ καὶ τῆς ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἀποχωρήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν ἐφαρμόζονται αἱ περὶ προβιβασμοῦ καὶ ἀπολύσεως τῶν τμηματαρχῶν ἰσχύουσαι διατάξεις.»
§31Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΡΕʹ τοῦ 1892 περὶ καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων (ἄρθρον 9) διορίζεται οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς βʹ τάξεως «ὁ ἐπὶ τετραετίαν ὑπηρετήσας ἐν τῇ οἰκονομικῇ ὑπηρεσίᾳ ἐπὶ βαθμῷ ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως καὶ ἔχων δίπλωμα Πανεπιστημίου, ἀλλ’ ἔχων ἐν ὅλῳ ὑπηρεσίαν δέκα καὶ πέντε ἐτῶν». Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, οἱ πλεῖστοι τῶν ὑπουργικῶν γραμματέων, οἱ ἔχοντες ὑπηρεσίαν 15 ἐτῶν, μὴ ἔχοντες δὲ δίπλωμα Πανεπιστημίου, ἠδύναντο νὰ προαχθῶσιν εἰς τὴν θέσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ βʹ τάξεως· ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν σήμερον, ἡ εὐεργετικὴ αὕτη διάταξις καταργεῖται, καὶ ἀποκλείονται προβιβασμοῦ τοιούτου οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ παρεμβάλῃ εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ παλαιοῦ νόμου τοῦ 1892, καθόσον εἶναι ἄδικον οἱ πλεῖστοι τῶν ὑπουργικῶν γραμματέων, ὑπηρετήσαντες εὐδοκίμως ἐπὶ ἔτη πολλά, νὰ στερηθῶσι τοῦ δικαιώματος τοῦ προβιβασμοῦ, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν δίπλωμα. Ἤκουσα χθὲς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐκφέροντος τὴν ἀγαθὴν ἀρχήν, ὅτι τὸ Κράτος πρέπον εἶναι καὶ ὅσιον νὰ ἀμείβῃ τοὺς ἱκανοὺς ὑπαλλήλους, καὶ νομίζω ὅτι δικαία ἀμοιβὴ εἶναι νὰ μὴ στερηθῶσι τοῦ δικαιώματος τοῦ προβιβασμοῦ ὑπάλληλοι ὑπηρετήσαντες 15 καὶ 25 ἔτη εὐδοκίμως, καὶ παρακαλῶ τὸν σεβαστὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ εὐαρεστούμενος τὴν πρότασίν μου ὑπ’ ὄψιν, ὡς πρότασιν ἔχουσαν δικαιολογικὴν βάσιν.
§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐγνωμοδότησε νὰ ποριζώμεθα τοὺς ἐπιθεωρητὰς ἐκ δύο πηγῶν, ἐκ τῶν τμηματαρχῶν τῶν Ὑπουργείων καὶ ἐξ ὑπαλλήλων ἐχόντων ὑποδεέστερον βαθμόν, ἐχόντων ὅμως ὡς συμπλήρωμα ὑπηρεσίαν μακράν. Ἐγὼ ἀποδέχομαι κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀλλὰ τὴν ἀποδέχομαι οὐχὶ ἵνα τὴν εἰσαγάγω εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, ἀλλ’ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ὑπουργείων. Ὁ νόμος ὁ ἰσχύων νῦν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι δεκτικὸς μεταβολῆς, καὶ δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ προαγγείλω τὰς μεταβολὰς, τὰς ὁποίας θεωρῶ ἀναγκαίας. Ἐν πρώτοις θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν κατάργησιν τῶν διαγωνισμῶν. Ἐὰν οἱ διαγωνισμοὶ ἐπενοήθησαν ἀλλαχοῦ πρὸς ἐπιβεβαίωσιν καὶ συμπλήρωσιν τῆς ἐξ ἄλλων ἀποδείξεων συναγομένης ἱκανότητος τοῦ διαγωνιζομένου, ἐν Ἑλλάδι ἐπενοήθησαν πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ παράσχωσιν ἐλευθερίαν εἰς τὸν διορίζοντα νὰ μὴ διορίζῃ τοὺς ἔχοντας τὰ προσόντα, ἀλλ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀρεστοὶ αὐτῷ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁμοιάζει πρὸς παγίδα, εἰς τὴν ὁποίαν πάντως περιπίπτουσι τὰ πτηνά. Διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων, τὸ ὁποῖον θέλω προβάλει εἰς τὴν Βουλήν, κατ’ ἀρχὴν δὲν εἰσάγει τοὺς διαγωνισμούς, ἀλλ’ ἀναγράφει προσόντα γενικά, αὐστηρότερα ἴσως ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος περὶ προσόντων ἀνέγραψεν. Ἡ δευτέρα ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν θέλει περιλάβει ὁ νόμος ἐκεῖνος, εἶναι, ὅτι τὴν προαγωγὴν τῶν ὑπαλλήλων διαιρεῖ εἰς δύο κατηγορίας καὶ οὐχὶ εἰς μίαν· οὐχὶ μόνον εἰς τὴν κατηγορίαν, ἥτις εἶναι ἐφωδιασμένη μὲ τὴν ἔνδειξιν ἐπιστημονικῶν γνώσεων, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες διὰ μακρᾶς πείρας δὲν παρέχουσι μόνον ἔνδειξιν, ἀλλ’ ἀπέδειξαν ὅτι ἐκτήσαντο τὴν ἱκανότητα. Ὁμολογῶ ὅτι, ἐὰν ἀναδράμῃ τις εἰς τὴν ἱεραρχίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, θὰ εὕρῃ πλείστους ἀξίους διακρίσεως καὶ οἵτινες ἤθελον ἔχει κρείττονα θέσιν, ἂν συνέβαινε νὰ λάβωσι δίπλωμα πανεπιστημιακόν. Ἑπομένως κατὰ τοῦτο θὰ πληρωθῇ ἡ εὐχὴ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ἐὰν δὲ γένηται δεκτὴ ἡ γνώμη μου αὕτη, τότε, ἐπειδὴ οἱ ἐπιθεωρηταὶ θέλουσι λαμβάνεσθαι ἐκ τμηματαρχῶν, τμηματάρχαι δὲ θέλει κατασταθῆ δυνατὸν νὰ ᾖναι ἄνευ διπλώματος, θὰ ἦναι δυνατὸν οἱ ὑπουργικοὶ γραμματεῖς νὰ προάγωνται εἰς οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητάς. Ἡ τρίτη διάταξις, τὴν ὁποίαν θέλει περιέχει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι, ὅτι θέλει ἀφήσει ἐλευθέραν τὴν Διοίκησιν, ἵνα ἀπολύῃ τῆς ὑπηρεσίας τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους αὕτη κρίνει ὅτι εἶναι ἀνάξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης νὰ διαχειρίζωνται τὴν δημοσίαν ἐντολήν των. Οἱ Ὑπουργοὶ πρέπει νὰ ἦναι δεσμευμένοι, ἵνα μὴ δύνανται νὰ διορίζωσιν, οὓς ἂν θέλωσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦναι ἐλεύθεροι νὰ δύνανται ν’ ἀπομακρύνωσι τοὺς ἀναξίους ἐμπιστοσύνης ὑπαλλήλους. Αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτοι πρὸς μόρφωσιν κλάδου ὑπαλλήλων κατηρτισμένων, εὐσυνειδήτων καὶ φιλοπόνων, διότι ἡ φροντὶς, τὴν ὁποίαν τὸ νομοθέτημα τοῦ 1892 καταδηλοῖ, ὅτι εἶχον οἱ εἰσαγαγόντες αὐτὸ, μοὶ φαίνεται ὅτι, ἐὰν δὲν εἶχεν ἰδιοτελῆ τινα σκοπὸν, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ διαμονὴν καὶ διατήρησιν τῶν ὑπαλλήλων, βεβαίως ὅμως δὲν εἶχε σκοπὸν τὴν μόρφωσιν καλῆς ὑπηρεσίας, διότι κατέστησεν ἀμεταθέτους ὑπαλλήλους, τῶν ὁποίων πολλοὶ ἀπέκτησαν τὴν δημοσίαν θέσιν ἐν τῷ φατριασμῷ, διὰ τῆς προστασίας τῶν κομμάτων, καὶ ἠδυνήθησαν νὰ προαχθῶσι δι’ αὐτῆς καὶ μόνης τῆς ἱκανότητος. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περὶ προσόντων δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸ εἰσαγάγω, ἐλπίζω ὅμως μετ’ ὀλίγον νὰ τὸ εἰσαγάγω, καὶ ἡ Βουλὴ βεβαίως θὰ ψηφίσῃ αὐτὸ, ἀφοῦ φέρῃ ὅσας ἂν ἐγκρίνῃ τροποποιήσεις. Ἀνέφερον δὲ τὰ περὶ τούτου, ἵνα πείσω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, φαίνεται εἰς ἐμὲ ὀρθή.
§33ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, διαφωνῶ ἐν πολλοῖς πρὸς τὰς γνώμας, ἃς ἐξήνεγκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὰ προσόντα καὶ τὴν μονιμότητα· οὐχ ἧττον ὅμως δὲν νομίζω ὅτι εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα ν’ ἀπαντήσω νῦν πρὸς αὐτὰς, καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου, ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Νομίζω ὅτι δύναται καὶ ἐνταῦθα νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ μακρὰ καὶ εὐδόκιμος ὑπηρεσία ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως, ὅταν μάλιστα διὰ τοιούτου νομοσχεδίου ἀνοίγηται ἡ θύρα εἰς ἀνθρώπους οὐδὲν ἀπολύτως προσὸν κεκτημένους, ὅπως γείνωσιν οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταί. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἔτυχε νὰ ἦσθε Βουλευταὶ κατὰ τὸ 1885, ἢ ὅσοι ἀνεγνώσατε ποτὲ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ νόμου τοῦ 1885, γινώσκετε κάλλιστα, ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ φυτώριον, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ λαμβάνωνται οἱ μέλλοντες οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταί. Κατὰ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἄρθρον, διωρίζοντο τότε ἐπιθεωρηταὶ ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τοῦ καπνοῦ ἄνευ ὄντως προσόντων, ἠδύναντο δηλαδὴ οἱ πρῶτοι τυχόντες νὰ διορισθῶσιν, ἄνευ ὑπηρεσίας, ἄνευ γνώσεως οἱασδήποτε. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἔχει κυρίως τοῦτον τὸν σκοπόν. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει πλέον ἐν τῇ ζωῇ ὁ νόμος τοῦ 1885 δι’ ἐκείνους, οἵτινες διὰ τῆς τοιαύτης θυρίδος εἰσῆλθον εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἀνοίγεται νῦν νέα θύρα δι’ αὐτούς. Λοιπὸν, ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλῃ ν’ ἀνοίξῃ τὴν θύραν διὰ τὰς θέσεις τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν εἰς ἀνθρώπους μὴ ἔχοντας μηδὲν ἀπολύτως προσὸν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ δείκνυται τόσον φειδωλὸς, προκειμένου περὶ ἀνθρώπων, οἵτινες ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσι τοὐλάχιστον μακρὰν καὶ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν, ὡς γραμματεῖς αʹ τάξεως.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἀπέκρουσα τοὺς γραμματεῖς αʹ τάξεως νὰ λάβωσι θέσιν ἐπιθεωρητοῦ, ἀφοῦ θὰ ἔχωσι δικαίωμα νὰ λάβωσι θέσιν τμηματάρχου. Αἱ κρίσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος περὶ τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες διωρίσθησαν κατὰ τὸ 1885, εἶναι κρίσεις βεβαίως αὐτοῦ, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσωσιν ἡμᾶς. Ἐὰν κατὰ τὸ 1885, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσήχθη τὸ σύστημα τῶν ἐπιθεωρήσεων μόνον διὰ τὴν ἐφαρμαγὴν τοῦ νόμου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, δὲν ἐτέθησαν προσόντα περισότερα, οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ νὰ στιγματισθῶσιν. Εἶναι δὲ ἄπορον, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀταλάντης, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἀφορμὴν νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι πρέπει νὰ στιγματισθῶσιν...
§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐδεμίαν κρίσιν ἔφερον, ἀλλ’ ἐπεκαλέσθην γεγονός.
§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει νόμος περὶ προσόντων, ὁ ὁποῖος ἀπηγόρευσε νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον πρὸ τοῦ νόμου ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπηρέτησαν. Καὶ ὁ νόμος περὶ Προξενείων αὐτὸ περιέχει καὶ πάντες οἱ νόμοι.
§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νόμου, βεβαίως δὲν θὰ ὑπεβάλλετο τὸ παρὸν νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου, κατὰ τὴν κρίσιν μου, κύριος σκοπὸς εἶναι νὰ ἀνοιχθῇ μία θύρα, διὰ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν οἱ τότε ἄνευ προσόντων διορισθέντες. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, διατὶ ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως ταύτης; Ἐγὼ ἀπέφυγον νὰ εἴπω τι προσωπικὸν περὶ τῶν τότε διορισθέντων. Εἶπον ὅτι οἱ τότε διορισθέντες, κατὰ διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1885, ἐξηροῦντο παντὸς προσόντος. Εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν προσόντα, νὰ διορίζῃ αὐτούς. Τώρα δὲ ἔρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νὰ ἀνοίξῃ εἰς αὐτοὺς, τοὺς ἐστερημένους παντὸς προσόντος, τοιαύτην νέαν θυρίδα τῆς ἀνωτέρας ὑπηρεσίας. Ἐνῷ δὲ τοῦτο πράττει ὁ κ. Πρωθυπουργός, λέγει: «Ἐπιφυλάττομαι ἐν ἄλλῃ περιστάσει, ὅταν εἰσαγάγω τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων, νὰ ἐπιτρέψω τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τοὺς ἔχοντας μακρὰν καὶ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν ὡς γραμματεῖς αʹ τάξεως».
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ὁ νόμος ὁ κατὰ τὸ 1891 ἐκδοθεὶς περὶ ἐπιθεωρητῶν περιεῖχε τὴν αὐτὴν διάταξιν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2.
