1895.06.09
1.629 στίχοι · 12.302 λέξεις · 178 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
Τῆς 9 Ἰουνίου 1895.
(Παρασκευή)
Ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ σταφιδοκτήμονες Αἰτωλικοῦ διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, πρὸς ἀνακούφισιν αὐτῶν. Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἐργασθεῖσα σήμερον μέχρι τῆς μεσημβρίας, δὲν ἠδυνήθη νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς. Τοῦτο γνωρίζουσα εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἐγγράφου τοῦ γραμματέως αὐτῆς, παρακαλεῖ νὰ τῇ χορηγηθῇ παράτασις τῆς προθεσμίας μέχρι τῆς αὔριον, ὅπως παρουσιάσῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχομεν τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ ὑποβληθῇ αὔριον;
§3ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Βεβαίως.
§4ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Ἐλπίζομεν νὰ τὸ κατορθώσωμεν. Ἐὰν δὲν δυνηθῶμεν αὔριον, θὰ τὸ κατορθώσωμεν μεθαύριον, ὥστε τὴν Δευτέραν νὰ ὑποβληθῇ ἀφεύκτως ἡ ἔκθεσις.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν δὲν κατορθωθῇ αὔριον ἡ ὑποβολὴ τῆς ἐκθέσεως, ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν.
§6ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Μὴ σπεύδετε, κύριε Πρόεδρε, διότι πρέπει νὰ μελετηθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ὑποβληθῇ μέχρι τῆς Δευτέρας ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ ἐγγραφῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§8ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς καὶ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάσας τὰς καθ’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας καὶ τὰς ἀστυνομικὰς περιφερείας τοῦ Κράτους γενομένας καταγγελίας κατὰ τῶν διαφόρων ἀστυνομικῶν ὀργάνων, καὶ ποῖαι ἐνέργειαι ἐγένοντο ἐπὶ ἑκάστης αὐτῶν, ἵνα ἡ Βουλὴ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ταύτας κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς καὶ γνωρίζῃ τὰ διαπραχθέντα καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ὄργια παρὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Προσέτι ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ποία ἐνέργεια ἐγένετο ἐπὶ τῆς καταγγελίας τῆς δοθείσης κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Αἰγίου, καὶ ἐὰν ἐπεβλήθη εἰς αὐτὸν τιμωρία ἀξία τοῦ μεγέθους τοῦ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ διαπραχθῇ, διότι ὀλίγον ἔλλειψε νὰ αἱματοκυλίσῃ ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν τοῦ Αἰγίου.
§9ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐτιμωρήθη διὰ μηνιαίας φυλακίσεως.
§10Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς καὶ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος διαπραχθεισῶν ὑπὸ ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἀνθρωποκτονιῶν κατὰ πολιτῶν.
§11ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω τὰς πληροφορίας τὰς ζητηθείσας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου βουλευτοῦ κ. Φιλαρέτου περὶ τῆς δημοπρασίας τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Βόλου εἰς Πορταριάν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ δημοπρασία αὕτη ἀνεβλήθη δίς· τὸ πρῶτον κατόπιν ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἠγνόει ὅτι ἐπρόκειτο περὶ κληροδοτήματος, καὶ δεύτερον ἕνεκα τῆς ἀπουσίας ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον κατεπειγόντως δι’ ὑπηρεσίαν ἀνεχώρησεν. Ἡ δημοπρασία ὡρίσθη ἤδη διὰ τὴν 9 Ἰανουαρίου, ἐλπίζω δὲ τὴν ἡμέραν ἐκείνην νὰ μὴ ἀναβληθῇ.
§12Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀναπληρωτής; Ἐτιμωρήθη ὁ ὑπαίτιος τῆς ματαιώσεως τῆς δημοπρασίας;
§13ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπίσης καταθέτω πληροφορίας ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτής κ. Πετιμεζᾶς, ὡς πρὸς τὴν ἐργολαβίαν τῆς δημοσίας ὁδοῦ Πατρῶν–Καλαβρύτων. Ἡ δημοπρασία αὐτῆς εἶχεν ὁρισθῆ διὰ τὴν 14 Μαΐου, τὰ ἔγγραφα ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν 20 τοῦ αὐτοῦ μηνός, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἐνέκρινε τὴν ἐργολαβίαν τὴν 26. Τὴν 31 ἐπαρουσιάσθη ὁ νέος ἐργολάβος, ἀλλ’ ἡ προσφορὰ αὐτοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§14ΡΑΖΕΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν αἴτησιν τὴν ὑποβληθεῖσαν παρὰ τῶν κ. κ. συναδέλφων, παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἑξῆς πληροφορίαι παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Κατάστασις, ἡ ὁποία νὰ ἐμφαίνῃ τὰς ὑπὸ τῶν κοινῶν δικαστηρίων ἐκδοθείσας ἀποφάσεις ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1894 μέχρι σήμερον κατ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων, καθὼς καὶ τὰς ἐπιβληθείσας διὰ τούτων ποινάς. Ἐπίσης κατάστασις τῶν κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ἐπιβληθεισῶν παρὰ τοῦ Ἀρχηγείου πειθαρχικῶν ποινῶν εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα. Παρακαλῶ ὡσαύτως τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ κατάστασιν τῶν ἐγκληματικῶν πράξεων τῶν λαβουσῶν χώραν κατὰ τὸ 1894, καὶ ὁμοίαν τῶν διαπραχθεισῶν κατὰ τὸ 1893, ὥστε ἐκ τῆς συγκρίσεως νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὸ συμπέρασμα κατὰ πόσον ἡ δημοσία τάξις ἐξυπηρετήθη ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
§15Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς προτάσεως τοῦ συναδέλφου, ὅπως ζητήσῃ παρὰ τῶν Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους καὶ προσαγάγῃ τὴν πληροφορίαν, πόσαι μηνύσεις ἐπὶ ἀντιστάσει ἐγένοντο ὑπὸ ἀστυνομικῶν ὀργάνων κατὰ πολιτῶν, διότι θὰ παρασταθῇ, ὅτι ἑκάστη Ἑλληνικὴ οἰκογένεια ἔκαμε καὶ μίαν ἀντίστασιν. Ἐπίσης πόσαι μηνύσεις ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς κατ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐπὶ διαφόροις ἐγκλήμασιν ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας μέχρι σήμερον.
§16ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ὡρμήθην ἐκ προκαταλήψεως εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, ὡς ἠθέλησεν ὁ κ. συνάδελφος νὰ ὑποθέσῃ.
§17ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἀνάγεται εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἤθελε δὲ εἶσθαι μᾶλλον ἐν τάξει, ἐὰν εὐηρεστεῖτο ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν πρότασίν του, ὅταν τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτε θέλει δοθῆ εὐκαιρία, ἵνα ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλήν, διατί προέβαλον τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου, πρὶν ἢ προβάλω τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθην, περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ὁ ἕτερος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐξέφρασεν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα θέλει ἐπιφέρει ἡ ἵδρυσις τῆς νέας ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἐν παραβολῇ πρὸς τὰς ἐλαττώσεις αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἐπέλθει συνεπείᾳ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ. Τὰς πληροφορίας ταύτας καταθέτω. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἢ ἕτερός τις ἐξέφρασεν ἐπιθυμίαν νὰ καταθέσω σημείωσιν τῶν πληρωθέντων μέχρι τοῦδε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως 1895· καταθέτω ὅμως καὶ τὴν σημείωσιν τῶν περὶ τούτου.
§19ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Ὁ δῆμος Ταμασίου τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης ἔχει πρωτεύουσαν τὸ χωρίον Δρανίτσα, ἐν τούτοις ὁ δήμαρχος Ταμασίου κ. Ἀλ. Μαλλιόπουλος, ἐναντίον τοῦ νόμου, παραλαβὼν τὸ ἀρχεῖον τῆς Δημαρχίας, μετέφερεν εἰς τὸ τρίωρον τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου ἀπέχον κτῆμά του (τσιφλίκι) Ἀμαρλὰρ, καταστήσας οὕτως αὐτὸ πρωτεύουσαν τοῦ δήμου, τὸ δὲ λαμπρὸν δημαρχιακὸν κατάστημα, τὸ ἀνεγερθὲν δαπάναις τοῦ δήμου καὶ ὂν κτῆμα τοῦ δήμου Ταμασίου, ἀφῆκεν ἔρημον καὶ ἀνοικτὸν, ἵνα καταῤῥεύσῃ, ἀναγκαζομένων τῶν δημοτῶν, ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, νὰ μεταβαίνωσιν ἄκοντες εἰς τὸ κτῆμά του δι’ ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας· μεταβαίνων δὲ συχνὰ ἐπ’ ἀδείᾳ καὶ μὴ εἰς Λαμίαν, ἔνθα κατοικεῖ διαρκῶς μετὰ τῆς οἰκογενείας του, δὲν παραδίδει τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν Αʹ δημαρχικὸν πάρεδρον κ. Μακρῆν, ὡς ὁ νόμος ὁρίζει, ἀλλ’ εἰς τὸν ἐν τῷ κτήματί του διαμένοντα ἕτερον ἀδελφόν του Κωνσταντῖνον, Βʹ δημαρχικὸν πάρεδρον, καὶ οὕτως ἔχει ἱδρύσει κράτος ἐν κράτει. Πλειστάκις καὶ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἀνεφέρθησαν οἱ κάτοικοι καὶ ὁ Αʹ δημαρχικὸς πάρεδρος εἴς τε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς τὴν Νομαρχίαν Τρικκάλων, ἀλλ’ οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη μέχρι σήμερον περὶ διορθώσεως τοῦ κακοῦ. Ἐρωτῶ ὅθεν τὸν ἁρμόδιον κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ἕως πότε θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἔκθεσμος αὕτη καὶ αὐθαίρετος κατάστασις τοῦ δημάρχου τούτου, ἀφοῦ μάλιστα ἐπίκεινται καὶ δημοτικαὶ ἐκλογαί;
§20ΣΑΚΚΗΣ. Ἐν Φαρσάλοις εὑρίσκεται διωρισμένος σχολάρχης, ἐγκατεστημένος εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον καὶ συνδεόμενος διὰ συγγενείας πρὸς πολιτευομένους ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, συνάμα δὲ καὶ κεφαλαιούχους. Οὗτος εἰργάσθη κατὰ τὰς ἐκλογὰς σκανδαλωδῶς, περιῆλθε τὴν ἐπαρχίαν Φαρσάλων, ὁμιλῶν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων, ὑποστηρίζων ἰδίους πολιτευομένους καὶ διαπράττων ὄργια. Ἐπειδὴ ἐπίκεινται ἐξετάσεις τοῦ ἐκεῖ ἑλληνικοῦ σχολείου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως ὁ σχολάρχης οὗτος, ὅστις οὕτω συμπεριφέρεται, τεθῇ ὑπὸ ἐποπτείαν, διότι κατὰ τὰς ἐξετάσεις βεβαίως θέλει φατριάσει. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ἀποστείλῃ ἐπιθεωρητὴν, ὅστις νὰ παρασταθῇ κατὰ τὰς ἐξετάσεις καὶ ἐπιβλέψῃ, ὅπως αὗται διεξαχθῶσιν ἀμερολήπτως. Διεβιβάσθη τηλεγράφημα ἐκ Καρδίτσης, δι’ οὗ παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Καρδίτσης, ὡς φορολογήσαντος εἴδη ἀναγόμενα εἰς τὴν σιδηρουργικὴν καὶ μὴ ὑπαγόμενα εἰς φορολογίαν. Παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου.
§21ΔΙΟΝ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καθὼς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως φροντίσωσι νὰ δοθῇ χρηματικὸν βοήθημα εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ φονευθέντος κατὰ τὴν συμπλοκὴν πρὸς τὴν ληστοσυμμορίαν τῶν Τσεκουραίων λοχίου Πυλαρινοῦ, καὶ ἠθικὴ ἀμοιβὴ εἰς τοὺς περισωθέντας κατὰ τὴν συμπλοκὴν ταύτην ὑπαξιωματικούς, λοχίαν Κουρεμένον καὶ δεκανέα Σακογιάννην.
§22ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, τί ἐνήργησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς ἀμοιβῆς τῶν στρατιωτικῶν, οἵτινες κατέστρεψαν τοὺς Τσεκουραίους ληστάς.
§23ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ ἔχοντες ἀπαιτήσεις εἰς ἀμοιβὴν εἶναι παρὰ πολλοί· διὰ τοῦτο ἀπεστείλαμεν ἀνώτερον ἀξιωματικόν, διακρινόμενον ἐπὶ εὐθύτητι χαρακτῆρος, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου, καὶ ἐλπίζομεν, ὅτι θὰ ἔχωμεν εὐάρεστα καὶ δίκαια ἀποτελέσματα.
§24ΜΑΝΕΣΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν αἴτησιν τοῦ συναδέλφου κ. Στάϊκου ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας τοῦ λοχίου Πυλαρινοῦ, ὅστις διὰ τοῦ θανάτου του συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐξόντωσιν τῶν τρομερῶν ληστῶν Τσεκουραίων.