§40Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μετὰ τὰ χθὲς παρ’ ἐμοῦ ἀναπτυχθέντα εἰς τὴν Βουλὴν μοὶ ὑπεδείχθη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ χρησιμοποιήσω τὴν μελέτην μου καὶ ὑποβάλω τροπολογίαν, ὅπερ δὲν ἔπραξα ἐξ ἀρχῆς, ὄχι διότι δειλιῶ εἰς τὴν ἀπόῤῥιψιν, καθόσον ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ὀφείλει νὰ ὑποβάλλῃ τροπολογίας καὶ προτάσεις, καὶ ἐνδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ αὐτάς, ἐὰν τὰς κρίνῃ ὀρθάς· ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὰς ἀποῤῥίψῃ, ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς πάντοτε δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ καὶ τεκμήριον, ὅτι ἡ πρότασις ἢ ἡ τροπολογία δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν τροπολογίαν ταύτην ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2. Ἀντιγράφω τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου τοῦ 1893, καὶ ἀφαιρῶ τὰς λέξεις «δικαστικὰ γραφεῖα». Ἐὰν ἄλλος τις ἔχῃ ἀντίῤῥησιν περὶ τῶν ἄλλων μερῶν τῆς διατάξεως, ἂς τὴν ἀναπτύξῃ· ἐγὼ δὲν τολμῶ νὰ θίξω τὰ ἄλλα· μετὰ πεποιθήσεως ὅμως προτείνω τὴν ἐξαφάνισιν τῆς λέξεως «δικαστικά», καὶ μόνον ταύτης, δι’ οὓς λόγους εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω χθὲς εἰς τὴν Βουλήν. Προσθέτω δὲ καὶ δευτέραν παράγραφον, διὰ τῆς ὁποίας ῥητῶς ἐξηγῶ, ὅτι αἱ ἐπιθεωρήσεις τῶν δικαστικῶν γραφείων γίνονται κατὰ τὰ ἄρθρα 96 καὶ 211 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων καὶ τὸν νόμον τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων». Εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας μου χθὲς εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, παρακαθήμενος ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἐνόμισε καλὸν ἴσως νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ φωνήν, ἥτις εὑρίσκετο πολὺ μακρὰν, διότι οἱ ἐκλογεῖς τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, εἰς ἣν εἶχε θέσει τὴν ὑποψηφιότητά του, τῷ ἠρνήθησαν τὴν ἐμπιστοσύνην· μοὶ παρετηρήθη δὲ ὑπ’ αὐτοῦ, ὅτι δὲν εἶναι δὰ καὶ τόσον τερατῶδες τὸ πρᾶγμα, ἐὰν οἱ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταὶ εἰσβάλλωσιν εἰς ὅλα τὰ δικαστικὰ γραφεῖα, διότι αὐτὴ ἡ διάταξις ὑπῆρχε πάντοτε καὶ ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου. Εὐθὺς ἀμέσως ἔσπευσα νὰ ἀπαντήσω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· ἀλλὰ δὲν ἐπεθύμουν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἔχω ἔρωτα πρὸς τὰς ἰδικάς μου γνώμας, καὶ ἔσπευσα νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα, μὴ τυχὸν ἐπλανώμην. Εὐτυχῶς δὲν ἐπλανώμην. Διάταξις τοιαύτη δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου· ὑπάρχουσι δύο διατάξεις εἰς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου, ἡ μία τοῦ ἄρθρου 43, ἡ ὁποία ὁρίζει περὶ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ὅπως λαμβάνῃ μέρος ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν κληρονομικὸν φόρον καὶ τὸν φόρον τῶν κληροδοσιῶν, ὑπάρχει ἑτέρα διάταξις τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ ὀργανικοῦ νόμου περὶ τελῶν χαρτοσήμου, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ ἐκδικάσεως τῶν διαφωνιῶν ὑπὸ τῶν ταμιῶν, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει διάταξίς τις περὶ ἐπιθεωρήσεων ὅλων τῶν δικαστικῶν γραφείων καὶ τῶν συμβολαιογραφείων. Ὑπάρχει ἄλλη τις διάταξις, καὶ τὴν πατρότητα τῆς διατάξεως ταύτης δύναται νὰ διεκδικήσῃ ὁ διακόψας με συνάδελφος· εἶναι τοῦ ἄρθρου 54 τοῦ τελευταίου ἐδαφίου, διὰ τῆς ὁποίας «ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἐν παντὶ καιρῷ δικαίωμα ἐξελέγξεως ἐν τοῖς γραφείοις καὶ καταστήμασι τῶν ὑποχρέων εἰς τήρησιν ἐμπορικῶν βιβλίων, πρὸς βεβαίωσιν τῶν ὑποπτευομένων παραβάσεων». Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἐμπορικῶν βιβλίων. Τὴν διάταξιν ταύτην, συζητουμένην ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀντικρούσω, διότι καὶ εἰς ἐμὲ οἱ ἐκλογεῖς εἶχον ἀρνηθῆ ἄλλοτε τὴν ἐμπιστοσύνην, καὶ δὲν εἶχον τότε φωνὴν ἐνταῦθα, κατέκρινα ὅμως διὰ τοῦ τύπου καὶ ἐν τινι τῶν βιβλίων μου τὴν διάταξιν ἐκείνην, καὶ τὴν κατέκρινα δριμύτατα, ἐν μεγίστῃ πεποιθήσει, τὴν κατακρίνω καὶ ἤδη· ἐν τούτοις ἡ διάταξις ἐκείνη δὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ δικαστικὰ γραφεῖα, ὥστε δὲν ἔχει σχέσιν τινὰ μὲ τὴν ὑποβαλλομένην τροπολογίαν μου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὴν τροπολογίαν μου, καὶ ἂν τὴν θεωρῇ χρήσιμον, ἂς τὴν δεχθῇ.
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι προσθήκη;
§42Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ἔχει τρία ἄρθρα, κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν ἡ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσα τροπολογία πρέπει νὰ λάβῃ τὴν σειρὰν τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ἐὰν γείνῃ δεκτή, καὶ ἑπομένως τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 νὰ λάβωσιν τὴν τάξιν 3 καὶ 4. Ὡς εἶπον, ἡ ἐμὴ τροπολογία ἔχει δύο παραγράφους, ἡ πρώτη εἶναι πιστοτάτη ἀντιγραφὴ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, μὲ τὴν ἀπάλειψιν τῆς λέξεως «δικαστικά», ἡ δευτέρα δὲ παράγραφος ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν συμβολαιογραφείων καὶ δικαστικῶν γραφείων.
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζετε ὅτι ἡ προτεινομένη διάταξις ἀνήκει εἰς ἄλλον νόμον; Ὁ νόμος ὁ συζητούμενος εἶναι «περὶ τῶν προσόντων καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν», οὐδεμιᾶς δὲ μνείας ποιεῖται τῶν καθηκόντων αὐτῶν· δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προταθῇ νομοσχέδιον ἴδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ καθηκόντων τῶν ἐπιθεωρητῶν;
§44Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν αὐτὸ καὶ διὰ τοῦτο μετέβαλον τὸν τίτλον, ἀναγράψας «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΒΡΞΗʹ τοῦ 1893»
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη ἤδη, κύριε Βουλευτὰ, ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τῆς τροποποιήσεώς σας δὲ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἄλλη, καὶ νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναγνωσθῇ.
§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀναγνωσθῇ.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸς τίνα σκοπόν;
§48ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν καὶ ἡμεῖς περὶ τίνος πρόκειται.
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναγνωσθῇ.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Φιλαρέτου ἔχει ὡς ἑξῆς.
§51ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 2. Οἱ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταὶ δύνανται νὰ ἐπιθεωρῶσι, κατὰ διαταγὴν τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν ἢ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὰ εἰδικὰ ταμεῖα, οἷον στρατιωτικὰ, ναυτικά, πολιτικά, ἀρχαιολογικὰ, δημοτικὰ; ταμεῖα πόλεων, κοινοτήτων, Μονῶν, νοσοκομείων, ἀγαθοεργῶν ἱδρυμάτων, ἐνεχυροδανειστηρίων, πτωχοκομείων, φυλακῶν, καὶ τὰ ταμεῖα παντὸς ἄλλου δημοσίου, δημοτικοῦ ἢ κοινοτικοῦ καταστήματος, πρὸς δὲ καὶ τὰ ταμεῖα τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, εἴτε κατ’ αἴτησιν τῶν διοικήσεων, τῶν συνελεύσεων αὐτῶν ἢ τῶν Βασιλικῶν ἐπιτρόπων, ἐγκρινομένην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ καὶ αὐτεπαγγέλτως, ἐντολῇ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν. «Οἱ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταὶ οὐδεμίαν ἔχουσιν ἁρμοδιότητα πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν δικαστικῶν γραφείων ἐν γένει καὶ τῶν συμβολαιογραφείων, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 96 καὶ 211 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων καὶ τῶν συμβολαιογράφων ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰ διαταχθέντα διὰ τοῦ νόμου ᾼΥΞΔʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων.»
§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ σήμερον, διότι ἐγείρει διάφορα ζητήματα, ἱκανὰ νὰ προκαλέσωσι συζήτησιν μεγαλειτέραν τῆς τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου.
§53ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ ὑπεβλήθη πρότασις ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἡ πρότασις πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Μία πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος, ἡ ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ Σύνταγμα.
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπροτάθη τὸ ἀπαράδεκτον ἀλλ’ ἐγένοντο φιλικαὶ παρατηρήσεις εἰς τὸν ὑποβαλόντα τὴν πρότασιν.
§55ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἐννοῇ νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ...
§56Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν τὴν ἀνεκάλεσα. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐπιμένητε, τότε θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§58ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία διαφωνία. Ἴσως ὁ φίλος μου κ. Φιλάρετος ὑπέθεσεν, ἀδίκως, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ δεχθῶμεν τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας προβάλλει ἐπὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε· μόνον λέγομεν, ὅτι ἐνταῦθα ἡ τροπολογία του δὲν ἔχει θέσιν. Δύναται αὔριον νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ καθορίζῃ τὰ τῆς ἐργασίας τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, καὶ ἐκεῖ νὰ ἔχῃ τὴν θέσιν της ἡ τροπολογία αὕτη, ἀλλὰ τότε θὰ τεθῇ ὡς ἄρθρον αὐτοτελές. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς ζητεῖ νὰ μὴ εἰσέρχωνται οἱ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταὶ εἰς τὰ δικαστικὰ λεγόμενα γραφεῖα· ἔχει δίκαιον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει τὴν θέσιν του ἐνταῦθα. Εἰς τοῦτο συμφωνεῖ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὥστε δὲν λέγομεν ἡμεῖς, ὅτι ἡ τροπολογία του εἶναι ἀπαράδεκτος, ὡς ὑπέθεσεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν τὴν ἀποσύρει, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βόλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου.
§60ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 2. Ὁ κατὰ τὰς §§ αʹ καὶ βʹ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ͵ΒΡΞΗʹ νόμου τῆς 16 Φεβρουαρίου 1893 ἀριθμὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν περιορίζεται εἰς δέκα, ἐκ τῶν ὁποίων πέντε μόνον δύνανται νὰ ἦναι πρώτης τάξεως.»
§61ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τοῦ παρόντος ἄρθρου περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαρχόντων οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν ἀπὸ 14 εἰς 10. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπιθεώρησις, ὅπως καὶ μέχρι τοῦδε διεξήγετο, εἶναι ἀνεπαρκής, θὰ ἦναι δ’ ἔτι ἀνεπαρκεστέρα διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν. Ὅπως δήποτε ὅμως ἐπέρχεται μία οἰκονομία ἀξία λόγου. Ἐὰν θέλωμεν νὰ μὴ ἔχωμεν τὰ κακὰ τὰ ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς ἐπιθεωρήσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν ὄχι μόνον εἰς αὐτόν, ἀλλὰ καὶ εἰς μεγαλείτερον περιορισμὸν, ἐὰν καταστήσωμεν ἐνεργὰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Κατὰ τὸν καταστατικὸν νόμον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὑποχρεοῦνται οἱ ἐλεγκταὶ κατ’ ἔτος, ἅπαξ τοὐλάχιστον, νὰ ἐπιθεωρῶσιν ἐκτάκτως τοὺς διαφόρους ὑπολόγους. Τὴν σήμερον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει ἱκανὸν προσωπικὸν, ἔχει καὶ ἐλεγκτὰς, ἔχει καὶ λογιστὰς ἱκανοὺς, καὶ δύναται νὰ ἐνασκήσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο, καὶ ὀφείλει νὰ τὸ ἐνασκήσῃ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ ἐξεδήλουν τὴν εὐχὴν, ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς προϊστάμενος, ζητήσῃ λόγον παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διατὶ μέχρι τοῦδε παρέλιπε νὰ ἐνασκήσῃ τὸ καθῆκόν του τοῦτο, καὶ νὰ συστήσῃ εἰς αὐτὸ, ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι τὸ ἐκτελῇ αὐστηρῶς.
§62ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ διαφωνῶ ἐντελῶς πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἀλλ’ ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὡς ἀρχὴν τὰς οἰκονομίας, δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω τὰς δεούσας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ κάμω τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος καταγίνεται εἰς τὰ οἰκονομολογικὰ, θὰ γνωρίζῃ βεβαίως, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἀφ’ ὅτου ἐσυστηματοποιήθη ἢ ὠργανώθη τὸ σύστημα τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ ἡ διηνεκὴς παράστασις αὐτῶν πρὸ πάντων ἐν τοῖς τελωνείοις, χωριστὰ εἰς τὰ Μονοπώλια, ηὔξησε κατὰ ἑκατομμύρια ἡ εἴσπραξις· ἐνταῦθα, ὅπου ἔχομεν μεγάλας ἀκτὰς, νομίζω ὅτι, ὅσον μεγαλεῖτερα εἶναι ἡ ἐπίβλεψις, ἐπὶ τοσοῦτον καὶ αἱ εἰσπράξεις θὰ ἦναι μεγαλεῖτεραι. Ἤθελον λοιπὸν ζητήσει ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ ἠλάττωσε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιθεωρητῶν, (περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἀμφιβάλλω) διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, δι’ οὓς λόγους ἀνέφερα.
§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν πληροφορίαν ταύτην ἔδωκα κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Καραπάνου.
§64ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἤμην παρών. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς βʹ συζήτησιν).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1.
§67ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου ἔχει βαθμὸν καὶ μισθὸν τμηματάρχου βʹ τάξεως, ὁ δὲ οἰκονόμος αὐτοῦ βαθμὸν καὶ μισθὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως βʹ τάξεως. Ἀλλ’ οὐδετέρα τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων παρέχει εἰς τὸν ἐν αὐταῖς διατελέσαντα τὸ προσὸν τοῦ βαθμοῦ αὐτῆς.»
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελον νὰ ζητήσω μίαν ἐξήγησιν· διατὶ ἐτέθη ἡ τελευταία περίοδος τοῦ ἄρθρου 1 «ἀλλ’ οὐδετέρα τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων παρέχει εἰς τὸν ἐν αὐταῖς διατελέσαντα τὸ προσὸν τοῦ βαθμοῦ αὐτῆς»; Ἢ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου ἔχει προσόντα τμηματάρχου πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως, καὶ τότε ἂς τῷ δοθῇ ὁ τίτλος, ἢ δὲν ἔχει, καὶ τότε πρὸς τίνα σκοπὸν νὰ τῷ δίδωται ὁ τίτλος; χάριν τοῦ μισθοῦ; δύναται νὰ ὁρισθῇ εἰδικώτερον· χάριν τῶν τιμῶν; νομίζω ὅτι καὶ αἱ τιμαὶ πρέπει νὰ συμβαδίζωσι μὲ τὰ προσόντα. Διὰ τοῦτο εὑρίσκω, ὅτι εἶναι κάπως ἀνώμαλον τὸ νὰ ὀνομάζωμεν τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου τμηματάρχην δευτέρας τάξεως, νὰ τῷ δίδωμεν τὸν μισθὸν καὶ τὸν βαθμὸν, νὰ ἀφαιρῶμεν δὲ ἀπ’ αὐτοῦ τὸ προσὸν τοῦ βαθμοῦ τῆς θέσεως ταύτης.
§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ γνώσεις, αἵτινες ἀπαιτοῦνται, ἵνα δυνηθῇ τις νὰ διευθύνῃ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, οὐδὲν ἔχουσι κοινὸν μὲ τὰς γνώσεις καὶ τὴν ἱκανότητα, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ ὑπάλληλοι. Ἐὰν ἠθέλομεν δώσει εἰς αὐτὸν πάντα τὰ πλεονεκτήματα τοῦ βαθμοῦ αὐτοῦ, ἤθελεν εἶσθαι εὔκολον ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου νὰ μεταβῇ τμηματάρχης εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, ἐστερημένος τῶν γνώσεων καὶ τῆς προπαρασκευῆς, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ τμηματάρχαι· διὰ τοῦτο ἐχαρακτηρίσθη ὁ βαθμὸς αὐτὸς διὰ τὸν μισθὸν καὶ τὴν ἱεραρχίαν, ἀλλὰ τοῖς ἀφῃρέθη τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολαμβάνωσιν ὅλων τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουσιν οἱ ἔχοντες τὸν αὐτὸν βαθμόν.
§70ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ, ὅπως γείνῃ τις Διευθυντὴς τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ διατελέσει ἐπὶ τέσσαρα ἔτη εἴτε γραμματεὺς πρώτης τάξεως ἐν τοῖς Ὑπουργείοις, εἴτε ἐν ἄλλῃ ὁμοιοβάθμῳ ὑπηρεσίᾳ, ἀφοῦ τὸν ὑπηρετήσαντα ἐπὶ τετραετίαν ὡς γραμματέα πρώτης τάξεως ἐν οἱῳδήποτε Ὑπουργείῳ, ἔστω καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, θεωρεῖτε ἔχοντα προσόντα ἱκανὰ, ἵνα διευθύνῃ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, δὲν ἐννοῶ ποῖαι εἶναι αἱ ἰδιαίτεραι γνώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ αἱ ὁποῖαι καθιστῶσιν αὐτὸν ἀνίκανον νὰ προαχθῇ εἰς τμηματάρχην. Αὐτὸς κέκτηται τὰ προσόντα, ὅπως διορισθῇ τμηματάρχης· ὁ διορισμός του λοιπὸν ὡς Διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου τὸν ἀπεκδύει τοῦ δικαιώματος τούτου;
§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸν νόμον περὶ προσόντων τὸν ἰσχύοντα, καὶ κατ’ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θέλει προταθῆ, δὲν ἀρκεῖ ἡ τετραετὴς ὑπηρεσία ἑνὸς ὑπουργικοῦ γραμματέως, ἵνα τῷ δώσῃ τὸ δικαίωμα νὰ προβιβάζηται εἰς τμηματάρχην· ἑπομένως τοιουτοτρόπως ἤθελεν ἀνοιχθῆ μία μικρὰ θυρίς, διὰ τῆς ὁποίας οἱ ὑπουργικοὶ γραμματεῖς μετὰ τετραετίαν ἤθελον γίνεσθαι τμηματάρχαι, διοριζόμενοι διευθυνταὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου.
§72ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ.....
§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔρχεσθε εἰς τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας, ἐὰν ἀρκῇ, καὶ ὁ νόμος τοῦ 1892 λέγει ὅτι δὲν ἀρκεῖ· δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θέλει προταθῆ, θὰ λέγῃ ὅτι ἀρκεῖ.
§74ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀνωμαλία πάντοτε ὑφίσταται, διότι, ὅταν τις ἔχῃ τὸ προσὸν τετραετοῦς ὑπηρεσίας ὑπουργικοῦ γραμματέως πρώτης τάξεως...
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν θὰ δώσητε εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων, ἀλλὰ δὲν εἶναι γνώμη ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος.
§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε διατὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἀτυχῆ Διευθυντὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι θέλετε ψηφίσει ἕτερον νόμον, ἀφαιρεῖτε τὸ προσόν; Αὐξήσατε τουλάχιστον τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας του.
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι εἰς τὸν ἕτερον νόμον πρόκειται νὰ παρασκευάσωμεν τμηματάρχας γνωρίζοντας τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν νομοθεσίαν, ἐνῷ ἐδῶ πρόκειται περὶ ἑνὸς ἐργολάβου.
§78ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε ἀπαιτοῦνται εἰδικαί, τεχνικαὶ γνώσεις.
§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ καὶ διοικήσεως.
§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑμεῖς εἴπετε, ὅτι ἀπαιτεῖται εἰδικὴ μόρφωσις δι’ αὐτόν. Ὅταν λοιπὸν αὐτὸς ἔχῃ ὅλα τὰ προσόντα τῆς ὑπηρεσίας ἐν τοῖς διαφόροις Ὑπουργείοις, δὲν νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸν λόγον τὸν ὁποῖον εἴπετε προηγουμένως; Καὶ δὲν εἶναι ἄδικον, αὐτός, εἰσερχόμενος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ν’ ἀποβάλῃ καὶ ἃ κέκτηται προσόντα;
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τίς τὸν ἐμποδίζει νὰ μὴ δεχθῇ;
§82ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν πρέπει ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπαφίηται εἰς τὴν θέλησιν τοῦ ἀτόμου, ἀλλ’ εἰς τὴν εἰδικότητα. Πρέπει νὰ ἀσφαλίσητε τὸν εἰδικώτερον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν. (Γίνεται δεκτὸν τό ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἐπρότειναν χθὲς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραλειφθῇ εἷς τῶν ἀρχιτεχνιτῶν, τῶν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ ἐργαζομένων, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχεν ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1893, παρελείφθη δὲ ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ. Ἐκ τούτου λαβὼν ἀφορμὴν συνέκρινα τὸν νόμον πρὸς τὸ νομοσχέδιον, καὶ παρετήρησα ὅτι παρελείφθη· διήρεσα δὲ κατὰ κατηγορίας τοὺς ἐργάτας κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον καὶ τοὺς ἐργάτας κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1893, ἡ τάξις τῶν πιεστῶν ἀπετελεῖτο ἐξ ἑνὸς ἀρχιπιεστοῦ, λαμβάνοντος μηνιαῖον μισθὸν δραχ. 160, καὶ ἐκ πέντε πιεστῶν, ἑνὸς αʹ τάξεως ἐπὶ μισθῷ δραχ. 130, τριῶν βʹ τάξεως ἐπὶ μισθῷ δραχ. 110, καὶ ἑνὸς γʹ τάξεως ἐπὶ μισθῷ δραχ. 70. Ἑπομένως ἐπληρόνοντο δι’ αὐτοὺς κατὰ μῆνα δραχ. 690. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὑπάρχουσι πιεσταὶ πέντε, δύο μὲν ἐπὶ μισθῷ ἑκάτερος δραχ. 130, δύο ἕτεροι ἐπὶ μισθῷ καὶ οὗτοι ἑκάτερος δραχ. 110, καὶ εἷς ἐπὶ μισθῷ δραχ. 100, καὶ πληρόνονται δι’ αὐτοὺς κατὰ μῆνα δραχμαὶ 580, ἤτοι ὀλιγώτερον δραχ. 110 κατὰ μῆνα. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1893, ἡ τάξις τῶν χυτῶν συνέκειτο ἐξ ἑνὸς ἀρχιτεχνίτου χυτηρίου, λαμβάνοντος κατὰ μῆνα μισθὸν δραχ. 220, ἐκ πέντε ἄλλων στοιχειοχυτῶν, ἤτοι δύο αʹ τάξεως ἐπὶ μισθῷ ἑκατέρου δραχ. 110, δύο ἑτέρων βʹ τάξεως ἐπὶ μισθῷ καὶ τούτων 100 ἑκατέρου, καὶ ἑνὸς γʹ τάξεως ἐπὶ μισθῷ δραχ. 70, καὶ ἐκ τριῶν στιλβωτῶν χυτηρίου, ἐπὶ μισθῷ ἑκάστου τούτων δραχ. 50· ἑπομένως ἐπληρόνοντο διὰ τὴν ἐργασίαν τῶν χυτῶν κατὰ μῆνα δραχ. 880. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἡ τάξις τῶν χυτῶν σύγκειται ἐξ ἑνὸς στοιχειοχύτου αʹ τάξεως, ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ δραχ. 110, δύο βʹ τάξεως, ἐπὶ μισθῷ ἑκατέρου δραχ. 100, καὶ δύο στιλβωτῶν χυτηρίου, ἐπὶ μισθῷ ἑκατέρου δραχ. 50· ἑπομένως θέλουσι πληρόνεσθαι διὰ τὰς ἐργασίας τοῦ χυτηρίου κατὰ μῆνα δραχ. 430, ἤτοι ὀλιγώτερον κατὰ δραχ. 450 κατὰ μῆνα. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1893, ἡ τάξις τῶν στοιχειοθετῶν συνέκειτο ἐξ εἴκοσι καὶ τριῶν στοιχειοθετῶν, ἤτοι ἐκ τεσσάρων στοιχειοθετῶν αʹ τάξεως, ὧν ἕκαστος ἐλάμβανε μισθὸν δραχ. 140, ἐξ ἑνὸς βʹ τάξεως, ἐπὶ μισθῷ δραχ. 130, ἐκ πέντε γʹ τάξεως, ὧν ἕκαστος ἐλάμβανε μισθὸν δραχ. 120, ἐκ πέντε δʹ τάξεως, ὧν ἕκαστος ἐλάμβανε μισθὸν δραχ. 110, καὶ ἐξ ὀκτὼ εʹ τάξεως, ὧν ἕκαστος ἐλάμβανε μισθὸν δραχ. 100. Ἑπομένως ἐπληρόνοντο κατὰ μῆνα διὰ τὰς ἐργασίας τῆς στοιχειοθεσίας δραχ. 2640. Κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον, θέλουσιν ὑπηρετεῖ 29 στοιχειοθέται, ὧν οἱ τέσσαρες αʹ τάξεως, ἕκαστος ἐπὶ μισθῷ δρ. 140, οἱ δύο βʹ τάξεως, ἐπὶ μισθῷ ἑκάτερος δραχ. 130, οἱ ἑπτὰ γʹ τάξεως, ἐπὶ μισθῷ ἕκαστος δραχ. 120, οἱ ἑπτὰ δʹ τάξεως, ἐπὶ μισθῷ καὶ οὗτοι ἕκαστος δραχ. 110, οἱ πέντε εʹ τάξεως, ἕκαστος ἐπὶ μισθῷ δραχ. 100, καὶ οἱ τέσσαρες Ϛʹ τάξεως, ἕκαστος ἐπὶ μισθῷ δραχ. 80. Ἑπομένως θέλουσι πληρόνεσθαι διὰ τὰς ἐργασίας τῆς στοιχειοθεσίας κατὰ μῆνα δραχ. 3330, ἤτοι περισσότερον κατὰ δραχ. 690. Οὕτως, ἂν ἐξετασθῶσιν οἰκονομικῶς αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, φαίνονται φειδωλότεραι ἐπὶ τῶν πιεστῶν καὶ στοιχειοχυτῶν, ἐλευθεριώτεραι δ’ ἐπὶ τῶν στοιχειοθετῶν. Ἐξέλιπε δ’ ἡ θέσις τοῦ ἀρχιτεχνίτου χυτηρίου, ὡς καὶ ἡ τοῦ ἀρχιπιεστοῦ, ἀλλ’ ὁ ὑπάλληλος, ὑπὲρ οὗ ἐγένοντο αἱ συστάσεις πρὸ μικροῦ, δύναται νὰ διορισθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ τυπωτοῦ τοῦ μηχανικοῦ πιεστηρίου, τοῦ ἀναγραφομένου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπὸ τὸν τίτλον σιδηρουργοῦ μηχανικοῦ, λαμβάνοντος κατὰ μῆνα μισθὸν δραχ. 150.
§85Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον ἐννοεῖ νὰ τοῦ δώσῃ τὴν θέσιν τοῦ σιδηρουργοῦ μηχανικοῦ.
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω ἔκθεσιν ἀπὸ εἰδικόν, (τὸν ὁποῖον ἀναγνωρίζει ὡς τοιοῦτον καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς) ὁ ὁποῖος μοὶ γράφει τὰ ἑξῆς περὶ τοῦ σιδηρουργοῦ μηχανικοῦ (ἀναγινώσκει): «Ὁ σιδηρουργὸς μηχανικὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου ἔχει μόνον ἐργασίαν κατὰ τὰς σπανιωτάτας καὶ ἀσημάντους βλάβας τῶν πιεστηρίων, ὅτε ἐπισκευάζει αὐτά, συνίσταται δ’ ἡ ἐργασία τῆς ἐπισκευῆς καθ’ ὅλον τὸ ἔτος εἰς τὴν ἀντικατάστασιν ὀλίγων βιδῶν. Τὴν ἐργασίαν ταύτην δύναται νὰ ἐκτελέσῃ καὶ ὁ βοηθὸς αὐτοῦ. Σπουδαίαν δὲ βλάβην τῶν πιεστηρίων δὲν δύναται ὁ εἰρημένος μηχανικὸς νὰ ἐπισκευάσῃ, ἐάν ποτε ἤθελε συμβῆ. Τοιαύτην δ’ ἐργασίαν μόνα τὰ Μηχανουργεῖα τοῦ Πειραιῶς δύνανται νὰ ἐκτελέσωσιν. Ἄλλως τε δὲ ὁ παρὰ τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ σιδηρουργὸς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1892 μέχρι τοῦ Μαΐου 1893 ἐμισθοδοτεῖτο πρὸς δραχ. 110 κατὰ μῆνα, ἐνῷ σήμερον θέλει λαμβάνει δραχ. 150.»
§87Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτιμῶ τὸν γράψαντα, ὡς ἕνα τῶν κρατίστων εἰδικῶν εἰς τὸ εἶδός του, ἀλλ’ ὁ ὑπάλληλος, περὶ οὗ πρόκειται, ὑπηρέτησε τὸ Κράτος ἐπὶ 42 ἔτη, δὲν εἶναι δέ, νομίζω, ἀκριβές, μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὸν γράψαντα, δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι μὲ δύο βίδες δύνανται νὰ διορθωθῶσι τὰ μηχανικὰ πιεστήρια, διότι ταῦτα ὑπόκεινται εἰς βλάβας, καὶ ἂν δὲν ἔχητε ὑπάλληλον τῆς ἀξίας καὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ περὶ οὗ πρόκειται, θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ ἐξοδεύητε περισσότερα, στέλλοντες τὰ βλαπτόμενα πιεστήρια εἰς τὰ ἐργοστάσια τοῦ Πειραιῶς.
§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύναται νὰ αὐξήσῃ ὁ μισθὸς τοῦ σιδηρουργοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ ὑπὲρ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ὁ ἐργοδηγός.
§89ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸς λαμβάνει μισθὸν 110 δραχμὰς· ἤδη δὲν τοῦ ἀρκοῦσιν 150;
§90Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ ὑπάλληλος, περὶ οὗ πρόκειται, ὑπηρετεῖ εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον ἐπὶ 36 ὅλα ἔτη· ἦτο ἐκ τῶν ἀρίστων τεχνιτῶν τοῦ Ὁπλοστασίου, οἱ δὲ μαθηταί του διεκρίθησαν, καὶ σήμερον ἔχουσι βαθμούς. Αὐτὸς δὲν εἶναι σιδηρουργός, εἶναι μηχανουργός. Διατὶ λοιπὸν, μετὰ 36 ἐτῶν ὑπηρεσίαν, νὰ καταβιβασθῇ ὁ μισθός του ἀπὸ 180 εἰς 150 δραχμάς; Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ δεχθῇ τὴν θερμήν μου σύστασιν.
§91ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ διορισθῇ αὐτός, ἀλλ’ ἕτερός τις; ...
§92ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν ἀπορίαν, καὶ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσω μίαν ἐξήγησιν. Εἰς τὸ ἄρθρον 4 βλέπω δύο διορθωτὰς ἐντύπων, ἕνα πρώτης τάξεως, μὲ μισθὸν 90 δραχμῶν, καὶ ἕνα βʹ τάξεως, μὲ μισθὸν δρ. 80. Ποία εἶναι ἡ ἐργασία αὐτῶν;
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως τυποῦται ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ, καὶ πληθὺς ἄλλων ἐντύπων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην διορθώσεως.
§94ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὴν ἐξήγησιν· διότι, καθ’ ὅσον γνωρίζω, οἱ διορθωταὶ τῶν ἐντύπων ἀσχολοῦνται μόνον εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν τίτλων τῶν ἐγγράφων διαφόρων ἀρχῶν, ἡ δὲ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως διορθοῦται πάντοτε παρὰ τοῦ ταξινόμου καί τινος στοιχειοθέτου. Διὰ τοῦτο ἤθελον προτείνει μίαν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐπιτύχωμεν καὶ οἰκονομίαν· ἀντὶ δύο διορθωτῶν νὰ διορισθῇ εἷς καὶ μόνος, τοῦ ὁποίου νὰ αὐξήσῃ καὶ ἡ μισθοδοσία, καὶ ὁ ὁποῖος νὰ ἀσχολῆται εἰς τὴν διόρθωσιν πάντων τῶν ἐντύπων καὶ αὐτῆς τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρόκειται νὰ συστηθῇ εἰς τὸν Διευθυντὴν νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ εἰς τὸν ταξινόμον νὰ διορθώνῃ τὴν ἐφημερίδα, στέργω ἀλλὰ δὲν παραδέχομαι τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διορθωτῶν, διότι θέλουσι παρεμβληθῆ ἕνεκα ταύτης προσκόμματα εἰς τὴν ἐκτύπωσιν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5.
§97ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄν ποτε δὲν ἤθελεν ἐπαρκέσει τὸ ὑπάρχον ἐργατικὸν προσωπικὸν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ Λιθογραφείου, ἐπιτρέπεται νὰ προσλαμβάνωνται ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, τῇ ἐγκρίσει τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου, ἔκτακτοι ἐργάται, ἀλλ’ ἡ διὰ τοιαύτας ἀνάγκας ἐτησία δαπάνη δὲν θέλει ὑπερβαίνει τὰς τρεῖς χιλιάδας δραχμῶν. «Ἄν δὲ μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν αἰτιῶν τῆς ἀνεπαρκείας ἀποδειχθῇ, ὅτι αὕτη προῆλθεν ἕνεκα τῆς ἀνικανότητος ἢ τῆς ἀμελείας τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ, ἡ γενομένη ἔκτακτος δαπάνη καταλογίζεται εἰς βάρος τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ τοῦ ἐν αὐτῷ ἐργοστασιάρχου, καὶ κρατεῖται ἐκ τῶν μισθῶν αὐτῶν, ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ αὐτῶν.»