§25ΚΡΙΤΣΑΣ. Λαμβάνων ἀφορμήν, Κύριοι, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐκ τῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυναν πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἣν καὶ ἐγὼ συμμεριζόμενος ἐνισχύω, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐκ τῆς σήμερον λαβούσης χώραν παρὰ τὴν Λαμίαν συμπλοκῆς, ἧς ἀποτέλεσμα ἦτο ἡ ἐξόντωσις τῆς ληστοσυμμορίας Τσουλῆ, ἡ εἴδησις τῆς ὁποίας ἐνέπλησε χαρᾶς ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐπαναλάβω πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν παράκλησιν, ἣν ἀπηύθυνα καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς διαλυθείσης Βουλῆς πρὸς τὸν τότε τοιοῦτον, παράκλησιν ἀφορῶσαν εἰς δύο ὑπαξιωματικούς, οἵτινες ἔξοχον ὑπηρεσίαν προσήνεγκον περὶ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας ἀσχολούμενοι, συντελέσαντες τὰ μάλιστα εἰς τὴν ἐξόντωσιν τῆς ληστοσυμμορίας Σκοτίδα, συντελεσθεῖσαν τῇ 29 Ἰουνίου 1893. Θὰ ἐνθυμεῖσθε βεβαίως οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ὁποίαν ἔκπληξιν παρήγαγεν ἡ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βάλτου πρὸ δύο ἤδη ἐτῶν διαπραχθεῖσα ὑπὸ τῆς συμμορίας ταύτης αἰχμαλωσία τῆς οἰκογενείας Ἀρκουμάνη· ὅσοι δὲ ἐνθυμοῦνται τὴν ἐπὶ τῇ αἰχμαλωσίᾳ ἔκπληξιν, ἐνθυμοῦνται βεβαίως καὶ τὴν χαράν, ἣν ἅπασα ἡ Ἑλλὰς ᾐσθάνθη μετά τινας ἡμέρας, ὅτε ἐγνώσθη ἡ καταστροφὴ τῆς συμμορίας ἐκείνης καὶ ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς αἰχμαλωτισθείσης οἰκογενείας. Καὶ ἀληθῶς μὲν ἡ ἐξόντωσις μιᾶς ὀλιγομελοῦς, ὡς ἐκείνην, ληστοσυμμορίας ὑπὸ τῶν ἀποσπασμάτων δὲν εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προκαλέσῃ τὸν θαυμασμὸν πρὸς τοὺς συντελέσαντας εἰς αὐτήν, ἂν μάλιστα ἡ συμπλοκή, ἡ σχοῦσα ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐξόντωσιν, ἦτο τυχαία καὶ ἐπιβαλλομένη. Τότε θὰ ἦτο ἁπλῆ ἐκπλήρωσις καθήκοντος, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐξενεχθεῖσαν καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν εἶναι ἀξία ἰδιαιτέρας ἀμοιβῆς, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑποτίθεται ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἀνέχεται καὶ ἄτομα μὴ ἐκπληροῦντα αὐτό. Ἀλλ’ ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει δέον νὰ ἐξετασθῇ οὐχὶ τὸ ἀποτέλεσμα, οὐχὶ ἡ καλὴ καὶ ἀνδρικὴ στάσις, ἣν ἐτήρησαν κατὰ τὴν συμπλοκὴν οἱ συμμετασχόντες αὐτῆς, διότι, ὡς εἶπον, τοῦτο εἶναι καθῆκον, ἡ παράλειψις τοῦ ὁποίου συνεπάγεται κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους βαρείας ποινὰς κατὰ τῶν παραβατῶν, ἀλλ’ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον εἶναι πολλῆς προσοχῆς ἄξιον καὶ τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἀποτελεῖ διακεκριμένην πρᾶξιν, ἥτις, κατὰ τὰ καθιερωμένα, πρέπει νὰ ἀμειφθῇ ἰδιαιτέρως· τοῦτο δὲ εἶναι ἡ ἐπιμονὴ καὶ ὁ ζῆλος, ὃν ἐπεδείξαντο οἱ ἐπενεγκόντες τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ συνάψωσι συμπλοκὴν ἐπικίνδυνον, τὴν ὁποίαν ἄλλως ἠδύναντο ν’ ἀποφύγωσι, προτάσσοντες πρὸς δικαιολόγησίν των τὸ ἀνυπέρβλητον τοῦ πρὸ αὐτῶν κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην εὑρεθέντος ἐμποδίου. Ἵνα δὲ γένωμαι, Κύριοι, καταληπτὸς εἰς ἐκείνους ἐξ ὑμῶν, οἵτινες κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον δὲν παρεκάθηντο ἐνταῦθα, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ὅσον ἔνεστι σύντομος τοῦ γεγονότος ἀφήγησις. Ὄλα τὰ κατὰ τὴν δυτικὴν Ἑλλάδα τότε ἀποσπάσματα ἦσαν εἰς κίνησιν· τινὰ δ’ ἐκ τούτων, συναντηθέντα που, ἔμαθον παρά τινος τὸ μέρος, ἔνθα ἐκρύπτετο ἡ συμμορία μετὰ τῶν αἰχμαλώτων. Μικρὰ ἦτο ἡ χωρίζουσα αὐτὰ ἀπὸ τῶν λῃστῶν ἀπόστασις· μεταξὺ ὅμως τῶν δύο τούτων σημείων ἔῤῥεεν ὁ Ἀχελῶος, ὁ ὁποῖος ἀπειλητικῶς ἐματαίου τὴν προσπέλασιν τῶν καταδιωκόντων πρὸς τοὺς καταδιωκομένους. Τί ἔπρεπε νὰ κάμουν; Ἠδύναντο βεβαίως ν’ ἀφήσωσι τοὺς λῃστὰς ἀκαταδιώκτους, χωρὶς νὰ παρεξηγηθῶσιν ἐπὶ τούτῳ· ἀλλ’ ἡ φιλοτιμία των δὲν τοῖς ἐπέτρεψε τὸ τοιοῦτον, καὶ ἐκ ταύτης ἀντλήσαντες ἀνυπολόγιστον θάῤῥος, ἀποφασίζουσι καὶ διέρχονται πεζῆ τὸν μαινόμενον ἐκεῖνον ποταμὸν, καὶ οἱ κατορθώσαντες τοῦτο κατάβρεκτοι καὶ ῥιγοῦντες πλησιάζουσι τοὺς λῃστὰς, ἐπιτίθενται κατ’ αὐτῶν, θορυβηθέντων ἐπὶ τῇ ἀνελπίστῳ ταύτῃ συναντήσει, φονεύουσι τὸν λήσταρχον Σκοτίδαν, συλλαμβάνουσι δύο ἐξ αὐτῶν, τοὺς Χρῆστον καὶ Μπουρλιάσκον, τῶν δύο ὑπολοίπων διαφυγόντων κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν, ἀλλὰ συλληφθέντων μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, καὶ ἀπελευθεροῦσιν ἀθίκτους ὅλως τοὺς αἰχμαλώτους. Ὁ ἀνώτερος ἐπόπτης τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων ἀντισυνταγματάρχης κ. Δουμπιώτης, ἐξετάσας τὴν ὑπόθεσιν μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν πάντοτε αὐστηρότητος καὶ ἀμεροληψίας, πείθεται ὅτι τινὲς ἐκ τῶν συμμετασχόντων τῆς συμπλοκῆς ἐκείνης ἦσαν ἄξιοι ἰδιαιτέρας ἀμοιβῆς, καὶ ὑποβάλλει ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας συνιστᾷ, ὅπως οἱ μὲν ἀξιωματικοὶ τιμηθῶσι διὰ παρασήμου, τρεῖς δὲ λοχίαι καὶ τρεῖς δεκανεῖς ἀμειφθῶσι διὰ προβιβασμοῦ. Καὶ οἱ τρεῖς μὲν δεκανεῖς προήχθησαν ἔκτοτε εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχίου, οἱ δὲ ἀξιωματικοὶ ἐπαρασημοφορήθησαν πρὸ μηνὸς περίπου, καὶ μόνοι, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους δὲν ἐξετελέσθη ἡ σύστασις τοῦ κ. Δουμπιώτου, εἰσὶν οἱ λοχίαι Σπανόπουλος, Κελέσης καὶ Χατζαρούλας, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ πρῶτος, ὁ Σπανόπουλος, ἀπέθανε πρὸ καιροῦ ὑπὸ πνευμονίας ἰσχυρᾶς, ἣν ἔπαθε κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, διελθὼν τὸν ποταμόν. Οὕτως ἔχει ἐν ὀλίγοις ἡ ὑπόθεσις, καὶ ταύτης οὕτως ἐχούσης, ἐπιβάλλεται, νομίζω, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς εὐχῆς τοῦ ἀντισυνταγματάρχου κ. Δουμπιώτου, τῆς ὑποβληθείσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4237 ἀπὸ 27 Ἰουλίου 1893 ἀναφορᾶς αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ἢ τοῦ Βʹ Ἀρχηγείου στρατοῦ, προάγουσα ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ τοὺς λοχίας Κωνσταντῖνον Κελέσην καὶ Χατζαρούλαν, οἵτινες, μὴ γνωρίζοντες ποῦ ν’ ἀποδώσωσι τὴν ἐπὶ δύο ἔτη παραγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων των ὑπὸ τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων, περιέπεσαν ἐν τῷ παραγκωνισμῷ των τούτῳ εἰς μελαγχολίαν καὶ ἀπογοήτευσιν, ἰδίως ἀφ’ ἧς ἡμέρας εἶδον ἀμειφθέντας διὰ προβιβασμοῦ τέσσαρας ὑπαξιωματικοὺς, συμμετασχόντας τῆς πρὸς τὴν συμμορίαν Παπακυριτσοπούλου συμπλοκῆς, ἥτις, συγκρινομένη πρὸς ἐκείνην, εἶναι πολὺ κατωτέρα. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τοὺς δύο ὁμοῦ λοχίας γνωρίζω τὴν περίστασιν μόνον ταύτην, ἡ ὁποία εἶναι ἀρκετὴ διὰ τὴν προαγωγήν των· ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ ἑτέρου τῶν λοχιῶν αὐτῶν, τοῦ Κωνσταντίνου Κελέση, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ γνωρίσω τῷ ἀξιοτίμῳ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργῷ, ἵνα διευκολύνω αὐτὸν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως, τῆς ὁποίας θὰ ἐπιληφθῇ βεβαίως κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, καθ’ ἃς κατὰ καθῆκον θέλει θέσει πρὸ ἑαυτοῦ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν σήμερον μὲν παρὰ τὴν Λαμίαν, πρό τινων δὲ ἡμερῶν παρὰ τὸν Καρβασαρᾶν λαβοῦσαν χώραν καταστροφὴν τῶν ληστοσυμμοριῶν Τσουλῆ καὶ Τσεκουραίων. Αἱ ἐκθέσεις αὗταί εἰσιν αἱ ἑξῆς· αʹ) ἡ ὑπ’ ἀριθ. 3953 τῆς 12 Νοεμβρίου 1891 τοῦ ἀνωτέρου ἐπόπτου Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, δι’ ἧς οὗτος συνιστᾷ τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ λοχίου Κωνστ. Κελέση διὰ τὴν σύλληψιν πολλῶν ληστοφυγοδίκων, καὶ βʹ) ἑτέρα ἐκ μέρους τοῦ ἐν Βάλτῳ διοικητοῦ τοῦ μεταβατικοῦ, τοῦ ἐπάρχου Βάλτου καὶ τοῦ νομάρχου Αἰτωλοακαρνανίας, διὰ τῆς ὁποίας, εἰσελθούσης εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῇ 25 Μαρτίου 1892, ὑπὸ τὸν αὔξοντα ἀριθ. πρωτοκόλλου εἰσερχομένων 25186, συνιστᾶται ὁ αὐτὸς λοχίας διὰ τὴν ἰδίαις χερσὶ σύλληψιν τοῦ ληστοφυγοδίκου Ἀθανασίου Κάππα. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὰς τοιαύτας ὑπὲρ τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων ἀναμφισβητήτους συστάσεις δύναμαι νὰ ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸς θέλει λάβει ὑπ’ ὄψει τὴν παράκλησίν μου ταύτην, καὶ ὅτι ταχέως θέλω ἰδεῖ τοὺς λοχίας Κελέσην καὶ Χατζαρούλαν προαγομένους εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, πρὸς ἱκανοποίησιν οὐχὶ μόνον αὐτῶν τούτων, ἀλλὰ καὶ τοῦ στρατεύματος ὁλοκλήρου.
§26ΚΟΡΠΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐφονεύθη ὁ λῃστὴς Σκοτίδας, πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ἐπεδείξαντο ἀδιαφορίαν, ἔχω καθῆκον νὰ κάμω γνωστὸν εἰς τὸν κ. συνάδελφον καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι τῷ ὄντι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οὐδεμία Κυβέρνησις ἐμερίμνησε περὶ τῆς ἠθικῆς ἀμοιβῆς τῶν συντελεσάντων εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ Σκοτίδα, ἀλλ’ ἔχω ἐπίσης καθῆκον νὰ εἴπω, ὅτι, λαβὼν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Σωτηροπούλου, τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Δουμπιώτου, παρετήρησα ὅτι ὁ μὲν διοικητὴς τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων συνίστα ὅλους τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, ὁ δὲ ἐπόπτης τὸν διοικητὴν τῶν ἀποσπασμάτων, ὁ δὲ ἀρχηγὸς τὸν ἀνώτερον ἐπόπτην, καὶ εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσω νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ὑπὸ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον εὑρίσκετο τότε ἡ ὑπόθεσις, ὅτε ἡμεῖς παρῃτήθημεν τῆς ἐξουσίας. Εἶμαι ὅμως εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ἐκ τῶν ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας ἔλαβον τότε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ ὑπαξιωματικός, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, πολὺ συνετέλεσεν εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ Σκοτίδα, καὶ ἑνόνω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου μετ’ αὐτοῦ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§27ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ἐζητήθη χθὲς ὑπὸ τοῦ κ. Σάκκη κατάστασις τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα τὰ λιμενικὰ ταμεῖα πληρόνουσιν ἐτησίως εἰς ἀμοιβὴν τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν. Συμπληρῶν τὸ αἴτημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πυλίας, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ κατάστασιν τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων τῶν λιμενικῶν ταμείων τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν καὶ τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ἐπίσης τὸν παρακαλῶ νὰ προσαγάγῃ τὴν πληροφορίαν, πόσον ποσὸν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τούτων διετέθη εἰς τὰ κυρίως λιμενικὰ ἔργα, δι’ ἃ συνεστήθησαν τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, καὶ πόσον εἰς ἄλλους σκοπούς.
§28Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἤμην δυστυχῶς ἐδῶ, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου. Κατὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ἔγκρισις τῆς ἐργολαβίας τοῦ τμήματος τῆς ὁδοῦ Πατρῶν–Καλαβρύτων ἐγένετο τὴν 26 Μαΐου καὶ ἐκοινοποιήθη, ὁ δὲ νέος ἐργολάβος ἐπαρουσιάσθη τὴν 31 Μαΐου. Ἀλλὰ κατὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦ παραπονουμένου ἐργολάβου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μειοδοτήσας μετὰ τὴν κατακύρωσιν τοῦ ἔργου, ἡ μειοδοσία αὐτοῦ ἐγένετο τὴν 25 Μαΐου, ἤτοι μίαν ἡμέραν πρὸ τῆς ἐγκρίσεως. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Ὁ νομάρχης, κατὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐτηλεγράφησε μετὰ πολλὰς ἡμέρας, ὅτι ἐγένετο ἡ μειοδοσία, ἤτοι τὴν 31 Μαΐου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ δώσῃ κῦρος εἰς τὴν ἔγκρισιν, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ, ἀφοῦ ὑπῆρχε προσφορὰ μειοδοτική. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ταῦτα, καὶ ἂν πράγματι ὁ ἀναφερόμενος εἶχεν ἐπιδώσει ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας ἐμειοδότει τὴν 25 Μαΐου, καὶ πεισθῇ ὅτι ἡ ἔγκρισις τῆς 26 Μαΐου δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἔγκρισιν αὐτὴν, χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου.
§29ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ ἐπληροφόρησε θετικῶς, ὅτι ἡ προσφορὰ ἐγένετο τὴν 31 Μαΐου, δηλ. 5 ἡμέρας μετὰ τὴν ἔγκρισιν· δὲν ἔχω δὲ ἀφορμὴν νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου δὲν μὲ ἐβεβαίωσε τ’ ἀκριβῆ. Ἐν τούτοις θὰ ἐξετάσω.
§30Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεώς σας φαίνεται, ὅτι ὁ νομάρχης ἐτηλεγράφησε τὴν 31 Μαΐου, ὄχι ὅτι τότε ἐγένετο ἡ μειοδοσία. Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ προσαγάγητε καὶ τὸν φάκελλον ὁλόκληρον.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς κ. Σχινᾶς νὰ προσέλθῃ, ὅπως ὁρκισθῇ. (Προσέρχεται καὶ ὀμνύει τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος Τριαντάφυλλος Σχινᾶς).