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔστω τοῦ ἄρθρου τούτου προὐτάθησαν χθὲς ἀντιῤῥήσεις· ἡ πρώτη ἦτο, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἀφαιροῦνται ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα κανονίζονται μόνον δι’ ἰδιωτικῆς ἀγωγῆς, ἑπομένως ἀνήκουσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν· προῆλθον δὲ οἱ προβαλόντες τὴν παρατήρησιν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἀνύψωσαν τὸ ἐλάττωμα τῆς διατάξεως καὶ ἀνεβίβασαν αὐτὸ εἰς ἀθέτησιν τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην· δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι τὰ πράγματα εἶναι τοσοῦτον σοβαρὰ, ὅτι εἶναι τοιαύτη ἀσύστολος ἀθέτησις τῶν θεμελιωδῶν νόμων τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ ὁ διορισμὸς εἰς ὑπηρεσίαν δημοσίαν οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ σύμβασις, ἥτις συνομολογεῖται μεταξὺ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Πολιτείας, τοῦ διορίζοντος, καὶ τοῦ ἰδιώτου, τοῦ ἀναλαμβάνοντος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετῇ, τοῦ διοριζομένου, ἦτο δυνατὸν ἐν τῷ νόμῳ νὰ ἀναγραφῶσιν ὅροι, οἱ ὁποῖοι ἐν ταῖς ἰδιωτικαῖς συμβάσεσι χαρακτηρίζονται ὡς ποινικαὶ ῥῆτραι, ὁ δὲ διοριζόμενος, ὁ ὁποῖος, γνωρίζων τοὺς ὅρους τούτους, τοὺς ἀναγραφέντας ἐν τῷ νόμῳ, δέχεται τὸν διορισμὸν, συνομολογεῖ διὰ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ διορισμοῦ ποινικὴν ῥήτραν πρὸς τὸν διορίζοντα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ θεωρίαι αὗται δύνανται πάντοτε νὰ ἀμφισβητῶνται, καὶ νὰ εὑρίσκωσι τοὺς ἀντιλέγοντας, ἐγὼ στέργω εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ ἄρθρου κατὰ τὸ βʹ ἐδάφιον, καὶ τὴν μεταβολὴν τούτου προτείνω ὡς ἑξῆς. Ἀναγινώσκω τὸ κείμενον τοῦ προτεινομένου βʹ ἐδαφίου: «Ἂν δὲ, μετ’ ἐξέτασιν τῶν αἰτιῶν τῆς ἀνεπαρκείας, ἀποδειχθῇ ὅτι αὕτη προῆλθεν ἕνεκα τῆς ἀνικανότητος ἢ τῆς ἀμελείας τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ, τιμωρεῖται ὅ τε Διευθυντὴς τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ ὁ ἐν αὐτῷ ἐργοστασιάρχης διὰ προστίμου, τοῦ ὁποίου τὸ ποσὸν θέλει εἶσθαι ἴσον μὲ τὴν γενομένην δαπάνην, ἀλλὰ δὲν θέλει ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν τῶν 200 δραχμῶν.»
§99ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν εἶναι ἀνώτερον;
§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν δύναται νὰ τὸ ὑπερβῇ. Μόνον μέχρι διακοσίων δραχμῶν θὰ ἦναι ἡ τιμωρία.
§101ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι, πρὶν ἢ ἐγκρίνῃ ὁ Ὑπουργὸς, δύναται νὰ ὑποβάλῃ τὸ προσωπικὸν εἰς ἐξέτασιν. Εἰς τὰ τυπογραφεῖα εἶναι γνωστὸν ποίαν ἐργασίαν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ εἰς ὡρισμένον χρόνον ὡρισμένον προσωπικόν. Εἶναι εὔκολον λοιπὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ βεβαιώσῃ, πρὶν ἢ ἐγκρίνῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἐὰν ἡ ἐργασία ἦναι ἀνωτέρα τῶν δυνάμεων τοῦ προσωπικοῦ. Εἶναι ἄτοπον νὰ ἐγκρίνῃ πρῶτον ὁ Ὑπουργὸς, νὰ ἐπέρχηται ἡ δαπάνη, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἐξετάζηται, ἂν ἦναι ὑπεύθυνος ὁ Διευθυντὴς, καὶ τότε νὰ ἐπιβάλληται τὸ πρόστιμον.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὁ Ὑπουργὸς ἐγκρίνει ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Διευθυντοῦ, δὲν νομίζετε ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Διευθυντοῦ περὶ πιστώσεως πρὸς πρόσληψιν ἐκτάκτων ἐργατῶν δεικνύει ὅτι ὁ Διευθυντὴς τοῦ Τυπογραφείου ἐξήτασε καὶ ἐπείσθη ὅτι δὲν ἀρκεῖ τὸ τακτικὸν προσωπικὸν, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖ ἐκτάκτους ἐργάτας; ἑπομένως ἀναλαμβάνει τὴν ἐπὶ τούτῳ εὐθύνην, καὶ πρέπει αὐτὸς νὰ τιμωρηθῇ, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι ἠπάτησε τὸν Ὑπουργὸν, προκαλέσας τὸν διορισμὸν πέντε ἢ δέκα ἐργατῶν.
§103Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς τὸ ἄρθρον πέμπτον τοῦ νομοσχεδίου προεκάλεσεν ἀντιῤῥήσεις τινὰς, καὶ ἐν πρώτοις εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ἐρεθίσῃ τὰ νεῦρα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ συμπολίτου μου κ. Ράλλη, καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν στοργὴν αὐτοῦ καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τὸ ἄγρυπνον, τὸ ὁποῖον δεικνύει πάντοτε ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ πολιτεύματος. Ὅλοι γνωρίζομεν πλέον ποῖος κλῆρος πικρὸς ἔλαχε κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην εἰς τὸν κ. Ράλλην, ὁ κλῆρος νὰ ἐπιτηρῇ ἐδῶ μὲ τὸ μικρόν του ἀπόσπασμα, ἄϋπνος καὶ ἀκοίμητος Ἄργος, τὴν τήρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων. Εἴτε ὅταν ψηφίζωμεν νομοσχέδιον περὶ διμήνου παρατάσεως τῆς ἐξουσίας τῶν δημάρχων, πράττομεν δηλαδὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπραττεν ὁ κύριος Ράλλης κατὰ τὸ 1883, παρατείνων τὴν διάρκειαν τῶν δημοτικῶν ἀρχόντων, τῶν ὑφισταμένων τότε, ἐπὶ πέντε ἔτι μῆνας, εἴτε ὅταν ψηφίζωμεν ἄλλα νομοσχέδια, ὁ κ. Ράλλης νομίζει, ὅτι ἡ εὐλογημένη Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν, ἄλλην πρόθεσιν, εἰσάγουσα τὰ νομοσχέδια ταῦτα, παρὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὸ πολίτευμα καὶ τὸ Σύνταγμα. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ περὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, τίς ἤθελε τὸ πιστεύσει; παραδόξως ἀνεκάλυψεν ὁ κ. Ράλλης, ὅτι καὶ τοῦτο ἐνέχει τοιοῦτον δόλιον σκοπὸν, καὶ διὰ τοῦτο εἶπεν εἰς ἡμᾶς χθὲς ὅσα ἠκούσατε καὶ ὅσα ἀνήρεσε σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κλῆρος, ὅστις ἔλαχεν εἰς τὸν κ. Ράλλην, ἦν αἰδόντως πικρός, πολὺ πικρότερος εἶναι ὁ κλῆρος, ὅστις ἔλαχεν εἰς ἐμὲ, διότι αἰσθάνομαι μίαν τινὰ ἰδιαιτέραν ὑποχρέωσιν, καὶ ὡς συνάδελφος, ἀλλὰ μᾶλλον ὡς συμπολίτης αὐτοῦ, νὰ τὸν καθησυχάζω ἑκάστοτε, ὁσάκις ἐρεθίζωνται τὰ συνταγματικὰ αὐτοῦ νεῦρα, καὶ νὰ τὸν βεβαιῶ, ὅτι οὐδένα ἀπολύτως κίνδυνον τρέχει τὸ πολίτευμα, καὶ ὅτι δύναται ἀξιόλογα νὰ λάβῃ στιγμάς τινας ἀναπαύσεως καὶ νὰ κοιμηθῇ ἥσυχος καὶ ἐπὶ τῶν δύο πλευρῶν. Ἰδίως εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν βλέπω ἐγὼ καμμίαν ἐπιβουλὴν κατὰ τοῦ Συντάγματος· ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 5 συσχετίζεται μὲ τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 6. Ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον προφανῶς ἐνόμισεν, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ Διευθυντὴς ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην νὰ προτείνῃ αὐτὸς τὸ προσωπικὸν, εἶχε καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἐργασίας καὶ τῆς ποιότητος αὐτῆς, διὸ δὴ καὶ ἔταξε τὸ πρόστιμον ἢ τὴν ποινὴν, περὶ ἧς πρόκειται. Ἀλλ’ ἡ μικρά μου πεῖρα — καὶ ὅσον μικρὰ καὶ ἂν ἦναι, ὑποθέτω ὅτι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην θὰ ἦναι μεγαλειτέρα τῆς πείρας ὅλων τῶν συναδέλφων, ἕνεκα ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, — ἡ μικρά μου πεῖρα μὲ διδάσκει, ὅτι τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 5, ὅπως ἔχει καὶ ὅπως μεταῤῥυθμίζεται ἤδη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ ἦναι ἐντελῶς ἀνεφάρμοστος διάταξις. Δὲν θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν κατὰ πόσον ἔσφαλεν ἢ ὁ ἐργοστασιάρχης ἢ τὸ προσωπικὸν διὰ τὴν μὴ παροχὴν ἐργασίας τοσαύτης, ὅσην ἀνέμενεν ἡ προϊσταμένη ἀρχή, διότι τοιοῦτός τις ἐξηκριβωμένος ἔλεγχος εἰς στοιχειοθετικὴν ἐργασίαν εἶναι δυσκολώτατον χρῆμα. Ἐν γένει νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ νομοθετῶμεν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ περιπέσωσιν εἰς ἀργίαν. Κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει βεβαίως τόσην σημασίαν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀντὶ πάσης μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἐδαφίου βʹ θὰ ἦτο προτιμοτέρα ἡ ἐξοβέλισις αὐτοῦ. Καὶ εἰς τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅπως ἔχει καὶ ὅπως μεταῤῥυθμίζεται, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην ἐν ἀληθείᾳ καὶ δικαιοσύνῃ.
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς πρόστιμον εἶναι μία ἐπίβλεψις οὐσιαστικὴ καὶ ἠθικὴ ἐπὶ τοῦ Διευθυντοῦ, τοῦ προτείνοντος.
§105Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ ἔχει πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβλέπῃ. Προτείνω λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν δέχηται ὁ κ. Πρωθυπουργός, τὴν ἀπάλειψιν τοῦ δευτέρου ἐδαφίου ἐντελῶς.
§106ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. (Ἀναγινώσκεται).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς βʹ συζήτησιν.)
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας.
§109Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐζήτησα, κύριοι, συνάδελφοι, τὸν λόγον, ἵνα ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν παράπονον, τὸ ὁποῖον ἐκτὸς ἐμοῦ, ὑποθέτω, καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Πηλίου ἐπηγγέλθημεν νὰ θεραπεύσωμεν, ἐκλεγόμενοι. Εἶναι μέγα ἄτοπον, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τὸ Πήλιον, εἰκάζω δὲ, καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, ἂν καὶ δὲν ἔχω πληροφορίας ἀκριβεῖς περὶ τούτου ὡς πρὸς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας· προέρχεται δ’ ἐν μέρει μὲν ἐκ τῆς ἐν τοῖς νόμοις ὑπαρχούσης διακριτικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ, τῆς ὁποίας γίνεται κατάχρησις, ἐν μέρει δὲ ἐκ τῆς ἀπληστίας τῶν ὑποταμιῶν. Ὡς θὰ γινώσκουσιν οἱ περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀσχολούμενοι, διότι ἐγὼ κατ’ ἀνάγκην λαμβάνω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῶν, αἱ ταμιακαὶ εἰσπράξεις τῶν φόρων γίνονται κατὰ δύο τρόπους, εἴτε διὰ τῶν εἰσπρακτόρων, εἴτε διὰ τῶν ὑποταμιῶν· δὲν ὁμιλῶ περὶ φόρων εἰδικῶν. Ὁ νόμος τοῦ 1887 ἔφερε τὴν καινοτομίαν αὐτὴν εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων· ὁ νόμος ΑΥΙΔʹ τῆς 1 Ἀπριλίου 1887 ἔδωκε τὸ δικαίωμα διὰ τοῦ ἄρθρου 1 εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διὰ διατάγματος διορίζῃ ὑποταμίας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄμισθοι, λαμβάνουσιν ὅμως ποσοστὰ, εἰς τὰ ὁποῖα πρὶν ἐδικαιοῦντο οἱ ταμίαι ἢ οἱ εἰσπράκτορες μὲ περιορισμόν. Ἐξεδόθη τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα τῆς 12 Μαΐου τοῦ 1887, τὸ ὁποῖον καθώρισε τὰ καθέκαστα, καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 3 ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ὑποταμίας, — δικαίωμα, ὄχι ὑποχρέωσιν, — ἵνα εἰσπράττωσι καὶ ἀπ’ εὐθείας τοὺς φόρους ἔξω τῶν ἑδρῶν των· ἀλλ’ ἀναχωροῦντες ὀφείλουσι ν’ ἀφήσωσιν ἀντικαταστάτην, ὑπ’ εὐθύνην των, εἰσπράκτορα ἢ ἄλλον ὑπάλληλον, ὅστις ὅμως βεβαίως θὰ λάβῃ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα ποσοστά. Ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας οἱ φόροι εἰσεπράττοντο διὰ τοῦ συστήματος τῶν εἰσπρακτόρων ἐν Πηλίῳ, συστήματος ψεκτοῦ ἐν πολλοῖς, διότι καὶ αὐτὸ ἔχει τὰ τρωτά του μέρη, ἀλλ’ ἀνεκτοῦ μέχρι καθιερώσεως καλλιτέρου· λέγω ψεκτοῦ, διότι οἱ εἰσπράκτορες πολλάκις δι’ ἐκδίκησιν, διότι δὲν εὕρισκον καταλύματα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπῆρχεν ἀρχὴ νὰ προνοήσῃ, ἐξεδικοῦντο, ἀλλ’ ἀνεκτοῦ ὁπωσδήποτε. Ἀπὸ τοῦ 1887 δὲν ἐφηρμόσθη ἐν Πηλίῳ τὸ σύστημα τῶν ὑποταμιῶν, ἀλλὰ τελευταῖον, νομίζω πρὸ τριῶν ἐτῶν, ὑπῆρξέ τις, φαίνεται, ἐνδιαφερόμενος νὰ προσθέσῃ ἕνα ὑπάλληλον, καὶ ἐζήτησε τὸν διορισμὸν ἑνὸς ὑποταμίου ἐν Βόλῳ. Ἐζητήθη ὁ χάρτης ὁ γεωγραφικὸς, εὑρέθη ὅτι εἰς τὸ κέντρον τῆς χερσοννήσου Πηλίου εἶναι αἱ Μηλεαί, ὡρίσθησαν αὗται ὡς ἕδρα, καὶ ἑπομένως οἱ φορολογούμενοι ὑπεχρεοῦντο νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς Μηλεὰς, ἵνα πληρόνωσι τοὺς φόρους των. Ὅστις γνωρίζει τὸ Πήλιον, δύναται νὰ ἐννοήσῃ τὴν ἀστειότητα τοῦ πράγματος. Ὅσοι γνωρίζουσι τὰς συνθήκας τῆς συγκοινωνίας, τὸ δύσβατον τοῦ μέρους καὶ ἐν γένει τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον γίνονται ἐκεῖ αἱ συναλλαγαί, καὶ ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ Πηλίου μόνον ἐν Βόλῳ προσέρχονται, κατ’ ἐξαίρεσιν δὲ μεταβαίνουσιν ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον καὶ ὅλως ἐκτάκτως, ἐκεῖνοι δύνανται νὰ θεωρήσωσι πολὺ ἀστείους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ὁρίσωσιν ὡς ἕδραν τοῦ ὑποταμίου τὰς Μηλεάς· οἱ κάτοικοι τοῦ Προμυρίου, Λαύκου καὶ Ἀργαλαστῆς, οἱ κάτοικοι τῶν Τρικέρων, τῆς Ζαγορᾶς, καὶ Κισσοῦ, καὶ αὐτοὶ οἱ κάτοικοι τῆς Μακρυνίτσης, ὤφειλον νὰ μεταβῶσιν εἰς Μηλεὰς, ἵνα πληρώσωσι τὸν φόρον των. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτο μόνον ἀστεῖον, ἀλλὰ καὶ τερατωδῶς ἐγκληματικὸν, δύναμαι νὰ εἴπω, διότι ἡ μὴ ἐμπρόθεσμος πληρωμὴ εἶχεν ὡς συνέπειαν τὴν ἐπιβάρυνσιν τῶν 20%, τὸν τόκον τῆς ὑπερημερίας καὶ τὸ ξίφος τοῦ Δαμοκλέους, τὴν προσωπικὴν κράτησιν! Οἱ ἀδικούμενοι ἐξηγέρθησαν, ἐζητήθη ἡ θεραπεία, καὶ ἐνομίσθη ὡς θεραπεία ἡ μετάθεσις τῆς ἕδρας τοῦ ὑποταμίου εἰς Βόλον. Ἐμετριάσθη τὸ κακὸν, ἀλλὰ δὲν ἐξεῤῥιζώθη, ἡ δὲ ἀγανάκτησις εἶναι μεγίστη. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Πηλίου θὰ προσθέσωσι τὴν φωνήν των, ὅπως ἀναπτύξωσι καὶ ἐμοῦ ζωηρότερον τὸ παράπονον τοῦτο, διότι λάβαν ἀγανακτήσεως ἐξήγειρε τὸ καταθλιπτικὸν τοῦτο μέτρον· ὁ φορολογούμενος τῶν 3 δραχμῶν νὰ ἔλθῃ εἰς Βόλον, νὰ πληρώσῃ δὲν ἠξεύρω πόσα ἔξοδα, καὶ ἐν ἀποτυχίᾳ νὰ ἐπανέλθῃ πάλιν, νὰ μείνῃ ἐκεῖ, νὰ κάμῃ ἄλλα ἔξοδα, ἵνα πληρώσῃ 3, 4, 5 δραχμάς! Ἠναγκάσθην νὰ μελετήσω τοὺς νόμους, καὶ εἶδον ὅτι ἡ θεραπεία ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ διὰ διοικητικῶν μέτρων. Ἐζήτησα πρό τινων μηνῶν ἀπὸ τὸν τέως κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν θεραπείαν· ὁ κ. Γενικὸς Γραμματεὺς ἀνεγνώρισε τὸ μέγα ἄτοπον καὶ τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον προσγίνεται, καὶ ἐνώπιόν μου ἐδόθη διαταγὴ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ κ. Κετσέα περὶ τῆς θεραπείας, ἡ ὁποία συνίστατο εἰς τὸν διορισμὸν εἰσπρακτόρων, — διότι ὁ διορισμὸς τοῦ ὑποταμίου δὲν ἐμποδίζει τὸν διορισμὸν τῶν εἰσπρακτόρων, ἐν πάσῃ περιπτώσει, — προλαμβάνω δὲ καὶ λέγω ἐγὼ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προφασίζεται ὁ ὑποταμίας, ὅτι ὑπάρχει δυσκολία περὶ τὴν εὕρεσιν εἰσπρακτόρων, διὰ λόγον, τὸν ὁποῖον θὰ ἐξηγήσω βραδύτερον, καὶ ὃν προβάλλει ὁ ὑποταμίας, ἵνα αὐτοπροσώπως προβῇ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Πραγματεύομαι αὐτὰ κἄπως ἐν πλάτει, διότι ὑποθέτω, ὅτι καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας τὰ αὐτὰ θὰ συμβαίνωσι...