§32ΚΑΚΑΡΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην καὶ μεριμνήσῃ περὶ τῆς γεφύρας τοῦ Εὐρίπου, ἡ ἀντικατάστασις τῆς ὁποίας ἐπὶ μακρὰ ἤδη ἔτη διέκοψε τὴν διὰ ξηρᾶς συγκοινωνίαν τῆς Εὐβοίας μετὰ τῆς Βοιωτίας. Μεγάλαι ζημίαι ἐκ τούτου προσγίνονται εἰς τὸν τόπον καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς τοὺς ἐρχομένους διαφόρους ταξειδιώτας. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐνάρξεως τῶν ἔργων τῆς διαπλατύνσεως τὰ ἐμπορεύματα, μεταφερόμενα διὰ λέμβων καὶ φορτηγίδων ἐν ὥρᾳ καταιγίδος καὶ ῥεύματος ἰσχυροῦ, ἀνατρεπομένων πολλάκις τῶν λέμβων, ῥίπτονται εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ζημιοῦνται πολὺ καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ τὸ ἐμπόριον ἐν γένει. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ, ἵνα, εἰ δυνατὸν, ταχέως ἔλθῃ ἡ γέφυρα, ἡ παραγγελθεῖσα κατά τινας, καὶ κατ’ ἄλλους ἀναμενομένη, ἀλλ’ οὐδέποτε μέλλουσα νὰ φθάσῃ εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον, καὶ οὕτω πῶς ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πρώην καθεστώς· διότι ἡ ὑπεσχημένη ὠφέλεια οὐδαμῶς ἐξεπληρώθη, ὅλα δὲ τὰ ἔκτοτε γενόμενα ἔργα συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ ζημιωθῇ καὶ ἡ Εὔβοια καὶ ἡ Βοιωτία. Ἔχων ἐντολὴν παρὰ τῶν συμπολιτῶν μου, ἐκφράζω τὰς εὐχαριστίας αὐτῶν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν μέριμναν, ἣν ἐπεδείξατο, περὶ ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς κατασκευῆς τοῦ τμήματος τοῦ σιδηροδρόμου ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Χαλκίδα.
§33ΔΑΓΡΕΣ. Ὡς γνωστὸν, Κύριοι, ἡ συγκοινωνία εἶναι τὸ μέγιστον τῶν ἀγαθῶν ἔν τινι ἔθνει, διότι δι’ αὐτῆς ἀναπτύσσονται οἱ λαοὶ καὶ τὰ ἤθη ἐκπολιτίζονται. Ἐν τῷ νομῷ Μεσσηνίας, καὶ ἰδίως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμῶν, ἐκ τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεχθῶ Βουλευτὴς, δυστυχῶς ἡ συγκοινωνία ὑστερεῖ πολὺ τῆς τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν. Ἀρκεῖ δὲ νὰ πείσῃ πάντα ἀκροώμενον ἐμοῦ τὸ ἑξῆς γεγονός. Ἡ πρωτεύουσα τῆς ἡμετέρας ἐπαρχίας, αἱ Καλάμαι, δὲν συγκοινωνοῦσι δι’ ἁμαξιτῆς ὁδοῦ μὲ οὐδεμίαν τῶν πόλεων ἢ κωμῶν τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ νομοῦ, ἐκτὸς μιᾶς, τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης· τοῦτο δὲ βεβαίως ὀφείλεται εἰς τὴν ἀκηδίαν καὶ ἀμεριμνησίαν τῶν ἑκάστοτε δυναμένων νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας τοῦ νομοῦ ἐκείνου καὶ ἰσχυόντων παρὰ ταῖς ἑκάστοτε Κυβερνήσεσιν, οἱ ὁποῖοι ὅμως δυστυχῶς ἠσχολοῦντο, φαίνεται, εἰς ἄλλα, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ ἐφρόνουν ὡς ἀγαθά. Περὶ τῶν ἐλλείψεων τῆς συγκοινωνίας ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ καὶ περὶ τῶν συντελουμένων καὶ συντελεσθησομένων δημοσίων ἔργων, ἐν λίαν προσεχεῖ μέλλοντι θέλω ποιήσει λόγον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἰδιαιτέρως δὲ θέλω συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα λάβῃ ἰδιαίτερα μέτρα περὶ τῶν μέσων τούτων τῆς συγκοινωνίας καὶ περὶ τῶν συντελουμένων ἔργων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμῶν. Ἤδη παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τοῦ ἑξῆς. Πρὸ δωδεκαετίας, τῇ συστάσει τοῦ πατρός μου, εἶχε διαταχθῆ καὶ κατασκευασθῆ ὁδὸς, ἑνοῦσα τὴν ἐθνικὴν ὁδὸν Μεγαλοπόλεως μετὰ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Ἄριος. Ἐν τῇ ὁδῷ ταύτῃ συνετελέσθησαν ἔργα τεχνητὰ, ἐκ τῶν ἔργων δὲ τούτων πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους κατέῤῥευσεν ἐκ πλημμύρας γέφυρά τις ἐγγὺς τοῦ χωρίου Μικρομάνης, ἐκ τῶν εὐφορωτέρων κωμοπόλεων τῆς Μεσσηνίας καὶ διακρινομένης ἄλλοτε διὰ τὰ καλὰ ἤθη τῶν κατοίκων αὐτῆς, ἐν θέσει Μπάρκα ἢ Τριαντάφυλλο. Ἔκτοτε οὔτε ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις οὔτε ἡ τοῦ κ. Τρικούπη ἔλαβον μέτρον τι πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς γεφύρας, ἕνεκα δὲ τούτου διεκόπη ἡ συγκοινωνία τῶν δήμων Ἄριος καὶ Θουρίας, τῶν ὑπηρετούντων τὸ δημόσιον ταμεῖον περισσότερον τῶν ἄλλων ταμείων τοῦ Κράτους, καὶ δὲν δύνανται οὔτε τὰ προϊόντα αὐτῶν νὰ μεταφέρωσιν οἱ κάτοικοι ἀπὸ τοῦ Ἄριος εἰς τὰς Καλάμας, οὔτε αὐτοὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς Καλάμας. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα, ὥστε νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ κατασκευὴ τῆς ἐν λόγῳ γεφύρας, τῆς ὁποίας ἡ ἔλλειψις εἶναι ἐπαισθητοτάτη εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὑπέβαλεν ἔγγραφον ἐπερώτησιν, δι’ ἧς παρακαλεῖ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως «νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα τὴν ἐπιβληθεῖσαν εἰς ἕκαστον δῆμον κατὰ τὸ ἔτος 1894 διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν εἰσφοράν, τὸ ἀπέναντι αὐτῆς εἰσπραχθὲν ποσὸν καὶ τὴν γενομένην δαπάνην διὰ τὰ ἐν αὐτῷ κατὰ τὸ ἴδιον ἔτος δημοτικὰ διδακτήρια».
§35Ν. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν γίνεται λόγος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ περὶ συγκοινωνίας καὶ ἐπιδιορθώσεως ὁδῶν, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῶν ὁδῶν τῶν συνδεουσῶν τὴν πρωτεύουσαν μετὰ τῶν περιχώρων, αἵτινες εὑρίσκονται εἰς ἀθλιεστάτην κατάστασιν. Καὶ ἀπόλυτος μὲν ἀνάγκη ὑπάρχει πρὸς ἐπιδιόρθωσιν τῶν ὁδῶν αὐτῶν, χάριν τῆς μεταφορᾶς τῶν προϊόντων τῶν ἐξοχικῶν δήμων εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ἀλλὰ κατὰ μείζονα λόγον ὑπάρχει ἀνάγκη διορθώσεως τῶν ἐν λόγῳ ὁδῶν, ὡς ἐκ τῶν ἐπικειμένων διεθνῶν ἀγώνων, οἵτινες θὰ γείνωσιν ἐνταῦθα. Πάντες οἱ ξένοι, οἵτινες θὰ ἔλθωσι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, θὰ μεταβῶσι καὶ εἰς Μαραθῶνα καὶ εἰς Φυλήν, ἵνα ἐπισκεφθῶσι τὰς ἀρχαιότητας, θὰ ἦναι δὲ ἀδύνατος ἡ μετάβασις αὐτῶν, ἂν δὲν ἐπιδιορθωθῶσιν αἱ ὁδοὶ, αἱ συνδέουσαι τὴν πρωτεύουσαν πρὸς τοὺς δήμους ἐκείνους. Πρὸ ὀλίγου χρόνου μετέβην εἰς τοὺς δήμους Μαραθῶνος καὶ Φυλῆς, καὶ σᾶς βεβαιῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ διέλθῃ τις ἐκεῖθεν δι’ ἁμάξης. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ μέριμναν ταχίστην πρὸς ἐπιδιόρθωσιν τῶν ὁδῶν.
§36Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι, μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας κατέβαλον ἀνέκαθεν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, ἕνεκα λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς των ἡ κατάστασις τῶν ὁδῶν τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς εὑρίσκεται εἰς πολὺ χείρονα κατάστασιν, παρὰ εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Τοῦτο εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον ἀξιοθρήνητον, ὅσῳ λόγοι ἀνώτεροι ἐπιβάλλουσι τὴν ὑπὲρ τῶν ὁδῶν τῆς Ἀττικῆς μέριμναν, διότι ἡ Ἀττικὴ εἶναι ὁ τόπος, ἔνθα συῤῥέουσι ξένοι ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, καὶ ἐν τούτοις εἶναι βέβαιον, ὅτι ἅμα τις ἐξέλθῃ καὶ ἀπομακρυνθῇ ὀλίγον ἀπὸ τῆς πρωτευούσης, πρέπει νὰ κάμῃ τὴν διαθήκην του, περιερχόμενος τὴν κλασικὴν ταύτην χώραν. Ἐσχάτως ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ περιέλθω τὴν Ἀττικήν, καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἄριστος συνάδελφος, νῦν καθήμενος εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐκινδύνευσε τὴν ζωήν του, ἕνεκεν τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς ὁδοῦ, καὶ ὅμως εὑρίσκετο εἰς μέρος, τὸ ὁποῖον συνεχῶς ἐπισκέπτονται ξένοι. Διήλθομεν τὰς λαμπρὰς ἀρχαιότητας τοῦ μαντείου τοῦ Ἀμφιάραω, ἀλλὰ κατήλθομεν ἐπὶ ἡμιόνων, διότι εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπισκέπτονται πάντες οἱ ξένοι, δὲν δύναταί τις νὰ φθάσῃ δι’ ἁμαξιτῆς ὁδοῦ. Ἵνα μεταβῇ τις ἀπὸ τὸ χωρίον Μαραθῶνα εἰς τὸ χωρίον Γραμματικόν, δὲν δύναται νὰ μεταβῇ δι’ ἁμαξιτῆς ὁδοῦ, καίτοι εἰς τὸ Γραμματικὸν ὑπάρχει μετάλλευμα, τὸ ὁποῖον εἶναι βεβαίως πρόσθετος λόγος διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἁμαξιτὴ ὁδὸς πρὸς μεταφορὰν τοῦ μεταλλεύματος. Ἐκτὸς τῆς ὁδοῦ, ἥτις φέρει ἀπὸ τὸ Κατσιμίδι εἰς τὸν Ὠρωπόν, ὅλαι αἱ ἄλλαι ὁδοὶ ἐν τῇ Ἀττικῇ, δηλ. ἐν τῷ δήμῳ Ὠρωπίων, ἐν τῷ δήμῳ Μαραθῶνος καὶ ἐν τῷ δήμῳ Κρωπίας, εὑρίσκονται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, ἐκτὸς τῶν μερῶν, ὅπου διέρχεται ὁ σιδηρόδρομος. Δὲν θέλω νὰ ἐπιῤῥίψω τὴν εὐθύνην τῆς τοιαύτης καταστάσεως εἰς τοὺς πρὸ ἡμῶν συναδέλφους, διότι γνωρίζω ὅτι, ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ πράξουν, τὸ ἔπραξαν, ἀλλὰ τοῦτο βεβαιῶ, ὅτι ἴσως ὀλίγαι ἐπαρχίαι τῆς Ἑλλάδος ἔτυχον ὀλιγωτέρας μερίμνης ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονός. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι πρόωρον. Εἶπον ὀλίγας λέξεις, ἐπειδὴ ἀνέφερε περὶ αὐτοῦ ὁ συνάδελφός μου, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ἐκθέσω τὰ περὶ τούτου λεπτομερέστερον, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ ζητήματα τῆς ὁδοποιΐας.
§37ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Δὲν σκοπῶ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολύ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν, ἐπειδὴ ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα ὑπὸ τῶν συναδέλφων, νὰ ὑψώσω καὶ ἐγὼ φωνὴν ὑπὲρ τῶν δικαίων τῶν συμπολιτῶν μου, καὶ ἐκφράσω παράπονον, ὅτι οἱ ἐπὶ μακρὸν διαχειρισθέντες τὰ κοινὰ ἔδειξαν μεγάλην ἀστοργίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συγκοινωνίαν τῶν ἐξοχικῶν δήμων τῆς Ἀττικῆς. Ἡ ὁδὸς ἀπὸ Κιούρκων μέχρις Ἀθηνῶν εἶναι εἰς ἀθλίαν κατάστασιν. Ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου πῶς διεξετραγώδησε τὴν κατάστασιν αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφός μου. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ θελήσῃ μετὰ τοῦ διακρίνοντος αὐτὸν ζήλου νὰ ῥίψῃ βλέμμα στοργῆς πρὸς τοὺς δήμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοσοῦτον ἐγκατελείφθησαν ἐν τῷ παρελθόντι.
§38ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ἔλαβον ἐκ Θηβῶν ἐπιστολάς, δι’ ὧν μοὶ γίνεται γνωστόν, ὅτι κατάχρησις ἔλαβε χώραν εἰς τὸ δημοτικὸν ταμεῖον παρὰ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, ἡ δὲ κατάχρησις ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 20 μέχρι 30 χιλιάδων δραχμῶν. Συγχρόνως δὲ μοὶ γράφουσιν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐτηλεγράφησε περὶ τούτου εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Μολονότι ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι θὰ σπεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθ’ ἑαυτὸν, καταγγέλλω τὴν κατάχρησιν ταύτην καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός μου, καὶ παρακαλῶ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς νὰ ἀποστείλωσιν ἔκτακτον ὑπάλληλον, ἁρμόδιον, πρὸ πάντων ἕνα ἐκ τῶν λογιστῶν, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξετάσῃ τὰ βιβλία καὶ νὰ κάμῃ γνωστὰ τὰ πράγματα.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1).
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον καὶ πρὸ τοῦ δευτέρου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω νὰ ψηφισθῇ ἄρθρον ἴδιον, τὸ ὁποῖον θέλει λάβει τὴν τάξιν τοῦ δευτέρου, μεταβαλλομένης τῆς τάξεως τῶν μετὰ τὸ ἄρθρον 2 ἄρθρων. Ὅτε συνετάσσετο τὸ νομοσχέδιον, ὑπῆρχεν ἡ ἐλπὶς ὅτι ἤθελεν εἰσαχθῆ καὶ ψηφισθῆ πρὸ αὐτοῦ νομοσχέδιον ἄλλο, τὸ ὁποῖον παρασκευάζεται, περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ὑπουργείων. Ἐπειδὴ δὲ τὸ νομοσχέδιον δὲν εἰσήχθη, διότι ἐπιθεωρεῖται, πιθανὸν δὲ νὰ εἰσαχθῇ κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ἐπερχομένης ἑβδομάδος, διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιλάβω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ διάταξιν περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει γίνεσθαι ἡ ἀπαλλαγὴ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀπαλλασσομένων ἕνεκα τῆς καταργήσεως θέσεων. Τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον προτείνω, εἶναι τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 2. Ὁ προσδιορισμὸς τῶν κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον ἀπαλλαχθησομένων τῆς ὑπηρεσίας θέλει γενῆ ἄνευ διακρίσεως ἀρχαιότητος ὑπηρεσίας τῶν ἀπαλλασσομένων, διὰ Β. Διατάγματος, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν ἐν ταῖς §§ αʹ βʹ καὶ γʹ ἀναγραφομένων ὑπαλλήλων, δι’ ἀποφάσεως δὲ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν ἐν ταῖς §§ δʹ καὶ εʹ.»