§110ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ναὶ, ναί.
§111Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. .. τὰ πραγματεύομαι ὅμως κυρίως διὰ τὴν ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία μὲ ἔστειλεν ἐνταῦθα καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἔδωκα τὴν ὑπόσχεσιν νὰ διερμηνεύσω τὸ παράπονον τῶν κατοίκων, δεινῶς πιεζομένων... Διετάχθη ὁ κ. ὑποταμίας νὰ διορίσῃ εἰσπράκτορας, ἀλλ’ ἀπήντησεν ὅτι δὲν εὑρίσκει, διότι κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων πρέπει νὰ ζητήσῃ τοιούτους ἔξω τῆς περιφερείας τοῦ ὑποταμείου Βόλου, τὰ δὲ ποσοστὰ εἶναι μικρὰ, διότι οἱ εἰσπράκτορες λαμβάνουσι τὰ ἡμίση, τὰ δ’ ἕτερα ἡμίση λαμβάνουσιν οἱ ὑποταμίαι. «Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐξέλθω τῆς ἕδρας μου, ἀπαντᾷ ὁ ὑποταμίας, διότι ἔχω ὑπηρεσίαν», καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωσι βασανιζόμενοι οἱ φορολογούμενοι! Τὸ πρᾶγμα δὲν πιστεύω νὰ φαίνηται ἀνάξιον λόγου, διότι ὅλοι εἴμεθα ἐξ ἐπαρχιῶν καὶ γνωρίζομεν τί δύναται νὰ σημαίνῃ τοιαύτη ἀφελὴς ἀπάντησις. Τὸ κακὸν ἔχει ἀνάγκην ταχίστης θεραπείας. Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω τὸν λόγον, οὐχὶ διὰ νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἔχει μακροτάτην πεῖραν, νὰ σκεφθῇ, ἵνα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἢ δι’ ἄλλου, φέρῃ θεραπείαν. Ἀνάγκη δὲ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι πρώτη δικαιολογία τοῦ κ. ὑποταμίου εἶναι, ὅτι δὲν εὑρίσκει εἰσπράκτορας· ἐὰν καταργηθῇ τὸ ὑποταμεῖον τόσον τοῦ Βόλου, ὅσον καὶ ἄλλων μερῶν, ὅπου ὑπάρχει τὸ αὐτὸ κακὸν, τότε εὑρίσκονται εἰσπράκτορες, διότι οἱ εἰσπράκτορες δὲν θὰ ἔχωσι τὰ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ τῶν ποσοστῶν, ἀλλ’ ὁλόκληρον. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ὑπάρχουσιν ἕτεροι λόγοι, ἐμποδίζοντες τὴν κατάργησιν τοῦ ὑποταμείου, οὓς δὲν βλέπω, ὑπάρχει πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ ἀπαραίτητος ἀνάγκη προσθήκης καὶ ἄλλων ὑποταμείων, ἀναλόγως τῆς ἀνάγκης τῶν διαφόρων μερῶν. Διὰ τῆς προσθήκης δὲ ταύτης δὲν αὐξάνῃ ἡ δαπάνη τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι, ὡς ἠκούσατε, καὶ ὡς ὁ νόμος ἐξηγεῖ σαφέστατα, οἱ ὑποταμίαι εἶναι ἄμισθοι, λαμβάνοντες μόνον ποσοστὰ, κατὰ τὴν μελέτην δὲ, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, νομίζω ὅτι ἀπαραιτήτως πρέπει νὰ ὑπάρξωσιν ἕτερα πέντε ὑποταμεῖα εἰς τὸ Πήλιον, ἵνα θεραπευθῇ ἡ ὑφισταμένη ἀνάγκη. Δέον προσέτι ἐν τῷ διατάγματι νὰ ὁρισθῇ ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν ὁ ὑποταμίας θὰ ἐξέρχηται εἰς τὰ διάφορα μέρη. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐγγράφως τὴν πρότασιν μου, ἱκανῶς δεδικαιολογημένην, ἴσως δὲ καὶ μέχρι πολυλογίας, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο θεωρῶ σπουδαιότατον διὰ τὸ Πήλιον, πιθανῶς δὲ καὶ διὰ πολλὰς ἄλλας ἐπαρχίας.
§112ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας ὑπάρχει αὐτὸ τὸ κακόν.
§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοιαύτας παραστάσεις ἀπηύθυναν πρὸς ἐμὲ καὶ οἱ ὑμέτεροι συνάδελφοι, καὶ πρὸς αὐτοὺς εἶπον αὐτό, τὸ ὁποῖον θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ εἴπω καὶ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσχοληθῶμεν καὶ περὶ τὴν ὕλην ταύτην ἀμέσως, ἀλλ’ ὅτι θέλω ἀσχοληθῆ ταχέως καὶ θέλω ἀναζητήσει, τί εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, ἵνα πᾶσα δυσκολία ἐκλίπῃ.
§114Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ μετὰ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὰς ὁποίας καὶ τὸν εὐχαριστῶ, ὀφείλω νὰ θέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀκροατηρίων τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, εἰς ἣν ἔφερεν ὁ θεσμὸς τῶν ὑποταμιῶν. Τὸ σύστημα αὐτὸ ἐδημιουργήθη διὰ πρόσωπα ὡρισμένα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, διὰ νὰ ἀφαιρῶσιν ἐν ἀναπαύσει τοὺς ἱδρῶτας τοῦ λαοῦ καὶ ἐκμεταλλεύωνται τὸ ταμεῖον. Ἐνταῦθα διωρίσθησαν ὑποταμίαι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι 35 χιλιάδων καὶ 40 χιλιάδων δραχμῶν ἐτήσιον εἰσόδημα, ἂν ζητήσητε δὲ νὰ λάβητε πληροφορίας, θέλετε μάθει, ὅτι καὶ μέχρι 50,000 ἀνῆλθε τὸ εἰσόδημα τοῦτο. Πολλάκις δὲ οἱ ὑποταμίαι προβαίνουσιν εἰς καταπιέσεις ἀδικαιολογήτους καὶ φυλακίζουσι τοὺς φορολογουμένους, ἐνῷ ὁ νόμος διὰ τόσων ἄλλων μέσων ἐξαναγκάζει τούτους εἰς τὴν πληρωμήν· εἷς δὲ πτωχὸς φορολογούμενος προτιμᾷ νὰ πληρώσῃ καὶ τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν μέγα πρόστιμον ἐπὶ τῇ καθυστερήσει, καὶ τὸν τόκον, ἀλλὰ νὰ ἀφεθῇ ἐπί τινα χρόνον ἐλεύθερος. Οἱ ὑποταμίαι ὅμως, εἰς οὐδὲν λογιζόμενοι τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, συλλαμβάνουσιν αὐτὸν διὰ τῶν χωροφυλάκων καὶ τὸν ὁδηγοῦσιν εἰς τὴν φυλακήν. Δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω, ἀλλὰ θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ θεσμὸς αὐτὸς μᾶλλον αἰσθητὸς ἐγένετο, οὐ μόνον διὰ τὸ λίαν δύσβατον τοῦ τόπου, — διότι δυσβατώτερον μέρος δὲν συνήντησα ἐν Ἑλλάδι, — ἀλλὰ καὶ διότι τὰ ἐπὶ τοῦ Πηλίου χωρία, ἢ μᾶλλον κῶμαι, μόνον μετὰ τῆς πόλεως τοῦ Βόλου ἔχουσι συναλλαγάς. Ὁ δὲ ὑποταμίας Βόλου ὑπεχρέωσε πάντας, νέους καὶ γέροντας, μικροὺς καὶ μεγάλους, χήρας καὶ ὀρφανά, νὰ ταξειδεύωσιν ἐν καιρῷ χειμῶνος καὶ νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Βόλον, ἵνα πληρόνωσιν ἐλάχιστον ποσὸν, διότι ἅπαντες οἱ κάτοικοι τοῦ Πηλίου εἶναι ἰδιοκτῆται μικρᾶς ἐκτάσεως γῆς, ἢ 2–3 αἰγῶν. Ἀλλὰ θὰ μὲ ἐρωτήσῃ τις, διατί τὸν ἐλάχιστον αὐτὸν φόρον δὲν δίδουσιν εἰς ἑτέρους ταξειδεύοντας καὶ μεταβαίνοντας εἰς Βόλον; Διότι ὁ κ. ὑποταμίας, ὁ νέος αὐτὸς ἄρχοντας ἐν Βόλῳ, δὲν ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ δέχηται καθ’ ἡμέραν τὸν φόρον· ἔπρεπε νὰ εὐδοκήσῃ νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς τοῦτο, κατὰ τὴν ἡμέραν δὲ τῆς ἀγορᾶς, ὅτε κατήρχοντο οἱ φορολογούμενοι ἐκ τῶν χωρίων εἰς Βόλον, ὁ συνωστισμὸς ἦτο τόσον μέγας, ὥστε καθίστατο ἀδύνατος ἡ καταβολή. Ἀλλὰ συνεστήθη ὑποταμεῖον καὶ ἐν Ἁλμυρῷ, καὶ εἰς αὐτὸ ὑπήχθησαν δύο δῆμοι, ὁ δῆμος Φερῶν καὶ ὁ δῆμος Βοίβης, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι οὐδέποτε συναλλάσσονται μετὰ τοῦ Ἁλμυροῦ. Κατὰ τὸν χρόνον τῶν τελευταίων ἐκλογῶν παρέστην αὐτόπτης τοῦ ἑξῆς γεγονότος. Ὁ ὑποταμίας Ἁλμυροῦ ἔπεμψε πρὸς τὸν ἀστυνόμον Βόλου ὁρμαθὸν ἐνταλμάτων, ἵνα συλλάβῃ οὐκ ὀλίγους χωρικοὺς φορολογουμένους καὶ ὁδηγήσῃ αὐτοὺς εἰς Ἁλμυρόν, εἰς 10 σχεδὸν ὡρῶν ἀπόστασιν, ἵνα παραμείνωσιν ἐκεῖ, πρὸ τῆς οἰκίας τοῦ ὑποταμίου, ἐπὶ 2 ἢ καὶ 3 ἡμέρας, ὅπως πληρώσωσιν ἐλάχιστον φόρου ποσὸν, καὶ εἶτα ὁδοιπορήσωσι πάλιν ἐπὶ ἄλλας 2 ἢ 3 ἡμέρας, διὰ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰ χωρία των. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ὁ νόμος αὐτός! Δὲν ὑπάρχει, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μεγαλείτερον εὐεργέτημα, παρὰ νὰ σώσητε τὸν πτωχὸν λαὸν ἀπὸ τοὺς ὄνυχας αὐτῶν τῶν τυράννων. Μεγαλειτέραν εὐεργεσίαν δὲν δύνασθε νὰ πράξητε, παρὰ νὰ καταστρέψητε αὐτὰ τὰ ὑποταμεῖα, ἢ νὰ ὑποχρεώσητε τοὺς ἀρχοντίσκους αὐτοὺς νὰ περιέρχωνται ἐν ὡρισμέναις ἐποχαῖς τοῦ ἔτους τὰ χωρία τῆς δικαιοδοσίας των καὶ ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῶν παραμένοντες ἐν ἑκάστῃ κώμῃ ἢ χωρίῳ νὰ εἰσπράττωσι τοὺς διαφόρους φόρους, οὕτω δὲ διὰ τῆς μεταβάσεως ἑνὸς καὶ μόνου ἀτόμου εἰς τὸ χωρίον θ’ ἀπαλλάσσωνται οἱ κάτοικοι νὰ προστρέχωσιν εἰς τὰ ὑποταμεῖα.
§115ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως οἱ εἰσπράκτορες δὶς ἢ τρὶς τοῦ ἔτους μεταβαίνωσιν εἰς τὰ χωρία μετὰ προηγουμένην προειδοποίησιν καὶ λαμβάνωσι τοὺς φόρους κατὰ δόσεις. Διότι, καθ’ ὃν τρόπον ἤδη ἐνεργεῖται ἡ εἴσπραξις, καθ’ ἃ ἀνέπτυξεν ὁ κ. συνάδελφος, πολλάκις ἡ καταβολὴ φόρου 3 ἢ 4 δραχμῶν κοστίζει εἰς τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς φορολογουμένους δεκαπλάσια. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 1–3).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4.
§117ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Πρὸς ἐλάττωσιν τῶν δημοσίων ἐξόδων, καταργοῦνται αἱ ἑξῆς θέσεις: αʹ) Ὀκτὼ γραμματέων ταμείων, ἤτοι τῶν ταμείων Τήνου, Σκοπέλου, Κέας, Μήλου, Ξηροχωρίου, Παξῶν, Ἰθάκης καὶ Κυθήρων. βʹ) Δώδεκα γραφέων ταμείων πρώτης τάξεως, ἐχόντων βαθμὸν καὶ μισθὸν ὑπουργικοῦ γραφέως πρώτης τάξεως. γʹ) Εἴκοσι γραφέων ταμείων δευτέρας τάξεως.»