§41ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ μείνῃ διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπιψήφισις προσθηκῶν ἐν μιᾷ μόνον ἀναγνώσει δὲν εἶναι ὅλως ἄψογον. Ἐὰν ἠθέλομεν ἀφήσει νὰ ψηφισθῇ ἡ προσθήκη αὕτη κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔλαβε τότε μόνον γνῶσιν, καὶ ἑπομένως ὅτι ἡ προσθήκη αὕτη ἐψηφίσθη ἐν μιᾷ μόνον ἀναγνώσει.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προταθὲν καὶ ἀναγνωσθὲν ὡς ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μετὰ τὴν προσθήκην ταύτην τὰ ἄρθρα 2–5 τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνουσι τὴν θέσιν ἄρθρων 3–6. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 3–6 τοῦ νομοσχεδίου).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται προσθήκη ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Τροιζηνίας κ. Δεϊμέζη, ἡ ὁποία, ἐὰν ψηφισθῇ, θὰ λάβῃ τὸν ἀριθμὸν 7. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ;
§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§46ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 7. Τὰ καθήκοντα τμηματάρχου ἀπόντος ἢ κωλυομένου δύναται νὰ ἐκτελῇ οἰκονομικὸς ὑπάλληλος ἰσοβάθμιος τμηματάρχῃ, ἢ ὑπουργικὸς γραμματεὺς Αʹ τάξεως, διοριζόμενος διὰ Β. Διατάγματος.»
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν.
§48ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ νὰ διορισθῇ διὰ Β. Διατάγματος;
§49ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Ὅταν ἐλλείπῃ τμηματάρχης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπληρωθῇ ἢ διὰ τμηματάρχου. Παρουσιάζονται ὅμως περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν περισσεύουσι τμηματάρχαι, καὶ γεννῶνται δυσκολίαι.
§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χάριν τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης;
§51ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Μάλιστα. Τὴν δυσκολίαν αὐτὴν ζητοῦμεν νὰ θεραπεύσωμεν.
§52ΡΑΛΛΗΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ ἄλλως τὸ ἄρθρον· ὅτι τὰ καθήκοντα τμηματάρχου δύνανται νὰ ἀνατεθῶσιν εἰς γραμματέα αʹ τάξεως, οὐχὶ νὰ διορισθῇ γραμματεὺς αʹ τάξεως.
§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ σύνταξις δὲν εἶναι κατάλληλος.
§54ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἵνα ταῦτα διατάσσωνται διὰ Β. Διατάγματος, διότι κατὰ τοῦτο ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τροιζῆνος εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν νόμον περὶ Ὑπουργείων τοῦ 1835, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ κατανομὴ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὰ καθήκοντα ἑκάστου τῶν ὑπαλλήλων προσδιορίζονται διὰ Β. Διατάγματος. Ἐπειδὴ δὲ νῦν προστίθενται καθήκοντα εἰς τὸν Γεν. Γραμματέα, δὲν ἀντιλέγω, ὅπως τοῦτο γίνηται διὰ Β. Διατάγματος.
§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἔχει κἄτι τι τὸ ἀνώμαλον διότι, ἐὰν ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, θεωρήσας καλυπτομένην τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ μέχρι τινὸς καὶ συμμεριζομένην αὐτὴν παρ’ ἑτέρου ὑπαλλήλου, ἠθέλησεν ὅπως ὁ ἕτερος οὗτος ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος συμμερίζεται τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, φέρῃ τὸν βαθμὸν τμηματάρχου, δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ ἦναι κανονικὸν νὰ ἀναθέσωμεν τὰ καθήκοντα ταῦτα καὶ νὰ μεταβιβάσωμεν τὴν ὑπουργικὴν ταύτην εὐθύνην εἰς πρόσωπον κατώτερον τοῦ τμηματάρχου, ἀφοῦ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ἠθέλησε νὰ ἦναι τοῦτο ἀνώτερος ὑπάλληλος. Τοῦτο δὲν θέλω νὰ τὸ συζητήσω σήμερον, ἀλλ’ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, ἐπιφυλαττόμενος νὰ τὸ ἐξετάσω.
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἐντελῶς προσωρινὴ ἡ ἐργασία. Τὸ ἄρθρον δύναται νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς· «Τὰ καθήκοντα τμηματάρχου ἀπόντος ἢ κωλυομένου δύνανται ν’ ἀνατεθῶσι διὰ Β. Διατάγματος εἰς ὑπουργικὸν γραμματέα αʹ τάξεως.»
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ὁ κ. Βουλευτὴς Τροιζηνίας τὴν διατύπωσιν ταύτην;
§58ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Μάλιστα.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὅπως διετυπώθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν Γεν. Λογιστηρίου.
§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνδέεται ἀμέσως μὲ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ «περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους», καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν πρόκειται νὰ συζητηθῇ σήμερον, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συγκατατεθῇ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως συμβαδίσῃ ἡ ψήφισις καὶ τῶν δύο νομοσχεδίων διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῶσι τροποποιήσεις τινὲς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας θὰ φέρω εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους γείνωσιν ἀποδεκταί.
§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ δὲν ὑποβάλλετε τὰς παρατηρήσεις σας; Ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὸ νομοσχέδιον.
§62ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ τὰς ὑποβάλω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Δὲν ἐπιμένω. Ἂν δὲν ἔχητε ὅμως ἀντίῤῥησιν, ἂς ἀναβληθῇ μέχρι τῆς Δευτέρας.
§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ μεταβολαὶ, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου,—καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ἐξακολουθῶ νὰ δίδω εἰς τὸ γραφεῖον τοῦτο τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον εἶναι σύνηθες καὶ γνωστὸν,—αἱ μεταβολαὶ αὗται κατ’ οὐδὲν μεταβάλλουσι τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο τὸ γραφεῖον τοῦτο κατὰ τὸ 1885. Ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ 1885 ἐψήφισε τὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ κατ’ ἐλάχιστον διαφέρει ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον. Δὲν εἶναί τι καινὸν, δὲν εἶναί τι τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ τὴν ὀργάνωσιν τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους. Ἤκουσα χθὲς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης διδάσκοντος μαθήματα, τὰ ὁποῖα τῷ ὄντι εἶναι χρησιμώτατα εἰς πάντας τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ μάθωσι τὰ μυστήρια τῆς διοικήσεως. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἀποσυντίθενται οἱ ὀργανισμοὶ οἱ ὑπάρχοντες, καταργουμένων τῶν ὀργάνων αὐτῶν, διότι ἡ ζημία εἶναι μείζων τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν ὑπέχει τὸ Κράτος, ἐὰν οἱ ὀργανισμοὶ ἦναι πλημμελεῖς ἢ ἀτελεῖς. Βεβαίως ἐννοῶ, ὅτι, ὅσον περισσότεροί εἰσιν οἱ ὑπάλληλοι, τόσον ὑπάρχει πιθανότης μείζων, ὅτι ἡ ἐργασία θέλει ἐκτελεῖσθαι πληρέστερον ἢ ὑπὸ τῶν ὀλιγωτέρων, προτιμότερον δ’ εἶναι νὰ ζητῶνται αἱ οἰκονομίαι οὐχὶ δι’ ἀποκοπῆς θέσεων, ἀλλὰ διὰ μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ. Εἰς ταῦτα οὐδεὶς ἀντιλέγει. Ἀλλὰ περὶ ἄλλου τινὸς πρόκειται, περὶ τοῦ πῶς νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐκπληρῶμεν τὴν ἐν τῷ Λογιστηρίῳ διεξαγομένην ὑπηρεσίαν εὐθηνότερον καὶ μετὰ πιθανότητος ὅτι θὰ ἐκτελῆται ἀκριβῶς. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ὑπέστη μεταβολὰς, καὶ πρῶτος, ὁ ὁποῖος μετέβαλε τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, εἶναι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, τὸν ὁποῖον τότε εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχω συνάδελφον, Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅτε εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀνόματος τοῦ Γενικοῦ Λογιστηκὸν καὶ ὠνόμασε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον Δημόσιον Λογιστήριον, καὶ ὠνόμασε τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ, τότε διὰ τὸν διορισθησόμενον τοῦτον Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπρότεινε, καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε, καὶ ἐγώ, ὡς συνάδελφος αὐτοῦ καὶ μέλος τῆς Βουλῆς, ἔδωκα ψῆφον, ἵνα δοθῇ καὶ μισθὸς μεγαλείτερος, καὶ πολλαὶ προνομίαι, ἴσαι πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡ νομοθεσία ἔστερξε νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν. Ἡ μεταβολὴ αὕτη δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι δὲν ἦτο εὔκολον νὰ εὑρεθῇ τις, ἵνα ἀναλάβῃ τὸν τίτλον καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ, ἐκεῖνος δὲ, τὸν ὁποῖον εἶχε κατὰ νοῦν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, συνέπεσε νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἀποδεχθῇ, ἐμείναμεν δ’ οὕτω μὲ τὴν μεταβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ 1891 δὲν ἠξεύρω ἄν εἶχον προστεθῆ ὑπάλληλοί τινες, ἀλλὰ δὲν εἶχε μεταβληθῆ ὁ ἄλλος ὀργανισμός. Καὶ κατὰ τὸ 1894 ὁ ὀργανισμὸς διετηρήθη ὁ αὐτὸς, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι προσετέθησαν διάφοροι ὑπάλληλοι. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ποιοῦμαι ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον, σκοπεῖ νὰ ἐπαναγάγῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ 1885, ὅτε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἐλειτούργει ἄριστα. Διευθυντὴς αὐτοῦ ἦτο εἷς, ὁ ὁποῖος τὴν στιγμὴν ταύτην ἔχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ ἦναι συνάδελφος ἡμῶν, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τροιζηνίας. Αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας διανύομεν, εἶναι σοβαραί, πρόκειται δὲ νὰ σώσωμεν μεγαλείτερα συμφέροντα, καὶ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα ἡμῶν. Ποίαν μεταβολὴν ὀργανισμοῦ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου ἐννοεῖτε, ἵνα ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν προτιμᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἀντὶ τῆς περικοπῆς τῶν θέσεων, τὴν ὁποίαν ἐγὼ προτείνω; Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς δείξῃ τοιαύτην μεταβολὴν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἥτις καὶ περισσοτέρας πιθανότητας ἀκριβείας νὰ παρέχῃ, καὶ ἐλάττωσιν ἐξόδων δι’ αὐτῆς νὰ ἐπιτυγχάνωμεν, βεβαίως ἠθέλομεν τὴν δεχθῆ· ἀλλ’ ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς δὲν ὑπάρχει· ὑπάρχει μόνον ἓν Γραφεῖον, διαιρούμενον εἰς τμήματα, τὸ ὁποῖον ἔχει πολυαριθμότερον προσωπικόν. Τὸ πολυαριθμότερον προσωπικὸν βεβαίως δύναται νὰ ἐκτελέσῃ περισσοτέραν ἐργασίαν ἀπὸ τὸ ὀλιγαριθμότερον· ἀλλ’ ἐὰν τὸ πολυαριθμότερον τοῦτο προσωπικὸν δὲν ἦναι καλῶς ἐκλελεγμένον, ἐὰν δὲν ἦναι δόκιμον εἰς τὸ εἶδος ἐκεῖνο τῆς ὑπηρεσίας, ἡ πιθανότης ὅτι τὸ πολυαριθμότερον προσωπικὸν χρησιμεύει περισσότερον ἀπὸ τὸ ὀλιγαριθμότερον προσωπικὸν, ἐκλείπει τέλεον. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ δὲν δύναμαι νὰ δώσω βεβαίωσιν οὐδὲ καλὴν, οὐδὲ κακὴν, περὶ τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, δύναμαι ὅμως νὰ δώσω τὴν βεβαίωσιν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐμειώθη οὐσιωδῶς, πρῶτον ἐπειδὴ ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους· ἐμειώθη δὲ ἡ ἐργασία αὐτοῦ ἕνεκα τούτου, διότι ἀποκόπτονται τρεῖς μεγάλοι κλάδοι, οἱ ὁποῖοι ὑπήγοντο ἕως τώρα εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, καὶ οἱ ὁποῖοι διεξήγοντο μετὰ μεγάλης συντομίας, ὁ κλάδος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν εἴσπραξιν ἐσόδων τινῶν, οὐχὶ πάντων, ὁ κλάδος, ὁ ὁποῖος ἠσχολεῖτο διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ, καὶ ὁ κλάδος, ὁ ὁποῖος ἐφρόντιζε περὶ τῆς χρεωλυτικῆς ἀποσβέσεως τῶν χρεῶν κατὰ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ σύστημα, κατὰ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν σύμβασιν, καὶ ὁ κλάδος, ὁ ὁποῖος διατελεῖ ἐν ἀργίᾳ, ὁ κλάδος τοῦ ἐλέγχου τῆς ἐπαληθεύσεως τῶν γενομένων πληρωμῶν. Εἶπον ὅτι διατελεῖ ἐν ἀργίᾳ, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ ἐπικυρώσῃ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, διότι, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς, νομίζω ὅτι ἔλαβε πρόνοιαν, ὅπως ἀρχίσῃ ἡ ἐργασία τοῦ κλάδου τούτου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐν πλήρει ἀργίᾳ. Ἡ ὑπηρεσία αὕτη συνίσταται εἰς τὴν παραλαβὴν τῶν τοκομεριδίων, τὰ ὁποῖα ἐξωφλήθησαν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν παρελθόντων ἐτῶν, εἰς τὴν ἐξέλεγξιν ὅλων τῶν γενομένων πληρωμῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δανείων, εἰς τὴν προσάρτησιν αὐτῶν εἰς τὰ προσήκοντα ἐντάλματα καὶ εἰς τὴν ἐπαλήθευσιν τοῦ ἂν ἐπληρώθη εἰς τοὺς δανειστὰς ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσε τὸ Κράτος, ἢ ἂν ἐπερίσσευσαν ποσά τινα. Ἡ ἐργασία αὕτη πράγματι ἤρχισεν, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, καὶ ἐξηκολούθησεν ἐν ὅσῳ ἤμην ἐγώ· ἀλλὰ μετὰ ταῦτα αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους καὶ τῶν περιστάσεων τὴν ἀνέστειλαν. Τώρα ἡ ἐργασία αὕτη θὰ ἀναζωογονηθῇ, καὶ ἀποτελεῖ ἕνα κλάδον, καὶ ἀνήκει εἰς ἓν τῶν τριῶν τμημάτων τοῦ Γραφείου τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας· ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐργασία αὕτη εἶναι κολοσσιαία, ὀγκωδεστάτη, ὑποθέτω ὅτι, ἐὰν ἀρχίσῃ ἁρμονικῶς, θὰ παρέλθωσι πολλὰ ἔτη, ἵνα δυνηθῇ νὰ τελειώσῃ. Λοιπὸν ἀπεκόπη ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους· ἀλλ’ ἀπεκόπη καὶ ἄλλη ἐργασία ἀπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου τῆς 28 Μαΐου 1887 ἀπεσπάσθη ἀπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἡ ἐπιθεώρησις τῶν ἐνταλμάτων καὶ ἀνετέθη αὕτη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἡ ὑπηρεσία αὕτη δὲν εἶναι τόσον μικρὰ, διότι ἀπαιτεῖ ἐπὶ ἑκάστου ἐντάλματος νὰ ἐξετασθῇ ἡ κατάστασις τῶν πιστώσεων, καὶ δεύτερον νὰ γένηται ἐξέλεγξις πρόχειρος, εἰ δυνατὸν, τῆς νομιμότητος, τῆς ἐντολῆς καὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ἐν τῷ ἐντάλματι ἀναγεγραμμένων ποσῶν. Τρίτον ἀπεκόπη, ἕνεκα τῆς καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, πᾶσα ἡ ἐργασία, ἥτις ἕνεκα αὐτοῦ ἦτο ἀνατεθειμένη εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Ὡσαύτως μετὰ τὸν νόμον τῆς 17 Δεκεμβρίου 1892 περιωρίσθη ἡ ἐργασία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἑπομένως, ἐὰν κατὰ τὸ 1885, ὅτε εἶχεν ὅλην αὐτὴν τὴν ἐργασίαν τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, διεξήγετο ἡ ὑπηρεσία διὰ προσωπικοῦ σχεδὸν ἴσου πρὸς τὸ νῦν προτεινόμενον, εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἀναγκαία ἡ προσθήκη ἄλλων ὑπαλλήλων πλέον ἐκείνων, τοὺς ὁποίους προτείνομεν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης σκοπῇ νὰ προβάλῃ προτάσεις περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἡμεῖς, ἐὰν αἱ προτάσεις αὐτοῦ ἦναι ὀρθαὶ, βεβαίως θέλομεν τὰς δεχθῆ. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὀρθὸν νὰ προβάλῃ προτάσεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Μ’ ὅλον τοῦτο, ἐὰν θέλῃ νὰ προβάλῃ καὶ ἐπὶ τούτου προτάσεις, ἂς προβῇ καὶ εἰς τοῦτο.
§64ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν παρεδεχόμην, ὅτι θὰ δυνηθῇ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀποσπάσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, βεβαίως οὐδεμίαν θὰ εἶχον πρότασιν τροποποιήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ὑποβάλω, καὶ ἂν εἶχον τοιαύτην, θὰ εἶχον πρότασιν ἐλαττώσεως μᾶλλον. Ἀφοῦ αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ κεχωρισμένως λειτουργοῦσαι ἀπὸ τοῦ 1890, ἀφηρέθησαν ἀπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τοῦτο δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν μὲ τὸ προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε τότε, καὶ ἴσως μὲ ὀλιγώτερον. Ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀποσπάσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἂν δὲν τροποποιηθῇ τὸ περὶ δημοσίου χρέους νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα ν’ ἀναβληθῇ, ὅπως συνδυασθῇ μετὰ τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου· διότι, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ διευθυνομένη ὑπὸ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, βεβαίως καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ παραδεχθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὸν τὸ προσωπικὸν τοῦτο διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ὅλην. Τοιαύτην ἔχων πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀποσπάσῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν, καὶ ἔχων ἀμυδράν τινα ἐλπίδα, ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ τὸν πείσουν, θέλω νὰ προλάβω, ὅπως μὴ ἀποβῇ ἀδύνατος ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ἔχοντος ἴσως νὰ ἐκτελέσῃ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν· ὤφειλον ὅμως νὰ ὑποβάλω τὴν παρατήρησιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ μὴ μὲ μεμφθῇ τις, ὅταν θὰ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ὅτι δὲν ἐπρόλαβον νὰ εἴπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν αἱ παρατηρήσεις μου ἤθελον γείνῃ δεκταί. Τοῦτο ἀκριβῶς ἔχω σκοπὸν, διότι τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ὅπως τὸν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ἐγκρίνω πληρέστατα, καὶ, ὡς εἶπον, μᾶλλον οἰκονομίας ἤθελον προτείνει. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ μοῦ ἀποδοθῇ μομφὴ, ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν μέχρι τῆς Δευτέρας.
§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὀλίγον διαφέρομεν. Ὑμεῖς δὲν ἔχετε ἀφορμὴν νὰ φέρητε ἀντιῤῥήσεις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἰμὴ μόνον τὴν γενικὴν, τὴν ἀμφισβήτησιν τῆς ἀρχῆς. Ὑμεῖς ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ὡς ὑπηρεσία αὐτοτελής. Θὰ προτείνητε λοιπὸν τὴν Δευτέραν ὅσας ἔχετε τροποποιήσεις, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ τὰς παραδεχθῇ, εἶσθε ἐν καιρῷ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ ἐπιφέρητε τὰς παρατηρήσεις σας ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀναγινώσκεται σήμερον εἰς δευτέραν συζήτησιν· θὰ ἦναι εἰς τρίτην τὸ Σάββατον.
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ στέργω ἡ τρίτη ἀνάγνωσις νὰ μὴ γείνῃ αὔριον.
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου.
§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ ἄρθρον 2 ἤθελον παρακαλέσει νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς ἐδάφιον: «Ὁ μηνιαῖος μισθὸς τῶν γραμματέων αʹ τάξεως μετὰ δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν, ἂν τὰ πέντε τελευταῖα ἔτη αὐτῆς διετέλεσαν ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ γραμματέως αʹ τάξεως, ἀναβιβάζεται εἰς δραχμὰς 250, προστίθενται δ’ εἰς αὐτὸν δραχμαὶ δέκα μετὰ πᾶσαν νέαν πενταετίαν, ἕως ἂν ὁ μισθὸς αὐτῶν ἀναβιβασθῇ εἰς δραχμὰς 280». Οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἔχουσιν ἐλαχίστας πιθανότητας προαγωγῆς, ἑπομένως νομίζω, ὅτι εἶναι συμφέρον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὑπαγορεύεται δὲ καὶ ἀπὸ τὸ δίκαιον, νὰ ἐνισχύωνται διὰ μικρᾶς αὐξήσεως μισθοῦ.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς προσθήκης τοῦ νέου ἐδαφίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3.
§73ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἀπόντα ἢ κωλυόμενον, ἀναπληροῖ εἷς τῶν ὑπουργικῶν γραμματέων πρώτης τάξεως, δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ προσδιοριζόμενος».
§74ΡΑΛΛΗΣ.....
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἡ ὑπηρεσία δὲν εὕρῃ πρόσωπον ἔχον τὰ προσόντα τοῦ Γεν. Γραμματέως, οὐχὶ τὰ ἐν τῷ νόμῳ προσόντα, ἀλλὰ τὰ ἄλλα, τὰ ὑπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐνδεικνυόμενα ὡς ἀναγκαῖα, δύναται νὰ ἀναθέσῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἰς ἕνα τμηματάρχην αʹ τάξεως, διότι ὁ διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου πρέπει νὰ ἔχῃ βαθμὸν Γεν. Γραμματέως, οὕτω δὲ δύναται νὰ ᾖναι καὶ τμηματάρχης αʹ τάξεως. Παρακαλῶ δὲ νὰ τεθῇ: «ἀναπληροῖ εἷς τῶν ὑπουργικῶν γραμματέων αʹ τάξεως διὰ Β. Διατάγματος ὁριζόμενος», ἀντὶ τοῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ προσδιοριζόμενος».
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5.
§78ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Οἱ ἔκτακτοι οὗτοι ὑπάλληλοι προτλαμβάνονται δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεως τοῦ διευθύνοντος τὸ Γεν. Λογιστήριον, βεβαιούσης συγχρόνως ἐν λεπτομερείᾳ τὰ τῆς ἀνάγκης ταύτης καὶ προσδιοριζούσης τὴν πιθανὴν διάρκειαν αὐτῆς.»
§79ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δεχθῇ ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ λέξις «πιθανὴν», διότι ἔχομεν προηγούμενα πόσος χρόνος ἀπαιτεῖται διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἀπολογισμοῦ ἑνὸς ἔτους.
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ 1891 ἐδημοσιεύθη ὁ ἀπολογισμὸς ἐν ἔτος, ἓξ μῆνας καὶ ἑπτὰ ἡμέρας μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως· ἀλλὰ τοῦ 1892 ὁ ἀπολογισμὸς δὲν ἐδημοσιεύθη ἔτι, ἂν καὶ ἡ χρῆσις ἔκλεισε πρὸ ἑνὸς ἔτους, ἑπτὰ μηνῶν καὶ ἐννέα ἡμερῶν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ὡς ἄρθρον 6 παραπλησία διάταξις τῆς προστεθείσης εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἑξῆς: «Ὁ προσδιορισμὸς τῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἀνωτέρω 1 ἄρθρου ἀπαλλαχθησομένων τῆς ὑπηρεσίας θέλει γενῇ διὰ Β. Διατάγματος, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἐπὶ τῶν ἐν τοῖς § αʹ, βʹ καὶ γʹ τοῦ εἰρημένου ἄρθρου ἀναγραφομένων, ἢ δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν ἀναγραφομένων ἐν ταῖς §§ γʹ, δʹ καὶ εʹ, καὶ ἄνευ διακρίσεως ἀρχαιότητος ὑπηρεσίας τῶν ἀπαλλασσομένων.»
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνωσθὲν ὡς ἄρθρον 6 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνει οὕτω τὴν θέσιν ἄρθρου 7. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν προσόντων καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§85ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον.
§87Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα ἡ ἀνάγκη, ἣν αἰσθάνομαι, νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινάς, σχετιζομένας παραδόξως μὲ τὸν δικαστικὸν ὀργανισμόν, ἐνῷ πρόκειται περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν. Μᾶς φαίνεται παράδοξον βεβαίως, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τὸ παρελθὸν, ὡς γινώσκετε, ἀνέτρεψε τὴν κειμένην νομοθεσίαν, καὶ ἐκεῖ, ὅπου νομίζετε ὅτι συζητεῖτε περὶ οἰκονομικῶν, εὑρίσκεσθε πρὸ τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ, ἐκεῖ ὅπου νομίζετε ὅτι συζητεῖτε περὶ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ, τίποτε τὸ παράδοξον νὰ εὑρίσκεσθε πρὸ στρατιωτικῶν διατάξεων. Διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ζητεῖται ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν τοῦ 1893. Δὲν ἔχω λόγον νὰ ἦμαι ἐναντίος τῆς ἀρχῆς· τοῦτο μόνον παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἀπεριόριστος, ἡ εὐρυτάτη δικαιοδοσία τῶν κ. οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν καταντᾷ ἀπίστευτος. Ὡς διετυπώθη διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου τοῦ 1893, αὕτη εἶναι τόσον εὐρεῖα, ὥστε μὰ τὴν ἀλήθειαν δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχῃ ἄλλη ἐξουσία, δυναμένη νὰ ἵσταται ὡς ξίφος ἐπὶ τὴν κεφαλὴν παντὸς δημοσίου ἢ δημοτικοῦ ὑπαλλήλου, μέλους κοινοτικοῦ συμβουλίου, διαχειριστοῦ ἀνωνύμου ἑταιρίας, συμβούλου καὶ καθεξῆς. Δὲν θὰ μὲ ἀπασχολήσῃ τὸ ζήτημα ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους κλάδους, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει διάταξις, ἥτις ἀνατρέπει τὰς βάσεις τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ, διάταξις, ἥτις ἀνατρέπει τοὺς κανόνας τῆς ἱεραρχίας, διάταξις, ἥτις ἀπειλεῖ τὰς νομοθετικὰς διατάξεις περὶ ἐχεμυθίας καὶ περὶ μυστικότητος τῆς ἀνακρίσεως, νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ὑποδείξω τὴν ἀνάγκην, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συμπεριλάβῃ διάταξιν, ἐὰν τὸ κρίνῃ ἐπάναγκες, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐξαφανισθῇ ἡ περὶ ἧς πρόκειται διάταξις. Τὸ ἄρθρον 1, ὡς εἶπον, τοῦ νόμου τοῦ 1893 δίδει εὐρυτάτην ἐξουσίαν εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητάς, ἀλλ’ οἱ νεώτεροι οὗτοι τιμηταὶ τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2 ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ εἰσβάλλωσι καὶ εἰς ὅλα τὰ δικαστικὰ γραφεῖα, καὶ κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν αὐθαίρετον βεβαίως, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον, ἐδόθη ὅμως ἐπισήμως δι’ ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ τελευταῖον ἔαρ τοῦ 1894, μεταξὺ τῶν δικαστικῶν γραφείων ἐννοοῦσι νὰ συμπεριλαμβάνωνται καὶ τὰ συμβολαιογραφεῖα. Θὰ ἐνθυμεῖσθε κωμικοτραγικήν τινα διήγησιν, λαβοῦσαν χώραν ὀλίγους μῆνας μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τῶν λυπηρῶν ἐκείνων λέξεων «δυστυχῶς ἐπτωχεύσαμεν». Εἴχομεν ἀνάγκην ἑκατομμυρίων· οἱ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταί, θέλοντες νὰ βοηθήσωσι, φαίνεται, τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀνεζήτουν παντοῦ ἑκατομμύρια, καὶ παραδόξως τὰ εὗρον· καὶ ποῦ; εἰς τὰ συμβολαιογραφεῖα· ἀνεβιβάζοντο τότε, κατὰ μετρίους ὑπολογισμοὺς, εἰς 20 ἑκατομμύρια τὰ εὑρεθέντα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἄλλοι τινὲς τὰ ἀνεβίβαζον εἰς 100 ἑκατομμύρια, καὶ οὕτως ἐλύετο τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, τῇ βοηθείᾳ τῶν κ. κ. οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν. Εἷς τῶν κ. οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, περιοδεύων ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐσκέφθη ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐπιθεωρήσεως ἑνὸς συμβολαιογραφείου, δυνάμει τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου τοῦ 1893, τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖται ἡ τροποποίησις. Τί λέγει δὲ τὸ ἄρθρον 2 τοῦτο; (ἀναγινώσκει): «Οἱ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταὶ δύνανται νὰ ἐπιθεωρῶσι, κατὰ διαταγὴν τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, ἢ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὰ εἰδικὰ ταμεῖα, οἷον στρατιωτικά, ναυτικά, πολιτικά, δικαστικά, ἀρχαιολογικὰ, δημοτικά, ταμεῖα πόλεων, κοινοτήτων, μονῶν, νοσοκομείων, ἀγαθοεργῶν ἱδρυμάτων, ἐνεχυροδανειστηρίων, φυλακῶν, ταμείων κτλ.» Ἐπειδὴ δὲν πρόκειται ν’ ἀσχοληθῶ περὶ τῶν λοιπῶν διατάξεων, ἀλλὰ περὶ τῆς λέξεως μόνον δικαστικὰ, σᾶς ἀναφέρω, ὅτι ἐνόμισεν ὁ κ. οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς, — τὸν ὁποῖον οὔτε προσωπικῶς γνωρίζω, οὔτε κατ’ ὄνομα,— ἐνόμισε, λέγω, ἐνθαῤῥυνόμενος ἀπὸ τὰς ὑπουργικὰς διαταγὰς, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ἐπιθεωρήσεις καὶ τῶν συμβολαιογραφείων, καὶ τί εὗρε, νομίζετε; ὅτι, ὑπαρχούσης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οἱ συμβολαιογράφοι δὲν ἐχαρτοσήμαινον τὰ ἔγγραφά των διὰ τῆς ἀναγωγῆς τοῦ χρυσοῦ εἰς τραπεζογραμμάτια, ἀλλ’ ἐπληρόνοντο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατιμήσεως τῆς γενομένης διὰ Β. Διατάγματος. Ἄν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ὡς Ὑπουργὸς, εἶχεν ἐκδώσει διάταγμα περὶ διατιμήσεως τῶν ξένων νομισμάτων. Οἱ κύριοι συμβολαιογράφοι λοιπὸν εἶχον συμμορφωθῆ μὲ τὸ Β. Διάταγμα, εἶχον ἐπιβάλει χαρτόσημον ἀνάλογον· γενομένων δὲ ἐπιθεωρήσεων ὑπὸ τῶν κ. Εἰσαγγελέων, τῶν μόνων ἁρμοδίων, ἐβεβαιώθη ὅτι συνεμορφώθησαν μὲ τὸν νόμον, εἴς τινας δ’ ἐξ αὐτῶν εἶχεν ἐκφρασθῆ καὶ ἡ εὐαρέσκεια διὰ τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των· ἄλλοτε δὲ ἐγεννήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοιοῦτον ζήτημα καὶ ἐπεβλήθη ὁ φόρος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος καὶ οὐχὶ διὰ τῆς ἀναγωγῆς· ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς εὗρεν, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν σειρὰν τῶν ἐτῶν δὲν ἐφηρμόζοντο οἱ νόμοι, καὶ ἔπρεπεν οἱ συμβολαιογράφοι νὰ πληρώσωσι τὸ πολλαπλοῦν, τὸ ὁποῖον, ἐννοεῖται, ἀνεβιβάζετο εἰς δεκάδας ἑκατομμυρίων εἰς ὅλα τὰ συμβολαιογραφεῖα! Ἢ ἔπαιζον ἐν οὐ παικτοῖς ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔδωκαν τὰς διαταγὰς, ἢ καὶ ἐξεμεταλλεύοντο τὰς διαταγάς των οὗτοι, ἵνα ἐξαναγκάσωσι τοὺς συμβολαιογράφους νὰ προσπέσωσιν εἰς τοὺς πόδας των, ὅπως ἀφήσωσιν αὐτοῖς τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν.