§118ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω τίνας λόγους εἶχεν ὁ συντάξας τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν γραμματέα τοῦ ταμείου Ξηροχωρίου μεταξὺ τόσων ἄλλων ταμείων πολὺ μικροτέρων τοῦ τῆς ἐπαρχίας Ξηροχωρίου. Μετὰ θάῤῥους θὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι ἀποδίδουσι τόσα εἰσοδήματα εἰς τὸ Δημόσιον, δικαιοῦνται νὰ ἔχωσι πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας καὶ ἕνα γραμματέα, ἐνῷ αἱ μικραὶ ἐπαρχίαι καὶ αἱ μὴ εἰσπράττουσαι ὅσα ἡ ἐπαρχία μου δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, ὡς π. χ. ἡ ἐπαρχία Ἁγιᾶς, ἡ ὁποία δὲν πιστεύω νὰ συνεισφέρῃ περισσότερα τῆς ἐπαρχίας Ξηροχωρίου, ἢ ἐπαρχία Ἁλμυροῦ καὶ πολλαὶ ἄλλαι ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους. Δὲν ἐνδιαφέρομαι διὰ τὴν θέσιν, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι διὰ τὴν εὐκολίαν τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς εἰσπράξεως εἰς τοιαύτας ἐπαρχίας ἔπρεπε νὰ προστίθενται ὑπάλληλοι καὶ ὄχι νὰ ἀφαιρῶνται. Ἐγὼ ἤθελον φέρει πρότασιν νὰ προβιβασθῇ ἡ τάξις τοῦ ταμείου Ξηροχωρίου, ἀλλ’ ἀποθαῤῥύνομαι ἐκ τῆς ἀδίκου ταύτης ἐλαττώσεως τοῦ προσωπικοῦ, καὶ οὕτω δὲν θὰ τὴν προτείνω.
§119ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Οὐδένα ἐγὼ ἔχω λόγον νὰ παραπονεθῶ διὰ τὴν κατάργησιν τῆς θέσεως τοῦ γραμματέως εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, χαίρω μάλιστα διὰ τοῦτο· διότι, ἂν καὶ ἦτο νενομοθετημένη ἡ θέσις αὕτη τοῦ γραμματέως πρὸ πολλῶν ἐτῶν, τὴν ὑπηρεσίαν διεξῆγε μόνος ὁ ταμίας μεθ’ ἑνὸς γραφέως, ὁ δὲ μισθοδοτούμενος γραμματεὺς προσελαμβάνετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸ 7ον τμῆμα, καὶ ἐκεῖ εἰργάζετο ὡς γραμματεύς. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μὲ πονεῖ καὶ διὰ τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι, ὅπως αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευε διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐτησίου μισθοῦ τοῦ γραμματέως, χρησιμοποιηθῇ δι’ ἄλλην ἀνάγκην τῆς ἐπαρχίας μου, διὰ τὴν ὁποίαν βραδύτερον καὶ εἰς ἄλλην ἡμέραν θέλω κάμει λόγον.
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ, τὸ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τήνου μοὶ ἔφερεν εἰς τὴν μνήμην, εἶναι ἀληθές. Γραμματεῖς ταμείων εἶχον προσληφθῆ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐβοήθουν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Ἕνεκα τούτου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη πρὸ ὀλίγου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ἀνεγράφη ἡ προσθήκη τεσσάρων λογιστῶν, οἱ ὁποῖοι προσετέθησαν, ἵνα μὴ ἀπασχολῶνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου οἱ γραμματεῖς τῶν ταμείων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐκ τούτου ἐνεδεικνύετο, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν ταμείων δὲν εἶχεν ἀνάγκην τῶν γραμματέων τούτων, προετείναμεν τὴν κατάργησιν τῶν θέσεων αὐτῶν.
§121ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ταμεῖον τῆς ἐπαρχίας μου δὲν διοικεῖται πάντοτε ὑπὸ μόνου τοῦ ταμίου, ὡς τὸ τῆς ἐπαρχίας τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος κ. συναδέλφου ἐκ Τήνου, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην μεγάλην τοῦ γραμματέως αὐτοῦ.
§122ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἡ παρατήρησίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι, ἐνῷ ὑπάρχει πίστωσις διὰ μίαν ὑπηρεσίαν, ἡ δαπάνη δὲν καταβάλλεται ὑπὲρ αὐτῆς, ἀλλ’ εἰς ἀνάγκας ἄλλας, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέφερον τὴν θέσιν τοῦ γραμματέως τοῦ ταμείου. Αὐτὸ δὲ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ οἰκονομηθῇ ἐκ τῆς μισθοδοσίας, παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει δι’ ἄλλην ἀνάγκην τῆς πατρίδος μου, περὶ ἧς ἐν καιρῷ θὰ ὁμιλήσω.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§124Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὐσιαστικὴν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 δὲν ἔχω· ἔχω ὅμως παρατήρησιν κατὰ τοῦ τρόπου τῆς διατυπώσεως. Ἴσως κινδυνεύω ἀπὸ ἀγαπητὸν συνάδελφον νὰ ἐκληφθῶ καὶ ἐγὼ ἐπικαλούμενος τὸ Σύνταγμα· θὰ λάβω ὅμως τὸ θάῤῥος, ὅπως παρατηρήσω αὐτῷ, ὅτι ἡ διατύπωσις εἶναι, ἐὰν μὴ ἀντισυνταγματική, βεβαίως ὅμως οὐχὶ κανονική. Εἶναι γνωστὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν τὰ νομοσχέδια πρέπει νὰ ψηφοφορηθῶσιν ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας. Ὁ συντάξας τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν ἠθέλησε νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὸν αὔξοντα ἀριθμὸν τῶν ἄρθρων τοῦ τροποποιουμένου νόμου, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ θέση ἄρθρον 8 ἅπαξ, δὶς καὶ τρίς. Ἀλλὰ ὁ τρόπος δὲν εἶναι κανονικός, ἐνῷ ἐκεῖνο, ὅπερ ζητεῖ, δύναται νὰ γείνῃ, χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Τώρα δὲν λέγω, ὅτι πολλάκις δύναται νὰ διατυπωθῇ ἓν ἄρθρον ὡς παράγραφος. Οὐσιαστικῶς δὲν ἀπέχει τοῦτο πολύ, ἀλλὰ τοὐλάχιστον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀναγράφωνται ῥητῶς ἄρθρα πολλὰ ἐν ἑνί, καὶ τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω· νομίζω δὲ, ὅτι ἠδύνατο νὰ συμβιβασθῇ κάλλιστα ἡ ἐπιθυμία τῆς διατηρήσεως τῆς κωδικοποιήσεως μὲ τὴν ὑπόδειξίν μου πρὸς τήρησιν τῆς συνταγματικῆς διατάξεως.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ψηφοφορηθῇ τὸ ἄρθρον.
§126ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἐζήτησε τὸν χωρισμόν, καὶ ἀναγκαίως τὸ Προεδρεῖον θὰ προτείνῃ τὴν κατὰ μέρος ψηφοφορίαν.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Φιλάρετον). Ἐζητήσατε τὸν χωρισμόν;
§128Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως.
§129ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως· διότι πρόκειται καὶ περὶ διατάξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν σχέσιν κἄν πρὸς ἀλλήλας. Τὸ ἄρθρον 5 φέρει τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ ΑΥΙΔʹ νόμου τοῦ 1887, ἀλλὰ πράγματι δὲν τροποποιεῖ μόνον τὸν νόμον τοῦτον, ἀλλὰ τροποποιεῖ καὶ τὸν νόμον τῆς 18 Δεκεμβρίου 1892, διότι εἰς τὰ προσόντα τῶν ἐπαρχιακῶν ὑποταμιῶν, τὰ ἀναγραφέντα ἐν τῷ νόμῳ, προστίθενται τὰ προσόντα τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 8, καὶ κατὰ τοῦτο τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ΑΥΙΔʹ νόμου. Ἀλλὰ τὰ ἄρθρα 8 δὶς καὶ 8 τρὶς δὲν τροποποιοῦσι πλέον τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου 1887, ἀλλὰ τὸν νόμον τοῦ 1892 περὶ καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τροποποιοῦσι τὰ ἄρθρα 17 καὶ 23 αὐτοῦ, ἔχοντα οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 17. Προάγεται εἰς ταμίαν γʹ τάξεως ὁ ἐπὶ διετίαν διατελέσας γραμματεὺς ταμείου αʹ τάξεως ἢ ἐπὶ ὀκταετίαν ὑποταμίας.» «Ἄρθρον 23. Οἱ τελωνειακοὶ ταμίαι καὶ οἱ παρ’ αὐτοῖς γραμματεῖς ἐξομοιοῦνται ὡς πρός τε τὰ προσόντα καὶ τὸν βαθμὸν οἱ μὲν πρῶτοι πρὸς τοὺς ταμίας γʹ τάξεως, οἱ δ’ ἕτεροι πρὸς τοὺς γραμματεῖς ταμείων γʹ τάξεως.» Τοῦτο προῆλθε καὶ ἐκ τοῦ ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ συντάξας αὐτὸ τὸν νόμον τοῦ 1887, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν νόμον τοῦ 1892, ὅστις εἶναι μεταγενέστερος τοῦ νομοσχεδίου.
§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία προβάλλεται, εἶναι ζήτημα συντάξεως. Ἑπομένως θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις ἐὰν στέργῃ ἡ Βουλὴ, ἵνα διαιρεθῇ τὸ ἄρθρον 5.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἐὰν τὸ ζήτημα ἦναι σύνθετον.
§132ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ· πρέπει νὰ τεθῇ.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, «ἀμφιβολίας οὔσης περὶ τοῦ συνθέτου τῶν ζητημάτων, ἀποφασίζει ἡ Βουλή».
§134ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε θέτετε εἰς ἀμφιβολίαν τὸ σύνθετον;
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἀντελήφθην, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ θέτει. Ὥστε πρέπει νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§136ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Νομίζω, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ ἡ ἑξῆς τροποποίησις: «Ἄρθρον 5. Τὰ τῶν προσόντων τῶν ταμιακῶν ὑπαλλήλων ὁρίζονται ὡς ἀκολούθως...» Καὶ τότε ἀποφεύγομεν αὐτά.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ὑποβάλλουσι πρότασιν περὶ διαιρέσεως.
§138ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἡ τροπολογία μου νομίζω, ὅτι καθιστᾷ περιττὴν τὴν ἀξίωσιν τῶν κυρίων συναδέλφων, διότι δὲν θὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἄρθρα τὰ τοῦ νομοσχεδίου «8 ἅπαξ, 8 δίς, 8 τρίς», ἀλλ’ ὡς παράγραφοι ἑνὸς ἄρθρου.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ ἡ ὑμετέρα παρατήρησις ἀποτελεῖ τροπολογίαν, ἐνῷ ἡ παρατήρησις τῶν κ. Βουλευτῶν εἶναι παρεμπίπτουσα, κατὰ δὲ τὸν Κανονισμὸν προαποφασίζεται. Ἑπομένως θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν.
§140ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα τῆς διαιρέσεως, ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ χαρακτηρισθῇ, ὅτι εἶναι ζήτημα συντάξεως.
§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο ἦναι ζήτημα συντάξεως, διότι ἐπικρίνετε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν συνετάχθη τὸ ἄρθρον 5, καὶ ἐπιθυμεῖτε νὰ συνταχθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, ἤτοι ἀντὶ ἑνὸς ἄρθρου, τοῦ 5ου, νὰ τεθῶσι δύο ἢ τρία ἄρθρα. Εἰς ὑμᾶς ἐφάνη πρωτοφανὲς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ μάλιστα ἀφηγήθητε εἰς τὴν Βουλήν, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης ὑμῶν, γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι βεβαιωμένον ἱστορικῶς, ὅτι οὕτως ἐγένετο. Ἀληθῶς τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ὁ λόγος, εἶχε συνταχθῆ κατὰ τὸ 1891, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμος περὶ καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπέθεσε δὲ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι τὸ νομοσχέδιον συντάσσεται καὶ εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἄνευ ἐπιθεωρήσεως, διότι ἄλλως ὁ ἐπιθεωρήσας ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ συνετάχθη ὁ νόμος, καὶ ἤθελε διορθώσει ὅ,τι ἔδει διορθώσεως. Ἀλλ’ ἐπιθυμεῖτε νὰ διαιρεθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο εἰς πολλὰ ἄρθρα. Ἡ τακτικὴ ὅμως, τὴν ὁποίαν μετῆλθον, δὲν εἶναι καινοφανής. Ὁ νόμος περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν εἶναι νόμος τροποποιῶν τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου. Ἐπειδὴ δὲ τροποποιεῖ ἄρθρον τί τοῦ εἰρημένου νόμου, ὑπέλαβεν ὁ συντάξας τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποδιαιρέσῃ αὐτὸ εἰς διαφόρους τάξεις, ἀνέγραψε δὲ τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν τοῦ ἄρθρου. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον εἶναι χρησιμωτέρα. Τροποποιεῖται ἓν μέρος τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν ταμιακῶν ὑπαλλήλων διὰ διαφόρων διατάξεων. Αἱ διατάξεις αὗται λαμβάνουσι τὸν ἴδιον ἀριθμὸν τοῦ ἄρθρου, τὸν ὁποῖον εἶχε τὸ ἐν τῷ προηγουμένῳ νόμῳ τροποποιούμενον ἄρθρον. Ἀλλὰ γίνεται ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τροποποιηθῶσι διὰ τοῦ νόμου τούτου αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων. Χθὲς ὅμως ἠρωτήθην, ποῖος νόμος θέλει ἰσχύσει, ὁ νόμος τοῦ 1892, ἢ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον; Δὲν ἔδωκα δ’ ἀπάντησιν, διότι διὰ πάντα ἐντριβῆ καὶ γινώσκοντα τὸν τρόπον τοῦ συντάσσειν τοὺς νόμους ἡ ἀπάντησις εἶναι πρόχειρος, ἑπομένως καὶ ὁ προτείνας δὲν ἤθελε δυσκολευθῆ νὰ εὕρῃ τὴν ἀπάντησιν, ἐὰν ἠσχολεῖτο εἰς τοῦτο.
§142ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ παρατήρησίς μου ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος πρῶτον ἐπ’ αὐτοῦ ν’ ἀσχοληθῶ. Ἀληθῶς ἐγὼ παρετήρησα, ὅτι δὲν θὰ γνωρίζωμεν, ἐὰν οὕτω πως ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 5, τίς εἶναι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ἰσχύῃ, διότι τὸ ἄρθρον 5 φαίνεται ὅτι τροποποιεῖ τὸν νόμον τοῦ 1887 περὶ ἐπαρχιακῶν ὑποταμείων. Παρετήρησα ὅτι ἔχομεν ἐνταῦθα προσόντα ἀφορῶντα ὄχι πλέον εἰς τοὺς ὑποταμίας, καὶ ἀναφερόμενα ὄχι εἰς τὸν νόμον τοῦ 1887, ἀλλὰ προσόντα ἀφορῶντα εἰς τοὺς τελωνειακοὺς ταμίας καὶ τοὺς ταμίας γʹ τάξεως, περὶ τῶν ὁποίων διέλαβεν ὁ νόμος τοῦ 1892. Ἀφοῦ δὲ τὸ ἄρθρον 5 ἀναγράφεται ὡς τροποποιοῦν μόνον τὸ ἄρθρον 8, θὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία εἰς πάντα, ἐὰν ἐκτὸς τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ὡς πρὸς τοὺς ταμίας γʹ τάξεως, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ καὶ τὰ προσόντα τὰ ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1892. Ὅταν ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου ἦναι οὗτος, τί θὰ ἐξαγάγῃ τις ἐκ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου; ὅτι ἀπέβλεπε μόνον νὰ τροποποιήσῃ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου τοῦ 1887. Καὶ ἐν τούτοις περιλαμβάνονται ἐν αὐτῷ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι τροποποιοῦσι διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1892. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀναγράψῃ ὅτι καταργοῦνται διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1892. Αὐτὸ εἶναι ὀρθόν, διότι ὁ μεταγενέστερος νόμος καταργεῖ τὸν προγενέστερον. Ἀλλὰ μὴ καθιστᾶτε τὴν σύγχυσιν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, καὶ ἐνῷ φαίνεσθε ὅτι τροποποιεῖτε μόνον τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου τοῦ 1887, τροποποιεῖτε τὸν νόμον τοῦ 1892, διότι ἡ σύγχυσις ἐν αὐτῇ εἶναι τελεία, καὶ ἔχομεν ἤδη ἀνάγκην νὰ ἀνακαθάρωμεν τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, ὅταν δ’ οὕτω συντάσσωνται τὰ νομοσχέδια, ἡ σύγχυσις ἐν τῇ νομοθεσίᾳ θὰ ἀποβῇ ἔτι μεγαλειτέρα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐμὴ παρατήρησις Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Βόλου ὑπέβαλεν ἑτέραν παρατήρησιν. Εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφοφορηθῇ οἱονδήποτε νομοσχέδιον, εἰμὴ ἄρθρον κατ’ ἄρθρον. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ συντάξεως, καὶ ἐπεκαλέσθη καὶ προηγούμενον. Ἀλλὰ εἶναι δύσκολον νὰ συντάξῃ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἄρθρον μοναδικόν, ἔχον οὕτω; «ὁ ἀστικὸς νόμος, συγκείμενος ἐκ τῶν ἑπομένων δύο χιλιάδων ἄρθρων, ἔχει ὡς ἑξῆς.» Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεφύη κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ἡ πλειοψηφία ἡ παρελθοῦσα ὑπέκυψεν εἰς τὴν ἀπαίτησίν μου, ὅταν ἐπρόκειτο ἀκριβῶς περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν τελῶν τῶν ἐκπαιδευτικῶν· ἐζητήσαμεν τότε ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν σήμερον παρ’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, ἐζητήσαμεν, ὅπως ψηφισθῇ κατ’ ἰδίαν μία ἑκάστη ἐκ τῶν διατάξεων ἐκείνων, διότι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον περιληφθῇ ἐν ἑνὶ καὶ μόνῳ ἄρθρῳ, ἦσαν σύνθετα. Καὶ οὕτως ἐγένετο τότε. Τώρα δύνασθε ὑμεῖς καὶ ἡ πλειοψηφία ἡ νῦν νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν εἶναι σύνθετον τὸ ἄρθρον. Ἐγὼ ἀποδίδω τὸ δικαίωμα εἰς τὴν πλειοψηφίαν νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν εἶναι σύνθετον...