§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Χριστιανικῶς.
§89Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγένετο τὸ δεύτερον· ἠναγκάσθησαν οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἠναγκάζοντο νὰ ἐκλέξωσιν ἢ περὶ τῆς φυγῆς των ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ἢ περὶ τῆς αὐτοκτονίας, ἠναγκάσθησαν ἀντὶ τούτων νὰ προσπέσωσιν εἰς τοὺς πόδας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος, αὐτὸς οὗτος ὁ δοὺς τὰς αὐστηρὰς διαταγὰς διὰ τῆς ἐγκυκλίου, ἀφῆκε τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν.
§90Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ τραβάει τὸν μπελᾶ του ὁ κόσμος τώρα!
§91Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. ἐκ Σκοπέλου συνάδελφος, ὅτι ὑπάρχουσι πολλὰ ἄλλα σχετικὰ ζητήματα, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν θέλω ν’ ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ τὸ θέμα· μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἴσως θέλω λάβει τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναπτύξω περὶ αὐτῶν, διότι σχετίζονται μὲ τὸ ζήτημα τοῦ χαρτοσήμου, καὶ εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν θέλω ὑποβάλει τινὰς παρατηρήσεις μου. Ἡ πρώτη λοιπὸν παρατήρησις, τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ κάμω, εἶναι ὅτι, κατὰ τὸ κείμενον τοῦ νόμου, αὐθαιρέτως οἱ κ. οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταὶ εἰσβάλλουσιν εἰς τὰ συμβολαιογραφεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δικαστικά. Ἡ δευτέρα παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω, εἶναι ὅτι ὁ συντάξας τὸν νόμον αὐτὸν τοῦ 1893 ἢ ἠγνόει τὸν δικαστικὸν ὀργανισμὸν καὶ τὸν νόμον τοῦ 1887, περὶ τοῦ ὁποίου θέλω ὁμιλήσει, ἢ, ἐν τῷ ἐνθουσιασμῷ του περὶ τῶν νέων τιμητῶν, ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ γραφεῖον καὶ γωνία, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἀρνηθῇ τὴν εἴσοδον τοῦ κ. οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἐννοῶ τὴν πρόνοιαν, ἥτις ἐλήφθη, περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, ἀλλ’ ὅλα μέχρις ὁρίου καὶ μέχρι τοῦ ἀπαιτουμένου μέτρου. Ὅταν ὅμως ἄλλοι νόμοι, καὶ νόμοι ψηφισθέντες παρὰ Κυβερνήσεως, ἧς Πρόεδρος ἦτο αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἰσήγαγε καὶ τὸν νόμον τοῦτον, ὅταν ἄλλοι νόμοι, λέγω, προέβλεπον ἐπαρκῶς περὶ τῆς ἐποπτείας ταύτης, πρὸς τί συμπεριελήφθη ἡ διάταξις; Ἐὰν ἦτο ἀκίνδυνος, ἂς συμπεριελαμβάνετο· ἀλλὰ εἶναι ἐπικίνδυνος καὶ ἐπιζήμιος καὶ γελοία, — ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις — εἶναι γελοία, Κύριοι, διότι ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς, ὁ ὁποῖος ἔχει βαθμὸν τμηματάρχου αʹ ἢ βʹ τάξεως, λαμβάνει δυνάμει αὐτῆς τῆς διαταγῆς τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα νὰ μεταβῇ ἡμέραν τινὰ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, νὰ ἐξελέγξῃ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου...
§92ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν γραμματέα.
§93Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ γραφεῖον τῆς Εἰσαγγελίας. Τὸ γραφεῖον τῆς Εἰσαγγελίας περιέχει καὶ πράξεις εἰσαγγελικάς· ὁ Εἰσαγγελεὺς π. χ. ἐδέχθη μίαν ἀναφορὰν οὐχὶ ἐπὶ χαρτοσήμου κτλ. Ὁ δικαστικὸς ὀργανισμὸς, Κύριοι, προεῖδε τὴν ἀνάγκην τῆς ἐποπτείας. Τὸ μὲν ἄρθρον 96, ὡς γινώσκετε, ἐπιβάλλει εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς «νὰ ἔχωσι τὴν ὑπερτάτην ἐπιτήρησιν ὅλων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν τῆς περιφερείας των· ἰδίως δ’ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν ὅλων τῶν περὶ τὴν ὑπηρεσίαν πράξεων τῶν γραμματέων, συνηγόρων, συμβολαιογράφων καὶ κλητήρων, νὰ ἐπιθεωρῶσι τὸ κατάστημά των, καὶ νὰ λαμβάνωσιν ἀντίγραφα ἐκ τῶν εὑρετηρίων καὶ ἄλλων βιβλίων των, ὅταν τοῦτο ἦναι ἀναγκαῖον κλπ.» Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως ταύτης καὶ τῆς ἑτέρας τοῦ ἄρθρου 211 τοῦ ὀργανισμοῦ, περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν συμβολαιογραφείων, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπίσης ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγχῃ αὐτὰ, ἐξεδόθη τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτοῦ κ. Βουλπιώτου, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ νόμος τῆς 28 Ἰουνίου 1887, ὁ ὁποῖος ἐκανόνισεν ὅλα τὰ περὶ τούτου· ὁ νόμος οὗτος κατ’ ἀκρίβειαν εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον παρεσκευάσθη ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Κοντοσταύλου δι’ ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ νὰ λάβω μέρος, ἀλλ’ ἐνομοθετήθη ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Βουλπιώτου· ὁ νόμος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐπιγράφεται «περὶ ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων», προνοεῖ ἐν μὲν τῷ ἄρθρῳ 1 περὶ ὅλων τῶν γραφείων, ἐν γένει δὲ περὶ τῶν τοῦ χαρτοσήμου καὶ περὶ τῶν τελῶν, καὶ δὲν τὸν ἀναγινώσκω ὅλον, διὰ νὰ μὴ μακρηγορῶ...
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ μέρος αὐτὸ, τὸ περὶ τοῦ χαρτοσήμου καὶ τῶν τελῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἀναγνώσητε.
§95Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα, εὐχαρίστως. Ὁ νόμος λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1. Ἕκαστος τῶν Εἰσαγγελέων ὀφείλει νὰ ἐπισκέπτηται ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαημέρου ἀπὸ τῆς λήξεως ἑκάστης τριμηνίας τὸ γραφεῖον τοῦ δικαστηρίου, παρ’ ᾧ διατελεῖ, καὶ νὰ βεβαιοῖ δι’ ἐκθέσεως αʹ) ἂν ἐγκαίρως ἐκδίδωνται καὶ καταρτίζωνται αἱ ἀποφάσεις καὶ τὰ βουλεύματα, ἂν μένωσιν ὑπὸ διάσκεψιν ὑποθέσεις πρὸς ἔκδοσιν ἀποφάσεων ἢ βουλευμάτων, πότε συνεζητήθησαν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ἢ εἰσήχθησαν εἰς τὸ δικαστικὸν συμβούλιον, καὶ τίνες εἰσὶν οἱ εἰσηγηταί· βʹ) ἂν τηρῶνται ἀκριβῶς αἱ διατάξεις τῶν νόμων περὶ χαρτοσήμου, περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν ποινικῶν ἐξόδων καὶ τελῶν, περὶ εἰσαγωγῆς εἰς τὰ ταμεῖα τῶν εἰς τὸ Δημόσιον ἀνηκόντων παραβόλων καὶ προστίμων, καὶ ἐν γένει ἂν ἐπικρατῇ ἡ προσήκουσα τάξις καὶ ἀκρίβεια περὶ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας.» Ἐξακολουθοῦσιν ἐν τῷ ἄρθρῳ διατάξεις πολλαὶ, αἱ ὁποῖαι προνοοῦσι περὶ ὅλων τῶν περιπτώσεων ἐκείνων, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται μία ἐποπτεία· ἐπίσης περὶ συμβολαιογραφείων, ἐφετείων, ἀνακρίσεων κτλ. Ὥστε δὲν βλέπω διατὶ ὁ νόμος αὐτὸς συμπεριέλαβε τὰ δικαστικὰ γραφεῖα, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, ἀνατρέπονται καὶ οἱ κανόνες περὶ ἱεραρχίας, ἀλλ’ ἀνατρέπονται καὶ αἱ διατάξεις περὶ ἐχεμυθίας· διότι, ὅταν εἷς οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιθεωρῇ καὶ τὸν συμβολαιογράφον ἀκόμη, καὶ δὲν γίνηται μία διάκρισις, ἂν δύνηται νὰ ἐπιθεωρήσῃ καὶ τὰς δημοσίας αὐτοῦ διαθήκας, δὲν ἠξεύρω διατὶ (ἂν ἐξ ἰδιοτροπίας, ἢ ἐκδικήσεως, ἢ οἱουδήποτε ἄλλου λόγου) νὰ μὴ ζητήσῃ νὰ εὕρῃ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι ῥηταὶ διατάξεις ἀπαγορευτικαί. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ὑποβάλλω τὴν παρατήρησιν, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, ἀφοῦ ψηφίζεται νόμος, ὁ ὁποῖος τροποποιεῖ νόμον τοῦ 1887, νὰ ἐγίνετο μία ἀναθεώρησις τῶν δύο ἄρθρων τοῦ νόμου τοῦ 1893, καὶ ἂν μὲν ὑπάρχωσι καὶ ἄλλα περιττὰ, ἂς συμπεριληφθῶσιν, ἀλλ’ ἐγώ, Κύριοι, ὑποδεικνύω τὴν ἀνάγκην τροπολογίας ὡς πρὸς τὴν λέξιν δικαστικὰ, διότι δὲν εὑρίσκω τὴν θέσιν, καὶ δύναται νὰ παραλειφθῇ. Θὰ ἠδυνάμην νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, ἀλλὰ...
§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι τὸ καλλίτερον. Θέλετε χρησιμοποιήσει τὸ πόρισμα τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατε, ἐνῷ πᾶς ἄλλος πρέπει νὰ μελετήσῃ.
§97Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν. Ἐὰν ὑπάρχῃ διάθεσις νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, τὴν ὑποβάλλω.
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, ἂν ἦναι ὀρθή.
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὀρθὴ φαίνεται.
§100Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι καιρὸς ν’ ἀρχίσῃ ἡ ἀνακάθαρσις τῶν νόμων, ἡ ὁποία ἔφερεν εἰς τὴν ἀνάγκην τὸν σπουδαιότατον τῶν νεωτέρων νομοδιδασκάλων νὰ γνωμοδοτῇ, ὅτι «τοῦτο ἰσχύει, ἐκτὸς ἐὰν νεώτεροι νόμοι καταργῶσιν ἢ τροποποιῶσιν»· διότι ἐν τῇ πολυνομίᾳ καὶ τῇ κακονομίᾳ ἠγνόει, δικαίως, τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον.
§101ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος ὁ περὶ χαρτοσήμου ὁ ἀρχικὸς δὲν ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς νὰ ἐπιθεωρῶσι τὰ συμβολαιογραφεῖα καὶ δὲν ἐγίνοντο, πρὸ τοῦ τελευταίου νόμου περὶ ἐπιθεωρητῶν, συνεχεῖς ἐπιθεωρήσεις τῶν συμβολαιογραφείων ὑπὸ οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, ἐνεργούντων εἴτε οἴκοθεν, εἴτε κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ;
§102Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἠξεύρω νὰ ἐνεργῶσιν ἐπιθεωρήσεις, παρὰ μόνον οἱ Εἰσαγγελεῖς.
§103ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς αὐτῶν, εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι γίνονται οὐχὶ εἰς ὡρισμένας ὥρας τοῦ ἔτους ἀπὸ οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητάς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1, 2 καὶ 3 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§106Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου, τοῦ κανονίζοντος τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, μετεβλήθησαν καὶ οἱ τίτλοι τοῦ παλαιοῦ, ἵνα τὸν ἔλεγχον ἢ τὴν παραβολὴν δυσχερῆ καταστήσωσι. Μεταξὺ τῶν ἐργαζομένων ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ εἶναι καί τις ἀρχαῖος, κάλλιστος τεχνίτης, προελθὼν ἐκ τοῦ Ὁπλοστασίου, κατ’ ἐκλογὴν μάλιστα πρὸ 36 ὅλων ἐτῶν. Οὗτος κατὰ τὸν παλαιὸν ὀργανισμὸν ἔφερε τὸν τίτλον «ἀρχιτεχνίτης χυτηρίου», καὶ κατελογίζετο εἰς αὐτὸν μισθὸς 220 δραχμῶν. Ὁ ἄριστος οὗτος τεχνίτης μέχρις ἐσχάτων ἐλάμβανε δραχμὰς 180 μηνιαίως, πρὸ ὀλίγου ὅμως χρόνου ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κετσέας, ἀναγνωρίσας τὴν ὑπερτριακονταετῆ αὐτοῦ ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἄμεμπτος καὶ καλή, διότι ἐκτὸς τῆς ἐργασίας ταύτης ἐκτελεῖ καὶ δύο ἑτέρας προσθέτους ἐργασίας ἐν τῷ Τυπογραφείῳ, ηὔξησε τὸν μισθὸν αὐτοῦ ἀπὸ 180 δραχ. εἰς 200. Ἤδη, ἐν ἀγνοίᾳ ἴσως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ τίτλου, τὸν τεχνίτην αὐτὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ἡ δεξιὰ χείρ, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ τυπογραφείου, φέρουν μὲ μηνιαῖον μισθὸν 150 δραχμῶν μόνον. Φρονῶ καὶ πιστεύω, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θέλει ἀναγνωρίσει τὸ ἐκ παραδρομῆς ἴσως λάθος αὐτὸ, διότι μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἄδικον, μετὰ 36 ὅλων ἐτῶν ὑπηρεσίαν, ὁπότε οἱ συνάδελφοι τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος τεχνίτου, οἱ παραμείναντες ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, φέρουσιν ὅλοι βαθμὸν ταγματάρχου, εἶναι, λέγω, ἄδικον, νὰ μειῶται ὁ μισθὸς τοῦ ἀρίστου τούτου τεχνίτου εἰς 150 μόνον δραχμάς. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει λάβει ὑπ’ ὄψει τὴν σύστασίν μου ταύτην καὶ θέλει ἀποδώσει τὸ δίκαιον.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπὸ ποῖον τίτλον ἀναγράφεται;
§108Ν. ΣΧΙΝΑΣ. «Ἀρχιτεχνίτης».
§109ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ὁ σιδηρουργὸς μηχανικός.
§110Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§111ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Σχινᾶς λέγει, ὅτι εἰς τὸν ὑπάρχοντα νόμον δὲν ὑπῆρχεν.
§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἔκαμα τὰς ἀναγραφάς, οὔτε τοὺς τίτλους, ἀλλ’ ἄνθρωπος ἔχων μεγάλην εἰδικότητα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου· αὐτὸς μοὶ ὑπέδειξε κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ διεξάγηται ἡ ἐργασία εὐθηνότερον καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς βραδύτητος· μάλιστα μοὶ ἐξήγησε κατὰ τίνα τρόπον δυνάμεθα νὰ ἀποφεύγωμεν τοὺς λεγομένους «ἐκτάκτους ἐργάτας», ἕνεκα τῶν ὁποίων, ὡς γνωρίζετε, γίγνονται ἐνίοτε μεγάλαι δαπάναι. Ἀπεδέχθην λοιπὸν τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ, ὡς ἐδυνάμην νὰ κρίνω, εὗρον ὀρθὰς, καὶ ἀνέγραψα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐὰν τώρα ὑπάρχῃ τις, ὁ ὁποῖος ἔχει δικαιώματα μεγάλα, δὲν τὸ ἀμφισβητῶ· ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχῃ, ἀλλ’ ἡ προαίρεσις, τὴν ὁποίαν εἶχον, ἦτο ἡ εὐθηνία τῶν ἐξόδων τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νομίζῃ, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται ὑπάλληλος δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ ἄλλον τινὰ ὑπάρχοντα, καὶ ὅτι ἡ ὑπηρεσία του εἶναι χρήσιμος, θέλω ἐξετάσει, καὶ θέλω ἀντικαταστήσει τὸν ὑπάρχοντα δι’ αὐτοῦ.
§113Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύστασις τοῦ κ. Σχινᾶ ἀφορᾷ τὸν σιδηρουργὸν μηχανικὸν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ παλαιὸν ἀναγράφεται ὑπὸ ἄλλον τίτλον, ἐλάμβανε δὲ μισθὸν δραχ. 180, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Κετσέας ηὔξησεν εἰς 200 δραχμάς.
§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ στηριζώμεθα πολὺ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν Ὑπουργῶν. Ἐὰν εἷς Ὑπουργὸς προσέθηκεν εἴκοσι δραχμὰς, νὰ μὴ ἐπικαλώμεθα τοῦτο, καὶ ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς ἤμην ἐγώ· ἀλλ’ ἐὰν ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἦναι χρήσιμος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, βεβαίως δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸν προσλάβω· ἀλλ’ ἀντὶ τίνος νὰ τὸν προσλάβω;
§115Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου καταβιβάζεται ὁ μισθός του.
§116ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διαγράφεται ἡ θέσις του.
§117Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἤλλαξαν τὸν τίτλον του· τὸν φέρουν ὑπὸ τὸν τίτλον «Σιδηρουργὸς μηχανικός».
§118ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς ἦτο ὁ παλαιὸς τίτλος;
§119Ν. ΣΧΙΝΑΣ. «Ἀρχιτεχνίτης».
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀρχιτεχνίτης χυτηρίου μὲ μισθὸν 220 δραχμῶν· τοιοῦτος δὲν ὑπάρχει, διότι δὲν ἐθεωρήθη ἀναγκαῖος.
§121Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸν φέρουν σήμερον μὲ τίτλον «Σιδηρουργὸς μηχανικός». Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐρευνήσατε καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἡ σύστασίς μου εἶναι δικαιοτάτη.
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω ἐξετάσει.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§124ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 5 ἔχει κἄτι τι τὸ αὐθαίρετον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς μεροληψίας, διότι λέγει: «Ἂν δὲ, μετὰ ἐξέτασιν τῶν αἰτιῶν τῆς ἀνεπαρκείας ἀποδειχθῇ, ὅτι αὕτη προῆλθεν ἕνεκα τῆς ἀνικανότητος ἢ τῆς ἀμελείας τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ, ἡ γενομένη ἔκτακτος δαπάνη καταλογίζεται εἰς βάρος τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ τοῦ ἐν αὐτῷ ἐργοστασιάρχου, καὶ κρατεῖται ἐκ τῶν μισθῶν αὐτῶν ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ αὐτῶν.» Λοιπὸν ποία εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ τοῦ Ἐργοστασιάρχου, ὅταν εἷς οἱοσδήποτε ἀνώτερος ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιφορτισθῇ τὴν ἐξέτασιν, δὲν παραδεχθῇ ὅτι προῆλθεν ἕνεκα ἀνικανότητος ἢ ἀμελείας τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ;
§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πραγματογνωμοσύνη.
§126ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι τόσον ἀόριστος ἡ ἀμέλεια καὶ ἡ ἀνικανότης, ὥστε ὁ θέλων νὰ ἐξετάσῃ θὰ ἔχῃ εἰς τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν του, ἐὰν θέλῃ, νὰ καταδιώκῃ τὸν Διευθυντὴν καὶ τὸν Ἐργοστασιάρχην, ἢ ἐὰν θέλῃ νὰ μὴ τὸν καταδιώκῃ. Δὲν ἀποκρούω τὴν ἀρχήν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἐξασφάλισίς τις εἰς τοὺς ὑπολόγους τούτους, ὅτι εἷς οἱοσδήποτε ἀνώτερος ὑπάλληλος, ἐρχόμενος νὰ κάμῃ τοιαύτην ἐξέτασιν αὐθαιρέτως, δὲν θὰ τοὺς ἀδικήσῃ.
§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναται νὰ κάμῃ τὴν ἐξέτασιν παρὰ ἐμπειροτέχνης.
§128ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς;
§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν θέλητε, νὰ συστηθῇ μία διαδικασία.
§130ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει.
§131ΡΑΛΛΗΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἀγωγῆς περὶ ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ τότε περιπίπτομεν εἰς ἀντισυνταγματικότητα,— καὶ ἐλπίζω ὅτι οὐδεὶς θ’ ἀνατριχιάσῃ διὰ τοῦτο,—ἡ ἀντισυνταγματικότης δ’ ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι καθιστῶμεν διοικητικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἀποζημιώσεως.
§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἓν ἔκτακτον δικαστήριον.
§133ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁσάκις προετάθη τοιαύτη διάταξις, πάντοτε τὴν ἐπολεμήσαμεν, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἐκ παραδρομῆς περιελήφθη ἡ παράγραφος αὕτη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι πρόκειται περὶ ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θέλει ἀναμιχθῆ εἰς καθαρῶς δικαστικὰ καθήκοντα, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ὕπαρξις τοιαύτης ἐπιτροπῆς νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7.
§135ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Αἱ διατάξεις τοῦ ΒΡΞΓʹ νόμου τῆς 16 Φεβρουαρίου 1893 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου ἰσχύουσιν, ἐφ’ ὅσον δὲν τροποποιοῦνται διὰ τοῦ παρόντος νόμου.»
§136ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος οὗτος συνεπάγεται τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον καὶ τόσοι ἄλλοι νόμοι κατεργάζονται καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν, δηλαδὴ διασπᾷ τὸν μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα νόμον ΒΡΞΓʹ τῆς 16 Φεβρουαρίου 1893 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθν. Τυπογραφείου καὶ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως εἰς δύο, διότι μεταβάλλει μὲν τὸ ἓν μέρος τούτου, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν σήμερον, ἀφίνει δὲ ἰσχύον τὸ ἄλλο. Ὅταν θέλῃ τις νὰ εὕρῃ τὰ κατὰ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον καὶ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει πάλιν νὰ ἀνατρέξῃ εἰς δύο νόμους. Ἐπειδὴ ὑπολείπεται ἐν τῷ παλαιῷ νόμῳ ὀλιγώτερον κείμενον τοῦ ὅσον νῦν ψηφίζομεν, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο δύσκολον νὰ συμπεριληφθῇ καὶ τοῦτο ἐν τῷ νέῳ, καταρτισθῇ δὲ εἷς μόνος νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἰσχύῃ, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν δύο καὶ νὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀνατρέχωμεν εἰς δύο νόμους πρὸς εὕρεσιν τῶν ἀφορώντων τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον καὶ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. (Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπὲρ τῆς ἰδέας ταύτης, νομίζω ὅτι δὲν θὰ εὕρῃ δύσκολον τὴν συναρμολογίαν καὶ τοῦ ὑπολειπομένου μέρους τοῦ νόμου, καὶ οὕτω καταρτισθῇ εἷς νόμος.
§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ κωδικοποίησις τῶν νόμων εἶναι ἀναγκαιοτάτη, ἀλλ’ ἐν πάσῃ τροπολογίᾳ, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τις εἰς διάταξιν νόμου τινὸς, νὰ ἐπαναλαμβάνῃ ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι δὲν τροποποιοῦνται, θὰ ἀπασχολῇ καὶ τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν ὑπὲρ τὸ δέον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 1–4 τοῦ νομοσχεδίου).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§140ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐπιθυμῶ μίαν πληροφορίαν. Εἰς τὸ «Ἄρθρον 8 ἅπαξ» διατὶ παρελείψατε τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὑποταμιῶν;
§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Σκοπῶ νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα δεχθῇ τὴν προσθήκην ἕκτου ἐδαφίου, ἢ παραγράφου, τὸ ὁποῖον ἔχει οὕτω: «Οἱ διατελέσαντες ὑποταμίαι, ἐπὶ τῷ βαθμῷ, ὃν εἶχον, καθ’ ὃν χρόνον διετέλουν ἐν ὑπηρεσίᾳ.» Ἐπίσης εἰς τὴν παράγραφον «Ἄρθρον 8 δὶς» λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω, ὅπως διαγραφῶσιν αἱ δύο λέξεις «αʹ τάξεως» ἐν ἀρχῇ τοῦ πέμπτου στίχου τῆς παραγράφου, ἡ δὲ λέξις «δωδεκαετῆ» ἐν τῷ ἀμέσως ἑπομένῳ στίχῳ προτείνω νὰ γείνῃ «ὀκταετῆ», διότι, ὡς καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον εἶχον προτείνει κατὰ τὸ 1891, τὴν ὀκταετίαν ἐνόμιζον ἀρκοῦσαν, οὕτω καὶ ἤδη.
§142ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἐν τῇ παραγράφῳ «Ἄρθρον 8 δὶς», προτείνω νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ ὑποταμίαι οἱ ἔχοντες βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως βʹ τάξεως· ἀφοῦ ἀναγράφονται οἱ ἐπὶ ἑξαετίαν εἰς θέσιν ὑποταμίου μὲ βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραφέως αʹ τάξεως ὑπηρετήσαντες, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ ὑπηρετήσαντες ὑποταμίαι μὲ βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον, ἀφοῦ ὁ βαθμὸς τοῦ ταμίου γʹ τάξεως εἶναι ἀντίστοιχος μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως.
§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ πόσην ὑπηρεσίαν;
§144ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ διετῆ ἢ τριετῆ.
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καταθέσατε τὴν τροπολογίαν σας, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὴν μελετήσω, καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§146ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ ἀποκλείετε τοὺς λογιστὰς βʹ τάξεως;
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλετε πρότασιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ περιορισμοῦ τῆς δυνάμεως τοῦ σώματος τῆς τελωνοφυλακῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1.
§149ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὁ ἀριθμὸς τῶν δεκαρχῶν περιορίζεται τῶν μὲν τῆς αʹ τάξεως εἰς 7, τῶν δὲ τῆς βʹ εἰς 17.»
§150ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις, ἢ θὰ παυθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι αὐτοί;—διότι, ὡς γνωρίζετε, ἔχουσι θητείαν.
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι ὑπάρχουσι θέσεις κεναί. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων.