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀποφανθῶ.
§144ΡΑΛΛΗΣ. .. καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφίσητε, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι σύνθετον, ὅταν ἐν μὲν τῷ ἄρθρῳ «8 ἅπαξ» λέγει, ὅτι εἰς τὴν θέσιν ἐπαρχιακοῦ ὑποταμίου δύνανται νὰ διορισθῶσιν οἱ δεῖνα καὶ δεῖνα, ὅταν εἰς τὸ ἄρθρον «8 δὶς» λέγῃ, ὅτι «ἐπιτρέπεται νὰ διορισθῶσι ταμίαι τρίτης τάξεως ἢ τελωνειακοὶ ταμίαι οἱ ἐπὶ διετίαν διατελέσαντες εἰς θέσιν γραμματέως ταμείου πρώτης τάξεως...», ὅταν τὸ ἄρθρον «8 τρὶς» λέγῃ, ὅτι «ἐπιτρέπεται ὡσαύτως νὰ διορισθῇ ταμίας τελωνειακὸς καὶ ὁ ὑπὲρ τὸ ἔτος ὑπηρετήσας ὡς δεύτερος ἢ ὡς τρίτος γραμματεὺς τελωνείου...»
§145ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τοῦ συνθέτου;
§146ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ πλειοψηφία εἶναι κυρία νὰ εἴπῃ.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν θέλητε, θέσατε εἰς ψηφοφορίαν χωριστὰ ἑκάστην παράγραφον τοῦ ἄρθρου.
§148ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ ἐζητήσαμεν, καὶ ἔχετε ἄδικον νὰ ἀντιτάξητε εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ ἐκ Βόλου Βουλευτής, νὰ ἀντιτάξητε ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος συντάξεως.
§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συντάξεως, διότι ἠθέλετε νὰ διαιρεθῇ τὸ ἄρθρον.
§150ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀρχῆς ἥτις καθιστᾷ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψήφου τοῦ Βουλευτοῦ. Ὁ Βουλευτὴς δύναται οὕτως ἐν ἐπιγνώσει νὰ ψηφίσῃ μὲν μίαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἐγκρίνει, ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ καταψηφίσῃ δὲ ἑτέραν ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε θεωρηθῆ ὡς ζήτημα συντάξεως, ἢ ζήτημα ἑρμηνείας, ὅπως θέλει ὁ κ. Πρόεδρος, τότε θὰ ψηφίζητε καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν θεωρεῖτε ψηφιστέα.
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐρεθίζεται ὑπὲρ τὸ δέον, καὶ ἐρεθίζεται τοσοῦτον, ὥστε οἱ ἀκούοντες δύνανται νὰ ὑπολάβωσιν, ὅτι πρόκειται περὶ μεγάλου κινδύνου τῶν δημοσίων συμφερόντων. Βεβαιῶ αὐτὸν, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος τῶν δημοσίων συμφερόντων ὑπάρχει. Θέλετε νὰ ψηφίσητε κατὰ λέξιν; ψηφίσατε κατὰ λέξιν· ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον διατείνεσθε, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐν ἑνὶ ἄρθρῳ νὰ περιληφθῶσιν αἱ ἀναφερόμεναι διατάξεις, δὲν εἶναι ὀρθόν· διατείνομαι μάλιστα, ὅτι ὀρθὸς εἶναι μόνος ὁ τρόπος, καθ’ ὃν εἶναι διατετυπωμέναι αἱ διατάξεις αὗται. Ἀλλὰ θέλετε νὰ τὰς ψηφίσητε κατ’ ἄρθρον, κατ’ ἐδάφιον, κατὰ φράσιν; ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω. Ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφανθῇ.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ὁ κ. ἐκ Βόλου ἐπρόβαλε πρότασιν ἀπαραδέκτου. Ἂν τοῦτο ἦναι ἀκριβὲς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν πρῶτον ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης.
§153ΡΑΛΛΗΣ. Κανεὶς δὲν ἐπρόβαλε τὸ ἀπαράδεκτον.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διϊσχυρίσθητε ὅτι σεῖς προεβάλετε πρότασιν συνθέτου.
§155ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ λόγος εἰς οὐδὲν χρησιμεύει, ὅταν δὲν ἀκούηται. Ἐγὼ ἰσχυρίσθην, ὅτι οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἀναμιγνύομαι εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθηκεν ὁ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτὴς, ἀλλ’ ἦλθον εἰς συνδρομὴν τοῦ κ. ἐκ Βόλου συναδέλφου, ὑπομνήσας τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλετε νὰ ἐκτελέσητε, τὴν διάταξιν περὶ συνθέτων ζητημάτων.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ διάταξις περὶ συνθέτων ζητημάτων εὑρίσκεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 30. Δὲν εἶναι δικαίωμα ἐμὸν, ὅταν ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, νὰ ἀπαγγείλω τὸ διαιρετὸν τοῦ ζητήματος· ὁ Κανονισμὸς εἶναι ῥητός. «Ἀμφιβολίας οὔσης περὶ τοῦ συνθέτου τῶν ζητημάτων, ἀποφασίζει ἡ Βουλή.» Τοῦτο προτίθεμαι νὰ πράξω. Ἀλλ’ ὑμεῖς ὁμιλοῦντες εἴπετε, ὅτι ὁ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτὴς, πλὴν τῆς παρατηρήσεως ταύτης, δηλ. ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σύνθετον, διϊσχυρίσθη ὅτι τὸ ἄρθρον 5 δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ, διότι εἶναι περιειλημμένα τρία ἄρθρα ἐν αὐτῷ, τοῦτο δὲ εἶναι ἐναντίον διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἠρώτησα λοιπὸν τὸν κ. ἐκ Βόλου Βουλευτὴν, ἂν ἰσχυρίσθη πράγματι τοῦτο καὶ ἂν ἔφερε πρότασιν ἀπαραδέκτου, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§157Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐζήτησα κατ’ ἐπανάληψιν τὸν λόγον, διότι φαίνεται ὅτι δυστυχῶς δὲν ἐξήγησα ἐπαρκῶς τὴν ἰδέαν μου. Ὅταν ἦμαι παρὼν, προτιμῶ νὰ μὴ μὲ ἀντιπροσωπεύῃ ἄλλος τις ἄνευ ἐντολῆς μου, διότι, ὅσον δήποτε ἀτελῶς, πάντοτε ὅμως ἀκριβέστερον θέλω δυνηθῆ νὰ διατυπώσω τὰς ἐμὰς γνώμας. Ἔχω πληρεστάτην πεποίθησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, εἰς τὸν ὁποῖον νομίζω, ὅτι καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ὀφείλει μεγάλας χάριτας διὰ τὰ ἔκτακτα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε, χάριν τῆς εὐκοσμίας τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀνάγκη ὅμως νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ἀναφυέντος ζητήματος. Ὑπέβαλον παρατήρησιν στηριζομένην ἀκριβῶς εἰς τὸ Σύνταγμα. Δὲν νομίζω ὅτι θὰ χαλάσῃ ὁ κόσμος, οὔτε ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ καταστραφῇ, ἂν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη· ἀλλ’ ὅστις ὑποστηρίζει σπουδαίως ὅτι ἡ διατύπωσίς του εἶναι κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Συντάγματος, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον, καὶ ἂν ἀκόμη οὗτος ἦναι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου, ὁ ὁποῖος, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, κατὰ τὴν περίοδον ταύτην εἶναι σχεδὸν ἀγνώριστος, διότι δεικνύει μεγάλα σημεῖα βελτιώσεως, καὶ τοῦτο λέγω πρὸς τιμὴν καὶ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν φίλων, οἱ ὁποῖοι τὸν ὑποστηρίζουσι.
§158ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εὐχαριστοῦμεν.
§159Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ προσβάλω κανένα.
§160ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά!
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς λέγω ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγὼ δὲν ἐπολιτευόμην ἄλλως.
§163Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω καὶ νὰ ὑπομνήσω, ἄλλοτε δὲ διὰ τῶν πραγμάτων νὰ ἀποδείξω, καὶ διὰ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, ὅτι δὲν συνέβαινον ἐν τῷ παρελθόντι ὅσα εὐτυχῶς συμβαίνουσι νῦν.
§164ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Τὸ ὀφείλει εἰς τὴν ἡλικίαν.
§165Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἴσως τὸ πάθημα ἄλλων ὠφέλησεν. Ὑπέβαλον, λέγω, μίαν παρατήρησιν, ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ δὲν εἶναι κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο εἶναι φανερώτατον· δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ διδάξω τινὰ, οὔτε ἐν τῇ συζητήσει νὰ διορίσω ἀντιπρόσωπόν μου. Σᾶς ἀνέγνων τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἐπιτρέπει ἀμφιβολίαν. Ἐνίοτε τοὐλάχιστον δὲν γίνεται ἡ διατύπωσις οὕτως ἀποτόμως ἐναντίον τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος· σώζονται, ἄλλαις λέξεσι, τὰ φαινόμενα· ἀλλὰ διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου οὔτε τὰ φαινόμενα δὲν σώζονται· διότι, ἐνῷ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἔχει ὡς τὴν γνωρίζετε, ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον λέγει: «Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ᾼΥΙΔʹ νόμου τῆς 1 Ἀπριλίου 1887 ἀντικαθίσταται διὰ τῶν ἑπομένων: «Ἄρθρον 8 ἅπαξ... Ἄρθρον 8 δίς... Ἄρθρον 8 τρίς...»· ὅλα αὐτά· καὶ ἐρωτᾶτε τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ περὶ ἑνὸς δῆθεν ἄρθρου! Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε, δὲν στηρίζεται εἰς τὴν λογικὴν καὶ τὴν γραμματικὴν ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος. Διετυπώθη ἑτέρα γνώμη ἐκ μέρους τοῦ κ. ἐκ Θήρας Βουλευτοῦ, ὅτι τὸ πρᾶγμα οἰκονομεῖται, ἂν λείψωσι τὰ σκάνδαλα αὐτὰ «ἄρθρον 8 ἅπαξ, ἄρθρον 8 δίς, ἄρθρον 8 τρίς». Θέλει στερηθῆ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κέρδους τῆς στερήσεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἀλλὰ τοὐλάχιστον θὰ σωθῶσι τὰ φαινόμενα. Ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον ἀντίῤῥησιν, ἂν τοῦτο ἐγίνετο, καίτοι πάλιν δύναται νὰ φυῇ τὸ ζήτημα τοῦ διαιρετοῦ τῶν ζητημάτων καὶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου, ἀλλὰ τοὐλάχιστον δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι οὔτε τὰ φαινόμενα δὲν σώζονται καὶ ὅτι παραβιάζεται ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ἀναφύεται ἤδη τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος ἀνέγνω τὸ ἄρθρον 30, κατὰ τὸ ὁποῖον «ἐπὶ τῶν συνθέτων ζητημάτων ἡ διαίρεσις ἀπαγγέλλεται παρὰ τοῦ Προέδρου, ὅταν ζητηθῇ παρ’ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν». Βεβαίως τί ἄλλο ἐζήτησα, ὅταν ὑπεστήριξα, ὅτι οὐ μόνον εἶναι σύνθετα τὰ ζητήματα, ἀλλὰ καὶ εἰς παράλογον, οὕτως εἰπεῖν, συμπέρασμα εὑρίσκονται τρία ἄρθρα;—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις.—Πλέον ἢ σύνθετα εἶναι τὰ ζητήματα. Τί λέγει ἀμέσως κατωτέρω ὁ Κανονισμός; «Δύναται δὲ ὁ Πρόεδρος νὰ τὴν ἀπαγγείλῃ καὶ οἴκοθεν. Ἀμφιβολίας οὔσης περὶ τοῦ συνθέτου τῶν ζητημάτων, ἀποφασίζει ἡ Βουλή». Ἀφίνει λοιπὸν εἰς τὸν Πρόεδρον...
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπ’ ἐναντίας, εἰς τὴν Βουλήν.
§167Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔστω· τὸ πρᾶγμα πάντοτε θὰ παραμείνῃ τὸ αὐτὸ, ὅτι δηλ. καὶ ἡ Βουλὴ ἂν ἔλεγε τὸ ἐναντίον, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναιρέσῃ τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἀνῄρεσεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Δὲν ἔχω πρόχειρον ἐδῶ τὸ κείμενον τοῦ νόμου περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἵνα ἴδω ἐὰν ἐκεῖ διῃρέθη· ἀλλὰ δέχομαι ὅτι δὲν διῃρέθη· νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ νῦν Ὑπουργείου δὲν εἶναι καλὸν νὰ ἐπικαλῆται προηγούμενα τοῦ παρελθόντος τοιαῦτα, ἐὰν κατ’ οὐσίαν δὲν ἦναι ἀκριβῆ· ἰδίως εἰς τὸν ἐκλεκτὸν τῆς 16 Ἀπριλίου 1895 δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀνάμνησις τοῦ παρελθόντος, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν τοῦτο δὲν ἀντλῆται ἐκ τῆς λογικῆς, τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος.