§153Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπὶ σχεδίου νόμου περὶ τελωνειακῶν θέσεων τίθημι ὑπ’ ὄψει τῆς τε Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἰδίᾳ δὲ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὰ ἀκόλουθα. Κατὰ τὸ παρελθὸν, πνεῦμα δυστυχῶς ἀποχωρίσεως τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν ἀπὸ τῶν τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἐπεκράτησε καθ’ ὁλοκληρίαν. Τὸ πνεῦμα τοῦτο ὑπεδαύλισε καὶ ἡ διαχώρισις αὐτῶν διὰ τῆς νέας ὁροθετικῆς γραμμῆς. Γνωρίζετε κάλλιστα πάντες, ὅτι ἔν τε τῇ Μακεδονίᾳ, ὡς καὶ ἐν Ἠπείρῳ, Βούλγαροι, Ρωμοῦνοι, Σέρβοι καὶ πλεῖστοι ἄλλοι ἔχουσιν ἀποστόλους, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νὰ ὑποδαυλίσωσι διὰ παντὸς τρόπου μίση τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν εἶχε ληφθῆ τὸ μέτρον τοῦ νὰ μείνῃ ἐλευθέρα ἡ ζώνη καὶ ἐπικοινωνῶσιν, ἐμπορικῶς τοὐλάχιστον, οἱ ὑπόδουλοι πρὸς τὴν Θεσσαλίαν, ὑποστηρίζοντες οὕτω τὸ ἐμπόριον αὐτῆς καὶ συνδέοντες τὰ συμφέροντα αὐτῶν πρὸς τὰ τῶν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι. Ἐπὶ πλέον δὲ μάλιστα συμφέροντα ἔχει ἡ Θεσσαλία ἐκ τῆς ἐπικοινωνίας ταύτης, διότι τὰ ἐν τῇ πεδινῇ Θεσσαλίᾳ παραχειμάζοντα ποίμνια μετὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ ἁγίου Γεωργίου ἀνέρχονται εἰς τὰς ἐαρινὰς αὑτῶν βοσκὰς, πλεῖστα δὲ τούτων ἐπὶ τοῦ ὄρους Γράμμου, τὸ ὁποῖον, κατερχόμενον ἀπὸ Βοῤῥᾶ πρὸς Νότον, χωρίζει τὴν Μακεδονίαν ἀπὸ τὴν Ἤπειρον. Δυστυχῶς οἱ καταργήσαντες τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐξαγωγῆς καὶ εἰσαγωγῆς τῶν προϊόντων διὰ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς κατήργησαν καὶ τελωνειακούς τινας σταθμοὺς, ὡς τὸν τοῦ Ὀστροβοῦ καὶ τῆς Κουτσούφλλανης. Ἡ τελευταία τῶν θέσεων τούτων μοὶ εἶναι λίαν γνωστὴ, ὡς καὶ ἅπασα ἡ ὁροθετικὴ γραμμὴ λεπτομερῶς, ἣν οὐ μόνον διῆλθον, ἀλλὰ καὶ περιέγραψα. Ἑπομένως κάλλιστα γνωρίζω καὶ ἐμελέτησα τὰ τῆς ἐπικοινωνίας διὰ τῆς θέσεως ταύτης, ὑπό τε στρατιωτικὴν καὶ ἐμπορικὴν ἔποψιν, καὶ γνωρίζω ὁποίαν ἀξίαν ἔχει. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπιστήσω περισσότερον τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς θέσεις ταύτας τοῦ Ὀστροβοῦ καὶ τῆς Κουτσούφλλανης, ἐν αἷς ἡ μὲν Τουρκία ἔχει τελωνειακοὺς σταθμοὺς, ἡμεῖς δὲ κατηργήσαμεν αὐτοὺς, καὶ ἐξαναγκάζονται πάντες, ἰδίως δὲ οἱ ποιμένες, οἱ ὁδηγοῦντες χιλιάδας προβάτων, νὰ διατρέχωσιν οὐκ ὀλίγας ὥρας, ὑποχρεούμενοι νὰ διέλθωσι διὰ τοῦ σταθμοῦ Βελεμίστι. Τοιαύτη δὲ παρακαμπὴ οὐ μόνον κοπιώδης καὶ δύσκολος εἶναι, διότι ἐξ ἑνὸς σταθμοῦ μέγας ἀριθμὸς ποιμνίων διέρχεται, ἀλλὰ καὶ μεγάλως ἡ κόπωσις αὕτη τῶν προβάτων συντελεῖ εἰς τὴν καταστροφὴν καὶ ἐξασθένησιν τῶν ζῴων. Ἡ διὰ Κουτσούφλλανης ἰδίως, ὡς καὶ ἡ δι’ Ὀστροβοῦ συγκοινωνία, εἶναι χρησιμωτάτη ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου, ὁπότε τὰ ποίμνια ἀνέρχονται πρὸς τὰς ἐαρινάς των βοσκὰς, μέχρι τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου, ὁπότε συντελεῖται ἡ πρὸς τὰς πεδιάδας κάθοδος τῶν ποιμνίων. Ὅθεν εὐχῆς ἔργον ἔσται, ἵνα αἱ διὰ τῶν θέσεων τούτων διαβάσεις μένωσιν ἐλεύθεραι καὶ παρέχηται πᾶσα εὐκολία εἰς τὴν τοιαύτην ἐπικοινωνίαν. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω νὰ γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασίς μου περὶ ἀνασυστάσεως τῶν τελωνειακῶν σταθμῶν Κουτσούφλλανης καὶ Ὀστροβοῦ, καὶ ἰδίως τοῦ τῆς Κουτσούφλιανης. Ἡ Κουτσούρλλανη συνδέει τὴν Καλαμπάκαν καὶ τὰ Τρίκκαλα πρὸς τὰ Γρεβενά· διὰ τῆς ἐξόδου δὲ ταύτης ἐξέρχονται οἱ ἐν Θεσσαλίᾳ παραχειμάζοντες ἐκ τῶν κωμῶν τοῦ Περιβολίου, τῆς Ἀβδέλας, τῆς Σαμαρίνας, τῆς Γράμμοστας ποιμένες, ὡς καὶ πλείστων ἄλλων χωρίων καὶ κωμῶν, τῶν ἐπὶ τῶν ὀρέων τοῦ Γράμμου καὶ τῆς Βασιλίτσης κειμένων, καὶ τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι κατὰ τὰ 9/10 διάγουσι ποιμενικὸν βίον. Μεγάλως, κύριοι συνάδελφοι, ἐνδιαφέρει τὴν Θεσσαλίαν ἡ προστασία τῶν ποιμενικῶν τούτων πληθυσμῶν, τῶν ὁποίων ἀπόλυτον ἔχομεν ἀνάγκην, διὰ πολλοὺς λόγους· ἑπομένως διὰ πάσης θυσίας πρέπει νὰ ἀνοίξωμεν τὰς ὁδοὺς ταύτας τῆς μεσημβρινοδυτικῆς Θεσσαλίας, αἵτινες εὑρίσκονται παρὰ τὰ εἰρημένα χωρία. Ὅθεν ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συστήσῃ τοὺς τελωνειακοὺς σταθμοὺς Κουτσούφλλανης καὶ Ὀστροβοῦ. Τοιαύτην σύστασιν ἐποιησάμην καὶ πρὸς τὸν κ. οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν, ἀδελφὸν τοῦ συναδέλφου κ. Νομικοῦ, ὁ ὁποῖος διῆλθε τὰς θέσεις ταύτας, ἐκτελῶν διαφόρους ὑπηρεσίας, μοὶ ἐγνώρισε δὲ, ὅτι δι’ ἐκθέσεώς του λεπτομεροῦς κατέστησε ταῦτα πάντα γνωστὰ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Φορέστης ἔχει προσθήκην, ὅπως προαχθῇ τὸ ὑποτελωνεῖον Ληξουρίου βʹ τάξεως εἰς τελωνεῖον γʹ τάξεως.
§155ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 1885 καταγίνομαι, ἵνα προαχθῇ τὸ ὑποτελωνεῖον Ληξουρίου εἰς τελωνεῖον γʹ τάξεως. Τὸ ὑποτελωνεῖον αὐτὸ ἔχει εἰσόδημα 250 χιλιάδων δραχμῶν εἰσαγωγῆς καὶ 280 χιλιάδων ἐξαγωγῆς, ἀλλὰ δυστυχῶς ἀπὸ τοῦ 1885 μέχρι σήμερον οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη. Ἡ διαφορὰ εἶναι τεσσαράκοντα δραχμῶν κατὰ μῆνα. Εἶναι δὲ μέγιστον τὸ συμφέρον εἰς τὴν πόλιν Ληξουρίου, διότι ἡμεῖς πληρόνομεν διπλοῦν λιμενικὸν φόρον, διότι ὅλα τὰ πράγματα ἔρχονται εἰς τὸ τελωνεῖον Ἀργοστολίου, εἶτα δὲ, μεταφερόμενα εἰς Ληξούριον, πληρόνουσιν ἐκ νέου.
§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλω ἐξετάσει ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ πρότασις.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, προτείνοντος ὅπως οἱ τελωνειακοὶ σταθμοὶ Ἀγριᾶς καὶ Ἐλαίας (Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς) προαχθῶσιν εἰς ὑποτελωνεῖα γʹ τάξεως.
§158ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ χρειασθῶ πολλοὺς λόγους, ἵνα ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν, δι’ ἧς προτείνω, ὅπως οἱ τελωνειακοὶ σταθμοὶ τῆς Ἐλαίας καὶ Ἀγριᾶς προαχθῶσιν εἰς ὑποτελωνεῖα γʹ τάξεως, διότι διὰ τῶν σταθμῶν τούτων φορολογοῦνται, σῦκα, ἐλαῖαι, βελανίδια καὶ ἄλλα προϊόντα, πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὀκάδων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀξίζει τὸν κόπον, νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτου.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ὁ κ. Βελλιαννίτης προτείνει νὰ προαχθῇ ὁ τελωνειακὸς σταθμὸς Λάκκας εἰς ὑποτελωνεῖον γʹ τάξεως.
§160ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ στέρξῃ εἰς τὴν τροποποίησιν ταύτην, καθόσον δι’ αὐτῆς θέλει ἐπέλθει διευκόλυνσις εἰς τὸν πληθυσμὸν ὁλοκλήρου δήμου. Ἐν Παξοῖς ὑπάρχει τελωνεῖον γʹ τάξεως ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας, εἰς τρίωρον δὲ ἀπόστασιν τελωνειακὸς σταθμὸς ἐν τῷ ἑτέρῳ δήμῳ. Ἡ ἔλλειψις ὑποτελωνείου ἐν τῇ θέσει ταύτῃ φέρει εἰς μεγάλας δυσχερείας τὸν δῆμον ὁλόκληρον, καθόσον ὁ πληθυσμὸς οὗτος τὰ τρόφιμα τὰ τῆς πρώτης ἀνάγκης πορίζεται ἐκ τῆς ἀπέναντι Ἠπείρου, ἀναγκάζονται δὲ οἱ κάτοικοι νὰ διανύσωσιν ἑξάωρον πορείαν, ἵνα προμηθευθῶσιν ὀλίγον κρέας, τυρὸν ἢ ὄσπρια, ἐπιβαρυνόμενοι οὕτω καὶ δι’ ἐξόδων καὶ ὑφιστάμενοι κόπους ἄνευ λόγου. Ἡ προαγωγὴ τοῦ τελωνειακοῦ τούτου σταθμοῦ εἰς ὑποτελωνεῖον θ’ ἀπαλλάξῃ τοὺς κατοίκους καὶ τοῦ κόπου καὶ ματαίων δαπανῶν εἰς τὰ πρῶτα εἴδη τῆς τροφῆς των. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, βλέπων τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς ταύτης, θὰ στέρξῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς εὐχῆς ὁλοκλήρου δήμου. Διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης τὸ Δημόσιον δὲν θέλει ἐπιβαρυνθῆ διὰ δαπανῶν πλειοτέρων, καθόσον ἡ ἐκ τῆς μεταβολῆς διαφορὰ τῆς δαπάνης τοῦ Δημοσίου δὲν ὑπερβαίνει τὰς 120 δραχ. κατ’ ἔτος, ἀλλ’ οὔτε καταχρήσεις δύνανται νὰ ἐμφιλοχωρήσωσιν ἐκ τῆς μεταβολῆς ταύτης, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ πληροφορηθῇ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ἐξ ἐναντίας διὰ τῆς διευκολύνσεως πρὸς τελωνισμὸν θὰ προκύψῃ μεγαλειτέρα ὠφέλεια εἰς τὸ Δημόσιον, διότι θέλει αὐξήσει ἡ εἰσαγωγὴ τῶν εἰδῶν τούτων ἐν Παξοῖς. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ τελωνισμοῦ ἀντικειμένων πολυτελείας, καθόσον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει κανονίσει διὰ Β. Διατάγματος τὰ εἴδη, ἅτινα θὰ τελωνίζῃ τὸ προτεινόμενον ὑποτελωνεῖον.
§161ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Ζητῶ καὶ ἐγὼ νὰ προαχθῇ τὸ ὑποτελωνεῖον Ἄνδρου εἰς τελωνεῖον γʹ τάξεως. Συνοδεύω τὴν πρότασίν μου καὶ δι’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Εὐελπιστῶ δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει πεισθῆ, ὅτι οἱ λόγοι, οὓς προβάλλω, δικαιολογοῦσι τὴν πρότασίν μου.
§162ΣΑΚΚΗΣ. Ζητῶ καὶ ἐγὼ τὴν κατάργησιν τοῦ τελωνειακοῦ σταθμοῦ Γιαλόβης, διότι ἕνεκα αὐτοῦ κατέστη ἄχρηστον τὸ τελωνεῖον Πύλου, καὶ τὴν σύστασιν φυλακείου ἐν Ταβέρνᾳ τῆς Λαχανάδος τοῦ δήμου Μεθώνης.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πᾶσαι αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 120). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4.
§165ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἀποθηκάριοι διορίζονται οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον Ἑλληνικοῦ σχολείου, ὡς καὶ οἱ πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου ὑπηρετήσαντες ἐν τῇ θέσει ἀποθηκαρίου ἢ ὑπαποθηκαρίου.»
§166ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω καλὸν, ἀντὶ ἀπολυτηρίου Ἑλληνικοῦ σχολείου, διὰ τὸν ἀποθηκάριον, νὰ ἀπαιτῆται ἀπολυτήριον Γυμνασίου. Ἔχομεν τόσους ἀποφοίτους σήμερον ἐκ τῶν Γυμνασίων, ὥστε βεβαίως θὰ ὑπάρχῃ καὶ οὕτω πληθώρα ἀπαιτητῶν. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον πρέπει νὰ ἀπαιτήσωμεν τὸ ἀνώτερον τοῦτο προσὸν, καθόσον ἡ θέσις τοῦ ἀποθηκαρίου χρησιμεύει ἀκολούθως ὡς προσὸν διὰ θέσιν ἀνωτέραν.
§167ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀρκετὸν τὸ ἀπολυτήριον τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§169ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διατὶ δὲν δύναταί τις ἀπ’ εὐθείας νὰ γείνῃ τελωνοσταθμάρχης, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται προηγουμένως νὰ διορισθῇ ἀποθηκάριος; Τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, οὐδένα ἄλλον ἔχει σκοπὸν ἢ νὰ πολλαπλασιάσῃ τὴν σύνταξιν ἐγγράφων.
§170ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ ἡ θέσις τοῦ ὑπαποθηκαρίου ἐξομοιοῦται μὲ τὴν θέσιν τοῦ ἀποθηκαρίου, διατὶ νὰ μὴ δύναταί τις καὶ ἐκ τῆς θέσεως τοῦ ὑπαποθηκαρίου νὰ διορισθῇ τελωνοσταθμάρχης; Ὁ ὑπαποθηκάριος, γενόμενος ἀποθηκάριος, ἐκτελεῖ τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν· δὲν κερδίζει λοιπὸν τίποτε, ὑπὸ ἔποψιν ὑπηρεσίας, λαμβάνων τὴν ἀνωτέραν θέσιν τοῦ ἀποθηκαρίου.
§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ προαγωγὴ εἶναι πάντοτε βαθμιαία. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰουλίου ἐ. ἔ.»
§173Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 ἔχω μίαν παρατήρησιν, ὀλίγον αἱμοβόρον (ἱλαρότης). Προτείνω νὰ καρατομηθῶσι τὰ δύο ε, καὶ ν’ ἀντικατασταθῶσι διὰ τοῦ «1895».
§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει πολὺ δίκαιον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 μετὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ κ. Φιλαρέτου, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ χορηγουμένου ποσοστοῦ ἐπὶ τοῦ πωλουμένου γραμματοσήμου. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν θὰ ἦναι ἀναγεγραμμένα τὰ νομοσχέδια κατὰ τὴν αὐτὴν σειράν, πλὴν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20 νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ ἄλλην σειράν.
§177ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ ἡ ὥρα τῶν συνεδριάσεων ἀπὸ τῆς 5ης μετὰ μεσημβρίαν εἰς τὴν 8ην πρωϊνήν;
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν πρότασίν σας εἶναι καλλίτερον νὰ φέρητε αὔριον, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 45′ μ. μ.