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ Συντάγματος, ὀφείλω νὰ ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἵνα ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ, ἐὰν τὸ Σύνταγμα παραβαίνηται καὶ κατὰ τί. Τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος εἶναι τὸ 57. «Οὐδὲν νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν», ἀναγράφει τὸ ἄρθρον τοῦτο, «ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφοφορηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας». Σήμερον συζητοῦμεν ἓν ἄρθρον, τὸ ἄρθρον 5. Δὲν συζητοῦμεν συλλήβδην πάντα τὰ ἄρθρα, καὶ τὸ ἄρθρον 4 καὶ τὸ ἄρθρον 5, οὔτε τὰ ἄρθρα 3, 4, 5, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 5, καὶ αὐτὸ συζητοῦμεν ἰδίᾳ καὶ ψηφίζομεν ἰδίᾳ. Ὥστε οὐδεμία παραβίασις τοῦ Συντάγματος ὑπάρχει. Τοῦ ἄρθρου 5 ἡ διάταξις ἐτροποποίησεν ἓν ἄλλο ἄρθρον καὶ δύο ἄλλα ἄρθρα, ἀλλ’ εἶναι διατετυπωμένον ὡς ἓν ἄρθρον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ψηφοφοροῦμεν. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἴς τινα νὰ λέγῃ, ὅτι παρερμηνεύομεν τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἡ παρατήρησις αὕτη μοὶ ὑπενθυμίζει μίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου οἱ λόγοι χρησιμεύουσιν εἰς τὴν ἐπιστήμην ὡς φανοὶ πρὸς ὁδηγίαν ὅσων δὲν βλέπουσι καλῶς τὰ πράγματα. Αὐτός, τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην ἀναφέρω, εἶναι ὁ γνωστὸς εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν κόσμον, ὁ κ. Dupin, ὁ ὁποῖος ἦτο Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Βασιλείας τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου ἐν Γαλλίᾳ. Ὁ κ. Dupin, συζητουμένης προτάσεως τοῦ ἀπαραδέκτου, τὸ ὁποῖον ἐπροτείνετο συνήθως, εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὴν λειτουργίαν τὴν νομοθετικὴν τοῦ Σώματος συνιστᾷ νὰ ἦναι ἡ Βουλὴ ὅσῳ τὸ δυνατὸν φειδωλὴ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει, ἀποδεχομένη τὰ ἀπαράδεκτα, διότι ἡ κατάχρησις περὶ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ ἀπαραδέκτου δύναται νὰ καταστρέψῃ τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν τῆς χώρας. Ἀληθῶς, διὰ νὰ προβάλληται τὸ ἀπαράδεκτον προτάσεώς τινος, πρέπει αὐτὴ ῥητῶς νὰ ἀντιτίθεται ἢ νὰ ἀναιρῇ τὸ πρὸς συζήτησιν προταθὲν διάταξιν τοῦ Συντάγματος· δὲν ἐπιτρέπεται δὲ δι’ εἰκασιῶν, οὐδὲ δι’ ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν εἷς ἢ δύο Βουλευταὶ προτείνουσι, νὰ προβάλληται τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου. Ἐν τούτοις ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω· ἂς προταθῇ καὶ τὸ ζήτητα τοῦ ἀπαραδέκτου, διότι ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεμία διάταξις τοῦ Σιντάγματος παραβαίνεται. Ἂν ὅμως ζητηθῇ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ θέματος ὡς τοῦτο διετυπώθη, καὶ εἰς τοῦτο δὲν ἀντιλέγω, ἀλλὰ τοῦτο διαφέρει ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας, διαφέρει ἀληθῶς, ἐὰν ἡ συζήτησις γίγνηται ἐπὶ προτάσεως προβαλλούσης τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας τοῦ ἄρθρου. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς ψηφοφορίας πρέπει νὰ τεθῇ οὕτως, ὥστε νὰ δίδεται ἔδαφος εἰς ἕκαστον Βουλευτὴν νὰ δώσῃ τὴν γνώμην του ἐλευθέρως. Δὲν ἀντιλέγω νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς πλέον ἰδιοῤῥύθμου προτάσεως.
§169ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὅτι ὑπάρχει παραβίασις τοῦ Συντάγματος ἐκ τῆς συντάξεως τοῦ ἄρθρου ὅπως ἔχει, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι ὑπάρχει καὶ περιγραφὴ τῆς διατάξεως αὐτοῦ· διότι τὸ Σύνταγμα, λέγον «ἄρθρον πρὸς ἄρθρον», ἐννοεῖ ὅτι ἕκαστον ἀντικείμενον, ἑκάστη πρότασις νόμου, θ’ ἀποτελέσῃ ἰδιαίτερον ἄρθρον. Ἐὰν ἐνόει ἄλλο τι τὸ Σύνταγμα, δὲν θὰ εἶχε τότε ἔννοιαν, διότι οὐδεὶς ἤθελεν ἐμποδισθῇ, συντάσσων οἱονδήποτε νομοσχέδιον, νὰ συντάξῃ αὐτὸ εἰς ἓν ἄρθρον. Καὶ τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἠδύνατο πολὺ καλὰ νὰ συνταχθῇ εἰς ἓν ἄρθρον μόνον, θὰ ἦτο ὅμως βεβαίως περιγραφὴ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 ὑπάρχουσι τρία διάφορα ἀντικείμενα· ὑπάρχει ἀντικείμενον πρῶτον ὁ διορισμὸς τῶν ἐπαρχιακῶν ὑποταμιῶν, δεύτερον ἀντικείμενον εἶναι ὁ διορισμὸς ταμιῶν τρίτης τάξεως ἢ τελωνειακῶν ταμιῶν, καὶ τρίτον ἀντικείμενον εἶναι πάλιν ὁ διορισμὸς ταμίου τελωνειακοῦ Βεβαίως εἶναι διακεκριμένα καὶ τὰ τρία ταῦτα ἀντικείμενα. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα ὑπὸ οὐσιαστικὴν ἔποψιν λύεται, ὅπως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε, ψηφιζομένων διακεκριμένως τῶν τριῶν τούτων ἄρθρων. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν διακεκριμένως καὶ τὰ τρία ἄρθρα, δὲν βλέπω διατὶ ἡ δυσκολία, ἡ ὁποία γεννᾷ τοιαύτην συζήτησιν καὶ ἀπασχολεῖ τοσοῦτον τὴν Βουλήν, εἰς τὸ νὰ προστεθῶσι δύο ἕτερα ἄρθρα. Νομίζω δὲ τοσούτῳ μᾶλλον ἀναγκαίαν τὴν διαίρεσιν τοῦ ἄρθρου 5 εἰς τρία ἄρθρα, καθόσον, ὅπως ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ᾼΥΙΔʹ νόμου οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ «ἄρθρον 8 ἅπαξ, ἄρθρον 8 δὶς, ἄρθρον 8 τρὶς» τοῦ παρόντος νομοσχεδίου· τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ᾼΥΙΔʹ νόμου δὲν ἀναφέρεται μήτε εἰς τοὺς ταμίας τρίτης τάξεως, μήτε εἰς τοὺς τελωνειακοὺς ταμίας, εἰς τοὺς ὁποίους ἀναφέρεται τὸ ἄρθρον τοῦτο· ὑπάρχει δὲ ἀνάγκη νὰ μνημονευθῇ καὶ ἡ ἀντικατάστασις τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ νόμου τοῦ 1892, διότι, ἐὰν δὲν μνημονευθῇ ἡ ἀντικατάστασις τῶν ἄρθρων τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ ἡ ἀκύρωσις ἑπομένως, θὰ ἔχωμεν ἀναμφισβητήτως ἰσχύοντα καὶ τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, καὶ ὡς νεώτερος ὁ νόμος οὗτος, ὅπου ἀναιρεῖ τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, βεβαίως θὰ ἰσχύῃ, ἀλλὰ ὅπου δὲν ἀναιρεῖ αὐτὰ καὶ ὅπου δὲν ἀκυροῦνται προσόντα ὁριζόμενα πρὸς κατάληψιν τῶν θέσεων, τὰς ὁποίας ἀφορᾷ ὁ νόμος οὗτος, βεβαίως δὲν ἀναιροῦνται τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, καὶ δύναται νὰ ὑπάρξῃ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος νὰ διορίσῃ ταμίας τρίτης τάξεως τοὺς πρωτοκολλητὰς ταμείων, οἱ ὁποῖοι, νομίζω, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1892 δύνανται νὰ διορισθῶσιν εἰς τὴν θέσιν ταμίου γʹ τάξεως. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, ὅπως ἀποφύγωμεν καὶ ψηφοφορίας ἀπαραδέκτου, καὶ ὅπως οὐσιαστικώτερον καὶ τελειότερον καταστήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἦτο καλλίτερον, καὶ κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ ἰδίου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ψηφοφορήσωμεν τρὶς τὸ ἄρθρον τοῦτο, ψηφοφοροῦντες δὲ τρὶς, νὰ τὸ διαιρέσωμεν.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου.
§171ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἐπιμένωσι....
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβάλλετε πρότασιν ἀπαραδέκτου;
§173Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἂν πρόκειται νὰ διαιρεθῇ τὸ ἄρθρον, τίνα σχέσιν ἔχει τὸ ἀπαράδεκτον;
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διαιρεθῇ.
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλουσι προταθῇ ἴδιαι ψηφοφορίαι· θέλει ἐρωτηθῆ ἡ Βουλή, ἐὰν ἔχωσι τὴν ἀξίωσιν αὐτὴν οἱ κύριοι Βουλευταί, θέλει ἐρωτηθῆ ἐπὶ ἑκάστης περιόδου τοῦ ἄρθρου. Ἀπορῶ ὄντως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ἀντισυνταγματικὸν τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ προσόντων, διότι διατάσσει ὅτι διορίζονται οἱ δεῖνα, οἱ δεῖνα καὶ οἱ δεῖνα. Εἶναι τοῦτο ἀντισυνταγματικόν; Ποῦ ἠκούσθη! Καὶ λέγει ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ὅτι εἶναι περιγραφὴ τοῦ Συντάγματος, ὡσανεὶ τὸ Σύνταγμα νὰ διατάσσῃ πῶς συντάσσονται οἱ νόμοι. Διατάσσει πῶς συζητοῦνται καὶ ψηφοφοροῦνται, ἀλλ’ ὄχι πῶς συντάσσονται.
§176ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λύει τὸ ἄρθρον αὐτὸ τὰ διάφορα ζητήματα, ὅταν λέγῃ, «τὸ ἄρθρον 8 ἀντικαθίσταται διὰ τῶν ἑπομένων»; Μήπως δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ τὸ μεταβάλῃ εἰς τρία ἄρθρα; Λοιπὸν ὁ ἴδιος ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐπιτρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἔχετε ζήτημα. «Τὸ ἄρθρον 8 (λέγει) τοῦ ᾼΥΙΔʹ νόμου τῆς 1 Ἀπριλίου τοῦ 1887 ἀντικαθίσταται διὰ τῶν ἑπομένων». Ὁ ἴδιος ὁ νόμος αὐτὸς μᾶς θέτει ὑπὸ συζήτησιν τρία ἄρθρα. Λοιπὸν ποῖον ζήτημα ἔχετε;
§177ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς ὅτι δὲν παραδέχομαι τρία ἄρθρα, ἀλλ’ ἓν ἄρθρον.
§178ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἀφίνω ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα κατὰ μέρος, καὶ περιορίζομαι εἰς μίαν οὐσιαστικήν, οὐσιαστικωτάτην παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ ὁ ἐξ Ἄρτης ἀπηύθυναν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ὁρίζονται προσόντα διὰ τὴν θέσιν ἐπαρχιακοῦ ὑποταμίου, ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, ἐν ἀντιδιαστολῇ πρὸς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου τοῦ 1887, τὸ ὁποῖον καταργεῖται· ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὸν νόμον τοῦ 1892, ὅστις περιπλέον τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ ἄρθρῳ «8 ἅπαξ», καθιεροῖ καὶ ἄλλα προσόντα. Λοιπὸν τί θὰ κάμῃ εἷς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
§179ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ διορίσῃ τὸν πρωτοκολλητὴν ταμίαν.
§180ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, ἐὰν δὲν καταργηθῇ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου τοῦ 1892, ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ν’ ἀφήσῃ ὅλας τὰς ἄλλας κατηγορίας, τὰς ὁποίας ἀναγράφει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ νὰ προτιμήσῃ τὸ προσὸν τοῦ νόμου τοῦ 1892. Ἰδοὺ λοιπὸν τίς ἡ ἀνάγκη νὰ μνημονευθῇ ὁ νόμος, καὶ εἰδικῶς τὸ ἄρθρον αὐτὸ, τὸ τροποποιούμενον, ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, καὶ νὰ ἠξεύρῃ ὁ μέλλων Ὑπουργὸς, ποία διάταξις ἰσχύει καὶ ποία δὲν ἰσχύει· πλὴν τῆς ἄλλης συγχύσεως, ἡ ὁποία παρατηρεῖται μέχρι τοῦδε εἰς τὴν νομοθεσίαν μας, ἀκριβῶς ἐκ τοῦ τρόπου, μεθ’ οὗ συντάσσονται τὰ νομοσχέδια, ὡς καὶ τὸ προκείμενον, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἀκριβῶς ἀντινομίαν, διότι ὁ νεώτερος νόμος δὲν λαμβάνει ποσῶς πρόνοιαν περὶ τοῦ προσόντος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὁ νόμος τοῦ 1892 καὶ τὸ ὁποῖον δύναται ὁ πρῶτος τυχὼν Ὑπουργὸς κατὰ προτίμησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ἀφήσῃ ὅλας τὰς ἄλλας κατηγορίας, τὰς ὁποίας ἀναγράφει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνετάχθη βεβαίως πρὸς βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις ἀπαραδέκτου ἐκ μέρους τοῦ κ. Φιλαρέτου· συνεπῶς θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§182Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ ὑπεστήριξα, ὅτι δὲν εἶναι κανονικῶς συντεταγμένον τὸ ἄρθρον.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπετε ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικόν, καὶ ἐξηγήσατε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους φρονεῖτε ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικόν· ἑπομένως εἶμαι ὑπόχρεως νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ ἀπαραδέκτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον 5 θέλει ἀναγνωσθῆ διακεκριμένως πρῶτον τὸ «ἄρθρον 8 ἅπαξ», κατόπιν τὸ «ἄρθρον 8 δὶς» καὶ τελευταῖον τὸ «ἄρθρον 8 τρίς». (Ἀναγινώσκεται τὸ «ἄρθρον 8 ἅπαξ», ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 δὶς. (Ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν). Ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ἀσημακοπούλου, ἔχουσα οὕτω (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἔχοντες βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως βʹ τάξεως καὶ ἐπὶ διετίαν ὑπηρετήσαντες ὡς ὑποταμίαι».
§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἐὰν ἔχωσι μόνον διετῆ ὑπηρεσίαν, ἢ καὶ διάρκειάν τινα ὑπηρεσίας;
§186ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διάρκειαν ὑπηρεσίας.
§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν συμπληροῦτε τὴν τροπολογίαν σας καὶ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ τὴν συζητήσωμεν;
§188ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ «ἄρθρον 8 δὶς», ὡς ἀνεγνώσθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ «ἄρθρον 8 τρὶς», ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ περιορισμοῦ τῆς δυνάμεως τοῦ σώματος τῆς τελωνοφυλακῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω πρόχειρον τὴν πληροφορίαν, ἡ ὁποία μοὶ ἐζητήθη χθὲς, ἐὰν αἱ θέσεις τῶν δεκαρχῶν αἱ καταργούμεναι ἦναι κεναί· ἐζήτησα, ἀλλ’ εἰσέτι δὲν ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν...
§192ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ὅμως ἐνδεικνύει τοῦτο, διότι λέγει: «Ἐντεῦθεν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νῦν καθηκόντων των θεωρεῖται ἐπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπηρετούντων ἤδη δεκαρχῶν 7 αʹ καὶ 17 βʹ τάξεως». Ἑπομένως ἐννοεῖται ὅτι αἱ θέσεις αἱ καταργούμεναι εἶναι κεναί. Εἰς τὴν τρίτην ὅμως ἀνάγνωσιν θέλω δώσει τὴν πληροφορίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–4, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων.
§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ παρατρέξωμεν τοῦτο, διότι δὲν εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω πληροφορίας ἐπὶ τῶν γενομένων προτάσεων πρὸς προαγωγὴν καὶ σύστασιν τελωνείων.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 7 τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἀντικείμενον, ἤτοι εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ χορηγουμένου ποσοστοῦ ἐπὶ τοῦ πωλουμένου γραμματοσήμου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν ἕως ἐδῶ.
§198ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατετέθη, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς;
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους», καὶ θ’ ἀποσταλῇ εἰς τύπωσιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 121). Τὸ δὲ νομοσχέδιον τοῦτο, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, θ’ ἀναγραφῇ δεύτερον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον.
§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς»;
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πέντε μόνον μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποτελοῦσιν ἀπαρτίαν, συνῆλθον καὶ ἀπέστειλαν εἰς τὸ Προεδρεῖον ἔγγραφον ἔκθεσιν, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ ὄχι μόνον δὲν συνῆλθε κανονικῶς ἡ ἐπιτροπὴ, ἀλλ’ οὔτε πιθανότης ὑπάρχει νὰ συνέλθῃ, διότι, ὡς μὲ ἐπληροφόρησε τὸ Γραφεῖον, τὰ τέσσαρα ὑπολειπόμενα μέλη ἀρνοῦνται νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως.
§202ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τότε νὰ ἀναγραφῇ αὔριον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§203ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ ἔκθεσις τῶν πέντε συναδέλφων.
§204Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ πέντε συνάδελφοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν, συμφώνως τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, θὰ ἀναγραφῇ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον.
§206ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἀποτελῶ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἕνεκα προσωπικῆς ὑποθέσεως δὲν κατώρθωσα νὰ λάβω μέρος, παραδέχομαι ὅμως τὴν γνώμην τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων· ἀλλ’ ἐπεθύμουν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις τῶν 5 συναδέλφων.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν τὴν ὑπογράψητε, τυποῦται. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 122). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 50′ μ. μ.